Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου Εκπαιδευτικού
H ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΜΟΣ Β΄
«Από τις απαρχές της προϊστορίας στην τετραρχία και τη Ρωμαιοκρατία » (8.000 – 197 π.Χ.)
Λάρισα 2007
2
Αφιερώνεται στους γονείς μου και δασκάλους μου Μελπομένη και Αθανάσιο και στον ακούραστο σκαπανέα της τοπικής ιστορίας Κώστα Σπανό, χωρίς το έργο του οποίου κάθε προσπάθειά μου να γράψω για κάτι που να αφορά στο θεσσαλικό παρελθόν θα ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.
Ευχαριστίες για την «ψηφιακή βοήθεια» στους συναδέλφους Αστέριο Κολούσιο και Αθανάσιο Σιαμάντη.
O Στράβων για τη σπουδαιότητα της Λάρισας (1ος αι. μ.Χ.)
«Των δε πόλεων ολίγαι σώζουσι το πάτριον αξίωμα, μάλιστα δε Λάρισα.» Στράβων: Θ΄ 5,3
Κώστας Α. Οικονόμου Καπλάνη 11 TK 41335 Λάρισα kao@in.gr koik63@gmail.com
3
Περιεχόμενα
Πρόλογος Τοπογραφία Α΄ . Ιστορική ανασκόπηση 1.Γεωλογικές μεταβολές στη Θεσσαλία-Θέσεις προϊστορικών οικισμών του Νομού της Λάρισας - Περίοδοι της θεσσαλικής προϊστορίας 2. Εισβολή θεσσαλικών φύλων 3. Η οργάνωση του πρώτου θεσσαλικού κράτους (1000-700 π.Χ.) 4. Οι λαοί και η διαίρεση της Θεσσαλίας 5. Aπό τις δυναστείες των Αλευάδων και των Σκοπάδων στην ενωμένη Θεσσαλία. 6. Ομοσπονδιακή Θεσσαλία, «Μηδισμός» και Πελοποννησιακός πόλεμος 7. Ο τέταρτος αιώνας π.Χ. και οι τύραννοι των Φερών 8. Η Θεσσαλία στα ελληνιστικά χρόνια 9. Περιληπτική ιστορία των αρχαίων χρόνων των Β. Σποράδων Β΄ Θεσμοί - οργάνωση – κοινωνία 1. Αμφικτυονία : η θεσσαλική συμμετοχή 2.Η λατρεία των Θεσσαλών 3.Οικονομία – νόμισμα 4.Θεσσαλικός λαός – καθημερινή ζωή – εορτές – αγώνες πολιτισμός 5. Το αρχαίο θέατρο της Λάρισας 6.Μαγεία και θεραπείες στη Θεσσαλία – Εριχθώ 7. Συμπληρωματικά παραθέματα κειμένων 8. Σημειώσεις Γ΄ Λεξικό Δ΄ Σύντομα βιογραφικά στοιχεία για τους κυριότερους ιστορικούς των πηγών του βιβλίου Ε΄ Βιβλιογραφία ΣΤ΄ Παράρτημα 1. Ετυμολογικά στοιχεία κύριων θεσσαλικών ονομάτων 2. Μέτρα επιφανειών στην Αρχαιότητα
4
3. Μέτρα μήκους στην Αρχαιότητα 4. Μέτρα χωρητικότητας
David Urquhart: Ύμνος στη Θεσσαλία
«Στη Θεσσαλία γεννήθηκε η ναυσιπλοΐα (Αργοναυτική εκστρατεία) και η ιππασία. Εδώ λατρεύτηκε η τέχνη της θεραπείας (Ασκληπιός) κι εδώ αναπαύεται η τέφρα του Ιπποκράτη (κοντά στη Λάρισα). Στη γη αυτή στήθηκε ο θρόνος του Δία και εδώ υπήρξε η κοιλάδα των Μουσών (Τέμπη). Εδώ έγινε η μάχη των Γιγάντων με τους θεούς. Πρέπει να είναι το λίκνο της Μυθολογίας και η χώρα όπου γεννήθηκε η ποίηση. Εδώ είναι η πατρίδα της Ιστορίας της Ανατολής από το μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Από εδώ ξεκίνησε ο Αχιλλέας με τους Δόλοπες (?) για να χορτάσουν τους γύπες των τρωικών κοιλάδων και να κληροδοτήσουν στις μεταγενέστερες εποχές τις μεγάλες αλήθειες του Ομηρικού Έπους.» David Urquhart (μετάφραση Ν. Ντεσλή, σχόλια Κ. Σπανός ). «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830», Θεσσαλικό Ημερολόγιο 1ο μέρος ,( δημοσιεύτηκε σε 6 μέρη), 1η έκδ. Λονδίνο 1839, (έρευνα ΑΠ. Βακαλόπουλου καθηγ. Α.Π.Θ.)
