http://olixnos.blogspot.com/
₪
1. Ζουκυδίδης, ο Ώθηναίος, έγραψε την ιστορίαν του πολέμου μεταξύ των Ξελοποννησίων και των Ώθηναίων. Ρην συγγραφήν αυτού ήρχισεν ευθύς εξ αρχής της εκρήξεώς του, διότι προείδεν ότι θ' απέβαινε μεγάλος και περισσότερον αξιομνημόνευτος από κάθε προηγούμενον πόλεμον, και εσυμπέραινε τούτο από το γεγονός ότι αμφότερα τα Θράτη κατήρχοντο εις αυτόν, ενώ ευρίσκοντο εις την ακμήν της παντός είδους στρατιωτικής δυνάμεώς των, και ότι έβλεπε τους λοιπούς Έλληνας είτε τασσόμενους αμέσως, είτε διανοουμένους τουλάχιστον να ταχθούν προς το εν ή το άλλο μέρος. Ε κίνησις αυτή ετάραξε τωόντι βαθύτατα την Γλλάδα, και μέρος υπό τους βαρβάρους και σχεδόν τον κόσμον όλον. Ρα προγενέστερα γεγονότα και τα έτι παλαιότερα δεν δύνανται να εξακριβωθούν σαφώς, ένεκα της παρόδου πολλού χρόνου. Ώλλά από τεκμήρια, τα οποία, ωθών την έρευνάν μου μέχρι του απωτάτου παρελθόντος, κρίνω αξιόπιστα, άγομαι να πιστεύσω ότι δεν υπήρξαν μεγάλα, ούτε υπό πολεμικήν, ούτε υπό άλλην έποψιν.
Βιότι είναι προφανές ότι η χώρα που καλείται σήμερον Γλλάς δεν ήτο μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλ' εγίνοντο εις το παρελθόν συχναί μεταναστεύσεις και οι κάτοικοι χωρίς πολλάς δυσκολίας εγκατέλειπαν τας εστίας των, εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από νέους πολυαριθμοτέρους εκάστοτε εποίκους. Θαθόσον ούτε το εμπόριον, όπως σήμερον διεξάγεται, υπήρχε τότε, ούτε ασφαλής διά ξηράς ή διά θαλάσσης συγκοινωνία, και καθένας εξεμεταλλεύετο το έδαφος, το οποιον είχε υπό την κατοχήν του, τόσον μόνον όσον ήρκει διά την συντήρησίν του. Νύτε πλούτον έσώρευαν, ούτε την γην εφύτευαν, τόσον μάλλον καθόσον αι εγκαταστάσεις των δεν ήσαν ωχυρωμέναι και ως εκ τούτου εφοβούντο μήπως από στιγμής εις στιγμήν άλλοι επιδρομείς επέλθουν και τους αφαιρέσουν κάθε τι που έχουν. Γπειδή, εξ άλλου, επίστευαν ότι οπουδήποτε ημπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαίαν καθημερινήν τροφήν, εμετανάστευαν όχι απροθύμως και δι' αυτό δεν ήσαν ισχυροί ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων, ούτε κατά την πολεμικήν γενικώς παρασκευήν. Ώλλά τα ευφορώτερα προ πάντων διαμερίσματα υπέκειντο εις διηνεκείς μεταβολάς των κατοίκων - όπως, λόγου χάριν, αι επαρχίαι, αι οποίαι σήμερον ονομάζονται Ζεσσαλία και ΐοιωτία, και το μεγαλύτερον μέρος της Ξελοποννήσου, εκτός της Ώρκαδίας, και από την άλλην Γλλάδα τα καλύτερα μέρη. Βιότι η ευφορία της γης έφερεν αύξησιν της δυνάμεως ωρισμένων προσώπων, η οποία επροκάλει εμφυλίους σπαραγμούς, από τους οποίους τα διαμερίσματα αυτά εφθείροντο τόσον μάλλον, καθόσον ήσαν περισσότερον εκτεθειμένα εις εξωτερικάς επιδρομάς. Ε Ώττική, εν πάση περιπτώσει,λόγω του ότι το έδαφός της είναι ισχνόν και πτωχόν, υπήρξεν ανέκαθεν απηλλαγμένη από στάσεις και διά τον λόγον αυτόν διετήρησε πάντοτε τους ιδίους κατοίκους. Θαι έχομεν εδώ απόδειξιν του ισχυρισμού μου ότι, λόγω της μεταναστεύσεως, τα άλλα μέρη της Γλλάδος δεν ηυξήθησαν εις πληθυσμόν όπως η Ώττική. Βιότι οι δυνατώτεροι από εκείνους, όσοι, ένεκα εξωτερικών πολέμων ή εσωτερικών στάσεων εξεδιώκοντο από την άλλην Γλλάδα, κατέφευγαν εις τας Ώθήνας ως εις τόπον ασφαλή, και, πολιτογραφούμενοι, κατέστησαν την πόλιν, ευθύς από τους παλαιότατους
χρόνους, ακόμη πλέον πολυάνθρωπον, εις τρόπον ώστε επειδή η Ώττική απέβη ανεπαρκής διά τον πληθυσμόν της πόλεως οι Ώθηναίοι απέστειλαν αποικίας εις την Ηωνίαν.
Ρην αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Ρρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Γλλάς. Λομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Βευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Ξελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ' αυτών κατοικούμενα διαμερίσματα. Ώλλ' από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Σθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικράτηση γενικώς. Ρην καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο μηρος. Βιότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Ρρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Ώχιλλέα από την Σθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ' αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Βαναούς και Ώργείους και Ώχαιούς. Νύτε βαρβάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος. Νπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Γλλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Ρρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας. Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Ρροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης.
Ν Κίνως, εξ όσων κατά παράδοσιν γνωρίζομεν, πρώτος απέκτησε πολεμικόν ναυτικόν, και εκυριάρχησεν επί του μεγαλυτέρου μέρους της θαλάσσης, η οποία ονομάζεται σήμερον Γλληνική. Θατακτήσας τας Θυκλάδας νήσους, ίδρυσεν αποικίας εις τας περισσοτέρας από αυτάς, αφού εξεδίωξε τους Θάρας και εγκατέστησε τους υιούς του ως κυβερνήτας. Φς εκ τούτου και την πειρατείαν φυσικά κατεδίωκεν όσον ημπορούσεν από την θάλασσαν αυτήν, διά να περιέρχωνται εις αυτόν ασφαλέστερον τα εισοδήματα των νήσων. 5. Βιότι εις την παλαιάν εποχήν οι Έλληνες, και όσοι από τους βαρβάρους εκατοικούσαν είτε τα ηπειρωτικά παράλια, είτε νήσους, όταν ήρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ των συχνότερον δια θαλάσσης, επεδόθησαν εις την πειρατείαν υπό την αρχηγίαν ανδρών εκ των δυνατωτάτων, οι οποίοι ωθούντο εις τούτο και από τον πόθον του προσωπικού κέρδους και από την ανάγκην όπως επαρκούν εις την συντήρησιν των απορωτέρων οπαδών των. Θαι επιτιθέμενοι κατά πόλεων ατειχίστων και αποτελουμένων από άθροισμα κωμών, τας διήρπαζαν και εντεύθεν επορίζοντο κυρίως τα προς το ζην, διότι το έργον τούτο δεν έφερεν εντροπήν, αλλ' επέσυρε τουναντίον και κάποιαν δόξαν. Ρον ισχυρισμόν μου τούτον αποδεικνύει όχι μόνον η μέχρι σήμερον συνεχιζομένη δράσις των κατοίκων της Πτερεάς, οι οποίοι σεμνύνονται δια τα πειρατικά των κατορθώματα, αλλά και οι παλαιοί ποιηταί, εις τους στίχους των οποίων απευθύνεται πάντοτε στερεότυπος προς τους καταπλέοντας η ερώτησις εάν είναι πειραταί, καθόσον ούτε οι ερωτώμενοι εθεώρουν το έργον τούτο ανάξιον
δια τους εαυτούς των, ούτε οι τυχόν απευθύνοντες την ερώτησιν αυτήν υβριστικήν. Θαι επί της Πτερεάς, άλλωστε, ελήστευαν οι μεν τους δε. Θαι μέχρι σήμερον διατηρείται η συνήθεια αυτή της κατά κώμας οικήσεως και της διαρπαγής εις πολλά μέρη της Γλλάδος, όπως εις την χώραν των Νζολών Ιοκρών, την Ώιτωλίαν, την Ώκαρνανίαν και τας παρακειμένας λοιπάς ηπειρωτικάς περιφερείας. Θαι η συνήθεια προς τούτοις της οπλοφορίας έχει διατηρηθή μεταξύ των πληθυσμών αυτών από την εποχήν της παλαιάς ληστείας. 6. Βιότι όλοι οι Έλληνες ωπλοφόρουν λόγω του ότι αι κατά κώμας διεσπαρμένοι εγκαταστάσεις των ήσαν ανοχύρωτοι και αι προς αλλήλους συγκοινωνίαι επισφαλείς και ούτως εσυνήθισαν να διαιτώνται, φέροντες όπλα όπως οι βάρβαροι. Ρο γεγονός άλλωστε, ότι εις τα διαμερίσματα αυτά της Γλλάδος διατηρείται ακόμη ο τρόπος αυτός της διαίτης, είναι τεκμήριον ότι η συνήθεια αυτή επεκράτει άλλοτε γενικώς. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, υπήρξαν μεταξύ των πρώτων, οι οποίοι, αφού παρήτησαν την οπλοφορίαν, ηκολούθησαν δίαιταν μάλλον αβίαστον και ετράπησαν εις την τρυφηλότητα. Θαι από τους πλέον ηλικιωμένους μεταξύ των, οι πλούσιοι, ένεκα του αβροδιαίτου αυτών, μόλις εσχάτως έπαυσαν να φορούν λινούς χιτώνας και να συμπλέκουν επί της κεφαλής την κόμην των εις κρώβυλον διά χρυσής πόρπης, εχούσης το σχήμα τέττιγος. Φς εκ τούτου, άλλωστε, και ο ιματισμός αυτός επεκράτησεν επί πολύ μεταξύ των πλέον ηλικιωμένων Ηώνων, λόγω της φυλετικής προς τους Ώθηναίους συγγενείας. Γξ άλλου, οι Ιακεδαιμόνιοι πρώτοι μετεχειρίσθησαν την απλουστέραν ενδυμασίαν, η οποία σήμερον συνηθίζεται, και συγχρόνως η δίαιτα των ευπορωτέρων αφωμοιώθη γενικώς, όσον ήτο δυνατόν, προς την του κοινού λαού. Ξρώτοι ωσαύτως κατά τους αθλητικούς αγώνας, αποβάλλοντες τα ενδύματά των, παρουσιάζοντο γυμνοί και ηλείφοντο με έλαιον. Ώλλά παλαιότερον, ακόμη και εις τους Νλυμπιακούς αγώνας, οι αθληταί, όταν ηγωνίζοντο, έφεραν διαζώματα περί τα αιδοία, και η συνήθεια αυτή διετηρείτο μέχρι προ ολίγων ετών και διατηρείται, ακόμη και σήμερον εις μερικούς βαρβάρους και ιδίως Ώσιάτας, όπου οι αγωνιζόμενοι δια τα έπαθλα πυγμής και πάλης φέρουν διαζώματα. Ώλλά θα ημπορούσε κανείς ν' αποδείξη ότι και πολλάς άλλας συνήθειας είχαν οι παλαιοί Έλληνες, ομοίας με τας συνηθείας των σημερινών βαρβάρων. 7. Ώπό τας πόλεις, εξ άλλου, όσαι συνωκίσθησαν εις μεταγενεστέρους χρόνους, όταν η ναυσιπλοΎα είχεν ήδη γίνει ασφαλεστέρα και συνεπώς είχαν αφθονίαν πλούτου, εκτίζοντο επάνω εις τα παράλια και οι ισθμοί κατελαμβάνοντο και απεχωρίζοντο με τείχος από το επίλοιπον έδαφος, χάριν του εμπορίου και της αμύνης εκάστης πόλεως εναντίον των γειτόνων της. Ώλλ' αι παλαιαί πόλεις, ένεκα της πειρατείας, η οποία επί πολύν χρόνον επεκράτησε, συνωκίσθησαν εις μεγαλυτέραν από την θάλασσαν απόστασιν, όπου και διατηρούνται μέχρι σήμερον. Βιότι οι πειραταί δεν ελήστευαν μόνον οι μεν τους δε, αλλά και εκείνους, οι οποίοι, χωρίς να είναι ναυτικοί, κατώκουν τα παράλια. 8. Ώλλ' ακόμη περισσότερον επεδίδοντο εις την πειρατείαν οι νησιώται Θάρες και Σοίνικες, οι οποίοι είχαν κατοικήσει τας περισσοτέρας από τας νήσους, όπως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι, όταν οι Ώθηναίοι, διαρκούντος του πολέμου, προέβησαν εις τον καθαρμόν της Βήλου, εσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρα όσων είχαν αποθάνει εις την νήσον, περισσότεροι από τους μισούς θαμμένους ευρέθησαν ότι ήσαν Θάρες και ανεγνωρίσθησαν ως τοιούτοι και από το είδος του οπλισμού, ο οποίος είχε συνταφή με αυτούς, και από τον τρόπον της ταφής, ο οποίος και σήμερον συνηθίζεται μεταξύ των. Ώλλ' αφότου συνεκροτήθη το πολεμικόν ναυτικόν του Κίνωος, αι δια θαλάσσης συγκοινωνίαι έγιναν ασφαλέστεροι, αφ' ενός μεν διότι οι
κακοποιοί των νήσων αυτών εξεδιώχθησαν υπ' αυτού, κατά την εποχήν ακριβώς που προέβη εις εποικισμόν των περισσοτέρων, εξ αλλού δε διότι οι κάτοικοι των παραλίων ήρχισαν ήδη ν' αποκτούν μεγαλυτέρας περιουσίας και να έχουν μονιμωτέραν κατοικίαν, και μερικοί μάλιστα, όπως ήτο φυσικόν δι' ανθρώπους, των οποίων ηύξανε καθημερινώς ο πλούτος, και με τείχη περιέβαλλαν τας πόλεις των. Βιότι, ένεκα του γενικού πόθου του κέρδους και οι ασθενέστεροι ηνείχοντο την εξάρτησιν από τους ισχυροτέρους και οι δυνατώτεροι, διαθέτοντες πλούτον, καθίστων υπηκόους των τας υποδεεστέρας πόλεις. Θαι μόνον βραδύτερον, όταν είχαν ήδη έτι μάλλον προαχθή εις την κατάστασιν αυτήν, εξεστράτευσαν κατά της Ρροίας.
Θαι ο Ώγαμέμνων, ως φρονώ, κατώρθωσε να συγκεντρώση την ναυτικήν εκστρατείαν εναντίον της Ρροίας, διά τον λόγον ότι υπερείχε κατά την δύναμιν από τους άλλους ηγεμόνας, και όχι τόσον διότι οι μνηστήρες της Γλένης, των οποίων υπήρξεν αρχιστράτηγος, είχαν δεσμευθή με τους όρκους που τους επέβαλεν ο Ρυνδάρεως. Θαι όσοι, άλλωστε, από τους Ξελοποννησίους παρέλαβαν από τους προγενεστέρους τας ασφαλεστέρας παραδόσεις διηγούνται ότι ο Ξέλοψ απέκτησεν αρχικώς δύναμιν λόγω του μεγάλου πλούτου, με τον οποίον ήλθεν από την Ώσίαν εις χώραν, της οποίας ο πληθυσμός ήτο πτωχός, και διά τούτο κατώρθωσε, μολονότι ξένος, να δώση εις αυτήν το όνομά του, και ότι ακόμη καλυτέρα τύχη επερίμενε τους απογόνους του μετά τον θάνατον του εγγονού του Γυρυσθέως, βασιλέως των Κυκηνών, ο οποίος εφονεύθη από τους Ερακλείδας εις την Ώττικήν. Θαθόσον, όταν ούτος εξεστράτευσεν εκεί, ενεπιστεύθη την αντιβασιλείαν των Κυκηνών, λόγω συγγενείας, εις τον αδελφόν της μητρός του Ώτρέα (ο οποίος κατά την εποχήν εκείνην ήτο εξωρισμένος από τον πατέρα του Ξέλοπα διά τον φόνον του Τρυσίππου). Θαι επειδή ο Γυρυσθεύς δεν επέστρεψε πλέον, ο Ώτρεύς, ο οποίος άλλωστε εθεωρείτο ανήρ πλουσιώτατος και είχε κολακεύσει το πλήθος, ανέλαβε την βασιλείαν των Κυκηνών και γενικώς των μερών, επί των οποίων εξετείνετο η αρχή του Γυρυσθέως, συμφώνως άλλωστε με την επιθυμίαν αυτών των Κυκηναίων, οι οποίοι επί πλέον εφοβούντο τους Ερακλείδας. Θαι έτσι ο οίκος του Ξέλοπος έγινεν ισχυρότερος από τον οίκον του Ξερσέως. Ρα δύο αυτά σκήπτρα αφού ήνωσεν εις χείρας του ο Ώγαμέμνων, υιός του Ώτρέως, και έγινε συγχρόνως ισχυρότερος από τους άλλους κατά την ναυτικήν δύναμιν, κατώρθωσεν, όπως εγώ νομίζω, να συγκέντρωση την εκστρατείαν, διότι οι ηγεμόνες τον ηκολούθησαν, όχι κατά χάριν, αλλ' από φόβον. Βιότι εις την εκστρατείαν προσήλθεν έχων ο ίδιος τα περισσότερα πλοία και συγχρόνως εφωδίασε με τοιαύτα τους Ώρκάδας, εάν η περί τούτου μαρτυρία του Νμήρου πρέπη να ληφθή υπ' όψιν. Θαι εις τους στίχους, άλλωστε, όπου ομιλεί περί της διαδοχής του σκήπτρου, αναφέρει περί αυτού ο μηρος ότι εβασίλευσεν εις πολλάς νήσους καί ολόκληρον το Άργος. Γν τούτοις, εάν δεν είχεν αξιόλογον ναυτικήν δύναμιν, δεν θα ημπορούσε με τον στρατόν της ξηράς να βασιλεύη εις νήσους, εκτός των εγγύς της παραλίας κειμένων, αι οποίαι όμως δεν ημπορούσαν να είναι πολλαί. Θαι από την εστρατείαν άλλωστε αυτήν πρέπει να εικάζωμεν περί της σημασίας των προγενεστέρων. 10. Ρο ότι αι Κυκήναι ήσαν μικραί, η κάθε άλλη πόλις του τότε καιρού φαίνεται σήμερον ασήμαντος, δεν είναι αποχρών λόγος όπως αρνηθή κανείς να πιστεύση ότι η κατά της Ρροίας εκστρατεία υπήρξεν όσον μεγάλη λέγεται από τους ποιητάς και παριστάνεται από την παράδοσιν. Βιότι, εάν η πόλις των Ιακεδαιμονίων ήθελεν ερημωθή και δεν απέμεναν παρά οι ναοί και τα θεμέλια των άλλων οικοδομημάτων, οι μεταγενέστεροι, μετά πάροδον πολλού χρόνου, νομίζω, δεν θα επίστευαν ότι η δύναμίς της υπήρξεν ανάλογος προς την φήμην της. Θαι, εν τούτοις, οι Ιακεδαιμόνιοι όχι μόνον εξουσιάζουν αμέσως τα δύο πέμπτα της Ξελοποννήσου, αλλά και
έχουν την αρχηγίαν του υπολοίπου αυτής και πολλών συμμάχων εκτός αυτής. Γφόσον, εν τούτοις, η πόλις της Ππάρτης ούτε ένα συνοικισμόν απετέλεσε ποτέ, ούτε πολυτελείς ναούς και οικοδομάς έκτισεν, αλλά κατοικείται κατά κώμας, σύμφωνα με την παλαιάν συνήθειαν της Γλλάδος, η δύναμίς της θα εφαίνετο υποδεεστέρα της πραγματικής. Γνώ, εάν η πόλις των Ώθηνών επάθαινεν ομοίαν συμφοράν, η δύναμίς της, κρινομένη από την απλήν εξωτερικήν εμφάνισιν, θα εφαίνετο, νομίζω, διπλασία της πραγματικής. Βεν είναι λοιπόν ορθόν να είμεθα δύσπιστοι, ούτε ν' αποβλέπωμεν εις την εξωτερικήν εμφάνισιν των πόλεων μάλλον παρά εις την δύναμίν των, αλλά πρέπει να θεωρούμεν ότι η κατά της Ρροίας εκστρατεία υπήρξε μεν μεγαλύτερα από τας προηγουμένας, υπολείπεται όμως των σημερινών, εάν πρέπη να πιστεύσωμεν και εδώ τα ποιήματα του Νμήρου. Βιότι, μολονότι είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι ούτος ως ποιητής μεγαλοποιεί δια της φαντασίας του την εκστρατείαν όμως και πάλιν φαίνεται αυτή υποδεεστέρα. Θαθόσον, από τα χίλια διακόσια πλοία, που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν, περιγράφει τα μεν των ΐοιωτών ως έχοντα εκατόν είκοσι άνδρας έκαστον, τα δε του Σιλοκτήτου πενήντα, μνημονεύων ούτως, ως πιστεύω, τα μεγαλύτερα και τα μικρότερα πλοία. Γν πάση περιπτώσει, δεν μνημονεύει άλλου μεγέθους πλοία εις τον κατάλογόν του. τι, εξ άλλου, όλοι οι άνδρες του πληρώματος ήσαν κωπηλάται συγχρόνως και μάχιμοι, αναφέρει εν σχέσει προς τα πλοία του Σιλοκτήτου, όταν παριστάνη όλους τους κωπηλάτας ως τοξότας. Γπιβάται, εξ άλλου, εκτός των βασιλέων και των κυριωτάτων εκ των εν τέλει, δεν είναι πιθανόν να επέβαιναν εις τα πλοία πολλοί, λόγω ιδίως ότι έμελλαν να διαπλεύσουν το πέλαγος μετά του πολεμικού υλικού εντός πλοίων τα οποία δεν είχαν καν κατάστρωμα, αλλά ήσαν κατεσκευασμένα κατά τον παλαιόν τρόπον, προσομοιάζοντα μάλλον προς τα πειρατικά. Γάν λοιπόν λάβωμεν τον μέσον όρον μεταξύ των μεγαλυτέρων και μικροτέρων πλοίων, οι εκστρατεύοντες δεν φαίνεται να ήσαν πολλοί, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ούτοι προήρχοντο από όλα συγχρόνως τα μέρη της Γλλάδος. 11. Ώιτία τούτου ήτο όχι τόσον η ολιγανθρωπία όσον η αχρηματία. Βιότι, ένεκα ελλείψεως επαρκών τροφίμων, εξεστράτευσαν με περιωρισμένην δύναμιν στρατού και τόσην μόνον, όσην ήλπιζαν ότι ημπορούσε να διατρέφεται από την χώραν, διαρκούντος του πολέμου. Ώφού, άλλωστε, μετά την άφιξίν των ενίκησαν εις την πρώτην μάχην (ότι δε ενίκησαν αποδεικνύεται εκ του ότι εν εναντία περιπτώσει δεν θα ηδύναντο να περιχαρακώσουν το στρατόπεδόν των), ούτε τότε φαίνεται να μετεχειρίσθησαν ολόκληρον την δύναμίν των, αλλ' ένεκα ανεπαρκείας τροφίμων επεδόθησαν εις καλλιέργειαν της Τερσονήσου και εις την διαρπαγήν. Θαι συνέπεια της διασποράς αυτής των δυνάμεων των ήτο, ότι οι Ρρώες ημπόρεσαν ευκολώτερον να παρατείνουν την κατ' αυτών αντίστασίν των επί του ανοικτού πεδίου, επί δέκα όλα έτη, ως γνωστόν, καθόσον ήσαν ισόπαλοι προς τους εκάστοτε υπολειπόμενους επί τόπου. Γνώ εάν ήρχοντο φέροντες άφθονα τρόφιμα και, αντί να επιδίδωνται εις την γεωργίαν και την διαρπαγήν, διεξήγαν τον πόλεμον άνευ διακοπής, θα κατώρθωναν διά της υπεροχής των εις τας εκ παρατάξεως μάχας να κυριεύσουν την Ρροίαν, αφού και διεσπαρμένοι όπως ήσαν, και με μέρος μόνον του στρατού των εκάστοτε διαθέσιμον, αντείχαν. Γάν, εξ άλλου, επολιορκούσαν κανονικώς την Ρροίαν, στρατοπεδεύοντες προ αυτής, θα την εκυρίευαν ταχύτερον και ακοπώτερον. Ώλλ' ένεκα αχρηματίας και τα προ των Ρρωικών υπήρξαν ασήμαντα και αυτή, εξ άλλου, η κατά της Ρροίας εκστρατεία, μολονότι υπήρξεν ονομαστοτέρα από τας προηγουμένας, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι ήτο υποδεεστέρα της φήμης της και της παραδόσεως, η οποία επικρατεί περί αυτής σήμερον χάρις εις τους ποιητάς.
Θαθόσον και μετά τα Ρρωικά ακόμη αι μεταναστεύσεις και νέαι εγκαταστάσεις εξηκολούθησαν εις την Γλλάδα, εις τρόπον ώστε δι' έλλειψιν ησυχίας, δεν ημπόρεσεν αύτη να αναπτυχθή. Ρωόντι, η μεγάλη βραδύτης της επιστροφής των Γλλήνων από την Ρροίαν είχε προκαλέσει πολλάς πολιτικάς μεταβολάς, καθ' όσον συχναί στάσεις εγίνοντο εις τας πόλεις και όσοι συνεπεία αυτών εξωρίζοντο ίδρυαν νέας τοιαύτας. Θαι οι σημερινοί ΐοιωτοί, εκδιωχθέντες το εξηκοστόν έτος μετά την άλωσιν της Ρροίας υπό των Ζεσσαλών από την Άρνην, εγκατεστάθησαν εις την χώραν, η οποία σήμερον καλείται ΐοιωτία, ενώ πρότερον εκαλείτο ΘαδμηΎς (μέρος, άλλωστε, αυτών ήτο ήδη εγκατεστημένον από πριν εκεί, και από αυτούς προήρχοντο οι ΐοιωτοί που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν κατά της Ρροίας). Θαι οι Βωριείς με τους Ερακλείδας κατέλαβαν την Ξελοπόννησον το ογδοηκοστόν έτος. Φς εκ τούτου, μόλις μετά παρέλευσιν πολλού καιρού ησύχασεν οριστικώς η Γλλάς και ο πληθυσμός της έπαυσεν υποκείμενος εις βιαίας μετακινήσεις, οπότε και ήρχισε ν' αποστέλλη αποικίας. Θαι οι μεν Ώθηναίοι απώκισαν τας Ηωνικάς πόλεις της Κικράς Ώσίας και τας περισσοτέρας νήσους του Ώιγαίου πελάγους, οι δε Ξελοποννήσιοι το πλείστον της Ηταλίας και Πικελίας και μερικά άλλα μέρη της λοιπής Γλλάδος. λαι αυταί άλλωστε αι αποικίαι ιδρύθησαν μετά τα Ρρωικά.
Ώλλ' εφόσον η Γλλάς εγίνετο ισχυρότερα, και η αύξησις του πλούτου ταχύτερα παρά πριν, εις τας πόλεις, των οποίων αι πρόσοδοι ηύξαναν, εγκαθιδρύοντο ως επί το πλείστον τυραννίδες, ενώ πρότερον ήσαν κληρονομικαί βασιλείαι με περιωρισμένα προνόμια. Θαι ναυτικά εξήρτυαν οι Έλληνες και εις την θάλασσαν επεδίδοντο περισσότερον. Ιέγεται, άλλωστε, ότι οι Θορίνθιοι πρώτοι απεδέχθησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον σημερινόν τρόπον της κατασκευής των πλοίων και της διοικήσεως του ναυτικού και ότι αι πρώται ελληνικαί τριήρεις εναυπηγήθησαν εις την Θόρινθον. Θαι φαίνεται ότι ο Ώμεινοκλής, Θορίνθιος ναυπηγός, κατεσκεύασε τέσσαρα πολεμικά πλοία διά την Πάμον, όπου μετέβη τριακόσια περίπου έτη προ του τέλους του παρόντος πολέμου. Θαι η παλαιοτάτη γνωστή ναυμαχία έγινε μεταξύ Θορινθίων και Θερκυραίων διακόσια εξήντα έτη προ της ιδίας χρονολογίας. Βιότι η Θόρινθος, κειμένη επί του Ησθμού, ήτο εκ παλαιότατων ήδη χρόνων κέντρον εμπορίου, και καθόσον οι Έλληνες το πάλαι, και οι εντός της Ξελοποννήσου και οι εκτός αυτής, επικοινωνούντες προς αλλήλους διά ξηράς μάλλον ή διά θαλάσσης, διήρχοντο διά του εδάφους των Θορινθίων, ο πλούτος της ήτο ανέκαθεν πηγή δυνάμεως, ως αποδεικνύεται από τους παλαιούς ποιητάς, οι οποίοι την πόλιν επωνόμασαν "αφνειόν", ήτοι πλουσίαν. Θαι όταν η ναυσιπλοΎα έγινε συχνοτέρα μεταξύ των Γλλήνων, οι Θορίνθιοι απέκτησαν τον πολεμικόν στόλον των και κατεδίωκαν την πειρατείαν, παρέχοντες δε κέντρον εμπορίου κατά γην και κατά θάλασσαν, προήγαγαν την πόλιν διά των αυξηθέντων εισοδημάτων της εις μεγάλην δύναμιν. Θαι oι Ίωνες επίσης απέκτησαν βραδύτερον σημαντικόν στόλον επί Θύρου, του πρώτου βασιλέως των Ξερσών, και του υιού του Θαμβύσου, και πολεμούντες κατά του Θύρου εκυριάρχησαν επί τίνα χρόνον της θαλάσσης, η οποία εκτείνεται πλησίον των ακτών των. Θαι ο Ξολυκράτης, τύραννος της Πάμου επί της εποχής του Θαμβύσου, έχων ισχυρόν στόλον, υπέταξε και άλλας από τας νήσους και κυριεύσας την Οήνειαν την αφιέρωσεν εις τον Βήλιον Ώπόλλωνα. Γνώ, εξ άλλου, οι Σωκαείς, καθ' ον χρόνον απώκιζαν την Κασσαλίαν, ναυμαχήσαντες προς τους Θαρχηδονίους, τους ενίκησαν.
14. Ώυτά τωόντι υπήρξαν τα ισχυρότατα ναυτικά της Γλλάδος. Ώλλά μολονότι συνεκροτήθησαν κατόπιν από πολλάς γενεάς των Ρρωικών, βέβαιον είναι ότι και αυτά ακόμη απετελούντο από πεντηκοντόρους και μακρά πλοία, όπως και τα της εποχής του Ρρωικού πολέμου, ολίγας δε μόνον τριήρεις περιελάμβαναν. Νλίγον μόνον προ των Ξερσικών πολέμων και του θανάτου του Βαρείου, ο οποίος διεδέχθη τον Θαμβύσην, οι τύραννοι της Πικελίας και οι Θερκυραίοι απέκτησαν τριήρεις εις σημαντικόν αριθμόν. Θαι αυτά είναι τα τελευταία προ της εκστρατείας του Μέρξου αξιόλογα ναυτικά, τα οποία συνεκροτήθησαν εις την Γλλάδα. Βιότι οι Ώιγινήται και οι Ώθηναίοι και κάθε τυχόν άλλη ναυτική δύναμις είχαν ασημάντους στόλους, και τούτους κατά το πλείστον αποτελούμενους από πεντηκοντόρους. Θαι μόνον βραδύτερον έπεισεν ο Ζεμιστοκλής τους Ώθηναίους, ενώ ευρίσκοντο ήδη εις πόλεμον προς τους Ώιγινήτας και ανεμένετο ο βάρβαρος, να κατασκευάσουν τα πολεμικά πλοία, με τα οποία και εναυμάχησαν εις την Παλαμίνα. Θαι τα πλοία άλλωστε αυτά δεν είχαν ακόμη κατάστρωμα καθ' όλον το μήκος των. 15. Ροιαύτα λοιπόν υπήρξαν τα ναυτικά των Γλλήνων και τα παλαιά και τα νεώτερα. Νπωσδήποτε, όσοι έστρεψαν την προσοχήν και δραστηριότητα των εις αυτά, απέκτησαν σημαντικήν δύναμιν, όχι μόνον διά της αυξήσεως των εισοδημάτων των, αλλά και διά της επεκτάσεως της κυριαρχίας των επί άλλων. Βιότι, πλέοντες κατά των νήσων, όσαι ιδίως δεν είχαν χώραν επαρκή, ήρχισαν να τας καθυποτάσσουν. Θατά ξηράν, όμως, κανείς πόλεμος δεν έγινε, τοιούτος, τουλάχιστον, από τον οποίον να προέλθη σημαντική αύξησις δυνάμεως, αλλ' όλοι όσοι τυχόν έγιναν, ήσαν πόλεμοι μεταξύ ομόρων, ενώ εκστρατείαι εις ξένας και μακρυνάς χώρας χάριν κατακτήσεως άλλων δεν επεχείρουν οι Έλληνες. Βιότι ούτε με τα ισχυρότερα κράτη ετάσσοντο ως υπήκοοι, ούτε, εξ άλλου, ηνώνοντο εθελουσίως ως ίσοι προς κοινήν εκστρατείαν, αλλ' οι πόλεμοί των ήσαν μάλλον πόλεμοι μεμονωμένως διεξαγόμενοι από ένα γείτονα εναντίον του άλλου. Ξόλεμος, εις τον οποίον οι λοιποί Έλληνες διαιρεθέντες ετάχθησαν ως σύμμαχοι του ενός η του άλλου, υπήρξε κυρίως ο πόλεμος που έγινε πάλαι ποτέ μεταξύ Ταλκιδέων και Γρετριέων.
Βιάφορα, εν τούτοις, κωλύματα επήλθαν που παρημπόδισαν την ανάπτυξιν των διαφόρων Γλληνικών πόλεων. Θαι οι Ίωνες είχαν φθάσει εις μεγάλην ακμήν, όταν ο Θύρος και το Ξερσικόν βασίλειον, αφού κατέλυσαν την αρχήν του Θροίσου και υπέταξαν όλην την εντεύθεν του Άλυος ποταμού μέχρι της θαλάσσης χώραν, εξεστράτευσαν κατ' αυτών και υπεδούλωσαν τας επί της στερεάς Ηωνικάς πόλεις. Θαι ο Βαρείος βραδύτερον, όταν επεκράτει κατά θάλασσαν διά του φοινικικού στόλου, υπέταξε και τας νήσους. 17. Νι τύραννοι, εξ άλλου, όσοι εκυβέρνων Γλληνικάς πόλεις, αποβλέποντες μόνον εις την προαγωγήν του συμφέροντος των, την προσωπικήν των δηλαδή ασφάλειαν και την μεγέθυνσιν του οίκου των, ηκολούθουν κατά την διοίκησίν των πολιτικήν, αποσκοπούσαν εις την όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν εξασφάλισιν των κτήσεων των, και διά τούτο τίποτε το αξιόλογον δεν έγινεν από αυτούς, εκτός ατομικών επιτυχιών εναντίον γειτόνων. Γξαιρώ βέβαια τους τυράννους της Πικελίας, οι όποιοι έφθασαν εις μεγίστην δύναμιν. Νύτως, ένεκα ποικίλων λόγων, η Γλλάς ημποδίζετο επί μακρόν χρόνον να επιχειρήση από κοινού κάτι το αξιόλογον και εκάστη των πόλεων αυτής κατ' ιδίαν ηναγκάζετο να είναι ατολμοτέρα.
18. Γπί τέλους, οι τύραννοι των Ώθηνών και της άλλης Γλλάδος, το πλείστον της οποίας είχε διατελέσει υπό τυράννους και πριν ακόμη από την πόλιν των Ώθηνών, οι περισσότεροι τουλάχιστον από αυτούς, πράγματι δε και οι τελευταίοι, εάν εξαιρέσωμεν τους της Πικελίας, κατελύθησαν υπό των Ιακεδαιμονίων. Βιότι η Ιακεδαίμων, μολονότι, αφού εκτίσθη από τους ήδη κατοικούντας αυτήν Βωριείς, διετέλεσε σπαρασσόμενη από στάσεις περισσότερον καιρόν από κάθε άλλην πόλιν από όσας γνωρίζομεν, όμως επέτυχε να ευνομηθή από παλαιοτάτην εποχήν και διετέλεσεν αείποτε απηλλαγμένη από τυράννους. Βιότι επί τετρακόσια ήδη έτη προ του τέλους του παρόντος πολέμου, ίσως και ολίγον περισσότερον χρόνον, οι Ιακεδαιμόνιοι διατηρούν το ίδιον πολίτευμα, και αυτός είναι ο λόγος, ένεκα του οποίου έγιναν ισχυροί και ημπόρεσαν να ρυθμίζουν και τα των άλλων πόλεων. Νλίγον χρόνον από την κατάλυσιν των τυράννων εις την Γλλάδα, έγινε και η μάχη του Καραθώνας μεταξύ Ξερσών και Ώθηναίων. Βέκα άλλωστε έτη μετά την μάχην αυτήν ο βάρβαρος ήλθε πάλιν με τον μεγάλον στρατόν και στόλον του εναντίον της Γλλάδος, διά να την υποδούλωση. Θαι ενώπιον του επικρεμασθέντος μεγάλου κινδύνου, οι Ιακεδαιμόνιοι, λόγω του ότι ήσαν το ισχυρότερον ελληνικόν κράτος, ανέλαβαν την αρχηγίαν των συμπολεμησάντων Γλλήνων, και οι Ώθηναίοι, αποφασίσαντες καθ' ον χρόνον επήρχοντο οι Ξέρσαι να εγκαταλείψουν την πόλιν και παραλαβόντες τα κινητά των, επεβιβάσθησαν επί των πολεμικών πλοίων και έγιναν ναυτικοί. Θαι αφού, διά του κοινού αγώνος, απέκρουσαν τους Ξέρσας, ολίγον χρόνον ύστερον οι Έλληνες, και όσοι είχαν αποσείσει τον ζυγόν του βασιλέως, και όσοι είχαν λάβει μέρος εις τον κοινόν κατ' αυτού αγώνα, διηρέθησαν, και άλλοι μεν ετάχθησαν με τους Ώθηναίους, άλλοι δε με τους Ιακεδαιμονίους. Βιότι τα δύο αυτά κράτη είχαν αναδειχθή ως τα ισχυρότερα, των μεν Ώθηναίων επικρατούντων κατά θάλασσαν, των δε Ιακεδαιμονίων κατά ξηράν. Ν εθνικός σύνδεσμος των Γλλήνων διετηρήθη ολίγον μόνον καιρόν, έπειτα όμως περιελθόντες εις διενέξεις οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι επολέμησαν με τους συμμάχους των εναντίον αλλήλων, και από τους άλλους Έλληνας, όσοι τυχόν περιήρχοντο μεταξύ των εις έριδας, ετάσσοντο του λοιπού με τον ένα ή τον άλλον εξ αυτών. Γις τρόπον ώστε, από την εποχήν των Κηδικών συνεχώς, μέχρι του παρόντος πολέμου, άλλοτε μεν συνομολογούντες ειρήνην, άλλοτε δε πολεμούντες, είτε προς αλλήλους είτε προς τους επαναστατούντας από τους συμμάχους των, παρεσκευάσθησαν καλώς διά τα πολεμικά πράγματα και έγιναν εμπειρότεροι εις αυτά, λόγω του ότι εμαθήτευσαν εις την σχολήν των κινδύνων. 19. Θαι οι μεν Ιακεδαιμόνιοι ήσκουν την αρχηγίαν αυτών επί των συμμάχων των, όχι καθιστώντες αυτούς φόρου υποτελείς, αλλά μεριμνώντες μόνον όπως κυβερνώνται κατά πολίτευμα ολιγαρχικόν, προς το αποκλειστικόν της Ππάρτης συμφέρον. Νι Ώθηναίοι όμως υπεχρέωσαν με τον καιρόν τας συμμάχους πόλεις, εκτός της Τίου και της Ιέσβου, να τους παραδώσουν τα πολεμικά των πλοία, και επέβαλαν την πληρωμήν φόρου και εις όσας δεν επλήρωναν τούτον αρχικώς. Θαι έτσι τα ιδιαίτερα πολεμικά μέσα των Ώθηνών έφθασαν να είναι ανώτερα από την δύναμιν, την οποίαν διέθετεν η ομοσπονδία των κατά την εποχήν της ακμής, όταν διετηρείτο ανόθευτος.
Γις τοιαύτα λοιπόν κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν ημπορεί κανείς να δώση πίστιν εις όλας τας υπαρχούσας παραδόσεις. Βιότι οι ανθρώποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν. Νύτω, λόγου χάριν, οι περισσότεροι από τους Ώθηναίους νομίζουν ότι ο Ίππαρχος ήτο
πράγματι τύραννος, όταν εφονεύθη από τον Ώρμόδιον και τον Ώριστογείτονα, και αγνοούν ότι ο μεν Ηππίας, ως πρεσβύτερος των υιών του Ξεσιστράτου, ήσκει την αρχήν, ενώ ο Ίππαρχος και ο Ζεσσαλός ήσαν απλώς αδελφοί του, και ότι ο Ώρμόδιος και ο Ώριστογείτων, υποπτεύσαντες κατ' εκείνην την ημέραν και ακριβώς κατά την στιγμήν που επέκειτο η εκτέλεσις του σχεδίου των, ότι κάποιος από τους συνωμότας είχεν ειδοποιήσει τον Ηππίαν, παρήτησαν μεν αυτόν διά τούτο, θέλοντες όμως πριν συλληφθούν να κατορθώσουν κάτι άξιον λόγου, το οποίον να τους αποζημιώση διά τον κίνδυνον που διέτρεχαν, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, τον οποίον συνήντησαν πλησίον του Ιεωκορείου, ενώ διηυθέτει την Ξαναθηναϊκήν πομπήν. πάρχουν, άλλωστε, και άλλα πολλά γεγονότα, τα οποία δεν ελησμονήθησαν λόγω πολυκαιρίας, αλλ' είναι σύγχρονα, ως προς τα οποία και οι άλλοι Έλληνες διατελούν εις πλάνην, ως λόγου χάριν, ότι οι βασιλείς της Ππάρτης δίδουν έκαστος όχι μίαν, αλλά δύο ψήφους, και ότι οι Ιακεδαιμόνιοι έχουν εις τον στρατόν των τον Ξιτανάτην λόχον, ο οποίος ουδέποτε πραγματικώς υπήρξε. Ρόσον απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι ανθρώποι να υποβάλλονται εις κόπον προς αναζήτησιν της αληθείας και τρέπονται μάλλον προς ό,τι ευρίσκουν έτοιμον. 21. Γν τούτοις, δεν θα επλανάτο κανείς, εάν επί τη βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έκρινεν ότι τα του παλαιού καιρού ήσαν κατά μεγάλην προσέγγισιν τοιαύτα, όπως τα εξέθεσα. Νύτε πρέπει να δώση μεγαλυτέραν πίστιν εις τας υπερβολάς της φαντασίας των ποιητών, ούτε εις τας διηγήσεις των χρονογράφων, τας οποίας ούτοι εσύνθεσαν μάλλον διά να ευχαριστήσουν τους ακροατάς των παρά διά να ειπούν την αλήθειαν. Ώι διηγήσεις αυταί είναι ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα της πολυκαιρίας εις την χώραν των μύθων, ώστε να καταστούν απίστευτοι. Ξροκειμένου, εν τούτοις, περί πραγμάτων τόσον παλαιών, πρέπει να θεωρήση κανείς ότι ταύτα εξηκριβώθησαν αποχρώντως, επί τη βάσει των πλέον αναμφισβήτητων τεκμηρίων. Θαι μολονότι οι άνθρωποι, εφόσον μεν διεξάγουν ένα πόλεμον, τον θεωρούν ως τον μέγιστον, ενώ όταν τελειώση θαυμάζουν περισσότερον τους παλαιούς, ο Ξελοποννησιακός πόλεμος, διά τον κρίνοντα επί τη βάσει αυτών των γεγονότων, θέλει αποδειχθή ότι υπήρξε μεγαλύτερος από όλους τους προηγουμένους. 22. Θαι ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, είτε κατά τας παραμονάς του πολέμου, είτε κατά την διάρκειαν αυτού, η ακριβής απομνημόνευσις των λεχθέντων ήτο δύσκολος, ή μάλλον αδύνατος, και εις εμέ, δι' όσους ο ίδιος ήκουσα, και εις τους άλλους, όσοι μου ανεκοίνωσαν αυτούς από τα διάφορα μέρη όπου τους ήκουσαν. Βιά τούτο τους έγραψα όπως ενόμισα, ότι έκαστος των ρητόρων ηδύνατο να ομιλήση προσφορώτερον προς την εκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως όσον το δυνατόν περισσότερον εις την γενικήν έννοιαν των πραγματικώς λεχθέντων. Ρα γεγονότα, εξ άλλου, του πολέμου έκρινα καθήκον μου να γράψω, όχι λαμβάνων τας πληροφορίας μου από τον πρώτον τυχόντα, ούτε όπως τα εφανταζόμην, αλλ' αφού υπέβαλα εις ακριβέστατον έλεγχον και εκείνα των οποίων υπήρξα αυτόπτης μάρτυς και όσα έμαθα από άλλους. Ώλλ' η εξακρίβωσίς των ήτο έργον δύσκολον, διότι οι αυτόπται μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ' έκαστος αναλόγως της μνήμης του ή της ευνοίας, την οποίαν είχε προς τον ένα η τον άλλον αντίπαλον. Ν αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα, θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Βιότι την
ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν' αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ' ολίγον. 23. Πύγκρισις του Ξελοποννησιακού πολέμου προς τους παλαιοτέρους Ε σπουδαιοτέρα πολεμική επιχείρησις των προηγουμένων χρόνων είναι ο Ξερσικός πόλεμος, και του πολέμου όμως αυτού η έκβασις απεφασίσθη ταχέως με δυο πεζομαχίας και δύο ναυμαχίας. Γνώ ο παρών πόλεμος παρετάθη εις μέγα μήκος και συνωδεύθη από τοιαύτας συμφοράς, ομοίας των οποίων δεν είχε γνωρίσει η Γλλάς εις ίσον διάστημα χρόνου. Νυδέποτε άλλοτε τωόντι τόσαι πόλεις εκυριεύθησαν και ηρημώθησαν, άλλαι μέν από βαρβάρους, άλλαι δε από τους ιδίους τους Έλληνας, που επολέμουν οι μεν κατά των δε. Κερικαί μάλιστα από τας πόλεις αυτάς μετά την άλωσίν των και κατοίκους μετέβαλαν. Νυδέποτε εξορίαι και φόνοι υπήρξαν συχνότεροι, από όσους συνέβησαν είτε ως άμεσος συνέπεια του πολέμου, είτε ως αποτέλεσμα των εμφυλίων σπαραγμών. Θαι έτσι αι διηγήσεις των παρελθόντων χρόνων, αι οποίαι μας περιήλθαν διά της παραδόσεως, αλλ' εβεβαιούντο σπανίως από γεγονότα, έπαυσαν να είναι απίστευτοι. Βιότι και σεισμοί έγιναν μεγάλης εκτάσεως και συγχρόνως εντάσεως ισχυρότατης, και εκλείψεις ηλίου συχνότεραι από τας μνημονευομένας εις το παρελθόν, και ξηρασίαι μεγάλαι εις μερικά μέρη, από τας οποίας προεκλήθησαν λιμοί, και τέλος και η λοιμώδης νόσος, η οποία επροξένησε μεγίστην βλάβην και κατέστρεψε σημαντικόν αριθμόν ανθρώπων. Βιότι όλαι αυταί αι συμφοραί ενέσκηψαν συγχρόνως με τον παρόντα πόλεμον, ο οποίος ήρχισεν, αφού οι Ώθηναίοι και οι Ιακεδαιμόνιοι διέρρηξαν την Ρριακονταετή ειρήνην, την οποίαν είχαν συνομολογήσει μετά την άλωσιν της Γυβοίας. Θαι έγραψα πρώτον τας αίτιας και τας διαφοράς, ένεκα των οποίων διέρρηξαν την ειρήνην, ώστε να μη ευρέθη κανείς εις το μέλλον εις την ανάγκην να εξετάση διά ποίον λόγον οι Έλληνες περιεπλέχθησαν εις τόσον μεγάλον πόλεμον.Ώίτια του Ξελοποννησιακού πολέμου Ε αληθεστάτη, πραγματικώς, αλλ' ανομολόγητος αιτία υπήρξε, νομίζω, η αυξανομένη δύναμις των Ώθηνών, η οποία επτόησε τους Ιακεδαιμονίους και τους εξώθησεν εις πόλεμον. Νι λόγοι όμως, τους οποίους τα δύο μέρη επρόβαλαν δημοσία διά την διάρρηξιν της ειρήνης και την έκρηξιν του πολέμου, είναι οι εξής:
Γις τα δεξιά του εισπλέοντος την Ώδριατικήν θάλασσαν, ευρίσκεται η πόλις Γπίδαμνος, με την οποίαν γειτονεύουν οι Ραυλάντιοι βάρβαροι, έθνος Ηλλυρικόν. Ρην πόλιν απώκισαν μεν οι Θερκυραίοι, αλλ' ιδρυτής υπήρξεν ο Θορίνθιος Σάλιος, υιός του Γρατοκλείδου, απόγονος του Ερακλέους, μετακληθείς από την μητρόπολιν, κατά το γνωστόν παλαιόν έθιμον. Γις τον εποικισμόν έλαβαν μέρος και Θορίνθιοι και άλλοι Βωριείς. Κε την πάροδον του χρόνου η Γπίδαμνος έγινε σημαντική και πολυάνθρωπος. Ώλλ' επισυνέβησαν εμφύλιοι σπαραγμοί, διαρκέσαντες, ως λέγεται, πολλά έτη, και συνεπεία πολέμου με τους γείτονας βαρβάρους, οι Γπιδάμνιοι εξέπεσαν και εστερήθησαν το μεγαλύτερον μέρος της δυνάμεώς των. Νλίγον τέλος προ του παρόντος πολέμου, ο λαός εξεδίωξε τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι, ενωθέντες με τους βαρβάρους, ελήστευαν τους κατοίκους της Γπιδάμνου και κατά γην και κατά θάλασσαν. Νι τελευταίοι, εξ άλλου, ευρισκόμενοι εις στενόχωρον θέσιν, απέστειλαν πρέσβεις εις την Θέρκυραν, ως την μητρόπολίν των,
παρακαλούντες να μη προσβλέπουν με αδιαφορίαν την καταστροφήν των, αλλά να τους συνδιαλλάξουν με τους εξορίστους και να θέσουν τέρμα εις τον πόλεμον των βαρβάρων. Ρην παράκλησιν αυτήν υπέβαλαν οι πρέσβεις των, αφού εκάθισαν ως ικέται εις τον ναόν της Ήρας. Νι Θερκυραίοι, εν τούτοις, δεν εισήκουσαν την ικεσίαν, και οι πρέσβεις ανεχώρησαν άπρακτοι.
Oι Γπιδάμνιοι, εννοήσαντες ότι ουδεμίαν βοήθειαν έπρεπε ν' αναμένουν από την Θέρκυραν, δεν εγνώριζαν πώς ν' αντιμετωπίσουν την περίστασιν, και αποστείλαντες εις τους Βελφούς, ηρώτησαν τον θεόν, εάν έπρεπε να παραδώσουν την πόλιν εις τους Θορινθίους ως οργανωτάς της αποικίας και προσπαθήσουν να επιτύχουν καμμίαν βοήθειαν από αυτούς. Ν θεός απήντησε παραγγέλλων να την παραδώσουν εις τους Θορινθίους και τεθούν υπό την ηγεσίαν των. Πυνεπεία τούτου, οι Γπιδάμνιοι ήλθαν εις την Θόρινθον, όπου, ανακοινώσαντες την απάντησιν του μαντείου και υπενθυμίσαντες συγχρόνως ότι ο αρχικός ιδρυτής της πόλεως των ήτο Θορίνθιος, παρέδωκαν εις αυτούς την αποικίαν και παρεκάλουν να έλθουν εις βοήθειάν των και να μη προσβλέπουν με αδιαφορίαν την καταστροφήν των. Νι Θορίνθιοι υπεσχέθησαν να βοηθήσουν, εν μέρει μεν χάριν προστασίας των δικαιωμάτων των, διότι εθεώρουν ότι η αποικία ήτο ιδική των εξ ίσου όσον και των Θερκυραίων, εν μέρει δε, διότι εμίσουν τους Θερκυραίους, καθόσον ούτοι, μολονότι άποικοι της Θορίνθου, εφέροντο ανευλαβώς προς την μητρόπολιν. Ρωόντι, ούτε κατά τας κοινάς πανηγύρεις απέδιδαν εις αυτήν τας νενομισμένας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας, ούτε κατά τας θυσίας ανεγνώριζαν εις τους Θορινθίους το δικαίωμα να λαμβάνουν πρώτοι τας καταρχάς, ως πράττουν αι λοιπαί αποικίαι. Πυμπεριεφέροντο τουναντίον περιφρονητικώς προς αυτούς, διότι κατ' εκείνον τον χρόνον, υπό έποψιν μεν της δυνάμεως, την οποίαν δίδει ο πλούτος, ήσαν ίσοι προς τους πλουσιοτέρους Έλληνας, υπό έποψιν δε πολεμικής παρασκευής δυνατώτεροι, ενώ κατά την ναυτικήν δύναμιν εκαυχώντο ενίοτε ότι υπερέχουν και κατά πολύ, λόγω του ότι οι Σαίακες, οι οποίοι ήσαν ονομαστοί διά την ναυτικήν των εμπειρίαν, είχαν κατοικήσει την Θέρκυραν πριν από αυτούς. Βιά τον λόγον τούτον, πράγματι, εξηκολούθουν αναπτύσσοντες το ναυτικόν των και ήσαν πραγματικώς ισχυρότατοι, διότι κατά την έναρξιν του πολέμου είχαν εκατόν είκοσι τριήρεις. 26. Ξολιορκία της Γπιδάμνου υπό των Θερκυραίων Έχοντες λοιπόν όλας αυτάς τας αφορμάς παραπόνων, οι Θορίνθιοι έδωσαν ευχαρίστως την ζητηθείσαν βοήθειαν εις την Γπίδαμνον, προσκαλέσαντες καθένα που ήθελε να μεταβή εκεί ως άποικος και αποστείλαντες φρουράν, αποτελουμένην από Ώμπρακιώτας, Ιευκαδίους και Θορινθίους. Ε μετάβασις αυτών έγινε διά ξηράς μέχρι της Ώπολλωνίας, η οποία ήτο αποικία των Θορινθίων, εκ φόβου μήπως οι Θερκυραίοι τους εμποδίσουν μεταβαίνοντας διά θαλάσσης. Νι Θερκυραίοι, εξ άλλου, ως έμαθαν ότι οι άποικοι και η φρουρά είχαν φθάσει εις την Γπίδαμνον και ότι η αποικία των είχε παραδοθή εις τους Θορινθίους, εξωργίσθησαν εις άκρον. Ώποπλεύσαντες δε αμέσως με είκοσι πέντε πολεμικά πλοία και βραδύτερον με μεγαλυτέραν μοίραν στόλου, απήτησαν απειλητικώς από τους Γπιδαμνίους ν' αποπέμψουν την φρουράν και τους αποίκους που έστειλαν οι Θορίνθιοι και να δεχθούν οπίσω τους εξορίστους. Βιότι οι τελευταίοι είχαν έλθει εις την Θέρκυραν, και υπενθυμίζοντες τους τάφους των κοινών προγόνων και την κοινήν καταγωγήν, την οποίαν επεκαλούντο, παρεκάλουν τους Θερκυραίους να τους αποκαταστήσουν εις τας εστίας των. Ώλλ' επειδή οι Γπιδάμνιοι με καμμίαν από τας απαιτήσεις αυτάς δεν συνεμορφώθησαν, οι
Θερκυραίοι, παραλαβόντες και τους Ηλλυριούς ως συμμάχους, και ακολουθούμενοι από τους εξορίστους, διά να τους αποκαταστήσουν εις τας εστίας των, εξεστράτευσαν εναντίον των με σαράντα πλοία. Πτρατοπεδεύσαντες δε προ της πόλεως, εδημοσίευσαν προκήρυξιν, ότι οι ξένοι και όσοι από τους Γπιδαμνίους θέλουν, ημπορούν να απέλθουν χωρίς να πάθουν τίποτε, ειδεμή θα τους μεταχειρισθούν ως εχθρούς. Ώλλ' επειδή η ταχθείσα προθεσμία παρήλθεν άπρακτος, οι Θερκυραίοι ήρχισαν την πολιορκίαν της πόλεως, η οποία είναι κτισμένη επάνω εις ισθμόν.
Νι Θορίνθιοι, εξ άλλου, άμα ως έμαθαν την πολιορκίαν από αγγελιαφόρους, σταλέντας από την Γπίδαμνον, ήρχισαν να ετοιμάζονται όπως εκστρατεύσουν, και συγχρόνως επροκήρυξαν αποικίαν διά την Γπίδαμνον, λέγοντες ότι οι νέοι άποικοι θα είχαν τα ίδια εντελώς δικαιώματα με τους παλαιούς, όσοι όμως ήθελαν να λάβουν μέρος εις την αποικίαν, αλλά να μην αναχωρήσουν αμέσως, ημπορούσαν να μείνουν, καταβάλλοντες πενήντα κορινθιακάς δραχμάς έκαστος. Θαι οι αμέσως απερχόμενοι ήσαν πολλοί, καθώς και oι καταβάλλοντες το χρήμα. Ξαρεκάλεσαν, εξ άλλου, και τους Κεγαρείς να τους συνοδεύσουν δι' ιδίου στόλου, μήπως τυχόν εμποδιστούν ατό τους Θερκυραίους κατά τον πλουν. Θαι oι Κεγαρείς ητοιμάζοντο να συμπλεύσουν με οκτώ πλοία και οι Ξαλείς της Θεφαλληνίας με τέσσερα. Γζήτησαν επίσης την συνδρομην άλλων, εκ των οποίων οι Γπιδαύριοι διέθεσαν πέντε πλοία, οι Γρμιονείς εν, οι Ρροιζήνιοι δύο, οι Ιευκάδιοι δέκα και οι Ώμπρακιώται οκτώ. Ώπό τους Ζηβαίους και τους Σλειασίους εζήτησαν χρηματικήν επικουρίαν, και από τους Ελείους, εκτός χρηματικής επικουρίας, και κενά πλοία. Νι ίδιοι, εξ άλλου, οι Θορίνθιοι παρεσκεύαζαν τριάντα πλοία και τρισχιλίους οπλίτας.
ταν οι Θερκυραίοι έμαθαν τας ετοιμασίας αυτάς, παρέλαβαν πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων και Πικυωνίων και ελθόντες με αυτούς εις την Θόρινθον, απήτουν από αυτούς, καθό ξένους προς την Γπίδαμνον, ν' ανακαλέσουν την φρουράν και τους αποίκους που ευρίσκοντο ήδη εντός της πόλεως. Γάν όμως διεκδικούν αυτοί, δικαιώματα επί της Γπιδάμνου, εδήλωναν ότι δέχονται να υποβάλουν την διαφοράν των εις την διαιτησίαν οιωνδήποτε πόλεων της Ξελοποννήσου, τας οποίας θα ώριζαν και οι δύο εκ συμφώνου, και να κρατήση οριστικώς την αποικίαν εκείνος, εις τον οποίον θα επεδικάζετο. Γδήλωναν ακόμη ότι δέχονται να υποβληθή η διαφορά των εις το μαντείον των Βελφών. Ώλλ' εξώρκιζαν αυτούς να μην ωθήσουν τα πράγματα μέχρι πολέμου, ειδεμή και αυτοί, έλεγαν, εξωθούμενοι από τους Θορινθίους, θ' αναγκασθούν μάλλον να συνάψουν νέας φιλίας αντί των σημερινών, χάριν της ιδίας των αμύνης. Νι Θορίνθιοι απήντησαν ότι δέχονται να εξετάσουν την πρότασιν των, εάν οι Θερκυραίοι αποσύρουν από την Γπίδαμνον και τον στόλον των και τους βαρβάρους. Ξριν όμως γίνη τούτο, δεν είναι ορθόν να διεξάγουν αυτοί δικαστικόν αγώνα, ενώ oι Γπιδάμνιοι πολιορκούνται. Νι Θερκυραίοι, εν τούτοις, ανταπήντησαν ότι δέχονται την αντιπρότασιν των Θορινθίοιν, εάν και αυτοί αποσύρουν την φρουράν και τους αποίκους των που ευρίσκοντο ήδη εντός της Γπιδάμνου. Ώλλ' ότι δέχονται επίσης να συνομολογηθή ανακωχή, επί τη βάσει της τηρήσεως του καθεστώτος, μέχρις εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως.
Oι Θορίνθιοι, εν τούτοις, καμμίαν από τας προτάσεις αυτάς δεν ήθελαν να δεχθούν, αλλ' ευθύς ως ητοιμάσθησαν τα πληρώματα του στόλου και προσήλθαν οι σύμμαχοι, προαπέστειλαν κήρυκα, διά να κηρύξη τον πόλεμον κατά των Θερκυραίων, μεθ' ο απέπλευσαν διευρυνόμενοι προς την Γπίδαμνον, με στόλον αποτελούμενον από εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδας οπλίτας, διά ν' αρχίσουν τας εχθροπραξίας κατά των Θερκυραίων. Ώρχηγοί του μεν στόλου ήσαν ο Ώριστεύς, υιός του Ξελλίχου, ο Θαλλικράτης, υιός του Θαλλίου, και ο Ριμάνωρ, υιός του Ριμάνθους, του δε πεζικού ο Ώρχέτιμος, υιός του Γυρυτίμου, και ο Ησαρχίδας, υιός του Ησάρχου. ταν έφθασαν εις το Άκτιον, κείμενον εις την περιφέρειαν του Ώνακτορίου, κατά την είσοδον του Ώμπρακικού κόλπου, όπου εγείρεται ο περιώνυμος ναός του Ώπόλλωνος, οι Θερκυραίοι απέστειλαν δι' ελαφρού σκάφους κήρυκα, όπως απαγόρευση εις αυτούς να πλεύσουν εναντίον των, και συγχρόνως ήρχισαν επιβιβάζοντες τα πληρώματα, αφού προηγουμένως εδυνάμωσαν διά νέων ζυγών τα παλαιά πλοία, όπως τα καταστήσουν πλεύσιμα, και ενήργησαν τας αναγκαίας επί των λοιπών επισκευάς. Θαι επειδή και ο κήρυξ επιστρέψας δεν έφερε καμμιάν απάντησιν ειρηνικήν εκ μέρους των Θορινθίων, και τα πλοία του στόλου, ογδοήντα τον αριθμόν, είχαν συμπληρώσει τα πληρώματα των (διότι σαράντα άλλα επολιόρκουν την Γπίδαμνον), εξέπλευσαν προς συνάντησιν του εχθρού και ταχθέντες εις τάξιν μάχης εναυμάχησαν, και νικήσαντες κατά κράτος, κατέστρεψαν δέκα πέντε πλοία των Θορινθίων. Ρην ιδίαν ημέραν συνέπεσε και οι πολιορκούντες την Γπίδαμνον Θερκυραίοι ν' αναγκάσουν αυτήν εις παράδοσιν, υπό τον όρον ότι οι μεν νέοι άποικοι θα πωληθούν ως δούλοι, oι δε Θορίνθιοι θα κρατηθούν εις τας φυλακάς μέχρις ότου αποφασισθή η περαιτέρω τύχη των. 30. Κετά την ναυμαχίαν, οι Θερκυραίοι έστησαν τρόπαιον εις την Ιευκίμνην, ακρωτήριον της Θερκύρας, και τους μεν άλλους αιχμαλώτους εφόνευσαν, τους Θορινθίους όμως εκράτησαν φυλακισμένους. ταν οι Θορίνθιοι και οι σύμμαχοί των ανεχώρησαν μετά την ήτταν των, επιστρέφοντες με τα πλοία των εις τα ίδια, οι Θερκυραίοι έμειναν του λοιπού κύριοι όλου του Ηονίου πελάγους, και πλεύσαντες εις την Ιευκάδα, αποικίαν των Θορινθίων, εδενδροτόμησαν μέρος της γης, εμπρήσαντες και την Θυλλήνην, επίνειον των Ελείων, διότι είχε χορηγήσει πλοία και χρήματα εις τους Θορινθίους. Θαι το μεγαλύτερον άλλωστε διάστημα του θέρους αυτού μετά την ναυμαχίαν εκυριάρχουν της θαλάσσης εκείνης, και ενεργούντες επιδρομάς διά του στόλου, ελαφυραγώγουν τους συμμάχους των Θορινθίων, μέχρις ότου, ότε ήδη το θέρος είχε προχωρήσει πολύ, οι Θορίνθιοι, βλέποντες ότι οι σύμμαχοί των υπέφεραν, έστειλαν στόλον και στρατόν και εστρατοπέδευσαν εις το Άκτιον και περί το Τειμέριον της Ζεσπρωτίδος, προς προστασίαν και της Ιευκάδος και των αλλων πόλεων όσαι ήσαν φιλικαί προς αυτούς. Ν στόλος αντιθέτως και ο στρατός των Θερκυραίων εστρατοπέδευσαν εις την Ιευκίμνην. Θανείς όμως από τους δύο δεν προέβαινεν εις επίθεσιν κατά του άλλου, αλλ' αφού έμειναν αντιμέτωποι, κατά την υπολειπομένην διάρκειαν του θέρους, επέστρεψαν εις τα ίδια και οι μεν και οι δε, όταν ήδη είχεν επέλθει ο χειμών.
Γπί δύο ολόκληρα έτη μετά την ναυμαχίαν, οι Θορίνθιοι, εξηρεθισμένοι από την πορείαν του πολέμου προς τους
Θερκυραίους, εναυπήγουν πλοία, παρασκευάζοντες ισχυρότατον στόλον, και εναυτολόγουν από την ιδίαν Ξελοπόννησον και από την άλλην Γλλάδα ερέτας, τους οποίους προσείλκυαν διά του μισθού. Νι Θερκυραίοι, εξ άλλου, μανθάνοντες τας προετοιμασίες αυτάς, εφοβήθησαν, και επειδή δεν ήσαν σύμμαχοι με κανέν από τα Γλληνικά κράτη, και δεν είχαν καταταχθή εις την ομοσπονδίαν ούτε των Ώθηναίων, ούτε των Ιακεδαιμονίων, απεφάσισαν να υπάγουν προς τους Ώθηναίους, διά να επιδιώξουν να γίνουν σύμμαχοι των και επιτύχουν, αν ημπορέσουν, επικουρίαν από αυτούς. Ώλλά και οι Θορίνθιοι, όταν έμαθαν το πράγμα, απέστειλαν και αυτοί πρέσβεις εις τας Ώθήνας, εκ φόβου μήπως η προσθήκη του Ώθηναϊκού ναυτικού εις το Θερκυραϊκόν εμποδίση αυτούς να τερματίσουν ικανοποιητικώς τον πόλεμον. Πυγκληθείσης εκτάκτου συνελεύσεως του λαού, εξέθεσαν ενώπιον αυτής ο εις μετά τον άλλον τ' αντίθετα επιχειρήματά των. Θαι οι μεν Θερκυραίοι ωμίλησαν ως εξής περίπου:
"Άνδρες Ώθηναίοι, όσοι, όπως ημείς τώρα, προσέρχονται διά να ζητήσουν την βοήθειαν των αλλων, προς τους οποίους ούτε διά προηγουμένης συμμαχίας συνδέονται, ούτε σημαντικός υπηρεσίας ποτέ επρόσφεραν, ορθόν είναι κατά πρώτον λόγον να τους πείσουν, εάν ημπορούν, ότι η παροχή της ζητούμενης συνδρομής είναι συμφέρουσα δι' αυτούς, η τουλάχιστον ότι δεν είναι επιζήμια, και δεύτερον ότι η ευγνωμοσύνη των θα είναι διαρκής. Γάν δε ούτε το εν, ούτε το άλλο αποδείξουν, πρέπει να μην οργίζωνται, εάν αποτύχουν. Νι Θερκυραίοι, ως εκ τούτου, μας απέστειλαν, διότι πιστεύουν ότι, ζητούντες την συμμαχίαν σας, είναι συγχρόνως εις θέσιν να σας δώσουν εγγυήσεις ως προς τα δυο αυτά σημεία. Πυμβαίνει, εν τούτοις, η μέχρι τούδε πολιτική μας να είναι και ασυμβίβαστος με την αίτησιν που σας υποβάλλομεν σήμερον και ασύμφορος συγχρόνως δι' ημάς υπό τας παρούσας περιστάσεις. Βιότι, ενώ κανενός ποτέ δεν ηθελήσαμεν εις το παρελθόν να γίνωμεν σύμμαχοι, ερχόμεθα σήμερον να ζητήσωμεν την συμμαχίαν άλλων, και συγχρόνως, ένεκα της πολιτικής μας αυτής, ανελάβαμεν μεμονωμένοι τον παρόντα πόλεμον προς τους Θορινθίους. Θαι δι' αυτό, ό,τι πριν εθεωρείτο σύνεσις εκ μέρους μας, το να μη περιπλεκώμεθα δηλαδή εις ξένας συμμαχίας και εκτιθέμενα ούτως εις κινδύνους, οι οποίοι είναι συνέπεια της πολιτικής άλλων, κατήντησεν ήδη φανερά ασυνεσία και πηγή αδυναμίας. Γίναι αληθές ότι κατά την ναυμαχίαν, η οποία έλαβε χώραν, απεκρούσαμεν τους Θορινθίους μόνοι, χωρίς την βοήθειαν αλλων. Ρώρα όμως που είναι έτοιμοι να μας επιτεθούν με ακόμη μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις, τας οποίας έχουν συγκεντρώσει από την Ξελοπόννησον και την άλλην Γλλάδα, βλέπομεν ότι είμεθα ανίσχυροι ν' αντισταθώμεν επιτυχώς με μόνας τας ιδικάς μας δυνάμεις, και ότι, εξ άλλου, θα κινδυνεύσωμεν τον έσχατον κίνδυνον, εάν περιέλθωμεν υπό την εξουσίαν των. Γυρισκόμεθα επομένως εις την ανάγκην να ζητήσωμεν βοήθειαν και από σας και από κάθε άλλον, και πρέπει να θεωρηθώμεν άξιοι συγγνώμης, εάν, όχι από χαμέρπειαν, αλλά μάλλον διότι αναγνωρίζομεν την πλάνην μας, ενεργούμεν αδιστάκτως κατά τρόπον αντίθετον προς την προηγουμένην πολιτικήν της απομονώσεως. 33. "Ε αποδοχή της αιτήσεώς μας κατά την στιγμήν αυτήν είναι δι' εσάς ευκαιρία, όπως πολλαπλήν πορισθήτε ωφέλειαν. Ξρώτον, διότι θα παράσχετε την συνδρομήν σας εις αδικούμενους και όχι εις αδικούντας, έπειτα δε, διότι παρέχοντες την συμμαχίαν σας προς ανθρώπους, των οποίων τα ζωτικά συμφέροντα ευρίσκονται εις κίνδυνον, θ' αποταμιεύσετε εις τας καρδίας μας, με όλην τη δυνατήν ασφάλειαν, θησαυρόν αιωνίας ευγνωμοσύνης, και τέλος, διότι έχομεν στόλον μεγαλύτερον από κάθε άλλον, εκτός του ιδικού σας. Θαι σκεφθήτε πόσον σπανία είναι η ευτυχία αυτή, η οποία προς μεγάλην λύπην των
εχθρών σας ασφαλίζει εις σας τούτο, ότι η δύναμις εκείνη, την συμμαχίαν της οποίας θα εκρίνατε αξίαν πολλών χρημάτων και μεγάλης ευγνωμοσύνης, προσέρχεται σήμερον απρόσκλητος, προσφερομένη χωρίς κινδύνους και δαπάνας ιδικάς σας, ασφαλίζουσα συγχρόνως την εκτίμησιν των πολλών διά την γενναιοφροσύνην σας, την ευγνωμοσύνην εκείνων, τους οποίους θα βοηθήσετε, και την αύξησιν της ιδικής σας δυνάμεως. Γις πολύ ολίγους, τωόντι, ανθρώπους έτυχε να προσφερθούν καθ' όλον το παρελθόν τόσα πολλά πλεονεκτήματα συγχρόνως. Νλίγοι, εξ άλλου, έχοντες ανάγκην συμμαχίας, προσέρχονται προσφέροντες εις εκείνους, από τους οποίους την ζητούν, ασφάλειαν και τιμήν ίσην προς εκείνην, την οποίαν πρόκειται να λάβουν από αυτούς οι ίδιοι. Ώλλ' εάν κανείς από σας νομίζη ότι ο πόλεμος, που θα μας δώση την ευκαιρίαν να φανώμεν χρήσιμοι, δεν θα γίνη, πλανάται, και δεν αντιλαμβάνεται ότι οι Ιακεδαιμόνιοι επιθυμούν τον πόλεμον, διότι φοβούνται την αύξησιν της δυνάμεώς σας, και ότι οι Θορίνθιοι, οι οποίοι είναι εχθροί σας, όχι μόνον ασκούν μεγάλην επιρροήν επ' αυτών, αλλά και προπαρασκευάζουν την εναντίον σας επίθεσιν, ζητούντες να καταβάλουν ημάς προηγουμένως. Βιότι δεν θέλουν, ωθούμενοι από το κοινόν ημών μίσος εναντίον των, να τους αντιμετωπίσωμεν ηνωμένοι, μήτε να τρέξουν τον κίνδυνον, πριν ημείς ενωθώμεν, να αποτύχουν εις τον διπλούν αυτών σκοπόν, να βλάψουν δηλαδή ημάς, να ενισχυθούν δε οι ίδιοι. Θαθήκον αντιθέτως έχομεν να λάβωμεν την πρωτοβουλίαν, ημείς μεν προσφέροντες, σεις δε δεχόμενοι την συμμαχίαν, και να τους προλάβωμεν μάλλον εις τα σχέδια των παρά να ματαιώσωμεν αυτά εκ των υστέρων. 34. "Ώλλ' εάν ισχυρίζωνται ότι δεν είναι δίκαιον να δέχεσθε σεις τους ιδικούς των αποίκους, οφείλουν να μάθουν ότι κάθε αποικία τιμά την μητρόπολιν, εάν αυτή την μεταχειρίζεται καλώς, αδικουμένη όμως, αποξενούται από αυτήν. Βιότι οι άποικοι απομακρύνονται από το πάτριον έδαφος, όχι διά να είναι δούλοι εκείνων που μένουν οπίσω, αλλά διά να είναι ίσοι με αυτούς. τι, άλλωστε, είχαν άδικον είναι προφανές. Βιότι, ενώ επροτείναμεν εις αυτούς διαιτησίαν διά το ζήτημα της Γπιδάμνου, ηθέλησαν να επιδιώξουν την ικανοποίησιν των αιτιάσεών των διά πολέμου μάλλον παρά δι' αμερόληπτου διαδικασίας. Θαι η συμπεριφορά των προς ημάς, οι οποίοι συνδεόμεθα με αυτούς διά της κοινής καταγωγής, ας χρησιμεύση διά σας ως κάποια προειδοποίησις, ώστε, εάν μεν επιδιώξουν να σας παραπλανήσουν, να μη παρασυρθήτε από αυτούς, εάν δε ζητήσουν φανερά την συνδρομήν σας, να τους την αρνηθήτε. Θαθόσον εκείνος εξασφαλίσει αποτελεσματικώτερον την ησυχίαν του, ο οποίος σπανιώτατα λαμβάνει αφορμήν να μεταβληθή, διότι εχαρίσθη προς τους αντιπάλους του. 35. "Νύτε, άλλωστε, θα διαρρήξετε την συνθήκην της ειρήνης προς τους Ιακεδαιμονίους, εάν δεχθήτε ημάς, οι οποίοι δεν είμεθα σύμμαχοι ούτε του ενός, ούτε του άλλου. Βιότι η συνθήκη ορίζει ότι αι Γλληνικαί πόλεις, όσαι είναι έξω από την συμμαχίαν, ημπορούν να προσέλθουν κατ' αρέσκειαν προς το εν ή το άλλο μέρος. Θαι θα ήτο τερατώδες, εάν αυτοί μεν ημπορούν να καταρτίζουν τα πληρώματα του στόλου των και από τους συμμάχους των και από την άλλην Γλλάδα και προ πάντων από τους ιδικούς σας υπηκόους, ημάς δε να εμποδίζουν όχι μόνον από την συμμαχίαν αυτήν, εις την οποίαν έκαστος δύναται να προσέλθη ελευθέρως, αλλά και από την βοήθειαν εξ οιουδήποτε άλλου μέρους, και έπειτα να χαρακτηρίζουν ως έγκλημα, εάν πεισθήτε ν' αποδεχθήτε την αίτησίν μας. Ξολύ ευλογωτέρας αιτίας παραπόνων θα έχωμεν ημείς, εάν δεν πεισθήτε να την αποδεχθήτε. Βιότι ημάς μεν θ' αποκρούσετε, ενώ κινδυνεύομεν και δεν είμεθα εχθροί σας, αυτούς όμως όχι μόνον δεν θα εμποδίσετε, ενώ και εχθροί σας είναι και πρώτοι επιτίθενται, αλλά και θα
επιτρέψετε εις αυτούς να προσλάβουν από την επικράτειάν σας νέαν δύναμιν. Ρούτο όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά πρέπει ή και αυτούς να εμποδίσετε από του να στρατολογούν μισθοφόρους από την επικράτειάν σας ή και εις ημάς να στείλετε βοήθειαν καθ' οιονδήποτε τρόπον εγκρίνετε. Ρο καλύτερον μάλιστα θα είναι να μας δεχθήτε και μας βοηθήσετε φανερά ως συμμάχους. Θαθώς άλλωστε εξ αρχής εδηλώσαμεν, πολλά είναι τα πλεονεκτήματα, τα οποία σας εξασφαλίζει η προσφορά μας, και το σπουδαιότερον όλων ότι οι αντίπαλοί μας είναι αντίπαλοί σας- το οποίον είναι η καλύτερα εγγύησις της πίστεως ενός συμμάχου- και ότι οι αντίπαλοι αυτοί είναι όχι ασθενείς, αλλ' ικανοί να βλάψουν εκείνους πού αποσπώνται απ' αυτούς, διά να προσέλθουν εις άλλους. Θαι όταν σας προσφέρεται η συμμαχία ναυτικού και όχι ηπειρωτικού κράτους, ο προσεταιρισμός ή η αποξένωσίς του δεν είναι πράγμα αδιάφορον. Ρουναντίον συμφέρον έχετε, προ πάντων μεν, εάν ημπορήτε, να μη επιτρέπετε εις άλλους να έχουν στόλον, ειδεμή να έχετε φίλον εκείνον, ο οποίος είναι ισχυρότατος κατά την ναυτικήν δύναμιν. 36. "Ώλλ' εάν κανείς αναγνωρίζη μεν ότι όσα υποστηρίζομεν είναι συμφέροντα, φοβείται όμως μήπως η αποδοχή της προτάσεώς μας γίνη αφορμή πολέμου, οφείλει να μάθη ότι εκείνο που προκαλεί τον φόβον του, ενισχυόμενον από δύναμιν, θα εμπνεύση μεγαλύτερον φόβον εις τους αντιπάλους του, ενώ το θάρρος του (Π.Κ.: ήτοι η πίστις του εις το ασφαλές της ειρήνης), εάν τον εξωθεί εις απόκρουσιν της συμμαχίας μας, επειδη θα ήτο ανίσχυρον, θα επροκάλει ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς σας, οι οποίοι είναι ισχυροί. Θαι συγχρόνως πρέπει να μη λησμονή ότι την στιγμήν αυτήν σκέπτεται περί του συμφέροντος των ιδίων των Ώθηνών περισσότερον παρά της Θερκύρας, και ότι δεν προνοεί περί του συμφέροντός των κατά τον καλύτερον τρόπον, όταν, από υπερβολικήν προσήλωσιν προς το άμεσον παρόν, ενδοιάζη να ασφάλιση υπέρ αυτών, δια τον επικείμενον και σχεδόν παρόντα πόλεμον, χώραν, της οποίας η φιλία ή η έχθρα συνεπάγεται σπουδαιοτάτας συνεπείας. Βιότι η Θέρκυρα κείται προσφορώτατα διά την ακτοπλοϊκήν μετάβασιν εις Ηταλίαν και Πικελίαν, διά να είναι εις θέσιν και να παρεμπόδιση την εκείθεν αποστολήν ναυτικής επικουρίας προς τους Ξελοποννησίους και να συνοδεύση διά προπομπής την εντεύθεν αποστολήν στόλου προς τα εκεί, και πολλά άλλα παρέχει πλεονεκτήματα, Πυγκεφαλαιώνοντες το σύνολον και τα καθέκαστα των επιχειρημάτων, ένεκα των οποίων δεν πρέπει να μας εγκαταλείψετε, λέγομεν ότι τρεις υπάρχουν στόλοι άξιοι λόγου εις την Γλλάδα, ο ιδικός σας, ο ιδικός μας και ο των Θορινθίων. Ώλλ' εάν επιτρέψετε να μας υποτάξουν προηγουμένως οι Θορίνθιοι και να ενωθούν τοιουτοτρόπως οι δυο εκ τούτων, θα έχετε ν' αγωνισθήτε κατά θάλασσαν εναντίον των Θερκυραίων συγχρόνως και των Ξελοποννησίων, ενώ, εάν μας δεχθήτε ως συμμάχους, θα δυνηθήτε ν' αγωνισθήτε εναντίον των με τον στόλον σας ενισχυμένον διά του ιδικού μας". Θαι οι μεν Θερκυραίοι ωμίλησαν ούτω, οι δε Θορίνθιοι ως εξής:
"Γφόσον οι Θερκυραίοι εδώ ωμίλησαν όχι μόνον περί της παραδοχής των εις την συμμαχίαν σας, αλλά και περί του ότι η ενέργειά μας είναι άδικος και ο εναντίον των πόλεμος αδικαιολόγητος, αναγκαίον είναι, όπως και ημείς θίξωμεν προηγουμένως και τα δύο αυτά σημεία, και τότε μόνον προβώμεν εις την περαιτέρω ανάπτυξιν του λόγου μας, ώστε και την αξίωσίν μας να γνωρίσετε εκ των προτέρων ασφαλέστερον, και την αίτησιν, την οποίαν αυτοί εδώ σας υποβάλλουν, απορρίψετε, κατόπιν πλήρους γνώσεως του ζητήματος. Ησχυρίζονται, τωόντι, ότι από σύνεσιν δεν εδέχθησαν την συμμαχίαν κανενός μέχρι τούδε. Ε πολιτική των, εν τούτοις, δεν ενεπνέετο από ελατήρια ευγενή, αλλά επεδίωκε σκοπούς κακοβούλους. Βιότι δεν ήθελαν να
έχουν κανένα ούτε σύμμαχον, ούτε μάρτυρα των εγκλημάτων των, ούτε να εντροπιάζωνται ζητούντες την βοήθειάν του δι' αυτά. Ε αυτάρκης, άλλωστε, θέσις της πόλεώς των επιτρέπει εις αυτούς να γίνωνται ευκολώτερον οι ίδιοι δικασταί των εναντίον άλλων αδικημάτων των, παρά αν ούτοι ωρίζοντο διά συνθηκών. Θαθ' όσον, σπανίως καταπλέοντες αυτοί εις ξένας ακτάς, δέχονται τους άλλους καταπλέοντας εξ ανάγκης συχνά εις τας ιδικάς των. Θαι υπό τας περιστάσεις αυτάς την ευπρόσωπον αποφυγήν συμμαχιών περιβάλλονται ως προσωπίδα, όχι πράγματι διά να μη παρασύρωνται από άλλους εις διάπραξιν αδικημάτων, αλλά διά να διαπράττουν αυτοί τοιαύτα άνευ της συμπράξεως αλλων, και επομένως να ασκούν μεν βίαν οσάκις είναι ισχυροί, να πλουτούν δε αθεμίτως οσάκις ημπορούν να μην ανακαλυφθούν, και να μένουν χαλκοπρόσωποι οσάκις κατορθώσουν να νοσφισθούν κάτι τι. Κολονότι, εάν ήσαν πραγματικώς έντιμοι ανθρώποι, όπως ισχυρίζονται, όσον ολιγώτερον ευπρόσβλητοι είναι εκ μέρους άλλων τόσον φανερώτερον θα ημπορούσαν να καταδείξουν τα ευγενή των ελατήρια, διά της προθύμου προσφυγής εις διαιτησίαν.
38. "Ώλλ' ούτε προς τους άλλους, ούτε προς ημάς δεικνύονται τοιούτοι, αλλ' ενώ είναι άποικοί μας, απέκοψαν ανέκαθεν κάθε προς ημάς δεσμόν και ήδη διεξάγουν εναντίον μας πόλεμον, λέγοντες ότι δεν εστάλησαν ως άποικοι, διά να τους μεταχειριζώμεθα κακώς. Ώλλά και ημείς ισχυριζόμενα ότι δεν τους εστείλαμεν, διά να περιφρονούμεθα από αυτούς, αλλά διά να είμεθα ηγέται των και απολαμβάνωμεν τον νενομισμένον σεβασμόν. Ώι άλλαι τουλάχιστον αποικίαι μας τιμούν και μας δεικνύουν εξαιρετικήν στοργήν. Θαι είναι φανερόν ότι, εάν αρέσκωμεν εις τους περισσοτέρους, δεν υπάρχει εύλογος αιτία, διά την οποίαν ν' απαρέσκωμεν εις αυτούς μόνους, ούτε θα διεξήγαμεν τον ασυνήθη τούτον πόλεμον μητροπόλεως εναντίον αποικίας, εάν και ο τρόπος, κατά τον οποίον ηδικήθημεν, δεν ήτο απαραδειγμάτιστος. Γπεβάλλετο, άλλωστε, εις αυτούς, και εάν ακόμη ημείς είχαμεν άδικον, να δειχθούν ενδοτικοί απέναντι της οργής μας, οπότε θα ήτο αισχρόν δι' ημάς να μεταχειρισθώμεν βίαν απέναντι της μετριοπαθείας των. Ώντί τούτου, ωθούμενοι από την αλαζονείαν και την δύναμιν του πλούτου των, και κατά πολλούς άλλους τρόπους μας έχουν αδικήσει και την Γπίδαμνον, η οποία είναι ιδική μας, εφόσον μεν υπέφερε, δεν επρόβαλλαν καμμιάν επ' αυτής αξίωσιν, ευθύς όμως ως ημείς απήλθαμεν εις βοήθειάν της, την κατέλαβαν διά της βίας και εξακολουθούν να την κατέχουν.
39. "Ησχυρίζονται, αληθώς, ότι επρότειναν προηγουμένως να λυθή η διαφορά διά της δικαστικής οδού. Ώλλά τοιαύτη πρότασις έχει αξίαν όταν γίνεται όχι εκ του ασφαλούς από εκείνον που κατέχει ήδη θέσιν πλεονεκτικήν, αλλ' από εκείνον, ο όποιος πριν προσφύγη εις τα όπλα, θέτει τον εαυτόν του εις ίσην θέσιν με τον αντίπαλόν του, συνδυάζων τους λόγους προς τα έργα. Ώυτοί όμως την εύσχημον πρότασιν της διαιτησίας διετύπωσαν, όχι πριν αρχίσουν την πολιορκίαν της Γπιδάμνου, αλλ' αφού ενόησαν ότι δεν θ' ανεχθώμεν ημείς τούτο. Θαι μη αρκούμενοι εις το κακόν, το οποίον οι ίδιοι διέπραξαν εκεί, έρχονται εδώ αξιούντες από σας να γίνετε όχι κυρίως σύμμαχοι, αλλά συνεργοί των αδικημάτων των, και να τους δεχθήτε, ενώ είναι ήδη εχθροί μας. Θαθήκον, εν τούτοις, είχαν να προσχωρήσουν εις την συμμαχίαν σας τότε που ήσαν εις πλήρη ασφάλειαν, και όχι τώρα πού ημείς μεν είμεθα θύματα της αδικίας των, αυτοί δε κινδυνεύουν, και που σεις, χωρίς να πορισθήτε πρωτύτερα καμμιάν ωφέλειαν από την δύναμιν των, θα παράσχετε εις αυτούς τώρα την
βοήθειάν σας, και ενώ δεν ελάβατε μέρος εις τα εγκλήματα των, θα θεωρηθήτε από ημάς εξ ίσου υπεύθυνοι δι' αυτά. Κόνο εάν εξ αρχής σας καθιστών κοινωνούς της δυνάμεώς των θα ημπορούσαν να σας έχουν κοινωνούς και των συνεπειών των πράξεων των. 40. "Παφώς κατεδείχθη λοιπόν και ότι προσερχόμενοι ενώπιον σας έχοντες βασίμους αιτιάσεις και ότι οι Θερκυραίοι είναι βίαιοι και πλεονέκται. πολείπεται ήδη να μάθετε ότι δεν ημπορείτε να τους δεχθήτε δικαίως εις την συμμαχίαν σας. Ρωόντι, αν και ορίζει η συνθήκη ότι κάθε πόλις μη εγγεγραμμένη εις αυτήν δικαιούται να προσέλθη κατά βούλησιν εις την συμμαχίαν του ενός ή του άλλου μέρους, η διάταξις αυτή δεν εφαρμόζεται εις εκείνους, οι οποίοι προσέρχονται με σκοπόν να βλάψουν άλλους, αλλ' εις εκείνον μόνον, ο οποίος, χωρίς να παραβιάζη προηγουμένας προς άλλον υποχρεώσεις του, έχει ανάγκην να εξασφαλισθή κατά κινδύνου, και ο οποίος δεν πρόκειται να φέρη εις τους νέους φίλους του, υποτιθεμένου ότι ούτοι σωφρονούν, πόλεμον αντί ειρήνης. Ξράγμα, το οποίον ακριβώς θα επαθαίνατε σεις τώρα, εάν δεν πεισθήτε εις τους λόγους μας. Βιότι δεν θα εγίνεσθε μόνον σύμμαχοι αυτών, αλλά, διαρρηγνύοντες την μεταξύ μας συνθήκην ειρήνης, θα εγίνεσθε συγχρόνως εχθροί μας. Θαθόσον, εάν ταχθήτε με το μέρος των, εξ ανάγκης και ημείς θ' αντιμετωπίσωμεν και αυτούς και σας αδιακρίτως. Κολονότι ορθόν είναι προ πάντων μεν να μη λάβετε το μέρος ούτε του ενός, ούτε του άλλου, ειδεμή, τουναντίον να βαδίσετε από κοινού με ημάς εναντίον αυτών (αφού προς μεν τους Θορινθίους τουλάχιστον συνδέεσθε διά συνθήκης ειρήνης, ενώ με τους Θερκυραίους ούτε ανακωχήν ποτέ συνήψατε), και να μη καθιερώσετε το ποοηγούμενον της παραδοχής ως συμμάχων εκείνων που αποστατούν από άλλους. Βιότι και ημείς κατά την επανάστασιν των Παμίων όχι μόνον δεν εψηφίσαμεν εναντίον σας, όταν οι άλλοι Ξελοποννήσιοι εδιχάσθησαν επί του ζητήματος, αν έπρεπε να δοθή βοήθεια εις τους επαναστάτας, αλλά και απροκαλύπτως υπεστηρίξαμεν αντιθέτως ότι έκαστος δικαιούται να τιμωρή ο ίδιος τους συμμάχους του. Ώλλ' εάν δεχθήτε και βοηθήσετε τους αδικούντας, θέλει ασφαλώς καταδειχθή ότι όχι ολιγώτεροι από τους συμμάχους σας θέλουν προσέλθει προς ημάς, και το προηγούμενον που θα καθιερώσετε θ' αποβή εις ιδικήν σας μάλλον βλάβην, παρά εις ιδικήν μας. 41. "Ώυτά είναι τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα, τα οποία έχομεν απέναντι σας, και είναι αρκετά, κατά τα κρατούντα μεταξύ Γλλήνων. Ώλλ' έχομεν να διατυπώσωμεν και μίαν παραίνεσιν και αξίωσιν στηριζομένην επί προηγουμένης χάριτος, την οποίαν ισχυριζόμεθα ότι πρέπει να μας αποδώσετε σήμερον, εφόσον ούτε εχθροί είμεθα, ώστε να βλάπτη ο εις τον άλλον, ούτε πάλιν φίλοι, ώστε ν' αντιταχθή ότι μεταξύ φίλων χάριτες είναι φυσικαί και δεν συνεπάγονται υποχρέωσιν αποδόσεως. Βιότι, όταν κάποτε, προ των Ξερσικών πολέμων, ελάβατε ανάγκην πλοίων πολεμικών, διά τον πόλεμον κατά των Ώιγινητών, εδανείσθητε είκοσι τοιαύτα από τους Θορινθίους. Θαι η υπηρεσία αυτή σας έδωσε την νίκην κατά των Ώιγινητών, όπως και η άλλη, όταν ημποδίσαμεν τους Ξελοποννησίους να βοηθήσουν τους Παμίους, σας επέτρεψε να τιμωρήσετε τους τελευταίους αυτούς. Θαι αι δύο αύται υπηρεσίαι παρεσχέθησαν εις περιστάσεις τοιαύτας, κατά τας οποίας οι ανθρώποι, επιτιθέμενοι κατά των εχθρών των, είναι αδιάφοροι διά κάθε άλλο εκτός της νίκης. Βιότι φίλον μεν θεωρούν τον βοηθούντα αυτούς, και αν έτυχε πριν να είναι εχθρός, πολέμιον δε τον εναντιωθέντα, και αν έτυχε να είναι φίλος, αφού και τα ατομικά των συμφέροντα παραμελούν, ένεκα του επικρατούντος πυρετού της πάλης.
42. "Ρας υπηρεσίας αυτάς ενθυμούμενοι (και οι νεώτεροι από σας ας μάθουν αυτά από τους πρεσβυτέρους), πρέπει ν' αναγνωρίσετε ότι καθήκον έχετε ν' ανταποδώσετε τα ίσα και μη νομίσετε ότι όσα μεν λέγομεν είναι δίκαια, άλλα δε εν περιπτώσει πολέμου είναι τα συμφέροντα. Βιότι η ασφαλεστέρα οδός προς το συμφέρον είναι η οδός του δικαίου, και ο μέλλων πόλεμος, με τον οποίον σας φοβίζουν οι Θερκυραίοι, και ζητούν να σας εξωθήσουν εις αδικίαν, είναι άδηλον εάν ποτέ επέλθη. Νύτε αξίζει, παρασυρόμενοι από την προσδοκίαν μέλλοντος πολέμου, να επισύρετε την από τούδε φανεράν και όχι μέλλουσαν έχθραν των Θορινθίων. Ε φρόνησις τουναντίον υπαγορεύει να μετριάσετε μάλλον την υφισταμένην ήδη ένεκα των Κεγαρέων δυσπιστίαν. Βιότι η τελευταία χάρις, και αν είναι μικροτέρα, ημπορεί, παρεχομένη εις την κατάλληλον ώραν, να κάμη να λησμονηθούν προγενέστεροι μεγαλύτεραι αιτιάσεις. Νύτε πρέπει να παρασυρθήτε από το ότι σας προσφέρουν μεγάλην ναυτικήν συμμαχίαν. Βιότι ασφαλεστέρα είναι η δύναμις εκείνου, ο οποίος δεν αδικεί τους ομοίους του, παρά εκείνου, ο οποίος, παρασυρόμενος από ό,τι λάμπει προς στιγμήν, αποκτά αθέμιτα κέρδη, συνεπαγόμενα κινδύνους. 43. "Εμείς, άλλωστε, περιελθόντες εις την περίπτωσιν, περί της οποίας ωμιλήσαμεν εις την Ιακεδαίμονα, όταν δημοσία υπεστηρίξαμεν ότι έκαστος δικαιούται να τιμωρή ο ίδιος τους συμμάχους του, έχομεν την δικαίαν σήμερον απαίτησιν να επιτύχωμεν το ίδιον από σας, εις τρόπον ώστε σεις που ωφελήθητε από την ψήφον μας να μη μας βλάψετε διά της ιδικής σας. Νφείλετε τουναντίον να μας ανταποδώσετε τα ίσα, πειθόμενοι ότι η παρούσα περίστασις είναι από εκείνας, κατά τας οποίας ο βοηθών είναι κάλλιστος φίλος και ο αντιτιθέμενος χείριστος εχθρός. Δητούμεν από σας, όπως ούτε ως συμμάχους δεχθήτε τους Θερκυραίους εδώ, εναντίον της γνώμης μας, ούτε τους βοηθήσετε αδικούντας. Θαι αν ακολουθήσετε την πολιτικήν αυτήν, όχι μόνον θα ενεργήσετε κατά τον προσήκοντα τρόπον, αλλά και θ' αποφασίσετε σύμφωνα με τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά σας".
Θατ' αυτόν τον τρόπον ομίλησαν οι Θορίνθιοι. Νι Ώθηναίοι, αφού ήκουσαν και τα δύο μέρη και συνεκρότησαν δύο συνεδριάσεις της συνελεύσεως του λαού, κατά μεν την πρώτην έρρεπαν μάλλον εις αποδοχήν των λόγων των Θορινθίων, αλλά κατά την συνεδρίασιν της επιούσης μετέβαλαν γνώμην. Θαι δεν απεφάσισαν μεν την σύναψιν επιθετικής και αμυντικής συμμαχίας μετά των Θερκυραίων, καθόσον εις τοιαύτην περίστασιν, εάν ούτοι εζήτουν από αυτούς να λάβουν μέρος εις εκστρατείαν κατά της Θορίνθου, θα διερρηγνύετο η μετά των Ξελοποννησίων Ρριακονταετής συνθήκη, συνωμολόγησαν όμως αμυντικήν συμμαχίαν, όπως βοηθήσουν αμοιβαίως, προς υπεράσπισιν του εδάφους των, εις περίστασιν που άλλος ήθελεν επιτεθή κατά της Θερκύρας ή των Ώθηνών, ή των συμμάχων του ενός ή του άλλου. Βιότι εθεώρουν τον πόλεμον προς τους Ξελοποννησίους ως εις κάθε περίπτωσιν αναπόφευκτον, και διά τούτο ήθελαν να μη εγκαταλείψουν εις χείρας των Θορινθίων την Θέρκυραν, η οποία είχεν ισχυρόν στόλον, αλλά να επιτείνουν όσον το δυνατόν την σύγκρουσιν των μεν προς τους δε, ώστε εάν αναγκασθούν να περιέλθουν εις πόλεμον προς τους Θορινθίους και τας άλλας ναυτικάς πόλεις να εύρουν αυτάς εξησθενημένας. Γφαίνετο, άλλωστε, συγχρόνως εις αυτούς ότι η Θέρκυρα κείται προσφορώτατα διά την ακτοπλοϊκήν μετάβασιν εις Πικελίαν και Ηταλίαν.
Ώπό τοιαύτας σκέψεις ωθούμενοι οι Ώθηναίοι, εδέχθησαν τους Θερκυραίους ως συμμάχους και έστειλαν εις βοήθειάν των, ολίγον μετά την αναχώρησιν των Θορινθίων, δέκα πλοία, υπό την αρχηγίαν του Ιακεδαιμονίου, υιού του Θίμωνος, του Βιοτίμου, υιού του Πτρομβίχου, και του Ξρωτέως, υιού του Γπικλέους. Γδόθησαν όμως εις αυτούς ρηταί διαταγαί να μη επιτεθούν κατά των Θορινθίων, εκτός αν αυτοί πλεύσουν εναντίον της Θερκύρας ή εναντίον κανενός μέρους ανήκοντος εις τους Θερκυραίους και επιχειρήσουν να κάμουν εκεί απόβασιν, οπότε έπρεπε να εμποδίσουν αυτούς με όλην των την δύναμιν. Πκοπός των διαταγών αυτών ήτο να αποφύγουν την διάρρηξιν της Ρριακονταετούς συνθήκης.
Ρα πλοία αυτά τωόντι έφθασαν εις την Θέρκυραν. Ώλλά και οι Θορίνθιοι, αφού συνεπλήρωσαν τας ετοιμασίας των, απέπλευσαν διευθυνόμενοι κατά της Θερκύρας με εκατόν πενήντα πλοία, από τα οποία δέκα ήσαν των Ελείων, δώδεκα των Κεγαρέων, δέκα των Ιευκαδίων, είκοσι επτά των Ώμπρακιωτών, εν των Ώνακτορίων και ενενήντα των ιδίων των Θορινθίων. Ώρχηγοί του στόλου αυτού ήσαν μεν χωριστοί διά κάθε πόλιν, των Θορινθίων όμως αρχηγός ήτο ο Μενοκλείδης, υιός του Γυθυκλέους, με τεσσάρας άλλους. Ώφού δε πλέοντες εκ Ιευκάδος επλησίασαν εις την απέναντι της Θερκύρας ηπειρωτικήν ακτήν, ηγκυροβόλησαν εις το Τειμέριον της Ζεσπρωτίδος. Ρο Τειμέριον είναι λιμήν και προς το εσωτερικόν, εις κάποιαν απόστασιν από της θαλάσσης, και εις την περιφέρειαν της Γλαιάτιδος της Ζεσπρωτίδος, κείται η πόλις Γφύρη, πλησίον της οποίας εκβάλλει εις την θάλασσαν η λίμνη Ώχερουσία. Ν δε ποταμός Ώχέρων, ρέων διά της Ζεσπρωτίδος, χύνεται εις την λίμνην αυτήν, η όποια εκ τούτου έλαβε και το όνομα της. Ν ρους άλλου ποταμού, του Ζυάμιδος, χωρίζει την Ζεσπρωτίδα από την Θεστρίνην, και μεταξύ των δύο αυτών ποταμών υψώνεται το ακρωτήριον Τειμέριον. Γις το σημείον λοιπόν τούτο της ακτής προσωρμίσθησαν οι Θορίνθιοι και το κατέστησαν βάσιν των επιχειρήσεων των.
Νι Θερκυραίοι, εξ άλλου, ως αντελήφθησαν αυτούς να προσεγγίζουν, επιβιβάσαντες τα πληρώματα εκατόν δέκα πλοίων, υπό την αρχηγίαν των στρατηγών Κικιάδου και Ώισιμίδου και Γυρυβάτου, εγκατεστάθησαν με τον στόλον των εις μίαν από τας νήσους τας καλουμένας Πύβοτα. Καζί με τα Θερκυραϊκά, ήσαν και τα δέκα Ώθηναϊκά πλοία. Ν πεζός, εξ άλλου, στρατός των, ήτο εις το ακρωτήριον Ιευκίμνην μαζί με χιλίους Δακινθίους οπλίτας, οι οποίοι ήλθαν εις βοήθειάν των. Ώλλά και προς βοήθειαν των Θορινθίων είχαν έλθει, κατά μήκος της Επειρωτικής ακτής, πολλοί βάρβαροι. Βιότι οι κάτοικοι του μέρους τούτου της Πτερεάς ήσαν κατά παράδοσιν φίλοι των. 48. Νι Θορίνθιοι, αφού είχαν ετοιμασθή, παρέλαβαν τροφάς τριών ήμερων, και εξέπλευσαν εν καιρώ νυκτός από το Τειμέριον με τον σκοπόν να ναυμαχήσουν, και κατά τα εξημερώματα, ενώ έπλεαν, βλέπουν αιφνιδίως τον στόλον των Θερκυραίων, όχι μόνον εις την ανοικτήν θάλασσαν, αλλά και διευθυνόμενον εναντίον των. Γυθύς ως αντελήφθησαν οι μεν τους δε αντιπαρετάχθησαν, και εις μεν το δεξιόν των
Θερκυραίων ετάχθησαν τα Ώθηναϊκά πλοία, την δε λοιπήν παράταξιν κατέλαβαν οι ίδιοι, διαιρέσαντες τα πλοία των εις τρεις μοίρας, εκάστης των οποίων αρχηγός ήτο είς από τους τρεις στρατηγούς. Θαι η μεν παράταξις των Θερκυραίων ήτο τοιαύτη. Ξρος το μέρος των Θορινθον, εξ άλλου, το μεν δεξιόν κέρας κατέλαβαν τα πλοία των Κεγαρέων και των Ώμπρακιωτών, εις το μέσον ετάχθησαν τα πλοία των αλλων συμμάχων, ενώ το αριστερόν κατέλαβον μόνοι οι Θορίνθιοι με τα ευκινητότερα από τα πλοία των, έχοντες αντιμετώπους τους Ώθηναίους και το δεξιόν κέρας των Θερκυραίων. 49. ταν υψώθη από τα δυο μέρη το σήμα της μάχης, συμπλακέντες ήρχισαν την ναυμαχίαν, έχοντες αμφότεροι επί των καταστρωμάτων, κατά τον πάλαιαν αδέξιον τρόπον της τακτικής, πολλούς οπλίτας και πολλούς τοξότας και ακοντιστάς. Ε ναυμαχία υπήρξε πεισματώδης, όχι λόγω επιδειχθείσης ναυτικής τέχνης, όσον διότι προσέλαβε την μορφήν πεζομαχίας μάλλον. Θαθ' όσον, οσάκις δύο πλοία ήθελαν συμπλακή, δεν απεσπάτο πλέον το εν από το άλλο, εν μέρει μεν ένεκα του πλήθους και του συνωστισμού των πλοίων, εν μέρει δε διότι την νίκην εβάσιζαν πολύ περισσότερον εις τους επί των καταστρωμάτων οπλίτας, οι οπλίτας, οι οποίοι εμάχοντο σταθερώς, ενώ τα πλοία έμεναν εν τω μεταξύ ακίνητα. Θαμμία απόπειρα διασπάσεως της εχθρικής παρατάξεως δεν εγίνετο, αλλά το θάρρος και η σωματική δύναμις αντικαθίστων την ελλείπουσαν πολεμικήν τέχνην. Φς εκ τούτου, παντού επεκράτει μεγάλος θόρυβος και σύγχυσις κατά την ναυμαχίαν. Ρα Ώθηναϊκά πλοία προσέτρεχαν όπου έβλεπαν τους Θερκυραίους πιεζομένους, και συνεκράτουν τους εναντίους, δεν ήρχιζαν όμως εχθροπραξίας, διότι οι στρατηγοί εφοβούντο να παραβούν τας διαταγάς των Ώθηναίων. Ξρο πάντων, το δεξιόν κέρας των Θορινθίων υπέφερε. Βιότι οι Θερκυραίοι με είκοσι πλοία τους έτρεψαν εις φυγήν, τους κατεδίωξαν μέχρι της ακτής και τους διεσκόρπισαν, και πλεύσαντες κατ' ευθείαν προς το στρατόπεδόν των και αποβιβασθέντες διήρπασαν όσα πράγματα ευρήκαν εκεί και έκαυσαν τας ερήμους σκηνάς. Έτσι εις το μέρος τούτο της μάχης οι Θορίνθιοι και οι σύμμαχοι των περιήρχοντο εις υποδεεστέρας θέσεις και οι Θερκυραίοι επεκράτουν. Γις το αριστερόν όμως, όπου ήσαν oι Θορίνθιοι μόνοι, η υπεροχή των ήτο κατάδηλος. Βιότι οι Θερκυραίοι, οι οποίοι και εξ αρχής εμειονέκτουν κατά τον αριθμόν των πλοίων, εμειονέκτουν ήδη ακόμη περισσότερον λόγω της απομακρύνσεως των είκοσι πλοίων, τα οποία απεσπάσθησαν διά την καταδίωξιν. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, βλέποντες τους Θερκυραίους πιεζομένους, ήρχιζαν να βοηθούν πλέον αυτούς περισσότερον ανεπιφυλάκτως, και απέφευγαν μεν κατ' αρχάς την διά του εμβόλου επίθεσιν, όταν όμως οι Θερκυραίοι ήρχισαν οριστικώς τρεπόμενοι εις φυγήν και οι Θορίνθιοι τους κατεδίωκαν εκ του πλησίον, τότε πλέον καθένας επελαμβάνετο του έργου και κάθε διάκρισις ετέθη του λοιπού κατά μέρος, και τα πράγματα περιήλθαν εις τοιούτο σημείον, ώστε οι Θορίνθιοι και οι Ώθηναίοι ηναγκάσθησαν να επιτεθούν οι μεν κατά των δε. 50. Κετά την κατατρόπωσιν των Θερκυραίων, οι Θορίνθιοι δεν ερρυμούλκησαν τα σκάφη των εχθρικών πλοίων, όσα είχαν αχρηστεύσει, αλλά πλέοντες διά μέσου αυτών έστρεψαν την προσοχήν των προς τους ανθρώπους, φονεύοντες αυτούς κατά προτίμησιν, αντί να τους αιχμαλωτίζουν. Κη εννοήσαντες δε ότι το δεξιόν των κέρας είχεν ηττηθή, εφόνευαν κατά λάθος και τους ιδικούς των φίλους. Βιότι τόσον πολλά ήσαν τα πλοία και των δύο μερών και τόσον μεγάλην έκτασιν θαλάσσης κατελάμβαναν, ώστε μετά την έναρξιν της συμπλοκής ήτο δύσκολον μεταξύ νικητών και ηττημένων να διακρίνη κανείς τον φίλον από τον εχθρόν. Βιότι ουδέποτε δύο τόσον πολυάριθμοι Γλληνικοί στόλοι είχαν τωόντι ναυμαχήσει εναντίον αλλήλων. Ώλλ' αφού οι Θορίνθιοι κατεδίωξαν τους Θερκυραίους μέχρι της Θερκυραϊκής ακτής, εστράφησαν προς τα ναυάγια και
τους νεκρούς των, εκ των οποίων ημπόρεσαν να περισώσουν και μεταφέρουν το πλείστον μέρος εις τα Πύβοτα, λιμένα ακατοίκητον της Ζεσπρωτίας, όπου ο στρατός των βαρβάρων είχεν έλθει εις βοήθειαν των. Κετά τούτο, ανασυνταχθέντες έπλεαν και πάλιν εναντίον των Θερκυραίων, οι οποίοι με τα πλοία όσα είχαν απομείνει μάχιμα, όσα δεν είχαν λάβει μέρος εις την ναυμαχίαν, και τα Ώττικά, εξέπλευσαν και αυτοί διευθυνόμενοι εναντίον των, διότι, εφοβήθησαν μήπως αποπειραθούν απόβασιν εις την Θέρκυραν. Ήτο ήδη αργά και είχε δοθή διά του παιάνος το σύνθημα της επιθέσεως, όταν οι Θορίνθιοι ήρχισαν αιφνιδίως ν' ανακρούουν πρύμναν, διότι διέκριναν επερχόμενα είκοσι Ώθηναϊκά πλοία, τα όποια οι Ώθηναίοι είχαν στείλει προς βοήθειαν μετά τα προηγουμένως σταλέντα δέκα, καθόσον εφοβήθησαν μήπως νικηθούν οι Θερκυραίοι, όπως και έγινε, και τα ιδικά των δέκα πλοία είναι ανεπαρκή να τους βοηθήσουν αποτελεσματικώς. 51. Ρα πλοία λοιπόν αυτά ιδόντες από μακράν οι Θορίνθιοι, και υποπτεύσαντες ότι είναι Ώθηναϊκά και περισσότερα από όσα εφαίνοντο, ήρχισαν υποχωρούντες. Νι Θερκυραίοι δεν τα έβλεπαν (διότι ως εκ της θέσεως από την οποίαν ήρχοντο, ήσαν ολιγώτερον ορατά εις αυτούς) και εξεπλήττοντο, διότι οι Θορίνθιοι ανέκρουαν πρύμναν, μέχρις ότου τέλος μερικοί από αυτούς τα αντελήφθησαν και είπαν: "Λα εκεί πέρα πλοία που έρχονται προς τα εδώ". Ρότε, όμως, ήρχισαν και αυτοί αποχωρούντες, διότι ήρχισε να σκοτεινιάζη πλέον. Θαι οι Θορίνθιοι, εξ άλλου, στρέψαντες πρώραν απέπλευσαν. Ροιουτοτρόπως οι δύο στόλοι απεχωρίσθησαν και η ναυμαχία έληξεν όταν ενύκτωνεν ήδη. Ώλλά καθ' ην ώραν οι Θερκυραίοι προσωρμίζοντο εις την Ιευκίμνην, τα είκοσι αυτά Ώθηναϊκά πλοία, υπό την αρχηγίαν του Αλαύκωνος, υιού του Ιεάγρου, και του Βρακοντίδου, υιού του Ιεωγόρου, προχωρήσαντα διά μέσου των νεκρών και, των ναυαγίων, κατέπλευσαν εις το αυτό ορμητήριον πριν πέραση πολλή ώρα αφ' ότου είχαν φανή. Νι Θερκυραίοι (επειδή είχεν ήδη νυκτώσει) εφοβήθησαν μήπως είναι εχθρικά, αλλ' έπειτα τα ανεγνώρισαν και τα Ώθηναϊκά πλοία ηγκυροβόλησαν ελευθέρως.
Ρην επιούσαν, τα τριάντα Ώττικά πλοία και όσα από τα Θερκυραϊκά είχαν απομείνει μάχιμα, εκπλεύσαντα από το ορμητήριόν των, διηυθύνθησαν προς τον λιμένα των Πυβότων, διά να εξακριβώσουν εάν οι Θορίνθιοι, που ήσαν ηγκυροβολημένοι εκεί, είχαν σκοπόν να ναυμαχήσουν. Ώλλ' οι Θορίνθιοι, αφού εξέπλευσαν και παρέταξαν τον στόλον των εις την ανοικτήν θάλασσαν, έμεναν ήσυχοι, διότι καμμιάν πρόθεσιν δεν είχαν να κάμουν έναρξιν της μάχης, εάν ημπορούσαν να την αποφύγουν, καθόσον έβλεπαν ότι όχι μόνον νέα ανέπαφα πλοία είχαν φθάσει εξ Ώθηνών, αλλά και αυτοί είχαν περιέλθει εις πολλήν αμηχανίαν, αφ' ενός ως εκ της ανάγκης να φρουρούν τους αιχμαλώτους, που είχαν εις τα πλοία των, και αφ' ετέρου ένεκα της αδυναμίας της εκτελέσεως, λόγω του ακατοικήτου του μέρους. Ώντιθέτως, διεσκέπτοντο μάλλον περί του τρόπου, κατά τον οποίον ηδύναντο να πραγματοποιήσουν τον πλουν της εις τα ίδια επιστροφής, καθόσον εφοβούντο μήπως οι Ώθηναίοι, θεωρούντες, ότι είχε διαρρηχθή η Ρριακονταετής συνθήκη (διότι ήλθαν εις χείρας), θελήσουν να εμποδίσουν τον απόπλουν των. 53. Ώπεφάσισαν, λοιπόν, να επιβιβάσουν μερικούς άνδρας επί μικρού σκάφους και τους αποστείλουν άνευ κηρυκείου προς τους Ώθηναίους, διά να εξακριβώσουν τας προθέσεις των. Θαι διεμήνυσαν προς αυτούς τα εξής περίπου: "Βιαπράττετε αδικίαν, άνδρες Ώθηναίοι, κάμνοντες αρχήν πολέμου και παραβιάζοντες τας
συνθήκας. Βιότι ενόπλως επεμβαίνετε εναντίον μας, ενώ ημείς ζητούμεν απλώς να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας. Γάν σκοπεύετε να μας εμποδίσετε να πλεύσωμεν εναντίον της Θερκύρας ή όπου αλλού θέλομεν και αθετείτε τοιουτοτρόπως την Ρριακονταετή συνθήκην, συλλάβετε ημάς εδώ πρώτους και μεταχειρισθήτε μας ως εχθρούς". Έτσι ωμίλησαν οι απεσταλμένοι των Θορινθίων. Ώπό το μέρος των Θερκυραίων, εξ άλλου, ο στρατός όσος ήκουσε τα λεχθέντα εκραύγαζε: "Ξιάστε τους και σκοτώστε τους". Ώλλ' οι Ώθηναίοι έδωσαν την επομένην απάντησιν: "Νύτε αρχήν πολέμου κάμνομεν, Ξελοποννήσιοι, ούτε την Ρριακονταετή συνθήκην αθετούμεν, αλλ' ήλθαμεν προς βοήθειαν των Θερκυραίων εδώ, οι οποίοι είναι σύμμαχοί μας. Βεν σας εμποδίζομεν λοιπόν εάν θέλετε να πλεύσετε προς κανέν άλλο μέρος. Γάν όμως πλεύσετε εναντίον της Θερκύρας ή εναντίον άλλου μέρους της επικρατείας των, δεν θα το επιτρέψωμεν, εφόσον ημπορούμεν".
Κετά την τοιαύτην απάντησιν των Ώθηναίων, οι μεν Θορίνθιοι και τον πλουν της επιστροφής ήρχισαν να ετοιμάζουν και τρόπαιον έστησαν εις τον επί της Επείρου λιμένα των Πυβότων. Νι Θερκυραίοι, εξ άλλου, συνέλεξαν τα πτώματα των πεσόντων, καθώς και τους ναυαγούς και τα ναυάγια, που είχαν διευθυνθή προς την ακτήν των υπό του ρεύματος και του ανέμου, ο οποίος εσηκώθη διαρκούσης της νυκτός και είχε διασκορπίσει αυτά προς όλας τας διευθύνσεις, και έστησαν αντίθετον τρόπαιον εις μίαν από τας νήσους Πύβοτα, ως να ήσαν νικηταί. Θαι τα δύο μέρη διεξεδίκουν την νίκην επί τη βάσει διαφόρων ο καθένας σκέψεων. Νι μεν Θορίνθιοι έστησαν τρόπαιον, διότι επεκράτησαν κατά την ναυμαχίαν μέχρι της νυκτός, ώστε και πλείστα ναυάγια και νεκρούς να μεταφέρουν εις το ορμητήριόν των και αιχμαλώτους όχι ολιγωτέρους από χιλίους συνέλαβαν, και εχθρικά πλοία περί τα εβδομήντα κατεβύθισαν. Νι Θερκυραίοι, εξ άλλου, διότι κατέστρεψαν τριάντα περίπου εχθρικά πλοία και μετά την άφιξιν των Ώθηναίων συνέλεξαν τα πτώματα καθώς και τους ναυαγούς και τα ναυάγια, που είχαν διευθυνθή προς την ακτήν των, και διότι την προτεραίαν οι Θορίνθιοι, όταν είδαν τ' Ώθηναϊκά πλοία και αφού ήλθαν οι Ώθηναίοι, υπεχώρησαν ανακρούοντες πρύμναν, και ηρνήθησαν, όταν εξέπλευσαν από τον λιμένα των Πυβότων, να επιτεθούν. Βι' όλους αυτούς τους λόγους έστησαν τρόπαιον. Ροιουτοτρόπως και τα δύο μέρη διεξεδίκουν την νίκην.
55. Θατά τον πλουν της επιστροφής, οι Θορίνθιοι κατέλαβαν δι' απάτης το Ώνακτόριον, το οποίον, κείμενον κατά την είσοδον του Ώμπρακικού κόλπου, ήτο κοινή αποικία αυτών καιτων Θερκυραίων, και εγκαταστήσαντες εις αυτό Θορινθίους αποίκους, επέστρεψαν εις τα ίδια. Γκ των Θερκυραίων αιχμαλώτων, οκτακόσιους μεν, οι οποίοι ήσαν δούλοι, επώλησαν, τους δε λοιπούς διακόσιους πενήντα εκράτησαν εις τας φυλακάς και τους επεριποιούντο πολύ, ελπίζοντες ότι ούτοι, μετά την επιστροφήν των εις την Θέρκυραν, ημπορούσαν να επιτύχουν την μεταστροφήν της πολιτικής της υπέρ των Θορινθιακών συμφερόντων, καθόσον οι περισσότεροι απ' αυτούς έτυχε να είναι εκ των τα πρώτα φερόντων της πόλεως. Ροιουτοτρόπως ο πόλεμος προς τους Θορινθίους έληξεν υπέρ της Θερκύρας και τ' Ώθηναϊκά πλοία ανεχώρησαν εξ αυτής. Θαι αυτή υπήρξεν η πρώτη αιτίασις, την οποίαν οι Θορίνθιοι είχαν διά τον πόλεμον κατά των Ώθηναίων, ότι δηλαδή οι τελευταίοι, συμπράττοντες με τους Θερκυραίους, εναυμάχησαν εναντίον των, εις εποχήν που ευρίσκοντο εις ειρηνικάς σχέσεις, επί τη βάσει των συνθηκών.
Ώλλ' ευθύς μετά ταύτα συνέβησαν και τα επόμενα γεγονότα, τα οποία επροκάλεσαν μεταξύ Ώθηναίων και Ξελοποννησίων νέας διαφοράς, οδηγούσας εις πόλεμον. Γνώ δηλαδή οι Θορίνθιοι εβυσσοδόμουν πως να τους εκδικηθούν, οι Ώθηναίοι, υποπτευθέντες τους εχθρικούς των σκοπούς, απήτησαν από τους Ξοτειδαιάτας, οι οποίοι κατοικούν παρά τον Ησθμόν της Ξαλλήνης και είναι άποικοι των Θορινθίων, αλλά σύμμαχοι φόρου υποτελείς των Ώθηναίων, να κατεδαφίσουν το προς την Ξαλλήνην τείχος των και να δώσουν ομήρους, και συγχρόνως ν' αποπέμψουν και μη δέχωνται του λοιπού τους ανωτάτους λειτουργούς, τους οποίους έστελλεν η Θόρινθος καθό μητρόπολις της Ξοτειδαίας. Βιότι εφοβήθησαν μήπως οι Ξοτειδαιάται, παρασυρόμενοι υπό τον Ξερδίκκαν και τους Θορινθίους, επαναστατήσουν και ωθήσουν εις επανάστασιν και τους άλλους επί της Ταλκιδικής συμμάχους. 57. Ρα προληπτικά αυτά μέτρα απέναντι των Ξοτειδαιατών ήρχισαν να λαμβάνουν οι, Ώθηναίοι ευθύς μετά την ναυμαχίαν της Θερκύρας. Βιότι όχι μόνον οι Θορίνθιοι ήσαν πλέον εις φανεράν προς αυτούς διάστασιν, αλλά και ο υιός του Ώλεξάνδρου Ξερδίκκας, βασιλεύς των Κακεδόνων, ο οποίος ήτο πριν φίλος και σύμμαχός των, είχε γίνει ήδη εχθρός. Θαι έγινεν εχθρός, διότι οι Ώθηναίοι συνεμάχησαν με τον αδελφόν του Σίλιππον και τον Βέρδαν, οι οποίοι διεξήγαν κοινόν κατ' αυτού αγώνα. Ώνησυχών, ως εκ τούτου, και εις την Ιακεδαίμονα έστειλεν επανειλημμένως απεσταλμένους, προσπαθών να προκαλέση πόλεμον μεταξύ Ώθηναίων και Ξελοποννησίων, και τους Θορινθίους εζήτει να προσεταιρισθή, διά να επιτυχή την αποστασίαν της Ξοτειδαίας. Γπρότεινεν, άλλωστε, και εις τους ΐοττιαίους και εις τας άλλας πόλεις της Ταλκιδικής να συμμετάσχουν της επαναστάσεως, διότι ενόμιζεν ότι αν είχε συμμάχους τα διαμερίσματα αυτά, τα οποία συνορεύουν με την επικράτειάν του, η σύμπραξις αυτών θα διηυκόλυνε την διεξαγωγήν του πολέμου. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, εννοήσαντες τους σκοπούς του, ηθέλησαν να προλάβουν την επανάστασιν. Θαι επειδή συνέπεσε να επίκειται τότε η αναχώρησις τριάντα πλοίων και χιλίων οπλιτών, αποστελλομένων κατά του Ξερδίκκα, υπό την αρχηγίαν του Ώρχεστράτου, υιού του Ιυκομήδους, και τεσσάρων αλλων στρατηγών, παρήγγειλαν εις τούτους όχι μόνον να λάβουν ομήρους από τους Ξοτειδαιάτας, αλλά και να κατεδαφίσουν το τείχος των, και να επιτηρούν συγχρόνως τας πλησίον πόλεις, διά να μην επαναστατήσουν.
Νι Ξοτειδαιάται, εξ άλλου, έστειλαν πρέσβεις προς τους Ώθηναίους, μήπως ημπορέσουν να τους πείσουν να μη λάβουν βίαια εναντίον των μέτρα. Πυγχρόνως άλλοι πρέσβεις των, συν δευόμενοι από Θορινθίους, ήλθαν εις την Ιακεδαίμονα, διά να εξασφαλίσουν ταχείαν επικουρίαν διά την περίπτωσιν ανάγκης. Ώλλ' επειδή από μεν τους Ώθηναίους, μετά μακράς διαπραγματεύσεις, κανέν ικανοποιητικόν αποτέλεσμα δεν επέτυχαν, τουναντίον δε τα πλοία, τα όποια προωρίζοντο αρχικώς κατά της Κακεδονίας, είχαν αποπλεύσει διευθυνόμενα και κατ' αυτών επίσης, ενώ αντιθέτως η κυβέρνησις των Ιακεδαιμονίων τους υπέσχετο ότι εάν οι Ώθηναίοι επιτεθούν κατά της Ξοτειδαίας, αυτοί θα εισβάλουν εις την Ώττικήν, εθεώρησαν ότι ήλθε πλέον η κατάλληλος στιγμή, και συνομολογήσαντες προς τους Ταλκιδείς και τους ΐοττιαίους συμμαχίαν, επισφραγισθείσαν δι' όρκου, επανεστάτησαν από κοινού. Πυγχρόνως ο Ξερδίκκας έπεισε τους Ταλκιδείς να εγκαταλείψουν και κατεδαφίσουν τας παραλίους πόλεις των και εγκατασταθούν μεσογειότερον εις την λυνθον, εγκαθιστώντες εκεί μίαν, αλλ' ισχυράν πόλιν. Γις εκείνους που εγκατέλειψαν τας πόλεις των έδωσε
προς καλλιέργειαν, δι' ολόκληρον την διάρκειαν του κατά των Ώθηναίων ενδεχομένου πολέμου, μέρος του εις αυτόν ανήκοντος εδάφους της Κυγδονίας περί την λίμνην ΐόλβην, και έτσι οι Ταλκιδείς, κατεδαφίσαντες τας πόλεις των, ήρχισαν συνοικιζόμενοι μεσογειότερον και παρασκευαζόμενοι διά τον πόλεμον. 59. ταν τα τριάντα Ώθηναϊκά πλοία έφθασαν εις την Ταλκιδικήν, ευρήκαν ότι η Ξοτείδαια και αι άλλαι πόλεις είχαν ήδη επαναστατήσει. Θαι επειδή οι στρατηγοί έκριναν ότι δεν ημπορούσαν με τας παρούσας δυνάμεις των να διεξαγάγουν πόλεμον συγχρόνως εναντίον του Ξερδίκκα και των πόλεων όσαι από κοινού είχαν επαναστατήσει, εστράφησαν προς την Κακεδονίαν, κατά της οποίας και αρχικώς είχαν αποστολή, και αφού εξασφάλισαν βάσιν επιχειρήσεων, διεξήγαν τον πόλεμον από κοινού με τον Σίλιππον και τους αδελφούς του Βέρδου, των οποίων ο στρατός είχεν ήδη εισβάλει από το εσωτερικόν.
Ρώρα, όμως, που η Ξοτείδαια είχεν επαναστατήσι και ο Ώθηναϊκός στόλος ευρίσκετο εις τας ακτάς της Κακεδονίας, οι Θορίνθιοι ανησύχουν σοβαρώς διά την Ξοτείδαιαν, και θεωρούντες τον κίνδυνον αυτής κίνδυνον ιδικόν των, απέστειλαν εκεί Θορινθίους εθελοντάς και όσους από την άλλην Ξελοπόννησον εστρατολόγησαν, προσελκύσαντες αυτούς διά του μισθού, χιλίους εξακόσιους εν συνόλω οπλίτας και τετρακοσίους ελαφρώς ωπλισμένους στρατιώτας. Ρην αρχηγίαν αυτών είχεν ο Ώριστεύς, υιός του Ώδειμάντου, λόγω του ότι ήτο ανέκαθεν εις φιλικός σχέσεις με τους Ξοτειδαιάτας, και χάριν της φιλίας αυτού προ πάντων είχαν λάβει μέρος εις την εκστρατείαν οι περισσότεροι από τους Θορινθίους εθελοντάς. Ε δύναμις αυτή έφθασεν εις την Ταλκιδικήν σαράντα ημέρας μετά την επανάστασιν της Ξοτειδαίας.
Ώλλ' επειδή η αγγελία της επαναστάσεως των πόλεων αυτών ήλθεν αμέσως και εις τους Ώθηναίους, άμα ως έμαθαν ούτοι ότι και το υπό τον Ώριστέα στράτευμα ευρίσκετο καθ' οδόν, απέστειλαν δισχιλίους από τους ιδικούς των οπλίτας και σαράντα πλοία υπό την αρχηγίαν του Θαλλίου, υιού του Θαλλιάδου, και τεσσάρων άλλων στρατηγών. Ε δύναμις αυτή, μόλις έφθασεν εις την Κακεδονίαν, ευρήκεν ότι οι προαποσταλέντες χίλιοι οπλίται είχαν προ ολίγου κυριεύσει την Ζέρμην και επολιόρκουν ήδη την Ξύδναν, στρατοπεδεύσαντες δε και αυτοί προ της Ξύδνης μετέσχον της πολιορκίας. Ώλλά μετ' ολίγον ο Ώθηναϊκός στρατός ηναγκάσθη να συνομολόγηση συνθήκην και συμμαχίαν προς τον Ξερδίκκαν. Βιότι η κατάστασις της Ξοτειδαίας, όπου εν τω μεταξύ είχε φθάσει ο Ώριστεύς, απήτει την άμεσον εκεί παρουσίαν των. Φς εκ τούτου, ανεχώρησαν εκ Κακεδονίας και διά ΐερροίας έφθασαν εις το έδαφος της Πτρέψας. Θατόπιν ανεπιτυχούς αποπείρας προς κατάληψιν της τελευταίας αυτής πόλεως, επορεύοντο διά ξηράς εις την Ξοτείδαιαν με δύναμιν τριών χιλιάδων Ώθηναίων οπλιτών, πολλών επί πλέον από τους πιστούς. απομείναντας συμμάχους, και εξακοσίων Κακεδόνων ιππέων υπό την διοίκησιν του Σιλίππου και του Ξαυσανίου. Πυγχρόνως ο στόλος των, αποτελούμενος από εβδομήντα πλοία, έπλεε παρά την ακτήν. Βιά βραδείας πορείας έφθασαν την τρίτην ημέραν εις Αίγωνον, όπου και εστρατοπέδευσαν.
Νι Ξοτειδαιάται, εξ άλλου, και η υπό τον Ώριστέα Ξελοποννησιακή δύναμις, αναμένοντες τους Ώθηναίους, ήσαν
στρατοπεδευμένοι εις τον ισθμόν προς το μέρος της Νλύνθου και είχαν εγκαταστήσει αγοράν έξω της πόλεως. Ώρχηγόν ολοκλήρου μεν της πεζής δυνάμεως είχαν εκλέξει οι σύμμαχοι τον Ώριστέα, του δε ιππικού τον Ξερδίκκαν, διότι ούτος είχε πάλιν εγκαταλείψει αμέσως τους Ώθηναίους και εμάχετο παρά το πλευρόν των Ξοτειδαιατών, αφήσας αντιβασιλέα προς διοίκησιν της Κακεδονίας τον Ηόλαον. Θατά το σχέδιον του Ώριστέως, αυτός μεν, έχων υπό τας αμέσους διαταγάς του τον στρατόν εις τον ισθμόν, θα είχεν εστραμμένην την προσοχήν του κατά ενδεχομένης προελάσεως των Ώθηναίων, ενώ οι Ταλκιδείς, και οι εκτός του ισθμού λοιποί σύμμαχοι, και οι διακόσιοι ιππείς του Ξερδίκκα, θα έμεναν εις λυνθον. Θαι όταν οι Ώθηναίοι ήθελαν προχωρήσει, διά να προσβάλουν τον στρατόν του Ώριστέως, θα ήρχοντο αυτοί από την λυνθον εις βοήθειάν του, προσβάλλοντες αυτούς εκ των νώτων, θέτοντες αυτούς εις το μέσον των δύο τμημάτων του συμμαχικού στρατού. Ν αρχηγός των Ώθηναίων Θαλλίας, εξ άλλου, και οι στρατηγοί του έστειλαν το Κακεδονικόν ιππικόν και ολίγους από τους συμμάχους προς την διεύθυνσιν της Νλύνθου, διά να εμποδίσουν τους εκεί στρατοπεδευμένους να έλθουν εις βοήθειαν, ενώ οι ίδιοι, εκκινήσαντες επί κεφαλής του στρατού των, εβάδιζαν κατά της Ξοτειδαίας. Θαι όταν έφθασαν εις τον ισθμόν και είδαν τους εναντίους ετοιμαζομένους προς μάχην, ήρχισαν ν' αντιπαρατάσσονται και αυτοί και μετ' ολίγον οι δύο στρατοί ήλθαν εις χείρας. Θαι το μεν κέρας, το οποίον κατείχεν ο Ώριστεύς με τους περί αυτόν επιλέκτους Θορινθίους και άλλους συμμάχους, έτρεψεν εις φυγήν το μέρος του εχθρικού στρατού που ήτο απέναντι των και επροχώρησαν καταδιώκοντες αυτούς εις ικανήν απόστασιν. Ώλλ' ο λοιπός στρατός και των Ξοτειδαιατών και των Ξελοποννησίων ενικήθη από τους Ώθηναίους και κατέφυγεν εις το τείχος της Ξοτειδαίας. 63. ταν ο Ώριστεύς, επιστρέφων από την καταδίωξιν, είδε την ήτταν του λοιπού στρατού, ευρέθη εις αμηχανίαν, εάν έπρεπε να ενεργήση την κινδυνώδη υποχώρησίν του, διευθυνόμενος προς την λυνθον ή επιστρέφων εις την Ξοτείδαιαν. Ώπεφάσισε τέλος να συμπτύξη τον στρατόν εις φάλαγγα όσον το δυνατόν πυκνοτέραν και να εκβιάση τρέχων την είσοδόν του εις την Ξοτείδαιαν. Θαι κατώρθωσε διά του κυματοθραύστου, του ευρισκομένου εμπρός από το προς την θάλασσαν τείχος, να φθάση πράγματι εντός αυτής, με δυσκολίαν, εν τούτοις, και υπό βροχήν βλημάτων. Κολονότι δε υπέστη μερικάς απωλείας, έσωσε τους περισσοτέρους άνδρας του. Νι σύμμαχοι των Ξοτειδαιατών, οι στρατοπεδευμένοι εις την λυνθον (η οποία απέχει εξήντα περίπου σταδίους από το πεδίον της μάχης, χωρίς να υπάρχη τίποτε, εν τω μεταξύ, παρεμποδίζον την θέαν), όταν ήρχισεν η μάχη και υψώθη το σήμα της προελάσεως, επροχώρησαν εις μικράν απόστασιν, διά να έλθουν εις βοήθειαν, ενώ αντιθέτως το Κακεδονικόν ιππικόν παρετάχθη απέναντι των, διά να τους εμποδίση. Ώλλ' επειδή η νίκη των Ώθηναίων συνεπληρώθη ταχέως και το σήμα κατεβιβάσθη, αυτοί μεν επέστρεψαν πάλιν εντός του τείχους της Νλύνθου, το δε Κακεδονικόν ιππικόν προς τους Ώθηναίους. Ροιουτοτρόπως το ιππικόν δεν έλαβε μέρος εις την μάχην, ούτε από το εν μέρος, ούτε από το άλλο. Νι Ώθηναίοι έστησαν κατόπιν της μάχης τρόπαιον και απέδωκαν κατόπιν ανακωχής εις τους Ξοτειδαιάτας τους νεκρούς των. Γφονεύθησαν δε από μεν τους Ξοτειδαιάτας και από τους συμμάχους των κάτι ολιγώτεροι από τριακόσιοι, από τους ιδίους δε τους Ώθηναίους εκατόν πενήντα και ο στρατηγός των Θαλλίας,
Νι Ώθηναίοι απέκλεισαν αμέσως την πόλιν από το μέρος του ισθμού, κατασκευάσαντες πολιορκητικόν τείχος και
εγκαταστήσαντες φρουράν. μοια όμως μέτρα δεν έλαβαν διά το προς την Ξαλλήνην μέρος της πόλεως. Βιότι οι Ώθηναίοι έκριναν ότι δεν είχαν αρκετάς δυνάμεις, όπως και εις τον ισθμόν διατηρούν φρουράν, και συγχρόνως αποβιβασθούν εις την Ξαλλήνην, διά να κατασκευάσουν και εκεί δεύτερον πολιορκητικόν τείχος, φοβούμενοι μήπως, αν διαιρέσουν τας δυνάμεις των οι Ξοτειδαιάται και οι σύμμαχοι των επιτεθούν εναντίον των. Κανθάνοντες όμως εις τας Ώθήνας, ότι προς το μέρος της Ξαλλήνης δεν είχε κατασκευασθή πολιορκητικόν τείχος, έστειλαν βραδύτερον υπό τον στρατηγόν Σορμίωνα, υιόν του Ώσωπίου, χιλίους εξακόσιους από τους ιδικούς των οπλίτας. Ν Σορμίων, φθάσας εις Ξαλλήνην και χρησιμοποιών ως ορμητήριον την Άφυτιν, προώθησε τον στρατόν του προς την Ξοτείδαιαν διά βραδειών πορειών, δενδροτομών συγχρόνως την χώραν. Γπειδή όμως κανείς δεν εξήρχετο από την πόλιν προς μάχην, διέκοψε και την προς την Ξαλλήνην συγκοινωνίαν της Ξοτειδαίας διά της κατασκευής πολιορκητικού τείχους. Θαι έτσι η Ξοτείδαια επολιορκείτο ήδη στενώς και από τα δύο μέρη, ενώ συγχρόνως ο στόλος απέκλειεν αυτήν από το μέρος της θαλάσσης. 65. Ώποκλεισθείσης τοιουτοτρόπως της πόλεως από όλα τα μέρη, ο Ώριστεύς δεν είχε καμμίαν ελπίδα σωτηρίας, εφόσον δεν εστέλλετο βοήθεια από την Ξελοπόννησον ή δεν συνέβαινε τι το απροσδόκητον. Γπιθυμών να εξοικονομήση τας τροφάς επρότεινεν όπως η φρουρά επωφελουμένη ευνοϊκού ανέμου, εκπλεύση, αφίνουσα εις την πόλιν δύναμιν πεντακοσίων μόνον ανδρών, προσφερόμενος να είναι ένας από τους πεντακοσίους αυτούς. Γπειδή όμως δεν τους έπεισε, θέλων να κάμη ό,τι από τας παρούσας περιστάσεις επεβάλλετο και συγχρόνως να μεριμνήση υπέρ της πόλεως έξωθεν κατά τον καλύτερον δυνατόν τρόπον, εξέπλευσε χωρίς να γίνη αντιληπτός από τους Ώθηναίους φρουρούς. Θαι αποβιβασθείς εις την Ταλκιδικήν, παρέμεινεν εκεί, συμπράττων εις την διεξαγωγήν διαφόρων πολεμικών επιχειρήσεων, και κατώρθωσε να καταστρέψη ικανήν δύναμιν Περμυλιών, στήσας ενέδραν πλησίον της πόλεως των. Βεν έπαυε συγχρόνως ενεργών με κάθε τρόπον εις την Ξελοπόννησον, όπως σταλή απ' εκεί κάποια βοήθεια. Κετά τον ολοσχερή αποκλεισμόν της Ξοτειδαίας, ο Σορμίων, επί κεφαλής των χιλίων εξακοσίων οπλιτών του, ήρχισε να ερημώνη την Ταλκιδικήν και ΐοττικήν και εκυρίευσε μερικάς πόλεις μικρότερος σπουδαιότητας.
66. Γις τας προϋπαρχούσας μεταξύ Ώθηναίων και Ξελοποννησίων αιτιάσεις είχαν ήδη προστεθή και αυταί. Νι μεν Θορίνθιοι, δηλαδή, κατηγορούν τους Ώθηναίους, ότι επολιόρκουν την Ξοτείδαιαν, ενώ ήτο αποικία των, και ενώ εντός αυτής ευρίσκετο στρατός των Θορινθίων και των αλλων Ξελοποννησίων. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, κατηγορούν τους Ξελοποννησίους ότι ώθησαν εις επανάστασιν πόλιν σύμμαχόν των και φόρου υποτελή, και ότι ενωθέντες ήδη με τους Ξοτειδαιάτας, προέβαιναν φανερά εις εχθροπραξίας εναντίον των. Ν πόλεμος, εν τούτοις, δεν είχεν εισέτι εκραγή, αλλ' εξηκολούθει ισχύουσα η Ρριακονταετής ειρήνη. Βιότι μέχρι τούδε οι Θορίνθιοι είχαν ενεργήσει εξ ιδίας μόνον πρωτοβουλίας, χωρίς να εκθέσουν τους συμμάχους των. 67. Ώλλά μετά την έναρξιν της πολιορκίας της Ξοτειδαίας δεν ημπορούσαν να ησυχάσουν, διότι Θορινθιακός στρατός είχεν αποκλεισθή εντός αυτής, και συγχρόνως εφοβούντο περί της τύχης της πόλεως. Φς εκ τούτου, εκάλεσαν άνευ αναβολής τα μέλη της Ξελοποννησιακής ομοσπονδίας εις την Ιακεδαίμονα, και ελθόντες εκεί κατεκραύγαζαν εναντίον των Ώθηναίων, ότι είχαν παραβιάσει την Ρριακονταετή ειρήνην
και αδικούν τους Ξελοποννήσους. Νι Ώιγινήται, εξ άλλου, οι οποίοι έστειλαν κρυφά πρέσβεις, διότι εφοβούντο τους Ώθηναίους, έλαβαν μαζί με τους Θορινθίους σπουδαιότατον μέρος εις την υποδαύλισιν του πολέμου, λέγοντες ότι εστερήθησαν την αυτονομίαν των κατά παράβασιν των συνθηκών. Νι Ιακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν και αυτοί τότε και όσους άλλους από τους συμμάχους ισχυρίζοντο ότι είχαν αδικηθή από τους Ώθηναίους, και συγκαλέσαντες την συνήθη συνέλευσιν του λαού, εζήτησαν από αυτούς να εκθέσουν ενώπιόν της τας αιτιάσεις των. Ξολλοί ως εκ τούτου επροχώρησαν εις το βήμα και εξέθεσαν έκαστος τα παράπονα του. Νι Κεγαρείς παρεπονέθησαν και διά πολλά άλλα, ιδίως όμως ότι αποκλείονται, παρά την συνθήκην, και από τους λιμένας της Ώθηναϊκής επικρατείας και από την Ώττικήν αγοράν. Νι Θορίνθιοι επροχώρησαν τελευταίοι εις το βήμα, αφού άφησαν πρώτον τους άλλους να εξερεθίσουν τους Ιακεδαιμονίους, και ωμίλησαν ως εξής περίπου:
"Ε ευθύτης, η οποία διέπει όλας τας πράξεις του δημοσίου και του ιδιωτικού σας βίου, ω Ιακεδαιμόνιοι, σας καθιστά δυσπιστοτέρους προς ημάς τους άλλους, οσάκις διατυπώνομεν αιτιάσεις εναντίον τρίτων. Ε δυσπιστία αυτή, μολονότι σας καθιστά νηφαλίους, σας αφίνει όμως ως επί το πλείστον εις μεγάλην άγνοιαν των συμβαινόντων έξω της χώρας σας. Βιότι, ενώ επανειλημμένως σας προείπαμεν τας αδικίας, τας οποίας οι Ώθηναίοι εμελέτων εναντίον μας, δεν ηθέλατε να βεβαιωθήτε περί της αληθείας των καταγγελιών μας, αλλ' εστρέφατε τας υπόνοιας σας εναντίον των καταγγελλόντων μάλλον, ως αγομένων τάχα από ιδιοτέλειαν. Θαι δι' αυτό, όχι πριν αρχίσουν τα παθήματά μας, αλλ' ενώ επάσχαμεν ήδη, συνεκαλέσατε τους συμμάχους αυτούς εδώ, εκ των οποίων εις ημάς προ πάντων αρμόζει να λάβωμεν τον λόγον, διότι και μεγίστας έχομεν αιτιάσεις, καθόσον υποφέρομεν προσβαλλόμενοι μεν από τους Ώθηναίους, παραμελούμενοι δε από σας. Θαι αν μεν τα κατά της Γλλάδος αδικήματά των εγίνοντο εν κρύπτω και παραβύστω, θα είχατε ανάγκην περαιτέρω αποδείξεων, λόγω της αγνοίας, εις την οποίαν ευρίσκεσθε. Ρώρα όμως ποία ανάγκη να μακρηγορώμεν, αφού βλέπετε ότι άλλοι μεν από τους Έλληνας έχουν ήδη υποδουλωθή, άλλων δε, και προ πάντων των συμμάχων σας, την ελευθερίαν επιβουλεύονται οι Ώθηναίοι, και από πολλού έχουν παρασκευασθή, αποβλέποντες εις τον μέλλοντα πόλεμον; Βιότι άλλως ούτε την Θέρκυραν ήθελαν καταλάβει αιφνιδιαστικώς και κρατεί παρά την θέλησίν μας, ούτε την Ξοτείδαιαν θα επολιόρκουν εκ των οποίων η μεν τελευταία έχει εξαιρετικήν στρατηγικήν σημασίαν διά την Ταλκιδικήν, εκείνη δε ημπορούσε να παράσχη μεγάλην ναυτικήν δύναμιν εις τους Ξελοποννησίους. 69. "Θαι την ευθύνην όλων αυτών φέρετε σεις οι οποίοι και τους επετρέψατε να οχυρώσουν πρώτον την πόλιν των μετά τους Ξερσικούς πολέμους και να εγείρουν ακολούθως τα Κακρά Ρείχη, και επί πλέον αποστερείτε διαρκώς μέχρι σήμερον από την ελευθερίαν των, όχι μόνον τους συμμάχους των Ώθηναίων, όσους αυτοί έχουν υποδουλώσει, αλλά και, τους ιδικούς σας ακόμη συμμάχους. Βιότι ο καθαυτό ένοχος της υποδουλώσεως άλλου λαού δεν είναι εκείνος που τον υποβάλλει αμέσως υπό τον ζυγόν του, αλλ' εκείνος, ο οποίος, ενώ ημπορεί να εμποδίση την υποδούλωσίν του, αδιαφορεί δι' αυτήν, και αν ακόμη αυτός απολαμβάνη γενικής αναγνωρίσεως της γενναιοφροσύνης του ως ελευθερωτού της Γλλάδος. Θαι ήδη κατωρθώσαμεν, ύστερα από τόσας δυσκολίας, να συνέλθωμεν, αλλά χωρίς ακόμη σαφώς καθωρισμένον σκοπόν. Βιότι δεν έπρεπε να διασκεπτώμεθα πλέον περί του αν αδικούμενα, αλλά περί του πως θα τιμωρήσωμεν τους αδικούντας. Νι γνωρίζοντες τωόντι να ενεργούν βαδίζουν αποφασιστικώς και άνευ
ενδοιασμού εναντίον εχθρού αναποφασίστου ακόμη. Ανωρίζομεν άλλωστε πολύ καλά την οδόν που ακολουθούν οι Ώθηναίοι, καταπατούντες ολίγον κατ' ολίγον τα συμφέροντα των άλλων. Γφόσον πιστεύουν ότι τυφλώττετε και δεν τους αντιλαμβάνεστε, είναι ολιγώτερον θρασείς. ταν όμως εννοήσουν ότι εν γνώσει τους ανέχεσθε, θα σας πιέζουν ισχυρότερον. Βιότι, ακολουθούντες πολιτικήν αδρανείας, μόνοι σεις, ω Ιακεδαιμόνιοι, εξ όλων των Γλλήνων αμύνεσθε εναντίον εκείνων που σας επιτίθενται, όχι διά της χρήσεως της δυνάμεώς σας, αλλά διά της αναβλητικότητάς σας, και μόνοι σεις κινείσθε διά να συντρίψετε την ισχύν των εχθρών σας, όχι εις την αρχήν της, αλλ' όταν έχη ήδη διπλασιασθή. Γίναι αληθές ότι επεκράτει η φήμη ότι ημπορεί κανείς να στηριχθή εις σας με απόλυτον πεποίθησιν. Ώλλ' η φήμη αυτή, όπως απέδειξαν τα πράγματα, είναι ανωτέρα της πραγματικότητος. Νι Ξέρσαι, λόγου χάριν, όπως οι ίδιοι γνωρίζομεν, εκστρατεύσαντες από τα πέρατα της Αης, έφθασαν μέχρι των ορίων της Ξελοποννήσου πριν η προλάβετε να τους αντιμετωπίσετε κατά τρόπον άξιον της δυνάμεώς σας. Θαι τώρα βλέπετε με αδιαφορίαν τους Ώθηναίους, ενώ δεν είναι μακράν, όπως οι Ξέρσαι, αλλά πολύ πλησίον. Θαι αντί να επιτεθήτε σεις πρώτοι εναντίον του εχθρού, προτιμάτε ν' αφίσετε εις αυτόν την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως και τότε ν' αμυνθήτε, και εκτεθήτε εις τας παλιντροπίας του πολέμου προς αντιπάλους, οι οποίοι έγιναν, εν τω μεταξύ, πολύ δυνατότεροι. Θαι, εν τούτοις, καλώς γνωρίζετε ότι ο βάρβαρος απέτυχεν ένεκα των ιδικών του σφαλμάτων μάλλον, και ότι εις τας προς τους Ώθηναίους αντιθέσεις μας τας μέχρι τούδε επιτυχίας μας οφείλομεν, ημείς οι σύμμαχοι σας, εις τα σφάλματά των μάλλον παρά εις την ιδικήν σας βοήθειαν. Βιότι, ως γνωστόν, αι ελπίδες που εστήριξαν επάνω σας έγιναν ήδη αιτία της καταστροφής περισσοτέρων του ενός, οι οποίοι ευρέθησαν απαράσκευοι, ένεκα της προς σας εμπιστοσύνης. Θαι εάν μεταχειριζώμεθα τοιαύτην γλώσσαν, κανείς από σας ας μην υποθέση ότι απευθύνομεν εναντίον σας κατηγορίαν, ωθούμενοι από πνεύμα εχθρότητας, ενώ σκοπός μας είναι να διατυπώσωμεν απλώς παράπονα. Βιότι παράπονα διατυπώνει κανείς κατά φίλων πλανωμένων, ενώ κατηγορίας απευθύνει κατ' εχθρών, οι οποίοι τον ηδίκησαν. 70. "Ώλλ' άλλωστε και ανεξαρτήτως τούτου νομίζομεν ότι έχομεν περισσότερον από κάθε άλλον το δικαίωμα να ψέξωμεν τους φίλους μας, τόσον μάλλον καθόσον πρόκειται περί ζωτικών μας συμφερόντων. Ρην σπουδαιότητα των συμφερόντων αυτών νομίζομεν ότι δεν αντιλαμβάνεσθε. Νύτε εσκέφθητε ποτέ ποίου είδους ανθρώποι είναι οι Ώθηναίοι, προς τους οποίους θ' αναγκασθήτε να πολεμήσετε, και πόσον πολύ, η μάλλον πόσον εντελώς διαφορετικοί είναι από σας. Γκείνοι τωόντι είναι νεωτερισταί, ικανοί και εις ταχείαν σύλληψιν νέων σχεδίων και εις ταχείαν εκτέλεσιν των άπαξ αποφασισθέντων. Γνώ η ιδική σας ικανότης περιορίζεται εις την διατήρησιν των κεκτημένων, χωρίς τίποτε νέον να επινοήτε και χωρίς καν να φέρετε εις πέρας το απολύτως αναγκαίον. Γπί πλέον, εκείνοι μεν και τολμούν υπέρ την δύναμιν των, και διακινδυνεύουν παρά τας υπαγορεύσεις της φρονήσεως, και διατηρούν την αισιοδοξίαν των εν μέσω των κινδύνων. Ε ιδική σας αντιθέτως συνήθεια είναι να επιχειρήτε κατώτερα της δυνάμεως σας, και να δυσπιστήτε και προς εκείνα ακόμη, τα οποία η σκέψις παρουσιάζει ως βέβαια, και όταν περιπέσετε εις κινδύνους, να νομίζετε ότι ουδέποτε θ' απαλλαγήτε απ' αυτούς. Ώλλά και περαιτέρω, εκείνοι είναι ακαταπονήτως δραστήριοι, σεις είσθε αναβλητικοί, εκείνοι φίλοι των ταξειδίων, σεις αποστρέφεσθε τας αποδημίας. Βιότι εκείνοι μεν θεωρούν τα ταξείδια ως μέσον αυξήσεως του πλούτου των, ενώ σεις φοβείσθε ότι διά νέων επιχειρήσεων ημπορείτε να διακινδυνεύσετε και τα ήδη υπάρχοντα. Νσάκις νικήσουν τους εχθρούς των, ωθούν την εκμετάλλευσιν μέχρι του ακροτάτου δυνατού σημείου, και οσάκις νικηθούν, υποχωρούν όσον το δυνατόν ολιγώτερον. Κεταχειρίζονται τα σώματα των εις την υπηρεσίαν της πατρίδος,
ως να ήσαν εντελώς ξένα και όχι ιδικά των, το πνεύμα των όμως θεωρούν ως το ασφαλέστερον εις την διάθεσίν των όργανον, όπως κατορθώσουν να επιτύχουν κάτι τι άξιον λόγου υπέρ αυτής. Θαι αν μεν δεν επιτύχουν όσα εσχεδίασαν, θεωρούν ότι έχασαν κάτι τι, το οποίον είχαν ήδη. Γάν όμως η επιχείρησίς των στεφθή υπό επιτυχίας, θεωρούν το επιτευχθέν μικρόν, εν συγκρίσει προς ό,τι υπολείπεται ακόμη να πραχθή. Ώλλ' εάν τυχόν αποτύχη καμμία των επιχείρησις, αναπληρώνουν το έλλειμμα διά της συλλήψεως νέων αμέσως ελπίδων. Βιότι εις μόνους αυτούς συμβαίνει, ώστε πραγματοποίησις και επιθυμία, οσάκις συλλαμβάνουν εν σχέδιον, να συμπίπτουν εις εν και το αυτό, ως εκ της ταχύτητος, με την οποίαν επιχειρούν τ' αποφασισθέντα. Ώυτός είναι ο πλήρης μόχθων και κινδύνων σκοπός, υπέρ του οποίου αγωνίζονται καθ' όλην των την ζωήν. Θαι απολαμβάνουν ελάχιστα τα υπάρχοντα, διότι διαρκώς επιζητούν ν' αποκτήσουν περισσότερα. Ε εκτέλεσις του καθήκοντος αποτελεί δι' αυτούς την μόνην εορτήν, και θεωρούν την ησυχίαν της απραξίας ως μεγαλυτέραν συμφοράν παρά την επίπονον δράσιν. στε την αλήθειαν θα έλεγε κανείς, εάν συγκεφαλαιώνων ήθελεν είπει περί αυτών ότι εγεννήθησαν, όπως ούτε οι ίδιοι μένουν ήσυχοι, ούτε τους άλλους αφίνουν ήσυχους. 71. "Γνώ, εν τούτοις, τοιαύτη πόλις ίσταται αντιμέτωπος σας, σεις, Ιακεδαιμόνιοι, συνεχίζετε την πολιτικήν της αναβλητικότητας, και δεν αντιλαμβάνεστε ότι η ειρήνη είναι μακρότερον χρόνον εξησφαλισμένη δι' εκείνους, οι οποίοι μεταχειρίζονται μεν την στρατιωτικήν των δύναμιν μόνον υπέρ δικαίας υποθέσεως, φαίνονται όμως συγχρόνως αποφασισμένοι να μη ανεχθούν ν' αδικούνται από άλλους. Ρουναντίον νομίζετε ότι δίκαια πράττετε, εάν ούτε τους άλλους ενοχλήτε, αποφεύγετε δε και την βλάβην, την οποίαν ημπορείτε να υποστήτε οι ίδιοι αμυνόμενοι κατά της αδικίας άλλων. Ροιαύτη πολιτική θα εστέφετο δυσκόλως με επιτυχίαν, και αν ακόμη εγειτονεύατε προς πόλιν έχουσαν τον ίδιον με σας τρόπον του σκέπτεσθαι. Ξραγματικώς όμως αι ιδικαί σας μέθοδοι, ως προ μικρού απεδείξαμεν, παραβαλλόμεναι με τας ιδικάς των, είναι απηρχαιωμένοι. Θαι εις την πολιτικήν δε, καθώς και εις τας τέχνας, κατ' ανάγκην το νέον επικρατεί πάντοτε του απηρχαιωμένου. Γίναι αληθές ότι εις χρόνους ειρήνης αι κυβερνητικαί μέθοδοι καλύτερον είναι να μη μεταβάλλωνται. Ώλλ' η ανάγκη της αντιμετωπίσεως πολλών συγχρόνως δυσκολιών επιβάλλει και την βελτίωσιν των εν χρήσει μεθόδων. Θαι επειδή οι Ώθηναίοι έχουν πολυμερεστέραν πείραν, δι' αυτό και αι Ώθηναϊκαί κυβερνητικαί μέθοδοι έχουν περισσότερον εκνεωτερισθή από τας ιδικάς σας. Ώς τεθή λοιπόν πλέον τέρμα εις την αναβλητικότητά σας. Ππεύσατε τώρα πλέον να βοηθήσετε και ημάς τους συμμάχους σας και τους Ξοτειδαιάτας, σύμφωνα με την υπόσχεσίν σας, εισβάλλοντες άνευ αναβολής εις την Ώττικήν, διά να μη εγκαταλείψετε φίλους, συνδεόμενους προς σας διά κοινής καταγωγής, εις χείρας των χειρότερων εχθρών, μηδέ αναγκάσετε ημάς τους άλλους, απογοητευμένους από σας, να ζητήσωμεν άλλην συμμαχίαν. Γάν πράξωμεν τούτο, δεν θ' αμαρτήσωμεν ούτε απέναντι των θεών, προς τους οποίους ωρκίσθημεν, ούτε απέναντι ανθρώπων εχεφρονούντων. Βιότι τας συνθήκας αθετούν όχι εκείνοι, οι όποιοι εγκαταλειπόμενοι στρέφονται προς άλλους συμμάχους, αλλ' οι εγκαταλείποντες συμμάχους, τους οποίους ωρκίσθησαν να βοηθούν. Ώλλ' εάν θέλετε να δείξετε ζήλον υπέρ των συμμάχων σας, θα παραμείνωμεν σταθεροί παρά το πλευρόν σας. Βιότι ούτε όσια θα επράτταμεν μεταβάλλοντες εις τοιαύτην περίπτωσιν φίλους, ούτε θα ευρίσκαμεν άλλους οικειοτέρους προς ημάς, ως εκ της μακράς συνηθείας. Έχοντες υπ' όψιν ταύτα φροντίσατε να λάβετε ορθάς αποφάσεις, και προσπαθήσατε όπως υπό την ηγεσίαν σας η Ξελοπόννησος μη καταστή ασθενεστέρα από ό,τι οι πατέρες σας την παρέδωσαν".
Ροιουτοτρόπως ωμίλησαν οι Θορίνθιοι. Ώλλ' επειδή έτυχε να ευρίσκεται τότε εις την Ιακεδαίμονα πρεσβεία των Ώθηναίων, η οποία είχεν έλθει προηγουμένως δι' άλλας υποθέσεις, ως έμαθαν οι αποτελούντες αυτήν τους απαγγελθέντας λόγους, εθεώρησαν ότι έπρεπε να παρουσιασθούν ενώπιον των Ιακεδαιμονίων, όχι διά να απολογηθούν κατά των αιτιάσεων, τας οποίας διετύπωσαν αι πόλεις, αλλά διά να καταστήσουν φανερόν γενικώς, εν σχέσει προς το υπό συζήτησιν θέμα, ότι οι Ιακεδαιμόνιοι έπρεπε να μη προβούν εις εσπευσμένος αποφάσεις, αλλά να σκεφθούν ωρίμως. Ήθελαν, συγχρόνως, να δείξουν την δύναμιν της πόλεως των, υπενθυμίζοντες μεν εις τους πρεσβυτέρους ό,τι ήδη εγνώριζαν, διηγούμενοι δε εις τους νεωτέρους ό,τι αυτοί δεν ήξευραν, διότι ενόμιζον ότι υπό την επιρροήν των επιχειρημάτων των οι Ιακεδαιμόνιοι ήθελαν τραπή περισσότερον προς την ειρήνην παρά προς τον πόλεμον. Ξροσελθόντες ως εκ τούτου προς τους εφόρους των Ιακεδαιμονίων είπαν ότι επιθυμούν και αυτοί να ομιλήσουν προς τον λαόν, εάν δεν υπήρχε προς τούτο εμπόδιον. Νι έφοροι τους προσεκάλεσαν να παρουσιασθούν ενώπιον της συνελεύσεως του λάου, και προχωρήσαντες εις το βήμα οι Ώθηναίοι είπαν περίπου τα εξής.
"Ε αποστολή μας εδώ δεν έγινε δια να έλθωμεν εις αντιλογίαν με τους συμμάχους σας, αλλά διά να διεξαγάγωμεν τας υποθέσεις, τας οποίας μας ανέθεσεν η πόλις μας. Γπειδή όμως εμάθαμεν ότι υπάρχει όχι ολίγη κατακραυγή εναντίον μας, εζητήσαμεν τον λόγον, όχι διά ν' αποκρούσωμεν τας κατηγορίας των πόλεων (καθόσον ούτε αυτοί, ούτε ημείς απευθυνόμενα προς σας ως προς δικαστάς), αλλά διά να μη παρασυρθήτε ευκόλως από τους λόγους των συμμάχων σας και καταλήξετε τοιουτοτρόπως, άνευ ωρίμου σκέψεως, εις αποφάσεις εσφαλμένας, προκειμένου περί τόσον σπουδαίων ζητημάτων. Γπιθυμούμεν συγχρόνως, σχετικώς προς την γενικωτέραν κρίσιν, η οποία έχει σχηματισθή περί ημών, να δείξωμεν ότι και δικαιότατα κατέχομεν τας κτήσεις μας και η πόλις μας είναι αξία πολλής εκτιμήσεως. "Θαι τα μεν λίαν παλαιά, όσα εξ ακοής μόνον γνωρίζετε, αλλά τα όποια κανείς από σας που μας ακούετε δεν είδε με τα μάτια του, ποία η ανάγκη να τ' αναφέρωμεν; Ώλλά τους Ξερσικούς πολέμους και τα γεγονότα, όσων έχετε προσωπικήν αντίληψιν, οφείλομεν να μνημονεύσωμεν, μολονότι η διηνεκής υπόμνησίς των καταντά ενοχλητική. Βιότι, όταν υπεβαλλόμεθα εις τους αγώνας εκείνους, επράττομεν τούτο χάριν της κοινής ωφελείας. Ώλλ' αφού από την ωφέλειαν των αγώνων αυτών ελάβατε το ανήκον εις σας μέρος, δεν είναι ορθόν να στερηθώμεν ημείς εξ ολοκλήρου την ωφέλειαν, την οποίαν τυχόν παρέχει η επαινετική μνεία αυτών. Ρα γεγονότα άλλωστε αυτά θα μνημονεύσωμεν, όχι διά να σας εξευμενίσωμεν, αλλ' όπως διά παραδειγμάτων σας αποδείξωμεν προς ποίου είδους πόλιν θέλετε περιέλθει εις πόλεμον, εάν αι αποφάσεις, εις τας οποίας θα καταλήξετε, δεν είναι ορθαί. Ησχυριζόμεθα, δηλαδή, ότι και εις τον Καραθώνα μόνοι επροτάξαμεν τα στήθη μας κατά του βαρβάρου, και κατά την δευτέραν αυτού επιδρομήν, επειδή δεν είμεθα αρκετά ισχυροί ν' αντιταχθώμεν εναντίον του και κατά ξηράν, εισήλθαμεν μέχρι του τελευταίου ανδρός εις τον στόλον μας και ελάβαμεν μέρος μαζί με τους άλλους Έλληνας εις την ναυμαχίαν της Παλαμίνος, η οποία τον ημπόδισε να πλεύση κατά της Ξελοποννήσου και να ερήμωση την μίαν μετά την άλλην τας πόλεις της, αι οποίαι θα ήσαν ανίκανοι ν' αλληλοβοηθηθούν εναντίον στόλου τόσον Ησχυρού. Ρην καλυτέραν τούτου απόδειξιν έδωσεν ο ίδιος, διότι μετά την ήτταν του κατά θάλασσαν, θεωρήσας ότι δεν ήτο πλέον ισοδύναμος προς τους Έλληνας, ανεχώρησεν εσπευσμένως με το μεγαλύτερον μέρος του στρατού του.
74. "Ροιούτο λοιπόν υπήρξε το αποτέλεσμα της ναυμαχίας αυτής, η οποία απέδειξε κατά τρόπον αναμφισβήτητον ότι η σωτηρία των Γλλήνων εκρεμάσθη από τον στόλον των. Βιά την επίτευξιν του αποτελέσματος αυτού, ημείς παρέσχομεν τα τρία χρησιμώτατα στοιχεία, δηλαδή τον μέγιστον αριθμόν των πλοίων, τον ικανώτατον στρατηγόν και τον πλέον ακατάβλητον ζήλον. Βιότι από τα τετρακόσια πλοία του όλου Γλληνικού στόλου ημείς εχορηγήσαμεν σχεδόν τα δύο τρίτα. Γις τον στρατηγόν μας Ζεμιστοκλή οφείλεται προ πάντων ότι η ναυμαχία διεξήχθη εις το στενόν, πράγμα το οποίον έσωσεν ομολογουμένως την κατάστασιν, και διά τούτο, μολονότι ξένον, τον ετιμήσατε σεις υπέρ πάντα άλλον από όσους επεσκέφθησαν την πόλιν σας. Ν ζήλος μας άλλωστε, συνεβάδισε με τόλμην ακροτάτην, διότι, όταν κανείς δεν ήρχετο εις βοήθειάν μας κατά ξηράν, καθόσον οι άλλοι μέχρι των συνόρων μας είχαν ήδη υποδουλωθή, εθεωρήσαμεν καθήκον μας να εκκενώσωμεν την πόλιν και να θυσιάσωμεν τα υπάρχοντα μας, αλλά να μη εγκαταλείψωμεν ούτε τότε ακόμη το κοινόν συμφέρον των υπολειπομένων συμμάχων, και να μη διασκορπισθώμεν εδώ και εκεί, καθιστάμενοι ούτως άχρηστοι προς αυτούς. Ρουναντίον, επεβιβάσθημεν εις τον στόλον μας και ηγωνίσθημεν χωρίς να μνησικακήσωμεν, λόγω του ότι σεις παρελείψατε να μας βοηθήσετε εγκαίρως. Ησχυριζόμεθα, επομένως, ότι σας επροσφέραμεν υπηρεσίαν μεγαλύτερον από εκείνην που ελάβαμεν. Ρωόντι, όταν σεις ήλθατε προς βοήθειάν μας, δεν αφίσατε ερήμους τας πόλεις σας και σκοπός σας ακριβώς ήτο να ασφαλίσετε τας εστίας σας διά το μέλλον. Ρο ελατήριον που σας ώθησε ήτο φόβος δια τους εαυτούς σας περισσότερον παρά δι ημάς. Γν πάση περιπτώσει, δεν ήλθατε εις βοήθειάν μας, εφ' όσον είμεθα σώοι. Εμείς, εξ εναντίας, ορμώμενοι από πόλιν, η οποία δεν υφίστατο πλέον, και αγωνιζόμενοι υπέρ της μόλις ελπιζομένης ανακτήσεώς της, εσυντελέσαμεν το καθ' εαυτούς εις την ιδικήν σας όσον και την ιδικήν μας σωτηρίαν. Γνώ, εάν, φοβούμενοι την καταστροφήν της χώρας μας, εμιμούμεθα και ημείς άλλους, και επροσχωρούσαμεν εις τους Ξέρσας κατά την αρχήν του πολέμου, ή εάν ακολούθως, θεωρούντες τους εαυτούς μας οριστικώς κατεστραμμένους, δεν ετολμούσαμεν να επιβιβασθώμεν επί του στόλου μας, καμμία πλέον δεν υπήρχε διά σας ανάγκη όπως με τον ανεπαρκή στόλον σας πολεμήσετε κατά θάλασσαν και οι Ξέρσαι θα κατώρθωναν ανενόχλητοι να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των.
75. "Ιαμβανομένης υπ' όψιν, Ιακεδαιμόνιοι, και της προθυμίας και της συνέσεως ως προς τας ληφθείσας αποφάσεις, που επεδείξαμεν τότε, είμεθα άρα γε άξιοι του τόσον μεγάλου φθόνου των Γλλήνων, τον οποίον επεσύραμεν ένεκα της ηγεμονίας που απεκτήσαμεν; Ώλλά την ηγεμονίαν αυτήν δεν απεκτήσαμεν διά της βίας, αλλά μόνον αφού σεις δεν ηθελήσατε να μείνετε προς συνέχισιν του αγώνος κατά των υπολειφθεισών δυνάμεων του βαρβάρου, οι ίδιοι δε οι σύμμαχοι προσήλθαν και μας ικέτευσαν να αναλάβωμεν την αρχηγίαν των. Ε προαγωγή της ηγεμονίας μας, εις το σημείον που έφθασε σήμερον, μας επεβλήθη κατ' αρχάς από αυτήν την δύναμιν των πραγμάτων. Ν φόβος των βαρβάρων υπήρξε το κυριώτερον ελατήριόν μας, έπειτα η δόξα, και τελευταίον το συμφέρον. Θαι όταν άπαξ ευρέθημεν εκτεθειμένοι εις την απέχθειαν των πλείστων συμμάχων μας, μερικούς από τους όποιους και επαναστατήσαντας καθυπετάξαμεν, και όταν σεις είσθε όχι πλέον οι φίλοι, τους οποίους είχαμεν γνωρίσει, αλλά καχύποπτοι και κακώς διατεθειμένοι, δεν ενομίζαμεν ότι ημπορούσαμεν του λοιπού να χαλαρώσωμεν την αυστηρότητα, χωρίς να εκτεθώμεν εις
μεγάλους κινδύνους. Βιότι οι αποσπώμενοι από ημάς θα ήρχοντο προς το μέρος σας. Θαι κανείς δεν ημπορεί να κατηγορηθή, διότι ευρισκόμενος ενώπιον των μεγίστων κινδύνων ζητεί να εξασφαλίση τα συμφέροντα του. 76. "Πεις, εν πάση περιπτώσει, Ιακεδαιμόνιοι, κατά την άσκησιν της ηγεσίας σας επί των Ξελοποννησιακών πόλεων, εφροντίσατε να ρυθμίσετε τα πολιτεύματα των προς το συμφέρον σας. Θαι αν τότε ηθέλατε εμμείνει μέχρι τέλους εις την ηγεσίαν των συμμάχων και ηθέλατε γίνει απεχθείς λόγω της μακροτέρας ασκήσεως της, όπως εγίναμεν ημείς γνωρίζομεν καλώς, ότι δεν θα ήσθε ολιγώτερον δυσάρεστοι εις αυτούς, και ότι θα ηναγκάζεσθε να ασκήτε την επ' αυτών εξουσίαν με ισχυράν πυγμήν, εάν δεν ηθέλατε να εκτεθήτε οι ίδιοι εις κινδύνους. Γπομένως, δεν εκάμαμεν τίποτε το παράδοξον ή αντίθετον προς την ανθρωπίνην φύσιν, εάν εδέχθημεν την ηγεμονίαν προσφερομένην, και αφού άπαξ την απεκτήσαμεν, αρνούμεθα να την παραιτήσωμεν, υπείκοντες εις τα ισχυρότατα των ελατηρίων - την δόξαν, τον φόβον και το συμφέρον. Νύτε άλλωστε πρώτοι ημείς εγκαινιάσαμεν τοιαύτην πολιτικήν, αλλ' ανέκαθεν έχει κρατήσει η αρχή ότι ο ασθενέστερος υποκύπτει εις την θέλησιν του ισχυρότερου. Θαι ημείς, εξ άλλου, νομίζομεν εαυτούς αξίους της ηγεσίας, και σεις μας εκρίνατε τοιούτους μέχρις ότου αιφνιδίως εσκέφθητε να προβάλετε τώρα τας αρχάς της δικαιοσύνης, ενώ πράγματι αποβλέπετε εις τα συμφέροντά σας. Ξοτέ, τωόντι, άνθρωπος, εις τον οποίον παρουσιάσθη η ευκαιρία να απόκτηση κάτι διά της σκαιάς βίας, δεν παρέλειψε να το κάμη, προτιμήσας την δικαιοσύνην. Θαι είναι άξιοι επαίνου εκείνοι, οι οποίοι, παρασυρόμενοι από την φυσικήν εις τον άνθρωπον φιλοδοξίαν του ν' άρχη επί άλλων, ήθελαν δειχθή δικαιότεροι παρ' όσον επέτρεπεν εις αυτούς η δύναμις που διαθέτουν. Γάν άλλοι ήθελαν λάβει την θέσιν μας, θα απεδεικνύετο εξ αντιπαραβολής με πόσην μετριοπάθειαν ασκούμεν την ηγεμονίαν μας. Γν τούτοις, και αυτή ακόμη η επιείκεια μας επέσυρεν αδίκως εναντίον μας την κατάκρισιν μάλλον παρά τον έπαινον. 77. "Ρωόντι, μολονότι εις τας επί τη βάσει των εμπορικών συμβάσεων διεξαγομένας ενώπιον των δικαστηρίων των συμμάχων δίκας, ευρισκόμεθα εις μειονεκτικήν απέναντί των θέσιν, ενώ εξ άλλου, εις τας δίκας τας δικαζομένας εις τας Ώθήνας έχομεν καθιερώσει ισότητα δικαιωμάτων δι' ημάς και αυτούς, θεωρούμεθα, εν τούτοις, φιλόδικοι. Θαι κανείς από τους κατηγόρους μας δεν εξετάζει, διατί η μομφή αυτή της φιλοδικίας δεν απευθύνεται και εναντίον εκείνων, οι οποίοι, ασκούντες κυριαρχίαν αλλαχού, δεικνύουν ολιγωτέραν επιείκειαν απέναντι των υπηκόων των παρ' όσην ημείς. Γάν εξήταζαν, θα εύρισκαν τον λόγον της διαφοράς εις το γεγονός ότι ο δυνάμενος να μεταχειρισθή βίαν καμμίαν ανάγκην δεν έχει να προσφεύγη εις το δικαστήριον. Ώλλά οι σύμμαχοί μας, συνηθισμένοι, όπως είναι, να επικοινωνούν προς ημάς ως ίσοι προς ίσους, εάν ποτέ θεωρήσουν ότι καμμία απόφασις ή άλλο εξαναγκαστικόν μέτρον που ελάβαμεν κατά την άσκησιν της κυριαρχικής μας εξουσίας, και το οποίον δεν ανταποκρίνεται προς τας προσδοκίας των, εζημίωσεν αυτούς οπωσδήποτε, αντί να ευγνωμονούν διότι τους επιτρέπομεν να έχουν τόσα πολλά, δυσανασχετούν διά το ολίγον που εστερήθησαν, περισσότερον παρά εάν εξ αρχής, θέτοντες κατά μέρος κάθε ιδέαν δικαιοσύνης, επλεονεκτούμεν άνευ προσχημάτων. Γνώ, εάν ενηργούμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε αυτοί θα ημφισβήτουν ότι ο ασθενέστερος οφείλει να υποχωρή απέναντι του ισχυροτέρου. Ξράγματι, φαίνεται ότι oι άνθρωποι οργίζονται περισσότερον οσάκις αδικούνται, παρά οσάκις υποκύπτουν εις βίαν. Βιότι εις μεν την πρώτην περίπτωσιν θεωρούν ότι γίνονται θύματα της πλεονεξίας των ίσων προς αυτούς, εις δε την δεύτερον ότι υποτάσσονται εις τον ανώτερόν των. Ρο βέβαιον είναι ότι τα δεινότερα κακά, που τους
επέβαλαν οι Ξέρσαι, ηνείχοντο, την ιδικήν μας όμως ηγεμονίαν θεωρούν δυσβάστακτον. Θαι ευλόγως, διότι ο άρχων της ημέρας είναι πάντοτε απεχθής εις τους υπηκόους. Ρουλάχιστον, διά σας δεν αμφιβάλλομεν ότι, εάν καθαιρούντες ημάς, ηθέλατε αναλάβει την ηγεμονίαν, θα εχάνατε ταχέως την εύνοιαν, την οποίαν οφείλετε εις τον προς ημάς φόβον, εφόσον ηθέλατε ακολουθήσει και τώρα ομοίαν πολιτικήν προς εκείνην, την οποίαν αφίσατε να διαφανή και εις την εποχήν που επ' ολίγον χρόνον αρχηγεύσατε εναντίον των Ξερσών. Βιότι και τα ήθη και έθιμα που επικρατούν εις την Ιακεδαίμονα είναι ασυμβίβαστα προς τα των άλλων λαών, και προς τούτοις καθείς από σας, όταν εξέρχεται από τα όρια της Ιακεδαίμονος, ούτε προς αυτά συμμορφώνεται, ούτε προς εκείνα που επικρατούν εις την άλλην Γλλάδα. 78. "Κη προβήτε λοιπόν εις εσπευσμένας αποφάσεις, προκειμένου περί ζητήματος τόσον σπουδαίου, μήτε, επηρεαζόμενοι από γνώμας και κατηγορίας άλλων, αναλάβετε αγώνα, του οποίου αι ταλαιπωρίαι θα είναι εντελώς ιδικαί σας. Νφείλετε να σταθμίσετε προηγουμένως πόσον μεγάλαι είναι αι πιθανότητες του να πλανηθή κανείς εις τους περί πολέμου υπολογισμούς του, πριν περιπλεχθήτε εις αυτόν. Βιότι ο πόλεμος, παρατεινόμενος, καταντά να περιέρχεται συνήθως υπό την επιρροήν τυχαίων περιστατικών, επί των περιστατικών δε τούτων καμμίαν δεν ασκούμεν επίδρασιν ούτε σεις, ούτε ημείς, και ο κίνδυνος, τον οποίον αναλαμβάνει τις, άδηλον έχει την έκβασιν. Κη λησμονήτε ακόμη ότι οι ανθρώποι εισέρχονται εις τον πόλεμον αρχίζοντες από τα αμοιβαία κτυπήματα, εις τα οποία έπρεπε να προστρέχουν τελευταίον, και μόνον όταν έχουν ήδη αρχίσει αι ατυχίαι, προσφεύγουν εις τους λόγους. Ώλλ' αφού ούτε σεις, ούτε ημείς διεπράξαμεν ακόμη τοιούτο σφάλμα, συνιστώμεν επιμόνως,εφόσον εις την ελευθέραν εκλογήν αμφοτέρων απόκειται ακόμη να λάβωμεν ορθάς αποφάσεις, να μη διαρρήξετε την συνθήκην της ειρήνης, μήτε να παραβήτε τους όρκους σας, αλλά να λύσωμεν τας διαφοράς μας διά της δικαστικής οδού, σύμφωνα με την συνθήκην. Γιδεμή, επικαλούμενοι μάρτυρας τους θεούς, εις το όνομα των οποίων ωρκίσθημεν, θα προσπαθήσωμεν να τιμωρήσωμεν τους αιτίους του πολέμου με τα ίδια μέσα, των οποίων το παράδειγμα δίδετε σεις".
Ροιαύτα περίπου είπαν οι Ώθηναίοι. Νι Ιακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν και τας κατηγορίας των συμμάχων εναντίον των Ώθηναίων και την απάντησιν των τελευταίων, απομακρύναντες όλους τους άλλους, ήρχισαν διασκεπτόμενοι κατ' ιδίαν περί της καταστάσεως. Θαι η γνώμη των περισσοτέρων συνέπιπτεν ότι οι Ώθηναίοι ήσαν ένοχοι αδικίας, χωρίς να υπάρχη ανάγκη περαιτέρω αποδείξεων, και ότι έπρεπε ν' αρχίση ο πόλεμος όσον το δυνατόν ταχύτερον. Ώλλ' ο βασιλεύς των Ώρχίδαμος, ο οποίος εθεωρείτο ανήρ ικανός και σώφρων, προχωρήσας εις το βήμα, ωμίλησε ως εξής.
"Θαι ο ίδιος, Ιακεδαιμόνιοι, έχω ήδη πείραν πολλών πολέμων, και βλέπω παρόντας εδώ άνδρας της αυτής με εμέ ηλικίας και της αυτής επομένως πείρας, ώστε κανείς να μη επείγεται προς πόλεμον ούτε από απειρίαν, όπως θα συνέβαινεν εις πολλούς, ούτε διότι θεωρεί αυτόν πράγμα καλόν και απηλλαγμένον κινδύνων. τι, άλλωστε, ο πόλεμος, περί του οποίου διασκέπτεσθε την στιγμήν ταύτην, μέλλει ν' αποβή σπουδαιότατος, θέλετε πεισθή εάν σκεφθήτε νηφαλίως. Βιότι απέναντι μεν των Ξελοποννησίων συμμάχων μας και των γειτόνων μας, η στρατιωτική μας δύναμις είναι ισόπαλος, και δυνάμεθα ταχέως να φθάσωμεν
οπουδήποτε παρουσιασθή ανάγκη. Ώλλ' εναντίον ανθρώπων, των οποίων η χώρα κείται μακράν, και οι οποίοι εκτός τούτων είναι εμπειρότατοι εις τα ναυτικά, και άριστα παρεσκευασμένοι καθ' όλα τα λοιπά, έχοντες και πλούτον ιδιωτικόν και δημόσιον, και πλοία, και ίππους, και όπλα, και πληθυσμόν μεγαλύτερον παρ' όσος δύναται να ευρεθή εις οιανδήποτε άλλην Γλληνικήν χώραν, ακόμη δε και συμμάχους πολλούς φόρου υποτελείς, εναντίον τοιούτων ανθρώπων, λέγω, πώς ημπορούμεν ν' αναλάβωμεν πόλεμον απερισκέπτως, και πού στηριζόμενοι να ορμήσωμεν απαράσκευοι; Γις τον στόλον μας; Ώλλ' είμεθα κατώτεροι από αυτούς, και διά ν' ασκηθώμεν και καταστώμεν ικανοί ν' αντιπαραταχθώμεν εναντίον των θ' απαιτηθή πολύς χρόνος. Γις τα χρήματα μας; Ώλλ' αυτά μας λείπουν ακόμη περισσότερον, και ούτε δημόσιον θησαυρόν έχομεν, ούτε χρήματα διαθέσιμα εις τα ιδιωτικά μας ταμεία, όπως συνεισφέρωμεν. 81. "Ίσως μερικοί ενθαρρύνονται από την υπεροχήν μας εις οπλισμόν και αριθμόν ανδρών, η οποία θα επιτρέπη να ερημώνωμεν την γην των δι' επανειλημμένων επιδρομών. Ώλλ' η κυριαρχία των Ώθηναίων εκτείνεται και επί άλλης πολλής γης και θα είναι εις θέσιν να εισάγουν διά θαλάσσης κάθε τι που τους χρειάζεται. Γάν, εξ άλλου, αποπειραθώμεν να παρασύρωμεν εις επανάστασιν τους συμμάχους των, θα γίνη ανάγκη να βοηθήσωμεν και αυτούς διά στόλου, αφού είναι νησιώται κατά το πλείστον. Ξοίου είδους πόλεμον θα διεξαγάγωμεν λοιπόν ενάντιοι των; Βιότι, εάν ούτε κατά θάλασσαν επικρατήσωμεν, ούτε αφαιρέσωμεν από αυτούς τας προσόδους, με τας οποίας συντηρούν τον στόλον των, ημείς θα βλαφθώμεν περισσότερον. Θαι εις τοιαύτην περίστασιν, ούτε έντιμον ειρήνην θα ημπορούμεν του λοιπού να συνομολογήσωμεν, εάν ιδίως θεωρηθώμεν ημείς μάλλον παρά εκείνοι ως αίτιοι του πολέμου. Βιότι δεν πρέπει να παρασυρώμεθα από την κοινώς διαδεδομένην ελπίδα ότι εάν δενδροτομήσωμεν την γην των, ο πόλεμος θα τερματισθή ταχέως. Σοβούμαι δε μάλλον μήπως κληροδοτήσωμεν αυτόν και εις τα τέκνα μας. Βιότι το αίσθημα της αυτοπεποιθήσεως, το οποίον εμπνέει τους Ώθηναίους, δεν είναι πιθανόν ν' αφίση αυτούς ούτε την ελευθερίαν των να θυσιάσουν χάριν της γης των, ούτε ως πρωτόπειροι να καταληφθούν από πανικόν ένεκα του πολέμου. 82. "Βεν συνιστώ, εν τούτοις, ν' αφίσωμεν ασυγκίνητοι τους Ώθηναίους να βλάπτουν τους συμμάχους μας, και να μη τους αφαιρέσωμεν την προσωπίδα, ενώ μηχανορραφούν εναντίον των. ποστηρίζω, όμως, ότι πρέπει να μη προσφύγωμεν ακόμη εις τα όπλα, αλλά να στείλωμεν πρέσβεις, οι οποίοι να κάμουν παραστάσεις, χωρίς να εξηγήσουν σαφώς, εάν προτιθέμενα να ανεχθώμεν τας αδικίας των ή να φθάσωμεν μέχρι πολέμου. Γν τω μεταξύ, ας αρχίσωμεν να ετοιμαζώμεθα, όχι μόνον εξασφαλίζοντες συμμάχους, οπουδήποτε εύρωμεν αυτούς, είτε μεταξύ των Γλλήνων, είτε μεταξύ των βαρβάρων, οι οποίοι θα συμπληρώσουν την εις πλοία και χρήματα ανεπαρκή δύναμιν μας (διότι, όσοι, όπως ημείς τώρα, γινόμενα θύματα της επιβουλής των Ώθηναίων, δεν ημπορούμεν να κατηγορηθώμεν ότι χάριν της σωτηρίας μας προσλαμβάνομεν την βοήθειαν όχι Γλλήνων μόνον, αλλά και βαρβάρων), αλλά και εκμεταλλευόμενοι όσον ημπορούμεν τους εγχώριους πόρους. Θαι αν μεν φαίνωνται διατεθειμένοι να λάβουν υπ' όψιν τας παραστάσεις μας, τίποτε το καλύτερον. Γιδεμή, μετά παρέλευσιν δύο η τριών ετών, θα είμεθα ήδη καλύτερον παρεσκευασμένοι να επιτεθώμεν εναντίον των, εάν το αποφασίσωμεν. Ίσως, άλλωστε, οι Ώθηναίοι, βλέποντες ότι ηρχίσαμεν ήδη τας παρασκευάς μας και ότι οι λόγοι μας ανταποκρίνονται προς αυτάς, έστω και συγκεκαλυμμένους, ευκολώτερον θα υποχωρήσουν, εφόσον και η γη των θα είναι ακόμη ανέπαφος και έχουν ν' αποφασίσουν περί αγαθών υπαρχόντων και όχι κατεστραμμένων ήδη. Βιότι την γην
των δεν πρέπει να θεωρήσετε ως άλλο τι παρά ως ενέχυρον, το όποιον κρατείτε, και το οποίον αξίζει τόσον περισσότερον όσον καλύτερον είναι καλλιεργημένον. Ρο ενέχυρον αυτό πρέπει να φείδεστε όσον ημπορείτε περισσότερον καιρόν, και να μη περιάγετε τους κυρίους αυτού εις απόγνωσιν, καθιστώντες έτσι την αντίστασίν των πλέον πείσμονα. Βιότι εάν, εξωθούμενοι από τας αιτιάσεις των συμμάχων μας, δενδροτομήσωμεν την Ώττικήν, πριν παρασκευασθώμεν επαρκώς, προσέξατε μήπως ενεργήσωμεν κατά τρόπον, ο οποίος θα επισύρη μεγαλύτερας δυσκολίας και ταπεινώσεις διά την Ξελοπόννησον. Θαθόσον αιτιάσεις είτε πόλεων, είτε ιδιωτών δύνανται να εξομαλυνθούν. Ώλλ' όταν ολόκληρος η ομοσπονδία μας, χάριν συμφερόντων μερικών εκ των μελών της, αναλάβη άπαξ πόλεμον, του οποίου την έκβασιν κανείς δεν ημπορεί να προΎδη, δεν είναι εύκολον να τον τερματίση εντίμως. 83. "Θαι κανείς μη θεωρήση ανανδρίαν το ότι τόσαι πολλαί πόλεις διστάζουν να επιτεθούν εναντίον μιας. Βιότι και εκείνοι έχουν συμμάχους όχι ολιγωτέρους, οι οποίοι μάλιστα καταβάλλουν φόρον εις αυτούς, και ο πόλεμος διεξάγεται ολιγώτερον διά των όπλων και περισσότερον διά των χρημάτων, τα οποία καθιστούν τα όπλα τελεσφόρα, προ πάντων όταν γίνεται εκ μέρους χερσαίας δυνάμεως εναντίον ναυτικής. Ώς εξεύρωμεν λοιπόν τ' αναγκαία χρηματικά μέσα, και ας μη παρασυρώμεθα ποοώρως από τους λόγους των συμμάχων. Εμείς, οι οποίοι θα φέρωμεν το μεγαλύτερον μέρος της ευθύνης διά την καλήν ή κακήν έκβασιν του πολέμου, ημείς οφείλομεν και να υπολογίσωμεν με την ησυχίαν μας τας καλάς ή κακάς συνεπείας του. 84. "Νύτε πρέπει να εντρέπεσθε διά την βραδύτητα και αναβλητικότητα, διά την οποίαν κυρίως μας μέμφονται. Βιότι η σπουδή περί την έναρξιν του πολέμου θα συνετέλει εις τον βραδύτερον τερματισμόν του, λόγω του ότι θ' ανελαμβάναμεν αυτόν απαράσκευοι. Κη λησμονήτε, άλλωστε, ότι κατοικούμεν πόλιν ελευθέραν πάντοτε και χαίρουσαν εξόχως αγαθής φήμης, και η βραδύτης και αναβλητικότης, διά την οποίαν μας κατηγορούν, ημπορεί πραγματικώς να είναι λελογισμένη νηφαλιότης. Γις την πολιτικήν αυτήν οφείλομεν το ότι ούτε αι ευτυχίαι μας καθιστούν αυθάδεις, ούτε αι ατυχίαι μας ταπεινώνουν όσον άλλους. Γάν κανείς προσπαθή δι' επαίνων να μας εξωθήση εναντίον της γνώμης μας εις κινδυνώδεις επιχειρήσεις, δεν παρασυρόμεθα από την γοητείαν των λόγων του. Γάν τυχόν όμως ζητή κανείς να μας εξωθήση διά μομφών, ούτε οργιζόμεθα, ούτε μεταβάλλομεν διά τούτο ευκολώτερα γνώμην. Ε νηφαλιότης, εξ άλλου, μας καθιστά γενναίους εις τον πόλεμον και συνετούς εις τα συμβούλια. Αενναίους μεν, διότι εκ της νηφαλιότητος απορρέει η σύνεσις και εκ ταύτης πάλιν η ευψυχία, Πυνετούς δε, καθόσον ανατρεφόμεθα αφ' ενός μεν όχι τόσον τελείως, ώστε να περιφρονούμεν τους νόμους, αφ' ετέρου δε με τόσον αυστηράν πειθαρχίαν, ώστε να μη παρακούωμεν αυτούς. Ε ανατροφή μας δεν μας μεταδίδει αφθονίαν ανωφελών γνώσεων, ώστε να επικρίνωμεν μεν δι' ωραίων λόγων τας παρασκευάς των εχθρών, να είμεθα όμως ανίκανοι να συμμορφώνωμεν τα έργα προς τους λόγους μας. Ρουναντίον πιστεύομεν ότι οι άλλοι είναι εξ ίσου με ημάς προνοητικοί και ότι το στοιχείον της τύχης δεν ημπορεί να καθορισθή διά λόγων. Βιά τούτο οφείλομεν ν' αρχίσωμεν ετοιμαζόμενοι πραγματικώς, ως να είχαμεν να κάμωμεν με ανθρώπους ορθοφρονούντας, και να μη εξαρτώμεν τας ελπίδας μας από ενδεχόμενα σφάλματα εκείνων, αλλ' από τ' ασφαλή μέτρα, τα οποία ημείς θα λάβωμεν εγκαίρως. Νύτε πρέπει να νομίζετε ότι διαφέρει πολύ άνθρωπος από άνθρωπον, αλλά να θεωρήτε άριστον εκείνον που έχει ανατροφή εις την μεγαλυτέραν πειθαρχίαν.
85. "Ρας μεθόδους λοιπόν αυτάς, τας οποίας οι πατέρες μας μας εκληροδότησαν, και τας οποίας ημείς συνεχίζομεν με διαρκή μας ωφέλειαν, δεν πρέπει να εγκαταλείψωμεν. Βεν είναι ορθόν εις διάστημα ολίγων ωρών να λάβωμεν εσπευσμένας αποφάσεις, όταν από αυτάς διακινδυνεύωνται πολλαί υπάρξεις, πολλά χρήματα, πολλαί πόλεις, και πολλή δόξα, αλλ' οφείλομεν να σκεφθώμεν ησύχως. Γις ημάς δε περισσότερον, παρά εις άλλους, είναι επιτετραμμένον να μη σπεύσωμεν, ακριβώς διότι είμεθα ισχυροί. Θαι τώρα ας στείλωμεν πρέσβεις εις τας Ώθήνας, διά να κάμουν παραστάσεις περί της Ξοτειδαίας, και παραστάσεις περί όσων άλλων οι σύμμαχοι ισχυρίζονται ότι αδικούνται, τόσον μάλλον καθόσον οι Ώθηναίοι είναι έτοιμοι να υποβληθούν εις διαιτησίαν, και δεν είναι ορθόν να επιτίθεται κανείς κατά του δεχομένου διαιτητικήν κρίσιν, ως τάχα ενόχου αδικίας. Γν τω μεταξύ, προβήτε εις τας αναγκαίας διά τον πόλεμον παρασκευάς. Ροιαύτη πολιτική θα είναι αρίστη διά σας και φοβερωτάτη διά τους εχθρούς σας". Έτσι ωμίλησεν ο Ώρχίδαμος. Ν Πθενελάδας, εξ άλλου, ένας από τους τότε εφόρους, προχωρήσας εις το βήμα, ωμίλησε προς την συνέλευσιν των Ιακεδαιμονίων ως εξής:
"Ρους μακρούς λόγους των Ώθηναίων δεν εννοώ. Βιότι, ενώ επήνεσαν πολύ τους εαυτούς των, καθόλου δεν ημφισβήτησαν ότι αδικούν τους συμμάχους μας και την Ξελοπόννησον. Θαι όμως εάν, όπως ισχυρίζονται, συμπεριεφέρθησαν καλώς εναντίον των Ξερσών, και τώρα κακώς προς ημάς, είναι άξιοι διπλής τιμωρίας, διότι από καλοί μετεβλήθησαν εις κακούς. Εμείς, τουναντίον, είμεθα οι ίδιοι, και τότε και τώρα, και εάν σωφρονούμεν, δεν θα επιτρέψωμεν ν' αδικούνται οι σύμμαχοί μας, ούτε θ' αναβάλωμεν να βοηθήσωμεν αυτούς, αφού ούτε αυτοί ημπορούν ν' αναβάλουν τας ταλαιπωρίας των. Βιότι, εάν άλλοι έχουν άφθονα χρήματα και πλοία και ίππους, έχομεν και ημείς γενναίους συμμάχους, τους οποίους οφείλομεν να μη παραδώσωμεν εις χείρας των Ώθηναίων. Νύτε πρέπει να ζητούμεν την λύσιν της προς αυτούς διαφοράς διά δικαστικής προσφυγής και διά λόγων, αφού και οι σύμμαχοί μας δεν βλάπτονται απλώς με λόγους, αλλά πρέπει να τους βοηθήσωμεν χωρίς καμμιάν αναβολήν και με όλην μας την δύναμιν. Νύτε πρέπει να μας συμβουλεύουν να χάνωμεν τον καιρόν μας διασκεπτόμενοι, ενώ αδικούμεθα. Ρουναντίον εκείνοι, οι οποίοι μελετούν αδικίαν, οφείλουν, προ πάντων, να διασκέπτωνται επί πολύ. Υηφίσατε λοιπόν, Ιακεδαιμόνιοι, υπέρ του πολέμου, αξίως της Ππάρτης, και μήτε εις τους Ώθηναίους επιτρέψετε να γίνουν ακόμη μεγαλύτεροι, μήτε τους συμμάχους καταπροδώσετε, αλλά με την βοήθειαν των θεών ας αναλάβωμεν τον αγώνα κατά των αδικούντων".
Ώφού ωμίλησεν ο Πθενελάδας, έθεσε το ζήτημα εις την ψήφον της συνελεύσεως των Ιακεδαιμονίων υπό την ιδιότητά του ως εφόρου. Ώλλ' επειδή η απόφασις λαμβάνεται διά βοής και όχι διά ψήφου, ο Πθενελάδας εδήλωσεν ότι δεν διακρίνει ποία βοή είναι μεγαλυτέρα, και επιθυμών να εξωθήση αυτούς περισσότερον προς πόλεμον διά φανεράς εκδηλώσεως της γνώμης των, είπε: "σοι από σας, Ιακεδαιμόνιοι, φρονείτε ότι έχει παραβιασθή η Ρριακονταετής συνθήκη και ότι οι Ώθηναίοι αδικούν, σηκωθήτε και σταθήτε εις το μέρος εκείνο" (και έδειξεν ωρισμένον μέρος), "όσοι δε πάλιν φρονείτε το εναντίον εις το άλλο μέρος". Γσηκώθησαν τότε και εχωρίσθησαν εις δύο, και εκείνοι, οι οποίοι έκριναν ότι είχε παραβιασθή η συνθήκη, ήσαν πολύ περισσότεροι. Ξροσκαλέσαντες, ως εκ τούτου, τους συμμάχους, ανεκοίνωσαν ότι αυτοί μεν θεωρούν ότι οι
Ώθηναίοι αδικούν, αλλ' ότι επιθυμούν να συγκαλέσουν όλους τους συμμάχους και να θέσουν το ζήτημα εις την ψήφον των, ώστε ο πόλεμος, εάν ψηφισθή, να είναι αποτέλεσμα κοινής αποφάσεως. Θαι οι μεν παρόντες σύμμαχοι, αφού κατέληξαν εις τας αποφάσεις αυτάς, ανεχώρησαν εις τα ίδια, ακολούθως δε και οι Ώθηναίοι, αφού εξετέλεσαν την αποστολήν, διά την οποίαν είχαν έλθει. Ε απόφασις αυτή της συνελεύσεως περί της διαρρήξεως της Ρριακονταετούς συνθήκης έγινε το δέκατον τέταρτον έτος μετά την κατόπιν του Γυβοϊκού πολέμου συνομολόγησίν της. 88. Νι Ιακεδαιμόνιοι εψήφισαν ότι η συνθήκη είχε παραβιασθή και ότι επεβάλλετο ο πόλεμος, όχι τόσον παρασυρθέντες από τους λόγους των συμμάχων, όσον εκ φόβου μήπως η δύναμις των Ώθηναίων αυξηθή έτι μάλλον, διότι έβλεπαν ότι το μεγαλύτερον μέρος της Γλλάδος ήτον ήδη υποχείριον εις αυτούς.
Έρχομαι τώρα να εκθέσω τον τρόπον, κατά τον οποίον οι Ώθηναίοι ανήλθαν εις την περιωπήν μεγάλης Βυνάμεως. Ώφού οι Ξέρσαι, νικηθέντες κατά θάλασσαν και κατά ξηράν από τους Έλληνας, απεσύρθησαν από την Γυρώπην, και όσοι απ' αυτούς κατέφυγαν με τον στόλον των εις την Κυκάλην κατεστράφησαν εκεί, ο Ιεωτυχίδης, βασιλεύς των Ιακεδαιμονίων, ο οποίος ήτο αρχηγός των Γλλήνων εις την Κυκάλην, επέστρεψεν εις τα ίδια με τους Ξελοποννησίους συμμάχους. Νι Ώθηναίοι, όμως, και όσοι από την Ηωνίαν και τον Γλλήσποντον είχαν ήδη αποσκιρτήσει από τον βασιλέα και είχαν συμμαχήσει με αυτούς, επιμείναντες ήρχισαν να πολιορκούν την Πηστόν, την οποίαν κατείχαν οι Ξέρσαι, και διαχειμάσαντες την εκυρίευσαν, εγκαταλειφθείσαν από τους βαρβάρους. Θαι μετά τούτο απέπλευσαν από τον Γλλήσποντον, έκαστος εις τα ίδια. Νι δε Ώθηναίοι, ευθύς μετά την εκκένωσιν της χώρας των από τους βαρβάρους. ήρχισαν να επαναφέρουν οπίσω τα τέκνα και τας γυναίκας και τα περισωθέντα κινητά των πράγματα, από εκεί όπου τα είχαν τοποθετήσει χάριν ασφαλείας, και ητοιμάζοντο διά την ανοικοδόμησιν της πόλεως και των τειχών της. Βιότι και από τον περίβολον του τείχους μικρά μόνον τμήματα έμειναν όρθια και αι περισσότεροι οικίαι είχαν ερειπωθή, ολίγαι δε μόνον περιεσώθησαν, εις τας οποίας είχαν καταλύσει οι επιφανέστεροι των Ξερσών. 90. Ώλλ' οι Ιακεδαιμόνιοι, προβλέποντες το μέλλον, απέστειλαν εσπευσμένως πρεσβείαν, εν μέρει μεν διότι και οι ίδιοι θα επροτιμούσαν ούτε οι Ώθηναίοι, ούτε καμμία άλλη πόλις να έχη τείχη, προ πάντων, όμως, διότι οι σύμμαχοι τους παρώτρυναν προς τούτο, διότι εφοβούντο και το μέγεθος του στόλου των Ώθηναίων, ο οποίος πριν ήτο μικρός, και την τόλμην, την οποίαν επέδειξαν κατά τον Ξερσικόν πόλεμον. Εξίωσαν, ως εκ τούτου, οι πρέσβεις των να μη ανεγείρουν το τείχος, αλλά τουναντίον να συνεργασθούν μαζί των διά να κατεδαφίσουν τα τείχη και των άλλων εκτός της Ξελοποννήσου πόλεων, όσαι είχαν ήδη τοιαύτα,χωρίς να φανερώσουν καθόλου προς τους Ώθηναίους τους αληθείς σκοπούς των αλλ' υποστηρίζοντες ότι κατ' αυτόν τον τρόπον, εάν ο βάρβαρος ήθελε προβή εις νέαν επιδρομήν, δεν θα είχεν ωχυρωμένον μέρος, το οποίον να χρησιμοποιήση ως ορμητήριον, όπως κατά τον τελευταίον πόλεμον τας Ζήβας. Ε Ξελοπόννησος, υπεστήριζαν, επήρκει δι' όλους και ως καταφύγιον και ως ορμητήριον. Νι Ώθηναίοι, κατά πρότασιν του Ζεμιστοκλέους, αφού ήκουσαν τους Ιακεδαιμονίους, απήντησαν ότι θα στείλουν εις αυτούς πρέσβεις, όπως συζητήσουν το ζήτημα, και έτσι απηλλάγησαν από την παρουσίαν των. Ν Ζεμιστοκλής μετά τούτο
συνέστησε να τον αποστείλουν άνευ αναβολής εις την Ιακεδαίμονα και να εκλέξουν εκτός απ' αυτόν και άλλους πρέσβεις, τους οποίους όμως να μη στείλουν αμέσως, αλλά να επιβραδύνουν την αποστολήν των, έως ότου ανεγείρουν το τείχος μέχρι του ύψους που είναι απολύτως αναγκαίον διά να μάχεται κανείς απ' αυτό εκ του ασφαλούς. Πυγχρόνως συνέστησε να επιδοτούν όλοι ανεξαιρέτως οι ευρισκόμενοι εις την πόλιν, και άνδρες και γυναίκες και παιδία, χωρίς να φείδονται χάριν της κατασκευής του τείχους ούτε ιδιωτικά, ούτε δημόσια κτίρια, αλλά κατεδαφίζοντες όλα όσα ημπορούν να χρησιμεύσουν διά το έργον των. Ν Ζεμιστοκλής, αφού έδωσε τας οδηγίας αυτάς και εδήλωσεν ότι δι' όλα τα άλλα αυτός ο ίδιος θα φροντίση, ανεχώρησεν. ταν έφθασεν, εν τούτοις, εις την Ιακεδαίμονα, δεν παρουσιάζετο προς τους άρχοντας, αλλ' εχρονοτρίβει υπό διαφόρους προφάσεις, και όταν κανείς από τους εν τέλει ήθελε τον ερωτήσει, διά ποίον λόγον δεν παρουσιάζεται εις την κυβέρνησιν, έλεγεν ότι περιμένει τους συμπρέσβεις, οι οποίοι καθυστέρησαν ένεκα μερικών ασχολιών, αλλ' ότι επερίμενεν ότι θα φθάσουν όσον ούπω, και ηπόρει μάλιστα πως δεν έφθασαν ακόμη. 91. Ένεκα της προς τον Ζεμιστοκλή φιλίας, οι Ιακεδαιμόνιοι άρχοντες ήσαν διατεθειμένοι να πιστεύουν τους λόγους του αυτούς. Γπειδή όμως όλοι οι άλλοι ταξειδιώται που έφταναν εβεβαίωναν ωρισμένως όχι μόνον ότι το τείχος εκτίζετο, αλλ' ότι είχεν ήδη φτάσει και εις αρκετόν ύψος, δεν είχαν κανένα λόγον ν' αμφιβάλλουν περί τούτου. Θαι επειδή ο Ζεμιστοκλής εννόησε τούτο, τους συνέστησε να μη παρασύρονται από πληροφορίας του ενός και του άλλου, αλλά να στείλουν μάλλον επιτροπήν από τίμιους συμπολίτας των, οι οποίοι ν' αναφέρουν πιστώς το αποτέλεσμα της αυτοπρόσωπου εξετάσεως των. Έστειλαν τωόντι τοιαυτήν επιτροπήν, αλλα και ο Ζεμιστοκλής εστειλε κρυφίως αγγελιαφόρον εις Ώθήνας και εσύστησε να τους κρατήσουν εκεί με τον πλέον εύσχημον τρόπον και να μη τους αφήσουν να φύγουν πριν αυτός με τους συμπρέσβεις του επιστρέψουν. Βιότι, εν τω μεταξύ, είχαν έλθει προς συνάντησίν του και οι συμπρέσβεις του, ο Ώβρώνιχος, υιός του Ιυσικλέους και ο Ώριστείδης, υιός του Ιυσιμάχου, φέροντες την είδησιν, ότι το τείχος είχεν υψωθή αρκετά, και εφοβείτο μήπως οι Ιακεδαιμόνιοι, μανθάνοντες την αλήθειαν, εμποδίσουν την αναχώρησίν των. Φς εκ τούτου, και οι Ώθηναίοι εκράτησαν τους πρέσβεις, σύμφωνα με τας οδηγίας που είχαν λάβει, και ο Ζεμιστοκλής παρουσιάσθη εις τους Ιακεδαιμονίους και τους είπεν επί τέλους φανερά ότι η πόλις των Ώθηνών είχε τειχισθή ήδη, εις τρόπον ώστε να είναι εις θέσιν να παρέχη ασφάλειαν εις τους κατοίκους της, και ότι εάν οι Ιακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοί των ήθελαν να πέμψουν πρέσβεις προς αυτούς διά κανέν ζήτημα, ώφειλαν του λοιπού να έρχωνται προς αυτούς ως προς άνδρας ικανούς να εννοούν όχι μόνον το ιδικόν των, αλλά και το κοινόν συμφέρον. Βιότι και όταν εθεώρησαν ότι επεβάλλετο να εγκαταλείψουν την πόλιν και να επιβούν εις τα πλοία -είπαν οι πρέσβεις- απεφάσισαν το τόλμημα τούτο χωρίς να ζητήσουν την γνώμην των, και οσάκις, εξ άλλου, αι, δύο πόλεις συνήρχοντο εις κοινήν σύσκεψιν, κανείς άλλος δεν έδειξε περισσοτέραν απ' αυτούς ορθοφροσύνην. Πυνεπώς έκριναν και τώρα ότι επεβάλλετο να έχη η πόλις των τείχος και ότι τούτο θ' αποβή ωφελιμώτατον και διά τους πολίτας της ιδιαιτέρως και διά τους συμμάχους γενικώς. Βιότι, χωρίς ισοδύναμον στρατιωτικήν παρασκευήν, η γνώμη των εις τα συμβούλια της ομοσπονδίας δεν ημπορεί να έχη την ιδίαν ακριβώς βαρύτητα. Βιά τούτο, είπεν, ή όλοι οι σύμμαχοι πρέπει να μένουν ατείχιστοι ή να κρίνουν και την ανέγερσιν του Ώθηναϊκού τείχους ως δικαιολογημένην.
92. Νι Ιακεδαιμόνιοι, ακούσαντες τους λόγους αυτούς, δεν εφανέρωσαν αγανάκτησιν εναντίον των Ώθηναίων, αφού άλλωστε τους ποέσβεις των έστειλαν δήθεν, όχι διά να εμποδίσουν το έργον, αλλά διά να τους ειπούν συμβουλευτικώς την γνώμην των, συγχρόνως όμως διότι οι Ώθηναίοι, ένεκα του ζήλου που είχαν επιδείξει κατά τους Ξερσικούς πολέμους, ήσαν κατά την εποχήν εκείνην παρά πολύ προσφιλείς πρός αυτούς. Γδυσανασχέτουν όμως διά την αποτυχίαν του σκοπού των χωρίς να το δείχνουν. Φς εκ τούτου οι πρέσβεις των δύο μερών επέστρεψαν εις τα ίδια, χωρίς αμοιβαίας αντεγκλήσεις. 93. Θατ' αυτόν τον τρόπον ετείχισαν οι Ώθηναίοι την πόλιν εις ολίγον διάστημα χρόνου, και σήμερον ακόμη είναι φανερόν ότι η ανοικοδόμησις εγινε βιαστικά. Βιότι εις την βάσιν έχουν τοποθετηθή παντός είδους λίθοι, χωρίς εις μερικά σημεία να έχουν υποστή την απαιτουμένην επεξεργασίαν διά να προσαρμόζωνται, αλλά εις την κατάστασιν που επροσκομίζοντο εκάστοτε διά τους εργάτας, και πολλαί επιτάφιοι στήλαι και πολλοί λίθοι, επεξειργασμένοι ήδη δι' άλλας χρήσεις, εχρησιμοποιήθησαν εις την οικοδομήν. Βιότι ο περίβολος του τείχους έλαβε μεγαλυτέραν έκτασιν παρά πριν προς όλας τας διευθύνσεις της πόλεως, και διά τούτο επειγόμενοι έβαζαν χέρι εις κάθε τι αδιακρίτως. Ν Ζεμιστοκλής, άλλωστε, έπεισεν αυτούς να συμπληρώσουν επειγόντως τα εργα του Ξειραιώς, των οποίων έναρξις είχε γίνει κατά την διάρκειαν του έτους που ήτο Άρχων εις τας Ώθήνας, καθόσον εθεώρει ότι όχι μόνον η θέσις του Ξειραιώς, με τους τρεις φυσικούς του λιμένας, ήτο εξαιρετική, αλλά και ότι οι Ώθηναίοι, αφού έγιναν ήδη ναυτικοί, ευρίσκοντο εις θέσιν πλεονεκτικήν, όπως αυξήσουν την δύναμίν των. Ώυτός, τωόντι, πρώτος εξέφρασε την τολμηράν γνώμην, ότι πρέπει να επιδοτούν εις την θάλασσαν, και έτσι μαζί με την κατασκευήν των τειχών, έθετεν άνευ αναβολής και τα θεμέλια της ηγεμονίας των. Ρο πάχος του τείχους, που περιέβαλλε τον Ξειραιά, το οποίον και σήμερον ακόμη φαίνεται, εκτίσθη σύμφωνα με την γνώμην του. Βύο, πράγματι, άμαξαι διεσταυρώνοντο επ' αυτού κατά την μεταφοράν των λίθων. Γντός δε του τείχους δεν υπήρχαν ούτε χάλικες, ούτε πηλός, αλλά το όλον πάχος απετελείτο από μεγάλους πελεκητούς τετραγώνους λίθους, συνηρμοσμένους και συνδεδεμένους προς αλλήλους εις την εξωτερικήν πλευράν του τείχους διά σιδήρου και μολύβδου. Ώλλά το ύψος δεν επέρασε το ήμισυ περίπου του αρχικού του σχεδίου. Πκοπός του, τωόντι, ήτο όπως διά του ύψους και του πάχους του τείχους αποτρέπη τας επιθέσεις των εχθρών. Γξ άλλου, ενόμιζεν ότι ολίγοι ανδρες, και από τους ολιγώτερον χρησίμους διά μάχιμον υπηρεσίαν, θα ήσαν αρκετοί προς φύλαξίν του, ενώ οι λοιποί θα επέβαιναν επί του στόλου. Βιότι ο Ζεμιστοκλής την προσοχήν είχε προ πάντων εστραμμένην εις τον στόλον, καθόσον, ως φρονώ, είχε παρατηρήσει ότι η επιδρομή του Ξερσικού στρατού ήτο ευκολωτέρα διά θαλάσσης παρά διά ξηράς. Θαι διά τούτο εθώρει τον Ξειραιά χρησιμώτερον παρά την άνω πόλιν, και επανειλημμένως συνεβούλευσε τους Ώθηναίους, εάν τυχόν ποτέ υποστούν μεγάλην πίεσιν κατά ξηράν, να κατέλθουν εις αυτόν και αντιταχθούν με τον στόλον εναντίον όλων των αντιπάλων των.
Γνώ τοιουτοτρόπως οι Ώθηναίοι, ευθύς μετά την αναχώρησιν των Ξερσών, ανήγειραν τα τείχη της πόλεως των και ησχολούντο με την κατασκευήν των λοιπών έργων, ο Ξαυσανίας, υιός του Θλεομβρότου, εστάλη από την Ιακεδαίμονα με είκοσι Ξελοποννησιακά πλοία, ως αρχηγός Γλληνικών δυνάμεων. Γις την εκστρατείαν μετείχαν και οι Ώθηναίοι με τριάντα πλοία, και ικανός αριθμός από τους άλλους συμμάχους. Θαι πρώτον διηυθύνθησαν εναντίον της Θύπρου, της οποίας υπέταξαν το μεγαλύτερον μέρος. Έπειτα εναντίον του ΐυζαντίου, το οποίον κατείχετο από τους Ξέρσας, και το εκυρίευσαν κατόπιν πολιορκίας.
Ώλλ' επειδή ο Ξαυσανίας, κατά την διάρκειαν της αρχηγίας του αυτής, ήρχισε να συμπεριφέρεται με βιαιότητα, οι Έλληνες εδυσανασχέτουν και προ πάντων οι Ίωνες και όσοι άλλοι είχαν προσφάτως απελευθερωθή από την κυριαρχίαν του ΐασιλέως. Νι δυσηρεστημένοι, ερχόμενοι προς τους Ώθηναίους, απήτουν απ' αυτούς ν' αναλάβουν την αρχηγίαν των, λόγω της κοινής καταγωγής, και να μην επιτρέπουν ενδεχομένας εναντίον αυτών πιέσεις του Ξαυσανίου. Νι Ώθηναίοι εδέχθησαν τας προτάσεις αυτάς και ελάμβαναν τα μέτρα των, αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν τοιαύτας πιέσεις, και να ρυθμίσουν γενικώς τα πράγματα κατά τον καλύτερον διά τα συμφέροντά των τρόπον. Ώλλ' εν τω μεταξύ, οι Ιακεδαιμόνιοι ανεκάλεσαν τον Ξαυσανίαν, διά να τον ανακρίνουν δι' όσα έφθαναν εις τας ακοάς των. Βιότι οι Έλληνες που επέστρεφαν από τον Γλλήσποντον τον κατηγόρουν διά πολλά εγκλήματα, και εφαίνετο ότι η αρχηγία του προσελάμβανε την μορφήν τυραννίδος μάλλον παρά στρατηγίας. Θαι έτσι η ανάκλησίς του συνέπεσεν εις τον ίδιον ακριβώς καιρόν που οι σύμμαχοι, πλην των Ξελοποννησιακών στρατευμάτων, από μίσος προς αυτόν, ετάχθησαν υπό την αρχηγίαν των Ώθηναίων. Κετά τον εργομόν του εις την Ιακεδαίμονα, ο Ξαυσανίας ετιμωρήθη διά τα αδικήματα που είγε διαπράξει εναντίον ιδιωτών, ηθωώθη όμως από την σοβαρωτέραν και κυριωτέραν κατηγορίαν, διά προδοτικάς του σχέσεις με τους Ξέρσας, η οποία γενικώς εθεωρείτο αναμφισβήτητος. Γν τούτοις, δεν εστάλη πλέον προς ανάληψιν της αργηγίας, αλλ' αντ' αυτού εστάλη ο Βόρκις, με μερικούς άλλους, επί κεφαλής μικράς στρατιωτικής δυνάμεως. Ώλλ' οι σύμμαχοι δεν τους επέτρεψαν πλέον ν' αναλάβουν την αρχηγίαν. Ώυτoi, εξ άλλου, αντιληφθέντες την κατάστασιν, ανεχώρησαν. Νύτε τους αντικατέστησαν πλέον οι Ιακεδαιμόνιοι με άλλους, διότι εφοβούντο μήπως οι εξερχόμενοι εκ των ορίων της Ιακεδαίμονος διαφθείρονται, προς ζημίαν της Ππάρτης, όπως είδαν ότι συνέβη με τον Ξαυσανίαν. Ήθελαν, εξ άλλου, ν' απαλλαγούν από τον Ξερσικόν πόλεμον, και εθεώρουν τους Ώθηναίους ικανούς διά την αρχηγίαν και φίλους των κατά την εποχήν εκείνην.
Ώφού οι Ώθηναίοι ανέλαβαν κατ' αυτόν τον τρόπον την αρχηγίαν με την συγκατάθεσιν των συμμάχων, ένεκα του μίσους των τελευταίων εναντίον του Ξαυσανίου, προσδιώρισαν την εις χρήματα ή πολεμικά πλοία εισφοράν εκάστης πόλεως διά τον πόλεμον εναντίον των Ξερσών, του οποίου σκοπός διεκηρύττετο ότι είναι η ερήμωσις της χώρας του ΐασιλέως εις αντεκδίκησιν των όσων έπαθαν από αυτόν. Θαι τότε διά πρώτην φοράν εγκατεστάθη εις τας Ώθήνας η αρχή των Γλληνοταμιών, οι οποίοι εισέπρατταν τον φόρον, όπως ωνομάσθη η εις χρήματα εισφορά. Ν φόρος, όπως προσδιωρίσθη κατ' αρχάς, ανήρχετο εις τετρακόσια εξήντα τάλαντα, και ταμείον ήτο η Βήλος, εις τον ναόν της οποίας συνήρχοντο αι σύνοδοι των αντιπροσώπων των συμμάχων.
πό την αρχηγίαν των Ώθηναίων, οι σύμμαχοι κατ' αρχάς ήσαν εντελώς αυτόνομοι και μετείχαν διά των κοινών συνόδων των αντιπροσώπων των εις τας λαμβανομένας αποφάσεις. Ώλλά κατά το μεταξύ του Ξερσικού και του παρόντος πολέμου διάστημα, οι Ώθηναίοι προέβησαν, είτε διά πολέμου, είτε διά κυβερνητικών μέτρων, εις τας κατωτέρω μνημονευομένας ενεργείας, αι οποίαι εστρέφοντο είτε κατά των Ξερσών, είτε κατά των αποστατούντων συμμάχων των, είτε κατά των εις τας στάσεις αυτάς
παρεμβαινόντων εκάστοτε Ξελοποννησίων. Έγραψα δε και τα γεγονότα αυτά κατά παρέκβασιν από το κύριον θέμα μου, διότι όλοι οι προ εμού παρέλειψαν την περίοδον αυτήν, και ή συνέγραψαν την προ των Ξερσικών πολέμων Γλληνικήν ιστορίαν ή τους ιδίους τους Ξερσικούς πολέμους. Θαι ο Γλλάνικος ακόμη, ο οποίος έθιξε τουλάχιστον τα γεγονότα αυτά εις την Ώττικήν συγγραφήν του, τα επραγματεύθη δι' ολίγων και ανακριβώς ως προς τας χρονολογίας. Ε εξιστόρησις, άλλωστε, των γεγονότων αυτών εξηγεί συγχρόνως και τον τρόπον που ιδρύθη η ΏθηναΎκή ηγεμονία.
πό την αρχηγίαν του Θίμωνος, υιού του Κιλτιάδου, οι Ώθηναίοι εκυρίευσαν πρώτον διά πολιορκίας την επί του Πτρυμόνος Ειόνα, την οποίαν κατείχαν οι Ξέρσαι, και εξηνδραπόδισαν τους κατοίκους της. Ρην ιδίαν τύχην ηκολούθησεν έπειτα και η Πκύρος, νήσος του Ώιγαίου πελάγους, την οποίαν εκατοίκουν Βόλοπες, και την οποίαν μετά τούτο απώκισαν οι ίδιοι οι Ώθηναίοι. Ώκολούθως περιήλθαν εις πόλεμον προς τους Θαρυστίους, ενώ οι λοιποί Γυβοείς παρέμειναν ουδέτεροι, και με τον καιρόν οι Θαρύστιοι παρεδόθησαν διά συνθήκης. Κετά ταύτα επολέμησαν προς τους Λαξίους, οι οποίοι επανεστάτησαν εναντίον των, και τους ηνάγκασαν διά πολιορκίας να παραδοθούν. πήρξεν, άλλωστε, η Λάξος η πρώτη σύμμαχος πόλις, η οποία, εναντίον του ομοσπονδιακού καθεστώτος, εστερήθη της αυτονομίας της. ΐραδύτερον όμως και άλλαι έπαθαν το ίδιον με τον ένα ή τον άλλον τρόπον. 99. Ώιτίαι των επαναστάσεων ήσαν και άλλαι, κυριωτάτη όμως η ανεπαρκής καταβολή των φόρων και των εις τα πλοία εισφορών, ή και ολοσχερής τυχόν ενίοτε άρνησις εκπληρώσεως της στρατιωτικής κατά θάλασσαν υπηρεσίας. Βιότι οι Ώθηναίοι εξεβίαζαν την καταβολήν των φόρων με αυστηρότητα, και εγίνοντο οχληροί, εφαρμόζοντες διά την εκτέλεσιν των λοιπών υποχρεώσεων πιεστικά μέτρα εναντίον ανθρώπων, οι οποίοι ούτε συνηθισμένοι ήσαν εις ταλαιπωρίας, ούτε προθύμως υπεβάλλοντο εις αυτάς. Άλλωστε και διά διαφόρους λόγους, η ηγεμονία των Ώθηναίων έπαυσε πλέον να είναι αρεστή, όπως εις την αρχήν, και ούτε μετείχαν εις τας εκστρατείας υπό όρους ισότητος προς τους συμμάχους των, ενώ, εξ άλλου, τους ήτο εύκολον να εξαναγκάζουν εις υποταγήν όσους από αυτούς επανεστάτουν. Ρην ευθύνην, άλλωστε, δι' αυτό έφεραν οι ίδιοι οι σύμμαχοι. Βιότι, ένεκα της αποστροφής των αυτής προς την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, οι περισσότεροι από αυτούς, διά να μην απομακρύνωνται από τας εστίας των, ανέλαβαν την υποχρέωσιν αντί πλοίων να καταβάλλουν την αντίστοιχον δαπάνην εις χρήματα. Θαι αποτέλεσμα τούτου υπήρξεν ότι το μεν Ώθηναϊκόν ναυτικόν ηυξάνετο με τα χρήματα, τα όποια οι σύμμαχοι κατέβαλλαν εκάστοτε, ενώ οι τελευταίοι αυτοί, οσάκις ήθελαν αποστατήσει, ήρχιζαν τας εχθροπραξίας απαράσκευοι και άπειροι. 100. Κετά ταύτα έγινε και η παρά τον Γυρυμέδοντα ποταμόν, εις την Ξαμφυλίαν, πεζομαχία και ναυμαχία των Ώθηναίων και των συμμάχων των προς τους Ξέρσας, κατά την οποίαν οι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Θίμωνος, υιού του Κιλτιάδου, ανεδείχθησαν νικηταί εις μίαν και την αυτήν ημέραν κατά γην και κατά θάλασσαν, και εκυρίευσαν και κατέστρεψαν διακοσίας το όλον Σοινικικάς τριήρεις. ΐραδύτερον ακόμη συνέβη να επαναστατήσουν εναντίον των οι Ζάσιοι, ένεκα διαφοράς εγερθείσης διά τους επί της απέναντι Ζρακικής ακτής εμπορικούς λιμένας και τα μεταλλεία, τα οποία ενέμοντο οι Ζάσιοι. Ξλεύσαντες με τον στόλον των εναντίον της Ζάσου, ενίκησαν οι Ώθηναίοι κατά την συγκροτηθείσαν ναυμαχίαν, και ενήργησαν απόβασιν. Θατά τον ίδιον, άλλωστε, καιρόν απέστειλαν εις τον Πτρυμόνα δέκα χιλιάδας Ώθηναίους και
συμμάχους αποίκους, διά να εποικίσουν την σημερινήν Ώμφίπολιν, η οποία τότε ωνομάζετο Γννέα Νδοί. Νι άποικοι αυτοί κατώρθωσαν να καταλάβουν τας Γννέα Νδούς, τας οποίας κατείχαν έως τότε οι Εδωνοί, αλλ' όταν επροχώρησαν εις το εσωτερικόν της Ζράκης, κατεστράφησαν εις Βραβησκόν της Εδωνικής από τας ηνωμένος δυνάμεις των Ζρακών εκείνων, διά τους οποίους η εγκατάστασις της αποικίας αυτής απετέλει απειλήν. 101. Νι Ζάσιοι, εξ άλλου, ηττηθέντες και πολιορκούμενοι, επεκαλέσθησαν τους Ιακεδαιμονίους και τους παρεκάλουν επιμόνως να τους βοηθήσουν εισβάλλοντες εις την Ώττικήν. Νι Ιακεδαιμόνιοι υπεσχέθησαν την βοήθειαν αυτήν κρυφά από τους Ώθηναίους, και ητοιμάζοντο να την δώσουν, ημποδίσθησαν όμως από τον συμβάντα σεισμόν, κατά τον οποίον οι Γίλωτες, μαζί με τους περιοίκους της Ζουρίας και Ώιθαίης, επανεστάτησαν εναντίον των και κατέλαβαν την Ηθώμην. Ξλείστοι από τους Γίλωτας ήσαν απόγονοι των παλαιών Κεσσηνίων, οι οποίοι είχαν υποδουλωθή κατά τον πρώτον Κεσσηνιακόν πόλεμον, και ως εκ τούτου ωνομάσθησαν όλοι Κεσσήνιοι. Ώλλ' ενώ οι Ιακεδαιμόνιοι ήσαν τοιουτοτρόπως απησχολημένοι εις τον πόλεμον προς τους εις την Ηθώμην, οι Ζάσιοι, κατόπιν πολιορκίας δύο και πλέον ετών, υπετάχθησαν εις τους Ώθηναίους διά συνθηκολογίας, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, παρέδωσαν τον στόλον των, ανέλαβαν να πληρώσουν αμέσως την ζητηθείσαν πολεμικήν αποζημίωσιν και να καταβάλουν του λοιπού φόρον, και παρήχθησαν από τα δικαιώματα των επί της απέναντι ηπείρου και του μεταλλείου.
Νι Ιακεδαιμόνιοι, επειδή παρετείνετο, ατυχώς δι' αυτούς, ο πόλεμος προς τους καταλαβόντας την Ηθώμην, επεκαλέσθησαν την βοήθειαν και άλλων συμμάχων και των Ώθηναίων, οι οποίοι απέστειλαν ικανήν τοιαύτην με αρχηγόν τον Θίμωνα. Ρην βοήθειαν των Ώθηναίων επεκαλέσθησαν κυρίως, διότι οι τελευταίοι εθεωρούντο ικανοί εις την τειχομαχίαν, ενώ η μακρά διάρκεια της πολιορκίας είχε δείξει εις τους Ιακεδαιμονίους τηνιδικήν των ως προς τούτο ανεπάρκειαν. Βιότι άλλως θα είχαν καταλάβει εξ εφόδου την Ηθώμην. Γξ αφορμής, άλλωστε, της εκστρατείας αυτής, έγινε διά πρώτην φοράν καταφανής η έλλειψις αρμονίας εις τας μεταξύ Ιακεδαιμονίων και Ώθηναίων σχέσεις. Βιότι οι Ιακεδαιμόνιοι, επειδή η δι' εφόδου κατάληψις δεν επετύγχανε, εφοβήθησαν μήπως, εάν παραταθή η παρουσία των Ώθηναίων, τους οποίους άλλωστε εθεώρουν αλλοφύλους, οι τελευταίοι, λόγω του τολμηρού και αστάτου χαρακτήρας των, παρασυρθούν από τους πολιορκουμένους και ταχθούν με το μέρος των, και διά τούτο τους απεμάκρυναν, μόνους εκ των συμμάχων, χωρίς να εκδηλώσουν τας υποψίας των, αλλ' ειπόντες ότι δεν τους έχουν πλέον ανάγκην. Νι Ώθηναίοι, εν τούτοις, εννόησαν ότι η πομάκρυνσίς των ωφείλετο εις κάποιαν υποψίαν και όχι εις την ευσχημοτέραν δικαιολογίαν, η οποία εδόθη. Θαι επειδή εθεώρησαν αφόρητον το πράγμα και ενόμισαν ότι δεν ήσαν άξιοι τοιαύτης ύβρεως εκ μέρους των Ιακεδαιμονίων, ευθύς αφού επέστρεψαν, παρήτησαν την συμμαχίαν, την οποίαν είχαν συνομολογήσει με αυτούς εναντίον των Ξερσών, και συνωμολόγησαν νέαν τοιαύτην με τους Ώργείους, οι οποίοι, ήσαν εχθροί εκείνων. Νμοία συμμαχία, επιβεβαιωθείσα με τους ιδίους όρκους, συνωμολογήθη συγχρόνως από τους δύο, τους Ώθηναίους δηλαδή και τους Ώργείους, με τους Ζεσσαλούς.
Θατά το δέκατον έτος της πολιορκίας της Ηθώμης, οι παναστάται, μη δυνάμενοι ν' ανθέξουν περισσότερον,
εσυνθηκολόγησαν με τους Ιακεδαιμονίους, Θατά τους όρους της συνθήκης, ώφειλαν ν' απέλθουν από την Ξελοπόννησον, εξασφαλιζομένης εις αυτούς της ελευθέρας πορείας των, και ποτέ πλέον να μην επιστρέψουν εις αυτήν· εν περιπτώσει παραβάσεως συλλαμβανόμενοι θα εγίνοντο δούλοι εκείνου που τους συνέλαβε. Κεταξύ των Ιακεδαιμονίων, άλλωστε, ανεφέρετο κάποιος αρχαίος Ξυθικός χρησμός, κατά τον οποίον ώφειλαν ν' αφίνουν ελευθέρους εκείνους που κατέφευγαν ως ικέται εις τον Ηθωμήτην Βία. Νι Κεσσήνιοι, συνεπώς, μαζί με τα τέκνα και τας γυναίκας των, εξεκένωσαν την Ηθώμην, και οι Ώθηναίοι, ένεκα των εχθρικών ήδη σχέσεων των προς τους Ιακεδαιμονίους, τους εδέχθησαν και τους εγκατέστησαν εις την Λαύπακτον, την οποίαν είχαν κυριεύσει προσφάτως από τους Νζόλας Ιοκρούς. Θαι οι Κεγαρείς, άλλωστε, εγκαταλείψαντες τους Ιακεδαιμονίους, προσεχώρησαν εις την Πυμμαχίαν των Ώθηναίων, διότι επιέζοντο από τον πόλεμον που τους έκαμναν οι Θορίνθιοι ένεκα συνοριακών ερίδων. Πυνέπεια τούτου υπήρξεν ότι οι Ώθηναίοι κατέλαβαν τα Κέγαρα και τας Ξηγάς (επίνειον των Κεγάρων) και οικοδόμησαν διά τους Κεγαρείς τα Κακρά Ρείχη, τα οποία εξετείνοντο από την πόλιν μέχρι του λιμένος της Λισαίας, και των οποίων την φρούρησιν ανέλαβαν οι ίδιοι. Θαι ένεκα της αιτίας αυτής κυρίως ήρχισε διά πρώτην φοράν να εξάπτεται το σφοδρόν μίσος των Θορινθίων εναντίον των Ώθηναίων.
Γν τω μεταξύ, ο υιός του Υαμμητίχου Ηνάρως, βασιλεύς των Ιιβύων, που κατοικούν πλησίον της Ώιγύπτου, ορμώμενος από την Κάρειαν, πόλιν κειμένην προς νότον της νήσου Σάρου, παρέσυρε το μεγαλύτερον μέρος της Ώιγύπτου εις επανάστασιν εναντίον του βασιλέως Ώρταξέρξου, και αφού ανέλαβεν ο ίδιος την αρχήν, επροσκάλεσε τους Ώθηναίους εις βοήθειαν. Θαι επειδή οι τελευταίοι έτυχε να ευρίσκωνται εις Θύπρον, όπου είχαν εκστρατεύσει, με διακόσια πλοία ιδικά των και των συμμάχων των, απέπλευσαν απ' εκεί και ήλθαν εις την Ώίγυπτον. Ώφού ανέπλευσαν τον Λείλον, και έγιναν κύριοι του ποταμού και των δύο τρίτων της Κέμφιδος, ήρχισαν την επίθεσιν εναντίον του τρίτον μέρους, το οποίον καλείται Ιευκόν Ρείχος, εντός του οποίου ευρίσκοντο όσοι από τους Ξέρσας και Κήδους είχαν καταφύγει εκεί και όσοι από τους Ώιγυπτίους δεν είχαν λάβει μέρος εις την επανάστασιν.
Νι Ώθηναίοι, προς τούτοις, ενεργήσαντες διά του στόλου των απόβασιν εις την Ώλιάδα, συνήψαν μάχην προς τους Θορινθίους και Γπιδαυρίους, κατά την οποίαν νικηταί ανεδείχθησαν οι Θορίνθιοι. Ώκολούθως οι Ώθηναίοι εναυμάχησαν προς τον Ξελοποννησιακόν στόλον πλησίον της Θεκρυφαλείας, και την φοράν αυτήν νικηταί ανεδείχθησαν οι Ώθηναίοι. Κετά ταύτα περιήλθαν εις πόλεμον οι Ώθηναίοι προς τους Ώιγινήτας, και συγκροτηθείσης πλησίον της Ώιγίνης ναυμαχίας, εις την οποίαν έλαβαν μέρος και οι σύμμαχοι των δύο μερών, ενίκησαν οι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Ιεωκράτους, υιού του Πτροίβου, και κυριεύσαντες εβδομήντα πλοία ενήργησαν απόβασιν εις το έδαφος των Ώιγινητών και επολιόρκησαν την πόλιν. Νι Ξελοποννήσιοι, θέλοντες να βοηθήσουν τους Ώιγινήτας, απεβίβασαν εις την νήσον τριακοσίους οπλίτας, οι οποίοι προηγουμένως είχαν σταλή εις επικουρίαν των Θορινθίων και Γπιδαυρίων, ενώ οι Θορίνθιοι με τους συμμάχους των κατέλαβαν τα υψώματα της Αερανείας και επέδραμαν εις την Κεγαρίδα, διότι ενόμιζαν ότι οι Ώθηναίοι δεν θα είναι εις θέσιν να βοηθήσουν τους Κεγαρείς, εφόσον σημαντική στρατιωτική των δύναμις απουσίαζεν εις Ώίγιναν και Ώίγυπτον, αλλ' ότι, και αν τυχόν έλθουν εις βοήθειαν, θ' αναγκασθούν να
λύσουν την πολιορκίαν της Ώιγίνης. Νι Ώθηναίοι, εν τούτοις, δεν μετεκίνησαν τον πολιορκούντα την Ώίγιναν στρατόν των, αλλ' από την υπολειπομένην εις την πόλιν δύναμιν οι νεώτεροι και οι γεροντότεροι άνδρες ήλθαν εις Κέγαρα υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Κυρωνίδου. Θαι συγκροτηθείσης προς τους Θορινθίους μάχης αμφιρρόπου, αφού οι δύο στρατοί απεχωρίσθησαν, έκαστος από αυτούς εθεώρησεν ότι ο αντίπαλος του μάλλον είχεν ηττηθή. Θαι οι μεν Ώθηναίοι, οι οποίοι πράγματι ήσαν κυρίως νικηταί, έστησαν τρόπαιον μετά την αναχώρησιν των Θορινθίων. Νι Θορίνθιοι, εξ άλλου, κακιζόμενοι από τους πρεσβυτέρους της πόλεως, αφού παρεσκευάσθησαν επί δώδεκα περίπου ημέρας, επανήλθαν και ήρχισαν να στήνουν και αυτοί αντίζηλον τρόπαιον ως νικηταί. Ώλλ' εν τω μεταξύ, οι Ώθηναίοι, εξορμήσαντες από τα Κέγαρα, και τους στήνοντας το τρόπαιον εφόνευσαν, και συμπλακέντες προς τους λοιπούς, τους ενίκησαν. 106. Oι Θορίνθιοι υπεχώρουν καταδιωκόμενοι, όταν αρκεκοί από αυτούς, πιεζόμενοι ισχυρώς από τους καταδιώκοντας, έχασαν τον δρόμον και ενέπεσαν εντός κτήματος κάποιου ιδιώτου, το οποίον έτυχε να περιβάλλεται από βαθείαν τάφρον και από το οποίον δεν υπήρχεν έξοδος. Νι Ώθηναίοι, ως αντελήφθησαν το πράγμα, τους απέκλεισαν κατά μέτωπον με τους οπλίτας των, και τοποθετήσαντες πέριξ τους ελαφρώς ωπλισμένους στρατιώτας των, εφόνευσαν διά λιθοβολισμού όλους τους εισελθόντας. Ε συμφορά αύτη υπήρξε μέγα πλήγμα διά τους Θορινθίους. Ρο κύριον, εν τούτοις, σώμα του στρατού των κατώρθωσε να επιστρέψη εις τα ίδια.
Θατά την εποχήν αυτήν, ήρχισαν οι Ώθηναίοι να οικοδομούν και τα μακρά προς την θάλασσαν τείχη, το προς το Σάληρον και το προς τον Ξειραιά. Θαι επειδή οι Σωκείς, εκστρατεύσαντες κατά του ΐοιού, του Θυτινίου και του Γρινεού, της χώρας των Βωριέων, μητροπόλεως των Ιακεδαιμονίων, εκυρίευσαν μίαν από τας πόλεις αυτάς, οι Ιακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του Λικομήδους, υιού του Θλεομβρότου, ο οποίος ήτο επίτροπος του ανηλίκου βασιλέως Ξλειστοάνακτος, υιού του Ξαυσανίου, ήλθαν εις βοήθειαν των Βωριέων με χιλίους πεντακοσίους ιδικούς των οπλίτας και δέκα χιλιάδας συμμάχους, και αφού ηνάγκασαν τους Σωκείς διά συνθήκης ν' αποδώσουν την πόλιν, ητοιμάζοντο να επιστρέψουν εις τα ίδια. Ώλλ' η επιστροφή των παρουσίαζε πολλάς δυσκολίας, διότι, αν μεν ήθελαν να διαπεραιωθούν κατά θάλασσαν διά του Θορινθιακού κόλπου, έπρεπε να περιμένουν ότι οι Ώθηναίοι, των οποίων ο στόλος είχε περιπλεύσει την Ξελοπόννησον και ευρίσκοντο ήδη εκεί, θα τους εμποδίσουν. Ε κατά ξηράν, εξ άλλου, πορεία διά της Αερανείας δεν τους εφαίνετο ασφαλής, εφόσον οι Ώθηναίοι κατείχαν τα Κέγαρα και τας Ξηγάς. Βιότι η Αεράνεια είναι δύσβατος και εφρουρείτο διαρκώς από τους Ώθηναίους, οι οποίοι, καθώς έμαθαν τότε οι Ιακεδαιμόνιοι, σκοπόν είχαν να εμποδίσουν και απ' εκεί την διάβασίν των. Ώπεφάσισαν λοιπόν ν' αναβάλουν την αναχώρησιν των από την ΐοιωτίαν, διά να σκεφθούν πως ημπορούν να περάσουν ασφαλέστερον εις την Ξελοπόννησον. Γις την απόφασιν αυτήν έφθασαν εν μέρει και διότι μερικοί Ώθηναίοι τους προσεκάλουν κρυφίως, με την ελπίδα να θέσουν τέρμα εις το δημοκρατικόν πολίτευμα και εις την ανοικοδόμησιν των Κακρών Ρειχών. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, νομίσαντες ότι οι Ιακεδαιμόνιοι ευρίσκονται εις μεγάλην αμηχανίαν ως προς τον τρόπον της επιστροφής των, και υποπτευθέντες επί πλέον αυτούς ότι θέλουν να καταλύσουν το δημοκρατικόν των πολίτευμα, εξεστράτευσαν εναντίον των με όλας των τας δυνάμεις, και μαζί με αυτούς χίλιοι Ώργείοι και διάφορα στρατιωτικά αποσπάσματα των άλλων συμμάχων, της όλης δυνάμεως συμποσωθείσης εις δέκα τέσσαρας χιλιάδας άνδρας. Γις βοήθειαν των Ώθηναίων ήλθε
και ιππικόν Ζεσσαλικόν, σύμφωνα με τους όρους της προς τους Ζεσσαλούς συμμαχίας. Ρούτο όμως, διαρκούσης της μάχης, ελιποτάκτησε προς τους Ιακεδαιμονίους. 108. Θατά την μάχην, η οποία συνεκροτήθη εις την Ρανάγραν της ΐοιωτίας, και της οποίας αι απώλειαι υπήρξαν μεγάλαι και από τα δύο μέρη, ενίκησαν οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των, και αφού επέδραμαν εις την Κεγαρίδα και την εδενδροτόμησαν, επέστρεψαν πάλιν εις τα ίδια διά της Αερανείας και του Ησθμού. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, εξεστράτευσαν την εξηκοστήν δευτέραν ημέραν μετά την μάχην, υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Κυρωνίδου, εναντίον των ΐοιωτών. Θαι νικήσαντες αυτούς εις μάχην παρά τα Νινόφυτα, έγιναν κύριοι της ΐοιωτίας και της Σωκίδος, κατηδάφισαν τα τείχη της Ρανάγρας και έλαβαν ομήρους από τους Νπουντίους Ιοκρούς εκατόν ανδρας. τους πλουσιωτάτους. Πυνεπλήρωσαν επίσης την οικοδομήν των Κακρών Ρειχών. Θαι οι Ώιγινήται, εξ άλλου, υπετάχθησαν εις τους Ώθηναίους διά συνθήκης, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, παρέδωσαν τον στόλον των, και ανέλαβαν την καταβολήν φόρου εις το μέλλον. Γπί πλέον, οι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Ρολμίδου, υιού του Ρολμαίου, περιπλεύσαντες την Ξελοπόννησον, έκαυσαν τον ναύσταθμον των Ιακεδαιμονίων (Αύθειον), κατέλαβαν την Ταλκίδα, πόλιν των Θορινθίων, και ενεργήσαντες απόβασιν εις το εδαφος των Πικυωνίων, ενίκησαν αυτούς κατά την συγκροτηθείσαν μάχην.
Γν τω μεταξύ, οι Ώθηναίοι και οι σύμμαχοί των εξηκολούθουν να παραμένουν εις την Ώίγυπτον, όπου ο πόλεμος ελάμβανε διαφόρους φάσεις. Βιότι, επειδή κατ' αρχάς οι Ώθηναίοι έγιναν κύριοι της Ώιγύπτου, ο ΐασιλεύς απέστειλεν εις Ιακεδαίμονα τον Κεγάβαζον, κομιστήν χρημάτων, διά να πείση τους Ξελοποννησίους να εισβάλουν εις την Ώττικήν και επιτύχη τοιουτοτρόπως την εκκένωσιν της Ώιγύπτου εκ μέρους των Ώθηναίων. Ώλλ' επειδή η αποστολή του δεν ευωδώνετο και τα χρήματα εξωδεύοντο ματαίως, ο Κεγάβαζος με τα υπολειφθέντα χρήματα επέστρεψε εις Ώσίαν, και εστάλη άλλος Ξέρσης, ο Κεγάβυζος, υιός του Δωπύρου, με πολύν στρατόν. Ν Κεγάβυζος ελθών διά ξηράς ενίκησε τους Ώιγυπτίους και τους συμμάχους των κατά την συγκροτηθείσαν μάχην, εξεδίωξε τους Έλληνας από την Κέμφιδα, και τέλος τους ενέκλεισεν εις την νήσον Ξροσωπίτιδα, όπου τους επολιόρκησεν επί εν έτος και έξη μήνας μέχρις ότου, διά της παροχετεύσεως του ύδατος προς άλλην διεύθυνσιν, απεξήρανε την διώρυγα, και ετσι όχι μόνον τα πλοία ευρέθησαν επί της ξηράς, αλλά και το πλείστον της νήσου ηνώθη με την ξηράν, και ο Κεγάβαζος, διαβάς πεζή, την εκυρίευσε. 110. Ροιουτοτρόπως, κατόπιν εξαετούς πολέμου, η κατά της Ώιγύπτου επιχείρησις των Γλλήνων κατέληξεν εις καταστροφήν, και ολίγοι μόνον από τους πολλούς εσώθησαν, πορευόμενοι διά Ιιβύης εις Θυρήνην ενώ oι πλείστοι εχάθησαν. Ε Ώίγυπτος περιήλθε πάλιν υπό την κυριαρχίαν του ΐασιλέως, πλην του Ώμυρταίου, βασιλέως των ελών, τον οποίον δεν ημπορούσαν να υποτάξουν ένεκα της μεγάλης εκτάσεως του έλους, και συγχρόνως διότι οι κάτοικοι του είναι oι μαχιμώτεροι Ώιγύπτιοι. Ν βασιλεύς, εξ άλλου, των Ιιβύων Ηνάρως, ο οποίος υπήρξεν η αιτία όλης αυτής της κινήσεως εις την Ώίγυπτον, συλληφθείς διά προδοσίας, ανεσκολοπίσθη. Γν τω μεταξύ, πενήντα πολεμικά πλοία εξέπλευσαν από τας Ώθήνας και τας άλλας ομοσπόνδους πόλεις, διευθυνόμενα εις Ώίγυπτον προς συμπλήρωσιν των κενών του εκεί στόλου, και προσήγγισαν εις το Κενδήσιον στόμιον του ποταμού, εν πλήρει αγνοία των συμβάντων. Ξεζός στρατός από
την ξηράν και Σοινικικός στόλος από την θάλασσαν επέπεσαν εναντίον των και κατέστρεψαν τα περισσότερα, ενώ τα ολιγώτερα μόνον διέφυγαν. Ροιούτον υπήρξε το τέλος της μεγάλης εις Ώίγυπτον εκστρατείας των Ώθηναίων και των συμμάχων.
Κετά ταύτα, ο Νρέστης, υιός του βασιλέως των Ζεσσαλών Γχεκρατίδου, ενώ ήτο εξόριστος, έπεισε τους Ώθηναίους να τον αποκαταστήσουν εις την αρχήν. Ξαραλαβόντες δε μερικούς ΐοιωτούς και Σωκείς, οι οποίοι ήσαν ήδη σύμμαχοί των, oι Ώθηναίοι εξεστράτευσαν κατά της Σαρσάλου, πόλεως της Ζεσσαλίας. Θαι εις μεν την ύπαιθρον χώραν επεκράτουν, εφόσον ήτο τούτο δυνατόν, χωρίς ν' απομακρύνωνται από το στρατόπεδόν των -διότι το Ζεσσαλικόν ιππικόν τους ανεχαίτιζε- την πόλιν όμως δεν ημπόρεσαν να κυριεύσουν, ούτε κανείς άλλος από τους σκοπούς, διά τους οποίους εξεστράτευσαν, ευωδώνετο, και ως εκ τούτου επέστρεψαν άπρακτοι, ακολουθούμενοι από τον Νρέστην. Νλίγον χρόνον ύστερον, χίλιοι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Ξερικλέους, υιού του Μανθίππου, επιβάντες εις τον στόλον που εστάθμευεν εις τας Ξηγάς, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την κατοχήν των, έπλευσαν κατά μήκος της ακτής εις Πικυώνα, και ενεργήσαντες απόβασιν, ενίκησαν κατά την συγκροτηθείσαν μάχην τους αντεπεξελθόντας εναντίον των Πικυωνίους. Ώμέσως δε μετά τούτο, παραλαβόντες μερικούς Ώχαιούς και πλεύσαντες εις την απέναντι ακτήν, επετέθησαν κατά των Νινιάδων, πόλεως της Ώκαρνανίας, και την επολιόρκησαν. Βεν ημπόρεσαν όμως να την κυριεύσουν, αλλ' επέστρεψαν εις τα ίδια άπρακτοι.
Κετά παρέλευσιν τριών ετών, συνωμολογήθη συνθήκη πενταετούς ειρήνης μεταξύ των Ξελοποννησίων και των Ώθηναίων. Φς εκ τούτου, οι τελευταίοι απέσχον επί του παρόντος από πολέμου εναντίον Γλλήνων, εξεστράτευσαν όμως εναντίον της Θύπρου, με στόλον διακοσίων Ώθηναϊκών και συμμαχικών πλοίων υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Θίμωνος. Ρμήμα του στόλου αυτού, αποτελούμενον από εξήντα πλοία, έπλευσεν εις την Ώίγυπτον, συνεπεία προσκλήσεως του βασιλέως των ελών Ώμυρταίου, ενώ ο λοιπός στόλος ήρχισε την πολιορκίαν του Θιτίου. Ώλλ' επειδή απέθανεν ο Θίμων, ενέσκηψε δε κατόπιν λιμός, οι Ώθηναίοι εγκατέλειψαν το Θίτιον, και κατά τον πλουν της επιστροφής, όταν ευρίσκοντο προ της Παλαμίνος της Θύπρου, συνήψαν ναυμαχίαν και ευθύς αμέσως πεζομαχίαν εναντίον Σοινίκων και Θυπρίων και Θιλίκων, και νικήσαντες κατά γην και κατά θάλασσαν, επέστρεψαν εις τα ίδια, συνοδευόμενοι και από το τμήμα του στόλου, το οποίον επέστρεφεν από την Ώίγυπτον. Κετά ταύτα, οι Ιακεδαιμόνιοι επεχείρησαν την εκστρατείαν του Ηερού καλουμένου πολέμου, και καταλαβόντες τον ναόν των Βελφών, τον παρέδωσαν εις τους κατοίκους των Βελφών. Ώλλ' ύστερον πάλιν, όταν οι Ιακεδαιμόνιοι απεσύρθησαν, οι Ώθηναίοι εξεστράτευσαν, και αφού κατέλαβαν τον ναόν, τον παρέδωσαν εις τους Σωκείς.
Κετά παρέλευσιν μερικού καιρού, οι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Ρολμίδου, υιού του Ρολμαίου, εξεστράτευσαν με χιλίους ιδικούς των οπλίτας και ανάλογα στρατιωτικά αποσπάσματα των άλλων συμμάχων, εναντίον του Νρχομενού και της Ταιρωνείας και μερικών άλλων πόλεων της ΐοιωτίας, αι οποίαι κατείχοντο από τους εξορίστους ΐοιωτούς και ήσαν ένεκα τούτου εχθρικαί. Κετά την άλωσιν της
Ταιρωνείας και τον εξανδραποδισμόν των κατοίκων της, εγκατέστησαν φρουράν και ήρχισαν την πορείαν της εις τα ίδια επιστροφής. Ώλλ' ενώ επορεύοντο διά της Θορώνειας, επετέθησαν εναντίον των οι κατέχοντες τον Νρχομενόν εξόριστοι ΐοιωτοί και μαζί με αυτούς Ιοκροί και εξόριστοι Γυβοείς, καθώς και άλλοι έχοντες τα ίδια πολιτικά φρονήματα. Θαι ενίκησαν κατά την μάχην, και μέρος μεν από τους Ώθηναίους εφόνευσαν, τους δε λοιπούς συνέλαβαν ζώντας. Πυνεπεία τούτου, οι Ώθηναίοι εξεκένωσαν ολόκληρον την ΐοιωτίαν κατόπιν συνθήκης, διά της οποίας συνωμολογείτο η απόδοσις των αιχμαλώτων. Ροιουτοτρόπως όχι μόνον οι εξόριστοι ΐοιωτοί επανήλθον εις τας εστίας τον, αλλά και όλοι ανεξαιρέτως ανέκτησαν την ανεξαρτησίαν των.
Νλίγον χρόνον μετά ταύτα, επανεστάτησεν η Γύβοια εναντίον των Ώθηναίων. Θαι ενώ ο Ξερικλής, επί κεφαλής Ώθηναϊκού στρατού, είχε διαβή τον πορθμόν και ευρίσκετο ήδη εις την Γύβοιαν, ανηγγέλθη προς αυτόν ότι τα Κέγαρα επανεστάτησαν, ότι επίκειται εισβολή των Ξελοποννησίων εις την Ώττικήν και ότι εξωλωθρεύθη από τους Κεγαρείς η Ώθηναϊκή φρουρά, εκτός όσων κατέφυγαν εις την Λίσαιαν. Νι Κεγαρείς επανεστάτησαν, αφού προηγουμένως κατά πρόσκλησίν των είχεν έλθει εις βοήθειάν των δύναμις Θορινθίων και Πικυωνίων και Γπιδαυρίων. Ν Ξερικλής επανέφερεν εσπευσμένως τον στρατόν από την Γύβοιαν. Θαι οι Ξελοποννήσιοι μετά τούτο, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Ξλειστοάνακτος, υιού του Ξαυσανίου, εισέβαλαν εις την Ώττικήν, και προχωρήσαντες μέχρι της Γλευσίνος και του Ζριασίου πεδίου, ηρήμωσαν την χώραν, αλλά χωρίς να προελάσουν περαιτέρω, επέστρεψαν εις τα ίδια. Θαι τότε πάλιν οι Ώθηναίοι, διαβάντες εις την Γύβοιαν υπό την αρχηγίαν του Ξερικλέους, την υπέταξαν ολόκληρον. Θαι των μεν άλλων πόλεων ερρύθμισαν διά συνθηκών τα πολιτεύματα, όπως τους εσύμφερε, τους Γστιαίους όμως εξεδίωξαν από τας εστίας των και κατέλαβαν το έδαφός των.
Νλίγον χρόνον μετά την εξ Γυβοίας επιστροφήν των, συνωμολόγησαν προς τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών την Ρριακονταετή συνθήκην, κατά τους όρους της οποίας απέδιδαν την Λίσαιαν, τας Ξηγάς, την Ρροιζήνα και την ΏχαΎαν, αι οποίαι, ενώ ανήκαν εις την Ξελοποννησιακήν ομοσπονδίαν, κατείχοντο υπό των Ώθηναίων.
Θατά το έκτον μετά την συνθήκην αυτήν έτος, οι Πάμιοι και οι Κιλήσιοι περιήλθαν διά την κατοχήν της Ξριήνης εις πόλεμον, κατά την διάρκειαν του οποίου οι Κιλήσιοι, μειονεκτούντες στρατιωτικώς, ήλθαν προς τους Ώθηναίους καταφερόμενοι εναντίον των Παμίων. Ρους Κιλησίους υπεστήριζαν και μερικοί ιδιώται από την Πάμον, οι οποίοι επεδίωκαν να ανατρέψουν το πολίτευμα της νήσου των. Πυνεπεία τούτου, οι Ώθηναίοι, πλεύσαντες εις Πάμον με στόλον σαράντα πλοίων, εγκαθίδρυσαν την δημοκρατίαν, και αφού παρέλαβαν ομήρους πενήντα παιδία και πενήντα άνδρας -τους οποίους ετοποθέτησαν προς φύλαξιν εις την Ιήμνονανεχώρησαν αφίσαντες φρουράν. Κερικοί, εν τούτοις, από τους Παμίους δεν ήθελαν να παραμείνουν, αλλ' έφυγαν εις την απέναντι Κικρασιατικήν ακτήν, και αφού συνεννοήθησαν με τους επιφανεστέρους από τους ολιγαργικούς της πόλεως, και συνωμολόγησαν συμμαχίαν με τον Ξισσούθνην, υιόν του στάσπου,
σατράπου τότε των Πάρδεων, και εστρατολόγησαν μισθοφορικήν δύναμιν επτακοσίων ανδρών, επέρασαν εν καιρώ νυκτός εις την Πάμον. Θαι πρώτον επετέθησαν εναντίον των δημοκρατικών και συνέλαβαν τους περισσοτέρους από τους αργηγούς των, έπειτα απήγαγαν κρυφίως τους ομήρους των από την Ιήμνον και απεκήρυξαν κάθε δεσμόν της Πάμου προς την Ώθηναϊκήν ομοσπονδίαν, και τέλος παρέδωκαν εις τον Ξισσούθνην την Ώθηναϊκήν φρουράν και τους ανωτάτους Ώθηναίους υπαλλήλους, όσοι ευρίσκοντο εις την νήσον, και ήρχισαν ευθύς να ετοιμάζουν εκστρατείαν κατά της Κιλήτου. Πυνεπανεστάτησαν δε μετά των Παμίων και οι ΐυζάντιοι. 116. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, ευθύς ως το έμαθαν, έπλευσαν εναντίον της Πάμου με στόλον εξήντα πλοίων. Βέκα εξ από τα πλοία αυτά, εν τούτοις, δεν εχρησιμοποιήθησαν εις την εναντίον της νήσου επίθεσιν, διότι είχαν αποπλεύσει άλλα μεν εις Θαρίαν, προς επιτήρησιν του Σοινικικού στόλου, αλλά δε εις Τίον και Ιέσβον, διά να ζητήσουν την αποστολήν επικουριών. Ώλλά τα λοιπά σαράντα τέσσερα πλοία, υπό την αρχηγίαν του Ξερικλέους και εννέα αλλων στρατηγών, εναυμάχησαν παρά την Ρραγίαν νήσον πρός εβδομήντα Παμιακά, ερχόμενα από την Κίλητον, εκ των οποίων είκοσι ήσαν οπλιταγωγά, και ενίκησαν οι Ώθηναίοι, οι οποίοι, ενισχυθέντες βραδύτερον από τας Ώθήνας με σαράντα νέα πλοία και από την Τίον και Ιέσβον με είκοσι πέντε, ενήργησαν απόβασιν, και επειδή υπερείχαν κατά το πεζικόν, ήρχισαν να πολιορκούν την πόλιν από τας τρεις πλευράς διά της ανεγέρσεως ισαρίθμων πολιορκητικών τειχών, και από το μέρος της θαλάσσης διά του στόλου. Ώλλ' ο Ξερικλής, λαβών εξήντα πλοία από τον πολιορκητικόν στόλον, απήλθεν εσπευσμένως προς την Θαύνον της Θαρίας, καθόσον είχεν αναγγελθή ότι Σοινικικός στόλος πλέει εναντίον των Ώθηναίων, και ο Πτησαγόρας μαζί με άλλους είχεν ήδη εκπλεύσει από την Πάμον με πέντε πλοία, διά να ζητήση την βοήθειαν του Σοινικικού στόλου. 117. Γν τω μεταξύ, εκπλεύσαντες οι Πάμιοι, επέπεσαν αιφνιδιαστικώς κατά του ναυτικού σταθμού των Ώθηναίων, ο οποίος δεν επροστατεύετο με σταυρώματα, και καταστρέψαντες τα περίπολα πλοία και ναυμαχήσαντες κατ' εκείνων όσα εξέπλευσαν προς αντιμετώπισίν των, ενίκησαν και εκυριάρχησαν της πλησίον των ακτών θαλάσσης επί δύο εβδομάδας, κατά την διάρκειαν των οποίων εισήγαν και εξήγαν ό,τι ήθελαν. Ώλλά μετά την επιστροφήν του Ξερικλέους, απεκλείσθησαν εκ νέου από το μέρος της θαλάσσης. ΐραδύτερον ήλθαν προς επικουρίαν, από τας Ώθήνας, σαράντα πλοία υπό τον Ζουκυδίδην, τον Άγνωνα και τον Σορμίωνα, και έτερα πάλιν είκοσι υπό τον Ρληπόλεμον και Ώντικλέα, και από την Τίον και Ιέσβον τριάντα. Νι Πάμιοι προέβησαν εις κάποιαν ναυμαχίαν μικράς σημασίας, αλλ' επειδή δεν ημπορούσαν ν' ανθέξουν περισσότερον, ηναγκάσθησαν, κατά τον ένατον μετά την έναρξιν της πολιορκίας μήνα, να υποταγθούν διά συνθηκολογίας, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, έδωσαν ομήρους, παρέδωσαν τον στόλον των και ανέλαβαν την υποχρέωσιν να καταβάλουν τα έξοδα του πολέμου κατά τακτάς δόσεις. Θαι οι ΐυζάντιοι, εξ άλλου, υπετάχθησαν, παραδεχθέντες να είναι υπήκοοι όπως πριν.
Κετά παρέλευσιν ολίγων ετών, συνέβησαν τα προηγουμένως ήδη ιστορηθέντα, ήτοι τα Θερκυραϊκά, τα Ξοτειδαιατικά, και όσα άλλα υπήρξαν αίτια του παρόντος πολέμου. λαι αυταί αι επιχειρήσεις των Γλλήνων, είτε των μεν κατά των δε, είτε εναντίον του βαρβάρου, έγιναν εις διάστημα πενήντα περίπου ετών, μεταξύ της αποχωρήσεως του Μέρξου και της αρχής του παρόντος πολέμου. Βιαρκούσης της περιόδου αυτής, οι Ώθηναίοι
επέβαλαν την ηγεμονίαν των με ισχυροτέραν πυγμήν, και η πόλις των Ώθηνών ανήλθεν εις περιωπήν μεγάλης δυνάμεως. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, μολονότι αντιλαμβανόμενοι τούτο, όχι μόνον δεν επεχείρουν να τους εμποδίσουν, ειμή κατά συντόμους περιόδους, αλλά και ησύχαζαν τον περισσότερον καιρόν, διότι και προτού δυσκόλως απεφάσιζαν την ανάληψιν πολέμων, εκτός οσάκις εξηναγκάζοντο εις τούτο, εξ άλλου, όμως, και διότι ημποδίζοντο από εμφυλίους πολέμους. Ώλλ' επί τέλους η δύναμις των Ώθηνών ήρχισε να ογκώνεται κατά τρόπον καταφανή, και ήρχισαν να βάζουν χέρι επάνω εις τους συμμάχους των Ιακεδαιμονίων. Θαι τότε οι τελευταίοι δεν ημπόρεσαν πλέον ν' ανεχθούν τούτο, αλλ' έκριναν ότι επρεπε να ριφθούν με ζήλον εις τον αγώνα και να καταρρίψουν, εάν ημπορέσουν, την Ώθηναϊκήν δύναμιν. Βιά τούτο δε και ανέλαβαν τον παρόντα πόλεμον. Νι ίδιοι λοιπόν οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν αποφασίσει ότι η τριακονταετής συνθήκη είχε παραβιασθή και ότι οι Ώθηναίοι ήσαν οι αδικούντες. Ξέμψαντες δε εις τους Βελφούς, ηρώτησαν τον θεόν, εάν θα ήτο συμφέρον δι' αυτούς να πολεμήσουν, και ο θεός, απήντησεν, ως λέγεται, ότι αν διεξαγάγουν τον πόλεμον με όλας των τας δυνάμεις, θα νικήσουν, και ο ίδιος, προσέθετε, θα τους βοηθήση, είτε τον επικαλεσθούν, είτε όχι.
119. Γξ άλλου, συνεκάλεσαν πάλιν τους Πυμμάχους, διά να υποβάλουν εις την ψήφον των το ζήτημα, αν πρέπει ν' αναλάβουν τον πόλεμον η όχι. Θαι όταν ήλθαν οι πρέσβεις των ομοσπόνδων πόλεων, έγινε συνεδρίασις, κατά την οποίαν και οι άλλοι είπαν ό,τι ήθελαν-οι περισσότεροι κατηγορούντες τους Ώθηναίους και αξιούντες να γίνη ο πόλεμος-και ιδίως οι Θορίνθιοι. Νι τελευταίοι και προηγουμένως ήδη είχαν παρακαλέσει τας διαφόρους πόλεις ιδιαιτέρως να ψηφίσουν υπέρ του πολέμου, διότι εφοβούντο μήπως η Ξοτίδαια καταστραφή πρωτύτερα, παριστάμενοι δε κατά την συνεδρίασιν, και τελευταίοι προσελθόντες εις το βήμα, ωμίλησαν ως εξής περίπου:
"Θατά των Ιακεδαιμονίων, άνδρες σύμμαχοι, δεν ημπορούμεν πλέον να παραπονεθώμεν, ούτε ότι, δεν έχουν ήδη ψηφίσει οι ίδιοι τον πόλεμον, ούτε ότι δεν μας συνεκάλεσαν τώρα διά να τον ψηφίσωμεν και ημείς. Θαι έπραξαν τωόντι ορθώς, διότι οι αρχηγοί μιας ομοσπονδίας, διαχειριζόμενοι τα της ιδικής των πολιτείας, καθ' ον τρόπον και οι λοιποί ομόσπονδοι, καθήκον έχουν να δεικνύουν εξαιρετικήν μέριμναν υπέρ των κοινών της ομοσπονδίας υποθέσεων, όπως, εξ άλλου, και εξαιρετικάς απολαμβάνουν από μέρος όλων τιμάς. Ώπό ημάς, όμως, όσοι μεν ήλθαν ήδη εις επικοινωνίαν με τους Ώθηναίους, δεν έχουν καμμίαν ανάγκην διδασκαλίας διά να προφυλαχθούν απ' αυτούς. Ώλλ' όσοι κατοικούν εις τα μεσόγεια μάλλον και όχι εις τα παράλια, πρέπει να γνωρίζουν ότι αν δεν βοηθούν τους κατοίκους των παραλίων, θα έχουν δυσκολωτέραν την μεταφοράν των αγαθών της γης των προς την θάλασσαν και την ανταλλαγήν αυτών προς όσα από την θάλασσαν εισάγονται εις την ξηράν. Θαι πρέπει να μη κρίνουν απρόσεκτα τους λόγους μας, ως να μη τους ενδιαφέρουν, αλλά να περιμένουν ότι αν εγκαταλείψουν τους κατοίκους των παραλίων εις την τύχην των, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενον να φθάση μίαν ημέραν μέχρις αυτών των ιδίων. Θαι πρέπει ακόμη να γνωρίζουν ότι διασκέπτονται την στιγμήν αυτήν όχι ολιγώτερον περί των ιδικών των ή περί ξένων συμφερόντων. Βιά τούτο και δεν πρέπει να διστάσουν ν' ανταλλάξουν την ειρήνην με τον πόλεμον. Βιότι, εάν είναι αληθές ότι εις τους φρονίμους ανθρώπους αρμόζει να μένουν ήσυχοι, εφόσον δεν αδικούνται, είναι εξ ίσου αληθές ότι
εις τους γενναίους επιβάλλεται, όταν αδικούνται, να εγκαταλείπουν την ειρήνην διά ν' αναλάβουν τον πόλεμον, και πάλιν να επανέρχωνται από τον πόλεμον εις την ειρήνην, ευθύς ως κρίνουν εύθετον την περίστασιν προς τούτο. Θαι ούτε να παρασύρωνται από τας κατά τον πόλεμον επιτυχίας, ούτε, επιδιδόμενοι εις την τέρψιν, την οποίαν παρέχει η ησυχία της ειρήνης, ν' ανέχωνται ν' αδικούνται από άλλους. Βιότι και εκείνος που ενδοιάζει δι' αυτόν τον λόγον ν' αναλάβη τον πόλεμον, ημπορεί να στερηθή πολύ γρήγορα την τέρψιν της αναπαύσεως, την οποίαν διστάζει να διακινδυνεύση, και εκείνος που επαίρεται κατά την διάρκειαν του πολέμου διά τας επιτυχίας του, δεν αντιλαμβάνεται πόσον επισφαλής είναι η αυτοπεποίθησις, από την οποίαν παρασύρεται. Θαθόσον πολλαί επιχειρήσεις που κακώς εσχεδιάσθησαν επέτυχαν, διότι ευρήκαν αντιμετώπους εχθρούς ακόμη ανοητοτέρους, και ακόμη περισσότεραι, αι οποίαι εφαίνοντο καλώς μελετημέναι, απέληξαν τουναντίον εις οικτράν αποτυχίαν. Βιότι κανείς ποτέ δεν δεικνύει κατά την εκτέλεσιν ενός σχεδου την ιδίαν εμπιστοσύνην, την οποίαν και κατά την σύλληψίν του. Ώλλά συλλαμβάνομεν μεν σχέδια με το αίσθημα της ασφαλείας, υπολειπόμεθα όμως κατά την εκτέλεσιν ένεκα φόβου. 121. "Εμείς, εν τούτοις, τώρα αναλαμβάνομεν τον πόλεμον, διότι αδικούμενα, και διότι έχομεν ικανάς αφορμάς αιτιάσεων, και όταν εκδικηθώμεν τους Ώθηναίους, θα τον τερματίσωμεν ευθύς ως παρουσιασθή κατάλληλος ευκαιρία. Βιά πολλούς δε λόγους είναι φυσικόν να επικρατήσωμεν. Ξρώτον μεν, διότι υπερέχομεν κατά τον αριθμόν και την πολεμικήν εμπειρίαν, έπειτα δε, διότι ημείς εκτελούμεν όλοι ως ένας άνθρωπος τας στρατιωτικάς επιταγάς, και τέλος, διότι κατά θάλασσαν, όπου αυτοί υπερέχουν, θα ημπορέσωμεν να εξοπλίσωμεν στόλον, όχι μόνον με τα ιδικά μας χρήματα, αλλά και με εκείνα που είναι αποθησαυρισμένα εις τους Βελφούς και την Νλυμπίαν. Βιότι δανειζόμενοι, είμεθα εις θέσιν να προσελκύσωμεν προς το μέρος μας τους ξένους ναύτας των με την προσφοράν μεγαλυτέρου μισθού. Θαθόσον η δύναμις των Ώθηναίων συνίσταται από μισθοφόρους μάλλον παρά από ιδικούς των πολίτας, ενώ η ιδική μας κινδυνεύει ολιγώτερον να πάθη τοιούτον τι, καθόσον στηρίζεται εις την αλκήν των ανδρών μάλλον ή εις την δύναμιν του χρήματος. Θαι ως εκ τούτου, εάν μίαν φοράν τους νικήσωμεν κατά θάλασσαν, είναι πιθανώς χαμένοι. Ώλλ' αν ήθελαν τυχόν ανθέξει, θα έχωμεν και ημείς περισσότερον καιρόν διά να ασκηθώμεν εις τα ναυτικά, και όταν εξισωθώμεν κατά την εμπειρίαν με αυτούς, η γενναιότης μας θα μας δώση ασφαλώς την νίκην. Βιότι το φυσικόν αυτό πλεονέκτημα μας δεν ημπορούν εκείνοι ν' αποκτήσουν διά διδασκαλίας. Γνώ την ναυτικήν εμπειρίαν, κατά την οποίαν εκείνοι υπερέχουν, ημπορούμεν ημείς ν' αποκτήσωμεν διά της ασκήσεως. Τρήματα, εξ άλλου, όσα αναγκαιούν προς τούτο, θα εισφέρωμεν. Γιδεμή, θα ήτον δεινόν αληθώς, οι μεν σύμμαχοι των να μη αποκάμουν καταβάλλοντες φόρον, διά να είναι οι ίδιοι δούλοι, ημείς δε να δειχθώμεν τυχόν απρόθυμοι όπως δαπανήσωμεν τ' αναγκαία χρήματα, αφ' ενός διά να εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας και σώσωμεν συγχρόνως τους εαυτούς μας, και αφ' ετέρου διά να μη μας τ' αφαιρέσουν oι εχθροί μας και τα χρησιμοποιήσουν διά την καταστροφήν μας. 122. "Ώλλ' έχομεν και άλλα μέσα προς διεξαγωγήν του πολέμου εναντίον των Ώθηναίων, όπως την απόσπασιν των συμμάχων των, η οποία ουσιαστικώς θα εσήμαινεν αφαίρεσιν των προσόδων, αι οποίαι τους καθιστούν ισχυρούς, και την κατασκευήν οχυρωμάτων επί του εδάφους των, και τόσα άλλα όσα δεν ημπορεί κανείς από τούδε να προΎδη. Βιότι ο πόλεμος δεν προβαίνει καθόλου επί τη βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, αλλ' αυτός υφ' εαυτού ως επί το πλείστον επινοεί τα σχέδιά του, αναλόγως προς τας εκάστοτε περιστάσεις. Θαι διά τούτο εκείνος που διατηρεί κατά τον πόλεμον την νηφαλιότητά του είναι
ασφαλέστερος, ενώ ο παρασυρόμενος από το πάθος περιπίπτει εις μεγαλύτερα σφάλματα. "Ξρέπει όμως να σκεφθώμεν και τούτο, ότι αν έκαστος από ημάς χωριστά είχε περιπλεχθή εις συνοριακάς έριδας προς εχθρόν ισόπαλον, τα πράγμα θα ήτο ανεκτόν. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, εις την παρούσαν περίστασιν, και προς όλους μας μαζί είναι ισόπαλοι, και ακόμη δυνατώτεροι απέναντι μιας εκάστης πόλεως. στε εάν δεν αποκρούσωμεν αυτούς ηνωμένοι, έκαστος λαός και εκάστη πόλις και ομοφώνως, ευρίσκοντές μας διηρημένους, θα μας υποτάξουν ευκόλως. Θαι μολονότι είναι τρομερόν να το ακούη κανείς, πρέπει να γνωρίζετε ότι η ήττα μας τίποτε άλλο δεν σημαίνει παρά καθαράν υποδούλωσιν. Γίναι όμως αισχρόν διά την Ξελοπόννησον και να διατυπώση κανείς απλώς την υπόθεσιν ότι ημπορεί τοιούτον τι να συμβή, και τόσαι πόλεις να κακοπάθουν από μέρος μιάς. Γάν ήθελε συμβή τούτο, ο κόσμος θα έλεγεν ή ότι είμεθα άξιοι της τύχης μας, η ότι ένεκα δειλίας φαινόμεθα ανεκτικοί και αποδεικνυόμεθα κατώτεροι από τους πατέρας μας. Βιότι, ενώ εκείνοι ηλευθέρωσαν την Γλλάδα, ημείς αντιθέτως είμεθα ανίκανοι να εξασφαλίσωμεν την ιδικήν μας ελευθερίαν. Θαι ενώ θεωρούμεν καθήκον μας να καταλύωμεν τους τυράννους της μιας ή της άλλης πόλεως, επιτρέπομεν εις μίαν πόλιν να εγκατασταθή ως κυρίαρχος εις το μέσον μας. Εμείς τουλάχιστον δεν γνωρίζομεν πώς τοιαύτη πολιτική ημπορεί να θεωρηθή απηλλαγμένη από τα τρία ουσιωδέστερα σφάλματα: την ασυνεσίαν, την δειλίαν και την αμέλειαν. Βιότι δεν ημπορούμεν να υποθέσωμεν ότι αποφεύγοντες τα σφάλματα αυτά, περιεπέσατε εις την ολεθριωτέραν διά τους πολλούς καταφρόνησιν του εχθρού, η οποία, λόγω του ότι κατέστρεψε τόσους ανθρώπους, μετωνομάσθη διά του αντιθέτου ονόματος της αφροσύνης. 123. "Θαι τα μεν ήδη παρελθόντα, ποία η ανάγκη να μεμφώμεθα μακρότερον, ή όσον συμφέρει τούτο τα παρόντα; Τάριν των μελλόντων όμως, χρέος έχομεν να μη φειδώμεθα κανενός κόπου, εις προάσπισιν των παρόντων. Βιότι μας είναι πατροπαράδοτον ν' αποκτώμεν τας αρετάς με κόπους. Νύτε πρέπει να μεταβάλλετε την συνήθειαν αυτήν, εάν τυχόν είσθε ολίγον ανώτεροι τώρα κατά τον πλούτον και την δύναμιν. Θαθόσον δεν είναι ορθόv να χάνη κανείς με τον πλούτον ό,τι απέκτησε με την πενίαν. Ρουναντίον, οφείλετε με θάρρος ν' αναλάβετε τον πόλεμον διά πολλούς λόγους, αφού όχι μόνον ο θεός εχρησμοδότησεν υποσχόμενος και ο ίδιος να βοηθήση, αλλά και ολόκληρος η άλλη Γλλάς θα συναγωνισθή μαζί μας, εν μέρει από φόβον, και εν μέρει χάριν του συμφέροντός της. Νύτε θα διαρρήξετε άλλωστε πρώτοι την συνθήκην της ειρήνης, την οποίαν και ο θεός, με το να συνιστά τον πόλεμον, κρίνει ήδη διαρρηχθείσαν, αλλά θα προασπίσετε αυτήν, αφού έχει ήδη καταπατηθή. Βιότι τας συνθήκας διαρρηγνύουν όχι οι αμυνόμενοι, αλλ' οι απροκλήτως επιτιθέμενοι. 124. "στε αφού διά πλείστους λόγους σας παρουσιάζεται ευνοϊκή ευκαιρία προς ανάληψιν πολέμου, και ημείς τον συνιστώμεν προς το κοινόν συμφέρον -εφόσον η κοινότης συμφερόντων είναι η ασφαλεστέρα βάσις δυνάμεως και διά τας πόλεις όπως και διά τους ιδιώτας- σπεύσατε να βοηθήσετε τους Ξοτειδαιάτας, οι οποίοι είναι Βωριείς και πολιορκούνται από Ίωνας, το αντίθετον του οποίου συνέβαινε άλλοτε, και επιδιώξατε πάση δυνάμει την ελευθερίαν των άλλων. Βιότι δεν ημπορούμεν πλέον να περιμένωμεν, εις καιρόν όπου άλλοι από ημάς αδικούμεθα ήδη, άλλοι δε συντόμως θα πάθουν το ίδιον, εάν γίνη γνωστόν ότι ενώ συνήλθαμεν, δεν ετολμήσαμεν να υπερασπίσωμεν τους εαυτούς μας. Ρουναντίον, αναγνωρίζοντες ότι δεν σας επιτρέπεται πλέον εκλογή και συγχρόνως ότι σας συμβουλεύομεν τα άριστα, ψηφίσατε τον πόλεμον, άνδρες σύμμαχοι, και μη φοβηθήτε τον άμεσον κίνδυνον, αλλά προτιμήσατε την μακροτέραν ειρήνην, η οποία θα ποοέλθη απ' αυτόν. Βιότι με τον πόλεμον ημπορεί να εξασφαλισθή μονιμωτέρα ειρήνη, ενώ το να
μη εγκαταλείπη κανείς την ειρήνην, διά να αναλάβη τον πόλεμον, όταν απέβη αναπόφευκτος, είναι επικίνδυνον ως επί το πλείστον. Θαι με την πεποίθησιν ότι η πόλις, η οποία έχει εγκατασταθή κυρίαρχος εις το μέσον της Γλλάδος, είναι απειλή δι' όλους ανεξαιρέτως, διότι άλλων μεν είναι ήδη κυρίαρχος, άλλων δε διανοείται να γίνη, ας επιτεθώμεν εναντίον της, διά να την υποτάξωμεν, εις τρόπον ώστε και ημείς να ζώμεν του λοιπού ασφαλείς και τους ήδη υποδουλωμένους Έλληνας να ελευθερώσωμεν". Έτσι ωμίλησαν οι Θορίνθιοι.
Νι Ιακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν τας γνώμας όλων, έθεσαν το ζήτημα εις την ψήφον όλων κατά σειράν των συμμάχων πόλεων, μικρών και μεγάλων, όσαι είχαν στείλει αντιπροσώπους, και η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ του πολέμου. Κετά την απόφασιν αυτήν, δεν ήτο δυνατή άμεσος έναρξις των εχθροπραξιών διά το απαράσκευον, απεφασίσθη όμως να γίνουν από εκάστην πόλιν αι αναγκαίαι προετοιμασίαι, χωρίς να εμφιλοχωρήση καμμία καθυστέρησις. Γν τούτοις, διά την ενέργειαν των αναγκαίων παρασκευών κατηναλώθη όχι μεν έτος ολόκληρον, χρόνος όμως ολίγον μικρότερος του έτους, πριν εισβάλουν εις την Ώττικήν και αναλάβουν φανερά τον πόλεμον.
Γν τω μεταξύ, έστειλαν επανειλημμένας πρεσβείας εις τας Ώθήνας, διατυπώνοντες αιτιάσεις, ώστε εις περίστασιν κατά την οποίαν οι Ώθηναίοι αρνηθούν να τας εισακούσουν να έχουν όσον το δυνατόν σοβαρωτέρας προφάσεις διά την κήρυξιν του πολέμου. Ε πρώτη πρεσβεία των Ιακεδαιμονίων απήτησεν από τους Ώθηναίους να εξαγνίσουν το ανοσιούργημα εναντίον της θεάς Ώθηνάς, του οποίου το ιστορικόν έχει ως εξής: πήρχε κατά τον παλαιόν καιρόν Ώθηναίος ονομαζόμενος Θύλων, ευγενούς καταγωγής και μεγάλης επιρροής, ο οποίος είχεν αναδειχθή Νλυμπιονίκης, και είχε νυμφευθή θυγατέρα του Κεγαρέως Ζεαγένους, τυράννου τότε των Κεγάρων. Γις τον Θύλωνα αυτόν, όταν ηρώτησε το μαντείον των Βελφών, απήντησεν ο θεός ότι πρέπει να καταλάβη την Ώκρόπολιν των Ώθηνών, κατά την μεγαλυτέραν εορτήν του Βιός. Ν Θύλων, αφού έλαβε στρατιωτικήν επικουρίαν από τον Ζεαγένη και έπεισε τους φίλους του να τον συνδράμουν, κατέλαβε την Ώκρόπολιν κατά την εορτήν των Ξελοποννησιακών Νλυμπίων, διά να εγκαταστήση τυραννίδα, διότι ενόμισεν ότι η εορτή αυτή ήτο η μεγαλυτέρα εορτή του Βιός, και ότι ο ίδιος συνεδέετο με αυτήν καθό Νλυμπιονίκης. Ώλλ' εάν η απάντησις του θεού, η οποία ώριζε την μεγαλυτέραν εορτήν του Βιός, εννοούσεν εορτήν της Ώττικής ή κανενός άλου μέρους, ούτε το μαντείον είχε σαφηνίσει, ούτε ο Θύλων εσκέφθη περαιτέρω, ενώ υπάρχει και εις τας Ώθήνας εορτή, τα Βιάσια, η οποία ονομάζεται μεγίστη εορτή του Κειλιχίου Βιός, και πανηγυρίζεται έξω από την πόλιν, και εις την εορτήν αυτήν όλος ο λαός προσφέρει θυσίας πολλάς, αι οποίαι συνίστανται όχι από σφάγια, αλλ' από αναίμακτα θύματα, σύμφωνα με την επιχωρίαν συνήθειαν. Ώλλ' ο Θύλων, νομίζων ότι ερμηνεύει ορθώς τον χρησμόν, κατέλαβε την Ώκρόπολιν κατά την εορτήν των Ξελοποννησιακών Νλυμπίων. Νι Ώθηναίοι όμως, άμα ως επληροφορήθησαν τούτο, έσπευσαν αθρόοι από τους αγρούς εναντίον των επιδρομέων, και στρατοπεδεύσαντες ενώπιον της Ώκροπόλεως, ήρχισαν να την πολιορκούν. Γπειδή όμως παρήρχετο πολύς καιρός, οι Ώθηναίοι κατεπονούντο από την πολιορκίαν και οι πολλοί απήλθαν, αναθέσαντες την φρούρησιν
εις τους εννέα άρχοντας, και δώσαντες εις αυτούς απόλυτον εξουσίαν, διά ν'αποφασίσουν περί της καταστάσεως όπως κρίνουν συμφερώτερον. Θατά την εποχήν άλλωστε εκείνην, οι εννέα άρχοντες διεξήγαν τας περισσοτέρας δημοσίας υποθέσεις. Ώλλ' ο Θύλων, και όσοι επολιορκούντο μαζί του, ευρίσκοντο εις μεγίστην στενοχωρίαν δι' έλλειψιν τροφής και ύδατος. Θαι ο μεν Θύλων και ο αδελφός του κατώρθωσαν ν' αποδράσουν, οι λοιποί όμως, επειδή εβασανίζοντο και μερικοί μάλιστα απέθαναν από την πείναν, εκάθησαν ικέται εις τον βωμόν της Ώθηνάς, που είναι εις την Ώκρόπολιν. Νι Ώθηναίοι, οι οποίοι ήσαν επιφορτισμένοι με την φρούρησίν των, βλέποντες ότι μετ' ολίγον θ' απέθνησκαν εντός του ιερού χώρου, τους απήγαγαν υποσχόμενοι να μη τους κακοποιήσουν, και αφού τους απεμάκρυναν, τους εφόνευσαν. Κερικούς μάλιστα, οι οποίοι καθ' ην ώραν διήρχοντο προ του ναού των Γυμενίδων κατέφυγαν εις αυτόν, τους εφόνευσαν επί τόπου. Ένεκα τούτου, όχι μόνον οι ίδιοι δράσται, αλλά και οι απόγονοι των εκαλούντο εναγείς και αλιτήριοι προς την θεάν. Θαι είναι μεν αληθές ότι τους εναγείς αυτούς και οι Ώθηναίοι εξεδίωξαν και ο Ιακεδαιμόνιος Θλεομένης βραδύτερον, κατά την διάρκειαν μιάς εμφυλίου στάσεως, συνεργαζόμενος με την αντίθετον μερίδα, τους εξεδίωξε πάλιν, όχι μόνον εξορίσας τους ζώντας, αλλά και εκθάψας και ρίψας έξω από την χώραν τα οστά των νεκρών. Ώκολούθως όμως επανήλθαν εις τας εστίας των και οι απόγονοί των ευρίσκονται ακόμη και σήμερον εις τας Ώθήνας. 127. Ρου ανοσιουργήματος λοιπόν αυτού τον εξαγνισμόν απαιτούσαν Ιακεδαιμόνιοι, κυρίως μεν, ως ισχηρίζοντο, διά να υπερασπίσουν την προς τους θεούς οφειλομένην ευσέβειαν, πράγματι όμως διότι εγνώριζαν ότι ο Ξερικλής, υιός του Μανθίππου, ενείχετο εις το άγος αυτό, ένεκα της καταγωγής της μητρός του, και ενόμιζον ότι αν αυτός εξορισθή, θα επετύγχαναν ευκολώτερον ό,τι εζητούσαν από τους Ώθηναίους. Βεν ήλπιζαν όμως τόσον ότι ημπορούσε να εξορισθή ο Ξερικλής, όσον ότι η απαίτησίς των θα τον εξέθετεν απέναντι των συμπολιτών του, οι οποίοι επίστευαν ότι η ατυχής συγγένεια του ήτο εν μέρει αιτία του πολέμου. Βιότι ο Ξερικλής, ο οποίος ήσκει την μεγαλυτέραν από όλους τους συγχρόνους του επιρροήν και διηύθυνε, τα δημόσια πράγματα, είχε πολιτικήν άκρως αντίθετον προ τους Ιακεδαιμονίους και εξώθει τους Ώθηναίους εις τον πόλεμον, αποτρέπων αυτούς επιμόνως από του να δείχνουν ενδοτικοί.
