The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130913055445/http://www.scribd.com:80/doc/92520908/%CE%95%CE%9A%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%95%CE%A3-2012-%CE%99%CE%A3%CE%A7%CE%A5%CE%A9%CE%9D-%CE%95%CE%9A%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3-%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%9F%CE%A3
Read without ads and support Scribd by becoming a subscriber.

ΕΚΛΟΓΕΣ 2012 - ΙΣΧΥΩΝ_ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ_ΝΟΜΟΣ

ΠΡΟΕ∆ΡΙΚΟ ∆ΙΑΤΑΓΜΑ 96/2007 Κωδικοποίηση σ' ενιαίο κείµενο των διατάξεων της νοµοθεσίας για την εκλογή βουλευτών Ο ΠΡΟΕ∆ΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Έχοντας υπόψη: Τις διατάξεις του άρθρου 7 παράγραφος 4 του Ν. 2623/1998, «Ανασύνταξη των εκλογικών καταλόγων, οργάνωση και άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος των ετεροδηµοτών, εκσυγχρονισµός της εκλογικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 139 Α΄), µετά την πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, αποφασίζουµε: Άρθρο µόνο Οι ισχύουσες διατάξεις: 1. Του Π.∆. 351/2003 «Κωδικοποίηση σ' ενιαίο κείµενο των διατάξεων της νοµοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (ΦΕΚ 316 Α΄). 2. Του Ν. 3231/2004 «Εκλογή βουλευτών» (ΦΕΚ 45 Α΄) και ειδικότερα των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,13 και 14. 3. Του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 3242/2004 «Ρυθµίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, τη διοικητική διαδικασία και τους Ο.Τ.Α.» (ΦΕΚ 102 Α΄). 4. Του άρθρου 35 παρ. 7 του Ν. 3274/2004 «Οργάνωση και Λειτουργία των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθµού» (ΦΕΚ 195 Α΄ ). 5. Του άρθρου 1 του Ν. 3434/2006 «Ρύθµιση θεµάτων εθνικών, νοµαρχιακών και δηµοτικών εκλογών και διευθέτηση ειδικών θεµάτων» (ΦΕΚ 21 Α΄), κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείµενο µε τον τίτλο «Νοµοθεσία για την Εκλογή Βουλευτών» ως εξής:

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ Ε∆ΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΙΣ - ΕΚΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΕΚΛΟΓΙΜΟΙ ΤΜΗΜΑ Α' ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ Ε∆ΡΕΣ Άρθρο 1 (Άρθρο 1 και 11 Ν. 3231/2004) Εκλογικές Περιφέρειες 1. Περιφέρεια για την εκλογή βουλευτών ορίζεται ο νοµός. 2. Κατ' εξαίρεση διαιρούνται: α) Ο Νοµός Αττικής σε πέντε (5) εκλογικές περιφέρειες, δηλαδή στις: αα) Α' Εκλογική Περιφέρεια Αθηνών, που αποτελείται από το ∆ήµο Αθηναίων, ββ) Β' Εκλογική Περιφέρεια Αθηνών, που αποτελείται από τους υπόλοιπους δήµους και κοινότητες, που περιλαµβάνονταν στην περιφέρεια του πρώην ∆ήµου Αθηναίων, γγ) Α' Εκλογική Περιφέρεια Πειραιώς, που αποτελείται από το ∆ήµο Πειραιώς, το ∆ήµο Σπετσών και από τις επαρχίες Αίγινας, Κυθήρων, Τροιζηνίας και Ύδρας, δδ) Β' Εκλογική Περιφέρεια Πειραιώς, που αποτελείται από τους υπόλοιπους δήµους και κοινότητες που περιλαµβάνονταν στην περιφέρεια του πρώην ∆ήµου Πειραιώς και τη Νήσο Σαλαµίνα και εε) Εκλογική Περιφέρεια του Νοµού Αττικής και β) Ο Νοµός Θεσσαλονίκης σε δύο (2) εκλογικές περιφέρειες, δηλαδή στις αα) Α' Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, που αποτελείται από τον πρώην ∆ήµο Θεσσαλονίκης, και ββ) Β' Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, που αποτελείται από το υπόλοιπο του Νοµού Θεσσαλονίκης. 3. Οι εκλογικές περιφέρειες νοούνται µε τα διοικητικά όριά τους που ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1985.

2

Άρθρο 2 (Άρθρο 2 Π.∆. 351/2003) Αριθµός βουλευτών - βουλευτικές έδρες 1. Ο αριθµός των βουλευτών για όλη την επικράτεια ορίζεται σε τριακόσιους. Από αυτούς οι διακόσιοι ογδόντα οκτώ εκλέγονται στις εκλογικές περιφέρειες στις οποίες οι αντίστοιχες βουλευτικές έδρες κατανέµονται σύµφωνα µε όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 έως και 5 του άρθρου αυτού. Οι υπόλοιποι δώδεκα εκλέγονται ενιαίως σε ολόκληρη την επικράτεια, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στο επόµενο άρθρο. 2. Ο αριθµός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται κάθε φορά µε βάση το νόµιµο πληθυσµό της, όπως αυτός προκύπτει από τ' αποτελέσµατα της τελευταίας απογραφής, της οποίας τα επίσηµα αποτελέσµατα δηµοσιεύτηκαν στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. 3. Μέτρο για τον υπολογισµό του αριθµού των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού αριθµού των δηµοτών της επικράτειας, που καθορίζεται στους πίνακες που αναφέρονται στην προηγούµενη παράγραφο, δια του συνολικού αριθµού των βουλευτικών εδρών, που ορίζεται στην παράγραφο 1, οι οποίες κατανέµονται στις εκλογικές περιφέρειες. 4. Το πηλίκο της διαίρεσης του αριθµού των δηµοτών, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, δια του εκλογικού µέτρου, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αποτελεί τον αριθµό των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας. 5. Οι έδρες που αποµένουν αδιάθετες, προστίθενται ανά µία ώσπου να συµπληρωθεί ο συνολικός αριθµός των διακοσίων ογδόντα οκτώ (288) εδρών, που καθορίζεται στην παράγραφο 1, στις εκλογικές περιφέρειες, που παρουσιάζουν κατά σειρά, το µεγαλύτερο υπόλοιπο.

Άρθρο 3 (Άρθρο 3 Π.∆. 351/2003 και άρθρο 11 Ν. 3231/2004) Ψηφοδέλτιο Επικράτειας 1. Η πρόταση υποψηφίων για τους δώδεκα (12) βουλευτές που εκλέγονται ενιαίως σ' ολόκληρη την επικράτεια, υποβάλλεται από κόµµα ή συνασπισµό κοµµάτων, που καταρτίζει δικούς του συνδυασµούς, στις µισές τουλάχιστον εκλογικές περιφέρειες της χώρας. ∆εν επιτρέπεται υποβολή υποψηφιότητας σε πρόσωπο, που είναι υποψήφιος στις ίδιες εκλογές, σ' οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια. 2. Η πρόταση κάθε κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων περιλαµβάνει δώδεκα (12) το πολύ υποψηφίους, µνηµονεύει τα στοιχεία, που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 32 για κάθε υποψήφιο που προτείνεται και συνοδεύεται µε γραπτή αποδοχή καθενός απ' αυτούς και µε υπεύθυνη δήλωση του ίδιου, ότι δεν αποδέχτηκε πρόταση υποψηφιότητας σ'
3

οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια της χώρας. Ως προς τα υπόλοιπα εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 34. Η ανακήρυξη των υποψηφίων, στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, κάθε κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων, γίνεται σύµφωνα µ' αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 35 του παρόντος. Οι υποψήφιοι αναγράφονται υποχρεωτικά µε τη σειρά που προτείνονται και ανακηρύσσονται. 3. Οι γνωστοποιήσεις των συνδυασµών και των υποψηφίων σ' όλες τις εκλογικές περιφέρειες της χώρας, που αναφέρονται στο άρθρο 39 του παρόντος, πρέπει να περιλαµβάνουν και τους συνδυασµούς όλων των κοµµάτων και συνασπισµών κοµµάτων, που ανακηρύχτηκαν σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο. 4. Τα έγκυρα ψηφοδέλτια που έλαβε κάθε κόµµα ή συνασπισµός κοµµάτων σ' ολόκληρη την επικράτεια, θεωρούνται ως ψήφοι που δόθηκαν και για το «ψηφοδέλτιο υποψηφίων επικράτειας» του αντίστοιχου κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων. Ο αριθµός αυτών αναγράφεται σ' όλους τους πίνακες διαλογής και στις πράξεις των εφορευτικών επιτροπών και των πρωτοδικείων που προβλέπονται από τη νοµοθεσία για την εκλογή βουλευτών. 5. Η ανακήρυξη των βουλευτών, που εκλέγονται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο, γίνεται από το Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο διαβιβάζεται απόσπασµα της απόφασης της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής. 6. Οι υποψήφιοι βουλευτές που δεν εκλέγονται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ανακηρύσσονται ως αναπληρωµατικοί των βουλευτών του «ψηφοδελτίου υποψηφίων επικρατείας» κάθε κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων, που εκλέχτηκαν και ανακηρύχτηκαν. Αν εξαντληθεί ο αριθµός των αναπληρωµατικών οι κενούµενες έδρες συµπληρώνονται από τους αναπληρωµατικούς βουλευτές του κόµµατος ή του συνασπισµού κοµµάτων στα οποία ανήκουν οι κενούµενες έδρες, που ανακηρύχτηκαν στις εκλογικές περιφέρειες του άρθρου 1 του παρόντος και στις οποίες το κόµµα ή ο συνασπισµός κοµµάτων συγκέντρωσε το µεγαλύτερο αριθµό έγκυρων ψηφοδελτίων.

ΤΜΗΜΑ Β΄

4

ΕΚΛΟΓΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ∆ικαίωµα του εκλέγειν Άρθρο 4 (Άρθρο 4 Π. ∆. 351/2003) Απόκτηση του δικαιώµατος 1. Το δικαίωµα του εκλέγειν έχουν οι πολίτες Έλληνες και Ελληνίδες που συµπλήρωσαν το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. 2. Για την εφαρµογή της προηγούµενης παραγράφου η 1η Ιανουαρίου θεωρείται ως ηµεροµηνία γέννησης όλων όσοι γεννήθηκαν µέσα στο χρόνο.

Άρθρο 5 (Άρθρο 5 Π.∆. 351/2003) Στέρηση του δικαιώµατος Στερούνται του δικαιώµατος του εκλέγειν: α) Όσοι βρίσκονται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε πλήρη στερητική δικαστική συµπαράσταση. β) Όσοι στερήθηκαν το δικαίωµα αυτό, λόγω αµετάκλητης ποινικής καταδίκης, σε κάποιο από τα εγκλήµατα που ορίζονται από τον ποινικό και στρατιωτικό ποινικό κώδικα, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή η στέρηση.

Άρθρο 6 (Άρθρο 6 Π.∆. 351/2003) Άσκηση του δικαιώµατος 1. Το δικαίωµα του εκλέγειν έχουν σε κάθε εκλογική περιφέρεια µόνο όσοι είναι γραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους των δήµων και κοινοτήτων της εκλογικής περιφέρειας. 2. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος είναι υποχρεωτική.

ΤΜΗΜΑ Γ' ΕΚΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ
5

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' Γενικές διατάξεις που αφορούν τους εκλογικούς καταλόγους

Άρθρο 7 (Άρθρο 7 Π.∆. 351/2003) ∆ιακρίσεις εκλογικών καταλόγων κατά δήµους, κοινότητες και εκλογικά διαµερίσµατα 1. Η εκλογή γίνεται σε κάθε δήµο ή κοινότητα µόνο µε τους εκλογικούς καταλόγους που τηρούνται στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και έχουν καταρτιστεί µε βάση τα δηµοτολόγια του οικείου δήµου ή κοινότητας. 2. Οι εκλογικοί κατάλογοι δήµων και κοινοτήτων που προέρχονται από συνένωση, εξακολουθούν να καταρτίζονται ανά πρώην δήµο και κοινότητα. 3. Οι εκλογικοί κατάλογοι καταρτίζονται κατά δήµους και κοινότητες ή κατά εκλογικά διαµερίσµατα που περιλαµβάνονται στην περιφέρεια κάθε δήµου ή κοινότητας. Ο καθορισµός των εκλογικών διαµερισµάτων γίνεται µε απόφαση του νοµάρχη µετά από πρόταση του δηµάρχου ή προέδρου κοινότητας σύµφωνα µε όσα ορίζονται στο Π.∆. 8/2000. 4. Η κατάταξη των εκλογέων στα εκλογικά διαµερίσµατα γίνεται µε βάση τη διεύθυνση κατοικίας τους.

Άρθρο 8 (Άρθρο 8 Π.∆. 351/2003 και άρθρο 13 Ν. 3231/2004) Γενικοί όροι εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους – Παραλειφθέντες εκλογείς 1. Οι εκλογικοί κατάλογοι συντάσσονται ενιαίοι χωρίς διάκριση σε καταλόγους ανδρών και γυναικών. 2. Κάθε εκλογέας εγγράφεται µόνο στους εκλογικούς καταλόγους του δήµου ή της κοινότητας στα δηµοτολόγια των οποίων είναι εγγεγραµµένος, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ∆ηµοτικού και Κοινοτικού κώδικα. 3. Η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους είναι υποχρεωτική. Καθένας εγγράφεται µόνο µία φορά σε ένα εκλογικό κατάλογο. 4. Εκλογείς, οι οποίοι δεν έχουν αποστερηθεί του εκλογικού δικαιώµατος και δεν περιλαµβάνονται, εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας, στους εκλογικούς καταλόγους, ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα, µέχρι το πέρας διεξαγωγής της οποίων είναι, αντιστοίχως, εγγεγραµµένοι. ψηφοφορίας, σε οποιοδήποτε εκλογικό τµήµα του δήµου ή της κοινότητας στα δηµοτολόγια ή τα µητρώα αρρένων, των

6

5. Για το σκοπό αυτόν προσκοµίζεται στην οικεία Εφορευτική Επιτροπή πιστοποιητικό από το οποίο προκύπτει η εγγραφή τους στα δηµοτολόγια ή µητρώα αρρένων, υπογεγραµµένο από το δήµαρχο, τον πρόεδρο της κοινότητας ή τα εξουσιοδοτηµένα από αυτούς όργανα. 6. Προϋπόθεση για τη χορήγηση του πιστοποιητικού της προηγούµενης παραγράφου είναι η διαπίστωση από τους ανωτέρω ότι ο αιτών τη χορήγησή του δεν περιλαµβάνεται στους εκλογικούς καταλόγους οποιουδήποτε άλλου δήµου ή κοινότητας της χώρας. Σε περίπτωση τεχνικής αδυναµίας, η ανωτέρω διαπίστωση πραγµατοποιείται µε τη συνδροµή του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 7.α. Μετά την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώµατος, τα στοιχεία των πιο πάνω εκλογέων προστίθενται στον εκλογικό κατάλογο του εκλογικού τµήµατος που ψήφισαν. β. Η οριστική καταχώρισή τους στους εκλογικούς καταλόγους και η απόδοση του Ειδικού Εκλογικού Αριθµού συντελείται κατά την πρώτη αναθεώρησή τους από το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, µε βάση σχετική κατάσταση, που αποστέλλεται από τον οικείο δήµο ή κοινότητα, εντός δύο µηνών από τη διενέργεια των εκλογών. 8. Εάν χορηγηθεί το ανωτέρω πιστοποιητικό χωρίς τη συνδροµή των προϋποθέσεων των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου, οι δήµαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και τα εξουσιοδοτηµένα από αυτούς όργανα ευθύνονται για παράβαση καθήκοντος, σύµφωνα µε το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα. 9. Θέµατα τεχνικού ή διαδικαστικού χαρακτήρα, για την εφαρµογή των παρ. 4 έως και 8 του παρόντος άρθρου είναι δυνατόν να ρυθµίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 9 (Άρθρο 9 Π.∆. 351/2003) Υπηρεσία εκλογικών καταλόγων 1. Η επιµέλεια για την κατάρτιση γενικά των εκλογικών καταλόγων ανήκει στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 2. Σε κάθε Νοµαρχιακή Αυτοδιοίκηση και Νοµαρχιακό ∆ιαµέρισµα λειτουργεί γραφείο εκλογών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
7

Εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους Άρθρο 10 (Άρθρο 10 Π.∆. 351/2003) Εγγραφή νέων εκλογέων 1. Ο ∆ήµαρχος ή ο Πρόεδρος της Κοινότητας συντάσσει αυτεπάγγελτα, κάθε έτος, από 1ης µέχρι τέλους Φεβρουαρίου ονοµαστικές καταστάσεις, οι οποίες περιλαµβάνουν όσους είναι εγγεγραµµένοι στα δηµοτολόγια του δήµου ή της κοινότητας και αποκτούν το δικαίωµα του εκλέγειν κατά το άρθρο 4 του παρόντος. 2. Οι νέοι αυτοί εκλογείς εντός του Ιανουαρίου του ιδίου έτους υποβάλλουν στον οικείο δήµο ή κοινότητα δήλωση για το εκλογικό διαµέρισµα στους εκλογικούς καταλόγους του οποίου επιθυµούν να εγγραφούν. Αν δεν υποβληθεί η δήλωση αυτή, η κατάταξή τους γίνεται στο εκλογικό διαµέρισµα που επιλέγει ο δήµος ή η κοινότητα µε βάση τα υπάρχοντα στοιχεία. 3. Οι καταστάσεις αυτές υποβάλλονται αµελλητί στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης για την ένταξή τους στο εκεί τηρούµενο αρχείο εκλογικών καταλόγων.

Άρθρο 11 (Άρθρο 11 Π.∆. 351/2003) Ειδικός Εκλογικός Αριθµός 1. Σε κάθε εκλογέα αποδίδεται Ειδικός Εκλογικός Αριθµός. Ο αριθµός αυτός είναι µοναδικός και καθορίζεται από το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης κατά την πρώτη εγγραφή του εκλογέα στους εκλογικούς καταλόγους της χώρας. Ο εκλογικός αριθµός αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για κάθε εκλογέα στη βάση δεδοµένων του εκλογικού σώµατος. Ο τρόπος σχηµατισµού και η διαδικασία χορήγησής του έχουν καθοριστεί µε την 22721/13.6.2001 (ΦΕΚ 815 Β΄) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 2. Η χορήγηση του Ειδικού Εκλογικού Αριθµού στους εκλογείς που εγγράφονται αυτεπαγγέλτως σύµφωνα µε το άρθρο 10 του παρόντος, γίνεται το αργότερο µέχρι την 15η Μαΐου. Οι εκλογείς αυτοί δεν ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα αν προκηρυχθούν εκλογές από την 1η Ιανουαρίου έως την 30η Ιουνίου του έτους εγγραφής τους. 3. Ο Ειδικός Εκλογικός Αριθµός χρησιµοποιείται αποκλειστικά στις εκλογικές διαδικασίες. Κάθε άλλη χρήση του αριθµού αυτού απαγορεύεται. Όποιος χωρίς δικαίωµα, χρησιµοποιεί ή εκµεταλλεύεται για άλλη χρήση τον Ειδικό Εκλογικό Αριθµό τιµωρείται µε
8

φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηµατική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων € και εβδοµήντα λεπτών έως είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά € και τριών λεπτών αν η πράξη δεν τιµωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Με τις ίδιες ποινές τιµωρείται και όποιος παρά την απαγόρευση επιτρέπει σε µη δικαιούµενα πρόσωπα να κάνουν χρήση του Ειδικού Εκλογικού Αριθµού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' Μεταβολές στους εκλογικούς καταλόγους Άρθρο 12 (Άρθρο 12 Π.∆. 351/2003) ∆ιαδικασία µεταβολών – Μεταβολή διεύθυνσης κατοικίας εκλογέων 1. Σε ιδιαίτερες καταστάσεις που συντάσσονται από τον ∆ήµαρχο ή Πρόεδρο της κοινότητας κάθε ηµερολογιακό δίµηνο περιλαµβάνονται όλες οι µεταβολές που έχουν επέλθει στα δηµοτολόγια λόγω θανάτου, µεταδηµότευσης, διόρθωσης στοιχείων εγγραφής και απόκτησης ή απώλειας της Ελληνικής Ιθαγένειας. Οι καταστάσεις αυτές υποβάλλονται µέσα στο πρώτο δεκαήµερο του επόµενου µήνα στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης προκειµένου να ενταχθούν στο εκεί τηρούµενο αρχείο εκλογικών καταλόγων. Στις ίδιες καταστάσεις περιλαµβάνεται και κάθε µεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας των εκλογέων και η ένταξή τους, εφόσον επέρχεται διαφοροποίηση, στο αντίστοιχο εκλογικό διαµέρισµα. 2. Οι καταστάσεις του άρθρου 10 και της προηγούµενης παραγράφου του παρόντος άρθρου συντάσσονται κατά αλφαβητική σειρά επωνύµου και περιλαµβάνουν τα εξής στοιχεία: φύλο, επώνυµο, κύριο όνοµα, όνοµα πατέρα, όνοµα µητέρας, όνοµα συζύγου και το γένος, αν πρόκειται για έγγαµη γυναίκα που φέρει το επώνυµο του συζύγου, ακριβή ηµεροµηνία γέννησης (ηµέρα, µήνας, έτος) και εφόσον δεν υπάρχει, η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης, αριθµό δηµοτολογίου και διεύθυνση κατοικίας (δήµος ή κοινότητα ή τέως κοινότητα ή συνοικισµός, οδό και αριθµό). Επιπλέον οι καταστάσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου περιέχουν και τον Ειδικό Εκλογικό Αριθµό µε εξαίρεση τις εγγραφές λόγω απόκτησης της Ελληνικής Ιθαγένειας.

Άρθρο 13 (Άρθρο 13 Π.∆. 351/2003)

9

∆ιαγραφή λόγω στέρησης του δικαιώµατος του εκλέγειν Το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης µεριµνά για την καταχώριση στους εκλογικούς καταλόγους σχετικών ενδείξεων για τους στερηθέντες του εκλογικού δικαιώµατος λόγω αµετάκλητης ποινικής καταδίκης, σε κάποιο από τα εγκλήµατα που ορίζονται από τον ποινικό και στρατιωτικό ποινικό κώδικα, για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή. Τα Γραφεία Ποινικού Μητρώου, τα Στρατολογικά Γραφεία, των Ενόπλων ∆υνάµεων και τα Πρωτοδικεία στέλνουν στις αρχές κάθε διµήνου στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης καταστάσεις µε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την αναγνώριση των εκλογέων αυτών στους εκλογικούς καταλόγους και γνωστοποιούν την άρση των σχετικών συνεπειών λόγω ανάκλησης των οικείων αποφάσεων ή λήξης των ποινών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆' ∆ιόρθωση εγγραφών Άρθρο 14 (Άρθρο 14 Π.∆. 351/2003) Αιτήσεις για διόρθωση στοιχείων εγγραφής Κάθε εκλογέας µπορεί να ζητήσει αιτιολογηµένα τη διόρθωση κάθε στοιχείου εγγραφής του στον εκλογικό κατάλογο. Άρθρο 15 (Άρθρο 15 Π.∆. 351/2003) Μεταβολές πριν την προκήρυξη των εκλογών Μεταβολές που συντελούνται στο δηµοτολόγιο ένα (1) µήνα πριν από την προκήρυξη των εκλογών καταχωρίζονται εκλογών. στους εκλογικούς καταλόγους µετά την διενέργεια των

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' Γραφεία Εκλογών

10

Άρθρο 16 (Άρθρο 16 Π.∆. 351/2003) Καθήκοντα γραφείων εκλογών Τα γραφεία εκλογών της παρ. 2 του άρθρου 9 είναι αρµόδια για το χειρισµό των θεµάτων για τα οποία καθίστανται αρµόδιοι οι Νοµάρχες κατά τις διατάξεις της εκλογικής νοµοθεσίας. Τα γραφεία αυτά τηρούν και θέτουν στη διάθεση κάθε ενδιαφεροµένου σ΄ όλη τη διάρκεια του χρόνου τους οριστικούς εκλογικούς καταλόγους των δήµων και κοινοτήτων, τους οποίους αποστέλλει σ΄ αυτούς το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ' Ενστάσεις Άρθρο 17 (Άρθρο 17 Π.∆. 351/2003) Υποβολή ενστάσεων 1. Οι καταστάσεις του άρθρου 10 του παρόντος αναρτώνται στο δηµοτικό ή κοινοτικό κατάστηµα από 1ης µέχρι 10ης Μαρτίου. Οι καταστάσεις του άρθρου 12 αναρτώνται επίσης στο δηµοτικό ή κοινοτικό κατάστηµα από 1ης µέχρι 10ης του επόµενου µήνα µετά τη λήξη του διµήνου. Μέσα στις προθεσµίες αυτές κάθε εκλογέας ή αντιπρόσωπος Κόµµατος αναγνωρισµένου κατά τον κανονισµό της Βουλής, έχει το δικαίωµα να υποβάλει στον δήµαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ένσταση κατά της εγγραφής ή της µη εγγραφής ενός προσώπου στις καταστάσεις αυτές. 2. Πίνακας µε τα στοιχεία των ενισταµένων και εκείνων κατά των οποίων στρέφονται αναρτάται στο χώρο ανακοινώσεων του δήµου ή της κοινότητας επί πενθήµερο. Οι αντιρρήσεις επί των ενστάσεων διατυπώνονται εγγράφως από τον ∆ήµαρχο ή Πρόεδρο της κοινότητας ή από τον εκλογέα στον οποίο αφορούν. Για τις αναρτήσεις των καταστάσεων και πινάκων της παραγράφου αυτής συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από υπάλληλο του δήµου ή της κοινότητας. 3. Οι ενστάσεις της παραγράφου 1 είναι γραπτές, παραδίδονται από τον ίδιο τον ενιστάµενο ή ειδικό πληρεξούσιό του και πρέπει να περιέχουν το ονοµατεπώνυµο και τη διεύθυνσή του, το ονοµατεπώνυµο εκείνου εναντίον του οποίου στρέφονται, τον εκλογικό κατάλογο, τον αύξοντα αριθµό της εγγραφής του, τους ειδικούς και συγκεκριµένους λόγους που επικαλείται ο ενιστάµενος και τα στοιχεία που αποδεικνύουν αυτούς τους λόγους. Ένσταση που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται από το αρµόδιο δικαστήριο.
11

4. Οι ενστάσεις, οι εναντίον αυτών αντιρρήσεις και οι σχετικές µε αυτές καταστάσεις, διαβιβάζονται σε πέντε ηµέρες από τη λήξη των προθεσµιών της παραγράφου 1, από τον ∆ήµαρχο ή Πρόεδρο Κοινότητας στο αρµόδιο Πρωτοδικείο για την εκδίκασή τους. Η απόφαση του Πρωτοδικείου εκδίδεται µέσα σε ένα µήνα. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος.

Άρθρο 18 (Άρθρο 18 Π.∆. 351/2003) Εκδίκαση ενστάσεων 1. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, αφού λάβει τις ενστάσεις κατά των εκλογικών καταλόγων και τις τυχόν αντιρρήσεις των δήµων ή κοινοτήτων ορίζει µε πράξη του, το ταχύτερο, την ηµέρα και ώρα της εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων από το Πολυµελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την διαδικασία της Εκούσιας ∆ικαιοδοσίας. Η πράξη αυτή δηµοσιεύεται δέκα (10) ηµέρες πριν από την ορισµένη δικάσιµο µε τοιχοκόλληση στην αίθουσα πολιτικών συνεδριάσεων του δικαστηρίου. 2. Το Πρωτοδικείο, αποδεχόµενο την ένσταση, διατάζει τη σχετική µεταβολή στον εκλογικό κατάλογο. 3. Η απόφαση του Πρωτοδικείου είναι οριστική και δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο µέσο, αποστέλλεται δε αµέσως στη ∆ιεύθυνση Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης το οποίο επιφέρει τις αντίστοιχες µεταβολές στους εκλογικούς καταλόγους.

Άρθρο 19 (Άρθρο 19 Π.∆. 351/2003) Ενσωµάτωση µεταβολών Για την ενσωµάτωση των µεταβολών των άρθρων 10,12, 13, 14, 15, 17 και 18 και την οριστικοποίηση των εκλογικών καταλόγων εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του παρόντος.

Άρθρο 20 (Άρθρο 20 Π.∆. 351/2003) Οριστικοποίηση εκλογικών καταλόγων

12

1. Το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης ενσωµατώνει µε αλφαβητική σειρά επωνύµου στους εκλογικούς καταλόγους τους νέους εκλογείς και επιφέρει τις µεταβολές που διατάσσονται από τα οικεία πρωτοδικεία. Στα τηρούµενα από το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, µαγνητικά αρχεία των εκλογικών καταλόγων καταχωρούνται συµπληρωµατικά στοιχεία και πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει: α) η χρονολογία εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους (έτος αναθεώρησης), β) η αιτιολογία εγγραφής (εγγραφή για πρώτη φορά, µεταγραφή, διόρθωση), γ) η εγγραφή του εκλογέα σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ψηφοφορίας (µεταναστών, ετεροδηµοτών) και δ) η διεύθυνση διαµονής, ο ταχυδροµικός κώδικας και το τηλέφωνο. Είναι δυνατή επίσης η καταχώριση στοιχείων των εκλογέων του άρθρου 27 του παρόντος.

Άρθρο 21 (Άρθρο 21 Π.∆. 351/2003) Έλεγχος στοιχείων εγγραφής 1. Αν διαπιστωθεί ότι το ίδιο πρόσωπο είναι περισσότερες από µία φορά εγγεγραµµένο στους εκλογικούς καταλόγους, µε απόφαση του ∆ιευθυντή Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, θεωρείται ισχυρή η µία και νόµιµη εγγραφή του, όπως αυτή εµφανίζεται στο δηµοτολόγιο και διατάσσεται η διαγραφή του από τους υπόλοιπους εκλογικούς καταλόγους. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δήµος ή η κοινότητα, από τους εκλογικούς καταλόγους του οποίου διαγράφεται ο εκλογέας. Για οποιαδήποτε αµφιβολία γύρω από την ταυτοπροσωπία του εκλογέα, η αρµόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης είναι υποχρεωµένη να κάνει την απαραίτητη εξακρίβωση µε την συνδροµή των κατά τόπους δηµοτικών, κοινοτικών και κρατικών αρχών. 2. Μετά τον έλεγχο που αφορά την πληρότητα των στοιχείων που έχουν αποσταλεί, καθώς και τη µοναδικότητα της εγγραφής κάθε εκλογέα στους εκλογικούς καταλόγους της χώρας, το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης αποδίδει αµέσως σε κάθε ένα από τους νέους εκλογείς τον Ειδικό Εκλογικό Αριθµό που προβλέπεται στο άρθρο 11 και ενηµερώνει την τηρούµενη από αυτό Βάση ∆εδοµένων του Εκλογικού Σώµατος της χώρας. Άρθρο 22 (Άρθρο 22 Π.∆. 351/2003) Εκτύπωση και αποστολή εκλογικών καταλόγων
13

1. Το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, µε απόφαση του ∆ιευθυντή Εκλογών κυρώνει και εκτυπώνει τους εκλογικούς καταλόγους που έχουν οριστικοποιηθεί. Από ένα αντίτυπο αυτών διαβιβάζεται στο οικείο Πρωτοδικείο, στο Γενικό Γραµµατέα της Περιφέρειας, στην οικεία Νοµαρχιακή Αυτοδιοίκηση και στον οικείο ∆ήµο ή Κοινότητα. 2. Πέραν των εντύπων καταλόγων το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης διαβιβάζει στους ίδιους αποδέκτες οπτικούς δίσκους µοναδικής εγγραφής στους οποίους έχει αποτυπωθεί το περιεχόµενο των οριστικών εντύπων εκλογικών καταλόγων. Άρθρο 23 (Άρθρο 23 Π.∆. 351/2003) ∆ιάθεση αντιτύπων εκλογικών καταλόγων και δηµοσιευµάτων εκλογικού περιεχοµένου 1. Τα αναγνωρισµένα κόµµατα, σύµφωνα µε τον κανονισµό της Βουλής, τα κόµµατα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και αυτά που καταρτίζουν συνδυασµούς στα 2/3 των εκλογικών περιφερειών δικαιούνται µια πλήρη σειρά σε µαγνητικά µέσα των εκλογικών καταλόγων του κράτους, βασικών και ετεροδηµοτών, καθώς και δηµοσιευµάτων του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης εκλογικού περιεχοµένου, χωρίς την καταβολή αντιτίµου. 2. Αντίτυπα εκλογικών καταλόγων, µπορούν να διατίθενται µε την καταβολή αντιτίµου υπέρ του ∆ηµοσίου, που ορίζεται από τον Υπουργό των Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, σε βουλευτές, ευρωβουλευτές, υποψήφιους βουλευτές ή υποψήφιους στις νοµαρχιακές, στις δηµοτικές και κοινοτικές εκλογές και µόνο για τις εκλογικές περιφέρειες, τις νοµαρχιακές αυτοδιοικήσεις ή τους δήµους και τις κοινότητες όπου έχουν εκλεγεί ή είναι υποψήφιοι. 3. Οι όροι και οι προϋποθέσεις διάθεσης εκλογικών καταλόγων και άλλων δηµοσιευµάτων σε άλλα πρόσωπα ή φορείς καθορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 4. Τα ανωτέρω στοιχεία µπορούν να διατίθενται και σε µαγνητικά µέσα, τα οποία χρησιµοποιούνται µόνο από εκείνον στον οποίο χορηγούνται, αποκλειστικώς και µόνο για εκλογική χρήση. Η παραχώρηση ή η χρησιµοποίησή τους από οποιονδήποτε άλλο ή για σκοπό µη εκλογικό απαγορεύεται. Οι παραβάτες τιµωρούνται µε τις ποινές της παραγράφου 4 του άρθρου 117. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ' Τελικές διατάξεις για τους εκλογικούς καταλόγους

14

Άρθρο 24 (Άρθρο 24 Π.∆. 351/2003) Αντιπρόσωποι κοµµάτων Τη διαδικασία σύνταξης και αναθεώρησης των εκλογικών καταλόγων σε κάθε δήµο ή κοινότητα έχει το δικαίωµα να παρακολουθεί από ένας αντιπρόσωπος των αναγνωρισµένων, σύµφωνα µε τον Κανονισµό της Βουλής κοµµάτων, που ορίζεται µε γραπτή δήλωση του αρχηγού του κόµµατος. Άρθρο 25 (Άρθρο 25 Π.∆. 351/2003) Αντιµετώπιση επειγουσών αναγκών εκτύπωσης κ.λπ., εκλογικών καταλόγων 1. Για να αντιµετωπιστούν επείγουσες ανάγκες εκτύπωσης εκλογικών καταλόγων και εκτέλεσης άλλων σχετικών εργασιών, µπορεί να συγκροτούνται ειδικά συνεργεία από υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, στους οποίους καταβάλλεται ειδική αποζηµίωση που καθορίζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονοµίας και Οικονοµικών, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη. Η συγκρότηση των συνεργείων και ο τρόπος καταβολής της αποζηµίωσης ορίζονται κάθε φορά µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 2. Είναι δυνατόν µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης να επιτρέπεται η ανάθεση της εκτελέσεως εργασιών της προηγούµενης παραγράφου σε ιδιώτες. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονοµίας και Οικονοµικών, καθορίζεται η ειδική αποζηµίωση που καταβάλλεται. Άρθρο 26 (Άρθρο 26 Π.∆. 351/2003) Κατάλογοι βάσει των οποίων ενεργούνται οι εκλογές 1. Οι οριστικοί εκλογικοί κατάλογοι των βουλευτικών εκλογών, ισχύουν και σε κάθε άλλη περίπτωση προσφυγής στη λαϊκή ετυµηγορία. 2. Αν σε µία κοινότητα που αναγνωρίστηκε, δεν καταρτίστηκαν και δεν επικυρώθηκαν οι εκλογικοί της κατάλογοι, οι εκλογείς αυτής της κοινότητας ψηφίζουν µε βάση τους καταλόγους του δήµου ή της κοινότητας από τον οποίο αυτή προήλθε, στους οποίους ήταν γραµµένοι πριν από την ηµεροµηνία δηµοσίευσης του προεδρικού διατάγµατος για την αναγνώριση της νέας κοινότητας. Οι διαγραφές που διατάχθηκαν, όσων έχουν περιληφθεί σε

15

προσωρινούς εκλογικούς καταλόγους που τυχόν συντάχθηκαν, θεωρούνται σαν µην έχουν γίνει. Τα πιο πάνω εφαρµόζονται και στις περιπτώσεις απόσπασης ενός συνοικισµού από ένα δήµο ή κοινότητα και προσάρτησής του σ' άλλο δήµο ή κοινότητα, καθώς και στις περιπτώσεις των υπόλοιπων µεταβολών των δήµων και κοινοτήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η' Ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι στρατιωτικών κ.λ.π.