J. J. Bjornstahl: Η διατήρηση των αρχαίων τοπωνυμίων από την Ορθόδοξη Εκκλησία
«…τούτο συνέβη σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ότι δηλαδή τα αρχαία τοπωνύμια ή λησμονήθηκαν ή εξαιτίας ορισμένων περιστάσεων χάθηκαν και τη θέση τους πήραν νέα, όπως είναι φυσικό να συμβαίνει με τόσες αναστατώσεις και αλλαγές στο πέρασμα των αιώνων. …. Δεν πρέπει να παραλείψω εδώ το γεγονός, ότι στην εκκλησιαστική ελληνική γλώσσα οι αρχαίες τοπωνυμίες διατηρήθηκαν από τις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες και διατηρούνται ως σήμερα (1779), πράγμα που μπορεί να υποστηριχθεί για τις περισσότερες αν όχι για όλες!..... οι πατριάρχες, οι μητροπολίτες, οι αρχιεπίσκοποι, οι επίσκοποι κλπ, κλπ, παίρνουν τους τίτλους τους από την εκκλησιαστική τους περιφέρεια και ανάμεσα στους τίτλους αυτούς σχεδόν καμιά νεότερη ονομασία δε βρίσκεται. Αναμφίβολα οι αρχαίες ονομασίες είναι τόσο καθιερωμένες και διατηρούνται τόσο σταθερά, που συχνά αναφέρονται πόλεις που δεν υπάρχουν πια και μόλις μερικά ερείπια σώζονται απ’ αυτές [τέτοια παραδείγματα αρχαίων ονομασιών επισκοπών ή μητροπόλεων στο θεσσαλικό χώρο έχουμε: Τρίκκης και Σταγών, Φαναριοφαρσάλων, Ελασσόνας, Δημητριάδος, κ.ά.]…..η Δημητριάδα δίνει ωστόσο το όνομά της στην περιφέρει και ο αρχιεπίσκοπος έχει τον τίτλο από την πόλη αυτή, που είναι τόσο πολύ αφανισμένη, ώστε να αμφιβάλλει κανείς για την αληθινή της θέση. Έτσι το αρχαίο όνομα εξακολουθεί να ζει και μετά τον αφανισμό της πόλης, σαν να λέμε από μοναχό του. Με την καθιέρωση της Εκκλησίας το όνομα άντεξε στο χρόνο και στη λήθη….»
5 J. J. Bjornstahl, (μετάφραση Μεσεβρινός Θεσσαλονίκη) ,«Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας – 1779» Ελληνοσκανδιναβική βιβλιοθήκη 6, (Τα τετράδια του Ρήγα) 1979 ,σελίδες 47, 48
ΙΑ΄ Ησίοδος : η καταγωγή των Ελλήνων*
α΄ «Και στα παλάτια η κόρη του λαμπρού του Δευκαλίωνα, η Πανδώρα, με τον πατέρα Δία, που σ’ όλους τους θεούς ηγεμονεύει, ερωτοσμίγοντας, εγέννησε τον πολεμόχαρο το Γραίκο.» Ηοίαι 1 β΄ «Και η Θύια σαν έμεινε έγκυος, του Δία που σφεντονίζει τ’ αστροπελέκια Έκαμε δυο γιους, τον Μάγνητα και τον Μακεδόνα, που απ’ τα’ άρματα επολέμα. Κι αυτοί στην Πιερία και στον Όλυμπο κοντά, τ’ ανάκτορά τους είχαν.» Ηοίαι 2 γ΄ «Κι απ’ τον Έλληνα, το φιλοπόλεμο το βασιλιά, γεννήθηκαν ο Δώρος και ο Ξούθος και ο Αίολος που από τ’ άρματα επολέμα (ιπποχάρμης). Κι απ’ τον Αίολο γεννηθήκανε δικαιοκρίτες βασιλιάδες, ο Κριθέας και ο Αθάμαντας και ο Σίσυφος…. κι ο Σαλμωνέας ο άδικος κι ο μεγαλόκαρδος Περιήρης.» Ηοίαι 4 Ησιόδου Άπαντα, (μτφρ. Π. Λεκατσάς), Ηοίαι εκδ. Ζαχαρόπουλος σελίδες 244,5*
Για τον Έλληνα, το Γραικό, τον Αίολο, κλπ. Δες σχετικά «Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία Α΄ τόμος.
6
Πρόλογος. Τοπογραφία
Ο Νομός της Λάρισας ανήκει στην ανατολική λεκάνη της θεσσαλικής πεδιάδας και το έδαφός του είναι κυρίως πεδινό και ημιορεινό (75%). Παρ’ όλα αυτά συναντάμε ψηλά βουνά στο βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα του νομού.