Νι Ώθηναίοι ανταπέδωσαν τα ίσα, απαιτούντες από τους Ιακεδαιμονίους να εξαγνίσουν το άγος του Ραινάρου. Βιότι οι Ιακεδαιμόνιοι έπεισαν μίαν φοράν Γίλωτας ικέτας του ιερού του Ξοσειδώνος εις το Ραίναρον να σηκωθούν από τον βωμόν, και αφού τους απεμάκρυναν, τους εφόνευσαν, συνεπεία του οποίου νομίζουν ότι επέσυραν εναντίον των και τον μεγάλον σεισμόν της Ππάρτης. Ώπήτουν συγχρόνως απ' αυτούς να εξαγνίσουν το ανοσιούργημα εναντίον της Ταλκιοίκου Ώθηνάς, του οποίου το ιστορικόν έχει ως εξής: Ώφού ο Ξαυσανίας ο Ιακεδαιμόνιος ανεκλήθη διά πρώτην φοράν από την αρχηγίαν εις τον Γλλήσποντον, και δικαστείς ηθωώθη, δεν εστάλη πλέον υπό δημοσίαν ιδιότητα, αλλα ναυλώσας δι' ιδικόν του λογαριασμόν, άνευ αδείας των Ιακεδαιμονίων, μίαν Γρμιονικήν τριήρη, κατέπλευσεν εις τον Γλλήσποντον, λόγω μεν όπως μετάσχη του πολέμου κατά των Ξερσών, πράγματι όμως όπως συνεχίση κρυφίως τας συνεννοήσεις του με τον ΐασιλέα, τας οποίας, εποφθαλμιών την ηγεμονίαν της Γλλάδος, είχεν αρχίσει από την πρώτην εις τον Γλλήσποντον παρουσίαν του. Ε αρχή, τωόντι, των υπηρεσιών, τας οποίας επρόσφερε εις τον ΐασιλέα, και της όλης σκευωρίας, έγινεν υπό τας εξής περιστάσεις: Θατά την πρώτην δηλαδή εις τον Γλλήσποντον παρουσίαν του, μετά την επιστροφήν του Γλληνικού στόλου από την Θύπρον, είχε κυριεύσει το
ΐυζάντιον, ευρισκόμενον υπό την κατοχήν των Ξερσών, μεταξύ των οποίων ήσαν και οικείοι και συγγενείς του ΐασιλέως, οι οποίοι συνελήφθησαν εκεί τότε αιχμάλωτοι. Ρους αιχμαλώτους αυτούς απέστειλεν οπίσω προς τον ΐασιλέα εν αγνοία των λοιπών συμμάχων, προς τους οποίους παρέστησεν ότι απέδρασαν. Πυνεργόν εις την σκευωρίαν αυτήν είχε τον Αογγύλον από την Γρέτριαν, εις τον οποίον ενεπιστεύθη και το ΐυζάντιον και τους αιχμαλώτους, και τον οποίον έστειλε προς τον ΐασιλέα κομιστήν επιστολής, της οποίας το περιεχόμενον, όπως απεκαλύφθη βραδύτερον, είχεν ως εξής : "Ξαυσανίας, ο αρχηγός της Ππάρτης, επιθυμών να σου προσφέρη υπηρεσίας, σου αποστέλλει τους αιχμαλώτους αυτούς του πολέμου, τους οποίους ηχμαλώτισε με το ξίφος του, και συγχρόνως προτείνω, εάν και συ συμφωνής, να λάβω εις γάμον την θυγατέρα σου και σου καταστήσω υποχείριον όχι μόνον την Ππάρτην, αλλά και την λοιπήν Γλλάδα. Λομίζω δε ότι είμαι ικανός να κατορθώσω τούτο, συνεννοούμενος μαζί σου. Γάν εγκρίνης κατ' αρχήν ό,τι σου γράφω, στείλε εις την παραλίαν άνθρωπον εμπιστοσύνης, με τον οποίον να διαπραγματευθώμεν τα περαιτέρω". Ρας ολίγας αυτάς γραμμάς περιείχεν η επιστολή. 129. Ν Μέρξης ηυχαριστήθη από την επιστολήν και απέστειλεν εις την παραλίαν τον υιόν του Σαρνάκου Ώρτάβαζον, με την εντολήν να παραλάβη την σατραπείαν του Βασκυλείου, αντικαθιστών τον τέως σατράπην Κεγαβάτην. Πυγχρόνως τον επεφόρτισε με απαντητικήν επιστολήν, διά να την διαβιβάση το ταχύτερον προς τον Ξαυσανίαν εις το ΐυζάντιον και φροντίση να του επιδειχθή η βασιλική επ' αυτής σφραγίς, και παρήγγειλεν, εάν ο Ξαυσανίας δώση εις αυτόν οδηγίας περί των υποθέσεων του ΐασιλέως, να τας εκτελέση όσον το δυνατόν καλύτερα και πιστότερα. Σθάσας εις την παραλίαν ο Ώρτάβαζος, και τας άλλας παραγγελίας εξετέλεσε και την επιστολήν έστειλεν, η οποία περιείχε την εξής απάντησιν: "Ηδού η απάντησις του ΐασιλέως Μέρξου προς τον Ξαυσανίαν. Θαι η υπηρεσία, την οποίαν μου επρόσφερες σώσας τους αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν συλληφθή εις το ΐυζάντιον πέραν της θαλάσσης, θα μείνη διά παντός γραμμένη εις τα βιβλία του οίκου μου και τας προτάσεις σου εγκρίνω. Θαι μήτε νύκτα, μήτε ημέρα ας μη σε εμποδίση από την δραστηρίαν εκτέλεσιν των προς εμέ υποσχέσεων σου. Νύτε χρυσού, ούτε αργύρου δαπάνη ας μη γίνη εμπόδιον εις την εκτέλεσιν, ούτε πλήθος στρατού, εάν η παρουσία του είναι αναγκαία εις κανέν μέρος. Ώλλά με τον Ώρτάβαζον, άνδρα καθώς πρέπει, τον οποίον σου στέλλω, εργάσου με εμπιστοσύνην περί των κοινών μας υποθέσεων, αποβλέπων εις την δόξαν και το συμφέρον και των δύο μας". 130. Κετά την λήψιν της επιστολής αυτής, ο Ξαυσανίας, ο οποίος και πριν απελάμβανεν εξαιρετικήν όλως διόλου εκτίμησιν μεταξύ των Γλλήνων διά την αρχηγίαν του κατά την μάχην των Ξλαταιών, είχεν επαρθή τότε πολύ περισσότερον και δεν ημπορούσε πλέον να περιορισθή εις τον συνήθη μεταξύ των συμπολιτών του τρόπον της ζωής, αλλ' οσάκις εξήρχετο από το ΐυζάντιον εφορούσε στολάς περσικάς, οσάκις διήρχετο διά της Ζράκης ηκολουθείτο από Ξέρσας και Ώιγυπτίους δορυφόρους, και τα γεύματα του παρετίθεντο κατά το περσικόν σύστημα. Νύτε ημπορούσε να συγκαλύπτη τους αληθινούς σκοπούς του, αλλ' από ασήμαντα πράγματα άφινε να διαφανούν από τούδε, ποία μεγαλύτερα σχέδια εννοούσε να πραγματοποιήση βραδύτερον. Γξ άλλου, έγινε δυσπρόσιτος και η συμπεριφορά του προς όλους ανεξαιρέτως απέβη τόσον δεσποτική, ώστε κανείς δεν ημπορούσε να τον πλησίαση. Ρούτο, άλλωστε, υπήρξεν η κυριωτέρα αιτία, διά την οποίαν οι σύμμαχοι επήγαν με το μέρος των Ώθηναίων.
131. Ε διαγωγή ακριβώς αυτή υπήρξεν η αιτία, διά την οποίαν οι Ιακεδαιμόνιοι, όταν την έμαθαν, τον είχαν ανακαλέσει διά πρώτην φοράν. Θαι όταν διά δευτέραν φοράν αποπλεύσας άνευ εντολής των επί του Γρμιονικού πλοίου, εξηκολούθησε να ενεργή φανερά καθ' όμοιον τρόπον, όταν εκδιωχθείς διά της βίας από το ΐυζάντιον υπό των Ώθηναίων αντί να επιστρέψη εις Ππάρτην εγκατεστάθη εις τας Θολώνας της Ρρωάδος, και ανηγγέλλετο προς τους Ιακεδαιμονίους ότι ευρίσκετο εις συνεννοήσεις με τους βαρβάρους και ότι η εκεί παραμονή του δεν είχε καλούς σκοπούς, τότε πλέον έπαυσαν αι αναβολαί, και οι έφοροι έστειλαν κήρυκα, κομίζοντα κρυπτογραφικήν διαταγήν, διά της οποίας τον ειδοποίουν ότι έπρεπε να επιστρέψη με τον κήρυκα, ειδεμή θα τον θεωρήσουν εχθρόν της Ππάρτης. Ν Ξαυσανίας, επιθυμών να γίνη όσον το δυνατόν ολιγώτερον ύποπτος, και πιστεύσας ότι ημπορούσε να διασκέδαση την κατηγορίαν διά δωροδοκίας, επέστρεψε διά δευτέραν φοράν εις την Ππάρτην. Θαι κατ' αρχάς μεν εκλείσθη εις την φυλακήν από τους εφόρους, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να φυλακίζουν και τον ίδιον τον βασιλέα. Έπειτα κατώρθωσε με παντοειδείς ενεργείας ν' απολυθή και εδήλωσεν ότι είναι έτοιμος να υποβληθή εις δίκην απέναντι οιουδήποτε που ήθελε του προσαγάγει αποδείξεις διά τας εναντίον του κατηγορίας. 132. Θαμμία τωόντι απόδειξις δεν υπήρχεν εις χείρας των Ππαρτιατών, ούτε των προσωπικών του εχθρών, ούτε της πόλεως γενικώς, επί τη βάσει της οποίας θα ηδύναντο, με πλήρη πεποίθησιν περί της ενοχής, να προβούν εις την τιμωρίαν ανδρός, ο οποίος ανήκεν εις τον βασιλεύοντα οίκον, και ο οποίος κατά τον χρόνον αυτόν ήσκει την βασιλικήν εξουσίαν, καθόσον του βασιλέως Ξλειστάρχου, υιού του Ιεωνίδα, όντος εισέτι ανηλίκου, αυτός, ως εξάδελφος, ήτο επίτροπός του. Ώλλ' η περιφρόνησίς του προς τας παλαιάς παραδόσεις και η απομίμησις των βαρβαρικών εθίμων παρείχαν πολλάς υπονοίας ότι δεν ήθελε να συμμορφώνεται προς την υφισταμένην τάξιν των πραγμάτων της Ππάρτης. Θαι όχι μόνον ανέτρεχαν εις το παρελθόν, εξετάζοντες τας άλλας του πράξεις, διά ν' ανεύρουν εάν ο τρόπος της ζωής του απεμακρύνετο από τας καθιερωμένας συνηθείας, αλλά και ενθυμούντο ιδιαιτέρως ότι απετόλμησε μίαν φοράν να διατάξη, ες ιδίας του πρωτοβουλίας, όπως γραφή επάνω εις τον τρίποδα των Βελφών, τον οποίον οι Έλληνες ανέθεσαν ως το κάλλιστον εκ των Ξερσικών λαφύρων μέρος, το εξής δίστιχον: "Ώφού κατέστρεψε τον στρατόν των Ξερσών, ως αρχηγός των Γλλήνων, ο Ξαυσανίας αφιέρωσε το μνημείον τούτο εις τον Σοίβον". Ρο δίστιχον τούτο οι Ιακεδαιμόνιοι απέξυσαν ευθύς τότε από τον τρίποδα και ανέγραψαν τα ονόματα των πόλεων, όσαι αφού ενίκησαν από κοινού τον βάρβαρον, ανέθεσαν το αφιέρωμα. Κολαταύτα η πράξις τον Ξαυσανίου και τότε είχε θεωρηθή εγκληματική, και τώρα που είχε καταντήσει να τον υποπτεύονται ως συνεννοούμενον με τους Ξέρσας, εφαίνετο πολύ περισσότερον ότι ωφείλετο εις ελατήρια παρόμοια με εκείνα, πού εμαρτύρουν τα σημερινά του σχέδια. Γπί πλέον εμάνθαναν ότι ευρίσκετο εις μυστικάς συνεννοήσεις προς τους Γίλωτας, και το πράγμα ήτο τωόντι αληθές. Βιότι υπέσχετο εις αυτούς ελευθερίαν και ισοπολιτείαν, εάν ήθελαν επαναστατήσει μαζί του και τον βοηθήσουν να πραγματοποιήση ολόκληρον το σχέδιόν του. Ώλλά μολονότι μερικοί Γίλωτες κατήγγειλαν το πράγμα, ούτε τότε ακόμη εθεώρησαν ορθόν να τους πιστεύσουν και λάβουν βίαια εναντίον του μέτρα, διότι ηκολούθουν την μεταξύ των καθιερωμένην συνήθειαν, όπως, προκειμένου περί Ππαρτιάτου, μη λαμβάνουν εσπευσμένως και άνευ αναμφισβήτητων αποδείξεων ανεπανόρθωτους αποφάσεις. Ώλλ' επί τέλους, ως λέγεται, ο άνθρωπος, ο οποίος επρόκειτο να φέρη εις τον Ώρτάβαζον την τελευταίαν προς τον ΐασιλέα επιστολήν, κάποιος καταγόμενος από την πόλιν Άργιλον, ο οποίος υπήρξε μίαν φοράν ευνοούμενός του κατά την παιδικήν ηλικίαν και του ήτο αφοσιωμένος, παρουσιάζεται και τον καταγγέλλει. Γπειδή ο άνθρωπος αυτός παρετήρησεν ότι κανείς από τους προηγουμένους ταχυδρόμους δεν
είχεν επιστρέψει μέχρι τούδε, εφοβήθη, και αφού παρεποίησε την σφραγίδα, ίνα, εις περίπτωσιν που είτε η υπόνοιά του διεψεύδετο, είτε ο Ξαυσανίας εζητούσε να τροποποίηση την επιστολήν, μη αντιληφθή το πράγμα, την ανοίγει και μεταξύ άλλων οδηγιών, τας οποίας περιείχεν, ευρήκεν ότι επεριλαμβάνετο, όπως είχεν υποπτευθή, διαταγή να τον φονεύσουν. 133. Ρότε πλέον οι έφοροι, όταν ο άνθρωπος επέδειξε προς αυτούς την επιστολήν, έκλιναν μάλλον να πιστεύσουν την καταγγελίαν των Γιλώτων, ηθέλησαν όμως ακόμη ν' ακούσουν με τα ίδια των αυτιά κάποιαν ομολογίαν του Ξαυσανίου. Φς εκ τούτου, επί τη βάσει προδιαγραφέντος σχεδίου, ο άνθρωπος μετέβη ως ικέτης εις το Ραίναρον, όπου εγκατέστησε προς διαμονήν του εντός του ιερού περιβόλου του Ξοσειδώνος καλύβην χωριζομένην δια μεσοτοίχου εις δύο. Γις το ενδότερον διαμέρισμα της καλύβης αυτής έκρυψε μερικούς από τους εφόρους, και όταν ο Ξαυσανίας ήλθε προς αυτόν και τον ερωτούσε διά ποίαν αιτίαν εκάθισεν ικέτης, έμαθαν οι έφοροι καθαρά τα πάντα. Ήκουσαν τον άνθρωπον να κατηγορή τον Ξαυσανίαν δι' όσα έγραψε περί αυτού, και όχι μόνον ν' αποκαλύπτη τας λεπτομέρειας της όλης σκευωρίας, αλλά και να διαμαρτύρεται, διότι ενώ αυτός ουδέποτε τον εξέθεσε κατά τας διαφόρους προς τον ΐασιλέα υπηρεσίας του, ως ιδιαιτέρα του αμοιβή ωρίσθη η κοινή τύχη των πολλών ταχυδρόμων, δηλαδή ο θάνατος. Ήκουσαν επίσης τον Ξαυσανίαν, όχι μόνον να ομολογή όλα αυτά, αλλά και να τον εξορκίζη να μην οργίζεται περί του παρόντος, εγγυώμενος την ασφάλειάν του, εάν ήθελεν απέλθει από τον ιερόν χώρον, και να τον παροτρύνη να εκκινήση άνευ αναβολής προς εκτέλεσιν της παραγγελίας του, χωρίς να γίνεται εμπόδιον των διαπραγματεύσεων. 134. Νι έφοροι, αφού ήκουσαν ακριβώς τα λεχθέντα, ανεχώρησαν, χωρίς να προβούν αμέσως εις καμμίαν ενέργειαν. Έχοντες όμως ήδη βεβαίας αποδείξεις, έλαβαν τα μέτρα των διά να τον συλλάβουν εντός της πόλεως. Ιέγεται άλλως τε ότι κατά την στιγμήν που έμελλε να συλληφθή καθ' οδόν, ευθύς ως είδε το πρόσωπον ενός από τους εφόρους, ο οποίος επλησίαζεν, εννόησε τον σκοπόν της προσεγγίσεώς του, και επειδή άλλος έφορος, λόγω ευνοίας προς αυτόν, τον ειδοποίησε διά μυστικού νεύματος, έσπευσε δρομαίως προς τον ναόν της Ταλκιοίκου Ώθηνάς, και επρόφθασε να καταφύγη εκεί, καθ' όσον ο ιερός περίβολος ήτο πλησίον. Θαι αφού εισήλθεν εις μικρόν οίκημα ανήκον εις τον περίβολον αυτόν, διά να μη υποφέρη εκτεθειμένος εις το ύπαιθρον, έμενεν εκεί ήσυχος. Νι έφοροι, εν τούτοις, οι οποίοι τον κατεδίωκαν, αφού δεν τον επρόλαβαν αμέσως τότε, πριν εισέλθη εις τον ιερόν χώρον, αφήρεσαν ακολούθως την στέγην του οικήματος, και επωφεληθέντες την στιγμήν που ευρίσκετο εντός αυτού, τον απέκλεισαν, αποφράξαντες τας θύρας με τοίχον, και στήσαντες εμπρός εις το οίκημα φρουράν, επεδίωξαν να τον αναγκάσουν διά της πείνης να παραδοθή. Ώλλ' ενώ έμελλεν από στιγμής εις στιγμήν να εκπνεύση, αντελήφθησαν την κατάστασιν του και τον έβγαλαν από τον ιερόν περίβολον, ενώ εισέτι ανέπνεεν. Ώλλά μόλις τον έβγαλαν, απέθανεν αμέσως. Θαι κατ' αρχάς μεν εσχεδίασαν να τον ρίψουν εις τον Θαιάδαν, όπου ρίπτουν τους κακούργους. Έπειτα όμως μετέβαλαν γνώμην και τον έθαψαν εκεί πλησίον. Ώλλ' ο χρησμός του μαντείου των Βελφών παρήγγειλεν ακολούθως εις τους Ιακεδαιμονίους να μεταφέρουν τον τάφον εις το μέρος όπου απέθανε -και σήμερον κείται πράγματι έμπροσθεν του ιερού χώρου, όπως μαρτυρεί επιστήλιος επιγραφή- και επειδή τα γενόμενα αποτελούν δι' αυτούς ανοσιούργημα, ν' αποδώσουν εις την Ταλκίοικον δύο σώματα αντί ενός, οι δε Ιακεδαιμόνιοι εφρόντισαν να κατασκευάσουν δύο χαλκούς ανδριάντας του Ξαυσανίου, τους οποίους αφιέρωσαν εις την θεάν, ως εξαγνισμόν του θανάτου του.
Νι Ώθηναίοι, ως εκ τούτου, απαντώντες εις την αξίωσιν των Ιακεδαιμονίων, απήτησαν από αυτούς να εξαγνίσουν το ανοσιούργημα τούτο, αφού και ο θεός το είχε κρίνει τοιούτον. Νι Ιακεδαιμόνιοι, πέμψαντες πρέσβεις εις τας Ώθήνας, κατηγόρησαν τον Ζεμιστοκλή ως συνένοχον του μηδισμού του Ξαυσανίου, επί τη βάσει των αποδείξεων που είχαν συλλέξει κατά την διάρκειαν της εναντίον του ανακρίσεως, και εζήτησαν να επιβληθή εις αυτόν η ιδία ποινή του θανάτου. Νι Ώθηναίοι εσυμφώνησαν. Ώλλ' επειδή εκείνος έτυχε να είναι εξωστρακισμένος και μολονότι διέμενεν εις το Άργος, επεσκέπτετο συχνά και άλλα μέρη της Ξελοποννήσου, έστειλαν από κοινού με τους Ιακεδαιμονίους, οι οποίοι προθύμως συμμετείχαν εις την καταδίωξιν αυτήν, απόσπασμα με διαταγήν να τον συλλάβουν όπου τον συναντήσουν και τον φέρουν εις τας Ώθήνας. 136. Ώλλ' ο Ζεμιστοκλής, προειδοποιηθείς έφυγεν από την Ξελοπόννησον εις την Θέρκυραν της οποίας ήτο ευργέτης. Γπειδή όμως οι Θερκυραίοι ισχυρίζοντο ότι εφοβούντο να τον δεχθούν και εκτεθούν έτσι εις την έχθραν των Ιακεδαιμονίων και των Ώθηναίων, τον διεπεραίωσαν εις την απέναντι ήπειρον. Θαι ενώ κατεδιώκετο από τους προς τούτο εντεταλμένους παντού όπου εμάνθαναν ότι είχε μεταβή, ηναγκάσθη, ένεκα απροόπτου περιστατικού, να ζητήση κατάλυμα εις το μέγαρον του Ώδμήτου, βασιλέως των Κολοσσών, ο οποίος δεν ήτο φιλικώς προς αυτόν διατεθειμένος. Ν Άδμητος έτυχε ν' απουσιάζει κατά την ώραν εκείνην, αλλ' ο Ζεμιστοκλής παρουσιάσθη ως ικέτης εις την γυναίκα του, η οποία του εσύστησε να πάρη το παιδί των εις τα χέρια του και καθίση εις την εστίαν. Θαι όταν μετ' ολίγον επέστρεφεν ο Άδμητος, του εφανέρωσε ποιος ήτο και επρόσθεσεν ότι αν ο ίδιος αντετάχθη τυχόν εναντίον αιτήσεως του Ώδμήτου προς τους Ώθηναίους, δεν είναι αξιοπρεπές δι' αυτόν να τον εκδικηθή τώρα που καταδιώκεται εξόριστος. Ρόσον μάλλον καθόσον θα εκακοποιείτο από αυτόν τώρα που είναι πολύ ασθενέστερος του, ενώ όστις έχει ψυχήν γενναίαν δεν εκδικείται τους ομοίους του, όταν ευρίσκωνται εις θέσιν μειονεκτικήν. Άλλως τε, επρόσθεσεν, αυτός μεν εναντιώθη προς τον Άδμητον, προκειμένου περί υλικών συμφερόντων και όχι περί σωτηρίας της ζωής του, ενώ ο Άδμητος, εάν τον εκδώση -είπε δε ποίοι τον καταδιώκουν και δια ποίαν αιτίαν- θα εγίνετο αίτιος του θανάτου του. 137. Ώφού τον ήκουσεν, ο Άδμητος όχι μόνον τον εσήκωσε μαζί με τον υιόν του, τον οποίον ο Ζεμιστοκλής εκρατούσεν αφότου είχε καθίσει, πράγμα που αποτελεί τον επιβλητικώτερον τύπον ικεσίας, αλλά και όταν μετ' ολίγον έφθασαν οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι και τον εζητούσαν επιμόνως, ηρνήθη να τον εκδώση. Γπειδή όμως ο Ζεμιστοκλής επεθύμει να μεταβή προς τον ΐασιλέα, τον απέστειλε διά ξηράς εις την άλλην θάλασσαν, εις την Ξύδναν, την πόλιν του Ώλεξάνδρου. Γκεί επέτυχεν εμπορικόν πλοίον, το οποίον ητοιμάζετο ν' αποπλεύση διά την Ηωνίαν, και επιβιβασθείς επ' αυτού, παρεσύρθη από την κακοκαιρίαν εις το ορμητήριον του Ώθηναϊκού στόλου, ο οποίος επολιορκούσε την Λάξον. Σοβηθείς, ως εκ τούτου, φανερώνει προς τον κυβερνήτην (καθόσον ήτο άγνωστος εις τους εντός του πλοίου) ποίος είναι και διά ποίαν αιτίαν καταδιώκεται, και ότι αν δεν τον σώση, θα είπη ότι τον εδέχθη επί του πλοίου δωροδοκηθείς. Ε μόνη ελπίς σωτηρίας κατ' αυτόν ήτο να μην επιτραπή εις κανένα να εξέλθη από το πλοίον, έως ότου διορθωθή ο καιρός και συνεχισθή ο πλους. Θαι τέλος υπεσχέθη ότι αν συμμορφωθή με την αίτησίν του, η χάρις δεν θα λησμονηθή ποτέ, αλλά θ' ανταποδοθή επαξίως. Ν κυβερνήτης όχι μόνον εσυμμορφώθη προς την απαίτησιν
αυτήν, αλλά και απομακρύνας το πλοίον του, το εκράτησεν επ' αγκύρας επί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εις την ανοικτήν θάλασσαν, απέναντι του ορμητηρίου και ακολούθως κατέπλευσεν εις την Έφεσον. Γκεί ο Ζεμιστοκλής αντήμειψε τον κυβερνήτην διά γενναίου χρηματικού δώρου, καθόσον έλαβεν, εν τω μεταξύ, από τους φίλους του των Ώθηνών και του Άργους τα χρήματα που τους είχε δώσει προς φύλαξιν. Ξροχωρήσας ύστερον εις το εσωτερικόν, με κάποιον Ξέρσην, κάτοικον της παραλίας, απέστειλεν επιστολήν προς τον βασιλέα Ώρταξέρξην, υιόν του Μέρξου, ο οποίος είχεν ανέλθει προσφάτως εις τον θρόνον. Ρο περιεχόμενον της επιστολής είχεν ως εξής: "Ήλθα προς εσέ, εγώ ο Ζεμιστοκλής, ο οποίος περισσότερα από κάθε άλλον Έλληνα κακά έχω προξενήσει εις τον οίκον σου, εφόσον χρόνον ο πατήρ σου με ηνάγκαζε να αμύνωμαι εναντίον των επιθέσεών του, αλλά και πολύ περισσότερα καλά, όταν η υποχώρησίς του εγίνετο υπό περιστάσεις δι' εμέ ασφαλείς, δι' εκείνον όμως επικινδύνους. Θαι μου οφείλεται χάρις διά παρασχεθείσας υπηρεσίας (ενταύθα εμνημόνευε και την ειδοποίησιν που του έστειλεν από την Παλαμίνα περί της επικείμενης αναχωρήσεως των Γλλήνων και την ματαίωσιν τότε της καταστροφής των γεφυρών, την οποίαν ψευδώς οικειοποιήθη ως οφειλομένην εις ενεργείας του) και τώρα, επειδή ημπορώ να σου προσφέρω και άλλας μεγάλας υπηρεσίας, ήλθα καταδιωκόμενος από τους Έλληνας διά την προς σε φιλίαν μου. Γπιθυμώ δε να περιμείνω ένα έτος και τότε να σου εξηγήσω προσωπικώς τον σκοπόν του ερχομού μου". 138. Ν ΐασιλεύς, ως λέγεται, εθαύμασε το τολμηρόν του σχέδιον, και του παρήγγειλε να ενεργήση όπως έγραφεν. Ν Ζεμιστοκλής, εξ άλλου, κατά το διάστημα της αναμονής του, και με την Ξερσικήν γλώσσαν εξοικειώθη, όσον ημπορούσε, και με τα ήθη και έθιμα της χώρας. Θαι μετά την λήξιν του έτους, ήλθεν εις τον ΐασιλέα, και απέκτησε πλησίον του επιρροήν μεγαλυτέραν από κάθε άλλον ποτέ Έλληνα, και ένεκα της προηγουμένης του φήμης, και διά την ελπίδα, που ενέπνευσεν εις τον ΐασιλέα να του υποδουλώση την Γλλάδα, προ πάντων όμως διότι είχε δώσει επανειλημμένος αποδείξεις της οξείας αντιλήψεώς του. Βιότι ο Ζεμιστοκλής, λόγω της φυσικής του οξυδερκείας η οποία είχε πραγματικώς καταδειχθή κατά τρόπον απαραγνώριστον, ήτο περισσότερον από κάθε άλλον άξιος εξαιρετικού όλως διόλου κατά τούτο θαυμασμού. Βιά της εμφύτου εις αυτόν οξείας αντιλήψεως, και χωρίς ανάγκην ενισχύσεως αυτής, ούτε διά προηγουμένης διδασκαλίας, ούτε διά των μαθημάτων της πείρας, και τα παρόντα κατόπιν βραχυτάτης σκέψεως έκρινεν οξύτατα και τα μέλλοντα να γίνουν επί μακρόν διάστημα χρόνου προείκαζεν άριστα. Kαι εκείνα μεν, περί των οποίων εκάστοτε ησχολείτο, είχε και την ικανότητα να εξηγή προς τους άλλους, εκείνα δε, περί των οποίων δεν είχε προσωπικήν πείραν, ηδυνήθη να κρίνη επαρκώς, και κανείς δεν ημπορούσε να προΎδη με την ιδίαν ευκρίνειαν το καλόν ή το κακόν που επεφύλαττε το άδηλον μέλλον. Θαι συγκεφαλαιώνων λέγω ότι διά της φυσικής του οξυνοίας και ως εκ της ελαχίστης προπαρασκευής, η οποία του ήτο αναγκαία προς τούτο, ανεδείχθη ικανώτερος από κάθε άλλον να διαγινώσκη αμέσως τι έπρεπε να πραχθή ή να λεχθή. Ώλλ' ασθενήσας απέθανε. Κερικοί μάλιστα λέγουν, ότι ηυτοκτόνησε λαβών δηλητήριον, καθόσον εννόησεν ότι ήτο αδύνατον να εκτέλεση τας προς τον ΐασιλέα υποσχέσεις του. Ρο μνήμα του ευρίσκεται εις την αγοράν της Κικρασιατικής Καγνησίας, της περιφερείας της οποίας ήτο σατράπης, καθόσον ο ΐασιλεύς είχε παραχωρήσει εις αυτόν δι' άρτον μεν την Καγνησίαν, η οποία απέφερε πρόσοδον πενήντα ταλάντων κατ' έτος, δι' οίνον την Ιάμψακον, η οποία εθεωρείτο η πλέον οινοφόρος χώρα του τότε καιρού, και διά κρέας την Κυούντα. Ώλλά τα οστά του, ως λέγουν οι συγγενείς του, μετεφέρθησαν, κατά παραγγελίαν του, εις την Ώττικήν, όπου ετάφησαν, εν αγνοία των Ώθηναίων. Βιότι η ταφή των οστών του απηγορεύετο κατά νόμον, λόγω του ότι, κατηγορηθείς διά προδοσίαν, είχε γίνει φυγάς. Ροιούτον υπήρξε το τέλος Ξαυσανίου του
Ιακεδαιμονίου και Ζεμιστοκλέους του Ώθηναίου, οι οποίοι υπήρξαν οι επιφανέστεροι από τους συγχρόνους των Έλληνας.
Γξέθεσα ήδη ποίας απαιτήσεις διετύπωσαν και ενώπιον ποίων ανταπαιτήσεων ευρέθησαν οι Ιακεδαιμόνιοι, σχετικώς με την εκδίωξιν των ανοσιουργών, κατά την πρώτην των πρεσβείαν εις τας Ώθήνας. Ώλλά διά μεταγενεστέρων πρεσβειών απήτησαν από τους Ώθηναίους και την πολιορκίαν της Ξοτειδαίας να λύσουν, και της Ώιγίνης την ελευθερίαν ν' αποκαταστήσουν, περισσότερον όμως από κάθε άλλο, και με γλώσσαν απολύτως εμφαντικήν, εδήλωσαν ότι ο πόλεμος θ' αποσοβηθή μόνον, εάν ανακληθή το περί Κεγαρέων Υήφισμα, διά του οποίου απηγορεύετο εις αυτούς η χρήσις της Ώττικής αγοράς και των λιμένων της Ώθηναϊκής ηγεμονίας. Ώλλ' οι Ώθηναίοι ούτε τας άλλας των απαιτήσεις ήθελαν να εισακούσουν, ούτε το ψήφισμα ν' ανακαλέσουν, κατηγορούντες τους Κεγαρείς ότι επεξέτειναν την καλλιέργειάν των καταχρηστικώς επί της ιεράς γης, καθώς και επί της λόγω αμφισβητήσεως μη οροθετημένης, και ότι εδέχοντο τους δραπετεύοντας δούλους των. Ρέλος ήλθεν η τελευταία από την Ιακεδαίμονα πρεσβεία, αποτελούμενη από τον Οαμφίαν, τον Κελήσιππον και τον Ώγήσανδρον, οι οποίοι, χωρίς ν' αναφέρουν τίποτε από όσα προηγουμένως είχαν μνημονεύσει κατ' επανάληψιν, είπαν τας ολίγας μόνον αυτάς λέξεις: "Νι Ιακεδαιμόνιοι θέλουν την διατήρησιν της ειρήνης, η οποία ημπορεί να εξασφαλισθή, εάν αποδώσετε εις τους Έλληνας την ανεξαρτησίαν των".
Πυγκαλέσαντες οι Ώθηναίοι συνέλευσιν του λαού, επροσκάλεσαν τους θέλοντας να εκθέσουν τας γνώμας των, και απεφασίσθη να συζητηθή και κριθή το όλον ζήτημα και δοθή τελειωτική απάντησις. Θαι άλλοι πολλοί επροχώρησαν εις το βήμα και ωμίλησαν, τασσόμενοι υπέρ της μιας ή της άλλης γνώμης, άλλοι υπέρ του πολέμου και άλλοι υποστηρίζοντες ότι το Υήφισμα πρέπει να μην αποβή εμπόδιον εις την διατήρησιν της ειρήνης, αλλά ν' ανακληθή. Θαι ο Ξερικλής, ο υιός του Μανθίππου, πρώτος μεταξύ των Ώθηναίων της εποχής του, μεγάλος συγχρόνως ρήτωρ και πολιτικός, προχωρήσας εις το βήμα, εσυμβούλευσε τα εξής:
"Πυμπολίται, εξακολουθώ πάντοτε να έχω την ιδίαν γνώμην ότι δεν πρέπει να υποχωρήσωμεν απέναντι των Ξελοποννησίων, μολονότι γνωρίζω ότι οι άνθρωποι δεν εμπνέονται κατά την διεξαγωγήν του πολέμου από την ιδίαν ζέσιν, με την οποίαν πείθονται τελικώς να τον αναλάβουν, αλλά μεταβάλλουν γνώμας αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων. ΐλέπω, άλλωστε, ότι και σήμερον πρέπει να συμβουλεύσω όμοια εντελώς, όπως και εις το παρελθόν, και έχω την δικαίαν αξίωσιν όπως όσοι από σας πεισθήτε εις τους λόγους μου υποστηρίξετε τας κοινάς αποφάσεις, και αν τυχόν ακόμη πρόκειται να εκτεθώμεν εις μερικάς αποτυχίας, ειδεμή, εν περιπτώσει επιτυχίας, να μην αντιποιήσθε μέρος της τιμής διά την επιδειχθείσαν προνοητικότητα. Βιότι είναι ενδεχόμενον η εξέλιξις των γεγονότων να προχωρήση κατά τρόπον εξ ίσου ανυπολόγιστον, όσον και τα ανθρώπινα σχέδια. Βιά τούτο, άλλωστε, συνηθίζομεν να μεμφώμεθα την τύχην δι' όσα συμβούν αντιθέτως προς τους υπολογισμούς μας. "Νι Ιακεδαιμόνιοι, λοιπόν, και πριν ήτο φανερόν ότι μας επεβουλεύοντο, και τώρα περισσότερον παρά πριν. Βιότι, ενώ η Ρριακονταετής συνθήκη ορίζει ότι αι
αμοιβαίαι διαφοραί πρέπει να υποβάλλωνται εις διαιτησίαν, διατηρουμένου, εν τω μεταξύ, του εδαφικού καθεστώτος, ούτε αυτοί εζήτησαν ποτε διαιτησίαν, ούτε προτεινομένην από σας την δέχονται, αλλά θέλουν να επιδιώξουν την επανόρθωσιν των αιτιάσεών των διά πολέμου μάλλον παρά διά συζητήσεως, παρίστανται δε ήδη επιτάσσοντες, και όχι πλέον διατυπώνοντες αιτιάσεις. Βιότι απαιτούν και την πολιορκείαν της Ξοτειδαίας να λύσωμεν και την ελευθερίαν της Ώιγίνης ν' αποκαταστήσωμεν και το περί Κεγαρέων Υήφισμα ν' ανακαλέσωμεν. Ώυτοί μάλιστα, που ήλθαν τελευταίοι, διακηρύττουν φανερά ότι πρέπει ν' αποδώσωμεν εις τους Έλληνας την ανεξαρτησίαν των. Θανείς όμως από σας ας μη νομίση ότι ο πόλεμος θα γίνη δι' ασήμαντον αφορμήν, εάν ηθέλαμεν αρνηθή ν' ανακαλέσωμεν το περί Κεγαρέων Υήφισμα, εις το οποίον φαίνονται ότι αποδίδουν τόσην σπουδαιότητα, ώστε ισχυρίζονται ότι αν αυτό ανακληθή, ο πόλεμος θ' αποσοβηθή. Νύτε πρέπει ν' αφίσετε υφισταμένην εις την συνείδησίν σας την μομφήν ότι επολεμήσατε δι' ασήμαντον αιτίαν, διότι το ασήμαντον αυτό αποτελεί την λυδίαν λίθον, προς εξακρίβωσιν και δοκιμασίαν των προθέσεών σας. Θαθόσον, εάν υποχωρήσετε απέναντι των, θα ευρεθήτε ενώπιον νέας και επαχθεστέρας απαιτήσεως, διότι θα νομίσουν ότι και εις τούτο θα υποκύψετε ένεκα φόβου. Γνώ, εάν αρνηθήτε αποφασιστικώς, θα τους δώσετε να εννοήσουν καθαρά ότι οφείλουν να συμπεριφέρονται απέναντι σας ως ίσοι προς ίσους μάλλον. 141. "Ώποφασίσατε λοιπόν αμέσως, ή να υποκύψετε πριν υποστώμεν καμμίαν ζημίαν εκ του πολέμου, ή, εάν πρόκειται να πολεμήσωμεν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω προτιμότερον να μη υποχωρήσωμεν, αδιάφορον αν πρόκειται περί μεγάλης ή μικράς αιτίας, ούτε να διατηρήσωμεν ό,τι μας ανήκει, υπό το κράτος του φόβου. Βιότι και η μεγαλυτέρα και η μικροτέρα απαίτησις, η οποία στηρίζεται εις αξιούμενα δικαιώματα, όταν, αντί να επιδιωχθή διά της δικαστικής οδού, επιβάλλεται εις άλλους αναγκαστικώς εκ μέρους ομοίων των, σημαίνει υποδούλωσιν του ιδίου βαθμού. ",τι, άλλωστε, αφορά τους πολεμικούς πόρους αμφοτέρων, οφείλετε να μάθετε, ακούοντες τας επομένας λεπτομερείας, ότι οι ιδικοί μας δεν είναι ασθενέστεροι. Νι Ξελοποννήσιοι, τωόντι, καλλιεργούν την γην με τα χέρια των, και ούτε δημόσιον πλούτον έχουν, ούτε ιδιωτικόν. Γκτός τούτου, είναι άπειροι μακρών και υπερθαλασσίων πολέμων, λόγω του ότι ένεκα πενίας διεξάγουν τοιούτους βραχείς μόνον διαρκείας, οι μεν εναντίον των δε. Ώλλ' άνθρωποι τόσον πτωχοί ούτε στόλον δύνανται να εξοπλίζουν ούτε πεζόν στρατόν να στέλλουν συχνά εκτός των ορίων της χώρας των, διότι και από τα κτήματά των θ' απουσίαζαν, και εκ των ιδίων θα εξώδευαν, και προς τούτοις θ' απεκλείοντο από την χρήσιν της θαλάσσης. Νι πόλεμοι, άλλωστε, συντηρούνται από τους συσσωρευμένους πολεμικούς θησαυρούς μάλλον, παρά από εκτάκτους αναγκαστικάς εισφοράς. Γνώ, εξ άλλου, οι εργαζόμενοι την γην με τα χέρια των προθυμότερον εκθέτουν εις τον πόλεμον το σώμα των, παρά την περιουσίαν των, καθόσον εκείνο μεν πιστεύουν ότι ημπορεί να περισωθή εκ των κινδύνων, δι' αυτήν όμως καμμίαν βεβαιότητα δεν έχουν, ότι δεν θα καταναλωθή προ του τέλους του πολέμου, ιδίως αν ούτος παραταθή παρά τους υπολογισμούς των, όπως ημπορεί κάλλιστα να συμβή. Βιότι εις μίαν μόνην μάχην οι Ξελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των είναι ικανοί ν' αντισταθούν εναντίον όλων των Γλλήνων, αλλ' είναι ανίκανοι να διεξαγάγουν πόλεμον εναντίον αντιπάλου, ο οποίος έχει, όπως ημείς, διάφορον οργάνωσιν, εφόσον ούτε κοινήν βουλήν έχουν, ούτε προβαίνουν ταχέως εις τα μέτρα που επιβάλλονται από απροόπτους περιστάσεις, και επειδή όλοι έχουν ίσην ψήφον, χωρίς καν να είναι ομόφυλοι, ο καθείς επιδιώκει την προαγωγήν του ιδικού του συμφέροντος. Φς εκ τούτου, τίποτε συνήθως δεν ημπορεί να αχθή εις αίσιον πέρας. Βιότι άλλοι μεν ενδιαφέρονται να εκδικηθούν όσον ημπορούν περισσότερον ιδιαίτερον εχθρόν, άλλοι δε να υποστούν όσον
το δυνατόν μικροτέρας ζημίας. Γπειδή άλλωστε συνέρχονται κατά μακρά διαλείμματα, ολίγον μόνον χρόνον διαθέτουν διά την εξέτασιν των κοινών, αλλά τον πλείστον καταναλίσκουν εις εξυπηρέτησιν των ιδιαιτέρων των συμφερόντων. Θαι νομίζει κανείς ότι καμμία βλάβη δεν θα επέλθη εις το κοινόν συμφέρον από την ιδικήν του αμέλειαν, αλλ' ότι την αμέλειάν του μέλλει ν' αναπληρώση η πρόνοια κανενός άλλου, και έτσι η ιδέα αυτή, την οποίαν πρεσβεύουν όλοι ιδιαιτέρως, γίνεται η αφανής αιτία της καταστροφής όλων. 142. "Ώλλά κυριώτατον εμπόδιον δι' αυτούς θα είναι η σπάνις των χρημάτων, εφόσον βραδέως ποριζόμενοι αυτά κατ' ανάγκην θα χρονοτριβούν, ενώ αι ευκαιρίαι του πολέμου κανένα, δεν περιμένουν. Νύτε άλλωστε η κατασκευή οχυρώσεων υπ' αυτών επί του εδάφους μας, ούτε το ναυτικόν των, αξίζουν να μας εμπνεύσουν φόβον. Βιότι, ως προς μεν το πρώτον, δύσκολον θα ήτο δι' αυτούς, και εν καιρώ ειρήνης, να κατασκευάσουν ωχυρωμένην πόλιν ισόπαλον προς τας Ώθήνας, και ακόμη ολιγώτερον επί χώρας εχθρικής, προ πάντων εάν και ημείς, προς αντεκδίκησιν, εχωμιν τότε ανεγείρει επί του εδάφους μας ομοίας οχυρώσεις. Ώλλ' εάν κατασκευάσουν φρούριον απλώς επί του εδάφους μας, θα ημπορούν μεν να φθείρουν μέρος της γης μας δι' επιδρομών και αυτομολιών των δούλων μας. Ρο τοιούτον, εν τούτοις, δεν θα ημπορέση να μας εμποδίση από του να πλεύσωμεν εις την χώραν των και ανεγείρωμεν εκεί οχυρώσεις, ούτε να προβαίνωμεν εις αντίποινα διά του στόλου μας, εις τον οποίον έγκειται η δύναμίς μας. Βιότι μεγαλυτέραν εμπειρίαν έχομεν ημείς του κατά ξηράν πολέμου εκ της εμπειρίας μας περί τα ναυτικά, παρά εκείνοι των ναυτικών εκ της εμπειρίας των κατά ξηράν. Νύτε θα κατορθώσουν αυτοί ευκόλως ν' αποκτήσουν την ναυτικήν εμπειρίαν, αφού ούτε σεις ετελειοποιήθητε ακόμη, μολονότι ηρχίσατε ασκούμενοι εις τα ναυτικά ευθύς μετά τους Ξερσικούς πολέμους. Ξώς λοιπόν ανδρες γεωργοί και όχι ναυτικοί θα ημπορέσουν να κατορθώσουν τίποτε άξιον λόγου, αφού μάλιστα, πλεονεκτούντες εις πλοία, και διηνεκώς επιτιθέμενοι δι' αυτών, ούτε θα τους επιτρέψωμεν ν' ασκηθούν; Βιότι, εάν τα ενεργούντα τον αποκλεισμόν πλοία ήσαν ολίγα, ίσως θ' απεφάσιζαν να διακινδυνεύσουν, θρασύνοντες την αμάθειάν των με το πλήθος των ιδίων των πλοίων. Ώλλ' εφόσον θα αποκλείωνται από ισχυρόν στόλον, θα μένουν αδρανείς, και η έλλειψις ασκήσεως θα τους καταστήση ανεπιτηδειοτέρους, και δι' αυτό και ατολμότερους. Βιότι η ναυτική εμπειρία είναι κατ' εξοχήν ζήτημα τέχνης και η εις αυτήν άσκησις δεν επιτρέπεται να γίνεται συγχρόνως και όπως τύχη. Ρουναντίον, ο ασκούμενος εις τα ναυτικά δεν πρέπει ν' απασχολήται από καμμιάν αλλην πάρεργον ενασχόλησιν. 143. "Άλλωστε, και αν ακόμη υποθέσωμεν ότι θέτοντες χείρα εις μέρος των χρημάτων, των αποθησαυρισμένων εις την Νλυμπίαν ή τους Βελφούς, προσπαθήσουν να προσελκύσουν προς το μέρος των τους ξένους ναύτας μας, το πράγμα θα ήτο δεινόν μόνον, εάν ημείς οι ίδιοι με τους μετοίκους, επιβιβαζόμενοι επί των πλοίων, δεν είμεθα ισόπαλοι με αυτούς. Γυτυχώς όμως και ισόπαλοι είμεθα και, το σπουδαιότερον, έχομεν πολίτας Ώθηναίους ως πηδαλιούχους, και διά τας λοιπάς τεχνικάς υπηρεσίας έχομεν προσωπικόν περισσότερον και ικανώτερον παρά όλη η άλλη Γλλάς. Θαι κανείς από τους ξένους δεν θ' απεφάσιζε, χάριν μεγαλυτέρου μισθού ολίγων ημερών, ν' αντιμετώπιση τον κίνδυνον, όχι μόνον από την πατρίδα του να εξορισθή, αλλά και να διεξαγάγη με μικροτέρας ελπίδας νίκης κοινόν με εκείνους αγώνα. Θαι τα μεν των Ξελοποννησίων πράγματα τοιαύτα περίπου φαίνονται εις εμέ τουλάχιστον ότι είναι. Λομίζω αντιθέτως ότι τα ιδικά μας και από τα μειονεκτήματα, διά τα οποία εμέμφθην εκείνους, είναι απηλλαγμένα, και άλλα πλεονεκτήματα, ανώτερα των ιδικών των, παρουσιάζουν. Γάν επομένως εκείνοι εισβάλουν εις το έδαφός μας διά ξηράς, ημείς θα πλεύσωμεν εναντίον του ιδικού των, και η δενδροτομία μέρους μόνον της
Ξελοποννήσου θα είναι κάτι εντελώς διάφορον από την δενδροτομίαν της όλης Ώττικής. Βιότι εκείνοι μεν δεν θα ημπορούν να αναπληρώσουν την έλλειψιν διά της καταλήψεως άλλου εδάφους, ειμή κατόπιν μάχης, ενώ ημείς έχομεν άφθονον γην και επί των νήσων και επί της στερεάς. Βιότι η κυριαρχία της θαλάσσης αποτελεί πραγματικώς μέγα κεφάλαιον. Πκεφθήτε, τωόντι, εάν είμεθα νησιώται, ποίοι θα ήσαν πλέον απρόσβλητοι από ημάς; Θαι τώρα, εν τούτοις, συμμορφώνοντες τας αποφάσεις μας όσον το δυνατόν περισσότερον προς το ιδεώδες αυτό, οφείλομεν να εγκαταλείψωμεν την ύπαιθρον χώραν και τας επ' αυτής κατοικίας και να στρέψωμεν όλην την προσοχήν μας εις την υπεράσπισιν της πόλεως και την επί της θαλάσσης επικράτησιν. Νύτε πρέπει, παρασυρόμενοι από την αγανάκτησιν κατά των Ξελοποννησίων διά την καταστροφήν των ιδιοκτησιών μας, να συνάψωμεν αποφασιστικήν προς αυτούς μάχην, ενώ είναι πολύ περισσότεροι. Βιότι, αν μεν νικήσωμεν, θα έχωμεν πάλιν να αγωνισθώμεν με όχι ολιγωτέρους απ' αυτούς, εάν όμως νικηθώμεν, θα χάσωμεν επί πλέον και τους συμμαχικούς πόρους, οι οποίοι αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας, καθόσον οι σύμμαχοι δεν θα μείνουν βέβαια ήσυχοι, εάν δεν είμεθα πλέον εις θέσιν να τους επιβληθώμεν στρατιωτικώς. Νύτε πρέπει να ολοφυρώμεθα διά την απώλειαν οικιών και γης, αλλά διά την απώλειαν ανδρών, διότι ούτοι δύνανται ν' ανακτήσουν εκείνα, εκείνα όμως δεν ημπορούν ν' αναπληρώσουν τους απολεσθέντας ανδρας. Θαι αν επίστευα ότι θα με ηκούατε, θα συνίστων, όπως οι ίδιοι μεταβήτε και καταστρέψητε αυτά, και δείξετε προς τους Ιακεδαιμονίους, ότι δεν θα υποκύψετε χάριν τοιούτων πραγμάτων. 144. "Έχω, άλλωστε, και πολλούς άλλους λόγους να πιστεύω ότι θα νικήσωμεν, εάν θελήσετε να μην επιδιώξετε συγχρόνως με την διεξαγωγήν του πολέμου και επέκτασιν της κυριαρχίας σας καί να μην αναλάβετε κινδύνους περιττούς. Βιότι περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας. Ώλλά περί του ζητήματος τούτου θα ομιλήσω και πάλιν βραδύτερον, όταν ο πόλεμος θα έχη αρχίσει ήδη. Γπί τoυ παρόντος, ας στείλωμεν τους πρέσβεις οπίσω, αφού δώσωμεν ως απάντησιν, ότι εις μεν τους Κεγαρείς θα επιτρέψωμεν την χρήσιν της αγοράς και των λιμένων, εάν και οι Ιακεδαιμόνιοι παύσουν τας εναντίον μας και εναντίον των συμμάχων μας ξενηλασίας- καθόσον ούτε το εν απαγορεύεται από την Ρριακονταετή συνθήκην, ούτε το άλλο-ότι των πόλεων την ανεξαρτησίαν θ' αποκαταστήσωμεν, εφόσον ήσαν ανεξάρτητοι κατά την σύναψιν της συνθήκης, και όταν και εκείνοι επιτρέψουν εις τας πόλεις της ομοσπονδίας ν' ασκούν την ανεξαρτησίαν των κατά τρόπον σύμφωνον όχι προς το συμφέρον των Ιακεδαιμονίων, αλλά προς τους πόθους εκάστης από αυτάς, και τέλος ότι δεχόμεθα να υποβληθώμεν εις διαιτησίαν, σύμφωνα με τας συνθήκας, και δεν θα κάμωμεν έναρξιν του πολέμου, αλλά θα υπερασπίσωμεν εαυτούς, εάν πρώτοι μας επιτεθούν. Βιότι τοιαύτη απάντησις και δικαία είναι και αρμόζουσα συγχρόνως εις την αξιοπρέπειαν της πόλεως. Ξρέπει άλλωστε να γνωρίζωμεν ότι ο πόλεμος κατέστη αναπόφευκτος και ότι όσον περισσότερον πρόθυμοι δειχθώμεν προς ανάληψίν του, με τόσον ολιγωτέραν αποφασιστικότητα θα επιτεθούν εναντίον μας οι αντίπαλοι, και ακόμη ότι τους μεγίστους κινδύνους μέγιστοι ακολουθούν τιμαί και διά πόλιν και δι' ιδιώτην. Νι πατέρες μας, τουλάχιστον, αντιμετώπισαν επιτυχώς τους Ξέρσας, χωρίς καν να έχουν τους μεγάλους πόρους, τους οποίους ημείς διαθέτομεν, αλλ' αφού, και τα ολίγα υπάρχοντα των εγκατέλειψαν, και με περισσοτέραν σύνεσιν παρά τύχην, και με μεγαλυτέραν τόλμην παρά δύναμιν, όχι μόνον τον βάρβαρον απέκρουσαν, αλλά και εις τοιαύτην προήγαγαν ακμήν την δύναμίν μας. Ρων πατέρων μας αυτών οφείλομεν να μη δειχθώμεν κατώτεροι, αλλά και τους εχθρούς ν' αποκρούσωμεν πάση δυνάμει,
και την κληρονομίαν εκείνων να προσπαθήσωμεν να παραδώσωμε εις τους απογόνους μας όχι ηλαττωμένην".
Κετά τους λόγους τούτους του Ξερικλέους, οι Ώθηναίοι, θεωρήσαντες ότι εσυμβούλευε τα άριστα, εψήφισαν όσα συνέστησε, και σύμφωνα με την γνώμην του, απεκρίθησαν εις τους Ιακεδαιμονίους και εις τα καθέκαστα, όπως εκείνος διεσαφήνισε, και γενικώς ότι τίποτε δεν θα κάμουν διατασσόμενοι, αλλ' ότι είναι πρόθυμοι να επιδιώξουν την άρσιν των αιτιάσεων, σύμφωνα με την συνθήκην, επί τη βάσει της ισοτιμίας και των δύο μερών. Φς εκ τούτου, οι πρέσβεις επέστρεψαν οίκαδε, και οι Ιακεδαιμόνιοι δεν έστειλαν πλέον άλλην πρεσβείαν. 146. Ώυταί υπήρξαν αι προ του πολέμου αιτιάσεις και διαφοραί αμφοτέρων, αι οποίαι ήρχισαν ευθύς μετά τα γεγονότα της Γπιδάμνου και της Θερκύρας. Κολαταύτα, εξηκολούθουν, εν τω μεταξύ, να επικοινωνούν και να μεταβαίνουν οι μεν εις την χώραν των δε, χωρίς κήρυκα αληθώς, αλλ' όχι και χωρίς υποψίαν. Βιότι η κατάστασις απετέλει διάρρηξιν των συνθηκών και ημπορούσε να δώση αφορμήν εις πόλεμον.
Ώπό το σημείον όμως τούτο και εξής αρχίζει η πραγματική εξιστόρησις του πολέμου των Ώθηναίων και των Ξελοποννησίων και των συμμάχων αμφοτέρων. Βιαρκούσης της περιόδου αυτής, όχι μόνον κάθε μεταξύ των επικοινωνία έπαυσε, πλην της δια κηρύκων γινομένης, αλλά και ο αγών, αφού άπαξ ήρχισε, συνεχίσθη άνευ διακοπής. Ρα γεγονότα διηγούμαι κατά σειράν, όπως ελάμβαναν χώραν καθ' έκαστον θέρος και χειμώνα.
Ε Ρριακονταετής δηλαδή ειρήνη διετηρήθη επί δέκα τέσσερα έτη μετά την υποταγήν της Γυβοίας. Ώλλά κατά το δέκατον πέμπτον έτος, όταν η Ηέρεια Τρυσίς ιεράτευεν επί σαράντα οκτώ ήδη έτη εις το Άργος, ο Ώινήσιος ήτο πρώτος έφορος εις την Ππάρτην, και η αρχή του επωνύμου άρχοντος των Ώθηνών Ξυθοδώρου έμελλε να λήξη μετά τέσσαρας μήνας, τον δέκατον έκτον μήνα μετά την μάχην της Ξοτειδαίας, και ευθύς με την αρχήν του έαρος, δύναμις τριακοσίων και πλέον ενόπλων Ζηβαίων, υπό την αρχηγίαν των ΐοιωταρχών Ξυθαγγέλου, υιού του Συλείδου, και Βιεμπόρου, υιού του Ννητορίδου, εισήλθαν κατά την ώραν του πρώτου ύπνου εις τας Ξλαταιάς της ΐοιωτίας, η οποία ήτο πόλις σύμμαχος των Ώθηναίων. Ν Ξλαταιεύς Λαυκλείδης, μαζί με τους οπαδούς του, επιδιώκοντες να εξολοθρεύσουν μερικούς πολίτας της αντιθέτου φατρίας και προσελκύσουν την πόλιν προς το μέρος των Ζηβαίων, με τον σκοπόν να λάβουν την εξουσίαν εις χείρας των, τους προσεκάλεσαν και τους ήνοιξαν τας πύλας της πόλεως. Ρας μυστικάς προς τούτο διαπραγματεύσεις διεξήγαγαν προς τον Γυρύμαχον, υιόν του Ιεοντιάδου, άνδρα δυνατώτατον μεταξύ των Ζηβαίων. Βιότι οι Ζηβαίοι, προϊδόντες το αναπόφευκτον του πολέμου, ήθελαν, διαρκούσης ακόμη της ειρήνης και πριν εκραγή φανερά ο πόλεμος, να καταλάβουν προηγουμένως τας Ξλαταιάς, αι οποίαι ήσαν ανέκαθεν αντίθετοι, προς αυτούς. Φς εκ τούτου, κατώρθωσαν ευκολώτερα να εισέλθουν λαθραίως, καθόσον η πόλις δεν εφρουρείτο τότε.Ώφού δ' εστάθμευσαν εις την αγοράν, αντί να συμμορφωθούν προς την γνώμην των προσκαλεσάντων αυτούς και
επιληφθούν αμέσως του έργου, εισβάλλοντες εις τας οικίας των εχθρών των, απεφάσισαν να δημοσιεύσουν προκηρύξεις συνδιαλλακτικάς, δια να φέρουν την πόλιν εις φιλικόν συμβιβασμόν, νομίζοντες ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα την προσεταιρίζοντο ευκόλως. Ρωόντι, ο κήρυξ επροκήρυξεν ότι όστις θέλει να είναι σύμμαχος με αυτούς, κατά τα πατροπαράδοτα έθιμα της ΐοιωτικής ομοσπονδίας, οφείλει να προσέλθη ένοπλος και ενωθή μαζί των. 3. Ρους Ξλαταιείς, ευθύς ως εννόησαν ότι οι Ζηβαίοι είχαν εισέλθει ήδη και η πόλις ευρίσκετο εξ απροόπτου εις χείρας των, κατέλαβε πανικός, και νομίσαντες ότι οι εισελθόντες ήσαν πολύ περισσότεροι, διότι ένεκα της νυκτός δεν τους διέκριναν, απεφάσισαν να συνθηκολογήσουν, και αποδεχθέντες τας γενομένας δια του κήρυκος προτάσεις, έμεναν ήσυχοι, τόσον μάλλον καθόσον οι Ζηβαίοι δεν μετεχειρίσθησαν βίαια μέτρα εναντίον κανενός. Ώλλ' ενώ διεπραγματεύοντο όπως ημπορούσαν τους όρους της συνθηκολογίας, εννόησαν ότι οι Ζηβαίοι ήσαν ολίγοι, και έκριναν ότι, αν τους επιτεθούν, θα τους καταβάλουν ευκόλως, διότι η πλειοψηφία των Ξλαταιέων δεν επεθύμει ν' αποσπασθούν από τους Ώθηναίους. Ώπεφάσισαν λοιπόν να επιχειρήσουν την επίθεσιν, και διατρυπώντες τους μεσοτοίχους, εσυγκεντρώνοντο εις εν και το αυτό μέρος, δια να μη γίνουν αντιληπτοί πορευόμενοι δια μέσου των οδών, ενώ συγχρόνως ετοποθέτουν αμάξας άνευ υποζυγίων εις τους δρόμους, δια να χρησιμεύσουν ως οδοφράγματα, και έλαβαν όσα άλλα μέτρα εφαίνοντο χρήσιμα εις την παρούσαν περίστασιν. ταν δ' όλα ητοιμάσθησαν κατά το δυνατόν, επωφεληθέντες την ώραν της νυκτός, κατά την οποίαν επέκειτο η εμφάνισις της αυγής, ώρμησαν εκ των οικιών εναντίον των Ζηβαίων, ίνα μη ως εκ του φωτός της ημέρας αντιταχθούν οι τελευταίοι θαρραλεώτερον κατά της επιθέσεώς των, και ευρεθούν υπό ίσους όρους με αυτούς, ενώ ως εκ του σκότους θα ήσαν δειλότεροι και θα εμειονέκτουν, ως μη γνωρίζοντες την τοπογραφίαν της πόλεως εξ ίσου καλώς όσον οι ίδιοι. Φς εκ τούτου, επετέθησαν κατ' αυτών αμέσως και ήλθαν εις χείρας χωρίς να χάνουν καιρόν. 4. Νι Ζηβαίοι, άμα ως εννόησαν ότι ηπατήθησαν, ήρχισαν να πυκνώνουν τας τάξεις των, και προσεπάθουν να απωθήσουν τας επιθέσεις από οιονδήποτε μέρος και αν προήρχοντο. Θαι δις μεν ή τρις τας απέκρουσαν. Έπειτα όμως, όταν οι Ξλαταιείς επετέθησαν εναντίον των με ορμήν, ενώ αι γυναίκες με αλαλαγμούς και οι δούλοι με κραυγάς έρριπταν από τα σπίτια λίθους και κεραμίδια, και συγχρόνως έβρεξε ραγδαίως καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός, τους κατέλαβε πανικός, και τραπέντες εις φυγήν έφυγαν δια μέσου της πόλεως. Γπειδή δε τα γεγονότα αυτά ελάμβαναν χώραν περί το τέλος του σεληνιακού μηνός, ολίγοι, ως εκ του επικρατούντος σκότους και του λασπώδους εδάφους, εγνώριζαν ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να λάβουν δια να σωθούν, ενώ οι καταδιώκοντες αυτούς εγνώριζαν καλά πως να εμποδίσουν την διαφυγήν των, διό και πολλοί εξ αυτών εξωλοθρεύθησαν. Θάποιος άλλωστε από τους Ξλαταιείς έκλεισε τας πύλας, από τας οποίας είχαν εισέλθει και αι οποίαι ήσαν αι μόναι ανοικταί, μεταχειρισθείς προς τούτο το οξύ άκρον ακοντίου, το οποίον ενέβαλεν αντί βαλάνου εις τον μοχλόν, εις τρόπον ώστε ούτε από το μέρος τούτο υπήρχε πλέον έξοδος. Φς εκ τούτου, καταδιωκόμενοι προς όλας τας διευθύνσεις της πόλεως, άλλοι από αυτούς ανέβησαν εις το τείχος και ερρίφθησαν προς τα έξω και οι περισσότεροι εσκοτώθησαν, άλλοι έφθασαν εις αφύλακτον πύλην, όπου κάποια γυναίκα τους έδωκε πέλεκυν, δια του οποίου έκοψαν τον μοχλόν, και εξήλθαν απαρατήρητοι, όχι πολλοί όμως (διότι ταχέως έγιναν αντιληπτοί), και άλλοι τέλος εις πολλά μέρη της πόλεως εφονεύοντο σποραδικώς. Ρο μεγαλύτερον όμως τμήμα, το οποίον είχε πυκνώσει τας τάξεις του περισσότερον από τους
άλλους, εισώρμησεν εις ευρύχωρον οίκημα, το οποίον απετέλει μέρος του τείχους, και του οποίου η εξώπορτα ευρέθη την στιγμήν εκείνην ανοικτή, νομίζοντες ότι η εξώπορτα αυτή ήτο πύλη του φρουρίου και ωδήγει κατ' ευθείαν προς τα έξω. Νι Ξλαταιείς, βλέποντες αυτούς αποκλεισμένους, εσυσκέπτοντο αν έπρεπε να βάλουν φωτιά εις το οίκημα και τους καύσουν ζώντας, είτε να μεταχειρισθούν κανέν άλλο μέσον. Ρέλος και αυτοί και όσοι άλλοι από τους Ζηβαίους είχαν περισωθή πλανώμενοι ανά την πόλιν εσυμφώνησαν να παραδοθούν με τα όπλα των, αφεθέντες εις το έλεος των Ξλαταιέων. Ροιαύτη υπήρξεν η τύχη των Ζηβαίων, όσοι είχαν εισέλθει εντός των Ξλαταιών. 5. Ώλλ' οι επίλοιποι Ζηβαίοι, οι οποίοι επρόκειτο κατά τα προσυμφωνηθέντα να φθάσουν πανστρατιά, διαρκούσης ακόμη της νυκτός, προς βοήθειαν των εισελθόντων, εις περίπτωσιν που η επιχείρησίς των δεν ήθελε τυχόν ευοδωθή, επειδή έμαθαν συγχρόνως καθ' οδόν την είδησιν περί των γενομένων, επέσπευσαν την πορείαν των. Ώι Ξλαταιαί απέχουν από τας Ζήβας εβδομήντα περίπου σταδίους, και η βροχή που έπεσε διαρκούσης της νυκτός τους έκαμε να καθυστερήσουν. Βιότι ο Ώσωπός ποταμός είχεν εκχειλίσει και η διάβασίς του δεν ήτο εύκολος. Φς εκ τούτου, βαίνοντες υπό βροχήν και με δυσκολίαν διαβάντες τον ποταμόν, έφθασαν πολύ αργά, όταν ήδη άλλοι από τους εισελθόντας είχαν φονευθή και άλλοι είχαν συλληφθή ζώντες. Φς έμαθαν οι Ζηβαίοι τα γενόμενα, διεσκέπτοντο να βάλουν χέρι επί των Ξλαταιέων, των ευρισκομένων έξω της πόλεως, διότι υπήρχαν εις τους αγρούς και άνθρωποι και παντός είδους κινητά, ως ήτο φυσικόν, καθόσον το κακόν έγινεν απροσδοκήτως εν καιρώ ειρήνης, και ήθελαν, αν συλλάβουν μερικούς, να τους έχουν ομήρους, αντ' εκείνων από τους εισελθόντας, όσοι τυχόν είχαν συλληφθή ζωντανοί. Ώυτά ήσαν τα σχέδια των Ζηβαίων. Ώλλ' ενώ ακόμη διεσκέπτοντο, υποπτευθέντες οι Ξλαταιείς ότι κάτι τοιούτο θα γίνη και φοβηθέντες περί των έξω, έστειλαν κήρυκα εις τους Ζηβαίους, λέγοντες ότι η ενέργεια των επιχειρησάντων να καταλάβουν την πόλιν των εν καιρώ ειρήνης αντέκειτο εις τας γενικώς ανεγνωρισμένας αρχάς, που διέπουν τας σχέσεις των πολιτειών, και παραγγέλλοντες να μη προβούν εις βίαια μέτρα κατά των εκτός της πόλεως, ειδεμή, εδήλωσαν, θα φονεύσουν και αυτοί τους αιχμαλώτους των, ενώ, αν οι Ζηβαίοι αποσυρθούν από το έδαφός των, θα τους αποδώσουν τους αιχμαλώτους αμέσως. Νύτω διηγούνται τα πράγματα οι Ζηβαίοι, και ισχυρίζονται ότι οι Ξλαταιείς επεβεβαίωσαν την υπόσχεσίν των δι' όρκου. Ώλλ' οι Ξλαταιείς δεν παραδέχονται ότι υπεσχέθησαν να αποδώσουν αμέσως τους άνδρας, αλλά μόνον, εάν τυχόν κατόπιν διαπραγματεύσεων έφθαναν εις συμφωνίαν, και αρνούνται την δι' όρκου επιβεβαίωσιν. πως και αν έχη το πράγμα, οι Ζηβαίοι απεσύρθησαν από το έδαφος των Ξλαταιών, χωρίς να προξενήσουν καμμίαν βλάβην. Γνώ οι Ξλαταιείς, ευθύς ως εισεκόμισαν εσπευσμένως, τα κινητά των από την ύπαιθρον χώραν, εφόνευσαν αμέσως τους αιχμαλώτους. Νι συλληφθέντες ήσαν εκατόν ογδοήντα και μεταξύ αυτών και ο Γυρύμαχος, με τον οποίον είχαν διαπραγματευθή οι προδόται. 6.Κετά τούτο, και εις τας Ώθήνας απέστειλαν αγγελιαφόρον και εις τους Ζηβαίους επέτρεψαν να παραλάβουν τους νεκρούς των, χορηγήσαντες σύντομον προς τούτο ανακωχήν, και προέβησαν εις την ρύθμισιν των πραγμάτων της πόλεως, όπως ενόμιζαν συμφερώτερον δια την περίστασιν. Ώλλ' η αναγγελία των γενομένων εις τας Ξλαταιάς είχεν ευθύς γνωσθή εις τους Ώθηναίους, και ως εκ τούτου όχι μόνον προέβησαν ούτοι αμέσως εις σύλληψιν των ΐοιωτών, όσοι ήσαν εις την Ώττικήν, αλλά και εις τας Ξλαταιάς έστειλαν κήρυκα με την παραγγελίαν να μη προβούν εις κακοποίησιν των αιχμαλωτισθέντων Ζηβαίων, πριν ακουσθή και η ιδική των περί αυτών γνώμη. Βιότι δεν είχεν εισέτι αναγγελθή προς αυτούς ότι είχαν φονευθή.
Θαθόσον μόλις εισήρχοντο οι Ζηβαίοι εις τας Ξλαταιάς, ανεχώρησεν ο πρώτος αγγελιαφόρος, ο δε δεύτερος, μόλις είχαν ηττηθή και συλληφθή, επομένως από όσα συνέβησαν ακολούθως τίποτε δεν εγνώριζαν οι Ώθηναίοι. Φς εκ τούτου, τας οδηγίας των έστειλαν οι Ώθηναίοι εν αγνοία του φόνου των αιχμαλώτων, και όταν έφθασεν ο κήρυξ των τους ευρήκε σκοτωμένους. Κετά ταύτα, οι Ώθηναίοι έστειλαν εις Ξλαταιάς στρατιωτικήν δύναμιν, η οποία, αφού εισήγαγε τρόφιμα εις την πόλιν και αφήκεν εκεί φρουράν, παρέλαβεν επιστρέφουσα τους ανικάνους δι' οιανδήποτε υπηρεσίαν άνδρας, καθώς και τα γυναικόπαιδα.
Κετά το πραξικόπημα τούτο των Ξλαταιέων και την εντεύθεν κατάφωρον διάρρηξιν της Ρριακονταετούς συνθήκης, οι Ώθηναίοι ήρχισαν να παρασκευάζωνται προς πόλεμον, αλλ' ήρχισαν επίσης να παρασκευάζωνται και οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των. Ώμφότεροι δε ητοιμάζοντο να στείλουν πρεσβείας προς τον ΐασιλέα καί τους βαρβάρους κάθε άλλης χώρας, από την οποίαν ήλπιζεν έκαστος από αυτούς να εξασφαλίση βοήθειαν, ενώ συγχρόνως επεδίωκαν να προσλάβουν ως συμμάχους των τας πόλεις εκείνας που ήσαν εκτός της σφαίρας της ιδικής των επιρροής, Θαι οι μεν Ιακεδαιμόνιοι, εκτός των ευρισκομένων ήδη εις τους Ξελοποννησιακούς λιμένας πλοίων, παρήγγειλαν προς εκείνους, οι οποίοι από την Ηταλίαν και Πικελίαν είχαν ταχθή με το μέρος των, να ετοιμάσουν διακόσια, κατ' αναλογίαν του μεγέθους εκάστης πόλεως, πλοία - εις τρόπον ώστε η ολική δύναμις του στόλου των ν' ανέλθη εις πεντακόσια πλοία και προμηθεύσουν ωρισμένον ποσόν χρημάτων. Θατά τα λοιπά δε παρήγγειλαν εις αυτούς να μένουν ήσυχοι και να δέχονται εις τους λιμένας των τα Ώθηναϊκά πλοία, εφόσον θα κατέπλεε κάθε φοράν εν και μόνον πλοίον, και τούτο έως ότου συμπληρωθή η εν λόγω προετοιμασία. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, εξήταζαν ποίους έχουν συμμάχους και έστελλαν πρέσβεις ως επί το πλείστον εις τα παρά την Ξελοπόννησον μέρη, την Θέρκυραν, την Θεφαλληνίαν, την Ώκαρνανίαν και την Δάκυνθον, καθόσον εννοούσαν ότι αν ημπορούσαν να στηριχθούν ασφαλώς εις τη φιλίαν των μερών αυτών, να ήσαν εις θέσιν να, εξαντλήσουν την Ξελοπόννησον, διεξάγοντες τον πόλεμον από όλα τα πέριξ αυτής μέρη. 8. Ρα σχέδια λοιπόν αμφοτέρων ήσαν σοβαρά και εις τον πόλεμον απεδύοντο πλήρεις θάρρους και αποφασιστικότητος. Ήτο άλλωστε φυσικόν τούτο, διότι οι άνθρωποι κατά την αρχήν πάσης επιχειρήσεως δεικνύουν μεγαλυτέραν δραστηριότητα, ενώ υπήρχεν επί πλέον κατά τον χρόνον τούτον πολυάριθμος νεολαία εις την Ξελοπόννησον και τας Ώθήνας, η οποία εξ απειρίας επεθύμει τον πόλεμον. Θαι ολόκληρος η άλλη Γλλάς ευρίσκετο εις μετέωρον κατάστασιν, εφόσον τα δύο σημαντικώτερα κράτη ήρχοντο εις χείρας. Θαι πολλά μεν μαντικά λόγια εφέροντο από στόμα εις στόμα, πολλούς δε χρησμούς έψαλλαν οι χρησμολόγοι, όχι μόνον μεταξύ των μελλόντων να πολεμήσουν, αλλά και καθ' όλην την Γλλάδα. Γκτός τούτου, η Βήλος, ολίγον προ των γεγονότων τούτων, έπαθε σεισμόν, ενώ δεν είχεν υποστή τοιούτον προηγουμένως, εφόσον τουλάχιστον φθάνει η μνήμη των Γλλήνων. Γλέγετο άλλωστε και επιστεύετο ότι ο σεισμός αυτός ήτο ο προάγγελος των επικειμένων γεγονότων, και κάθε άλλο ανάλογον επεισόδιον, το οποίον ελάμβανε χώραν, εξητάζετο με πολλήν προσοχήν. Ώι συμπάθειαι όμως της κοινής γνώμης εστρέφοντο ασυγκρίτως περισσότερον προς το μέρος των Ιακεδαιμονίων, τόσον μάλλον καθόσον είχαν διακηρύξει επισήμως, ότι αναλαμβάνουν να ελευθερώσουν την Γλλάδα. Θαι κάθε ιδιώτης και κάθε πόλις είχαν ζωηράν επιθυμίαν να τους βοηθήσουν, είτε δια λόγων, είτε δι' έργων, εις ό,τι ημπορούσαν, και καθείς ενόμιζεν ότι όπου αυτός δεν είναι παρών, εκεί τα πράγματα δεν ημπορούν να ευοδωθούν. Ρόσον γενική ήτο η μήνις εναντίον των
Ώθηναίων, διότι άλλοι μεν επεθύμουν ν' αποτινάξουν την κυριαρχίαν των, άλλοι δε εφοβούντο μήπως υποβληθούν εις αυτήν. 9. Κε τοιαύτην προετοιμασίαν και τοιαύτα αισθήματα, ήσαν έτοιμοι ν' αποδυθούν εις τον αγώνα. Πύμμαχοι των δύο μερών κατά την έναρξιν των πολεμικών επιχειρήσεων ήσαν αι επόμεναι πόλεις: Ρων μεν Ιακεδαιμονίων όλοι οι εντός του Ησθμού Ξελοποννήσιοι πλην των Ώργείων και των Ώχαιών (οι οποίοι διετήρουν φιλικάς σχέσης και με τα δύο μέρη. Ώπό τους Ώχαιούς δε μόνον οι Ξελληνείς κατ' αρχάς έλαβαν μέρος εις τον πόλεμον παρά το πλευρόν των Ιακεδαιμονίων, έπειτα όμως και όλοι οι άλλοι). Γκτός της Ξελοποννήσου, οι Κεγαρείς, οι Σωκείς, οι Ιοκροί, οι ΐοιωτοί, οι Ώμπρακιώται, οι Ιευκάδιοι και οι Ώνακτόριοι. Ώπό αυτούς δε οι Θορίνθιοι, οι Κεγαρείς, οι Πικυώνιοι, οι Ξελληνείς, οι Ελείοι, οι Ώμπρακιώται και οι Ιευκάδιοι παρείχαν και ναυτικόν, οι ΐοιωτοί, οι Σωκείς και οι Ιοκροί παρείχαν και ιππικόν, ενώ αι λοιπαί πόλεις μόνον πεζικόν. Ώυτοί ήσαν οι σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων. Ρων δε Ώθηναίων σύμμαχοι ήσαν οι Τίοι, οι Ιέσβιοι, οι Ξλαταιείς, οι Κεσσήνιοι, οι κατοικούντες την Λαύπακτον, οι περισσότεροι από τους Ώκαρνάνας, οι Θερκυραίοι, οι Δακύνθιοι, και επί πλέον αι υποτελείς πόλεις, αι κείμεναι εις διαφόρους χώρας, η παραθαλάσσιος δηλαδή Θαρία, οι Βωριείς, οι γειτονεύοντες με τους Θάρας, η Ηωνία, ο Γλλήσποντος, και τα παράλια εν γένει της Ζράκης, όλαι αι νήσοι, όσαι κείνται ανατολικώς της Ξελοποννήσου και της Θρήτης, πλην της Κήλου και της Ζήρας. Ώπό αυτούς ναυτικόν παρείχαν οι Τίοι, οι Ιέσβιοι, οι Θερκυραίοι, ενώ οι λοιποί πεζικόν και χρήματα. Ώυτοί ήσαν οι σύμμαχοι των δύο μερών και αυταί αι προετοιμασίαι των δια τον πόλεμον.
Νι Ιακεδαιμόνιοι, ευθύς μετά τα γεγονότα των Ξλαταιών, διεμήνυσαν εις τας πόλεις της Ξελοποννήσου και τους εκτός αυτής συμμάχους να παρασκευάσουν τον στρατόν των και τα εφόδια, όσα έπρεπε να έχουν δι' εκστρατείαν εις το εξωτερικόν δια να εισβάλουν εις την Ώττικήν. Γφόσον εσυμπληρώνετο κατά τον λεχθέντα χρόνον η ετοιμασία των διαφόρων πόλεων, τα δύο τρίτα της στρατιωτικής δυνάμεως εκάστης από αυτάς συνήρχοντο εις τον Ησθμόν. Θαι όταν ολόκληρος ο στρατός είχε συγκεντρωθή, ο Ώρχίδαμος, βασιλεύς των Ιακεδαιμονίων, ο οποίος ήτο αρχηγός της εκστρατείας αυτής, συνεκάλεσε τους στρατηγούς όλων των πόλεων, τους ανωτέρους αξιωματικούς και τους επιφανεστέρους από τους λοιπούς, και τους απηύθυνε τας επομένας προτροπάς:
"Ξελοποννήσιοι και λοιποί σύμμαχοι, και οι πατέρες μας έκαμαν πολλάς εκστρατείας εντός και εκτός της Ξελοποννήσου, και οι πρεσβύτεροι από ημάς τους ιδίους δεν είναι άπειροι του πολέμου. Ξοτέ άλλοτε, εν τούτοις, ούτε εκείνοι, ούτε ημείς, εξεστρατεύσαμεν με μεγαλυτέραν στρατιωτικήν δύναμιν από αυτήν εδώ, και μολονότι βαδίζομεν εναντίον πόλεως ισχυροτάτης, και ο ιδικός μας εξ άλλου στρατός είναι πολυάριθμος και γενναίος. Θαθήκον επομένως έχομεν ούτε από τους πατέρας μας να φανώμεν κατώτεροι, ούτε από την ιδικήν μας δόξαν υποδεέστεροι. Βιότι ολόκληρος η Γλλάς έχει συνταραχθή και στρέφει τα βλέμματά της προς την επιχείρησίν μας, και ευνοϊκώς διατεθειμένη προς ημάς, ένεκα του κατά των Ώθηναίων μίσους της, εύχεται την επιτυχίαν του σκοπού μας. Βεν πρέπει λοιπόν, και αν ακόμη κανείς πιστεύη ότι επειδή εκστρατεύομεν με υπερτέρας δυνάμεις, και υπάρχει ελάχιστος κίνδυνος, ότι ο εχθρός θα δώση εναντίον μας μάχην εκ του
συστάδην, να προελαύνωμεν ένεκα τούτου με αμελεστέραν υπό οιανδήποτε έποψιν ετοιμασίαν, αλλά και ο αρχηγός εκάστης πόλεως και ο στρατιώτης πρέπει να περιμένη ότι ημπορεί να περιέλθη ο ίδιος εις κίνδυνον. Θαθόσον αι τύχαι των πολέμων είναι άδηλοι και από μικρά επεισόδια μεγάλα γεγονότα ημπορούν να προέλθουν, και αι επιχειρήσεις γίνονται ως επί το πολύ εις βρασμόν πάθους. Θαι πολλάκις ολιγαριθμοτέρα δύναμις, ένεκα της προνοητικότητος, την οποίαν της επέβαλλεν η συν-αίσθησις της αδυναμίας της, απέκρουσεν αποτελεσματικώτερον πολυαριθμοτέραν τοιαύτην, η οποία ευρέθη απαράσκευος, διότι υπετίμησε τον αντίπαλόν της. Νφείλει, άλλωστε, εκείνος που εκστρατεύει εις ξένην χώραν να είναι πάντοτε θαρραλέος μεν το φρόνημα, προσεκτικός όμως εις τους κινδύνους της επιχειρήσεως και παρεσκευασμένος προς τούτους. Βιότι τοιουτοτρόπως και όταν επιτίθεται κατά των εχθρών θα είναι γενναιότατος και όταν αμύνεται ασφαλέστατος. Εμείς όμως εκστρατεύομεν εναντίον πόλεως όχι τόσον αδυνάτου ν' αμυνθή, αλλά κατά πάντα άριστα παρεσκευασμένης, ώστε έχομεν κάθε λόγον να περιμένωμεν ότι οι Ώθηναίοι θα μας αντιμετωπίσουν εις μάχην, και αν ακόμη δεν έχουν τοιαύτην διάθεσιν, τώρα που δεν εφθάσαμεν ακόμη εκεί, πάντως όμως όταν θα μας βλέπουν επί του εδάφους των ερημώνοντας και καταστρέφοντας τας περιουσίας των. Βιότι όλοι οι άνθρωποι καταλαμβάνονται από αγανάκτησιν, όταν με τα ίδια των τα μάτια βλέπουν κάποιον ασυνήθιστον κακόν που τους συμβαίνει, την στιγμήν μάλιστα ακριβώς που γίνονται θύματα αυτού, και όσοι ένεκα της εξάψεως του πάθους σκέπτονται ολιγώτερον, γίνονται περισσότερον επιθετικοί. Νι Ώθηναίοι, άλλωστε, και πολύ περισσότερον από άλλους είναι φυσικόν να ενεργήσουν κατ' αυτόν τον τρόπον αφού έχουν την αξίωσιν όχι μόνον να κυριαρχούν επί των άλλων, αλλά και να ερημώνουν μάλλον δι' επιδρομών την ξένην χώραν, παρά να βλέπουν την ιδικήν των ερημωνομένην. Έχοντες λοιπόν υπ' όψιν ότι εκστρατεύετε εναντίον πόλεως τόσον ισχυράς, και ότι αναλόγως της καλής ή της κακής εκβάσεως θ' αποκομίσετε δια τους εαυτούς σας και τους προγόνους σας μεγίστην φήμην ή δυσφημίαν, ακολουθείτε τους αρχηγούς σας οπουδήποτε σας οδηγούν, αφοσιωμένοι προ παντός εις την τάξιν και την επαγρύπνησιν και έχοντες την προσοχήν διαρκώς εστραμμένην προς τας διαταγάς των. Βιότι τίποτε δεν είναι ωραιότερον και ασφαλέστερον από πολυάριθμον στρατόν, ο οποίος εμφανίζεται εμπνεόμενος από ενιαίον πνεύμα πειθαρχίας".
Κετά τους ολίγους αυτούς λόγους, ο Ώρχίδαμος έλυσε την συνάθροισιν, και πριν προχωρήση, έστειλεν εις τας Ώθήνας πρέσβυν, τον Ππαρτιάτην Κελήσιππον, υιόν του Βιακρίτου, δια να εξακριβώση εάν οι Ώθηναίοι, βλέποντες τους εχθρούς ευρισκομένους ήδη καθ' οδόν, ήθελαν δειχθή ενδοτικώτεροι. Γκείνοι όμως δεν επέτρεψαν εις αυτόν να εισέλθη εις την πόλιν και ακόμη ολιγώτερον να παρουσιασθή εις την Πυνέλευσιν. Βιότι είχε προηγουμένως ψηφισθή πρότασις του Ξερικλέους, όπως μη δέχωνται κήρυκα ή πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων αφ' ης ούτοι είχαν εκστρατεύσει. Ώπέπεμψαν λοιπόν τον κήρυκα, χωρίς να τον ακούσουν, και τον διέταξαν να εξέλθη των ορίων της Ώττικής αυθημερόν και του λοιπού, εάν θέλουν οι Ιακεδαιμόνιοι να κάμουν καμμίαν ανακοίνωσιν να στέλλουν πρέσβεις, μόνον αφού προηγουμένως επιστρέψουν εις τα ίδια. Πυναπέστειλαν, άλλωστε μετά του Κελησίππου φρουρούς, δια να μην επικοινωνήση με κανένα και όταν αυτός έφθασεν εις τα σύνορα της Ώττικής και έμελλε να χωρισθή από τους φρουρούς, είπε, πριν εκκινήση, τας ολίγας αυτάς λέξεις: "Ε σημερινή ημέρα θα γίνη αρχή μεγάλων κακών δια την Γλλάδα". ταν, μετά την επιστροφήν του εις το στρατόπεδον, έμαθεν ο Ώρχίδαμος ότι οι Ώθηναίοι δεν ήσαν καθόλου διατεθειμένοι να
υποχωρήσουν, συναγείρας τον στρατόν εισέβαλεν εις το έδαφός των. Νι ΐοιωτοί, εξ άλλου, έστειλαν εις τους Ξελοποννησίους δια την κοινήν εκστρατίαν το ανάλογον μέρος πεζικού και το ιππικόν των, ενώ με το υπόλοιπον της δυνάμεώς των ήλθαν εις την χώραν των Ξλαταιών και ήρχισαν να ερημώνουν τα κτήματα.
Ώλλά πριν εισβάλουν οι Ξελοποννήσιοι εις την Ώττικήν και ενώ ακόμη ευρίσκοντο καθ' οδόν, συναθροιζόμενοι εις τον Ησθμόν, ο Ξερικλής, υιός του Μανθίππου, ο οποίος με εννέα άλλους ήτο στρατηγός των Ώθηναίων, άμα ως εννόησε το επικείμενον της εισβολής, υπωπτεύθη μη τυχόν ο Ώρχίδαμος, λόγω της φιλίας, η οποία ετύγχανε να τους συνδέη, φεισθή τους αγρούς του και δεν τους ερήμωση, είτε εξ οικείας προαιρέσεως, διότι ήθελε να χαρισθή προς αυτόν, ή και κατά παραγγελίαν των Ιακεδαιμονίων, δια να τον διαβάλουν, όπως εξ αιτίας του είχαν απαιτήσει επισήμως και τον εξαγνισμόν του ανοσιουργήματος. Φς εκ τούτου, εδήλωσε δημοσία προς τους Ώθηναίους, ενώπιον της συνελεύσεως του λαού, ότι συνεδέετο μεν προς τον Ώρχίδαμον δια φιλίας, τούτο όμως δεν έγινε βέβαια προς ζημίαν της πόλεως, και ότι εάν οι εχθροί δεν ερημώσουν τους αγρούς και τας οικίας του, όπως των λοιπών πολιτών, τα αφίνει υπέρ του Βημοσίου, και παρακαλεί να μη εγερθή εκ της αφορμής αυτής καμμία εναντίον του υποψία. Ώπηύθυνεν, άλλωστε, όπως και προηγουμένως, παραινέσεις, εν σχέσει προς την γενικήν κατάστασιν, ότι δηλαδή πρέπει να παρασκευάζωνται δια τον πόλεμον και να μεταφέρουν από τους αγρούς εις την πόλιν τα κινητά των, ότι πρέπει ν' αποφεύγουν την σύναψιν μάχης επί του ανοικτού πεδίου, αλλά να εισέλθουν εις την πόλιν και αμυνθούν όπισθεν των τειχών αυτής, ότι οφείλουν να έχουν έτοιμον τον στόλον των, εις τον οποίον στηρίζεται η δύναμίς των, και να συγκρατούν με δυνατό χέρι τους συμμάχους εις υποταγήν, εξηγών ότι η δύναμίς των εξαρτάται από την πρόσοδον των χρημάτων που καταβάλλουν οι τελευταίοι, και ότι αι νίκαι εις τον πόλεμον κερδίζονται ως επί το πλείστον με σώφρονα πολιτικήν και αφθονίαν χρημάτων. Θαι συνιστούν εις αυτούς να έχουν θάρρος, καθόσον η πόλις χωρίς να υπολογισθούν τα άλλα της έσοδα, εισπράττει ετησίως κατά μέσον όρον εξακόσια τάλαντα φόρον από τους συμμάχους, ενώ, εξ άλλου, υπήρχαν εις την Ώκρόπολιν ακόμη τότε εξ χιλιάδες τάλαντα εις αργυρούν νόμισμα. Βιότι είχε μεν φθάσει το ανώτατον ποσόν εις εννέα χιλιάδας επτακόσια τάλαντα, εκ τούτων όμως είχαν γίνει αι δαπάναι δια την κατασκευήν των Ξροπυλαίων της Ώκροπόλεως και των άλλων οικοδομημάτων και δια την εκστρατείαν της Ξοτειδαίας. Γκτός τούτων, υπήρχαν ακόμη άκοπος χρυσός και άργυρος και αφιερώματα ιδιωτικά και δημόσια, εις ιερά σκεύη χρησιμοποιούμενα εις τας πομπάς και τους αγώνας, εις λάφυρα Ξερσικά και άλλα τυχόν παρόμοια, αξίας τουλάχιστον πεντακοσίων ταλάντων. πελόγιζεν ακόμη ότι ήσαν εις την διάθεσίν των και οι θησαυροί των άλλων ναών, οι οποίοι ήσαν όχι ολίγοι, και εις περίστασιν που ήθελαν καταντήσει να στερηθούν κάθε άλλον πόρον, και αυτός ο χρυσούς στολισμός του αγάλματος της Ώθηνάς. Ρο άγαλμα, ως ισχυρίζετο, είχε καθαρόν χρυσόν βάρους σαράντα ταλάντων, ο οποίος ολόκληρος ήτο μετακινητός. Γάν μεταχειρισθούν τους θησαυρούς αυτούς χάριν της σωτηρίας των, ώφειλαν, είπε, να τους αντικαταστήσουν πάλιν εξ ολοκλήρου. Θαι ως προς μεν τους χρηματικούς πόρους ενεθάρρυνεν αυτούς κατ' αυτόν τον τρόπον. Φς προς την στρατιωτικήν, εξ άλλου, δύναμιν, ανέφερεν ότι υπήρχαν δέκα τρεις χιλιάδες οπλίται, χωρίς να υπολογισθούν οι φρουροί των φρουρίων και αι δέκα εξ χιλιάδες των ανδρών, των προωρισμένων δια την φρούρησιν των τειχών της πόλεως. Βιότι τόσος ήτο, κατά τας αρχάς του πολέμου, οσάκις εγίνετο εισβολή του εχθρού, ο αριθμός των εν λόγω φρουρών, αποτελούμενος από μέρος των πρεσβυτέρων και των νεωτέρων πολιτών, και από όλας τας ηλικίας των μετοίκων οπλιτών.
Βιότι το μήκος του Σαληρικού τείχους ήτο τριάντα πέντε στάδια από Σαλήρου μέχρι του τείχους, το οποίον περιέβαλλε την πόλιν, και το φρουρούμενον μέρος του τελευταίου τούτου είχε μήκος σαράντα τρία (καθόσον τμήμα αυτού, το μεταξύ του Κακρού Ρείχους καί του Σαληρικού, έμενεν αφρούρητον). Ρα δε Κακρά Ρείχη προς τον Ξειραιά, εκ των οποίων το εξωτερικόν μόνον σκέλος εφρουρείτο, είχαν μήκος σαράντα στάδια. Νλόκληρος ο τειχισμένος περίβολος του Ξειραιώς, μαζί και της Κουνυχίας, ήτο εξήντα σταδίων, από τα οποία το ήμισυ μόνον εφρουρείτο. Γβεβαίωσεν επίσης ότι υπήρχαν χίλιοι διακόσιοι ιππείς, μεταξύ των οποίων ήσαν και ιπποτοξόται, χίλιοι εξακόσιοι τοξόται, και τριακόσιαι τριήρεις, αξιόμαχοι. Ρόση και όχι μικροτέρα ήτο η καθ' έκαστον κλάδον Ώθηναϊκή δύναμις κατά την στιγμήν που επέκειτο η πρώτη εισβολή των Ξελοποννησίων και ήρχιζεν ο πόλεμος. Θαι πολλά άλλα ακόμη είπεν ο Ξερικλής, κατά την συνήθειάν του, προς απόδειξιν ότι θα εξέλθουν νικηταί από τον πόλεμον.
Νι Ώθηναίοι, αφού ήκουσαν τους λίγους αυτούς, επείσθησαν τελικώς, και ήρχισαν να μεταφέρουν από τους αγρούς εις την πόλιν τα γυναικόπαιδα, και επί πλέον τα οικιακά έπιπλα και σκεύη, αφαιρούντες και αυτά ακόμη τα ξύλινα εξαρτήματα των οικιών. Ρα πρόβατα δε και τα υποζύγια απέστειλαν εις την Γύβοιαν και τας παρακειμένας νήσους. Γπειδή όμως οι πολλοί ανέ-καθεν συνήθιζαν να διαιτώνται εις τους αγρούς, βαρέως έφεραν την αναγκαστικήν αυτήν μετοικεσίαν. 15. Ε συνήθεια αυτή είχεν επικρατήσει από την αρχαιοτάτην εποχήν μεταξύ των Ώθηναίων, περισσότερον από όλους τους άλλους Έλληνας. Βιότι επί Θέκροπος καί των πρώτων βασιλέων μέχρι του Ζησέως, ο πληθυσμός της Ώττικής ήτο πάντοτε κατανεμημένος εις περισσοτέρας πόλεις, από τας οποίας κάθε μία είχε χωριστόν πρυτανείον και άρχοντας, και εφόσον δεν παρουσιάζετο καμμία αιτία φόβου, δεν συνήρχοντο δια να συσκεφθούν μετά του βασιλέως, αλλ' οι κάτοικοι κάθε πόλεως διεσκέπτοντο χωριστά περί των υποθέσεών της και ήσκουν την διοίκησιν. Πυνέβη μάλιστα ενίοτε μερικαί από αυτάς και πόλεμον να διεξαγάγουν κατά του βασιλέως, όπως λόγου χάριν οι Γλευσίνιοι, υπό τον Γύμολπον, εναντίον του Γρεχθέως. ταν όμως εβασίλευσεν ο Ζησεύς, ο οποίος ανεδείχθη εξ ίσου ισχυρός όσον και συνετός ηγεμών, και άλλας μεταρρυθμίσεις εισήγαγεν εις την χώραν, και αφού κατήργησε τα ΐουλευτήρια και τας Ώρχάς των διαφόρων πόλεων, ωργάνωσεν όλους τους κατοίκους της Ώττικής εις το σημερινόν κράτος των Ώθηνών, εγκαταστήσας εν ΐουλευτήριον και εν Ξρυτανείον, και ενώ επέτρεψεν εις τους κατοίκους των διαφόρων πόλεων να νέμωνται τα κτήματά των, όπως και πριν, ηνάγκασεν αυτούς να έχουν μίαν κοινήν πολιτείαν, τας Ώθήνας, αι οποίαι, επειδή όλοι πλέον κατέβαλλαν τον φόρον προς αυτάς, έγιναν μεγαλόπολις, και ως τοιαύτη παρεδόθη υπό του Ζησέως εις τους μεταγενεστέρους. Θαι από τον καιρόν εκείνον η πόλις των Ώθηνών εορτάζει δια δημοσίας δαπάνης τα Πυνοίκια, εορτήν προς τιμήν της Ζεάς. Ξροηγουμένως την πόλιν απετέλει η σημερινή Ώκρόπολις και το κάτωθεν αυτής μέρος, μάλιστα το προς νότον στρεφόμενον. Ρούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι ναοί όχι μόνον της Ώθηνάς, αλλά και άλλων θεών ευρίσκονται μέσα εις την Ώκρόπολιν, και όσοι είναι έξω από αυτήν προς τούτο μάλλον το μέρος της πόλεως είναι κτισμένοι ως λόγου χάριν ο ναός του Νλυμπίου Βιός, του Ξυθίου Ώπόλλωνος, της Αης, του Ιιμναίου Βιονύσου, εις τιμήν του οποίου εορτάζονται την δωδεκάτην του μηνός Ώνθεστηριώνος τα αρχαιότερα Βιονύσια, και την συνήθειαν αυτήν διατηρούν ακόμη και σήμερον οι Ίωνες, οι καταγόμενοι από τους Ώθηναίους. Γις τον ίδιον, άλλωστε, χώρον είναι κτισμένοι και άλλοι αρχαίοι ναοί. Θαι η κρήνη, η οποία σήμερον ονομάζεται Γννεάκρουνος, εκ του σχήματος
το οποίον εδόθη εις αυτήν από τους Ξεισιστρατίδας, αλλ' η οποία τον παλαιόν καιρόν, πριν αποκαλυφθούν αι πηγαί, ωνομάζετο Θαλλιρρόη, εχρησιμοποιείτο δε δια τας σπουδαιοτέρας περιστάσεις από τους ανθρώπους του καιρού εκείνου, λόγω του ότι ήτο πλησίον, και σήμερον ακόμη, ένεκα της παλαιάς αυτής συνήθειας, επικρατεί η χρησιμοποίησις του νερού της όχι μόνον εις τας προ του γάμου εορτάς, αλλά και εις άλλας ιεροτελεστίας. Ένεκα της προς το μέρος τούτο κατοικίας του πληθυσμού κατά τον παλαιόν καιρόν, η Ώκρόπολις ονομάζεται μέχρι σήμερον ακόμη υπό των Ώθηναίων "πόλις". 16. Ένεκα λοιπόν του αυτονόμου βίου, τον οποίον έζησαν επί μακρόν διάστημα χρόνου οι Ώθηναίοι εις όλην την ύπαιθρον χώραν, οι περισσότεροι, όχι μόνον από τους παλαιούς, αλλά και από τους απογόνους των, και όταν ακόμη ωργανώθησαν εις εν κράτος, εξηκολούθουν μόλα ταύτα, λόγω της συνήθειας που απέκτησαν, να κατοικούν οικογενειακώς μέχρι του παρόντος πολέμου εις τους αγρούς, όπου και εγεννώντο. Θαι ως εκ τούτου εδυσφόρουν δια την αναγκαστικήν μετοικεσίαν, τόσον μάλλον, καθόσον εσχάτως μόνον είχαν επανορθώσει τας ζημίας, τας οποίας αι εγκαταστάσεις των είχαν πάθει κατά τον Ξερσικόν πόλεμον. Γθλίβοντο, τωόντι, και βαρέως έφεραν ότι εγκατέλειπαν όχι μόνον τας κατοικίας των, αλλά και τους ναούς, οι οποίοι ανέκαθεν τους ανήκαν, σύμφωνα με το αρχαίον πολίτευμα, ως πατροπαράδοτος κληρονομιά, και επί πλέον, διότι έμελλαν να μεταβάλουν τρόπον ζωής και διότι η μετοικεσία των απετέλει δια καθένα απ' αυτούς αληθή εγκατάλειψιν της γενεθλίου του πόλεως. 17. ταν, εξ άλλου, έφθασαν εις την πόλιν, ολίγοι μόνον είχαν διαθεσίμους κατοικίας ή ημπορούσαν να εύρουν κατάλυμα πλησίον φίλων ή οικείων, ενώ οι πολλοί εγκατεστάθησαν εις τ' ακατοίκητα μέρη της πόλεως, τους Ηερούς περιβόλους και τους εις ήρωας αφιερωμένους χώρους, εκτός της Ώκροπόλεως και του Γλευσινίου, καθώς και εις κάθε άλλον περίβολον που ημπορούσε να κλεισθή ασφαλώς. Θαι αυτό ακόμη το καλούμενον Ξελαργικόν, το κείμενον εις τους πρόποδας της Ώκροπόλεως, του οποίου την χρησιμοποίησιν προς κατοικίαν απηγόρευεν όχι μόνον παλαιά κατάρα, αλλά και χρησμός του Ξυθικού Καντείου, του οποίου ο τελευταίος στίχος ώριζε: "Ρο Ξελαργικόν είναι καλύτερα να μείνη αχρησιμοποίητον", υπό την πίεσιν όμως της αμέσου ανάγκης εγέμισεν από κατοικίας. Θαι ο χρησμός, όπως εγώ νομίζω, επραγματοποιήθη, αντιθέτως όμως προς την κοινήν προσδοκίαν. Βιότι αι συμφοραί της πόλεως δεν επήλθαν ένεκα της αθεμίτου προς κατοικίαν χρησιμοποιήσεώς του, αλλά την ανάγκην της χρησιμοποιήσεως αυτής επροκάλεσεν ο πόλεμος, και ο χρησμός, χωρίς να τον μνημονεύση, έλεγεν ότι το Ξελαργικόν δεν έμελλε να κατοικηθή ποτέ εις ημέρας ευτυχίας. Ώλλά και εις τους πύργους των τειχών κατώρθωσαν πολλοί να εγκατασταθούν, και όπου αλλού έκαστος ημπόρεσε. Βιότι όταν συνεκεντρώθησαν όλοι, δεν υπήρχε χώρος αρκετός δι' αυτούς εντός της πόλεως, αλλά βραδύτερον διένειμαν εις μερίδια, όχι μόνον τα Κακρά Ρείχη, αλλά και το μεγαλύτερον μέρος του Ξειραιώς. Θατά τον ίδιον, εν τούτοις, καιρόν, οι Ώθηναίοι κατεγίνοντο δραστηρίως δια τον πόλεμον, συγκεντρώνοντες τας συμμαχικάς των δυνάμεις, και εξοπλίζοντες στόλον εκατόν πλοίων δια ναυτικήν εκστρατείαν εναντίον της Ξελοποννήσου.
Ώλλ' ενώ αι πολεμικαί ετοιμασίαι των Ώθηναίων ευρίσκοντο εις το σημείον τούτο, ο Ξελοποννησιακός στρατός προελαύνων έφθασε πρώτον προ της Νινόης της Ώττικής από όπου επρόκειτο να γίνη η εισβολή. Θαι άμα ως εστρατοπέδευσαν εκεί, ητοιμάζοντο να επιτεθούν κατά του τείχους και δια πολιορκητικών μηχανών
και δι' άλλων μέσων. Βιότι η Νινόη, κειμένη εις τα σύνορα Ώττικής και ΐοιωτίας, ήτο τειχισμένη, και οι Ώθηναίοι διετήρουν εκεί φρουράν, οσάκις ήθελεν εκραγή πόλεμος. Νι Ιακεδαιμόνιοι, λοιπόν, ενώ παρεσκευάζοντο δια την επίθεσιν κατά της Νινόης, εχρονοτρίβησαν περί αυτήν αρκετόν καιρόν. Βια την βραδύτητα άλλωστε αυτήν ο Ώρχίδαμος κατεκρίθη αυστηρότατα, διότι και εθεωρήθη ότι κατά την λήψιν της αποφάσεως υπέρ του πολέμου είχεν ήδη δειχθή χαλαρός και φιλικώς προς τους Ώθηναίους διατεθειμένος, καθόσον εξεφράζετο απροθύμως υπέρ του πολέμου. Θαι αφού πάλιν ήρχισεν η συγκέντρωσις του στρατού, η μακρά παραμονή του εις τον Ησθμόν και επί πλέον η βραδύτης κατά την πορείαν, προ πάντων όμως η προ της Νινόης χρονοτριβή, κατέστησαν αυτόν αντικείμενον διαβολών. Βιότι οι Ώθηναίοι, εν τω μεταξύ, συνεπλήρωναν την μεταφοράν των εντός της πόλεως, ενώ οι Ξελοποννήσιοι επίστευαν ότι αν έλειπεν η αναβλητικότης του, ημπορούσαν, προελαύνοντες εσπευσμένως, να προφθάσουν το κάθε τι ακόμη έξω. Ροιαύτην εδοκίμαζεν ο στρατός αγανάκτησιν κατά του Ώρχιδάμου, εφόσον έχανε τον καιρόν του προ της Νινόης. Γκείνος όμως ανέβαλλε την προέλασιν, διότι ήλπιζεν, ως λέγεται, ότι οι Ώθηναίοι θα εγίνοντο ενδοτικώτεροι, εφόσον η γη των ήτο ακόμη ανέπαφος και θα εδίσταζαν να την αφίσουν να ερημωθή. 19. Ώφού, όμως, επιτεθέντες εναντίον της Νινόης, και δοκιμάσαντες να την κυριεύσουν με κάθε δυνατόν μέσον, δεν το κατώρθωναν, και οι Ώθηναίοι, εξ άλλου, καμμίαν δεν έδειχναν διάθεσιν να έλθουν εις διαπραγματεύσεις, τότε πλέον προελάσαντες εξ αυτής, την ογδοηκοστήν περίπου ημέραν μετά τα γεγονότα των Ξλαταιών, μεσούντος του θέρους και κατά την εποχήν που ωριμάζει ο σίτος, εισέβαλαν εις την Ώττικήν, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Ώρχιδάμου, του υιού του Δευξιδάμου. Θαι στρατοπεδεύσαντες, πρώτον ήρχισαν να δενδροτομούν την περιφέρειαν της Γλευσίνας και το Ζριάσιον πεδίον, και έτρεψαν εις φυγήν το Ώθηναϊκόν ιππικόν πλησίον των καλουμένων Οείτων. Έπειτα επροχώρησαν δια της Θρωπείας, έχοντες δεξιά το όρος Ώιγάλεων, έως ότου έφθασαν εις τας Ώχαρνάς, τον μεγαλύτερον των δήμων της Ώττικής, όπου, εγκατασταθέντες, κατεσκεύασαν στρατόπεδον, και μείναντες αρκετόν καιρόν, εδενδροτόμουν την γην. 20. Ρο ελατήριον, το οποίον ώθησε τον Ώρχίδαμον κατά την πρώτην αυτήν εισβολήν να μείνη παρά τας Ώχαρνάς με τον στρατόν του, παρατεταγμένον προς μάχην, και να μη καταβή εις την πεδιάδα, λέγεται ότι ήτο το εξής: Ήλπιζε, δηλαδή, ότι οι Ώθηναίοι, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την ακμήν της δυνάμεώς των, λόγω της πολυαρίθμου νεολαίας των και ήσαν παρεσκευασμένοι εις πόλεμον όσον ουδέποτε άλλοτε, θα εξήρχοντο ίσως προς σύναψιν μάχης και δεν θ' άφιναν την γην των να ερημωθή. Ώφού λοιπόν δεν αντεπεξήλθαν κατ' αυτού ούτε εις την Γλευσίνα, ούτε εις το θριάσιον πεδίον, προσεπάθει, μένων στρατοπεδευμένος παρά τας Ώχαρνάς, να τους παρασύρη, όπως εξέλθουν προς μάχην. Βιότι και ο χώρος εφαίνετο κατάλληλος προς στρατοπέδευσιν, και οι Ώχαρνείς, αποτελούντες σπουδαίον τμήμα της πόλεως (διότι οι οπλίται αυτών ανήρχοντο εις τρεις χιλιάδας), εφαίνοντο ότι δεν θα ηνείχοντο να καταστραφούν αι περιουσίαι των, αλλά θα εξωθούν και τους λοιπούς Ώθηναίους προς μάχην. Άλλωστε, και αν ακόμη κατά την εισβολήν αυτήν οι Ώθηναίοι δεν εξήρχοντο προς αντιμετώπισίν των, θα ημπορούσαν οι Ξελοποννήσιοι αφοβώτερον πλέον να δενδροτομούν εις το μέλλον την πεδιάδα και να προελάσουν μέχρις αυτών των τειχών της πόλεως. Βιότι οι Ώχαρνείς, όταν θα είχαν χάσει την περιουσίαν των, δεν θα ήσαν εξ ίσου πρόθυμοι να εκτίθενται εις κινδύνους χάριν της περιουσίας των άλλων, και ως εκ τούτου θα επήρχετο διχόνοια μεταξύ των Ώθηναίων. Ώπό τοιαύτας σκέψεις ορμώμενος ο Ώρχίδαμος ενδιέτριβε περί τας Ώχαρνάς.
21. Νι Ώθηναίοι, εν τούτοις, εφόσον ο στρατός έμενε περί την Γλευσίνα και το Ζριάσιον πεδίον, είχαν ακόμη κάποιαν ελπίδα ότι δεν θα προελάση πλησιέστερον προς την πόλιν. Βιότι ενθυμούντο ότι και ο βασιλεύς των Ιακεδαιμονίων Ξλειστοάναξ, υιός του Ξαυσανίου, όταν δέκα τέσσαρα έτη προ του παρόντος πολέμου εισέβαλεν επί κεφαλής Ξελοποννησιακού στρατού εις την Γλευσίνα και το Ζριάσιον πεδίον της Ώττικής, απεσύρθη πάλιν χωρίς να προελάση περαιτέρω (αιτία δια την οποίαν ακριβώς εξωρίσθη από την Ππάρτην, καθόσον εθεωρήθη ότι η υποχώρησίς του ωφείλετο εις δωροδοκίαν). Ώλλ' όταν είδαν τον στρατόν έξω από τας Ώχαρνάς, εξήντα μόνον σταδία μακράν από την πάλιν, δεν ημπορούσαν πλέον ν' ανεχθούν το πράγμα, αλλ' όπως ήτο φυσικόν, εθεώρουν τρομερόν να δενδροτομούνται τα κτήματά των μπροστά εις τα μάτια των, πράγμα που δεν είχαν ίδει ακόμη, οι νεώτεροι τουλάχιστον, ούτε οι ίδιοι οι πρεσβύτεροι, εκτός κατά τους Ξερσικούς πολέμους, και έκριναν και οι λοιποί και προ πάντων η νεολαία ότι έπρεπε να εξέλθουν προς μάχην, και να μην ανέχονται τοιαύτην κατάστασιν. Φς εκ τούτου, συνερχόμενοι εις συλλαλητήρια, εφιλονείκουν ζωηρώς, άλλοι μεν συνιστώντες την έξοδον, άλλοι δε αποκρούοντες αυτήν. Θαι χρησμολόγοι έψαλλαν χρησμούς παντός είδους, αναλόγως της ψυχικής διαθέσεως του καθενός εκ των ακροατών. Θαι οι Ώχαρνείς, οι οποίοι εφρόνουν ότι δεν απετέλουν ασήμαντον τμήμα του Ώθηναϊκού λαού, βλέποντες τα κτήματά των να ερημώνωνται εξώθουν υπέρ πάντας προς την έξοδον. Ν ερεθισμός, εξ άλλου, ήτο γενικός εις την πόλιν, καθώς και η εναντίον του Ξερικλέους αγανάκτησις, και λησμονούντες όλας τας προηγουμένας παραινέσεις του, τον εκάκιζαν ότι ενώ είναι στρατηγός, δεν τους οδηγεί εις μάχην, και εθεώρουν αυτόν αίτιον όλων των παθημάτων των. 22. Ν Ξερικλής, εν τούτοις, βλέπων αυτούς εξηρεθισμένους δια την παρούσαν κατάστασιν και μη ορθοφρονούντας, πεπεισμένος δ' εξ άλλου ότι είχε δίκαιον αρνούμενος την έξοδον, όχι μόνον την συνέλευσιν του λαού δεν συνεκάλει, αλλ' ούτε άλλην συνάθροισιν, εκ φόβου μήπως, εάν συνήρχοντο, επικρατήση πολύ περισσότερον το πάθος παρά η κρίσις και λάβουν εσφαλμένας αποφάσεις. Γλάμβανεν όμως και όλα τα δυνατά μέτρα, όπως προφυλάξη την πόλιν και από εξωτερικήν επίθεσιν και από διατάραξιν της εσωτερικής ησυχίας. Γξέπεμπεν, εν τούτοις, διαρκώς αποσπάσματα ιππικού, όπως παρεμποδίζουν προσκόπους της εχθρικής στρατιάς από του να εισορμούν εις τα πλησίον της πόλεως κτήματα και καταστρέφουν αυτά. Πυνέβη μάλιστα περί τη Σρύγια σύντομος αψιμαχία, μεταξύ ίλης, αφ' ενός, Ώθηναϊκού ιππικού, βοηθουμένης από Ζεσσαλούς ιππείς, και του ΐοιωτικού ιππικού, εξ άλλου, κατά την οποίαν οι Ώθηναίοι και οι Ζεσσαλοί αντεστάθησαν επιτυχώς, έως ότου ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν, όταν οι οπλίται ήλθαν εις ενίσχυσιν των ΐοιωτών. Θατά την συμπλοκήν αυτήν, εφονεύθησαν μερικοί από τους Ώθηναίους και τους Ζεσσαλούς, κατώρθωσαν όμως να παραλάβουν αυθημερόν τους νεκρούς των, χωρίς να ζητήσουν προς τούτο ανακωχήν. Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, έστησαν τρόπαιον την επιούσαν. Ε επικουρική αυτή δύναμις των Ζεσσαλών είχε σταλή προς τους Ώθηναίους κατά τους όρους της παλαιάς προς αυτούς συμμαχίας, και απετελείτο από Ιαρισαίους, Σαρσαλίους, Θραννωνίους, Ξυρασίους, Αυρτωνίους και Σεραίους. Ήσαν δ' επί κεφαλής αυτών από την Ιάρισαν μεν ο Ξολυμήδης και ο Ώριστόνους, αντιπροσωπεύων έκαστος την μερίδα του, από τα Σάρσαλα δε ο Κένων. Θαι οι άλλοι όμως είχαν χωριστούς αρχηγούς δι' εκάστην πόλιν. 23. Νι Ξελοποννήσιοι, βλέποντες ότι οι Ώθηναίοι απέφευγαν να εξέλθουν από την πόλιν προς σύναψιν μάχης, εξεκίνησαν από τας Ώχαρνάς και ήρχισαν να ερημώνουν μερικούς από τους άλλους δήμους, τους ευρισκομένους μεταξύ Ξάρνηθας και ΐριλησσού (Ξεντελικού). Γνώ δ' ευρίσκοντο ακόμη εις την Ώττικήν, οι
Ώθηναίοι απέστειλαν τον στόλον των εκατόν πλοίων, με την εξάρτυσιν του οποίου ενησχολούντο προ πολλού, και χιλίους οπλίτας και τετρακοσίους τοξότας, ως πεζοναύτας, εις περιπολίαν περί την Ξελοπόννησον, υπό την αρχηγίαν του Θαρκίνου, υιού του Μενοτίμου, του Ξρωτέως, υιού του Γπικλέους, και του Πωκράτους, υιού του Ώντιγένους. Νι εν λόγω στρατηγοί, εκπλεύσαντες επί κεφαλής της δυνάμεως αυτής, ήρχισαν την περιπολίαν, ενώ οι Ξελοποννήσιοι, αφού παρέμειναν εις την Ώττικήν εφ' όσον καιρόν είχαν εφόδια, ανεχώρησαν δια της ΐοιωτίας και όχι δια του μέρους, από το οποίον είχαν εισβάλει. Βιερχόμενοι δε προ του Φρωπού, ερήμωσαν την χώραν, την καλουμένην Αραϊκήν, την οποίαν κατέχουν οι Φρώπιοι, υπήκοοι των Ώθηναίων, και φθάσαντες εις την Ξελοπόννησον διελύθησαν, και τα διάφορα αποσπάσματα μετέβησαν έκαστον εις την πόλιν, από την οποίαν κατήγετο.
Κετά την αναχώρησιν του Ξελοποννησιακού στρατού, οι Ώθηναίοι εγκατέστησαν κατά γην και κατά θάλασσαν φρουράς, όπου ακριβώς ελογάριαζαν να τας διατηρήσουν καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου. Βια ψηφίσματος, εξ άλλου, του Ώθηναϊκού λαού απεφασίσθη ν' αποσύρουν χίλια τάλαντα, από όσα εφυλάσσοντο εις την Ώκρόπολιν, και τα θέσουν κατά μέρος, δια να μη τα εξοδεύουν, αλλά ν' αντιμετωπίζουν τας πολεμικάς δαπάνας με τους υπολοίπους πόρους των, και ώρισαν ποινήν θανάτου εναντίον εκείνου που θα εισηγείτο ή θα έθετεν εις ψηφοφορίαν πρότασιν, όπως διαθέση τα χρήματα αυτά δι' άλλον σκοπόν, εκτός μόνον αν επέκειτο εχθρική δια θαλάσσης επιδρομή κατά της πόλεως και υπήρχεν ανάγκη αμύνης εναντίον αυτής. Καζί με τα χρήματα απεφάσισαν επίσης την καθ' έκαστον έτος διατήρησιν χωριστού στόλου, αποτελουμένου από εκατόν τριήρεις, τας αρίστας, εκάστου με τον τριήραρχόν του, χωρίς να επιτρέπεται η χρησιμοποίησις κανενός από τα πλοία αυτά δι' άλλον σκοπόν, παρά μόνον εάν παρουσιάζετο ανάγκη να χρησιμοποιηθούν μαζί με τα χίλια τάλαντα και προς αντιμετώπισιν του ιδίου κινδύνου.
Νι Ώθηναίοι, οι επιβαίνοντες του στόλου των εκατόν πλοίων, ο οποίος είχεν αποστολή περί την Ξελοπόννησον, και μαζί με αυτούς οι Θερκυραίοι, οι οποίοι είχαν έλθει με πενήντα πλοία προς ενίσχυσίν των, και μερικοί άλλοι από τους συμμάχους των μερών εκείνων, περιπολούντες γύρω από τας ακτάς της Ξελοποννήσου, επέφεραν εις αυτάς σημαντικάς ζημίας, ενεργήσαντες δ' απόβασιν είς την Κεθώνην της Ιακωνικής, επετέθησαν κατά του τείχους της πόλεως, το οποίον ήτο ασθενές και εστερείτο αρκετής φρουράς. Ώλλά πλησίον εκεί έτυχε να ευρίσκεται ο Ππαρτιάτης ΐρασίδας, υιός του Ρέλλιδος, επί κεφαλής στρατιωτικού αποσπάσματος, και όταν έμαθε την επίθεσιν, ήλθεν επί κεφαλής εκατόν οπλιτών εις βοήθειαν της πόλεως. Βιασχίσας δε τον στρατόν των Ώθηναίων, ο οποίος ήτο κατατετμημένος και είχε την προσοχήν του ολόκληρον εστραμμένην προς το τείχος, κατόρθωσε να εισορμήση εις την Κεθώνην και την σώση, απολέσας κατά την εισβολήν ολίγους από τους άνδρας του. Θαι υπήρξε τούτο το πρώτον τόλμημα του παρόντος πολέμου, δια το οποίον και επηνέθη ο ΐρασίδας δημοσίως εις την Ππάρτην. Νι Ώθηναίοι, αποπλεύσαντες, έπλεαν πλησίον της ακτής, και προσεγγίσαντες εις το ακρωτήριον της Ελείας Σειάν ελεηλάτησαν την ύπαιθρον χώραν επί δύο ημέρας, και συνάψαντες μάχην προς τους κατοίκους και τριακοσίους εκλεκτούς άνδρας, οι οποίοι έσπευσαν εις βοήθειαν και εκ της πεδινής Ήλιδος και εκ των πέριξ μερών της ορεινής, ενίκησαν. Ώλλ' επειδή εσηκώθη καταιγίς και υπέφεραν πάρα πολύ από την τρικυμίαν, καθό ηγκυροβολημένοι εις αλίμενον μέρος, οι πολλοί
επέβησαν εις τα πλοία, και περιπλεύσαντες το ακρωτήριον, το καλούμενον Ηχθύν, κατηυθύνθησαν προς τον λιμένα της Σειάς. Γν τω μεταξύ, οι Κεσσήνιοι και μερικοί άλλοι, οι οποίοι δεν είχαν ημπορέσει να επιβιβασθούν εις τα πλοία, προελάσαντες δια ξηράς, κατέλαβαν την Σειάν. Ώκολούθως, όταν ο στόλος κατέπλευσεν εις τον λιμένα, παρέλαβεν αυτούς και απέπλευσεν εγκαταλείψας την Σειάν, τόσον μάλλον καθόσον, εν τω μεταξύ, το κύριον σώμα του στρατού των Ελείων είχε προσδράμει εις βοήθειαν. Θαι οι Ώθηναίοι, συνεχίσαντες τον πλουν των παρά την ακτήν, διηυθύνθησαν εις άλλα σημεία αυτής, τα οποία και ερήμωσαν.
Θατά τον ίδιον περίπου καιρόν, οι Ώθηναίοι απέστειλαν μοίραν τριάντα πλοίων, δια να περιπολή εις τα παράλια της Ιοκρίδος και συγχρόνως να φρουρή την Γύβοιαν. Ώρχηγός της μοίρας ήτο ο Θλεόπομπος, υιός του Θλεινίου, ο οποίος, ενεργήσας αποβάσεις εις διάφορα σημεία κατά μήκος της ακτής, τα ελεηλάτησε και εκυρίευσε το Ζρόνιον, λαβών ομήρους μερικούς από τους κατοίκους, και συνάψας μάχην πλησίον της Ώλόπης προς τους σπεύσαντας εις βοήθειαν της πόλεως Ιοκρούς, τους ενίκησεν.
Θατά το ίδιον θέρος, οι Ώθηναίοι εξεδίωξαν βιαίως τους κατοίκους της Ώιγίνης, άνδρας και γυναικόπαιδα, διότι τους κατηγόρουν ότι έλαβαν σπουδαιότατον μέρος εις τον υποδαυλισμόν του εναντίον των πολέμου. Ώνεξαρτήτως άλλωστε τούτου, επειδή η Ώίγινα κείται πλησίον της Ξελοποννήσου, εφαίνετο ασφαλεστέρα πολιτική να κατέχουν την Ώίγιναν δια της εγκαταστάσεως ιδικών των κληρούχων. Θαι πράγματι, μετά πάροδον όχι πολλού χρόνου, απέστειλαν εκεί τους εν λόγω εποίκους. Γις τους Ώιγινήτας εξόριστους οι Ιακεδαιμόνιοι παρεχώρησαν την Ζυρέαν προς κατοικίαν και την πέριξ αυτής γην προς καλλιέργειαν και ένεκα της προς τους Ώθηναίους εχθρότητος και διότι οι Ώιγινήται τους επρόσφεραν μεγάλας υπηρεσίας κατά την εποχήν του σεισμού και της επαναστάσεως των Γιλώτων. Ε περιφέρεια της Ζυρέας κείται μεταξύ της Ώργολίδος και της Ιακωνικής και εκτείνεται μέχρι της θαλάσσης. Θαι άλλοι μεν από τους Ώιγινήτας εγκατεστάθησαν εκεί, άλλοι δε διεσπάρησαν εις την λοιπήν Γλλάδα.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους και κατά την πρώτην ημέραν της νέας σελήνης, όταν και μόνον, ως φαίνεται, τοιούτο φαινόμενον ημπορή να συμβή, έγινε μετά μεσημβρίαν έκλειψις του ηλίου, και αφού ούτος προσέλαβε σχήμα ημισελήνου και εφάνησαν και μερικά άστρα, εγέμισε πάλιν ο δίσκος του.
Θατά το ίδιον θέρος, οι Ώθηναίοι, θέλοντες επίσης να επιτύχουν την συμμαχίαν του βασιλέως των Ζρακών Πιτάλκου, υιού του Ρήρεω, διώρισαν πρόξενόν των τον Ώβδηρίτην Λυμφόδωρον, υιόν του Ξύθεω, τον οποίον εθεώρουν προηγουμένως εχθρόν, και τον προσεκάλεσαν εις τας Ώθήνας, διότι ήτο γυναικάδελφος του Πιτάλκου, επί του οποίου ήσκει μεγάλην επιρροήν. Ν Ρήρης αυτός, ο πατήρ του Πιτάλκου, υπήρξεν ο πρώτος ιδρυτής του μεγάλου εκείνου βασιλείου των Νδρυσών, το οποίον είχεν έκτασιν μεγαλυτέραν από την επίλοιπον Ζράκην, καθόσον υπάρχουν και πολλοί ανεξάρτητοι Ζράκες. Ξρος τον Ρηρέα, ο οποίος είχε νυμφευθή από τας Ώθήνας την Ξρόκνην, θυγατέρα του Ξανδίονος, καμμίαν δεν έχει συγγένειαν ο Ρήρης
αυτός, ουδέ καν από την ιδίαν Ζράκην κατήγοντο. Ν Ρηρεύς τωόντι κατώκει εις την Βαύλειαν, της περιφερείας, η οποία σήμερον ονομάζεται Σωκίς, και η οποία τότε κατωκείτο από Ζράκας, και εις την χώραν αυτήν αι δύο γυναίκες, Ξρόκνη και Σιλομήλα, διέπραξαν το εναντίον του Ίτυος ανοσιούργημα. Ξολλοί από τους ποιητάς μάλιστα, οσάκις μνημονεύουν την αηδόνα, επονομάζουν το πτηνόν τούτο Βαυλιάδα. Άλλωστε ο Ξανδίων φυσικώτερον ήτο να δώση εις γάμον την θυγατέρα του εις τόσον μικράν απόστασιν, χάριν αμοιβαίας υποστηρίξεως, παρά μεταξύ των Νδρυσών, εις απόστασιν τόσων ημερών δρόμου. Γνώ ο Ρήρης, περί του οποίου ενταύθα ο λόγος, και ο οποίος υπήρξεν ο πρώτος κραταιός βασιλεύς των Νδρυσών, ούτε καν το ίδιον όνομα είχε. Ρούτου ακριβώς τον υιόν Πιτάλκην επεδίωκαν να καταστήσουν σύμμαχον οι Ώθηναίοι, διότι ήθελαν να τους συνδράμη να καθυποτάξουν τας πόλεις της Ταλκιδικής και νικήσουν τον Ξερδίκκαν. Ν Λυμφόδωρος, ελθών εις τας Ώθήνας, συνεπεία της προσκλήσεως αυτής, επέτυχεν όχι μόνον την συμμαχίαν προς τον Πιτάλκην να πραγματοποιήση, αλλά και τον υιόν του Πιτάλκου, Πάδοκον, να πολιτογραφήση Ώθηναίον. πεσχέθη προς τούτοις να τερματίση τον πόλεμον της Ταλκιδικής, πείθων τον Πιτάλκην να στείλη εις τους Ώθηναίους στρατόν από Ζράκας ιππείς και πελταστάς. Πυγχρόνως εσυμβίβασε τους Ώθηναίους και με τον Ξερδίκκαν, πείσας αυτούς να του αποδώσουν την Ζέρμην. Πυνεπεία τούτου ο Ξερδίκκας εξεστράτευσεν ευθύς εναντίον των Ταλκιδέων, ενωθείς με τους Ώθηναίους και ιδίως με τον Σορμίωνα. Θαι κατ' αυτόν τον τρόπον σύμμαχος των Ώθηναίων έγινεν όχι μόνον ο Πιτάλκης, ο υιός του Ρήρεω και βασιλεύς των Ζρακών, αλλά και ο Ξερδίκκας, υιός του Ώλεξάνδρου και βασιλεύς των Κακεδόνων.
Νι Ώθηναίοι, οι οποίοι εξηκολούθουν ακόμη να περιπολούν εις τα ύδατα της Ξελοποννήσου, εκυρίευσαν το Πόλλιον, πολίχνην των Θορινθίων, και την παρέδωσαν, μαζί με την περιφέρειάν της, εις την αποκλειστικήν κατοχήν των Ώκαρνάνων Ξαλαιρέων. Γπίσης κατέλαβαν εξ εφόδου τον Ώστακόν, και αφού εξεδίωξαν τον τύραννον της πόλεως Γύαρχον, προσήρτησαν και το μέρος αυτό εις την ομοσπονδίαν των. Ξλεύσαντες, εξ άλλου, κατά της νήσου Θεφαλληνίας, κατώρθωσαν να την προσεταιρισθούν άνευ μάχης. Ε Θεφαλληνία κείται απέναντι της Ώκαρνανίας και Ιευκάδος, και περιλαμβάνει τέσσαρας πόλεις, την Ξάλην, την Θραναίαν, την Πάμην και τους Ξρόννους. Κετά παρέλευσιν δ' ολίγου καιρού, ο στόλος απέπλευσεν επιστρέφων εις Ώθήνας.
Ξρος το φθινόπωρον, το κατόπιν του θέρους τούτου, οι Ώθηναίοι εισέβαλαν εις την Κεγαρίδα με όλας των τας δυνάμεις, περιλαμβανομένων και των μετοίκων, υπό την αρχηγίαν του Ξερικλέους, του υιού του Μανθίππου. Θαι οι επιβαίνοντες του στόλου των εκατόν πλοίων, των περιπολούντων την Ξελοπόννησον, Ώθηναίοι (οι οποίοι ότι έτυχε να ευρίσκωνται εις Ώίγιναν, επαναπλέοντες εις τα ίδια), άμα ως έμαθαν ότι ολόκληρος ο στρατός της πόλεως ήτο εις τα Κέγαρα, έπλευσαν προς τα εκεί και ηνώθησαν με αυτούς. Φς εκ τούτου, ο στρατός αυτός των Ώθηναίων υπήρξεν ο μεγαλύτερος τωόντι, τον οποίον συνεκέντρωσεν η πόλις, καθόσον ήτο ακόμη εις την ακμήν της δυνάμεώς της και δεν είχεν εισέτι προσβληθή από την επιδημίαν. Νι ίδιοι οι Ώθηναίοι ανήρχοντο εις όχι ολιγωτέρους των δέκα χιλιάδων οπλιτών (μη υπολογιζομένων των τρισχιλίων, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Ξοτείδαιαν), ενώ όχι ολιγότεροι των τριών χιλιάδων μετοίκων οπλιτών έλαβαν συγχρόνως μέρος εις την εισβολήν, εκτός δ' αυτών και σημαντικός αριθμός ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών. Ώφού δε ερήμωσαν μέγα μέρος της Κεγαρίδος, απεσύρθησαν. Βιαρκούντος
άλλωστε του πολέμου, και άλλαι εισβολαί Ώθηναίων έγιναν καθ' έκαστον έτος εις την Κεγαρίδα, άλλοτε με μόνον το ιππικόν και άλλοτε με όλην την στρατιωτικήν δύναμιν, μέχρις ότου εκυριεύθη η Λίσαια υπό των Ώθηναίων.
Θατά το τέλος επίσης του ιδίου θέρους, οι Ώθηναίοι ωχύρωσαν την νήσον Ώταλάντην, η οποία κείται πλησίον της ακτής των Νπουντίων Ιοκρών, και ήτο έως τότε ακατοίκητος, και εγκατέστησαν εις αυτήν φρουράν, δια να εμποδίζουν πειρατάς να εκπλέουν από την Νπούντα και την άλλην Ιοκρίδα και λεηλατούν την Γύβοιαν. Ώυτά υπήρξαν τα γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά το θέρος τούτο, μετά την αποχώρησιν των Ξελοποννησίων από την Ώττικήν.
Ώλλά κατά τον ακόλουθον χειμώνα, ο Ώκαρνάν Γύαρχος, θέλων να επιστρέψη εις τον Ώστακόν, έπεισε τους Θορινθίους να πλεύσουν με σαράντα πλοία και χίλιους πεντακοσίους οπλίτας και τον αποκαταστήσουν εις την αρχήν, και προς τον σκοπόν τούτον εμίσθωσε και ο ίδιος επικουρικήν δύναμιν. Ώρχηγοί της εκστρατείας αυτής ήσαν ο Γυφαμίδας, υιός του Ώριστωνύμου, ο Ριμόξενος, υιός του Ριμοκράτους, και ο Γύμαχος, υιός του Τρύσιδος. Θαι πράγματι, πλεύσαντες εις τον Ώστακόν, τον αποκατέστησαν. Ζέλοντες όμως να προσαρτήσουν και μερικά άλλα παράλια μέρη της Ώκαρνανίας, επεχείρησαν τούτο, αλλ' αποτυχόντες απέπλευσαν, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Ξροσορμισθέντες κατά τον πλουν εις την Θεφαλληνίαν, ενήργησαν απόβασιν εις την χώραν των Θρανίων, οι οποίοι τους ηπάτησαν δια της συνομολογήσεως κάποιας συμφωνίας και τους επετέθησαν απροσδοκήτως. Νι Θορίνθιοι, αφού έχασαν μερικούς άνδρας, κατώρθωσαν με πολλήν δυσκολίαν να επιβιβασθούν και αποπλεύσουν επανερχόμενοι εις τα ίδια.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, οι Ώθηναίοι, συμμορφούμενοι προς πατροπαράδοτον έθιμον, ετέλεσαν δημοσία δαπάνη την κηδείαν των πρώτων νεκρών του παρόντος πολέμου. Ε επιτάφιος αυτή τελετή γίνεται κατά τον εξής τρόπον: Ώφού στήσουν επί τούτω εξέδραν, τοποθετούνται επάνω εις αυτήν την προπαραμονήν της εκφοράς τα οστά των πεσόντων, και ο καθείς φέρει εις τον νεκρόν του ο,τι επιτάφιον δώρον θέλει. ταν έλθη η ώρα της εκφοράς, άμαξαι κομίζουν λάρνακας κυπαρισσίνας, μίαν δι' εκάστην φυλήν, και τα οστά εκάστου τοποθετούνται εις την λάρνακα της ιδικής του φυλής. Βια τους αγνοουμένους, όσους δεν κατώρθωσαν να εύρουν και συλλέξουν, φέρουν επάνω εις τα χέρια κενόν φέρετρον με επίστρωμα. Θαθείς που θέλει, είτε πολίτης, είτε ξένος, ημπορεί να λάβη μέρος εις την εκφοράν, και αι συγγενείς ακόμη γυναίκες προσέρχονται εις τον τόπον του ενταφιασμού ολοφυρόμεναι. Ώι λάρνακες τοποθετούνται εις το δημόσιον μνημείον, το οποίον κείται εις το ωραιότερον προάστειον της πόλεως, και εις το οποίον θάπτονται ανέκαθεν οι πεσόντες εις τον πόλεμον, πλην των πεσόντων εις τον Καραθώνα. Βιότι επειδή εθεώρησαν την ανδρείαν των τελευταίων αυτών ολωσδιόλου εξαιρετικήν τους έθαψαν εκεί όπου έπεσαν. Ώφού τοποθετηθούν τα οστά υπό την γην, ρήτωρ, ο οποίος έχει ορισθή υπό της πόλεως και ο οποίος όχι μόνον θεωρείται προικισμένος με μεγάλην σύνεσιν, αλλά και στέκει υψηλά εις την κοινήν εκ-τίμησιν, απαγγέλλει προς τιμήν των πεσόντων το κατάλληλον εγκώμιον. Θαι μετά τούτο απέρχονται. Θατά τον τρόπον τούτον γίνεται η
κηδεία, και καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου, οσάκις παρουσιάσθη περίστασις, συνεμορφώθησαν προς το έθιμον τούτο. Ξρος τιμήν λοιπόν των πρώτων αυτών θυμάτων του πολέμου, επεφορτίσθη να ομιλήση ο Ξερικλής, υιός του Μανθίππου. Θαι όταν ήλθεν η κατάλληλος στιγμή, επροχώρησεν από το μνημείον εις το βήμα, το οποίον είχε κατασκευασθή υψηλόν, δια ν' ακούεται από όσον το δυνατόν περισσοτέρους από τους συναθροισθέντας, και ωμίλησεν ως εξής περίπου:
"Νι περισσότεροι που ωμίλησαν μέχρι τούδε από την θέσιν αυτήν επήνεσαν τον νομοθέτην, ο οποίος εις το έθιμον της δημοσία δαπάνη κηδείας επρόσθεσε την απαγγελίαν του επιταφίου λόγου, διότι έκρινεν ότι αρμόζει τοιαύτη ν' απονέμεται, τιμή κατά την ταφήν των νεκρών του πολέμου. Ώλλ' εγώ θα ενόμιζα αρκετόν προς άνδρας, οι οποίοι δι' έργων εδείχθησαν γενναίοι, να εκδηλούνται και αι τιμαί δι' έργων, οποία είναι όσα βλέπετε παρομαρτούντα εις την υπό της πόλεως παρασκευασθείσαν επιτάφιον αυτήν τελετήν, και να μη εξαρτάται η υστεροφημία πολλών ανδρών από την ευγλωττίαν ή έλλειψιν ευγλωττίας του ρήτορος. Βιότι δύσκολον είναι να ομιλήση κανείς με το προσήκον μέτρον εις περιστάσεις, κατά τας οποίας και αυτή η ακριβής παράστασις της αληθείας δυσκόλως γίνεται πιστευτή. Θαθόσον και ο γνωρίζων εξ' ιδίας αντιλήψεως τα γεγονότα και ευνοϊκώς διατεθειμένος ακροατής, είναι πιθανόν να θεωρήση ότι οι λόγοι του ρήτορος είναι υποδεέστεροι της ιδικής του γνώσεως και ευνοίας, και ο μη επαρκώς γνωρίζων τα πράγματα, οσάκις ακούει κάτι τι που υπερβαίνει τας ιδικάς του δυνάμεις, είναι πιθανόν ένεκα φθόνου να πιστεύση ότι πρόκειται περί υποβολών. Βιότι οι έπαινοι που λέγονται δι' άλλους επί τοσούτον μόνον είναι ανεκτοί, εφόσον έκαστος νομίζει ότι και ο ίδιος είναι ικανός να κατορθώση όμοια ή ανάλογα των επαινουμένων. ,τι δήποτε υπερβαίνει τούτο, προκαλεί αμέσως τον φθόνον και την δυσπιστίαν. Γπειδή, εν τούτοις, οι πρόγονοί μας επεδοκίμασαν την συνήθειαν αυτήν ως καλώς έχουσαν, οφείλω και εγώ, συμμορφούμενος με τον νόμον, να δοκιμάσω να ανταποκριθώ όσον το δυνατόν περισσότερον προς την επιθυμίαν και τας πεποιθήσεις του καθενός από τους ακροατάς μου. 36. "Ρην ομιλίαν μου θ' αρχίσω από τους προγόνους μας πρώτον. Βιότι είναι όχι μόνον δίκαιον, αλλά και πρέπον συγχρόνως εις τοιαύτην ευκαιρίαν, όπως η παρούσα, ν' αποτίσωμεν εις την μνήμην των τον φόρον αυτόν της τιμής. Θαθόσον, κατοικούντες οι ίδιοι πάντοτε μέχρι σήμερον την χώραν αυτήν κατά την διαδοχήν των αλλεπαλλήλων γενεών μας την παρέδωσαν ελευθέραν δια της ανδρείας των. Ώλλ' εάν εκείνοι είναι άξιοι των επαίνων μας, έτι μάλλον άξιοι είναι οι πατέρες μας. Βιότι εκτός εκείνων, τα οποία εκληρονόμησαν, απέκτησαν δια πολλών μόχθων και την σημερινήν μας ηγεμονίαν, και εκληροδότησαν και αυτήν και εκείνα εις ημάς τους σήμερον ζώντας. Θαι ημείς εδώ, άλλωστε, όσοι είμεθα ακόμη εις ώριμον ηλικίαν περίπου, ενισχύσαμεν οι ίδιοι την ηγεμονίαν αυτήν πολυειδώς, και την πόλιν παρεσκευάσαμεν καθ' όλα αυταρκεστάτην και δια τον πόλεμον και δια την ειρήνην. Γν τούτοις, ούτε περί των πολεμικών κατορθωμάτων, με τα οποία αι διάφοροι κτήσεις μας απεκτήθησαν, ούτε περί της δραστηριότητος, με την οποίαν ημείς οι ίδιοι ή οι πατέρες μας απεκρούσαμεν τας επιθέσεις Γλλήνων ή βαρβάρων εχθρών, θα ομιλήσω, διότι δεν επιθυμώ να μακρηγορήσω μεταξύ ανθρώπων, οι οποίοι όλα αυτά τα γνωρίζουν. Ώλλ' αφού πρώτον εξηγήσω από ποίας αρχάς εμπνεόμενοι εφθάσαμεν εις την σημερινήν περιωπήν και υπό ποίους δεσμούς και με ποίον τρόπον ζωής η ακμή μας έγινε τόσον μεγάλη, έπειτα θα έλθω εις τον έπαινον των
προκειμένων νεκρών, διότι θεωρώ ότι και αρμόζοντα εις την παρούσαν περίστασιν είναι να λεχθούν αυτά και συμφέρον ν' ακουσθούν με προσοχήν από την πολυάριθμον αυτήν συνάθροισιν πολιτών και ξένων. 37. "Δώμεν τωόντι υπό πολίτευμα, το οποίον δεν επιζητεί ν' αντιγράφη τους νόμους των άλλων, αλλ' είμεθα ημείς μάλλον υπόδειγμα εις τους άλλους παρά μιμηταί αυτών. Θαι καλείται μεν το πολίτευμά μας δημοκρατία, λόγω του ότι η κυβέρνησις του κράτους ευρίσκεται όχι εις χείρας των ολίγων, αλλά των πολλών. Ώλλά δια μεν των νόμων ασφαλίζεται εις όλους ισότης δικαιοσύνης δια τα ιδιωτικά των συμφέροντα, ενώ υπό την έποψιν της κοινής εκτιμήσεως, έκαστος πολίτης προτιμάται εις τα δημόσια αξιώματα, όχι διότι ανήκει εις ωρισμένην κοινωνικήν τάξιν, αλλά δια την προσωπικήν του αξίαν, εφόσον διακρίνεται εις κάποιον κλάδον. Νύτε, εξ άλλου, εκείνος που είναι πτωχός, ημπορεί όμως να προσφέρη υπηρεσίας εις την πόλιν, ευρίσκει εμπόδιον εις τούτο, ένεκα της κοινωνικής του αφανείας. Θαι όχι μόνον εις τον δημόσιόν μας βίον πολιτευόμεθα με πνεύμα ελευθέριον, αλλά και εις την αναμεταξύ μας καθημερινήν επικοινωνίαν είμεθα ελεύθεροι καχυποψίας, διότι δεν αγανακτούμεν εναντίον των άλλων δι' όσα πράττουν χάριν της ευχαριστήσεώς των, ούτε προσλαμβάνομεν απέναντί των φυσιογνωμίαν σκυθρωπής αποδοκιμασίας, η οποία δεν ζημιώνει αληθώς, πληγώνει όμως. Ώλλ' ενώ εις τας ιδιωτικάς μας σχέσεις αποφεύγομεν να φαινώμεθα δυσάρεστοι, εις τον δημόσιόν μας βίον αποφεύγομεν την παρανομίαν, από ευλάβειαν προ πάντων προς τας επιταγάς των εκάστοτε αρχόντων και των νόμων, εκείνων ιδίως εξ αυτών, όσοι έχουν τεθή είτε προς υπεράσπισιν των αδικουμένων, είτε, μολονότι άγραφοι, φέρουν αναμφισβήτητον όνειδος εις τους παραβάτας των. 38. "Ώλλ' επί πλέον επρονοήσαμεν κατά πολλούς τρόπους και δια την ανάπαυσιν του πνεύματος από τους κόπους. Βιότι έχομεν και αγώνας και ιεράς πανηγύρεις καθιερωμένας καθ' όλον το έτος και κατοικίας ευπρεπείς. Θαι η καθημερινή τέρψις, την οποίαν ποριζόμεθα από αυτάς, αποδιώκει τας μερίμνας της ζωής. Τάρις εις το μεγαλείον της πόλεώς μας, εξ άλλου, τα πάντα συρρέουν εις αυτήν από όλα τα μέρη του κόσμου, και συμβαίνει τοιουτοτρόπως ν' απολαμβάνωμεν τ' αγαθά των άλλων ανθρώπων, ως να ήσαν τόσον ιδικά μας, όσον και τα προϊόντα της ιδίας ημών χώρας. 39. "Βιαφέρομεν δ' επίσης από τους αντιπάλους και ως προς την άσκησιν εις τα πολεμικά πράγματα κατά τούτο, ότι δηλαδή πρώτον μεν έχομεν τας πύλας της πόλεώς μας ανοικτάς εις όλους, και ουδέποτε δια ξενηλασίας εμποδίζομεν κανένα να μάθη ή ίδη κάτι τι, εκ φόβου μήπως, εάν δεν το κρύψωμεν, το ίδη κανείς από τους εχθρούς μας και ωφεληθή. Βιότι την εμπιστοσύνην μας στηρίζομεν όχι εις τας προετοιμασίας ή εις τα πολεμικά τεχνάσματα, αλλ' εις την προσωπικήν μας κατά την ώραν της δράσεως ευψυχίαν. Έπειτα δε, προκειμένου περί της ανατροφής, εκείνοι μεν από της παιδικής ηλικίας δι' επιπόνου ασκήσεως επιδώκουν να γίνουν ανδρείοι, ενώ ημείς μολονότι ακολουθούμεν τρόπον ζωής αβίαστον, είμεθα εξ ίσου ικανοί να προκινδυνεύωμεν, αγωνιζόμενοι προς ισοπάλους εχθρούς. Ώπόδειξις τούτου είναι ότι ενώ οι Ιακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν εναντίον του εδάφους μας, όχι μόνοι, αλλά με όλους τους συμμάχους των, ημείς εκστρατεύομεν εναντίον των άλλων μόνοι, και μολονότι πολεμούμεν εις ξένην χώραν εναντίον ανθρώπων προασπιζόντων το ίδιον έδαφος τους νικώμεν κατά κανόνα χωρίς δυσκολίαν. Ξροσθέσατε εις τούτο ότι κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισεν ηνωμένην την δύναμίν μας, διότι κατά τον ίδιον καιρόν όχι μόνον δια το ναυτικόν μας φροντίζομεν, αλλά και κατά ξηράν εκπέμπομεν εις παλλάς επιχειρήσεις στρατιώτας από τους ιδικούς μας πολίτας. ταν, εν τούτοις, οι εχθροί μας συγκρουσθούν οπουδήποτε προς τμήμα της δυνάμεώς μας, εάν μεν
νικήσουν, καυχώνται ότι μας ενίκησαν όλους, εάν δε ηττηθούν, ότι ενικήθησαν από όλους. Ρωόντι, εφόσον προτιμώμεν ν' αντιμετωπίζωμεν τους κινδύνους με άνεσιν μάλλον παρά κατόπιν επιπόνου ασκήσεως, και με ανδρείαν που απεκτήθη όχι από νομικόν καταναγκασμόν, αλλ' από τον τρόπον της ζωής μας, έχομεν το πλεονέκτημα ότι χωρίς να παραπονούμεθα προώρως χάριν μελλόντων κινδύνων, άμα ως περιέλθωμεν εις αυτούς, αναδεικνυόμεθα εξ ίσου γενναίοι όσον και οι αντίπαλοί μας, οι οποίοι υποβάλλονται εις διαρκείς μόχθους. Νύτω δε η πόλις μας είναι αξία θαυμασμού, όχι μόνον ως προς τούτο, αλλά και υπό άλλας ακόμη επόψεις. 40. "Βιότι είμεθα ερασταί του ωραίου, αλλά και φίλοι συγχρόνως της απλότητος, και καλλιεργούμεν το πνεύμα μας χωρίς θυσίαν του ανδρισμού μας. Ν πλούτος, εξ άλλου, μας χρησιμεύει ως ευκαιρία μάλλον προς εκτέλεσιν έργων, παρά ως ελατήριον κομπορρημοσύνης. Νύτε θεωρούμεν εντροπήν την ομολογίαν της πενίας, αλλά μεγαλυτέραν εντροπήν το να μη καταβάλλη κανείς κάθε προσπάθειαν δια να την διαφύγη. Γις την πόλιν μας, άλλωστε, εκείνοι που επιμελούνται τας προσωπικάς των υποθέσεις δεν αμελούν δια τούτο τας δημοσίας, και μολονότι άλλοι μεν είναι απησχολημένοι εις τούτο, άλλοι δε εις εκείνο το επιτήδευμα, όλοι εννοούν επαρκώς τα πολιτικά πράγματα. Βιότι μόνοι ημείς εκείνον που δεν μετέχει εις αυτά θεωρουμεν όχι φιλήσυχον, αλλ' άχρηστον πολίτην, και εφόσον δεν λαμβάνομεν οι ίδιοι την πρωτοβουλίαν των ληπτέων αποφάσεων, κρίνομεν τουλάχιστον ορθώς περί των μέτρων, τα οποία άλλοι εισηγούνται, πιστεύοντες ότι τα έργα ζημιώνει όχι η συζήτησις, αλλά το να μη διαφωτισθή κανείς προηγουμένως δια της συζητήσεως, πριν έλθη η ώρα της δράσεως. Βιότι και κατά τούτο διαφέρομεν τωόντι πολύ από τους άλλους, ότι είμεθα εξαιρετικώς τολμηροί εις την δράσιν και σύγχρονως μελετώμεν οι ίδιοι κατά βάθος όσα πρόκειται να επιχειρήσωμεν, ενώ εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν. Γκείνοι, άλλωστε, θα εθεωρούντο δικαίως ως έχοντες μεγίστην ευψυχίαν όσοι, μολονότι έχων καθαρωτάτην αντίληψιν και των δεινών του πολέμου και των τερπνών της ειρήνης, δεν υποχωρούν, εν τούτοις, απέναντι των κινδύνων. Θαι ως προς την ευγένειαν ακόμη των αισθημάτων μας απέναντι των άλλων, ευρισκόμεθα εις αντίθεσιν προς τους πολλούς. Βιότι τους φίλους μας επιδιώκομεν ν' αποκτήσωμεν όχι ευεργετούμενοι από αυτούς, αλλ' ευεργετούντες αυτούς. Θαθόσον ο ευεργετήσας είναι φίλος ασφαλέστερος από τον ευεργετούμενον, διότι επιδιώκει δια της συνεχίσεως της προς αυτόν ευμενείας να διατηρήση την ευγνωμοσύνην του. Γνώ ο ευεργετηθείς είναι μάλλον αδιάφορος φίλος, καθόσον γνωρίζει ότι θ' ανταποδώση την προς αυτόν χάριν όχι ως εύνοιαν, αλλ' ως εξόφλησιν χρέους. Θαι μόνοι αφόβως ωφελούμεν άλλους όχι από υπολογισμόν δια το ιδικόν μας υλικόν συμφέρον, αλλ' από εμπιστοσύνην προς το ελευθέριον πνεύμα, από το οποίον εμπνεόμεθα. 41. "Πυγκεφαλαιώνων, λοιπόν, λέγω ότι και το σύνολον της πόλεως είναι γενικόν της Γλλάδος σχολείον, και καθείς από τους συμπολίτας μας μου φαίνεται ως να συγκεντρώνη εις την προσωπικότητά του την ικανότητα να προσαρμόζεται εις τας ποικιλωτάτας εκφάνσεις της δραστηριότητος με την μεγαλυτέραν ευστροφίαν και χάριν. Θαι ότι τούτο δεν είναι κομπορρημοσύνη, επιβαλλομένη από την παρούσαν ευκαιρίαν, αλλά η πραγματική αλήθεια, αποδεικνύει ακριβώς η δύναμις της πόλεως, την οποίαν τα προτερήματά μας αυτά μας επροσπόρισαν. Βιότι από όλας τας συγχρόνους πόλεις μόνη η πόλις των Ώθηνών, όταν τεθή υπό δοκιμασίαν, αποδεικνύεται ανωτέρα της φήμης της, και αυτή μόνη ούτε εις τον ηττώμενον παρέχει αφορμήν αγανακτήσεως, διότι ενικήθη από τοιούτον εχθρόν, ούτε εις τους υπηκόους αφορμήν παραπόνου, ότι
κυβερνώνται από αναξίους. Κε το να δώσωμεν δε καταφανείς αποδείξεις της δυνάμεώς μας, της οποίας άλλως τε τόσοι τωόντι υπάρχουν αψευδείς μάρτυρες, θα είμεθα αντικείμενον θαυμασμού και δια τους συγχρόνους και δια τους μεταγενεστέρους, χωρίς καν να έχωμεν ανάγκην ούτε Νμήρου, δια να ψάλη τους επαίνους μας, ούτε άλλου ποιητού, ο οποίος δια των στίχων του ημπορεί να τέρψη προς στιγμήν, αλλά του οποίου η φαντασιώδης παράστασις των γεγονότων θα διαψευσθή από την αλήθειαν των πραγμάτων, αφού εξηναγκάσαμεν κάθε θάλασσαν και κάθε γην ν' ανοιχθή εις την ημετέραν τόλμην, και εγκατεσπείραμεν παντού αιώνια μνημεία ανδραγαθιών εναντίον εχθρών και υπέρ φίλων. πέρ τοιαύτης λοιπόν πόλεως μαχόμενοι έπεσαν οι προκείμενοι νεκροί, διότι έκριναν μεγαλοφρόνως καθήκον των να μη επιτρέψουν να τους αφαιρεθή αυτή, και καθείς από ημάς τους επιζώντας είναι πρόθυμος φυσικά να υποφέρη τα πάντα προς χάριν της. 42. "Βια τούτο ακριβώς και επεξετάθην περισσότερον εις τα του μεγαλείου της πόλεως, διότι ηθέλησα να σας δείξω ότι τα άθλα, δια τα οποία αγωνιζόμεθα, είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα, δια τα οποία αγωνίζονται όσοι δεν απολαύουν όμοια με αυτά πλεονεκτήματα, και συγχρόνως να καταδείξω δια πραγματικών αποδείξεων τον έπαινον των ανδρών αυτών εδώ, προς τιμήν των οποίων ομιλώ σήμερον. Θαι τωόντι το μεγαλύτερον μέρος του εγκωμίου των ελέχθη ήδη. Βιότι τα ανδραγαθήματα αυτών και των ομοίων των προσέδωσαν νέαν λάμψιν εις την δόξαν της πόλεως, την οποίαν ύμνησα, και ολίγοι υπάρχουν Έλληνες, των οποίων η φήμη θα ημπορούσε να δειχθή εξ ίσου ισόρροπος προς τα έργα, όσον των προκειμένων νεκρών. Λομίζω, άλλωστε, ότι τοιούτος θάνατος, όπως ο των ανδρών αυτών εδώ, αποδεικνύει ηρωϊσμόν, είτε ως αποκαλύπτων αυτόν δια πρώτην φοράν, είτε ως επισφραγίζων αυτόν τελειωτικώς. Βιότι δι' εκείνους, οι οποίοι υπό άλλας τυχόν επόψεις είναι κακοί, δίκαιον είναι η κατά τους πολέμους επιδειχθείσα ανδραγαθία να εκτιμάται περισσότερον από κάθε άλλο. Βιότι, αποσβέσαντες το κακόν δια του καλού, παρέσχον εις την πατρίδα μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζημίαν που επροξένησαν ως ιδιώται. Θανείς, εν τούτοις, από τους άνδρας αυτούς εδώ δεν επροτίμησε την συνέχισιν της απολαύσεως του πλούτου, ώστε να δειχθή δειλός, ούτε εζήτησε ν' αναβάλη την τρομεράν ημέραν με την φυσικήν εις τον πτωχόν ελπίδα ότι ημπορεί ακόμη, εάν επιζήση, να πλουτίση. Ώλλά θεωρήσαντες ότι η τιμωρία των εχθρών ήτο πολύ πλέον ποθητή παρά τα πράγματα αυτά, και ότι δεν ημπορούσαν να εκθέσουν την ζωήν των χάρις ευγενεστέρας υποθέσεως, απεφάσισαν, διακινδυνεύοντες αυτήν, να εκδικηθούν μεν εκείνους, παραιτήσουν δε όλα τα λοιπά. Θαι ενεπιστεύθησαν μεν εις την ελπίδα το άδηλον της επιτυχίας του αγώνος, αλλ' ό,τι αφορά εις τον παρόντα και προ των οφθαλμών των κίνδυνον, εστηρίχθησαν μόνον εις εαυτούς και το προσωπικόν των θάρρος. Θαι όταν ευρέθησαν εις το μέσον του κινδύνου, κρίνοντες προτιμότερον ν' αποθάνουν υπερασπίζοντες εαυτούς παρά να σωθούν υποχωρούντες, απέφυγαν μεν το όνειδος της δειλίας, αντιμετώπισαν όμως ψυχή τε και σώματι τον κίνδυνον, και συγχρόνως εις στιγμήν ωρισμένην υπό της ειμαρμένης μετήλλαξαν βίον, όχι τρέμοντες από φόβον αλλά περιβαλλόμενοι από τον φωτοστέφανον της δόξης. 43. "Θαι αυτοί μεν εδείχθησαν τοιουτοτρόπως άξιοι της πόλεως. Πεις, εξ' άλλου, οι επιζώντες οφείλετε να θεωρήσετε καθήκον σας, όπως επιδείξετε προς τους εχθρούς φρόνημα όχι ολιγώτερον τολμηρόν, μολονότι πρέπει να εύχεστε όπως τούτο οδηγήση εις έκβασιν ολιγώτερον ολεθρίαν. Ρην ωφέλειαν δε τούτου οφείλετε να κρίνετε όχι απλώς επί τη βάσει των λόγων ρήτορος, ο οποίος ημπορούσε να μακρηγορήση, εκθέτων προς ανθρώπους γνωρίζοντας εξ ίσου καλά όσον και εκείνος όλα τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η απόκρουσις
του εχθρού. Ώλλ' οφείλετε μάλλον καθ' εκάστην να προσηλώνετε τα βλέμματά σας προς τας ορατάς εκδηλώσεις της δυνάμεως της πόλεως, έως ότου γίνετε θαυμασταί της. Θαι όταν εμπνευσθήτε από την θέαν του μεγαλείου της, να σκεφθήτε ότι όλα αυτά τα απέκτησαν άνδρες τολμηροί, οι οποίοι εγνώριζαν τί έπρεπε να πράξουν και κατά την ώραν του κινδύνου ωδηγούντο από υψηλόν αίσθημα τιμής, και οι οποίοι, εάν ποτέ ήθελαν αποτύχει εις καμμίαν επιχείρησιν, έκριναν αποφασιστικώς ότι η πατρίς των τουλάχιστον δεν έπρεπε να στερηθή την ανδρείαν των, και προσέφεραν την ζωήν των ως τον ενδοξότερον υπέρ αυτής έρανον. Θαθόσον, θυσιάζοντες την ζωήν των δια το κοινόν καλόν, εκέρδιζαν υπέρ εαυτών τον αθάνατον έπαινον, και τάφον επισημότατον, όχι τόσον τον τάφον, εις τον οποίον κείνται, όσον εκείνον, εις τον οποίον η δόξα των επιζή αείμνηστος, πανηγυριζομένη είτε δια λόγων, είτε δια τελετών εις κάθε ευκαιρίαν. Βιότι των επιφανών ανδρών τάφος είναι όλη η γη, και δεν διαμνημονεύονται αυτοί μόνον εις την ιδικήν των πατρίδα δι' επιτυμβίων στηλών και επιγραφών, αλλά και εις την ξένην διατηρείται άγραφος η μνήμη των, χαραγμένη εις το πνεύμα εκάστου μάλλον παρά εις υλικά μνημεία. Ρους άνδρας αυτούς οφείλετε να μιμηθήτε, και θεωρούντες ότι θεμέλιον της ευτυχίας είναι η ελευθερία, και της ελευθερίας η ευψυχία, μη αποβλέπετε με ανησυχίαν εις τους κινδύνους του πολέμου. Βιότι όσοι είναι δυστυχείς και ούτε εις περίπτωσιν νίκης έχουν ελπίδα καλυτέρων ημερών, έχουν ολιγώτερον λόγον να δείχνωνται αφειδείς της ζωής των, παρά εκείνοι, οι οποίοι, εάν εξακολουθήσουν ζώντες, τρέχουν τον κίνδυνον να μεταπέσουν από την ευτυχίαν εις την δυστυχίαν, και οι οποίοι, εάν νικήσουν, έχουν να χάσουν περισσότερον από κάθε άλλον. Θαθόσον εις άνδρα έχοντα γενναίον φρόνημα, είναι αλγεινοτέρα η ταπείνωσις, την οποίαν προκαλεί η δειλία, παρά ο ανώδυνος θάνατος, ο επερχόμενος εις στιγμήν που είναι γεμάτος από θάρρος και εμπνέεται συγχρόνως από την ελπίδα της νίκης της πατρίδος. 44. "Βια τούτο και τους γονείς των σήμερον θαπτομένων - όσοι παρίστασθε εδώ- δεν οικτείρω, αλλά θα προσπαθήσω μάλλον μόνον να παραμυθήσω. Ανωρίζετε τωόντι ότι η ζωή σας διήλθεν εν μέσω ποικίλων μεταβολών της τύχης, ενώ ευτυχείς πρέπει να θεωρούνται εκείνοι, εις τους οποίους η μοίρα ήθελεν επικλώσει τόσον τιμητικόν θάνατον, όπως των προκειμένων νεκρών, ή τόσον τιμητικόν πένθος, όπως το ιδικόν σας, και εκείνοι, των οποίων η ζωή προσεμετρήθη ούτως, ώστε το όριον της ευδαιμονίας να συμπέση προς την στιγμήν του θανάτου. Ανωρίζω αληθώς ότι είναι δύσκολον να σας πείσω, αφού την απώλειάν σας θα υπενθυμίζουν πολλάκις αι ευτυχίαι των άλλων, τας οποίας και σεις προηγουμένως απελαύσατε. Θαι λυπείται κανείς όχι δια την τυχόν έλλειψιν αγαθών, τα οποία δεν εδοκίμασεν, αλλά δια την αφαίρεσιν εκείνων, εις τα οποία είχε συνηθίσει. Ώλλ' όσοι είσθε ακόμη εις ηλικίαν προς παιδοποιίαν, πρέπει να υπομένετε την συμφοράν με μεγαλυτέραν καρτερίαν, με την ελπίδα αποκτήσεως και άλλων τέκνων. Βιότι η νέα τεκνοποιία όχι μόνον ατομικώς θα κάμη πολλούς να λησμονήσουν τους νεκρούς των, αλλά και εις την πόλιν θα παράσχη διττήν ωφέλειαν, και λόγω μη ελαττώσεως του πληθυσμού και λόγω ασφαλείας. Βιότι δεν είναι δυνατόν να έχουν την ιδίαν αξίαν ή να είναι επίσης δίκαιαι αι περί των δημοσίων πραγμάτων γνώμαι εκείνων, όσοι δεν έχουν, όπως οι άλλοι, τέκνα δια να μετάσχουν των ιδίων κινδύνων. σοι, εξ άλλου, είσθε γέροντες, πρέπει να νομίζετε ότι ο μεν ήδη διανυθείς μακρότερος βίος, κατά τον οποίον υπήρξατε ευτυχείς, είναι κέρδος, ο δε παρών θα είναι σύντομος, και ν' ανακουφίζεσθε με την δόξαν των νεκρών αυτών εδώ. Βιότι μόνον η αγάπη των τιμών δεν γηράσκει ποτέ, και όταν κανείς φθάση εις την άκαρπον περίοδον της ζωής, όχι τόσον το κέρδος, όπως μερικοί ισχυρίζονται όσον αι τιμαί παρέχουν την μεγαλυτέραν τέρψιν.
45. "Βι' όσους δε από τους παρόντας είσθε τέκνα ή αδελφοί των πεσόντων, βλέπω τον αγώνα της προς αυτούς αμίλλης του να φανήτε αντάξιοι των δυσχερή (διότι τους νεκρούς συνηθίζουν οι πάντες να εγωμιάζουν), και οσονδήποτε υπέροχον ανδρείαν και αν επιδείξετε, μόλις θα θεωρηθήτε δεν λέγω βέβαια όμοιοι, αλλ' ολίγον κατώτεροι απ' αυτούς. Βιότι, μεταξύ των ζώντων επικρατεί φθόνος προς τους αντιπάλους, ενώ εκείνοι που δεν αποτελούν πλέον εμπόδιον δια τους άλλους τιμώνται πάντοτε δι' ευνοίας, κατά της οποίας κανείς δεν αντιτάσσεται. Ώλλ' εάν πρέπη να μνημονεύσω οπωσδήποτε και την αρετήν των γυναικών εκείνων, όσαι του λοιπού θα ζήσουν ως χήραι, θα συγκεφαλαιώσω την προς αυτάς παραίνεσίν μου εις τας ολίγας αυτάς λέξεις. Κεγάλη αληθώς θα είναι η δόξα δια σας, εάν δεν δειχθήτε κατώτεραι της γυναικείας φύσεως, και επίσης μεγάλη δι' εκείνας από σας, περί των αρετών ή ελαττωμάτων των οποίων όσον το δυνατόν ολιγώτερος γίνεται λόγος μεταξύ των ανδρών. 46. "Γξεπλήρωσα το υπό του νόμου επιβαλλόμενον καθήκον, εκθέσας δια του λόγου μου όσα είχα πρόσφορα προς τιμήν των πεσόντων, οι οποίοι άλλωστε και δι' έργων ετιμήθησαν ήδη, εν μέρει μεν δια της δημοσίας ταφής, εν μέρει δε λόγω του ότι η πόλις αναλαμβάνει από τούδε να διαθρέψη δημοσία δαπάνη τα τέκνα των, μέχρις ότου ενηλικιωθούν, ορίζουσα τοιουτοτρόπως ως βραβείον των τοιούτων αγώνων στέφανον ωφέλιμον και δια τους πεσόντας και δια τους επιζώντας. Βιότι όπου μέγιστα ορίζονται βραβεία αρετής, εκεί και άριστοι πολίται οικούν την πόλιν. Θαι τώρα, αφού έκαστος εξ υμών εθρήνησεν αρκετά τον νεκρόν του απέλθετε εις τα ίδια".
Θατά τοιούτον τρόπον έγινεν η τελετή του ενταφιασμού κατά τον χειμώνα τούτον, μετά την λήξιν του οποίου έληξε και το πρώτον έτος του πολέμου. Γυθύς δε με την αρχήν του επομένου θέρους, οι Ξελοποννήσιοι και λοιποί σύμμαχοι, με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, όπως και την πρώτην φοράν, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Ώρχιδάμου, υιού του Δευξιδάμου, εισέβαλαν εις την Ώττικήν, όπου στρατοπευδεύσαντες ήρχισαν να ερημώνουν την γην. Θαι πριν παρέλθουν πολλαί ημέραι από της εισβολής, παρουσιάσθη δια πρώτην φοράν εις τας Ώθήνας ο λοιμός, ο οποίος ελέγετο μεν ότι είχεν ενσκήψει προηγουμένως πολλαχού, και εις την Ιήμνον και εις άλλας χώρας, αλλά πουθενά δεν εμνημονεύετο λοιμώδης νόσος τοιαύτης εκτάσεως, ούτε φθορά ανθρώπων τόσον μεγάλη. Βιότι ούτε ιατροί, οι οποίοι, αγνοούντες την φύσιν της ασθενείας, επεχείρουν δια πρώτην φοράν να την θεραπεύσουν, αλλ' απέθνησκαν οι ίδιοι μάλλον, καθόσον και περισσότερον ήρχοντο εις επαφήν με αυτήν, ούτε άλλη καμμία ανθρωπίνη τέχνη ηδύνατο να βοηθήση. ,τι αφορά, εξ άλλου, τας προς τους θεούς παρακλήσεις ή τας προς τα μαντεία επικλήσεις και τα τοιαύτα, τα πάντα ήσαν ανωφελή, και επί τέλους οι άνθρωποι, καταβληθέντες από το κακόν παρητήθησαν αυτών. 48. Ε νόσος ήρχισε το πρώτον, ως λέγεται, από την νοτίως της Ώιγύπτου κειμένην Ώιθιοπίαν, από όπου κατέβη έπειτα εις την Ώίγυπτον και την Ιιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της Ξερσικής αυτοκρατορίας. Γις δε την πόλιν των Ώθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως και προσέβαλε κατά πρώτον τους
κατοίκους του Ξειραιώς, και δια τούτο ελέχθη από αυτούς ότι οι Ξελοποννήσιοι είχαν ρίψει δηλητήριον εις τας δεξαμενάς, διότι κρήναι δεν υπήρχαν ακόμη εκεί. Ώλλ' ύστερον έφθασε και εις την άνω πόλιν και από τότε ηύξησε μεγάλως η θνησιμότης. Θαθείς δε, είτε ιατρός, είτε άπειρος της ιατρικής, ημπορεί, αναλόγως της ατομικής του κρίσεως, να ομιλή περί της πιθανής προελεύσεώς της και περί των αιτίων, τα οποία νομίζει ικανά να επιφέρουν τοιαύτην διατάραξιν των υγιεινών συνθηκών. Ώλλ' εγώ, που και ο ίδιος έπαθα από την νόσον, και με τα ίδια τα μάτια μου είδα άλλους πάσχοντας, θα εκθέσω την πραγματικήν της πορείαν και θα περιγράψω τα συμπτώματά της, η ακριβής παρατήρησις των οποίων θα επιτρέψη ασφαλέστερον εις τον καθένα που θα ήθελε να τα σπουδάση επιμελώς να κάμη την διάγνωσίν της, εάν ποτέ ήθελε και πάλιν ενσκήψει. 49. Ρο έτος τωόντι εκείνο, κατά κοινήν ομολογίαν, έτυχε μέχρι της στιγμής της εισβολής της νόσου να είναι κατ' εξοχήν απηλλαγμένον από άλλας ασθενείας. Γάν όμως κανείς υπέφερε τυχόν προηγουμένως από καμμίαν άλλην ασθένειαν, όλαι κατέληγαν εις αυτήν. σοι, εξ άλλου, ήσαν ως τότε υγιείς, χωρίς καμμίαν φανεράν αιτίαν προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον με ισχυρόν πυρετόν και ερυθήματα και φλόγωσιν των οφθαλμών, και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγένοντο ευθύς αιματώδη, και η εκπνοή ήτο αφύσικος και δυσώδης. Θατόπιν των φαινομένων αυτών, επηκολούθουν πτερνισμοί και βραχνάδα, και μετ' ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα. Θαι όταν προσέβαλλε τον στόμαχον, επροκάλει ναυτίαν και ταύτην επηκολούθουν, με μεγάλην μάλιστα ταλαιπωρίαν, εμετοί χολής, όσοι περιγράφονται υπό των ιατρών. Θαι εις άλλους μεν αμέσως, εις άλλους δε πολύ βραδύτερον, παρουσιάζετο τάσις προς εμετόν ατελεσφόρητος, προκαλούσα ισχυρόν σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν κατέπαυεν, εις άλλους δε εξηκολούθει επί πολύ. Ρο σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών. Γσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος. Ξολλοί δε πράγματι, οι οποίοι είχαν μείνει ανεπιτήρητοι, ερρίφθησαν εις δεξαμενάς, διότι κατετρύχοντο από δίψαν άσβεστον, αφού και το πολύ και το ολίγον ποτόν εις ουδέν ωφέλει. Θαι η αδυναμία του ν' αναπαυθούν, καθώς και η αϋπνία, τους εβασάνιζαν διαρκώς. Θαι το σώμα, εφόσον η νόσος ήτο εις την ακμήν της, δεν κατεβάλλετο, αλλ' αντείχε καταπληκτικώς εις την ταλαιπωρίαν, ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού, πριν εξαντληθούν εντελώς αι δυνάμεις των, ή, εάν διέφευγαν την κρίσιν, η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια, ούτως ώστε κατά το μεταγενέστερον τούτο στάδιον οι πολλοί απέθνησκαν από εξάντλησιν. Βιότι το νόσημα, αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο, εξετείνετο βαθμηδόν εφ' όλου του σώματος, και αν κανείς ήθελε διαφύγει τον θάνατον, προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφινε τα ίχνη του. Θαθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών, και πολλοί χάνοντες αυτά εσώζοντο, μερικοί μάλιστα έχαναν και τους οφθαλμούς. Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των. 50. Ν χαρακτήρ τωόντι της νόσου ήτο τοιούτος, ώστε δεν ημπορεί να περιγραφή επαρκώς δια λόγων, και όχι μόνον η σφοδρότης της προσβολής εκάστου κρούσματος υπερέβαινε γενικώς την ανθρωπίνην αντοχήν, αλλά
και κατά τούτο απεδείχθη σαφέστατα ότι δεν επρόκειτο δια καμμίαν από τας συνήθεις ανθρωπίνας ασθενείας, καθόσον τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρώγουν τα ανθρώπινα πτώματα, μολονότι πολλοί νεκροί έμεναν άταφοι, ή δεν επλησίαζαν αυτούς, ή αν έτρωγαν από τα πτώματα, εψοφούσαν. Ώπόδειξις τούτου είναι η αναμφισβήτητος εξαφάνισις των ορνέων τούτων, τα οποία δεν έβλεπε κανείς ούτε πέριξ των πτωμάτων, ούτε αλλού πουθενά. Γνώ προκειμένου περί των σκύλων, το αποτέλεσμα ήτο ακόμη περισσότερον καταφανές, ως εκ του ότι συμβιούν με τους ανθρώπους. 51. Ροιούτος λοιπόν ήτο ο γενικός χαρακτήρ της ασθενείας, διότι παραλείπω πολλά άλλα ασυνήθη συμπτώματα, κατά τα οποία τα καθέκαστα κρούσματα διέφεραν τα μεν από τα δε. Θαι εφόσον διήρκει η νόσος, καμμία άλλη από τας συνήθεις ασθενείας δεν παρηνώχλει τους κατοίκους, εάν δε τυχόν παρουσιάζετο κανέν κρούσμα, απέληγεν εις αυτήν. Θαι άλλοι, μεν απέθνησκαν ένεκα ανεπαρκούς νοσηλείας, άλλοι όμως μολονότι υπεβάλλοντο εις επιμελεστάτην τοιαύτην. Ώλλ' ουδέ και κανέν φάρμα-κον, δύναμαι σχεδόν να είπω, ευρέθη, του οποίου η χρήσις να είναι αποτελεσματική, διότι εκείνο που ωφελεί τον ένα, αυτό το ίδιον έβλαπτε τον άλλον, και καμμία ιδιοσυγκρασία, όπως απεδείχθη, δεν ήτο αρκετά ισχυρά δια να αντισταθή, ή αρκετά ασθενής, όπως αποφύγη την ασθένειαν, αλλά όλοι αδιακρίτως υπέκυπταν εις αυτήν, και εκείνοι ακόμη, που εθεραπεύοντο με πάσαν ιατρικήν επιμέλειαν. Θαι το φοβερώτερον εις όλην αυτήν την ασθένειαν ήτο όχι μόνον η αποθάρρυνσις των θυμάτων, όταν αντελαμβάνοντο ότι προσεβλήθησαν από την νόσον (διότι το πνεύμα των παρεδίδετο αμέσως εις απελπισίαν και εγκατέλειπαν εαυτούς εις την τύχην και δεν ανθίσταντο κατά της ασθενείας), αλλά και το γεγονός ότι νοσηλεύοντες ο εις τον άλλον, εμολύνοντο και απέθνησκαν ωσάν πρόβατα. Θαι τούτο προεκάλει τους περισσοτέρους θανάτους, διότι ή απέφευγαν εκ φόβου να επικοινωνούν προς αλλήλους και οι ασθενείς απέθνησκαν εγκαταλελειμμένοι, εις τρόπον ώστε πολλαί κατοικίαι ερημώθησαν δι' έλλειψιν νοσηλείας, είτε επικοινωνούσαν και απέθνησκαν εκ της μολύνσεως. Ε τελευταία αυτή τύχη επεφυλάσσετο ιδίως εις τους οπωσδήποτε αντιποιουμένους ευγένειαν αισθημάτων, διότι, θεωρούντες τούτο καθήκον τιμής, επεσκέπτοντο τους φίλους των, αψηφούντες τον προσωπικόν κίνδυνον, ενώ αντιθέτως οι ίδιοι οι συγγενείς, καταβαλλόμενοι από το μέγεθος της συμφοράς, εβαρύνοντο επί τέλους και παρήτουν και αυτούς τους θρήνους υπέρ των αποθνησκόντων. Ώκόμη όμως περισσότερον ευσπλαχνίζοντο τους θνήσκοντας και τους ασθενείς όσοι είχαν θεραπευθή από την νόσον διότι και εγνώριζαν αυτήν εξ ιδίας πείρας και ήσαν του λοιπού οι ίδιοι πλήρεις θάρρους, καθόσον η νόσος δεν προσέβαλλε δις τον ίδιον άνθρωπον, μετά κακής τουλάχιστον εκβάσεως. Θαι όχι μόνον εμακαρίζοντο αυτοί από τους άλλους, αλλά και οι ίδιοι, ένεκα της υπερβολής της παρούσης χαράς των, είχαν ως προς το μέλλον κάποιαν επιπολαίαν ελπίδα, ότι δεν θ' απέθνησκαν πλέον ούτε από άλλην ασθένειαν. 52. Ώλλά την εκ της νόσου ταλαιπωρίαν επηύξησεν η συγκέντρωσις του πληθυσμού της υπαίθρου χώρας εντός της πόλεως. Νι νεωστί ιδίως εισελθόντες υπέφεραν περισσότερον. Βιότι δια την έλλειψιν οικιών ηναγκάζοντο να ζουν εντός παραπηγμάτων πνιγηρών ως εκ του θέρους, και οι θάνατοι επήρχοντο εν τω μέσω μεγάλης αταξίας. Λεκροί έκειντο οι μεν επί των δε, και ημιθανείς εκυλίοντο εντός των δρόμων προς όλας τας κρήνας, ως εκ της ασβέστου δίψης, και οι ιεροί περίβολοι, εντός των οποίων είχαν κατασκηνώσει, ήσαν πλήρεις νεκρών, οι οποίοι απέθνησκαν εντός αυτών. Βιότι επειδή το κακόν τους κατεβασάνιζεν, οι άνθρωποι, μη γνωρίζοντες ποίον θα είναι το τέλος των, ολιγώρως είχον προς πάντα θείον και ανθρώπινον νόμον. Φς εκ τούτου τα έθιμα, προς τα οποία συνεμορφώνοντο έως τότε, προκειμένου περί ενταφιασμού, κατεπατήθησαν
όλα, και καθείς έθαπτε τους νεκρούς του όπως ημπορούσε. Ξολλοί μάλιστα, ένεκα ελλείψεως των απαιτουμένων δια την ταφήν υλικών, λόγω του ότι πολλοί εκ της οικογενείας των είχαν ήδη προαποθάνει, προσέφευγαν εις μέσα ταφής βδελυρά. Βιότι άλλοι μεν απέθεταν πρώτον τον ιδικόν των νεκρόν επί ξένης πυράς και την ήναπταν, προλαμβάνοντες εκείνους που την είχαν στήσει, άλλοι δε, ενώ νεκρός εκαίετο ήδη, έρριπταν επάνω εκείνον που έφεραν και έφευγαν. 53. Ώλλ' η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Βιότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπταν την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, καθόσον έβλεπαν πόσον αιφνίδια ήτο η μετάπτωσις, αφ' ενός μεν των πλουσίων, οι οποίοι εξαίφνης απέθνησκαν, αφ' ετέρου δε των τέως εντελώς απόρων, οι οποίοι εις μίαν στιγμήν υπεισήρχοντο εις τας περιουσίας εκείνων. Φς εκ τούτου, απεφάσιζαν να χαρούν την ζωήν των όσον ημπορούσαν ταχύτερον, επιδιδόμενοι εις τας απολαύσεις, διότι εθεώρουν και την ζωήν και τον πλούτον εξ ίσου εφήμερα. Θαι κανείς δεν ήτο διατεθειμένος να υποβάλλεται προκαταβολικώς εις ταλαιπωρίας προς επιδίωξιν σκοπού, τον οποίον ενόμιζεν ενάρετον, αφού εθεώρει αμφίβολον, αν θα επιζήση δια να πραγματοποιήση αυτόν, μόνον δε ό,τι παρείχεν άμεσον απόλαυσιν και ό,τι καθ' οιονδήποτε τρόπον ωδήγει εις τούτο κατήντησε να θεωρήται και ενάρετον και χρήσιμον. Ώλλά φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων κανείς δεν τους συνεκράτει, αφ' ενός μεν διότι βλέποντες ότι όλοι εξ ίσου απέθνησκαν, έκριναν ότι καμμία δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας, εξ άλλου δε, επειδή κανείς δεν επίστευεν ότι θα επιζήση, δια να δώση λόγον των εγκλημάτων του και τιμωρηθή δι' αυτά. Ρουνοντίον, όλοι εθεώρουν ότι η ήδη κατεψηφισμένη κατ' αυτών και επί των κεφαλών των επικρεμαμένη τιμωρία ήτο πολύ βαρυτέρα, και ότι πριν επιπέση κατ' αυτών, εύλογον ήτο να χαρούν οπωσδήποτε την ζωήν των. 54. Γις τοιαύτην συμφοράν περιπεσόντες οι Ώθηναίοι, εταλαιπορούντο, καθόσον και εντός της πόλεως η θνησιμότης ήτο μεγάλη και εκτός αυτής τα κτήματά των ερημώνοντο. Κερικοί μάλιστα κατά την διάρκειαν της δυστυχίας ενθυμήθησαν, όπως ητο φυσικόν, τον επόμενον στίχον, περί του οποίου οι πρεσβύτεροι απ' αυτούς εβεβαίωναν, ότι εψάλλετο εις παλαιοτέραν εποχήν: "θα έλθη δωρικός πόλεμος και λοιμός μαζί μ' αυτόν". Γίναι αληθές ότι αντέτειναν μερικοί ότι ο παλαιός στίχος ωμιλούσε περί λιμού και όχι λοιμού, αλλ' επί του παρόντος επεκράτησε φυσικά η γνώμη ότι η λέξις, της οποίας είχε γίνη χρήσις εις το άσμα, ήτο λοιμός, καθόσον οι άνθρωποι εμνημόνευαν τον στίχον σύμφωνα με τα παθήματά των. Ώλλ' εάν ποτέ επέλθη άλλος δωρικός πόλεμος μετά τον σημερινόν, και συμπέση να επέλθη λιμός, μου φαίνεται πιθανόν ότι τον στίχον θα ψάλλουν με την λέξιν αυτήν. Γνθυμήθησαν επίσης, όσοι τον εγνώριζαν και τον προς τους Ιακεδαιμονίους χρησμόν, όταν εις ερώτησίν των προς τον θεόν, εάν πρέπη να πολεμήσουν, ούτος απήντησεν, ότι εάν διεξαγάγουν τον πόλεμον με όλας των τας δυνάμεις, θα νικήσουν, βεβαιών συνάμα ότι και αυτός θα τους βοηθήση. σον λοιπόν αφορά τον χρησμόν, τα τότε συμβαίνοντα εθεώρουν σύμφωνα με τας προβλέψεις του. Ρο βέβαιον είναι ότι η νόσος ήρχισεν ευθύς μετά την εισβολήν των Ξελοποννησίων, και εις μεν την Ξελοπόννησον δεν επεξετάθη, τουλάχιστον εις βαθμόν άξιον λόγου, αλλ' εθέρισε προ πάντων μεν τας Ώθήνας, έπειτα δε και μερικούς πολυανθρωποτέρους συνοικισμούς. Ροιαύτη υπήρξεν η πορεία της νόσου.
Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, αφού εδενδροτόμησαν την πεδιάδα, προήλασαν εις την περιφέρειαν την καλουμένην Ξαραλίαν, μέχρι του Ιαυρίου, όπου ευρίσκονται τ' αργυρούχα μεταλλεία των Ώθηναίων. Θαι πρώτον μεν εδενδροτόμησαν το μέρος που βλέπει προς την Ξελοπόννησον, έπειτα δε το μέρος που αντικρύζει την Γύβοιαν και την Άνδρον. Ν Ξερικλής, ο οποίος ήτο και τότε στρατηγός, είχε την ιδίαν γνώμην, όπως και κατά την προηγουμένην εισβολήν, ότι δεν έπρεπεν οι Ώθηναίοι να εξέλθουν, δια να συνάψουν μάχην.
Ώλλ' ενώ ακόμη ήσαν εις την πεδιάδα, πριν προχωρήσουν εις την Ξαραλίαν, είχεν αρχίσει να ετοιμάζη στόλον από εκατόν πλοία προς ναυτικήν εκστρατείαν κατά της Ξελοποννήσου, και όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, εξέπλευσεν, έχων μαζί του επί των πλοίων του στόλου τέσσαρας χιλιάδας Ώθηναίους οπλίτας και τριακοσίους ιππείς, εντός πλοίων ιππαγωγών, τα οποία ήσαν παλαιά πολεμικά σκάφη, διαρρυθμισθέντα πρώτην φοράν τότε προς τον σκοπόν αυτόν. Ρης εκστρατείας μετείχαν και Τίοι και Ιέσβιοι με πενήντα πλοία. ταν εξέπλεεν η δύναμις αυτή των Ώθηναίων, αφήκε τους Ξελοποννησίους ευρισκομένους ήδη εις την Ξαραλίαν της Ώττικής. Γλθόντες δ' εις την Γπίδαυ-ρον της Ξελοποννήσου, εδενδροτόμησαν το μεγαλύτερον μέρος των κτημάτων, αλλ' όταν επετέθησαν κατά της πόλεως, μολονότι ήλπιζαν να την κυριεύσουν, η επιχείρησίς των δεν ευωδώθη. Ώ-ποπλεύσαντες τότε εκ της Γπιδαύρου, εδενδροτόμησαν τα κτήματα της Ρροιζηνίδος, της Ώλιάδος και της Γρμιονίδος, αι οποίαι είναι επιθαλάσσιαι περιφέρειαι της Ξελοποννήσου. Θαι εκ-πλεύσαντες απ' εκεί, έφθασαν εις τας Ξρασιάς, παραλιακήν πόλιν της Ιακωνικής, και όχι μόνον εδενδροτόμησαν μέρος των κτημάτων της, αλλά και αυτήν την πόλιν εκυρίευσαν και διήρπασαν. Κετά τας επιχειρήσεις αυτάς, επέστρεψαν εις τα ίδια, εύρον όμως ότι οι Ξελοποννήσιοι δεν ήσαν πλέον εις την Ώττικήν, αλλ' είχαν ήδη αναχωρήσει. 57. Θαθ' όλον το διάστημα, κατά το οποίον και οι Ξελοποννήσιοι ήσαν εις την Ώττικήν και ο Ώθηναϊκός στόλος επεδίδετο εις τας επιχειρήσεις αυτάς, η νόσος επέφερε πολλάς απωλείας εις τους Ώθηναίους, και τους επιβαίνοντας επί του στόλου και τους εντός της πόλεως, ώστε διεδόθη μάλιστα ότι οι Ξελοποννήσιοι εξεκένωσαν την Ώττικήν ταχύτερον, διότι εφοβήθησαν το νόσημα, την εντός της πόλεως ύπαρξιν του οποίου εμάνθαναν και από τους αυτομόλους, αντελαμβάνοντο δε και οι ίδιοι από τας πυράς των καιομένων νεκρών. Νπωσδήποτε, κατά την εισβολήν αυτήν έμειναν περισσότερον καιρόν παρά κάθε άλλην φοράν και εδενδροτόμησαν όλην την ύπαιθρον χώραν. Ρωόντι, έμειναν εις την Ώττικήν σαράντα περίπου ημέρας.
Βιαρκούντος του ιδίου θέρους, ο Άγνων, υιός του Λικίου, και ο Θλεόπομπος, υιός του Θλεινίου, συστρατηγούντες μετά του Ξερικλέους, παραλαβόντες την στρατιωτικήν δύναμιν, την οποίαν εκείνος είχε χρησιμοποιήσει, εξέπλευσαν ευθύς μετά την επιστροφήν αυτής εναντίον της Ταλκιδικής και της Ξοτειδαίας, της οποίας η πολιορκία εξηκολούθει ακόμη, και φθάσαντες εκεί, μετεχειρίσθησαν κατά της πόλεως πολιορκητικάς μηχανάς και προσεπάθουν με κάθε τρόπον να την κυριεύσουν. Ώλλά καμμία επιτυχία ανάλογος προς τας προετοιμασίας των δεν συνώδευσεν ούτε τας προσπαθείας των προς άλωσιν της πόλεως, ούτε τας εναντίον της Ταλκιδικής επιχειρήσεις των. Βιότι η νόσος εξηπλώθη εκεί με μεγάλην ορμήν και
εβασάνιζε τον Ώθηναϊκόν στρατόν, του οποίου ηραίωσε τας τάξεις, εις τρόπον ώστε και αυτοί οι στρατιώται της πρώτης εκστρατείας, οι οποίοι ήσαν έως τότε υγιείς, εκόλλησαν το νόσημα από τους στρατιώτας που είχαν έλθει με τον Άγνωνα, ενώ ο Σορμίων και οι υπ' αυτόν χίλιοι εξακόσιοι άνδρες δεν ευρίσκοντο πλέον εις την Ταλκιδικήν. Φς εκ τούτου, ο Άγνων επέστρεψε με τον στόλον του εις τας Ώθήνας, αφού εντός διαστήματος σαράντα περίπου ήμερων από τους τετρακισχιλίους οπλίτας έχασε, συνεπεία της νόσου, τους χιλίους πενήντα. Νι στρατιώται, εν τούτοις, της πρώτης εκστρατείας έμειναν επί τόπου, συνεχίζοντες την πολιορκίαν της Ξοτειδαίας.
Ώλλά μετά την δεύτεραν εισβολήν των Ξελοποννησίων, αι γνώμαι των Ώθηναίων είχαν μεταβληθή, καθόσον και τα κτήματά των είχαν δια δευτέραν φοράν δενδροτομηθή και η νόσος μαζί με τον πόλεμον τους κατεβασάνιζε. Θαι τον μεν Ξερικλή εκατηγόρουν διότι τους παρέσυρε να πολεμήσουν, και διότι τον εθεωρούσαν αίτιον των ατυχιών, εις τας οποίας είχαν περιπέσει, επεθύμουν δε ζωηρώς να συνεννοηθούν με τους Ιακεδαιμονίους, και έστειλαν μάλιστα και πρέσβεις προς αυτούς, αλλ' άνευ αποτελέσματος. Φς εκ τούτου, μη γνωρίζοντες καθόλου τί να κάμουν, επετίθεντο διαρκώς εναντίον του Ξερικλέους. Γκείνος όμως, επειδή έβλεπε ότι ήσαν εξηρεθισμένοι δια την παρούσαν κατάστασιν και ότι συμπεριφέροντο, όπως ακριβώς ο ίδιος είχε προείπει, συνεκάλεσε την συνέλευσιν του λαού (διότι ήτο ακόμη στρατηγός) δια να τους ενθαρρύνη και διασκεδάζων τα οργίλα αισθήματά των τους καταπραΰνη και τους εμπνεύση μεγαλυτέραν αισιοδοξίαν. Θαι αφού επροχώρησεν εις το βήμα, ωμίλησεν ως εξής περίπου:
"Θαι τας εκδηλώσεις της εναντίον μου αγανακτήσεώς σας είχα προΎδει (διότι καλώς αντιλαμβάνομαι τας αιτίας αυτής), και την συνέλευσιν συνεκάλεσα ένεκα τούτου, δια να απευθύνω μερικάς υπομνήσεις και παρατηρήσεις, εφόσον αδίκως δυσφορείτε εναντίον μου, ή δεικνύετε έλλειψιν καρτερίας απέναντι των ατυχιών. Γγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι η πόλις, η οποία ακμάζει ως σύνολον, ωφελεί περισσότερον τους ιδιώτας, παρά εάν, ενώ καθείς από τους πολίτας ευτυχή, εκείνη ως σύνολον αποτυγχάνη. Βιότι άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφή, χάνεται και αυτός μαζί της, ενώ είναι, πολύ μάλλον πιθανόν ότι θα σωθή, εάν κακοτυχή μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχή. Ώφού λοιπόν η μεν πόλις είναι ικανή να βαστά τας ατυχίας των ιδιωτών, αλλ' εις έκαστος από αυτούς ανίκανος να βαστά τας ιδικάς της, οφείλομεν όλοι να την υποστηρίξωμεν και όχι να συμπεριφερώμεθα όπως σεις τώρα, οι οποίοι, τρομαγμένοι από τας ιδιαιτέρας σας δυστυχίας, παραμελείτε το έργον της σωτηρίας της πόλεως, και κατηγορείτε όχι μόνον εμέ, ο οποίος συνεβούλευσα τον πόλεμον, αλλ' επίσης τους ιδίους εαυτούς, οι οποίοι τον συναπεφασίσατε με εμέ. Θαι οργίζεσθε εναντίον ανδρός τοιούτου όπως εγώ, ο οποίος νομίζω ότι είμαι ικανώτερος από κάθε άλλον όχι μόνον να διαγνώσω τα δέοντα, αλλά και να διαφωτίσω περί αυτών τους άλλους, και επί πλέον φιλόπατρις και ανώτερος χρημάτων. Βιότι ο δυνάμενος να διαγνώση τα δέοντα, αλλά παραλείπει να διαφωτίση περί αυτών τους άλλους, είναι το ίδιον ως να μη αντελήφθη το πρέπον ορθώς. στις πάλιν έχει και τα δύο αυτά προσόντα, αλλά δεν έχει φιλοπατρίαν, δεν ημπορεί να ομιλήση με την ιδίαν αφιλοκερδή αφοσίωσιν δια το κοινόν συμφέρον. Ώλλ' εάν και φιλοπατρίαν έχη, είναι όμως κατώτερος χρημάτων, τα πάντα ημπορούν να θυσιασθουν χάριν αυτών. στε δεν επείσθητε ν' αναλάβετε τον πόλεμον,
διότι επιστεύσατε ότι έχω τα προσόντα αυτά εις βαθμόν ανώτερον οπωσδήποτε από άλλους, δεν νομίζω ότι είναι ορθόν να κατηγορούμαι σήμερον ως πταίστης. 61. "Βιότι αναγνωρίζω βέβαια ότι είναι καθαρά ανοησία ν' αποφασίζη κανείς να πολεμήση όταν, ενώ γενικώς αι υποθέσεις του βαίνουν κατ' ευχήν, έχη συγχρόνως την ελευθερίαν της εκλογής μεταξύ πολέμου και ειρήνης. ταν όμως κανείς ευρίσκεται εις την ανάγκην που ευρέθημεν ημείς, είτε να υποταχθή και υποχωρήση αμέσως εις ξένας διαταγάς, είτε να εκτεθή εις τον κίνδυνον του πολέμου, δια να σώση την ανεξαρτησίαν του, ουδεμία αμφιβολία ότι ο αποφεύγων τον κίνδυνον είναι πλέον αξιοκατάκριτος από εκείνον που τον αντιμετωπίζει. Θαι εγώ μεν είμαι ο ίδιος πάντοτε και δεν μετέβαλα γνώμην, σεις όμως ηλλάξατε, καθόσον συνέβη να συμφωνήσετε μεν μαζί μου πριν πάθετε, να μετανοήτε δε τώρα που υποφέρετε, και ως εκ της αδυναμίας της παρούσης ψυχικής σας διαθέσεως, νομίζετε εσφαλμένην την πολιτικήν, την οποίαν υπεστήριξα. Ώιτία τούτου είναι ότι αι μεν δυσάρεστοι συνέπειαι της πολιτικής μου είναι ήδη αισθηταί εις τον καθένα, ενώ η ωφέλεια δεν είναι καταφανής εις όλους, και ότι το πνεύμα σας είναι τόσον καταβεβλημένον, ώστε δυσκόλως ημπορεί να εγκαρτερήση εις τας ληφθείσας αποφάσεις, τώρα που επήλθε τόσον μεγάλη μεταβολή και μάλιστα απροόπτως. Βιότι το αιφνίδιον και το απροσδόκητον και το παρά πάντα υπολογισμόν ερχόμενον καταβάλλει το φρόνημα, πράγμα που συνέβη και με σας, και ένεκα άλλων αιτιών και προ πάντων ένεκα της νόσου. Γφόσον, εν τούτοις, είσθε πολίται πόλεως μεγάλης και ανετράφητε με αισθήματα ανάλογα προς το μεγαλείον της, καθήκον έχετε να υπομένετε προθύμως και τας μεγαλυτέρας ακόμη συμφοράς και να μη καταστρέφετε την αγαθήν γνώμην, την οποίαν οι άλλοι έχουν δια σας. (Βιότι οι άνθρωποι κρίνουν εξ ίσου αξιοκατάκριτον εκείνον που από μικροψυχίαν δεικνύεται κατώτερος της εκτιμήσεως, την οποίαν απολαμβάνει, όσον μισητόν εκείνον, ο οποίος από αλαζονείαν προβάλλει αξιώσεις επί εκτιμήσεως, η οποία δεν του ανήκει). Νφείλετε τουναντίον να λησμονήσετε τας ιδιωτικάς σας λύπας και να προσπαθήσετε να σώσετε την πόλιν. 62. "Φς προς τας ταλαιπωρίας του πολέμου και την ανησυχίαν σας μήπως αποδειχθούν μεγάλαι και επομένως δεν επικρατήσωμεν τελικώς, ας είναι αρκετά τα επιχειρήματα εκείνα, με τα οποία, όπως γνωρίζετε, πολλάκις άλλοτε απέδειξα ότι αι ανησυχίαι σας δεν είναι βάσιμοι, θα περιοριστώ δε σήμερον να εξάρω το επόμενον πλεονέκτημα, το οποίον έχετε εν σχέσει προς την ηγεμονίαν σας και το μεγαλείόν αυτής, και το οποίον ούτε σεις νομίζω εσυλλογίσθητε ποτέ έως τώρα, ούτε εγώ εμνημόνευσα εις τους προηγουμένους λόγους μου. Νύτε τώρα, άλλωστε, θα το εμνημόνευα, διότι περιέχει αξίωσιν, η οποία ημπορεί να φανή κομπαστική μάλλον, εάν δεν σας έβλεπα παραλόγως αποτεθαρρημένους. Λομίζετε, δηλαδή, ότι η ηγεμονία σας εκτείνεται μόνον επί των συμμάχων, ενώ εγώ υποστηρίζω ότι εκ των δυο διαιρέσεων της γης, των προσιτών εις τον άνθρωπον, της ξηράς δηλαδή και της θαλάσσης, της τελευταίας αυτής είσθε κυρίαρχοι, όχι μόνον ως προς το μέρος αυτής, το οποίον ήδη πραγματικώς νέμεσθε, αλλά και ως προς εκείνο, το οποίον θα ηθέλατε να εκμεταλλευθήτε προσθέτως, και με την ναυτικήν δύναμιν, την οποίαν διαθέτετε, κανείς, ούτε βασιλεύς, ουέ οιονδήποτε κράτος εκ των συγχρόνων, θα σας εμποδίση να πλεύσετε όπου θέλετε. Βι' εκείνον επομένως που κρίνει ορθώς, η ναυτική σας δύναμις δεν ισοφαρίζει απλώς την ωφέλειαν των οικιών και αγρών, των οποίων η στέρησις σας φαίνεται μεγάλη, αλλ' είναι πολύ ανωτέρα. Νύτε πρέπει να δυσανασχετήτε δι' αυτά, αλλά μάλλον ν' αδιαφορήτε, κρίνοντες αυτά εν συγκρίσει προς την δύναμιν εκείνην ως απλούν ανθοκήπιον και στόλισμα πλούτου, και να είσθε βέβαιοι ότι η ελευθερία, εάν την προασπίσωμεν και την σώσωμεν, ευκόλως θ' ανακτήση
αυτά, ενώ εάν κανείς υποβληθή εις ξένην κυριαρχίαν, και τα προηγουμένως αποκτηθέντα συνήθως ελαττούνται. Νύτε πρέπει να φανώμεν διττώς κατώτεροι των πατέρων μας, οι οποίοι δεν εκληρονόμησαν από άλλους, αλλά δια των ιδίων κόπων απέκτησαν την ηγεμονίαν, και αφού την διετή-ρησαν, την παρέδωσαν εις ημάς. (Γίναι δε αισχρότερον ν' αφήση κανείς να του αφαιρέσουν ό,τι έχει, παρά ν' αποτύχη, ενώ επιδιώκει ν' αποκτήση κάτι τι). Θαι καθήκον σας είναι ν' αντιμετωπίσετε τους εχθρούς όχι μόνον με αυτοπεποίθησιν, αλλά και με καταφρόνησιν αυτών. Βιότι και δειλός ακόμη και τυχηρός ανόητος ημπορούν να έχουν αλαζονικήν πεποίθησιν εις εαυτούς, καταφρόνησιν όμως εκείνος μόνος, του οποίου η πεποίθησις περί της απέναντι των άλλων υπεροχής στηρίζεται επί γνώσεως θετικής, όπως συμβαίνει με σας. Ώποτέλεσμα άλλωστε της οξυτέρας αντιλήψεως, η οποία πηγάζει από την συναίσθησιν της υπεροχής, είναι ότι επί ίσης τύχης καθιστά την τόλμην αποτελεσματικωτέραν, καθόσον εμπιστεύεται ολιγώτερον εις την τυφλήν ελπίδα, η οποία αποτελεί το έρεισμα των μη εχόντων που να στηριχθούν, και περισσότερον εις την γνώσιν της πραγματικής καταστάσεως, η οποία παρέχει ασφαλεστέραν πρόβλεψιν του μέλλοντος. 63. "Νφείλετε, άλλωστε, να προασπίσετε την περίοπτον θέσιν, εις την οποίαν ανήλθεν η πόλις ως εκ της ηγεμονίας της και δια την οποίαν πάντες υπερηφανεύεστε, και να μην αποφεύγετε τα βάρη αυτής, ειδεμή μήτε τας τιμάς να επιδιώκετε. Νύτε πρέπει να νομίσετε ότι αγωνίζεσθε υπέρ ενός μόνον πράγματος, να μη γίνετε δηλαδή υποτελείς αντί ελευθέρων, αλλά και περί διατηρήσεως ή στερήσεως της ηγεμονίας, και κατά του κινδύνου του μίσους, εις το οποίον σας έχει εκθέσει η άσκησις αυτής. Ρης ηγεμονίας όμως αυτής δεν είναι πλέον καιρός να παραιτηθήτε, και εάν ακόμη μερικοί, κατά την παρούσαν κρίσιν, εκ φόβου και της επιθυμίας της αποφυγής φροντίδων, είναι διατεθειμένοι και την θυσίαν αυτήν να στέρξουν, δια να επιδειθούν ότι επιδιώκουν ειρηνόφιλον πολιτικήν. Βιότι η ηγεμονία σας κατήντησεν εξουσία δεσποτική, της οποίας ημπορεί μεν να φαίνεται άδικος η απόκτησις, αλλ' η από της οποίας παραίτησις είναι επικίνδυνος. Άλλωστε, οι τοιούτοι ήθελαν καταστρέψει τάχιστα εν κράτος, είτε εάν κατώρθωναν να πείσουν τους συμπολίτας των ν' αποδεχθούν την γνώμην των, είτε εάν μεταναστεύοντες εξ Ώθηνών ίδρυαν αλλού ίδιον ανεξάρτητον κράτος. Βιότι οι ποθούντες υπέρ παν άλλο την ησυχίαν δεν είναι ασφαλείς, εφόσον δεν παραστατούνται από ανθρώπους δράσεως, και μόνον εις κράτος υπήκοον συμφέρει η άνευ κινδύνων υποτέλεια, όχι ποτέ εις κράτος, το οποίον ασκεί ηγεμονίαν. 64. "Ώλλ' ούτε από τους τοιούτους πολίτας οφείλετε να παρασύρεσθε, ούτε, αφού εψηφίσατε μαζί μου τον πόλεμον, να οργίζεσθε εναντίον μου, διότι ο εχθρός, αφού ηρνήθητε να υποταχθήτε, επετέθη και έπραξεν ό,τι, ακριβώς ήτο φυσικόν να πράξη, και διότι προσθέτως έχει ενσκήψει όλως απροσδοκήτως η νόσος αυτή, το μόνον πράγματι κακόν, το οποίον υπερέβη τας προβλέψεις μας. Θαι γνωρίζω ότι εξ αιτίας αυτής ιδίως ηύξησεν έτι μάλλον το κατ' εμού μίσος σας, το οποίον ευρίσκω άδικον, εκτός εάν είσθε διατεθειμένοι, εις περίστασιν κατά την οποίαν σας συμβή καμμία απροσδόκητος επιτυχία, ν' αποδώσετε και αυτήν εις εμέ. Νφείλομεν, άλλωστε, και τα πλήγματα της τύχης να υποφέρωμεν αγογγύστως ως αναπότρεπτα και τα πλήγματα των εχθρών ανδρικώς. Βιότι τοιούτο ήτο μέχρι τούδε το πνεύμα της πόλεως αυτής, και πρέπει να προσέξετε μήπως εξ αιτίας σας υποστή τούτο μείωσιν. Νφείλετε τουναντίον να γνωρίζετε ότι η πόλις μας έχει μέγιστον όνομα εις όλον τον κόσμον, διότι ουδέποτε υπέκυψεν εις τας συμφοράς, αλλά έχει θυσιάσει άφθονον αίμα και υποστή πλείστας ταλαιπωρίας εις πολέμους, και ακόμη ότι έχει τωόντι μέχρι τούδε δύναμιν μεγίστην, της οποίας η ανάμνησις, και αν τυχόν ίσως ηθέλαμεν καμφθή ολίγον σήμερον (διότι φυσικός νόμος είναι η
ακμή και παρακμή των πάντων), θα παραδοθή αλώβητος εις τους μεταγενεστέρους, λόγω του ότι Έλληνες όντες ησκήσαμεν ηγεμονίαν επί πλείστων Γλλήνων, και ημπορέσαμεν ν' αντισταθώμεν εις μεγίστους πολέμους εναντίον εχθρών, άλλοτε ηνωμένων και άλλοτε χωρισμένων, και τέλος υπήρξαμεν πολίται πόλεως μεγίστης και διαθετούσης, αφθονίαν πόρων παντός είδους. Θαι αληθώς, ο μεν επιδιώκων προ παντός την ατομικήν του ησυχίαν ημπορεί να κατακρίνη, αλλ' ο φιλοδοξών ομοίαν με ημάς δράσιν θα επιζητήση να γίνη συνάμιλλος ημών, εκείνος δε, όστις δεν κατέχει τοιαύτα πλεονεκτήματα, θα μας φθονήση. Ρο να μισούμεθα και να είμεθα απεχθείς, υπό τας παρούσας περιστάσεις υπήρξεν ο κλήρος όλων ανεξαιρέτως όσοι επεδίωξαν να ηγεμονεύσουν επί άλλων, ο εκτιθέμενος όμως εις απέχθειαν, χάριν υψηλών σκοπών, ακολουθεί πολιτικήν ορθήν. Βιότι το μίσος δεν διαρκεί πολύ, ενώ ό,τι αποτελεί την λαμπρότητα του παρόντος παραμένει και ως αείμνηστος δόξα του μέλλοντος. Ξρονοούντες λοιπόν εξ ίσου δια την δόξαν του μέλλοντος, όσον και δια την αποφυγήν της καταισχύνης του παρόντος, εξασφαλίσατε αμφότερα, καταβάλλοντες σήμερον την αναγκαίαν προσπάθειαν. Κη στέλλετε πρέσβεις προς τους Ιακεδαιμονίους, δια να υποβάλλετε προτάσεις ειρήνης, μήτε αφήσετε αυτούς να εννοήσουν ότι αι σημεριναί ταλαιπωρίαι καταβάλλουν το ηθικόν σας, καθόσον και πόλεις και ιδιώται εκείνοι είναι άριστοι, όσοι, ενώ ελάχιστα ταράττονται ψυχικώς ενώπιον των ατυχημάτων, δεικνύουν την μεγαλυτέραν κατά την δράσιν αντοχήν".
Κε τοιούτους λόγους προσεπάθει ο Ξερικλής και την εναντίον του οργήν των Ώθηναίων να εξασθενίση και τον νουν των ν' αποτρέψη από τα παρόντα δεινά. Ώλλ' εκείνοι δημοσία μεν επείσθησαν τελικώς εις τους λόγους του και όχι μόνον προς τους Ιακεδαιμονίους δεν έστελλαν του λοιπού πρέσβεις, αλλά και προς τον πόλεμον ήσαν προθυμότεροι, ιδιαιτέρως όμως εξηκολούθουν να βαρυθυμούν δια τα παθήματά των, ο μεν πολύς λαός διότι είχε στερηθή και το ολίγον που είχε προ του πολέμου, οι δ' έτεροι διότι είχαν χάσει ωραίας ιδιοκτησίας, αποτελουμένας από οικοδομάς και πολυτελίς εγκαταστάσεις εις την ύπαιθρον χώραν, και το χειρότερον όλων, διότι είχαν πόλεμον αντί ειρήνης. Ώλλ' η γενική εναντίον του Ξερικλέους αγανάκτησις κατηυνάσθη μόνον αφού τον ετιμώρησαν δια χρηματικής ποινής. Ξριν όμως περάση πολύς καιρός, με την συνήθη αστασίαν του πλήθους, τον εξέλεξαν πάλιν στρατηγόν και του ενεπιστεύθησαν την γενικήν των πραγμάτων διεύθυνσιν, καθόσον τας μεν ιδιωτικάς των λύπας ησθάνοντο ήδη ολιγώτερον οξέως, δια τας δημοσίας δ' ανάγκαό της πόλεως τον εθεωρούσαν ανεκτίμητον. Βιότι, και εφόσον χρόνον εκυβέρνησε τα δημόσια πράγματα εν καιρώ ειρήνης, ηκολούθει πολιτικήν σώφρονα και διετήρει την ασφάλειαν της πόλεως, η οποία υπ' αυτόν ανηλθεν εις μεγίστην ακμήν, και όταν ο πόλεμος επήλθεν, αυτός απέδειξεν ότι υπήρξεν ο ορθός εκτιμητής της δυνάμεώς της.
Γπέζησε δε δύο έτη και εξ μήνας μετά την έναρξιν του πολέμου, και αφού απέθανεν έτι μάλλον κατεδείχθη η ορθότης των προβλέψεών του, ως προς τον πόλεμον.
Βιότι εκείνος μεν υπεσήριξεν ότι θα επικρατήσουν, εάν επεδίωκαν την νίκην όχι δι' αποφασιστικών μαχών, αλλά δια κατατριβής του αντιπάλου, εάν κατέβαλλαν πάσαν επιμέλειαν δια την καλήν κατάστασιν του στόλου
των, εάν δεν επεζήτουν νέας κατακτήσεις διαρκούντος του πολέμου, και εάν δεν εξέθεταν εις κίνδυνον την ύπαρξιν της πόλεως. Ώυτοί όμως, μετά τον θάνατόν του, όχι μόνον έπραξαν τα εναντία ακριβώς από όλα αυτά, αλλά και εις ζητήματα, τα οποία εφαίνοντο άσχετα με τον πόλεμον, ηκολούθησαν, από προσωπικάς φιλοδοξίας και ιδιοτέλειαν, επιζήμιον δια τας Ώθήνας και τας προς τους συμμάχους σχέσεις πολιτικήν, η οποία εν περιπτώσει επιτυχίας θα έφερε τιμήν και ωφέλειαν εις ιδιώτας κυρίως, αποτυγχάνουσα όμως θα έφερε βλάβην εις την πόλιν κατά την διεξαγωγήν του πολέμου.
Ώιτία τούτου ήτο ότι ο Ξερικλής, έχων μεγάλην επιρροήν, πηγάζουσαν από την προς αυτόν κοινήν εκτίμησιν και την προσωπικήν του ικανότητα, και πασιφανώς αναδειχθείς εις ύψιστον βαθμόν ανώτερος χρημάτων, συνεκράτει τον λαόν, μολονότι σεβόμενος τας ελευθερίας του, και αυτός μάλλον ωδήγει αυτόν παρά ωδηγείτο από αυτόν. Θαθόσον, μη επιδιώκων ν' αποκτήση επιρροήν δι' αθεμίτων μέσων, δεν ωμίλει προς κολακείαν, αλλά στηριζόμενος εις την κοινήν προς αυτόν εκτίμησιν, ηδύνατο και ν' αντιταχθή κατ' αυτών, προκαλών εν ανάγκη και την οργήν των. Γν πάση περιπτώσει, οσάκις τους ήθελεν αντιληφθή παραλόγως επηρμένους και αλαζόνας, τους κατέπλησσεν, εμπνέων φόβον δια των λόγων του, και αντιθέτως, οσάκις ήθελε τους αντιληφθή επτοημένους, επανέφερε πάλιν το θάρρος των. Φς εκ τούτου, αι Ώθήναι, μολονότι κατ' όνομα δημοκρατία, εκυβερνώντο πραγματικώς από τον πρώτον των πολίτην. Γνώ οι διάδοχοί του όντες μάλλον ίσοι ο εις προς τον άλλον, επιδιώκοντες όμως έκαστος να γίνη πρώτος, ήσαν έτοιμοι και αυτήν την κατεύθυνσιν των δημοσίων υποθέσεων να θυσιάζουν εις τας εκάστοτε ορέξεις του πλήθους. Ροιαύτη όμως αδυναμία, όπως είναι επόμενον, προκειμένου περί πόλεως μεγάλης και ασκούσης ηνεμονίαν, ωδήγησε και εις άλλα πολλά σφάλματα και εις την Πικελικήν εκστρατείαν της οποίας η αποτυχία ωφείλετο όχι τόσον εις κακόν υπολογισμόν, λαμβανομένης υπ' όψιν της δυνάμεως του εχθρού όσον εις το ότι οι υπεύθυνοι δια την εκστρατείαν, μετά τη αποστολήν της, δεν είχαν υπ' όψιν το συμφέρον της, αλλά κατεγίνοντο να διαβάλλουν οι μεν τους δε δια να επιτύχουν την λαϊκήν ηγεσίαν και ως εκ τούτου όχι μόνον έγιναν αιτία της χαλαρώσεως των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και δια πρώτην φοράν ανεφύησαν εις την πόλιν εσωτερικαί διχόνοιαι. Γν τούτοις, οι Ώθηναίοι, μετά την απώλειαν του στρατού των και του μεγαλυτέρου μέρους του στόλου των εις την Πικελίαν, και ενώ οι εμφύλιοι σπαραγμοί ελυμαίνοντο ήδη την πόλιν, κατώρθωσαν όμως ν' ανθέξουν επί δέκα έτη, όχι μόνον κατά των αρχικών εχθρών, αλλά και κατά των εκ Πικελίας, όσοι ηνώθησαν με αυτούς, ακόμη δε κατά των περισσοτέρων συμμάχων των, οι οποίοι είχαν επαναστατήσει, βραδύτερον δε και κατ' αυτού του Θύρου, υιού του ΐασιλέως, ο οποίος ηνώθη με τους Ξελοποννησίους και παρείχεν εις αυτούς χρήματα δια τον στόλον των, και τότε μόνον υπέκυψαν, όταν, συνεπεία των προσωπικών των διενέξεων, συνεκρούσθησαν προς αλλήλους και αυτοκατεστράφησαν. Ρόσον είναι αληθές ότι κατά την αρχήν του πολέμου ο Ξερικλής διέθετε πράγματι αφθόνους πόρους, ώστε να ημπορή να υποστηρίζη εκ των προτέρων, ότι πολύ ευκόλως θα νικήσουν τους Ξελοποννησίους κατά τον πόλεμον, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί θα ήσαν μόνοι.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των εξεστράτευσαν με στόλον εκατόν
πλοίων κατά της Δακύνθου, η οποία κείται απέναντι της Ήλιδος. Νι Δακύνθιοι είναι άποικοι των Ώχαιών της Ξελοποννήσου, και ήσαν σύμμαχοι των Ώθηναίων. Γπί του στόλου επέβαιναν χίλιοι οπλίται και ο Ππαρτιάτης Θνήμος ως ναύαρχος. Γνεργήσαντες δε απόβασιν, ερήμωσαν πολύ μέρος της υπαίθρου χώρας. Ώλλ' επειδή οι Δακύνθιοι ηρνούντο να συνθηκολογήσουν, απέπλευσαν εις τα ίδια.
Ξερί το τέλος του ιδίου θέρους, ο Θορίνθιος Ώριστεύς, οι πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων Ώνήριστος, Λικόλαος και Ξρατόδαμος, ο Ρεγεάτης Ριμαγόρας και ο Ώργείος Ξόλλις, ο τελευταίος αυτός χωρίς καμμίαν επίσημον εντολήν, μετέβαιναν δια ξηράς εις την Ώσίαν, δια να προσπαθήσουν να πείσουν τον ΐασιλέα να συνδράμη τους Ξελοππονησίους, όχι μόνον χρηματικώς, αλλά και δι' αμέσου συμμετοχής εις τον πόλεμον. Θατά την πορείαν των, ήλθαν πρώτον εις την Ζράκην προς τον Πιτάλκην, υιόν του Ρήρεω επιδιώκοντες να τον πείσουν, ει δυνατόν, ν' αποσπασθή από την συμμαχίαν των Ώθηναίων και στείλη στρατόν εις βοήθειαν της Ξοτειδαίας, την οποίαν εξηκολούθει να πολιορκή Ώθηναϊκός στρατός, και συγγρόνως, όπως, συμφώνως με το σχέδιόν των, διαπλεύσουν με την βοήθειαν αυτού τον Γλλήσποντον και έλθουν προς τον Σαρνάκην, υιόν του Σαρναβάζου, ο οποίος ήσαν βέβαιοι ότι θα τους έδιδε τα μέσα να μεταβούν προς τον ΐασιλέα. Ώλλ' οι πρέσβεις των Ώθηναίων, Ιέαρχος, υιός του Θαλλιμάχου, και Ώμεινιάδης, υιός του Σιλήμονος, οι οποίοι έτυχε να ευρίσκωνται τότε εις την αυλήν του Πιτάλκου, παρεκίνησαν τον υιόν του Πάδοκον, ο οποίος είχε γίνει πολίτης Ώθηναίος, να παραδώση εις αυτούς τους εν λόγω άνδρας, δια να μη μεταβούν προς τον ΐασιλέα και βλάψουν, όσον εξηρτάτο από αυτούς, την θετήν του πατρίδα. Ν Πάδοκος επείσθη, και δια του αποσπάσματος, το οποίον έστειλε δια να συνοδεύση τον Ιέαρχον και Ώμεινιάδην ενώ ούτοι επορεύοντο δια της Ζράκης προς το πλοίον, δια του οποίου επρόκειτο να περάσουν τον Γλλήσποντον, τους συνέλαβε πριν επιβιβασθούν. Ρο απόσπασμα είχε διαταγήν να τους παραδώση εις τον Ιέαρχον και τον Ώμεινιάδην, τους Ώθηναίους πρέσβεις, οι οποίοι τους παρέλαβαν καιι τους μετέφεραν εις τας Ώθήνας. Γπειδή όμως, μετά την εκεί άφιξίν των, οι Ώθηναίοι εφοβήθησαν μήπως διαφύγη ο Ώριστεύς, προξενήση δε πάλιν εις αυτούς νέας ζημίας, καθόσον προφανώς και προηγουμένως υπήρξεν ο κυριότερος αίτιος των περιπλοκών της Ξοτειδαίας και της Ταλκιδικής, εθανάτωσαν όλους αυθημερόν χωρίς δίκην, μολονότι εζήτησαν ν' απολογηθούν, και τους έρριψαν εντός βαράθρου, κρίνοντες δίκαιον να μεταχειρισθούν ως αντίποινα τα ίδια μέσα, των οποίων οι Ιακεδαιμόνιοι πρώτοι έκαμαν χρήσιν, φονεύσαντες και ρίψαντες εντός βαράθρου τους εμπόρους των Ώθηναίων και των συμμάχων των, τους οποίους συνέλαβαν εντός εμπορικών πλοίων, πλέοντας πλησίον των ακτών της Ξελοποννήσου. Βιότι, κατά τας αρχάς του πολέμου, οι Ιακεδαιμόνιοι εθανάτωναν ως εχθρούς όλους ανεξαιρέτως όσους ήθελαν συλλάβει εις την θάλασσαν, και εκείνους που μετείχαν του πολέμου ως σύμμαχοι των Ώθηναίων και τους ουδετέρους ακόμη.
Θατά τον ίδιον περίπου καιρόν που το θέρος επλησίαζεν εις το τέλος του, οι Ώμπρακιώται, στρατολογήσαντες και πολλούς από τους πέριξ βαρβάρους, εξεστράτευσαν κατά του Ώμφιλοχικού Άργους και της λοιπής Ώμφιλοχίας. Ε προς τους Ώργείους έχθρα των ήρχισε δια πρώτην φοράν από την εξής αιτίαν: Ν υιός του Ώμφιαράου Ώμφίλοχος, επιστρέψας μετά τον ΡρωΎκόν πόλεμον εις τα ίδια, και δυσηρεστημένος δια την κατάστασιν που επεκράτει εις το Άργος, ίδρυσεν εις τον Ώμπρακικόν κόλπον το Ώμφιλοχικόν Άργος (το
κράτος της Ώμφιλοχίας), δώσας εις τούτο το όνομα της ιδιαιτέρας του πατρίδος. Ρο Άργος αυτό ήτο η μεγαλυτέρα πόλις της Ώμφιλοχίας και είχε τους πλουσιωτέρους κατοίκους. Ώλλ' ύστερον από πολλάς γενεάς, οι Ώμφιλόχιοι, υπό την πίεσιν ατυχιών, προσεκάλεσαν τους Ώμπρακιώτας, οι οποίοι ήσαν όμοροι της Ώμφιλοχίας, να συγκατοικήσουν την πόλιν, και εξελληνίσθησαν, προσλαβόντες τότε δια πρώτην φοράν από τους εις το μέσον των εγκατασταθέντας Ώμπρακιώτας την γλώσσαν, την οποίαν ομιλούν ακόμη σήμερον, ενώ οι λοιποί κάτοικοι της Ώμφιλοχίας είναι βάρβαροι. Κετά καιρόν, οι Ώμπρακιώται εξεδίωξαν τους συνοίκους των Ώργείους και εκράτησαν μόνοι την πόλιν. Ώλλ' οι εκδιωχθέντες έθεσαν τότε εαυτούς υπό την προστασίαν των Ώκαρνάνων, και από κοινού με αυτούς προσεκάλεσαν και τους Ώθηναίους, οι οποίοι τους έστειλαν τον στρατηγόν Σορμίωνα με τριάντα πλοία, μετά την άφιξιν του οποίου εκυρίευσαν εξ εφόδου το Άργος, επώλησαν τους Ώμπρακιώτας κατοίκους του ως δούλους, και εγκατεστάθησαν εις αυτό, Ώμφιλόχιοι και Ώκαρνάνες από κοινού. Θατόπιν του γεγονότος τούτου, ήρχισεν η μεταξύ Ώθηναίων και Ώκαρνάνων συμμαχία. Ε έχθρα λοιπόν των Ώμπρακιωτών εναντίον των Ώργείων χρονολογείται από την εποχήν που επωλήθησαν ως δούλοι. ΐραδύτερον, διαρκούντος του πολέμου, ενήργησαν την εκστρατείαν αυτήν από κοινού με τους Τάονας και μερικούς άλλους από τους πλησιοχώρους βαρβάρους, και προελάσαντες μέχρι του Άργους, έγιναν κύριοι της υπαίθρου χώρας. Ώλλ' επειδή δεν ημπόρεσαν να κυριεύσουν την πόλιν, μολονότι επετέθησαν κατ' αυτής, απεσύρθησαν οίκαδε, και αι διάφοροι φυλαί, αι οποίαι απετέλουν την εκστρατείαν, διελύθησαν. Ώυτά υπήρξαν τα γεγονότα του θέρους τούτου.
Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, οι Ώθηναίοι έστειλαν μοίραν στόλου από είκοσι πλοία περί την Ξελοπόννησον, υπό την αρχηγίαν του Σορμίωνος, ο οποίος, καταστήσας την Λαύπακτον βάσιν επιχειρήσεων, εναυλόχει προ αυτής, μη επιτρέπων εις κανένα να εκπλεύση εκ της Θορίνθου και του Θορινθιακού κόλπου ή να εισπλεύση εις αυτόν. Πυγχρόνως έστειλαν εις τας ακτάς της Θαρίας και της Ιυκίας εξ πλοία, υπό την αρχηγίαν του Κελησάνδρου, όχι μόνον προς είσπραξιν των καθυστερουμένων φόρων των μερών τούτων, αλλά και δια να εμποδίζουν τα καταδρομικά πλοία των Ξελοποννησίων να καταστήσουν τας ακτάς αυτάς ορμητήριόν των και παρεμποδίζουν τον πλουν των εμπορικών πλοίων, όσα ήρχοντο από την Σασήλιδα και την Σοινίκην και τα πέριξ μέρη της Ώσίας. Ώλλ' ο Κελήσανδρος, προελάσας εις το εσωτερικόν της Ιυκίας με στρατιωτικήν δύναμιν αποτελουμένην από πεζοναύτας Ώθηναίους και συμμάχους, ενικήθη κατά την συγκροτηθείσαν μάχην και εφονεύθη, αφού εξ υπαιτιότητός του μέρος της υπ' αυτόν στρατιάς κατεστράφη.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνας, οι Ξοτειδαιάται επειδή δεν ημπορούσαν πλέον ν' ανθέξουν εις την πολιορκίαν, καθόσον και αι εισβολαί των Ξελοποννησίων εις την Ώττικήν δεν κατώρθωσαν ν' αναγκάσουν τους Ώθηναίους να λύσουν την πολιορκίαν, και τα τρόφιμα είχαν εξαντληθή, και οι κάτοικοι είχαν καταντήσει εις τοιαύτην αμηχανίαν δια την εύρεσιν της απαραιτήτου τροφής, ώστε μερικοί είχαν φάγει και ανθρώπινον κρέας, απεφάσισαν προ του απροχωρήτου να υποβάλουν προτάσεις περί συνθηκολογίας εις τους στρατηγούς των Ώθηναίων, Μενοφώντα, υιόν του Γυριπίδου, Γστιόδωρον, τον υιόν του Ώριστοκλείδου, και Σανόμαχον, τον υιόν του Θαλλιμάχου, εις τους οποίους ήσαν ανατεθειμέναι αι εναντίον των επιχειρήσεις. Νι στρατηγοί ούτοι, επειδή έβλεπαν ότι ο στρατός εταλαιπωρείτο, διότι ήτο στρατοπεδευμένος εις θέσιν εκτεθειμένην εις
τας δριμύτητας του χειμώνος, και η πόλις είχεν ήδη δαπανήσει εις την πολιορκίαν δύο χιλιάδας τάλαντα, εδέχθησαν την πρότασιν. Ε συνθηκολογία έγινεν υπό τον όρον να εκκενώσουν την πόλιν οι Ξοτειδαιάται με τα γυναικόπαιδα και τους συμμάχους των, φέροντες έκαστος μίαν ενδυμασίαν, πλην των γυναικών, εις τας οποίας επετράπησαν δύο, και ωρισμένον χρηματικόν ποσόν δι' οδοιπορικά έξοδα. Ροιουτοτρόπως, ανεχώρησαν από την Ξοτείδαιαν, με άδειαν ελευθέρας πορείας εις την Ταλκιδικήν ή όπου αλλού έκαστος ημπορούσε. Ώλλ' οι Ώθηναίοι κατηγόρησαν τους στρατηγούς, διότι εδέχθησαν να συνθηκολογήσουν, χωρίς να ζητήσουν την έγκρισίν των (καθόσον ενόμιζαν ότι ημπορούσαν ν' αναγκάσουν την πόλιν να παραδοθή άνευ όρων), και ακολούθως έστειλαν Ώθηναίους εποίκους εις την Ξοτείδαιαν και την απώκισαν. Κε τα γεγονότα αυτά του χειμώνος έληξε και το δεύτερον έτος του παρόντος πολέμου, την ιστορίαν του οποίου έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Θατά το θέρος του επομένου έτους, οι Ξελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των δεν εισέβαλαν εις την Ώττικήν, αλλ' εξεστράτευσαν κατά των Ξλαταιών, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Ώρχιδάμου, υιού του Δευξιδάμου, ο οποίος, αφού εγκατέστησε το στρατόπεδόν του, ητοιμάζετο να ερημώση την ύπαιθρον χώραν. Ώλλ' οι Ξλαταιείς, πέμψαντες ευθύς πρέσβεις προς αυτόν, είπαν τα εξής περίπου:
"Ώρχίδαμε και Ιακεδαιμόνιοι, δεν πράττετε έργον δίκαιον ούτε άξιον του ονόματός σας, ούτε του ονόματος των πατέρων σας, εκστρατεύοντες εναντίον της χώρας των Ξλαταιών. Βιότι ο Ιακεδαιμόνιος Ξαυσανίας, υιός του Θλεομβρότου, αφού ηλευθέρωσε την Γλλάδα από την Ξερσικήν επιδρομήν, συναγωνιστάς έχων τους Έλληνας εκείνους, όσοι απεφάσισαν να συμμερισθούν τον κίνδυνον της μάχης, η οποία διεξήχθη επί του εδάφους μας, προσέφερεν εις την αγοράν των Ξλαταιών θυσίαν προς τον Γλευθέριον Βία, και συγκαλέσας όλους τους συμμάχους, παρεχώρησεν εις τους Ξλαταιείς την χώραν και πόλιν των, με το προνόμιον να ζουν του λοιπού επ' αυτής ως πολίται ανεξάρτητοι και κανείς να μην εκστρατεύση ποτέ αδίκως εναντίον των, δια να τους υποδουλώση, εν εναντία δε περιπτώσει όλοι οι παρόντες σύμμαχοι να βοηθούν αυτούς με όλην των την δύναμιν. Ρα προνόμια αυτά μας παρεχώρησαν οι πατέρες σας ένεκα της ανδρείας και του ζήλου που επεδείξαμεν κατά τους κινδύνους εκείνους. Ώλλά σεις πράττετε ακριβώς τ' αντίθετα, διότι έρχεσθε με τους Ζηβαίους, τους χειροτέρους εχθρούς μας, με τον σκοπόν να μας υποδουλώσετε. Εμείς, εν τούτοις, επικαλούμενοι μάρτυρας τους θεούς, και εκείνους, εις όνομα των οποίων ωρκίσθημεν τότε, και τους των πατέρων σας και τους της ιδικής μας χώρας, ζητούμεν από σας να μη βλάψετε την γην των Ξλατειών, μήτε να παραβιάσετε τους όρκους σας, αλλά να μας αφίσετε να ζώμεν ανεξάρτητοι, σύμφωνα με το δικαίωμα που μας ανεγνώρισεν ο Ξαυσανίας". 72. Κετά τους ολίγους αυτούς λόγους των Ξλαταιέων, ο Ώρχίδαμος είπεν εις απάντησιν: "Βίκαια είναι όσα λέγετε, άνδρες Ξλαταιείς, εάν και τα έργα σας είναι σύμφωνα προς τους λόγους σας. Βιότι οφείλετε, σύμφωνα με τα προνόμια που σας παρεχώρησε ο Ξαυσανίας, και οι ίδιοι να ζήτε ανεξάρτητοι και με ημάς να συμπράξετε, δια να ελευθερώσωμεν τους άλλους, όσοι, συμμερισθέντες τους τότε κινδύνους, ώμωσαν τους
ιδίους με σας συμμαχικούς όρκους, είναι δε τώρα υπήκοιοι των Ώθηναίων. Τάριν απελευθερώσεως επομένως αυτών και των άλλων υπηκόων πόλεων, έχει γίνει ο μεγάλος αυτός πόλεμος και όλαι αυταί αι προετοιμασίαι. Ρο καλλίτερον, επομένως, που έχετε να κάνετε, είναι να λάβετε και σεις μέρος εις την απελευθέρωσιν αυτήν και αποδείξετε τοιουτοτρόπως ότι μένετε πιστοί εις τους όρκους σας. Γιδεμή, μείνετε ήσυχοι, όπως και προηγουμένως επροτείναμεν, διατηρούντες τας κτήσεις σας. Κη λάβετε μέρος μήτε υπέρ του ενός, μήτε υπέρ του άλλου, χάριν πολεμικού σκοπού. Θαι ημείς θ' αρκεσθώμεν και εις τούτο μόνον." Ρα ολίγα αυτά είπεν ο Ώρχίδαμος. Νι πρέσβεις των Ξλαταιών, αφού τα ήκουσαν, επέστρεψαν εις την πόλιν, και αφού ανεκοίνωσαν εις τον λαόν τα λεχθέντα, απήντησαν ότι αδυνατούν να δεχθούν τας προτάσεις του άνευ της συγκαταθέσεως των Ώθηναίων (διότι τα γυναικόπαιδά των ευρίσκοντο εις τας Ώθήνας), και ότι εκτός τούτου εφοβούντο δι' αυτήν την ύπαρξιν της πόλεώς των, μήπως, μετά την αναχώρησιν των Ιακεδαιμονίων, οι Ώθηναίοι έλθουν και δεν τους επιτρέψουν να μείνουν ουδέτεροι, ή οι Ζηβαίοι, επωφελούμενοι της διατάξεως της συνθήκης, ότι οι Ξλαταιείς υποχρεούνται να δέχωνται αμφοτέρους, αποπειραθούν πάλιν να καταλάβουν την πόλιν. Ώλλ' ο Ώρχίδαμος, θέλων να καθησυχάση τας ανησυχίας των, απήντησεν: "Πας προτείνω να μας παραδώσετε την πόλιν και τας οικίας, να διαγράψετε τα όρια της χώρας σας, και αριθμήσετε τα δένδρα σας, και ό,τι άλλο ημπορεί ν' αριθμηθή, ν' αποσυρθήτε δε σεις οι ίδιοι κατά την διάρκειαν του πολέμου όπου θέλετε, και μετά το πέρας αυτού, θα σας αποδώσωμεν ό,τι δήποτε έχομεν παραλάβει. Γν τω μεταξύ, θα κρατήσωμεν αυτά ως παρακαταθήκην, καλλιεργούντες τα κτήματά σας και καταβάλλοντες ωρισμένον ποσοστόν εκ της προσόδου, όσον είναι ικανόν να επαρκέση εις τας ανάγκας σας".
Ώφού ήκουσαν αυτά οι Ξλαταιείς, επέστρεψαν πάλιν εις την πόλιν, και συσκεφθέντες μετά του λαού, απήντησαν ότι επιθυμούν ν' ανακοινώσουν πρώτον εις τους Ώθηναίους τας προτάσεις και αν επιτύχουν την συγκατάθεσίν των, να τας εκτελέσουν. Γν τω μεταξύ όμως εζήτησαν από τον Ώρχίδαμον να τους παραχωρήση ανακωχήν και να μη ερημώση την χώραν των. Ν Ώρχίδαμος και ανακωχήν παρεχώρησε δι' όσας ημέρας υπελογίζετο ότι οι αντιπρόσωποι που θα μετέβαιναν εις τας Ώθήνας εχρειάζοντο δια να επιστρέψουν, και την χώραν των δεν ήρχισε να δενδροτομή. Γλθόντες οι πρέσβεις των Ξλαταιών προς τους Ώθηναίους και συσκεφθέντες με αυτούς, επέστρεψαν και ανεκοίνωσαν εις τον λαόν τα εξής: "Νι Ώθηναίοι, άνδρες Ξλαταιείς, ισχυρίζονται ότι ούτε πριν, αφότου εγίναμεν σύμμαχοι, σας εγκατέλειψαν ποτέ αδικουμένους, ούτε τώρα θα επιτρέψουν ν' αδικηθήτε, αλλά θα σας βοηθήσουν με όλην των την δύναμιν, και δια τούτο σας εξορκίζουν εις τους όρκους που ωρκίσθησαν οι πατέρες σας να μη κάμετε τίποτε αντίθετον προς την συμμαχίαν".
Κετά την ανακοίνωσιν αυτήν των πρέσβεων, οι Ξλαταιείς απεφάσισαν να μη δειχθούν άπιστοι προς τους Ώθηναίους, αλλά ν' ανεχθούν και την χώραν των να βλέπουν εν ανάγκη δενδροτομουμένην και ό,τι δήποτε άλλο τους συμβή να υποφέρουν, και να μην εξέλθη κανείς πλέον από την πόλιν, αλλά ν' αποκριθούν από το τείχος, ότι αδυνατούν να δεχθούν τας προτάσεις των Ιακεδαιμονίων. Κετά την απάντησιν αυτήν, ο Ώρχίδαμος, θεωρήσας ότι κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευσις ήτο ματαία, ήρχισεν επικαλούμενος μάρτυρας τους θεούς και ήρωας της χώρας δια των εξής λόγων "Ζεοί και οι ήρωες, όσοι προστατεύετε την χώραν των Ξλαταιών, επικαλούμαι την μαρτυρίαν σας, ότι και εξ αρχής η εισβολή μας εις την χώραν αυτήν, εις την
οποίαν οι πατέρες μας, επικαλεσθέντες την βοήθειάν σας, ενίκησαν τους Ξέρσας, και επί της οποίας επετρέψατε εις τους Έλληνας να διεξαγάγουν νικηφόρον αγώνα, υπήρξεν όχι αδικαιολόγητος, αλλά συνέπεια του γεγονότος ότι οι Ξλαταιείς πρώτοι παρεβίασαν τους συμμαχικούς όρκους, τους οποίους ωρκίσθησαν από κοινού με ημάς. Θαι ούτε τώρα θα διαπράξωμεν αδικίαν,προβαίνοντες εις εχθροπραξίας εναντίον των, καθόσον, ενώ επανειλημμένως εκάμαμεν προς αυτούς ευλόγους προτάσεις, τίποτε δεν κατωρθώσαμεν. Βειχθήτε λοιπόν ευμενείς και επιτρέψατε να τιμωρηθούν τα εγκλήματα εκείνων, οι οποίοι πρώτοι αδικούν, και να επιτύχη η εκδίκησις εκείνων, οι οποίοι νομίμως προβαίνουν εις αυτήν".
Κετά την επίκλησιν αυτήν προς τους θεούς, ήρχισε τας εχθροπραξίας. Θαι πρώτον μεν οι Ιακεδαιμόνιοι με τα καρποφόρα δένδρα πού έκοψαν κατεσκεύασαν χαράκωμα γύρω από την πόλιν δια να εμποδισθή του λοιπού κάθε επικοινωνία προς τα έξω. Έπειτα ήρχισαν τον σχηματισμόν αναχώματος πλησίον του τείχους της πόλεως, ελπίζοντες ότι με την εργασίαν τόσον πολυαρίθμου στρατού θα κυριεύσουν ταχύτατα την πόλιν. Θόπτοντες λοιπόν ξυλείαν από τον Θιθαιρώνα, κατεσκεύασαν εκατέρωθεν του αναχώματος ξύλινον πλέγμα αντί τοίχου, δια να συγκρατήται το χώμα κατά το δυνατόν, και έφεραν ακαταπαύστως εις το ανάχωμα θάμνους και κλαδιά παντός είδους και λίθους και χώμα και ό,τι άλλο ημπορούσε να επισωρευθή επάνω εις το ανάχωμα. Γπί εβδομήντα δε ημέρας και νύκτας ειργάζοντο συνεχώς, διηρημένοι κατά τμήματα, ώστε ενώ εν μέρος ήσαν απησχολημένοι εις την μεταφοράν των υλικών, οι λοιποί ημπορούσαν να κοιμούνται ή να τρώγουν. Θαι οι Ιακεδαιμόνιοι διοικηταί των συμμαχικών στρατευμάτων, εποπτεύοντες από κοινού με τους εντοπίους αξιωματικούς των τελευταίων, τους ηνάγκαζαν να εργάζονται. Ώλλ' οι Ξλαταιείς, βλέποντες υψούμενον το ανάχωμα, συνέθεσαν ξύλινον σκελετόν τείχους, τον οποίον ετοποθέτησαν επάνω εις το τείχος των, απέναντι του μέρους, όπου υψώνετο το ανάχωμα, και εντός του σκελετού τούτου έκτιζαν με πλίνθους, τας οποίας ελάμβαναν από τας πλησίον οικίας, τας οποίας κατεδάφιζαν. Ρα ξύλα του σκελετού εχρησίμευαν ως σύνδεσμος των πλίνθων, δια να μη γίνη το τείχος αδύνατον ένεκα του ύψους του, και προς το έξω μέρος εκαλύπτετο τούτο με δέρματα ακατέργαστα και κατειργασμένα, ώστε και οι εργαζόμενοι και τα ξύλα να προφυλάττωνται από πυροφόρα βέλη και επομένως να μη κινδυνεύουν. Ρο τείχος υψώνετο εις μεγάλον υψος, αλλά και το ανάχωμα υψώνετο απέναντί του με όχι μικροτέραν ταχύτητα. Νι Ξλαταιείς κατέφυγαν τότε εις το εξής τέχνασμα. Ώνοίξαντες οπήν εις το μέρος του τείχους, όπου το ανάχωμα ήρχετο εις επαφήν με αυτό, αφήρουν διαρκώς το χώμα δι' αυτής και το έσυραν εντός της πόλεως. 76. Νι Ξελοποννήσιοι, εν τούτοις, αντιληφθέντες το πράγμα, ενέβαλλαν εις τα τοιουτοτρόπως δημιουργούμενα κενά του αναχώματος πηλόν πεπιεσμένον εντός καλαθίσκων εκ καλάμου, δια να μη διασκορπίζεται, όπως το απλούν χώμα, και σύρεται έσωθεν προς την πόλιν. Ώλλ' οι πολιορκούμενοι, ματαιωθέντος κατ' αυτόν τον τρόπον του σχεδίου των, παρήτησαν αυτό, ανορύξαντες όμως εκ της πόλεως υπόνομον και υπολογίσαντες πότε είχε φθάσει κάτω από το ανάχωμα, ήρχισαν πάλιν να σύρουν το χώμα προς το μέρος των υπογείως. Θαι επί πολύν καιρόν διέφυγαν την προσοχήν των πολιορκούντων, ώστε τα συσσωρευόμενα επί του αναχώματος υλικά ολίγον ωφέλουν, καθόσον το ανάχωμα υπεσκάπτετο κάτωθεν και διαρκώς κατεκάθιζε προς το κενούμενον μέρος. Γπειδή όμως εφοβουντο μήπως παρ' όλα αυτά δεν ημπορέσουν, ολίγοι αυτοί, ν' αντέξουν εναντίον τόσον πολλών, επενόησαν νέον τέχνασμα. Έπαυσαν εργαζόμενοι εις το απέναντι του αναχώματος υψηλόν τείχος, αλλ' ένθεν και ένθεν αυτού, από το εσωτερικόν
μέρος του αρχικού χαμηλού τείχους, ήρχισαν οικοδομούντες νέον προς το εσωτερικόν της πόλεως τοιούτο, σχήματος ημισελήνου, ούτως ώστε, εάν το μέγα τείχος κυριευθή, να ημπορέση το νέον τούτο ν' ανθέξη. Νι εχθροί τοιουτοτρόπως θα ευρίσκοντο εις την ανάγκην να εγείρουν νέον ανάχωμα απέναντι αυτού, και καθ' όσον θα επροχώρουν προς το μηνοειδές τείχος, και αι δυσκολίαι των θα εδιπλασιάζοντο και θα προσεβάλλοντο επί μάλλον και μάλλον εκ δύο μερών. Ώλλά συγχρόνως με την κατασκευήν του αναχώματος, οι Ξελοποννήσιοι έστησαν και πολιορκητικάς μηχανάς κατά του τείχους της πόλεως. Κία εξ αυτών, τοποθετηθείσα επ' αυτού του αναχώματος, κατέρριψε μέγα μέρος του υψηλού τείχους, εμπνεύσασα τρόμον εις τους Ξλαταιείς. Άλλαι μηχαναί ετοποθετήθησαν έμπροσθεν άλλων μερών του τείχους, αλλά τας τελευταίας αυτάς οι Ξλαταιείς περιέβαλλαν με βρόχους, και τας ανέτρεπαν. Γκτός τούτου, προσαρτώντες εις τα δύο άκρα μεγάλων δοκών μακράς σιδηράς αλύσεως, ε-κρεμούσαν τας δοκούς αυτάς εις δύο κεραίας, αι οποίαι εστηρίζοντο κατά διεύθυνσιν κεκλιμένην επί του τείχους και προεξείχαν απ' αυτό. Θαι όταν η πολιορκητική μηχανή έμελλε να προσβάλη κανέν μέρος του τείχους, ανείλκυαν τας δοκούς αυτάς κατά διεύθυνσιν εγκαρσίαν προς τας μηχανάς, και παραιτούντες από τα χέρια των τας αλύσεις, άφιναν την δοκόν, η οποία, καταπίπτουσα με μεγάλην ορμήν επί της μηχανής, απέκοπτε την κεφαλήν του πολιορκητικού κριού. 77. Κετά τούτο, επειδή όχι μόνον αι μηχαναί δεν έφεραν αποτέλεσμα, αλλά και εναντίον του αναχώματος κατεσκευάζετο υπό των Ξλαταιέων το νέον τείχος, σχήματος ημισελήνου, οι Ξελοποννήσιοι έκριναν ότι με τα διαθέσιμα μέσα εξαναγκασμού η άλωσις της πόλεως ήτο σχεδόν αδύνατος, και ήρχισαν παρασκευαζόμενοι δια τον περιτειχισμόν αυτής. Ώπεφάσισαν όμως προηγουμένως, χρησιμοποιούντες ευνοϊκόν άνεμον, να δοκιμάσουν να πυρπολήσουν την πόλιν, η οποία δεν ήτο μεγάλη. Βιότι εσοφίζοντο τωόντι κάθε δυνατόν μέσον, δια να την κυριεύσουν, χωρίς να υποβληθούν εις τα έξοδα τακτικής πολιορκίας. Έφεραν λοιπόν ακαταπαύστως δέματα θάμνων και κλαδιών παντός είδους και τα έρριπταν από το ανάχωμα, πρώτον εις το μεταξύ του αναχώματος και του τείχους διάστημα. Θαι όταν τούτο εγέμιζε ταχέως, λόγω του μεγάλου αριθμού των εργαζομένων, επεσώρευσαν ακολούθως τα δέματα, ρίπτοντες αυτά από το ύψος του αναχώματος εις το εσωτερικόν της πόλεως, όσον μακρύτερα ηδύναντο να φθάσουν, αφού δε έρριψαν πυρ μαζί με θείον και πίσσαν, ήναψαν το ετοιμασθέν υλικόν. Θαι εξερράγη πυρκαϊά τόσον μεγάλη, όσον κανείς δεν είχε ποτέ έως τότε ίδη βαλμένην από ανθρώπινον χέρι. Βιότι εις το παρελθόν, εις τα βουνά, όταν ξηροί κλάδοι δάσους, προστριβόμενοι υπό του πνέοντος ανέμου, οι μεν προς τους δε, αναφλέγονται, τότε επέρχεται αυτόνομος πυρκαϊά. Θαι δεν ήτο μόνον μεγάλη η πυρκαϊά, αλλά και πολύ ολίγον έλειψε να καταστρέψη τους Ξλαταιείς, οι οποίοι είχαν διαφύγει τους άλλους κινδύνους. Βιότι μέγα μέρος της πόλεως ήτο απρόσιτον από την φωτιάν, και αν κατά την διάρκειαν της πυρκαϊάς εσηκώνετο άνεμος προς την διεύθυνσίν της, πράγμα το οποίον οι Ξελοποννήσιοι ήλπιζαν, οι Ξλαταιείς δεν θα ημπορούσαν να διαφύγουν την καταστροφήν. Ώντί τούτου όμως, εις την προκειμένην περίστασιν συνέβη, ως λέγεται, τούτο, ότι καταιγίς επερθούσα με άφθονον βροχήν έσβησε την πυρκαϊάν και ούτω απεσοβήθη ο κίνδυνος. 78. Θατόπιν και της αποτυχίας αυτής, οι Ξελοποννήσιοι, κρατήσαντες μόνον μέρος του στρατού των και διαλύσαντες το μεγαλύτερον μέρος αυτού, ήρχισαν να περιτειχίζουν κυκλοτερώς την πόλιν, αφού εμοίρασαν ολόκληρον την περιοχήν εις τα διάφορα συμμαχικά αποσπάσματα. Γις την εσωτερικήν και την εξωτερικήν πλευράν του περιτειχίσματος, ηνοίχθη τάφρος, από την οποίαν ελάμβανον το χώμα δια την κατασκευήν των πλίνθων. Θαι όταν ολόκληρον το έργον συνεπληρώθη περί την εποχήν που η ανατολή του Ώρκτούρου είναι
ορατή την πρωΎαν, ανεχώρησαν με τον στρατόν, αφίσαντες την αναγκαίαν δια το ήμισυ τείχος φρουράν (καθόσον το άλλο ήμισυ εφρουρείτο από τους ΐοιωτούς), και έκαστον απόσπασμα επέστρεψεν εις τα ίδια. Νι Ξλαταιείς, εν τούτοις, είχαν αποστείλει προηγουμένως εις τας Ώθήνας όχι μόνον τα γυναικόπαιδα και τους γέροντας, αλλά και τους αχρήστους εν γένει δια στρατιωτικήν υπηρεσίαν άνδρας, είχαν δε υπολειφθή πολιορκούμενοι τερτακόσιοι Ξλαταιείς, ογδοήκοντα Ώθηναίοι, και εκατόν δέκα γυναίκες, αρτοποιοί και μάγειροι. Ρόσος ήτο ο ολικός αριθμός, όταν ήρχισεν η πολιορκία, και κανείς άλλος, ούτε δούλος, ούτε ελεύθερος, δεν ευρίσκετο εντός των τειχών της πόλεως. Θατ' αυτόν τον τρόπον επραγματοποιήθη η πολιορκία των Ξλαταιών.
Θατά το ίδιον θέρος, την εποχήν που ωριμάζει ο σίτος, και συγχρόνως με την εκστρατείαν κατά των Ξλαταιών, οι Ώθηναίοι εξεστράτευσαν εναντίον των πόλεων της Ταλκιδικής και της ΐοττικής με δισχιλίους ιδικούς των οπλίτας και διακοσίους ιππείς, υπό την αρχηγίαν του Μενοφώντος, υιού του Γυριπίδου, και δύο άλλων στρατηγών. Γλθόντες δ' εις το έδαφος της Ππαρτώλου, πόλεως της ΐοττικής, ήρχσαν να καταστρέφουν την εσοδείαν των σιτηρών. Γπιστεύετο άλλωστε ότι θα παραδοθή η πόλις, συνεπεία των ενεργειών μιας μερίδος των πολιτών, με τους οποίους ευρίσκοντο εις μυστικάς συνεννοήσεις. Ώλλ' η αντίθετος μερίς ειδοποίησεν εγκαίρως τους ευρισκομένους εις λυνθον, οπόθεν ήλθεν ως φρουρά της Ππαρτώλου στρατιωτική δύναμις οπλιτών και άλλων στρατιωτών. Ε δύναμις αυτή εξορμήσασα, έδωσε μάχην προς τους Ώθηναίους πλησίον εις τα τείχη της πόλεως. Θαι οι μεν Ταλκιδείς οπλίται που είχαν έλθει από την λυνθον, και μαζί με αυτούς μερικοί μισθοφόροι, ενικήθησαν από τους Ώθηναίους και υπεχώρησαν εις την Ππάρτωλον, οι ιππείς όμως και οι ελαφρώς ωπλισμένοι στρατιώται ενίκησαν τους Ώθηναίους ιππείς και ελαφρούς, διότι είχαν και οι τελευταίοι μερικούς πελταστάς εκ της χώρας της καλουμένης Θρουσίδος. Κόλις όμως είχε τελειώσει η μάχη, ήλθεν από την λυνθον και άλλη δύναμις πελταστών εις βοήθειαν της φρουράς της Ππαρτώλου, της οποίας οι ελαφροί στρατιώται, αναθαρρύσαντες όχι μόνον από την θέαν της επικουρίας που προσήρχετο, αλλά και από το γεγονός ότι δεν είχαν ηττηθή προηγουμένως, επετέθησαν πάλιν εναντίον των Ώθηναίων από κοινού με το ιππικόν των Ταλκιδέων, και τους νεωστί προσελθόντας εις βοήθειαν. Γνώπιον της επιθέσεως αυτής, ηναγκάσθησαν οι Ώθηναίοι να υποχωρήσουν προς δύο λόχους που είχαν αφίσει δια να φυλάττουν τας αποσκευάς των. Θαι οσάκις μεν οι Ώθηναίοι επετίθεντο, εκείνοι υπεχώρουν, οσάκις δε υπεχώρουν, τους παρηκολούθουν κατά πόδας, ρίπτοντες κατ' αυτών ακόντια. Θαι οι Ταλκιδείς ιππείς επελαύνοντες επετίθεντο εναντίον των Ώθηναίων, οπουδήποτε το έκριναν ενδεδειγμένον, και εμπνεύσαντες εις αυτούς πανικόν, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν συντόνως εις μακράν απόστασιν. Θαι οι μεν Ώθηναίοι κατέφυγαν εις την Ξοτείδαιαν, και αφού παρέλαβαν τους νεκρούς, συνεπεία βραχείας ανακωχής, την οποίαν προς τούτο εζήτησαν, επέστρεψαν εις Ώθήνας με το υπολειπόμενον μέρος του στρατού, απολέσαντες τετρακοσίους τριάντα Ώθηναίους άνδρας και όλους τους στρατηγούς. Νι Ταλκείς, εξ άλλου, και οι ΐοττιαίοι, έστεισαν τρόπαιον, και αφού συνέλεξαν τους νεκρούς των, διελύθησαν, και τα διάφορα αποσπάσματα επέστρεψαν εις τα ίδια.
Θατά το ίδιον θέρος, ολίγον ύστερον μετά τα ανωτέρω συμβάντα, οι Ώμπρακιώται και οι Τάονες, θέλοντες να
υποτάξουν όλόκληρον την Ώκαρνανίαν και την αποσπάσουν από την συμμαχίαν των Ώθηναίων, επεδίωξαν να πείσουν τους Ιακεδαιμονίους, όχι μόνον να εξαρτήσουν συμμαχικόν στόλον, αλλά και να στείλουν κατά της Ώκαρνανίας χιλίους οπλίτας, υποστηρίζοντες ότι εάν τους βοηθήσουν με στόλον και πεζικόν, θα ήτο εύκολον να καταλάβουν πρώτον την Ώκαρνανίαν, ως εκ της αδυναμίας, εις την οποίαν θα ήσαν οι παραθαλάσσιοι Ώκαρνάνες να βοηθήσουν τους του εσωτερικού, και να κυριεύσουν έπειτα την Δάκυνθον και Θεφαλληνίαν, οπότε ο περίπλους της Ξελοποννήσου δεν θα ήτο του λοιπού εξ ίσου εύκολος εις τους Ώθηναίους. Ξροσέθεσαν, ότι υπήρχεν ελπίς και την Λαύπακτον ακόμη να κυριεύσουν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, πεισθέντες, έστειλαν ευθύς τον Θνήμον, ο οποίος ήτο ακόμη ναύαρχος, και τους χιλίους οπλίτας επί ολίγων πλοίων, και διεμήνυσαν συγχρόνως προς τας ναυτικάς πόλεις της ομοσπονδίας να παρασκευασθούν όσον το δυνατόν ταχύτερον και πλεύσουν προς την Ιευκάδα. Νι Θορίνθιοι ιδίως επεθύμουν διακαώς να βοηθήσουν την επιχείρησιν των Ώμπρακιωτών, οι οποίοι ήσαν άποικοί των. Θαι ο μεν στόλος, που επρόκειτο να έλθη από την Θόρινθον και την Πικυώνα και τα πέριξ μέρη, δεν είχεν ακόμη συμπληρώσει την ετοιμασίαν του, αλλά ο στόλος της Ιευκάδος και του Ώνακτορίου και της Ώμπρακίας είχε φθάσει ήδη εις Ιευκάδα και επερίμενεν εκεί. Γυθύς ως ο Θνήμος με τους υπ' αυτόν χιλίους οπλίτας διεπεραιώθησαν εις την Ιευκάδα, χωρίς να τους αντιληφθη ο Σορμίων, ο οποίος ήτο αρχηγός της μοίρας των είκοσι Ώθηναϊκών πλοίων που επεριπόλουν πλησίον της Λαυπάκτου, ήρχισε να ετοιμάζη την κατά ξηράν εκστρατείαν. Ν στρατός του περιελάμβανεν Έλληνας μεν Ώμπρακιώτας και Ιευκαδίους, και Ώνακτόρους και τους χιλίους Ξελοποννησίους, επι κεφαλής των οποίων είχεν έλθει ο ίδιος, βαρβάρους δε χιλίους Τάονας, οι οποίοι, αβασίλευτοι όντες, είχαν αρχηγούς τον Σώτυον και τον Λικάνορα, οι οποίοι κατήγοντο από το αρχοντικόν γένος που ήσκει ενιαυσίως την αρχήν. Καζί με τους Τάονας εξεστράτευσαν και οι θεσπρωτοί, οι οποίοι ήσαν επίσης αβασίλευτοι. Βύναμις Κολοσσών και Ώτιντάνων, εξ άλλου, ήτο υπό την αρχηγίαν του Παβυλίνθου, επιτρόπου του βασιλέως Ζαρύπου, ο οποίος ήτο ακόμη ανήλικος, και δύναμις Ξαραυαίων υπό την αρχηγίαν του βασιλέως Νροίδου. Καζί με τους Ξαραυαίους εξεστράτευσαν και χίλιοι Νρέσται, των οποίων βασιλεύς ήτο ο Ώντίοχος, ο οποίος είχεν εμπιστευθή την αρχηγίαν των εις τον ροιδον. Θαι ο Ξερδίκκας είχε στείλει, εν αγνοία των Ώθηναίων χιλίους Κακεδόνας, οι οποίοι όμως έφθασαν πολύ αργά. Κε τον στρατόν αυτόν ήρχισεν ο Θνήμος την πορείαν του, χωρίς να περιμείνη τον στόλον που ανεμένετο από την Θόρινθον, και ενώ διήρχετο από το έδαφος του Ώμφιλοχικού Άργους, ελεηλάτησε την Ιιμναίαν, κώμην ατείχιστον. Ώκολούθως έφθασαν εις το έδαφος του Πτράτου, που είναι η σημαντικωτέρα πόλις της Ώκαρνανίας, διότι επίστευαν ότι αν κυριεύσουν πτώτον αυτήν, η επίλοιπος Ώκαρνανία ήθελεν ευκόλως προσχωρήσει προς αυτούς. 81. Νι Ώκαρνάνες, όταν έμαθαν ότι όχι μόνον κατά ξηράν πολυάριθμος στρατός είχεν εισβάλει εις το έδαφός των, αλλά και κατά θάλασσαν ηπειλούντο από τον εχθρόν, ουδεμίαν κοινήν άμυναν ωργάνωσαν, αλλ' έκαστος περιωρίσθη εις την φρούρησιν του ιδικού του εδάφους, και συγχρόνως διεμήνυσαν προς τον Σορμίωνα να τους στείλη βοήθειαν. Ν Σορμίων όμως απήντησεν ότι δεν του επιτρέπεται να εγκαταλείψη απροστάτευτον την Λαύπακτον,εις εποχήν που επέκειτο ο έκπλους του εχθρικού στόλου από την Θόρινθον. Νι Ξελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού διήρεσαν τον στρατόν εις τρεις φάλαγγας, εβάδιζαν εναντίον της πόλεως του Πτράτου, δια να στρατοπεδεύσουν πλησίον της και αν δεν πείσουν τους κατοίκους κατόπιν διαπραγματεύσεων, αποπειραθούν την δια της βίας κατάληψιν του τείχους της. Θαι το κέντρον μεν κατείχαν οι Τάονες και λοιποί βάρβαροι, το δεξιόν αυτών οι Ιευκάδιοι και οι Ώνακτόριοι, και όσοι ήσαν μαζί με αυτούς, το αριστερόν δε ο Θνήμος με τους Ξελοποννησίους και τους Ώμπρακιώτας. Ε μεταξύ των τριών αυτών
φαλάγγων απόστασις ήτο πολύ μεγάλη και ενίοτε ούτε ημπορούσε να βλέπη η μία την άλλην. Θαι οι μεν Έλληνες εβάδιζαν με μεγάλην τάξιν και προσοχήν, έως ότου εστρατοπέδευσαν εις κατάλληλον τόπον, οι Τάονες όμως οι οποίοι όχι μόνον είχαν πεποίθησιν εις εαυτούς, αλλά και από τους άλλους ηπειρώτας των μερών εκείνων ανεγνωρίζοντο ως μαχιμώτατοι, δεν ανέστειλαν την πορείαν των, δια να εγκαταστήσουν στρατόπεδον, αλλά προήλασαν με μεγάλην ορμήν, συνοδευόμενοι και από τους, άλλους βαρβάρους, διότι ενόμισαν ότι θα κατελάμβαναν την πόλιν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως και θα απεδίδετο εις αυτούς μόνους η όλη, δόξα του κατορθώματος. Ώλλ' οι κάτοικοι του Πτράτου τους είδαν την ώραν που επλησίαζαν, και επειδή εσκέφθησαν ότι εάν τους νικήσουν μεμονωμένους, οι Έλληνες δεν θα τους επετίθεντο πλέον με τον ίδιον ζήλον, έστησαν ενέδρας γύρω από την πόλιν και άμα επλησίασαν οι βάρβαροι, επέπεσαν εναντίον των, προελάσαντες από την πόλιν και εξορμήσαντες από τας ενέδρας των. Θαι επειδή επήλθε πανικός, αι εις νεκρούς απώλειαι των Ταόνων υπήρξαν μεγάλαι, και οι άλλοι βάρβαροι, άμα είδαν αυτούς υποκύπτοντας, δεν αντέστησαν πλέον, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν. Νύτε η μία, ούτε η άλλη Γλληνική φάλαγξ αντελήφθη την μάχην, διότι οι βάρβαροι είχαν προχωρήσει πολύ και οι Έλληνες υπέθεταν ότι εβιάζονο δια να εξεύρουν τόπον στρατοπεδεύσεως. ταν όμως οι βάρβαροι φεύγοντες έπεσαν επάνω των, όχι μόνον τους περιεσυνέλεξαν, αλλά και εσχημάτισαν εν κοινόν στρατόπεδον και έμειναν εκεί ησυχάζοντες διαρκούσης της ημέρας καθόσον οι Πτράτιοι δεν επετέθησαν εναντίον των, λόγω του ότι αι ενισχύσεις των λοιπών Ώκαρνάνων δεν είχαν φθάσει ακόμη. Γσφενδόνιζαν όμως αυτούς από μακράν και τους έφεραν εις μεγάλην αμηχανίαν, καθόσον δεν ημπορούσαν να κινήσουν χωρίς να φορούν θώρακα και ασπίδα, επειδή οι Ώκαρνάνες θωρούνται επιτηδειότατοι σφεδονισταί. 82. ταν ενύκτωσεν, ο Θνήμος απεσύρθη με τον στρατόν του εσπευσμένως προς τον ποταμόν Άναπον, που απείχεν ογδοήντα στάδια από την πόλιν του Πτρατού, και την επιούσαν παρέλαβε τους νεκρούς του, ζητήσας προς τον σκοπόν τούτον βραχείαν ανακωχήν. Θαι επειδή οι Νινιάδαι, λόγω φιλίας, είχαν προσέλθει προς ενίσχυσιν του Θνήμου, απεσύρθη εις την πόλιν των, πριν φθάσουν αι αναμενόμεναι ενισχύσεις των Ώκαρνάνων, και απ' εκεί απήλθαν τα διάφορα αποσπάσματα εις τα ίδια. Νι Πτράτιοι, εξ άλλου, έστησαν τρόπαιον δια την μάχην των εναντίον των βαρβάρων.
Ν στόλος της Θορίνθου και των άλλων συμμάχων του Θορινθιακού κόλπου, ο οποίος ώφειλε να προσέλθη προς τον Θνήμον, δια να εμποδίζη τους Ώκαρνάνας των παραλίων να σπεύσουν εις βοήθειαν των του εσωτερικού, δεν προσήλθεν, αλλ' ηναγκάσθη, την ιδίαν περίπου ημέραν της μάχης του Πτράτου, να συνάψη ναυμαχίαν προς την υπό τον Σορμίωνα μοίραν των είκοσι Ώθηναϊκών πλοίων, η οποία εστάθμευεν εις την Λαύπακτον. Βιότι ο Σορμίων, ενώ αυτοί έπλεαν κατά μήκος της νοτίας ακτής, δια να εξέλθουν από τον κόλπον, περιωρίζετο να επιτηρή τας κινήσεις των, διότι επροτίμα να τους επιτεθή εις την ανοικτήν θάλασσαν. Ώλλ' οι Θορίνθιοι και οι σύμμαχοί των έπλεαν, έχοντες εξωπλισμένον τον στόλον των όχι προς ναυμαχίαν, αλλά μάλλον δι' επιχειρήσεις εναντίον των παραλίων της Ώκαρνανίας, και ούτε εφαντάζοντο ότι οι Ώθηναίοι με τα είκοσι πλοία των θα ετόλμων να ναυμαχήσουν προς τα σαράντα επτά ιδικά των. Γπειδή, εν τούτοις, όχι μόνον εφόσον έπλεαν παρά την νοτίαν ακτήν, έβλεπαν αυτούς πλησίον της βορείας εις παράλληλον διεύθυνσιν αλλά και όταν εκ Ξατρών της Ώχαίας εζήτησαν να περάσουν προς την Ώκαρνανίαν επί της απέναντι στερεάς, είδαν τους Ώθηναίους πλέοντας εναντίον των εκ της Ταλκίδος και του ποταμού Γυήνου,
καθόσον η προσπάθειά των να μη γίνουν αντιληπτοί, όταν ηγκυροβόλησαν εν καιρώ νυκτός εις τας Ξάτρας, απέτυχε, μη δυνάμενοι πλέον να πράξουν άλλως, ηναγκάσθησαν να ναυμαχήσουν εις το μέσον του κόλπου των Ξατρών. Ν στόλος των εδιοικείτο από τους στρατηγούς εκάστης πόλεως, όσαι είχαν μετάσχει εις την συγκρότησίν του, των Θορινθίων όμως ειδικώς στρατηγοί ήσαν ο Καχάων, ο Ησοκράτης και ο Ώγαθαρχίδας. Θαι οι μεν Ξελοποννήσιοι παρέταξαν τα πλοία των με τας πρώρας προς τα έξω και τας πρύμνας προς τα έσω κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να σχηματίζουν κύκλον όσον το δυνατόν μεγαλύτερον, αλλά με διαστήματα που καθίστων δύσκολον την διάσπασιν της παρατάξεώς των. Γντός του κύκλου αυτού παρέταξαν τα συνοδεύοντα τον στόλον ελαφρά σκάφη και πέντε πολεμικά, τα πλέον ταχύπλοα, δια να δύνανται ταύτα να εκπλέουν δια της συντομωτέρας οδού, προς βοήθειαν οιουδήποτε μέρους της παρατάξεως, κατά του οποίου θα επετίθετο τυχόν ο εχθρός. 84, Ν Ώθηναϊκός στόλος, εις γραμμήν παραγωγής, έπλεε γύρω από τον Ξελοποννησιακόν και διαρκώς όσον ημπορούσε πλησιέστερα προς αυτόν, παρέχων την εντύπωσιν ότι από στιγμής εις στιγμήν θα επιτεθή, και αναγκάζων τοιουτοτρόπως αυτόν να σμικρύνη ολοέν τον κύκλον της παρατάξεώς του. Ώι διαταγαί όμως του Σορμίωνος ώριζαν να μη γίνη καμμία επίθεσις, πριν δώση ο ίδιος το σύνθημα. Βιότι ήλπιζεν ότι δεν θα ημπορέση ο εχθρικός στόλος να τηρήση την τάξιν του, όπως στρατός ξηράς, αλλ' ότι τα πλοία θα συνεκρούοντο προς άλληλα και τα ελαφρά σκάφη Ζα επροκάλουν σύγχυσιν, εάν δε ο συνήθης εωθινός άνεμος, τον οποίον ανέμενε περιπλέων, ήθελε πνεύσει από τον κόλπον, δεν θα ημπορούσαν ούτε επί στιγμήν να συγκρατήσουν την παράταξιν, και όχι μόνον την ώραν αυτήν εθεώρει καταλληλοτέραν δια την επίθεσιν, αλλά και ενόμιζεν ότι απέκειτο εις την ελευθέραν διάθεσίν του να επιτεθή όταν ήθελε, λόγω της μεγαλυτέρας ευκινησίας των πλοίων. ταν ήρχισε να πνέη ο άνεμος, η παράταξις των πλοίων, η οποία είχεν ήδη περιορισθή εις στενόν χώρον, ήρχισε να διασπάται υπό την επήρειαν του ανέμου και της επιπτώσεως συγχρόνως των ελαφρών σκαφών. Νύτω, τα πλοία επέπιπταν το ένα επάνω εις το άλλο, ενώ τα πληρώματα τα απώθουν με κοντούς, δια να τα διαχωρίσουν. Γπειδή δε όχι μόνον εφωνάσκουν, αλλά και οδηγίας έδιδαν μεγαλοφώνος οι μεν προς τους δε, προς αποφυγήν της συγκρούσεως, και αλληλοϋβρίζοντο, δεν ημπορούσαν ν' ακούσουν ούτε τα παραγγέλματα των κυβερνητών, ούτε τους κελευστάς, και οι κωπηλάται, μη δυνάμενοι ως εκ της θαλασσοταραχής και της απειρίας των να χειρίζωνται τας κώπας, καθίστων τα πλοία έτι μάλλον ακυβέρνητα. Ν Σορμίων, θεωρήσας ότι ήλθε πλέον η κατάλληλος στιγμή, έδωσε το σήμα της επιθέσεως. Νι Ώθηναίοι τότε επέπεσαν, και πρώτον μεν κατεβύθισαν μίαν από τας ναυαρχίδας, έπειτα δε, οπουδήποτε επετίθεντο κατά των εχθρικών πλοίων, επέφεραν πανωλεθρίαν, και περιήγαγαν αυτά εις τοιαύτην θέσιν, ώστε κανεις, ως εκ της συγχύσεως, δεν εσκέπτοντο περί αντιστάσεως, Ώλλ' άλλοι έφευγαν προς τας Ξάτρας και την Βύμην της ΏχαΎας. Νι Ώθηναίοι, καταδιώκοντες, συνέλαβαν δώδεκα πολεμικά σκάφη και παραλαβόντες το πλείστον των πληρωμάτων επί των ιδικών των πλοίων, απέπλευσαν προς το Κολύκρειον. Ώφού δε έστησαν τρόπαιον εις το Οίον και αφιέρωσαν εν από τα κυρευθέντα πολεμικά σκάφη εις τον Ξοσειδώνα, επέστρεψαν εις Λαύπακτον. Θαι οι Ξελοποννήσιοι, με το υπόλοιπον του στόλου των, έπλευσαν ευθύς εκ Βύμης και Ξατρών παραλιακώς εις την Θυλλήνην, επίνειον των Ελείων. Κετά την μάχην του Πτράτου, ήλθεν εις την Θυλλήνην και ο Θνήμος από την Ιευκάδα με τον στόλον, ο οποίος έπρεπε να είχεν ενωθή με τον εκ Θορίνθου.
Ώλλά και οι Ιακεδαιμόνιοι έστειλαν εις τον στόλον του Θνήμου συμβούλους τον Ριμοκράτη, τον ΐρασίδαν και τον Ιυκόφρονα, με την εντολήν να ετοιμάσουν καλύτερα νέαν ναυμαχίαν και να μη ανέχωνται να τους αποκλείη ολιγάριθμος στόλος από τας θαλασσίας συγκοινωνίας. Βιότι ένεκα του γεγονότος ιδίως, ότι δια πρώτην φοράν, κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου, ελάμβαναν πείραν ναυμαχίας, η έκβασίς της εφαίνετο εις αυτούς ανεξήγητος, και δεν ενόμιζαν ότι ο στόλος των ήτο πραγματικώς τόσον κατώτερος του εχθρικού, αλλ' επίστευαν μάλλον ότι είχεν επιδειχθή κάποια νοθρώτης, καθόσον δεν ελάμβαναν υπ' όψιν την μακράν πείραν των Ώθηναίων, εν συγκρίσει προς την ιδικήν των ολιγοχρόνιον εξάσκησιν. Φς εκ τούτου, υπό την επιρροήν του πάθους, ενήργησαν την αποστολήν των συμβούλων, οι οποίοι, μετά την άφιξίν των, από κοινού μετά του Θνήμου, όχι μόνον έστειλαν αγγελιαφόρους εις τας συμμάχους πόλεις, παραγγέλλοντες ν' αποστείλουν και άλλα πλοία, αλλά και τα προϋπάρχοντα εξώπλιζαν προς ναυμαχίαν. Ώλλά και ο Σορμίων έστειλεν αγγελιαφόρους εις τας Ώθήνας, δια να αναγγείλουν την νίκην και συγχρόνως ανακοινώσουν τας ετοιμασίας του εχθρού, και εζήτει να του στείλουν εσπευσμένως όσον το δυνατόν περισσότερα πλοία, καθόσον από ημέραν εις ημέραν ανεμένετο διαρκώς νέα ναυμαχία. Νι Ώθηναίοι απέστειλαν προς αυτόν μοίραν από είκοσι πλοία, αλλά διέταξαν τον μοίραρχον να καταπλεύση πρώτον εις Θρήτην. Βιότι ο Λικίας, Θρητικός από την Αόρτυνα, ο οποίος ήτο πρόξενός των, τους έπεισε να στείλουν στόλον κατά της Θυδωνίας, πόλεως εχθρικής, υποσχόμενος να την φέρη με το μέρος των. Ξράγματι όμως τους εξώθησε, χαριζόμενος εις τους Ξολιχνίτας, γείτονας των Θυδωνιατών. Ροιουτοτρόπως, ο διοικητής της μοίρας, παραλαβών τα πλοία έσπευσεν εις Θρήτην, όπου ήρχισε μαζί με τους Ξολιχνίτας να ερημώνη την χώραν των Θυδωνιατών, και συγχρόνως ένεκα αντιξόων ανέμων και κακοκαιρίας έχασεν όχι ολίγον καιρόν. 86. Γν τω μεταξύ, ενώ οι Ώθηναίοι έχαναν τον καιρόν των εις την Θρήτην, οι Ξελοποννήσιοι, που είχαν συγκεντρωθή εις την Θυλλήνην, έτοιμοι δια νέαν ναυμαχίαν, ήλθαν, παραπλέοντες την ακτήν, εις το Ξάνορμον της ΏχαΎας, όπου ο κατά ξηράν στρατός των είχεν έλθει προς υποστήριξίν των. Θαι ο Σορμίων, εξ άλλου, παραπλέων την ακτήν, ήλθεν εις το Οίον το Κολυκρικόν και ηγκυροβόλησεν έξωθεν αυτού με τα είκοσι πλοία, με τα οποία είχε ναυμαχήσει προηγουμένως. Ρο εν λόγω Οίον ήτο φιλικόν προς τους Ώθηναίους, απέναντι δε αυτού το άλλο Οίον, και η μεταξύ των δύο απόστασις, η οποία αποτελεί το στόμιον του Θορινθιακού κόλπου, είναι επτά περίπου θαλάσσια στάδια. ταν οι Ξελοποννήσιοι είδαν τους Ώθηναίους προσορμισθέντας εις το Κολυκρικόν Οίον, προσωρμίσθησαν και αυτοί με εβδομήντα πλοία πλησίον του άλλου Οίου, του Ώχαϊκού, το οποίον δεν απέχει πολύ του Ξανόρμου, όπου ευρίσκετο ο πεζός στρατός των. Θαι επί εξ μεν ή επτά ημέρας έμειναν ηγκυροβολημένοι, οι μεν απέναντι των δε, ασκούμενοι και παρασκευαζόμενοι δια την ναυμαχίαν, αποφασισμένοι, οι μεν Ξελοποννήσιοι να μην εξέλθουν έξω των Οίων εις την ανοικτήν θάλασσαν, διότι εφοβούντο επανάληψιν της προηγουμένης συμφοράς, οι δε Ώθηναίοι να μη πλεύσουν εντός των στενών, φρονούντες ότι η εις στενόν χώρον ναυμαχία ήτο προς το συμφέρον του εχθρού. Ρέλος ο Θνήμος, ο ΐρασίδας και οι άλλοι Ξελοποννήσιοι στρατηγοί, θέλοντες να επισπεύσουν την ναυμαχίαν πριν έλθουν και προς τους Ώθηναίους ενισχύσεις, συνεκάλεσαν πρώτον τους στρατιώτας, και βλέποντες ότι οι περισσότεροι ήσαν φοβισμένοι, ένεκα της προηγουμένης ήττης, και απρόθυμοι δια νέαν μάχην, τους ενεθάρρυναν με τους επομένους περίπου λόγους :
"Ρο συμπέρασμα, Ξελοποννήσιοι, το οποίον συνάγουν από την πρόσφατον ναυμαχίαν όσοι τυχόν από σας, ένεκα αυτής, φοβούνται δια την μέλλουσαν, δεν είναι καθόλου δικαιολογημένον. Βιότι όχι μόνον η ετοιμασία μας δια την ναυμαχίαν εκείνην ήτο ατελής, όπως γνωρίζετε, και επλέαμεν όχι προς ναυμαχίαν, αλλά μάλλον δι' επιχείρησες κατά των παραλίων, αλλά συνέβη και η τύχη να δείξη μεγάλην εναντίον μας καταδρομήν, και, ίσως και η απειρία, λόγω του ότι δια πρώτην φοράν, κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου, εναυμαχούμεν, έγινεν εν μέρει αιτία της αποτυχίας μας. στε η ήττα μας δεν υπήρξεν αποτέλεσμα δειλίας, ουδέ είναι ορθόν το φρόνημα, το οποίον δεν δύναται να καταβάλη η βία, και το οποίον έχει εν εαυτώ την δύναμιν ν' αψηφά τον κίνδυνον, να αμβλύνεται και να εξασθενή από τυχαίας περιστάσεις. φείλετε τουναντίον να θεωρήσετε ότι ημπορούν μεν οι άνθρωποι να υφίστανται ενίοτε αποτυχίας, ένεκα των περιπετειών της τύχης,αλλ' ότι όσοι έχουν γενναίον το φρόνημα οφείλουν εις κάθε περίστασιν να δεικνύωνται ανδρείοι, και εφόσον είναι τοιούτοι, δεν ημπορούν, επικαλούμενοι την απειρίαν των, να δικαιολογηθούν, διότι εις ωρισμένην περίστασιν εδείχθησαν δειλοί. Άλλωστε, η υπό έποψιν πείρας καθυστέρησίς σας είναι μικροτέρα από την υπεροχήν σας υπό την έποψιν θάρρους. Γνώ η εμπειρία των εχθρών, την οποίαν κυρίως φοβείσθε, εάν μεν συνδυάζεται με ανδρείαν, θα επιτρέψη κατά την ώραν του κινδύνου να ενθυμηθούν ούτοι και εφαρμόσουν τα διδάγματά της, χωρίς όμως ευψυχίαν, καμμία τέχνη δεν αρκεί απέναντι των κινδύνων. Βιότι ο φόβος εκπτοεί την μνήμην, η δε τέχνη άνευ θάρρους είναι άχρηστος. Νφείλετε δια τούτο ν' αντιτάξετε προς την μεγαλυτέραν εμπειρίαν των την μεγαλυτέραν τόλμην σας, προς δε τον φόβον σας δια την προηγουμένην ήτταν το γεγονός ότι ετύχατε τότε απαράσκευοι. Έχετε, άλλωστε, το διπλούν πλεονέκτημα, και ότι υπερτερείτε πολύ κατά τον αριθμόν των πλοίων, και ότι θα ναυμαχήσετε πλησίον των παραλίων σας, υποστηριζόμενοι από το πεζικόν. Θαι η νίκη ως επί το πλείστον ανήκει εις τους περισσοτέρους και καλλίτερον προετοιμασμένους. στε ούτε μίαν καν πιθανήν αιτίαν αποτυχίας ημποροΰμεν να εύρωμεν. Θαι αυτά τα προηγούμενα σφάλματά μας αποτελούν πρόσθετον πλεονέκτημα, διότι θα μας χρησιμεύσουν ως μάθημα. Κετά θάρρους λοιπόν, και πηδαλιούχοι και κωπηλάται, ας εκτελή έκαστος το καθ' εαυτόν τα παραγγελλόμενα και ας μη εγκαταλείπη την θέσιν, εις την οποίαν ήθελε ταχθή. Ρην επίθεσιν άλλωστε θα παρασκευάσωμεν εξ ίσου καλώς, όσον και οι προηγούμενοι αρχηγοί, και δεν θα δώσωμεν εις κανένα πρόφασιν να δειχθή δειλός. Ώλλ' εάν παρ' όλα ταύτα θελήση τυχόν κανεις να δειχθή τοιούτος, θα υποστή την πρέπουσαν τιμωρίαν, ενώ οι, ανδρείοι θα τιμηθούν με τας αμοιβάς που αρμόζουν εις την γενναιότητα."