Άρθρο 27 (Άρθρο 27 Π.∆. 351/2003) Περιεχόµενο και κατάρτιση ειδικών εκλογικών καταλόγων 1. Το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνοµίας, του Πυροσβεστικού Σώµατος και οι Στρατιωτικοί που υπηρετούν µε οποιαδήποτε ιδιότητα στις Ένοπλες ∆υνάµεις, ή στο Λιµενικό Σώµα, που είναι εγγεγραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους δήµου ή κοινότητας και υπηρετούν την ηµέρα της προκήρυξης των εκλογών σ' άλλο δήµο ή κοινότητα, δύνανται να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωµα στις βουλευτικές εκλογές είτε στο δήµο ή στην κοινότητα που είναι εγγεγραµµένοι είτε στο δήµο ή στην κοινότητα που υπηρετούν. Στην τελευταία περίπτωση εγγράφονται σε ειδικούς καταλόγους. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος µε τον οποίο οι παραπάνω εκλογείς, οφείλουν να δηλώσουν την πρόθεσή τους για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώµατος στο δήµο ή την κοινότητα στους εκλογικούς καταλόγους του οποίου είναι εγγεγραµµένοι, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια. 2. Κάθε υπηρεσιακή µονάδα είναι υποχρεωµένη να καταρτίσει κατάσταση µε αύξοντα αριθµό των εκλογέων της προηγούµενης παραγράφου, που υπηρετούν σ' αυτή. Η κατάσταση αυτή περιέχει τα στοιχεία µε τα οποία ο εκλογέας της παραγράφου 1 είναι εγγεγραµµένος στον εκλογικό κατάλογο, τον νοµό, το βαθµό που έχει στην υπηρεσία του και την ιδιότητα µε την οποία υπηρετεί (µόνιµος, έφεδρος, κληρωτός, κ.λπ.) και από πότε υπηρετεί στην µονάδα που συντάσσει την κατάσταση. Στην κατάσταση του άρθρου αυτού δεν περιλαµβάνονται, όσοι από τους εκλογείς της παραγράφου 1 είναι εγγεγραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους του δήµου ή κοινότητας στην περιφέρεια της οποίας υπηρετούν την ηµέρα των εκλογών. Για όσους υπηρετούν στην Αθήνα και τον Πειραιά, ως περιφέρεια κατά την ανωτέρω έννοια θεωρείται η περιφέρεια της τέως ∆ιοικήσεως Πρωτευούσης, µαζί µε τους δήµους Αχαρνών,

16

Σαλαµίνας και Ελευσίνας και για όσους υπηρετούν στη Θεσσαλονίκη, η περιφέρεια του πρώην δήµου Θεσσαλονίκης. 3. Καθένας από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, που τοποθετείται µε οποιοδήποτε τρόπο για εκτέλεση υπηρεσίας αορίστου χρονικού διαστήµατος ή µεγαλύτερου του µήνα στην διοικητική περιφέρεια ενός δήµου ή κοινότητας στους εκλογικούς καταλόγους του οποίου δεν είναι εγγεγραµµένος, είναι υποχρεωµένος να δηλώσει το δήµο, ή την κοινότητα, στους εκλογικούς καταλόγους του οποίου είναι εγγεγραµµένος. Με βάση αυτό το στοιχείο η υπηρεσία ή η µονάδα στην οποία υπηρετεί τον εγγράφει στην κατάσταση της παραγράφου 2. Κάθε υπηρεσία ή µονάδα διαγράφει από την ίδια κατάσταση κάθε πρόσωπο της παραγράφου 1, που µετακινείται σ' άλλο τόπο. 4. Οι καταστάσεις του άρθρου αυτού συντάσσονται µε ευθύνη των διοικητών ή των προϊσταµένων κάθε µονάδας ή υπηρεσίας. 5. Μόλις αρχίσει η προεκλογική περίοδος η ενηµέρωση των καταστάσεων διακόπτεται. Από τις καταστάσεις διαγράφονται όσοι δήλωσαν την πρόθεσή τους να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωµα στο δήµο ή την κοινότητα, στους εκλογικούς καταλόγους του οποίου είναι εγγεγραµµένοι, εφόσον οι προϊστάµενοί τους, ύστερα από εκτίµηση των υπηρεσιακών αναγκών, τους χορηγήσουν ειδική άδεια απουσίας για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο. Ο χρόνος αυτός δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο της κανονικής του άδειας. Οι εκλογείς που διαγράφονται από τις καταστάσεις ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα στην εκλογική τους περιφέρεια. Αφού διαγραφούν οι παραπάνω εκλογείς, οι καταστάσεις ανασυντάσσονται σε πέντε αντίτυπα, υπογράφονται από τους αρµόδιους προϊσταµένους ή διοικητές και σφραγίζονται από την υπηρεσία ή τη µονάδα. Τα τέσσερα αντίτυπα των καταστάσεων, διαβιβάζονται µέσα σε ανατρεπτική προθεσµία πέντε (5) ηµερών, από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, στον Πρόεδρο Πρωτοδικών της οικείας εκλογικής περιφέρειας. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών εκθέτει τις καταστάσεις στο κατάστηµα του Πρωτοδικείου επί τρείς (3) ηµέρες. Μέσα στην προθεσµία των τριών (3) ηµερών, η οποία είναι ανατρεπτική, κάθε εκλογέας ή αντιπρόσωπος αναγνωρισµένου κατά τον Κανονισµό της Βουλής κόµµατος, έχει το δικαίωµα να ασκήσει ένσταση κατά της εγγραφής κάθε προσώπου, που έχει συµπεριληφθεί στις καταστάσεις αυτές κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος. Για τις ενστάσεις αυτές εφαρµόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 17. Αφού περάσει η προθεσµία των τριών (3) ηµερών, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών ορίζει µε πράξη του ηµέρα και ώρα εκδίκασης των ενστάσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου.

17

6.

Η απόφαση του Πρωτοδικείου εκδίδεται το ταχύτερο, είναι οριστική και δεν

υπόκειται σε κανένα ένδικο µέσο. Οι καταστάσεις που επικυρώνονται µε την απόφαση έχουν ισχύ ειδικών εκλογικών καταλόγων. 7. Έλληνες ναυτικοί, εγγεγραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους δήµου ή κοινότητας του κράτους, που υπηρετούν σε πλοία µε Ελληνική σηµαία, τα οποία σύµφωνα µε τα εγκεκριµένα δροµολόγια ή το πρόγραµµα κινήσεώς τους κατά την ηµέρα της ψηφοφορίας ευρίσκονται σε λιµάνι άλλου δήµου ή κοινότητας, ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα στις βουλευτικές εκλογές, στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή στο δηµοψήφισµα στο δήµο ή στην κοινότητα που βρίσκεται το πλοίο, σύµφωνα µε όσα προβλέπονται για τους στρατιωτικούς. Οι ονοµαστικές καταστάσεις συντάσσονται και υπογράφονται από τον πλοίαρχο του πλοίου και θεωρούνται, για το γνήσιο της υπογραφής και το αληθές του περιεχοµένου τους, από τον προϊστάµενο της Λιµενικής ή Αστυνοµικής ή Τελωνειακής Αρχής του δήµου ή της κοινότητας που ναυλοχεί το πλοίο. 8. Οι εκλογείς του άρθρου αυτού παραδίδουν τρεις (3) τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ψηφοφορία στην υπηρεσία τους την αστυνοµική τους ταυτότητα και το διαβατήριο. Η αναγνώρισή τους ενώπιον της εφορευτικής επιτροπής γίνεται, µε την επίδειξη της υπηρεσιακής τους ταυτότητας. Σε περίπτωση που οι εκλογείς αυτοί ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωµα στον τόπο εγγραφής τους στους εκλογικούς καταλόγους, οφείλουν να προσκοµίσουν από τις υπηρεσίες τους βεβαίωση ότι δεν έχουν εγγραφεί σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους.

Άρθρο 28 (Άρθρο 28 Π.∆. 351/2003) Αποστολή των ειδικών εκλογικών καταλόγων στο νοµάρχη Οι ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι που αναφέρονται στο προηγούµενο άρθρο και επικυρώθηκαν, µαζί µε αντίγραφα των αποφάσεων του πρωτοδικείου, σχετικά µε τη διαγραφή όσων τυχόν κρίθηκαν ότι πρέπει να διαγραφούν, στέλνονται το γρηγορότερο στο νοµάρχη της περιφέρειας, ο οποίος φροντίζει για την έγκαιρη και σε αρκετό αριθµό αντιτύπων εκτύπωση, ή δακτυλογράφηση και αποστολή τους στα οικεία εκλογικά τµήµατα.

18

ΤΜΗΜΑ ∆' ΕΚΛΟΓΙΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ∆ικαίωµα του εκλέγεσθαι

Άρθρο 29 (Άρθρο 29 Π.∆. 351/2003) Κτήση του δικαιώµατος 1. Το δικαίωµα του εκλέγεσθαι έχουν οι πολίτες Έλληνες και Ελληνίδες, οι οποίοι την ηµέρα της εκλογής, έχουν συµπληρώσει το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας τους και έχουν τη νόµιµη ικανότητα του εκλέγειν. 2. Η ηλικία, σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, αποδεικνύεται από την εγγραφή στο µητρώο αρρένων ή το δηµοτολόγιο ενός δήµου ή κοινότητας. Αν για τη συµπλήρωση της ηλικίας, πρέπει να βεβαιωθεί εκτός το έτος και η ηµεροµηνία γεννήσεως, αυτή αποδεικνύεται µόνο µε ληξιαρχική πράξη γέννησης.

Άρθρο 30 (Άρθρο 30 Π.∆. 351/2003) Παραίτηση από θέσεις που αποτελούν κώλυµα εκλογιµότητας 1. Η παραίτηση από την υπηρεσία και από τις θέσεις που σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 56 του Συντάγµατος αποτελούν κώλυµα για την εκλογή στο αξίωµα του βουλευτή, είναι γραπτή και η επίδοσή της γίνεται µε δικαστικό επιµελητή στον πρόεδρο του αρµόδιου για την ανακήρυξη των υποψηφίων δικαστηρίου, πριν από την ηµέρα της ανακήρυξης αυτών. 2. Η παραίτηση που επιδόθηκε δεν ανακαλείται. Αυτή θεωρείται ότι έγινε αυτοδικαίως αποδεκτή µε την επίδοσή της. 3. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου διαβιβάζει την παραίτηση, χωρίς αναβολή, στην αρµόδια για την παραλαβή της αρχή. 4. Εφόσον, σύµφωνα µε τις οικείες διατάξεις η πράξη για την αποδοχή της παραίτησης δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, η αρµόδια αρχή οφείλει να δηµοσιεύσει αµέσως περίληψή της, που να περιέχει το ονοµατεπώνυµο, τη θέση ή το αξίωµα που κατείχε αυτός που παραιτήθηκε ή αν πρόκειται για στρατιωτικούς, το βαθµό και το όπλο ή την υπηρεσία στην οποία αυτός ανήκε, καθώς και τη χρονολογία της επίδοσης της παραίτησης στον πρόεδρο του αρµόδιου δικαστηρίου. 5. Ο αξιωµατικός, που σύµφωνα µε τα παραπάνω παραιτήθηκε και δεν εκλέχτηκε βουλευτής, είναι δυνατόν οποτεδήποτε ν' ανακληθεί στην ενέργεια ως έφεδρος, ενώ αυτός
19

που εκλέχτηκε βουλευτής δεν µπορεί ν' ανακληθεί στην ενέργεια, πριν από την έναρξη των εργασιών της Α' Συνόδου της νέας Βουλής και χωρίς την έγκριση αυτής. 6. Έφεδρος αξιωµατικός σε ενέργεια θεωρείται αυτοδικαίως ότι απολύθηκε από τις τάξεις του Στρατού, από την ηµέρα που υπέβαλε την υποψηφιότητα που προτάθηκε από εκλογείς. Εάν δεν εκλεγεί βουλευτής, µπορεί ν' ανακληθεί οποτεδήποτε. Εάν όµως εκλεγεί δεν επιτρέπεται να κληθεί υπό τα όπλα πριν την έναρξη της Α' Συνόδου της νέας Βουλής και χωρίς την έγκρισή της. Ο Πρόεδρος του αρµόδιου δικαστηρίου ανακοινώνει αµέσως στις προϊστάµενες αρχές του εφέδρου αξιωµατικού και στο Υπουργείο Εθνικής Άµυνας την υποβολή απ' αυτόν ή αποδοχή υποψηφιότητας βουλευτή.

ΒΙΒΛΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΤΜΗΜΑ Α΄ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΕΚΛΟΓΩΝ Άρθρο 31 (Άρθρο 31 Π.∆. 351/2003) Προεδρικά ∆ιατάγµατα προκήρυξης εκλογών και κατανοµής Βουλευτικών εδρών 1. Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών διατάσσεται µε προεδρικό διάταγµα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συµβούλιο, µέσα σε τριάντα µέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής. Με το ίδιο διάταγµα ορίζεται και η ηµέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σ' όλη την επικράτεια. 2. Με προεδρικό διάταγµα, που εκδίδεται πληθυσµού της χώρας, ορίζεται ο αριθµός των αποτελεσµάτων της επόµενης αντίστοιχης απογραφής. 3. Από τη δηµοσίευση του διατάγµατος διάλυσης της Βουλής ή τη δωδέκατη ηµέρα πριν την κατά το άρθρο 53 παράγραφο 1 του Συντάγµατος λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος. Οι συγκεντρώσεις κατά την προεκλογική περίοδο διέπονται από τις ειδικές για το θέµα αυτό διατάξεις στo πλαίσιο του Συντάγµατος. αµέσως µετά τη δηµοσίευση στην βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως των επίσηµων αποτελεσµάτων της απογραφής του νόµιµου περιφέρειας σύµφωνα µε το άρθρο 2. Το διάταγµα αυτό ισχύει ως τη δηµοσίευση των

20

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Υποψήφιοι Άρθρο 32 (Άρθρο 32 Π.∆. 351/2003) Πρόταση υποψηφίων 1. Οι υποψήφιοι προτείνονται από τους εκλογείς κάθε εκλογικής περιφέρειας. Η πρόταση είναι γραπτή και υπογράφεται, το λιγότερο, από δώδεκα εκλογείς. Την πρόταση πρέπει να αποδεχτεί εγγράφως ο ίδιος ο προτεινόµενος, ή ο σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού πληρεξούσιός του. Οι υποψήφιοι έχουν το δικαίωµα επίσης να προτείνουν εγγράφως την υποψηφιότητά τους οι ίδιοι προσωπικά ή µε τον παραπάνω πληρεξούσιό τους. 2. Κανείς δεν µπορεί να υποβάλει ή ν' αποδεχτεί υποψηφιότητα που προτείνεται από εκλογείς σε περισσότερες από µία εκλογικές περιφέρειες. Κατ' εξαίρεση έχει δικαίωµα να υποβάλει ή να αποδεχθεί υποψηφιότητα σε δύο εκλογικές περιφέρειες ο αρχηγός ή πρόεδρος κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων. 3. Στην πρόταση υποψηφιότητας αναγράφεται το όνοµα, επώνυµο, πατρώνυµο, η ιδιότητα και η ακριβής διεύθυνση του προτεινόµενου. Στην πρόταση ή τη δήλωση αποδοχής υποψηφιότητας πρέπει να επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση εκείνου που προτείνει τον εαυτό του ή εκείνου που αποδέχεται την πρόταση εκλογέων ή του πληρεξουσίου του µε την οποία να δηλώνεται: α) Σε ποίου δήµου ή κοινότητας του Κράτους το µητρώο αρρένων ή το δηµοτολόγιο είναι γραµµένος ο υποψήφιος, β) το έτος γέννησης καθώς και η ηµεροµηνία για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 29 και γ) ότι δεν έχει στερηθεί το δικαίωµα του εκλέγειν και δεν υπέβαλε ούτε αποδέχτηκε πρόταση υποψηφιότητας σε άλλη εκλογική περιφέρεια. Αυτός υπόκειται στις ποινές της παραγράφου 3 του άρθρου 117. 4. Η πληρεξουσιότητα για υποβολή πρότασης ή για αποδοχή προτάσεων εκλογέων πρέπει να είναι ειδική και παρέχεται µε συµβολαιογραφική πράξη. Στην πρόταση υποψηφιότητας που γίνεται από πληρεξούσιο καθώς και στη δήλωση αποδοχής πρότασης εκλογέων που γίνεται επίσης από πληρεξούσιο, επισυνάπτεται πάντοτε αντίγραφο της συµβολαιογραφικής πράξης, µε την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα. 5. Στην πρόταση επισυνάπτονται για κάθε υποψήφιο γραµµάτιο δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας για κατάθεση χρηµατικού ποσού εκατόν σαράντα έξι € και εβδοµήντα τεσσάρων λεπτών (146,74). Το χρηµατικό αυτό ποσό αποτελεί έσοδο του τακτικού
21

που ψευδώς δηλώνει

προϋπολογισµού και είναι δυνατό να αυξοµειώνεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονοµίας και Οικονοµικών. 6. Η επίδοση των προτάσεων υποψηφίων γίνεται µε παραγγελία των ίδιων ή κάθε εκλογέα µε δικαστικό επιµελητή στον πρόεδρο του αρµόδιου για την ανακήρυξη των υποψηφίων δικαστηρίου εννέα (9) το αργότερο ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου. 7. Αν λείπουν οι δώδεκα υπογραφές εκλογέων ή η αποδοχή του προτεινόµενου ή η υπογραφή αυτού ή του πληρεξουσίου του ή τα γραµµάτια ή κάποιο από τα στοιχεία της παραγράφου 3, η πρόταση είναι απαράδεκτη.

Άρθρο 33 (Άρθρο 33 Π.∆. 351/2003) Ανακήρυξη υποψηφίων Το αρµόδιο δικαστήριο ανακηρύσσει µε τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας τους υποψηφίους δέκα (10) ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου.

Άρθρο 34 (Άρθρο 34 Π.∆. 351/2003 και άρθρα 2 και 11 Ν. 3231/2004) Συνδυασµοί – Αριθµός υποψηφίων βουλευτών 1. Οι υποψήφιοι που ανακηρύσσονται σύµφωνα µε το προηγούµενο άρθρο παίρνουν µέρος στις εκλογές είτε σε συνδυασµό, είτε ως µεµονωµένοι. 2. Οι συνδυασµοί µπορεί να είναι είτε συνδυασµοί ενός µόνο κόµµατος, είτε συνδυασµοί συνασπισµού περισσοτέρων συνεργαζοµένων κοµµάτων, είτε συνδυασµοί ανεξαρτήτων. 3. Κανείς δεν µπορεί να µετέχει σε περισσοτέρους από ένα συνδυασµούς. Κατ' εξαίρεση ο αρχηγός κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων µπορεί να µετέχει στους συνδυασµούς του κόµµατος ή του συνασπισµού του οποίου ηγείται σε δύο εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες έχει ανακηρυχθεί υποψήφιος. 4. Ο συνδυασµός καταρτίζεται µε δήλωση που γίνεται, αν πρόκειται για συνδυασµό ενός µόνο κόµµατος, από το αρµόδιο κατά το καταστατικό όργανο του κόµµατος και, αν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο ή δεν ορίζεται, από τον αρχηγό του κόµµατος ή από εκείνον που διορίστηκε αντιπρόσωπος του κόµµατος. Αν πρόκειται για συνδυασµό συνασπισµού κοµµάτων, από το αρµόδιο κοινό όργανο του συνασπισµού ή από τα αρµόδια, κατά το καταστατικό όργανα των κοµµάτων, αν δεν υπάρχουν αυτά ή δεν ορίζονται, από τους αρχηγούς των κοµµάτων ή από εκείνον που διορίσθηκε αντιπρόσωπος του συνασπισµού
22

και, αν πρόκειται για συνδυασµό ανεξαρτήτων, από τους υποψηφίους που αποτελούν το συνδυασµό. Η δήλωση αν πρόκειται για συνδυασµό ενός µόνο κόµµατος, πρέπει να περιέχει το όνοµα του κόµµατος και τα ονόµατα των υποψηφίων που αποτελούν το συνδυασµό. Αν πρόκειται για συνδυασµό συνασπισµού κοµµάτων, πρέπει να περιέχει την προσωνυµία του συνασπισµού, τα ονόµατα των κοµµάτων που αποτελούν το συνασπισµό και τα ονόµατα των υποψηφίων και, αν πρόκειται για συνδυασµό ανεξαρτήτων, την προσωνυµία του συνδυασµού και τα ονόµατα των συνεργαζοµένων ανεξαρτήτων υποψηφίων. Στη δήλωση οι υποψήφιοι αναγράφονται κατ' αλφαβητική σειρά επωνύµου, µε εξαίρεση το όνοµα του αρχηγού ή προέδρου του κόµµατος ή του συνασπισµού κοµµάτων, το οποίο προτάσσεται. 5. Η δήλωση, µε την οποία καταρτίζεται ο συνδυασµός, επιδίδεται µε δικαστικό επιµελητή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή κατατίθεται µε απόδειξη στο γραφείο του το αργότερο δεκατρείς (13) ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου. 6. Κάθε συνδυασµός µπορεί να περιλάβει αριθµό υποψήφιων βουλευτών ως τον αριθµό των βουλευτικών εδρών της εκλογικής περιφέρειας προσαυξηµένο: α) κατά δύο στις εκλογικές περιφέρειες όπου εκλέγονται από ένας έως και επτά βουλευτές, β) κατά τρεις στις εκλογικές περιφέρειες όπου εκλέγονται από οκτώ έως και δώδεκα βουλευτές, και γ) κατά τέσσερις στις εκλογικές περιφέρειες όπου εκλέγονται περισσότεροι από δεκατρείς βουλευτές. 7. Ο διορισµός αντιπροσώπου κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, γίνεται µε έγγραφη δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος την κοινοποιεί στον Πρόεδρο του αρµόδιου για την ανακήρυξη των συνδυασµών δικαστηρίου.

Άρθρο 35 (Άρθρο 35 Π.∆. 351/2003) Ανακήρυξη συνδυασµών 1. Τη δεκάτη τετάρτη (14η) ηµέρα µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου το Α΄ Τµήµα του Αρείου Πάγου ανακηρύσσει σε δηµόσια συνεδρίαση τους εκλογικούς συνδυασµούς, όπως αυτοί δηλώθηκαν σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του προηγούµενου άρθρου. 2. Στην απόφαση ανακήρυξης των συνδυασµών και µετά τους συνδυασµούς αναφέρονται οι µεµονωµένοι υποψήφιοι της κάθε εκλογικής περιφέρειας, όπως αυτοί έχουν ανακηρυχθεί από το αρµόδιο δικαστήριο.

23

3. Η απόφαση της ανακήρυξης κοινοποιείται αµέσως στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. Άρθρο 36 (Άρθρο 36 Π.∆. 351/2003) Αναπλήρωση υποψηφίων που πέθαναν 1. Όταν ένας από τους υποψηφίους συνδυασµούς κόµµατος, συνασπισµού κοµµάτων ή ανεξαρτήτων πεθάνει µετά την δήλωση για ανακήρυξη του συνδυασµού, είναι δυνατό για συµπλήρωσή του να προτείνουν άλλο υποψήφιο αυτοί, που, σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 34, είναι αρµόδιοι για τη δήλωση κατάρτισης του συνδυασµού. Στην πρόταση περιέχονται τα στοιχεία του προτεινόµενου και επισυνάπτονται τα γραµµάτια και η δήλωση αποδοχής της υποψηφιότητας όπως ορίζουν οι παράγραφοι 1 έως 5 του άρθρου 32. Η πρόταση του άλλου αυτού υποψηφίου, πρέπει να επιδοθεί µε δικαστικό επιµελητή στον πρόεδρο του αρµόδιου για την ανακήρυξη δικαστηρίου οκτώ τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ψηφοφορία και να γνωστοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πέντε τουλάχιστον ηµέρες πριν απ' αυτήν. Πέραν από τις προθεσµίες αυτές δεν είναι δυνατό να προταθεί άλλος υποψήφιος. 2. Το αρµόδιο ∆ικαστήριο ανακηρύσσει αυτόν που προτάθηκε και επιφέρει την αναγκαία µεταβολή στο συνδυασµό µέχρι και την επόµενη ηµέρα από την επίδοση της πρότασης της προηγούµενης παραγράφου.

Άρθρο 37 (Άρθρο 37 Π.∆. 351/2003) Όνοµα και έµβληµα των κοµµάτων 1. Κάθε πολιτικό κόµµα γνωστοποιεί το αργότερο εννέα (9) ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου µε γραπτή δήλωσή του, η οποία επιδίδεται στον πρόεδρο της Βουλής και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το όνοµα και το έµβληµα του κόµµατος, για όλη την Επικράτεια. ∆ικαίωµα να χρησιµοποιεί, στο εξής αποκλειστικά, το όνοµα και το έµβληµα που δηλώνονται έχει το πολιτικό κόµµα που τα δήλωσε. 2. Το αργότερο εννέα (9) ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου τα κόµµατα, που θέλουν να απαρτίζουν συνασπισµό περισσοτέρων συνεργαζόµενων κοµµάτων, γνωστοποιούν προς τον Πρόεδρο της Βουλής και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, µε γραπτή δήλωση των αρχηγών τους ή των επιτροπών που τα διευθύνουν, την προσωνυµία και το έµβληµα του συνασπισµού τους για όλη την Επικράτεια.

24

3. Ο πρόεδρος της Βουλής και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ανακοινώνουν τις δηλώσεις, που τους επιδόθηκαν, στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης το οποίο οφείλει, µελλοντικά, να γνωστοποιεί στις εφορευτικές επιτροπές το όνοµα και το έµβληµα που ορίστηκαν για κάθε κόµµα ή συνασπισµό συνεργαζοµένων κοµµάτων και να φροντίζει για την εξασφάλιση της χρησιµοποίησής του µόνο από τους δικαιούχους. 4. ∆ήλωση ονόµατος και εµβλήµατος σύµφωνα µε τις νόµιµες διατάξεις έχουν δικαίωµα να επιδώσουν και οι συνδυασµοί ανεξαρτήτων, που την υπογράφουν όλα τα µέλη του συνδυασµού, καθώς και οι µεµονωµένοι υποψήφιοι την οποία υπογράφει καθένας απ' αυτούς. 5. Απαγορεύεται η χρήση ως ονόµατος και εµβλήµατος ή σήµατος κόµµατος: α) συµβόλου θρησκευτικής λατρείας, της σηµαίας της πατρίδας ή άλλου παρόµοιου συµβόλου ή σηµείου ιδιαίτερης ευλάβειας, β) του στέµµατος, γ) συµβόλων ή εµβληµάτων του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 ή φωτογραφιών προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τη συµµετοχή τους σ' αυτό.

Άρθρο 38 (Άρθρο 38 Π.∆. 351/2003) ∆ιαφωνία για τη χρήση ονόµατος ή εµβλήµατος κοµµάτων Σε περίπτωση διαφωνίας για τη χρήση του ονόµατος και του εµβλήµατος πολιτικού κόµµατος, όπως περιέχονται στην εκλογική του δήλωση, αποφασίζει το Α΄ Τµήµα του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αναγνωρίζεται ως δικαιούχος του ονόµατος και του εµβλήµατος το πολιτικό κόµµα, το οποίο τα είχε γνωστοποιήσει µε την κατάθεση της ιδρυτικής του δήλωσης και, κατά την κοινή αντίληψη, τα χρησιµοποιούσε. Το Α΄ Τµήµα του Αρείου Πάγου αποφασίζει επίσης για διαφορές ως προς την ιδιότητα του Προέδρου ή µέλους της ∆ιοικούσας Επιτροπής πολιτικού κόµµατος. Άρθρο 39 (Άρθρο 39 Π.∆. 351/2003) Κοινοποίηση ονοµάτων ανακηρυχθέντων υποψηφίων 1. Το αρµόδιο ∆ικαστήριο γνωστοποιεί αµέσως στον Άρειο Πάγο και τον οικείο νοµάρχη τις αποφάσεις του για την ανακήρυξη των υποψηφίων. Κάθε νοµάρχης γνωστοποιεί µε προκήρυξή του, στην περιφέρεια του νοµού, τους συνδυασµούς και τους υποψηφίους που ανακηρύχθηκαν και µε τα στοιχεία που περιέχει η απόφαση του άρθρου 35. Η προκήρυξη τοιχοκολλάται στα δηµοσιότερα µέρη όλων των δήµων και κοινοτήτων κάθε νοµού, µε την φροντίδα των δηµοτικών και κοινοτικών αρχών.
25

2. Με ευθύνη του οικείου νοµάρχη η πιο πάνω γνωστοποίηση και τοιχοκόλληση πρέπει να έχει γίνει το βραδύτερο µέχρι την πέµπτη ηµέρα πριν από τη µέρα της εκλογής. 3. Η γνωστοποίηση των µεταβολών του άρθρου 36, γίνεται στην ανάγκη µε ιδιαίτερη προκήρυξη. ΄Αρθρο 40 (΄Αρθρο 40 Π.∆. 351/2003) Αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος υποψηφίων 1. Κάθε συνδυασµός κόµµατος ή συνασπισµός κοµµάτων ή ανεξαρτήτων και κάθε µεµονωµένος υποψήφιος έχουν το δικαίωµα να διορίσουν από ένα αντιπρόσωπο και ένα αναπληρωτή τους σε κάθε εκλογικό τµήµα. 2. Εάν οι προτεινόµενοι αντιπρόσωποι των µεµονωµένων υποψηφίων είναι περισσότεροι από τρεις, η εφορευτική επιτροπή, πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, ενεργεί µεταξύ αυτών κλήρωση για τον καθορισµό τριών απ' αυτούς, που µόνο αυτοί ή οι αναπληρωτές τους παραµένουν στο κατάστηµα της ψηφοφορίας. 3. Για τα πιο πάνω γίνεται µνεία στο βιβλίο των πρακτικών της εκλογής. Ο διορισµός των αντιπροσώπων και αναπληρωτών τους γίνεται µε γραπτή δήλωση του αρχηγού του κόµµατος ή του εξουσιοδοτηµένου απ' αυτόν υποψήφιου του οικείου συνδυασµού ή του µεµονωµένου υποψηφίου. 4. Ο διορισµός των αντιπροσώπων κόµµατος γίνεται µε γραπτή δήλωση του αρχηγού του κόµµατος ή της διευθύνουσας επιτροπής, είτε απευθείας στον Πρόεδρο του αρµόδιου Πρωτοδικείου είτε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος είναι υποχρεωµένος να κοινοποιήσει το διορισµό στους προέδρους των πρωτοδικών. Ο διορισµός των αντιπροσώπων και αναπληρωτών κάθε συνδυασµού γίνεται µε γραπτή δήλωση του αρχηγού του κόµµατος ή των εξουσιοδοτηµένων απ' αυτόν υποψηφίων του οικείου συνδυασµού ή του µεµονωµένου υποψηφίου. 5. Εκτός από τους αντιπροσώπους, κάθε υποψήφιος µπορεί να διορίσει µε συµβολαιογραφική πράξη ένα πληρεξούσιο, που θα ενεργεί αντί γι' αυτόν τα σχετικά µε την εκλογή σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος. Και τα πολιτικά κόµµατα έχουν το δικαίωµα να διορίζουν από ένα πληρεξούσιο σε κάθε εκλογική περιφέρεια.