Αυτά είναι: α΄ βόρεια: ο Όλυμπος (υψόμ. 2917μ.), ο Κάτω Όλυμπος (που χωρίζεται από τον κυρίως Όλυμπο με τη χαράδρα Ξερόλακος, η οποία διασχίζεται εποχικά από το χείμαρρο Ζηλιάνα που κατευθύνεται και εκβάλει στα πιερικά παράλια), με ψηλότερη κορυφή τη Μεταμόρφωση (1587)1, ο Τίταρος (1839), τα Καμβούνια (1617) και τα Αντιχάσια (1416Οξυά), β΄ βορειοανατολικά : η Όσσα (ή Κίσσαβος-1978) και το Μαυροβούνι (1054). Μικρότερα βουνά συναντάμε στο νότιο τμήμα του νομού: το Ναρθάκι (1011μ.), το Χαλκωδόνιον ή Καραντάου (725) και στα σύνορα με το νομό της Καρδίτσας : το Φυλλήιο (533) και βορειότερα τον Τίτανο (Δοβρούτσι, 693 μ.). Το μεγαλύτερο, όμως, τμήμα του νομού είναι η πεδιάδα της Λάρισας που είναι το ανατολικό κομμάτι της λεγόμενης θεσσαλικής πεδιάδας. Αυτός ο εύφορος κάμπος αρδεύεται από τον Πηνειό ποταμό και το μεγάλο παραπόταμό του Τιταρήσιο που έρχεται από ΒΔ και συμβάλλει στον Πηνειό στα Στενά της Ροδιάς.
7
Διόδωρος: Ο Πηνειός
«Ωκεανού καί Τηθύος, κατά τούς μύθους, παίδες εγένοντο πλείους καί ποταμών επώνυμοι, εν οις (ανάμεσα στους οποίους) καί Πηνειός, αφ’ ου συνέβη τόν εν Θεσσαλία Πηνειόν ονομασθήναι.» Διόδωρος: Δ΄ 69,1
Στράβων: Πηνειός και Τιταρήσιος
«Το νερό του Πηνειού είναι καθαρό, αλλά του Τιταρήσιου είναι «λιπαρό» (βρόμικο) από κάποιο υλικό, ώστε δεν ανακατεύεται (στη συμβολή του με τον Πηνειό) αλλά είναι ελαφρύτερο και επιπλέει (πάνω από το νερό του Πηνειού) σαν λάδι.» Στράβων: Θ΄ 5, 20
Άλλες μικρότερες πεδιάδες , που είναι φυσικές προεκτάσεις αυτής της Λάρισας είναι των Φαρσάλων και της Αγιάς ,το λεγόμενο Δώτιον Πεδίον της Αρχαιότητας. Τέλος η περιοχή των εκβολών του Πηνειού, στην οποία σχηματίζεται μια πολύ γόνιμη προσχωσιγενή πεδιάδα, δεν είχε το σημερινό μέγεθος κατά τους ιστορικούς χρόνους. (Αυτό μάλιστα φαίνεται από την παντελή έλλειψη προϊστορικών ευρημάτων στην περιοχή ανάμεσα στη Μαγνησιακή πόλη Ομόλιον και τη μακεδονική πολίχνη Φίλα, ΒΑ του Πυργετού.) Ο Πηνειός εισέρχεται στη λαρισινή πεδιάδα από τα στενά του Καλαμακίου (Γούνιτσας), στους πρόποδες του Τίτανου και αφού δεχτεί τα νερά του Τιταρήσιου και των βραχιόνων του Σαρανταπόρου και Ελασονίτικου, διασχίζει τα Τέμπη και χύνεται στο Αιγαίο. Πρωτύτερα δύο ακόμα παραπόταμοι στο νομό της Λάρισας, που έρχονται από τα νότια, ο Ενιπέας και ο Απιδανός, οι οποίοι πηγάζουν από τη φαρσαλινή πεδιάδα, κατευθυνονται ΒΔ και συναντούν τον Πηνειό δυτικότερα, εντός των ορίων του Νομού Καρδίτσας (περιοχή Βλοχού του Παλαμά). Σύμφωνα με τη Μυθολογία (δες α΄ τόμο) ο Πηνειός ήταν γιος του Ωκεανού και της Τιθύος και πατέρας της νύμφης Δάφνης. Ο Πηνειός σχηματίζεται από τη συμβολή του Μαλακασιώτικου ρέματος (όρος Λάκμος) και του ρέματος Μουργκάνης (Ίων) που έρχεται από τα Χάσια. Το συνολικό του μήκος είναι 210 περίπου χιλιόμετρα και είναι ο τρίτος μεγαλύτερος ποταμός της χώρας. Έχει λεκάνη απορροής (συγκέντρωση υδάτων) 10.700 τ. χλμ. Άλλοι παραπόταμοί του, εκτός αυτών που ξεκινούν από το νομό της Λάρισας, είναι ο Ληθαίος, ο Πορταΐκός, ο Πάμισος, ο Καράμπαλης, ο Ονόχωνος, ο Νεοχωρίτικος και ο
8
Σοφαδίτικος. Ο Πηνειός τροφοδοτείται, επίσης, με νερό από την εκτροπή του Ταυρωπού ποταμού στα δυτικά του νομού Καρδίτσας. Πλημμυρίζει, συνήθως, στην περιοχή ΖάρκουΠηνειάδας και σπανιότερα σ’ αυτή των Γόννων. Παλιότερα υπερχείλιζε και στην πόλη της Λάρισας. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα σύνορα με το νομό της Μαγνησίας υπήρχε η λίμνη Κάρλα (Βοιβηίς των αρχαίων) στις όχθες της οποίας φιλοξενήθηκαν πολλοί προϊστορικοί οικισμοί, όπως θα δούμε πιο κάτω. Αποξηράνθηκε το 1961, αλλά προβλέπεται να επανασυσταθεί στο άμεσο μέλλον.