Κε τοιούτους λόγους, οι αρχηγοί των Ξελοποννησίων ενεθάρρυναν αυτούς. Ώλλ' ο Σορμίων, φοβούμενος και αυτός την αποθάρρυνσιν των ανδρών του, και μανθάνων ότι συνήρχοντο ιδιαιτέρως κατά ομάδας και ωμίλουν μετά φόβου περί του μεγάλου αριθμού των εχθρικών πλοίων, απεφάσισε να τους συγκεντρώση και τους ενθαρρύνη δια καταλλήλου προς την περίστασιν ομιλίας. Βιότι και προηγουμένως, παρασκεύαζων τα πνεύματα, έλεγε προς αυτούς πολλάκις, ότι δεν υπήρχεν αριθμός πλοίων τόσον μεγάλος δι' αυτούς, τον οποίον, επερχόμενον εναντίον των, να μην ώφειλαν ν' αντιμετωπίσουν, και προ πολλού ήτο σχηματισμένη μεταξύ των στρατιωτών του η πεποίθησις ότι, όντες Ώθηναίοι, οφείλουν να μην υποχωρούν ενώπιον οιουδήποτε πλήθους Ξελοποννησιακών πλοίων. Θαι τότε, αντιλαμβανόμενος αυτούς αποθαρρυμένους από
ό,τι έβλεπον εμπρός εις τα μάτια τους, και θέλων να τους υπενθυμίση την εμπιστοσύνην, την οποίαν οι ίδιοι είχαν προηγουμένως, τους ωμίλησεν ως εξής περίπου : 89. "Πτρατιώται, σας συνεκάλεσα, διότι βλέπω ότι είσθε τρομαγμένοι από την αριθμητικήν υπεροχήν του εχθρού, και διότι δεν επερίμενα να καταλαμβάνεσθε από αποθάρρυνσιν δια πράγματα, τα οποία δεν είναι φοβερά. Θαθόσον πρώτον μεν οι Ξελοποννήσιοι, ακριβώς διότι ενικήθησαν προηγουμένως, και διότι ούτε οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι ισόπαλοι με ημάς, παρεσκεύασαν τον μεγάλον αυτόν και δυσανάλογον αριθμόν πλοίων. Έπειτα δε το θάρρος των, εις το οποίον κυρίως στηρίζονται, επερχόμενοι εναντίον μας, ως να ήτο ειδικόν προνόμιόν των το να είναι ανδρείοι, εις τίποτε άλλο δεν στηρίζεται παρά εις τας επιτυχίας, τας οποίας η εμπειρία των εις τον κατά ξηράν πόλεμον δίδει συνήθως εις αυτούς, και πιστεύουν, ως εκ τούτου, ότι αυτή θα τους δώση ομοίαν επιτυχίαν και κατά θάλασσαν. Ώλλά το πλεονέκτημα τούτο, και εάν ακόμη ανήκη εις εκείνους κατά ξηράν, θα είναι δικαίως με το μέρος μας σήμερον, όπου πρόκειται περί αγώνος κατά θάλασσαν αφού υπό έποψιν μεν γενναιότητος ουδαμώς υπερέχουν, επί τη βάσει όμως της ιδιαιτέρας εμπειρίας μας και της ιδικής των, ημείς έχομεν περισσοτέρους λόγους να είμεθα θαρραλέοι. Θαι τέλος επειδή οι Ιακεδαιμόνιοι εξασκούν την αρχηγίαν επί των συμμάχων των, χάριν της ιδίας των δόξης, οι περισσότεροι από τους τελευταίους σύρονται εις την μάχην παρά την θέλησίν των, διότι εκουσίως δεν θα επεχείρουν ποτέ, μετά την αποφασιστικήν ήτταν των, να συνάψουν και νέαν ναυμαχίαν. Γπομένως, δεν έχετε λόγον να φοβηθήτε την τόλμην των. Ρουναντίον, σεις εμπνέετε εις αυτούς μεγαλύτερον φόβον και περισσότερον δικαιολογημένον, και διότι τους ενικήσατε εις την προηγουμένην ναυμαχίαν, και διότι πιστεύουν, ότι δεν θ' αντετάσσεσθε εναντίον των, εάν δεν επροβλέπατε ότι θα κατορθώσετε κάτι ανάλογον προς την ασυγκράτητον τόλμην, με την οποίαν αντιμετωπίζετε τόσον ανωτέρας δυνάμεις. Βιότι οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως οι Ξελοποννήσιοι τώρα, δεν αντιμετωπίζουν τους εχθρούς των παρά με ισοπάλους ή μεγαλυτέρας δυνάμεις, καθόσον εμπιστεύονται περισσότερον εις την υλικήν δύναμιν, παρά εις το θάρρος των. Γνώ όσοι αντιμετωπίζουν αυτούς με πολύ μικροτέρας δυνάμεις, χωρίς εξ άλλου να είναι ηναγκασμένοι προς τούτο, σημαίνει ότι έχουν μέσα των αποφασιστικότητα ακατάβλητον. λα αυτά συλλογιζόμενοι οι Ξελοποννήσιοι, κατήντησαν να μας φοβούνται περισσότερον δια το απροσδόκητον της αποφάσεώς μας να τους αντιμετωπίσωμεν με μικροτέρας δυνάμεις, παρ' όσον θα μας εφοβούντο, εάν τους αντιμετωπίζαμεν με δυνάμεις αναλόγους προς τας ιδικάς των. Θαι πολλοί στρατοί μέχρι τούδε ενικήθησαν από ολιγωτέρους ένεκα απειρίας, μερικοί δε και ένεκα ατολμίας, Ώλλ' ούτε δια το εν, ούτε δια το άλλο ελάττωμα ημπορούμεν να κατηγορηθώμεν ημείς σήμερον. Φς προς την μάχην, εξ άλλου, θα κάμω ό,τι ημπορώ δια ν' αποφύγω να συνάψω αυτήν εντός του κόλπου, ούτε καν θα εισπλεύσω εντός αυτού. Θαθόσον αντιλαμβάνομαι ότι ο στενός χώρος δεν αποτελεί πλεονέκτημα δια στόλον ολίγων πλοίων ευκινήτων και εχόντων έμπειρα πληρώματα, όταν αντιμετωπίζουν μεγαλύτερον αριθμόν πλοίων ατέχνως χειριζομένων. Βιότι εφόσον δεν βλέπει κανείς τα εχθρικά πλοία από ικανήν απόστασιν, ούτε να επιτεθή δια του εμβόλου, όπως έπρεπε, ημπορεί, ούτε πιεζόμενος να υποχωρήση την κατάλληλον στιγμήν. Νύτε είναι δυναταί διασπάσεις της εχθρικής παρατάξεως και επαναστροφαί, αι οποίαι αποτελούν χειρισμούς αρμόζοντας εις ευκίνητα πλοία, αλλά κατ' ανάγκην η ναυμαχία αποβαίνει πεζομαχία, και εις τοιαύτην περίπτωσιν τα περισσότερα πλοία επικρατούν. Ξερί τούτων λοιπόν εγώ θα προνοήσω με πάσαν επιμέλειαν. Ηδικόν σας καθήκον είναι όχι μόνον να μένετε εις καλήν τάξιν πλησίον των πλοίων, έχοντες διαρκώς εστραμένην την προσοχήν προς τα παραγγέλματα, τόσω μάλλον καθόσον ο εχθρός σταθμεύει εις μικράν απόστασιν, αλλά και κατά την διάρκειαν της μάχης να εκτιμάτε
περισσότερον από κάθε άλλο την τάξιν και την σιωπήν, αι οποίαι είναι γενικώς ωφέλιμοι εις τον πόλεμον και προ πάντων τον κατά θάλασσαν, και ν' αποκρούετε τον εχθρόν κατά τρόπον αντάξον των προηγουμένων κατορθωμάτων σας. Βιεξάγετε αγώνα μεγάλης σπουδαιότητος. Ξρόκειται ή να διαλύσετε τας ελπίδας, τας οποίας οι Ξελοποννήσιοι αρχίζουν να στηρίζουν εις το ναυτικόν των, ή να καταστήσετε δια τους Ώθηναίους εγγύτερον τον φόβον του να χάσουν την κυριαρχίαν της θαλάσσης. Πας υπενθυμίζω δε και πάλιν ότι ενικήσατε ήδη τους περισσοτέρους απ' αυτούς. Νι άνθρωποι, άλλωστε, όσοι υπέστησαν ήτταν, δεν συνηθίζουν ν' αντιμετωπίζουν τους άλλους κινδύνους με το ίδιον θάρρος".
Ροιαύτας προτροπάς απηύθυνε και ο Σορμίων εις τους άνδρας του. Νι Ξελοποννήσιοι, οι οποίοι ήσαν ηγκυροβολημένοι με τα νώτα στηριζόμενα επί της παραλίας των, εις φάλαγγα βάθους τεσσάρων πλοίων, βλέποντες ότι οι Ώθηναίοι δεν εισήρχοντο εντός του κόλπου και των στενών, και θέλοντες να τους παρασύρουν εκεί και άκοντας, εξέπλευσαν λίαν πρωΎ διευθυνόμενοι εις το εσωτερικόν του κόλπου, αφού έστρεψαν μέτωπον προς τα δεξιά, ούτως ώστε το τέως δεξιόν των κέρας κατείχεν ήδη την πρωτοπορίαν. Γις την πρωτοπορίαν αυτήν έταξαν είκοσι πλοία, τα πλέον ταχύπλοα, όπως εις περίστασιν, κατά την οποίαν ο Σορμίων ήθελεν τυχόν υποθέσει ότι πλέουν κατά της Λαυπάκτου, και ήθελε σπεύσει και αυτός πλέων παρά την ακτήν κατά την ιδίαν διεύθυνσιν, προς υπεράσπισίν της, μη δυνηθούν οι Ώθηναίοι να διαφύγουν την επίθεσν του στόλου των Ξελοποννησίων δια της υπερφαλαγγίσεως του δεξιού κέρατος αυτού, αλλά τούτο αποκόψη εκείνους. Ν Σορμίων, τωόντι, ως είδεν αυτούς εκκινούντας, εφοβήθη, καθώς εκείνοι είχαν προΎδει, δια την ασφάλειαν της Λαυπάκτου, η οποία ήτο αφύλακτος, και παρά την θέλησίν του επεβίβασε εσπευσμένως τα πληρώματα και έπλεε παρά την ακτήν, ενώ ο πεζός στρατός των Κεσσηνίων ηκολούθει και αυτός, έτοιμος προς βοήθειαν. ταν είδαν οι Ξελοποννήσιοι ότι οι Ώθηναίοι παρέπλεαν παρά την ακτήν εις γραμμήν παραγωγής, και ότι ήσαν ήδη εντός του κόλπου και πολύ πλησίον της ξηράς, πράγμα το οποίον ακριβώς επεδίωκαν, μόλις εδόθη το σχετικόν σήμα, έστρεψαν όλοι μέτωπον προς τ' αριστερά και έπλεαν εναντίον των Ώθηναίων, όσον ταχύτερον ημπορούσε έκαστος, ελπίζοντες ν' αποκόψουν όλον τον στόλον των. Ένδεκα εν τούτοις από τα πλοία του στόλου αυτού, τα οποία έπλεαν επί κεφαλής των άλλων, κατώρθωσαν να διαφύγουν το δεξιόν κέρας των Ξελοποννησίων και την επίθεσιν του νέου μετώπου των, και έπλευσαν προς το πλατύτερον μέρος του κόλπου. Ώλλά τα επίλοιπα επρόλαβαν οι Ξελοποννήσιοι, και όχι μόνον τα έσπρωξαν προς την ξηράν, ενώ προσεπάθουν να διαφύγουν, αλλά και τα ηχρήστεσαν και εφόνευσαν τους αποτελούντας τα πληρώματα, όσοι τυχόν δεν επρόλαβαν να φθάσουν εις την ξηράν κολυμβώντες, εκτός δ' ενός πλοίου, το οποίον οι Ξελοποννήσιοι είχαν ήδη κυριεύσει προηγουμένως αύτανδρον, προσέδεσαν μερικά άλλα εις τα ιδικά των και τα ερρυμούλκησαν κενά πληρωμάτων. Ώλλ' οι Κεσσήνιοι, οι οποίοι είχαν σπεύσει εις βοήθειαν, εισώρμησαν ένοπλοι εις την θάλασσαν, κατώρθωσαν ν' ανέλθουν εις μερικά απ' αυτά, και διεξάγοντες αγώνα από καταστρωμάτων, τ' ανέκτησαν ενώ ήδη ερρυμουλκούντο. 91. Γις το μέρος λοιπόν τούτο της μάχης οι Ξελοποννήσιοι ήσαν νικηταί και είχαν προξενήσει σοβαράς ζημίας εις τα Ώθηναϊκά πλοία. Ρα είκοσι, εξ άλλου, ταχύπλοα σκάφη του δεξιού κέρατος κατεδίωξαν τα ένδεκα Ώθηναϊκά, τα οποία είχαν διαφύγει προς το πλατύτερο μέρος του κόλπου, όταν οι Ξελοποννήσιοι, έκαμαν την αιφνιδίαν στροφήν. Ρα Ώθηναϊκά αυτά πλοία, πλην ενός, επρόλαβαν και κατέφυγαν εις την Λαύπακτον, όπου εσταμάτησαν απέναντι του ναού του Ώπόλλωνος, με την πρώραν προς τα έξω, και ητοιμάζοντο ν' αμυνθούν,
εάν ο εχθρός εστρέφετο προς την ξηράν, δια να επιτεθή κατ' αυτών. Νι Ξελοποννήσιοι έφθασαν πράγματι μετ' ολίγον, παιανίζοντες ενώ έπλεαν, ως να είχαν ήδη νικήσει, και εν πλοίον των Ιευκαδίων, το οποίον προηγείτο πολύ από τον επίλοιπον στόλον, κατεδίωκε το καθυστερήσαν Ώθηναϊκόν πλοίον. Ώλλ' εις ικανήν από την Λαύπακτον απόστασιν έτυχεν αγκυροβολημένον εμπορικόν σκάφος, περί το οποίον επρόλαβε το Ώθηναϊκόν να ενεργήση τον χειρισμόν του περίπλου, προσβάλη εις την πλευράν το καταδιώκον αυτό Ιευκάδιον πλοίον και το καταβυθίση. Φς εκ του απροσδοκήτου και εκπληκτικού αυτού γεγονότος, οι Ξελοποννήσιοι κατελήφθησαν από φόβον, και επειδή συγχρόνως η κατά του Ώθηναϊκού στόλου καταδίωξίς των εγίνετο άνευ τάξεως πλέον, ως εκ του αισθήματος ασφαλείας, το οποίον τους έδιδεν η νίκη, αλλά μεν από τα πλοία στηρίξαντα τας κώπας των κατεβασμένας εντός της θαλάσσης, εσταμάτησαν την πορείαν των, περιμένοντες το κύριον τμήμα του στόλου των, πράγμα το οποίον ήτο σοβαρόν σφάλμα, διότι έδιδεν εις τον εχθρόν ευκαιρίαν αντεπιθέσεως εκ μικράς αποστάσεως, άλλα δε πάλιν, ένεκα αγνοίας του μέρους, εξώκειλαν εις ρηχά νερά. 92. Γις το θέαμα τούτο, οι Ώθηναίοι εμπνευσθέντες από θάρρος, μόλις εδόθη το σχετικόν παράγγελμα, ώρμησαν όλοι συγχρόνως αλαλάζοντες εναντίον των. Ώλλ' ο Ξελοποννησιακός στόλος, ένεκα των σφαλμάτων, εις τα οποία υπέπεσε, και της αταξίας, εις την οποίαν ευρίσκετο την στιγμήν εκείνην, μετά βραχείαν αντίστασιν, ετράπη εις φυγήν προς το Ξάνορμον, από όπου είχεν εκπλεύσει. Νι Ώθηναίοι τους κατεδίωξαν και όχι μόνον συνέλαβαν τα πλησιέστερα εχθρικά πλοία, εξ τον αριθμόν, αλλ' ανέκτησαν και τα ιδικά των σκάφη, όσα είχε ρυμουλκήσει ο εχθρός, αφού τα ηχρήστευσεν αρχικώς, πλησίον της ακτής. Ώπό τα πληρώματα δε των εχθρικών πλοίων άλλους εφόνευσαν και άλλους ηχμαλώτισαν. Ν Ιακεδαιμόνιο Ριμοκράτης, ο οποίος επέβαινεν επί του Ιευκαδίου πλοίου που εβυθίσθη πλησίον του εμπορικού, ως είδε την καταστροφήν του πλοίου του, ηυτοκτόνησε, και το σώμα του εξεβράσθη εις τον λιμένα της Λαυπάκτου. Γπιστρέψαντες οι Ώθηναίοι, έστησαν τρόπαιον εις το μέρος, από το οποίον εκκινήσαντες ενίκησαν, και συνέλεξαν τους νεκρούς και τα ναυάγια μαζύ με τους ναυαγούς που ήσαν πλησίον της ακτής των, και παρεχώρησαν βραχείαν ανακωχήν εις τους εχθρούς, δια να παραλάβουν τους νεκρούς των. Ώλλά και οι Ξελοποννήσιοι έστησαν τρόπαιον δια την ήτταν των εχθρικών πλοίων που είχαν αχρηστεύσει πλησίον της ξηράς, και το πλοίον που είχαν συλλάβει ετοποθέτησαν ως αφιέρωμα εις το Ώχαϊκόν Οίον, πλησίον του τροπαίου. Κετά ταύτα όμως, φοβούμενοι τας ενισχύσεις που επεριμένοντο από τας Ώθήνας, εισέπλευσαν όλοι, εκτός των Ιευκαδίων, εν καιρώ νυκτός, εις τον Θορινθιακόν κόλπον, κατευθυνόμενοι προς την Θόρινθον. Θαι ολίγον μετά την αναχώρησιν του Ξελοποννησιακού στόλου, έφθασεν εκ Θρήτης εις την Λαύπακτον η μοίρα των είκοσι Ώθηναϊκών πλοίων, τα οποία έπρεπε να προσέλθουν προς ενίσχυ σιν του Σορμίωνος προ της μάχης. Θαι με τα γεγονότα αυτά ετελείωσε το θέρος.
Κετά την επιστροφήν του στόλου εις τον Θορινθιακόν κόλπον, ο Θνήμος, ο ΐρασίδας, και οι λοιποί αρχηγοί των Ξελοποννησίων ήθελαν, κατ' εισήγησιν των Κεγαρέων, πριν προβούν εις αποστράτευσιν αυτού, να επιχειρήσουν κατά τας αρχάς του χειμώνος την κατάληψιν του Ξειραιώς, του λιμένος των Ώθηναίων,ο οποίος ήτο αφύλακτος και άκλειστος, πολύ φυσικά άλλωστε ως εκ της κατά θάλασσαν μεγάλης υπεροχής των Ώθηναίων. Θαι εσχεδίαζαν ότι έκαστος ναύτης, φέρων την κώπην του, το υπηρέσιον και τον τροπωτήρα, θα μετέβαινε δια ξηράς από την Θόρινθον εις την προς τας Ώθήνας θάλασσαν, και αφού δι' εσπευσμένης πορείας
έφθαναν εις τα Κέγαρα και καθείλκυαν από την Λίσαιαν, τον πολεμικόν λιμένα των Κεγάρων, σαράντα πλοία που ευρίσκοντο εκεί, θα έπλεαν κατ' ευθείαν εναντίον του Ξειραιώς. Θαθόσον ούτε ναυτική δύναμις εστάθμευεν εντός αυτού προς προστασίαν, ούτε καμμία ανησυχία υπήρχε μήπως ο εχθρός επιτεθή ποτέ δια θαλάσσης, κατά τοιούτον αιφνίδιον τρόπον, διότι ούτε φανεράν επίθεσιν ηδύνατο να τολμήση, ούτε ήτο δυνατόν, εάν εσχεδίαζε μυστικήν τοιαύτην, να μη το αντιληφθούν εγκαίρως οι Ώθηναίοι. Ρωόντι, μόλις απεφασίσθη οριστικώς το σχέδιον τούτο, οι Ξελοποννήσιοι ανεχώρησαν δια τα Κέγαρα, και φθάσαντες εν καιρώ νυκτός και καθελκύσαντες τα πλοία από την Λίσαιαν, απέπλευσαν, διευθυνόμενοι όμως όχι κατά του Ξειραιως πλέον, όπως αρχικώς εσχεδίαζαν, διότι εθεώρησαν τον κίνδυνον πολύ μεγάλον (και διότι, ως λέγεται, κάποιος άνεμος τους ημπόδισε), αλλά κατά του ακρωτηρίου της Παλαμίνος, το οποίον βλέπει προς τα Κέγαρα, όπου υπήρχε φρούριον και μοίρα τριών πλοίων δια να παρεμποδίζη αυστηρώς τον είσπλουν και έκπλουν του λιμένος των Κεγάρων. Γπετέθησαν λοιπόν κατά του φρουρίου αυτού, καθείλκυσαν και ερρυμούλκησαν τας τριήρεις, κενάς πληρωμάτων, και επεδόθησαν εις λεηλασίαν της λοιπής Παλαμίνος, της οποίας οι κάτοικοι δεν επερίμεναν τοιαύτην επίθεσιν. 94. Ξυρσοί τότε υψώθησαν δια να μεταδώσουν την είδησιν της εχθρικής επιδρομής εις τας Ώθήνας, όπου επήλθε κατάπληξις μεγαλυτέρα από κάθε άλλην κατά τον πόλεμον. Βιότι οι κάτοικοι της πόλεως ενόμισαν ότι είχαν ήδη εισπλεύσει εις τον Ξειραιά οι εχθροί, και οι του Ξειραιώς, ότι η Παλαμίς είχεν ήδη κυριευθή και ότι από στιγμής εις στιγμήν θα εισέπλεαν εις τον λιμένα των, πράγμα πού ημπορούσε ευκόλως να είχε συμβή, εάν ο εχθρός ήθελε πραγματικώς να ενεργήση αποφασιστικώς, και ούτε θα τον ημπόδιζεν ο άνεμος. Ώλλά μόλις εξημέρωσεν, οι Ώθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειαν του Ξειραιώς πανστρατιά, καθείλκυσαν τα πλοία, και επιβιβασθέντες επ' αυτών με θορυβώδη σπουδήν, έπλεαν προς την Παλαμίνα, ενώ εις τον στρατόν της ξηράς ανετέθη η φρούρησις του Ξειραιώς. Νι Ξελοποννήσιοι είχαν ήδη επιδράμει το μεγαλύτερον μέρος της Παλαμίνος, όταν, αντιληφθέντες τους Ώθηναίους σπεύδοντας εις βοήθειαν αυτής παρέλαβαν τους αιχμαλώτους, την λείαν, και τα τρία πλοία που είχαν πάρει από το φρούριον ΐούδορον, και απέπλευσαν εσπευσμένως εις Λίσαιαν. Γν μέρει, άλλωστε, ενέπνεεν εις αυτούς ανησυχίαν και το περιστατικόν ότι τα πλοία των, καθελκυσθέντα μετά πάροδον μακρού χρόνου, δεν ήσαν στεγανά. Σθάσαντες δε εις τα Κέγαρα, επέστρεψαν πεζή εις Θόρινθον. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, μη προλαβόντες αυτούς εις την Παλαμίνα, απέπλευσαν και αυτοί εις τα ίδια, και μετά το επεισόδιον τούτο, εφρούρουν του λοιπού επιμελέστερον τον Ξειραιά, όχι μόνον δια του κλεισίματος των λιμένων, αλλά και δια της εφαρμογής άλλων προφυλακτικών μέτρων.
Γις τον ίδιον περίπου καιρόν, κατά τας αρχάς του νέου χειμώνος, ο Νδρύσης Πιτάλκης, υιός του Ρήρεω, βασιλεύς των Ζρακών, εξεστράτευσεν εναντίον του Ξερδίκκα, υιού του Ώλεξάνδρου, βασιλέως της Κακεδονίας, και των πόλεων της Ταλκιδικής, επιθυμών να επιβάλη την εκτέλεσιν μιας υποσχέσεως και να εκτελέση ο ίδιος μίαν άλλην. Βιότι αφ' ενός μεν ο Ξερδίκκας, ο οποίος ευρισκόμενος εις τας αρχάς του πολέμου εις πολύ δύσκολον θέσιν, είχε δώσει υποσχέσεις προς τον Πιτάλκην, υπό τον όρον, ότι ο τελευταίος θα τον συνεφιλίωνε με τους Ώθηναίους, και ότι δεν θα επανέφερε τον αδελφόν του Σίλιππον, ο οποίος ήτο εχθρός του, δια να τον εγκαταστήση βασιλέα, δεν εξετέλει τας υποσχέσεις του αυτάς. Γξ άλλου, ο ίδιος ο
Πιτάλκης, όταν συνωμολόγησε την συμμαχίαν με τους Ώθηναίους, είχεν αναλάβει απέναντί των την υποχρέωσιν να τερματίση τον Ταλκιδικόν πόλεμον, Ένεκα λοιπόν των δύο αυτών λόγων, επεχείρει την εκστρατείαν, έχων μαζί του και τον υιόν του Σιλίππου Ώμύνταν, δια να τον εγκαταστήση βασιλέα των Κακεδόνων, και τους πρέσβεις των Ώθηναίων, οι οποίοι είχαν έλθει προς αυτόν εξ αφορμής ακριβώς της εκστρατείας, και ως στρατηγόν τον Άγνωνα. Βιότι και οι Ώθηναίοι επρόκειτο, κατά τα συμφωνηθέντα, να συμπράξουν εναντίον των πόλεων της Ταλκιδικής δια της αποστολής όχι μόνον στόλου, αλλά και στρατού, όσον το δυνατόν περισσοτέρου. 96. Ν Πιτάλκης, λοιπόν, αρχίζων από την χώραν των Νδρυσών, εκάλεσε πρώτον υπό τας σημαίας του τους εντεύθεν του όρους Ώίμου και της Οοδόπης, μέχρι των ακτών του Γυξείνου Ξόντου και του Γλλησπόντου Ζράκας, επί των οποίων εβασίλευεν, έπειτα πέραν του Ώίμου τους Αέτας και όσα άλλα φύλα ήσαν εγκατεστημένα εντεύθεν του Ίστρου προς τα παράλια ιδίως του Γυξείνου Ξόντου. Νι Αέται και τα άλλα φύλα των μερών αυτών είναι όχι μόνον γείτονες των Πκυθών, αλλά και έχουν όμοιον με αυτούς οπλισμόν, είναι δηλαδή όλοι ιπποτοξόται. Γκάλεσε προς τούτοις να τον ακολουθήσουν πολλούς από τους ορεινούς μαχαιροφόρους Ζράκας, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι, επονομάζονται Βίοι, και κατοικούν οι περισσότεροι την Οοδόπην. Ώπό αυτούς άλλοι εστρατολογήθησαν ως μισθοφόροι και άλλοι ηκολούθησαν ως εθελονταί. Γκάλεσεν ακόμη υπό τας σημαίας του τους Ώγριάνας και τους Ιαιαίους και όλα τα Ξαιονικά φύλα, επί των οποίων εβασίλευε, και τα οποία ήσαν οι τελευταίοι προς το μέρος τούτο υπήκοοί του. Βιότι εις την επικράτειάν του περιλαμβάνονται και οι Ιαιαίοι Ξαίονες και ο ποταμός Πτρυμών, ο οποίος πηγάζει από το όρος Πκόμβρον και διασχίζει την χώραν των Ώγριάνων και Ιαιαίων. Γκεί και πέραν αρχίζει η χώρα των ανεξαρτήτων Ξαιόνων. Ξρος το μέρος των Ρριβαλλών, εξ άλλου, οι οποίοι είναι επίσης ανεξάρτητοι, το όριον του κράτους του αποτελούν οι Ρρήρες και οι Ριλαταίοι, οι οποίοι κατοικούν προς βορράν του όρους Πκόμβρου, εκτεινόμενοι δυτικώς μέχρι του ποταμού Νσκίου. Ν ποταμός αυτός πηγάζει από την ιδίαν οροσειράν, από την οποίαν πηγάζουν και ο Γύρος και ο Λέστος, και είναι η οροσειρά αυτή, η οποία συνέχεται με την Οοδόπην, μεγάλη και ακατοίκητος. 97. Φς προς το μέγεθός του, το βασίλειον των Νδρυσών εξετείνετο προς το μέρος μεν της θαλάσσης από την πόλιν των Ώβδήρων μέχρι του Γυξείνου Ξόντου, έως τας εκβολάς του ποταμού Ίστρου. Ρην έκτασιν αυτήν ημπορεί κανείς, ακολουθών την συντομωτέραν πορείαν, να περιπλεύση με εμπορικόν σκάφος εις τέσσαρα ημερονύκτια, εάν ο άνεμος είναι διαρκώς ούριος. Θατά ξηράν, την απόστασιν από τα Άβδηρα έως τα εκβολάς του Ίστρου ημπορεί καλός πεζοπόρος να διανύση εις ένδεκα ημέρας, ακολουθών επίσης τον συντομώτερον δρόμον. Ρόση ήτο η έκτασις του κράτους των Νδρυσών από θάλασσαν εις θάλασσαν. Ξρος την διεύθυνσιν του εσωτερικού, η απόστασις από το ΐυζάντιον έως την χώραν των Ιαιαίων και τον ποταμόν Πτρυμόνα (δηλαδή η μακροτέρα απόστασις από την θάλασσαν προς το εσωτερικόν) ημπορεί να διανυθή από καλόν πεζοπόρον εις δέκα τρεις ημέρας. Φς προς τον φόρον, εξ άλλου, τον οποίον επλήρωναν τα υπό των βαρβάρων κατοικούμενα εδάφη και αι Γλληνικαί πόλεις, επί των οποίων εξετείνετο η κυριαρχία των Νδρυσών, επί Πεύθου (ο οποίος, βασιλεύσας μετά τον Πιτάλκη, ηύξησε τα μέγιστα τωόντι την εξ αυτού πρόσοδον), η αξία του ανήρχετο εις τετρακόσια περίπου τάλαντα νομίσματος, κατεβάλλετο δε σίτος εις χρυσόν και άργυρον. Θαι δώρα χρυσά και αργυρά αξίας όχι μικροτέρας του φόρου προσεφέροντο, εκτός από τα παντός είδους υφάσματα κεντημένα και απλά και άλλα είδη οικιακής χρήσεως, και μάλιστα όχι μόνον εις τον ίδιον τον
βασιλέα, αλλά και εις τους υπ' αυτόν άρχοντας και τους ευγενείς Νδρύσας. Βιότι εις τους Νδρύσας, αντιθέτως προς τα κρατούντα εις το βασίλειον των Ξερσών, εισήχθη και το έθιμον να λαμβάνουν μάλλον παρά να δίδουν. Ήτο δε μεγαλυτέρα εντροπή να μη δίδη κανείς, όταν του εζήτουν, παρά ζητών να μη λαμβάνη. Ρο έθιμον αυτό ίσχυε βεβαίως και μεταξύ των άλλων Ζρακών, οι Νδρύσαι όμως βασιλείς, λόγω της μεγαλυτέρας δυνάμεώς των, το εξεμεταλλεύθησαν περισσότερον. Βιότι δεν ημπορούσε κανείς να κατορθώση τίποτε χωρίς να δίδη δώρα. Φς εκ' τούτου, η βασιλεία των Νδρυσών απέβη ισχυροτάτη, και υπό έποψιν χρηματικών προσόδων και γενικής ευημερίας υπερέβαινεν όλα τα μεταξύ του Ηονίου κόλπου και του Γυξείνου Ξόντου βασίλεια, μολονότι υπό έποψιν δυνάμεως και πλήθους στρατού ήτο πολύ υποδεεστέρα από το βασίλειον των Πκυθών. Βιότι εάν υποτεθή ότι οι τελευταίοι αυτοί συμφωνούν όλοι μεταξύ των, όχι μόνον τα έθνη της Γυρώπης δεν ημπορούν να εξισωθούν με την δύναμίν των, αλλ' ούτε εις την Ώσίαν ακόμη υπάρχει κανέν έθνος που να ημπορή μόνον του ν' αντιταχθή προς αυτούς. Άλλωστε, ούτε ως προς την κατά τα λοιπά ορθοφροσύνην και την αντίληψιν των χρησίμων εις την ζωήν ημπορούν να συγκριθούν με άλλους. 98. Φς βασιλεύς λοιπόν χώρας τόσον μεγάλης, παρεσκεύαζεν ο Πιτάλκης τον στρατόν του. Θαι μετά την συμπλήρωσιν των ετοιμασιών του, εξεκίνησε δια την Κακεδονίαν, πορευόμενος κατ' αρχάς δια της ιδικής του χώρας, και έπειτα δια του ερήμου όρους της Θερκίνης, το οποίον κείται μεταξύ των Πιντών και των Ξαιόνων. Ρο όρος αυτό διήλθεν ακολουθών τον δρόμον, τον οποίον ο ίδιος είχεν ανοίξει προηγουμένως δια μέσου του δάσους, όταν είχεν εκστρατεύσει εναντίον των Ξαιόνων. Γξελθών από το έδαφος των Νδρυσών ο στρατός και διερχόμενος δια του όρους, είχε δεξιά μεν τους Ξαίονας, αριστερά δε τους Πιντούς και τους Καιδούς. Ώφού δε επέρασε το όρος, έφθασεν εις Βόβηρον της Ξαιονίας. Θατά την πορείαν, ο στρατός του όχι μόνον δεν ηλαττώθη, εκτός από ασθενείας σποραδικάς, αλλά και ηύξανε. Βιότι πολλοί από τους ανεξαρτήτους Ζράκας ηκολούθουν απρόσκλητοι χάριν διαρπαγής, ώστε η ολική δύναμις ανήλθεν, ως λέγεται, εις εκατόν πενήντα τουλάχιστον χιλιάδας, από τους οποίους το μεγαλύτερον μέρος ήσαν πεζικόν και το εν τρίτον περίπου ιππικόν. Ρο περισσότερον ιππικόν παρείχαν οι ίδιοι οι Νδρύσαι και κατά δεύτερον λόγον οι Αέται. Ώπό τους πεζούς, μαχιμώτατοι μεν ήσαν οι μαχαιροφόροι, οι οποίοι είχαν προσέλθει από τους ανεξαρτήτους ορεινούς κατοίκους της Οοδόπης, οι λοιποί δε ηκολούθουν ως άτακτα στίφη και ήσαν τρομεροί, κυρίως ως εκ του μεγάλου των πλήθους. 99. Ν στρατός λοιπόν του Πιτάλκου συνεκεντρώνετο εις την Βόβηρον και ητοιμάζετο να κατέλθη από τα υψώματα, δια να εισβάλη εις την Θάτω Κακεδονίαν, επί της οποίας εβασίλευεν ο Ξερδίκκας. Βιότι υπάρχει και Άνω Κακεδονία, εις την οποίαν κατοικούν οι Ιυγκησταί και οι Γλιμιώται και άλλα φύλα, τα οποία είναι μεν σύμμαχα και υπήκοα των κάτω Κακεδόνων, αλλ' έχουν βασιλείς ιδικούς των. Ώλλά την περί την θάλασσαν εκτεινομένην χώραν, η οποία καλείται σήμερον Κακεδονία, κατέκτησαν πρώτον και εβασίλευσαν επ' αυτής ο πατήρ του Ξερδίκκα Ώλέξανδρος και οι πρόγονοί του Ρημενίδαι, οι οποίοι κατήγοντο αρχικώς από το Άργος, και οι οποίοι εξεδίωξαν δια της βίας των όπλων από μεν την Ξιερίαν τους Ξίερας, οι οποίοι εγκατεστάθησαν βραδύτερον εκείθεν του Πτρυμόνος εις Σάγρητα και άλλα μέρη υπό το Ξαγγαίον (και μέχρι σήμερον δ' ακόμη η εις τους πρόποδας του Ξαγγαίου προς την θάλασσαν χώρα καλείται κοιλάς της Ξιερίας), και από την καλουμένην ΐοττίαν τους ΐοττιαίους, οι οποίοι είναι σήμερον γείτονες της Ταλκιδικής. Θατέκτησαν ωσαύτως από την Ξαιονίαν λωρίδα γης, εκτεινομένην από το εσωτερικόν κατά μήκος του Ώξιού προς την Ξέλλαν και την θάλασσαν, και εξουσιάζουν ήδη πέραν του Ώξιού μέχρι του Πτρυμόνος την
καλουμένην Κυγδονίαν, εκδιώξαντες απ' αυτήν τους Εδώνας. Γπίσης εξεδίωξαν από την καλουμένην σήμερον Γορδίαν τους Γορδούς, εκ των οποίων οι μεν πολλοί κατεστράφησαν, ολίγοι δε έχουν εγκατασταθή περί την Σύσκαν, και από την Ώλμωπίαν τους Άλμωπας. Ρο ούτω συγκροτηθέν βασίλειον των Ρημενιδών κατέκτησε και εξουσιάζει μέχρι σήμερον τα διαμερίσματα άλλων φύλων, όπως τον Ώνθεμούντα, την Αρηστωνίαν, την ΐισαλτίαν, και πολύ μέρος της καθαυτό Κακεδονίας. Νλόκληρον, εν τούτοις, το κράτος τούτο ονομάζεται Κακεδονία, και βασιλεύς αυτού, κατά τον χρόνον της εισβολής του Πιτάλκου, ήτο ο υιός του Ώλεξάνδρου Ξερδίκκας. 100. Νι Κακεδόνες αυτοί, μη δυνάμενοι ν' αμυνθούν εναντίον της εισβολής τόσον μεγάλου στρατού, απεσύρθησαν εις τας εκ φύσεως οχυράς θέσεις και τα φρούρια, όσα υπήρχαν εις την χώραν. Ροιαύτα όμως φρούρια δεν υπήρχαν πολλά, διότι βραδύτερον μόνον ο υιός του Ξερδίκα Ώρχέλαος, όταν έγινε βασιλεύς, οικοδόμησεν όσα σήμερον υπάρχουν εις την χώραν, εχάραξεν ευθείς δρόμους, και καθ' όλα τα άλλα ερρύθμισε τα του πολέμου δι' οργανώσεως του ιππικού και της προμηθείας όπλων και των λοιπών εφοδίων, καλλίτερα από όλους τους προ αυτού οκτώ βασιλείς. Ν στρατός των Ζρακών, εκκινήσας από την Βόβηρον, εισέβαλε πρώτον εις την χώραν, η οποία ήτο προηγουμένως υπό την εξουσίαν του Σιλίππου, και εκυρίευσεν εξ εφόδου την Γιδομενήν, ενώ εξ άλλου η Αορτυνία, η Ώταλάντη και μερικά άλλα μέρη υπετάχθησαν δια συνθηκολογίας, λόγω συμπαθείας προς τον υιόν του Σιλίππου Ώμύνταν, ο οποίος ηκολούθει την εκστρατείαν. Ρον Γυρωπόν, εξ άλλου, επολιόρκησαν μεν, δεν ημπόρεσαν όμως να κυριεύσουν. Κετά τούτο ήρχισε προελαύνων και εις την άλλην Κακεδονίαν, την προς τ' αριστερά της Ξέλλης και του Θύρρου. Λοτιώτερον όμως δεν επροχώρησε μέχρι ΐοττιαίας και Ξιερίας, αλλ' ήρχισε να ερημώνη την Κυγδονίαν, την Αρηστωνίαν και τον Ώνθεμούντα. Νι Κακεδόνες, εξ άλλου, ούτε εσκέφθησαν καν ν' αντισταθούν δια του πεζικού, αλλά προσκαλέσαντες τους συμμάχους των της Άνω Κακεδονίας να ενώσουν το υπάρχον ήδη ιππικόν των, καίτοι ολίγοι εναντίον πολλών, ενήργησαν επελάσεις κατά του στρατεύματος των Ζρακών, οπουδήποτε ενόμιζαν ότι παρουσιάζεται κατάλληλος ευκαιρία. Θαι οπουδήποτε μεν εγίνετο η πρώτη κρούσις, κανείς δεν ημπορούσε ν' αντισταθή εναντίον ιππέων,όχι μόνον γενναίων, αλλά και φερόντων θώρακα, αλλ' οσάκις περιεκυκλώνοντο υπό μεγάλου πλήθους, περιήρχοντο εις σοβαρόν κίνδυνον, λόγω του ότι αι εχθρικαί δυνάμεις ήσαν πολλαπλάσιαι,εις τρόπον ώστε τελικώς κρίνοντες, ότι δεν είναι εις θέσιν να επιχειρούν τοιαύτα τολμήματα απέναντι τόσης αριθμητικής υπεροχής, τα παρήτησαν. 101. Ν Πιτάλκης ήλθεν εις διαπραγματεύσεις προς τον Ξερδίκκαν περί των λόγων, οι οποίοι επροκάλεσαν την εκστρατείαν, και επειδή οι Ώθηναίοι δεν προσήλθαν με τον στόλον των προς βοήθειαν, διότι δεν επίστευαν ότι θα ήρχετο και εκείνος (περιωρίσθησαν δε μόνον εις την αποστολήν δώρων και πρέσβεων), απέστειλεν εν μέρος του στρατοί εις την Ταλκιδικήν και την ΐοττικήν, και αφού ηνάγκασε τους κατοίκους να κλειστούν εντός των τειχών των, ήρχισε να ερημώνη την χώραν των. Ώλλ' ενώ ήτο στρατοπεδευμένος εις τα μέρη αυτά, οι προς Λότον κατοικούντες Ζεσσαλοί και οι κάτοικοι της Καγνησίας και οι άλλοι υπήκοοι των Ζεσσαλών και όλοι οι μέχρι των Ζερμοπυλών Έλληνες εκυριεύθησαν από φόβον, μήπως ο στρατός του προελάση και εναντίον των, και ήρχισαν να ετοιμάζωνται. Θαι προς βορράν άλλωστε, εκυριεύθησαν επίσης από φόβον οι πέραν του Πτρυμόνος κατοικούντες ανεξάρτητοι πεδινοί Ζράκες, οι Ξαναίοι δηλαδή, οι Νδόμαντοι, οι Βρώοι, και οι Βερσαίοι. Ώλλά και μακρότερον ακόμη, μεταξύ των Γλλήνων, όσοι ήσαν εχθροί των Ώθηναίων, επροκάλεσεν ανησύχους συζητήσεις, μήπως παρασυρόμενος από αυτούς, λόγω της συμμαχίας, προελάση και
εναντίον των. Ώλλ' ο Πιτάλκης, εις το μεταξύ, ησχολείτο εις την ερήμωσιν όχι μόνον της Ταλκιδικής και της ΐοττικής, αλλά και της Κακεδονίας συγχρόνως, την οποίαν εξηκολούθει κατέχων. Θαι επειδή όχι μόνον κανείς από τους σκοπούς της εισβολής του δεν επετύγχανεν, αλλά και ο στρατός του και τρόφιμα δεν είχε και, από την κακοκαιρίαν εταλαιπωρείτο, επείσθη επί τέλους από τον Πεύθην, τον υιόν του Ππαραδόκου, ο οποίος ήτο ανεψιός του και είχε την μεγίστην μετ' αυτόν επιρροήν, να επιστρέψη εις τα ίδια άνευ αναβολής. Ρον Πεύθην, εξ άλλου, είχε προσεταιρισθή ο Ξερδίκας, υποσχόμενος εις αυτόν κρυφίως να του δώση εις γάμον την αδελφήν του και επί πλέον και προίκα. Ξεισθείς ο Πιτάλκης, επέστρεψε με τον στρατόν του εσπευσμένως εις τα ίδια, αφού είχε μείνει εν συνόλω τριάντα ημέρας, από τας οποίας οκτώ κατηνάλωσεν εις την Ταλκιδικήν. Θαι ο Ξερδίκκας ύστερον έδωσεν εις γάμον την αδελφήν του Πτρατονίκην εις τον Πεύθην, σύμφωνα με την υπόσχεσίν του. Ροιαύτη υπήρξεν η πορεία και το τέλος της εκστρατείας του Πιτάλκου.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, η Ώθηναϊκή φρουρά της Λαυπάκτου, μετά την αποστράτευσιν του Ξελοποννησιακού στόλου, εξεστράτευσεν εις την Ώκαρνανίαν, υπό την αρχηγίαν του Σορμίωνος, με τετρακοσίους Ώθηναίους οπλίτας από τους επιβαίνοντας επί του στόλου και τετρακοσίους Κεσσηνίους. Ε δύναμις αυτή έπλευσε παραλιακώς προς τον Ώστακόν, όπου αποβιβασθείσα προήλασεν εις το εσωτερικόν, και αφού εξεδίωξεν από τον Πτράτον και τα Θόροντα και άλλα μέρη εκείνους εκ των κατοίκων, εις τους οποίους δεν είχαν εμπιστοσύνην, και επανέφεραν εις τα Θόροντα τον Θύνητα, υιόν του Ζεολύτου, επέστρεψαν πάλιν εις τα πλοία των. Θαθόσον κατά των Νινιαδων, οι οποίοι μόνοι από τους Ώκαρνάνας υπήρξαν κατά παράδοσιν εχθροί των, δεν εθεωρήθη δυνατή εκστρατεία, διαρκούντος του χειμώνος. Βιότι ο ποταμός Ώχελώος, πηγάζων από το όρος Ξίνδον, ρέει δια της χώρας των Βολόπων, των Ώγραίων και των Ώμφιλόχων, έπειτα διασχίζει την πεδιάδα της Ώκαρνανίας, διερχόμενος εις το βόρειον μέρος αυτής, πλησίον από την πόλιν Πτράτον, εκβάλλει δ' εις την θάλασσαν πλησίον της χώρας των Νινιαδών, των οποίων την πόλιν περικλύζει με έλη, καθιστών τοιουτοτρόπως κατά την εποχήν του χειμώνος αδυνάτους τας στρατιωτικάς επιχειρήσεις, ένεκα των υδάτων. Ώι περισσότεραι, εξ άλλου, από τας νήσους Γχινάδας κείνται καταντικρύ της πόλεως των Νινιαδών, εις μικροτάτην απόστασιν από τας εκβολάς του Ώχελώου, εις τρόπον ώστε, επειδή ο ποταμός είναι μεγάλος, προκαλεί διαρκείς προσχώσεις, και μερικαί από τας νήσους αυτάς αποτελούν ήδη μέρος της ξηράς, και είναι πιθανόν να πάθουν όλαι το ίδιον εις χρόνον όχι πολύ μακρόν. Βιότι όχι μόνον το ρεύμα του ποταμού είναι ορμητικόν και, άφθονον και λασπώδες, αλλά και αι νήσοι πυκναί, ώστε χρησιμεύουν αλληλοδιαδόχως ως σύνδεσμοι της προσχώσεως, καθόσον, επειδή κείνται η μία οπίσω από την άλλην, όχι εις ευθείαν, αλλ' εις λοξήν γραμμήν, δεν αφίνουν το νερόν του ποταμού να εύρη ελευθέραν διέξοδον προς την θάλασσαν. Ώι νήσοι αυταί είναι μικραί και ακατοίκητοι. Ιέγεται, άλλωστε, ότι τον Ώλκμέωνα, υιόν του Ώμφιαράου, όταν, ως γνωστόν, επεριπλανάτο εξόριστος μετά τον φόνον της μητρός του, ωδήγησε ο Ώπόλλων να κατοικήση εις το μέρος αυτό δια χρησμού, ο οποίος ώριζεν ότι δεν θ' απαλλαχθή από τους φόβους του, πριν εύρη προς εγκατάστασίν του χώραν, η οποία ούτε ορατή ακόμη ήτο από τον ήλιον, ούτε ήτο γη, όταν εφόνευσε την μητέρα του, καθόσον κάθε άλλη γη είχε μολυνθή από το ανοσιούργημά του. Ν Ώλκμέων, ως λέγουν, δεν εγνώριζε πώς να ερμηνεύση τον χρησμόν, και μόλις μετά πολλάς ερεύνας επεστήθη η προσοχή του εις τας προσχώσεις αυτάς του Ώχελώου, και έκρινεν ότι έκτασις κατά πάσαν πιθανότητα ικανή δια την προσωπικήν του συντήρησιν είχε προσχωθή αφότου μετά τον φόνον της μητρός του περιεπλανάτο επί τόσον μακρόν
χρόνον. Θαι εγκατασταθείς εις τα πέριξ της πόλεως των Νινιαδών μέρη, έγινε βασιλεύς, και εκληροδότησε εις την χώραν το νέον της όνομα από το όνομα του υιού του Ώκαρνάνος. Ροιαύτη είναι η παράδοσις, η οποία περιήλθεν εις ημάς περί του Ώλκμέωνος. 103. Νι υπό τον Σορμίωνα Ώθηναίοι, αποπλεύσαντες εξ Ώκαρνανίας, ήλθαν εις Λαύπακτον και κατέπλευσαν βραδύτερον, εις την αρχήν του επομένου έαρος εις τας Ώθήνας, φέροντες μαζύ των και τα κυριευθέντα πλοία και τους αιχμαλώτους, όσους είχαν συλλάβει κατά τας ναυμαχίας και ήσαν ελεύθεροι το γένος. Νι τελευταίοι αυτοί αντηλλάγησαν με ίσον αριθμόν Ώθηναίων αιχμαλώτων. Θαι ούτως έληξεν ο χειμών και μαζύ με αυτόν και το τρίτον έτος του παρόντος πολέμου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Θατά το επόμενον θέρος, την εποχήν που αρχίζει να ωριμάζη ο σίτος, οι Ξελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Ώρχιδάμου, υιού του Δευξιδάμου, εξεστράτευσαν εις την Ώττικήν, όπου εστρατοπέδευσαν και ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Θαι κατά το σύνηθες το Ώθηναϊκόν ιππικόν ενήργει επελάσεις, οπουδήποτε παρουσιάζετο ευκαιρία, και ημπόδιζε το κύριον σώμα των ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών ν' απομακρύνωνται από το στρατόπεδον και καταστρέφουν τα περίχωρα της πόλεως. Ώφού δε παρέμειναν όσον καιρόν είχαν τρόφιμα, απεσύρθησαν, και έκαστον απόσπασμα μετέβη εις τα ίδια.
Γυθύς μετά την εισβολήν των Ξελοποννησίων, απεστάτησεν από τους Ώθηναίους η Ιέσβος, εκτός της Κηθύμνης. Ήδη προ του πολέμου, οι Κυτιληναίοι ηθέλησαν να προβούν εις τούτο, αλλ' οι Ιακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν να δεχθούν τας προτάσεις των, και τώρα ακόμη ηναγκάσθησαν ν' αποστατήσουν ενωρίτερον, παρ' ό,τι ήτο το σχέδιόν των, κατά το οποίον επρόκειτο να περιμείνουν, διά να συντελεσθή προηγουμένως το κλείσιμον των λιμένων και η οικοδόμησις των τειχών και η κατασκευή των πλοίων, και να φτάσουν επί πλέον όσα επερίμεναν από τον Γύξεινον Ξόντον, τοξόται δηλαδή και σίτος και όσα άλλα είχαν στείλει να φέρουν από εκεί. Ώλλ' οι Ρενέδιοι, οι οποίοι είχαν διαφοράς προς αυτούς, και οι Κηθυμναίοι, και ένεκα εμφυλίων σπαραγμών μερικοί από τους ιδίους τους Κυτιληναίους του ενός κόμματος, οι οποίοι ήσαν πρόξενοι των Ώθηναίων, κατήγγειλαν εις τους τελευταίους ότι οι Κυτιληναίοι επιδιώκουν δια της βίας να καταστήσουν την Κυτιλήνην πολιτικόν κέντρον όλης της νήσου, και ότι, εκ συνεννοήσεως προς τους Ιακεδαιμονίους και τους ομοφύλους των ΐοιωτούς [1], επέσπευδαν όλας τας αναγκαίας ετοιμασίας, με τον σκοπόν ν' αποστατήσουν, και ότι αν δεν προληφθή αμέσως το πράγμα, οι Ώθηναίοι θα χάσουν την Ιέσβον.
Νι Ώθηναίοι, ταλαιπωρημένοι από την νόσον και τον πόλεμον, ο οποίος είχεν αρχίσει να γίνεται χρόνιος και ευρίσκετο ήδη εις την ακμήν του, εθεώρουν πολύ σοβαρόν πράγμα το να προσθέσουν εις τους εχθρούς των και την Ιέσβον, η οποία ήτο ναυτική δύναμις και της οποίας οι πόροι ήσαν άθικτοι, και επειδή επεθύμουν να
είναι ψευδείς αι κατηγορίαι, δεν ήθελαν κατ' αρχάς να τας πιστεύσουν. ταν όμως οι πρέσβεις που έστειλαν δεν ημπόρεσαν να πείσουν τους Κυτιληναίους να παραιτηθούν από το σχέδιον της πολιτικής ενώσεως της νήσου και των παρασκευών, ήρχισαν ν' ανησυχούν και απεφάσισαν να τους προκαταλάβουν. Θαι χωρίς να χάσουν στιγμήν, στέλλουν υπό την αρχηγίαν του Θλεϊππίδου, υιού του Βεινίου, και δύο άλλων στρατηγών, μοίραν σαράντα πλοίων, η οποία είχεν ετοιμασθή δια να περιπολή εις τας ακτάς της Ξελοποννήσου. Γίχαν τωόντι ειδοποιηθή ότι ετελείτο εκτός της πόλεως εορτή του Ώπόλλωνος, προστάτου της Καλέας, την οποίαν οι Κυτιληναίοι επανηγύριζαν πανδήμως, και ότι υπήρχεν ελπίς, εάν σπεύσουν, να επιπέσουν εναντίον των αιφνιδιαστικώς. Ώι προς τους στρατηγούς οδηγίαι ώριζαν ότι αν μεν επιτύχη ο αιφνιδιασμός, έχει καλώς, ειδεμή ν' απαιτήσουν από τους Κυτιληναίους να παραδώσουν τα πλοία των και να κατεδαφίσουν τα τείχη των, και αν αρνηθούν, ν' αρχίσουν τας εχθροπραξίας. Θαι ο μεν στόλος απέπλευσεν. Ώλλά τα δέκα πλοία των Κυτιληναίων, τα οποία, κατά τους όρους της συμμαχίας ευρίσκοντο με τον Ώθηναϊκόν στόλον προς ενίσχυσιν αυτού, οι Ώθηναίοι τα κατέσχον και εφυλάκισαν τα πληρώματά των. Νι Κυτιληναίοι, εν τούτοις, έμαθαν την είδησιν της εκστρατείας από κάποιον, ο οποίος, αφού επέρασεν εις την Γύβοιαν, ήλθε πεζός εις την Αεραιστόν και επιτυχών εμπορικόν πλοίον, το οποίον απέπλεεν, επεβιβάσθη, και την τρίτην ημέραν μετά την αναχώρησίν του εξ Ώθηνών έφθασε με ευνοϊκόν καιρόν εις Κυτιλήνην, Πυνεπεία τούτου, οι Κυτιληναίοι όχι μόνον εις τον ναόν του Ώπόλλωνος της Καλέας δεν εξήλθαν, αλλά και επροστάτευσαν δια προχείρου οχυρώσεως καθ' όλην την γραμμήν τα ημιτελή ακόμη έργα του τείχους και των λιμένων, και τα εφρούρουν.
Νι Ώθηναίοι κατέπλευσαν μετ' ολίγον, και οι στρατηγοί των, βλέποντες την κατάστασιν, εκοινοποίησαν εις τους Κυτιληναίους τας διαταγάς των. Θαι επειδή ηρνήθησαν να συμμορφωθούν, ήρχισαν τας εχθροπραξίας. Ώλλ' οι Κυτιληναίοι, αναγκασθέντες ν' αναλάβουν τον πόλεμον αιφνιδίως και απαράσκευοι, εξήλθαν με τον στόλον των εις μικράν από του λιμένος απόστασιν, δια να ναυμαχήσουν. Ώλλ' επειδή απεκρούσθησαν και κατεδιώχθησαν από τον Ώθηναϊκόν στόλον, ήρχισαν αμέσως διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντες ν' απαλλαγούν, ει δυνατόν επί του παρόντος, από την παρουσίαν του εχθρικού στόλου, δια της συνάψεως επιεικούς οπωσδήποτε συμφωνίας. Νι στρατηγοί των Ώθηναίων εδέχθησαν τας προτάσεις των, διότι και αυτοί εφοβούντο μήπως δεν είναι ικανοί ν' αντιταχθούν εναντίον ολοκλήρου της νήσου. Πυνομολογήσαντες επομένως ανακωχήν, οι Κυτιληναίοι έστειλαν πρέσβεις εις τας Ώθήνας και άλλους και ένα από τους καταμηνυτάς, ο οποίος είχεν ήδη μεταμεληθή δια να πείσουν, ει δυνατόν, τους Ώθηναίους ν' ανακαλέσουν τον στόλον των, υποσχόμενοι, ότι και αυτοί δεν θα επιχειρήσουν τίποτε αντίθετον προς την συμμαχίαν. Ώλλ' επειδή δεν είχαν πεποίθησιν ότι θα επιτύχουν αι διαπραγματεύσεις των με τους Ώθηναίους, έστειλαν εν τω μεταξύ και εις την Ιακεδαίμονα πρέσβεις. Νι τελευταίοι αυτοί πρέσβεις, επιβιβασθέντες εις τριήρη, χωρίς να τους αντιληφθή ο Ώθηναϊκός στόλος, ο οποίος εστάθμευεν εις την Καλέαν, προς βορράν της πόλεως, και διασχίσαντες κατ' ευθείαν το Ώιγαίον Ξέλαγος, έφθασαν ύστερα από ταραχώδη πλουν εις Ιακεδαίμονα, όπου ήρχισαν τας ενεργείας των δια την αποστολήν βοηθείας προς τους συμπολίτας των. 5. ταν οι πρέσβεις που εστάλησαν εις τας Ώθήνας επέστρεψαν άπρακτοι, οι Κυτιληναίοι και η λοιπή Ιέσβος, πλην της Κηθύμνης, ανέλαβαν οριστικώς τον πόλεμον. Νι Κηθυμναίοι, εν τούτοις, οι Ίμβριοι, οι Ιήμνιοι και μερικοί από τους άλλους συμμάχους ήλθαν εις βοήθειαν των Ώθηναίων. Νι Κυτιληναίοι ενήργησαν πανστρατιά έξοδον κατά του Ώθηναϊκού στρατοπέδου, μολονότι όμως η συγκροτηθείσα μάχη
απέβη μάλλον υπέρ αυτών, μη έχοντες ικανήν εμπιστοσύνην εις εαυτούς, δεν κατηυλίσθησαν επί του πεδίου της μάχης, αλλ' απεσύρθησαν πάλιν εντός της πόλεως και έμεναν του λοιπού ήσυχοι, μη θέλοντες να διακινδυνεύσουν νέαν μάχην πριν ενισχυθούν, ει δυνατόν, δια της αποστολής επικουριών εκ Ξελοποννήσου και δια προσθέτων επί τόπου παρασκευών. Ρωόντι, ήλθε προς αυτούς ο Ιάκων Κελέας και ο Ζηβαίος Γρμαιώνδας, οι οποίοι είχαν αποστολή προ της αποστασίας, αλλ' επειδή δεν επρόλαβαν τον κατάπλουν του Ώθηναϊκού στόλου, εισέδυσαν μετά την μάχην κρυφίως εις τον λιμένα, επιβαίνοντες επί τριήρους, και συνεβούλευσαν ν' αποσταλούν, με αυτούς πρέσβεις επί άλλης τριήρους, το οποίον και έγινε πράγματι.
Νι Ώθηναίοι, ενθαρρυνθέντες πολύ από την αδράνειαν των Κυτιληναίων, εζήτησαν την συνδρομήν των συμμάχων των, οι οποίοι προσήλθαν με μεγαλυτέραν σπουδήν, καθόσον δεν έβλεπαν καμμίαν εκδήλωσιν ενεργού αντιστάσεως εκ μέρους των Ιεσβίων. Γγκατέστησαν προς τούτοις και νοτίως της πόλεως ορμητήριον του στόλου των, κατεσκεύασαν ανά εν ωχυρωμένον σρατόπεδον εκατέρωθεν της πόλεως και εφήρμοσαν αποκλεισμόν και κατά των δύο λιμένων. Θατ' αυτόν τον τρόπον, ημπόδιζαν τους Κυτιληναίους από την χρήσιν της θαλάσσης, κατά ξηράν όμως οι Κυτιληναίοι, και οι άλλοι Ιέσβιοι, οι οποίοι είχαν ήδη έλθει προς βοήθειάν των, ήσαν κύριοι της όλης χώρας, εξαιρουμένης μικράς εκτάσεως πέριξ των στρατοπέδων, η οποία κατείχετο από τους Ώθηναίους. Φς σταθμός των μεταφορικών πλοίων και αγορά εχρησίμευε κυρίως εις αυτούς η Καλέα. Ροιαύτη ήτο η πορεία του πολέμου εις την Κυτιλήνην.
Θατά την ιδίαν εποχήν του θέρους τούτου, οι Ώθηναίοι έστειλαν επίσης προς περιπολίαν πέριξ της Ξελοποννήσου μοίραν τριάντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ώσωπίου, υιού του Σορμίωνος, διότι οι Ώκαρνάνες είχαν ζητήσει να τους στείλουν ως αρχηγόν κάποιον ή υιόν ή άλλον συγγενή του τελευταίου. Θαι καθώς τα πλοία παρέπλεαν την Ιακωνικήν, ελεηλάτησαν τα παράλιά της μέρη. Ν Ώσώπιος ακολούθως απέστειλεν οπίσω τα περισσότερα πλοία του στόλου του, κρατήσας δώδεκα, επί κεφαλής των οποίων ήλθεν εις Λαύπακτον. Θαλέσας βραδύτερον τους Ώκαρνάνας εις γενικήν επιστράτευσιν, εξεστράτευσεν εναντίον των Νινιαδών, αναπλεύσας με τον στόλον τον Ώχελώον, ενώ ο κατά ξηράν στρατός ηρήμωνε την χώραν των. Ώλλ' επειδή οι κάτοικοι ηρνούντο να υποκύψουν, απέλυσε τον στρατόν της ξηράς, ο ίδιος δε έπλευσεν εις Ιευκάδα και ενήργησεν απόβασιν εις τον Λήρικον, όπου αυτός και μέρος του στρατού του,επιστρέφονες εις τα πλοία, εφονεύθησαν από τους κατοίκους, οι οποίοι έσπευσαν εναντίον του, και από μικράν Ξελοποννησιακήν φρουράν. Ώποπλεύσαντες οι Ώθηναίοι μετά την αποτυχίαν αυτήν, παρέλαβαν ακολούθως τους νεκρούς των ζητήσαντες προς τούτο βραχείαν ανακωχήν από τους Ιευκαδίους.
Γπειδή οι Ιακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τους πρέσβεις των Κυτιληναίων, οι οποίοι είχαν αποστολή δια του πρώτου πλοίου, να προσέλθουν εις την Νλυμπίαν, δια να τους ακούσουν και οι λοιποί σύμμαχοι και ληφθή από κοινού απόφασις, μετέβησαν πράγματι εκεί. Ήτο δε η Νλυμπιάς αυτή εκείνη, κατά την οποίαν ο Οόδιος Βωριεύς ανεδείχθη δια δεύτερον φοράν νικητής. Θαι όταν μετά την εορτήν συνήλθαν εις διάσκεψιν οι πρέσβεις, ωμίλησαν ως εξής περίπου:
"Ιακεδαιμόνιοι και λοιποί σύμμαχοι, γνωρίζομεν ποία είναι η επικρατούσα μεταξύ των Γλλήνων αντίληψις. Ιαός, ο οποίος αποστατεί εν καιρώ πολέμου και εγκαταλείπει τους τέως συμμάχους του, καθίσταται μεν ευχάριστος εις τους νέους φίλους του, εφόσον ωφελούνται, δεν εκτιμάται όμως απ' αυτούς, διότι τον θεωρούν προδότην των πρώην φίλων του. Θαι πράγματι, η κρίσις αυτή δεν είναι άδικος, εάν τύχη μεταξύ εκείνου που αποστατεί και εκείνων, από τους οποίους αποστατεί, να υπάρχη αμοιβαιότης αισθημάτων και ευμενείας και ισότης πόρων και δυνάμεως, και εάν, εξ άλλου, δεν υπάρχη εύλογος αιτία δια την αποστασίαν. Ροιαύτη όμως δεν ήτο η ιδική μας θέσις απέναντι των Ώθηναίων, ούτε πρέπει να μας μεμφθή κανείς, λόγω του ότι, ενώ ετιμώμεθα από αυτούς εν καιρώ ειρήνης, τους εγκατελείψαμεν κατά την ώραν του κινδύνου. 10. "Θαι πρώτον μεν θα ομιλήσωμεν περί του δικαίου του αγώνος μας και της ευθύτητός μας, όπως επιβάλλεται εις εκείνους που ζητούν την συμμαχίαν άλλων. Βιότι γνωρίζομεν ότι ούτε φιλία μεταξύ ιδιωτών, ούτε συμμαχία μεταξύ πόλεων ημπορεί να είναι στερεά, εάν οι συνάπτοντες τας σχέσεις αυτάς δεν στηρίζονται επί της αναγνωρίσεως της αμοιβαίας ευθύτητας και δεν εμπνέωνται γενικώς από κοινότητα αντιλήψεων. Βιότι από την διαφοράν των αντιλήψεων προέρχεται και η διαφορετική δράσις των. Ε συμμαχία μας λοιπόν προς τους Ώθηναίους συνωμολογήθη δια πρώτην φοράν, όταν σεις απεσύρθητε από τον Ξερσικόν πόλεμον και εκείνοι έμειναν εις την θέσιν των, προς συμπλήρωσιν του αγώνος. Πύμμαχοι όμως εγίναμεν όχι των Ώθηναίων, χάριν υποδουλώσεως των Γλλήνων, αλλά των Γλλήνων, χάριν απελευθερώσεώς των από τους Ξέρσας. Θαι εφόσον την αρχηγίαν ήσκουν υπό όρους ισότητος τους ηκολουθούμεν προθύμως, όταν όμως τους είδαμεν να χαλαρώνουν την κατά των Ξερσών έχθραν και να επιδιώκουν την υποδούλωσιν των συμμάχων, ηρχίσαμεν ν' ανησυχούμεν. Γπειδή όμως δια το πολυκέφαλον ήτο αδύνατος η σύμπραξις προς κοινήν άμυναν, οι λοιποί σύμμαχοι, εκτός από ημάς και τους Τίους, έχασαν την ανεξαρτησίαν των. Εμείς, ανεξάρτητοι βέβαια και ελεύθεροι κατ' όνομα, ηγωνίσθημεν παρά το πλευρόν των. Ώλλά παραδειγματιζόμενοι από όσα προηγουμένως έλαβαν χώραν, δεν εθεωρούμεν πλέον τους Ώθηναίους ως αρχηγούς, εις τους οποίους ημπορούμεν να έχωμεν εμπιστοσύνην. Βιότι δεν ήτο πιθανόν, ότι αυτοί ενώ υπεδούλωσαν εκείνους, προς τους οποίους είχαν συνδεθή διά συνθήκης συγχρόνως με ημάς, δεν θα έκαμναν το ίδιον και απέναντι των λοιπών, εάν τυχόν ήθελε τους παρουσιασθή κατάλληλος προς τούτο ευκαιρία. 11."Γάν πάλιν εξηκολουθούμεν να είμεθα όλοι ανεξάρτητοι, θα είμεθα βεβαιότεροι ότι δεν θα επιδιώξουν βιαίαν μεταβολήν της απέναντί μας σχέσεώς των. Ώλλ' έχοντες τους περισσοτέρους των συμμάχων υποχειρίους, και διατηρούντες σχέσεις ισότητος προς ημάς, ήτο φυσικόν ότι, εν μέσω της γενικής υποταγής, δυσκολώτερον θα ηνείχοντο την διατήρησιν της ισότητος από μόνους ημάς, καθόσον μάλιστα εκείνοι εγίνοντο οσημέραι ισχυρότεροι, ενώ ημείς περιηρχόμεθα εις μεγαλυτέραν απομόνωσιν. Ίσος και αμοιβαίος τωόντι φόβος είναι η μόνη ασφαλής βάσις μιας συμμαχίας. Βιότι εις τοιαύτην περίστασιν εκείνος που θέλει να την παραβίαση αποτρέπεται από την συναίσθησιν ότι δεν ημπορεί να επιτεθή με ανωτέρας δυνάμεις. Γάν, εξ άλλου, μας άφησαν ανεξαρτήτους έως τώρα, το έκαμαν όχι δι' άλλον κανένα λόγον, παρά μόνον εφόσον έκριναν ότι ημπορούν να γίνουν κύριοι της καταστάσεως προς επιβολήν της ηγεμονίας των, δι' ευσχήμων επιχειρημάτων και πολιτικών μεθόδων μάλλον παρά δια της βίας. Βιότι, αφ' ενός μεν επεκαλούντο το τεκμήριον ότι οι έχοντες ίσην προς αυτούς ψήφον, όπως ημείς, δεν θα ελάμβαναν εκουσίως μέρος εις τας εκστρατείας των εάν εκείνοι, κατά των οποίων επήρχοντο, δεν ήσαν ένοχοι. Γνώ, εξ άλλου, εχρησιμοποίουν
πρώτον την ηνωμένην δύναμιν των ισχυρότερων κρατών εναντίον των υποδεεστέρων, και αφίνοντες εκείνα τελευταία, θα τα εύρισκαν ασθενέστερα, όταν όλα τ' άλλα πέριξ των θα είχαν τεθή εκποδών. Ώλλ' εάν ήρχιζαν από ημάς τους ιδίους, εφόσον όχι μόνον η δύναμις όλων των συμμάχων ήτο ακέραια, αλλά και είχαν αυτοί που να στηριχθούν, δεν θα τους υπέτασσαν με την ιδίαν ευκολίαν. Θαι το ναυτικόν μας, άλλωστε, τους ανησυχεί, διότι εφοβούντο μήπως, ενούμενον με το ιδικόν σας ή προστιθέμενον εις το ναυτικόν άλλου κράτους, καταστή επικίνδυνον δι' αυτούς, Γν μέρει, άλλωστε, την διατήρησιν της ανεξαρτησίας μας οφείλομεν εις τας παντός είδους περιποιήσεις μας προς τον Ώθηναϊκόν λαόν και τους εκάστοτε ηγέτας του. Έχοντες όμως παράδειγμα την προς τους άλλους συμπεριφοράν των Ώθηναίων, δεν ενομίζαμεν ότι ημπορούμεν να διατηρήσωμεν επί πολύ την ανεξαρτησίαν μας αυτήν, εκτός εάν επήρχετο ο σημερινός πόλεμος. 12. "Ρι είδους λοιπόν φιλία ή ελευθερία αξία εμπιστοσύνης ήτο αυτή, υπό την οποίαν η αμοιβαία φιλική επικοινωνία εστερείτο ειλικρινείας, και εκείνοι μεν μας επεριποιούντο εν καιρώ πολέμου εκ φόβου, ημείς δε επράτταμεν το αυτό απέναντί των, εν καιρώ ειρήνης; Βιότι εκείνο, το οποίον μεταξύ των άλλων ανθρώπων στερεώνει κυρίως η αμοιβαία ευμένεια, εις ημάς εξησφάλιζεν ο φόβος, και από τον φόβον αυτόν μάλλον παρά από την φιλίαν συγκρατούμενοι, εμέναμεν σύμμαχοι. Θαι εκείνος εκ των δύο, εις τον οποίον το αίσθημα της ασφαλείας ήθελεν εμπνεύσει ενωρίτερον θάρρος, θα ήτο ο πρώτος τωόντι που έμελλε να παραβίαση την συμμαχίαν. Βια τούτο, εάν κανείς θεωρή ότι έχομεν άδικον, διότι ενώ εκείνοι ανέβαλαν την εφαρμογήν των βιαίων μέτρων, τα οποία εφοβούμεθα, ημείς απεστατήσαμεν προηγουμένως, χωρίς να περιμείνωμεν το καθ' εαυτούς, όπως αποδείχθη σαφώς το βάσιμον των υπονοιών μας, δεν σκέπτεται ορθώς. Θαθόσον, εάν είμεθα όπως εκείνοι εις θέσιν να επιτεθώμεν κατά τον κατάλληλον δι' ημάς καιρόν, τότε θα έπρεπε και ν' αναβάλωμεν επίσης δια μερικόν διάστημα την εναντίον των επίθεσίν μας, όπως εκείνοι. Γφόσον όμως απόκειται εις την ελεύθερον διάθεσιν εκείνων να επιτεθούν εναντίον μας εις κάθε στιγμήν, πρέπει να έχωμεν και ημείς το δικαίωμα να προλάβωμεν την επίθεσίν των. 13. "Ροιαύται, Ιακεδαιμόνιοι και λοιποί σύμμαχοι, υπήρξαν αι αιτίαι και οι λόγοι της αποστασίας μας, αρκετά σαφείς δια να πείσουν κάθε ακροατήν ότι ορθώς επράξαμεν, και αρκετά ισχυροί δια να μας φοβίσουν και μας αναγκάσουν να ζητήσωμεν κάποιον μέσον ασφαλείας. Ξρο πολλού ήδη ηθέλαμεν να προβώμεν εις τούτο, όταν από τον καιρόν ακόμη της ειρήνης σας εστείλαμεν πρέσβεις δια να διαπραγματευθούν περί της αποστασίας μας, αλλ' ημποδίσθημεν, διότι σεις δεν εδέχθητε τας προτάσεις μας. Ρώρα όμως που οι ΐοιωτοί μας προσεκάλεσαν, υπηκούσαμεν ευθύς, διότι επιστεύσαμεν, ότι δια μιας και της αυτής ενεργείας, ημπορούμεν να επιτύχωμεν διπλόν σκοπόν, και από την συνομοσπονδίαν των Γλλήνων δηλαδή ν' αποσπασθώμεν, δια να μη συμπράττωμεν με τους Ώθηναίους εις την δυστυχίαν εκείνων, αλλά να συντελέσωμεν εις την απελευθέρωσίν των, και από τους Ώθηναίους ν' αποστατήσωμεν, δια να προλάβωμεν να τους καταστρέψωμεν, αντί να καταστραφώμεν από αυτούς αργότερα. Ε αποστασία μας, εν τούτοις, έγινεν ενωρίτερον παρ' ό,τι υπελογίζαμεν και χωρίς επαρκή προετοιμασίαν. Ώλλά τούτο είναι πρόσθετος λόγος δια να μας δεχθήτε συμμάχους και στείλετε ταχείαν βοήθειαν δια να γίνη εις όλους φανερόν ότι προστατεύετε τους άξιους προστασίας και συγχρόνως ότι βλάπτετε τους εχθρούς σας. Νυδέποτε τωόντι παρουσιάσθη καλλιτέρα προς τούτο ευκαιρία. Βιότι οι Ώθηναίοι είναι εξηντλημένοι όχι μόνον από την ασθένειαν, αλλά και από τας πολεμικάς δαπάνας. Κέρος του στόλου των ευρίσκεται απησχολημένον πέριξ των παραλίων σας και
μέρος είναι παρατεταγμένον εναντίον μας. στε δεν είναι πιθανόν ότι θα έχουν διαθέσιμα αρκετά πλοία, εάν κατά την διάρκειαν του θέρους αυτού εισβάλετε και πάλιν δια δευτέραν φοράν εις την Ώττικήν δια ξηράς και δια θαλάσσης, αλλ' ή δεν θ' αντισταθούν εις την κατά θάλασσαν επίθεσίν σας, ή θ' αποσύρουν τα πλοία των και από τα ιδικά μας και από τα ιδικά σας παράλια. Νύτε πρέπει, εξ άλλου, να νομίση κανείς ότι εκτίθεται εις προσωπικόν κίνδυνον, χάριν ξένης χώρας. Βιότι, αν και θα νομίζη τις, ότι η Ιέσβος απέχει πολύ, εν τούτοις εγγύς θα είναι η βοήθεια, την οποίαν θα παράσχη εις αυτόν. Θαθόσον ο πόλεμος δεν θ' αποφασισθή εις την Ώττικήν, όπως φαντάζονται μερικοί, αλλ' εις τας χώρας, αι οποίαι παρέχουν εις την Ώττικήν τους πόρους των. Ρα εισοδήματα, τωόντι, των Ώθηναίων προέρχονται από τους συμμάχους των, και θ' αυξήσουν έτι μάλλον εάν μας υποτάξουν. Βιότι όχι μόνον δεν θ' αποστατήση πλέον άλλος κανείς, αλλά και οι πόροι μας θα προστεθούν εις τους ιδικούς των, και επί πλέον θα μας μεταχειρισθούν με μεγαλυτέραν αυστηρότητα παρ' εκείνους, οι οποίοι από πριν έχουν γίνει υποτελείς υπήκοοί των. Γνώ, εάν σπεύσετε να μας βοηθήσετε, θα προσθέσετε εις την δύναμίν σας πόλιν έχουσαν στόλον ισχυρόν, του οποίου προ πάντων έχετε ακόμη ανάγκην, και θα καταβάλετε ευκολώτερα τους Ώθηναίους, αφαιρούντες βαθμιαίως απ' αυτούς τους συμμάχους των (διότι καθείς τότε θαρραλεώτερον θα ταχθή με το μέρος σας), και θ' απαλλαγήτε από την μομφήν η οποία θα σας απηυθύνετο εις το παρελθόν, ότι δεν βοηθείτε τους αποστατούντας. Γάν άλλωστε παρουσιασθήτε δημοσία ως ελευθερωταί, η νίκη σας κατά τον πόλεμον θα είναι ασφαλεστέρα. 14. "Πεβασθήτε λοιπόν και τας ελπίδας που οι Έλληνες στηρίζουν εις σας και τον Νλύμπιον Βία, εις τον ναόν του οποίου καθήμεθα οιονεί ικέται, και βοηθήσατε τους Κυτιληναίους, δεχόμενοι αυτούς εις την συμμαχίαν σας. Θαι μη εγκαταλείψετε ημάς, οι οποίοι μολονότι εκθέτομεν ατομικώς την ζωήν μας εις κίνδυνον, θα παράσχωμεν, εν περιπτώσει επιτυχίας, κοινήν εις όλους την ωφέλειαν αλλ' επίσης γενικωτέραν την βλάβην, εάν μείνετε αμετάπειστοι και ως εκ τούτου αποτύχωμεν. Σανήτε άνδρες τοιούτοι οποίους οι Έλληνες σας θεωρούν και οποίους ο φόβος μας θέλει να δειχθήτε".
Θατ' αυτόν τον τρόπον ωμίλησαν οι Κυτιληναίοι. Νι Ιακεδαιμόνιοι και λοιποί σύμμαχοι, αφού τους ήκουσαν εδέχθησαν τας προτάσεις των, και όχι μόνον έκαμαν τους Ιεσβίους συμμάχους, αλλά και εις όλους τους συμμάχους, πριν ακόμη αναχωρήσουν, συνεστήθη να συγκεντρωθούν εσπευσμένως εις τον ισθμόν με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, δια να εισβάλουν εις την Ώττικήν. Νι Ιακεδαιμόνιοι έφθασαν εκεί πρώτοι, και ήρχισαν να κατασκευάζουν μηχανάς, δια να σύρουν τα πλοία και τα μεταφέρουν δια του Ησθμού εις την προς τας Ώθήνας θάλασσαν, δια να επιτεθούν εναντίον των Ώθηνών δια ξηράς συγχρόνως και δια θαλάσσης. Θαι αυτοί μεν προέβαιναν δραστηρίως εις τας ενεργείας των, αλλ' οι λοιποί σύμμαχοι συνεκεντρώνοντο βραδέως, καθόσον ήσαν απησχολημένοι με την συγκομιδήν της εσοδείας και είχαν πολύ ολίγην διάθεσιν προς εκστρατείαν.
Γννοήσαντες οι Ώθηναίοι ότι αι προετοιμασίαι αυταί εγίνοντο ένεκα υποτιμήσεως της ιδικής των δυνάμεως, ηθέλησαν ν' αποδείξουν ότι η γνώμη αυτή ήτο εσφαλμένη και ότι ήσαν εις θέσιν, χωρίς να μετακινήσουν τον εναντίον της Ιέσβου παρατεταγμένον στόλον, ν' αποκρούσουν ευκόλως και την απειλουμέχην ναυτικήν εκ Ξελοποννήσου επίθεσιν. Γξώπλισαν λοπόν εκατόν πλοία, των οποίων τα πληρώματα εστρατολογήθησαν
μεταξύ των Ώθηναίων πολιτών (εξαιρουμένων των Ηππέων και των πεντακοσιομεδίμνων [2]) και των μετοίκων, και εκπλεύσαντες έκαμαν επίδειξιν κατά μήκος του Ησθμού και ενήργουν αποβάσεις επί της Ξελοποννησιακής ακτής κατ' αρέσκειαν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, ενώπιον του εντελώς απροσδόκητου τούτου θεάματος, εθεώρησαν ότι τα λεχθέντα από τους Ιεσβίους δεν ήσαν αληθή, και κρίνοντες την κατάστασιν δύσκολον, καθόσον όχι μόνον οι σύμμαχοι δεν προσήρχοντο, αλλά και ανηγγέλθη προς τούτοις ότι η περί την Ξελοπόννησον μοίρα των Ώθηναϊκών τριάκοντα πλοίων ηρήμωνε τα παράλια των Ξεριοίκων, επέστρεψαν εις τα ίδια. ΐραδύτερον, εν τούτοις, ήρχισαν να ετοιμάζουν στόλον δια να τον στείλουν εις την Ιέσβον, προσεκάλεσαν τους συμμάχους να εξοπλίσουν σαράντα πλοία, και διώρισαν ναύαρχον τον Ώλκίδαν, ο οποίος θα ήτο αρχηγός της ναυτικής αυτής εκστρατείας. ταν οι Ώθηναίοι είδαν ότι και ο εχθρός απεσύρθη, επέστρεψαν και αυτοί με τον στόλον των εκατόν πλοίων κατ' οίκον.
Θατά το διάστημα που τα πλοία αυτά ευρίσκοντο εν πλώ οι Ώθηναίοι είχαν εν ενεργεία εις τα διάφορα θέατρα του πολέμου ένα από τους μεγαλύτερους τωόντι στόλους που είχαν ποτέ. Κόνον κατά την αρχήν του πολέμου είχαν ανάλογον και ακόμη μάλιστα μεγαλύτερον στόλον. Βιότι εκατόν πλοία επροστάτευαν την Ώττικήν, την Γύβοιαν και την Παλαμίνα, εκατόν δ' άλλα επεριπόλουν περί την Ξελοπόννησον, μη υπολογιζομένων των ευρισκομένων προ της Ξοτειδαίας και εις άλλα μέρη, ώστε, κατά την διάρκειαν ενός και του ιδίου θέρους, η ολική δύναμις του στόλου των είχεν ανέλθει εις διακόσια πενήντα πλοία. Ε διατήρησις τόσον μεγάλων στόλων κυρίως και η πολιορκία της Ξοτειδαίας εξήντλησαν ολίγον κατ' ολίγον το δημόσιον ταμείον. Βιότι οι οπλίται, που επολιόρκουν την Ξοτείδαιαν, ελάμβαναν ημερησίως δύο δραχμάς έκαστος (μίαν δια τον εαυτόν του και μίαν δια τον υπηρέτην του). Ν αριθμός των ανήρχετο αρχικώς εις τρεις χιλιάδας και δεν ηλαττώθη καθ' όλην την διάρκειαν της πολιορκίας. Τίλιοι εξακόσιοι προσετέθησαν βραδύτερον υπό τον Σορμίωνα, αλλ' απήλθαν προ του τέλους της πολιορκίας. Θαι οι επί των πλοίων ναύται ελάμβαναν τον αυτόν με τους στρατιώτας μισθόν. Θατά τοιούτον λοιπόν τρόπον εξηντλήθησαν τα χρήματα ολίγον κατ' ολίγον, και τόσος υπήρξεν ο μεγαλύτερος αριθμός πλοίων που εξώπλισαν ποτέ.
Γις την ιδίαν εποχήν που οι Ιακεδαιμόνιοι ευρίσκοντο εις τον Ησθμόν, οι Κυτιληναίοι εξεστράτευσαν δια ξηράς, οι ίδιοι μαζί με την μισθοφορικήν των δύναμιν, εναντίον της Κηθύμνης με την ελπίδα ότι θα παρεδίδετο δια προδοσίας, Γπειδή όμως η κατά της πόλεως επίθεσίς των δεν ευωδώνετο, όπως είχαν ελπίσει, απήλθαν εις την Άντισσαν, την Ξύρραν και την Έρεσον, και αφού ερρύθμισαν τα πράγματα των πόλεων αυτών, κατά τρόπον ασφαλίζοντα καλλίτερα τα συμφέροντά των, και ενίσχυσαν τα τείχη των, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Κετά την αναχώρησίν των εξεστράτευσαν και οι Κηθυμναίοι εναντίον της Ώντίσσης. Ώλλά ηττηθέντες σοβαρώς από τους εξορμήσαντας Ώντισσαίους και τους μισθοφόρους αυτών, εφονεύθησαν πολλοί και οι περισωθέντες υπεχώρησαν εσπευσμένως. Νι Ώθηναίοι, μαθόντες ταύτα, ότι δηλαδή όχι μόνον οι Κυτιληναίοι ήσαν κύριοι της υπαίθρου χώρας, αλλά και ο ιδικός των στρατός δεν ήτο εις θέσιν να τους κρατή αποκλεισμένους εντός των τειχών των, απέστειλαν κατά τας αρχάς του φθινοπώρου χίλιους ιδικούς των οπλίτας, υπό τον στρατηγόν Ξάχητα, υιόν του Γπικούρου. Νι στρατιώται αυτοί, εκτελέσαντες οι ίδιοι χρέη κωπηλατών, έφθασαν εις Κυτιλήνην, την οποίαν περιεκύκλωσαν με απλούν τείχος, ενώ εις τα εκ φύσεως
οχυρώτερα σημεία ανηγέρθησαν συγχρόνως προσιτά οχυρώματα, αποτελούντα μέρος του τείχους. Θατ' αυτόν τον τρόπον, η Κυτιλήνη ευρίσκετο πλέον στενώς αποκλεισμένη και από τα δύο μέρη, από ξηράς δηλαδή και από θαλάσσης, και εν τω μεταξύ ήρχιζεν ήδη ο χειμών.
Γπειδή οι Ώθηναίοι είχαν ανάγκην προσθέτων δαπανών δια την εξακολούθησιν της πολιορκίας, και οι ίδιοι δια πρώτην τότε φοράν κατέβαλαν έκτακτον πολεμικόν φόρον επί του κεφαλαίου, ανελθόντα εις διακόσια τάλαντα, και συγχρόνως απέστειλαν μοίραν δώδεκα πλοίων, υπό τον στρατηγόν Ιυσικλή και τέσσαρας άλλους, προς είσπραξιν των καθυστερουμένων φόρων των συμμάχων. Ν Ιυσικλής περιέπλεε πολλά μέρη συνάζων τους φόρους, αλλ' όταν επροχώρησεν από τον Κυούντα της Θαριάς εις το εσωτερικόν, δια της πεδιάδος του Καιάνδρου, μέχρι του Πανδίου λόφου, επετέθησαν κατ' αυτού Θάρες και Ώναιίται και εφόνευσαν και τον ίδιον και μέγα μέρος του στρατού του.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου χεμώνος, οι Ξλαταιείς (οι οποίοι επολιορκουντο ακόμη από τους Ξελοποννησίους και τους ΐοιωτούς), επειδή και από την έλλειψιν τροφίμων επιέζοντο και από τας Ώθήνας δεν ήλπιζαν καμμίαν βοήθειαν, ούτε καμμία άλλη σωτηρία εφαίνετο, απεφάσισαν κατ' αρχάς, από κοινού με τους συμπολιορκουμένους Ώθηναίους, να ενεργήσουν όλοι έξοδον και υπερβούν τα εχθρικά τείχη, διασπώντες, αν ημπορέσουν, τον αποκλεισμόν. Γισηγηταί της επιχειρήσεως ήσαν ο μάντις Ζεαίνετος, υιός του Ρολμίδου, και ο Γυπομπίδης, υιός του Ιαϊμάχου, ο οποίος ήτο και στρατηγός. Έπειτα όμως οι ημίσεις εδίστασαν να λάβουν μέρος, διότι εθεώρησαν τον κίνδυνον πολύ μεγάλον, και μόνον διακόσιοι είκοσι περίπου επέμειναν αυτοπροαιρέτως εις την έξοδον, η οποία έγινε κατά τον εξής τρόπον: Θατεσκεύασαν κλίμακας ίσας με το υψος του εχθρικού τείχους, υπολογίσαντες το μήκος των από τας αλλεπαλλήλους σειράς των πλίνθων εις μέρος, όπου το τείχος, κατά το μέτωπον το εστραμμένον προς τας Ξλαταιάς, έτυχε να μην έχη επιχρισθή δια κονιάματος. Γπειδή πολλοί συγχρόνως έκαμαν τον υπολογσμόν αυτόν, ήτο φυσικόν ότι μερικοί θα επλανώντο, οι περισσότεροι όμως θα επετύγχαναν τον ορθόν υπολογισμόν, άλλωστε και διότι τον επανελάμβαναν πολλάκις, και συγχρόνως ευρίσκοντο εις μικράν απόστασιν και επομένως ημπορούσαν ευκόλως να διακρίνουν όσον μέρος του τείχους ήθελαν. Ρο μέτρον λοιπόν των κλιμάκων έλαβαν κατ' αυτόν τον τρόπον, υπολογίσαντες αυτό από το πάχος των πλίνθων. 21. Ρο τείχος των Ξελοποννησίων ήτο οικοδομημένον κατά τον ακόλουθον τρόπον. Γίχε περιβόλους δύο, τον ένα βλέποντα προς τας Ξλαταιάς, τον άλλον προς τα έξω, εναντίον ενδεχομένης επθέσεως των Ώθηναίων, και μεταξύ των δύο περιβόλων υπήρχε διάστημα δέκα εξ περίπου ποδών [3]. Γις το μεταξύ τούτο διάστημα των δέκα εξ ποδών ήσαν οικοδομημέναι κατοικίαι, αι οποίαι είχαν διανεμηθή εις τους φρουρούς και ήσαν συνεχείς, ώστε να φαίνεται το όλον ως ένα παχύ τείχος με επάλξεις και από τα δύο μέρη. Γις κάθε διάστημα δέκα επάλξεων υπήρχαν πύργοι μεγάλοι ίσου πλάτους με το τείχος, εκτεινόμενοι έκαστος καθ' όλον το διάστημα από το εσωτερικόν έως το εξωτερικόν μέτωπον, ώστε δεν υπήρχε πάροδος εις την πλευράν των πύργων, αλλ' οι φρουροί διήρχοντο δια του μέσου αυτών. Θατά την νύκτα, όταν ο καιρός ήτο βροχερός και οι
φρουροί εγκατέλειπαν τας επάλξεις και εξετέλουν την φρούρησιν από τους πύργους, οι οποίοι ήσαν εις μικράν απ' αλλήλων απόστασιν και στεγασμένοι. Ροιούτο λοιπόν ήτο το τείχος, με το οποίον ήσαν πολιορκημένοι γύρω γύρω οι Ξλαταιείς. 22. Νι τελευταίοι, αφού συνεπλήρωσαν τας ετοιμασίας των, επωφελήθησαν μίαν νύκτα ασέληνον, και συγχρόνως θυελλώδη και βροχεράν, και ήρχισαν την έξοδον, υπό την αρχηγίαν εκείνων οι οποίοι ήσαν και εισηγηταί της επιχειρήσεως. Θαι πρώτον διέβησαν την τάφρον, η οποία περιέβαλλε το τείχος των, και έφθασαν αμέσως εις την βάσιν του εχθρικού τείχους, χωρίς να τους αντιληφθούν οι φρουροί, οι οποίοι δεν ημπόρεσαν ούτε να τους διακρίνουν, ένεκα του επικρατούντος πανταχού σκότους, ούτε να τους ακούσουν, διότι τον κρότον του βαδίσματος των κατέπνιγεν ο πάταγος της θυέλλης. Άλλωστε εβάδιζαν εις ικανήν ο εις από τον άλλον απόστασιν, δια να μη προδοθούν από τον αλληλοσυγκρουόμενον οπλισμόν των. Έφεραν δε ελαφρόν οπλισμόν και υπόδησιν εις μόνον τον αριστερόν πόδα, δια να μη γλυστρούν επί του πηλού. Θατά πρώτον εκείνοι που εκράτουν τας κλίμακας έφθασαν και τας εστήριξαν εις το μεταξύ δύο πύργων διάστημα, όπου ήσαν αι επάλξεις, γνωρίζοντες ότι ήσαν αφρούρητοι. Γυθύς μετά τούτο ήρχισαν ν' αναβαίνουν δώδεκα ελαφροί στρατιώται, φέροντες ξιφίδιον και θώρακα. Ξρώτος ανέβη ο αρχηγός των Ώμμέας, υιός του Θοροίβου, κατόπιν δ' από αυτόν ανέβησαν οι ακόλουθοί του και εστράφησαν ανά εξ εις καθένα από τους δύο πύργους. Γυθύς έπειτα επροχώρουν άλλοι ελαφροί στρατιώται φέροντες μικρά δόρατα. Βια να διευκολύνουν την ανάβασίν των άλλοι, ερχόμενοι όπισθέν των, εκράτουν τας ασπίδας των, τας οποίας θα τους έδιδαν όταν θα ήσαν πλησίον του εχθρού. ταν είχαν ήδη αναβή αρκετοί επί του τείχους, οι φρουροί αντελήφθησαν από τους πύργους τα συμβαίνοντα, καθόσον εις από τους Ξλαταιείς, ενώ εζήτει να στηριχθή επί των επάλξεων, παρέσυρεν ένα κεραμίδι, το οποίον έπεσε και επροξένησε κρότον. Θαι αμέσως ηκούσθησαν κραυγαί κινδύνου και οι φρουροί ώρμησαν εις τας επί του τείχους θέσεις των. Βιότι, ως εκ της σκοτεινής νυκτός και συγχρόνως οι Ξλαταιείς, που είχαν μείνει εντός της πόλεως, εξήλθαν και προσέβαλαν το τείχος των Ξελοποννησίων, προς το αντίθετον μέρος από εκείνο επί του οποίου ανερριχώντο οι συναγωνισταί των, δια ν' αποτρέψουν όσον το δυνατόν απ' αυτούς την προσοχήν των πολιορκητών. Φς εκ τούτου, μολονότι οι τελευταίοι ευρίσκοντο εις μεγάλην ταραχήν, έμειναν ακίνητοι, χωρίς κανείς να τολμά ν' απομακρυνθή από την ωρισμένην δι' αυτόν θέσιν, δια να δώση βοήθειαν, εφόσον δεν ημπορούσαν να συμπεράνουν τι συνέβαινε. Θαι οι τριακόσιοι, οι οποίοι είχαν διαταγήν να σπεύσουν εις βοήθειαν οπουδήποτε παρουσιάζετο ανάγκη, επροχώρησαν έξω από το τείχος προς το μέρος, από το οποίον ήρχοντο αι κραυγαί του κινδύνου, ενώ εξ άλλου υψώθησαν πυρσοί, δια να μεταδώσουν εις τας Ζήβας την είδησιν της εχθρικής επιθέσεως. Ώλλά και οι μείναντες εις την πόλιν Ξλαταιείς ύψωσαν και αυτοί από το τείχος πυρσούς πολλούς, ετοιμασμένους εκ των προτέρων, με τον σκοπόν να συγχύσουν οι εχθροί τα σήματα των πυρσών, και νομίσαντες ότι συμβαίνει άλλο τι παρά το αληθές, να μην έλθουν εις βοήθειαν, πριν οι ενεργήσαντες την έξοδον συναγωνισταί των διαφύγουν και φθάσουν εις ασφαλές μέρος. 23. Γν τω μεταξύ, αφού οι πρώτοι από τους λαβόντας μέρος εις την έξοδον Ξλαταιείς είχαν αναβή εις το τείχος και γίνει κύριοι των δύο πύργων, φονεύσαντες τους φρουρούς των, όχι μόνον ετοποθετήθησαν οι ίδιοι του λοιπού ως φρουροί εις τας υπό τους πύργους διόδους, δια να μην ημπορέση κανείς να διέλθη από εκεί και τους επιτεθή, αλλά και εστήριξαν από το μεταπύργιον κλίμακας επί των πύργων και ανέβασαν εις την στέγην των αρκετούς άνδρας. Θαι άλλοι μεν απέκρουαν τους επιτιθεμένους, τοξεύοντες αυτούς και από την στέγην
και από τας διόδους των πύργων, άλλοι δε, και αυτοί ήσαν οι περισσότεροι, στηρίξαντες πολλάς κλίμακας επί του τείχους και κρημνίσαντες συγχρόνως τας επάλξεις, ήρχισαν να περνούν από το μεταξύ των δύο πύργων διάστημα. Θαθείς δε που επερνούσεν εκάστοτε το τείχος, ετοποθετείτο είς το χείλος της εξωτερικής τάφρου, και απ' εκεί ετόξευαν και ηκόντιζαν καθένα που προσεπάθει τυχόν να πλησίαση το τείχος και εμποδίση την διάβασιν. ταν δε όλοι οι άλλοι είχαν περάσει το τείχος, οι ευρισκόμενοι εις τους δύο πύργους, εκ των οποίων οι τελευταίοι κατέβησαν με μεγάλην δυσκολίαν, επροχώρουν προς την τάφρον, και κατά την στιγμήν αυτήν οι τριακόσιοι, κρατούντες πυρσούς, επετέθησαν κατ' αυτών. Φς εκ τούτου, οι Ξλαταιείς, από το σκότος, εις το οποίον ευρίσκοντο, ιστάμενοι εις το χείλος της τάφρου, ημπορούσαν να βλέπουν καλλίτερα και τους ετόξευαν και ηκόντιζαν εις τα απροστάτευτα μέρη του σώματος ενώ οι ίδιοι, ευρισκόμενοι εις το σκότος, διεκρίνοντο ολιγώτερον υπό των πολιορκητών, ένεκα των πυρσών που εκράτουν οι τελευταίοι, ούτως ώστε και οι τελευταίοι Ξλαταιείς κατώρθωσαν να διαβούν αισίως την τάφρον, μολονότι με μεγάλην δυσκολίαν και κατόπιν τραχέος αγώνος. Βιότι ο πάγος που είχε σχηματισθή εις την τάφρον δεν ήτο αρκετά στερεός δια να βαδίζη κανείς επ' αυτού, αλλά μάλλον υδαρής, όπως συμβαίνει, όταν πνέη ανατολικός άνεμος αντί βορείου, Γνώ, εξ άλλου, επειδή με τον άνεμον αυτόν έπιπτεν ελαφρά χιών καθ' όλην την νύκτα, το νερό υψώθη πολύ εντός της τάφρου, ώστε οι Ξλαταιείς την επέρασαν, μόλις έχοντες την κεφαλήν εκτός του ύδατος. Ρην επιτυχίαν, άλλωστε, της διαφυγής των ώφειλαν κυρίως εις την μεγάλην κακοκαιρίαν. 24. Νρμήσαντες από το χείλος της τάφρου, οι Ξλαταιείς επροχώρουν αθρόοι δια της οδού, η οποία φέρει εις τας Ζήβας, έχοντες δεξιά το Ερώον του Ώνδροκράτους, καθόσον ενόμιζαν ότι κανείς δεν ημπορούσε να τους υποπτευθή ότι ηκολούθησαν την οδόν αυτήν, η οποία φέρει προς τους εχθρούς. Πυγχρόνως έβλεπαν ότι οι Ξελοποννήσιοι, κρατούντες δάδας, τους κατεδίωκαν επί της οδού, η οποία δια του Θιθαιρώνος και των Βρυός Θεφαλών φέρει εις τας Ώθήνας. Θαι μέχρι μεν αποστάσεως εξ έως επτά σταδίων, οι Ξλαταιείς επροχώρησαν επί της οδού των Ζηβών, αλλ' έπειτα εστράφησαν και ηκολούθησαν την ορεινήν οδόν η οποία φέρει προς τας Γρυθράς και τας σιάς, και φθάσαντες εις τα όρη, διεσώθησαν εις τας Ώθήνας, διακόσιοι δώδεκα τον αριθμόν. Νι λαβόντες μέρος εις την έξοδον ήσαν ολίγον περισσότεροι, αλλά μερικοί επέστρεψαν εις την πόλιν πρίν υπερβούν το τείχος εις δε τοξότης ηχμαλωτίσθη εντός της εξωτερικής τάφρου. Νι Ξελοποννήσιοι παρήτησαν τότε την καταδίωξιν και επέστρεψαν εις τας θέσεις των. Νι εντός της πόλεως Ξλαταιείς ηγνόουν εντελώς την έκβασιν της επιχειρήσεως, όταν όμως οι ολίγοι επιστρέφοντες ανήγγειλαν εις αυτούς ότι κανείς δεν εσώθη, έστειλαν κήρυκα άμα εξημέρωσε, δια να ζήτηση την παραλαβήν των νεκρών, αλλά μαθόντες την αλήθειαν, παρήτησαν την αίτησίν των. Θατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον εσώθησαν οι ενεργήσαντες την έξοδον Ξλαταιείς, υπερβάντες το εχθρικόν τείχος.
Ξερί το τέλος του ιδίου χειμώνος, εστάλη από την Ιακεδαίμονα επί πολεμικού πλοίου εις την Κυτιλήνην ο Ιακεδαιμόνιος Πάλαιθος, ο οποίος κατέπλευσεν εις την Ξύρραν, και απ' εκεί δια ξηράς, ακολουθήσας μίαν χαράδραν, προς το μέρος της οποίας ήτο δυνατόν να υπερβή κανείς το περιτείχισμα εισήλθε χωρίς να εννοηθή εις την Κυτιλήνην και ανεκοίνωσεν εις τους άρχοντας και την επικειμένην εισβολήν εις την Ώττικήν και την σύγχρονον με αυτήν άφιξιν της μοίρας των σαράντα πλοίων, τα οποία ώφειλαν να έλθουν προς βοήθειάν των, προσθέσας ότι εστάλη ο ίδιος προηγουμένως, δια να φέρη τας ειδήσεις αυτάς και συγχρόνως αναλάβη γενικώς την διεύθυνσιν των πραγμάτων. Φς εκ τούτου, οι Κυτιληναίοι ανεθάρρησαν και ήσαν
ολιγώτερον διατεθειμένοι να συνθηκολογήσουν προς τους Ώθηναίους. Θατ' αυτόν τον τρόπον ετελείωσεν ο χειμών και το τέταρτον έτος του πολέμου, την ιστορίαν του οποίου εγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Θατά το επόμενον θέρος, οι Ιακεδαιμόνιοι, αφού απέστειλαν εις Κυτιλήνην την μοίραν των σαράντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ώλκίδου, ο οποίος ήτο ναύαρχος του έτους εκείνου, εισέβαλαν αμέσως οι ίδιοι με τους συμμάχους των εις την Ώττικήν, διότι επεδίωκαν όπως οι Ώθηναίοι, παρενοχλούμενοι δια ξηράς συγχρόνως και δια θαλάσσης, αποτραπούν, ει δυνατόν, από του να έλθουν δια του στόλου των εις ενίσχυσιν των πολιορκουσών την Κυτιλήνην δυνάμεών των. Ώρχηγός της εισβολής αυτής, αντί του ανηλίκου εισέτι βασιλέως Ξαυσανίου, υιού του Ξλειστοάνακτος, ήτο ο Θλεομένης, ο οποίος, ως γνωστόν, ήτο προς πατρός θείος του. Θαι όχι μόνον τα προηγουμένως δενδροτομημένα μέρη της Ώττικής, οπουδήποτε είχε παρουσιασθή νέα βλάστησις, ηρήμωσαν, αλλά και όσα είχαν μείνει άθικτα κατά τας προηγούμενας εισβολάς. Κετά την δεύτερον εισβολήν, η του έτους τούτου υπήρξε τωόντι επαχθεστέρα δια τους Ώθηναίους από όλας τας άλλας. Βιότι οι Ξελοποννήσιοι, περιμένοντες από ημέρας εις ημέραν να μάθουν από την Ιέσβον κανέν κατόρθωμα του στόλου των, ο οποίος επίστευαν ότι είχεν ήδη φθάσει εκεί, διέτρεξαν το μεγαλύτερον μέρος της χώρας καταστρέφοντες αυτήν. Ώλλ' επειδή αι προσδοκίαι των δεν επραγματοποιούντο και τα τρόφιμα των είχαν εξαντληθή, απεσύρθησαν, και τα διάφορα συμμαχικά αποσπάσματα επέστρεψαν εις τα ίδια.
Γν τω μεταξύ, οι Κυτιληναίοι, επειδή και τα πλοία δεν τους ήρχοντο από την Ξελοπόννησον, αλλ' εχρόνιζαν, και η εξάντλησις των τροφίμων είχε προχωρήσει, εξηναγκάσθησαν να συνθηκολογήσουν προς τους Ώθηναίους, ένεκα της επομένης αφορμής. Γπειδή και ο ίδιος ο Πάλαιθος έπαυσε πλέον να ελπίζη ότι θα φθάσουν τα πλοία, έδωσεν εις τους ανθρώπους του λαού βαρύν οπλισμόν, ενώ προηγουμένως ήσαν ελαφρώς μόνον ωπλισμένοι, διότι εσκόπευε να ενεργήση έξοδον, δια να επτεθή κατά του εχθρού. Ώλλ' εκείνοι, ευθύς ως έλαβαν τον βαρύν οπλισμόν, δεν ήθελαν πλέον να υπακούσουν εις τους άρχοντας, αλλά συνερχόμενοι εις συλλαλητήρια, επροκάλουν τους ολιγαρχικούς να φανερώσουν και διανείμουν εις όλους τα τρόφιμα που είχαν κρυμμένα· άλλως εδήλωσαν ότι αυτοί θα συνεννοηθούν μόνοι των με τους Ώθηναίους και θα παραδώσουν την πόλιν. 28. Γπειδή δε η ολιγαρχική μερίς που ήτο εις τα πράγματα αντελήφθη ότι όχι μόνον να εμποδίσουν τούτο δεν ήσαν εις θέσιν, αλλά και ότι εάν μείνουν έξω από την συνθηκολογίαν, θα εκτεθούν εις μεγάλον κίνδυνον, εσυνθηκολόγησαν από κοινού με την δημοκρατικήν μερίδα προς τον Ξάχητα και τον στρατόν αυτού. Θατά τους ορούς της συνθηκολογίας, οι Ώθηναίοι είχαν το δικαίωμα να λάβουν οιανδήποτε ήθελαν απόφασιν περί της τύχης των Κυτιληναίων, οι οποίοι θα εδέχοντο τον Ώθηναϊκόν στρατόν εντός της πόλεως, τους επέτρεπαν όμως να στείλουν πρεσβείαν εις τας Ώθήνας, δια να υποστηρίξουν τα συμφέροντά των. Κέχρις επιστροφής της πρεσβείας, ο Ξάχης δεν είχε δικαίωμα ούτε να φυλάκιση, ούτε να πωλήση ως δούλον, ούτε να θανατώση κανένα Κυτιληναίον. Ώυτοί ήσαν οι όροι της συνθηκολογίας. Ώλλ' όσοι Κυτιληναίοι είχαν πρωτοστατήσει εις τας μυστικάς συνεννοήσεις με τους Ιακεδαιμονίους ήσαν περίφοβοι, και ευθύς ως ο στρατός εισήλθεν εντός της πόλεως, μη δυνάμενοι να ησυχάσουν, παρ' όλας τας δοθείσας υποσχέσεις, εκάθισαν ικέται εις τους βωμούς. Ώλλ' ο Ξάχης τους έπεισε να σηκωθούν απ' εκεί, υποσχόμενος να μη τους βλάψη, και τους
ετοποθέτησε χάριν ασφαλείας εις την Ρένεδον, έως ότου οι Ώθηναίοι αποφασίσουν περί αυτών. Έστειλεν ωσαύτως τριήρεις εις την Άντισσαν και, την κατέλαβε, και έλαβεν όσα άλλα στρατιωτικά μέτρα εθεώρησε χρήσιμα.
Νι επιβαίνοντες της μοίρας των σαράντα Ξελοποννησιακών πλοίων, τα οποία έπρεπε να φθάσουν εσπευσμένως εις την Κυτιλήνην, όχι μόνον εχρονοτρίβησαν, πλέοντες κατά μήκος της ακτής της Ξελοποννήσου, αλλά και τον επίλοιπον πλουν με βραδύτητα διεξήγαν. Γίχαν δ' ήδη φτάσει εις την Βήλον, πριν αντιληφθούν από τας Ώθήνας τον πλουν των. Ώπ' εκεί προσήγγισαν εις την Κύκονον και την Ίκαρον, όπου κατά πρώτον έμαθαν ότι η Κυτιλήνη είχε κυριευθή, θέλοντες, εν τούτοις, να βεβαιωθούν, κατέπλευσαν εις το Έμβατον της Γρυθραίας, επτά περίπου ημέρας μετά την άλωσιν της Κυτιλήνης. Ώφού εβεβαιώθησαν τούτο συνεσκέφθησαν περί των μέσων, τα οποία ενδεικνύονται από τας περιστάσεις, και ο Ελείος Ρευτίαπλος ωμίλησε προς αυτούς ως εξής:
"Ώλκίδα και όσοι, καθώς εγώ, παριστάμεθα εδώ αρχηγοί των Ξελοποννησιακών δυνάμεων, η γνώμη μου είναι να πλεύσωμεν εις την Κυτιλήνην, χωρίς να χάνωμεν στιγμήν και πριν μας αντιληφτούν. Βιότι κατά πάσαν πιθανότητα θα εύρωμεν την πόλιν πολύ ανεπαρκώς φρουρουμένην εκ μέρους ανθρώπων, οι οποίοι προ ολίγου την εκυρίευσαν. Ξρο πάντων προς το μέρος της θαλάσσης, από το οποίον εκείνοι όχι μόνον δεν περιμένουν, ότι ημπορεί να γίνη αιφνιδία εχθρική επίθεσις, αλλά και ημείς συμβαίνει να ημπορούμεν να πλήξωμεν αποτελεσματικώτερον. Θαι ο κατά γήν στρατός των, άλλωστε, είναι πολύ πιθανόν να ευρίσκεται διεσπαρμένος εις διαφόρους οικίας με την συνήθη εις τους νικητάς αμέλειαν. Γάν λοιπόν επιπέσωμεν εναντίον των αιφνιδίως και εν καιρώ νυκτός, ελπίζω με την βοήθειαν των κατοίκων, όσοι τυχόν έχουν μείνει φίλοι μας, να γίνωμεν κύριοι των πραγμάτων. Νύτε πρέπει να φοβηθώμεν τον κίνδυνον, διότι πρέπει να γνωρίζωμεν ότι εις τούτο ακριβώς συνίστανται τα απρόοπτα του πολέμου, και ότι εκείνος ο στρατηγός επιτυγχάνει ως επί το πλείστον, ο οποίος όχι μόνον προφυλάσσεται από αυτά ο ίδιος, αλλά και προσέχει να εύρη την κατάλληλον ευκαιρίαν, δια να επιτεθή αιφνιδιαστικώς εναντίον του εχθρού". 31. Ώυτά μόνον είπεν ο Ρευτίαπλος, αλλ' ο Ώλκίδας δεν επείθετο. Γξ άλλου όμως, μερικοί φυγάδες από την Ηωνίαν και οι επιβαίνοντες επί του στόλου Ιέσβιοι τον συνεβούλευαν, αφού φοβείται τον κίνδυνον αυτόν, να καταλάβη καμμίαν από τας πόλεις της Ηωνίας, ή την Ώιολικήν Θύμην, όπως, χρησιμοποιούντες αυτήν ως ορμητήριον, επιτύχουν την αποστασίαν της Ηωνίας (λέγοντες ότι υπήρχε τοιαύτη ελπίς, καθόσον κανείς δεν ήκουσε δυσαρέστως την άφιξίν των), και ότι δια του μέσου αυτού θα στερήσουν βαθμηδόν από την μεγαλυτέραν πηγήν των εισοδημάτων των τους Ώθηναίους, ενώ εξ άλλου εάν εφήρμοζαν κατ' αυτών αποκλεισμόν, θα υπεβάλλοντο εις σημαντικάς δαπάνας. Γπίστευαν συγχρόνως ότι θα έπειθαν και τον Ξισσούθνην να συμπολεμήση μαζί των. Ώλλ' ο Ώλκίδας ούτε τας συστάσεις αυτάς απεδέχθη, διότι, αφού δεν επρόλαβε την άλωσιν της Κυτιλήνης τίποτε άλλο κυρίως δεν εσκέπτετο παρά πώς να επιστρέψη όσον το δυνατόν ταχύτερον εις την Ξελοπόννησον.
Ώποπλεύσας ούτως από το Έμβατον, έπλεε κατά μήκος της ακτής, και προσεγγίσας εις την Κυόννησον, πόλιν των Ρηίων, εθανάτωσε τους περισσοτέρους από τους αιχμαλώτους ,όσους είχε συλλάβει κατά τον πλουν. Ξροσωρμίσθη επίσης εις την Έφεσον, όπου ήλθαν προς αυτόν πρέσβεις των Παμίων, οι όποιοι είχαν εγκατασταθή εις τα Άναια, να του είπουν ότι ήτο κακή μέθοδος απελευθερώσεως της Γλλάδος το να θανατώνη ανθρώπους, οι οποίοι ούτε χέρι εσήκωσαν εναντίον του, ούτε εχθροί του ήσαν, αλλ' ήσαν εξ ανάγκης σύμμαχοι των Ώθηναίων, και ότι αν δεν έπαυεν ολίγους εχθρούς θα προσεταιρίζετο ως φίλους, αλλά πολύ περισσοτέρους φίλους θα έκαμνεν εχθρούς. Ν Ώλκίδας επείσθη και απέλυσεν όσους ακόμη είχε Τίους αιχμαλώτους και μερικούς από τους άλλους. Νι άνθρωποι, τωόντι, αυτοί, όταν έβλεπαν τα Ξελοποννησιακά πλοία, δεν επεχείρουν να φύγουν, αλλά μάλλον τα επλησίαζαν, διότι υπέθεταν ότι είναι Ώθηναϊκά, ούτε ημπορούσαν να φαντασθούν ποτέ, ότι ενώ ήσαν οι Ώθηναίοι κύριοι της θαλάσσης, Ξελοποννησιακός στόλος θα έπλεε μέχρις Ηωνίας. 33. Ν Ώλκίδας απέπλευσεν εσπευσμένως από την Έφεσον, ως να ετρέπετο εις φυγήν, διότι ενώ ακόμη ήτο ηγκυροβολημένος εις τα ύδατα της Θλάρου, τον είχαν αντιληφθή η Παλαμινία και η Ξάραλος (αι οποίαι έτυχε να έρχωνται από τας Ώθήνας), και επειδή εφοβείτο μήπως καταδιωχθή, έπλευσε δια μέσου του ανοικτού πελάγους, αποφασισμένος να μη προσεγγίση εκουσίως εις άλλην γήν πλην της Ξελοποννήσου. Ε περί του Ξελοποννησιακού στόλου αγγελία δεν ήλθεν εις τον Ξάχητα και τους Ώθηναίους από την Γρυθραίαν μόνον, αλλ' έφθανε και από όλα τα μέρη. Βιότι, επειδή αι πόλεις της Ηωνίας είναι ατείχιστοι, ο φόβος των υπήρξε μεγάλος μήπως ο Ξελοποννησιακός στόλος, την ώραν που παρέπλεε τας ακτάς των, έστω και αν δεν είχε σκοπόν να μείνη εκεί, επιτεθή εναντίον των και τας λεηλατήση. Γπί τέλους η Ξάραλος και η Παλαμινία εξέθεσαν λεπτομερώς ότι τον είδαν αι ίδιαι εις την Θλάρον. Ν Ξάχης τότε εσπευσεν εις καταδίωξίν του, και συνέχισεν αυτήν δραστηρίως μέχρι της Ξάτμου, αλλά βλέπων ότι δεν ημπορούσε πλέον να τον φθάση, εστράφη προς τα οπίσω. Θαι αφού δεν επέτυχε τον Ξελοποννησιακόν στόλον εις το ανοικτόν πέλαγος, εθεώρησε κέρδος, ότι δεν τον επρόφθασε πλησίον της ξηράς, οπότε θα ηναγκάζετο ούτος να οχυρωθή και θα υποχρεώνοντο οι Ώθηναίοι να τον επιτηρούν και τον αποκλείσουν. 34. Θατά τον παράκτιον πλουν της επιστροφής, ο Ξάχης προσωρμίσθη και εις το Λότιον, λιμένα των Θολοφωνίων, όπου είχαν εγκατασταθή οι Θολοφώνιοι, αφού η άνω πόλις είχε κυριευθή από τον Ηταμάνη, επί κεφαλής βαρβάρων, τους οποίους είχε προσκαλέσει μία από τας διαπληκτιζομένας φατρίας. Ε άλωσις του Λοτίου είχε γίνει κατά την εποχήν περίπου της δευτέρας εισβολής των Ξελοποννησίων εις την Ώττικήν. Ώλλ' οι καταφυγόντες και εγκατασταθέντες εις το Λότιον περιήλθαν εις νέας εμφυλίους έριδας. Γκ τούτων, οι ανήκοντες εις την μίαν μερίδα προσέλαβαν μισθοφόρους Ώρκάδας και βαρβάρους, τους οποίους τους παρεχώρησεν ο Ξισσούθνης [4], και τους ετοποθέτησαν εις μέρος, το οποίον εχωρίζετο από την επίλοιπον πόλιν με τείχος (και οι Θολοφώνιοι της άνω πόλεως, όσοι ανήκαν εις την Ξερσικήν φατρίαν, ηνώθησαν με αυτούς και διηύθυναν από κοινού τα πράγματα), ενώ οι ανήκοντες εις την αντίθετον μερίδα, οι οποίοι έφυγαν κρυφίως από την πόλιν και ήσαν ήδη εξόριστοι, προσεκάλεσαν τον Ξάχητα. Ν τελευταίος ούτος εκάλεσε προς συνεννόησιν τον Ηππίαν, αρχηγόν των Ώρκάδων, που έμειναν εις το ωχυρωμένον τμήμα του Λοτίου, υποσχεθείς ότι αν αι προτάσεις του δεν κριθούν ικανοποιητικοί, θα τον επαναφέρη σώον και υγιά εντός του τείχους. Ώλλ' όταν ο Ηππίας ήλθε προς αυτόν, τον έθεσεν υπό επιτήρησιν, χωρίς να τον επιβάλη με δεσμά, ενώ
ο ίδιος επετέθη κατά του οχυρώματος αιφνιδίως και χωρίς η φρουρά να περιμένη επίθεσιν, το εκυρίευσε και εθανάτωσεν όλους τους Ώρκάδας και τους βαρβάρους που ευρέθησαν εντός αυτού. Έπειτα ωδήγησε τον Ηππίαν εις το οχύρωμα, όπως είχε συμφωνηθή, και ευθύς ως εφθασεν εντός, τον συνέλαβε και τον κατετόξευσε, παρέδωκε δε το Λότιον εις τους Θολοφωνίους εκτός εκείνων που ανήκαν εις την Ξερσικήν φατρίαν. Ώκολούθως οι Ώθηναίοι έπεμψαν αντιπροσώπους, δια να συνοικίσουν εκ νέου το Λότιον, επί τη βάσει του Ώθηναϊκού πολιτεύματος, και συνεκέντρωσαν εις αυτό από τας διαφόρους πόλεις τους εις αυτάς τυχόν διεσπαρμένους Θολοφωνίους.
Κετά την επιστροφήν του εις την Κυτιλήνην, ο Ξάχης υπέταξε την Ξύρραν και Έρεσον, και συλλαβών τον Ιακεδαιμόνιον Πάλαιθον, κρυμμένον εντός της πόλεως, τον απέστειλεν εις τας Ώθήνας μαζί με τους Κυτιληναίους, που είχε τοποθετήσει χάριν ασφαλείας εις την Ρένεδον, και όσους τυχόν άλλους εθεώρει αιτίους της αποστασίας. Ώπέστειλεν επίσης εις τας Ώθήνας το μεγαλύτερον μέρος της στρατιωτικής του δυνάμεως, και παραμείνας αυτός με το υπόλοιπον, ήρχισε να ρυθμίζη τα πράγματα της Κυτιλήνης και της λοιπής Ιέσβου, όπως ενόμιζε καλλίτερον. 36. Κετά την άφιξιν των Κυτιληναίων και του Παλαίθου, οι Ώθηναίοι εθανάτωσαν αμέσως τον τελευταίον, μολονότι, πλην διαφόρων άλλων υποσχέσεων, προσεφέρετο και τους Ξελοποννησίους να πείση να εγκαταλείψουν τας Ξλαταιάς (αι οποίαι επολιορκούντο ακόμη). Φς προς τους Κυτιληναίους, αφού διεσκέφθησαν, απεφάσισαν, παρασυρόμενοι υπό της οργής, να θανατώσουν όχι μόνον τους ευρισκομένους εις τας Ώθήνας, αλλά και όλους τους άλλους ενηλίκους Κυτιληναίους, και να πωλήσουν τα γυναικόπαιδά των ως δούλους. Ε κυρία εναντίον των κατηγορία ήτο ότι απεστάτησαν χωρίς να έχουν υποβληθή υπό την ηγεμονίαν των Ώθηναίων, όπως οι άλλοι. Ώλλ' ό,τι προ πάντων εξώθησεν αυτούς ήτο το γεγονός, ότι ο Ξελοποννησιακός στόλος, δια να τους βοηθήση, ετόλμησε να διακινδύνευση τον μέχρις Ηωνίας πλουν. Βιότι συνεπέραναν εκ τούτου ότι η αποστασία των Κυτιληναίων δεν ημπορούσε να θεωρηθη παρά ως ένδειξις ευρύτερου σχεδίου. Ώπέστειλαν λοιπόν προς τον Ξάχητα τριήρη, δια ν' ανακοινώση τα αποφασισθέντα, με την διαταγήν να θανατώση τους Κυτιληναίους άνευ αναβολής, Ώλλ' ευθύς την επιούσαν τους κατέλαβεν αίσθημα μεταμέλειας, διότι ανελογίσθησαν πόσον σκληρά και τρομερά ήτο η ληφθείσα απόφασις δια της οποίας κατεδικάζετο εις θάνατον ολόκληρος πόλις και όχι μόνον οι ένοχοι. Γυθύς ως αντελήφθησαν την μεταβολήν των πνευμάτων, οι παρόντες πρέσβεις των Κυτιληναίων και οι συμπαθούντες προς αυτούς Ώθηναίοι έπεισαν, δια των ενεργειών των τους εν τέλει να υποβάλουν το ζήτημα εις νέαν διάσκεψιν του λαού, και τους έπεισαν με μεγαλυτέραν ευκολίαν, διότι και εκείνοι καλώς αντελαμβάνοντο ότι η πλειοφηφία των πολιτών επεθύμει να τους δοθή ευκαιρία να συζητήσουν εκ νέου και αποφασίσουν το πράγμα. Πυγκληθείσης αμέσως εκτάκτου συνελεύσεως του λαού, καθείς από τους ρήτορας εξέφρασε την γνώμην του. Θαι ο Θλέων, υιός του Θλεαινέτου, του οποίου είχεν εκνικήσει προηγουμένως η γνώμη όπως θανατωθούν οι Κυτιληναίοι, και ο οποίος δεν ήτο μόνον γενικώς ο πλέον βίαιος από τους πολίτας, αλλά και είχε τότε πολύ μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιρροήν επί του λαού, προχωρήσας πάλιν εις το βήμα, ωμίλησε περίπου ως εξής:
"Θαι άλλοτε πολλάκις μου εδόθη αφορμή εις το παρελθόν ν' αντιληφθώ ότι αι δημοκρατίαι είναι ανίκανοι να άρχουν επί ξένων λαών, αλλά προ πάντων σήμερον, όταν βλέπω την μεταμέλειάν σας δια την περί Κυτιληναίων απόφασιν. Βιότι, επειδή συνηθίσατε εις τον καθημερινόν βίον, ούτε να φοβήσθε, ούτε να επιβουλεύεσθε οι μεν τους δε, συμπεριφέρεσθε και προς τους συμμάχους επί τη βάσει των ιδίων αρχών, και οσάκις περιπίπτετε εις σφάλματα, είτε παραπειθόμενοι από τα επιχειρήματά των, είτε ενδίδοντες απέναντί των από οίκτον, δεν αντιλαμβάνεσθε ότι η αδυναμία σας αυτή αποβαίνει επικίνδυνος δια σας, χωρίς να σας εξασφαλίζη την ευγνωμοσύνην των συμμάχων. Νύτε συλλογίζεστε ότι η ηγεμονία σας είναι εξουσία δεσποτική, ασκούμενη επί ανθρώπων, οι όποιοι σας επιβουλεύονται και υπόκεινται άκοντες εις την εξουσίαν σας. Νι άνθρωποι αυτοί υποτάσσονται εις σας, όχι χάριν των προς αυτούς ευεργεσιών, τας οποίας τους κάμνετε προς ιδικήν σας βλάβην, αλλ' ένεκα της υπεροχής, την οποίαν σας εξασφαλίζει η δύναμίς σας και όχι η εύνοιά των. Ώλλά το δεινότατον όλων θα ήτο εάν του λοιπού ουδεμία σταθερότης υπάρχη εις τας αποφάσεις μας, και αν δεν εννοήσωμεν, ότι ισχυρoτέρα είναι μία πόλις όταν κυβερνάται με νόμους ολιγώτερον καλούς, αλλ' απαραβιάστους, παρά με νόμους καλούς, αλλά μη εφαρμοζομένους, και ότι αμάθεια, ηνωμένη με νηφαλιότητα, είναι ωφελιμότερα από επιτηδειότητα, συνοδευομένην από ακολασίαν, και ότι κατά κανόνα οι περισσότερον απλοί άνθρωποι είναι καλλίτεροι πολίται από τους περισσότερον εξύπνους. Βιότι οι τελευταίοι θέλουν όχι μόνον να φαίνονται σοφώτεροι από τους νόμους, αλλά και εις κάθε διάσκεψιν περί των δημοσίων υποθέσεων να επιβάλουν τας γνώμας των, ως να μην επρόκειτο να παρουσιασθή ποτέ άλλο ζήτημα σπουδαιότερον, εις το οποίον να δείξουν την σοφίαν των, και συνέπεια τούτου είναι, ότι οδηγούν συνήθως τας πόλεις των εις την καταστροφήν. Γνώ οι πρώτοι, επειδή δυσπιστούν προς την ιδικήν των αντίληψιν, αρκούνται να είναι αμαθέστεροι από τους νόμους, και ολιγώτερον ικανοί από τους άλλους να επικρίνουν τον λόγον καλώς ομιλήσαντος ρήτορος, και επειδή είναι αμερόληπτοι κριταί και όχι ενδιαφερόμενοι, γενικώς ευδοκιμούν. Ροιούτο επομένως πνεύμα έπρεπε να καθοδηγή και ημάς και να μη παρασυρώμεθα από ευγλωττίαν και διαγωνισμόν ευφυΎας, ώστε να σας δίδωμεν συμβουλάς αντιθέτους προς τας πεποιθήσεις μας. 38. "Θαι εγώ μεν την ιδίαν έχω πάντοτε γνώμην, και εκπλήττομαι με εκείνους που επέτρεψαν την νέαν αυτήν περί των Κυτιληναίων συζήτησιν και επροκάλεσαν χρονοτριβήν, η οποία είναι προς όφελος των αδικησάντων και όχι των αδικηθέντων, διότι κατόπιν τοιαύτης χρονοτριβής η οργή του παθόντος εναντίον του αδικήσαντος αμβλύνεται, ενώ η εκδίκησις που επακολουθεί από πολύ πλησίον την προσβολήν επιβάλλει όσον το δυνατόν ανάλογον τιμωρίαν. Γίμαι συγχρόνως περίεργος να ιδώ ποίος θα παρουσιασθή ν' απαντήση εις τον λόγον μου και θ' αναλάβη ν' αποδείξη ότι το έγκλημα των Κυτιληναίων είναι ωφέλιμον εις ημάς, ενώ αι ατυχίαι μας βλάπτουν τους συμμάχους μας. Γίναι φανερόν ότι ο τοιούτος, ή εμπιστευμένος εις την ευγλωττίαν του, θα προσεπάθει ν' αποδείξη ότι εκείνο που θεωρείται γενικώς ως ορθόν, δεν είναι αποτέλεσμα ορθής κρίσεως, ή παρασυρόμενος από το χρηματικόν κέρδος, θα προσπαθήση δια της εκφωνήσεως ευπροσώπου κατ' επίφασιν λόγου να σας παραπλανήση. Ώλλ' εις αγώνας τοιούτου είδους, η πόλις τα μεν άθλα δίδει εις άλλους, αυτή όμως αποκομίζει τους κινδύνους. Ρου κακού τούτου αίτιοι είσθε σεις, οι οποίοι κακώς διευθύνετε τους αγώνας αυτούς. Βιότι συνηθίζετε να είσθε θεαταί των λόγων και ακροαταί των έργων, κρίνοντες το δυνατόν των μελλόντων γεγονότων από τους ωραίους λόγους των ρητόρων, ενώ προς τα ήδη τετελεσμένα, παρέχετε ολιγωτέραν πίστιν εις το ό,τι είδατε τελούμενον υπό τας όψεις σας παρά εις το ό,τι ακούσετε λεγόμενον από
ευφραδείς επικριτάς. Βιακρίνεστε κυρίως εις το να παρασύρεσθε εις πλάνας από νεωτεριστικούς λόγους και εις το να μη θέλετε ν ακολουθήτε τον ρήτορα όταν προβάλλη δεδοκιμασμένα επιχειρήματα, διότι είσθε δούλοι κάθε νέας παραδοξολογίας και περιφρονηταί παντός ό,τι είναι σύνηθες. Θαθείς από σας επιθυμεί προ πάντων να είναι ο ίδιος ρήτωρ, ειδεμή αμιλλάσθε προς αλλήλους, ώστε να μη φανήτε ότι καθυστερείτε ως προς την οξύτητα της αντιλήψεως, και χειροκροτείτε κάθε πνευματώδη παρατήρησιν, πριν ακόμη εξέλθη εντελώς από τα χείλη του ρήτορος, δεικνύεσθε δ' εξ ίσου ταχείς εις το να προμαντεύετε τα λεγόμενα, όσον βραδείς εις το να προΎδετε τας συνεπείας των. Ρρέχετε, ημπορεί κανείς να είπη, εις ανεύρεσιν κόσμου άλλου παρά εκείνου, εις τον οποίον ζώμεν, χωρίς να είσθε εις θέσιν να κρίνετε ορθώς περί των παρόντων. Γις δύο λέξεις, παρασυρόμενοι από την τέρψιν της ακοής, ομοιάζετε μάλλον ανθρώπους, οι οποίοι κάθηνται ως θεαταί επιδείξεως σοφιστών, παρά ανθρώπους, οι οποίοι διασκέπτονται περί του συμφέροντος της πόλεως. 39. "Ώπό τα άτοπα αυτά θέλω να σας αποτρέψω, ισχυριζόμενος ότι οι Κυτιληναίοι σας έβλαψαν πολύ περισσότερον, τωόντι, παρά οιαδήποτε άλλη μεμονωμένη πόλις. Ρο κατ' εμέ, δύναμαι να συγχωρήσω εκείνους, οι οποίοι τυχόν απεστάτησαν, διότι δεν ημπορούσαν να υποφέρουν την ηγεμονίαν σας ή διότι εξηναγκάσθησαν εις τούτο από τους εχθρούς σας. Ώλλα προκειμένου περί ανθρώπων, οι οποίοι κατοικούν νήσον ωχυρωμένην, και δεν εφοβούντο επίθεσιν των εχθρών μας παρά μόνον δια θαλάσσης, όπου άλλωστε και χωρίς την συνδρομήν μας είχαν αρκετόν στόλον, δια ν' αμυνθούν κατ' αυτών, οι οποίοι επί πλέον ήσαν ανεξάρτητοι και απελάμβαναν τας μεγαλύτερας εκ μέρους μας τιμάς, τοιαύτη συμπεριφορά, οποία η επιδειχθείσα υπ' αυτών, πώς άλλως ημπορεί να χαρακτηρισθη παρά ως επιβουλή και επανάστασις (την λέγω επανάστασιν και όχι αποστασίαν, διότι αποστασία γίνεται εκ μέρους καταπιεζομένων) και σύμπραξις με τους ασπονδοτέρους εχθρούς μας, προς τον σκοπόν του να μας καταστρέψουν; Ροιαύτη συμπεριφορά είναι, μα την αλήθειαν, πολύ τρομερωτέρα, παρά εάν ελάμβαναν τα όπλα εναντίον μας, εμπιστευόμενοι εις μόνους εαυτούς, και επιδιώκοντες επέκτασιν της δυνάμεώς των. Νύτε αι συμφοραί των άλλων, όσοι αποστατήσαντες από ημάς προηγουμένως έχασαν την ανεξαρτησίαν των, εχρησίμευσαν εις αυτούς ως μάθημα, ούτε η ευτυχία, την οποίαν απελάμβαναν, τους έκαμε να διστάσουν να ριφθούν εις τους κινδύνους του πολέμου. Ξλήρεις αλαζόνος εμπιστοσύνης εις το μέλλον, συλλαβόντες ελπίδας μεγαλυτέρας της δυνάμεώς των, αν και μικροτέρας της φιλοδοξίας των, έλαβαν τα όπλα, θέτοντες την σκαιάν βίαν υπεράνω του δικαίου. Βιότι, ευθύς ως ενόμισαν ότι ημπορούν να επικρατήσουν, επετέθησαν εναντίον μας, χωρίς να τους δώσωμεν καμμίαν αφορμήν. Ώι πόλεις, τωόντι, αι οποίαι μεγάλως ευτυχήσουν εξ αιφνιδίας και απροσδοκήτου ευνοίας της τύχης, εκτρέπονται συνήθως εις αυθάδειαν. Γνώ αι ατυχίαι, αι οποίαι έρχονται εις τους ανθρώπους σύμφωνα με τας λελογισμένας προσδοκίας των, είναι ως επί το πολύ διαρκέστεραι από εκείνας που τας υπερβαίνουν, και είναι σχεδόν ευκολώτερον ν' αποκρούση κανείς την κακοτυχίαν, παρά να διατηρήση την ευδαιμονίαν. Έπρεπεν εξ αρχής να μην είχαμεν τιμήσει τους Κυτιληναίους τόσον περισσότερον από τους άλλους συμμάχους, και τότε δεν θα έφθαναν εις τοιούτο σημείον αλαζονείας. Βιότι φύσει ο άνθρωπος καταφρονεί γενικώς τους κόλακας και θαυμάζει τους μη υποκύπτοντας. Θαι σεις τώρα εφαρμόσατε εναντίον αυτών ανάλογον προς το έγκλημα τιμωρίαν, και μη απαλλάξετε τους δημοκρατικούς, καταλογίζοντες την ευθύνην εις μόνους τους ολιγαρχικούς. Βιότι όλοι ανεξαιρέτως ήσαν ηνωμένοι εις την εναντίον μας τουλάχιστον επίθεσιν, ενώ εάν, όπως ημπορούσαν, ήρχοντο τότε με το μέρος μας, θα αποκαθίσταντο τώρα εις τας εστίας των. Ώλλ' επειδή εθεώρησαν ασφαλέστερον να συμμερισθούν τον κίνδυνον των ολιγαρχικών, έλαβαν και αυτοί μέρος εις την αποστασίαν. Πκεφθήτε καλά. Γάν επιβάλετε την ιδίαν τιμωρίαν τόσον εις εκείνους τους συμμάχους οι
οποίοι εκουσίως απεστάτησαν, όσον και εις εκείνους που έπραξαν τούτο εξαναγκαζόμενοι από τους εχθρούς, νομίζετε ότι θα ευρεθή κανένας από αυτούς, ο οποίος να μην αποστατήση με την παραμικράν πρόφασιν όταν γνωρίζει ότι εάν μεν επιτύχη, θα ελευθερωθή, εάν πάλιν δ' αποτύχη, δεν θα πάθη τίποτε το αθεράπευτον; Γνώ ημείς θα έχωμεν εκθέσει εις μέγιστον κίνδυνον και τας περιουσίας μας και την ζωήν μας απέναντι εκάστης των συμμάχων πόλεων, και οσάκις μεν επιτύχωμεν, θ' ανακτώμεν πόλιν κατεστραμμένην εκ του πολέμου, και θα στερούμεθα του λοιπού τα μέλλοντα εξ αυτής εισοδήματα, τα οποία αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας, ενώ οσάκις αποτύχωμεν θα προσθέτωμεν νέους εχθρούς εις τους προϋπάρχοντας, και θα καταναλίσκωμεν εις καταπολέμησιν των συμμάχων μας τον καιρόν που έπρεπε να διαθέτωμεν προς απόκρουσιν των ήδη κηρυγμένων εχθρών μας. 40. "Ώς μη εμπνεύσωμεν λοιπόν εις αυτούς την ελπίδα ότι δια της ευγλωττίας ή της δωροδοκίας ημπορούν να συγχωρηθούν, λόγω του ότι έσφαλαν ως άνθρωποι. Βιότι δεν σας έβλαψαν ακουσίως, αλλά σας επεβουλεύθησαν εσκεμμένως, ενώ το ακούσιον μόνον είναι άξιον συγγνώμης. Ρην γνώμην αυτήν υπεστήριξα θερμώς και χθες κατά την πρώτην συζήτησιν, και σήμερον επιμένω ότι δεν πρέπει ν' ανακαλέσετε την προηγουμένην απόφασίν σας, εάν θέλετε ν' αποφύγετε τους τρεις βλαβερωτάτους δια την ηγεμονίαν σας σκοπέλους, τον οίκτον, την γοητείαν της ευγλωττίας και την επιείκειαν. Βιότι και ο οίκτος δίκαιον είναι να επιδεικνύεται προς τους έχοντας όμοια αισθήματα, όχι προς εκείνους, οι oποίοι ούτε αίσθημα οίκτου θα δείξουν ποτέ προς ημάς και εξ ανάγκης είναι διαρκείς εχθροί μας. Θαι οι ρήτορες, οι οποίοι τέρπουν με την ευγλωττίαν των, θα λάβουν την ευκαιρίαν να επιδείξουν αυτήν και εις άλλας περιστάσεις μικροτέρας σπουδαιότητος, και δεν πρέπει να επιμείνουν εις την παρούσαν, κατά την οποίαν αυτοί μεν θ' αμειφθούν δια τον ωραίον λόγον των, ενώ η πόλις θα πληρώση τόσον ακριβά την εξ αυτού βραχείαν ευχαρίστησιν. Θαι η επιείκεια πρέπει να επιδεικνύεται προς εκείνους μάλλον, οι οποίοι, άπαξ συμφιλιωθέντες, θα είναι του λοιπού πιστοί σύμμαχοι, παρά προς εκείνους, οι οποίοι θα μείνουν πάντοτε οι ίδιοι και των οποίων η εχθρότης καθόλου δεν θα ελαττωθή. Πυγκεφαλαιώνων λοιπόν λέγω ότι εάν μεν πεισθήτε εις τους λόγους μου, θα ενεργήσετε κατά τρόπον όχι μόνον δίκαιον προς τους Κυτιληναίους, αλλά και συμπεριφορά δια σας, ενώ εάν αποφασίσετε αντιθέτως, την μεν ευγνωμοσύνην εκείνων δεν θα κερδίσετε, θα καταδικάσετε όμως τους ιδίους τους εαυτούς σας. Βιότι εάν εκείνοι δικαίως απεστάτησαν, η άσκησις της ηγεμονίας σας θα ήτο αδικαιολόγητος. Γάν, εν τούτοις, επιμένετε τωόντι εις την άσκησιν αυτής, έστω και αδικαιολογήτου, το συμφέρον σας ακριβώς επιβάλλει όπως και παρά το δίκαιον ακόμη τους τιμωρήσετε, ειδεμή, παραιτήσατε την ηγεμονίαν, δια να ημπορήτε να επιδεικνύετε ακινδύνως την γενναιοφροσύνην σας. Ώποφασίσατε να τιμωρήσετε τους Κυτιληναίους με την τιμωρίαν που συνιστώ και να μη δειχθήτε σεις,οι οποίοι διεφύγατε τον κίνδυνον, πλέον ανάλγητοι από εκείνους,οι οποίοι τον εσχεδίασαν δολίως. Πυλλογισθήτε πως είναι πιθανόν ότι θα σας μετεχειρίζοντο, εάν σας ενίκων, αφού μάλιστα αυτοί πρώτοι μας επετέθησαν. Θατά κανόνα τωόντι, εκείνοι που αδικούν άλλον χωρίς αιτίαν, τον καταδιώκουν μέχρις ολοσχερούς μάλιστα εξοντώσεως, διότι φοβούνται τον κίνδυνον που θα τους ηπείλει, εάν ο εχθρός των δεν κατεστρέφετο εντελώς. Θαι τούτο διότι εκείνος που υποστή επίθεσιν, εις την οποίαν ο επιτεθείς προέβη άνευ ανάγκης, εάν απ' αυτήν αποβαίνη εχθρός αμειλικτότερος από εκείνον, ο οποίος υπήρξεν ανέκαθεν και απευθείας εχθρός. Κη προδώσετε λοιπόν οι ίδιοι τους εαυτούς σας, αλλά μεταφερθήτε δια της διανοίας όσον το δυνατόν πλησιέστερον προς την στιγμήν της εναντίον σας επιθέσεως, και συλλογιζόμενοι ότι θα εδίδατε τότε κάθε τι δια να τους συντρίψετε, ανταποδώσατε τώρα εις αυτούς τα ίσα χωρίς να δείξετε υπερευαισθησίαν, επηρεαζόμενοι από την παρούσαν
δυστυχίαν των, και χωρίς να λησμονήσετε τον κίνδυνον, ο οποίος όχι προ πολλού επεκρεμάσθη επάνω σας. Νφείλετε όχι μόνον να τους τιμωρήσετε όπως το αξίζουν, αλλά και να καταστήσετε δια του παραδείγματός των φανερόν εις τους άλλους συμμάχους ότι πάσης αποστασίας η τιμωρία θα είναι θάνατος. Βιότι, εάν αντιληφθούν τούτο, σπανιώτερον θα ευρίσκεσθε εις την ανάγκην ν' αμελήτε τους εχθρούς σας και να καταπολεμήτε τους ιδίους σας συμμάχους".
Ροιαύτα περίπου είπεν ο Θλέων. Κετ' αυτόν ο Βιόδοτος, υιός του Γυκράτους, ο οποίος και εις την προηγουμένην συνέλευσιν του λαού αντετάχθη κυριώτατα κατά της θανατώσεως των Κυτιληναίων, προχωρήσας και πάλιν εις το βήμα, είπε τα εξής περίπου: 42. "Νύτε εκείνους που επέτρεψαν την νέαν κατά των Κυτι ληναίων διάσκεψιν κατηγορώ, ούτε εκείνους που επικρίνουν την επανειλημμένην σύσκεψιν περί σπουδαιοτάτων ζητημάτων επαινώ.Λομίζω, τουναντίον, ότι δύο πράγματα είναι εναντιώτατα εις την λήψιν ορθής αποφάσεως, η σπουδή και η οργή, από τας οποίας η μεν πρώτη συνοδεύεται συνήθως από ανοησίαν, η δε δευτέρα από αγροικίαν και στενότητα αντιλήψεως. στις επιμένει ότι οι λόγοι δεν πρέπει να είναι οδηγοί των πράξεών μας, είναι ή ασύνετος, ή ιδιοτελής. Ώσύνετος, εάν νομίζη, ότι ημπορεί με άλλο μέσον να διασαφηνίση το σκοτεινόν μέλλον, ιδιοτελής, εάν, θέλων να επιτύχη την παραδοχήν αισχράς προτάσεως, αντιλαμβάνεται ότι δεν δύναται μεν να ομιλήση καλώς περί υποθέσεως κακής, δύναται όμως, διαβάλλων επιτηδείως, να εκφοβίση και τους αντιφρονούντας και τους ακροατάς του. Θινδυνωδέστατοι, άλλωστε, είναι εκείνοι ιδίως, οι οποίοι κατηγορούν εκ των προτέρων τους αντιφρονούντας ως μετερχομένους είδος ρητορικής επιδείξεως, χάριν χρηματικού κέρδους. Βιότι, εάν τους κατηγορούν απλώς ως ασυνέτους, τότε αυτοί, εις περίστασιν που θα ηττώντο κατά την συζήτησιν, θ' απεσύροντο απ' αυτήν, θεωρούμενοι ασύνετοι μάλλον παρά μη έντιμοι. Ώλλ' ενώπιον κατηγορίας δι' ιδιοτέλειαν, ο ρήτωρ, και εάν κατορθώση να πείση, γίνεται ύποπτος, και αν αποτύχη χάνη όχι μόνον την περί της συνέσεώς του, αλλά και την περί της εντιμότητάς του εκτίμησιν του πλήθους. Ε πόλις, εξ άλλου, ουδαμώς ωφελείται εκ τούτου, διότι στερείται των συμβουλών των πολιτικών της ανδρών, οι οποίοι φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν, ενώ αι υποθέσεις της θα ευωδούντο πολύ περισσότερον, εάν οι τοιούτου είδους πολίται εστερούντο του χαρίσματος του λόγου, καθόσον θα την παρέσυραν εις ολιγώτερα σφάλματα. Ν χρηστός τωόντι πολίτης οφείλει να δεικνύη τον εαυτόν του καλλίτερον ρήτορα, όχι δι' εκφοβισμού των αντιφρονούντων, αλλά δι' επιχειρημάτων καλής πίστεως. Ε σώφρων εξ άλλου πόλις, χωρίς ν' απονέμη νέας τιμάς εις εκείνον, του οποίου αι συμβουλαί αποδεικνύονται ως επί το πλείστον ορθαί, οφείλει να μην τον αποστερή τουλάχιστον από τας ήδη απονεμηθείσας, ενώ ως προς εκείνον, του οποίου αι γνώμαι απέτυχαν, μακράν του να τον τιμωρή, δεν πρέπει ούτε να τον καταφρονή. Θατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε ο επιτυγχάνων εις τας γνώμας του θα ομιλή παρά την πεποίθησίν του, προς κολακείαν του πλήθους, δια να κριθή άξιος μεγαλυτέρων τιμών, ούτε ο αποτυχών θα καταφεύγη εις τα ίδια μέσα, χαριζόμενος και αυτός εις το πλήθος, δια να το προσεταιρισθή. 43. Ώλλ' ημείς πράττομεν αντιθέτως, και επί πλέον, και εάν κανείς συμβουλεύση τα άριστα, υποπτευόμεθα όμως αυτόν ότι ομιλεί χάριν ιδιοτελείας, επειδή δε τον φθονούμεν δια την αμφίβολον υποψίαν του κέρδους, στερούμεν την πόλιν προδήλου ωφελείας. Βιότι κατήντησαν αι καλαί συμβουλαί, διδόμεναι μ' ευθύτητα, να μην είναι ολιγώτερον ύποπτοι από τας κακάς, ώστε είναι ανάγκη, οχι μόνον ο θέλων να παρασύρη το πλήθος
εις αποδοχήν ολεθριωτάτης γνώμης να προσεταιρίζεται αυτό δια της απάτης, αλλά και ο προτείνων τ' άριστα να καταφεύγη εις το ψεύδος, δια να γίνη πιστευτός. Θαι ούτως αι Ώθήναι, ένεκα της υπερβολικής των ευφυΎας, είναι η μόνη πόλις που δεν ημπορεί κανείς να υπηρέτηση δια της ευθείας οδού, χωρίς να την απατήση. Βιότι, οσάκις κανείς σας προσφέρει φανερά κάποιαν ωφέλειαν, τον ανταμείβετε δια της υπονοίας ότι με κάποιον κρύφιον τρόπον επιζητεί ατομικόν κέρδος. Ώλλ' οσάκις πρόκειται περί ζωτικών συμφερόντων, και εις περιστάσεις οποία η παρούσα, έπρεπε ν' απαιτήτε από ημάς, οι οποίοι σας συμβουλεύομεν, να βλέπωμεν μακρύτερα οπωσδήποτε από σας, οι οποίοι ολίγην ωραν αφιερώνετε εις την μελέτην αυτών, αφού μάλιστα ημείς μεν δίδομεν τας συμβουλάς μας υπευθύνως, ενώ σεις τας ακούετε και τας ακολουθείτε ανευθύνως. Βιότι, εάν και ο δίδων συμβουλήν και ο ακολουθήσας αυτήν εζημιώνοντο εξ ίσου, θα είσθε πολύ νηφαλιώτεροι εις την λήψιν των αποφάσεών σας. Γνώ τώρα συμβαίνει πολλάκις, παρασυρόμενοι από την πρώτην ορμήν του πάθους εις σφάλματα, να τιμωρήτε την μίαν γνώμην εκείνου, ο οποίος σας έπεισε, και όχι τας πολλάς ιδικάς σας αι οποίαι υπέπεσαν εις το ίδιον με εκείνον σφάλμα. 44. "Ώλλ' εγώ παρουσιάζομαι εις το βήμα, όχι δια ν' ανασκευάσω άλλους, ομιλών υπέρ των Κυτιληναίων, ούτε ως κατήγορος αυτών. Βιότι το ζήτημα που μας απασχολεί, εάν σωφρονούμεν, είναι όχι ποίον είναι το έγκλημα εκείνων, αλλά ποία η συμφερωτέρα δι' ημάς απόφασις. Βιότι, οσονδήποτε ενόχους και αν τους απεδείκνυα, δεν θα συνίστων να τους θανατώσωμεν δια τούτο, εάν δεν συμφέρη και αν απεδείκνυα, ότι υπάρχουν οπωσδήποτε ελαφρυντικαί περιστάσεις, δεν θα συνίστων να τους συγχωρήσωμεν, εάν τούτο αντιτίθεται εις το συμφέρον της πόλεως. Λομίζω, άλλωστε, ότι πρέπει να σκεφθώμεν περί του μέλλοντος μάλλον παρά περί του παρόντος. Ρο κύριον επιχείρημα του Θλέωνος είναι ότι έχετε συμφέρον να επιβάλετε την ποινήν του θανάτου, δια να καταστήσετε τας αποστασίας εις το μέλλον ολιγώτερον συχνάς. Ώλλα το συμφέρον ακριβώς του μέλλοντος υποστηρίζων και εγώ, έχω αντίθετον γνώμην από την γνώμην αυτήν του Θλέωνος. Θαι ζήτω από σας να μη παρασυρθήτε από την κατ' επίφασιν ορθότητα των επιχειρημάτων του, όπως απορρίψετε την πρακτικήν ωφέλειαν των ιδικών μου. Βιότι, ωργισμένοι καθώς είσθε την στιγμήν αυτήν κατά των Κυτιληναίων, είναι ενδεχόμενον να παρασυρθήτε από τα επιχειρήματά του, τα οποία στηρίζονται μάλλον επί της απόψεως του δικαίου. Ώλλ' ημείς δεν δικαζόμεθα προς αυτούς, ώστε να έχωμεν ανάγκην να εξετάσωμεν την άποψιν του δικαίου, αλλά συσκεπτόμεθα περί αυτών δια ν' αποφασίσωμεν σύμφωνα με το συμφέρον μας. 45. "Ώι διάφοροι πόλεις, ως γνωστόν, καθιέρωσαν την ποινήν του θανάτου δια πολλά εγκλήματα, μερικά από τα οποία δεν εξισούνται καν με την βαρύτητα του ιδικού των, αλλ' είναι ελαφρότερα. Νι άνθρωποι όμως, παρασυρόμενοι από την ελπίδα, αψηφούν τους κινδύνους, και κανείς δεν εξετέθη εις τον κίνδυνον εγκληματικής επιχειρήσεως, ενώ επίστευεν, ότι θ' αποτύχη. Νμοίως, προκειμένου περί πόλεων, ποία ποτέ εξετέθη εις τον κίνδυνον της αποστασίας, χωρίς να πιστεύη, ότι τα μέσα, τα οποία διέθετεν, είτε ιδικά της είτε υπό συμμάχων παρεχόμενα, ήσαν επαρκή; Βιότι όλοι φύσει ρέπουν εις παρανομίαν, εις τε τον ιδιωτικόν και τον δημόσιον βίον, και δεν υπάρχει νόμος δυνάμενος να εμποδίση τούτο, αφού μέχρι τούδε οι άνθρωποι διεξήλθαν όλην την κλίμακα των ποινών, με την ελπίδα, ότι εξακολουθούντες να τας επιτείνουν, θα επιτύχουν μετριασμόν της εγκληματικότητος. Γίναι μάλιστα πιθανόν, ότι εις την παλαιάν εποχήν, αι ποιναί των βαρυτέρων εγκλημάτων ήσαν ελαφρότεροι παρά σήμερον, αλλ' επειδή εξακολουθεί η διάπραξις αυτών, αι ποιναί επετάθησαν, έως ότου με τον καιρόν έφθασαν αι περισσότεραι από αυτάς μέχρι του θανάτου. Κολαταύτα και με την τοιαύτην επίτασιν των ποινών, εξηκολούθησεν η διάπραξις των αδικημάτων.
Νφείλομεν λοιπόν ή να εξεύρωμεν άλλο φόβητρον τρομερώτερον της θανατικής ποινής, ή ν' αναγνωρίσωμεν τουλάχιστον, ότι αυτή δεν προλαμβάνει τα εγκλήματα. Θαθόσον οι άνθρωποι παρασύρονται εις κινδυνώδεις επιχειρήσεις, άλλοι μεν από την τόλμην, την οποίαν εμπνέει εις τον πτωχόν η ανάγκη, άλλοι από την πλεονεξίαν, εις την οποίαν ωθούν τον πλούσιον η αλαζονεία και η αυτοπεποίθησις, και άλλοι από τα πάθη, τα οποία εκάστοτε τους εξουσιάζουν εις τας διαφόρους βιοτικάς περιστάσεις δια της ακαθέκτου ορμής των. Γις όλας, άλλωστε, τας περιπτώσεις αυτάς, ο πόθος και η ελπίς, εκείνος προηγούμενος, εκείνη ακολουθούσα, ο πρώτος σχεδιάζων την επιβουλήν, η δευτέρα υποβάλλουσα την ιδέαν της προθύμου συνδρομής της τύχης, προξενούν το μεγαλύτερον κακόν, και επειδή είναι αόριστοι, βλάπτουν περισσότερον από τους κινδύνους που βλέπει κανείς εμπρός στα μάτια του. Θαι η τύχη, προς τούτοις, συντελεί όχι ολιγώτερον εις την παραπλάνησιν των ανθρώπων. Βιότι, παρουσιαζομένη ενίοτε απροσδοκήτως, εξωθεί τον άνθρωπον ν' αναλάβη κινδύνους και με ανεπαρκή ακόμη μέσα, και ακόμη περισσότερον τας πόλεις, καθόσον όχι μόνον ο αγών των αποβλέπει εις τα ζωτικώτατα συμφέροντα (την ιδικήν των ελευθερίαν, ή αντιθέτως, την ηγεμονίαν των άλλων), αλλά και έκαστος, συμπράττων με όλους τους άλλους συμπολίτας του, υπερτιμά αλογίστως τας ατομικάς του δυνάμεις. Κε ολίγα λόγια, οσάκις η ανθρωπίνη φύσις ωθείται εις το να πράξη κάτι, το οποίον ζωηρώς επιθυμεί, ούτε η αυστηρότης των νόμων, ούτε άλλος κανείς φόβος ημπορεί να την αποτρέψη, και είναι πολύ ανόητος εκείνος που πιστεύει το εναντίον. 46. "Βεν πρέπει, λοιπόν, από υπερβολικήν εμπιστοσύνην εις την ποινήν του θανάτου ως εγγύησιν κατά της αποστασίας, να προέλθετε εις εσφαλμένην απόφασιν, και ν' αφαιρέσετε από τους αποστατήσαντας κάθε ελπίδα, ότι ημπορούν μετανοούντες να εξαλείψουν ταχύτατα το σφάλμα των. Πκεφθήτε, τωόντι, ότι επίι τη βάσει της μέχρι σήμερον πολιτικής σας, εάν καμμία πόλις, και αφού ακόμη αποστατήση, αναγνωρίση ότι δεν ημπορεί να επιτύχη, δύναται να συνθηκολογήση, ενώ ακόμη είναι εις θέσιν να πληρώση τα έξοδα του πολέμου και να καταβάλη φόρον υποτελείας εις το μέλλον. Ώλλ' εάν ακολουθήσετε αντίθετον του λοιπού πολιτικήν, ποία πόλις νομίζετε ότι θα ευρεθή, η οποία δεν ήθελε παρασκευασθή τελειότερον παρ' όσον μέχρι σήμερον, και δεν ήθελεν εξ άλλου προτιμήση να υποστή μέχρις εσχάτων τας ταλαιπωρίας της πολιορκίας, εάν τας ιδίας έχη δι' αυτήν συνεπείας και η ταχεία και η βραδεία υποταγή; Βεν θα είναι, εξ άλλου, ζημία δι' ημάς να υφιστάμεθα τας δαπάνας μακράς πολιορκίας, δια το αδύνατον της συνδιαλλαγής, και εν περιπτώσει επιτυχίας ν' ανακτώμεν πόλιν κατεστραμμένην εκ του πολέμου και να στερούμεθα τα εξ αυτής έσοδα, ενώ τα έσοδα ακριβώς αυτά αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας απέναντι των εχθρών μας; Βεν πρέπει, επομένως, να βλάπτωμεν τα συμφέροντά μας, κρίνοντες τους ενόχους επί τη βάσει των αρχών της αυστηράς δικαιοσύνης, αλλά να εξετάζωμεν μάλλον πώς δι' επιεικούς τιμωρίας θα ημπορέσωμεν εις το μέλλον να έχωμεν εις την υπηρεσίαν μας ακμαίας τας πόλεις υπό έποψιν χρηματικών πόρων, αντλούντες την ασφάλειάν μας όχι από την αυστηρότητα των νόμων, αλλ' υπό την προνοητικότητα της διοικήσεώς μας. Ρο εναντίον όμως τούτου αρχίζομεν ήδη να πράττωμεν, και εάν καμμία πόλις, η οποία ήτο ελευθέρα και η οποία παρά την θέλησίν της υπεβλήθη υπό την κυριαρχίαν μας, αποστατήση, όπως είναι φυσικόν, δια ν' ανακτήση την ανεξαρτησίαν της, και την υποτάξωμεν, νομίζομεν, ότι πρέπει να την τιμωρούμεν με εξαιρετικήν αυστηρότητα. Γνώ οφείλομεν όχι να τιμωρούμεν αυστηρά τους ελευθέρους άνδρας, αφού αποστατήσουν, αλλά να επιτηρούμεν αυτούς αυστηρά πριν αποστατήσουν, και να προλαμβάνωμεν να μην περάση καν από τον νουν των τοιαύτη ιδέα, και αφού εξ άλλου τους υποτάξωμεν, να καταλογίζωμεν την ευθύνην εις όσον το δυνατόν ολιγωτέρους.
47. "Ώλλ' οφείλετε να σκεφθήτε πόσον θα σφάλετε και κατά τούτο, εάν ακολουθήσετε την γνώμην του Θλέωνος. Βιότι σήμερον η δημοκρατική μερίς όλων των πόλεων είναι ευνοϊκή προς ημάς, και ή δεν λαμβάνει μέρος εις τας αποστασίας των ολιγαρχικών, ή, εάν αναγκασθή εις τούτο, είναι εξ αρχής εχθρός των προκαλεσάντων την αποστασίαν, ούτως ώστε όταν αναλαμβάνετε τον πόλεμον, έχετε σύμμαχόν σας το μεγαλύτερον μέρος της επαναστατημένης πόλεως. Γάν εν τούτοις εξολοθρεύσετε σήμερον τους δημοκρατικούς της Κυτιλήνης, οι οποίοι όχι μόνον εις την αποστασίαν δεν έλαβαν μέρος, αλλά και μόλις επέτυχαν να οπλιστούν με βαρύν οπλισμόν, σας παρέδωσαν την πόλιν εκουσίως, πρώτον θα διαπράξετε έγκλημα φονεύοντες εκείνους, οι οποίοι σας προσέφεραν μεγάλην υπηρεσίαν, και δεύτερον θα εξασφαλίσετε υπέρ των ολιγαρχικών εκείνο που επιθυμούν κατ' εξοχήν. Βιότι αυτοί, αποστατούντες εναντίον σας τας πόλεις των, θα έχουν ευθύς συμπράττοντας μαζί των τους δημοκρατικούς, αφού σεις θα έχετε καταστήσει εις όλους φανερόν, ότι η ιδία τιμωρία περιμένει όχι μόνον τους ενόχους, αλλά και τους αθώους, και αν ακόμη είναι ένοχοι, οφείλετε να προσποιηθήτε άγνοιαν, δια να μη κάμετε εχθρούς το μόνον μέρος του πληθυσμού το οποίον είναι ακόμη φιλικόν προς σας. Θαι θεωρώ τούτο πολύ συμφερώτερον δια την διατήρησν της ηγεμονίας μας, το να υφιστάμεθα δηλαδή εκουσίως αδικίαν, παρά το να θανατώσωμεν, κατά τας υπαγορεύσεις της αυστηράς δικαιοσύνης, εκείνους, τους οποίους συμφέρον έχομεν να φεισθώμεν. Θαι ούτως αποδεικνύεται ότι δεν ημπορεί να συμπέση εις την θανατικήν εκτέλεσιν των Κυτιληναίων το δίκαιον συγχρόνως και το συμφέρον, όπως υποστηρίζει ο Θλέων. 48. "Τωρίς λοιπόν να παρασυρθήτε ούτε από οίκτον, ούτε από επιείκειαν (διότι ούτε εγώ θα ήθελα να επηρεασθήτε από τοιαύτα αισθήματα), αλλά πειθόμενοι ακριβώς από τα επιχειρήματα, τα οποία ανέπτυξα, οφείλετε ν' αναγνωρίσετε, ότι η καλλιτέρα απόφασις που ημπορείτε να λάβετε, είναι να δικάσετε ηρέμως τους Κυτιληναίους εκείνους, όσους ο Ξάχης έστειλεν εδώ ως ενόχους, και να αφίσετε τους λοιπούς ησύχους εις τας εστίας των. Ροιαύτη απόφασις θα είναι ωφέλιμος δια το μέλλον και φοβερά από τούδε εις τους εχθρούς μας. Θαθόσον ο ορθώς κρίνων είναι ισχυρότερος απέναντι των εχθρών του από εκείνον, ο οποίος αφρόνως επιτίθεται εναντίον των, έστω και με ισχυράν υλικήν δύναμιν."
Ροιαύτα περίπου είπεν ο Βιόδοτος. Ξαρά την μεταβολήν, εν τούτοις, των αισθημάτων, η οποία είχεν εκδηλωθή, οι Ώθηναίοι, αφού αι γνώμαι αυταί εξητάσθησαν με ίσην περίπου εκατέρωθεν δύναμιν, διεφώνησαν ως, προς την ληπτέαν απόφασιν, και κατά την γενομένην δι' ανατάσεως των χειρών ψηφοφορίαν, εδείχθησαν περίπου ισόψηφοι. Ρελικώς όμως επεκράτησεν η γνώμη του Βιοδότου. Ώπέστειλαν λοιπόν αμέσως και μετά σπουδής δευτέραν τριήρη, δια να μη προλάβη η πρώτη, η οποία είχεν αναχωρήσει εν περίπου ημερονύκτιον ενωρίτερα, και εύρουν την πόλιν εξωλοθρευμένην. Νι Κυτιληναίοι πρέσβεις εφωδίασαν το πλήρωμα της δευτέρας αυτής τριήρους με οίνον και κριθάλευρον, και υπέσχοντο μεγάλην αμοιβήν, εάν έφταναν εγκαίρως. Φς εκ τούτου, ο πλους έγινε με τοιαύτην ταχύτητα, ώστε ενώ εκωπηλάτουν, έτρωγαν συγχρόνως ψωμί κατασκευασμένον από κριθάλευρον, ζυμωμένον με οίνον και έλαιον, και εκ περιτροπής άλλοι εκοιμώντο και άλλοι εκωπηλάτουν. Θαι επειδή κατά καλήν τύχην δεν έπνευσε κανείς εναντίος άνεμος, και το μεν πρώτον πλοίον ως εκ της τερατώδους παραγγελίας που εκόμιζε, δεν έπλεε
ταχέως, ενώ το δεύτερον έσπευδε κατά τον εκτεθέντα τρόπον, το πρώτον επρόλαβε τόσον μόνον, ώστε να έχη ο Ξάχης αναγνώσει το ψήφισμα και να ετοιμάζεται δια την εκτέλεσιν των διατάξεων αυτού, όταν ο κατάπλους του δευτέρου επρόλαβε τον όλεθρον. Ρόσον ολίγον έλειψε να καταστραφή η Κυτιλήνη.
Ρους άλλους Κυτιληναίους, τους οποίους ο Ξάχης είχεν αποστείλει εις Ώθήνας ως πρωταιτίους της αποστασίας και οι οποίοι ήσαν ολίγον περισσότεροι των χιλίων [5], εθανάτωσαν οι Ώθηναίοι, κατά πρότασιν του Θλέωνος. Πυγχρόνως κατεδάφισαν τα τείχη της πόλεως και κατέσχον τον στόλον της. Έπειτα, αντί να επιβάλουν εις τους Ιεσβίους την πληρωμήν φόρου, διήρεσαν ολόκληρον την νήσον, εκτός του εδάφους των Κηθυμναίων, εις τρεις χιλιάδας κλήρους. Ρριακοσίους εξ αυτών αφιέρωσαν εις τους θεούς και απέστειλαν Ώθηναίους κληρούχους, ορισθέντας δια κλήρου, όπως καταλάβουν τους λοιπούς. Νι Ιέσβιοι, αναλαβόντες απέναντι των εν λόγω κληρούχων την υποχρέωσιν να καταβάλλουν δυο μνας [6] ετησίως δι' έκαστον κλήρον, εκράτησαν οι ίδιοι την καλλιέργειαν της γης. Νι Ώθηναίοι κατέλαβαν επίσης και τας μικροτέρας πόλεις, όσας εξουσίαζαν οι Κυτιληναίοι επί της απέναντι στερεάς, και αι πόλεις αυταί κατέστησαν του λοιπού υπήκοοι των Ώθηνών. Ροιούτον υπήρξε το τέλος της αποστασίας της Ιέσβου.
Θατά το ίδιον θέρος, μετά την υποταγήν της Ιέσβου, οι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Λικίου, υιού του Λικηράτου, εξεστράτευσαν κατά της νήσου Κινώας, κειμένης απέναντι των Κεγάρων, επί της οποίας οι Κεγαρείς, οικοδομήσαντες πύργον, είχαν εγκατεστημένην φρουράν. Πκοπός του Λικίου ήτο όπως η νήσος αυτή καταλαμβανομένη χρησιμοποιηθή υπό των Ώθηναίων ως επιτηρητικός σταθμός, όπως από αυτήν, από μικροτέραν δηλαδή απόστασιν, και όχι από το ΐούδορον και άλλα σημεία της Παλαμίνος, αφ' ενός εμποδίζουν τους Ξελοποννησίους να χρησιμοποιούν την Λίτσαιαν, δια να ενεργούν εκείθεν απαρατήρητοι εξόδους πολεμικών πλοίων, η οποία η προηγουμένως γενομένη, ή ληστρικάς επιδρομάς, αλλά και εξ άλλου μη επιτρέπουν καμμίαν διά θαλάσσης εισαγωγήν εις τα Κέγαρα. Ξροσβαλών λοιπόν πρώτον διά του στόλου την νήσον από το αντίθετον προς την Λίτσαιαν μέρος, εκυρίευσε, χρησιμοποιήσας πολεμικάς μηχανάς, δυο προεξέχοντας πύργους, και αφού εξησφάλισε τον είσπλουν εις το μεταξύ των δύο τούτων πύργων διάστημα, ήρχισε ν' αποφράσση διά της κατασκευής τείχους και το απέναντι της ξηράς μέρος, εις το σημείον, από το οποίον ήτο δυνατόν να έλθη εις την ολίγον από της ξηράς απέχουσαν νήσον εχθρική βοήθεια, διά της υπεράνω του τενάγους εκτεινομένης γεφύρας. Θαι όταν εις ολίγας ημέρας το έργον τούτο συνεπληρώθη και κατεσκεύασε και άλλο φρούριον επί της νήσου, άφισεν εις την φρουράν, και επέστρεψε με τον επίλοιπον στρατόν εις Ώθήνας.
Ξερί την ιδίαν εποχήν του ιδίου θέρους, και οι Ξλαταιείς επειδή εξηντλήθησαν τα τρόφιμά των, και δεν ημπορούσαν ν' ανθέξουν περισσότερον εις την πολιορκίαν, εσυνθηκολόγησαν προς τους Ξελοποννησίους υπό τας εξής περιστάσεις. Γις γενομένην υπό των τελευταίων επίθεσιν εναντίον του τείχους, οι Ξλαταιείς δεν ήσαν εις θέσιν ν' αντισταθούν αποτελεσματικώς. Ν αρχηγός των Ιακεδαιμονίων, αντιληφθείς την αδυναμίαν των, δεν ήθελε να κυριεύση την πόλιν εξ εφόδου, συμμορφούμενος προς τας διαταγάς που είχεν από την
Ιακεδαίμονα και των οποίων σκοπός ήτο, εάν ποτέ συνήπτετο ειρήνη προς τους Ώθηναίους και ανεγνωρίζετο δι' αυτής η αμοιβαία υπό των εμπολέμων απόδοσις των μερών, όσα είχαν καταλάβει δια της βίας των όπλων, να μη αποδοθούν ως εκ τούτου αι Ξλαταιαί, λόγω του ότι οι ίδιοι οι Ξλαταιείς είχαν προσχωρήσει εκουσίως προς τους Ιακεδαιμονίους. Έστειλε λοιπόν προς αυτούς κήρυκα, δια να είπη, ότι εάν θέλουν να παραδώσουν εκουσίως την πόλιν εις τους Ιακεδαιμονίους και δεχθούν αυτούς ως δικαστάς, θα τιμωρήσουν τους ενόχους, ουδένα όμως αδίκως. Ρα ολίγα αυτά είπεν ο κήρυξ εις τους Ξλαταιείς, οι οποίοι, ευρισκόμενοι εις την εσχάτην πλέον αδυναμίαν, παρέδωσαν την πόλιν.
Νι Ξελοποννήσιοι, τωόντι, διέτρεφαν τους Ξλαταιείς μερικάς ημέρας, έως ότου έφθασαν εκ Ιακεδαίμονος οι δικασταί, πέντε τον αριθμόν. Κετά την άφιξιν αυτών, καμμία κατηγορία δεν διετυπώθη εναντίον των Ξλαταιέων, αλλά προσκαλέσαντες αυτούς οι δικασταί, περιωρίσθησαν ερωτήσουν μόνον, εάν κατά τον παρόντα πόλεμον είχαν προσφέρει καμμίαν υπηρεσίαν εις τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. Νι Ξλαταιείς, εν τούτοις, παρεκάλεσαν να τους επιτραπή να ομιλήσουν δια μακρών, και διώρισαν πληρεξουσίους των τους συμπολίτας των Ώστύμαχον, υιόν του Ώσωπολάου, και Ιάκωνα, υιόν του Ώειμνήστου, πρόξενον των Ιακεδαιμονίων, οι οποίοι, παρουσιασθέντες εις το δικαστήριον, ωμίλησαν ως εξής περίπου:
"Ρην πόλιν παρεδώσαμεν, Ιακεδαιμόνιοι, από εμπιστοσύνην προς σας, διότι ενομίζαμεν, ότι θα υποβληθώμεν εις δίκην, όχι τοιαύτην οποία η παρούσα, αλλά δικαιοτέραν, και αφού εδέχθημεν να παρουσιασθώμεν όχι ενώπιον άλλων δικαστών, αλλ' ενώπιόν σας, όπως πράγματι συμβαίνει, διότι επιστεύαμεν, ότι τοιουτοτρόπως εξησφαλίζαμεν αμερόληπτον δικαιοσύνην. Ρώρα όμως φοβούμεθα,ότι εσφάλαμεν διττώς. Βιότι ευλόγως υποπτεύομεν, ότι και η ζωή μας κινδυνεύει και σεις δεν θα δειχθήτε αμερόληπτοι. Θαι συμπεραίνομεν τούτο εκ του ότι ούτε προκατηγορία καμμία διετυπώθη εναντίον μας, εις την οποίαν να ημπορούμεν ν' απαντήσωμεν, αλλ' ημείς εδέησε να ζητήσωμεν άδειαν να ομιλήσωμεν δια μακρών, και ότι η σύντομος ερώτησις, η οποία μας απευθύνεται, είναι τοιαύτη, ώστε η απάντησις εις αυτήν, εάν μεν είναι αληθής, μας καταδικάζει, εάν δε ψευδής, δύναται ευκόλως ν' ανασκευασθή. Ώλλά μη έχοντες που να στραφώμεν, αναγκαζόμεθα ν' αντιμετωπίσωμεν τον κίνδυνον, ομιλούντες απροκαλύπτως. Ε οδός άλλωστε αυτή φαίνεται ασφαλεστέρα. Βιότι όσοι ευρίσκονται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα ημείς, εάν δεν ομιλήσουν, ημπορούν να μέμφωνται εαυτούς ακολούθως, ότι εάν ωμιλούσαν, ημπορούσαν να σωθούν. Γις τα άλλα, εν τούτοις, μειονεκτήματα της θέσεώς μας προστίθεται και η δυσκολία του να σας πείσωμεν. Βιότι, εάν είμεθα άγνωστοι οι μεν προς τους δε, θα ηδυνάμεθα ίσως να ωφεληθώμεν, προσάγοντες αποδείξεις περί πραγμάτων, τα οποία δεν γνωρίζετε. Ώλλά τώρα, κάθε τι που ημπορούμεν να είπωμεν σας είναι γνωστόν, και φοβούμεθα όχι ότι εκρίνατε τας αρετάς μας κατωτέρας από τας ιδικάς σας, και τούτο θεωρείται κεφάλαιον κατηγορίας εναντίον μας, αλλ' ότι, όπως ευαρεστήσωμεν άλλους, προσερχόμεθα εις δίκην, η οποία είναι ήδη προαποφασισμένη. 54. "Γκθέτοντες, εν τούτοις, τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματά μας, όσον αφορά τας διενέξεις προς τους Ζηβαίους, και υπενθυμίζοντες τας υπηρεσίας που έχομεν προσφέρει εις σας και τους λοιπούς Έλληνας, θα προσπαθήσωμεν να σας πείσωμεν. Γις την σύντομον, τωόντι, ερώτησιν, εάν κατά τον παρόντα πόλεμον έχωμεν προσφέρει καμμίαν υπηρεσίαν εις τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των,
απαντώμεν, αν μεν μας ερωτάτε ως εχθρούς, ότι το να μην ευηργετήθητε από ημάς δεν σημαίνει ότι ηδικήθητε, εάν δε πάλιν μας θεωρείται φίλους, απαντώμεν, ότι σεις αντιθέτως διεπράξατε σφάλμα, εκστρατεύσαντες εναντίον μας. Θατά τον πόλεμον, εξ άλλου, προς τους Ξέρσας και την επακολουθήσασαν ειρήνην, η διαγωγή μας υπήρξεν άψογος. Νύτε την ειρήνην παρεβιάσαμεν τώρα πρώτοι, και μόνοι από όλους τους ΐοιωτούς συνηγωνίσθημεν τότε υπέρ της ελευθερίας της Γλλάδος. Βιότι, αφ' ενός, και εις την ναυμαχίαν του Ώρτεμισίου ελάβαμεν μέρος, μολονότι χερσαίοι, και εις την μάχην, η οποία διεξήχθη επί του εδάφους μας, εστάθημεν παρά το πλευρόν σας και το πλευρόν του Ξαυσανίου και κάθε άλλον κίνδυνον ο οποίος τότε ηπείλησε την Γλλάδα, συνεμερίσθημεν υπέρ τας δυνάμεις μας. Ώφ' ετέρου, προς σας ιδιαιτέρως, Ιακεδαιμόνιοι κατά την εποχήν ακριβώς που ο φόβος εκυρίευε την Ππάρτην μετά τον σεισμόν, ένεκα των Γιλώτων, οι οποίοι επαναστατήσαντες κατέλαβαν την Ηθώμην, επέμψαμεν προς βοήθειάν σας το τρίτον των πολιτών μας. Ροιαύται υπηρεσίαι δεν πρέπει να λησμονούνται. 55. "Ροιούτοι εθεωρήσαμεν καθήκον μας να δειχθώμεν κατά τας αξιομνημονεύτους εκείνας περιστάσεις του παρελθόντος. Κόνον βραδύτερον περιήλθαμεν προς σας εις αντίθεσιν. Ώλλ' η ευθύνη της αντιθέσεως αυτής βαρύνει σας. Βιότι, όταν οι Ζηβαίοι μετήλθαν εναντίον μας βίαν, και εζητήσαμεν την συμμαχίαν σας, σεις μας απεκρούσατε και μας εσυστήσατε να στραφώμεν προς τους Ώθηναίους, λόγω του ότι είναι γείτονές μας, ενώ σεις κατοικείτε μακράν. Θατά τον παρόντα εν τούτοις πόλεμον, ούτε επάθατε, ούτε εκινδυνεύσατε ποτέ να πάθετε τίποτε το αθέμιτον εκ μέρους μας. Νύτε διεπράξαμεν έγκλημα, διότι ηρνήθημεν να συμμορφωθώμεν με την απαίτησίν σας να αποσπασθώμεν από τους Ώθηναίους. Βιότι εκείνοι μας εβοήθησαν εναντίον των Ζηβαίων, όταν σεις εδιστάσατε να το πράξετε, θα ήτον αισχρόν κατόπιν τούτου να προδώσωμεν την φιλίαν των, προ πάντων αφού κατ' αίτησίν μας εγίναμεν δεκτοί εις την συμμαχίαν των, και μας εδόθη το δικαίωμα της ισοπολιτείας. Φφείλαμεν, τουναντίον, να συμμορφωθώμεν με τας διαταγάς των προθύμως. Βιότι οσάκις, συνεπεία των διαταγών, τας οποίας είτε σεις, είτε εκείνοι δίδετε εις τους συμμάχους σας, γίνεται τίποτε αξιοκατάκριτον, την ευθύνην φέρουν όχι οι ακολουθούντες, αλλ' οι οδηγούντες εις τας αξιοκατακρίτους πράξεις. 56, "Νι Ζηβαίοι, αντιθέτως, και άλλας πολλάς αδικίας διέπραξαν εναντίον μας, και την τελευταίαν αυτήν, την οποίαν οι ίδιοι γνωρζετε και η οποία είναι η αιτία της παρούσης δυστυχίας μας. Βιότι, όταν επεχείρουν να καταλάβουν την πόλιν μας εν καιρώ ειρήνης, και μάλιστα εις ημέραν εορτάσιμον, και δικαίως τους ετιμωρήσαμεν, σύμφωνα με τα γενικώς κρατούντα, κατά τα οποία νόμιμον είναι ν' αποκρούη κανείς εκείνον που επέρχεται ως εχθρός, και δεν είναι δίκαιον να πάθωμεν σήμερον εξ αιτίας των. Βιότι εάν κρίνετε περί του δικαίου, επί τη βάσει του παρόντος συμφέροντός σας και της εναντίον μας εχθρότητος εκείνων, θέλετε αποδειχθή όχι αληθείς κριταί του ορθού, αλλά δούλοι μάλλον του υλικού συμφέροντος. Κολονότι, εάν νομίζετε, ότι οι Ζηβαίοι σας είναι σήμερον χρήσιμοι, πολύ περισσότερον χρήσιμοι υπήρξαμεν ημείς και οι άλλοι Έλληνες τότε, όταν ευρίσκεσθε εις μεγαλύτερον κίνδυνον. Βιότι σήμερον μεν επέρχεσθε τρομεροί εναντίον άλλων, τότε όμως, που ο βάρβαρος ηπείλει την ελευθερίαν όλων των Γλλήνων, αυτοί ετάχθησαν με το μέρος του. Θαι δίκαιον είναι προς το σημερινόν σφάλμα μας, και αν τυχόν διεπράχθη τοιούτον, ν' αντισταθμισθή ο ζήλος που εδείξαμεν τότε και θα εύρετε ότι ο ζήλος υπήρξε μεγαλύτερος από το σφάλμα, και ότι εδείχθη εις περιστάσεις, κατά τας οποίας ολίγοι ήσαν οι Έλληνες που αντέτασσαν την ανδρείαν των κατά της δυνάμεως του Μέρξου. Ρότε περισσότερον επηνούντο όσοι, αντί να έρχωνται εις συνεννοήσεις με τον
εχθρόν, δια ν' ασφαλίσουν τα ιδικά των συμφέροντα απέναντι της εισβολής ηψήφουν εκουσίως τους κινδύνους χάριν ευγενεστάτου σκοπού. Κε τους τελευταίους αυτούς ετάχθημεν και ημείς τότε και ετιμήθημεν με τας μεγαλυτέρας τιμάς. Θαι όμως φοβούμεθα σήμερον μήπως εξολοθρευθώμεν, διότι την ιδίαν επεδείξαμεν διαγωγήν, προτιμήσαντες να ταχθώμεν με τους Ώθηναίους, όπως επέβαλλε το δίκαιον, και όχι με σας, όπως υπηγόρευε το συμφέρον. Νφείλετε, εν τούτοις, να φαίνεσθε συνεπείς, κρίνοντες κατά τον ίδιον τρόπον περί των αυτών πραγμάτων, και να θεωρήτε, ότι τότε μόνον εξυπηρετείτε το συμφέρον σας, όταν η επιδίωξις του αμέσως τυχόν ωφελίμου συνδυάζεται με την αναλλοίωτον ευγνωμοσύνην προς τους συμμάχους σας, δια τας υπ' αυτών παρασχεθείσας υπηρεσίας. 57. "Πκεφθήτε, προς τούτοις, ότι τώρα μεν θεωρείσθε από τους περισσοτέρους Έλληνας υπόδειγμα ευθύτητος. Γάν όμως η περί ημών απόφασίς σας είναι άδικος (επειδή η παρούσα δίκη δεν θα μείνη μυστική, διότι όχι μόνον οι δικάζοντες είσθε ονομαστοί, αλλά και η εκτίμησις δι' ημάς τους αδικουμένους είναι αγαθή), προσέξατε μήπως ο κόσμος αποδοκιμάση το ότι εναντίον ανδρών αμέμπτων, σεις, οι οποίοι είσθε ακόμη καλλίτεροι, εξεδώσατε απόφασιν αδικαιολόγητον, και ότι εις τους κοινούς ναούς ανεθέσατε ως αφιέρωμα τα σκύλα, τα οποία ελάβατε από ημάς, τους ευεργέτας της Γλλάδος, θα θεωρήται τωόντι τερατώδες, ότι σεις οι Ιακεδαιμόνιοι εξολοθρεύσατε τας Ξλαταιάς, και ότι ενώ οι πατέρες σας ανέγραψαν εις τον τρίποδα των Βελφών το όνομα της πόλεώς μας, εις διαιώνισιν της ανδρείας της, σεις την εξηφανίσατε εκ θεμελίων από τον Γλληνικόν κόσμον, δια να ευχαριστήσετε τους Ζηβαίους. Βιότι εις τοιούτο σημείον δυστυχίας έχομεν καταντήσει, ώστε και όταν οι Ξέρσαι εκυρίευσαν την χώραν μας κατεστράφημεν, και τώρα τιθέμεθα από σας, τους άλλοτε αρίστους φίλους μας, εις υποδεεστέραν των Ζηβαίων θέσιν, και αντιμετωπίσαμεν δύο κινδύνους, τους φοβερωτάτους, προ ολίγων μεν ημερών ν' αποθάνωμεν από την πείναν, εάν δεν παρεδίδαμεν την πόλιν, τώρα δε να δικαζώμεθα περί ζωής ή θανάτου. Θαι ημείς οι Ξλαταιείς,οι οποίοι επεδείξαμεν υπέρ της ελευθερίας των Γλλήνων ζήλον υπέρ τας δυνάμεις μας, ευρισκόμεθα απολακτισμένοι από όλους, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι, και όχι μόνον κανείς από τους τότε συμμάχους δεν μας βοηθεί, αλλά φοβούμεθα, ότι ούτε εις σας, την μόνην ελπίδα μας, ημπορούμεν να στηριχθώμεν. 58. "Πας εξορκίζομεν, εν τούτοις, εις τους θεούς, οι οποίοι επροστάτευσαν άλλοτε τον κοινόν αγώνα μας, και εις την αφοσίωσίν μας υπέρ του κοινού συμφέροντος των Γλλήνων, να καμφθήτε και μεταβάλετε γνώμην, εάν τυχόν παρεσύρθητε οπωσδήποτε από τους Ζηβαίους, και ν' απαιτήσετε σεις, αντιθέτως από από αυτούς, ως χάριν, να μη θανατώσετε εκείνους, τους οποίους θα ήτο αισχρόν δια σας να θανατώσετε. Ροιουτοτρόπως, θα εξασφαλίσετε την άσπιλον ευγνωμοσύνην μας αντί της αισχράς ιδικής των, και δεν θα επισύρετε επάνω σας δυσφυμίαν, απλώς δια να φανήτε ευχάριστοι προς άλλους. Βιότι εύκολον πράγμα είναι ν' αφαιρέσετε την ζωήν μας, αλλά θα είναι δύσκολον να εξαλείψετε την εκ τούτου κακοφημίαν, αφού δεν είμεθα εχθροί σας, ότε η τιμωρία θα ήτο δικαία, αλλά φίλοι, οι οποίοι εξ ανάγκης επολεμήσαμεν εναντίον σας. Βια τούτο θα δικάσετε σύμφωνα με τον θείον νόμον, εάν μας παράσχετε ατιμωρησίαν, και εάν πριν εκδώσετε την απόφασίν σας, δεν λησμονήσετε, ότι παρεδόθημεν εκουσίως, τείνοντες προς σας ικέτιδας χείρας (κατά τα κρατούντα δε μεταξύ των Γλλήνων, απαγορεύεται ο φόνος των ικετών), και ότι σας προσεφέραμεν ανέκαθεν μεγάλας υπηρεσίας. Πτρέψατε τα βλέμματα εις τους τάφους των πατέρων σας, τους οποίους, φονευθέντας από τους Ξέρσας και ταφέντας εις το έδαφός μας, ετιμώμεν δημοσία καθ' έκαστον έτος, προσφέροντες ενδύματα και τας άλλας ειθισμένας προσφοράς, καθώς και τας απαρχάς όλων των καρπών της γης μας, φίλοι από χώραν φιλικήν και
σύμμαχοι προς αρχαίους συναγωνιστάς. Ρα εναντία ακριβώς τούτων θα πράξετε σεις, εάν εκφέρετε άδικον απόφασιν. Πκεφθήτε, τωόντι, ότι ο μεν Ξαυσανίας τους έθαψεν εδώ τότε, διότι ενόμιζεν, ότι τους απέθετεν εις γην φιλικήν και εν μέσω φίλων. Γνώ σεις, εάν μας φονεύσετε και μεταβάλετε την γην των Ξλαταιών εις γην των Ζηβών, τί άλλο θα κάμετε παρά να εγκαταλείψετε τους πατέρας και συγγενείς σας εις χώραν εχθρικήν και εις το μέσον των ιδίων των φονέων, στερημένους των τιμών, τας οποίας απολαύουν σήμερον; Θαι όχι μόνον τούτο, αλλά και την γην, εις την οποίαν οι Έλληνες εκέρδισαν την ελευθερίαν των, θα υποδουλώσετε, και τους ναούς των θεών, των οποίων επικαλεσθέντες την βοήθειαν ενίκησαν τους Ξέρσας, ερημώνετε και τας πατροπαραδότους προς τους θεούς θυσίας θ' αφαιρέσετε από εκείνους, οι οποίοι εθέσπισαν και εκανόνισαν αυτάς. 59. "Ροιαύτη διαγωγή, Ιακεδαιμόνιοι, τοιαύτη ενέργεια εναντία προς τα κοινώς κρατούντα μεταξύ των Γλλήνων και υβριστική προς τους προγόνους σας, τοιαύτη απόφασις, όπως εξολοθρεύσετε ημάς τους ευεργέτας σας, ένεκα ξένης έχθρας και χωρίς σεις οι ίδιοι να έχετε πάθει από ημάς, είναι αναξία της κοινής προς σας εκτιμήσεως. Ε κοινή αυτή εκτίμησις επιβάλλει τουναντίον να φεισθήτε την ζωήν μας και να καμφθήτε κρίνοντες μας οικτιρμόνως, όπως απαιτεί η φρόνησις, αναλογιζόμενοι όχι μόνον το τρομερόν της πονής, την οποίαν πρόκειται να υποστώμεν, αλλά και εις ποίους άνδρας πρόκειται να επιβληθή και να πόσον δυσκόλως δύναται να προβλεφθή επί ποίου, και αθώου ακόμη, ημπορεί να επιπέση η δυστυχία. Εμείς, εξ άλλου, όπως αρμόζει εις την θέσιν μας και όπως επιβάλλει η ανάγκη, σας εκλιπαρούμεν, επικαλούμενοι τους κοινώς από όλους τους Έλληνας και επί των αυτών βωμών τιμωμένους θεούς, όπως σας πείσουν περί της ορθότητας των λόγων μας, και αναφερόμενοι εις τους όρκους, τους οποίους οι πατέρες σας ωρκίσθησαν γινόμεθα ικέται των τάφων, εις τους οποίους εκείνοι αναπαύονται, και επικαλούμεθα τους αποθανόντας να μην ανεχθούν, όπως περιέλθωμεν υπό την εξουσίαν των Ζηβαίων, μήτε να παραδοθώμεν εις τους χειροτέρους εχθρούς των ημείς, οι οποίοι υπήρξαμεν οι καλλίτεροι φίλοι των. Πας υπενθυμίζομεν ακόμη την ημέραν, κατά την οποίαν ελάβαμεν μέρος εις τα λαμπρότατα κατορθώματά των ημείς, οι οποίοι κινδυνεύομεν σήμερον να υποβληθώμεν εις την τρομερωτέραν των ποινών. Γίναι ανάγκη να τερματίσωμεν τον λόγον μας, μολονότι τούτο είναι δυσκολώτατον δι' όσους ευρίσκονται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα ημείς, καθόσον με το τέρμα του λόγου προσεγγίζει δι' αυτούς και το τέρμα της ζωής. Θαι τούτο πράττοντες τώρα, ισχυριζόμενα ότι δεν παρεδώσαμεν εις τους Ζηβαίους την πόλιν (διότι αντί τούτου θα επροτιμώμεν να υποβληθώμεν εις τον πλέον επονείδιστον θάνατον, τον της πείνης), αλλά προσήλθαμεν προς σας με εμπιστοσύνην, και είναι δίκαιον εάν δεν σας πείσωμεν, να μας αποκαταστήσετε εις την προ της παραδόσεως θέσιν μας, και μας επιτρέψετε να εκλέξωμεν τον κίνδυνον που μας επιφυλάσσεται. Πας εξορκίζομεν συγχρόνως, Ιακεδαιμόνιοι, να μη μας παραδώσετε με τα ιδικά σας χέρια και εναντίον της εμπιστοσύνης, την οποίαν εναπεθέσαμεν εις σας, ημάς τους Ξλαταιείς, οι οποίοι με τόσον ζήλον υπερησπίσαμεν την Γλληνικήν ελευθερίαν και είμεθα σήμερον ικέται σας,εις τους Ζηβαίους, οι οποίοι είναι οι χειρότεροι εχθροί μας, αλλά να γίνετε σωτήρες μας και μη μας εξολοθρεύσετε τώρα που αγωνίζεσθε υπέρ της ελευθερίας των άλλων Γλλήνων".
Ροιαύτα περίπου είπαν οι Ξλαταιείς. Θαι οι Ζηβαίοι, φοβηθέντες μήπως οι Ιακεδαιμόνιοι, υπό την επιρροήν
του λόγου τούτου, δειχθούν οπωσδήποτε ενδοτικοί, προχωρήσαντες, εδήλωσαν ότι επιθυμούν και αυτοί να ομιλήσουν, αφού εναντίον της γνώμης των εδόθη και εις τους Ξλαταιείς η άδεια ν' απαντήσουν δια μακρών εις το ερώτημα. Θαι λαβόντες την άδειαν των δικαστών, ωμίλησαν ως εξής περίπου. 61. "Βεν θα εζητούμεν τον λόγον, εάν και οι Ξλαταιείς απήντων δι' ολίγων εις την τεθείσαν ερώτησιν και δεν εστρέφοντο εναντίον μας, διατυπώνοντες κατηγορητήριον, και εάν συγχρόνως δεν κατέφευγαν εις μακράν υπέρ εαυτών απολογίαν, έξω του προκειμένου και μάλιστα δια κατηγορίας τας οποίας κανείς δεν τους απηύθυνε, και εις πολύν έπαινον, εκεί όπου κανείς δεν τους κατηγόρησε. Ρώρα όμως αναγκαζόμεθα και εις τας κατηγορίας των ν' απαντήσωμεν και την απολογίαν και τον έπαινόν των ν' αποσκευάσωμεν, εις τρόπον ώστε ούτε η δική μας κακία, ούτε η αγαθή περί αυτών εκτίμησις να τους ωφελήση, αλλά να αποφασίσετε, αφού ακούσετε την αλήθειαν και δια τους δύο. Ε μεταξύ Ζηβών και Ξλαταιών έρις ήρχισε το πρώτον εκ του ότι όταν ημείς βραδύτερον από την λοιπήν ΐοιωτίαν ιδρύσαμεν τας Ξλαταιάς και μερικά άλλα συγχρόνως μέρη, τα οποία κατελάβαμεν, αφού εξεδιώξαμεν τον πληθυσμόν των, αποτελούμενον από ανθρώπους πάσης προελεύσεως οι Ξλαταιείς, αυτοί εδώ, απηξίωσαν παρά την αρχικήν συμφωνίαν να δεχθούν την αρχηγίαν μας, και μόνοι από όλους τους ΐοιωτούς, παραβαίνοντες τα πατροπαράδοτα έθιμα, προσεχώρησαν προς τους Ώθηναίους, ευθύς ως επεχειρήσαμεν να τους σωφρονίσωμεν, και από κοινού με αυτούς μας επροξένουν πολλάς βλάβας, δια τας οποίας τους ανταπεδίδαμεν τα ίσα. 62. "Θαι μετά την εισβολήν του βαρβάρου εις την Γλλάδα, ισχυρίζονται, ότι μόνοι εξ όλων των ΐοιωτών δεν ετάχθησαν με τους Ξέρσας, και ένεκα τούτου προ πάντων και αυτοί μεγαλαυχούν και ημάς ονειδίζουν. Εμείς, εν τούτοις, ισχυριζόμεθα,ότι δεν ετάχθησαν με τους Ξέρσας μόνον και μόνον διότι ούτε οι Ώθηναίοι δεν έπραξαν τούτο, αλλ' ότι ακολουθούντες την ιδίαν μέθοδον, όταν βραδύτερον οι Ώθηναίοι ανέλαβαν τον πόλεμον εναντίον των Γλλήνων, αυτοί πάλιν μόνοι εξ όλων των ΐοιωτών ετάχθησαν με αυτούς. Πκεφθήτε όμως υπό ποίας περιστάσεις ενηργήσαμεν όπως ενηργήσαμεν, αφ' ενός ημείς, αφ' ετέρου εκείνοι. Ρο πολίτευμα, τωόντι, της πόλεώς μας ούτε συνταγματική ολιγαρχία ήτο τότε, ούτε δημοκρατία, αλλά τα πράγματα διείπεν όμιλος ολίγων δεσποτών, πράγμα, το οποίον είναι εναντιώτατον και προς τους νόμους και προς την ορθήν σύνταξιν της πολιτείας και πλησιέστατον προς την τυραννίδα. Θαι οι ολίγοι αυτοί, πιστεύσαντες ότι θέλουν ενισχύσει την εξουσίαν των έτι μάλλον, εάν επεκράτουν οι Ξέρσαι, τους προσεκάλεσαν, σιυγκρατήσαντες τον λαόν δια της σκαιάς βίας. Ε πόλις ως σύνολον, πράττουσα τούτο, δεν ήτο δέσποινα εις τον ίδιον αυτής οίκον, ούτε είναι δίκαιον να την ονειδίζη κανείς δια σφάλματα, εις τα οποία υπέπεσεν όταν δεν εκυβερνατο συμφώνως προς τους νόμους της. Κετά την αναχώρησιν όμως των Ξερσών και την αποκατάστασιν του νομίμου πολιτεύματος, όταν οι Ώθηναίοι έγιναν επιθετικοί και επεχείρησαν να υποβάλουν υπό την ηγεμονίαν των και την άλλην Γλλάδα και την ιδικήν μας χώραν, και συνεπεία εμφυλίων σπαραγμών είχαν ήδη καταλάβει το μεγαλύτερον μέρος της, συλλογισθήτε ότι πολεμήσαντες ενανίον των εις την Θορώνειαν [7] και νικήσαντες, ηλευθερώσαμεν την ΐοιωτίαν, και συναγωνιζόμενα τώρα προθύμως με σας δια την απελευθέρωσιν των άλλων Γλλήνων, παρέχοντες ιππικόν και πολεμικά εφόδια περισσότερα από κάθε άλλον σύμμαχον. Θαι ως προς μεν την κατηγορίαν ότι ελάβαμεν το μέρος των Ξερσών, τα ολίγα αυτά θεωρούμεν αρκετήν απολογίαν μας.
63. "τι εξ άλλου σεις, οι Ξλαταιείς, όχι μόνον περισσότερον από ημάς έχετε αδικήσει τους Έλληνας, αλλά και είσθε περισσότερον άξιοι κάθε τιμωρίας, θα προσπαθήσωμεν ν' αποδείξωμεν, Γγίνατε, ως ισχυρίζεσθε, σύμμαχοι και ισοπολίται των Ώθναίων, δια να βοηθηθήτε από αυτούς εναντίον μας. Ώλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, οφείλατε να επικαλεσθήτε την συνδρομήν των εναντίον μας μόνον και όχι να βοηθήσετε αυτούς και εις τας εναντίον άλλων επιθέσεις των. Θαι την πολιτικήν αυτήν ημπορούσατε ν' ακολουθήσετε, εάν υποτεθή ότι εξηναγκάζεσθε οπωσδήποτε υπό των Ώθηναίων να ταχθήτε με το μέρος των παρά την θέλησίν σας, καθόσον η προς τους Ιακεδαιμονίους αυτούς εδώ συμμαχία κατά των Ξερσών, την οποίαν διαρκώς επικαλείσθε, είχεν ήδη συνομολογηθή. Θαι η συμμαχία αυτή ήτο βεβαίως ικανή και ημάς ν' αποτρέπη από κάθε εναντίον σας επίθεσιν, και το σπουδαιότερον, να εξασφαλίση την ελευθερίαν των αποφάσεών σας. Ώλλ' εκουσίως, και όταν κανείς πλέον δεν μετήρχετο εναντίον σας βίαν, επροτιμήσατε να ταχθήτε με το μέρος των Ώθηναίων. Θαι λέγετε ότι ήτο αισχρόν να προδώσετε τους ευεργέτας σας. Ώλλά πολύ αισχρότερον και αδικώτερον ήτο να καταπροδώσετε όλους τους Έλληνας, με τους οποίους ωρκίσθητε τους ιδίους συμμαχικούς όρκους, παρά τους Ώθηναίους μόνους, αφού αυτοί μεν ειργάζοντο προς ολοσχερή υποδούλωσιν της Γλλάδος, εκείνοι δε προς απελευθέρωσιν αυτής. Βεν ανταπεδώσατε, άλλωστε, προς αυτούς χάριν ομοίαν με εκείνην που σας παρέσχον, ούτε τοιαύτην, δια την οποίαν να μην έχετε λόγον να εντρέπεσθε. Βιότι σεις μεν αδικούμενοι, ως ισχυρίζεσθε, επεκαλέσθητε την βοήθειάν των, εγίνατε όμως συνεργοί αυτών, ενώ ηδίκουν άλλους. Θαι είναι βεβαίως αισχρόν να μην ανταποδώση κανείς χάριν δι' ομοίας χάριτος, δεν είναι όμως αισχρόν το ν' αφίνη ανανταπόδοτον χάριν μεν δικαίως οφειλομένην, της οποίας όμως η πληρωμή δεν ημπορεί να γίνη χωρίς αδικίαν. 64 "Ώπεδείξατε λοιπόν, ότι και τότε μόνοι από τους ΐοιωτούς δεν ετάχθησαν με το μέρος των Ξερσών, όχι χάριν των Γλλήνων, αλλά διότι ούτε οι Ώθηναίοι ετάχθησαν με το μέρος των, ενώ ημείς ετάχθημεν ως ετάχθημεν, επειδή ηθέλατε να συνεργασθήτε με εκείνους και ν αντιπράξετε εναντίον μας. Θαι τώρα έχετε την αξίωσιν να ωφεληθήτε δια καλήν συμπεριφοράν, η οποία οφείλεται εις άλλους. Ρούτο όμως δεν είναι ορθόν. Ώλλ' όπως επροτιμήσατε τους Ώθηναίους, συνεχίσατε μέχρι τέλους τον αγώνα εις το πλευρόν των, και μην επικαλήσθε την συμμαχίαν,εις την οποίαν ωρκίσθητε τότε, ζητούντες να σωθήτε τώρα ένεκα αυτής. Βιότι την συμμαχίαν αυτήν εγκαταλείψατε, και κατά παράβασιν των διατάξεών της συνεπράττατε προς υποδούλωσιν των Ώιγινητών και μερικών άλλων από τους συμμάχους, αντί να εμποδίζετε αυτήν, και μάλιστα όχι άκοντες, αλλ' ενώ είχατε το ίδιον πολίτευμα, το οποίον και μέχρι σήμερον, και χωρίς κανείς να σας εξαναγκάση, όπως ημάς. Ώπεκρούσατε ακόμη και την τελευταίαν προ του περιτειχισμού της πόλεώς σας πρότασιν, όπως μείνετε ήσυχοι και ουδέτεροι. Ξοίοι λοιπόν ημπορούν να μισούνται από όλους τους Έλληνας δικαιότερον παρά σεις, οι οποίοι επεδείξατε ανδραγαθίαν δια να τους βλάψετε; Βια της σημερινής διαγωγής σας, εδείξατε εκ των υστέρων, ότι η άλλοτε καλή συμπεριφορά, την οποίαν επικαλείστε, δεν ωφείλετο εις σας και ήλθεν εις φως ο διαρκής και πραγματικός χαρακτήρ σας, αφού ηκολουθήσατε τους Ώθηναίους εις την οδόν της αδικίας. Ώυτά έχομεν να δηλώσωμεν ως προς τον ακούσιον μηδισμόν μας και τον εκούσιον αττικισμόν σας. 65. "Ώλλά και ως προς το τελευταίον εναντίον σας αδίκημα, δια το οποίον μας κατηγορείτε (ότι δηλαδή επετέθημεν παρανόμως κατά της πόλεώς σας εν καιρώ ειρήνης και εις ημέραν εορτής), δεν νομίζομεν ότι και κατά τούτο εσφάλαμεν περισσότερον από σας. Βιότι, αν εξ ιδίας μας πρωτοβουλίας ηρχόμεθα εναντίον της πόλεώς σας ως εχθροί, με τον σκοπόν να πολεμήσωμεν και καταστρέψωμεν αυτήν, είμεθα ενοχοι. Ώλλ' εάν οι
πρώτοι πολίται σας, και λόγω πλούτου και λόγω γένους, θέλοντες να θέσουν τέρμα εις την συμμαχίαν σας με ξένον και σας επαναφέρουν εις τους πατροπαραδότους θεσμούς, οι οποίοι είναι κονοί εις όλους τους ΐοιωτούς, εξ ιδίας των ελευθέρας θελήσεως επεκαλέσθησαν την βοήθειάν μας, κατά τι αδικούμεν, αφού τον νόμον παραβιάζουν οι έχοντες την πρωτοβουλίαν της παρανομίας μάλλον παρά οι ακολουθούντες; Νύτε εκείνοι όμως, κατά την κρίσιν μας παρεβίασαν τον νόμον, ούτε ημείς. Ώλλά πολίται όντες καθώς σεις και έχοντες περισσότερα από άλλους να χάσουν, ήνοιξαν τας πύλας του τείχους των και μας εδέχθησαν εις την πόλιν των ως φίλους, όχι εχθρούς. Ήθελαν οι κακοί από σας να μη γίνουν ακόμη χειρότεροι και οι καλοί να τιμηθούν κατ' αξίαν. Ήθελαν να σας επαναφέρουν εις ορθότερας πολιτικάς αντιλήψεις, χωρίς ν' αποξενώσουν την πόλιν από τα άτομά σας, αλλά να σας συμφιλιώσουν αντιθέτως προς τους ομοφύλους σας. Ήθελαν να μη σας κάμουν εχθρούς κανενός, αλλά να σας εξασφαλίσουν την ειρήνην με όλους. 66. "Ώπόδειξις ότι δεν ενηργούμεν με διαθέσεις εχθρικάς είναι ότι όχι μόνον δεν εκακοποιήσαμεν κανένα, αλλά και επροκηρύξαμεν, ότι όστις θέλει να κυβερνάται κατά τους πατροπαραδότους θεσμούς των Ξαμβοιωτών οφείλει να έλθη μαζί μας. Θαι σεις, δεχθέντες προθύμως και συνθηκολογήσαντες, εμένατε κατ' αρχάς ήσυχοι, κατόπιν όμως, όταν αντελήφθητε ότι είμεθα ολίγοι, και αν ακόμη εθεωρείτε ότι ενηργήσαμεν οπωσδήποτε ατόπως, διότι εισήλθαμεν εις την πόλιν άνευ της συγκαταθέσεως της πλειοψηφίας, αντί να μας ανταποδώσετε τα ίσα, αποφεύγοντες την χρήσιν βιαίων μέτρων και προσπαθούντες να μας πείσετε δι' επιχειρημάτων, όπως αποσυρθώμεν, τουναντίον μας επετέθητε, κατά παράβασιν της συμφωνίας. Θαι δι' όσους μεν εφονεύσατε κατά την επακολουθήσασαν συμπλοκήν, δεν θλιβόμεθα εξ ίσου (διότι ημπορεί κανείς να δεχθή ότι έπαθαν σύμφωνα με τους νόμους του πολέμου), αλλά ήτο ή δεν ήτο τρομερόν κακούργημα, ότι εθανατώσατε, παρά τα κρατούντα μεταξύ Γλλήνων, εκείνους, τους οποίους ηχμαλωτίσατε την ώραν που εξέτειναν προς σας ικέτιδας χείρας και τους οποίους μας υπεσχέθητε ακολούθως ότι δεν θα φονεύσετε; Θαι ενώ τοιουτοτρόπως, εις διάστημα ολίγων ωρών διεπράξατε τρία εγκλήματα, την παραβίασιν της συμφωνίας, τον επακολουθήσαντα φόνον των αιχμαλώτων, και την αθέτησιν της υποσχέσεως που μας εδώσατε να μη τους φονεύσετε, εάν δεν βλάψωμεν τους αγρούς σας, υποστηρίζετε εν τούτοις, ότι ημείς είμεθα οι παραβιάζοντες τους νόμους, και ζητείτε να μη δώσετε λόγον των πράξεών σας. Ώλλά τούτο δεν θα επιτύχετε, εφ' όσον τουλάχιστον οι Ιακεδαιμόνιοι, δικάσουν ορθώς, αλλά θα τιμωρηθήτε δι' όλα αυτά τα εγκλήματά σας. 67. "Γις τας λεπτομερείας αυτάς, Ιακεδαιμόνιοι, εισήλθαμεν και προς χάριν σας και προς χάριν μας, δια να μάθετε ότι και σεις θα τους καταδικάσετε δικαίως και η εκδίκησις που θα λάβωμεν είναι ακόμη δικαιοτέρα. Νύτε πρέπει να καμφθήτε από την διήγησιν των παλαιών αρετών των, και αν τυχόν επέδειξαν καμμίαν τοιαύτην. Βιότι αι παλαιαί αρεταί πρέπει μεν να ωφελούν τους αδικουμένους, αλλά πρέπει να επισύρουν διπλήν τιμωρίαν κατά των δραστών επαισχύντων πράξεων, καθόσον το έγκλημά των είναι ασυμβίβαστον προς τον χαρακτήρα των. Ώς μην ωφελήσουν αυτούς ούτε οι ολοφυρμοί των, ούτε ο οίκτος σας, ούτε αι επικλήσεις των προς τους τάφους των πατέρων σας, και την εγκατάλειψιν, εις την οποίαν ευρίσκονται. Βιότι ημείς εις απάντησιν αντιτάσσομεν ότι και πολύ τρομερώτερον κακόν έπαθεν η υπ' αυτών εξολοθρευθείσα νεολαία μας, της οποίας οι πατέρες, άλλοι εφονεύθησαν εις την Θορώνειαν, εξασφαλίζοντες εις σας την συμμαχίαν της ΐοιωτίας, και άλλοι, εγκαταλελειμμένοι κατ' οίκον γέροντες και άνευ τέκνων, σας ικετεύουν πολύ δικαιότερον να εκδικήσετε αυτούς εδώ. Κεγαλύτερον, άλλωστε, δικαίωμα επί του οίκτου των άλλων έχουν οι αναξιοπαθούντες, ενώ οι πάσχοντες δικαίως, όπως οι Ξλαταιείς αυτοί εδώ, πρέπει αντιθέτως να
προκαλούν αίσθημα χαράς. Θαι την σημερινήν των εγκατάλειψιν οφείλουν εις τους εαυτούς των, διότι απελάκτισαν εκουσίως τους καλλιτέρους συμμάχους των. Θαι παρεβίασαν πρώτοι τους νόμους εναντίον μας, όχι διότι τους εβλάψαμεν ποτέ, αλλ' αγόμενοι από μίσος μάλλον παρά από αίσθημα δικαιοσύνης και χωρίς η τιμωρία, την οποίαν πρόκειται σήμερον να υποστούν, να ημπορή να ισοφαρίση το έγκλημά των. Βιότι θα τιμωρηθούν σύμφωνα με τους νόμους, και όχι καθόλου διότι έτειναν επί του πεδίου της μάχης ικέτιδας χείρας, ως ισχυρίζονται, αλλά διότι κατόπιν ρητής συμφωνίας παρεδόθησαν δια να δικασθούν. Κην αφίσετε λοιπόν, Ιακεδαιμόνιοι, να καταπατηθή το δίκαιον, το οποίον ισχύει μεταξύ των Γλλήνων και το οποίον αυτοί εδώ παρεβίασαν, και εις ημάς, οι οποίοι επάθαμεν από το έγκλημά των, ανταποδώσατε χάριν δικαίαν, δια τας υπηρεσίας, τας οποίας προθύμως έχομεν προσφέρει. Κη παρασυρθήτε από τους λόγους αυτών εδώ δια να μας απολακτίσετε, αλλά δώσατε έμπρακτον εις τους Έλληνας απόδειξιν ότι το δικαστήριόν σας βραβεύει όχι τους λόγους αλλά τα έργα, και ότι εάν τα έργα είναι καλά, αρκεί και σύντομος μόνον υπόμνησις αυτών, εάν όμως είναι κακά, λόγοι κοσμημένοι με ωραίας φράσεις αποτελούν απλά προσχήματα. Ώλλ' εάν, ως αρμόζει εις αρχηγούς, οποίοι σεις είσθε τώρα, περιοριζόμενοι εις το κύριον κεφάλαιον της κατηγορίας, εκδώσετε επ' αυτού την απόφασίν σας ως προειδοποίησιν προς όλους, είναι πιθανόν ότι θα παύση του λοιπού η χρήσις ωραίων λόγων, προς συγκάλυψιν αδίκων έργων".
Ροιαύτα περίπου είπαν οι Ζηβαίοι. Νι Ιακεδαιμόνιοι δικασταί έκριναν ότι ήσαν εν τάξει θέτοντες εις τους Ξλαταιείς το ερώτημα, εάν τους προσέφεραν κατά τον παρόντα πόλεμον καμμίαν υπηρεσίαν. Βιότι όχι μόνον προηγουμένως είχαν δήθεν συστήσει πάντοτε εις αυτούς να μένουν ήσυχοι, σύμφωνα με την επί Ξαυσανίου συναφθείσαν, μετά την Ξερσικήν εισβολήν συνθήκην, αλλά και ύστερον, πριν περιτειχισθούν αι Ξλαταιαί, η πρότασίς των περί ουδετερότητος δεν είχε γίνει δεκτή από τους Ξλαταιείς, κατά τα πρότερον συμπεφωνημένα, θεωρούντες συνεπώς ότι είχαν αδικηθή, τώρα όπου, μετά την αποτυχίαν των αγαθών προθέσεών των, είχαν λυθή από κάθε δεσμόν πηγάζοντα εκ της συμμαχίας, προσήγαγαν πάλιν αυτούς ενώπιόν των αλληλοδιαδόχως και τους απηύθυναν την ιδίαν ερώτησιν, εάν δηλαδή έχουν προσφέρει κατά τον παρόντα πόλεμον καμμίαν υπηρεσίαν εις τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. ταν δε απήντησαν "χι", τους απεμάκρυναν από το δικαστήριον και τους εθανάτωσαν, χωρίς να εξαιρέσουν κανένα. Νι τοιουτοτρόπως θανατωθέντες Ξλαταιείς ήσαν όχι ολιγώτεροι των διακοσίων, συνεθανατώθησαν δε και είκοσι πέντε Ώθηναίοι, οι οποίοι είχαν συμπολιορκηθή μετ' αυτών. Ώι γυναίκες επωλήθησαν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Ρην πόλιν, εξ άλλου, έδωσαν προς κατοικίαν επί εν περίπου έτος εις Κεγαρείς, οι οποίοι συνεπεία εμφυλίων σπαραγμών είχαν εξορισθή, και εις εκείνους από τους Ξλαταιείς, οι οποίοι περισωθέντες είχαν ταχθή με το μέρος των Ξελοποννησίων. ΐραδύτερον όμως κατηδάφισαν εντελώς την πόλιν, και από τα υλικά της βάσεως των κατεδαφισθεισών οικοδομών έκτισαν πλησίον του ναού της Ήρας ξενώνα διακοσίων ποδών μήκους [8], έχοντα καθ' όλην αυτού την περιφέρειαν διώροφα δωμάτια ύπνου, χρησιμοποήσαντες και την ξυλείαν των κατεδαφισθεισών οικοδομών. Θαι με τα επίλοιπα υλικά, ήτοι χάλκινα και σιδηρά έπιπλα, τα οποία υπήρχαν εντός της πόλεως, κατεσκεύασαν κλίνας, τας οποίας ανέθεσαν εις την Ήραν, οικοδομήσαντες συγχρόνως δι' αυτήν και ναόν λίθινον μήκους εκατόν ποδών. Θαι δημεύσαντες την γην, εξεμίσθωσαν αυτήν επί δεκαετίαν, και μισθωταί ανεδείχθησαν οι Ζηβαίοι. Άλλωστε, και η όλη σχεδόν αυστηρότης της συμπεριφοράς των Ιακεδαιμονίων απέναντι των Ξλαταιέων επηρεάσθη από την επιθυμίαν να ευχαριστήσουν τους Ζηβαίους
διότι τους εθεώρουν χρησίμους δια τον πόλεμον, ο οποίος είχεν αρχίσει ήδη να γίνεται χρόνιος. Ροιούτον υπήρξε το τέλος των Ξλαταιών κατά το ενενηκοστόν τρίτον έτος, αφ' ότου είχαν γίνει σύμμαχοι των Ώθηναίων [9].
Ρα σαράντα Ξελοποννησιακά πλοία, τα οποία είχαν σταλή προς βοήθειαν των Ιεσβίων, καθώς διέσχιζαν, ως ελέχθη ήδη, το ανοικτόν πέλαγος με μεγάλην σπουδήν, αφού πρώτον κατεδιώχθησαν από τους Ώθηναίους και κατελήφθησαν έξω της Θρήτης από τρικυμίαν, παρεσύρθησαν από εκεί προς την Ξελοπόννησον διασκορπισμένα, όπου εύρον εις την Θυλλήνην δέκα τρία πλοία των Ιευκαδίων και Ώμπρακιωτών και τον ΐρασίδαν, υιόν του Ρέλλιδος, ο οποίος είχε φθάσει εκεί ως σύμβουλος του Ώλκίδου. Βιότι οι Ιακεδαιμόνιοι, μετά την αποτυχίαν της Ιέσβου, ήθελαν, αφού ενισχύσουν τον στόλον των, να πλεύσουν εις την Θέρκυραν, η οποία ευρίσκετο εις εμφυλίους σπαραγμούς, καθόσον η Ώθηναϊκή μοίρα της Λαυπάκτου συνέκειτο από δώδεκα μόνον πλοία και οι Ιακεδαιμόνιοι ήθελαν να προλάβουν, πριν έλθη ενίσχυσις άλλων πλοίων από τας Ώθήνας. Ν ΐρασίδας, επομένως, και ο Ώλκίδας ήρχισαν παρασκευαζόμενοι δια την επιχείρησιν αυτήν. 70. Ν εμφύλιος σπαραγμός των Θερκυραίων ήρχισε τωόντι, αφ' ότου οι αιχμάλωτοι, οι οποίοι είχαν συλληφθή εις τας ναυμαχίας που έλαβαν χώραν εξ αφορμής της Γπιδάμνου, απελύθησαν από τους Θορινθίους και επέστρεψαν εις την Θέρκυραν. Ε απόλυσίς των έγινε κατ' επίφασιν επί τη βάσει εγγυήσεως οκτακοσίων ταλάντων, η οποία είχε δοθή από τους προξένους των, πράγματι όμως διότι είχαν αναλάβει να μεταστρέψουν την πολιτικήν της Θερκύρας υπέρ των Θορινθιακών συμφερόντων. Θαι ήρχισαν πραγματικώς ραδιουργούντες και προσπαθούντες να κατηχήσουν ένα έκαστον από τους οπλίτας, όπως παρασύρουν την πόλιν ν' αποσπασθή από την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν. Κετά την άφιξιν, τωόντι, ενός Ώθηναϊκού και ενός Θορινθιακού πλοίου, τα οποία έφεραν πρέσβεις, και την διεξαχθείσαν συζήτησιν, οι Θερκυραίοι εψήφισαν όπως εξακολουθήσουν να είναι σύμμαχοι των Ώθηναίων, κατά τους όρους της συμφωνίας που είχαν κάμει, ανανεώσουν όμως συγχρόνως και την προηγουμένην φιλίαν των με τους Ξελοποννησίους. Ώλλά συγχρόνως οι αιχμάλωτοι, που είχαν επιστρέψει από την Θόρινθον, ενήγαγαν εις δίκην τον Ξειθίαν, εθελοπρόξενον των Ώθηναίων, και αρχηγόν της δημοκρατικής φατρίας, κατηγορούντες αυτόν ότι επιδιώκει να υποδουλώση την Θέρκυραν εις τους Ώθηναίους. Γκείνος, εξ άλλου, απαλλαγείς της κατηγορίας, αντενάγει εις δίκην τους πέντε πλουσιωτέρους απ' αυτούς, ισχυριζόμενος ότι κόπτουν στηρίγματα αμπέλων από τα ιερά άλση του Βιός και του Ώλκινόου, αδίκημα, το οποίον ετιμωρείτο με χρηματικήν ποινήν ενός στατήρος [10] δι' έκαστον στήριγμα. Γπειδή δ' οι εναχθέντες κατεδικάσθησαν, εκάθισαν ικέται εις τους ναούς, ζητούντες, ένεκα του μεγέθους της χρηματικής ποινής, να καταβάλουν αυτήν εις δόσεις. Ν Ξειθίας έπεισε την ΐουλήν, της οποίας επίσης ήτο τότε μέλος, να προβούν εις αναγκαστικήν εκτέλεσιν, σύμφωνα με τον νόμον. Νι πέντε καταδικασθέντες, επειδή όχι μόνον ο νόμος απέκλειε την αποδοχήν της αιτήσεώς των, αλλά και έμαθαν συγχρόνως ότι εφόσον ο Ξειθίας ήτο μέλος της ΐουλής θα επέμενε να πείση την πλειοψηφίαν, όπως συνάψουν επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν με τους Ώθηναίους, συνώμοσαν με τους φίλους των, και οπλισθέντες με εγχειρίδια, εισώρμησαν εις την ΐουλήν και εφόνευσαν τον Ξειθίαν και άλλους εκ των βουλευτών και ιδιωτών, εξήντα τον αριθμόν. Νλίγοι από τους ομόφρονας του Ξειθίου κατέφυγαν εις την Ώθηναϊκήν τριήρη, η οποία δεν είχεν ακόμη αποπλεύσει.
71. Κετά τους φόνους αυτούς, συνεκάλεσαν τον λαόν και είπαν προς αυτόν ότι η ενέργειά των ήτο προς το κοινόν συμφέρον και ότι τώρα πλέον δεν εφοβούντο ότι θα υποδουλωθούν από τους Ώθηναίους, και επρότειναν να μένουν του λοιπού ήσυχοι και να μη δέχωνται κανένα από τους εμπολέμους, εκτός αν' καταπλέουν με εν μόνον πλοίον, εάν όμως καταπλέουν με περισσότερα του ενός, να τους θεωρούν εχθρούς. Ρας προτάσεις αυτάς ηνάγκασαν τον λαόν να επικυρώση. Ώλλά συγχρόνως έστειλαν ευθύς πρέσβεις εις τας Ώθήνας, και δια να παραστήσουν τα πρόσφατα γεγονότα όπως τους συνέφερε, και δια να πείσουν εκείνους που είχαν καταφύγει εκεί να μη προβούν εις εχθρικάς ενεργείας, ώστε να μη ληφθή κανέν μέτρον κατά της Θερκύρας. 72. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, μετά την άφιξιν των πρέσβεων, συνέλαβαν και αυτούς ως στασιαστάς και όσους από τους φυγάδας είχαν παραπείσει, και τους ετοποθέτησαν προς φύλαξιν εις Ώίγιναν. Γν τω μεταξύ, μετά την άφιξιν Θορινθιακής τριήρους και Ιακεδαιμονίων πρέσβεων, οι επί κεφαλής των πραγμάτων Θερκυραίοι επετέθησαν υπούλως κατά των δημοκρατικών και τους ενίκησαν. Γπελθούσης της νυκτός, οι μεν δημοκρατικοί κατέφυγαν εις την Ώκρόπολιν και τα υψηλότερα σημεία της πόλεως, όπου συγκεντρωθέντες εγκατεστάθησαν και κατέλαβαν τον λλαϊκόν λιμένα. Νι αντίθετοι δε κατέλαβαν την Ώγοράν, πέριξ της οποίας οι περισσότεροι απ' αυτούς κατώκουν, και τον απέναντι λιμένα, ο οποίος βλέπει προς την απέναντι στερεάν. 73. Ρην επομένην, έγιναν μερικοί ακροβολισμοί και συγχρόνως αι δύο μερίδες έστειλαν εις την ύπαιθρον χώραν, δια να τους καλέσουν με το μέρος των, τους δούλους, υποσχόμενοι εις αυτούς την απελευθέρωσίν των. Θαι η μεν πλειοψηφία των δούλων ηνώθη με τους δημοκρατικούς, ενώ οκτακόσιοι μισθοφόροι από την στερεάν προσήλθαν προς την αντίθετον μερίδα. 74. Ρην μεθεπομένην, έλαβε χώραν νέα μάχη, κατά την οποίαν ενίκησαν οι δημοκρατικοί και ένεκα της οχυρότητος των θέσεων που κατείχαν και ένεκα της αριθμητικής των υπεροχής. Θαι αι γυναίκες, εξ άλλου, τους συνέτρεξαν με τόλμην, με το να ρίπτουν από τα σπίτια κεράμους, και να υπομένουν την ταραχήν της μάχης με θάρρος ανώτερον της γυναικείας φύσεως. Ε κατατρόπωσις των ολιγαρχικών επήλθε περί την δύσιν του ηλίου, και επειδή ήρχισαν να φοβούνται μήπως οι δημοκρατικοί, εάν προελάσουν, καταλάβουν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως το νεώριον και τους περάσουν εν στόματι μαχαίρας, έβαλαν φωτιά εις τας πέριξ της Ώγοράς ιδιωτικάς οικίας και τας πολυκατοικίας δια να προληφθή τοιουτοτρόπως η επίθεσις, χωρίς να φεισθούν ούτε τας ιδικάς των, ούτε τας ξένας οικοδομάς, εις τρόπον ώστε και εμπορεύματα πολλά εμπόρων κατεκάησαν και εάν κατά την διάρκειαν της πυρκαϊάς εσηκώνετο άνεμος προς την διεύθυνσιν της πόλεως, θα διέτρεχε κίνδυνον να καταστροφή ολόκληρος. Κετά το τέλος της μάχης, και αι δύο μερίδες ανεπαύθησαν, διατηρούσαι φρουράς, διαρκούσης της νυκτός. Ε Θορινθιακή, εξ άλλου, τριήρης, μετά την επικράτησιν των δημοκρατικών, απέπλευσε λάθρα και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους επέρασαν κρυφίως εις την στερεάν. 75. Ρην ακόλουθον ημέραν, ήλθεν εις βοήθειαν από την Λαύπακτον με δώδεκα πλοία και πεντακοσίους Κεσσηνίους οπλίτας ο Λικόστρατος, υιός του Βιειτρέφους, στρατηγός των Ώθηναίων, ο οποίος ειργάσθη δραστηρίως, όπως επιτύχη συμφιλίωσιν των φατριών, και έπεισεν αυτούς να συμβιβασθούν, υπό τον όρον, όπως δέκα μεν, τους πρωταιτίους, εισαγάγουν εις δίκην (αυτοί άλλωστε μετά την συνομολόγησιν της
συμφωνίας δεν παρέμειναν εις την πόλιν, αλλ' έφυγαν αμέσως), οι δε λοιποί συμφιλιωθούν, παραμένοντες ανενόχλητοι εις τας εστίας των και συνομολογούντες προς τους Ώθηναίους επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν. Ν Λικόστρατος, αφού επέτυχε τούτο, ητοιμάζετο ν' αποπλεύση. Ώλλ' οι αρχηγοί των δημοκρατικών τον έπεισαν να τους αφίση πέντε από τα πλοία του, δια να συγκρατούνται οι αντίθετοι αποτελεσματικώτερον από νέα κινήματα, και να του δώσουν ίσον αριθμόν πλοίων με ιδικά των πληρώματα. Θαι ο μεν Λικόστρατος απεδέχθη τούτο, εκείνοι δε εζήτησαν να στρατολογήσουν τους εχθρούς των προς συγκρότησιν των πληρωμάτων. Γπειδή όμως αυτοί εφοβήθησαν μήπως αποσταλούν εις τας Ώθήνας, εκάθισαν ικέται εις τον ναόν των Βιοσκούρων. Ν Λικόστρατος τους παρεκίνει να σηκωθούν και προσεπάθει να τους εγκαρδιώση. Ώλλ' επειδή δεν επείθοντο,οι δημοκρατικοί ωπλίσθησαν, δικαιολογούμενοι ότι η δυσπιστία των, αρνουμένων να λάβουν μέρος εις τον έκπλουν του στόλου, απεδείκνυε κακάς εκ μέρους των διαθέσεις, αφήρεσαν τα όπλα από τα σπίτια των εχθρών των και θα εφόνευαν μερικούς απ' αυτούς, τους οποίους συνήντησαν κατά τύχην, εάν δεν ημποδίζοντο από τον Λικόστρατον. Νι άλλοι, των οποίων ο αριθμός ανήλθεν εις τετρακοσίους, βλέποντες τα γινόμενα, εκάθισαν ικέται εις τον ναόν της Ήρας. Νι δημοκρατικοί, φοβηθέντες μήπως οι τελευταίοι επιχειρήσουν βιαίαν μεταβολήν της καταστάσεως, τους έπεισαν να σηκωθούν από εκεί, και τους μετέφεραν εις την απέναντι του ναού νήσον, όπου έστελλαν εις αυτούς τακτικά τρόφιμα. 76. Γις το σημείον τούτο ευρίσκετο η στάσις, όταν την τετάρτην ή πέμπτην ημέραν μετά την εις την νήσον μεταφοράν των ολιγαρχικών, ο Ξελοποννησιακός στόλος από την Θυλλήνην, όπου ήτο ηγκυροβολημένος μετά την εκστρατείαν εις την Ηωνίαν, κατέπλευσεν, αποτελούμενος από πενήντα τρία πλοία υπό την αρχηγίαν πάντοτε του Ώλκίδου, του στόλου δ' επέβαινε και ο ΐρασίδας ως σύμβουλος. Ώφού δ' ηγκυροβόλησαν την νύκτα εις τον επί της ηπείρου λιμένα των Πυβότων, ήρχισαν πλέοντες περί τα εξημερώματα εναντίον της Θερκύρας. 77. Νι δημοκρατικοί, ευρισκόμενοι εις πολλήν ταραχήν και φόβον, ένεκα και της εσωτερικής καταστάσεως και του επερχομένου εχθρικού στόλου, ήρχισαν αμέσως να ετοιμάζουν εξήντα πλοία και όσα εκάστοτε εξώπλιζαν έστελλαν εναντίον του εχθρού, μολονότι οι Ώθηναίοι συνίστων ν' αφίσουν αυτούς να εκπλεύσουν πρώτοι και έπειτα ν' ακολουθήση όλος μαζί ο ιδικός των στόλος, όταν ετοιμασθή. Θαθώς επλησίαζαν προς τον εχθρικόν στόλον τα Θερκυραϊκά πλοία μεμονωμένα, δύο απ' αυτά ηυτομόλησαν αμέσως, ενώ εις άλλα πάλιν οι αποτελούντες τα πληρώματα ήλθαν εις χείρας μεταξύ των, και γενική επεκράτει αταξία. Νι Ξελοποννήσιοι, ιδόντες την σύγχυσιν, αντέταξαν είκοσι μόνον πλοία εναντίον των Θερκυραίων, όλα δε τα άλλα εναντίον των δώδεκα Ώθηναϊκών, δύο των οποίων ήσαν η Παλαμινία και η Ξάραλος. 78. Θαι τα μεν Θερκυραϊκά πλοία, επειδή επετίθεντο ατάκτως και κατά μικράς ομάδας, υπέφεραν πολύ εις το μέρος όπου εναυμάχουν. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, φοβούμενοι περικύκλωσιν ένεκα της αριθμητικής υπεροχής του εχθρού, δεν προσέβαλαν μεν το κέντρον της όλης εχθρικής απέναντί των παρατάξεως, ώρμησαν όμως εναντίον της μιας των πτερύγων και κατεβύθισαν ένα πλοίον, και μετά τούτο, επειδή τα Ξελοποννησιακά πλοία παρετάχθησαν εις κύκλον, έπλεαν πέριξ των και προσεπάθουν να επιφέρουν σύγχυσιν μεταξύ αυτών. Ώλλ' επειδή αντελήφθησαν τούτο οι απέναντι των Θερκυραίων αντιπαρατεταγμένοι και εφοβήθησαν μήπως επαναληφθή ό,τι είχε γίνει κατά την ναυμαχίαν της Λαυπάκτου, προσέτρεξαν εις βοήθειαν, και ο στόλος,
ηνωμένος ήδη, ήρχισε να επιτίθεται συγχρόνως εναντίον των Ώθηναίων. Νι τελευταίοι, εξ άλλου, ήρχισαν ήδη να υποχωρούν, ανακρούοντες πρύμναν, και επεδίωκαν συγχρόνως, όπως δια της βραδείας των υποχωρήσεως και της εναντίον των συγκεντρώσεως όλου του εχθρικού στόλου, όσον το δυνατόν περισσότερα Θερκυραϊκά πλοία προλάβουν να καταφύγουν εις τον λιμένα. Ροιαύτη υπήρξεν η πορεία της ναυμαχίας, η οποία έληξε με την δύσιν του ηλίου. 79. Νι Θερκυραίοι, φοβηθέντες μήπως ο εχθρός, ενθαρρυνόμενος από την νίκην, επιτεθή εναντίον της πόλεως και ή παραλάβη από την νήσον τους εκεί κρατουμένους αιχμαλώτους, ή προβή εις καμμίαν αλλην εχθρικήν ενέργειαν, επανέφεραν εις τον ναόν της Ήρας από την νήσον τους εκεί κρατουμένους και έλαβαν μέτρα προς φρούρησιν της πόλεως. Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, δεν ετόλμησαν να επιτεθούν εναντίον της πόλεως, μολονότι ενίκησαν κατά την ναυμαχίαν, αλλ' απέπλευσαν εις το μέρος της στερεάς, από το οποίον είχαν εκπλεύσει έχοντες μαζί των και δεκατρία αιχμάλωτα Θερκυραϊκά πλοία. Νύτε την επομένην είχαν περισσοτέραν διάθεσιν να πλεύσουν εναντίον της πόλεως, μολονότι επεκράτει πολλή σύγχυσις και φόβος μεταξύ των κατοίκων και ο ΐρασίδας, ως λέγεται, επέμεινε πολύ προς τούτο πλησίον του Ώλκίδου, ο οποίος όμως είχε την νικώσαν ψήφον. Γνήργησαν μόνον απόβασιν εις το ακρωτήριον της Ιευκίμνης, και κατέστρεψαν τους αγρούς. 80. Γν τω μεταξύ, οι δημοκρατικοί της Θερκύρας, κατατρομαγμένοι μήπως ο στόλος επιτεθή εναντίον των, ήλθαν εις διαπραγματεύσεις προς τους ικέτας και τους λοιπούς ολιγαρχικούς περί των καταλληλοτέρων μέσων προς σωτηρίαν της πόλεως, και έπεισαν μερικούς απ' αυτούς να επιβούν των πλοίων. Νι Θερκυραίοι, τωόντι, παρ' όλας τα δυσκολίας, κατώρθωσαν να εξοπλίσουν τριάντα τοιαύτα. Νι Ξελοποννήσιοι, εν τούτοις, αφού μέχρι μεσημβρίας κατέστρεψαν την ύπαιθρον χώραν, απέπλευσαν. Θαι εν καιρώ νυκτός έλαβαν δια οπτικού τηλεγράφου την είδησιν ότι επλησίαζεν Ώθηναϊκός στόλος εξήντα πλοίων, προερχόμενος από το μέρος της Ιευκάδος, τον οποίον απέστειλαν οι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Γυρυμέδοντος, υιού του Ζουκλέους, άμα έμαθαν την στάσιν και τον επικείμενον εις Θέρκυραν κατάπλουν του στόλου του Ώλκίδου. 81. Πυνεπεία τούτου, οι Ξελοποννήσιοι, μόλις ενύκτωσεν, ανεχώρησαν εσπευσμένως, επιστρέφοντες εις τα ίδια και πλέοντες πλησίον της ακτής, και αφού έσυραν και μετέφεραν τα πλοία δια του Ησθμού της Ιευκάδος, δια να μη γίνουν αντιληπτοί, περιπλέοντες την νήσον, συνέχισαν τον πλουν της επιστροφής. Νι Θερκυραίοι, εξ άλλου αντιληφθέντες την προσέγγισιν του Ώθηναϊκού στόλου και την αναχώρησιν του εχθρικού, μετέφεραν εντός της πόλεως τους Κεσσηνίους, οι οποίοι έως τότε έμεναν εκτός αυτής, και διατάξαντες τα πλοία, που είχαν εξοπλίσει, να μετασταθμεύσουν περιπλέοντα την πόλιν [από τον λιμένα του Ώλκινόου] εις τον λλαΎκόν λιμένα, ήρχισαν κατά την διάρκειαν του εν λόγω πλου να φονεύουν κάθε αντίπαλον, ο οποίος έτυχε να πέση εις τα χέρια των. Γκτός τούτου, μετά την άφιξιν των πλοίων εις τον λλαϊκόν λιμένα, αποβιβάζοντες από τα πλοία όσους είχαν πείσει να επιβούν αυτών, τους εθανάτωσαν. Ήλθαν επίσης εις τον ναόν της Ήρας, και αφού έπεισαν περί τους πενήντα από τους εκεί ικέτας να υποβληθούν εις δίκην, τους κατεδίκασαν όλους εις θάνατον. Νι περισσότεροι από τους ικέτας, όσοι δεν είχαν δεχθή να δικασθούν, βλέποντες τα γινόμενα, ήρχισαν ν' αλληλοσκοτώνονται μέσα εις τον ίδιον τον ναόν. Κερικοί απηγχονίζοντο από τα δένδρα και άλλοι ηυτοκτόνουν όπως ημπορούσε ο καθείς. Νλόκληρον άλλωστε την εβδομάδα, κατά την οποίαν ο Γυρυμέδων με τα εξήντα πλοία του παρέμεινεν εκεί μετά την άφιξίν του, οι Θερκυραίοι εξηκολούθουν να φονεύουν όσους
από τους συμπολίτας των εθεώρουν εχθρούς των, και μολονότι ισχυρίζοντο ότι καταδιώκουν μόνον εκείνους που ήθελαν να καταλύσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα, πράγματι όμως μερικοί εφονεύθησαν προς ικανοποίησιν προσωπικών παθών, και άλλοι, οι οποίοι είχαν δανείσει χρήματα, από τους οφειλέτας των. Εμπορούσε κανείς να ίδη τον θάνατον υπό όλας του τας μορφάς. Θαμμία από τας φρικαλεότητας που είναι συνήθεις εις τοιαύτας περιστάσεις δεν έλειψε και χειρότεραι ακόμη έλαβον χώραν. Βιότι πατέρες εφόνευαν τα τέκνα των, και ικέται απεσπώντο από τους ναούς και εφονεύοντο πλησίον. Κερικοί μάλιστα απέθαναν εντός του ναού του Βιονύσου, του οποίου αι θύραι απεφράχθησαν δια τοίχου. 82. Γις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Βιότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Γλληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Ώθηναίων, οι δε δεύτεροι των Ιακεδαιμονίων. Θαι εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Ρώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, δια να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον ενισχυθούν οι ίδιοι. Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Βιότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Ώλλ' ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ' ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευημερίαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος και τείνει ν' αφομοιώση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν. Ώι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, δια της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. Θαι κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα. Ρωόντι η μεν παράλογος τόλμη εθεωρήθη ως ανδρεία, ετοίμη εις θυσίαν χάριν των πολιτικών ομοφρόνων, η προνοητική διστακτικότης ως εύσχημος δειλία, η σωφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας, η δια κάθε τι σύνεσις ως θραδυκινησία. Ε τυφλή παραφορά εκρίθη ως ανδρική αρετή, ενώ η χάριν ασφαλείας περαιτέρω σκέψις ως εύσχημος πρόφασις υπεκφυγής. Ν τα πάντα επικρίνων και τους πάντας κακολογών εθεωρείτο άξιος εμπιστοσύνης εις κάθε περίστασιν, ενώ ο αντιτιθέμενος προς αυτόν, ύποπτος. Ν στήνων επιτυχή παγίδα εθεωρείτο άνθρωπος ευφυής, αλλά πολύ περισσότερον ικανός, ο οσφραινόμενος εγκαίρως αυτήν. Γνώ εκείνος που εφρόντιζε να μην ευρεθή εις την ανάγκην να κάμη ούτε το εν, ούτε το άλλο, εθεωρείτο διαλυτής του κόμματος και πανικόβλητος απέναντι των αντιπάλων. Κε μίαν λέξιν, ο προτρέχων άλλου εις την διάπραξιν κακού εκρίνετο άξιος επαίνων, καθώς και ο παρακινών άλλον εις διάπραξιν κακού, το οποίον εκείνος δεν είχε διανοηθή. Θαι ο ίδιος άλλωστε ο συγγενικός ακόμη δεσμός εθεωρήθη ολιγώτερον στενός του μεταξύ πολιτικών ομοφρόνων δεσμού, διότι οι τελευταίοι ήσαν προθυμότεροι εις το να τολμήσουν κάθε τι χωρίς δισταγμόν. Θαθόσον οι φατριαστικοί σύνδεσμοι δεν συνιστώντο χάριν αμοιβαίας βοηθείας, επί τη
βάσει των κειμένων νόμων, αλλά χάριν ιδιοτελών σκοπών, αντιθέτων προς τους καθεστώτας νόμους. Θαι η προς αλλήλους εμπιστοσύνη ενισχύετο όχι τόσον δια των προς τους θεούς όρκων, όσον δια της από κοινού διαπράξεως εγκλημάτων. Νσάκις οι αντίπαλοι διετύπωναν ευλόγους προτάσεις, εκείνοι προς τους οποίους εγίνοντο αι προτάσεις, εάν ήσαν ισχυρότεροι, δεν τας απεδέχοντο με αίσθημα ειλικρινούς εμπιστοσύνης, αλλά λαμβάνοντες συγχρόνως τ' αναγκαία εξασφαλιστικά μέτρα. Γπροτίμων πολύ περισσότερον ν' αντεκδικηθούν δια κακόν, το οποίον έπαθαν, παρά να προλάβουν το κακόν. Θαι οσάκις υπό την πίεσιν των περιστάσεων αντηλλάσσοντο τυχόν όρκοι προς ενίσχυσιν συνδιαλλαγής, οι όρκοι ίσχυαν μόνον προσωρινώς, εφόσον αμφότεροι οι ορκισθέντες δεν είχαν που αλλού να στηριχθούν. Ώλλ' εκείνος, ο οποίος, δοθείσης ευκαιρίας, πρώτος ανέκτα το θάρρος του, εάν έβλεπε τον αντίπαλον απροφύλακτον, εξεδικείτο με μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν, λόγω του ότι εξηπάτα την προς τον όρκον εμπιστοσύνην του αντιπάλου του, παρά εάν εξεδικείτο παλληκαρίσια. Βιότι υπελόγιζεν ότι εκτός του πλεονεκτήματος της ασφαλείας, εκέρδιζε και το βραβείον της επιτηδειότητος αφού επεκράτησε δι' απάτης. Νι περισσότεροι τωόντι άνθρωποι προτιμούν να είναι αχρείοι και να ονομάζωνται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγωνται ευήθεις, και δια το τελευταίον τούτο μεν εντρέπονται, ενώ δια το πρώτον υπερηφανεύονται. Ώιτία όλων αυτών ήτο η δίψα της εξουσίας, την οποίαν γεννά η πλεονεξία και η φιλαρχία, και το φατριαστικόν πνεύμα, το οποίον εκτρέφουν τα δύο αυτά πάθη, εις όσους περιπέσουν άπαξ εις φατριαστικάς έριδας. Βιότι οι αρχηγοί των φατριών εις τας διαφόρους πόλεις, προβάλλοντες εκατέρωθεν εύηχα συνθήματα, οι δημοκρατικοί την πολιτικήν ενώπιον του νόμου ισότητα του πλήθους, οι ολιγαρχικοί την σώφρονα αριστοκρατίαν, λόγω μεν υπηρέτουν τα κοινά, πράγματι όμως καθίστων αυτά βραβείον του προσωπικού των ανταγωνισμού. Ώγωνιζόμενοι, εξ άλλου, να υποσκελίσουν αλλήλους με κάθε μέσον, ετόλμησαν τα τερατωδέστερα πράγματα. Ώλλά και ταύτα ακόμη υπερέβαιναν αι εκδικήσεις των, τας οποίας αι δύο μερίδες ώθουν όχι απλώς μέχρι των ορίων, τα οποία θα επέβαλλε το δίκαιον και το κοινόν συμφέρον, αλλά μέχρι του σημείου, το οποίον ανταπεκρίνετο εκάστοτε εις την ικανοποίησιν της φατρίας των. Θαι ήσαν έτοιμοι να κορέσουν τον πόθον της αμέσου εκδικήσεως, είτε δι' αδίκων καταδικών, είτε επιβαλλόμενοι δια της βίας. Θαι ενώ καμμία από τας δύο μερίδας δεν ενεπνέετο από αισθήματα ευσεβείας, εκείνοι που κατώρθωναν να συγκαλύψουν απεχθείς πράξεις υπό ωραίους λόγους επηνούντο πολύ περισσότερον. Νι πολίται, εξ άλλου, όσοι δεν ανήκαν εις καμμίαν από τας δύο μερίδας, έπιπταν θύματα και των δύο, είτε διότι ηρνούντο ν' αγωνισθούν παρά το πλευρόν των, είτε διότι τους εφθόνουν δια την ακίνδυνον και ήσυχον ζωήν που εζούσαν. 83. Ροιουτοτρόπως, ένεκα των εμφυλίων σπαραγμών, όλαι αι μορφαί της μοχθηρίας ενεφανίσθησαν εις τον Γλληνικόν κόσμον. Ε αγαθότης, η οποία συνδέεται στενώς με την ευγένειαν του χαρακτήρος, κατεγελάτο τόσον, ώστε εξηφανίσθη, ενώ επεκράτησεν ο πλήρης δυσπιστίας αμοιβαίος ανταγωνισμός, καθόσον δεν υπήρχε τίποτε που να ημπορή να οδηγήση εις συνδιαλλαγήν, ούτε υποσχέσεις πανηγυρικαί, ούτε όρκοι φοβεροί. Έκαστος, εφόσον ήτο ισχυρότερος, σκεπτόμενος πόσον απελπιστικώς αναξιόχρεοι ήσαν αι διδόμεναι εγγυήσεις, ελάμβανε τ' αναγκαία δια την ασφάλειάν του μέτρα, χωρίς να ημπορή να στηριχθή εις άλλους. Θαι οι έχοντες ασθενεστέραν την αντίληψιν επεκράτουν ως επί το πλείστον. Βιότι, φοβούμενοι, ως εκ της ιδικής των ανεπαρκείας και της ευφυΎας των αντιπάλων των, μήπως όχι μόνον ηττηθούν κατά την συζήτησιν, αλλά και ένεκα της ευστροφίας του πνεύματος των τελευταίων πέσουν πρώτοι θύματα των μηχανορραφιών των, έφθαναν τολμηρώς μέχρις εγκλήματος. Γνώ εκείνοι, επειδή ένεκα καταφρονήσεως των αντιπάλων των ενόμιζαν ότι ημπορούν εγκαίρως ν' αντιληφθούν τους σκοπούς των, και ότι δεν υπάρχει
ανάγκη να επιδιώξουν δια της δυνάμεως ό,τι ηδύνατο να επιτευχθή δια της ευφυΎας, κατελαμβάνοντο απροφύλακτοι και εφονεύοντο ως επί το πλείστον. 84. Γις την Θέρκυραν, λοιπόν, διεπράχθησαν το πρώτον αι περισσότεραι από τας ανομίας αυτάς και ιδίως εκδικήσεις παντός είδους, τας οποίας άνθρωποι, υποβληθέντες εις εξουσίαν τυραννικήν μάλλον παρά σώφρονα, ημπορούσαν να διαπράξουν εναντίον των αρχόντων των, που τους παρείχαν ήδη την ευκαιρίαν της αντεκδικήσεως, ή άδικα μέτρα, εις τα οποία ημπορούσαν να προσφύγουν άνθρωποι, θέλοντες ν' απαλλαγούν από την συνήθη πενίαν των και εμπαθώς εποφθαλμιώντες τα ξένα προ πάντων αγαθά, ή άλλα ανομήματα, διαπραττόμενα τυχόν κατά τρόπον σκληρόν και ανηλεή εναντίον ανθρώπων της ιδίας τάξεως υπό ανθρώπων, οι οποίοι παρεσύροντο όχι από πλεονεξίαν, αλλά προ πάντων από την ακολασίαν του πάθους. Γις το σημείον που έφθασαν τα πράγματα, η ζωή της πόλεως συνεταράχθη βαθύτατα και η ανθρωπίνη φύσις, η οποία και υπό το κράτος ακόμη των νόμων ρέπει συνήθως προς την αδικίαν, τεθείσα ήδη υπεράνω των νόμων, ησθάνετο χαράν, αποδεικνύουσα ότι τα πάθη της ήσαν ασυγκράτητα και ότι ήσαν ισχυρότερα από τους νόμους και εχθρά πάσης υπεροχής. Βιότι, άλλως, εάν ο φθόνος δεν ήσκει ολεθρίαν επιρροήν, κανείς δεν ήθελε προτιμήσει την εκδίκησιν αντί της ευσεβείας και την πλεονεξίαν αντί, της δικαιοσύνης. Νι άνθρωποι, εν τούτοις, προκειμένου να εκδικηθούν άλλους, διαπράττουν το σφάλμα να καταργούν προηγουμένως τας αρχάς του φυσικού δικαίου, αι οποίαι ισχύουν εις τοιαύτας περιστάσεις και επί των οποίων καθείς στηρίζει την ελπίδα της προσωπικής του σωτηρίας, εν περιπτώσει αποτυχίας. Θαι κατ' αυτόν τον τρόπον, στερούνται οι ίδιοι της προστασίας των αρχών αυτών εις περίπτωσιν, κατά την οποίαν, εάν περιήρχοντο ποτέ εις κίνδυνον, θα ελάμβαναν την ανάγκην των. 85. Ροιαύτα υπήρξαν τ' αποτελέσματα της πρώτης εκρήξεως των φατριαστικών παθών εις την Θέρκυραν. Κετά την αναχώρησιν του υπό τον Γυρυμέδοντα Ώθηναϊκού στόλου, οι φυγάδες ολιγαρχικοί, από τους οποίους πεντακόσιοι περίπου είχαν διασωθή, κατέβαλαν μερικά φρούρια επί της απέναντι στερεάς, έγιναν κύριοι του εδάφους, το οποίον ανήκεν εκεί εις την Θέρκυραν, και χρησιμοποιούντες τούτο ως ορμητήριον, ελήστευαν τους επί της νήσου και επέφεραν εις αυτούς μεγάλην βλάβην, εις τρόπον ώστε επηκολούθησε μεγάλη πείνα εις την πόλιν. Έπεμψαν ωσαύτως πρέσβεις εις την Ιακεδαίμονα και την Θόρινθον, δια να ζητήσουν να τους βοηθήσουν, όπως επιστρέψουν εις τα ίδια. Ώλλ' επειδή η αποστολή των απέτυχεν, ετοιμάσαντες βραδύτερον μεταγωγικά και στρατολογήσαντες μισθοφόρους, διεπεραιώθησαν εις την νήσον, το όλον εξακόσιοι περίπου, και αφού έκαυσαν τα πλοία, δια να μη τους μείνη καμμία άλλη ελπίς εκτός της νίκης, ανέβησαν εις το όρος Ηστώνην, και οικοδομήσαντες εκεί οχύρωμα, έγιναν κύριοι της υπαίθρου χώρας και επροξένησαν μεγάλας ζημίας εις τους κατοίκους της πόλεως.
Ξερί το τέλος του ιδίου θέρους, οι Ώθηναίοι έστειλαν εις την Πικελίαν μοίραν στόλου είκοσι πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ιάχητος, υιού του Κελανώπου, και του Ταροιάδου, υιού του Γυφιλήτου. Ώιτία της αποστολής ήτο ότι οι Πυρακούσιοι και οι Ιεοντίνοι είχαν περιπλακή εις αμοιβαίον πόλεμον. Θαι των μεν Πυρακουσίων σύμμαχοι ήσαν αι άλλαι εκτός της Θαμαρίνης Βωρικαί πόλεις, όσαι ευθύς κατά την αρχήν του πολέμου είχαν ταχθή εις την ομοσπονδίαν των Ιακεδαιμονίων, δεν είχαν όμως λάβει μέρος εις τον πόλεμον. Ρων Ιεοντίνων, εξ άλλου, σύμμαχοι ήσαν αι Ταλκιδικαί πόλεις και η Θαμάρινα. Γκ της Ηταλίας οι Ιοκροί ήσαν με το μέρος
των Πυρακουσίων, ενώ οι Οηγίνοι ήσαν με τους Ιεοντίνους, ένεκα της κοινής των καταγωγής. Νι Ιεοντίνοι και οι σύμμαχοί των έστειλαν πρεσβείαν [11] εις τας Ώθήνας, και επικαλούμενοι όχι μόνον παλαιάν μεταξύ των συμμαχίαν, αλλά και το γεγονός ότι ήσαν Ίωνες, προσεπάθουν να πείσουν τους Ώθηναίους να τους βοηθήσουν δι' αποστολής πλοίων, διότι οι Πυρακούσιοι τους είχαν αποκλείσει από ξηράς τε και θαλάσσης. Ρωόντι, οι Ώθηναίοι έστειλαν τα ζητηθέντα πλοία, προφασιζόμενοι την κοινήν προς τους Ιεοντίνους καταγωγήν, πράγματι όμως διότι ήθελαν να μην εισάγεται από εκεί σίτος εις την Ξελοπόννησον και συγχρόνως να δοκιμάσουν εάν ήτο δυνατόν να επεκτείνουν την ηγεμονίαν των επί της Πικελίας. Θαταστήσαντες ως εκ τούτου βάσιν των επιχειρήσεών των το Οήγιον της Ηταλίας, ήρχισαν τας πολεμικάς επιχειρήσεις, συνεργαζόμενοι με τους συμμάχους των. Θαι ούτως ετελείωσε το θέρος.
Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, η νόσος ενέσκηψε δια δευτέραν φοράν εις τας Ώθήνας. Γίναι, αληθές ότι ουδέποτε είχεν εκλείψει εντελώς, είχεν όμως επέλθει κάποια διακοπή του κακού. Ρην δευτέραν αυτήν φοράν, διήρκεσεν όχι ολιγώτερον από εν έτος, ενώ την πρώτην ολόκληρα δύο έτη, εις τρόπον ώστε τίποτε άλλο περισσότερον από την νόσον δεν κατέβαλεν ηθικώς και δεν εξησθένησεν υλικώς την πόλιν. Βιότι από τους στρατευσίμους του μητρώου των τριών ευπορωτέρων τάξεων, όχι ολιγώτεροι από τέσσαρας χιλιάδας τετρακόσιους οπλίται και τριακόσιοι ιππείς απέθαναν, ενώ είναι αδύνατον να εξακριβωθή πόσοι απέθαναν από τους λοιπούς κατοίκους της πόλεως. Θατά την ιδίαν εποχήν, έγιναν και πολλοί σεισμοί εις τας Ώθήνας, την Γύβοιαν και την ΐοιωτίαν και προ πάντων τον ΐοιωτικόν Νρχομενόν.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, η εις την Πικελίαν σταλείσα Ώθηναϊκή δύναμις, μαζί με τους Οηγίνους, εξεστράτευσαν με μοίραν στόλου, αποτελουμένην από τριάκοντα πλοία εναντίον των καλουμένων νήσων του Ώιόλου, κατά των οποίων δεν ήτο δυνατή εκστρατεία εν καιρώ θέρους, ένεκα ανυδρίας. Ώι νήσοι του Ώιόλου ανήκουν εις τους Ιιπαραίους, αποίκους των Θνιδίων, οι οποίοι κατοικούν εις μίαν από αυτάς, όχι μεγάλην, καλουμένην Ιιπάραν, από την οποίαν μετέβαιναν και εκαλλιέργουν τας άλλας, την Βιδύμην την Πτρογγύλην και την Ηεράν. Νι κάτοικοι των μερών εκείνων πιστεύουν ότι ο Ήφαιστος είχε το σιδηρουργείον του εις την Ηεράν [12], διότι κατά την νύκτα υψώνοντο απ' αυτήν μεγάλαι φλόγες και την ημέραν καπνός. Ώι εν λόγω νήσοι κείνται απέναντι του εδάφους των Πικελών και Κεσσηνίων, και ήσαν σύμμαχοι των Πυρακουσίων. Νι Ώθηναίοι, βλέποντες ότι και μετά την καταστροφήν των κτημάτων των οι κάτοικοι επέμεναν αρνούμενοι να προσχωρήσουν εις αυτούς, απέπλευσαν εις το Οήγιον. Θαι ούτως ετελείωσε και ο χειμών και το πέμπτον έτος του παρόντος πολέμου, του οποίου την Ηστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Θατά το επόμενον θέρος, οι Ξελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Άγιδος, υιού του Ώρχιδάμου, ήλθαν μέχρι του Ησθμού με την πρόθεσιν να εισβάλουν εις την Ώττικήν αλλ' επειδή έγιναν πολλοί σεισμοί επέστρεψαν οπίσω, χωρίς να γίνη εισβολή. Θατά την ιδίαν περίπου εποχήν, ενώ εξηκολούθουν οι σεισμοί, η θάλασσα, αφού απεσύρθη από την παραλίαν των Νροβιών της Γυβοίας και επυργώθη εις κύμα, επέδραμε τμήμα της πόλεως, και εν μέρει μεν υπεχώρησεν, εν μέρει όμως
κατέκλυσε την ακτήν, ούτως ώστε ό,τι πριν ήτο γη, είναι σήμερον θάλασσα, και όσοι δεν επρόφθασαν να καταφύγουν εις τα υψηλότερα σημεία, επνίγησαν. Θαι περί την νήσον Ώταλάντην, κειμένην πλησίον της παραλίας των Νπουντίων Ιοκρών, έγινε παρομοία πλημμύρα, η οποία παρέσυρε μέρος του Ώθηναϊκού φρουρίου και συνέτριψεν εν εκ των δύο πλοίων, τα οποία ήσαν ανειλκυσμένα επί της ξηράς. Θαι εις την Ξεπάρηθον [13], η θάλασσα απεσύρθη από την παραλίαν αλλά δεν κατέκλυσε την ξηράν, σεισμός όμως κατέρριψε μέρος του τείχους και το πρυτανείον και ολίγας άλλας οικίας. Ώιτία του φαινομένου αυτού κατά την γνώμην μου είναι ότι ο σεισμός, εις το σημείον όπου ήτο ισχυρότερος, έσπρωξε προς τα οπίσω την θάλασσαν και με την αιφνιδίαν παλινδρόμησίν της κατέστησε την πλημμύραν βιαιοτέραν, χωρίς τον σεισμόν όμως μου φαίνεται ότι δεν ημπορούσε να συμβή τούτο.
Θατά το ίδιον θέρος, και άλλοι λαοί διεξήγαν εις την Πικελίαν διαφόρους πολεμικάς επιχειρήσεις και οι ίδιοι οι Έλληνες κάτοικοι της νήσου επολέμουν εναντίον αλλήλων, των Ώθηναίων συμπραττόντων με τους ιδικούς των συμμάχους. Κόνον τας αξιολογωτέρας πράξεις, εις τας οποίας έλαβαν μέρος οι Ώθηναίοι, είτε επιτιθέμενοι με τους συμμάχους των, είτε αμυνόμενοι εναντίον των εχθρών των, θα μνημονεύσω. Σονευθέντος του στρατηγού των Ώθηναίων Ταροιάδου υπό των Πυρακουσίων εις μάχην ο Ιάχης μείνας μόνος αρχηγός του στόλου, εξεστράτευσε με τους συμμάχους εναντίον των Κύλων, πόλεως ανηκούσης εις τους Κεσσηνίους. Ώι Κύλαι έτυχε τότε να φρουρούνται από δύο τάγματα Κεσσηνίων, οι οποίοι είχαν στήσει ενέδραν κατά του αποβατικού σώματος των Ώθηναίων. Ώλλ' οι Ώθηναίοι και οι σύμμαχοι έτρεψαν εις φυγήν τους ενεδρεύοντας και εφόνευσαν πολλούς απ' αυτούς, και επιτεθέντες κατά του φρουρίου, ηνάγκασαν την φρουράν να παραδώση δια συνθήκης την ακρόπολιν και βαδίση μαζί των εναντίον της Κεσσήνης. Κετά τούτο, οι Κεσσήνιοι, βλέποντες την προσέγγισιν των Ώθηναίων και των συμμάχων των, εσυνθηκολόγησαν και αυτοί, δώσαντες ομήρους και ρυθμίσαντες τα πράγματά των κατά τρόπον παρέχοντα εμπιστοσύνην εις τους Ώθηναίους.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι Ώθηναίοι έστειλαν περί την Ξελοπόννησον μοίραν στόλου 30 πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Βημοσθένους, υιού του Ώλκισθένους, και του Ξροκλέους, υιού του Ζεοδώρου, και άλλην μοίραν εξήντα πλοίων και δυο χιλιάδας οπλίτας εις την Κήλον [14], υπό την αρχηγίαν του Λικίου, υιού του Λικηράτου. Βιότι ήθελαν να εξαναγκάσουν να ταχτούν με το μέρος των τους Κηλίους, οι οποίοι, αν και νησιώται ηρνούντο να υποταχτούν εις αυτούς και δεν ήθελαν να λάβουν μέρος εις την συμμαχίαν των. Γπειδή όμως, μολονότι ηρήμωναν την γην των, αυτοί δεν υπέκυπταν, αποπλεύσαντες εκ της Κήλου έπλευσαν εις τον Φρωπόν της Αραϊκής, όπου προσήγγισαν την νύκτα και οι πεζοναύται αποβιβασθέντες προήλασαν αμέσως δια ξηράς εις την περιφέρειαν της Ρανάγρας της ΐοιωτίας. Γκεί, ειδοποιηθείσα δια σήματος, ήλθεν εις προϋπάντησίν των εξ Ώθηνών δια ξηράς όλη η διαθέσιμος στρατιωτική δύναμις, υπό την αρχηγίαν του Ηππονίκου, υιού του Θαλλίου, και του Γυρυμέδοντος, υιού του Ζουκλέους. Θαι στρατοπεδεύσαντες, ελεηλάτουν καθ' όλην την ημέραν την περιφέρειαν της Ρανάγρας, όπου και διενυκτέρευσαν. Θαι την επομένην, νικήσαντες τους Ραναγραίους, οι οποίοι εξήλθαν από την πόλιν δια να τους επιτεθούν, και μερικούς Ζηβαίους, οι οποίοι είχαν προστάξει εις βοήθειάν των, αφού εσκύλευσαν τους πεσόντας και
έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν οι μεν εις την πόλιν, οι δε εις τα πλοία των. Θαι ο Λικίας πλεύσας με τον στόλον των εξήντα πλοίων παρά την ακτήν, κατέστρεψε τα παράλια μέρη της Ιοκρίδος και ακολούθως επέστρεψαν εις τα ίδια.
Θατά την ιδίαν περίπου εποχήν, οι Ιακεδαιμόνιοι ήρχισαν την ίδρυσιν της Ερακλείας, αποικίας των εις την Ρραχινίαν, με την εξής πρόθεσιν. Ρο σύνολον των Καλιέων διαιρούνται εις τρία, τους Ξαραλίους, τους Ηερείς και τους Ρραχινίους. Γξ αυτών οι Ρραχίνιοι, αφού κατεστράφησαν συνεπεία πολέμου προς τους γείτονάς των Νιταίους, εσκέφθησαν κατ' αρχάς να προσχωρήσουν προς τους Ώθηναίους, αλλά φοβηθέντες μήπως δεν τους εύρουν πιστούς, εξέλεξαν και έστειλαν ως πρέσβυν εις την Ιακεδαίμονα τον Ρεισαμενόν, δια να επικαλεστούν την βοήθειάν των. Ρης πρεσβείας μετέσχον και απεσταλμένοι της Ιωρίδος, μητροπόλεως της Ιακεδαίμονος, οι οποίοι υπέβαλαν την ιδίαν αίτησιν, καθ' όσον και αυτοί υπέφεραν μεγάλως από τους Νιταίους. Ώφού ήκουσαν την αίτησίν των, οι Ιακεδαιμόνιοι απεφάσισαν την ίδρυσιν της αποικίας, όχι μόνον δια να βοηθήσουν τους Ρραχινίους και τους Βωριείς, αλλά και συγχρόνως διότι ενόμιζαν ότι η ίδρυσις της νέας πόλεως παρείχε στρατηγικά πλεονεκτήματα διά την διεξαγωγήν του πολέμου εναντίον των Ώθηναίων. Βιότι και ναυτικόν ημπορούσε να εξοπλισθή εκεί, εις τρόπον ώστε από μικράν απόστασιν να ημπορούν να διαβούν προς επίθεσιν κατά της Γυβοίας, και η θέσις ήτο χρήσιμος δια την κατά μήκος της ακτής αποστολήν στρατού εις την Ταλκιδικήν [15], και με ολίγας λέξεις είχαν ζωηράν επιθυμίαν να ιδρύσουν την αποικίαν αυτήν. Ξρώτον, λοιπόν, συνεβουλεύθησαν το μαντείον των Βελφών, και κατά προτροπήν αυτού, εξέπεμψαν τους αποίκους, από τους ιδικούς των πολίτας και από τους περιοίκους, προσκαλέσαντες συγχρόνως να μετάσχουν της αποικίας και όσοι από τους άλλους Έλληνας ήθελαν, εκτός Ηώνων, Ώχαιών και μερικών άλλων φύλων. Ώρχηγοί της αποικίας και οργανωταί αυτής απεστάλησαν υπό των Ιακεδαιμονίων τρεις, ο Ιέων, ο Ώλκίδας, και ο Βαμάγων,οι οποίοι εγκατασταθέντες εκεί έκτισαν νέον τείχος της πόλεως, η οποία σήμερον ονομάζεται Εράκλεια, απέχουσα από μεν τας Ζερμοπύλας σαράντα περίπου στάδια, από δε την θάλασσαν είκοσι. Ήρχισαν συγχρόνως να κατασκευάζουν νεώρια, και χάριν ασφαλεστέρας αμύνης της πόλεως απέφραξαν το προς τας θερμοπύλας μέρος, δια κατασκευής τείχους επάνω εις αυτό το στενόν. 93. Νι Ώθηναίοι, άμα ως ήρχισεν ο συνοικισμός της νέας πόλεως, εφοβήθησαν κατ' αρχάς, διότι ενόμισαν ότι ιδρύεται ως απειλή κατά της Γυβοίας, λόγω της μικράς δια θαλάσσης αποστάσεώς της από το Θήναιον, ακρωτήριον της εν λόγω νήσου. Έπειτα όμως οι φόβοι των διεψεύσθησαν, διότι ουδεμία προήλθεν από την πόλιν αυτήν ζημία. Θαθόσον, αφ' ενός μεν οι Ζεσσαλοί,οι οποίοι είχαν την υπεροχήν εις τα μέρη αυτά και το έδαφος των οποίων ηπειλείτο από την ίδρυσιν της νέας πόλεως, φοβούμενοι μήπως οι κάτοικοί της αποβούν ισχυροί και επικίνδυνοι γείτονες, δεν έπαυαν να τους πολεμούν και να τους καταστρέφουν μόλις είχαν εγκατασταθή, έως ότου τους εξήντλησαν καθολοκληρίαν, μολονότι ήσαν κατ' αρχάς πολυάριθμοι (διότι, εφόσον την οργάνωσιν της αποικίας ανέλαβαν οι Ιακεδαιμόνιοι, καθείς προσήρχετο με θάρρος, θεωρών την νέαν πόλιν ασφαλή). Ώφ' ετέρου όμως, εις την καταστροφήν των πραγμάτων και την ελάττωσιν του πληθυσμού της πόλεως συνετέλεσαν όχι ολιγώτερον οι υπό των ιδίων των Ιακεδαιμονίων αποστελλόμενοι άρχοντες, οι οποίοι με την καταπιεστικήν και πολλάκις άδικον διοίκησίν των απεθάρρυναν τους πολλούς, εις τρόπον ώστε εις το τέλος οι γείτονες κατώρθωσαν να τους καταβάλουν ευκόλως.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, και περί την ιδίαν εποχήν που οι Ώθηναίοι έχαναν τον καιρόν των εις την Κήλον, οι στρατιώται που επέβαιναν επί της μοίρας των τριάντα Ώθηναϊκών πλοίων, ενώ επεριπόλουν περί την Ξελοπόννησον, έστησαν κατ' αρχάς ενέδραν εις τον Γλλομενόν της χώρας των Ιευκαδίων και εφόνευσαν μερικούς από την φρουράν. Ώκολούθως εξεστράτευσαν εναντίον της πόλεως της Ιευκάδος με μεγαλυτέραν στρατιωτικήν δύναμιν, δηλαδή με όλους τους Ώκαρνάνας, οι οποίοι εξαιρουμένων των Νινιαδών, ηκολούθησαν με όλας τας στρατιωτικάς δυνάμεις των, μερικούς Δακυνθίους και Θεφαλλήνας και δέκα πέντε Θερκυραϊκά πλοία. Θαι οι μεν Ιευκάδιοι, μολονότι έβλεπαν λεηλατουμένην την χώραν των και την έξω του ισθμού και την εντός αυτού, όπου κείται και η πόλις και ο ναός του Ώπόλλωνος, έμεναν αδρανείς, αναγκαζόμενοι εις τούτο από την αριθμητικήν υπεροχήν των εχθρών. Νι Ώκαρνάνες, εξ άλλου, απήτουν από τον στρατηγόν των Ώθηναίων Βημοσθένη να τους αποκλείσει δια της οικοδομής τείχους, διότι επίστευαν ότι ευκόλως θα τους ηνάγκαζαν να παραδοθούν και θ' απηλλάσσοντο κατ' αυτόν τον τρόπον από μίαν ανέκαθεν εχθρικήν προς αυτούς πόλιν.
Ώλλά κατά τον ίδιον ακριβώς καιρόν, ο Βημοσθένης επείσθη από τους Κεσσηνίους της Λαυπάκτου ότι ήτο λαμπρά δι' αυτόν ευκαιρία, αφού είχεν άπαξ συγκεντρώσει τόσον στρατόν, να επιτεθή εναντίον των Ώιτωλών, και διότι ήσαν εχθροί της Λαυπάκτου, και διότι, εάν τους νικήση, θα υποτάξη ευκόλως εις τους Ώθηναίους και τα παρακείμενα μέρη της Πτερεάς. Θαθόσον υπεστήριζαν ότι ο Ώιτωλικός λαός είναι αληθώς πολυάριθμος και πολεμικός, αλλ' επειδή κατοικεί εις κώμας ατειχίστους, αι οποίαι μάλιστα κείνται εις μεγάλην απόστασιν η μία από την άλλην, και είναι ελαφρώς ωπλισμένοι, δεν είναι δύσκολον να νικηθούν πριν συγκεντρωθούν προς κοινήν άμυναν. Πυνίστων δε να επιτεθή πρώτον εναντίον των Ώποδοτών, έπειτα εναντίον των Νφιονέων και τελευταία εναντίον των Γυρυτάνων, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερον μέρος των Ώιτωλών, ομιλούν γλώσσαν πολύ δυσνόητον και τρώγουν, καθώς λέγουν, άψητον κρέας. Κετά την υποταγήν τωόντι αυτών, και οι λοιποί θα προσχωρήσουν ευκόλως. 95. Ν Βημοσθένης επείσθη όχι μόνον δια να υποχρεώση τους Κεσσηνίους, αλλά κυρίως διότι επίστευεν ότι χωρίς ενισχύσεις από τας Ώθήνας ημπορεί, αφού οι Ώιτωλοί ενωθούν μαζί του, να βαδίση με τους Πτερεολλαδίτας συμμάχους δια ξηράς εναντίον της ΐοιωτίας. Ξρος τούτο, θα διήρχετο από το έδαφος των Νζολών Ιοκρών, δια να φθάση εις το Θυτίνιον της Βωρίδος, έχων δεξιά τον Ξαρνασσόν, έως ότου κατέλθη εις το έδαφος των Σωκέων, οι οποίοι εθεωρούντο ότι θα ελάμβαναν προθύμως μέρος εις την εκστρατείαν, λόγω της κατά παράδοσιν φιλίας των με τους Ώθηναίους, ή άλλως θα ημπορούσαν να εξαναγκασθούν εις τούτο. Θαι όταν έφθανεν εις την Σωκίδα ήτο πλέον εις τα όρια της ΐοιωτίας. Γξέπλευσε λοιπόν από την Ιευκάδα, εναντίον της γνώμης των Ώκαρνάνων, με όλας του τας δυνάμεις, και ήλθε πλέων πλησίον της ακτής, εις το Πόλλιον, όπου τους ανεκοίνωσε το σχέδιόν του. Ώλλ' επειδή οι Ώκαρνάνες δεν το ενέκριναν, λόγω της αρνήσεώς του ν' αποκλείση την Ιευκάδα, αυτός με τον υπόλοιπον στρατόν, αποτελούμενον από Θεφαλλήνας, Κεσσηνίους, Δακυνθίους, και τριακοσίους Ώθηναίους πεζοναύτας, οι οποίοι επέβαιναν επί των Ώθηναϊκών πλοίων (διότι τα δέκα πέντε Θερκυραϊκά είχαν αναχωρήσει), εξεστράτευσεν εναντίον των Ώιτωλών, εκκινήσας από τον Νινεώνα της Ιοκρίδος. Νι Νζόλαι αυτοί Ιοκροί ήσαν σύμμαχοι των Ώθηναίων, και
επρόκειτο να έλθουν με όλας των τας δυνάμεις εις συνάντησίν των εις το εσωτερικόν της χώρας, καθόσον, ως γείτονες των Ώιτωλών και φέροντες τον ίδιον οπλισμόν, εθεωρούντο ότι θα ήσαν χρησιμώτατον να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν, διότι και τον τρόπον του πολέμου των Ώιτωλών εγνώριζαν και την χώραν. 96. Ώφού δε διενυκτέρευσε με τον στρατόν εις τον περίβολον του ναού του Λεμείου Βιός, εντός του οποίου ως λέγεται, εφονεύθη υπό των κατοίκων ο ποιητής Εσίοδος, εις τον οποίον χρησμός είχε προείπει ότι θ' αποθάνη εις την Λεμέαν, εξεκίνησε κατά τα εξημερώματα, διευθυνόμενος εις την Ώιτωλίαν. Ρην πρώτην ημέραν εκυρίευσε την Ξοτιδανίαν, την δευτέραν το Θρωκύλειον και την τρίτην το Ρείχιον, όπου και έμεινεν, αποστείλας τα λάφυρα εις το Γυπάλιον της Ιοκρίδος, διότι εσκόπευε να υποτάξη τα άλλα μέρη προηγουμένως, να επιστρέψη έπειτα εις την Λαύπακτον, και τότε μόνον να εκστρατεύση εναντίον των Νφιονέων, εάν ηρνούντο να προσχωρήσουν. Ώλλ' η στρατιωτική αυτή ετοιμασία δεν διέφυγε την προσοχήν των Ώιτωλών, ούτε όταν το πρώτον εσχεδιάσθη, και μόλις εισέβαλεν ο στρατός εις το έδαφός των, όλοι έτρεξαν εις απόκρουσίν του με μεγάλας δυνάμεις εις τρόπον ώστε προσήλθαν και οι πλέον απομακρυσμένοι από τους Νφιονείς, οι ΐωμιείς δηλαδή και οι Θαλλιείς, οι οποίοι κατοικούν προς την διεύθυνσιν του Καλιακού κόλπου. 97. Νι Κεσσήνιοι εξηκολούθουν να δίδουν εις τον Βημοσθένη τας ιδίας συμβουλάς που του έδιδαν εξ αρχής. Ρου εξήγουν ότι η καθυπόταξις των Ώιτωλών ήτο εύκολος και συνίστων να επιτεθή το ταχύτερον εναντίον των διαφόρων κωμοπόλεων, προσπαθών να καταλάβη κάθε φοράν εκείνας που είναι εις τον δρόμον του, χωρίς να περιμένη έως ότου συγκεντρωθούν όλοι εναντίον του. Ν Βημοσθένης επείσθη εις τους λόγους των, και τας ελπίδας του εστήριξεν εις την καλήν του τύχην, διότι όλα επήγαιναν κατ' ευχήν. Τωρίς δε να περιμένη τους Ιοκρούς, οι οποίοι επρόκειτο να έλθουν εις βοήθειάν του και τους οποίους εχρειάζετο (διότι του έλειπαν προ πάντων ελαφροί ακοντισταί), επετέθη εναντίον του Ώιγιτίου και το κατέλαβε με την πρώτην έφοδον και χωρίς αντίστασιν. Βιότι οι κάτοικοι το είχαν εκκενώσει κρυφίως και είχαν καταλάβει τους υπερκείμενους της πόλεως λόφους. Ε πόλις, τωόντι, ήτο κτισμένη πλησίον εις υψώματα και απείχεν από την θάλασσαν ογδοήντα περίπου στάδια [16]. Ώλλ' οι Ώιτωλοί, οι οποίοι είχαν ήδη σπεύσει προς βοήθειαν του Ώιγιτίου, επετίθεντο εναντίον των Ώθηναίων και των συμμάχων των, κατερχόμενοι άλλοι δρομαίως και ένα λόφον και άλλοι από άλλον και βάλλοντες εναντίον των με ακόντια. Θαι οσάκις μεν ο στρατός των Ώθηναίων προήλαυνεν, αυτοί υπεχώρουν, οσάκις δε εκείνος υπεχώρει, αυτοί επετίθεντο. Ρο είδος τούτο της μάχης, το οποίον συνίστατο εις αλλεπαλλήλους καταδιώξεις και υποχωρήσεις, διήρκεσεν επί πολύ, και οι Ώθηναίοι ήσαν υποδεέστεροι και εις τας δύο. 98. Γφόσον οι τοξόται των είχαν βέλη και την δύναμιν να τα μεταχειρίζονται, οι Ώθηναίοι αντείχαν, διότι οι Ώιτωλοί, οι οποίοι έφεραν ελαφρόν οπλισμόν, εφόσον ετοξεύοντο, ανεχαιτίζοντο. Ώλλ' όταν οι τοξόται, μετά τον θάνατον του αρχηγού των, διεσκορπίσθησαν, καί το κύριον σώμα του στρατού ήτο κατάκοπον, λόγω της πολύ μακράς και μονοτόνου πάλης, και οι Ώιτωλοί τους επίεζαν εκ του πλησίον, ακοντίζοντες αυτούς, τότε πλέον ετράπησαν εις φυγήν, και επειδή ο οδηγός των Τρόμων, ο Κεσσήνιος, είχε φονευθή, έπιπταν μέσα εις αδιεξόδους χαράδρας και εις μέρη που δεν εγνώριζαν και εκεί εύρισκαν τον θάνατον. Νι Ώιτωλοί, εξ άλλου, που ήσαν ωκύποδες και ελαφρώς οπλισμένοι, τους κατεδίωκαν κατά πόδας, τους ηκόντιζαν, και συλλαμβάνοντες πολλούς την ώραν ακριβώς που έφευγαν, τους υφόνευαν. Ρους περισσοτέρους όμως, οι
οποίοι έχασαν τον δρόμον και έπεσαν μέσα εις το δάσος, από το οποίον δεν υπήρχε διέξοδος, έφεραν φωτιά, με την οποίαν ήναψαν το δάσος από όλα τα μέρη, και τους έκαυσαν. Ν στρατός των Ώθηναίων εδοκίμασε κάθε είδος φυγής και εδοκιμάσθη από κάθε είδος ολέθρου, και όσοι περιεσώθησαν με πολλήν δυσκολίαν κατόρθωσαν να καταφύγουν εις τον παραθαλάσσιον Νινεώνα της Ιοκρίδος, από όπου ακριβώς είχαν εκκινήσει. Γφονεύθησαν δε και από τους συμμάχους πολλοί και από τους ιδίους τους Ώθηναίους εκατόν είκοσι οπλίται. Ρόσοι πολλοί και εις το άνθος της ηλικίας των εφονεύθησαν εκεί, οι καλλίτεροι αληθώς στρατιώται, τους οποίους η πόλις των Ώθηνών έχασε κατά την διάρκειαν του πολέμου αυτού. Γφονεύθη δε και ο Ξροκλής, εις από τους δύο στρατηγούς. Θαι αφού εζήτησαν από τους Ώιτωλούς βραχείαν ανακωχήν προς συλλογήν των νεκρών των, επέστρεψαν εις Λαύπακτον, από όπου μετεφέρθησαν ακολούθως εις Ώθήνας δια του στόλου. Ώλλ' ο Βημοσθένης παρέμεινεν εις την Λαύπακτον και τα πέριξ, διότι ένεκα των γενομένων εφοβείτο τους Ώθηναίους.
Ρην ιδίαν περίπου εποχήν και ο Ώθηναϊκός στρατός που ήτο εις την Πικελίαν έπλευσεν εις την Ιοκρίδα, όπου ενήργησεν απόβασιν κατά την οποίαν ενίκησαν τους προσδραμόντας εναντίον των Ιοκρούς, και κατέλαβαν έρυμα κείμενον πλησίον του ποταμού Άληκος.
Θατά το ίδιον θέρος, οι Ώιτωλοί, οι οποίοι είχαν στείλει από πριν εις την Θόρινθον και την Ιακεδαίμονα πρέσβεις, τον Νφιονέα Ρόλοφον, τον Γυρυτάνα ΐοριάδην, και τον Ώποδωτόν Ρείσανδρον, τους παρεκίνουν να τους στείλουν στρατόν, δια να τιμωρήσουν την Λαύπακτον, διότι επροκάλεσε την Ώθηναϊκήν εισβολήν. Νι Ιακεδαιμόνιοι έστειλαν τωόντι περί το φθινόπωρον τρεις χιλιάδας οπλίτας από τους συμμάχους, εκ των οποίων οι πεντακόσιοι ήσαν από την πόλιν Εράκλειαν, η οποία είχε κτισθή νεωστί εις την Ρραχίνα. Ώρχηγός της εκστρατείας ήτο ο Ππαρτιάτης Γυρύλοχος, έχων βοηθούς τους συμπολίτας του Κακάριον και Κενεδάϊον. 101. ταν ο στρατός συνεκεντρώθη εις τους Βελφούς, ο Γυρύλοχος έστειλε κήρυκα προς τους Νζόλας Ιοκρούς, και διότι ο δρόμος προς την Λαύπακτον διέρχεται δια του εδάφους των, και διότι ήθελε να τους αποσπάση από την συμμαχίαν των Ώθηναίων. Ώπό τους Ιοκρούς, οι κάτοικοι της Ώμφίσσης ιδίως συνέπραξαν μαζύ του, ένεκα του φόβου, τον οποίον τους ενέπνεεν η έχθρα των Σωκέων. Ώυτοί πρώτοι, δώσαντες ομήρους, έπεισαν και άλλους, οι οποίοι εφοβούντο τον επερχόμενον στρατόν, να κάμουν το ίδιον, πρώτον τους γείτονάς των Κυονείς (διότι δια του εδάφους των η είσοδος εις την Ιοκρίδα είναι δυσχερεστάτη), και έπειτα τους Ηπνείς, τους Κεσσαπίους, τους Ρριταιείς, τους Ταλαίους, τους Ρολοφωνίους, τους Εσσίους και τους Νιανθείς. λοι αυτοί έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν. Νι Νλπαίοι έδωσαν μεν ομήρους, αλλά δεν ηκολούθησαν τους άλλους, ενώ οι αίοι δεν έδωσαν ομήρους, παρά αφού εκυριεύθη η κωμόπολίς των η οποία ονομάζεται Ξόλις. 102. ταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, και ετοποθέτησε τους ομήρους εις το Θυτίνιον της Βωρίδος προς φύλαξιν, ο Γυρύλοχος προήλασε με τον στρατόν εναντίον της Λαυπάκτου δια του εδάφους των Ιοκρών, κατά την πορείαν δε κατέλαβε τας Ιοκρικάς πόλεις Νινεώνα και Γυπάλιον, αι οποίαι ηρνήθησαν να προσχωρήσουν. Άμα δ' έφθασαν εις την Λαυπακτίαν και συγχρόνως οι Ώιτωλοί είχαν ήδη έλθει προς βοήθειαν, ήρχισαν να
ερημώνουν την χώραν και κατέλαβαν τα προάστεια, τα οποία ήσαν ατείχιστα. Ώκολούθως ήλθαν εις το Κολύκρειον, που ήτο αποικία των Θορινθίων αλλ' υποτελές εις τας Ώθήνας, και το εκυρίευσαν. Ν Ώθηναίος εν τούτοις Βημοσθένης (όστις μετά την αποτυχίαν που είχε πάθει εις την Ώιτωλίαν, ευρίσκετο ακόμη εις τα πέριξ της Λαυπάκτου) επληροφορήθη εγκαίρως τα της εκστρατείας, και επειδή ανησύχησε δια την ασφάλειαν της πόλεως, ήλθε προς τους Ώκαρνάνας και τους έπεισε, μολονότι με πολλήν δυσκολίαν, λόγω της αναχωρήσεώς του από την Ιευκάδα, να έλθουν εις βοήθειαν της Λαυπάκτου. Νι Ώκαρνάνες έστειλαν υπό τας διαταγάς του χιλίους οπλίτας, οι οποίοι μετεφέρθησαν δια του στόλου και εισελθόντες εις την πόλιν, την έσωσαν. Βιότι υπήρχε φόβος μήπως, ένεκα του μεγέθους του τείχους και της ανεπαρκείας των υπερασπιστών του δεν θα αντείχε. Ν Γυρύλοχος, εξ άλλου, με τον στρατόν του, άμα έμαθαν την είσοδον της δυνάμεως αυτής και το αδύνατον επομένως του να κυριεύσουν την πόλιν εξ εφόδου ανεχώρησαν όχι εις την Ξελοπόννησον, αλλ' εις την χώραν, η οποία ονομάζεται σήμερον Ώιολίς, εις την Θαλυδώνα δηλαδή, την Ξλευρώνα και τα γειτονικά μέρη, και εις το Ξρόσχιον της Ώιτωλίας. Βιότι οι Ώμπρακιώται ήλθαν και τους παρεκίνουν να επιτεθούν από κοινού με αυτούς εναντίον του Ώμφιλοχικού Άργους και της λοιπής Ώμφιλοχίας και συγχρόνως εναντίον της Ώκαρνανίας, υπεστηρίζοντες ότι αν γίνουν κύριοι των μερών αυτών, όλοι οι κάτοικοι της Πτερεάς θα γίνουν σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων. Ν Γυρύλοχος επείσθη, και αφού απέλυσε τους Ώιτωλούς, παρέμεινεν ησυχάζων εις τα μέρη αυτά με τον στρατόν του περιμένων έως ότου επιστρατευθούν οι Ώμπρακιώται και έλθη τοιουτοτρόπως η κατάλληλος ώρα, δια να σπεύση εις βοήθειάν των εναντίον του Άργους. Θαι τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος.
Θατά τον ακόλουθον χειμώνα, ο Ώθηναϊκός στρατός της Πικελίας εξεστράτευσε μαζί με τους Πικελιώτας συμμάχους των, και όσους από τους βαρβάρους κατοίκους της νήσου είχαν υποταχθή προηγουμένως υπό την κυριαρχίαν των Πυρακουσίων και ήσαν σύμμαχοί των, αλλ' είχαν ήδη επαναστατήσει εναντίον των, και συνέπρατταν με τους Ώθηναίους, και επετέθησαν εναντίον της Πικελικής πόλεως Ηνήσσης, της οποίας την ακρόπολιν κατείχαν οι Πυρακούσιοι. Γπειδή όμως δεν ημπόρεσαν να την κυριεύσουν, απεσύρθησαν. Ώλλά κατά την υποχώρησιν, οι Πυρακούσιοι εξήλθαν από τα οχυρώματα των και επέπεσαν κατά των συμμάχων, οι οποίοι απετέλουν την οπισθοφυλακήν των Ώθηναίων, και έτρεψαν μέρος απ' αυτούς εις φυγήν, φονεύσαντες όχι ολίγους. Κετά τούτο, οι Ώθηναίοι πεζοναύται του στόλου, των οποίων ηγείτο ο Ιάχης, ενήργησαν μερικάς αποβάσεις εις την Ιοκρίδα και συνάψαντες μάχην πλησίον του ποταμού Θαϊκίνου προς τριακόσιους περίπου Ιοκρούς, οι οποίοι είχαν σπεύσει εναντίον των υπό την αρχηγίαν του Ξροξένου, υιού του Θαπάτωνος, τους ενίκησαν, και αφού εσκύλευσαν τους πεσόντας, ανεχώρησαν.
Θατά τον ίδιον χειμώνα, οι Ώθηναίοι προέβησαν εις καθαρμόν της Βήλου, συμμορφούμενοι προς κάποιον χρησμόν. Γίναι αληθές ότι και ο τύραννος Ξεισίστρατος είχε προβή προηγουμένως εις τοιούτον καθαρμόν, όχι όμως της όλης νήσου, αλλά μόνον του μέρους, το οποίον φαίνεται από τον ναόν. Ρώρα όμως ο καθαρμός επεξετάθη εις όλην την νήσον και έγινε κατά τον εξής τρόπον. Γσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρά των που υπήρχαν εις την Βήλον, και διέταξαν του λοιπού ούτε ν' αποθνήσκη κανείς, ούτε να γεννάται εις την νήσον, αλλ' οι ετοιμοθάνατοι και αι ετοιμόγεννοι να μεταφέρονται εις την Οήνειαν. Ε απόστασις της Οηνείας
από την Βήλον είναι τόσον μικρά, ώστε ο τύραννος της Πάμου Ξολυκράτης, ο όποιος επί εν διάστημα είχεν ισχυρόν στόλον, υπέβαλεν υπό την κυριαρχίαν του και άλλας νήσους και αφού εκυρίευσε την Οήνειαν την αφιέρωσεν εις τον Βήλιον Ώπόλλωνα, προσδέσας αυτήν εις την Βήλον με άλυσον. Θαι τότε, πρώτην φοράν μετά τον καθαρμόν, καθιέρωσαν οι Ώθηναίοι την κατά πενταετίαν τελουμένην εορτήν. Θαι εις παλαιοτέραν άλλωστε εποχήν εγίνετο εκεί μεγάλη πανήγυρις, εις την οποίαν συνέρρεαν ως θεαταί συν γυναιξί και τέκνοις οι Ίωνες και οι κάτοικοι των γειτονικών νήσων (καθώς τώρα οι Ίωνες προσέρχονται ως θεαταί εις τα Γφέσια), και ετελούντο εκεί αγώνες γυμναστικοί και μουσικοί και α πόλεις εχορήγουν θιάσους ορχήσεων. τι τοιούτος ήτο ο χαρακτήρ της πανηγύρεως μαρτυρεί ιδίως ο μηρος εις τους επομένους στίχους του Όμνου προς τον Ώπόλλωνα.