Άρθρο 41 (Άρθρο 41 Π.∆. 351/2003) Κωλύµατα διορισµού αντιπροσώπων και πληρεξουσίων υποψηφίων Αντιπρόσωποι συνδυασµών και υποψηφίων ή πληρεξούσιοι κοµµάτων ή υποψηφίων και αναπληρωτές αντιπροσώπων δεν µπορούν να διοριστούν οι απαριθµούµενοι στην παράγραφο 1 του άρθρου 59 υπάλληλοι, οι αξιωµατικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι, οι
26

πρόεδροι δηµοτικών συµβουλίων τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών, οι θρησκευτικοί λειτουργοί, οι µοναχοί και οι ανήλικοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ Προεκλογική περίοδος Άρθρο 42 (Άρθρο 42 Π.∆. 351/2003) Έναρξη προεκλογικής περιόδου Η προεκλογική περίοδος για τις βουλευτικές εκλογές αρχίζει κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 31. Η ίδια περίοδος για το δηµοψήφισµα αρχίζει µε τη δηµοσίευση του προεδρικού διατάγµατος προκήρυξης, ενώ για τις δηµοτικές και κοινοτικές εκλογές αρχίζει τριάντα ηµέρες πριν τη διεξαγωγή τους. Άρθρο 43 (Άρθρο 43 Π.∆. 351/2003) ∆ιακοµµατική επιτροπή Εκλογών 1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται εντός τριών (3) ηµερών από την προκήρυξη γενικών βουλευτικών εκλογών και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτείται ∆ιακοµµατική Επιτροπή Εκλογών, στην οποία µετέχει ο παραπάνω Υπουργός ως πρόεδρος και ένας εκπρόσωπος κάθε κόµµατος ή συνασπισµού, που εκπροσωπείτο στη Βουλή που διαλύθηκε. Έργο της Επιτροπής είναι η υποβολή προτάσεων για την ορθή παρόντος νόµου. 2. Στη ∆ιακοµµατική Επιτροπή Εκλογών συµµετέχουν εκπρόσωποι κοµµάτων και συνασπισµών που δεν εκπροσωπούνταν στη Βουλή που διαλύθηκε, εφόσον έχουν καταρτίσει πλήρεις συνδυασµούς, τουλάχιστον, στο 70% των εκλογικών περιφερειών της χώρας. Στην περίπτωση αυτή η σχετική απόφαση του Υπουργού εκδίδεται εντός τριών (3) ηµερών από την ανακήρυξη των συνδυασµών. 3. Αν ένα ή περισσότερα κόµµατα ή συνδυασµοί κοµµάτων δεν υποδείξουν τον εκπρόσωπό τους εντός δύο ηµερών από τη λήψη του σχετικού ερωτήµατος, η ∆ιακοµµατική Επιτροπή Εκλογών µπορεί να συγκροτηθεί ή να συµπληρωθεί χωρίς τη συµµετοχή εκπροσώπου τους. 4. Για το έτος κατά το οποίο λήγει η βουλευτική περίοδος, η ∆ιακοµµατική Επιτροπή Εκλογών συγκροτείται εντός του πρώτου διµήνου τούτου και απαρτίζεται από εκπροσώπους των κοµµάτων ή συνασπισµών που αντιπροσωπεύονται στη Βουλή. εφαρµογή των διατάξεων του

27

Άρθρο 44 (Άρθρο 44 Π.∆. 351/2003) Χώροι υπαίθριας προβολής πολιτικών µηνυµάτων 1. Οι οργανισµοί τοπικής αυτοδιοίκησης α' βαθµού καθορίζουν µε απόφασή τους, που εκδίδεται µέσα σε ένα (1) µήνα από τον, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2946/2001 (ΦΕΚ 224 Α΄), καθορισµό χώρων για υπαίθρια διαφήµιση, ειδικότερους χώρους για την προβολή µηνυµάτων από τα πολιτικά κόµµατα, τις µαθητικές, φοιτητικές, συνδικαλιστικές και συνεταιριστικές οργανώσεις, καθώς και τις ενώσεις προσώπων που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς, και σε ποσοστό που δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το δέκα τοίς εκατό (10%) της συνολικής επιφάνειας των χώρων, που έχουν καθοριστεί, νοµίµως, για προβολή υπαίθριας διαφήµισης στον οικείο Ο.Τ.Α.. Με όµοια απόφαση του δηµοτικού ή κοινοτικού συµβουλίου καθορίζεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις χρήσεως των ανωτέρω χώρων. 2. Η διάθεση των χώρων της παραγράφου 1 γίνεται αναλογικά και επί ίσοις όροις, για τη χρήση τους δεν απαιτείται άδεια από οποιαδήποτε αρχή και δεν καταβάλλεται στον οικείο Ο.Τ.Α. τέλος διαφήµισης ή αποζηµίωση χρήσης. 3. Κατά την περίοδο βουλευτικών, νοµαρχιακών, δηµοτικών και κοινοτικών εκλογών, ευρωεκλογών ή δηµοψηφίσµατος, τα δηµοτικά και κοινοτικά συµβούλια υποχρεούνται, µέσα σε προθεσµία τεσσάρων (4) ηµερών από την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών ή του δηµοψηφίσµατος ή τριάντα (30) ηµερών πριν από τη διεξαγωγή των νοµαρχιακών, δηµοτικών και κοινοτικών εκλογών, να διαθέτουν µε απόφασή τους στα κόµµατα, στους συνασπισµούς και συνδυασµούς υποψηφίων για την προεκλογική προβολή τους, όλους τους χώρους, που καθορίστηκαν, σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2946/2001 (ΦΕΚ 224 Α΄), για την προβολή υπαίθριας διαφήµισης στον οικείο Ο.Τ.Α.. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται η ισχύς των συµβάσεων µισθώσεως των χώρων αυτών και µειώνεται ανάλογα το µίσθωµα. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται κάθε δύο χρόνια και µέσα στο µήνα Ιανουάριο, καθορίζεται ο τρόπος χρήσης των χώρων αυτών και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια. Εντός οκτώ (8) ηµερών από τη διεξαγωγή των εκλoγών τα κόµµατα, οι συνασπισµοί και οι συνδυασµοί υποχρεούνται, µε δαπάνη τους, να αποκαταστήσουν τα πράγµατα στην προηγούµενη κατάσταση. 4. Αν το δηµοτικό ή κοινοτικό συµβούλιο δεν διαθέτει, µέσα στην προθεσµία της προηγούµενης παραγράφου, τους ανωτέρω χώρους, αυτοί διατίθενται µε απόφαση του οικείου Γενικού Γραµµατέα Περιφέρειας, που εκδίδεται υποχρεωτικώς εντός τριών ηµερών από την πάροδο των ανωτέρω προθεσµιών και επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 118 του παρόντος. 5. Η διάθεση των χώρων της παραγράφου 3 γίνεται αναλογικά και επί ίσοις όροις.
28

Σε περίπτωση προηγούµενης γραπτής συµφωνίας πολιτικών κοµµάτων, που συγκροτούν, σύµφωνα µε τον Κανονισµό της Βουλής, κοινοβουλευτική οµάδα, ή των συνδυασµών υποψηφίων για τις νοµαρχιακές, δηµοτικές ή κοινοτικές εκλογές, αυτή είναι υποχρεωτική για τα δηµοτικά ή κοινοτικά συµβούλια και τον Γενικό Γραµµατέα Περιφέρειας. Για τη χρήση των ανωτέρω χώρων δεν απαιτείται άδεια και δεν καταβάλλεται στον οικείο Ο.Τ.Α. τέλος διαφήµισης ή αποζηµίωση χρήσης.

Άρθρο 45 (Άρθρο 45 Π.∆. 351/2003) Προβολή προεκλογικών µηνυµάτων των κοµµάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά µέσα 1.α. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι δηµόσιοι και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθµοί ελεύθερης λήψης, καθώς και οι φορείς παροχής συνδροµητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, κάθε µορφής, υποχρεούνται να µεταδίδουν µηνύµατα κοµµάτων και συνασπισµών σε διάρκεια που καθορίζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης, η οποία εκδίδεται µετά από γνώµη του Εθνικού Συµβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και γνώµη της ∆ιακοµµατικής Επιτροπής Εκλογών και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. Με όµοια απόφαση, ο κατά τα ανωτέρω οριζόµενος χρόνος κατανέµεται µεταξύ των κοµµάτων και των συνασπισµών µε βάση την αρχή της αναλογικής ισότητας και την εξασφάλιση της µετάδοσης των θέσεων και του προγράµµατος των κοµµάτων και των συνασπισµών. β. Η ανωτέρω µετάδοση διενεργείται δωρεάν και απαλλάσσεται από κάθε τέλος. 2. Με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 1, κατά την αυτή διαδικασία και µε κριτήριο την αναλογική ισότητα, καθορίζεται ο χρόνος που διατίθεται στα δελτία ειδήσεων των κρατικών και ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθµών για την παρουσίαση της προεκλογικής δραστηριότητας των κοµµάτων και των συνασπισµών των κοµµάτων. 3. Κανένα µήνυµα δεν επιτρέπεται να µεταδίδεται την προηγούµενη, καθώς και την ηµέρα διεξαγωγής των εκλογών. 4. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στο Ραδιοτηλεοπτικό Συµβούλιο συµµετέχουν µε δικαίωµα ψήφου και εκπρόσωποι των κοµµάτων ή συνασπισµού κοµµάτων, τα οποία έχουν πλήρεις συνδυασµούς υποψηφίων στα τρία τέταρτα (3/4) των εκλογικών περιφερειών της χώρας.

29

Άρθρο 46 (Άρθρο 46 Π.∆. 351/2003) Απαγορεύσεις για τα κόµµατα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου 1. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου απαγορεύεται στα κόµµατα και τους συνασπισµούς κοµµάτων: α. Η ανάρτηση ή επικόλληση αεροπανώ, πανώ, αφισών και κάθε άλλου είδους υλικού προβολής, εκτός των χώρων της παραγράφου 3 του άρθρου 44. β. Η µετάδοση από δηµόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθµούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδροµητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, διαφηµιστικών µηνυµάτων και µηνυµάτων κοινωνικού περιεχοµένου του άρθρου 3 του Ν.2328/1995 (ΦΕΚ159 Α΄), τα οποία προβάλλουν, µε οποιονδήποτε τρόπο, πολιτικά κόµµατα ή συνασπισµούς πολιτικών κοµµάτων, µε εξαίρεση τη µετάδοση τέτοιων διαφηµιστικών µηνυµάτων, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο προηγούµενο άρθρο. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και ∆ηµόσιας Τάξης καθορίζονται οι ώρες λειτουργίας και η κλίµακα έντασης των µεγαφωνικών εγκαταστάσεων των εκλογικών κέντρων, των γραφείων και των οχηµάτων των κοµµάτων, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτοµέρεια. Τις ώρες της κοινής ησυχίας απαγορεύεται η χρήση των παραπάνω εγκαταστάσεων. Επίσης απαγορεύεται η χρήση τους, εφόσον γειτνιάζουν µε νοσηλευτικά ιδρύµατα και σχολεία. Για τους παραβάτες των ανωτέρω διατάξεων επιβάλλονται οι αντίστοιχες κυρώσεις όπως αυτές ειδικότερα καθορίζονται στις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 24 και στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 27 του Ν. 3023/2002.

Άρθρο 47 (Άρθρο 47 Π.∆. 351/2003) Απαγορεύσεις για τους υποψήφιους βουλευτές κατά την προεκλογική περίοδο 1. Κατά την προεκλογική περίοδο απαγορεύεται στους υποψήφιους βουλευτές: α. Η ανάρτηση ή επικόλληση σε εξωτερικούς, δηµόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, καθώς και σε κάθε µορφής αυτοκινούµενα µέσα, αεροπανώ, πανώ, γιγαντοαφισών, αφισών, φωτογραφιών και κάθε άλλου είδους υλικού προβολής, η εγκατάσταση πρόσκαιρων κατασκευών οποιασδήποτε µορφής για την προσωπική τους προβολή, καθώς και η χρήση χρωστικών ουσιών και η αναγραφή συνθηµάτων σε οποιονδήποτε εξωτερικό χώρο. Οι δήµαρχοι και οι πρόεδροι κοινοτήτων υποχρεούνται για την άµεση καθαίρεση των αεροπανώ και πανώ, την αποκόλληση των γιγαντοαφισών, αφισών, φωτογραφιών κλπ., την αποσυναρµολόγηση των πρόσκαιρων κατασκευών και τον καθαρισµό από χρωστικές ουσίες
30

των εξωτερικών χώρων. Παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης, εφόσον έχει προηγηθεί σχετική έγγραφη ενηµέρωση από την Τοπική Επιτροπή Ελέγχου Εκλογικών Παραβάσεων της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του Ν. 3023/2002, επισύρει την κύρωση της παραγράφου 4 του άρθρου 27 του νόµου αυτού. β. Η διακίνηση κάθε µορφής ένθετων φυλλαδίων µέσω του τύπου. γ. Η προβολή διαφηµιστικών µηνυµάτων µέσω των δηµόσιων και ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθµών ελεύθερης λήψης ή των φορέων παροχής συνδροµητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών. Απαγορεύεται επίσης, από δηµόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθµούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδροµητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, η µετάδοση κάθε είδους εκποµπών, οι οποίες παρουσιάζονται, αµέσως ή εµµέσως, από υποψήφιους βουλευτές. δ. Η διακίνηση προεκλογικού υλικού από υποψήφιους βουλευτές µέσω του ∆ηµοσίου, των Ν.Π.∆.∆. και των κρατικών Ν.Π.Ι.∆.. ε. ί. Η λειτουργία εκλογικών κέντρων από υποψήφιους ή από τρίτους χάριν υποψήφιων. ίί. ∆εν περιλαµβάνονται στην έννοια του εκλογικού κέντρου τα πολιτικά γραφεία των υποψήφιων βουλευτών, εφόσον δεν είναι εγκατεστηµένα σε ισόγειους χώρους. Εξαιρούνται της απαγόρευσης εγκατάστασης, σε ισόγειους χώρους, πολιτικά γραφεία βουλευτών, τα οποία λειτουργούν, συνεχώς από την 31η ∆εκεµβρίου 2000 µέχρι και την ηµεροµηνία διενέργειας των εκλογών. ίίί. Για τους υποψηφίους βουλευτές, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ο επιτρεπόµενος αριθµός χρήσης πολιτικών γραφείων, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους, δεν µπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3). ίν. Για τα πολιτικά γραφεία ισχύουν οι σχετικοί περιορισµοί της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου, καθώς και απαγόρευση χρήσης µεγαφωνικών εγκαταστάσεων, µε εξαίρεση την ύπαρξη πινακίδας µε τα αναγκαία προσδιοριστικά στοιχεία του υποψηφίου βουλευτή. ν. Η παραχώρηση της χρήσης ή η µίσθωση υπαίθριων ή στεγαζόµενων χώρων, από και προς τρίτους, για τη λειτουργία εκλογικών κέντρων και εντευκτηρίων, κάθε µορφής, σε σχέση µε την προβολή υποψηφιότητας βουλευτή, συνιστά ποινικό αδίκηµα για τους κύριους των ακινήτων, τους εκµισθωτές και τους µισθωτές τούτων, το οποίο τιµωρείται µε φυλάκιση, τουλάχιστον ενός έτους. 2. Οι εµφανίσεις υποψήφιων βουλευτών σε πάσης φύσεως εκποµπές δηµόσιων ή ιδιωτικών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθµών ελεύθερης λήψης, καθώς και σε φορείς παροχής κάθε µορφής συνδροµητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, υπό οποιαδήποτε µορφή, επιτρέπεται, ως εξής: α. Σε κάθε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθµό εθνικής εµβέλειας επιτρέπεται η εµφάνιση του υποψήφιου βουλευτή, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου µόνο µία φορά.
31

β. Σε κάθε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθµό τοπικής ή περιφερειακής εµβέλειας, επιτρέπεται η εµφάνιση του υποψήφιου βουλευτή κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου µέχρι δύο φορές. γ. Ως εµφανίσεις κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου θεωρούνται οι προσωπικές συνεντεύξεις των υποψηφίων, η συµµετοχή τους σε οργανωµένες συζητήσεις, περιλαµβανοµένων και εκείνων που αφορούν τα δελτία ειδήσεων, καθώς και η κάλυψη, κατόπιν αιτήµατος του υποψηφίου βουλευτή, της προεκλογικής του δραστηριότητας. 3. Από τους περιορισµούς της προηγούµενης παραγράφου εξαιρούνται οι Πρόεδροι ή Αρχηγοί κοµµάτων και οι υποψήφιοι βουλευτές επικρατείας. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Εθνικού Συµβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και πρόταση της ∆ιακοµµατικής Επιτροπής Εκλογών και δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια, σχετικά µε τις εµφανίσεις στα κρατικά και ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά µέσα των υποψήφιων βουλευτών και των οριζόµενων εκπροσώπων των κοµµάτων ή των συνασπισµών και τίθενται περιορισµοί για την αποτροπή της έµµεσης προβολής των υποψήφιων βουλευτών. Για τους παραβάτες των ανωτέρω διατάξεων επιβάλλονται οι αντίστοιχες κυρώσεις όπως αυτές ειδικότερα καθορίζονται στο άρθρο 25 του Ν. 3023/2002.

Άρθρο 48 (Άρθρο 48 Π.∆. 351/2003) Θέµατα δηµόσιας τάξης - απαγόρευση προεκλογικών δραστηριοτήτων 1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και ∆ηµόσιας Τάξης ρυθµίζονται θέµατα δηµόσιας τάξης και ασφάλειας, κατά τις βουλευτικές εκλογές, τις ευρωεκλογές, καθώς και κάθε άλλη εκδήλωση της λαϊκής ετυµηγορίας, που αφορούν τη διαδικασία ίδρυσης και λειτουργίας εκλογικών κέντρων των κοµµάτων και των συνδυασµών, τη σειρά προτεραιότητας ίδρυσης αυτών, τη σειρά προτεραιότητας για την πραγµατοποίηση των προεκλογικών οµιλιών και κάθε άλλο συναφές θέµα. 2. Κατά την ηµέρα διενέργειας των βουλευτικών εκλογών, των ευρωεκλογών ή των δηµοψηφισµάτων, καθώς και την παραµονή αυτής απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις και οποιαδήποτε άλλη προεκλογική δραστηριότητα, όπως πραγµατοποίηση οµιλιών, ανάρτηση και διανοµή αφισών και εντύπων, µετάδοση εκποµπών και µηνυµάτων προεκλογικού περιεχοµένου.

32

Άρθρο 49 (Άρθρο 49 Π.∆. 351/2003) ∆ηµοσκοπήσεις 1. ∆εκαπέντε (15) ηµέρες πριν από τη διενέργεια των εκλογών και έως την 19.00’ ώρα της ηµέρας ψηφοφορίας, απαγορεύεται η διενέργεια δηµοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων στις βουλευτικές εκλογές και ευρωεκλογές, η δηµοσίευση και η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο µετάδοση αποτελεσµάτων των δηµοσκοπήσεων καθώς και η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο µετάδοση και αναµετάδοσή τους από τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης. Με την επιφύλαξη του προηγούµενου εδαφίου, από την ηµεροµηνία προκηρύξεως των εκλογών και µέχρι και την περάτωση της ψηφοφορίας, απαγορεύεται στους δηµόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθµούς ελεύθερης λήψης, καθώς και στους φορείς παροχής συνδροµητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών η διενέργεια και µετάδοση ή αναµετάδοση οποιασδήποτε έρευνας γνώµης, µε οποιονδήποτε τρόπο και αν διενεργείται, σχετικά µε τις πολιτικές τάσεις, απόψεις και προτιµήσεις της κοινής γνώµης, για πολιτικά κόµµατα, πολιτικές θέσεις και πρόσωπα ή άλλα οικονοµικά ή κοινωνικά ζητήµατα. 2. Επιτρέπεται η διενέργεια δηµοσκοπήσεων (EXIT POLLS) κατά την ηµέρα της ψηφοφορίας. Τα αποτελέσµατα της έρευνας αυτής απαγορεύεται να δηµοσιοποιούνται ή να µεταδίδονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο πριν την 19.00’ ώρα της ηµέρας αυτής. 3 . Επιτρέπεται κατά το τελευταίο δεκαπενθήµερο πριν από τις εκλογές η διενέργεια δηµοσκοπήσεων κατ΄ εντολή των κοµµάτων για δική τους αποκλειστικά εσωτερική χρήση. 4. Οι παραβάτες των διατάξεων των προηγούµενων παραγράφων τιµωρούνται µε φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) µηνών, η οποία δεν είναι δεκτική µετατροπής ή αναστολής και χρηµατική ποινή από είκοσι εννέα χιλιάδες τριακόσιες σαράντα επτά (29.347) ευρώ έως διακόσιες ενενήντα τρεις χιλιάδες τετρακόσια εβδοµήντα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτά (293.470,29).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ Χρόνος και τόπος ψηφοφορίας Άρθρο 50 (Άρθρο 50 Π.∆. 351/2003) Ηµέρα ψηφοφορίας 1. Η ψηφοφορία διεξάγεται ηµέρα Κυριακή και διαρκεί από την ώρα 07.00΄ έως την ώρα 19.00΄ της ίδιας ηµέρας. 2. Με αποφάσεις του Υπουργού ∆ηµόσιας Τάξης ρυθµίζονται τα σχετικά µε τη λειτουργία των δηµοσίων γενικά κέντρων την ηµέρα της ψηφοφορίας, καθώς και τα σχετικά µε την κίνηση των οχηµάτων και κάθε τροχοφόρου.
33

Άρθρο 51 (Άρθρο 51 Π.∆. 351/2003) Εκλογικά τµήµατα 1. Σε κάθε δήµο και σε κάθε κοινότητα συνιστώνται εκλογικά τµήµατα. 2. Κοινότητες που έχουν λιγότερους από πεντακόσιους δηµότες είναι δυνατόν να ενωθούν σ' ένα εκλογικό τµήµα µε άλλες όµοιες κοινότητες είτε µε δήµο ή κοινότητα µεγαλύτερου πληθυσµού, µόνο όταν η απόσταση και οι συγκοινωνιακές συνθήκες διευκολύνουν την άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος. 3. ∆ήµοι και κοινότητες µε γραµµένους εκλογείς πάνω από οκτακοσίους, υποδιαιρούνται σε εκλογικά τµήµατα έτσι που σε κάθε τµήµα να µην αναλογούν πάνω από οκτακόσιοι εκλογείς. 4. Σε δήµους και κοινότητες που αποτελούνται από περισσότερους συνοικισµούς και οι εκλογείς είναι δύσκολο λόγω απόστασης να προσέρχονται για ψηφοφορία σε ένα εκλογικό τµήµα είναι δυνατόν να ορίζονται περισσότερα εκλογικά τµήµατα, ανάλογα µε τις υπάρχουσες συγκοινωνιακές δυσχέρειες.

Άρθρο 52 (Άρθρο 52 Π.∆. 351/2003) Καταστήµατα ψηφοφορίας 1. Για κάθε εκλογικό τµήµα ορίζεται ιδιαίτερο κατάστηµα ψηφοφορίας. 2. Ως καταστήµατα ψηφοφορίας χρησιµοποιούνται κτίρια που κατέχονται από το δηµόσιο, οργανισµούς τοπικής αυτοδιοίκησης, νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, δηµόσιες επιχειρήσεις και γενικά δηµόσιους οργανισµούς κι αν δεν φτάνουν αυτά, κατάλληλα ιδιωτικά οικήµατα ή δηµόσια κέντρα, που παραχωρούνται οικειοθελώς από τους δικαιούχους, σύµφωνα µε τις διατάξεις της επόµενης παραγράφου. 3. Ο νοµάρχης ή οι εξουσιοδοτηµένοι απ' αυτόν δήµαρχοι ή πρόεδροι κοινοτήτων προσκαλούν (τον Ιανουάριο κάθε χρόνου) τους δικαιούχους ιδιωτικών οικηµάτων, που κρίνονται κατάλληλα για καταστήµατα ψηφοφορίας, να δηλώσουν εγγράφως µέσα σε τρεις µέρες από την πρόσκληση αν δέχονται να χρησιµοποιηθούν ενδεχοµένως τα οικήµατά τους ως καταστήµατα ψηφοφορίας, για πέντε το πολύ µέρες µε αποζηµίωση, που ορίζεται - µετά την χρησιµοποίηση - από το νοµάρχη και µετά από γνώµη επιτροπής που την αποτελούν ο αρµόδιος οικονοµικός έφορος και ένας ανώτερος υπάλληλος της Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης, µε πρόεδρο τον προϊστάµενο της ∆/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών. 4. Σε περίπτωση άρνησης από τους δικαιούχους να παραχωρήσουν οικειοθελώς τα κρινόµενα κατάλληλα για ψηφοφορία ιδιωτικά οικήµατα ή δηµόσια κέντρα, επιτρέπεται η επίταξή τους από το νοµάρχη για χρονικό διάστηµα µέχρι πέντε µέρες. Η απόφαση του νοµάρχη για την επίταξη κοινοποιείται δια της αστυνοµικής αρχής είτε πριν από την εκτέλεση
34

της επίταξης από τις διοικητικές αρχές είτε σύγχρονα µ' αυτή, στον ιδιοκτήτη ή νοµέα ή κάτοχο ή νόµιµο αντιπρόσωπό τους, κι αν δεν υπάρχει αυτός ή απουσιάζει από το επιτασσόµενο οίκηµα ή κέντρο, στη δηµοτική κοινοτική αρχή του τόπου που βρίσκεται το οίκηµα. Για τα επιτασσόµενα οικήµατα καταβάλλεται αποζηµίωση που την καθορίζει ο οικείος ειρηνοδίκης. 5. Απαγορεύεται η χρησιµοποίηση για κατάστηµα ψηφοφορίας οποιουδήποτε στρατιωτικού καταστήµατος ή στρατώνα. 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρµόζονται και για τη διενέργεια δηµοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και σε κάθε εκδήλωση λαϊκής ετυµηγορίας.

Άρθρο 53 (Άρθρο 53 Π.∆. 351/2003) Εκλογείς στρατιωτικοί κ.λ.π. 1. Οι εκλογείς του άρθρου 27 παράγραφος 1 του παρόντος ψηφίζουν µαζί µε τους άλλους εκλογείς στα εκλογικά τµήµατα που ορίζει ο νοµάρχης σύµφωνα µε το άρθρο 55. Ο νοµάρχης όταν ορίζει τα εκλογικά τµήµατα κάθε δήµου ή κοινότητας, οφείλει να λαβαίνει υπόψη και τον αριθµό των εκλογέων αυτών σε κάθε δήµο ή κοινότητα και να τους κατανέµει συµµετρικά σ' όλα τα εκλογικά τµήµατα. 2. Όσοι από τους εκλογείς του άρθρου 27 παράγραφος 1 υπηρετούν στην περιοχή του Άγιου Όρους, ψηφίζουν στα πλησιέστερα εκλογικά τµήµατα του νοµού Χαλκιδικής που τα ορίζει ο νοµάρχης.

Άρθρο 54 (Άρθρο 54 Π.∆. 351/2003) Ψηφοφορία ανδρών φρουράς Σε περίπτωση που διατίθεται φρουρά για τη φύλαξη εκλογικού τµήµατος, το προσωπικό αυτής, το οποίο δεν µπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) άτοµα ψηφίζει στο εκλογικό τµήµα που φρουρεί. Άρθρο 55 (Άρθρο 55 Π.∆. 351/2003) Προσδιορισµός εκλογικών τµηµάτων και καταστηµάτων ψηφοφορίας 1. Τα εκλογικά τµήµατα και καταστήµατα ψηφοφορίας ορίζονται µε απόφαση του Νοµάρχη. Με την ίδια απόφαση γίνεται και η κατανοµή των εκλογέων στα εκλογικά τµήµατα. Σε κάθε εκλογικό τµήµα ο αριθµός των εκλογέων δεν µπορεί να ξεπερνάει τους οκτακόσιους (800).
35

2. Οι αποφάσεις του νοµάρχη της προηγούµενης παραγράφου εκδίδονται το αργότερο δεκαπέντε ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου και κοινοποιούνται αµέσως στον πρόεδρο του αρµόδιου πρωτοδικείου και διά του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης στον Άρειο Πάγο. 3. Οι αποφάσεις αυτές είναι δυνατόν να τροποποιούνται µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης δέκα τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ηµέρα της ψηφοφορίας. 4. Οι ίδιες αποφάσεις, όπως τελικά θα καταρτισθούν, γνωστοποιούνται µε προκήρυξη του νοµάρχη στους δήµους και κοινότητες του νοµού, πέντε τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ηµέρα της ψηφοφορίας. 5. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή, εξαιτίας ανώτερης βίας η χρησιµοποίηση καταστήµατος που έχει οριστεί για ψηφοφορία, µπορεί να οριστεί άλλο κατάστηµα, µέχρι και την προηγούµενη ηµέρα της ψηφοφορίας µε απόφαση του οικείου νοµάρχη.

Άρθρο 56 (Άρθρο 56 Π.∆. 351/2003) ∆ηµοσίευση προγράµµατος ψηφοφορίας Οι δηµοτικές και κοινοτικές αρχές εκδίδουν και δηµοσιεύουν σ' όλη γενικά την περιφέρειά τους, τρεις τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ορισµένη για την ψηφοφορία, πρόγραµµα που αναφέρει ακριβώς την ηµέρα της ψηφοφορίας, τις ώρες έναρξης και λήξης της, τον τόπο και το κατάστηµα της ψηφοφορίας, τον αριθµό των βουλευτικών εδρών της εκλογικής περιφέρειας και τα ονόµατα των υποψηφίων, όπως αυτά αναγράφονται στην προκήρυξη της διοικητικής αρχής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆΄ Προπαρασκευή της ψηφοφορίας Άρθρο 57 (Άρθρο 57 Π.∆. 351/2003) Προετοιµασία του καταστήµατος ψηφοφορίας 1. Το πρωί της προηγούµενης ηµέρας της ψηφοφορίας ο δήµαρχος ή ο Πρόεδρος της κοινότητας, καθένας για τα καταστήµατα ψηφοφορίας των εκλογικών τµηµάτων του δήµου του ή της κοινότητάς του, οφείλει να µεριµνήσει ώστε να έχει ετοιµαστεί η αίθουσα της εκλογής και τα εκλογικά είδη.

36

2. Σε κάθε κατάστηµα ψηφοφορίας τοποθετείται τραπέζι, γύρω από το οποίο κάθονται η εφορευτική επιτροπή, ο δικαστικός αντιπρόσωπος και οι υποψήφιοι ή οι αντιπρόσωποί τους. Μπροστά από το τραπέζι της επιτροπής τοποθετείται η κάλπη και σε ύψος που το επίπεδο του καλύµµατος της κάλπης να είναι πιο πάνω από το επίπεδο του τραπεζιού. 3. Οι κάλπες κατασκευάζονται µε φροντίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης ή από την αρχή που πήρε εντολή του, από οποιαδήποτε ύλη και σε µέγεθος ανάλογο µε τον αριθµό των εκλογέων κάθε τµήµατος. Οι λεπτοµέρειες θα καθοριστούν µε αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 4. Οι δαπάνες για την επισκευή των καλπών, την προµήθεια των ειδών γραφικής ύλης για τις εφορευτικές επιτροπές και των ειδών που απαιτούνται για τη συσκευασία των εκλογικών στοιχείων για να διαβιβαστούν στο πρωτοδικείο, βαρύνουν τους οικείους δήµους και κοινότητες. 5. Για τις άπορες κοινότητες το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης µπορεί να εγκρίνει την πληρωµή τέτοιων δαπανών από το ∆ηµόσιο. 6. Σε κάθε κατάστηµα ψηφοφορίας και εντός του χώρου, όπου εδρεύει η εφορευτική επιτροπή, κατασκευάζεται µε φροντίδα του αρµόδιου δήµαρχου ή προέδρου της κοινότητας κατάλληλος, ξεχωριστός χώρος, στον οποίο ν' αποσύρεται ο εκλογέας και να µπορεί, χωρίς να τον βλέπουν, να συµπληρώνει το ψηφοδέλτιο και να το κλείνει στο φάκελο. Αν δεν µπορεί να κατασκευαστεί καλά χωρισµένο διαµέρισµα, επιτρέπεται να γίνει ένα τέτοιο προχείρως, είτε µε την παρεµβολή ξύλινου πλαισίου, περιφραγµένου µε χοντρό χαρτί, είτε µε την ανάρτηση αδιαφανούς υφάσµατος, είτε µε άλλο τρόπο. 7. Στον ειδικό χώρο τοποθετούνται µε φροντίδα της εφορευτικής επιτροπής τραπέζι και µολύβι για χρήση από τους εκλογείς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ Εφορευτικές Επιτροπές Άρθρο 58 (Άρθρο 58 Π.∆. 351/2003) ∆ιορισµός εφορευτικών επιτροπών 1. Ψηφοφορία γίνεται ενώπιον εφορευτικών επιτροπών. 2. Σε κάθε εκλογικό τµήµα ορίζεται εφορευτική επιτροπή που αποτελείται από τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής ως πρόεδρο και τέσσερα µέλη που αναπληρώνονται από ισάριθµα αναπληρωµατικά.
37

3. Τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών και οι αναπληρωτές τους κληρώνονται, µέσα σε δεκαπέντε (15) ηµέρες από την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου, από το οικείο Πρωτοδικείο. Στην κλήρωση, κατά την οποία µπορούν να παρίστανται οι υποψήφιοι, οι αντιπρόσωποι και πληρεξούσιοι των κοµµάτων περιλαµβάνονται οι εγγεγραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους του οικείου εκλογικού διαµερίσµατος που φέρονται στους καταλόγους αυτούς ως κάτοικοι της περιοχής. 4. Μέσα στην προθεσµία της προηγούµενης παραγράφου το αρµόδιο δικαστήριο, µπορεί, κατά την κρίση του, να διορίζει, µε απόφασή του που λαµβάνει σε συµβούλιο, τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών από τους καταλόγους της προηγούµενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή µέλη εφορευτικών επιτροπών ορίζονται αυτοί που κατά την κρίση του συµβουλίου πρωτοδικών παρέχουν στοιχεία επάρκειας γι' αυτά τα καθήκοντα. Οι οριζόµενοι πρέπει να έχουν τουλάχιστον απολυτήριο δηµοτικού σχολείου και να µην έχουν υπερβεί το εξηκοστό πέµπτο έτος της ηλικίας τους. Για το σκοπό αυτό είναι δυνατόν ο αρµόδιος πρόεδρος πρωτοδικών να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από τους ειρηνοδίκες του τόπου και τις δηµοτικές ή κοινοτικές αρχές. Μ' αυτές τις προϋποθέσεις το συµβούλιο πρωτοδικών µπορεί ν' αποκλείσει µέλη που κληρώθηκαν και που τα κρίνει ανεπαρκή για το έργο της εφορευτικής επιτροπής. 5. Αρµόδιο πρωτοδικείο είναι αυτό που στην περιφέρειά του υπάγεται ο δήµος ή η κοινότητα όπου εδρεύει το εκλογικό τµήµα. 6. Όσοι σύµφωνα µε τα παραπάνω ορίστηκαν µέλη των εφορευτικών επιτροπών, ειδοποιούνται µε απόδειξη για το διορισµό τους πέντε (5) τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ψηφοφορία µε φροντίδα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, στον οποίο διαβιβάζεται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών αντίγραφο της πράξης του πρωτοδικείου για το διορισµό τους. 7. Τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών είναι υποχρεωµένα να εκτελούν τα καθήκοντά τους ανεξαρτήτως αν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως.