Στράβων: Πηνειός- Τέμπη- Νεσσωνίς- Βοιβηίς
« Ο Πηνειός ρέοντας στο μέσον (της πεδιάδας) δέχεται τα νερά πολλών παραποτάμων και υπερχειλίζει πολλές φορές. Παλιότερα όλη η πεδιάδα ήταν λίμνη, καθώς λένε, (…) όταν όμως έγινε το ρήγμα από το σεισμό, στην περιοχή που λέμε σήμερα Τέμπη και η Όσσα αποχωρίστηκε από τον Όλυμπο χύθηκε το νερό (της λίμνης) προς τη θάλασσα και εμφανίστηκε ο Πηνειός σ’ αυτή τη χώρα. Έχουν μείνει όμως (ως υπόλειμμα) η Νεσσωνίς λίμνη η μεγάλη και η μικρότερη Βοιβηίδα, που είναι πιο κοντά στην ακτή.» Στράβων: Θ΄ 5,2 (ελεύθερη απόδοση Κοικ)
Τα κυριότερα φυσικά περάσματα προς τη Θεσσαλία από το Βορά είναι: τα στενά της Πέτρας, ανάμεσα στον Τίταρο και τον Όλυμπο, τα Στενά του Σαρανταπόρου, τα Τέμπη και τέλος η παράκτια οδός (εκβολές Πηνειού – Ομόλιο – Καρίτσα – Αγιόκαμπος - Δώτιο Πεδίο, μέσω της κοιλάδας του μικρού ποταμού Άμυρου). Το κλίμα του νομού έχει τα χαρακτηριστικά του ηπειρωτικού κλίματος με μέση ετήσια θερμοκρασία τους 17οc (πεδινή περιοχή). Βέβαια η θερμοκρασία παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις από εποχή σε εποχή. Έχουν παρατηρηθεί δύο φορές, την τελευταία εικοσαετία, θερμοκρασίες το χειμώνα χαμηλότερες των -20 οc και πολλές φορές τα καλοκαίρια άνω των 45 οc. Οι βροχοπτώσεις είναι σχετικά λίγες στην εσωτερική λεκάνη (περίπου 500 mm) ενώ διπλασιάζεται ο σχετικός δείκτης στα παράκτια (περισσότερα από 1000mm το χρόνο).
9
Α΄ . Ιστορική ανασκόπηση
1.Γεωλογικές μεταβολές στη ΘεσσαλίαΘέσεις προϊστορικών οικισμών στο Νομό της Λάρισας - Περίοδοι της θεσσαλικής προϊστορίας
Στα προϊστορικά χρόνια, κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της παλαιολιθικής εποχής, όλη η πεδιάδα της Θεσσαλίας ήταν μία κλειστή θάλασσα με βάθος που κλιμακωτά μεγάλωνε από τα Δυτικά προς τα Ανατολικά και από το Βορρά προς το Νότο.
13. Αθήναιος: η εορτή των Πελωρίων «Όταν οι Πελασγοί πραγματοποιούσαν κάποια θυσία, ανήγγειλαν στο βασιλιά Πελασγό έναν άνδρα του οποίου το όνομα ήταν Πέλωρος, ο οποίος ανέφερε ότι στην Αιμονία (Θεσσαλία) εξαιτίας μεγάλων σεισμών ράγισαν τα βουνά των Τεμπών και ότι από το άνοιγμα που σχηματίστηκε όρμησε το νερό της λίμνης σχηματίζοντας τις όχθες του Πηνειού και ότι η προηγουμένως λιμνάζουσα χώρα όλη γυμνώθηκε και αποξηράνθηκε από το νερό και εμφανίστηκαν θαυμαστές σε μέγεθος και σε ομορφιά πεδιάδες. Όταν τα άκουσε αυτά ο Πελασγός, παρέθεσε στον Πέλωρο ένα τραπέζι γεμάτο άφθονα εδέσματα ( ….) από τότε καθιερώθηκε η γιορτή των Πελωρίων, στην οποία παρατίθενται λαμπρά εορταστικά τραπέζια στα οποία δέχονταν όλους τους ξένους (…) και τους φυλακισμένους ελευθέρωναν και τους ικέτες δέχονταν, διακονώντας (υπηρετώντας) οι ίδιοι οι άρχοντες. Ακόμα και τώρα (250 μ.Χ. περίπου) όλοι οι Θεσσαλοί εορτάζουν τη μέγιστη εορτή που την ονόμασαν Πελώρια.» Αθήναιος: ΙΔ΄ , 45 (3ος αι. μ.Χ.) (έμμεση πηγή)