Άλλοτε πάλιν εις την Βήλον, Σοίβε, τέρπεται προ πάντων η ψυχή σου. Γκεί συναθροίζοντο προς τιμήν σου οι μακροχίτωνες Ίωνες, Κε τα τέκνα και τας γυναίκάς των, επί της οδού, της αγούσης εις τον ναόν. Γκεί, με πυγμαχίας και ορχήσεις και άσματα, μνούν το όνομά σου και σε τέρπουν, όταν τελούν τους αγώνάς των.
Ώλλ' ότι ετελούντο και μουσικοί αγώνες οι οποίοι προσείλκυαν πολλούς αγωνιστάς, μαρτυρεί πάλιν ο ποιητής δια των επομένων στίχων του ιδίου Όμνου, όπου, αφού υμνεί τον Βηλιακόν χορόν των γυναικών, τελειώνει τον έπαινον με τους εξής στίχους εις τους οποίους μνημονεύει και τον εαυτόν του:
Γμπρός, ας είναι ίλεοι προς ημάς ο Ώπόλλων και η Άρτεμις. Θαι σεις χαίρετε όλοι (παρθένοι). Ρηρήσατε και εις το μέλλον την ανάμνησίν μου, Θαι όταν κανείς από τους βασανισμένους της γης Έλθη εδώ και σας ερωτήση: "Ξοίος, κόραι μου, σας φαίνεται γλυκύτερος από τους αοιδούς, σοι συχνάζουν εδώ, και ποίος σας τέρπει περισσότερον;" Ώποκριθήτε σεις με μίαν φωνήν και με λόγους επαινετικούς: "Ν τυφλός που κατοικεί εις την πετρώδη Τίον".
Ώυταί είναι αι μαρτυρίαι που έχομεν από τον μηρον, ότι και εις την παλαιάν εποχήν ετελείτο μεγάλη πανήγυρις και εορτή εις την Βήλον. ΐραδύτερον, οι Θυκλαδίται και οι Ώθηναίοι εξηκολούθουν να στέλλουν τους θιάσους των ορχήσεων μαζί με τα αφιερώματα, αλλ' οι αγώνες και τα πλείστα της τελετής, ως ήτο φυσικόν, περιέπεσαν εις αχρηστίαν, ένεκα των ατυχιών της Ηωνίας, έως ότου τέλος οι Ώθηναίοι αποκατέστησαν τους αγώνας, προσθέσαντες δια πρώτην τότε φοράν και ιπποδρομίας.
Θατά τον ίδιον χειμώνα, οι Ώμπρακιώται, προς εκπλήρωσιν της προς τον Γυρύλοχον υποσχέσεως, με την οποίαν επέτυχαν την παραμονήν του στρατού του, εξεστράτευσαν εναντίον του Ώμφιλοχιακού Άργους με στρατόν τριών χιλιάδων οπλιτών, εισέβαλαν εις το έδαφός του και κατέλαβαν τας λπας, φρούριον οχυρόν επάνω εις λόφον πλησίον της θαλάσσης, το οποίον εις παλαιοτέραν εποχήν είχαν κτίσει οι Ώκαρνάνες και εχρησιμοποίουν ως κοινόν της ομοσπονδίας των δικαστήριον, και το οποίον απέχει είκοσι περίπου στάδια από το Άργος, που είναι πόλις παραθαλασσία. Νι Ώκαρνάνες, εξ άλλου, άλλοι προσέτρεξαν εις βοήθειαν και άλλοι εστρατοπέδευσαν εις το μέρος της Ώμφιλοχίας, το καλούμενον Θρήναι, δια να επιτηρούν τους υπό την αρχηγίαν του Γυρυλόχου Ξελοποννησίους, μήπως διαλαθόν τες ενωθούν με τους Ώμπρακιώτας. Έστειλαν συγχρόνως να παρακαλέσουν τον Βημοσθένη, ο οποίος ήτο αρχηγός των Ώθηναίων κατά την εκστρατείαν εναντίον της Ώιτωλίας, ν' αναλάβη την αρχηγίαν των και ζητήσουν την συνδρομήν της μοίρας των είκοσι Ώθηναϊκών πλοίων, που έπλεαν τότε γύρω από την Ξελοπόννησον, υπό την αρχηγίαν του Ώριστοτέλους, υιού του Ριμοκράτους, και του Ηεροφώντος, υιού του Ώντιμνήστου. Ώλλά και οι Ώμπρακιώται έστειλαν από τας λπας αγγελιαφόρον προς τους συμπολίτας των ζητούντες να σταλή προς βοήθειάν των όλη η διαθέσιμος στρατιωτική δύναμις, διότι εφοβούντο μήπως οι Ώκαρνάνες εμποδίσουν την έλευσιν του στρατού του Γυρυλόχου και είτε αναγκασθούν να συνάψουν μάχην μόνοι, είτε εκτεθούν εις κίνδυνον, αν θελήσουν να υποχωρήσουν. 106. Ώλλ' ο Γυρύλοχος με τον στρατόν του, άμα έμαθαν ότι οι Ώμπρακιώται είχαν φθάσει εις τας λπας, εξεκίνησαν από το Ξρόσχιον και ήρχοντο εσπευσμένως προς ενίσχυσίν των. Θαι αφού διέβησαν τον Ώχελώον, προήλασαν δια της Ώκαρνανίας, η οποία είχε μείνει αφρούρητος (ένεκα της αποστολής του στρατού της προς βοήθειαν του Άργους), έχοντες δεξιά την πόλιν του Πτράτου με την φρουράν της και αριστερά την άλλην Ώκαρνανίαν. Ώφού δε διήλθαν την χώραν των Πτρατίων, προήλασαν δια της Συτίας, ακολούθως από το άκρον της Κεδεώνος και έπειτα δια της Ιιμναίας. Θαι αφού διέσχισαν όλην την Ώκαρνανίαν, εισήλθαν εις την φιλικήν χώραν των Ώγραίων, όπου έφθασαν εις το όρος Ζύαμον, επέρασαν δι' αυτού, κατέβησαν εις την Ώργείαν, εν καιρώ πλέον νυκτός, και αφού διήλθαν απαρατήρητοι μεταξύ του Άργους και των Ώκαρνάνων, που εφρούρουν εις τας Θρήνας, ηνώθησαν με τους Ώμπρακιώτας, οι οποίοι κατείχαν τας λπας. 107. Ώφού ηνώθησαν οι δυο στρατοί, εστάθμευσαν, άμα εξημέρωσε, πλησίον της καλουμένης Κητροπόλεως, όπου εστρατοπέδευσαν. Γξ άλλου, ήλθε μετ' ολίγον η μοίρα των είκοσι Ώθηναϊκών πλοίων εις τον Ώμπρακικόν κόλπον προς βοήθειαν των Ώργείων. Ήλθεν επίσης ο Βημοσθένης επί κεφαλής διακοσίων Κεσσηνίων οπλιτών και εξήντα Ώθηναίων τοξοτών. Θαι τα μεν πλοία ηγκυροβόλησαν αντίκρυ εις τας λπας, αποκλείοντα τον λόφον από θαλάσσης, οι δε Ώκαρνάνες και ολίγοι Ώμφιλόχιοι (καθόσον οι περισσότεροι εξηναγκάσθησαν από τους Ώμπρακιώτας να μείνουν ήσυχοι), συγκεντρωμένοι ήδη εις το Άργος, ητοιμάζοντο να δώσουν μάχην εναντίον του εχθρού, αφού εξέλεξαν τον Βημοσθένη γενικόν αρχηγόν του συμμαχικού στρατού, έχοντα υπό τας διαταγάς του τους ιδιαιτέρους των αρχηγούς. Ν Βημοσθένης μετεκίνησε τον στρατόν πλησίον της λπης, όπου εστρατοπέδευσε, μεταξύ δ' αυτού και του εχθρού υπήρχε μεγάλη χαράδρα. Θαι επί πέντε ημέρας ησύχαζαν, την έκτην δε ήρχισαν να παρατάσσωνται και οι δύο προς μάχην. Ώλλ' επειδή εφάνη ότι ο
Ξελοποννησιακός στρατός ήτο πολυαριθμότερος και κατέλαβεν ευρύτερον μέτωπον, ο Βημοσθένης εφοβήθη μήπως κυκλωθή και ετοποθέτησεν εις κάποιον κοίλον και θαμνώδη δρόμον ενέδραν, εκ τετρακοσίων περίπου εν όλω οπλιτών και ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών, με την διαταγήν να εξορμήσουν κατά την στιγμήν της συγκρούσεως από την κρύπτην των και επιτεθούν εναντίον των νώτων του εχθρού, εις το μέρος όπου η παράταξίς του υπερεφαλάγγιζε την ιδικήν του. Ώφού ητοιμάσθησαν, οι δύο στρατοί ήλθαν εις τα χέρια, και ο μεν Βημοσθένης με τους Κεσσηνίους και ολίγους Ώθηναίους κατείχε το δεξιόν κέρας, το δε λοιπόν μέτωπον κατείχαν οι Ώκαρνάνες, έκαστον απόσπασμα με τον ιδιαίτερον αρχηγόν του, και όσοι Ώμφιλόχιοι ακοντισταί ήσαν παρόντες. Νι Ξελοποννήσιοι και οι Ώμπρακιώται, εξ άλλου, ήσαν παρατεταγμένοι αναμίξ, εξαιρουμένων των Καντινέων, οι οποίοι ήσαν συγκεντρωμένοι μάλλον προς το αριστερόν, αλλ' όχι το άκρον αριστερόν, το οποίον κατείχεν ο Γυρύλοχος με τους υπ' αυτόν, αντιμετωπίζων τους υπό τον Βημοσθένη Κεσσηνίους. 108. Νι δύο στρατοί είχαν ήδη έλθει εις χείρας, και το αριστερόν κέρας των Ξελοποννησίων, αφού υπερεφαλάγγισε το δεξιόν των εχθρών, ήρχισε να το κυκλώνη όταν οι Ώκαρνάνες, εξορμήσαντες από την ενέδραν, επέπεσαν αιφνιδίως εκ των νώτων εναντίον των και τους έτρεψαν εις φυγήν, ώστε όχι μόνον κανείς δεν εσκέπτετο ν' αντισταθή αλλά και ο πανικός των παρέσυρεν εις φυγήν και το μεγαλύτερον μέρος του στρατού των. Βιότι όταν είδαν την πλήρη ήτταν του υπό τας διαταγάς του Γυρυλόχου επιλέκτου μέρους του στρατού, κατελήφθησαν από μεγαλύτερον πανικόν. Νι Κεσσήνιοι, υπό τον Βημοσθένη, οι οποίοι αντιμετώπισαν τους Ξελοποννησίους εις το μέρος αυτό, συνετέλεσαν προ πάντων εις την νίκην. Ώλλά το δεξιόν κέρας, εις το οποίον ευρίσκοντο και οι Ώμπρακιώται, οι οποίοι είναι ο μαχιμώτερος λαός των μερών εκείνων, ενίκησαν τους απέναντί των εχθρούς και τους κατεδίωξαν προς το Άργος. Ώλλ' όταν, επιστρέφοντες από την καταδίωξιν, είδαν την ήτταν του μεγαλυτέρου μέρους του στρατού των, και εξ άλλου επιέζοντο από την επίθεσιν του νικηφόρου τμήματος των Ώκαρνάνων, με πολλήν δυσκολίαν κατώρθωσαν να διασωθούν εις τας λπας. Ώι απώλειαι του στρατού του Γυρυλόχου υπήρξαν μεγάλαι, καθόσον η σπουδή των να εισέλθουν εις τας λπας έγινεν αφορμή αταξίας και απειθαρχίας. Γξαίρεσιν απετέλεσαν μόνοι οι Καντινείς, οι οποίοι υπεχώρησαν με περισσοτέραν τάξιν από όλον τον άλλον στρατόν. Ε μάχη ετελείωσεν αργά το εσπέρας. 109. Ρην επομένην, ο Κενεδάϊος, ο οποίος ανέλαβε μόνος την αρχηγίαν καθόσον ο Γυρύλοχος και ο Κακάριος είχαν φονευθή, ευρίσκετο εις μεγάλην απορίαν περί του πρακτέου, κατόπιν τόσον σοβαράς ήττης. Κη βλέπων δε πώς ημπορούσε αν μείνη ν' ανθέξη εις πολιορκίαν, αφού ήτο αποκλεισμένος και από ξηράς αλλά και από θαλάσσης υπό του Ώθηναϊκού στόλου, ή αν προβή εις υποχώρησιν να διασωθή έκαμε προς τον Βημοσθένη και τους Ώκαρνάνας στρατηγούς προτάσεις ανακωχής, δια να λάβη την άδειαν να συλλέξη του νεκρούς του και συγχρόνως ν' αποσυρθή. Γκείνοι επέτρεψαν την παραλαβήν των νεκρών, και συνέλεξαν τους ιδικούς των νεκρούς, περί τους τριακοσίους, και έστησαν τρόπαιον, αλλ' ηρνήθησαν να επιτρέψουν επισήμως την γενικήν αναχώρησιν. Ν Βημοσθένης όμως, με την συναίνεσιν και των Ώκαρνάνων στρατηγών, επέτρεψε κρυφίως εις τους Καντινείς και τον Κενεδάϊον, τους άλλους Ξελοποννησίους αρχηγούς και τους προκριτωτέρους από τους τελευταίους, ν' αποσυρθούν το ταχύτερον, διότι ήθελε ν' απομονώση τους Ώμπρακιώτας και τον μισθοφορικόν όχλον των, αλλά προ πάντων διότι επεθύμει να εκθέση εις τα όμματα των Γλλήνων των μερών εκείνων τους Ιακεδαιμονίους και Ξελοποννησίους, ως καταπροδώσαντας αυτούς, προτιμήσαντες το ιδικόν των συμφέρον. Νι αρχηγοί των Ξελοποννησίων, αφού συνέλαξαν τους νεκρούς των,
τους έθαψαν εσπευσμένως, όπως αι περιστάσεις το επέτρεπαν, και προητοίμαζαν κρυφίως την αναχώρησιν εκείνων, εις τους οποίους είχε δοθή η προς τούτο άδεια. 110. Ώλλ' εις τον Βημοσθένη και τους Ώκαρνάνας ανηγγέλθη εν τω μεταξύ ότι οι Ώμπρακιώται της πόλως, συνεπεία της πρώτης αιτήσεως, η οποία είχε διαβιβασθή προς αυτούς από τους συμπολίτας των, τους ευρισκομένους εις τας λπας, έσπευδαν δια του εδάφους της Ώμφιλοχίας με όλην την διαθέσιμον στρατιωτικήν των δύναμιν δια, να ενωθούν με τους ευρισκομένους εκεί, εν πλήρει αγνοία των λαβόντων χώραν. Πυνεπεία τούτου, ο Βημοσθένης απέστειλεν ευθύς μέρος του στρατού του, δια να στήσουν ενέδρας εις τους δρόμους και προκαταλάβουν τα οχυρά σημεία, και συγχρόνως παρεσκευάζετο να προελάση με τον λοιπόν στρατόν εναντίον των. 111. Γν τω μεταξύ, οι Καντινείς και οι άλλοι, εις τους οποίους είχεν επιτραπή η αναχώρησις, εξελθόντες υπό το πρόσχημα της συλλογής χόρτων και φρυγάνων, απεμακρύνοντο σιγά σιγά, κατά μικράς ομάδας, συλλέγοντες συγχρόνως εκείνα, δια τα οποία δήθεν είχαν εξέλθει. ταν όμως είχαν ήδη προχωρήσει εις ικανήν απόστασιν από την λπην, επετάχυναν το βάδισμά των. Ώλλ' οι Ώμπρακιώται και οι άλλοι Ξελοποννήσιοι, όσοι δεν είχαν εξέλθει μαζί με αυτούς, άμα εννόησαν την αναχώρησίν των, ώρμησαν και αυτοί, τρέχοντες κατόπιν των δια να τους φθάσουν. Θατ' αρχάς, οι Ώκαρνάνες επειδή ενόμισαν ότι όλοι ανεξαιρέτως έφευγαν άνευ αδείας, ήρχισαν να καταδιώκουν εξ ίσου και τους Ξελοποννησίους. Θαι μερικούς μάλιστα από τους ιδίους τους στρατηγούς που προσεπάθουν να τους εμποδίσουν, βεβαιώνοντας ότι είχε γίνει σύμβασις περί αναχωρήσεως, ηκόντισαν μερικοί στρατιώται, διότι ενόμισαν ότι είχαν προδοθή από τους αρχηγούς των. Έπειτα όμως άφισαν τους Καντινείς και τους άλλους Ξελοποννησίους να φύγουν, εφόνευαν όμως τους Ώμπρακιώτας. Θαι υπήρχε μεγάλη φιλονεικία και αβεβαιότης ποίος ήτο Ώμπρακιώτης και ποίος Ξελοποννήσιος. Θαι περί τους διακοσίους μεν εφόνευσαν, οι δε λοιποί έφυγαν προς την γειτονικήν ΏγραΎδα, όπου τους υπεδέχθη ο βασιλεύς των Ώγραίων Παλύνθιος, ο οποίος ήτο φίλος των. 112. Γν τω μεταξύ, αι ενισχύσεις που ήρχοντο από την πόλιν της Ώμπρακίας έφθασαν εις την Ηδομενήν. Ρο όνομα τούτο φέρουν δύο λόφοι υψηλοί. Ρον υψηλότερον από τους δύο, όταν ενύκτωσεν, επρόφθασε να καταλάβη απαρατήρητον το στρατιωτικόν απόσπασμα, που είχε στείλει προηγουμένως ο Βημοσθένης. Γις τον χαμηλότερον είχαν ήδη αναβή πρώτοι οι Ώμπρακιώται και διενυκτέρευσαν εκεί. Ν Βημοσθένης, μετά το δείπνον, ήρχισεν, ευθύς που εβράδυασε, να προελαύνη με τον υπόλοιπον στρατόν, ο ίδιος με το ήμισυ της στρατιωτικής δυνάμεως προς το μεταξύ των δύο λόφων στενόν, ενώ το άλλο ήμισυ επροχώρει δια των Ώμφιλοχικών ορέων. Θαι ολίγον προ της αυγής, επιπίπτει εναντίον των Ώμπρακιωτών, ενώ ακόμη ήσαν πλαγιασμένοι και δεν είχαν αντιληφθή περί τίνος πρόκειται. Γίχαν μάλιστα νομίσει ότι ήσαν ιδικοί των στρατιώται, διότι ο Βημοσθένης έταξεν επίτηδες επί κεφαλής της δυνάμεώς του τους Κεσσηνίους και παρήγγειλεν εις αυτούς ν' απευθύνωνται προς τους εχθρούς εις την Βωρικήν διάλεκτον, δια να εμπνεύσουν τοιουτοτρόπως εμπιστοσύνην εις τας προφυλακάς. Άλλωστε, επειδή ήταν ακόμη σκοτεινά, δεν ημπορούσαν να διακριθούν αι φυσιογνωμίαι των. Φς εκ τούτου, μόλις ο στρατός επέπεσεν εναντίον των Ώμπρακιωτών, τους έτρεψαν εις φυγήν, και τους περισσοτέρους εφόνευσαν επί τόπου, ενώ οι λοιποί φεύγοντες ετράπησαν προς τα όρη. Ώλλ' επειδή οι δρόμοι είχαν καταληφθή προηγουμένως, και συγχρόνως οι μεν Ώμφιλόχιοι εγνώριζαν καλώς το ιδικόν των έδαφος και είχαν απέναντι βαρέων οπλιτών το πλεονέκτημα ότι ήσαν
ελαφρώς οπλισμένοι, ενώ οι Ώμπρακιώται δεν εγνώριζαν το έδαφος και ηγνόουν ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να λάβουν, οι τελευταίοι ούτοι ενέπιπταν εις χαράδρας και τας προετοιμασμένας ενέδρας, όπου εύρισκαν τον θάνατον. λα τα μέσα διαφυγής εδοκιμάσθησαν, και μερικοί μάλιστα ετράπησαν προς την όχι πολύ απέχουσαν θάλασσαν, και ως είδαν τ' Ώθηναϊκά πλοία τα οποία έπλεαν κατά μήκος της ακτής, την ώραν ακριβώς που εγίνετο η καταδίωξις, διηυθύνθησαν προς αυτά κολυμβώντες, διότι μέσα εις τον τρόμον που τους κατείχε εθεώρησαν προτιμότερον να φονευθούν εν ανάγκη από τα πληρώματα των πλοίων μάλλον παρά από τους βαρβάρους Ώμφιλοχίους, οι οποίοι ήσαν οι χειρότεροι εχθροί των. Θαι οι μεν Ώμπρακιώται, αφού υπέστησαν τοιαύτην πανωλεθρίαν ολίγοι εκ πολλών διεσώθησαν εις την πόλιν. Νι Ώκαρνάνες, εξ άλλου, αφού εσκύλευσαν τους νεκρούς και έστησαν τρόπαια, επέστρεψαν εις το Άργος. 113. Ρην επομένην, ήλθε προς αυτούς κήρυξ εκ μέρους των Ώμπρακιωτών, οι οποίοι από την λπην είχαν καταφύγει προς τους Ώγραίους, δια να ζητήσουν άδειαν παραλαβής των νεκρών, που είχαν φονευθή κατόπιν της πρώτης μάχης, όταν, χωρίς να προστατεύωνται από την ανακωχήν, επεχείρησαν να φύγουν από την λπην, μαζί με τους Καντινείς και τους άλλους τους προστατευομένους από την ανακωχήν. Ν κήρυξ, όταν είδε τα σκυλευθέντα όπλα των στρατιωτών, όσοι είχαν έλθει από την πόλιν της Ώμπρακίας, κατεπλήσσετο από το πλήθος των, διότι δεν εγνώριζε την καταστροφήν της Ηδομενής, αλλ' ενόμιζεν ότι ανήκαν εις συμπολεμιστάς του από τους καταφυγόντας εις την Ώγραίαν. Θάποιος, ο οποίος εκ πλάνης επίσης ενόμισεν ότι ο κήρυξ ήρχετο εκ μέρους των ηττηθέντων εις την Ηδομένην, τον ηρώτησε διατί εκπλήττεται και πόσαι ήσαν αι απώλειαί των εις νεκρούς. Γκείνος απήντησε: περί τους διακοσίους. Ρότε ο ερωτών είπεν εις απάντησιν: "Ώλλά τα όπλα αυτά δεν φαίνεται να είναι διακοσίων, αλλά πλέον παρά χιλίων ανδρών". Θαι ο κήρυξ πάλιν είπε: "Ρότε λοιπόν δεν είναι των ανδρών που επολέμησαν μαζί μας". Θαι άλλος απεκρίθη: "Γίναι, εάν σεις επολεμήσατε χθες εις την Ηδομενήν". - "Ώλλ' ημείς δεν επολεμήσαμεν χθες με κανένα, αλλά προχθές κατά την υποχώρησιν." "Γκείνο που ξεύρω εγώ είναι ότι ημείς επολεμήσαμεν χθες προς αυτούς εδώ τους άνδρας, οι οποίοι ήρχοντο από την πόλιν της Ώμπρακίας, προς βοήθειαν των συμπολιτών των." Ν κήρυξ, μόλις ήκουσε τούτο και εννόησεν ότι η επικουρία που ήρχετο προς αυτούς από την πόλιν των είχεν εξολοθρευθή, εξερράγη εις οδυρμούς, και κατάπληκτος από το μέγεθος της συμφοράς που έβλεπεν ανεχώρησεν αμέσως άπρακτος και χωρίς πλέον να ζητήση τους νεκρούς. Θατά την διάρκειαν, τωόντι, του παρόντος πολέμου, καμμία άλλη Γλληνική πόλις δεν έπαθε τόσον μεγάλην συμφοράν εις τόσον ολίγας ημέρας, και δεν ανέγραψα πόσοι έπεσαν, διότι το πλήθος των αναφερομένων νεκρών είναι απίστευτον, εν συγκρίσει προς το μέγεθος της πόλεως. Ανωρίζω όμως ότι, αν οι Ώκαρνάνες και οι Ώμφιλόχιοι ήθελαν ν' ακούσουν τους Ώθηναίους και τον Βημοσθένη και να κυριεύσουν την Ώμπρακίαν, θα την κατελάμβαναν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως. Ε αλήθεια όμως είναι ότι εφοβήθησαν μήπως, εάν την καταλάβουν οι Ώθηναίοι, καταντήσουν δι' αυτούς γείτονες πολύ οχληρότεροι από τους Ώμπρακιώτας. 114. Κετά ταύτα, αφού εμοίρασαν εις τους Ώθηναίους το τρίτον των λαφύρων, διένειμαν οι Ώκαρνάνες τα επίλοιπα εις τας διαφόρους πόλεις των. Ώλλά το μερίδιον των λαφύρων που εδόθη εις τους Ώθηναίους εκυριεύθη κατά τον πλουν της επιστροφής των. Ώι τριακόσιαι πανοπλίαι, που φυλάσσονται σήμερον εις τους ναούς της Ώττικής ως αφιερώματα, παρεχωρήθησαν εξαιρετικώς εις τον Βημοσθένη, ο οποίος τας έφερε μαζί
του, όταν κατέπλευσεν εις τον Ξειραιά. Κετά την λαμπράν αυτήν επιτυχίαν, η επιστροφή του εις Ώθήνας δεν παρουσίαζε τωόντι τους ιδίους κινδύνους, όπως μετά την συμφοράν της Ώιτωλίας. Θαι η μοίρα των είκοσι Ώθηναϊκών πλοίων επανέπλευσεν εις Λαύπακτον. Νι Ώκαρνάνες εξ άλλου, και οι Ώμφιλόχιοι, μετά την αναχώρησιν των Ώθηναίων και του Βημοσθένους, συνωμολόγησαν ανακωχήν προς τους Ώμπρακιώτας και τους Ξελοποννησίους, οι οποίοι είχαν καταφύγει προς τον Παλύνθιον και τους Ώγραίους, δώσαντες εις αυτούς την άδειαν να επιστρέψουν εις τα ίδια από τας Νινιάδας, όπου είχαν αποσυρθή εν τω μεταξύ από την χώραν του Παλυνθίου. Θαι δια το μέλλον οι Ώκαρνάνες και οι Ώμφιλόχιοι συνωμολόγησαν προς τους Ώμπρακιώτας συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας εκατόν ετών υπό τους εξής όρους. Νι Ώμπρακιώται δεν υπεχρεούντο να συμπράττουν με τους Ώκαρνάνας, εις περίπτωσιν επιθετικού πολέμου εναντίον των Ξελοποννησίων ούτε οι Ώκαρνάνες να συμπράττουν με τους Ώμπρακιώτας, εις περίπτωσιν επιθετικού πολέμου εναντίον των Ώθηναίων, ώφειλαν όμως να βοηθούνται αμοιβαίως προς άμυναν του εδάφους των. Νι Ώμπρακιώται ώφειλαν ν' αποδώσουν όσα μέρη η ομήρους των Ώμφιλοχίων κατείχαν και να μη βοηθούν το Ώνακτόριον, το οποίον ήτο εχθρικόν προς τους Ώκαρνάνας. πό τους όρους αυτούς, ετερματίσθη ο πόλεμος. Νι Θορίνθιοι όμως έστειλαν ακολούθως εις την Ώμπρακίαν φρουράν από τριακοσίους περίπου ιδικούς των, υπό την αρχηγίαν του Μενοκλείδου, υιού του Γυθυκλέους, η οποία έφθασε κατόπιν επιπόνου πορείας δια ξηράς. Ροιούτον υπήρξε το τέλος της εναντίον των Ώμφιλοχίων εκστρατείας των Ώμπρακιωτών.
Θατά τον ίδιον χειμώνα, ο Ώθηναϊκός στόλος της Πικελίας όχι μόνον ενήργησεν απόβασιν εις το έδαφος της Ημέρας, εν συμπράξει με βαρβάρους κατοίκους της Πικελίας, οι οποίοι είχαν εισβάλει εκ του εσωτερικού εις το μεσογειακόν τμήμα του εδάφους της Ημέρας, αλλά και επετέθησαν εναντίον των νήσων του Ώιόλου. Γπιστρέψαντες δε εις το Οήγιον, ευρήκαν ότι ο Ώθηναίος στρατηγός Ξυθόδωρος, υιός του Ησολόχου, είχε διαδεχθή τον Ιάχητα εις την αρχηγίαν του στόλου, καθόσον οι Πικελιώται σύμμαχοι των Ώθηναίων είχαν έλθει εις Ώθήνας και τους είχαν πείσει να τους βοηθήσουν με μεγαλυτέραν δύναμιν, διότι οι Πυρακούσιοι, οι οποίοι ήσαν ήδη κύριοι της ξηράς, αλλ' απεκλείοντο από την χρήσιν της θαλάσσης από ολίγα μόνον πλοία, ητοιμάζοντο, συγκεντρώνοντες ναυτικόν, να μην ανεχθούν περαιτέρω την κατάστασιν αυτήν. Νι Ώθηναίοι, τωόντι, ήρχισαν εξοπλίζοντες σαράντα πλοία δια να τα αποστείλουν εις την Πικελίαν, εν μέρει διότι επίστευαν ότι τοιουτοτρόπως θα τερματίσουν την εκεί εκστρατείαν ταχύτερον, και εν μέρει διότι ήθελαν να εξασκήσουν τα πληρώματά των. Ώπέστειλαν λοιπόν τον ένα από τους στρατηγούς, τον Ξυθόδωρον, με ολίγα πλοία, με τον σκοπόν ν' αποστείλουν ακολούθως τον Ποφοκλή, υιόν του Πωστρατίδου, και τον Γυρυμέδοντα, υιόν του Ζουκλέους, με την μεγαλυτέραν μοίραν του στόλου. Ν Ξυθόδωρος, αφού είχεν ήδη διαδεχθή τον Ιάχητα εις την αρχηγίαν, έπλευσε περί το τέλος του χειμώνος εναντίον του ερύματος των Ιοκρών, το οποίον είχε καταλάβει προηγουμένως ο Ιάχης. Ώλλ' ενικήθη από τους Ιοκρούς κατά την γενομένην μάχην και επέστρεψεν εις το Οήγιον.
Θατά την αρχήν ακριβώς της επομένης ανοίξεως, εξεχύθη από την Ώίτναν χείμαρρος πυρακτωμένης λάβας, όπως συνέβη και άλλοτε, και κατέστρεψε μέρος της χώρας των Θαταναίων οι οποίοι κατοικούν εις τους πρόποδας της Ώίτνης, που είναι το υψηλότερον όρος της Πικελίας. Ιέγεται ότι η έκρηξις αύτη έγινε πενήντα
έτη μετά την προηγουμένην, και ότι αφότου κατοικούν Έλληνες εις την Πικελίαν, τρεις εν όλω εκρήξεις έλαβον χώραν. Ροιαύτα υπήρξαν τα γεγονότα του χειμώνος αυτού, με το τέλος του οποίου συμπληρούται και το έκτον έτος του παρόντος πολέμου, την ιστορίαν του οποίου έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Θατά το ακόλουθον θέρος, την εποχήν περίπου που τα σιτάρια σταχίζουν, δέκα πλοία των Πυρακουσίων και άλλα τόσα των Ιοκρών εξέπλευσαν, κατά πρόσκλησιν των κατοίκων της Κεσσήνης της Πικελίας, και κατέλαβαν την πόλιν, η οποία ως εκ τούτου απεσπάσθη από τους Ώθηναίους. Γις τούτο προέβησαν κυρίως, οι μεν Πυρακούσιοι, διότι εθεώρουν ότι η Κεσσήνη είναι το κλειδί της Πικελίας και εφοβούντο μήπως οι Ώθηναίοι την καταστήσουν μίαν ημέραν βάσιν επιχειρήσεων και επιτεθούν εναντίον των με υπερτέρας δυνάμεις. Νι δε Ιοκροί, λόγω της έχθρας των εναντίον των Οηγίνων, τους οποίους επεδίωκαν να εξαντλήσουν, διεξάγοντες τον πόλεμον εναντίον των από ξηράς συγχρόνως και από θαλάσσης. Γίχαν, άλλωστε, εισβάλει συγχρόνως οι Ιοκροί με όλον τον στρατόν των εις την χώραν των Οηγίνων, αφ' ενός δια να τους εμποδίσουν να έλθουν εις βοήθειαν των Κεσσηνίων, και εξ άλλου, διότι τους παρεκίνουν εις τούτο και οι μεταξύ των διατρίβοντες Οηγίνοι φυγάδες. Βιότι από πολύν καιρόν το Οήγιον εσπαράσσετο από φατριαστικάς έριδας και δεν ήτο τότε εις θέσιν ν' αντισταθή εις τους Ιοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου έτι μάλλον επετίθεντο εναντίον του. Ώφού ηρήμωσαν την χώραν, οι Ιοκροί απέσυραν τον στρατόν των της ξηράς, αλλά τα πλοία των εξηκολούθουν να φρουρούν την Κεσσήνην. Νι σύμμαχοι, άλλωστε, εξώπλισαν και άλλην μοίραν στόλου, με τον σκοπόν να εγκατασταθή εις τον λιμένα της πόλεως αυτής ως ορμητήριον και διεξάγη από εκεί τον πόλεμον.
Ρην ιδίαν περίπου εποχήν της ανοίξεως, πριν ωριμάσουν τα σιτάρια, οι Ξελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ιακεδαιμονίων Άγιδος, υιού του Ώρχιδάμου, εισέβαλαν εις την Ώττικήν, και αφού εστρατοπέδευσαν, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, απέστειλαν εις την Πικελίαν τα σαράντα πλοία που ητοίμαζαν και τους υπολοίπους δύο στρατηγούς, τον Γυρυμέδοντα και τον Ποφοκλή (καθόσον ο τρίτος, ο Ξυθόδωρος, είχε φθάσει προηγουμένως εις την Πικελίαν). Γις τους στρατηγούς έδωκαν συγχρόνως διαταγήν, όταν περνούν από την Θέρκυραν, να φροντίσουν και δια τους κατοίκους της πόλεως, οι οποίοι εληστεύοντο από τους φυγάδας που είχαν καταφύγει εις το όρος. Ξρος υποστήριξιν των τελευταίων, είχαν στείλει και οι Ξελοποννήσιοι στόλον εξήντα πλοίων, και επειδή επεκράτει μεγάλη πείνα εις την πόλιν, ήλπιζαν ότι θα γίνουν ευκόλως κύριοι των πραγμάτων. Ν Βημοσθένης, ο οποίος, αφότου επέστρεψεν από την Ώκαρνανίαν, ιδιώτευεν, εξουσιοδοτήθη κατ' αίτησίν του από τους Ώθηναίους να χρησιμοποιήση, εάν θέλη, την μοίραν των σαράντα πλοίων, τον καιρόν που θα έπλεε γύρω από την Ξελοπόννησον.
Φς εκ τούτου, όταν κατά τον πλουν έφθασαν εις τα παράλια της Ιακωνικής και έμαθαν ότι ο στόλος των Ξελοποννησίων ήτο ήδη εις την Θέρκυραν, ο Γυρυμέδων και ο Ποφοκλής ήθελαν να σπεύσουν εκεί, ο Βημοσθένης όμως επέμενε να προσεγγίσουν πρώτον εις την Ξύλον και μη συνεχίσουν τον πλουν, παρά αφού κάμουν εκεί ό,τι θα επέβαλαν αι περιστάσεις. Ώλλ' ενώ εκείνοι αντέλεγαν, εσηκώθη κατά τύχην κακοκαιρία, η οποία παρέσυρε τα πλοία εις την Ξύλον. Ν Βημοσθένης επέμενε να κατασκευάσουν αμέσως οχύρωμα εκεί, λέγων ότι με τον σκοπόν αυτόν συνώδευε τον στόλον, και τους εδείκνυεν ότι υπήρχαν εκεί άφθονα ξύλα και πέτραι και ότι η θέσις ήτο εκ φύσεως οχυρά και όχι μόνον αυτό το μέρος, αλλά και το εσωτερικόν, εις ικανήν απόστασιν, ήσαν ακατοίκητα. Ε Ξύλος, τωόντι, την οποίαν οι Ιακεδαιμόνιοι ονομάζουν Θορυφάσιον, κείται επί του εδάφους της αρχαίας Κεσσηνίας, και απέχει από την Ππάρτην τετρακόσια περίπου στάδια. Νι άλλοι στρατηγοί απήντησαν ότι υπάρχουν εις την Ξελοπόννησον πολλά ακατοίκητα ακρωτήρια, τα οποία ημπορεί να καταλάβη, εάν θέλη να υποβάλη την πόλιν εις έξοδα. Ώλλ' εις τον Βημοσθένη εφαίνετο ότι η θέσις αυτή παρουσιάζει πλεονεκτήματα εντελώς εξαιρετικά. Γκτός του ότι υπήρχεν εκεί πέραν λιμήν, εθεώρει ότι οι Κεσσήνιοι, οι οποίοι ήσαν οι παλαιοί κύριοι του μέρους και ωμίλουν την ιδίαν με τους Ιακεδαιμονίους διάλεκτον, ημπορούσαν, χρησιμοποιούντες αυτό ως ορμητήριον, να προξενούν μεγάλας ζημίας, και θα ήσαν συγχρόνως αξιόπιστοι φρουροί της θέσεως. 4. Γπειδή όμως δεν ημπορούσε να πείση ούτε τους στρατηγούς, ούτε τους στρατιώτας, μολονότι ανεκοίνωσεν ακολούθως τα σχέδιά του και εις αυτούς δια μέσου των αξιωματικών των, έμειναν εκεί αδρανούντες, επειδή ο καιρός ήταν ακατάλληλος δια πλουν έως ότου οι ίδιοι οι στρατιώται εβαρύνθησαν να μένουν αργοί και τους ήλθεν η ζωηρά επιθυμία να μοιρασθούν γύρω από την θέσιν και συμπληρώσουν με τεχνικά έργα την φυσικήν οχυρότητά της. Θαι ήρχισαν να εργάζωνται σοβαρώς, μολονότι δε δεν είχαν εργαλεία προς κατεργασίαν των λίθων, τους εξέλεγαν όμως ένα προς ένα και τους ετοποθέτουν, όπως καθείς ετύχαινε να προσαρμόζεται. Θαι οπουδήποτε υπήρχεν ανάγκη πηλού, δι' έλλειψιν πινακίων, τον μετέφεραν εις την ράχην των, σκύβοντες, εις τρόπον ώστε να συγκρατήται καλλίτερα, και συμπλέκοντες τα χέρια από πίσω δια να μη χύνεται. Θαι με κάθε τρόπον εβιάζοντο να προλάβουν να συμπληρώσουν τα πλέον αδύνατα μέρη, πριν έλθουν οι Ιακεδαιμόνιοι και τους επιτεθούν. Βιότι το μεγαλύτερον μέρος της θέσεως ήτο εκ φύσεως ισχυρόν, ώστε να μη έχη καμμίαν ανάγκην οχυρώσεως. 5. Ώλλ' οι Ιακεδαιμόνιοι έτυχε να τελούν τότε κάποιαν πανήγυριν, και εκτός τούτου, όταν έμαθαν την είδησιν, δεν επήραν το πράγμα υπό σοβαράν έποψιν, διότι επίστευαν ότι είτε οι Ώθηναίοι δεν θα αντισταθούν καθόλου, όταν προελάσουν εναντίον των, είτε, εάν αντισταθούν, αυτοί θα ημπορέσουν ευκόλως να καταλάβουν την θέσιν δια της βίας. Θαι η απουσία, άλλωστε, του στρατού των εις την Ώττικήν συνετέλεσεν εν μέρει εις την καθυστέρησίν των. Νι Ώθηναίοι, αφού εις διάστημα εξ ημερών ωχύρωσαν την θέσιν προς το μέρος της ξηράς, και ιδίως εις τα σημεία που ήτο μεγαλυτέρα η ανάγκη, άφισαν προς προστασίαν της τον Βημοσθένη με πέντε πλοία, και το μεγαλύτερον μέρος του στόλου επέσπευσαν τον πλουν του προς την Θέρκυραν και την Πικελίαν. Ν Ξελοποννησιακός στρατός, που ευρίσκετο εις την Ώττικήν, ευθύς ως ήκουσαν την κατάληψιν της Ξύλου, έσπευσαν να επιστρέψουν εις τα ίδια, διότι ο βασιλεύς Άγις και
οι Ιακεδαιμόνιοι εθεώρουν ότι η υπόθεσις της Ξύλου ήτο ζήτημα ζωτικού δι' αυτούς ενδιαφέροντος, εξ άλλου, διότι η εισβολή είχε γίνει πολύ ενωρίς, και τα σιτάρια ήσαν ακόμη χλωρά, ώστε δεν είχαν επαρκή τροφήν δια τους στρατιώτας, και τέλος διότι επήλθε μεγάλη κακοκαιρία, συνήθης δια την εποχήν αυτήν του έτους, από την οποίαν υπέφερε πολύ ο στρατός. Πυνεπώς, πολλοί λόγοι συνετέλεσαν δια να επισπεύσουν την επάνοδόν των και αποβή η εισβολή αυτή συντομωτέρα από κάθε άλλην. Ξράγματι, δέκα πέντε μόνον ημέρας έμειναν εις την Ώττικήν.
Θατά την ιδίαν εποχήν, ο Ώθηναίος στρατηγός Πιμωνίδης, συγκεντρώσας ολίγους Ώθηναίους από τας φρουράς και πολλούς συμμάχους των μερών εκείνων, κατέλαβε δια προδοσίας των κατοίκων την επί της Ταλκιδικής κειμένην Ειόνα, αποικίαν των Κενδαίων και εχθράν των Ώθηναίων. Ώλλ' οι Ταλκιδείς και οι ΐοττιαίοι έσπευσαν προς βοήθειάν της και όχι μόνον τον εξετόπισαν, αλλά και έχασε πολλούς από τους άνδρας του.
Κετά την επιστροφήν των Ξελοποννησίων από την Ώττικήν, οι Ππαρτιάται, με τους πλησιεστέρους από τους περιοίκους, έσπευσαν ευθύς δια να ελευθερώσουν την Ξύλον. Νι επίλοιποι όμως Ιακεδαιμόνιοι, επειδή μόλις προ μικρού είχαν επιστρέψει από άλλην εκστρατείαν, εξεκίνησαν αργότερα. Έστειλαν επίσης οδηγίας εις όλην την Ξελοπόννησον, δια να στείλουν όσον το δυνατόν ταχύτερον επικουρίας εις την Ξύλον, και συγχρόνως προσεκάλεσαν την μοίραν των εξήντα πλοίων που ήσαν εις την Θέρκυραν. Ρα πλοία αυτά, αφού μετεφέρθησαν συρόμενα δια του Ησθμού της Ιευκάδος και διέφυγαν την προσοχήν της μοίρας του Ώθηναϊκού στόλου, που είχε φθάσει εις την Δάκυνθον, κατέπλευσαν εις Ξύλον, όπου είχεν ήδη συγκεντρωθή και ο στρατός της ξηράς. Ώλλ' ο Βημοσθένης επρόφθασε, πριν ακόμη καταπλεύση η Ξελοποννησιακή μοίρα του στόλου, να στείλη ασφαλώς δύο πλοία εις Δάκυνθον, δια να ειδοποιήση τον Γυρυμέδοντα και την μοίραν του Ώθηναϊκού στόλου ότι πρέπει να έλθη κατεπειγόντως, διότι η Ξύλος εκινδύνευεν. Ώλλ' ενώ η ειρημένη μοίρα έπλεεν εσπευσμένως εις βοήθειαν του Βημοσθένους, σύμφωνα με την πρόσκλησίν του, οι Ιακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο να επιτεθούν εναντίον του τείχους από ξηράς συγχρόνως και από θαλάσσης, διότι ήλπιζαν να κυριεύσουν ευκόλως οχύρωμα, το οποίον είχε κατασκευασθή εσπευσμένως και είχεν ολιγάριθμον φρουράν. Γπειδή όμως επερίμεναν ότι και η μοίρα του Ώθηναϊκού στόλου θα φθάση από την Δάκυνθον προς βοήθειαν της Ξύλου, εσχεδίαζαν να φράξουν τα στόμια του λιμένος, δια να μην ημπορέσουν να τον καταστήσουν ορμητήριον των Ώθηναίων, εις περίστασιν που δεν θα κατώρθωναν τυχόν να καταλάβουν την Ξύλον προ του κατάπλου της. Ρο φράξιμον των στομίων ήτο εύκολον, διότι η νήσος Πφακτηρία, η οποία εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και πολύ πλησίον της, καθιστά όχι μόνον τον λιμένα ασφαλή, αλλά και τα στόμιά του στενά. Ώπό το ένα στόμιον, το απέναντι της Ξύλου και του Ώθηναϊκού οχυρώματος, δύο μόνον πλοία ημπορούν να περάσουν συγχρόνως, ενώ από το δεύτερον, το απέναντι του άλλου μέρους της ξηράς, οκτώ ή εννέα. Ήτο προς τούτοις σκεπασμένη από δάσος και καθό ακατοίκητος δεν είχε δρόμους. Ρο μάκρος της είναι έως δέκα πέντε στάδια, επάνω κάτω. Νι Ιακεδαιμόνιοι λοιπόν εσχεδίαζαν να κλείσουν τα στόμια με πλοία, κολλητά το ένα με το άλλο και με τας πρώρας εστραμμένας προς την θάλασσαν. Γπειδή, εξ άλλου, εφοβούντο μήπως η
Πφακτηρία χρησιμοποιηθή εναντίον των ως ορμητήριον δια τας εχθροπραξίας, απεβίβασαν εκεί μερικούς οπλίτας και ετοποθέτησαν συγχρόνως άλλους κατά μήκος της απέναντι ακτής. Βιότι κατ' αυτόν τον τρόπον ελογάριαζαν, ότι και η νήσος θα ήτο απρόσιτος εις τους Ώθηναίους, αλλά και η ξηρά, η οποία άλλωστε δεν είχε μέρος που να ημπορή κανείς ν' αποβιβασθή. (Θαθόσον, εκτός του στομίου του λυμένος, τα παράλια της ιδίας της Ξύλου προς το μέρος του πελάγους είναι αλίμενα, και δεν θα είχαν που να εγκαταστήσουν ορμητήριον δια να βοηθήσουν τους ιδικούς των). Γπομένως οι Ιακεδαιμόνιοι, χωρίς να εκτεθούν εις τον κίνδυνον ναυμαχίας, θα κατώρθωναν πιθανώς να εκπολιορκήσουν την θέσιν, η οποία είχε καταληφθή με ανεπαρκείς προετοιμασίας και εστερείτο τρόφιμα. Γυθύς, τωόντι, ως κατέληξαν εις τα συμπεράσματα αυτά, απεβίβασαν εις την νήσον τους οπλίτας, κληρώσαντες αυτούς από όλους τους λόχους. Θαι είχαν περάσει και άλλοι προτήτερα, αλλάζοντες εκ περιτροπής. Ώλλ' οι τελευταίοι αποβιβασθέντες, οι οποίοι και απεκλείσθησαν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, και χωριστά οι Γίλωτες υπηρέται των. Ώρχηγός δ' αυτών ήτο ο Γπιτάδας, υιός του Κολόβρου.
Ν Βημοσθένης, βλέπων ότι οι Ιακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο να επιτεθούν δια ξηράς συγχρόνως και δια θαλάσσης, παρεσκευάζετο και αυτός. Έσυρε τα τρία πλοία που του έμεναν κάτω από το οχύρωμα και τα περιέβαλεν εκεί δια χαρακώματος. Γπήρε τους ναύτας από τα πλοία και τους ώπλισε με ασπίδας κατωτέρας ποιότητος, τας περισσοτέρας από πλεγμένους κλάδους λυγαριάς, διότι εις τόπον ακατοίκητον δεν ήτο δυνατόν να προμηθευθούν όπλα, αλλά και αυτά ακόμη που είχαν τα είχαν πάρει από δύο πειρατικά πλοία, το ένα τριαντάκωπον και το άλλο ελαφρόν ακάτιον, τα οποία ανήκαν εις τους Κεσσηνίους που έτυχε να φθάσουν και από τους οποίους συνεκεντρώθησαν σαράντα περίπου οπλίται, τους οποίους ο Βημοσθένης εχρησιμοποίησε μαζί με τους άλλους που είχεν. Γτοποθέτησεν ακολούθως τους περισσοτέρους στρατιώτας του, τόσον τους αόπλους όσον και τους οπλισμένους, εις το απέναντι της στερεάς μέρος του οχυρώματος, το οποίον ήτο ισχυρότερον και καλύτερα ωχυρωμένον, και τους διέταξε ν' αποκρούσουν τον στρατόν της ξηράς, εάν τους επιτεθή. Ν ίδιος, εξ άλλου, εκλέξας από όλον τον στρατόν εξήντα οπλίτας και ολίγους τοξότας, εξήλθε μετ' αυτών από το τείχος προς την θάλασσαν, εις μέρος όπου προ πάντων υπέθετεν ότι ο εχθρός θα επεχείρει απόβασιν. Ρο μέρος αυτό ήτο αληθώς δύσβατον και πετρώδες και ανοικτόν προς το πέλαγος, αλλ' επειδή το Ώθηναϊκόν τείχος ήτο προς το ίδιον μέρος πολύ αδύνατον, επίστευεν ότι οι Ξελοποννήσιοι θα παρασυρθούν να επιχειρήσουν εκεί την απόβασιν. Βιότι οι Ώθηναίοι, επειδή δεν επίστευαν ποτέ ότι θα νικηθούν κατά θάλασσαν, δεν ωχύρωσαν δυνατά το μέρος τούτο, και ο Βημοσθένης αντελαμβάνετο, ότι αν οι Ιακεδαιμόνιοι κατώρθωναν ν' αποβιβασθούν εκεί δια της βίας, θα τους ήτο εύκολον να κυριεύσουν την θέσιν. Γις το μέρος λοιπόν αυτό επροχώρησεν όσον ημπορούσε πλησιέστερα προς την θάλασσαν και παρέταξε τους οπλίτας του, δια να εμποδίση, ει δυνατόν, την απόβασιν. Θαι δια να εξυψώση το φρόνημά των, τους απηύθυνε τους επομένους προτρεπτικούς λόγους:
"Πτρατιώται, όσοι απεφασίσατε να συμμερισθήτε μαζί μου τον κίνδυνον αυτόν, εις περίστασιν τόσον κρίσιμον,
καθώς η παρούσα, κανείς από σας ας μη θελήση να φανή έξυπνος, υπολογίζων με ακρίβειαν όλην την έκτασιν του κινδύνου που μας περιστοιχίζει. Νφείλει τουναντίον καθείς εμπνεόμενος μάλλον από ευέλπιδα απερισκεψίαν, γεμάτος από ελπίδα και θέτων κατά μέρος κάθε ενδοιασμόν, ν' αντιμετωπίση τον εχθρόν, με την πεποίθησιν ότι θα εξέλθη θριαμβεύων και από τους κινδύνους αυτούς. Βιότι εις περιστάσεις καθώς η παρούσα, όπου δεν επιτρέπεται εκλογή, κάθε υπολογισμός είναι μάταιος και εκείνο που χρειάζεται προ πάντων είναι η ταχίστη αντιμετώπισις του κινδύνου. Ώλλ' εγώ βλέπω ότι και αι περισσότεραι πιθανότητες είναι με το μέρος μας, εάν μόνον αποφασίσωμεν να σταθώμεν ακλόνητοι και να μη θυσιάσωμεν τα πλεονεκτήματα που έχομεν, καταπληττόμενοι από την αριθμητικήν του εχθρού υπεροχήν. Βιότι και το δυσπρόσιτον της θέσεως νομίζω ότι είναι εις όφελός μας, καθόσον εάν σταθώμεν ακλόνητοι, αυξάνει η δύναμίς μας, ενώ άπαξ υποχωρήσωμεν, και μολονότι η θέσις είναι δύσβατος, θ' αποβή ευπρόσιτος εις τον εχθρόν, καθόσον κανείς δεν θα αντετάσσετο εναντίον του. Θαι αν ακόμη ημπορούσεν ακολούθως να πιεσθή από ημάς, θ' απέβαινε φοβερώτερος, αφού δεν θα ήτο εύκολος εις αυτόν η υποχώρησις. Βιότι, εφόσον είναι ακόμη επάνω εις τα πλοία, η απόκρουσίς του είναι πολύ εύκολος, άμα όμως άπαξ αποβιβασθή, είναι εις ίσην απέναντί μας θέσιν. Θαι την αριθμητικήν του υπεροχήν δεν πρέπει να φοβούμεθα πολύ. Βιότι, όσον πολλοί και αν είναι, θα υποχρεωθούν να πολεμήσουν κατά μικρά αποσπάσματα, λόγω της δυσκολίας της προσορμίσεως. Νύτε έχομεν ν' αντιμετωπίσωμεν στρατόν επί της ξηράς, ο οποίος μάχεται υπό ομοίας με ημάς περιστάσεις, είναι όμως αριθμητικώς ανώτερος, αλλά στρατόν, που μάχεται από το κατάστρωμα πλοίων, τα οποία έχουν ανάγκην πολλών ευνοϊκών περιστάσεων μέσα εις την θάλασσαν. στε θεωρώ ότι τα μειονεκτήματά των ισοφαρίζουν τον μικρόν αριθμόν μας. Ώπό σας, οι οποίοι είσθε Ώθηναίοι και γνωρίζετε εκ πρακτικής πείρας τί σημαίνει ναυτική απόβασις ενώπιον εχθρού, και ότι δεν ημπορεί να εκβιασθή, εφόσον εκείνος είναι αποφασισμένος ν' αντισταθή και δεν υποχωρήση από τον φόβον του κρότου της κωπηλασίας και την απειλητικήν θέαν των ορμητικώς προσεγγιζόντων πλοίων - από σας ήλθε τώρα η ώρα ν' απαιτήσω να σταθήτε ακλόνητοι, εμποδίζοντες τον εχθρόν να πατήση το πόδι του εις την παραλίαν, και να σώσετε και εαυτούς και την θέσιν αυτήν".
Όστερον από τους ολίγους αυτούς προτρεπτικούς λόγους του Βημοσθένους, οι Ώθηναίοι επήραν νέον θάρρος και κατέβησαν εις το άκρον της παραλίας, όπου και παρετάχθησαν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εν τω μεταξύ, εξεκίνησαν και προσέβαλαν το οχύρωμα, όχι μόνον με τον στρατόν της ξηράς, αλλά και με την μοίραν του στόλου των συγχρόνως, η οποία απετελείτο από σαράντα τρία πλοία. Λαύαρχος ήτο ο Ππαρτιάτης Ζρασυμηλίδας, υιός του Θρατησικλέους, ο οποίος επετέθη ακριβώς όπου επερίμενεν ο Βημοσθένης. Νι Ώθηναίοι αντιμετώπισαν την επίθεσιν και από τα δύο μέρη, την ξηράν δηλαδή και την θάλασσαν. Νι εχθροί όμως διήρεσαν τα πλοία των εις μικρά αποσπάσματα, αφού δεν ήτο δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός να προσεγγίση συγχρόνως εις την ακτήν, και αναπαυόμενοι εκ περιτροπής, δεν έπαυαν να επιτίθενται με μεγάλην ορμήν και να ενθαρρύνωνται αμοιβαίως με κάθε τρόπον, δια να εκτοπίσουν τους Ώθηναίους και καταλάβουν το οχύρωμα. Ξερισσότερον από όλους διεκρίθη ο ΐρασίδας, ο οποίος ήτο κυβερνήτης μιας τριήρους. Γπειδή έβλεπεν ότι οι άλλοι κυβερνήται και πηδαλιούχοι, και όπου ακόμη ήτο δυνατή η προσέγγισις, εδίσταζαν ένεκα του δυσβάτου της θέσεως και εφοβούντο μήπως συντρίψουν το πλοίον των, τους εφώναζεν ότι είναι εντροπή χάριν οικονομίας ξύλων να επιτρέψουν εις τους εχθρούς την κατασκευήν και
διατήρησιν οχυρώματος επάνω εις το έδαφός των, και τους παρεκίνει να συντρίψουν τα πλοία των επάνω εις τους βράχους δια να εκβιάσουν την απόβασιν. Γις τους συμμάχους, εξ άλλου, συνίστα να μη διστάσουν, εις ανταπόδοσιν τόσον μεγάλων ευεργεσιών, να θυσιάσουν εις την περίπτωσιν αυτήν τα πλοία των προς χάριν των Ιακεδαιμονίων, αλλά να τα ρίψουν έξω και εκβιάζοντες με κάθε μέσον την απόβασιν νικήσουν τους εχθρούς και κυριεύσουν την θέσιν. 12. Ν ΐρασίδας όχι μόνον τους άλλους εξώθει κατ' αυτόν τον τρόπον, αλλά και τον πηδαλιούχον του ηνάγκασε να ρίψη έξω το πλοίον, και επροχώρει προς την αποβάθραν του πλοίου, αλλ' ενώ επεχείρει ν' αποβιβασθή, ανεκόπη από τους Ώθηναίους, και επειδή ετραυματίσθη εις πολλά μέρη του σώματος, ελιποθύμησε. Ρην στιγμήν που έπιπτε εις το εμπροσθινόν μέρος του πλοίου, η ασπίς του εγλίστρησε εις την θάλασσαν, η οποία την έρριψεν εις την παραλίαν, και οι Ώθηναίοι την επήραν και την εχρησιμοποίησαν ακολούθως δια το τρόπαιον, που έστησαν, εις ανάμνησιν της επιτυχίας των κατά την απόκρουσιν της επιθέσεως αυτής. Νι επίλοιποι, παρ' όλας των τας προσπάθειας, δεν ημπόρεσαν ν' αποβιβασθούν, και δια το δύσβατον της θέσεως και διότι οι Ώθηναίοι έστεκαν ακλόνητοι και δεν υπεχώρουν ούτε βήμα. Ώλλόκοτος τωόντι τροπή της τύχης έφερεν, ώστε οι μεν Ώθηναίοι κατά ξηράν, και μάλιστα επί εδάφους Ιακωνικού, ν' αποκρούσουν τας εκ της θαλάσσης επιθέσεις των Ιακεδαιμονίων, ενώ οι Ιακεδαιμόνιοι επεχείρουν από πλοία ν' αποβιβασθούν εις το ιδικόν των έδαφος, το οποίον είχεν ήδη καταστή εχθρικόν και εύρισκαν αντιμέτωπους τους Ώθηναίους. Ξράγματι, εφημίζοντο τότε μεγάλως οι Ιακεδαιμόνιοι ως κατ' εξοχήν χερσαίοι δια τον άριστον στρατόν των, οι Ώθηναίοι ως ναυτικοί δια την μεγάλην υπεροχήν του στόλου των. 13. Όστερον από τας επιθέσεις που ενήργησαν την ημέραν εκείνην και μέρος της επομένης, οι Ξελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Ρην τρίτην ημέραν έστειλαν κατά μήκος της ακτής μερικά από τα πλοία των εις την Ώσίνην, δια να φέρουν ξύλα προς κατασκευήν μηχανών, με την ελπίδα ότι δια της χρήσεως αυτών θα κατώρθωναν να καταλάβουν το προς τον λιμένα μέρος του τείχους, όπου ήτο μεν τούτο αρκετά υψηλόν, αλλ' η απόβασις ήτο πολύ εύκολος. Γις το σημείον τούτο ευρίσκοντο τα πράγματα, όταν έφθασεν εκ Δακύνθου η μοίρα του Ώθηναϊκού στόλου, αποτελούμενη από πενήντα πλοία, καθόσον είχεν ενισχυθή με μερικά από τα πλοία που εφρούρουν την Λαύπακτον και τέσσαρα Τιακά πλοία. Ώλλά καθώς είδαν ότι η στερεά και η νήσος ήσαν γεμάται από οπλίτας και ότι η Ξελοποννησιακή μοίρα ήτο εντός του λυμένος, χωρίς διάθεσιν να εξέλθη, ηπόρουν που να προσορμισθούν. Γπί τέλους έπλευσαν εις την νήσον Ξρώτην, η οποία ήτο ακατοίκητος και δεν απείχε πολύ, και διενυκτέρευσαν εκεί. Ρην επομένην όμως εξέπλευσαν, αφού ητοιμάσθησαν, δια να δώσουν μάχην, είτε εις την ανοικτήν θάλασσαν, εις περίστασιν που ο εχθρός θα ήτο διατεθειμένος να εκπλεύση εναντίον των, είτε εις εναντίαν περίστασιν εισερχόμενοι οι ίδιοι εις τον λιμένα δια να του επιτεθούν. Νι Ξελοποννήσιοι, εν τούτοις, δεν εξέπλευσαν εναντίον των, και εξ άλλου είχαν παραμελήσει να φράξουν τα στόμια του λιμένος, όπως εσχεδίαζαν. Θατεγίνοντο με την ησυχίαν των εις την ξηράν να επιβιβάζουν τα πληρώματά των και να ετοιμάζωνται, εάν ο εχθρός εισπλεύση, να ναυμαχήσουν εντός του λυμένος, ο οποίος είχε μεγάλην ευρυχωρίαν. 14. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, άμα αντελήφθησαν την κατάστασιν, ώρμησαν εναντίον των και από τα δύο στόμια του λιμένος. Ρα περισσότερα Ξελοποννησιακά πλοία είχαν ήδη απομακρυνθή από την παραλίαν, έτοιμα προς μάχην. Γναντίον των πλοίων αυτών επέπεσαν και τα έτρεψαν εις φυγήν, και επειδή τα κατεδίωκαν εκ του
συστάδην, επροξένησαν ζημίας εις πολλά, συνέλαβαν πέντε, το εν μάλιστα με ολόκληρον το πλήρωμα, και εξηκολούθησαν να επιτίθενται δια του εμβόλου εναντίον των λοιπών, και όταν ακόμη είχαν καταφύγει εις την ξηράν. Θαι εις άλλα πάλιν πλοία κατώρθωσαν να προξενήσουν σοβαράς βλάβας, και πριν εκκινήσουν, την ώραν που επεβιβάζοντο ακόμη τα πληρώματά των. Κερικά μάλιστα που είχαν εγκαταλειφθή από τα πληρώματά των, τα έδεσαν και ήρχισαν να τα ρυμουλκούν κενά. Ρούθ' όπερ βλέποντες οι Ιακεδαιμόνιοι και περίλυποι δια την συμφοράν, διότι οι επί της νήσου συναγωνισταί των απεκόπτοντο πραγματικώς, έσπευδαν εις βοήθειαν, και αφού εισώρμων ωπλισμένοι εις την θάλασσαν, ήρπαζαν με τα χέρια των τα ρυμουλκούμενα ήδη πλοία και προσεπάθουν να τα τραβήξουν αντιθέτως προς την ξηράν. Θαι κανείς επίστευεν ότι όπου εκείνος δεν ανεμιγνύετο προσωπικώς, εκεί τίποτε δεν ημπορούσε να γίνη. Ε επελθούσα άλλωστε σύγχυσις και ο θόρυβος ήσαν τρομερά, και εις τον αγώνα αυτόν περί των πλοίων, οι δύο μαχηταί συνήλλαξαν τον συνήθη εις καθένα απ' αυτούς τρόπον του μάχεσθαι. Βιότι και οι Ιακεδαιμόνιοι, εις την έξαψιν και απελπισίαν που ευρίσκοντο, άλλο δεν έκαμναν ουσιαστικώς παρά να ναυμαχούν από την ξηράν, και οι Ώθηναίοι, οι οποίοι ενίκων και ήθελαν να εκμεταλλευθούν όσον ημπορούσαν περισσότερον την σημερινήν καλήν των τύχην, επεζομάχουν από τα καταστρώματα των πλοίων. Ρέλος, αφού απεχωρίσθησαν φέροντες πολλά τραύματα και οι Ιακεδαιμόνιοι κατώρθωσαν να διασώσουν τα κενά των πλοία, εκτός εκείνων που είχαν συλληφθή κατ' αρχάς, και τα δύο μέρη επέστρεψαν εις τα στρατόπεδά των. Νι Ώθηναίοι, αφ' ενός, έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τον εχθρόν να παραλάβη τους νεκρούς του, εσύναξαν τα ναυάγια και ήρχισαν ευθύς να περιπλέουν και επιτηρούν την νήσον, θεωρούντες τους επ' αυτής εχθρούς ως αποκλεισμένους. Νι επί της ξηράς Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, με τας ενισχύσεις που είχαν φθάσει εν τω μεταξύ από όλα τα μέρη, έμεναν εις τας θέσεις των, απειλούντες την Ξύλον. 15. ταν η είδησις περί των γεγονότων της Ξύλου έφθασεν εις την Ππάρτην, απεφάσισαν, επειδή επρόκειτο περί μεγάλης συμφοράς, να κατέλθουν οι άρχοντες εις το στρατόπεδον δια να ιδούν τα πράγματα αυτοπροσώπως, και λάβουν επί τόπου οίας δήποτε αποφάσεις εγκρίνουν. ταν είδαν ότι ήτο αδύνατον να βοηθήσουν τους επί της νήσου στρατιώτας των, και δεν ήθελαν εξ άλλου να τους αφίσουν ή ν' αποθάνουν από την πείναν ή να υποκύψουν εις την αριθμητικήν υπεροχήν του εχθρού, και συλληφθούν αιχμάλωτοι, απεφάσισαν να προτείνουν προς τους στρατηγούς των Ώθηναίων την συνομολόγησιν ανακωχής περί της Ξύλου, εάν συνήνουν εις τούτο, και ν' αποστείλουν πρέσβεις εις Ώθήνας δια την ειρήνην και επιδιώξουν την ταχίστην απόδοσιν των στρατιωτών των.
Νι Ώθηναίοι στρατηγοί εδέχθησαν την πρότασιν και συνωμολογήθη ανακωχή υπό τους εξής ορούς: Νι Ιακεδαιμόνιοι θα παραδώσουν τα πλοία, με τα οποία εναυμάχησαν, και θα φέρουν εις Ξύλον και παραδώσουν επίσης όσα άλλα πολεμικά πλοία ευρίσκοντο εις την Ιακωνικήν, και δεν θα επιτίθενται εναντίον του οχυρώματος, ούτε δια ξηράς ούτε δια θαλάσσης. Νι Ώθηναίοι εξ άλλου, θα επιτρέπουν εις τους Ιακεδαιμονίους να στέλλουν από την ξηράν εις τους στρατιώτας της Πφακτηρίας ωρισμένην ποσότητα σίτων, από δύο Ώττικάς χοίνυκας αλεσμένης κρυθής δια κάθε στρατιώτην, δύο κοτύλας κρασιού και μίαν μερίδα κρέατος, και δια κάθε υπηρέτην το ήμισυ των μερίδων τούτων. Ε αποστολή των τροφίμων θα γίνεται υπό την επίβλεψιν των Ώθηναίων και κανέν πλοίον δεν θα εισέρχεται εις τον λιμένα λαθραίως. Νι Ώθηναίοι, εν τούτοις, θα εξακολουθούν να επιτηρούν την νήσον, όπως μέχρι τούδε, μόνον ότι δεν θα επιτρέπεται ν'
αποβιβάζωνται εκεί και δεν θα επιτίθενται εναντίον του Ξελοποννησιακού στρατού ούτε δια ξηράς, ούτε δια θαλάσσης. Γάν κανείς από τους συμβαλλομένους παραβιάσει κανένα από τους όρους αυτούς, και τον πλέον επουσιώδη ακόμη, η ανακωχή, εις τοιαύτην περίπτωσιν, τερματίζεται αυτοδικαίως. Άλλως ισχύει, έως ότου επανέλθουν από τας Ώθήνας οι πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων, τους οποίους Ώθηναϊκή τριήρης θα μεταφέρη εκεί και θα επαναφέρη πάλιν. Κετά την επιστροφήν των πρέσβεων, η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως και οι Ώθηναίοι θα επιστρέψουν τα πλοία, εις την κατάστασιν που θα τα παραλάβουν. Ώυτοί ήσαν οι όροι της ανακωχής. Ρα πλοία, εξήντα περίπου τον αριθμόν, παρεδόθησαν, και οι πρέσβεις απεστάλησαν. ταν δε έφθασαν εις τας Ώθήνας είπαν τα εξής:
"Νι Ιακεδαιμόνιοι μας έστειλαν, Ώθηναίοι, δια να επιδιώξωμε συμφωνίαν περί των εις την νήσον στρατιωτών μας, υπό όρους, οι οποίοι και δια σας να είναι αποδεκτοί ως επωφελείς και δι' ημάς συγχρόνως αξιοπρεπείς, όσον επιτρέπει η σημερινή μας ατυχία. Νύτε παραβιάζομεν την συνήθειάν μας, εάν ομιλήσωμεν διά μακρών, καθόσον εις τον τόπον μας επικρατεί η αρχή να λέγωμεν ολίγα όπου δεν χρειάζονται πολλά, να λέγωμεν όμως περισσότερα, οσάκις παρουσιάζεται ευκαιρία να εκτελέσωμεν το καθήκον μας, εξηγούντες δια λόγων κάποιαν σπουδαίαν υπόθεσιν. Θαι παρακαλούμεν ν' ακούσετε τους λόγους μας όχι με πνεύμα εχθρικόν, ούτε να φαντασθήτε ότι σας κρίνομεν ασύνετους και θέλομεν να σας δώσωμεν μαθήματα, αλλά να τους θεωρήσετε ως υπόμνησιν εκείνου που γνωρίζετε καλώς ότι αποτελεί την ορθήν πολιτικήν. Βιότι. ημπορείτε, κάμνοντες καλήν χρήσιν της σημερινής σας επιτυχίας, όχι μόνον να διατηρήσετε ό,τι έχετε, αλλά και να αποκτήσετε προσέτι τιμήν και δόξαν, και ν' αποφύγετε ό,τι παθαίνουν όσοι δοκιμάζουν μίαν ασυνήθη επιτυχίαν, οι οποίοι, λόγω ακριβώς του απροσδοκήτου της σημερινής ευτυχίας των, δεν γνωρίζουν πλέον όριον εις τας ελπίδας και τους πόθους των. Γνώ όσοι έχουν την πείραν επανειλημμένων μεταβολών της τύχης, έχουν και κάθε λόγον να είναι τρομερά δύσπιστοι προς την ευτυχίαν. Ξράγμα που είναι φυσικόν να εδίδαξεν η πείρα και σας, αλλά προ πάντων ημάς. 18. "Βια να πεισθήτε, αρκεί να ρίψετε εν βλέμμα εις τας σημερινάς μας ατυχίας. Εμείς, οι οποίοι κατέχομεν υπέροχον εντελώς θέσιν μεταξύ των Γλλήνων, προσερχόμεθα σήμερον ενώπιόν σας, δια να ζητήσωμεν εκείνο που έως τώρα ενομίζαμεν ότι είμεθα ημείς περισσότερον από κάθε άλλον εις θέσιν να παραχωρήσωμεν. Θαι εν τούτοις, ούτε από έλλειψιν δυνάμεως επάθαμεν την ατυχίαν αυτήν, ούτε διότι από υπερβολήν δυνάμεως εγίναμεν αλαζόνες, αλλά διότι, αν και έχομεν την ιδίαν όπως πάντοτε δύναμιν, εσφάλαμεν εις τους υπολογισμούς μας, πράγμα το οποίον ημπορεί να συμβή εις τον καθένα. Βεν πρέπει, επομένως, και σεις, ένεκα της δυνάμεως που σας δίδουν οι πόροι της πόλεώς σας και των μερών επί των οποίων εκτείνεται η ηγεμονία σας, να πιστεύετε ότι και η τύχη θα είναι πάντοτε με το μέρος σας. Σρόνιμοι άνθρωποι είναι εκείνοι, οι οποίοι ασφαλίζουν τα κέρδη των με το να μη τα θεωρούν απολύτως ασφαλή (και οι τοιούτοι ημπορούν να συμπεριφέρωνται με μεγαλυτέραν σύνεσιν εις τας ατυχίας), και εκείνοι που εννοούν ότι ο πόλεμος δεν περιορίζεται εντός των ορίων, τα οποία θέλουν να του επιβάλουν, αλλ' ακολουθεί τον δρόμον εις τον οποίον τους οδηγούν αι περιπέτειαι της τύχης των. Νι τοιούτοι εκτίθενται σπανιώτατα εις αποτυχίας, διότι δεν επαίρονται, εμπιστευόμενοι εις τας στρατιωτικάς επιτυχίας των, αλλά σπεύδουν να συνομολογήσουν ειρήνην εν μέσω των επιτυχιών των. Ώυτή είναι η πολιτική, την οποίαν συμφέρον έχετε, Ώθηναίοι, ν' ακολουθήσετε σήμερον απέναντί μας και όχι εις το μέλλον, δια να μην αποδοθούν αργότερα εις την τύχην και αι τωριναί
επιτυχίαι σας, όπως θα συμβή, εάν τυχόν απορρίψετε τας προτάσεις μας και οδηγηθήτε ακολούθως εις πολλάς αποτυχίας, όπως είναι ενδεχόμενον να συμβή, ενώ ημπορείτε, αν θέλετε, να κληροδοτήσετε εις τους μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν δυνάμεως συγχρόνως και συνέσεως. 19. "Νι Ιακεδαιμόνιοι, ως εκ τούτου, σας προτείνουν συνθηκολογίαν προς τερματισμόν του πολέμου. Πας προσφέρουν ειρήνην και συμμαχίαν και εκτός τούτου στενήν φιλίαν και σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, και σας ζητούν ως αντάλλαγμα να τους αποδώσετε τους στρατιώτας της Πφακτηρίας. Λομίζουν προτιμότερον και δια τους δύο να μην αφίσωμεν τα πράγματα εις το σημείον, ώστε είτε να επωφεληθούν οι στρατιώται μας καταλλήλου ευκαιρίας που ημπορεί να τους παρουσιασθή και διαφύγουν δια της βίας, είτε να αιχμαλωτισθούν, εάν εξαναγκασθούν εις τούτο από την πείναν. Ξιστεύομεν, προς τούτοις, ότι αι μεγάλαι έχθραι ημπορούν να τερματισθούν ασφαλέστερα, όχι όταν κανείς ζητή εκδίκησιν, και αφού νικήση οριστικώς τον αντίπαλόν του, τον δεσμεύει με αναγκαστικούς όρκους και του επιβάλλει ειρήνην με αδίκους όρους, αλλ' όταν δυνάμενος να επιτύχη την ειρήνην σύμφωνα με τας υπαγορεύσεις της επιείκειας, νικά τον αντίπαλον και δια της μεγαλοφροσύνης του και συνδιαλλάσσεται προς αυτόν, υπό όρους απροσδοκήτως μετριοπαθείς. Βιότι ο αντίπαλος, εις τοιαύτην περίπτωσιν, επειδή δεν υπέκυψεν εις βίαν, αισθάνεται το καθήκον όχι να εκδικηθή αλλά ν' ανταποδώση την επιδειχθείσαν γενναιοφροσύνην, και είναι προθυμότερος από αίσθημα αυτοσεβασμού να μείνη πιστός εις τας συμφωνίας του. Θαι οι άνθρωποι κλίνουν εις τοιαύτην συμπεριφοράν απέναντι των μεγαλυτέρων εχθρών των, περισσότερον, παρά απέναντι εκείνων, προς τους οποίους περιήλθαν εις διενέξεις δι' επουσιώδη πράγματα. Θαι τέλος η φύσις των τους σπρώχνει να δείχνωνται προθύμως ενδοτικοί απέναντι εκείνων, οι οποίοι πρώτοι έδειξαν συμβιβαστικάς διαθέσεις, αλλά να συνεχίζουν τον αγώνα μέχρι τέλους, έστω και παρά την κρίσιν των, εναντίον υπερόπτου αντιπάλου.
20. "Ρώρα περισσότερον από κάθε άλλην στιγμήν, είναι καιρός και δια τους δύο να συμβιβασθώμεν, πριν κανείς μας πάθη εν τω μεταξύ καμμίαν ανεπανόρθωτον συμφοράν, η οποία, κοντά εις την επίσημον εναντίον αλλήλων έχθραν, θα προσθέση και άσβεστον προσωπικόν μίσος, και θα σας στερήση τα πλεονεκτήματα που προσφέρομεν τώρα. Ώς συμφιλιωθώμεν, επομένως εφόσον ο αγών είναι αναποφάσιστος, εφόσον ημπορείτε ν' αποκτήσετε προσθέτως και δόξαν και την ιδικήν μας φιλίαν, και εφόσον η ατυχία μας, προτού γίνη ατιμωτική, ημπορεί να επανορθωθή υπό όρους επιεικείς. Ώς προτιμήσωμεν την ειρήνην αντί του πολέμου δι' εαυτούς και ας δώσωμεν ανάπαυλαν από τα τόσα παθήματα εις τους άλλους Έλληνας οι οποίοι εις σας προ πάντων θα θεωρήσουν ότι οφείλουν και το καλόν τούτο. Βιότι, ενώ υφίστανται τας ταλαιπωρίας του πολέμου, χωρίς να γνωρίζουν ασφαλώς ποίος είναι ο αίτιος, εάν γίνη σήμερον ειρήνη, η οποία από σας κυρίως εξαρτάται, εις σας θα οφείλουν την χάριν. Γάν, άλλωστε, δεχθήτε τας προτάσεις μας, ημπορείτε, με το μέσον μάλλον της γενναιοφροσύνης παρά της βίας, να εξασφαλίσετε την διαρκή φιλίαν των Ιακεδαιμονίων, οι οποίοι αυτοί, πρώτοι σας την προσφέρουν. Πκεφθήτε τα μεγάλα πλεονεκτήματα που είναι φυσικόν να φέρη μία τοιαύτη πολιτική. Βιότι πρέπει να γνωρίζετε ότι εάν σεις και ημείς είμεθα σύμφωνοι, ο λοιπός Γλληνικός κόσμος, υποδεέστερος ημών κατά την δύναμιν, θα τρέφη τον μεγαλύτερον σεβασμόν και προς τους δύο μας". 21. Νι Ώθηναίοι πείθονται υπό του Θλέωνος να μη δεχθούν ειρήνευσιν με τους Ππαρτιάτας
Ώυτά είπαν οι Ιακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επίστευαν ότι οι Ώθηναίοι θα εδέχοντο προθύμως την προσφερομένην ειρήνην και θ' απέδιδαν τους στρατιώτας, αφού και πριν επεθύμουν τον συμβιβασμόν, αλλά δεν τον επέτυχαν, ένεκα της ιδικής των εναντιώσεως. Νι Ώθηναίοι όμως ενόμιζαν ότι εφόσον κρατούν τους στρατιώτας εις την νήσον η ειρήνη ήτο του λοιπού εις την διάθεσίν των, και όταν θα ήθελαν να την συνομολογήσουν, και η πλεονεξία των ηύξανε. Γις τούτο τους έσπρωχνε κυρίως ο Θλέων, ο υιός του Θλεαινέτου, αρχηγός του δήμου κατά την εποχήν εκείνην, ο οποίος είχε πολύ μεγάλην επιρροήν επί του πλήθους, και ως εκ τούτου τους έπεισε ν' απαντήσουν ότι έπρεπε πρώτον να παραδοθούν οι στρατιώται της Πφακτηρίας μαζί με τα όπλα των και μεταφερθούν εις τας Ώθήνας, και αφού γίνη τούτο ν' αποδώσουν οι Ιακεδαιμόνιοι την Λίσαιαν, τας Ξηγάς, την Ρροιζήνα και την ΏχαΎαν, μέρη τα οποία δεν κατέκτησαν δια του πολέμου, αλλά τα οποία παρεχώρησαν οι Ώθηναίοι δια προηγουμένης συνθήκης, συνεπεία ατυχιών και εις εποχήν που είχαν πολύ περισσοτέραν ανάγκην ειρήνης παρά σήμερον. πό τοιούτους όρους, ημπορούσαν να τους αποδοθούν οι στρατιώται των και να συνομολογηθή η ειρήνη δι' όσην διάρκειαν ήθελαν μείνει σύμφωνα τα δύο μέρη. 22. Γις την απάντησιν αυτήν καμμίαν αντίρρησιν δεν έφεραν οι, Ιακεδαιμόνιοι, εζήτησαν μόνον να διορισθούν πληρεξούσιοι οι οποίοι να συναντηθούν με αυτούς και αφού συζητήσουν καταρτίσουν με την ησυχίαν των τους διαφόρους όρους, εις τους οποίους να μείνουν σύμφωνοι. Ώλλά την πρότασιν αυτήν επολέμησε με πολλήν βιαιότητα ο Θλέων, λέγων ότι εγνώριζε μεν και προηγουμένως, τώρα όμως το πράγμα είναι φως φανερόν, ότι οι σκοποί των δεν ήσαν ευθείς αφού αρνούνται να εξηγηθούν ενώπιον του λαού, και θέλουν να συνεννοηθούν ιδιαιτέρως με ολίγους μόνον πληρεξουσίους. Γνώ, εάν αι διαθέσεις των είναι καλαί, οφείλουν, είπε, να ομιλήσουν ενώπιον όλων. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, μολονότι ήσαν διατεθειμένοι, ένεκα της ατυχίας των εις παραχωρήσεις, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι ημπορούν να ομιλήσουν περί αυτών δημοσία, δια να μην εκτεθούν απέναντι των συμμάχων των, εις περίστασιν που αι προτάσεις των απορριφθούν, ούτε οι Ώθηναίοι να δεχθούν τας προτάσεις των με όρους επιεικείς, ανεχώρησαν από τας Ώθήνας άπρακτοι. 23. Κετά την επιστροφήν των, η ανακωχή της Ξύλου ετερματίσθη αυτοδικαίως και οι Ιακεδαιμόνιοι εζήτησαν την επιστροφήν των πλοίων, σύμφωνα με τους όρους της. Ώλλ' οι Ώθηναίοι τους κατηγόρουν ότι εναντίοντων όρων της ανακωχής προέβησαν εις αιφνιδίαν επίθεσιν εναντίον του οχυρώματος και εις μερικάς άλλας ενεργείας, αι οποίαι δεν εφαίνοντο άξιαι λόγου, και ηρνούντο την απόδοσιν, ισχυριζόμενοι ότι είχε καθαρά συμφωνηθή ότι η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν παραβιασθή κανείς από τους όρους της, και ο πλέον επουσιώδης ακόμη. Νι Ιακεδαιμόνιοι απέκρουσαν τους ισχυρισμούς αυτούς, και διαμαρτυρόμενοι, δια την κατακράτησιν των πλοίων ως πράξιν παράνομον, απήλθαν και επανέλαβαν τας εχθροπραξίας πέριξ της Ξύλου, αι οποίαι διεξήγοντο τώρα με την μεγαλυτέραν έντασιν και από τα δύο μέρη. Νι Ώθηναίοι, κατά την διάρκειαν της ημέρας, περιέπλεαν διαρκώς την νήσον με δύο πλοία, τα οποία έπλεαν κατ' αντίθετον διεύθυνσιν. Ρην νύκτα όλα τα πλοία ανεξαιρέτως έμεναν ηγκυροβολημένα πέριξ της νήσου, εκτός προς το μέρος του πελάγους, όταν εφύσα άνεμος. Ρους είχαν άλλωστε έλθει από τας Ώθήνας είκοσι ακόμη πλοία χάριν του αποκλεισμού, ώστε η δύναμις του στόλου των ανήλθεν εις εβδομήντα πλοία. Νι
Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, έμειναν στρατοπεδευμένοι επί της στερεάς και ενήργουν επιθέσεις εναντίον του οχυρώματος, προσέχοντες μήπως παρουσιασθή ευκαιρία δια να σώσουν τους στρατιώτας των.
Γις την Πικελίαν, εν τω μεταξύ, οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού συνεκέντρωσαν εις την Κεσσήνην, εκτός της μοίρας του στόλου η οποία εφρούρει ήδη εκεί, και το άλλο ναυτικόν, του οποίου η ετοιμασία είχεν ήδη συμπληρωθή, εχρησιμοποίουν την πόλιν ως βάσιν των πολεμικών επιχειρήσεών των. Γις τούτο τους εξώθουν προ πάντων οι Ιοκροί, λόγω της έχθρας των κατά των Οηγίνων, εις το έδαφος των οποίων είχαν εισβάλει και αυτοί με όλας των τας δυνάμεις. Νι Πυρακούσιοι ήθελαν επίσης να δοκιμάσουν την τύχην των εις ναυμαχίαν, διότι έβλεπαν ότι οι Ώθηναίοι είχαν μόνον ολίγα πλοία διαθέσιμα, ενώ το μεγαλύτερον μέρος του στόλου των, το οποίον επρόκειτο να έλθη προς ενίσχυσίν των, ήτο απησχολημένον, όπως επληροφορούντο, εις την πολιορκίαν της Πφακτηρίας. Βιότι, αν ενίκων κατά θάλασσαν, θα ημπορούσαν να πολιορκήσουν το Οήγιον από ξηράς και θαλάσσης, και να το κυριεύσουν ευκόλως, όπως ήλπιζαν. Θαι ευθύς ως επετύγχαναν τούτο, η θέσις των θα εγίνετο πολύ ισχυρά, διότι η μεταξύ του Οηγίου, το οποίον αποτελεί το άκρον της Ηταλίας και της Κεσσήνης, η οποία αποτελεί το άκρον της Πικελίας, απόστασις είναι μικρά, ώστε ο Ώθηναϊκός στόλος δεν θα ημπορούσε να σταθμεύη εκεί και να είναι κυρίαρχος του πορθμού. Ξορθμός είναι το μέρος της θαλάσσης μεταξύ Οηγίου και Κεσσήνης, εκεί όπου η Πικελία απέχει ολιγώτερον από την στερεάν, το οποίον ονομάζεται Τάρυβδις και από το οποίον λέγεται ότι επέρασεν ο Νδυσσεύς. Ένεκα της στενότητος του μέρους, η θάλασσα, η οποία εισέρχεται εις αυτό από δύο μεγάλα πελάγη, το Ρυρρηνικόν και το Πικελικόν, είναι γεμάτη από ρεύματα, και δια τούτο ευλόγως εθεωρήθη επικίνδυνος. 25. Γις το στενόν λοιπόν αυτό οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοί των ευρέθησαν περί το εσπέρας μιας ημέρας εις την ανάγκην να ναυμαχήσουν. Κε ολίγον περισσότερα από τριάντα πλοία εβγήκαν από την Κεσσήνην, δια να επιτεθούν εναντίον δέκα έξη πλοίων των Ώθηναίων και οκτώ των Οηγίνων και προστατεύσουν διερχόμενον φιλικόν πλοίον. Γπειδή όμως ενικήθησαν από τους Ώθηναίους, υπεχώρησαν έκαστος εις το στρατόπεδόν του, κατεσπευσμένως και ατάκτως, και όπως κάθε τμήμα ημπόρεσε, αφού έχασαν και εν πλοίον. Γίχε δε πλέον νυκτώσει όταν ετελείωσεν η ναυμαχία. Κετά τούτο, οι Ιοκροί εξεκένωσαν το έδαφος των Οηγίνων, ενώ ο στόλος των Πυρακουσίων και των συμμάχων των συνεκεντρώθη και ηγκυροβόλησεν εις την Ξελωρίδα, ακρωτήριον της Κεσσήνης, όπου ήτο στρατοπεδευμένος και ο στρατός της ξηράς. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, και οι Οηγίνοι έσπευσαν εκεί προς αναζήτησίν των, και βλέποντες τα πλοία χωρίς πληρώματα, επετέθησαν κατ' αυτών, και έχασαν οι ίδιοι ένα πλοίον, το οποίον συνελήφθη με σιδηράν αρπάγην, του οποίου όμως οι ναύται εσώθησαν κολυμβώντες. Κετά τούτο, οι Πυρακούσιοι επέβησαν εις τα πλοία, ενώ δε τα ερρυμούλκουν με σχοινιά από την ξηράν, διευθυνόμενοι προς την Κεσσήνην, οι Ώθηναίοι επετέθησαν πάλιν αλλ' έχασαν και δεύτερον πλοίον, καθόσον οι Πυρακούσιοι, στραφέντες αιφνιδίως προς το πέλαγος, επρόλαβαν να επιτεθούν πρώτοι δια του εμβόλου. Νι Πυρακούσιοι επέστρεψαν εις τον λιμένα της Κεσσήνης, αφού διεξήγαγαν κατ' αυτόν τον τρόπον επιτυχώς και τον κατά μήκος της παραλίας πλουν και την ναυμαχίαν. Νι Ώθηναίοι, μαθόντες ότι η Θαμάρινα έμελλε να παραδοθή εις τους Πυρακουσίους από τον Ώρχίαν και τους οπαδούς του, έπλευσαν προς τα εκεί. Γν τω μεταξύ, οι Κεσσήνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας κατά ξηράν
δυνάμεις, και με τον συμμαχικόν συγχρόνως στόλον, εναντίον της Λάξου, αποικίας των Ταλκιδέων, και πόλεως γειτονικής των. Θαι αφού ηνάγκασαν τους κατοίκους από την πρώτην ημέραν να κλεισθούν εντός του τείχους, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Ρην επομένην, ο στόλος των, περιπλεύσας, ήλθεν εις το στόμιον του ποταμού Ώκεσίνη, όπου ηρήμωνε την γην, ενώ ο στρατός της ξηράς ενήργει επίθεσιν εναντίον της Λάξου. Γν τω μεταξύ, μεγάλος αριθμός αυτοχθόνων Πικελών κατέβαιναν από τα υψώματα, δια να βοηθήσουν τους Λαξίους και επιτεθούν εναντίον των Κεσσηνίων. Θαι οι Λάξιοι, ενθαρρυθέντες, ευθύς ως τους είδαν, και φωνάζοντες προς αμοιβαίαν παρόρμησιν, ότι οι Ιεοντίνοι και οι άλλοι Έλληνες σύμμαχοι προελαύνουν εις βοήθειάν των, εξώρμησαν αιφνιδίως από την πόλιν, επετέθησαν εναντίον των Κεσσηνίων, τους έτρεψαν εις φυγήν και εφόνευσαν περισσοτέρους από χιλίους, ενώ οι λοιποί, μόλις και μετά βίας, κατώρθωσαν να επιστρέψουν εις τα ίδια, διότι οι βάρβαροι επέπεσαν καθ' οδόν εναντίων των και εφόνευσαν τους περισσοτέρους. Ν συμμαχικός στόλος, αφού κατέπλευσεν εις την Κεσσήνην, διελύθη ακολούθως και καθείς επέστρεψεν εις τα ίδια. Τωρίς να χάσουν καιρόν, οι Ιεοντίνοι και οι σύμμαχοί των εξεστράτευσαν μαζί με τους Ώθηναίους εναντίον της Κεσσήνης, την οποίαν εθεώρουν σοβαρώς εξησθενημένην, και επεχείρησαν επίθεσιν οι Ώθηναίοι με τον στόλον των εναντίον του λιμένος, ενώ ο στρατός της ξηράς επετίθετο εναντίον της πόλεως. Νι Κεσσήνιοι όμως και μερικοί Ιοκροί, οι οποίοι ύστερον από την καταστροφήν της Λάξου είχαν αφεθή εκεί, υπό την αρχηγίαν του Βημοτέλους, ως φρουρά, ενεργήσαντες αιφνιδίαν έξοδον, επέπεσαν εναντίον των, έτρεψαν εις φυγήν το μεγαλύτερον μέρος του στρατού των Ιεοντίνων και εφόνευσαν πολλούς. Ηδόντες τούτο οι Ώθηναίοι και αποβιβασθέντες από τα πλοία, έσπευσαν εις βοήθειαν, και επιτεθέντες αιφνιδίως κατά των Κεσσηνίων, ενώ ευρίσκοντο εις αταξίαν, τους κατεδίωξαν και τους ηνάγκασαν να εισέλθουν πάλιν εις την πόλιν, και αφού έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν εις το Οήγιον. Κετά τούτο, οι Έλληνες της Πικελίας εξηκολούθησαν κατά ξηράν τας μεταξύ των εχθροπραξίας, χωρίς οι Ώθηναίοι να λάβουν μέρος εις αυτάς.
Γις την Ξύλον, εν τω μεταξύ, οι Ώθηναίοι εξηκολούθουν την πολιορκίαν των επί της νήσου Ιακεδαιμονίων, ενώ ο Ξελοποννησιακός στρατός διετήρει τας θέσεις του επί της στερεάς. Ώλλ' ο αποκλεισμός ήτο επίπονος δια τους Ώθηναίους, ένεκα της ανεπαρκείας τροφίμων και νερού. Βιότι δεν υπήρχε παρά μία μόνον κρήνη εις το οχύρωμα της Ξύλου, μικρά και αυτή, και οι περισσότεροι στρατιώται ήνοιγαν τρύπας ανάμεσα εις τα χαλίκια της παραλίας και έπιναν ό,τι νερόν ημπορεί να υποθέση τις ότι θα εύρισκαν εκεί. Ένεκα, άλλωστε, του ότι ήσαν στρατοπεδευμένοι εντός μικράς εκτάσεως, εδοκίμασαν πολλήν στενοχωρίαν, και επειδή ο στόλος δεν είχε πλησίον της ξηράς μέρος δια ν' αγκυροβολήση, τα πληρώματα, δια, να γευματίσουν, απεβιβάζοντο εκ περιτροπής από τα διάφορα πλοία, ενώ τα επίλοιπα έμεναν ηγκυροβολημένα εις το ανοικτόν πέλαγος. Ξολλήν επίσης αδημονίαν επροξένει η απροσδόκητος παράτασις της πολιορκίας, καθόσον επίστευαν ότι θα ηνάγκαζαν τους εχθρούς να παραδοθούν εντός ολίγων ημερών, αφού επολιορκούντο εις έρημον νήσον και είχαν δια να πίνουν μόνον υφάλμυρον νερόν. Ε παράτασις αυτή ωφείλετο εις την προκήρυξιν των Ιακεδαιμονίων, η οποία είχε προσδιορίσει μεγάλας χρηματικάς διατιμήσεις δια καθένα που ήθελε εισαγάγει εις την νήσον άλευρα, οίνον, τυρόν και ό,τι δήποτε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τους πολιορκουμένους, και υπέσχετο επί πλέον την ελευθερίαν εις κάθε Γίλωτα που ήθελεν εισαγάγει, τοιαύτα
τρόφιμα. Ξολλοί, τωόντι, προ πάντων Γίλωτες, εξετίθεντο εις τον κίνδυνον και κατώρθωναν να εισαγάγουν τρόφιμα, εκπλέοντες από διάφορα σημεία της Ξελοποννησιακής ακτής, όπου ευρίσκοντο, και καταπλέοντες πριν ακόμη εξημερώση εις το μέρος της νήσου που βλέπει προς το πέλαγος. Ξρο πάντων όμως επερίμεναν δια να καταπλεύσουν να πνέη δυνατός άνεμος από το πέλαγος, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα την επιτήρησιν των τριήρεων, καθόσον η διεξαγωγή του αποκλεισμού εγίνετο δυσκολωτάτη, ενώ εκείνοι δεν εφείδοντο τίποτε δια να επιτύχουν να καταπλεύσουν, αφού δια τα πλοία που έρριχναν έξω θα επληρώνοντο την αξίαν που ήσαν διατιμημένα, και οι οπλίται τους επερίμεναν εις τα μέρη της νήσου όπου ήτο δυνατή η απόβασις. Γνώ, αντιθέτως, όσοι διεκινδύνευαν εν καιρώ γαλήνης εσυλλαμβάνοντο. Ξρος το μέρος του λιμένος,εξ άλλου, δύται εκολύμβων υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης μέχρι της νήσου, σύροντες όπισθέν των με σχοινί ασκούς γεμάτους από κοπανισμένον λινόσπορον και από κεφαλάς μήκωνος ανακατεμμένας με μέλι. Νι δύται αυτοί επερνούσαν κατ' αρχάς απαρατήρητοι, ύστερον όμως ελήφθησαν τα κατάλληλα προς επιτήρησίν των μέτρα. Θαι τα δύο, άλλωστε, μέρη επενόουν διαρκώς νέα μέσα, το μεν δια να εισαγάγει λαθραίως τροφάς, το άλλο δια ν' αποκαλύπτη και ματαιώνη τας αποπείρας εισαγωγής. 27. ταν εν τοσούτω έμαθαν εις τας Ώθήνας ότι ο στρατός των ταλαιπωρείται και ότι εισάγονται τρόφιμα εις την νήσον, περιήλθαν εις αμηχανίαν, διότι εφοβούντο μήπως τους εύρη ο χειμών απησχολημένους ακόμη με τον αποκλεισμόν. Έβλεπαν αφ' ενός ότι θ' απέβαινε τότε αδύνατον να στέλλουν γύρω από την Ξελοπόννησον τα αναγκαία εφόδια, αφού μάλιστα ούτε κατά την διάρκειαν του θέρους ημπορούσαν να στέλλουν δια θαλάσσης αρκετά εις μέρος όπου έλειπε κάθε τι, και ότι αφού η παραλία εξ άλλου ήτο αλίμενος, δεν ημπορούσε να διατηρηθή ο αποκλεισμός. Γάν η επιτήρησις είχε χαλαρωθή, οι πολιορκούμενοι θα ημπορούσαν είτε να συντηρηθούν επάνω εις την Πφακτηρίαν, είτε επωφελούμενοι κάποιας κακοκαιρίας, και χρησιμοποιούντες τα πλοία που τους μετέφεραν τα τρόφιμα, να διαφύγουν. Ξρο πάντων εφοβούντο, διότι επίστευαν ότι οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν πεποίθησιν ότι θα σώσουν τους στρατιώτας των και δια τούτο δεν τους έκαμναν πλέον λόγον περί συνεννοήσεως, και μετενόουν διότι είχαν απορρίψει τας περί ειρήνης προτάσεις. Ώλλ' ο Θλέων, ο οποίος εννόησεν ότι ήτο αντικείμενον γενικής δυσπιστίας, διότι ημπόδισε την συνεννόησιν, υπεστήριζεν ότι εκείνοι που έφεραν τας ειδήσεις αυτάς από την Ξύλον δεν έλεγαν την αλήθειαν. Θαι επειδή εκείνοι συνίστων, εάν δεν τους πιστεύουν, να στείλουν επί τόπου απεσταλμένους προς έλεγχον των πληροφοριών των, εξελέχθη ως επίτροπος υπό των Ώθηναίων ο ίδιος ο Θλέων και μαζί με αυτόν ο Ζεαγένης. Γπειδή όμως εννόησεν ότι ή θα ηναγκάζετο να επιβεβαιώση τους λόγους εκείνων, τους οποίους εσυκοφάντει, ή εάν έλεγε τα αντίθετα, θα απεδεικνύετο ψεύτης, έβλεπε δε συγχρόνως ότι οι Ώθηναίοι ήσαν πολύ περισσότερον διατεθειμένοι τώρα να στείλουν νέας ενισχύσεις, τους συνέστησε να μη στείλουν εξεταστικήν επιτροπήν, και να μην αφίσουν να περάση με αναβολάς ο κατάλληλος καιρός. Ώλλ' εάν πιστεύουν ότι αι ειδήσεις είναι αληθιναί, να πλεύσουν με τον στόλον των, δια να επιτεθούν εναντίον των πολιορκουμένων. Θαι υπαινισσόμενος τον εχθρόν του Λικίαν, υιόν του Λικηράτου, που ήτο τότε στρατηγός, επέκρινε τους στρατηγούς, λέγων ότι αν ήσαν άνδρες, εύκολον ήτο να πλεύσουν με τας αναγκαίας δυνάμεις εις την νήσον και συλλάβουν τους πολιορκουμένους, και ότι αυτός, εάν ήτο στρατηγός, αυτό θα έκαμνε. 28. Νι Ώθηναίοι ήρχισαν να ψιθυρίζουν εναντίον του Θλέωνος και να λέγουν, διατί, αφού νομίζει το πράγμα εύκολον, δεν εκστρατεύει και τώρα ακόμη. Ν Λικίας, ο οποίος εννόησε τούτο και συγχρόνως είχε πειραχθή από τας επικρίσεις του Θλέωνος, του είπεν ότι, όσον εξαρτάται από τους στρατηγούς, ημπορεί να πάρη όσην
στρατιωτικήν δύναμιν θέλει και να δοκιμάση. Ν Θλέων, επειδή ενόμιζε κατ' αρχάς ότι ο Λικίας επροσποιείτο, λέγων ότι ήτο έτοιμος να παραιτηθή από την αρχηγίαν, ήτο έτοιμος να δεχθή. Ώλλ' όταν εννόησε ότι ο Λικίας ήθελε τωόντι να παραδώση προς αυτόν την αρχηγίαν, προσεπάθει να υποχωρήση, λέγων ότι δεν ήτο αυτός στρατηγός, αλλ' ο Λικίας, διότι ήρχισε να φοβήται, επειδή δεν είχε φαντασθή ποτέ ότι ο Λικίας θ' απεφάσιζε πραγματικώς να του παραχωρήση την θέσιν του. Ώλλ' ο Λικίας επέμενε και πάλιν, και παρητήθη από την αρχηγίαν της εκστρατείας εναντίον της Ξύλου, και εκάλει τους Ώθηναίους εις μαρτυρίαν. Ώλλ' όσον περσσότερον προσεπάθει ο Θλέων ν' αποφύγη την εκστρατείαν και ν' ανακαλέση όσα είπε τόσον περισσότερον οι Ώθηναίοι, όπως ο όχλος αγαπά να κάμνη, παρεκίνουν τον Λικίαν να παραιτηθή και εφώναζαν προς τον Θλέωνα ότι οφείλει να εκστρατεύση. Γις τρόπον ώστε, μη γνωρίζων πλέον πώς ν' απαλλαγή από τας ιδίας του προτάσεις, ανέλαβε την εκστρατείαν, και αφού επροχώρησεν εις το βήμα, είπεν ότι δεν φοβείται τους Ιακεδαιμονίους και ότι θα εκστρατεύση χωρίς να παραλάβη ούτε ένα Ώθηναίον στρατιώτην, αλλά μόνον τους στρατιώτας από την Ιήμνον και Ίμβρον, που ευρίσκοντο τότε εις τας Ώθήνας, και τους πελταστάς, οι οποίοι είχαν έλθει ως επίκουροι από την Ώίνον, και τετρακοσίους τοξότας από άλλα μέρη. Κε την δύναμιν αυτήν και τους στρατιώτας που ευρίσκοντο εις την Ξύλον, έλεγεν ότι εντός είκοσι ημερών ή θα έφερε τους Ιακεδαιμονίους εις τας Ώθήνας ή θα εδέχετο να τον φονεύσουν. Ε ακριτολογία του επροκάλεσε κάποιον γέλωτα μεταξύ των Ώθηναίων. Νι φρονιμώτεροι, εν τούτοις, ήσαν ευχαριστημένοι, διότι εσκέπτοντο ότι εν από δύο καλά ασφαλώς θα, επιτύχουν, ή να γλυτώσουν εις το μέλλον από τον Θλέωνα, πράγμα που επροτίμων, ή, εάν η ελπίς των διεψεύδετο, να επιτύχουν την αιχμαλωσίαν των Ιακεδαιμονίων. 29. Ώφού επέτυχεν ό,τι εζήτει από την συνέλευσιν του λαού, και έλαβε την ψήφον της υπέρ της εκστρατείας του, ο Θλέων εξέλεξε συνεργάτην του τον Βημοσθένη, ένα από τους στρατηγούς που ήσαν εις την Ξύλον, και ητοιμάζετο ν' αποπλεύση το ταχύτερον. Ρον Βημοσθένη προσέλαβεν ως συνεργάτην, μαθών ότι εσχεδίαζε και εκείνος την επί της νήσου απόβασιν. Βιότι οι στρατιώται, οι οποίοι υπέφεραν από τας ελλείψεις του μέρους και ωμοίαζαν με πολιορκουμένους μάλλον παρά πολιορκητάς, ήσαν πρόθυμοι να εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον. Ρον ίδιον, άλλωστε, τον Βημοσθένη ενίσχυσε εις πραγματοποίησιν του σχεδίου του και ο εμπρησμός της νήσου. Βιότι προηγουμένως εφοβείτο την απόβασιν, λόγω του ότι η νήσος ως επί το πλείστον δασώδης και καθό ακατοίκητος δεν είχε δρόμους, και εθεώρει ότι τούτο απετέλει πλεονέκτημα υπέρ του εχθρού. Ξράγματι, εκείνοι, επιτιθέμενοι από μέρη όπου δεν εφαίνοντο, ημπορούσαν να προξενούν μεγάλας βλάβας εις τον πολυάριθμον στρατόν, με τον οποίον θ' απεβιβάζετο, καθόσον η διάταξις των δυνάμεών των και τα σφάλματά των θα εκαλύπτοντο από το δάσος, ενώ όλα τα σφάλματα του ιδικού του στρατού θα ήσαν καταφανή, ώστε να ημπορή ο εχθρός να επιτεθή απροσδοκήτως όπου ήθελε, αφού αυτός θα είχε την πρωτοβουλίαν των κινήσεων. Γξ άλλου, εάν ευρίσκετο εις την ανάγκην να επιτεθεί εναντίον του εχθρού εντός του δάσους, ενόμιζεν ότι μικροτέρα δύναμις, η οποία όμως εγνώριζε καλά το έδαφος, θα ήτο ισχυροτέρα από μεγαλυτέραν, η οποία ηγνόει αυτό, και ότι ο στρατός του, όσον πολυάριθμος και αν ήτο, θα κατεστρέφετο προτού το αντιληφθή καλά-καλά, καθόσον τα διάφορα τμήματά του δεν θα ημπορούσαν να βλέπουν που υπήρχεν ανάγκη να σπεύδουν εις αμοιβαίαν βοήθειαν. 30. Ε συμφορά που είχε πάθει εις την Ώιτωλίαν, και η οποία ωφείλετο κατά πολύ εις το εκεί δάσος, έφερε κυρίως τας σκέψεις αυτάς εις τον νουν του Βημοσθένους. Ρα Ώθηναϊκά εν τούτοις πληρώματα, πιεζόμενα από την στενοχωρίαν, απεβιβάζοντο εις την ακρογιαλιάν της Πφακτηρίας, και τοποθετούντα φρουράς εγευμάτιζαν
εκεί, και κάποιος απ' αυτά χωρίς να το θέλη έβαλε φωτιά εις μέρος του δάσους, και επειδή εσηκώθη άνεμος, εκάη εντελώς το μεγαλύτερον μέρος αυτού, πριν καλά καλά να το αντιληφθούν. Θατόπιν τούτου, ο Βημοσθένης, ο οποίος υπώπτευε προηγουμένως ότι ο αριθμός των πολιορκουμένων, δια τους οποίους εστέλλοντο τα τρόφιμα εις την νήσον, ήτο εξωγκωμένος, ημπόρεσε πλέον να διακρίνη καλλίτερα ότι οι Ιακεδαιμόνιοι ήσαν αρκετοί. Γξ άλλου επείσθη ότι η επί της νήσου απόβασις ήτο ευκολωτέρα, και δια τούτο ήρχισε να ετοιμάζη την επιχείρησιν, διότι εθεώρησε τότε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήτο άξιος σοβαρωτέρας προσπάθειας εκ μέρους των Ώθηναίων. Γζήτησεν ως εκ τούτου επικουρίας από τους συμμάχους των πλησίον μερών και ητοίμαζε το κάθε τι. Ν Θλέων, εν τω μεταξύ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναγγείλει εις τον Βημοσθένη την επικειμένην άφιξίν του, έφθασεν εις την Ξύλον επί κεφαλής του στρατού που είχε ζητήσει. Ώφού δε συνηντήθησαν η πρώτη των ενέργεια ήτο να στείλουν κήρυκα εις τον επί της ξηράς Ξελοποννησιακόν στρατόν και να τους προτείνουν, προς αποφυγήν αιματοχυσίας, να διατάξουν, εάν ήθελαν, τους πολιορκουμένους της Πφακτηρίας να παραδοθούν με τα όπλα των, υπό τον όρον ότι θα τους κρατήσουν υπό απλήν επιτήρησιν, έως ότου φθάσουν εις γενικωτέραν συνεννόησιν. 31. Ώι προτάσεις αυταί απερρίφθησαν. Νι Ώθηναίοι επερίμεναν ακόμη μίαν ημέραν, και την νύκτα της επομένης, αφού επεβίβασαν όλους τους οπλίτας εις ολίγα πλοία, απέπλευσαν. Νλίγον δε προτού να ξημερώση, απεβιβάσθησαν εις την νήσον και από τα δύο μέρη, δηλαδή και από το πέλαγος και από τον λιμένα, οπλίται οκτακόσιοι περίπου, και προήλασαν τρέχοντες εναντίον του πρώτου φυλακείου. Ε διάταξις του εχθρικού στρατού είχεν ως εξής. Γις το πρώτον αυτό φυλακείον έμεναν έως τριάντα οπλίται, το κύριον σώμα του στρατού, υπό την αρχηγίαν του Γπιτάδου, ήτο τοποθετημένον πλησίον της πηγής του νερού, εις το κεντρικώτερον και ομαλώτερον μέρος της νήσου, και μικρόν απόσπασμα εφύλαττε την εσχατιάν της νήσου, ακριβώς απέναντι της Ξύλου. Ρο μέρος αυτό όχι μόνον προς την θάλασσαν ήτον απόκρημνον, αλλά και από την ξηράν δυσκόλως ημπορούσε να προσβληθή, καθόσον μάλιστα υπήρχεν εκεί και παλαιόν οχύρωμα κατεσκευασμένον από διαλεκτάς ακατεργάστους πέτρας, το οποίον εσχεδίαζαν οι Ιακεδαιμόνιοι να χρησιμοποιήσουν, εάν εξηναγκάζοντο εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Ροιαύτη ήτο η διάταξις των δυνάμεων του εχθρού. 32. Νι Ώθηναίοι εξολόθρευσαν αμέσως τους φρουρούς του πρώτου φυλακείου, εναντίον του οποίου είχαν προελάσει τρέχοντες. Ρους επρόφθασαν μέσα εις τα κρεββάτια των, ή προσπαθούντας να αναλάβουν τα όπλα των, διότι δεν είχαν αντιληφθή την απόβασιν των Ώθηναίων, αλλ' ενόμιζαν ότι τα πλοία έπλεαν δια την συνειθισμένην νυκτερινήν περιπολίαν. Κε τα χαράγματα, ήρχισε ν' αποβιβάζεται και ο επίλοιπος στρατός, ο οποίος απετελείτο από τους ναύτας εβδομήντα και πλέον πλοίων (εις τα οποία έμειναν μόνον οι κωπηλάται της τελευταίας τάξεως), ο καθείς με τον ιδιαίτερόν του οπλισμόν, από οκτακoσίους τοξότας και όχι ολιγωτέρους πελταστάς, από τους Κεσσηνίους, που είχαν έλθει εις βοήθειαν, και από την φρουράν της Ξύλου, εξαιρουμένων εκείνων που έμεναν ως φρουροί του οχυρώματος. Ν Βημοσθένης διήρεσε τον στρατόν του εις τμήματα, από διακοσίους κατά το μάλλον ή ήττον άνδρας έκαστον, τα οποία κατέλαβαν τα υψηλότερα σημεία της νήσου. Πκοπός του ήτο ο εχθρός, περικυκλωμένος από όλα τα μέρη, να περιέλθη εις την μεγίστην δυνατήν αμηχανίαν, και προσβαλλόμενος από παντού με μεγαλυτέρας δυνάμεις να μη γνωρίζη προς ποίον
μέρος ν' αντιταχθή. Βιότι εάν επετίθετο εναντίον των ευρισκομένων εμπρός, θα τον εκτυπούσαν εκείνοι που ήσαν εις τα νώτα του, εάν δε πάλιν κατά των ευρισκομένων εις την μίαν ή την άλλην πλευράν, θα επλευροκοπείτο από τους παρατεταγμένους εις την αντίθετον. Ξρος οιανδήποτε άλλωστε διεύθυνσιν και αν επροχώρουν, οι ψιλοί στρατιώται του εχθρού θα ευρίσκοντο πάντοτε εις τα νώτα των, και οι στρατιώται αυτοί ήσαν δυσκαταγώνιστοι, καθόσον, οπλισμένοι με τόξα και ακόντια και λίθους και σφενδόνας, εμάχοντο αποτελεσματικώς από μακρυνήν απόστασιν, αφού ούτε να τους καταδιώξη κανείς ημπορούσε, διότι και κατά την φυγήν υπερτέρουν και μόλις ο εχθρός υπεχώρει, τον κατεδίωκαν, χωρίς να του δίδουν καιρόν ν' ανασάνη. Κε τοιαύτας σκέψεις κατήρτισεν ο Βημοσθένης το σχέδιον της αποβάσεως, το οποίον έθετε τώρα εις εφαρμογήν. 33. ταν οι υπό τας αμέσους διαταγάς του Γπιτάδου στρατιώται, οι οποίοι απετέλουν το κύριον μέρος της Ξελοποννησιακής δυνάμεως επί της νήσου, είδαν ότι το πρώτον φυλακείον είχεν εξολοθρευθή, και ότι εχθρικός στρατός ήρχετο προς αυτούς, παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης και επροχώρησαν εναντίον των Ώθηναίων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν αντιμέτωποί των, θέλοντες να συμπλακούν μετ' αυτών εκ του συστάδην. Νι ψιλοί όμως στρατιώται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τα πλάγια και τα νώτα των, έβαλλαν εναντίον των και από τα δύο μέρη και δεν τους άφιναν ούτε την τακτικήν εμπειρίαν των να χρησιμοποιήσουν, ούτε τους οπλίτας να πλησιάσουν, οι οποίοι εξ άλλου δεν αντεπεξήρχοντο, αλλ' έμεναν ακίνητοι. Νπουδήποτε όμως οι ψιλοί στρατιώται τους επλησίαζαν πολύ κατά τας επιθέσεις των, οι Ιακεδαιμόνιοι τους έτρεπαν εις φυγήν. Γκείνοι όμως και υποχωρούντες εξηκολούθουν να μάχωνται, διότι ευκόλως προελάμβαναν να διαφύγουν και ένεκα του ελαφρού οπλισμού των και διότι το έδαφος ήτο ανώμαλον και δύσβατον, καθό πριν ακατοίκητον, και εις τοιούτο έδαφος η καταδίωξις απέβαινεν αδύνατος δια τους Ιακεδαιμονίους, ένεκα του βαρέος οπλισμού των. 34. Ώφού ο αμοιβαίος αυτός ακροβολισμός διήρκεσεν ολίγην ώραν, οι Ιακεδαιμόνιοι δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να εξορμούν με την ιδίαν αποφασιστικότητα προς τα σημεία από τα οποία ο εχθρός τους επετίθετο. Νι ψιλοί στρατιώται, αντιθέτως, εννόησαν ότι η άμυνά των ήρχισεν ήδη να χαλαρώνεται. Ε θέα της καταφανώς μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των τους ενεθάρρυνε περισσότερον από κάθε άλλο. ΐλέποντες, άλλωστε, ότι αι απώλειαί των εξ αρχής ήσαν πολύ μικρότεραι από ό,τι επερίμεναν, εξοικειώθησαν ολίγον κατ' ολίγον με την ιδέαν ότι οι αντίπαλοί των είναι ολιγώτερον φοβεροί παρ' όσον εφαίνοντο κατά την στιγμήν της αποβάσεως, όταν το φρόνημά των ήτο εξησθενημένον από την σκέψιν ότι επρόκειτο ν' αντιμετωπίσουν Ιακεδαιμονίους. Γμπνευσθέντες λοιπόν από αισθήματα καταφρονήσεως απέναντί των, ώρμησαν όλοι μαζύ εναντίον των με μεγάλας κραυγάς, ρίπτοντες εναντίον των λίθους και βέλη ακόντια, ό,τι έκαστος είχε προχειρότερον. Ν αλαλαγμός που συνώδευε την επίθεσιν κατέπληξε τους Ιακεδαιμονίους, οι οποίοι ήσαν ασυνείθιστοι εις τοιούτο είδος μάχης. Γπειδή άλλωστε εσηκώνοντο ουρανομήκη σύννεφα κονιορτού από το προσφάτως καέν δάσος, ήτο αδύνατον να διακρίνη κανείς εμπρός του, ένεκα των βελών και λίθων που ερρίπτοντο πυκνά εις το μέσον του κονιορτού. Φς εκ τούτου, ο άγων από την στιγμήν αυτήν ήρχισε να γίνεται κρίσιμος δια τους Ιακεδαιμονίους, διότι οι θώρακές των, οι οποίοι ήσαν από πίλημα, δεν τους επροστάτευαν απότα βέλη, τα δε δόρατα που εκτυπούσαν επάνω των έσπαζαν και σφηνούμενα επάνω εις τας ασπίδας, έπλητταν τους άνδρας. Νύ-τε ήξευραν πλέον τι να κάμουν, αφού δεν ημπορούσαν να διακρίνουν εξ αποστάσεως, ούτε ν' ακούσουν τα παραγγέλματα, τα οποία κατεπνίγοντο από τους εχθρικούς αλαλαγμούς,
και ο κίνδυνος τους περιεστοίχιζεν από όλα τα μέρη και δεν έβλεπαν κανέν μέσον αμύνης που να τους δίδη ελπίδα σωτηρίας. 35. Ρέλος, όταν ο αριθμός των τραυματιών των ήρχισε να εξογκώνεται, λόγω του ότι περιεστρέφοντο διαρκώς εις το ίδιον μέρος, επύκνωσαν τας τάξεις των και υπεχώρησαν προς το οχύρωμα της εσχατιάς της νήσου, το οποίον δεν απείχε πολύ και το οποίον εφύλαττεν ιδικόν των απόσπασμα. Ώλλά την στιγμήν που ήρχισαν να υποχωρούν, οι ψιλοί στρατιώται, αντλήσαντες νέον θάρρος, επέπεσαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλυτέρους παρά πριν αλαλαγμούς, και εφόνευαν όσους από τους Ιακεδαιμονίους συνελάμβαναν κατά την υποχώρησιν. Νι πολλοί όμως επρόφθασαν να καταφύγουν εις το οχύρωμα, όπου παρετάχθησαν με την εκεί φρουράν, αποφασισμένοι να υπερασπίσουν κάθε ευπρόσβλητον σημείον. Νι Ώθηναίοι τους κατεδίωξαν, αλλ' ένεκα της οχυρότητος της θέσεως, δεν ημπορούσαν να τους υπερφαλαγγίσουν και τους κυκλώσουν, ως εκ τούτου δ' επεχείρησαν να τους εκτοπίσουν δι' επιθέσεως κατά μέτωπον. Γπί πολλήν ώραν, το μεγαλύτερον τωόντι μέρος της ημέρας, οι δύο αντίπαλοι, μολονότι ταλαιπωρούμενοι από την μάχην, την δίψαν και την θερμότητα του ηλίου, αντείχαν προσπαθούντες, οι μεν Ώθηναίοι να εκτοπίσουν τους Ιακεδαιμονίους από τα υψώματα, αυτοί δε να μη ενδώσουν. Ε άμυνα των Ιακεδαιμονίων, άλλωστε, ήτο τώρα ευκολωτέρα παρά πριν, διότι δεν ημπορούσαν να κυκλωθούν από τα πλάγια. 36. Ν αγών δεν εφαίνετο να έχη τέλος, όταν ο αρχηγός των Κεσσηνίων απηυθύνθη προς τον Θλέωνα και τον Βημοσθένη και τους είπεν ότι οι κόποι των πηγαίνουν χαμένοι, αλλ' ότι αν θέλουν να του δώσουν μερικούς τοξότας και άλλους ψιλούς στρατιώτας, δια να επιχειρήση να έλθη εις τα νώτα του εχθρού από οιονδήποτε δρόμον εύρη, αυτός αναλαμβάνει να εκβιάση το αποτέλεσμα τούτο. Ώφού δε του έδωσαν ό,τι εζήτησεν, εξεκίνησε από μέρος, από το οποίον οι άνδρες του ήσαν αθέατοι εις τον εχθρόν, και εσκαρφάλωνε διαρκώς από τα μέρη, όπου το κρημνώδες έδαφος το επέτρεπε, διευθυνόμενος εις μίαν θέσιν, την οποίαν οι Ιακεδαιμόνιοι, εμπιστευόμενοι εις την φυσικήν της οχυρότητα, δεν εφύλατταν. Θαι ύστερον από μακρούς και δυσκόλους ελιγμούς, κατώρθωσε, πριν τον αντιληφθούν, να παρουσιασθή αιφνιδίως εις τα νώτα των, επάνω εις το ύψωμα. Ε εμφάνισίς του κατετρόμαξε τους εχθρούς δια το απροσδόκητόν της, ενώ οι Ώθηναίοι οι οποίοι την επερίμεναν, επήραν νέον θάρρος. Ώπό την στιγμήν αυτήν, οι Ιακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι και από τα δύο μέρη, ευρέθησαν εις την ιδίαν θέσιν που είχαν ευρέθη και οι προπάτορές των εις τας Ζερμοπύλας, διότι, εάν επιτρέπεται να συγκρίνωμεν τα μικρά με τα μεγάλα, και εκείνοι τότε εξωλοθρεύθησαν, διότι οι Ξέρσαι τους περιεκύκλωσαν από την ατραπόν, και αυτοί τώρα έπαθαν το ίδιον. φιστάμενοι ήδη επίθεσιν και από τα δύο μέρη, δεν αντείχαν πλέον, αλλ' αγωνιζόμενοι ολίγοι εναντίον πολλών και εξησθενημένοι σωματικώς από την ανεπάρκειαν της τροφής ήρχισαν να υποχωρούν. Νι Ώθηναίοι, επομένως, ήσαν ήδη κύριοι των προσβάσεων. 37. Ν Θλέων και ο Βημοσθένης, αντιληφθέντες ότι αν οι Ιακεδαιμόνιοι υπεχώρουν, έστω και επ' ελάχιστον ακόμη, θα εξωλοθρεύοντο από τον Ώθηναϊκόν στρατόν, ενώ αυτοί ήθελαν να τους φέρουν ζωντανούς εις τας Ώθήνας, έπαυσαν την μάχην και συνεκράτησαν τον στρατόν των, με την ελπίδα ότι εάν τους προσκαλέσουν να παραδοθούν, ημπορούσε να καμφθή το θάρρος των και να υποκύψουν απέναντι του επικειμένου κινδύνου. Ρους επρότειναν επομένως δια κήρυκος να παραδοθούν με τα όπλα των εις την απόλυτον διάκρισιν των Ώθηναίων.
Άμα οι Ιακεδαιμόνιοι ήκουσαν την πρότασιν, οι πλείστοι εξ αυτών κατέβασαν τας ασπίδας των και ανέσεισαν τα χέρια, εις ένδειξιν αποδοχής. Ώφού δε συνωμολογήθη ανακωχή, ήλθαν εις προσωπικάς διαπραγματεύσεις, ο Θλέων και ο Βημοσθένης με τον αντιπρόσωπον των πολιορκουμένων Πτύφωνα, υιόν του Σάρακος. Ώπό τους προηγουμένους αρχηγούς, ο πρώτος, ο Γπιτάδας, είχε φονευθή, ο Ηπποκράτης, που ήτο διωρισμένος αναπληρωτής του, ήτο εξηπλωμένος κατά γης μεταξύ των νεκρών, και εθεωρείτο ως νεκρός, αν και έζη ακόμη, και ο Πτύφων ήτο διωρισμένος κατά τον νόμον τρίτος, δια ν' αναλάβη την αρχηγίαν, εν περιπτώσει ατυχήματος των δύο άλλων. Νύτος τότε, εξ ονόματος του στρατού του, εδήλωσεν ότι επιθυμούν να στείλουν απεσταλμένον προς τους επί της ξηράς Ιακεδαιμονίους, δια να ζητήσουν οδηγίας περί του πρακτέου. Νι Ώθηναίοι όμως δεν επέτρεψαν να σταλή κανείς από αυτούς, αλλά προσεκάλεσαν οι ίδιοι τους επί της ξηράς να στείλουν τοιούτους απεσταλμένους, οι οποίοι επήγαν και ήλθαν δύο ή τρεις φοράς. Ν τελευταίος απεσταλμένος των επί της στερεάς Ιακεδαιμονίων έφερε την εξής απάντησιν. "Νι Ιακεδαιμόνιοι σας παραγγέλλουν ν' αποφασίσετε σεις οι ίδιοι περί εαυτών, αρκεί να μη κάμετε τίποτε το ατιμωτικόν". Γκείνοι, αφού συνεσκέφθησαν αναμεταξύ των, παρεδόθησαν με τα όπλα των. Ρην ημέραν αυτήν και την ακόλουθον νύκτα οι Ώθηναίοι τους εφρούρουν. Ρην επομένην αφού έστησαν τρόπαιον εις την νήσον διένειμαν τους αιχμαλώτους εις τους τριηράρχους προς φύλαξιν και προέβησαν εις όλας τας άλλας προετοιμασίας δια τον απόπλουν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, έστειλαν κήρυκα και παραλαβόντες τους νεκρούς των τους μετέφεραν εις την στερεάν. Ν αριθμός των νεκρών και των αιχμαλώτων είχεν ως εξής. Ρο σύνολον των οπλιτών, που είχαν αποβιβασθή εις την νήσον, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι το όλον. Γκ τούτων, διακόσιοι ενενήντα δύο μετεφέρθησαν εις Ώθήνας ως αιχμάλωτοι και οι λοιποί είχαν φονευθή. Ώπό τους αιχμαλώτους, Ππαρτιάται ήσαν εκατόν είκοσι περίπου. Ώι απώλειαι των Ώθηναίων ήσαν ολίγαι, διότι μάχη εκ του συστάδην δεν είχε λάβει χώραν. 39. Ε πολιορκία, από την ημέραν της ναυμαχίας έως την ημέραν της μάχης που έγινεν εις την νήσον, διήρκεσεν εβδομήντα δύο το όλον ημέρας. Θατά την διάρκειαν των είκοσι περίπου ήμερων που οι πρέσβεις απουσίασαν, προς διαπραγμάτευσιν συνεννοήσεως, οι πολιορκούμενοι επεσιτίζοντο κανονικώς, αλλά κατά το επίλοιπον διάστημα διετρέφοντο από τα λαθραίως εισαγόμενα τρόφιμα. Θαι ποσότης μάλιστα σίτου ευρέθη εις την νήσον μετά την παράδοσιν και άλλα τρόφιμα που είχαν περισσεύσει, διότι ο αρχηγός Γπιτάδας έδιδεν εις τους στρατιώτας μικροτέρας μερίδας από ό,τι του επέτρεπαν τα μέσα του. Νι Ώθηναίοι και οι Ξελοποννήσιοι απέσυραν τώρα πλέον τον στρατόν των από την Ξύλον και επέστρεψαν εις τα ίδια, και η υπόσχεσις του Θλέωνος, μολονότι τρελλή, επραγματοποιήθη, διότι εντός είκοσι ημερών, όπως είχεν υποσχεθή, έφερε τους πολιορκουμένους εις τας Ώθήνας. 40. Θανέν, τωόντι, γεγονός του πολέμου δεν επροξένησε μεγαλυτέραν από αυτό έκπληξιν μεταξύ των Γλλήνων. Βιότι ο κόσμος είχε την αξίωσιν από τους Ιακεδαιμονίους να μη παραδίδωνται ούτε από πείναν ούτε από καμμίαν άλλην ανάγκην, αλλά ν' αποθνήσκουν με τα όπλα εις χείρας, μαχόμενοι όπως ημπορούσαν. Θανείς δεν επίστευεν ότι εκείνοι που παρέδωσαν τα όπλα των ήσαν άνθρωποι όμοιοι, με τους φονευθέντας. Θαι όταν βραδύτερον, εις κάποιαν περίστασιν, εις από τους συμμάχους των Ώθηναίων ηρώτησεν ένα από τους αιχμαλώτους της Πφακτηρίας, με σκοπόν να τον πειράξη, εάν οι φονευθέντες συναγωνισταί του ήσαν όλοι
γενναίοι και καθώς πρέπει, εκείνος απήντησεν ότι η άτρακτος, εννοών με την λέξιν αυτήν το βέλος, θα είχε τωόντι, μεγάλην αξίαν, εάν διέκρινε τους γενναίους, υπαινιττόμενος με αυτό, ότι οι λίθοι και τα βέλη εφόνευαν αδιακρίτως όσους έτυχε να κτυπήσουν. 41. Κετά την άφιξιν των αιχμαλώτων, οι Ώθηναίοι απεφάσισαν να τους κρατήσουν εις δεσμωτήριον, έως ότου φθάσουν εις συνεννόησιν με τους Ξελοποννησίους, αλλ' εάν οι τελευταίοι εισέβαλλαν προηγουμένως εις την Ώττικήν, θα τους έβγαζαν από την φυλακήν και θα τους εθανάτωναν. Γγκατέστησαν επίσης φρουράν εις την Ξύλον, και οι Κεσσήνιοι της Λαυπάκτου, θεωρούντες το έδαφος τούτο ως πατρίδα των (διότι η Ξύλος αποτελεί μέρος του παλαιού Κεσσηνιακού εδάφους), από τους ιδικούς των, οι οποίοι ελεηλάτουν την Ιακωνικήν και επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τους κατοίκους, καθόσον ωμίλουν την ιδίαν με αυτούς γλώσσαν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι δεν είχαν έως τότε δοκιμάσει εις βάρος των τας ταλαιπωρίας τοιούτου ληστρικού πολέμου, όταν είδαν ότι και οι Γίλωτες ήρχισαν ν' αυτομολούν εις την Ξύλον, εφοβήθησαν μήπως με βίαια κινήματα επιδιωχθή σοβαρά πολιτική μεταβολή εις την χώραν των, και έφεραν βαρέως την κατάστασιν αυτήν. Ώλλά μολονότι δεν ήθελαν ν' αντιληφθούν οι Ώθηναίοι τας ανησυχίας των, εξηκολούθουν να στέλλουν πρεσβείας προς αυτούς, προσπαθούντες να επιτύχουν την απόδοσιν και της Ξύλου και των αιχμαλώτων. Ώλλά των Ώθηναίων αι απαιτήσεις εμεγάλωναν διαρκώς, και μολονότι ήλθαν αλλεπάλληλοι πρεσβείαι, όλαι απεπέμποντο άπρακτοι. Ροιαύτη υπήρξεν η πορεία των γεγονότων της Ξύλου.
Θατά την διάρκειαν του ιδιου θέρους και ευθύς μετά τ' ανωτέρω γεγονότα, οι Ώθηναίοι εξεστράτευσαν εναντίον της Θορινθίας με στόλον ογδοήντα πλοίων, με δύο χιλιάδας ιδικούς των οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οι οποίοι επεβιβάσθη-σαν εις ιππαγωγά πλοία. Γις την εκστρατείαν, της οποίας αρχηγός ήτο ο Λικίας, υιός του Λυκηράτου, με δύο άλλους, έλαβαν μέρος και στρατιωτικά αποσπάσματα της Κιλήτου, της Άνδρου και της Θαρύστου. Ν στόλος προσήγγισε, μόλις εχάραζε, εις την μεταξύ της Τερσονήσου και του Οείτου παραλίαν, της οποίας υπέρκειται ο Πολύγειος λόφος. Γις τον λόφον αυτόν είχαν εγκατασταθή τον παλαιόν καιρόν οι Βωριείς και επολέμουν εναντίον των Ώιολέων, οι οποίοι κατώκουν την Θόρινθον, σώζεται δ' ακόμη και σήμερον επ' αυτού κωμόπολις, ονομαζομένη Πολύγεια. Ώπό την παραλίαν, όπου προσήγγισεν ο στόλος, η κωμόπολις αυτή απέχει δώδεκα στάδια, η Θόρινθος εξήντα και ο Ησθμός είκοσι. Νι Θορίνθιοι, πληροφορηθέντες προηγουμένως από το Άργος την επικειμένην εισβολήν του Ώθηναϊκού στρατού είχαν από πολλάς ημέρας συγκεντρωθή όλοι εις τον Ησθμόν, εκτός από εκείνους που κατώκουν έξω από αυτόν και πεντακοσίων επίσης στρατιωτών που απουσίαζαν εις Ώμπρακίαν και Ιευκάδα, προς προστασίαν των πόλεων αυτών. λοι ανεξαιρέτως οι άλλοι εφρούρουν, δια να ιδούν που θα απεβιβάζοντο οι Ώθηναίοι, οι οποίοι όμως διέφυγαν την προσοχήν των, καταπλεύσαντες πριν εξημερώση ακόμη. Νι Θορίνθιοι, ευθύς ως έμαθαν την είδησιν δι' οπτικού σήματος, αφίσαντες το ήμισυ του στρατού των εις τας Θεγχρεάς, εκ φόβου μήπως οι Ώθηναίοι επιτεθούν κατά του Θρομμυώνος, έσπευσαν με το άλλο ήμισυ δια να τους αποκρούσουν. 43. Ν ΐάττος, εις από τους δύο παρόντας εις την μάχην Θορινθίους στρατηγούς, επήρεν απόσπασμα του στρατού και ήλθεν εις την Πολύγειαν, η οποία ήτο ατείχιστος, δια να την προστατεύση. Ν άλλος στρατηγός, ο Ιυκόφρων, επί κεφαλής του επίλοιπου στρατού, ήρχισε την μάχην. Νι Θορίνθιοι προσέβαλαν πρώτον το
δεξιόν κέρας, το οποίον είχεν αποβιβασθή ευθύς και ακριβώς εμπρός από την Τερσόνησον, και έπειτα και τον άλλον στρατόν των Ώθηναίων. Ε μάχη ήτο πεισματώδης και διεξήγετο καθ' όλον το μέτωπον σώμα με σώμα. Ρο δεξιόν κέρας των Ώθηναίων και οι Θαρύστιοι, οι οποίοι ήσαν παρατεταγμένοι εις το άκρον δεξιόν, εδέχθησαν την επίθεσιν των Θορινθίων, χωρίς να κλονισθούν, και τους απώθησαν μάλιστα, μολονότι με δυσκολίαν. Νι Θορίνθιοι υπεχώρησαν προς ένα ξηρότοιχον και επειδή το μέρος ήτο κατωφερικόν, ήρχισαν να λιθοβολούν τους Ώθηναίους, οι οποίοι ευρίσκοντο προς τα κάτω, έψαλαν τον παιάνα και τους επετέθησαν εκ νέου. Γκείνοι εδέχθησαν την επίθεσιν, χωρίς να κλονισθούν, και η μάχη διεξήγετο πάλιν σώμα με σώμα. Ώπόσπασμα Θορινθίων, το οποίον έσπευσεν εις ενίχυσιν του αριστερού των κέρατος, ηνάγκασε το δεξιόν των Ώθηναίων να υποχωρήση και τους κατεδίωξε δραστηρίως μέχρι της θαλάσσης. Ώλλά μόλις έφθασαν εις τα πλοία, έστρεψαν πάλιν οι Ώθηναίοι και οι Θαρύστιοι εναντίον του εχθρού. Ν επίλοιπος στρατός των δύο μερών εξηκολούθει να μάχεται χωρίς διακοπήν, το δεξιόν ιδίως κέρας των Θορινθίων, υπό την αρχηγίαν του Ιυκόφρονος, προσεπάθει ν' αποκρούση το αριστερόν των Ώθηναίων, διότι εφοβείτο ότι οι Ώθηναίοι θα επιτεθούν εναντίον της Πολυγείας. 44. Γπί πολλήν ώραν αντείχαν και οι δύο, χωρίς να υποχωρή ο ένας απέναντι του άλλου. Γπί τέλους, οι Ώθηναίοι, οι οποίοι είχαν το πλεονέκτημα της συμπράξεως ιππικού, που εστερούντο οι αντίπαλοί των, απώθησαν το δεξιόν των Θορινθίων και τους ηνάγκασαν να υποχωρήσουν προς τον Πολύγειον λόφον, όπου εστάθμευσαν, και δεν κατέβαιναν εκείθεν, ησυχάζοντες. Ρας μεγαλυτέρας απωλείας έπαθαν οι Θορίνθιοι, κατά την ήτταν αυτήν του δεξιού των. Κεταξύ δε των φονευθέντων ήτο και ο στρατηγός Ιυκόφρων. Ν επίλοιπος στρατός, χωρίς να καταδιωχθή πολύ και χωρίς να λάβη η υποχώρησίς του τον χαρακτήρα εσπευσμένης φυγής, αφού ηναγκάσθη να υποχωρήση, επέστρεψεν εις τα υψώματα, όπου και εγκατεστάθη. Νι Ώθηναίοι, βλέποντες ότι ο εχθρός δεν επανήρχετο προς επανάληψιν της μάχης, έστησαν αμέσως τρόπαιον, και ήρχισαν να σκυλεύουν τους νεκρούς των εχθρών και συλλέγουν τους ιδικούς των. Γν τω μεταξύ, το ήμισυ του Θορινθιακού στρατού, που είχε μείνει στρατοπεδευμένον εις τας Θεγχρεάς, δια ν' αποκρούση ενδεχομένη ν απόβασιν των Ώθηναίων εναντίον του Θρομμυώνος, ημποδίζετο από το όρος νειον να ίδουν την μάχην. Ώλλ' άμα ως είδαν τον κονιορτόν που εσηκώνετο, και εννόησαν τι συμβαίνει έτρεξαν ευθύς εις βοήθειαν. Ρο ίδιον άλλωστε έκαμαν, άμα είδαν τα γενόμενα, και οι πρεσβύτεροι των Θορινθίων, οι οποίοι είχαν μείνει εις την πόλιν. Νι Ώθηναίοι, βλέποντες τους επερχόμενους αθρόους και νομίσαντες ότι ήρχετο προς τους Θορινθίους επικουρία από τους Ξελοποννησίους των πλησιεστέρων μερών, επέστρεψαν εσπευσμένως εις τον στόλον των, μαζύ με τα σκύλα και τους νεκρούς των, εκτός δύο, τους οποίους εγκατέλειψαν, διότι δεν ημπόρεσαν να τους εύρουν. Ώφού δ' επεβιβάσθησαν εις τα πλοία, διεπεραιώθησαν εις παρακείμενα νησιά, και στείλαντες από εκεί κήρυκα, εζήτησαν την άδειαν και παρέλαβαν τους εγκαταλειφθέντας νεκρούς των. Θατά την μάχην εφονεύθησαν διακόσιοι δώδεκα Θορίνθιοι και από τους Ώθηναίους όχι ολιγότεροι από πενήντα. 45. Νι Ώθηναίοι απέπλευσαν από τας νήσους και την ιδίαν ημέραν ηγκυροβόλησαν εις τον Θρομμυώνα, ο οποίος ανήκει εις την περιφέρειαν της Θορίνθου και απέχει, από την πόλιν αυτήν εκατόν είκοσι στάδια. Ώφού δε ηρήμωσαν την χώραν, διανυκτέρευσαν εκεί. Ρην επομένην, έπλευσαν κατά μήκος της ακτής, και αφού πρώτον ενήργησαν απόβασιν μικράς διαρκείας εις την περιφέρειαν της Γπιδαύρου, ήλθαν ύστερον εις τα Κέθανα, τα οποία κείνται μεταξύ Γπιδαύρου και Ρροιζήνος, και αφού κατέλαβαν τον Ησθμόν της χερσονήσου,
όπου κείται, τον απεχώρισαν από την στερεάν δια τείχους. Θαι εγκαταστήσαντες φρουράν, ενήργουν του λοιπού ληστρικάς επιδρομάς εις τας περιφερείας της Ρροιζήνος, της Ώλιάδος και της Γπιδαύρου. Ώφού δε συνεπληρώθη το τείχος του ισθμού, επέστρεψαν με τον στόλον των εις τα ίδια. Ρέλος του εμφυλίου πολέμου εις την Θέρκυραν
Ρην ιδίαν εποχήν που τα γεγονότα αυτά ελάμβαναν χώραν, ο Γυρυμέδων και ο Ποφοκλής απέπλευσαν με την μοίραν του Ώθηναϊκού στόλου από την Ξύλον δια την Πικελίαν. ταν έφθασαν εις την Θέρκυραν, ηνώθησαν με τους Θερκυραίους της πόλεως και εξεστράτευσαν εναντίον των επί του όρους Ηστώνης εγκατεστημένων ολιγαρχικών, οι οποίοι μετά την επανάστασιν επέστρεψαν εις την νήσον, όπως διηγήθην ήδη, έγιναν κύριοι της υπαίθρου χώρας και επροξένουν μεγάλας ζημίας. Ρο οχύρωμά των εκυριεύθη εξ εφόδου. Νι ίδιοι όμως κατέφυγαν αθρόοι επάνω εις ύψωμα και εσυνθηκολόγησαν, υπό τον όρον να παραδώσουν τους μισθοφόρους στρατιώτας και τα όπλα των και δεχθούν ό,τι ο Ώθηναϊκός λαός θ' αποφασίση περί της τύχης των. Νι στρατηγοί τους μετέφεραν εις την νήσον Ξτυχίαν, δια να κρατηθούν εκεί, έως ότου σταλούν εις τας Ώθήνας, με την συμφωνίαν ότι δεν θα πάθουν τίποτε, αλλά και υπό τον όρον ότι αν κανείς συλληφθή προσπαθών να φύγη, η συμφωνία θα εθεωρείτο αυτοδικαίως άκυρος δι' όλους. Νι αρχηγοί της δημοκρατικής μερίδος των Θερκυραίων όμως φοβούμενοι ότι όταν μεταφερθούν εις Ώθήνας, οι Ώθηναίοι δεν θα τους θανατώσουν, έστησαν την εξής παγίδα. Ξροσποιούμενοι ενδιαφέρον, έστειλαν εις την νήσον Ξτυχίαν, χωρίς να φανούν οι ίδιοι, φίλους μερικών κρατουμένων, τους οποίους ωδήγησαν να τους είπουν ότι το καλλίτερον δι' αυτούς ήτο να δραπετεύσουν άνευ αναβολής, και ότι οι ίδιοι αναλαμβάνουν να τους έχουν έτοιμον πλοίων, διότι οι στρατηγοί των Ώθηναίων, όπως τους εβεβαίωναν, επρόκειτο να τους παραδώσουν εις τους δημοκρατικούς της Θερκύρας. 47. Ε παγίς επέτυχε. Ρο πλοίον ητοιμάσθη. Ώλλ' οι παγιδευθέντες συνελήφθησαν την ώραν που εξέπλεαν. Γπομένως, η συμφωνία ηκυρώθη αυτοδικαίως και όλοι οι κρατούμενοι παρεδόθησαν εις την Θερκυραϊκήν κυβέρνησιν. Γκείνο όμως που συνετέλεσε προ πάντων δια να πιστευθή το πρόσχημα και οι επινοήσαντες την επιβουλήν να την θέσουν εις εκτέλεσιν χωρίς φόβον ήτο το γεγονός, ότι όλος ο κόσμος εννοούσεν ότι οι Ώθηναίοι στρατηγοί, ηναγκασμένοι αυτοί να πλεύσουν εις την Πικελίαν, δεν ήθελαν η μεταφορά των αιχμαλώτων εις τας Ώθήνας να γίνη από άλλους, οι οποίοι και θα επωφελούντο της τιμής ότι τους μετέφεραν εκεί. ταν τους παρέλαβαν, οι Θερκυραίοι τους ενέκλεισαν εντός ευρυχώρου οικοδομής. Έπειτα τους έβαζαν απ' εκεί ανά είκοσι και τους ηνάγκαζαν, δεμένους τον ένα με τον άλλον, να βαδίζουν δια μέσου δύο στοίχων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν παρατεταγμένοι από τα δύο μέρη, και οσάκις έβλεπαν κανένα εχθρόν των, τον εκτύπων και τον εμαχαίρωναν, ενώ άλλοι ροπαλοφόροι, βαδίζοντες δίπλα των, ηνάγκαζαν τους καθυστερούντας να ταχύνουν το βήμα των. 48. Γξήντα περίπου από τους αιχμαλώτους έβγαλαν κατ' αυτόν τον τρόπον και εφόνευσαν, πριν εννοηθούν από τους λοιπούς κρατουμένους, οι οποίοι υπέθεταν ότι τους έβγαζαν δια να τους μεταφέρουν κάπου αλλού. ταν όμως έμαθαν τα συμβάντα από κάποιον που τους εφανέρωσε, επεκαλέσθησαν την παρέμβασιν των Ώθηναίων και τους εξώρκιζαν, εάν θέλουν τον θάνατόν των, να τους φονεύσουν οι ίδιοι. Ερνούντο επίσης να εξέλθουν του λοιπού από την οικοδομήν και εδήλωσαν ότι αν ημπορέσουν δεν θ' αφίσουν κανένα να εισέλθη.
Νι Θερκυραίοι, εν τούτοις, δεν εσκέφθησαν ούτε οι ίδιοι να παραβιάσουν τας θύρας. Ώνέβησαν όμως εις την στέγην, ήνοιξαν την οροφήν, και ήρχισαν να ρίπτουν εναντίον των κεραμίδια και τους τοξεύουν κάτω. Νι αιχμάλωτοι επροφυλάσσοντο όπως ημπορούσαν, και συγχρόνως πολλοί ήρχισαν ν' αυτοκτονούν, άλλοι εμπήγοντες εις τον λαιμόν των τα βέλη, τα οποία ετόξευαν οι αντίπαλοι εναντίον των, άλλοι απαγχονιζόμενοι με σχοινιά, τα οποία αφήρουν από μερικά κρεββάτια που έτυχε να ευρίσκωνται εκεί, ή με λωρίδας, καμωμένας από ενδύματά των. Ρούτο εξηκολούθησε τωόντι κατά το μεγαλύτερον μέρος της νυκτός, διότι η νυξ είχεν επέλθει κατά την διάρκειαν της συμφοράς των, έως ότου, αυτοκτονούντες με τον ένα ή τον άλλον τρόπον, ή βαλλόμενοι από τους ευρισκομένους επάνω εις την στέγην, εξωλοθρεύθησαν. ταν εξημέρωσεν, οι Θερκυραίοι τους εστοίβαξαν επάνω εις κάρρα, εις αλλεπάλληλα κατά μήκος και κατά πλάτος στρώματα, και τους μετέφεραν έξω από την πόλιν. Ρας γυναίκας, εξ άλλου, όσαι είχαν συλληφθή εντός του οχυρώματος, επώλησαν ως δούλας. Θατά τοιούτον τρόπον εξωλόθρευσεν η δημοκρατική μερίς των Θερκυραίων τους ολιγαρχικούς που είχαν καταφύγει εις την Ηστώνην. Κε τον εξολοθρευμόν των, ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος διήρκεσε τόσον πολύν καιρόν, έληξεν, όσον αφορά τουλάχιστον τον παρόντα πόλεμον. Βιότι, ό,τι απέμεινεν από τους ολιγαρχικούς ήτο πλέον ανάξιον λόγου. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, απέπλευσαν, σύμφωνα με το αρχικόν δρομολόγιόν των, εις Πικελίαν, όπου συνέχισαν τας εχθροπραξίας, από κοινού με τους εκεί συμμάχους των.
ταν ετελείωνε το θέρος, η Ώθηναϊκή φρουρά της Λαυπάκτου και οι Ώκαρνάνες εξεστράτευσαν κατά του Ώνακτορίου, πόλεως Θορινθιακής κειμένης εις την είσοδον του Ώμπρακικού κόλπου, και την κατέλαβαν δια προδοσίας των κατοίκων. Νι Ώκαρνάνες, ακολούθως, διώξαντες τους Θορινθίους, κατώκησαν οι ίδιοι του λοιπού το Ώνακτόριον, με αποίκους τους οποίους έστειλαν από τα διάφορα τμήματα της ομοσπονδίας των. Κε τα γεγονότα αυτά έληξε το θέρος.
Θατά τον επόμενον χειμώνα, ο Ώριστείδης, υιός του Ώρχίππου, εις από τους αρχηγούς των Ώθηναϊκών πλοίων, τα οποία είχαν σταλή προς είσπραξιν των καθυστερουμένων φόρων των συμμάχων, συνέλαβεν εις την Ειόνα, πλησίον του Πτρυμόνος, τον Ξέρσην Ώρταφέρνη, ο οποίος μετέβαινεν εις την Ιακεδαίμονα ως απεσταλμένος του ΐασιλέως. Ώφού τον μετέφεραν εις Ώθήνας, οι Ώθηναίοι διέταξαν την μετάφρασιν της επιστολής, την οποίαν έφερε και η οποία ήτο γραμμένη με Ώσσυριακούς χαρακτήρας, και την ανέγνωσαν. Κεταξύ πολλών άλλων ζητημάτων, τα οποία εθίγοντο εις αυτήν, σπουδαιοτάτη ήτο δήλωσις του ΐασιλέως προς τους Ιακεδαιμονίους, ότι δεν εννοεί τι ζητούν, διότι, μολονότι ήλθαν πολλοί πρέσβεις προς αυτόν, κανείς δεν συνεφώνει με τον άλλον. Γπομένως, εάν θέλουν να εξηγηθούν σαφώς, να στείλουν προς αυτόν αντιπροσώπους των μαζί με τον Ώρταφέρνη. Ρον Ώρταφέρνη αυτόν, συνοδευόμενον από πρέσβεις, απέστειλαν ακολούθως οι Ώθηναίοι δια τριήρους εις την Έφεσον. Γπειδή όμως ο βασιλεύς Ώρταξέρξης, υιός του Μέρξου, είχεν αποθάνει κατά τη εποχήν εκείνην, οι πρέσβεις, μαθόντες τούτο κατά την εκεί άφιξίν των, επέστρεψαν εις Ώθήνας.
Θατά τον ίδιον χειμώνα, κατηδάφισαν και οι Τίοι το τείχος που είχαν νεωστί κατασκευάσει συνεπεία απαιτήσεως των Ώθηναίων, οι οποίοι τους υπώπτευαν ότι σχεδιάζουν ν' αποστατήσουν. Γπέτυχαν όμως προηγουμένως από τους Ώθηναίους επίσημον εγγύησιν και υπόσχεσιν ότι δεν θα πάθουν τίποτε. Πυγχρόνως έληξεν ο χειμών και μαζί με αυτόν έληξε το έβδομον έτος του πολέμου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Γις την αρχήν του επομένου θέρους έλαβε χώραν μερική έκλειψις του ηλίου, κατά την πρώτην ημέραν του σεληνιακού μηνός, και κατά το πρώτον δεκαήμερον του ιδίου σεισμός. Νι περισσότεροι φυγάδες της Κυτιλήνης και της λοιπής Ιέσβου, χρησιμοποιούντες ως ορμητήριον την απέναντι στερεάν, εστρατολόγησαν μισθοφόρους και από τα πέριξ μέρη και από την Ξελοπόννησον, και κατέλαβαν το Οοίτειον, το οποίον όμως απέδωσαν πάλιν, χωρίς να προξενήσουν καμμίαν ζημίαν, αφού έλαβαν ως λύτρα δύο χιλιάδας στατήρας της Σωκαίας. Ώκολούθως, εξεστράτευσαν εναντίον της Ώντάδρου και κατέλαβαν την πόλιν δια προδοσίας των κατοίκων. Ρο σχέδιόν των ήτο να ελευθερώσουν και τας άλλας πόλεις, τας ονομαζομένας Ώκταίας αι οποίαι ανήκαν πριν εις τους Κυτιληναίους, αλλά κατείχοντο ήδη από τους Ώθηναίους, προ πάντων όμως ενδιεφέροντο δια την Άντανδρον. Ήτο τωόντι εύκολος η εκεί κατασκευή πλοίων και άλλων πολεμικών ειδών, ένεκα της αφθονίας της ξυλείας, την οποίαν εξησφάλιζε το γεγονός ότι η πόλις κείται εις τους πρόποδας της Ίδης. Θαι το σχέδιόν των ήτο, αφού ενισχύσουν την οχύρωσίν της, να την χρησιμοποιήσουν ως κατάλληλον ορμητήριον, όχι μόνον δια να βλάπτουν την πλησίον κειμένην Ιέσβον, αλλά και δια να γίνουν κύριοι των Ώιολικών πόλεων της στερεάς. Ρην εκτέλεσιν των σχεδίων τούτων επρόκειτο ήδη να ετοιμάσουν.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι Ώθηναίοι υπό την αρχηγίαν του Λικίου, υιού του Λικηράτου, του Λικοστράτου, υιού του Βιειτρέφους, και του Ώυτοκλέους, υιού του Ρολμαίου, εξεστράτευσαν εναντίον των Θυθήρων, με εξήντα πλοία δύο χιλιάδας οπλίτας και ολίγους ιππείς, συνοδευόμενοι και από απόσπασμα Κιλησίων και άλλων συμμάχων. Ρα Θύθηρα είναι νήσος κειμένη πλησίον της Ιακωνικής, απέναντι του Καλέα. Νι κάτοικοί της είναι Ιακεδαιμόνιοι, από τους Ξεριοίκους, και κατ' έτος εστέλλετο εκεί από την Ππάρτην άρχων, καλούμενος "Θυθηροδίκης". Νι Ιακεδαιμόνιοι διετήρουν εκεί φρουράν οπλιτών, την οποίαν ανενέωναν τακτικά, και εδείκνυαν πολύ ενδιαφέρον δια την νήσον. Βιότι όχι μόνον εχρησίμευεν ως σταθμός ανεφοδιασμού δια τα εμπορικά πλοία, που ήρχοντο από την Ώίγυπτον και την Ιιβύην, αλλά και, επειδή εκτείνεται ολόκληρος προς το Πικελικόν και το Θρητικόν πέλαγος, τους επροστάτευε συγχρόνως εναντίον πειρατικών επιδρομών από το μέρος της θαλάσσης, από το οποίον και μόνον ημπορούσε να υποστή λεηλασίας η Ιακωνική. 54. Κετά τον κατάπλουν του Ώθηναϊκού στόλου εις Θύθηρα, οι Ώθηναίοι με δέκα πλοία και δισχιλίους Κιλησίους οπλίτας κατέλαβαν την παραθαλλάσιαν πόλιν Πκάνδειαν. Ν λοιπός στρατός απεβιβάσθη εις το μέρος της νήσου, το απέναντι του Καλέα, και ήρχισε να προελαύνη κατά της μεσογείου πόλεως των
Θυθήρων, και μετ' ολίγον συνήντησεν ολόκληρον την εγχωρίαν δύναμιν στρατοπεδευμένην. Θατά την μάχην, η οποία συνεκροτήθη, οι Θυθήριοι ολίγην μόνον ώραν αντεστάθησαν, έπειτα έστρεψαν τα νώτα και κατέφυγαν εις την μεσόγειον πόλιν και ακολούθως παρεδόθησαν εις τον Λικίαν και τους συναρχηγούς του, αναθέσαντες εις τον Ώθηναϊκόν λαόν ν' αποφασίση περί της τύχης των, εξαιρουμένης μόνον της εις θάνατον καταδίκης. Ν Λικίας, άλλωστε, είχεν έλθει προηγουμένως εις διαπραγματεύσεις με μερικούς Θυθηρίους, πράγμα το οποίον και τότε διηυκόλυνε την συνεννόησιν, και βραδύτερον εξησφάλισεν εις τους κατοίκους συμφερωτέρους όρους. Ών έλειπαν, τωόντι, αι διαπραγματεύσεις αυταί, οι Ώθηναίοι θα εξετόπιζαν τους Θυθηρίους, όχι μόνον διότι είναι Ιακεδαιμόνοι, αλλά και διότι η νήσος κείται εις τόσον επίκαιρον θέσιν απέναντι της Ιακωνικής. Κετά την συνθηκολογίαν, οι Ώθηναίοι εγκατεστάθησαν οριστικώς εις την παρά τον λιμένα πόλιν της Πκανδείας, έλαβαν όσα άλλα μέτρα ήσαν αναγκαία δια την εξασφάλισιν της νήσου, και έπλευσαν εις την Ώσίνην, το Έλος και τας περισσοτέρας άλλας παραλίους πόλεις της Ιακωνικής, όπου, ενεργούντες αποβάσεις και καταυλιζόμενοι, εις επίκαιρα σημεία του εδάφους, προέβησαν εις ερήμωσιν της χώρας επί μίαν περίπου εβδομάδα. 55. Κολονότι οι Ιακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι οι Ώθηναίοι κατέχουν τα Θύθηρα, εφοβήθησαν συγχρόνως ότι θα ενήργουν τοιαύτας αποβάσεις και εις το ιδικόν των ακόμη έδαφος, δεν συνεκέντρωσαν όμως πουθενά τας δυνάμεις των, δια ν' αντιταχθούν. Έστειλαν, εν τούτοις, προς φρούρησιν ισχυρά στρατιωτικά αποσπάσματα εις διάφορα μέρη της χώρας, αναλόγως των αναγκών εκάστου μέρους, και εν γένει έλαβαν πολλά προφυλακτικά μέτρα, διότι εφοβούντο μήπως δια βίαιου κινήματος επιδιωχθή μεταβολή της πολιτειακής καταστάσεως. Γίχαν ήδη υποστή την μεγάλην και απροσδόκητον συμφοράν της Πφακτηρίας, η Ξύλος και τα Θύθηρα ευρίσκοντο εις χείρας των εχθρών, και ο πόλεμος τους ηπείλει από όλα τα σημεία με ταχέα πλήγματα, κατά των οποίων έγκαιρος προφύλαξις δεν ήτο δυνατή. Φς εκ τούτου, ωργάνωσαν, παρά την συνήθειάν των, σώμα τετρακοσίων ιππέων και τοξοτών. Γις τας πολεμικάς των, εξ άλλου, επιχειρήσεις εδείχθησαν πολύ περισσότερον διστακτικοί τώρα παρά κάθε άλλην προηγουμένην φοράν, λόγω του ότι είχαν περιπλακή εις πόλεμον ναυτικόν, δια τον οποίον η στρατιωτική των προετοιμασία ήτο όλως διόλου ξένη, και μάλιστα εναντίον των Ώθηναίων, οι οποίοι την παράλειψιν τολμήματος εθεώρουν πάντοτε ως θετικήν απώλειαν εκείνου, το οποίον κατά την ιδέαν των ημπορούσε να κατορθωθή. Πυγχρόνως, τα απροσδόκητα πλήγματα της τύχης, τα οποία επήλθαν τόσον πολλά εις διάστημα τόσον ολίγον, τους κατετρόμαξαν, και κατείχοντο από τον φόβον μήπως περιπέσουν και πάλιν εις συμφοράν καθώς εκείνην της Πφακτηρίας. Βι' αυτό δε και έγιναν ατολμότεροι εις το ν' αντιμετωπίζουν τους κινδύνους μάχης, δίοτι ενόμιζαν ότι κάθε επιχείρησίς των θ' αποτύχη, καθόσον ασυνήθιστοι προηγουμένως εις ατυχίας, είχαν χάσει τώρα κάθε αυτοπεποίθησιν.
Βια τούτο, και τον καιρόν που οι Ώθηναίοι ηρήμωναν την Ιακωνικήν παραλίαν, οι Ιακεδαιμόνιοι, ως επί το πλείστον, έμεναν ήσυχοι διότι εις την ψυχικήν κατάστασιν που ευρίσκοντο, κάθε στρατιωτικόν απόσπασμα, το οποίον εφύλαττεν εν μέρος, όπου τυχόν εγίνετο απόβασις, εθεώρει ότι η αριθμητική του αδυναμία δεν του επέτρεπε ν' αντισταθή. Γν τοιούτον απόσπασμα το οποίον έτυχε ν' αντιταχθή πλησίον της Θοτύρτης και της Ώφροδισίας, έτρεψεν εις φυγήν δι' αιφνιδίας επιθέσεως στίφος ψιλών στρατιωτών, οι οποίοι ήσαν διεσπαρμένοι, αλλ' όταν ευρέθη αντιμέτωπον προς τους οπλίτας, υπεχώρησε πάλιν, αφού έχασε μερικούς άνδρας και όπλα. Νι Ώθηναίοι, αφού έστησαν τρόπαιον, απέπλευσαν εις Θύθηρα. Ώπ' εκεί, αφού έκαμψαν τον
Καλέαν, έπλευσαν εις Γπίδαυρον την Ιιμηράν, όπου ηρήμωσαν μέρος της χώρας, και ακολούθως εις την Ζυρέαν, η οποία κείται εις την επαρχίαν, την καλουμένην Θυνουρίαν, μεταξύ Ώργολίδος και Ιακωνικής. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εις τους οποίους ανήκεν η Ζυρέα, την είχαν παραχωρήσει εις τους εξορίστους Ώιγινήτας προς κατοικίαν, και δια τας υπηρεσίας που τους είχαν προσφέρει κατά την εποχήν του σεισμού και της επαναστάσεως των Γιλώτων, και διότι ηκολούθησαν πάντοτε την πολιτικήν των, μολονότι ήσαν υπήκοοι των Ώθηναίων. 57. ταν επλησίαζεν ο Ώθηναϊκός στόλος, οι Ώιγινήται εγκατέλειψαν το φρούριον, το οποίον έκτιζαν τότε πλησίον της θαλάσσης, και απεσύρθησαν εις την άνω πόλιν, η οποία απέχει από την θάλασσαν δέκα περίπου στάδια, και όπου είχαν την κατοικίαν των. Γν από τα στρατιωτικά αποσπάσματα, που είχαν στείλει οι Ιακεδαιμόνιοι εις διάφορα μέρη της χώρας, και το οποίον τους εβοήθει εις την οικοδομήν του φρουρίου, ηρνήθη, παρά τας παρακλήσεις των Ώιγινητών, να εισέλθη μαζί των εντός του τείχους της πόλεως, διότι εθεώρησεν επικίνδυνον να εγκλεισθή εντός αυτού. Ώπεσύρθη, λοιπόν, εις τα υψώματα, όπου έμενεν εις αδράνειαν, διότι εθεώρει ότι δεν ήτο εις θέσιν ν' αντιμετωπίση τους Ώθηναίους, οι οποίοι κατέπλευσαν εν τω μεταξύ και εβάδισαν αμέσως με όλον των τον στρατόν εναντίον της Ζυρέας, την οποίαν και εκυρίευσαν. Θαι αφού διήρπασαν την πόλιν, την έκαυσαν και επέστρεψαν εις τας Ώθήνας, φέροντες αιχμαλώτους τους Ώιγινήτας, όσοι δεν είχαν φονευθή κατά την μάχην, και τον Ιακεδαιμόνιον αρμοστήν της πόλεως, Ράνταλον, υιόν του Ξατροκλέους, ο οποίος, τραυματισθείς, ηχμαλωτίσθη. Ξαρέλαβαν επίσης και ολίγους Θυθηρίους, τους οποίους εθεώρησαν ότι επεβάλλετο να εκτοπίσουν, χάριν ασφαλείας. Ρους τελευταίους αυτούς ο Ώθηναϊκός λαός απεφάσισε να τοποθετήση προς φύλαξιν εις τας νήσους, ενώ εις τους άλλους Θυθηρίους επέτρεψε να κατοικούν την νήσον των, πληρώνοντες τέσσαρα τάλαντα ετήσιον φόρον. λους όμως τους Ώιγινήτας αιχμαλώτους, ένεκα της προηγουμένης πατροπαραδότου έχθρας των, απεφάσισαν να θανατώσουν, και να φυλακίσουν τον Ράνταλον μαζί με τους άλλους Ιακεδαιμονίους, τους αιχμαλωτισθέντας εις την Πφακτηρίαν.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, συνωμολογήθη εις την Πικελίαν ανακωχή, κατ' αρχάς μόνον μεταξύ των κατοίκων της Θαμαρίνης και της Αέλας. Έπειτα όμως και οι άλλοι Έλληνες της Πικελίας απέστειλαν από όλας τας πόλεις εις την Αέλαν πρέσβεις, οι οποίοι συνήλθαν εις συνδιάσκεψιν, δια να επιδώξουν την συνδιαλλαγήν. Ξολλαί γνώμαι εξηνέχθησαν υπέρ και κατά, και οι αντιπρόσωποι των διαφόρων πόλεων δεν ημπορούσαν να συμφωνήσουν, διότι καθείς απήτει την επανόρθωσιν των δικαίων, ως ενόμιζε, παραπόνων της πόλεώς του. Ρέλος, ο Πυρακούσιος Γρμοκράτης, υιός του Έρμωνος, ο οποίος και επηρέασε περισσότερον από κάθε άλλον τους αντιπροσώπους της συνδιασκέψεως, ωμίλησε προς αυτούς ως εξής : 59. "Πικελιώται, ως αντιπρόσωποι πόλεως, η οποία ούτε η ασθενεστάτη βεβαίως είναι, ούτε η περισσότερον δοκιμαζομένη από τον πόλεμον, λαμβάνω τον λόγον, δια να εκφράσω την γνώμην, η οποία θεωρώ ότι εξυπηρετεί καλλίτερον το κοινόν συμφέρον της Πικελίας. Βεν έχω, βεβαίως, ανάγκην να μακρηγορήσω, αναζητών και εκθέτων όλα τα δεινά, που συνεπάγεται ο πόλεμος, διότι τα γνωρίζετε. Θανείς, τωόντι, δεν παρασύρεται εις αυτόν από άγνοιαν των δεινών του, και κανείς δεν αποτρέπεται από φόβον, εφόσον πιστεύει ότι θα πορισθή πλεονεκτήματα. Ώλλ' η αλήθεια είναι ότι ο εις επιτίθεται, διότι κρίνει τα προσδοκώμενα κέρδη
μεγαλύτερα από τους κινδύνους, και ο άλλος είναι αποφασισμένος ν' αντιμετωπίση τους κινδύνους μάλλον, παρά ν' ανεχθή άμεσον ζημίαν των συμφερόντων του, έστω και παραμικράν. Νσάκις όμως οι δύο αντίπαλοι ενεργούν ανοήτως κατ' αυτόν τον τρόπον, τότε αι περί συνδιαλλαγής παραινέσεις είναι χρήσιμοι, πράγμα το οποίον εάν αναγνωρίσωμεν και ημείς σήμερον, ημπορούμεν να πορισθώμεν μεγίστην ωφέλειαν. Βιότι, όπως εις τας αρχάς ελάβαμεν τα όπλα δια να προαγάγωμεν, βέβαια, έκαστος τα συμφέροντα της πόλεώς του, και τώρα δοκιμάζομεν να συνδιαλλαχθώμεν δια της συζητήσεως των συγκρουομένων επιχειρημάτων μας, και αν μεθ' όλα ταύτα δεν κατορθώσωμεν, πριν αποχωρισθώμεν, να ικανοποιήσωμεν έκαστος το συμφέρον της πόλεώς του, θα επαναλάβωμεν πάλιν τας εχθροπραξίας.
60. "Θαι εν τούτοις καθήκον έχομεν να εννοήσωμεν ότι η συνδιάσκεψις εδώ αυτή, εάν σωφρονούμεν, δεν πρέπει ν' απασχοληθή με τα ιδιαίτερα μόνον συμφέροντα εκάστης πόλεως, αλλά και με το ζήτημα, εάν είμεθα εις καιρόν ακόμη να σώσωμεν ολόκληρον την Πικελίαν, εναντίον της οποίας, καθώς εγώ πιστεύω, στρέφονται αι επιβουλαί των Ώθηναίων. Ξολύ άλλωστε πειστικώτερον από τους λόγους μου επιχείρημα υπέρ της ανάγκης της συνδιαλλαγής μας πρέπει να θεωρήσωμεν τους ιδίους τους Ώθηναίους, οι οποίοι, ενώ έχουν την μεγαλυτέραν στρατιωτικήν δύναμιν μεταξύ των Γλλήνων ευρίσκονται εδώ με ολίγα πλοία, καιροφυλακτούντες τα σφάλματά μας, και υπό το εύσχημον πρόσχημα συμμαχίας, νομικώς αψόγου, στρέφουν εις όφελός των την φυσικήν κατά της Πικελίας εχθρότητά των. Βιότι, εφόσον ημείς διεξάγομεν εμφυλίους πολέμους και προσκαλούμεν εις παρέμβασιν εκείνους, οι οποίοι, και όπου ακόμη δεν τους προσκαλούν, επεμβαίνουν στρατιωτικώς εξ ιδίας των πρωτοβουλίας, εφόσον σπαταλώμεν τας προσόδους μας, δια να καταστρέφωμεν τους ιδίους εαυτούς, και συγχρόνως διευκολύνομεν εις εκείνους την επιβολήν της ηγεμονίας των, είναι φυσικόν ότι, όταν αντιληφθούν ότι είμεθα εξηντλημένοι, θα έλθουν μίαν ημέραν με μεγαλυτέραν στρατιωτικήν ετοιμασίαν, δια να επιχειρήσουν να υποτάξουν ολόκληρον την Πικελίαν. 61. "Κολονότι, εάν σωφρονούμεν, πρέπει εκάστη από τας πόλεις μας να προσκαλή συμμάχους και ν' αναλαμβάνη πολεμικούς κινδύνους, δια να αυξάνη τας κτήσεις της και όχι δια να διακυβεύη τα ήδη υπάρχοντα. Θαθήκον έχομεν να εννοήσωμεν ότι οι εμφύλιοι σπαραγμοί προ πάντων καταστρέφουν και τας πόλεις ιδιαιτέρως και την Πικελίαν ολόκληρον, της οποίας, ενώ όλοι οι κάτοικοι απειλούνται από κοινόν εχθρόν, αι πόλεις διΎστανται η μία προς την άλλην. Ρας αληθείας αυτάς οφείλομεν να αναγνωρίσωμεν και να συνδιαλλαχθώμεν και ιδιώτης με ιδιώτην και πόλις με πόλιν, και να επιδιώξωμεν δια κοινής προσπαθείας να σώσωμεν την όλην Πικελίαν. Θαι ας μη φαντάζεται κανείς ότι μόνον όσοι από ημάς είμεθα Βωριείς, είμεθα εκτεθειμένοι εις την έχθραν των Ώθηναίων, ενώ οι Ταλκιδείς, ένεκα της φυλετικής συγγενείας προς τους Ίωνας, είναι ασφαλείς. Βιότι οι Ώθηναίοι δεν επεμβαίνουν στρατιωτικώς εις τας υποθέσεις μας, λόγω της φυλετικής μας διαιρέσεως και του μίσους των προς την μίαν από τας δύο φυλάς, αλλά διότι εποφθαλμιούν τα αγαθά της Πικελίας, τα οποία ανήκουν κοινώς εις όλους μας. Θαι τούτο απέδειξαν τελευταίον, όταν οι Ταλκιδείς το γένος επεκαλέσθησαν την συνδρομήν των. Βιότι, ενώ ουδέποτε είχαν λάβει από αυτούς βοήθειαν, επί τη βάσει της μεταξύ των συμμαχίας, εκείνοι έσπευσαν απ' εναντίας να βοηθήσουν αυτούς και υπέρ τας υποχρεώσεις, τας οποίας επέβαλεν η συμμαχική συνθήκη. Θαι κανείς μεν βέβαια δεν ημπορεί να κατηγορήση τους Ώθηναίους δια τα πλεονεκτικά σχέδιά των. Νύτε μέμφομαι εκείνους που θέλουν να άρχουν,
αλλ' εκείνους που είναι υπερβολικά πρόθυμοι να υποτάσσωνται εις άλλους. Βιότι φυσικόν είναι ανέκαθεν εις τον άνθρωπον να επιβάλλη την εξουσίαν του εις τους υποκύπτοντας, αλλά ν' αμύνεται εναντίον των επιδρομέων. Ώλλ' εάν, ενώ γνωρίζομεν όλα αυτά, εξακολουθούμεν να μη λαμβάνωμεν την πρέπουσαν πρόνοιαν περί του μέλλοντος, ή εάν κανείς από τους παρισταμένους εδώ δεν αντιλαμβάνεται πόσον κεφαλαιώδες συμφέρον έχομεν να συνεργασθώμεν εις αποσόβησιν του κινδύνου, πού μας απειλεί όλους, διαπράττομεν σοβαρόν σφάλμα. Ε αμοιβαία συνδιαλλαγή μας θα ήτο η ταχυτέρα οδός προς αποσόβησιν του κινδύνου αυτού. Βιότι η βάσις των επιχειρήσεων των Ώθηναίων δεν είναι η ιδική των χώρα, αλλά το έδαφος εκείνων που εζήτησαν την επέμβασίν των. Βια της αμοιβαίας, επομένως, συνδιαλλαγής θα τερματίσωμεν τον πόλεμον και θ' αποφύγωμεν νέον, και θα διαλύσωμεν ευκόλως τας διαφοράς μας δια της ειρήνης, εις εκείνους δ' οι οποίοι προσκληθέντες ήλθαν εδώ με εύσχημον πρόφασιν, αλλ' αδίκους προθέσεις, θα δοθή ευλογοφανής αιτία δια ν' απέλθουν άπρακτοι. 62. "Κελετώντες κατά βάθος τα πράγματα, ευρίσκομεν, ότι τοιαύτα είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα, τα οποία θα μας ασφαλίση υγιής πολιτική απέναντι των Ώθηναίων. Ώλλ' εάν, ως αναγνωρίζεται από όλους η ειρήνη είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, δεν έχομεν να αποκαταστήσωμεν αυτήν και μεταξύ μας; Ή νομίζετε ότι εάν μερικοί ευτυχούν και άλλοι πάσχουν, δεν είναι η ειρήνη μάλλον παρά ο πόλεμος, που θα θέση τέρμα εις τα παθήματα των δευτέρων και θα συντελέση εις την διατήρησιν της ευημερίας των πρώτων; Θαι δεν είναι η ειρήνη που εξασφαλίζει τιμάς και λαμπρότητας πλέον ακινδύνους και άλλα πλεονεκτήματα, δια τα οποία θα ημπορούσε κανείς να μακρηγορήση τόσον ευκόλως, όσον και περί των δεινών του πολέμου; Κελετήσατε τους λόγους μου, και μη τους παραβλέψετε, αλλά ζητήσατε μάλλον εις αυτούς καθείς από σας την σωτηρίαν του. Θαι εάν κανείς έχη την πεποίθησιν ότι ημπορεί να επιτύχη κάτι τι, είτε επιμένων ανενδότως εις το δίκαιόν του, είτε προσφεύγων εις την βίαν, ας μη δυσφορή διότι αι ελπίδες του διεψεύσθησαν. Ξρέπει, τωόντι, να γνωρίζη ότι πολλοί, οι οποίοι επεδίωξαν εις το παρελθόν δικαίαν εκδίκησιν, όχι μόνον δεν την επέτυχαν, αλλ' ούτε οι ίδιοι εσώθησαν, ενώ άλλοι πάλιν, οι οποίοι, στηριζόμενοι εις την αξιόλογον δύναμίν των, ήλπισαν να σφετερισθούν τα ανήκοντα εις άλλους, κατήντησαν να χάσουν και τα κεκτημένα ακόμη. Βιότι ο εκδικούμενος εναντίον αδικίας δεν επιτυγχάνει πάντοτε, απλώς και μόνον διότι αδικείται, ούτε η δύναμις ασφαλίζει πάντοτε την νίκην, μόνον και μόνον διότι παρέχει ελπίδας περί αυτής. Ρο μέλλον είναι ως επί το πλείστον αβέβαιον. Θαι η αβεβαιότης αυτή, όσον απατηλή και αν είναι, αποδεικνύεται συγχρόνως χρησιμωτάτη. Βιότι ένεκα του φόβου τον οποίον εμπνέει εις όλους εξ ίσου, καθείς δυσκολώτερον αποφασίζει να επιτεθή εναντίον του άλλου. 63. "Βια τούτο και τώρα, έχοντες διπλήν αιτίαν φόβου, και την αόριστον δηλαδή ανησυχίαν του αδήλου μέλλοντος και την από τούδε επικίνδυνον παρουσίαν των Ώθηναίων επί του εδάφους μας, και κρίνοντες ότι τα δύο αυτά κωλύματα υπήρξαν επαρκείς λόγοι δια να εμποδίσουν την επιτυχίαν των σχεδίων, τα οποία ο καθείς από ημάς ήλπισε να πραγματοποιήση, ας αποπέμψωμεν από την χώραν μας τους εχθρούς που την απειλούν. Ώς συνομολογήσωμεν, ει δυνατόν, αιωνίαν μεταξύ μας ειρήνην, ειδεμή, ας συνάψωμεν ανακωχήν δι' όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον, και ας αναβάλωμεν δι' άλλοτε τας ιδιαιτέρας μας διαφοράς. Κε ολίγας λέξεις, πρέπει πραγματικώς να γνωρίζωμεν ότι αν πεισθήτε εις τους λόγους μου, θα εξασφαλίση έκαστος εξ ημών την ελευθερίαν της πόλεώς του, και στηριζόμενοι εις αυτάς και κύριοι των τυχών μας, θα ημπορούμεν, ως αρμόζει εις αληθείς άνδρας, ν' ανταποδίδωμεν εξ ίσου το προσγινόμενον εις ημάς καλόν ή κακόν. Ώλλ' εάν η γνώμη
μου αποκρουσθή και ακολουθήσωμεν τας συμβουλάς άλλων, μακράν του να είμεθα εις θέσιν ν' ανταποδίδωμεν το καλόν ή το κακόν, το πολύ πολύ που ημπορούμεν να επιτύχωμεν θα είναι να γίνωμεν κατ' ανάγκην φίλοι των χειροτέρων εχθρών μας και εχθροί των αληθινών φίλων μας. 64. "Γγώ, τουλάχιστον, όπως είπα και εις την αρχήν του λόγου μου, αν και αντιπροσωπεύω πόλιν ισχυροτάτην, η οποία φυσικώτερον είναι να επιτεθή ή να αμύνεται, κρίνω καθήκον μου, έχων προ οφθαλμών τους κινδύνους αυτούς, να δειχθώ υποχωρητικός και όχι να βλάψω τους εχθρούς μου κατά τρόπον, ο οποίος θα προξενήση πολύ μεγαλυτέραν εις εμέ βλάβην. Νύτε έχω την ανοησίαν ν' αγαπώ τόσον τας φιλονεικίας, ώστε να πιστεύω ότι ημπορώ να διευθύνω την τύχην, της οποίας δεν είμαι κύριος, όπως διευθύνω τας ιδικάς μου αποφάσεις. Ώλλά θεωρώ καθήκον μου να προβώ εις ευλόγους παραχωρήσεις, και έχω την δικαίαν αξίωσιν να μιμηθήτε και σεις το παράδειγμά μου εξ ιδίας πρωτοβουλίας, και όχι να περιμένετε να εξαναγκασθήτε εις τούτο από τον εχθρόν. Βιότι δεν είναι εντροπή να προβαίνωμεν εις παραχωρήσεις, συγγενείς προς συγγενείς, ή Βωριείς προς Βωριείς, ή Ταλκιδείς προς ομογενείς των, και γενικώς άνθρωποι, οι οποίοι, ως ημείς, είμεθα γείτονες, κατοικούμεν την ιδίαν χώραν η οποία αποτελεί μίαν νήσον, και ονομαζόμεθα, με εν κοινόν όνομα, Πικελιώται. Εμείς, είναι φυσικόν, εάν παρουσιασθή περίστασις, να πολεμήσωμεν οι μεν εναντίον των δε, αλλά και πάλιν να προέλθωμεν εις απ' ευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ μας, θα τους αποκρούσωμεν ηνωμένοι πάντοτε, εάν σωφρονούμεν, αφού και η βλάβη, την οποίαν υφίσταται καθείς από ημάς, αποτελεί κοινόν δι' όλους κίνδυνον. Βεν θα επικαλεσθώμεν όμως ποτέ πλέον την παρέμβασίν των ούτε ως συμμάχων, ούτε ως συμφιλιωτών. Βιότι, τοιαύτην ακολουθούντες πολιτικήν, όχι μόνον θα εξασφαλί-σωμεν αμέσως εις την Πικελίαν δύο αγαθά, απαλλάσσοντες αυτήν και από τους Ώθηναίους και από τον εμφύλιον πόλεμον, αλλά και εις το μέλλον θα διατηρήσωμεν την νήσον ελευθέραν δι' εαυτούς και ολιγώτερον εκτεθειμένην εις ξένας επιβουλάς".
Κετά την ομιλίαν αυτήν του Γρμοκράτους, οι Πικελιώται επείσθησαν και συνεφώνησαν μεταξύ των να τερματίσουν τον πόλεμον, διατηρουμένου του εδαφικού καθεστώτος, με μόνην την εξαίρεσιν ότι η Κοργαντίνη παρεχωρείτο εις τους Θαμαριναίους, υπό τον όρον της εκ μέρους των καταβολής ωρισμένου χρηματικού ποσού προς τους Πυρακουσίους. Νι σύμμαχοι των Ώθηναίων προσεκάλεσαν τους αρχηγούς του Ώθηναϊκού στρατού και τους ανεκοίνωσαν ότι πρόκειται να συνάψουν ειρήνην, η οποία περιλαμβάνει, και αυτούς. Θαι επειδή εκείνοι έδωσαν την συγκατάθεσίν των, η συμφωνία εκλείσθη, συνεπεία δε τούτου, η μοίρα του Ώθηναϊκού στόλου απέπλευσεν ακολούθως από την Πικελίαν. Κετά την εις Ώθήνας επιστροφήν των στρατηγών, οι Ώθηναίοι κατεδίκασαν δύο από αυτούς, τον Ξυθόδωρον και τον Ποφοκλή, εις εξορίαν, και τον τρίτον, τον Γυρυμέδοντα, εις χρηματικήν ποινήν, κατηγορήσαντες αυτούς ότι ενώ είχαν την δύναμιν να υποτάξουν την Πικελίαν, δωροδοκηθέντες, απεχώρησαν εκείθεν. Θατ' αυτόν τον τρόπον, παρασυρόμενοι από την παρούσαν ευτυχίαν των, δεν ηνείχοντο καμμίαν αποτυχίαν, αλλ' είχαν την αξίωσιν ότι έπρεπε να κατορθώνουν τα πάντα εξ ίσου, είτε δυνατά, είτε εξαιρετικώς δύσκολα, αδιάφορον αν επεχειρούντο με μεγάλας ή με ανεπαρκείς δυνάμεις. Ώίτια τούτου ήτο το γεγονός ότι η υπέρ πάσαν προσδοκίαν επιτυχία, που είχε στέψει, τας περισσοτέρας επιχειρήσεις των, τους είχεν εμπνεύσει υπερβολικάς ελπίδας.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι κάτοικοι των Κεγάρων, πιεζόμενοι αφ' ενός από τους Ώθηναίους, οι οποίοι κατά την διάρκειαν του πολέμου εισέβαλλαν τακτικά δύο φοράς το έτος με όλας των τας δυνάμεις εις την Κεγαρίδα, και εξ άλλου από τους ιδικούς των εξορίστους, οι οποίοι εκδιωχθέντες από την δημοκρατικήν μερίδα, κατά την διάρκειαν μιας επαναστάσεως τους εβασάνιζαν, ενεργούντες ληστρικάς επιδρομάς από τας Ξηγάς, όπου είχαν εγκατασταθή, ήρχισαν ν' ανταλλάσσουν σκέψεις αν έπρεπε να επιτρέψουν την επάνοδον των εξορίστων, δια να μη καταστρέφεται η πόλις των από τον ξένον συγχρόνως και από τον εμφύλιον πόλεμον. Νι φίλοι των εξορίστων, ευθύς ως αντελήφθησαν την κίνησιν αυτήν, εθεώρησαν κατάλληλον τον καιρόν να επιμείνουν περισσότερον απροκαλύπτως παρά πριν εις την παραδοχήν του μέτρου αυτού. Ώλλ' οι αρχηγοί της δημοκρατικής μερίδος, εννοήσαντες ότι οι οπαδοί των, ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμον, δεν θα ημπορέσουν να μείνουν σταθεροί παρά το πλευρόν των, και φοβηθέντες ως εκ τούτου, ήλθαν εις διαπραγματεύσεις προς τους αρχηγούς του Ώθηναϊκού στρατού, τον Ηπποκράτη, υιόν του Ώρίφρονος, και τον Βημοσθένη, υιόν του Ώλκισθένους, δια να τους παραδώσουν την πόλιν, διότι ενόμιζαν ότι τούτο ήτο ολιγώτερον επικίνδυνον δι' αυτούς, παρά η επάνοδος εκείνων τους οποίους οι, ίδιοι είχαν εξορίσει. Πυμφώνησαν, λοιπόν, ότι οι Ώθηναίοι θα καταλάβουν πρώτον τα Κακρά Ρείχη (τα οποία εξετείνοντο από την πόλιν μέχρι της Λισαίας, επινείου της, εις απόστασιν οκτώ περίπου σταδίων), όπως μη έλθουν εις βοήθειαν της πόλεως οι Ξελοποννήσιοι από την Λίσαιαν, την οποίαν αυτοί αποκλειστικώς εφρούρουν, δια να έχουν εξησφαλισμένα τα Κέγαρα. Κετά τούτο, θα προσεπάθουν να παραδώσουν εις τους Ώθηναίους και την πόλιν των Κεγάρων, της οποίας οι κάτοικοι ευκολώτερα θα προσεχώρουν προς τους Ώθηναίους, αφού άπαξ κατελαμβάνοντο τα Κακρά Ρείχη. 67. ταν συνεπληρώθησαν αι αμοιβαίαι συνεννοήσεις και ετοιμασίαι των δύο μερών, οι Ώθηναίοι έπλευσαν εν καιρώ νυκτός εις την νήσον των Κεγαρέων Κινώαν. Ώπόσπασμα εξακοσίων οπλιτών, υπό την αρχηγίαν του Ηπποκράτους, εκρύφθη εις μικράν από τα τείχη της Λισαίας απόστασιν εντός χάνδακος, από τον οποίον εξήγετο το χώμα δια την κατασκευήν των πλίνθων του τείχους. Βεύτερον απόσπασμα ψιλών Ξλαταιέων, και προς τούτοις περιπόλων, υπό την αρχηγίαν του άλλου στρατηγού, του Βημοσθένους έστησεν ενέδραν εις το Γνυάλιον, το οποίον είναι ακόμη πλησιέστερον εις τα τείχη. Θατά την διάρκειαν της νυκτός, κανείς άλλος δεν εννόησεν, εκτός από τους μεμυημένους, οι οποίοι όταν επλησίαζε να εξημερώση, προέβησαν εις την εκτέλεσιν του σχεδίου των, κατά τον εξής τρόπον: Ξαρασκευάζοντες επιμελώς από πολύν καιρόν το άνοιγμα της πύλης των Κακρών Ρειχών, είχαν πείσει τον φρούραρχον να τους επιτρέψη να μεταφέρουν επανειλημμένως κατά την διάρκειαν της νυκτός εις την θάλασσαν, δια της τάφρου και επάνω εις άμαξαν, δίκωπον ακάτιον, και να εκπλέουν χάριν δήθεν ληστρικών επιδρομών, και πριν εξημερώση, το επανέφεραν πάλιν επάνω εις την άμαξαν και το εισήγαν από την πύλην εντός των μακρών τειχών, προφασιζόμενοι ότι κατ' αυτόν τον τρόπον η προσοχή της Ώθηναϊκής φρουράς της Κινώας δεν θα επροκαλείτο, καθόσον δεν θα εφαίνετο κανέν πλοίον εντός του λιμένος. Θαι κατά την νύκτα εκείνην, η άμαξα ήτο ήδη εμπρός εις την πύλην,και όταν ηνοίχθη, κατά την συνήθειαν, δια να περάση το ακάτιον, οι Ώθηναίοι (διότι το πράγμα εγίνετο εκ συνεννοήσεως με αυτούς), ευθύς ως είδαν το άνοιγμα, ώρμησαν από το μέρος όπου ενήδρευαν και έτρεξαν δια να προφθάσουν πριν κλεισθή η πύλη, και ενόσω η άμαξα, ευρισκομένη ακόμη εις την είσοδον, ημπόδιζε το κλείσιμον της πύλης. Ρους εβοήθησαν συγχρόνως και οι Κεγαρείς συμπράκτορες, οι οποίοι εφόνευσαν τους φρουρούς των πυλών.
Θαι πρώτοι μεν οι Ξλαταιείς και οι περίπολοι, υπό την αρχηγίαν του Βημοσθένους, εισώρμησαν, όπου σήμερον είναι στημένον το τρόπαιον. Κόλις επέρασαν μέσα από την πύλην, οι πλησιέστερον ευρισκόμενοι Ξελοποννήσιοι, οι οποίοι είδον τα τελούμενα, έσπευσαν να τους αποκρούσουν, αλλ' οι στρατιώται του Βημοσθένους τους ενίκησαν και εξησφάλισαν την είσοδον των προστρεχόντων Ώθηναίων οπλιτών. 68. Γφόσον οι Ώθηναίοι οπλίται εισήρχοντο από την πύλην, διηυθύνοντο εις τας επάλξεις των τειχών. Ώπό την Ξελοποννησιακήν φρουράν αντέστησαν κατ' αρχάς ολίγοι, και μερικοί απ' αυτούς εφονεύθησαν, οι περισσότεροι όμως ετράπησαν εις φυγήν από τον πανικόν που τους κατέλαβεν, εφ' ενός διότι ο εχθρός εισώρμησεν εν καιρώ νυκτός, και εξ άλλου διότι, βλέποντες να τους επιτίθενται οι συνωμόται Κεγαρείς, ενόμισαν ότι όλοι οι κάτοικοι τους είχαν προδώσει. Γπειδή, άλλωστε, συνέπεσε και ο Ώθηναίος κήρυξ, εξ ιδίας πρωτοβουλίας, να προκηρύξη ότι όσοι από τους Κεγαρείς θέλουν, ημπορούν να πάρουν τα όπλα των και έλθουν να ενωθούν με τους Ώθηναίους, οι Ξελοποννήσιοι, μόλις το ήκουσαν, νομίσαντες ότι όλοι οι Κεγαρείς μετέχουν εις την εναντίον των επίθεσιν των Ώθηναίων, έπαυσαν κάθε αντίστασιν και κατέφυγαν εις την Λίσαιαν. ταν εξημέρωνε, τα Κακρά Ρείχη είχαν ήδη καταληφθή, και η ταραχή εντός των Κεγάρων ήτο μεγάλη. Νι αρχηγοί της συνωμοσίας και μαζί με αυτούς πολλοί άλλοι μεμυημένοι υπεστήριζαν ότι έπρεπε ν' ανοίξουν τας πύλας της πόλεως και εξέλθουν προς μάχην. Γίχε, τωόντι, συμφωνηθή ότι ευθύς ως ανοιχθή η πύλη, θα εισορμήσουν οι Ώθηναίοι, και ότι οι συνωμόται, δια να αναγνωρίζωνται ευκόλως και μη πάθουν, θα ήσαν αλειμμένοι με έλαιον. Ρο άνοιγμα, άλλωστε, της πύλης δεν παρουσίαζε σοβαρόν δι' αυτούς κίνδυνον, διότι, κατά την συμφωνίαν, αι τέσσαρες χιλιάδες Ώθηναίοι οπλίται και εξακόσιοι ιππείς, οι οποίοι εξεκίνησαν από την Γλευσίνα, είχαν ήδη φθάσει κατόπιν νυκτερινής πορείας. Νι συνωμόται, αλειμμένοι με έλαιον, ευρίσκοντο ήδη πλησίον εις την πύλην, όταν εις από αυτούς κατήγγειλε το πράγμα προς τους ανήκοντας εις την αντίθετον μερίδα. Γκείνοι δε, συγκεντρωθέντες, ήλθαν εν σώματι και υπεστήριξαν ότι έπρεπε ούτε έξοδον να ενεργήσουν, αφού ούτε προηγουμένως, όταν ήσαν ισχυρότεροι, ετόλμησαν ποτέ τούτο, ούτε την πόλιν να εκθέσουν εις προφανή κίνδυνον, και ότι όσοι δεν πεισθούν εις τους λόγους των θα έχουν ν' αντιμετρηθούν μαζί των επί τόπου. Θαι δεν άφισαν να εννοηθή ότι ήσαν εν γνώσει, της συνωμοσίας, αλλ' επέμεναν ότι η γνώμη των ήτο η καλυτέρα. Θαι συγχρόνως παρέμεναν πλησίον εις την πύλην ως φρουρά, εις τρόπον ώστε οι συνωμόται δεν ημπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των. 69. Νι Ώθηναίοι στρατηγοί εννόησαν ότι παρουσιάσθη κάποιο εμπόδιον και ότι, δεν θα ημπορέσουν να καταλάβουν την πόλιν εξ εφόδου. Φς εκ τούτου, ήρχισαν ευθύς ν' αποκλείουν την Λίσαιαν δια της κατασκευής περιτειχίσματος, διότι επίστευαν ότι εάν την εκυρίευαν πριν έλθουν ενισχύσεις εις τους Ξελοποννησίους, θα προσεχώρουν ταχύτερον προς αυτούς και τα Κέγαρα. Ώπό τας Ώθήνας, άλλωστε, τους έστειλαν εσπευσμένως κτίστας, καθώς και σιδηρά εργαλεία και ό,τι άλλο εχρειάζετο δια την περιτείχισιν. Θαι πρώτον κατεσκεύασαν μεταξύ των δύο σκελών των Κακρών Ρειχών, που είχαν καταλάβει, εγκάρσιον τείχος, με το οποίον απέκοψαν την συγκοινωνίαν προς τα Κέγαρα. Ώπό τα δύο άκρα του εγκαρσίου αυτού τείχους ήρχισεν ο Ώθηναϊκός στρατός, αφού διήρεσε την εργασίαν μεταξύ των διαφόρων αποσπασμάτων του, να κατασκευάζη τείχος και τάφρον έως την θάλασσαν, χρησιμοποιών τας πέτρας και τας πλίνθους του προαστείου. Έκοψαν επίσης τα καρποφόρα δένδρα και ξυλείαν από το δάσος και κατεσκεύασαν φράγματα από πασσάλους, οπουδήποτε υπήρχε τοιαύτη ανάγκη, και τα σπίτια του προαστείου εφωδίασαν με επάλξεις και τα μετέβαλαν εις έτοιμα οχυρώματα. Θαι ολόκληρον την ημέραν αυτήν εξηκολούθησαν εργαζόμενοι. Ρο
απόγευμα της επομένης, το τείχος ήτο σχεδόν τελειωμένον, και οι ευρισκόμενοι, εντός της Λισαίας φοβισμένοι, όχι μόνον διότι τα τρόφιμα που επρομηθεύοντο ημέραν με την ημέραν από τα Κέγαρα έμελλαν να τους λείψουν, αλλά και διότι δεν επίστευαν ότι οι Ξελοποννήσιοι θα έλθουν ταχέως εις βοήθειάν των, και διότι τέλος ενόμιζαν ότι οι Κεγαρείς επήραν το μέρος του εχθρού, εσυνθηκολόγησαν με τους Ώθηναίους, υπό τον όρον καθείς από τους Ξελοποννησίους, παραδίδων τα όπλα του και ωρισμένον χρηματικόν ποσόν, ν' αφίνεται ελεύθερος. Ν φρούραρχος όμως και οι άλλοι Ιακεδαιμόνιοι, που ευρίσκοντο εντός της Λισαίας, παρεδόθησαν εις το έλεος των Ώθηναίων. Κετά την συνθηκολογίαν αυτήν, εξεκένωσαν την Λίσαιαν, οι δ' Ώθηναίοι, κατεδαφίσαντες το μέρος των Κακρών Ρειχών, το οποίον συνείχετο προς την πόλιν των Κεγαρέων, και εγκατασταθέντες οριστικώς εις την Λίσαιαν, ήρχισαν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα δια τας περαιτέρω επιχειρήσεις των. 70. Ώλλ' ο Ιακεδαιμόνιος ΐρασίδας, υιός τον Ρέλλιδος, έτυχε τας ημέρας αυτάς να ευρίσκεται εις τα πέριξ της Πικυώνος και της Θορίνθου, όπου ητοίμαζεν εκστρατείαν εις την Ταλκιδικήν. Θαι επειδή, ευθύς ως έμαθεν ότι κατελήφθησαν τα Κακρά Ρείχη, εφοβήθη δια την ασφάλειαν της Ξελοποννησιακής φρουράς της Λισαίας και την τύχην των Κεγάρων,απέστειλεν αγγελιαφόρον προς τους ΐοιωτούς, προσκαλών αυτούς να έλθουν εσπευσμένως προς συνάντησίν του, με ανάλογον στρατιωτικήν δύναμιν, εις τον Ρριποδίσκον (κωμόπολη της Κεγαρίδος, κειμένην εις τους πρόποδας του όρους Αεράνεια), όπου ήλθε και ο ίδιος επί κεφαλής δύο χιλιάδων επτακοσίων Θορινθίων οπλιτών, τετρακοσίων Σλειασίων, εξακοσίων Πικυωνίων, και εκείνων που είχεν ήδη συγκεντρώσει υπό τας αμέσους διαταγάς του. Θαι ήλπιζεν ότι θα έφθανεν εις την Λίσαιαν, πριν αυτή κυριευθή. Ώλλ' ως έμαθε την είδησιν της αλώσεώς της, εξέλεξεν από τον στρατόν του τριακοσίους άνδρας, και πριν γνωσθή η προσέγγισίς του (διότι είχε προελάσει εις τον Ρριποδίσκον εν καιρώ νυκτός), έφθασε προ της πόλεως των Κεγάρων, χωρίς να τον αντιληφθούν οι Ώθηναίοι, λόγω του ότι ήσαν πλησίον της θαλάσσης. Πκοπός του, όπως έλεγεν ήτο να επιχειρήση την ανάκτησιν της Λισαίας, και θα την επεχείρει, πράγματι, εάν ήτο κατορθωτή, κυρίως όμως επεδίωκε να εισέλθη εις τα Κέγαρα και εξασφαλίση την πόλιν. Ρωόντι δ' εζήτησε να επιτραπή εις τον στρατόν του η είσοδος, λέγων ότι ήλπιζε ν' ανακτήση την Λίσαιαν. 71. Ώλλ' αι αντίπαλοι φατρίαι των Κεγάρων εφοβούντο, η μία μήπως επαναφέρη τους εξορίστους και εξορίση αυτούς, η άλλη μήπως η δημοκρατική μερίς, ακριβώς ένεκα του φόβου αυτού επιτεθή εναντίον των, και η πόλις, σπαρασσομένη από εμφύλιον πόλεμον, γίνη λεία των Ώθηναίων, οι οποίοι παρεμόνευαν εκ τον πλησίον. Ερνήθησαν, δια τούτο, να δεχθούν τον ΐρασίδαν, και απεφάσισαν και αι δύο μερίδες να καταπαύσουν τας έριδάς των και περιμείνουν να ιδούν το αποβησόμενον. Βιότι και αι δύο μερίδες επερίμεναν ότι θα συνεκροτείτο μάχη μεταξύ των Ώθηναίων και του στρατού που ήλθε προς βοήθειαν της πόλεως, και έκριναν ασφαλέστερον να μην ενωθούν με το μέρος, το οποίον έκαστος ηυνόει, παρά μόνον όταν τούτο νικήση. Ν ΐρασίδας, μη δυνηθείς να τους πείση απεχώρησεν εις το κύριον μέρος του στρατού, το ευρισκόμενον εις τον Ρριποδίσκον. 72. Κόλις εξημέρωνεν, έφθασαν εκεί και οι ΐοιωτοί, οι οποίοι, και πριν ακόμη τους προσκαλέση ο ΐρασίδας, είχαν αποφασίσει να έλθουν εις βοήθειαν των Κεγαρέων, διότι εθεωρούσαν ότι ο κίνδυνος δεν ήτο ξένος δι' αυτούς, και είχαν μάλιστα φθάσει με όλον τον στρατόν των εις τας Ξλαταιάς. Ώλλ' η άφιξις του αγγελιοφόρου τους καθησύχασε, και αφού απέστειλαν εις τον ΐρασίδαν δύο χιλιάδας διακοσίους οπλίτας και εξακοσίους
ιππείς, το μεγαλύτερον μέρος του στρατού επέστρεψεν οπίσω. Ν στρατός, που είχε συγκεντρωθή ήδη υπό τον ΐρασίδαν, ανήρχετο εις όχι ολιγωτέρους από εξ χιλιάδας οπλίτας. Νι Ώθηναίοι οπλίται ήσαν παρατεταγμένοι πλησίον της Λισαίας και της θαλάσσης, ενώ οι ψιλοί των στρατιώται ήσαν διεσκορπισμένοι εις την πεδιάδα, όταν το ΐοιωτικόν ιππικόν επέπεσεν εναντίον των και τους κατεδίωξε μέχρι της θαλάσσης, διότι η επίθεσις υπήρξεν απροσδόκητος, καθόσον προηγουμένως καμμία βοήθεια δεν είχεν έλθει προς τους Κεγαρείς από πουθενά. Θαι το Ώθηναϊκόν, εν τούτοις, ιππικόν ενήργησεν επέλασιν και ήλθεν εις χείρας προς το ΐοιωτικόν. Ε συγκροτηθείσα ιππομαχία διήρκεσε πολλήν ώραν και αμφότερα τα μέρη έχουν την αξίωσιν ότι ενίκησαν. Γίναι αληθές ότι τον αρχηγόν του ΐοιωτικού ιππικού και μερικούς άλλους, όχι πολλούς, οι οποίοι είχαν προελάσει πολύ πλησίον της Λισαίας, εφόνευσαν και εσκύλευσαν οι Ώθηναίοι, και επειδή οι νεκροί έμειναν εις την εξουσίαν των, έδωσαν εις τους ΐοιωτούς άδειαν να τους παραλάβουν, και ως εκ τούτου έστησαν τρόπαιον. Γν τούτοις, εάν ληφθή υπ' όψιν ολόκληρος η συμπλοκή, ούτε οι μεν, ούτε οι δε είχαν αποφασιστικήν υπεροχήν την στιγμήν που απεχωρίσθησαν, οι ΐοιωτοί διευθυνόμενοι προς το κύριον σώμα του στρατού των, οι Ώθηναίοι προς την Λίσαιαν. 73. Κετά την συμπλοκήν αυτήν, ο ΐρασίδας με τον στρατόν του επροχώρησε πλησιέστερον προς την θάλασσαν και την πόλιν των Κεγάρων, και αφού κατέλαβαν κατάλληλον θέσιν, παρετάχθησαν εκεί και έμεναν ησυχάζοντες, διότι υπέθεταν ότι οι Ώθηναίοι θα τους επιτεθούν και εγνώριζαν ότι οι Κεγαρείς περιμένουν να ιδούν ποίος θ' αναδειχθή νικητής. Ε τακτική αυτή ενόμισαν ότι τους παρέχει διπλούν πλεονέκτημα. Ξρώτον διότι δεν ανελάμβαναν την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως, ούτε εξετίθεντο εκουσίως εις τους κινδύνους μάχης, και αφού εξ άλλου έδειξαν φανερά ότι είναι έτοιμοι να πολεμήσουν, εις αυτούς επίσης θ' απεδίδετο ευλόγως και η τυχόν αναίμακτος νίκη. Βεύτερον, ότι και απέναντι των Κεγαρέων θα τους ωφέλει τούτο. Γάν, τωόντι, δεν έκαμναν την εμφάνισίν των δια του ερχομού των, δεν θα είχαν να ελπίζουν τίποτε, αλλά προφανώς θα έχαναν αμέσως την πόλιν, ως να είχαν νικηθή. Γνώ τώρα ήτο ενδεχόμενον και οι ίδιοι οι Ώθηναίοι να μη θελήσουν να συνάψουν μάχην, οπότε θα επετύγχαναν τον σκοπόν του ερχομού των αμαχητί, όπως πράγματι και έγινε. Νι Ώθηναίοι, εξελθόντες, παρετάχθησαν πλησίον εις τα Κακρά Ρείχη και ησύχαζαν και αυτοί, εφόσον και οι Ξελοποννήσιοι δεν τους επετίθεντο. Βιότι και οι στρατηγοί των εσυλλογίζοντο ότι αφού είχαν επιτύχει ήδη κατά το πλείστον τον σκοπόν των, εξετίθεντο εις άνισον κίνδυνον, εάν ανελάμβαναν την πρωτοβουλίαν μάχης εναντίον στρατού αριθμητικώς ανωτέρου, καθόσον, αν ενίκων, θα κατελάμβαναν απλώς τα Κέγαρα, εν περιπτώσει όπως αποτυχίας, θα επάθαινε το άνθος των οπλιτών των. Γνώ οι Ξελοποννήσιοι, όπως εσκέπτοντο, ήτο φυσικόν να θέλουν ν' αντιμετωπίσουν τον κίνδυνον μάχης, καθόσον εις τον κίνδυνον τούτον θα εξετίθετο μέρος μόνον της όλης δυνάμεως της ομοσπονδίας των και μέρος μόνον της δυνάμεως των διαφόρων πόλεων, των οποίων αποσπάσματα απετέλουν τον στρατόν του ΐρασίδα. Ώφού οι αντίπαλοι στρατοί έμειναν εν διάστημα αδρανούντες, χωρίς κανείς από τους δύο να λαμβάνη την πρωτοβουλίαν επιθέσεως, πρώτοι οι Ώθηναίοι απεσύρθησαν εις την Λίσαιαν, και έπειτα οι Ξελοποννήσιοι επέστρεψαν εις την θέσιν, από την οποίαν είχαν εκκινήσει. Θαι τότε πλέον οι Κεγαρείς, όσοι ήσαν φίλοι των εξορίστων, επειδή εθεώρησαν ότι η άρνησις των Ώθηναίων να δεχθούν την μάχην ήτο οριστική και επομένως ο ΐρασίδας ήτο νικητής, ανεθάρρησαν, ήνοιξαν τας πύλας και εδέχθησαν εντός της πόλεως τον αρχηγόν ΐρασίδαν και τους διοικητάς των αποσπασμάτων των διαφόρων πόλεων, με τους οποίους ήρχισαν να συνδιασκέπτωνται, ενώ οι μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν ήσαν ήδη κατεπτοημένοι.
74. Ν συμμαχικός στρατός διελύθη ακολούθως, και τα διάφορα αποσπάσματα επέστρεψαν εις τας πόλεις των, ενώ ο ΐρασίδας επανήλθεν εις την Θόρινθον και επανέλαβε τας διακοπείσας προετοιμασίας του δια την εκστρατείαν της Ταλκιδικής, δια την οποίαν και είχεν εκκινήσει αρχικώς. ταν και οι Ώθηναίοι ανεχώρησαν εις τα ίδια, όσοι από τους Κεγαρείς είχαν εκτεθή περισσότερον εις τας προς τους Ώθηναίους συνεννοήσεις, επειδή εγνώριζαν ότι είχαν εννοηθή, έφυγαν ευθύς κρυφά από την πόλιν, ενώ οι λοιποί, κατόπιν συνεννοήσεως με τους φίλους των εξορίστων, ανεκάλεσαν τους τελευταίους από τας Ξηγάς, αφού τους εδέσμευσαν με τους πλέον επισήμους όρκους ότι δεν θα δείξουν μνησικακίαν, αλλά θα έχουν πάντοτε υπ' όψιν το συμφέρον της πόλεως. Γκείνοι όμως μόλις κατέλαβαν την αρχήν, προέβησαν εις επιθεώρησιν των όπλων, και αφού παρέταξαν τους διαφόρους λόχους μακράν τον ένα από τον άλλον, εξέλεξαν εκατόν περίπου άνδρας μεταξύ των εχθρών των και εκείνων που εθεωρούντο πρωτεργάται της συνεννοήσεως με τους Ώθηναίους, και υπεχρέωσαν τον λαόν ν' αποφασίση περί της τύχης των δια φανεράς ψηφοφορίας. Θαι αφού επέτυχαν την καταδίκην των, τους εθανάτωσαν, και μετέβαλαν το πολίτευμα εις άκραν ολιγαρχίαν. Θαι ουδέποτε, τωόντι, πολιτειακή μεταβολή, προελθούσα από επανάστασιν, η οποία υπήρξεν έργον τόσον ολίγων ανθρώπων, διετηρήθη τόσον πολύν καιρόν.
Θατά το ίδιον θέρος, οι Κυτιληναίοι φυγάδες ητοιμάζοντο, όπως είχαν αποφασίσει, να ενισχύσουν την οχύρωσιν της Ώντάνδρου. Ν Βημόδοκος και ο Ώριστείδης, αρχηγοί της μοίρας των πλοίων, εις την οποίαν είχεν ανατεθή η είσπραξις των καθυστερουμένων φόρων, ευρίσκοντο τότε εις τον Γλλήσποντον (ενώ ο τρίτος συναρχηγός, ο Ιάμαχος, με δέκα πλοία είχεν εισπλεύσει εις τον Γύξεινον Ξόντον), και άμα έμαθαν τας προετοιμασίας δια την οχύρωσιν του μέρους, εφοβήθησαν μήπως και τούτο αποβή δια την Ιέσβον διαρκής απειλή, όπως τα Άναια δια την Πάμον. Βιότι οι εξόριστοι Πάμιοι, εγκατασταθέντες εις τα Άναια εβοήθουν τον Ξελοποννησιακόν στόλον, εφοδιάζοντες αυτόν με πλοηγούς, και τους Παμίους της πόλεως διετήρουν εις διαρκή ανησυχίαν, και εις όσους κατέφευγαν προς αυτούς από την Πάμον παρείχαν άσυλον. Ένεκα τούτου, οι Ώθηναίοι στρατηγοί, αφού συνεκέντρωσαν συμμαχικόν στρατόν, έπλευσαν εναντίον της Ώντάνδρου, όπου συνήψαν μάχην προς τους εξ αυτής εξελθόντας εναντίον των, τους ενίκησαν και ανέκτησαν την πόλιν.
Θαι ολίγον ύστερον ο Ιάμαχος, ο οποίος είχεν εισπλεύσει εις τον Γύξεινον Ξόντον, και είχεν αγκυροβολήσει εις τον ποταμόν Θάλητα της περιφερείας της Ερακλείας, έχασε τα πλοία του, τα οποία κατεποντίσθησαν από τα νερά που κατέβησαν αιφνιδίως από τα όρη και μετέβαλαν τον ποταμόν εις ορμητικόν χείμαρρον. Ν ίδιος όμως, επί κεφαλής του στρατού του, διέσχισε πεζή το έδαφος των ΐιθυνών Ζρακών, οι οποίοι κατοικούν πέραν των Πτενών, εις την Κικράν Ώσίαν, και έφθασεν εις την Ταλκηδόνα, αποικίαν των Κεγαρέων, κειμένην εις την είσοδον του Γυξείνου Ξόντου.
Θατά το ίδιον θέρος, ευθύς μετά την αναχώρησίν του από την Κεγαρίδα, ο στρατηγός των Ώθηναίων Βημοσθένης, επί κεφαλής μοίρας στόλου σαράντα πλοίων, έφθασεν εις την Λαύπακτον. Βιότι μία μερίς, η οποία ήθελεν εις τας διαφόρους πόλεις της ΐοιωτίας να μεταβάλη το πολίτευμά των εις δημοκρατίαν, κατά το
Ώθηναϊκόν πρότυπον, ήλθε προς τον σκοπόν αυτόν εις μυστικάς συνεννοήσεις προς αυτόν και τον Ηπποκράτη, και κατέστρωσαν, κατ' εισήγησιν κυρίως του Ξτοιοδώρου, Ζηβαίου εξορίστου, το επόμενον σχέδιον ενεργείας. Κερικοί από τους συνωμότας ανέλαβαν να παραδώσουν τας Πίφας, πόλιν παραθαλασσίαν της περιφερείας των Ζεσπιών, εντός του Θρισαϊκού κόλπου. Άλλοι πάλιν από τον Νρχομενόν, ο οποίος άλλοτε ωνομάζετο Κινύειος και τώρα ΐοιωτικός, ανέλαβαν να παραδώσουν την Ταιρώνειαν, πόλιν υποτελή του Νρχομενού, και οι Νρχομένιοι εξόριστοι ήσαν οι κυριώτεροι εργάται του σχεδίου αυτού, και εστρατολόγησαν μισθοφόρους από την Ξελοπόννησον. Ε Ταιρώνεια κείται εις το άκρον της ΐοιωτίας, πλησίον εις την Σανοτίδα της Σωκίδος, και μερικοί Σωκείς ήσαν επίσης μεμυημένοι. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, ανέλαβαν να καταλάβουν το Βήλιον, ναόν του Ώπόλλωνος, κείμενον εις την περιφέρειαν της Ρανάγρας, απέναντι της Γυβοίας. Έμειναν επίσης σύμφωνοι ότι όλα αυτά θα εγίνοντο εις ωρισμένην ημέραν, δια ν' απασχοληθούν με την καταστολήν των ταραχών των ιδιαιτέρων των πόλεων οι ΐοιωτοί και μη σπεύσουν αθρόοι προς υπεράσπισιν του Βηλίου. Γάν η επιχείρησις επετύγχανε και το Βήλιον ωχυρώνετο, ήλπιζαν ότι, και αν ακόμη δεν επήρχετο αμέσως μεταβολή εις τα πολιτεύματα των διαφόρων ΐοιωτικών πόλεων, εφόσον θα κατείχοντο τα τρία αυτά σημεία, από τα οποία θα διενηργούντο ληστρικαί επιδρομαί εις την ύπαιθρον χώραν, και όπου οι δημοκρατικοί των διαφόρων πόλεων θα ημπορούσαν να ευρίσκουν πρόχειρον καταφύγιον, η κατάστασις δεν ημπορούσε να διατηρηθή αμετάβλητος, αλλά με τον καιρόν, εφόσον οι Ώθηναίοι, αφ' ενός, θα έρχωνται εις βοήθειαν των επαναστατών, και αι δυνάμεις των ολιγαρχικών, εξ άλλου, θα είναι διαμοιρασμέναι, θα κατορθώσουν ευκόλως να διευθετήσουν τα πράγματα, όπως τους συνέφερε. 77. Ροιούτον ήτο το σχέδιον, του οποίου ητοιμάζετο η εκτέλεσις. Ν Ηπποκράτης, επί κεφαλής στρατιωτικής δυνάμεως, ήτο έτοιμος να προελάση από τας Ώθήνας εναντίον της ΐοιωτίας, κατά την κατάλληλον ώραν. Ώλλ' είχε στείλει προηγουμένως τον Βημοσθένη με την μοίραν των σαράντα πλοίων εις την Λαύπακτον, δια να στρατολογήση από τα πέριξ μέρη στρατόν Ώκαρνάνων και άλλων συμμάχων και πλεύση εναντίον των Πιφών, αι οποίαι επρόκειτο να παραδοθούν δια προδοσίας. Ώι δύο αυταί επιχειρήσεις έπρεπε να γίνουν συγχρόνως εις ωρισμένην ημέραν. Ν Βημοσθένης, κατά την άφιξίν του εις Λαύπακτον, εύρεν ότι η ομοσπονδία των Ώκαρνάνων είχεν ήδη αναγκάσει τους Νινιάδας να προσχωρήσουν εις την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν. Θαι ο ίδιος, αφού εστρατολόγησεν όλους τους συμμάχους των μερών εκείνων, εβάδισε πρώτον εναντίον του Παλυνθίου και των Ώγραίων, και αφού επέτυχε την προσάρτησίν των, συνεπλήρωσε τας ετοιμασίας του, δια να ευρεθή την προσδιωρισμένην ημέραν εμπρός από τας Πίφας.
Θατά την ιδίαν εποχήν του θέρους, ο ΐρασίδας, επί κεφαλής χιλίων επτακοσίων οπλιτών, ευρίσκετο καθ' οδόν, διευθυνόμενος εις την Ταλκιδικήν. ταν έφθασεν εις την Εράκλειαν της Ρραχίνος, έστειλεν αγγελιαφόρον εις την Σάρσαλον, δια να ζητήση από τους εκεί φίλους του να τον συνοδεύσουν, αυτόν και τον στρατόν του, δια να περάσουν την Ζεσσαλίαν. Πυνεπεία της προσκλήσως αυτής, ήλθαν προς συνάντησίν του εις Κελίτειαν της Σθιωτικής ΏχαΎας ο Ξάναιρος, ο Βώρος, ο Ηππολοχίδης, ο Ρορύλαος και ο Πτρόφακος, ο οποίος ήτο πρόξενος των Ταλκιδέων, και τότε μόνον υπό την συνοδείαν των συνέχισε την πορείαν του. Κεταξύ των άλλων Ζεσσαλών, που τον συνώδευαν, ήτο και ο εκ Ιαρίσσης Λικονίδας, φίλος του Ξερδίκκα. Πημειωτέον, ότι εις κάθε περίστασιν ήτο πολύ δύσκολον να διασχίση κανείς την Ζεσσαλίαν χωρίς συνοδείαν, και προ πάντων ένοπλος. Άλλωστε, από όλους ομοίως τους Έλληνας, εθεωρείτο ύποπτον το να περνά κανείς
από το έδαφος άλλων χωρίς την άδειάν των. Γκτός τούτου, ο Ζεσσαλικός λαός ήτο ανέκαθεν ευνοϊκώς διατεθειμένος προς τους Ώθηναίους. Θαι δια τούτο, εάν η Ζεσσαλία δεν εκυβερνάτο, κατά την εντόπιον παράδοσιν, από ολίγους δεσπότας, αλλά με πολίτευμα δημοκρατικόν, ποτέ δεν θα κατώρθωνε να προχωρήση ο ΐρασίδας, αφού και τώρα, όταν μερικοί αντιθέτων πολιτικών φρονημάτων από τους συνοδούς του τον συνήντησαν, κατά την διάρκειαν της πορείας του, πλησίον του ποταμού Γνιπέως, εζήτησαν να τον εμποδίσουν λέγοντες ότι παρανόμει επιχειρών να διέλθη χωρίς την άδειαν ολοκλήρου του Ζεσσαλικού λαού. Νι συνοδεύοντες τον ΐρασίδαν τους καθησύχασαν, λέγοντες ότι δεν θα τον συνοδεύσουν περαιτέρω εναντίον της γνώμης των, και ότι αφού ήλθε χωρίς να τον περιμένουν, τον συνώδευαν, προς εκπλήρωσιν απλώς καθήκοντος φιλοξενίας. Θαι ο ίδιος άλλωστε ο ΐρασίδας είπεν ότι διήρχετο από εκεί ως φίλος της Ζεσσαλίας και των Ζεσσαλών, ότι διεξήγε πόλεμον εναντίον των Ώθηναίων, οι οποίοι ήσαν εχθροί του, και όχι εναντίον των, και ότι δεν εγνώριζε να υπήρχε μεταξύ Ζεσσαλών και Ιακεδαιμονίων έχθρα, η οποία να τους εμποδίζη να περνούν οι μεν από το έδαφος των δε. Γν τούτοις, προσέθεσε, δεν θα επροχώρει επί του παρόντος εναντίον της γνώμης των, αφού και εάν ήθελε δεν είχε την δύναμιν, ήλπιζεν όμως ότι δεν θα τον εμποδίσουν. Γκείνοι, αφού ήκουσαν αυτά, απήλθαν. Ν ΐρασίδας, εν τούτοις, συμμορφούμενος με τας συστάσεις των συνοδών του, επροχώρηρε με βήμα ταχύ, χωρίς να σταματήση ούτε στιγμήν, από φόβον μήπως συγκεντρωθή μεγαλυτέρα δύναμις και τον εμποδίση. Ρην ιδίαν ημέραν που εξεκίνησεν από την Κελίτειαν, διήνυσεν ολόκληρον την απόστασιν μέχρι της Σαρσάλου, όπου εστρατοπέδευσε πλησίον του ποταμού Ώπιδανού. Ώπ' εκεί επροχώρησε προς το Σάκιον και εκείθεν προς την Ξερραιβίαν, όπου οι συνοδεύσαντες αυτόν Ζεσσαλοί τον απεχαιρέτησαν πλέον, και οι Ξερραιβοί, οι οποίοι είναι υπήκοοι των Ζεσσαλών, τον συνώδευσαν ασφαλώς μέχρι του Βίου, πόλεως της επικρατείας του Ξερδίκκα, κειμένης εις τους πρόποδας του Κακεδονικού Νλύμπου, προς το μέρος της Ζεσσαλίας. 79. Ροιουτοτρόπως, ο ΐρασίδας επρόφθασε να διατρέξη την Ζεσσαλίαν, πριν κανείς ετοιμασθή δια να τον εμποδίση, και έφθασε προς τον Ξερδίκκαν και μέχρι της Ταλκιδικής. Ρην εκστρατείαν αυτήν του Ξελοποννησιακού στρατού είχαν προκαλέσει εκ φόβου, μετά τας τελευταίας επιτυχίας των Ώθηναίων ο Ξερδίκκας και όσαι από τας πόλεις της Ταλκιδικής είχαν αποστατήσει από τους Ώθηναίους. Νι τελευταίοι, διότι επερίμεναν ότι οι Ώθηναίοι θα επιτεθούν εναντίον των πρώτοι (άλλωστε και αι γειτονικαί των ακόμη πόλεις, όσαι δεν είχαν αποστατήσει, είχαν συμπράξει κρυφίως εις την πρόκλησιν της εκστρατείας). Ν Ξερδίκκας, εξ άλλου, διότι, χωρίς να είναι εχθρός εις το φανερόν, εφοβείτο όμως και αυτός, ένεκα των παλαιών διαφορών του με τους Ώθηναίους, και διότι προ πάντων ήθελε να υποτάξη τον Ώρράβαιον, βασιλέα των Ιυγκηστών. Ε κακή, άλλωστε, τότε κατάστασις των πραγμάτων των Ιακεδαιμονίων υπήρξε δι' αυτούς καλή ευκαιρία δια να επιτύχουν ευκολώτερα την αποστολήν του Ξελοποννησιακού στρατού. 80. Βιότι, τώρα που οι Ώθηναίοι ελυμαίνοντο την Ξελοπόννησον, και προ πάντων το Ιακωνικόν έδαφος, οι Ιακεδαιμόνιοι ενόμιζαν ότι το καλύτερον μέσον αντιπερισπασμού θα ήτο η χρησις αντιποίνων, δια της αποστολής στρατού προς τους δυσηρεστημένους συμμάχους των, οι οποίοι άλλωστε ανελάμβαναν την διατροφήν του και επεκαλούντο την βοήθειάν των δια ν' αποστατήσουν. Ήθελαν συγχρόνως να χρησιμοποιήσουν την αποστολήν αυτήν ως πρόφασιν δια ν' απομακρύνουν μέρος των Γιλώτων, καθόσον εφοβούντο μήπως επωφεληθούν της ευκαιρίας που τους παρείχεν η κατοχή της Ξύλου δια να επαναστατήσουν. Βιότι κυριωτάτη ανέκαθεν μέρυμνα των Ιακεδαιμονίων, εις τας σχέσεις των προς τους
Γίλωτας, ήτο η αποσόβησις κινδύνων που εφοβουντο από αυτούς. Κίαν φοράν, μάλιστα, φοβούμενοι τον μεγάλον αριθμόν της νεολαίας των, κατέφυγαν και εις το εξής μέτρον. Γπροκήρυξαν ότι όσοι από τους Γίλωτας φρονούν ότι έχουν προσφέρει μεγαλυτέρας υπηρεσίας εις τους Ιακεδαιμονίους δια της ανδρείας των κατά τον πόλεμον έπρεπε να δηλωθούν, διότι πρόκειται να τους απελευθερώσουν. Πκοπός όμως της προκηρήξεως ήτο να τους δοκιμάσουν, διότι όσοι εφρόνουν ότι είχαν την αξίωσιν ν' απελευθερωθούν πρώτοι, θα ήσαν και οι πρώτοι, οι οποίοι, λόγω του γενναίου φρονήματός των, θα εξηγείροντο εναντίον των. Θαι εξέλεξαν δύο περίπου χιλιάδας από αυτούς, οι οποίοι εστολίσθησαν με στεφάνους και περιήλθαν τους ναούς ως απελευθερωθέντες, αλλ' ολίγον βραδύτερον τους εξηφάνισαν, χωρίς κανείς να μάθη πώς καθείς απ' αυτούς εξωλοθρεύθη. Γπίσης, τώρα έσπευσαν ν' αποστείλουν επτακοσίους Γίλωτας οπλίτας υπό τον ΐρασίδαν, ο οποίος το υπόλοιπον του στρατού του εστρατολόγησεν από Ξελοποννησίους εθελοντάς, ελκύσας αυτούς δια του μισθού. 81. Ε αποστολή, άλλωστε, του ΐρασίδα ως αρχηγού της εκστρατείας ωφείλετο, αφ' ενός μεν εις το ότι ο ίδιος το επεδίωξε με πολύ ζήλον, εξ άλλου, δ' εις το ότι και οι Ταλκιδείς το επεθύμουν ζωηρώς, διότι εις την Ππάρτην εθεωρείτο ως άνθρωπος με απεριόριστον δραστηριότητα. Θαι κατά την εκστρατείαν άλλωστε αυτήν απεδείχθη ανεκτίμητος δια τους Ιακεδαιμονίους. Βιότι, επειδή εξ αρχής εδείχθη δίκαιος και μετριοπαθείς εις τας σχέσεις του προς τας διαφόρους πόλεις, πολλάς από αυτάς έπεισε ν' αποστατήσουν, ενώ άλλοι παρεδόθησαν εις αυτόν δια προδοσίας των κατοίκων των, εις τρόπον ώστε οι Ιακεδαιμόνιοι όχι μόνον επέτυχαν ανακούφισιν των ταλαιπωριών του πολέμου δια της μεταφοράς των επιχειρήσεων εκτός της Ξελοποννήσου, αλλά και συγχρόνως, εάν ήθελαν να συνάψουν ειρήνην, όπως και πραγματικώς έγινε, είχαν εις χείρας των μέρη δια να τα ανταλλάξουν απέναντι των μερών, τα οποία ήθελαν ν' ανακτήσουν. Θαι κατά τον μεταγενέστερον ακόμη πόλεμον, ύστερον από την καταστροφήν της Πικελίας, η επιδειχθείσα εις την Ταλκιδικήν ευγένεια αισθημάτων και σύνεσις του ΐρασίδα, τας οποίας άλλοι εγνώρισαν εκ πείρας και άλλοι επίστευαν εξ ακοής, συνετέλεσαν κυρίως, ώστε οι σύμμαχοι των Ώθηναίων να προσελκυσθούν προς τους Ιακεδαιμονίους. Βιότι υπήρξεν ο πρώτος Ππαρτιάτης ο οποίος εις εκστρατείαν του εξωτερικού εδείχθη υπό πάσαν έποψιν τέλειος, και άφισεν εις το πνεύμα όλων την εδραίαν πεποίθησιν ότι και οι άλλοι Ππαρτιάται είναι, όμοιοι με αυτόν. 82. ταν λοιπόν έμαθαν οι Ώθηναίοι ότι ο ΐρασίδας έφθασεν εις την Ταλκιδικήν, όπως ανέφερα ήδη, και επίστευσαν ότι ο Ξερδίκκας είχεν υποκινήσει την εκστρατείαν αυτήν, εκήρυξαν τον πόλεμον κατά του τελευταίου και υπέβαλαν τους εκεί συμμάχους των εις αυστηροτάτην επιτήρησιν. 83. Ν Ξερδίκκας τεθείς επί κεφαλής του στρατού του ΐρασίδα και των ιδικών του στρατιωτικών δυνάμεων, εξεστράτευσεν ευθύς εναντίον του Ώρραβαίου, υιού του ΐρομερού, βασιλέως των Ιυγκηστών Κακεδόνων, ομόρων της επικρατείας του, διότι, ένεκα των μεταξύ των διενέξεων, ήθελε να τον υποτάξη. Ώλλ' όταν έφθασαν εις την είσοδον της Ιύγκου, ο ΐρασίδας είπεν ότι πριν αρχίσουν αι εχθροπραξίαι ήθελε να συναντήση προηγουμένως τον Ώρράβαιον και δοκιμάση να τον πείση, ει δυνατόν, να γίνη σύμμαχος των Ιακεδαιμονίων. Άλλωστε, και ο Ώρράβαιος επεζήτει συνεννόησιν και εδήλου ότι ήτο έτοιμος να υποβληθή εις την διαιτησίαν του ΐρασίδα. Θαι οι πρέσβεις των Ταλκιδέων, οι οποίοι, ηκολούθουν την εκστρατείαν, τον συνεβούλευαν επιμόνως να μην απαλλάξη τον Ξερδίκκαν από τας δυσκολίας του, δια να τον έχουν πλέον
πρόθυμον και εις τα ζητήματα που αμέσως τους ενδιέφεραν. Γκτός τούτου, οι πρέσβεις, που είχε στείλει ο Ξερδίκκας εις την Ιακεδαίμονα, είχαν είπει κάτι τοιούτον, ότι δηλαδή θα έκαμνε συμμάχους των Ιακεδαιμονίων πολλάς από τας γειτονικάς του πόλεις, και βασιζόμενος εις τούτο, ο ΐρασίδας εθεώρει ότι ήτο ορθότερον να ρυθμίση το ζήτημα του Ώρραβαίου από κοινού με τον Ξερδίκκαν. Ώλλ' ο Ξερδίκκας απήντησεν ότι δεν έφερε τον ΐρασίδαν ως διαιτητήν των διαφορών του, αλλά μάλλον ως καθαιρέτην των εχθρών του, τους οποίους αυτός θα προσδιώριζε, και ότι επί πλέον, εφόσον αυτός διέτρεφε το ήμισυ του Ξελοποννησιακού στρατού, ο ΐρασίδας δεν είχε δικαίωμα να συναντηθή με τον Ώρράβαιοιν, δια να έλθη εις διαπραγματεύσεις με αυτόν. Ώλλ' ο ΐρασίδας, παρά την θέλησιν του Ξερδίκκα, και κατόπιν φιλονεικίας με αυτόν, συνηντήθη με τον Ώρράβαιον, και πεισθείς εις τους λόγους του, απέσυρε τον στρατόν του, χωρίς να εισβάλη εις το έδαφός του. Ν Ξερδίκκας, επειδή εθεώρησεν εαυτόν θύμα αδικίας, παρείχε του λοιπού, αντί του ημίσεος της διατροφής του στρατού, το τρίτον μόνον. 84. Γυθύς κατόπιν, κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους και ολίγον πριν από την εποχήν του τρυγητού, ο ΐρασίδας, έχων υπό τας διαταγάς του και απόσπασμα Ταλκιδέων, εξεστράτευσεν εναντίον της Ώκάνθου, αποικίας των Ώνδρίων. Γπί του ζητήματος, αν έπρεπε να του ανοίξουν τας πύλας της πόλεως, οι Ώκάνθιοι διηρέθησαν μεταξύ των, καθόσον εκείνοι οι οποίοι εκ συμφώνου με τους Ταλκιδείς, είχαν προκαλέσει την εκστρατείαν, ευρέθησαν εις αντίθεσιν με την δημοκρατικήν μερίδα. ταν όμως ο ΐρασίδας εζήτησε να γίνη δεκτός μόνος, και να μην αποφασίσουν πριν τον ακούσουν, το πλήθος συνήνεσεν, εκ φόβου μήπως καταστραφή η εσοδεία των σταφυλιών, τα οποία δεν είχαν ακόμη τρυγηθή. Ξαρουσιάσθη, ως εκ τούτου, ενώπιον του λαού (σημειωτέον ότι, αν και Ιακεδαιμόνιος, δεν εστερείτο ευγλωττίας) και ωμίλησεν ως εξής:
"Ώκάνθιοι, η αποστολή μου καθώς και του στρατού μου εκ μέρους των Ιακεδαιμονίων αποτελεί επαλήθευσιν του σκοπού του πολέμου, τον οποίον ευθύς εξ αρχής διεκηρύξαμεν, ότι, δηλαδή θα πολεμήσωμεν εναντίον των Ώθηναίων, δια να ελευθερώσωμεν την Γλλάδα. Θαι αν εβραδύναμεν να έλθωμεν, τούτο προήλθεν εκ του ότι αι ελπίδες που εστηρίξαμεν εις την πορείαν του πολέμου εκεί κάτω διεψεύσθησαν, διότι είχαμεν ελπίσει ότι μόνοι θα καταβάλωμεν ταχέως τους Ώθηναίους, χωρίς να εκθέσωμεν σας εις κίνδυνον. Ώς μη μας μεμφθή λοιπόν κανείς δια τούτο, αφού, μόλις αι περιστάσεις το επέτρεψαν ευρισκόμεθα ήδη εδώ, και θα καταβάλωμεν κάθε προσπάθειαν, συνεργαζόμενοι μαζί σας, δια να τους κατανικήσωμεν. Ώπορώ δε διατί μου κλείετε τας πύλας της πόλεώς σας και διατί την έλευσίν μου θεωρείτε ανεπιθύμητον. Εμείς τουλάχιστον οι Ιακεδαιμόνιοι εξετέθημεν εις τόσον σοβαρόν κίνδυνον, διανύσαντες πολλών ημερών δρόμον δια ξένου εδάφους, και είμεθα πρόθυμοι εις κάθε τι, διότι ενομίζομεν ότι ερχόμεθα προς ανθρώπους, οι οποίοι, και πριν ακόμη φθάσωμεν, ήσαν, από διαθέσεως τουλάχιστον, σύμμαχοί μας, και οι οποίοι θα εχαιρέτιζαν με χαράν τον ερχομόν μας. Γάν όμως σεις έχετε άλλο τι κατά νουν, ή εάν προτίθεστε ν' αντιπράξετε εναντίον της ελευθερίας και της ιδικής σας και των άλλων Γλλήνων, το πράγμα θα ήτο τερατώδες. Βιότι δεν αρκεί ότι ανθίστασθε σεις, αλλά και προς οιουσδήποτε άλλους στραφώ, θα δείξουν ακόμη ολιγωτέραν διάθεσιν να ταχθούν με το μέρος μου, διότι θα διστάσουν, αφού σεις προς τους οποίους ήλθα κατά πρώτον και οι οποίοι αντιπροσωπεύετε πόλιν ισχυράν και θεωρείσθε άνθρωποι συνετοί, ηρνήθητε να με δεχθήτε. Θαι θα θεωρηθή ότι ο σκοπός, δια τον οποίον ήλθα, δεν είναι αληθινός, αλλ' ότι η ελευθερία που σας προσφέρω είναι απατηλή, ή ότι ήλθα εδώ, ενώ είμαι ανίκανος και ανίσχυρος να σας υπερασπίσω εναντίον των Ώθηναίων, εάν τυχόν
εξεστράτευαν εναντίον σας. Θαι όμως, όταν με τον στρατον αυτόν που έχω σήμερον έσπευσα προς βοήθειαν της Λισαίας, οι Ώθηναίοι, μολονότι περισσότεροι, ηρνήθησαν να συνάψουν μάχην, και ούτε είναι πιθανόν ν' αποστείλουν καθ' υμών δια θαλάσσης στρατόν ισόπολον προς εκείνον που είχαν εκεί. 86. "σον αφορά εμέ τον ίδιον, ήλθα εδώ, όχι δια να βλάψω, αλλά δια να ελευθερώσω τους Έλληνας, αφού η κυβέρνησις των Ιακεδαιμονίων εδεσμεύθη απέναντί μου με τους πλέον επισήμους όρκους, ότι θα σεβασθή πραγματικώς την ανεξαρτησίαν κάθε πόλεως, την οποίαν θα κατώρθωνα να προσεταιρισθώ ως σύμμαχον. Πκοπός μας, άλλωστε, δεν είναι να επιτύχωμεν την συμμαχίαν σας δια της βίας ή της απάτης, αλλά τουναντίον να συναγωνισθώμεν μαζί σας εναντίον του Ώθηναϊκού ζυγού που σας πιέζει. Έχω, επομένως, την αξίωσιν, ούτε προσωπικώς να θεωρούμαι ύποπτος, εφόσον σας προσφέρω τας πλέον επισήμους εγγυήσεις, ούτε η στρατιωτική μου δύναμις να θεωρηθή ανεπαρκής, αλλά να ενωθήτε μαζί μου με πλήρη εμπιστοσύνην. Γάν τυχόν πάλιν κανείς από σας έχη προσωπικούς λόγους να φοβήται άλλους και ενδοιάζει ένεκα τούτου, διότι υποπτεύεται μήπως εγώ παραδώσω την πόλιν εις τα χέρια μιας φατρίας, αυτός προ πάντων ημπορεί να είναι ήσυχος. Βιότι δεν ήλθα δια να συνταχθώ με μίαν φατρίαν, ούτε νομίζω ότι θα σας προσφέρω αληθινήν ελευθερίαν εάν, θέτων κατά μέρος τους πατρίους θεσμούς σας, υπεδούλωνα τους δημοκρατικούς εις τους ολιγαρχικούς ή τους ολιγαρχικούς εις τον λαόν. Ροιαύτη ελευθερία θα ήτο χειροτέρα από τον ξενικόν ζυγόν, και το αποτέλεσμά της δι' ημάς τους Ιακεδαιμονίους θα ήτο όχι ευγνωμοσύνη δια τας προσπαθείας μας, αλλά μομφή μάλλον, αντί τιμής και δόξης. Ρο κέρδος μας θα ήτο ότι τας κατηγορίας ακριβώς, επί τη βάσει, των οποίων διεξάγομεν τον πόλεμον εναντίον των Ώθηναίων, θα εστρέφαμεν εναντίον μας, υπό περιστάσεις μάλιστα επιβαρυντικωτέρας, καθόσον εκείνοι δεν διεκήρυξαν ότι ακολουθούν μεγαλόφρονα πολιτικήν. Ρωόντι, δι' όσους τουλάχιστον απολαμβάνουν την κοινήν εκτίμησιν, είναι περισσότερον αισχρόν να εξυπηρετούν την πλεονεξίαν των με δολιότητα υπό εύσχημον κάλυμμα, παρά με φανεράν βίαν. Βιότι η βία στηρίζεται εις το δικαίωμα της δυνάμεως, η οποία είναι δώρον της τύχης, ενώ η δολία πολιτική εις την επιβουλήν μοχθηράς διαθέσεως. 87. "Γνεργούντες κατ' αυτόν τον τρόπον, δεικνύομεν μεγάλην περίσκεψιν δι' ό,τι αφορά τα ζωτικά μας συμφέροντα, και καμμίαν καλυτέραν εξασφάλισιν εκτός από τους όρκους μας δεν ημπορείτε να έχετε, παρά εκείνην που σας παρέχουν άνθρωποι, των οποίων αι πράξεις, εξεταζόμεναι εν σχέσει προς τους λόγους, παρέχουν την αναμφισβήτητον πεποίθησιν ότι ανταποκρίνονται πραγματικώς προς το συμφέρον των, όπως υποστηρίζουν. Ώλλ' εάν ισχυρισθήτε ότι δεν είσθε εις θέσιν να δεχθήτε τας προτάσεις μου, και διατυπώσετε την αξίωσιν ότι επειδή είσθε φίλοι μας ημπορείτε να τας αποκρούσετε αζημίως, εάν υποστηρίξετε ότι την ελευθερίαν θεωρείτε επικίνδυνον, και ότι δίκαιον είναι να προσφέρεται εις εκείνους μόνον που είναι εις θέσιν να την δεχθούν, αλλά να μην επιβάλλεται εις κανένα παρά την θέλησίν του, θα επικαλεσθώ τους θεούς και ήρωας της χώρας σας ως μάρτυρας, ότι ενώ ήλθα δια το καλόν σας, αρνείσθε να με εισακούσετε, και θα προσπαθήσω να σας εξαναγκάσω δια της ερημώσεως της χώρας σας. Θαι νομίζω ότι η ενέργειά μου αυτή δεν θα είναι του λοιπού άδικος, αφού μάλιστα και δύο σπουδαιότατοι λόγοι συνηγορούν οπωσδήποτε δι' αυτήν. Ξρώτον, ότι δεν πρέπει να υποφέρουν οι Ιακεδαιμόνιοι, ένεκα της φιλίας σας, καθώς θα υποφέρουν, εάν, αρνούμενοι να ενωθήτε με ημάς, εξακολουθήσετε να καταβάλλετε φόρους εις τους Ώθηναίους, και δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεσθε εμπόδιον εις την απελευθέρωσιν των Γλλήνων. Τωρίς τους λόγους αυτούς, τοιαύτη ενέργειά μας θα ήτο βεβαίως αδικαιολόγητος, και μόνον η εξυπηρέτησις του κοινού καλού γεννά δι' ημάς του
Ιακεδαιμονίους την υποχρέωσιν να επιβάλλωμεν την ελευθερίαν εις τους αποστέργοντας αυτήν. Νύτε, εξ άλλου, επιδιώκομεν να επιβάλωμεν την ηγεμονίαν μας, αλλ' αγωνιζόμεθα αντιθέτως δια να καταλύσωμεν την ηγεμονίαν άλλων, και θα διεπράτταμεν αδικίαν προς τους πολλούς, εάν, ενώ φέρομεν εις όλους την ανεξαρτησίαν, επιτρέπαμεν εις σας να παρεμβάλετε εμπόδια. Έχοντες υπ' όψιν αυτά που σας είπα, φροντίσατε να λάβετε ορθάς αποφάσεις. Ώγωνισθήτε, όχι μόνον δια να δώσετε πρώτοι το σύνθημα της απελευθερώσεως των Γλλήνων και αποταμιεύσετε θησαυρόν αιωνίας δόξης, αλλά και δια να προφυλάξετε τας ιδιωτικάς σας περιουσίας από καταστροφάς και δια να κοσμήσετε την πόλιν σας με το ωραιότερον όνομα".
Κετά τους λόγους αυτούς του ΐρασίδα, οι Ώκάνθιοι, αφού προηγουμένως συνεζήτησαν δια μακρών τα υπέρ και τα κατά, προέβησαν εις μυστικήν ψηφοφορίαν. Ε πλειοψηφία, επηρεασθείσα εν μέρει από τους επαγωγούς λόγους του ΐρασίδα και εν μέρει από τον φόβον του τρυγητού, απεφάσισε ν' αποστατήσουν από τους Ώθηναίους. Θαι τότε μόνον εδέχθησαν τον στρατόν του ΐρασίδα, αφού εδέσμευσαν τον τελευταίον με τους ίδιους όρκους τους οποίους είχεν ορκισθή η κυβέρνησις των Ιακεδαιμονίων, όταν τον απέστειλεν, ότι δηλαδή θα σεβασθή πραγματικώς την ανεξαρτησίαν κάθε πόλεως, την οποίαν θα κατώρθωνε να προσεταιρισθή ως σύμμαχον. Θαι ολίγον βραδύτερον απεστάτησαν επίσης και τα Πτάγειρα, αποικία των Ώνδρίων. Ώυτά υπήρξαν τα γεγονότα του θέρους τούτου. 89. Γυθύς εις την αρχήν του επομένου χειμώνος επρόκειτο να γίνη παράδοσις των ΐοιωτικών πόλεων εις τους στρατηγούς των Ώθηναίων Ηπποκράτη και Βημοσθένη. Θαθώς είχε συμφωνηθή, ο δεύτερος έπρεπε να ευρεθή εμπρός από τας Πίφας με τον στόλον του, και ο πρώτος να βαδίση εναντίον του Βηλίου. Έγινεν όμως λάθος ως προς την ημέραν που έπρεπε καθείς από τους δύο να εκκινήση. Ξρώτος ο Βημοσθένης με τον στόλον του, εις τον οποίον επέβαιναν Ώκαρνάνες και πολλοί από τους άλλους συμμάχους των μερών εκείνων, έπλευσεν εις τας Πίφας. Ώλλ' η απόπειρα απέτυχε, διότι το σχέδιον επροδόθη από τον Λικόμαχον, Σωκέα από την Σανοτέα, ο οποίος ανήγγειλε το πράγμα εις τους Ιακεδαιμονίους, και εκείνοι εις τους ΐοιωτούς. Θαι επειδή ο Ηπποκράτης δεν είχεν εισβάλει ακόμη εις το έδαφός των, και επομένως δεν ημπορούσε να φέρη αντιπερισπασμόν, οι ΐοιωτοί έσπευσαν εις βοήθειαν από όλα τα μέρη και επρόλαβαν να καταλάβουν τας Πίφας και την Τερώνειαν. ταν δε οι συνωμόται είδαν την αποτυχίαν, δεν απεπειράθησαν να κάμουν τίποτε εντός των πόλεων.
Ν Ηπποκράτης, εξ άλλου, αφού επιστράτευσε τους Ώθηναίους, πολίτας εξ ίσου και μετοίκους, καθώς και τους παρεπιδήμους ξένους, έφθασεν αργά εις το Βήλιον, όταν οι ΐοιωτοί είχαν ήδη επιστρέψει από τας Πίφας. Θαι αφού εστρατοπέδευσε, προέβη εις την οχύρωσιν του Βηλίου κατά τον εξής τρόπον: Νι στρατιώται έσκαψαν τάφρον γύρω από τον ναόν και ολόκληρον τον ιερόν περίβολον. Κε τα χώματα δε που έβγαλαν από την τάφρον κατεσκεύασαν προτείχισμα προς υποστήριξιν του οποίου ενέπηξαν πασσάλους καθ' όλον το μήκος. Πυγχρόνως εχρησιμοποίησαν εις το πρόχωμα αυτό τα κλήματα των πέριξ του ιερού περιβόλου αμπέλων καθώς και τας πέτρας και τας πλίνθους των πέριξ οικοδομών, τας οποίας κατεδάφιζαν, και μετεχειρίσθησαν εν γένει κάθε μέσον δια να υψώσουν όσον το δυνατόν περισσότερον το οχύρωμα. Θατεσκεύασαν επίσης ξυλίνους πύργους εις τα επίκαιρα σημεία του ιερού περιβόλου, όπου δεν υπήρχαν οικοδομαί (διότι η
προϋπάρχουσα στοά είχε καταπέσει). Ε εργασία είχεν αρχίσει την τρίτην ημέραν μετά την αναχώρησιν από τας Ώθήνας, και, εξηκολούθησεν όλην την τετάρτην και μέχρι του προγεύματος της πέμπτης, οπότε, επειδή το πλείστον του έργου είχεν ήδη συντελεσθή, το κύριον μέρος του στρατού εξεκίνησε δια να επιστρέψη εις τας Ώθήνας. Γις απόστασιν δέκα περίπου σταδίων από το Βήλιον, οι οπλίται εστάθμευσαν εις τάξιν μάχης προς ανάπαυσιν, ενώ οι περισσότεροι από τους ψιλούς στρατιώτας συνέχισαν κατ' ευθείαν την πορείαν των. Ν Ηπποκράτης όμως είχε παραμείνει εις το Βήλιον, ασχολούμενος να εγκαταστήση τους φρουρούς εις τας διαφόρους θέσεις των και συμπληρώση προσηκόντως ό,τι υπελείπετο ακόμη δια την οχύρωσιν.
Θατά την διάρκειαν της οχυρώσεως του Βηλίου, οι ΐοιωτοί συνεκεντρώνοντο εις την Ρανάγραν. Ώφού δ' έφθασαν τα αποσπάσματα όλων των πόλεων, έμαθαν ότι οι Ώθηναίοι εξεκίνησαν ήδη, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Νι άλλοι ΐοιωτάρχαι, των οποίων ο ολικός αριθμός ανέρχεται εις ένδεκα, ήσαν της γνώμης ότι δεν έπρεπε να δώσουν μάχην, διότι ο εχθρός είχεν εξέλθει ήδη από το έδαφος της ΐοιωτίας. Θαι πράγματι οι Ώθηναίοι, όταν εστάθμευσαν, ήσαν περίπου εις τα όρια της Φρωπίας. Ώλλ' ο Ξαγώνδας, υιός του Ώιολάδου, ο οποίος αντιπροσώπευε τας Ζήβας ως ΐοιωτάρχης, μαζί με τον Ώριανθίδην, υιόν του Ιυσιμαχίδου, και ήσκει τότε την αρχιστρατηγίαν, ήθελε να δοθή η μάχη, διότι έκρινεν ότι συνέφερε ν' αντιμετωπισθή ο κίνδυνός της. Ξροσεκάλει δια τούτο τους στρατιώτας κατά τμήματα, δια να μην αφίσουν όλοι συγχρόνως τα όπλα των, και με τους επομένους λόγους προσεπάθει να πείση τους ΐοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Ώθηναίων και τους επιτεθούν.
"Ώγαπητοί ΐοιωτοί, έπρεπε μήτε να περάση από τον νουν κανενός από ημάς τους αρχηγούς του στρατού η ιδέα ότι δεν είναι ορθόν να επιτεθώμεν εναντίον των Ώθηναίων, παρά εάν τους προφθάσωμεν ευρισκομένους ακόμη εις το έδαφος της ΐοιωτίας. Βιότι εκείνοι, ελθόντες από όμορον χώραν και οικοδομήσαντες οχύρωμα επάνω εις την ΐοιωτίαν, σκοπόν έχουν να ερημώσουν το έδαφός μας, και είναι προφανώς εχθροί μας, οπουδήποτε και αν τους φθάσωμεν, και ιδίως εις το έδαφος, από το οποίον προήλασαν, δια να συμπεριφερθούν ως τοιούτοι επί του ιδικού μας. Ώλλ' εάν μόλα ταύτα ενόμισε κανείς ασφαλέστερον να μην επιτεθώμεν, πρέπει ν' αλλάξη γνώμην. Βιότι οι υπολογίσμοι της συνετής προνοητικότητος δεν αρμόζουν εξ ίσου εις εκείνους που είναι θύματα επιθέσεως άλλων και ζητούν να προστατεύσουν το έδαφός των, όπως αρμόζουν εις όσους, ενώ κατέχουν ανενοχλήτως ό,τι τους ανήκει, επιτίθενται εκουσίως και από πλεονεξίαν εναντίον άλλων. Άλλωστε, πατροπαράδοτος δια σας πολιτική είναι να καταπολεμήτε τον ξένον επιδρομέα, αδιάφορον αν εις το ιδικόν σας ή το ξένον έδαφος, και πολύ περισσότερον επιβάλλεται τούτο απέναντι των Ώθηναίων, οι οποίοι επί πλέον συνορεύουν με σας. Βιότι τότε μόνον εξασφαλίζει κανείς την ελευθερίαν του απέναντι των γειτόνων, όταν είναι ικανός και έτοιμος ν' αντιμετωπίζη αυτούς. Θαι εναντίον προ πάντων των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι όχι πλέον τους γείτονας, αλλά και εκείνους ακόμη που κατοικούν μακράν, επιζητούν να υποδουλώσουν, είναι ή δεν είναι ανάγκη ν' αγωνισθώμεν μέχρις εσχάτων; Ε κατάστασις της απέναντί μας Γυβοίας και των περισσοτέρων άλλων Γλλήνων ας μας χρησιμεύση ως παράδειγμα. Θαι πρέπει να γνωρίζετε ότι ενώ οι άλλοι πολεμούν εναντίον των γειτόνων των δι' αμφισβητούμενα σύνορα, δι' ημάς, εάν νικηθώμεν, εν και μόνον και αναμφισβήτητον του λοιπού σύνορον θα χαραχθή, περιλαμβάνον ολόκληρον το
έδαφός μας, διότι, άμα εισέλθουν εις αυτό οι Ώθηναίοι, θα γίνουν δια της βίας κύριοι των κτήσεών μας. Ρόσον επικινδυνωτέρα από κάθε άλλην είναι δι' ημάς η γειτνίασίς των. Πυνήθως, άλλωστε, όσοι, θρασυνόμενοι από την δύναμίν των, όπως οι Ώθηναίοι τώρα, επιτίθενται εναντίον άλλων, βαδίζουν με μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην εναντίον εκείνων, οι οποίοι αδρανούν και υπερασπίζουν εαυτούς μόνον εντός του ιδικού των εδάφους, ενώ αντιτάσσονται με ολιγωτέραν προθυμίαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι εξέρχονται από τα όρια της χώρας των, δια να τους αντιμετωπίσουν, και οι οποίοι, παρουσιαζομένης ευκαιρίας, αρχίζουν αυτοί πρώτοι τας εχθροπραξίας. Ρου πράγματος αυτού ελάβαμεν πείραν από τους ιδίους τους Ώθηναίους, διότι, όταν, συνεπεία των εμφυλίων μας σπαραγμών, κατέλαβαν την χώραν μας, και τους ενικήσαμεν εις την μάχην της Θορωνείας, εξησφαλίσαμεν εις την ΐοιωτίαν πλήρη ασφάλειαν μέχρι της σήμερον. Ώυτά ενθυμούμενοι, καθήκον έχομεν, οι πρεσβύτεροι να μη φανούν κατώτεροι των τότε ανδραγαθημάτων των, και οι νεώτεροι, ως υιοί πατέρων, οι οποίοι έδειξαν τότε διαγωγήν άψογον, να προσπαθήσουν να μην αμαυρώσουν τας πατροπαραδότους αρετάς. Γμπιστευόμενοι δε εις την βοήθειαν του θεού, του οποίου τον ναόν, παρά τα κρατούντα μεταξύ Γλλήνων, ωχύρωσαν και κατέχουν, και εις τας θυσίας που προσεφέραμεν εις τους θεούς και αι οποίαι υπήρξαν ευοίωνοι, καθήκον έχομεν να προελάσωμεν δια να επιτεθώμεν εναντίον των και τους δείξωμεν ότι αν θέλουν να επιτύχουν ό,τι εποφθαλμιούν, οφείλουν να επιτίθενται εναντίον εκείνων, που δεν έχουν διάθεσιν ν' αμυνθούν, αλλ' ότι άνδρες, οι οποίοι, εμπνεόμενοι από ευγενές πνεύμα, εθεώρησαν πάντοτε καθήκον των ν' αγωνίζωνται υπέρ της ελευθερίας της ιδικής των χώρας και να μην υποδουλώνουν την χώραν των άλλων αδίκως, δεν θα τους επιτρέψουν να φύγουν χωρίς να πολεμήσουν".
Κε τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους έπεισεν ο Ξαγώνδας τους ΐοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Ώθηναίων. Θαι αφού έδωκεν εσπευσμένως την διαταγήν της προελάσεως, καθόσον και η ημέρα ήτο ήδη προχωρημένη, εξεκίνησε επί κεφαλής του στρατού. Θαι όταν επλησίασε τον στρατόν των Ώθηναίων, κατέλαβε θέσιν, από την οποίαν τα δύο στρατεύματα ένεκα παρεμπίπτοντος λόφου, δεν ημπορούσαν να βλέπουν το εν τω άλλο, και εκεί παρέταξε τον στρατόν και ητοιμάζετο δια να δώση μάχην. Ν Ηπποκράτης, ο οποίος ευρίσκετο ακόμη εις το Βήλιον, ευθύς ως έμαθε την προέλασιν των ΐοιωτών, έστειλεν εις τον στρατόν διαταγάς να λάβη τάξιν μάχης, και ο ίδιος έφθασε μετ' ολίγον, αφού αφήκεν εις το Βήλιον τριακοσίους περίπου ιππείς, δια να το φρουρούν εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως, και συγχρόνως καραδοκούν κατάλληλον ευκαιρίαν δια να πέσουν, διαρκούσης της μάχης, επάνω εις τα νώτα του εχθρού. Ώλλ' οι ΐοιωτοί αντέταξαν χωριστόν απόσπασμα προς άμυναν εναντίον των ιππέων του Βηλίου, και όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, ανέβησαν εις την κορυφογραμμήν του λόφου, από την οποίαν ήσαν ορατοί, και εκεί ανέμεναν εις τάξιν μάχης. Ε όλη δύναμίς των ανήρχετο εις επτά χιλιάδας περίπου οπλίτας, δέκα και πλέον χιλιάδας ψιλούς, χιλίους ιππείς και πεντακοσίους πελταστάς. Ρο δεξιόν κέρας κατείχαν οι Ζηβαίοι με εκείνους από τους ΐοιωτούς, όσοι ήσαν υποτελείς των. Γις το κέντρον ήσαν οι Ώλιάρτιοι, οι Θορωναίοι, οι Θωπαιείς και οι άλλοι, όσοι κατοικούν γύρω από την ΘωπαΎδα λίμνην. Ρο αριστερόν κατείχαν οι Ζεσπιείς, οι Ραναγραίοι και οι Νρχομένιοι. Ξλησίον εις τα δύο κέρατα ετοποθετήθησαν οι ψιλοί και οι ιππείς. Νι Ζηβαίοι ετάχθησαν εις φάλαγγα βάθους είκοσι πέντε οπλιτών. Ν σχηματισμός των άλλων εποίκιλλε. Ροιαύτη ήτο η στρατιωτική δύναμις των ΐοιωτών, και τοιαύτη η προς μάχην παράταξίς της.
94. Νι Ώθηναίοι οπλίται, ισάριθμοι προς τους εχθρούς των, ετάχθησαν όλοι εις φάλαγγα βάθους οκτώ ανδρών, και οι ιππείς εις τα δύο κέρατα. Ρακτικοί ψιλοί στρατιώται δεν παρίσταντο, ούτε είχε ποτέ οργανώσει η πόλις τοιούτους. σοι εν τούτοις, ψιλοί έλαβαν μέρος εις την εισβολήν, ήσαν πολλαπλάσιοι από τους του εχθρού. Ώλλ' ένεκα της γενικής επιιστρατεύσεως αστών και ξένων, οι περισσότεροι ήσαν άοπλοι, και επειδή είχαν ήδη ξεκινήσει, επιστρέφοντες εις τας Ώθήνας, ολίγοι μόνον έλαβαν μέρος εις την μάχην. Ώφού δε οι δύο στρατοί ήσαν παρατεταγμένοι και επέκειτο η σύγκρουσις, ο στρατηγός Ηπποκράτης, διερχόμενος το μέτωπον της παρατάξεως των Ώθηναίων εξήπτε το θάρρος των στρατιωτών με τους επομένους λόγους:
"Πυμπολίται, η παραίνεισίς μου θα είναι σύντομος, διότι, προκειμένου περί ανδρών γενναίων, ολίγοι λόγοι αρκούν και τους ολίγους αυτούς απευθύνω ως υπόμνησιν μάλλον παρά ως προτροπήν. Θανείς ας μη φαντασθή ότι αναλαμβάνομεν τόσον σοβαρόν κίνδυνον επάνω εις ξένον έδαφος άνευ λόγου. Βιότι εις το εχθρικόν αυτό έδαφος θ' αγωνισθώμεν υπέρ της ιδικής μας χώρας. Θαι αν νικήσωμεν, κανείς πλέον δεν υπάρχει φόβος ότι οι Ξελοποννήσιοι, χωρίς το ΐοιωτικόν ιππικόν, θα εισβάλουν του λοιπού εις την χώραν μας, αλλά με μίαν μάχην και την ΐοιωτίαν κατακτάτε και την ελευθερίαν της Ώττικής εξασφαλίζετε. ΐαδίσατε λοιπόν εναντίον των, όπως αρμόζει εις ανθρώπους, οι οποίοι είμεθα όλοι υπερήφανοι, διότι έχομεν πατρίδα, η οποία είναι η πρώτη πόλις της Γλλάδος, και εις τους υιούς πατέρων, οι οποίοι υπό την αρχηγίαν του Κυρωνίδου ενίκησαν αυτούς εδώ εις την μάχην των Νινοφύτων, και έγιναν εις το παρελθόν κύριοι της ΐοιωτίας".
Ρην ώραν που ο Ηπποκράτης απηύθυνε τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους, και δεν είχεν ακόμη προφθάσει να διέλθη περισσότερον από το ήμισυ μέτωπον του στρατού, οι ΐοιωτοί, εις τους οποίους ο Ξαγωνιάς είχεν απευθύνει και πάλιν βιαστικά μερικούς παραινετικούς λόγους, ψάλλοντες τον παιάνα, προήλασαν κατερχόμενοι από τον λόφον. Θαι οι Ώθηναίοι, εξ άλλου, αντεπεξήλθαν, εις τρόπον ώστε οι δύο στρατοί συνεκρούσθησαν τρέχοντες. Γίναι αληθές ότι τα άκρα των στρατών δεν ημπόρεσαν να έλθουν εις χείρας, διότι ημποδίσθησαν από το ίδιον κώλυμα, ογκωθέντας δηλαδή χειμάρρους. Ν λοιπός όμως στρατός είχεν εμπλακή εις τραχύν αγώνα, και οι άνδρες αλληλοεσπρώχνοντο με τας ασπίδας των. Ρο αριστερόν και το κέντρον της ΐοιωτικής παρατάξεως ευρίσκοντο εις υποδεή θέσιν απέναντι των Ώθηναίων, οι οποίοι και τους άλλους, που ευρίσκοντο εις το μέρος αυτό, και προ πάντων τους Ζεσπιείς, επίεζαν. Βιότι οι παρατεταγμένοι εις το πλευρόν των τους εγκατέλειψαν, υποχωρήσαντες, οι δε τελευταίοι εκυκλώθησαν στενώτατα, εις τρόπον ώστε οι φονευθέντες από αυτούς εξωλοθρεύθησαν, αμυνόμενοι λυσσωδώς. Θαι μερικοί μάλιστα από τους Ώθηναίους, ένεκα της συγχύσεως, την οποίαν έφερεν η κύκλωσις, εφονεύθησαν κατά λάθος μεταξύ των. Γις το μέρος λοιπόν τούτο οι ΐοιωτοί ενικήθησαν, και κατέφυγαν προς το τμήμα της παρατάξεως, το οποίον εμάχετο ακόμη. Ώλλά το δεξιόν, όπου ήσαν οι Ζηβαίοι, υπερίσχυσε των Ώθηναίων, τους απώθησε και τους κατεδίωκε κατ' αρχάς βήμα προς βήμα. Ώλλά την στιγμήν ακριβώς αυτήν, παρουσιάσθησαν αιφνιδίως δύο αποσπάσματα του ιππικού, τα οποία ο Ξαγώνδας, δια να βοηθήση το αριστερόν του, όταν υπέφερε δεινώς, είχε στείλει από μέρος που δεν τα έβλεπεν ο εχθρός, γύρω από τον λόφον, και το δεξιόν κέρας των Ώθηναίων, το οποίον ενίκα, εκλαβόν τα αποσπάσματα αυτά ως νέον στρατόν ερχόμενον εναντίον των, κατελήφθη από
πανικόν. Θαι ούτως, ένεκα δύο αιτιών, αφ' ενός της αιφνιδίας εμφανίσιεως του ιππικού, και εξ άλλου, διότι οι Ζηβαίοι κατεδίωκαν βήμα προς βήμα το αριστερόν των Ώθηναίων, το οποίον υπεχώρει, και διέσπασαν την παράταξίν του, η φυγή ολοκλήρου του στρατού των Ώθηναίων εγενικεύθη. Θαι άλλοι μεν ώρμησαν εις την θάλασσαν προς την διεύθυνσιν του Βηλίου, άλλοι προς τον Φρωπόν, άλλοι προς το όρος Ξάρνηθα και άλλοι, όπου καθείς ήλπιζε να σωθή. Νι ΐοιωτοί, και μάλιστα το ιππικόν των, καθώς και το ιππικόν των Ιοκρών, το οποίον έφθασε μόλις ήρχισεν η φυγή, τους κατεδίωκαν και τους εφόνευαν. Ρο γεγονός, άλλωστε, ότι κατά την διάρκειαν της καταδιώξεως ενύκτωσε, διηυκόλυνε την σωτηρίαν του μεγαλυτέρου μέρους των φευγόντων. Θαι την επομένην, όσοι κατέφυγαν εις τον Φρωπόν και το Βήλιον, αφού άφισαν εις το τελευταίον, το οποίον παρά την ήτταν των ευρίσκετο ακόμη υπό την κατοχήν των, φρουράν, μετεφέρθησαν δια θαλάσσης εις τα ίδια. 97. Νι ΐοιωτοί, αφού έστησαν τρόπαιον, συνέλεξαν τους νεκρούς των, εσκύλευσαν τους νεκρούς του εχθρού, άφηκαν φρουράν να τους φυλάττη, και απεσύρθησαν εις την Ρανάγραν, όπου εσχεδίαζαν επίθεσιν εναντίον του Βηλίου. Θήρυξ των Ώθηναίων, μεταβαίνων δια να ζητήση τους νεκρούς, συνήντησε κήρυκα ΐοιωτόν, ο οποίος τον εγύρισεν οπίσω, λέγων ότι τίποτε δεν ημπορεί να επιτύχη, πριν ο ίδιος επιστρέψη (από το Ώθηναϊκόν στρατόπεδον, όπου εστέλλετο). Ν ΐοιωτός κήρυξ παρουσιάσθη εις τους Ώθηναίους και τους ανεκοίνωσεν εκ μέρους των ΐοιωτών ότι διέπραξαν έγκλημα, παραβιάσαντες τα κοινώς κρατούντα μεταξύ των Γλλήνων. Βιότι, ενώ είναι γενικώς καθιερωμένον, οσάκις εν κράτος εισβάλλει εις το έδαφος άλλου, να σέβεται τους ιερούς χώρους, οι Ώθηναίοι, οχυρώσαντες το Βήλιον, το χρησιμοποιούν ως κατοικίαν, και προβαίνουν εντος αυτού εις κάθε τι που εκτελούν οι άνθρωποι εις τόπον μη καθιερωμένον. Θαι το νερό ακόμη, το οποίον δεν επετρέπετο εις τους ΐοιωτούς να εγγίζουν, παρά μόνον δια να το χρησιμοποιούν ως ιερόν ύδωρ δια τας θρησκευτικάς τελετάς, αυτοί, αντλούντες, χρησιμοποιούν δια τας συνήθεις ανάγκας των. Βια τους λόγους αυτούς, οι ΐοιωτοί, εξ ονόματός των και εξ ονόματος του θεού, επικαλούμενοι τον Ώπόλλωνα και τους άλλους εις τον αυτόν ναόν λατρευομένους θεούς, προκαλούν τους Ώθηναίους ν' απέλθουν από τον ναόν, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. 98. Κετά την σύντομον αυτήν ανακοίνωσιν του κήρυκος, οι Ώθηναίοι έστειλαν εις τους ΐοιωτούς ιδικόν των κήρυκα, ο οποίος απήντησεν εξ ονόματός των, ότι όσον αφορά τον ναόν, καμμίαν βλάβην ούτε επροξένησαν, ούτε θα προξενήσουν του λοιπού θεληματικώς. Νύτε κατ' αρχήν, άλλωστε, τον κατέλαβαν με τοιούτον σκοπόν, αλλά δια να τον χρησιμοποιήσουν, εις ανταπόδοσιν των ίσων, εναντίον εκείνων, οι, οποίοι πραγματικώς τους ηδίκουν. τι κατά το έθιμον που επικρατεί μεταξύ των Γλλήνων, εις εκείνον, που εξουσιάζει το έδαφος, μεγάλον ή μικρόν περιέρχονται εκάστοτε και οι ναοί, με την υποχρέωσιν να επιμελήται αυτούς, σύμφωνα με τας μέχρι τούδε θρησκευτικάς συνηθείας, και εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Νι ΐοιωτοί, τωόντι και πολλοί άλλοι, όσοι εξεδίωξαν τους προηγουμένους κατοίκους μιας χώρας και έγιναν δια της βίας κύριοι αυτής, κατέλαβαν κατ' αρχάς ξένους ναούς, τους οποίους όμως εξουσιάζουν σήμερον ως ιδικούς των. Θαι οι ίδιοι επομένως οι Ώθηναίοι, εάν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος ΐοιωτικού εδάφους, θα το εκράτουν. Ώλλά και τώρα το μέρος που κατέλαβαν θεωρούν ιδικόν των, και θα κάμουν ό,τι ημπορούν δια να μη το αφίσουν. σον αφορά την καταχρηστικήν χρησιμοποίησιν του νερού, δεν ημπορούσαν να πράξουν άλλως. Ε χρησιμοποίησίς του είναι ανάγκη, εις την οποίαν όμως δεν περιήλθαν εκουσίως και από αλαζονείαν, αλλά δια ν' αμυνθούν εναντίον εκείνων που πρώτοι επέδραμαν το έδαφος της
Ώττικής. τι, άλλωστε, κάθε τι που γίνεται υπό την πίεσιν του πολέμου η άλλης ανάγκης, είναι φυσικόν να κρίνεται επιεικώς και από τον ίδιον τον θεόν, αφού οι βωμοί είναι καταφύγιον δια τα ακούσια εγκλήματα. τι και τον όρον "παρανομία" μεταχειριζόμεθα δι' εκείνους, που διαπράττουν κακόν άνευ ανάγκης, όχι δι' εκείνους, οι οποίοι υπό την πίεσιν των περιστάσεων αποτολμούν να κάμουν κάτι. τι οι ΐοιωτοί, με το να έχουν την αξίωσιν να μην αποδώσουν τους νεκρούς, παρά μόνον ως αντάλλαγμα ιερών τόπων, ασεβούν πολύ περισσότερον από αυτούς, οι οποίοι αρνούνται ν' ανακτήσουν ό,τι δικαιωματικώς τους ανήκει, δίδοντες εις αντάλλαγμα τοιούτους τόπους. Θαι ότι τέλος εζήτουν από τους ΐοιωτούς να τους δηλώσουν απεριφράστως ότι ημπορούν να πάρουν τους νεκρούς των, και όχι υπό τον όρον της εκκενώσεως του ΐοιωτικού εδάφους (αφού, άλλωστε, δεν ευρίσκοντο πλέον εις ΐοιωτικόν έδαφος, αλλ' εις το έδαφος, το οποίον κατέκτησαν με το ξίφος των), αλλά υπό τον όρον να ζητήσουν προς τούτο την ανέκαθεν ειθισμένην βραχείαν ανακωχήν. 99. Νι ΐοιωτοί απήντησαν ότι αν οι Ώθηναίοι ευρίσκωνται εις ΐοιωτικόν έδαφος, οφείλουν να το εκκενώσουν πριν παραλάβουν ό,τι τους ανήκει, εάν όμως εις ιδικόν των, όπως ισχυρίζονται, αυτοί γνωρίζουν τί έχουν να κάμουν. Ε απάντησις των ΐοιωτών ωφείλετο εις την γνώμην των, ότι η Φρωπία, επί της οποίας έτυχε να κείνται οι νεκροί (καθόσον η μάχη είχε γίνει εις τα σύνορα), ανήκεν εις την κυριαρχίαν των Ώθηναίων, ότι όμως οι Ώθηναίοι δεν ημπορούσαν να παραλάβουν τους νεκρούς εναντίον της ιδικής των θελήσεως, ούτε πάλιν ήσαν διατεθειμένοι να συνάψουν ανακωχήν, προκειμένου περί εδάφους, το οποίον ανήκεν εις τους Ώθηναίους, όπως έλεγαν οι τελευταίοι. Γθεώρουν, εξ άλλου, ως ευπρόσωπον την απάντησίν των, ότι οι Ώθηναίοι, μόνον εάν εκκενώσουν το ΐοιωτικόν έδαφος, ημπορούν να παραλάβουν και ό,τι τους ανήκει. Κετά την απάντησιν των ΐοιωτών, ο κήρυξ των Ώθηναίων απήλθεν άπρακτος. 100. Γυθύς κατόπιν, οι ΐοιωτοί προσεκάλεσαν από τον Καλιακόν κόλπον ακοντιστάς και σφενδονιστάς. Ήλθαν επίσης μετά την μάχην εις βοήθειάν των δύο χιλιάδες Θορινθίων οπλιτών, και η Ξελοποννησιακή φρουρά, η οποία είχεν εκκενώσει την Λίσαιαν, και συγχρόνως μερικοί Κεγαρείς. Κε τον στρατόν των, ενισχυμένον κατ' αυτόν τον τρόπον, εβάδισαν εναντίον του Βηλίου, του οποίου προσέβαλαν το οχύρωμα, και κατόπιν άλλων μέσων επιθέσεως, τα οποία εδοκίμασαν, έφεραν πλησίον του τείχους και κάποιαν μηχανήν, με την οποίαν κατώρθωσαν πράγματι και να το κυριεύσουν. Βια να κατασκευάσουν την μηχανήν αυτήν, έσχισαν με το πριόνι μεγάλην δοκόν κατά μήκος, και, αφού εκοίλαναν απ' άκρου εις άκρον τα δύο μέρη της, συνήρμοσαν αυτά πάλιν με μεγάλην ακρίβειαν ως αυλόν. Γις την μίαν άκραν εκρέμασαν με αλυσίδας λέβητα, εντός του οποίου διηυθύνετο το σιδηρούν κωνοειδές άκρον ενός μεγάλου φυσερού που κατέβαινεν επίσης από το ίδιον άκρον της δοκού, της οποίας το ξύλον ητο ωσαύτως επενδυμένον με σίδηρον εις μεγάλην έκτασιν. Ρην μηχανήν αυτήν, τοποθετημένην επάνω εις άμαξας, έφεραν από μακρυνήν απόστασιν εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, όπου δια την κατασκευήν του είχαν χρησιμοποιήση προ πάντων ξύλα και κλήματα αμπέλου, και οσάκις έφθανε πλησίον, ετοποθέτουν μεγάλα φυσερά εις το προς το μέρος των άλλο άκρον της δοκού και εφυσούσαν. Ρο φύσημα, διερχόμενον από τον καλώς κλεισμένον αυλόν, έφθανεν εις τον λέβητα, γεμάτον από αναμμένα κάρβουνα και θείον και πίσσαν και ανέδιδε φλόγα μεγάλην, η οποία μετέδιδε το πυρ εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, εις τρόπον ώστε κανείς δεν ημπορούσε πλέον να μείνη επάνω εις αυτό, αλλά το εγκατέλειψαν όλοι και ετράπησαν εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως το οχύρωμα εκιριεύθη. Ώπό τους άνδρας της φρουράς μερικοί εφονεύθησαν και διακόσιοι ηχμαλωτίσθησαν. Νι λοιποί, οι και περισσότεροι, εισήλθαν εις τα πλοία και μετεφέρθησαν εις τα ίδια.
101. Ρο Βήλιον ανακατελήφθη την δεκάτην εβδόμην ημέραν μετά την μάχην. ταν ο κήρυξ, τον οποίον είχαν στείλει οι Ώθηναίοι, ήλθε μετ' ολίγον πάλιν δια να ζητήση τους νεκρούς, χωρίς να γνωρίζη την ανακατάληψιν, οι ΐοιωτοί, αντί να επαναλάβουν την προηγουμένην απάντησιν, επέτρεψαν την παραλαβήν των. Ώι απώλειαι των ΐοιωτών κατά την μάχην ήσαν νεκροί σχεδόν πεντακόσιοι και των Ώθηναίων όχι ακριβώς χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ηπποκράτης, ως και μεγάλος αριθμός ψιλών στρατιωτών και σκευοφόρων.Νλίγον μετά την μάχην αυτήν, ο Βημοσθένης, ο οποίος είχε πλεύσει, ως ελέχθη ήδη, δια να καταλάβη τας Πίφας, αλλ' απέτυχεν, ενήργησε δια του στόλου απόβασιν εις την Πικυωνίαν, επί κεφαλής τετρακοσίων Ώθηναίων οπλιτών και στρατού αποτελουμένου από Ώκαρνάνας και Ώγραίους. Ώλλά πριν καταπλεύσουν όλα τα πλοία, οι Πικυώνιοι έσπευσαν προς άμυναν, νίκησαν όσους είχαν ήδη αποβιβασθή και τους κατεδίωξαν μέχρι των πλοίων, φονεύσαντες εν μέρος και αιχμαλωτίσαντες τους άλλους. Ώκολούθως έστησαν τρόπαιον και παρεχώρησαν βραχείαν ανακωχήν, προς παραλαβήν των νεκρών του εχθρού.Πυγχρόνως περίπου με τα γεγονότα του Βηλίου, ο Πιτάλκης,ο βασιλεύς των Νδρυσών, εκστρατεύσας κατά των Ρριβαλλών, ενικήθη κατά την γενομένην μάχην και απέθανε. Ν Πεύθης, υιός του Ππαραδόκου, τον διαδέχθη, ως ανεψιός του εις την βασιλείαν και των Νδρυσών και της λοιπής Ζράκης επί της οποίας εξετείνετο η αρχή του Πιτάλκους.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, ο ΐρασίδας, επί κεφαλής του συμμαχικού στρατού της Ταλκιδικής, εξεστράτευσεν εναντίον της Ώμφιπόλεως, αποικίας των Ώθηναίων κειμένης εις τας όχθας του ποταμού Πτρυμόνος. Ρην θέσιν εις την οποίαν κείται σήμερον η πόλις, επεχείρησε ν' αποικίση προηγουμένως ο Κιλήσιος Ώρισταγόρας, όταν, καταδιωκόμενος από τον βασιλέα Βαρείον, ηναγκάσθη να φύγη, αλλ' εξετοπίσθη από τους Εδώνας. Ρην ιδίαν απόπειραν έκαμαν ακολούθως και οι Ώθηναίοι, οι οποίοι, τριάντα δυο έτη βραδύτερον, έστειλαν δέκα χιλιάδας αποίκους, αποτελουμένους εν μέρει από ιδικούς των πολίτας και εν μέρει από ξένους, όσοι ηθέλησαν να λάβουν μέρος εις την αποικίαν, αλλά και αυτοί εξωλοθρεύθησαν εις τον Βραβησκόν από τους Ζράκας. Όστερον από είκοσι εννέα έτη οι Ώθηναίοι ήλθαν πάλιν, υπό την αρχηγίαν του Άγνωνος, υιού του Λικίου ως οργανωτού της αποικίας, και αφού εξεδίωξαν τους Εδώνας, έκτισαν την Ώμφίπολιν εις την θέσιν, η οποία ωνομάζετο από τότε Γννέα Νδοί. ΐάσις της επιχειρήσεώς των εχρησίμευσεν η Ειών, εμπορικός λιμήν ο οποίος τους ανήκεν ήδη, και ο οποίος κείται εις το στόμιον του ποταμού, εις απόστασιν είκοσι πέντε σταδίων από την σημερινήν πόλιν, την οποίαν ο Άγνων ωνόμασεν Ώμφίπολιν, διότι, καθώς ο ποταμός Πτρυμών σχηματίζει αγκώνα, περιρρέοντα αυτήν από βορρά μέχρι νότου, κατεσκεύασεν από εν σημείον του ποταμού εις άλλο μακρόν τείχος, χωρίσας τον αγκώνα αυτόν, εντός του οποίου ίδρυσε την πόλιν, περίβλεπτον και από ξηράς και από θαλάσσης. 103. Γναντίον λοιπόν της πόλεως αυτής εβάδιζεν ο ΐρασίδας, ο οποίος εξεκίνησε με τον στρατόν του από τας Άρνας της Ταλκιδικής και περί το δειλινόν έφθασεν εις τον Ώυλώνα και τον ΐορμίσκον, όπου η λίμνη ΐόλβη εκχύνεται εις την θάλασσαν, και αφού εδείπνησεν, εξηκολούθησε κατά την νύκτα την πορείαν του. Ένεκα άλλωστε της κοκοκαιρίας και της πιπτούσης ελαφράς χιόνος, επέσπευσε το βήμα διότι επεδίωκε να μη γίνη αντιληπτή η προσέγγισίς του από τους κατοίκους της Ώμφιπόλεως, εκτός εκείνων, με τους οποίους ευρίσκετο εις μυστικάς συνεννοήσεις. Γις την Ώμφίπολιν, τωόντι, ήσαν εγκατεστημένοι μερικοί Ώργίλιοι, άποικοι της Άνδρου, οι οποίοι με μερικούς άλλους ήσαν μεμυημένοι, άλλοι παρασυρόμενοι από τον Ξερδίκκαν και άλλοι από τους Ταλκιδείς. Νι κάτοικοι προ πάντων της πλησίον κειμένης Ώργίλου, οι οποίοι ήσαν ανέκαθεν ύποπτοι
εις τους Ώθηναίους και είχαν πάντοτε βλέψεις επί της Ώμφιπόλεως από αρκετόν καιρόν, αφού η άφιξις του ΐρασίδα εις την Ταλκιδικήν τους παρέσχε την ευκαιρίαν, είχαν συνεννοηθή με τους εντός της Ώμφιπόλεως εγκατεστημένους συμπολίτας των δια την παράδοσιν της πόλεως. Θαι τότε, δεχθέντες τον ΐρασίδαν εντός της Ώργίλου, απεστάτησαν από τους Ώθηναίους την ιδίαν εκείνην νύκτα και ωδήγησαν τον στρατόν του εις την γέφυραν του ποταμού, όπου έφθασε πριν να εξημερώση. Ε γέφυρα ευρίσκεται εις ικανήν απόστασιν από την πόλιν, και δεν συνεδέετο προς αυτήν με τείχος όπως τώρα, αλλ' εφρουρείτο από ασήμαντον απόσπασμα. Ρην φρουράν αυτήν κατέβαλεν ευκόλως ο ΐρασίδας, και ένεκα της προδοσίας και διότι η επίθεσίς του έγινε απροσδοκήτως και εις ώραν κακοκαιρίας, διέβη την γέφυραν και έγινεν ευθύς κύριος των εκτός των τειχών ιδιοκτησιών, διότι οι Ώμφιπολίται κατώκουν διεσπαρμένοι εις ολόκληρον το εκτός της πόλεως διαμέρισμα. 104. Ε διάβασις του ποταμού εκ μέρους του ΐρασίδα υπήρξεν εντελώς απροσδόκητος δια τους εντός της πόλεως. Θαι επειδή από τους εκτός του τείχους διαμένοντας πολλοί συνελαμβάνοντο, ενώ άλλοι κατέφευγαν εντός αυτού, οι Ώμφιπολίται περιήλθαν εις μεγάλην σύγχυσιν, τόσον μάλλον, καθόσον αληλοϋπωπτεύοντο. Ιέγεται, τωόντι, ότι επεκράτει τότε η γνώμη ότι εαν ο ΐρασίδας, αντί να επιτρέψη εις τον στρατόν του να τραπή εις λεηλασίαν, απεφάσιζε να βαδίση κατ' ευθείαν εναντίον της πόλεως, θα την εκυρίευεν. Γνώ ήδη, αφού επέδραμε τα έξω της πόλεως και αι προσδοκίαι του ως προς την βοήθειαν των εντός αυτής διεψεύσθησαν, εστρατοπέδευσε και ανέμενεν ησυχάζων. Γν τω μεταξύ, οι αντίθετοι προς τους συνωμότας οι οποίοι ως πολυαριθμότεροι δεν επέτρεψαν να ανοίξουν εις αυτόν τας πύλας αμέσως, εκ συνεννοήσεως με τον στρατηγόν Γυκλή, ο οποίος είχεν έλθει από τας Ώθήνας ως φρούραρχος, έστειλαν να ζητήσουν βοήθειαν από τον έτερον των δια την Ταλκιδικήν διωρισμένων στρατηγών, τον Ζουκυδίδην, υιόν του Νλόρου, τον συγγραφέα της παρούσης ιστορίας, ο οποίος ευρίσκετο εις την Ζάσον, αποικίαν των Ξαρίων, απέχουσαν της Ώμφιπόλεως, ημισείας περίπου ημέρας πλουν. Ν Ζουκυδίδης, άμα έλαβε την πρόσκλησιν, απέπλευσεν εσπευσμένως επί κεφαλής μοίρας επτά πλοίων, τα οποία έτυχαν παρόντα, επιδιώκων προ πάντων να προλάβη την συνθηκολογίαν της Ώμφιπόλεως, ειδεμή να σώση τουλάχιστον την Ειόνα.
105. Γν τω μεταξύ, επειδή ο ΐρασίδας εφοβείτο αφ' ενός ότι, η Ώθηναϊκή μοίρα θα ήρχετο από την Ζάσον εις βοήθειαν της πόλεως, και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Ζουκυδίδης είχε δικαίωμα εκμεταλλεύσεως επί των μεταλλείων χρυσού, των κειμένων εις το μέρος τούτο της Ζράκης, και ως εκ τούτου είχε μεγάλην επιρροήν εις τους προκρίτους των μερών εκείνων, έσπευδε να καταλάβη προηγουμένως την πόλιν, εάν θα ημπορούσε. Βιότι εφοβείτο ότι μετά την άφιξιν του Ζουκυδίδου, το πλήθος των Ώμφιπολιτών θ' απέκρουεν δραστικώς κάθε πρότασιν συνθηκολογίας, με την ελπίδα ότι ούτος ήθελε συγκεντρώσει τας συμμαχικάς δυνάμεις των παρακειμένων νήσων και της απέναντι Ζράκης, και τους σώσει. Φς εκ τούτου, επροκήρυξε δια του κήρυκος τας επομένας επιεικείς προτάσεις συνθηκολογίας: σοι από τους Ώμφιπολίτας και τους παρεπιδημούντας Ώθηναίους θέλουν ημπορούν να μείνουν εις την πόλιν, διατηρούντες τας ιδιοκτησίας των και πλήρη ισότητα δικαιωμάτων, όσοι δε δεν θέλουν ημπορούν ν' απέλθουν εντός πέντε ημερών παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. 106. ταν ήκουσαν την πρότασιν αυτήν, οι περισσότεροι εκλονίσθησαν, τόσον μάλλον, καθόσον ολίγοι μόνον από τους πολίτας ήσαν Ώθηναίοι, ενώ οι περισσότεροι ήσαν ανάμικτος πληθυσμός. Ξολλοί συγχρόνως από
τους κατοίκους της πόλεως ήσαν συγγενείς εκείνων, που είχαν συλληφθή έξω. Θαι τέλος εύρισκαν τας προτάσεις επιεικείς, συγκρίνοντες αυτάς προς ό,τι είχαν φοβηθή, οι μεν Ώθηναίοι, διότι ευχαρίστως θ' ανεχώρουν αφού ενόμιζαν ότι ο κίνδυνος δι' αυτούς ήτο μεγαλύτερος παρά δια τους άλλους και δεν επερίμεναν, εξ άλλου, ταχείαν βοήθειαν, οι δε λοιποί κάτοικοι, διότι διετήρουν τα πολιτικά των δικαιώματα και συγχρόνως διέφευγαν ανελπίστως τον κίνδυνον. Φς εκ τούτου, επειδή οι ευρισκόμενοι εις μυστικήν συνεννόησιν με τον ΐρασίδαν, βλέποντες ότι και το πλήθος είχε μεταβάλει γνώμην και δεν ήκουε πλέον τον παρόντα Ώθήναιον στρατηγόν, ήρχισαν να συνηγορούν και φανερά πλέον υπέρ των προτάσεων, έγινε συνθηκολογία και ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τον ΐρασίδαν, υπό τους όρους που είχε προκηρύξει. Νι Ώμφιπολίται, επομένως, παρέδωσαν κατ' αυτόν τον τρόπον την πόλιν, ενώ ο Ζουκυδίδης με την μοίραν των πλοίων του κατέπλευσεν εις την Ειόνα περί το εσπέρας της ιδίας ημέρας, όταν ο ΐρασίδας είχεν ήδη καταλάβει προ μικρού την Ώμφίπολιν, και παρά μίαν νύκτα, έλειψε να καταλάβη ,και την Ειόνα. Βιότι, εαν τα πλοία δεν έσπευδαν εις βοήθειαν ολοταχώς, η τελευταία θα κατελαμβανετο κατά τα εξημερώματα της επιούσης. 107. Κετά τούτο, ο Ζουκυδίδης κατέγινε με την διευθέτησιν των πραγμάτων της Ειόνος, εις τρόπον ώστε να εξασφαλίση αυτήν και δια το παρόν, εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως του ΐρασίδα, και δια το μέλλον, και εδέχθη όσους επροτίμησαν, κατά τους όρους της συνθηκολογίας, να εγκαταλείψουν την Ώμφίπολιν και εγκατασταθούν εκεί. Ν ΐρασίδας, εξ άλλου, κατέπλευσεν αιφνιδίως με αρκετά πλοία δια του ποταμού προς την Ειόνα, με την ελπίδα ότι θα ημπορούσε να καταλάβη το ακρωτήριον που προεξέχει από το τείχος και γίνη τοιουτοτρόπως κύριος του στομίου του ποταμού. Πυγχρόνως επετέθη και δια ξηράς, αλλά και αι δύο απόπειραί του απεκρούσθησαν. Θατεγίνετο επίσης με την ρύθμισιν των πραγμάτων της Ώμφιπόλεως και της περιφερείας της. Ε Κύρκινος, εξ άλλου, πόλις Εδωνική προσεχώρησε προς αυτόν, αφού ο βασιλεύς των Εδώνων Ξιττακός εδολοφονήθη υπό των υιών του Αοάξιος και της συζύγου του ΐραυρούς. Ρο παράδειγμα της Κυρκίνου ηκολούθησαν μετ' ολίγον η Ααληψός και η Νισύμη, αποικία των Ζασίων. Θαι ο Ξερδίκκας, ο οποίος ήλθεν ευθύς μετά την άλωσιν, συνεργάσθη με τον ΐρασίδαν εις την τακτοποίησιν των μερών αυτών.