Άρθρο 59 (Άρθρο 59 Π.∆. 351/2003) Κωλύµατα διορισµού µελών εφορευτικών επιτροπών 1. ∆ηµόσιοι και δηµοτικοί ή κοινοτικοί υπάλληλοι ή έµµισθοι υπάλληλοι δηµοτικών ή κοινοτικών νοµικών προσώπων και ιδρυµάτων και όσοι µ' αυτές τις ιδιότητες υπηρέτησαν την τελευταία τριετία προ της εκλογής, δεν µπορούν να κληρωθούν ή διοριστούν µέλη εφορευτικών επιτροπών και αν τυχόν κληρωθούν ή διοριστούν δεν µπορούν να λάβουν µέρος στη συγκρότηση των επιτροπών. Το κώλυµα ισχύει και για τους αποστρατευθέντες αξιωµατικούς, τα όργανα των σωµάτων ασφαλείας, καθώς και γι' αυτούς που διετέλεσαν δήµαρχοι και πρόεδροι κοινοτήτων κατά την τελευταία τριετία.

38

2. Τα τακτικά µέλη των εφορευτικών επιτροπών, αν προταθούν και ανακηρυχθούν από το πρωτοδικείο υποψήφιοι βουλευτές, έχουν το δικαίωµα της επιλογής µε δήλωση, που επιδίδεται στην διοικητική αρχή µε δικαστικό επιµελητή πέντε τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ψηφοφορία. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν ασκήσουν αυτό το δικαίωµα, θεωρείται ότι προτίµησαν τη βουλευτική υποψηφιότητα και αντικαθίστανται στην εφορευτική επιτροπή σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 60. 3. Οι δικηγόροι που κληρώνονται τακτικά ή αναπληρωµατικά µέλη εφορευτικής επιτροπής, αν διοριστούν αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής, υποχρεούνται να εκπληρώσουν τα καθήκοντα του αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής. Άρθρο 60 (Άρθρο 60 Π.∆. 351/2003) Αναπλήρωση µελών εφορευτικών επιτροπών 1. Εάν µέλη της εφορευτικής επιτροπής δεν προσέλθουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους γιατί απουσιάζουν ή κωλύονται ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, αναπληρώνονται από τα αναπληρωµατικά µέλη. Εάν η αναπλήρωση είναι αδύνατη για τους ίδιους λόγους, η εκλογή διεξάγεται µόνο από τα παρόντα µέλη της εφορευτικής επιτροπής, καθώς και από µόνο τον πρόεδρό της, αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής. 2. Σε περίπτωση που κωλύεται ή για οποιονδήποτε λόγο απουσιάζει ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής, αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής, αναπληρώνεται από τον αναπληρωτή του, που ορίζεται από τον έφορο δικαστικών αντιπροσώπων. Αν λείπει κι αυτός, για οποιονδήποτε λόγο, η εκλογή γίνεται ενώπιον των τεσσάρων (4) µελών της εφορευτικής επιτροπής, µε πρόεδρό της τον µεγαλύτερο σε ηλικία. Αν για οποιονδήποτε λόγο κωλύεται ή απουσιάζει ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής και ο αναπληρωτής του, καθώς και τρία (3) από τα άλλα µέλη της εφορευτικής επιτροπής, τότε το µοναδικό παρόν µέλος διορίζει δύο (2) και σε περίπτωση αδυναµίας ένα (1) ως µέλη της επιτροπής από τους εκλογείς του εκλογικού τµήµατος, τα οποία υποχρεούνται να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται και σε κάθε άλλη περίπτωση προσφυγής στη λαϊκή ετυµηγορία. Άρθρο 61 (Άρθρο 61 Π.∆. 351/2003) Καθήκοντα εφορευτικών επιτροπών 1. Η επιτροπή που καταρτίστηκε σύµφωνα µε τις πιο πάνω διατάξεις διευθύνει την εκλογή και τηρεί τα εξής βιβλία: α) βιβλίο πρακτικών, β) πρωτόκολλο ψηφοφορίας και
39

γ) βιβλίο διαλογής ψήφων. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης είναι δυνατή η απλούστευση, ενοποίηση ή η κατάργηση ορισµένων βιβλίων ή στοιχείων. 2. Η επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Σε ισοψηφία νικάει η ψήφος του προέδρου. Άρθρο 62 (Άρθρο 62 Π.∆. 351/2003) Ψηφοφορία µελών εφορευτικών επιτροπών 1. Τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών, ψηφίζουν στα τµήµατα που εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώµατος γίνεται µνεία στο βιβλίο πρακτικών και αναγράφονται τα στοιχεία τους ιδιαίτερα στο πρωτόκολλο ψηφοφορίας. 2. Αν επαναληφθεί η ψηφοφορία σύµφωνα µε το άρθρο 102, γιατί ακυρώθηκε η εκλογή σε µερικά µόνο τµήµατα της εκλογικής περιφέρειας, αυτοί που ψήφισαν σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο σε τµήµατα, που δεν ακυρώθηκε η εκλογή, δεν µπορούν να ψηφίσουν στα τµήµατα που επαναλαµβάνεται η ψηφοφορία και αν είναι γραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους αυτών των τµηµάτων.

Άρθρο 63 (Άρθρο 63 Π.∆. 351/2003) Γραµµατέας εφορευτικής επιτροπής 1. Η εφορευτική επιτροπή αναθέτει καθήκοντα γραµµατέα για τη σύνταξη των πρακτικών της σε υπάλληλο δηµόσιο ή δηµοτικό ή νοµικού προσώπου δηµοσίου δικαίου, που είναι υποχρεωµένος να τα εκτελέσει. 2. Αν δεν µπορεί η εφορευτική επιτροπή να αναθέτει τα καθήκοντα γραµµατέα, σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, τα αναθέτει σε έναν εκλογέα ή σ' ένα από τα τακτικά ή αναπληρωµατικά µέλη της και στην ανάγκη σε κοινοτικό υπάλληλο. 3. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν υπάρχει γραµµατέας της εφορευτικής επιτροπής, δεν παρακωλύεται καθόλου το έργο της, γιατί στην ανάγκη µπορεί και ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής ή ο προεδρεύων της επιτροπής να εκτελέσει τα καθήκοντα του γραµµατέα της.

Άρθρο 64 (Άρθρο 64 Π.∆. 351/2003)
40

∆ιερµηνείς τουρκικής γλώσσας Σε εκλογικά τµήµατα των Νοµών Έβρου, Ξάνθης, Ροδόπης και ∆ωδεκανήσου είναι δυνατόν να διορίζονται µε απόφαση του οικείου νοµάρχη διερµηνείς της τουρκικής γλώσσας από τους δηµόσιους, δηµοτικούς ή κοινοτικούς υπαλλήλους, που υπηρετούν στην έδρα κάθε εκλογικού τµήµατος ή πιο κοντά σ' αυτή. Άρθρο 65 (Άρθρο 65 Π.∆. 351/2003) Σφραγίδα εφορευτικών επιτροπών Η εφορευτική επιτροπή έχει δική της σφραγίδα. Αν δεν έχει δική της χρησιµοποιεί τη σφραγίδα µιας άλλης αρχής, που την ορίζει µε απόφασή της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ Αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής και έφοροι Άρθρο 66 (Άρθρο 66 Π.∆. 351/2003) Αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής και καθήκοντά τους 1. Σε κάθε εκλογικό τµήµα και σ' όλη τη διάρκεια της εκλογής παραβρίσκεται αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής. 2. Ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής, εκτός από τα καθήκοντά του που ειδικά αναφέρονται στο παρόν, έχει τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του ανακριτικού υπαλλήλου και ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή µετά από µήνυση οποιουδήποτε πολίτη την ανάκριση για να εξακριβώσει όλες τις αξιόποινες πράξεις που έγιναν µέσα ή γύρω από το εκλογικό κατάστηµα. Κατά την άσκηση των ανακριτικών του καθηκόντων ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής ενεργεί µόνος του, χωρίς δηλαδή να συµπράττει γραµµατέας, άλλος ανακριτικός υπάλληλος ή µάρτυρες και διαβιβάζει τις µηνύσεις που του κατέθεσαν και τα σχετικά µε την τυχόν προανάκριση έγγραφα στον αρµόδιο εισαγγελέα πληµµελειοδικών. 3. Ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής αναφέρει µε το ταχύτερο µέσο στον έφορο αντιπροσώπων δικαστικής αρχής την άφιξή του και την ανάληψη των καθηκόντων του. Αµέσως µετά το πέρας της εκλογικής διαδικασίας είναι υποχρεωµένος να υποβάλλει στον έφορο γραπτή αναφορά για κάθε αξιοσηµείωτο γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διενέργεια της εκλογής. Η παράλειψη υποβολής αναφοράς τιµωρείται σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 118. Άρθρο 67 (Άρθρο 67 Π.∆. 351/2003) Έφοροι των αντιπροσώπων δικαστικής αρχής
41

1. Για την εποπτεία των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής διορίζονται έφοροι, ένας ή περισσότεροι, σε κάθε εκλογική περιφέρεια. 2. Οι έφοροι της δικαστικής αρχής σε κάθε εκλογική περιφέρεια, είναι υποχρεωµένοι να περιοδεύουν µέσα στην περιφέρεια την ηµέρα της ψηφοφορίας και την προηγούµενη µετά από συνεννόηση µε τον αρχαιότερο µεταξύ τους και να επεµβαίνουν για να ενισχύσουν το έργο των δικαστικών αντιπροσώπων σε περιπτώσεις καταγγελίας παράνοµων παρεµβάσεων. Για την εκτέλεση αυτού του έργου τους, ο οικείος νοµάρχης οφείλει να θέσει στη διάθεσή τους τον αναγκαίο αριθµό αυτοκινήτων των δηµοσίων πολιτικών και αστυνοµικών αρχών του νοµού. Και οι στρατιωτικές αρχές της περιφέρειας είναι υποχρεωµένες να διευκολύνουν τις κινήσεις των εφόρων. Ο έφορος µπορεί να ασκεί και όλα τα καθήκοντα, που αναθέτει στους αντιπροσώπους της δικαστικής αρχής το παρόν. 3. Από το οικείο πρωτοδικείο διαβιβάζονται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών φωτοαντίγραφα όλων των εκλογικών καταλόγων µε βάση τους οποίους έγινε η ψηφοφορία και από τους οποίους έχουν διαγραφεί όσοι ψήφισαν.

Άρθρο 68 (Άρθρο 68 Π.∆. 351/2003, άρθρο 17 παρ. 1 και 2 Ν. 3242/2004 και άρθρο 35 παρ. 7 Ν. 3274/2004) ∆ιορισµός των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής και των εφόρων τους 1. Οι έφοροι και οι αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής διορίζονται, µε κλήρωση, σε δηµόσια συνεδρίαση, από το Α' Τµήµα του Αρείου Πάγου. 2. Έφοροι των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής διορίζονται, οι πάρεδροι του Συµβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι εφέτες των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων και οι αντιεισαγγελείς εφετών. 3. Αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής διορίζονται: α) Οι πρωτοδίκες και οι αντιεισαγγελείς πρωτοδικών. β) Οι πάρεδροι των πρωτοδικείων και των εισαγγελιών πρωτοδικών. γ) Οι εισηγητές του Συµβουλίου Επικρατείας. δ) Οι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ε) Οι πρωτοδίκες και οι πάρεδροι των διοικητικών πρωτοδικείων. στ) Οι δικαστικοί αντιπρόσωποι του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους. ζ) Οι ειρηνοδίκες και οι πταισµατοδίκες. η) Οι δικηγόροι. θ) Οι συµβολαιογράφοι. ι) Οι έµµισθοι και άµισθοι υποθηκοφύλακες. ια) Οι υπάλληλοι µε βαθµό Α' ή Β' της γραµµατείας των δικαστηρίων, δηλαδή του Συµβουλίου Επικρατείας, όλων των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, των
42

εισαγγελιών, της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των έµµισθων υποθηκοφυλακείων. ιβ) Οι ασκούµενοι δικηγόροι. 4. Αν τα πρόσωπα της προηγούµενης παραγράφου δεν επαρκούν, το Α' Τµήµα του Αρείου Πάγου µπορεί, αφού διαπιστώσει την ανεπάρκεια, να διορίσει, προς συµπλήρωση του απαιτούµενου αριθµού, µόνιµους δηµόσιους πολιτικούς υπαλλήλους ή µόνιµους υπαλλήλους της Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που είναι πτυχιούχοι Νοµικής µε βαθµό τουλάχιστον Β΄ ή πτυχιούχοι άλλων σχολών που κατέχουν θέση προϊσταµένου τουλάχιστον τµήµατος. 5. Αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής δεν µπορεί να διορισθεί όποιος έχει υπερβεί το εξηκοστό έβδοµο έτος της ηλικίας του. 6. Για την εφαρµογή των διατάξεων των προηγουµένων παραγράφων, οι παρακάτω αρχές αποστέλλουν στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου τα εξής στοιχεία: α) Το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης δεκαπέντε το αργότερο ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου, πίνακες των εκλογικών τµηµάτων που συστάθηκαν σε όλη την επικράτεια. β) Το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης, ονοµαστικούς καταλόγους όλων των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α' έως και γ', ε', ζ', θ' έως και ια'. γ) Το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους ονοµαστικό κατάλογο των δικαστικών αντιπροσώπων του. δ) Το Ελεγκτικό Συνέδριο, ονοµαστικούς καταλόγους των παρέδρων και εισηγητών του, καθώς και των διοικητικών υπαλλήλων του, που έχουν τα προσόντα της παραγράφου 4. ε) Οι πρόεδροι των ∆ικηγορικών Συλλόγων της Χώρας ονοµαστικούς καταλόγους των δικηγόρων και των ασκούµενων δικηγόρων. στ) Οι Γενικοί Γραµµατείς Περιφερειών, δια του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, ονοµαστικές καταστάσεις, όλων των µόνιµων δηµοσίων πολιτικών υπαλλήλων της περιφέρειάς τους, των µόνιµων υπαλλήλων της Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που µπορούν σύµφωνα µε την παράγραφο 4 να διοριστούν αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής. Για όσους υπηρετούν σε υπηρεσίες των υπουργείων, κεντρικές ή περιφερειακές, οι καταστάσεις συντάσσονται από την αρµόδια κεντρική υπηρεσία κάθε υπουργείου και αποστέλλονται στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. Οι παραπάνω µε στοιχεία β΄ έως και ε΄ και ζ’ ονοµαστικοί κατάλογοι αποστέλλονται το αργότερο δεκαπέντε (15) ηµέρες µετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου. 7. Σε κάθε εκλογική περιφέρεια, διορίζονται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 και αναπληρωτές των τακτικών αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, ο αριθµός των οποίων δεν µπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό του

43

συνόλου των εκλογικών τµηµάτων κάθε εκλογικής περιφέρειας. Οι αναπληρωτές, µε παραγγελία του εφόρου της περιφέρειας, αναπληρώνουν τους απουσιάζοντες ή κωλυοµένους για οποιοδήποτε λόγο τακτικούς αντιπροσώπους της δικαστικής αρχής, ή τους βοηθούν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. 8. Στις συνεδριάσεις του Α' Τµήµατος του Αρείου Πάγου, που γίνονται οι διορισµοί των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής και των αναπληρωτών τους, παρίσταται εκπρόσωπος του ∆ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, οριζόµενος, µαζί µε τον αναπληρωτή του, από το ∆ιοικητικό Συµβούλιο του Συλλόγου αυτού. Η γνωστοποίηση του εκπροσώπου και αναπληρωτή του γίνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου µέσα σε οκτώ (8) ηµέρες από την ηµέρα προκήρυξης των εκλογών. Η τυχόν απουσία για οποιοδήποτε λόγο του εκπροσώπου του ∆ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δεν ασκεί καµία επίδραση στην εγκυρότητα των συνεδριάσεων και των αποφάσεων του παραπάνω δικαστηρίου. 9. Αν εξαντληθεί ο αριθµός των διορισµένων αναπληρωτών σε κάποια εκλογική περιφέρεια και παραµείνουν εκλογικά τµήµατα χωρίς αντιπροσώπους της δικαστικής αρχής, ο οικείος έφορος µπορεί να διορίσει στα τµήµατα αυτά αντιπροσώπους της δικαστικής αρχής, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4, που υπηρετούν και βρίσκονται στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Η πράξη του εφόρου για το διορισµό ανακοινώνεται αµέσως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στον εισαγγελέα πρωτοδικών της εκλογικής περιφέρειας. Στην ίδια αυτή περίπτωση είναι δυνατή και η χρησιµοποίηση αντιπροσώπων ή αναπληρωτών από άλλες εκλογικές περιφέρειες, τους οποίους διαθέτει µε εντολή του ο έφορος της εκλογικής περιφέρειας στην οποία διορίστηκαν, ύστερα από αίτηση του εφόρου της περιφέρειας στην οποία πρόκειται να χρησιµοποιηθούν. Οι µεταβολές αυτές ανακοινώνονται αµέσως στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στους οικείους εισαγγελείς πρωτοδικών. 10. Οι εισηγητές του Συµβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι πρωτοδίκες, οι αντιεισαγγελείς πρωτοδικών, οι πάρεδροι πρωτοδικείων και εισαγγελιών πρωτοδικών, οι πρωτοδίκες και οι πάρεδροι των διοικητικών πρωτοδικείων, καθώς και οι ειρηνοδίκες και πταισµατοδίκες διορίζονται ως τακτικοί ή αναπληρωτές αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής στα µεγαλύτερα εκλογικά τµήµατα της περιφέρειας που υπηρετούν και κατά προτίµηση στα πλησιέστερα της έδρας της περιφέρειας και της άµεσης εποπτείας των εφόρων. 11. Οι δικαστικοί λειτουργοί της παραγράφου 2 δεν µπορούν να διοριστούν στην εκλογική περιφέρεια, από την οποία κατάγονται. 12. Οι συµβολαιογράφοι, οι δικηγόροι και οι ασκούµενοι δικηγόροι µπορούν να διορισθούν ως τακτικοί ή αναπληρωτές αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής, τόσο στην εκλογική περιφέρεια από την οποία κατάγονται, όσο και στην εκλογική περιφέρεια στην οποία περιλαµβάνεται ολικά ή µερικά το πρωτοδικείο, ασκούν τα καθήκοντά τους. στο οποίο είναι διορισµένοι και

44

13. Οι έφοροι και οι τακτικοί ή αναπληρωτές αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής ειδοποιούνται για το διορισµό τους τουλάχιστον πέντε (5) ηµέρες πριν από την ψηφοφορία, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και είναι υποχρεωµένοι να βρίσκονται στον τόπο του διορισµού τους δύο (2) ηµέρες πριν από την ψηφοφορία. Μόλις φτάσουν ειδοποιούν για την άφιξή τους τον Εισαγγελέα της περιφέρειάς τους και τον οικείο Γενικό Γραµµατέα Περιφέρειας. Άρθρο 69 (Άρθρο 69 Π.∆. 351/2003) Ψηφοφορία αντιπροσώπων δικαστικής αρχής, εφόρων αυτών και κρατουµένων 1. Οι αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής ψηφίζουν στο εκλογικό τµήµα στο οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους, τους υποψήφιους της περιφέρειας, στην οποία υπάγεται εκλογικά αυτό το εκλογικό τµήµα. Οι έφοροι και όσοι αναπληρωτές αντιπρόσωποι δικαστικής αρχής δεν άσκησαν τα καθήκοντά τους, ψηφίζουν τους ίδιους υποψήφιους σε εκλογικό τµήµα της έδρας του εφόρου που ορίζεται απ' αυτόν, τους υποψήφιους της εκλογικής περιφέρειας στην οποία υπάγεται αυτό το εκλογικό τµήµα. Οι ανωτέρω ψηφίζουν µόνο εφόσον είναι γραµµένοι σε εκλογικό κατάλογο δήµου ή κοινότητας του Κράτους. Για το σκοπό αυτό υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση στην οποία αναφέρεται ο δήµος ή η κοινότητα που είναι γραµµένοι. 2. Κατά τις βουλευτικές εκλογές και τις εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων ευρωβουλευτών οργανώνονται εκλογικά τµήµατα σε κάθε κατάστηµα κράτησης. Οι κρατούµενοι που έχουν το δικαίωµα του εκλέγειν, είναι εγγεγραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους και δεν τους έχει επιβληθεί αµετάκλητα παρεπόµενη ποινή στέρησης πολιτικών δικαιωµάτων, ψηφίζουν µε βάση ειδικούς εκλογικούς καταλόγους µε ανάλογη εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου 27 του παρόντος. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του παρόντος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και ∆ικαιοσύνης ρυθµίζεται κάθε λεπτοµέρεια αναγκαία για την εφαρµογή της παραγράφου αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ Ψηφοδέλτια - Γενικές διατάξεις

45

΄Αρθρο 70 (΄Αρθρο 70 Π.∆. 351/2003) Μορφή ψηφοδελτίων 1. Τα ψηφοδέλτια κατασκευάζονται από λευκό χαρτί, που χορηγεί το ∆ηµόσιο. Το χαρτί χορηγείται στα κόµµατα ή τους συνασπισµούς κοµµάτων, των οποίων συνδυασµοί υποψηφίων ανακηρύχθηκαν στο ένα τρίτον τουλάχιστον των εκλογικών περιφερειών του Κράτους. Η ποσότητα του χαρτιού που χορηγείται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια ορίζονται µε αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 2. Τα ψηφοδέλτια σ' όλη γενικά την επικράτεια έχουν ορθογώνιο σχήµα. Οι διαστάσεις των ψηφοδελτίων ορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 3. Τα ψηφοδέλτια είναι µόνο έντυπα. Όποιο ψηφοδέλτιο δεν είναι έντυπο, έστω και µερικά, είναι άκυρο. Τα τυπογραφικά στοιχεία στα ψηφοδέλτια πρέπει να είναι µελανής απόχρωσης.

΄Αρθρο 71 (΄Αρθρο 71 Π.∆. 351/2003) Εκτύπωση και διανοµή ψηφοδελτίων 1. Τα κόµµατα, οι συνδυασµοί κοµµάτων και οι υποψήφιοι είναι υποχρεωµένοι: α) να εκτυπώσουν τα ψηφοδέλτια και β) να παραδώσουν στον οικείο νοµάρχη, επί αποδείξει, οκτώ τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ψηφοφορία, αριθµό ψηφοδελτίων που να επαρκεί για τις ανάγκες των εκλογικών τµηµάτων της περιφέρειας. 2. Ο νοµάρχης οφείλει να εφοδιάσει έγκαιρα κάθε εφορευτική επιτροπή των εκλογικών τµηµάτων, που υπάγονται στη αρµοδιότητά του, µε ψηφοδέλτια της εκλογικής περιφέρειας. Ο αριθµός των ψηφοδελτίων για κάθε συνδυασµό υποψηφίων ή µεµονωµένο υποψήφιο της περιφέρειας πρέπει να είναι µεγαλύτερος τουλάχιστον κατά είκοσι τοις εκατό (20%) από τον αριθµό των εκλογέων, που είναι εγγεγραµµένοι στο εκλογικό τµήµα.

΄Αρθρο 72 (Άρθρο 72 Π.∆. 351/2003 και άρθρα 3, 10 και 11 Ν. 3231/2004) Περιεχόµενο ψηφοδελτίων – Σταυροί προτίµησης - Πρόωρες εκλογές

46

1. Σε κάθε εκλογική περιφέρεια εκτυπώνονται ιδιαίτερα ψηφοδέλτια για κάθε συνδυασµό υποψηφίων βουλευτών της περιφέρειας καθώς και για κάθε µεµονωµένο υποψήφιο. 2. Στα ψηφοδέλτια συνδυασµού κόµµατος αναγράφονται οριζόντια από το άνω µέρος της µίας µακρότερης πλευράς τους και προς την άλλη σε διαδοχικές ξεχωριστές σειρές το έµβληµα του κόµµατος, το όνοµά του και η εκλογική περιφέρεια για την οποία προορίζονται. Αµέσως µετά αναγράφονται τα ονόµατα όλων των υποψηφίων του συνδυασµού, καθένα χωριστά, κατά τη σειρά που αναφέρονται στην απόφαση για την ανακήρυξη του συνδυασµού και µε τα ονοµατεπωνυµικά στοιχεία που αναφέρονται στην ίδια απόφαση, από τα οποία προτάσσεται το επώνυµο. 3. Στα ψηφοδέλτια συνδυασµού συνασπισµού κοµµάτων αναγράφονται στην ίδια θέση και µε την ίδια σειρά όλα τα στοιχεία που ορίζονται στην προηγούµενη παράγραφο, µε τη διαφορά ότι µεταξύ της προσωνυµίας του συνασπισµού και της εκλογικής περιφέρειας αναγράφονται και τα ονόµατα όλων των κοµµάτων που αποτελούν το συνασπισµό. Στη συνέχεια αναγράφονται, κατά τη σειρά της προηγούµενης παραγράφου, τα ονόµατα όλων των υποψηφίων του συνδυασµού. 4. Στα ψηφοδέλτια συνδυασµού ανεξαρτήτων αναγράφονται στην ίδια θέση και µε την ίδια σειρά όλα τα στοιχεία που ορίζονται στην παράγραφο 2, µε τη διαφορά ότι αντί του ονόµατος του κόµµατος αναγράφεται η ένδειξη «συνδυασµός ανεξαρτήτων». Το έµβληµα του συνδυασµού ανεξαρτήτων αναγράφεται εφόσον έχει δηλωθεί σύµφωνα µε τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 37. Στη συνέχεια αναγράφονται, κατά τη σειρά της παραγράφου 2, τα ονόµατα όλων των υποψηφίων του συνδυασµού. 5. Στα ψηφοδέλτια µεµονωµένων υποψηφίων αναγράφονται στην ίδια θέση και µε την ίδια σειρά όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2, µε τη διαφορά ότι αντί του ονόµατος του κόµµατος αναγράφεται η ένδειξη «µεµονωµένος υποψήφιος». Το έµβληµα του µεµονωµένου υποψηφίου αναγράφεται εφόσον έχει δηλωθεί σύµφωνα µε τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 37. Στη συνέχεια αναγράφεται το όνοµα του υποψηφίου. 6. Στο ψηφοδέλτιο δεν επιτρέπονται εγγραφές και διαγραφές ενδείξεων ή ονοµάτων. Αν γίνουν θεωρούνται ότι δεν υπάρχουν και το ψηφοδέλτιο παραµένει έγκυρο, µε την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 73. 7. Ο εκλογέας µπορεί να εκφράσει την προτίµησή του υπέρ υποψηφίων του συνδυασµού, σηµειώνοντας στο ψηφοδέλτιο σταυρό προτίµησης παραπλεύρως του ονόµατός τους, ως ακολούθως: α) Στις εκλογικές περιφέρειες, όπου εκλέγονται από ένας ως και τρεις βουλευτές, έναν σταυρό. β) Στις εκλογικές περιφέρειες, όπου εκλέγονται από τέσσερις ως και επτά βουλευτές, µέχρι δύο σταυρούς.

47

γ) Στις εκλογικές περιφέρειες, όπου εκλέγονται από οκτώ ως και δώδεκα βουλευτές, µέχρι τρεις σταυρούς, και δ) στις εκλογικές περιφέρειες, όπου εκλέγονται περισσότεροι από δεκατρείς βουλευτές, µέχρι τέσσερις σταυρούς. 8. Όσοι έχουν διατελέσει πρωθυπουργοί σε κυβέρνηση που έτυχε ψήφου εµπιστοσύνης της Βουλής και έχουν εκλεγεί βουλευτές καθώς και ο αρχηγός ή ο πρόεδρος αυτοτελούς κόµµατος ή, αν πρόκειται για συνασπισµό κοµµάτων, ο αρχηγός του συνασπισµού, θεωρούνται ότι λαµβάνουν σταυρούς προτίµησης το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων του συνδυασµού στο ψηφοδέλτιο του οποίου περιλαµβάνονται. 9. Ψηφοδέλτιο συνδυασµού µε περισσότερους από ένα σταυρούς προτίµησης στις εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες η προτίµηση του εκλογέα εκφράζεται προς ένα µόνο υποψήφιο, είναι έγκυρο, χωρίς να λαµβάνεται υπόψη κανένας σταυρός προτίµησης. Αν όµως περιέχει δύο σταυρούς, από τους οποίους ο ένας έχει τεθεί δίπλα στο όνοµα υποψηφίου από τους αναφερόµενους στην παράγραφο 8, λαµβάνεται υπόψη και ο σταυρός προτίµησης που έχει τεθεί δίπλα στο όνοµα άλλου υποψηφίου. Ψηφοδέλτιο συνδυασµού µε περισσότερους από δύο σταυρούς προτίµησης στις εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες ο εκλογέας µπορεί να εκφράσει την προτίµησή του και προς δύο υποψηφίους, είναι έγκυρο χωρίς να λαµβάνεται υπόψη κανένας σταυρός προτίµησης. Αν όµως περιέχει τρεις σταυρούς, από τους οποίους ο ένας έχει τεθεί δίπλα στο όνοµα υποψηφίου από τους αναφερόµενους στην παράγραφο 8, λαµβάνονται υπόψη οι υπόλοιποι δύο σταυροί προτίµησης που έχουν τεθεί δίπλα στο όνοµα άλλων υποψηφίων. Ψηφοδέλτιο συνδυασµού µε περισσότερους από τρεις σταυρούς προτίµησης στις εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες ο εκλογέας µπορεί να εκφράσει την προτίµησή του και προς τρεις υποψηφίους, είναι έγκυρο, χωρίς να λαµβάνεται υπόψη κανένας σταυρός προτίµησης. Αν όµως περιέχει τέσσερις σταυρούς, από τους οποίους ο ένας έχει τεθεί δίπλα στο όνοµα υποψηφίου από τους αναφερόµενους στην παράγραφο 8, λαµβάνονται υπόψη οι υπόλοιποι τρεις σταυροί προτίµησης που έχουν τεθεί δίπλα στο όνοµα άλλων υποψηφίων. 10. ∆εν λαµβάνεται υπόψη σταυρός προτίµησης, εάν ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ή ο διευθύνων τις εργασίες της δεν έχει µονογράψει στο ψηφοδέλτιο παραπλεύρως του σταυρού και δεν έχει αναγράψει στο ψηφοδέλτιο ολογράφως το συνολικό αριθµό σταυρών προτίµησης, που σηµειώθηκαν σ' αυτό. Σ΄ αυτήν την περίπτωση το ψηφοδέλτιο προσµετράται υπέρ του συνδυασµού. 11. Σε περίπτωση που οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται µέσα σε δεκαοκτώ µήνες από τις προηγούµενες, δεν εφαρµόζονται για τις εκλογές αυτές οι περί εκλογής βουλευτών µε σταυρό προτιµήσεως διατάξεις του παρόντος, αλλά οι περί σειράς καταλήψεως εδρών διατάξεις (λίστα) του Π.∆. 152/1985, που επαναφέρονται σε ισχύ και εφαρµόζονται κάθε φορά για την περίπτωση αυτή.