Αυτή είναι και η αιτία που έχουν βρεθεί μόνο ελάχιστες εξακριβωμένες θέσεις κατοικίας, κυρίως της νεότερης Παλαιολιθικής, από τους αρχαιολόγους για εκείνη την εποχή. Συγκεκριμένα: Το 1958 ο Γερμανός αρχαιολόγος Vladimir Milojcic ανακάλυψε τα πρώτα οστά ζώων της Μέσης Παλαιολιθικής Εποχής. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 40-50 θέσεις της Νεότερηςς Παλαιολιθική Εποχής, στις όχθες του Πηνειού, βόρεια της Λάρισας, μέχρι και την περιοχή των Στενών της Ροδιάς. Στην τελευταία, μάλιστα, περιοχή οι αρχαιολόγοι έχουν εντοπίσει ένα «εργαστήρι», θα λέγαμε, επεξεργασίας λίθου (χειροπέλεκεις, σμίλες, κ.ά.) Εξαίρεση αποτελεί η Θεόπετρα της Καλαμπάκας σε σπηλιά της οποίας βρέθηκαν αλλεπάλληλα ίχνη κατοίκησης πολλών
10
φάσεων της Παλαιολιθικής Εποχής. Φαίνεται πως η περιοχή εκείνη ήταν τότε παραθαλάσσια και μας θυμίζει τις επίσης παραθαλάσσιες σπηλαιοκατοικίες στο Φράχθι της Αργολίδας και του Διρού της Λακωνίας. Γεωλογικές αλλαγές στην μορφή της Θεσσαλίας Γυρίζοντας πολύ πιο πίσω το «ρολόι» της γης, 140 εκατομμύρια χρόνια, θα δούμε πως όταν όλος ο πλανήτης μας είχε τη μορφή μιας παν-θάλασσας, ανυψώθηκε μέσα από τα βάθη της η Πελαγονική οροσειρά. Αυτή ήταν μία στενή ζώνη ξηράς που ξεκινούσε από την περιοχή των Σκοπίων, περνούσε από τον Όλυμπο, την Όσσα καιν το Πήλιο και κατέληγε στη Βόρεια Εύβοια (όρος Καντήλι). Αξίζει να αναφερθεί, λοιπόν, ότι τα όρη της Θεσσαλίας είναι από τα αρχαιότερα της γης.( Έτσι για παράδειγμα βλέπουμε ότι τα Ιμαλάια ή οι Άλπεις υψώθηκαν 25.000.000 χρόνια αργότερα από τις οροσειρές μας.) Η περιοχή ανάμεσα στα ανατολικά βουνά της περιοχής μέχρι την αδιαμόρφωτη ακόμα κεντρική Πίνδο ήταν ανοιχτή θάλασσα, η οποία χιλιάδες αιώνες αργότερα έκλεισε και η κεντρική θεσσαλική θάλασσα μετατράπηκε σε λίμνη γύρω στο 100.000 π.Χ.
Η εικόνα της Ελληνικής χερσονήσου πριν από το 100000π.Χ. (Ι.Μ.Ε.)
Με την πάροδο των ετών στην περιοχή επήλθε διάβρωση στην περιοχή των Τεμπών και με την επίδραση κάποιου ισχυρού σεισμού (Ηρόδοτος), δημιουργήθηκε μια φυσική δίοδος για τα νερά της θεσσαλικής λίμνης προς το Αιγαίο. Έτσι η λίμνη άδειασε (περίπου το 8.000-10.000 π.Χ.), εκτός του Παγασητικού που ήταν πιο βαθύς, και όλα τα μικρότερα ορεινά ρεύματα ενώθηκαν και δημιούργησαν τον Πηνειό ποταμό που
11
εκβάλλει σήμερα αρκετά ανατολικότερα από ότι στην Αρχαιότητα στην περιοχή του Στομίου. Κατάλοιπο της θάλασσας έμεινε η λίμνη Βοιβηίς (Κάρλα), πολύ μεγαλύτερη από ό,τι το 1960, που εμπλουτιζόταν από υδάτινα ρεύματα της Όσσας (Άμυρος ποταμός, κ.ά.) καθώς και τον Ογχηστό ποταμό ενώ εποχικά πλημμύριζε, δημιουργώντας έλη με αποτέλεσμα, εποχικά,να ενώνεται με τη βορειότερη μικρή λίμνη (έλος) Νεσσωνίδα (δυτικά του σημερινού Συκουρίου έως την περιοχή μετά το εργοστάσιο ζάχαρης και το Ομορφοχώρι). Η κατοίκηση Τα πρώτα ίχνη οργανωμένης κατοίκησης στην ανατολική Θεσσαλία εντοπίζονται στα τέλη της 8ης χιλιετίας (Αρχαιότερη Νεολιθική εποχή – ΑΝ) στις περισσότερες από τις μισές θέσεις των ερευνηθέντων προϊστορικών οικισμών. Μέχρι