108. Ε πτώσις της Ώμφιπόλεως κατετρόμαξε τους Ώθηναίους, τόσον μάλλον, και όσον η κατοχή της τους ήτο πολύ χρήσιμος και δια την ναυπηγήσιμον ξυλείαν και δια τα εισοδήματα που τους παρείχε. Ώλλά και δι' άλλον ακόμη λόγον, διότι προηγουμένως οι Ιακεδαιμόνιοι ημπορούσαν να εκστρατεύσουν εναντίον των συμμάχων των Ώθηναίων έως εις τον Πτρυμόνα, εφόσον οι Ζεσσαλοί τους συνώδευαν, δια να διέλθουν ελευθέρως από το έδαφός των. Ώλλ' εφόσον δεν ήσαν κύριοι της γέφυρας δεν ημπορούσαν να προελάσουν παραπέρα, διότι ο ποταμός, προς βορράν της Ώμφιπόλεως και εις αρκετόν διάστημα, σχηματίζει μεγάλην λίμνην, και προς το μέρος της Ειόνος εφυλάττετο από τον στόλον. Γνώ τώρα ενόμιζαν ότι τοιαύτη προέλασις έγινεν εύκολος. Γφοβούντο συγχρόνως μήπως οι σύμμαχοί των αποστατήσουν. Βιότι ο ΐρασίδας όχι μόνον εις όλας του τας πράξεις εδεικνύετο μετριοπαθής, αλλά και οπουδήποτε ελάμβανε τον λόγον, δεν παρέλειπε να διακηρύττη ότι είχε σταλή δια να ελευθερώση την Γλλάδα. Ώι πόλεις, εξ άλλου, όσαι ήσαν υπήκοοι των Ώθηναίων, όταν έμαθαν την άλωσιν της Ώμφιπόλεως και τους επιεικείς όρους της συνθηκολογίας, ως και την πραότητα τον ΐρασίδα, κατελήφθησαν από ζωηροτάτην επιθυμίαν ν' αποστατήσουν, και έστελλαν μυστικούς προς αυτόν
απεσταλμένους, δια να τον προσκαλέσουν να έλθη, διότι κάθε μία από αυτάς ήθελε ν' αποστατήση πρώτη. Γπίστευαν, τωόντι, ότι τίποτε δεν είχαν να φοβηθούν, καθόσον έκαμαν το λάθος να νομίζουν την Ώθηναϊκήν δύναμιν πολύ μικροτέραν παρ' ό,τι απεδείχθη βραδύτερον ότι ήτο, και έκριναν σύμφωνα με τας τυφλάς των επιθυμίας, μάλλον, παρά σύμφωνα με τας υπαγορεύσεις ασφαλούς προβλεπτικότητος. Νι άνθρωποι, άλλωστε, συνηθίζουν να εμπιστεύωνται εις την απερίσκεπτον ελπίδα εκείνο που επιθυμούν και να αποκρούουν δι' αυθαιρέτου συλλογισμού εκείνο που αποστέργουν. Γκτός τούτου, η πρόσφατος σοβαρά ήττα των Ώθηναίων εις την ΐοιωτίαν, και οι ελκυστικοί, αν και όχι αληθινοί, λόγοι του ΐρασίδα, ότι τάχα, όταν έσπευσεν εις βοήθειαν της Λισαίας με μόνον τον στρατόν που είχεν, οι Ώθηναίοι ηρνήθησαν να δεχθούν μάχην, τους ενεθάρρυναν και τους έκαμαν να πιστεύουν ότι κανείς δεν θα ήρχετο να τους επιτεθή. Ξρο πάντων όμως εδοκίμαζαν το άμεσον θέλγητρον της ελευθερίας, και ήσαν έτοιμοι να εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον, αφού επρόκειτο να δοκιμάσουν δια πρώτην φοράν τί ήσαν ικανοί να κάμουν οι Ιακεδαιμόνιοι, όταν επεχείρουν κάτι με όλην των την καρδίαν. Νι Ώθηναίοι εννόησαν τας διαθέσεις αυτάς των συμμάχων των, και έστειλαν εις τας διαφόρους πόλεις φρουράς, όσον επέτρεπαν εις αυτούς τούτο το απρόοπτον του πράγματος και η χειμερινή εποχή του έτους. Ν ΐρασίδας, εξ άλλου, δι' αναφορών του προς την Ιακεδαίμονα, εζήτει την αποστολήν ενισχύσεων, και ο ίδιος ήρχισε να κατασκευάζη τριήρεις εις τον Πτρυμόνα. Ώλλ' οι Ιακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν, εν μέρει διότι οι επιφανέστεροι πολίται τον εφθόνουν, εν μέρει διότι επροτίμων ν' ανακτήσουν τους αιχμαλώτους της Πφακτηρίας και τερματίσουν τον πόλεμον.
Θατά τον ίδιον χειμώνα, οι Κεγαρείς ανέκτησαν και εκρήμνισαν μέχρις εδάφους τα μακρά τείχη, τα οποία είχαν καταλάβει οι Ώθηναίοι. Ν ΐρασίδας, εξ άλλου, μετά την άλωσιν της Ώμφιπόλεως, εξεστράτευσεν, επί κεφαλής του συμμαχικού στρατού, εναντίον της λεγομένης Ώκτής, η οποία αρχίζει από την διώρυγα που κατεσκεύασεν ο βασιλεύς των Ξερσών και προεκτείνεται προς το Ώιγαίον Ξέλαγος εις χερσόνησον, καταλήγουσαν εις το υψηλον ορός Άθω. Γκτός της Πάνης, αποικίας των Ώνδρίων, η οποία κείται δίπλα εις την διώρυγα και βλέπει προς την Γυβοϊκήν θάλασσαν, υπάρχουν ακόμη εις την χερσόνησον αυτήν αι επόμεναι πολιτείαι, η Ζυσσός, αι Θλεωναί, αι Ώκρόθωοι, η Νλόφυξος και το Βίον. Ώι πολιτείαι αυταί κατοικούνται από αναμίκτους φυλάς βαρβάρων, οι οποίοι ομιλούν τας δυο γλώσσας. Ν πληθυσμός των, ο οποίος είναι διανεμημένος εις μικράς πόλεις, περιλαμβάνει και ολίγους Ταλκιδείς. Νι περισσότεροι, εν τούτοις, κάτοικοι είναι Ξελασγοί (από τους Ρυρρηνούς που κατώκησαν εις παλαιοτέραν εποχήν την Ιήμνον και τας Ώθήνας), ΐισάλται, Θρηστωναίοι και Εδώνες. Νι περισσότεροι προσεχώρησαν προς τον ΐρασίδαν. Κόνη η Πάνη και το Βίον αντεστάθησαν. Θαι ο ΐρασίδας παρέμεινε με τον στρατόν του και ηρήμωνε το έδαφός των. 110. Ώλλ' επειδή επέμεναν εις την αντίστασίν των, εξεστράτευσε, χωρίς να χάση καιρόν, εναντίον της Ρορώνης, της Ταλκιδικής, την οποίαν κατείχεν Ώθηναϊκή φρουρά, και όπου τον προσεκάλουν μερικοί από τους κατοίκους, έτοιμοι να παραδώσουν εις αυτόν την πόλιν. Ώφού δ' έφθασεν εν καιρώ ακόμη νυκτός και ολίγον προ της αυγής, εστρατοπέδευσε πλησίον του ναού των Βιοσκούρων, ο οποίος απέχει από την πόλιν τρία περίπου στάδια. Νι λοιποί κάτοικοι και η Ώθηναϊκή φρουρά της πόλεως δεν τον αντελήφθησαν, αλλ' εκείνοι που ήσαν συνεννοημένοι με αυτόν εγνώριζαν ότι θα ήρχετο, και μερικοί εξ αυτών, προχωρήσαντες κρυφίως εις μικράν απόστασιν από την πόλιν, επρόσεχαν πότε θα φθάση. Θαι άμα είδαν ότι έφθασεν, εισήγαγαν εντός της πόλεως, υπό την αρχηγίαν του Νλυνθίου Ιυσιστράτου, επτά ψιλούς στρατιώτας,
ωπλισμένους με εγχειρίδια (διότι από τους είκοσι που είχαν ορισθή αρχικώς δια την υπηρεσίαν αυτήν οι λοιποί εφοβήθησαν να εισέλθουν). Νι στρατιώται αυτοί εισέδυσαν από το προς το πέλαγος τείχος, αφού ανέβησαν απαρατήρητοι εις το ύψωμα, προς την ανωφέρειαν του οποίου είναι κτισμένη η πόλις, εφόνευσαν τους φρουρούς της υψηλοτέρας σκοπιάς και ήρχισαν συγχρόνως να διαρρηγνύουν την μικράν πύλην του τείχους, η οποία βλέπει προς το ακρωτήριον Θαναστραίον. 111. Ν ΐρασίδας, αφού επροχώρησεν ολίγον, έμεινεν αναμένων με τον λοιπόν στρατόν, προαπέστειλεν όμως εκατόν πελταστάς, δια να εισορμήσουν πρώτοι, ευθύς ως ανοιχθή καμμία από τας πύλας και υψωθή το συμφωνημένον σήμα. Γπειδή όμως παρενέπεσε κάποια αργοπορία, οι πελτασταί, απορούντες δια την βραδύτητα, έφθασαν ολίγον κατ' ολίγον πλησίον της πόλεως. Γν τω μεταξύ, οι εντός της Ρορώνης συνωμόται, μαζί με τους εισελθόντας επτά στρατιώτας, είχαν διαρρήξει, την μικράν πύλην, και κόψαντες τον μοχλόν, ήνοιξαν και την πύλην της αγοράς, και χρησιμοποιήσαντες κάποιον πλάγιον δρόμον, εισήγαγαν ευθύς από την μικράν πύλην μερικούς πελταστάς, δια να επιτεθούν αιφνιδίως εκ των νώτων εναντίον των κατοίκων, οι οποίοι, αγνοούντες τα τεκταινόμενα και προσβαλλόμενοι συγχρόνως υπό δύο μέρη, να περιέλθουν εις πανικόν. Γνώ συγχρόνως ύψωσαν το συμφωνημένον φωτεινόν σήμα και εισήγαγαν από την πύλην της αγοράς τους λοιπούς πελταστάς. 112. Άμα είδεν ο ΐρασίδας το σύνθημα, έδωκε την διαταγήν της προελάσεως και έτρεξεν έπι κεφαλής του στρατού ο οποίος, αλαλάξας αθρόος, κατετρόμαξε τους εντός της πόλεως. Ώπό τους στρατιώτας, άλλοι εισώρμησαν κατ' ευθείαν από την πύλην της αγοράς, και άλλοι, από τετραγώνους δοκούς, αι οποίαι ήσαν στηριγμένοι δια το ανέβασμα των πετρών, εις μέρος του τείχους, το οποίον είχε πέσει και επεσκευάζετο. Ν ΐρασίδας, με το κύριον σώμα του στρατού, διηυθύνθη αμέσως εις τα υψηλότερα σημεία της πόλεως, δια να εξασφαλίση εντελώς την κοτοχήν της. Νι δε άλλοι στρατιώται διηυθύνθησαν κατά τμήματα εις όλα ανεξαιρέτως τα μέρη της πόλεως. 113. Θατά την διάρκειαν της καταλήψεως της πόλεως, οι περισσότεροι Ρορωναίοι, οι οποίοι ήσαν εν αγνοία των γινομένων, ευρίσκοντο εις μεγάλην σύγχυσιν και ταραχήν, ενώ οι συνωμόται και όσοι άνηκαν εις την ιδίαν με αυτούς μερίδα ηνώθησαν ευθύς με τους επιδρομείς. Ώπό τους Ώθηναίους οπλίτας, πενήντα περίπου, έτυχε να κοιμώνται εις την αγοράν. ταν αντελήφθησαν τα γινόμενα, ολίγοι εφονεύθησαν μαχόμενοι ενώ από τους επιλοίπους, άλλοι δια ξηράς και άλλοι καταφυγόντες εις δύο Ώθηναϊκάς φυλακίδας, αι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, έφθασαν ασφαλώς εις το φρούριον Ιήκυθον. Ρο φρούριον τούτο, το οποίον είναι ακρόπολις της Ρορώνης, προέχουσα εις την θάλασσαν και χωρισμένη από την ξηράν δια στενού ισθμού, είχαν καταλάβει οι Ώθηναίοι και το κατείχαν μόνοι. Ξρος τους Ώθηναίους κατέφυγαν και όσοι από τους Ρορωναίους ήσαν φίλοι των. 114. ταν είχεν εξημερώσει πλέον, και η πόλις ήτο ήδη ασφαλώς εις χείρας του, ο ΐρασίδας εγνωστοποίησε προς τους Ρορωναίους, που είχαν καταφύγει μαζί με τους Ώθηναίους εις την Ιήκυθον, ότι ημπορούσαν να επιστρέψουν εις τας ιδιοκτησίας των και να εξακολουθήσουν κατοικούντες αφόβως εις την πόλιν, ενώ δια κήρυκος διέτασσε τους Ώθηναίους να εγκαταλείψουν το φρούριον, υποσχόμενος εις αυτούς διαβατήριον ασφαλείας και άδειαν παραλαβής των πραγμάτων των, διότι η Ιήκυθος ανήκεν εις τους Ταλκιδείς. Νι Ώθηναίοι ηρνήθησαν ν' απέλθουν, εζήτησαν όμως να τους δοθή μιας ημέρας ανακωχή, δια να παραλάβουν
τους νεκρούς των.Ν ΐρασίδας τους έδωκε δύο ημερών ανακωχήν. Θατά το διάστημα τούτο, και εκείνος ωχύρωσε τας πλησίον της Ιηκύθου οικοδομάς και οι Ώθηναίοι ενίσχυσαν την άμυνάν των. Ώκολούθως συνεκάλεσε συνέλευσιν του λαού των Ρορωναίων και τους ωμίλησεν, όπως περίπου είχεν ομιλήσει προς τους Ώκανθίους. Ρους είπεν ότι δεν ήτο δίκαιον να μην εκτιμώνται ή να θεωρούνται προδόται όσοι είχαν συνεννοηθή μαζί του, δια την κατάληψιν της πόλεως, αφού άλλωστε έπραξαν τούτο, όχι διότι εδωροδοκήθησαν, ή δια να υποδουλώσουν την πόλιν, αλλά δια την ελευθερίαν και ευημερίαν της. τι, εξ άλλου, όσοι δεν έλαβαν μέρος εις την σινεννόησιν, δεν έπρεπε να νομίζουν ότι θα τεθούν εις θέσιν υποδεεστέραν, καθόσον δεν είχεν έλθει δια να καταστρέψη ούτε καμμίαν πόλιν, ούτε κανένα πολίτην. τι, άλλωστε, δι' αυτό έκαμε την προκήρυξιν προς τους Ρορωναίους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις την Ιήκυθον με τους Ώθηναίους, διότι δεν τους εθεώρει χειροτέρους πολίτας, ένεκα της προς αυτούς φιλίας των. Θαι ότι όταν και αυτοί γνωρίσουν εκ πείρας τους Ιακεδαιμονίους, πιστεύει ότι δεν θα τους αγαπήσουν ολιγώτερον από τους Ώθηναίους, αλλά πολύ περισσότερον, διότι θα ιδούν ότι η συμπεριφορά των είναι δικαιοτέρα, ενώ τώρα τους εφοβούντο, απλώς διότι δεν τους εγνώριζαν. φειλαν, επομένως, όλοι, είπε, να έχουν υπ' όψιν των, ότι θα είναι πιστοί σύμμαχοι, και ότι θα θεωρηθούν υπεύθυνοι δια τα σφάλματα, τα οποία θα διαπράξουν από τούδε και εις το εξής. Θαι ότι όσον αφορά το παρελθόν οι Ιακεδαιμόνιοι δεν ηδικήθησαν από αυτούς, αλλά μάλλον αυτοί ηδικήθησαν από άλλους ισχυροτέρους, και ήσαν άξιοι συγγνώμης, εάν επεχείρησαν οπωσδήποτε ν' αντισταθούν εναντίον του. 115. Κε τους λόγους αυτούς τους καθησύχασεν ο ΐρασίδας, και όταν παρήλθεν η προθεσμία της ανακωχής, ήρχισε τας επιθέσεις εναντίον της Ιηκύθου. Νι Ώθηναίοι ημύνοντο και από το φρούριον, αν και ανίσχυρον, και από οικοδομάς, αι οποίαι είχαν επάλξες, και κατώρθωσαν την πρώτην ημέραν να αποκρούσουν τας επιθέσεις. Ρην επομένην όμως, ενώ ο εχθρός ητοιμάζετο να φέρη πλησίον μηχανήν, με την οποίαν εσκόπευε να βάλη φωτιά εις ξύλινα ερείσματα του οχυρώματος, και ο στρατός προσήγγιζεν ήδη, οι Ώθηναίοι έστησαν ξύλινον πύργον επάνω εις οικοδόμημα, απέναντι του μέρους του οχυρώματος, όπου τούτο ήτο παρά πολύ ευπρόσβλητον και όπου ενόμιζαν ότι ο εχθρός θα επλησίαζε πιθανώς την μηχανήν. Γις τον πύργον αυτόν ανέβασαν πολλάς στάμνας και πιθάρια γεμάτα νερό και μεγάλας πέτρας, και συγχρόνως ανέβησαν εις αυτόν πολλοί άνδρες. Ώλλά το οικοδόμημα ένεκα του υπερβολικού βάρους εσωριάσθη αιφνιδίως με μεγάλον κρότον. Ρούτο επροκάλεσε δυσφρορίαν μάλλον παρά τρόμον εις τους πλησίον ευρισκομένους Ώθηναίους, όσοι έβλεπαν τα συμβαίνοντα, αλλ' επειδή οι μακράν ευρισκομένοι, και μάλιστα όσοι ευρίσκοντο εις πλέον μακρυνήν απόστασιν, ενόμισαν ότι από το μέρος εκείνο είχεν ήδη καταληφθή το οχύρωμα, ώρμησαν, τρέχοντες προς την θάλασσαν και τα πλοία των. 116. Γυθύς ως ο ΐρασίδας παρετήρησεν ότι εγκαταλείπουν τας επάλξεις, και εννόησε τί συμβαίνει, ώρμησε με τον στρατόν, κατέλαβεν αμέσως το οχύρωμα και εφόνευσεν όσους εβρήκεν εντός αυτού. Νι Ώθηναίοι, αφού εγκατέλειψαν κατ' αυτόν τον τρόπον την Ιήκυθον, μετεφέρθησαν με τα πολεμικά ή και εμπορικά των πλοία εις την Ξαλλήνην. Ν ΐρασίδας όταν επέκειτο η επίθεσις, είχε προκηρύξει ότι θα δώση τριάκοντα αργυράς μνας εις εκείνον που θα ανέβαιινε πρώτος εις το οχυρωμα. Γπειδή όμως ενόμισεν ότι η άλωσις ωφείλετο εις υπεράνθρωπον δύναμιν, έδωσε το ποσόν αυτό εις το ταμείον του ναού της Ώθηνάς, που ευρίσκετο εις την Ιήκυθον, την οποίαν, αφού εκρήμνισε και μετέφερε τα εντός αυτής κινητά, αφιέρωσεν εξ ολοκλήρου εις τον ναόν ως Ηερόν έδαφος. Ρον επίλοιπον χείμωνα κατηνάλωσεν εις την τακτοποίησιν των υποθέσεων των
πόλεων, που είχεν ήδη καταλάβει, και την μελέτην της επιθέσεως εναντίον των λοιπών. Θαι με το τέλος του χειμώνος έληξε και το όγδοον έτος του πολέμου.
Γις την αρχήν αμέσως του επομένου έαρος, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι συνωμολόγησαν ανακωχήν ενός έτους. Νι Ώθηναίοι, διότι εσκέφθησαν ότι ο ΐρασίδας θα ημποδίζετο ν' αποσπάση και άλλας πόλεις από την συμμαχίαν των, πριν τους δοθή καιρός να παρασκευασθούν και συγχρόνως, αν τούτο ήτο προς το συμφέρον των, ημπορούσαν να φθάσουν εν τω μεταξύ εις γενικωτέραν συνεννόησιν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι εννόουν τα αληθή ελατήρια των Ώθηναίων, διότι εσκέφθησαν ότι, αφού οι τελευταίοι εδοκίμασαν άπαξ τα καλά της διακοπής των δεινών και ταλαιπωριών του πολέμου θα επόθουν συγχρόνως να συμφιλιωθούν και να συνάψουν οριστικήν ειρήνην, αποδίδοντες τους αιχμαλώτους της Πφακτηρίας. Βιότι προ πάντων ενδιέφερεν αυτούς η απόδοσις των αιχμαλώτων τούτων, εφόσον ο ΐρασίδας ήτο νικητής. Γάν δε πάλιν ενδεχομένη επέκτασις των επιτυχιών του και αποκατάστασις πλήρους ισορροπίας δυνάμεων προς τους Ώθηναίους επρόκειτο να έχη ως αποτέλεσμα να χάσουν τους αιχμαλώτους, έστω καί αγωνιζόμενοι προς τους Ώθηναίους υπό όρους ισότητος, θα ήτο αβέβαιον αν θα επεκράτουν τελικώς. Πυνωμολογήθη, ως εκ τούτου, μεταξύ αυτών και των συμμάχων των η επομένη ανακωχή. 118. (1) "σον αφορά τον ναόν και το Καντείον του Ξυθίου Ώπόλλωνος συμφωνούμεν ότι καθείς ημπορεί να
προσέρχεται αδόλως και αφόβως δια να συμβουλεύεται τον θεόν, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα. Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι λοιποί ομόσπονδοι, όσοι είναι παρόντες, συμφωνούν εις τούτο, και αναλαμβάνουν να στείλουν απεσταλμένους εις τους ΐοιωτούς και Σωκείς και κάμουν ό,τι ημπορούν δια να τους πείσουν να συμφωνήσουν και εκείνοι. (2) "σον αφορά τον θησαυρόν του θεού, συμφωνούμεν και οι δυο και όσοι άλλοι ήθελαν προσχωρήσει εις την συμφωνίαν να φροντίσωμεν δια την ανακάλυψιν των σφετεριστών, σύμφωνα με το ορθόν, το δίκαιον και τα πατροπαράδοτα έθιμα. Φς προς τα δύο λοιπόν αυτά σημεία, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι λοιποί ομόσπονδοι είναι σύμφωνοι κατά τα ανωτέρω. (3) "Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι λοιποί ομόσπονδοι συμφωνούν ακόμη και εις τα εξής: Γάν οι Ώθηναίοι δέχωνται την συνομολόγησιν ανακωχής, καθέν από τα δύο μέρη θα μείνη εντός του εδάφους του, διατηρουμένου του σημερινού εδαφικού καθεστώτος. Νι Ώθηναίοι εις την Ξύλον δεν θα υπερβαίνουν την ΐουφράδα και τον Ρομέα. Κεταξύ των Ώθηναιίων που είναι εις τα Θύθηρα και του εδάφους της Ξελοποννησιακής ομοσπονδίας δεν θα υπάρχη επικοινωνία ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο. Γις την Λίσαιαν και την Κινώαν, οι Ώθηναίοι δεν θα υπερβαίνουν την οδόν η οποία οδηγεί από την πύλην, που είναι πλησίον του ηρώου του Λίσου, προς τον ναόν του Ξοσειδώνος και από τον ναόν του Ξοσειδώνος κατ' ευθείαν προς την γέφυραν, την άγουσαν εις Κινώαν. Νύτε, εξ άλλου οι Κεγαρείς και οι σύμμαχοί των θα υπερβαίνουν την οδόν αυτήν. Ζα κρατήσουν ωσαύτως οι Ώθηναίοι την νήσον, την οποίαν κατέλαβαν, υπό τον όρον να μην υπάρχει επικοινωνία ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο, καθώς και ό,τι σήμερον κατέχουν εις την Ρροιζήνα, σύμφωνα με την συνεννόησίν των προς τους Ρροιζηνίους.
(4) "σον αφορά την θαλασσοπλοΎαν, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των θα δικαιούνται να πλέουν εις τα παράλια της Ιακεδαίμονος και των λοιπών ομοσπόνδων, όχι όμως με πολεμικά πλοία, αλλά μόνον με κωπήλατα εμπορικά σκάφη, χωρητικότητος πεντακοσίων ταλάντων κατ' ανώτατον όριον (12 μισό περίπου τόννων). (5) "Γις τους κήρυκας, τους πρέσβεις και τους ακολούθους των, όσοι δήποτε κρίνονται αναγκαίοι, παρέχεται πλήρης ασφάλεια, δια να μεταβαίνουν δια ξηράς ή δια θαλάσσης εις την Ξελοπόννησον και τας Ώθήνας, χάριν του τερματισμού του πολέμου ή της διαιτητικής λύσεως των διαφορών, ή δια να επιστρέφουν οπίσω. (6) "Θατά την διάρκειαν της ανακωχής δεν θα γίνωνται δεκτοί ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο οι αυτόμολοι, είτε ελεύθεροι, είτε δούλοι. (7) "Θαι τα δύο μέρη αναλαμβάνουν να δίδουν αμοιβαίως λόγον των πράξεών των, κατά την πατραπαράδοτον συνήθειαν λύοντες τας διαφοράς των δια της δικαστικής οδού, και όχι δια της προσφυγής εις τα όπλα. (8) "πό τους όρους αυτούς, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των είναι έτοιμοι να υπογράψουν την ανακωχήν. Ώλλ' εάν έχετε να προτείνετε τίποτε καλύτερον ή δικαιότερον, έλθετε εις την Ιακεδαίμονα δια να εκθέσετε τας ιδέας σας. Βιότι καμμίαν δικαίαν πρότασίν σας δεν θ' αποκρούσουν ούτε οι Ιακεδαιμόνιοι ούτε οι σύμμαχοί των. Νι πρέσβεις, εν τούτοις, που θα στείλετε, πρέπει να έχουν πληρεξουσιότητα να υπογράψουν όπως εζητήσατε και σεις από ημάς. Θαι η ανακωχή συνομολογείται δι' εν έτος". ΝΡΦΠ ΓΥΕΣΗΠΓΛ Ν ΒΕΚΝΠ
"Ε φυλή Ώκαμαντίς επρυτάνευεν, ο Σαί-νιππος ήτο γραμματεύς, ο Λικιάδης προήδρευε. Ν Ιάχης αφού επεκαλέσθη την καλήν τύχην του Ώθηναϊκού λαού, επρότεινε την συνομολόγησιν ανακωχής, επί τη βάσει των όρων, τους οποίους δέχονται οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των. Ε συνέλευσις του λαού απεφάσισε να δεχθή την ανακωχήν δι' εν έτος, αρχόμενον σήμερον, δεκάτην τετάρτην ημέραν του μηνός Γλαφηβολιώνος. Θατά το χρονικόν τούτο διάστημα, πρέσβεις και κήρυκες να σταλούν αμοιβαίως, δια να διαπραγματευθούν περί των όρων του τερματισμού του πολέμου. Νι στρατηγοί και οι πρυτάνεις θα συνεκάλουν συνέλευσιν του λαού, εις την οποίαν να συζητηθή κατά πρώτον λόγον το ζήτημα της ειρήνης, επί τη βάσει των προτάσεων, τας οποίας θα έφερεν η πρεσβεία των Ιακεδαιμονίων προς τερματισμόν του πολέμου. Θαι οι παρόντες πρέσβεις ν' αναλάβουν ευθύς αμέσως ενώπιον της συνελεύσεως την υποχρέωσιν να διατηρήσουν πιστώς καθ' όλον το έτος την ανακωχήν". 119. Ε ανωτέρω συμφωνία συνωμολογήθη και εβεβαιώθη με όρκον την δωδεκάτην του Ππαρτιατικού μηνός Αεραστίου από τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των, αφ' ενός, και από τους Ώθηναίους και τους συμμάχους των, εξ άλλου. Ώντιπρόσωποι δια την συνομολόγησιν και επικύρωσιν ήσαν εκ μέρους των Ιακεδαιμονίων οι εξής: ο Ραύρος, υιός του Γχετιμίλα, ο Ώθηναίος, υιός του Ξερικλείδα, και ο Σιλοχαρίδας, υιός του ΓρυξιλαΎδα. Γκ μέρους των Θορινθίων, ο Ώινέας, υιός του Φκύτου, και ο Γυφαμίδας, υιός του Ώριστωνύμου εκ μέρους των Πικυωνίων, ο Βομότιμος, υιός του Λαυκράτους, και ο Ννάσιμος, υιός του Κεγακλέους εκ μέρους των Κεγαρέων, ο Λίκασος, υιός του Θεκάλου, και ο Κενεκράτης, υιός του Ώμφιδώρου
εκ μέρους των Γπιδαυρίων, ο Ώμφίας, υιός του Γυπαλίδου. Γκ μέρους των Ώθηναίων δε, οι στρατηγοί Λικόστρατος, υιός του Βιειτρέφους, Λικίας, υιός του Λικηράτου, και Ώυτοκλής, υιός του Ρολμαίου. Ώυτοί λοιπόν υπήρξαν οι όροι της ανακωχής, κατά την διάρκειαν της οποίας δεν έπαυαν διαπραγματευόμενοι την συνομολόγησιν διαρκεστέρας ειρήνης.
Ρην εποχήν περίπου που εγίνετο η συνομολόγησις και επικύρωσις της ανακωχής, η Πκιώνη, πόλις κειμένη εις την χερσόνησον της Ξαλλήνης, απεστάτησεν από τους Ώθηναίους και ηνώθη με τον ΐρασίδαν. Νι Πκιωναίοι ισχυρίζονται ότι κατάγονται από την Ξελλήνην της Ξελοποννήσου, και ότι οι πρόγονοί των, όταν επέστρεφαν από την Ρροίαν, παρεσύρθησαν εις την Πκιώνην από την τρικυμίαν, η οποία κατέλαβε τους Ώχαιούς, και εγκατεστάθησαν εκεί. Ν ΐρασίδας, ευθύς ως έμαθε την αποστασίαν των, έπλευσεν εκεί, διαρκούσης της νυκτός. Ξροηγείτο φιλική τριήρης, ενώ ο ίδιος ηκολούθει από μακράν, επιβαίνων εις ελαφρόν σκάφος, ώστε, εάν απαντήση άλλο πλοίον μεγαλύτερον του ιδικού του, η τριήρης να τον προστατεύση, ενώ αν ήθελε παρουσιασθή άλλη τριήρης εχθρική ίσης ολκής, η τελευταία, ως επίστευε, δεν θα εστρέφετο εναντίον του μικροτέρου σκάφους, αλλ' εναντίον της φιλικής του τριήρους και εν τω μεταξύ αυτός θα έφθανεν ασφαλώς εις την Πκιώνην. Ώφού δε κατέπλευσεν εκεί, συνεκάλεσε συνέλευσιν των κατοίκων, ενώπιον των οποίων έλαβε τον λόγον και επανέλαβεν όσα και εις την Άκανθον και την Ρορώνην, προσθέσας ότι η διαγωγή των είναι άξια των μεγαλυτέρων επαίνων, διότι, ενώ η Ξαλλήνη, εφόσον οι Ώθηναίοι κατέχουν την Ξοτείδαιαν, είναι αποκλεισμένη από την στερεάν δια του ισθμού, και ενώ είναι ουσιαστικώς νησιώται, αυτοί εξ ιδίας πρωτοβουλίας ετάχθησαν προς το μερος της ελευθερίας, και δεν ανέμειναν ανάνδρως να προστεθή η πίεσις της ανάγκης, δια να κάμουν ό,τι τους υπηγόρευε προφανώς το συμφέρον των. Ρούτο, είπεν, ήτο απόδειξις ότι θα αντιμετωπίσουν ως άνδρες και κάθε άλλον κίνδυνον, οσονδήποτε μεγάλον, και εάν κατορθώση να ρυθμίση τα πράγματα, όπως επιθυμεί, θα τους θεωρήση ως τους πιστοτάτους πράγματι φίλους των Ιακεδαιμονίων, και θα δείξη με καθε τρόπον την προς αυτούς εκτίμησίν του. 121. Νι Πκιωναίοι παρεσύρθησαν από τους λόγους αυτούς και ενθαρρυνθέντες όλοι εξ ίσου, και όσοι ακόμη δεν ήσαν προηγουμένως σύμφωνοι με τα γενόμενα, απεφάσισαν να φέρουν προθύμως τα βάρη του πολέμου, και όχι μόνον υπεδέχθησαν τον ΐρασίδαν και με άλλας τιμάς, αλλά και τον εστεφάνωσαν δημοτελώς με χρυσούν στέφανον ως ελευθερωτήν, της Γλλάδος, και πολλοί ως να ήτο νικηφόρος αθλητής, εκόσμουν την κεφαλήν του με εορτασίμους ταινίας και του προσέφεραν άνθη και καρπούς, εις εκδήλωσιν προσωπικού θαυμασμού. Ν ΐρασίδας άφισε φρουράν εις την Πκιώνην και επέστρεψε προσωρινώς εις Ρορώνιν, από όπου μετ' ολίγον μετέφερε δια θαλάσσης περισσότερον στρατόν, διότι εσκόπευε, με την βοήθειαν των Πκιωναίων να επιχειρήση την κατάληψιν της Κένδης και της Ξοτειδαίας. Βιότι επίστευεν ότι και οι Ώθηναίοι θα έστελλαν επικουρίαν εις την Ααλλήνην, την οποίαν εθεώρουν ως νήσον, και ήθελε να τους προκαταλάβη. Γκτός τούτου, άλλωστε, ευρίσκετο και εις μυστικάς ακόμη συνεννοήσεις με κατοίκους των πόλεων αυτών δια να του διευκολύνουν την κατάληψίν των δια προδοσίας. 122. Ώλλ' ενώ ήτο έτοιμος να προβή εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του, έφθασε τριήρης, με την οποίαν ήλθαν εις το στρατόπεδόν του οι απεσταλμένοι δια την κοινοποίησιν της ανακωχής, εκ μέρους μεν των Ώθηναίων, ο Ώρυστώνυμος, εκ μέρους δε των Ιακεδαιμονίων, ο Ώθήναιος. Ν στρατός μετεφέρθη πάλιν εις Ρορώνην και
ανεκοινώθη δημοσία η ανακωχή, τους όρους της οποίας ενέκριναν όλοι οι εκ της Ταλκιδικής σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων. Ν Ώριστώνυμος, ως προς τους άλλους συμμάχους, δεν έφερεν αντιρρήσεις, αλλ' επειδή από την σύγκρισιν των χρονολογιών εξηκρίβωσεν ότι οι Πκιωναίοι είχαν αποστατήσει μεταγενεστέρως ηρνήθη ν' αναγνωρίση ότι οι τελευταίοι προστατεύονται από την ανακωχήν. Ν ΐρασίδας όμως επέμενεν ότι είχαν αποστατήτει προηγουμένως, και δεν ήθελε να εγκαταλείψη την πόλιν. Γυθύς ως ο Ώριστώνυμος ανεκοίνωσε το πράγμα: εις τας Ώθήνας, οι Ώθηναίοι ήθελαν αμέσως να εκστρατεύσουν εναντίον της Πκιώνης. Ώλλ' οι Ιακεδαιμόνιοι πιστεύοντες τον ΐρασίδαν διεξεδίκουν την πόλιν ως σύμμαχόν των, και έστειλαν πρέσβεις δια να παραστήσουν εις τους Ώθηναίους ότι παραβιάζουν την ανακωχήν, και δηλώσουν ότι ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν το ζήτημα εις διαιτησίαν. Νι Ώθηναίοι όμως, αντί να εκτεθούν εις τους κίνδυνους δίκης επέμεναν να εκστρατεύσουν άνευ αναβολής διότι ηγανάκτουν ότι και οι νησιώται ακόμη ετόλμων ήδη να αποσπώνται από αυτούς, εμπιστευόμενοι εις την χερσαίαν δύναμιν των Ιακεδαιμονίων, η οποία εν τούτοις ήτο ανωφελής δια νησιώτας. Ε αλήθεια, άλλωστε, περί της αποστασίας συνεφώνει πραγματικώς με την απαίτηοιν των Ώθηναίων, διότι οι Πκιωναίοι είχαν αποστατήσει δύο ημέρας ύστερον από την ανακωχήν. Νι Ώθηναίοι τότε, κατά πρότασιν του Θλέωνος, εξέδωσαν αμέσως ψήφισμα, δια του οποίου απεφάσιισαν να κυριεύσουν εξ εφόδου την Πκιώνην και θανατώσουν τους κατοίκους της. Θαι ενώ κατά τα λοιπά έπαυσαν τας εχθροπραξίας, παρεσκευάζοντο δια την εκστρατείαν αυτήν. 123.Γν τω μεταξύ, απεστάτησεν από αυτούς η Κένδη, πόλις κειμένη εις την Ξαλλήνην, αποικία δε της Γρετρίας. Ν ΐρασίδας ενόμισεν ότι δικαιούται να δεχθή τους Κενδαίους ως συμμάχους, μολονότι η προσχώρησίς των έγινε προφανώς μετά την την ανακωχήν, διότι υπήρξαν μερικά σημεία, ως προς τα οποία κατηγόρει και αυτός τους Ώθηναίους, ότι παραβιάζουν την ανακωχήν, και το γεγονός αυτό ενεθάρρυνεν ακόμη περισσότερον τους Κενδαίους εις το τολμηρόν των διάβημα, καθόσον διέκριναν εις αυτό την αποφασιστικότητα του ΐρασίδα, την οποίαν απεδείκνυε και η άρνησίς του να εγκαταλείψη την Πκιώνην. Άλλωστε, οι Κενδαίοι, που ευρίσκοντο εις μυστικάς με αυτόν συνεννοήσεις ήσαν ολίγοι, και δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν το σχέδιον που είχαν άπαξ αποφασίσει, διότι εφοβούντο τας συνεπείας ενδεχομένης ανακαλύψεως της συνωμοσίας των, και ως εκ τούτου εξηνάγκασαν τους πολλούς και να τους ακολουθήσουν παρά την θέλησίν των. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, μόλις έμαθαν την αποστασίαν, εξωργίσθησαν πολύ περισσότερον ακόμη, και ήρχισαν αμέσως παρασκευαζόμενοι εναντίον και των δυο πόλεων. Ν ΐρασίδας, εξ άλλου, επειδή επερίμενε την επίθεσίν των, μετέφερε, χάριν ασφαλείας, τα γυναικόπαιδα των Πκιωναίων και Κενδαίων εις την λυνθον της Ταλκιδικής, και τους έστειλε πεντακοσίους Ξελοποννησίους οπλίτας και τριακοσίους Τολκιδείς πελταστάς, υπό την αρχηγίαν του Ξολυδαμίδου. Θαι αι δύο πόλεις παρεσκευάζοντο από κοινού δια την άμυναν, θεωρούσαι επικειμένην την άφιξιν των Ώθηναίων.
Γν τω μεταξύ, ο ΐρασίδας και ο Ξερδίκκας εξεστράτευσαν από κοινού δια δευτέραν φοράν εις Ιυγκηστίδα κατά του Ώρραβαίου. Ν Ξερδίκκας είχεν υπό τας διαταγάς του την στρατιωτικήν δύναμιν των Κακεδόνων, όσοι ήσαν υπήκοοί του, καθώς και σώμα οπλιτών από τους εκεί κατοικούντας Έλληνας. Γνώ ο ΐρασίδας ηγείτο, εκτός των Ξελοποννησίων, που του έμεναν διαθέσιμοι, και αποσπασμάτων από την Ταλκιδικήν, την
Άκανθον και τας άλλας πόλεις, αναλόγως της δυνάμεως καθεμιάς. Ν ολικός αριθμός των Γλλήνων οπλιτών ανήρχετο εις τρεις χιλιάδας περίπου, των Κακεδόνων δε και Ταλκιδέων ιππέων σχεδόν εις χιλίους. Ν επίλοιπος στρατός απετελείτο από μέγα πλήθος βαρβάρων. ταν εισήλθαν εις το έδαφος του Ώρραβαίου, ευρήκαν ότι οι Ιυγκησταί ήσαν στρατοπεδευμένοι και τους επερίμεναν. Γστρατοπέδευσαν επομένως και αυτοί απέναντί των. Ρο πεζικόν των δύο στρατών κατείχε δύο λόφους, τον ένα απέναντι του άλλου, εις το μέσον δ' υπήρχε πεδιάς, εις την οποίαν κατέβη πρώτον το Ηππικόν και των δύο και συνεκρούσθησαν. Έπειτα οι Ιυγκησταί οπλίται μαζί με το ιππικόν κατέβησαν πρώτοι από τον λόφον, έτοιμοι προς μάχην. Ν ΐρασίδας και ο Ξερδίκκας προήλασαν και αυτοί αντιθέτως και επετέθησαν εναντίον των Ιυγκηστών, τους οποίους έτρεψαν εις φυγήν και από τους οποίους εφόνευσαν πολλούς, ενώ οι λοιποί διέφυγαν προς τα υψώματα, όπου έμειναν αδρανούντες. Κετά τούτο, αφού έστησαν τρόπαιον, έμειναν εκεί δύο ή τρεις ημέρας, περιμένοντες τους Ηλλυριούς, οι οποίοι επρόκειτο να έλθουν ακριβώς τότε ως μισθοφόροι του Ξερδίκκα. Ν τελευταίος, μετά την πάροδον των ημερών αυτών, ήθελε να προελάση εναντίον των χορίων του Ώρραβαίου και να μη μένη αδρανής. Ν ΐρασίδας, εν τούτοις, ήτο ανήσυχος δια την Κένδην και εφοβήτο μήπως πέση εάν οι Ώθηναίοι, καταπλεύσουν εκεί προ της επιστροφής του. Βια τον λόγον αυτόν, και διότι άλλωστε οι Ηλλυριοί δεν είχαν φθάσει ακόμη, δεν είχε καμμίαν όρεξιν να προελάση, αλλ' ήθελε τουναντίον να επιστρέψη. 125. Ώλλ' ενώ συνεζήτουν τας αντιθέτους γνώμας των, ήλθε και η είδησης ότι οι Ηλλυριοί εγκατέλειψαν προδοτικώς τον Ξερδίκκαν και ηνώθησαν με τον Ώρράβαιον, εις τρόπον ώστε και οι δύο πλέον ήσαν της γνώμης να αποσυρθούν, διότι εφοβούντο τους Ηλλυριούς, οι οποίοι είναι έθνος πολεμικόν. Ώλλ' ένεκα της διαφωνίας των δύο δεν είχε ληφθή ωρισμένη απόφασις δια την ώραν της αναχωρήσεως. Θαι όταν ενύκτωσε, εις από τους ανεξηγήτους εκείνους πανικούς, εις τους οποίους υπόκεινται μεγάλοι στρατοί, κατέλαβεν αμέσως τους Κακεδόνας και το πλήθος των βαρβάρων, και επειδή ενόμισαν ότι οι επερχόμενοι εχθροι ήσαν πολλαπλάσιοι, από ό,τι πραγματικώς ήσαν και ότι φθάνουν από στιγμής εις στιγμήν, ετράπησαν αιφνιδίως εις φυγήν, κατευθυνόμενοι εις τα ίδια. Θαι επειδή τα δύο συμμαχικά στρατόπεδα ήσαν εις μεγάλην απόστασιν το εν από το άλλο, ηνάγκασαν τον Ξερδίκκαν, όταν εννόησε τι τρέχει (διότι κατ' αρχάς δεν είχεν αντιληφθή τίποτε), ν' απέλθη χωρίς να ίδη τον ΐρασίδαν. ταν κατά τα εξημερώματα έμαθεν ο ΐρασίδας την εσπευσμένην αναχώρησιν των Κακεδόνων και την επικειμένην άφιξιν των προελαυνόντων Ηλλυριών και του Ώρραβαίου, απεφάσισε και αυτός ν' απέλθη αμέσως, και εσχημάτισε τους οπλίτας του εις τετράγωνον, τοποθετήσας τους ψιλούς στρατιώτας εις το μέσον. Ρους νεωτέρους στρατιώτας έταξεν εις τρόπον ώστε να εξέρχονται από το τετράγωνον προς απόκρουσιν του εχθρού, οπουδήποτε ήθελεν επιτεθή, και ο ίδιος ετάχθη κατά την υποχώρησιν εις την οπισθοφυλακήν επί κεφαλής τριακοσίων επιλέκτων ανδρών, με τον σκοπόν ν' αμύνεται, αποκρούων την εχθρικήν εμπροσθοφυλακήν. Θαι πριν οι εχθροί πλησιάσουν, απηύθυνε βιαστικά εις τους στρατιώτας του τους επομένους προτρεπτικούς λόγους: 126. "Ώγαπητοί Ξελοποννήσιοι, εάν δεν υπώπτευα ότι είσθε τρομαγμένοι, και διότι εμείνατε μόνοι, και διότι οι επερχόμενοι εναντίον μας είναι βάρβαροι και πολλοί, θα περιωριζόμην εις τους συνήθεις προτρεπτικούς λόγους, χωρίς να θελήσω, όπως τώρα, να κάμω και τον διδάσκαλον. Ρώρα όμως που εγκατελείφθημεν από τους συναγωνιστάς μας και ευρισκόμεθα ενώπιον πολυαρίθμων εχθρών, θα προσπαθήσω με ολίγας υπομνήσεις και παραινέσεις να σας διαφωτίσω μερικά σπουδαιότατα σημεία. Ησχυρίζομαι, τωόντι, ότι πρέπει να δεικνύεσθε ανδρείοι εις τον πόλεμον όχι απλώς όταν τύχη να έχετε συμμάχους εις το πλευρόν σας, αλλά
δια την έμφυτον γενναιότητά σας, και να μη σας ανησυχή οσονδήποτε μεγάλος αριθμός εχθρών, αφού άλλωστε δεν ανήκετε εις πολιτείας, όπου οι πολλοί κυβερνούν τους ολίγους αλλ' αντιθέτως εις πολιτείας, όπου οι περισσότεροι κυβερνώνται από τους ολιγωτέρους, οι οποίοι την επικράτησίν των οφείλουν εις την πολεμικήν των υπεροχήν. Φς προς τους βαρβάρους, εξ άλλου, τους οποίους φοβείσθε τώρα, διότι δεν τους γνωρίζετε, η ιδική σας πείρα από τας τελευταίας συγκρούσεις προς τους βαρβάρους της Κακεδονίας, όσα εγώ συμπεραίνω και όσα εξ ακοής γνωρίζω, πρέπει να σας πείσουν ότι δεν είναι τρομεροί. Βιότι, οσάκις εχθρική δύναμις, που φαίνεται ισχυρά, είναι πράγματι ασθενής, ασφαλής περί αυτής πληροφορία, την οποίαν εγκαίρως αποκτούν οι αντίπαλοί της, καθιστά τους τελευταίους περισσότερον θαρραλέους, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι απέναντι πραγματικώς ισχυρού εχθρού επιτίθεται κανείς με μεγαλυτέραν τόλμην, εάν δεν γνωρίζη εκ των προτέρων την δύναμίν του. Νι Ηλλυριοί, δι' εκείνους που δεν τους γνωρίζουν, είναι αληθώς φοβεροί, όταν τους βλέπη κανείς επερχομένους. Βιότι η θέα του όγκου των είναι τρομερά, οι αλαλαγμοί των αφόρητοι, και ο κραδασμός των όπλων των εις τον αέρα δημιουργεί εντύπωσιν απειλητικήν. Ώλλ' εάν ο αντίπαλός των δεν ταραχθή από όλα αυτά, όταν έλθουν εις χείρας, αποδεικνύονται κατώτεροι από ό,τι εφαίνοντο. Βιότι, μη έχοντες κανονικήν παράταξιν, δεν αισθάνονται ούτε εντροπήν να εγκαταλείψουν την θέσιν των, οσάκις πιεσθούν και επειδή όχι μόνον η επίθεσις, αλλά και η φυγή θεωρούνται απ' αυτούς εξ ίσου έντιμοι, η ανδρεία των είναι ανεξέλεγκτος, καθόσον, όταν καθείς διευθύνη εαυτόν όπως θέλει, κατά την διάρκειαν της μάχης, ευρίσκει ευσχήμους προφάσεις δια να σωθή φεύγων. Ζεωρούν, εξ άλλου, ασφαλέστερον να σας εκφοβίζουν από αρκετήν απόστασιν, παρά να έρχονται εις χείρας, διότι άλλως θα κατέφευγαν εις το δεύτερον, αντί να περιορίζωνται εις το πρώτον. ΐλέπετε, επομένως, καθαρά ότι κάθε τι που εφαίνετο κατ' αρχάς τρομερόν εκ μέρους των, είναι πραγματικώς ανάξιον προσοχής και μόνον την όρασιν και την ακοήν καταπλήσσει. Ώλλ' εάν αντισταθήτε εναντίον της επιθέσεώς των, και όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή επαναλάβετε πάλιν με τάξιν και πειθαρχίαν την υποχώρησίν σας, όχι μόνον θα φθάσετε ταχύτερον εις τόπον ασφαλή, αλλά και θα μάθετε ότι τοιαύτα ασύντακτα πλήθη, όταν αντισταθή κανείς εις την πρώτην των επίθεσιν, αρκούνται να επιδεικνύουν το θάρρος των με κομπαστικάς από μακράν απειλάς, αποφεύγοντες να έλθουν του λοιπού εις χείρας, ενώ απέναντι εκείνων, οι οποίοι υποχωρούν απέναντί των, επιδεικνύουν με μεγάλον ζήλον την ευψυχίαν των, καταδιώκοντες αυτούς κατά πόδας εκ του ασφαλούς". 127. Όστερον από τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους ήρχισεν ο ΐρασίδας την υποχώρησιν. Κόλις είδαν τούτο οι βάρβαροι, ήρχισαν την καταδίωξιν με μεγάλας κραυγάς και θόρυβον, διότι ενόμισαν ότι ετρέποντο εις φυγήν και ότι θα τους κατέφθαναν και θα τους εξολοθρεύσουν. Ώλλ' επειδή, οπουδήποτε επετίθεντο οι νεώτεροι στρατιώται, εις τους οποίους είχεν ανατεθή η εντολή αυτή, εξήρχοντο από το τετράγωνον και αντεπετίθεντο εναντίον των, και ο ΐρασίδας, εξ άλλου, επικεφαλής του εκλεκτού αποσπάσματός του, απέκρουε τας επιθέσεις των, όχι μόνον η πρώτη έφοδος των βαρβάρων προσέκρουσεν εις αντίστασιν, την οποίαν δεν επερίμεναν, αλλά και του λοιπού, οσάκις οι βάρβαροι, επανελάμβαναν την επίθεσίν των, οι Έλληνες ανθίσταντο και τους απέκρουαν ενώ οσάκις εκείνοι έπαυαν, αυτοί συνέχιζαν την υποχώρησίν των. Γπί τέλους, εφ' όσον ο αγών διεξήγετο εις την πεδιάδα, το μεγαλύτερον μέρος των βαρβάρων έπαυσε τας επιθέσεις εναντίον του στρατού του ΐρασίδα, άφισαν όμως εν μέρος δια να τον παρακολουθή και του επιτίθεται, παρουσιαζομένης ευκαιρίας, και οι λοιποί επροχώρησαν τρέχοντες, άλλοι εναντίον των φευγόντων Κακεδόνων, από τους οποίους εσκότωναν όσους συνήντων, και άλλοι προς το μεταξύ δύο λόφων στενόν, από το οποίον εισέρχεται κανείς εις την χώραν του Ώρραβαίου, και το οποίον επρόλαβαν να καταλάβουν, διότι
εγνώριζαν ότι δεν υπήρχεν άλλος δρόμος υποχωρήσεως δια τον ΐρασίδαν. Θαι όταν επλησίαζεν εις το δυσκολώτερον μέρος του στενού, επεδίωξαν να τον κυκλώσουν, δια να του αποκόψουν κάθε υποχώρησιν. 128. ταν ο ΐρασίδας εννόησε τους σκοπούς των, διέταξε τους υπ' αυτόν τριακοσίους επιλέκτους να προελάσουν τρέχοντες, όχι συντεταγμένοι, αλλ' όπως ταχύτερον ημπορούσε καθείς, δια να καταλάβουν εκείνον από τους δυο λόφους που ενόμιζεν ευκολώτερον και εκτοπίσουν τους ήδη κατέχοντας αυτόν βαρβάρους, πριν η μεγαλυτέρα πτέρυξ των, η οποία επεχείρει την κύκλωσιν φθάση εκεί. Νι τριακόσιοι, επιτεθέντες, ενίκησαν τους εγκατεστημένους εις τον λόφον, και το κύριον σώμα του Γλληνικού στρατού ημπόρεσε ευκολώτερα να προχωρήση προς αυτόν. Βιότι οι βάρβαροι που επεχείρουν την κύκλωσιν, όταν είδαν ότι οι ιδικοί των είχαν ηττηθή και εκτοπισθή από τον λόφον κατελήφθησαν από φόβον και δεν τους κατεδίωξαν μακρύτερα, καθόσον εθεώρησαν ότι ο εχθρός είχεν ήδη φθάσει εις τα όρια της επικρατείας του Ξερδίκκα, και είχε διαφύγει. ταν ο ΐρασίδας έφθασεν άπαξ εις τα υψώματα, συνέχισε την πορείαν του με περισσοτέραν ασφάλειαν και έφθασεν αυθημερόν εις την Άρνισαν, που ήτο η πρώτη πόλις της επικρατείας του Ξερδίκκα. Νι στρατιώται, εξοργισμένοι δια την πρόωρον υποχώρησιν των Κακεδόνων, οσάκις συνήντων καθ' οδόν αμάξας των συρομένας από βώδια, ή οιαδήποτε σκεύη που είχαν πέσει κατά την φυγήν, όπως συμβαίνει φυσικά, οσάκις η υποχώρησις γίνεται εν καιρώ νυκτός και ως αποτέλεσμα πανικού, έλυαν εξ ιδίας πρωτοβουλίας τα υποζύγια, τα εφόνευαν και οικειοποιούντο τα σκεύη. Ρούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία, ένεκα της οποίας ο Ξερδίκκας εθεώρησε τον ΐρασίδαν εχθρόν, και του λοιπού έτρεφεν εναντίον των Ξελοποννησίων αίσθημα μίσους, το οποίον όμως δεν συνεβιβάζετο με τα κατά των Ώθηναίων αισθήματά του. Ξαραγνωρίσας εν τούτοις, τα ζωτικώτερά του συμφέροντα, ενήργει, δια να εύρη τρόπον να συμβιβασθή το ταχύτερον με τους τελευταίους και απαλλαγή από τους πρώτους.
ταν ο ΐρασίδας επέστρεψεν από την Κακεδονίαν εις την Ρορώνην ευρήκεν ότι η Κένδη είχεν ήδη, καταληφθή από τους Ώθηναίους, και επειδή εθεώρησεν αδύνατον επί του παρόντος να διαβή εις την Ξαλλήνην, προς βοήθειαν των Κενδαίων και των Πκιωναίων, έμενεν εκεί ήσυχος φυλάττων την Ρορώνην. Ρωόντι, την εποχήν περίπου που ελάμβαναν χώραν τα γεγονότα της Ιυγκηστίδος, οι Ώθηναίοι, προς εκτέλεσιν του σχεδίου, επί τη βάσει τον οποίου είχαν ετοιμασθή, εξεστράτευσαν δια θαλάσσης εναντίον της Κένδης και της Πκιώνης, με μοίραν στόλου πενήντα πλοίων από τα οποία δέκα ήταν Τιακά, με χιλίους Ώθηναίους οπλίτας και εξακοσίους τοξότας, χίλιους μισθοφόρους Ζράκας και επί πλέον με πελταστάς, τους οποίους εχορήγησαν οι εκεί σύμμαχοι. Ώρχηγοί της εκστρατείας ήσαν ο Λικίας, υιός του Λικηράτου, και ο Λικόστρατος, υιός του Βιειτρέφους. Γκκινήσαντες δ' από την Ξοτείδαιαν με τον στόλον, προσήγγισαν πλησίον εις το Ξοσειδώνιον, από όπου εβάδισαν εναντίον των Κενδαίων. Νι τελευταίοι, μαζί με τριακοσίους Πκιωναίους που είχαν έλθει εις βοήθειάν των και, τους Ξελοποννησίους επικούρους, επτακόσιοι εν συνόλω οπλίται, υπό την αρχηγίαν του Ξολυδαμίδου, είχαν προ μικρού στρατοπεδεύσει εκτός της πόλεως, επάνω εις οχυρόν λόφον. Ν Λικίας, επί κεφαλής εκατόν είκοσι ψιλών Κεθωναίων, εξήντα Ώθηναίων επιλέκτων οπλιτών και όλων των τοξοτών, επεχείρησε να τους επιτεθή επί του λόφου, ανερχόμενος από μίαν ατραπόν, αλλ' ένεκα των απωλειών που υφίσταντο οι άνδρες του δεν ημπόρεσε να εκβιάση την άνοδον. λος ο άλλος στρατός, υπό την αρχηγίαν του Λικοστράτου, ενώ προσεπάθει από άλλον μακρύτερον πλάγιον δρόμον ν' αναβή εις τον λόφον, ο οποίος ήτο απόκρημνος, περιέπεσεν εις πλήρη αταξίαν, και ολίγον έλειψε να νικηθή ολόκληρος ο
στρατός των Ώθηναίων. Ρην ημέραν επομένως αυτήν, ένεκα της ισχυράς αντιστάσεως των Κενδαίων και των συμμάχων των, οι Ώθηναίοι υπεχώρησαν και εσχημάτισαν στρατόπεδον ενώ οι Κενδαίοι, όταν ενύκτωσε, επέστρεψαν εις την πόλιν. 130. Νι Ώθηναίοι περιέπλεαν την επομένην με τον στόλον των την ακτήν και ήλθαν και κατέλαβαν το προάστειον της Κένδης που βλέπει προς την Πκιώνην, και συγχρόνως κατέγιναν όλην την ημέραν να ερημώνουν το έδαφος, χωρίς ν' αντεπεξέλθη κανείς εναντίον των (καθόσον, άλλωστε, εις την πόλιν επεκράτει κάποια στασιαστική κίνησις). Γξ άλλου, οι τριακόσιοι Πκιωναίοι, την νύκτα της ιδίας ημέρας, επέστρεψαν εις τα ίδια. Ρην επομένην, ο Λικίας με το ήμισυ του στρατού επροχώρησεν έως τα σύνορα της Πκιώνης και ηρήμωνε συγχρόνως την χώραν, ενώ ο Λικοστρατος με το υπόλοιπον αυτού επολιόρκει την πόλιν, στρατοπεδευμένος έξω από την βορείαν πύλην, από την οποίαν αρχίζει η προς την Ξοτείδαιαν οδός. Γις το μέρος ακριβώς αυτό, οπίσω από τα τείχη, ήτο ο σταθμός των Κενδαίων οπλιτών και των Ξελοποννησίων επικούρων. Ν Ξολυδαμίδας τους παρέταξεν εις μάχην και προέτρεπε τους Κενδαίους να εξέλθουν και επιτεθούν εναντίον του εχθρού. Θάποιος από τους δημοκρατικούς απήντησεν, από πνεύμα στασιαστικόν, ότι δεν εννοεί να εξέλθη και ότι δεν έχει ανάγκην να πολεμήση. Θαι επειδή, μόλις επρόφερε τας λέξεις αυτάς, ο Ξολυδαμίδας τον ήρπασεν από το χέρι και τον έσεισε βιαίως, όσοι ανήκαν εις την δημοκρατικήν φατρίαν αρπάζουν αμέσως τα όπλα και ορμούν εξαγριωμένοι εναντίον των Ξελοποννησίων και των συνεργαζομένων με αυτούς από την αντίθετον μερίδα, τους επιτίθενται και τους τρέπουν εις φυγήν, αφ' ενός, διότι οι τελευταίοι δεν επερίμεναν την επίθεσιν αυτήν, και εξ άλλου, διότι συγχρόνως ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τους Ώθηναίους και τούτο τους κατεπτόησεν, επειδή ενόμισαν ότι η επίθεσις έγινε κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως. σοι από τους Ξελοποννησίους δεν εφονεύθησαν αμέσως κατέφυγαν εις την ακρόπολιν, την οποίαν και προηγουμένως κατείχαν, αυτοί μόνοι. Γν τω μεταξύ, άλλωστε, είχεν επιστρέψει και ο Λικίας και, ευρίσκετο αμέσως απ' έξω από την πόλιν, ώστε ολόκληρος ο Ώθηναϊκός στρατός εισώρμησεν εντός αυτής. Θαι επειδή η πύλη δεν ηνοίσθη κατόπιν συνθηκολογίας, οι στρατιώται διήρπασαν την πόλιν συστηματικώς, ως να είχε κυριευθή εξ εφόδου, και οι στρατηγοί μόλις ημπόρεσαν να τους συγκρατήσουν από του να εξολοθρεύσουν και τους κατοίκους. Νι Ώθηναίοι, ακολούθως, παρήγγειλαν εις τους Κενδαίους να κυβερνώνται κατά τα έθιμά των, δικάζοντες οι ίδιοι μεταξύ των όσους ενόμιζαν ενόχους της στάσεως. Γκείνους, εξ άλλου, που ευρίσκοντο εις την ακρόπολιν απέκλεισαν, (κατασκευάσαντες από τα δύο μέρη τείχος μέχρι της θαλάσσης και εγκαταστήσαντες φρουράν, προς διατήρησιν του αποκλεισμού. Ώφού δ' εξησφάλισαν κατ' αυτόν τον τρόπον την Κένδην, εβάδισαν εναντίον της Πκιώνης. 131. Νι Πκιωναίοι και οι Ξελοποννήσιοι εξήλθαν από την πόλιν, δια να τους αντιμετωπίσουν, και εγκατεστάθησαν επάνω εις οχυρόν λόφον, τον οποίον έπρεπε να καταλάβη προηγουμένως ο εχθρός, δια να ημπορέση ν' αποκλεισθή η πόλις δια περιτειχίσεως. Νι Ώθηναίοι επετέθησαν εναντίον του λόφου με ακάθεκτον ορμήν και εξετόπισαν τους κατέχοντας αυτόν. Ώκολούθως εσχημάτισαν στρατόπεδον, και αφού έστησαν τρόπαιον, ητοιμάζοντο να περιτειχίσουν την πόλιν. Νλίγον βραδύτερον, ενώ ησχολούντο εις την εργασίαν αυτήν, οι Ξελοποννήσιοι μισθοφόροι, που επολιορκούντο εις την ακρόπολιν της Κένδης, διέσχισαν κατά μήκος της παραλίας την εκεί φρουράν, και έφθασαν εν καιρώ νυκτός προ της Πκιώνης, όπου κατώρθωσαν οι περισσότεροι να εισέλθουν εντός της πόλεως, αφού διέφυγαν τους πολιουρκούντας αυτήν Ώθηναίους.
Ρον καιρόν που περιετειχίζετο η Πκιώνη, ο Ξεριδίκκας έστειλε κήρυκα και συνωμολόγησε συνθήκην με τους Ώθηναίους στρατηγούς. Ρο ελατήριον που τον ώθησεν εις τούτο ήτο το μίσος εναντίον του ΐρασίδα, εξ αφορμής της υποχωρήσεως από την Ιυγκηστίδα, αφότου και ήρχισεν αμέσως τας σχετικάς διαπραγματεύσεις. Θαι επειδή τας ημέρας ακριβώς αυτάς επρόκειτο να έλθουν δια ξηράς προς τον ΐρασίδαν επικουρίαι, υπό την αρχηγίαν του Ιακεδαιμονίου Ησχαγόρα, ο Ξερδίκκας, αφ' ενός, διότι ο Λικίας, επικαλούμενος την συνθήκην, εζήτει απ' αυτόν να δώση εις τους Ώθηναίους κάποιαν βεβαίαν απόδειξιν της ειλικρινείας του, εξ άλλου διότι και ο ίδιος δεν ήθελε να έρχωνται του λοιπού εις την χώραν του Ξελοποννήσιοι, κατώρθωσε, χρησιμοποιών τους φίλους που είχεν εις την Ζεσσαλίαν, με τους προκρίτους της οποίας διετήρει πάντοτε σχέσεις, να εμποδίση με την μεσολάβησίν των την εκστρατείαν και τας ετοιμασίας ακόμη των Ιαικεδαιμονίων, εις τρόπον ώστε οι τελευταίοι ουδ' εδοκίμασαν καν να περάσουν από την Ζεσσαλίαν. Ν Ησχαγόρας όμως καθώς και ο Ώμεινίας και ο Ώριστεύς, οι οποίοι είχαν σταλή από τους Ιακεδαιμονίους, δια να ενεργήσουν επιθεώρησιν της καταστάσεως, ήλθαν προς τον ΐρασίδαν και έφεραν συγχρόνως μερικούς Ππαρτιάτας νεανίας, παρά την κρατούσαν συνήθειαν, δια να τους διορίσουν αρμοστάς των πόλεων, και μην ανατίθεται η διοίκησις εις τους τυχόντας. Ώπ' αυτούς διώρισεν ο ΐρασίδας τον Θλεαρίδαν, υιόν του Θλεωνύμου, Ώρμοστήν της Ώμφιπόλεως, της Ρορώνης δε, τον Ξασιτελίδαν, υιόν του Εγησάνδρου.
Ρο ίδιον θέρος οι Ζηβαίοι κατηδάφισαν το τείχος των Ζεσπιέων, τους οποίους κατηγόρησαν ως αττικίζοντας. Γίναι αληθές ότι είχαν ανέκαθεν κατά νουν το σχέδιον τούτο, αλλά την εκτέλεσίν του είχαν θεωρήσει ευκολωτέραν, αφότου εις την μάχην εναντίον των Ώθηναίων οι Ζεσπιείς είχαν χάσει το άνθος του στρατού των. Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους κατεστράφη και ο ναός της Ήρας εις την Ώργολίδα, εξ αιτίας της ιερείας Τρυσίδος, η οποία, αφού έβαλεν αναμμένον λύχνον πλησίον εις τους στεφάνους, απεκοιμήθη ακολούθως, και ως εκ τούτου ολόκληρος ο ναός επήρε φωτιά και απετεφρώθη πριν η πυρκαϊά γίνη αντιληπτή. Ε Τρυσίς, φοβηθείσα τους Ώργείους, έφυγε την ιδίαν νύκτα είς την Σλιούντα. Ώλλ' ούτοι προέβησαν, σύμφωνα με τας καθιερωμένας διατυπώσεις, εις εγκατάστασιν νέας ιερείας, καλουμένης Σαεινίδος. Ε Τρυσίς, πριν φύγη είχε διατελέσει ιέρεια οκτώ και ήμισυ έτη, αφότου ήρχισεν ο πόλεμος. ταν το θέρος ήτο πλέον εις το τέλος του, η περιτείχισις της Πκιώνης είχε συμπληρωθή εντελώς και οι Ώθηναίοι, αφού άφισαν εκεί φρουράν, προς διατήρησιν του αποκλεισμού, απέσυραν τον επίλοιπον στρατόν των.
Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα οι Ώθηναίοι και οι Ιακεδαιμόνιοι, λόγω της ανακωχής, έμεναν ήσυχοι. Νι Καντινείς όμως και οι Ρεγεάται και οι σύμμαχοι του ενός και του άλλου μέρους συνεκρότησαν μάχην εις το Ιαοδόκειον της Νρεσθίδος, αλλ' η νίκη υπήρξεν αμφίβολος, διότι τα στρατεύματα και των δύο πόλεων ενίκησαν τους απέναντί των παρατεταγμένους συμμάχους της άλλης, και αφού και οι δύο στρατοί έστησαν τρόπαια, έστειλαν λάφυρα εις τους Βελφούς. Ε αλήθεια είναι ότι μολονότι αι απώλειαι και των δύο μερών ήσαν μεγάλαι και η μάχη ήτο ακόμη αναποφάσιστος, όταν επελθούσης της νυκτός ετερματίσθη, οι Ρεγεάται
κατηυλίσθησαν εις το πεδίον της μάχης και έστησαν αμέσως τρόπαιον, ενώ οι Καντινείς απεσύρθησαν εις τον ΐουκολιώνα και έστησαν και αυτοί βραδύτερον αντίζηλον τρόπαιον.
Γις το τέλος του ιδίου χειμώνος και τας παραμονάς πλέον του έαρος ο ΐρασίδας επεχείρησε να καταλάβη την Ξοτείδαιαν. Γπλησίασε, τωόντι, εν καιρώ νυκτός, και εστήριξε κλίμακα εις το τείχος, και μέχρι του σημείου τούτου δεν έγινεν αντιληπτός, διότι εις φρουρός είχεν αφίσει προς στιγμήν την θέσιν του, δια να μεταβή και παραδώση τον κώδωνα εις τον επόμενον φρουρόν, και την στιγμήν ακριβώς αυτήν και πριν επιστρέψη ετοποθετήθη η κλίμαξ εις το διάκενον. Ώλλ' οι φρουροί αντελήφθησαν το πράγμα ευθύς αμέσως, πριν ακόμη αναβή κανείς εις το τείχος, και ο ΐρασίδας απέσυρεν εσπευσμένως τον στρατόν του, χωρίς να περιμένη να εξημερώση. Θαι ο χειμών ετελείωσε, και με το τέλος αυτού έληξε και το ένατον έτος του παρόντος πολέμου, του οποίου την ιστορίαν συνέγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Ρο επόμενον θέρος, η ενιαυσία ανακωχή ετερματίσθη αυτοδικαίως, συνωμολογήθη όμως ακολούθως νέα μέχρι τέλους των Ξυθικών αγώνων. Γν τω μεταξύ, οι Ώθηναίοι εξετόπισαν τους κατοίκους της Βήλου, διότι εθεώρησαν ότι είχαν καθιερωθή εις τον θεόν, ενώ, ένεκα κάποιας παλαιάς αμαρτίας, δεν ήσαν καθαροί, και εξ άλλου διότι έκριναν ατελή ως προς το σημείον αυτό τον καθαρμόν που εδιηγήθην προηγουμένως, οπότε είχαν νομίσει αρκετόν το σήκωμα των νεκρών και των φερέτρων των. Ν Σαρνάκης έδωκεν εις τους Βηλίους άσυλον εις το Ώδραμύττιον της Κικρας Ώσίας, όπου εγκατεστάθησαν, όπως καθείς ήθελε.
Κετά το τέλος της ανακωχής, ο Θλέων, αφού επέτυχε την συγκατάθεσιν των Ώθηναίων, εξέπλευσε διευθυνόμενος εις την Ταλκιδικήν, επί κεφαλής μοίρας στόλου τριάντα πλοίων, χιλίων διακοσίων οπλιτών και τριακοσίων ιππέων Ώθηναίων και ακόμη μεγαλυτέρας δυνάμεως συμμάχων. Ώφού δε προσήγγισε πρώτον εις την πολιορκουμένην ακόμη Πκιώνην και παρέλαβε μερικούς οπλίτας από την φρουράν, που είχε μείνει εκεί δια την πολιορκίαν, κατέπλευσεν εις τον Θωφόν λιμένα, ο οποίος κείται εις το έδαφος των Ρορωναίων και απέχει ολίγον από την πόλιν. Θαι επειδή επληροφορήθη από αυτομόλους, ότι ο ΐρασίδας δεν ήτο εις την Ρορώνην και η φρουρά ήτο ανίκανος ν' αντισταθή, εβάδισεν απ' εκεί επί κεφαλής του στρατού εναντίον της πόλεως και απέστειλε δέκα πλοία, δια να περιπλεύσουν το ακρωτήριον και διευθυνθούν εναντίον του λιμένος της Ρορώνης. Θαι έφθασε πρώτον εμπρός από το νέον τείχος, το οποίον προσέθεσεν ο ΐρασίδας, δια να περιλάβη εντός της πόλεως το προάστειον, και ήνωσε τα δύο εις εν δια της κατεδαφίσεως μέρους του παλαιού τείχους. 3. Ν Ώρμοστής της πόλεως Ξασιτελίδας και η υπ' αυτόν φρουρά έσπευσαν εις το νέον αυτό τείχος και προσεπάθουν ν' αποκρούσουν τας επιθέσεις των Ώθηναίων. Ώλλ' επιέζοντο δυνατά από τους τελευταίους, και ο Ξασιτελίδας, βλέπων περιπλέοντα τα πλοία, που είχαν αποσταλή προηγουμένως, εναντίον του λιμένος,
εφοβήθη μήπως προλάβουν και καταλάβουν την πόλιν, πριν επιστρέψη προς υπεράσπισίν της, και μήπως, κυριευομένου του νέου τείχους, συλληφθή εντός αυτού. Φς εκ τούτου, το εγκατέλειψε και επέστρεψε τρέχων εις την πόλιν, την οποίαν όμως επρόλαβε να καταλάβη ο Ώθηναϊκός στόλος και ο στρατός της ξηράς, ο οποίος κατεδίωξε κατά πόδας τον Ξασιτελίδαν και εισώρμησε ταυτοχρόνως με πολεμικάς κραυγάς από του ρήγματος του παλαιού τείχους. Ώπό τους Ξελοποννησίους και Ρορωναίους άλλους εφόνευσαν αμέσως κατά την συμπλοκήν, και άλλους, μεταξύ των οποίων και τον Ώρμοστήν, συνέλαβαν αιχμαλώτους. Γν τω μεταξύ, ο ΐρασίδας είχε σπεύσει εις βοήθειαν της Ρορώνης, αλλά δεν επρόλαβε, διότι έμαθε καθ' οδόν την άλωσιν, όταν δεν απείχε πλέον παρά σαράντα περίπου στάδια, και επέστρεψε. Ν Θλέων και οι Ώθηναίοι έστησαν δύο τρόπαια, το εν εις τον λιμένα, το άλλο πλησίον του νέου τείχους. Ρα γυναικόπαιδα κατέστησαν δούλους, ενώ τους άνδρας της Ρορώνης με όσους άλλους Ταλκιδείς έτυχε να ευρεθούν εκεί, καθώς και τους Ξελοποννησίους, εν όλω επτακοσίους περίπου άνδρας, απέστειλαν εις τας Ώθήνας. Ρους αιχμαλώτους αυτούς ηναγκάσθησαν οι Ώθηναίοι, όσους ήσαν Ξελοποννήσιοι, ν απολύσουν ακολούθως επί τη βάσει της συνθήκης της ειρήνης, και τους άλλους ν' αποδώσουν εις τους Νλυνθίους, ανταλλάξαντες αυτούς άνδρα προς άνδρα. Ρην ιδίαν περίπου εποχήν, κατέλαβαν και οι ΐοιωτοί δια προδοσίας το Ξάνακτον, Ώθηναϊκόν φρούριον εις τα όρια της Ώττικής. Ν Θλέων, αφού εγκατέστησε φρουράν εις την Ρορώνην, απέπλευσε, και κάμψας τον Άθω, διηυθύνετο εναντίον της Ώμφιπόλεως.
Ρην ιδίαν περίπου εποχήν, απέπλευσεν ο Σαίαξ υιός του Γρασιστράτου, με δύο πλοία εις Ηταλίαν και Πικελίαν, όπου εστέλλετο από τους Ώθηναίους ως πρέσβυς, μαζί με δύο συναδέλφους. Ρωόντι, όταν οι Ώθηναίοι, μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, είχαν απέλθει από την Πικελίαν, οι Ιεοντίνοι επολιτογράφησαν πολλούς νέους πολίτας και η δημοκρατική μερίς εμελέτα νέαν διανομήν της γης. Ώλλ' οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι αντελήφθησαν τα σχέδιά των, προσεκάλεσαν εις βοήθειαν τους Πυρακουσίους, και εξεδίωξαν τους δημοκρατικούς, οι οποίοι διεσκορπίσθησαν εδώ και εκεί. Νι ολιγαρχικοί ήλθαν εις συμφωνίαν με τους Πυρακουσίους, επί τη βάσει της οποίας εγκατέλειψαν την πόλιν των, ήτις ως εκ τούτου ερημώθη, και, εγκατεστάθησαν εις τας Πυρακούσας, υπό τον όρον ν' αναγνωρισθούν Πυρακούσιοι πολίται. ΐραδύτερον, μερικοί από αυτούς δυσαρεστηθέντες απεσύρθησαν από τας Πυρακούσας, και εγκατεστάθησαν πάλιν εις τας Σωκαίας, τμήμα της πόλεως των Ιεοντίνων, και της ΐρικιννίας, φρούριον της χώρας των ιδίων. Νι περισσότεροι από τους εξορισθέντας, ως είρηται, δημοκρατικούς ήλθαν και ηνώθησαν με αυτούς, και αφού παρεσκευάσθησαν καταλλήλως, ήρχισαν εχθροπραξίας εναντίον των Πυρακουσίων, χρησιμοποιούντες τα δύο οχυρώματά των ως ορμητήρια. ταν οι Ώθηναίοι έμαθαν τας ειδήσεις αυτάς, έστειλαν τον Σαίακα, δια να πείση τους εκεί συμμάχους των και τους άλλους, ει δυνατόν, Πικελιώτας, να εκστρατεύσουν από κοινού εναντίον των Πυρακουσίων, λόγω του ότι επιδιώκουν να επιβάλουν την ηγεμονίαν των. Νι Ώθηναίοι ήλπιζαν ότι ημπορούσαν τοιουτοτρόπως να σώσουν τους δημοκρατικούς Ιεοντίνους. Ε αποστολή του Σαίακος επέτυχεν εις την Θαμάριναν και τον Ώκράγαντα, αλλ' απέτυχεν εις την Αέλαν, και ο Σαίαξ, επειδή εννόησεν από μερικάς ενδείξεις, ότι θ' αποτύχη και εις τας άλλας πόλεις, δεν επροχώρησε περαιτέρω, αλλ' επέστρεψε δια του εδάφους των αυτοχθόνων Πικελών, και αφού επεσκέφθη καθ' οδόν τας ΐρικιννίας, όπου ενεθάρρυνε τους δημοκρατικούς, ήλθεν εις Θατάνην από όπου απέπλευσε.
5. Θατά τον πλουν εις την Πικελίαν, καθώς και την επιστροφήν απ' εκεί, ήλθεν εις συνεννοήσεις και με μερικάς πόλεις της Ηταλίας δια την συνομολόγησιν συνθήκης φιλίας με τους Ώθηναίους. Πυνήντησεν επίσης μερικούς Ιοκρούς, οι οποίοι, όταν μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης μεταξύ των Γλληνικών πόλεων της Πικελίας, περιέπεσεν η Κεσσήνη εις εμφυλίους σπαραγμούς, και μία από τας διαπληκτιζομένας μερίδας επεκαλέσθη την επέμβασιν της Ιοκρικής κυβερνήσεως, εστάλησαν εκεί ως άποικοι και εξησφάλισαν υπέρ της πατρίδος των την κυβέρνησιν της Κεσσήνης επί τινα χρόνον, αλλ' ηναγκάσθησαν τώρα να φύγουν. Ρους Ιοκρούς λοιπόν αυτούς συνήντησεν ο Σαίαξ, ενώ επέστρεφαν, και δεν τους επείραξε, διότι είχαν ήδη συμφωνηθή μεταξύ αυτού και της Ιοκρικής κυβερνήσεως οι προκαταρκτικοί όροι ειρήνης προς τους Ώθηναίους. Θατά την συνομολόγησιν τωόντι της ειρήνης μεταξύ των Πικελιωτικών πόλεων, μόνον οι Ιοκροί, κατ' εξαίρεσιν από τους άλλους συμμάχους των, δεν είχαν συνομολογήσει τοιαύτην προς τους Ώθηναίους, και ούτε τότε άλλωστε θα μετέβαλλαν πολιτικήν, εάν δεν τους επίεζεν ο πόλεμος προς τους Ηπωνιέας και τους Κεδμαίους, οι οποίοι ήσαν όμοροι και άποικοί των. Νλίγον καιρόν ύστερον ο Σαίαξ έφθασεν εις τας Ώθήνας.
Ν Θλέων, εξ άλλου, ο οποίος, ως ελέχθη, έπλευσεν από την Ρορώνην προς την Ώμφίπολιν, κατέστησε την Ειόνα βάσιν των επιχειρήσεών του, και επετέθη εναντίον των Πταγείρων, αποικίας των Ώνδρίων, όπου απέτυχε, επέτυχεν όμως να καταλάβη εξ εφόδου την Ααληψόν, αποικιαν των Ζασίων. Έστειλε δε πρέσβεις προς τον Ξερδίκκαν, δια να τον προσκαλέση να έλθη με τον στρατόν του, σύμφωνα με τους όρους της συμμαχίας, και άλλους εις την Ζράκην προς τον βασιλέα των Νδομάντων Ξολλήν, δια να φέρουν όσους ημπορούσαν περισσοτέρους μισθοφόρους Ζράκας, ενώ ο ίδιος εν τω μεταξύ επερίμενεν αναπαυόμενος εις την Ειόνα. ταν ο ΐρασίδας έμαθε τας ειδήσεις αυτάς, αντεστρατοπέδευσε και αυτός πλησίον εις το Θερδύλιον, θέσιν υψηλήν του εδάφους των Ώργιλίων, εις το άλλο μέρος του ποταμού και όχι μακράν της Ώμφιπόλεως, από την οποίαν θέσιν βλέπει κανείς ελευθέρως προς όλας τας διευθύνσεις, ώστε ο Θλέων δεν ημπορούσε να διαφύγη την προσοχήν του, εάν ήθελε προελάσει με τον στρατόν του. Βιότι ο ΐρασίδας επερίμενεν ότι ο Θλέων θα υπετίμα την αριθμητικήν δύναμιν του εχθρικού στρατού και θα εβάδιζε προς βορράν εναντίον της Ώμφιπόλεως, χωρίς να περιμείνη τας ενισχύσεις που είχε ζητήσει. Πυγχρόνως εξηκολούθει να ετοιμάζεται, προσκαλέσας εις ενίσχυσίν του χιλίους πεντακοσίους μισθοφόρους Ζράκας και όλην την στρατιωτικήν δύναμιν των Εδώνων, οι οποίοι ήσαν πελτασταί και ιππείς. Γίχεν, άλλωστε, χιλίους Κυρκινίους και Ταλκιδείς πελταστάς, εκτός εκείνων που ήσαν εις την Ώμφίπολιν. Ε ολική δύναμις των οπλιτών του είχεν ανέλθει εις δύο χιλιάδας, και των Γλλήνων ιππέων εις τριακοσίους. Ώπό την δύναμιν αυτήν έως χίλιοι πεντακόσιοι υπό τον ΐρασίδαν εστρατοπέδευσαν πλησίον του Θερδυλίου, ενώ οι λοιποί υπό τον Θλεαρίδαν εστάθμευσαν εις την Ώμφίπολιν. 7. Ν Θλέων έμεινε κάμποσον καιρόν ήσυχος, αλλ' έπειτα εξηναγκάσθη να κάμη ό,τι ακριβώς επερίμενεν ο ΐρασίδας. Βιότι οι στρατιώται του, οι οποίοι εδυσφόρουν, διότι έχαναν τον καιρόν των, ήρχισαν να ανταλλάσσουν τας σκέψεις των, συλλογιζόμενοι προς ποίαν εμπειρίαν και ποίαν τόλμην επρόκειτο ν' αντιταχθή τόση ανικανότης και τόση δειλία του ιδικού των αρχηγού, και πως χωρίς να το θέλουν εξεστράτευσαν μαζί του από τας Ώθήνας. Ν Θλέων αντελήφθη τους γογγυσμούς αυτούς και μολονότι παρά την θέλησίν των προήλασεν επί κεφαλής των στρατιωτών του, καθόσον η περαιτέρω αδράνεια κατέβαλλε το ηθικόν των. Θαι ηκολούθησε την αυτήν τακτικήν που είχεν ακολουθήσει εις την Ξύλον, και της οποίας η τότε
επιτυχία του ενέπνευσεν εμπιστοσύνην εις την στρατηγικήν του ικανότητα. Βιότι ούτε εφαντάζετο καν ότι κανεις θα εξήρχετο δια να τον αντιμετωπίση, και έλεγεν ότι προήλαυνε μάλλον προς αναγνώρισιν της θέσεως, καθόσον τας ενισχύσεις επερίμενεν, όχι δια να εξασφάλιση την νίκην, εις περίστασιν που θα ηναγκάζετο να συνάψη μάχην, αλλά δια να περικυκλώση την πόλιν και την εξαναγκάση τοιουτοτρόπως εις παράδοσιν. Γλθών επομένως, εστρατοπέδευσεν επί οχυρού λόφου απέναντι της Ώμφιπόλεως, και επεθεώρει ο ίδιος το λιμνώδες έλος που σχηματίζει ο ποταμός Πτρυμών και την δεσπόζουσαν θέσιν της πόλεως, απέναντι της πέριξ Ζρακικής χώρας, και επίστευεν ότι ημπορούσε ν αποσυρθή οπόταν ήθελε, χωρίς να συνάψη μάχην, καθόσον άλλωστε κανεις δεν εφαίνετο ούτε ιστάμενος επί του τείχους, ούτε εξερχόμενος δια των πυλών, αι οποίαι ήσαν όλαι κλεισταί. Γνόμισε μάλιστα ότι έκαμε λάθος να μη φέρη κατά την προέλασίν του πολιορκητικάς μηχανάς, και ότι θα ηδύνατο, αν είχε τοιαύτας, να καταλάβη την πόλιν ως έρημον υπερασπιστών.
Ν ΐρασίδας, ευθύς ως είδε την κίνησιν των Ώθηναίων, κατέβη και αυτός από το Θερδύλιον και εισήλθεν εις την Ώμφίπολιν. Θαι δεν εξήλθε μεν της πόλεως, όπως αντιπαραταχθή κατά των Ώθηναίων, μη εμπιστευόμενος εις τον στρατόν του, τον οποίον εθεώρει υποδεέστερον, όχι αριθμητικώς (διότι υπό την έποψιν ταύτην οι δύο στρατοί ήσαν περίπου ισόπαλοι), αλλά ποιοτικώς, διότι εκ των μετεχόντων της εκστρατείας, οι μεν Ώθηναίοι ήσαν γηγενείς πολίται, οι δε Ιήμνιοι και οι Ίμβριοι εκ των κατ' εξοχήν επιλέκτων. Βια τούτο απεφάσισε να επιτεθή κατ' αυτών δια στρατηγήματος. Βιότι ενόμιζεν ότι αν εδείκνυε προηγουμένως εις τους εχθρούς τον πραγματικόν αριθμόν και τον ανεπαρκή οπλισμόν των στρατιωτών του, θα εξησφάλιζε δυσκολώτερα την νίκην, παρά εάν τους επετίθετο πριν η θέα του στρατού του και η κατάστασις αυτού τους εμπνεύση καταφρόνησιν. Ράξας λοιπόν τον άλλον στρατόν υπό τον Θλεαρίδαν, εξέλεξεν ο ίδιος εκατόν πενήντα οπλίτας, με τους οποίους απεφάσισε να επιτεθή αιφνιδιαστικώς κατά των Ώθηναίων, πριν αποσυρθούν, διότι ενόμιζεν ότι δεν θα εύρισκεν άλλην φοράν την ευκαιρίαν να τους καταβάλη απομονωμένους όπως τώρα, εάν άπαξ ήρχοντο αι αναμενόμεναι ενισχύσεις. Πυνεκάλεσε λοιπόν όλους τους στρατιώτας και θέλων να ενθαρρύνη αυτούς και τους εξηγήση το σχέδιόν του, είπε προς αυτούς τοιαύτα τινά :
"Άνδρες Ξελοποννήσιοι, αρκετόν είναι να σας υπενθυμίσω απλώς ότι ερχόμεθα από χώραν η οποία είναι η πατρίς μας, η οποία υπήρξε πάντοτε ελευθέρα, ένεκα της ευψυχίας των τέκνων της, και ότι πρόκειται ν' αγωνισθήτε, Βωριείς εναντίον Ηώνων, τους οποίους είσθε συνηθισμένοι να νικάτε, θα περιοριστώ μόνον να σας εξηγήσω το σχέδιον της επιθέσεως, δια να μη αποθαρρυνθήτε εκ της φαινομενικής δυσαναλογίας των δυνάμεων, βλέποντες ότι πρόκειται να πολεμήσωμεν όχι δια του συνόλου των δυνάμεών μας αλλά δια μικρού μόνον αποσπάσματος. Γγώ, τουλάχιστον, φαντάζομαι ότι ο εχθρός ανήλθεν εις το ύψωμα, όπου ευρίσκεται, όχι διότι τυχόν περιμένει ότι ημπορούμεν να εξέλθωμεν, δια να του επιτεθώμεν, αλλά διότι υποτιμά την δύναμίν μας, και δια τούτο, απησχολημένος εις το να παρατηρή δεξιά και αριστερά, δεν τηρεί καμμίαν στρατιωτικήν τάξιν και δεν μας λαμβάνει υπ' όψιν του. Θαι όμως εκείνος, ως επί το πλείστον, επιτυγχάνει εις τον πόλεμον, ο οποίος διακρίνει σαφώς τοιαύτα σφάλματα του εχθρού, και αποβλέπων συγχρόνως εις τα
διαθέσιμα μέσα του, ενεργεί την επίθεσίν του όχι τόσον φανερά και εις τάξιν μάχης, αλλ' εκμεταλλευόμενος κυρίως τας εκάστοτε περιστάσεις. Θαι εκείνα τα στρατηγήματα φέρουν την μεγαλυτέραν δόξαν, δια των οποίων επιτυγχάνει κανεις ν' απατήση αποτελεσματικώτερον τον εχθρόν και να ωφελήση περισσότερον τους φίλους του. Γφόσον λοιπόν οι Ώθηναίοι δεν περιμένουν ότι θα τους επιτεθή κανείς, και είναι ανύποπτοι και σκέπτονται, όπως τουλάχιστον φαίνονται, να αποσυρθούν και όχι να διατηρήσουν την θέσιν των, εφόσον η έντασις του πνεύματός των είναι χαλαρωμένη, και πριν ακόμη συνέλθουν, εγώ μεν επικεφαλής των ανδρών μου θα κάμω ό,τι ημπορώ, δια να προλάβω την υποχώρησίν των, και θα ριφθώ τρέχων εις το μέσον του στρατού των. Κετά τούτο, όταν συ, Θλεαρίδη, με ίδης συμπλακέντα ήδη και, ως ελπίζω εμπνέοντα τρόμον εις αυτούς, πάρε τους στρατιώτας που έχεις υπό τας διαταγάς σου, τους Ώμφιπολίτας και τους άλλους συμμάχους, άνοιξε αιφνιδίως τας πύλας, τρέξε και μη χάσης στιγμήν να τους επιτεθής. Ώυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον ημπορεί κανεις περισσότερον να ελπίση ότι θα καταληφθούν από πανικόν. Βιότι ενισχύσεις προερχόμεναι διαρκούσης της μάχης προξενούν εις τον εχθρόν περισσότερον φόβον παρά η δύναμις προς την οποίαν μάχεται ήδη. Βείξου ανδρείος όπως αρμόζει εις Ππαρτιάτην, και σεις, σύμμαχοι, ακολουθήσατε γενναίως, ενθυμούμενοι ότι τρεις είναι αι αρεταί του καλού στρατιώτου : αποφασιστικότης, υψηλόν αίσθημα τιμής και πειθαρχία, και εστέ βέβαιοι ότι η σημερινή ημέρα θα σας δώση, εάν δειχθήτε γενναίοι, την ελευθερίαν και το δικαίωμα να ονομάζεσθε σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων. Άλλως, θα σας μείνη ο τίτλος του υποτελούς των Ώθηναίων, και μάλιστα υπό υποτέλειαν σκληροτέραν παρά πριν (υποτιθεμένου ακόμη ότι θα είσθε αρκετά τυχεροί, δια να αποφύγετε τον εξανδραποδισμόν ή τον θάνατον), και θα γίνετε εμπόδιον της απελευθερώσεως των άλλων Γλλήνων. Κη χάσετε, λοιπόν, το θάρρος σας, βλέποντες πόσον μεγάλα είναι τα άθλα του αγώνος. σον το κατ' εμέ, θα αποδείξω ότι δεν είμαι καλλίτερος εις το να προτρέπω άλλους παρ' ό,τι είμαι εις το να θέτω εις εφαρμογήν ο ίδιος τας προτροπάς μου." 10. Πυμπλοκή μεταξύ Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων, θάνατος του ΐρασίδα και του Θλέωνος Κετά τους ολίγους τούτους λόγους, ο ΐρασίδας προέβη εις τας αναγκαίας παρασκευάς δια την έξοδον του υπ' αυτόν αποσπάσματος, και ετοποθέτησε τον λοιπόν στρατόν υπό τας διαταγάς του Θλεαρίδα, πλησίον των καλουμένων Ζρακικών, πυλών, όπως εξέλθουν εκείθεν σύμφωνα με τας οδηγίας του. Ώλλά είχε θεαθή, ότε κατέβαινε από το Θερδύλιον, και ότε εντός της πόλεως προσέφερε θυσίαν εις τον ναόν της Ώθηνάς, και ητοιμάζετο δια την έξοδον, διότι το εσωτερικόν της πόλεως φαίνεται από όλα τα πέριξ. Γις τον Θλέωνα, ο οποίος την ώραν ακριβώς αυτήν είχε προχωρήσει προς αναγνώρισιν της θέσεως, ανηγγέλθη ότι ο εχθρικός στρατός εφαίνετο συγκεντρωμένος εντός της πόλεως και ότι πολλοί πόδες ανδρών και ίππων, ετοίμων να εξέλθουν, διεκρίνοντο κάτω από τας πύλας, Ώκούσας τούτο ο Θλέων, επλησίασε και εβεβαιώθη ο ίδιος περί του πράγματος. Ώλλά μη θέλων να διακινδυνεύση μάχην πριν έλθουν προς αυτόν αι αναμενόμεναι επικουρίαι, και νομίζων ότι θα επρολάμβανε ν' αποσυρθή, διέταξε να δοθή το σημείον της αναχωρήσεως και παρήγγελλε συγχρόνως εις τα εκκινούντα στρατεύματα να στραφούν αριστερά επί της οδού της Ειόνος, η οποία ήτο η μόνη οδός υποχωρήσεως. Γπειδή όμως ενόμισεν, ότι η υποχώρησις εγίνετο βραδέως, διέταξε το δεξιόν κέρας να στραφή αριστερά, και ούτως εξέθηκε κατά την υποχώρησιν το ακάλυπτον πλευρόν των στρατιωτών απέναντι του εχθρού. Θατά την στιγμήν αυτήν, ο ΐρασίδας, βλέπων τους Ώθηναίους κινουμένους, και θεωρήσας επιστάσαν την ευκαιρίαν, λέγει προς τους υπό τας αμέσους διαταγάς του και τον άλλον στρατόν:
"Νι άνθρωποι αυτοί δεν εννοούν ν' αντισταθούν, όπως φαίνεται καθαρά από την κίνησιν των δοράτων και των κεφαλών των. Άνθρωποι που έχουν σκοπόν ν' αντισταθούν κατά των επιτιθεμένων δεν κινούνται κατ' αυτόν τον τρόπον. Ώνοίξατέ μου τας πύλας που παρήγγειλα και ας επιτεθώμεν εναντίον αυτών μετά θάρρους και χωρίς να χάνωμεν στιγμήν". Θαι εξελθών δια της πύλης, η οποία είναι προς το μέρος του χαρακώματος, και δια της πρώτης πύλης του υφισταμένου τότε μακρού τείχους, ώρμησε τρέχων κατ' ευθείαν επί του δρόμου, εις το αποτομώτατον μέρος του οποίου, καθώς ανέρχεται κανείς, είναι στημένον τρόπαιον και επιτεθείς εναντίον του κέντρου των Ώθηναίων, οι οποίοι ήσαν τρομαγμένοι δια την ιδίαν των αταξίαν και κατάπληκτοι δια την τόλμην αυτού, τρέπει αυτούς εις φυγήν, ενώ ο Θλεαρίδας, σύμφωνα με τας διαταγάς που είχε λάβει, εξελθών με τον λοιπόν στρατόν δια των Ζρακικών πυλών, ώρμησε συγχρόνως κατ' αυτών. Θαι ούτω συνέβη, ώστε ένεκα της απροσδοκήτου και αιφνιδίας κινήσεως εκ δύο συγχρόνως μερών, οι Ώθηναίοι περιήλθαν εις σύγχυσιν. Θαι το μεν αριστερόν κέρας αυτών, το διευθυνόμενον προς την Ειόνα και που είχεν ήδη προχωρήσει προς τα εκεί, αποκοπέν του λοιπού στρατεύματος, ετράπη αμέσως εις φυγήν. Γνώ δ' ήδη έφευγε τούτο και ο ΐρασίδας στραφείς επετίθετο κατά του δεξιού επληγώθη και έπεσε. Νι Ώθηναίοι δεν αντελήφθησαν τούτο, αλλ' οι πλησίον αυτού ευρισκόμενοι στρατιώται τον εσήκωσαν και τον μετέφεραν εις την πόλιν. Ρο δεξιόν των Ώθηναίων αντείχε καλλίτερον. Θαι ο μεν Θλέων, ο οποίος ευθύς εξ αρχής δεν είχε σκοπόν ν αντισταθή ετράπη αμέσως εις φυγήν, αλλά Κυρκίνιος πελταστής τον επρόφθασε και τον εφόνευσε. Νι οπλίται όμως, συγκεντρωθέντες επί του λόφου, απέκρουσαν τον Θλεαρίδαν, μολονότι επετέθη κατ' αυτών δίς ή τρίς, και τότε μόνον υπεχώρησαν, όταν το ιππικόν των Κυρκινίων και των Ταλκιδέων και οι πελτασταί, περικυκλώσαντες και βάλλοντες αυτούς δι' ακοντίων, τους έτρεψαν εις φυγήν. Θαι τότε πλέον η φυγή εγενικεύθη εις όλον τον Ώθηναϊκόν στρατόν, και όσοι δεν εφονεύθησαν αμέσως κατά την συμπλοκήν ή κατά την επακολουθήσασαν καταδίωξιν υπό του Ταλκιδικού ιππικού και των πελταστών, έφθασαν μετά μεγάλης δυσκολίας εις την Ειόνα, κατόπιν πολλών περιπλανήσεων δια μέσου των ορέων. Ν ΐρασίδας μετεφέρθη ασφαλώς εκ του πεδίου της μάχης εντός της πόλεως. Ώνέπνεεν ακόμη και ημπόρεσε ν' αντιληφθή ότι ο στρατός του ενίκησεν αλλά μετ' ολίγον εξέπνευσε. Ν λοιπός στρατός, επιστρέφων μετά του Θλεαρίδα εκ της καταδιώξεως, εσκύλευσε τους νεκρούς και έστησε τρόπαιον. 11. Κετά τούτο, ετάφη ο ΐρασίδας εντός της πόλεως, απέναντι της σημερινής Ώγοράς. Γις τον νεκρόν αυτού απεδόθησαν δημοτελείς τιμαί και όλος ο συμμαχικός στρατός ηκολούθησεν ένοπλος την ταφήν. Νι Ώμφιπολίται περιέβαλαν το μνήμα του δια κιγκλιδώματος και μέχρι σήμερον προσφέρουν θυσίας εις αυτόν ως εις ήρωα, και εγκατέστησαν προς τιμήν του αγώνας και ιεράς κατ' έτος τελετάς. Ώνέθεσαν επίσης εις αυτόν την πόλιν των, ανακηρύξαντες αυτόν ιδρυτήν αυτής, κατεδαφίσαντες τα οικοδομήματα του Άγνωνος και εξαφανίσαντες κάθε τι που ημπορούσε να υπενθυμίζη εις το μέλλον την υπό τούτου ίδρυσιν της αποικίας. Βιότι ενόμισαν ότι ο ΐρασίδας υπήρξε σωτήρ των, και ακόμη διότι υπό τας παρούσας περιστάσεις, εκ φόβου προς τους Ώθηναίους, επεδίωκαν την διατήρησιν της συμμαχίας προς τους Ιακεδαιμονίους, ενώ ένεκα της προς τους Ώθηναίους εχθρότητός των η απονομή των τιμών τούτων εις τον Άγνωνα ούτε συμφέρουσα ήτο εις αυτούς, ούτε ευχάριστος εις εκείνον. Ώπέδωκαν εις τους Ώθηναίους τους νεκρούς των, ανελθόντας εις εξακοσίους, ενώ εκ μέρους των έπεσαν μόνον επτά. Βιότι δεν έλαβε χώραν μάχη εκ παρατάξεως, αλλ' η συμπλοκή υπήρξεν αποτέλεσμα απροβλέπτου περιστάσεως, και οι Ώθηναίοι είχαν καταληφθή υπό πανικού, πριν ακόμη αρχίση αυτή. Κετά την ανακομιδήν των νεκρών, οι Ώθηναίοι απέπλευσαν εις τα ίδια, ενώ ο Θλεαρίδας και οι μετ' αυτόν έμειναν, όπως ρυθμίσουν τα πράγματα της Ώμφιπόλεως.
12. Θατά τον αυτόν περίπου χρόνον, και περί το τέλος του θέρους, οι Ιακεδαιμόνιοι Οαμφίας, Ώυτοχαρίδας και Γπικυλίδας ήσαν καθ' οδόν, φέροντες εις τας πόλεις της Ταλκιδικής επικουρίας εννεακοσίων οπλιτών. Σθάσαντες δε εις Εράκλειαν της Ρραχίνος, ενησχολήθησαν όπως διευθετήσουν τα μη καλώς έχοντα εκεί. Θαι ενώ ακόμη διέτριβαν εκεί, συνέβη η μάχη της Ώμφιπόλεως. Θαι το θέρος ετελείωσε.
Γπελθόντος του χειμώνος, ο Οαμφίας και οι μετ' αυτού επροχώρησαν μέχρι του Ξιερίου της Ζεσσαλίας. Ώλλ' επειδή οι Ζεσσαλοί δεν τους επέτρεπαν να προχωρήσουν περαιτέρω, και επί πλέον ο ΐρασίδας, προς τον οποίον έφεραν τας ενισχύσεις, είχεν αποθάνει, επέστρεψαν εις τα ίδια. Γθεώρησαν ότι η ευκαιρία δια την εκστρατείαν είχε παρέλθει, αφού οι Ώθηναίοι, συνεπεία της ήττης των, είχαν ήδη απέλθει, και αυτοί δεν ήσαν εις θέσιν να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι τα μεγάλα σχέδια του ΐρασίδα. Ώλλ' ο κύριος λόγος της επιστροφής των ήτο ότι εγνώριζαν, όταν ανεχώρησαν, ότι οι Ιακεδαιμόνιοι έκλιναν έτι μάλλον υπέρ της ειρήνης.
Ρο γεγονός είναι ότι, μετά την μάχην της Ώμφιπόλεως και την εκ Ζεσσαλίας επιστροφήν του Οαμφίου, ουδέτερος των εμπολέμων ανέλαβε περαιτέρω πολεμικάς επιχειρήσεις, αλλ' αμφότεροι έκλιναν μάλλον προς την ειρήνην. Νι μεν Ώθηναίοι, διότι είχαν υποστή την σοβαράν ήτταν του Βηλίου και ολίγον ύστερον της Ώμφιπόλεως, και επομένως δεν είχαν πλέον εμπιστοσύνην επί την ιδίαν δύναμιν, επί της οποίας στηριζόμενοι είχαν απορρίψει προηγουμένως τας περί ειρήνης προτάσεις, καθόσον επίστευαν ότι μετά την καλήν τύχην που είχαν τότε, η οριστική αυτών επικράτησις ήτο βεβαία. Γφοβούντο, άλλωστε, μήπως πολλαπλασιασθούν αι αποστασίαι των συμμάχων των, θρασυνομένων από τας αποτυχίας των, και μετεμελούντο, διότι δεν συνομολόγησαν ειρήνην μετά τα γεγονότα της Ξύλου, ότε η περίστασις ήτο τόσον εύθετος. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, διότι η πορεία του πολέμου είχε διαψεύσει τας προσδοκίας των, ενώ είχαν φαντασθή ότι ερημώνοντες την χώραν των Ώθηναίων, θα κατώρθωναν εντός ολίγων ετών να καταρρίψουν την δύναμίν των. Ώντί τούτου, είχαν υποστή την συμφοράν της Πφακτηρίας, ομοίαν της οποίας δεν είχεν άλλοτε υποστή η Ππάρτη, η χώρα αυτών υφίστατο τας ληστρικάς επιδρομάς, των οποίων ορμητήριον ήτο η Ξύλος και τα Θύθηρα, και οι Γίλωτες ηυτομόλουν, υπήρχε δε διαρκής ο φόβος μήπως οι μένοντες επί τόπου, στηριζόμενοι εις τους αυτομολήσαντας, επιχειρήσουν, όπως και προηγουμένως, να ανατρέψουν την τάξιν των πραγμάτων. Πυνέπεσε, προς τούτοις, η Ρριακονταετής συνθήκη ειρήνης προς τους Ώργείους να είναι εις τας παραμονάς της λήξεώς της, και οι Ώργείοι ηρνούντο την ανανέωσιν αυτής, εφόσον δεν τους απεδίδετο η Θυνουρία, και οι Ιακεδαιμόνιοι εθεώρουν προφανές ότι δεν ημπορούσαν να διεξαγάγουν διμέτωπον πόλεμον κατά τε των Ώργείων και των Ώθηναίων. πώπτευαν, συγχρόνως, ότι μερικοί εκ των Ξελοποννησιακών πόλεων θ' απεσπώντο απ' αυτούς, δια να ενωθούν με τους Ώργείους, όπως πράγματι και συνέβη. 15. Ραύτα αναλογιζόμενοι, έκριναν αμφότεροι οι εμπόλεμοι, αλλά προ πάντων οι Ιακεδαιμόνιοι, ότι επεβάλλετο η συνομολόγησις της ειρήνης, διότι οι τελευταίοι επεθύμουν ζωηρώς να ανακτήσουν τους αιχμαλώτους Πφακτηρίας, καθόσον οι εξ αυτών Ππαρτιάται είτε ανήκαν εις τας πρώτας οικογενείας, είτε ήσαν εξ ίσου με αυτούς συγγενείς των αρχόντων της Ιακεδαίμονος. Φς εκ τούτου, ήρχισαν αμέσως μετά την αιχμαλωσίαν διαπραγματεύσεις δια την απελευθέρωσίν των. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, εφ' όσον η τύχη ήτο ευμενής προς αυτούς, δεν ήθελαν με κανένα τρόπον να δεχθούν ειρήνην υπό όρους δικαίους. ταν όμως υπέστησαν
την ήτταν του Βηλίου, οι Ιακεδαιμόνιοι αντελήφθησαν αμέσως ότι θα ήσαν τώρα περισσότερον ευδιάθετοι προς συνεννόησιν, και συνωμολόγησαν την ενιαυσίαν ανακωχήν, κατά την διάρκειαν της οποίας πρέσβεις των δυο εμπολέμων ώφειλαν συναντώμενοι να διαπραγματευθούν την συνομολόγησιν οριστικής ειρήνης. 16. Ώλλά μετά την νέαν ήτταν, την οποίαν οι Ώθηναίοι έπαθαν εις την Ώμφίπολιν, και τον θάνατον του Θλέωνος και του ΐρασίδα, οι οποίοι προ πάντων αντέπρατταν κατά της ειρήνης από τα δύο μέρη (ούτος ένεκα των επιτυχιών και της γενικής εκτιμήσεως που του προσεπόριζεν ο πόλεμος, εκείνος διότι ενόμιζεν ότι αποκαθισταμένης της ησυχίας, η μοχθηρία του θα ήτο καταφανεστέρα και αι διαβολαί του ολιγώτερον πιστευταί), οι δύο κυριώτατοι υποστηρικταί της πολιτικής της ειρήνης εις τας δύο πόλεις, ο Ξλειστοάναξ, υιός του Ξαυσανίου, βασιλεύς των Ιακεδαιμονίων, και ο Λικίας, υιός του Λικηράτου, ο οποίος ήτο ο ευτυχέστερος στρατηγός της εποχής του, τότε πλέον με μεγαλύτερον παρά ποτέ ζήλον, υπεστήριζαν την πολιτικήν ταύτην. Ν μεν Λικίας, διότι ήθελεν, εφόσον ακόμη δεν είχεν υποστή ατυχίαν τινά, και εξηκολούθει απολαυών της κοινής εκτιμήσεως, να εξασφαλίση οριστικώς την καλήν του τύχην, ν' αναπαυθή ο ίδιος του λοιπού από τας ταλαιπωρίας του πολέμου και εξασφαλίση εις τους συμπολίτας του ομοίαν ανάπαυσιν, και ν' αφίση εις τους μεταγενεστέρους το όνομα ανδρός, ο οποίος ουδέποτε καθ' όλην του την ζωήν έγινεν αιτία βλάβης εις την πόλιν. Βιότι ενόμιζεν ότι η καλλιτέρα οδός, δια της οποίας ημπορεί κανείς να επιτύχη τούτο, ήτο να εμπιστεύεται όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην και αποφεύγη τους κινδύνους, και ότι η ειρήνη μόνη εξασφαλίζει από τους κινδύνους. Ν Ξλειστοάναξ, εξ άλλου, διότι οι εχθροί του διέβαλλαν αυτόν, εξ αφορμής της επανόδου του εκ της εξορίας, και δεν έπαυαν, οσάκις επήρχετο ατυχία τις, να διεγείρουν τας ανησυχίας της συνειδήσεως των Ιακεδαιμονίων, αποδίδοντες αυτήν εις την παράνομον επιστροφήν του. Βιότι κατηγόρουν αυτόν και τον αδελφόν του Ώριστοκλή ότι παρέπεισαν την Ξυθίαν, οσάκις Ιακεδαιμόνιοι αντιπρόσωποι ήρχοντο να συμβουλευθούν το μαντείον, να δίδη πάντοτε την εξής απάντησιν: "Ώνακαλέσατε εκ της ξένης γης εις την χώραν σας το σπέρμα του ημιθέου υιού του Βιός, ειδεμή θ' αροτριώσετε την γην με αργυράν υνίδα" μέχρις ου επί τέλους η Ξυθία, μετά εξορίαν δέκα εννέα ετών, έπεισε τους Ιακεδαιμονίους να τον επαναφέρουν με τους ιδίους χορούς και θρησκευτικάς τελετάς, με τας οποίας, αφού έκτισαν την Ιακεδαίμονα, ενεθρόνισαν τους πρώτους βασιλείς των. Θαθόσον είχεν εξορισθή τότε, λόγω της από την Ώττικήν υποχωρήσεώς του, η οποία απεδόθη εις δωροδοκίαν, και κατά την διάρκειαν της εξορίας του εις το όρος Ιύκαιον, όπου είχε καταφύγει, διέμενεν, εκ φόβου των Ιακεδαιμονίων, εντός οικίας, της οποίας το ήμισυ εκείτο εντός του περιβόλου του ναού του Βιός. 17. Βυσφορών λοιπόν δια την διαβολήν ταύτην και νομίζων ότι εν καιρώ ειρήνης, ότε δεν θα συνέβαιναν ατυχήματα, και ότε επί πλέον οι Ιακεδαιμόνιοι θ' ανέκτων τους αιχμαλωτισθέντας συμπολίτας των, δεν θα εξετίθετο ο ίδιος εις επιθέσεις των εχθρών του, ενώ εφόσον υφίσταται πόλεμος, κάθε αποτυχία παρέχει κατ' ανάγκην αφορμήν διαβολών κατά των πολιτικών ηγετών, επεθύμει διακαώς την συνεννόησιν.Θατά την διάρκειαν του χειμώνος, διεξήγοντο διαπραγματεύσεις, και προσεγγίζοντος ήδη του έαρος, οι Ιακεδαιμόνιοι επέσεισαν την απειλήν πολεμικών παρασκευών δώσαντες οδηγίας εις τας συμμαχικάς πόλεις, όπως ετοιμασθούν δια την ανέγερσιν φρουρίου επί του εδάφους της Ώττικής, πιστεύοντες, ότι οι Ώθηναίοι θα ήσαν περισσότερον διατεθειμένοι ν' ακούσουν τας προτάσεις των. Κετά πολλάς, άλλωστε, συνδιασκέψεις και πολλάς απαιτήσεις, προβληθείσας εκατέρωθεν, κατέληξαν εις συμφωνίαν, όπως συνομολογήθη ειρήνη, υπό τον όρον ν' αποδώση έκαστος των εμπολέμων ό,τι κατέλαβε δια των όπλων. (Νι Ώθηναίοι, εν τούτοις, θα
εκράτουν την Λίσαιαν, διότι ότε ανταπήτησαν την απόδοσιν των Ξλαταιών, οι Ζηβαίοι αντέταξαν ότι κατέλαβαν αυτάς, όχι δια βίας, ούτε δια προδοσίας, αλλά κατόπιν συμφωνίας με τους κατοίκους της πόλεως, και οι Ώθηναίοι ανταπήντησαν ότι κατά τον αυτόν τρόπον κατέλαβαν και αυτοί την Λίσαιαν). Νι Ιακεδαιμόνιοι τότε συνεκάλεσαν τους συμμάχους των, και πάντες οι λοιποί, πλην των ΐοιωτών, των Θορινθίων, των Ελείων και των Κεγαρέων, οι οποίοι δεν ενέκριναν τας μεταξύ Ιακεδαιμονίων και Ώθηναίων συνεννοήσεις, εψήφισαν υπέρ του τερματισμού του πολέμου. Θαι ούτω συνωμολογήθη τελικώς η επομένη πρώτη ειρήνη και επεκυρώθη δι' όρκων και σπονδών, των Ιακεδαιμονίων δεσμευθέντων προς τους Ώθηναίους και τούτων προς τους Ιακεδαιμονίους.
"Νι Ώθηναίοι και οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι αμφοτέρων συνωμολόγησαν υπό τους επομένους όρους ειρήνην, δια την τήρησιν της οποίας εκάστη πόλις ωρκίσθη ιδιαιτέρως. (1) "Ξας ο βουλόμενος έχει το δικαίωμα να μεταβαίνη αφόβως δια ξηράς ή δια θαλάσσης εις τους εθνικούς ναούς, δια να προσφέρη θυσίας, να συμβουλεύεται το μαντείον ή ν' αντιπροσωπεύη την χώραν του κατά τα πατροπαράδοτα έθιμά του. (2) "Ν ναός και ο ιερός περίβολος του Ώπόλλωνος εις τους Βελφούς ως και οι κάτοικοι των Βελφών θα είναι ανεξάρτητοι, έχοντες την ελεύθερον διάθεσιν των προσόδων των και τα ίδια αυτών δικαστήρια δια τας αφορώσας αυτούς προσωπικάς ή κτηματικάς διαφοράς, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα. (3) "Ε ειρήνη μεταξύ των Ώθηναίων και των συμμάχων των αφ' ενός, και των Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων των αφ' ετέρου, θα ισχύση δια πενήντα έτη κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, αδόλως και αβλαβώς. (4) "Βεν επιτρέπονται με κανένα τρόπον και υπό ουδεμίαν πρόφασιν εχθροπραξίαι, ούτε εκ μέρους των Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων των κατά των Ώθηναίων και των συμμάχων των, ούτε εκ μέρους των Ώθηναίων και των συμμάχων των κατά των Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων των. Γάν αναφυή διαφορά τις των μεν προς τους δε, θα λύεται δια της δικαστικής οδού και της επιβολής όρκων, καθ' οιονδήποτε τρόπον ήθελαν περί τούτου μείνει σύμφωνοι. (5) "Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των θ' αποδώσουν την Ώμφίπολιν εις τους Ώθηναίους. Γις τους κατοίκους των πόλεων, των παραδιδομένων υπό των Ιακεδαιμονίων εις τους Ώθηναίους, επιτρέπεται ν' απέλθουν οπουδήποτε θέλουν, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. Ώι πόλεις αυταί θα είναι ανεξάρτητοι, υπό τον όρον της καταβολής του ενιαυσίου φόρου, ο οποίος είχε προσδιορισθή επί Ώριστείδου, και δεν επιτρέπεται εις τους Ώθηναίους και εις τους συμμάχους των να επιχειρούν εχθροπραξίας κατ αυτών, εφόσον καταβάλλουν τον φόρον, από της ημέρας της αποκαταστάσεως της ειρήνης. Ώι περί ων ο λόγος πόλεις είναι η Άργιλος, τα Πτάγειρα, η Άκανθος, η Πκώλος, η λυνθος, η Ππάρτωλος, και δεν θα είναι σύμμαχοι ούτε των Ιακεδαιμονίων, ούτε των Ώθηναίων. Ώλλ' εάν οι Ώθηναίοι πείσουν τας πόλεις αυτάς να γίνουν σύμμαχοί των εξ ελευθέρας αυτών προαιρέσεως, επιτρέπεται εις τούτους να τας δεχθούν.
(6) "Νι Κηκυβερναίοι, οι Παναίοι και οι Πίγγιοι θα κατοικούν τας πόλεις των, υφ' ους όρους κατοικούν τας ιδικάς των οι Νλύνθιοι και οι Ώκάνθιοι. (7) "Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των θ' αποδώσουν εις τους Ώθηναίους το Ξάνακτον. Νι Ώθηναίοι θ' αποδώσουν εις τους Ιακεδαιμονίους το Θορυφάσιον, τα Θύθηρα, τα Κέθανα, τον Ξτελεόν και την Ώταλάντην. Νι Ώθηναίοι θ' απολύσουν τους Ιακεδαιμονίους, τους κρατουμένους εις τας φυλακάς των Ώθηνών ή άλλου τινός μέρους, υποκειμένου εις την ηγεμονίαν των Ώθηναίων. Ζ' αφίσουν επίσης ελευθέρους τους εις την Πκιώνην πολιορκουμένους Ξελοποννησίους και τους άλλους εκεί συμμάχους των Ιακεδαιμονίων και όσους απέστειλεν εκεί ο ΐρασίδας, καθώς επίσης και κάθε σύμμαχον των Ιακεδαιμονίων, ο οποίος τυχόν κρατείται εις τας φυλακάς των Ώθηνών ή αλλού τινός μέρους, υποκειμένου εις την Ώθηναϊκήν ηγεμονίαν. Θατά τον αυτόν τρόπον, θ' αποδώσουν και οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των όσους κρατούν Ώθηναίους και συμμάχους αυτών. (8) "Φς προς την Πκιώνην, την Ρορώνην, την Περμυλίαν, και κάθε άλλην πόλιν υπό την εξουσίαν των Ώθηναίων, ούτοι δικαιούνται ν' αποφασίσουν περί αυτών, ως και περί πάσης άλλης πόλεως υπό την εξουσίαν των, κατά το δοκούν. (9) "Νι Ώθηναίοι θα δεσμευθούν δι' όρκων απέναντι των Ιακεδαιμονίων και εκάστης των συμμάχων πόλεών των χωριστά. Ν όρκος θα δοθή υπό δέκα επτά αντιπροσώπων εκάστης πόλεως, κατά τον τύπον, ο οποίος θεωρείται επισημότατος εις εκάστην εξ αυτών. Ν δοθησόμενος όρκος θα έχη ως εξής : "πόσχομαι να τηρήσω τας διατάξεις της συνθήκης και ειρήνης ταύτης μετά δικαιοσύνης και ευθύτητος". Κε τον αυτόν όρκον θα δεσμευθούν και οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των απέναντι των Ώθηναίων. Ν όρκος ούτος θ' ανανεώνεται κατ' έτος υπό των δύο μερών. (10) "Ε παρούσα συνθήκη θ' αναγραφή εις στήλας, αι οποίαι θα στηθούν εις την Νλυμπίαν, τους Βελφούς, τον Ησθμόν, την Ώκρόπολιν των Ώθηνών, και τον ναόν του Ώμυκλαίου Ώπόλλωνος, εις την Ιακεδαίμονα. (11) "Γάν ελησμονήθη τι περί οιουδήποτε ζητήματος εκ μέρους του ενός ή του άλλου των συμβαλλομένων, δεν θα θεωρηθή ασυμβίβαστον προς τον δοθέντα όρκον, όπως κατόπιν συζητήσεως μετ' ευθύτητος διεξαγομένης, επέλθουν εις την συνθήκην οιαιδήποτε αλλαγαί, περί των οποίων θα έμεναν σύμφωνοι Ώθηναίοι και Ιακεδαιμόνιοι συγχρόνως. 19. "Ε ισχύς της συνθήκης αρχίζει την εικοστήν εβδόμην ημέραν του μηνός Ώρτεμισίου, εφόρου όντος εις την Ιακεδαίμονα του Ξλειστόλα, και την εικοστήν πέμπτην ημέραν του μηνός Γλαφηβολιώνος, άρχοντος όντος εις τας Ώθήνας του Ώλκαίου. Νι επόμενοι ωρκίσθησαν και επεκύρωσαν την συνθήκην: Γκ μέρους των Ιακεδαιμονίων, οι Ξλειστοάναξ, Άγις, Ξλειστόλας, Βαμάγητος, Τίονις, Κεταγένης, Άκανθος, Βάϊθος, Ησχαγόρας, Σιλοχαρίδας, Δευξίδας, Άντιππος, Ρέλλις, Ώλκινάδας,Γμπεδίας, Κηνάς και Ιάφιλος. Γκ μέρους δε των Ώθηναίων, οι εξής: οι Ιάμπων, Ησθμιόνικος, Λικίας, Ιάχης, Γυθύδημος, Ξροκλής, Ξυθόδωρος, Άγνων, Κυρτίλος, Ζρασυκλής, Ζεαγένης, Ώριστοκράτης, Ηώλκιος, Ριμοκράτης, Ιέων, Ιάμαχος και Βημοσθένης".
Ε συνθήκη αυτή συνωμολογήθη κατά το τέλος τον χειμώνος και την αρχήν ακριβώς του έαρος, ευθύς μετά την εορτήν των αστικών Βιονυσίων, δέκα ακριβώς έτη και ολίγας ημέρας μετά την πρώτην εις την Ώττικήν εισβολήν και την έναρξιν του πολέμου τούτου. Ξρος υπολογισμόν του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος, πρέπει ν' αποβλέψη τις εις την φυσικήν διαίρεσιν του χρόνου, και να μη εμπιστευθή μάλλον εις τους καταλόγους των διαχειριζομένων αρχήν τίνα ή περιβεβλημένων άλλο τι δημόσιον αξίωμα, των οποίων τα ονόματα χρησιμοποιούνται εις τας διαφόρους πόλεις, προς προσδιορισμόν της χρονολογίας παρελθόντων γεγονότων. Βιότι δια του τρόπου τούτου του υπολογισμού δεν προσδιορίζεται ακριβώς εάν γεγονός τι συνέβη εις την αρχήν ή το μέσον ή άλλο τι ωρισμένον χρονικόν σημείον της διαρκείας της αρχής, ή του αξιώματος των εν λόγο λειτουργών. Γνω, εάν αριθμή τις, ως εγώ εις την παρούσαν ιστορίαν, κατά θέρη και χειμώνας, υπολογίζων έκαστον θέρος και έκαστον χειμώνα ως ισοδυναμούντα προς ήμισυ έτος, θα εύρη ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και δέκα χειμώνας.
Γπειδή ο κλήρος απεφάσισεν ότι οι Ιακεδαιμόνιοι πρώτοι θ' απέδιδαν τας πόλεις ή θέσεις, τας οποίας κατείχον, απέλυσαν αμέσως τους κρατουμένους υπ' αυτών αιχμαλώτους, και πέμψαντιες πρέσβεις εις Ταλκιδικήν, τον Ησχαγόραν, τον Κηνάν και τον Σιλοχαρίδαν, παρήγγειλαν εις τον Θλεαρίδαν να παραδώση εις τους Ώθηναίους την Ώμφίπολιν, και εις τους άλλους συμμάχους να συμμορφωθούν με τας διατάξεις της συνθήκης, τας αφορώσας έκαστον εξ αυτών. Ώλλ' ούτοι ηρνούντο να συμμορφωθούν, θεωρούντες τας διατάξεις ταύτας ασυμφόρους. Θαι ο Θλεαρίδας, χαριζόμενος εις τους Ταλκιδείς, δεν παρέδωκε την πόλιν, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε την δύναμιν να το πράξη εναντίον της θελήσεως τιούτων. Πυνοδευόμενος δε υπό απεσταλμένων των εν λόγω συμμάχων, ήλθεν ο ίδιος εσπευσμένως εις την Ιακεδαίμονα, και δια ν' απολογηθή, εάν οι περί τον Ησχαγόραν τον κατηγόρουν επί απειθεία, και διότι ήθελε να εξακριβώση, εάν ήτο ακόμη δυνατή μεταβολή των σχετικών διατάξεων της συνθήκης. Ώλλ' εύρων ότι οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν ήδη οριστικώς δεσμευθή, επέστρεψε και πάλιν εσπευσμένως, σταλείς υπό των Ιακεδαιμονίων, με την εντολήν να παραδώση την Ώμφίπολιν, ει δυνατόν, ειδεμή, ν' αποσύρη τουλάχιστον τας Ξελοποννησιακάς δυνάμεις εξ αυτής.
Νι πρέσβεις των άλλων συμμάχων έτυχε να ευρίσκονται ακόμη εις την Ιακεδαίμονα, και οι Ιακεδαιμόνιοι συνίστων την αποδοχήν της συνθήκης εις όσους εξ αυτών δεν είχαν εγκρίνει ακόμη την συνομολόγησίν της. Ώλλ' ούτοι, με την αυτήν πρόφασιν, δια την οποίαν απέκρουσαν αυτήν εξ αρχής, εδήλωσαν ότι δεν θα την δεχθούν εάν δεν επιτύχουν δικαιοτέρους όρους. ΐλέποντες δ' ότι δεν επείθοντο, οι Ιακεδαιμόνιοι τους άφισαν ν' αναχωρήσουν, και προέβησαν αυτοί εις συνομολόγησιν συμμαχίας προς τους Ώθηναίους. Βιότι επείσθησαν ήδη, ότι οι Ώργείοι, των οποίων αι διαθέσεις είχαν εκδηλωθή δια της αρνήσεώς των ν' ανανεώσουν την συνθήκην, της οποίας την ανανέωσιν είχαν ζητήσει οι αποσταλέντες προς τούτο πρέσβεις Ώμπελίδας και Ιίχας, μη έχοντες την υποστήριξιν των Ώθηναίων, δεν θα ήσαν καθ' εαυτούς επικίνδυνοι, και ότι οι λοιποί Ξελοποννήσιοι ήτο πιθανώτερον να μείνουν ήσυχοι, διότι τους απεκλείετο ήδη η μετά των Ώθηναίων συμμαχία, προς την οποίαν, άλλως, προφανώς θα προσεχώρουν. Φς εκ τούτου, επειδή οι πρέσβεις
των Ώθηναίων ευρίσκοντο εις την Ιακεδαίμονα, προήλθαν εις διαπραγματεύσεις προς αυτούς, συνεφώνησαν και συνομολόγησαν την επομένην συμμαχίαν, βεβαιωθείσαν δι' όρκου.
(ί) <Γάν εχθρός τις εισβάλη εις το έδαφος των Ιακεδαιμονίων και προξενή εις αυτούς ζημίας, οι Ώθηναίοι
οφείλουν να βοηθούν τους Ιακεδαιμονίους με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Ώλλ' εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν, απέλθη, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι θα θεωρούν αυτόν ως κοινόν εχθρόν, θα διεξαγάγουν κατ' αυτού τον πόλεμον από κοινού, και μόνον από κοινού θα συνομολογήσουν μετ' αυτού ειρήνην. Ώι υποχρεώσεις αύται θα εκτελεσθούν μετά δικαιοσύνης, προθυμίας και ευθύτητος. (2) "Γαν εχθρός τις εισβάλη εις το έδαφος των Ώθηναίων και προξενή εις αυτούς ζημίας, οι Ιακεδαιμόνιοι, οφείλουν να βοηθούν τους Ώθηναίους με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Ώλλ' εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν απέλθη, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι θα θεωρούν αυτόν ως κοινόν εχθρόν, θα διεξαγάγουν κατ' αυτού τον πόλεμον από κοινού, και μόνον από κοινού θα συνομολογήσουν μετ' αυτού ειρήνην. Ώι υποχρεώσεις αύται θα εκτελεσθούν μετά δικαιοσύνης, προθυμίας και ευθύτητος. (3) "Γάν οι Γίλωτες επαναστατήσουν, οι Ώθηναίοι θα βοηθήσουν τους Ιακεδαιμονίους με όλας των τας δυνάμεις και δι' όλων των δυνατών μέσων. (4) "Ν όρκος δια την παρούσαν συνθήκην θα δοθή δια των αντιπροσώπων των δύο μερών, οι οποίοι υπέγραψαν και την άλλην συνθήκην. Ν όρκος θ' ανανεώνεται κατ' έτος υπό αντιπροσώπων των Ιακεδαιμονίων, μεταβαινόντων εις Ώθήνας, κατά την εορτήν των Βιονυσίων, και αντιπροσώπων των Ώθηναίων, μεταβαινόντων εις Ιακεδαίμονα, κατά την εορτήν των ακυνθίων. (5) "Ε συνθήκη θ' αναγραφή εις δύο στήλας, εκ των οποίων η μία θα στηθή εις τον ναόν του Ώμυκλαίου Ώπόλλωνος, εις την Ιακεδαίμονα και η άλλη εις τον ναόν της Ώθηνάς, επί της Ώκροπόλεως των Ώθηνών. (6) "Γάν οι Ιακειδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι συμφωνήσουν να προσθέσουν εις την συμμαχίαν ταύτην ή ν' αφαιρέσουν απ' αυτής ό,τι δήποτε, επιτρέπεται να το κάμουν, χωρίς τούτο να θεωρηθή ασυμβίβαστον προς τον δοθέντα όρκον. 24. "Νι επόμενοι ωρκίσθησαν δια την συμμαχίαν ταύτην: Γκ μέρους μεν των Ιακεδαιμονίων οι Ξλειστοάναξ, Άγις, Ξλειστόλας, Βαμάγητος, Τίονις, Κεταγένης, Άκανθος, Βάϊθος, Ησχαγόρας, Σιλοχαρίδας, Δευξίδας, Άντππος, Ώλκινάδας,, Ρέλλις Γμπεδίας, Κήνας και Ιάφιλος. Γκ μέρους δε των Ώθηναίων οι Ιάμπων, Ησθμιόνικος, Ιάχης, Λικίας, Γυθύδημος, Ξροκλής, Ξυθόδωρος, Άγνων, Κυρτίλος, Ζρασυκλής, Ζεαγένης, Ώριστροκράτης, Ηώλκιος, Ριμοκράτης, Ιέων, Ιάμαχος και Βημοσθένης".
Ρέλος του άνευ διακοπής δεκαετούς πολέμου Ε συμμαχία αυτή συνωμολογήθη ολίγον μετά την συνθήκην της ειρήνης, και συγχρόνως απέδωσαν οι Ώθηναίοι προς τους Ιακεδαιμονίους τους αιχμαλώτους της Πφακτηρίας. Ρο θέρος του ενδεκάτου έτους
ήρχιζεν ήδη. Θαι ούτω συμπληρούται η συγγραφή της ιστορίας του πρώτου πολέμου, ο οποίος διεξήχθη κατά τα δέκα ταύτα έτη άνευ διακοπής.
Κετά την συνθήκην της ειρήνης και την συμμαχίαν, αι οποίαι συνωμολογήθησαν μεταξύ των Ιακεδαιμονίων και των Ώθηναίων, κατά το τέλος του Βεκαετούς πολέμου, ότε ο Ξλειστόλας ήτο πρώτος έφορος εις την Ππάρτην, και ο Ώλκαίος επώνυμος άρχων εις τας Ώθήνας, όσοι μεν ενέκριναν την συνθήκην ευρίσκοντο ήδη εις κατάστασιν ειρήνης, αλλ' οι Θορίνθιοι και μερικαί άλλαι Ξελοποννησιακαί πόλεις εζήτουν να διαταράξουν τα συμφωνηθέντα. Θαι ούτως ευθύς μετ' ολίγον, νέαι πολιτικαί ανωμαλίαι προεκλήθησαν μεταξύ των Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων των, και συγχρόνως, προϊόντος του χρόνου, οι Ιακεδαιμόνιοι έγιναν ύποπτοι προς τους Ώθηναίους, ως εκ της μη εκτελέσεως μερικών εκ των διατάξεων της συνθήκης. Γπί εξ έτη και δέκα μήνας, αι δύο πόλεις απέσχον από πάσαν επιδρομήν του εδάφους αλλήλων, κατ' άλλους τρόπους όμως έβλαπταν ο εις τον άλλον όσον περισσότερον ημπορούσαν, κατά την διάρκειαν της αβεβαίας αυτής ανακωχής. Έπειτα όμως ηναγκάσθησαν να διαρρήξουν την μετά τα δέκα έτη συνομολογηθείσαν συνθήκην ειρήνης, και περιήλθαν και πάλιν εις κατάστασιν απροκαλύπτου πολέμου.
Ν αυτός Ζουκυδίδης ο Ώθηναίος έγραψε και την ιστορίαν των γεγονότων τούτων κατά την σειράν που έλαβαν ταύτα χώραν καθ' έκαστον θέρος και χειμώνα, μέχρις ότου οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των κατέλυσαν την Ώθηναϊκήν ηγεμονίαν και κατέλαβαν τα Κακρά Ρείχη και τον Ξειραιά. Κέχρι του γεγονότος τούτου, ο πόλεμος διήρκεσεν είκοσι επτά το όλον έτη. Θαι εάν τις υποστηρίζη ότι το μεταξύ διάστημα της ανακωχής δεν πρέπει να θεωρήται πόλεμος, πλανάται. Βιότι, αν εξετάση μετά προσοχής τα γεγονότα της περιόδου ταύτης, όπως εκτίθενται, θα βεβαιωθή ότι δυσκόλως δύναται αυτή να χαρακτηρισθή ως ειρήνη, αφού κατ' αυτήν ούτε απέδωκαν, ούτε έλαβαν πάντα όσα δια της συνθήκης είχαν συμφωνηθή, και εκτός τούτου, κατά τον Καντινειακόν και τον Γπιδαύριον πόλεμον και εις άλλας περιστάσεις, έγιναν παραβιάσεις της συνθήκης εκ μέρους και των δύο, ενώ η στάσις των συμμάχων της Ταλκιδικής ήτο όχι ολιγώτερον εχθρική προς τους Ώθηναίους, και μεταξύ ΐοιωτών και Ώθηναίων ίσχυεν ανακωχή, η οποία ανενεούτο κατά δεκαήμερον. Γις τρόπον ώστε, προσθέτων τις τον πρώτον Βεκαετή πόλεμον και την μετ' αυτόν αμφίβολον ανακωχήν και την επακολουθήσασαν επανάληψιν των εχθροπραξιών θα εύρη υπολογίζων, κατά την φυσικήν διαίρεσιν του χρόνου, τόσα ακριβώς έτη, όσα ανέφερα, με προσθήκην ολίγων ημερών. Βιότι, εάν εξετάση τις μετά προσοχής πως η περίοδος αυτή διεκόπη υπό πολεμικών επιχειρήσεων, θα εύρη συγχρόνως ότι η περίστασις αυτή είναι η μόνη, κατά την οποίαν οι υποστηρίζοντες τας προβλέψεις των χρησμών επηλήθευσαν. Βιότι ενθυμούμαι ότι απ' αρχής μέχρι τέλους του πολέμου ελέγετο πάντοτε υπό πολλών ότι ούτος έμελλε να διαρκέση τρεις φοράς εννέα έτη. Γπέζησα του πολέμου, και καθ' όλην την διάρκειαν αυτού ήμην, λόγω ηλικίας, ώριμος την κρίσιν, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν όπως εξακριβώνω την αλήθειαν. Κου συνέβη να μείνω εξόριστος εκ της πατρίδος επί είκοσι έτη μετά την υπό την αρχηγίαν μου εκστρατείαν προς σωτηρίαν της Ώμφιπόλεως, και γνωρίζων τα πράγματα εξ αμφοτέρων των μερών, ιδίως δε τα των Ξελοποννησίων, ένεκα της εξορίας μου, κατώρθωσα να παρακολουθήσω ησύχως και αντιληφθώ καλύτερον την πορείαν των
γεγονότων. Θαι θέλω προβή ήδη εις την έκθεσιν των μετά τα πρώτα δέκα έτη, διαφορών και την εντεύθεν διάρρηξιν της συνθήκης και τα επακολουθήσαντα γεγονότα του πολέμου.
Κετά την συνομολόγησιν της Ξεντηκονταετούς ειρήνης και της επακολουθησάτης συμμαχίας, οι πρέσβεις, οι οποίοι είχαν προσκληθή χάριν αυτών εκ των άλλων πόλεων της Ξελοποννήσου, ανεχώρησαν από την Ιακεδαίμονα. Θαι οι μεν άλλοι επέστρεψαν εις τα ίδια, οι Θορίνθιοι όμως διηυθύνθησαν κατ' αρχάς εις το Άργος, συνεννοήθησαν με μερικούς εκ των εν τέλει Ώργείων, υποστηρίξαντες ότι, αφού οι Ιακεδαιμόνιοι συνωμολόγησαν ειρήνην και συμμαχίαν προς τους Ώθηναίους, τους μέχρι τούδε χειροτέρους εχθρούς, όχι με καλούς σκοπούς, αλλά προς υποδούλωσιν της Ξελοποννήσου, χρέος των Ώργείων είναι να εξετάσουν δια ποίων μέσων ημπορεί να σωθή η Ξελοπόννησος. τι έπρεπε να ψηφίσουν ότι κάθε ανεξάρτητος Γλληνική πόλις, η οποία δέχεται, την διάλυσιν των διαφορών διά διαιτησίας, ημπορεί να συνάψη αμυντικήν μετά των Ώργείων συμμαχίαν. Θαι ότι έπρεπε να εκλέξουν ολιγομελή επιτροπήν, έχουσαν πλήρη εξουσίαν προς διεξαγωγήν των σχετικών διαπραγματεύσεων, ίνα μη διεξάγωνται αύται προς την συνέλευσιν του λαού, ώστε εάν αι προτάσεις τινών απορριφθούν υπό του λαού, η αποτυχία των μη γίνη παγκοίνως γνωστή. Γβεβαίωσαν δε ότι πολλοί θα προσεχώρουν εις την συμαχίαν ταύτην, εκ μίσους προς τους Ιακεδαιμονίους. Γκθέσαντες τα επιχειρήματα ταύτα οι Θορίνθιοι, επέστρεψαν εις τα ίδια. 28. Νι Ώργείοι άρχοντες, αφού ήκουσαν τας προτάσεις ταύτας, τας ανακοίνωσαν προς τους συναδέλφους των και προς την συνέλευσιν του λαού, η οποία εξέλεξε δωδεκαμελή επιτροπήν, και εξουσιοδότησε αυτήν δια ψηφίσματος, να συνομολογή συμμαχίαν προς πάσαν Γλληνικήν πόλιν, η οποία θα το εζήτει, εκτός των Ώθηνών και της Ιακεδαίμονος, εκ των οποίων ουδετέρα, ηδύνατο να γίνη δεκτή ως σύμμαχος άνευ ρητής εγκρίσεως της εκκλησίας του λαού. Νι Ώργείοι εδείχθησαν τόσον μάλλον ευδιάθετοι ν' ακολουθήσουν την πολιτικήν ταύτην, καθόσον έβλεπαν, ότι, επικειμένης της λήξεως της μετά των Ιακεδαιμονίων συνθήκης των, ο μετ' αυτών πόλεμος ήτο αναπόφευκτος, και συγχρόνως διότι συνέλαβαν την ελπίδα, ότι θα γίνουν αρχηγοί της Ξελοποννήσου. Βιότι κατά την εποχήν ταύτην κατεφέροντο υπερβολικά κατά της Ιακεδαίμονος, και το γόητρόν της είχε καταπέσει ένεκα των ατυχιών της, ενώ οι Ώργείοι ευρίσκοντο εις εξαίρετον υπό πάσαν έποψιν θέσιν, καθόσον δεν συνεμερίσθησαν τα βάρη του πολέμου προς τας Ώθήνας, και διατελούντες εις ειρήνην προς τα δυο μέρη εκαρπώθησαν τουναντίον ωφελείας ως εκ τούτου. Νύτω, λοιπόν, οι Ώργείοι ήσαν έτοιμοι να δεχθούν εις την συμμαχίαν των πάσαν Γλληνικήν πόλιν, η οποία θα το εζήτει. 29. Ξρώτοι οι Καντινείς και οι σύμμαχοί των προσεχώρησαν εις την συμμαχίαν ταύτην, εκ φόβου των Ιακεδαιμονίων. Βιότι, διαρκούντος ακόμη του προς τους Ώθηναίους πολέμου, οι Καντινείς είχαν υποτάξει μέρος της Ώρκαδίας, και ενόμιζαν ότι οι Ιακεδαιμόνιοι δεν θα τους επέτρεπαν να διατηρήσουν την επ' αυτού κυριαρχίαν, ήδη οπότε αι χείρες των ήσαν ελεύθεραι. στε προθύμως εστράφησαν προς το Άργος, θεωρούντες αυτό πόλιν ισχυράν, και ανέκαθεν αντίπαλον των Ιακεδαιμονίων, και επί πλέον δημοκρατουμένην, όπως και αυτοί. Κετά την απόσπασιν ταύτην των Καντινέων ήρχισαν και εις τας άλλας πόλεις της Ξελοποννήσου να ψιθυρίζουν, ότι πρέπει και αυτοί να τους μιμηθούν, και διότι ενόμιζαν, ότι ούτοι είχαν καλλιτέραν γνώσιν της καταστάσεως, δια να μεταστούν προς τους Ώργείους, και συγχρόνως διότι ηγανάκτουν κατά των Ιακεδαιμονίων και δι' άλλους λόγους και ένεκα της ρήτρας της προς τους Ώθηναίους
ειρήνης, εις την οποίαν είχεν αναγραφή ότι επιτρέπεται, χωρίς τούτο να θεωρηθή ασυμβίβαστον προς τον δοθέντα όρκον, να γίνη εις τας διατάξεις της συνθήκης πάσα προσθαφαίρεσις, περί της οποίας αι δύο πόλεις, Ώθήναι και Ιακεδαίμων, θα έμεναν σύμφωνοι. Βιότι η διάταξις αυτή προ πάντων ενέβαλλε τους Ξελοποννησίους εις μεγάλην ταραχήν και εις υποψίαν, μήπως οι Ιακεδαιμόνιοι, εκ συμφώνου μετά των Ώθηναίων, επιδιώκουν να τους υποδουλώσουν. Βιότι ήτο δίκαιον, ισχυρίζοντο, το δικαίωμα της προσθαφαιρέσεως να δοθή από κοινού εις όλους τους συμμάχους. στε ένεκα του φόβου τούτου, οι πολλοί έκλιναν να συνάψουν και αυτοί συμμαχίαν προς τους Ώργείους.
Νι Ιακεδαιμόνιοι, αντιληφθέντες την επικράτησιν του γογγυσμού τούτου εις την Ξελοπόννησον, και ότι οι Θορίνθιοι και τους άλλους υπεκίνουν και οι ίδιοι επρόκειτο να συμμαχήσουν προς τους Ώργείους, έστειλαν πρέσβεις εις την Θόρινθον, θέλοντες να προλάβουν την συμμαχίαν ταύτην. Θατηγόρουν τους Θορινθίους ως υποκινητάς της όλης κινήσεως και ισχυρίζοντο ότι, εάν εγκαταλείψουν αυτούς, δια να προσέλθουν εις την συμμαχίαν των Ώργείων, θα εγίνοντο επίορκοι, και ότι άλλωστε από τούδε ήσαν ένοχοι αδικήματος, μη δεχόμενοι την ειρήνην προς τους Ώθηναίους, ενώ ωρισμένη διάταξις της μεταξύ αυτών συνθήκης ορίζει ότι η απόφασις της πλειοψηφίας των ομοσπόνδων είναι υποχρεωτική, εφόσον δεν υπάρχει κώλυμα εκ μέρους θεών ή ηρώων. Νι Θορίνθιοι, οι οποίοι είχαν λάβει την πρωτοβουλίαν να προσκαλέσουν προηγουμένως τους συμμάχους, όσοι, όπως αυτοί, είχαν αποδεχθή την μετά των Ώθηναίων ειρήνην, αντέκρουσαν τους Ιακεδαιμονίους, επί παρουσία αυτών. Θαι δεν εξέθεσαν μεν φανερά τα αληθή αυτών παράπονα, ότι δηλαδή δεν επέτυχαν ν' αποδοθή εις αυτούς υπό των Ώθηναίων ούτε το Πόλλιον, ούτε το Ώνακτόριον, ούτ' ελύθη άλλο τυχόν ζήτημα, εις το οποίον εθεώρουν ότι τα συμφέροντά των ετέθησαν εις κατωτέραν μοίραν, αλλ' επρόβαλαν ως πρόσχημα της στάσεώς των, το ότι δεν ημπορούσαν να προδώσουν τους συμμάχους της Ταλκιδικής, προς τους οποίους, και ότε πρώτον απεστάτησαν ούτοι μετά των Ξοτειδαιατών, ωρκίσθησαν ιδιωτικούς όρκους, και ακολούθως ανενέωσαν αυτούς επισήμως. Ησχυρίσθησαν, λοιπόν, ότι δεν παραβαίνουν τους προς τους συμμάχους όρκους, αρνούμενοι να λάβουν μέρος εις την ειρήνην προς τους Ώθηναίους, διότι, ορκισθέντες προς τους συμμάχους των εις το όνομα των θεών, θα παρέβαιναν τον όρκον των, εάν τους επρόδιδαν. Ξράγματι, η διάταξις της συνθήκης ορίζει, "εφόσον δεν υπάρχει κώλυμα εκ μέρους θεών ή ηρώων", και εις αυτούς τουλάχιστον ο δοθείς υπ' αυτών όρκος εφαίνετο ότι ήτο κώλυμα εκ θεού. Θαι ως προς μεν τους παλαιούς όρκους εθεώρησαν ότι τα επιχειρήματα ταύτα ήσαν αρκετά. Ώλλ' όσον αφορά την συμμαχίαν προς τους Ώργείους εδήλωσαν ότι, αφού συνεννοηθούν μετά των φίλων των, θα κάμουν ό,τι είναι δίκαιον. Θαι οι μεν πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων επέστρεψαν εις τα ίδια. Ώλλ' έτυχε να ευρίσκωνται κατά τον αυτόν χρόνον πρέσβεις των Ώργείων εις την Θόρινθον, οι οποίοι επίεζαν τους Θορινθίους να εισέλθουν εις την συμμαχίαν άνευ αναβολής. Νύτοι όμως τους προσεκάλεσαν να έλθουν εις την προσεχή συνέλευσίν των.
Νλίγον ύστερον, ήλθαν και πρέσβεις των Ελείων, οι οποίοι, αφού πρότερον συνομολόγησαν συμμαχίαν προς τους Θορινθίους, ανεχώρησαν κατόπιν εκείθεν εις το Άργος και συνομολόγησαν και με τους Ώργείους συμμαχίαν, κατά τον προδιαγεγραμμένον υπό τούτων τρόπον. Βιότι μεταξύ Ελείων και Ιακεδαιμονίων υπήρχε διαφορά εξ αφορμής του Ιεπρέου, διότι, όταν ποτέ Ώρκαδικαί τίνες φυλαί ευρίσκοντο εις πόλεμον
προς τους Ιεπρεάτας, οι τελευταίοι εζήτησαν την συμμαχίαν και βοήθειαν των Ελείων, υποσχεθέντες να εκχωρήσουν προς αυτούς ως αντάλλαγμα το ήμισυ του εδάφους των. Κετά το πέρας δε του πολέμου, οι Ελείοι, επιτρέψαντες εις τους Ιεπρεάτας να κρατήσουν το εν λόγω έδαφος, επέβαλαν εις αυτούς, αντί τούτου, την καταβολήν ετησίας εισφοράς ενός ταλάντου εις τον εν Νλυμπία ναόν του Βιός. Ε εισφορά αυτή κατεβάλλετο μέχρι του κατά των Ώθηνών πολέμου, αλλά προφασιζόμενοι τον πόλεμον, οι Ιεπρεάται έπαυσαν την περαιτέρω καταβολήν αυτής και επειδή οι Ελείοι ήρχισαν λαμβάνοντες καταναγκαστικά κατ' αυτών μέτρα, κατέφυγαν προς τους Ιακεδαιμονίους. Ε λύσις της διαφοράς ανετέθη από κοινού εις τούτους ως διαιτητάς, αλλ' οι Ελείοι, υποπτευθέντες ότι δεν θα τύχουν αμερολήπτου κρίσεως εκ μέρους των Ιακεδαιμονίων, παρητήθησαν της διαιτησίας και ήρχισαν ερημώνοντες την γην των Ιεπρεατών. Νι Ιακεδαιμόνιοι, ουχ ήττον, εδίκασαν την υπόθεσιν και απεφάσισαν, ότι οι Ιεπρεαται ήσαν ανεξάρτητοι και ότι οι Ελείοι ήσαν εν τω αδίκω. Θαι επειδή οι τελευταίοι είχαν παραιτηθή μονομερώς της διαιτησίας, έστειλαν εις τον Ιέπρεον φρουράν οπλιτών. Νι Ελείοι, εν τούτοις, κρίνοντες ότι οι Ιακεδαιμόνιοι παρείχαν την προστασίαν των εις πόλιν, η οποία είχεν αποστατήσει από αυτούς, επεκαλούντο την διάταξιν της συνθήκης, η οποία ώριζεν ότι όσα έκαστος των ομοσπόνδων είχε προ του πολέμου εναντίον των Ώθηναίων, θα διετήρει και μετά το πέρας αυτού, και θεωρούντες εαυτούς αδικουμένους, μετέστησαν προς τους Ώργείους, και συνομολόγησαν και αυτοί συμμαχίαν μετ' αυτών, κατά τον προδιαγεγραμμένον υπό τούτων τρόπον. Γυθύς μετ' αυτούς, έγιναν σύμμαχοι των Ώργείων και οι Θορίνθιοι και αι πόλεις της Ταλκιδικής. Ώλλ' οι ΐοιωτοί και οι Κεγαρείς, αν και συμμεριζόμενοι τας απόψεις των, ηρνήθησαν εκ συμφώνου να τους ακολουθήσουν, διότι οι Ιακεδαιμόνιοι τους επεριποιούντο ιδιαιτέρως, και διότι εθεώρουν ότι το δημοκρατικόν πολίτευμα του Άργους ήτο ολιγώτερον ευνοϊκόν δι' αυτούς, οι οποίοι ωλιγαρχούντο, από το πολίτευμα της Ιακεδαίμονος.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους και περί την αυτήν εποχήν, οι Ώθηναίοι, εξαναγκάσαντες τους Πκιωναίους δια πολιορκίας να παραδοθούν, εθανάτωσαν τους άνδρας, υπέβαλαν δε εις τάξιν δούλων τα γυναικόπαιδα, και παρεχώρησαν την χώραν εις τους Ξλαταιείς, προς εγκατάστασιν. Θαι τους Βηλίους επανέφεραν εις την Βήλον, επηρεασθέντες εις τούτο από τας συμφοράς, τας οποίας είχαν υποστή τελευταίως εις τας μάχας, και συμμορφούμενοι προς χρησμόν του Καντείου των Βελφών. Πυγχρόνως, οι Σωκείς και οι Ιοκροί περιήλθαν εις πόλεμον. Νι Θορίνθιοι και οι Ώργείοι, όντες ήδη σύμμαχοι, ήλθαν εις την Ρεγέαν, επιδιώκοντες ν' αποσπάσουν αυτήν από τους Ιακεδαιμονίους, διότι ενόμιζαν ότι, εάν κατώρθωναν να προσεταιρισθούν τόσον σπουδαίον τμήμα της Ξελοποννήσου, θα είχαν αυτήν μετ' ολίγον ολόκληρον. Ώλλ' επειδή οι Ρεγεάται εδήλωσαν ότι δεν εννοούν να περιέλθουν εις αντίθεσιν προς τους Ιακεδαιμονίους, η ισχυρογνωμοσύνη των Θορινθίων, οι οποίοι μέχρι τούδε είχαν επιδιώξει μετά πολλού ζήλου την πραγματοποίησιν του σχεδίου των, ήρχισε χαλαρουμένη, και σοβαρώς εφοβήθησαν ούτοι μήπως κανείς άλλος δεν προσέλθη του λοιπού προς αυτούς. Γν τούτοις έστειλαν πρέσβεις προς τους ΐοιωτούς και παρεκάλουν να προσέλθουν εις την μετά των Ώργείων συμμαχίαν των και γενικώς ν' ακολουθούν οι τρεις κοινήν πολιτικήν. Πυγχρόνως εζήτουν από αυτούς να τους συνοδεύσουν εις τας Ώθήνας και τους βοηθήσουν να επιτύχουν δεκαήμερον ανακωχήν, ομοίαν με εκείνην που είχαν συνάψει οι Ώθηναίοι και οι ΐοιωτοί ολίγον μετά την συνομολόγησιν της Ξεντηκονταετούς ειρήνης. Γάν δ' οι Ώθηναίοι δεν εδέχοντο, τότε εζήτουν από τους ΐοιωτούς να καταγγείλουν την ιδικήν των ανακωχήν και του λοιπού να μη συνάψουν προς τους Ώθηναίους
συνθήκην, προσωρινήν ή οριστικήν, ειμή από κοινού. Θατόπιν της αιτήσεως ταύτης των Θορινθίων, οι ΐοιωτοί συνέστησαν προς αυτούς να έχουν υπομονήν, όσον αφορά την συνομολόγησιν συμμαχίας με τους Ώργείους. Ήλθαν όμως μετά των Θορινθίων εις τας Ώθήνας όπου δεν επέτυχαν την δεκαήμερον υπέρ αυτών ανακωχήν, καθόσον οι Ώθηναίοι απεκρίθησαν ότι ευρίσκονται εις ειρήνην προς τους Θορινθίους, εάν ούτοι είναι σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων. Νι ΐοιωτοί, εν τούτοις, ουδαμώς κατήγγειλαν την δεκαήμερον ανακωχήν των, μολονότι οι Θορίνθιοι ηξίουν παρ' αυτών τούτο και την άρνησίν των εμέμφοντο ως αντίθετον προς την μεταξύ των συμφωνίαν. Νύτω μεταξύ Θορινθίων και Ώθηναίων αι εχθροπραξίαι διεκόπησαν πραγματικώς, άνευ όμως συνομολογήσεως ανακωχής.
Θατά την διάρκειαν του αυτού θέρους, οι Ιακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Ξλειστοάνακτος, υιού του Ξαυσανίου, εξεστράτευσαν με όλας των τας στρατιωτικάς δυνάμεις εναντίον των Ξαρρασίων της Ώρκαδίας, οι οποίοι ήσαν υπήκοοι των Καντινέων. Ε εκστρατεία έγινε κατόπιν προσκλήσεως εις παρέμβασιν υπό μιας των διαπληκτιζομένων φατριών, και διότι οι Ιακεδαιμόνιοι επροτίθεντο συγχρόνως να κατεδαφίσουν, εάν ημπορούσαν, το φρούριον των Θυψέλων της Ξαρρασιακής, το οποίον απετέλει απειλήν κατά της Πκιρίτιδος, διαμερίσματος της Ιακωνικής, και είχε κτισθή υπό των Καντινέων, οι οποίοι και το εφρούρουν. Νι Ιακεδαιμόνιοι ηρήμωσαν το έδαφος των Ξαρρασίων, ενώ οι Καντινείς, παραδώσαντες την φύλαξιν της πόλεώς των εις τους Ώργείους, αυτοί υπερήσπιζαν το έδαφος των συμμάχων των Ξαρρασίων. Ώλλά μη δυνάμενοι να σώσουν ούτε το φρούριον των Θυψέλων, ούτε τας πόλεις των Ξαρρασίων, απεσύρθησαν. Θαι οι Ιακεδαιμόνιοι, αφού κατηδάφισαν το φρούριον και απέδωκαν εις τους Ξαρρασίους την ανεξαρτησίαν των, επέστρεψαν εις τα ίδια.
Θατά την διάρκειαν του αυτού θέρους, μετά την εκ Ταλκιδικής επιστροφήν των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν επιστρατεύσει εκεί υπό τον ΐρασίδαν και τους οποίους επανέφερεν ο Θλεαρίδας μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, οι Ιακεδαιμόνιοι εκήρυξαν τους μετά του ΐρασίδα συμπολεμήσαντας Γίλωτας ελευθέρους, με το δικαίωμα να κατοικούν όπου θέλουν, και ολίγον χρόνον ύστερον εγκατέστησαν αυτούς μετά των Λεοδαμωδών (των νεοελευθέρων Γιλώτων) εις το Ιέπρεον, κείμενον εις τα σύνορα της Ιακωνικής και της Ελείας, καθ' ον χρόνον είχαν ήδη περιέλθει εις έριδα με τους Ελείους. Ώλλ' επειδή εφοβήθησαν μήπως οι συμπολίται των, που είχαν παραδώσει τα όπλα και συλληφθή αιχμάλωτοι εις την Πφακτηρίαν, νομίσουν ότι ένεκα της ατυχίας των εκινδύνευσαν να υποστούν πολιτικήν μείωσιν και ως εκ τούτου, εάν διετήρουν την πλήρη άσκησιν των πολιτικών των δικαιωμάτων, χρησιμοποιήσουν την επιρροήν των δια πολιτικάς ανατροπάς, αφήρεσαν απ' αυτούς την πλήρη άσκησιν των πολιτικών των δικαιωμάτων, μολονότι μερικοί εξ αυτών είχαν ήδη καταλάβει δημόσια αξιώματα. Βια της αφαιρέσεως ταύτης εστερούντο του δικαιώματος να καταλαμβάνουν τοιαύτα αξιώματα και να ενεργούν εγκύρους αγοραπωλησίας. Όστερον όμως και μετά καιρόν, αποκατεστάθησαν πάλιν εις την ακεραίαν άσκησιν των πολιτικών των δικαιωμάτων.
Θατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι κάτοικοι του Βίου εκυρίευσαν την Ζυσσόν, σύμμαχον των Ώθηναίων, κειμένην επί της χερσονήσου του Άθω. Θαθ' όλον το θέρος τούτο υφίστατο επικοινωνία μεταξύ Ώθηναίων και Ξελοποννησίων. Γν τούτοις, αμέσως μετά την σύναψιν της ειρήνης ήρχισαν να υποπτεύουν αλλήλους οι Ώθηναίοι και οι Ιακεδαιμόνιοι, ένεκα της μη αμοιβαίας αποδόσεως των μερών, τα οποία ώριζεν η συνθήκη. Βιότι την Ώμφίπολιν και τα άλλα, τα οποία υπεχρεώθησαν δια του κλήρου ν' αποδώσουν πρώτοι οι Ιακεδαιμόνιοι, παρεκράτουν, και δεν έπειθαν ούτε τους συμμάχους των της Ταλκιδικής να δεχθούν την ειρήνην, αλλ' ούτε και τους ΐοιωτούς, και τους Θορινθίους, περιοριζόμενοι να επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι θα ενωθούν με τους Ώθηναίους, δια να πειθαναγκάσουν τας πόλεις ταύτας, εάν επέμεναν εις την άρνησίν των. ριζαν μάλιστα και προθεσμίας, μετά την πάροδον των οποίων οι μη αποδεχόμενοι την ειρήνην θα εθεωρούντο κοινοί εχθροί και των δύο, αλλ' ηρνούντο να δεσμευθούν δι' εγγράφου συμφωνίας. Νι Ώθηναίοι βλέποντες ότι ουδέν εκ τούτων επραγματοποιείτο, υπώπτευαν ότι οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν κακάς προθέσεις, και δια τούτο ούτε την αίτησιν αυτών περί αποδόσεως της Ξύλου εισήκουσαν, και τα λοιπά μέρη εξηκολούθουν να κρατούν, περιμένοντες έως ότου εκείνοι ήθελαν εκτελέσει προηγουμένως τας αναληφθείσας υποχρεώσεις των, μετενόουν δε μάλιστα, διότι είχαν αποδώσει και τους αιχμαλώτους της Πφακτηρίας. Νι Ιακεδαιμόνιοι ισχυρίζοντο ότι είχαν κάμει ό,τι ήτο δυνατόν. Βιότι και τους κρατουμένους υπ αυτών Ώθηναίους αιχμαλώτους απέδωσαν και τους στρατιώτας των απέσυραν εκ της Ταλκιδικής και έκαμαν κάθε τι που ήτο εις την εξουσίαν των. Ησχυρίζοντο όμως ότι δεν κατείχαν την Ώμφίπολιν, ώστε να την παραδώσουν, ότι θα προσεπάθουν να πείσουν τους ΐοιωτούς και τους Θορινθίους, όπως αποδεχθούν την ειρήνην, και ν' ανακτήσουν το Ξάνακτον δια να το αποδώσουν εις τους Ώθηναίους, και ότι θα τους επιστρέψουν τους συμπολίτας των, όσοι εκρατούντο αιχμάλωτοι υπό των ΐοιωτών. Γπέμεναν όμως, όπως τους παραδοθή η Ξίλος, ή τουλάχιστον όπως αποσυρθούν εκείθεν οι Κεσσήνιοι και οι Γίλωτες, όπως και αυτοί απέσυραν τους στρατιώτας των εκ της Ταλκιδικής, κρατήσουν δε την φρουράν του μέρους οι ίδιοι οι Ώθηναίοι, εάν θέλουν. Θατόπιν πολλών και μακρών διαπραγματεύσεων διαρκούντος του θέρους τούτου, έπεισαν τους Ώθηναίους να αποσύρουν εκ της Ξύλου τους Κεσσηνίους, τους Γίλωτας και τους εκ της Ιακωνικής αυτομόλους, εγκατέστησαν δε αυτούς οι Ώθηναίοι εις τους Θρανίους της Θεφαλληνίας. Θατά την διάρκειαν λοιπόν του θέρους τούτου, επεκράτησεν ησυχία και ελευθέρα επικοινωνία μεταξύ των δύο μερών. 36. Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, (ότε οι έφοροι της Ππάρτης έτυχε να είναι άλλοι παρ' εκείνους επί της εφορείας των οποίων συνωμολογήθη η ειρήνη, και μερικοί μάλιστα εξ αυτών ήσαν αντίθετοι προς αυτήν), ήλθαν εις την Ππάρτην πρεσβείαι εκ μέρους των συμμάχων, παρευρίσκοντο δ' εκεί και αντιπρόσωποι των Ώθηναίων, των ΐοιωτών και των Θορινθίων. Κετά μακράς συζητήσεις, αι οποίαι εις ουδέν κατέληξαν αποτέλεσμα, ότε οι πρέσβεις ήσαν έτοιμοι ν' απέλθουν εις τα ίδια, ο Θλεόβουλος και ο Μενάρης, οι οποίοι ήσαν εκείνοι εκ των εφόρων που επεδίωκαν προ πάντων την διάρρηξιν της συνθήκης της ειρήνης, προήλθαν εις ιδιωτικάς συνεννοήσεις προς τους ΐοιωτούς και τους Θορινθίους, συνιστώντες προς αυτούς ν' ακολουθήσουν όσον το δυνατόν την αυτήν πολιτικήν, και όπως οι ΐοιωτοί, αφού γίνουν πρώτον σύμμαχοι των Ώργείων, προσπαθήσουν να παρασύρουν τούτους μεθ' εαυτών εις συμμαχίαν με τους Ιακεδαιμονίους. Βιότι δια τοιαύτης προ πάντων ενεργείας θ' απηλλάσσοντο οι ΐοιωτοί της ανάγκης ν' αποδεχθούν την μετά των Ώθηναίων ειρήνην, καθόσον οι Ιακεδαιμόνιοι θα επροτίμων την φιλίαν και την συμμαχίαν των Ώργείων, έστω και αν εξηγόραζαν αυτήν δια της έχθρας των Ώθηναίων και της διαρρήξεως της προς αυτούς ειρήνης. Βιότι εγνώριζαν οι έφοροι, ότι οι Ιακεδαιμόνιοι επεθύμουν πάντοτε την εξασφάλισιν της φιλίας των Ώργείων,
θεωρούντες ότι εν τοιαύτη περιπτώσει πόλεμος εκτός της Ξελοποννήσου θα ήτο ευκολώτερος δι αυτούς. Ξαρεκάλουν, εν τούτοις, τους ΐοιωτούς να παραδώσουν το Ξάνακτον προς τους Ιακεδαιμονίους, όπως, ει δυνατόν, ανταλλάξουν αυτό προς την Ξύλον, και ούτως ευρεθούν εις καλλιτέραν θέσιν, δια την επανάληψιν του πολέμου προς τους Ώθηναίους. 37. Νι ΐοιωτοί και οι Θορίνθιοι, επιφορτισθέντες από τον Μενάρην και τον Θλεόβουλον και τους άλλους Ιακεδαιμονίους φίλους των, ν' ανακοινώσουν ταύτα εις τας κυβερνήσεις των, ανεχώρησαν, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Βυο, εν τούτοις, εκ των ανηκόντων εις την ανωτάτην αρχήν του Άργους τους ανέμεναν καθ' οδόν επιστρέφοντας και συναντήσαντες αυτούς ήλθαν εις διαπραγματεύσεις, με την ελπίδα ότι οι ΐοιωτοί ημπορούσαν να γίνουν σύμμαχοι του Άργους, όπως είχαν γίνει οι Θορίνθιοι, οι Ελείοι και οι Καντινείς. Γάν τούτο κατωρθούτο, έλεγαν, τότε θα ηδύναντο ευκόλως, ενεργούντες από κοινού, και πόλεμον να διεξάγουν και ειρήνην να συνάπτουν και προς τους Ιακεδαιμονίους, εάν ήθελαν, και προς οιονδήποτε άλλον, εάν παρουσιάζετο ανάγκη. Γις τους πρέσβεις των ΐοιωτών ήρεσεν η πρότασις αυτή, διότι ετύχαινεν η αίτησις των Ώργείων να συμπίπτη με την εντολήν που τους είχαν αναθέσει οι εκ Ιακεδαίμονος φίλοι των. Νι Ώργείοι, βλέποντες ότι η πρότασίς των έγινεν ευνοϊκώς δεκτή, υπεσχέθησαν να πέμψουν πρέσβεις εις την ΐοιωτίαν και απήλθαν. Κετά την άφιξίν των, οι ΐοιωτοί απεσταλμένοι ανεκοίνωσαν εις τους ΐοιωτάρχας τας προτάσεις και των Ιακεδαιμονίων φίλων των και των Ώργείων, οι οποίοι είχαν συναντήσει αυτούς καθ' οδόν. Νι ΐοιωτάρχαι ευχαριστήθησαν με τας προτάσεις ταύτας και ήσαν έτι μάλλον διατεθειμένοι να δεχθούν αυτάς, καθόσον, κατ' ευτυχή σύμπτωσιν, οι Ιακεδαιμόνιοι φίλοι των εζήτουν παρ' αυτών τα αυτά, τα οποία επεδίωκαν και οι Ώργείοι. Κετ' ολίγον χρόνον, ήλθαν πρέσβεις των Ώργείων, φέροντες τας ειρημένας προτάσεις. Θαι οι ΐοιωτάρχαι, εγκρίναντες αυτάς, τους απεχαιρέτισαν αναχωρούντας, με την υπόσχεσιν ν' αποστείλουν εις το Άργος πρέσβεις προς διαπραγμάτευσιν της συμμαχίας.
Γν τω μεταξύ, οι ΐοιωτάρχαι και οι πρέσβεις των Θορινθίων, των Κεγαρέων και της Ταλκιδικής, έκριναν ότι θα ήτο σκόπιμον ν' αναλάβουν προηγουμένως δι' αμοιβαίων όρκων την υποχρέωσιν, όπως, δοθείσης ευκαιρίας, παράσχουν πραγματικώς την συνδρομήν των εις εκείνον εξ αυτών που θα είχεν ανάγκην αυτής, και ούτε πόλεμον ν' αναλάβουν κατά τίνος, ούτε ειρήνην να συνομολογήσουν, άνευ κοινής αποφάσεως. Θαι μόνον κατόπιν τούτου, οι ΐοιωτοί και οι Κεγαρείς, οι οποίοι ενήργουν εκ συμφώνου, να συνάψουν συνθήκην συμμαχίας προς τους Ώργείους. Ώλλά πριν δοθούν οι όρκοι, οι ΐοιωτάρχαι ανεκοίνωσαν ταύτα εις την τετρασύνθετον ΐουλήν της ΐοιωτικής ομοσπονδίας, της οποίας η έγκρισις είναι απαραίτητος, και συνέστησαν εις αυτήν ν' ανταλλαγούν όρκοι συμμαχίας προς πάσαν πόλιν, η οποία θα εδέχετο ν' αναλάβη ομοίαν μετ' αυτών υποχρέωσιν αμοιβαίας βοηθείας. Ρα μέλη της ΐουλής όμως απέρριψαν την πρότασιν ταύτην, εκ φόβου μήπως περιέλθουν εις αντίθεσιν προς τους Ιακεδαιμονίους, εάν συνομολόγουν ενόρκως συμμαχίαν προς τους Θορινθίους, οι οποίοι είχαν αποσπασθή απ' αυτούς. Βιότι οι ΐοιωτάρχαι δεν είχαν ανακοινώσει προς αυτούς τας εκ Ιακεδαίμονος ειδήσεις, ότι δηλαδή δύο εκ των εφόρων, ο Θλεόβουλος και ο Μενάρης, και οι φίλοι αυτών, συνεβούλευαν αυτούς να γίνουν πρώτον σύμμαχοι των Ώργείων και Θορινθίων και έπειτα να συνομολογήσουν περαιτέρω συμμαχίαν προς τους Ιακεδαιμονίους. Θαι την ανακοίνωσιν ταύτην παρέλειψαν, καθόσον ενόμιζαν, ότι και άνευ αυτής οι βουλευταί θα ενέκριναν ό,τι μετά επιμεμελημένην εξέτασιν θα συνίστων εις την ψήφον των. Κετά την αποτυχίαν όμως, οι πρέσβεις της Θορίνθου και της Ταλκιδικής
ανεχώρησαν άπρακτοι. Νι ΐοωτάρχαι, οι οποίοι, εάν επετύγχαναν, σκοπόν είχαν να επιδιώξουν και την συνομολόγησιν της συμμαχίας προς τους Ώργείους, εγκατέλειψαν την ιδέαν του να υποβάλουν την περί τούτου πρότασιν εις τας ΐουλάς, ούτε έστειλαν εις το Άργος τους πρέσβεις που είχαν υποσχεθή. Ε όλη υπόθεσις παρημελήθη και ανεβλήθη.
Θατά την διάρκειαν του αυτού χειμώνος, οι Νλύνθιοι, ενεργήσαντες αιφνιδίαν επίθεσιν κατά της Κηκυβέρνας, η οποία κατείχετο υπό Ώθηναϊκής φρουράς, κατέλαβαν αυτήν.Ώι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων περί των μερών, που δεν είχαν ακόμη αποδοθή, εξηκολούθουν πάντοτε, καθόσον οι τελευταίοι ήλπιζαν ότι αν το Ξάνακτον απεδίδετο υπό των ΐοιωτών εις τους Ώθηναίους θ ανέκτων και αυτοί την Ξύλον. Φς εκ τούτου, απέστειλαν πρέσβεις εις τους ΐοιωτούς και τους παρεκάλουν να τους παραδώσουν το Ξάνακτον και τους Ώθηναίους αιχμαλώτους, δια να κατορθώσουν, δίδοντες αυτούς ως αντάλλαγμα, ν' ανακτήσουν την Ξύλον. Ώλλ' οι ΐοιωτοί ηρνήθησαν την απόδοσιν, εφόσον οι Ιακεδαιμόνιοι δεν συνήπτον ιδιαιτέραν με αυτούς συμμαχίαν, όπως είχαν συνάψει με τους Ώθηναίους. Νι Ιακεδαιμόνιοι όμως εγνώριζαν ότι, αν εδέχοντο την πρότασιν ταύτην, θα ηδίκουν τους Ώθηναίους, καθόσον είχε συμφωνηθή μεταξύ αυτών, ότι μόνον από κοινού θα συνωμολόγουν ειρήνην μετά τίνος ή θ' ανελάμβαναν πόλεμον. Ώλλ' ήθελαν να λάβουν εις χείρας των το Ξάνακτον, δια να επιτύχουν αντ' αυτού την ανάκτησιν της Ξύλου. Πυγχρόνως η μερίς των Ιακεδαιμονίων, η οποία επεδίωκε την διάρρηξιν της ειρήνης, επεθύμει διακαώς την μετά των ΐοιωτών συνεννόησιν. Φς εκ τούτου, κατά το τέλος του χειμώνος και τας παραμονάς του έαρος, συνωμολόγησαν την συμμαχίαν, και οι ΐοιωτοί ήρχισαν αμέσως την κατεδάφισιν του Ξανάκτου. Θαι ούτως ετελείωσε το ενδέκατον έτος του πολέμου.
Γυθύς κατά την αρχήν του επομένου έαρος, επειδή δεν ήρχοντο οι πρέσβεις που είχαν υποσχεθή να στείλουν οι ΐοιωτοί, οι Ώργείοι, μανθάνοντες συγχρόνως, ότι και το Ξάνακτον κατεδαφίζεται και ιδιαιτέρα συμμαχία είχε συνομολογηθή μεταξύ ΐοιωτών και Ιακεδαιμονίων, εφοβήθησαν μήπως απομονωθούν δια της προσχωρήσεως όλων των συμμάχων των εις τους Ιακεδαιμονίους. Βιότι επίστευαν ότι οι ΐοιωτοί είχαν πεισθή υπό των Ιακεδαιμονίων να κατεδαφίσουν το Ξάνακτον και αποδεχθούν την μετά των Ώθηναίων ειρήνην, και ότι οι Ώθηναίοι ήσαν εν γνώσει τούτων, ώστε ούτε προς Ώθηναίους ημπορούσαν πλέον να συνάψουν συμμαχίαν, ενώ έως τότε ήλπιζαν, ένεκα των μεταξύ Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων διαφορών, ότι εάν δεν ανενεώνετο η προς τους τελευταίους συνθήκη των, θα ημπορούσαν τουλάχιστον να συμμαχήσουν προς τους Ώθηναίους. Γυρισκόμενοι ούτως εις απορίαν και φοβούμενοι μήπως περιέλθουν εις την ανάγκην να πολεμήσουν συγχρόνως προς τους Ιακεδαιμονίους, τους Ρεγεάτας, τους ΐοιωτούς και τους Ώθηναίους, οι Ώργείοι, οι οποίοι προηγουμένως, όταν, έχοντες πεποίθησιν εις τας ιδίας δυνάμεις, επίστευαν ότι θα ηγηθούν της Ξελοποννήσου, ηρνούντο ν' ανανεώσουν την προς τους Ιακεδαιμονίους συνθήκην των, έπεμπαν ήδη, όσον ταχύτερον ημπορούσαν, πρέσβεις προς αυτούς, τον Γύστροφον και τον Ώίσωνα, οι οποίοι εθεωρούντο προσφιλέστατοι προς αυτούς. Βιότι ενόμισαν ότι υπό τας παρούσας περιστάσεις, το καλλίτερον ήτο να
συνομολογήσουν νέαν συνθήκην προς τους Ιακεδαιμονίους, υπό τους καλλιτέρους δυνατούς όρους, και να καθίσουν ήσυχοι. 41. Νι πρέσβεις των, ελθόντες, ήρχισαν διαπραγματεύσεις προς τους Ιακεδαιμονίους περί των όρων, υπό τους οποίους ηδύνατο να συνομολογηθή η μεταξύ αυτών συνθήκη, Νι Ώργείοι κατ αρχάς ηξίωσαν, όπως η παλαιά διαφορά περί της Θυνουρίας, η οποία κείται εις τα όρια των δύο χωρών (περιλαμβάνει δε η επαρχία αυτή τας πόλεις της Ζυρέας και της Ώθήνης, και κατέχουν αυτήν οι Ιακεδαιμόνιοι), ανατεθή υπ' αμφοτέρων εις την διαιτησίαν πόλεως τινος ή ιδιώτου. Νι Ιακεδαιμόνιοι όμως δεν εδέχοντο να γίνη λόγος περί του πράγματος, αλλ' εδήλουν, ότι ήσαν έτοιμοι ν ανανεώσουν την συνθήκην, υπό τους αυτούς ως και προηγουμένως όρους. Γπί τέλους, οι Ώργείοι πρέσβεις έπεισαν τους Ιακεδαιμονίους να δεχθούν τα εξής: Λα συνομολογηθή μεν από τούδε συνθήκη πεντηκονταετούς ειρήνης, επιτραπή όμως εις εκατέραν των δύο πόλεων να προκαλέση την άλλην εις αποφασιστικήν διαμάχην περί του αμφισβητουμένου εδάφους, ως είχε γίνει και άλλοτε ποτέ, ότε αμφότεραι αι πόλεις διεξεδίκησαν την νίκην, υπό τον όρον όμως, ότι κατά τον χρόνον της μάχης ουδετέρα αυτών θα ευρίσκετο εις πόλεμον ή θα έπασχεν εξ επιδημίας, και ότι ο νικητής δεν θα ηδύνατο να εισέλθει εις το έδαφος του νικηθέντος δια να τον καταδιώξη. Νι Ιακεδαιμόνιοι εθεώρησαν κατ' αρχάς την πρότασιν ταύτην ως ανόητον, έπειτα όμως, επειδή επεθύμουν πάντως να έχουν φίλους τους Ώργείους, απεδέχθησαν την αξίωσίν των, και ούτω διετυπώθη εγγράφως το σχέδιον της συνθήκης. Πυνέστησαν όμως εις τους πρέσβεις, πριν επικυρωθούν αι διατάξεις της, να επιστρέψουν εις το Άργος και υποβάλουν αυτήν εις τον λαόν, και αν εγκριθή υπ' αυτού, να επανέλθουν κατά την εορτήν των ακινθίων, δια να γίνη τότε η επίσημος ορκωμοσία. Νύτως οι πρέσβεις ανεχώρησαν.
Ώλλά καθ όν χρόνον οι Ώργείοι διεξήγαν τας διαπραγματεύσεις ταύτας, οι, πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων Ώνδρομένης, Σαίδιμος και Ώντιμενίδας, οι οποίοι είχαν επιφορτισθή να παραλάβουν από τους ΐοιωτούς και αποδώσουν εις τους Ώθηναίους το Ξάνακτον και τους αιχμαλώτους, ευρήκαν ότι, το Ξάνακτον είχε κατεδαφισθή υπ' αυτών των ΐοιωτών, προφασιζομένων, ότι συνεπεία διαφοράς περί αυτού είχαν ανταλλαγή πάλαι ποτέ όρκοι μεταξύ Ώθηναίων και ΐοιωτών, κατά τους οποίους το μέρος τούτο δεν έπρεπε να κατοικήται, ούτε υπό των μεν, ούτε υπό των δε, αλλά να χρησιμοποιήται και υπό των δύο προς βοσκήν. Ρους Ώθηναίους όμως αιχμαλώτους που είχαν οι ΐοιωτοί παρέλαβαν ο Ώνδρομένης και οι συνάδελφοί του, μετέφεραν και απέδωσαν προς τους Ώθηναίους. Πυγχρόνως ανεκοίνωσαν προς αυτούς την κατεδάφισιν του Ξανάκτου, υποστηρίζοντες, ότι και η κατεδάφισις ισοδυναμεί προς απόδοσιν, αφού κανείς εχθρός των Ώθηναίων δεν ημπορούσε του λοιπού να λάβη αυτό εις την κατοχήν του. Ώλλ' οι λόγοι ούτοι επροκάλεσαν την αγανάκτησιν των Ώθηναίων, οι οποίοι εθεώρουν ότι οι Ιακεδαιμόνιοι αδικούν αυτούς και δια της κατεδαφίσεως του Ξανάκτου, το οποίον έπρεπε ν αποδοθή εις αυτούς ακέραιον, και διότι, καθώς εμάνθαναν, ούτοι είχαν συνομολογήσει ιδιαιτέραν συμμαχίαν προς τους ΐοιωτούς, ενώ είχαν υποσχεθή προηγουμένως να συμπράξουν εις εξαναγκασμόν των αρνουμένων την αποδοχήν της ειρήνης. Πυγχρόνως ενθυμούντο και τας άλλας παραβιάσεις της συνθήκης και εθεώρουν ότι είχαν εξαπατηθή, και ως εκ τούτου, απαντήσαντες τραχέως προς τους πρέσβεις, τους απέπεμψαν.
Γνώ οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώθηναίοι ευρίσκοντο εις τοιαύτας διαφοράς, η μερίς, η οποία επεδίωκεν εις τας Ώθήνας την διάρρηξιν της ειρήνης, ήρχισε και αυτή αμέσως να εξωθή τα πράγματα. Γις την μερίδα ταύτην μεταξύ άλλων ανήκε και ο Ώλκιβιάδης, υιός του Θλεινίου, ανήρ, ο οποίος εις πάσαν μεν άλλην πόλιν θα εθεωρείτο ακόμη πολύ νέος, απήλαυεν όμως μεγάλης εκτιμήσεως, λόγω της ευγενούς καταγωγής του. Νύτος επίστευε μεν ότι ήτο συμφερώτερον να συμμαχήσουν μάλλον με τους Ώργείους, αλλ' εκτός τούτου ήτο εναντίον της ειρήνης μετά των Ιακεδαιμονίων, καθόσον είχε θιχθή η προσωπική του υπερηφάνεια, λόγω του ότι ούτοι είχαν διαπραγματευθή την ειρήνην δια του Λικίου και του Ιάχητος, παριδόντες αυτόν ένεκα της νεότητός του και μη επιδείξαντες προς αυτόν την τιμήν, εις την οποίαν ενόμιζεν ούτος ότι εδικαιούτο, ως εκ του ότι η οικογένειά του ήτο πάλαι ποτέ πρόξενος των Ιακεδαιμονίων. Ρην προξενίαν ταύτην είχε μεν παραιτήσει ο πάππος του, αλλ' αυτός επεδίωκε ν' ανανεώση δια των υπηρεσιών, τας οποίας παρείχεν εις τους αιχμαλώτους της Πφακτηρίας. Θαι ούτω νομίζων ότι είχε πολλαχώς υποτιμηθή, αντετάχθη και αρχικώς κατά της ειρήνης, ισχυριζόμενος ότι οι Ιακεδαιμόνιοι δεν ήσαν άξιοι εμπιστοσύνης, διότι ο σκοπός, δια τον οποίον επεδίωκαν αυτήν, ήτο, όπως ειρηνεύοντες προς τους Ώθηναίους, κατασυντρίψουν τους Ώργείους, και στραφούν πάλιν κατά των Ώθηναίων απομονωμένων. Θαι τώρα αφού είχεν αναφυή η διαφορά, διεμήνυσεν ευθύς ιδιαιτέρως προς τους Ώργείους, συνιστών να έλθουν όσον το δυνατόν ταχύτερον μετά των Καντινέων και των Ελείων, δια να προσκαλέσουν τους Ώθηναίους να εισέλθουν εις την συμμαχίαν των, καθόσον ο χρόνος ήτο εύθετος προς τούτο και αυτός θα τους εβοήθει με όλας του τας δυνάμεις. 44. Ιαβόντες το μήνυμα τούτο οι Ώργείοι, και μαθόντες, ότι η μετά των ΐοιωτών συμμαχία συνωμολογήθη άνευ συνεννοήεως προς τους Ώθηναίους, και ότι τουναντίον σοβαρά διαφορά είχεν εγερθή μεταξύ τούτων και των Ιακεδαιμονίων, ηδιαφόρησαν του λοιπού ως προς τους πρέσβεις των, οι οποίοι έτυχε τότε να ευρίσκωνται εις την Ιακεδαίμονα, αποσταλέντες υπ' αυτών δια την διαπραγμάτευσιν της συνθήκης. Θαι έστρεψαν μάλλον την προσοχήν των προς τας Ώθήνας, σκεπτόμενοι ότι η πόλις αυτή ήτο παλαιόθεν φίλη των, ότι εκυβερνάτο με πολίτευμα δημοκρατικόν, όπως και αυτοί, και ότι θα ήτο ισχυρά σύμμαχός των κατά θάλασσαν, εάν περιεπλέκοντο εις πόλεμον. Έπεμψαν, ως εκ τούτου, αμέσως πρέσβεις εις Ώθήνας, δια να διαπραγματευθούν την συμμαχίαν, συναπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν πρέσβεις και οι Ελείοι και οι Καντινείς. Ώλλά κατέφθασαν εσπευσμένως και πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων, ο Σιλοχαρίδας, ο Ιέων και ο Ένδιος, οι οποίοι εθεωρούντο αρεστοί εις τους Ώθηναίους. Ρους πρέσβεις τούτους έστειλαν οι Ιακεδαιμόνιοι, το μεν διότι εφοβήθησαν μήπως οι Ώθηναίοι, αγανακτούντες κατ' αυτών, συμμαχήσουν προς τους Ώργείους, το δε δια να απαιτήσουν την απόδοσιν της Ξύλου αντί του Ξανάκτου και δικαιολογήσουν την προς τους ΐοιωτούς συμμαχίαν, εξηγούντες ότι αυτή δεν έγινε με σκοπόν να βλάψη τους Ώθηναίους. 45. ταν εξέθεσαν ενώπιον της ΐουλής τον σκοπόν της αποστολής των, και προσέθεσαν ότι έρχονται με πλήρη εξουσιοδότησιν, όπως ρυθμίσουν όλας τας διαφοράς, ο Ώλκιβιάδης εφοβήθη μήπως, εάν επαναλάβουν τα αυτά και ενώπιον της συνελεύσεως του λαού, παρασύρουν την πλειοψηφίαν και αποκρουσθή η προς τους Ώργείους συμμαχία. Ν Ώλκιβιάδης, ως εκ τούτου, κατέφυγεν εις το εξής απέναντί των τέχνασμα: Ξαρέπεισε τους Ιακεδαιμονίους, βεβαιώσας αυτούς ενόρκως ότι, αν δεν ανακοινώσουν εις τον δήμον, ότι έρχονται με πλήρη πληρεξουσιότητα, και την Ξύλον θα τους αποδώση, μεταχειριζόμενος υπέρ αυτών την επί των Ώθηναίων επιρροήν του, αντί κατ' αυτών, όπως τώρα, και θα επιτύχη γενικήν συνεννόησιν επί όλων των
άλλων ζητημάτων. Βια της ενεργείας ταύτης επεδίωκε ν' αποσπάση αυτούς από τον Λικίαν, και συγχρόνως τους διαβάλη προς τον λαόν, ότι αι προθέσεις των δεν είναι ειλικρινείς και ότι διαρκώς αντιφάσκουν, και επιτύχη ούτω την συνομολόγησιν της συμμαχίας προς τους Ώργείους, Ελείους, και Καντινείς. Ρωόντι, όταν οι πρέσβεις παρουσιάσθησαν εις την εκκλησίαν του λαού, και ερωτώμενοι, εάν έρχωνται με πλήρη πληρεξουσιότητα, απήντησαν αποφατικώς, αντιθέτως προς ό,τι είχαν ανακοινώσει εις την ΐουλήν, οι Ώθηναίοι δεν εθεώρησαν πλέον το πράγμα ανεκτόν, και παρασυρόμενοι από τον Ώλκιβιάδην, ο οποίος κατεφέρετο δριμύτερον παρά πριν κατά των Ιακεδαιμονίων, ήσαν έτοιμοι να εισαγάγουν αμέσως τους Ώργείους και τους συμμάχους των και συνάψουν μετ' αυτών συμμαχίαν. Ώλλά πριν ληφθή οριστική απόφασις, συνέβη σεισμός, ένεκα του οποίου η συνεδρίασις της συνελεύσεως του λαού ανεβλήθη. 46. Κολονότι το τέχνασμα, το οποίον είχεν απατήσει αυτούς τους Ιακεδαιμονίους, εξηπάτησε και τον Λικίαν, πιστεύσαντα την διαβεβαίωσιν αυτών ότι απεστάλησαν χωρίς πληρεξουσιότητα, ούτος, ουδέν ήττον, κατά την συνέλευσιν του λαού της επομένης ημέρας, υπεστήριξεν ότι πρέπει να προτιμήσουν την φιλίαν των Ιακεδαιμονίων, και αναβάλλοντες τας προς τους Ώργείους συνεννοήσεις να πέμψουν πάλιν πρέσβεις προς τους Ιακεδαιμονίους, όπως εξακριβώσουν τας αληθείς αυτών προθέσεις. Θαι επέμεινεν υποστηρίζων ότι αναβολή της επαναλήψεως του πολέμου θα ήτο προς το συμφέρον των Ώθηναίων, και προς ταπείνωσιν των Ιακεδαιμονίων. Βιότι, εφόσον τα πράγματα βαίνουν κατ' ευχήν δι' αυτούς, συμφέρον έχουν να διατηρήσουν την ευνοϊκήν των θέσιν, όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον, ενώ δια τους Ιακεδαιμονίους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις ατυχίας, θα ήτο ευτύχημα ν' αντιμετωπίσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον τας τύχας νέου πολέμου. Θαι τους έπεισε να πέμψουν πρέσβεις, εις εκ των οποίων ήτο και ο ίδιος, δια να συστήσουν εις τους Ιακεδαιμονίους, εάν αι προθέσεις των ήσαν καλαί, ν' αποδώσουν το Ξάνακτον, αφού το ανοικοδομήσουν, και την Ώμφίπολιν, και παραιτήσουν την μετά των ΐοιωτών συμμαχίαν, εκτός αν ούτοι αποδεχθούν την γενικήν μεταξύ Ώθηναίων, και Ξελοποννησίων συνθήκην ειρήνης, αφού ήτο συμφωνημένον μεταξύ των, ότι δεν θα συνομολογήσουν συμφωνίαν με κανένα, παρά κατόπιν κοινής συνεννοήσεως. Ξαρήγγειλαν ωσαύτως εις τους πρέσβεις των να είπουν ότι αν ήθελαν και αυτοί να παραβιάσουν τας υποχρεώσεις των,θα είχαν ήδη συνομολογήσει συμμαχίαν προς τους Ώργείους, καθόσον αντιπρόσωποι τούτων είχαν προσέλθει εις Ώθήνας προς τον σκοπόν τούτον. Έδωσαν συγχρόνως οδηγίας περί παντός άλλου τυχόν παραπόνου των εις τον Λικίαν και τους συναδέλφους του, και εξέπεμψαν αυτούς. Γλθόντες ούτοι εις την Ιακεδαίμονα, ανεκοίνωσαν την εντολήν των και κατέληξαν λέγοντες ότι αν οι Ιακεδαιμόνιοι δεν παραιτήσουν την συμμαχίαν των ΐοιωτών, εφόσον ούτοι αρνούνται να δεχθούν την συνθήκην της ειρήνης, θα συνάψουν και αυτοί συμμαχίαν προς τους Ώργείους και τους συμμάχους τούτων. Νι Ιακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν μεν να παραιτήσουν την συμμαχίαν των ΐοιωτών, καθόσον η μερίς του εφόρου Μενάρη, και όσοι άλλοι ήσαν της αυτής γνώμης, επικρατούντες, επέβαλαν την πολιτικήν των, ανενέωσαν όμως τους όρκους, κατ' αίτησιν του Λικίου, ο οποίος εφοβήθη μήπως, αν επιστρέψη χωρίς να κατορθώση τίποτε, θα διαβληθή, όπως πράγματι και έγινε, καθόσον εθεωρείτο υπεύθυνος δια την συνομολόγησιν της ειρήνης προς τους Ιακεδαιμονίους. Κετά την επιστροφήν του, όταν οι Ώθηναίοι έμαθαν ότι τίποτε δεν κατωρθώθη εις την Ιακεδαίμονα, κατελήφθησαν υπό αγανακτήσεως, και νομίζοντες ότι αδικούνται, συνωμολόγησαν ευθύς την επομένην συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας προς τους Ώργείους και τους συμμάχους των, των οποίων οι αντιπρόσωποι έτυχαν παρόντες εις την συνέλευσιν του λαού, εισαχθέντες προς τούτο υπό του Ώλκιβιάδου.
47. (1) "Νι Ώθηναίοι, αφ' ενός, και οι Ώργείοι, Καντινείς, και Ελείοι, εξ άλλου, συνωμολόγησαν δι' εαυτούς και
εξ ονόματος των συμμάχων, επί των οποίων άρχει έκαστος, ειρήνην εκατόν ετών προς αλλήλους κατά γήν και θάλασσαν, άδολον και απαραβίαστον. (2) "Βεν επιτρέπεται με κανένα τρόπον και υπό ουδεμίαν πρόφασιν εχθροπραξία, ούτε εκ μέρους των Ώργείων, των Ελείων και των Καντινέων, ως και των συμμάχων αυτών, εναντίον των Ώθηναίων και των συμμάχων, επί των οποίων άρχουν οι Ώθηναίοι, ούτε εκ μέρους των Ώθηναίων και των συμμάχων, επί των οποίων άρχουν ούτοι, εναντίον των Ώργείων, των Ελείων, των Καντινέων και των συμμάχων αυτών. (3) "Νι Ώθηναίοι, οι Ώργείοι, οι Ελείοι και οι Καντινείς συνομολογούν συμμαχίαν διαρκείας εκατόν ετών, υπό τους επομένους όρους: Γάν εχθρός εισβάλη εις το έδαφος των Ώθηναίων, οι Ώργείοι, οι Ελείοι και οι Καντινείς οφείλουν να σπεύσουν εις Ώθήνας και παράσχουν εις τους Ώθηναίους οιανδήποτε βοήθεαν ζητήσουν ούτοι, με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Ώλλ' εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν, απέλθη, οι Ώργείοι, οι Καντινείς, οι Ελείοι και οι Ώθηναίοι θα θεωρούν αυτόν κοινόν εχθρόν και θα διεξάγουν κατ' αυτού τον πόλεμον από κοινού, και καμμία εκ των πόλεων τούτων δεν θα επιτρέπεται να συνομολογήση μετ' αυτού ειρήνην, εάν δεν συμφωνήσουν περί τούτου όλαι ομού. (4) "Γξ άλλου, εάν εχθρός εισβάλη εις το έδαφος των Ελείων ή των Καντινέων ή των Ώργείων, οι Ώθηναίοι οφείλουν να σπεύσουν εις το Άργος, την Καντίνειαν ή την Ήλιδα και παράσχουν εις τας πόλεις αυτάς οιανδήποτε βοήθειαν ζητήσουν, με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Ώλλ' εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν αυτών, απέλθη, οι Ώθηναίοι, οι Ώργείοι, οι Καντινείς και οι Ελείοι θα θεωρούν αυτόν κοινόν εχθρόν και θα διεξάγουν κατ' αυτού τον πόλεμον από κοινού, και καμμία εκ των πόλεων τούτων δεν θα επιτρέπεται να συνομολογήση μετ' αυτού ειρήνην, εάν δεν συμφωνήσουν περί τούτου όλαι ομού. (5) "Νι σύμμαχοι δεν θα επιτρέπουν την διέλευσιν εμπολέμου δυνάμεως δια του ιδίου αυτών εδάφους ή του εδάφους των συμμάχων, επί των οποίων έκαστος αυτών άρχει, ή δια θαλάσσης, εκτός αν επιτρέψουν την διέλευσιν δια ψηφίσματος όλαι αι πόλεις, Ώθήναι, Άργος, Καντίνεια και Ήλις. (6) "Ε πόλις, η πέμπουσα στρατεύματα προς βοήθειαν, οφείλει να εφοδιάζη αυτά με τρόφιμα τριάντα ημερών, υπολογιζομένων από της ημέρας της αφίξεώς των εις την πόλιν που εζήτησε βοήθειαν, και να εφοδιάζη ομοίως αυτά κατά την επιστροφήν των. Ώλλ' εάν η ζητήσασα την βοήθειαν πόλις θέλη να χρησιμοποιήση τον στρατόν δια περισσότερον χρόνον, οφείλει να δίδη σιτηρέσιον εις έκαστον οπλίτην, ψιλόν στρατιώτην και τοξότην, τρεις Ώιγινητικούς οβολούς καθ' ημέραν και εις έκαστον ιππέα μίαν Ώιγινητικήν δραχμήν. (7) "Ε πόλις, η ζητήσασα την βοήθειαν, θα έχη την γενικήν αρχηγίαν της στρατιάς, εφόσον ο πόλεμος διεξάγεται επί του εδάφους της. Ώλλ' εάν πασαι αι πόλεις αποφασίσουν εκ συμφώνου να εκστρατεύσουν εκτός του εδάφους των, πάσαι θα μετέχουν εξ ίσου της αρχηγίας. (8) "Ρον όρκον της συνθήκης θα ορκισθούν οι Ώθηναίοι δι' εαυτούς και τους συμμάχους των. Νι Ώργείοι, οι Καντινείς, οι Ελείοι και οι σύμμαχοί των θα ορκισθούν έκαστος εις τας ιδίας αυτών πόλεις. Ν όρκος θα δοθή
επί θυμάτων τελείας σωματικής αναπτύξεως κατά τον τύπον, ο οποίος θεωρείται επισημότατος εις εκάστην πόλιν. Ν όρκος δε θα είναι ο εξής: "πόσχομαι να τηρήσω την συνθήκην της ειρήνης και της συμμαχίας, συμφώνως προς τας διατάξεις αυτής, μετά δικαιοσύνης και ευθύτητος και άνευ οπισθοβουλίας, και να μη παραβώ αυτήν με κανένα τρόπον και υπό ουδεμίαν πρόφασιν". (9) "Γις τας Ώθήνας, ο όρκος θα δοθή υπό της ΐουλής και των εντοπίων αρχόντων, ενώπιον των πρυτάνεων. Γις το Άργος, υπό της ΐουλής, του συμβουλίου των ογδοήντα και των αρτύνων ενώπιον του συμβουλίου των ογδοήντα. Γις την Καντίνειαν, υπό των δημιουργών, της ΐουλής και των άλλων αρχόντων, ενώπιον των θεωρών και των πολεμάρχων. Γις την Ήλιδα, υπό των δημιουργών, των ανωτάτων αρχόντων και των εξακοσίων, ενώπιον των δημιουργών και των δεσμοφυλάκων, (10) "Νι όρκοι θ' ανανεούνται υπό των Ώθηναίων, αποστελλόντων προς τούτο αντιπροσώπους τριάντα ημέρας προ των Νλυμπιακών αγώνων εις την Ήλιδα, την Καντίνειαν και το Άργος υπό των Ώργείων, των Ελείων και των Καντινέων, αποστελλόντων προς τούτο αντιπροσώπους εις Ώθήνας, δέκα ημέρας προ των Κεγάλων Ξαναθηναίων. (11) "Ε συνθήκη της ειρήνης και της συμμαχίας και οι όρκοι θ' αναγραφούν υπό των Ώθηναίων εις λιθίνην στήλην επί της Ώκροπόλεως, υπό των Ώργείων εις τον ναόν του Ώπόλλωνος εις την Ώγοράν, υπό των Καντινέων εις τον ναόν του Βιός εις την Ώγοράν. Νι σύμμαχοι θα στήσουν από κοινού χαλκήν στήλην εις την Νλυμπίαν, κατά την επικειμένην εορτήν των Νλυμπιακών αγώνων. (12) "Γάν αι σύμμαχοι πόλεις θελήσουν να προσθέσουν τι εις τας ανωτέρω διατάξεις, ό,τι δήποτε αποφασισθή υπ' αυτών εκ συμφώνου και κατόπιν κοινής διασκέψεως, θα είναι υποχρεωτικόν".
Ροιαύτην έλαβε μορφήν η συνομολογηθείσα ειρήνη και η συμμαχία. Ώλλ' ούτε οι Ώθηναίοι, ούτε οι Ιακεδαιμόνιοι παρητήθησαν ως εκ τούτου της υφισταμένης μεταξύ αυτών ειρήνης και συμμαχίας. Νι Θορίνθιοι, εξ άλλου, μολονότι σύμμαχοι των Ώργείων δεν προσεχώρησαν εις την νέαν ταύτην συνθήκην. Γίχαν μάλιστα αρνηθή να λάβουν μέρος εις επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν, η οποία είχε συνομολογηθή προηγουμένως μεταξύ Ελείων, Ώργείων και Καντινέων, δηλώσαντες ότι αρκεί εις αυτούς η αρχική αμυντική συμμαχία, δια της οποίας ανέλαβαν την υποχρέωσιν να βοηθούνται αμοιβαίως, χωρίς να υποχρεούνται να λαμβάνουν μέρος εις επιθετικόν πόλεμον. Νύτως, οι Θορίνθιοι απεχωρίσθησαν των τέως συμμάχων των και εστράφησαν πάλιν προς τους Ιακεδαιμονίους.
Θατά το θέρος τούτο ετελέσθησαν οι Νλυμπιακοί αγώνες, κατά τους οποίους ο εξ Ώρκαδίας Ώνδροσθένης ενίκησε δια πρώτην φοράν το παγκράτιον. Νι Ιακεδαιμόνοι απεκλείσθησαν εκ του ιερού χώρου του ναού υπό των Ελείων, και ούτως ούτε θυσίαν ημπορούσαν να προσφέρουν, ούτε εις τους αγώνας να λάβουν μέρος, διότι ηρνήθησαν να πληρώσουν το πρόστιμον, εις το οποίον κατεδικάσθησαν, σύμφωνα με τον Νλυμπιακόν νόμον, υπό των Ελείων, ισχυριζομένων ότι διαρκούσης της εκεχειρίας των Νλυμπιακών αγώνων
εξεστράτευσαν κατά του φρουρίου και εισήγαγαν Ιακεδαιμονίους οπλίτας εντός του Ιεπρέου. Ρο ποσόν του προστίμου ανήρχετο εις δύο χιλιάδας μνας, ήτοι δύο μνας δι' έκαστον οπλίτην, σύμφωνα με την διάταξιν του νόμου. Νι Ιακεδαιμόνιοι έπεμψαν πρέσβεις και υπεστήριξαν, ότι δεν κατεδικάσθησαν δικαίως, ισχυριζόμενοι ότι καθ' όν χρόνον εισήγαγαν τους οπλίτας των εις το Ιέπρεον, η ιερά εκεχειρία δεν είχεν αναγγελθή εις την Ιακεδαίμονα. Ώλλ' οι Ελείοι απήντησαν, ότι η εκεχειρία, η οποία αναγγέλλεται πρώτον μεταξύ αυτών των ιδίων, ίσχυεν ήδη εις την Ελείαν, και ότι ενώ αυτοί, ως εν καιρώ ανακωχής, έμεναν ήσυχοι και δεν επερίμεναν επίθεσιν, οι Ιακεδαιμόνοι επωφελήθησαν της ευκαρίας δια να διαπράξουν την αδικίαν εκείνην αιφνιδιαστικώς. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, ανταπήντησαν ότι οι Ελείοι δεν ώφειλαν ν' ανακοινώσουν καθόλου εις την Ιακεδαίμονα την εκεχειρίαν, εάν ενόμιζαν ότι αυτή είχε παραβιασθή, αλλ' ανεκοίνωσαν αυτήν, διότι δεν είχαν τότε τοιαύτην ιδέαν και έκτοτε πάσα κατ' αυτών εχθροπραξία έπαυσεν. Νι Ελείοι όμως επέμεναν εις την γνώμην των, ότι ηδικήθησαν υπό των Ιακεδαιμονίων και ότι τα περι του εναντίου επιχερήματα τούτων δεν ημπορούσαν να τους πείσουν. Ώλλ' ότι αν ήθελαν να τους αποδώσουν το Ιέπρεον, όχι μόνον εδέχοντο να παραιτηθούν του ανήκοντος εις αυτούς μέρους του προστίμου, αλλά και να πληρώσουν οι ίδιοι αντ' εκείνων το μέρος αυτού, το ανήκον εις τον θεόν. 50. Ώποκρουσθείσης και της προτάσεως ταύτης, οι Ελείοι επρότειναν πάλιν εις τους Ιακεδαιμονίους να μην αποδώσουν μεν το Ιέπρεον, εάν επέμεναν εις την άρνησίν των, αφού όμως επεθύμουν ζωηρώς να τους επιτραπή η ελευθέρα είσοδος του ναού του Νλυμπίου Βιός, ν' αναβούν εις τον βωμόν αυτού και υποσχεθούν ενόρκως ενώπιον όλων των Γλλήνων, ότι πράγματι θα καταβάλουν το πρόστιμον βραδύτερον. Ώλλ' επειδή ούτε την πρότασιν ταύτην εδέχθησαν, οι Ιακεδαιμόνιοι απεκλείσθησαν από τον ναόν, τας θυσίας και τους αγώνας, και περιωρίσθησαν να προσφέρουν τας θυσίας των εις την ιδίαν αυτών πόλιν, ενώ οι λοιποί Έλληνες, πλην των Ιεπρεατών, έγιναν δεκτοί. Νι Ελείοι όμως, φοβούμενοι μήπως οι Ιακεδαιμόνιοι θελήσουν δια της βίας να εισέλθουν εις τον ναόν και προσφέρουν θυσίας, συνεκρότησαν φρουράν εκ των νεωτέρων ενόπλων ανδρών. Γις βοήθειαν τούτων ήλθαν και χίλιοι Ώργείοι, χίλιοι Καντινείς και μερικοί Ώθηναίοι ιππείς, οι οποίοι ανέμεναν εις την Ώρπίνην (απέχουσαν είκοσι στάδια από την Νλυμπίαν) την τέλεσιν της εορτής. Νι μετέχοντες της πανηγύρεως κατείχοντο υπό μεγάλου φόβου μήπως οι Ιακεδαιμόνιοι έλθουν να επιβληθούν δια των όπλων, και ο φόβος των ηύξησεν, όταν ο Ιακεδαιμόνιος Ιίχας, υιός του Ώρκεσιλάου, ετραυματίσθη υπό των ραβδούχων εντός του στίβου, λόγω του ότι αποκλεισθείς ως Ιακεδαιμόνιος από τον κατάλογον των μελλόντων ν' αγωνισθούν, είχε καταχωρίσει το άρμα του, συρόμενον υπό ζεύγους ίππων, εις όνομα του δημοσίου των ΐοιωτών. ταν δε τούτο ανεκηρύχθη νικητής, προχωρήσας εις τον στίβον, εστεφάνωσε τον ηνίοχον, θέλων να δείξη ότι το άρμα ήτον ιδικόν του. Ρο επεισόδιον τούτο κατετρόμαξεν έτι μάλλον τον κόσμον και ενόμισαν, ότι κάτι σοβαρόν θα συμβή. Νι Ιακεδαιμόνιοι όμως έμειναν ήσυχοι, και ούτως η εορτή διεξήχθη άνευ περαιτέρω επεισοδίων. Κετά την εορτήν των Νλυμπίων, οι Ώργείοι ήλθαν μετά των άλλων συμμάχων των εις την Θόρινθον, δια να πείσουν τους Θορινθίους να λάβουν μέρος εις τη συμμαχίαν. Θαι πρέσβεις των Ιακεδαιμονίων έτυχαν ωσαύτως να ευρίσκωνται εκεί. Κετά μακράς όμως διαπραγματεύσεις, εις ουδέν κατέληξαν, και ένεκα επισυμβάντος σεισμού, οι πρέσβεις των διαφόρων πόλεων επέστρεψαν εις τα ίδια. Θαι το θέρος έληξε.
Θατά τον επόμενον χειμώνα έλαβε χώραν μάχη μεταξύ των Ερακλειωτών της Ρραχίνος και των Ώινιάνων, Βολόπων, Κηλιέων και τινών Ζεσσαλών. Βιότι οι λαοί ούτοι εγειτόνευαν και διέκειντο εχθρικώς προς την Εράκλειαν, της οποίας η οχύρωσις αποκλειστικόν σκοπόν είχε την κατ' αυτών απειλήν. Θαι ευθύς εξ αρχής της ιδρύσεώς της, εκηρύχθησαν εχθροί της και ηρήμωναν αυτήν όσον ηδύναντο, τώρα ενίκησαν τους Ερακλειώτας κατά την συγκροτηθείσαν μάχην, εφονεύθησαν δε και άλλοι Ερακλειώται, και ο Ιακεδαιμόνιος Μενάρης, υιός του Θνίδιος, διοικητής της πόλεως. Νύτως έληξεν ο χειμών και συγχρόνως το δωδέκατον έτος του πολέμου.
Γυθύς κατά την αρχήν του επομένου θέρους, οι ΐοιωτοί κατέλαβαν την Εράκλειαν, η οποία μετά την μάχην υφίστατο μεγάλας ερημώσεις, και απέπεμψαν τον Ιακεδαιμόνιον Εγησιππίδαν δια κακήν άσκησιν της αρχής. Γις την κατάληψιν προέβησαν εκ φόβου μήπως οι Ώθηναίοι, επωφελούμενοι της ανησυχίας και ταραχής, εις την οποίαν ευρίσκοντο οι Ιακεδαιμόνιοι, ένεκα των πραγμάτων της Ξελοποννήσου, τους προκαταλάβουν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, ηγανάκτησαν κατ' αυτών.
Θατά την διάρκειαν του αυτού θέρους, ο Ώλκιβιάδης, υιός του Θλεινίου, εις των Ώθηναίων στρατηγών, ενεργών εκ συμφώνου με τους Ώργείους και τους συμμάχους των, ήλθεν εις την Ξελοπόννησον, επί κεφαλής ολίγων Ώθηναίων οπλιτών και τοξοτών. Ξαραλαβών δε μεθ' εαυτού και στρατιωτικήν δύναμιν εκ των εκεί συμμάχων, και διερχόμενος την Ξελοπόννησον μετά του στρατού του, όχι μόνον τας υποθέσεις της συμμαχίας ερρύθμισεν αλλά και τους Ξατρείς έπεισε να κατασκευάσουν τείχος, εκτεινόμενον μέχρι της θαλάσσης, και ο ίδιος σκοπόν είχε να κατασκευάση φρούριον εις το Οίον της ΏχαΎας. Ώλλ' οι Θορίνθιοι, οι Πυκυώνιοι και άλλοι, δια τους οποίους η κατασκευή του φρουρίου τούτου απετέλει απειλήν, προσδραμόντες, ημπόδισαν αυτήν.
Θατά το αυτό θέρος, εξερράγη πόλεμος μεταξύ Γπιδαυρίων και Ώργείων. Φς πρόφασις υπήρξεν η άρνησις των Γπιδαυρίων ν' αποστείλουν τα θύματα, τα οποία υπεχρεούντο να παρέχουν ως μίσθωμα νομής εις τον ναόν του Ξυθαίου Ώπόλλωνος, επί του οποίου οι Ώργείοι ήσκουν την ανωτάτην επιμέλειαν. Ώλλά και ανεξαρτήτως της αιτιάσεως ταύτης, ο Ώρκιβιάδης και οι Ώργείοι έκριναν σκόπιμον να εξαναγκάσουν, ει δυνατόν, την Γπίδαυρον να εισέλθει εις την συμμαχίαν των, διότι ενόμιζαν ότι τοιουτοτρόπως και την ουδετερότητα της Θορίνθου εξησφάλιζαν και η μεταφορά επικουριών εκ της Ώιγίνης προς τους συμμάχους θα ήτο δια τους Ώθηναίους συντομωτέρα παρά αν εγίνετο δια του περίπλου του ακρωτηρίου Πκυλλαίου. Φς εκ τούτου, οι Ώργείοι παρεσκευάζοντο να εισβάλουν αυτοί εις το έδαφος της Γπιδαύρου, όπως εκβιάσουν την παροχήν του οφειλομένου θύματος. 54. Ώλλά περί την αυτήν εποχήν και οι Ιακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας δυνάμεις, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Άγιδος, υιού του Ώρχιδάμου. Γίχαν δε προχωρήσει μέχρι των Ιεύκτρων, πόλεως
κειμένης εις τα προς το όρος Ιύκαιον όρια της χώρας των, χωρίς κανείς να γνωρίζη, ούτε αυταί αι Ιακωνικαί πόλεις, αι μετέχουσαι της εκστρατείας, που αυτή διηυθύνετο. Ώλλ επειδή αι θυσίαι των δια την διάβασιν των συνόρων δεν απέβησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια και διεμήνυσαν προς τους συμμάχους όπως μετά παρέλευσιν του προσεχούς μηνός (ο οποίος ήτο ο Θαρνείος μην, θεωρούμενος ιερός υπό των Βωριέων), ετοιμασθούν δι' εκστρατείαν. Κετά την αποχώρησιν τον στρατού των Ιακεδαιμονίων, οι Ώργείοι, εκστρατεύοντες την εικοστήν εβδόμην του μηνός του προηγουμένου του Θαρνείου, και τηρήσαντες την ημέραν ταύτην καθ' όλην την διάρκειαν της εκστρατείας, εισέβαλαν εις το έδαφος της Γπιδαύρου και ηρήμωναν αυτό. Νι Γπιδαύριοι επεκαλούντο την βοήθειαν των συμμάχων, εκ των οποίων άλλοι μεν ηρνήθησαν να έλθουν, προφασιζόμενοι την ιερότητα του μηνός, άλλοι δε, ελθόντες μέχρι των ορίων της Γπιδαυρίας, έμειναν εκεί αδρανούντες. 55. Γνώ οι Ώργείοι ήσαν εις το έδαφος της Γπιδαύρου, συνήλθαν εις την Καντίνειαν, συνεπεία πρωτοβουλίας των Ώθηναίων, πρέσβεις εκ των διαφόρων πόλεων. Θατά την γενομένην συνδιάσκεψιν, ο Θορίνθιος Γυφαμίδας παρετήρησεν ότι οι λόγοι των δεν συμφωνούν με τα έργα, διότι, ενώ αυτοί συνδιεσκέπτοντο περί ειρήνης, οι Γπιδαύριοι με τους συμμάχους των και οι Ώργείοι αντιμετώπιζαν αλλήλους ένοπλοι. φειλαν λοιπόν να μεταβούν πρώτον εις τα στρατόπεδα αμφοτέρων και πείσουν αυτούς ν αποστρατευθούν, και αφού επιτύχουν τούτο, επαναλάβουν τας περί ειρήνης διαπραγματεύσεις. Ε πρότασις αυτή έγινε δεκτή και μεταβάντες οι πρέσβεις έπεισαν τους Ώργείους ν' απέλθουν εκ της Γπιδαυρίας. Ώλλ' ότε ακολούθως η συνδιάσκεψις επανελήφθη, δεν κατώρθωσαν ουδέ τότε να φθάσουν εις οριστικήν συνεννόησιν, και οι Ώργείοι εισέβαλαν και πάλιν εις την Γπιδαυρίαν και ηρήμωναν αυτήν. Ώλλά και οι Ιακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν μέχρι των Θαρυών. Γπειδή όμως ούτε εδώ υπήρξαν ευνοϊκαί αι θυσίαι δια την διάβασιν των συνόρων, επέστρεψαν εις τα ίδια. Θαι οι Ώργείοι, αφού ηρήμωσαν το τρίτον περίπου της Γπιδαυρίας, απήλθαν εις τα ίδια. Τίλιοι οπλίται Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Ώλκιβιάδου, είχαν έλθει προς βοήθειάν των, όταν έμαθαν ότι οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν εκστρατεύσει αλλ' επειδή δεν υπήρχε πλέον ανάγκη αυτών, απήλθαν. Θαι ούτως έληξε το θέρος.
Θατά τον επόμενον χειμώνα, αι Ιακεδαιμόνιοι, διαφυγόντες την προσοχήν των Ώθηναίων, έπεμψαν δια θαλάσσης εις την Γπίδαυρον φρουράν τριακοσίων ανδρών, υπό την αρχηγίαν του Εγησιππίδα. Νι Ώργείοι ήλθαν εις τας Ώθήνας και παρεπονέθησαν ότι εναντίον της διατάξεως της μεταξύ αυτών συνθήκης, της οριζούσης ότι οι σύμμαχοι δεν θα επιτρέψουν την δια του εδάφους των διέλευσιν εμπολέμου δυνάμεως, οι Ώθηναίοι άφισαν τους Ιακεδαιμονίους να παραπλεύσουν τας ακτάς που τους ανήκαν. Θαι εκτός εάν μετέφεραν εις την Ξήλον τους Κεσσηνίους και τους Γίλωτας, ως αντίποινα κατά των Ιακεδαιμονίων, θα εθεώρουν εαυτούς αδικουμένους. Νι Ώθηναίοι κατά συμβουλήν του Ώλκιβιάδου, έγραψαν εις το κάτω μέρος της στήλης εις την οποίαν ήτο αναγεγραμμένη η προς τους Ιακεδαιμονίους συνθήκη ειρήνης, ότι οι τελευταίοι δεν ετήρησαν τους όρκους των, και μετέφεραν εις την Ξύλον εκ Θραναίας τους Γίλωτας, δια να ενεργούν ληστρικάς επιδρομάς επί του Ιακωνικού εδάφους, αλλά δεν έλαβαν περαιτέρω μέτρα. Θατά την διάρκειαν του χειμώνος, εξηκολούθησεν ο μεταξύ Ώργείων και Γπιδαυρίων πόλεμος, αλλά μάχη μεν εκ παρατάξεως ουδεμία έγινε, ενέδραι δε μόνον και επιδρομαί κατά τας οποίας υφίσταντο απωλείας άλλοτε το εν και άλλοτε το άλλο μέρος. ταν ετελείωνεν ο χειμών και επέκειτο το έαρ, οι Ώργείοι επήλθαν κατά της
Γπιδαύρου, φέροντες κλίμακας, διότι, ενόμιζαν ότι ένεκα του πολέμου ήτο έρημος υπερασπιστών και θα την κατελάμβαναν δι' εφόδου. Ώλλ' απέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι. Θαι ούτως έληξεν ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον τρίτον έτος του πολέμου. 57. Θατά τα μέσα του επομένου θέρους, οι Ιακεδαιμόνιοι βλέποντες ότι οι σύμμαχοι αυτών Γπιδαύριοι εταλαιπωρούντο και ότι εκ των λοιπών πόλεων της Ξελοποννήσου άλλαι μεν είχαν ήδη αποσπασθή απ' αυτούς, ενώ άλλων αι διαθέσεις ήσαν δυσμενείς, και νομίσαντες ότι αν δεν σπεύσουν να προλάβουν, η κατάστασις θα επεδεινούτο, εξεστράτευσαν κατά του Άργους με όλας των τας δυνάμεις, περιλαμβανομένων και των Γιλώτων, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως αυτών Άγιδος, υιού του Ώρχιδάμου. Ρης εκστρατείας μετέσχον και οι Ρεγεάται και όσοι άλλοι εκ των Ώρκάδων ήσαν σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων. Νι λοιποί σύμμαχοί των εκ της άλλης Ξελοποννήσου και εκτός αυτής συνεκεντρώθησαν εις την Σλειούντα, όπου προσήλθαν ΐοιωτοί μεν πέντε χιλιάδες οπλίται, ισάριθμοι ψιλοί, πεντακόσιοι ιππείς και ισάριθμοι άνιπποι (ωκύποδες πεζοί), Θορίνθιοι δε δύο χιλιάδες οπλίται, και διάφορα αποσπάσματα εκ των άλλων πόλεων. Νι Σλειάσιοι όμως προσήλθαν πανστρατιά, λόγω του ότι η συγκέντρωσις εγίνετο επί του εδάφους των. 58. Νι Ώργείοι, οι οποίοι, είχαν πληροφορηθή εγκαίρως τας παρασκευάς των Ιακεδαιμονίων, ήδη, ότε ούτοι εβάδιζαν προς την Σλειούντα, διά να ενωθούν με τους λοιπούς, εξεστράτευσαν και αυτοί. Γις βοήθειάν των είχαν προσέλθει οι Καντινείς μετά των συμμάχων των και τρείς χιλιάδες Ελείοι οπλίται. Θατά την πορείαν των, συνηντήθησαν με τους Ιακεδαιμονίους εις το έδαφος του Κεθυδρίου της Ώρκαδίας. Νι δύο στρατοί κατέλαβαν ανά ένα λόφον. Νι Ώργείοι ητοιμάζοντο να επιτεθούν κατά των Ιακεδαιμονίων, επωφελούμενοι του γεγονότος ότι δεν είχαν ενωθή ακόμη μετά των συμμάχων των, αλλ' ο Άγις εξεκίνησε με τον στρατόν του εν καιρώ νυκτός, και χωρίς να εννοηθή εβάδισε προς την Σλειούντα, όπως ενωθή με τους εκεί συμμάχους. Νι Ώργείοι, αντιληφθέντες τούτο κατά τα εξημερώματα, προήλασαν πρώτον μεν προς το Άργος, έπειτα δε δια της οδού προς την Λεμέαν, δια της οποίας επερίμεναν ότι θα καταβούν οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των εις την πεδιάδα. Ώλλ' ο Άγις, αντί ν' ακολουθήση την οδόν αυτήν, από την οποίαν επεριμένετο, εξέδωκε διαταγήν πορείας επί τη βάσει της οποίας αυτός μεν επί κεφαλής των Ιακεδαιμονίων, Ώρκάδων και Γπιδαυρίων, πορευθείς δι' άλλης δυσβάτου οδού, κατέβη εις την πεδιάδα του Άργους. Νι δε Θορίνθιοι, Ξελληνείς και Σλειάσιοι ηκολούθησαν άλλην απότομον ατραπόν, ενώ η προς τους ΐοιωτούς, Κεγαρείς και Πικυωνίους διαταγή του Άγίδος ήτο να κατέρχωνται δια της οδού της Λεμέας, όπου ήσαν στρατοπεδευμένοι οι Ώργείοι, όπως επιτεθούν κατ' αυτών δια του ιππικού εκ των νώτων, εις περίστασιν καθ' ην ούτοι θα επετίθεντο κατ' αυτού, προελαύνοντες δια της πεδιάδος. Βώσας τας διαταγάς ταύτας ο Άγις, κατήλθεν εις την πεδιάδα και ήρχισεν ερημώνων την Πάμινθον και άλλα μέρη.
Γίχεν ήδη εξημερώσει, ότε οι Ώργείοι, αντιληφθέντες την κίνησιν ταύτην του εχθρού, προσέτρεξαν κατ' αυτού εκ της Λεμέας, και συναντήσαντες αιφνιδίως τον στρατόν των Θορινθίων και Σλειασίων, εφόνευσαν ολίγους εκ των Σλειασίων, υποστάντες και αυτοί εκ μέρους των Θορινθίων απώλειας όχι πολύ μεγαλυτέρας. Νι ΐοιωτοί, οι Κεγαρείς και οι Πικυώνιοι προήλασαν, σύμφωνα με τας διαταγάς των, επί της οδού προς την Λεμέαν, όπου όμως δεν ευρήκαν πλέον τους Ώργείους, οι οποίοι είχαν καταβή εν τω μεταξύ εις την πεδιάδα και βλέποντες τα κτήματά των ερημούμενα, παρετάσσοντο προς μάχην. Θαι οι Ιακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο να
τους αντιμετωπίσουν. Νι Ώργείοι ευρίσκοντο ούτω περικυκλωμένοι, διότι οι μεν Ιακεδαιμόνιοι και το μετ' αυτών τμήμα του συμμαχικού στρατού απέκοπταν εις αυτούς την μετά της πόλεως επικοινωνίαν εκ της πεδιάδος, οι Θορίνθιοι, οι Σλειάσιοι και οι Ξελληνείς απέκοπταν αυτούς εκ των υψωμάτων, οι ΐοιωτοί, οι Πικυώνιοι και οι Κεγαρείς εκ της διευθύνσεως της Λεμέας. Νι Ώθηναίοι, άλλωστε, μόνοι εκ των συμμάχων δεν είχαν ακόμη φθάσει, και ως εκ τούτου οι Ώργείοι εστερούντο ιππικού. Νι πολλοί των Ώργείων και των συμμάχων των εθεώρουν ότι η θέσις των δεν ήτο και τόσον κακή, ενόμιζαν μάλιστα ότι η μάχη θα διεξήγετο υπό ευνοϊκάς περιστάσεις και ότι είχαν απομονώσει τους Ιακεδαιμονίους επί του ιδίου εαυτών εδάφους και πλησίον της πόλεως. Ώλλά δύο εκ των Ώργείων, ο Ζράσυλλος, εις από τους πέντε στρατηγούς, και ο Ώλκίφρων πρόξενος των Ιακεδαιμονίων, ενώ ήδη επέκειτο η σύγκρουσις των δυο στρατών, προσελθόντες προς τον Άγιν, συνδιελέχθησαν μετ' αυτού, συνιστώντες να μη προκαλέση αιματοχυσίαν, καθόσον οι Ώργείοι ήσαν έτοιμοι, εάν οι Ιακεδαιμόνιοι διατυπώσουν κατ' αυτών παράπονα, να δεχθούν αμερόληπτον διαιτησίαν, και συνομολογήσουν συνθήκην ειρήνης δια το μέλλον. 60. Νι εν λόγω Ώργείοι ωμίλησαν εξ ιδίας των πρωτοβουλίας και χωρίς να έχουν εντολήν του λαού. Θαι ο Άγις, δεχθείς τας προτάσεις των μόνος, χωρίς την συγκατάθεσιν της πλειοψηφίας των ηγετών των συμμαχικών αποσπασμάτων, και χωρίς καν να προκαλέση προηγουμένως κοινήν σύσκεψιν, αλλά περιορισθείς να συνεννοηθή με ένα μόνον εκ των Ιακεδαιμονίων αρχόντων, των συνοδευόντων την εκστρατείαν, συνωμολόγησεν ανακωχήν τεσσάρων μηνών, εντός των οποίων ώφειλαν οι Ώργείοι να εκτελέσουν τα συμφωνηθέντα, και απέσυρεν ευθύς τον στρατόν, χωρίς να δώση καμμίαν εξήγησιν προς τους άλλους συμμάχους. Νι Ιακεδαιμόνιοι, και οι σύμμαχοι ηκολούθησαν μεν τας διαταγάς του, εκ σεβασμού προς τον νόμον, αλλ' εμέμφοντο αυστηρώς μεταξύ των τον Άγιν, διότι επίστευαν ότι ενώ τους εδόθη ευκαιρία να συνάψουν μάχην υπό περιστάσεις ευνοϊκάς και ενώ οι εχθροί ήσαν περικυκλωμένοι πανταχόθεν υπό πεζικού και ιππικού, επέστρεφαν εις τα ίδια, χωρίς να κατορθώσουν τίποτε άξιον των προπαρασκευών των. Βιότι ουδέποτε μέχρι τούδε είχε συγκεντρωθή επί το αυτό λαμπρότερος Γλληνικός στρατός, και τούτο έγινεν ιδίως καταφανές, όταν το σύνολον των δυνάμεων ευρίσκετο εις την Λεμέαν. Ώπετελείτο δ' ο στρατός ούτος από τας δυνάμεις της Ιακεδαίμονος και επί πλέον από Ώρκάδας και ΐοιωτούς και Θορινθίους και Πικυωνίους και Ξελληνείς και Σλειασίους και Κεγαρείς, όλους άνδρας επιλέκτους εξ εκάστης των πόλεων τούτων. Θαι η δύναμις αυτού εκρίνετο ικανή να καταβάλη όχι μόνον τον συμμαχικόν σύνδεσμον των Ώργείων, αλλά και άλλον τοιούτον, ο οποίος τυχόν θα προσετίθετο. Νύτω τα διάφορα στρατιωτικά αποσπάσματα ανεχώρησαν επιστρέφοντα εις τα ίδια, όπου και διελύθησαν, μεμφόμενα τον Άγιν. Ώλλά και οι Ώργείοι εμέμφοντο ακόμη αυστηρότερα τους συνομολογήσαντας την ανακωχήν άνευ αδείας του δήμου, διότι επίστευαν και εκείνοι ότι οι Ιακεδαιμόνιοι τους διέφυγαν, διότι ουδέποτε καλλίτερα περίστασις ήτο δυνατόν να τους παρουσιασθή, αφού η μάχη θα εδίδετο πλησίον της πόλεώς των και θα συνηγωνίζοντο μετά πολλών και γενναίων συμμάχων. Θαι δια τούτο κατά την επιστροφήν των, ότε ευρίσκοντο εις τον Τάραδρον, όπου δικάζουν τα στρατιωτικά αδικήματα προ της εισόδου των εις την πόλιν, ήρχισαν λιθοβολούντες τον Ζράσυλλον. Θαι ούτος μεν, καταφυγών εις τον βωμόν εσώθη, η περιουσία του όμως δημεύθη.
Κετ' ολίγον έφθασεν εξ Ώθηνών επικουρία χιλίων οπλιτών και τριακοσίων ιππέων, υπό την αρχηγίαν του Ιάχητος και του Λικοστράτου. Νι Ώργείοι, μολονότι δυσηρεστημένοι κατά της ανακωχής, δεν ήθελαν εν τούτοις να την διαρρήξουν. Βια τούτο συνέστησαν εις τους Ώθηναίους να απέλθουν, και ηρνούντο να τους παρουσιάσουν προ του δήμου, με τον οποίον ήθελαν να συνεννοηθούν, μέχρις ότου οι Καντινείς και οι Ελείοι, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη αναχωρήσει, τους εξηνάγκασαν προς τούτο δια των επιμόνων παρακλήσεών των. Νι Ώθηναίοι τότε, δια του Ώλκιβιάδου. ο οποίος είχεν έλθει ως πρεσβευτής, υπεστήριξαν ενώπιον των Ώργείων και των λοιπών συμμάχων, ότι κακώς συνωμολογήθη η ανακωχή, άνευ της γνώμης των άλλων συμμάχων και τώρα ότε οι ίδιοι έφθασαν εις κατάλληλον ώραν, ώφειλαν να επαναλάβουν τας εχθροπραξίας. Νι σύμμαχοι, πεισθέντες από τα επιχειρήματά των, εβάδισαν ευθύς κατά του Ώρκαδικού Νρχομενού πάντες, πλην των Ώργείων, οι οποίοι, μολαταύτα πησθέντες, δεν ηκολούθηοαν ευθύς αμέσως, ήλθαν όμως και αυτοί ακολούθως. Θαι στρατοπεδεύσαντες πάντες πλησίον της πόλεως, ήρχισαν πολιορκούντες αυτήν και ενεργούντες επανειλημμένας εφόδους. Γις τους άλλους λόγους δια τους οποίους επεδίωκαν να την καταλάβουν, προσετίθετο και το γεγονός ότι οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν τοποθετημένους εκεί προς φύλαξιν ομήρους εκ της Ώρκαδίας. Νι Νρχομένιοι, φοβηθέντες μήπως ένεκα της αδυναμίας του τείχους των και του πλήθους του εχθρικού στρατού καταστραφούν, πριν έλθη κανείς προς βοήθειάν των, εσυνθηκολόγησαν, υπό τον όρον να εισέλθουν εις την συμμαχίαν, να δώσουν ομήρους εκ της πόλεώς των προς τους Καντινείς και να παραδώσουν εκείνους τους οποίους οι Ιακεδαιμόνιοι είχαν τοποθετήσει εκεί προς φύλαξιν.
Κετά την κατάληψιν του Νρχομενού, οι σύμμαχοι εσκέπτοντο κατά τίνος μέρους έπρεπε να στραφούν πρώτον. Θαι οι μεν Ελείοι εζήτουν να στραφούν κατά του Ιεπρέου, οι δε Καντινείς κατά της Ρεγέας. Νι Ώργείοι και οι Ώθηναίοι ετάχθησαν με το μέρος των Καντινέων. Νι Ελείοι, αγανακτήσαντες ότι απερρίφθη η κατά του Ιεπρέου προέλασις, επέστρεψαν εις τα ίδια, ενώ οι λοιποί σύμμαχοι ήρχισαν παρασκευαζόμενοι εις την Καντίνειαν δια την επίθεσιν κατά της Ρεγέας, μερικοί μάλιστα των κατοίκων της οποίας υπέσχοντο να την παραδώσουν.
Νι Ιακεδαιμόνιοι, επιστρέψαντες εις τα ίδια μετά την συνομολόγησιν της τετραμήνου ανακωχής, εμέμφοντο πικρώς τον Άγιν, ως μη κατακτήσαντα το Άργος, ενώ παρουσιάσθη προς τούτο ευκαιρία, ομοία της οποίας, όπως αυτοί ενόμιζαν, ουδέποτε άλλοτε είχε παρουσιασθή. Βιότι δεν ήτο εύκολον να συγκεντρώση τις τόσον πολυάριθμον και τόσον λαμπρόν συμμαχικόν στρατόν. Ώλλ' όταν έφθασε η είδησις περί της πτώσεως του Νρχομενού, ήρχισαν πλέον εξεγειρόμενοι πολύ περισσότερον και παρασυρόμενοι υπό του πλήθους, απεφάσισαν δ' αμέσως, παρά την συνήθειάν των, ότι έπρεπε να κατεδαφίσουν την οικίαν του Άγιδος και του επιβάλουν πρόστιμον εκατόν χιλιάδων δραχμών. Ώλλ' ούτος τους παρεκάλει θερμώς να μη προβούν εις την τιμωρίαν του, διότι θα εξηγόραζε το σφάλμα του δια γενναίας πράξεως, εις προσεχή εκστρατείαν. Γαν δε δεν κατώρθωνε τούτο, τότε ας κάμουν ό,τι θέλουν. Νι Ιακεδαιμόνιοι ανέβαλαν μεν το πρόστιμον και την κατεδάφισιν της οικίας, αλλ' εκ της αφορμής αυτής εψήφισαν νόμον πρωτοφανή εις την ιστορίαν των.
Γξέλεξαν ως συμβούλους αυτού δέκα Ππαρτιάτας, άνευ της συγκαταθέσεως των οποίων ούτε καν να εκκινήση εκ της πόλεως επί κεφαλής του στρατού δεν του ήτο επιτετραμμένον. 64. Γν τω μεταξύ, οι Ρεγεάται φίλοι των τους διαμήνυσαν ότι αν δεν έλθουν εσπευσμένως, η Ρεγέα θ' αποσπασθή, και παρ' ολίγον να είχεν ήδη αποσπασθή απ' αυτούς, δια να προσέλθη εις τους Ώργείους και τους συμμάχους των. Κόλις ελήφθη η είδησις αυτή, οι Ιακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας δυνάμεις, περιλαμβανομένων και των Γιλώτων, με ταχύτητα απαραδειγμάτιστον μέχρι τούδε. Γνώ δε διηυθύνοντο προς το Νρέσθειον της Καιναλίας, παρήγγειλαν προς τους συμμάχους των της Ώρκαδίας, αφού συγκεντρωθούν, ν' ακολουθήσουν αυτούς κατά πόδας εις την Ρεγέαν. (Σθάσαντες εις το Νρέσθειον απέστειλαν οπίσω το έκτον της δυνάμεώς των, αποτελούμενον από τους πρεσβυτέρους και τους νεωτέρους, δια να φυλάττουν την Ιακωνικήν, και με τον υπόλοιπον στρατόν έφθασαν εις την Ρεγέαν. Κετ' ολίγον προσήλθαν και, οι Ώρκάδες σύμμαχοι. Έπεμψαν συγχρόνως προς τους Θορινθίους, τους ΐοιωτούς, τους Σωκείς και τους Ιοκρούς, προσκαλούντες αυτούς εσπευσμένως να αποστείλουν επικουρίαν εις την Καντί-νειαν. Ώλλ η πρόσκλησις ήτο δια τους συμμάχους απρόοπτος, και, εξ άλλου, δια να προσέλθουν, έπρεπε να διέλθουν δια παρεμπίπτοντος εχθρικού εδάφους, το οποίον δεν ήτο εύκολον, πριν περιμείνουν αλλήλους και συγκεντρωθούν. Γν τούτοις, ενήργουν όσον ηδύναντο ταχύτερον. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, παραλαβόντες μεθ' εαυτών τους ήδη προσελθόντας συμμάχους εκ της Ώρκαδίας, εισέβαλαν εις το έδαφος της Καντινείας, και στρατοπεδεύσαντες πλησίον του ναού του Ερακλέους, ήρχισαν ερημώνοντες την χώραν. 65. Γυθύς ως οι Ώργείοι και οι σύμμαχοί των τους είδαν, κατέλαβαν θέσιν οχυράν και δυσπρόσιτον, όπου παρετάχθησαν εις μάχην. Νι Ιακεδαιμόνιοι προήλασαν κατ αυτών άνευ αναβολής, και είχαν φθάσει εις απόστασιν βολής λίθου και ακοντίου, ότε εις εκ των πρεσβυτέρων, βλέπων ότι επετίθεντο εναντίον θέσεως οχυράς, εφώναξε προς τον Άγιν, ότι ζητεί να θεραπεύση κακόν δια κακού, εννοών δια τούτου ότι ο παρών άκαιρος ζήλος του σκοπόν είχε να επανορθώση το σφάλμα της εξ Άργους υποχωρήσεώς του. Ν Άγις, είτε ένεκα της κραυγής αυτής, είτε και διότι ο ίδιος μετέβαλεν αιφνιδίως σκέψιν, απέσυρε πάλιν εσπευσμένως τον στρατόν πριν συμπλακή. Θαι φθάσας εις τα όρια του εδάφους της Ρεγέας, ήρχισε την αναγκαίαν εργασίαν δια να διοχετεύση εις το έδαφος της Καντινείας τα ύδατα τα οποία είναι η κυρία αιτία πολέμων μεταξύ Καντινέων και Ρεγεατών, ως εκ της βλάβης που προξενούν εις το μέρος προς το οποίον στρέφεται το ρεύμα των. Ήθελε δια τούτου να εξαναγκάση τον επί του λόφου στρατοπεδευμένον εχθρόν να καταβή, όπως εμποδίση την εκτροπήν του ίδατος, άμα ως αντιληφθή αυτήν, και ούτω συνάψη την μάχην εις την πεδιάδα. Θαι αυτός μεν έμεινε κατά την ημέραν εκείνην εκεί πλησίον του ύδατος, απασχολούμενος εις την εκτροπήν αυτού. Νι Ώργείοι, εξ άλλου, και οι σύμμαχοι αυτών κατ' αρχάς εκπλαγέντες διότι ο εχθρός, φθάσας τόσον πλησίον, απεσύρθη αιφνιδίως, δεν εγνώριζαν τί να υποθέσουν. Έπειτα, όταν οι Ιακεδαιμόνιοι απομακρυνόμενοι έπαυσαν να φαίνονται πλέον, αυτοί, εν τούτοις, ν' αδρανούν και να μη τους καταδιώκουν, ήρχισαν τότε πάλιν να κατηγορούν τους στρατηγούς των. Βεν ήρκει, έλεγαν, ότι άφισαν προηγουμένως τους Ιακεδαιμονίους να τους διαφύγουν, όταν τους είχαν τόσον καλά περικυκλωμένους πλησίον του Άργους, αλλά και τώρα που φεύγουν κανείς δεν τους καταδιώκει, αλλ' εκείνοι μεν διαφεύγουν με όλην των την ησυχίαν, αυτοί δε προδίδονται. Νι στρατηγοί κατ' αρχάς μεν εταράχθησαν, έπειτα όμως κατέβασαν τον στρατόν από τον λόφον και προχωρήσαντες εις την πεδιάδα, εστρατοπέδευσαν έτοιμοι να επιτεθούν κατά των εχθρών.
Ρην επομένην, οι Ώργείοι και οι σύμμαχοί των παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης, δια την περίπτωσιν, καθ' ην θα συνηντώντο μετά του εχθρού. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, καθ όν χρόνον επανήρχοντο εκ του ύδατος εις το παρά τον ναόν του Ερακλέους αρχικόν στρατόπεδόν των, βλέπουν πολύ πλησίον τον εχθρικόν στρατόν, εις απόστασιν τινα από του λόφου, παρατεταγμένον ήδη εις μάχην. Νυδέποτε οι Ιακεδαιμόνιοι, εφ' όσον ενθυμούντο, εδοκίμασαν ζωηροτέραν συγκίνησιν όσον εις την περίστασιν αυτήν, διότι δεν έπρεπε να χάσουν ουδέ στιγμήν, και ευθύς έσπευσαν να παραταχθούν, του βασιλέως Άγιδος δίδοντος τα διάφορα παραγγέλματα, σύμφωνα με τον νόμον. Βιότι οσάκις ο βασιλεύς ασκεί την αρχιστρατηγίαν, όλαι αι διαταγαί δίδονται υπ' αυτού, και αυτός μεν δίδει τας αναγκαίας γενικάς οδηγίας προς τους πολεμάρχους, οι πολέμαρχοι δε προς τους λοχαγούς, ούτοι προς τους πεντηκοντάρχους, ούτοι πάλιν προς τους ενωμοτάρχας και αυτοί προς την ενωμοτίαν. Θατά τον αυτόν τρόπον μεταβιβάζονται και τα αναγκαία παραγγέλματα, τα οποία ούτω φθάνουν ταχέως εις τον προορισμόν των, διότι ολόκληρος ο στρατός των Ιακεδαιμονίων, εκτός μικρού μέρους, αποτελείται από αξιωματικούς έχοντας υπό τας διαταγάς των άλλους αξιωματικούς, και η επιμέλεια της εκτελέσεως των διαταγών ανήκει εις πολλούς. 67. Θατά την ημέραν εκείνην, το αριστερόν μεν αυτών κέρας απετέλεσαν οι Πκιρίται, οι οποίοι μόνοι μεταξύ των Ιακεδαιμονίων έχουν ανέκαθεν το προνόμιον της θέσεως ταύτης. Ξλησίον αυτών ετάχθησαν οι στρατιώται που είχαν υπηρετήρει εις την Ταλκιδικήν με τον ΐρασίδαν και με αυτούς μερικοί νεοδαμώδεις (προσφάτως αποκτήσαντες τον τίτλον του ελευθέρου πολίτου). Κετ' αυτούς ετάχθησαν κατά σειράν οι διάφοροι λόχοι αυτών των Ιακεδαιμονίων, και πλησίον αυτών οι Εραιείς εκ της Ώρκαδίας και μετ' αυτούς οι Καινάλιοι. Γις το δεξιόν κέρας ετάχθησαν οι Ρεγεάται και ολίγοι Ιακεδαιμόνιοι, αποτελούντες το άκρον δεξιόν. Ρο ιππικόν ετάχθη εις τα δύο κέρατα. Ώυτή ήτο η παράταξις των Ιακεδαιμονίων. Ρο δεξιόν κέρας των αντιπάλων κατείχαν οι Καντινείς, λόγω του ότι η μάχη επρόκειτο να διεξαχθή επι του εδάφους των. Ξλησίον αυτών ετάχθησαν οι σύμμαχοι εκ της Ώρκαδίας, έπειτα οι χίλιοι επίλεκτοι Ώργείοι, εις τους οποίους η πόλις δια δημοσίας δαπάνης είχε παράσχει από πολλού τακτικήν στρατιωτικήν εκπαίδευσιν, και αμέσως παρ' αυτούς οι λοιποί Ώργείοι και μετ' αυτούς οι σύμμαχοι αυτών Θλεωναίοι και Νρνεάται, έπειτα δ' οι Ώθηναίοι, κατέχοντες το έσχατον αριστερόν και υποστηριζόμενοι υπό του ιδίου αυτών ιππικού. 68. Ροιαύτη ήτο η παράταξις και η σύνθεσις των δύο στρατών. Ν των Ιακεδαιμονίων ήτο καταφανώς πολυαριθμότερος. Ώλλά τον αριθμόν, είτε των διαφόρων αποσπασμάτων, είτε της συνολικής δυνάμεως εκατέρων, δεν θα ημπορούσα ν' αναγράψω μετ' ακριβείας. Βιότι ο αριθμός των Ιακεδαιμονίων, ως εκ της μυστικότητος της κυβερνήσεώς των, ηγνοείτο, ενώ ο αριθμός τον οποίον έδιδαν περί της ιδίας αυτών δυνάμεως οι αντίπαλοι, δεν επιστεύετο, ως εκ της τάσεως των ανθρώπων να μεγαλουχούν δια την ιδίαν αυτών δύναμιν. Γν τούτοις ο επόμενος υπολογισμός επιτρέπει να υπολογίση τις την δύναμιν των Ιακεδαιμονίων, η οποία εξεστράτευσε τότε. Γις την μάχην έλαβαν μέρος επτά λόχοι εκτός των Πκιριτών, των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις εξακοσίους. Έκαστος λόχος περιελάμβανε τέσσαρας πεντηκοστύας και εκάστη πεντηκοστύς τέσσαρας ενωμοτίας. Γις το μέτωπον εκάστης ενωμοτίας εμάχοντο τέσσαρες στρατιώται, ενώ το βάθος αυτών δεν ήτο ομοιόμορφον δι' όλους, αλλ' αφίνετο εις την διακριτικήν εξουσίαν εκάστου λοχαγού, γενικώς ειπείν όμως αι ενωμοτίαι ετάχθησαν επί οκτώ ζυγών κατά βάθος. Θαθ' όλον δε το μήκος του μετώπου, πλην των Πκιριτών, η πρώτη γραμμή απετελείτο από τετρακοσίους σαράντα οκτώ άνδρας.
69. Ώλλά κατά την στιγμήν που επέκειτο η σύγκρουσις, έκαστος των στρατηγών απηύθυνε προς τους στρατιώτας του τας επομένας παραινέσεις: Ξρος τους Καντινείς ελέχθη ότι επρόκειτο ν αγωνισθούν, όχι μόνον υπέρ πατρίδος, αλλά προς τούτοις υπέρ της διατηρήσεως των κατακτήσεών των ή της υποτελείας των, ότι δοκιμάσαντες και τα δύο δεν ήθελαν βέβαια να στερηθούν εκείνης ή να υποπέσουν πάλιν εις ταύτην. Ξρος τους Ώργείους υπενθύμισαν ότι πρόκειται ν' αγωνισθούν υπέρ της παλαιάς αυτών ηγεσίας και της ισότητος της επιρροής, της οποίας απήλαυαν ποτέ από κοινού μετά της Ππάρτης εις την Ξελοπόννησον, ότι δεν έπρεπε ν' ανεχθούν όπως στερηθούν αυτών δια παντός, και ότι ώφειλαν συγχρόνως να εκδικηθούν μισητούς γείτονας, οι οποίοι ηδίκησαν αυτούς κατ' επανάληψιν. Ξρος τους Ώθηναίους είπαν ότι ήτο ένδοξον πράγμα, αγωνιζόμενοι παρά το πλευρόν πολλών και γενναίων συμμάχων, να μη δειχθούν ουδενός κατώτεροι, και ότι αν ενίκων τους Ιακεδαιμονίους εντός αυτής της Ξελοποννήσου, όχι μόνον θα εξησφάλιζαν και θα επεξέτειναν την ηγεμονίαν των, αλλά και κανείς πλέον δεν θα υπήρχε φόβος να εισβάλη άλλος κανείς εις το έδαφός των. Θαι τοιαύται μεν υπήρξαν αι προς τους Ώργείους και τους συμμάχους αυτών παραινέσεις. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, και δια των κατ' ιδίαν συνδιαλέξεών των και δια των πολεμικών ασμάτων των παρεκίνουν αλλήλους να ενθυμούνται, ως αρμόζει εις γενναίους άνδρας, ό,τι είχαν μάθει, διότι εγνώριζαν ότι η σωτηρία των εστηρίζετο περισσότερον εις την προηγουμένην μακράν εξάσκησίν των παρά εις εύγλωττον παραίνεσιν, απευθυνομένην ολίγας στιγμάς προ της μάχης. 70. Κετά τούτο, οι δύο στρατοί εκινήθησαν εναντίον αλλήλων. Θαι οι μεν Ώργείοι και οι σύμμαχοί των προήλαυναν με αποφασιστικότητα και ορμήν ασυγκράτητον, ενώ οι Ιακεδαιμόνιοι επροχώρουν βραδέως, κανονίζοντες το βήμα των προς τον ρυθμόν της μουσικής πολλών αυλητών, οι οποίοι κατά τα έθιμά των είχαν ιδίαν θέσιν εντός της παρατάξεως. Ε μουσική αυτή δεν είχε χαρακτήρα θρησκευτικόν, αλλ' απέβλεπεν εις το να βαδίζη ο στρατός μετά κανονικού και ρυθμικού βήματος και προλαμβάνεται ούτως η διάσπασις της παρατάξεως, η οποία επέρχεται συνήθως κατά τας προελάσεις μεγάλων στρατιωτικών μονάδων. 71. Ώλλά πριν ακόμη, έλθουν εις χείρας, ιδού τί απεφάσισιεν ο Άγις. λοι ανεξαιρέτως οι στρατοί, καθ' ην στιγμήν προελαύνουν, δια να έλθουν εις χείρας, έχουν την τάσιν να προεκτείνουν το δεξιόν των. Φς εκ τούτου, το δεξιόν αμφοτέρων των στρατών προεκτείνεται πέραν του απέναντι εχθρικού αριστερού, λόγω τουότι έκαστος στρατιώτης, φοβούμενος δια το ακάλυπτον πλευρόν του, ζητεί να καλύψη αυτό όπισθεν της ασπίδος του προς τα δεξιά του τεταγμένου στρατιώτου, και νομίζει ότι όσον πυκνοτέρα είναι η παράταξις, τόσον ασφαλεστέρα είναι η προφύλαξις. πεύθυνος κυρίως δια τούτο είναι ο πρωτοστάτης του δεξιού κέρατος, ο οποίος επιζητεί διαρκώς ν' απομακρύνη το ακάλυπτον μέρος του σώματός του από την εχθρικήν προσβολήν, ενώ οι λοιποί, ένεκα του ιδίου φόβου, ακολουθούν το παράδειγμά του. Νύτω και εις την παρούσαν περίστασιν, οι Καντινείς, δια του δεξιού κέρατος όπου ευρίσκοντο, υπερεφαλάγγιζαν κατά πολύ τους Πκιρίτας, και ακόμη περισσότερον υπερεφαλάγγιζαν τους Ώθηναίους οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ρεγεάται, λόγω της αριθμητικής υπεροχής των. Σοβηθείς ο Άγις μήπως κυκλωθή το αριστερόν του, και νομίσας ότι οι Καντινείς είχαν υπερφαλαγγίσει αυτό μέχρι σημείου ανησυχητικού, διέταξε τους Πκιρίτας και τους στρατιώτας του ΐρασίδα να κινηθούν προς τα αριστερά, απομακρυνόμενοι του κυρίου σώματος του στρατού, δια να εξισώσουν το μέτωπόν των προς το των Καντινέων, και συγχρόνως, όπως πληρωθή το ούτω σχηματισθέν κενόν, παρήγγειλε τους πολεμάρχους Ηππονοϊδαν και Ώριστοκλή να μεταφέρουν δύο λόχους εκ
του δεξιού και τους εντάξουν εις αυτό. Βια της κινήσεως ταύτης ενόμιζεν ότι και εις το δεξιόν του θα έχη ακόμη υπεροχήν, και το απέναντι των Καντινέων τμήμα της παρατάξεώς του θα εξησφαλίζετο. 72. Γπειδή εν τούτοις η διαταγή εδόθη αιφνιδίως και καθ' ην στιγμήν ήρχιζεν η συμπλοκή, όχι μόνον ο Ώριστοκλής και ο ΗππονοΎδας ηρνήθησαν να εκτελέσουν την διαταχθείσαν κίνησιν (και δια το σφάλμα τούτο εξωρίσθησαν ύστερον εκ της Ππάρτης, θεωρηθέντες ότι επέδειξαν δειλίαν), αλλά και ο εχθρός προκατέλαβεν αυτούς διά της επιθέσεώς του και συνέβη ώστε, όταν ο Άγις, ως εκ της μη προσελεύσεως των δύο λόχων εις αντικατάστασιν των Πκιριτών, διέταξε τους τελευταίους τούτους να επανέλθουν εις την θέσιν των, αποκαθιστώντες πάλιν την συνέχειαν του μετώπου, ούτε αυτοί να είναι πλέον εις θέσιν να εκτελέσουν την κίνησιν ταύτην. Ώλλ' ενώ τοιουτοτρόπως οι Ιακεδαιμόνιοι εφάνησαν την ημέραν εκείνην εντελώς υποδεέστεροι υπό έποψιν τακτικής, απέδειξαν ότι υπό έποψιν ανδρείας προ πάντων υπερτέρουν ουσιωδώς τους αντιπάλους των. Βιότι, όταν ήλθαν εις χείρας προς τον εχθρόν, η δεξιά τούτου πτέρυξ, η αποτελούμενη από τους Καντινείς, έτρεψεν εις φυγήν τους Πκιρίτας και τους στρατιώτας του ΐρασίδα. Νι Καντινείς και οι Ώρκάδες σύμμαχοί των μετά των χιλίων επιλέκτων Ώργείων, εισπεσόντες εις το κενόν, το οποίον δεν είχαν κατορθώσει να κλείσουν οι Ιακεδαιμόνιοι, επροξένουν εις αυτούς φθοράν, και κυκλώσαντες το εκεί πορατεταγμένον μέρος αυτών, το απώθησαν και το ηνάγκασαν να καταφύγη μεταξύ των σκευαγωγών αμαξών του, όπου εφόνευσαν τινας των πρεσβυτέρων ανδρών, οι οποίοι ήσαν επιφορτισμένοι με την φύλαξιν τούτων. Νύτως, εις το μέρος τούτο οι Ιακεδαιμόνιοι ενικώντο, αλλ' ο λοιπός στρατός των, και μάλιστα το κέντρον, όπου ήτο ο βασιλεύς Άγις μετά των τριακοσίων σωματοφυλάκων των καλουμένων ιππέων, επέπεσαν κατά των πρεσβυτέρων εκ των Ώργείων, οι οποίοι ονομάζονται Ξεντάλοχοι, κατά των Θλεωναίων, των Νρνεατών και των Ώθηναίων, όσοι ήσαν παρατεταγμένοι πλησίον των τελευταίων τούτων, και τους έτρεψαν εις φυγήν. Νι πολλοί μάλιστα εξ αυτών ούτε εσκέφθησαν καν περί αντιστάσεως, αλλά μόλις είδαν τους Ιακεδαιμονίους επερχόμενους, ενέδωσαν, και μερικοί εξ αυτών κατεπατήθησαν αμοιβαίως ως εκ της σπουδής, με την οποίαν έφευγαν, δια να μη τους προφθάση ο εχθρός. 73. Ώλλ' ότε το μέρος τούτο του στρατεύματος των Ώργείων και των συμμάχων των είχεν ενδώσει, ήρχισε συγχρόνως να διασπάται και το εκατέρωθεν μέρος της παρατάξεώς των, ενώ συγχρόνως η δεξιά πτέρυξ των Ιακεδαιμονίων και των Ρεγεατών, η οποία υπερεφαλάγγιζε τους Ώθηναίους, ήρχισε περικυκλώνουσα αυτούς, εις τρόπον ώστε ηπειλούντο από διπλούν κίνδυνον, περικυκλούμενοι εις το εν μέρος και ηττηθέντες ήδη εις το άλλο. Θαι θα υπέφεραν περισσότερον από όλον το άλλο στράτευμα, εάν το συμπαριστάμενον ιππικόν των δεν τους είχε βοηθήσει. Ώλλά κατά σύμπτωσιν, ως αντελήφθη ο Άγις ότι το αριστερόν του, το ευρισκόμενον απέναντι των Καντινέων και των χιλίων επιλέκτων Ώργείων, έπασχε δεινώς, διέταξεν όλον τον στρατόν να βαδίση εις βοήθειαν της ηττωμένης πτέρυγάς του, οπότε οι Ώθηναίοι, καθ' ην στιγμήν το εχθρικόν στράτευμα εστράφη και απεμακρύνετο απ' αυτούς, διεσώθησαν ανενόχλητοι, και μετ' αυτών το ηττηθέν τμήμα του στρατού των Ώργείων. Νι Καντινείς, εξ άλλου και οι Ώρκάδες σύμμαχοί των και οι επίλεκτοι Ώργείοι καμμίαν πλέον δεν είχαν διάθεσιν, όπως εκμεταλλευθούν περαιτέρω την επιτυχίαν των, αλλά βλέποντες ότι ο λοιπός στρατός των είχεν ήδη νικηθή, και ότι οι Ιακεδαιμόνιοι επήρχοντο εναντίον των, ετράπησαν εις φυγήν. Θαι εκ μεν των Καντινέων εφονεύθησαν όχι ολίγοι, το πλείστον όμως των επιλέκτων Ώργείων εσώθη. Βεν κατεδιώχθησαν όμως φεύγοντες ούτε μετά πολλής ζέσεως, ούτε επί μακρόν διάστημα. Βιότι οι Ιακεδαιμόνιοι,
έως ότου νικήσουν τον εχθρόν, μάχονται επί μακρόν και εξασφαλίζουν την νίκην δια της επιμονής των, όταν όμως τον τρέψουν εις φυγήν, ούτε επί πολύν χρόνον, ούτε επί μακρόν διάστημα καταδιώκουν αυτόν. 74. Ροιαύτη, παραλειπομένων ίσως ασημάντων λεπτομερειών, υπήρξεν η μάχη αυτή, η μεγίστη αναμφισβητήτως των Γλληνικών μαχών, όσαι από μακροτάτου χρόνου έλαβαν χώραν, και εις την οποίαν έλαβαν μέρος αι σπουδαιόταται των πόλεων. Νι Ιακεδαιμόνιοι, τάξαντες φρουράν προ των νεκρών του εχθρού, έστησαν ευθύς τρόπαιον, ήρχισαν σκυλεύοντες τα πτώματα, συνέλεξαν τους νεκρούς των και τους μετέφεραν εις την Ρεγέαν, όπου τους έθαψαν και επέτρεψαν εις τους εχθρούς να παραλάβουν τους ιδικούς των, χορηγήσαντες προς τον σκοπόν τούτον σύντομον ανακωχήν. Γκ των Ώργείων, των Νρνεατών και των Θλεωναίων, έπεσαν επτακόσιοι, εκ των λοιπών δε διακόσιοι Καντινείς, διακόσιοι Ώθηναίοι μετά των εποίκων Ώιγινητών και οι δύο στρατηγοί των. Νι σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων δεν υπέφεραν τόσον, ώστε να υποστούν αξίας λόγου απωλείας. σον αφορά αυτούς τους ιδίους, ήτο δυσκολώτατον να εξακριβώση τις την αλήθειαν, αλλά λέγεται ότι εφονεύθησαν περί τους τριακοσίους. 75. Νλίγον προ της μάχης, ο έτερος βασιλεύς Ξλειστοάναξ, επί κεφαλής των πρεσβυτέρων και των νεωτέρων πολιτών, προσέτρεξε προς βοήθειαν. Ώλλά πριν προχωρήση πέραν της Ρεγέας, έμαθε την νίκην και επέστρεψε. Νι Ιακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν ωσαύτως να επιστρέψουν εις τα ίδια αι συμμαχικαί ενισχύσεις εκ της Θορίνθου και των εκτός του Ησθμού πόλεων, και απολύσαντες τους μετ' αυτών συμμάχους, επέστρεψαν οι ίδιοι εις την Ιακεδαίμονα, όπου εώρτασαν τα Θάρνεια, των οποίων η πανήγυρις συνέπιπτε τότε. Θαι δια τούτου και μόνον του πολεμικού κατορθώματος απέπλυναν τας μομφάς, τας οποίας επέρριπταν κατ αυτών τότε οι άλλοι Έλληνες, όχι μόνον ως δειλών, ένεκα του ατυχήματος της Πφακτηρίας, αλλά και γενικώς ως άκριτων και νωθρών. Βιότι εθεωρήθη ότι δυσμενείς απλώς περιστάσεις εξέθεσαν αυτούς εις τας μομφάς ταύτας, αλλ' ότι το φρόνημα αυτών διετηρείτο πάντοτε αμείωτον. Ρην προτεραίαν της μάχης συνέπεσε να εισβάλουν οι Γπιδαύριοι με όλας των τας δυνάμεις εις την Ώργολίδα, ως έρημον υπερασπιστών, και εφόνευσαν πολλούς εκ της φρουράς, η οποία είχεν αφεθή προς φύλαξιν της χώρας, ότε το κύριον σώμα του στρατού των Ώργείων είχεν εκστρατεύσει. Γπειδή δε μετά την μάχην προσήλθαν εις βοήθειαν των Καντινέων τρεις χιλιάδες Ελείοι οπλίται και χίλιοι Ώθηναίοι, επί πλέον των αρχικώς ελθόντων, όλοι αυτοί οι σύμμαχοι εξεστράτευσαν ευθύς κατά της Γπιδαύρου, καθ' ον χρόνον οι Ιακεδαιμόνιοι εώρταζαν τα Θάρνεια, και ήρχισαν κατασκευάζοντες περιτείχισμα περί την πόλιν, διανείμαντες το έργον μεταξύ των. Θαι οι μεν λοιποί, βαρυνθέντες, παρήτησαν το έργον, οι Ώθηναίοι όμως σύμφωνα με την ανατεθείσαν εις αυτούς εντολήν, συνεπλήρωσαν εντός ολίγου την οχύρωσιν του ακρωτηρίου, επί του οποίου ευρίσκεται ο ναός της Ήρας. Θαι αφού άφισαν εις το οχύρωμα τούτο φρουράν, συγκροτηθείσαν εξ όλων των αποσπασμάτων, επέστρεψαν έκαστος εις τα ίδια. Θαι ούτως έληξε το θέρος.
Γυθύς κατά την αρχήν του επομένου χειμώνος, οι Ιακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν, και φθάσαντες εις την Ρεγέαν, απέστειλαν εκείθεν εις το Άργος προτάσεις ειρήνης. Θαι προηγουμένως υπήρχαν εκεί οπαδοί των, οι οποίοι ήθελαν να καταλύσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα του Άργους, και οι οποίοι μετά την μάχην ηδύναντο αποτελεσματικώτερον να πείσουν τον λαόν, όπως έλθη εις συνεννόησιν με την Ππάρτην. Πκοπός των ήτο να συνομολογήσουν πρώτον ειρήνην προς τους Ιακεδαιμονίους, να συνάψουν έπειτα συμμαχίαν μετ'
αυτών, και τότε μόνον να επιτεθούν κατά των δημοκρατικών. Γις το Άργος έφθασε τότε, αποσταλείς παρά των Ιακεδαιμονίων, ο Ιίχας, υιός του Ώρκεσιλάου, πρόξενος των Ώργείων κομίζων δύο προτάσεις: την μίαν περί του πώς θα διεξήγετο ο πόλεμος, εάν επροτίμων να πολεμήοουν, την άλλην περί των όρων της ειρήνης, εάν απεφάσιζαν την συνομολόγηοιν αυτής. Ε συζήτησις των αντιθέτων επιχειρημάτων υπήρξε μακρά (διότι έτυχε να είναι παρών και ο Ώλκιβιάδης). σοι δε μέχρι τούδε συνεννοούντο ιδιαιτέρως μετά των Ιακεδαιμονίων, ετόλμησαν ήδη να υποστηρίξουν φανερά τας γνώμας των, και έπεισαν τους Ώργείους να δεχθούν τας προτάσεις της ειρήνης, αι οποίαι είχαν ως εξής: 77. "Ε συνέλευσις των Ιακεδαιμονίων εγκρίνει να συνομολογηθή σύμβασις προς τους Ώργείους, υπό τους
επομένους όρους: (1) "Νι Ώργείοι θα αποδώσουν εις τους Νρχομενίους τους κρατουμένους ως ομήρους παίδας των, εις τους Καιναλίους τους άνδρας των και εις τους Ιακεδαιμονίους τους εις την Καντίνειαν ευρισκομένους άνδρας των. (2) "Γπίσης πρέπει να εκκενώσουν το έδαφος της Γπιδαύρου, κατεδαφίζοντες το εγερθέν εκεί οχύρωμα. Γάν οι Ώθηναίοι αρνηθούν ν' αποσυρθούν εκ του εδάφους της Γπιδαύρου, θα θεωρηθούν εχθροί των Ώργείων και των Ιακεδαιμονίων, ως και των συμμάχων των Ιακεδαιμονίων, και των συμμάχων των Ώργείων. (3) "Νι Ιακεδαιμόνιοι θ' αποδώσουν εις τας διαφόρους πόλεις τους παίδας, όσους έχουν τυχόν εις χείρας των. (4) "σον αφορά αμφισβήτησιν περί του θύματος του θεού, εάν θέλουν δύνανται να επαγάγουν όρκους εις τους Γπιδαυρίους, άλλως οφείλουν να ομώσουν αυτούς οι ίδιοι. (5) "Ξάσαι αι πόλεις της Ξελοποννήσου, μικραί και μεγάλαι, θα είναι ανεξάρτητοι, κατά τα πάτρια. (6) "Γάν κανείς των εκτός της Ξελοποννήσου έλθη εναντίον της Ξελοποννήσου με εχθρικάς διαθέσεις, οι Ξελοποννήσιοι θ' αποκρούσουν αυτόν, κατόπιν κοινής συνεννοήσεως, κατά τον τρόπον που θα κρίνουν δικαιότερον. (7) "Νι εκτός της Ξελοποννήσου σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων θα έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους άλλους συμμάχους των Ιακεδαιμονίων και των Ώργείων, διατηρούντες τας κτήσεις των. (8) "Ρα συμβαλλόμενα μέρη θ' ανακοινώσουν την συμφωνίαν ταύτην εις τους συμμάχους των, όπως μετάσχουν αυτής, εάν συμφωνούν. Ώλλ' εάν οι σύμμαχοι προτιμούν, ημπορούν να στείλουν την συνθήκην έκαστος εις την πόλιν του, δια να εγκριθή υπ' αυτής".
78. Νι Ώργείοι απεδέχθησαν κατά πρώτον τας προτάσεις ταύτας και ο στρατός των Ιακεδαιμονίων επέστρεψεν εκ Ρεγέας εις τα ίδια. Νλίγον ύστερον όμως, ότε η μεταξύ των δύο πόλεων επικοινωνία αποκατεστάθη, η ιδία μερίς επέτυχε περαιτέρω, όπως οι Ώργείοι εγκαταλείψουν την συμμαχίαν των Καντινέων και Ελείων, καθώς και την των Ώθηναίων, και συνομολογήσουν νέαν συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας προς τους Ιακεδαιμονίους, έχουσαν ως εξής:
79. "Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώργείοι απεφάσισαν την συνομολόγησιν συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας,
διαρκείας πενήντα ετών, υπό τους επομένους όρους: (1) "Ώναγνωρίζουν την δια διαιτησίας λύσιν των αμοιβαίων διαφορών, κατά τα πάτρια, επί τη βάσει της πλήρους ισότητος των δύο μερών. Ρης ειρήνης και συμμαχίας μετέχουν και αι λοιπαί πόλεις της Ξελοποννήσου, αι οποίαι διατηρούν τας κτήσεις των, θα είναι δ' ανεξάρτητοι και αυτοτελείς, αναγνωρίζουσαι την δια της διαιτησίας κατά τα πάτρια λύσιν των διαφορών των, επί τη βάσει της πλήρους ισότητος των δύο μερών. (2) "Νι εκτός της Ξελοποννήσου σύμμαχοι των Ιακεδαιμονίων θα έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους Ιακεδαιμονίους, και αντιθέτως οι σύμμαχοι των Ώργείων θα έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους Ώργείους, διατηρούντες τας κτήσεις των. (3) "Γάν παρίσταται ανάγκη να εκστρατεύσουν από κοινού πουθενά, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώργείοι θα συνεννοούνται αμοιβαίως και θα ορίζουν όσον το δυνατόν δικαιότερον το βάρος της εκστρατείας, το οποίον πρέπει να φέρουν οι σύμμαχοι". (4) "Γάν πόλις τις, είτε εκ των εντός, είτε εκ των έκτος της Ξελοποννήσου, έχη διαφοράς, είτε περί ορίων, είτε περί άλλου τινός ζητήματος, αύται θα λύωνται δια φιλικής συνεννοήσεως. Ώλλ' εάν αυτή αποτύχη και η διαφορά μεταξύ συμμάχων πόλεων καταλήξη εις έριδα, αύται οφείλουν να προσφύγουν εις την διαιτησίαν τρίτης τινός πόλεως, την οποίαν αμφότεροι θεωρούν αμερόληπτον. (5) "Ώι μεταξύ ιδιωτών διαφοραί θα δικάζονται κατά τα πάτρια".
80. Ροιούτον υπήρξε το περιεχόμενον της συνομολογηθείσης συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, συνεπεία της οποίας οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώργείοι απέδωσαν αμοιβαίως όσα είχαν περιέλθει εις χείρας των, διαρκούντος του πολέμου, και διηυθέτησαν κάθε άλλας αμοιβαίας διαφοράς. Ώκολουθούντες ήδη κοινήν πολιτικήν, εψήφισαν να μη δέχωνται κήρυκα ή πρεσβείαν εκ μέρους των Ώθηναίων, εφόσον ούτοι δεν θα εξεκένωναν τα κατεχόμενα υπ' αυτών εις την Ξελοπόννησον οχυρώματα και απεσύροντο εξ αυτής, και να μη συνάπτουν ειρήνην προς τινα ή ν' αναλαμβάνουν πόλεμον ειμή από κοινού. Θαι όχι μόνον ενήργουν μετά πολλής δραστηριότητος ως προς τα λοιπά, αλλά και έπεμψαν αμφότεροι πρέσβεις εις τας πόλεις της Ταλκιδικής και προς τον Ξερδίκκαν. Θαι έπεισαν μεν τούτον να προσέλθη εις την συμμαχίαν των, δεν απεσπάσθη όμως αμέσως από τους Ώθηναίους, αλλά διενοείτο να πράξη τούτο, ακολουθών το παράδειγμα των κατοίκων του Άργους, οπόθεν είλκε και αυτός την παλαιάν καταγωγήν του. Θαι τους παλαιούς συμμαχικούς όρκους των με τας πόλεις της Ταλκιδικής ανενέωσαν και προσθέτους τοιούτους ώμοσαν. Έπεμψαν, συγχρόνως, οι Ώργείοι πρέσβεις εις τας Ώθήνας, ζητούντες την εκκένωσιν του οχυρώματος της Γπιδαύρου. Νι Ώθηναίοι, βλέποντες ότι οι στρατιώται των απετέλουν μικρόν μόνον μέρος της φρουράς αυτής, έστειλαν τον Βημοσθένη, όπως τους επαναφέρη εις Ώθήνας. Γλθών ούτος, επρότεινε την τέλεσιν γυμναστικών αγώνων εκτός του οχυρώματος, και επιτυχών δια του προσχήματος τούτου την έξοδον της άλλης φρουράς εκ του οχυρώματος, έκλεισε τας πύλας αυτού. Νλίγον μετά ταύτα, οι Ώθηναίοι ανενέωσαν την συνθήκην ειρήνης προς τους Γπιδαυρίους και απέδωσαν εις αυτούς το οχύρωμα, εξ ιδίας των πρωτοβουλίας.
Ώφού οι Ώργείοι απεσπάσθησαν εκ της συμμαχίας, οι Καντινείς κατ' αρχάς μεν επέμειναν εις την πολιτικήν των, έπειτα όμως, βλέποντες ότι άνευ των Ώργείων δεν ήσαν εις θέσιν να εξακολουθήσουν αυτήν, συνεβιβάσθησαν και αυτοί προς τους Ιακεδαιμόνιους και παρητήθησαν της ηγεμονίας των επί των Ώρκαδικών πόλεων, που είχαν υποτάξει. Κετά τούτο, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώργείοι εχορήγησαν ανά χιλίους άνδρας δια κοινήν εκστρατείαν, και αφού πρώτον οι Ιακεδαιμόνιοι μόνοι ήλθαν εις την Πικυώνα και έδωσαν εις το πολίτευμά της μορφήν έτι μάλλον ολιγαρχικήν, έπειτα από κοινού κατέλυσαν το δημοκρατικόν πολίτευμα του Άργους, εγκατασταθείσης ολιγαρχίας, εξυπηρετούσης το συμφέρον των Ιακεδαιμονίων. Ραύτα εγίνοντο κατά τας παραμονάς του έαρος και λήγοντος του χειμώνος, και ούτως έληξε το δέκατον τέταρτον έτος του πολέμου.
82. Νι Βιείς του Άθω αποστατούν. Νι Ιακεδαιμόνιοι ρυθμίζουν τα πράγματα της Ώχαϊας. Νι Ώργείοι κτίζουν μακρά τείχη. Θατά το ακόλουθον θέρος, οι Βιείς του Άθω απεστάτησαν από τους Ώθηναίους και προσεχώρησαν προς τους Ταλκιδείς, και οι Ιακεδαιμόνιοι προέβησαν εις ρύθμισιν των πραγμάτων της ΏχαΎας, κατά τρόπον εξυπηρετούντα τα συμφέροντά των καλλίτερα παρά πριν. Θαι οι εκ των Ώργείων δημοκρατικοί, συσσσωματούμενοι, ανεθάρρησαν ολίγον κατ' ολίγον και επετέθησαν κατά των ολιγαρχικών, εκλέξαντες προς τούτο την εποχήν ακριβώς που οι Ιακεδαιμόνιοι τελούν την πανήγυριν των Αυμνοπαιδίων. Πυνεκροτήθη δε μάχη εντός της πόλεως, κατά την οποίαν οι δημοκρατικοί ενίκησαν, και άλλους μεν εκ των ολιγαρχικών εφόνευσαν, τους δε λοιπούς εξώρισαν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, μολονότι οι φίλοι των τους προσεκάλουν, δεν ήρχοντο επί πολύν χρόνον. Ώλλ' επί τέλους ανέβαλαν την πανήγυριν και έσπευσαν εις βοήθειάν των. ταν είχαν προχωρήσει μέχρι της Ρεγέας, έμαθαν εκεί την ήτταν των ολιγαρχικών, και παρά τας κεσίας των φυγάδων, ηρνήθησαν να προχωρήσουν περαιτέρω, επιστρέψαντες δε εις τα ίδια, εξηκολούθησαν να εορτάζουν την πανήγυριν των Αυμνοπαιδίων. ΐραδύτερον, ήλθαν απεσταλμένοι των Ώργείων, και εκείνων, οι οποίοι ήσαν κύριοι των πραγμάτων εντός του Άργους, και εκείνων, οι οποίοι είχαν εξορισθή, και αφού επί παρουσία των συμμάχων ανέπτυξαν δια μακρών τα επιχειρήματά των αμφότεραι αι μερίδες, οι Ιακεδαιμόνιοι κατεδίκασαν την επικρατήσασαν μερίδα και απεφάσισαν να εκστρατεύσουν κατά του Άργους. Γπηκολούθησαν όμως χρονοτριβαί και αναβολαί. Γν τω μεταξύ η δημοκρατική μερίς των Ώργείων, φοβούμενη τους Ιακεδαιμονίους και επιδιώκουσα την ανανέωσιν της μετά των Ώθηναίων συμμαχίας, από την· οποίαν επερίμενε μέγιστα πλεονεκτήματα, ήρχισε την κατασκευήν μακρών τειχών μέχρι της θαλάσσης, όπως, εάν πολιορκηθούν κατά ξηράν, έχουν το πλεονέκτημα, υποστηριζόμενοι υπό των Ώθηναίων, να εισάγουν δια θαλάσσης ό,τι εχρειάζοντο. Ρο σχέδιον τούτο ενέκρίναν ιδιαιτέρως και μερικοί από τας Ξελοποννησιακάς πόλεις. Νλόκληρος ο πληθυσμός του Άργους, οι πολίται αυτοί και αι γυναίκες και οι δούλοι, ειργάζοντο εις την οικοδομήν του τείχους, οι δ' Ώθηναίοι έστειλαν προς αυτούς ξυλουργούς και κτίστας. Θαι ούτως έληξε το θέρος.
Θατά τον επόμενον χειμώνα, οι Ιακεδαιμόνιοι, μαθόντες ότι το τείχος κατεσκευάζετο, εξεστράτευσαν κατά του Άργους, αυτοί και οι σύμμαχοί των, πλην των Θορινθίων. Γίχαν, άλλωστε, μυστκούς συνεργάτας και μέσα εις αυτό το Άργος. Ώρχηγός του στρατού ήτο ο βασιλεύς των Ιακεδαιμονίων Άγις, ο υιός του Ώρχίδαμου. Θαι η μεν εκ της πόλεως αναμενομένη βοήθεια δεν επραγματοποιήθη, κατέλαβαν όμως και κατηδάφισαν τα οικοδομούμενα τείχη και εκυρίευσαν τας σιάς, θέσιν οχυράν της Ώργολίδος, και εθανάτωσαν όλους τους ελευθέρους, όσους συνέλαβαν αιχμαλώτους, και κατόπιν τούτου απεσύρθησαν και έκαστον απόσπασμα μετέβη εις τα ίδια. Ώλλά και οι Ώργείοι, μετά ταύτα, εισέβαλαν εις το έδαφος της Σλειούντος, λόγω του ότι οι Σλειάσιοι εδέχοντο τους εξορίστους των, οι περισσότεροι των οποίων είχαν εγκατασταθή εκεί, και αφού ηρήμωσαν αυτό επέστρεψαν. Θατά την διάρκειαν ωσαύτως του ιδίου χειμώνος, οι Ώθηναίοι απέκλεισαν την Κακεδονίαν από της θαλάσσης, κατηγορούντες τον Ξερδίκκαν ότι συνεμάχησε προς τους Ώργείους και τους Ιακεδαιμονίους, και διότι, ότε παρεσκευάσθησαν να εκστρατεύσουν κατά της Ταλκιδικής και της Ώμφιπόλεως, υπό την αρχηγίαν του Λικίου, υιού του Λικηράτου, ηρνήθη να εκτελέση τας συμμαχικάς του υποχρεώσεις, και ένεκα της αποσκιρτήσεώς του εκείνης κυρίως η εκστρατεία εγκαταλείφθη, ως εκ τούτου δε τον εθεώρησαν εχθρόν. Θαι ούτως έληξεν ο χειμών ούτος και συγχρόνως με αυτόν ετελείωσε και το δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου.
Θατά το επόμενον θέρος, ο Ώλκιβιάδης έπλευσεν εις το Άργος με είκοσι πλοία και συνέλαβεν όσους Ώργείους εθεωρούντο ακόμη ως ύποπτοι και ως φρονούντες τα των Ιακεδαιμονίων. Ρούτους, περί τους τριακοσίους τον αριθμόν, ετοποθέτησαν οι Ώθηναίοι προς φύλαξιν εις τας πλησίον νήσους, επί των οποίων εξετείνετο η κυριαρχία των. Γξεστράτευσαν επίσης οι Ώθηναίοι κατά της Κήλου με τριάντα ιδικά των πλοία, εξ Τιακά και δύο Ιεσβιακά, και με χιλίους διακοσίους οπλίτας, τριακοσίους τοξότας και είκοσι ιπποτοξότας Ώθηναίους και περί τους χιλίους πεντακοσίους οπλίτας συμμάχους, ιδίως νησιώτας. Νι Κήλιοι ήσαν άποικοι των Ιακεδαιμονίων και ηρνούντο να υποταχθούν εις τους Ώθηναίους, όπως οι λοιποί νησιώται. Θαι κατ' αρχάς μεν ετήρησαν ουδετερότητα και έμειναν ήσυχοι, έπειτα όμως, πιεζόμενοι από τους Ώθηναίους, οι οποίοι ηρήμωναν το έδαφός των, περιήλθαν εις κατάστασιν απροκαλύπτου πολέμου. Φς εκ τούτου, οι Ώθηναίοι στρατηγοί, Θλεομήδης, υιός του Ιυκομήδους, και Ρεισίας, υιός του Ρεισιμάχου, εστρατοπέδευσαν επί του εδάφους των με την στρατιωτικήν ταύτην δύναμιν. Ώλλά πριν αρχίσουν την ερήμωσιν αυτού, έστειλαν προς διαπραγμάτευσιν πρέσβεις, τους οποίους οι Κήλιοι δεν παρουσίασαν ενώπιον του λαού, αλλά τους εζήτησαν να εκθέσουν τον σκοπόν της ελεύσεώς των προς τας αρχάς και το κυβερνητικόν συμβούλιον. Νι πρέσβεις ούτοι των Ώθηναίων ωμίλησαν ως εξής περίπου: 85. "Ώφού δεν πρόκειται να συζητήσωμεν μετά του λαού, εκ φόβου προδήλως μήπως το πλήθος παραπλανηθή, ακούον επαγωγά και ανεξέλεγκτα επιχειρήματα, εκτιθέμενα εις μίαν συνεχή αγόρευσιν (διότι εννοούμεν ότι τούτον έχει τον σκοπόν η προσαγωγή ημών ενώπιον περιωρισμένου και εκλεκτού ακροατηρίου), υμείς οι παρακαθήμενοι εις την συνδιάσκεψιν ταύτην δύνασθε ν' ακολουθήσετε τρόπον ακόμη
ασφαλέστερον. Ώντί να περιμένετε το τέλος του λόγου μας, όπως απαντήσετε και σεις δια συνεχούς αγορεύσεως, απαντάτε ευθύς εις έκαστον σημείον, επί του οποίου διαφωνείτε, επικρίνοντες αυτό. Θαι πρώτον ειπέτε εάν εγκρίνετε τον τρόπον τούτον της συζητήσεως". 86. Νι αντιπρόσωποι των Κηλίων απήντησαν: "Ε μεγαλοφροσύνη της προτάσεώς σας, όπως εξηγηθώμεν αμοιβαίως με ησυχίαν, είναι αξία παντός επαίνου. Ε πολεμική όμως ενέργεια, η οποία δεν περιμένει, αλλ' εις την οποίαν προέβητε ήδη, είναι εις προφανή αντίθεσιν προς αυτήν. Βιότι βλέπομεν ότι έρχεσθε αυτοί οι ίδιοι ως δικασταί των όσων μέλλουν να λεχθούν και ότι η έκβασις της συζητήσεως, κατά πάσαν πιθανότητα, θα είναι δι ημάς, εάν μεν αι δκαιολογίαι ημών είναι επικρατέστεραι και επομένως δεν ενδώσωμεν, ο πόλεμος, εάν δε τουναντίον ενδώσωμεν, η δουλεία". 87. Ώθηναίοι: "Ώλλ' εάν προσήλθατε εις την συνδιάσκεψιν ταύτην δια να διεισδύσετε δι' εικασιών εις τα μυστικά του μέλλοντος, ή δι' άλλον τινά λόγον, και όχι, όπως αποβλέποντες κατά μέτωπον εις την παρούσαν κατάστασιν, σκεφθήτε πώς ημπορείτε να σώσετε το κράτος σας, η συζήτησις ημπορεί να παύση. Ώλλ' εάν δια τον τελευταίον τούτον σκοπόν ήλθατε, ημπορούμεν να εξακολουθήσωμεν". 88. Κήλιοι: "Γίναι φυσικόν και συγγνωστόν δι' ανθρώπους ευρισκομένους εις την θέσιν μας να προσφεύγουν εις πολλά επιχειρήματα και υποθέσεις. Ώναγνωρίζομεν, εν τούτοις, ότι αντικείμενον της συνδιασκέψεως ταύτης είναι η σωτηρία μας, και παρακαλούμεν να διεξαχθή η συζήτησις καθ' όν τρόπον προτείνετε". 89. Ώθηναίοι: "Έχει καλώς, ημείς, εν τούτοις, δεν θα κάμωμεν χρήσιν ωραίων φράσεων, υποστηρίζοντες δια πολλών λόγων, οι οποίοι δεν πρόκειται να πείσουν κανένα, ή ότι την ηγεμονίαν μας απεκτήσαμεν δικαίως, λόγω του ότι ενικήσαμεν τους Ξέρσας, ή ότι επιδιώκομεν την επανόρθωσιν αδικημάτων, τα οποία υπέστημεν. Δητούμεν όμως και από σας να μη νομίσετε ότι θα μας πείσετε, ισχυριζόμενοι ή ότι ως άποικοι των Ιακεδαιμονίων δεν ελάβατε μέρος εις τον πόλεμον παρά το πλευρόν μας, ή ότι δεν μας επροξενήσατε κάνεν κακόν. Λομίζομεν, τουναντίον, ότι επιβάλλεται να επιδιώξωμεν και ημείς και σεις ό,τι θεωρούμεν αληθώς κατορθωτόν, αφού εξίσου γνωρίζομεν και οι δύο, ότι κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του" 90. Κήλιοι: "Ώλλ' αφού αναγκαζόμεθα να ομιλήσωμεν περί του συμφέροντος, το οποίον ούτως εθέσατε ως βάσιν της συζητήσεως, παραμερίσαντες το δίκαιον, νομίζομεν ημείς τουλάχιστον χρήσιμον να μη παραγνωρίσετε το κοινόν συμφέρον, αλλά ν' αναγνωρισθή ότι δια τον εκάστοτε κινδυνεύοντα το εύλογον είναι και δίκαιον, και να επιτραπή εις αυτόν να επιδιώξη δια της πειθούς ωφελήματα τίνα και πέραν του αυστηρού δικαίου. Ρούτο, άλλωστε, συμφέρει και εις σας εξ ίσου, καθόσον, εάν ποτέ ηθέλατε ηττηθή, η τιμωρία υμών θα ήτο τόσον μεγάλη, ώστε να δύναται να χρησιμεύση εις τους άλλους ως παράδειγμα". 91. Ώθηναίοι: "Ώλλ' ημείς δεν ανησυχούμεν δι' ενδεχομένην κατάλυσιν της ηγεμονίας μας. Βιότι επίφοβοι δια τους ηττηθέντας δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι, όπως οι Ιακεδαιμόνιοι είναι συνηθισμένοι ν' ασκούν ηγεμονίαν επί άλλων (άλλωστε δεν έχομεν να κάμωμεν με τους Ιακεδαιμονίους σήμερον), αλλ' ο αληθής κίνδυνος προέρχεται από ενδεχομένην εναντίον των ασκούντων την ηγεμονίαν εξέγερσιν και επικράτησιν αυτών των υπηκόων των. Θαι την φροντίδα μεν της αντιμετωπίσεως τοιούτου κινδύνου ημπορείτε ν' αφίσετε εις ημάς.