48

΄Αρθρο 73 (΄Αρθρο 73 Π.∆. 351/2003) Αλλοιώσεις του περιεχοµένου των ψηφοδελτίων 1. Ο εκλογέας δεν έχει το δικαίωµα να αλλοιώσει το περιεχόµενο του ψηφοδελτίου πέρα απ' όσα επιτρέπονται σύµφωνα µε το εκλογικό σύστηµα που κάθε φορά εφαρµόζεται. Κάθε αλλοίωση που γίνεται κατά παράβαση της διάταξης αυτής επάγεται την ακυρότητα του ψηφοδελτίου. 2. Λέξεις, φράσεις, υπογραµµίσεις, στίγµατα ή άλλα σηµεία που οπωσδήποτε σηµειώνονται σε οποιαδήποτε πλευρά του ψηφοδελτίου, επάγονται ακυρότητα, εφόσον αποτελούν διακριτικά γνωρίσµατα, που παραβιάζουν το απόρρητο της ψηφοφορίας. 3. Ο σταυρός προτίµησης σηµειώνεται µε µολύβι µαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης ή µε µελάνι µαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης. Σταυρός προτίµησης που έχει σηµειωθεί κατά παράβαση της παραγράφου αυτής δε λαµβάνεται υπόψη, µε την επιφύλαξη της εφαρµογής και της προηγούµενης παραγράφου. ΄Αρθρο 74 (΄Αρθρο 74 Π.∆. 351/2003) Λευκά ψηφοδέλτια 1. Σε περίπτωση που σε κάποιο εκλογικό τµήµα προβλέπεται κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας ότι θα προκύψει, για οποιοδήποτε λόγο, έλλειψη έντυπων ψηφοδελτίων, η εφορευτική επιτροπή οφείλει να φροντίσει αµέσως να εφοδιαστεί µε τον αναγκαίο αριθµό ψηφοδελτίων. Εάν ο εφοδιασµός δεν πραγµατοποιηθεί έγκαιρα, η εφορευτική επιτροπή οφείλει να συντάξει την ίδια στιγµή πρακτικό, στο οποίο να βεβαιώνει την έλλειψη έντυπων ψηφοδελτίων, το λόγο που, κατά την κρίση της, δηµιουργήθηκε αυτή η έλλειψη, τον τρόπο που φρόντισε για ανεφοδιασµό µε νέα έντυπα ψηφοδέλτια και το λόγο για τον οποίο δεν πραγµατοποιήθηκε. Μετά τη σύνταξη του πρακτικού αυτού επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η συνέχιση της ψηφοφορίας µε λευκά ψηφοδέλτια. 2. Τα λευκά αυτά ψηφοδέλτια είναι από το ίδιο χαρτί, έχουν το ίδιο σχήµα και τις ίδιες διαστάσεις µε τα έντυπα και δεν πρέπει να έχει γραφτεί σ' αυτά τίποτε µε κανένα τρόπο. 3. Τα λευκά ψηφοδέλτια παραδίδονται από την εφορευτική επιτροπή, από ένα σε κάθε εκλογέα, αφού πρώτα τεθεί, προς το µέρος της µικρότερης πλευράς του, η σφραγίδα της εφορευτικής επιτροπής, σηµειωθεί δίπλα της η ηµεροµηνία της εκλογής και τεθεί, κάτω από την ηµεροµηνία, η µονογραφή του δικαστικού αντιπροσώπου. 4. Ο εκλογέας αφού πάρει από την εφορευτική επιτροπή το σφραγισµένο και θεωρηµένο σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο λευκό ψηφοδέλτιο και αφού

49

αποχωρήσει στον ιδιαίτερο χώρο του εκλογικού τµήµατος οφείλει να το συµπληρώσει µε το χέρι του. 5. Στο λευκό ψηφοδέλτιο ο εκλογέας γράφει ο ίδιος, µε µολύβι µαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης ή µε µελάνι µαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης, το όνοµα του συνδυασµού ή το όνοµα µεµονωµένου υποψηφίου της προτίµησής του ή το όνοµα ενός ή περισσότερων υποψηφίων του ίδιου συνδυασµού, οπότε το ψηφοδέλτιο υπολογίζεται στη δύναµη του συνδυασµού, στον οποίο ανήκουν οι υποψήφιοι αυτοί. Όταν η προτίµηση του εκλογέα αφορά συνδυασµό κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων, γράφεται το πλήρες όνοµα του κόµµατος ή του συνασπισµού ή τα αρχικά γράµµατα του πλήρους ονόµατος του κόµµατος ή του συνασπισµού, εφ' όσον δηλώθηκαν και αυτά σύµφωνα µε τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 37, ή και τα δύο, δηλαδή το πλήρες όνοµα του κόµµατος ή συνασπισµού και τα αρχικά γράµµατά του. Ο υποψήφιος συνδυασµού, του οποίου το όνοµα αναγράφεται στο λευκό ψηφοδέλτιο, θεωρείται ότι λαµβάνει σταυρό προτίµησης. Αν αναγραφούν τα ονόµατα περισσοτέρων από έναν υποψηφίων, ο εκλογέας οφείλει να εκφράσει την προτίµησή του υπέρ ενός απ' αυτούς. Στις εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες ο εκλογέας µπορεί να εκφράσει την προτίµησή του και υπέρ δύο υποψηφίων, αν αναγραφούν τα ονόµατα περισσοτέρων από δύο υποψηφίων, ο εκλογέας µπορεί να σηµειώσει σταυρό προτίµησης δίπλα στο όνοµα ενός ή δύο από αυτούς αντιστοίχως. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, αν σηµειωθεί σταυρός προτίµησης σε περισσότερα από ένα ή από δύο, αντιστοίχως, ονόµατα, έχει εφαρµογή η παράγραφος 9 του άρθρου 72. Στις εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες ο εκλογέας µπορεί να εκφράσει την προτίµησή του και υπέρ τριών υποψηφίων, αν αναγραφούν τα ονόµατα περισσοτέρων από τρείς υποψηφίων, ο εκλογέας µπορεί να σηµειώσει σταυρό προτίµησης δίπλα στο όνοµα ενός ή δύο ή τριών απ' αυτούς αντιστοίχως. Και στην περίπτωση αυτήν, αν σηµειωθεί σταυρός προτίµησης σε περισσότερα από ένα ή δύο ή τρία, αντιστοίχως, ονόµατα, έχει εφαρµογή η παράγραφος 9 του άρθρου 72. 6. Για τα λευκά ψηφοδέλτια εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 73. Λευκό ψηφοδέλτιο µε διαγραφές, εγγραφές ή διορθώσεις, που καθιστούν αµφίβολο το περιεχόµενό του, είναι άκυρο. 7. Κάθε λευκό ψηφοδέλτιο, που δεν έχει τη σφραγίδα της εφορευτικής επιτροπής, την ηµεροµηνία της εκλογής και τη µονογραφή του οικείου δικαστικού αντιπροσώπου, είναι άκυρο. Είναι επίσης άκυρο κάθε λευκό ψηφοδέλτιο, που χρησιµοποιήθηκε σε εκλογικό τµήµα, του οποίου η εφορευτική επιτροπή δεν έχει συντάξει πρακτικό σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. 8. 'Οποιος εκλογέας, δεν µπορεί µόνος του να συµπληρώσει λευκό ψηφοδέλτιο, οφείλει να απευθυνθεί στο δικαστικό αντιπρόσωπο, ο οποίος είναι υποχρεωµένος να συνοδεύσει τον εκλογέα στον ιδιαίτερο χώρο του εκλογικού τµήµατος και να τον βοηθήσει.

50

9. Το Υπουργείο Εσωτερικών , ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης οφείλει, δια µέσου των Νοµαρχιακών Αυτοδιοικήσεων να εφοδιάζει τα εκλογικά τµήµατα µε ανάλογο αριθµό λευκών ψηφοδελτίων. ΄Αρθρο 75 (΄Αρθρο 75 Π.∆. 351/2003) Εκλογικοί φάκελοι 1. Οι φάκελοι, µέσα στους οποίους κλείνονται τα ψηφοδέλτια κατασκευάζονται οµοιόµορφα για ολόκληρο το Κράτος, µε την φροντίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, από αδιάφανο χαρτί λευκής απόχρωσης και στην εµπρόσθια πλευρά τους έχουν έντυπη επιγραφή ή άλλο γνώρισµα. 2. Το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης φροντίζει ν' αποσταλούν έγκαιρα στους νοµάρχες αρκετοί φάκελοι. Οι νοµάρχες φροντίζουν για την έγκαιρη αποστολή των φακέλων στις κατά τόπους δηµοτικές και κοινοτικές αρχές, οι οποίες εφοδιάζουν τα εκλογικά τµήµατα της περιφέρειάς τους, δια µέσου των εφορευτικών επιτροπών τους. 3. Εάν λείψουν τέτοιοι φάκελοι, η εφορευτική επιτροπή, µετά από πιστοποίηση της έλλειψης, προµηθεύεται µόνη της οµοιόµορφους φακέλους. 4. Εκτός από την έντυπη επιγραφή ή γνώρισµα δεν αναγράφεται στο φάκελο τίποτ' άλλο. Στίγµατα, σηµεία ή λέξεις, σηµειωµένες στο φάκελο, εφόσον θα κριθούν σαν διακριτικά γνωρίσµατα, που ολοφάνερα παραβιάζουν το απόρρητο της ψηφοφορίας, επάγονται την ακυρότητα του ψηφοδελτίου που είναι µέσα στο φάκελο. ΄Αρθρο 76 (΄Αρθρο 76 Π.∆. 351/2003) Ακυρότητα ψηφοδελτίων Εκτός από την ακυρότητα των παραγράφων 3 του άρθρου 70, 1 και 2 του άρθρου 73, 6 και 7 του άρθρου 74 και 4 του άρθρου 75 το ψηφοδέλτιο είναι άκυρο και στις ακόλουθες περιπτώσεις που ορίζονται περιοριστικά, δηλαδή, εάν: α) εκτυπώθηκε σε χαρτί, που ολοφάνερα διαφέρει στο χρώµα απ' αυτό που χορηγήθηκε από το ∆ηµόσιο ή µε τυπογραφικά στοιχεία πρόδηλα διαφορετικά στο χρώµα απ' αυτά που γενικά χρησιµοποιήθηκαν, β) έχει σχήµα ή διαστάσεις που διαφέρουν φανερά από τα οριζόµενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 70, γ) δεν είναι ακριβώς σύµφωνα µε τους όρους των παραγράφων 2-6 του άρθρου 72, δ) βρεθεί στον ίδιο φάκελο µαζί µε ένα ή περισσότερα άλλα έγκυρα ή άκυρα ψηφοδέλτια του ίδιου ή άλλου συνδυασµού, ε) χρησιµοποιηθεί σ' εκλογικό τµήµα άλλης εκλογικής περιφέρειας και όχι αυτής, που αναγράφεται πάνω σ' αυτό και στ) βρεθεί σε φάκελο, που δεν είναι σύµφωνο µε τους όρους των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 75.
51

΄Αρθρο 77 (΄Αρθρο 77 Π.∆. 351/2003) Άλλες διατάξεις για ψηφοδέλτια Κατά τα λοιπά, τα σχετικά µε τα ψηφοδέλτια και το περιεχόµενο αυτών διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για το εφαρµοστέο εκλογικό σύστηµα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ Ψηφοφορία Άρθρο 78 (Άρθρο 78 Π.∆. 351/2003) Παραλαβή καταστήµατος και εκλογικών ειδών από την εφορευτική επιτροπή. 1. Ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής, µόλις φτάσει και το αργότερο την παραµονή της ηµέρας που έχει οριστεί για ψηφοφορία, οφείλει να παραβρεθεί στον τόπο της ψηφοφορίας, για να παραλάβει από το ∆ήµαρχο ή τον Πρόεδρο της κοινότητας το εκλογικό υλικό που έστειλε ο Νοµάρχης, να ελέγξει αν αυτό είναι πλήρες και συγχρόνως να ενηµερωθεί σχετικά. Για την παραπέρα ασφαλή διαφύλαξη του υλικού ευθύνεται ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής. 2. Μία ώρα πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, τα µέλη της εφορευτικής επιτροπής είναι υποχρεωµένα να βρίσκονται στον τόπο της ψηφοφορίας για να παραλάβουν από το δήµαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή το ορισθέν από αυτούς µέλος του δηµοτικού ή κοινοτικού συµβουλίου ή δηµοτικό ή κοινοτικό υπάλληλο το κατάστηµα, την κάλπη, τα έπιπλα και σκεύη και λοιπά εκλογικά είδη. Μετά απ΄ αυτό η επιτροπή ορίζει το γραµµατέα της για σύνταξη των πρακτικών, σύµφωνα µε το άρθρο 63, και µε παρουσία των υποψηφίων ή των αντιπροσώπων των κοµµάτων κ.λ.π. του άρθρου 40, τακτοποιεί την αίθουσα ψηφοφορίας.

Άρθρο 79 (Άρθρο 79 Π.∆. 351/2003) Σφράγιση της κάλπης Μετά την αποπεράτωση της εργασίας του προηγούµενου άρθρου ανοίγεται η κάλπη και εξετάζεται από την επιτροπή και τους υποψήφιους ή τους αντιπροσώπους τους, εάν είναι άδεια και κατόπιν κλείνεται και σφραγίζεται από την επιτροπή. Και οι υποψήφιοι ή οι αντιπρόσωποί τους έχουν το δικαίωµα να βάζουν τις δικές τους σφραγίδες.

52

Άρθρο 80 (Άρθρο 80 Π.∆. 351/2003) Πρακτικό Παραλαβής Για τις ενέργειες που γίνονται σύµφωνα µε τα άρθρα 78-79 συντάσσεται πρακτικό, που υπογράφεται από την επιτροπή και τους υποψηφίους ή αντιπροσώπους.

Άρθρο 81 (Άρθρο 81 Π.∆. 351/2003) Έναρξη ψηφοφορίας Την ορισµένη από το πρόγραµµα ώρα ο Πρόεδρος της επιτροπής κηρύσσει την έναρξη της ψηφοφορίας και καλεί τους εκλογείς να ψηφίσουν.

Άρθρο 82 (Άρθρο 82 Π.∆. 351/2003) Προσέλευση ψηφοφόρων και αναγνώριση της ταυτότητας αυτών 1. Οι εκλογείς προσέρχονται στο κατάστηµα της ψηφοφορίας και παρουσιάζονται στην εφορευτική επιτροπή, η οποία αναγνωρίζει την ταυτότητά τους και επαληθεύει την εγγραφή τους στον εκλογικό κατάλογο. Οι εκλογείς µπαίνουν στο κατάστηµα της ψηφοφορίας ένας- ένας ή σε µικρές ολιγάριθµες οµάδες, µε τη σειρά της προσέλευσής τους και όπως ειδικότερα καθορίζει κάθε εφορευτική επιτροπή. 2. Η αναγνώριση των εκλογέων, σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, γίνεται µε βάση την αστυνοµική τους ταυτότητα, που προσκοµίζουν στην εφορευτική επιτροπή. Αν δεν έχουν αστυνοµική ταυτότητα, προσκοµίζουν το διαβατήριο τους. Αν πρόκειται για στρατιωτικούς και γι’ αυτούς που υπηρετούν στα σώµατα ασφαλείας, η αναγνώριση αυτών γίνεται µε βάση τις στρατιωτικές ή άλλες υπηρεσιακές τους ταυτότητες. 3. Εάν µετά τη βεβαίωση της ταυτότητας του εκλογέα και της εγγραφής του στον εκλογικό κατάλογο είναι ολοφάνερο πως αυτός είναι ανήλικος ή εάν είναι γνωστό ότι έχει στερηθεί το δικαίωµα του εκλέγειν, η επιτροπή του επιτρέπει να ψηφίσει, αφού όµως του υπενθυµίσει τις ποινές που προβλέπει ο νόµος. 4. Οι εκλογείς της παραγράφου 1 του άρθρου 27 προσέρχονται στο εκλογικό τµήµα ατοµικά χωρίς να είναι συντεταγµένοι και χωρίς οποιαδήποτε συνοδεία και ψηφίζουν µε βάση την εγγραφή τους στον ειδικό εκλογικό κατάλογο του άρθρου 27. Η αναγνώριση της ταυτότητας των εκλογέων αυτών γίνεται µε βάση την αστυνοµική ή στρατιωτική ή υπηρεσιακή τους ταυτότητα, σύµφωνα µ΄ αυτά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού.

53

5. Οι άνδρες της φρουράς του άρθρου 54 ψηφίζουν µόνο εφόσον είναι γραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους ή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 27 οποιασδήποτε εκλογικής περιφέρειας, που επικυρώθηκαν από το οικείο πρωτοδικείο. Η ψηφοφορία γίνεται µε ονοµαστικές καταστάσεις, που συντάσσονται και υπογράφονται από το διοικητή της µονάδας στην οποία υπάγονται, ο οποίος βεβαιώνει υπεύθυνα πάνω σ΄ αυτές ότι αυτοί που περιλαµβάνονται στις καταστάσεις είναι γραµµένοι στους παραπάνω εκλογικούς καταλόγους. Οι καταστάσεις αυτές στέλνονται απευθείας στον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής του οικείου εκλογικού τµήµατος µε τον επικεφαλής της φρουράς. Για τα υπόλοιπα εφαρµόζονται οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου. 6. Ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ή αυτός που διευθύνει το έργο της βεβαιώνει µε πρακτικό ότι, αυτοί που ψήφισαν στο τµήµα ως άνδρες της φρουράς του, ανήκουν στην φρουρά του. 7. Το στρατιωτικό προσωπικό, που πέραν από τις φρουρές των εκλογικών τµηµάτων διατίθεται για τις ανάγκες των εκλογών, όπως οι στρατιωτικοί επόπτες και οι βοηθοί τους, καθώς και οι αξιωµατικοί, υπαξιωµατικοί και οπλίτες µετακινούµενων στρατιωτικών τµηµάτων για υπηρεσιακούς λόγους, ψηφίζουν µε τις ίδιες προϋποθέσεις και µε τον τρόπο που ορίζονται στην παρ. 5, σε εκλογικό τµήµα του δήµου ή της κοινότητας, όπου εκτελούν διατεταγµένη υπηρεσία, τους συνδυασµούς και υποψηφίους της εκλογικής περιφέρειας στην οποία υπάγεται το εκλογικό αυτό τµήµα. Για την ψηφοφορία των παραπάνω εκλογέων γίνεται ειδική µνεία στο βιβλίο πρακτικών της εφορευτικής επιτροπής και τα στοιχεία τους αναγράφονται ιδιαίτερα στο πρωτόκολλο ψηφοφορίας. 8. Έλληνες ναυτικοί, που υπηρετούν σε πλοίο µε ελληνική σηµαία και κατά την ηµέρα των εθνικών εκλογών ή εκλογών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ευρίσκονται ή καταπλέουν σε ελληνικό λιµάνι δήµου ή κοινότητας διαφορετικής απ΄ αυτήν στης οποίας τους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους είναι γραµµένοι, ψηφίζουν σύµφωνα µε τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 7 του άρθρου αυτού. Η ψηφοφορία γίνεται µε ονοµαστικές καταστάσεις, όπως στην παρ. 5 του άρθρου αυτού, που συντάσσονται και υπογράφονται από τον πλοίαρχο του πλοίου στο οποίο υπηρετούν και θεωρούνται, για το γνήσιο της υπογραφής του πλοιάρχου και το αληθές του περιεχοµένου τους, από τον προϊστάµενο της Λιµενικής ή Αστυνοµικής ή Τελωνειακής Αρχής του δήµου ή της κοινότητας που ναυλοχεί το πλοίο. Οι καταστάσεις αυτές παραδίδονται απευθείας στον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής του οικείου εκλογικού τµήµατος µε τον πλοίαρχο ή αξιωµατικό του πλοίου. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού. Οι σχετικές µε το θέµα λεπτοµέρειες και οδηγίες ρυθµίζονται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Εµπορικής Ναυτιλίας.

54

Άρθρο 83 (Άρθρο 83 Π.∆. 351/2003) Τρόπος ψηφοφορίας 1. Σε κάθε εκλογέα η εφορευτική επιτροπή δίνει ένα φάκελο µε ειδικό γνώρισµα µονογραφηµένο από τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής και σφραγισµένο µε τη σφραγίδα της επιτροπής, καθώς και πλήρη σειρά έντυπων ψηφοδελτίων όλων των συνδυασµών και µεµονωµένων υποψηφίων. Πάντως η έλλειψη µονογραφής της δικαστικής αρχής, δε συνεπάγεται ακυρότητα του ψηφοδελτίου. 2. Μετά ο εκλογέας οφείλει να αποσυρθεί στον ξεχωριστό χώρο µε τρόπο να µην τον βλέπουν και εκεί κλείνει µυστικά το ψηφοδέλτιο της εκλογής του µέσα στο φάκελο, που του έχει παραδοθεί. Στη συνέχεια κολλάει το φάκελο, επιστρέφει και το δείχνει στον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής και στους άλλους που παρίστανται, ώστε να βεβαιωθεί ότι κρατάει ένα µόνο φάκελο µε τη σφραγίδα της επιτροπής και ύστερα το ρίχνει µε το χέρι του στην κάλπη. 3. Εκλογείς, που από σωµατική αδυναµία δεν µπορούν να κάνουν τα πιο πάνω, έχουν το δικαίωµα για το σκοπό αυτό να απευθυνθούν στον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής ή σε µέλος της εφορευτικής επιτροπής, οι οποίοι είναι υποχρεωµένοι να τους βοηθήσουν. 4. Απαγορεύεται στον εκλογέα να ρίξει το ψηφοδέλτιό του στην κάλπη: α) αν αυτό δεν είναι µέσα στο φάκελο µε το ειδικό γνώρισµα ή αν δεν έχει κλειστεί ο φάκελος και β) αν ο εκλογέας δεν αποσύρθηκε πρώτα στον ξεχωριστό χώρο, όπως ορίζει η παρ. 2 του άρθρου αυτού. 5. Οι εκλογείς της παραγράφου 1 του άρθρου 27 ψηφίζουν στον τόπο που υπηρετούν την ηµέρα της ψηφοφορίας τους συνδυασµούς ή µεµονωµένους υποψήφιους της εκλογικής περιφέρειας στην οποία εδρεύει η υπηρεσία τους. 6. Στον εκλογέα που ψήφισε χορηγείται, εφόσον ζητηθεί, σχετική βεβαίωση που υπογράφεται από τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής και σφραγίζεται µε τη σφραγίδα της. Άρθρο 84 (Άρθρο 84 Π.∆. 351/2003) Πρωτόκολλο ψηφοφορίας Για την ψηφοφορία τηρείται από την εφορευτική επιτροπή πρωτόκολλο αριθµηµένο και µονογραφηµένο από τη διοικητική αρχή, στο οποίο γράφονται οι εκλογείς που ψηφίζουν. Όταν τελειώσει η ψηφοφορία κλείνεται το πρωτόκολλο και υπογράφεται από τα µέλη της επιτροπής, τους υποψηφίους ή τους αντιπροσώπους ή τους αναπληρωτές τους και τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής.

55

Άρθρο 85 (Άρθρο 85 Π.∆. 351/2003) Ενστάσεις κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας 1. Κάθε εκλογέας ή υποψήφιος ή αντιπρόσωπός τους έχει το δικαίωµα να υποβάλει στην εφορευτική επιτροπή ενστάσεις, για παραβάσεις του νόµου κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, µέσα ή έξω από το εκλογικό κατάστηµα. Οι ενστάσεις είναι γραπτές και καταχωρίζονται υποχρεωτικά στο βιβλίο των πρακτικών. 2. Η υποβολή οποιασδήποτε ένστασης δε διακόπτει την ψηφοφορία. 3. Για τις ενστάσεις και για κάθε άλλο ζήτηµα, που παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της εκλογής, αποφασίζει η εφορευτική επιτροπή αιτιολογηµένα, είτε αµέσως όταν τελειώσει η ψηφοφορία και τις αποφάσεις της τις καταχωρεί στα πρακτικά. 4. Ειδικά για την εγκυρότητα των ψηφοδελτίων κάθε µέλος της εφορευτικής επιτροπής, ο δικαστικός αντιπρόσωπος, οι υποψήφιοι ή οι αντιπρόσωποί τους µπορούν να διατυπώσουν ένσταση. Για την ένσταση αυτής της παραγράφου αποφασίζει η εφορευτική επιτροπή, αφού ακούσει τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής.

Άρθρο 86 (Άρθρο 86 Π.∆. 351/2003) Φύλαξη εκλογικών καταστηµάτων - Τήρηση της τάξης κατά την ψηφοφορία 1. Η φύλαξη του χώρου των εκλογικών καταστηµάτων ανήκει αποκλειστικά στην αρµοδιότητα της Ελληνικής Αστυνοµίας και ενεργείται είτε µε τη διάθεση φρουράς κατά εκλογικό τµήµα είτε µε την επιτήρηση κατά ευρύτερες µονάδες στέγασης των εκλογικών τµηµάτων. Η φροντίδα για την τήρηση της δηµόσιας τάξης και ασφάλειας στον τόπο της ψηφοφορίας και γύρω απ΄ αυτόν ανήκει στην εφορευτική επιτροπή, µε επιτηρητή τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής. Για το έργο της αυτό υπάγεται αµέσως σε αυτή και εκτελεί τις εντολές της η δύναµη της Ελληνικής Αστυνοµίας, που έχει ταχθεί για το σκοπό αυτόν. 2. Εάν η εφορευτική επιτροπή ή κάποια µέλη της, ενώ διαρκεί η ψηφοφορία, γίνουν ένοχοι για αξιόποινη πράξη ή παράβαση του εκλογικού νόµου, ο αρµόδιος ανακριτικός υπάλληλος συντάσσει αµέσως έκθεση για την πράξη αυτή και µεριµνά για την καταδίωξη του υπαίτιου αµέσως µόλις αποπερατωθεί η εκλογή. Άρθρο 87 (Άρθρο 87 Π.∆. 351/2003)

56

Απαγορεύσεις 1. Απαγορεύεται η παρουσία κάθε ένοπλης δύναµης στον τόπο της ψηφοφορίας και γύρω απ΄ αυτόν. 2. Στην πόλη ή το χωριό, την ηµέρα διενέργειας των εκλογών, η στρατιωτική δύναµη παραµένει µέσα στους στρατώνες όλο το διάστηµα της ψηφοφορίας. Αν υπάρξει σοβαρή διαταραχή της ψηφοφορίας και η επιτροπή δεν µπορεί να επαναφέρει την τάξη, µπορεί να ζητήσει εγγράφως τη συνδροµή ένοπλης δύναµης, η οποία µόλις αποκατασταθεί η τάξη φεύγει αµέσως από τον τόπο ψηφοφορίας. Για όλα αυτά γίνεται µνεία στα πρακτικά. 3. Απαγορεύεται να πλησιάζει στον τόπο της ψηφοφορίας ή γύρω του οποιοσδήποτε εκλογέας ή πολίτης ή αξιωµατικός που φέρει όπλο ή οποιοδήποτε όργανο κατάλληλο για επίθεση. 4. Απαγορεύεται η είσοδος στο κατάστηµα της ψηφοφορίας οποιουδήποτε δεν εκπληρώνει καθήκοντα σύµφωνα µε το διάταγµα αυτό ή δεν καλείται να ψηφίσει.

Άρθρο 88 (Άρθρο 88 Π.∆. 351/2003) Παρουσία υποψηφίων και αντιπροσώπων τους 1. Οι υποψήφιοι ή, όταν λείπουν, οι αντιπρόσωποί τους, ή, όταν λείπουν και αυτοί, οι αναπληρωτές τους, έχουν το δικαίωµα να παραβρίσκονται στην ψηφοφορία, να προτείνουν κάθε παρατήρηση ή ένσταση σχετικά µε την τάξη της ψηφοφορίας για το συµφέρον των υποψηφίων, να βάζουν τη σφραγίδα τους στην κάλπη, να παραβρίσκονται στη διαλογή των ψήφων και να ασκούν κάθε άλλο δικαίωµα που επιτρέπεται από το νόµο. 2. Η απουσία µερικών υποψηφίων ή και όλων των αντιπροσώπων ή των αναπληρωτών τους δεν εµποδίζει τις εκλογικές εργασίες. 3. Οι υποψήφιοι µπορούν να ψηφίσουν στο τµήµα που βρίσκονται την ηµέρα της ψηφοφορίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄ ∆ιαλογή των ψήφων Άρθρο 89 (Άρθρο 89 Π.∆. 351/2003) Αποπεράτωση της ψηφοφορίας 1. Όταν περάσει η ορισµένη από το πρόγραµµα ώρα για τη λήξη της ψηφοφορίας η εφορευτική επιτροπή µπορεί να την παρατείνει το πολύ δύο ώρες, µόνον εφόσον διαπιστώνεται η παρουσία εκλογέων, που επιθυµούν να ασκήσουν το δικαίωµά τους. Εάν η ψηφοφορία διακόπηκε για οποιοδήποτε λόγο, αυτή παρατείνεται, µε συµφωνία και του
57

αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής, µέχρι να συµπληρωθεί ο χρόνος που κράτησαν οι διακοπές. Κατά παρέκκλιση και σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, απολύτως δικαιολογηµένες η εφορευτική επιτροπή µπορεί να παρατείνει την ψηφοφορία και πέρα από τις δύο ώρες, καθώς και πέρα από το χρόνο της διακοπής, µέχρι να εξαντληθεί ο αριθµός των παρόντων εκλογέων. 2. Όταν λήξει η ψηφοφορία, κηρύσσεται η αποπεράτωσή της και κλείνονται οι πόρτες του καταστήµατος µετά συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο αναφέρεται ο ολικός αριθµός των γραµµένων στον εκλογικό κατάλογο εκλογέων, ο αριθµός αυτών που ψήφισαν, η ώρα της περάτωσης της ψηφοφορίας, καθώς και ο λόγος της τυχόν συνέχισης αυτής πέρα από την ορισµένη. 3. Στο πρακτικό πιστοποιείται ότι οι σφραγίδες της κάλπης, βρέθηκαν άθικτες τη στιγµή του ανοίγµατος αυτής.

Άρθρο 90 (Άρθρο 90 Π.∆. 351/2003) Άνοιγµα κάλπης - Αρίθµηση φακέλων 1. Κατόπιν ο πρόεδρος της επιτροπής ή αυτός που διευθύνει τα έργα της, ορίζει τα καθήκοντα κάθε µέλους και αρχίζει η διαλογή των ψηφοδελτίων, µε την παρουσία των υποψηφίων ή των αντιπροσώπων τους, σύµφωνα µε αυτά που ορίζονται στις επόµενες παραγράφους. 2. Ανοίγεται η κάλπη και αριθµούνται οι φάκελοι πρώτα χωρίς να ανοιχτούν. Το αποτέλεσµα της αρίθµησης γράφεται ολογράφως στο βιβλίο των πρακτικών. 3. Αν από την αρίθµηση προκύψει διαφορά µεταξύ του αριθµού των φακέλων και του αριθµού των ψηφοφόρων που ψήφισαν, επαναλαµβάνεται η αρίθµηση. 4. Εάν και πάλι προκύψει διαφορά, πετιούνται οι φάκελοι εκείνοι που δεν έχουν τη σφραγίδα της εφορευτικής επιτροπής. Όταν ο αριθµός των ασφράγιστων ξεπερνάει τον αριθµό των φακέλων που πλεονάζουν, τότε αφαιρούνται στην τύχη και πετιούνται τόσοι φάκελοι ασφράγιστοι όσοι είναι οι πλεονάζοντες. 5. Εάν και πάλι ύστερα από το πέταγµα των ασφράγιστων φακέλων υπάρχουν πλεονάζοντες, τότε όλοι οι σφραγισµένοι φάκελοι ξαναρίχνονται στην κάλπη και αφαιρούνται στην τύχη όσοι είναι και οι πλεονάζοντες. Οι φάκελοι που έτσι αφαιρούνται, ανοίγονται και σηµειώνεται στο βιβλίο πρακτικών το περιεχόµενο των ψηφοδελτίων, που βρίσκονται µέσα σ΄ αυτούς τα οποία όµως δεν υπολογίζονται στη διαλογή. 6. Η εφορευτική επιτροπή οφείλει σε κάθε περίπτωση να διατυπώσει στα πρακτικά τη γνώµη της για την αιτία της ύπαρξης πλεοναζόντων φακέλων. Άρθρο 91 (Άρθρο 91 Π.∆. 351/2003)
58

∆ιαλογή ψήφων 1. Μετά τα παραπάνω η εφορευτική επιτροπή προβαίνει στη διαλογή των ψήφων µε τον εξής τρόπο: α) Ο Πρόεδρος της επιτροπής ή εκείνος που διευθύνει τις εργασίες της παίρνει από την κάλπη ένα - ένα φάκελο, τον αποσφραγίζει και αφού εξακριβώσει το έγκυρο του ψηφοδελτίου, το οποίο επιδεικνύει σε όποιον από τους παρισταµένους το ζητήσει (µέλη της εφορευτικής επιτροπής, υποψηφίους ή αντιπροσώπους τους), διαβάζει το περιεχόµενό του έτσι ώστε να τον ακούνε όλοι, β) κάθε έγκυρο ψηφοδέλτιο αριθµείται κατά τη σειρά εξαγωγής του από την κάλπη και µονογράφεται από τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής ή εκείνον που διευθύνει τις εργασίες της, ο οποίος θέτει τη µονογραφή του και δίπλα από κάθε σταυρό προτίµησης που υπάρχει στο ψηφοδέλτιο. Ακολούθως, συµπληρώνει ολογράφως το συνολικό αριθµό σταυρών προτίµησης του ψηφοδελτίου. γ) στη συνέχεια σηµειώνεται ο αριθµός του ψηφοδελτίου σε ειδικούς πίνακες, από τους οποίους ο ένας τηρείται για τους συνδυασµούς κοµµάτων ή συνασπισµών και για τους µεµονωµένους υποψηφίους και ο άλλος για τους υποψηφίους των συνδυασµών. Στον πρώτο από τους πίνακες αυτούς ο αριθµός του ψηφοδελτίου αναγράφεται απέναντι από το όνοµα του συνδυασµού ή µεµονωµένου υποψηφίου που ψηφίζεται και στο δεύτερο πίνακα απέναντι από το όνοµα του υποψηφίου υπέρ του οποίου υπάρχει έγκυρος σταυρός προτίµησης σύµφωνα µε όσα ορίζονται στις παραγράφους 7 και 9 του άρθρου 72. 2. Αµέσως µόλις τελειώσει η διαλογή, ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ή εκείνος που διευθύνει τις εργασίες της, τηλεγραφεί ή ανακοινώνει εγγράφως µε οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο µέσο αµέσως και χωρίς καµιά καθυστέρηση στο νοµάρχη της περιφέρειας που υπάγεται το εκλογικό τµήµα, το αποτέλεσµα της διαλογής των ψήφων. Η ανακοίνωση αυτή πρέπει να περιλαµβάνει: α) Τον ολικό αριθµό των εκλογέων που είναι γραµµένοι στο εκλογικό τµήµα. β) Τον ολικό αριθµό των εκλογέων που ψήφισαν. γ) Τον αριθµό των ψηφοδελτίων που αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα. δ) Τον αριθµό των άκυρων ψηφοδελτίων. ε) Τον αριθµό των λευκών ψηφοδελτίων και στ) Τον αριθµό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυασµός και κάθε µεµονωµένος υποψήφιος. Στη συνέχεια γίνεται διαλογή των σταυρών προτίµησης που έχουν λάβει οι υποψήφιοι κάθε συνδυασµού και µόλις τελειώσει η διαλογή αυτή το αποτέλεσµά της ανακοινώνεται στο νοµάρχη. 3. Για την εκτέλεση των υποχρεώσεων της προηγούµενης παραγράφου, τίθενται στη διάθεση του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής ή αυτού που διευθύνει τα έργα της, όλα τα όργανα της Ελληνικής Αστυνοµίας που υπηρετούν στην περιφέρεια του εκλογικού τµήµατος

59

και στην ανάγκη και πολίτες, που είναι υποχρεωµένοι να εκτελέσουν αµέσως την εντολή που τους δόθηκε. Οποιαδήποτε παράλειψη του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής, ή εκείνου που διευθύνει τα έργα της ή των δηµόσιων οργάνων ή των πολιτών τιµωρείται σύµφωνα µε το άρθρο 118.