σήμερα (2007) και χάριν των «αναγκαστικών»-σωστικών αρχαιολογικών ερευνών που γίνονται τα τελευταία 15 χρόνια εξ αιτίας των διανοίξεων νέων δρόμων, διαπλατύνσεων υπαρχόντων ή έργων για την ανασύσταση της Βοιβηίδας λίμνης, έχουν ανασκαφεί και ερευνηθεί τουλάχιστον 280 θέσεις (μαγούλες-υψώματα του εδάφους ή τούμπες/ τύμβοι). Φαίνεται λοιπόν σίγουρο, μετά από αυτές τις έρευνες, ότι στη Θεσσαλία «αναπτύχθηκε ένας από τους πρωιμότερους γεωργοκτηνοτροφικούς πολιτισμούς της Ευρώπης και επομένως η περιοχή έχει ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία και βρίσκεται αδιαλείπτως στο επίκεντρο όλων των σχετικών ερευνών» (Γ. Τουφεξής, «Ιστορικά Θεσσαλίας»- εφημ. Ελευθερία 1- 2007). Οι περισσότερες από τις θέσεις που έχουν ερευνηθεί βρίσκονται σε λόφους γύρω από την πεδιάδα καθώς και στην ίδια την πεδιάδα (της Λάρισας), κυρίως σε παραποτάμιους (Σουφλί Μαγούλα Λάρισας) ή σε παραλίμνιους (Νέσσων-Μπάρα, Παλιόσκαλα, Καλαμάκι) οικισμούς. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Κ. Γαλλή («Άτλας
Προϊστορικών οικισμών της Ανατολικής θεσσαλικής πεδιάδας» - Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμοι 16-23)
μόνο το 2,7% των θέσεων βρίσκονται σε ορεινές περιοχές. Ένα σοβαρό, όμως, αρχαιολογικό πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι στις περισσότερες πεδινές θέσεις η «βάση» της μαγούλας έχει καλυφθεί από επιχώσεις οι οποίεα συσωρεύτηκαν στις δεκάδες αιώνων που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα. Ένα τέτοιο περιστατικό αναφέρει ο Κ. Γαλλής (ό.π.) ότι
12
αντιμετώπισαν οι ερευνητές στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου. Οι μισές, περίπου, από τις θέσεις φαίνεται ότι κατοικήθηκαν πριν από την εποχή του Διμηνίου, ενώ οι αρχαιότερες από αυτές καταστράφηκαν σχεδόν συγχρόνως από φωτιά και εγκαταλείφθηκαν για αρκετούς αιώνες. Πολύ αργότερα, με την έναρξη της εποχής του Χαλκού (2700 π.Χ.), παρατηρείται μία αύξηση των κατοικήσεων σε λόφους και ορεινές περιοχές, με προφανή αιτία την καλύτερη οχύρωση των οικισμών, καθώς όπως φαίνεται τότε αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες εισβολές ινδοευρωπαϊκών φύλων, που θα ενταθούν πολύ αργότερα με την κάθοδο των Θεσσαλών από τα μέρη της Ηπείρου. Αυτή ακριβώς η εναλλαγή των ιστορικών εποχών σηματοδοτείται από τη σύντομη περίοδο του Ραχμανίου ή Χαλκολιθική Εποχή που ονομάστηκε έτσι από τα ευρήματα του Ραχμανίου (Μακρυχώρι 4). Στο τέλος της Εποχής του Χαλκού , κατά την περίοδο που ονομάζουμε Μυκηναϊκή Εποχή, παρατηρούμε μια πρωτότυπη «αστικοποίηση» του πληθυσμού. Αυτό βεβαιώνεται από τις λιγότερες αρχαιολογικές θέσεις της εποχής σε σχέση με προηγούμενες εποχές, αλλά «απέκτησαν τέτοιο μέγεθος που η διασπορά των λειψάνων τους εκτείνεται σε μήκος 400 μέτρων και πλέον» (Κ. Γαλλής, ό.