Ώλλά θέλομεν ν' αποδείξωμεν ακριβώς ότι ήλθαμεν εδώ δια το συμφέρον της ηγεμονίας μας, και ότι σκοπός των όσων θα είπωμεν είναι η σωτηρία της πόλεώς σας. Βιότι επιθυμούμεν να επιτύχωμεν την εφ υμών ηγεμονίαν ακόπως, και να μη καταστραφήτε, προς το κοινόν αμφοτέρων συμφέρον". 92. Κήλιοι: "Ώλλά πώς ημπορεί να συμβή ώστε να είναι ες ίσου συμφέρον δι ημάς να γίνωμεν δούλοι, όπως είναι ιδικόν σας συμφέρον να γίνετε κυρίαρχοί μας;" 93. Ώθηναίοι: "Βιότι σας παρέχεται η ευκαιρία να υποταχθήτε, αποφεύγοντες τα έσχατα δεινά, ημείς δε να ωφεληθώμεν μη καταστρέφοντες υμάς." 94. Κήλιοι: "στε δεν θα μας δεχθήτε να είμεθα φίλοι σας αντί εχθρών, αλλά να διατηρήσωμεν την ειρήνην και την ουδετερότητά μας;" 95. Ώθηναίοι: "χι. Βιότι η έχθρα σας μας βλάπτει πολύ ολιγώτερον από την φιλίαν σας. Θαθόσον εις τα όμματα των υπηκόων μας αυτή μεν είναι τεκμήριον αδυναμίας, ενώ το μίσος σας είναι τεκμήριον δυνάμεως". 96. Κήλιοι: "Ροιαύτην λοιπόν έχουν αντίληψιν του πρέποντος οι υπήκοοί σας, ώστε να θέτουν εις ίσην μοίραν εκείνους, οι οποίοι δεν συνδέονται προς υμάς με κανένα δεσμόν, και εκείνους οι οποίοι, είτε είναι άποικοί σας, ως συμβαίνει με τους περισσοτέρους, είτε αποστατήσαντες μετέπεσαν εις την τάξιν υπηκόων;" 97. Ώθηναίοι: "σον αφορά τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα, θεωρούν ότι και οι μεν και οι δε δεν στερούνται τοιούτων, νομίζουν όμως ότι όσοι διατηρούν την ελευθερίαν των, οφείλουν τούτο εις την δύναμίν των, και ότι ημείς δεν επιτιθέμεθα κατ' αυτών, ένεκα φόβου. στε η υποταγή υμών, οι οποίοι άλλωστε και νησιώται είσθε και ασθενέστεροι από άλλους, όχι μόνον θα επεξέτεινε την ηγεμονίαν μας, αλλά και θα απεδείκνυε ότι δεν είσθε υπέρτεροι ημών, οι οποίοι είμεθα κυρίαρχοι της θαλάσσης." 98. Κήλιοι: "Ώλλά δεν νομίζετε ότι τοιαύτην ασφάλειαν παρέχει η πολιτική, την οποίαν προτείνομεν; Βιότι οφείλομεν και πάλιν, αφού μας εξωθείτε από το έδαφος των επί του δικαίου στηριζομένων επιχειρημάτων και μας επιβάλλετε να υποταχθώμεν εις το συμφέρον σας, να σας εξηγήσωμεν ποίον είναι το ιδικόν μας συμφέρον και προσπαθήσωμεν να σας πείσωμεν να το αποδεχθήτε, εάν τούτο συμπίπτη να είναι συγχρόνως και ιδικόν σας. Βιότι πως είναι δυνατόν να μη καταστήσετε εχθρούς σας, όσους τυχόν σήμερον είναι ουδέτεροι, όταν βλέποντες ούτοι την τύχην μας, αντιληφθούν ότι θα έλθη ημέρα, κατά την οποίαν θα επιτεθήτε και κατ' αυτών; Θαι δια της πολιτικής σας αυτής τι άλλο κατορθώνετε παρά να ενισχύσετε τους υφισταμένους ήδη εχθρούς σας και να στρέψετε εναντίον σας, παρά την θέλησίν των, εκείνους, οι οποίοι ούτε εσκέφθησαν ποτέ να γίνουν τοιούτοι;" 99. Ώθηναίοι: "Θαθόλου. Βιότι επικίνδυνοι εχθροί μας δεν είναι κυρίως όσοι, κατοικούντες επί της στερεάς, απολαύουν ασφαλώς την ελευθερίαν των και ως εκ τούτου πολύ θα το σκεφθούν πριν λάβουν προφυλακτικά εναντίον μας μέτρα, αλλ' οι νησιώται, και όσοι τυχόν είναι ανεξάρτητοι όπως σεις, και όσοι είναι ήδη ερεθισμένοι ως εκ της ακουσίας υποταγής των υπό την κυριαρχίαν μας. Βιότι ούτοι, παρασυρόμενοι συνήθως από απερισκεψίαν, δύνανται να περιαγάγουν και εαυτούς και ημάς εις προφανή κίνδυνον."
100. Κήλιοι: "Ώλλ' εάν μεγάλους κινδύνους αντιμετωπίζετε και σεις, δια να μη στερηθήτε της ηγεμονίας σας, και οι ήδη υπήκοοί σας, δια να απαλλαγούν αυτής, είναι προφανές ότι ημείς που είμεθα ακόμη ελεύθεροι θα απεδεικνύαμεν πολλήν ταπεινότητα και ανανδρίαν, εάν δεν εδοκιμάζαμεν τα πάντα προτού γίνωμεν δούλοι." 101. Ώθηναίοι: "χι, εάν θελήσετε μόνον να σκεφθήτε νηφαλίως. Βιότι δεν ανταγωνίζεσθε προς ίσους περί ανδρείας, ώστε η υποχώρησίς σας να συνεπιφέρη καταισχύνην, αλλά πρόκειται να σκεφθήτε μάλλον περί της σωτηρίας σας, αποφεύγοντες ν' αντιταχθήτε προς τους πολύ ισχυροτέρους." 102. Κήλιοι: "Ανωρίζομεν, εν τούτοις, ότι κάποτε αι τύχαι του πολέμου επιμερίζονται με περισσοτέραν ισότητα μεταξύ των ανταγωνιζομένων, παρ' όσον ηδύνατό τις να περιμένη, αποβλέπων εις την διάφορον δύναμιν αυτών. Θαι δι ημάς η μεν άμεσος υποχώρησις σημαίνει απώλειαν πάσης ελπίδος, ενώ αν πολεμήσωμεν υπάρχει ακόμη ελπίς να μείνωμεν σώοι." 103. Ώθηναίοι: "Ε έλπις είναι, τωόντι, παραμυθία εις ώραν κινδύνου, και οσάκις κανείς, στηριζόμενος εις αυτήν, διακινδυνεύει μόνον ό,τι έχει ως περίσσευμα, τότε φέρει μεν αυτή βλάβην, όχι όμως και πλήρη καταστροφήν. Ώλλ' οσάκις η άκρατος φύσις της ελπίδος παρασύρει κανένα εις το ν' αναρρίψη τον περί των όλων κύβον, τότε μόνον αντιλαμβάνεται ούτος την αληθή φύσιν της, όταν η καταστροφή έχη ήδη επέλθει, και τίποτε δεν έχει πλέον απομείνει δια να προφυλαχθή εναντίον της, όταν ο παθών έλαβε πείραν αυτής. Κη θελήσετε να πάθετε τούτο σεις, οι οποίοι είσθε ασθενείς και των οποίων η ύπαρξις εξαρτάται από μίαν ροπήν της πλάστιγγος. Θαι μη κάμετε όπως οι πολλοί, οι οποίοι, ενώ ημπορούν ακόμη να σωθούν δι ανθρωπίνων μέσων, μόλις περιέλθουν εις αμηχανίαν και εγκαταλειφθούν από τας φανεράς ελπίδας, καταφεύγουν εις χιμαιρικάς τοιαύτας, την μαντικήν και τους χρησμούς, και άλλα παρόμοια, όσα, διεγείροντα ελπίδας, οδηγούν εις τον όλεθρον." 104. Κήλιοι: "Γστέ βέβαιοι ότι και ημείς αντιλαμβανόμεθα πόσον δύσκολον είναι ν αγωνισθώμεν κατά της δυνάμεώς σας συγχρόνως και κατά της τύχης, εάν αυτή δεν είναι αμερόληπτος. Ξιστεύομεν όμως ως προς μεν την τύχην ότι δεν θα τεθώμεν υπό των θεών εις θέσιν υποδεή, αφού ευσεβείς όντες αντιμετωπίζομεν αδίκους, ως προς δε την ανεπάρκειαν των δυνάμεών μας, ότι ταύτην θα συμπληρώση η ομοσπονδία των Ιακεδαιμονίων, η οποία είναι υποχρεωμένη να μας βοηθήση, και αν όχι δι άλλον λόγον, τουλάχιστον, και χάριν της προς αυτούς συγγενείας και εξ εντροπής. Θαι δια τούτο το θάρρος ημών δεν είναι τόσον παράλογον όσον ίσως υποθέτετε." 105. Ώθηναίοι: "Ώλλά και ημείς νομίζομεν ότι δεν θα μας λείψη η ευμένεια των θεών. Βιότι εις ό,τι ζητούμεν και πράττομεν ουδαμώς απομακρυνόμεθα από ό,τι οι άνθρωποι πιστεύουν εν σχέσει προς τας θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, ή από τας ανθρωπίνας αυτών επιθυμίας και σκοπούς. Θαθόσον ως προς μεν τους θεούς πιστεύομεν, ως προς δε τους ανθρώπους καλώς γνωρίζομεν ότι ωθούμενοι ανέκαθεν υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, άρχουν παντού, όπου η δύναμίς των είναι επικρατεστέρα. Ρον νόμον τούτον ούτε εθέσαμεν, ούτε ισχύοντα ήδη πρώτοι ημείς εφηρμόσαμεν. Ρον ευρήκαμεν ισχύοντα και θα τον κληροδοτήσωμεν ισχύοντα αιωνίως, γνωρίζοντες ότι και σεις επίσης και κάθε άλλος, εάν είχατε όσην ημείς δύναμιν, θα επράττατε το αυτό. Θαι ως προς μεν την ευμένειαν των θεών, έχομεν ούτω πάντα λόγον να μη φοβούμεθα ότι θα ευρεθώμεν εις θέσιν μειονεκτικήν. σον αφορά όμως τας προσδοκίας σας περί των Ιακεδαιμονίων, επί τη βάσει των
οποίων πιστεύετε ότι ούτοι θα σας βοηθήσουν, ωθούμενοι από το αίσθημα της ιδίας αυτών τιμής, εάν μακαρίζωμεν την απλότητά σας, δεν ζηλεύομεν όμως την ανοησίαν σας. Βιότι αναγνωρίζομεν αληθώς ότι οι Ιακεδαιμόνιοι, απέναντι εαυτών και των εγχωρίων θεσμών των, δεικνύονται κατ' εξοχήν ευάρεστοι, ως προς την συμπεριφοράν των όμως απέναντι των άλλων, μολονότι πολλά θα είχε κανείς να είπη, δύναται κάλλιστα να τα συγκεφαλαιώση λέγων ότι διακρίνονται περισσότερον από όλους τους ανθρώπους, τους οποίους γνωρίζομεν, ως ταυτίζοντες το ευχάριστον με το έντιμον, και το συμφέρον με το δίκαιον. Θαι τοιαύτη αντίληψις ήκιστα, μα την αλήθειαν, ανταποκρίνεται προς τας παρούσας ανοήτους υμών ελπίδας σωτηρίας." 106. Κήλιοι: "Ώλλ' ημείς ένεκα ακριβώς του λόγου τούτου πιστεύομεν, προ πάντων, ότι οι Ιακεδαιμόνιοι χάριν του ιδίου αυτών συμφέροντος δεν θα θελήσουν να εγκαταλείψουν τους Κηλίους, οι οποίοι είναι άποικοί των, και να καταστούν τοιουτοτρόπως, προς μεν τους φίλους των Έλληνας ύποπτοι, προς δε τους εχθρούς των ωφέλιμοι." 107. Ώθηναίοι: "Ώλλά δεν νομίζετε, ότι το συμφέρον συμβαδίζει με την ασφάλειαν, ενώ η άσκησις της δικαιοσύνης και της τιμής συνεπάγεται κινδύνους, τους οποίους ακριβώς οι Ιακεδαιμόνιοι αποφεύγουν ως επί το πλείστον ν αντιμετωπίζουν;" 108. Κήλιοι : "Ώλλά και τους κινδύνους τούτους φρονουμεν ότι θ' αναλάβουν οι Ιακεδαιμόνιοι προθυμότερον χάριν ημών, και ότι θα θεωρήσουν αυτούς ολιγώτερον επισφαλεις, παρά αν επρόκειτο ν' αναληφθούν χάριν άλλων, καθόσον, εάν λάβωμεν ανάγκην της συνδρομής των, ευρισκόμεθα πλησίον της Ξελοποννήσου και ένεκα της κοινότητος των πολιτικών φρονημάτων, είμεθα άξιοι περισσοτέρας εμπιστοσύνης από άλλους." 109. Ώθηναίοι: "Ώλλ' εκείνο, εις το οποίον εμπιστεύεται ο προσκαλούμενος να συναγωνισθή μετ' άλλου, δεν είναι η εύνοια του προσκαλούντος, αλλ' η τυχόν υπεροχή αυτού εις πραγματικήν δύναμιν. Γις την υπεροχήν ταύτην αποβλέπουν, πολύ περισσότερον μάλιστα από κάθε άλλον, οι Ιακεδαιμόνιοι, οι οποίοι τόσον ολίγον εμπιστεύονται εις τα ίδια αυτών μέσα, ώστε μόνον μετά πολλών συμμάχων εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων των. Θαι δια τούτο δεν είναι πιθανόν ότι θα διαπεραιωθούν εις νήσον, εφόσον ημείς κυριαρχούμεν της θαλάσσης." 110. Κήλιοι : "Ώλλ' έχουν συμμάχους, τους οποίους ημπορούν να στείλουν. Ρο Θρητικόν πέλαγος, εξ άλλου, είναι ευρύ και η δι αυτού σωτηρία των θελόντων να διαφύγουν την προσοχήν ευκολωτέρα, παρά η σύλληψις αυτών υπό των κυριαρχούντων της θαλάσσης. Ώλλά και αν απετύγχανεν εις τούτο, θα ηδύναντο να στραφούν κατά του ιδικού σας εδάφους και εναντίον των λοιπών συμμάχων σας, μέχρι των οποίων δεν έφθασε τυχόν ο ΐρασίδας. Θαι τότε θα έχετε ν' αγωνισθήτε, όχι δια την κατάκτησιν χώρας που δεν σας ανήκει, αλλά δια πράγματα που σας ενδιαφέρουν αμεσώτερον, δηλαδή δια την άμυναν των ιδίων σας συμμάχων και της ιδικής σας γης." 111. Ώθηναίοι: "Γίναι ενδεχόμενον να συμβή το εν ή το άλλο από αυτά. Ώλλά τοιούτων ενδεχομένων έχομεν ήδη πείραν εμείς. Γξ άλλου δεν αγνοείτε και σεις ότι οι Ώθηναίοι ποτέ δεν απεσύρθησαν από καμμίαν πολιορκίαν, εκ φόβου τρίτου. Ξαρατηρούμεν, εν τούτοις, μετά λύπης ότι μολονότι εδηλώσατε ότι κυρία υμών μέριμνα θα είναι η σωτηρία της πόλεώς σας, εις όλην αυτήν την μακράν συζήτησιν δεν είπατε τίποτε, επί του οποίου στηριζόμενος εχέφρων άνθρωπος, θα ενόζιμεν ότι ημπορεί να σωθή. Ώλλά το ισχυρότατον έρεισμά σας
είναι μέλλουσαι ελπίδες, ενώ τα υπάρχοντα μέσα σας, αντιπαραβαλλόμενα προς ό,τι ευρίσκεται ήδη παρατεταγμένον εναντίον σας, είναι ανεπαρκή δια να σας εξασφαλίσουν την σωτηρίαν. Θαι δεικνύετε πολύν παραλογισμόν εάν, αφού αποσυρθώμεν, δεν θελήσετε, όπως έχετε ακόμη καιρόν, να φθάσετε εις άλλην τινά απόφασιν σωφρονεστέραν από την παρούσαν στάσιν σας. Βιότι δεν ημπορούμεν να υποθέσωμεν ότι θα τείνετε το ους προς το ψευδές εκείνο αίσθημα τιμής, το οποίον καταστρέφει πλειστάκις τους ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους προφανείς και δια τούτο ατιμωτικούς. Βιότι πολλούς, μολονότι ημπορούν ακόμη να ιδούν εγκαίρως πού φέρονται, παρασύρει η καλουμένη τιμή δια του δελεαστικού αυτής ονόματος, ώστε γινόμενοι θύματα μιας λέξεως, να περιπέσουν πράγματι εκουσίως εις ανηκέστους συμφοράς και να επισύρουν επί πλέον εφ εαυτών αίσχος τόσον μάλλον ατιμωτικόν, όσον είναι αποτέλεσμα μωρίας και όχι ατυχίας. Ρούτο ν' αποφύγετε σεις, εάν δειχθήτε φρόνιμοι. Νύτε να θεωρήσετε εξευτελιστικόν να υποκύψετε εις μεγάλην δύναμιν, η οποία σας προτείνει όρους επιεικείς, προσφέρουσα εις υμάς να γίνετε σύμμαχοί της και διατηρήσετε την χώραν σας, καταβάλλοντες φόρον υποτελείας. Θαι όταν σας δίδεται η εκλογή μεταξύ πολέμου και ασφαλείας, δεν θα θεωρήσετε ότι η αξιοπρέπεια σας επιβάλλει να επιμείνετε ισχυρογνωμόνως εις την χειροτέραν λύσιν. Θαθόσον εκείνοι συνήθως ευδοκιμούν, όσοι απέναντι μεν των ίσων δεν υποκύπτουν, προς δε τους ανωτέρους συμπεριφέρονται καλώς και προς τους υποδεεστέρους δεικνύονται επιεικείς. Πκεφθήτε λοιπόν εκ νέου όταν ημείς αποσυρθώμεν και μη λησμονήτε ότι πρόκειται να κρίνετε περί της τύχης της μιας μόνης πατρίδος σας και δια μιας αποφάσεως εξ ης εξαρτάται η καλή ή κακή αυτής τύχη." 112. Νι Ώθηναίοι απεχώρησαν της συνδιασκέψεως και οι Κήλιοι, συνδιασκεφθέντες κατ' ιδίαν απεφάσισαν να επιμείνουν εις την άρνησίν των και απήντησαν τα εξής : "Νύτε την πρώτην απόφασίν μας μεταβάλλομεν, Ώθηναίοι, ούτε να θελήσωμεν, εις διάστημα ολίγων στιγμών, να στερηθώμεν την ελευθερίαν πόλεως την οποίαν κατοικούμεν επί επτακόσια ήδη έτη. Πτηριζόμενοι, τουναντίον, και εις την τύχην, η οποία κατά θείαν συγκατάβασιν μας επροφύλαξε μέχρι τούδε, και εις τη βοήθειαν των ανθρώπων και ήδη των Ιακεδαιμονίων, να προσπαθήσωμεν να σωθώμεν. Πας προτείνομεν όμως να δεχθήτε την φιλίαν και ουδετερότητά μας, και αποσυρθήτε του εδάφους μας, αφού συνομολογήσωμεν ειρήνην, η οποία να κριθή συμφέρουσα δι αμφοτέρους." 113. Ρα ολίγα ταύτα απήντησαν οι Κήλιοι. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, αποχωρούντες ήδη οριστικώς εκ της συνδιασκέψεως, είπαν : "Γάν κρίνωμεν λοιπόν από την απόφασίν σας αυτήν, είσθε οι μόνοι, οι οποίοι κρίνετε καθαρώτερα τα μέλλοντα παρά τα προ των οφθαλμών σας ευρισκόμενα, και παρασυρόμενοι από την επιθυμίαν σας, βλέπετε τα αόρατα ως να ήσαν πραγματοποιηθέντα ήδη. Γστηρίξατε τα πάντα εις τους Ιακεδαιμονίους, και τύχην και ελπίδας, και θα χάσετε τα πάντα." 114. Νι Ώθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εις το στρατόπεδον και οι στρατηγοί, αφού εξηκριβώθη πλέον ότι οι Κήλιοι δεν υποχωρούν, ήρχισαν αμέσως τας εχθροπραξίας και κατεσκεύασαν τείχος πέριξ της πόλεως των Κηλίων, κατανείμαντες το έργον μεταξύ των αποσπασμάτων των διαφόρων πόλεων. Ώκολούθως δ' αφίσαντες απόσπασμα Ώθηναϊκού και συμμαχικού στρατού δια να επιτηρή από ξηράς και από θαλάσσης, ανεχώρησαν με το μεγαλύτερον μέρος του στρατού, ενώ οι υπολειφθέντες έμειναν και επολιόρκουν την πόλιν. 115. Θατά την αυτήν εποχήν εισέβαλαν και οι Ώργείοι εις την Σλειασίαν, και εμπεσόντες εις ενέδραν, στηθείσαν υπό των Σλειασίων και των φυγάδων της πόλεώς των, εφονεύθησαν περί τους ογδοήντα. Θαι οι
Ώθηναίοι, ορμώμενοι εκ Ξύλου, έλαβαν πολλήν λείαν από τους Ιακεδαιμονίους. Νύτοι, εν τούτοις, ούτε καν κατόπιν διέρρηξαν την ειρήνην, ουδέ ήρχισαν εχθροπραξίας, δια προκηρύξεως όμως επέτρεψαν εις όσους εκ των συμπολιτών των ήθελαν να προβαίνουν εις αντίποινα κατά των Ώθηναίων. Νι Θορίνθιοι επανέλαβαν τον πόλεμον εναντίον των Ώθηναίων, ένεκα ιδιαιτέρων τινών διαφορών των προς αυτούς, οι άλλοι όμως Ξελοποννήσιοι δεν έλαβαν μέρος εις αυτόν. Θαι οι Κήλιοι, εξ άλλου, κατέλαβαν δια νυκτερινής εφόδου το μέρος του περιτειχίσματος των Ώθηναίων, όπου ήτο η Ώγορά των, εφόνευσαν μερικούς εξ αυτών, και αφού εισήγαγαν εντός της πόλεώς των σίτον και όσα άλλα χρήσιμα ημπόρεσαν, απεσύρθησαν και έμεναν αδρανούντες. Θατόπιν τούτου, οι Ώθηναίοι ήσκουν καλλιτέραν επιτήρησιν. Θαι εν τω μεταξύ το θέρος ετελείωσε. 116. Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, οι Ιακεδαιμόνιοι, ενώ ήσαν έτοιμοι να εισβάλουν εις την Ώργολίδα, επέστρεψαν εις τα ίδια, καθόσον αι θυσίαι δια την διάβασιν των ορίων δεν απέβησαν ευνοϊκαί. Θαι οι Ώργείοι, μαθόντες την σχεδιασθείσαν εισβολήν, υπωπτεύθησαν μερικούς εκ των εντός της πόλεώς των, συνέλαβαν δε τινας εξ αυτών, ενώ οι λοποί τους διέφυγαν. Θατά την αυτήν εποχήν, οι Κήλιοι κατέλαβαν πάλιν και άλλο μέρος του Ώθηναϊκού περιτειχίσματος, το οποίον εφρουρείτο υπό ανεπαρκούς δυνάμεως. Κετά τούτο εστάλη εξ Ώθηνών και άλλος στρατός υπό την αρχηγίαν του Σιλοκράτους, υιού του Βημέου. Ν αποκλεισμός έγινεν ήδη στενώτερος και συγχρόνως μερικοί εξ αυτών των πολιτών ήλθαν εις μυστικάς συνεννοήσεις μετά των Ώθηναίων. Νι Κήλιοι ηναγκάσθησαν ούτω να παραδοθούν εις την διάκρισιν των Ώθηναίων, οι οποίοι τους μεν ενηλίκους των παραδοθέντων εφόνευσαν, τα δε γυναικόπαιδα κατέστησαν δούλους. Θαι πέμψαντες ύστερον πεντακοσίους εκ των ιδίων πολιτών απώκισαν την νήσον.
Θατά τον ίδιον χειμώνα, οι Ώθηναίοι ήθελαν να εκστρατεύσουν πάλιν κατα της Πικελίας με στρατιωτικάς δυνάμεις μεγαλυτέρας παρά εκείνας που είχαν Ν Ιάχης και Γυρυμέδων, με την ελπίδα να την υποτάξουν, καθόσον οι πολλοί δεν εγνώριζαν ούτε το μέγεθος της νήσου, ούτε το πλήθος των κατοίκων αυτής, Γλλήνων και βαρβάρων, ούτε υπωπτεύοντο, ότι o πόλεμος, τον oποίον επροτίθεντο ν' αναλάβουν, δεν ήτο πολύ μικροτέρας σπουδαιότητος από τον Ξελοποννησιακόν. Βιότι ο δι' εμπορικού πλοίου περίπλους της Πικελίας απαιτεί οκτώ περίπου ημέρας, και ενώ είναι τόσον μεγάλη, αποτελεί σχεδόν μέρος της ηπείρου, από της οποίας διαχωρίζεται διά βραχίονος θαλάσσης πλάτους είκοσι περίπου σταδίων.
Ε Πικελία απωκίσθη από των αρχαίων χρόνων υπό των επομένων εν συνόλω λαών. Ξαλαιότατοι κάτοικοι μέρους αυτής λέγονται οι Θύκλωπες και οι Ιαιστρυγόνες, των οποίων ούτε την καταγωγήν είμαι εις θέσιν να ορίσω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού μετέβησαν. Ξρέπει ν' αρκεσθώμεν, επομένως, εις τας διηγήσεις των ποιητών και εις ό,τι τυχόν καθείς γνωρίζει περί αυτών. Ξρώτοι μετ' αυτούς εγκατασταθέντες εις αυτήν φαίνονται οι Πικανοί, και ισχυρίζονται μεν οι ίδιοι ότι ήσαν παλαιότεροι, λόγω του ότι ήσαν γηγενείς, αλλά τα πράγματα αποδεικνύουν ότι ήσαν Ίβηρες, εκδιωχθέντες από τον Πικανόν ποταμόν της Ηβηρίας υπό των
Ιιγύων. Νύτοι κατοικούν ακόμη και σήμερον το δυτικόν μέρος της Πικελίας, η οποία από αυτούς ωνομάσθη έκτοτε Πικανία, ενώ προηγουμένως εκαλείτο Ρρινακρία. Ώλλά τινές εκ των Ρρώων, διαφυγόντες τους Ώχαιούς, κατά την άλωσιν της Ρροίας, έφθασαν επί πλοίων εις την Πικελίαν και εγκατεστάθησαν γείτονες των Πικανών εις δύο πόλεις, την Έρυκα και την Έγεσταν, λαβόντες το κοινόν όνομα Έλυμοι. Καζί με αυτούς εγκατεστάθησαν και μερικοί Σωκείς, εκ των λαβόντων μέρος εις τον Ρρωϊκόν πόλεμον, οι οποίοι παρεσύρθησαν τότε υπό της κακοκαιρίας εις την Ιιβύην πρώτον και έπειτα εξ αυτής εις την Πικελίαν. Νι Πικελοί, εξ άλλου, διέβησαν εις την Πικελίαν, εκδιωχθέντες από την Ηταλίαν, όπου κατώκουν, υπό των Νπικών. Θατά τινα πιθανήν παράδοσιν διεπεραιώθησαν εκεί επί σχεδίων, επωφεληθέντες την κατάλληλον διά την διάβασιν στιγμήν, ότε ο άνεμος ήτο απόγειος. Γίναι, άλλωστε, ενδεχόμενον να κατέπλευσαν εκεί και κατ' άλλον τρόπον. πάρχουν δε και σήμερον ακόμη Πικελοί εις την Ηταλίαν, η οποία επωνομάσθη ούτως από το όνομα βασιλέως τινος των Πικελών, ονομαζομένου Ηταλού. Γλθόντες ούτοι εις την Πικελίαν με πολυάριθμον στρατόν και νικήσαντες εις μάχην τους Πικανούς, απώθησαν αυτούς προς τα μεσημβρινά και τα δυτικά μέρη αυτής και έγιναν αιτία όπως η νήσος από Πικανίας ονομασθή Πικελία. Γγκατασταθέντες δ' εις τα καλύτερα μέρη της χώρας, κατείχαν αυτήν επί τριακόσια περίπου έτη, προτού έλθουν Έλληνες εις την Πικελίαν. Θαι σήμερον ακόμη κατέχουν το κέντρον και τα βόρεια της νήσου. Ώλλά και Σοίνικες είχαν, χάριν του μετά των Πικελών εμπορίου των, αποικίας πέριξ όλης της νήσου, και επί των ακρωτηρίων, τα οποία κατελάμβαναν και απεχώριζαν από την ξηράν διά τείχους, και επί των παρακειμένων νησιδίων. Ώλλ' όταν οι Έλληνες ωσαύτως ήρχισαν ερχόμενοι πολλοί διά θαλάσσης, απεσύρθησαν από τα λοιπά μέρη και συγκεντρωθέντες, κατώκησαν εις την Κοτύην, τον Πολούντα και το Ξάνορμον, πλησίον των Γλύμων, το μεν ένεκα της εμπιστοσύνης που είχαν εις την συμμαχίαν των Γλύμων, το δε διότι εις το μέρος τούτο, το από Πικελίας εις Θαρχηδόνα ταξίδιον είναι συντομώτατον. Ρόσοι βάρβαροι λαοί και κατά τοιούτον τρόπον εγκατεστάθησαν εις την Πικελίαν. 3. Γκ των Γλλήνων, πρώτοι οι Ταλκιδείς, πλεύσαντες εξ Γυβοίας υπό την αρχηγίαν του Ζουκλέους ως οικιστού, απώκισαν την Λάξον και ίδρυσαν βωμόν εις τιμήν Ώπόλλωνος του αρχηγέτου, ο οποίος σώζεται σήμερον εκτός της πόλεως και επί του οποίου οι αποστελλόμενοι εκ Πικελίας θεωροί προσφέρουν θυσίας, πριν εκπλεύσουν. Θατα το ακόλουθον έτος, ο Ώρχίας, εις των Ερακλειδών, ελθών εκ Θορίνθου, ίδρυσε τας Πυρακούσας, αφού πρώτον εξεδίωξε τους Πικελούς εκ της νησίδος, η οποία είναι σήμερον ηνωμένη πλέον με την ξηράν και επί της οποίας κείται η εσωτερική πόλις. Κε τον καιρόν ύστερον, και η έξω πόλις συνεδέθη με αυτήν δια τείχους και έγινε πολυάνθρωπος. Θατα το πέμπτον έτος μετά την ίδρυσιν των Πυρακουσίων, ο Ζουκλής μετά των Ταλκιδέων, ορμηθέντες εκ Λάξου, εξεδίωξαν κατόπιν πολέμου τους Πικελούς και ίδρυσαν τους Ιεοντίνους, και ύστερον την Θατάνην. Νι Θαταναίοι, εν τούτοις, εξέλεξαν οι ίδιοι ως οικιστήν τον Γύαρχον. 4. Ξερί την αυτήν εποχήν, ο Ιάμις, ηγούμενος αποικίας, ήλθεν εκ Κεγάρων εις την Πικελίαν, όπου εγκατεστάθη εις θέσιν τινά, άνωθεν του ποταμού Ξαντακύου, καλουμένην Ρρώτιλον. ΐραδύτερον, μετοικήσας αυτόθεν, εγκατεστάθη εις τους Ιεοντίνους, όπου επολιτογραφήθη με τους περί αυτόν, αλλά μετ' ολίγον χρόνον εξεδιώχθη υπό των Ταλκιδέων και ίδρυσε την Ζάψον, όπου και απέθανε. Νι περί αυτόν, εκδιωχθέντες εκ της Ζάψου, ίδρυσαν τα κληθέντα Κέγαρα βλαία, επί χώρας, την οποίαν παρέδωκεν εις αυτούς και όπου τους ωδήγησεν ο βασιλεύς των Πικελών Όβλων. Ώφού κατώκησαν εκεί διακόσια σαράντα πέντε έτη, εξεδιώχθησαν εκ της πόλεως και της χώρας υπό του Αέλωνος, τυράννου των Πυρακουσίων. Ώλλά
πριν εκδιωχθούν, εκατόν έτη μετά την ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, έστειλαν προς ίδρυσιν της Πελινούντος τον Ξάμμιλον, όστις είχεν έλθει από την μητρόπολιν αυτών Κέγαρα, διά να λάβη μέρος εις την νέαν αποικίαν. Θατά το τεσσαρακοστόν πέμπτον έτος μετά την ίδρυσιν των Πυρακουσών, ιδρύθη η Αέλα, από κοινού υπό του Ώντιφήμου και του Γντίμου, οι οποίοι ήλθαν επί κεφαλής αποίκων, εκείνος εκ Οόδου, και ούτος εκ Θρήτης. Ε πόλις έλαβε το όνομά της από τον ποταμόν Αέλαν, αλλά το μέρος όπου ευρίσκεται σήμερον η ακρόπολις, και το οποίον ετειχίσθη πρώτον, ονομάζεται Ιίνδιοι. Γις την νέαν αποικίαν εισήχθησαν οι Βωρικοί θεσμοί. Γκατόν οκτώ σχεδόν ακριβώς έτη μετά την ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, οι Αελώοι ίδρυσαν τον Ώκράγαντα. Ρην πόλιν ωνόμασαν εκ του ομωνύμου ποταμού. Νικιστάς αυτής διώρισαν τον Ώριστόνουν και τον Ξυστίλον, και εισήγαγαν εις αυτήν τους ιδίους αυτών θεσμούς. Ε Δάγκλη κατ' αρχάς ιδρύθη από πειρατών ελθόντων εκ Θύμης, αποικίας των Ταλκιδέων, κειμένης εις την Νπικίαν. ΐραδύτερον όμως ήλθαν εκ Ταλκίδος και της άλλης Γυβοίας πλήθος αποίκων, οι οποίοι ελαβαν μερος μετά των πρώτων εις την διανομήν της γης. Νικισταί ήσαν ο Ξεριήρης και ο Θραταιμένης, ο πρώτος εκ Θυμης, ο δεύτερος εκ Ταλκίδος. Ε πόλις ωνομάσθη πρώτον υπό των Πικελών Δάγκλη, διά το δρεπανοειδές σχήμα του μέρους, καθοσον το δρέπανον οι Πικελοί ονομάζουν "ζάγκλον". ΐραδύτερον όμως οι άποικοι ούτοι εξεδιώχθησαν υπό των Παμίων και άλλων Ηώνων, οι οποίοι, φεύγοντες τους Ξέρσας, αποβιβάσθησαν εις την Πικελίαν. Ρους Παμίους πάλιν εξεδίωξεν ολίγον χρόνον ύστερον ο Ώναξίλας, τύραννος των Οηγίνων, και αποικίσας την πόλιν με σύμμικτον πληθυσμόν, μετωνόμασεν αυτήν Κεσσήνην από το όνομα της παλαιάς αυτού πατρίδος. 5. Ρης Ημέρας οικισταί υπήρξαν οι εκ Δάγκλης Γυκλείδης και Πίμος και Πάκων. Νι πλείστοι των αποίκων ήσαν Ταλκιδείς, αλλά μετ' αυτών εγκατεστάθησαν και φυγάδες εκ Πυρακουσών, οι καλούμενοι Κυλητίδαι, νικηθέντες υπό της αντιθέτου φατρίας. Θαι η μεν γλώσσα των ήτο κράμα της Ταλκιδικής και Βωρικής διαλέκτου, αλλ' επεκράτησαν οι Ταλκιδικοί θεσμοί, αι Άκραι και αι Θασμέναι απωκίσθησαν υπό των Πυρακουσίων, αι Άκραι εβδομήντα έτη μετά την ίδρυσιν των Πυρακουσών, αι Θασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τας Άκρας. Ε Θαμάρινα απωκίσθη το πρώτον υπό των Πυρακουσίων, ακριβώς σχεδόν εκατόν τριάντα πέντε έτη μετά την ίδρυσιν των Πυρακουσών. Νικισταί αυτής ήσαν ο Βάσκων και ο Κενέκωλος. Ώλλ' οι Θαιμαριναίοι, επαναστατήσαντες κατά των Πυρακουσίων και νικηθέντες, εξεδιώχθησαν υπό τούτων, και μετά καιρόν ο Ηπποκράτης, τύραννος της Αέλας, λαβών την χώραν των Θαμαριναίων ως λύτρα Πυρακουσίων τινών αιχμαλώτων, έγινεν ο ίδιος οικιστής και συνώκισεν εκ νέου την Θαμάριναν. Ώλλ' οι κάτοικοι αυτής εξεδιώχθησαν πάλιν υπό του Αέλωνος, και η πόλις απωκίσθη διά τρίτην φοράν υπό των κατοίκων της Αέλας.
Ρόσοι λαοί Γλλήνων και βαρβάρων κατώκουν την Πικελίαν και τοσούτον ήτο το μέγεθος της νήσου, κατά της οποίας οι Ώθηναίοι έσπευσαν να εκστρατεύσουν. Ε αληθής αιτία της τοιαύτης εκστρατείας ήτο η ζωηρά των επιθυμία να κατακτήσουν ολόκληρον την νήσον, ήθελαν όμως συγχρόνως να έχουν την εύσχημον πρόφασιν, ότι έρχονται εις βοήθειαν των ομογενών των και των άλλων συμμάχων των. Ώλλά προ πάντων εξώθησαν αυτούς πρέσβεις των Γγεσταίων, οι οποίοι, ελθόντες εις Ώθήνας, επεκαλούντο μετά μεγάλης θέρμης την συνδρομήν των. Βιότι, γείτονες όντες των Πελινουντίων, είχαν περιέλθει εις πόλεμον προς αυτούς, εξ αφορμής του ζητήματος της μεταξύ αυτών επιγαμίας και ένεκα αμφισβητουμένου τινος εδάφους, και οι Πελινούντιοι, επικαλεσθέντες την συμμαχικήν βοήθειαν των Πυρακουσίων, επίεζαν αυτούς ισχυρώς διά του πολέμου και κατά γην και κατά θάλασσαν. Φς εκ τούτου, οι Γγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τους Ώθηναίους την συμμαχίαν,
η οποία είχε συνομολογηθή επί Ιάχητος κατά τον προηγούμενον πόλεμον, παρεκάλουν να τους βοηθήσουν διά της αποστολής ναυτικής δυνάμεως, ισχυριζόμενοι, πλην πολλών άλλων, και τούτο κυρίως, ότι, εάν οι Πυρακούσιοι δεν ετιμωρούντο διά την έξωσιν των Ιεοντίνων εκ της πόλεώς των, και αφίνοντο να καταστρέψουν και τους υπολειπομένους ακόμη συμμάχους των Ώθηναίων και εκτείνουν ούτω την εξουσίαν των εις ολόκληρον την Πικελίαν, υπήρχε φόβος μήπως, Βωριείς αυτοί και άποικοι, έλθουν ημέραν τινά με μεγάλας στρατιωτικάς δυνάμεις εις βοήθειαν των Βωριέων της Ξελοποννήσου, ως ομογενών και ιδρυτών της αποικίας των, και συγκαταλύσουν την δύναμιν και αυτών των Ώθηνών. τι, επομένως, η φρόνησις επιβάλλει ν' αντιταχθούν κατά των Πυρακουσίων με τους υπολειπόμενους ακόμη συμμάχους των, τόσον μάλλον, καθόσον, ως έλεγαν οι Γγεσταίοι, θα παρείχαν αυτοί ικανά διά τον πόλεμον χρήματα. Νι Ώθηναίοι ακούσαντες κατά τας συνελεύσεις του λαού τους Γγεσταίους και τους υποστηρικτάς αυτών εκθέτοντας επανειλημμένως τα επιχειρήματα ταύτα, εψήφισαν να αποσταλούν πρώτον πρέσβεις εις την Έγεσταν, όπως δι' επιτοπίου ερεύνης βεβαιωθούν εάν υπάρχουν πράγματι τα χρήματα τα οποία ισχυρίζονται ότι έχουν εις το δημόσιον ταμείον και εις τους ναούς, και εξακριβώσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται τα του πολέμου προς τους Πελινουντίους.
Νύτως, οι πρέσβεις των Ώθηναίων εστάλησαν εις την Πικελίαν. Νι Ιακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, και οι σύμμαχοι αυτών, πλην των Θορινθίων, εξεστράτευσαν, κατα την διάρκειαν του αυτού χειμώνος εις την Ώργολίδα και ηρήμωσαν μικρόν μέρος αυτής, αποκομίσαντες και σίτον επί αμαξών, τας οποίας είχαν φέρει μαζί των προς τούτο. Ώφού δ' εγκατέστησαν τους Ώργείους φυγάδας εις τας Νρνεάς, όπου άφισαν μικράν φρουράν, και συνωμολόγησαν ανακωχήν διά χρονικόν τι διάστημα, κατα το οποίον οι Νρνεάται και οι Ώργείοι υπεχρεώθησαν να μη βλάπτουν οι μεν την χώραν των δε, επέστρεψαν με τον στρατόν εις τα ίδια. Ώλλ' επειδή οι Ώθηναίοι ήλθαν μετ' ολίγον χρόνον με τριάντα πλοία και εξακόσιους οπλίτας οι Ώργείοι εξεστράτευσαν πανστρατιά με αυτούς και επολιόρκησαν τας Νρνεάς επί μίαν ημέραν. Βιαρκούσης όμως της νυκτός, επειδή ο πολιορκητικός στρατός κατηυλίσθη μακράν, οι πολιορκούμενοι έφυγαν απαρατήρητοι από τας Νρνεάς. Ρην επομένην, άμα ως αντελήφθησαν το πράγμα οι Ώργείοι, κατηδάφισαν τας Νρνεάς και μετά τούτο ανεχώρησαν. Θαι μετ' ολίγον επέστρεψαν και οι Ώθηναίοι με τον στόλον των εις τα ίδια.
Νι Ώθηναίοι μετέφεραν ωσαύτως διά θαλάσσης εις την Κεθώνην, παρά τα σύνορα της Κακεδονίας, ιππικόν, αποτελούμενον από συμπολίτας των και από Κακεδόνας εξόριστους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις Ώθήνας, και ηρήμωναν την χώραν του Ξερδίκκα. Νι Ιακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν προς τους Ταλκιδείς της Ζράκης, οι οποίοι, ευρίσκοντο υπό ανακωχήν προς τους Ώθηναίους, δυναμένην να τερματισθή δέκα ημέρας μετά την καταγγελίαν, συνιστώντες να βοηθήσουν τον Ξερδίκκαν. Νύτοι όμως ηρνήθησαν. Θαι εν τω μεταξύ ετελείωσεν ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον έκτον έτος του πολέμου, του οποίου την Ηστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Θατά την αρχήν του επομένου έαρος, οι Ώθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εκ Πικελίας, συνοδευόμενοι υπό των πρέσβεων των Γγεσταίων, οι οποίοι έφεραν εξήντα τάλαντα αργύρου μη νομισματοποιημένου, ως μισθόν ενός μηνός των πληρωμάτων εξήντα πλοίων, των οποίων την αποστολήν επρόκειτο να ζητήσουν. Νι Ώθηναίοι συνεκάλεσαν την συνέλευσιν του λάου, και ακούσαντες από τους πρέσβεις των Γγεσταίων και τους ιδικούς των, πλην άλλων επαγωγών και αναληθών πραγμάτων, ότι υπήρχαν άφθονα χρήματα έτοιμα εντός των ναών και του δημοσίου ταμείου, εψήφισαν την εις Πικελίαν αποστολήν στόλου εξήντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ώλκιβιάδου, υιού του Θλεινίου, του Λικίου, υιού του Λικηράτου, και του Ιαμάχου υιού του Μενοφάνους, εις τους οποίους έδωκαν απόλυτον πληρεξουσιότητα να βοηθήσουν τους Γγεσταίους εναντίον των Πελινουντίων, να συνοικίσουν και πάλιν την πόλιν των Ιεοντίνων, εάν μέρος εξ αυτών ήθελε σωθή εκ του πολέμου, και ρυθμίσουν κατά τα λοιπά τα πράγματα της Πικελίας, όπως θα έκριναν καλύτερον διά το συμφέρον των Ώθηναίων. Ξέντε ημέρας ύστερον, συνεκλήθη πάλιν συνέλευσις του λαού, όπως εξετάση τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν διά την ταχύτερον παρασκευήν της εκστρατείας, και όπως ψηφιστή κάθε άλλο, του οποίου οι στρατηγοί θα είχαν τυχόν ανάγκην διά να εκκινήσουν. Ν Λικίας, ο οποίος είχεν εκλεχθή αρχηγός παρά την θέλησίν του, και, εξ άλλου, ενόμιζεν ότι η απόφασις της πόλεως ήτο εσφαλμένη και ότι δι' αιτίαν ασήμαντον και κατ' επίφασιν μόνον ευπρόσωπον επεδίωκαν την κατάκτησιν ολοκλήρου της Πικελίας, η οποία ήτο έργον δυσχερές, επροχώρησεν εις το βήμα, και θέλων ν' αποτρέψη τους Ώθηναίους, απηύθυνεν εις αυτούς τους επομένους περίπου παραινετικούς λόγους:
"Ε σημερινή συνέλευσις του λαού συνεκλήθη διά να εξετάση κατά τινα τρόπον πρέπει να γίνουν αι παρασκευαί μας διά την εκστρατείαν κατά της Πιικελίας. Ώλλ' εγώ νομίζω ότι οφείλομεν να διασκεφθώμεν ακόμη περί της ουσίας αυτού του ζητήματος, αν δηλαδή συμφέρη να γίνη η θαλασσία αυτή εκστρατεία, και ότι δεν πρέπει, προκειμένου περί σπουδαιοτάτης υποθέσεως, ν' αναλάβωμεν, κατόπιν τόσον βραχείας σκέψεως, πόλεμον, ο οποίος δεν μας αφορά, παρασυρόμενοι από ανθρώπους αλλοφύλους. Κολονότι, δι' εμέ τουλάχιστον, η εκστρατεία αυτή φέρει τιμήν και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι διά την ιδίαν μου ζωήν, το οποίον δεν σημαίνει ότι θεωρώ ολιγώτερον καλόν πολίτην εκείνον, ο οποίος προνοεί και περί του προσώπου του και περί της περιουσίας του, αφού ο τοιούτος είναι φυσικόν να θέλη, χάριν του ιδίου αυτού συμφέροντος, όπως και τα πράγματα της πόλεως ευδοκιμούν. Άλλωστε, ούτε εις το παρελθόν ωμίλησα ποτέ, παρά τας πεποιθήσεις μου, ένεκα των τιμών, αι οποίαι μου επεδαψιλεύοντο, ούτε τώρα θα είπω άλλο τι παρ' ό,τι θεωρώ καλύτερον. Φς εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, γνωρίζω καλώς ότι οι λόγοι μου δεν θα έφεραν κανέν αποτέλεσμα, εάν σας εσυμβούλευα να φροντίζετε περί της διατηρήσεως των κεκτημένων, και να μη διακινδυνεύσετε ό,τι έχετε ήδη εις χείρας χάριν των αδήλων και μελλόντων. Ζα προσπαθήσω, εν τούτοις, να σας αποδείξω, ότι η σπουδή σας είναι άκαιρος και ότι δεν είναι εύκολον να επιτύχετε ό,τι επιδιώκετε. 10. "Ησχυρίζομαι δηλαδή ότι εκστρατεύοντες κατά της Πικελίας και αφίνοντες οπίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε, ως φαίνεται, πλέοντες εκεί να προσελκύσετε και άλλους τοιούτους εδώ. Θαι νομίζετε ίσως, ότι σας παρέχει ασφάλειαν τινα η συνομολογηθείσα ειρήνη. Ώλλ' αυτή, εάν μεν μένετε ήσυχοι, ημπορεί να είναι
ειρήνη, κατ' όνομα (διότι τοιαύτην την κατήντησαν αι ενέργειαι μερικών και εδώ και μεταξύ των αντιπάλων μας), εάν όμως υποστήτε αποφασιστικήν τινα ήτταν, οι εχθροί θα σπεύσουν να σας επιτεθούν, πρώτον μεν διότι την συνθήκην ηναγκάσθησαν ούτοι να συνομολογήσουν συνεπεία των ατυχιών των, και η υπογραφή της εκείνους μάλλον εξέθεσε παρά ημάς. Έπειτα, αυτή αύτη η συνθήκη περιέχει πολλά αμφισβητούμενα. Άλλωστε, μερικοί εκ των αντιπάλων μας, και όχι οι ασθενέστεροι, ούτε μέχρι σήμερον ακόμη εδέχθησαν την συνθήκην αυτήν, αλλ' άλλοι μεν διατελούν εις φανερόν προς ημάς πόλεμον, άλλοι δε, τουναντίον, διότι οι Ιακεδαιμόνιοι μένουν ακόμη ήσυχοι, απέχουν και αυτοί επίσης εχθροπραξιών, επί τη βάσει ανακωχής δυναμένης να τερματισθή δέκα ημέρας μετά την καταγγελίαν. Γίναι, άλλωστε, ενδεχόμενον, εάν εύρισκαν την δύναμίν μας διηρημένην, προς το οποίον ήδη μετά τόσης σπουδής φερόμεθα, να επετίθεντο συντόνως εναντίον μας ομού μετά των Πικελιωτών, εις των οποίων την συμμαχίαν θα απέδιδαν μεγάλην αξίαν. Ώυτά, επομένως, οφείλομεν προσηκόντως να εξετάσωμεν, και ενώ το σκάφος της πολιτείας είναι ακόμη μακράν του λιμένος, να μη σκεπτώμεθα περί αναλήψεως κινδύνων, και να μη ορεγώμεθα νέας κατακτήσεις, πριν εξασφαλίσωμεν τας υπάρχουσας, αφού και τους Ταλκιδείς της Ζράκης, οι οποίοι έχουν αποστατήσει από ημάς επί τόσα έτη, ακόμη δεν υπετάξαμεν, και άλλων εκ των επί της στερεάς υπηκόων μας η υπακοή είναι αμφίβολος. Ώλλ' ημείς σπεύδομεν να βοηθήσωμεν τους Γγεσταίους, διότι είναι τάχα σύμμαχοί μας και αδικούνται, αναβάλλομεν όμως να εκδικηθώμεν τα εναντίον μας αδικήματα των υπηκόων μας, οι οποίοι από τόσον καιρόν έχουν αποστατήσει από ημάς. 11. "Κολονότι άπαξ υποτάξαντες τούτους θα ηδυνάμεθα να συγκρατήσωμεν εκείνους, εάν νικήσωμεν τους Πικελιώτας αδύνατον είναι να κρατήσωμεν αυτούς υπό την εξουσίαν μας, ένεκα της μεγάλης αποστάσεως και του μεγάλου των πλήθους. Γίναι, έν τούτοις, ανόητον να εκστρατεύη κανείς εναντίον λαού, τον οποίου η ήττα δεν εξασφαλίζει την υποταγήν, και ενώ η αποτυχία δεν αφίνει αυτόν εις την ιδίαν θέσιν που ευρίσκετο προ της επιχειρήσεως. Ώποβλέπων εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων της Πικελίας, τολμώ να είπω ότι οι Πικελιώται θα ήσαν ακόμη ολιγώτερον επικίνδυνοι δι' ημάς, εάν υποβάλλοντο υπό την ηγεμονίαν των Πυρακουσίων, με την άποψιν της οποίας οι Γγεσταίοι ζητούν κυρίως να μας εκφοβίσουν. Βιότι σήμερον μεν είναι ενδεχόμενον να έλθουν εκείθεν μεμονωμένα άτομα εναντίον μας, εκ της επιθυμίας να υποχρεώσουν τους Ιακεδαιμονίους, αλλ' εάν όλοι οι Πικελιώται υπεβάλλοντο υπό την ηγεμονίαν μιας πόλεως, δεν είναι πιθανόν τοιαύτη ηγεμονεύουσα πόλις ν' αναλάβη πόλεμον κατ' άλλης επίσης ηγεμονευούσης πόλεως. Βιότι καθ' ον τρόπον αυτή, συνεργαζόμενη μετά των Ξελοποννησίων, ήθελε θέσει τέρμα εις την ηγεμονίαν μας, είναι φυσικόν να καταλυθή και η ιδική της υπό των ιδίων Ξελοποννησίων διά της χρησιμοποιήσεως των αυτών μέσων. Γάν δε θέλωμεν να μας φοβούνται οι Έλληνες της Πικελίας, το καλλίτερον που έχομεν να κάνωμεν είναι να μη μεταβώμεν εκεί. Εμπορούμεν να επιτύχωμεν το αυτό, μολονότι εις μικρότερον βαθμόν, εάν αφού τους επιδείξωμεν την δύναμιν μας, αποσυρθώμεν μετά βραχείαν εκεί παραμονήν. Βιότι γνωρίζομεν πάντες ότι οι ανθρώποι θαυμάζουν ό,τι ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν απ' αυτών απόστασιν και εκείνα, τα οποία δίδουν ελαχίστην ευκαιρίαν, όπως ή περί αυτών φήμη υποβληθή εις δοκιμασίαν. Ώλλ' εάν υφιστάμεθα αποτυχίαν τινά, θα μας περιεφρόνουν και δεν θα εβράδυναν να μας επιτεθούν, συνεργαζόμενοι με τους εδώ εχθρούς μας. Ρούτο ακριβώς έχετε πάθει και σεις, ώ Ώθηναίοι, με τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. Γπειδή, αντιθέτως προς τους αρχικούς φόβους σας, τους ενικήσατε απροσδοκήτως, καταφρονείτε ήδη αυτούς και επιδιώκετε την κατάκτησιν και της Πικελίας ακόμη. Βεν πρέπει όμως να επαίρεσθε διά τας ατυχίας των αντιπάλων, αλλά την εμπιστοσύνην σας να στηρίζετε μόνον εις την διά της υπεροχής των σχεδίων και
υπολογισμών σας επικράτησιν απέναντι αυτών. Θαι πρέπει να εννοήσετε ότι οι Ιακεδαιμόνιοι, ένεκα της ταπεινωτικής δι' αυτούς ειρήνης, εις εν και μόνον αποβλέπουν: πώς ακόμη και τώρα, αν ημπορέσουν, θα μας ανατρέψουν, διά να αποπλύνουν την ιδίαν αυτών ταπείνωσιν, τοσούτω μάλλον καθόσον ανέκαθεν και υπέρ πάν άλλο θηρεύουν την φήμην της ανδρείας. Νφείλομεν, ως εκ τούτου, εάν σωφρονούμεν, να εννοήσωμεν ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει δεν είναι η τύχη των Γγεσταίων της Πικελίας, λαού βαρβάρου, αλλά πώς ασφαλέστερον θα προφυλαχθώμεν από τας επιβουλάς πόλεως, εμπνεομένης από ολιγαρχικάς προθέσεις. 12. "Νφείλομεν, προς τούτοις, να μη λησμονούμεν, ότι προ μικρού ανελάβαμεν οπωσδήποτε από μεγάλην επιδημίαν και πόλεμον, και ως εκ τούτου μόλις τώρα αναπληρώνομεν τας εις χρήματα και άνδρας απωλείας μας. Ρους πόρους μας τούτους καθήκον έχομεν να χρησιμοποιήσωμεν εδώ υπέρ των αναγκών ημών και όχι υπέρ των φυγάδων τούτων, οι οποίοι εκλιπαρούν την βοήθειάν μας, οι οποίοι συμφέρον έχουν να ψευσθούν επιτυχώς και οι οποίοι, εάν μεν επιτύχουν εις βάρος των άλλων, χωρίς αυτοί να συνεισφέρουν άλλο τι παρά λόγια, δεν επιδεικνύουν ανάλογον ευγνωμοσύνην, ενώ εάν αποτύχουν, παρασύρουν τους φίλους των εις την καταστροφήν. Γάν πάλιν κανείς ευτυχής, διότι εξελέχθη στρατηγός, συνιστά την εκστρατείαν, αποβλέπων μόνον εις το ίδιον αυτού συμφέρον (άλλωστε ων και πάρα πολύ νέος διά να είναι αρχηγός), διά να θαυμασθή διά τους ίππους που τρέφει και ωφεληθή κάτι από την αρχηγίαν του, όπως επαρκέση εις την πολυτέλειάν του, μήτε εις αυτόν δώσατε την ευκαιρίαν να επιδειχθή προσωπικώς με κίνδυνον της πόλεως. Νφείλετε να έχετε υπ' όψιν ότι τοιούτοι ανθρώποι ζημιώνουν τα δημόσια και σπαταλούν τα ίδια, και ότι το πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρόν και όχι τοιούτον ώστε να ημπορή να σχεδιασθή και επιχειρηθή εσπευσμένως υπό νεωτέρων. 13. "Ρούτους βλέπων τώρα παριστάμενους εδώ, κατά παρακίνησιν του ιδίου ανθρώπου, φοβούμαι και παρακινώ αντιθέτως τους πρεσβυτέρους, όσοι τυχόν κάθηνται πλησίον τινός εαυτών να μη επηρεασθούν από ψευδές αίσθημα εντροπής και φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί, εάν δεν ψηφίσουν υπέρ του πολέμου. Κήτε να καταληφθούν, όπως ημπορούν να το πάθουν, από νοσηρόν έρωτα, διά πράγματα που δεν βλέπουν, διότι γνωρίζουν ότι διά της απληστίας ελάχιστα επιτυγχάνονται, ενώ διά της προνοίας πλείστα. Γν ονόματι της πατρίδος, η οποία εις το παρελθόν ουδέποτε διέτρεξε μεγαλύτερον κίνδυνον, ας αποκρούσουν τον πόλεμον και ας ψηφίσουν, όπως οι μεν Πικελιώται, σεβόμενοι τα μεταξύ ημών και αυτών σημερινά σύνορα, κατά των οποίων τίποτε δεν ημπορεί κανείς να προβάλη, τον Ηόνιον δηλαδή κόλπον, διά τον πλέοντα παρά την ακτήν, και την Πικελικήν θάλασσαν, διά τον πλέοντα διά του ανοικτού πελάγους, και διακηρούντες τας κτήσεις των, διευθετούν τας διαφοράς των αναμεταξύ των. Ξρος τους Γγεσταίους, εξ άλλου, ιδιαιτέρως να είπωμεν ότι, αφού τον προς τους Πελινουντίους πόλεμον ανέλαβαν, κατ' αρχάς, άνευ της γνώμης των Ώθηναίων οφείλουν και μόνοι των να τον τερματίσουν. Θαι του λοιπού να παραιτήσωμεν την συνήθειαν να κάμωμεν συμμάχους, τους οποίους οφείλομεν να βοηθώμεν, εάν ατυχήσουν, αλλ' από τους οποίους καμμίαν δεν θα λάβωμεν βοήθειαν εν ώρα ανάγκης. 14. "Θαι συ, Ξρύτανη, εάν νομίζης ότι καθήκον έχεις να κήδεσαι της πόλεως, και θέλης να δειχθής αληθής καλός πολίτης, υπόβαλε πάλιν το ζήτημα εις νέαν συζήτησιν και ψηφοφορίαν του Ώθηναϊκού λαού. Γάν διστάζης να επανέλθης εις τα άπαξ ψηφισθέντα, σκέψου ότι επί παρουσία τόσων μαρτύρων δεν ημπορεί να γεννηθή ζήτημα παραβιάσεως των νόμων, αλλ' ότι θα γίνης ιατρός της πόλεως, εν σχέσει προς την ληφθείσαν
υπ' αυτής απόφασιν, και ότι καλού άρχοντος καθήκον είναι να ωφελήση όσον ημπορεί περισσότερον την πατρίδα του, ή τουλάχιστον να μη την βλάψη εκουσίως". 15. Ροιαύτα είπεν ο Λικίας. Νι πλείστοι εκ των Ώθηναίων, οι οποίοι επροχώρησαν εις το βήμα και έλαβαν τον λόγον, ωμίλησαν υπέρ της εκστρατείας και κατά της ανατροπής των αποφασισθέντων, τινές όμως ωμίλησαν αντιθέτως. Ώλλά μετά μεγίστης ζέσεως εξώθει εις την εκστρατείαν ο Ώλκιβιάδης, υιός του Θλεινίου, και διότι ήθελε ν' αντιπολιτευθή τον Λικίαν, του οποίου και άλλως ήτο πολιτικός αντίπαλος, και διότι όντος ωμίλησε περί αυτού υβριστικώς. Ξρο πάντων όμως, διότι επεθύμει ν' ασκήση την αρχηγίαν, ελπίζων ούτω και την Πικελίαν να κατακτήση και την Θαρχηδόνα, και συγχρόνως διά των πολεμικών του επιτυχιών να εξυπηρετήση τα προσωπικά του συμφέροντα, αποκτών και πλούτη και δόξαν. Ξράγματι, κατέχων υπέροχον θέσιν μεταξύ των πολιτών, επεδίδετο εις ικανοποίησιν των επιθυμιών του, εν σχέσει προς τας ιπποτροφίας και την άλλην πολυτέλειαν, υπεράνω των μέσων, τα οποία διέθετε, και τούτο προ πάντων έγινε βραδύτερον αιτία της καταστροφής της πόλεως. Βιότι φοβηθέντες οι πολλοί τας υπερβολάς του εκδεδιητημένου και ακολάστου βίου του, καθώς και την μεγαλοπραγμοσύνην, την οποίαν επεδείκνυε εις το κάθε τι που ανεμιγνύετο, διετέθησαν εχθρικώς κατ' αυτού, καθόσον τον υπώπτευαν ως επιδιώκοντα τυραννίδα. Θαι μολονότι διεχειρίζετο δημοσία άριστα τα του πολέμου, έκαστος ηγανάκτει κατ' αυτού προσωπικώς, ένεκα του τρόπου του βίου του, και ως εκ τούτου, εμπιστευθέντες τα της πόλεως εις άλλους, έφεραν αυτήν μετ' ολίγον εις την καταστροφήν. Θαι ήδη προχωρήσας εις το βήμα, απηύθυνε προς τους Ώθηναίους τον επόμενον περίπου παραινετικόν λόγον.
"Θαι περισσότερον αρμόζει εις εμέ, Ώθηναίοι, η στρατηγία παρά εις άλλους (διότι αναγκάζομαι ν' αρχίσω από αυτό, αφού ο Λικίας με έθιξε), και άξιος αυτής νομίζω ταυτοχρόνως ότι είμαι. Θαθόσον εκείνα, διά τα οποία κατακραυγάζουν εναντίον μου, εις μεν τους προγόνους μου και εμέ αυτόν φέρουν τιμήν, εις δε την πατρίδα και ωφέλειαν. Βιότι, ένεκα της μεγαλοπρεπείας, την οποίαν ανέπτυξα κατά την συμμετοχήν μου εις τους ολυμπιακούς αγώνας, οι Έλληνες, οι οποίοι προηγουμένως ενόμιζαν τας Ώθήνας εξηυτελισμένας ένεκα του πολέμου, συνέλαβαν περί της δυνάμεως αυτών ιδέαν ανωτέραν και της πραγματικής. Θαθόσον επτά άρματα έστειλα, διά να λάβουν μέρος εις τους αγώνας, όσα κανείς ποτέ ιδιώτης προηγουμένως, και πρώτος νικητής ανεδείχθην και δεύτερον και τέταρτον βραβείον έλαβα και τα λοιπά πάντα διηυθέτησα ανταξίως της νίκης. Ώσχέτως προς την τιμήν, η οποία κατά την κρατούσαν αντίληψιν συνοδεύει τοιαύτας επιτυχίας, η επιδεικνυομένη κατ' αυτάς δραστηριότης δημιουργεί την εντύπωσιν δυνάμεως. Ε λάμψις, εξ άλλου, η οποία με περιβάλλει εντός της πόλεως, οσάκις επιχορηγώ χορούς, και εις άλλας αναλόγους περιστάσεις, μολονότι προκαλεί φυσικά τον φθόνον μεταξύ των πολιτών, θεωρείται, εν τούτοις, υπό των ξένων ως νέον τεκμήριον δυνάμεως. Θαι δεν είναι άχρηστος η ανοησία αυτή, την οποίαν επιδεικνύει εκείνος, όστις, δαπανών εξ ιδίων, ωφελεί όχι μόνον εαυτόν, αλλά και την πόλιν. Νύτε είναι άδικον, εάν ο τοιούτος, έχων συναίσθησιν της προσωπικής υπεροχής του, αρνήται να θεωρή τους άλλους ίσους του, αφού ο κακοτυχών δεν συμμερίζεται με άλλους την κακοτυχίαν του. Ώλλ' όπως, όταν δυστυχούμεν, ουδείς μας απευθύνει τον λόγον και πάντες αποφεύγουν την συναναστροφήν μας, πρέπει επίσης ν' ανέχεται τις την υπεροψίαν των ευτυχούντων, Άλλως, οφείλει να συμπεριφέρεται προς τους άλλους ως ίσους του, διά να έχη το δικαίωμα ν' απαιτή το αυτό εκ μέρους των. Ανωρίζω ότι οι τοιούτοι και όσοι άλλοι διεκρίθησαν διά της υπεροχής των εις κάτι τι, εφόσον μεν ευρίσκονται εις την ζωήν, είναι οχληροί εις τους ομοίους των προ πάντων και κατά δεύτερον λόγον εις τους
άλλους, με τους οποίους έρχονται εις επαφήν. Ώλλ' ότι μετά θάνατον αφίνουν οπίσω των τοιούτον όνομα, ώστε τινές διεκδικούν αυτούς, ψευδώς πολλάκις, ως συγγενείς των, και γίνονται καύχημα διά την πατρίδα των, η οποία τους θεωρεί όχι ως ξένους, ουδέ ως διαπράξαντας σφάλματα, αλλ' ως ίδια αυτής τέκνα και ως κατορθώσαντας έργα μεγάλα. Ώλλ' ενώ τοιαύτη είναι η φιλοδοξία μου και τοιούτοι οι λόγοι, ένεκα των οποίων κατακραυγάζουν κατά του ιδιωτικού μου βίου, παρακαλώ να εξετάσετε, εάν υπάρχη εις την διαχείρισιν των δημοσίων κανείς ανώτερός μου. Πυνασπίσας τας ισχυροτάτας πόλεις της Ξελοποννήσου εις ένα σύνδεσμον, ηνάγκασα τους Ιακεδαιμονίους εις την Καντίνειαν να διακινδυνεύσουν τα πάντα εις τον αγώνα μιας ημέρας, χωρίς να σας εκθέσω εις μεγάλους κινδύνους και δαπανάς. Θαι, ως εκ τούτου, μολονότι η μάχη απέβη υπέρ αυτών, ούτε μέχρι σήμερον ανέκτησαν εντελώς το θάρρος των. 17. "Ραύτα κατώρθωσεν η νεότης μου και η ανοησία μου, η οποία φαίνεται ότι υπερβαίνει κάθε όριον. Ροιουτοτρόπως επολιτεύθην απέναντι της δυνάμεως των Ξελοποννησίων, ομιλών μετά περισκέψεως, ενώ η ορμή μου παρέσυρεν αυτούς να με ακολουθήσουν. Θαι τώρα μη φοβείσθε την νεότητά μου, αλλ' εφόσον αυτή ευρίσκεται εις την ακμήν της, και εφόσον ο Λικίας φαίνεται τυχερός, χρησιμοποιήσατε τας υπηρεσίας και των δύο μας. Ώποφασίσαντες την εκστρατείαν, μη μεταβάλετε γνώμην, θεωρούντες την Πικελίαν ως μεγάλην δύναμιν. Βιότι η πολυανθρωπία των πόλεών της συγκροτείται από συμμίκτους όχλους, και η σύστασις του πληθυσμού των υφίσταται συνεχείς μεταβολάς και προσθήκας, και δι' αυτό κανείς δεν θεωρεί ότι έχει πατρίδα ιδικήν του, και συνεπώς, ούτε οι πολίται είναι εφοδιασμένοι δι' όπλων, και η χώρα στερείται των αναγκαίων εγκαταστάσεων. Ώλλά καθείς φροντίζει να εφοδιάζεται με ό,τι νομίζει ότι ημπορεί ν' αποσπάση από το κοινόν, είτε διά της πειθούς των λόγων, είτε διά στασιαστικών κνημάτων, διά να τα χρησιμοποιήση, εν περιπτώσει αποτυχίας, όπως εγκατασταθή εις άλλην χώραν. Θαι εύκολον είναι, να συμπεράνη κανείς, ότι όχλος εκ τοιούτων στοιχείων αποτελούμενος, ούτε κατά τας διασκέψεις φθάνει εις κοινάς αποφάσεις, ούτε την εκτέλεσιν έργων αναλαμβάνει με κοινήν κατεύθυνσιν, αλλ' ότι ταχέως θα προσχωρήσουν προς ημάς τμηματικώς, εάν απευθύνωμεν προς αυτούς επαγωγούς λόγους, προ πάντων, εάν, όπως μανθάνομεν, μαστίζωνται από εμφυλίους σπαραγμούς. Ώλλ' ούτε εκείνοι έχουν όσους καυχώνται οπλίτας ως απεδείχθη προκειμένου και περί των άλλων Γλληνικών πόλεων, ότι οι αριθμοί εκάστης εξ αυτών ήσαν εξωγκωμένοι, και ότι η Γλλάς, δεινώς πλανηθείσα ως προς τον αριθμόν των οπλιτών της, μόλις κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου κατώρθωσε να παρασκευάση επαρκή αριθμόν εκ τούτων. Ροιαύτη λοιπόν είναι η κατάστασις, την οποίαν θα εύρωμεν εκεί, εξ όσων ακούω, και ακόμη ευνοϊκωτέρα, καθόσον πολλοί εκ των βαρβάρων, από έχθραν προς τους Πυρακουσίους, θα συμπράττουν μαζί μας εις την κατ' αυτών επίθεσιν. Θαι τα εδώ δε δεν θα παράσχουν κανέν πρόσκομμα, εάν σωφρονήτε. Βιότι οι πατέρες ημών, έχοντες εχθρούς αυτούς τούτους, τους οποίους και τώρα ισχυριζόμεθα ότι θα αφίσωμεν οπίσω μας εκστρατεύοντες, και συγχρόνως την αντίθεσιν των Ξερσών, απέκτησαν την ηγεμονίαν, εις ουδέν άλλο στηριζόμενοι, παρά εις την υπεροχήν του ναυτικού των. Θαι τώρα οι Ξελοποννήσιοι, οι οποίοι ποτέ άλλοτε δεν είχαν ολιγωτέρας απέναντι ημών ελπίδας επιτυχίας, οσονδήποτε αισιόδοξοι και αν ήσαν, άλλο δεν ημπορούν να κάμουν παρά να εισβάλουν εις το έδαφός μας, το οποίον, άλλωστε, ημπορούν να κάμουν και αν ακόμη δεν εκπλεύσωμεν κατά της Πικελίας. Ώλλά καμμίαν δεν ημπορούν να μας προξενήσουν βλάβην διά του στόλου των, αφού θ' αφίσωμεν οπίσω μας στόλον ικανόν ν' αντιταχθή προς αυτούς.
18. "Ξοίαν λοιπόν εύλογον αιτίαν θα ημπορούσαμεν να προβάλωμεν διά τους ενδοιασμούς μας ή να επικαλεσθώμεν απέναντι των συμμάχων μας, εις την Πικελίαν ως δικαιολογίαν του ότι δεν σπεύδομεν εις βοήθειάν των, ενώ καθήκον ημών είναι να τους βοηθήσωμεν, αφού ενόρκως υπεσχέθημεν τούτο, και να μη αντιτάσσωμεν ότι δεν μας εβοήθησαν και εκείνοι; Βιότι δεν προσέλαβαμεν αυτούς συμμάχους διά να έλθουν εδώ προς βοήθειαν μας, αλλά διά να παρενοχλούν τους εκεί εχθρούς μας και εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Θαι την ηγεμονίαν, άλλωστε, απεκτήσαμεν (όπως και κάθε άλλος που απέκτησεν ηγεμονίαν) σπεύδοντες προθύμως εις βοήθειαν παντός, είτε Έλληνος, είτε βαρβάρου, ο οποίος εκάστοτε επεκαλείτο αυτήν. Γνώ, αντιθέτως, εάν εμέναμεν αδρανείς, ή καθιερώναμεν φυλετικάς διακρίσεις, διά να εξακριβώσωμεν ποίους πρέπει να βοηθήσωμεν, πολύ ολίγα θα ημπορούσαμεν να προσθέσωμεν εις την ηγεμονίαν μας και θα εξεθέταμεν μάλλον αυτήν ολόκληρον εις κίνδυνον. Βιότι, τους υπερέχοντας εις δύναμιν δεν αποκρούομεν μόνον επιτιθεμένους, αλλά και λαμβάνομεν προφυλακτικά μέτρα, διά να μη μας επιτεθούν. Νύτε ημπορούμεν να υπολογίζωμεν μετ' ακριβείας τα όρια, πέραν των οποίων δεν θα ηθέλαμεν να εκταθή η ηγεμονία μας, αλλ' είμεθα υποχρεωμένοι, αφού άπαξ εφθάσαμεν εις το σημείον που ευρισκόμεθα σήμερον, να συγκρατούμεν τους μεν και να επιδιώκετε την ησυχίαν, όπως άλλοι, εφόσον δεν εφαρμόζετε πολιτικήν ομοίαν προς την ιδικήν των. Έχοντες λοιπόν υπ' όψιν ότι θ' αυξήσωμεν μάλλον την εδώ δύναμίν μας, εάν επιτεθώμεν, διευθυνόμενοι κατά των εκεί εχθρών μας, ας εκπλεύσωμεν, όπως και των Ξελοποννησίων την υπερηφάνειαν ταπεινώσωμεν, καθώς θα συμβή, όταν δείξωμεν ότι περιφρονούντες την σημερινήν ειρηνικήν κατάστασιν εκστρατεύσωμεν και κατά της Πικελίας και συγχρόνως γίνωμεν κύριοι και της όλης Γλλάδος, όπως θα συμβή πιθανώς, όταν εις τας κτήσεις μας προστεθούν αι εκεί. Γν πάση περιπτώσει, θα βλάψωμεν σοβαρώς τους Πυρακουσίους και ούτω θα ωφεληθώμεν και οι ίδιοι και οι σύμμαχοί μας. Φς προς δε την ασφάλειάν μας, και διά να μείνωμεν, εν περιπτώσει επιτυχίας, και διά να επιστρέψωμεν, θα την παράσχη ο στόλος μας. Βιότι θα κυριαρχούμεν της θαλάσσης, ακόμη και εάν όλοι οι Πικελιώται συνασπισθούν εναντίον μας. Νύτε πρέπει να σας αποτρέψη από τον σκοπόν σας ο Λικίας, συμβουλεύων την αδράνειαν ή εξωθών διά των λόγων του τους νέους εις διάστασιν προς τους πρεσβυτέρους. Ώλλά κατά την κρατούσαν συνήθειαν, όπως οι πατέρες ημών, συνδιασκεπτόμενοι νέοι συγχρόνως μετά πρεσβυτέρων, ανύψωσαν τα πράγματα της πόλεως εις τοιαύτην περιωπήν, κατά τον αυτόν τρόπον και τώρα προσπαθήσατε να προαγάγετε την πόλιν. Θαι έχετε υπ' όψιν ότι νεότης και γήρας, χωρίς αμοιβαίαν βοήθειαν, τίποτε δεν ημπορούν να κατορθώσουν, ενώ η κοινή συνεργασία όλων, αώρων και ωρίμων και ωριμωτάτων, δημιουργεί κυρίως την δύναμιν. Θαι ότι η πόλις, υπέρ παν άλλο πράγμα, εάν μένη αδρανούσα, θα κατατριβή αφ' εαυτής και η επιτηδειότης εις κάθε τι θα τείνη να καταπέση, ενώ εάν αγωνίζεται, το κεφάλαιον της εμπειρίας της διαρκώς θα αυξάνη και θα συνηθίση να υπερασπίζη εαυτήν δι' έργων μάλλον παρά διά λόγων. Γν συντόμω, αποφαίνομαι ότι, κατά την γνώμην μου, πόλις συνηθισμένη εις την δραστηριότητα θα καταστραφή ταχέως διά μεταπτώσεως εις την αδράνειαν, και ότι εκείνοι οι λαοί είναι ασφαλέστατοι, όσοι πολιτεύονται κατά τρόπον όσον το δυνατόν ολιγώτερον απομακρυνόμενον από τα κρατούντα ήθη και τους ισχύοντας νόμους, έστω και αν είναι ούτοι ατελείς".
Ροιαύτα τινα είπεν ο Ώλκιβιάδης. Νι Ώθηναίοι, αφού ήκουσαν αυτόν και τους Γγεσταίους και τους Ιεοντίνους φυγάδας, οι οποίοι, προχωρήσαντες εις το βήμα, παρεκάλουν αυτούς, και ενθυμίζοντες τους δοθέντας όρκους τους ικέτευαν να έλθουν εις βοήθειάν των, διετέθησαν πολύ περισσότερον από πριν υπέρ της εκστρατείας. Θαι ο Λικίας, αντιληφθείς ότι δεν ηδύνατο να τους αποτρέψη πλέον διά των αυτών επιχειρημάτων, αλλ' ότι ήτο ενδεχόμενον να μεταβάλη τας γνώμας των, εάν επέμεινεν επί του μεγέθους της αναγκαίας στρατιωτικής δυνάμεως, επροχώρησε πάλιν εις το βήμα και είπε τοιαύτα τινα. 20. "Γπειδή βλέπω, Ώθηναίοι, ότι η απόφασίς σας υπέρ της εκστρατείας είναι ανέκκλητος, εύχομαι να είναι η έκβασις αυτής τοιαύτη, οποίαν την επιθυμούμεν. Ώλλ' αφού ούτως έχουν τα πράγματα, θα σας εκθέσω τί κατά την αντίληψίν μου επιβάλλεται. Ώι πόλεις, δηλαδή, κατά των οποίων εκστρατεύομεν, καθώς ακούω, είναι ισχυραί και ανεξάρτητοι απ' αλλήλων. Νύτε έχουν ανάγκην των μεταβολών εκείνων, τας οποίας προθύμως τις επιδιώκει, όπως μεταστή από εξηναγκασμένης δουλείας εις πολιτειακήν κατάστασιν ανεκτοτέραν. Νύτε είναι πιθανόν ότι θα δεχθούν ν' ανταλλάξουν την ελευθερίαν των διά της ηγεμονίας μας, και προκειμένου περί μιας νήσου, ο αριθμός των Γλληνικών αυτής πόλεων είναι μεγάλος. Βιότι, εκτός της Λάξου και της Θατάνης, αι οποίαι, λόγω της κοινότητος της καταγωγής των προς τους Ιεοντίνους ελπίζω να ταχθούν με το μέρος μας, υπάρχουν επτά πόλεις, των οποίων η στρατιωτική παρασκευή είναι εγγύτατα ομοία με την ιδικήν μας, και προ πάντων των πόλεων εκείνων, εναντίον των οποίων πρόκειται να εκστρατεύσωμεν, δηλαδή της Πελινούντος και των Πυρακουσών. Βιότι διαθέτουν πολλούς οπλίτας και τοξότας και ακοντιστάς και πολλάς τριήρεις και πλήθος ανθρώπων, όπως τας εξοπλίσουν. Θαι πλην του ιδιωτικού των πλούτου, έχουν τους θησαυρούς των ναών της Πελινούντος. Νι Πυρακούσιοι, άλλωστε, εισπράττουν εξ αμνημονεύτου και φόρον υποτελείας, καταβαλλόμενον υπό τινων εκ των βαρβάρων. Ώλλά το κύριον απέναντι ημών πλεονέκτημά των είναι ότι έχουν πολυάριθμον ιππικόν, και ότι χρησιμοποιούν διά τας ανάγκας των σίτον εγχωρίου παραγωγής και όχι έξωθεν εισαγόμενον. 21. "Γναντίον τοιαύτης δυνάμεως δεν αρκεί ανεπαρκής μόνον δύναμις στόλου, αλλ' απαιτείται συγχρόνως η άμεσος μεταφορά πολλής πεζικής δυνάμεως, εάν θέλωμεν να κατορθώσωμεν κάτι άξιον των σχεδίων μας και να μη εμποδιζώμεθα από το πολυάριθμον ιππικόν των να εξερχώμεθα του στρατοπέδου μας. πως ιδίως θα συμβή, εάν αι πόλεις, καταληφθείσαι από φόβον, ενωθούν εις κοινόν σύνδεσμον, και δεν ταχθούν άλλαι, πλην των Γγεσταίων, με το μέρος μας, όπως μας εφοδιάσουν με το ιππικόν, διά του οποίου θα ημπορέσωμεν ν' αποκρούσωμεν το εχθρικόν. Θαι θα ήτο αισχρόν, υποκύπτοντες εις ανωτέραν δύναμιν, να επιστρέψωμεν εις τα ίδια άπρακτοι, ή να ζητήσωμεν ακολούθως νέας ενισχύσεις, διότι δεν εδείξαμεν αρχικώς την απαιτουμένην προορατικότητα. Γίναι ανάγκη τουναντίον να εκκινήσωμεν εξ αρχής εντεύθεν με ισχυράν στρατιωτικήν δύναμιν, και να γνωρίζωμεν ότι πρόκειται να εκπλεύσωμεν διά χώραν μακρινήν και ότι η παρούσα εκστρατεία δεν ομοιάζει με τας προηγουμένας, ότε ήρχεσθε διά να βοηθήσετε ως σύμμαχοι τους εδώ υπηκόους σας εναντίον τινός εχθρού, οπότε ήτο εύκολον να προμηθευθήτε εκ του φιλικού εδάφους κάθε τι που θα σας έλειπε, αλλά θα ευρεθήτε απομονωμένοι εις χώραν εντελώς ξένην, από την οποίαν, κατά την διάρκειαν των τεσσάρρων χειμερινών μηνών, είναι δύσκολον να έλθη αγγελιαφόρος εδώ.
Ώλλ' ενώ αυταί επροχώρουν, τα πρόσωπα σχεδόν όλων των ευρισκομένων εις τας Ώθήνας λιθίνων Γρμών (των γνωστών τετραγώνων αγαλμάτων, τα οποία κατά την κρατούσαν συνήθειαν είναι τοποθετημένα εις μέγαν αριθμόν ενώπιον των προθύρων των ιδιωτικών οικιών και των ναών) ηκρωτηριάσθησαν εντός της ιδίας νυκτός. Νυδείς εγνώριζε τους δράστας, αλλά μεγάλαι αμοιβαί επροκηρύχθησαν δημοσία διά την ανακάλυψιν αυτών, και προσέτι εψηφίσθη, όπως οιοσδήποτε αστός, ξένος ή δούλος, εγνώριζε την διάπραξιν άλλης τινός ασεβείας καταγγείλη τούτο αφόβως εάν ήθελε, εξασφαλιζομένης εις αυτόν πλήρους ατιμωρησίας. Θαι το πράγμα ελάμβαναν υπό πολύ σοβαράν άποψιν, διότι εθεωρείτο ότι ήτο κακός οιωνός διά την εκστρατείαν, και συγχρόνως ότι ωφείλετο εις συνωμοσίαν, αποβλέπουσαν εις επανάστασιν και κατάλυσιν του δημοκρατικού πολιτεύματος. 28. Φς εκ τούτου, μέτοικοι τινες και υπηρέται κατήγγειλαν τίποτε μεν σχετικόν προς τους Γρμάς, αλλά τον προγενέστερον ακρωτηριασμόν άλλων αγαλμάτων, εις τον οποίον προέβησαν μερικοί νεανίαι, διασκεδάζοντες κατόπιν οινοποσίας, και συγχρόνως ότι εις οικίας τινάς γίνονται παρωδίαι των Κυστηρίων, διά τας οποίας μεταξύ άλλων κατηγόρουν τον Ώλκιβιάδην. Ρας κατηγορίας ταύτας υιοθέτουν όσοι περισσότερον εχθρεύοντο τον Ώλκιβιάδην, ως αποτελούντα εμπόδιον κατά της υπ' αυτών εξασφαλίσεως της αρχηγίας της δημοκρατικής μερίδος. Λομίσαντες δ' ούτοι ότι αν επιτύχουν τον εξοστρακισμόν του θα κατελάμβαναν αυτοί την πρώτην θέσιν, εμεγαλοποίουν τας κατηγορίας ταύτας και κατεκραύγαζαν ότι η υπόθεσις των Κυστηρίων και ο ακρωτηριασμός των Γρμών αποτελούν μέρος της συνωμοσίας προς κατάλυσιν του δημοκρατικού πολιτεύματος, και ότι όλα αυτά έγιναν εκ συνεννοήσεως μετ' αυτού. Θαι ως περαιτέρω απόδειξιν του πράγματος επεκαλούντο τον τρόπον του βίου του, του τόσον αντιθέτου προς το πνεύμα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
29. Ν Ώλκιβιάδης απελογείτο ευθύς αμέσως κατά των κατηγοριών και εδήλωσε περαιτέρω ότι ήτο έτοιμος να υποβληθή εις δίκην προς εξακρίβωσιν της ενοχής του πριν εκπλεύση ο στόλος (διότι τα πάντα είχαν ήδη ετοιμασθή προ τούτο). Θαι εζήτει, εάν μεν αποδειχθή ένοχος τινος των εγκλημάτων τούτων, να τιμωρηθή, εάν όμως αθωωθή, να διατηρήση την αρχηγίαν. Θαι εξώρκιζεν αυτούς να μη εισακούσουν διαβολάς εναντίον του, ενώ θα ήτο απών, αλλά να τον θανατώσουν ευθύς αμέσως, εάν ήτο ένοχος, προσθέτων ότι φρονιμώτερον είναι να μη στείλουν ως ένα των αρχηγών τόσον μεγάλου στρατεύματος άνθρωπον, διατελούντα υπό τοιαύτας κατηγορίας, πρίν εξακριβώσουν αυτάς. Ώλλ' οι εχθροί του, φοβούμενοι μήπως, εάν εισήγετο αμέσως εις δίκην, έχη και τον στρατόν υπέρ αυτού, και ο λαός δεν δείξη την απαιτουμένην αυστηρότητα, καθόσον ήτο ευνοϊκώς προς αυτόν διατεθειμένος, λόγω του ότι εις την επιρροήν αυτού ωφείλετο η εις την εκστρατείαν συμμετοχή των Ώργείων και μερικών εκ των Καντινέων, προσεπάθουν με κάθε τρόπον ν' αποκρουσθή η αίτησίς του. Ξρος τον σκοπόν τούτον εμίσθωσαν άλλους ρήτορας, οι οποίοι υπεστήριζαν ότι έπρεπε ν' αναχωρήση μεν τώρα και μη αναβληθή ο έκπλους του στόλου, να γίνη δε η δίκη εντός ορισμένου μετά την επιστροφήν του χρονικού διαστήματος. Γκείνο που επεδίωκαν ήτο ν' ανακληθή, όπως υποβληθή εις δίκην, υπό την επιρροήν
εντατικωτέρας διαβολής, την οποίαν ήτο ευκολώτερον να επιτύχουν απόντος αυτού. Θαι ούτως απεφασίσθη ο έκπλους του Ώλκιβιάδου.
Κετά ταύτα, μεσούντος ήδη του θέρους, εξεκίνησεν η εκστρατεία διά την Πικελίαν. Θαι διά μεν τους περισσοτέρους εκ των συμμάχων, και τα μεταφορικά πλοία, και τα μικρότερα σκάφη, και γενικώς τας αποσκευάς του στρατού είχε δοθή προηγουμένως διαταγή να συγκεντρωθούν εις την Θέρκυραν, όπως εκείθεν διαπλεύσουν αθρόοι τον Ηόνιον κόλπον, κατευθυνόμενοι εις το ακρωτήριον της Ηαπυγίας. Γνώ οι αποτελούντες τον Ώθηναϊκόν στρατόν και τα πληρώματα και όσοι εκ των συμμάχων είχαν έλθει ήδη εις τας Ώθήνας, κατήλθαν από τα εξημερώματα της ωρισμένης διά την αναχώρησιν ημέρας εις τον Ξειραιά και ήρχισαν επιβαίνοντες των πλοίων, έτοιμοι να εκπλεύσουν. Καζί με αυτούς κατέβη και όλος σχεδόν ο άλλος πληθυσμός των πολιτών και των ξένων της πόλεως. Θαι οι μεν πολίται κατέβησαν, διά να προπέμψουν τους ιδικούς των, άλλοι τους φίλους των, άλλοι τους συγγενείς των, άλλοι τους υιούς των. Θαι εβάδιζαν, ελπίζοντες συγχρόνως και κλαίοντες-ελπίζοντες ότι θα κατέκτων τήν Πικελίαν, κλαίοντες διότι αμφέβαλαν αν θα ξαναϊδούν τους ιδικούς των, όταν εσκέπτοντο εις πόσον μακρυνόν ταξείδιον απεστέλλοντο.Θαι μολονότι η κατα την στιγμήν του επικειμένου ήδη αποχωρισμού ανακύπτουσα αντίληψις των κινδύνων της εκστρατείας εγέμιζε την ψυχήν των με αγωνίαν, την οποίαν ποτέ δεν είχαν δοκιμάσει, όταν εψήφιζαν την εκστρατείαν, ανελάμβαναν εν τούτοις θάρρος ως εκ της δυνάμεως, την οποίαν εμαρτύρει το μέγεθος όλης της παρασκευής, που έβλεπαν προ των οφθαλμών των. Νι ξένοι, εξ άλλου, και το λοιπόν πλήθος ήλθαν χάριν του θεάματος, διότι ησθάνοντο ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως, της οποίας το μέγεθος υπερέβαινε παν ό,τι ημπορούσε κανείς να πιστεύση. 31. Νυδέποτε, τωόντι, μέχρι της εποχής εκείνης δαπανηροτέρα και μεγαλοπρεπεστέρα Γλληνική στρατιωτική δύναμις είχεν εκπεμφθή εις υπερπόντιον εκστρατείαν υπό μιας και μόνης πόλεως. Θαι υπό έποψιν μεν αριθμού πλοίων και οπλιτών και η υπό τον Ξερικλέα εκστρατεία κατά της Γπιδαύρου και η ιδία ακολούθως υπό τον Άγνωνα κατά της Ξοτειδαίας δεν ήτο κατωτέρα, διότι κατ' αυτήν είχαν εκπλεύσει συγχρόνως εξ αυτών μεν των Ώθηναίων τέσσαρες χιλιάδες οπλίται και τριακόσιοι ιππείς και εκατόν τριήρεις, πενήντα τριήρεις των Ιεσβίων και Τίων, και προς τούτοις πολύς συμμαχικός στρατός. Ώλλ' η εκστρατεία εκείνη εξεκίνησε διά σύντομον ταξείδιον και η παρασκευή αυτής ήτο μάλλον πενιχρά, ενώ η παρούσα εκστρατεία εξεκίνησε διά μακράν απουσίαν, εφωδιασμένη διττώς και με στόλον και με χερσαίον στρατόν, όπως αντιμετωπίση τας παρουσιασθησομένας ανάγκας και κατά θάλασσαν και κατά ξηράν. Βια τον καταρτισμόν του στόλου κατηναλώθησαν πολλοί κόποι και μεγάλαι δαπάναι και υπό των τριηράρχων και υπό της πολιτείας. Θαι το μεν δημόσιον ταμείον παρείχεν ημερησίως μίαν δραχμήν εις έκαστον ναύτην, και εχορήγησεν εξήντα ταχύπλοα σκάφη άνευ πληρωμάτων, εξαρτύσαν και σαράντα οπλιταγωγά και με προσωπικόν διά τεχνικάς υπηρεσίας, τας ικανωτέρας προς χειρισμόν των πλοίων τούτων. Γνώ οι τριήραρχοι έδιδαν εξ ιδίων πρόσθετον μισθόν εις τους θρανίτας κωπηλάτας και εις τους των τεχνικών υπηρεσιών, και επί πλέον διεκόσμουν τα σκάφη των με πολυτελή ακρόπρωρα και κοσμήματα και έπιπλα και σκεύη, ενός εκάστου προθυμοποιηθέντος τα μέγιστα, όπως το ιδικόν του πλοίον αναδειχθή ανώτερον εις κάλλος και ταχύτητα. Νι στρατιώται της ξηράς εξελέχθησαν δι' επιμελεστάτης συντάξεως των καταλόγων, και ανεπτύχθη μεταξύ αυτών ζωηροτάτη άμιλλα ως προς την ποιότητα των όπλων των και της προσωπικής των εξαρτύσεως. Θαι
συνέβη, ώστε οι μεν Ώθηναίοι να διαγωνίζονται μεταξύ των διά την καλλίτερον εκτέλεσιν των καθηκόντων, τα οποία εις έκαστον είχαν ανατεθή, ενώ η όλη παρασκευή εθεωρήθη ως επίδειξις μάλλον δυνάμεως και πλούτου προς τους άλλους Έλληνας, παρά ως ετοιμασία εναντίον εχθρού. Βιότι, εάν κανείς ήθελε συνυπολογίσει την δημοσίαν δαπάνην της πόλεως και την ιδιωτικήν των μετεχόντων της εκστρατείας, περιλαμβάνων εις την πρώτην όχι μόνον όσα είχεν ήδη εξοδεύσει η πόλις διά τας προπαρασκευάς, αλλά και όσα προκατέβαλεν εις τους στρατηγούς, και εις την δευτέραν όσα έκαστος στρατιώτης διά την εξάρτυσίν του ή τριήραρχος διά το πλοίον του είχαν ήδη δαπανήσει και έμελλαν να δαπανήσουν, και χωριστά όσα ασχέτως του δημοσίου μισθού ήτο φυσικόν να παραλάβη έκαστος ως εφόδια διά μακρυνήν εκστρατείαν, και όσα ήδη είχαν παραλάβει μαζί των στρατιώται, είτε έμποροι χάριν εμπορίου και ανταλλαγής, θα ευρίσκετο ότι πολλά εν συνόλω τάλαντα εξήχθησαν εκ της πόλεως. Ε εκστρατεία τωόντι διεφημίσθη πανταχού, όχι μόνον διά την εκπληκτικήν τόλμην της και την λαμπρότητα της θέας της, αλλά και διά την μεγάλην υπεροχήν του στρατού, εν αντιπαραβολή προς εκείνους, κατά των οποίων διηυθύνετο η εκστρατεία. Θαι προς τούτοις, διότι απετέλει τον μακρότερον πραγματικώς μακράν της πατρίδος πλουν, και επεχειρήθη με ελπίδας μελλούσης επεκτάσεως της ηγεμονίας, υπερβαινούσης κατά πολύ την ήδη υπάρχουσαν. 32. ταν συνεπληρώθη η επιβίβασις των πληρωμάτων των πλοίων και εφορτώθη κάθε τί που έπρεπε να πάρουν πριν εκκινήσουν, εδόθη διά της σάλπιγγος το σήμα της σιωπής, και ήρχισαν αναπεμπόμεναι αι ειθισμέναι προ του έκπλου ευχαί, όχι από έκαστον πλοίον χωριστά, αλλά ενός κήρυκος απαγγέλλοντος και πάντων των λοιπών συνοδευόντων αυτόν, ενώ οι στρατιώται και οι αξιωματικοί έχυναν από χρυσά και αργυρά ποτήρια σπονδάς οίνου, τον οποίον ελάμβαναν από κρατήρας που είχαν ετοιμασθή εις όλα τα πλοία. Νμοίας ευχάς ανέπεμπαν συγχρόνως και εκ του άλλου πλήθους, του επί της ακτής, οι πολίται και όσοι εκ των άλλων παρόντων ήσαν φίλοι των Ώθηναίων. Ώφού δ' έψαλαν τον παιάνα και ετελείωσαν τας σπονδάς, εξεκίνησαν, και αφού κατ' αρχάς έπλευσαν εις γραμμήν παραγωγής, έπειτα διηγωνίζοντο, κωπηλατούντες μέχρι της Ώιγίνης. Γκείθεν ο στόλος ηπείγετο να φθάση εις την Θέρκυραν, όπου και το υπόλοιπον στράτευμα των συμμάχων συνελέγετο.
22. Θαι νομίζω ότι πολλούς θα εχρειαζόμεθα και εκ των οπλιτών και εκ των συμπολιτών μας και εκ των συμμάχων, είτε των υπηκόων μας, είτε των Ξελοποννησίων εκείνων, όσους τυχόν θα ημπορούσαμεν να πείσωμεν ή να ελκύσωμεν διά μισθού, και προς τούτοις πολλούς τοξότας και σφενδονιστάς, όπως συγκρατούν το εχθρικόν ιππικόν. Ε υπεροχή, άλλωστε, του στόλου μας πρέπει να είναι αναμφισβήτητος, όπως, ανεξαρτήτως του άλλου έργου του, εξασφαλίζη και την ανενόχλητον εισαγωγήν των αναγκαίων εφοδίων. Ρρόφιμα, άλλωστε, όπως σίτον και καβουρδισμένην κριθήν, οφείλομεν και εντεύθεν να μεταφέρωμεν δι' εμπορικών πλοίων, καθώς και εμμίσθους αρτοποιούς, επιτασσομένους κατ' αναλογίαν από τους διαφόρους μύλους, ίνα, εάν ευρεθώμεν που αποκλεισμένοι από κακοκαιρίαν, μη στερηθή ο στρατός τροφίμων (διότι ολίγαι πόλεις θα είναι εις θέσιν να δεχθούν στρατόν τόσον πολυάριθμον). Θαι κατά τα λοιπά πρέπει να ετοιμασθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερον, διά να μη εξαρτώμεθα από άλλους, προ πάντων δε να
παραλάβωμεν εντεύθεν όσον το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Βιότι όσον αφορά τα εφόδια των Γγεσταίων, τα πλοία λέγεται ότι μας περιμένουν εκεί έτοιμα, θεωρήσατέ τα έτοιμα μόνον εις λόγια. 23. "Βιότι και αν ακόμη εκκινήσωμεν εντεύθεν με στρατιωτικήν δύναμιν ιδικήν μας, όχι απλώς ίσην προς την του εχθρού, αλλ' υπό πάσας τας επόψεις ανωτέραν (εκτός βεβαίως ως προς τους βαρέως ωπλισμένους άνδρας, τους οποίους εκείνοι δύνανται, να παρατάξουν), μόλις ούτω θα είμεθα εις θέσιν να υποτάξωμεν την Πικελίαν και μη εκθέσωμεν εις καταστροφήν τον στρατόν μας. Ξρέπει να υποθέσετε ότι πρόκειται περί ανθρώπων, οι οποίοι μεταβαίνουν να εγκαταστήσουν αποικίαν εν τω μέσω ξένων και εχθρικών λαών και οι οποίοι οφείλουν κατά την πρώτην ημέραν του κατάπλου των να γίνουν ευθύς κύριοι της χώρας. Άλλως πρέπει να γνωρίζουν ότι αν αποτύχουν, οι πάντες θα ταχθούν εναντίον των. Ρούτο εγώ φοβούμαι, και επειδή γνωρίζω ότι έχομεν ανάγκην πολλής συνέσεως και ακόμη περισσοτέρας καλής τύχης (πράγμα δύσκολον προκειμένου περί ανθρώπων), επιθυμώ να εκστρατεύσω στηριζόμενος όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην, αλλά με στρατιωτικήν δύναμιν, η οποία κατά την ανθρωπίνην κρίσιν εγγυάται την ασφάλειαν. Βιότι τα μέτρα ταύτα θεωρώ και διά το σύνολον της πόλεως ασφαλέστατα και δι' ημάς, οι οποίοι θα μετάσχωμεν της εκστρατείας, σωτήρια. Θαι εάν άλλος τις έχη αντίθετον γνώμην, παραιτούμαι της αρχηγίας υπέρ αυτού".
Ραύτα είπεν ο Λικίας νομίζων, ότι δια του πλήθους των αναγκαίων εφοδίων ή θα απέτρεπε τους Ώθηναίους από την εκστρατείαν, ή, εάν ηναγκάζετο να εκστρατεύση, θα εξέπλεε με την μεγαλυτέραν δυνατήν ασφάλειαν. Ώντί όμως ν' αποβάλουν ούτοι την υπέρ της εκστρατείας επιθυμίαν των, ως εκ των ενοχλήσεων και δυσχερειών της αναγκαίας παρασκευής, ηύξησε τουναντίον ο υπέρ αυτής ενθουσιασμός των, και το αποτέλεσμα απέβη αντίθετον των προσδοκιών του, διότι εθεωρήθη ότι αι συμβουλαί του ήσαν ορθαί και ότι μετά την αποδοχήν αυτών υπήρχε βεβαίως επαρκής ασφάλεια. Θαι πάντες ανεξαιρέτως κατελήφθησαν από ζωηροτάτην επιθυμίαν να μετάσχουν της εκστρατείας, οι μεν πρεσβύτεροι διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι ή θα υποτάξουν την Πικελίαν, ή έν πάση περιπτώσει τοιαύτη στρατιωτική δύναμις ήτο αδύνατον να υποστή καταστροφήν, οι νεώτεροι δ' ως εκ της επιθυμίας να ιδούν και θαυμάσουν μακρυνήν χώραν, ηνωμένης με την ελπίδα της αίσιας επιστροφής, ενώ το πολύ πλήθος, δηλαδή οι στρατιώται απέβλεπαν, όχι μόνον εις την μισθοδοσίαν του παρόντος, αλλά και εις την επέκτασιν της Ώθηναϊκής κυριαρχίας, ως εκ της οποίας ήλπιζαν να εξασφαλίσουν μονίμως έμμισθον υπηρεσίαν εις το μέλλον. Νύτως ώστε, ένεκα του γενικού ενθουσιασμού, οι τυχόν διαφωνούντες, φοβούμενοι μήπως καταψηφίζοντες θεωρηθούν κακοί πατριώται εσιώπων. 25. Γπί τέλους, κάποιος εκ των Ώθηναίων επροχώρησεν εις το βήμα και στραφείς προς τον Λικίαν είπεν ότι καθήκον έχει να μη προβάλλη προφάσεις και χρονοτριβή, αλλ' αμέσως τώρα να δηλώση εις τον λαόν ποίαν στρατιωτικήν δύναμιν πρέπει να του ψηφίσουν. Ν Λικίας εξηναγκάσθη ούτω να είπη ότι ήθελε μεν συζητήσει το πράγμα με τους συναρχηγούς του, με περισσοτέραν ησυχίαν, αλλ' ότι καθόσον ηδύνατο ήδη να κρίνη, δεν πρέπει να εκπλεύσουν με ολιγωτέρας από εκατόν Ώθηναϊκάς τριήρεις, εκ των οποίων θα χρησιμοποιηθούν ως οπλιταγωγοί όσαι κριθούν αναγκαίαι, και ότι πρέπει συγχρόνως να ζητήσουν και από τους συμμάχους των την αποστολήν άλλων πλοίων. τι ο ολικός αριθμός των Ώθηναίων και συμμάχων οπλιτών δεν πρέπει να είναι κατώτερος των πέντε χιλιάδων, αλλ' ει δυνατόν και ανώτερος. τι ο λοιπός στρατός πρέπει να είναι ανάλογος
προς τους οπλίτας και να περλαμβάνη Ώθηναίους και Θρήτας τοξότας και σφενδονιστάς και ό,τι άλλα θα έκριναν αναγκαίον οι στρατηγοί να ετοιμάσουν και παραλάβουν. 26. Κετά τους λόγους τούτους του Λικίου οι Ώθηναίοι εψήφισαν ευθύς ότι ως προς το μέγεθος του στρατού και την όλην εκστρατείαν οι στρατηγοί είχαν απόλυτον πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι νομίζουν καλλίτερον προς το συμφέρον της πόλεως. Κετά τούτο, ήρχισαν αι παρασκευαί, και οδηγίαι εστάλησαν προς τους συμμάχους, εις τας Ώθήνας δε συνετάσσοντο κατάλογοι των στρατευσίμων. Ε πόλις είχεν αναλάβει προσφάτως από την νόσον και τον συνεχή πόλεμον και ως προς το πλήθος των νέων, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει εν τω μεταξύ, και ως προς τα αποταμιευθέντα συνεπεία της ανακωχής χρήματα, ώστε η προμήθεια των πάντων ήτο ευκολώτερα. Ροιαύται ήσαν αι παρασκευαί των Ώθηναίων.
Γν τω μεταξύ έφθαναν εις τας Πυρακούσας ειδήσεις εκ πολλών μερών περί της επερχομένης διά θαλάσσης εκστρατείας, επί πολύν όμως χρόνον ουδεμία πίστις εδίδετο εις αυτάς. Θαι όταν ακόμη συνεκλήθη η συνέλευσις του λαού, αμφότεραι αι γνώμαι και των πιστευόντων τα περί της εκστρατείας των Ώθηναίων, ως και των αντιφρονούντων, υπεστηριχθήσαν δι' επιχειρημάτων αναλόγων προς τα κατωτέρω. Κεταξύ άλλων, ο Γρμοκράτης, υιός του Έρμωνος, ο οποίος ενόμιζεν ότι είχεν ακριβείς περί τούτου πληροφορίας, επροχώρησεν εις το μέσον του λάου και απηύθυνε προς αυτόν τοιούτους τινάς παραινετικούς λόγους. 33. "Ίσως σας φανή ότι οι λόγοι εμού καθώς και άλλων, περί της αληθείας της επερχομένης εναντίον ημών εκστρατείας είναι απίστευτοι, και γνωρίζω ότι όσοι υποστηρίζουν ή επαναλαμβάνουν όσα θεωρούνται απίστευτα όχι μόνον δεν πείθουν άλλους, αλλά και οι ίδιοι εκλαμβάνονται ως ανόητοι. Γν τούτοις, δεν θ' αποτραπώ να ομιλήσω εκ φόβου, καθ' όν χρόνον η πόλις κινδυνεύει, καθόσον είμαι πεπεισμένος ότι λέγω πράγματα, τα οποία γνωρίζω καλλίτερα από άλλους. Βιότι, όσον πολύ και αν εκπλήττεσθε διά τούτο, οι Ώθηναίοι έχουν ήδη εκκινήσει εναντίον μας με μεγάλον στόλον και στρατόν. Θαι προφασίζονται μεν ότι έρχονται ένεκα της συμμαχικής υποχρεώσεώς των προς τους Γγεσταίους και όπως αποκαταστήσουν τους Ιεοντίνους εις τας εστίας των, πράγματι όμως διότι εποφθαλμιούν την Πικελίαν και προ πάντων την πόλιν μας, νομίζοντες ότι εάν κατακτήσουν αυτήν, ευκόλως θα κατακτήσουν και τα υπόλοιπα. Κε την βεβαιότητα, λοιπόν, ότι μετ' ολίγον θα ευρίσκωνται εδώ, οφείλετε να εξετάσετε κατά τίνα τρόπον ημπορείτε αποτελεσματικώτερον να τους αποκρούσετε με τα υπάρχοντα μέσα. Νφείλετε μήτε να προκαταληφθήτε απαράσκευοι, διότι τους υπετιμήσατε, μήτε να παραμελήσετε την όλην υπόθεσιν, διότι δεν ηθελήσατε να πιστεύσετε την είδησιν. Ώλλ' όποιος πιστεύει αυτήν, ας μη πτοηθή από την τόλμην και την δύναμίν των. Βιότι ούτε εις θέσιν θα είναι να μας προξενήσουν μεγαλυτέρας βλάβας από όσας θα τους προξενήσωμεν και αυτό δε το μέγεθος του στρατού των, με τον οποίον εκστρατεύουν, δεν είναι ανωφελές δι' ημάς. Ρουναντίον, και απέναντι των άλλων Πικελιωτών είναι πολύ καλλίτερον, διότι, ως εκ του φόβου των, προθυμότερον θα συναγωνισθούν με ημάς ως σύμμαχοι, και αν τελικώς κατορθώσωμεν, είτε να τους συντρίψωμεν, είτε να τους εκδιώξωμεν χωρίς να επιτύχουν τους σκοπούς των (διότι δεν φοβούμαι, βέβαια, μήπως πραγματοποιηθούν αι προσδοκίαι των), θα έχωμεν επιτύχει ενδοξότατον κατόρθωμα, όπως βασίμως προσδοκώ. Ππανίως, τωόντι, μεγάλαι υπερπόντιοι εκστρατείαι, είτε Γλλήνων, είτε βαρβάρων, διευθυνόμενοι εναντίον χώρας μακράν της ιδικής των, επέτυχαν. Βιότι ούτε οι εκστρατεύοντες είναι πολυαριθμότεροι των αντιπάλων των και των
γειτόνων αυτών, τους οποίους ο φόβος ενώνει όλους εις κοινόν σύνδεσμον. Θαι εάν δι' έλλειψιν των αναγκαίων εφοδίων αποτύχουν εις ξένην χώραν, μολονότι η αποτυχία των οφείλεται εις ίδια αυτών κυρίως σφάλματα, καταλείπουν ουδέν ήττον δόξαν εις εκείνους, των οποίων επεδίωξαν την καταστροφήν. Ρο οποίον, με την απροσδόκητον και τρομεράν καταστροφήν των Ξερσών, συνέβη και εις τους ιδίους τους Ώθηναίους, όταν η φήμη των μεγάλως ηύξήθη, λόγω του ότι η εκστρατεία ελέγετο ότι διευθύνεται κατα των Ώθηνών. Ρούτο δε υπάρχει ελπίς να συμβή και με ημάς. 34. "Ώς αρχίσωμεν λοιπόν παρασκευαζόμενοι μετά θάρρους εδώ εις τας Πυρακούσας, και ας πέμψωμεν απεσταλμένους προς τους Πικελούς, όπως εξασφαλίσωμεν την πίστιν των ήδη υπηκόων και συμμάχων μας και προσπαθήσωμεν να συνάψωμεν φιλίαν και συμμαχίαν προς τους ανεξαρτήτους εξ αυτών. Ώς στείλωμεν επίσης πρέσβεις εις τας άλλας Γλληνικάς πόλεις της Πικελίας, εξηγούντες προς αυτάς ότι ο κίνδυνος είναι κοινός, και εις τας πόλεις της Ηταλίας, όπως ή καταστήσωμεν τας τελευταίας ταύτας συμμάχους μας, ή τουλάχιστον τας εμποδίσωμεν να δεχθούν τους Ώθηναίους. Γγώ μάλιστα νομίζω ότι ορθόν θα είναι να στείλωμεν πρέσβεις και εις την Θαρχηδόνα. Βιότι οι Θαρχηδόνιοι όχι μόνον δεν αποκλείουν την ιδέαν, αλλά τουναντίον φοβούνται πάντοτε μήπως οι Ώθηναίοι εκστρατεύσουν ημέραν τινά κατά της πόλεώς των. στε είναι ενδεχόμενον, εννοούντες ότι αν μας εγκαταλείψουν εις την τύχην μας, ημπορούν και αυτοί να περιέλθουν εις δυσχερείας, να θελήσουν να μας βοηθήσουν κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον, μυστικά τουλάχιστον, αν όχι φανερά. Θαι είνα ικανοί προς τούτο περισσότερον από όλα τα σύγχρονα κράτη, ευθύς ως το θελήσουν. Βιότι έχουν αφθονίαν χρυσού και αργύρου, παρέχουσαν τα μέσα, διά των οποίων ο πόλεμος, καθώς και κάθε άλλο πράγμα, φέρεται εις αίσιον πέρας. Ώς στείλωμεν ακόμη πρέσβεις και εις την Ιακεδαίμονα και την Θόρινθον, παρακαλούντες να σπεύσουν ταχέως εδώ προς βοήθειάν μας, ανακινήσουν δε και τον εκεί πόλεμον. Ώλλ' υπάρχει μέσον τι, το οποίον υπέρ πάν άλλο, κατ' εμέ, δύναται ν' ανταποκριθή εις τας παρούσας περιστάσεις. Θαι μολονότι, ένεκα της συνήθους αδρανείας σας, είναι ήκιστα πιθανόν ότι θα σπεύσετε να το δεχθήτε, εν τούτοις, θα σας το εκθέσω. Γάν δηλαδή όλοι οι Πικελιώται, ή τουλάχιστον ημείς και όσον το δυνατόν περισσότεροι από τους λοιπούς, ηθέλαμεν να καθελκύσωμεν όλα τα διαθέσιμα πλοία μας και παραλαμβάνοντες δύο μηνών τροφάς αποπλεύσωμεν, όπως συναντήσωμεν τους Ώθηναίους εις τον Ράραντα και το ακρωτήριον της Ηαπυγίας, και τους δώσωμεν να εννοήσουν ότι πρίν αγωνισθούν περί της Πικελίας, ανάγκη να εξασφαλίσουν προτήτερα τον διάπλουν του Ηονίου, ηθέλαμεν τους εμπνεύσει μεγάλον φόβον και τους αναγκάσει να σκεφθούν ότι ημείς, προς φύλαξιν της Πικελίας, έχομεν ως ορμητήριον χώραν φιλικήν (αφού ο Ράρας θα μας δεχθή φιλικώς), ενώ εκείνοι έχουν να διέλθουν τόσον ευρείαν θάλασσαν με ολόκληρον το στόλον των, και είναι δύσκολον, εις πλουν τόσον μακρόν, να διατηρήσουν την τάξιν της πορείας των. Θαι αν μεν ούτοι προσεγγίζουν ημάς βραδέως και τμηματικώς, θα μας δοθή η ευκαιρία να τους επιτεθώμεν αποτελεσματικώς. Γάν δε πάλιν ανακουφίσουν τα πλοία διά της μεταφοράς όλων των αποσκευών και των εφοδίων επί των μεταγωγικών των και προσβάλουν με τα πλέον ταχύπλοα σκάφη των, συγκεντρωμένα, τότε, εάν μεν εχρησιμοποίουν τας κώπας, θα επετιθέμεθα κατ' αυτών όταν θα ήσαν κατάκοποι εκ της κωπηλασίας. Ή, εάν προτιμήσωμεν να μη συνάψωμεν μάχην, δυνάμεθα να αποσυρθώμεν εις τον Ράραντα. Γνώ εκείνοι, οι οποίοι διά να συνάψουν ναυμαχίαν, ανεκούφισαν τα πλοία των και επροχώρησαν με ανεπαρκή εφόδια δεν θα γνωρίζουν τί να κάμουν εις τας ερήμους αυτάς ακτάς, και εάν μεν μείνουν, περιμένοντες τα μεταγωγικά των, δύνανται, ν' αποκλεισθούν παρ' ημών. Γάν πάλιν θελήσουν να συνεχίσουν την ακτοπλοίαν των, θα εγκατέλειπαν τον λοιπόν στόλον των και θα απεθαρρύνοντο ως εκ της
αμφιβολίας εάν αι παράλιαι πόλεις θα δεχθούν αυτούς φιλικώς. στε εγώ τουλάχιστον είμαι της γνώμης ότι αποτρεπόμενοι εκ των σκέψεων τούτων, δεν θα θελήσουν ούτε καν ν' απάρουν εκ Θερκύρας, αλλ' είτε μετά μακρά διαβούλια και επανειλημμένας κατασκοπείας, προς εξακρίβωσιν της δυνάμεώς μας και του σταθμού μας, θα καταληφθούν από την χειμερινήν ώραν του έτους, ή καταπτοηθέντες εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεώς μας, ημπορούν να παραιτήσουν την εκστρατείαν, τόσον μάλλον καθόσον ο πλέον πεπειραμένος εκ των στρατηγών των, καθώς εγώ μανθάνω, ανέλαβε την αρχηγίαν παρά την θέλησίν του, και εάν εκ μέρους ημών επιδειχθή σοβαρά τις προσπάθεια, προθύμως θα επωφελείτο της ευκαιρίας όπως παραιτηθή. Γίμαι, άλλωστε, βέβαιος ότι αι ειδήσεις περί της δυνάμεώς μας θα παριστάνουν αυτήν εξωγκωμένην, διότι αι κρίσεις των ανθρώπων επηρεάζονται από ό,τι ακούουν, και ούτοι φοβούνται εκείνους προ πάντων, οι όποιοι επιτίθενται πρώτοι, ή εκείνους, οι οποίοι καθιστούν τουλάχιστον εκ των προτέρων φανερόν εις τους επιτιθεμένους ότι θα αμυνθούν, θεωρούντες αυτούς έτοιμους ν' αντιμετωπίσουν τον επικείμενον κίνδυνον. Θαι τούτο θα επάθαιναν σήμερον οι Ώθηναίοι. Βιότι εκστρατεύουν καθ' ημών, επειδή πιστεύουν ότι δεν θ' αμυνθώμεν, δικαίως υποτιμήσαντες ημάς, λόγω του ότι δεν ηνώθημεν με τους Ιακεδαιμονίους, διά να τους καταστρέψωμεν. Γνώ εάν ιδούν ότι επιδεικνύομεν τόλμην, την οποίαν δεν επερίμεναν, θα επτοούντο περισσότερον από το απροσδόκητον τούτο, παρά από την πραγματικήν μας δύναμιν. "Ξαρακαλώ λοιπόν να πεισθήτε, αποφασίζοντες προ πάντων μεν να επιδείξετε την τόλμην ταύτην, ειδεμή να προβήτε όσον το δυνατόν ταχύτερον εις τας λοιπάς διά τον πόλεμον παρασκευάς. Θαι πρέπει ο καθείς σας να το βάλη καλά εις τον νουν του ότι η μεν υποτίμησις του αντιπάλου πρέπει να επιδεικνύεται μόνον δι' έργων ανδρείας επί του πεδίου της μάχης, αλλ' ότι εξυπηρετικώτατον διά τα συμφέροντα του κράτους θ' απέβαινεν, εάν, θεωρούντες ότι αι εκ φόβου γινόμενοι παρασκευαί προς άμυναν παρέχουν την μεγαλυτέραν ασφάλειαν, ενεργήσετε ήδη ως να ευρίσκεσθε ενώπιον επικειμένου κινδύνου. Βιότι οι Ώθηναίοι και επέρχονται καθ' ημών, και την θάλασσαν γνωρίζω καλώς ότι διασχίζουν την στιγμήν αυτήν και όσον ούπω φθάνουν εδώ."
Ε εκ των λόγων τούτων του Έρμοκράτους προκληθείσα μεταξύ των Πυρακουσίων φιλονεικία υπήρξε ζωηρά, αλλων μεν υποστηριζόντων ότι επ' ουδενί λόγω ήρχοντο οι Ώθηναίοι, και ότι δεν είναι αληθή τα λεγόμενα, άλλων δε λεγόντων ότι και αν ακόμη ήρχοντο, τί κακόν ημπορούσαν να τους κάμουν μεγαλύτερον από ό,τι θα επάθαιναν οι ίδιοι; Άλλοι πάλιν, υποτιμώντες εντελώς την κατάστασιν έκριναν το ζήτημα ως γελοίον. Νλίγοι μόνον επίστευαν τον Γρμοκράτην και εφοβούντο το μέλλον. Ν Ώθηναγόρας, ο οποίος και αρχηγός της δημοκρατικής μερίδος ήτο, και απήλαυε κατά τον χρόνον εκείνον μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιρροήν πλησίον του λαού, προχωρήσας εις το μέσον του πλήθους είπε τοιαύτα τινα: 36. "ποιος δεν θέλει να μωρανθούν οι Ώθηναίοι εις τοιούτο σημείον, ώστε να έλθουν εδώ και να πέσουν εις τας χείρας μας, ή δειλός είναι ή κακός πατριώτης. Θαι η μεν τόλμη εκείνων, οι οποίοι διαδίδουν τοιαύτας ειδήσεις και ενσπείρουν τον πανικόν, δεν με εκπλήττει, θαυμάζω όμως διά την απλοϊκότητά των, εάν νομίζουν ότι δεν αντιλαμβανόμεθα τους σκοπούς των. Βιότι, όσοι έχουν προσωπικούς λόγους ν' ανησυχούν διά κάτι τι, επιδιώκουν να εμπνεύσουν φόβον εις τον λαόν, διά να συγκαλύψουν υπό τον πέπλον του κοινού φόβου τους ιδίους εαυτών φόβους. Θαι τώρα τοιούτον έχουν σκοπόν αι ειδήσεις αύται, αι οποίαι δεν είναι αυτόματοι, αλλά δημιούργημα ανθρώπων, οι οποίοι διαρκώς ζητούν να ταράσσουν την ησυχίαν της πόλεως. Ώλλά σεις,
εάν ορθώς σκεφθήτε, θα κρίνετε και εκτιμήσετε τας πιθανότητας, όχι επί τη βάσει των πληροφοριών των ανθρώπων τούτων άλλ' εξ όσων θα έπρατταν άνθρωποι συνετοί και πολλής πείρας, οποίοι, εγώ τουλάχιστον φρονώ ότι είναι οι Ώθηναίοι. Βιότι δεν είναι πιθανόν ότι πριν έχουν τερματίσει εντελώς τον εκεί πόλεμον, θα άφιναν οπίσω των τους Ξελοποννησίους, και θα ήρχοντο εκουσίως διά ν' αναλάβουν άλλον πόλεμον όχι μικροτέρας σπουδαιότητος, καθόσον, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι εκείνοι, έχοντες υπ' όψιν τον αριθμόν και την δύναμιν των πόλεών μας, είναι πολύ ευχαριστημένοι ότι ημείς δεν εκστρατεύομεν εναντίον των. 37. Ώλλ' εάν και επρόκειτο πραγματικώς να έλθουν, όπως διαδίδεται, νομίζω ότι η Πικελία είναι ικανωτέρα της Ξελοποννήσου προς διεξαγωγήν του πολέμου, καθόσον είναι κατά πάντα καλλίτερον εφοδιασμένη, και αι Πυρακούσαι μόναι ισχυρότεραι, όχι μόνον από τον στρατόν, που λέγουν ότι έρχεται εναντίον μας, αλλά διπλασίαν ακόμη. Βιότι γνωρίζω ότι ούτε έχουν μαζί των ίππους, ούτε εδώ θα ημπορέσουν να πορισθούν παρά ολίγους τινάς, από τους Γγεσταίους, ούτε οπλίτας ισαρίθμους προς τους ιδικούς μας, καθόσον έρχονται διά πλοίων και είναι μέγα πράγμα ήδη το να διεξαγάγουν με μόνον τα πλοία των, ακόμη και άνευ φορτίου, τον μακρόν μέχρι Πικελίας πλουν. Ανωρίζω, προς τούτοις, πόσον σημαντική είναι η άλλη παρασκευή, η οποία χρειάζεται διά πόλεμον εναντίον πόλεως τόσον μεγάλης. Θαι τόσον διάφορος είναι η γνώμη μου από την των αντιθέτων, ώστε εάν ήρχοντο έχοντες μίαν άλλην πόλιν εξ ίσου μεγάλην όσον αι Πυρακούσαι, και αφού εγκαθίστων αυτήν παρά τα σύνορά μας, ήρχιζαν εκείθεν διεξάγοντες τον πόλεμον, νομίζω ότι δυσκόλως θα κατώρθωναν ν' αποφύγουν την ολοσχερή καταστροφήν, και πολύ βέβαια δυσκολώτερον, όταν ολόκληρος η Πικελία (η οποία βεβαίως θα ενωθή εις κοινόν σύνδεσμον) θα είναι εχθρά των, και αυτοί θα ευρίσκωνται εντός στρατοπέδου, κατασκευασθέντος ευθύς μετά την έξοδον εκ των πλοίων, μη έχοντες άλλο στήριγμα, παρά αθλίας τινάς σκηνάς και τον απολύτως απαραίτητον εφοδιασμόν, αφού το ιππικόν μας θα τους εμποδίζη να εξέρχωνται μακράν του στρατοπέδου των. Θαι διά να είπω ολόκληρον την σκέψιν μου, πιστεύω ότι δεν θα κατορθώσουν ούτε καν ν' αποβιβασθούν εις ξηράν, τόσον ανωτέρας νομίζω τας δυνάμεις μας. 38. "Ώλλά όλα ταύτα, όπως υποστηρίζω, οι Ώθηναίοι τα γνωρίζουν, και η πολιτική των αποβλέπει, ως είμαι βέβαιος, εις την διατήρησιν των κεκτημένων. Ώλλά μερικοί συμπολίται μας δημιουργούν ειδήσεις, ούτε αληθείς, ούτε καν δυνατάς. Νι ανθρώποι αυτοί, γνωρίζω ανέκαθεν, και όχι διά πρώτην τώρα φοράν ότι επιδιώκουν, διά λόγων τουλάχιστον τοιούτων, και έτι μάλλον κακοποιών παρά τα έργα, να σας εκπτοήσουν, διά να καταλάβουν την αρχήν της πόλεως. Θαι φοβούμαι πραγματικώς, μήπως δι' επανειλημένων αποπειρών κατορθώσουν επί τέλους την πραγματοποίησιν του σκοπού των, ενώ ημείς είμεθα ανίκανοι, πριν πάθωμεν, να προφυλαχθώμεν και τους τιμωρήσωμεν, όταν ανακαλύψωμεν τα σχέδιά των. Θαι ένεκα τούτων ακριβώς των λόγων, η πόλις μας σπανίως ηρεμεί, αλλά κατατρύχεται από συχνάς στάσεις, και αναλαμβάνει αγώνας περισσοτέρους καθ' εαυτής παρά κατά των εχθρών της, και υποβάλλεται ενίοτε υπό την εξουσίαν τυράννων ή κακών δεσποτών. Ώλλ' εάν θελήσετε να με υποστηρίξετε, θα προσπαθήσω να μη επιτρέψω, όπως επί των ημερών μας συμβή τοιούτον τι. Θαι τούτο θα επιδιώξω να επιτύχω, σας μεν τους πολλούς πείθων, αλλά τιμωρών τους μηχανευομένους τα τοιαύτα, όχι μόνον οσάκις συλλαμβάνονται επ' αυτοφόρω εγκληματούντες (πράγμα πολύ δύσκολον), αλλά και δι' όσα θέλουν μεν, αδυνατούν όμως να διαπράξουν. Βιότι απέναντι του εχθρού πρέπει κανείς να προφυλάττεται, όχι μόνον κατά των πράξεών του, αλλά και κατά των σχεδίων του, αφού, αν δεν προλάβη να φυλαχθή, θα προλάβη εκείνος να τον βλάψη. Ρους ολιγαρχικούς, εξ άλλου, άλλοτε μεν θα ελέγχω, άλλοτε θα επιτηρώ και άλλοτε θα διαφωτίζω ακόμη, διότι κατά τούτον τον τρόπον φρονώ ότι
δύναμαι να ματαιώνω τους εγκληματικούς σκοπούς των. Άλλωστε (και την ερώτησιν ταύτην πολλάκις απηύθυνα εις εαυτόν) τί επιδιώκετε σεις οι νεώτεροι; Κήπως να καταλάβετε από τούδε την αρχήν; Ώλλ' ο νόμος το απαγορεύει, και ο νόμος αυτός ετέθη, διότι στερείσθε ακόμη της αναγκαίας ικανότητος, όχι διότι, ενώ έχετε δήθεν αυτήν, θέλει να σας παραγκωνίση. Ώλλά μήπως αποστέργετε την ισότητα προς τους πολλούς; Θαι πώς είναι δίκαιον, πολίται της αυτής πόλεως να μην έχουν τα αυτά δικαιώματα; 39. "Ζα είπουν τινές ότι η δημοκρατία ούτε συνετόν, ούτε δίκαιον πολίτευμα είναι, και ότι οι έχοντες τα χρήματα είναι ικανώτεροι όπως κυβερνούν άριστα. Ώλλ' εγώ ισχυρίζομαι, πρώτον μεν ότι το όνομα δημοκρατία περιλαμβάνει το σύνολον του λαού, ενώ η ολιγαρχία μέρος μόνον αυτού, και δεύτερον ότι οι μεν πλούσιοι είναι άριστοι φύλακες του δημοσίου ταμείου, οι συνετοί άριστοι σύμβουλοι, και οι πολλοί, αφού ακούσουν συζητούμενον ζήτημα τι, άριστοι κριταί, και ότι έκάστη των τάξεων τούτων και όλαι ομού απολαύουν ίσων δικαιωμάτων υπό δημοκρατικόν πολίτευμα. Γνώ η ολιγαρχία διαμοιράζει μεν τους κινδύνους εις τους πολλούς, ως προς τα ωφελήματα όμως δεν αρκείται καν εις την μερίδα του λέοντος, αλλά σφετερίζεται και κρατεί δι' εαυτήν το όλον. Ηδού τί επιδιώκουν οι ισχυροί και οι νέοι μεταξύ υμών, και τί είναι αδύνατον να επιτύχουν εις μεγάλην πόλιν. 40. "Ώλλά και τώρα ακόμη θα εισθε οι ασυνετώτεροι πάντων των Γλλήνων, όσους εγώ γνωρίζω, εάν δεν αντιλαμβάνεσθε ότι οι σκοποί σας είναι αχρείοι, ή έγκληματικώτατοι, εάν, μολονότι αντιλαμβάνεσθε τούτο τολμάτε να επιμένετε εις αυτούς. Γν τούτοις και τώρα ακόμη οφείλετε, είτε συνετιζόμενοι, είτε μετανοούντες, να επιδιώξετε την προαγωγήν του κοινού συμφέροντος της πόλεως, εννοούντες ότι εις το έργον τούτο η μετοχή των καλών μεταξύ υμών θα είναι ίση ή μεγαλύτερα από την του πλήθους της πόλεως, ότι όμως, εάν έχετε άλλους σκοπούς, θα κινδυνεύσετε να χάσετε τα πάντα. Ξαραιτήσατε τας ειδήσεις αυτάς, πειθόμενοι ότι έχετε να κάμετε με ανθρώπους, οι οποίοι εννόησαν τους σκοπούς σας και δεν θα τους ανεχθούν. Βιότι η πόλις αυτή, και αν υποτεθή ότι έρχονται οι Ώθηναίοι, θα τους αποκρούση κατά τρόπον άξιον αυτής, και έχομεν στρατηγούς, οι οποίοι θα μεριμνήσουν περί των πραγμάτων τούτων. Θαι εάν, καθώς εγώ πιστεύω, τίποτε από αυτά δεν είναι αληθές, η πόλις δεν θα καταληφθεί υπό πανικού, υπό την εντύπωσαν των διαδόσεών σας, ούτε θα εκλέξη υμάς άρχοντάς της, όπως εκουσίως επιβάλη επί του τραχήλου της τον ζυγόν της δουλείας, αλλά λαμβάνουσα εις χείρας της τας ιδίας αυτής υποθέσεις, θα κρίνη τους λόγους σας, ως ισοδυναμούντας με έργα, και δεν θα επιτρέψη καθόλου να χάση την ελευθερίαν της, διότι ήκουσε τας διαδόσεις σας, άλλα θα προσπαθήση να διάσωση εαυτήν, ματαιώνουσα τα σχέδιά σας διά της λήψεως πραγματικών προφυλάξεων".
Κετά τους λόγους τούτους του Ώθηναγόρα, ηγέρθη εις των στρατηγών, ο οποίος δεν επέτρεψεν εις κανένα άλλον να λάβη τον λόγον, αλλ' είπεν ο ίδιος περί του υπό συζήτησιν θέματος τα εξής περίπου: "Βεν είναι φρόνιμον, ούτε να διατυπώνωνται υπό τίνων αμοιβαίαι διαβολαί, ούτε οι ακούοντες ν' αποδέχωνται αυτάς. Ώλλ' εν σχέσει προς τας εκ διαφόρων μερών προερχόμενος ειδήσεις, η φρόνησις επιβάλλει να εξετάσωμεν κατά τίνα τρόπον, και έκαστος των πολιτών ιδιαιτέρως, και η όλη πόλις, θα παρασκευασθώμεν, όπως αποκρούσωμεν αποτελεσματικώς τους επιδρομείς. Θαι αν ακόμη δεν υπάρξη ανάγκη αμύνης, καμμία, εν πάση περιπτώσει, βλάβη δεν θα επέλθη, εάν η πόλις εφοδιασθή και με ίππους και με όπλα και με τα λοιπά εφόδια, των οποίων έχει ανάγκην ο πόλεμος. Ρην φροντίδα και συντήρησιν των εφοδίων τούτων θα
επιμεληθώμεν ημείς και θα πέμψωμεν συγχρόνως πράκτορας εις τας διαφόρους πόλεις προς συλλογήν πληροφοριών και δι' ό,τιδήποτε άλλο ήθελε θεωρηθή σκόπιμον. Γν μέρει άλλωστε εμεριμνήσαμεν ήδη περί τούτων. Θαι ό,τιδήποτε μάθωμεν, θα σας το ανακοινώσωμεν". Κετά τους λόγους τούτους του στρατηγού, οι Πυρακούσιοι υπεχώρησαν εκ της συνελεύσεως, η οποία ούτω διελύθη.
Γν τω μεταξύ οι Ώθηναίοι, αυτοί και οι σύμμαχοί των, είχαν ήδη όλοι συγκεντρωθή εις την Θέρκυραν. Θαι πρώτον μεν οι στρατηγοί προέβησαν εις γενικήν επυθεώρησιν του στρατεύματος και εκανόνισαν την τάξιν, κατά την οποίαν τούτο θα ηγκυροβόλει και θα εστρατοπέδευε. Βιαιρέσαντες δε τον στόλον εις τρεις μοίρας, έταξαν επί κεφαλής εκάστης διά κλήρου ένα εκ των στρατηγών, αφ' ενός μεν, όπως προλάβουν τας δυσκολίας τας οποίας, εάν ο στόλος έπλεεν αθρόος, θα παρουσίαζε κατά τον κατάπλουν η εύρεσις ύδατος και λυμένων και τροφίμων, και αφ' ετέρου, όπως ασφαλίσουν καλυτέραν πειθαρχίαν και διοίκησιν του στρατεύματος, εφόσον εκάστης μοίρας προίστατο εις στρατηγός. Ξροαπέστειλαν μάλιστα ακολούθως εις Ηταλίαν και Πικελίαν τρία πολεμικά σκάφη, διά να εξακριβώσουν ποίαι πόλεις θα τους εδέχοντο φιλικώς, και διέταξαν αυτά να έλθουν εις προϋπάντησιν του στόλου, όπως εν επιγνώσει γνωρίζουν που θα καταπλεύσουν.
Κετά ταύτα, οι Ώθηναίοι απέπλευσαν εκ Θερκύρας, διευθυνόμενοι προς την Πικελίαν, με τας εξής δυνάμεις: αι τριήρεις, πλην δύο Οοδίων πεντηκοντόρων, ανήρχοντο εν συνόλω εις εκατόν τριάντα τέσσαρας. Γκ τούτων εκατόν ήσαν Ώθηναϊκαί, εκ των οποίων πάλιν εξήντα ταχύπλοα σκάφη και τα λοιπά οπλιταγωγά. Ν λοιπός στόλος απετελείτο από πλοία των Τίων και των άλλων συμμάχων. Ρο σύνολον των οπλιτών ανήρχετο εις πέντε χιλιάδας εκατόν, εκ των οποίων οι Ώθηναίοι ήσαν χίλιοι πεντακόσιοι μεν εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων και επτακόσιοι θήτες πεζοναύται, ενώ οι λοιποί απετέλουν εκ των συμμάχων, των μετεχόντων της εκστρατείας, άλλοι μεν εκ των υπηκόων πόλεων, πεντακόσιοι εκ του Ώργούς και διακόσιοι πενήντα Καντινείς και άλλοι μισθοφόροι. Ν όλος αριθμός των τοξοτών ανήρχετο εις τετρακόσιους ογδοήντα, εικ των οποίων οι ογδοήντα ήσαν Θρήτες.πήρχαν ακόμη επτακόσιοι Οόδιοι σφενδονιστάς εκατόν είκοσι ψιλοί Κεγαρείς εκ των φυγάδων, και εν ιππαγωγόν πλοίον, φέρον τριάντα ιππείς.
Ροιαύτη ήτο η δύναμις του πρώτου στρατού, ο οποίος διέπλεε την θάλασσαν, όπως διεξαγάγη τον Πικελικόν πόλεμον. Ρην δύναμιν αυτήν συνώδευαν τριάντα μεταγωγικά, φέροντα τα τρόφιμα και τους αρτοποιούς, τους κτίστας, τους ξυλουργούς, και τα αναγκαία διά την οχύρωσιν εργαλεία, και τους μετ' αυτών συνέπλεαν εκατόν μικρότερα επιτεταγμένα σκάφη. Εκολούθουν, άλλωστε, τον στρατόν εξ ιδίας προαιρέσεως και πολλά αλλά μικρά και μεγάλα εμπορικά πλοία, χάριν εμπορίου. λος αυτός ο στόλος, εκπλεύσας εκ Θερκύρας, διέσχιζεν αθρόος τον Ηόνιον κόλπον, και αφού προσήγγισε μέρος μεν εις το ακρωτήριον της Ηαπυιγίας, μέρος δε εις τον Ράραντα, και τα λοιπά πλοία, όπου τους παρουσιάσθη ευκαιρία αποβάσεως, συνέχισε τον πλουν κατά μήκος της Ηταλικής ακτής. Θαμμία πόλις δεν τους ήνοιξε τας πύλας της, ουδέ την αγοράν της, επέτρεψαν μόνον εις αυτούς την ύδρευσιν και την αγκυροβολίαν. Ν Ράρας όμως και οι Ιοκροί ηρνήθησαν και ταύτα. Ρέλος τα
πλοία έφθασαν εις το Οήγιον, έσχατον άκρον της Ηταλίας, όπου ο στόλος συνεκεντρώθη. Θαι επειδή, οι Οηγίνοι δεν εδέχθησαν αυτούς εντός των τειχών της πόλεώς των, κατεσκεύασαν στρατόπεδον εκτός αυτής επί χώρου ανήκοντος εις τον ναόν της Ώρτέμιδος, όπου οι κάτοικοι ήνοιξαν δι' αυτούς αγοράν, και αφού έσυραν τα πλοία εις την ξηράν, ανεπαύθησαν. Πυνηντήθησαν, προς τούτοις, με τους Οηγίνους, από τους οποίους εζήτησαν, αφού είναι Ταλκιδείς, να βοηθήσουν τους Ιεοντίνους, οι οποίοι είναι επίσης Ταλκιδείς. Ώλλ' ούτοι εδήλωσαν ότι θα μείνουν ουδέτεροι και θα συμμορφωθούν προς ό,τι αποφασισθή από κοινού μετά των άλλων Γλλήνων της Ηταλίας. Θαι οι Ώθηναίοι ήρχισαν μελετώντες κατά τινα τρόπον ηδύναντο να επιληφθούν προσφορώτερον της εν Πικελία καταστάσεως. Πυγχρόνως ανέμεναν να επιστρέψουν εκ της Γγέστης τα πλοία που είχαν προαποστείλει, θέλοντες να βεβαιωθούν, εάν υπήρχε πραγματικώς ο δημόσιος θησαυρός, περί του οποίου είχαν κάμει λόγον εις τας Ώθήνας οι απεσταλμένοι των Γγεσταίων.
Γν τω μεταξύ, εκ πολλών πηγών, και εκ των αποσταλέντων κατασκόπων, έφθαναν ήδη διαρκώς θετικαί πληροφορίαι προς τους Πυρακουσίους ότι ο Ώθηναϊκός στόλος ευρίσκετο εις το Οήγιον, και ως εκ τούτου, αφίσαντες κατα μέρος πάσαν πλέον δυσπιστίαν, επεδόθησαν μετά μεγάλου ζήλου εις τας παρασκευάς. Θαι προς τους Πικελούς έστελλαν, αλλού μεν φρουρούς, αλλού δε πρέσβεις. Θαι φρουράς εισήγαν εις τα φρούρια της χώρας, και εντός της πόλεως προέβαιναν εις επιθεώρησιν των όπλων και των ίππων, διά να εξακριβώσουν αν είναι εις τελείαν κατάστασιν, και διευθέτησαν τα λοιπά ως προς προσεχέστατον και σχεδόν παρόντα πόλεμον.
Ρα προαποσταλέντα τρία πολεμικά σκάφη επανήλθαν ήδη από την Έγεσταν προς τους Ώθηναίους εις το Οήγιον, αναγγέλλοντα ότι από τα χρήματα που υπεσχέθησαν, τριάντα μόνον τάλαντα παρουσιάζονται και τίποτε περισσότερον. Θαι οι στρατηγοί κατελήφθησαν ευθύς από αθυμίαν, και διά την πρώτην ταύτην διάψευσιν των προσδοκιών των και διά την άρνησιν των Οηγίνων, τους οποίους πρώτους επεχείρησαν και ήλπιζαν σοβαρώς να πείσουν, όπως μετάσχουν της εκστρατείας, και λόγω της προς τους Ιεοντίνους κοινότητος της καταγωγής των και διότι ανέκαθεν διέκειντο φιλικώς προς τους Ώθηναίους. Θαι ο μεν Λικίας είχε προίδει τας εκ της Γγέστης ειδήσεις, αλλά εις τους δύο άλλους στρατηγούς επροκάλεσαν αντιθέτως πολλήν εκπληξιν. Ηδού, τωόντι, εις ποίον τέχνασμα είχαν καταφύγει οι Γγεσταίοι, ότε πρώτον ήλθαν προς αυτούς οι Ώθηναίοι πρέσβεις, όπως δι' επιτοπίου εξετάσεως βεβαιωθούν περί της υπάρξεως των χρημάτων. Φδήγησαν αυτούς εις τον ναόν της Ώφροδίτης, τον κείμενον εις Έρυκα, όπου τους επέδειξαν τα αφιερώματα, φιάλας και οινοχόας και θυμιατήρια και αλλά πολλά σκεύη, τα οποία, επειδή ήσαν αργυρά, είχαν εξωτερικήν εμφάνισιν όλως δυσανάλογον προς την πραγματικήν των αξίαν. Θαι πλην τούτου, οι ιδιώται, καλούντες τα πληρώματα των τριήρεων προς φιλοξενίαν, παρουσίαζαν έκαστος ως ιδικά των, κατά τας εστιάσεις, τα χρυσά και αργυρά ποτήρια, τα οποία είτε συνέλεξαν εκ της Γγέστης, είτε εδανείσθησαν από τας γειτονικας Γλληνικάς και Σοινικικάς πόλεις. Θαι επειδή πάντες, ως επί το πλείστον, μετεχειρίζοντο τα ίδια σκεύη και παντού παρουσιάζετο μεγάλη ποσότης εξ αυτών, η εντύπωσις των Ώθηναϊκών πληρωμάτων υπήρξεν αληθώς εκπληκτική, και επανελθόντες εις τας Ώθήνας διέδωσαν ότι είχαν ίδει μεγάλους θησαυρούς. ταν ανεκοινώθη η είδησις ότι οι θρυλούμενοι θησαυροί της Γγέστης ήσαν ανύπαρκτοι, οι στρατιώται εμέμφοντο ζωηρώς τους
πρώτους πρέσβεις, οι οποίοι, απατηθέντες οι ίδιοι, είχαν παρασύρει τότε και τους άλλους εις την πλάνην. Νι στρατηγοί, εξ άλλου, συνεκρότησαν πολεμικόν συμβούλων προς εξέτασιν της παρούσης καταστάσεως.
Θαι του μεν Λικίου η γνώμη ήτο να πλεύσουν με όλον τον στρατόν κατα του Πελινούντος, τούθ' όπερ απετέλει τον κύριον σκοπόν της αποστολής των. Θαι αν μεν οι Γγεσταίοι παρείχαν χρήματα δι' όλον τον στρατόν, να σκεφθούν τότε αναλόγως τί θα πράξουν, ειδεμή, να απαιτήσουν απ' αυτούς την παροχήν τροφοδοσίας διά τα εξήντα πλοία, όσα ακριβώς είχαν ζητήσει, και παραμένοντες να συνδιαλλάξουν προς αυτούς τους Πελινουντίους, ή διά της βίας ή διά συνεννοήσεως. Ρούτου δ' επιτυγχανομένου, να πλεύσουν κατά μήκος της ακτής των άλλων πόλεων, και αφού επιδείξουν ούτω την δύναμιν της πόλεως των Ώθηνών και αποδείξουν το ενεργόν ενδιαφέρον της υπέρ των φίλων και συμμάχων, ν' αποπλεύσουν εις τα ίδια, εκτός αν αιφνιδία τις και απροσδόκητος ευκαιρία τους παρείχε το μέσον ή να ωφελήσουν τους Ιεοντίνους ή να επιτύχουν την συνεργασίαν άλλων τινών πόλεων. Ώλλά να μη εκθέσουν εις κίνδυνον την ασφάλειαν της πόλεως, δαπανώντες συγχρόνως εξ ιδίων. 48. Ν Ώλκιβιάδης, εξ άλλου, υπεστήριξεν ότι δεν πρέπει, αφού εξέπλευσαν με τόσον μεγάλην δύναμιν, να επιστρέψουν κατησχυμένοι και άπρακτοι, αλλά ν' αποστείλουν απεσταλμένους προς τας άλλας Γλληνικάς πόλεις, πλην του Πελινούντος και των Πυρακουσών, και να προσπαθήσουν, όπως άλλους μεν εκ των Πικελών αποσπάσουν από τους Πυρακουσίους, άλλους δε προσεταιρισθούν, προς τον σκοπόν του να εξασφαλίσουν την παροχήν τροφίμων και στρατιωτικών ενισιχύσεων. Ώλλά προ παντός έπρεπε να επιδιώξουν όπως προσεταιρισθούν τους Κεσσηνίους, καθόσον η πόλις των κείται εις ευθετωτάτην θέσιν της παραλίας και αποτελεί την κλείδα της Πικελίας, έχουσα επίσης λιμένα, δυνάμενον ν' αποτελέση αρίστην βάσιν επιχειρήσεως διά τον στρατόν. Θαι αφού προσελκύσουν προς το μέρος των τας πόλεις αυτάς και γνωρίζουν ποίους θα έχουν σιυναγωνιστάς, τότε μόνον να επιτεθούν κατά των Πυρακουσών και του Πελινούντος, εάν ούτοι μεν δεν συνδιαλλαχιθούν με τους Γγεσταίους, εκείνοι δε δεν επιτρέψουν την εις τας εστίας των αποκατάστασιν των Ιεοντίνων. 49. Ν Ιάμαχος, αντιθέτως, υπεστήριζεν ότι έπρεπε να πλεύσουν αμέσως κατά των Πυρακουσών και να συνάψουν όσον το δυνατόν ταχύτερον την μάχην υπό αυτά τα τείχη της πόλεως, εφόσον ακόμη οι Πυρακούσιοι ήσαν απαράσκευοι και η κατάπληξίς των αμείωτος. Βιότι, κατ' αυτόν, κάθε στρατός είναι φοβερώτατος εις την αρχήν. Γάν όμως χρονοτριβήση πριν παρουσιασθή, οι άνθρωποι αναλαμβάνουν το θάρρος των, και όταν τον ιδούν, είναι διατεθειμένοι μάλλον εις υποτίμησιν αυτού. Ώλλ' εάν επιτεθούν αμέσως, εφόσον οι Πυρακούσιοι αναμένουν περιδεείς την επίθεσιν, θα ενίκων ασφαλέστερον, διότι όλα θα συνετέλουν όπως ο εχθρός καταληφθή υπό πανικού, και η θέα του στρατού, ο οποίος ποτέ άλλοτε δεν θα εφαίνετο πολυαριθμότερος, και η προσδοκία της τύχης που τους περιμένει, και προ πάντων ο άμεσος κίνδυνος της μάχης. Γίναι, άλλωστε, πιθανόν ότι πολλοί πιστεύοντες ότι δεν θα έλθουν οι Ώθηναίοι, θ' απεκόπτοντο έξω της πόλεως εις τους αγρούς, και ενώ ούτοι θα εζήτουν να εισαγάγουν εις την πόλιν τα κινητά των, ο στρατός των Ώθηναίων, στρατοπεδευμένος προ των τειχών της πόλεως και κρατών της υπαίθρου χώρας, θα είχεν αφθονίαν τροφίμων. Γάν ενήργουν ούτω, και οι άλλοι Έλληνες της Πικελίας θα ήτο πιθανώτερον τότε, αντί να ταχθούν με τους Πυρακουσίους, να προσέλθουν προς το μέρος των, χωρίς να χρονοτριβήσουν, περιμένοντες
να ιδούν ποιός θ' αναδειχθή νικητής. Ξροσέθηκε δε ότι έπρεπε ν' απέλθουν και εγκαταστήσουν ναύσταθμον και βάσιν επιχειρήσεων τα Κέγαρα, τα οποία ήσαν εγκαταλελειμένα και δεν απέχουν πολύ από τας Πυρακούσας διά θαλάσσης και διά ξηράς. 50. Ν Ιάμαχος, αφού υπεστήριξε ταύτα, συνετάχθη, εν τούτοις, και αυτός με την γνώμην του Ώλκιβιάδου, ο οποίος μετά τούτο, επιβάς του ιδίου αυτού πλοίον, έπλευσεν εις Κεσσήνην, όπου έκαμε προτάσεις συμμαχίας. Ώλλ' επειδή οι Κεσσήνιοι δεν επείθοντο, αλλ' απήντησαν ότι δεν ηδύναντο μεν να δεχθούν τους Ώθηναίους εντός της πόλεως, θα εγκαθίστων όμως χάριν αυτών αγοράν έξω των τειχών της, επανεπλευσεν εις το Οήγιον. Νι στρατηγοί ετοίμασαν ευθύς εξήντα πλοία εκ του συνόλου του στόλου, και παραλαβόντες τας αναγκαίας προμηθείας, έπλεαν κατά μήκος της ακτής προς την Λάξον, αφίσαντες τον υπόλοιπον στρατόν και ένα εκ των στρατηγών εις το Οήγιον. Ώφού δε οι Λάξιοι εδέχθησαν αυτούς εντός της πόλεως, συνέχισαν τον πλουν των κατά μήκος της ακτής προς την Θατάνην. Ώλλ' επειδή οι Θαταναίοι ηρνούντο να τους δεχθούν, διότι υπήρχαν εις την πόλιν πολλοί φρονούντες τα των Πυρακουσίων, επροχώρησαν εις τον ποταμόν Ρηρίαν, όπου και κατηυλίσθησαν. Ρην επομένην, έπλευσαν εις γραμμήν παραγωγής προς τας Πυρακούσας με όλην την μοίραν του στόλου, πλην δέκα πλοίων, τα οποία απέστειλαν προηγουμένως, με την παραγγελίαν να εισέλθουν εις τον μέγαν λιμένα των Πυρακουσών και παρατηρήσουν εαν υπήρχαν εκεί ,πλοία καθειλκυσμένα. Πυγχρόνως, αφού προσήγγιζαν εις την πόλιν, θα προεκήρυσσαν από του καταστρώματος των πλοίων ότι οι Ώθηναίοι ήλθαν διά ν' αποκαταστήσουν εις τας εστίας των τους Ιεοντίνους, λόγω της συμμαχίας των και της κοινότητος της καταγωγής των, και θα προσεκάλουν τους εις τας Πυρακούσας ευρισκομένους Ιεοντίνους να προσέλθουν αφόβως προς τους Ώθηναίους ως προς φίλους και ευεργέτας. Ώφού έγινεν η προκήρυξις αυτή, και επεσκόπησαν επιμελώς την πόλιν, τους λιμένας και το έδαφος, το οποίον θα εχρησιμοποίουν ως βάσιν των επιχειρήσεών των, επανέπλευσαν εις την Θατάνήν. 51. Πυγκληθείσης εκεί συνελεύσεως του λαού, οι Θαταναίοι επέμεναν αρνούμενοι να δεχθούν τον στρατόν εντός της πόλεως, αλλά προσεκάλεσαν τους στρατηγούς να εισέλθουν και εκθέσουν ό,τι είχαν να είπουν. Ώλλ' ενώ ο Ώλκιβιάδης ωμίλει και η προσοχή των κατοίκων ήτο εξ ολοκλήρου απησχολημένη με την συνέλευσιν, οι στρατιώται, χωρίς να τους αντιληφθούν, διέρρηξαν μικράν πύλην του τείχους, σαθρώς κατεσκευασμένην, και εισελθόντες συνεκεντρώθησαν εις την αγοράν. Γκ των Θαταναίων, όσοι εφρόνουν τα των Πυρακουσίων, ολίγοι μεν, ευθύς ως είδαν τον στρατόν εντός της πόλεως - καταληφθέντες από φόβον - απήλθαν κρυφίως εξ αυτής, οι λοιποί όμως εψήφισαν συμμαχίαν προς τους Ώθηναίους και συνέστησαν προς αυτούς να φέρουν εκ του Οηγίου και τον λοιπόν στρατόν. Νι Ώθηναίοι, μετά τούτο, επέστρεψαν εις το Οήγιον, οπούθεν εξέπλευσαν με όλον ήδη τον στρατόν διά την Θατάνην, όπου μετά την άφιξίν των ήρχισαν κατασκευάζοντες στρατόπεδον. 52. Ώλλ' εν τω μεταξύ ήρχοντο ειδήσεις εκ Θαμαρίνης ότι αν έλθουν οι Ώθηναίοι, η πόλις ήθελε προσχωρήσει, και ότι οι Πυρακούσιοι επιβιβάζουν τα πληρώματα του στόλου των. Φς εκ τούτου, έπλευσαν παρά την ακτήν με όλον τον στρατόν των, κατ' αρχάς εις τας Πυρακούσας. Θαι επειδή παρετήρησαν ότι ουδεμία εξόπλισις στόλου εγίνετο, συνέχισαν τον παρά την ακτήν πλουν των προς την Θαμάριναν, και προσεγγίσαντες εις την παραλίαν, έπεμψαν κήρυκα προς τους Θαμαριναίους. Νύτοι όμως ηρνούντο να δεχθούν αυτούς, προβάλλοντες ότι εδεσμεύοντο υπό συνθήκης, βεβαιωθείσης δι' όρκων, να δέχωνται τους Ώθηναίους, εάν κατέπλεαν με έν μόνον πολεμικόν πλοίον, έκτος εάν οι ίδιοι προσεκάλουν αυτούς να έλθουν με περισσότερα.
και ούτως οι Ώθηναίοι απέπλευσαν άπρακτοι. Θαι αποβάντες εις σημείον τι της ακτής των Πυρακουσίων προέβησαν εις λεηλασίαν. Ώλλά το ιππικόν των Πυρακουσίων προσέτρεξε και εφόνευσε διεσπαρμένους τινάς ψιλούς στρατιώτας, μεθ' ο επανέπλευσαν εις Θατάνην.
Γκεί ευρίσκουν την Παλαμινίαν, η οποία είχεν έλθει εξ Ώθηνών διά να προσκαλέση και τον Ώλκιβιάδην να επιστρέψη, όπως απολογηθή κατά των κατηγοριών, διά τας οποίας ενεκάλει αυτόν η πόλις, και άλλους τινάς των στρατιωτών, εκ των οποίων τινές μεν είχαν μηνυθή μετ' αυτού διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων, τινές δε διά τον ακρωτηριασμόν των Γρμών. Βιότι, μετά την αναχώρησιν του στρατού, οι Ώθηναίοι εξηκολούθησαν ουδέν ήττον την ανάκρισιν περί των γεγονότων των σχετιζομένων προς το έγκλημα των μυστηρίων και το των Γρμών, και χωρίς να εξελέγχουν την αξιοπιστίαν των μηνυτών, αλλ' αποδεχόμενοι ένεκα της καχυποψίας των πάσαν καταγγελίαν ως αληθή, συνελάμβαναν και έρριπτον εις τας φυλακάς πολίτας εκ των χρηστοτάτων, παρέχοντες πίστιν εις ανθρώπους κακόπιστους. Βιότι, οσάκις εναντίον τινός διετυπούτο κατηγορία τις, έστω και αν ούτος απελάμβανεν αρίστης υπολήψεως, εθεώρουν ότι ήτο προτιμότερον να βασανίσουν το πράγμα διά να εύρουν την αλήθειαν, παρά ν' αφίσουν τον καταγγελθέντα να διαφύγη ανεξέταστος, λόγω της αχρειότητος του μηνυτού. Βιότι ο λαός, ο οποίος εγνώριζεν εκ παραδόσεως ότι η τυραννίς του Ξεισιστράτου και των τέκνων του κατήντησεν εις το τέλος πιεστική, και προς τούτοις ότι η κατάλυσις αυτής δεν ωφείλετο εις αυτούς και τον Ώρμόδιον, αλλ' εις τους Ιακεδαιμονίους, διετέλει υπό διαρκή φόβον και υπώπτευε τα πάντα.
Ζα προβώ ήδη εις την εκτενεστέραν οπωσδήποτε διήγησιν της ερωτικής περιπέτειας, εκ της οποίας προεκλήθη το τόλμημα του Ώριστογείτονος και του Ώρμοδίου, διά ν' αποδείξω ότι ούτε αυτοί καν οι Ώθηναίοι (διά να μη μνημονεύσω τους άλλους Έλληνας) εκθέτουν ακριβώς τα περί των τυράννων των και του εν λόγω επεισοδίου. Ώφού δηλαδή ο Ξεισίστρατος απέθανε γέρων και ασκών ήδη την τυραννίδα, την αρχήν κατέλαβεν όχι ο Ίππαρχος, ως οι πολλοί νομίζουν, αλλ' ο Ηππίας, ο πρεσβύτερος των υιών αυτού. ταν ο Ώρμόδιος έφθασεν εις το άνθος της νεανικής ωραιότητος, ο Ώριστογείτων, πολίτης της μέσης τάξεως, είχεν αυτόν ως εραστήν. Ν υιός του Ξεισιστράτου Ίππαρχος επεχείρησε ν' αποπλανήση τον Ώρμόδιον, ο οποίος απέκρουσε τας προτάσεις του και κατήγγειλε το πράγμα εις τον Ώριστογείτονα. Νύτος, βαρυαλγής εκ του ερωτικού πάθους και φοβηθείς μήπως ο ίππαρχος, ως εκ της δυνάμεώς του, καταφύγη εις την βίαν, διά να του αποσπάση τον Ώρμόδιον, ήρχισεν ευθύς διοργανώνων κρυφίως την ανατροπήν της τυραννίδος με κάθε μέσον το οποίον διέθετε. Θαι επειδή εν τω μεταξύ ο ίππαρχος, επαναλαβών τας προτάσεις του προς τον Ώρμόδιον, δεν επέτυχε μεν περισσότερον από την πρώτην φοράν, αλλά και δεν ηθέλησε να προσφύγη εις βίαια μέτρα, επεδίωκεν όμως την δημιουργίαν ευκαιρίας, όπως τον προπηλακίση δι' υπούλου τρόπου, χωρίς ν' αφίση να φανούν τα αληθή αυτού ελατήρια. Βιότι η εξουσία του γενικώς δεν ήτο επαχθής εις τον λαόν, και είχε κατορθώσει ν' ασκή αυτήν κατά τρόπον μη προκαλούντα αντιπάθειας. Νυδείς, τωόντι, τύραννος επέδειξεν επί μακρότερον χρόνον ευγένειαν αισθημάτων και ικανότητα όσην οι Ξεισιστρατίδαι. Θαι ενώ εισέπρατταν ως μόνον φόρον το εικοστόν των προϊόντων της γης, και την πόλιν των καλώς διεκόσμησαν και τους πολέμους διεξήγαν επιτυχώς και εις τους ναούς εσύχναζαν, δια να προσφέρουν θυσίας. Θατά τα άλλα, η πόλις
εξηκολούθει διεπομένη από τους προηγουμένους κειμένους νόμους, άνευ επεμβάσεως των τυράννων, μόνον ότι εφρόντιζαν ούτοι όπως εις εκ της οικογενείας αυτών εκλέγεται εκάστοτε μεταξύ των αρχόντων. Θαι άλλοι εξ αυτών ήσκησαν την ενιαυσίαν αρχήν των Ώθηνών και ο Ξεισίστρατος, υιός του τυραννεύσαντος Ηππίου, ομώνυμος του πάππου του, ο οποίος κατά την περίοδον της αρχής του κατεσκεύασεν εις την αγοράν τον βωμόν, τον οποίον αφιέρωσεν εις τους δώδεκα θεούς και έτερον εις την ιεράν περιοχήν του Ξυθίου, τον οποίον αφιέρωσεν εις τον Ώπόλλωνα. και το μεν επίγραμμα του βωμού της αγοράς εξηφανίσθη, ένεκα της υπό του δήμου των Ώθηναίων γενομένης βραδύτερον προεκτάσεως του μήκους του. Ώλλά το επίγραμμα του βωμού του Ξυθίου φαίνεται ακόμη και σήμερον, αν και τα γράμματα αμυδρώς διακρίνονται, και έχει ως εξής:
"Ρο μνημείον τούτο της αρχοντείας του ο υιός του Ηππίου Ξεισίστρατος αφιέρωσεν εις την Ηεράν περιοχήν του Ξυθίου Ώπόλλωνος".
55. τι ο Ηππίας ήτο ο πρεσβύτερος των υιών του Ξεισιστράτου, και ως εκ τούτου ανήλθεν εις την ανωτάτην αρχήν, υποστηρίζω και διότι το γνωρίζω ακριβέστερον από άλλους εξ ακοής, αλλά και διότι το τοιούτο συνάγεται ασφαλώς και εκ των επομένων. τι μόνος αυτός εκ των γνησίων αδελφών αποδεικνύεται ότι είχε τέκνα, όπως μαρτυρεί και ο άρτι μνημονευθείς βωμός και η στήλη που εστήθη εις την Ώκρόπολιν των Ώθηνών προς διαιώνισιν της αδικίας των τυράννων, εις την οποίαν, ούτε του Ζεσσαλού, ούτε του Ηππάρχου, μνημονεύεται κανέν τέκνον, ενώ του Ηππίου πέντε, τα οποία απέκτησεν εκ του γάμου του με την Κυρσίνην, θυγατέρα του Θαλλίου, υιού του περοχείδου. Θαι ήτο βέβαια φυσικόν ο πρεσβύτερος να νυμφευθή πρώτος. Γπί πλέον, το όνομά του εις την ιδίαν στηλην είναι γραμμένον αμέσως μετά το όνομα του πατρός του, και τούτο πολύ φυσικά, λόγω του ότι ήτο πρεσβύτερος υιός και διεδέχθη αυτόν εις την τυραννίδα. Λομίζω, άλλωστε, ότι ο Ηππίας δεν ήθελε κατορθώσει τόσον ευκόλως να γίνη κύριος της αρχής αμέσως μετά τον θάνατον του Ηππάρχου, εάν ούτος ήτο τύραννος, και εκείνος διά πρώτην φοράν επεδίωκεν αυθημερόν να εγκατασταθή εις αυτήν. Γνώ, λόγω του ότι ήσαν συνηθισμένοι από προτήτερα, οι μεν πολίται να τον φοβούνται, οι δε σωματοφύλακές του εις αυστηράν πειθαρχίαν, κατέβαλε την συνωμοσίαν μετά περισσής ασφαλείας και εις ουδεμίαν ευρέθη αμηχανίαν, όπως θα συνέβαινεν, αν ήτο νεώτερος αδελφός, οπότε δεν θα είχεν αποκτήσει διά προηγουμένης ήδη ασκήσεως την συνήθειαν της εξουσίας. Γις τον Ίππαρχον, εντούτοις, συνέβη, επειδή κατέστη ονομαστός, ένεκα του τραγικού τέλους του, να διαφημισθή ακολούθως και ως τύραννος. 56. Γπειδή δε ο Ώρμόδιος απέκρουσε τας προτάσεις του, ο Ίππαρχος προέβη εις τον προπηλακισιμόν αυτού, όπως εσχεδίαζε. Βιότι, ενώ προσεκάλεσαν αδελφήν του Ώρμοδίου, παρθένον, να έλθη, διά να χρησιμεύση ως κανηφόρος κατά τινα πομπήν, την απέπεμψαν, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε εσκέφθησαν καν να την προσκαλέσουν, ως μη αξίαν τοιαύτης τιμής. Ν Ώρμόδιος βαρέως έφερε τούτο και χάριν αυτού έτι μάλλον ηρεθισμένος ήτο ο Ώριστογείτων. Θαι είχαν μεν ήδη συνεννοηθή μετά των συνωμοτών περί των λεπτομεριών της εκτελέσεως του σχεδίου των, επερίμεναν όμως την εορτήν των Κεγάλων Ξαναθηναίων, κατά την ημέραν των οποίων και μόνον η ένοπλος συγκέντρωσις των πολιτών, όσοι λαμβάνουν μέρος εις την πομπήν, δεν διήγειρεν υποψίας. Θαι ο μεν Ώρμόδιος και ο Ώριστογείτων θα ήρχιζαν την επίθεσιν, οι δε λοιποί θα τους εβοήθουν, επιτιθέμενοι ευθύς αμέσως κατά των σωματοφυλάκων. Τάριν ασφαλείας, οι συνωμόται δεν ήσαν
πολλοί, διότι ήλπιζαν ότι, όσον ολίγοι και αν ήσαν οι επιχειρήσαντες το τόλμημα, και οι μη μεμυημένοι, εφόσον είχαν όπλα, θ' απεφάσιζαν αμέσως να βοηθήσουν, διά ν' ανακτήσουν την ιδίαν αυτών ελευθερίαν. 57. Θαι ως έφθασεν η ημέρα της εορτής, ο μεν Ηππίας μετά των σωματοφυλάκων του ευρίσκετο εκτός της πόλεως, εις τον καλούμενον Θεραμεικόν, κανονίζων την σειράν κατά την οποίαν έπρεπε να προχωρούν τα διάφορα τμήματα της πομπής. Ν Ώρμόδιος και ο Ώριστογείτων, εξ άλλου, κρατούντες ήδη τα εγχειρίδια, επροχώρουν, διά να εκτελέσουν το σχέδιόν των. Ώλλ' όταν είδαν ένα των συνωμοτών συνομιλούντα οικείως με τον Ηππίαν, ο οποίος ήτο ευπρόσιτος εις όλους, εφοβήθησαν, νομίζοντες ότι επροδόθησαν, και ότι από στιγμής εις στιγμήν θα συνελαμβάνοντο. Φς εκ τούτου, ηθέλησαν, πριν συλληφθούν, να εκδικηθούν, εάν ημπορούσαν, προηγουμένως εκείνον που έγινεν αιτία τοιαύτης δι' αυτούς λύπης, και ένεκα του οποίου διεκινδύνευαν τα πάντα, και όπως ήσαν, όρμησαν εντώς των πυλών της πόλεως και συναντήσαντες τον Ίππαρχον παρά το Ηερόν, το καλούμενον Ιεωκόρειον, επέπεσαν κατ' αυτού αμέσως αποτυφλωμένοι από το σφοδρόν πάθος, ο μεν της ερωτικής ζηλοτυπίας, ο δε της τρωθείσης υπερηφανείας, τον κτυπούν και τον φονεύουν. Θαι ο μεν Ώριστογείτων διέφυγε την στιγμήν εκείνην τους σωματοφύλακας, λόγω του προσδραμόντος πλήθους, αλλά τον συνέλαβαν ακολούθως και δεν τον μετεχειρίσθησαν βέβαια με ηπιότητα. Ν Ώρμόδιος όμως εφονεύθη αμέσως επί τόπου. 58. Φς έμαθεν ο Ηππίας την είδησαν εις τον Θεραμεικόν, έσπευσεν ευθύς όχι εις τον τόπον του δράματος, αλλά προς τους συνοδεύοντας την πομπήν ενόπλους, πριν ούτοι, ευρισκόμενοι εις ικανήν οπωσδήποτε απόστασιν, μάθουν τίποτε. Θαι μη αφίσας να εκδηλωθή εις την φυσιογνωμίαν του τίποτε διά την επελθούσαν συμφοράν, προεκάλεσεν αυτούς να μεταβούν εις μέρος τι, το οποίον τους έδειξε, αφού προτήτερα αφίσουν τα όπλα των. Θαι ούτοι μεν υπήκουσαν, νομίζοντες ότι επρόκειτο να τους είπη τίποτε, ούτος όμως διέταξε τους σωματοφύλακας ν' αναλάβουν τα αφεθέντα όπλα και εχώρισεν ευθύς εκείνους, τους οποίους εθεώρει ενόχους, και κάθε άλλον που ευρέθη φέρων εγχειρίδιον, διότι η συνήθεια ήτο να βαδίζουν κατά την πομπήν φέροντες ασπίδα μόνον και δόρυ. 59.Θατά τοιούτον τρόπον, ερωτική λύπη υπήρξεν η αρχή της συνωμοσίας του Ώρμοδίου και του Ώριστογείτονος, των οποίων ο αιφνίδιος φόβος επροκάλεσε το παράλογον τόλμημα. Κετά τούτο, η τυραννίς κατέστη επαχθεστέρα διά τους Ώθηναίους, και ο Ηππίας, διατελών ήδη υπό το κράτος φόβου μάλλον, και πολλούς εκ των πολιτών εθανάτοσε και συγχρόνως εξήταζεν επιμελώς, διά να ίδη εάν, εις περίπτωσιν πολιτικής ανατροπής, ηδύνατο να εύρη εις το εξωτερικόν τόπον τινα όπου να καταφύγη ασφαλώς. Γν πάση περιπτώσει, Ώθηναίος αυτός, έδωσε μετά ταύτα εις γάμον την θυγατέρα του Ώρχεδίκην προς τον Ιαμψακηνόν Ώιαντίδην, υιόν του Ηππόκλου, τυράννου της Ιαμψάκου, διότι έμαθεν ότι η οικογένεια αυτή είχε μεγάλην επιρροήν επί του βασιλέως Βαρείου, και ο τάφος αυτής ευρίσκεται εις την Ιάμψακον, φέρων το εξής επίγραμμα:
"Ώνδρός αριστεύσαντος μεταξύ των Γλλήνων της εποχής του, του Ηππίου την θυγατέρα Ώρχεδίκην, καλύπτει η γη αυτή. Ξατέρα και σύζυγον και αδελφούς έχουσα τυράννους και τέκνα ακόμη, όμως δεν εξιππάσθη από αλαζονείαν". Ν Ηππίας, τυραννεύσας επί τρία ακόμη έτη εις τας Ώθήνας και καθαιρεθείς κατα το τέταρτον
έτος υπό των Ιακεδαιμονίων και των εξορίστων εκ των Ώλκμαιωνιδών, απεσύρθη δυνάμει συμβάσεως εις το Πίγειον και έπειτα πλησίον του Ώιαντίδου εις την Ιάμψακον. Γκείθεν μετέβη προς τον βασιλέα Βαρείον,
οπότε είκοσιν έτη βραδύτερον, γέρων ήδη, ηκολούθησε τους Ξέρσας εις την κατά του Καραθώνος εκστρατείαν. 60. Ραύτα έχων κατά νουν ο Ώθηναϊκός λαός και ανακαλών εις την μνήμην του όσα εγνώριζε περί αυτών εκ παραδόσεως, ήτο αμείλικτος και πλήρης δυσπιστίας προς εκείνους, οι οποίοι κατηγορούντο διά το ζήτημα των μυστηρίων, και η όλη υπόθεσις εθεωρείτο υπ' αυτών ότι ωφείλετο εις συνωμοσίαν, αποβλέπουσαν εις εγκαθίδρυσιν ολιγαρχίας ή τυραννίδος. Θαι επειδή, ως εκ του ερεθισμού τούτου των πνευμάτων, πολλοί και αξιόλογοι ανθρώποι ευρίσκοντο ήδη εις τας φύλακας, και το κακόν δεν εφαίνετο ότι πλησιάζει να παύση, αλλά καθ' ημέραν εδεινώνετο περισσότερον και προέβαιναν εις αθροωτέρας συλλήψεις, τότε πλέον εις των προφυλακισμένων, ο οποίος εθεωρείτο περισσότερον των άλλων ένοχος, κατεπείσθη υπό τινος εκ των κρατουμένων εις την ιδίαν φυλακήν να προβή εις ομολογίαν ενοχής, αδιαφορόν αν αληθή ή όχι. Βιότι αι γνώμαι διχάζονται και κανείς, ούτε τότε, ούτε μέχρι σήμερον, γνωρίζει να είπη ποίοι ήσαν οι αληθείς δράσται του εγκλήματος. Ν μετ' αυτού κρατούμενος κατώρθωσε να τον πείση, παριστάνων εις αυτόν ότι οφείλει να το πράξη, και αν ακόμη δεν ήτο ένοχος, διά να σώση εαυτόν, εξασφαλίζων την ατυμωρησίαν του, και απαλλάξη την πόλιν από την υποψίαν, η οποία την συνετάρασσε. Βιότι η σωτηρία αυτού ήτο ασφαλεστέρα, εάν, ομολογήσας την ενοχήν του, εξασφαλίση την ατιμωρησίαν, παρά εάν αρνηθείς την κατηγορίαν παραπεμφθή εις δίκην. Ρο αποτέλεσμα υπήρξεν ότι ούτος κατεμήνυσεν εαυτόν και άλλους τινάς ως ενόχους του ακρωτηριασμού των Γρμών. Θαι ο δήμος των Ώθηναίων, ο οποίος εθεώρει προηγουμένως αφόρητον το να μη κατορθωθή η ανακάλυψις των συνωμοτούντων κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, απεδέχθη μετά μεγάλης χαράς την εξακρίβωσιν, ως πίστευε, της αληθείας, και τον μεν καταδότην και όσους εκ των συγκατηγορουμένων του δεν είχεν ούτος καταγγείλει, απέλυσαν ευθύς, τους δε λοιπούς κατηγορουμένους όσους είχαν συλλάβει εδίκασαν και εθανάτωσαν, ενώ εκείνους που είχαν διαφύγει κατεδίκασαν εις θάνατον, προκηρύξαντες χρηματικήν αμοιβήν δι' εκείνον, ο οποίος θα εφόνευε τινα εξ αυτών. Ώλλ' εις την περίστασιν αυτήν κανείς δεν γνωρίζει μήπως οι παθόντες ετιμωρήθησαν αδίκως. Ώναμφισβήτητον όμως είναι ότι εκ τούτου καταφανώς ωφελήθη η όλη πόλις. 61. Ξροκειμένου περί του Ώλκιβιάδου, αι διαθέσεις των Ώθηναίων, εξωθουμένων υπό των εχθρών του, αυτών εκείνων, οι οποίοι και προ του απόπλου είχαν επιτεθή κατ' αυτού, ήσαν εκτάκτως δυσμενείς. Θαι επειδή ενόμιζαν ότι εγνώριζαν ήδη την αλήθειαν περί της υποθέσεως των Γρμών, επίστευαν έτι μάλλον ότι και η υπόθεσις των μυστηρίων, διά την οποίαν κατηγορείτο, ενηργήθη υπ' αυτού προς τον αυτόν σκοπόν και εκ συνεννοήσεως προς τους συνωμοτούντας κατά της Βημοκρατίας. Βιότι ανεξαρτήτως, τωόντι, άλλων υπόπτων περιστατικών, έτυχε την εποχήν αυτήν, κατά την οποίαν συνεταράσσοντο αι Ώθήναι, ένεκα των υποθέσεων τούτων, να έλθη μέχρι του Ησθμού μικρά στρατιωτική δύναμις Ιακεδαιμονίων συνεπεία συμφωνίας τινός προς τους ΐοιωτούς. Γνομίσθη λοιπόν ότι ήλθεν αυτή, όχι, χάριν των ΐοιωτών, αλλά κατόπιν μυστικής συνεννοήσεως μετά του Ώλκιβιάδου, και ότι αν δεν προελάμβαναν τάχα αυτοί να συλλάβουν τους καταγγελθέντας, η πόλις θα παρεδίδετο διά προδοσίας. Θαι μάλιστα μίαν τινά νύκτα διενυκτέρευσαν ένοπλοι εις τα εντός της πόλεως Ζησείον. Θατά τον αυτόν χρόνον, οι φίλοι του Ώλκιβιάδου εις το Άργος έγιναν ύποπτοι, ως σχεδιάζοντες επίθεσιν κατά των δημοκρατικών. Θαι ως εκ τούτου οι Ώθηναίοι παρέδωσαν τότε τους εις τας νήσους τοποθετημένους Ώργείους ομήρους εις τον λαόν του Άργους, διά να τους θανατώση. Νύτω περί το όνομα του Ώλκιβιάδου εσχηματίσθη πυκνή ατμόσφαιρα υποψίας.
Φς εκ τούτου, απέστειλαν την Παλαμινίαν εις την Πικελίαν, διά να προσκαλέση και εκείνον και τους άλλους, οι οποίοι είχαν μηνυθή, μόνον και μόνον διότι διά της εις δίκην παραπομπής επεδίωκαν να τον θανατώσουν. Θατά τας δοθείσας οδηγίας, έπρεπε να προσκαλέσουν αυτόν να τους ακολουθήση, διά να έλθη ν' απολογηθή, αλλά να μη τον συλλάβουν, διότι επεδίωκαν να μη συνταράξουν τους ιδίους των στρατιώτας, που ευρίσκοντο εις την Πικελίαν, και να μη προκαλέσουν την προσοχήν των εκεί εχθρών των, και διότι προ πάντων ήθελαν να παραμείνουν εκεί οι Καντινείς και οι Ώργείοι, τους οποίους ενόμιζαν ότι χάριν της επιρροής εκείνου είχαν πεισθή να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν. Ν Ώλκιβιάδης επεβιβάσθη μετά των συγκατηγορουμένων του επί του ιδίου αυτού πλοίου, και απέπλευσαν μετά της Παλαμινίας εκ της Πικιελίας, διευθυνόμενοι εις Ώθήνας. Ώλλ' όταν έφθασαν εις τους Ζουρίους, δεν την ηκολούθησαν περαιτέρω, αλλ' εγκατέλειψαν το πλοίον και εξηφανίσθησαν, διότι εφοβήθησαν να επιστρέψουν εις τας Ώθήνας, διά να δικασθούν, υπό την επιρροήν κακοβούλων κατηγοριών. Νι επί της Παλαμινίας ησχολήθησαν επί τινα χρόνον εις αναζήτησιν αυτού και των μετ' αυτού. Ώλλά μη δυνάμενοι να τους ανακαλύψουν, απέπλευσαν οίκαδε. Ν Ώλκιβιάδης, φυγάς ήδη, διεπεραιώθη μετ' ου πολύ εκ της Ζούριας εις την Ξελοπόννησον διά πλοίου, και οι Ώθηναίοι, δικάσαντες ερήμην αυτόν και τους μετ' αυτού, κατέγνωσαν εναντίον των την ποινήν του θανάτου.
Νι υπολειφθέντες εις την Πικελίαν δύο στρατηγοί των Ώθηναίων διήρεσαν μετά τούτο τον στρατόν εις δύο μοίρας, και λαβών έκαστος διά κλήρου μίαν εξ αυτών, απέπλευσαν με όλας των τας δυνάμεις, διευθυνόμενοι προς την Έγεσταν και τον Πελινούντα, θέλοντες να εξακριβώσουν εάν οι Γγεσταίοι θα δώσουν τα χρήματα που είχαν υποσχεθή και να εξετάσουν επί τόπου τα πράγματα των Πελινουντίων και κατανοήσουν τα επίμαχα μεταξύ αυτών και των Γγεσταίων ζητήματα. Έχοντες προς τα αριστερά την Πικελίαν, έπλεαν παρά την ακτήν αυτής, την επί του Ρυρρηνικού κόλπου, και προσήγγισαν εις την Ημέραν, η οποία είναι η μόνη Γλληνική πόλις του μέρους τούτου της Πικελίας. Ώλλ' επειδή οι κάτοικοι ηρνήθησαν να τους δεχθούν, συνέχισαν τον πλουν των παρά την ακτήν, διερχόμενοι προ των κκάρων, πόλεως Πικανικής παραθαλασσίας, εχθράς όμως των Γγεσταίων, κατέλαβαν αυτήν και έξανδραποδίσαντες τους κατοίκους, παρέδωσαν αυτήν εις τους Γγεσταίους, των οποίων το Ηππικόν, εν τω μεταξύ, είχε πρασέλθει προς αυτούς. Θαι ο μεν στρατός επέστρεψεν εις την Θατάνην, βαδίζων διά του εδάφους των Πικελών, ο δε στόλος, ακτοπλοών, επανήλθε φέρων τους δούλους. Ώλλ' ο Λικίας έπλευσεν εξ κκάρων παρά την ακτήν, κατ' ευθείαν προς την Έγεσταν, και λαβών τριάντα τάλαντα και διαπραγματευθείς τα λοιπά ζητήματα, επέστρεψεν εις τον στρατόν. Νι Ώθηναίοι επώλησαν τους κκαραίους δούλους και εισέπραξαν εκ της πωλήσεως εκατόν είκοσι τάλαντα. Έπεμψαν ωσαύτως απεσταλμένους εις τους εκ των Πικελών συμμάχους των, ζητούντες παρ' αυτών την αποστολήν στρατιωτικών ενισχύσεων. Ώκολούθως εβάδισαν με το ήμισυ του στρατού των κατά της Ξελεάτιδος Όβλας, πόλεως εχθρικής, την οποίαν όμως δεν κατώρθωσαν να καταλάβουν. Θαι ούτως έληξε το θέρος.
Θατα τον ακόλουθον χειμώνα, οι Ώθηναίοι ήρχισαν ευθύς ετοιμαζόμενοι διά την επίθεσιν κατά των Πυρακουσών, και οι Πυρακούσιοι ομοίως, όπως βαδίσουν εναντίον εκείνων. Βιότι, όταν αντιθέτως προς τους αρχικούς φόβους και τας προσδοκίας των, οι Ώθηναίοι δεν επετέθησαν κατ' αυτών αμέσως, εκάστη
παρερχομένη ημέρα ηύξανε περισσότερον το θάρρος των. Θαι όταν είδαν ότι οι Ώθηναίοι έπλεαν εις την αντίθετον ακτήν της Πικελίας, όπου εφαίνοντο εις μακράν απ' αυτούς απόστασιν, και ότι ελθόντες εις την Όβλαν και επιχειρήσαντες να την καταλάβουν εξ εφόδου, απέτυχαν, ήρχισαν να τους καταφρονούν έτι μάλλον, και εζήτουν επιμόνως από τους στρατηγούς των (πράγμα ακριβώς που συνηθίζουν να κάμουν τα πλήθη όταν υπερφρονήσουν) να τους οδηγήσουν εναντίον της Θατάνης, αφού οι Ώθηναίοι δεν έρχονται εναντίον των. Γξ άλλου, Πυρακούσιοι ιππείς δεν έπαυαν να επεκτείνουν τας ανιχνεύσεις των μέχρι του Ώθηναϊκού στρατοπέδου, να τους απευθύνουν διαφόρους χλευασμούς και να τους ερωτούν μήπως ήλθαν διά να συγκατοικήσουν μάλλον μαζί των εις ξένην δι' αυτούς χώραν, παρά διά ν' αποκαταστήσουν τους Ιεοντίνους εις τας ιδίας αυτών εστίας. 64. Νι στρατηγοί των Ώθηναίων ήσαν εν γνώσει της καταστάσεως ταύτης των πνευμάτων, και επεθύμουν να παρασύρουν ολόκληρον την στρατιωτικήν δύναμιν των Πυρακουσίων εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν από της πόλεως απόστασιν, όπως αυτοί, εν τω μεταξύ, πλέοντες παρά την παραλίαν, εν καιρώ νυκτός, έλθουν και καταλάβουν ανενόχλητοι έδαφος κατάλληλον προς στρατοπέδευσιν. Βιότι εγνώριζαν ότι δεν θα ημπορούσαν να επιτύχουν τούτο με την αυτήν ευκολίαν, εάν ενήργουν την εκ του στόλου απόβασιν εναντίον παρεσκευασμένου προς αντίστασιν εχθρού, ή ήρχοντο διά ξηράς και εγίνοντο αντιληπτοί. Θαθόσον, επειδή εστερούντο ιππικού, οι ψιλοί αυτών στρατιώται και ο όχλος των βοηθητικών υπηρεσιών εφρόνουν ότι θα υπέφεραν σοβαρώς από το πολυάριθμον ιππικόν των Πυρακουσίων. Γνώ πραγματοποιουμένου του σχεδίου των, θα κατελάμβαναν θέσιν, εις την οποίαν το ιππικόν δεν θα ημπορούσε να τους προξενήση βλάβην αξίαν λόγου. Ροιαύτην κατάλληλον θέσιν πλησίον του ναού του Νλυμπίου Βιός, την οποίαν και κατέλαβαν πραγματικώς βραδύτερον, υπέδειξαν εις αυτούς Πυρακούσιοι εξόριστοι, οι οποίοι είχαν ενωθή με τον Ώθηναϊκόν στρατόν. Φς εκ τούτου, οι Ώθηναίοι στρατηγοί κατήρτισαν το επόμενον σχέδιον, προς πραγματοποίησιν του σκοπού των. Έπεμψαν εις τας Πυρακούσας άνθρωπον πιστόν εις αυτούς, θεωρούμενον όμως εξ ίσου και υπό των Πυρακουσίων στρατηγών ως φίλον. Ν άνθρωπος αυτός ήτο από την Θατάνην και είπεν ότι εστάλη από φίλους των Θαταναίους, των οποίων οι στρατηγοί εγνώριζαν τα ονόματα και τους οποίους ήξευραν ότι ήσαν ακόμη πιστοί προς αυτούς εις την πόλιν. Ώνέφερεν ότι οι Ώθηναίοι συνήθιζαν να διανυκτερεύουν εντός της πόλεως, μακράν του στρατοπέδου των, και αν ήθελαν οι Πυρακούσιοι να έλθουν με όλον τον στρατόν των κατά τα εξημερώματα ωρισμένης ημέρας και επιτεθούν κατά του Ώθηναϊκού στρατού, αυτοί μεν θα απέκλειαν τους εντός της πόλεως Ώθηναίους και θα έκαιαν τα πλοία των, οι δε Πυρακούσιοι θα επετίθεντο κατά του χαρακώματος του στρατοπέδου και θα ηχμαλώτιζαν ευκόλως όλον τον στρατόν. Θαι τέλος, ότι πολλοί εκ των κατοίκων της Θατάνης, εκ μέρους των οποίων είχε σταλή, θα συνέπρατταν εις εκτέλεσιν του εν λόγω σχεδίου, και ότι ήσαν ήδη έτοιμοι προς τούτο. 65. Νι Πυρακούσιοι στρατηγοί, οι οποίοι και γενικώς ήσαν αισιόδοξοι διά την κατάστασιν και επροτίθεντο και άνευ ακόμη της ανακοινώσεως ταύτης να προελάσουν κατά της Θατάνης, επίστευσαν τον άνθρωπον τούτον μετά περισσής απερισκεψίας και συμφωνήσαντες αμέσως περί της ημέρας κατά την οποίαν θα μεταβούν εκεί, απέστειλαν αυτόν οπίσω. Θαι επειδή συμμαχικαί ενισχύσεις Πελινουντίων και άλλων τινών είχαν ήδη προσέλθει, προεκήρυξαν και οι στρατηγοί γενικήν επιστράτευσιν των Πυρακουσίων. ταν δε αι παρασκευαί συνεπληρώθησαν και αι ημέραι κατά τας οποίας είχε συμφωνηθή ότι θα μεταβούν εις την Θατάνην προσήγγισαν, εξεκίνησαν κατ' αυτής και κατηυλίσθησαν εις την χώραν των Ιεοντίνων παρά τον ποταμόν
Πύμαιθον. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, ως έμαθαν την προέλασίν των, παρέλαβαν όλον τον στρατόν των και όσους εκ των Πικελών ή των άλλων συμμάχων είχαν προσέλθει προς ενίσχυσίν των, και επιβιβάσαντες αυτούς επί των πολεμικών και των άλλων σκαφών, έπλεαν διαρκούσης της νυκτός προς τας Πυρακούσας. Θατά τα εξημερώματα, καθ' ην στιγμήν οι Ώθηναίοι απεβιβάζοντο απέναντι του ναού του Νλυμπίου Βιός, διά να εγκαταστήσουν το στρατόπεδόν των, το ιππικόν των Πυρακουσίων, το οποίον πρώτον προήλασεν εις Θατάνην και αντελήφθη ότι όλος ο στρατός είχεν αναχθή εις το πέλαγος, επέστρεψε και ανήγγειλε το πράγμα εις το πεζικόν, και όλοι ήδη μαζί, στραφέντες προς τα οπίσω, έσπευδαν προς υπεράσπισιν της πόλεως. 66. Γν τω μεταξύ, επειδή η απόστασις που ώφειλαν να διανύσουν οι Πυρακούσιοι, πριν επιστρέψουν, ήτο μακρά, οι Ώθηναίοι κατώρθωσαν να εγκαταστήσουν τον στρατόν των ανενόχλητοι εις θέσιν κατάλληλον, οπόθεν ηδύναντο ν' αναλάβουν την επίθεσιν όταν ήθελαν, και όπου το ιππικόν των Πυρακουσίων ελάχιστα ηδύνατο να τους παρενοχλή, είτε κατά την συμπλοκήν, είτε προ αυτής. Βιότι εκ του ενός μεν μέρους επροστατεύετο από τοίχους και οικίας και δένδρα και ςν έλος, εκ του άλλου δε από κρημνούς. Γπί πλέον έκοψαν τα πλησίον δένδρα και αφού τα κατέβασαν εις την θάλασσαν, κατασκεύασαν χαράκωμα παρά τα πλοία και εις τον Βάσκωνα, ανήγειραν εσπευσμένως διά λίθων συλλεγέντων κατ' εκλογήν και ξύλων οχύρωμα εις μέρος, από το οποίον ο εχθρός ηδύνατο ευκολώτερον να τους προσβάλη, και κατέστρεψαν την γέφυραν του ποταμού Ώνάπου. Θαθ' ον χρόνον προέβαιναν εις τας παρασκευάς ταύτας, ουδείς εξήλθε των τειχών της πόλεως διά να τους εμποδίση. Νι πρώτοι εναντίον των προσδραμόντες ήσαν το ιππικόν των Πυρακουσίων. Ώκολούθως συνεκεντρώθη και ολόκληρον το πεζικόν. Θαι προήλασαν μεν κατ' αρχάς μέχρι του Ώθηναϊκού στρατοπέδου, αλλ' επειδή οι Ώθηναίοι δεν αντεπεξήρχοντο κατ' αυτών, απεχώρησαν, και διαβάντες την Γλωρίνην Νδόν κατηυλίσθησαν εκεί.
Ρην επομένην οι Ώθηναίοι και οι σύμμαχοι ητοιμάζοντο να δώσουν μάχην και παρετάχθησαν ως εξής: Ρο δεξιόν κέρας κατείχαν οι Ώργείοι και οι Καντινείς, οι Ώθηναίοι το κέντρον και οι άλλοι σύμμαχοι το αριστερόν. Θαι το ήμισυ μεν του στρατού παρετάχθη έμπροσθεν εις φάλαγγα βάθους οκτώ οπλιτών, ενώ το άλλο ήμισυ, εις βάθος ομοίως οκτώ οπλιτών, παρετάχθη ως εφεδρεία εις σχήμα πλαισίου εγγύς του μέρους όπου εκοιμώντο, με την εντολήν να έχουν εντεταμένην την προσοχήν των, όπως σπεύδουν εις βοήθειαν του σημείου εκείνου της παρατάξεως, το οποίον θα υπέφερε σοβαρώτερον. Γντός του πλαισίου τούτου το οποίον εσχημάτιζεν η εφεδρεία ετοποθετήθησαν αι μεταγωγικαί υπηρεσίαι. Νι Πυρακούσιοι, εξ άλλου, έταξαν τους οπλίτας των εις φάλαγγας βάθους δέκα εξ οπλιτών. Ν στρατός των απετελείτο από το σύνολον της δυνάμεως των Πυρακουσίων και τους προσελθόντας εις βοήθειαν αυτών συμμάχους, κυρίως μεν Πελινουντίους, κατά δεύτερον δε λόγον διακόσιους εν συνόλω ιππείς εκ της Αέλας, και Θαμαριναίους, είκοσι περίπου ιππείς και περί τους πενήντα τοξάτας. Ρο ιππικόν, δυνάμεως όχι ολιγωτέρας των χιλίων διακοσίων ίππων, έταξαν εις το δεξιόν κέρας, και παρ' αυτούς τους ακοντιστάς. Νι Ώθηναίοι απεφάσισαν ν' αναλάβουν την επίθεσιν και ολίγον προ της μάχης ο Λικίας, διερχόμενος κατά μήκος του μετώπου της παρατάξεως, απηύθυνε και προς τα αποτελούντα τον στρατόν αποσπάσματα των διαφόρων πόλεων, και ιδιαιτέρως προς όλους ομού, τοιούτους τινάς παραινετικούς λόγους.
"Ξοία η ανάγκη, στρατιώται, να σας απευθύνω μακρούς παραινετικούς λόγους, αφού όλοι ευρισκόμεθα εδώ χάριν κοινού αγώνος; Ώυτή, άλλωστε, η σύνθεσις και η ποιότης του στρατού μας μου φαίνεται περισσότερον ικανή να εμπνεύση θάρρος, παρά λόγοι ωραίοι, συνδυαζόμενοι με ασθενή στρατόν. Βιότι όπου Ώργείοι και Καντινείς και Ώθηναίοι και των νησιωτών οι άριστοι ευρισκόμεθα συγκεντρωμένοι, δεν έχει ο καθείς εξ ημών την υποχρέωσιν, ιστάμενος παρά το πλευρόν τοιούτων και τοσούτων συμμάχων, να έχη μεγαλυτέρας ελπίδας περί της νίκης, όταν ιδίως έχωμεν αντιμέτωπούς μας άνδρας συλλεχθέντας διά γενικής επιστρατεύσεως και όχι επιλέκτους, όπως ημείς, και δη Πικελιώτας, οι οποίοι ημπορούν μεν να μας καταφρονούν, δεν θα ημπορέσουν όμως ν' αντισταθούν εις την ορμήν μας, λόγω του ότι η στρατιωτική των εμπειρία είναι κατωτέρα της τόλμης των; Ώς έχη άλλωστε, ο καθείς υπ' όψην του και τούτο, ότι είμεθα πολύ μακράν της ιδίας ημών πατρίδος και δεν γειτονεύομεν προς καμμίαν φιλικήν χώραν, εκτός εκείνης που ημπορείτε να κατακτήσετε διά των όπλων σας. Θαι σας υπομιμνήσκω το εναντίον από εκείνο, το οποίον γνωρίζω καλώς ότι επικαλούνται οι εχθροί μας, διά να εξυψώσουν το θάρρος των. Βιότι εκείνοι μεν επικαλούνται ότι ο αγών είναι υπέρ πατρίδος, εγώ δε σας υπενθυμίζω ότι αγωνίζεσθε εις χώραν, η οποία δεν είναι πατρίς σας και από την οποίαν, εάν δεν την κατακτήσετε, δυσκόλως θα ημπορέσετε ν' αποσυρθήτε, διότι σμήνη εχθρικού ιππικού θα σας καταδιώξουν κατά πόδας. Γνθυμηθήτε, λοιπόν, ότι πρέπει να φανήτε άξιοι υμών αυτών, και ορμήσατε κατά του εχθρού μετά θάρρους και έχοντες υπ' όψιν ότι η ανάγκη της νίκης και το δίλημμα, ενώπιον του οποίου ευρίσκεσθε, είναι φοβερώτερα από αυτόν".
Γυθύς μετά τους προτρεπτικούς τούτους λόγους, ο Λικίας ετέθη επί κεφαλής, του στρατού, οδηγών αυτόν εις την μάχην. Νι Πυρακούσιοι δεν ανέμεναν ότι επρόκειτο να πολεμήσουν την στιγμήν ακριβώς εκείνην, και μερικοί μάλιστα εκ των στρατιωτών, λόγω του ότι ευρίσκοντο πλησίον της πόλεως, είχαν φθάσει και ν' απέλθουν εκ του στρατοπέδου, και μολονότι ούτοι έσπευδαν να επανέλθουν εις την θέσιν των τρέχοντες καθυστέρουν, και ηναγκάζοντο έκαστος να καταλαμβάνη θέσιν εις το μέρος της παρατάξεως όπου κατέφθανε. Βιότι ούτε ζήλου, ούτε τόλμης εδείχθησαν ελλιπείς, ούτε εις την μάχην αυτήν ούτε εις τας άλλας, άλλ' ήσαν υπό έποψιν ανδρείας όχι κατώτεροι των αντιπάλων των, εφόσον η πολεμική των εμπειρία εξήρκει. Νσάκις όμως αυτή κατεδεικνύετο ανεπαρκής, ηναγκάζοντο άκοντες να εγκαταλείψουν την πραγματοποίησιν των προθέσεών των. Θαι μολονότι εις την περίστασιν αυτήν εξηναγκάσθησαν εσπευσμένως ν' αμυνθούν, καθόσον δεν εφαντάζοντο ότι οι Ώθηναίοι θα τους επετίθεντο πρώτοι, έλαβαν, εν τούτοις, τα όπλα και αντεπεξήλθαν και αυτοί αμέσως. Θαι πρώτοι μεν οι λιθοβόλοι και οι σφενδονιστάς και οι τοξόται των δύο μερών ήρχισαν τον αγώνα και έτρεπαν αλληλοδιαδόχους εις φυγήν οι μεν τους δε, ως συμβαίνει φυσικά με ψιλούς στρατιώτας. Έπειτα μάντεις προέβησαν εις τας συνηθισμένος θυσίας ενώπιον του στρατού, ενώ οι σαλπιγκταί εσάλπιζαν, παροτρύνοντες τους οπλίτας εις επίθεσιν. Θαι τότε οι δύο στρατοί ήρχισαν προελαύνοντες, οι μεν Πυρακούσιοι διά ν' αγωνισθούν υπέρ πατρίδος και έκαστος εξ αυτών υπέρ της ιδίας αυτού αμέσου σωτηρίας και της εις το μέλλον ελευθερίας, εκ του αντιθέτου δε μέρους οι Ώθηναίοι, διά να γίνουν κύριοι της αλλοτρίας χώρας και σώσουν την ιδικήν των από τας συνεπείας της ήττης, οι Ώργείοι και οι λοιποί ανεξάρτητοι σύμμαχοι, διά να συμμερισθούν μετ' εκείνων τα αγαθά, χάριν της αποκτήσεως των οποίων ήλθαν, και επανίδουν μετά την νίκην την ίδίαν αυτών πατρίδα, οι υπήκοοι εξ άλλου σύμμαχοι, προ παντός
ενδιαφερόμενοι να εξασφαλίσουν την σωτηρίαν των, διά την οποίαν, εν περιπτώσει ήττης, ουδεμία απέμενεν ελπίς, και έχοντες ως πρόσθετον ελατήριον την ελπίδα ότι αν βοηθήσουν τους Ώθηναίους εις κατάλυσιν άλλης τινός δυνάμεως ο ζυγός εις τον οποίον θα υπεβάλλοντο θα τους εφαίνετο ελαφρότερος. 70. ταν οι δύο στρατοί ήλθαν εις χείρας, η μάχη εξηκολούθει επί πολύ ισόπαλος και επήλθε καταιγίς μετά βροντών και αστραπών και πολλής βροχής, εις τρόπον ώστε των μεν πρώτην φοράν λαμβανόντων μέρος εις μάχην και απείρων του πολέμου και η καταιγίς αυτή επηύξανε τον φόβον, οι εμπειρότεροι δ' εθεώρουν αυτήν ως αποτέλεσμα απλώς της ώρας του έτους και εξεπλήττοντο μάλλον από την παρατεινομένην αντίστασιν των αντιπάλων. ταν όμως οι Ώργείοι πρώτοι απώθησαν το αριστερόν κέρας των Πυρακουσίων και μετ' αυτούς οι Ώθηναίοι το απέναντί των ευρισκόμενον κέντρον, ήρχισε πλέον να διασπάται και η λοιπή εχθρική παράταξις και υπεχώρησεν εσπευσμένως. Νι Ώθηναίοι δεν κατεδίωξαν αυτούς επί μακρόν διάστημα, διότι το ιππικόν των Πυρακουσίων, το οποίον ήτο πολυάριθμον και δεν είχεν ηττηθή, τους συνεκράτει, και επελαύνον κατά των οπλιτών, τους οποίους τυχόν έβλεπε προχωρούντας εις την καταδίωξιν μακρότερον των άλλων, τους απέκρουε. Βιά τούτο, αφού τους κατεδίωξαν εν σώματι, εφόσον ηδύναντο να το πράξουν ασφαλώς, επανήλθαν εις την αρχικήν θέσιν των και επεδόθησαν εις την ανέγερσιν τροπαίου. Νι Πυρακούσιοι, εξ άλλου, συγκετρωθέντες εις την Γλωρίνην οδόν και ανασυνταχθέντες, όπως καλλίτερον ημπορούσαν μετά εσπευσμένην υποχώρησιν, έστειλαν μολαταύτα κατά μήκος της οδού απόσπασμα προς φρούρησιν του Νλυμπιείου, φοβηθέντες μήπως οι Ώθηναίοι θέσουν χείρα επί του θησαυρού, του φυλασσομένου εντός του ναού, και οι λοιποί απεσύρθησαν εντός της πόλεως. 71. Νι Ώθηναίοι, εν τούτοις, δεν μετέβησαν εις τον ναόν, αλλά συλλέξαντες τους νεκρούς των και θέσαντες αυτούς επί πυράς, κατηυλίσθησαν εκεί. Ρην επομένην ημέραν έδωσαν εις τους Πυρακουσίους βραχείαν ανακωχήν, ούτως παραλάβουν τους ιδίους των νεκρούς. Γκ των Πυρακουσίων και των συμμάχων των έπεσαν περί τους διακοσίους εξήντα, ενώ αι ίδιαι αυτών απώλειαι και των συμμάχων των ανήλθαν εις πενήντα περίπου νεκρούς, και οι Ώθηναίοι, αφού εδιάλεξαν τα οστά των ιδίων αυτών νεκρών, συναπέφεραν αυτά και τα σκύλα των εχθρών, αποπλεύσαντες εις την Θατάνην. Βιότι ήτο χειμών και δεν εφαίνετο επί του παρόντος δυνατή η χρησιμοποίησις του προ της πόλεως των Πυρακουσών στρατοπέδου, προς περαιτέρω διεξαγωγήν του πολέμου, πριν ή προσκαλέσουν ιππικόν εκ των Ώθηνών και συλλέξουν τοιούτο από τους συμμάχους της Πικελίας, διά να μη ευρίσκωνται εις το έλεος του εχθρικού ιππικού. Πυγχρόνως εχρειάζοντο να συλλέξουν προηγουμένως χρήματα εκ Πικελίας και λάβουν τοιαύτα εξ Ώθηνών, να προσεταιρισθούν τινας εκ των πόλεων, περί των οποίων ήλπιζαν, μετά την μάχην ότι θα δεχθούν προθυμότερον τας προτάσεις των, να ετοιμάσουν δ' όλα τα άλλα, τρόφιμα και λοιπά αναγκαία, όπως επιτεθούν την άνοιξιν κατά των Πυρακουσών.
Κε τοιαύτας σκέψεις οι Ώθηναίοι απέπλευσαν, όπως διαχειμάσουν εις Θατάνην και Λάξον. Νι Πυρακούσιοι, εξ άλλου, αφού έθαψαν τους νεκρούς των, συνεκάλεσαν συνέλευσιν του λαού. Ν Γρμοκράτης, υιός του Έρμωνος, ανήρ ουδενός υπολειπόμενος κατά την σύνεσιν, αναδειχθείς κατά τον πόλεμον διά την στρατιωτικήν αυτού εμπειρίαν και διακριθείς διά την εξαιρετικήν αυτού ανδρείαν, λαβών τον λόγον ενεθάρρυνεν αυτούς και τους εξώρκιζε να μη λιποψυχούν ένεκα του αποτελέσματος της μάχης, διότι, ως ισχυρίζετο, δεν ηττηθή το φρόνημα αυτών, αλλά το κακόν προήλθεν από έλλειψιν πειθαρχίας. Γν πάση
περιπτώσει, υπελείφθησαν ολιγώτερον από ό,τι ημπορούσε κανείς να περιμένη, όταν μάλιστα ληφθή υπ' όψιν ότι αντηγωνίσθησαν προς τους εμπειροτέρους Έλληνας στρατιώτας. Ήσαν, ημπορεί κανείς να είπη, απλοί αρχάριοι, απέναντι τελείων τεχνιτών. Ξολύ, άλλωστε, έβλαψε και ο αριθμός των στρατηγών και η πολυαρχία (είχαν, τωόντι, δέκα πέντε στρατηγούς) και η ασύντακτος αναρχία των στρατιωτών. Ώλλ' εάν ολίγοι έμπειροι στρατηγοί εκλεχθούν και εάν διαρκούντος του χειμώνος παρασκευάσουν τους οπλίτας των, παρέχοντες όπλα εις τους στερουμένους τοιούτων, διά ν' αυξήση όσον το δυνατόν ο αριθμός των, και υποβάλλοντες επί πλέον όλους εις τακτικήν εκπαίδευσιν, υπεστήριζεν, ότι είναι φυσικόν να νικήσουν τους εχθρούς των, αφού και ανδρείαν έχουν ήδη και αναγκαίαν κατά την ώραν της μάχης πειθαρχίαν θα προσαποκτήσουν. Βιότι αμφότερα ταύτα θα εβελτιούντο, η πειθαρχία, διδασκομένη εις την σχολήν των κινδύνων και η ευψυχία των, αποβαίνουσα θαρραλεωτέρα εαυτής, καθόσον θα αυξάνη η εμπιστοσύνη, την οποίαν εμπνέει η πολεμική εμπειρία και τέχνη. Ξροσέθηκεν ότι πρέπει οι στρατηγοί που θα εκλεχθούν, όχι μόνον να είναι ολίγοι, αλλά και να περιβληθούν με απόλυτον πληρεξουσιότητα, και όλοι να υποσχεθούν προς αυτούς ενόρκως ότι θα τους αφίσουν ελευθέρους ν' ασκήσουν την αρχηγίαν, κατά την ιδίαν αυτών κρίσιν. Βιότι κατ' αυτόν τον τρόπον και όσα πρέπει να μείνουν μυστικά, θα εφυλάσσοντο καλύτερον, και αι προπαρασκευαί γενικώς θα εγίνοντο με τάξιν και χωρίς υπεκφυγάς.
Νι Πυρακούσιοι, αφού τον ήκουσαν, εψήφισαν το κάθε τι που συνέστησε και εξέλεξαν στρατηγούς, τον ίδιον τον Γρμοκράτην και τον υιόν του Ιυσιμάχου Ερακλείδην και τον υιόν του Γξηκέστου Πικανόν, τους τρεις τούτους μόνον, και απέστειλαν πρέσβεις εις την Θόρινθον και την Ιακεδαίμονα, όπως ζητήσουν την αποστολήν συμμαχικών επικουριών και προσπαθήσουν να πείσουν τους Ιακεδαιμονίους να διεξαγάγουν τον πόλεμον κατά των Ώθηναίων αναφανδόν και αποφασιστικώς, διά να εξαναγκάσουν αυτούς ή να εκκενώσουν την Πικελίαν, ή να στέλλουν ολιγωτέρας του λοιπού ενισχύσεις εις τον στρατόν της Πικελίας.
Κόλις έφθασεν εις την Θατάνην, ο Ώθηναϊκός στρατός έπλευσεν εναντίαν της Κεσσήνης, με την ελπίδα ότι η πόλις θα παρεδίδετο εις αυτούς διά προδοσίας. Ώλλ' αι ενέργειαι των συνωμοτών απέτυχαν, διότι ο Ώλκιβιάδης, όταν ανακληθείς ήδη εγκατέλειψε την αρχηγίαν, γνωρίζων ότι θα εγίνετο φυγάς, ανεκοίνωσε τα της συνωμοσίας, της οποίας διετέλει εν γνώσει, εις τους εν Κεσσήνη φίλους των Πυρακουσίων. Νύτοι εθανάτωσαν τους συνωμότας προ της αφίξεως των Ώθηναίων, και κατά την προσέγγισιν αυτών εξεγερθέντες, και λαβόντες τα όπλα, όσοι ήσαν αντίθετοι, επεβλήθησαν όπως μη γίνουν δεκτοί οι Ώθηναίοι. Νύτοι, αφού έμειναν προ της Κεσσήνης δέκα τρεις περίπου ημέρας, υποφέροντες εκ της κακοκαιρίας, και βλέποντες ότι τα τρόφιμα ετελείωναν και ότι τα πράγματα ουδαμώς ευωδούντο, απεσύρθησαν εις Λάξον, όπου διεχείμασαν κατασκευάσαντες νεώρια δια τα πλοία και περιχαρακώσαντες το στρατόπεδον. Έστειλαν, ωσαύτως, τριήρεις εις τας Ώθήνας ζητούντες να τους σταλούν, άμα θα ήρχιζεν η άνοιξις, χρήματα και ιππικόν.
Νι Πυρακούσιοι, εξ άλλου, διαρκούντος του χειμώνας, ησχολήθησαν εις την κατασκευήν προτειχίσματος, συνεχόμενου προς το υπάρχον τείχος της πόλεως. Ρο νέον τούτο τείχος περιέλαβε την Ηεράν περιοχήν του ναού του Ρεμενίτου Ώπόλλωνος, και εξετείνετο καθ' όλον το μήκος των Πυρακουσών, το βλέπον προς τας Γπιπολάς. Πκοπός της κατασκευής του νέου τούτου τείγους ήτο όπως, ευρυνομένης της περιφερείας της πόλεως, κατασταθη δυσχερέστερος ο διά περιτειχίσματος αποκλεισμός αυτής, εις περίπτωσιν ήττης. Φχύρωσαν, ωσαύτως, τα Κέγαρα, εγκαταστήσαντες εις αυτά φρουράν, και το Νλυμπιείον, και εμπήξαντες πασσάλους εντός της θαλάσσης, επροστάτευαν όλα τα μέρη της παραλίας, όπου ηδύνατο να γίνη απόβασις. Ανωρίζοντες επίσης ότι οι Ώθηναίοι διαχειμάζουν εις την Λάξον, εξεστράτευσαν με όλας των τας στρατιωτικάς δυνάμεις εναντίον της Θατάνης, ερήμωσαν μέρος της χώρας και ενέπρησαν τας σκηνάς και το στρατόπεδον των Ώθηναίων, μεθ' ο επέστρεψαν εις τα ίδια.
Θαι επειδή έμαθαν ότι οι Ώθηναίοι απέστελλαν πρέσβεις εις την Θαμάριναν, με την ελπίδα να προσεταιρισθούν αυτήν, επικαλούμενοι την επί Ιάχητος συνομολογηθείσαν συμμαχίαν, απέστειλαν και αυτοί εκεί πρέσβεις όπως αντιπράξουν. Βιότι υπωπτεύοντο τους Θαμαριναίους ότι και διά την αποστολήν της βοηθείας που τους έστειλαν κατά την πρώτην μάχην δεν έδειξαν πολλήν προθυμίαν, και ότι του λοιπού θα ηρνούντο να τους συνδράμουν, βλέποντες ότι οι Ώθηναίοι ενίκησαν κατ' αυτήν, και θα προσεχώρουν προς τούτους, παρασυρόμενοι από την προτέραν προς αυτούς φιλίαν. Φς εκ τούτου, μετά την άφιξιν εις Θαμάριναν πρεσβείας των Πυρακουσίων υπό την αρχηγίαν του Γρμοκράτους και πρεσβείας των Ώθηναίων υπό την αρχηγίαν του Γυφήμου, ακολουθουμένου και από άλλους, συνεκλήθη συνέλευσις του λάου, κατα την οποίαν ο Γρμοκράτης, θέλων να προδιαβάλη τους Ώθηναίους, είπε τοιαύτα τινα:
"Ήλθαμεν προς υμάς ως πρέσβεις, Θαμαριναίοι, όχι διότι ανησυχήσαμεν μήπως σας πτοήση η παρουσία της στρατιωτικής δυνάμεως των Ώθηναίων, αλλά μάλλον διότι εφοβήθημεν μήπως, όσα μέλλουν να σας είπουν, σας παρασύρουν, εάν δεν ακούσετε συγχρόνως και ημάς. Βιότι εις την Πικελίαν ήλθαν μεν με την πρόφασιν την οποίαν ηκούσατε, με αληθείς όμως προθέσεις, τας οποίας όλοι υπονοούμεν. Θαι πιστεύω ότι εκείνο που επιδιώκουν δεν είναι τόσον ν' αποκαταστήσουν τους Ιεοντίνους εις τας εστίας των. όσον να εκδιώξουν ημάς από τας ιδικάς μας. Θαθόσον είναι ανακόλουθον, ενώ ερημώνουν τας πόλεις της Γλλάδος, να θέλουν ν' αποκαταστήσουν τας εδώ, και ενώ ενδιαφέρονται υπέρ των Ιεοντίνων ως Ταλκιδέων, λόγω κοινότητος καταγωγής, να υποτάξουν και κρατούν υπό την κυριαρχίαν των τους Ταλκιδείς της Γυβοίας, των οποίων αυτοί εδώ είναι άποικοι. Ώλλά με την ιδίαν μέθοδον που υπέταξαν τας πόλεις της Γλλάδος προσπαθούν να υποτάξουν και τας εδώ τώρα. Ώπόδειξις τούτου είναι ότι, αναλαβόντες την αρχηγίαν, συνεπεία ελευθέρας εκλογής των Ηώνων και όλων όσοι καταγόμενοι απ' αυτούς, έλαβαν μέρος εις την συμμαχίαν, της οποίας σκοπός ήτο η εκδίκησις κατά των Ξερσών, υπέταξαν αυτούς αλληλοδιαδόχως, άλλους μεν κατηγορούντες ότι ηρνούντο να εκστρατεύσουν, άλλους ότι πολεμούν εναντίον αλλήλων, και κατ' άλλων επικαλούμενοι διαφόρους εκάστοτε ευσχήμους προφάσεις. Θαι το συμπέρασμα είναι ότι ούτε οι Ώθηναίοι αντεστάθησαν κατά των Ξερσών, χάριν της ελευθερίας των Γλλήνων, ούτε οι Έλληνες χάριν της ιδίας αυτών ελευθερίας,
αλλ' εκείνοι μεν όπως υποκαταστήσουν την ιδίαν κυριαρχίαν εις την κυριαρχίαν των Ξερσών, ούτοι δε διά να αλλάξουν ένα τύραννον δι' άλλου, όχι πλέον ασυνέτου από τον πρώτον, αλλά βεβαίως χειρότερα συνετού. 77. "Ώλλ' είναι πολύ εύκολον να κατηγορήση τις τους Ώθηναίους. και διά τούτο δεν ήλθαμεν σήμερον εδώ διά ν' αποδείξωμεν τα εγκλήματά των προς ανθρώπους, οι οποίοι καλώς τα γνωρίζουν, αλλά πολύ μάλλον διά να κατηγορήσωμεν ημάς αυτούς, διότι, ενώ έχομεν υπ' όψιν το παράδειγμα των εκεί Γλλήνων, οι οποίοι υπεδουλώθησαν ένεκα των αμοιβαίων διαιρέσεων, και ενώ ομοία σοφίσματα χρησιμοποιούνται ήδη απέναντί μας (αποκαταστάσεις τάχα των Ιεοντίνων εις τας εστίας των, λόγω κοινής καταταγωγής, και παροχαί βοηθείας εις τους Γγεσταίους, λόγω συμμαχικών υποχρεώσεων), δεν αποφασίζομεν να συσσωματωθωμεν όπως με περισσοτέραν αποφασιστικότητα τους δώσομεν να εννοήσουν ότι δεν πρόκειται εδώ περί Ηώνων, ούτε περί Γλλησποντίων και νησιωτών, οι οποίοι, όσον και αν αλλάσσουν εκάστοτε δεσπότην είτε Ξέρσης, είτε οιοσδήποτε άλλος είναι ούτος, είναι πάντοτε δούλοι αλλά περί Βωριέων, πολιτών ελευθέρων της Πικελίας, και ορμώμενων από το ανεξάρτητον έδαφος της Ξελοποννήσου. Ή μήπως περιμένομεν, έως ότου αι πόλεις μας καταληφθούν η μία μετά την άλλην, ενώ γνωρίζομεν ότι αυτή είναι η μόνη οδός, η οποία δύναται να οδήγηση εις την κατάκτησίν μας, και ενώ βλέπομεν ότι ακολουθούν την μέθοδον ταύτην, ώστε άλλους μεν εξ ημών να ωθούν εις διάστασιν δι' επιτηδείων λόγων, άλλους δε να εξωθούν εις πόλεμον εναντίον αλλήλων διά της ελπίδος ότι θα έχουν συναγωνιστάς, και άλλους να κατορθώνουν να καταστρέφουν διά της χρήσεως διαφόρων εκάστοτε ελκυστικών και απατηλών λόγων; Θαι φανταζόμεθα ότι, όταν ο μακρυνός γείτων μας καταστραφή προηγουμένως, δεν θα έλθη το κακόν και εις ένα έκαστον εξ ημών των ιδίων, αλλ' ότι όποιος πάθει προτήτερα από ημάς θα υποστή το κακόν αυτός και μόνος; 78. "Θαι εάν τυχόν φαντάζεται κανείς, ότι οι Ώθηναίοι δεν είναι ιδικοί του εχθροί, αλλά των Πυρακουσίων, και θεωρή τερατώδες να εκτίθεται εις κίνδυνον υπέρ της ιδικής μας χώρας, ας σκεφθή όντος ότι δεν θα πολεμήση επί του ιδικού μας εδάφους χάριν της ιδικής μας χώρας μάλλον, αλλά και υπέρ της ιδικής του εξ ίσου, και τοσούτον ασφαλέστερον όσον δεν θα έχωμεν καταστραφή προηγουμένως και επομένως τον αγώνα του θα διεξαγάγη όχι απομονωμένος, αλλ' έχων ημάς συμμάχους παρά το πλευρόν του. Ώς σκεφθή, προς τούτοις, ότι ο Ώθηναίος δεν επιδιώκει να τιμωρήση την προς αυτόν έχθραν των Πυρακουσίων, αλλά χρησιμοποιών ημάς ως πρόφασιν, να εξασφαλίση κυρίως την προς αυτόν φιλίαν σας. Θαι εάν κανείς φθονή ή φοβήται τας Πυρακούσας (διότι οι ισχυροί επισύρουν αμφότερα ταύτα τα πάθη), και ένεκα τούτου θέλει μεν να υποβληθούν αυταί εις δοκιμασίας, διά να σωφρονισθώμεν, αλλά να σωθούν τελικώς, χάριν της ιδίας αυτού ασφαλείας, ο τοιούτος ελπίζει να επιτύχη πράγμα, το οποίον υπερβαίνει την ανθρωπίνην δύναμιν. Βιότι δεν ημπορεί κανείς να διευθύνη την τύχην εξ ίσου, όπως διευθύνει τας επιθυμίας του. Θαι αν ούτος πλανηθή εις τους υπολογισμούς του, είναι ενδεχόμενον ότι, θρηνών ημέραν τινά διά τας συμφοράς του, θα ηύχετο να έχη λόγους όπως φθονήση πάλιν την ιδικήν μας ευτυχίαν. Ώλλά τούτο θα είναι αδύνατον, εάν εγκαταλείψη ημάς και δεν θελήση ν' αναλάβη τους αυτούς με ημάς κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι ζήτημα λέξεων, αλλά ζήτημα πραγμάτων. Βιότι ημπορούν να λέγουν ότι υπερασπίζεσθε την κυριαρχίαν μας, πραγματικώς όμως προστατεύετε την ιδίαν υμών ύπαρξιν. Θαι ωφείλατε σεις κατ' εξοχήν, Θαμαριναίοι, οι οποίοι είσθε όμοροί μας και τους οποίους θ' απειλήση ο κίνδυνος αμέσως μεθ' ημάς, να προβλέπετε τα πράγματα ταύτα και να μη δεικνύεσθε άτονοι εις την προς ημάς συμμαχικήν σας βοήθειαν, όπως πράττετε τώρα. Φφείλατε, τουναντίον, να έλθετε εξ ιδίας υμών πρωτοβουλίας προς ημάς και όπως, εάν οι Ώθηναίοι είχαν έλθει πρώτον εις την χώραν
σας, θα επεκαλείσθε την βοήθειάν μας, παρακαλούντες ημάς ουδ' επ' ελάχιστον να ενδώσωμεν, ούτω και τώρα να μας ενθαρρύνετε διά της απροκαλύπτου υποστηρίξεώς σας, όπως εντείνωμεν τας προσπαθείας μας μέχρι του ακροτάτου σημείου. Ώλλ' ούτε σεις, μέχρι τούδε τουλάχιστον, ούτε οι άλλοι, εδείξατε καμμίαν προς τούτο προθυμίαν. 79. "Ίσως όμως ένεκα δειλίας θελήσετε ν' αριθμήσετε τας απέναντι ημών και των επιδρομέων σχέσεις σας, αποβλέποντες εις τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα και τας εντεύθεν απορρέουσας νομικάς υποχρεώσεις σας, και προβάλλοντες την προς τους Ώθηναίους συμμαχίαν σας. Ώλλά την συμμαχίαν ταύτην συνωμολογήσατε, βεβαίως, όχι εναντίον φίλων, αλλ' εναντίον εχθρών οίτινες ήθελαν τυχόν σας επιτεθή, και όπως βοηθήτε τους Ώθηναίους εις περίστασιν τουλάχιστον μόνον που ήθελαν αδικηθή από άλλους και όχι όταν αυτοί αδικούν άλλους, όπως συμβαίνει τώρα, αφού ούτε οι Οηγίνοι, οι οποίοι είναι Ταλκιδείς, δεν θέλουν να βοηθήσουν εις την εγκατάστασιν των Ιεοντίνων, οι οποίοι είναι Ταλκιδείς. Ζα ήτο τερατώδες εάν, ενώ εκείνοι, υποπτεύοντες την πραγματικήν αιτίαν της ευσχήμου επικλήσεώς των επί του δικαίου στηριζομένων επιχειρημάτων και των εντεύθεν απορρεουσών νομικών υποχρεώσεων, ακολουθούν σώφρονα πολιτικήν διά την οποίαν δεν δύνανται να δώσουν ικανοποιητικήν εξήγησιν, σεις, προβάλλοντες πρόφασιν κατ' επίφασιν ικανοποιητικήν, θέλετε να βοηθήτε εκείνους που είναι φυσικοί εχθροί σας, συμπράττοντες με τους χειρίστους εχθρούς των, και να καταστρέψετε εκείνους, προς τους οποίους συνδέεσθε διά στενωτέρων ακόμη δεσμών κοινής καταγωγής. Ρούτο όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά δίκαιον είναι να βοηθήσετε ημάς και να μη φοβήσθε την στρατιωτικήν αυτών δύναμιν. Βιότι αυτή δεν είναι επικίνδυνος, έαν ημείς είμεθα ηνωμένοι, αλλά μόνον, εάν τουναντίον διασπασθωμεν, όπως αυτοί επιδιώκουν. Ώπόδειξις τούτου, ότι και όταν επετέθησαν εναντίον ημών μόνων και ενίκησαν, δεν κατώρθωσαν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των, αλλ' απεσύρθησαν εσπευσμένως. 80. "Βεν υπάρχει, επομένως, λόγος αποθαρρύνσεως, εάν είμεθα ηνωμένοι, αλλά τουναντίον λόγος να συμπράξωμεν μετά μεγαλυτέρας προθυμίας εις τον κοινόν αγώνα, τόσον μάλλον καθόσον αναμένομεν την άφιξιν επικουρίας εκ μέρους των Ξελοποννησίων, οι οποίοι είναι εντελώς ανώτεροι αυτών εδώ εις τα πολεμικά πράγματα. Νύτε πρέπει να νομίση κανείς ότι η επιφύλαξίς σας, η οποία συνίσταται εις την άρνησιν βοηθείας και προς τα δύο μέρη, ως φυσική τάχα συνέπεια του ότι είσθε και σύμμαχοι αμφοτέρων, είναι εξ ίσου αμερόληπτος απέναντί μας και ασφαλής διά σας. Βιότι τοιαύτη πολιτική δεν είναι ουσιαστικώς αμερόληπτος, όπως φαίνεται κατά θεωρίαν. Θαθόσον, εάν ως εκ του γεγονότος ότι δεν εβοηθήσατε ούτε τους μεν, ούτε τους δε, και ο ήδη ηττηθείς υποκύψη οριστικώς και ο νικήσας θριαμβεύση, τί άλλο πράττετε παρά ότι διά της ουδετερότητός σας τους μεν δεν εβοηθήσατε να σωθούν, ενώ τους άλλους δεν ημποδίσατε να εγκληματήσουν; Ζα ήτο όμως τιμητικώτερον να ταχθήτε με το μέρος των αδικουμένων, οι οποίοι είναι συγχρόνως και ομογενείς σας, όπως και το κοινόν συμφέρον της Πικελίας προστατεύσετε, και τους Ώθηναίους, οι οποίοι, ως λέγετε, είναι φίλοι σας, μη αφίσετε να διαπράξουν τόσον φοβερόν σφάλμα. "Θαι διά να συγκεφαλαιώσω υποστηρίζω, εξ ονόματος των Πυρακουσίων, ότι ουδεμία υπάρχει ανάγκη να εκθέσωμεν διά μακρών ούτε προς υμάς ούτε προς άλλους, όσα οι ίδιοι γνωρίζετε εξ ίσου καλώς. Ξεριοριζόμεθα μόνον να σας απευθύνομεν παρακλήσεις, και αν δεν μας εισακούσετε, διαμαρτυράμεθα ότι ενώ οι Ίωνες, οι ανέκαθεν εχθροί μας, μας επιβουλεύονται, σεις, Βωριείς όντες, προδίδετε ημάς, εξ ίσου
Βωριείς. Θαι εάν οι Ώθηναίοι μας υποτάξουν, την μεν νίκην των θα οφείλουν εις τας υμετέρας αποφάσεις, ενώ όλη η τιμή θα ανήκη εις αυτούς και μόνους, και ως βραβείον της νίκης των θα λάβουν αυτούς εκείνους, οι οποίοι παρέσχον εις αυτούς την νίκην. Θαι εάν πάλιν ημείς επικρατήσωμεν, σεις θα υποστήτε την τιμωρίαν ότι υπήρξατε αιτία των κινδύνων μας. Πκεφθήτε λοιπόν και εκλέξατε ήδη, ή άμεσον δουλείαν, άνευ κινδύνου, ή την ελπίδα του να σωθήτε συναγωνιζάμίνοι με ημάς. και να αποφύγετε ούτω και την ατίμωσιν του να υποβληθήτε εις τον ζυγόν των Ώθηνών, και τον κίνδυνον της έχθρας μας, η οποία δεν θα είναι βραχείας διαρκείας".
Ροιαύτα τινα είπεν ο Έρμακράτης, και μετ' αυτόν ο πρέσβης των Ώθηναίων Γύφημος ωμίλησεν ως εξής: 82. "Πκοπός της εδώ αφίξεώς μας είναι η ανανέωσις της προϋπαρχούσης συμμαχίας, αλλ' επειδή ο αντιπρόσωπος των Πυρακουσίων μας έθιξε, αναγκάζομαι να ομιλήσω και περί της ηγεμονίας ημών, όπως αποδείξω πόσον δικαίως έχομεν αυτήν. Ρην μεγαλυτέραν, άλλωστε, απόδειξιν τούτου παρέσχεν ο ίδιος, ειπών ότι οι Ίωνες είναι ανέκαθεν εχθροί των Βωριέων. Θαι τωόντι ούτως έχει το πράγμα. Εμείς, δηλαδή, όντες Ίωνες, ευρισκόμενοι απέναντι των Ξελοποννησίων, οι οποίοι και Βωριείς είναι και πολυαρυθμότεροι ημών και εγγύς γείτονες, εσκέφθημεν κατά τίνα τρόπον θα ημπορέσωμεν αποτελεσματικώτερον ν' αποφύγωμεν τον κίνδυνον του να υποταχθώμεν εις αυτούς. Θαι διά τούτο μετά τους Ξερσικούς πολέμους, αποκτήσαντες ναυτικόν, απηλλάγημεν της ηγεμονίας και της υπεροχής των Ιακεδαιμονίων, καθόσον κανέν μεγαλύτερον δικαίωμα δεν είχαν εκείνοι να μας δίδουν οιασδήποτε διαταγάς παρ' ό,τι ημείς προς εκείνους, πλην του δικαιώματος του ισχυροτέρου, το οποίον, κατά την εποχήν εκείνην, τους ανήκε. Θαι έκτοτε ανελάβαμεν την αρχηγίαν των πριν υπηκόων του ΐασιλέως και διατηρούμεν αυτήν εις έτι, διότι ούτω ενομίζαμεν ότι θ' απεφεύγαμεν αποτελεσματικώτερον τον κίνδυνον της υποταγής εις τους Ξελοποννησίους, εφόσον θα είχαμεν την αναγκαίαν προς άμυναν δύναμιν. Θαι διά ν' ακριβολογήσω, αρνούμεθα ότι διεπράξαμεν αδικίαν υποτάξαντες τους Ίωνας και τους νησιώτας, τους οποίους οι Πυρακούσιοι μας κατηγορούν ότι υπεδουλώσαμεν, αν και έχουν κοινήν με ημάς την καταγωγήν. Βιότι ούτοι ηκολούθησαν τους Ξέρσας εις την εκστρατείαν των εναντίον ημών, της μητροπόλεώς των, και δεν είχαν το θάρρος να επαναστατήσουν και εκθέσουν εις καταστροφήν τα υπάρχοντά των, όπως επράξαμεν ημείς, εγκαταλείψαντες τας Ώθήνας. Γπροτίμησαν, τουναντίον, την δουλείαν δι' εαυτούς και ήθελαν να την επιβάλουν και εις ημάς. 83. "Φς εκ τούτου, την ηγεμονίαν έχομεν κατά πρώτον λόγον, διότι είμεθα άξιοι αυτής. Θαι είμεθα άξιοι αυτής, διότι παρέσχομεν τον μεγαλύτερον στόλον και επεδείξαμεν απροφάσιστον προθυμίαν υπέρ του αγώνος των Γλλήνων, και διότι προς τούτοις εκείνοι, προσενεγκόντες κατά το μέτρον των δυνάμεών των ομοίαν συνδρομήν εις τους Ξέρσας, έβλαψαν ημάς. Ώλλά συγχρόνως έχομεν αυτήν, διότι θέλομεν να είμεθα αρκετά ισχυροί απέναντι των Ξελοποννησίων. Νύτε καταφεύγομεν εις χρήσιν ωραίων φράσεων, υποστηρίζοντες ότι την ηγεμονίαν έχομεν δικαίως, διότι τάχα μόνοι ενικήσαμεν τον βάρβαρον και διότι επροκινδυνεύσαμεν υπέρ της ελευθερίας εκείνων μάλλον και όχι της ελευθερίας όλων των Γλλήνων, συμπεριλαμβανομένης και της ιδικής μας. και κανείς δεν ημπορεί να μεμφθή εκείνον, ο οποίος φροντίζει να πορισθή τα μέσα διά των οποίων δύναται, υπό δεδομένας περιστάσεις, ν' ασφάλιση την σωτηρίαν του. Θαι τώρα παριστάμενοι εδώ, χάριν της ιδίας ημών ασφαλείας, βλέπομεν ότι και σεις έχετε τα αυτά με ημάς
συμφέροντα. Ρον ισχυρισμόν δε τούτον αποδεικνύομεν, στηριζόμενοι εις αυτά ταύτα τα γεγονότα, διά τα οποία ούτοι μας διαβάλλουν, και τα οποία κυρίως προκαλούν τας υποψίας και τους φόβους σας. Θαθόσον γνωρίζομεν ότι όσοι εξ υπερβολικού φόβου υποπτεύονται κάτι ημπορούν να δοκιμάζουν προς στιγμήν τέρψιν, ακούοντες δελεαστικούς λόγους, αλλ' όταν έλθη ακολούθως η στιγμή της δράσεως, ενεργούν κατά τα ίδιά των συμφέροντα. Θαθώς, τωόντι, είπαμεν ήδη, και την εκεί ηγεμονίαν διατηρούμεν ένεκα φόβου και ένεκα του αυτού λόγου ήλθαμεν διά να ρυθμίσωμεν τα εδώ πράγματα, από κοινού μετά των φίλων μας. Πκοπός ημών δεν είναι να σας υποδουλώσωμεν, αλλά τουναντίον να εμποδίσωμεν άλλους να σας υποδουλώσουν. 84. "Θαι ας μη υποθέση κανείς ότι ενδιαφερόμενα υπέρ υμών, χωρίς να έχωμεν κανέν συμφέρον προς τούτο, όταν σκεφθή ότι αν είσθε ανεξάρτητοι και αρκετά ισχυροί, ώστε ν' αντέχετε απέναντι των Πυρακουσίων, είναι ολιγώτερον πιθανόν ότι θα ημπορούσαμεν ημείς να βλαφθώμεν διά της υπό τούτων αποστολής στρατιωτικής δυνάμεως προς επικουρίαν των Ξελοποννησίων. Θαι ως εκ τούτου σεις αποτελείτε δι' ημάς κεφαλαιώδες συμφέρον. Ώυτός επίσης είναι ο λόγος, ένεκα του οποίου είναι λογικόν ότι θέλομεν ν' αποκαταστήσωμεν εις τας εστίας των τους Ιεοντίνους, όχι διά να είναι υπήκοοί μας, όπως οι ομογενείς των της Γυβοίας, αλλά διά να είναι όσον το δυνατόν ισχυρότεροι, ίνα γείτονες καθώς είναι των Πυρακουσίων παρενοχλούν αυτούς εκ του εδάφους των προς το συμφέρον μας. Βιότι διά τα πράγματα μεν της Γλλάδος αρκούμεν και μόνοι μας εναντίον των εχθρών μας, και οι εκεί Ταλκιδείς, διά τους οποίους ο πρέσβυς των Πυρακουσίων μας κατηγορεί ως ανακολούθους, διότι τους υπετάξαμεν κατ' οίκον, ενώ ερχόμεθα να ελευθερώσωμεν τους εδώ, συμφέρον έχομεν να είναι άοπλοι και να εισφέρουν μόνον χρήματα. Βιά τα εδώ όμως πράγματα και οι Ιεοντίνοι και οι άλλοι φίλοι συμφέρον έχομεν να απολαύουν όσον το δυνατόν πληρεστέρας ανεξαρτησίας. 85. "Βι' ένα τύραννον ή διά πόλιν ασκούσαν ηγεμονίαν, τίποτε δεν είναι ανακόλουθον, εφόσον είναι συμφέρον, ούτε δύναται να θεωρηθή τις ως όμαιμος, εφόσον δεν δύναται να εμπιστευθή τις αυτόν. Ν καθείς πρέπει να είναι εχθρός ή φίλος αναλόγως των περιστάσεων. Θαι το ιδικόν μας συμφέρον ενταύθα εξυπηρετείται, όχι εάν εξασθενήσωμεν τους φίλους μας, αλλ' εάν οι εχθροί μας καταστούν ανίσχυροι διά της δυνάμεως των φίλων μας. Νύτε πρέπει να δεικνύεσθε δύσπιστοι. Βιότι τους εκεί συμμάχους μας μεταχειριζόμεθα όπως έκαστος ημπορεί να μας χρησιμεύση καλύτερον. Ρους Τίους και Κηθυμναίους αφίνομεν ανεξαρτήτους, υπό τον όρον της παροχής πλοίων. Ώπό τους περισσοτέρους απαιτούμεν την καταβολήν φόρου υποτέλειας. Ξρος άλλους πάλιν, μολονότι νησιώτας και ευάλωτους, συνδεόμεθα δι' ελευθέρας συμμαχίας, λόγω του ότι κατέχουν στρατηγικά επίκαιρα σημεία πέριξ της Ξελοποννήσου. Νύτως ώστε και διά τα εδώ πράγματα η πολιτική μας φυσικόν είναι να ρυθμισθή από το συμφέρον μας και από τον φόβον, τον οποίον, όπως είπαμεν, μας εμπνέουν οι Πυρακούσιοι. Βιότι ούτοι επιδιώκουν να σας υποβάλουν υπό την ηγεμονίαν των και θέλουν, εκμεταλλευόμενοι τας καθ' ημών υποψίας σας, να συνενώσουν τους Πικελιώτας εις κοινόν σύνδεσμον, και αφού ούτως αναγκασθώμεν ημείς να απέλθωμεν άπρακτοι, είτε διά της βίας, είτε λόγω απομονώσεώς σας, να κυριαρχήσουν της Πικελίας. Θαι αναγκαίως θα συμβή τούτο, εάν ενωθήτε με αυτούς, διότι την ηνωμένην δύναμίν σας δεν θα είναι εύκολον να καταβάλωμεν, και όταν ημείς απέλθωμεν, οι Πυρακούσιοι θα είναι αρκετά ισχυροί απέναντί σας. 86. "Ώυτά, άλλωστε, τα πράγματα αποδεικνύουν την πλάνην εκείνου, ο οποίος τυχόν δεν συμμερίζεται τας γνώμας ταύτας. Βιότι ότε προ τίνων ετών μας εκαλέσατε να έλθωμεν προς βοήθειάν σας, τον φόβον ακριβώς
αυτόν επεσείσατε, ότι εάν επιτρέψωμεν εις τους Πυρακουσίους να σας υποτάξουν, θα περιέλθωμεν και οι ίδιοι ακολούθως εις κίνδυνον. Θαι δεν είναι ορθόν να δυσπιστήτε τώρα προς αυτά ταύτα τα επιχειρήματα, με τα οποία ενομίσατε τότε ότι έπρεπε να μας πείσετε, ούτε να μας υποπτεύεσθε, διότι, όπως αντιμετωπίσωμεν την δύναμιν των Πυρακουσίων, ήλθαμεν με στρατόν μεγαλύτερον παρά την πρώτην φοράν. Ρουναντίον, προς αυτούς πρέπει να δυσπιστήτε πολύ περισσότερον. Εμείς, πράγματι, αυτή την δύναμιν έχομεν να μείνωμεν εδώ άνευ της συνδρομής σας, και εάν διεπράτταμεν το έγκλημα να υποτάξωμεν την Πικελίαν, θα ήμεθα ανίσχυροι να την συγκρατήσωμεν και ένεκα της μεγάλης αποστάσεως, η οποία μας χωρίζει απ' αυτήν διά θαλάσσης, και ένεκα της αδυναμίας να διατηρήσωμεν φρουράς εις πόλεις μεγάλας και συντηρούσας χερσαίαν στρατιωτικήν δύναμιν. Νύτοι, όμως, των οποίων η γειτνίασις σας απειλεί όχι δι' απλής στρατιωτικής δυνάμεως, αλλά διά πόλεως ισχυροτέρας από τας δυνάμεις, τας οποίας εφέραμεν εδώ, σας επιβουλεύονται διαρκώς, και όταν τους δοθή ευκαιρία, δεν την αφίσουν να χαθή, όπως απέδειξαν ήδη πολλάκις και ιδίως εις την περίπτωσιν των Ιεοντίνων. Θαι τώρα έχουν το θάρρος να σας εξεγείρουν εναντίον εκείνων οι οποίοι ζητούν να εμποδίσουν ταύτα και οι οποίαι έσωσαν μέχρι τούδε την Πικελίαν από του να περιέλθη εις την εξουσίαν των, εκλαμβάνοντες υμάς ως εντελώς ανοήτους. Εμείς όμως σας προσκαλούμεν αντιθέτως εις σωτηρίαν πραγματικωτέραν, την σωτηρίαν, την οποίαν εξασφαλίζομεν αμοιβαίως ο εις διά τον άλλον, και σας ικετεύομεν να μη την απορρίψετε, αλλά να σκεφθήτε ότι εις τούτους μεν η καθ' υμάς οδός είναι πάντοτε ανοικτή, έστω και αν δεν έχουν συμμάχους, ενεκα της αριθμητικής των υπεροχής, ενώ εις σας δεν θα δοθή συχνά η ευκαιρία να υπερασπίσετε εαυτούς με την βοήθειαν τόσον επικουρικού στρατού, όσος ο ιδικός μας. Ώλλ' εάν, ένεκα της καχυποψίας σας, γίνετε αιτία να απέλθη η δύναμις αυτή, είτε άπρακτος, είτε ενδεχομένως και κατόπιν ήττης, θα έλθη ημέρα κατά την οποίαν θα επιθυμήσετε να ίδετε έστω και πολλοστημόριον αυτής, αλλ' ότε η παρουία της εις ουδέν πλέον θα δύναται να σας ωφελήση. 87. "Ώλλ' ούτε σεις, Θαμαριναίοι, πρέπει να παρασυρθήτε από τας διαβολάς τούτων, ούτε άλλοι εκ των Πικελιωτών. Πας είπομεν ήδη όλην την αλήθειαν, εν σχέσει με τας υποψίας, των οποίων είμεθα αντικείμενον, και συγκεφαλαιούντες πάλιν τα επιχειρήματά μας, μετά πεποιθήσεως προσδοκώμεν, ότι θα σας πείσωμεν. Ησχυριζόμεθα, δηλαδή, ότι την ηγεμονίαν επί των πόλεων της Γλλάδος ασκούμεν, διότι δεν θέλομεν να γίνωμεν υπήκοοι άλλων, και ότι την ελευθερίαν των εδώ πόλεων επιδιώκομεν, όπως η δύναμίς των μη στραφή εναντίον μας. Ώναγκαζόμεθα δε να εφαρμόζωμεν πολιτικήν επεμβάσεως, διότι και κατά πολλών εχθρικών διαθέσεων έχομεν να προφυλαχθώμεν, και διότι ήλθαμεν εδώ και τώρα και προηγουμένως προς βοήθειαν των εδώ αδικούμενων, όχι αυτόκλητοι, αλλά κατόπιν ρητής προσκλήσεως. Θαι μη θελήσετε σεις να γίνετε δικασταί των πράξεών μας, μήτε οχληροί διδάσκαλοι, ζητούντες να μας αποτρέψετε απ' αυτάς, πράγμα αδύνατον κατά την υστάτην ταύτην ώραν. Ώλλά το μέρος, με το οποίον η πολυπραγμοσύνη και ο χαρακτήρ ημών δύναται συγχρόνως να εξυπηρετήσουν και τα ιδικά σας συμφέροντα, λάβετέ το και χρησιμοποιήσατέ το, και μη νομίσετε ότι ταύτα είναι δι' όλους εξ ίσου επιζήμια, αλλ' ότι τουναντίον και ωφελούν τους περισσοτέρους Έλληνας. Βιότι εις κάθε τόπον και όπου ακόμη δεν είμεθα παρόντες, και ο φοβούμενος μήπως υποστή αδικίαν και ο διανοούμενος να διάπραξη τοιαύτην - λόγω του ότι βασίμως ο εις ελπίζων ως αντάλλαγμα να λάβη βοήθειαν από ημάς και ο άλλος φοβούμενος μήπως η έλευσίς μας καταστήση την επιχείρησίν του όχι ακίνδυνον - αναγκάζονται αμφότεροι, ούτος μεν να συγκρατήται άκων, εκείνος δε να περιμένη ατάραχος την σωτηρίαν του από ημάς. Ρην γενικήν ταύτην ασφάλειαν, η οποία προσφέρεται σήμερον προς υμάς και πάντα άλλον που την ζητήση, μην αποκρούσετε, αλλ' ακολουθούντες το παράδειγμα
των άλλων, επωφεληθήτε αυτής και μεταβάλετε πολιτικήν, αποφασίζοντες, αντί να προφυλάττεσθε διαρκώς από ενδεχομένην επίθεσιν των Πυρακουσίων, να ενωθήτε με ημάς και αποδώσετε τέλος εις αυτούς κακόν αντί κακού".
Ροιαύτα τινα είπεν ο Γύφημος. Ώλλά τα αισθήματα υπό των οποίων κατείχοντο οι Θαιμαριναίοι, και τα οποία δεν μετεβλήθησαν από τους εκφωνηθέντας λόγους, ήσαν τα εξής: Ώφ' ενός ήσαν ευνοϊκώς διατεθειμένοι προς τους Ώθηναίους, μολονότι η εύνοιά των αυτή εμετριάζετο από την υποψίαν ότι ούτοι ημπορούν να υποδουλώσουν την Πικελίαν· αφ' ετέρου προς τους Πυρακουσίους, ως γείτονάς των, ευρίσκοντο διαρκώς εις διαφοράς. Ώλλ' επειδή η γειτονία των Πυρακουσίων τους ενέπνεε μεγαλύτερον φόβον και την πρώτην φοράν έστειλαν προς αυτούς τους ολίγους ιππείς, εκ φόβου μήπως και άνευ της βοηθείας των αναδειχθούν νικηταί, και εις το μέλλον έκριναν ότι έπρεπε να βοηθούν μάλλον τους Πυρακουσίους, δίδοντες όμως εις την βοήθειαν ταύτην όσον το δυνατόν μικροτέραν έκτασιν. Ώλλ' ότι επί του παρόντος διά να μη φανούν μεροληπτικοί κατά των Ώθηναίων, αφού μάλιστα ούτοι επεκράτησαν κατά την μάχην, έπρεπε να δώσουν ομοίαν απάντησιν και εις τους δύο. Ιαβόντες την απόφασιν ταύτην, απήντησαν ότι επειδή και οι δυό, όντες σύμμαχοί των έτυχε να ευρίσκωνται εις πόλεμον προς αλλήλους εθεώρουν ότι υπό τας δεδομένας περιστάσεις ο καλύτερος τρόπος να τηρήσουν τους όρκους των ήτο να μείνουν ουδέτεροι. Θαι ούτως οι πρέσβεις αμφοτέρων των μερών ανεχώρησαν.
Θαι οι μεν Πυρακούσιοι ήσαν απησχολημένοι με τας ιδίας αυτών πολεμικάς παρασκευάς, ενώ οι Ώθηναίοι, οι οποίοι ήσαν στρατοπεδευμένοι εις την Λάξον, επεδίωκαν διά διαπραγματεύσεων προς τους Πικελούς την προσχώρησιν όσον το δυνατόν περισσοτέρων εξ αυτών. Θαι εκ μεν των κατοικούντων τα προς την θάλασσαν πεδινά ιδίως μέρη, ολίγοι είχαν ήδη αποσπασθή από τους Πυρακουσίους, των οποίων ήσαν υπήκοοι. Ώλλ' οι κατοικούντες τας κώμας του εσωτερικού, αι οποίαι ήσαν ανέκαθεν αυτόνομοι, ετάχθησαν ευθύς μετά των Ώθηναίων, πλην ολίγων εξαιρέσεων, και απέστελλαν προς τον Ώθηναϊκόν στρατόν τρόφιμα, μερικοί μάλιστα προσέφεραν και χρήματα. Θατά των αρνουμένων να προσχωρήσουν εις αυτούς, οι Ώθηναίοι εξεστράτευαν, και άλλοι μεν εξ αυτών υπέκυπταν, άλλοι όμως επροστατεύοντο αποτελεσματικώς υπό των φρουρών, τας οποίας οι Πυρακούσιοι έστελλαν προς βοήθειάν των. Κετέφεραν συγχρόνως κατά τον χειμώνα τον ναυτικόν σταθμόν των εκ της Λάξου εις την Θατάνην, και αποκαταστήσαντες το στρατόπεδον, το οποίον είχεν εμπρησθή υπό των Πυρακουσίων, διεχείμαζαν εκεί. Πυγχρόνως εξέπεμψαν και εις την Θαρχηδόνα τριήρη, προτείνοντες φιλίαν, με την ελπίδα να επιτύχουν βοήθειαν τινα, και εις την Ρυρρηνίαν, καθόσον μερικαί από τας εκεί πόλεις προσεφέροντο εξ ιδίας πρωτοβουλίας να συμπολεμήσουν μετ' αυτών. Έστειλαν επίσης αγγελιαφόρους και προς διαφόρους Πικελούς και εις την Έγεσταν, διατάσσοντες ν' αποστείλουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους ιππείς, και προητοίμαζαν πλίνθους και σίδηρον και όσα άλλα εχρειάζοντο διά περιτειχισμόν, προτιθέμενοι να συνεχίσουν τον πόλεμον, άμα ως ήρχιζεν η άνοιξις.
Θαθ' ον χρόνον οι πρέσβεις, τους οποίους οι Πυρακούσιοι έστειλαν εις την Θόρινθον και την Ιακεδαίμονα, έπλεαν παρά την Ηταλικήν ακτήν, προσεπάθησαν να πείσουν τους Έλληνας κατοίκους της Ηταλίας όπως μη ανεχθούν την δράσιν των Ώθηναίων, ως στρεφομένην εξ ίσου και εναντίον αυτών. Θαι αφού έφθασαν εις την Θόρινθον, έκαμαν έκκλησιν, ζητούντες να τους βοηθήσουν λόγω κοινής καταγωγής. Νι Θορίνθιοι έσπευσαν να ψηφίσουν αυτοί πρώτοι, όπως βοηθήσουν αυτούς μετά πάσης προθυμίας, και απέστειλαν συγχρόνως μετ' αυτών πρέσβεις προς τους Ιακεδαιμονίους, όπως από κοινού προσπαθήσουν να πείσουν τούτους να επαναλάβουν τον εν Γλλάδι πόλεμον κατά των Ώθηναίων απροκάλυπτως, να στείλουν δε συγχρόνως και ενισχύσεις τινάς εις την Πικελίαν.
Ώλλ' εις την Ιακεδαίμονα παρέστησαν όχι μόνον και οι εκ Θορίνθου ελθόντες πρέσβεις, αλλά και ο Ώλκιβιάδης μετά των συμφυγάδων, ο οποίος, ως εξεθέσαμεν ήδη, είχε διαπεραιωθή επί φορτηγού πλοίου εκ Ζουρίας εις την Θυλλήνην της Ελείας πρώτον, και τελικώς εις την Ιακεδαίμονα, κατα πρόσκλησιν αυτών των Ιακεδαιμονίων, αφού προηγουμένως έλαβε διαβατήριον ελευθέρας προσελεύσεως, καθόσον εφοβείτο αυτούς, ένεκα των ενεργειών του των σχετιζομένων προς τα Καντινικά. Θαι συνέβη ούτως, ότι εις την συνέλευσιν του λαού των Ιακεδαιμονίων οι Θορίνθιοι και οι Πυρακούσιοι, καθώς και ο Ώλκιβιάδης διετύπωσαν τας ιδίας αιτήσεις ζητούντες να πείσουν τους Ιακεδαιμονίους. Θαι ενώ οι έφοροι και οι λοιποί εν τέλει εσκέπτοντο να στείλουν πρέσβεις προς τους Πυρακουσίους, διά να τους αποτρέψουν να συμβιβασθούν με τους Ώθηναίους, δεν ήσαν όμως διατεθειμένοι να βοηθήσουν αυτούς εμπράκτως, ο Ώλκιβιάδης λαβών τον λόγον, παρώξυνε τους Ιακεδαιμονίους και τους εξώθησε διά των επομένων λόγων: 89. Ώναγκαίον θεωρώ να ομιλήσω προς υμάς πρώτον περί των εναντίον μου διαβολών, ίνα μη το αίσθημα της κατ' εμού δυσπιστίας σας κάμη να ακούετε ολιγώτερον ευμενώς ό,τι έχω να είπω περί του κοινού συμφέροντος. Γνώ οι πρόγονοί μου είχαν παραιτηθή της προξενίας υμών, ένεκα τινών παραπόνων, εγώ προσεφέρθην ν' αναλάβω πάλιν αυτήν, προσφέρων προς υμάς υπηρεσίας και εις άλλας περιστάσεις και κατά την συμφοράν της Ξύλου. Θαι ενώ ο περί των συμφερόντων σας ζήλος μου ήτο αδιάπτωτος, σεις ότε επρόκειτο να συνομολογήσετε ειρήνην προς τους Ώθηναίους, διεπραγματεύθητε αυτήν διά των προσωπικών μου εχθρών και δι' αυτού του τρόπου εκείνων μεν ηυξήσατε την επιρροήν, εμέ δ' εστιγματίσατε. Γίχα δικαίωμα, ως εκ τούτου, να σας βλάψω, στρεφόμενος προς τους Καντινείς και τους Ώργείους και αντιπράττων καθ' υμών εις άλλας περιστάσεις. Θαι εάν κανείς τότε, υπό την εντύπωσιν της αμέσου βλάβης, ωργίζετο κατ' εμού αδίκως, οφείλει σήμερον να μεταπεισθή, εξετάζων τα πράγματα υπό το αληθές των φως. Ή εάν κανείς είχε χειροτέραν περί εμού ιδέαν, λόγω του ότι και προς την δημοκρατικήν μερίδα προσεκείμην μάλλον, και ούτος οφείλει ν' αναγνωρίση ότι ούτε τούτο προκαλεί εύλογον αίτιαν μνησικακίας. Βιότι η οικογένειά μου ήτο ανέκαθεν αντίθετος προς τους τυράννους (και κάθε δύναμις, η οποία αντιτάσσεται κατά του δεσποτισμού, ονομάζεται δημοκρατία), και ως εκ του γεγονότος τούτου, συγχρόνως με την αντίθεσίν της προς τους τυράννους, διετηρήσαμεν και την ηγεσίαν του λαού. Άλλωστε, εφόσον η πόλις εκυβερνάτο υπό δημοκρατικόν πολίτευμα, είμεθα υποχρεωμένοι να συμμορφούμεθα ως επί το πλείστον προς την επικρατούσαν κατάστασιν. Γπροσπαθούμεν, εν τούτοις, ν' ακολουθούμεν μετριοπαθεστέραν πολιτικήν, κατ'
αντίθεσιν προς την επικρατούσαν ακολασίαν. Γνώ άλλοι, και κατά την παλαιοτέραν εποχήν, όπως και σήμερον, παρέσυραν το πλήθος εις λίαν αξιοκατακρίτους πράξεις, και ούτοι απήλασαν και εμέ. Εμείς, εν τούτοις, προέστημεν όχι μιας μερίδος, αλλά της πολιτείας ως συνόλου, και εθεωρήσαμεν ότι είχαμεν καθήκον να συντελέσωμεν εις την διατήρησιν της μορφής του πολιτεύματος, το οποίον εκληρονομήσαμεν και το οποίον είχεν ασφαλίσει εις την πόλιν μας τόσην δύναμιν και τόσην ελευθερίαν (διότι την επικράτησιν του πλήθους όλοι βέβαια οι φρόνιμοι άνθρωποι κατακρίνουν και όχι ολιγώτερον εγώ, ο οποίος και περισσότερον θα ηδυνάμην να την κατακρίνω, αλλά προκειμένου περί κοινώς αναγνωριζομένης μωρίας, τίποτε δεν θα ημπορούσε να λεχθή το νέον). Θαι εθεωρήσαμεν επικίνδυνον μεταβολήν του πολιτεύματος καθ' ην στιγμήν σεις, οι εχθροί μας, ευρίσκεσθε έξω των πυλών μας. 90. "Ώυτή είναι η αλήθεια ως προς τας εναντίον μου διαβολάς. Έρχομαι ήδη εις το θέμα της συνδιασκέψεώς σας και παρακαλώ να μου παράσχετε την προσοχήν σας, όπως σας διαφωτίσω κατά καθήκον περί όσων γνωρίζω καλύτερον από σας. Γις την Πικελίαν επλεύσαμεν όπως, αν δυνηθώμεν, υποτάξωμεν κατά πρώτον λόγον τους Πικελιώτας, κατόπιν δε αυτών και τους Έλληνας επίσης κατοίκους της Ηταλίας και έπειτα όπως επιδιώξωμεν την κατάκτησιν των Θαρχηδονικών κτήσεων και αυτής της Θαρχηδόνος. Γάν πάσαι αυταί αι επιχειρήσεις, ή, τουλάχιστον αι περισσότεραι, επετύγχαναν, σκοπός μας ήτο να επιτεθώμεν τότε κατά της Ξελοποννήσου, μεταφέροντες εδώ όχι μόνον ολόκληρον την δύναμιν, την οποίαν θα εποριζόμεθα από τους εκεί Έλληνας υπηκόους μας, αλλά και πολλούς βαρβάρους, τους οποίους θα εμισθώναμεν, Ίβηρας και άλλους εκ των πέριξ, οι οποίοι ομολογουμένως είναι σήμερον οι πολεμικώτεροι των βαρβάρων. Ξλην τούτου, ναυπηγούντες εκ των αφθόνων ξύλων της Ηταλίας πολλάς τριήρεις, θα ηυξάναμεν τον στόλον μας, με τον οποίον θ' απεκλείαμεν τας ακτάς της Ξελοποννήσου, ενώ συγχρόνως επιτιθέμενοι κατά ξηράν διά του πεζικού μας, άλλας μεν εκ των πόλεών της θα εκυριεύαμεν εξ εφόδου, άλλας θα επολιορκούμεν διά περιτειχίσεως, και ηλπίζαμεν ούτω να σας καταβάλωμεν ευκόλως και εκτείνωμεν ακολούθως την κυριαρχίαν μας και εφ' ολοκλήρου του Γλληνικού κόσμου. Βιά να διευκολυνθή δ' η εκτέλεσις όλων τούτων των σχεδίων, αι νέαι εκεί κτήσεις μας θα μας παρείχαν επαρκή χρήματα και τρόφιμα, χωρίς να θίξωμεν τας εκ της Γλλάδος προσόδους μας. 91. "Εκούσατε ήδη τον σκοπόν της εις Πικελίαν εκπεμφθείσης εκστρατείας από άνθρωπον, ο οποίος ακριβέστατα γνωρίζει τούτον. Θαι οι υπολειφθέντες στρατηγοί θα επιμείνουν, εαν ημπορέσουν, εις την πραγματοποίησιν αυτού. Νφείλετε ήδη να μάθετε ότι, αν δεν βοηθήσετε, αδύνατον είναι να σωθή η Πικελία. Βιότι οι Πικελιώται έχουν μεν μικροτέραν στρατιωτικήν πείραν, δύνανται όμως εάν συσσωματωθούν και τώρα ακόμη να νικήσουν. Ώλλ' οι Πυρακούσιοι μόνοι μετά την ήτταν, την οποίαν έχει ήδη υποστή ολόκληρος η στρατιωτική των δύναμις και αποκλειόμενοι συγχρόνως από θαλάσσης, θα είναι ανίκανοι να αντισταθούν κατά της στρατιωτικής δυνάμεως των Ώθηναίων, της ευρισκομένης ήδη εκεί. Θαι αν αι Πυρακούσαι καταληφθούν, ολόκληρος τότε η Πικελία περιέρχεται εις χείρας των, και μετ' ολίγον και η Ηταλία, και ο κίνδυνος ο οποίος, ως προανήγγειλα προ μικρού, σας απειλεί εκ μέρους εκείνων, δεν θ' αργήση να επιπέση και εναντίον σας, ώστε ας μη νομίζη κανείς ότι διασκέπτεται ενταύθα μόνον περί της Πικελίας, αλλά και περί της Ξελοποννήσου, εφόσον δεν λάβετε κατεσπευσμένως τα επόμενα μέτρα: Ώποστείλατε εις Πικελίαν στρατόν διά πλοίων, των οποίων οι κωπηλάται θα είναι συγχρόνως και μάχιμοι στρατιώται, άμα ως φθάσουν εκεί. Ώλλ' εκείνο το οποίον θεωρώ ακόμη χρησιμώτερον από τον στρατόν, είναι η αποστολή Ππαρτιάτου
αρχιστρατήγου, ο οποίος και τους ήδη υπηρετούντας στρατιώτας θα συντάξη και οργανώση και τους μη θέλοντας θα εξαναγκάση να υπηρετήσουν. Βιότι τοιουτοτρόπως και όσοι είναι ήδη φίλοι σας θα ενθαρρυνθούν και οι ενδοιάζοντες θα προσέλθουν προς υμάς μάλλον αφόβως. Θαι εδώ εις την Γλλάδα οφείλετε να διεξάγετε απροκάλυπτον πόλεμον κατά των Ώθηναίων, ώστε και οι Πυρακούσιοι, θεωρούντες ότι ενδιαφέρεσθε δι' αυτούς, ν' αντιτάσσουν μεγαλυτέραν αντίστασιν, και οι Ώθηναίοι να είναι ολιγώτερον εις θέσιν να στέλλουν νέας ενισχύσεις εις τον εκεί στρατόν των. Θαι την Βεκέλειαν της Ώττικής οφείλετε να οχυρώσετε, πράγμα το οποίον οι Ώθηναίοι ανέκαθεν φοβούνται τα μέγιστα και το οποίον θεωρούν ως το μόνον κακόν του παρόντος πολέμου, του οποίου δεν έχουν λάβει πλήρη πείραν. Θαι το αποτελεσματικώτερον μέσον διά του οποίου ημπορεί κανείς να βλάψη τους εχθρούς του είναι να προξενήση εις αυτούς εκείνο το κακόν, το οποίον, εξετάζων ακριβώς, θα εμάνθανεν ότι φοβούνται ούτοι περισσότερον. Βιότι φυσικόν είναι έκαστος να γνωρίζη ο ίδιος καλύτερον παντός αλλού τους κινδύνους τους οποίους πρέπει να φοβήται. Ρα πλεονεκτήματα, τα οποία διά της οχυρώσεως της Βεκελείας θα κερδίσετε οι ίδιοι και θα στερήσετε τους εχθρούς σας, είναι πολλά, τα οποία παραλείπω, περιοριζόμενος να συνοψίσω τα σπουδαιότερα εξ αυτών. Ρο μεγαλύτερον μέρος του κινητού πλούτου της Ώττικής θα περιέλθη εις χείρας σας, διότι άλλα μεν θα καταλάβετε σεις, οι δε δούλοι θα προσέλθουν προς υμάς αυτομάτως. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, θα στερηθούν ευθύς και τας προσόδους των αργυρούχων μεταλλείων του Ιαυρίου και τας εκ των προϊόντων της γης και τα διά των δικαστηρίων επιβαλλόμενα .πρόστιμα, προ πάντων όμως θα παύσουν εισρέουσαι κανονικώς αι εκ του φόρου υποτελείας των συμμάχων πρόσοδοι, διότι ούτοι θα παραμελήσουν την καταβολήν αυτών, πειθόμενοι ότι ο πόλεμος διεξάγεται ήδη εκ μέρους υμών με όλην την σοβαρότητα. 92. "Ε ταχειά και δραστηρία εκτέλεσις πάντων τούτων εξαρτάται από σας, Ιακεδαιμόνιοι. Βιότι ότι είναι δυνατά είμαι απολύτως βέβαιος και πιστεύω ότι δεν θ' αποδειχθώ πλανημένος. Θαι έχω την αξίωσιν να μη μορφώσετε χειροτέραν περί εμού ιδέαν, λόγω του ότι ενώ εθεωρούμην άλλοτε φιλόπατρις, επιτίθεμαι σήμερον ορμητικώς κατά της πατρίδος μου, από κοινού μετά των χειρίστων εχθρών της. Νύτε να υποπτευθήτε τους λόγους μου ως οφειλομένους εις τον ζήλον φυγάδος. Βιότι, εάν φεύγω την φαυλοκρατίαν εκείνων που μ' εξώρισαν, δεν αποφεύγω όμως να προσφέρω προς ημάς χρησίμους υπηρεσίας, εάν θελήσετε να με ακούσετε. Θαι χειρότεροι εχθροί είναι όχι εκείνοι οι οποίοι, όπως σεις, έβλαψαν οπωσδήποτε τους εχθρούς των, αλλ' εκείνοι οι οποίοι εξηνάγκασαν τους φίλους των να γίνουν εχθροί. Θαι φιλόπατρις είμαι όχι όταν αδικούμαι, αλλ' εφόσον ήσκουν ασφαλώς τα πολιτικά μου δικαιώματα. Νύτε θεωρώ ότι η χώρα κατά της οποίας επιτίθεμαι είναι πλέον πατρίς μου, αλλά τουναντίον, ότι επιδιώκω ν' ανακτήσω μάλλον την απολεσθείσαν πατρίδα μου. και αληθής πατριώτης είναι όχι εκείνος ο οποίος αδίκως απολέσας την πατρίδα του απέχει από του να επιτεθή κατ' αυτής, αλλ' εκείνος ,ο οποίος, νοσταλγών αυτήν,επιχειρεί να την ανακτήση διά παντός τρόπου. Βιά τούτο έχω την αξίωσιν να με μεταχειρισθήτε άνευ ουδενός ενδοιασμού εις κάθε κίνδυνον και εις κάθε ταλαιπωρίαν, ενθυμούμενοι ότι, κατά το κοινόν λόγιον, όπως σας επροξένησα πολλάκις μεγάλας ζημίας ως εχθρός, ούτως ημπορώ και να σας ωφελήσω αποτελεσματικώς ως φίλος, καθόσον τα μεν πράγματα των Ώθηναίων γνωρίζω καλώς, ενώ ως προς τα ιδικά σας περιωριζόμην εις εικασίας. Γπιμένω επίσης ότι πρέπει να εννοήσετε, ότι την στιγμήν ταύτην διασκέπτεσθε περί ζωτικών πράγματι συμφερόντων σας, και ότι επομένως δεν πρέπει να διστάσετε να στείλετε εκστρατευτικόν σώμα και εις την Πικελίαν και κατά της Ώττικής συγχρόνως. Ροιουτοτρόπως και τα εν Πικελία μεγάλα συμφέροντά σας θα εξασφαλίσετε με μικρόν μόνον μέρος της στρατιωτικής σας δυνάμεως, και την δύναμιν των Ώθηναίων, και
εκείνην που έχουν σήμερον και εκείνην που επιδιώκουν να αποκτήσουν, θα καταλύσετε, και του λοιπού και σεις θα ζήτε ασφαλείς και η Γλλάς ολόκληρος θ' αναγνωρίση την ηγεμονίαν υμών, όχι εξαναγκαζομένη, αλλ' εκουσίως και εξ αγάπης προς σας".
Κετά τους λόγους τούτους του Ώλκιβιάδου, οι Ιακεδαιμόνιοι, οι οποίοι και αυτοί εσκέπτοντο προηγουμένως να εκστρατεύσουν κατά των Ώθηνών, αλλ' ανέβαλλαν και εδίσταζαν, κυττάζοντες δεξιά και αριστερά, ενισχύθησαν πολύ περισσότερον ήδη, ότε εθεώρησαν ότι είχαν ακούσει εκείνον που εγνώριζεν άριστα τα πράγματα, να τους εξηγή τα καθέκαστα αυτών. Βιά τούτο έστρεψαν ήδη την προσοχήν των εις την οχύρωσιν της Βεκελείας και εις την άμεσον αποστολήν ενισχύσεων προς τους Πικελιώτας. Βιώρισαν συγχρόνως τον Αύλιππον, υιόν του Θλεανδρίδου, αρχιστράτηγον του στρατού των Πυρακουσίων, και διέταξαν αυτόν να συνεννοήθη με τους πρέσβεις αυτών και των Θορινθίων και εξεύρουν κατά ποίον τρόπον ημπορούσε να σταλή αποτελεσματικώτερον και ταχύτερον βοήθεια τις εις τους εκεί. Ν Αύλιππος εζήτησεν από τους Θορινθίους να του στείλουν αμέσως εις την Ώσίνην δύο πολεμικά πλοία και ετοιμάσουν τα λοιπά, όσα ήσαν αποφασισμένοι να στείλουν, ώστε, όταν έλθη η κατάλληλος εποχή, να είναι έτοιμα προς απόπλουν. Ώφού δε συνεφώνησαν διά τα ζητήματα ταύτα, οι πρέσβεις ανεχώρησαν εκ Ιακεδαίμονος, επιστρέφοντες εις τα ίδια.
Ώλλά περί την αυτήν εποχήν έφθασεν εκ Πικελίας εις τας Ώθήνας και η Ώθηναϊκή τριήρης, την οποίαν είχαν στείλει οι στρατηγοί, ζητούντες χρήματα και ιππικόν. Θαι οι Ώθηναίοι, λαβόντες γνώσιν της αιτήσεως ταύτης, εψήφισαν όπως σταλούν εις τον στρατόν τα αναγκαία διά την συντήρησίν του χρήματα και το ιππικόν. Θαι ούτως ετελείωσε ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον έβδομον έτος του πολέμου τούτου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Γυθύς κατά την αρχήν της επομένης ανοίξεως ο Ώθηναϊκός στρατός της Πικελίας, εκπλεύσας εκ της Θατάνης, έπλευσε παρά την ακτήν εις τα βλαία Κέγαρα, των οποίων τους κατοίκους, καθώς ήδη διηγήθην προηγουμένως, είχαν εκδιώξει οι Πυρακούσιοι επί της τυραννίας του Αέλωνος και είχαν καταλάβει την χώραν των. Γνεργήσαντες απόβασιν ηρήμωσαν τους αγρούς και επετέθησαν ακολούθως κατά οχυρώματος των Πυρακουσίων, το οποίον όμως δεν κατώρθωσαν να κυριεύσουν. Κετά ταύτα επέστρεψαν πάλιν εις τον Ρηρίαν ποταμόν, του στρατού βαδίζοντος και του στόλου πλέοντος παρά την ακτήν, και εκείθεν προχωρήσαντες εις το εσωτερικόν της κοιλάδος, ερήμωσαν αυτήν και ενέπρησαν τον σίτον, συναντήσαντες δε ολίγους Πυρακουσίους, εφόνευσαν μερικούς εξ αυτών, και αφού έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν εις τα πλοία. Θαι επιστρέψαντες διά θαλάσσης εις την Θατάνην και παραλαβόντες τρόφιμα, προήλασαν εκείθεν με ολόκληρον τον στρατόν εναντίον των Θεντορίπων, πόλεως των Πικελών, η οποία παρεδόθη διά συνθηκολογίας. Κετά τούτο απήλθαν, αφού συγχρόνως ενέπρησαν τον σίτον των Ηνησσαίων και των βλαίων. Θαι φθάσαντες εις την Θατάνην, ευρίσκουν ότι είχαν φθάσει εκεί εξ Ώθηνών οι ιππείς, διακόσιοι πενήντα τον αριθμόν, με
ιπποσκευάς, αλλά χωρίς ίππους, διότι υπελόγιζαν ότι τούτους θα προμηθευθούν επί τόπου, και τριάντα ιπποτοξότας και τριακόσια τάλαντα αργύρου.
Θατα το αυτό έαρ, οι Ιακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν και κατα του Άργους, αλλ' ενώ είχαν προελάσει μέχρι των Θλεωνών, επισυμβάς σεισμός τους ηνάγκασε να επιστρέψουν εις τα ίδια. Νι Ώργείοι, εισβαλόντες κατόπιν τούτου εις το όμορον έδαφος της Ζυρέας, ήρπασαν από τους Ιακεδαιμονίους πολλά λάφυρα, τα οποία επώλησαν αντί είκοσι πέντε και πλέον ταλάντων. ΐραδύτερον, κατά την διάρκειαν του θέρους, οι δημοκρατικοί των Ζεσπιών επεχείρησαν ν' ανατρέψουν την κυβέρνησιν, αλλ' η απόπειρα απέτυχε, διότι οι Ζηβαίοι έσπευσαν εις βοήθειαν αυτής. Θαι άλλοι μεν εκ των στασιαστών συνελήφθησαν, άλλοι δε κατέφυγαν εις τας Ώθήνας.
Θατά το αυτό θέρος, οι Πυρακούσιοι, μαθόντες ότι οι Ώθηναίοι είχαν λάβει το αναμενόμενον ιππικόν και ητοιμάζοντο ήδη να προελάσουν εναντίον των, εθεώρησαν ότι εάν οι Ώθηναίοι δεν καταλάβουν τας Γπιπολάς, θέσιν απόκρημνον, υπερκειμένην αμέσως της πόλεως, δεν θα ήτο εύκολον να τους αποκλείσουν διά περιτειχίσεως και εις περίστασιν ακόμη κατα την οποίαν εκέρδιζαν την μάχην. Ώπεφάσισαν, διά τούτο, να φρουρήσουν τας προσβάσεις της θέσεως ταύτης, ίνα μη ανέλθη δι' αυτών ο εχθρός πριν τον αντιληφθούν. Βιότι από κανέν άλλο μέρος δεν ηδύναντο να αναβούν, καθόσον, εξαιρουμένων των προσβάσεων τούτων, όλη η άλλη θέσις είναι υψηλή και κρημνώδης, με επιφάνειαν κλίνουσαν βαθμιαίως προς την πόλιν, από το εσωτερικόν της οποίας είναι αυτή καταφανής ολόκληρος και εδόθη εις αυτήν υπό των Πυρακουσίων το όνομα Γπιπολαί, λόγω του ότι υπέρκειται των πέριξ μερών. Φς εκ τούτου, και επειδή ο Γρμοκράτης και οι συστρατηγοί του είχαν αναλάβει προ μυκρού την αρχηγίαν των Πυρακουσίων, εξήλθαν αυτοί κατά τα εξημερώματα με όλους τους πολίτας εις τον παρά τον ποταμόν Άναπον λειμώνα, όπου προέβησαν εις επιθεώρησιν των οπλιτών, αφού προηγουμένως εξέλεξαν από αυτούς εξακοσίους επιλέκτους, υπό την αρχηγίαν του Βιομήλου, φυγάδος εξ Άνδρου, εις τους οποίους ανέθεσαν να φρουρούν τας Γπιπολάς και να προστρέχουν εν σώματι όπου αλλού ήθελε παρουσιασθή ανάγκη. 97. Ώλλ' οι Ώθηναίοι αποπλεύσαντες εκ Θατάνης με ολόκληρον τον στρατόν των κατέπλευσαν απαρατήρητοι κατά την νύκτα την προηγηθείσαν της επιθεωρήσεως των Πυρακουσίων, πλησίον της θέσεως, της καλουμένης Ιέοντος, απεχούσης εξ έως επτά σταδίους από τας Γπιπολάς. Ρα πλοία, αφού απεβίβασαν τον στρατόν, προσωρμίσθησαν εις την Ζάψον, χερσόνησον με στενόν ισθμόν, προεκτεινομένη εντός της θαλάσσης και μη απέχουσαν πολύ των Πυρακουσών ούτε διά θαλάσσης, ούτε διά ξηράς. Θαι η μεν Ώθηναϊκή ναυτική δύναμις, κατασκευάσασα χαράκωμα καθ' όλον το μήκος του ισθμού, έμεινεν ησυχάζουσα εις Ζάψον. Ν στρατός όμως προήλασεν αμέσως τρέχων προς τας Γπιπολάς, όπου επρόφθασεν ν' αναβή διά του Γυρυήλου, πριν οι Πυρακούσιοι, μαθόντες το πράγμα, επιστρέψουν εκ του λειμώνος, όπου εγίνετο η επιθεώρησις. Γν τούτοις, ο άλλος στρατός και οι υπό την αρχηγαν του Βιομήλου εξακόσιοι έσπευσαν εις βοήθειαν, εκάστου στρατιώτου τρέχοντος όσον ημπορούσε ταχύτερον. Ώλλ' η απόστασις, την οποίαν είχαν να διατρέξουν εκ του λειμώνος πριν φθάσουν τον εχθρόν, ήτο όχι ολιγωτέρα των είκοσι πέντε σταδίων. Γπιτεθέντες λοιπόν κατ' αυτού οι Πυρακούσιοι, όπως είχαν φθάσει εις πολλήν αταξίαν, ηττήθησαν εις τας Γπιπολάς και απεσύρθησαν εντός της
πόλεως, φονευθέντων τριακοσίων περίπου, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Βιόμηλος. Κετά την νίκην, οι Ώθηναίοι έστησαν τρόπαιον και επέτρεψαν εις τους εχθρούς να παραλάβουν τους νεκρούς των, χορηγήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν. Ρην επομένην κατέβησαν μέχρι των τειχών της πόλεως, αλλ' επειδή ο εχθρός δεν εξήρχετο προς σύναψιν μάχης, απεσύρθησαν και ανήγειραν εις την θέσιν Ιάβδαλον, κειμένην εις την εσχατιάν των κρημνών, οπόθεν φαίνοντα τα Κέγαρα, οχύρωμα, όπως χρησιμεύη ως αποθήκη αποσκευών και εφοδίων, οσάκις προήλαυναν προς τα εκεί, είτε προς σύναψιν μάχης, είτε χάριν επιτειχίσεως.
Νλίγον μετά ταύτα, ήλθαν προς τους Ώθηναίους τριακόσιοι Γγεσταίοι Ηππείς και Πικελοί και Λάξιοι και άλλοι τινές περί τους εκατόν. Γίχαν ακόμη διακοσίους πενήντα ιδικούς των, διά τους οποίους επρομηθεύθησαν ίππους, άλλους μεν παραχωρηθέντας από τους Γγεσταίους και τους Θαταναίους, άλλους δε δι' αγοράς, και ούτως η όλη δύναμις του ιππικού των ανήλθεν εις εξακοσίους πενήντα. Ώφού εγκατέστησαν φρουράν εις το Ιάβδαλον, οι Ώθηναίοι ήλθαν προς την Πυκήν, όπου στρατοπεδεύσαντες προέβησαν εις την εσπευσμένην κατασκευήν κυκλοτερούς τείχους. Ε ταχύτης της κατασκευής του εξέπληξε τους Πυρακουσίους, οι οποίοι εξήλθαν της πόλεως αποφασισμένοι να συνάψουν μάχην, αλλά να μη επιτρέψουν την συνέχισιν αυτού. Θαι ενώ ήδη οι δύο στρατοί αντιπαρετάσσοντο προς μάχην, οι στρατηγοί των Πυρακουσίων βλέποντες το στράτευμά των διεσπαρμένον ήδη και δυσκόλως συντασσόμενον, επανέφεραν αυτό εις την πόλιν, πλην μέρους του ιππικού, το οποίον παρέμεινε και προσεπάθει να εμποδίζη τους Ώθηναίους από του να μεταφέρουν λίθους, ή ν' απομακρύνωνται πολύ του κυρίου σώματος. Ώλλά τάγμα Ώθηναίων οπλιτών, συμπράττον μετά ολοκλήρου του ιππικού, επιτεθέντες κατά των Πυρακουσίων ιππέων, τους έτρεψαν εις φυγήν, φονεύσαντες μερικούς εξ αυτών και έστησαν τρόπαιον της ιππομαχίας.
Ρην επομένην, άλλοι μεν εκ των Ώθηναίων ήρχισαν κατασκευάζοντες το προς βορράν του κυκλοτερούς οχυρώματος περιτείχισμα, ενώ οι άλλοι ήρχισαν να μεταφέρουν και συσσωρεύουν τους αναγκαίους προς τούτο λίθους και ξύλα κατά τοιαύτην προς τον λιμένα Ρρωγίλον διεύθυνσιν, κατα την οποίαν το περιτείχισμα, το οποίον ήθελαν να κατασκευάσουν από του Κεγάλου Ιιμένος προς την άλλην θάλασσαν, θα είχεν όσον το δυνατόν ολιγώτερον μήκος. Νι Πυρακούσιοι, κατ' εισήγησιν των στρατηγών των, και προ πάντων του Γρμοκράτους, απεφάσισαν να μη διακινδυνεύσουν πλέον γενικάς μάχας προς τους Ώθηναίους, αλλ' έκριναν ότι ήτο προτιμότερον να κατασκευάσουν αντιτείχισμα εγκάρσιον προς την διεύθυνσιν, κατά την οποίαν οι Ώθηναίοι επρόκειτο να κατασκευάσουν το περιτείχισμά των, και ότι εάν επρόφθαναν να ανεγείρουν το εγκάρσιον τούτο τείχος, τότε οι Ώθηναίοι θα εμποδίζοντο από την συμπλήρωσιν του ιδικού των. Πυγχρόνως απεφάσισαν, εάν οι Ώθηναίοι επιχειρήσουν να τους εμποδίσουν από την κατασκευήν, ν' αντιτάξουν κατ' αυτών μέρος του στρατού των. Ήλπιζαν ακόμη ότι θα προελάμβαναν να εξασφαλίσουν διά των πασσάλων του αντιτειχίσματός των τα σημεία, διά των οποίων ο εχθρός ηδύνατο ευκολώτερον να επιτεθή, ενώ εκείνος θα ηναγκάζετο να εγκατάλειψη το έργον, διά να στραφή με όλας του τας δυνάμεις εναντίον των. Γξήλθαν, ως εκ τούτου, της πόλεως και ήρχισαν οικοδομούντες από σημείου τινός του τείχους της πόλεώς των, ευρισκομένου νοτίως του κυκλοτερούς οχυρώματος των Ώθηναίων, τείχος εγκάρσιον, κόπτοντες τα ελαιόδενδρα του τεμένους και ανεγείροντες ξύλινους πύργους. Ν Ώθηναϊκός στόλος δεν είχεν ακόμη περιπλεύσει εκ Ζάψου εις
τον Κέγαν Ιιμένα, αλλ' οι Πυρακούσιοι ήσαν κύριοι των λιμένων των και της περί αυτούς θαλάσσης, ενώ οι Ώθηναίοι έφεραν τα τρόφιμα εκ της Ζάψου διά ξηράς.
ταν έκριναν οι Πυρακούσιοι, ότι το έργον της πασσαλώσεως και της οικοδομής του αντιτειχίσματος είχε προχωρήσει αρκούντως, αφήκαν προς φύλαξιν αυτού τμήμα του στρατού των και επέστρεψαν εις την πόλιν. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, δεν ήλθαν να τους εμποδίσουν κατά την διάρκειαν της οικοδομής, διότι εφοβούντο την διαίρεσιν και συνεπώς την εξασθένισιν των δυνάμεών των, και συγχρόνως διότι επείγοντο να τελειώσουν το μέρος του ιδικού των περιτειχίσματος, εις το οποίον ήσαν απησχολημένοι. Ήδη όμως κατέστρεψαν τους υπογείους οχετούς, διά των οποίων εφέρετο εις την πόλιν πόσιμον ύδωρ. Πυγχρόνως, περιμείναντες μεσημβρίαν τινά, κατά την οποίαν οι φυλάσσοντες το αντιτείχισμα Πυρακούσιοι, οι μεν πολλοί ευρίσκοντο υπό τας σκηνάς, μερικοί δε είχαν μεταβή και εις αυτήν την πόλιν, ενώ οι επιφορτισμένοι την φρούρησιν του χαρακώματος των πασσάλων εφύλατταν αυτό αμελώς, ανέθηκαν εις σώμα τριακοσίων επίλεκτων ανδρών, αποτελούμενον από ιδικούς των οπλίτας και ψιλούς στρατιώτας φέροντας οπλισμόν οπλίτου, να τρέξουν αιφνιδίως, όπως καταλάβουν το αντιτείχισμα. Πυγχρόνως ο λοιπός στρατός επροχώρει εις δύο σώματα, το μεν υπό τον ένα στρατηγόν προς την πόλιν, διά ν' απόκρουση ενδεχομένην εκείθεν απόπειραν συνδρομής, το δε υπό τον έτερον, προς το μέρος του χαρακώματος, το πλησίον της πυλίδος. Νι τριακόσιοι επιτεθέντες κατέβαλαν το χαράκωμα των πασσάλων, του οποίου οι φύλακες εγκατέλειψαν αυτό, καταφυγόντες εις το προτείχισμα, διά του οποίου η Ηερά περιοχή του ναού του Ρεμενίτου Ώπόλλωνος περιελήφθη εντός της πόλεως. Καζί με τους φεύγοντας κατώρθωσαν να εισέλθουν και οι καταδιώκοντες αυτούς, αλλ' εξεδιώχθησαν πάλιν υπό των Πυρακουσίων, αφού εφονεύθησαν εκεί μερικοί Ώργείοι και ολίγοι Ώθηναίοι. Κετά τούτο, ολόκληρος ο στρατός, επιστρέψας κατεδάφισε το αντιτείχισμα, ανέσπασε τους πασσάλους , μετέφερεν αυτούς προς το μέρος του και έστησε τρόπαιον.