Άρθρο 92 (Άρθρο 92 Π.∆. 351/2003) ∆ιακοπή της διαλογής 1. Η διαλογή γίνεται συνέχεια. Μπορεί να διακοπεί µόνο από κούραση αυτών που ασχολούνται µε τη διαλογή, οπότε ο δικαστικός αντιπρόσωπος και η εφορευτική επιτροπή µεριµνά ώστε οι φάκελοι και τα ψηφοδέλτια να τοποθετηθούν στην κάλπη, που κλείνεται και σφραγίζεται από την εφορευτική επιτροπή. Οι υποψήφιοι ή οι αντιπρόσωποί τους µπορούν να βάλουν τις σφραγίδες τους. Επίσης κλείνεται και το άνοιγµα από το οποίο ρίχνονται στην κάλπη τα ψηφοδέλτια. Το άνοιγµα αυτό καλύπτεται µε ταινία που απλώνεται σε όλο του το µήκος. Στις δύο άκρες η ταινία σφραγίζεται µε τις ίδιες σφραγίδες. Γι΄ αυτό συντάσσεται πράξη στο βιβλίο πρακτικών, που υπογράφεται από τα µέλη της εφορευτικής επιτροπής, το δικαστικό αντιπρόσωπο και τους υποψηφίους ή τους αντιπροσώπους τους. Έπειτα η επιτροπή οφείλει να κλείσει το κατάστηµα της ψηφοφορίας, σφραγίζοντας τις πόρτες και τα παράθυρα αυτού και να το παραδώσει στα αρµόδια για τη φύλαξη όργανα µε την ευθύνη του δικαστικού αντιπροσώπου, της εφορευτικής επιτροπής και του επικεφαλής της φρουράς. 2. Όταν αρχίσει πάλι η διαλογή, συντάσσεται για την επανάληψη νέα πράξη, που υπογράφεται όπως παραπάνω. Στην πράξη βεβαιώνεται ότι η κάλπη ήταν απαραβίαστη και οι σφραγίδες ανέπαφες. Άρθρο 93 (Άρθρο 93 Π.∆. 351/2003) Πέρας διαλογής 1. Μετά τον τερµατισµό της διαλογής, κλείνονται οι πίνακες διαλογής που προβλέπονται στο άρθρο 91 παράγραφο 1 περ. γ΄, µε πράξη που γράφεται στους πίνακες αυτούς και υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τα µέλη της εφορευτικής επιτροπής, τους υποψηφίους ή τους αντιπροσώπους τους. Στην πράξη που συντάσσεται στον πίνακα των συνδυασµών και των µεµονωµένων υποψηφίων αναφέρεται το άθροισµα των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυασµός και µεµονωµένος υποψήφιος και στην πράξη που συντάσσεται στον πίνακα των υποψηφίων των συνδυασµών το άθροισµα των σταυρών προτίµησης που έλαβε κάθε υποψήφιος.

60

2. Αµέσως κατόπιν η εφορευτική επιτροπή συντάσσει άλλη πράξη στο βιβλίο πρακτικών της εκλογής, που την υπογράφουν όλοι οι προηγούµενοι. Στην πράξη αναφέρονται: α) η ηµέρα και η ώρα του πέρατος της διαλογής, β) ο ολικός αριθµός των γραµµένων στο τµήµα εκλογέων, γ) ο ολικός αριθµός των εκλογέων που ψήφισαν, δ) ο ολικός αριθµός των φακέλων που βρέθηκαν στην κάλπη, ε) ο αριθµός των ψηφοδελτίων που αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα, στ) ο αριθµός των άκυρων ψηφοδελτίων, ζ) ο αριθµός των λευκών ψηφοδελτίων, η) ο αριθµός των ψηφοδελτίων που προσβλήθηκαν ως άκυρα, αλλά κηρύχθηκαν έγκυρα, θ) ο αριθµός των έγκυρων ψηφοδελτίων (περιλαµβανοµένων και αυτών της περίπτωσης η που κηρύχθηκαν έγκυρα), τα οποία πήρε κάθε συνδυασµός και κάθε µεµονωµένος υποψήφιος και ι)κάθε άλλο στοιχείο προβλεπόµενο από το εκλογικό σύστηµα που εφαρµόζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του διατάγµατος αυτού. Η πράξη αυτή διαβάζεται δηµόσια και αντίγραφό της διαβιβάζεται αµέσως στο νοµάρχη και στο δήµαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της περιφέρειας που υπάγεται το εκλογικό τµήµα. 3. Μετά το πέρας της διαλογής η εφορευτική επιτροπή παραδίνει στο δήµαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας την κάλπη αφού κλείσει µέσα σ΄ αυτήν όσα τυχόν εκλογικά είδη περίσσεψαν. Αυτοί είναι υποχρεωµένοι να τα φυλάξουν.

Άρθρο 94 (Άρθρο 94 Π.∆. 351/2003) ∆ιαβίβαση αποτελεσµάτων στο Πρωτοδικείο 1. Η εφορευτική επιτροπή είναι υποχρεωµένη, αµέσως µετά τον τερµατισµό της διαλογής, να κλείσει ασφαλώς µέσα σε σάκο τα βιβλία και όλα τα άλλα εκλογικά έγγραφα, καθώς και τα δέµατα των ψηφοδελτίων τακτοποιηµένα κατά συνδυασµούς ή µεµονωµένους υποψηφίους, µε τη σειρά που αριθµήθηκαν και να σφραγίσει το σάκο. Στο σάκο έχουν το δικαίωµα να βάλουν τη σφραγίδα τους οι αντιπρόσωποι των κοµµάτων. Το σάκο παραλαµβάνει ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής, τον µεταφέρει ο ίδιος και τον παραδίνει στον πρόεδρο του πρωτοδικείου που είναι αρµόδιο σύµφωνα µε τις παραγράφους 3, 4 και 5 αυτού του άρθρου. Εφόσον η µετάβαση στην έδρα αυτού του πρωτοδικείου είναι δύσκολη ή δαπανηρή, παραδίνει το σάκο στον πρόεδρο του πλησιέστερου πρωτοδικείου, ο οποίος οφείλει να τον στείλει αµέσως µε το ασφαλέστερο µέσο στον πρόεδρο του αρµόδιου πρωτοδικείου. 2. Αν χαθεί ο σάκος της προηγούµενης παραγράφου, το αρµόδιο πρωτοδικείο, αφού διαπιστώσει την απώλεια µε απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται µε την
61

διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διατάζει να προσκοµιστεί το αντίγραφο της πράξης της εφορευτικής επιτροπής που διαβιβάστηκε στο νοµάρχη ή το δήµαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας, σύµφωνα µε το εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 93. Με βάση το αντίγραφο αυτό γίνεται η συγκέντρωση και κατάταξη των αποτελεσµάτων σύµφωνα µε το άρθρο 98. 3. Αρµόδιο ∆ικαστήριο για τις ενέργειες, που ορίζονται στα άρθρα 27, 30, 32, 33, 36, 39, 103 παράγραφο 1 και την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, είναι το πρωτοδικείο, που εδρεύει στην πρωτεύουσα του νοµού. 4. Για τις εκλογικές περιφέρειες Α΄ και Β΄ Αθηνών και την εκλογική περιφέρεια του νοµού Αττικής, αρµόδιο είναι το Πρωτοδικείο Αθηνών. Για τις εκλογικές περιφέρειες Α΄ και Β΄ Πειραιώς αρµόδιο είναι το Πρωτοδικείο Πειραιώς και για τις εκλογικές περιφέρειες Α΄ και Β΄ Θεσσαλονίκης το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. 5. Αρµόδιο πρωτοδικείο για την εκλογική περιφέρεια του νοµού Λασιθίου ορίζεται το πρωτοδικείο, που εδρεύει στη Νεάπολη του νοµού αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄ Τρόπος άσκησης του εκλογικού δικαιώµατος των ετεροδηµοτών Άρθρο 95 (Άρθρο 95 Π.∆. 351/2003) Εγγραφή και περιεχόµενο των ειδικών εκλογικών καταλόγων 1. Οι εκλογείς που διαµένουν σε δήµο ή κοινότητα άλλης εκλογικής περιφέρειας από εκείνη στους εκλογικούς καταλόγους της οποίας είναι εγγεγραµµένοι, αποκαλούνται στο εξής «ετεροδηµότες» και µπορούν να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές, τις εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα δηµοψηφίσµατα, στον τόπο διαµονής τους. Για τις ανάγκες του παρόντος κεφαλαίου οι νοµοί Αττικής και Θεσσαλονίκης αποτελούν αυτοτελείς εκλογικές περιφέρειες. Οι εκλογείς που είναι εγγεγραµµένοι σε εκλογικούς καταλόγους δήµων και κοινοτήτων των νησιών Κύθηρα και Αντικύθηρα θεωρούνται ετεροδηµότες και όταν διαµένουν σε άλλους δήµους ή κοινότητες του Νοµού Αττικής. 2. Οι ετεροδηµότες ψηφίζουν την ίδια ηµέρα µε τους άλλους εκλογείς. Η ψηφοφορία αρχίζει την 07:00΄ και λήγει την 19:00΄ ώρα. 3. Με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος για την προϋπόθεση σύστασης µεικτών εκλογικών τµηµάτων, οι ετεροδηµότες ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα στον τόπο διαµονής τους, εφόσον εγγραφούν στον ειδικό εκλογικό
62

κατάλογο ετεροδηµοτών. 4. Οι ετεροδηµότες που επιθυµούν να ψηφίζουν στον τόπο διαµονής τους υποβάλλουν στον οικείο δήµαρχο ή στον πρόεδρο της κοινότητας της περιφέρειας διαµονής τους έντυπη αίτηση – υπεύθυνη δήλωση που περιλαµβάνει τα εξής : α) Τον Ειδικό Εκλογικό Αριθµό, ο οποίος συµπληρώνεται από τον οικείο Ο.Τ.Α., β) το επώνυµο, γ) το όνοµα, δ) το όνοµα του πατέρα, ε) το όνοµα της µητέρας, στ) το όνοµα συζύγου και το γένος (εφόσον πρόκειται για έγγαµη γυναίκα που φέρει το επώνυµο του συζύγου), ζ) την ηµεροµηνία και έτος γέννησης, η) το νοµό, το δήµο ή την κοινότητα και το εκλογικό διαµέρισµα στο οποίο είναι εγγεγραµµένοι, θ) την πλήρη διεύθυνση διαµονής (νοµός, δήµος ή κοινότητα, οδός και αριθµός), καθώς και τον αριθµό τηλεφώνου τους. Στην ίδια δήλωση πρέπει να αναφέρεται ότι ο αιτών δεν έχει στερηθεί το εκλογικό του δικαίωµα. 5. Οι αιτήσεις για την εγγραφή και τη διαγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους των ετεροδηµοτών υποβάλλονται καθ΄ όλη την διάρκεια του έτους. Όσοι εκλογείς υποβάλλουν αιτήσεις εγγραφής µετά την τελευταία, πριν από τις εκλογές, αναθεώρηση των εκλογικών καταλόγων από το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, δεν ψηφίζουν ως ετεροδηµότες. Οι εκλογείς που υποβάλλουν στον οικείο ∆ήµαρχο ή στον Πρόεδρο της Κοινότητας του τόπου διαµονής τους αιτήσεις διαγραφής από τις καταστάσεις ετεροδηµοτών, µετά την τελευταία, πριν από τις εκλογές, αναθεώρηση των εκλογικών καταλόγων από το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, ψηφίζουν στις εκλογές αυτές ως ετεροδηµότες. 6. Οι ∆ήµαρχοι και οι Πρόεδροι Κοινοτήτων του τόπου διαµονής των ετεροδηµοτών, µε βάση τα στοιχεία της παραγράφου 4, καταρτίζουν, µε προσωπική τους ευθύνη, καταστάσεις ετεροδηµοτών, µε κριτήριο τη βασική εκλογική περιφέρεια εγγραφής τους στους αντίστοιχους εκλογικούς καταλόγους. Η σύνταξη των καταστάσεων των ετεροδηµοτών γίνεται ανά ηµερολογιακό δίµηνο, υποβάλλονται δε µέσα στο πρώτο δεκαήµερο του επόµενου µήνα στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, προκειµένου να ενηµερωθεί, µετά προηγούµενο έλεγχο, η τηρούµενη βάση δεδοµένων του εκλογικού σώµατος. 7. Οι ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι των ετεροδηµοτών καταρτίζονται από το Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, κατά δήµο ή κοινότητα και κατά
63

βασική εκλογική περιφέρεια και περιλαµβάνουν τα εξής στοιχεία: α) Τον τίτλο: “Ειδικός Εκλογικός Κατάλογος Ετεροδηµοτών ∆ήµου ή Κοινότητας ...................................... Νοµού .............................”, β) τον αύξοντα αριθµό, γ) τον Ειδικό Εκλογικό Αριθµό, δ) το επώνυµο, ε) το όνοµα, στ) το όνοµα του πατέρα, ζ) το όνοµα της µητέρας, η) το όνοµα συζύγου και το γένος (εφόσον πρόκειται για έγγαµη γυναίκα που φέρει το επώνυµο του συζύγου), θ) την ηµεροµηνία και το χρόνο γέννησης, ι) το βασικό εκλογικό κατάλογο (βασική εκλογική περιφέρεια) όπου είναι εγγεγραµµένος (νοµός, δήµος ή κοινότητα, εκλογικό διαµέρισµα), ια) την πλήρη διεύθυνση διαµονής (οδός, αριθµός). 8. Στις ιδιαίτερες καταστάσεις της παρ.1 του άρθρου 12 του παρόντος καταγράφονται οι µεταβολές που επέρχονται στα δηµοτολόγια, λόγω θανάτου, µεταδηµότευσης, διόρθωσης στοιχείων εγγραφής, καθώς και διαγραφής, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε λόγω απώλειας της Ελληνικής Ιθαγένειας, οι οποίες αφορούν και τους ετεροδηµότες.

Άρθρο 96 (Άρθρο 96 Π.∆. 351/2003) Εκλογικά τµήµατα - Εφορευτική Επιτροπή – ∆ιεξαγωγή ψηφοφορίας και έκδοση αποτελεσµάτων για τα αµιγή εκλογικά τµήµατα 1. Οι ετεροδηµότες ψηφίζουν τους συνδυασµούς και τους υποψηφίους της εκλογικής περιφέρειας, στους βασικούς εκλογικούς καταλόγους της οποίας είναι εγγεγραµµένοι, σε ειδικά, αµιγή ή µεικτά, εκλογικά τµήµατα και καταστήµατα ψηφοφορίας ετεροδηµοτών. Τα ανωτέρω ειδικά (αµιγή ή µεικτά) εκλογικά τµήµατα και καταστήµατα ψηφοφορίας ετεροδηµοτών συνιστώνται µόνο στις πρωτεύουσες των Νοµών, µε εξαίρεση τους Νοµούς Αττικής και Θεσσαλονίκης. Με απόφαση του οικείου νοµάρχη της εκλογικής περιφέρειας του τόπου διαµονής τους, σύµφωνα µε το άρθρο 55 του παρόντος, καθορίζεται ο αριθµός των ειδικών εκλογικών τµηµάτων και καταστηµάτων ψηφοφορίας και η κατανοµή των εκλογέων σε αµιγή εκλογικά τµήµατα κατά εκλογική περιφέρεια ή σε µεικτά εκλογικά τµήµατα για όλη την περισσοτέρων της µιας εκλογικών περιφερειών, εάν ο αριθµός των εκλογέων είναι µικρός. Προϋπόθεση σύστασης µεικτών εκλογικών τµηµάτων αποτελεί η εγγραφή, βασική εκλογική περιφέρεια. εφετειακή περιφέρεια, σαράντα τουλάχιστον ετεροδηµοτών εκλογέων που ανήκουν στην ίδια

64

2. Για την ψηφοφορία των ετεροδηµοτών χρησιµοποιούνται τα ίδια έντυπα ψηφοδέλτια που χρησιµοποιούνται στη βασική εκλογική περιφέρεια, στους εκλογικούς καταλόγους της οποίας οι εκλογείς είναι εγγεγραµµένοι. 3. Ο εφοδιασµός των εκλογικών τµηµάτων, µέσω των οικείων νοµαρχών, µε τον επαρκή αριθµό ψηφοδελτίων γίνεται, µε φροντίδα των κοµµάτων ή των µεµονωµένων υποψηφίων, έξι (6) τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ψηφοφορία. 4. Οι φάκελοι, µέσα στους οποίους κλείνονται τα ψηφοδέλτια, φέρουν για κάθε βασική εκλογική περιφέρεια, στους εκλογικούς καταλόγους της οποίας είναι εγγεγραµµένος ο ψηφοφόρος, την αντίστοιχη ένδειξη, καθώς και τη µονογραφή του δικαστικού αντιπροσώπου. 5. Κάθε δηµοτική ή κοινοτική αρχή του τόπου, όπου συνιστώνται τα εκλογικά τµήµατα ψηφοφορίας ετεροδηµοτών, εκδίδει και δηµοσιεύει πρόγραµµα ψηφοφορίας που περιλαµβάνει την ηµέρα ψηφοφορίας, τις ώρες έναρξης και λήξης της, τον τόπο και το κατάστηµα της ψηφοφορίας. 6. Οι εκλογείς που περιλαµβάνονται στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ετεροδηµοτών απαγορεύεται να ψηφίζουν στο δήµο ή στην κοινότητα στους βασικούς εκλογικούς καταλόγους των οποίων είναι εγγεγραµµένοι. Οι βασικοί εκλογικοί κατάλογοι φέρουν, προ του ονόµατος, την ειδική ένδειξη "Ε" για όσους εκλογείς ψηφίζουν µε βάση ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ετεροδηµοτών. Η ανωτέρω ένδειξη καταχωρίζεται και παραµένει έστω και εάν ο εκλογέας εγγραφεί σε άλλο κατάλογο ετεροδηµοτών λόγω µεταβολής του τόπου διαµονής του. Στην περίπτωση αυτή, ο ετεροδηµότης διαγράφεται από τον προηγούµενο ειδικό εκλογικό κατάλογο ετεροδηµοτών. Η διαγραφή της ένδειξης “ετεροδηµότης” γίνεται, επίσης, σε περίπτωση απώλειας της ιδιότητας του ετεροδηµότη εκλογέα. 7. Η ψηφοφορία διενεργείται σε κάθε εκλογικό τµήµα ενώπιον εφορευτικής επιτροπής, που αποτελείται από τον αντιπρόσωπο της δικαστικής αρχής, ως Πρόεδρο, και τέσσερα (4) µέλη που διορίζονται, από εκλογείς που περιλαµβάνονται στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ετεροδηµοτών. 8. α. Στα αµιγή εκλογικά τµήµατα ετεροδηµοτών η εφορευτική επιτροπή προβαίνει στη διαλογή των ψηφοδελτίων, την εξαγωγή του αποτελέσµατος της ψηφοφορίας και σε όλες τις λοιπές ενέργειες, κατ΄ εφαρµογή των διατάξεων της εκλογικής νοµοθεσίας, που αναφέρονται στην αντίστοιχη διαδικασία των κοινών εκλογικών τµηµάτων. β. Μετά το πέρας της διαλογής, ο Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής τηλεγραφεί ή ανακοινώνει εγγράφως µε οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο µέσο, χωρίς καµία καθυστέρηση στο Νοµάρχη της βασικής εκλογικής περιφέρειας το αποτέλεσµα της διαλογής. γ. Η διαβίβαση των αποτελεσµάτων, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 94 της νοµοθεσίας για την εκλογή βουλευτών, γίνεται στο πρωτοδικείο της έδρας του νοµού, όπου έχει συσταθεί και λειτουργεί το αµιγές εκλογικό τµήµα.
65

Το οικείο Πρωτοδικείο καταχωρεί τα αποτελέσµατα των αµιγών εκλογικών τµηµάτων ετεροδηµοτών σε ειδικό πίνακα, χωριστά, ανά βασική εκλογική περιφέρεια. δ. Το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από το τέλος διεξαγωγής της ψηφοφορίας αποστέλλονται κεκυρωµένα αντίγραφα των ανωτέρω ειδικών πινάκων στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου της βασικής εκλογικής περιφέρειας, προκειµένου να ενσωµατωθούν, µε ιδιαίτερη αναφορά του ειδικού, αµιγούς, εκλογικού τµήµατος προέλευσης, στα τελικά αποτελέσµατα που περιλαµβάνονται στον πίνακα κάθε εκλογικής περιφέρειας για χρήση της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής. ε. Οι εκλογικοί σάκοι των αµιγών εκλογικών τµηµάτων µε τα περιεχόµενα σε αυτούς ψηφοδέλτια, βιβλία και σχετικά εκλογικά έγγραφα, µε ευθύνη του Προέδρου Πρωτοδικών της εκλογικής περιφέρειας που έχουν συσταθεί, διαβιβάζονται µε απόδειξη εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από το πέρας της διεξαγωγής της ψηφοφορίας στο Πρόεδρο του Πρωτοδικείου της βασικής εκλογικής περιφέρειας. Κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του παρόντος Προεδρικού ∆ιατάγµατος.

Άρθρο 97 (Άρθρο 97 Π.∆. 351/2003) Μεικτά εκλογικά τµήµατα ετεροδηµοτών – Ειδικές Εφετειακές Εφορευτικές Επιτροπές - ∆ιεξαγωγή ψηφοφορίας και έκδοση αποτελεσµάτων 1. α. Στα µεικτά εκλογικά τµήµατα ετεροδηµοτών µετά το τέλος της ψηφοφορίας, η Εφορευτική Επιτροπή αριθµεί και µονογράφει τους φακέλους χωρίς να τους ανοίξει. Οι φάκελοι αριθµούνται και συσκευάζονται σε ξεχωριστά δέµατα για κάθε βασική εκλογική περιφέρεια. Μετά την αρίθµηση, το αποτέλεσµα της οποίας γράφεται ολογράφως στο βιβλίο πρακτικών, η Επιτροπή σηµειώνει την τυχόν διαφορά που προκύπτει µεταξύ του αριθµού των φακέλων και του αριθµού των ψηφισάντων. Ακολούθως θέτει την ένδειξη “ΑΚΥΡΟ” στους φακέλους που δεν έχουν τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής. Εάν και πάλι υπάρχουν πλεονάζοντες φάκελοι, τότε χαρακτηρίζονται στην τύχη “ΑΚΥΡΟΙ” τόσοι φάκελοι, από τους σφραγισµένους, ώστε να συµπληρωθεί ο αριθµός των πλεοναζόντων. Σε κάθε περίπτωση η Εφορευτική Επιτροπή οφείλει να διατυπώσει στα πρακτικά τη γνώµη της για την αιτία της ύπαρξης πλεοναζόντων φακέλων. Η διαλογή των ψηφοδελτίων και η εξαγωγή του αποτελέσµατος της ψηφοφορίας ενεργείται από τη Γενική Εφετειακή Εφορευτική Επιτροπή και τις Ειδικές Εφορευτικές Επιτροπές, αντιστοίχως, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος.
66

β. Η Εφορευτική Επιτροπή κάθε µεικτού εκλογικού τµήµατος ετεροδηµοτών συντάσσει πρακτικό, στο οποίο περιλαµβάνει τον αριθµό των εγγεγραµµένων, τον αριθµό των ψηφισάντων, τον αριθµό των ευρεθέντων φακέλων κάθε εκλογικής περιφέρειας, καθώς και τον αριθµό των άκυρων φακέλων. γ. Ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής κάθε µεικτού εκλογικού τµήµατος ετεροδηµοτών παραλαµβάνει τον εκλογικό σάκο, στον οποίο κλείνονται, µε φροντίδα της Εφορευτικής Επιτροπής οι φάκελοι, σε ξεχωριστά δέµατα για κάθε βασική εκλογική περιφέρεια, καθώς και όλα τα στοιχεία της ψηφοφορίας. Τον εκλογικό σάκο µεταφέρει ο ίδιος και παραδίδει αµέσως στον Πρόεδρο του Τριµελούς Συµβουλίου ή τον Πρόεδρο του οικείου Εφετείου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει. 2. α. Σε κάθε Εφετείο συνιστάται Γενική Εφετειακή Εφορευτική Επιτροπή Ετεροδηµοτών, αποτελούµενη από τον πρόεδρο εφετών, ως πρόεδρο και δύο εφέτες ή αντεισαγγελείς εφετών, ως µέλη. Η Επιτροπή αυτή συγκροτείται µε απόφαση του Προέδρου του Τριµελούς Συµβουλίου ή του Προέδρου του οικείου Εφετείου. Με την ίδια απόφαση διορίζεται ο αναπληρωτής του προέδρου και των µελών της, από τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς. Καθήκοντα γραµµατέα ανατίθενται σε έναν από τους δικαστικούς υπαλλήλους του ∆ικαστηρίου. Οι σχετικές αποφάσεις εκδίδονται τουλάχιστον πέντε (5) ηµέρες πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας και επιδίδονται αυθηµερόν στους διοριζόµενους. β. Έργο των Γενικών Εφετειακών Εφορευτικών Επιτροπών Ετεροδηµοτών είναι: α) Ο συντονισµός του έργου των Ειδικών Εφορευτικών Επιτροπών της επόµενης παραγράφου. β) Το άνοιγµα των εκλογικών σάκων των µεικτών εκλογικών τµηµάτων ετεροδηµοτών και η διανοµή των δεµάτων µε τους φακέλους της κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας στις αντίστοιχες Ειδικές Εφορευτικές Επιτροπές. γ) Η συγκέντρωση αποτελεσµάτων της ψηφοφορίας των ετεροδηµοτών, για κάθε βασική εκλογική περιφέρεια από τις Ειδικές Εφορευτικές Επιτροπές και δ) Η έκδοση του τελικού αποτελέσµατος της ψηφοφορίας των ετεροδηµοτών σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια. 3. α. Σε κάθε Εφετείο συνιστώνται µία ή περισσότερες Ειδικές Εφορευτικές Επιτροπές, αποτελούµενες από ένα δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό του Εφετείου ή του Πρωτοδικείου, ως Πρόεδρο και δύο δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς ή υπαλλήλους των ιδίων δικαστηρίων, ως µέλη. Τα µέλη αυτών των επιτροπών µαζί µε τους αναπληρωτές τους διορίζονται µε απόφαση του Προέδρου του Τριµελούς Συµβουλίου ή του Προέδρου Εφετών του οικείου Εφετείου. Με την ίδια απόφαση καθήκοντα γραµµατέα ανατίθενται σε έναν από τους δικαστικούς υπαλλήλους του Εφετείου. Αν δεν είναι δυνατός ο διορισµός δικαστικών
67

υπαλλήλων, ο Πρόεδρος του Τριµελούς Συµβουλίου ή ο Πρόεδρος του οικείου Εφετείου µπορεί να διορίσει µόνιµους πολιτικούς υπαλλήλους από αυτούς που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 68 του παρόντος. Η σχετική απόφαση εκδίδεται τουλάχιστο τέσσερις (4) ηµέρες πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας και επιδίδεται αυθηµερόν στους διοριζόµενους. β. Έργο των Ειδικών Εφορευτικών Επιτροπών Ετεροδηµοτών είναι: α) Η παραλαβή από την οικεία Γενική Εφετειακή Εφορευτική Επιτροπή των δεµάτων των µεικτών εκλογικών τµηµάτων και η καταχώριση στα πρακτικά σηµείωσης για τον αριθµό των δεµάτων που παραλαµβάνουν µε απόδειξη από τον Πρόεδρο της Γενικής Εφετειακής Εφορευτικής Επιτροπής. β) Η τοποθέτηση όλων των φακέλων για κάθε βασική εκλογική περιφέρεια σε ξεχωριστή κάλπη. γ) Η αρίθµηση και η αποσφράγιση των φακέλων, η διαλογή των ψηφοδελτίων και η εξαγωγή των αποτελεσµάτων για κάθε βασική εκλογική περιφέρεια. δ) Η σύνταξη συγκεντρωτικού πίνακα των αποτελεσµάτων που περιλαµβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 91 του παρόντος. Στο τέλος του πίνακα αυτού καταχωρίζεται σχετική πράξη. Ο πίνακας υπογράφεται από τον πρόεδρο και τα µέλη της επιτροπής. Στη σχετική πράξη αναφέρεται το αποτέλεσµα της ψηφοφορίας για όλα τα εκλογικά τµήµατα κάθε βασικής εκλογικής περιφέρειας. ε) Η παράδοση όλων των στοιχείων της ψηφοφορίας και της διαλογής µε την φροντίδα του προέδρου της Ειδικής Εφορευτικής Επιτροπής στη Γενική Εφετειακή Εφορευτική Επιτροπή. 4. Οι Γενικές Εφετειακές Εφορευτικές Επιτροπές εκδίδουν το τελικό αποτέλεσµα της ψηφοφορίας των ετεροδηµοτών κατά βασική εκλογική περιφέρεια. Για το σκοπό αυτό συντάσσουν ειδικούς πίνακες, σύµφωνα µε τις παραγράφους 2 και 7 του άρθρου 98 του παρόντος. Οι πρόεδροι των επιτροπών αυτών τηλεγραφούν ή ανακοινώνουν εγγράφως ή µε οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο µέσο, χωρίς καθυστέρηση στο Νοµάρχη και στον Πρόεδρο Πρωτοδικών της αντίστοιχης βασικής εκλογικής περιφέρειας, το αποτέλεσµα της ψηφοφορίας των ετεροδηµοτών, αποστέλλοντας στον ίδιο Πρόεδρο Πρωτοδικών στη συνέχεια εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, κυρωµένα αντίγραφα των ειδικών πινάκων. Εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από το τέλος της ψηφοφορίας οι εκλογικοί σάκοι ή τα δέµατα µε όλα τα σχετικά στοιχεία της ψηφοφορίας των ετεροδηµοτών εκλογέων που ψήφισαν σε µεικτά εκλογικά τµήµατα, καθώς και οι πίνακες και τα πρακτικά καθεµιάς Γενικής Εφετειακής Εφορευτικής Επιτροπής και των Ειδικών Εφορευτικών Επιτροπών διαβιβάζονται επίσης στον Πρόεδρο Πρωτοδικών της οικείας βασικής εκλογικής περιφέρειας. Το Πρωτοδικείο της βασικής εκλογικής περιφέρειας µόλις παραλάβει τα ανωτέρω στοιχεία, τα ενσωµατώνει στον πίνακα τελικών αποτελεσµάτων, µε ειδική µνεία των αντίστοιχων
68

εκλογικών τµηµάτων προέλευσης, προκειµένου να διαµορφώσει το τελικό αποτέλεσµα της εκλογικής περιφέρειάς του, το οποίο διαβιβάζεται άµεσα στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης για χρήση της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής. 5. Οι Γενικές Εφετειακές Εφορευτικές Επιτροπές και οι Ειδικές Εφορευτικές Επιτροπές του άρθρου αυτού χρησιµοποιούν την σφραγίδα του Εφετείου. 6. α. Οι Πρόεδροι που διευθύνουν τα οικεία Εφετεία έχουν τη γενική εποπτεία της αρµόδιας Γενικής Εφετειακής Εφορευτικής Επιτροπής και των Ειδικών Εφορευτικών Επιτροπών και µπορούν µε πράξεις τους να ρυθµίζουν κάθε θέµα σχετικό µε τη λειτουργία και το έργο όλων των παραπάνω επιτροπών. β. Κατά τη διαλογή των ψηφοδελτίων, ενώπιον των ειδικών Εφετειακών Εφορευτικών Επιτροπών, µπορούν να παρίστανται αντιπρόσωποι των κοµµάτων ή των µεµονωµένων υποψηφίων. 7.α. Όταν οι γενικές βουλευτικές εκλογές διεξάγονται ταυτόχρονα µε εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή δηµοψήφισµα, εφαρµόζονται οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. β. Εάν οι εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεξάγονται σε χρόνο που απέχει µέχρι τέσσερις µήνες από τη διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών, οι ετεροδηµότες ψηφίζουν σύµφωνα µε τους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ετεροδηµοτών, που ίσχυσαν στις διεξαχθείσες γενικές βουλευτικές εκλογές. Σε κάθε άλλη περίπτωση, για τον τρόπο ψηφοφορίας των ετεροδηµοτών, εφαρµόζονται οι ειδικές προβλέψεις της εκάστοτε ισχύουσας, αντίστοιχης, νοµοθεσίας. 8. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης ρυθµίζονται θέµατα τεχνικού, λεπτοµερειακού ή διαδικαστικού εν γένει χαρακτήρα, που είναι αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων, οι οποίες αφορούν την άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος των ετεροδηµοτών. 9. Για οποιοδήποτε άλλο θέµα εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος Προεδρικού ∆ιατάγµατος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄ Άρθρο 98 (Άρθρα 4 και 11 Ν. 3231/2004 και άρθρο 1 Ν. 3434/2006)

69

Συγκέντρωση αποτελεσµάτων - Λευκά Ψηφοδέλτια 1. Την εποµένη της ψηφοφορίας αρχίζει από το αρµόδιο Πρωτοδικείο κάθε εκλογικής περιφέρειας η συγκέντρωση και η κατάταξη των αποτελεσµάτων της εκλογής. 2. Μόλις συγκεντρωθούν τα αποτελέσµατα όλων των εφορευτικών επιτροπών της εκλογικής περιφέρειας, το Πρωτοδικείο προβαίνει σε αρίθµηση των ψήφων και συντάσσει τον πίνακα αποτελεσµάτων της παραγράφου 4. 3. Οι έδρες που παραχωρούνται σε κάθε συνδυασµό καταλαµβάνονται από τους υποψηφίους του κατά τη σειρά των σταυρών προτίµησης καθενός. Αν σε δύο ή και περισσότερους συνδυασµούς ή µεµονωµένο υποψήφιο έχουν αποµείνει ίσα υπόλοιπα εκλογικής δύναµης, ενεργείται µεταξύ αυτών κλήρωση από την Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή σε δηµόσια συνεδρίαση και η έδρα που πλεονάζει αφαιρείται από το συνδυασµό, που το όνοµά του βγήκε από την κληρωτίδα. Σε εκλογική περιφέρεια που εκλέγει έναν µόνο βουλευτή η έδρα παραχωρείται στο συνδυασµό ή στο µεµονωµένο υποψήφιο που έλαβε τη σχετική πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας ενεργείται από την Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή κλήρωση µεταξύ των συνδυασµών που ισοψήφησαν και η έδρα παραχωρείται σε αυτόν που ευνοήθηκε από τον κλήρο. Αν ισοψηφήσουν δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι του ίδιου συνδυασµού και οι έδρες που παραχωρούνται είναι λιγότερες από τους υποψηφίους, το Πρωτοδικείο διενεργεί σε δηµόσια συνεδρίαση κλήρωση µεταξύ τους και βουλευτές ανακηρύσσονται εκείνοι που κληρώθηκαν. Κλήρωση για την κατανοµή των εδρών διενεργείται και στην περίπτωση ισοψηφίας κοµµάτων, υποψηφίων. 4. Το αρµόδιο Πρωτοδικείο, για την αντίστοιχη εκλογική περιφέρεια συντάσσει (σε συµβούλιο) τον πίνακα των αποτελεσµάτων της, ο οποίος περιέχει: α. τον αριθµό των εγγεγραµµένων εκλογέων, β. τον αριθµό των εκλογέων που ψήφισαν, γ. τον αριθµό των εγκύρων ψηφοδελτίων, δ. τον αριθµό των άκυρων ψηφοδελτίων, ε. τον αριθµό των λευκών ψηφοδελτίων και στ. τον αριθµό των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβε κάθε συνδυασµός και κάθε µεµονωµένος υποψήφιος. Στον πίνακα προτάσσονται οι συνδυασµοί των κοµµάτων, κατά τη σειρά της εκλογικής τους δύναµης και ακολουθούν οι συνδυασµοί των συνασπισµών κοµµάτων, οι συνδυασµοί των ανεξαρτήτων και οι µεµονωµένοι υποψήφιοι. Στο κάτω µέρος του αναγράφονται ολογράφως τα παραπάνω στοιχεία και ο πίνακας υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τα µέλη και τον γραµµατέα του Πρωτοδικείου. συνασπισµών κοµµάτων, ανεξάρτητων συνδυασµών ή µεµονωµένων

70

5. Κατά την κατάρτιση του πίνακα µπορεί να παρίσταται ένας εκπρόσωπος κάθε συνδυασµού ή µεµονωµένου υποψηφίου. 6. Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου αποστέλλει αµέσως επικυρωµένο αντίγραφο του πίνακα των αποτελεσµάτων στον Υπουργό Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 7. Με βάση τους πίνακες η Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή κατανέµει τις έδρες σύµφωνα µε την πρόβλεψη της παρ.2 του άρθρου 101. 8. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων της παρ. 4 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 99 και 100, κατά τη σύνταξη, ανά εκλογική περιφέρεια, των πινάκων αποτελεσµάτων από τα αρµόδια δικαστήρια, κατά την κατανοµή των εδρών, καθώς και για τον καθορισµό του εκλογικού µέτρου, τα λευκά ψηφοδέλτια δεν προσµετρώνται στα έγκυρα.