π.). Μερικοί από αυτούς τους οικισμούς εξελίχθηκαν σε σημαντικές πόλεις της Αρχαιότητας, όπως η Λάρισσα1 (Φρούριο- Άγιος Αχίλλειος), το Βελεστίνο1 (αρχαίες Φερές) και άλλες με κέντρο- ακρόπολη τα σημεία που πρωτοκατοικήθηκαν στην Προϊστορική εποχή. Ακολουθεί ο χάρτης των θέσεων των προϊστορικών οικισμών, διευκρινίζοντας ότι τα ευρήματα της κάθε εποχής είναι σημειωμένα με τα αρκτικόλεξα που ακολουθούν: ΑΝ= Αρχαιότερη Νεολιθική (6η και 5η χιλιετία π.Χ.), ΜΝ = Μέση Νεολιθική (5000-4000 π.Χ.), ΝΝ = Νεώτερη Νεολιθική (4000- 2700 π. Χ.), Χ = Χαλκοκρατία (2700 – 1600 π.Χ.), Μυκηναϊκή εποχή = ΜΕ (1600-1100). Ακολουθούν: η Γεωμετρική Εποχή (1100-700 π.Χ.), η Αρχαϊκή Εποχή (700500 π.Χ.), η Κλασική Εποχή (500- 334 π.Χ.) και η Ελληνιστική Εποχή (334- 196 π.Χ. κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Ρωμαίους)
13
ΧΑΡΤΗΣ 1
Θέσεις προϊστορικών οικισμών περιοχής Λάρισας. ΑΝ-αρχαιότερη Νεολιθική, ΜΝμέση Νεολιθική, ΝΝ-νεώτερη Νεολιθική, Χ-Χαλκοκρατία, με-Μυκηναϊκή εποχή, 3αριθμός θέσεων, Φ-φάση προϊστορίας
14
Πριν από τη Νεολιθική Εποχή
Ας κάνουμε όμως μια συνοπτική περιγραφή των ανακαλύψεων των επιστημόνων με την πάροδο του χρόνου ξεκινώντας από την Παλαιολιθική Εποχή. Στις όχθες του Πηνειού, βόρεια της Λάρισας, βρέθηκαν απολιθωμένα λείψανα ζώων, που έζησαν πριν από το 50.000 π. Χ., μερικά από τα οποία φέρουν ίχνη ανθρώπινης κατεργασίας. Άλλα νεώτερα ευρήματα του τελευταίου σταδίου της Παλαιολιθικής Εποχής (30.000- 8.000 π.Χ.), βρέθηκαν σε σπηλιές του Πηλίου. Κατά τη διάρκεια της εποχής που μεσολαβεί, μεταξύ της Παλαιολιθικής και της Νεολιθικής, τη λεγόμενη Μεσολιθική, έχουμε αλλαγή του κλίματος, το οποίο αρχίζει να μοιάζει περίπου με το σημερινό. Από εκείνη την εποχή βρέθηκαν αντικείμενα καθημερινής χρήσης στις όχθες της Βοιβηίδας λίμνης. Το 1956 οι οικισμοί της Άργισσας από τον Μιλόισιτς και του Σέσκλου από τον Δ. Θεοχάρη μας εισάγουν στην Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή και συγκεκριμένα στο πρώτο στάδιο, την Προκεραμική Εποχή. Τώρα πια τα εργαλεία, που έρχονται στο φως, είναι φτιαγμένα από πυριτόλιθο ή οψιανό και έχουν λαβές από ξύλο ή οστό ζώου. Ανάλογα ευρήματα της εποχής εντοπίζονται στο Παλαμάρι της Σκύρου και στη Λήμνο καθώς και σε σπήλαια των Βορείων Σποράδων (Αλόννησος – Κυρα-Παναγιά, κ.ά.), που τότε δεν ήταν νησιά, αλλά μια προέκταση της χερσονήσου του Πηλίου. Η Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή Οι οικισμοί της Αρχαιότερης Νεολιθικής (6000-5000 π.Χ.) που έρχονται στο φως είναι : το Σέσκλο, η Άργισσα (Δέντρα Λάρισας), η Οτζάκι Μαγούλα (Δέντρα), η Νεσσωνίς, η Πύρασος, η Μαγουλίτσα (Καρδίτσας), το Κεφαλόβρυσο (Τρικάλων), η Μεγάλη Βρύση Τυρνάβου, κ.ά. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους οικισμούς , κυρίως του νομού της Λάρισας, είναι κτισμένοι με πλίθους (πηλό), πολλές φορές ωμό ή με κλαδιά ή καλάμια. Η πλειοψηφία των οικισμών βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο, κοντά σε ποτάμι ή λίμνη ή στην πεδιάδα και πολύ πιο λίγοι σε μέτρια υψώματα ή σε κοιλάδες (ρέματα).