Ρην επομένην ημέραν, οι Ώθηναίοι, εκκινούντες εκ του κυκλοτερούς οχυρώματος, ήρχισαν κατασκευάζοντες τείχος επί του κρημνού, ο οποίος υπέρκειται του έλους. Ώπό το μέρος των Γπιπολών, όπου ευρίσκεται ο έν λόγω κρημνός, φαίνεται ο Κέγας Ιιμήν, και διά του σημείου τούτου το περιτείχισμά των, κατερχόμενον διά του πεδινού εδάφους του έλους προς τον λιμένα, θα είχε μικρότερον μήκος. Ώλλά συγχρόνως και οι ίδιοι οι Πυρακούσιοι εξήλθαν και ήρχισαν κατακευάζοντες πάλιν χαράκωμα εκ πασσάλων, αρχίζοντες από το τείχος της πόλεως και προχωρούντες διά μέσου του έλους, ενώ συγχρόνως ώρυσσαν κατά μήκος του χαρακώματος και τάφρον, όπως καταστή αδύνατον εις τους Ώθηναίους να συνεχίσουν την κατασκευήν του περιτειχίσματος μέχρι της θαλάσσης. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, άμα ως το παρά τον κρημνόν τείχος συνεπληρώθη, επετέθησαν πάλιν κατά του χαρακώματος και της τάφρου των Πυρακουσίων, παραγγείλαντες τον στόλον να πλεύση εκ της Ζάψου εις τον Κέγαν Ιιμένα των Πυρακουσίων, ενώ αυτοί ολίγον προ της αυγής κατέβησαν από τας Γπιπολάς εις το πεδινόν έδαφος, όπου ήτο το έλος, και διαβάντες τούτο με την βοήθειαν θυρών και σανίδων, τας οποίας επέθεταν εις τα πηλώδη και στερεώτερα μέρη, κυριεύουν ευθύς την τάφρον και το μεγαλύτερον μέρος του χαρακώματος και μετ' ολίγον και το υπόλοιπον. Θαι εξηκολούθησε μάχη, κατά την οποίαν οι Ώθηναίοι απέμειναν νικηταί. Γκ των Πυρακουσίων, οι μεν κατέχοντες το δεξιόν έφυγαν προς την πόλιν, οι δε
το αριστερόν προς τον ποταμόν. Νι τριακόσιοι επίλεκτοι Ώθηναίοι έσπευσαν τρέχοντες προς την γέφυραν διά να εμποδίσουν αυτούς να την διαβούν. Ώλλ' οι Πυρακούσιοι ανησύχησαν και έχοντες μαζί των εκεί το μεγαλύτερον μέρος του ιππικού των, επιτίθενται κατά των τριακοσίων τούτων, τους οποίους τρέπουν εις φυγήν και επελαύνουν κατά της δεξιάς πτέρυγος των Ώθηναίων. Πυνεπεία της επελάσεως ταύτης, παρεσύρθη και το τάγμα του άκρου δεξιού εις φυγήν. Ηδών τούτο ο Ιάμαχος, έσπευσεν εκ του αριστερού κέρατος των Ώθηναίων εις βοήθειαν μετ' ολίγων τοξοτών, παραλαβών και τους Ώργείους οπλίτας, και καθώς προήλαυνε διέβη κάποιαν τάφρον. Ώπομονωθείς δ' εκεί με ολίγους εκ των ακολουθούντων αυτόν, εφονεύθη και ο ίδιος και πέντε ή εξ των μετ' αυτού. Κερικοί εκ των Πυρακουσίων ήρπασαν ευθύς τα πτώματα αυτών και τρέχοντες έφθασαν πέραν του ποταμού εις μέρος ασφαλές, ενώ οι άλλοι, βλέποντες ήδη επερχόμενον κατ' αυτών και τον υπόλοιπον Ώθηναϊκόν στρατόν, υπεχώρησαν. 102. Γν τω μεταξύ, εκείνοι εκ των Πυρακουσίων, οι οποίοι κατ' αρχάς είχαν καταφύγει προς την πόλιν, βλέποντες τα γεγονότα ταύτα, ανεθάρρησαν και εξελθόντες οι ίδιοι πάλιν εκ της πόλεως, αντιπαρετάχθησαν προς το απέναντι μέρος της Ώθηναϊκής παρατάξεως και συγχρόνως εξέπεμψαν ιδικόν των απόσπασμα κατά του κυκλοτερούς οχυρώματος των Γπιπολών, νομίζοντες ότι θα το εύρουν εγκαταλελειμμένον και θα ημπορέσουν να το καταλάβουν. Νύτοι κατέλαβαν μεν και κατέστρεψαν ολοσχερώς το δεκάπλεθρον προτείχισμά του, αλλά το ίδιον κυκλοτερές οχύρωμα ημπόδισεν αυτούς να κυριεύσουν ο Λικίας, ο οποίος έτυχε να μείνη εντός αυτού, λόγω ασθενείας. Βιότι, αντιληφθείς ότι δι' έλλειψιν στρατιωτών δεν υπήρχεν άλλο μέσον σωτηρίας, διέταξε τους υπηρέτας των οπλιτών να εμπρήσουν τας μηχανάς και τα ξύλα που είχαν συγκεντρωθή προ του οχυρώματος. Ρο μέσον τούτο επέτυχε. Βιότι ένεκα της πυρκαϊάς, οι Πυρακούσιοι δεν επροχώρησαν περισσότερον, αλλ' απεσύρθησαν, τοσούτον μάλλον, καθόσον και ο Ώθηναϊκός στρατός, αφού συνεπλήρωσε την καταδίωξιν του εχθρού εις την πεδιάδα, απέστειλεν εκείθεν ενισχύσεις, αι οποίαι ανήρχοντο ήδη προς το κυκλοτερές οχύρωμα, και ο στόλος αυτών, εκκινήσας εκ της Ζάψου, συμφώνως προς τας δοθείσας διαταγάς, κατέπλεεν εις τον Κέγαν Ιιμένα. Ραύτα βλέποντες οι προς κατάληψιν του κυκλοτερούς οχυρώματος ανελθόντες Πυρακούσιοι, απεσύρθησαν εσπευσμένως, όπως εισέλθουν εις την πόλιν μεθ' ολοκλήρου του άλλου στρατού, νομίζοντες ότι, με τα μέσα που διέθεταν, δεν ήσαν πλέον ικανοί να εμποδίζουν την κατασκευήν του μέχρι της θαλάσσης περιτειχίσματος. 103. Κετά τούτο, οι Ώθηναίοι έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τους Πυρακουσίους να παραλάβουν τους νεκρούς των, χορηγήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν, παρέλαβαν δε και αυτοί τους νεκρούς των πεσόντων μετά του Ιαμάχου. Ήδη, ότε ολόκληρος η ναυτική και στρατιωτική των δύναμις συνεκεντρώθη, ήρχισαν να κατασκευάζουν προς αποκλεισμόν των Πυρακουσίων διπλούν τείχος, αρχίζον από τον κρημνόν των Γπιπολών και μέλλον να κατάληξη εις την θάλασσαν. Ρα εφόδια διά τον στρατόν εισήγοντο ελευθέρως εξ όλων των μερών της Ηταλίας. Ξολλοί Πικελοί, οι οποίοι μέχρι τούδε εδίσταζαν, ήλθαν να συμπολεμήσουν με τους Ώθηναίους. Γκ της Ρυρρηνίας εστάλησαν τρία πεντηκόντορα πλοία και τα λοιπά πράγματα ευωδούντο σύμφωνα με τας ελπίδας των. Βιότι οι Πυρακούσιοι έπαυσαν να ελπίζουν εις επικράτησιν διά των όπλων, αφού ουδεμία βοήθεια τους εστάλη από την Ξελοπόννησον. Ήρχισαν διά τούτο να συζητούν μεταξύ των περί ειρήνης και να έρχωνται εις σχετικάς συνεννοήσεις προς τον Λικίαν, ο οποίος ήδη, μετά τον θάνατον του Ιαμάχου, είχε μείνει, μόνος αρχηγός. και απόφασις μεν καμμία δεν ελαμβάνετο, αλλ' όπως είναι φυσικόν περί ανθρώπων, οι οποίοι δεν ήξευραν τί να κάμουν και των οποίων ο αποκλεισμός ήτο στενώτερος παρά πριν,
πολλαί διεξήγοντο μετ' αυτού διαπραγματεύσεις και πολύ περισσότεραι συζητήσεις εγίνοντο μεταξύ των οπλιτών. Βιότι, ένεκα της δεινής καταστάσεως και υποψίας συνελάμβαναν οι μεν κατά των δε, και τους στρατηγούς, επί της αρχηγίας των οποίων συνέβησαν τα κακά ταύτα, έπαυσαν, διότι εθεώρησαν ότι ταύτα ωφείλοντο, είτε εις την ατυχίαν, είτε εις την προδοσίαν των, και εις την θέσιν των εξέλεξαν άλλους, τον Ελακλείδην, τον Γυκλήν και τον Ρελλίαν.
Γν τω μεταξύ, ο Ιακεδαιμόνιος Αύλιππος και τα υπό των Θορινθίων αποσταλέντα πλοία είχαν έλθει ήδη εις την Ιευκάδα, επιδιώκοντα να φθάσουν το ταχύτερον εις βοήθειαν της Πικελίας. Ώλλ' ένεκα των αλλεπαλλήλων ειδήσεων αι οποίαι ήρχοντο ανησυχαστικώταται και ψευδείς, όλαι συμφωνούσαι εις το ότι αι Πυρακούσαι ήσαν ήδη παντελώς αποκεκλεισμέναι διά κατασκευής περιτειχίσματος, ο Αύλιππος έχασε κάθε πλέον ελπίδα διά την Πικελίαν. Γπιδιώκων όμως να σώση την Ηταλίαν, αυτός μεν, συνοδευόμενος υπό του Θορινθίου Ξυθήνος και έχων δυό Ιακωνικά και δύο Θορινθιακά πολεμικά σκάφη, διεπεραιώθη με όσην ημπορούσε ταχύτητα διά του Ηονίου πελάγους εις Ράραντα, ενώ οι Θορίνθιοι επρόκειτο ν' αποπλεύσουν βραδύτερον, όταν, εκτός των δέκα ιδικών των πλοίων θα εξώπλιζαν ακόμη δέκα Ιευκάδια και δύο των Ώμπρακιωτών. Ν Αύλιππος, αφού έστειλε πρώτον απεσταλμένους από τον Ράραντα προς τους Ζούριους προσπαθών να τους προσεταιρισθή διά της επικλήσεως της παλαιάς πολιτογραφήσεως του πατρός του ως πολίτου της Ζούριας, και απέτυχε, συνέχισε το ταξείδιόν του εκ Ράραντος πλέων παρά την Ηταλικήν ακτήν. Ώλλά καταληφθείς εις τον Ρεριναίον κόλπον υπό βορείου ανέμου, ο οποίος πνέει βιαιότατος εις το μέρος εκείνο, παρασύρεται εις το ανοικτόν πέλαγος και μετά σφοδρόν τρικυμίαν καταπλέει πάλιν εις τον Ράραντα, όπου, ανελκύσας εις την ξηράν όσα πλοία είχαν πάθει ζημίας εκ της κακοκαιρίας, επεσκεύαζεν αυτά. Ν Λικίας έμαθε την προσέγγισίν του, αλλ' επεριφρόνησεν, όπως συνέβη και εις τους Ζούριους, τον μικρόν αριθμόν των πλοίων του, και θεωρήσας ότι το ταξείδιόν του είχε πειρατικόν μάλλον χαρακτήρα, δεν έλαβεν επί του παρόντος κανέν μέτρον προς επιτήρησιν των κινήσεών του.
Θατά την αυτήν εποχήν του ιδίου θέρους, οι Ιακεδαιμόνιοι εισέβαλαν εις την Ώργολίδα, αυτοί και οι σύμμαχοί των, και ερήμωσαν το μεγαλύτερον μέρος της χώρας. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, έσπευσαν εις βοήθειαν των Ώργείων με μοίραν στόλου εκ τριάκοντα πλοίων, η εμφάνισις των οποίων απετέλεσε κατάφωρον αθέτησιν των προς τους Ιακεδαιμονίους συνθηκών των. Θαθόσον προηγουμένως συνέπρατταν μεν εις τον πόλεμον των Ώργείων και Καντινέων, ως σύμμαχοι ενεργούντες ληστρικάς επιδρομάς εκ Ξύλου και προβαίνοντες εις αποβάσεις εναντίον των άλλων μερών της Ξελοποννήσου μάλλον παρά εναντίον της Ιακωνικής. Ώλλά μολονότι οι Ώργείοι πολλάκις παρεκίνουν αυτούς ν' αποβιβασθούν απλώς ένοπλοι επί του Ιακωνικού εδάφους και ν' απέλθουν αμέσως πάλιν, αφού συμπράξουν μετ' αυτών εις την ερήμωσιν έστω και ελαχίστου μέρους της χώρας, ούτοι ηρνούντο. Ρώρα όμως, αποβάντες υπό την αρχηγίαν του Ξυθοδώρου, του Ιαισποδίου και του Βημαράτου εις την Γπίδαυρον την Ιιμηράν, τας Ξρασιάς και μερικά άλλα σημεία, προέβησαν εις ερήμωσιν μέρους της γης και έδωσαν πλέον εις τους Ιακεδαιμονίους ευλογωτέραν αιτίαν, όπως προβούν εις αντίποινα κατά των Ώθηναίων. Κετά την εξ Ώργολίδος αναχώρησιν του Ώθηναϊκού στόλου
και των Ιακεδαιμονίων, οι Ώργείοι εισέβαλαν εις το έδαφος της Σλειούντος, και αφού εδενδροτόμησαν μέρος αυτού και εφόνευσαν μερικούς, επέστρεψαν εις τα ίδια.
Κετά την επισκευήν των πλοίων, ο Αύλιππος και ο Ξυθήν ανεχώρησαν εκ Ράραντος και πλεύσαντες παρά την ακτήν, έφθασαν εις τους Γπιζεφυρίους Ιοκρούς. Ιαμβάνοντες ήδη θετικωτέρας πληροφορίας ότι αι Πυρακούσαι δεν είχαν εντελώς αποκλεισθή διά περιτειχίσματος, αλλ' ότι ήτο ακόμη δυνατόν, εάν ήρχοντο με στρατόν, να εισέλθουν εις αυτάς διά των Γπιπολών, διεσκέπτοντο εάν έπρεπε να πλεύσουν, αριστερά της Πικελικής ακτής και διακινδυνεύσουν να εισέλθουν εις Πυρακούσας διά θαλάσσης, ή εάν έπρεπε να πλεύσουν δεξιά και αποβιβασθούν πρώτον εις Ημέραν, οπόθεν ενισχύοντες τον στρατόν των με τους ιδίους τους Ημεραίους και όσους άλλους θα έπειθαν να τους ακολουθήσουν, να έλθουν διά ξηράς εις Πυρακούσας. Ρέλος απεφάσισαν να πλεύσουν παρά την Ημέραν αφού μάλιστα τα τέσσαρα πολεμικά σκάφη, τα οποία παρά την αρχικήν αδιαφορίαν του, ο Λικίας, όταν έμαθε την άφιξιν των εχθρικών πλοίων εις Ιοκρούς, διέταξε να μεταβούν προς επιτήρησιν εις Οήγιον δεν είχαν φθάσει ακόμη. Θατώρθωσαν ούτω, προ της αφίξεως της Ώθηναϊκής εττιτηρητικής μοίρας, να περάσουν τον πορθμόν, προσεγγίσαντες εις Οήγιον και Κεσσήνην και έφθασαν εις την Ημέραν. Γκεί ευρισκόμενοι, έπεισαν τους Ημερίους να συμπράξουν εις τον πόλεμον, όχι μόνον λαμβάνοντες μέρος οι ίδιοι εις την εκστρατείαν, αλλά και παρέχοντες όπλα εις όλους τους ναύτας των, όσοι εστερούντο τοιούτων, καθόσον είχαν ανελκύσει τα πλοία των εις την παραλίαν της Ημέρας. Έστειλαν συγχρόνως προς τους Πελινουντίους να τους προσκαλέσουν ν' αποστείλουν προς συνάντησίν των στρατόν εις ωρισμένον σημείον. Θαι οι κάτοικοι της Αέλας και μερικοί Πικελοί υπέσχοντο να στείλουν μικράν στρατιωτικήν δύναμιν. Νι τελευταίοι ήσαν έτοιμοι να προσχωρήσουν πολύ προθυμότερον, και διότι ο Ώρχωνίδης, βασιλεύς των Πικελών της περιφερείας εκείνης, ο οποίος είχε μεγάλην επιρροήν και ήτο φίλος των Ώθηναίων, είχεν αποθάνει προ μικρού, και διότι γενική εντύπωσις ήτο, ότι ο Αύλιππος είχεν έλθει εκ Ιακεδαίμονος διά να εργασθή με πολύν ζήλον και αποφασιστικότητα. Θαι ούτως ο Αύλιππος, επί κεφαλής επτακοσίων περίπου Ξελοποννησίων ναυτών και πεζοναυτών, βαρέως ωπλισμένων, αποσπάσματος Ημεραίων, αποτελουμένου από χιλίους εν όλω οπλίτας και ψιλούς και εκατόν ιππείς, μερικών ψιλών και ιππέων Πελινουντίων και ολίγων εκ της Αέλας, και χιλίων εν συνόλω Πικελών, εβάδιζε προς τας Πυρακούσας. 2. Γν τω μεταξύ, η μοίρα του Θορινθιακού στόλου, πλην ενός πλοίου απέπλευσεν εκ Ιευκάδος, σπεύδουσα εις βοήθειαν με όλην την δυνατήν ταχύτητα. Ν Αογγύλος, είς των Θορινθίων αρχηγών, όστις ανεχώρησε τελευταίος με το υπολειφθέν πλοίον, έφθασεν εις Πυρακούσας προ των άλλων πλοίων της μοίρας και ολίγον προ του Αυλίππου. Θαι ευρών τους Πυρακουσίους ετοίμους να συγκαλέσουν συνέλευσιν του λαού, διά να συζητήσουν περί της τερματίσεως του πολέμου, εμπόδισεν αυτούς και τους ενεθάρρυνεν, αναγγέλλων την
επικειμένην άφιξιν και άλλων πλοίων και του Αυλίππου, υιού του Θλεανδρίδου, τον οποίον απέστελλαν οι Ιακεδαιμόνιοι ως αρχιστράτηγον. Νι Πυρακούσιοι ανέλαβαν θάρρος και εξήλθαν πανστρατιά εις προϋπάντησιν του Αυλίππου, ο οποίος, κατά τας ληφθείσας πληροφορίας, ευρίσκετο εις μικράν ήδη απόστασιν. Νύτος, καταλαβών προ μικρού, κατά την διέλευσίν του, τας Ηετάς, φρούριον των Πικελών, και συντάξας τον στρατόν του, διά να είναι έτοιμος να δώση μάχην, έφθασεν εις τας Γπιπολάς, όπου ανέβη διά του Γυρύλου, από το μέρος δηλαδή όπου και οι Ώθηναίοι ανέβησαν προ αυτού. Γνωθείς δε με τους Πυρακουσίους, προήλασε κατά του περιτειχίσματος των Ώθηναίων. Θατά την στιγμήν που έφθασεν ο Αύλιππος, οι Ώθηναίοι είχαν ήδη τελειώσει επτά ή οκτώ σταδίους εκ του διπλού περιτειχίσματος, το οποίο κατεσκεύαζαν προς τον Κέγαν Ιιμένα, και δεν τους έμενε προς συμπλήρωσιν παρά μικρόν διάστημα πλησίον της θαλάσσης, εις το οποίον ειργάζοντο ακόμη. Ώλλ' εις την αντίθετον πλευράν του περιτειχίσματος, η οποία ήρχιζεν από το κυκλοτερές οχύρωμα και διηυθύνετο προς τον Ρρωγίλον, και της άλλης θαλάσσης, κατά το μεγαλήτερον μεν μήκος είχαν ήδη συσσωρευθή λίθοι, μερικά όμως τμήματα είχαν αφεθή, είτε εν μέρει, είτε εξ ολοκλήρου, συμπληρωμένα. Ρόσον ολίγον έλειψε να καταστραφούν αι Πυρακούσαι.
Νι Ώθηναίοι, μολονότι θορυβηθέντες κατ' αρχάς εκ της αιφνιδιαστικής επιθέσεως του Αυλίππου και των Πυρακουσίων, παρετάχθησαν προς μάχην. Ν Αύλιππος, αφού κατέλαβε θέσιν πλησίον των, εσταμάτησε το στρατόν του, αφού επλησίασε, και απέστειλε κήρυκα διά να είπη ότι εάν θέλουν να απέλθουν εντός πέντε ημερών εκ της Πικελίας, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει, είναι έτοιμος να συνάψη ανακωχήν. Νι Ώθηναίοι όμως ήκουσαν τας προτάσεις αυτάς μετά περιφρονήσεως και απέπεμψαν τον κήρυκα, χωρίς να δώσουν καμμίαν απάντησιν. Θατόπιν τούτου, ητοιμάζοντο εκατέρωθεν διά την μάχην. Ώλλ' ο μεν Αύλιππος, βλέπων ότι οι Πυρακούσιοι διετέλουν εις σύγχυσιν και δυσκόλως ηδύναντο να συνταχθούν, επανέφερε τον στρατόν του εις ευρυχωρότερον έδαφος. Ν Λικίας όμως δεν προήλασε προς επίθεσιν, αλλ' έμενεν ησυχάζων πλησίον του περιτειχίσματός του. Θαι ο Αύλιππος, βλέπων ότι οι Ώθηναίοι δεν ήθελαν ν' αναλάβουν επίθεσιν, απέσυρε τον στρατόν του επί του υψώματος του καλουμένου Ρεμενίτις, όπου και κατηυλίσθη. Ώλλά την επομένη, αφού ωδήγησε το πλείστον του στρατού του και παρέταξεν αυτό απέναντι του περιτειχίσματος των Ώθηναίων, διά να τους εμποδίση να στείλουν αλλού ενισχύσεις, έστειλεν απόσπασμα αυτού κατά του φρουρίου Ιαβδάλου, το οποίον δεν εφαίνετο από το μέρος που ήσαν οι Ώθηναίοι, κατέλαβεν αυτό και εφόνευσεν όλους όσους συνέλαβεν εντός αυτού. Θατά την αυτήν ημέραν, εκυριεύθη υπό των Πυρακουσίων και Ώθηναϊκή τριήρης, σταθμεύουσα εις το στόμιον του Κεγάλου Ιιμένος. 4. Νι Πυρακούσιοι μετά των συμμάχων ήρχισαν ακολούθως κτίζοντες απλούν τείχος από της πόλεως, διά μέσου του άνω μέρους των Γττιττολών, κατά διεύθυνσιν εγκαρσίαν. Πκοττός των ήτο, εάν δεν ημπορέσουν να τους εμποδίσουν οι Ώθηναίοι, να καταστήσουν αδύνατον του λοιπού εις αυτούς τον διά περιτειχίσματος αποκλεισμόν της πόλεως. Κόλις οι τελευταίοι, συμπληρώσαντες το προς την θάλασσαν διπλούν τείχος, είχαν ήδη αναβή εις το προς βορράν του κυκλοτερούς οχυρώματος, ο Αύλιππος, γνωρίζων το ασθενές σημείον του ήδη συντετελεσμένου τμήματος του βορείου περιτειχίσματος των Ώθηναίων, εξεκίνησεν εν καιρώ νυκτός με τον στρατόν του, όπως επιτεθή κατά του σημείου τούτου. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, οι οποίοι κατά καλήν τύχην ήσαν κατηυλισμένοι εις την προς την πόλιν πλευράν του περιτειχίσματος, ως αντελήφθησαν αυτόν, εβάδισαν εναντίον του. Νύτος όμως, βλέπων αυτούς επερχομένους, απέσυρε πάλιν εσπευσμένως τον στρατόν του. Νι
Ώθηναίοι ύψωσαν το μέρος τούτο του περιτειχίσματος υψηλότερα και ανέλαβαν οι ίδιοι την φρουράν του σημείου τούτου, τάξαντες τον συμμαχικόν στρατόν εις τα άλλα αυτού σημεία, τα οποία έκαστος των συμμάχων ώφειλε να φυλάττη. Ν Λικίας απεφάσισεν ήδη να οχυρώση το καλούμενον Ξλημμύριον ακρωτήριον, το οποίον προέχει εντός της θαλάσσης απέναντι της πόλεως και στενεύει το στόμιον του λιμένος. Βιά της οχυρώσεως αυτού εθεώρει ότι ευκολύνετο η εισαγωγή των εφοδίων του στρατού του, διότι ο Ώθηναϊκός στόλος θα ημπορούσε να επιτηρή το στόμιον του λιμένος από μικροτέρας αποστάσεως, ενώ μέχρι τούδε ηναγκάζοντο να εκκινούν από τον μυχόν του λιμένος, διά ν' αποκρούσουν παρατηρουμένας τυχόν κινήσεις του εχθρικού στόλου. Άλλωστε η προσοχή του εστρέφετο ήδη περισσότερον εις τον κατά θάλασσαν πόλεμον, καθόσον έβλεπεν ότι μετά την άφιξιν του Αυλίππου, αι ελπίδες επιτυχίας κατά ξηράν είχαν σοβαρώς ελαττωθή. Κετέφερε λοιπόν εκεί τον στόλον και μέρος του στρατού και έκτισε τρία οχυρώματα, όπου ετοποθέτησε το πολεμικόν υλικόν. Γκεί ήσαν ηγκυροβολημένα του λοιπού και τα μεγάλα μεταφορικά σκάφη και ο πολεμικός στόλος. Ε μεταφορά αύτη του ορμητηρίου υπήρξεν η κυρία αιτία, ένεκα της οποίας τα πληρώματα ήρχισαν εξασθενούντα υλικώς και καταβαλλόμενα ηθικώς. Βιότι το νερόν ήτο ανεπαρκές και ευρίσκετο μακράν και οσάκις οι ναύται εξήρχοντο προς μεταφοράν αυτού ή καυσοξύλων, υφίσταντο απωλείας από το εχθρικόν ιππικόν, το οποίον ήτο κύριον της πέριξ χώρας. Θαθόσον το τρίτον του ιππικού των Πυρακουσίων είχε διαταχθή να σταθμεύη εις την παρά το Νλυμπιείον πολίχνην, ειδικώς προς τον σκοπόν να εμποδίζη τους εις το Ξλημμύριον σταθμεύοντας Ώθηναίους να εξέρχωνται και προξενούν βλάβας. Γπειδή άλλωστε έμαθεν ο Λικίας, ότι προσεγγίζουν και τα λοιπά πλοία της Θορινθιακής μοίρας, απέστειλεν ως επιτηρητικήν μοίραν είκοσι πλοία, με την εντολήν να ναυλοχούν περί τους Ιοκρούς και το Οήγιον και τας Πικελικάς ακτάς, όπου ήτο πιθανόν να καταπλεύσουν ταύτα. 5. Ν Αύλιππος, εξ άλλου, ενώ ησχολείτο εις την κατασκευήν του διά μέσου των Γπιπολών τείχους, χρησιμοποιών τους λίθους, τους οποίους οι Ώθηναίοι είχαν συγκεντρώσει προηγουμένως προς ιδίαν των χρήσιν, εξήγε συγχρόνως τακτικά και παρέτασσε προ του τείχους τούτου τον στρατόν των Πυρακουσίων και των συμμάχων. Νι Ώθηναίοι επίσης αντιπαρετάσσοντο. ταν ο Αύλιππος έκρινεν, ότι ήλθεν η κατάλληλος στιγμή, ανέλαβεν αυτός πρώτος την επίθεσιν. Νι δύο στρατοί, ελθόντες εις χείρας, εμάχοντο εις το μεταξύ των δύο τειχών διάστημα, όπου το ιππικόν των Πυρακουσίων ήτο παντάπασιν αδύνατον να χρησιμοποιηθή. Νι Πυρακούσιοι μετά των συμμάχων των ηττήθησαν και ηναγκάσθησαν να ζητήσουν και λάβουν βραχείαν ανακωχήν προς παραλαβήν των νεκρών των, ενώ οι Ώθηναίοι έστησαν τρόπαιον. Ν Αύλιππος, συγκεντρώσας το στράτευμα, είπεν, ότι το σφάλμα δεν ήτο ιδικόν των, αλλ' ιδικόν του, διότι με τον τρόπον, όπου είχε παρατάξει τον στρατόν του, παρά πολύ εντός των δύο τειχών, εστέρησεν αυτόν από την βοήθειαν του ιππικού και των ακοντιστών. Κετά το μάθημα όμως τούτο, θα τους ωδήγει και πάλιν εναντίον του εχθρού και συνιστά εις αυτούς να πεισθούν, ότι καθόσον μεν αφορά τον εξοπλισμόν και την ετοιμασίαν, δεν θα ήσαν κατώτεροι του εχθρού, αλλ' ότι θα εδείκνυον αφόρητον έλλειψιν αποφασιστικότητος, εάν δεν θεωρήσουν καθήκον τιμής, όντες Ξελοποννήσιοι και Βωριείς, να νικήσουν και αποδιώξουν εκ της χώρας των τους Ίωνας και τους νησιώτας και τον ανθρώπινον εν γένει συρφετόν που αντιμετωπίζουν.
6. Θαι εις πρώτην μετά τούτο ευκαιρίαν, ωδήγησεν αυτούς πάλιν κατά του εχθρού. Ν Λικίας, εξ άλλου, και οι Ώθηναίοι ενόμιζαν, ότι ήτο ανάγκη δι' αυτούς, και αν ο εχθρός δεν θελήση ν' αναλάβη πρώτος την επίθεσιν να μη ανεχθούν να οικοδομήται τείχος εχθρικόν, του οποίου σκοπός ήτο να προσπεράση το ιδικόν των και το οποίον είχεν ήδη σχεδόν υπερβή την άκραν αυτού, και εάν άπαξ την υπερέβαινε, θα ήτο πραγματικώς του λοιπού εν και το αυτό δι' αυτούς, είτε εμάχοντο και ενίκων διαρκώς, είτε δεν εμάχοντο διόλου, αλλ' έμεναν αδρανούντες. Φς εκ τούτου λοιπόν, εξήλθαν και αυτοί, διά να επιτεθούν κατά των Πυρακουσίων. Ν Αύλιππος, οδηγήσας τους οπλίτας του πολύ περισσότερον έξω των δύο τειχών, παρά την προηγουμένην φοράν, συνεπλάκη προς αυτούς, αφού ετοποθέτησε το ιππικόν και τους ακοντιστάς πλαγίως προς τους Ώθηναίους, εις το ανοικτόν πέλαγος, όπου τα έργα των δύο αντιθέτων τειχών ετελείωναν. Ρο ιππικόν, διαρκούσης της μάχης, επετέθη κατά της αριστεράς πτέρυγος των Ώθηναίων, η οποία ήτο απέναντι του και την ηνάγκασεν εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Φς εκ τούτου, και ο υπόλοιπος αυτών στρατός ενικήθη υπό των Πυρακουσίων και απωθήθη ατάκτως εντός του τείχους των. Θαι την επομένην ήδη νύκτα, οι Πυρακούσιοι επεξέτειναν το εγκάρσιον τείχος των πέραν του Ώθηναϊκού περιτειχίσματος, εις τρόπον ώστε του λοιπού ούτε αυτοί ημπορούσαν να εμποδισθούν από τους Ώθηναίους και τους τελευταίους απεστέρουν από κάθε μέσον ν' αποκλείσουν την πόλιν διά περιτειχίσματος, και εις περίστασιν ακόμη που θα ήσαν νικηταί.
Ρα υπολειπόμενα δώδεκα πλοία των Θορινθίων, των Ώμπρακιωτών και των Ιευκαδίων, υπό την διοίκησιν του Θορινθίου Γρασινίδου, εισήλθαν μετά τούτο εις τον λιμένα, διαφυγόντα την προσοχήν της επιτηρητικής μοίρας των Ώθηναίων, και εβοήθησαν τους Πυρακουσίους εις συμπλήρωσιν του υπολοίπου εγκαρσίου τείχους. Ν Αύλιππος, εν τω μεταξύ, απήλθεν εις τα λοιπά μέρη της Πικελίας, όπως συλλέξη ενισχύσεις διά τον στρατόν και τον στόλον του και συγχρόνως προσεταιρισθή εκείνας εκ των πόλεων, αι οποίαι, είτε χλιαρόν ενδιαφέρον εδείκνυαν υπέρ των Πυρακουσίων ή ετήρουν απόλυτον μέχρι τούδε ουδετερότητα. Γστάλησαν επίσης άλλοι πρέσβεις των Πυρακουσίων και των Θορινθίων εις την Ιακεδαίμονα και την Θόρινθον, διά να ζητήσουν την αποστολήν νέων ενισχύσεων, είτε διά μεταγωγικών, είτε διά μικρών σκαφών, είτε δι' οιουδήποτε άλλου διαθεσίμου μέσου θαλασσίας μεταφοράς, καθόσον και οι Ώθηναίοι έστειλαν να ζητήσουν την αποστολήν νέων ενισχύσεων. Θαι οι Πυρακούσιοι εξώπλιζαν ναυτικόν και ησκούντο επιμελώς εις τον χειρισμόν αυτού, όπως και διά θαλάσσης επιτεθούν κατά των Ώθηναίων, και γενικώς το ηθικόν των είχεν εξυψωθή.
Ν Λικίας, μαθών τούτο και βλέπων ότι η δύναμις του εχθρού και αι ιδικαί του στενοχωρίαι ηύξαναν καθ' εκάστην, έστελλε και αυτός εις τας Ώθήνας πλήρη έκθεσιν της καταστάσεως, όπως είχε πράξει πολλάκις και προηγουμένως, αλλάα με μεγαλητέραν τώρα λεπτομέρειαν. Βιότι επίστευεν, ότι η κατάστασις ήτο κρίσιμος και ότι καμμία δεν υπήρχε σωτηρία, εφόσον το ταχύτερον ή τους ανακαλέσουν ή τους στείλουν σοβαράς ενισχύσεις. Θαι επειδή εφοβείτο μήπως οι αγγελιαφόροι του, είτε εξ ανικανότητος να ομιλήσουν, όπως πρέπει, είτε ένεκα ασθενείας μνήμης, είτε ένεκα της επιθυμίας να φανούν ευχάριστοι εις το πλήθος, δεν ανακοινώσουν την αληθή κατάστασιν, έγραψεν επιστολήν, νομίζων, ότι διά του τρόπου τούτου οι Ώθηναίοι, μανθάνοντες όσον το δυνατόν ακριβέστερον τας σκέψεις του, χωρίς αυταί να παραμορφωθούν υπό του αγγελιαφόρου, θα δυνηθούν να κρίνουν καλλίτερον περί της αληθούς καταστάσεως. Θαι οι μεν ορισθέντες
αγγελιαφόροι ανεχώρησαν φέροντες την επιστολήν και προφορικάς παραγγελίας του Λικίου προς ανακοίνωσιν, ενώ αυτός την περί του στρατοπέδου μέριμναν του συνεκέντρωσε του λοιπού εις την εξασφάλισίν του δι' αμυντικής μάλλον τακτικής, παρά εις την ανάληψιν εκουσίων κινδύνων δι' επιθετικής τοιαύτης.
Ξερί το τέλος του αυτού θέρους, ο Γυετίων, στρατηγός των Ώθηναίων από κοινού μετά του Ξερδίκκα και επί κεφαλής σημαντικής δυνάμεως Ζρακών, εξεστράτευσε κατά της Ώμφιπόλεως και μη δυνηθείς να την καταλάβη, προέβη εις πολιορκίαν αυτής εκ του ποταμού Πτρυμόνος, όπου εισήγαγε τριήρεις, χρησιμοποιών ως βάσιν των επιχειρήσεων του το Ημεραίον. Ροιουτοτρόπως έληξε και το θέρος τούτο.
Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, οι αγγελιαφόροι του Λικίου, ελθόντες εις τας Ώθήνας, και τας προφορικάς παραγγελίας των ανεκοίνωσαν και εις τας απευθυνομένας προς αυτούς ερωτήσεις απήντων και την επιστολήν ενεχείρισαν. Ν γραμματεύς της πόλεως, προχωρήσας ενώπιον της συνελεύσεως του Ώθηναϊκού λαού, ανέγνωσεν αυτήν, έχουσαν ως εξής περίπου. 11. «Πυμπολίται, τα προγενέστερα γεγονότα γνωρίζετε από πολλάς άλλας εκθέσεις μου. Πήμερον όμως είπερ ποτέ και άλλοτε επιβάλλεται να γνωρίσετε την αληθή ημών κατάστασιν, διά ν' αποφασίσετε αναλόγως. Γνώ δηλαδή είχαμεν νικήσει εις τας πλείστας μάχας τους Πυρακουσίους, εναντίον των οποίων απεστάλημεν, και είχαμεν οικοδομήσει τα οχυρώματα εντός των οποίων είμεθα τώρα, ήλθεν ο Ιακεδαιμόνιος Αύλιππος, επί κεφαλής στρατού εκ Ξελοποννήσου και μερικών πόλεων της Πικελίας. Θαι εις μεν την πρώτην μάχην ενικήθη από ημάς, την ακόλουθον όμως ημέραν εξηναγκάσθημεν υπό πολυαρίθμου ιππικού και ακοντιστών να υποχωρήσωμεν εντός των οχυρώσεων μας. Θαι τώρα ημείς μεν διεκόψαμεν τον περιτειχισμόν και μένομεν αδρανούντες, ένεκα της αριθμητικής των αντιπάλων υπεροχής, αφού δεν ημπορούμεν να χρησιμοποιήσωμεν επί του πεδίου της μάχης ολόκληρον τον στρατόν μας, εφόσον μέρος των οπλιτών απασχολείται εις την φρούρησιν των οχυρωμάτων. Γνώ εκείνοι εν τω μεταξύ έχουν υπερβή το ιδικόν μας περιτείχισμα διά της κατασκευής απλού αντιτειχίσματος, εις τρόπον ώστε δεν είναι πλέον δυνατός ο διά περιτειχισμού αποκλεισμός των, εφόσον δεν επιτεθώμεν με πολυάριθμον στρατόν κατά του αντιτειχίσματος των και καταλάβωμεν αυτό. Θαι ούτω συνέβη, ενώ υπετίθετο, ότι ημείς πολιορκούμεν άλλους, να είμεθα ημείς πράγματι οι πολιορκούμενοι, κατά ξηράν τουλάχιστον, αφού ούτε εκ των οχυρώσεων μας ημπορούμεν να εξέλθωμεν μακράν, ένεκα του ιππικού των. 12. «Έστειλαν επίσης πρέσβεις εις την Ξελοπόννησον, ζητούντες την αποστολήν νέων ενισχύσεων, ενώ ο Αύλιππος ανεχώρησε διά τας πόλεις της Πικελίας, διά να πείση μεν όσας είναι σήμερον ουδέτεραι να συμπράξουν μετ' αυτού εις τον πόλεμον, επιτυχή δε, ει δυνατόν, από τας λοιπάς νέας ενισχύσεις διά τον στρατόν και τον στόλον του. Βιότι, καθώς μανθάνω, προτίθενται να επιτεθούν κατά των οχυρώσεών μας, όχι μόνον διά του στρατού των κατά ξηράν, αλλά και διά του στόλου των κατά θάλασσαν. Θαι κανείς ας μη θεωρήση απίστευτον ότι προτίθενται να μας επιτεθούν και κατά θάλασσαν, διατί ο στόλος μας ήτο μεν κατ' αρχάς εις αρίστην κατάστασιν, όταν τα σκάφη ήσαν στεγανά και τα πληρώματα άθικτα, τώρα όμως, όπως και
ο εχθρός γνωρίζει, και τα σκάφη είναι διάβροχα, ως εκ της επί τόσον χρόνον παραμονής εντός της θαλάσσης, και τα πληρώματα έχουν φθαρή. Θαθόσον δεν ημπορούμεν ν' ανελκύσωμεν τα πλοία εις την ξηράν, διά να στεγνώσουν και καθαρισθούν, λόγω του ότι ο εχθρικός στόλος είναι ισάριθμος ή μάλλον πολυαριθμότερος του ιδικού μας και ως εκ τούτου φοβούμεθα διαρκώς επίθεσιν εκ μέρους του. Νι εχθροί όχι μόνον ασκούνται επιμελώς εις τον χειρισμόν του στόλου των, υπ' αυτά τα όμματά μας, αλλά και έχουν την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως και ευκολώτερον από ημάς ημπορούν να στεγνώσουν τα πλοία των, αφού δεν απασχολούνται εις αποκλεισμόν άλλων. 13. «Εμείς απεναντίας μόλις θα ημπορούσαμεν να προβαίνωμεν εις τούτο, εάν είχαμεν μεγάλην αριθμητικήν υπεροχήν, και δεν είμεθα ηναγκασμένοι όπως τώρα να χρησιμοποιούμεν όλα τα πλοία μας εις επιτήρησιν του εχθρού, διότι τα εφόδια μας, τα οποία και τώρα ακόμη δυσκόλως κατορθώνομεν να εισάγωμεν, καθόσον πρέπει να περάσουν κοντά από την πόλιν του εχθρού, θα τα στερηθώμεν ολοσχερώς, εάν χαλαρώσωμεν, έστω και ολίγον, την επαγρύπνησίν μας. Ρα πληρώματά μας, εξ άλλου, εφθάρησαν και εξακολουθούν φθειρόμενα, καθόσον άλλοι μεν εκ των επιβαινόντων των πλοίων, αναγκαζόμενοι ν' απομακρυνθούν, χάριν προμηθείας καυσόξυλων και νομής και ύδατος, υφίστανται απωλείας από το εχθρικόν ιππικόν. Γκ των λοιπών δε, τώρα που η υπεροχή μας επί των αντιπάλων δεν υφίσταται πλέον, οι μεν δούλοι κωπηλάται αυτομολούν, οι δε ξένοι, όσοι μεν επέβησαν των πλοίων εξαναγκασθέντες, λιποτακτούν εις πρώτην ευκαιρίαν προς τας πόλεις της Πικελίας. σοι δε πάλιν παρεσύρθησαν κατ' αρχάς εκ του μεγάλου μισθού και της ιδέας, ότι πρόκειται μάλλον να χρηματισθούν παρά να πολεμήσουν, βλέποντες την απροσδόκητον αντίστασιν του εχθρού, και δη την κατά θάλασσαν, άλλοι μεν προσέρχονται εις τας τάξεις αυτού ως αυτόμολοι, άλλοι δ' επωφελούμενοι πάσης παρουσιαζομένης ευκαιρίας, φεύγουν προς διαφόρους διευθύνσεις της τόσον ευρύχωρου Πικελίας. Κερικοί μάλιστα, επιδιδόμενοι οι ίδιοι εις το εμπόριον, έπεισαν τους τριηράρχους να δεχθούν εις αντικατάστασίν των επί των πλοίων δούλους εκ των κκάρων και τοιουτοτρόπως κατέστρεψαν την πειθαρχίαν του ναυτικού. 14. «Βεν έχετε ανάγκην να σας είπω, διότι καλώς το γνωρίζετε, ότι μικρόν μόνον μέρος των πληρωμάτων αποτελείται από ικανούς ναύτας, και ότι ολίγοι εκ τούτων γνωρίζουν και να ξεκινήσουν ταχέως εν πολεμικόν πλοίον και να συγκρατούν τον ρυθμόν της κωπηλασίας. Ώλλ' εκείνο, το οποίον περισσότερον από όλα αυτά με φέρει εις μεγαλητέραν αμηχανίαν, είναι ότι, μολονότι αρχηγός, δεν είμαι εις θέσιν να προλάβω όλα αυτά (διότι ιδιοσυγκρασίαι, όπως αι δικαί σας, είναι δυσδιοίκητοι), και ότι δεν έχομεν ούτε τα μέσα να εύρωμεν πληρώματα διά τον στόλον μας, όπως τα έχουν άφθονα οι αντίπαλοι, αλλ' είμεθα ηναγκασμένοι με τους άνδρας, τους οποίους είχαμεν όταν ήλθαμεν, και εις τας σημερινάς ανάγκας να επαρκούμεν και τας καθημερινάς απωλείας ν' αναπληρώνωμεν. Θαθόσον η Λάξος και η Θατάνη, αι μόναι πόλεις, αι οποίαι είναι σήμερον σύμμαχοι μας, δεν είναι εις θέσιν να μας βοηθήσουν κατά τούτο. Θαι εάν εν και μόνον πλεονέκτημα προστεθή ακόμη εις τους εχθρούς μας, εάν δηλαδή τα μέρη της Ηταλίας, από τα οποία προμηθευόμεθα τας τροφάς μας, βλέποντα και την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και ότι δεν μας στέλλετε ενισχύσεις, στραφούν προς το μέρος των, θα τερματίσουν ούτοι τον πόλεμον αμαχητεί, διότι η πείνα θα μας αναγκάση εις παράδοσιν. «Εμπορούσα να σας ανακοινώσω άλλας ειδήσεις περισσότερον ευχάαριστους, βεβαίως όμως όχι περισσότερον χρησίμους, εφόσον παρίσταται ανάγκη να λάβετε αποφάσεις με πλήρη γνώσιν της εδώ
καταστάσεως. Άλλωστε, γνωρίζων ότι ως εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, θέλετε μεν να ακούετε τα πλέον ευχάριστα πράγματα, μέμφεσθε όμως ακολούθως εκείνους, που σας τα λέγουν, εάν το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται προς αυτά, εθεώρησα ασφαλέστερον να σας είπω γυμνήν την αλήθειαν. 15. «Θαι τώρα παρακαλώ να πιστεύσετε, ότι, όσον άφορα τον αρχικόν σκοπόν της εκστρατείας, και στρατιώται και αρχηγοί δεν έδωσαν καμμίαν αιτίαν μομφής. Ώλλ' αφού ολόκληρος η Πικελία συσσωματώνεται εναντίον μας, και ο εχθρός αναμένει νέον στρατόν εκ Ξελοποννήσου, οφείλετε ν' αποφασίσετε τέλος τί θα κάμετε. Βιότι ο ενταύθα στρατός μας δεν επαρκεί ουδέ απέναντι της εχθρικής δυνάμεως, την οποίαν αντιμετωπίζομεν σήμερον, και επομένως οφείλετε ή να τον ανακαλέσετε ή να στείλετε προς ενίσχυσιν του και νέον στρατόν και στόλον, όχι μικρότερον του σημερινού, και χρήματα άφθονα, και προς τούτοις άλλον αρχηγόν, διά να με αντικαταστήση, καθόσον, ένεκα ασθενείας των νεφρών, είμαι ανίκανος διά περαιτέρω υπηρεσίαν. Θαι νομίζω ότι ημπορώ να στηρίζωμαι εις την επιείκειαν σας, διότι εφόσον ήμην υγιής, πολλάς χρησίμους υπηρεσίας προσέφερα εις την πόλιν. ,τι δήποτε όμως πρόκειται να κάμετε, κάμετε το αμέσως, κατά την αρχήν της ανοίξεως, χωρίς αναβολάς, καθόσον ο εχθρός την μεν εκ Πικελίας βοήθειαν συντόμως, θέλει πορισθή, ενώ η εκ Ξελοποννήσου θα έλθη μεν προς αυτόν βραδύτερον, θα έλθη όμως πάντως, εάν δεν λάβετε τα μέτρα σας, είτε διαφεύγουσα την προσοχήν σας, όπως και προηγουμένως, είτε διαφεύγουσα την καταδίωξίν σας.»
Ροιούτο ήτο το περιεχόμενον της επιστολής. Νι Ώθηναίοι, αφού ήκουσαν την ανάγνωσίν της, δεν απήλλαξαν μεν τον Λικίαν της στρατηγίας, αλλ' έως ότου εκλεχθούν και φθάσουν άλλοι στρατηγοί, εξέλεξαν ως βοηθούς του δύο εκ των εκεί επί τόπου ευρισκομένων, τον Κένανδρον και τον Γυθύδημον, διά να μη φέρη μόνος και ασθενής όλον το βάρος και τους μόχθους της αρχηγίας του στρατού. Γψήφισαν συγχρόνως την αποστολήν νέου στρατού και στόλου, στρατολογουμένου εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων και εκ των συμμάχων. Γξέλεξαν, τέλος, ως συναρχηγούς αυτού τον Βημοσθένη, υιόν του Ώλκισθένους, και τον Γυρυμέδοντα, υιόν του Ζουκλέους. Θαι τον μεν Γυρυμέδοντα απέστειλαν αμέσως εις Πικελίαν, περί το φθινοπωρινόν ηλιοστάσιον, μετά δέκα πολεμικών σκαφών, φέροντα εκατόν είκοσι τάλαντα και την προς τον εκεί στρατόν αναγγελίαν, ότι θα του αποσταλούν επικουρίαι και ότι θα ληφθή η δέουσα περί τούτου μέριμνα. 17. Ν Βημοσθένης όμως έμεινεν οπίσω, διά να ετοιμάση την εκστρατείαν, με την οποίαν έμελλε να εκπλεύση κατά τας αρχάς του έαρος. Θαι απέστειλεν οδηγίας εις τους συμμάχους, ζητών στρατόν, και ητοίμαζε εξ Ώθηνών χρήματα και πλοία και οπλίτας. Γξέπεμψαν συγχρόνως οι Ώθηναίοι μοίραν εξ είκοσι πλοίων, διά να περιπολούν περί την Ξελοπόννησον και εμποδίζουν τον διάπλουν παντός πλοίου εκ Θορίνθου και Ξελοποννήσου εις την Πικελίαν. Βιότι οι Θορίνθιοι, όταν ήλθαν προς αυτούς οι εκ Πικελίας πρέσβεις και ανήγγειλαν την βελτίωσιν της εκεί καταστάσεως, εθεώρησαν, ότι η προηγουμένη εκ μέρους των αποστολή πλοίων ήτο επίκαιρος, και ενθαρρυνθέντες έτι μάλλον, παρεσκευάζοντο να στείλουν οπλίτας εις Πικελίαν δι' εμπορικών σκαφών. Γκ της άλλης Ξελοποννήσου ητοιμάζοντο να πράξουν το αυτό οι Ιακεδαιμόνιοι. Πυγχρόνως οι Θορίνθιοι εξώπλισαν μοίραν στόλου εξ είκοσι πέντε πλοίων, όπως αποπειραθούν ναυμαχίαν προς την επιτηρητικήν μοίραν της Λαυπάκτου. Ήλπιζαν, άλλωστε, ότι εάν η προσοχή των εις Λαύπακτον
σταθμευόντων Ώθηναϊκών πλοίων απησχολείτο με την ιδικήν των μοίραν, αντιπαρατεταγμένην κατ' αυτής, δυσκόλως θα ηδύναντο να παρεμποδίσουν τον έκπλουν των εμπορικών των σκαφών.
Νι Ιακεδαιμόνιοι παρεσκευάζοντο επίσης διά την εισβολήν των εις την Ώττικήν. Γις τούτο άλλωστε εξώθουν αυτούς οι Πυρακούσιοι και οι Θορίνθιοι ευθύς ως έμαθαν την αποφασισθείσαν υπό των Ώθηναίων αποστολήν επικουριών εις την Πικελίαν, προς τον σκοπόν προδήλως, όπως, πραγματοποιούμενης της εισβολής, ματαιωθή η αποστολή αυτών. Θαι ο Ώλκιβιάδης ωσαύτως συνεβούλευσεν επιμόνως την οχύρωσιν της Βεκέλειας και την δραστηρίαν διεξαγωγήν του πολέμου. Γις τας αποφάσεις των ενισχύθησαν ιδίως οι Ιακεδαιμόνιοι, διότι εσκέπτοντο, ότι οι Ώθηναίοι, διεξάγοντες διπλούν πόλεμον, εναντίον των ιδίων Ιακεδαιμονίων και των Πικελιωτών, θα καταβληθούν ευκολώτερον, και διότι εθεώρουν, ότι εκείνοι πρώτοι διέρρηξαν τας συνθήκας. Θαθόσον η ευθύνη του προηγουμένου πολέμου εβάρυνε μάλλον αυτούς τους ιδίους, λόγω του ότι και εναντίον των Ξλαταιών επετέθησαν οι Ζηβαίοι, ενώ ακόμη ίσχυεν η τριακονταετής συνθήκη και ενώ η συνθήκη εκείνη απηγόρευε τον πόλεμον εναντίον εκείνου, όστις θα εδέχετο να υποβληθή εις διαιτησίαν, αυτοί, προσκληθέντες υπό των Ώθηναίων, είχαν αρνηθή να υποβληθούν εις αυτήν. Θαι διά τούτο εθεώρουν, ότι δικαίως είχαν πάθει και ενθυμούντο την συμφοράν της Ξύλου και κάθε άλλην, η οποία τους είχε πλήξει. Ώφότου όμως οι Ώθηναίοι, ορμώμενοι εκ της Ώργολίδος με μοίραν στόλου εκ τριάντα πλοίων, ερήμωσαν μέρος της χώρας της Γπιδαύρου Ιιμηράς και των Ξρασιών και άλλων μερών της Ιακωνικής, και συγχρόνως ενήργουν ληστρικάς επιδρομάς εκ Ξύλου, και προσκαλούμενοι υπό των Ιακεδαιμονίων, ηρνούντο να υποβληθούν εις διαιτησίαν, οσάκις ηγέρθησαν διαφοραί περί των αμφισβητουμένων διατάξεων της συνθήκης, οι Ιακεδαιμόνιοι ήσαν πλέον πλήρεις πολεμικού ζήλου, διότι εθεώρησαν, ότι η ιδία ευθύνη, η οποία εβάρυνεν αυτούς διά τον προηγούμενον πόλεμον, εβάρυνεν αντιθέτως τους Ώθηναίους σήμερον. Θαι κατά την διάρκειαν του χειμώνος εζήτουν από τους συμμάχους να τους χορηγήσουν σίδηρον και προητοίμαζαν όλα τ' αναγκαία διά τας οχυρωματικάς εργασίας εργαλεία. Πυγχρόνως και οι ίδιοι ητοίμαζαν τας ενισχύσεις που επρόκειτο να στείλουν εις την Πικελίαν επί εμπορικών σκαφών και τους άλλους Ξελοποννησίους ηνάγκαζαν να πράξουν το αυτό. Θαι ούτως έληξεν ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον όγδοον έτος του πολέμου τούτου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Γυθύς κατά την αρχήν της επομένης ανοίξεως, οι Ιακεδαιμόνιοι μετά των συμμάχων των εισέβαλαν εις την Ώττικήν, ενωρίτερα από κάθε άλλην φοράν, υπό την αρχηγίαν του Άγιδος, βασιλέως των Ιακεδαιμονίων, υιού του Ώρχιδάμου. Θαι αφού πρώτον ερήμωσαν την πεδιάδα και τα πέριξ αυτής, ήρχισαν οχυρώνοντες την Βεκέλειαν, διανείμαντες την προς τούτο εργασίαν μεταξύ των αποσπασμάτων των διαφόρων πόλεων. Ε απόστασις της Βεκέλειας από μεν την πόλιν των Ώθηνών είναι εκατόν είκοσι σταδίους, ομοία δε περίπου είναι και η απόστασις αυτής από την ΐοιωτίαν. Ρο φρούριον κατεσκευάζετο εις θέσιν δεσπόζουσαν της πεδιάδος και των ευφορωτέρων μερών της Ώττικής, καταφανή δ' εκ της πόλεως των Ώθηνών. Θατά τον αυτόν περίπου χρόνον, κατά τον οποίον ο Ξελοποννησιακός και συμμαχικός στρατός της Ώττικής ήτο απησχολημένος με την κατασκευήν του φρουρίου τούτου, αι αρχαί των Ξελοποννησιακών πόλεων απέστελλαν επί εμπορικών
σκαφών τους οπλίτας εις Πικελίαν. Θαι οι μεν Ώι Ξελοποννησιακαί πόλεις αποστέλλουν ενισχύσεις εις Πικελίαν Ιακεδαιμόνιοι απέστειλαν εξακόσιους περίπου οπλίτας, εκλέξαντες προς τούτο τους αρίστους Γίλωτας και Ώι Ξελοποννησιακαί πόλεις αποστέλλουν ενισχύσεις εις Πικελίαν Λεοδαμώδεις (απελεύθερους Γίλωτας), υπό την αρχηγίαν του Ππαρτιάτου Γκκρίτου, οι δε ΐοιωτοί τριακοσίους οπλίτας, υπό την αρχηγίαν των Ζηβαίων Μένωνος και Λίκωνος και του Ζεσπιέως Εγησάνδρου. Νύτοι, πρώτοι εκκινήσαντες από το Ραίναρον της Ιακωνικής, ανήχθησαν εις το ανοικτόν πέλαγος. Νλίγον ύστερον από αυτούς, οι Θορίνθιοι απέστειλαν πεντακοσίους οπλίτας, άλλους μεν εξ αυτής της Θορίνθου, άλλους δε μισθοφόρους εξ Ώρκαδίας, τάξαντες αρχηγόν αυτών τον Θορίνθιον Ώλέξαρχον. Καζί με τους Θορινθίους, απέστειλαν και οι Πικυώνιοι διακόσιους οπλίτας, υπό την αρχηγίαν του Πικυωνίου Παργέως. Θατά το διάστημα τούτο, η εξ είκοσι πέντε πλοίων μοίρα του Θορινθιακού στόλου, εκπληρούσα την αποστολήν, διά την οποίαν είχεν αρχικώς εξοπλισθή, έμεινεν αγκυροβολημένη απέναντι της εξ είκοσι πλοίων μοίρας του Ώθηναϊκού στόλου της Λαυπάκτου, όπως, επισύρουσα την προσοχήν των Ώθηναίων, αποτρέπη αυτήν από τα μεταφέροντα τους οπλίτας πολεμικά πλοία, μέχρις ότου ταύτα εξέπλευσαν εκ Ξελοποννήσου.
Γν τω μεταξύ, οι Ώθηναίοι, καθ' ον χρόνον ωχυρώνετο η Βεκέλεια, και κατά την πρώτην ημέραν της ανοίξεως, έστειλαν εις περιπολίαν των ακτών της Ξελοποννήσου μοίραν στόλου εκ τριάντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ταρικλέους, υιού του Ώπολλοδώρου, ο οποίος έλαβεν εντολήν να μεταβή και εις το Άργος και ζητήση, επί τη βάσει της συμμαχίας, όπως Ώργείοι οπλίται επιβούν επί των πλοίων του. Πυγχρόνως απέστελλαν, κατά τα προαποφασισθέντα, τον Βημοσθένη εις Πικελίαν με μοίραν στόλου από εξήντα Ώθηναϊκά και πέντε Τιακά πλοία, και οπλίτας Ώθηναίους μεν χιλίους διακόσιους, στρατολογηθέντας εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων, Λησιώτας δε όσους περισσοτέρους ημπόρεσαν να προσλάβουν εις τας υπηρεσίας των, και διάφορα εφόδια, χρήσιμα διά τον πόλεμον, των οποίων την προμήθειαν διηυκόλυναν οι άλλοι υπήκοοι σύμμαχοι. Ξαρηγγέλθη όμως ο Βημοσθένης να πλεύση πρώτον μετά του Ταρικλέους και συμπράξη εις τας πολεμικάς αυτού επιχειρήσεις κατά των ακτών της Ιακωνικής. Φς εκ τούτου, καταπλεύσας εις Ώίγιναν, επερίμενε την συγκέντρωσιν του υπολοίπου στρατεύματος του και την υπό τον Ταρικλή παραλαβήν των Ώργείων Νπλιτών.
Γις την Πικελίαν, κατά την αυτήν περίπου εποχήν της ανοίξεως, ο Αύλιππος επέστρεψεν εις τας Πυρακούσας, φέρων όσους περισσοτέρους στρατιώτας ημπόρεσεν από τας διαφόρους πόλεις, των οποίων επέτυχε την συνδρομήν. Θαι συγκαλέσας τους Πυρακουσίους τους είπεν ότι οφείλουν να εξοπλίσουν όσον μεγαλήτερον στόλον ημπορέσουν, διά να δοκιμάσουν την τύχην των και κατά θάλασσαν, καθόσον ήλπιζε να επιτύχη εκ τούτου ευνοϊκά διά την έκβασιν του πολέμου αποτελέσματα, άξια του κινδύνου, εις τον οποίον θα εξετίθεντο. Ρους λόγους του υπεστήριξε προ πάντων ο Γρμοκράτης, προσπαθών να τους πείση ότι δεν πρέπει να φοβούνται να επιτεθούν κατά θάλασσαν εναντίον των Ώθηναίων. Ησχυρίσθη, ότι και εκείνοι δεν εκληρονόμησαν την ναυτικήν τέχνην από τους πατέρας των, ούτε ήσαν ανέκαθεν έμπειροι αυτής, αλλ' ότι ήσαν περισσότερον χερσαίοι από τους Πυρακουσίους και ηναγκάσθησαν από τους Ξέρσας να γίνουν ναυτικοί. Ιαός τολμηρός, όπως είναι οι Ώθηναίοι, θεωρούν ως κινδυνωδεστάτους εχθρούς εκείνους, οι οποίοι
αντιτάσσονται κατ' αυτών με ίσην τόλμην. Βιότι όπως εκείνοι εκφοβίζουν ενίοτε τους άλλους όχι διά της υπεροχής της δυνάμεως των, αλλά διά του θράσους των επιχειρήσεων των, και οι Πυρακούσιοι επίσης ημπορούν να εμβάλουν εις τους εχθρούς των όμοιον φόβον. Ήτο απολύτως βέβαιος, προσέθεσεν, ότι αν οι Πυρακούσιοι τολμήσουν ν' αντιμετωπίσουν τον στόλον των Ώθηναίων, ενώ αυτοί δεν το περιμένουν, θα τους καταπλήξουν, και η ωφέλεια, την οποίαν θα πορισθούν εντεύθεν, θα είναι μεγαλητέρα από την βλάβην, την οποίαν η ικανότης εκείνων θα επροξένει εις την απειρίαν αυτών. Γπέμεινεν, επομένως, ότι δεν πρέπει να διστάσουν ν' αντιμετρηθούν προς τον εχθρικόν στόλον. Ώι παροτρύνσεις αυταί του Αυλίππου, του Γρμοκράτους, ίσως δε και άλλων, είχαν ως αποτέλεσμα ότι οι Πυρακούσιοι απεφάσισαν προθύμως να ναυμαχήσουν και ήρχισαν εξοπλίζοντες τον στόλον των.
ταν ο στόλος ετοιμάσθη, ο Αύλιππος εξεκίνησεν επί κεφαλής ολοκλήρου του στρατού της ξηράς, εν καιρώ νυκτός, όπως διευθύνη αυτοπροσώπως επίθεσιν κατά των οχυρωμάτων του Ξλημμυρίου. Πυγχρόνως και κατόπιν συνθήματος, μία μεν μοίρα του στόλου των Πυρακουσίων, αποτελούμενη από τριάντα πέντε πλοία, εξεκίνησε προς επίθεσιν εκ του Κεγάλου Ιιμένος, ενώ η άλλη, αποτελούμενη από σαράντα πέντε πλοία, εξεκίνησεν εκ του Κικρού Ιιμένος, όπου ευρίσκετο και το νεώριόν των, και περιέπλευσε την νησίδα, διά να ενωθή με την εντός του Κεγάλου ευρισκομένην μοίραν, και επιτεθούν συγχρόνως κατά του Ξλημμυρίου, όπως οι Ώθηναίοι, προσβαλλόμενοι συγχρόνως από ξηράς και θαλάσσης, περιέλθουν εις σύγχυσιν. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, επεβίβασαν και αυτοί εσπευσμένως τα πληρώματα εξήντα πλοίων. Θαι τα μεν είκοσι πέντε εξ αυτών επετέθησαν κατά της εντός του Κεγάλου Ιιμένος μοίρας των τριάντα πλοίων των Πυρακουσίων. Ρα υπόλοιπα, πλέοντα εναντίον της περιπλεούσης την νησίδα εχθρικής μοίρας, συνεπλάκησαν προς αυτήν, αμέσως προ του στόματος του λιμένος και η ναυμαχία εξηκολούθει επί πολύ ισόπαλος, των μεν ζητούντων να εκβιάσουν τον είσπλουν του λιμένος, των δε να εμποδίσουν αυτόν. 23. Γν τω μεταξύ, κατά τα εξημερώματα, και καθ' ην ώραν η Ώθηναϊκή φρουρά του Ξλημμυρίου είχε καταβή εις την παραλίαν και είχεν εστραμμένην την προσοχήν της εις την ναυμαχίαν, ο Αύλιππος επρόλαβε να επιτεθή αιφνιδιαστικώς κατά των οχυρωμάτων και κατέλαβε πρώτον το μεγαλήτερον εξ αυτών, έπειτα δε και τα δύο μικρότερα, των οποίων οι φρουροί δεν αντέταξαν αντίστασιν, όταν είδαν την ευκολίαν, με την οποίαν κατελήφθη το μεγαλήτερον. Θαι οι μεν άνδρες της φρουράς του πρώτου καταληφθέντος οχυρώματος, όσοι κατώρθωσαν να καταφύγουν εις τα μεταγωγικά πλοία και εν εμπορικόν, μετά μεγάλης δυσκολίας διεσώθησαν, μεταφερθέντες εις το στρατόπεδον, καθόσον η μοίρα του στόλου των Πυρακουσίων του Κεγάλου Ιιμένος, επικρατούσα κατά την ναυμαχίαν, απέσπασε προς δραστηρίαν καταδίωξιν των μίαν τριήρη, και δη ταχείαν. Ώλλά καθ' ην στιγμήν τα δύο μικρότερα οχυρώματα έπιπταν εις χείρας των Πυρακουσίων, η τύχη της ναυμαχίας είχε μεταστραφή και οι Πυρακούσιοι ηττώντο ήδη, ούτως ώστε οι διαφυγόντες εξ αυτών κατώρθωσαν, πλέοντες παρά την παραλίαν, να φθάσουν ευκολώτερον εις το στρατόπεδον. Βιότι τα πλοία των Πυρακουσίων, τα οποία εναυμάχουν προ του στομίου του Κεγάλου Ιιμένος, αφού απώθησαν τα Ώθηναϊκά, εισέπλεαν με μεγάλην αταξίαν, και συγκρουόμενα προς άλληλα, άφισαν να τους διαφύγη η νίκη από τας χείρας των, και στραφή εις τους Ώθηναίους, οι οποίοι όχι μόνον τα πλοία αυτά έτρεψαν εις άτακτον φυγήν, αλλά και εκείνα, υπό των οποίων είχαν νικηθή κατ' αρχάς εντός του λιμένος. Ένδεκα πλοία των Πυρακουσίων ηχρηστεύθησαν και το μεγαλήτερον μέρος των πληρωμάτων τούτων
εφονεύθη, πλην τριών πλοίων, των οποίων τα πληρώματα ηχμαλωτίσθησαν, ενώ εκ των ιδικών των πλοίων κατεστράφησαν τρία. Νι Ώθηναίοι, ανελκύσαντες τα ναυάγια των Πυρακουσίων και στήσαντες τρόπαιον επί του νησιδίου, του κειμένου προ του Ξλημμυρίου, επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των. 24. Ώλλ' ενώ τοιαύτη υπήρξεν η έκβασις της ναυμαχίας διά τους Πυρακουσίους, ούτοι ήσαν ήδη κύριοι των οχυρωμάτων του Ξλημμυρίου και έστησαν τρία τρόπαια, ανά εν δι' έκαστον εξ αυτών. Θαι το μεν εν εκ των δύο μικρότερων, των έπειτα κυριευθέντων κατεδάφισαν, τα δύο άλλα όμως επεσκεύασαν και ετοποθέτησαν εις αυτά φρουράν. Θατά την άλωσιν των οχυρωμάτων, εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν πολλοί και το σύνολον των προμηθειών, το όποιον ήτο σημαντικόν, κατελήφθη. Βιότι, επειδή οι Ώθηναίοι εχρησιμοποίουν τα οχυρώματα ταύτα ως αποθήκας, πολλά εμπορεύματα και τρόφιμα, ανήκοντα εις εμπόρους, ευρίσκοντο εντός αυτών, και πολλά πράγματα, ανήκοντα εις τους τριηράρχους, αφού τα ιστία και η λοιπή εξάρτυσις σαράντα πλοίων έπεσαν εις χείρας των εχθρών, μαζύ με τρεις τριήρεις, αι οποίαι ήσαν ανειλκυσμέναι εις την ξηράν. Ώλλά το μεγαλήτερον και σοβαρώτερον πλήγμα, το οποίον υπέστησαν οι Ώθηναίοι, ήτο η απώλεια του Ξλημμυρίου. Βιότι η απώλεια αύτη και τον εντός του λιμένος είσπλουν των πλοίων, των μεταφερόντων εφόδια διά τον στρατόν, κατέστησε του λοιπού επικίνδυνον, καθόσον μοίρα του στόλου των Πυρακουσίων, σταθμεύουσα εκεί, εμπόδιζε τον είσπλουν και ηναγκάζοντο ταύτα να εκβιάζουν την είσοδόν των, μαχόμενα, και κατάπληξιν και αποθάρρυνσιν εγέννησεν εις το στράτευμα.
Κετά τούτο, οι Πυρακούσιοι εξέπεμψαν δώδεκα πλοία, υπό την αρχηγίαν του συμπολίτου των Ώγαθάρχου. Γν εκ τούτων διηυθύνθη εις την Ξελοπόννησον, φέρον πρέσβεις, επιφορτισμένους να εκθέσουν την κατάστασιν των ως πλήρη ελπίδων και συστήσουν ακόμη δραστηριώτερον διεξαγωγήν του εκεί πολέμου. Ρα λοιπά ένδεκα έπλευσαν προς τας Ηταλικάς ακτάς, καθόσον έμαθαν τον επικείμενον κατάπλουν πλοίων γεμάτων από εφόδια, προωρισμένα διά τον στρατόν των Ώθηναίων. Πυναντήσαντες δε τα πλοία ταύτα, κατέστρεψαν τα περισσότερα και ενέπρησαν ναυπηγήσιμον ξυλείαν, την οποίαν είχαν συγκεντρώσει οι Ώθηναίοι εις το έδαφος της Θαυλωνίας. Θατόπιν ήλθαν εις τους Ιοκρούς και, ενώ ήσαν αγκυροβολημένοι εκεί, κατέπλευσεν εν εκ των εμπορικών πλοίων, τα οποία εξέπλευσαν εκ της Ξελοποννήσου, κομίζον οπλίτας Ζεσπιείς. Ξαραλαβόντες τούτους οι Πυρακούσιοι επί των πολεμικών σκαφών, έπλεαν παρά την ακτήν, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Ώλλά μοίρα Ώθηναϊκού στόλου εξ είκοσι πλοίων, παραφυλάξασα αυτούς εις τα βλαία Κέγαρα, εκυρίευσαν εν εκ των σκαφών μετά του πληρώματάς του, τα λοιπά όμως, διαφυγόντα αυτούς, κατέπλευσαν εις τας Πυρακούσας. Έγινεν αψιμαχία εις τον λιμένα των Πυρακουσών επίσης αψιμαχία εντός του λιμένος, διά τους πασσάλους, τους οποίους είχαν εμπήξει οι Πυρακούσιοι εντός της θαλάσσης έμπροσθεν των παλαιών νεωσοίκων, όπως πλοία των αγκυροβολούν όπισθεν αυτών και μη δύνανται τα Ώθηναϊκά πλοία να τα βλάπτουν, επιτιθέμενα διά του εμβόλου των. Νι Ώθηναίοι, δηλαδή, αφού έφεραν μέχρι των πασσάλων τούτων σκάφος χωρητικότητας δέκα χιλιάδων ταλάντων (250 περίπου τόννων), έχον πύργον και θώρακα, άλλους μεν εκ των πασσάλων απέσπων, προσδένοντες εις αυτούς εκ των λέμβων σχοινιά, τα οποία έσυραν διά του εργάτου, άλλους δε, καταδυόμενοι εντός της θαλάσσης, έκοπταν διά πρίονος. Νι Πυρακούσιοι, εν τω μεταξύ, έβαλαν εναντίον των εξακολουθητικώς βλήματα, τα οποία αυτοί ανταπέδιδαν εκ του ειρημένου σκάφους. Ρέλος οι Ώθηναίοι
κατώρθωσαν ν' αποσπάσουν το μεγαλητέρον μέρος των πασσάλων. Ώλλά το δυσκολώτερον μέρος απετέλει η κρυφία πασσάλωσις, διότι πολλούς εκ των πασσάλων είχαν εμπήξει, χωρίς να εξέχουν ούτοι υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, εις τρόπον ώστε ήτο επικίνδυνον να πλησίαση τις εις αυτούς με πλοίον, καθόσον, εάν δεν τους έβλεπεν εγκαίρως, ημπορούσε να το καθίση επ' αυτών ως επί υφάλων. Θαι τούτους όμως κολυμβηταί, καταδυόμενοι, έκοπτον διά του πρίονος, αντί μισθού. Νι Πυρακούσιοι όμως έμπηγαν αυτούς πάλιν. Θαι εις πολλάς άλλας επινοίας και παντοία στρατηγήματα κατέφευγαν οι μεν κατά των δε, όπως είναι φυσικόν, προκειμένου περί στρατών, αντιμετωπιζόντων αλλήλους εκ τόσον μικράς αποστάσεως, και οι ακροβολισμοί δεν έπαυαν.
Έστειλαν Νι Πυρακούσιοι ζητούν ενισχύσεις από τας Πικελικάς πόλεις επίσης οι Πυρακούσιοι εις τας πόλεις της Πικελίας πρέσβεις Θορινθίους και Ώμπρακιώτας και Ιακεδαιμονίους, όπως αναγγείλουν και την άλωσιν του Ξλημμυρίου και τα της ναυμαχίας, εξηγούντες, ότι η κατά θάλασσαν ήττα των ωφείλετο εις την ιδίαν αταξίαν μάλλον παρά εις υπερτέραν δύναμιν του εχθρού. Νι πρέσβεις συγχρόνως ήσαν επιφορτισμένοι να διακηρύξουν, ότι ήσαν πλήρεις ελπίδων, και ζητήσουν ν' αποστείλουν προς αυτούς ενισχύσεις και στρατού και πλοίων, καθόσον και οι Ώθηναίοι αναμένουν νέον στρατόν και αν προλάβουν να καταστρέψουν τον υπάρχοντα, πριν της αφίξεως του νέου, ο πόλεμος θα τερματισθή. Ραύτα εγίνοντο εις την Πικελίαν.
Ν Βημοσθένης, μετά την συγκέντρωσιν του στρατού, τον οποίον έμελλε να οδηγήση εις Πικελίαν, εξέπλευσεν από την Ώίγιναν, διευθυνόμενος προς τας Ξελοποννησιακάς ακτάς, και αφού συνηνώθη με την υπό τον Ταρικλή μοίραν εκ τριάντα Ώθηναϊκών πλοίων και επιβίβασαν τους Ώργείους οπλίτας, εξηκολούθησαν πλέοντες κατά των ακτών της Ιακωνικής και ερήμωσαν πρώτον μέρος του εδάφους της Γπιδαύρου Ιιμηράς. Ώκολούθως προσήγγισαν εις την ακριβώς απέναντι των Θυθήρων Ιακωνικήν ακτήν, όπου ευρίσκεται ο ναός του Ώπόλλωνος. Γκεί ερήμωσαν διάφορα μέρη της χώρας και ωχύρωσαν θέσιν τινά, συνδεομένην προς την ξηράν δι' ισθμού, προδήλως προς τον σκοπόν όπως αυτομολούν εκεί οι Γίλωτες των Ιακεδαιμονίων, και συγχρόνως ενεργούνται εκείθεν, όπως από την Ξύλον, ληστρικαί επιδρομαί. Ν Βημοσθένης, αφού συνέπραξεν εις την κατάληψιν της θέσεως ταύτης, ανεχώρησεν ευθύς, πλέων πλησίον της ακτής και διευθυνόμενος εις Θέρκυραν, όπως παραλάβη στρατιωτικήν δύναμιν και από τους εκεί συμμάχους και πλεύση με όλην την δυνατήν ταχύτητα εις Πικελίαν. Ν Ταρικλής, εξ άλλου, παραμείνας, έως ότου συντελεσθή η οχύρωσις της θέσεως, και αφίσας φρουράν προς φύλαξιν αυτής, απέπλευσε και αυτός με την μοίραν των τριάντα πλοίων εις τα ίδια. Ρο αυτό έπραξαν συγχρόνως και οι Ώργείοι.
Θατά το ίδιον θέρος, ήλθαν εις τας Ώθήνας χίλιοι τετρακόσιοι πελτασταί εκ των μαχαιροφόρων Ζρακών της φυλής των Βίων, οι οποίοι επρόκειτο να συνοδεύσουν τον Βημοσθένη εις Πικελίαν. Ώλλ' επειδή έφθασαν πολύ αργά, οι Ώθηναίοι εσκέπτοντο να τους στείλουν οπίσω. Βιότι, εκάστου πελταστού λαμβάνοντος ημερήσιον μισθόν δραχμής μιας, η διατήρησις αυτών εφαίνετο δαπάνη υπερβολική, ένεκα ιδίως της καταστάσεως, την οποίαν εδημιούργει ο εκ Βεκελείας διεξαγόμενος κατ' αυτών πόλεμος. Βιότι, αφότου η Βεκέλεια, οχυρωθείσα
κατά τας αρχάς του θέρους τούτου υπό ολοκλήρου του στρατού, κατείχετο ως διαρκής απειλή κατά της χώρας, το πρώτον μεν υπ' αυτού, έπειτα δε υπό φρουράς, την οποίαν παρείχαν κατά ωρισμένα χρονικά διαστήματα αι διάφοροι πόλεις αλληλοδιαδόχως, η κατοχή αυτής επροξένει μεγάλας ζημίας εις τους Ώθηναίους και διά των οικονομικών καταστροφών και των ανθρωπίνων απωλειών, τας οποίας επέφερε, συνετέλεσεν υπέρ παν άλλο εις την ηθικήν και υλικήν εξάντλησιν της πόλεως. Θαθόσον προηγουμένως αι εισβολαί ήσαν μικράς διαρκείας και επομένως δεν εμπόδιζαν την εκμετάλλευσιν του εδάφους κατά το λοιπόν διάστημα του έτους. Ρότε όμως η κατοχή ήτο συνεχής και η χώρα υφίστατο απαύστους επιδρομάς, ότε μεν υπό πολυαριθμοτέρων εχθρών, άλλοτε δε πάλιν υπό της συνήθους φρουράς, η οποία αναγκαστικώς έζη εκ της λεηλασίας. Ν βασιλεύς των Ιακεδαιμονίων Άγις, παριστάμενος αυτοπροσώπως, κατηνάλισκεν όλην του την δραστηριότητα εις την διεξαγωγήν του πολέμου. Ρα παθήματα των Ώθηναίων ήσαν ανεκδιήγητα. Βιότι και το έδαφος των ολόκληρον είχαν στερηθή, και πλέον των είκοσι χιλιάδων δούλων, εκ των οποίων πολλοί ήσαν τεχνίται, είχαν αυτομολήσει, και τα πρόβατα και τα υποζύγια είχαν καταστραφή, και επειδή το ιππικόν ευρίσκετο καθ' εκάστην επί ποδός, είτε ενεργούν επιδρομάς κατά της Βεκέλειας, είτε περιπολούν εις διάφορα σημεία της χώρας, άλλοι μεν εκ των ίππων εγίνοντο χωλοί ως εκ των συνεχών ταλαιπωριών επί τραχέος εδάφους και άλλοι ετραυματίζοντο. 28. Θαι η εισαγωγή των τροφίμων εξ Γυβοίας, η οποία εγίνετο προηγουμένως ταχύτερον διά του Φρωπού και του εδάφους της Βεκέλειας, εγίνετο ήδη δαπανηρότερα διά θαλάσσης, διότι ηναγκάζοντο να την κάμνουν, κάμπτοντες το Πούνιον. Άλλωστε η πόλις ήτο υποχρεωμένη να εισάγη κάθε τι έξωθεν και αι Ώθήναι αντί πόλεως κατέστησαν φρούριον. Θαθόσον οι Ώθηναίοι, την μεν ημέραν εφρούρουν επί των επάλξεων κατά σειράν, την νύκτα όμως, εκτός των ιππέων, όλοι ανεξαιρέτως οι άλλοι ήσαν υποχρεωμένοι να φρουρούν συγχρόνως, άλλοι μεν εις τα διάφορα φυλακεία, και άλλοι επί του τείχους, και θέρος και χειμώνα, και ως εκ τούτου κατεπονούντο. Ώλλ' ό,τι προ πάντων επίεζεν αυτούς, ήτον η ανάγκη της διεξαγωγής δύο συγχρόνως πολέμων, τους οποίους άλλωστε διεξήγαν με τοιαύτην ισχυρογνωμοσύνην, την οποίαν, αν ήκουε κανείς ότι επεδείχθη εις παρελθούσαν εποχήν, θα εθεώρει απίστευτον. Βιότι απίστευτον τωόντι ήτο ότι και αυτός ο αποκλεισμός των διά της οχυρώσεως της Βεκελείας υπό των Ξελοποννησίων δεν τους ηνάγκασε να εκκενώσουν την Πικελίαν, αλλ' εξηκολούθουν ν' αποκλείουν εκεί δι' ομοίου τρόπου τας Πυρακούσας, πόλιν αυτήν καθ' εαυτήν όχι μικροτέραν των Ώθηνών, και ότι θα διέψευδαν διά της δυνάμεως και της τόλμης των τόσον πολύ τους υπολογισμούς των Γλλήνων, εκ των οποίων, κατά τας αρχάς του πολέμου, άλλοι μεν ενόμιζαν, ότι, αν οι Ξελοποννήσιοι εισβάλουν εις την Ώττικήν, οι Ώθηναίοι δεν θ' ανθέξουν πλέον του ενός έτους, άλλοι πλέον των δύο και άλλοι πλέον των τριών, κανείς όμως δεν υπέθετεν, ότι θ' ανθέξουν περισσότερον, ώστε δέκα επτά όλα έτη μετά την πρώτην εισβολήν, ενώ ήδη ήσαν καθ' όλα εξηντλημένοι εκ του πολέμου, να έλθουν εις Πικελίαν και αναλάβουν νέον πόλεμον, ουδαμώς μικρότερον από τον πόλεμον κατά των Ξελοποννησίων, εις τον οποίον ήσαν ήδη περιπεπλεγμένοι. Ένεκα των λόγων τούτων και των μεγάλων ζημιών, τας οποίας υφίσταντο τότε εκ της Βεκελείας, και των άλλων δαπανών, αι οποίαι επέπεσαν βαρείαι επάνω των, περιήλθαν εις μεγίστην οικονομικήν στενοχωρίαν. Θατά την αυτήν συγχρόνως εποχήν, επέβαλαν εις τους υπηκόους συμμάχους και τον δασμόν πέντε τοις εκατόν επί της αξίας των διά των συμμαχικών λιμένων εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων, εις αντικατάστασιν του κατ' αποκοπήν φόρου, νομίζοντες, ότι θα εισπράττουν τοιουτοτρόπως μεγαλήτερα ποσά. Βιότι, ενώ αι δαπάναι δεν έμειναν
εις το πρώην επίπεδον, αλλ' υψώθησαν κατά πολύ, εφόσον και ο πόλεμος απέβη μεγαλήτερος, αι πρόσοδοι καθ' εκάστην εστείρευαν. 29. Ζέλοντες λοιπόν, ένεκα της επικρατούσης χρηματικής απορίας, να επιτύχουν οικονομίας, απέστειλαν ευθύς οπίσω τους Ζράκας, οι οποίοι, καθυστερήσαντες, έφθασαν μετά την αναχώρησιν του Βημοσθένους, τάξαντες επί κεφαλής αυτών τον Βιειτρέφην, όπως τους οδηγήση, και παραγγείλαντες εις αυτόν, επειδή επρόκειτο να διέλθουν διά του Γυρίπου, να τους χρησιμοποίηση, όπως προξενήση κατά την διέλευσίν των, ό,τι βλάβας ημπορούσεν εις τους εχθρούς. Ν Βιειτρέφης απεβίβασεν αυτούς εις το έδαφος της Ρανάγρας, όπου προέβη εις εσπευσμένην λεηλασίαν. Ρο εσπέρας της αυτής ημέρας ανεχώρησεν εκ Ταλκίδος της Γυβοίας και διελθών τον Γύριπον, απεβιβάσθη εις την παραλίαν της ΐοιωτίας, οπόθεν επί κεφαλής αυτών προήλασε κατά της Κυκαλησσού. Θαταυλισθείς δ' απαρατήρητος την νύκτα πλησίον του ναού του Γρμού, απέχοντος δέκα εξ περίπου σταδίους της Κυκαλησσού, επετέθη κατά τα εξημερώματα εναντίον της πόλεως, η οποία δεν είναι μεγάλη και κατέλαβεν αυτήν αφρούρητον. Θαθόσον οι κάτοικοι δεν εφαντάζοντο ποτέ, ότι ημπορούσε κανείς να προέλαση τόσον πολύ εκ της θαλάσσης προς το εσωτερικόν, διά να τους επιτεθή. Άλλωστε το τείχος ήτο ασθενές και εις μερικά μέρη είχε καταπέσει, ενώ εις άλλα ήτο χαμηλόν και εκτός τούτου μερικαί από τας πύλας αυτού ήσαν ανοικταί, λόγω του αισθήματος της ασφαλείας, υπό του οποίου κατείχοντο οι κάτοικοι. Νι Ζράκες, εισορμήσαντες εντός της πόλεως, ήρχισαν λεηλατούντες τας οικίας και τους ναούς και φονεύοντες τους κατοίκους. Βεν εφείδοντο ουδενός, ούτε των γερόντων, ούτε των νεωτέρων, αλλ' έσφαζαν κατά σειράν πάντας όσους συνήντων, και αυτά τα γυναικόπαιδα και αυτά ακόμη τα υποζύγια και κάθε έμψυχον πράγμα που έβλεπαν. Βιότι οι Ζράκες, καθώς όλοι οι πλέον βάρβαροι λαοί, είναι αιμοδιψείς, οσάκις δεν φοβούνται. Θαι εις την περίστασιν αυτήν, ο πανικός υπήρξε μέγας και ο όλεθρος ενέσκηψεν υπό μυρίας μορφάς. Γισορμήσαντες οι εισβολείς μεταξύ άλλων και εντός ευρυχώρου σχολείου, οι νεαροί μαθηταί του οποίου προ μικρού μόλις είχαν εισέλθει εις αυτό, κατέσφαξαν αυτούς μέχρις ενός. Νυδέποτε μεγαλητέρα συμφορά επέπεσεν επί ολοκλήρου πόλεως, ουδέποτε πλέον απροσδόκητος και τρομερά από αυτήν. 30. Νι Ζηβαίοι, μαθόντες τα γενόμενα, έσπευσαν εις βοήθειαν και καταφθάσαντες τους Ζράκας, πριν απομακρυνθούν πολύ από την πόλιν, τους αφήρεσαν την λείαν, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωκαν μέχρι του Γυρίπου, όπου ανέμεναν αυτούς αγκυροβολημένα τα πλοία, που τους είχαν μεταφέρει. Θαι οι πλείστοι των πεσόντων εξ αυτών εφονεύθησαν, καθ' ην ώραν επεχείρουν να επιβιβασθούν, καθόσον και να κολυμβούν δεν εγνώριζαν και οι επί των πλοίων, βλέποντες τα γινόμενα εις την παραλίαν, ηγκυροβόλησαν αυτά εις απόστασιν, όπου δεν έφθαναν τα βέλη. Γνώ αντιθέτως, κατά την λοιπήν υποχώρησιν, οι Ζράκες ημύνοντο επιτυχώς κατά του Ζηβαϊκού ιππικού, το οποίον πρώτον τους επετέθη, εξορμώντες κατ' αυτού και πάλιν συμπυκνούντες τας τάξεις των, κατά την επιχώριον τακτικήν των, και ως εκ τούτου αι απώλειαί των κατά την διάρκειαν αυτής υπήρξαν μικραί. Ώλλά μέρος εξ αυτών, το οποίον, τραπέν εις διαρπαγήν, συνελήφθη εντός της πόλεως, εφονεύθη. Γκ των χιλίων τριακοσίων Ζρακών, διακόσιοι πενήντα εν συνόλω εφονεύθησαν. Ώι απώλειαι, εξ άλλου, των Ζηβαίων και των άλλων, όσοι έσπευσαν συγχρόνως εις βοήθειαν, ανήλθαν εις είκοσι περίπου ιππείς και οπλίτας ομού και μεταξύ των πεσόντων ήτο ο ΐοιωτάρχης Ζηβαίος Πκιρφώνδας, ενώ εκ των Κυκαλησσίων μέγα μέρος εξωλοθρεύθησαν. Ροιαύτη υπήρξεν η τύχη της
Κυκαλησσού, υποστάσης καταστροφήν, η οποία, εν συγκρίσει προς το μέγεθος της πόλεως, δεν υπήρξεν ολιγώτερον αξιοθρήνητος από καμμίαν άλλην, όσαι συνέβησαν κατά τον πόλεμον αυτόν.
Θαθ' όν χρόνον ο Βημοσθένης, μετά την συμπλήρωσιν του οχυρώματος, απέπλεεν, ως ήδη ελέχθη, εκ της Ιακωνικής διά την Θέρκυραν, συνήντησεν εις την Σαιάν της Ελείας εμπορικόν σκάφος, επί του οποίου έμελλαν να διαπεραιωθούν εις την Πικελίαν οι Θορίνθιοι οπλίται, και κατέστρεψεν αυτό. Ώλλ' οι οπλίται, διαφυγόντες, ευρήκαν ύστερον άλλο πλοίον, με το οποίον και απέπλευσαν. Κετά τούτο ο Βημοσθένης, ελθών εις Δάκυνθον και Θεφαλληνίαν, παρέλαβεν οπλίτας και από τους Κεσσηνίους της Λαυπάκτου εζήτησε την αποστολήν τοιούτων και έπειτα διέβη εις τας επί της απέναντι ηπείρου πόλεις της Ώκαρνανίας, Ώλύζειαν και Ώνακτόριον, το οποίον ευρίσκετο υπό την κατοχήν των Ώθηναίων. Γκεί τον συνήντησεν ο Γυρυμέδων, επανερχόμενος εκ Πικελίας, όπου, ως ήδη ελέχθη, είχεν αποσταλή, διαρκούντος του χειμώνος, διά να φέρη χρήματα προς τον στρατόν. Νύτος ανήγγειλε προς αυτόν, πλην αλλων, ότι επιστρέφων ήδη, έμαθε κατά τον πλουν, ότι το Ξλημμύριον κατελήφθη υπό των Πυρακουσίων. Πυγχρόνως ήλθε προς αυτούς ο Θόνων, φρούραρχος της Λαυπάκτου, αναγγέλλων, ότι η μοίρα των είκοσι πέντε Θορινθιακών πλοίων, η οποία ήτον αγκυροβολημένη απέναντι των, εδείκνυε πολεμικάς διαθέσεις και εσκόπευε να ναυμαχήση. Γζήτησε λοιπόν από αυτούς την αποστολήν πλοίων, προς ενίσχυσιν, καθόσον τα δέκα οκτώ πλοία, τα οποία απετέλουν την Ώθηναϊκήν μοίραν, δεν ήσαν εις θέσιν να ναυμαχήσουν προς τα είκοσι πέντε εχθρικά. Φς εκ τούτου, ο Βημοσθένης και ο Γυρυμέδων απέστειλαν μετά του Θόνωνος, προς ενίσχυσιν της μοίρας της Λαυπάκτου, δέκα εκ των ταχυπλοωτέρων σκαφών των. Ώυτοί εξάλλου κατεγίνοντο με την συγκέντρωσιν του στρατού. Θαι ο μεν Γυρυμέδων, διακόψας το εις Ώθήνας ταξείδιον, ανέλαβε του λοιπού, σύμφωνα με τον διορισμόν του, την συναρχηγίαν της εκστρατείας μετά του Βημοσθένους και πλεύσας εις Θέρκυραν, εζήτησεν από τους κατοίκους να εξοπλίσουν δέκα πέντε πλοία και εστρατολόγει οπλίτας, ενώ ο Βημοσθένης συνεκέντρωνε σφενδονιστάς και ακοντιστάς εκ της Ώκαρνανίας.
Νι πρέσβεις, οι οποίοι, μετά την άλωσιν του Ξλημμυρίου, απεστάλησαν, ως ήδη ελέχθη, εις τας πόλεις της Πικελίας, έπεισαν μερικάς εξ αυτών ν' αποστείλουν ενισχύσεις, τας οποίας, συγκεντρώσαντες, επρόκειτο να οδηγήσουν εις τας Πυρακούσας. Ώλλ' ο Λικίας, πληροφορηθείς εγκαίρως περί τούτου, διεμήνυσε προς τους συμμάχους των Ώθηναίων Πικελούς, τους Θεντόριπας, τους Ώλικυαίους και άλλους, οι οποίοι εδέσποζαν της οδού, διά της οποίας αι ενισχύσεις αυταί έμελλαν να διέλθουν, να μη επιτρέψουν εις αυτούς την διάβασιν, αλλά να συγκεντρωθούν και τους εμποδίσουν. Θαι δεν επεχείρουν να διέλθουν δι' άλλης οδού, επειδή οι Ώκραγαντίνοι δεν τους επέτρεπαν να περάσουν διά του εδάφους των. Γνώ δ' αι ενισχύσεις των Πικελιωτών ήσαν καθ' οδόν, οι Πικελοί, συμμορφούμενοι προς την αίτησιν των Ώθηναίων, έστησαν ενέδραν και επιπεσόντες κατ' αυτών αιφνιδιαστικώς, ενώ εβάδιζαν άνευ προφυλάξεων, εφόνευσαν οκτακόσιους περίπου και όλους τους πρέσβεις, πλην του Θορινθίου, ο οποίος, τεθείς επί κεφαλής των διαφυγόντων, χιλίων πεντακοσίων περίπου, ωδήγησεν αυτούς εις τας Πυρακούσας.
Θατά τας ιδίας περίπου ημέρας, έφθασεν εκ Θαμαρίνης ενίσχυσις πεντακοσίων οπλιτών, τριακοσίων ακοντιστών και τριακοσίων τοξοτών. Θαι οι κάτοικοι της Αέλας έστειλαν πέντε πολεμικά σκάφη, τετρακοσίους ακοντιστάς και διακοσίους ιππείς. Βιότι, πλην των Ώκραγαντίνων, οι οποίοι άλλωστε έμεναν ουδέτεροι, ολόκληρος σχεδόν η άλλη Πικελία, η οποία προηγουμένως παρηκολούθει επιφυλακτική την πορείαν των γεγονότων ενώθη ήδη εις βοήθειαν των Πυρακουσίων εναντίον των Ώθηναίων. Νι Πυρακούσιοι, μετά την καταστροφήν που υπέστησαν εις την χώραν των Πικελών, ανέβαλαν επί τινα χρόνον πάσαν κατά των Ώθηναίων επίθεσιν. Ν Βημοσθένης, εξ άλλου, και ο Γυρυμέδων, επειδή ο στρατός, τον οποίον συνεκέντρωσαν εκ της Θερκύρας και εκ της Πτερεάς, ήτο ήδη έτοιμος, διεπεραιώθησαν, με όλας τας δυνάμεις των, διά του Ηονίου πελάγους εις το ακρωτήριον της Ηαπυγίας. Γκείθεν πάλιν εκκινήσαντες, προσήγγισαν εις τας Τοιράδας νήσους της Ηαπυγίας, και αφού παρέλαβαν εκατόν πεντήκοντα Ηάπυγας ακοντιστάς, εκ της φυλής των Κεσσαπίων, και ανανέωσαν παλαιάν φιλίαν προς τον Άρταν, εγχώριον ηγεμόνα, ο οποίος τους παρεχώρησε τους ακοντιστάς συνέχισαν τον πλουν και έφθασαν εις το Κεταπόντιον της Ηταλίας. Θαι αφού παρέλαβαν τριακόσιους ακοντιστάς και δύο τριήρεις, που έπεισαν τους Κεταποντίους να τους παραχωρήσουν, επικαλούμενοι την προς αυτούς συμμαχίαν, κατέπλευσαν εις τους Ζουρίους, πλέοντες παρά την ακτήν. Γκεί ευρήκαν, ότι η αντίθετος προς τους Ώθηναίους μερίς είχεν εκπέσει της αρχής, συνεπεία στάσεως. Θαι θέλοντες να προβούν εις συγκέντρωσιν και επιθεώρησιν ολοκλήρου του στρατού, διά να βεβαιωθούν, ότι κανείς δεν έλειπε, και δοκιμάσουν να επιτύχουν την μετά ζήλου συμμετοχήν των Ζουρίων εις την εκστρατείαν και την σύναψιν επιθετικής και αμυντικής προς αυτούς συμμαχίας, τώρα που η καλή των τύχη είχε φέρει την πτώσιν της αντιθέτου των μερίδος, παρέμειναν εκεί επί τινα χρόνον, προς τον σκοπόν τούτον.
Θατά τον αυτόν περίπου χρόνον, η Ξελοποννησιακή μοίρα των είκοσι πέντε πλοίων, η οποία εστάθμευεν απέναντι της Ώθηναϊκής μοίρας της Λαυπάκτου, διά να καλύψη την διάβασιν των εμπορικών πλοίων, τα οποία μετέφεραν τας εις την Πικελίαν αποστελλόμενος ενισχύσεις, ητοιμάσθη προς ναυμαχίαν και ενισχυθείσα διά του εξοπλισμού μερικών ακόμη σκαφών, ώστε ο αριθμός των πλοίων να εξισωθή περίπου προς τα της Ώθηναϊκής μοίρας, ηγκυροβόλησεν εις τον Γρινεόν της περιφερείας των Ουπών της Ώχαίας. Ν όρμος ούτος είχε σχήμα τόξου, και ο στρατός της ξηράς, ο οποίος είχε προσέλθει εις βοήθειαν του στόλου από την Θόρινθον και τους συμμάχους των πέριξ μερών, είχε παραταχθή επί των εκατέρωθεν προεξεχόντων ακρωτηρίων, ενώ ο στόλος, του οποίου αρχηγός ήτο ο Θορίνθιος Ξολυάνθης, απέφρασσε την είσοδον. Νι Ώθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Βιφίλου, εκκινήσαντες εκ της Λαυπάκτου, έπλεαν εναντίον των. Νι Θορίνθιοι κατ' αρχάς δεν εκινούντο, έπειτα όμως, υψωθέντος του σήματος κατά την κατάλληλον στιγμήν, ώρμησαν εναντίον των Ώθηναίων και ήρχισεν η ναυμαχία, η οποία υπήρξε μακρά και επίμονος. Ρρία πλοία των Θορινθίων κατεστράφησαν, ενώ εκ των Ώθηναϊκών κανέν μεν δεν εβυθίσθη εξ ολοκλήρου, επτά όμως, εάν ο αριθμός που μου εδόθη είναι ακριβής, κατέστησαν άχρηστα προς πλουν, καθόσον τα Θορινθιακά πλοία επετίθεντο κατ' ευθείαν κατά της πρώρας των και έχοντα επίτηδες παχυτέρας τας επωτίδας, διερρήγνυαν το πρόσθιον μέρος των Ώθηναϊκών πλοίων. Ε ναυμαχία υπήρξεν αμφίρροπος, ώστε εκάτερος εξ αυτών διεξεδίκει την νίκην, μετά τον αποχωρισμόν όμως των δύο στόλων, οι Ώθηναίοι έγιναν κύριοι των ναυαγίων,
καθ' όσον ο άνεμος απωθεί αυτά προς το πέλαγος και οι Θορίνθιοι δεν εξήλθαν, όπως αμφισβητήσουν την κατοχήν των, ουδέ έγινε καμμία καταδίωξις, ούτε αιχμάλωτοι του ενός ή του άλλου μέρους συνελήφθησαν. Βιότι οι μεν Θορίνθιοι και οι λοιποί Ξελοποννήσιοι, ναυμαχούντες πλησίον της ξηράς, διεσώζοντο εκεί ευκόλως, ενώ εκ των Ώθηναϊκών πλοίων κανέν δεν εβυθίσθη. Κετά τον απόπλουν των Ώθηναίων εις Λαύπακτον, οι Θορίνθιοι έστησαν ευθύς τρόπαιον, θεωρούντες εαυτούς νικητάς, λόγω του ότι ηχρήστευσαν περισσότερα εχθρικά σκάφη και ενόμισαν, ότι δεν ηττήθησαν, διά τον λόγον ακριβώς, ένεκα του οποίου και οι Ώθηναίοι εθεώρησαν ότι δεν ενίκησαν. Βιότι και οι Θορίνθιοι εθεώρησαν, ότι νικούν, εφόσον δεν είχαν νικηθή εξ ολοκλήρου, και οι Ώθηναίοι, ότι νικώνται, εφόσον δεν είχαν νικήσει αποφασιστικώς. Ώλλά μετά τον απόπλουν των Ξελοποννησίων και την διάλυσιν του στρατού ξηράς, οι Ώθηναίοι έστησαν και αυτοί τρόπαιον, ως νικηταί επί της Ώχαϊκής ακτής, εις απόστασιν είκοσι περίπου σταδίων από του Γρινεού, όπου ήσαν αγκυροβολημένοι οι Θορίνθιοι. Ροιούτον υπήρξε το αποτέλεσμα της ναυμαχίας.
ταν οι Ζούριοι επείσθησαν να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν με επτακοσίους οπλίτας και τριακοσίους ακοντιστάς, ο Βημοσθένης και ο Γυρυμέδων διέταξαν τον στόλον να πλεύση προς την παραλίαν και προς το έδαφος του Θρότωνος, ενώ αυτοί, αφού πρώτον επεθεώρησαν ολόκληρον τον στρατόν της ξηράς, τον ωδήγουν διά του εδάφους της Ζουρίας προς τον ποταμόν Πύβαριν. Ώλλ' όταν είχαν φθάσει εις τον ποταμόν λίαν και οι Θροτωνιάται τους διεμήνυσαν, ότι δεν θέλουν να διέλθη ο στρατός διά του εδάφους των, κατήλθαν εις την παραλίαν και κατηυλίσθησαν παρά τας εκβολάς του λίου, όπου ήλθε προς συνάντησίν των και ο στόλος. Ρην επομένην, επιβιβασθέντες, έπλεαν κατά μήκος της ακτής προσεγγίσαντες εις τας διαφόρους παραλίους πόλεις εκτός των Ιοκρών, έως ότου έφθασαν εις την Ξέτραν της περιφερείας του Οηγίου.
Γν τω μεταξύ, οι Πυρακούσιοι, πληροφορηθέντες την προσέγγισιν των, ήθελαν να δοκιμάσουν νέαν επίθεσιν διά του στόλου των και συγχρόνως διά του στρατού της ξηράς, τον οποίον είχαν συγκεντρώσει, επιδιώκοντες να προλάβουν και επιτεθούν προ της αφίξεως των νέων ενισχύσεων. Ε εξάρτυσις του στόλου των έγινε γενικώς κατά τρόπον, ο οποίος, κατόπιν της πείρας της προηγουμένης ναυμαχίας, εθεωρήθη παρουσιάζων μεγαλήτερα υπέρ αυτών πλεονεκτήματα. Γιδικώτερον όμως, περικόψαντες τας πρώρας των πλοίων, κατέστησαν αυτάς στερεωτέρας και επέθεσαν επ' αυτών παχείας επωτίδας, στηρίξαντες αυτάς με αντηρίδας, τας οποίας προσήλωσαν εις την εσωτερικήν και εξωτερικήν πλευράν του σκάφους, μέχρι μήκους εξ πήχεων, καθ' ον τρόπον και οι Θορίνθιοι είχαν βελτιώσει τας πρώρας των πλοίων των, πριν ναυμαχήσουν κατά της μοίρας της Λαυπάκτου. Βιότι οι Πυρακούσιοι ενόμισαν, ότι θα πλεονεκτήσουν κατ' αυτόν τον τρόπον απέναντι των Ώθηναϊκών πλοίων, των οποίων η ναυπήγησις δεν παρείχεν αντίστοιχον πλεονέκτημα, αλλ' είχαν ασθενή την πρώραν, ως εκ του ότι δεν εχρησιμοποίουν το έμβολόν των κατά της πρώρας, αλλά δι' ελιγμού κατά της πλευράς των εχθρικών σκαφών. Ξρόσθετον άλλωστε πλεονέκτημα δι' αυτούς θα ήτο η διεξαγωγή της ναυμαχίας εντός του Κεγάλου Ιιμένος, όπου εις στενόν χώρον θα συνεκεντρούτο μέγας αριθμός πλοίων. Βιότι, προσβάλλοντες τα εχθρικά πλοία κατά πρώραν, θα τα διερρήγνυαν, αφού θα έπλητταν δι' εμβόλων στερεών και παχέων κοίλα και ασθενή τοιαύτα. Ξράγματι, οι Ώθηναίοι, ευρισκόμενοι εντός του στενού χώρου, δεν θα ημπορούσαν ούτε δι' ελιγμού να εμβάλουν, ούτε την εχθρικήν παράταξιν να διασπούν
προ της εμβολής, ενώ ταύτα ακριβώς απετέλουν τους χειρισμούς της ναυτικής των τακτικής, εις τους οποίους έτρεφαν μεγαλητέραν εμπιστοσύνην. Θαθόσον τον μεν δεύτερον εκ των δύο τούτων χειρισμών θα έκαμναν αυτοί ό,τι ημπορούσαν διά να προλάβουν, τον δε πρώτον θα εμπόδιζεν η στενότης του χώρου. ,τι απεδίδετο προηγουμένως εις αμάθειαν των πηδαλιούχων, η κατά πρώραν δηλαδή επίθεσις, τούτο απετέλει δι' αυτούς μέγιστον πλεονέκτημα, του οποίου θα έκαμναν συνεχή χρήσιν. Βιότι, εάν οι Ώθηναίοι, ωθούμενοι, ανέκρουαν πρύμναν, δεν ηδύναντο παρά να διευθυνθούν προς την ξηράν και δη από μικράς αποστάσεως και εις μικράν μόνον έκτασιν αυτής, εις αυτήν δηλαδή την παραλίαν του στρατοπέδου των, ενώ αυτοί θα ήσαν κύριοι του λοιπού λιμένος. Θαι εάν ηττώμενοι εξηναγκάζοντο να συγκεντρωθούν εις στενόν χώρον και όλοι εις το αυτό μέρος, θα περιήρχοντο εις σύγχυσιν, ως εκ του ότι τα σκάφη θα συνεκρούοντο αμοιβαίως προς άλληλα πράγμα το οποίον, τωόντι τα μέγιστα έβλαψε τους Ώθηναίους εις όλας τας έκτοτε ναυμαχίας, καθόσον δεν ηδύναντο ν' ανακρούσουν πρύμναν, όπως οι Πυρακούσιοι, προς όλα τα σημεία του λιμένος. Γφόσον, άλλωστε, αυτοί ημπορούσαν κατ' αρέσκειαν να επιτίθενται κατά την διεύθυνσιν του πελάγους ή να ανακρούουν πρύμναν προς αυτό, οι Ώθηναίοι δεν θα ηδύναντο να εξέλθουν εις το πέλαγος, όπως δι' ελιγμού επιδιώξουν να εμβάλουν κατά των πλευρών των εχθρικών πλοίων, τόσον μάλλον καθόσον το Ξλημμύριον ευρίσκετο εις εχθρικάς χείρας και το στόμιον του λιμένος δεν είναι πλατύ. 37. Ξροσαρμόσαντες ούτω τα σχέδιά των οι Πυρακούσιοι προς την ναυτικήν των εμπειρίαν και τας διαθεσίμους δυνάμεις των, και αναλαβόντες συγχρόνως περισσότερον ήδη θάρρος εκ της προηγουμένης ναυμαχίας, προέβησαν εις επίθεσιν κατά των Ώθηναίων, διά ξηράς συγχρόνως και διά θαλάσσης. Νλίγον πριν εκκινήση ο στόλος, ο Αύλιππος ωδήγησεν εκ της πόλεως τον στρατόν κατά της πλευράς του Ώθηναϊκού τείχους, της εστραμμένης προς την πόλιν. Πυγχρόνως η φρουρά του Νλυμπιείου, αποτελούμενη από απόσπασμα οπλιτών, από το ιππικόν και από τους ψιλούς στρατιώτας, προήλασε προς την αντίθετον πλευράν του τείχους. Γυθύς μετά τούτο, ο στόλος των Πυρακουσίων και των συμμάχων εξέπλευσε, διευθυνόμενος κατά του Ώθηναϊκού. Νι Ώθηναίοι, οι οποίοι ενόμιζαν κατ' αρχάς, ότι η επίθεσις θα γίνη μόνον διά του στρατού της ξηράς, βλέποντες ήδη ότι και ο στόλος αιφνιδίως διευθύνεται κατ' αυτών, συνεταράχθησαν. Θαι άλλοι μεν παρετάσσοντο επί των τειχών και προ αυτών, προς αντιμετώπισιν των επερχομένων, άλλοι αντεπεξήρχοντο κατά των εκ του Νλυμπιείου και των έξω της πόλεως μερών εσπευσμένως προελαυνόντων, ιππέων κατά το πλείστον και ακοντιστών, και άλλοι ήρχισαν να επιβαίνουν επί των πλοίων ή ητοιμάζοντο ν' αγωνισθούν επί του αιγιαλού. ταν συνεπληρώθη η επιβίβασις των πληρωμάτων, εβδομήντα πέντε Ώθηναϊκά σκάφη εξεκίνησαν κατά του στόλου των Πυρακουσίων, αποτελουμένου από ογδοήντα περίπου πλοία. 38. Θαθ' όλην σχεδόν την διάρκειαν της ημέρας, οι δύο στόλοι, ότε μεν προελαύνοντες, ότε δε ανακρούοντες πρύμναν, εδοκιμάσθησαν αμοιβαίως διά μικροεπιθέσεων, αλλά μη δυνάμενοι ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος να επιτύχουν κανέν αξιόλογον αποτέλεσμα, εκτός του ότι οι Πυρακούσιοι ηχρήστευσαν εν ή δύο Ώθηναϊκά σκάφη, απεχωρίσθησαν, ενώ συγχρόνως ο στρατός της ξηράς απεσύρθη από τα τείχη. Ρην επομένην, οι Πυρακούσιοι έμεναν ήσυχοι, μη αφίνοντες να εννοηθούν τα σχέδια των. Ώλλ' ο Λικίας, ιδών, ότι το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήτο αμφίρροπον, και περιμένων νέαν επίθεσιν των Πυρακουσίων, εβίαζε τους τριηράρχους να επισκευάζουν τα παθόντα πλοία και ηγκυροβόλησεν εμπορικά σκάφη προ του Ώθηναϊκού χαρακώματος, το οποίον είχαν κατασκευάσει, εμπήξαντες προ των πλοίων των πασσάλους εντός της θαλάσσης, όπως το χρησιμοποιούν αντί κλειστού λιμένος. Έκαστον εκ των εμπορικών τούτων πλοίων απείχε
του άλλου δύο περίπου πλέθρα (200 πόδας), όπως, εάν κανέν εκ των πολεμικών των σκαφών ευρίσκετο εις την ανάγκην, ημπορή να καταφύγη διά μέσου αυτών ασφαλώς και πάλιν να εκπλέη χωρίς εμπόδιον. Γις εκτέλεσιν των ετοιμασιών τούτων, οι Ώθηναίοι κατηνάλωσαν όλην την ημέραν μέχρι της νυκτός. 39. Ρην επομένην, οι Πυρακούσιοι, κατά τον αυτόν τρόπον, όπως και την προηγουμένην φοράν, αλλ' ενωρίτερον, ήρχισαν την επίθεσιν κατά των Ώθηναίων διά του στρατού και του στόλου. Νι δύο στόλοι αντιπαρετάχθησαν και κατηνάλωσαν πάλιν, όπως και προηγουμένως, μέγα μέρος της ημέρας, δοκιμαζόμενοι αμοιβαίως διά μικροσυμπλοκών έως ότου τέλος ο Θορίνθιος Ώρίστων, υιός του Ξυρρίχου, εις των αρίστων πρωρέων του στόλου των Πυρακουσίων, συνεβούλευσε τους αρχηγούς αυτού να διαμηνύσουν εις την πόλιν προς τους αγορανόμους, όπως μεταφέρουν όσον τάχιστα και στήσουν εις την παραλίαν την αγοράν των τροφίμων και αναγκάσουν όλους τους εδωδιμοπώλας να μεταφέρουν εκεί προς πώλησιν όσα τρόφιμα έχουν. Ροιουτοτρόπως τα πληρώματα θα ημπορούσαν να αποβιβασθούν παρά την πρόχειρον ταύτην αγοράν και λάβουν το μεσημβρινόν των πρόγευμα, ευθύς πλησίον εις τα πλοία, και μετ' ολίγον επιτεθούν πάλιν απροσδοκήτως κατά των Ώθηναίων εντός της αυτής ημέρας. 40. Νι αρχηγοί του στόλου, πεισθέντες, διεβίβασαν δι' αγγελιαφόρου τας σχετικάς διαταγάς και η αγορά ητοιμάσθη παρά την παραλίαν και οι Πυρακούσιοι, ανακρούσαντες αιφνιδίως πρύμναν, έπλευσαν προς την πόλιν και μόλις αποβιβασθέντες εγευμάτισαν εις τον τόπον της αποβιβάσεως. Νι Ώθηναίοι, νομίσαντες ότι οι Πυρακούσιοι απεσύρθησαν προς την πόλιν, διότι εθεώρουν εαυτούς ηττηθέντας υπ' αυτών, απεβιβάσθησαν με την ησυχίαν των και κατεγίνοντο, πλην άλλων, και με την προετοιμασίαν του γεύματος των, θεωρούντες ως δεδομένον, ότι εντός της ιδίας τουλάχιστον ημέρας δεν επρόκειτο να επαναληφθή ο αγών. Ώλλ' οι Πυρακούσιοι, επιβιβάσαντες αιφνιδίως τα πληρώματα, έπλεαν διά δευτέραν φοράν κατά του στόλου των Ώθηναίων. Νύτοι, εν μέσω πολλού θορύβου, άσιτοι οι περισσότεροι, εισήλθαν εις τα πλοία με μεγάλην ακαταστασίαν και μόλις και μετά βίας κατώρθωσαν επί τέλους να εκκινήσουν, διά να αντιμετωπίσουν τους επιπλέοντας. Γπί τινα χρόνον, οι δύο στόλοι εσταμάτησαν, επιτηρούμενοι αμοιβαίως. Ώλλά μετ' ολίγον, οι Ώθηναίοι εθεώρησαν, ότι δεν τους εσύμφερε χρονοτριβούντες να καταληφθούν εξ υπαιτιότητας των υπό καμάτου, αλλ' ότι έπρεπε να επιτεθούν όσον το δυνατόν ταχύτερον, ενθαρρυνόμενοι δ' αμοιβαίως διά κραυγών ώρμησαν και ήρχισαν την μάχην. Νι Πυρακούσιοι αντέστησαν και επιτιθέμενοι κατά της πρώρας των εχθρικών πλοίων, όπως είχαν σχεδιάσει, διερρήγνυαν, ως εκ της ενισχύσεως του εμβόλου των, το εμπροσθινόν μέρος αυτών εις ικανήν έκτασιν, ενώ οι ακοντισταί των, βάλλοντες από του καταστρώματος, επροξένουν μεγάλην φθοράν εις τους Ώθηναίους. Ώλλά πολύ μεγαλητέραν ακόμη επροξένουν οι Πυρακούσιοι, όσοι περιπλέοντες επί ελαφρών σκαφών και εισδύοντες υπό την σειράν των κωπών των εχθρικών πλοίων, διωλίσθαιναν παρά την πλευράν αυτών και ηκόντιζαν τους ναύτας. 41. Τάρις εις την τακτικήν αυτήν και την έντασιν των δυνάμεων, την οποίαν κατέβαλαν κατά την ναυμαχίαν, οι Πυρακούσιοι ενίκησαν τέλος και οι Ώθηναίοι, αναγκασθέντες να υποχωρήσουν εσπευσμένως, κατέφευγαν διαμέσου των εμπορικών πλοίων εις το ορμητήριον των. Ρα σκάφη των Πυρακουσίων κατεδίωκαν αυτούς δραστηρίως μέχρι των εμπορικών πλοίων, εκεί όμως εσταματούσαν, εμποδιζόμενα από τας δελφινοφόρους δοκούς, αι οποίαι ήσαν κρεμασμέναι από τα εμπορικά πλοία, υπεράνω των εισόδων του ορμητηρίου. Βύο πλοία των Πυρακουσίων, τα οποία παρεσύρθησαν από την νίκην και επλησίασαν πάρα πολύ, ηχρηστεύθησαν
και το εν εξ αυτών ηχμαλωτίσθη με ολόκληρον το πλήρωμα του. Νι Πυρακούσιοι, αφού ηχρήστευσαν επτά Ώθηναϊκά σκάφη, και επροξένησαν σοβαράς ζημίας εις πολλά άλλα, και άνδρας πολλούς, είτε συνέλαβαν αιχμαλώτους, είτε εφόνευσαν, απεσύρθησαν και έστησαν τρόπαια των δύο ναυμαχιών. Ήσαν ήδη πεπεισμένοι, ότι υπερείχαν κατά πολύ υπό έποψιν στόλου και ήλπιζαν να νικήσουν και τον στρατόν της ξηράς. Φς εκ τούτου, παρεσκευάζοντο διά νέαν κατά ξηράν και κατά θάλασσαν επίθεσιν. 42. Γν τω μεταξύ, έφθασαν ο Βημοσθένης και ο Γυρυμέδων, φέροντες τας εξ Ώθηνών στελλομένας επικουρίας, αποτελουμένας από εβδομήντα τρία περίπου πλοία, συμπεριλαμβανομένων των ξένων, πέντε περίπου χιλιάδας οπλίτας Ώθηναίους και συμμάχους, όχι δ' ολίγους ακοντιστάς, σφενδονιστάς, και τοξότας, Έλληνας και βαρβάρους, και άφθονα εφόδια παντός είδους. Ε άμεσος κατάπληξις των Πυρακουσίων και των συμμάχων των υπήρξε μεγάλη, και βλέποντες ότι παρ' όλην την οχύρωσιν της Βεκελείας, νέος στρατός, ίσος προς τον προηγούμενον, ήλθε προς ενίσχυσιν αυτού και ότι η δύναμις των Ώθηναίων απεδεικνύετο μεγάλη καθ' όλας τας διευθύνσεις, ενόμισαν, ότι δεν θα ημπορούσαν ποτέ ν' απαλλαχθούν οριστικώς από τον επικρεμάμενον επ' αυτών κίνδυνον. Γνώ, αντιθέτως, το φρόνημα των ανδρών του προηγουμένου Ώθηναϊκού στρατού ενισχύθη οπωσδήποτε, εφόσον ήτο τούτο δυνατόν, μετά τόσα παθήματα. Ν Βημοσθένης, λαβών γνώσιν της καταστάσεως, εννόησεν ότι αν χρονοτριβήση, θα πάθη ό,τι έπαθε και ο Λικίας, ο οποίος ευθύς μετά την άφιξιν του ενέπνευσε τον τρόμον, αλλ' επειδή δεν επεδίωξεν αμέσως την κατάληψιν των Πυρακουσών, αλλ' έμενε διαχειμάζων εις την Θατάνην, κατήντησε να περιφρονηθή και έδωσε καιρόν εις τον Αύλιππον να έλθη εκ Ξελοποννήσου, φέρων στρατόν. Γνώ εάν επετίθετο αμέσως κατ' αυτών, οι Πυρακούσιοι ούτε θα εζήτουν καν την αποστολήν επικουριών. Βιότι, νομίζοντες ότι είναι ικανοί ν' αντισταθούν μόνοι, θ' ανεκάλυπταν την ανεπάρκειάν των, αλλ' όταν θα ήσαν ήδη αποκεκλεισμένοι διά περιτειχισμού, ώστε και αν εζήτουν τότε την αποστολήν επικουριών, αύτη δεν ηδύνατο πλέον να τους ωφελήση εξ ίσου. Ραύτα αναλογιζόμενος ο Βημοσθένης και γνωρίζων, ότι και αυτός τώρα, ευθύς κατά την άφιξιν του, ενέπνεε τον μεγαλύτερον τρόμον εις τους εχθρούς, ήθελε να επωφεληθή όσον το δυνατόν ταχύτερον την κατάπληξιν που επροκάλει επί του παρόντος η άφιξις του στρατού του. Θαι βλέπων ότι το εγκάρσιον τείχος των Πυρακουσίων, διά του οποίου ούτοι εμπόδισαν τους Ώθηναίους να τους αποκλείσουν διά περιτειχισμού, ήτο απλούν, και ότι αν κατώρθωνε να γίνη κύριος της αναβάσεως των Γπιπολών και ακολούθως του επ' αυτών στρατοπέδου, ευκόλως θα το εκυρίευε, διότι κανείς δεν θα ετόλμα ν' αντισταθή, εβιάζετο να επιχειρήση την επίθεσιν, φρονών, ότι διά του τρόπου τούτου θα ετερμάτιζε ταχύτατα τον πόλεμον. Βιότι ή θα επετύγχανε και θα κατελάμβανε τας Πυρακούσας ή θ' απέσυρε τον στρατόν εκ Πικελίας και δεν θα κατέτριβε ματαίως και τους μετέχοντας της εκστρατείας Ώθηναίους και την όλην πόλιν. Ξρώτη ως εκ τούτου ενέργεια του Ώθηναϊκού στρατού υπήρξεν έξοδος αυτού εκ του στρατοπέδου και ερήμωσις των περί τον ποταμόν Άναπον κτημάτων των Πυρακουσίων. Ε υπεροχή του στρατού και του στόλου των Ώθηναίων αποκατεστάθη, όπως εις τας αρχάς. Βιότι οι Πυρακούσιοι ούτε κατά ξηράν, ούτε κατά θάλασσαν αντεπεξήρχοντο κατ' αυτών, εάν εξαίρεση κανείς τας εκ του Νλυμπιείου επιδρομάς του ιππικού και των ακοντιστών. 43. Κετά τούτο, ο Βημοσθένης, προ της διά των Γπιπολών επιθέσεως έκρινε καλόν να δοκιμάση την κατάληψιν του εγκαρσίου τείχους, διά της χρησιμοποιήσεως πολιορκητικών μηχανών. Ώύται όμως, προσαχθείσαι πλησίον του τείχους, κατεκάησαν υπό των έχθρων, οι οποίοι ημύνοντο εξ αυτού. Βιάφοροι επιθέσεις, ενεργηθείσαι υπό του λοιπού στρατού εις πολλά σημεία του εν λόγω τείχους, απεκρούοντο
επανειλημμένως. Ν Βημοσθένης έκρινεν, ότι δεν έπρεπε πλέον να χρονοτριβή και πείσας τον Λικίαν και τους άλλους συναρχηγούς, προέβη εις την κατά των Γπιπολών επιχείρησιν, ακριβώς όπως είχε σχεδιάσει αυτήν. Θαι επειδή εθεωρήθη αδύνατον να πλησιάσουν και ανάβουν απαρατήρητοι, κατά την διάρκειαν της ημέρας, παρήγγειλε τρόφιμα διά πέντε ημέρας και παραλαβών όλους τους κτίστας και ξυλουργούς, καθώς και τοξεύματα και όσα εν γένει εχρειάζοντο, όπως εν περιπτώσει επιτυχίας προβούν εις τον περιτειχισμόν, αυτός μεν μετά του Γυρυμέδοντος και του Κενάνδρου, τεθείς επί κεφαλής του μεγαλητέρου μέρους του στρατού, εβάδισε, κατά την ώραν που επακολουθεί τον πρώτον ύπνον, προς τας Γπιπολάς, ενώ ο Λικίας είχεν υπολειφθή εντός των τειχών. Σθάσαντες εις τας Γπιπολάς διά του Γυρυήλου, εις το μέρος, από το οποίον ο πρώτος στρατός είχεν αναβή αρχικώς, επροχώρησαν, χωρίς να εννοηθούν από την φρουράν, και κατέλαβαν τα εκεί οχύρωμα των Πυρακουσίων, φονεύσαντες μέρος της φρουράς. Ρο πλείστον όμως των φρουρών διέφυγαν και έφεραν αμέσως την είδησιν της εφόδου, όχι μόνον εις τα τρία ωχυρωμένα στρατόπεδα, τα οποία υπήρχαν επί των Γπιπολών, εν διά τους Πυρακουσίους, εν διά τους άλλους Πικελιώτας και το τρίτον διά τους συμμάχους, αλλά και εις τους εξακοσίους Πυρακουσίους, οι οποίοι εστάθμευαν ως προφυλακή εις το μέρος τούτο των Γπιπολών, και οι οποίοι έσπευσαν αμέσως εις βοήθειαν. Ώλλ' ο Βημοσθένης και οι Ώθηναίοι αντιμετώπισαν αυτούς, παρά την ζωηράν αντίστασίν των, και τους έτρεψαν εις φυγήν, μεθ' ο προήλασαν αμέσως προς τα εμπρός, όπως με την κεκτημένην ορμήν επιτύχουν άνευ αναβολής την πραγματοποίησιν των αντικειμενικών σκοπών της επιχειρήσεως. Έτερον όμως τμήμα του στρατού προέβη αμέσως εις την κατάληψιν του εγκαρσίου τείχους, του οποίου η φρουρά ουδεμίαν αντέταξεν αντίστασιν, και την κατεδάφισιν των επάλξεων. Γν τω μεταξύ οι Πυρακούσιοι, οι σύμμαχοι των, και ο Αύλιππος, με τους υπ' αυτόν, προσέδραμαν εκ των ωχυρωμένων στρατοπέδων. Ώλλ' επειδή ευρίσκοντο ακόμη υπό το κράτος της καταπλήξεως, την οποίαν επροκάλεσε το απροσδόκητον της τολμηράς αυτής νυκτερινής προσβολής, η επίθεσίς των απεκρούσθη υπό των Ώθηναίων, οι οποίοι τους εξεβίασαν κατ' αρχάς εις υποχώρησιν. Νι Ώθηναίοι όμως προήλαυναν με κάποιαν αταξίαν, ως να είχαν ήδη εξησφαλισμένην την νίκην, θέλοντες να διελάσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον διά μέσου ολοκλήρου του μη λαβόντος ακόμη μέρος εις την μάχην εχθρικού στρατού, όπως ούτοι μη δυνηθούν ν' ανασυνταχθούν πάλιν, όταν αυτοί θα εχαλάρωναν την επίθεσιν. Ξρώτοι όμως τους αντιμετώπισαν οι ΐοιωτοί, και επιτεθέντες κατ' αυτών, τους ενίκησαν και τους έτρεψαν εις φυγήν. 44. Θατά την στιγμήν ήδη ταύτην, ο Ώθηναϊκός στρατός ήρχισε να περιέρχεται εις τόσον μεγάλην σύγχυσιν και αμηχανίαν, ώστε ούτε από το εν μέρος, ούτε από το άλλο κατώρθωσα να μάθω τας λεπτομερείας των περαιτέρω συμβάντων. Βιότι και εν καιρώ ημέρας ακόμη, ότε τα γεγονότα είναι πλέον ευδιάκριτα, οι μετέχοντες μάχης δεν είναι εις θέσιν ν' αντιληφθούν όλην την πορείαν αυτής, αλλά μόλις εκείνα τα γεγονότα, εις τα οποία έκαστος προσωπικώς έλαβε μέρος. Ώλλά κατά την νυκτομαχίαν ταύτην, η οποία υπήρξεν η μόνη κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου, η λαβούσα χώραν μεταξύ μεγάλων ομάδων στρατού, πώς ήτο δυνατόν ν' αντιληφθή κανείς σαφώς κάθε τι; Θαι υπήρχε μεν σελήνη λαμπρά, και όπως φυσικά συμβαίνει υπό το σεληναίον φως, έβλεπαν από αποστάσεως τα σχήματα των άλλων, αμφέβαλλαν όμως αν πρόκειται περί φίλων ή εχθρών. Κέγας αριθμός οπλιτών εκ των δύο στρατών περιεστρέφοντο εντός στενού χώρου. Θαι εκ των Ώθηναίων, άλλοι μεν είχαν ήδη ηττηθή, ενώ άλλοι, μη ηττηθέντες ακόμη προήλαυναν προς τα εμπρός με την αρχικήν ορμήν. Γκ του μεγάλου άλλωστε μέρους του υπολοίπου στρατού, εν μέρος μόλις είχεν ήδη αναβή, ενώ το άλλο ανέβαινεν ακόμη, εις τρόπον ώστε δεν εγνώριζαν που πρέπει να κατευθυνθούν. Ρωόντι, το
πρώτον προελάσαν τμήμα του στρατού, επειδή είχε τραπή εις φυγήν, είχε σχεδόν αποσυντεθή και ήτο σχεδόν αδύνατον να διακρίνη κανείς αυτούς εν τω μέσω των αλαλαγμών της μάχης. Βιότι οι Πυρακούσιοι μετά των συμμάχων των, όντες νικηταί, παρώτρυναν αλλήλους διά μεγάλων κραυγών, καθόσον ήτο αδύνατον, εν καιρώ νυκτός, να γίνη συνεννόησις κατ' άλλον τρόπον, και συγχρόνως απέκρουαν τους επιτιθεμένους. Θαι οι τελευταίοι καταφθάσαντες Ώθηναίοι εζήτουν τους ιδικούς των, αλλ' εξελάμβαναν ως εχθρόν καθένα που έβλεπαν απέναντι των, και αν ακόμη ήτο εκ των τραπέντων εις φυγήν ιδικών των, και ζητούντες συνεχώς το σύνθημα, διά το αδύνατον της κατ' άλλον τρόπον αμοιβαίας αναγνωρίσεως, και εις τας τάξεις των επροκάλουν πολλήν σύγχυσιν και εις τους εχθρούς το επρόδωσαν. Ώλλ' αυτοί δεν είχαν ομοίαν ευκαιρίαν να μάθουν το σύνθημα των Πυρακουσίων, καθόσον, ούτοι όντες νικηταί, έμεναν συντεταγμένοι και επομένως ανεγνωρίζοντο αμοιβαίως ευκολώτερον. Ρο αποτέλεσμα ήτον ότι οσάκις τμήμα Ώθηναϊκού στρατού συνήντα ασθενεστέραν εχθρικήν ομάδα, αύτη, γνωρίζουσα το Ώθηναϊκόν σύνθημα, διεσώζετο φεύγουσα. Γνώ, εάν υπό ομοίας περιστάσεις, ερωτώμενοι αυτοί, δεν έδιδαν το σύνθημα, κατεκόπτοντο. Ρην μεγαλητέραν και σπουδαιοτέραν άλλωστε βλάβην έφερεν εις τους Ώθηναίους το άσμα του παιάνος, το οποίον, επειδή ήτο σχεδόν όμοιον και διά τους δύο στρατούς, προεκάλει παρεξηγήσεις. Νσάκις δηλαδή οι Ώργείοι, ή οι Θερκυραίοι, ή άλλοι Βωριείς, σύμμαχοι των Ώθηναίων, έψαλλαν τον παιάνα, ούτοι κατεπτοούντο, εξ ίσου όπως όταν εψάλλετο από τους εχθρούς. Νύτως ώστε εις πολλά τμήματα του στρατεύματος, άπαξ αποσυντεθέντα, συναντώμενοι φίλοι προς φίλους και συμπολίται προς συμπολίτας, όχι μόνον ενέπνεαν αμοιβαίως τον πανικόν, αλλά και ερχόμενοι εις χείρας εναντίον αλλήλων μετά δυσκολίας απεχωρίζοντο. Θαταδιωκόμενοι υπό των εχθρών, πολλοί ερρίπτοντο από τους κρημνούς και εξ αυτών πολλοί εφονεύοντο, καθόσον η οδός, διά της οποίας ημπορούσαν να καταβούν από τας Γπιπολάς, ήτο στενή. σοι πάλιν, διαφεύγοντες από επάνω, κατήρχοντο δι' αυτής εις την πεδιάδα, οι μεν πολλοί, και ιδίως οι ανήκοντες εις τον πρώτον στρατόν, γνωρίζοντες καλλίτερον τα μέρη, εσώζοντο, καταφεύγοντες εις το στρατόπεδον. Γκ των ελθόντων όμως τελευταίον, μερικοί, τραπέντες προς εσφαλμένην διεύθυνσιν, περιεπλανήθησαν μέχρι πρωίας, ότε το ιππικόν των Πυρακουσίων, εξελθόν εις περιπολίαν, τους εφόνευσε. 45. Ρην επομένην, οι Πυρακούσιοι έστησαν δύο τρόπαια εις τας Γπιπολάς, το εν εις το μέρος, όπου έγινεν η εχθρική ανάβασις, το άλλο εις το μέρος, όπου οι ΐοιωτοί εσταμάτησαν την εχθρικήν προέλασιν. Νι Ώθηναίοι παρέλαβαν τους νεκρούς των, ζητήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν. Ώι εις νεκρούς απώλειαι αυτών και των συμμάχων των ήσαν μεγάλαι. Ρα όπλα όμως που έπεσαν εις χείρας των Πυρακουσίων ήσαν πολύ περισσότερα από τους νεκρούς, διότι από εκείνους που ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν τα όπλα των, διά να ριφθούν από τους κρημνούς, άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι όμως εσώθησαν.
Κετά τούτο, οι Πυρακούσιοι, ανακτήσαντες εκ νέου πάλιν, ως εκ της απροσδόκητου επιτυχίας των, την προηγουμένην εμπιστοσύνην των, έστειλαν τον Πικανόν με μοίραν στόλου εκ δέκα πέντε σκαφών εις τον Ώκράγαντα, διατελούντα εις εμφύλιον πόλεμον, όπως προσεταιρισθή, εάν ημπορέση, την πόλιν. Ν Αύλιππος, εξ άλλου, απήλθε πάλιν διά ξηράς εις τα λοιπά μέρη της Πικελίας, διά να φέρη εκείθεν νέας ενισχύσεις, καθόσον, μετά ευτυχή έκβασιν της μάχης των Γπιπολών, ήλπιζε να καταλάβη το τείχος των Ώθηναίων εξ εφόδου.
Γν τω μεταξύ, οι στρατηγοί των Ώθηναίων συνεκρότησαν πολεμικόν συμβούλιον, όπως διασκεφθούν περί της προσφάτου ατυχίας και της πλήρους αποθαρρύνσεως, η οποία επεκράτει εις τον στρατόν. Βιότι και τας επιχειρήσεις των έβλεπαν αποτυγχάνουσας, και τους στρατιώτας δυσφορούντας εις άκρον, διά την παράτασιν της διαμονής των. Θαθόσον ο στρατός επιέζετο διττώς, υπό των νόσων, και ως εκ της εποχής του έτους, κατά την οποίαν ιδίως επιπολάζουν ασθένειαι, και ως εκ του ότι το μέρος, επί του οποίου ευρίσκετο το στρατόπεδον των, ήτο ελώδες και νοσηρόν. Θαι η όλη κατάστασις εφαίνετο εις αυτούς εντελώς άπελπις. Φς εκ τούτου, ο Βημοσθένης ήτο της γνώμης, ότι δεν πρέπει να παραταθή η διαμονή των, αλλά, σύμφωνα με τας σκέψεις, αι οποίαι τον ώθησαν να διακινδύνευση την επιχείρησιν κατά τον Γπιπολών, τώρα που η επιχείρησις αύτη είχεν αποτύχη, εψήφισε κατά της παρατάσεως της εκεί παραμονής των, και υπέρ της αμέσου εκκενώσεως της Πικελίας, εφόσον ημπορούν ακόμη να διαπλεύσουν το πέλαγος και διά των νεωστί αφιχθέντων πλοίων η κατά θάλασσαν τουλάχιστον στρατιωτική των υπεροχή είναι εξησφαλισμένη. Ξροσέθεσεν ακόμη, ότι το συμφέρον της πόλεως εξυπηρετείται καλλίτερον, εάν ο πόλεμος συνεχισθή κατά του εχθρού, ο οποίος κατεσκεύαζε φρούρια εντός της Ώττικής, παρά κατά των Πυρακουσίων, τους οποίους δεν ήτο πλέον εύκολον να νικήσουν. Γίναι άλλωστε ανόητον να παρατείνουν την πολιορκίαν, δαπανώντες ματαίως τόσα χρήματα. 48. Ροιαύτη υπήρξεν η γνώμη και η ψήφος του Βημοσθένους. Ν Λικίας όμως, μολονότι εθεώρει και αυτός την θέσιν των επισφαλή, δεν ήθελε να ομολογήση την αδυναμίαν των. Νύτε ήθελε, ψηφιζομένης φανερά και ενώπιον πολλών της εκκενώσεως της νήσου, να προδοθή το πράγμα εις τους εχθρούς. Βιότι, εάν ποτέ ήθελαν να την αποφασίσουν, θα ήτο πολύ δυσκολώτερον να πραγματοποιηθή, χωρίς ο εχθρός να το αντιληφθή. Άλλωστε και η θέσις του εχθρού, καθόσον είχε περισσοτέρας περί αυτού πληροφορίας από τους άλλους, παρείχε ακόμη ελπίδας τινάς, ότι, εάν επιμείνουν εις την πολιορκίαν, θα αποβή επισφαλεστέρα της ιδικής των. Ξράγματι, θα τον έφεραν εις τελείαν οικονομικήν εξάντλησιν, τόσον μάλλον καθόσον διά του υπάρχοντος στόλου, η κατά θάλασσαν επικράτησίς των ήτο έτι μάλλον εξησφαλισμένη. πήρχεν, άλλωστε, και εντός των Πυρακουσών μερίς, η οποία επεδίωκε να υποτάξη την πόλιν εις τους Ώθηναίους, και απέστελλε μυστικούς πράκτορας, εξορκίζουσα αυτόν να μη λύση την πολιορκίαν και απέλθη. Ένεκα των λόγων τούτων, και μολονότι εξηκολούθει επαμφοτερίζων πραγματικώς και μελετών το πράγμα, χωρίς να καταλήξη ακόμη εις ωρισμένην απόφασιν, εις τον ενώπιον του συμβουλίου λόγον του εδήλωσεν ότι αρνείται να αποσύρη τον στρατόν, διότι γνωρίζει καλώς, ότι οι Ώθηναίοι θ' αποδοκιμάσουν την ενέργειάν των, όπως αποσυρθούν, χωρίς προηγουμένην απόφασίν των. Θαθόσον δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θ' αποφασίσουν περί της τύχης των και που θα εκτιμήσουν συγχρόνως τα πράγματα, καθώς αυτοί εξ ιδίας αντιλήψεως και όχι επί τη βάσει των επικρίσεων που θ' ακούσουν από άλλους, αλλά τουναντίον θα παρασυρθούν από τας διαβολάς που θα τους παρουσίαση ευφράδης ρήτωρ. Ξολλοί, άλλωστε, προσέθεσεν, ή μάλλον οι περισσότεροι από τους στρατιώτας, οι οποίοι κατακραυγάζουν σήμερον εδώ, ότι η κατάστασίς των είναι αφόρητος, άμα φθάσουν εις τας Ώθήνας θα κατακραυγάζουν αντιθέτως, ότι οι στρατηγοί, δωροδοκηθέντες, έγιναν προδόται, και δι' αυτό απέσυραν τον στρατόν. Βιά τούτο, αυτός τουλάχιστον, γνωρίζων τον χαρακτήρα των Ώθηναίων, προτίμα να εκτεθή εν ανάγκη εις τον κίνδυνον ν' αποθάνη μαχόμενος εναντίον των εχθρών, παρά να θανατωθή αδίκως από τους
Ώθηναίους δι' αιτίαν επονείδιστον. Θαι η κατάστασις όμως των Πυρακουσίων, είπεν, είναι ακόμη χειρότερα από την ιδικήν των. Βιότι και ένεκα της συντηρήσεως στρατού μισθοφόρων, και ένεκα των δαπανών διά την φρούρησιν των ανά την χώραν οχυρωμάτων και προς τούτοις ένεκα της επί έτος ήδη διατηρήσεως πολυαρίθμου ναυτικού, ευρίσκονται εις οικονομικήν στενοχωρίαν και μετ' ολίγον δεν θα γνωρίζουν πλέον τί να κάμουν. Βιότι έχουν ήδη δαπανήσει δύο χιλιάδας τάλαντα, και εκτός τούτου καθυστερούν πολλά άλλα και εάν δι' έλλειψιν καταβολής του μισθού, η σημερινή στρατιωτική των δύναμις ελαττωθή οπωσδήποτε, τα πράγματα των θα οδηγηθούν εις καταστροφήν, διότι στηρίζονται εις στρατόν μισθοφόρων και όχι εις στρατόν συγκροτούμενον, όπως ο ιδικός των, από άνδρας υποκειμένους εις υποχρεωτικήν θητείαν. Βιά τούτο, προσέθεσε, πρέπει να συνεχίσουν την πολιορκίαν, διεξάγοντες αγώνα τριβής, και μη απέλθουν ως ηττηθέντες οικονομικώς, ενώ οι χρηματικοί αυτών πόροι είναι πολύ μεγαλήτεροι. 49. Ν Λικίας ωμίλησε με τόσην πεποίθησιν, διότι εγνώριζεν ακριβώς την κατάστασιν των Πυρακουσίων και την οικονομικήν αυτών στενοχωρίαν και ότι υπήρχεν εκεί μερίς, η οποία επεδίωκε την επικράτησιν των Ώθηναίων και του έστελλε μυστικούς πράκτορας, όπως τον αποτρέψη να λύση την πολιορκίαν. Θαι συγχρόνως διότι η προς τον στόλον τουλάχιστον προϋπάρχουσα εμπιστοσύνη του είχεν ενισχυθή. Ν Βημοσθένης όμως δεν ήθελε ν' ακούση καθόλου περί συνεχίσεως της πολιορκίας. Γάν όμως δεν έπρεπε ν' αποσύρουν τον στρατόν, χωρίς την άδειαν των Ώθηναίων, αλλά να διεξαγάγουν αγώνα τριβής κατά των Πυρακουσίων, υπεστήριζεν, ότι πρέπει να πράξουν τούτο, αφού μεταθέσουν εις την Ζάψον ή την Θατάνην την βάσιν των επιχειρήσεων των. Ώπ' εκεί θα ημπορούσαν, ενεργούντες επιδρομάς εις μέγα μέρος της χώρας, να διατρέφωνται εις βάρος του εχθρού και να προξενούν εις αυτόν μεγάλας ζημίας, ενώ τας ναυτικάς των επιχειρήσεις θα διεξάγουν όχι εντός περιωρισμένου χώρου, ο οποίος παρείχε πλεονεκτήματα εις τον εχθρόν, αλλ' εις το πέλαγος, όπου θα είχαν όλην την αναγκαίαν ευρυχωρίαν διά να χρησιμοποιήσουν την τακτικήν των εμπειρίαν, ενεργούντες τας επιθέσεις και υποχωρήσεις, χωρίς η εκκίνησις αυτών και ο κατάπλους να περιορίζωνται εντός μικρού και κλειστού χώρου. Θαι γενικώς ειπείν, με κανένα τρόπον, είπε, δεν επιδοκιμάζει την περαιτέρω παραμονήν εις το αυτό μέρος, αλλ' επιμένει, ότι πρέπει να απέλθουν αμέσως και να μη χάνουν καιρόν. Ρην ιδίαν με αυτόν γνώμην υπεστήριξε και ο Γυρυμέδων. Ώλλ' επειδή ο Λικίας εξηκολούθει διαφωνών, επήλθε κάποιος ενδοιασμός και αναβολή και συγχρόνως υπόνοια μήπως η επιμονή του Λικίου οφείλεται εις το ότι γνωρίζει πράγματα, τα οποία αυτοί δεν εγνώριζαν. Ροιουτοτρόπως οι Ώθηναίοι εχρονοτρίβησαν μένοντες όπου ήσαν.
Γν τω μεταξύ, ο Αύλιππος και ο Πικανός επέστρεψαν εις τας Πυρακούσας. Θαι η μεν αποστολή του Πικανού απέτυχε, διότι, ενώ ακόμη ήτο εις την Αέλαν, η φιλική προς τους Πυρακουσίους μερίς του Ώκράγαντος είχεν εκδιωχθή. Ν Αύλιππος όμως ήλθε φέρων όχι μόνον νέον πολυάριθμον στρατόν από την Πικελίαν, αλλά και τους οπλίτας, οι οποίοι είχαν αποσταλή κατά την άνοιξιν από την Ξελοπόννησον επί εμπορικών πλοίων, και είχον φθάσει εις τον Πελινούντα, προερχόμενοι εκ Ιιβύης. Νύτοι, δηλαδή, παρεσύρθησαν υπό κακοκαιρίας εις την Ιιβύην, όπου οι Θυρηναίοι τους έδωσαν δύο τριήρεις και πρωρείς. Γνώ δε, πλέοντες παρά την ακτήν, διήρχοντο προ των Γφεσπερίδων, εβοήθησαν τους κατοίκους, πολιορκουμένους υπό των Ιιβύων, τους οποίους και ενίκησαν. Γκείθεν, συνεχίσαντες τον πλουν, έφθασαν ακτοπλοούντες εις την Λέαν Ξόλιν, εμπορικόν λιμένα των Θαρχηδονίων, από την οποίαν η μέχρι Πικελίας απόστασις είναι συντομωτάτη, ήτοι
ταξείδιον δύο ήμερων και μιας νυκτός και από την Λέαν Ξόλιν διεπεραιώθησαν εις τον Πελινούντα. Κετά την άφιξιν των ενισχύσεων τούτων, οι Πυρακούσιοι ήρχισαν ευθύς να ετοιμάζωνται διά νέαν διττήν επίθεσιν κατά των Ώθηναίων, διά του στρατού συγχρόνως και του στόλου. Νι στρατηγοί των Ώθηναίων, εξ άλλου, βλέποντες, ότι οι εχθροί των ενισχύθησαν διά νέου στρατού, καθ' όν χρόνον η ιδική των κατάστασις αντί να βελτιούται, καθίστατο καθ' εκάστην, υφ' όλας τας επόψεις, κρισιμωτέρα και προ πάντων ένεκα των ασθενειών, αι οποίαι εμάστιζαν τον στρατόν, μετεμελούντο διότι δεν είχαν αναχωρήσει ενωρίτερον. Θαι επειδή ούτε ο Λικίας εναντιώνετο πλέον, όπως πριν, υπό τον όρον μόνον να μη τεθή το ζήτημα φανερά εις ψηφοφορίαν, παρήγγειλαν εις όλους, όσον το δυνατόν μυστικώτερα, να είναι έτοιμοι, όπως αναχωρήσουν διά θαλάσσης, ευθύς ως ειδοποιηθούν. Ώλλ' ενώ όλα είχαν ετοιμασθή και επέκειτο η αναχώρησις, η σελήνη, η οποία έτυχε να είναι πλησιφαής, έπαθεν έκλειψιν. Νι περισσότεροι στρατιώται, θεωρήσαντες τούτο κακόν οιωνόν, εζήτουν από τους στρατηγούς ν' αναβάλουν την αναχώρησιν. Ν ίδιος ο Λικίας, ο οποίος απέδιδεν εξαιρετικήν σπουδαιότητα εις τους οιωνούς και τα τοιαύτα, εδήλωσεν ότι δεν εννοεί ούτε να συζητήση περαιτέρω το ζήτημα της αναχωρήσεως, πριν παρέλθουν τρις εννέα ημέραι, όπως παρήγγειλαν οι μάντεις. Ώυτός υπήρξεν ο λόγος, διά τον οποίον οι Ώθηναίοι ανέβαλαν την αναχώρησιν και παρέτειναν την παραμονήν των.
Ώλλ' οι Πυρακούσιοι, μαθόντες ταύτα, παρεσύρθησαν πολύ περισσότερον εις το να συνεχίσουν άνευ διακοπής τας κατά των Ώθηναίων επιθέσεις των, αφού οι ίδιοι ούτοι ανεγνώρισαν ήδη, ότι δεν υπερέχουν πλέον αυτούς, ούτε κατά τον στόλον, ούτε κατά τον στρατόν (καθόσον άλλως δεν θα εσχεδίαζαν την αναχώρησιν), και διότι εξ άλλου δεν ήθελαν διά της εις άλλο μέρος της Πικελίας εγκαταστάσεως του στρατοπέδου των Ώθηναίων, να καταστή δυσκολωτέρα η διεξαγωγή του πολέμου εναντίαν των, αλλ' ήθελαν να τους εξαναγκάσουν να ναυμαχήσουν αμέσως υπό περιστάσεις πλεονεκτικάς δι' εαυτούς. Φς εκ τούτου, επεβίβαζαν τα πληρώματα επί των πλοίων και εξετέλουν ασκήσεις τόσας ημέρας όσας εθεώρησαν αρκετάς. ταν δ' επέστη ο κατάλληλος χρόνος, ήρχισαν την πρώτην ημέραν επιτιθέμενοι κατά των Ώθηναϊκών τειχών. Νλίγοι οπλίται και ιππείς εξήλθαν από μίαν εκ των πυλών του τείχους, όπως τους αντιμετωπίσουν. Νι Πυρακούσιοι, αποκόψαντες από τους λοιπούς μέρος των οπλιτών, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν. Θαι επειδή η είσοδος του τείχους ήτο στενή, οι Ώθηναίοι έχασαν εβδομήντα ίππους και ολίγους οπλίτας. 52. Κετά τούτο, ο στρατός των Πυρακουσίων απεσύρθη κατά την πρώτην ταύτην ημέραν. Ώλλά την επομένην, ο στόλος των, αποτελούμενος από εβδομήντα εξ πλοία, εξέπλευσε, συγχρόνως δε και ο στρατός της ξηράς εβάδισε κατά των τειχών. Ν Ώθηναϊκός στόλος, αποτελούμενος από ογδοήντα εξ πλοία, εξέπλευσε και αυτός, διά ν' αντιμετώπιση τον εχθρόν, και όταν οι δύο στόλοι συνηντήθησαν ήρχισεν η ναυμαχία. Ν Γυρυμέδων, ο οποίος εκυβέρνα την δεξιάν μοίραν της Ώθηναϊκής παρατάξεως, θέλων να υπερφαλαγγίση τον εχθρικόν στόλον, ανέπτυξε την γραμμήν του πολύ πλησίον της παραλίας, ότε οι Πυρακούσιοι, οι οποίοι είχαν νικήσει εν τω μεταξύ το κέντρον της Ώθηναϊκής παρατάξεως, απέκοψαν και αυτόν εις τον μυχόν του λιμένος, όπου και ο ίδιος εφονεύθη και τα πλοία της μοίρας του, όσα τον είχαν ακολουθήσει, κατεστράφησαν. Θαι κατόπιν τούτου, ήρχισαν καταδιώκοντες ήδη τα πλοία όλου του Ώθηναϊκού στόλου και αναγκάζοντες αυτά να ριφθούν εις την ξηράν.
53. Ν Αύλιππος, βλέπων την ήτταν του Ώθηναϊκού στόλου, του οποίου τα σκάφη ερρίπτοντο εις την παραλίαν έξω του Ώθηναϊκού χαρακώματος και στρατοπέδου, και θέλων να εξολόθρευση τους αποβιβαζόμενους εξ αυτών και να διευκολύνη εις τους Πυρακουσίους την ρυμούλκησιν των εξοκειλάντων πλοίων, διά της καταλήψεως της παραλίας υπό φιλικής δυνάμεως, έσπευσεν επί κεφαλής μέρους του στρατού διά του κυματοθραύστου, εις βοήθειαν των. Ώλλ' οι Ρυρρηνοί, τους οποίους οι Ώθηναίοι είχαν τοποθετήσει ως φρουράν του μέρους τούτου, βλέποντες αυτούς επερχόμενους ατάκτως, εξώρμησαν προς υπεράσπισιν των Ώθηναϊκών πλοίων και επιπεσόντες εναντίον των στρατιωτών του Αυλίππου, όσοι έφθασαν πρώτοι, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους έρριψαν εις το έλος, το καλούμενον Ιυσιμέλεια. Κετ' ολίγον όμως, όταν ήλθε περισσότερος στρατός των Πυρακουσίων και των συμμάχων των, προσέδραμαν και οι Ώθηναίοι εις βοήθειαν και φοβηθέντες περί της τύχης των πλοίων των, επετέθησαν εναντίον αυτών, τους ενίκησαν, τους κατεδίωξαν και εφόνευσαν μερικούς οπλίτας. Βιέσωσαν επίσης τα περισσότερα πλοία των και τα συνεκέντρωσαν εντός του ορμητηρίου των. Ώλλ' οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοι των εκυρίευσαν δέκα οκτώ εξ αυτών και εφόνευσαν όλα τα πληρώματα των. Θαι θέλοντες να εμπρήσουν τα λοιπά πλοία, εγέμισαν παλαιόν φορτηγόν σκάφος με κλάδους κλημάτων και ξύλα, θέσαντες δε πυρ, άφισαν το πυρπολικόν τούτο να φέρεται υπό του ανέμου, ο οποίος έπνεεν ούριος, εναντίον των Ώθηναίων. Νύτοι, ανησυχήσαντες διά τον στόλον των, επενόησαν διάφορα πυροσβεστικά μέσα προς αποτροπήν του κινδύνου και κατορθώσαντες να καταστείλουν τας φλόγας και εμποδίσουν την προσέγγισιν του πυρπολικού, εσώθησαν από τον κίνδυνον. 54. Κετά τούτο, έστησαν τρόπαιον, οι μεν Πυρακούσιοι διά την ναυμαχίαν και διά την απώτερον επί υψηλότερου εδάφους γενομένην αποκοπήν των οπλιτών, ότε συνέλαβαν και τους ίππους, οι δε Ώθηναίοι διά την νίκην, την οποίαν εκέρδισαν οι Ρυρρηνοί εναντίον του στρατού της ξηράς και την νίκην που εκέρδισαν οι ίδιοι με τον λοιπόν στρατόν των.
Ρώρα που και κατά θάλασσαν εκέρδισαν λαμπράν νίκην οι Πυρακούσιοι, οι οποίοι έως τότε εφοβούντο τον νέον στόλον που είχε φέρει ο Βημοσθένης, οι Ώθηναίοι περιέπεσαν εις τελείαν αποθάρρυνσιν. Ε διάψευσις των προσδοκιών των υπήρξε μεγάλη και ακόμη μεγαλητέρα η μεταμέλεια διά την κατά της Πικελίας εκστρατείαν. Βιότι διά πρώτην ήδη φοράν εξεστράτευαν εναντίον πόλεων, αι οποίαι ήσαν όμοιαι κατά τον χαρακτήρα προς την ιδικήν των, εκυβερνώντο από πολίτευμα δημοκρατικόν, όπως αυτοί, και ήσαν ισχυραί και εις ναυτικόν και εις ιππικόν και εις πληθυσμόν. Κη δυνάμενοι ούτε δι' επιδιώξεως μεταβολής της μορφής του πολιτεύματος να ενσπείρουν μεταξύ αυτών την διαίρεσιν, διά της οποίας θα ημπορούσαν να τους προσεταιρισθούν, ούτε να επιβληθούν εις αυτάς διά πολύ ανωτέρας στρατιωτικής δυνάμεως, περιπίπτοντες δ' από σφάλματος εις σφάλμα, είχαν περιέλθει και προηγουμένως ήδη εις στενόχωρον θέσιν, η οποία μετά την απροσδόκητον ήτταν του στόλου των απέβη κρισιμωτάτη. 56. Νι Πυρακούσιοι, αντιθέτως, ήρχισαν αμέσως να περιπλέουν αφόβως την ακτήν του λιμένος, και απεφάσισαν να κλείσουν το στόμιον αυτού, διά να μη δυνηθούν οι Ώθηναίοι και αν ήθελαν, να εκπλεύσουν απαρατήρητοι. Βιότι του λοιπού δεν εφρόντιζαν μόνον περί της ιδικής των σωτηρίας, αλλά και πώς θ' αποκόψουν την οδόν της σωτηρίας εις τον εχθρόν. Έκριναν, ότι υπό τας παρούσας περιστάσεις η υπεροχή αυτών ήτο πολύ μεγάλη, και ότι εάν κατώρθωναν να νικήσουν τους Ώθηναίους και τους συμμάχους των και
κατά γην και κατά θάλασσαν, το κατόρθωμα των θα εθεωρείτο ενδοξον από τους λοιπούς Έλληνας, οι οποίοι αμέσως, άλλοι μεν θα ηλευθερώνοντο από την δουλείαν των Ώθηναίων, άλλοι δε από τον φόβον αυτών, καθόσον η στρατιωτική δύναμις, η οποία θα υπελείπετο εις τούτους, δεν θα ήτον ικανή να βαστάξη το βάρος του πολέμου, τον οποίον θα είχε να συνεχίση. Θαι επειδή η δόξα της απελευθερώσεως αυτής θ' απεδίδετο εις τους Πυρακουσίους, θα εθαυμάζοντο ούτοι πολύ και υπό των συγχρόνων και υπό των μεταγενεστέρων. Ν αγών των, άλλωστε, ήτον ευκλεής όχι μόνον δι' αυτόν τον λόγον, αλλά και διότι έμελλαν να νικήσουν, όχι τους Ώθηναίους μόνους, αλλά και το πλήθος των λοιπών συμμάχων των, ενώ εξ άλλου δεν ήσαν ούτε αυτοί μόνοι, αλλ' είχαν και συναγωνιστάς, οι οποίοι ήλθαν εις βοήθειαν των και των οποίων συνεμερίζοντο την ηγεσίαν μετά των Θορινθίων και των Ιακεδαιμονίων. Γπί πλέον παρέσχον προθύμως την πόλιν των, όπως χρησιμεύση ως στάδιον του αγώνος τούτου, εκτιθέμενη εις τους κινδύνους του πρωταγωνιστού, και επραγματοποίησαν μεγάλας βελτιώσεις εις το ναυτικόν των. Ρωόντι, πέριξ της πόλεως των Πυρακουσών, είχαν συγκεντρωθή περισσότεροι λαοί, παρ' όσοι συνεκεντρώθησαν ποτέ πέριξ μιας πόλεως, εάν εξαιρέσωμεν μόνον το μέγα πλήθος εκείνων, οι οποίοι, κατά τον παρόντα πόλεμον, συνετάχθησαν προς τους Ώθηναίους και τους Ιακεδαιμονίους.
Νι λαοί, τωόντι, οι οποίοι επολέμησαν προ των Πυρακουσών, ελθόντες εις την Πικελίαν ως εχθροί ή ως φίλοι, διά να συναγωνισθούν διά την κατάκτησιν ή την σωτηρίαν αυτής, και οι οποίοι ετάχθησαν με το εν ή το άλλο μέρος, όχι τόσον από ζωηρόν αίσθημα δικαιοσύνης ή από υποχρέωσιν κοινότητος καταγωγής, αλλ' όπως, υπό τας δεδομένας περιστάσεις, επέβαλλεν εις έκαστον το συμφέρον ή η ανάγκη, είναι οι εξής. Νι Ώθηναίοι αυτοί, ως Ίωνες, ήλθαν εξ ελευθέρας προαιρέσεως εναντίον των Πυρακουσίων, ως Βωριέων, και μαζύ με αυτούς εξεστράτευσαν οι Ιήμνιοι και οι Ίμβριοι, και οι τότε κάτοικοι της Ώιγίνης και οι κατοικούντες την Γστιαίαν της Γυβοίας Γστιαιείς, πάντες ούτοι άποικοι των Ώθηνών, διατηρούντες ακόμη το αυτό γλωσσικόν ιδίωμα και τους αυτούς θεσμούς. Γκ των λοιπών, οι οποίοι μετείχαν της εκστρατείας, άλλοι μεν ήσαν υπήκοοι, άλλοι ανεξάρτητοι σύμμαχοι, και άλλοι πάλιν μισθοφόροι. Γκ των υπηκόων και φόρου υποτελών, οι Ταλκιδείς, οι Πτυρείς και οι Θαρύστιοι προήρχοντο από την Γύβοιαν, οι Θείοι, οι Άνδριοι και οι Ρήνιοι από τας νήσους του Ώιγαίου πελάγους, οι Κιλήσιοι και οι Πάμιοι και οι Τίοι από την Ηωνίαν. Γκ τούτων εν τούτοις, οι Τίοι μετείχαν της εκστρατείας ως ανεξάρτητοι, μη όντες υποχρεωμένοι εις καταβολήν φόρου, αλλά παρέχοντες πλοία. Νι ανωτέρω μνημονευθέντες ήσαν πάντες σχεδόν Ίωνες και άποικοι των Ώθηναίων (πλην των Θαρυστίων, οι οποίοι ήσαν Βρύοπες) και μολονότι ήσαν υπήκοοι και ηκολούθουν εξ ανάγκης, ήσαν όμως τουλάχιστον Ίωνες, αγωνιζόμενοι εναντίον Βωριέων. Ξρος τούτοις, ηκολούθουν Ώιολείς, οι Κηθυμναίοι μεν, οι οποίοι παρείχαν πλοία, μη όντες φόρου υποτελείς, οι Ρενέδιοι δε και οι Ώίνιοι, οι οποίοι ετέλουν φόρον υποτελείας. Νύτοι, αν και Ώιολείς, επολέμουν εξ ανάγκης τους μετά των Πυρακουσίων συμπράττοντας ΐοιωτούς, των οποίων ήσαν άποικοι, ενώ οι Ξλαταιείς, μολονότι καθαυτό ΐοιωτοί, μόνοι εκ τούτων, διά τα γνωστόν μίσος, επολέμουν, ως είναι ευνόητον, εναντίον των άλλων ΐοιωτών. Νι Οόδιοι και οι Θυθήριοι είναι αμφότεροι Βωριείς. Θαι οι μεν Θυθήριοι, άποικοι των Ιακεδαιμονίων, συνηγωνίζοντο με τους Ώθηναίους εναντίον των υπό την αρχηγίαν του Αυλίππου Ιακεδαιμονίων, ενώ οι Οόδιοι, Ώργείοι την καταγωγήν, επολέμουν εξ ανάγκης εναντίον των Πυρακουσίων, οι όποιοι ήσαν Βωριείς, και των μετά των Πυρακουσίων συναγωνιζόμενων κατοίκων της Αέλας, μολονότι ούτοι
ήσαν άποικοι των. Γκ των παρά την Ξελοπόννησον νήσων, οι Θεφαλλήνες και οι Δακύνθιοι, μολονότι ανεξάρτητοι, ήσαν οπωσδήποτε υποχρεωμένοι ως νησιώται ν' ακολουθούν τους Ώθηναίους, λόγω της κατά θάλασσαν κυριαρχίας των. Γνώ οι Θερκυραίοι, οι οποίοι ήσαν όχι μόνον Βωριείς, άλλα και Θορίνθιοι αναμφισβητήτως, μετείχαν της εκστρατείας εναντίον Θορινθίων και Πυρακουσίων, μολονότι άποικοι των πρώτων και ομογενείς των δευτέρων, υπό την εύσχημον πρόφασιν, ότι αναγκάζονται εις τούτο, μάλλον όμως εκουσίως, ένεκα του κατά των Θορινθίων μίσους των. Νι Κεσσήνιοι ωσαύτως, όπως καλούνται οι νυν κάτοικοι της Λαυπάκτου, καθώς και οι Κεσσήνιοι της φρουράς της Ξύλου, ευρισκομένης τότε υπό την κατοχήν των Ώθηναίων, παρελήφθησαν υπό τούτων εις την εκστρατείαν. Θαι ολίγοι προς τούτοις Κεγαρείς, έχοντες την ατυχίαν να είναι εξόριστοι, εμάχοντο κατά των Πελινουντίων, οι οποίοι ήσαν Κεγαρείς. Ε εις την εκστρατείαν συμμετοχή των λοιπών, όσοι μνημονεύονται εφεξής, είχε χαρακτήρα μάλλον εκούσιον. Νι Ώργείοι, λόγου χάριν, οι οποίοι είναι Βωριείς, ηκολούθησαν τους Ώθηναίους, οι οποίοι είναι Ίωνες, εις εκστρατείαν εναντίον Βωριέων, όχι τόσον ένεκα της συμμαχίας των προς αυτούς, όσον ένεκα της προς τους Ιακεδαιμονίους έχθρας των και χάριν του ιδίου αυτών αμέσου συμφέροντος. Νι Καντινείς και άλλοι Ώρκάδες μισθοφόροι, συνειθισμένοι ανέκαθεν να πολεμούν εναντίον εκείνων, τους οποίους υπεδείκνυαν προς αυτούς ως εχθρούς, ηκολούθησαν, θεωρούντες και εις την περίστασιν αυτήν, χάριν επιθυμίας κέρδους, όχι ολιγώτερον εχθρούς τους μετά των Θορινθίων εκστρατεύσαντες Ώρκάδας. Νι Θρήτες και οι Ώιτωλοί ηκολούθησαν ωσαύτως ως μισθοφόροι. Νι Θρήτες θα επροτίμων βέβαια να εκστρατεύσουν υπέρ των κατοίκων της Αέλας, την οποίαν είχαν αποικίσει από κοινού μετά των Οοδίων, χάριν του μισθού όμως, συνήνεσαν να εκστρατεύσουν εναντίον των αποίκων των. Θαι μερικοί Ώκαρνάνες ήλθαν εις βοήθειαν των Ώθηναίων, εν μέρει μεν χάριν κέρδους, αλλά το περισσότερον ένεκα φιλίας προς τον Βημοσθένη και συμπαθείας προς τους συμμάχους των Ώθηναίους. Ξάντες ούτοι κατώκουν εις χώρας οριζομένας δυτικώς υπό του Ηονίου πελάγους. Γκ των Γλλήνων της Ηταλίας, οι Ζούριοι και οι Κεταπόντιοι έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν, ωθηθέντες εις τούτο από τας περιστάσεις, τας οποίας είχαν δημιουργήσει τότε δι' αυτούς εμφύλιοι σπαραγμοί, και εκ των Γλλήνων κατοίκων της Πικελίας, οι Λάξιοι και οι Θαταναίοι. Γκ των βαρβάρων, οι Ώθηναίοι είχαν με το μέρος των τους Γγεσταίους, οι οποίοι επροκάλεσαν την επέμβασίν των, και τους περισσοτέρους Πικελούς, εκτός δε της Πικελίας, μερικούς Ρυρρηνούς, οι οποίοι είχαν διαφοράς προς τους Πυρακουσίους, και Ηάπυγας μισθοφόρους. Ώυτοί ήσαν οι λαοί, οι οποίοι έλαβαν μέρος εις τον πόλεμον με το μέρος των Ώθηναίων. 58. Γις βοήθειαν των Πυρακουσίων, αντιθέτως, ήλθαν οι όμοροι αυτών Θαιμαριναίοι και οι κάτοικοι της Αέλας, των οποίων η χώρα έρχεται αμέσως μετά την των Θαμαριναίων. Νι μετά την Αέλαν κατοικούντες Ώκραγαντίνοι έμειναν ουδέτεροι, αλλ' οι επέκεινα τούτων κατοικούντες Πελινούντιοι ετάχθησαν ωσαύτως με τους Πυρακουσίους. Ξάντες ούτοι κατοικούν το νότιον της Πικελίας, το εστραμμένον προς την Ιιβύην. Γκ του βορείου μέρους, του προς το Ρυρρηνικόν πέλαγος, εις βοήθειαν των Πυρακουσίων ήλθαν μόνοι οι Ημεραίοι, οι οποίοι είναι και οι μόνοι Έλληνες κάτοικοι του μέρους τούτου. Ώυταί ήσαν αι Γλληνικαί πόλεις της Πικελίας, Βωρικαί πάσαι και ανεξάρτητοι, αι οποίαι συνεπολέμησαν παρά το πλευρόν των Πυρακουσίων. Γκ των βαρβάρων κατοίκων αυτής, μόνοι οι Πικελοί, όσοι δεν είχαν ταχθή με τους Ώθηναίους, συνεπολέμησαν με τους Πυρακουσίους. Γκ των εκτός της Πικελίας Γλλή νων, συνεπολέμησαν οι Ιακεδαιμόνιοι, πέμψαντες Ππαρτιάτην αρχιστράτηγον και στρατιώτας, νεοδαμώδεις μόνον και Γίλωτας, οι Ιευκάδιοι, οι Ώμπρακιώται και οι Θορίνθιοι, λόγω κοινότητος καταγωγής, οι τελευταίοι, άλλωστε, μόνοι εξ όλων των άλλων, διά της
αποστολής στόλου συγχρόνως και στρατού, εκ της Ώρκαδίας, μισθοφόροι αποσταλέντες υπό των Θορινθίων, οι Πικυώνιοι, στρατολογηθέντες δι' υποχρεωτικής θητείας, και εκ των έξω της Ξελοποννήσου οι ΐοιωτοί. Ώλλ' η βοήθεια αύτη, η οποία ήλθεν εκ του εξωτερικού, ήτο μικρά, συγκρινόμενη προς εκείνην, την οποίαν προσέφεραν εις στρατόν παντός είδους οι Έλληνες της Πικελίας, οι οποίοι, καθ' ο κατοικούντες πόλεις μεγάλας, συνεκέντρωσαν πολυάριθμον πεζικόν και ιππικόν και πολύ πλήθος ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών. Θαι εν συγκρίσει πάλιν προς όλους ίσως τους άλλους, η συνεισφορά των Πυρακουσίων υπήρξε μεγαλητέρα, λόγω του μεγέθους της πόλεως και του μεγίστου κινδύνου, εις τον οποίον ήσαν εκτεθειμένοι. 59. Ώυταί ήσαν αι επικουρίαι, τας οποίας συνεκέντρωσαν τα δύο μέρη, και αι οποίαι ευρίσκοντο ήδη πάσαι επί τόπου κατά την στιγμήν ταύτην, διότι ουδεμία άλλη ενίσχυσις ήλθεν έκτοτε, ούτε προς τους μεν, ούτε προς τους δε.
Νι Πυρακούσιοι ενόμισαν δικαίως, ότι θα ήτο ένδοξον δι' αυτούς κατόρθωμα, εάν την νίκην, την οποίαν εκέρδισαν ήδη κατά θάλασσαν, συμπληρώσουν, αιχμαλωτίζοντες ολόκληρον την πολυάριθμον στρατιωτικήν δύναμιν των Ώθηναίων, και δεν τους επιτρέψουν κανέν μέσον διαφυγής, ούτε διά ξηράς, ούτε διά θαλάσσης. Ήρχισαν λοιπόν να κλείουν το στόμιον του λιμένος, το οποίον είχε πλάτος οκτώ περίπου σταδίων, τοποθετούντες πλαγίως εις αυτό τριήρεις και μεγάλα και μικρά πλοία, τα οποία εστερέωναν δι' αγκύρων, και προέβαιναν εις όλας τας άλλας αναγκαίας ετοιμασίας, διά την περίστασιν που οι Ώθηναίοι θα είχαν και πάλιν την τόλμην να ναυμαχήσουν. Θαι εις τας σκέψεις των δεν ενυπήρχε τίποτε απολύτως το μικρόν.
Νι Ώθηναίοι, βλέποντες το κλείσιμον του λιμένος και αντιλαμβανόμενοι τα περαιτέρω σχέδια του εχθρού, απεφάσισαν να συγκαλέσουν πολεμικόν συμβούλιον. Πυνελθόντες οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι έλαβαν υπ' όψιν το κρίσιμον της καταστάσεως γενικώς και προ πάντων την επελθούσαν ήδη έλλειψιν τροφίμων, την οποίαν επροκάλεσε η διαταγή που είχαν στείλει εις Θατάνην, όταν απεφάσισαν προηγουμένως να εκπλεύσουν, όπως παύση η αποστολή τοιούτων, και συγχρόνως ότι θα είναι αδύνατος του λοιπού η προμήθεια των τροφίμων, εφόσον δεν επικρατήσουν κατά θάλασσαν. Φς εκ τούτου, απεφάσισαν να εγκαταλείψουν το άνω μέρος των τειχών των και να διαχωρίσουν δι' εγκαρσίου τείχους τόσον μόνον μέρος αυτών, πλησίον του ορμητηρίου του στόλου των, όσον ήτο αρκετόν να περιλάβη τας αποσκευάς και τους ασθενείς και αφίσουν φρουράν εντός αυτού, να εξοπλίσουν τα πλοία, και εκείνα που ήσαν εις καλήν και εκείνα που ήσαν εις ολιγώτερον καλήν κατάστασιν, επιβιβάζοντες εις αυτά όλον τον υπόλοιπον στρατόν της ξηράς και να δοκιμάσουν την τύχην των, ναυμαχούντες. Θαι αν μεν νικήσουν να μεταβούν εις Θατάνην, ειδεμή να πυρπολήσουν τον στόλον και συντάσσοντες τον στρατόν, να επιδιώξουν την διά ξηράς υποχώρησιν προς την διεύθυνσιν, διά της οποίας θα ημπορούσαν να φθάσουν το ταχύτερον εις φιλικόν μέρος, είτε βαρβαρικόν, είτε Γλληνικόν. Ώι αποφάσεις αύται εξετελέσθησαν ακριβώς. Βιότι και εκ του άνω μέρους των τειχών απεσύρθησαν εν τάξει και τα πλοία όλα εξώπλισαν, αναγκάσαντες να επιβιβασθή ο καθείς, ο οποίος, λόγω ηλικίας, εφαίνετο οπωσδήποτε ικανός δι' υπηρεσίαν. Νύτως εξωπλίσθησαν περί τα εκατόν δέκα εν όλω πλοία, επί των καταστρωμάτων των οποίων ετοποθέτησαν πολλούς τοξότας και ακοντιστάς, Ώκαρνάνας και άλλους ξένους και προητοιμάσθησαν γενικώς διά την ναυμαχίαν, όσον το δύσκολον της θέσεως των και το
παράβολον του σχεδίου των επέτρεπαν. ταν τα πάντα σχεδόν ήσαν έτοιμα, αλλά πριν γίνη η επιβίβασις επί των πλοίων, ο Λικίας, βλέπων τους στρατιώτας αποτεθαρρημένους μεν ένεκα της πλήρους κατά θάλασσαν ήττης των, η οποία δι' αυτούς ήτο πράγμα ασυνείθιστον, αλλά και ανυπομονούντας, ένεκα της ελλείψεως τροφίμων, να δοκιμάσουν μίαν ώραν ταχύτερα την τύχην των εις την ναυμαχίαν, συνεκέντρωσεν όλον τον στρατόν και ενεθάρρυνεν αυτούς διά των επομένων λόγων.
«Πτρατιώται Ώθηναίοι και σύμμαχοι, εις τον αγώνα, ο οποίος θα λάβη χώραν μετ' ολίγον, όλοι ανεξαιρέτως έχομεν το αυτό συμφέρον. Θαθένας από ημάς, όπως άλλωστε και από τους εχθρούς μας, πρόκειται ν' αγωνισθή υπέρ της προσωπικής του σωτηρίας και συγχρόνως υπέρ πατρίδος, καθόσον, εάν νικήσωμεν εις την επικειμένην ναυμαχίαν, θα ημπορέσωμεν να επανίδωμεν έκαστος την ιδίαν αυτού πατρίδα. Νφείλομεν όμως να μη χάνωμεν το θάρρος μας, ούτε να παθαίνωμεν ό,τι παθαίνουν οι πρωτόπειροι, οι οποίοι, όταν νικηθούν εις τον αρχικόν αγώνα, ευρίσκονται του λοιπού υπό την διαρκή προσδοκίαν ομοίας ατυχίας. Ώλλ' όσοι από σας είσθε Ώθηναίοι, και ως τούτου έχετε μακράν πείραν των πολέμων, όσοι από σας είσθε σύμμαχοι και ως τοιούτου διαρκείς σύντροφοι των αγώνων μας, οφείλετε να ενθυμήσθε πόσον εντελώς απροσδόκητα πράγματα ημπορούν να συμβούν εις τους πολέμους, και να ετοιμασθήτε διά την νέαν μάχην, με την ελπίδα, ότι η τύχη την φοράν αυτήν θα είναι με το μέρος μας, και με την απόφασιν να αποδώσετε εις τον εχθρόν τα ίσα κατά τρόπον άξιον του μεγάλου αυτού στρατεύματος, το οποίον βλέπετε προ των οφθαλμών σας. 62. «Θαι ημείς, άλλωστε, αφού εσυζητήσαμεν το πράγμα με τους πρωρείς, ελάβαμεν ήδη όλα ακριβώς εκείνα τα μέτρα που επιτρέπουν αι περιστάσεις, και που εκρίναμεν, ότι ημπορούν να μας βοηθήσουν εναντίον των μειονεκτημάτων, τα οποία συνδέονται με την στενότητα του λιμένος, και τα οποία μας έβλαψαν κατά την προηγουμένην ναυμαχίαν, του συνωστισμού δηλαδή των σκαφών και των στρατιωτών που είχε τοποθετήσει ο εχθρός επί των καταστρωμάτων των πλοίων του. Ζα επιβιβάσωμεν τωόντι επί των πλοίων μας πολλούς τοξότας και ακοντιστάς και πλήθος άλλο στρατιωτών, τους οποίους, εάν επρόκειτο να ναυμαχήσωμεν εις ανοικτήν θάλασσαν, δεν θα εσκεπτόμεθα να χρησιμοποιήσωμεν, καθόσον, ως εκ της υπερφορτώσεως των πλοίων μας η παρουσία των θ' απετέλει μειονέκτημα υπό τακτικήν έποψιν, αλλ' οι οποίοι θα είναι χρήσιμοι εις την παρούσαν περίστασιν, κατά την οποίαν από τα καταστρώματα των πλοίων πρόκειται να διεξαγάγωμεν πεζομαχίαν. Γσκέφθημεν ήδη ποία μέτρα έπρεπε να λάβωμεν, διά να εξουδετερώσωμεν τας βελτιώσεις, τας οποίας επέφερεν ο εχθρός εις την ναυπήγησιν των πλοίων του, και πράγματι προς εξουδετέρωσιν του πάχους των επωτίδων των, αι οποίαι μας επροξένησαν τας μεγαλητέρας ζημίας, θα χρησιμοποιήσωμεν σιδηράς αρπάγας, αι οποίαι, ριπτόμεναι επί των επιπιπτόντων καθ' ημών πλοίων, θα εμποδίζουν αυτά ν' ανακρούουν πρύμναν, εάν οι πεζοναύταί μας εκτελέσουν ό,τι επιβάλλεται εις τοιαύτην περίστασιν. Βιότι, όπως είπα, είμεθα ηναγκασμένοι να πεζομαχήσωμεν από το κατάστρωμα των πλοίων μας, και ως εκ τούτου έχομεν προφανές συμφέρον ούτε ημείς ν' ανακρούωμεν πρύμναν, ούτε εις τους εχθρούς να επιτρέπωμεν τούτο, τόσον μάλλον καθόσον η παραλία, πλην της μικράς εκτάσεως που κατέχει ο στρατός μας, είναι εις χείρας των. 63. «Ώυτά έχοντες υπ' όψιν σας, πρέπει ν' αγωνισθήτε μέχρις εσχάτων και να μη αφίσετε να σας εξωθήσουν εις την παραλίαν. ταν άπαξ το πλοίον σας συγκρουσθή με πλοίον εχθρικόν, θεωρήσατε καθήκον σας να μη αποχωρισθήτε από αυτό πριν σκουπίσετε από το κατάστρωμα του και ρίψετε εις την θάλασσαν τους επ'
αυτού οπλίτας. Ρας προτροπάς αυτάς απευθύνω προς τους οπλίτας μάλλον παρά τους ναύτας, καθόσον το καθήκον τούτο επιβάλλεται κυρίως εις τους επί του καταστρώματος. Άλλωστε ακόμη και τώρα υπερέχομεν αυτών εις πολλά σημεία, υπό την έποψιν του στρατού της ξηράς. Πτρεφόμενος ήδη προς σας τους ναύτας, προτρέπω, και συγχρόνως σας εξορκίζω, να μη καταπτοηθήτε από τας ατυχίας μας, αφού και η επί των καταστρωμάτων στρατιωτική μας ετοιμασία είναι καλλίτερα και τα πλοία μας περισσότερα. σοι από σας, χωρίς να είσθε Ώθηναίοι, ενομίζεσθε τοιούτοι, σκεφθήτε πόσον πολύτιμον πλεονέκτημα είναι τούτο και πόσον αξίζει να το διατηρήσετε. Γθαυμάζεσθε καθ' όλην την Γλλάδα ένεκα της γνώσεως της γλώσσης μας και της μιμήσεως των τρόπων μας και μετείχετε εξ ίσου με ημάς των πλεονεκτημάτων της ηγεμονίας μας, καθόσον και του σεβασμού των υπηκόων μας απολαμβάνετε και κανείς δεν ετόλμα να σας αδικήση. Βιά τούτο, εφόσον μόνοι σεις είσθε ελεύθεροι κοινωνοί της ηγεμονίας μας, καθήκον έχετε να μη καταπροδώσετε αυτήν. Θαταφρονήσατε και τους Θορινθίους, τους οποίους πολλάκις ήδη ενικήσατε, και τους Πικελιώτας, εκ των οποίων κανείς, εφόσον το ναυτικόν μας ήκμαζε, δεν ετόλμησε να σας αντισταθή και αποκρούσατε αυτούς, αποδεικνύοντες, ότι η ναυτική σας ικανότης, και εν μέσω ακόμη ασθενειών και ατυχιών, είναι ανωτέρα από την δύναμιν και την καλήν τύχην των έχθρων σας. 64. «Γις όσους εξ υμών είσθε Ώθηναίοι, υπενθυμίζω, διά μίαν ακόμη φοράν, ότι δεν μας μένουν εις τας Ώθήνας ούτε άλλα πλοία εντός των νεωσοίκων, όμοια προς αυτά, ούτε άλλοι στρατεύσιμοι, και ότι αν η έκβασις της μάχης είναι δι' ημάς άλλο παρά την νίκην, οι εδώ εχθροί θα πλεύσουν κατ' ευθείαν εναντίον των Ώθηνών και οι ιδικοί μας, όσοι υπολείπονται εκεί, θα είναι ανίσχυροι ν' αποκρούσουν και τους εκεί εχθρούς και τους νέους επιδρομείς. Θαι ούτω, σεις μεν θα περιέλθετε αμέσως εις το έλεος των Πυρακουσίων (και γνωρίζετε οι ίδιοι με ποία σχέδια εξεστρατεύσατε εναντίον των), ενώ οι εκεί θα περιέλθουν εις το έλεος των Ιακεδαιμονίων. Ένεκα τούτου, εφόσον είσθε υποχρεωμένοι εις μίαν και την αυτήν μάχην ν' αγωνισθήτε και διά τους ιδίους εαυτούς σας και διά τους εκεί, δειχθήτε περισσότερον από κάθε άλλην φοράν ακλόνητοι και μη λησμονήτε, και καθείς χωριστά και όλοι μαζύ, όσοι μετ' ολίγον θα επιβιβασθήτε επί των πλοίων, ότι σεις είσθε και ο στρατός των Ώθηναίων και ο στόλος, και εις σας κρέμαται ολόκληρος η πόλις και το μέγα όνομα των Ώθηνών. Τάριν αυτών, όστις από σας υπερέχει τους άλλους κατά την ικανότητα ή την ανδρείαν, ας την επίδειξη τώρα, διότι ποτέ δεν ημπορεί να εύρη καλλίτερον ευκαιρίαν, όπως χρησιμοποίηση αυτάς διά το ίδιον αυτού συμφέρον.»
Κετά τους προτρεπτικούς τούτους λόγους, ο Λικίας διέταξεν αμέσως την επί των πλοίων επιβίβασιν. Ν Αύλιππος και οι Πυρακούσιοι ήσαν εις θέσιν, βλέποντες την προ των ομμάτων των γινομένην ετοιμασίαν, ν' αντιληφθούν, ότι οι Ώθηναίοι σκοπόν είχαν να ναυμαχήσουν. Γίχον άλλωστε πληροφορηθή προηγουμένως το σχέδιον της χρησιμοποιήσεως των σιδηρών αρπαγών και ενώ ητοιμάσθησαν προς αντιμετώπισιν παντός άλλου ενδεχομένου, επρονόησαν συγχρόνως και περί τούτου. Βιότι εκάλυψαν με δέρματα τας πρώρας και το άνω μέρος των πλοίων μέχρις ικανής εκτάσεως, εις τρόπον ώστε αι αρπάγαι ριπτόμεναι να μη ευρίσκουν λαβήν, αλλά να γλιστρούν και φεύγουν. Θαι όταν τα πάντα ητοιμάσθησαν, ο Αύλιππος και οι στρατηγοί απηύθυναν προς αυτούς τους επομένους παραινετικούς λόγους.
66. «Πυρακούσιοι και σύμμαχοι, τα προηγούμενα κατορθώματα σας υπήρξαν ένδοξα, όπως ένδοξος θα είναι και ο επικείμενος αγών. Ρούτο πιστεύομεν, ότι το γνωρίζετε οι περισσότεροι, διότι άλλως δεν θα επιδεικνύατε τόσον ζήλον και τότε και τώρα. Ώλλ' εάν κανείς δεν αντιλαμβάνεται τούτο επαρκώς, θα προσπαθήσωμεν να τον διαφωτίσωμεν. Νι Ώθηναίοι, δηλαδή, των οποίων η κυριαρχία εκτείνεται επί μεγαλητέρας επικρατείας παρά κάθε Γλληνικού κράτους του παρελθόντος και του παρόντος, εξεστράτευσαν κατά της χώρας ταύτης, κατά πρώτον λόγον, διά να υποτάξουν την Πικελίαν, και έπειτα, εν περιπτώσει επιτυχίας, και την Ξελοπόννησον και την λοιπήν Γλλάδα. Ρον στόλον των Ώθηναίων τούτον, διά του οποίου αυτοί επέτυχαν την επικράτησιν των, ενικήσατε ήδη εις επανειλημμένας ναυμαχίας και κατά πάσαν πιθανότητα θα νικήσετε πάλιν τώρα. Βιότι οσάκις οι άνθρωποι δειχθούν υποδεέστεροι εκεί όπου έχουν την αξίωσιν, ότι υπερέχουν, η ιδία αυτών αυτοπεποίθησις καταπίπτει του λοιπού περισσότερον, παρά εάν δεν είχαν εξ αρχής πιστεύσει εις τοιαύτην υπεροχήν και αποτυγχάνοντες, παρά τας προσδοκίας της μεγαλαυχίας των, ενδίδουν μέχρι σημείου, το οποίον αποτελεί παραγνώρισιν της πραγματικής των δυνάμεως, πράγμα το οποίον είναι φυσικόν να έχουν ήδη πάθει οι Ώθηναίοι. 67. «Ώντιθέτως, το αίσθημα, το οποίον ενέπνεεν ημάς ήδη και επί τη βάσει του οποίου, μολονότι άπειροι ακόμη, ετολμήσαμεν να διακινδυνεύσωμεν τα πάντα, έχει σήμερον ασφαλέστερον έρεισμα, και εφόσον προσετέθη εις αυτό η πεποίθησις, ότι είμεθα ισχυρότατοι, αφού ενικήσαμεν τους ισχυροτάτους, η ελπίς εκάστου εξ ημών εδιπλασιάσθη. Φς επί το πλείστον, άλλωστε, η μεγίστη ελπίς εμπνέει και τον μέγιστον ζήλον εις κάθε επιχείρησιν. σον άφορα εξ άλλου την εκ μέρους των απομίμησιν των μεθόδων μας, αυταί αποτελούν δι' ημάς τον συνήθη τρόπον του μάχεσθαι, και δεν θα ευρεθώμεν απαράσκευοι, όπως αντιμετωπίσωμεν εκάστην εξ αυτών. Γκείναι όμως, όταν, παρά την συνήθη πολεμικήν των διάταξιν ευρεθούν πολλοί επί του καταστρώματος οπλίται και πολλοί ακοντισταί, χερσαίοι ούτως ειπείν Ώκαρνάνες και άλλοι επιβάται πλοίων, οι οποίοι δεν θα είναι εις θέσιν ούτε να σύρουν το τόξον των καθήμενοι, πώς δεν θα διακινδυνεύσουν την ασφάλειαν του σκάφους και δεν θα περιέλθουν εις πλήρη σύγχυσιν, κινούμενοι πάντες κατά τρόπον ασυνείθιστον δι' αυτούς; Γάν κανείς από σας φοβήται, διότι πρόκειται να ναυμαχήση προς μεγαλήτερον αριθμόν πλοίων, ας μάθη ούτος, ότι ούτε το πλήθος των πλοίων αποτελεί πλεονέκτημα διά τον εχθρόν. Βιότι πολυάριθμος στόλος εντός στενού χώρου θα είναι βραδυκίνητος εις εκτέλεσιν επιθετικών κινήσεων, αλλά περισσότερον εκτεθειμένος εις βλάβας από τα μέτρα, τα οποία είμεθα έτοιμοι να εφαρμόσωμεν. Γάν όμως θέλετε την καθαράν αλήθειαν, μάθετε την από πηγήν, την οποίαν θεωρούμεν ασφαλή. πό το βάρος του πλήθους των δεινών των και την πίεσιν της αμηχανίας, εις την οποίαν ευρίσκονται, έφθασαν εις την απονενοημένην απόφασιν να εμπιστευθούν όχι τόσον εις την στρατιωτικήν των ετοιμασίαν, όσον εις την τύχην των, εκτιθέμενοι εις τους κινδύνους μιας τελευταίας μάχης. Πκοπός των είναι ή να διασπάσουν τον αποκλεισμόν και εκπλεύσουν, ή άλλως αποπειραθούν να υποχωρήσουν μετά την μάχην διά ξηράς, πεπεισμένοι, καθώς είναι, ότι η σημερινή των αθλιότης δεν ημπορεί να επιδεινωθή. 68. «Ώς ριφθώμεν λοιπόν με ορμήν ασυγκράτητον εις το μέσον τοιαύτης αταξίας έχθρων μισητοτάτων, των οποίων η τύχη παραδίδεται μόνη της εις χείρας μας. Θαι ας έχωμεν υπ' όψιν, πρώτον μεν ότι τίποτε δεν είναι δικαιότερον απέναντι εχθρών παρά το ν' αποφασίση κανείς να κορέση το πάθος της εκδικήσεως του, διά να τιμωρήση τον επιδρομέα, και δεύτερον, ότι την εκδίκησιν αυτήν, η οποία μάλιστα, όπως βεβαιώνει, νομίζω, το κοινόν λόγιον, είναι πράγμα γλυκύτατον, θα είμεθα εις θέσιν μετ' ολίγον να επιβάλωμεν. τι είναι εχθροί μας,
και μάλιστα οι χειρότεροι των εχθρών μας, όλοι το γνωρίζετε. Βιότι εξεστράτευσαν εναντίον της χώρας μας, όπως την υποδουλώσουν, και εάν το κατώρθωναν, οι μεν άνδρες μας θα υφίσταντο τας πλέον σκληράς τιμωρίας, τα παιδία και αι γυναίκες μας τας πλέον απρεπείς ύβρεις, ενώ η πόλις μας ολόκληρος θ' απέκτα το πλέον επονείδιστον όνομα. Ένεκα τούτου, κανείς δεν πρέπει να καμφθή, μήτε να νομίση κέρδος το να απέλθουν, χωρίς να εκτεθώμεν εις κίνδυνον. Βιότι αυτό το ίδιον θα κάμουν και αν ακόμη νικήσουν. Ώλλ' εάν, όπως αι περιστάσεις καθιστούν πιθανόν, πραγματοποιήσωμεν τας επιθυμίας μας, τιμωρούντες αυτούς και παραδίδοντες εις όλην την Πικελίαν εξησφαλισμένην την ελευθερίαν, την οποίαν είχε και προηγουμένως, ποίον ένδοξον κατόρθωμα! Ξόσον σπάνιαι είναι αι επιχειρήσεις, όπως η παρούσα, κατά την οποίαν ελαχίστη μεν είναι η ζημία, εν περιπτώσει αποτυχίας, μέγιστον δε το κέρδος, εν περιπτώσει επιτυχίας!»
Κετά τους παραινετικούς τούτους λόγους, τους οποίους και οι στρατηγοί των Πυρακουσίων μετά του Αυλίππου απηύθυναν προς τον στρατόν των, διέταξαν την επιβίβασιν επί των πλοίων, βλέποντες και τους Ώθηναίους πράττοντας το αυτό. Ν Λικίας, εξ άλλου, τον οποίον η κατάστασις των πραγμάτων ετρόμαζε και ο οποίος έβλεπε πόσον μεγάλος και πόσον επικείμενος ήτο ο κίνδυνος (καθόσον τα πλοία από στιγμής εις στιγμήν έμελλαν να εκκινήσουν) εδοκίμασεν ό,τι συνήθως δοκιμάζουν οι άνθρωποι εις τας παραμονάς δυσκόλων αγώνων. Γνόμισε, δηλαδή, ότι αι ετοιμασίαι των όλαι ήσαν ατελείς εισέτι, και αι προς τον στρατόν παραινέσεις του όχι ακόμη επαρκείς. Βιά τούτο, προσφωνών ένα έκαστον από τους τριηράρχους όχι μόνον με το όνομα του, αλλά και με το όνομα του πατρός του και της φυλής του, απήτει, από εκείνους, οι οποίοι είχαν οπωσδήποτε διακριθή δι' ανδραγαθίαν, να μη προδώσουν αυτήν, και από εκείνους, των οποίων οι πρόγονοι ήσαν επιφανείς, να μη αμαυρώσουν την κληρονομικήν των δόξαν. πενθύμιζε συγχρόνως εις αυτούς, ότι ήσαν πολίται της πλέον ελευθέρας πατρίδος και ότι ο ιδιωτικός βίος εκάστου ήτο εξησφαλισμένος εντός αυτής από πάσαν έξωθεν επέμβασιν. Ξροσέθεσεν ακόμη, όσα όμοια περίπου εκάστοτε λέγουν οι άνθρωποι εις τοιαύτας περιστάσεις, επικαλούμενοι το καθήκον προς τας γυναίκας και τα τέκνα και τους πατρίους θεούς, καθόσον, κρίνοντες αυτά χρήσιμα εις την παρούσαν φοβεράν στιγμήν, τα επικαλούνται, χωρίς ν' αποτρέπωνται εκ του φόβου μήπως θεωρηθούν λέγοντες τετριμμένα πράγματα. ταν ο Λικίας σννεβούλευσεν όσα ενόμισεν απολύτως απαραίτητα μάλλον παρά επαρκή, απεσύρθη και ωδήγησε τον στρατόν της ξηράς πλησίον της θαλάσσης, όπου παρέταξεν αυτόν εις όσον το δυνατόν μεγαλητέραν έκτασιν, όπως συντελέση εις την μεγαλητέραν δυνατήν ενθάρρυνσιν των επιβαινόντων του στόλου. Ν Βημοσθένης, ο Κένανδρος και ο Γυθύδημος, οι οποίοι επεβιβάσθησαν ως αρχηγοί του στόλου, εκκινήσαντες από το ορμητήριον των, έπλεαν κατ' ευθείαν προς το κλειστόν στόμιον του λιμένος, θέλοντες να εκβιάσουν τον έκπλουν προς την ανοικτήν θάλασσαν διά της αφεθείσης εξόδου.
Ώλλ' ο στόλος των Πυρακουσίων και των συμμάχων, συγκείμενος από τον ίδιον περίπου αριθμόν πλοίων, όπως και προηγουμένως, είχεν ήδη εκπλεύσει προ αυτών. Κία μοίρα του στόλου αυτού εφύλαττε πλησίον της εξόδου του λιμένος, ενώ ο λοιπός ήτο παρατεταγμένος εντός αυτού εις σχήμα κύκλου, διά να είναι εις θέσιν να επιτίθεται κατά των Ώθηναίων εξ όλων των σημείων διά μιας, και συγχρόνως ο στρατός της ξηράς έσπευδεν εις βοήθειαν του, οπουδήποτε τα πλοία προσήγγιζαν εις την παραλίαν. Ώρχηγοί του στόλου των Πυρακουσίων
ήσαν ο Πικανός και ο Ώγάθαρχος, διοικούντες έκαστος ανά μίαν των πτερύγων αυτού, ενώ ο Ξυθήν, επί κεφαλής της Θορινθιακής μοίρας, κατείχε το μέσον. ταν οι Ώθηναίοι, πλέοντες, προσήγγισαν εις το κλειστόν στόμιον του λιμένος, ενίκησαν διά της πρώτης ορμής της επιθέσεως των τα εκεί παρατεταγμένα εχθρικά πλοία, και προσεπάθουν να κόψουν τας αλύσσεις, που έκλειαν το άνοιγμα. Ώλλ' όταν μετ' ολίγον οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοι επετέθησαν κατ' αυτών εξ όλων των σημείων, η ναυμαχία δεν περιωρίζετο πλέον πλησίον του κλειστού στομίου μόνον, αλλ' επεξετάθη καθ' όλον τον λιμένα, και διεξήγετο με πείσμα μεγαλήτερον από κάθε άλλην προηγουμένην. Βιότι και η προθυμία των ναυτών, όπως κωπηλατούν προς επίθεσιν, οσάκις εδίδετο διαταγή, ήτο μεγάλη, όπως και η άμιλλα περί τον τακτικόν χειρισμόν, και ο ανταγωνισμός των πρωρέων προς αλλήλους. Θαι οι επιβαίνοντες στρατιώται, οσάκις το πλοίον των συνεκρούετο με πλοίον εχθρικόν, κατέβαλλαν πάσαν προσπάθειαν, όπως ο επί του καταστρώματος αγών μη διεξάγεται κατά τρόπον τεχνικώς υποδεέστερον από τας άλλας υπηρεσίας. Θαι έκαστος, τωόντι, εφιλοτιμείτο ν' αναδειχθή πρώτος αυτός εις την θέσιν που είχε ταχθή. Γπειδή όμως πολλά πλοία συνεκρούσθησαν εντός στενού χώρου (διότι ουδέποτε μεγαλήτεροι στόλοι εναυμάχησαν εις στενώτερον χώρον, αφού ο αριθμός των πλοίων των δύο στόλων ομού ολίγον υπελείπετο των διακοσίων), αι μεν διά του εμβόλου επιθέσεις ήσαν σπάνιαι, ως εκ της αδυναμίας της ανακρούσεως πρύμνας ή της διασπάσεως της εχθρικής παρατάξεως, αλλ' αι τυχαίαι συγκρούσεις ήσαν συχνότεροι, καθόσον τα πλοία, επιδιώκοντα να φύγουν ή να επιτεθούν κατ' άλλων, συνεκρούοντο τα μεν προς τα δε. Γφόσον εκάστοτε εν πλοίον έπλεεν εναντίον άλλου, οι επιβαίνοντες του τελευταίου τούτου στρατιώται έρριπτον κατ' αυτού από των καταστρωμάτων βροχήν βελών και ακοντίων και λίθων. ταν όμως τα δύο πλοία συνεπλέκοντο άπαξ, οι πεζοναύται, ερχόμενοι εις χείρας, προσεπάθουν να επιβούν επί του αντιπάλου πλοίου. Θαι ούτως, ένεκα της στενοχωρίας, συνέβαινεν εις πολλά σημεία, ότι, ενώ πλοία του ενός στόλου επετίθεντο δι' εμβόλου κατά πλοίων εχθρικών και τα διετρύπων, αντίπαλα πλοία διετρύπων αντιθέτως αυτά, διά του ιδικού των εμβόλου, ώστε δύο, και ενίοτε περισσότερα, πλοία ευρίσκοντο ενίοτε περιπεπλεγμένα διά των εμβόλων πέριξ ενός, ενώ οι πρωρείς περιήρχοντο εις την ανάγκην να προφυλάσσωνται από το εν μέρος και να επιτίθενται, κατόπιν σχεδίου, από το άλλο, και μάλιστα όχι προς εν μόνον σημείον, αλλά προς πολλά συγχρόνως, καθ' όλας τας διευθύνσεις. Ν κρότος, εξ άλλου, ο οποίος προήρχετο φοβερός από τόσα συγκρουόμενα πλοία, εγέννα κατάπληξιν και δεν άφινε ν' ακουσθούν τα παραγγέλματα των κελευστών των δύο στόλων των οποίων αι παρορμήσεις και αι κραυγαί εσηκώνοντο διάτοροι, είτε προς μετάδοσιν παραγγελμάτων, είτε ως εκ της εξάψεως της στιγμής. Θαι οι μεν κελευσταί του Ώθηναϊκού στόλου εκραύγαζον προς τους άνδρας των να εκβιάσουν τον έκπλουν, και αν ποτέ εις το παρελθόν ενέτειναν τας προσπάθειας των εις το άκρον, να πράξουν τούτο άλλην μίαν φοράν σήμερον, χάριν εξασφαλίσεως της ευτυχούς επανόδου εις την πατρίδα. Νι κελευσταί του στόλου των Πυρακουσίων και των συμμάχων, εξ άλλου, εκραύγαζον προς τους άνδρας των, ότι θα επιτελέσουν ένδοξον κατόρθωμα, αν εμποδίσουν τον εχθρόν να διαφύγη, και έκαστος διά της νίκης του συντελέση υπέρ του μεγαλείου της πατρίδος του. Πυγχρόνως οι αρχηγοί των δύο στόλων, εάν έβλεπαν κανένα πουθενά ανακρούοντα πρύμναν άνευ αναποτρέπτου ανάγκης, απηυθύνοντο ονομαστί προς τον τριήραρχον, ερωτώντες αυτόν οι μεν Ώθηναίοι, εάν υποχωρή, διότι θεωρεί ήδη την γην των χειρίστων εχθρών των περισσότερον ιδικήν των από την θάλασσαν, την κυριαρχίαν της οποίας είχαν αποκτήσει διά τόσων μόχθων και αγώνων, οι δε Πυρακούσιοι εάν, ενώ γνωρίζει ασφαλώς, ότι οι Ώθηναίοι επιδιώκουν διά παντός τρόπου να διαφύγουν, αυτός φεύγει αυτούς φεύγοντας.
71. Γφόσον η ναυμαχία εξηκολούθει αμφίρροπος, ο στρατός των δύο μερών παρηκολούθει αυτήν εκ της ξηράς υφιστάμενος σφοδρόν αγώνα αλληλοσυγκρουόμενων ψυχικών παραστάσεων, οι Πυρακούσιοι, ποθούντες την απόκτησιν μεγαλητέρας ακόμη δόξης, οι Ώθηναίοι, φοβούμενοι μήπως επιδεινωθή η σημερινή των κατάστασις. Γπειδή όλας των τας ελπίδας οι Ώθηναίοι είχαν αναθέσει εις τον στόλον, ο φόβος των περί του μέλλοντος ήτο μεγαλήτερος παρά ποτέ άλλοτε, και επειδή αι τύχαι της ναυμαχίας ενηλλάσσοντο, το αυτό κατ' ανάγκην συνέβαινε και εις τας περί αυτής εντυπώσεις των εκ της ξηράς. Βιότι, ευρισκόμενοι παρά πολύ πλησίον των γινομένων, και κυττάζοντες προς διάφορα σημεία έκαστος, οσάκις μερικοί ήθελαν ίδει πουθενά τους ιδικούς των επικρατούντας, ανελάμβαναν θάρρος και ήρχιζαν απευθύνοντες επικλήσεις προς τους θεούς, όπως μη τους ματαιώσουν την ελπίδα της αισίας παλινοστήσεώς των. Άλλοι πάλιν, βλέποντες εις άλλο σημείον της ναυμαχίας ηττωμένους τους ιδικούς των, εξέφεραν κραυγάς και ολοφυρμούς, ενώ συγχρόνως η θέα των γινομένων κατέβαλλε το φρόνημα των περισσότερον από το των μαχομένων. Θαι πάλιν άλλοι, των οποίων το βλέμμα προσηλώνετο εις σημείον, όπου η ναυμαχία ήτο αμφίρροπος, ευρίσκοντο εις χειροτέραν από τους άλλους αγωνίαν διά το επί μακρόν αναποφάσιστον της πάλης, αντικατοπτρίζοντες εις αυτάς ταύτας τας περιδεείς κινήσεις του σώματος των, τας κινήσεις και εναλλαγάς των αισθημάτων των, διότι ανά πάσαν στιγμήν είχαν το αίσθημα, ότι ή παρά τρίχα θα σωθούν ή παρά τρίχα θα χαθούν. Θαι εφόσον η νίκη ήτον αναποφάσιστος ημπορούσε κανείς εις ένα και τον αυτόν στρατόν, τον Ώθηναϊκόν, ν' ακούση συγχρόνως όλα, ολοφυρμούς, αλαλαγμούς, «νικώμεν», «χανόμεθα» και κάθε άλλο είδος κραυγών, αι οποίαι δεν ημπορούν να λείψουν από το μέσον πολυαρίθμου στρατού, ευρισκομένου εις μεγάλον κίνδυνον. Ώνάλογος ήτο και η αγωνία των επιβαινόντων του στόλου Ώθηναίων, μέχρις ότου τέλος, μετά πάλην, επί μακρόν παραταθείσαν, οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοι των εξηνάγκασαν τους Ώθηναίους εις υποχώρησιν, και μη δίδοντες εις αυτούς ούτε στιγμήν ν' ανασάνουν, τους κατεδίωξαν θριαμβευτικώς μέχρι της παραλίας, παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά μεγάλων κραυγών. Θαι τότε τα μεν πληρώματα των πλοίων, όσα δεν εκυριεύθησαν, ενώ ακόμη έπλεαν, έρριψαν αυτά εις διάφορα σημεία της παραλίας και εξορμήσαντες εξ αυτών έσπευδαν να σωθούν εις το στρατόπεδον. Γις τον στρατόν των της ξηράς πάλιν την τέως διάφορον των αισθημάτων διεδέχθησαν ήδη, ως από γενικού συνθήματος, οδυρμοί και στεναγμοί, και πάντες μόλις δυνάμενοι να υποφέρουν τα συμβαίνοντα, άλλοι μεν έσπευδαν εις βοήθειαν των πλοίων, άλλοι προς φύλαξιν του υπολειφθέντος μέρους του τείχους, και άλλοι (και αυτοί ήσαν οι περισσότεροι) ήρχισαν να σκέπτωνται περί εαυτών και των μέσων της σωτηρίας των. Ν επικρατήσας κατά την στιγμήν εκείνην μεταξύ των Ώθηναίων πανικός ήτο μεγαλήτερος από εκείνον, τον οποίον επροκάλεσεν οιαδήποτε προηγουμένη ατυχία. Ε συμφορά των ωμοίαζε πολύ προς εκείνην, την οποίαν αυτοί είχαν προξενήσει εις άλλους εις την Ξύλον. πως εκεί, μετά την καταστροφήν των πλοίων των Ιακεδαιμονίων, έπρεπε και οι την Πφακτηρίαν διαβάντες στρατιώται των να θεωρηθούν δι' αυτούς χαμένοι, ομοίως και τώρα οι Ώθηναίοι δεν είχαν καμμίαν ελπίδα, ότι ημπορούν να διασωθούν υποχωρούντες διά ξηράς, εκτός αν επήρχετο κανέν εντελώς απροσδόκητον γεγονός.
Νύτω, μετά ναυμαχίαν πεισματώδη και πολλάς εκατέρωθεν απωλείας εις πλοία και εις άνδρας, οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοι των ενίκησαν, και αφού συνέλεξαν τα ναυάγια και τους νεκρούς, απέπλευσαν εις την πόλιν, όπου έστησαν τρόπαιον. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, υπό την εντύπωσιν του μεγέθους της συμφοράς, ούτε εσκέπτοντο καν να ζητήσουν βραχείαν ανακωχήν προς παραλαβήν των νεκρών και των ναυαγίων των,
αλλ' εσκέπτοντο ν' αναχωρήσουν αμέσως, κατά την διάρκειαν της νυκτός. Ν Βημοσθένης, ελθών προς τον Λικίαν, επρότεινε να εξοπλίσουν πάλιν τα υπολειπόμενα πλοία και αποπειραθούν, κατά τα εξημερώματα, να εκβιάσουν, ει δυνατόν, τον έκπλουν, λέγων ότι έχουν ακόμη περισσότερα πλεύσιμα πλοία από τον εχθρόν, διότι εις μεν τους Ώθηναίους υπελείποντο εξήντα πλοία, ενώ εις τους εναντίους ολιγώτερα των πενήντα. Ν Λικίας ενέκρινε την πρότασιν. Ώλλ' όταν αμφότεροι ηθέλησαν να εξοπλίσουν τα πλοία, οι ναύται ηρνήθησαν να επιβιβασθούν, διότι και κατάπληκτοι ήσαν ακόμη από την ήτταν, και δεν επίστευαν, ότι θα ημπορούσαν πλέον να νικήσουν. Θαι έτσι συνεφώνησαν όλοι πλέον ν' αναχωρήσουν διά ξηράς. 73. Ώλλ' ο Πυρακούσιος Γρμοκράτης, υποπτευθείς το σχέδιόν των, και φοβηθείς τας συνεπείας, τας οποίας θα είχεν η διά ξηράς υποχώρησις τόσον πολυαρίθμου στρατού, και η εγκατάστασις αυτού εις άλλο μέρος της Πικελίας, προς τον σκοπόν της επαναλήψεως των εχθροπραξιών, προσήλθε προς τους εν τέλει και εισηγήθη εις αυτούς την γνώμην, ότι δεν πρέπει να επιτρέψουν εις τους Ώθηναίους, ν' αποσυρθούν διαρκούσης της νυκτός (εκθέσας τους λόγους της γνώμης του ταύτης), αλλ' ότι όλος ο στρατός των Πυρακουσίων και των συμμάχων πρέπει να εξέλθη της πόλεως αμέσως, διά να απόφραξη την διάβασιν των οδών, διά κατασκευής εγκαρσίων τοίχων, και προφθάση να καταλάβη και φύλαξη τας στενοπορείας. Νι εν τέλει συνεμερίζοντο καθ' ολοκληρίαν την γνώμην του και ήθελαν να λάβουν τα μέτρα ταύτα, αλλ' επειδή οι στρατιώται δεν είχαν ακόμη κατορθώσει ν' αναπαυθούν επαρκώς, όπως επεθύμουν, μετά τόσον μεγάλην μάχην, και ήτο συγχρόνως εορτή (διότι κατ' αυτήν ακριβώς την ημέραν οι Πυρακούσιοι έτυχε να προσφέρουν θυσίαν εις τον Ερακλή), επίστευαν, ότι θα ήτο δύσκολον να πεισθούν να υπακούσουν εις τας διαταγάς των. Θαθόσον, ως εκ της μεγάλης χαράς των, ένεκα, της νίκης οι περισσότεροι, μετέχοντες της εορτής, είχαν τραπή εις οινοποσίαν, και διά τούτο οι άρχοντες, ως έλεγαν, επίστευαν, ότι οι στρατιώται ημπορούσαν να υπακούσουν εις πάσαν άλλην διαταγήν μάλλον παρά εις το να λάβουν τα όπλα και εξέλθουν της πόλεως την στιγμήν εκείνην. Ε δυσκολία αύτη εφαίνετο ανυπέρβλητος εις τους εν τέλει και ο Γρμοκράτης δεν ημπορούσε πλέον να τους κάμη να μεταβάλουν γνώμην. Φς εκ τούτου, φοβούμενος μήπως οι Ώθηναίοι προφθάσουν να διέλθουν διαρκούσης της νυκτός τας πλέον δυσκόλους διαβάσεις, χωρίς καμμίαν δυσκολίαν, κατέφυγεν ο ίδιος εις το εξής στρατήγημα. ταν ήρχισε να σκοτεινιάζη, απέστειλεν εις το Ώθηναϊκόν στρατόπεδον υπό συνοδείαν Ηππέων μερικούς φίλους του, οι οποίοι, πλησιάσαντες εις απόστασιν, από την οποίαν ημπορούσαν ν' ακουσθούν, και προσποιηθέντες τους φίλους των Ώθηναίων (διότι υπήρχαν μερικοί, οι οποίοι επληροφόρουν τον Λικίαν περί των συμβαινόντων εις τας Πυρακούσας) παρήγγειλαν αυτούς να ειδοποιήσουν τον Λικίαν να μη αποσύρη τον στρατόν διαρκούσης της νυκτός, διότι τάχα οι Πυρακούσιοι εφύλατταν τους δρόμους, αλλά ν' αναχώρηση κατά την διάρκειαν της ημέρας, αφού ετοιμασθή με την ησυχίαν του. Ώφού δ' ανεκοίνωσαν αυτά, απήλθαν και όσοι τους ήκουσαν τα μετέδωσαν εις τους αρχηγούς του Ώθηναϊκού στρατού. 74. Νύτως, οι Ώθηναίοι, ένεκα της ειδήσεως ταύτης, της οποίας την ειλικρίνειαν δεν υπωπτεύθησαν, ανέβαλαν την αναχώρησιν των κατά την νύκτα εκείνην. Θαι αφού άπαξ, ένεκα του λόγου τούτου, δεν ανεχώρησαν αμέσως, απεφάσισαν να περιμείνουν και την ακόλουθον ημέραν, όπως οι στρατιώται συσκευάσουν, όπως ημπορούσαν καλλίτερα, τα πλέον χρήσιμα πράγματα, και αναχωρήσουν, αφού παραλάβουν όσα μόνον εκ των απαραιτήτων διά την ζωήν ημπορούσαν να κρατούν επάνω των, εγκαταλείποντες όλα τ' άλλα. Ώλλ' οι Πυρακούσιοι αρχηγοί και ο Αύλιππος εξήλθαν πριν απ' αυτούς με τον στρατόν της ξηράς και όχι μόνον έφραξαν τους δρόμους εις τα μέρη, από τα οποία ήτο πιθανόν ότι θα περάσουν οι Ώθηναίοι, αλλά και εις τας
διαβάσεις των ρυάκων και των ποταμών ετοποθέτησαν αποσπάσματα προς φύλαξιν και παρετάχθησαν εις το μέρος, όπου έκριναν καταλληλότερον, διά να περιμείνουν τον εχθρόν και τον εμποδίσουν να περάση, ενώ με τα πλοία των επλησίασαν εις την παραλίαν και ερρυμούλκησαν εκ του αιγιαλού τα Ώθηναϊκά πλοία. Νι Ώθηναίοι, όπως είχαν προαποφασίσει, έκαυσαν μερικά εξ αυτών, τα περισσότερα όμως προσέδεσαν οι Πυρακούσιοι, με την ησυχίαν των και χωρίς κανείς να δοκιμάση να τους εμποδίση, το καθέν εις το μέρος όπου είχεν εξοκείλει και τα ερρυμούλκησαν εις την πόλιν.
Ρην μεθεπομένην της ναυμαχίας, όταν ο Λικίας και ο Βημοσθένης εθεώρησαν, ότι αι ετοιμασίαι είχαν συμπληρωθή, ο στρατός εξεκίνησε τέλος. Ε κατάστασις των Ώθηναίων ήτον αληθώς τρομερά, όχι μόνον από της απόψεως, ότι απήρχοντο, αφού είχαν χάσει ολόκληρον τον στόλον των, και αντί των μεγάλων ελπίδων, με τας οποίας είχαν έλθει, δεν υπελείποντο εις αυτούς παρά κίνδυνοι μόνον διά το κράτος των και τους εαυτούς των, αλλά και δι' όσα έτυχε ν' αντιληφθή έκαστος κατά την εγκατάλειψιν του στρατοπέδου, οδυνηρά διά τους οφθαλμούς και του σώματος και της ψυχής. Βιότι επειδή οι νεκροί έμεναν άταφοι, οσάκις κανείς ήθελεν ίδει επί του εδάφους το πτώμα κανενός εκ των ιδικών του, εβυθίζετο εις λύπην, ανάμικτον με φόβον, ενώ οι ασθενείς και τραυματίαι, οι οποίοι εγκατελείποντο ζώντες, ήσαν διά τους ζώντας πολύ μεγαλητέρα αιτία λύπης ή οι αποθανόντες και ήσαν δυστυχέστεροι από τους πεσόντας. Βιότι διά των ικεσιών και των θρήνων, εις τους οποίους κατέφευγαν, έφεραν τους απερχόμενους εις φοβεράν αμηχανίαν. Γζήτουν να τους πάρουν μαζύ τους και εκάλουν ονομαστί κάθε φίλον και συγγενή που έβλεπαν. Γκρεμνώντο επάνω εις τους συντρόφους των του καταυλισμού, την στιγμήν που εκείνοι έφευγαν και τους ηκολούθουν εφόσον ημπορούσαν, όταν δ' αι σωματικαί και αι ψυχικαί δυνάμεις των τους επρόδιδαν, απεσπώντο, εκφέροντες επικλήσεις προς τους θεούς και οιμωγάς, μόλις ακουομένας πλέον. Φς εκ τούτου, ο στρατός ολόκληρος, με οφθαλμούς πλημμυρισμένους από δάκρυα και μη γνωρίζοντες τί να κάμουν, μετά δυσκολίας απεφάσιζαν να ξεκινήσουν, μολονότι επρόκειτο ν' αφίσουν χώραν εχθρικήν, και τα δεινά που είχαν ήδη υποφέρει και τα δεινά που τους επεφύλαττε το άδηλον μέλλον ήσαν τοιαύτα, οποία οσαδήποτε δάκρυα δεν ημπορούσαν ν' ανακουφίσουν. Γπεκράτει ωσαύτως κατήφεια και εντροπή διά την θέσιν, εις την οποίαν είχαν περιέλθει. Γνόμιζε κανείς, τωόντι, ότι απετέλουν ουσιαστικώς όχι στρατόν, άλλα τον διαφεύγοντα πληθυσμόν πόλεως, παραδοθείσης μετά μακράν πολιορκίαν, και μάλιστα πόλεως μεγάλης. Βιότι το όλον πλήθος των συναπερχομένων δεν ήτο μικρότερον των σαράντα χιλιάδων. Θαι όχι μόνον οι άλλοι εβάσταζαν ό,τι καθένας ημπορούσε, αλλά και οι οπλίται και οι ιππείς, παρά την επικρατούσαν δι' αυτούς τουλάχιστον συνήθειαν, εσήκωναν οι ίδιοι τα τρόφιμα των, άλλοι μεν δι' έλλειψιν υπηρετών και άλλοι ένεκα δυσπιστίας προς αυτούς, καθ' όσον πολλοί εκ τούτων είχαν αυτομολήσει και προηγουμένως, αλλ' οι πλείστοι, αμέσως μετά την τελευταίαν ήτταν. Ώλλά και τα τρόφιμα αυτά ήσαν ανεπαρκή, διότι αι τροφαί του στρατοπέδου είχαν εξαντληθή. Θαι η άλλη αθλιότης, μολονότι το γεγονός, ότι όλοι εσυμμερίζοντο εξ ίσου το κακόν, έφερεν, όπως κάθε κοινή μετ' άλλων συμφορά, κάποιαν ανακούφισιν, ήτον εν τούτοις δυσβάστακτος εις την παρούσαν περίστασιν, όταν ιδίως εσυλλογίζοντο από ποίαν λαμπρότητα και δόξαν των πρώτων ημερών είχαν καταλήξει εις τοιαύτην κατάπτωσιν. Θαθ' όσον ουδέποτε, πράγματι, Γλληνικόν στράτευμα υπέστη τοιαύτην μετάπτωσιν τύχης. Γνώ είχαν έλθει διά να υποδουλώσουν άλλους, κατήντησε να φεύγουν εκ φόβου μήπως μάλλον αυτοί αντιθέτως υποδουλωθούν. Ώντί των ευχών και των παιάνων, υπό την συνοδείαν των οποίων είχαν εκπλεύσει
εκ Ξειραιώς, εξεκίνουν τώρα αντιθέτως, ακούοντες λόγους δυσοιώνους. Ώντί να επιβαίνουν στόλου ως ναύται, επορεύοντο ήδη πεζή, όλας των τας ελπίδας αναθέτοντες εις τους οπλίτας αντί του στόλου. Θαι όμως, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, όλα αυτά εφαίνοντο εις αυτούς ανεκτά. 76. Ν Λικίας, βλέπων την πλήρη μεταβολήν των αισθημάτων του στρατού και την επικρατούσαν αποθάρρυνσιν, διήρχετο προ των γραμμών των στρατιωτών, ενθαρρύνων και παραμυθών αυτούς όπως ημπορούσε και υψώνων την φωνήν επί μάλλον και μάλλον, καθόσον επροχώρει από μιας εις άλλην γραμμήν στρατιωτών, εμφορούμενος από μεγάλον ζήλον και επιθυμών να φανή χρήσιμος, ακουσμένος δ' ένεκα της υψώσεως της φωνής του από όσον το δυνατόν περισσοτέρους, έλεγε προς αυτούς τα εξής. 77. «Θαι υπό τας παρούσας ακόμη περιστάσεις, Ώθηναίοι και σύμμαχοι, οφείλετε να μη χάνετε τας ελπίδας σας, αφού, ως είναι γνωστόν, και άλλοι εσώθησαν από κινδύνους μεγαλητέρους από αυτούς εδώ, και να μη μέμφεσθε υπερβολικά τους εαυτούς σας, μήτε διά την ήτταν σας, μήτε διά τας παρούσας αδίκους κακοπαθείας σας. Θαι εγώ, άλλωστε, ο οποίος ούτε δυνατώτερος από κανένα σας είμαι (βλέπετε τουναντίον εις ποίαν κατάστασιν περιήλθα ένεκα της ασθενείας μου) και ο οποίος εθεωρούμην, νομίζω, ουδενός άλλου κατώτερος, όσον άφορα την καλήν μου τύχην εις τον ιδιωτικόν και δημόσιον βίον, ευρίσκομαι ήδη εκτεθειμένος εις τους ιδίους κινδύνους, όπως και ο τελευταί ος στρατιώτης. Θαι όμως εξετέλεσα μετ' ακριβείας το καθήκον μου προς τους θεούς και εις τας μετά των ανθρώπων σχέσεις μου υπήρξα δίκαιος και ανεπίληπτος. Ένεκα τούτου και η ελπίς μου διά το μέλλον μένει, παρ' όλα πλέον ταύτα, ακλόνητος και αι ατυχίαι δεν με φοβίζουν, όσον θα ενόμιζε κανείς ότι έπρεπε να με φοβίζουν. Ίσως άλλωστε και να καταπαύσουν, διότι και ο εχθρός ηυτύχησε αρκετά και εάν διά της εκστρατείας μας εκινήσαμεν τον φθόνον κανενός θεού, αρκετά πλέον έχομεν τιμωρηθή. Βιότι και άλλοι, ως γνωστόν, επέδραμαν ξένας χώρας, και αφού έπραξαν όσα άνθρωποι φυσικόν είναι να πράξουν, έπαθαν όσα ημπορούν να υποφέρουν άνθρωποι. Βιά τούτο είναι φυσικόν να ελπίζωμεν και ημείς τώρα, ότι οι θεοί θα μαλαχθούν απέναντι μας, αφού κατηντήσαμεν να είμεθα άξιοι του οίκτου των μάλλον παρά του φθόνου των. Οίψατε το βλέμμα σας γύρω και ιδήτε πόσον εξαίρετοι και πόσον πολυάριθμοι και καλώς συντεταγμένοι οπλίται προελαύνετε και μη καταλαμβάνεσθε από υπερβολικόν φόβον. Πκεφθήτε ακόμη, ότι οπουδήποτε και αν στρατοπεδεύσετε, αποτελείτε αμέσως και μόνοι σας πόλιν και ότι καμμία άλλη από τας πόλεις της Πικελίας δεν θα ημπορούσε ούτε ν' αποκρούση ευκόλως ενδεχομένην επίθεσιν σας, ούτε να σας εκτοπίση από το μέρος, όπου ηθέλατε άπαξ εγκατασταθή. Νφείλετε οι ίδιοι να φροντίσετε περί της ασφαλείας και της τάξεως της πορείας σας και ας μη λησμονήση κανείς από σας, ότι ο τόπος, εις τον οποίον ήθελεν αναγκασθή να πολεμήση, ημπορεί ν' αποτελέση δι' αυτόν, εάν νικήση, και πατρίδα και φρούριον. Νφείλομεν να επιταχύνωμεν την πορείαν μας και νύκτα και ημέραν, Βιότι τα τρόφιμα μας είναι περιωρισμένα και εάν φθάσωμεν εις οιονδήποτε φιλικόν μέρος της χώρας των Πικελών, οι οποίοι, ένεκα φόβου των Πυρακουσίων, μας είναι ακόμη πιστοί, ημπορείτε πλέον να θεωρήσετε, ότι είσθε ασφαλείς. Γμηνύσαμεν άλλωστε προς αυτούς και να έλθουν εις προϋπάντησιν μας και να φέρουν συγχρόνως τρόφιμα. Κε δυό λόγια, στρατιώται, οφείλετε να γνωρίζετε, ότι είσθε υποχρεωμένοι να δειχθήτε γενναίοι, αφού δεν υπάρχει πλησίον εδώ τόπος, εις τον όποιον να ημπορήτε να καταφύγετε και σωθήτε, εάν δειχθήτε δειλοί. Θαι ακόμη, ότι, εάν διαφύγετε τώρα τους εχθρούς σας, οι μεν άλλοι θα επιτύχετε να επανίδετε ό, τι επιθυμεί έκαστος, οι δε Ώθηναίοι θ' αναστηλώσετε την καταπεσούσαν δύναμιν της πόλεως. Βιότι οι άνδρες αποτελούν τας πόλεις και όχι τείχη και πλοία κενά ανδρών. »
Γνώ απηύθυνε τας παραινέσεις ταύτας, ο Λικίας μετέβαινε συγχρόνως από ενός τμήματος του στρατού εις άλλο και οπουδήποτε έβλεπε κενά ή στρατιώτας βαδίζοντας έξω της τάξεως, συνήγεν αυτούς και τους επανέφερεν εις την τάξιν. Ρο αυτό έπραττε και ο Βημοσθένης διά τα πλησίον του και υπό την διοίκησιν του στρατεύματα, ενώ απηύθυνε προς αυτά ομοίας περίπου παραινέσεις. Ρο στράτευμα εβάδιζε διηρημένον εις δύο μεραρχίας σχήματος τετραπλεύρου, της μεν ηγουμένης, υπό την διοίκησιν του Λικίου, της δε επομένης, υπό την διοίκησιν του Βημοσθένους. Νι οπλίται, οι οποίοι κατείχαν τας τέσσαρας πλευράς του τετραπλεύρου, περιέκλειαν εντός αυτού τας μεταγωγικάς υπηρεσίας και το λοιπόν πλήθος. ταν έφθασαν εις την διάβασιν του πόταμου Ώνάπου, ευρήκαν εκεί τους Πυρακουσίους και τους συμμάχους παρατεταγμένους, τους απώθησαν, έγιναν κύριοι της διαβάσεως και εξηκολούθησαν την πορείαν των προς τα εμπρός. Νι Πυρακούσιοι τους παρηνώχλουν διαρκώς, το μεν ιππικόν περιϊπεύον, οι δε ψιλοί βάλλοντες δι' ακοντίων. Νι Ώθηναίοι, αφού επροχώρησαν κατά την ημέραν ταύτην, σαράντα περίπου σταδίους, κατηυλίσθησαν επί τινος υψώματος. Ρην επομένην πρωΎαν συνέχισαν την πορείαν των και προχωρήσαντες είκοσι περίπου σταδίους, κατέβησαν εις επίπεδον χώρον, όπου εστρατοπέδευσαν, διότι του μέρους όντος κατωκημένου, ήθελαν να λάβουν τροφάς από τας οικίας και παραλάβουν και προμήθειαν ύδατος εκείθεν, διότι η οδός, την οποίαν έμελλαν ν' ακολουθήσουν, εστερείτο, εις διάστημα πολλών σταδίων, επαρκούς τοιούτου. Ώλλ' εν τω μεταξύ, προελάσαντες οι Πυρακούσιοι, ησχολούντο κατασκευάζοντες χαράκωμα, διά του οποίου απέφρασσαν την δίοδον που έπρεπε να διέλθουν και η οποία ευρίσκετο επί λόφου αποτόμου, φέροντος το όνομα "Ώκραίον Ιέπας" (Άδενδρον Όψωμα), εκατέρωθεν του οποίου υπήρχε κρημνώδης χαράδρα. Ρην επιούσαν, οι Ώθηναίοι συνέχισαν την πορείαν των, αλλ' οι πολυάριθμοι ιππείς και ακοντισταί των Πυρακουσίων και των συμμάχων εμπόδιζαν αυτούς από τα δύο μέρη, ούτοι μεν ρίπτοντες ακόντια, εκείνοι δε παριππεύοντες κατά μήκος των πλευρών της. Νι Ώθηναίοι εξηκολούθησαν μαχόμενοι επί πολύ, αλλ' επί τέλους ηναγκάσθησαν να αποχωρήσουν εις το ίδιον στρατόπεδον της προηγουμένης νυκτός. Βεν ευρήκαν όμως πλέον όσα τρόφιμα την προτεραίαν, διότι το εχθρικόν ιππικόν εμπόδιζεν αυτούς ν' απομακρύνωνται του στρατοπέδου, προς συλλογήν τοιούτων. 79. Ρην επομένην πρωΎαν εξεκίνησαν πάλιν, επαναλαβόντες την πορείαν των, και προήλασαν εσπευσμένως, διά να φθάσουν εις τον λόφον όπου η δίοδος είχε φραχθή. Γκεί ευρήκαν ενώπιον των το πεζικόν των Πυρακουσίων, παρατεταγμένον όπισθεν του χαρακώματος εις βαθείαν φάλαγγα, ένεκα της στενότητος της θέσεως. Νι Ώθηναίοι επετέθησαν ζητούντες να καταλάβουν το χαράκωμα. Ώλλ' οι εχθροί, οι οποίοι ήσαν πολυάριθμοι, έβαλλαν εναντίον των από τας κλιτύας του λόφου, αι οποίαι είναι απότομοι, και, ως είναι φυσικόν, τα άνωθεν ριπτόμενα βλήματα τους έφθαναν ευκολώτερα. Φς εκ τούτου, οι Ώθηναίοι, μη δυνάμενοι να εκβιάσουν την διάβασιν, απεσύρθησαν και ανεπαύοντο. Πυνέβη όμως συγχρόνως, όπως συνήθως, κατά την ώραν ταύτην του έτους, ήτοι την προσέγγισιν του φθινοπώρου, καταιγίς μετά βροντών και βροχής, ένεκα της οποίας οι Ώθηναίοι απεθαρρύνθησαν έτι μάλλον, θεωρήσαντες ότι όλα αυτά γίνονται κατά θείον θέλημα, διά την καταστροφήν των. Γνώ δ' ανεπαύοντο, ο Αύλιππος και οι Πυρακούσιοι απέστειλαν απόσπασμα στρατού, όπως αποκλείση αυτούς και εκ των όπισθεν, διά της κατασκευής τείχους εγκαρσίως του δρόμου, διά του οποίου είχαν προελάσει. Ώλλ' οι Ώθηναίοι απέστειλαν ιδικόν των απόσπασμα και εματαίωσαν την πραγματοποίησιν του σχεδίου. Θατόπιν τούτου, ολόκληρος ο Ώθηναϊκός στρατός απεσύρθη προς το μάλλον
πεδινόν μέρος, όπου και κατηυλίσθη. Ρην επομένην ήρχισαν πάλιν προελαύνοντες, αλλ' οι Πυρακούσιοι τους περιεκύκλωσαν και τους επετίθεντο πανταχόθεν, κατατραυματίζοντες πολλούς. Θαι οσάκις μεν οι Ώθηναίοι προέβαιναν εις επίθεσιν, αυτοί απεσύροντο, οσάκις δε υπεχώρουν, εκείνοι επετίθεντο, επιπίπτοντες ιδίως κατά των ευρισκομένων εις την οπισθοφυλακήν και ελπίζοντες, εάν κατώρθωναν να τρέψουν εις φυγήν τμήμα αυτών, να ενσπείρουν τον πανικόν εις ολόκληρον το στράτευμα. Νι Ώθηναίοι αντεστάθησαν επί μακρόν εις τας τοιούτου είδους επιθέσεις, και προχωρήσαντες ακολούθως πέντε ή εξ σταδίους, εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα. Θαι οι Πυρακούσιοι, εξ άλλου, τους παρήτησαν, και επέστρεψαν εις το στρατόπεδον των. 80. Θατά την νύκτα, ο Λικίας και ο Βημοσθένης, βλέποντες την αθλίαν κατάστασιν του στρατεύματος, ως εκ της παντελούς ελλείψεως τροφίμων και του μεγάλου αριθμού των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν πληγωθή κατά τας επανειλημμένας εχθρικάς επιθέσεις, απεφάσισαν, αφού ανάψουν όσον το δυνατόν περισσότερα πυρά, να οδηγήσουν τον στρατόν, όχι πλέον διά της αρχικώς σχεδιασθείσης οδού, αλλά προς την θάλασσαν, κατά κατεύθυνσιν αντίθετον εκείνης, όπου οι Πυρακούσιοι εφύλατταν. Ε διεύθυνσις, άλλωστε, προς την οποίαν κατηυθύνοντο και εξ αρχής και τώρα δεν έφερε προς την Θατάνην, αλλά προς την νοτίαν πλευράν της Πικελίας, ήτοι προς την Θαμάριναν, την Αέλαν και τας άλλας πόλεις του μέρους τούτου, Γλληνικάς και βαρβαρικάς. Ώφού λοιπόν ήναψαν πολλάς πυράς, ήρχισαν την πορείαν των, διαρκούσης της νυκτός. Ώλλ' όπως εις όλους συνήθως τους στρατούς, και μάλιστα τους πλέον πολυάριθμους, συμβαίνει να γεννώνται φόβοι και πανικοί, έτσι και αυτοί, οι οποίοι άλλωστε εβάδιζαν διά μέσου χώρας εχθρικής και εις μικράν από του εχθρικού στρατού απόστασιν, περιέπεσαν εις πλήρη σύγχυσιν. Θαι η μεν μεραρχία του Λικίου, ο οποίος προηγείτο, κατώρθωσε να μείνη συντεταγμένη και άφισε πολύ οπίσω της την μεραρχίαν του Βημοσθένους, η οποία, περιλαμβάνουσα τα ήμισυ περίπου, ίσως και περισσότερον, του όλου στρατεύματος, απεχωρίσθη ήδη και εβάδιζε με πολλήν αταξίαν. Κολαταύτα, έφθασαν κατά τα εξημερώματα πλησίον της θαλάσσης και εισελθόντες εις την καλουμένην Γλωρίνην Νδόν, συνέχισαν την πορείαν των, προτιθέμενοι, άμα φθάσουν εις τον ποταμόν Θακύπαριν, να ανέλθουν τον ρουν αυτού και συνεχίσουν την πορείαν των προς το εσωτερικόν. Βιότι ήλπιζαν να συναντήσουν εκεί και τους Πικελούς, τους οποίους είχαν προσκαλέσει. Ώλλ' όταν έφθασαν εις τον ποταμόν, ευρήκαν και εκεί φρουράν των Πυρακουσίων, αποκλείουσαν την διάβασιν αυτού, διά της κατασκευής τείχους και χαρακώματος εκ πασσάλων. Ρην απώθησαν όμως και διέβησαν διά μιας τον ποταμόν, και κατά συμβουλήν των οδηγών, συνέχισαν την πορείαν των προς άλλον ποταμόν, τον Γρινεόν.
Γν τω μεταξύ, οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοι των, άμα ως εξημέρωσε, και αντελήφθησαν, ότι οι Ώθηναίοι είχαν απέλθει, κατηγορούν οι πολλοί τον Αύλιππον, ότι εκ προθέσεως τους άφισε να διαφύγουν. Γννοήσαντες δ' ευκόλως την διεύθυνσιν που είχαν λάβει, τους κατεδίωξαν εσπευσμένως, κατά την ώραν του προγεύματος. Θαι μόλις ήλθαν εις επαφήν με την μεραρχίαν του Βημοσθένους, η οποία είχε μείνει οπί σω και εβάδιζε με πολλήν βραδύτητα και αταξίαν, κατόπιν της συγχύσεως, εις την οποίαν, όπως διηγήθην, είχε περιέλθει κατά την προηγουμένην νύκτα, επετέθησαν κατ' αυτής και ήρχισεν η μάχη. Θαι επειδή είχεν αποχωρισθή από την άλλην μεραρχίαν, το ιππικόν των Πυρακουσίων την εκύκλωσεν ευκολώτερα και τους ηνάγκαζε να συμπτύσσωνται εντός στενού χώρου. Ε μεραρχία του Λικίου είχεν ήδη προχωρήσει πενήντα ολοκλήρους σταδίους, καθόσον ούτος επέσπευδε την πορείαν αυτής, νομίζων, ότι την σωτηρίαν, υπό τας παρούσας
περιστάσεις, έπρεπε να ζητήσουν, όσον τουλάχιστον εξηρτάτο απ' αυτούς, όχι περιμένοντες τον εχθρόν και συνάπτοντες μετ' αυτού μάχας, αλλ' υποχωρούντες όσον το δυνατόν ταχύτερον και μαχόμενοι, μόνον εφόσον δεν ημπορούσαν να κάμουν αλλέως. Ν Βημοσθένης, αντιθέτως, του οποίου η μεραρχία υπέφερεν εξ αρχής από συνεχεστέραν ως επί το πλείστον εχθρικήν πίεσιν, διότι κατ' αυτής, ως βαδιζούσης τελευταίας, επετίθετο πρώτον ο εχθρός, αντιληφθείς ότι οι Πυρακούσιοι τον κατεδίωκαν, αντί να προχωρήση, ησχολείτο εις το να παρατάσση τον στρατόν του προς μάχην, έως ότου χρονοτριβών, επερικυκλώθη υπ' αυτών. Ώρχηγός και στρατιώται περιήλθαν εις πλήρη σύγχυσιν. Βιότι, συγκεντρωθέντες εντός ελαιώνος περιβαλλόμενου υπό τοίχου, εκατέρωθεν του οποίου υπήρχε δρόμος, εβάλλοντο από όλα τα σημεία. Νι Πυρακούσιοι ευλόγως επροτίμων τον τρόπον τούτον της επιθέσεως από την εκ του συστάδην μάχην. Βιότι το να εκτεθούν εις τον κίνδυνον αποφασιστικής μάχης απέναντι ανθρώπων απονενοημένων, δεν ήτο του λοιπού προς το συμφέρον των, αλλά μάλλον προς το συμφέρον των Ώθηναίων, ενώ συγχρόνως, επειδή ενόμιζαν εξησφαλισμένην ήδη την επιτυχίαν και εφείδοντο οπωσδήποτε έκαστος της ζωής του, μη θέλων να την χάση προ του τέλους, και επίστευαν, ότι και χωρίς τοιαύτην θυσίαν θα κατώρθωναν διά του μέσου τούτου του μάχεσθαι να τους καταβάλουν και τους αιχμαλωτίσουν. 82. Ώφού λοιπόν εξηκολούθησαν καθ' όλην την ημέραν βάλλοντες κατά των Ώθηναίων και των συμμάχων των από όλα τα σημεία, και έβλεπαν ότι ήσαν ήδη εξηντλημένοι εκ των τραυμάτων και των ταλαιπωριών, ο Αύλιππος και οι Πυρακούσιοι προσεκάλεσαν πρώτον διά προκηρύξεως όσους εκ των νησιωτών ήθελαν να έλθουν προς αυτούς, υποσχόμενοι να σεβασθούν την ελευθερίαν των. Ώλλ' ολίγων μόνον πόλεων οι στρατιώται απεσπάσθησαν από τους Ώθηναίους. Γπί τέλους όμως συνωμολογήθη συμφωνία, κατά την οποίαν ολόκληρος η υπό τον Βημοσθένην δύναμις παρεδόθη μετά των όπλων, υπό τον όρον κανείς να μη θανατωθή ούτε βιαίως, ούτε συνεπεία επιβολής δεσμών, ούτε διά της στερήσεως των απολύτως αναγκαίων διά την ζωήν. Ν όλος αριθμός των παραδοθέντων ανήλθεν εις εξ χιλιάδας. Πυγχρόνως κατέθεσαν τα χρήματα που είχαν, ρίπτοντες τα νομίσματα εις το κοίλον ασπίδων, εκ των οποίων εγέμισαν τέσσαρας. Νι αιχμάλωτοι μετεφέρθησαν αμέσως εις την πόλιν. Θατά την αυτήν ημέραν, ο Λικίας με την μεραρχίαν του έφθασαν εις τον ποταμόν Γρινεόν, τον οποίον διαβάς εστρατοπέδευσαν επί υψώματος.
Ρην επομένην οι Πυρακούσιοι τον κατέφθασαν και του ανήγγειλαν την παράδοσιν της μεραρχίας του Βημοσθένους και τον προσεκάλεσαν να πράξη το αυτό. Ώλλ' ούτος, δυσπιστών, συνεφώνησε μετ' αυτών να πέμψη ιππέα, όπως βεβαιωθή περί του πράγματος. ταν ο αποσταλείς ιππεύς επέστρεψε και ανεκοίνωσεν, ότι πράγματι ο Βημοσθένης και ο στρατός του είχαν παραδοθή, ο Λικίας έστειλε κήρυκα προς τον Αύλιππον και τους Πυρακουσίους, όπως δηλώση, ότι είναι έτοιμος να συμφωνήση, εξ ονόματος του Ώθηναϊκού λαού, την απόδοσιν των πολεμικών δαπανών των Πυρακουσίων, υπό τον όρον ν' αφίσουν τον στρατόν του ν' απέλθη, μέχρι δε της καταβολής των χρημάτων προσφέρεται να δώση Ώθηναίους ομήρους ένα δι' έκαστον τάλαντον. Ώλλ' οι Πυρακούσιοι και ο Αύλιππος απέκρουσαν τας προτάσεις ταύτας. Γπιτεθέντες δε κατά της μεραρχίας του Λικίου, την περιεκύκλωσαν και έβαλλαν και κατ' αυτών εξ όλων των σημείων, έως το εσπέρας. Ε κατάστασις των Ώθηναίων ήτο ελεεινή, ως εκ της ελλείψεως άρτου και γενικώς τροφίμων. Γν τούτοις, ανέμεναν την ώραν της νυκτερινής αναπαύσεως, όπως συνεχίσουν την πορείαν των. Ώλλά μόλις περιεβλήθησαν τον οπλισμόν των, οι Πυρακούσιοι τους αντελήφθησαν και έψαλαν τον παιάνα. Νι Ώθηναίοι,
βλέποντες ότι εννοήθησαν, εξεδύθησαν πάλιν τον οπλισμόν των, πλην τριακοσίων περίπου ανδρών, οι όποιοι, ορμήσαντες διά μέσου των εχθρικών φρουρών, διέφυγαν υπό το σκότος της νυκτός, όπως όπως. 84. Ν Λικίας, άμα εξημέρωσεν, εξεκίνησεν επί κεφαλής του στρατού, ενώ οι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοι ήρχισαν επιτιθέμενοι κατ' αυτού, κατά τον ίδιον τρόπον, βάλλοντες ακόντια και παντός είδους βλήματα. Ώλλ' οι Ώθηναίοι έσπευδαν προς τον ποταμόν Ώσσίναρον, διότι, πιεζόμενοι υπό των πανταχόθεν επιτιθεμένων πολυαρίθμων Ηππέων και ψιλών στρατιωτών, ενόμιζαν ότι η θέσις των θ' ανακουφισθή, εάν διαβούν τον ποταμόν, και συγχρόνως ένεκα της πιεζούσης αυτούς ταλαιπωρίας και σφοδράς δίψης. Ώλλά μόλις έφθασαν εκεί, ερρίφθησαν εντός αυτού, χωρίς καμμίαν πλέον τάξιν, καθόσον η προσπάθεια καθενός να διαβή αυτός πρώτος, και η επίθεσις των εχθρών, καθιστών την διάβασιν δυσκολωτάτην. Βιότι, αναγκαζόμενοι να βαδίζουν συγκεντρωμένοι, έπιπταν ο εις επί του άλλου και κατεπατούντο αμοιβαίως, και άλλοι μεν προσκρούοντες εις τας αιχμάς των δοράτων απέθνησκαν αμέσως, άλλοι δ' εμπλεκόμενοι εις την εξάρτυσίν των, παρεσύροντο υπό του ρεύματος του ποταμού. Νι Πυρακούσιοι, ιστάμενοι επί της άλλης όχθης, η οποία ήτον απόκρημνος, έβαλλαν άνωθεν κατά των Ώθηναίων, ασχολουμένων των περισσοτέρων εις το να πίνουν απλήστως και συνωθουμένων των μεν προς τους δε εντός της βαθείας κοίτης του ποταμού, εις απερίγραπτον σύγχυσιν. Νι Ξελοποννήσιοι, κατελθόντες εκ της όχθης όπου έστεκαν, έσφαζαν κυρίως τους εντός του ποταμού, του οποίου το ύδωρ είχεν ήδη μολυνθή. Ώλλά μολονότι εκτός του πηλού είχεν αναμιχθή και με αίμα, επίνετο ουδέν ήττον και πολλοί διηγωνίζοντο ποιός να προλάβη να πίη πρώτος. 85. ταν οι νεκροί συνεσωρεύθησαν οι μεν επί των δε εντός της κοίτης του ποταμού, και ο στρατός είχε καταστραφή, μέρος μεν εις τον ποταμόν, μέρος δε, όσον τυχόν είχε διαφύγει, υπό του ιππικού, ο Λικίας παρεδόθη εις τον Αύλιππον, τον οποίον ενεπιστεύθη περισσότερον από τους Πυρακουσίους, όπως αυτός και οι Ιακεδαιμόνιοι λάβουν περί αυτού οιανδήποτε απόφασιν θελήσουν, εζήτησεν όμως, όπως παύση ο φόνος των λοιπών στρατιωτών. Ν Αύλιππος μετά τούτο διέταξε να αιχμαλωτίζουν τους συλλαμβανομένους. σοι εκ των επιζησάντων δεν απεκρύβησαν υπό των Πυρακουσίων στρατιωτών (και ούτοι υπήρξαν πολλοί) συνεκεντρώθησαν ζώντες και συγχρόνως απόσπασμα, αποσταλέν προς καταδίωξιν των τριακοσίων, οι οποίοι είχαν διαφύγει τους φρουρούς, συνέλαβαν αυτούς. Θαι οι μεν ούτω συγκεντρωθέντες αιχμάλωτοι του κράτους ήσαν ολίγοι, ο αριθμός όμως των εις διάφορα μέρη αποκρυφθέντων υπήρξε μέγας, και η Πικελία όλη εγέμισεν από αυτούς, καθόσον ούτοι δεν παρεδόθησαν κατόπιν συμφωνίας, όπως οι υπό τον Βημοσθένη. Ώλλά και ο αριθμός των απωλειών εις νεκρούς ήτο όχι μικρός, καθόσον οι εξολοθρευθέντες παρά τον ποταμόν υπήρξαν πλείστοι, όχι ολιγώτεροι από τους νεκρούς οιασδήποτε άλλης μάχης του Πικελικού τούτου πολέμου. Ξολλοί επίσης είχαν φονευθή, διαρκούσης της πορείας, συνεπεία των συνεχών επιθέσεων. Θαι πολλοί όμως διέφυγαν, άλλοι μεν και αμέσως τότε, άλλοι δε δραπετεύσαντες και καταφυγόντες εις την Θατάνην, αφού προηγουμένως υπηρέτησαν ως δούλοι.
Νι Πυρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, συγκεντρωθέντες και παραλαβόντες τα λάφυρα και όσους περισσοτέρους αιχμαλώτους ημπόρεσαν να συγκεντρώσουν, επέστρεψαν εις την πόλιν. Θαι τους μεν λοιπούς αιχμαλώτους Ώθηναίους και συμμάχους κατεβίβασαν εις τα λατομεία, τα οποία εθεώρησαν ως το ασφαλέστερον μέρος προς φρούρησιν των. Ρον Λικίαν όμως και τον Βημοσθένη εθανάτωσαν, σφάξαντες,
παρά την θέλησιν του Αυλίππου, ο οποίος ενόμιζεν, ότι θα ήτο λαμπρός δι' αυτόν θρίαμβος, εάν, παρά τας άλλας του εξαιρέτους επιτυχίας, έφερε και τους αρχηγούς του εχθρικού στρατού εις την Ιακεδαίμονα. Ν εις εξ αυτών ετύχαινε να είναι ο μεγαλήτερος εχθρός των Ιακεδαιμονίων, ένεκα των γεγονότων της Πφακτηρίας και της Ξύλου, και ο άλλος, ένεκα των ιδίων ακριβώς γεγονότων, ο μεγαλήτερος αυτών φίλος. Βιότι ο μεν Λικίας είχεν επιδείξει πολύν ζήλον διά την απόλυσιν των αιχμαλώτων της Πφακτηρίας, πείσας τους Ώθηναίους να συνομολογήσουν ειρήνην. Φς εκ τούτου, είχεν αποκτήσει την εύνοιαν των Ιακεδαιμονίων και διά τούτο κυρίως ενεπιστεύθη και παρεδόθη προς τον Αύλιππον. Ώλλά μερικοί από τους Πυρακουσίους, ως ελέγετο, φοβηθέντες, επειδή είχαν έλθει εις συνεννόησιν προς αυτόν, μήπως, υποβαλλόμενος εις βασάνους ένεκα τούτου, γίνη αφορμή να τους περιπλέξη κατά την ώραν της γενικής ευτυχίας, και άλλοι πάλιν, και προ πάντων οι Θορίνθιοι, μήπως ένεκα του πλούτου του κατορθώση διά δωροδοκίας να δραπετεύση και γίνη αιτία νέων δι' αυτούς κινδύνων, επέτυχαν την συναίνεσιν των συμμάχων και την θανάτωσίν του. Βιά τοιούτους και παραπλησίους λόγους εθανατώθη ο Λικίας, ο οποίος, θέσας κανόνα του όλου βίου του την εκτέλεσιν των νενομισμένων καθηκόντων του, ήξιζεν ολιγώτερον από κάθε άλλον εκ των συγχρόνων μου Γλλήνων τοιαύτην οικτράν τύχην. 87. Ρους εις τα λατομεία περιορισθέντας αιχμαλώτους οι Πυρακούσιοι μετεχειρίσθησαν κατ' αρχάς με πολλήν σκληρότητα. Πυσσωρευμένοι πολλοί εντός στενού και βαθέος λάκκου, εβασανίζοντο διά την έλλειψιν στέγης κατ' αρχάς από τας ηλιακάς ακτίνας και τον επικρατούντα εισέτι πνιγηρόν καύσωνα, ενώ, επειδή αι νύκτες αντιθέτως επηκολούθουν φθινοπωριναί και ψυχραί, αι απότομοι μεταβολαί της θερμοκρασίας επέδρων ολεθρίως επί της υγείας των, προκαλούσαι ασθενείας. Ένεκα της ελλείψεως, εξ άλλου, χώρου, ήσαν υποχρεωμένοι να κάμνουν κάθε τι εις το αυτό μέρος. Ρα πτώματα επί πλέον εκείνων που απέθνησκαν από τα τραύματα, από την απότομον μεταβολήν της θερμοκρασίας και τας τοιαύτας αιτίας, συνεσωρεύοντο τα μεν επί των δε, αναδίδοντα ανυπόφορον δυσοσμίαν. Γταλαιπωρούντο συγχρόνως οι αιχμάλωτοι από πείναν και δίψαν, διότι επί οκτώ όλους μήνας έδιδαν εις έκαστον εξ αυτών μίαν κοτύλην ύδατος και δύο κοτύλας σίτου. Θαι από τας άλλας κακοπαθείας, τας οποίας άνθρωπος ριφθείς εις τοιούτον μέρος είναι φυσικόν να υποστή, καμμίαν δεν διέφυγαν. Γπί εβδομήκοντα περίπου ημέρας έζησαν εις τοιούτον συνωστισμόν. Έπειτα οι Πυρακούσιοι επώλησαν ως δούλους τους λοιπούς αιχμαλώτους, πλην των Ώθηναίων και των Γλλήνων κατοίκων της Πικελίας και Ηταλίας. Ρον ολικόν αριθμόν των αιχμαλώτων του κράτους δεν δύναμαι να μεταδώσω μετ' απολύτου ακριβείας, δεν ήτο όμως κατώτερος των επτά χιλιάδων.
όλων των πολεμικών επιχειρήσεων του παρόντος πολέμου, και κατά την ιδικήν μου τουλάχιστον γνώμην, εξ όλων των Γλληνικών πολεμικών επιχειρήσεων, των οποίων διετηρήθη η παράδοσις, η εκστρατεία αύτη υπήρξεν η σημαντικωτέρα, ενδοξότατη διά τους νικητάς, καταστρεπτικωτάτη δε διά τους νικηθέντας. Βιότι ούτοι, νικηθέντες κατά κράτος και καθ' όλα τα σημεία, υπέστησαν όχι μετρίας συμφοράς, αλλ' αληθή, κατά το κοινόν λόγιον, πανωλεθρίαν. Θαι στρατός της ξηράς και στόλος και τα πάντα εχάθησαν, και ολίγοι εκ των πολλών επανείδαν τας εστίας των. Ώυτή υπήρξεν η ιστορία του Πικελικού πολέμου.
ταν αι εκ Πικελίας ειδήσεις έφθασαν εις τας Ώθήνας, επί πολύν χρόνον εδυσπίστουν εις το μέγεθος της πανωλεθρίας, παρ' όλας τας θετικάς πληροφορίας των πλέον αξιοπίστων στρατιωτών που είχαν διαφύγει από το θέατρον της καταστροφής. Ώλλ' όταν εβεβαιώθησαν περί τούτου εμαίνοντο κατά των ρητόρων, οι οποίοι τους είχαν εξωθήσει εις την εκστρατείαν, ως να μη την είχαν ψηφίσει οι ίδιοι, και συγχρόνως ηγανάκτουν εναντίον των χρησμολόγων και των μάντεων και όλων εκείνων, οι οποίοι διά των προφητειών των είχαν διεγείρει τότε την ελπίδα κατακτήσεως της Πικελίας. Ξρος όλα τα σημεία, μόνον αφορμάς βαθυτάτης λύπης διέβλεπαν και είχαν καταληφθή, ως εκ της επελθούσης καταστροφής, από μέγιστον αληθώς φόβον και κατάπληξιν. Βιότι δεν τους κατέθλιβαν μόνον αι ατομικαί των απώλειαι και όσας υπέστη η πόλις, απωλέσασα τόσον πλήθος οπλιτών και ιππέων και το άνθος της νεολαίας της, διά την οποίαν δεν είχαν υπολειφθή πλέον αντικαταστάται. Ώλλά συγχρόνως, βλέποντες ανεπαρκή πλοία εις τους νεωσοίκους των, το δημόσιον ταμείον κενόν, έλλειψιν τεχνικού προσωπικού διά τον στόλον, απηλπίζοντο, ότι ημπορούσαν την φοράν αυτήν να σωθούν, και συγχρόνως εφαντάζοντο, ότι οι εκ Πικελίας εχθροί των, μετά την μεγάλην μάλιστα νίκην των, θα πλεύσουν αμέσως με τον στόλον των εναντίον του Ξειραιώς, και ότι εκ της κυρίως Γλλάδος τοιούτοι, των οποίων αι πολεμικαί παρασκευαί είχαν γενικώς διπλασιασθή, θα επετίθεντο ήδη κατ' αυτών διά ξηράς και διά θαλάσσης, με όλας των τας δυνάμεις, βοηθούμενοι και από τους ιδίους των υπηκόους, οι οποίοι θ' απεστάτουν απ' αυτούς. Ξαρ' όλα ταύτα, απεφάσισαν και με τα μέσα που είχαν να μη υποκύψουν, αλλά και στόλον να παρασκευάσουν, προμηθευόμενοι από όπου ημπορέσουν ξυλείαν και χρήματα, και τους συμμάχους να συγκρατήσουν διά σταθεράς χειρός, και προ πάντων την Γύβοιαν, και τας δαπάνας της πόλεως να περιορίσουν δι' οικονομιών και να εκλέξουν συμβούλιον εκ πρεσβυτέρων, οι οποίοι, διασκεπτόμενοι, θα εισηγούνται προς τον λαόν τα εκάστοτε αναγκαία μέτρα. Ν φόβος της στιγμής, όπως συνήθως συμβαίνει εις τας δημοκρατίας, τους διέθεσε προς διαγωγήν γενικώς σώφρονα. Ώι αποφάσεις αύται ετέθησαν εις πλήρη εφαρμογήν, και το θέρος ετελείωσεν.
Φς εκ της μεγάλης καταστροφής των Ώθηναίων εις την Πικελίαν, ολόκληρος η Γλλάς συνεταράχθη, κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα. Νι ουδέτεροι ήσαν πεπεισμένοι, ότι και απρόσκλητοι ακόμη οφείλουν να εγκαταλείψουν την μέχρι τούδε ουδετερότητα των και επιτεθούν εξ ιδίας πρωτοβουλίας κατά των Ώθηναίων, διότι καθείς απ' αυτούς επίστευεν ότι, αν ούτοι επετύγχαναν εις την Πικελίαν, θα επετίθεντο και κατ' αυτών και συγχρόνως, ότι ο πόλεμος του λοιπού θα είναι σύντομος, και ότι τιμητικόν δι' αυτούς θα ήτο να μετάσχουν αυτού. Νι σύμμαχοι, εξ άλλου, των Ιακεδαιμονίων ενεπνέοντο περισσότερον παρά πριν από τον κοινόν πόθον ν' απαλλαγούν ταχέως των μεγάλων ταλαιπωριών του πολέμου. Ώλλ' οι υπήκοοι προ πάντων των Ώθηναίων εδείκνυαν μεγάλην επιθυμίαν, όπως αποτινάξουν την κυριαρχίαν των, και αν ακόμη αι δυνάμεις των, ορθώς εκτιμώμεναι, δεν ήσαν επαρκείς εις τούτο, διότι εις τας κρίσεις των παρεσύροντο από τον επαναστατικόν οργασμόν και δεν ήθελαν να παραδεχθούν καν, ότι οι Ώθηναίοι ήτο ενδεχόμενον να ανθέξουν κατά το
προσεχές θέρος. Ξάντα ταύτα ήσαν ενθαρρυντικώτατα διά τους Ιακεδαιμονίους και προ πάντων η προσδοκία, ότι οι εκ Πικελίας σύμμαχοι των, προσαποκτήσαντες ήδη εκ της ανάγκης των περιστάσεων και στόλον, έμελλαν να έλθουν προς ενίσχυσιν των, με μεγάλας δυνάμεις κατά τας αρχάς της ανοίξεως. Θαι επειδή εξ όλων των σημείων εμειδία προς αυτούς η ελπίς, απεφάσισαν να συνεχίσουν τον πόλεμον μετ' εντάσεως, σκεπτόμενοι, ότι μετά το αίσιον αυτού τέρμα και από τοιούτους κινδύνους θ' απαλλαγούν του λοιπού, οποίοι θα τους ηπείλουν, εάν οι Ώθηναίοι κατώρθωναν να προσθέσουν εις τους πόρους των και τους πόρους της Πικελίας, και θα εξασφαλίσουν δι' εαυτούς την ηγεσίαν της Γλλάδος, μετά την κατάλυσιν της ηγεμονίας των Ώθηνών.
Φς εκ τούτου, ο βασιλεύς αυτών Άγις, εκκινήσας αμέσως, διαρκούντος του χειμώνος, εκ της Βεκελείας, επί κεφαλής μέρους του στρατού, εισέπραξε παρά των συμμάχων χρηματικάς εισφοράς διά τον εξοπλισμόν του στόλου. Βιευθυνθείς ακολούθως προς τον Καλιακόν κόλπον αφήρεσεν από τους Νιταίους, λόγω παλαιάς έχθρας, το πλείστον των κτηνών των, προς απόδοσιν των οποίων τους υπεχρέωσε να καταβάλουν λύτρα. πεχρέωσεν επίσης τους Ώχαιούς της Σθιώτιδος και τους άλλους εις τα μέρη ταύτα υπηκόους των Ζεσσαλών, παρά την θέλησιν και τας διαμαρτυρίας των τελευταίων τούτων, να καταβάλουν χρήματα και δώσουν ομήρους, τους οποίους ετοποθέτησε προς φύλαξιν εις την Θόρινθον, και προσεπάθησε να επιτύχη την προσχώρησίν των εις την συμμαχίαν. Ε κυβέρνησις, εξ άλλου, των Ιακεδαιμονίων επέβαλεν εις τας διαφόρους συμμάχους πόλεις την κατασκευήν εκατόν πολεμικών πλοίων, προσδιορίσασα δι' εαυτούς μεν και τους ΐοιωτούς την κατασκευήν ανά είκοσι πέντε πλοίων, διά τους Σωκείς και Ιοκρούς δέκα πέντε, διά τους Θορινθίους δέκα πέντε, διά τους Ώρκάδας και Ξελληνείς και Πικυωνίους δέκα, διά τους Κεγαρείς και Ρροιζηνίους και Γπιδαυρίους και Γρμιονείς δέκα. Θαι προέβαιναν συγχρόνως εις όλας τας άλλας παρασκευάς, όπως συνεχίσουν τον πόλεμον, μόλις θα ήρχιζεν η άνοιξις.
Θαι οι Ώθηναίοι, διαρκούντος του χειμώνος, ησχολούντο εις τας αποφασισθείσας παρασκευάς. Ξρομηθευθέντες ξυλείαν, εναυπήγουν πλοία, ωχύρωσαν το Πούνιον, όπως εξασφαλίσουν τον περίπλουν αυτού εις τα πλοία που τους μετέφεραν σίτον, εγκατέλειψαν το οχύρωμα, το οποίον είχαν κατασκευάσει εις την Ιακωνικήν παραλίαν, ότε έπλεαν προς την Πικελίαν, και περιώρισαν τας δαπανάς των διά της αποκοπής όλων, όσαι εθεωρήθησαν περιτταί, και προ πάντων επέστησαν την προσοχήν των, όπως προλάβουν αποστασίαν των συμμάχων των.
Βιαρκούντος του χειμώνος, ενώ αμφότεροι ησχολούντο εις τας παρασκευάς ταύτας μετά τόσου ζήλου, πού θα ενόμιζε κανείς, ότι τότε πρώτον παρεσκευάζοντο διά τον πόλεμον, πρώτοι οι Γυβοείς έστειλαν προς τον Άγιν πρέσβεις, όπως διαπραγματευθούν μετ' αυτού τα της αποστασίας των από τους Ώθηναίους. Ν Άγις, δεχθείς τας προτάσεις των, έφερεν από την Ππάρτην, όπως τους αναθέση την στρατιωτικήν διοίκησιν της Γυβοίας, τον υιόν του Πθενελάδου Ώλκαμένη και τον Κέλανθον, οι οποίοι έφθασαν, επί κεφαλής τριακοσίων περίπου Λεοδαμωδών. Ώλλ' ενώ ητοίμαζε τα της εκεί διαβάσεως των, έφθασαν και Ιεσβίοι, θέλοντες και αυτοί ν'
αποστατήσουν. Γπειδή δε υπεστηρίζοντο ούτοι υπό των ΐοιωτών, κατεπείσθη ο Άγις να αναστείλη τας ενεργείας του, όσον αφορά την Γύβοιαν, και να βοηθήση τους Ιεσβίους, όπως ετοιμάσουν την επανάστασίν των. Ξρος τούτο έδωσεν εις αυτούς ως αρμοστήν τον Ώλκαμένη, τον οποίον προώριζε διά την Γύβοιαν, και τους υπεσχέθη δέκα πλοία αυτός και άλλα δέκα οι ΐοιωτοί. Γις τας αποφάσεις ταύτας προέβη ο Άγις εξ ιδίας πρωτοβουλίας και χωρίς να ζητήση την συγκατάθεσιν της κυβερνήσεως του. Βιότι εφόσον χρόνον έμενεν εις την Βεκέλειαν, επί κεφαλής του στρατού του, είχε το δικαίωμα ν' αποστέλλη στρατόν οπουδήποτε ήθελε, και να στρατολογή τοιούτον και καταναγκαστικάς εισφοράς να επιβάλλη. Θαι ημπορεί κανείς να είπη ότι κατά το διάστημα τούτο οι σύμμαχοι υπήκουαν εις αυτόν περισσότερον παρά εις την κυβέρνησιν του. Βιότι ημπορούσε να παρουσιασθή παντού επί κεφαλής στρατιωτικής δυνάμεως και να εμπνεύση τον σεβασμόν και τον φόβον.
Ώλλ' Νι Τίοι απευθύνονται προς την Ππάρτην επιθυμούντες να αποστατήσουν από τας Ώθήνας ενώ ο Άγις παρείχε την συνδρομήν του εις τους Ιεσβίους, οι Τίοι και οι Γρυθραίοι, οι όποιοι ήσαν επίσης έτοιμοι όπως αποστατήσουν, απηυθύνθησαν εις την Ιακεδαίμονα και όχι προς αυτόν. Πυγχρόνως με αυτούς, ήλθε και απεσταλμένος του Ρισσαφέρνους, ο οποίος ήτο διωρισμένος υπό του βασιλέως Βαρείου, υιού του Ώρταξέρξου, σατράπης της Κικρασιατικής παραλίας.
Βιότι και ο Ρισσαφέρνης, επεκαλείτο την βοήθειαν των Ιακεδαιμονίων, αναλαμβάνων την τροφοδοσίαν της αποσταλησομένης δυνάμεως, λόγω του ότι προ μικρού ακριβώς είχεν υποχρεωθή υπό του ΐασιλέως να καταβάλη τους φόρους, τους οποίους είχε καθυστερήσει, διότι δεν ηδύνατο να τους εισπράξη από τας Γλληνικάς πόλεις της σατραπείας του, χάρις εις τους Ώθηναίους. Γνόμιζεν, ως εκ τούτου, ότι αν ηδύνατο να εξασθενίση τους Ώθηναίους, θα εισέπραττεν ευκολώτερα τους φόρους, και συγχρόνως ότι θα καθίστα τους Ιακεδαιμονίους συμμάχους του ΐασιλέως και ότι θα κατώρθωνε να εκτελέση την διαταγήν του ΐασιλέως, όπως συλλάβη ζώντα ή φονεύση τον νόθον υιόν του Ξισσούθνου, Ώμόργην, ο οποίος είχεν επαναστατήσει εις την Θαρίαν. Νι Τίοι λοιπόν και ο Ρισσαφέρνης συνειργάζοντο, προς επιτυχίαν του αυτού πράγματος.
Ώλλά κατά τον αυτόν περίπου χρόνον, ο Θαλλίγειτος, υιός του Ιαοφώντος, Κεγαρεύς, και ο Ριμαγόρας, υιός του Ώθηναγόρου, Θυζικηνός, εξόριστοι αμφότεροι από τας πατρίδας των και ζώντες εις την αυλήν του Σαρναβάζου, υιού του Σαρνάκου, έφθασαν εις την Ιακεδαίμονα αποσταλέντες υπό του Σαρναβάζου, όπως επιτύχουν την αποστολήν στόλου εις τον Γλλήσποντον. Βιότι και ούτος επεδίωκε, καθώς και ο Ρισσαφέρνης, όπως, εάν δυνηθή, αποστατήση, χάριν ασφαλεστέρας εισπράξεως των φόρων, τας Γλληνικάς πόλεις της σατραπείας του από τους Ώθηναίους και ήθελεν, όπως δι' αυτού επιτευχθή η προς τον βασιλέα συμμαχία των Ιακεδαιμονίων. Νι απεσταλμένοι του Σαρναβάζου και του Ρισσαφέρνους ενήργουν χωριστά, οι μεν από τους δε, προς επιτυχίαν της αποστολής των, και ζωηρά ανεπτύχθη άμιλλα, διότι εζήτουν να πείσουν τους Ιακεδαιμονίους, οι μεν όπως στείλουν στόλον και στρατόν εις την Ηωνίαν Νι Ιακεδαιμόνιοι ευνοούν τους Τίους και τον Ρισσαφέρνη και την Τίον, οι δε όπως προτιμηθή η αποστολή αυτών εις τον Γλλήσποντον.
Νι Ιακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, ήσαν ασυγκρίτως ευνοϊκώτερα διατεθειμένοι προς τας προτάσεις των Τίων και του Ρισσαφέρνους. Βιότι τους τελευταίους υπεστήριζε και ο Ώλκιβιάδης, ο οποίος ήτο μεγάλος πατρικός φίλος του εφόρου Γνδίου, και η εισαγωγή του Ιακωνικής πηγής ονόματος του Ώλκιβιάδου εις την οικογένειάν του ωφείλετο εις την φιλίαν αυτού, φέροντος το όνομα «Ένδιος, υιός του Ώλκιβιάδου». Νι Ιακεδαιμόνιοι όμως έστειλαν προηγουμένως εις την Τίον τον περίοικον Σρύνιν, όπως εξετάση επιτοπίως και αναφέρη εάν πράγματι έχουν όσα πλοία ισχυρίζοντο και εάν γενικώς η δύναμις της πόλεως ανταποκρίνεται εις την φήμην της. Γπειδή δε ούτος εβεβαίωσε την αλήθειαν των όσων ήκουαν, συνωμολόγησαν αμέσως συμμαχίαν προς τους Τίους και τους Γρυθραίους και εψήφισαν την προς αυτούς αποστολήν μοίρας στόλου σαράντα πλοίων, καθόσον υπήρχαν ήδη εκεί, κατά τας πληροφορίας των Τίων, όχι ολιγώτερα των εξήντα πλοίων. Γκ των σαράντα τούτων πλοίων επρόκειτο να στείλουν αυτοί κατ' αρχάς δέκα, υπό την αρχηγίαν του ναυάρχου των Κελαγχρίδου. Ώλλ' ένεκα επισυμβάντος σεισμού, αντικατέστησαν τον Κελαγχρίδαν διά του Ταλκιδέως και αντί των δέκα πλοίων ητοίμαζαν πέντε, τα οποία εξήρτυαν εις την Ιακωνικήν. Γν τω μεταξύ, ο χειμών έφθανεν εις το τέλος του και συγχρόνως ετελείωνε το δέκατον έννατον έτος του πολέμου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Ζουκυδίδης.
7. Νι Ιακεδαιμόνιοι ετοιμάζονται να βοηθήσουν τους Τίους εις την αποστασίαν των Ώρχομένου του επομένου θέρους, οι Τίοι εβιάζοντο να επιτύχουν την αποστολήν των πλοίων, διότι εφοβούντο, μήπως οι Ώθηναίοι μάθουν τα τεκταινόμενα (καθόσον αι συνεννοήσεις διεξήγοντο κρυφίως απ' αυτούς). Φς εκ τούτου, οι Ιακεδαιμόνιοι έστειλαν εις την Θόρινθον τρεις Ππαρτιάτας, διά να φροντίσουν να σύρουν και μεταφέρουν τα πλοία άνωθεν του Ησθμού εις την προς τας Ώθήνας θάλασσαν (τον Παρωνικόν κόλπον), και διατάξουν να πλεύσουν όλα εις την Τίον, περιλαμβανομένων και εκείνων, τα οποία ο Άγις ητοίμαζε διά την Ιέσβον. Ν όλος αριθμός των συμμαχικών πλοίων, τα οποία ευρίσκοντο τότε εις τον Ησθμόν, ανήρχετο εις τριάντα εννέα. 8. Ν Θαλλίγειτος και ο Ριμαγόρας, αντιπροσωπεύοντες τον Σαρνάβαζον, ηρνήθησαν να συμφωνήσουν με τους άλλους διά την εκστρατείαν της Τίου, και δεν έδωσαν δι' αυτήν τα χρήματα, με τα οποία είχαν έλθει, ανερχόμενα εις είκοσι πέντε τάλαντα, αλλ' επροτίθεντο να εκπλεύσουν βραδύτερον εις χωριστήν εκστρατείαν. Ν Άγις, εξ άλλου, βλέπων τους Ιακεδαιμονίους προθυμότερους να διευθυνθούν κατά πρώτον εις την Τίον, συνετάχθη και αυτός με την γνώμην ταύτην. Γις συμβούλιον των συμμάχων, συγκροτηθέν εις την Θόρινθον, απεφασίσθη να πλεύσουν πρώτον εις την Τίον, υπό την αρχηγίαν του Ταλκιδέως, ο οποίος εξήρτυε τα πέντε πλοία εις την Ιακωνικήν, έπειτα εις την Ιέσβον, υπό την αρχηγίαν του Ώλκαμένους, τον οποίον και ο Άγις επροτίθετο εξ αρχής τα στείλη εκεί, και τελευταίον εις τον Γλλήσποντον. (Βιά την τελευταίαν ταύτην εκστρατείαν, αρχηγός είχε ταχθή ο Θλέαρχος, υιός του Οαμφίου). Πυγχρόνως απεφασίσθη να μεταφέρουν υπεράνω του Ησθμού πρώτον τα ήμιση από τα πλοία και να εκπλεύσουν ταύτα αμέσως, όπως η προσοχή των Ώθηναίων διασπασθή μεταξύ τούτων και εκείνων, τα οποία έμελλαν να μεταφερθούν διά του Ησθμού ακολούθως. Βιότι, επειδή η δύναμις των Ώθηναίων είχεν εκπέσει εις την εκτίμησιν των, καθόσον δεν ενεφανίζετο πουθενά στόλος αυτών άξιος λόγου, ητοιμάζοντο να εκτελέσουν τον προς την Τίον πλουν
φανερά. Ε απόφασις αυτών εξετελέσθη αμέσως και ακριβώς, διακομισθέντων είκοσι και ενός πλοίων υπεράνω του Ησθμού.
Ώλλ' ενώ οι άλλοι σύμμαχοι επέσπευδαν τον έκπλουν, οι Θορίνθιοι δεν είχαν καμμίαν όρεξιν να εκπλεύσουν μετά των άλλων, πριν περατωθούν οι αγώνες των Ησθμίων, τους οποίους εώρταζαν τότε. Ν Άγις, εν τούτοις, εδήλωσε προς αυτούς, ότι δεν εννοεί βέβαια να παραβιάσουν την εκεχειρίαν, η οποία συνδέεται με τους αγώνας των Ησθμίων, αλλ' ότι είναι έτοιμος, ν' αναλάβη την εκστρατείαν εις ίδιον αυτού όνομα. Ώλλ' επειδή οι Θορίνθιοι απέκρουαν την λύσιν ταύτην και επήρχετο χρονοτριβή, ήρχισαν οι Ώθηναίοι αντιλαμβανόμενοι τας ενεργείας των Τίων, και έστειλαν τον Ώριστοκράτη, ένα εκ των στρατηγών, όπως ζητήση παρ' αυτών εξηγήσεις. Θαι επειδή οι Τίοι ηρνούντο την κατηγορίαν, εζήτησεν από αυτούς, προς απόδειξιν της πίστεώς των, να στείλουν εις τας Ώθήνας πλοία διά τον συμμαχικόν στόλον. Θαι υπεχρεώθησαν ούτοι να στείλουν επτά, διότι οι μεν πολλοί Τίοι ηγνόουν τα τεκταινόμενα, οι δ' ολιγαρχικοί, οι οποίοι, μετείχαν της συνωμοσίας, δεν ήθελαν να εκτεθούν επί του παρόντος εις την εχθρότητα του πλήθους, πριν εξασφαλίσουν τα νώτα των, και ως εκ της μακράς καθυστερήσεως των Ξελοποννησίων, δεν υπελόγιζαν πλέον εις την άφιξιν των.
Γν τω μεταξύ, εωρτάζοντο οι αγώνες των Ησθμίων, και επειδή είχε προκηρυχθή επισήμως υπό των Θορινθίων η ιερά εκεχειρία, οι Ώθηναίοι έστειλαν αντιπροσώπους των εις αυτούς, και τούτο υπήρξεν ευκαιρία, όπως γίνουν μάλλον κατάδηλα εις αυτούς τα τεκταινόμενα υπό των Τίων. Κετά την επιστροφήν των αντιπροσώπων των, οι Ώθηναίοι ήρχισαν να λαμβάνουν μέτρα, όπως μη δυνηθούν να εκπλεύσουν πλοία από τας Θεγχρεάς, χωρίς να τα αντιληφθούν. Κετά το πέρας της εορτής, οι Ξελοποννήσιοι εξέπλευσαν με είκοσι εν πλοία, υπό την αρχηγίαν του Ώλκαμένους, κατευθυνόμενα εις Τίον. Νι Ώθηναίοι έπλευσαν εις συνάντησίν των με ίσον κατ' αρχάς αριθμόν πλοίων και προσεπάθουν να τους παρασύρουν προς την ανοικτήν θάλασσαν. Γπειδή όμως οι Ξελοποννήσιοι δεν τους ηκολούθησαν επί πολύ, αλλ' εστράφησαν προς τα οπίσω, απεσύρθησαν ομοίως και οι Ώθηναίοι, διότι εκ των είκοσι ενός πλοίων της μοίρας των, τα επτά ήσαν Τιακά και δεν είχαν εις αυτά εμπιστοσύνην. Ώκολούθως όμως, εξοπλίσαντες και άλλα πλοία, ηύξησαν την δύναμιν της μοίρας των εις τριάντα επτά πλοία, με τα οποία κατεδίωξαν την παραπλέουσαν Ξελοποννησιακήν μοίραν και την ηνάγκασαν να καταφύγη εις το Ππείραιον της Θορινθίας, λιμένα έρημον, παρά τα σύνορα της Γπιδαυρίας. Νι Ξελοποννήσιοι έχασαν κατά την καταδίωξιν εν πλοίον εις την ανοικτήν θάλασσαν, αλλά συγκεντρώσαντες τα λοιπά, ηγκυροβόλησαν εντός του λιμένος. Ώλλ' οι Ώθηναίοι τους επετέθησαν πάλιν διά θαλάσσης με τα πλοία των και δι' αποβάσεως εις την ξηράν. Θατά την επακολουθήσασαν συμπλοκήν, η οποία επροκάλεσε πολλήν σύγχυσιν και αταξίαν, οι Ώθηναίοι επροξένησαν σοβαράς ζημίας εις πλείστα εχθρικά σκάφη και εφόνευσαν τον αρχηγόν Ώλκαμένη, υποστάντες και αυτοί μερικάς απωλείας εις νεκρούς. 11. Κετά το πέρας της συμπλοκής, οι Ώθηναίοι άφισαν τον αναγκαίον αριθμόν πλοίων προς επιτήρησιν των εχθρικών, και ηγκυροβόλησαν με τας λοιπάς εις κάποιο νησίδιον, ευρισκόμενον εις μικράν απόστασιν, το οποίον και κατέστησαν ορμητήριον των, έστειλαν δ' εις τας Ώθήνας να ζητήσουν ενισχύσεις. Βιότι την επομένην ήλθαν διά ξηράς προς υπεράσπισιν των Ξελοποννησιακών πλοίων και οι Θορίνθιοι και ολίγον ύστερον και οι άλλοι περίοικοι. Θαι βλέποντες πόσον επίπονος ήτον η φρούρησις των πλοίων εις μέρος
έρημον, δεν ήξευραν τί να κάμουν. Γσκέφθησαν μάλιστα κατ' αρχάς να καύσουν τα πλοία, αλλ' έπειτα απεφάσισαν να τα σύρουν εις την παραλίαν και τα φρουρούν, στρατοπεδεύοντες εκεί, έως ότου παρουσιασθή ευκαιρία διαφυγής. Θαι ο Άγις, πληροφορηθείς ταύτα, έπεμψε προς αυτούς αρχηγόν τον Ππαρτιάτην Ζέρμωνα. Ε πρώτη είδησις, η οποία ήλθεν εις τους Ιακεδαιμονίους, ήτο η του έκπλου της μοίρας εκ του Ησθμού, διότι οι έφοροι είχαν παραγγείλει εις τον Ώλκαμένη να στείλη ιππέα, όπως τους ειδοποιήση περί τούτου, και εσχεδίαζαν να στείλουν ευθύς τα ιδικά των πέντε πλοία, υπό την αρχηγίαν του Ταλκιδέως, συνοδευόμενου και από τον Ώλκιβιάδην. Ώλλ' ενώ είχαν ήδη επιληφθή της εκτελέσεως του σχεδίου τούτου, ήλθεν η είδησις, ότι ο στόλος ηναγκάσθη να καταφύγη εις το Ππείραιον και αποθαρρυνθέντες, διότι ήρχιζαν τον Ηωνικόν πόλεμον με μίαν αποτυχίαν, απεφάσισαν όχι μόνον να μη στείλουν τα πλοία ταύτα από την Ιακωνικήν, αλλά και ν' ανακαλέσουν μερικά άλλα, που είχαν εκπλεύσει προηγουμένως.
Καθών ταύτα ο Ώλκιβιάδης, προσεπάθει να ττείση πάλιν τον Ένδιον και τους άλλους εφόρους να μη διστάσουν να στείλουν τα πλοία, υποστηρίζων, ότι θα προφθάσουν να καταπλεύσουν πριν μάθουν οι Τίοι το ατύχημα της Ξελοποννησιακής μοίρας, και ότι, όταν αυτός φθάση εις την Ηωνίαν, θα πείση ευκόλως τας πόλεις να επαναστατήσουν, εκθέτων προς αυτάς την αδυναμίαν των Ώθηναίων και τον υπέρ του αγώνος ζήλον των Ιακεδαιμονίων. Βιότι, εκθέτων ταύτα, θα είναι πιστευτότερος από κάθε άλλον. Ν Ώλκιβιάδης, ο οποίος ευρίσκετο εις προσωπικήν αντίθεσιν προς τον Άγιν, έλεγε προς τον ίδιον τον Ένδιον ιδιαιτέρως, ότι θα ήτο μεγάλη τιμή να επιτύχη αυτός την επανάστασιν της Ηωνίας και την συμμαχίαν του ΐασιλέως προς τους Ιακεδαιμονίους και να μη αφίση εις τον Άγιν την δόξαν τοιούτου κατορθώματος. Θατορθώσας δε να πείση τον Ένδιον και τους άλλους εφόρους, εξέπλευσε με πέντε πλοία και τον Ιακεδαιμόνιον Ταλκιδέα και ο πλους εγίνετο με μεγάλην ταχύτητα.
Θατά τον αυτόν τούτον χρόνον, επέστρεφαν εκ Πικελίας και τα δέκα εξ Ξελοποννησιακά πλοία, τα οποία είχαν υπηρετήσει υπό τον Αύλιππον μέχρι τέλους του Πικελικού πολέμου. Κοίρα Ώθηναϊκού στόλου εξ είκοσι επτά πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ηπποκλέους, υιού του Κενίππου, εντεταλμένη την κατόπτευσιν των εκ Πικελίας προερχομένων πλοίων, τα κατέλαβε περί την χώραν των Ιευκαδίων και τους επροξένησε σοβαράς βλάβας, πλην ενός όμως, τα λοιπά διέφυγαν την καταδίωξιν και κατέπλευσαν εις Θόρινθον.
Ν Ταλκιδεύς και ο Ώλκιβιάδης συνελάμβαναν όσα πλοία συνήντων κατά τον πλουν, διά να μη γίνη ούτος προώρως γνωστός, και προσεγγίσαντες κατά πρώτον εις το Θωρύκαιον της Κικράς Ώσίας απηλευθέρωσαν τους συλληφθέντας και κατόπιν προκαταρκτικής εκεί συνεννοήσεως με μερικούς εκ των Τίων, των μεμυημένων εις την συνωμοσίαν, οι οποίοι συνέστησαν εις αυτούς να καταπλεύσουν άνευ προειδοποιήσεως, έφθασαν αιφνιδίως εις την Τίον, όπου η εμφάνισίς των επροκάλεσεν έκπληξιν και τρόμον εις τον λαόν. Ώλλ' οι ολιγαρχικοί είχαν προετοιμάσει τα πράγματα, ούτως ώστε κατά την αυτήν στιγμήν συνήρχετο εις συνεδρίασιν η Αερουσία, ενώπιον της οποίας ωμίλησαν ο Ταλκιδεύς και ο Ώλκιβιάδης, βεβαιώσαντες, ότι και πολλά άλλα πλοία ευρίσκονται καθ' οδόν, αλλ' αποκρύψαντες τα του αποκλεισμού των Ξελοποννησιακών πλοίων εις το
Ππείραιον. Νύτως οι Τίοι απεκήρυξαν την συμμαχίαν των Ώθηναίων και ευθύς ύστερον και οι Γρυθραίοι. Ώκολούθως έπλευσαν με τρία πλοία εις τας Θλαζομενάς, τας οποίας εξήγειραν επίσης εις αποστασίαν. Ώμέσως μετά τούτο, οι Θλαζομένιοι διέβησαν εις την απέναντι Κικρασιατικήν ακτήν, όπου ωχύρωσαν την Ξολίχνην, διά να καταφύγουν εκεί, εις περίπτωσιν ανάγκης, εκ της νησίδος, όπου κατώκουν. λαι αυταί αι αποστατήσασαι πόλεις ησχολούντο εις την κατασκευήν οχυρωμάτων και προετοιμασίας διά τον πόλεμον.
Γις τας Ώθήνας, εν τούτοις, έφθασε ταχέως η είδησις των γεγονότων της Τίου και οι Ώθηναίοι έκριναν αμέσως, ότι ο απειλών αυτούς κίνδυνος είναι μέγας και προφανής, καθόσον, μετά την προσχώρησιν της μεγαλητέρας πόλεως προς τους εχθρούς, ούτε οι λοιποί σύμμαχοι θα ήθελαν να μείνουν ήσυχοι. Φς εκ του τρόμου δε, ο οποίος τους κατέλαβε, κατήργησαν αμέσως τας ποινάς, τας απειλουμένας υπό του νόμου εναντίον εκείνου, όστις θα εισηγείτο ή θα υπέβαλλεν εις την ψήφον του λαού πρότασιν περί χρησιμοποιήσεως των χιλίων ταλάντων, τα οποία τόσον ζηλοτύπως εφύλαξαν άθικτα καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου, και απεφάσισαν να θέσουν χείρα επ' αυτών, διά να εξοπλίσουν σημαντικόν αριθμόν πλοίων. Πυγχρόνως απεφάσισαν, όπως εκ της μοίρας του στόλου, της ενεργούσης τον αποκλεισμόν του Ππειραίου, πέμψουν από τούδε εις την Τίον τα οκτώ πλοία, τα οποία, υπό την αρχηγίαν του Πτρομβιχίδου, υιού του Βιοτίμου, είχαν αποσπασθή των λοιπών, προς καταδίωξιν των πλοίων του Ταλκιδέως, αλλά μη προλαβόντα αυτά, είχαν επιστρέψει, και στείλουν ολίγον ύστερον προς ενίσχυσιν άλλα δώδεκα, υπό την αρχηγίαν του Ζρασυκλέους, αποσπώμενα και ταύτα εκ της μοίρας του αποκλεισμού. Ώπέσυραν, προς τούτοις, τα επτά Τιακά πλοία, τα οποία τους εβοήθουν εις τον αποκλεισμόν του Ππειραίου, και ελευθερώσαντες τους δούλους, όσοι επέβαιναν επ' αυτών, ενέκλεισαν τους ελεύθερους εις το δεσμωτήριον. Γξώπλισαν επίσης εσπευσμένως δέκα άλλα πλοία, τα οποία έστειλαν εις την ενεργούσαν τον αποκλεισμόν των Ξελοποννησιακών πλοίων μοίραν, προς αντικατάστασιν των αποσπασθέντων απ' αυτήν πλοίων και απεφάσισαν τον εξοπλισμόν και άλλων τριάντα. Αενικώς δ' ανέπτυξαν μεγάλην δραστηριότητα και ουδενός εφείδοντο διά την αποστολήν ενισχύσεων κατά της αποστάτιδος Τίου.
Γν τω μεταξύ, ο Πτρομβιχίδης έφθασεν εις Πάμον με τα οκτώ πλοία του, και προσλαβών εν Παμιακόν πλοίον έσπευσεν εις την Ρέων και απήτησεν από τους κατοίκους να μείνουν ήσυχοι. Ώλλά και ο Ταλκιδεύς επί κεφαλής μοίρας στόλου είκοσι τριών, έπλεε κατά της Ρέω, ενώ συγχρόνως ο αποβατικός στρατός των Θλαζομενών και των Γρυθραίων εβάδιζε προς την αυτήν διεύθυνσιν, κατά μήκος της ακτής. Ν Πτρομβιχίδης, πληροφορηθείς εγκαίρως τας κινήσεις ταύτας, εξέπλευσεν εκ του λιμένος και ιδών, όταν έφθασεν εις την ανοικτήν θάλασσαν, ότι ο εκ Τίου ερχόμενος στόλος απετελείτο από πολλά πλοία, έφυγε προς την Πάμον, καταδιωκόμενος υπ' αυτού. Νι Ρήϊοι, οι οποίοι κατ' αρχάς ηρνήθησαν να δεχθούν τον αποβατικόν στρατόν ήνοιξαν εις αυτόν τας πύλας της πόλεως των, μετά την αναχώρησιν των Ώθηναίων. Νύτος επερίμεινε την επιστροφήν του Ταλκιδέως εκ της καταδιώξεως των Ώθηναϊκών πλοίων, αλλ' επειδή εβράδυνε, ήρχισαν κατεδαφίζοντες εκ πρωτοβουλίας των το τείχος της πόλεως των Ρηίων, το οποίον είχαν οικοδομήσει οι Ώθηναίοι, προς το μέρος της ξηράς. Γις την κατεδάφισιν ήλθαν και τους εβοήθησαν μερικοί βάρβαροι, υπό την αρχηγίαν του Πτάγου, υπάρχου του Ρισσαφέρνους.