Άρθρο 99 (Άρθρα 5, 6 και 11 Ν. 3231/2004) Συµµετοχή στην κατανοµή εδρών – Καθορισµός των εδρών κάθε εκλογικού σχηµατισµού στην επικράτεια 1. Στην κατανοµή των εδρών των εκλογικών περιφερειών, καθώς και των εδρών επικρατείας συµµετέχουν οι συνδυασµοί κοµµάτων, οι συνδυασµοί συνασπισµών κοµµάτων, οι συνδυασµοί ανεξαρτήτων, καθώς και οι µεµονωµένοι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν στην επικράτεια ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων τουλάχιστον ίσο µε το τρία τοις εκατό (3%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στην επικράτεια όλοι οι εκλογικοί σχηµατισµοί. 2. Για τον καθορισµό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηµατισµός, το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην επικράτεια πολλαπλασιάζεται µε τον αριθµό 260 και το γινόµενό τους διαιρείται µε το άθροισµα των εγκύρων ψηφοδελτίων που συγκέντρωσαν στην επικράτεια όσοι σχηµατισµοί συµµετέχουν στην κατανοµή των εδρών, σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο. Οι έδρες που δικαιούται κάθε σχηµατισµός στην επικράτεια είναι το ακέραιο µέρος του πηλίκου της διαίρεσης. Αν το άθροισµα των ως άνω ακέραιων µερών των πηλίκων υπολείπεται του αριθµού 260, τότε παραχωρείται κατά σειρά ανά µία έδρα και ως τη συµπλήρωση αυτού του αριθµού στους σχηµατισµούς, των οποίων τα πηλίκα εµφανίζουν τα µεγαλύτερα δεκαδικά υπόλοιπα. 3. Στον εκλογικό σχηµατισµό που συγκέντρωσε το µεγαλύτερο αριθµό εγκύρων ψηφοδελτίων στο σύνολο της επικράτειας παραχωρούνται, επιπλέον των εδρών που λαµβάνει σύµφωνα µε την παρ. 2, σαράντα (40) ακόµη έδρες, οι οποίες προέρχονται από εκλογικές περιφέρειες στις οποίες έχουν παραµείνει αδιάθετες έδρες µετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που προβλέπεται στις παρ. 4,5,6,7 και 8 του άρθρου 100.

71

4. Αν ένας εκλογικός σχηµατισµός δικαιούται, κατ' εξαίρεση, σύµφωνα µε τις παρ. 2,3 και 4 του παρόντος άρθρου και τις παρ. 1,2 και 3 του άρθρου 100, περισσότερες έδρες από όσες του αναλογούν κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, ο συνολικός αριθµός τους αναπροσαρµόζεται, προκειµένου να λάβει τελικά τις έδρες που προκύπτουν από την εφαρµογή του άρθρου 100. Στην περίπτωση αυτή µειώνεται αντίστοιχα ο αριθµός των εδρών που καταλαµβάνει ο πρώτος κατά σειρά σε έγκυρα ψηφοδέλτια εκλογικός σχηµατισµός.

Άρθρο 100 (Άρθρα 7,8 και 11 Ν. 3231/2004) Κατανοµή εδρών επικρατείας – Κατανοµή των 248 εδρών στις εκλογικές περιφέρειες 1. Για την κατανοµή των εδρών επικρατείας ως εκλογικό µέτρο λαµβάνεται το ακέραιο µέρος του πηλίκου που προκύπτει από τη διαίρεση του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στην επικράτεια όλοι οι εκλογικοί σχηµατισµοί, που συµµετέχουν στην κατανοµή των εδρών σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 99, δια του αριθµού των βουλευτών επικρατείας. 2. Ο αριθµός των βουλευτών επικρατείας που αναδεικνύουν όσοι συµµετέχουν στην κατανοµή εδρών προκύπτει από το ακέραιο µέρος του πηλίκου της διαίρεσης του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων, που έλαβαν στην επικράτεια, δια του εκλογικού µέτρου. 3. Αδιάθετες έδρες επικρατείας κατανέµονται ανά µία σε όσους έχουν το µεγαλύτερο αχρησιµοποίητο υπόλοιπο, αρχίζοντας από το συνδυασµό µε το µεγαλύτερο υπόλοιπο. 4. Για την κατανοµή των εδρών σε κάθε εκλογική περιφέρεια ως εκλογικό µέτρο λαµβάνεται το ακέραιο µέρος του πηλίκου που προκύπτει από τη διαίρεση του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβαν µέρος στις εκλογές, ανεξάρτητα από τη συµµετοχή τους στην κατανοµή της παρ. 1 του άρθρου 99, δια του αριθµού των εδρών της. Για τον καθορισµό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηµατισµός σε κάθε εκλογική περιφέρεια διαιρείται το σύνολο των εγκύρων ψηφοδελτίων, που έλαβε στην περιφέρεια ο εν λόγω σχηµατισµός, δια του εκλογικού µέτρου. Οι έδρες του στην εκλογική περιφέρεια είναι το ακέραιο µέρος του πηλίκου της παραπάνω διαίρεσης. 5. Εκλογικός σχηµατισµός που έχει στους συνδυασµούς του λιγότερους υποψηφίους από τις έδρες που δικαιούται, σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, στην εκλογική περιφέρεια καταλαµβάνει τόσες έδρες όσοι είναι οι υποψήφιοί του. Οι έδρες που δεν του προσκυρώνονται γι' αυτόν το λόγο κατανέµονται σύµφωνα µε τις παραγράφους 6 και 7. Η έδρα των µονοεδρικών εκλογικών περιφερειών καταλαµβάνεται από τον εκλογικό σχηµατισµό που συµµετέχει στην κατανοµή των βουλευτικών εδρών σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 99 και έχει λάβει τα περισσότερα έγκυρα ψηφοδέλτια στην εκλογική αυτή περιφέρεια.
72

6. Για την κατανοµή τυχόν αδιάθετων εδρών υπολογίζεται η διαφορά των εδρών που έχουν διατεθεί, σύµφωνα µε τις προηγούµενες παραγράφους του παρόντος άρθρου, από τις έδρες που δικαιούται, σύµφωνα µε τις παρ. 2,3 και 4 του άρθρου 99. Στη συνέχεια υπολογίζονται τα αχρησιµοποίητα υπόλοιπα ψήφων των εκλογικών σχηµατισµών σε κάθε εκλογική περιφέρεια εκτός από τις µονοεδρικές. Το υπόλοιπο αυτό είναι η διαφορά του γινοµένου των εδρών που κατέλαβαν οι παραπάνω σχηµατισµοί στην εκλογική περιφέρεια επί το εκλογικό της µέτρο από το σύνολο των ψήφων που έλαβαν στην ίδια εκλογική περιφέρεια. 7. Τυχόν αδιάθετες έδρες διεδρικών και τριεδρικών εκλογικών περιφερειών διατίθενται, κατά σειρά και ανά µία, στον εκλογικό σχηµατισµό που εµφανίζει σε καθεµία από αυτές τα µεγαλύτερα αχρησιµοποίητα υπόλοιπα. Εάν σε κάποιο εκλογικό σχηµατισµό διατεθούν συνολικά περισσότερες έδρες από όσες δικαιούται, σύµφωνα µε τις παρ. 2,3 και 4 του άρθρου 99, οι πλεονάζουσες αφαιρούνται, ανά µια, από τις τριεδρικές περιφέρειες και αν υπάρξει ανάγκη από τις διεδρικές, στις οποίες εµφανίζει τα µικρότερα αχρησιµοποίητα υπόλοιπα. 8. Οι εκλογικές περιφέρειες που εξακολουθούν να έχουν αδιάθετες έδρες διατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά, µε βάση τα αχρησιµοποίητα υπόλοιπα του εκλογικού σχηµατισµού µε το µικρότερο αριθµό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια που δικαιούται έδρα σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 99. Στον εκλογικό σχηµατισµό που έχει το µικρότερο αριθµό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια παραχωρείται ανά µία έδρα από καθεµία από αυτές τις εκλογικές περιφέρειες και ως τη συµπλήρωση του αριθµού των εδρών που ο εκλογικός σχηµατισµός δικαιούται, σύµφωνα µε τις παρ. 2,3 και 4 του άρθρου 99. Αν πάλι παραµείνουν αδιάθετες έδρες, η διαδικασία του προηγούµενου εδαφίου εφαρµόζεται διαδοχικά για όλους τους εκλογικούς σχηµατισµούς που συµµετέχουν σε αυτή, αρχίζοντας από όποιον συγκέντρωσε το µικρότερο αριθµό εγκύρων ψηφοδελτίων σε όλη την επικράτεια προς αυτόν µε τον αµέσως µεγαλύτερο. Άρθρο 101 (Άρθρο 101 Π.∆. 351/2003 και άρθρα 9 και 11 Ν. 3231/2004) Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή - Αρµοδιότητες 1. Στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης εδρεύει Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή, που αποτελείται: α) Από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο, β) δύο Αρεοπαγίτες, που ορίζονται από το Α΄ Τµήµα του Αρείου Πάγου µε ισάριθµους αναπληρωµατικούς, γ) το ∆ιευθυντή της ∆ιεύθυνσης Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και

73

δ) ένα ∆ιευθυντή του Κλάδου Π.Ε. της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. Τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του ίδιου δικαστηρίου. Τους ∆ιευθυντές του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης αναπληρώνουν οµοιόβαθµοί τους, του ίδιου κλάδου, απ΄ αυτούς που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του ίδιου Υπουργείου που ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. Χρέη Γραµµατέα στην Επιτροπή εκτελεί υπάλληλος του Κλάδου Π.Ε. µε βαθµό τουλάχιστον Β΄ της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, που ορίζεται µαζί µε τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. Από τον ίδιο τον Υπουργό µπορεί να οριστούν µέχρι πέντε υπάλληλοι απ΄ αυτούς που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, για τη γραµµατειακή γενικά εξυπηρέτηση της Επιτροπής. 2. Η Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή, µε βάση τους πίνακες αποτελεσµάτων των οικείων Πρωτοδικείων, καταρτίζει το γενικό οριστικό πίνακα αποτελεσµάτων των εκλογών σε ολόκληρη την επικράτεια, διενεργεί όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 99 και 100 του παρόντος και αποφασίζει για την κατανοµή των εδρών στους εκλογικούς σχηµατισµούς. 3. Ο Πρόεδρος της επιτροπής διαβιβάζει αµέσως επικυρωµένο απόσπασµα της απόφασης για κάθε εκλογική περιφέρεια στους προέδρους των αρµόδιων Πρωτοδικείων και επικυρωµένο αντίγραφο αυτής και του γενικού οριστικού πίνακα των αποτελεσµάτων των εκλογών στο Υπουργείο Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄ Επανάληψη ψηφοφορίας Άρθρο 102 (Άρθρο 102 Π.∆. 351/2003) Ματαίωση της ψηφοφορίας - Ακύρωση εκλογής 1. Αν σε ένα εκλογικό τµήµα η ψηφοφορία δεν έγινε για οποιοδήποτε λόγο, αυτή γίνεται την επόµενη Κυριακή. 2. Αν ακυρωθεί η εκλογή για παράβαση των διατάξεων του νόµου και για πληµµέλειες εν γένει είτε στο σύνολο, είτε σε κάποια τµήµατα της εκλογικής περιφέρειας, η ψηφοφορία επαναλαµβάνεται σε όσα τµήµατα ακυρώθηκε η εκλογή, µέσα σ΄ ένα µήνα από τη δηµοσίευση της απόφασης του Ανώτατου Ειδικού ∆ικαστηρίου, που προβλέπεται από το άρθρο 100 του Συντάγµατος.
74

Κατά την επανάληψη της ψηφοφορίας απ΄ αυτό το λόγο δεν επιτρέπεται πρόταση και ανακήρυξη νέων υποψηφίων, και η ψηφοφορία επαναλαµβάνεται σε όσα τµήµατα ακυρώθηκε η εκλογή, µε βάση τους εκλογικούς καταλόγους που χρησιµοποιήθηκαν κατά την αρχική ψηφοφορία. 3. Αν ακυρωθεί η εκλογή για παράβαση που επιφέρει µεταβολή στις εκλογικές περιφέρειες βάση των οποίων έγινε η εκλογή και συνεπάγεται κατ΄ ανάγκη τη νέα πρόταση και ανακήρυξη υποψηφίων και συνδυασµών, αυτή γίνεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, µέσα σε τριάντα ηµέρες από τη δηµοσίευση της απόφασης του Ανώτατου Ειδικού ∆ικαστηρίου. 4. Αν επαναληφθεί η ψηφοφορία σε κάποια εκλογική περιφέρεια για παράβαση των διατάξεων του νόµου ή για πληµµέλειες γενικά, το νέο αποτέλεσµα δεν ασκεί καµία επιρροή στο σύνολο των ψήφων των κοµµάτων και στο ποσοστό τους σ΄ όλη την επικράτεια, όπως αυτό καθορίστηκε από την Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή, σύµφωνα µε το άρθρο 101 παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄ Ανακήρυξη βουλευτών - τρόπος ανακήρυξης Άρθρο 103 (Άρθρο 103 Π.∆. 351/2003) Ανακήρυξη βουλευτών 1. Η ανακήρυξη των βουλευτών, σύµφωνα µε αυτά που ορίζονται στα οικεία άρθρα, γίνεται από το αρµόδιο πρωτοδικείο σε δηµόσια συνεδρίαση, µε βάση την απόφαση της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής. Η απόφαση της ανακήρυξης κοινοποιείται, µε τη φροντίδα του εισαγγελέα, σ΄ όλους τους υποψηφίους. 2. Το αρµόδιο πρωτοδικείο ανακηρύσσει και αναπληρωµατικούς των βουλευτών που ανακηρύχτηκαν από κάθε συνδυασµό. 3. Ως αναπληρωµατικοί κάθε συνδυασµού, του οποίου υποψήφιοι ανακηρύχτηκαν βουλευτές, ανακηρύσσονται όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι αυτού. 4. Οι αναπληρωµατικοί ανακηρύσσονται κατά τη σειρά των ψήφων προτίµησης καθενός. Σε περίπτωση ισοψηφίας, ενεργείται από το πρωτοδικείο κλήρωση για τον καθορισµό της σειράς αυτών που ισοψήφισαν. 5. Ο αρχηγός ή πρόεδρος κόµµατος ή συνασπισµού κοµµάτων που µετέχει στους συνδυασµούς δύο εκλογικών περιφερειών, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 34, εφόσον εκλεγεί βουλευτής και στις δύο αυτές περιφέρειες, οφείλει να δηλώσει στον Πρόεδρο της Βουλής σε ποια από τις περιφέρειες αυτές προτιµά την εκλογή του. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται µέσα σε προθεσµία πέντε ηµερών από την ανακήρυξη όλων των βουλευτών και
75

των αναπληρωµατικών αυτών και των δύο περιφερειών. Αν δεν υποβληθεί δήλωση µέσα στην προθεσµία αυτή, θεωρείται ότι προτίµησε την εκλογή του στην περιφέρεια στην οποία το κόµµα ή ο συνασπισµός, του οποίου ηγείται, έλαβε τις περισσότερες ψήφους. Για την πλήρωση της έδρας που παραµένει κενή εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 104.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι∆΄ Αναπληρωµατική εκλογή Άρθρο 104 (Άρθρο 104 Π.∆. 351/2003) Περιπτώσεις αναπληρωµατικής εκλογής και ενέργειάς της 1. Οι βουλευτικές έδρες που κενώνονται για οποιοδήποτε λόγο κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου σε κάποια εκλογική περιφέρεια, πληρώνονται από τους αναπληρωµατικούς του ίδιου συνδυασµού στην ίδια εκλογική περιφέρεια, που τυχόν έχουν ανακηρυχθεί, οι οποίοι καλούνται από τον Πρόεδρο της Βουλής για την πλήρωση έδρας που κενώθηκε κατά τη σειρά της ανακήρυξής τους. 2. Αν δεν υπάρχουν αναπληρωµατικοί που προβλέπει η προηγούµενη παράγραφος ή ο αριθµός τους έχει εξαντληθεί, προκηρύσσεται αναπληρωµατική εκλογή στην εκλογική περιφέρεια, στην οποία κενώθηκαν οι βουλευτικές έδρες. 3. Σε περίπτωση αναπληρωµατικής εκλογής εφαρµόζονται ανάλογα όλες οι διατάξεις των Α΄ και Β΄ τµηµάτων του δεύτερου βιβλίου του παρόντος, που αναφέρονται στην προκήρυξη και ενέργεια των εκλογών. Στο συνδυασµό µπορεί να περιληφθεί ο αριθµός υποψηφίων µέχρι του αριθµού των κενών βουλευτικών εδρών, προσαυξανόµενος κατά ένα, και εφόσον η κενή βουλευτική έδρα είναι µία, ανακηρύσσεται βουλευτής ο πρώτος κατά σειρά των ψήφων προτίµησης υποψήφιος του συνδυασµού, που πήρε τη σχετική πλειοψηφία στο σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων. Εάν τη σχετική πλειοψηφία την πήρε µεµονωµένος υποψήφιος ανακηρύσσεται αυτός βουλευτής. Εάν οι βουλευτικές έδρες που κενώθηκαν είναι δύο ή και περισσότερες, αυτές περιέρχονται στους συνδυασµούς ή µεµονωµένους υποψηφίους µετά από ανάλογη εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 99 και 100 του παρόντος. Σε περίπτωση που µετά την κατανοµή αυτή παραµείνουν αδιάθετες έδρες, αυτές παραχωρούνται ανά µία στους συνδυασµούς ή µεµονωµένους υποψηφίους που έχουν κατά σειρά τη µεγαλύτερη αχρησιµοποίητη εκλογική δύναµη. Σε κάθε περίπτωση ισοψηφίας δύο ή περισσότερων συνδυασµών ή µεµονωµένων υποψηφίων ενεργείται από το αρµόδιο δικαστήριο, σε δηµόσια συνεδρίαση αυτού κλήρωση.

76

Εάν σε ένα συνδυασµό περιέλθουν, κατά την εφαρµογή των προηγούµενων διατάξεων, δύο ή περισσότερες έδρες, αυτές καταλαµβάνονται από τους υποψηφίους του, κατά τη σειρά των ψήφων προτίµησης καθενός. Από το δικαστήριο αυτό ανακηρύσσονται αναπληρωµατικοί οι λοιποί υποψήφιοι του ίδιου συνδυασµού. 4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρµόζονται και σε περίπτωση ακύρωσης εκλογής, εξαιτίας έλλειψης των νόµιµων προσόντων του βουλευτή που ανακηρύχτηκε. 5. Όταν γίνεται αναπληρωµατική εκλογή σε κάποια εκλογική περιφέρεια, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, οι εκλογείς που προβλέπει το άρθρο 27, έχουν το δικαίωµα να ψηφίσουν σ΄ αυτή µόνο εφόσον είναι γραµµένοι στους εκλογικούς καταλόγους αυτής της εκλογικής περιφέρειας και βρίσκονται εκεί κατά την ηµέρα της ψηφοφορίας.

ΤΕΛΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ Άρθρο 105 (Άρθρο 105 Π.∆. 351/2003) Μη ενέργεια προσωπικής κράτησης Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας και οκτώ µέρες πριν από την έναρξη και µετά τη λήξη της, δεν ενεργείται προσωπική κράτηση για χρέος στο δηµόσιο ή τους δήµους και τις κοινότητες ή άλλα νοµικά πρόσωπα ή ιδιώτες, αλλά όσοι τυχόν τελούν σε κράτηση δεν απολύονται χάριν της εκλογής.

Άρθρο 106 (Άρθρο 106 Π.∆. 351/2003) Ανάκληση και απαγόρευση κανονικών αδειών δηµοσίων υπαλλήλων, στρατιωτικών κ.λ.π. 1. Απαγορεύεται η χορήγηση κάθε κανονικής άδειας απουσίας σε τακτικούς δηµοσίους υπαλλήλους, στρατιωτικούς γενικά και τακτικούς υπαλλήλους των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης στο διάστηµα που µεσολαβεί από την προκήρυξη των εκλογών µέχρι και την ηµέρα της ψηφοφορίας. Οι άδειες που τυχόν χορηγήθηκαν πριν από την προκήρυξη των εκλογών ανακαλούνται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται η έκδοση απόφασης, της αρµόδιας αρχής, και τα πρόσωπα που έχουν αυτές τις άδειες είναι υποχρεωµένα να βρεθούν στις θέσεις τους, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση. 2. Σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης µπορεί να χορηγηθεί άδεια σε δηµόσιους πολιτικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς γενικά, ύστερα από προηγούµενη έγκριση του αρµόδιου Υπουργού ή εξουσιοδοτηµένου απ΄ αυτόν οργάνου. Σε τακτικούς υπαλλήλους των
77

οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης η άδεια αυτή χορηγείται ύστερα από έγκριση του οικείου Γενικού Γραµµατέα Περιφέρειας. 3. Στους τακτικούς υπαλλήλους των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου χορηγείται από την αρµόδια προϊσταµένη αρχή, ύστερα από εκτίµηση των υπηρεσιακών αναγκών κατά την ηµέρα της εκλογής, ειδική άδεια απουσίας, που καλύπτει τον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη µετάβασή τους στον τόπο άσκησης του εκλογικού τους δικαιώµατος και την επιστροφή τους απ΄ αυτόν. Ο χρόνος της άδειας αυτής δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο της κανονικής άδειας που δικαιούνται οι υπάλληλοι αυτοί, σύµφωνα µε τις σχετικές διατάξεις. Με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις είναι δυνατό να χορηγείται ειδική άδεια απουσίας µε αποδοχές στο προσωπικό µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του δηµοσίου, των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και στο προσωπικό των υπόλοιπων νοµικών προσώπων του δηµόσιου τοµέα οποιασδήποτε κατηγορίας κλάδου και σχέση εργασίας. 4. Αυτά που ορίζονται στην προηγούµενη παράγραφο, µπορεί να εφαρµοστούν ανάλογα και για το προσωπικό των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τοµέα. Τα σχετικά µε την εφαρµογή της παραγράφου αυτής καθορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας.

Άρθρο 107 (Άρθρο 107 Π.∆. 351/2003) Ενέργειες, Επιδόσεις, Ατέλειες 1. Οι επιδόσεις, κοινοποιήσεις και τοιχοκολλήσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, γίνονται µε δικαστικούς επιµελητές και από τα όργανα της Ελληνικής Αστυνοµίας. 2. Για κάθε κοινοποίηση και επίδοση, κατά παραγγελία ιδιώτη, οι δικαστικοί επιµελητές παίρνουν τα νόµιµα δικαιώµατά τους. 3. Τα σύµφωνα µε την παράγραφο 2, δικαιώµατα των δικαστικών επιµελητών µπορούν να µειώνονται µέχρι το µισό, µε κοινή απόφαση των Υπουργών ∆ικαιοσύνης και Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 4. Όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, καθώς και οι συµβολαιογραφικές πράξεις διορισµού πληρεξουσίου, συντάσσονται ατελώς σε απλό χαρτί. Κατά τον ίδιο τρόπο γίνεται ατελώς και όλη η διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού ∆ικαστηρίου που αφορά στην εξέλεγξη και εκδίκαση των βουλευτικών εκλογών κατά του κύρους των οποίων υποβάλλονται ενστάσεις. Άρθρο 108 (Άρθρο 108 Π.∆. 351/2003)
78

Αποζηµιώσεις των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής κ.λ.π. 1. Σε όσους διορίζονται κατά τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών έφοροι αντιπροσώπων δικαστικής αρχής, αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής, γραµµατείς εφορευτικών επιτροπών, διερµηνείς της τουρκικής γλώσσας, χορηγείται ειδική αποζηµίωση, που καθορίζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονοµίας και Οικονοµικών, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη. Με όµοια απόφαση µπορεί να καθορίζεται ειδική αποζηµίωση και για τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών. 2. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται υπέρ των παραπάνω προσώπων τα οδοιπορικά έξοδα, τα σχετικά µε την πληρωµή αυτών και της ειδικής αποζηµίωσης της προηγούµενης παραγράφου, καθώς και οι υποχρεώσεις όλων των προσώπων, στα οποία καταβάλλονται τα οδοιπορικά έξοδα και η ειδική αποζηµίωση. 3. Οι δικαιούχοι των αποζηµιώσεων του άρθρου αυτού απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε φόρου, εισφοράς ή κράτησης υπέρ τρίτων κ.λ.π., για τα ποσά που τους καταβάλλονται για τις αποζηµιώσεις αυτές. 4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρµόζονται και σε κάθε άλλη περίπτωση προσφυγής στη λαϊκή ετυµηγορία. ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ∆ΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Πειθαρχικές διατάξεις Άρθρο 109 (Άρθρο 109 Π.∆. 351/2003) Πειθαρχικές διατάξεις 1. Κάθε υπάλληλος, σύµφωνα µε την έννοια του άρθρου 13 εδαφ. α΄του Ποινικού Κώδικα, που αµελεί ή δείχνει απείθεια για την έγκαιρη εκπλήρωση των καθηκόντων που του επιβάλλονται από τις διατάξεις του ∆ιατάγµατος αυτού, τιµωρείται από το αρµόδιο πειθαρχικό συµβούλιο, σύµφωνα µε τις διατάξεις που ισχύουν για καθένα απ΄ αυτούς. 2. Κάθε αξιωµατικός των ενόπλων δυνάµεων, της Ελληνικής Αστυνοµίας, του Λιµενικού Σώµατος και του Πυροσβεστικού Σώµατος, που αµελεί ή δείχνει απείθεια για την έγκαιρη εκπλήρωση των καθηκόντων που του επιβάλλονται από τις διατάξεις του παρόντος,

79

τιµωρείται από το αρµόδιο ανακριτικό συµβούλιο µε αργία, µε πρόσκαιρη παύση από ένα µέχρι τρεις µήνες. 3. Νοµάρχες, δήµαρχοι, πρόεδροι κοινοτήτων και νοµαρχιακοί, δηµοτικοί ή κοινοτικοί σύµβουλοι, που επιδεικνύουν αµέλεια για την έγκαιρη εκπλήρωση των καθηκόντων που τους επιβάλλονται από τις διατάξεις του παρόντος, τιµωρούνται από τον αρµόδιο Γενικό Γραµµατέα της Περιφέρειας, µε την ποινή της αργίας τριών (3) έως έξι (6) µηνών, ύστερα από σύµφωνη γνώµη του συµβουλίου που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 102 του Συντάγµατος. 4. Ο υπάλληλος εκλογέας ή µέλος της εφορευτικής επιτροπής, στον οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα γραµµατέα εφορευτικής επιτροπής, σύµφωνα µε το άρθρο 56, καθώς και ο διερµηνέας της τουρκικής γλώσσας, τιµωρούνται µε απόφαση της εφορευτικής επιτροπής µε πρόστιµο από ένα ευρώ και σαράντα επτά λεπτά µέχρι δεκατέσσερα ευρώ και εξήντα επτά λεπτά, για οποιαδήποτε παράβαση αµέλεια ή απείθεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 110 (Άρθρο 110 Π.∆. 351/2003) Είσπραξη προστίµων Τα πρόστιµα που επιβάλλονται σύµφωνα µε το προηγούµενο άρθρο, βεβαιώνονται µε έγγραφο του προέδρου του αρµόδιου πειθαρχικού συµβουλίου, ή προκειµένου για το πρόστιµο της παραγράφου 4 του προηγούµενου άρθρου, µε έγγραφο του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής προς το αρµόδιο δηµόσιο ταµείο και εισπράττονται υπέρ του ∆ηµοσίου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του νόµου για την είσπραξη δηµόσιων εσόδων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ Γενικές Ποινικές διατάξεις Άρθρο 111 (Άρθρο 111 Π.∆. 351/2003) 1. Κάθε αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται από τον παρόντα ή τον Ποινικό Κώδικα ή από κάποιο άλλο νόµο και έχει σχέση µε εκλογή βουλευτών, τιµωρείται είτε η εκλογή επικυρωθεί, είτε ακυρωθεί. 2. Η αµετάκλητη καταδίκη για πληµµέληµα που διαπράχθηκε από την προκήρυξη των εκλογών µέχρι το τέλος της διαλογής των ψήφων, ως έχοντας οποιαδήποτε σχέση µε την εκλογή και αποτελεί πληµµέληµα εξαιτίας τέτοιου είδους προσβολών κατά της πολιτειακής εξουσίας, της επιβολής της δηµόσιας τάξης, της πλαστογραφίας δηµόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, της ψευδορκίας, της ψευδοµαρτυρίας ενώπιον της αρχής και της παράνοµης
80