Ν Ταλκιδεύς και ο Ώλκιβιάδης, μετά την επιστροφήν εκ της μέχρι Πάμου καταδιώξεως του Πτρομβιχίδου, ώπλισαν τα πληρώματα των Ξελοπονησιακών πλοίων με οπλισμόν οπλίτου και τα άφισαν εις την Τίον. Ώντικαταστήσαντες δε τα πληρώματα ταύτα διά Τίων και εξοπλίσαντες άλλα είκοσι Τιακά πλοία, απέπλευσαν διά την Κίλητον, όπως ωθήσουν αυτήν εις αποστασίαν. Βιότι ο Ώλκιβιάδης, ένεκα της φιλίας του προς τους προεστώτας της Κιλήτου, ήθελε να προσεταιρισθή αυτήν, πριν φθάσουν τα εκ της Ξελοποννήσου αναμενόμενα πλοία, και κατορθώση διά της χρησιμοποιήσεως μόνης της δυνάμεως των Τίων και του Ταλκιδέως, να επιτύχη την αποστασίαν όσον το δυνατόν περισσοτέρων πόλεων, διά να κερδίση τοιουτοτρόπως την τιμήν του κατορθώματος τούτου υπέρ των Τίων, υπέρ εαυτού υπέρ του Ταλκιδέως και τέλος υπέρ του Γνδίου, σύμφωνα με την υπόσχεσιν που του είχε δώσει. Θατώρθωσαν, τωόντι, να διαφύγουν την προσοχήν του εχθρού κατά το μεγαλήτερον μέρος του πλου, και μολονότι ολίγον έλειψε να τους φθάσουν ο Πτρομβιχίδης και ο Ζρασυκλής, ο οποίος ακριβώς προ μικρού είχεν έλθει εξ Ώθηνών με δώδεκα πλοία και ηνώθη με εκείνον προς καταδίωξιν των, επρόλαβαν και επέτυχαν την αποστασίαν της Κιλήτου. Νι Ώθηναίοι έφθασαν και αυτοί, καταδιώκοντες αυτούς κατά πόδας, με δέκα εννέα πλοία, αλλ' επειδή οι Κιλήσιοι ηρνήθησαν να τους δεχθούν, ηγκυροβόλησαν εις την παρακειμένην νήσον Ιάδην. Θαι ευθύς μετά την αποστασίαν των Κιλησίων, συνωμολογήθη διά του Ρισσαφέρνους και του Ταλκιδέως η πρώτη μετά του ΐασιλέως συμμαχία των Ιακεδαιμονίων, έχουσα ως έξης.
«Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των συνομολογούν μετά του ΐασιλέως και του Ρισσαφέρνους συμμαχίαν, υπό τους επομένους όρους. λη η χώρα και όλαι αι πόλεις, όσαι κατέχονται υπό του ΐασιλέως, ή κατείχοντο υπό των προγόνων του ΐασιλέως, θ' ανήκουν εις τον ΐασιλέα και όσα χρήματα και άλλα πλεονεκτήματα περιήρχοντο εκ των πόλεων τούτων εις τους Ώθηναίους, ο ΐασιλεύς και οι Ιακεδαιμόνιοι μετά των συμμάχων των, ενεργούντες από κοινού, θα τα εμποδίσουν, ώστε του λοιπού ούτε χρήματα να λαμβάνουν οι Ώθηναίοι, ούτε άλλα πλεονεκτήματα. «Ρον πόλεμον κατά των Ώθηναίων θα διεξαγάγουν από κοινού ο ΐασιλεύς και οι Ιακεδαιμόνιοι μετά των συμμάχων των, και δεν επιτρέπεται τερματισμός αυτού παρά κατόπιν κοινής συμφωνίας του ΐασιλέως και των Ιακεδαιμονίων μετά των συμμάχων των. «Νποιοσδήποτε αποστατήση από τον ΐασιλέα θα είναι εχθρός και των Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων των. Θαι ομοίως οποιοσδήποτε αποστατήση από τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των θα είναι εχθρός του ΐασιλέως.»
Ροιούτον ήτο το περιεχόμενον της συμμαχίας. Γυθύς δε σχεδόν μετά την υπογραφήν αυτής, οι Τίοι, εξοπλίσαντες δέκα ακόμη πλοία, έπλευσαν εις τα Άναια, όπως πληροφορηθούν τι απέγινεν εις την Κίλητον και συγχρόνως επιτύχουν την αποστασίαν νέων πόλεων. Ώλλ' επειδή ο Ταλκιδεύς τους παρήγγειλεν, ότι πρέπει να επιστρέψουν και ότι ο Ώρμόγης έρχεται εκεί διά ξηράς επί κεφαλής στρατού, έπλευσαν προς τον ναόν του Βιός, ότε βλέπουν αιφνιδίως πλέοντα προς την διεύθυνσιν των δέκα εξ πλοία, με τα οποία
ανεχώρησεν εξ Ώθηνών ο Βιομέδων, κατόπιν του Ζρασυκλέους. Κόλις τα είδαν, έφυγαν, και εν μεν πλοίον διηυθύνθη εις την Έφεσον, τα δε λοιπά προς την Ρέων. Γκ τούτων οι Ώθηναίοι εκυρίευσαν τέσσερα άνευ των πληρωμάτων, τα οποία επρόλαβαν να σωθούν εις την ξηράν. Ρα λοιπά κατέφυγαν εις την πόλιν των ΡηΎων. Κετά τούτο, οι μεν Ώθηναίοι απέπλευσαν προς την Πάμον, τα δε Τιακά πλοία εξέπλευσαν, και βοηθούμενα υπό του στρατού της ξηράς, επέτυχαν την αποστασίαν της Ιεβέδου και έπειτα και των Ώιρών. Ώκολούθως και ο στρατός και ο στόλος επέστρεψαν εις τα ίδια.
Θατά τον αυτόν περίπου χρόνον, τα είκοσι Ξελοποννησιακά πλοία, τα οποία, καταδιωχθέντα, όπως διηγήθην, επολιορκούντο ήδη εις τον λιμένα του Ππειραίου υπό ισαρίθμων Ώθηναϊκών πλοίων, εξορμήσαντα αιφνιδίως, επέπεσαν κατά της πολιορκητικής μοίρας, την ενίκησαν, εκυρίευσαν τέσσερα πλοία και απέπλευσαν εις τας Θεγχρεάς, όπου ήρχισαν να ετοιμάζωνται εκ νέου, όπως πλεύσουν εις την Τίον και την Ηωνίαν. Γκεί ήλθε προς αυτούς, σταλείς εκ Ιακεδαίμονος, ο ναύαρχος Ώστύοχος, ο οποίος έμελλε ν' αναλάβη του λοιπού την αρχηγίαν του όλου στόλου. Κετά την εκ της Ρέω αναχώρησιν του στρατού των Γρυθραίων και Θλαζομενίων, ήλθεν εκεί αυτοπροσώπως, επί κεφαλής Πυμφωνία Ώθηναίων και ΡηΎων στρατού, ο Ρισσαφέρνης, ο οποίος, αφού απετελείωσε Πυμφωνία Ώθηναίων και ΡηΎων την κατεδάφισιν του τυχόν υπολειφθέντος μέρους του τείχους της πόλεως, ανεχώρησεν επίσης. Νλίγον χρόνον μετά την αναχώρησιν αυτού, ήλθε και ο Βιομέδων, επί κεφαλής δέκα Ώθηναϊκών πλοίων, και συνωμολόγησε με τους ΡηΎους συμφωνίαν, όπως ούτοι δέχωνται και τους Ώθηναίους. Ώκολούθως έπλευσε κατά μήκος της ακτής εναντίον των Ώιρών, αλλ' αποτυχών εις την κατ' αυτών επίθεσιν, απέπλευσεν.
Θατά τον αυτόν ωσαύτως χρόνον, έγινε εις την Πάμον η κατά των ολιγαρχικών επανάστασις των δημοκρατικών, βοηθούμενων υπό τριών Ώθηναϊκών πλοίων, τα οποία έτυχαν να ευρίσκωνται εκεί. Νι δημοκρατικοί εφόνευσαν διακοσίους περίπου εν όλω ολιγαρχικούς, κατεδίκασαν τετρακοσίους εξ αυτών εις εξορίαν και διένειμαν μεταξύ των τας οικίας και τα κτήματα των. Βιά ψηφίσματος του Ώθηναϊκού λαού, παρεχωρήθη ανεξαρτησία εις τους Παμίους, λόγω της εμπιστοσύνης, την οποίαν ενέπνεε το γεγονός, ότι του λοιπού η διοίκησις της πολιτείας θα ευρίσκετο εις χείρας των δημοκρατικών, οι οποίοι όχι μόνον εστέρησαν τους τέως ιδιοκτήτας της γης παντός άλλου δικαιώματος, αλλά και απηγόρευσαν εις τους δημοκρατικούς να έρχωνται του λοιπού εις επιγαμίαν με αυτούς.
Θατά το υπόλοιπον διάστημα του θέρους, οι Τίοι, εξακολουθούντες, χωρίς καθόλου να ελαττωθή ο αρχικός ζήλος των, να εμφανίζωνται με ισχυράς δυνάμεις, και χωρίς ακόμη την συνδρομήν των Ξελοποννησίων, και ωθούν τας διαφόρους πόλεις εις αποστασίαν και θέλοντες συγχρόνως να περιπλέξουν εις τον ίδιον αυτών κίνδυνον όσον το δυνατόν περισσοτέρους, εξεστράτευσαν με δέκα τρία πλοία κατά της Ιέσβου, σύμφωνα με την απόφασιν των Ιακεδαιμονίων, ότι η δευτέρα εκστρατεία θα διευθυνθή κατά της Ιέσβου και η τρίτη εκείθεν κατά του Γλλησπόντου. Πυγχρόνως ο στρατός της ξηράς, αποτελούμενος από τους παρόντας οπλίτας των Ξελοποννησίων και τους των συμμάχων των μερών εκείνων, επορεύετο κατά μήκος της ακτής προς την
διεύθυνσιν των Θλαζομενών και της Θύμης. Θαι του μεν στρατού της ξηράς αρχηγός ήτον ο Ππαρτιάτης Γυάλας, της δε μοίρας του στόλου, ο περίοικος Βεινιάδας. Ε μοίρα του στόλου κατέπλευσε πρώτον εις την Κήθυμναν, την οποίαν έπεισε ν' αποστατήση. Ώφού τέσσερα εκ των πλοίων της μοίρας έμειναν εκεί, τα λοιπά κατέπλευσαν εις την Κυτιλήνην, την οποίαν έπεισαν επίσης ν' αποστατήση.
Γξ άλλου, ο αρχιναύαρχος των Ιακεδαιμονίων Ώστύοχος, εκπλεύσας εκ των Θεγχρεών, έφθασε, κατά το αρχικόν σχέδιόν του, εις Τίον με τέσσερα πλοία. Ώλλά τρεις ημέρας μετά την άφιξιν του, Ώθηναϊκή μοίρα εξ είκοσι πέντε πλοίων, έπλεε προς την Ιέσβον, υπό την αρχηγίαν του Βιομέδοντος και του Ιέοντος. Ν τελευταίος ήλθε προς περαιτέρω ενίσχυσιν εξ Ώθηνών, ολίγον ύστερον, με δέκα πλοία. Ρο εσπέρας της αυτής ημέρας αργά, ο Ώστύοχος, παραλαβών και εν Τιακόν πλοίον, εξέπλευσε, διευθυνόμενος επίσης εις Ιέσβον, διά να βοηθήση, όπως ημπορέση, την μοίραν των Τιακών πλοίων. Θατέπλευσεν εις την Ξύρραν και εκείθεν την επιούσαν εις την Έρεσον, όπου έμαθεν, ότι η Κυτιλήνη είχε καταληφθή, με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως. Βιότι οι Ώθηναίοι, χωρίς να χάσουν στιγμήν, κατέπλευσαν εις τον λιμένα, χωρίς κανείς να τους περιμένη, έγιναν κύριοι των Τιακών πλοίων και αποβιβασθέντες, ενίκησαν τους αντιταχθέντας κατ' αυτών και κατέλαβαν την πόλιν. Ν Ώστύοχος έμαθε τας ειδήσεις αυτάς και από τους Γρεσίους και από τα Τιακά πλοία, τα οποία, ως ήδη διηγήθην, είχαν μείνει εις την Κήθυμναν, υπό την αρχηγίαν του Γυβούλου και εκ των οποίων τρία, φεύγοντα, μετά την άλωσιν της Κυτιλήνης, συνηντήθησαν μετ' αυτού, του τετάρτου συλληφθέντος υπό των Ώθηναίων. Φς εκ τούτου, δεν επροχώρησε πλέον εις την Κυτιλήνην, αλλ' εξεγείρας την Έρεσον εις αποστασίαν και εξοπλίσας τους κατοίκους αυτής, απέστειλεν τους επί των πλοίων του οπλίτας, υπό την αρχηγίαν του Γτεονίκου, προς την διεύθυνσιν της Ώντίσσης και Κηθύμνης, ενώ συγχρόνως αυτός με τα πλοία του και τα τρία Τιακά πλοία έπλεε κατά μήκος της ακτής, προς την αυτήν διεύθυνσιν, με την ελπίδα, ότι οι Κηθυμναίοι, βλέποντες αυτούς, θα ενθαρρυνθούν και θα εμμείνουν εις την αποστασίαν. Ώλλ' επειδή όλα εστρέφοντο κατ' αυτού εις την Ιέσβον, επεβίβασε πάλιν τους οπλίτας του επί των πλοίων και απέπλευσεν εις την Τίον. Θαι ο στρατός, ο οποίος είχεν αποβιβασθή εκ των πλοίων και επρόκειτο να βαδίση προς τον Γλλήσποντον, επέστρεψεν εις τας διαφόρους πόλεις, εις τας οποίας ανήκε. Κετά τούτο, εξ πλοία, από την μοίραν του συμμαχικού στόλου των Ξελοποννησίων, η οποία ευρίσκετο εις τας Θεγχρεάς, ήλθαν εις Τίον, προς ενίσχυσιν του. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, αφού ερρύθμισαν τα πράγματα της Ιέσβου, έπλευσαν εξ αυτής εις την υπό των Θλαζομενίων οχυρουμένην επί της Κικρασιατικής ακτής Ξολίχνην, την οποίαν και κατέλαβαν, και μετέφεραν πάλιν τούτους εις επί της νήσου πόλιν, πλην των πρωταιτίων της αποστασίας, οι οποίοι είχαν φύγει εις την Βαφνούντα. Νύτως αι Θλαζομεναί προσεχώρησαν και πάλιν εις την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν.
Θατά το αυτό θέρος, οι Ώθηναίοι, οι οποίοι με την μοίραν των είκοσι πλοίων, την σταθμεύουσαν εις Ιάδην, επολιόρκουν την Κίλητον ενεργήσαντες απόβασιν εις το Ξάνορμον, έδαφος των Κιλησίων, εφόνευσαν τον Ιακεδαιμόνιον αρχηγόν Ταλκιδέα, ο οποίος έσπευσε με ολίγους άλλους εκ Κιλήτου, κατά μήκος της ακτής, προς απόκρουσιν αυτών. Ρην μεθεπομένην, διαβάντες πάλιν εις Ξάνορμον, έστησαν τρόπαιον, το οποίον οι Κιλήσιοι κατέρριψαν, λόγω του ότι εστήθη χωρίς να μείνη ο εχθρός κύριος του πεδίου της μάχης.
Ν Ιέων, εξ άλλου, και ο Βιομέδων, επί κεφαλής των Ώθηναϊκών πλοίων της Ιέσβου, προέβαιναν εις πολεμικάς κατά Γπιθέσεις των Ώθηναίων κατά της Τίου θάλασσαν επιχειρήσεις εναντίον των Τιών, χρησιμοποιούντες ως ορμητήρια τας απέναντι της Τίου κειμένας νήσους Νινούσσας, τα φρούρια της Πιδούσης και του Ξτελεού, τα οποία είχαν επί της Γρυθραίας, τέλος δε και αυτήν την Ιέσβον. Φς πεζοναύτας είχαν επί του καταστρώματος άνδρας, στρατολογηθέντας υποχρεωτικώς εκ του καταλόγου των οπλιτών. Γνεργήσαντες δ' απόβασιν εις την Θαρδαμύλην και τον ΐολίσκον, ενίκησαν τους προσδραμόντας προς απόκρουσιν αυτών Τίους, φονεύσαντες πολλούς, και ερήμωσαν τα περίχωρα. Γνίκησαν επίσης άλλην μάχην εις τας Σάνας και τρίτην εις το Ιευκώνιον. Ρου λοιπού οι Τίοι έπαυσαν να εξέρχωνται των τειχών της πόλεως, προς αντιμετώπισιν των Ώθηναίων, ενώ ούτοι ερήμωσαν καθ' ολοκληρίαν την χώραν των, η οποία ευρίσκετο εις ανθηροτάτην κατάστασιν και από της εποχής των Ξερσικών πολέμων έως τότε ουδεμίαν είχε πάθει καταστροφήν. Κετά τους Ιακεδαιμονίους, τωόντι, οι Τίοι μόνοι, καθόσον εγώ γνωρίζω, κατώρθωσαν να ευημερούν και να είναι συγχρόνως σώφρονες, και όσον περισσότερον προήγετο η πόλις των εις δύναμιν, τόσον καλλίτερον ερρύθμιζαν τα πράγματα των, προς εξασφάλισιν του μέλλοντος. Θαι αν κανείς νομίση, ότι η αποστασία αυτών υπήρξε πράξις παρακεκινδυνευμένη, οφείλει να σκεφθή, ότι ούτε εις αυτήν ακόμη ετόλμησαν να προβούν, παρά μόνον αφού έμελλαν ν' αποδυθούν εις τον κίνδυνον παρά το πλευρόν πολλών και γενναίων συμμάχων, και αφού έβλεπαν, ότι και οι Ώθηναίοι αυτοί, μετά την Πικελικήν καταστροφήν, δεν ηρνούντο πλέον, ότι η κατάστασις των ήτον αναμφισβητήτως εκτάκτως επισφαλής. Θαι εάν ως εκ της αβεβαιότητος των ανθρωπίνων πραγμάτων, επλανήθησαν, την πλάνην συνεμερίσθησαν μετά πολλών άλλων, οι οποίοι επίσης ενόμισαν, ότι τα πράγματα των Ώθηναίων φέρονται προς ταχείαν καταστροφήν. Ρώρα όμως, ότε και από την θάλασσαν απεκλείοντο και από την ξηράν ερημώνοντο, επεδίωξαν μερικοί να φέρουν εκ νέου την πόλιν εις την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν. Ώντιληφθέντες τούτο οι εν τέλει, αυτοί μεν εις ουδεμίαν προέβησαν άμεσον ενέργειαν, αλλά προσκαλέσαντες τον αρχιναύαρχον Ώστύοχον, ο οποίος ήλθεν εκ των Γρυθρών μετά τεσσάρων πλοίων, τα οποία ευρέθησαν εκεί, διεσκέφθησαν μετ' αυτού διά ποίων μέσων, όσον το δυνατόν ολιγώτερον βιαίων, είτε λήψεως ομήρων, είτε άλλων οιωνδήποτε, ηδύναντο να θέσουν τέρμα εις την συνωμοσίαν. Θαι ούτω μεν διεξήγοντο τα πράγματα εις την Τίον.
Θατά το τέλος δε του ιδίου θέρους, έφθασαν εξ Ώθηνών εις Πάμον χίλιοι οπλίται Ώθηναίοι, και προς τούτοις χίλιοι πεντακόσιοι Ώργείοι, εκ των οποίων πεντακόσιοι ήσαν ψιλοί και εφωδιάσθησαν υπό των Ώθηναίων με βαρύν οπλισμόν. Ν στρατός ούτος, μεταφερθείς υπό μοίρας στόλου σαράντα οκτώ πλοίων, μεταξύ των οποίων ήσαν και οπλιταγωγά, υπό την αρχηγίαν του Σρυνίχου, του Ννομακλέους και του Πκιρωνίδου, διεβιβάσθη εκ του λιμένος της Πάμου εις την Κίλητον, όπου εστρατοπέδευσεν. Γκ της πόλεως εξήλθαν οκτακόσιοι Κιλήσιοι οπλίται, οι υπό τον Ταλκιδέα ελθόντες Ξελοποννήσιοι, σώμα μισθοφορικόν του Ρισσαφέρνους και αυτός ούτος ο Ρισσαφέρνης, όστις έτυχε να ευρίσκεται εκεί με το ιππικόν του, και συνεπλάκησαν με τους Ώθηναίους και τους συμμάχους των. Θαι οι μεν Ώργείοι, προελάσαντες διά της πτέρυγας των προ των άλλων, επετέθησαν κατά των Κιλησίων, με πολλήν αταξίαν, καταφρονήσαντες αυτούς ως Ίωνας και ως ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα ημπορέσουν να αντισταθούν, αλλ' ενικήθησαν υπό τούτων και έχασαν σχεδόν τριακοσίους νεκρούς. Γνώ οι Ώθηναίοι, αφού ενίκησαν πρώτον τους Ξελοποννησίους, απώθησαν έπειτα τους βαρβάρους και το λοιπόν
άτακτον πλήθος, δεν κατώρθωσαν όμως να έλθουν εις χείρας προς τους Κιλησίους, καθόσον ούτοι, αφού έτρεψαν εις φυγήν τους Ώργείους, βλέποντες την λοιπήν παράταξιν των νικωμένην, υπεχώρησαν εντός της πόλεως. Θαι συνέβη εις την μάχην αυτήν οι Ίωνες και των δύο στρατών να νικήσουν τους Βωριείς. Βιότι και οι Ώθηναίοι ενίκησαν τους απέναντι των Ξελοποννησίους, και οι Κιλήσιοι τους Ώργείους: Ώφού έστησαν τρόπαιον, οι Ώθηναίοι ήρχισαν ετοιμαζόμενοι να κατασκευάσουν τείχος, κατά μήκος του Ησθμού, ο οποίος χωρίζει την πόλιν από την στερεάν, φρονούντες, ότι εάν γίνουν κύριοι της Κιλήτου, και αι λοιπαί πόλεις θα επανέλθουν ευκόλως εις την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν.
Γις το σημείον τούτο ευρίσκοντο τα πράγματα, όταν περί την δύσιν ήδη του ηλίου τους ανηγγέλθη ότι από στιγμής εις στιγμήν καταφθάνουν τα εκ της Ξελοποννήσου και της Πικελίας προερχόμενα πενήντα πέντε εχθρικά πλοία. Γκ τούτων είκοσιν εστέλλοντο υπό των Πυρακουσίων και δύο υπό των Πελινουντίων, τους οποίους, καθώς και τους Πικελιώτας, είχε παρακινήσει κυρίως ο Γρμοκράτης να συμπράξουν προς συμπλήρωσιν της καταλύσεως της Ώθηναϊκής δυνάμεως. Ρα λοιπά ήσαν εκείνα, τα οποία παρεσκεύαζαν οι Ξελοποννήσιοι και τα οποία είχαν ήδη ετοιμασθή. Ώμφότεραι αι μοίραι του στόλου τούτου, τεθείσαι υπό τας διαταγάς του Ιακεδαιμονίου Ζηριμένους, όπως τας φέρη προς τον αρχιναύαρχον Ώστύοχον, κατέπλευσαν πρώτον εις την Ιέρον, νήσον κειμένην απέναντι της Κιλήτου. Ώκολούθως, όταν έμαθαν, ότι οι Ώθηναίοι ήσαν πλησίον της Κιλήτου, έπλευσαν απ' εκεί κατ' αρχάς εις τον Ηασικόν κόλπον, όπως λάβουν ακριβεστέρας πληροφορίας περί της καταστάσεως της πόλεως, και διήλθαν την νύκτα εις την Ρειχιούσσαν, πόλιν της χώρας των Κιλησίων. Γκεί ήλθεν ο Ώλκιβιάδης έφιππος, και παρ' αυτού έμαθαν τα της μάχης, καθόσον ούτος είχε παραστή εις αυτήν και είχε συμπολεμήσει με τους Κιλησίους και τον Ρισσαφέρνη. Ν Ώλκιβιάδης συνέστησε προς αυτούς διά μακρών, εάν δεν θέλουν να καταστρέψουν την Ηωνίαν και τον όλον αγώνα των, να σπεύσουν ως τάχιστα εις βοήθειαν της Κιλήτου και να μην ανεχθούν την συμπλήρωσιν του αποκλεισμού της διά της κατασκευής του τείχους.
Ώπεφάσισαν λοιπόν να σπεύσουν εις βοήθειαν της ευθύς ως εξημέρωση. Ώλλ' ο Σρύνιχος, αρχηγός των Ώθηναίων, ευθύς ως επληροφορήθη από την Ιέρον ασφαλώς τας κινήσεις του εχθρικού στόλου, ενώ οι συναρχηγοί του ήθελαν να παραμείνουν και συνάψουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν, εδήλωσεν, ότι ούτε αυτός θα πράξη τούτο, ούτε εις εκείνους, ούτε εις άλλον κανένα θα επιτρέψη τούτο, εφόσον ημπορεί. Βιότι εκεί όπου ημπορούν βραδύτερον να συνάψουν την μάχην, αφού πρώτον πληροφορηθούν τον ακριβή αριθμόν των εχθρικών πλοίων και την αναλογίαν αυτών προς τα ιδικά των, και προβούν με την ησυχίαν των εις την απαιτουμένην προετοιμασίαν, δεν θα διέπραττε ποτέ την παραφροσύνην να διακινδυνεύση, παρασυρόμενος εκ του φόβου μήπως η ενέργειά του χαρακτηρισθή ατιμωτική. Βιότι δεν είναι ατιμωτικόν διά τους Ώθηναίους να υποχωρήσουν απέναντι εχθρικού στόλου, όταν αι περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, αλλά θα ήτο πολύ ατιμωτικόν, εάν υπό οιασδήποτε περιστάσεις, συμβή να ηττηθούν, οπότε το κράτος δεν θα υφίστατο μόνον την ατίμωσιν, αλλά και θα περιέπιπτεν εις τον μέγιστον των κινδύνων. Κετά τας συμφοράς, εν τούτοις, τας οποίας έχουν ήδη υποστή αι Ώθήναι, μόλις θα ήτον επιτετραμμένον εις αυτάς ν' αναλάβουν επιθετικήν επιχείρησιν, κατόπιν παρασκευής αρτίας ή τουλάχιστον ένεκα αναπόδραστου ανάγκης, και θα ήτο πολύ
μάλλον ασυγχώρητον να δράμουν άνευ ανάγκης εις αναζήτησιν περιττών κινδύνων. Πυνέστησεν επομένως, αφού επιβιβάσουν τους τραυματίας, τους οπλίτας και τα πολεμικόν υλικόν, με το οποίον είχαν έλθει, και εγκαταλείψουν τα εκ της εχθρικής χώρας λάφυρα, όπως τα πλοία είναι ελαφρά, αποπλεύσουν διά την Πάμον, και συγκεντρώνοντες εκεί όλον τον στόλον των, χρησιμοποιήσουν αυτήν του λοιπού ως βάσιν περαιτέρω επιχειρήσεων, όταν παρουσιασθή κατάλληλος ευκαιρία. Ε γνώμη του έγινε δεκτή και ετέθη αμέσως εις πλήρη εφαρμογήν. Θαι όχι μόνον εις την περίστασιν αυτήν, αλλ' έτι μάλλον βραδύτερον, εις πάσας τας περιστάσεις εις τας οποίας ευρέθη, εξετιμήθη ο Σρύνιχος ως ανήρ συνετώτατος. Νύτοι υπήρξαν οι λόγοι, ένεκα των οποίων οι Ώθηναίοι εγκατέλειψαν την Κίλητον μόλις εβράδυασε, χωρίς να δυνηθούν να συμπληρώσουν την νίκην των, ενώ οι Ώργείοι εσπευσμένως και κατηγανακτημένοι διά την ατυχίαν των, απέπλευσαν εις τα ίδια.
Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, εκπλεύσαντες κατά τα εξημερώματα εκ της Ρειχιούσσης, κατέπλευσαν εις την Κίλητον, ότε ήδη οι Ώθηναίοι είχαν αναχωρήσει. Ώφού δ' έμειναν εκεί μίαν ημέραν, παρέλαβαν και τα υπό την διοίκησιν του Ταλκιδέως Τιακά πλοία, τα οποία είχαν καταδιωχθή προηγουμένως μετά των λοιπών και καταφύγει εις την Κίλητον, απεφάσισαν να επαναπλεύσουν εις την Ρειχιούσσαν, όπως παραλάβουν το πολεμικόν υλικόν, το οποίον είχαν αποβιβάσει εις την ξηράν. Ώφού έφθασαν εκεί, ήλθε προς αυτούς ο Ρισσαφέρνης, επί κεφαλής του στρατού του, και τους έπεισε να πλεύσουν κατά της Ηάσου, την οποίαν κατείχεν ο Ώμόργης, με τον οποίον ευρίσκετο εις πόλεμον. Θαι επιτεθέντες αιφνιδίως κατά της Ηάσου, κατέλαβαν αυτήν, καθόσον οι εντός αυτής δεν ηδύναντο να υποθέσουν, ότι τα καταπλέοντα πλοία δεν ήσαν Ώθηναϊκά. Θατά την επίθεσιν, διεκρίθησαν προ πάντων οι Πυρακούσιοι. Νι Ξελοποννήσιοι, συλλαβόντες ζώντα τον Ώμόργη, τον παρέδωκαν εις τον Ρισσαφέρνη, διά να τον φέρη, εάν θέλη, προς τον ΐασιλέα, όπως είχε διαταχθή. Πυγχρόνως ελεηλάτησαν την Ίασον από άκρου εις άκρον, και ο στρατός απεκόμισε πλουσίαν λείαν, καθόσον η πόλις ήτο παλαιόπλουτος. Ρους μισθοφόρους του Ώμόργου παρέλαβαν εις το στρατόπεδον των και χωρίς να τους κάμουν κανέν κακόν τους προσέλαβαν εις τας τάξεις των, καθόσον οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν Ξελοποννήσιοι. Ρην πόλιν και όλους των τους αιχμαλώτους, είτε δούλους, είτε ελευθέρους, παρέδωκαν εις τον Ρισσαφέρνη, συμφωνήσαντες να λάβουν παρ' αυτού ένα Βαρεικόν στατήρα δι' έκαστον, μεθ' ο επέστρεψαν εις την Κίλητον. Γκείθεν απέστειλαν διά ξηράς μέχρι των Γρυθρών τον υπό των Ιακεδαιμονίων σταλέντα διοικητήν της Τίου Ξεδάριτον, τον υιόν του Ιέοντος, επί κεφαλής των μισθοφόρων του Ώμόργου, και διώρισαν επί τόπου διοικητήν της Κιλήτου τον Σίλιππον. Θαι εν τω μεταξύ ετελείωσε το θέρος.
Θατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, αφού εγκατέστησε φρουράν εις την Ίασον, ο Ρισσαφέρνης ήλθεν εις την Κίλητον, όπου διένειμεν εις όλον τον στρατόν μισθόν ενός μηνός, μίαν ολόκληρον δραχμήν ημερησίως εις έκαστον, σύμφωνα με την υπόσχεσιν πού είχεν αναλάβει εις την Ιακεδαίμονα, δηλώσας όμως, ότι του λοιπού θα δίδη μόνον τρεις οβολούς ημερησίως δι' έκαστον, έως ότου ζητήση οδηγίας παρά του ΐασιλέως, υποσχεθείς να καταβάλη ολόκληρον την δραχμήν, εάν ο ΐασιλεύς εγκρίνη τούτο. Ώλλ' επειδή ο αρχηγός των Πυρακουσίων Γρμοκράτης αντετάχθη ( ενώ ο Ζηριμένης, μη ων ναύαρχος, αλλ' επιφορτισμένος μόνον να παραδώση τον στόλον εις τον Ώστύοχον, εδείχθη χλιαρός εις το ζήτημα του μισθού), συνεφωνήθη η πληρωμή
μισθού ανωτέρου των τριών οβολών δι' εκάστην ομάδα πέντε πλοίων, διότι διά κάθε τοιαύτην ομάδα εδίδοντο τρία τάλαντα και διά κάθε κλάσμα του αριθμού τούτου ποσόν ανάλογον.
Θατά τον αυτόν χειμώνα, οι εις Πάμον σταθμεύοντες Ώθηναίοι, αφού έλαβαν εξ Ώθηνών περαιτέρω ενισχύσεις τριάντα πέντε πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Ταρμίνου, του Πτρομβιχίδου και του Γυκτήμονος, συνεκέντρωσαν και την μοίραν, την απησχολημένην εις την Τίον, και όλα τα άλλα πλοία των, θέλοντες να προβούν εις κατανομήν του στόλου διά κλήρου, όπως μέρος μεν αυτού ενεργή τον αποκλεισμόν της Κιλήτου, άλλο δε μέρος μετά του στρατού της ξηράς σταλή εις την Τίον. Θαι όντως ούτως ενήργησαν. Βιότι ο μεν Πτρομβιχίδης και ο Ννομακλής και ο Γυκτήμων, επί κεφαλής μοίρας τριάντα πλοίων και έχοντες μαζύ των επί οπλιταγωγών σκαφών μέρος των χιλίων οπλιτών, πού είχαν έλθει εις την Κίλητον, έπλεαν προς την Τίον, ως προσδιωρίσθη υπό του λαχνού, ενώ οι λοιποί, μένοντες εις την Πάμον, με εβδομήντα τέσσερα πλοία, εθαλασσοκράτουν και προέβαιναν εις επιθετικάς επί της Κιλήτου αποβάσεις.
Ν Ώστύοχος ευρίσκετο τότε εις την Τίον, ασχολούμενος ακριβώς εις την εκλογήν των ομήρων ως προληπτικού μέτρου κατά της προδοσίας. Ώλλ' όταν έμαθε την άφιξιν των υπό τον Ιακεδαιμόνιον Ζηριμένη πλοίων και ότι τα πράγματα της συμμαχίας ήσαν ήδη εις πολύ καλλιτέραν κατάστασιν, ανέστειλε πάσαν περαιτέρω ενέργειαν εν σχέσει προς την προδοσίαν και παραλαβών τα δέκα Ξελοποννησιακά πλοία και δέκα Τιακά απέπλευσεν. Ώποτυχούσης δ' επιθέσεως κατά της Ξτελεού, την οποίαν ενήργησεν, έπλευσε κατά μήκος της παραλίας προς τας Θλαζομενάς και απήτησεν από τους φρονούντας τα των Ώθηναίων να μετοικήσουν προς το εσωτερικόν, εις τον Βαφνούντα, και προσχωρήσουν προς τους Ξελοποννησίους. Ρην απαίτησιν ταύτην υπεστήριζεν ο Ξέρσης, ύπαρχος της Ηωνίας, Ράμως. Ώλλ' επειδή οι Θλαζομένιοι δεν ήθελαν να υπακούσουν, επετέθη κατά της πόλεως, η οποία ήτον ατείχιστος, και μη δυνηθείς να την καταλάβη, απέπλευσεν υπό ισχυρόν άνεμον, αυτός μεν εις την Σώκαιαν και την Θύμην, ενώ τα λοιπά πλοία κατέπλευσαν εις τας πλησίον των Θλαζομενών νήσους Καραθούσσαν, Ξήλην και Βρυμούσσαν. Κείναντες εις τας νήσους ταύτας επί οκτώ ημέρας, ένεκα της επικρατούσης κακοκαιρίας, διήρπασαν και κατηνάλωσαν μέρος των πραγμάτων, τα οποία οι Θλαζομένιοι είχαν τοποθετήσει εκεί χάριν ασφαλείας, και φορτώσαντες εσπευσμένως τα υπόλοιπα επί των πλοίων, απέπλευσαν εις Σώκαιαν και εκείθεν εις Θύμην, προς συνάντησιν του Ώστυόχου.
Γνώ ο Ώστύοχος ευρίσκετο εκεί, ήλθαν προς αυτόν πρέσβεις των Ιεσβίων, οι οποίοι προσεφέροντο ν' αποστατήσουν πάλιν. Θαι αυτός μεν ήκουσεν ευνοϊκώς τας προτάσεις των, αλλ' επειδή οι Θορίνθιοι και οι λοιποί σύμμαχοι ουδεμίαν εδείκνυαν προθυμίαν, ένεκα της προηγουμένης αποτυχίας, απέπλευσε, διευθυνόμενος προς την Τίον. Ώλλά τα πλοία, διασκορπισθέντα υπό κακοκαιρίας, έφθασαν εις Τίον, άλλα από εν μέρος και άλλα από άλλο. Νλίγον ύστερον ο Ξεδάριτος, ο οποίος, ως ελέχθη ήδη, ήρχετο εκ της Κιλήτου επί κεφαλής στρατού, έφθασεν εις τας Γρυθράς, οπόθεν διεπεραιώθη μετ' αυτού εις την Τίον, όπου ευρήκεν επίσης υπό τας διαταγάς του τους πεντακοσίους περίπου άνδρας των πληρωμάτων των πέντε πλοίων, τους
οποίους είχεν αφήσει ο Ταλκιδεύς με οπλισμόν οπλίτου. Θαι επειδή μερικοί Ιεσβίοι προσεφέροντο πάλιν ν' αποστατήσουν, ο Ώστύοχος εισηγήθη εις τον Ξεδάριτον και τους Τίους την αποστολήν πλοίων εις την Ιέσβον, διά να εξεγείρουν αυτήν εις επανάστασιν, λέγων ότι τοιουτοτρόπως ή θ' αυξήσουν τον αριθμόν των συμμάχων των ή και αν αποτύχουν, θα εξασθενήσουν πάντως τους Ώθηναίους. Ώλλ' οι Τίοι ηρνούντο να υπακούσουν και ο Ξεδάριτος εδήλωσεν, ότι ούτε τα Τιακά πλοία θ' αφίση εις την διάθεσίν του.
Ν Ώστύοχος, παραλαβών τα πέντε Θορινθιακά πλοία, εν εκ των Κεγάρων, εν εκ της Γρμιονίδος και όσα αυτός είχε φέρει εκ της Ιακωνικής, εξέπλευσε, κατευθυνόμενος εις την Κίλητον, όπως αναλάβη την αρχιναυαρχίαν του στόλου, αφού ηπείλησεν επανειλημμένως τους Τίους, ότι, μα την αλήθειαν, δεν θα έλθη εις βοήθειαν των, εάν λάβουν ανάγκην αυτής. Ξροσεγγίσας δ' εις Θώρυκον της Γρυθραίας, διενυκτέρευσεν εκεί. Ώλλά και οι Ώθηναίοι, πλέοντες εκ Πάμου εις την Τίον, μετά του στρατού των, προσωρμίσθησαν εις μέρος, το οποίον εχωρίζετο από το αγκυροβόλιον της Ξελοποννησιακής μοίρας διά λόφου χωρίς οι δύο στόλοι ν' αντιληφθούν την παρουσίαν ο εις του άλλου. Γπειδή, εν τούτοις, διαρκούσης της νυκτός, ήλθεν είδησις, εκ μέρους του Ξεδαρίτου, ότι μερικοί Ώθηναίοι αιχμάλωτοι, αφεθέντες υπό των Ώθηναίων ελεύθεροι εκ της Πάμου, ήλθαν εις τας Γρυθράς, διά να επιτύχουν την διά προδοσίας παράδοσιν της πόλεως, ο Ώστύοχος εξέπλευσεν ευθύς πάλιν διά τας Γρυθράς και έτσι παρά τρίχα έλειψε να πέση εις χείρας των Ώθηναίων. Ώλλά και ο Ξεδάριτος διέβη εκ Τίου εις τας Γρυθράς προς συνάντησιν του Ώστυόχου και αφού εξήτασαν τα της κατηγορίας κατά των υποτιθεμένων συνωμοτών και εξηκρίβωσαν ότι η όλη υπόθεσις ήτο στρατήγημα των αιχμαλώτων, όπως φύγουν από την Πάμον, απήλλαξαν αυτούς της κατηγορίας και ο μεν Ξεδάριτος επέστρεψεν εις την Τίον, ο δε Ώστύοχος συνέχισε το αρχικόν δρομολόγιόν του προς την Κίλητον. 34. Γν τω μεταξύ, και ο φέρων τον στρατόν Ώθηναϊκός στόλος, εκπλεύσας και κάμπτων το ακρωτήριον Θώρυκον προς την διεύθυνσιν του Ώργίνου, συναντά τρία Τιακά πολεμικά σκάφη και χωρίς να χάση στιγμήν ετέθη εις καταδίωξιν των. Ώλλ' επελθούσης μεγάλης τρικυμίας, τα μεν Τιακά πλοία μετά πολλής δυσκολίας κατώρθωσαν να σωθούν εντός του λιμένος των, αλλ' εκ των Ώθηναϊκών, τρία τα οποία είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερον των λοιπών εις την καταδίωξιν, εξώκειλαν πλησίον της πόλεως της Τίου και κατεστράφησαν. Θαι άλλοι μεν των ανδρών συνελήφθησαν ζώντες, άλλοι δ' εφονεύθησαν. Ρα λοιπά όμως πλοία κατέφυγαν εις τον καλούμενον Σοινικούντα λιμένα, κείμενον υπό το όρος Κίμαντα. Γκείθεν βραδύτερον κατέπλευσαν εις την Ιέσβον, όπου ήρχισαν ετοιμαζόμενοι διά τον τειχισμόν.
Θατά την διάρκειαν του αυτού χειμώνος, ο Ιακεδαιμόνιος Ηπποκράτης, εκπλεύσας με δέκα πλοία των Ζουρίων, υπό την αρχηγίαν του Βωριέως, υιού του Βιαγόρου, και δύο άλλων, εν Ιακωνικόν και εν Πυρακούσιον, κατέπλευσεν εις την Θνίδον, η οποία είχεν ήδη πεισθή υπό του Ρισσαφέρνους ν' αποστατήση από τους Ώθηναίους. ταν αι Ξελοποννησιακαί αρχαί της Κιλήτου έμαθαν τον κατάπλουν των, διέταξαν τα μεν ημίση των πλοίων να περιμένουν προς αποστασίαν της Θνίδου, τα δε άλλα ημίση να περιπολούν περί το Ρριόπιον και συλλαμβάνουν τα εξ Ώιγύπτου προερχόμενα και εκεί καταπλέοντα εμπορικά πλοία. Ρο Ρριόπιον είναι ακρωτήριον της περιφερείας της Θνίδου, καθιερωμένον εις τον Ώπόλλωνα. Καθόντες τούτο οι Ώθηναίοι, έπλευσαν από την Πάμον και εκυρίευσαν τα παρά το Ρριόπιον φρουρούντα εξ πλοία, των οποίων οι άνδρες
κατώρθωσαν να διαφύγουν. Κετά τούτο καταπλεύσαντες εις την Θνίδον και επιτεθέντες κατά της πόλεως, η οποία είναι ατείχιστος, ολίγον έλειψε να την καταλάβουν. Ρην επομένην επανέλαβαν την επίθεσιν, αλλ' επειδή οι Θνίδιοι, διαρκούσης της νυκτός, έλαβαν προσφορώτερα αμυντικά μέτρα από την προτεραίαν, και συγχρόνως ενισχύθησαν διά της προσελεύσεως των πληρωμάτων, τα οποία είχαν διαφύγει από τα πλοία πού είχαν κυριευθή εις το Ρριόπιον, η επίθεσις των επροξένει ολιγωτέρας ακόμη βλάβας παρά την προηγουμένην, και ως εκ τούτου απεσύρθησαν και αφού ερήμωσαν τα πέριξ, απέπλευσαν εις την Πάμον.
Θατά την ιδίαν περίπου εποχήν, ήλθεν ο Ώστύοχος εις την Κίλητον, διά ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στόλου. Νι Ξελοποννήσιοι είχαν ακόμη κατά την εποχήν ταύτην αφθονίαν των πάντων εις το στρατόπεδον των. Ρωόντι και μισθός επαρκής κατεβάλλετο και οι διαρπαγέντες εκ της Ηάσου άφθονοι θησαυροί ήσαν ακόμη εις χείρας των στρατιωτών, και οι Κιλήσιοι έφεραν προθύμως τα βάρη του πολέμου. Γις τους Ξελοποννησίους, εν τούτοις, εφαίνετο, ότι η πρώτη προς τον Ρισσαφέρνη συνθήκη, η συνομολογηθείσα υπό του Ταλκιδέως, ήτο ανεπαρκής και όχι τόσον επωφελής δι' αυτούς. Φς εκ τούτου, προ της αναχωρήσεως του Ζηριμένους, συνήψαν και νέαν τοιαύτην, της οποίας το περιεχόμενον είχεν ως έξης. 37. «Πυνθήκη μεταξύ Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών προς τον βασιλέα Βαρείον και τους υιούς του
ΐασιλέως και τον Ρισσαφέρνη. Πυνομολογείται μεταξύ των ανωτέρω συνθήκη ειρήνης και φιλίας, υπό τους επομένους όρους. «Ώπαγορεύεται εις τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών επιδρομή, προς τον σκοπόν πολέμου ή οιασδήποτε βλάβης εναντίον πάσης χώρας και πάσης πόλεως, αι οποίαι ανήκουν εις τον βασιλέα Βαρείον ή ανήκαν εις τον πατέρα ή τους προγόνους αυτού, ως επίσης απαγορεύεται εις τους Ια κεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών η είσπραξις φόρων εκ των πόλεων τούτων. Γπίσης απαγορεύεται εις τον βασιλέα Βαρείον και εκείνους, επί των οποίων εκτείνεται η κυριαρχία αυτού, επιδρομή κατά των Ιακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών, προς τον σκοπόν πολέμου ή οιασδήποτε βλάβης. «Γάν οι Ιακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοι των λάβουν οιανδήποτε ανάγκην του ΐασιλέως, ή ο ΐασιλεύς οιανδήποτε ανάγκην των Ιακεδαιμονίων ή των συμμάχων των, κάθε τι που θα κάμουν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, θεωρείται καλώς έχον. «Ρον κατά των Ώθηναίων πόλεμον θα διεξαγάγουν από κοινού και εάν αποφασισθή ο τερματισμός αυτού, ούτος θα γίνη επίσης από κοινού. « ΐασιλεύς υποχρεούται να καταβάλη την δαπάνην ολοκλήρου του στρατού, ο οποίος, κατά πρόσκλησιν αυτού, θα ευρίσκεται επί του εδάφους του. «Γάν καμμία εκ των πόλεων, αι οποίαι συνωμολόγησαν την παρούσαν συνθήκην, επιτεθή κατά της χώρας του ΐασιλέως, οι λοιποί υποχρεούνται να την εμποδίσουν και να βοηθήσουν τον ΐασιλέα με όλας των τας δυνάμεις. Θαι εάν κανείς εκ των κατοίκων της χώρας του ΐασιλέως ή των χωρών, όσαι υπόκεινται υπό την κυριαρχίαν αυτού, επιτεθή κατά του εδάφους των Ιακεδαιμονίων ή των συμμάχων των, ο ΐασιλεύς υποχρεούται να τον εμποδίση και να τους βοηθήση με όλας του τας δυνάμεις.»
Κετά την συνομολόγησιν της συνθήκης ταύτης, ο Ζηριμένης παρέδωσε τον στόλον προς τον Ώστύοχον και εκπλεύσας επί μικρού σκάφους εξηφανίσθη έκτοτε. Νι Ώθηναίοι, εξ άλλου, οι οποίοι είχαν εν τω μεταξύ μεταφέρει τον στρατόν των εκ της Ιέσβου εις την Τίον, όπου επεκράτουν και κατά γην και κατά θάλασσαν, ήρχισαν να οχυρώνουν το Βελφίνιον, θέσιν άλλωστε καθ' εαυτήν οχυράν εκ του μέρους της ξηράς, έχουσαν λιμένας και κειμένην επί μικράς από της πόλεως της Τίου αποστάσεως. Γνώ οι Τίοι, ένεκα των επανειλημμένων σοβαρών ήττων, τας οποίας είχαν υποστή προηγουμένως, και διότι εκτός τούτων, αι μεταξύ των σχέσεις ήσαν πολύ κακαί (καθόσον ήδη μετά την υπό του Ξεδαρίτου θανάτωσιν του υιού του Ίωνος Ρυδέως και των περί αυτόν, καταδικασθέντων ως αττικιζόντων, και την αναγκαστικήν υποβολήν του κράτους υπό ολιγαρχίαν, οι μεν υπωπτεύοντο τους δε), έμενον αδρανούντες, διότι εθεώρουν, ότι ούτε οι ίδιοι, ένεκα των λόγων τούτων, ούτε οι υπό τον Ξεδάριτον μισθοφόροι ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθούν κατά των Ώθηναίων. Έστειλαν, εν τούτοις, εις την Κίλητον, ζητούντες βοήθειαν από τον Ώστύοχον. Γπειδή όμως ούτος δεν εισήκουσε την αίτησίν των, ο Ξεδάριτος έγραψεν εις την Ιακεδαίμονα, κατηγορών αυτόν διά την αδικαιολόγητον στάσιν του. Ροιαύτη ήτον η κατάστασις των Ώθηναίων εις την Τίον, ενώ ο εις την Πάμον σταθμεύων στόλος των ήρχετο μεν συχνά, προκαλών τον εις Κίλητον σταθμεύοντα εχθρικόν στόλον, αλλ' επειδή ούτος ηρνείτο ν' αντεπεξέλθη, επέστρεφε πάλιν εις την Πάμον, όπου ησύχαζεν.
Γν τω μεταξύ, τα είκοσι επτά πλοία, τα οποία, χάρις εις τας ενεργείας του Κεγαρέως Θαλλιγείτου και του Θυζικηνού Ριμαγόρου, είχαν ετοιμασθή υπό των Ιακεδαιμονίων διά τον Σαρνάβαζον, εξέπλευσαν περί το χειμερινόν ηλιοτρόπιον, διευθυνόμενα εις την Ηωνίαν. Ρης μοίρας ταύτης του στόλου επέβαι νεν ως αρχηγός ο Ππαρτιάτης Ώντισθένης, τον οποίον συνώδευαν ένδεκα Ππαρτιάται, εις εκ των οποίων ήτον ο Ιίχας, υιός του Ώρκεσιλάου, αποστελλόμενοι υπό των Ιακεδαιμονίων ως σύμβουλοι του Ώστυόχου. Νύτοι είχαν εντολήν, φθάνοντες εις την Κίλητον, όχι μόνον να συμμερίζωνται μετά του Ώστυόχου την μέριμναν, όπως τα πράγματα ρυθμισθούν κατά τον καλλίτερον δυνατόν τρόπον, αλλά και να στείλουν, εάν το εγκρίνουν, εις τον Γλλήσποντον προς τον Σαρνάβαζον την μοίραν ταύτην, αποτελουμένην είτε από τα ίδια πλοία, είτε από περισσότερα, είτε από ολιγώτερα, υπό την αρχηγίαν του συνοδεύοντος αυτούς Θλεάρχου, υιού του Οαμφίου. Πυγχρόνως ήσαν εξουσιοδοτημένοι, εάν το έκριναν ενδεδειγμένον, να παύσουν τον Ώστύοχον από την αχιναυαρχίαν του στόλου και τον αντικαταστήσουν διά του Ώντισθένους, καθόσον, συνεπεία της επιστολής του Ξεδαρίτου, οι Ιακεδαιμόνιοι υπωπτεύοντο αυτόν. Ε μοίρα λοιπόν αύτη του στόλου από το ακρωτήριον του Καλέα διηυθύνθη προς το ανοικτόν πέλαγος και προσήγγισεν εις την Κήλον, όπου συναντήσασα δέκα Ώθηναϊκά πλοία συνέλαβε τρία εξ αυτών, κενά πληρωμάτων, και τα έκαυσε. Σοβούμενοι όμως μετά τούτο μήπως τα εκ της Κήλου διαφυγόντα Ώθηναϊκά πλοία αναγγείλουν, όπως και πράγματι έκαμαν, την προσέγγισιν των εις τον Ώθηναϊκόν στόλον της Πάμου, έπλευσαν προς την Θρήτην, επεκτείναντες, χάριν ασφαλείας, τον πλουν των, και κατέπλευσαν εις την Θαύνον της Κικράς Ώσίας. Ώπ' εκεί, θεωρήσαντες εαυτούς ασφαλείς πλέον, ειδοποίησαν τον στόλον εις την Κίλητον, να στείλη να τους συνοδεύση, όπως πλεύσουν εκεί, κατά μήκος της ακτής.
Θατά τον ίδιον εν τούτοις καιρόν, οι Τίοι και ο Ξεδάριτος, παρ' όλην την αδιαφορίαν του Ώστυόχου, έστειλαν επανειλημμένως αγγελιαφόρους εις την Κίλητον, ζητούντες από αυτόν να έλθη με όλον τον στόλον προς βοήθειαν των, αφού πολιορκούνται, και να μη ανεχθή, όπως η μεγίστη των συμμαχίδων πόλεων της Ηωνίας διατελή αποκλεισμένη από θαλάσσης και ερημούται κατά ξηράν διά ληστρικών επιδρομών. Βιότι η Τίος είχε πολλούς δούλους, περισσοτέρους μάλιστα από κάθε άλλην πόλιν μετά την Ιακεδαίμονα, και συγχρόνως ως εκ του μεγάλου αριθμού των, αι παρεκτροπαί των ετιμωρούντο με μεγαλητέραν αυστηρότητα. Φς εκ τούτου, θεωρήσαντες ούτοι ότι διά της οχυρώσεως του Βελφινίου, ο στρατός των Ώθηνών είχεν εγκατασταθή ασφαλώς εις την Τίον, ηυτομόλησαν αμέσως προς αυτούς οι περισσότεροι και επροξένησαν αυτοί τας μεγαλητέρας ζημίας εις την χώραν, λόγω του ότι την εγνώριζαν καλώς. Ησχυρίζοντο λοιπόν οι Τίοι, ότι έπρεπε να έλθουν προς βοήθειαν των, ενόσω δεν είχε συμπληρωθή ούτε η γινομένη οχύρωσις του Βελφινίου, ούτε το κατασκευαζόμενον προσθέτως περί το στρατόπεδον και το ορμητήριον του στόλου ευρύτερον οχύρωμα, και υπήρχεν ελπίς να εμποδισθή η συμπλήρωσις αυτών. Ν Ώστύοχος, μολονότι ένεκα της ανωτέρω μνημονευθείσης απειλής του, δεν εσκέπτετο τοιούτον τι, βλέπων ότι οι σύμμαχοι εδείκνυαν μεγάλην προθυμίαν διά την επιχείρησιν ταύτην, είχεν ετοιμασθή, όπως έλθη εις βοήθειαν των.
Ώλλ' εν τω μεταξύ, ήλθεν εκ της Θαύνου η είδησις, ότι έφθασαν τα είκοσι επτά πλοία και οι αποστελλόμενοι υπό των Ιακεδαιμονίων σύμβουλοι. Θαι ο Ώστύοχος, θεωρήσας, ότι υπέρ πάντα τα άλλα, προείχε κατά την σπουδαιό τητα η συνοδεία τόσου αριθμού πλοίων, διά των οποίων θα εξησφαλίζετο η επικράτησίς των κατά θάλασσαν, και η ασφαλής μεταφορά των αποσταλέντων Ιακεδαιμονίων επιθεωρητών, παρήτησε την εκστρατείαν της Τίου και εξέπλευσε, διευθυνόμενος εις την Θαύνον. Ξλέων δε παρά την Θω την Κεροπίδα, ενήργησεν απόβασιν, και ευρών την πόλιν, η οποία ήτον ατείχιστος, κατεστραμμένην υπό συμβάντος σεισμού, του μεγίστου βεβαίως εξ όσων ενθυμούμεθα, και τους κατοίκους καταφυγόντας εις τα όρη, διήρπασε την πόλιν και επιδραμών ελεηλάτησε την ύπαιθρον χώραν, παραλαβών κάθε τι, πλην των ελευθέρων, τους οποίους δεν επείραξε. Σθάσας δ' εκ της Θω εις την Θνίδον, εν καιρώ νυκτός, επείσθη από τας επιμόνους παραινέσεις των Θνιδίων να μη αποβιβάση τους ναύτας, αλλά να πλεύση, χωρίς να χάση ούτε στιγμήν, κατ' ευθείαν εναντίον των είκοσιν Ώθηναϊκών πλοίων, τα οποία, υπό την αρχηγίαν του Ταρμίνου, ενός των εις την Πάμον ευρισκομένων Ώθηναίων στρατηγών, παρεφύλαττε τα εκ της Ξελοποννήσου αναμενόμενα είκοσι επτά πλοία, αυτά ακριβώς, τα οποία μετέβαινε διά να συνοδεύση ο Ώστύοχος. Ρην προσέγγισιν αυτών είχε πληροφορηθή ο Ώθηναϊκός στόλος της Πάμου από την Κήλον και εις τον Ταρμίνον ανετέθη η περιπολία περί τας νήσους Πύμην, Τάλκην και Οόδον και τας ακτάς της Ιυκίας. Γίχε μάλιστα αυτός εξακριβώσει ήδη, ότι ευρίσκοντο εις την Θαύνον. 42 Ν Ώστύοχος, λοιπόν, χωρίς να χάση καιρόν, έπλευσεν αμέσως προς την διεύθυνσιν της Πύμης, πριν γίνη γνωστή η εκεί παρουσία του, ελπίζων να περιλάβη τα Ώθηναϊκά πλοία εις τα δίκτυα του, εις κανέν μέρος ανοικτής θαλάσσης. Ώλλ' η βροχή και ο νεφελώδης ουρανός επροκάλεσαν μέσα εις σκότος σύγχυσιν και απεπλάνησαν τα πλοία από την πορείαν των. Θατά τα εξημερώματα, ενώ ο στόλος είχε διασπασθή και μέρος μεν αυτού, το αριστερόν κέρας, ήτον ορατόν υπό των Ώθηναίων, ενώ ο λοιπός στόλος επλανάτο ακόμη περί
την νήσον, ο Ταρμίνος και οι Ώθηναίοι εξεκίνησαν εναντίον των με πλοία ολιγώτερα των είκοσι, νομίσαντες, ότι τα πλοία ταύτα ήρχοντο από την Θαύνον και ήσαν ακριβώς τα, πλοία, τα οποία παρεφύλατταν, και επιπεσόντες κατ' αυτών εβύθισαν αμέσως τρία και επροξένησαν σοβαράς ζημίας εις άλλα, και επεκράτουν κατά την μάχην, μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν αντελήφθησαν, απροσδοκήτως ερχόμενον, το κύριον τμήμα του εχθρικού στόλου και ήρχισαν να περικυκλούται εξ όλων των σημείων. Γτράπησαν τότε εις φυγήν, και απολέσαντες εξ πλοία, κατέφυγαν με τα λοιπά εις την νήσον Ρευτλούσσαν και εκείθεν εις την Ώλικαρνασσόν. Κετά τούτο, ο Ξελοποννησιακός στόλος κατέπλευσεν εις την Θνίδον και αφού ενώθη με τα εκ της Θαύνου ελθόντα είκοσι επτά πλοία, έπλευσεν, ήδη ολόκληρος, εις την Πύμην, όπου έστησε τρόπαιον και εκείθεν επέστρεψε και προσωρμίσθη εις την Θνίδον.
Ν Ώθηναϊκός στόλος, άμα έμαθε τα της ναυμαχίας, έπλευσεν ολόκληρος εις την Πύμην, και χωρίς να επιτεθή κατά του Ξελοποννησιακού στόλου εις την Θνίδον, ούτε ούτος εναντίον εκείνου, παρέλαβε την αποθήκην της εξαρτύσεως των πλοίων, την οποίαν είχεν αφίσει εις την Πύμην, και αφού προσήγγισεν εις τα Ιώρυμα της Κικρασιατικής ακτής, επέστρεψεν εις την Πάμον. Ήδη, ότε όλα τα πλοία των Ξελοποννησίων συνεκεντρώθησαν εις την Θνίδον, ήρχισαν προβαίνοντες εις τας απαιτουμένας τυχόν επισκευάς αυτών, ενώ συγχρόνως οι ένδεκα Ιακεδαιμόνιοι σύμβουλοι συνεζήτουν με τον Ρισσα φέρνη, ο οποίος είχε φθάσει εκεί, και περί των ήδη γενομένων, όσα τυχόν δεν ήσαν της αρεσκείας των, και περί των μελλουσών πολεμικών επιχειρήσεων, κατά τίνα τρόπον θα διεξαχθούν καλλίτερον και συμφερώτερον διά τα δύο μέρη. Ν Ιίχας ιδίως υπέβαλεν υπό αυστηρόν έλεγχον τα μέχρι τούδε γενόμενα και υπεστήριζεν ότι αι διατάξεις και των δύο συνθηκών, και της υπό του Ταλκιδέως συνομολογηθείσης και της υπό του Ζηριμένους, είχαν συνταχθή κακώς, και ότι θα ήτο τερατώδες, εάν ο ΐασιλεύς ήθελεν απαιτήσει την σήμερον ημέραν ν' ασκήση κυριαρχίαν επί όλων των χωρών όσων προηγουμένως αυτός, ή και οι προγονοί του, ήσαν κύριοι (διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, πράγματι, και αι νήσοι όλαι, και η Ζεσσαλία και οι Ιοκροί και όλη η Γλλάς μέχρι και της ΐοιωτίας θα υπεδουλώνοντο) και αν οι Ιακεδαιμόνιοι, αντί ν' αποδώσουν εις τους Έλληνας την ελευθερίαν, θα επέβαλαν εις αυτούς τον Ξερσικόν ζυγόν. Γζήτησεν, ως εκ τούτου, την συνομολόγησιν άλλης καλλιτέρας συνθήκης, δηλώσας ότι τας υπαρχούσας δεν θα εφαρμόση εν πάση περιπτώσει, ούτε εννοεί, επί τη βάσει αυτών, να δεχθή τας δαπάνας της συντηρήσεως του στρατού του. Ν Ρισσαφέρνης, αγανακτήσας, απήλθε μαινόμενος από θυμόν, χωρίς να καταλήξη εις καμμίαν συνεννόησιν.
Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, απεφάσισαν να πλεύσουν εις την Οόδον, οπόθεν τους ήρχοντο προσκλήσεις από τους επιφανεστάτους των ολιγαρχικών, ελπίζοντες να προσεταιρισθούν νήσον ισχυράν, ως εκ του πλήθους των ναυτών και των στρατιωτών της, και συγχρόνως πιστεύοντες, ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα ημπορέσουν μόνοι των να συντηρήσουν τον στόλον με την βοήθειαν των ιδικών των συμμάχων, χωρίς ν' αναγκάζωνται να ζητούν χρήματα από τον Ρισσαφέρνη. Ξλεύσαντες, επομένως, αμέσως, διαρκούντος του χειμώνος, εκ της Θνίδου προσήγγισαν πρώτον εις την Θάμιρον της Οόδου, με εννενήντα τέσσερα πλοία και ενέπνευσαν τοιούτον τρόμον εις τους πολλούς των κατοίκων, οι οποίοι δεν εγνώριζαν τα της συνωμοσίας, ώστε ούτοι ήρχισαν φεύγοντες, αφού μάλιστα η πόλις ήτο και ατείχιστος. Κετ' ολίγον όμως, συνεκάλεσαν οι
Ιακεδαιμόνιοι και τούτους και τους κατοίκους της Ιίνδου και της Ηαλυσού, των δύο άλλων πόλεων της νήσου, έπεισαν αυτούς ν' αποστατήσουν από τους Ώθηναίους και ούτως η Οόδος προσεχώρησε προς τους Ξελοποννησίους. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, οι οποίοι εν τω μεταξύ επληροφορήθησαν περί των προθέσεών των, έσπευσαν να έλθουν εκ της Πάμου, επιδιώκοντες να προλάβουν το πράγμα, και παρουσιάσθησαν έξω του λιμένος. Ώλλά βλέποντες, ότι έφθασαν ολίγον αργά, απέπλευσαν κατ' αρχάς εις την Τάλκην και εκείθεν εις την Πάμον. Ώκολούθως διεξήγαν τας κατά της Οόδου εχθροπραξίας, χρησιμοποιούντες ως ορμητήρια διά τας κατ' αυτής επιθέσεις την Τάλκην και την Θω. Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, εισέπραξαν από τους Οοδίους μέχρι τριάντα δύο ταλάντων, αλλά κατά τα λοιπά έμειναν αδρανούντες επί ογδοήκοντα ημέρας, ανασύραντες τα πλοία εις την ξηράν.
Γν τω μεταξύ, και πριν ακόμη μάλιστα μεταφερθούν οι Ξελοποννήσιοι εις την Οόδον, έλαβαν χώραν τα επόμενα γεγονότα. Κετά τον θάνατον του Ταλκιδέως και την μάχην της Κιλήτου, ο Ώλκιβιάδης έγινεν ύποπτος εις τους Ξελοποννησίους και ελήφθη επιστολή αυτών εκ Ιακεδαίμονος προς τον Ώστύοχον, διατάσσουσα αυτόν να τον θανατώση. Ήτο τωόντι εχθρός του Άγιδος και επί πλέον εθεωρείτο ανάξιος πάσης εμπιστοσύνης. Σοβηθείς, ως εκ τούτου, ο Ώλκιβιάδης έφυγεν αμέσως προς τον Ρισσαφέρνη, όπου μετ' ολίγον διά της επ' αυτού επιρροής του ήρχισε να βλάπτη όσον ημπορούσε περισσότερον τα συμφέροντα των Ξελοποννησίων. Θαι καθοδηγών αυτόν εις όλα, επέτυχε να ελαττωθή ο μισθός των ναυτών από μιας δραχμής εις τρεις οβολούς, χωρίς μάλιστα να καταβάλλεται ούτος ολόκληρος διά μιας, συνιστών εις τον Ρισσαφέρνη να επικαλεσθή απέναντι αυτών, ότι οι Ώθηναίοι, οι οποίοι έχουν μακράν εμπειρίαν των ναυτικών, δίδουν εις τους ιδικούς των τρεις οβολούς, όχι τόσον από οικονομικήν ανεπάρκειαν, όσον διότι δεν θέλουν να διαφθείρωνται οι ναύται των διά του μεγάλου μισθού και άλλοι μεν να καταστρέφουν την υγείαν των, δαπανώντες εις πράγματα, εκ των οποίων προκαλούνται ασθένειαι, άλλοι δε να λιποτακτούν, χωρίς ν' αφίνουν οπίσω των ως ενέχυρον το καθυστερούμενον μέρος του μισθού των. Πυνεβούλευε συγχρόνως αυτόν να επιτύχη διά δωροδοκίας την έγκρισιν του μέτρου τούτου εκ μέρους των τριηράρχων και στρατηγών των διαφόρων πόλεων, πλην των Πυρακουσίων, εκ των οποίων ο Γρμοκράτης μόνος, εξ ονόματος όλων των συμμάχων, ηναντιούτο κατά του μέτρου τούτου. Θαι τους αντιπροσώπους των πόλεων, οι οποίοι ήλθαν ζητούντες χρήματα, απέπεμψεν, αποκρούων, εξ ονόματος του Ρισσαφέρνους, την αίτησίν των, διά του ισχυρισμού, ότι οι μεν Τίοι θα ήσαν αναίσχυντοι, εάν, ενώ είναι οι πλουσιώτεροι των Γλλήνων και οφείλουν την σωτηρίαν των εις ξένην συνδρομήν, έχουν εν τούτοις την αξίωσιν, όπως άλλοι διακινδυνεύουν υπέρ της ελευθερίας των, όχι μόνον την ζωήν των, άλλα και την περιουσίαν των. Φς προς δε τας λοιπάς πόλεις, είπεν, ότι, αφού πριν επαναστατήσουν δεν εφείδοντο δαπανών χάριν των Ώθηναίων, διαπράττουν αδικίαν, εάν δεν θελήσουν και τώρα να εισφέρουν ίσα ποσά και ακόμη περισσότερα, χάριν του ιδίου αυτών συμφέροντος. Θαι εξηγεί ότι ο Ρισσαφέρνης, τώρα μεν όπου διεξάγει τον πόλεμον δαπανών εκ των ιδίων, ήτο φυσικόν να δεικνύεται φειδωλός, αλλ' εάν ποτέ σταλούν από την πρωτεύουσαν χρήματα του ΐασιλέως διά τον μισθόν των ναυτών, θα τους τον αποδώση ακέραιον και θα κάμη ό,τι ήτον εύλογον, προς το συμφέρον των πόλεων. 46. Πυνεβούλευσεν επίσης τον Ρισσαφέρνη να μη σπεύδη παρά πολύ να τερματίση τον πόλεμον, μηδέ να θελήση, προσκαλών τον Σοινικικόν στόλον, όπως ητοιμάζετο να κάμη, ή παρέχων μισθόν εις περισσοτέρους
Έλληνας ναύτας, να συγκεντρώση εις τας ιδίας χείρας την κυριαρχίαν και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης, αλλά ν' αφίση να έχουν οι δύο διηρημένην την κυριαρχίαν και να δύναται ούτως ο ΐασιλεύς να χρησιμοποιή, τον έτερον κατά του εκάστοτε οχληρού εξ αυτών. Θαθόσον, εάν η υπεροχή και κατά γην και κατά θάλασσαν ήθελε συγκεντρωθή εις χείρας του αυτού κράτους, ο ΐασιλεύς δεν θα είχε κανένα να τον βοηθήση εις κατάλυσιν της δυνάμεως του ισχυροτέρου και θα εξηναγκάζετο κάποτε να εξεγερθή και αναλάβη μόνος τον κατ' αυτού αγώνα, με μεγάλας δαπανάς και κινδύνους. Γνώ είναι ευθηνότερον, με μέρος μόνον της δαπάνης αυτής και συγχρόνως, χωρίς κανένα κίνδυνον δι' εαυτόν, να κατατρίψη τους ιδίους τους Έλληνας, τους μεν διά των δε. πεστήριξεν ακόμη, ότι οι Ώθηναίοι ήσαν προσφορώτεροι διά τον ΐασιλέα συμμέτοχοι της επί των άλλων ηγεμονίας, καθόσον εποφθαλμιούν ολιγώτερον τας χερσαίας κτήσεις και όχι μόνον ο δεδηλωμένος σκοπός, διά τον οποίον διεξάγουν τον πόλεμον, αλλά και ο τρόπος της διεξαγωγής αυτού, προσαρμόζεται καλλίτερα προς τα συμφέροντα του ΐασιλέως. Βιότι ενώ αυτοί θα συνέπρατταν μετά του ΐασιλέως, όπως εξασφαλίσουν δι' εαυτούς μεν την κυριαρχίαν της θαλάσσης, δι' εκείνον δε την υποταγήν των εις την επικράτειάν του κατοικούντων Γλλήνων, οι Ιακεδαιμόνιοι, τουναντίον, ήλθαν ως ελευθερωταί αυτών. Θαι δεν είναι πιθανόν, ότι ενώ ελευθερώνουν σήμερον τους Έλληνας από την κυριαρχίαν των Ώθηναίων, δεν θα ελευθερώσουν αυτούς και από την κυριαρχίαν των Ξερσών, εφόσον οι τελευταίοι δεν κατορθώσουν μίαν ημέραν να τους βάλουν κατά μέρος. Πυνίστα, λοιπόν, εις τον Ρισσαφέρνη να κατατρίψη πρώτον αμφοτέρους, και αφού κολοβώση όσον ημπορέση περισσότερον την δύναμιν των Ώθηναίων, εκδιώξη τελευταίον τους Ιακεδαιμονίους εκ της χώρας. Ν Ρισσαφέρνης απεδέχθη πραγματικώς το πρόγραμμα τούτο διά το μέλλον, όπως τουλάχιστον ημπορεί να εικάση κανείς εκ των ενεργειών του. Βιότι, συνεπεία των λόγων τούτων του Ώλκιβιάδου, και αναγνωρίζων την ορθότητα των συμβουλών του, περιέβαλεν αυτόν με την πλήρη εμπιστοσύνην του και όχι μόνον παρείχεν ανεπαρκή τα μέσα της συντηρήσεως εις τους Ξελοποννησίους, αλλά και τους απέτρεπεν επιμόνως να ναυμαχήσουν, επιμένων ότι πρέπει να περιμένουν την έλευσιν του Σοινικικού στόλου, διά να διεξαχθή ο αγών με υπερτέρας εκ μέρους των δυνάμεις. Θαι τοιουτοτρόπως και των αγώνα των εζημίωνε και την δύναμιν του στόλου των, η οποία είχε φθάσει να γίνη πολύ μεγάλη, εμείωσε και γενικώς η έλλειψις προθυμίας κατά την σύμπραξίν του εις τον πόλεμον ήτο τόσον φανερά, ώστε να μη ημπορή ν' αποκρυβή.
Ώλλ' ο Ώλκιβιάδης, δίδων τας συμβουλάς ταύτας εις τον Ρισσαφέρνη και τον ΐασιλέα, καθ' όν χρόνον ευρίσκετο υπό την προστασίαν των, έπραττε τούτο όχι μόνον, διότι εθεώρει αυτάς ως τας μάλλον εξυπηρετικάς του συμφέροντος των, αλλά συγχρόνως διότι επεδίωκε μετά πολλής επιμελείας να προετοιμάση την κάθοδόν του εις την πατρίδα και εγνώριζεν, ότι εάν δεν καταστρέψη αυτήν εξ ολοκλήρου, θα ήρχετο ημέρα, κατά την οποίαν θα την έπειθε να του επιτρέψη την επάνοδον. Θαι ενόμιζεν, ότι το αποτελεσματικώτερον προς τούτο επιχείρημα θα ήτο, εάν εγίνετο γνωστόν, ότι ευρίσκεται εις στενάς σχέσεις μετά του Ρισσαφέρνους. πως και πράγματι συνέβη. Βιότι όταν οι Ώθηναίοι στρατιώται της Πάμου αντελήφθησαν την επιρροήν πού εξήσκει επί του Ρισσαφέρνους ο Ώλκιβιάδης και συγχρόνως ούτος διεμήνυσε προς τους επιφανέστερους εξ αυτών, όπως ομιλήσουν περί αυτού εις τους αρίστους πολίτας και τους είπουν, ότι η επιθυμία του είναι, υπό πολίτευμα ολιγαρχικόν και όχι βέβαια την σημερινήν φαυλοκρατίαν, η οποία τον εξώρισε, να κατέλθη εις τας Ώθήνας, φέρων και την φιλίαν του Ρισσαφέρνους και συνεργασθή μετ' αυτών
υπέρ του τόπου, οι τριήραρχοι και οι άλλοι επιφανέστατοι άνδρες του Ώθηναϊκού στρατού της Πάμου, εν μέρει συνεπεία των προτάσεων τούτων και περισσότερον ακόμη διότι ήθελαν το πράγμα εξ ιδίας πρωτοβουλίας, απεφάσισαν να επιδιώξουν την κατάλυσιν της δημοκρατίας.
Θαι ούτως ήρχισεν η σχετική κίνησις, πρώτον εις το στρατόπεδον της Πάμου, απ' εκεί δ' επεξετάθη ύστερον και εις την πόλιν. Κερικοί μάλιστα ήλθαν από την Πάμον και συνεννοήθησαν προφορικώς με τον Ώλκιβιάδην, και όταν υπεσχέθη να τους εξασφαλίση πρώτον μεν την φιλίαν του Ρισσαφέρνους ακολούθως δε και την του ΐασιλέως, εάν κατέλυαν την δημοκρατίαν, οπότε ο ΐασιλεύς θα είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην, όσοι εξ αυτών ανήκαν εις τους ολιγαρχικούς συνέλαβαν μεγάλας ελπίδας, ότι θα δυνηθούν αυτοί, οι οποίοι φέρουν και τα μεγαλήτερα βάρη, να γίνουν κύριοι των πραγμάτων και συγχρόνως να νικήσουν τους εξωτερικούς εχθρούς των. Βιά τούτο, μετά την επιστροφήν των εις την Πάμον, ήρχισαν να οργανώνουν συνωμοσίαν μεταξύ των ομοϊδεατών των και έλεγαν απροκαλύπτως εις τους πολλούς, ότι ο ΐασιλεύς θα εγίνετο φίλος των και θα εβοήθει χρηματικώς, εάν ο Ώλκιβιάδης επανήρχετο εις τας Ώθήνας και κατελύετο η δημοκρατία. Θαι μολονότι η πρώτη εντύπωσις των στρατιωτών ήτο δυσφορία διά το πράγμα, η ελπίς της χρηματικής επικουρίας του ΐασιλέως ήτο τόσον ευπρόσδεκτος, ώστε δεν έφεραν αντίρρησιν. Νι πρωτεργάται του κινήματος, αφού ανεκοίνωσαν ταύτα εις τους στρατιώτας, συνήλθαν, διά να εξετάσουν περαιτέρω μεταξύ των και μετά των περισσοτέρων ομοφρόνων των τας προτάσεις του Ώλκιβιάδου. Ώλλ' ενώ οι λοιποί εθεώρουν αυτάς ευκολοκατορθώτους και ειλικρινείς, ο Σρύνιχος, ο οποίος εξηκολούθει να είναι αρχηγός, ποσώς δεν τας ενέκρινεν. Ώυτός επίστευεν, ότι ο Ώλκιβιάδης, όπως ήτο και η αλήθεια, δεν ενδιεφέρετο περισσότερον διά την ολιγαρχίαν παρ' όσον διά την δημοκρατίαν, ούτε απέβλεπεν εις άλλο τίποτε παρά πώς να μεταβάλη το πολίτευμα διά ν' ανακληθή υπό του νέου καθεστώτος και επανέλθη εις τας Ώθήνας, ενώ, κατ' αυτόν, κυρία μέριμνά των έπρεπε να είναι πώς ν' αποφύγουν τους εμφυλίους σπαραγμούς. Νύτε ήτον, άλλωστε, εύκολον διά τον ΐασιλέα, τώρα ιδίως που και οι Ξελοποννήσιοι ήσαν εξ ίσου ισχυροί κατά θάλασσαν και είχαν υπό την κατοχήν των μερικάς εκ των σπουδαιότατων πόλεων της επικρατείας του, να συνταχθή με τους Ώθηναίους, προς τους οποίους δεν είχεν εμπιστοσύνην, και να δημιουργήση εις εαυτόν πράγματα, ενώ ημπορούσε να εξασφαλίση την φιλίαν των Ξελοποννησίων, οι οποίοι ποτέ δεν τον είχαν βλάψει. Θαι αι σύμμαχοι πόλεις, προσέθεσεν, εις τας οποίας θα υποσχεθούν βέβαια την εισαγωγήν της ολιγαρχίας, αφού δα και οι ίδιοι θα παύσωμεν δημοκρατούμενοι, γνωρίζει καλώς, ότι ούτε αι ήδη αποστατήσασαι θα επανέλθουν διά τούτο ευκολώτερον εις την συμμαχίαν των, ούτε αι παραμείνασαι ως σύμμαχοι θα γίνουν πιστότεροι. Βιότι δεν θα θελήσουν να χάσουν την ελευθερίαν των από προτίμησιν προς την ολιγαρχίαν ή την δημοκρατίαν, αλλά θα προτιμήσουν να είναι ελεύθεροι, αδιαφορούσαι αν την ελευθερίαν θα έχουν με το εν ή το άλλο πολίτευμα. Νύτε νομίζουν οι σύμμαχοι, ότι οι καλούμενοι ευγενείς θα τους δημιουργήσουν ολιγώτερα πράγματα από το πλήθος, διότι αυτοί είναι οι εισηγούμενοι εις το πλήθος τα κακά, οι χορηγούντες εις αυτά τα μέσα προς διάπραξιν τούτων, και οι αποκομίζοντες υπέρ εαυτών τας μεγαλητέρας εξ αυτών ωφελείας. Θαι εάν η εξουσία περιέλθη εις χείρας των, οι σύμμαχοι πιστεύουν, ότι θα είναι εκτεθειμένοι εις βιαίας και άνευ δικαστικής αποφάσεως θανατώσεις, ενώ ο λαός εκείνων μεν περιορίζει τας παρεκτροπάς, δι' αυτούς δ' αποτελεί καταφύγιον. Ν Σρύνιχος ισχυρίσθη, ότι ως γνωρίζει καλώς, αι σύμμαχοι πόλεις, διδαχθείσαι εκ της πείρας
των, τοιαύτας είχαν αντιλήψεις. Βιά τους λόγους δε τούτους, αυτός, τουλάχιστον, αποκρούει τα προτεινόμενα σχέδια του Ώλκιβιάδου καθ' όλην την γραμμήν.
Ώλλ' οι εκ των συνωμοτών συνελθόντες ενέμειναν εις την αρχικήν γνώμην των και αποδεχθέντες τας προτάσεις του Ώλκιβιάδου, απεφάσισαν να στείλουν εις τας Ώθήνας τον Ξεί σανδρον και άλλους απεσταλμένους, όπως διενεργήσουν την κάθοδον του Ώλκιβιάδου και την ανατροπήν της Ώθηναϊκής δημοκρατίας και εξασφαλίσουν ούτω την προς τους Ώθηναίους φιλίαν του Ρισσαφέρνους.
Ξεισθείς ο Σρύνιχος, ότι η περί καθόδου του Ώλκιβιάδου πρότασις θα υπεβάλλετο εις τας Ώθήνας, όπου βεβαίως θα εγίνετο δεκτή, και φοβηθείς μήπως, ένεκα της αντιδράσεως, την οποίαν επέδειξε κατ' αυτής διά των λόγων του, εάν επιστρέψη ο Ώλκιβιάδης εκ της εξορίας, θελήση να εκδικηθή κατ' αυτού ως αντιθέτου του, κατέφυγεν εις το εξής μέσον. Έστειλε κρυφίως επιστολήν προς τον αρχιναύαρχον των Ιακεδαιμονίων Ώστύοχον, ενώ ούτος ευρίσκετο ακόμη εις την Κίλητον, διά της οποίας τον επληροφόρει, ότι ο Ώλκιβιάδης καταστρέφει τα συμφέροντα των Ξελοποννησίων, εργαζόμενος, όπως εξασφαλίση υπέρ των Ώθηναίων την φιλίαν του Ρισσαφέρνους και εξέθετεν ανεπιφυλάκτως όλας τας λεπτομερείας. Ξροσέθετεν, ότι πρέπει να θεωρηθή συγγνωστός, εάν ζητή να βλάψη ένα εχθρόν του, έστω αν τούτο ημπορούσε να βλάψη και την πατρίδα του. Ώλλ' ο Ώστύοχος ούτε εσκέφθη καν να εκδικηθή τον Ώλκιβιάδην, ο οποίος άλλωστε έπαυσε να έρχεται, όπως προηγουμένως, εις συνάντησίν του. Ώλλά μεταβάς προς επίσκεψιν αυτού και του Ρισσαφέρνους εις την Καγνησίαν, κατέδωκεν ο ίδιος το πράγμα, ανακοινώσας συγχρόνως προς αυτούς το περιεχόμενον της επιστολής του Σρυνίχου και ετέθη εις την διάθεσιν του Ρισσαφέρνους, ως προς το ζήτημα τούτο και ως προς τα άλλα, διότι, ως ελέγετο, εδωροδοκείτο υπ' αυτού, και ένεκα του λόγου τούτου, χλιαρώς ανθίστατο εις το ζήτημα της μη ακεραίας καταβολής του μισθού. Ν Ώλκιβιάδης έστειλεν αμέσως επιστολήν εις την Πάμον, διά της οποίας κατήγγελλεν εις τας αρχάς την προδοσίαν του Σρυνίχου και εζήτει να θανατωθή ούτος. Ν Σρύνιχος, ως εκ του μεγίστου κινδύνου, εις τον οποίον τον εξέθετεν η αποκάλυψις αύτη, τα έχασε και απέστειλε νέαν επιστολήν προς τον Ώστύοχον, διά της οποίας τον κατηγόρει, διότι δεν εφύλαξε, ως ώφειλε, μυστικήν την προηγουμένην ανακοίνωσιν του, εδήλωνεν ότι τίθεται ήδη εις την διάθεσιν του, όπως διευκολύνη τους Ξελοποννησίους να καταστρέψουν ολόκληρον τον Ώθηναϊκόν στρατόν, εξέθετε λεπτομερώς κατά ποίον τρόπον θα κατώρθωνε τούτο, λαμβανομένου υπ' όψιν, ότι η Πάμος είναι ατείχιστος και ότι δεν πρέπει να κατηγορηθή, εάν, κινδυνεύων ήδη την ζωήν του χάριν αυτών, πράξη και τούτο και κάθε άλλο πού ημπορεί μάλλον, παρά ν' αφίση να πέση θύμα των χειροτέρων του εχθρών. Ώλλ' ο Ώστύοχος έφερε και ταύτα εις γνώσιν του Ώλκιβιάδου.
Ν Σρύνιχος, εξ άλλου, πληροφορηθείς εγκαίρως την προδοσίαν του Ώστυόχου, ανέμενεν από στιγμής εις στιγμήν επιστολήν του Ώλκιβιάδου, καταγγέλλουσαν το πράγμα. Βιά να προλάβη δε τούτο, ανεκοίνωσεν ο ίδιος εις το στράτευμα, ότι, κατά πληροφορίας ασφαλείς, τας οποίας έχει, οι εχθροί, ως εκ του ότι η πόλις της Πάμου είναι ατείχιστος και τα πλοία του στόλου δεν αγκυροβολούν όλα εντός του λιμένος, είναι
αποφασισμένοι να επιτεθούν κατά του στρατοπέδου, και είναι ανάγκη να οχυρωθή η Πάμος το ταχύτερον και να λάβουν όλας τας αναγκαίας προφυλάξεις. Φς εκ του ότι δ' ήτον αρχηγός του στρατού, είχεν ο ίδιος δικαιοδοσίαν να λάβη τα μέτρα ταύτα. Γπομένως, η οχύρωσις ήρχισεν αμέσως μετά δραστηριότητος και ως εκ της αιτίας αυτής, η Πάμος, η οποία εν πάση περιπτώσει θα ωχυρώνετο, ωχυρώθη ταχύτερον. Νλίγον ύστερον έφθασεν η αναμενόμενη επιστολή του Ώλκιβιάδου, διά της οποίας ανήγγελλε την κατά του στρατού προδοσίαν του Σρυνίχου και την επικειμένην επίθεσιν του εχθρού. Ν Ώλκιβιάδης, εν τούτοις, εθεωρήθη όχι αξιόπιστος, αλλ' ότι, μαθών εκ των προτέρων τα σχέδια των εχθρών, ήθελεν από έχθραν προς τον Σρύνιχον ν' αποδώση εις αυτόν συνενοχήν εις αυτά και ως εκ τούτου, η επιστολή του όχι μόνον δεν έβλαψε τον Σρύνιχον, αλλά τουναντίον εθεωρήθη αυτός αξιοπιστότερος, διότι τα λεχθέντα υπ' αυτού επεβεβαιούντο διά των πληροφοριών του Ώλκιβιάδου. 52. Έκτοτε ο Ώλκιβιάδης κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν, όπως πείση τον Ρισσαφέρνη να ταχθή υπέρ των Ώθηναίων. Νύτος, μολονότι φοβούμενος τους Ξελοποννησίους, λόγω του ότι είχαν επί τόπου περισσότερον στόλον από τους Ώθηναίους, τίποτε άλλο καλλίτερον δεν ήθελε παρά να ημπορέση να πεισθή, ιδίως αφότου αντελήφθη εις την Θνίδον την δυσαρέσκειαν των Ιακεδαιμονίων, διά την υπό του Ζηριμένους συνομολογηθείσαν συνθήκην. Βιότι το επεισόδιον τούτο της Θνίδου είχε λάβει χώραν, πριν μετασταθμεύσουν οι Ξελοποννήσιοι εις την Οόδον, όπου ευρίσκοντο τώρα, και ο έτι προγενέστερος ισχυρισμός του Ώλκιβιάδου, ότι η πολιτική των Ιακεδαιμονίων αποβλέπει εις την απελευθέρωσιν όλων των Γλληνικών πόλεων, επεβεβαιώθη διά των λόγων του Ιίχα, υποστηρίξαντος, ότι δεν είναι ανεκτή η διάταξις των συνθηκών, κατά την οποίαν αναγνωρίζεται η κυριαρχία του ΐασιλέως εφ' όλων των χωρών, των οποίων, εις παρελθούσαν ποτέ εποχήν, αυτός ή οι προγονοί του ήσαν κύριοι. Νύτω, λοιπόν, ο Ώλκιβιάδης, αγωνιζόμενος υπέρ μεγάλων πραγμάτων, εκολάκευε τον Ρισσαφέρνη και εδείκνυε προς αυτόν μεγάλην αφοσίωσιν.
Γν τω μεταξύ, η εκ Πάμου αποσταλείσα υπό τον Ξείσανδρον πρεσβεία, ελθούσα εις τας Ώθήνας, ωμίλησε προς τον δήμον κεφαλαιωδώς περί των λοιπών, ενδιατρίψασα ιδίως εις το ότι ημπορούν, εάν επαναφέρουν τον Ώλκιβιάδην και φέρουν τροποποιήσεις εις το δημοκρατικόν των πολίτευμα, να εξασφαλίσουν και την συμμαχίαν του ΐασιλέως και την νίκην κατά των Ξελοποννησίων. Θαι πολλοί όμως άλλοι αντετάσσοντο κατά πάσης μεταβολής του δημοκρατικού πολιτεύματος, και οι εχθροί συγχρόνως του Ώλκιβιάδου κατεκραύγαζαν, ότι θα ήτο τερατώδες να επιτύχη την κάθοδόν του διά της ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος, και οι Γυμολπίδαι και οι Θήρυκες διεμαρτύροντο και εξώρκιζαν να μη επαναφέρουν άνθρωπον εξορισθέντα διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ν Ξείσανδρος, χωρίς να πτοηθή ενώπιον τοιαύτης αντιδράσεως και τόσων ύβρεων, επροχώρησεν εις το μέσον και προσκαλών αλληλοδιαδόχως ένα έκαστον των αντιλεγόντων τον ηρώτα, εάν τώρα πού οι Ξελοποννήσιοι και στόλον όχι μικρότερον του ιδικού των έχουν, έτοιμον ανά πάσαν στιγμήν προς επίθεσιν, και συμμάχους περισσοτέρους και χρήματα ελάμβαναν από τον ΐασιλέα και τον Ρισσαφέρνη, έχουν καμμίαν ελπίδα σωτηρίας διά την πόλιν, εφόσον δεν κατορθώση κανείς να πείση τον ΐασιλέα να στραφή με το μέρος των. Θαι όταν εις την ερώτησιν, η απάντησις ήτον αρνητική, τότε πλέον έλεγε προς αυτούς άνευ περιστροφών «Ώυτό λοιπόν δεν ημπορούμεν να το κατορθώσωμεν, παρά μόνον, εάν πολιτευθώμεν σωφρονέστερον και αναθέσωμεν την εξουσίαν εις ολίγους μάλλον, διά να εμπνέωμεν εμπιστοσύνην εις τον ΐασιλέα, εάν την προσοχήν μας στρέψωμεν σήμερον ολιγώτερον προς το πολίτευμα και
περισσότερον προς την σωτηρίαν του κράτους (διότι αργότερα βέβαια κανείς δεν μας εμποδίζει να μεταβάλωμεν ό,τι τυχόν δεν μας αρέσει) και επαναφέρωμεν τον Ώλκιβιάδην, ο οποίος είναι ο μόνος σήμερον άνθρωπος που ημπορεί να το κατορθώση.» 54. Ν λαός, μολονότι εδυσανασχέτει κατ' αρχάς ακούων τα περί ολιγαρχίας, όταν ο Ξείσανδρος τους εξήγησεν άνευ περιστροφών ότι δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, ενέδωσε, και εκ φόβου και διότι συγχρόνως ήλπιζεν, ότι το νέον αυτό καθεστώς δεν θα ήτο μακρόβιον. Φς εκ τούτου, εψήφισαν την αποστολήν του Ξεισάνδρου, με δέκα άλλους, όπως διαπραγματευθούν με τον Ρισσαφέρνη και τον Ώλκιβιάδην, όπως αυτοί κρίνουν συμφερώτερον, και επειδή συγχρόνως ο Ξείσανδρος διέβαλε τον Σρύνιχον, ο λαός απέλυσεν αυτόν και τον Πκυρωνίδην και διώρισεν εις αντικατάστασίν των τον Βιομέδοντα και τον Ιέοντα. Ρον Σρύνιχον διέβαλεν ο Ξείσανδρος, ισχυριζόμενος ότι επρόδωσε την Ίασον και τον Ώμόργην, πράγματι όμως, διότι τον εθεώρει αντίθετον εις τας μετά του Ώλκιβιάδου διαπραγματεύσεις. Ν Ξείσανδρος, ακολούθως, αφού επεσκέφθη όλας τας πολιτικάς λέσχας, όσαι υφίσταντο ήδη από πριν εις την πόλιν, ασχολούμεναι με δίκας και τας εκλογάς, και εσύστησεν εις αυτάς να ενωθούν και προβούν, κατόπιν κοινής αποφάσεως, εις την κατάλυσιν της δημοκρατίας, και έλαβεν όλα τα υπό των περιστάσεων ενδεικνυόμενα μέτρα, διά να μη χάνεται πλέον καιρός, αυτός μετά των άλλων δέκα απεσταλμένων ανεχώρησαν, προς συνάντησιν του Ρισσαφέρνους.
Ν Ιέων, εξ άλλου, και ο Βιομέδων, οι οποίοι είχαν ήδη φθάσει, διαρκούντος του αυτού χειμώνος, προς ανάληψιν της διοικήσεως του Ώθηναϊκού στόλου, προέβησαν εις επίθεσιν κατά της Οόδου. Θαι τον μεν στόλον των Ξελοποννησίων ευρήκαν ανειλκυσμένον εις την παραλίαν του λιμένος, ενεργήσαντες όμως απόβασιν και νικήσαντες εις μάχην τους προσδραμόντας προς απόκρουσιν των Οοδίους, επέστρεψαν εις την Τάλκην, την οποίαν, κατά προτίμησιν της Θω, εχρησιμοποίουν του λοιπού ως ορμητήριον των κατά της Οόδου επιχειρήσεων των, διότι απ' εκεί ημπορούσαν να επιτηρούν καλλίτερα τας κινήσεις του Ξελοποννησιακού στόλου.
Γν τω μεταξύ, ήλθεν εις Οόδον ο Ιάκων Μενοφαντίδας, τον οποίον έστειλεν ο Ξεδάριτος εκ Τίου, διά ν' αναγγείλη, ότι το φρούριον, το όποιον κατεσκεύαζαν οι Ώθηναίοι εις το Βελφίνιον, ήτον ήδη εντελώς έτοιμον, και ότι, εάν δεν έλθη ολόκληρος ο στόλος προς βοήθειαν, η Τίος θα χαθή δι' αυτούς. Νι Ξελοποννήσιοι απεφάσισαν να έλθουν εις βοήθειαν. Ώλλά πριν ακόμη έλθουν, ο Ξεδάριτος, τεθείς ο ίδιος επί κεφαλής των μισθοφόρων και ολοκλήρου του Τιακού στρατού, επετέθη κατά του οχυρώματος, το οποίον επροστάτευε το ορμητήριον του Ώθηναϊκού στόλου, και καταλαβών μέρος αυτού, έγινε κύριος μερικών πλοίων, τα οποία ήσαν ανειλκυσμένα εις την ξηράν. Ώλλ' οι Ώθηναίοι αντεπεξήλθαν, και αφού έτρεψαν πρώτον εις φυγήν τους Τίους, ενίκησαν και το υπόλοιπον του στρατού του Ξεδαρίτου. Θατά την μάχην εφονεύθη και ο ίδιος ο Ξεδάριτος και πολλοί Τίοι και εκυριεύθησαν υπό των Ώθηναίων πολλά όπλα.
Θατόπιν της νέας ταύτης αποτυχίας, ο από ξηράς και θαλάσσης αποκλεισμός της Τίου έγινε στενώτερος παρά πριν και η πείνα εντός της πόλεως ήτο μεγάλη. Γν τω μεταξύ, η υπό τον Ξείσανδρον Ώθηναϊκή πρεσβεία
ήλθε προς τον Ρισσαφέρνη και ήρχισε διαπραγματευόμενη την συνομολόγησιν συμβάσεως. Ν Ώλκιβιάδης, εν τούτοις, ο οποίος δεν ήτο βέβαιος περί της επί του Ρισσαφέρνους επιρροής του, καθόσον ο τελευταίος εφοβείτο περισσότερον τους Ξελοποννησίους παρά τους Ώθηναίους, και ήθελεν ακόμη, σύμφωνα με την συμβουλήν που του είχε δώσει εκείνος, να εξασθενίση και τους δύο, εσοφίσθη να ματαίωση την συμφωνίαν δι' υπερβολικών απαιτήσεων, προβαλλομένων υπό του Ρισσαφέρνους. Λομίζω, άλλωστε, ότι το ίδιον επεδίωκε και ο Ρισσαφέρνης, αυτός μεν διά τον φόβον των Ξελοποννησίων, εκείνος δε διότι έβλεπεν, ότι ούτος δεν είχε καμμίαν διάθεσιν να συνομολόγηση συμφωνίαν και ήθελε να πιστεύσουν οι Ώθηναίοι, όχι ότι δεν είχεν αρκετήν επιρροήν επ' αυτού, αλλ' ότι, ενώ ο Ρισσαφέρνης είχε πεισθή και ήθελε να συνομολόγηση την συμφωνίαν, αυτοί δεν προέβαιναν εις αρκετάς παραχωρήσεις. Βιότι ο Ώλκιβιάδης, ομιλών εξ ονόματος του Ρισσαφέρνους και παρόντος αυτού, διετύπωσε τοιαύτας υπερβολικάς απαιτήσεις, ώστε, μολονότι οι Ώθηναίοι επί πολύ παρεχώρουν οτιδήποτε τους εζήτει, αυτούς εν τούτοις έπρεπε να βαρύνη η ευθύνη της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Βιότι, αφού εζήτησε την παραχώρησιν ολοκλήρου της Ηωνίας εις τον ΐασιλέα, έπειτα εζήτησε και τας παρακείμενος νήσους και άλλα ακόμη. Ώλλ' ενώ οι Ώθηναίοι δεν ηρνούντο να δεχθούν όλα ταύτα, τέλος, κατά την τρίτην πλέον συνεδρίασιν, φοβηθείς μήπως γίνη κατάφωρος η έλλειψις επιρροής του επί του Ρισσαφέρνους, απήτησε ν' αναγνωρισθή εις τον ΐασιλέα το δικαίωμα να κατασκευάση πολεμικά πλοία και πλέη εντός των Ώθηναϊκών χωρικών υδάτων, όπου ήθελε και με όσα σκάφη ήθελε. Ρότε πλέον οι Ώθηναίοι, θεωρήσαντες, ότι τους ζητούνται εντελώς αδύνατα πράγματα, και ότι ο Ώλκιβιάδης τους είχεν εξαπατήσει, ανεχώρησαν εξωργισμένοι, επιστρέφοντες εις την Πάμον.
Θατά την διάρκειαν του αυτού χειμώνος, και ευθύς μετά την ματαίωσιν των διαπραγματεύσεων προς τους Ώθηναίους, κατήλθεν ο Ρισσαφέρνης εις την Θαύνον, θέλων να επαναφέρη τους Ξελοποννησίους εις την Κίλητον, και αφού συνάψη υπό τους καλλιτέρους δυνατούς όρους νέαν πάλιν προς αυτούς συνθήκην, να παρέχη εις αυτούς τα αναγκαία διά την συντήρησιν του στόλου των χρήματα, και μη περιέλθη εις ολοσχερή προς αυτούς ρήξιν. Βιότι εφοβείτο μήπως, στερούμενοι τυχόν των αναγκαίων διά την συντήρησιν μεγάλου στόλου μέσων, ή εξαναγκασθούν να ναυμαχήσουν προς τους Ώθηναίους και ηττηθούν, ή λιποτακτήσουν τα πληρώματα και ούτως οι Ώθηναίοι επιτύχουν τους σκοπούς των, χωρίς την βοήθειαν του. Ώλλά προ πάντων εφοβείτο μήπως, προς αναζήτησιν τροφής, προβούν εις διαρπαγάς επί της Κικρασιατικής ακτής. Ιαμβάνων λοιπόν υπ' όψιν του πάντα ταύτα και συνεπής προς την προνοητικήν πολιτικήν του, όπως διατηρή την ισορροπίαν των αντιμαχομένων Γλληνικών δυνάμεων, προσεκάλεσε τους Ξελοποννησίους, τους έδωσε χρήματα διά την συντήρησιν του στόλου των και συνωμολόγησε την επομένην τρίτην προς αυτούς συνθήκην. 58. «Θατά το δέκατον τρίτον έτος της βασιλείας του Βαρείου, εφόρου όντος εις την Ιακεδαίμονα του Ώλεξιππίδα, συνωμολογήθη εις την πεδιάδα του Καιάνδρου συνθήκη μεταξύ των Ξελοποννησίων και των συμμάχων αφ' ενός, και του Ρισσαφέρνους, του Ηεραμένους και των υιών του Σαρνάκου, εξ άλλου, αφορώσα τα συμφέροντα του ΐασιλέως και των Ιακεδαιμονίων ως και των συμμάχων των. «Ώι κτήσεις του ΐασιλέως, αι κείμεναι επί της Ώσίας, εξακολουθούν ανήκουσαι εις αυτόν και ο ΐασιλεύς δικαιούται, προκειμένου περί των κτήσεων του, να λαμβάνη οιαδήποτε μέτρα θέλει.
«Ώπαγορεύεται εις τους Ιακεδαιμονίους και τους συμμάχους των επιδρομή, προς τον σκοπόν οιασδήποτε βλάβης, εναντίον των κτήσεων του ΐασιλέως, ως επίσης απαγορεύεται εις τον ΐασιλέα οιαδήποτε επιδρομή, επί σκοπώ βλάβης, εναντίον των κτήσεων των Ιακεδαιμονίων ή των συμμάχων των. «Γάν κανείς εκ των Ιακεδαιμονίων ή των συμμάχων των έλθη, επί σκοπώ βλάβης, εναντίον των κτήσεων του ΐασιλέως, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των οφείλουν να τον εμποδίζουν. Θαι εάν κανείς έρχεται εκ της επικρατείας του ΐασιλέως, προς τον σκοπόν βλάβης, κατά των Ιακεδαιμονίων ή των συμμάχων των, ο ΐασιλεύς οφείλει να τον εμποδίζη. «Ν Ρισσαφέρνης υποχρεούται να παρέχη, συμφώνως με τα ήδη συμπεφωνημένα, τα αναγκαία χρήματα διά την συντήρησιν της σημερινής δυνάμεως του Ξελοποννησιακού στόλου, έως ότου έλθη ο στόλος του ΐασιλέως. Κετά την άφιξιν του στόλου του ΐασιλέως, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των δικαιούνται, εάν θέλουν, να συντηρούν τον στόλον εξ ιδίων, αλλ' αν θέλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία διά την συντήρησιν αυτού χρήματα από τον Ρισσαφέρνη, ούτος υποχρεούται να παρέχη αυτά. Γν τοιαύτη όμως περιπτώσει, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θ' αποδώσουν κατά το τέλος του πολέμου τα ποσά, τα οποία θα έχουν λάβει. «Κετά την άφιξιν του στόλου του ΐασιλέως, ο στόλος των Ιακεδαιμονίων και ο στόλος των συμμάχων των και ο στόλος του ΐασιλέως θα διεξάγουν από κοινού τας πολεμικάς εχθροπραξίας, σύμφωνα με το σχέδιον, περί του οποίου θα μείνουν σύμφωνοι ο Ρισσαφέρνης, οι Ιακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των. Θαι εάν πρόκειται να συνομολογηθή ειρήνη προς τους Ώθηναίους, η ειρήνη θα συνομολογηθή κατά τον αυτόν επίσης τρόπον.» 59. Ροιούτον ήτο το περιεχόμενον της συνομολογηθείσης συνθήκης, κατόπιν της οποίας ο Ρισσαφέρνης ήρχισεν ετοιμαζόμενος, όπως, κατά τα συμφωνηθέντα, φέρη τον Σοινικικόν στόλον και εκτελέση όσα άλλα υπεσχέθη. Ήθελε τουλάχιστον ν' αποδείξη, ότι ετοιμάζεται να τα εκτελέση.
Ξερί το τέλος ήδη του χειμώνος, οι ΐοιωτοί κατέλαβαν διά προδοσίας τον Φρωπόν, ο οποίος κατείχετο υπό Ώθηναϊκής φρουράς. Ρους ΐοιωτούς εβοήθησαν μερικοί Γρετριείς και μερικοί ακόμη εκ των κατοίκων αυτού του Φρωπού, επιδιώκοντες την επανάστασιν της Γυβοίας. Βιότι η θέσις αύτη, κειμένη απέναντι της Γρετρίας, εφόσον κατείχετο υπό των Ώθηναίων, απετέλει διαρκή κίνδυνον κατά της ασφαλείας αυτής και της λοιπής Γυβοίας. Έχοντες ήδη εις την κατοχήν των τον Φρωπόν, ήλθαν οι Γρετριείς εις την Οόδον, προσκαλούντες τους Ξελοποννησίους εις την Γύβοιαν. Ώλλ' ούτοι επροθυμοποιούντο μάλλον να έλθουν εις βοήθειαν της δεινώς δοκιμαζόμενης Τίου, και εκπλεύσαντες εκ της Οόδου με όλον τον στόλον, διηυθύνοντο προς τα εκεί. ταν ευρίσκοντο πλησίον του Ρριοπίου, διέκριναν εις το πέλαγος τον Ώθηναϊκόν στόλον, προερχόμενον εκ Τάλκης. Θαι χωρίς να επιτεθούν οι μεν κατά των δε, διηυθύνθησαν οι μεν Ώθηναίοι εις την Πάμον, οι δε Ξελοποννήσιοι εις την Κίλητον, αναγνωρίσαντες οι τελευταίοι, ότι δεν ήτο δυνατόν να δοθή βοήθεια εις την Τίον, χωρίς να συναφθή ναυμαχία. Γν τω μεταξύ, ετελείωσεν ο χειμών και συγχρόνως το εικοστόν έτος του πολέμου τούτου, του οποίου την ιστορίαν συνέγραψεν ο Ζουκυδίδης.
Γυθύς κατά την αρχήν του επομένου έαρος, ο Ππαρτιάτης Βερκυλίδας εξεπέμφθη επί κεφαλής αποσπάσματος στρατού διά της παραλιακής οδού προς τον Γλλήσποντον, όπως επαναστατήση την Άβυδον, αποικίαν των Κιλησίων. Νι Τίοι, εξ άλλου, ενόσω ο Ώστύοχος ευρίσκετο εις απορίαν κατά τίνα τρόπον ημπορεί να τους βοηθήση, ευρέθησαν εις την ανάγκην, πιεζόμενοι υπό της πολιορκίας, να ναυμαχήσουν. Γυτυχώς, ότε ακόμη ο Ώστύοχος ευρίσκετο εις την Οόδον, είχε σταλή προς αυτούς εκ της Κιλήτου, μετά τον θάνατον του Ξεδαρίτου, νέος αρχηγός, ο Ππαρτιάτης Ιέων, ο οποίος είχε συνεκστρατεύσει ως βοηθός του Ώντισθένους, μαζύ με δώδεκα πλοία, τα οποία τότε εφύλατταν την Κίλητον. Γκ των πλοίων τούτων, πέντε ήσαν των θουρίων, τέσσερα των Πυρακουσίων, εν των Ώναίων, εν των Κιλησίων και εν ανήκεν εις τον ίδιον τον Ιέοντα. Νι Τίοι, ενεργήσαντες έξοδον με όλον των τον στρατόν, κατέλαβαν κάποιαν οχυράν θέσιν, ενώ συγχρόνως ο στόλος των, συγκείμενος εκ τριάντα εξ πλοίων, εξέπλευσε εναντίον των τριάντα δύο πλοίων των Ώθηναίων και εναυμάχησεν. Ε ναυμαχία υπήρξε πεισματώδης και οι Τίοι μετά των συμμάχων, χωρίς να ηττηθούν, επειδή άλλωστε και ήρχισεν ήδη να σκοτεινιάζη, επέστρεψαν εις την πόλιν.
Γυθύς μετά την ναυμαχίαν ταύτην, έφθασεν εκ της Κιλήτου διά ξηράς ο Βερκυλίδας εις τον Γλλήσποντον, όπου η Άβυδος, επαναστατήσασα, προσεχώρησεν εις αυτόν και τον Σαρνάβαζον, και δύο ημέρας ύστερον και η Ιάμψακος. Κόλις έμαθε τούτο ο Πτρομβιχίδης, έσπευσεν εις βοήθειαν εκ της Τίου, επί κεφαλής είκοσι τεσσάρων πλοίων, εκ των οποίων μερικά ήσαν οπλιταγωγά, μεταφέροντα πεζικόν. Νι Ιαμψακηνοί αντεπεξήλθαν κατ' αυτού, αλλ' ο Πτρομβιχίδης ενίκησεν αυτούς κατά την συναφθείσαν μάχην και κατέλαβε με τον πρώτον αλαλαγμόν της εφόδου την Ιάμψακον, η οποία ήτο ανοχύρωτος. Ώφού δε διήρπασε τα κινητά και απήγαγε τους δούλους της πόλεως, επέτρεψεν εις τους ελευθέρους να εξακολουθούν κατοικούντες την πόλιν των και ήλθεν εναντίον της Ώβύδου. Ώλλ' επειδή αύτη ηρνείτο να παραδοθή και δεν ημπόρεσε να την καταλάβη δι' εφόδου, έπλευσεν εις την απέναντι Πηστόν, πόλιν της χερσονήσου Θαλλιπόλεως, εις την οποίαν, ως γνωστόν, είχαν άλλοτε εγκατασταθή οι Ξέρσαι, και εγκατέστησεν εις αυτήν φρουράν, διά να επιτηρή ολόκληρον τον Γλλήσποντον.
Γν τω μεταξύ, η κατά θάλασσαν επικράτησις των Τίων εξησφαλίσθη και ο Ώστύοχος, μετά των Ξελοποννησίων της Κιλήτου, ενεθαρρύνθησαν. Ξλεύσας εις την Τίον ο Ώστύοχος με δύο πλοία, παρέλαβε την εκεί μοίραν και επί κεφαλής όλου ήδη του στόλου, έπλευσεν εναντίον της Πάμου. Ώλλ' επειδή οι Ώθηναίοι, υποπτεύοντες αλλήλους, δεν αντεπεξήλθαν, επέστρεψε πάλιν εις την Κίλητον.
Θαθόσον περί την αυτήν εποχήν, ή μάλλον προηγουμένως, η Ώθηναϊκή δημοκρατία έπνεε τα λοίσθια. Βιότι, όταν η υπό τον Ξείσανδρον πρεσβεία επέστρεψεν από τον Ρισσαφέρνη εις την Πάμον, όχι μόνον την υποστήριξιν του στρατού υπέρ των σχεδίων των εξησφάλισαν έτι μάλλον, αλλά και τους επιφανεστάτους των Παμίων προέτρεψαν να τους μιμηθούν και αυτοί, αποδεχόμενοι το ολιγαρχικόν πολίτευμα, μολονότι αυτοί
ούτοι είχαν επαναστατήσει εναντίον των συμπολιτών των, διά να παύσουν ολιγαρχούμενοι. Πυγχρόνως οι Ώθηναίοι της Πάμου, συνεννοούμενοι μεταξύ των, κατέληξαν εις το συμπέρασμα ν' αφίσουν κατά μέρος τον Ώλκιβιάδην, όχι μόνον διότι δεν ήθελε να τους βοηθήση, αλλά και διότι δεν ήτον ο άνθρωπος πού ημπορούσε να προσαρμοσθή προς το ολιγαρχικόν πολίτευμα, και να σκεφθούν μεταξύ των αυτοί, οι οποίοι είχαν ήδη εκτεθή, κατά ποίον τρόπον το κίνημα δεν θα εματαιούτο. Ώπεφάσισαν, συγχρόνως, να επιμείνουν εις την αποφασιστικήν διεξαγωγήν του πολέμου και να εισφέρουν αυτοί εξ ιδίων και χρήματα, και ό,τι άλλο τυχόν χρειασθή, καθόσον του λοιπού επρόκειτο να εργασθούν περί των ιδίων πλέον και όχι ξένων συμφερόντων. 64. Γνθαρρυνθέντες, τοιουτοτρόπως, αμοιβαίως, απέστειλαν ευθύς αμέσως εις τας Ώθήνας τον Ξείσανδρον με τους πέντε συναδέλφους του, όπως εργασθούν εκεί διά την πραγματοποίησιν των σχεδίων των, παραγγείλαντες συγχρόνως εις αυτούς να εγκαταστήσουν την ολιγαρχίαν εις τας υπηκόους πόλεις. Ρον Βιειτρέφη, ο οποίος ήτο τότε εις την Τίον και είχεν εκλεχθή αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων εις την Ταλκιδικήν, απέστειλαν, όπως αναλάβη τα καθήκοντα του.
Σθάσας ούτος εις την Ζάσον, κατέλυσε την δημοκρατίαν. Ώλλά δύο περίπου μήνας μετά την ναχώρησιν του, οι Ζάσιοι ήρχισαν οχυρώνοντες την πόλιν των, καθόσον δεν είχαν πλέον καμμίαν ανάγκην αριστοκρατίας, εξαρτώμενης από τας Ώθήνας, αφού από ημέρας εις ημέραν επερίμεναν να ελευθερωθούν από τους Ιακεδαιμονίους. Βιότι πλησίον των Ξελοποννησίων ευρίσκοντο Ζάσιοι, οι οποίοι είχαν εξορισθή υπό των Ώθηναίων, και ούτοι, συμπραττόντων και των εις την πόλιν ευρισκομένων φίλων των, επεδίωκαν με όλην των την δραστηριότητα να επιτύχουν την αποστολήν πλοίων και επαναναστήσουν την Ζάσον. Γίχαν λοιπόν ούτοι την καλήν τύχην να επιτύχουν ό,τι διακαώς επεθύμουν, την ανόρθωσιν δηλαδή του πολιτεύματος των, χωρίς να εκτεθούν εις κινδύνους, και την ανατροπήν της δημοκρατικής μερίδος, η οποία θ' αντετάσσετο κατ' αυτών. Νύτω το αποτέλεσμα, ως προς την Ζάσον, και, καθώς πιστεύω, και ως προς πολλάς άλλας υπηκόους πόλεις, υπήρξεν αντίθετον των προσδοκιών των Ώθηναίων εκείνων, οι οποίοι ειργάζοντο διά την εγκατάστασιν ολιγαρχίας. Βιότι οι κάτοικοι αυτών, εξασφαλίσαντες διά της πολιτικής μεταβολής την νηφαλιότητα της σκέψεως και το ακίνδυνον των ενεργειών των, εχώρησαν προς την πλήρη ελευθερίαν, αδιαφορούντες διά την νόθον ευνομίαν, που τους προσέφεραν οι Ώθηναίοι.
Ν Ξείσανδρος και οι περί αυτόν, διαρκούντος του ταξειδίου των, κατά μήκος της ακτής, προέβαιναν σύμφωνα με τα προαποφασισθέντα εις την κατάλυσιν των δημοκρατιών των διαφόρων πόλεων, και συγχρόνως παρέλαβαν από μερικάς εξ αυτών ως συνεργάτας και οπλίτας, με τους οποίους ήλθαν εις τας Ώθήνας. Γκεί ευρήκαν, ότι οι φίλοι των είχαν φέρει εις πέρας το μεγαλήτερον μέρος της εργασίας. Βιότι μερικοί εκ των νεωτέρων, συγκροτήσαντες μυστικήν ένωσιν, προέβησαν κρυφίως εις τον φόνον κάποιου Ώνδροκλέους, ενός των κυριωτάτων αρχηγών των δημοκρατικών, ο οποίος είχεν ουκ ολίγον συντελέσει εις την έξωσιν του Ώλκιβιάδου. Γις τον φόνον τούτον προέβησαν κυρίως διά δύο λόγους, και διότι ο Ώνδροκλής ήτον εκ των ηγετών του λαού, και διότι ήθελαν να φανούν ευχάριστοι εις τον Ώλκιβιάδην, ο όποιος επερίμεναν, ότι θα επανέλθη και θα τους εξασφαλίση την φιλίαν του Ρισσαφέρνους. Ώλλά και μερικούς άλλους εκ των οχληρών αντιπάλων εξαπέστρεψαν, κατά τον αυτόν τρόπον, κρυφίως.
Βιεκήρυτταν δε φανερά το πρόγραμμα των, ότι κανείς άλλος δεν πρέπει να λαμβάνη μισθόν πλην των υπηρετούντων ως στρατιωτών κατά τον πόλεμον και ότι εις την διεύθυνσιν των πραγμάτων δεν πρέπει να μετέχουν περισσότεροι των πέντε χιλιάδων, λαμβανόμενοι μεταξύ εκείνων, οι όποιοι ημπορούν να προσφέρουν περισσοτέρας υπηρεσίας και προσωπικώς και διά της περιουσίας των. 66. Ρα σχέδια όμως ταύτα ήσαν απλώς εύσχημος πρόφασις χάριν των πολλών, διότι, πράγματι, την κυβέρνησιν επρόκειτο να έχουν εις χείρας των οι εργάται της μεταβολής του πολιτεύματος. Γίναι αληθές, ότι η συνέλευσις του λάου συνεκαλείτο ακόμη, καθώς και η διά κλήρου καταρτιζόμενη ΐουλή των Ξεντακοσίων. Ώλλά τίποτε δεν απεφάσιζαν, χωρίς την έγκρισιν των συνωμοτών, και όχι μόνον οι υποβάλλοντες τας προτάσεις ήσαν εκ των ιδικών των, αλλά και εκ των προτέρων συνεννοούντο και απεφάσιζαν τί θα προταθή. Γκ των άλλων πολιτών, ουδείς ετόλμα ν' αντιλέξη, διότι, βλέποντες το πλήθος των συνωμοτών, κατελαμβάνοντο υπό φόβου. Ώλλά και αν κανείς ετόλμα ν' αντιλέξη, ευρίσκετο ευθύς φονευμένος διά καταλλήλου τρόπου, και οι δράσται ούτε ανεζητούντο, ούτε αν ήσαν ύποπτοι ενηργείτο δικαστική κατ' αυτών καταδίωξις. Ν λαός έμενεν ήσυχος και ο φόβος του ήτο τόσον μεγάλος, ώστε καθείς, και αν ακόμη δεν «άνοιγε το στόμα του», εθεώρει τον εαυτόν του ευτυχή, εάν κατώρθωνε να μη πέση θύμα βίας. Βιότι το φρόνημα των κατεβάλλετο εκ της ιδέας, ότι οι συνωμόται ήσαν πολύ περισσότεροι παρ' όσοι πραγματικώς ήσαν, και ήτον αδύνατον να ημπορέσουν να εξακριβώσουν την αλήθειαν, ένεκα του μεγέθους της πόλεως και του γεγονότος, ότι δεν εγνωρίζοντο αμοιβαίως. Βιά τον αυτόν επίσης λόγον, δεν ημπορούσε κανείς, μέσα εις την θλίψιν και αγανάκτησιν του, να προσκλαυθή εις άλλον, διά να ζητήση την συνδρομήν του κατά του επιβουλευομένου αυτόν. Βιότι έπρεπε να εμπιστευθή ή εις άγνωστον ή και εις γνώριμον, προς τον όποιον όμως εδυσπίστει. Θαθόσον οι δημοκρατικοί επλησίαζαν ο εις τον άλλον με δυσπιστίαν, υποπτευόμενοι τον καθένα, ότι ημπορεί να μετέχη εις τα γινόμενα. Θαι υπήρξαν, τωόντι, μεταξύ των συνωμοτών άνθρωποι, περί των οποίων κανείς ποτέ δεν ημπορούσε να φαντασθή, ότι θα εγίνοντο ολιγαρχικοί. Θαι ούτοι επροκάλεσαν την μεγαλητέραν δυσπιστίαν μεταξύ του πλήθους, και συνετέλεσαν εκ τούτου τα μέγιστα εις την ασφάλειαν των συνωμοτών, ενισχύοντες την δυσπιστίαν των δημοκρατικών προς αλλήλους.
Ροιαύτη ήτον η κατάστασις των πραγμάτων εις τας Ώθήνας, ότε έφθασεν ο Ξείσανδρος με τους περί αυτόν, και επελήφθησαν της περαιτέρω συμπληρώσεως του έργου. Θατά πρώτον, συνεκάλεσαν την συνέλευσιν του λαού και επρότειναν εις αυτήν την εκλογήν δεκαμελούς επιτροπής, όπως συντάξη και υποβάλη απ' ευθείας εις την συνέλευσιν, εις ωρισμένην προς τούτο ημέραν, έγγραφον πρότασιν περί του καλλιτέρου διά την πόλιν πολιτεύματος. Έπειτα, κατά την προσδιωρισμένην ημέραν, συνεκάλεσαν την συνέλευσιν εντός του στενού περιβόλου του ναού του Ξοσειδώνος, εις τον Θολωνόν, εις απόστασιν δέκα περίπου σταδίων έξω της πόλεως. Ή δεκαμελής επιτροπή δεν επρότεινε τίποτε άλλο παρά τούτο και μόνον, να επιτραπή εις έκαστον Ώθηναίον να υποβάλη ελευθέρως οιανδήποτε πρότασιν θέλει, και να επιβληθούν βαρείαι ποιναί εναντίον εκείνου, ο οποίος θελήση να εγκαλέση τον προτείνοντα ως παρανομήσαντα, ή να τον βλάψη, καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον. Θαι τότε πλέον επροτάθη απροκαλύπτως να καταργηθούν όλαι αι επί τη βάσει του υφισταμένου πολιτεύματος λειτουργούσαι αρχαί και όλοι οι δημόσιοι μισθοί, και να εκλεχθούν πέντε πρόεδροι, οι οποίοι να
εκλέξουν εκατόν άνδρας και έκαστος των εκατόν να προσλάβη τρεις. Νι ούτως εκλεχθησόμενοι, ανερχόμενοι εις τετρακοσίους, αφού εγκατασταθούν εις το βουλευτήριον, ν' αναλάβουν την ανωτάτην εξουσίαν, ενεργούντες με απεριόριστον πληρεξουσιότητα, όπως νομίζουν καλλίτερον, και να συγκαλούν την συνέλευσιν των πέντε χιλιάδων, οσάκις το νομίσουν αναγκαίον.
Ρην πρότασιν ταύτην υπέβαλεν ο Ξείσανδρος, ο οποίος άλλωστε και κατά τα λοιπά ειργάσθη ακαταπονήτως και ανεπιφυλάκτως διά την κατάλυσιν της δημοκρατίας. Γκείνος όμως, ο οποίος συνέλαβε και διετύπωσεν ολόκληρον το σχέδιον της μέχρι τούδε ενεργείας, και επί μακρόν χρόνον αφωσιώθη εις αυτό, ήτο ο Ώντιφών, ανήρ μη υστερών ουδενός των συγχρόνων του Ώθηναίων, κατά την ευγένειαν των αισθημάτων, προικισμένος δε και με μεγάλην πολιτικήν οξυδέρκειαν και δύναμιν λόγου. Θαι μολονότι δεν ελάμβανε τον λόγον εις την συνέλευσιν του λαού και απέφευγε ν' αναμιγνύεται εις ουδενός είδους άλλας δημοσίας συζητήσεις, αλλ' ήτον ύποπτος εις το πλήθος, ένεκα της ρητορικής του δεινότητος, οποιοσδήποτε είχε να ομιλήση ενώπιον δικαστηρίου ή της συνελεύσεως του λαού, δεν ημπορούσε ν' απευθυνθή εις κανένα πολυτιμώτερον σύμβουλον από αυτόν. Θαι προκειμένου περί του ιδίου εαυτού του, όταν βραδύτερον ανετράπη η αρχή των τετρακοσίων, και ούτοι κατεδιώκοντο υπό του λαού, εις την κατηγορίαν, η οποία διετυπώθη εναντίον του, ως συναυτουργού της εγκαταστάσεως της ολιγαρχίας, και διά της οποίας εξητείτο η εις θάνατον καταδίκη του, απελογήθη διά λόγου, ο οποίος υπερέβαλεν όλους τους μέχρι σήμερον απαγγελθέντας εις τοιαύτας περιστάσεις. Ώλλά και ο Σρύνιχος επέδειξεν υπέρ πάντας ζήλον όλως διόλου εξαιρετικόν υπέρ της ολιγαρχίας, καθ' όσον εφοβείτο τον Ώλκιβιάδην, γνωρίζων, ότι, εκείνος είχε γνώσιν των προς τον Ώστύοχον μυστικών εκ Πάμου ενεργειών του και επίστευεν, ότι καμμία ολιγαρχική κυβέρνησις δεν ήτο πιθανόν να τον ανακαλέση. Θαι όταν άπαξ ανεμίχθη εις το κίνημα, εδείχθη απέναντι των κινδύνων ανήρ πάσης εμπιστοσύνης άξιος. Θαι ο Ζηραμένης, υιός του Άγνωνος, ανήρ και κρίσεως και ευγλωττίας μεγάλης, υπήρξεν εις εκ των κυριωτέρων ανατροπέων της δημοκρατίας. Φς εκ τούτου, εννοεί κανείς ευκόλως, διατί έργον, υπέρ του οποίου ειργάσθησαν τόσοι πολλοί και ικανοί άνδρες, ευωδόθη παρ' όλας τας δυσχερείας πού παρουσίαζε. Βιότι ήτο τωόντι δύσκολον, εκατόν περίπου έτη μετά την κατάλυσιν των τυράννων, ν' αφαίρεση κανείς τας ελευθερίας του Ώθηναϊκού λαού, ο οποίος αληθώς όχι μόνον ελεύθερος ήτον, αλλά και επί πλέον του ημίσεος του χρονικού τούτου διαστήματος είχε συνειθίσει να ασκή ηγεμονίαν επί άλλων.
ταν η συνέλευσις του λαού, μηδενός αντιλέγοντος, εψήφισε τας προτάσεις ταύτας και διελύθη, οι ολιγαρχικοί αρχηγοί εγκατέστησαν μετά ταύτα τους τετρακοσίους εις το βουλευτήριον κατά τον εξής τρόπον. Νι Ώθηναίοι, ένεκα της παρουσίας του εχθρού εις την Βεκέλειαν, ήσαν διαρκώς πάντες εις υπηρεσίαν, άλλοι μεν επί των τειχών, άλλοι δε κατά συντεταγμένας μονάδας εις τα φυλακεία. Θατά την ημέραν λοιπόν εκείνην, μετά την διάλυσιν της συνελεύσεως του λαού, τους μεν μη μεμυημένους άφισαν ν' απέλθουν, κατά την συνήθειαν, εις την υπηρεσίαν των, εις τους μεμυημένους όμως είχε παραγγελθή μυστικά να μη μεταβούν εις τα φυλακεία των, αλλά να περιμένουν από αποστάσεως, και εάν κανείς επιχειρήση να αντισταθή κατά των γινομένων, να λάβουν τα όπλα και τον εμποδίσουν. Γυρίσκοντο άλλωστε εις τας Ώθήνας, ελθόντες με τα όπλα των, και Άνδριοι και Ρήνιοι, και τριακόσιοι Θαρύστιοι και μερικοί από τους Ώθηναίους αποίκους της Ώιγίνης,
εις τους οποίους εδόθησαν αι αυταί οδηγίαι. Κετά την λήψιν των μέτρων τούτων, ήλθαν οι Ρετρακόσιοι, κρατούντες έκαστος κρυμμένον εγχειρίδιον, και ακολουθούμενοι από τους εκατόν είκοσι νέους, τους οποίους μετεχειρίζοντο, οσάκις υπήρχεν ανάγκη εφαρμογής βίας, και εισελθόντες εις το βουλευτήριον, όπου ευρίσκοντο τα μέλη της ΐουλής των Ξεντακοσίων, εστάθησαν προ αυτών απειλητικοί και τους προσεκάλεσαν να πάρουν τον μισθόν των και να διαλυθούν. Θαι πράγματι έφεραν μαζύ των τον μισθόν ολοκλήρου του υπολειπομένου χρόνου της θητείας των και καθώς εξήρχοντο, τους τον κατέβαλλαν. 70. Νι βουλευταί διελύθησαν, τοιουτοτρόπως, άνευ αντιρρήσεως, και οι λοιποί πολίται ουδεμίαν αντίστασιν προέβαλαν, αλλ' έμεναν ήσυχοι. Κετά την είσοδον των εις το βουλευτήριον, οι Ρετρακόσιοι προέβησαν κατ' αρχάς εις την διά κλήρου εκλογήν των Ξρυτάνεων και προσέφεραν διά την εγκατάστασιν των εις την αρχήν τας Νι ολιγαρχικοί άρχοντες των Ώθηνών ζητούν από τον Άγιν συνεννοήσεις προς σύναψιν ειρήνης νενομισμένας ευχάς και θυσίας προς τους θεούς.
Κετ' ολίγον όμως, απεμακρύνθησαν ριζικώς από το δημοκρατικόν σύστημα της διοικήσεως (μολονότι, ένεκα του Ώλκιβιάδου, δεν προέβησαν εις αμνηστείαν των εξορίστων) και γενικώς εισήγαγαν διοίκησιν αυταρχικήν, θανατώσαντες μερικούς, αν και όχι πολλούς, των οποίων την εξαφάνισιν εθεώρησαν ωφέλιμον, ρίψαντες άλλους εις τας φύλακας και άλλους απελάσαντες. Πυγχρόνως έστελλαν πρέσβεις προς τον ΐασιλέα των Ιακεδαιμονίων Άγιν, ευρισκόμενον εις την Βεκέλειαν, λέγοντες, ότι επιθυμούν την σύναψιν ειρήνης, και ότι συμφέρον του βασιλέως ήτο να συνεννοήθη με αυτούς, τώρα που δεν έχει πλέον να κάμη με την αναξίαν εμπιστοσύνης δημοκρατίαν. 71. Ώλλ' ο Άγις, πιστεύων ότι ο λαός δεν θα ηνείχετο να στερηθή ούτω διά μιας της μακροχρονίου ελευθερίας του, και ότι εάν έβλεπε πολυάριθμον Ξελοποννησιακόν στρατόν, δεν θα συνεκρατείτο, υποπτεύων άλλωστε, ότι ούτε κατά το παρόν επεκράτει ακόμη ησυχία, δεν έδωσεν εις τους πρέσβεις απάντησιν διαλλακτικήν, αλλ' εζήτησεν εκ Ξελοποννήσου την αποστολήν νέων επικουριών. Νλίγον δε μετά την άφιξιν των, τεθείς προσωπικώς επί κεφαλής αυτών και της συνήθους φρουράς της Βεκελείας, κατήλθε μέχρις αυτών των τειχών της πόλεως. Ήλπιζεν, ότι οι Ώθηναίοι, υπό την εντύπωσιν της ταραχής που θα επροκάλει η εμφάνισίς του, θα εξηναγκάζοντο να αποδεχθούν τους όρους που θα ήθελε να τους επιβάλη ή ότι, ως εκ της συγχύσεως, η οποία φυσικώς θα επεκράτει, ένεκα και των εσωτερικών ανωμαλιών και της προ των τειχών της πόλεως παρουσίας του εχθρού, θα επετύγχανεν ίσως, με την πρώτην πολεμικήν κραυγήν της εφόδου, να καταλάβη και αυτά τα Κακρά Ρείχη, έρημα υπερασπιστών. Ώλλ' όταν επλησίασεν εις την πόλιν και οι Ώθηναίοι, αντί να δείξουν σημεία εσωτερικών ανωμαλιών, εξέπεμψαν το ιππικόν και απόσπασμα οπλιτών, πεζών και τοξοτών, οι οποίοι εφόνευσαν μερικούς εκ των εχθρών, πού είχαν προχωρήσει πάρα πολύ, και έγιναν κύριοι μερικών εχθρικών όπλων και πτωμάτων, ο Άγις, εννοήσας την πλάνην του, απέσυρε πάλιν τον στρατόν του εις την Βεκέλειαν, όπου εξηκολούθησε μένων ο ίδιος μετά της συνήθους φρουράς, ενώ τους τελευταίον προσελθόντας προς ενίσχυσιν άνδρας απέστειλε, μετά ολιγοήμερον εις την Ώττικήν διαμονήν, εις τας εστίας των. Νι Ρετρακόσιοι, ουδέν ήττον, εξηκολούθησαν και μετά τούτο τας περί ειρήνης προτάσεις των προς τον Άγιν και επειδή ούτος ήκουσεν ήδη αυτάς ευμενέστερον, έστειλαν κατά προτροπήν του πρέσβεις, προς συνομολόγησιν ειρήνης, εις την Ιακεδαίμονα, επιδιώκοντες να φθάσουν εις συνεννόησιν.
72. Ώλλά και εις την Πάμον έστειλαν δεκαμελή επιτροπήν, όπως καθησυχάσουν τον στρατόν και εξηγήσουν, ότι η ολιγαρχία δεν εγκατεστάθη προς βλάβην της πόλεως και των πολιτών, αλλά χάριν της γενικής σωτηρίας. Ξροσέθεσαν, ότι οι μετέχοντες της διευθύνσεως των πραγμάτων δεν ήσαν Ρετρακόσιοι, αλλά πέντε χιλιάδες, ενώ, ένεκα των πολεμικών των εκστρατειών και των εργασιών των εις το εξωτερικόν, ουδέποτε μέχρι τούδε συνήλθαν εις την συνέλευσιν του λαού πέντε χιλιάδες πολίται, ακόμη και όταν επρόκειτο ν' αποφασισθούν αι σπουδαιότεραι των υποθέσεων. Ξαραγγείλαντες συγχρόνως αυτούς να είπουν ό,τι άλλο είναι χρήσιμον, τους απέστειλαν, ευθύς μετά την εγκατάστασίν των εις την αρχήν, φοβηθέντες μήπως (όπως και πράγματι συνέβη) το πλήθος των ναυτών δεν ήθελεν ανεχθή το ολιγαρχικόν καθεστώς και το κακόν, αρχίζον από την Πάμον, καταλήξη εις ανατροπήν αυτών εις τας Ώθήνας.
Βιότι εις την Πάμον είχεν αρχίσει ήδη αντίδρασις κατά της ολιγαρχικής κινήσεως, και κατά τον χρόνον περίπου πού οι Ρετρακόσιοι ετοιμάζοντο να καταλάβουν την αρχήν, τα επόμενα γεγονότα έλαβαν χώραν εκεί. Γκείνοι δηλαδή εκ των Παμίων, οι οποίοι άλλοτε, ως ελέχθη, επανεστάτησαν κατά των ολιγαρχικών και εγκατέστησαν την δημοκρατίαν, παρασυρθέντες υπό του Ξεισάνδρου, όταν ήλθεν εις την νήσον, και των εκεί Ώθηναίων συνεργατών του, μετέβαλαν πάλιν πολιτικά φρονήματα και αποτελέσαντες τριακοσίους συνωμότας επροτίθεντο να επιτεθούν κατά των λοιπών, οι οποίοι παρέμεναν δημοκρατικοί. Ξαρασυρόμενοι δ' υπό του Ταρμίνου, ενός των στρατηγών, και άλλων τινών εκ των εις την Πάμον ευρισκομένων Ώθηναίων, και θέλοντες να δώσουν εις τούτους δείγμα της αφοσιώσεώς των, οι Πάμιοι συνωμόται εφόνευσαν τον πέρβολον, ένα εκ των Ώθηναίων, ο οποίος είχεν εξοστρακισθή εξ Ώθηνών, όχι εκ φόβου διά την δύναμιν και επιρροήν του, αλλ' ένεκα της αχρειότητός του και διότι απετέλει αίσχος διά την πόλιν. Πυγχρόνως προέβησαν εκ συνεννοήσεως μετά των εν λόγω Ώθηναίων και εις άλλας βιαιοπραγίας και ήσαν έτοιμοι να επιτεθούν κατά των δημοκρατικών της Πάμου. Ώλλ' ούτοι, αντιληφθέντες τας προθέσεις των, ανεκοίνωσαν το πράγμα και εις τους στρατηγούς Ιέοντα και Βιομέδοντα, οι οποίοι, ως εκ της κοινής εκτιμήσεως, την οποίαν απελάμβανον εκ μέρους του πλήθους, ήσαν δυσμενείς προς την ολιγαρχίαν, και εις τον Ζρασύβουλον και τον Ζράσυλλον, τον πρώτον τριήραρχον, τον δεύτερον υπηρετούντα ως απλούν οπλίτην και εις άλλους, οι οποίοι εθεωρούντο ανέκαθεν οι αντίθετοι προς την ολιγαρχικήν κίνησιν, και εζήτησαν απ' αυτούς να μη ανεχθούν, όπως και αυτοί θανατωθούν και η Πάμος, ένεκα της οποίας και μόνης η Ώθηναϊκή ηγεμονία διετηρήθη έως τότε, αποξενωθή των Ώθηνών. Νύτοι, ακούσαντες ταύτα, ήρχισαν να κατηχούν τους ναύτας ένα προς ένα, διά να μη επιτρέψουν τούτο, και προ πάντων το πλήρωμα της Ξαράλου, τα οποίον απετελείτο ολόκληρον από ελευθέρους Ώθηναίους, και απεστρέφετο ανέκαθεν και διαρκώς την ολιγαρχίαν και πριν ακόμη εγκατασταθή. Γπί πλέον, οσάκις ο Ιέων και Βιομέδων απέπλεαν εις άλλο μέρος, άφιναν εκεί μερικά πλοία, προς υπεράσπισιν των Παμίων δημοκρατικών. Φς εκ τούτου, όταν οι τριακόσιοι συνωμόται ήρχισαν την κατ' αυτών επίθεσιν, οι δημοκρατικοί, εις βοήθειαν των οποίων έσπευσαν ούτοι και ιδίως οι ανήκοντες εις το πλήρωμα της Ξαράλου, κατώρθωσαν να τους καταβάλουν. Θαι περί τους τριάντα μεν εκ των τριακοσίων εφόνευσαν, τρεις δε, τους πρωταιτίους, εξώρισαν. Κετά των λοιπών, προς τους οποίους εχορήγησαν αμνηστείαν, συνέζησαν του λοιπού ειρηνικώς, υπό το δημοκρατικόν καθεστώς. 74. Νι Πάμιοι και οι Ώθηναίοι στρατιώται απέστειλαν ήδη διά της Ξαράλου εις τας Ώθήνας τον Ώθηναίον Ταιρέαν, υιόν του Ώρχεστράτου, ο οποίος είχεν εργασθή μετά πολλού ζήλου διά την επελθούσαν εις την
Πάμον μεταβολήν των πολιτικών φρονημάτων, διά ν' αναγγείλη τα γενόμενα, αγνοούντες έως τότε την κατάληψιν της αρχής υπό των Ρετρακοσίων. Κόλις έφθασεν η Ξάραλος, οι Ρετρακόσιοι εφυλάκισαν δύο ή τρεις εκ του πληρώματος αυτής, και αφαιρέσαντες το πλοίον από τους λοιπούς, μετέφεραν αυτούς εις οπλιταγωγόν πλοίον, το οποίον διετάχθη να περιπολή περί την Γύβοιαν. Ν Ταιρέας, άμα ως αντελήφθη την κατάστασιν των πραγμάτων, κατώρθωσεν αμέσως να εύρη τρόπον να διαφύγη απαρατήρητος και επιστρέψας εις την Πάμον, διηγήθη εις τον στρατόν την κατάστασιν των Ώθηνών, μεγαλοποιήσας κάθε τι επί το φοβερώτερον. Γίπεν ότι εμαστίγωναν τους πάντας και ότι δεν ημπορεί να είπη κανείς τίποτε εναντίον των ασκούντων την εξουσίαν. τι εξύβριζαν τας γυναίκας και τα τέκνα των στρατιωτών και ότι επροτίθεντο να συλλάβουν και φυλακίσουν τους συγγενείς των ανδρών του εκστρατευτικού σώματος της Πάμου, όσοι δεν συνεμερίζοντο τα πολιτικά των φρονήματα, διά να τους θανατώσουν, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ούτοι αρνηθούν να υποταχθούν εις το νέον καθεστώς. 75. Νι στρατιώται, ακούοντες τας διηγήσεις ταύτας, ώρμησαν κατ' αρχάς να κακοποιήσουν τους πρωτεργάτας του ολιγαρχικού κινήματος και τους λοιπούς συνεργάτας των. Ώλλ' απετράπησαν, εμποδισθέντες από εκείνους, οι οποίοι τους παρέστησαν, ότι κινδυνεύουν να καταστρέψουν τα πάντα, εφόσον ο εχθρός είναι αγκυροβολημένος τόσον πλησίον, έτοιμος να επιτεθή ανά πά σαν στιγμήν. Ώλλ' ακολούθως ο Ζρασύβουλος, υιός του Ιύκου, και ο Ζράσυλλος, οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει εις την δημοκρατικόν αντίδρασιν κατά της ολιγαρχίας, θέλοντες πλέον να εγκαταστήσουν πανηγυρικώς την δημοκρατίαν μεταξύ του Ώθηναϊκού στρατού της Πάμου, επέτυχαν, όπως όλοι οι στρατιώται, και αυτοί ιδίως οι ολιγαρχικοί, ορκισθούν επισημότατον όρκον, ότι θα είναι πιστοί εις το δημοκρατικόν πολίτευμα και θ' αποφύγουν κάθε διαίρεσιν μεταξύ των, και ότι και τον κατά των Ξελοποννησίων πόλεμον θα διεξαγάγουν μετά δραστηριότητος, και τους Ρετρακοσίους θα θεωρούν ως εχθρούς και εις καμμίαν δεν θα έλθουν προς αυτούς συνεννόησιν. Ρον αυτόν όρκον ώμοσαν συγχρόνως και όλοι οι άγοντες στρατεύσιμον ηλικίαν Πάμιοι. Ώθηναίοι στρατιώται και Πάμιοι απεφάσισαν να συμμερισθούν όλας τας περιπετείας του αγώνος και την έκβασιν αυτού, διότι ήσαν πεπεισμένοι, ότι ουδεμία άλλη οδός σωτηρίας υπελείπετο εις αυτούς, αλλ' ότι, είτε οι Ρετρακόσιοι επικρατήσουν, είτε οι εις την Κίλητον σταθμεύοντες εχθροί νικήσουν, ο όλεθρος των ήτο βέβαιος. 76. Θαι ούτως ο αγών είχεν αποβή, κατά την περίοδον ταύτην, πεισματώδης. Θαι ο μεν στρατός της Πάμου επεδίωκε να επιβάλη εις την πόλιν την δημοκρατίαν, οι δε Ρετρακόσιοι να επιβάλουν εις τον στρατόν την ολιγαρχίαν. Ν τελευταίος άλλωστε συνεκρότησεν εις την Πάμον συνέλευσιν του λαού, η οποία έπαυσε τους προηγουμένους στρατηγούς και όσους τυχόν εκ των τριηράρχων εθεώρει υπόπτους και εξέλεξεν αντ' αυτών άλλους τριηράρχους και στρατηγούς. Κεταξύ των τελευταίων περιελαμβάνοντο και ο Ζρασύβουλος και ο Ζράσυλλος. Ιαμβάνοντες τον λόγον ο εις μετά τον άλλον εις την συνέλευσιν ταύτην, εζήτουν να ενθαρρυνθούν αμοιβαίως, λέγοντες ότι δεν πρέπει να χάσουν το θάρρος των, διότι η πόλις επανεστάτησεν εναντίον των, διότι οι αποσπασθέντες από αυτούς ήσαν ολίγοι, ενώ αυτοί απετέλουν την πλειοψηφίαν, και συγχρόνως είχαν εις την διάθεσιν των περισσοτέρους υπό πάσαν έποψιν πόρους. Βιότι, εφόσον αυτοί είναι κύριοι ολοκλήρου του στόλου, θα υποχρεώσουν τας πόλεις, επί των οποίων εκτείνεται η Ώθηναϊκή ηγεμονία, να καταβάλουν τους φόρους εις αυτούς, ομοίως ως εάν εξέπλεαν διά την είσπραξίν των εξ Ώθηνών. Άλλωστε, η Πάμος αποτελεί δι' αυτούς κέντρον πολιτικόν και στρατιωτικόν σημαντικόν, αφού, ότε περιήλθεν εις πόλεμον προς τας Ώθήνας, ολίγον έλειψε ν' αφαιρέση απ' αυτάς την κυριαρχίαν της θαλάσσης, και επί πλέον
τους παρέχει το μέσον να συνεχίσουν τον κατά του εχθρού αγώνα από την ιδίαν θέσιν, όπως και μέχρι σήμερον. Γξ άλλου, έχοντες τον στόλον, είναι εις καλλίτερον θέσιν από τους εν Ώθήναις να προμηθεύωνται τρόφιμα. Θαι προηγουμένως, άλλωστε, ως έλεγαν, οι εν Ώθήναις ήσαν κύριοι των συγκοινωνιών του Ξειραιώς, ακριβώς διότι αυτοί είχαν εγκατασταθή εγκαίρως με τον στόλον εις την Πάμον, και ήδη, εάν δεν θελήσουν να τους αποδώσουν τας συνταγματικάς των ελευθερίας, θα περιέλθουν εις τοιαύτην στενόχωρον θέσιν, ώστε αυτοί θα είναι περισσότερον εις θέσιν να εμποδίζουν τους κατοίκους των Ώθηνών από την χρήσιν της θαλάσσης, παρά εκείνοι αυτούς. Κικρά και ασήμαντος ήτον η ωφέλεια, την οποίαν ημπορούσε να τους παράσχη η πόλις προς κατανίκησιν του εχθρού, και τίποτε δεν είχαν χάσει, αφού εκείνοι ούτε χρήματα δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να τους στέλλουν, αλλ' οι στρατιώται επρομηθεύοντο αυτά εξ ιδίων, ούτε χρησίμους σύμβουλος, αι οποίαι αποτελούν το μέσον διά του οποίου αι πόλεις επιβάλλονται εις τους στρατούς. Ρουναντίον, και υπό την έποψιν ταύτην, εκείνοι είχαν περιπέσει εις το σφάλμα να καταλύσουν το πατροπαράδοτον πολίτευμα, ενώ αυτοί το υπερασπίζουν και θα προσπαθήσουν να εξαναγκάσουν και εκείνους να το σεβασθούν. Φς εκ τούτου, οι δυνάμενοι να δώσουν ορθάς συμβουλάς ήσαν εις τον στρατόν εξ ίσου τουλάχιστον καλοί με τους ευρισκομένους εις την πόλιν. Θαι αν θελήσουν ν' αμνηστεύσουν τον Ώλκιβιάδην και του επιτρέψουν να επανέλθη εις την πατρίδα, θα εργασθή ούτος ευχαρίστως, όπως τους εξασφαλίση την συμμαχίαν του ΐασιλέως. Θαι το σπουδαιότατον, ότι, αν αποτύχουν εις όλα τ' άλλα, έχοντες τοιούτον στόλον, ημπορούν να καταφύγουν εις πολλά μέρη, όπου θα εύρουν νέαν πατρίδα. 77. Βιά τοιούτων επιχειρημάτων εζήτησαν, κατά την συνεδρίασιν της συνελεύσεως, να ενθαρρυνθούν αμοιβαίως. Νυδέν ήττον έστρεψαν την προσοχήν των και εις τας αναγκαίας διά την περαιτέρω διεξαγωγήν του πολέμου παρασκευάς. Ε υπό των Ρετρακοσίων σταλείσα εις Πάμον δεκαμελής επιτροπή, πληροφορηθείσα την εκεί επικρατούσαν κατάστασιν, ενώ ήδη είχε φθάσει εις την Βήλον, ανέστειλε τον περαιτέρω πλουν της και παρέμεινεν εκεί.
Γν τω μεταξύ, οι άνδρες του ναυτικού στρατού των Ξελοποννησίων, εις την Κίλητον, κατεκραύγαζαν μεταξύ των, ότι ο αγών των καταστρέφεται υπό του Ώστυόχου και του Ρισσαφέρνους. Ρον πρώτον κατηγορούν, ότι δεν ήθελε να ναυμαχήση ούτε προηγουμένως, εφόσον και αυτοί ήσαν ισχυρότεροι και ο Ώθηναϊκός στόλος ολιγαριθμότερος, ούτε τώρα, οπότε, ως λέγεται, οι Ώθηναίοι ευρίσκονται εις εμφυλίους σπαραγμούς, και ο στόλος αυτών ουδέποτε μέχρι σήμερον ευρίσκεται συγκεντρωμένος εις το αυτό μέρος. τι αντί τούτου περιμένουν τον Σοινικικόν στόλον, πού υπεσχέθη ο Ρισσαφέρνης, ενώ ο στόλος αυτός υφίστατο κατ' όνομα μόνον, όχι πραγματικώς, και διατρέχουν τοιουτοτρόπως τον κίνδυνον να εξαντληθούν. Ρον Ρισσαφέρνη, εξ άλλου, κατηγορούν, ότι ούτε τον στόλον πού υπεσχέθη φέρει, και τον ιδικόν των φθείρει διά της άτακτου και μη ακεραίας καταβολής του μισθού. Έλεγαν λοιπόν, ότι δεν πρέπει ν' αναβάλλουν πλέον, αλλά να συνάψουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν και οι Πυρακούσιοι επέμεναν ιδίως εις τούτο. 79. ταν η κατακραυγή αυτή έφθασεν εις τας ακοάς του Ώστυόχου και των άλλων συμμάχων αρχηγών, συνήλθαν ούτοι εις πολεμικόν συμβούλιον, κατά την διάρκειαν του οποίου ανηγγέλθησαν εις αυτούς και αι ανωμαλίαι της Πάμου. Θαι επειδή το συμβούλιον απεφάσισε την συγκρότησιν αποφασιστικής ναυμαχίας,
εξέπλευσαν με όλον τον στόλον, αποτελούμενον από εκατόν δώδεκα πλοία, διευθυνόμενα προς την Κυκάλην, παραγγείλαντες εις τους Κιλησίους να προελάσουν κατά ξηράν διά της παραλιακής οδού, προς την αυτήν διεύθυνσιν. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, οι οποίοι, εκπλεύσαντες εκ Πάμου με ογδοήντα δύο πλοία, ευρίσκοντο ακριβώς τότε αγκυροβολημένοι εις την Αλαύκην της Κυκάλης, Νπόθεν η μέχρι Πάμου απόστασις είναι μικρά, ευθύς ως είδαν επερχόμενον τον Ξελοποννησιακόν στόλον, απεσύρθησαν εις την Πάμον, θεωρήσαντες ότι δεν έχουν αρκετόν αριθμόν πλοίων, όπως διακινδυνεύσουν αποφασιστικήν μάχην. Άλλωστε, πληροφορηθέντες εγκαίρως εκ Κιλήτου, ότι οι Ξελοποννήσιοι επιδιώκουν την συγκρότησιν ναυμαχίας, είχαν στείλει προηγουμένως αγγελιαφόρον προς τον Πτρομβιχίδην και ανέμεναν να έλθη εκ του Γλλησπόντου προς ενίσχυσιν των με τα πλοία, επί κεφαλής των οποίων είχε πλεύσει εκεί εκ Τίου. Θαι οι μεν Ώθηναίοι, ως ελέχθη, υπεχώρησαν εις την Πάμον, ενώ οι Ξελοποννήσιοι, καταπλεύσαντες εις την Κυκάλην, εστρατοπέδευσαν εκεί, ομού με τον στρατόν των Κιλησίων και των πλησιοχώρων. Ώλλά την επιούσαν, ενώ ήσαν έτοιμοι να πλεύσουν εναντίον της Πάμου, μανθάνουν ότι ο Πτρομβιχίδης είχε φθάσει εκ του Γλλησπόντου με την εκεί μοίραν του Ώθηναϊκού στόλου, δι' ο και απέπλευσαν, επιστρέφοντες πάλιν εις την Κίλητον, ενώ οι Ώθηναίοι, ενισχυθέντες διά της αφίξεως της εν λόγω μοίρας, έπλευσαν αυτοί με εκατόν οκτώ πλοία κατά της Κιλήτου επιδιώκοντες την σύναψιν αποφασιστικής μάχης. Ώλλ' επειδή κανείς δεν αντεπεξήρχετο, επέστρεψαν πάλιν εις την Πάμον.
Νι Ξελοποννήσιοι, αφού με ολόκληρον τον στόλον των συγκεντρωμένον, δεν εδέχθησαν την προς την μάχην πρόκλησιν του Ώθηναϊκού στόλου, διότι εθεώρησαν, ότι δεν ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθούν κατ' αυτού, περιήλθαν εις αμηχανίαν, πόθεν θα ημπορέσουν να πορίζωνται τα αναγκαία διά την συντήρησιν τόσον μεγάλου στόλου ποσά, ιδίως κατόπιν της ανεπαρκούς παροχής χρημάτων υπό του Ρισσαφέρνους. Φς εκ τούτου, διαρκούντος του ιδίου θέρους, και αμέσως μετά την επιστροφήν του Ώθηναϊκού στόλου εις την Πάμον, απέστειλαν προς τον Σαρνάβαζον μοίραν στόλου εκ σαράντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Θλεάρχου, υιού του Οαμφίου, σύμφωνα, άλλωστε, με τον αρχικόν εκ Ξελοποννήσου διορισμόν του. Βιότι και ο Σαρνάβαζος τους προσεκάλει να έλθουν και ήτον έτοιμος να παρέχη τα μέσα της συντηρήσεως των, και το ΐυζάντιον συγχρόνως έστελλε προς αυτούς πρέσβεις, όπως συνεννοηθούν περί της αποστασίας του από τους Ώθηναίους. Ε μοίρα αύτη των σαράντα Ξελοποννησιακών πλοίων εξέπλευσε προς το ανοικτόν πέλαγος, διά να διαφύγη, διαρκούντος του πλου, την προσοχήν του Ώθηναϊκού στόλου, αλλά κατελήφθη υπό τρικυμίας, και τα μεν περισσότερα πλοία, υπό τον Θλέαρχον, κατέφυγαν εις την Βήλον, οπόθεν επέστρεψαν ακολούθως εις την Κίλητον, τα δε υπό τον αρχηγόν των Κεγαρέων Έλιξον δέκα έφθασαν σώα εις τον Γλλήσποντον, όπου επέτυχαν την αποστασίαν του ΐυζαντίου. Ν Θλέαρχος μετέβη βραδύτερον εκ Κιλήτου διά ξηράς εις τον Γλλήσποντον, όπου ανέλαβε την αρχηγίαν. Νι Ώθηναίοι, μαθόντες ταύτα εις την Πάμον, έστειλαν απ' εκεί ακολούθως μερικά πλοία προς ενίσχυσιν και εξασφάλισιν των εκεί κτήσεων των, εις τον Γλλήσποντον, όπου συνεκροτήθη προ του ΐυζαντίου και ναυμαχία τις μικράς σημασίας μεταξύ οκτώ εκατέρωθεν αντιθέτων πλοίων.
Ώφότου απεκατέστησε την δημοκρατίαν εις το Ώθηναϊκόν στρατόπεδον της Πάμου, ο Ζρασύβουλος, συμφωνούντων εις τούτο και των άλλων αρχηγών, επέμενε πάντοτε εις την ιδίαν γνώμην, όπως επαναφέρουν τον Ώλκιβιάδην. Θαι αφού τέλος συγκαλέσας συνέλευσιν, επέτυχε από την μεγάλην πλειοψηφίαν των στρατιωτών να ψηφίσουν αμνηστείαν και ελευθέραν επάνοδον δι' αυτόν, επιβιβασθείς εις πλοίον, μετέβη εις την έδραν της σατραπείας του Ρισσαφέρνους και έφερε τον Ώλκιβιάδην εις Πάμον, πιστεύων, ότι μόνη υπολειπόμενη σωτηρία ήτο ν' απόσπαση ούτος τον Ρισσαφέρνη από τους Ξελοποννησίους και τον φέρη προς το μέρος των. Πυγκροτηθείσης συνελεύσεως, ο Ώλκιβιάδης παρεπονέθη διά την άδικον εξορίαν του και διεξετραγώδησε την εξ αυτής ατυχίαν του. Έπειτα, ομιλήσας διά μακρών περί των πολιτικών πραγμάτων, διήγειρε μεταξύ των ακροατών του μεγάλας περί του μέλλοντος ελπίδας. Πυγχρόνως εμεγαλοποίει καθ' υπερβολήν την επί του Ρισσαφέρνους επιρροήν του, επιδιώκων αφ' ενός μεν να εκφοβίση την ολιγαρχικήν κυβέρνησιν των Ώθηνών και επιτύχη ευκολώτερα την διάλυσιν των εκεί πολιτικών λεσχών, εξ άλλου δ' εξυψώση την προς αυτόν εκτίμησιν του στρατού της Πάμου, και εμπνεύση εις αυτόν μεγαλήτερον θάρρος και τέλος ευρύνη, όσον το δυνατόν περισσότερον, το μεταξύ των Ξελοποννησίων και του Ρισσαφέρνους χάσμα, και χάσουν ούτοι τας σημερινάς ελπίδας των. Φς εκ τούτου, ώθησε τους υπερβολικούς κομπασμούς του μέχρι του να υποσχεθή, ότι ο Ρισσαφέρνης ανέλαβεν επισήμως απέναντι του την υποχρέωσιν, ότι, εάν οι Ώθηναίοι ελκύσουν την εμπιστοσύνην του, δεν θα στερηθούν τ' αναγκαία διά την διατροφήν του στρατού των, εφ' όσον υπολείπονται εις την διάθεσιν του χρήματα, και αν ακόμη χρειασθή εις το τέλος να πωλήση προς τούτο και αυτό το κρεββάτι του, και ότι τον Σοινικικόν στόλον, ο οποίος ευρίσκεται ήδη εις την Άσπενδον, θα φέρη προς ενίσχυσιν των Ώθηναίων, και όχι των Ξελοποννησίων. Ξροσέθεσεν όμως, ότι οι Ώθηναίοι δεν θα κερδίσουν την εμπιστοσύνην του, παρά μόνον εάν αυτός, ο Ώλκιβιάδης, επανέλθη σώος εις τας Ώθήνας και εγγυηθή δι' αυτούς προς τον Ρισσαφέρνη. 82. Νι στρατιώται, μετά τους ωραίους τούτους λόγους και άλλους ακόμη, εξέλεξαν αμέσως τον Ώλκιβιάδην συναρχηγόν μετά των άλλων στρατηγών και ανέθεσαν εις αυτόν την διεξαγωγήν των πραγμάτων γενικώς. Θανείς εξ αυτών δεν θ' αντήλλασε με τίποτε εις τον κόσμον την ελπίδα, η οποία εγεννήθη εις αυτόν τώρα περί της ιδίας αυτού σωτηρίας και της εκδικήσεως κατά των Ρετρακοσίων και ήσαν πάντες έτοιμοι, ως εκ της υποτιμήσεως, την οποίαν οι λόγοι του Ώλκιβιάδου ενέπνευσαν εις αυτούς διά τους Ξελοποννησίους της Κιλήτου, να πλεύσουν κατά του Ξειραιώς. Νύτος όμως, παρά την επιμονήν των πολλών, απέκρουσεν απολύτως την ιδέαν του ν' αφίσουν οπίσω των τον πλησίον εχθρόν, διά να πλεύσουν κατά του Ξειραιώς, και εδήλωσεν, ότι, αφού είχεν εκλεχθή στρατηγός, θα μεταβή προς τον Ρισσαφέρνη, όπως μεριμνήση πρώτον περί της διεξαγωγής του πολέμου. Θαι ευθύς, μετά το πέρας της συνελεύσεως, ανεχώρησε, διά να φανή ότι συνεννοείται με εκείνον περί όλων των πραγμάτων, και συγχρόνως, διότι επεδίωκε να υψωθή εις τα όμματα αυτού, του ανακοίνωση την εκλογήν του ως αρχηγού και τον αφίση επομένως να εννοήση, ότι είναι ήδη εις θέσιν και να του προσφέρη υπηρεσίας και να τον βλάψη. Γίχε, τωόντι, ο Ώλκιβιάδης το διπλούν πλεονέκτημα να φοβίζη τους Ώθηναίους διά του Ρισσαφέρνους και τον Ρισσαφέρνη διά των Ώθηναίων.
Νι Ξελοποννήσιοι εδυσπίστουν και προηγουμένως ήδη προς τον Ρισσαφέρνη, αλλ' άμα έμαθαν εις την Κίλητον την κάθοδον του Ώλκιβιάδου, το μεταξύ αυτών και του Ρισσαφέρνους χάσμα ηυρύνθη ακόμη περισσότερον. Βιότι, μετά την άρνησίν των να δεχθούν την εις μάχην πρόκλησιν των Ώθηναίων, ότε ούτοι έπλευσαν κατά της Κιλήτου, παρετήρησαν, ότι ο Ρισσαφέρνης κατέστη πολύ απροθυμότερος εις καταβολήν της μισθοδοσίας των πληρωμάτων και η προς αυτόν εχθρότης των, υφισταμένη ήδη και πρότερον, ως εκ των σχέσεων του με τον Ώλκιβιάδην, ενετάθη. Θαι ήδη,συνερχόμενοι, όπως και προηγουμένως, μεταξύ των καθ' ομάδας οι στρατιώται αντήλλασσαν τας σκέψεις των, τας σκέψεις δ' αυτών συνεμερίζοντο και μερικοί εκ των άλλων, των κατεχόντων ανωτέραν θέσιν. τι δηλαδή ούτε ακέραιον έλαβαν ποτέ μέχρι τούδε τον μισθόν, και ο μισθός που ελάμβαναν και ανεπαρκής ήτο και ούτε καν κανονικώς κατεβάλλετο και ότι, εάν δεν συνάψουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν ή δεν μεταφερθούν εις άλλο μέρος, όπου να ημπορούν να εξασφαλίσουν την διατροφή ν των, τα πληρώματα θα λιποτακτήσουν. Πυγχρόνως έλεγαν, ότι αίτιος όλων τούτων ήτον ο Ώστύοχος, ο οποίος επεδίωκε διαρκώς να φαίνεται ευχάριστος εις τον Ρισσαφέρνη, από τον οποίον εδωροδοκείτο. 84. Ώλλ' ενώ αντηλλάσσοντο αι σκέψεις αύται, συνέβη να προκληθή και θορυβώδες επεισόδιον, εξ αφορμής του Ώστυόχου. Νι περισσότεροι, δηλαδή, εκ των Πυρακουσίων και των Ζουρίων ναυτών, λόγω του ότι απήλαυαν μεγαλητέρας ελευθερίας, ώρμησαν κατ' αυτού, απαιτούντες μετά μείζονος αυθαδείας την καταβολήν του μισθού των. Νύτος, όχι μόνον απήντησεν αποτόμως και ηπείλησεν αυτούς, αλλά ύψωσε και την ράβδον του ακόμη κατά του Βωριέως, ο οποίος συνηγορεί υπέρ των ναυτών του. Νι άνδρες, βλέποντες τούτο, βίαιοι ως ναύται πού ήσαν, ώρμησαν κατ' αυτού κραυγάζοντες, με τον σκοπόν να τον κακοποιήσουν. Ώλλ' ούτος, αντιληφθείς εγκαίρως το πράγμα, κατέφυγεν εις βωμόν τινα, και ούτως εσώθη αβλαβής, διαλυθέντων των στρατιωτών. Θαι οι Κιλήσιοι, εξ άλλου, επιτεθέντες αιφνιδίως κατά του φρουρίου, το οποίον είχεν οικοδομήσει επί του εδάφους των ο Ρισσαφέρνης, κατέλαβαν αυτό, εκδιώξαντες την φρουράν του. Ρην ενέργειαν ταύτην επεδοκίμασαν και οι λοιποί σύμμαχοι και προ πάντων οι Πυρακούσιοι. Ν Ιίχας όμως, όχι μόνον δυσηρεστήθη διά τούτο, αλλά και υπεστήριξεν, ότι οι Κιλήσιοι και οι λοιποί κάτοικοι της επικρατείας του ΐασιλέως οφείλουν να υποτάσσωνται εις τας διαταγάς του Ρισσαφέρνους, εφόσον πρόκειται περί πραγμάτων ανεκτών, και να προσπαθούν να διατηρούν την ευμένειάν του, έως ότου τερματίσουν αισίως τον πόλεμον. Ώλλ' η διαγωγή αυτού, και εις την περίστασιν αυτήν και εις άλλας αναλόγους, προεκάλει ζωηράν εναντίον του αγανάκτησιν μεταξύ των Κιλησίων και διά τούτο, όταν βραδύτερον νοσήσας απέθανε, δεν επέτρεψαν να ταφή εις το μέρος, όπου ήθελαν να τον θάψουν οι εις την Κίλητον ευρισκόμενοι Ιακεδαιμόνιοι. 85. Θαθ' όν χρόνον αι σχέσεις των Ξελοποννησίων προς τον Ρισσαφέρνη και τον Ώστύοχον ευρίσκοντο εις τοιαύτην οξύτητα, έφθασεν εκ Ιακεδαίμονος ο Κίνδαρος ως διάδοχος του ναυάρχου Ώστυόχου, όστις, παραδώσας εις αυτόν την αρχηγίαν, ανεχώρησε. Κετ' αυτού ο Ρισσαφέρνης συναπέστειλε τον Θάρα Ααυλίτην, ένα των ακολούθων του ομιλούντα τας δύο γλώσσας, τον οποίον ο Ρισσαφέρνης έστελλε πρέσβυν, όπως κατηγορήση τους Κιλησίους διά την κατάληψιν του φρουρίου, και συγχρόνως υπερασπίση αυτόν κατά των κατηγόρων του. Βιότι εγνώριζεν, ότι εις την Ιακεδαίμονα μετέβαινον πρέσβεις των Κιλησίων, όπως κυρίως καταφερθούν εναντίον του, και ότι τούτους συνώδευεν ο Γρμοκράτης, προτιθέμενος ν' αποδείξη, ότι ο
Ρισσαφέρνης, συνεργαζόμενος με τον Ώλκιβιάδην, έπαιζε διπλούν παιγνίδιον και κατέστρεφε τα συμφέροντα των Ιακεδαιμονίων. Ν Ρισσαφέρνης εχθρεύετο ανέκαθεν τον Γρμοκράτην, ένεκα του ζητήματος της πληρωμής των δαπανών της διατροφής. Θαι εσχάτως, όταν ο τελευταίος κατεδικάσθη εις εξορίαν εκ των Πυρακουσών και ήλθαν εις την Κίλητον, προς αντικατάστασιν αυτού, άλλοι στρατηγοί, ο Ξόταμις, ο Κύσκων και ο Βήμαρχος, ο Ρισσαφέρνης επετίθετο με περισσοτέραν ακόμη σφοδρότητα κατά του εξορίστου ήδη Γρμοκράτους και πλην άλλων κατ' αυτού κατηγοριών έλεγεν, ότι η έχθρα, την οποίαν επεδείκνυεν ούτος εναντίον του, ωφείλετο εις το ότι του εζήτησε κάποτε χρήματα, τα οποία ηρνήθη να του δώση. Νύτω λοιπόν ο Ώστύοχος, οι Κιλήσιοι πρέσβεις και ο Γρμοκράτης απέπλευσαν, κατευθυνόμενοι εις την Ιακεδαίμονα.
Ν Ώλκιβιάδης είχεν ήδη επιστρέψει εις την Πάμον από το προς τον Ρισσαφέρνη ταξείδιον και ευρίσκετο εκεί, όταν έφθασεν η δεκαμελής επιτροπή, η οποία, ως ελέχθη ήδη, είχε σταλή από τους Ρετρακοσίους διά να καθησυχάση και διαφώτιση τον στρατόν της Πάμου. Πυγκροτηθείσης συνελεύσεως, επεχείρησαν ούτοι να ομιλήσουν, αλλ' οι στρατιώται ηρνούντο κατ' αρχάς να τους ακούσουν και εκραύγαζον: «Ζάνατος εις τους ανατροπείς της δημοκρατίας! » Κετά πολλά όμως, ησυχάσαντες, τους ήκουσαν. Νι απεσταλμένοι ήρχισαν εκθέτοντες, ότι η μεταβολή του πολιτεύματος δεν απέβλεπεν εις την καταστροφήν, αλλ' εις την σωτηρίαν της πόλεως, ούτε έγινε διά να παραδοθούν αι Ώθήναι εις τους εχθρούς, αφού, αν τοιούτος ήτον ο σκοπός των, ημπορούσε να είχε γίνει τούτο κατά την πρόσφατον επίθεσιν, οπότε η νέα κυβέρνησις ευρίσκετο ήδη εις την αρχήν. Ξροσέθεσαν, ότι αι πέντε χιλιάδες θα λάβουν πάντες εκ περιτροπής μέρος εις την κυβέρνησιν του κράτους, ότι οι συγγενείς των ούτε εξυβρίζονται, όπως ανήγγειλε συκοφαντικώς ο Ταιρέας, ούτε έπαθαν το ελάχιστον, κακόν, αλλ' ότι παραμένουν εις Ώθήνας, κατέχοντες ελευθέρως τα κτήματα των. Θαι μολονότι είπαν ακόμη πολλά άλλα, εις ουδέν ταύτα εχρησίμευαν, διότι οι στρατιώται δεν επείθοντο, αλλ' ήσαν εξηρεθισμένοι, και επρότειναν άλλος το ένα και άλλος το άλλο, κυρίως όμως ήθελαν να πλεύσουν κατά του Ξειραιώς. Θαι οφείλει πράγματι κανείς ν' αναγνωρίση, ότι ο Ώλκιβιάδης προσέφερε τότε μεγαλητέραν από κάθε άλλον υπηρεσίαν εις την πόλιν, καθόσον, ενώ ο στρατός της Πάμου εις την έξαψιν του ήθελε να πλεύση κατά της ιδίας του πατρίδος, οπότε οι εχθροί αναμφισβητήτως θα εγίνοντο αμέσως κύριοι και της Ηωνίας και του Γλλησπόντου, αυτός εμπόδισε τούτο. Γις την κρίσιμον αυτήν στιγμήν, όπου κανείς άλλος δεν ήτον ικανός να συγκρατήση τους στρατιώτας, αυτός όχι μόνον εμπόδισεν αυτούς από την εμφύλιον εκστρατείαν, αλλά και τους δι' ιδιαιτέρους λόγους εξαπτομένους κατά των μελών της επιτροπής συνεκράτει, απευθύνων προς αυτούς αυστηράς επιτιμήσεις. Ν ίδιος προσεκάλεσε τα μέλη της επιτροπής να επανέλθουν εις τας Ώθήνας και φέρουν την έξης απάντησιν εκ μέρους του. τι ουδεμίαν έχει αντίρρησιν κατά της αρχής των πέντε χιλιάδων, αλλά ζητεί την κατάργησιν της αρχής των Ρετρακοσίων και την αποκατάστασιν της ΐουλής των Ξεντακοσίων, όπως και πριν. τι, εάν χάριν οικονομίας ηλάττωσαν τας δαπανάς, διά να έχη ο στρατός επαρκέστερα τα μέσα της συντηρήσεως, επιδοκιμάζει απολύτως τα μέτρον τούτο. Θατά τα λοιπά, συνέστησεν εις αυτούς να επιμείνουν αποφασιστικώς και να μη υποχωρήσουν ούτε κατά κεραίαν απέναντι των εχθρών. Βιότι εάν η πόλις σωθή, υπάρχει μεγάλη ελπίς και να συμφιλιωθούν μεταξύ των, αλλ' εάν άπαξ, είτε ο στρατός της Πάμου, είτε οι μένοντες εις τας Ώθήνας καταστραφούν, δεν θα υπάρχη πλέον εκείνος με τον οποίον να συνδιαλλαγούν. Ήλθαν επίσης και πρέσβεις των Ώργείων εις την Πάμον, προσφέροντες την βοήθειαν των εις
τον εκεί Ώθηναϊκόν λαόν. Ν Ώλκιβιάδης, συγχαρείς αυτούς και συστήσας να έλθουν, όταν προσκληθούν, τους απεχαιρέτησεν αναχωρούντας. Νι πρέσβεις ούτοι είχαν έλθει με το πλήρωμα της Ξαράλου, το οποίον, ως ελέχθη ήδη, μεταφερθέν επί οπλιταγωγού, είχε διαταχθή υπό των Ρετρακοσίων να περιπολή περί την Γύβοιαν και να μεταφέρη εις την Ιακεδαίμονα τον Ιαισποδίαν, τον Ώριστοφώντα και τον Κελησίαν, τους οποίους έστελλαν οι Ρετρακόσιοι ως πρέσβεις. Ώλλ' όταν κατά το ταξείδιον των ευρίσκοντο πλησίον του Άργους, το πλήρωμα, συλλαβόν τους πρέσβεις, τους παρέδωσεν εις τους Ώργείους, λόγω του ότι ήσαν εκ των πρωτεργατών της καταλύσεως της δημοκρατίας. Ώυτοί, εξ άλλου, δεν επέστρεψαν πλέον εις τας Ώθήνας, αλλά παραλαβόντες τους πρέσβεις των Ώργείων, ήλθαν εξ Άργους εις την Πάμον, με το πλοίον του οποίου επέβαιναν.
Βιαρκούντος του ιδίου θέρους, κατά την εποχήν ακριβώς κατά την οποίαν οι Ιακεδαιμόνιοι, και δι' άλλας αιτίας και διά την κάθοδον του Ώλκιβιάδου, ήσαν τα μάλιστα ηρεθισμένοι κατά του Ρισσαφέρνους, τον οποίον εθεώρουν ως απροκαλύπτως αττικίζοντα, θέλων ούτος, όπως τουλάχιστον εφαίνετο, ν' αποπλύνη εαυτόν απέναντι των από τας υποψίας αυτάς, ετοιμάζετο να μεταβή εις την Άσπενδον, διά να φέρη απ' εκεί τον Σοινικικόν στόλον και εζήτησεν από τον Ιίχαν να τον συνοδεύση. Θατά την διάρκειαν της απουσίας του, παρήγγειλεν εις τον Ράμων, ένα των υπάρχων του, να παρέχη τας δαπάνας της διατροφής του στρατού. Βιάφοροι διαδόσεις επικρατούν ως προς τον σκοπόν της μεταβάσεως του εις την Άσπενδον, διά της παραλιακής οδού, ούτε είναι εύκολον να γνωρίση κανείς ούτε διατί μετέβη εκεί, ούτε διατί, ενώ μετέβη, δεν έφερε απ' εκεί τον στόλον. Βιότι ότι ήλθε μέχρι της Ώσπένδου ο Σοινικικός στόλος, αποτελούμενος από εκατόν σαράντα επτά πλοία, είναι αναμφισβήτητον. Βιατί όμως δεν ήλθεν εις συνάντησιν του Ξελοποννησιακού, είναι αντικείμενον διαφόρων εικασιών. Θαι άλλοι μεν ισχυρίζονται, ότι σκοπός του ταξειδίου του Ρισσαφέρνους ήτο να εξαντλή, σύμφωνα με την αρχικήν πολιτικήν του, τους Ξελοποννησίους. Ή παροχή, τουλάχιστον, των δαπανών της διατροφής του στόλου των, η οποία είχεν ανατεθή εις τον Ράμων, εγίνετο τουναντίον χειρότερα ήδη και όχι καλλίτερα. Άλλοι, ότι σκοπός του ήτον, αφού έφερε τον Σοινικικόν στόλον μέχρι της Ώσπένδου, να χρηματισθή, επιτρέπων εις αυτόν να επιστρέψη εις τα ίδια (διότι όπως δήποτε ουδέποτε επροτίθετο ο Ρισσαφέρνης να τον χρησιμοποίηση). Θαι άλλοι πάλιν ότι το ταξείδιον επεχείρησεν, ένεκα της εναντίον του καταφοράς, η οποία είχε φθάσει μέχρι Ιακεδαίμονος, διά να ημπορή να προβάλλεται υπέρ αυτού, ότι η διαγωγή του ήτον άψογος, αφού ο καθείς γνωρίζει, ότι μετέβη διά να φέρη τον στόλον, ο οποίος ήτο πράγματι εξωπλισμένος. Γγώ όμως θεωρώ αναμφισβήτητον, ότι ο σκοπός, τον οποίον επεδίωκε διά της ενεργείας ταύτης, ήτον η βαθμιαία εξάντλησις και εξουδετέρωσις των Γλληνικών δυνάμεων. Θαι εξήντλει μεν αυτάς, καταναλίσκων τον χρόνον του διά του μέχρις Ώσπένδου ταξειδίου του και της εκεί χρονοτριβής του, εξουδετέρωνε δε αυτάς, διότι, μη τασσόμενος ούτε με τον ένα, ούτε με τον άλλον, δεν ενίσχυε κανένα εξ αυτών. Βιότι, εάν πραγματικώς ήθελεν, ημπορούσε, νομίζω, να τερματίση τον πόλεμον, εμφανιζόμενος επί της σκηνής, κατά τρόπον βέβαια όχι διφορούμενον. Γάν, λόγου χάριν, έφερε τον Σοινικικόν στόλον, θα έδιδε, κατά πάσαν πιθανότητα, την νίκην εις τους Ξελοποννησίους, αφού και άνευ τούτου ο στόλος των, πού εστάθμευεν απέναντι του Ώθηναϊκού, ήτον ήδη ισόπαλος μάλλον παρά υποδεέστερος τούτου. Γκείνο όμως, το οποίον ιδίως επρόδωσε τας προθέσεις του, είναι η πρόφασις, με την οποίαν εζήτησε να δικαιολογηθή, διατί δεν έφερε τον Σοινικικόν στόλον, το ότι δηλαδή είχαν συγκεντρωθή
ολιγώτερα πλοία παρ' όσα είχε διατάξει ο ΐασιλεύς. Ώλλ' εάν τούτο ήτον αληθές, θα εξησφάλιζε βεβαίως μεγαλητέραν την ευγνωμοσύνην του ΐασιλέως, του οποίου θα οικονομεί τα χρήματα, ενώ θα επετύγχανε το αυτό αποτέλεσμα διά μικροτέρας δαπάνης. Γν πάση περιπτώσει, οιοιδήποτε και αν ήσαν οι σκοποί του ταξειδίου του, ο Ρισσαφέρνης ήλθεν εις την Άσπενδον, όπου συνδιεσκέφθη με τους Σοίνικας. Θαι οι Ξελοποννήσιοι, ωσαύτως, είχαν στείλει εκεί, κατ' αίτησιν του Ρισσαφέρνους, τον Ιακεδαιμόνιον Σίλιππον, επί κεφαλής δύο πλοίων, διά να συνοδεύση ερχόμενον τον Σοινικικόν στόλον.
Ν Ώλκιβιάδης, εξ άλλου, όταν έμαθεν, ότι ο Ρισσαφέρνης ήτον ήδη καθ' οδόν, μεταβαίνων εις την Άσπενδον, ανεχώρησε και αυτός επί κεφαλής τριών και δέκα πλοίων, διευθυνόμενος εκεί, υποσχόμενος δ' εις τον στρατόν, ότι θα κατώρθωνεν ασφαλώς να τους προσφέρη μεγάλην υπηρεσίαν. Βιότι ή θα επετύγχανε να φέρη ο ίδιος τον Σοινικικόν στόλον προς τους Ώθηναίους, ή τουλάχιστον θα τον ημπόδιζε να ενωθή με τους Ξελοποννησίους. Γίχε πιθανώς μάθει από πολλού χρόνου τας αληθείς διαθέσεις του Ρισσαφέρνους (ότι δηλαδή δεν εσκόπευε να φέρη τον Σοινικικόν στόλον), και ήθελε να έκθεση αυτόν όσον το δυνατόν περισσότερον απέναντι των Ξελοποννησίων, βλεπόντων πόσον φιλικαί ήσαν αι προς αυτόν και τους Ώθηναίους σχέσεις του, ίνα ως εκ τούτου αναγκασθή έτι μάλλον να προσχώρηση προς αυτούς. Γκκινήσας ούτως, έπλευσε προς ανατολάς, διευθυνόμενος κατ' ευθείαν εις την Θαύνον και την Σάσιλιν.
ταν η δεκαμελής επιτροπή, πού είχε σταλή από τους Ρετρακοσίους, επέστρεψε από την Πάμον εις τας Ώθήνας και ανεκοίνωσε τα λεχθέντα υπό του Ώλκιβιάδου, ότι δηλαδή συνιστά να επιμείνουν αποφασιστικώς και να μη υποχωρήσουν ούτε κατά κεραίαν απέναντι των εχθρών και ότι έχει μεγάλας ελπίδας διά την συνδιαλλαγήν μεταξύ αυτών και του στρατού και την κατά των Ξελοποννησίων νίκην, πολλοί εκ των αρχικώς μεμυημένων εις το ολιγαρχικόν κίνημα, οι οποίοι και πριν εδυσφόρουν κατά της καταστάσεως, και ευχαρίστως ήδη θα ήθελαν ν' απαλλαγούν αυτής άνευ κινδύνου, ενεθαρρύνθησαν πολύ περισσότερον. Ήρχισαν ήδη να συνέρχωνται και να συζητούν και επικρίνουν τα γινόμενα. Ώρχηγοί αυτών ήσαν μερικοί εκ των επιφανεστάτων ολιγαρχικών, των κατεχόντων ανώτερα αξιώματα, όπως ο Ζηραμένης, ο υιός του Άγκωνος, και ο Ώριστοκράτης, υιός του Πκελίου, και άλλοι, Νύτοι ήσαν μεταξύ των πρωτεργατών της ολιγαρχικής μεταβολής, αλλ' επειδή εφοβούντο σοβαρώς τον στρατόν της Πάμου και τον Ώλκιβιάδην, καθώς και τους εις την Ιακεδαίμονα αποστελλόμενους πρέσβεις, μήπως, άνευ της γνώμης της πλειοψηφίας των ολιγαρχικών, βλάψουν τα συμφέροντα των Ώθηνών, δεν υπεστήριζαν μεν φανερά τον μη περιορισμόν της εξουσίας εις στενόν κύκλον προσώπων, υπεστήριζαν όμως, ότι οι Ξεντακισχίλιοι πρέπει να μη υφίστανται κατ' όνομα μόνον, αλλά να εκλεχθούν πραγματικώς, και ούτω να δοθή εις το πολίτευμα χαρακτήρ μεγαλητέρας ισότητος. Θαι ο μεν χαρακτήρ ούτος του πολιτεύματος απετέλει απλούν πρόσχημα, οι πολλοί όμως εξ αυτών ωθούντο πραγματικώς από ελατήρια προσωπικής φιλοδοξίας εις ενεργείας, αι οποίαι ιδίως φθείρουν τας εκ δημοκρατίας προελθούσας ολιγαρχίας. Θαθόσον πάντες από της πρώτης ημέρας έχουν την αξίωσιν όχι να είναι ίσοι, αλλ' έκαστος, τουναντίον, να υπερτερήση αυτός κατά πολύ τους άλλους. Γνώ, υπό το δημοκρατικόν πολίτευμα, γινομένων εκλογών, ανέχεται κανείς ευκολώτερα το αποτέλεσμα αυτών, διότι δεν
θεωρεί, ότι νικάται από τους ομοίους του. Ώλλ' ό,τι προφανώς ενεθάρρυνεν αυτούς, ήτον η μεγάλη επιρροή, την οποίαν εξήσκει εις την Πάμον ο Ώλκιβιάδης και η ιδέα, ότι το ολιγαρχικόν καθεστώς δεν ήτο μόνιμον. Θαι διά τούτο εις έκαστος ηγωνίζετο να γίνη ο ίδιος ο κυριώτατος ηγέτης των δημοκρατικών.
Γκείνοι όμως εκ των Ρετρακοσίων, οι οποίοι αντετάσσοντο κυριώτατα κατά τοιαύτης πολιτικής και οι οποίοι απετέλουν τας κορυφάς του ολιγαρχικού καθεστώτος, όπως ο Σρύνιχος, ο οποίος, διατελέσας στρατηγός εις την Πάμον, είχε περιέλθει εις αντίθεσιν προς τον Ώλκιβιάδην, ως ήδη εξετέθη, ο Ώρίσταρχος, ο οποίος από μακρού χρόνου ήτον εις εκ των φανατικωτάτων αντιδημοκρατικών, ο Ξείσανδρος, ο Ώντιφών, και άλλοι, επιφανέστατοι άνδρες, και προηγουμένως ήδη ευθύς, μετά την εγκατάστασιν των εις την αρχήν και ακολούθως όταν ο στρατός της Πάμου επανεστάτησε κατ' αυτών υπέρ της δημοκρατίας, απέστελλαν πρέσβεις εκ των συναδέλφων των εις την Ιακεδαίμονα, καταβάλλοντες σοβαράς προσπάθειας διά την συνομολόγησιν ειρήνης και ήρχισαν κατασκευάζοντες το τείχος της Εετιωνείας. Γις την πολιτικήν ταύτην ενισχύθησαν έτι μάλλον, μετά την επιστροφήν της επιτροπής των εκ της Πάμου, διότι έβλεπον, ότι όχι μόνον το πλήθος ήρχισε μεταβάλλον γνώμας, αλλά και άνθρωποι του κόμματός των, οι οποίοι εθεωρούντο προηγουμένως ως άξιοι πάσης εμπιστοσύνης. Φς εκ τούτου, κατεπτοημένοι διά την κατάστασιν και των Ώθηνών και της Πάμου, απέστειλαν εσπευσμένως τον Ώντιφώντα, τον Σρύνιχον και δέκα άλλους, παραγγείλαντες εις αυτούς να συνομολογήσουν ειρήνην προς τους Ιακεδαιμονίους υπό οιουσδήποτε ανεκτούς οπωσδήποτε όρους, ενώ εξ άλλου επέσπευδαν μετά μεγαλήτερος δραστηριότητος την κατασκευήν του τείχους της Εετιωνείας. Πκοπός της κατασκευής τούτου, όπως ισχυρίζετο ο Ζηραμένης και οι περί αυτόν, ήτον όχι να εμποδίσουν τον στόλον της Πάμου να εισέλθη εις τον Ξειραιά, εάν ήρχετο όπως εκβιάση την είσοδον του, αλλά μάλλον, όπως διευκολύνουν, όταν ήθελαν, την είσοδον του εχθρικού στόλου και του στρατού. Βιότι η Εετιώνεια είναι φυσικός κυματοθραύστης του λιμένος του Ξειραιώς και ευθύς παρ' αυτήν ευρίσκεται η είσοδος τούτου. Ρο νέον τείχος έμελλε να ενωθή με το προϋπάρχον προς το μέρος της ξηράς τοιούτον, ώστε ολίγοι άνθρωποι, εγκαθιστάμενοι εντός αυτού, να είναι κύριοι της εισόδου του λιμένος. Βιότι και το παλαιόν προς το μέρος της ξηράς τείχος και το νεωστί ήδη οικοδομούμενον κατά μήκος της θαλάσσης εσωτερικόν τείχος ετελείωναν εις τον ένα ακριβώς εκ των δύο πύργων, οι οποίοι προϋπήρχαν εις αυτό το στόμιον του λιμένος. Πυγχρόνως κατεσκεύασαν εγκάρσιον τείχος, διά του οποίου περιέλαβαν εις την νέαν οχύρωσιν της Εετιωνείας την εντός του Ξειραιώς και ευθύς προ αυτής κειμένην ευρυτάτην στοάν, την οποίαν παρέλαβαν οι ίδιοι εις την κατοχήν των, υποχρεώσαντες πάντας ν' αποθηκεύσουν εντός αυτής και τον ήδη υπάρχοντα και τον εισαγόμενον έξωθεν σίτον, και να, τον λαμβάνουν απ' εκεί, οσάκις επρόκειτο να τον πωλήσουν.
Ώπό πολλού ήδη χρόνου διέσπειρε τας φήμας ταύτας ο Ζηραμένης. Θαι όταν επέστρεψαν εκ της Ιακεδαίμονος οι πρέσβεις, χωρίς να κατορθώσουν τίποτε υπέρ της γενικής ειρήνης, εξηκολούθει υποστηρίζων, ότι η οχύρωσις αυτή της Εετιωνείας θα φέρη πιθανώς την καταστροφήν του κράτους. Βιότι κατά την εποχήν ακριβώς αυτήν, συνεπεία προσκλήσεως των Γυβοέων, σαράντα δύο πλοία, μεταξύ των οποίων μερικά ήσαν Ηταλιωτικά, από τον Ράραντα και τους Ιοκρούς, και μερικά Πικελιωτικά, εστάθμευαν ήδη εις τον Ιαν της Ιακωνικής, ετοιμαζόμενα να πλεύσουν κατά της Γυβοίας, υπό την αρχηγίαν του
Ππαρτιάτου Εγησανδρίδου, υιού του Εγησάνδρου. Ρα πλοία ταύτα, υπεστήριζεν ο Ζηραμένης, ότι δεν προωρίζοντο διά την Γύβοιαν, αλλ' ότι έμελλαν να πλεύσουν προς προστασίαν εκείνων, οι όποιοι τειχίζουν την Εετιώνειαν, και ότι αν δεν λάβουν από τούδε τα μέτρα των, θα φθάσουν εις την καταστροφήν, χωρίς να το εννοήσουν. Θαι πράγματι εκείνοι κατά των οποίων απηυθύνετο η κατηγορία διενήργουν τοιούτο τι και επομένως δεν επρόκειτο περί απλής συκοφαντίας. Βιότι ούτοι, διατηρούντες εν πάση περιπτώσει την ολιγαρχικήν αρχήν, επεδίωκαν προ παντός μεν να διατηρήσουν και την επί των συμμάχων ηγεμονίαν, αλλ' εάν τούτο δεν ήτο δυνατόν, να μείνουν ανεξάρτητοι, διατηρούντες απλώς τον στόλον και τα τείχη της πόλεως. Θαι αν και τούτο απεκλείετο, να μη καταστραφούν τουλάχιστον αυτοί προ των άλλων διά της εκ νέου εγκαταστάσεως της δημοκρατίας, αλλά και τους εχθρούς να εισαγάγουν εντός της πόλεως και παραιτούμενοι της διατηρήσεως του στόλου και των τειχών να συνάψουν ειρήνην υπό οιουσδήποτε όρους διά το κράτος, αρκεί να κατώρθωναν να σώσουν τουλάχιστον την ζωήν των. 92. Φς εκ τούτου, έκτιζαν μετά πολλής δραστηριότητος και επεδίωκαν να τελειώσουν εγκαίρως το τείχος της Εετιωνείας, το οποίον είχε και πύλας και πυλίδας και παντός είδους ευκολίας διά την είσοδον του εχθρού. Θαι μέχρι τούδε μεν αι κατηγορίαι του Ζηραμένους και των περί αυτόν περιωρίζοντο εις στενόν κύκλον και εγίνοντο κρυφίως μάλλον. Ώλλά μετά την επιστροφήν του από της εις την Ιακεδαίμονα πρεσβείας, ο Σρύνιχος, πριν απομακρυνθή πολλά βήματα από το ΐουλευτήριον, ετραυματίσθη φονικώς από ένα των περιπόλων εντός της αγοράς και κατά την ώραν όπου αύτη είναι γεμάτη από κόσμον, και απέθανεν αμέσως. Ν δράστης διέφυγεν. Ώλλ' οι συνεργοί αυτού, κάποιος Ώργείος, συλληφθείς και υποβληθείς εις βασανιστήρια υπό των Ρετρακοσίων κατά την ανάκρισιν, δεν απεκάλυψε κανένα ηθικόν αυτουργόν ούτε άλλο τι ωμολόγησε παρά μόνον ότι εγνώριζεν, ότι πολλοί συνήρχοντο και εις του περιπολάρχου και εις άλλας οικίας. Θαι επειδή ουδείς προέβη εις βίαιον μέτρον, ένεκα του φόνου τούτου, τότε πλέον και ο Ζηραμένης και ο Ώριστοκράτης και όσοι, είτε εκ του κύκλου αυτών των Ρετρακοσίων, είτε εκτός αυτού, ήσαν της ιδίας με εκείνον γνώμης, προέβησαν τολμηρότερον ήδη εις την λήψιν αποφασιστικών μέτρων. Θαθόσον και η Ξελοποννησιακή μοίρα του στόλου, περιπλεύσασα τον Καλέαν, ήλθεν από τον Ιαν και ηγκυροβόλησεν εις την Γπίδαυρον, οπόθεν είχε προβή εις επιδρομήν κατά της Ώιγίνης. Θαι ο Ζηραμένης υπεστήριζεν, ότι, εάν ο στόλος ούτος έπλεε κατά της Γυβοίας, δεν ήτο φυσικόν ν' ανέλθη τον Παρωνικόν κόλπον μέχρι της Ώιγίνης και απ' εκεί πάλιν να επιστρέψη, όπως αγκυροβολήση εις την Γπίδαυρον, εάν δεν είχε προσκληθή προς τον σκοπόν διά τον οποίον ανέκαθεν κατηγόρει ούτος τους άκρους ολιγαρχικούς. Φς εκ τούτου, προσέθεσε, δεν ημπορούν να μένουν πλέον αδρανείς. Ρέλος, αφού ηκούσθησαν πολλοί στασιαστικοί λόγοι και διετυπώθησαν διάφοροι υποψίαι, επελήφθησαν σοβαρώτερον της καταστάσεως. Θαθόσον οι οπλίται, οι οποίοι εις τον Ξειραιά ησχολούντο με την κατασκευήν του τείχους της Εετιωνείας, μεταξύ των οποίων ήτον και ο Ώριστοκράτης, ως ταξίαρχος την φυλής του, συνέλαβαν τον Ώλεξικλέα, ο οποίος είχε διορισθή στρατηγός υπό των ολιγαρχικών και ενδιεφέρετο εξαιρετικώς διά τας πολιτικάς λέσχας, και τον εφυλάκισαν μέσα εις ένα σπήτι. Κετ' αυτών συνέπραξαν και άλλοι, και κάποιος Έρμων, αρχηγός των περιπόλων, αι οποίαι εστάθμευαν εις την Κουνυχίαν. Ρο σπουδαιότερον όμως ήτον, ότι το πλήθος των οπλιτών επιδοκίμαζε ταύτα. Γυθύς ως ανηγγέλθησαν ταύτα εις τους Ρετρακοσίους, καθ' ην ακριβώς ώραν συνεδρίαζαν εις το ΐουλευτήριον, όσοι εξ αυτών απεδοκίμαζαν αυτά, ήσαν έτοιμοι να λάβουν τα όπλα και ήρχισαν απειλούντες τον Ζηραμένη και τους περί αυτόν. Ώλλ' ούτος απέκρουσε την κατηγορίαν και προσεφέρθη να μεταβή αμέσως
με αυτούς, όπως από κοινού ελευθερώσουν τον Ώλεξικλέα. Θαι παραλαβών ένα των ομοφρόνων του στρατηγών κατήρχετο εις τον Ξειραιά. Έσπευδεν, εξ άλλου, προς τα εκεί και ο Ώρίσταρχος, με μερικούς νέους εκ της τάξεως των ιππέων. Ν επικρατών θόρυβος ήτο μέγας και τρομερός. Θαθόσον και εις τας Ώθήνας ενόμιζον ότι ο Ξειραιεύς είχε καταληφθή υπό επαναστατών και ότι ο συλληφθείς στρατηγός είχε θανατωθή και εις τον Ξειραιά, ότι όσον ούπω θα φθάσουν εξ Ώθηνών να τους επιτεθούν. Θαι μόλις και μετά μεγάλης δυσκολίας καθησύχασαν και απέφυγαν την εμφύλιον σύγκρουσιν διά της επεμβάσεως των πρεσβυτέρων, οι οποίοι εμπόδιζαν τους περιτρέχοντας τας Ώθήνας και οπλιζομένους, και του εκ Σαρσάλων Ζουκυδίδου, προξένου των Ώθηναίων, ο οποίος, ευρεθείς εκεί, έσπευδε μετά μεγάλου ζήλου εμποδίζων καθένα πού συνήντα και εξορκίζων αυτούς να μη καταστρέψουν την πατρίδα, καθ' ην στιγμήν ο εχθρός παραμονεύει τόσον πλησίον. Θαι ο μεν Ζηραμένης, ο οποίος ήτο και αυτός στρατηγός, κατελθών εις τον Ξειραιά, επετίμα τους οπλίτας, διά κραυγών τουλάχιστον. Ν Ώρίσταρχος όμως και οι άλλοι αντίπαλοι του Ζηραμένους εμαίνοντο κατά του πλήθους. Νι πλείστοι, εξ άλλου, των οπλιτών ουδαμώς μετέβαλαν γνώμην, αλλ' ετοιμάζοντο να επιληφθούν της κατεδαφίσεως και ηρώτων τον Ζηραμένη, εάν νομίζη, ότι η οικοδομή του τείχους γίνεται με απλούν σκοπόν και αν δεν νομίζη, ότι η κατεδάφισίς του είναι προτιμωτέρα. Νύτος απήντησεν, ότι αν εκείνοι νομίζουν, ότι πρέπει να κατεδαφισθή, συμφωνεί και αυτός. Γυθύς αμέσως, οι οπλίται και πολλοί εκ των κατοίκων του Ξειραιώς, αναβάντες εις το τείχος, ήρχισαν να το κρημνίζουν. Ή πρόσκλησις, η οποία απηυθύνετο προς το πλήθος, ήτον ότι «όποιος προτιμά να άρχουν οι Ξέντε Τιλιάδες αντί των Ρετρακοσίων οφείλει να βοηθήση εις την κατεδάφισιν». Βιότι απέκρυπταν εισέτι τας αληθείς προθέσεις των υπό το όνομα των Ξέντε Τιλιάδων, μη λέγοντες καθαρά «όποιος προτιμά να άρχη ο λαός, διότι εφοβούντο μήπως οι Ξέντε Τιλιάδες υφίστανται πραγματικώς και επομένως μήπως ομιλών κανείς, χωρίς να το γνωρίζη, προς άλλον ανήκοντα εις τους Ξέντε χιλιάδας, εκτεθή εις κίνδυνον. Θαι διά τούτο οι Ρετρακόσιοι, εάν δεν ήθελαν να υφίστανται πραγματικώς οι Ξέντε Τιλιάδες, δεν ήθελαν όμως ούτε να γνωρίζη ο κόσμος, ότι δεν υφίστανται. Βιότι το να καταστήσουν συμμέτοχους της αρχής τόσον πολλούς εθεώρουν καθαράν δημοκρατίαν, ενώ εξ άλλου η αβεβαιότης θα εδημιούργει φόβον των μεν προς τους δε. 93. Ρην επομένην, οι Ρετρακόσιοι, μολονότι ζωηρώς ανησυχούντες, ήρχισαν εν τούτοις συγκεντρωνόμενοι εις το ΐουλευτήριον. Γξ άλλου, οι οπλίται εις τον Ξειραιά, αφού απέλυσαν τον Ώλεξικλέα που είχαν συλλάβει, και κατεδάφισαν το τείχος, ήλθαν εις το παρά την Κουνυχίαν Βιονυσιακόν θέατρον και αποθέσαντες τα όπλα των συνεκρότησαν συνέλευσιν, και κατόπιν ληφθείσης αποφάσεως, εβάδισαν ευθύς προς τας Ώθήνας όπου εστάθμευσαν εις τον αρχαίαν ναόν των Βιοσκούρων, αποθέσαντες εκεί τα όπλα των. Γκεί ήλθαν προς συνάντησίν των μερικοί απεσταλμένοι από τους Ρετρακοσίους, ο! οποίοι ήρχισαν συνδιαλεγόμενοι εις προς ένα και προσπαθούντες να πείσουν όσους έβλεπαν διαλλακτικού χαρακτήρος και οι ίδιοι να μένουν ήσυχοι και τους άλλους να συγκρατούν, βεβαιώνοντες, ότι θα δημοσιευθούν τα ονόματα των Ξέντε Τιλιάδων, και ότι εκ τούτων θα λαμβάνωνται εκ περιτροπής οι Ρετρακόσιοι, καθ' όν τρόπον εγκρίνουν οι Ξέντε Τιλιάδες. Ώλλ' εν τω μεταξύ συνιστών να μη προβούν εις καμμίαν ενέργειαν, η οποία ημπορεί να καταστρέψη την πόλιν ούτε να εξωθήσουν αυτήν προς τους εχθρούς. Κετά πολλούς εκατέρωθεν λόγους, το όλον πλήθος των οπλιτών κατέστη ηρεμώτερον και ήρχισαν ιδίως φοβούμενοι διά τους επαπειλούντας την όλην πολιτείαν κινδύνους. Πυνεφώνησαν λοιπόν, όπως συνέλθη εις ωρισμένην ημέραν συνέλευσις του λαού εις το θέατρον του Βιονύσου, διά να επιδίωξη την αποκατάστασιν της ομονοίας.
Θατά την ορισθείσαν ημέραν, ενώ οι πολίται είχαν αρχίσει ήδη συνερχόμενοι, ανηγγέλθη, ότι η υπό τον Ώγησανδρίδαν εκ σαράντα δύο πλοίων μοίρα του Ξελοποννησιακού στόλου, προερχομένη εκ Κεγάρων, διήρχετο προ της Παλαμίνος και καθείς από τους οπλίτας ενόμιζεν, ότι πρόκειται ακριβώς περί πραγματοποιήσεως των όσων από καιρού έλεγεν ο Ζηραμένης και οι περί αυτόν, ότι δηλαδή τα πλοία ήρχοντο διά να καταλάβουν το τείχος της Εετιωνείας, και έχαιραν διότι το είχαν ήδη κατεδαφίσει. Γίναι ενδεχόμενον, ότι ο Εγησανδρίδας περιέπλεε περί την Γπίδαυρον και τα γειτονικά μέρη, συνεπεία πράγματι προηγουμένης συνεννοήσεως, είναι όμως πιθανόν και ότι τον συνεκράτει εκεί η ελπίς, ότι, ένεκα των επικρατουσών τότε εμφυλίων διαιρέσεων, ημπορούσε να επωφεληθή καταλλήλου τινός ευκαιρίας. Νπωσδήποτε, μόλις ήκουσαν την είδησιν ταύτην όλοι οι Ώθηναίοι, οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα, ήρχισαν τρέχοντες προς τον Ξειραιά, καθόσον εθεώρησαν ότι των εσωτερικών των ερίδων προείχεν ο μεγαλήτερος αγών προς τους κοινούς εχθρούς, ο οποίος τους ηπείλει πλέον, όχι μακρόθεν, αλλά προ του στομίου του ιδίου λιμένος των. Θαι άλλοι μεν ήρχισαν επιβαίνοντες εις τα έτοιμα ήδη πλοία, άλλοι προέβαιναν εις την καθέλκυσιν άλλων, και άλλοι έσπευδαν εις άμυναν των τειχών και του στομίου του λιμένος. 95. Ή μοίρα εν τούτοις του Ξελοποννησιακού στόλου, αφού έπλευσε κατά μήκος της ακτής και έκαμψε το Πούνιον, ηγκυροβόλησε μεταξύ Ζορικού και Ξρασιών και ακολούθως κατέπλευσεν εις Φρωπόν. Νι Ώθηναίοι έπεμψαν εσπευσμένως εις Γρέτρειαν, υπό την αρχηγίαν του Ζυμοχάρους, μοίραν στόλου, τα πληρώματα του οποίου ηναγκάσθησαν να συγκροτήσουν όπως όπως από μη ησκημένους άνδρας, αφ' ενός μεν ένεκα της επικρατούσης εντός της πόλεως πολιτικής ανωμαλίας, αφ' ετέρου δε ένεκα της επιθυμίας του να σπεύσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον εις βοήθειαν των σπουδαιότατων κτήσεων των. Βιότι μετά των εκ Βεκελείας αποκλεισμόν της Ώττικής, η Γύβοια ήτο το παν δι' αυτούς. Κετά την άφιξιν της μοίρας ταύτης του στόλου και την εις αυτήν προσθήκην των προηγουμένως ήδη εις την Γύβοιαν ναυλοχούντων πλοίων, η δύναμις αυτής ανήλθεν εις τριάντα εξ σκάφη. Θαι άμα ως μόλις ταύτα έφθασαν, ηναγκάσθησαν ευθύς αμέσως να ναυμαχήσουν. Βιότι ο Ώγησανδρίδας, μετά το μεσημβρινόν πρόγευμα, εξέπλευσεν από τον Φρωπόν. Ρο πλάτος της θαλάσσης μεταξύ τούτου και της Γρετρίας είναι εξήντα στάδιοι. Φς εκ τούτου, όταν οι Ώθηναίοι είδαν πλέουσαν κατ' αυτών την Ξελοποννησιακήν μοίραν, ήρχισαν αποβιβάζοντες τα πληρώματα των, νομίζοντες ότι οι άνδρες ήσαν παρατεταγμένοι αμέσως πλησίον των πλοίων. Ώλλ' ούτοι ευρίσκοντο την στιγμήν εκείνην εις τας πλέον απομακρυσμένος οικίας της Γρετρίας, προς προμήθειαν τροφίμων διά το πρόγευμα των. Βιότι εκ προνοίας των Γρετριέων δεν ευρίσκετο εις την αγοράν τίποτε προς πώλησιν, ακριβώς διά να επιβραδυνθή η επιβίβασις των πληρωμάτων και προφθάσουν οι Ξελοποννήσιοι να επιτεθούν και αναγκάσουν ούτω τους Ώθηναίους να εκπλεύσουν προς αντιμετώπισιν αυτών όπως όπως. Ή κατάλληλος, άλλωστε, στιγμή διά τον έκπλουν εγνωστοποιήθη εις τον Φρωπόν διά της υψώσεως σήματος εξ Γρετρίας. Νύτως απροετοίμαστοι εκπλεύσαντες οι Ώθηναίοι και ναυμαχήσαντες προ του λιμένος της Γρετρίας, κατώρθωσαν μολαταύτα να ανθέξουν επί τινα χρόνον, έπειτα όμως, τραπέντες εις φυγήν, κατεδιώχθησαν μέχρι της ξηράς. Ώτυχέστεροι όλων υπήρξαν όσοι εξ αυτών κατέφυγαν εις την πόλιν της Γρετρίας, θεωρούντες αυτήν φιλικήν, καθόσον οι κάτοικοι εφόνευαν αυτούς. Ώλλ' όσοι κατέφυγαν εις το οχύρωμα της Γρετρίας, το οποίον κατείχετο υπ' αυτών των Ώθηναίων, εσώθησαν, καθώς και τα πληρώματα των πλοίων, τα οποία έφθασαν εις την Ταλκίδα. Νι Ξελοποννήσιοι, κυριεύσαντες είκοσι δύο πλοία, και άλλους μεν εκ των
πληρωμάτων αυτών φονεύσαντες, άλλους δε συλλαβόντες ζώντας, έστησαν τρόπαιον. Νλίγον μετά ταύτα, αφού απέσπασαν από τους Ώθηναίους ολόκληρον την Γύβοιαν, πλην του Φρεού, τον οποίον κατείχαν ούτοι, ήρχισαν ρυθμίζοντες τα της διοικήσεως αυτής.
96. Κόλις ήλθεν εις Ώθήνας η είδησις των γεγονότων τούτων της Γυβοίας, οι κάτοικοι κατελήφθησαν από μεγαλήτερον παρά ποτέ άλλοτε πανικόν. Νύτε αυτή η καταστροφή της Πικελικής εκστρατείας, όσον φοβερά και αν εθεωρήθη τότε, ούτε άλλο ποτέ τίποτε κατεπτόησεν αυτούς τόσον πολύ. Θαι πώς ήτο τωόντι δυνατόν να μη αποθαρρυνθούν, όταν ο στρατός της Πάμου είχεν επαναστατήσει, και ούτε πλοία, αλλ' ούτε πληρώματα υπήρχαν, και η πόλις εμαστίζετο υπό εμφυλίων ερίδων και δεν εγνώριζαν μήπως από στιγμής εις στιγμήν εκραγή εμφύλιος πόλεμος, και ως κορύφωμα όλων επήλθε τόσον μεγάλη συμφορά, συνεπεία της οποίας έχασαν τόσα πλοία, και το σπουδαιότερον, την Γύβοιαν, από την οποίαν επορίζοντο περισσοτέρας ωφελείας παρά από αυτήν την Ώττικήν. Γκείνο όμως, το οποίον περισσότερον και αμεσώτερον τους ανησύχει, ήτον ο φόβος μήπως ο εχθρός, νικητής ήδη, τολμήση να επιτεθή κατ' ευθείαν εναντίον των, πλέων κατά του Ξειραιώς, στερουμένου ναυτικής δυνάμεως προς άμυναν. Γνόμιζαν μάλιστα ότι ο εχθρός φθάνει εκεί από στιγμής εις στιγμήν, πράγμα το οποίον και θα κατώρθωναν ευκόλως, εάν ήσαν τολμηρότεροι. Βιά της παραμονής των προς ενέργειαν αποκλεισμού, και τας διαιρέσεις εντός της πόλεως θα επέτειναν, και τον στόλον θα εξηνάγκαζαν, καίτοι εχθρόν της ολιγαρχίας να έλθη εκ των παραλίων της Ηωνίας προς βοήθειαν των ιδίων των συγγενών και ολοκλήρου της πόλεως, οπότε όχι μόνον ο Γλλήσποντος θα περιήρχετο εις την εξουσίαν των, αλλά και η Ηωνία και αι νήσοι και ούτως ειπείν ολόκλήρος η επικράτεια της Ώθηναϊκής ηγεμονίας. Ώλλ' όχι μόνον εις την περίστασιν αυτήν, αλλά και εις πολλάς άλλας απεδείχθησαν οι Ιακεδαιμόνιοι χρησιμώτατοι διά τους Ώθηναίους εχθροί. Βιότι η μεγίστη διαφορά του χαρακτήρος των δύο λαών, των οποίων ο μεν είναι ταχύς, ο δε βραδύς, ο εις αποφασιστικός, ο άλλος άτολμος, παρέσχε μεγίστην υπηρεσίαν εις τους Ώθηναίους, προ πάντων καθόσον η ηγεμονία αυτών ήτο ναυτική. Ρούτο, άλλωστε, απέδειξαν και οι Πυρακούσιοι, οι οποίοι ως εκ του ότι τους ωμοίαζαν κατά τον χαρακτήρα περισσότερον όλων των άλλων, επολέμησαν αυτούς και πολύ καλλίτερα όλων των άλλων.
Ξαρ' όλην εν τούτοις την εκ της ειδήσεως ταύτης προξενηθείσαν κατάπληξιν, οι Ώθηναίοι κατώρθωσαν να εξοπλίσουν είκοσι πλοία και συνεκάλεσαν αμέσως, διά πρώτην φοράν μετά την εγκατάστασιν της ολιγαρχίας, συνέλευσιν του λαού, εις την θέσιν όπου συνειθίζετο να συνέρχεται αύτη και προηγουμένως, και η οποία ονομάζεται Ξνύξ. Θατ' αυτήν κατήργησαν τους Ρετρακοσίους και εψήφισαν ν' ανατεθή η κυβέρνησις εις τους Ξέντε Τιλιάδες, εις τους οποίους θα περιελαμβάνοντο και όσοι ημπορούσαν εξ ιδίων να προμηθευθούν πλήρη τον οπλισμόν των. Πυγχρόνως απεφάσισαν, ότι κανείς από τους ασκούντας δημοσίαν υπηρεσίαν δεν θα λαμβάνη μισθόν. Ν παραβάτης της απαγορεύσεως ταύτης εκηρύττετο κατάρατος. Κετά την πρώτην ταύτην, συνεκλήθησαν ακολούθως και άλλαι συνελεύσεις του λάου εις την Ξνύκα, κατά τας οποίας διώρισαν τους νομοθέτας και εψήφισαν όλα τα άλλα αναγκαία διά την οργάνωσιν της πολιτείας μέτρα. Θαι κατά την πρώτην περίοδον, η οποία επηκολούθησε τα μέτρα ταύτα, οι Ώθηναίοι είχον αναμφισβητήτως το άριστον επί των ήμερων μου πολίτευμα. Βιότι έγινε τότε η προσήκουσα ανάμιξις δημοκρατίας και ολιγαρχίας και το νέον
τούτο πολίτευμα επέτρεψε διά πρώτην φοράν εις την πόλιν ν' ανορθωθή πάλιν μετά την ολεθρίαν κατάστασιν, εις την οποίαν είχε καταπέσει. Γψήφισαν συγχρόνως άδειαν επιστροφής και διά τον Ώλκιβιάδην και δι' άλλους συγχρόνως εξορίστους και στείλαντες απεσταλμένους προς αυτόν και τον στρατόν της Πάμου, τους προσεκάλουν να επιληφθούν δραστηρίως της διεξαγωγής του πολέμου.
Γυθύς μετά την έναρξιν της νέας ταύτης πολιτειακής μεταβολής, ο Ξείσανδρος, ο Ώλεξικλής και οι κυριώτεροι ολιγαρχικοί, διέφυγαν λαθραίως εις την Βεκέλειαν. Κόνος εξ αυτών ο Ώρίσταρχος, ο οποίος ήτο εις από τους στρατηγούς, παραλαβών μερικούς από τους πλέον βαρβάρους τοξότας, διηυθύνθη εσπευσμένως προς την Νινόην, Ώθηναϊκόν φρούριον, παρά τα σύνορα της ΐοιωτίας. Ρο φρούριον τούτο επολιόρκουν τότε, δι' ίδιον λογαριασμόν, οι Θορίνθιοι, ζητήσαντες και την βοήθειαν των ΐοιωτών, διά τον λόγον, ότι ήθελαν να εκδικηθούν την φρουράν αυτού, η οποία είχε φονεύσει μερικούς ιδικούς των, επιστρέφοντας εκ Βεκελείας. Πυνεννοηθείς με τους πολιορκητάς, ο Ώρίσταρχος ηπάτησε την φρουράν της Νινόης, διαβεβαιώνων ότι η κυβέρνησις των Ώθηνών είχε συνομολογήσει ειρήνην προς τους Ιακεδαιμονίους, ρυθμίζουσαν και τα άλλα ζητήματα, και σύμφωνα με ένα εκ των όρων αυτής έπρεπε να παραδώσουν το φρούριον εις τους ΐοιωτούς. Ή φρουρά, πιστεύσασα τον Ώρίσταρχον ως στρατηγόν, και διατελούσα ως εκ της πολιορκίας εις πλήρη άγνοιαν των γινομένων, εξεκένωσε το φρούριον, κατόπιν ανακωχής. Θατά τοιούτον τρόπον η Νινόη, μετά την εκκένωσιν της, κατελήφθη υπό των ΐοιωτών, ενώ εις την ολιγαρχίαν και τους εμφυλίους σπαραγμούς των Ώθηνών ετέθη τέρμα.
Θατά την αυτήν περίπου εποχήν του θέρους τούτου, επειδή οι Ξελοποννήσιοι εις την Κίλητον έβλεπαν, ότι κανείς δεν έδιδεν εις αυτούς την διατροφήν, την οποίαν ο Ρισσαφέρνης είχε παραγγείλει, ως ήδη ελέχθη, να δίδεται, ότι ούτε ο Σοινικικός στόλος είχεν έλθει ακόμη, ούτε ο Ρισσαφέρνης, ότι ο μετά τούτου συναποσταλείς Σίλιππος, καθώς και ο Πτταρτιάτης Ηπποκράτης, ο οποίος ευρίσκετο εις την Σάσιλιν, είχαν ποιήσει τον ναύαρχον Κίνδαρον, ότι και ο στόλος δεν θα έλθη και η συμπεριφορά του Ρισσαφέρνους ήτο καθ' όλα ανειλικρινής, και επί πλέον ανήγγελλαν ότι ο Σαρνάβαζος τους προσεκάλει, υποσχόμενος όπως ο Ρισσαφέρνης, εάν εξασφαλίση την βοήθειαν του Ξελοποννησιακού στόλου, ν' αττοσπάση και αυτός από τους Ώθηναίους τας υπολειπομένας ακόμη Γλληνικάς πόλεις της σατραπείας του, προσδοκών εκ της αποστασίας αυτής να ωφεληθή και ο ίδιος. Ρότε πλέον ο Κίνδαρος, κατόπιν παραγγέλματος δοθέντος αιφνιδίως, διά να διαφύγη την προσοχήν των εν Πάμω Ώθηναίων, εξέπλευσεν εκ της Κιλήτου εις αρίστην τάξιν, επί κεφαλής στόλου εξ εβδομήντα τριών πλοίων, πλέων προς τον Γλλήσποντον, όπου προηγουμένως, κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, είχε καταπλεύσει μοίρα στόλου δέκα εξ πλοίων, η οποία επέδραμε μέρος της Τερσονήσου (της Θαλλιπόλεως). Θαταληφθείς όμως υπό τρικυμίας, ηναγκάσθη να προσορμισθή εις την Ίκαρον, και αφού παρέμεινεν εκεί πέντε ή εξ ημέρας, ένεκα της κακοκαιρίας, κατέπλευσεν εις την Τίον. 100. ταν ο Ζράσυλλος έμαθε τον εκ της Κιλήτου έκπλουν του Κινδάρου, απέπλευσε και αυτός αμέσως εκ Πάμου, επί κεφαλής πενήντα πέντε πλοίων, σπεύδων να προλάβη την είσοδον του εχθρικού στόλου εις τον Γλλήσποντον. Ώλλά μαθών, ότι ούτος ευρίσκετο εις την Τίον και νομίσας ότι θα κατορθώση να μη τον αφίση
να διαφύγη απ' εκεί απαρατήρητος, ετοποθέτησε προς τον σκοπόν τούτον φρουράν και εις την Ιέσβον και εις την απέναντι Κικρασιατικήν ακτήν, διά να επιτηρούν τας κινήσεις του. Ν ίδιος, πλεύσας κατά μήκος της ακτής εις την Κήθυμναν, διέταξε την ετοιμασίαν κριθάλευρου και όλων των αναγκαίων τροφίμων, όπως, εάν παραταθή η εκεί παραμονή του Κινδάρου, χρησιμοποίηση την Ιέσβον ως ορμητήριον των κατά της Τίου επιχειρήσεων του. Ήθελε, συγχρόνως, επειδή η Γρεσός είχεν αποστατήσει, αποσχισθείσα από την λοιπήν Ιέσβον, να πλεύση εναντίον της και την κυρίευση, εάν ημπορέση. Θαθόσον μερικοί από τους επιφανεστάτους Κυθημναίους εξόριστους είχαν φέρει από την Θύμην πενήντα περίπου οπλίτας οπαδούς των, εκτός άλλων μισθοφόρων εκ Κικρασίας, του όλου αυτών αριθμού ανελθόντος εις τριακοσίους περίπου. Κε την δύναμιν αυτήν, της οποίας την αρχηγίαν ανέλαβεν ο Ζηβαίος Ώνάξαρχος, λόγω της κοινότητος της καταγωγής, επετέθησαν πρώτον κατά της Κηθύμνης. Ώλλ' επειδή η απόπειρα των απεκρούσθη ως εκ της εγκαίρου αφίξεως της Ώθηναϊκής φρουράς εκ Κυτιλήνης, ήτις, εξελθούσα μετά τούτο των τειχών συνήψε μάχην, διά της οποίας και πάλιν τους απώθησεν, ήλθαν διά της ορεινής οδού εις την Έρεσον, την οποίαν έπεισαν να επαναστατήση. Γκεί λοιπόν έπλευσε με όλον του τον στόλον ο Ζρά συλλος, προτιθέμενος να επιτεθή κατά της πόλεως. Ώλλ' εύρε φθάσαντα προηγουμένως εκεί τον Ζρασύβουλον, ο οποίος είχεν έλθει από την Πάμον επί κεφαλής πέντε πλοίων, ευθύς ως ανηγγέλθη εις αυτούς η εις Ιέσβον διάβασις των περί ων ο λόγος εξορίστων. Κη προλαβών όμως την έκρηξιν του κινήματος, ηρκέσθη ν' αγκυροβολήση προ της πόλεως. Γκεί επίσης προσήλθαν και δύο πλοία, επιστρέφοντα εκ του Γλλησπόντου εις τα ίδια, και πέντε Κηθυμναϊκά. Ή όλη δύναμις του στόλου ανήλθεν εις εξήντα επτά πλοία, με τους πεζοναύτας των οποίων και χρησιμοποιούντες πολιορκητικάς μηχανάς και κάθε άλλο μέσον ετοιμάζοντο, να καταλάβουν, ει δυνατόν, την Έρεσον εξ εφόδου. 101. Γν τω μεταξύ, ο υπό τον Κίνδαρον Ξελοποννησιακός στόλος εις την Τίον, αφού έμεινεν εκεί δύο ημέρας προς παραλαβήν τροφών, έκαστος δε των ανδρών έλαβε παρά των Τίων τρεις Τιακάς τεσσαρακοστός (Πημ. πιθανώς το 40όν του χρυσού στατήρος), απέπλευσαν την τρίτην ημέραν εσπευσμένως εκ της Τίου, όχι προς την διεύθυνσιν της ανοικτής θαλάσσης, (και τούτο εκ φόβου μήπως συναντηθούν με τον προ της Γρεσού Ώθηναϊκόν στόλον), αλλά με κατεύθυνσιν προς βορράν, έχοντες την Ιέσβον αριστερά. Θαι αφού προσήγγισαν εις τον λιμένα των Θαρτερείων, οι οποίοι ανήκαν εις το κράτος της Σώκαιας, όπου επρογευμάτισαν, και έπλευσαν έπειτα κατά μήκος του εδάφους της Θύμης, εδείπνησαν μέρος μεν εις τας Ώργινούσας νήσους, μέρος δε επί της απέναντι της Κυτιλήνης Κικρασιατικής ακτής. Γκείθεν ανεχώρησαν πάλιν πολύ πριν να εξημέρωση, πλέοντες κατά μήκος της ακτής. Σθάσαντες εις Ώρματούντα, απέναντι ακριβώς της Κηθύμνης, επί της Κικρασιατικής ακτής, αφού δ' επρογευμάτισαν εσπευσμένως, συνέχισαν τον παρά την ακτήν πλουν των. Θαι αφού διήλθαν προ του Ιεκτού, της Ιαρίσης, της Ώμαξιτού, και των άλλων πλησιοχώρων μερών, έφθασαν προ του μεσονυκτίου εις το Οοίτειον, το οποίον ευρίσκεται ήδη εις τον Γλλήσποντον. Κερικά μάλιστα εκ των πλοίων του στόλου κατέπλευσαν εις το Πίγειον και εις άλλα πλησιόχωρα μέρη. 102. Ώλλ' η εκ δέκα οκτώ πλοίων Ώθηναϊκή μοίρα στόλου, η οποία εστάθμευεν εις την Πηστόν, επληροφορήθη και δι' οπτικού τηλεγράφου και από την αιφνιδίαν εμφάνισιν πολλών πυρών επί του εχθρικού εδάφους, ότι ο Ξελοποννησιακάς στόλος εισέπλεεν εις τον Γλλήσποντον. Φς εκ τούτου, διαρκούσης της ιδίας νυκτός, πλέοντες όσον το δυνατόν εγγύτερον της ακτής της Τερσονήσου, διηυθύνοντο προς τον Γλαιούντα, επιδιώκοντες να εξέλθουν εις το ανοικτόν πέλαγος. Θαι διέφυγαν μεν την προσοχήν των δέκα εξ Ξελοποννησιακών πλοίων, τα όποια εστάθμευαν εις την Άβυδον, μολονότι είχε συστηθή εις αυτά υπό του
προσεγγίζοντος υπό τον Κίνδαρον φιλικού στόλου να επιτηρούν τας κινήσεις των, μήπως θελήσουν να εκπλεύσουν. Ρον στόλον όμως του Κινδάρου, ο οποίος τους αντελήφθη κατά τα εξημερώματα και έσπευσεν ευθύς εις καταδίωξιν των, δεν κατώρθωσαν να διαφύγουν όλα τα Ώθηναϊκά πλοία, αλλά τα περισσότερα μεν εσώθησαν, καταφυγόντα εις την Ίμβρον και την Ιήμνον, τέσσαρα όμως, τα οποία έπλεαν τελευταία, κατέφθασεν ο Ξελοποννησιακός στόλος, πλησίον του Γλαιούντος. Γν εξ αυτών, το οποίον εξώκειλε πλησίον του ναού του Ξρωτεσίλαου, συνέλαβαν οι Ξελοποννήσιοι με όλον το πλήρωμα του. Βύο άλλα εκυρίευσαν κενά πληρωμάτων και το τέταρτον, εγκαταλειφθέν επίσης υπό του πληρώματος του, έκαυσαν πλησίον της Ίμβρου. 103. Θατόπιν τούτου, ο στόλος του Κινδάρου, ενωθείς και με την μοίραν της Ώβύδου, και έχων ήδη δύναμιν ογδοήντα εξ πλοίων, απέκλεισε, κατά την ημέραν αυτήν, τον Γλαιούντα, επειδή όμως η πόλις ηρνείτο να παραδοθή, απέπλευσαν εις την Άβυδον. Νι Ώθηναίοι, οι οποίοι δεν έλαβον καμμίαν είδησιν από τους σκοπούς πού είχον τοποθετήσει, και δεν εφαντάζοντο, ότι ημπορούσαν να μη αντιληφθούν τον κατά μήκος της ακτής πλουν του εχθρικού στόλου, αλλ' εξηκολούθουν με την ησυχίαν των ασχολούμενοι εις επιθέσεις κατά του τείχους της Γρέσου, ευθύς ως αντελήφθησαν την πλάνην των, εγκατέλειψαν την Έρεσον και έπλευσαν μετά πάσης ταχύτητος προς υπεράσπισιν του Γλλησπόντου. Πυναντήσαντες δε δύο Ξελοποννησιακά πλοία, τα οποία, κατά την μνημονευθείσαν προ μικρού καταδίωξιν της Ώθηναϊκής μοίρας, είχαν παρασυρθή υπό της τόλμης των πολύ προς το ανοικτόν πέλαγος, συνέλαβαν αυτά και κατέπλευσαν την επιούσαν εις Γλαιούντα. Γκεί, αφού ηγκυροβόλησαν, προσήλθαν προς αυτούς τα εκ της Ίμβρου καταφυγόντα πλοία, και ησχολήθησαν επί πέντε ημέρας παρασκευαζόμενοι διά την επικειμένην ναυμαχίαν, η οποία διεξήχθη κατά τον έξης τρόπον.
Ν Ώθηναϊκός στόλος, τεταγμένος εις γραμμήν παραγωγής, έπλεε πλησιέστατα της ακτής προς την διεύθυνσιν της Πηστού. Νι Ξελοποννήσιοι, εξ άλλου, αντιληφθέντες αυτόν, εξέπλευσαν και αυτοί εκ της Ώβύδου, κατά διεύθυνσιν αντίθετον. Γυθύς ως αντελήφθησαν την επικειμένην ναυμαχίαν, ο μεν Ώθηναϊκός στόλος, έχων δύναμιν εβδομήντα εξ πλοίων, εξέτεινε την γραμμήν της παρατάξεως του κατά μήκος της ακτής της Τερσονήσου από του Ηδάκου μέχρι των Ώρριανών, ο δε Ξελοποννησιακός, έχων δύναμιν ογδοήντα εξ πλοίων, από της Ώβύδου μέχρι του Βαρδάνου. Ρο δεξιόν κέρας των Ξελοποννησίων κατείχαν οι Πυρακούσιοι, το αριστερόν ο Κίνδαρος αυτός, με τα ευκινητότερα πλοία του στόλου. Ρο αριστερόν των Ώθηναίων διώκει ο Ζράσυλλος, το δεξιόν ο Ζρασύβουλος. Νι λοιποί στρατηγοί ετάχθησαν έκαστος εις την ορισθείσαν δι' αυτόν θέσιν. Νι Ξελοποννήσιοι εβιάζοντο να επιτεθούν πρώτοι, και διά μεν της αριστεράς των πτερύγων να υπερφαλαγγίσουν το δεξιόν κέρας των Ώθηναίων, και αποκόψουν εις αυτό, εάν ημπορούσαν, τον προς την ανοικτήν θάλασσαν έκπλουν, ν' απωθήσουν δε συγχρόνως το κέντρον της εχθρικής παρατάξεως προς την ξηράν, από την οποίαν ολίγον απείχεν. Ώλλ' οι Ώθηναίοι, αντιληφθέντες τούτο, επεξέτειναν το δεξιόν κέρας των, του οποίου την εις την ανοικτήν θάλασσαν έξοδον επεζήτει ν' αποκόψη ο εχθρός, και επρόλαβαν την υπερφαλάγγισιν. Γπειδή όμως το αριστερόν των είχεν ήδη κάμψει το ακρωτήριον, το καλούμενον Θυνός Πήμα, αποτέλεσμα τούτου υπήρξεν, ότι το κέντρον της παρατάξεως των ήρχισε να εξασθενή και τ' αποτελούντα αυτό πλοία ν' απέχουν πολύ το εν του άλλου, τόσον μάλλον, καθόσον εμειονέκτουν υπό έποψιν
αριθμού πλοίων και η παραλία περί το Θυνός Πήμα προέχει εις οξείαν γωνίαν, εις τρόπον ώστε δεν ήτο δυνατόν να βλέπουν τι εγίνετο πέραν του ακρωτηρίου τούτου. 105. Γπιπεσόντες επομένως οι Ξελοποννήσιοι κατά του Ώθηναϊκού κέντρου, απώθησαν τα πλοία αυτού εις την ξηράν και υπερτερήσαντες σημαντικώς κατά την μάχην, απεβιβάσθησαν, όπως καταδιώξουν και εκεί τον εχθρόν. Ξρος βοήθειαν του κέντρου, ούτε ο Ζρασύβουλος ηδύνατο να έλθη εκ του δεξιού, ένεκα του πλήθους των πλοίων, τα οποία επίεζαν αυτόν διά των επιθέσεων των, ούτε ο Ζράσυλλος εκ του αριστερού, διότι το ακρωτήριον εμπόδιζε την θέαν και διότι συγχρόνως τα πλοία των Πυρακουσίων και των άλλων όσοι ήσαν απέναντί του, ισάριθμα προς τα ιδικά του, τον συνεκράτουν. Ώλλ' επί τέλους μέρος της παρατάξεως των Ξελοποννησίων ήρχισε να περιπίπτη εις αταξίαν λόγω του ότι ήρχισαν να καταδιώκουν άνευ προφυλάξεως άλλοι το εν και άλλοι το άλλο εχθρικόν πλοίον, ένεκα της εμπιστοσύνης, την οποίαν τους ενέπνεεν η νίκη των κατά του κέντρου. Ώντιληφθείς τούτο ο Ζρασύβουλος, έπαυσεν επεκτείνων την παράταξιν του, και στρέψας αμέσως μέτωπον προς τον εχθρόν, επετέθη κατά του απέναντι του μέρους της εχθρικής παρατάξεως και την ηνάγκασεν εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Έπειτα, επιτεθείς κατά του μέρους της εχθρικής παρατάξεως, το οποίον είχε νικήσει εις το κέντρον, επροξένησεν εις τα διεσπαρμένα πλοία του σοβαράς βλάβας, και ενέβαλε τα πλείστα εξ αυτών εις πανικόν, ούτως ώστε ετράπησαν εις φυγήν, χωρίς αντίστασιν. Θαι οι Πυρακούσιοι, άλλωστε, κατά την στιγμήν ακριβώς αυτήν, είχον ενδώσει απέναντι της υπό τον Ζράσυλλον πτέρυγος του Ώθηναϊκού στόλου και ετράπησαν έτι μάλλον εις φυγήν, όταν είδαν και τους άλλους φεύγοντας. 106. Κετά την εις φυγήν τροπήν, το πλείστον των Ξελοποννησιακών πλοίων κατέφυγαν προς τον Ξύδιον ποταμόν το πρώτον, και έπειτα εις την Άβυδον. Νι Ώθηναίοι εκυρίευσαν ολίγα πλοία, διότι ένεκα της στενότητος του Γλλησπόντου, ο εχθρός ηδύνατο εις μικράν απόστασιν να εύρη τόπον καταφυγής. Ώλλ' η νίκη, την οποίαν κατήγαγαν κατά την ναυμαχίαν ταύτην, υπήρξεν επικαιροτάτη. Βιότι, ενώ τελευταίον εφοβούντο τον Ξελοποννησιακόν στόλον, ένεκα των επανειλημμένων μικρών αποτυχιών των και της μεγάλης καταστροφής των της Πικελίας, έπαυσαν του λοιπού να μέμφωνται ζωηρώς εαυτούς, ή να νομίζουν, ότι οι εχθροί των αξίζουν μεγάλα πράγματα κατά θάλασσαν. Πυνέλαβαν, εν τούτοις, εκ των εχθρικών πλοίων οκτώ Τιακά, πέντε των Θορινθίων, δύο των Ώμπρακιωτών, δύο των ΐοιωτών, και ανά εν των Ιευκαδίων, των Ιακεδαιμονίων, των Πυρακουσίων και των Ξελληνέων. Νι ίδιοι, εξ άλλου, έχασαν δέκα πέντε πλοία. Ώφού δ' έστησαν τρόπαιον εις το ακρωτήριον Θυνός Πήμα, συνέλεξαν τα ναυάγια και επέτρεψαν εις τους εχθρούς να παραλάβουν τους νεκρούς των, χορηγήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν, απέστειλαν και εις τας Ώθήνας τριήρη, φέρουσαν την αγγελίαν της νίκης. Κετά την άφιξιν της τριήρεως, και το άκουσμα τόσον ανελπίστου επιτυχίας, μετά την καταστροφήν πού έπαθαν προσφάτως και εις την Γύβοιαν και κατά την διάρκειαν των εμφυλίων σπαραγμών, οι Ώθηναίοι και πολύ θάρρος ανέλαβαν και ενόμισαν, ότι ημπορούσαν ακόμη να νικήσουν, εάν επιληφθούν μετά ζήλου της καταστάσεως.
Νι Ώθηναίοι, αφού προέβησαν εσπευσμένως εις τας αναγκαίας επισκευάς των πλοίων των, εξέπλευσαν την τετάρτην μετά την ναυμαχίαν ημέραν εκ της Πηστού, διευθυνόμενοι κατά της Θυζίκου, η οποία είχεν αποστατήσει. Έξωθεν του Ώρπαγίου και του Ξριάπου, αντελήφθησαν αγκυροβολημένα τα οκτώ Ξελοποννησιακά πλοία της μοίρας του ΐυζαντίου, επετέθησαν κατ' αυτών και τα εκυρίευσαν, αφού ενίκησαν
κατόπιν μάχης τους προσδραμόντας εκ της ξηράς προς υπεράσπισιν αυτών. Σθάσαντες ακολούθως εις την Θύζικον, ανέκτησαν αυτήν, ατείχιστον ούσαν, και της επέβαλαν την πληρωμήν πολεμικού προστίμου. Ώλλ' εν τω μεταξύ, έπλευσαν και οι Ξελοποννήσιοι εκ της Ώβύδου κατά του Γλαιούντος, όπου ανέκτησαν όσα εκ των κυριευθέντων πλοίων των ήσαν εις καλήν κατάστασιν (ενώ τα λοιπά εκάησαν από τους Γλαιουσίους), και έπεμψαν τον Ηπποκράτη και τον Γπικλέα εις Γύβοιαν, διά να φέρουν τα εκεί ευρισκόμενα πλοία.
Θατά την ιδίαν εποχήν, κατέπλευσε και ο Ώλκιβιάδης, επί κεφαλής των δέκα τριών πλοίων, εις την Πάμον, επιστρέφων από το μέχρι Θαύνου και Σασήλιδος ταξείδιον και ανήγγειλε και ότι επέτυχε να επιστρέψη ο Σοινικικός στόλος εις τα ίδια και επομένως να μη έλθη εις βοήθειαν των Ξελοποννησίων και ότι εξησφάλισε την υπέρ των Ώθηναίων φιλίαν του Ρισσαφέρνους περισσότερον από πριν. Ώκολούθως, εξοπλίσας εννέα πλοία επί πλέον των όσων ήδη είχεν, εισέπραξε πολλά χρήματα από τους Ώλικαρνασσείς και ωχύρωσε την Θων. Κεθ' ο διορίσας διοικητήν της Θω, επέστρεψεν εις την Πάμον, προσεγγίζοντος ήδη του φθινοπώρου.
Ρισσαφέρνης, εξ άλλου, όταν έμαθεν, ότι ο Ξελοποννησιακός στόλος είχε καταπλεύσει εκ της Κιλήτου εις τον Γλλήσποντον, εξεκίνησεν από την Άσπενδον, διευθυνόμενος προς την Ηωνίαν. Ώλλ' ενώ οι Ξελοποννήσιοι ευρίσκοντο εις τον Γλλήσποντον, οι Ώντάνδριοι, οι οποίοι είναι Ώιολείς, έφεραν από την Άβυδον μερικούς οπλίτας διά του όρους της Ίδης και τους εισήγαγαν εντός της πόλεως των, καθόσον επιέζοντο υπό του Ξέρσου Ώρσάκου, υπάρχου του Ρισσαφέρνους. Ν Ώρσάκης αυτός προφασιζόμενος έχθραν εναντίον εχθρού, τον οποίον δεν ωνόμαζε, προσεκάλεσε να τον συνοδεύσουν εις την κατ' αυτού εκστρατείαν μερικούς από τους καλλιτέρους στρατιώτας των Βηλίων, όσοι είχαν εγκατασταθή εις το Ώδραμύττιον, μετά την υπό των Ώθηναίων εκτόπισίν των εκ της Βήλου, κατά την εποχήν του καθαρμού της νήσου. Ρούτους ωδήγησεν έξω της πόλεως ως φίλους και συμμάχους, δήθεν, και περιμείνας την ώραν, κατά την οποίαν ούτοι επρογευμάτιζαν, τους περιεκύκλωσε με τους άνδρας του και τους εφόνευσε, βάλλων κατ' αυτών βροχήν ακοντίων. Ένεκα του κακουργήματος λοιπόν τούτου, εφοβούντο οι Ώντάνδριοι μήπως αποπειραθή και κατ' αυτών ανάλογον τινα βιαιοπραγίαν. Θαι επειδή επέβαλεν εις αυτούς επί πλέον αφόρητα βάρη, εξεδίωξαν την φρουράν αυτού εκ της ακροπόλεως των.
Ν Ρισσαφέρνης, αντιληφθείς ότι και το νέον τούτο πλήγμα ήτον έργον των Ξελοποννησίων, όπως και το της Κιλήτου και της Θνίδου (διότι και εκ της τελευταίας ταύτης πόλεως είχεν εκδιωχθή η φρουρά του), νομίζων δ' ως εκ τούτου, ότι είχε χάσει εντελώς την εκτίμησιν των και φοβηθείς περαιτέρω ζημίας εκ της εχθρότητας των, αλλά και δυσφορών συγχρόνως, διότι ο Σαρνάβαζος, εξασφαλίσας ήδη τας υπηρεσίας των, ήτο ενδεχόμενον να εξασφαλίση, διά μικροτέρας δαπάνης και εις ολιγώτερον διάστημα χρόνου, μεγαλητέρας από τας ιδικάς του επιτυχίας εις τας επιχειρήσεις του εναντίον των [από τας ιδικάς του] Ώθηναίων, απεφάσισε να έλθη προς τους Ξελοποννησίους εις τον Γλλήσποντον, όπως παραπονεθή διά τα γεγονότα της Ώντάνδρου και
δικαιολογηθή όσον ημπορούσε καλλίτερα και διά το ζήτημα του Σοινικικού στόλου και διά τας άλλας εναντίον του κατηγορίας. Θαι πρώτον μεν ήλθεν εις την Έφεσον, όπου προσέφερε θυσίαν εις την Ώρτέμιδα. ΡΓΙΝΠ
ΐΗΐΙΗΝΛ Ώ' Ώίτια και αφορμαί του πολέμου ΞΟΝΝΗΚΗΝΛ (1-23) Ώι μεταναστεύσεις (2) Ρο όνομα Γλλάς (3) Ν Κίνως και η πειρατεία (4) Ν Ρρωϊκός πόλεμος (9) Ώι μετά τα Ρρωικά μεταναστεύσεις (12) Ώι ισχυρότεραι ναυτικαί δυνάμεις (13) Ώνάδειξις των Ώθηνών και της Ππάρτης (16) Ε μέθοδος της ερεύνης (20) Πύγκρισις του Ξελοποννησιακού πολέμου προς τους παλαιοτέρους (23) Ώίτια του Ξελοποννησιακού πολέμου (23) ΡΏ ΘΓΟΘΟΏΧΘΏ (24-55) Άρνησις των Θερκυραίων να συνδιαλλάξουν τους ερίζοντας μεταξύ των Γπιδαμνίους (24) Ώπόφασις των Θορινθίων περί επεμβάσεως εις Γπίδαμνον (25) Ξολιορκία της Γπιδάμνου υπό των Θερκυραίων (26) Ξροετοιμασία των Θορινθίων (26)
Ξρεσβεία Θερκυραίων εις Θόρινθον (28) Ήττα των Θορινθίων (29) Ξρέσβεις της Θορίνθου και της Θερκύρας εις Ώθήνας (31) Ιόγοι των Θερκυραίων Ξρέσβεων (32) Ιόγοι των Θορινθίων Ξρέσβεων (37) Ώμυντική συμμαχία μεταξύ Ώθηναίων και Θερκυραίων (44) Ώποστολή Ώθηναϊκής βοηθείας εις Θέρκυραν (45) Θορινθιακός στόλος κατά της Θερκύρας (46) Λαυμαχία παρά τα Πύβοτα (47) Άφιξις του Ώθηναϊκού στόλου (52) Βιεκδίκησις της νίκης υπό των δύο αντιπάλων (54) Κέτρα των Ώθηναίων προς πρόληψιν επαναστάσεως της Ξοτειδαίας (56) Γπανάστασις των Ξοτειδαιατών (58) Θορινθιακή βοήθεια εις Ξοτείδαιαν (60) Ώθηναίοι κατά της Ξοτειδαίας (61) Λίκη των Ώθηναίων κατά Ξελοποννησίων και Ξοτειδαιατών (62) Ξολιορκία της Ξοτειδαίας υπό των Ώθηναίων (64) Θατηγορίαι των Θορινθίων κατά των Ώθηναίων (68) Ώίτησις Ώθηναίων πρέσβεων να ομιλήσουν ενώπιον των Ιακεδαιμονίων (72) Ιόγος των Ώθηναίων (73) Ηδιαιτέρα διάσκεψις των Ιακεδαιμονίων (79) Ιόγος του βασιλέως Ώρχιδάμου (80) Ιόγος του εφόρου Πθενελάδα (86) Ανώμη των Ππαρτιατών περί παραβιάσεως της τριακονταετούς συνθήκης υπό των Ώθηναίων (87) ΏΛΏΒΓΗΜΗΠ ΡΦΛ ΏΖΕΛΦΛ ΓΗΠ ΚΓΑΏΙΕΛ ΒΛΏΚΗΛ (79-432πΤ) (89-118)
Νχύρωσις των Ώθηνών παρά την αντίδρασιν της Ππάρτης (89) Γκστρατεία των Γλλήνων υπό τον Ππαρτιάτην Ξαυσανίαν κατά των Ξερσών (94) Ώνάκλησις του Ξαυσανίου και ανάληψις της αρχηγίας υπό των Ώθηναίων (95) Γισφοραί των πόλεων δια τον πόλεμον κατά των Ξερσών (96) Γξιστόρησις των γεγονότων σχετικώς με την ίδρυσιν της Ώθηναϊκής ηγεμονίας (97) Γπιτυχίαι των Ώθηναίων κατά των Ξερσών και κατάπνιξις επαναστάσεων συμμάχων πολιτειών (98) Βιάρρηξις συμμαχίας Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων (102) Ξροσχώρησις των Κεγάρων εις την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν (103) Γκστρατεία των Ώθηναίων κατά των Ξερσών εις την Ώίγυπτον (104) Ήττα των Θορινθίων εις την Κεγαρίδα (105) Λίκη των Ιακεδαιμονίων παρά την Ρανάγραν (107) Ήττα και αποχώρησις των Ώθηναίων από την Ώίγυπτον (109) Γκστρατεία Ώθηναίων εις Ζεσσαλίαν, Πικυώνα και Ώκαρνανίαν (111) Γκστρατείαι Ώθηναίων εις Θύπρον και Βελφούς (112) Ήττα Ώθηναίων εις ΐοιωτίαν (113) Θατάπνιξις επαναστάσεως της Γυβοίας (114) Ρριακονταετής συνθήκη μεταξύ Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων (115) Θατάπνιξις επαναστάσεως της Πάμου υπό των Ώθηναίων (115) Ε Ώθηναϊκή ηγεμονία και η αντίδρασις των Ιακεδαιμονίων (118) ΠΛΓΙΓΠΗΠ ΡΦΛ ΚΓΙΦΛ ΡΕΠ ΞΓΙΝΞΝΛΛΕΠΗΏΘΕΠ ΠΚΚΏΤΗΏΠ (119-125) Ιόγος των Θορινθίων αντιπροσώπων (120) Ώπόφασις των μελών της Ξελοποννησιακής συμμαχίας υπέρ του πολέμου (125) ΏΙΙΕΙΝΘΏΡΕΑΝΟΗΏΗ ΏΖΕΛΏΗΦΛ ΘΏΗ ΙΏΘΓΒΏΗΚΝΛΗΦΛ ΒΗΏ ΞΏΙΏΗΝΡΓΟΏ ΑΓΑΝΛΝΡΏ (126-138) Θυλώνειον άγος και Ξερικλής (126) Ρο άγος του Ραινάρου. Ρο άγος της Ταλκιοίκου Ώθηνάς. Ν Ξαυσανίας και το τέλος του (128)
Ν Ζεμιστοκλής και το τέλος του (135) Πυνεχείς πρεσβείαι Ιακεδαιμονίων εις Ώθήνας (139) Πύγκλησις της εκκλησίας του δήμου Ώθηναίων (139) Ιόγος του Ξερικλέους (140) Ώπόρριψις των προτάσεων της Ππάρτης (145) ΐΗΐΙΗΝΛ ΐ' Ρα γεγονότα των τριών πρώτων ετών του πολέμου Έτος 1ον: 431-430 πΤ Έναρξις του πολέμου (1) Γπίθεσις των Ζηβαίων κατά των Ξλαταιών και αποτυχία των (2) Ρελικαί προετοιμασίαι Ώθηναίων και Ξελοποννησίων (7) Πυγκέντρωσις του Ξελοποννησιακοί στρατού εις Ησθμόν (10) Ιόγος του Ώρχιδάμου (11) Ε τελευταία Ππαρτιατική πρεσβεία εις Ώθήνας (12) Ν Ξερικλής περί των στρατιωτικών και οικονομικών πηγών των Ώθηνών (13) Πυγκέντρωσις όλων των Ώθηναίων εντός της πόλεως (14) Ε πρώτη εισβολή των Ξελοποννησίων εις την Ώττικήν. Γρήμωσις αυτής (18) Ώποφάσεις των Ώθηναίων (24) Ξολεμικαί, ενέργειαι των Ώθηναίων εις Ξελοπόννησον (25) Ξεριπολίαι Ώθηναίων εις Ιοκρίδα και Γύβοιαν (26) Γκδίωξις των Ώιγινητών από την νήσον και εγκατάστασις Ώθηναίων εποίκων (27) Έκλειψις σελήνης (28) Πυμμαχία Ώθηναίων και Ζρακών (29) Θατάληψις υπό Ώθηναίων Πολλίου, Ώστακού και Θεφαλληνίας (30) Γρήμωσις της Κεγαρίδος υπό των Ώθηναίων (31)
Νχύρωσις της Ώταλάντης υπό των Ώθηναίων (32) Γπιτυχία των Θορινθίων εις Ώστακόν (33) Ε κηδεία των πρώτων νεκρών του πολέμου (34) Ν επιτάφιος λόγος του Ξερικλέους (35) Έτος 2ον: 430-429 πΤ (47) Γισβολή των Ξελοποννησίων εις την Ώττικήν. Ν λοιμός (47) Βενδροτόμησις της Ώττικής (55) Νι Ώθηναίοι κατά της Ξελοποννήσου (56) Πυνέχισις της πολιορκίας της Ξοτειδαίας (58) Θατηγορίαι των Ώθηναίων κατά του Ξερικλέους (59) Ν τελευταίος λόγος του Ξερικλέους (60) Ώπόφασις των Ώθηναίων να συνεχίσουν τον πόλεμον (65) Ζάνατος του Ξερικλέους (65) Ε πολεμική πολιτική του Ξερικλέους (65) Ταρακτηρισμός του Ξερικλέους (65) Γκστρατεία των Ξελοποννησίων κατά της Δακύνθου (66) Πύλληψις Ξελοποννησίων πρέσβεων μεταβαινόντων εις Ξερσίαν (67) Γπίθεσις των Ώμπρακιωτών κατά του Ώμφιλοχικού Άργους (68) Ώθηναϊκαί ναυτικαί εκστρατείαι (69) Ξαράδοσις της Ξοτειδαίας εις τους Ώθηναίους (70) Έτος 3ον: 429-428 πΤ Γκστρατεία των Ξελοποννησίων κατά των Ξλαταιών (71) Ξρέσβεις των Ξλαταιών ενώπιον του Ώρχιδάμου (71) Ξρέσβεις των Ξλαταιών εις Ώθήνας (73) Ώι Ξλαταιαί πισταί εις την Ώθηναϊκήν συμμαχίαν (74)
Ξολιορκία των Ξλαταιών υπό των Ξελοποννησίων (75) Ήττα των Ώθηναίων εις Ππάρτωλον (79) Γκστρατεία των Ξελοποννησίων κατά της Ώκαρνανίας (80) Ήττα του Ξελοποννησιακού στόλου εις τον Ξατραϊκόν κόλπον (83) Νι αντίπαλοι στόλοι παρά το Οίον και τον Ώντίρριον (85) Ιόγος των Ξελοποννησίων ηγετών προς τους άνδρας των (87) Γνθαρρυντικός λόγος του Σορμίωνος προς τους άνδρας του Ώθηναϊκού στόλου (88) Ξεριγραφή της ναυμαχίας (90) Πχέδιον των Ξελοποννησίων να καταλάβουν τον Ξειραιά (93) Ν Πιτάλκης και το Ζρακικόν του βασίλειον. Ε Κακεδονία. (95) Νι Ώθηναίοι εις Ώκαρνανίαν (102) ΐΗΐΙΗΝΛ Α' Ρα γεγονότα των ετών 428 έως 424 πΤ Έτος 4ον: 428-427 πΤ (1-25) Γισβολή των Ξελοποννησίων εις Ώττικήν (1) Νι Κυτιληναίοι αποστατούν από τους Ώθηναίους (2) Ώποστολή Ώθηναϊκού στόλου κατά των Κυτιληναίων (3) Ώνακωχή Ώθηναίων και Κυτιληναίων προς διεξαγωγήν διαπραγματεύσεων (4) Ώποκλεισμός της Κυτιλήνης υπό των Ώθηναίων από θαλάσσης (6) Γκστρατεία των Ώθηναίων εις Ώκαρνανίαν και Ιευκάδα (7) Αενική συνέλευσις των Ξελοποννησίων συμμάχων εν Νλυμπία (8) Ιόγος των Κυτιληναίων πρέσβεων (9) Νι Κυτιληναίοι σύμμαχοι των Ξελοποννησίων. Νι Ιακεδαιμόνιοι εις τον Ησθμόν (15) Λαυτική επίδειξις των Ώθηναίων εις Ξελοπόννησον (16) Ε δύναμις του Ώθηναϊκού στόλου (17)
Ώποκλεισμός της Κυτιλήνης υπό των Ώθηναίων και από ξηράς (18) Γπιβολή ειδικού φόρου εις Ώθήνας. Γίσπραξις των συμμαχικών φόρων (19) Γπιτυχής έξοδος του ημίσεος της φρουράς των Ξλαταιών πολιορκουμένων υπό των Ξελοποννησίων (20) Νι Κυτιληναίοι αναθαρρούν μανθάνοντες περί προσεχούς αποστολής Ππαρτιατικών δυνάμεων εις την νήσον των (25) Έτος 5ον: 427-426 πΤ (26-88) Γισβολή των Ξελοποννησίων εις την Ώττικήν (26) Πυνθηκολόγησις των Κυτιληναίων με τους Ώθηναίους (27) Ώι Ξελοποννησιακαί δυνάμεις φθάνουν εις Κυτιλήνην μετά την συνθηκολόγησιν αυτής με τας Ώθήνας (29) Ν Ελείος Ρευτίαπλος προτείνει να γίνη επίθεσις προς άλωσιν της Κυτιλήνης, αλλ' ο Ππαρτιάτης ναύαρχος αρνείται (30) Γπιστροφή του Ξελοποννησιακού στόλου (32) Νι Ώθηναίοι κατ' αρχήν αποφασίζουν να φονεύσουν τους Κυτιληναίους ως υπαιτίους της αποστασίας. Πύγκλησις της εκκλησίας του δήμου προς επανεξέτασιν της αποφάσεως (35) Ιόγος του Θλέωνος (37) Ιόγος του Βιοδότου (41) Ώνάκλησις της αποφάσεως περί θανατώσεως των Κυτιληναίων (49) Θατάληψις της Ιέσβου υπό των Ώθηναίων (50) Θατάληψις της νήσου Κινώας υπό του Λικίου (51) Πυνθηκολόγησις των Ξλαταιέων με τους Ιακεδαιμονίους (52) Βίκη των Ξλαταιέων (52 - 68) Ώπολογία των Ξλαταιέων (53) Ρο κατά των Ξλαταιέων κατηγορητήριον των Ζηβαίων (60) Θαταδικαστική κατά των Ξλαταιέων απόφασις των Ιακεδαιμονίων (68) Γμφύλιος αγών των Θερκυραίων και ανάμιξις των Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων εις αυτόν (69) Ε πρώτη εκστρατεία των Ώθηναίων εις Πικελίαν (86)
Γπανεμφάνισις του λοιμού (87) Ν εις Πικελίαν Ώθηναϊκός στρατός προσβάλλει ανεπιτυχώς την νήσον Ιιπάραν (88) Έτος 6ον: 426-425πΤ (89-116) Πεισμοί αποτρέπουν τους Ιακεδαιμονίους να εισβάλουν εις την Ώττικήν (89) Γπιτυχίαι των Ώθηναίων εις την Πικελίαν (90) Γκστρατείαι των Ώθηναίων περί την Ξελοπόννησον, κατά της Κήλου και της Ρανάγρας (91) Νι Ιακεδαιμόνιοι ιδρύουν την αποικίαν Εράκλειαν εις Ρραχινίαν (92) Ν Ώθηναίος στρατηγός Βημοσθένης εκστρατεύει εις Ιευκάδα (94) Ν Βημοσθένης επιτίθεται κατά των Ώιτωλών και ηττάται (94) Γπιτυχία του Ώθηναϊκού στρατού εις Πικελίαν (99) Γισβολή των Ιακεδαιμονίων εις Νζόλας Ιοκρούς (100) Πυγκρούσεις του Ώθηναϊκού στρατού εις Πικελίαν (103) Θαθαρμός της Βήλου (104) Γκστρατεία και ήττα των Ιακεδαιμονίων εις Ώκαρνανίαν (105) Γπιχειρήσεις του Ώθηναϊκού στόλου εις Πικελίαν (115) Έκρηξις της Ώίτνης (116) ΐΗΐΙΗΝΛ Β' Ρα γεγονότα των ετών 425—421 Έτος 7ον: 425–424 (1-51) Γπιχειρήσεις εις Πικελίαν (1) Λέα επιδρομή Ιακεδαιμονίων εις Ώττικήν. Λέος στόλος αποστέλλεται εις Πικελίαν (2) Θατάληψις της Ξύλου υπό του Ώθηναϊκού στόλου (3) Ώναχώρησις των Ιακεδαιμονίων εκ της Ώττικής (6) Νι Ώθηναίοι καταλαμβάνουν την Ειόνα της Ταλκιδικής (7) Νι Ππαρτιαται σπεύδουν να ελευθερώσουν την Ξύλον (8)
Νι Ώθηναίοι παρασκευάζονται να αποκρούσουν τους Ιακεδαιμονίους (9) Ιόγος του στρατηγού Βημοσθένους προς τους στρατιώτας του (10) Ήττα των Ιακεδαιμονίων εις την Ξύλον (11) Ώνακωχή Ώθηναίων και Ππαρτιατών (16) Ιακεδαιμόνιοι πρέσβεις προτείνουν εις τους Ώθηναίους τερματισμόν του πολέμου (17) Νι Ώθηναίοι πείθονται υπό του Θλέωνος να μη δεχθούν ειρήνευσιν με τους Ππαρτιάτας (21) Γπιχειρήσεις εις Πικελίαν (24) Πυνεχίζεται ο αγών εις την Ξύλον υπό την αρχηγίαν του Θλέωνος (26) Ξαράδοσις των Ιακεδαιμονίων εις τους Ώθηναίους (38) Γκστρατεία των Ώθηναίων εις την Θορινθίαν (42) Ρέλος του εμφυλίου πολέμου εις την Θέρκυραν (46) Νι Ώθηναίοι καταλαμβάνουν το Ώνακτόριον (49) Νι Ώθηναίοι συλλαμβάνουν Ξέρσην απεσταλμένον προς τους Ιακεδαιμονίους (50) Νι Τίοι κατεδαφίζουν τα τείχη των κατ' απαίτησιν των Ώθηναίων (51) Έτος 8ον: 424–423 (52-109) Βράσις των φυγάδων της Κυτιλήνης (52) Νι Ώθηναίοι καταλαμβάνουν τα Θύθηρα (53) Γρήμωσις της παραλίας της Ιακωνικής υπό των Ώθηναίων (56) Ώι Πικελικοί πόλεις τερματίζουν τον μεταξύ των πόλεμον (58) Ν Ώθηναϊκός στρατός αποχωρεί από την Πικελίαν (65) Πύγκρουσις των εμπολέμων εις την Κεγαρίδα (66) Ώνάκτησις της Ώντάνδρου υπό των Ώθηναίων (75) Ν Ιάμαχος εις τον Γύξεινον Ξόντον (75α) Νι Ώθηναίοι σχεδιάζουν να προσβάλουν την ΐοιωτίαν (76) Γκστρατεία του ΐρασίδα εις την Ταλκιδικήν (78)
Ιόγος του ΐρασίδα προς τους Ώκανθίους (85) Ε Άκανθος και τα Πτάγειρα αποστατούν από τους Ώθηναίους (88) Νι Ώθηναίοι οχυρώνουν το Βήλιον (90) Νι ΐοιωτοί συγκεντρώνονται εις Ρανάγραν (91) Ν ΐοιωτάρχης Ξαγώνδας συνιστά να πολεμήσουν κατά των Ώθηναίων (92) Νι αντίπαλοι στρατοί Ώθηνών και ΐοιωτίας παρατάσσονται προς μάχην (93) Ν Ώθηναίος στρατηγός Ηπποκράτης ομιλεί προς τους στρατιώτας (95) Κάχη μεταξύ Ώθηναίων και ΐοιωτών. Ήττα των Ώθηναίων (96) Ν ΐρασίδας καταλαμβάνει την Ώμφίπολιν (102) Γπιτυχία του ΐρασίδα εις Ταλκιδικήν (109) Έτος 9ον: 423–422 (117-135) Γτησία ανακωχή Ιακεδαιμονίων και Ώθηναίων (117) Ε Πκιώνη και η Κένδη προσχωρούν εις τον ΐρασίδαν (120) Ν ΐρασίδας και ο Ξερδίκκας εκστρατεύουν εις Ιυγκηστίδα (124) Νι Ώθηναίοι ανακτούν την Κένδην (129) Ν Ξερδίκκας συνθηκολογεί με τους Ώθηναίους (132) Αεγονότα εις ΐοκοτίαν και Ξελοπόννησον (133) Κάχη μεταξύ Καντινέων και Ρεγεατών (134) Ν ΐρασίδας επιχειρεί να καταλάβη την Ξοτείδαιαν (135) ΐΗΐΙΗΝΛ Γ' Ρα γεγονότα των ετών 422—416 Έτος 10ον: 422 — 421 (1-24) Πυνέχεια της ανακωχής. Γκτόπισις των Βηλίων υπό των Ώθηναίων (1) Ν Θλέων εις Ταλκιδικήν (2) Ώποστολή του Ώθηναίου Σαίακος εις Πικελίαν (4)
Γκστρατεία του Θλέωνος εις Ώμφίπολιν (6) Ν ΐρασίδας εισέρχεται εις Ώμφίπολιν (8) Ιόγος του ΐρασίδα προς τους στρατιώτας του (9) Πυμπλοκή μεταξύ Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων, θάνατος του ΐρασίδα και του Θλέωνος (10) Νι Ιακεδαιμόνιοι εις τα ίδια (13) Νι εμπόλεμοι κλίνουν προς διαπραγματεύσεις ειρήνης δια πεντήκοντα έτη (14) Ρο κείμενον της υπογραφείσης συνθήκης ειρήνης (18) Ε χρονολόγησις των γεγονότων του πολέμου των δέκα ετών (20) Βυσκολίαι περί την εφαρμογήν της συνθήκης (21) Πυνθήκη συμμαχίας Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων (22) Ρέλος του άνευ διακοπής δεκαετούς πολέμου (24) Έτος 11ov: 421–420 (25-39) Νι Θορίνθιοι επιζητούν διατάραξιν των συμφωνηθέντων (25) Ν Ξελοποννησιακός πόλεμος διήρκεσεν 27 έτη (26) Νι Ώργείοι αναλαμβάνουν να συνάψουν συμμαχίαν με πάσαν πόλιν της Γλλάδος εκτός των Ώθηνών και της Ππάρτης (27) Νι Ιακεδαιμόνιοι αποστέλλουν πρέσβεις εις την Θόρινθον διά να προλάβουν συμμαχίαν των Θορινθίων προς τους Ώργείους (30) Πυμμαχία μεταξύ των Ελείων, των Ώργείων και των Θορινθίων (31) Νι Ώργείοι και οι Θορίνθιοι κινούνται εις άλλας πόλεις προς επέκτασιν της συμμαχίας των (32) Γκστρατεία των Ιακεδαιμονίων κατά των Ξαρρασίων (33) Ξολεμήσαντες εις Ώμφίπολιν Γίλωτες ανακηρύσσονται ελεύθεροι (34) Νι Ώθηναίοι και οι Ιακεδαιμόνιοι υποπτεύουν αλλήλους (35) Νι ΐοιωτοί απορρίπτουν προτάσεις συμμαχίας με τους Ώργείους και τους Θορινθίους (38) Πυνομολόγησις συμμαχίας Ιακεδαιμονίων και ΐοιωτών (39) Έτος 12ον: 420–419 (40-51)
Βιαπραγματεύσεις δια σύναψιν συνθήκης μεταξύ των Ώργείων και των Ιακεδαιμονίων (40) Βιαφοραί μεταξύ Ώθηναίων και Ιακεδαιμονίων δια το Ξάνακτον (42) Νι Ώθηναίοι συνομολόγησαν συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας με τους Ώργείους και τους συμμάχους αυτών (43) Νι Θορίνθιοι στρέφονται προς τους Ιακεδαιμονίους (48) Νι Ιακεδαιμόνιοι αποκλείονται από τους Νλυμπιακούς αγώνας του 420 (49) Κάχη μεταξύ Ερακλειωτών και Ώινιάνων (51) Έτος 13ον: 419–418 (-) Νι ΐοιωτοί καταλαμβάνουν την Εράκλειαν (52) Ν Ώθηναίος Ώλκιβιάδης πείθει τους Ξατρείς να ιδρύσουν τείχος (52α) Ξόλεμος μεταξύ των Ώργείων και των Γπιδαυρίων (53) Έτος 14ον: 418–417 (56-81) Νι Ιακεδαιμόνιοι βοηθούν τους Γπιδαυρίους (56) Ώνακωχή μεταξύ Ιακεδαιμονίων και Ώργείων, ενώ ούτοι είναι έτοιμοι να συγκρουσθούν (59) Νι Ώθηναίοι και οι σύμμαχοι αυτών καταλαμβάνουν τον Ώρκαδικόν Νρχομενόν (61) Νι Ώργείοι και οι σύμμαχοι των στρέφονται κατά της Ρεγέας (62) Νι Ιακεδαιμόνιοι σπεύδουν να βοηθήσουν την Ρεγέαν (63) Κάχη μεταξύ Ιακεδαιμονίων, Ώργείων και των συμμάχων των. Ήττα των Ώργείων (66) Νι Ιακεδαιμόνιοι και οι Ώργείοι συνομολογούν συνθήκην ειρήνης (76) Νι Καντινείς συμμαχούν με τους Ιακεδαιμονίους (81) Έτος 15ον: 417–416 (82-83) Νι Βιείς του Άθω αποστατούν. Νι Ιακεδαιμόνιοι ρυθμίζουν τα πράγματα της ΏχαΎας. Νι Ώργείοι κτίζουν μακρά τείχη (82) Νι Ιακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά του Άργους. Νι Ώργείοι εισβάλλουν εις Σλειασίαν. Νι Ώθηναίοι αποκλείουν την Κακεδονίαν (83) Έτος 16ον: 416–415 (84-116)
Νι Ώθηναίοι εκστρατεύουν κατά της Κήλου, την οποίαν και καταλαμβάνουν (84) ΐΗΐΙΗΝΛ ΠΡ' Ρα γεγονότα των ετών 416–413 ΓΡΝΠ 16ον: 416–415 (συνέχεια) (1-7) Νι Ώθηναίοι αποφασίζουν να εκστρατεύσουν εναντίον της Πικελίας (1) Νι πρώτοι κάτοικοι της Πικελίας και η αποίκισις αυτής (2) Νι Ώθηναίοι στέλλουν πρέσβεις εις Έγεσταν της Πικελίας (6) Νι Ώργείοι κατεδαφίζουν τας Νρνεάς (7) Νι Ώθηναίοι ερημώνουν την Κακεδονίαν (7α) Έτος 17ον: 415 — 414 (8-93) Ε εκκλησία του δήμου των Ώθηναίων ψηφίζει την εκστρατείαν εις Πικελίαν (8) Ιόγος του Λικίου προς την εκκλησίαν του δήμου Ώθηναίων κατά της εκστρατείας (9) Ιόγος του Ώλκιβιάδου υπέρ της εκστρατείας (16) Ιόγος του Λικίου επί των αναγκαιουσών στρατιωτικών δυνάμεων (19) Πυζήτησις εις την έκκλησίαν του δήμου των Ώθηναίων περί των προπαρασκευών της εκστρατείας (24) Ώκρωτηριασμός των Γρμών και κατηγορίαι κατά του Ώλκιβιάδου (27) Γκκίνησις του εκστρατευτικού σώματος των Ώθηνών δια την Πικελίαν (30) Πυνέλευσις των Πυρακουσίων. Ιόγος του Γρμοκράτους περί του επικειμένου κινδύνου (32α) Ιόγος του Ώθηναγόρα (35) Ε εκκλησία του δήμου των Πυρακούσιων αποφασίζει να λάβη τα προσήκοντα μέτρα αμύνης (41) Ν Ώθηναϊκός στόλος φτάνει εις Θέρκυραν (42) Ε δύναμις του Ώθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος (43) Ν Ώθηναϊκός στόλος εις Οήγιον (44) Νι Πυρακούσιοι προπαρασκευάζονται προς άμυναν (45) Ε Έγεστα δεν παρέχει τους χρηματικούς πόρους που είχεν υποσχεθή (46)
Πυμβούλιον των Ώθηναίων στρατηγών (47) Ώνάκλησις του Ώλκιβιάδου δια την υπόθεσιν των Γρμών (53) Ηστορική αναδρομή εις τους Ξεισιστρατίδας (54) Ν Ώλκιβιάδης αναχωρήσας εκ της Πικελίας δια τας Ώθήνας διαπεραιούται εις Ξελοπόννησον (61α) Θινήσεις του Ώθηναϊκού στόλου περί την Πικελίαν (62) Νι Ώθηναίοι ετοιμάζονται να επιτεθούν εναντίον των Πυρακουσών (63) Ξαράταξις των Ώθηναίων και των Πυρακουσίων προς μάχην (67) Ξαραίνεσις του Λικίου προς τους στρατιώτας του (68) Κάχη παρά τας Πυρακούσας (69) Πυνέλευσις των Πυρακουσίων (72) Νι Πυρακούσιοι ζητούν βοήθειαν από την Θόρινθον και την Ππάρτην (73) Νι Ώθηναίοι αποπλέουν εις Θατάνην και Λάξον προς διαχείμασιν (74) Νι Πυρακούσιοι κατασκευάζουν περιτείχισμα (75) Νι Ώθηναίοι και οι Πυρακούσιοι αποστέλλουν πρέσβεις εις την Θαμάριναν (75α) Ιόγος του Πυρακούσιου Γρμοκράτους προς τους Θαμαριναίους (76) Ιόγος του Ώθηναίου Γυφήμου προς τους Θαμαριναίους (81) Νι Θαμαριναίοι αποφασίζουν να μείνουν ουδέτεροι (88) Γνέργειαι των Ώθηναίων να προσελκύσουν Πικελικάς πόλεις (88α) Νι Θορίνθιοι αποφασίζουν να βοηθήσουν τας Πυρακούσας (88β) Ν Ώλκιβιάδης παροτρύνει τους Ιακεδαιμονίους να βοηθήσουν τας Πυρακούσας (88γ) Νι Ιακεδαιμόνιοι αποφασίζουν να στείλουν επικουρίας εις Πυρακούσας (93) Νι Ώθηναίοι στέλλουν χρήματα και ιππικόν εις Πικελίαν (93α) Έτος 18ον: 414–413 (94-105) Κικραί καταστροφαι της Πικελίας υπό των Ώθηναίων (94) Νι Ιακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά του Άργους και οι Ώργείοι εισβάλλουν εις την Ζυρέαν (95)
Νι Πυρακούσιοι νικώνται εις τας Γπιπολάς (96) Ηππομαχία παρά την Πυκήν και ήττα των Πυρακουσών (98) Νι Πυρακούσιοι κατασκευάζουν περιτείχισμα (99) Νι Ώθηναίοι κατεδαφίζουν το περιτείχισμα (100) Κικραί συμπλοκαί μεταξύ Πυρακουσίων και Ώθηναίων περί την κατασκευήν οχυρωμάτων (101) Ν Αύλιππος φτάνει εις Ράραντα (104) Ώγών εις Ώργολίδα (105) ΐΗΐΙΗΝΛ Δ' Ρα γεγονότα των ετών 414–412 Έτος 18ον: 414–413 (συνέχεια) (1-18) Ν Αύλιππος φτάνει εις Πυρακούσας (1) Νι αντίπαλοι παρασκευάζονται προς μάχην. Κικραί συμπλοκαί (3) Γνισχύσεις των Πυρακουσίων (7) Ν Λικίας στέλλει εις Ώθήνας αγγελιαφόρους ζητών ενισχύσεις ή ανάκλησιν (8) Γκστρατεία των Ώθηναίων κατά της Ώμφιπόλεως (9) Γις την εκκλησίαν του δήμου των Ώθηναίων αναγιγνώσκεται η επιστολή του Λικίου (10) Νι Ώθηναίοι ψηφίζουν την ενίσχυσιν του εκστρατευτικού σώματος (16) Νι Ιακεδαιμόνιοι παρασκευάζονται να εισβάλουν εις την Ώττικήν (18) Έτος 19ον: 413–412 (19-) Νι Ιακεδαιμόνιοι εισβάλλουν εις Ώττικήν (19) Ώι Ξελοποννησιακαί πόλεις αποστέλλουν ενισχύσεις εις Πικελίαν (19α) Νι Ώθηναίοι στέλλουν ενισχύσεις εις Πικελίαν (20) Ν Αύλιππος και ο Γρμοκράτης συνιστούν εις τους Πυρακουσίους να εξοπλίσουν μέγαν στόλον (21) Νι Πυρακούσιοι ηττήθησαν προ του στομίου του Κεγάλου Ιιμένος, κατέλαβαν όμως τα οχυρώματα Ξλημμυρίου (22) Λαυτική επίδειξις των Πυρακουσίων (25) Έγινεν αψιμαχία εις τον λιμένα των Πυρακουσών (25α)
Νι Πυρακούσιοι ζητούν ενισχύσεις από τας Πικελικός πόλεις (25β) Βράσις του Ώθηναϊκού στόλου εις τας ακτάς της Ξελοποννήσου (26) Άφιξις Ζρακών πελταστών εις Ώθήνας και επιστροφή αυτών εις την πατρίδα των. Θαταστροφή της Κυκαλησσού (27) Γνέργειαι του αρχηγού του Ώθηναϊκού στόλου Βημοσθένους εις την δυτικήν Γλλάδα (31) Πύμμαχοι των Ώθηναίων Πικελοί επιτίθενται κατά μοίρας, ήτις επλεεν εις βοήθειαν των Πυρακουσών (32) Ν υπό τον Βημοσθένην Ώθηναϊκός στόλος φθάνει εις Ζούριους (33) Λαυμαχία του Ώθηναϊκού και Θορινθιακού στόλου εις τον Γρινεόν (34) Ν υπό τον Βημοσθένην Ώθηναϊκός στόλος φθάνει εις την περιοχήν Οηγίου (35) Γπίθεσις των Πυρακουσίων κατά των Ώθηναίων δια ξηράς και θαλάσσης. Ήττα των Ώθηναίων (36) Νι Πυρακούσιοι ζητούν από Πικελικάς πόλεις ενισχύσεις (46) Νι στρατηγοί των Ώθηναίων συγκροτούν πολεμικόν συμβούλιον. Βιαφωνία μεταξύ Βημοσθένους και Λικίου περί του πρακτέου (47) Νι στρατηγοί αποφασίσαντες να φύγουν από τας Πυρακούσας, αναβάλλουν την αναχώρησιν (50) Λίκη των Πυρακουσίων κατά θάλασσαν (51) Νι Ώθηναίοι αποθαρρύνονται, ενώ οι Πυρακούσιοι αποκτούν θάρρος (55) Ώι συγκεντρωθείσαι εις Πυρακούσας δυνάμεις των δύο εμπολέμων (57) Νι Πυρακούσιοι κλείουν το στόμιον του λιμένος, δια να εμποδίσουν την φυγήν των Ώθηναίων (59) Ξολεμικόν συμβούλιον των Ώθηναίων (60) Ξαραίνεσις του Λικίου προς τους στρατιώτας (61) Ξαραίνεσις του Αυλίππου και των στρατηγών προς τους Πυρακουσίους και τους συμμάχους αυτών (65) Πυστάσεις του Λικίου προς του τριηράρχους (69) Νι δύο στόλοι ναυμαχούν. Νι Ώθηναίοι υφίστανται συντριπτικήν ήτταν (70) Νι Ώθηναίοι αναβάλλουν την άμεσον εκτέλεσιν της αναχωρήσεως των (72) Ώναχώρησις των Ώθηναίων διά ξηράς την μεθεπομένην της ναυμαχίας (75) Νι Πυρακούσιοι παρενοχλούν διαρκώς τους υποχωρούντας Ώθηναίους (78)
Θύκλωσις μεραρχίας του Βημοσθένους και παράδοσίς της εις τους Πυρακούσιους (81) Νι Πυρακούσιοι κυκλώνουν την μεραρχίαν του Λικίου και αναγκάζουν αυτήν να παραδοθή (83) Ζανάτωσις του Λικίου και του Βημοσθένους. Θακή μεταχείρισις των αιχμαλώτων (86) Θρίσις περί της εις Πικελίαν εκστρατείας (87α)
ΐΗΐΙΗΝΛ Ε' Ρα γεγονότα των ετών 413–410 Έτος 19ον: 413–412 (1-6) Νι Ώθηναίοι μετά την αναγγελίαν της καταστροφής αποφασίζουν να παρασκευασθούν διά συνέχισιν του αγώνος (1) Ώι διαθέσεις των άλλων πολιτειών έναντι των Ώθηναίων και των Ιακεδαιμονίων (2) Νι Ιακεδαιμόνιοι ζητούν από τους συμμάχους των νέους εξοπλισμούς (3) Νι Ώθηναίοι κατασκευάζουν νέα πλοία (4) Ν Άγις βοηθεί τους Γυβοείς και τους Ιεσβίους εις την αποστασίαν των από τους Ώθηναίους (5) Νι Τίοι απευθύνονται προς την Ππάρτην επιθυμούντες να αποστατήσουν από τας Ώθήνας (5α) Ν Ρισσαφέρνης ζητεί από τους Ιακεδαιμονίους βοήθειαν προς είσπραξιν φόρων από πόλεις της Κικρας Ώσίας (5β) Ν Σαρνάβαζος εζήτησεν από τους Ππαρτιάτας να τον υποστηρίξουν δια να επιτυχή την αποστασίαν από τους Ώθηναίους Γλληνικών πόλεων της σατραπείας του (6) Νι Ιακεδαιμόνιοι ευνοούν τους Τίους και τον Ρισσαφέρνη (6α) Έτος 20ον: 412–411 (7-60) Νι Ιακεδαιμόνιοι ετοιμάζονται να βοηθήσουν τους Τίους εις την αποστασίαν των (7) Νι Τίοι κατόπιν επεμβάσεως των Ώθηναίων στέλλουν προς αυτούς βοήθειαν αρνούμενοι την κατηγορίαν περί αποστασίας (9) Νι Ώθηναίοι εμποδίζουν Ξελοποννησιακήν μοίραν να βοηθήση τους Τίους προς αποστασίαν (10) Ν Ώλκιβιάδης πείθει τους Ππαρτιάτας να στείλουν στόλον [εις Ηωνίαν, τον οποίον ακολουθεί και ο ίδιος (12) Γπιτυχής επίθεσις μοίρας Ώθηναϊκού στόλου έναντι επιστρεφόντων εκ Πικελίας Ππαρτιατικών πλοίων (13)
Ν Ώλκιβιάδης και ο Ταλκιδεύς επιτυγχάνουν την αποστασίαν της Τίου και των Θλαζομενών από τας Ώθήνας (14) Νι Ώθηναίοι εξοπλίζουν στόλον προς αποστολήν κατά της Τίου (15) Νι Ρήϊοι αποστατούν από τους Ώθηναίους (16) Ε Κίλητος αποστατεί από τους Ώθηναίους (17) Ε πρώτη συμμαχία μεταξύ των Ιακεδαιμονίων και του βασιλέως των Ξερσών κατά των Ώθηναίων (18) Ώποστασία της Ιεβέδου και των Ώιρών (19) Γπιτυχία του Ξελοποννησιακού στόλου εις Ππείραιον (20) Πυμφωνία Ώθηναίων και ΡηΎων (20α) Νι δημοκρατικοί επικρατούν εις Πάμον. Γις αυτήν παρέχεται υπό των Ώθηναίων ανεξαρτησία (21) Νι Τίοι ωθούν πολλάς πόλεις εις αποστασίαν από τους Ώθηναίους. Ώποστασία της Κηθύμνης και της Κυτιλήνης (22) Νι Ώθηναίοι καταλαμβάνουν την Κυτιλήνην και τας Θλαζομενάς (23) Γνέργεια των Ώθηναίων κατά της Κιλήτου. Σόνος του Ταλκιδέως (24) Γπιθέσεις των Ώθηναίων κατά της Τίου (24α) Λίκη των Ώθηναίων παρά την Κίλητον (25) Γνισχύσεις του Ππαρτιατικού στόλου (26) Νι Ώθηναίοι εγκαταλείπουν την Κίλητον (27) Νι Ξελοποννήσιοι καταλαμβάνουν την Ίασον (28) Ν Ρισσαφέρνης καταβάλλει μισθόν εις τον στρατόν των Ξελοποννησίων (29) Ν Ώθηναϊκός στόλος διαιρείται εις δύο μοίρας προς δράσιν εναντίον της Κιλήτου και της Τίου (30) Ώποτυχία των Ξελοποννησίων εις Θλαζομενάς (31) Ξρέσβεις των Ιεσβίων ήλθαν εις τον Ώστύοχον δηλούντες ότι θέλουν να αποστατήσουν εκ νέου από τους Ώθηναίους (32) Θινήσεις του Ξελοποννησιακού και του Ώθηναϊκού στόλου περί την Τίον (33) Ώποτυχία των Ιακεδαιμονίων να καταλάβουν την Θνίδον (35)
Λέα συμμαχία Ιακεδαιμονίων και Ξερσών (36) Νι Ώθηναίοι επικρατούν εις Τίον κατά ξηράν και θάλασσαν (38) Θινήσεις του Ππαρτιατικού στόλου εις Κ. Ώσίαν και επιτυχία αυτού παρά την Κίλητον (39) Νι Τίοι ζητούν βοήθειαν από τον Ιακεδαιμόνιον Ώστύοχον (40) Θινήσεις του Ώθηναϊκού και Ππαρτιατικού στόλου περί τας νήσους Πύμην, Τάλκην και Οόδον οδηγούν εις ναυμαχίαν (41) Ν Ώθηναϊκός στόλος επιστρέφει εις Πάμον, ο δε Ξελοποννησιακός συγκεντρούται εις Θνίδον (43) Ε Οόδος προσχωρεί εις τους Ξελοποννησίους (44) Ν Ώλκιβιάδης φοβηθείς διότι κατέστη ύποπτος εις τους Ξελοποννησίους προσφεύγει εις τον Ρισσαφέρνη παροτρύνων τούτον εις αντισπαρτιατικάς ενεργείας (45) Βιά των κατά της Ππάρτης ενεργειών του επιδιώκει ο Ώλκιβιάδης να επιστρέψη εις Ώθήνας (47) Ν Ώλκιβιάδης συνεννοείται με το εν Πάμω εκστρατευτικόν σώμα περί της καταλύσεως του δημοκρατικοί πολιτεύματος εις Ώθήνας, εις αντάλλαγμα της φιλίας με τους Ξέρσας (48) Πτέλλεται εις Ώθήνας ο Ξείσανδρος προς εκτέλεσιν των σχεδίων του Ώλκιβιάδου (49) Ν Ώθηναίος στρατηγός Σρύνιχος αντιδρά εις τα σχέδια του Ώλκιβιάδου προδίδων αυτά εις τους Ιακεδαιμονίους (50) Ν Ώλκιβιάδης καταγγέλλει την προδοσίαν του Σρυνίχου (51) Ν Ξείσανδρος ενεργεί εις Ώθήνας υπέρ των σχεδίων του Ώλκιβιάδου. Ώπαλλάσσεται της στρατηγίας ο Σρύνιχος (53) Γπιτυχής επίθεσις των Ώθηναίων κατά των Οοδίων (55) Λίκη των Ώθηναίων εις την Τίον (55α) Ώποτυχία των διαπραγματεύσεων των Ώθηναίων πρέσβεων με τον Ρισσαφέρνη (56) Ρρίτη συμμαχία των Ιακεδαιμονίων και του βασιλέως των Ξερσών (57) Νι ΐοιωτοί καταλαμβάνουν τον Φρωπόν (60) Έτος 21ον: 411–410 (61-109) Γπίθεσις των Τίων κατά του Ώθηναϊκοϋ στόλου (61) Ξροσχώρησις της Ώβύδου και της Ιαμψάκου εις τους Ιακεδαιμονίους (62)
Γπικράτησις των Τίων (63) Νι εν Πάμω Ώθηναίοι αποφασίζουν να ενεργήσουν εγκατάστασιν ολιγαρχίας εις τας Ώθήνας (63α) Ξολιτικαί μεταβολαι εις Ζάσον (64) Σόνος του δημοκρατικού ηγέτου Ώνδροκλέους (65) Νι ολιγαρχικοί διακηρύττουν εις Ώθήνας το πρόγραμμα των (65α) Ξροτάσεις του Ξεισάνδρου περί μεταβολής του Ώθηναϊκού πολιτεύματος εις ολιγαρχίαν (67) πέρ της ολιγαρχίας τάσσονται ο Ώντιφών, ο Σρύνιχος και ο Ζηραμένης (68) Θατάλυσις του δημοκρατικού πολιτεύματος των Ώθηνών δι' αποφάσεως του δήμου (69) Νι ολιγαρχικοί άρχοντες των Ώθηνών ζητούν από τον Άγιν συνεννοήσεις προς σύναψιν ειρήνης (70) Ώντίδρασις των εν Πάμω Ώθηναίων κατά της ολιγαρχίας (73) Νι ηγέται του Ξελοποννησιακού στόλου απεφάσισαν εν Κιλήτω να συγκροτήσουν αποφασιστικήν ναυμαχίαν κατά των Ώθηναίων, αλλά τέλος την απέφυγαν (78) Θινήσεις του Ώθηναϊκού και του Ππαρτιατικού στόλου προς τον Γλλήσποντον (80) Ν Ώλκιβιάδης ομιλεί ενώπιον των εν Πάμω Ώθηναίων και εκλέγεται εις των αρχηγών αυτών (81) Βυσπιστία των Ξελοποννησίων προς τον Ρισσαφέρνη (83) Γις τους πρέσβεις των ολιγαρχικών Ώθηνών ο Ώλκιβιάδης συνιστά την συνέχισιν του πολέμου (86) Ν Ρισσαφέρνης αποφασίζει να μεταβή εις Άσπενδον, διά να διαλύση τας εναντίον του υποψίας των Ιακεδαιμονίων (87) Ν Ώλκιβιάδης διευθύνεται ομοίως εις Άσπενδον (88) Βυσφορία κατά της εν Ώθήναις καταστάσεως (89) Νι ολιγαρχικοί ηγέται στέλλουν εις την Ππάρτην πρέσβεις προς σύναψιν ειρήνης και αρχίζουν την κατασκευήν του τείχους της Εετιωνείας (90) Ξολιτική αστάθεια εν Ώθήναις (91) Ήττα των Ώθηναίων εις ναυμαχίαν προ του λιμένας της Γρέτριας (94) Ξανικός εν Ώθήναις εκ της ήττης (96α) Ξολιτειακή μεταβολή εν Ώθήναις. Ώπόφασις να συνεχισθή ο πόλεμος (97)
Ε Νινόη καταλαμβάνεται υπό των ΐοιωτών (98) Ν Ξελοποννησιακός στόλος πλέει εκ Κιλήτου προς Γλλήσποντον, ο δε Ώθηναϊκός αποπλέει εκ Πάμου προς συνάντησιν αυτού (99) Λαυμαχία παρά την Άβυδον. Ήττα των Ππαρτιατών (104) Λίκη των Ώθηναίων έξω του Ώρπαγίου (107) Ν Ώλκιβιάδης ανακοινοί εις τους Ώθηναίους της Πάμου ότι ο Ρισσαφέρνης δεν πρόσκειται εις τους Ππαρτιάτας (108) Βολοφονική ενέργεια Ξέρσου πάρχου κατά Βηλίων στρατιωτών παρά την Άντανδρον (108α) Ν Ρισσαφέρνης αποφασίζει να μεταβή εις Γλλήσποντον, δια να δικαιολόγηση την στάσιν του έναντι των Ξελοποννησίων (109)
ΤΏΟΡΓΠ
ΓΞΗΚΓΙΗΏ: http://olixnos.blogspot.com/
Ζουκυδίδης ο Νλόρου