κατακράτησης και απειλής, επιφέρει αυτοδικαίως πέντε ετών στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα και όλες τις υπόλοιπες συνέπειες του ίδιου άρθρου και για τον ίδιο χρόνο. Οι προβλεπόµενες συνέπειες από το άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα ισχύουν και για τους υπαλλήλους των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου. 3. Για τα αδικήµατα που προβλέπονται από τον παρόντα νόµο δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 21, 82 και 99 του Ποινικού Κώδικα, ούτε οι διατάξεις περί συρροής των άρθρων 94 και εποµένων του ίδιου Κώδικα, καθώς και του άρθρου 551 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, αν τα αδικήµατα αυτά συρρέουν µε άλλα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από άλλους ποινικούς νόµους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ Ειδικές Ποινικές διατάξεις Άρθρο 112 (Άρθρο 112 Π.∆. 351/2003) Βία κατ΄ εκλογέων και εξαπάτηση αυτών 1. Όποιος µε βία ή µε απειλές βίας παρεµποδίζει τον εκλογέα ν΄ ασκήσει το εκλογικό του δικαίωµα ή επιβάλλει την άσκησή του υπέρ ή εναντίον κάποιου υποψηφίου, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστο τριών µηνών και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα µέχρι πέντε χρόνια. 2. Όποιος µε ψεύτικες ειδήσεις ή συκοφαντικές διαδόσεις που αναφέρονται στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου ή µε άλλο τρόπο εξαπατά τον εκλογέα, είτε για να παραλείψει την άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος, είτε για ν΄ αλλάξει το εκλογικό του φρόνηµα, τιµωρείται µε φυλάκιση µέχρι δύο χρόνια και µε χρηµατική ποινή µέχρι δύο ευρώ και ενενήντα τρία λεπτά. Άρθρο 113 (Άρθρο 113 Π.∆. 351/2003) Παραβίαση της µυστικότητας της ψηφοφορίας και νόθευση εκλογής 1. Όποιος µε οποιοδήποτε τρόπο επιχειρεί ή πετυχαίνει να λάβει γνώση, είτε ο ίδιος, είτε τρίτος, τι ψήφισε ο εκλογέας τιµωρείται µε φυλάκιση µέχρι δύο χρόνια. 2. Όποιος ψηφίζει χωρίς να έχει δικαίωµα ή ψηφίζει κατ΄ επανάληψη ή δίνει πολλές ψήφους, ή µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο από πρόθεση προκαλεί παραγωγή όχι γνήσιου αποτελέσµατος της εκλογής, καθώς και εκείνος που νοθεύει το γνήσιο αποτέλεσµα αυτής, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστο τριών µηνών µέχρι πέντε χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα µέχρι πέντε χρόνια. Αν ο υπαίτιος εκτελούσε υπηρεσία κατά την εκλογή, τιµωρείται µε
81

φυλάκιση τουλάχιστον ενός χρόνου και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από δύο µέχρι πέντε χρόνια. Άρθρο 114 (Άρθρο 114 Π.∆. 351/2003) ∆ωροδοκία ή δωροληψία κατά την εκλογή 1. Όποιος από την προκήρυξη της εκλογής µέχρι το τέλος της ψηφοφορίας προτείνει, δίνει ή υπόσχεται σ΄ εκλογέα δώρα ή άλλες οποιεσδήποτε ωφέλειες, που δεν του οφείλονται, σαν αντάλλαγµα, για να παραλείπει την άσκηση του εκλογικού του δικαιώµατος ή για να το ασκήσει µε ορισµένο τρόπο, τιµωρείται µε φυλάκιση από τρεις µήνες µέχρι τρία χρόνια, µε χρηµατική ποινή από δύο ευρώ και ενενήντα τρία λεπτά µέχρι είκοσι εννέα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτά και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα µέχρι πέντε χρόνια. 2. Ο εκλογέας που από την προκήρυξη της εκλογής και µέχρι το τέλος της ψηφοφορίας, δέχεται την παροχή ή την υπόσχεση δώρου ή άλλες ωφέλειες που δεν του οφείλονται, ή τις απαιτεί σαν αντάλλαγµα, για να παραλείπει την άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος, ή για να το ασκήσει µε ορισµένο τρόπο, τιµωρείται µε τις ποινές που ορίζονται στην προηγούµενη παράγραφο. 3. Όποιος από την προκήρυξη των εκλογών µέχρι το τέλος της ψηφοφορίας µε σκοπό να υπερψηφιστούν ή καταψηφιστούν ή προτιµηθούν υποψήφιοι µε οποιοδήποτε τρόπο, υπόσχεται ή κάνει δωρεά για φιλανθρωπικό σκοπό ή για εκτέλεση έργου στην εκλογική περιφέρεια, σε δήµο ή κοινότητα ή σε φιλανθρωπικό κατάστηµα ή κοινωφελές ίδρυµα ή εκκλησία, τιµωρείται µε φυλάκιση από τρεις µήνες µέχρι τρία χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, απ΄ ένα µέχρι τρία χρόνια. Άρθρο 115 (Άρθρο 115 Π.∆. 351/2003) ∆ιατάραξη της εκλογής Όποιος από πρόθεση παρεµποδίζει τη διεξαγωγή της εκλογής ή διαταράσσει αυτήν µε την διέγερση θορύβου ή αταξίας ή µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστο τριών µηνών µέχρι δύο χρόνια. Άρθρο 116 (Άρθρο 116 Π.∆. 351/2003) Καταστροφή κάλπης κ.λ.π. Όποιος από την αρχή ψηφοφορίας µέχρι το τέλος της διαλογής καταστρέφει εν όλω ή εν µέρει την κάλπη ή µε οποιοδήποτε τρόπο εξαφανίζει την κάλπη ή το πρωτόκολλο ή τα πρακτικά της ψηφοφορίας ή το διαβιβαζόµενο σάκο στον αρµόδιο πρόεδρο πρωτοδικών,
82

τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον ενός χρόνου µέχρι πέντε χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από δύο µέχρι πέντε χρόνια.

Άρθρο 117 (Άρθρο 117 Π.∆. 351/2003) Ειδικά εκλογικά αδικήµατα εκλογέων 1. Ο εκλογέας που αδικαιολόγητα δεν ασκεί το δικαίωµα του εκλέγειν, τιµωρείται µε φυλάκιση από ένα µήνα µέχρι ένα έτος. Το δικαστήριο µπορεί να επιβάλει και τις στερήσεις των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα µέχρι τρία χρόνια. 2. Η προηγούµενη παράγραφος δεν εφαρµόζεται στις γενικές βουλευτικές εκλογές και στις εκλογές για την ανάδειξη των µελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου µόνο για τον εκλογέα που έχει περάσει το εβδοµηκοστό έτος της ηλικίας του, καθώς και για τον εκλογέα που θα βρίσκεται στο εξωτερικό. 3. Όποιος ψευδώς παριστάνει το πρόσωπο κάποιου εκλογέα ή κάνει χρήση πλαστών ή νόθων εγγράφων, σύµφωνα µε τους όρους του Ποινικού Κώδικα, ή γνήσιων, αλλά που προορίζονται για άλλο πρόσωπο, ή κάνει ψεύτικη ένορκη βεβαίωση ή υπεύθυνη δήλωση µε σκοπό την εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο και τη διαγραφή απ' αυτόν είτε του εαυτού του, είτε άλλου εκλογέα, ή υποβάλλει εν γνώσει του ψεύτικη αίτηση ή ψεύτικες αντιρρήσεις, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον έξι µηνών µέχρι πέντε χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από δύο µέχρι πέντε χρόνια. 4. Με φυλάκιση από τρεις µήνες µέχρι τρία χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα µέχρι τρία χρόνια, τιµωρείται: α) Όποιος επεµβαίνει οπωσδήποτε αυθαίρετα κατά τη σύνταξη του ψηφοδελτίου από τον εκλογέα, ή επιφέρει χωρίς τη ρητή συναίνεσή του οποιεσδήποτε µεταβολές στο ψηφοδέλτιο αυτού. β) Όποιος δηµοσιεύει ή τοιχοκολλεί ψευδώς οποιουσδήποτε πίνακες υποψηφίων µε σκοπό την παραπλάνηση των εκλογέων. γ) Όποιος µέσα στο κατάστηµα της ψηφοφορίας ή γύρω απ' αυτό ενεργεί µε οποιονδήποτε τρόπο υπέρ ή κατά ενός υποψηφίου.

Άρθρο 118 (Άρθρο 118 Π.∆. 351/2003)
83

Ειδικά εκλογικά αδικήµατα δηµόσιων οργάνων 1. ∆ιοικητής ή προϊστάµενος µονάδας ή υπηρεσίας, που δε συµµορφώνεται µε τις επιβαλλόµενες σ' αυτόν υποχρεώσεις του άρθρου 27 ή νοθεύει µε οποιοδήποτε τρόπο τις οικείες καταστάσεις είτε µε την καταχώρηση όσων δεν δικαιούνται, είτε µε τη µη εγγραφή εκλογέων που πρέπει να γραφτούν, είτε µε αλλοίωση των στοιχείων ταυτότητάς τους, είτε µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον ενός χρόνου και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από δύο µέχρι πέντε χρόνια. 2. Αυτοί που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφο 1, και δε συµµορφώνονται στις επιβαλλόµενες µε τις παραγράφους 3 και 4 αυτού του άρθρου υποχρεώσεις τους ή προσκοµίζουν πλαστή ή νοθευµένη βεβαίωση για την εγγραφή τους σε εκλογικό κατάλογο τιµωρούνται µε φυλάκιση τριών µηνών µέχρι τρία χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα χρόνο µέχρι τρία χρόνια. Όσοι απ' αυτούς υπηρετούν στις ένοπλες δυνάµεις ως κληρωτοί υπόκεινται και σε πρόσθετη υπηρεσία θητείας τριών µηνών. 3. Οι δικαστικοί, διοικητικοί στρατιωτικοί, αστυνοµικοί, δηµοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι, δήµαρχοι, πρόεδροι κοινοτήτων και δηµοτικοί ή κοινοτικοί σύµβουλοι, δικαστικοί αντιπρόσωποι, µέλη εφορευτικών επιτροπών, γραµµατείς ή διερµηνείς αυτών, που αµελούν ή δείχνουν απείθεια στην έγκαιρη εκπλήρωση των καθηκόντων που τους επιβάλλονται από τις διατάξεις του παρόντος, ή επεµβαίνουν ενεργώς και µε τρόπο που δεν επιτρέπεται από τις κείµενες διατάξεις σ' εκλογικές ενέργειες ή δείχνουν συµπεριφορά ασυµβίβαστη προς τα αξιώµατα και τις ιδιότητές τους σε ζητήµατα εκλογικά, τιµωρούνται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών µέχρι δύο χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από έξι µήνες µέχρι δύο χρόνια. 4. Με φυλάκιση από τρεις µήνες µέχρι τρία χρόνια και µε στέρηση των αξιωµάτων και θέσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα, από ένα µέχρι τρία χρόνια τιµωρείται: α) ∆ηµόσιος, δηµοτικός και κοινοτικός υπάλληλος, που αν και είναι υποχρεωµένος, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, να δηµοσιεύσει και να τοιχοκολλήσει τους πίνακες ανακήρυξης υποψηφίων και το πρόγραµµα της εκλογής, από πρόθεση αναγράφει λανθασµένα τα ονόµατα των υποψηφίων ή αναγράφει από πρόθεση υποψηφίους που δεν έχουν ανακηρυχτεί ως υποψήφιοι. β) Όποιος, µολονότι είναι αρµόδιος για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους ή τη διαγραφή απ' αυτούς των εκλογέων: αα) γράφει σ' αυτούς πρόσωπα που δεν έχουν αποκτήσει, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, το δικαίωµα του εκλέγειν ή τις νόµιµες προϋποθέσεις για την εγγραφή τους σ' αυτούς, ββ) παραλείπει να γράψει πρόσωπα που έχουν το δικαίωµα του εκλέγειν και τις νόµιµες προϋποθέσεις για εγγραφή και γγ) διαγράφει τους εκλογείς που είναι γραµµένοι νόµιµα σ' αυτούς.

84

γ) Όποιος όντας αρµόδιος για έκδοση βεβαίωσης ή πιστοποιητικού σχετικού µε την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και την εν γένει πιστοποίηση ή άσκηση εκλογικού δικαιώµατος εκδίδει ψεύτικο πιστοποιητικό. δ) Όποιος από πρόθεση παραδίδει στην εφορευτική επιτροπή ψηφοδέλτιο ή φακέλους διαφορετικούς από τους κανονικούς. ε) Κάθε στρατιωτικός που θα διέταζε επέµβαση των στρατιωτικών στην εκλογή ή θα ενεργούσε επέµβαση µε οποιοδήποτε όργανο της δηµόσιας δύναµης. στ) ∆ηµόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώτες, που έχουν πάρει εντολή για επίβλεψη ή εργασία εκτύπωσης εκλογικών καταλόγων, αναγράφουν από πρόθεση, κατά την εκτέλεση αυτής, λανθασµένα τα στοιχεία της ταυτότητας των εκλογέων ή τα αλλοιώνουν. 5. Με φυλάκιση από τρεις µήνες µέχρι τρία χρόνια και µε χρηµατική ποινή τιµωρείται: α) ∆ηµόσιος ή δηµοτικός ή κοινοτικός υπάλληλος και δικαστικός ή εκκλησιαστικός λειτουργός, που από πρόθεση ενήργησε µε οποιοδήποτε τρόπο πριν ή κατά την ηµέρα της εκλογής υπέρ ή κατά κάποιου υποψήφιου ή κόµµατος. β) ∆ηµόσιος πολιτικός υπάλληλος που διέταξε επέµβαση των στρατιωτικών ή αστυνοµικών οργάνων στην εκλογή. γ) Αυτός που θ' ανακηρυχτεί τυχόν υποψήφιος χωρίς όµως να είναι εκλόγιµος, σύµφωνα µε το άρθρο 56 του Συντάγµατος, και δεν παραιτείται από την υποψηφιότητα ή υποστηρίζει µε οποιοδήποτε τρόπο αυτή και δ) ∆ηµόσιος γενικά υπάλληλος που θα δεχόταν να διοριστεί ή να χρησιµεύσει ως αντιπρόσωπος κάποιου υποψηφίου ή κόµµατος.

Άρθρο 119 (Άρθρο 119 Π.∆. 351/2003) Λοιπά εκλογικά αδικήµατα 1. Με φυλάκιση µέχρι δύο χρόνια και χρηµατική ποινή τιµωρείται: α) Όποιος αποτρέπει µε οποιοδήποτε τρόπο εκλογέα ν΄ ασκήσει το εκλογικό του δικαίωµα, ιδίως αν αυτός εξαρτάται οπωσδήποτε απ' αυτόν. β) Όποιος, χωρίς να έχει δικαίωµα, κάνει χρήση του ονόµατος και εµβλήµατος ή παρόµοιων ονοµάτων και εµβληµάτων που προβλέπονται στο άρθρο 37 του παρόντος, καθώς και ο δικαστικός αντιπρόσωπος ή µέλη της εφορευτικής επιτροπής που ανέχονται αυτή τη χρήση. γ) Όποιος, αφού προκηρυχθούν γενικές εκλογές, παραλείπει εν όλω ή εν µέρει ή επιβραδύνει ενέργειες που επιβάλλονται για την εκτύπωση εκλογικών καταλόγων ή για την προµήθεια άλλων εκλογικών ειδών. δ) Όποιος απαιτεί υπέρογκα ποσά για την εκτύπωση ψηφοδελτίων. ε) Όποιος από πρόθεση δεν τηρεί τις προθεσµίες του διατάγµατος αυτού.

85

στ) Αυτός που υποβάλλει στην εφορευτική επιτροπή µε δόλο πολυάριθµες, απαράδεχτες ή αβάσιµες ενστάσεις. ζ) Ο γραµµένος εκλογέας στον εκλογικό κατάλογο, που δεν έχει αποκτήσει το δικαίωµα του εκλέγειν ή δεν έχει το δικαίωµα ν' ασκήσει αυτό κι όµως ψηφίζει. η) Όποιος αδικαιολόγητα καταστρέφει ή εξαφανίζει ψηφοδέλτια. θ) Όποιος την προηγούµενη ή την ηµέρα της εκλογής παραθέτει οµαδικό γεύµα σε εκλογείς ή δίνει χρήµατα για να δαπανηθούν γι' αυτό το σκοπό, καθώς και αυτοί που παίρνουν µέρος στο γεύµα. 2. Με φυλάκιση από τρεις µήνες µέχρι τρία χρόνια και µε χρηµατική ποινή τιµωρούνται: α) Τα µέλη των εφορευτικών επιτροπών που διευθύνουν την εκλογή καθώς και αυτός που τη διευθύνει ή λαµβάνει µέρος στη διεύθυνση αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής: αα) Αν εν γνώσει τους δεχτούν ν' ασκήσει το εκλογικό δικαίωµα πρόσωπο που, ή δεν είναι γραµµένο στους εκλογικούς καταλόγους ή ψευδώς εµφανίζεται αντ' άλλου που είναι γραµµένο σ' αυτούς, ή άσκησε ήδη αυτό το δικαίωµα. ββ) Αν εν γνώσει τους αποκλείσουν κάποιον από τους γραµµένους στον εκλογικό κατάλογο εκλογείς, ν' ασκήσει το εκλογικό του δικαίωµα. γγ) Αν αδικαιολόγητα περιορίσουν οπωσδήποτε τη χρονική διάρκεια της ψηφοφορίας ή τη διακόψουν ή την αναβάλουν. δδ) Αν αδικαιολόγητα µεταβάλουν τον τόπο της διεξαγωγής της ψηφοφορίας που νόµιµα έχει οριστεί, και εε) Αν αδικαιολόγητα διώξουν από τον τόπο της ψηφοφορίας υποψήφιο ή αντιπρόσωπο ή αναπληρωτή του ή δεν αναγνωρίσουν αυτούς που έχουν διοριστεί νόµιµα αντιπρόσωποι, ή αναπληρωτές υποψηφίου. β) Αυτός που δεν έχει κατά το χρόνο της ψηφοφορίας τα προσόντα που ορίζονται µε το παρόν και δεν απέχει από την εκτέλεση των καθηκόντων του ως µέλος της εφορευτικής επιτροπής, αν αποδεικνύεται από τα πρακτικά της εκλογής ότι µε παρατήρηση ή ένσταση ζητήθηκε η αποχή αυτού. 3. Κάθε άλλη παράβαση των διατάξεων του παρόντος, που ειδικά δεν προβλέπεται απ' αυτό ή τον Ποινικό Κώδικα ή απ' άλλο ποινικό νόµο, τιµωρείται µε φυλάκιση µέχρι έξι µήνες ή µε χρηµατική ποινή.

Άρθρο 120 (Άρθρο 120 Π.∆. 351/2003) Επέκταση ποινικών και πειθαρχικών διατάξεων Οι ποινικές και πειθαρχικές διατάξεις του διατάγµατος αυτού ισχύουν και σε κάθε άλλη περίπτωση προσφυγής στη λαϊκή ετυµηγορία.
86

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆΄ ∆ικονοµικές διατάξεις Άρθρο 121 (Άρθρο 121 Π.∆. 351/2003) Κλήση κατηγορουµένου στο ακροατήριο 1. Τα αδικήµατα του διατάγµατος αυτού εισάγονται µετά από προανάκριση ή χωρίς αυτή, µε απευθείας κλήση του κατηγορουµένου στο ακροατήριό του κατά τόπο αρµόδιου τριµελούς πληµµελειοδικείου, µέσα σε τριάντα µέρες από την παράδοση της µήνυσης ή από το τέλος της προανάκρισης. 2. Για σοβαρές κατά την κρίση του αρµόδιου εισαγγελέα πληµµελειοδικών παραβάσεις, διατάσσεται κύρια ανάκριση, η οποία είναι δυνατό να τελειώσει µε απευθείας κλήση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο (άρθρο 308 παρ. 3 Κ.Π.∆.). Αυτός που κλητεύεται µε κλητήριο θέσπισµα απευθείας στο ακροατήριο, µπορεί ν' ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρµόδιου εισαγγελέα εφετών, για την οποία έχουν εφαρµογή οι διατάξεις των άρθρων 322 και επόµενων του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας.

Άρθρο 122 (Άρθρο 122 Π.∆. 351/2003) Αρµόδιο ∆ικαστήριο Αποκλειστικά αρµόδιο για την εκδίκαση των αδικηµάτων που προβλέπονται από το διάταγµα αυτό είναι το τριµελές πληµµελειοδικείο του τόπου όπου τελέστηκαν, οποιαδήποτε και αν είναι η ιδιότητα του υπαίτιου, χωρίς να εφαρµόζονται στην προκείµενη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 111 παράγραφο 7 του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, των άρθρων 241 έως και 247 του Α.Ν. 2803/1941, «περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος», του άρθρου 1 του Α.Ν. 528/1945, καθώς και κάθε άλλη αντίθετη διάταξη.

Άρθρο 123 (Άρθρο 123 Π.∆. 351/2003) Επ' αυτοφώρω καταλαµβανόµενες παραβάσεις Για τα αδικήµατα του διατάγµατος αυτού αν ο δράστης έχει συλληφθεί επ' αυτοφώρω, έχουν εφαρµογή οι διατάξεις των άρθρων 417 και επόµενων του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας.

87

Άρθρο 124 (Άρθρο 124 Π.∆. 351/2003) Ένδικα µέσα Κατά των αποφάσεων του τριµελούς πληµµελειοδικείου επιτρέπονται τα ένδικα µέσα της έφεσης και αναίρεσης, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας.

ΤΜΗΜΑ ∆΄ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

΄Αρθρο 125 (΄Αρθρο 125 Π.∆. 351/2003) Νοµιµοποίηση για άσκηση ένστασης Ένσταση κατά του κύρους βουλευτικής εκλογής σε ορισµένη εκλογική περιφέρεια, έχει το δικαίωµα ν' ασκήσει για οποιοδήποτε λόγο ο καθένας που ανακηρύχτηκε υποψήφιος κατ' αυτή την εκλογή στην ίδια εκλογική περιφέρεια, αλλά δεν έχει ανακηρυχθεί βουλευτής, καθώς επίσης και κάθε εκλογέας γραµµένος στους εκλογικούς καταλόγους της ίδιας εκλογικής περιφέρειας, αλλά µόνο για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 126 παράγραφο 1 εδαφ. α' και β'.

Άρθρο 126 (Άρθρο 126 Π.∆. 351/2003) Λόγοι ένστασης 1. Λόγοι ένστασης κατά του κύρους βουλευτικής εκλογής είναι: α) Έλλειψη νόµιµων προσόντων αυτών που ανακηρύχθηκαν βουλευτές ή αναπληρωµατικοί βουλευτές ή νόµιµο κώλυµα για την ανακήρυξή τους. β) Παράβαση του νόµου κατά τη διεξαγωγή της εκλογής. γ) Λάθος στην αρίθµηση των ψήφων. 2. Οι λόγοι της ένστασης πρέπει να είναι ειδικοί και ορισµένοι. Εφόσον όµως αναφέρονται σε παράβαση του νόµου κατά τη διεξαγωγή της εκλογής ή σε λάθος στην αρίθµηση των ψήφων, πρέπει να προσδιορίζουν ειδικώς και τους λόγους, για τους οποίους ή προβαλλόµενη παράβαση ή το λάθος δηµιουργεί αµφιβολίες, ως προς το αν και χωρίς αυτό, το συνολικό αποτέλεσµα της ψηφοφορίας θα ήταν το ίδιο.

88

Άρθρο 127 (Άρθρο 127 Π.∆. 351/2003) Εκπλήρωση καθηκόντων βουλευτών, που προσβλήθηκε η ανακήρυξή τους Οι βουλευτές που ανακηρύχτηκαν από το πρωτοδικείο και ασκήθηκε ένσταση κατά της ανακήρυξής τους ενώπιον του κατά το άρθρο 100 του Συντάγµατος Ανώτατου Ειδικού ∆ικαστηρίου, εκπληρώνουν µέχρι τη δηµοσίευση της οριστικής απόφασης του ∆ικαστηρίου αυτού, τα καθήκοντα του βουλευτή και απολαµβάνουν όλα τα προνόµια που ορίζονται στα άρθρα 61, 62 και 48 παράγραφος 5 του Συντάγµατος.

ΤΜΗΜΑ Ε΄ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΟ∆ΟΤΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 128 (Άρθρο 128 Π.∆. 351/2003) Υπολογισµός προθεσµιών Για τον υπολογισµό των προθεσµιών που καθορίζονται στη νοµοθεσία για την εκλογή βουλευτών και αναφέρονται στο χρόνο πριν από την ψηφοφορία και σε σχέση µε την ηµέρα της ψηφοφορίας, δεν συνυπολογίζεται ούτε η ηµέρα της ψηφοφορίας ούτε η ηµέρα κατά την οποία προβλέπεται, κατά περίπτωση, η άσκηση της ενέργειας, από την οποία και αρχίζουν. Οι ίδιες προθεσµίες, καθώς και εκείνες που αρχίζουν από την ηµέρα της προκήρυξης των εκλογών ή την κατά το άρθρο 31 παράγραφο 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου, λήγουν πάντοτε τα µεσάνυχτα της τελευταίας για ενέργεια ηµέρας, ανεξάρτητα αν αυτή είναι αργία ή εξαιρέσιµη. Άρθρο 129 (Άρθρο 129 Π.∆. 351/2003) ∆ιατάξεις που διατηρούνται σε ισχύ Κείµενες διατάξεις, αναφερόµενες σε θέµατα που δεν ρυθµίζονται από το παρόν διάταγµα, διατηρούνται σε ισχύ. Άρθρο 130 (Άρθρο 130 Π.∆. 351/2003) Προµήθειες εκλογικών ειδών 1. Για την προπαρασκευή και τη διεξαγωγή των εκλογών Εθνικής Αντιπροσωπείας, συµπεριλαµβανοµένης και της γρήγορης συγκέντρωσης, έκδοσης και µετάδοσης των αποτελεσµάτων αυτών, η προµήθεια των µηχανηµάτων για την οριστικοποίηση και εκτύπωση των εκλογικών καταλόγων, των αναγκαίων βιβλίων, εντύπων, σφραγίδων, ειδών γραφικής ύλης και παντός είδους λοιπού υλικού, γίνεται µε αποφάσεις του Υπουργού
89

Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. Με όµοιες αποφάσεις είναι δυνατό να ορίζεται: α) Η εκτέλεση κάθε εκτυπωτικής ή άλλης εργασίας, β) η µίσθωση κάθε µεταφορικού µέσου αναγκαίου για τη διακίνηση προσωπικού ή τη µεταφορά υλικού, γ) η χρησιµοποίηση εργατών και κάθε ειδικότητας τεχνικών και δ) η διενέργεια κάθε εργασίας ή δαπάνης που εξυπηρετεί τους σκοπούς, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου περιλαµβανοµένης και της διαφώτισης και ενηµέρωσης των Ελλήνων και κοινοτικών εκλογέων µόνο για τη διαδικασία άσκησης του εκλογικού τους δικαιώµατος, µε τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφηµερίδες κ.λ.π.). Η διάταξη αυτή ισχύει από 21ης Φεβρουαρίου 1994. 2. Όλες γενικά οι προµήθειες, εργασίες, µεταφορές και µισθώσεις, που αναφέρονται στην προηγούµενη παράγραφο, γίνονται µε απευθείας ανάθεση και έγγραφη συµφωνία, κατά παρέκκλιση των περί δηµοσίου λογιστικού και περί προµηθειών του ∆ηµοσίου διατάξεων, καθώς και από κάθε άλλη διάταξη, σύµφωνα µε όσα ορίζονται µε τις κατά τα παραπάνω αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, για την έκδοση των οποίων δεν απαιτείται εξουσιοδότηση ή έγκριση κάποιας άλλης αρχής. Οι µισθώσεις µεταφορικών µέσων για τη διακίνηση προσώπων ή τη µεταφορά εκλογικού υλικού, ενεργούνται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν.δ. 2396/1953 «περί κανονισµού χρήσεως και κινήσεως αυτοκινήτων οχηµάτων του ∆ηµοσίου κ.λ.π.» και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδιδοµένων αποφάσεων του Πρωθυπουργού ή του εξουσιοδοτηµένου από αυτόν Υπουργού. Με τις κατά τα παραπάνω αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης ορίζονται και τα απαιτούµενα δικαιολογητικά για κάθε πληρωµή. 3. Οι διατάξεις των προηγουµένων παραγράφων εφαρµόζονται και από τους νοµάρχες, σε όσες περιπτώσεις µεταβιβάζονται σ' αυτούς πιστώσεις για την αντιµετώπιση δαπανών για τους σκοπούς της παραγράφου 1. 4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν και για την διεξαγωγή δηµοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και για κάθε άλλη εκδήλωση της λαϊκής ετυµηγορίας. Άρθρο 131 (Άρθρο 131 Π.∆. 351/2003) Ειδικές αποζηµιώσεις 1. Για την αντιµετώπιση των έκτακτων αναγκών, κατά την προπαρασκευή και διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, τη συγκέντρωση, µετάδοση και έκδοση των αποτελεσµάτων, είναι δυνατόν µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης να συγκροτούνται ειδικά συνεργεία από υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης, του
90

Εθνικού Τυπογραφείου και από υπαλλήλους αρµοδιότητας του πρώην Υπουργείου Εσωτερικών, που υπηρετούν στις Περιφέρειες και στις Νοµαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και από τον απολύτως αναγκαίο αριθµό υπαλλήλων άλλων υπηρεσιών ή των οικείων, κατά περίπτωση, δικαστηρίων και δήµων και κοινοτήτων µε καταβολή ειδικής αποζηµίωσης που καθορίζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονοµίας και Οικονοµικών. Η αποζηµίωση αυτή καταβάλλεται εφόσον βεβαιώνεται προσφορά πραγµατικής εργασίας. 2. Η συγκρότηση των συνεργείων, που προβλέπονται στην προηγούµενη παράγραφο, καθώς και ο τρόπος καταβολής της αποζηµίωσης, καθορίζονται κάθε φορά µε απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης. 3. Ο Υπουργός Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης µπορεί, κάθε φορά, να προσλαµβάνει για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 µέχρι πενήντα ιδιώτες, µε καταβολή ειδικής αποζηµίωσης, που καθορίζεται µε απόφασή του. 4. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης µπορεί να καθορισθεί η καταβολή ειδικής αποζηµίωσης: α) στους δικαστές και δηµόσιους υπαλλήλους, µέλη της Ανωτάτης Εφορευτικής Επιτροπής, στον γραµµατέα και στους υπαλλήλους που ορίζονται για την γραµµατειακή εξυπηρέτησή της, β) στους υπαλλήλους του Ανωτάτου Ειδικού ∆ικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγµατος, που απασχολούνται για την αντιµετώπιση των αυξηµένων υπηρεσιακών αναγκών του ∆ικαστηρίου κατά την περίοδο της εκδίκασης των ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών, γ) σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, για την έκτακτη απασχόλησή τους σε εκλογικής φύσης εργασίες κατά την εκλογική περίοδο, δ) για κάθε τυχόν άλλη εκλογικής φύσης έκτακτη εργασία. 5. Οι υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, εκδίδονται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 6. Οι αποζηµιώσεις του άρθρου αυτού, πλην αυτών που καταβάλλονται σε ιδιώτες, θεωρούνται ως έξοδα κίνησης. 7. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρµόζονται ανάλογα και κατά τη διενέργεια δηµοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και κάθε άλλης εκδήλωσης της λαϊκής ετυµηγορίας.

Άρθρο 132 (Άρθρο 132 Π.∆. 351/2003) Αρµοδιότητες Νοµάρχη Αθηνών για την προπαρασκευή και διενέργεια εκλογών Ο Νοµάρχης Αθηνών είναι αρµόδιος για την προπαρασκευή και διενέργεια των εκλογών Εθνικής Αντιπροσωπείας, καθώς και για κάθε άλλη εκδήλωση της λαϊκής

91

ετυµηγορίας σε όλους τους δήµους και κοινότητες της περιφέρειας των τεσσάρων νοµαρχιών του νοµού Αττικής. Άρθρο 133 (Άρθρο 133 Π.∆. 351/2003) Εξουσιοδοτική διάταξη Με προεδρικά διατάγµατα, που εκδίδονται µε πρόταση του Υπουργού των Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτοµέρειες για την εκτέλεση των διατάξεων του διατάγµατος αυτού. Όσον αφορά στις διατάξεις του τρίτου τµήµατος του δεύτερου βιβλίου του διατάγµατος αυτού τα παραπάνω προεδρικά διατάγµατα εκδίδονται µε πρόταση του Υπουργού της ∆ικαιοσύνης. Άρθρο 134 (Άρθρο 134 Π.∆. 351/2003) Πρόσληψη έκτακτου προσωπικού Το έκτακτο προσωπικό οποιασδήποτε ειδικότητας που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 25, της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 130, καθώς και της παραγράφου 3 του άρθρου 131 προσλαµβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ισχύει κάθε φορά για τις προσλήψεις στο ∆ηµόσιο. Άρθρο 135 (Άρθρο 135 Π.∆. 351/2003) Ταχυδροµικά και τηλεφωνικά τέλη υποψηφίων βουλευτών Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης και Μεταφορών και Επικοινωνιών ρυθµίζονται τα τέλη που καταβάλλουν οι υποψήφιοι βουλευτές προς τα Ελληνικά Ταχυδροµεία και τον Οργανισµό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, για τη διακίνηση του προεκλογικού υλικού και τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, από την ηµέρα προκήρυξης των βουλευτικών εκλογών µέχρι τη διενέργειά τους. Η απόφαση εκδίδεται ύστερα από εισήγηση διακοµµατικής επιτροπής, που αποτελείται από έναν εκπρόσωπο κάθε κόµµατος της Βουλής και από το γενικό γραµµατέα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ως πρόεδρό της και συγκροτείται µε απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Στον Υπουργό Εσωτερικών, ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αποκέντρωσης αναθέτουµε τη δηµοσίευση και εκτέλεση του διατάγµατος αυτού. Αθήνα, 4 Ιουνίου 2007

Ο ΠΡΟΕ∆ΡΟΣ ΤΗΣ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
92

ΚΑΡΟΛΟΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ∆ΗΜΟΣΙΑΣ ∆ΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

93

More From This User

Notes
Load more

You're Reading a Free Preview

Download