15
Οι κάτοικοι της εποχής, όπως φαίνεται από τα ευρήματα, είχαν ήδη εξημερώσει βόδια, πρόβατα και γουρούνια, και ασχολούνταν με τη γεωργία. Τα πέτρινα εργαλεία που ήρθαν στο φως είναι κυρίως μαχαίρια, αξίνες, βάσεις για σφεντόνες, υφαντικά σφοντύλια, κ.ά. , ενώ βρέθηκαν και οστέινες βελόνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής γίνονται και οι πρώτες προσπάθειες κατασκευής πήλινων αγγείων. Στην περιοχή του κάμπου της Λάρισας βρέθηκαν τέτοια χοντροφτιαγμένα αγγεία με διακόσμηση από χαραματιές ή νυχιές. Όμως πραγματικά αριστουργήματα, για τα δεδομένα εκείνης της μακρινής εποχής, είναι τα ειδώλια, με πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτό που βρέθηκε στην Οτζάκι Μαγούλα. Αυτά τα ειδώλια δεν χρησιμοποιούνταν για ταφικά κτερίσματα, όπως στη ΝΝ Εποχή και έπειτα , διότι δε βρέθηκε κανένα σε τάφο. Όλα έχουν βρεθεί σε ερείπια κατοικιών και, κατά συνέπεια, φαίνεται ότι εξυπηρετούσαν λατρευτικό ή αποτρεπτικό σκοπό ή ακόμα απλώς διακοσμητικό ρόλο. Ο μεγάλος αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας (1902) και ο νεότερος Δ. Θεοχάρης (1956-1968), ανέσκαψαν τον αρχαιολογικό χώρο του Σέσκλου που θεωρήθηκε ο χαρακτηριστικότερος οικισμόςδείγμα της Μέσης Νεολιθικής Εποχής (ΜΝ 5000-4000 π.Χ.). Άλλες χαρακτηριστικές θέσεις-κλειδιά της ίδιας εποχής είναι οι οικισμοί στη Τζάνη Μαγούλα των Σοφάδων και στο Τσαγγλί της Ερέτριας Φαρσάλων. Οι οχυρώσεις των περισσότερων πολισμάτων της περιόδου και τα μέγαρα των ακροπόλεών τους μαρτυρούν τον υψηλό βαθμό του πολιτισμού της Θεσσαλίας εκείνη την πανάρχαια εποχή. Μετά τα μέσα αυτής της ιστορικής περιόδου, περίπου το 4400-4300 π.Χ., μεγάλες καταστροφές σημειώθηκαν από φωτιά, άγνωστο για ποιο λόγο, και η σκαπάνη των αρχαιολόγων το επιβεβαίωσε και στο Σέσκλο και στο Τσαγγλί. Συνηθισμένα ευρήματα γι’ αυτή την εποχή είναι ειδώλια, γυναικείας κυρίως μορφής, συνήθως με βρέφος στην αγκαλιά και σπανιότερα ανδρικές μορφές καθισμένες σε θρόνο ή μορφές ζώων. Άλλα ευρήματα είναι οι πολλές λίθινες σφραγίδες με σταυροειδή ή μαιανδρικά σχήματα. Η κεραμική
16
στη Θεσσαλία αρχίζει να γνωρίζει άνθιση και προϊόντα της βρίσκονται σε όλη την έκταση της θεσσαλικής λεκάνης. Η Νεότερη Νεολιθική Η Νεότερη Νεολιθική Εποχή (4000-2700) χωρίζεται σε τρεις υποπεριόδους, δύο από τις οποίες είναι αποκλειστικά λαρισαϊκού ενδιαφέροντος γι’ αυτό και η ονοματοδοσία τους έγινε από λαρισαϊκά τοπωνύμια : α΄ οι φάσεις Τσαγγλί ή Αράπη Μαγούλα (Γιάννουλη της Λάρισας) και Οτζάκι, β΄ η φάση Διμηνίου (Μαγνησίας) και γ΄ η φάση Ραχμάνι (κοντά στο Μακρυχώρι), που είναι και εισαγωγική εποχή προς τη Χαλκοκρατία. Δε θα ασχοληθούμε σ’ αυτή την εργασία με το Διμήνι, μιας και είναι έξω από το θεματικό μας κέντρο. Η Μαγούλα Οτζάκι, που βρίσκεται κοντά στα ερείπια της αρχαίας Άργισσας (δες χάρτη), έχει μήκος 350 μ., πλάτος 200μ. και ύψος 5μ. Αυτή ανασκάφηκε πρώτα από το Ν. Βερδελή και μετά από το Μιλόισιτς. Εκεί βρέθηκαν λίθινοι πελέκεις, λίθινα σφυριά, λεπίδες από πυριτόλιθο, πήλινα ειδώλια, κ.ά. Η Μαγούλα Αράπη (Γιάννουλη 1) απέχει περίπου δύο χιλιόμετρα από την προηγούμενη θέση, είναι κυκλική (160 μ. μέση διάμετρος και 4 μ. ύψος), αλλά έχει καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό στα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων, γιατί είχε μετατραπεί σε οχυρό. Εδώ, το 1955, ο Μιλόισιτς πραγματοποίησε ανασκαφή με πολλά ευρήματα. Η μαγούλα αυτή έδωσε το όνομά της στην προδημινιακή φάση αμέσως μετά τη φάση «Τσαγγλί». Εκεί βρέθηκαν βραχιόλια, ενώτια, επεξεργασμένα όστρακα, βλήμα σφενδόνης, πέλεκυς, τριπτήρας, σφοντύλι, σφυριά, κ.α. Στη μαγούλα της Άργισσας (Δέντρα 1), αντίθετα με τους προηγούμενους τόπους, παρατηρήθηκε συνεχής κατοίκηση από την Αρχαιότερη Νεολιθική (ΑΝ) μέχρι τη Ρωμαιοκρατία, με μόνη εξαίρεση τη φάση «Οτζάκι», οπότε ο πληθυσμός πιθανώς μετακινήθηκε σε άλλη γειτονική θέση, ίσως λόγω υπερχείλισης του Πηνειού. Η θέση αυτή έχει διαστάσεις 400 επί 100 μ. και μέσο ύψος 9 μ. Εκεί, στις ανασκαφές των ετών 1953-8 και 1966, βρέθηκαν λίθινα εργαλεία, απολιθωμένα οστά ζώων, λεπίδες πυριτόλιθου, λίθινα σφυριά (με οπή το πίσω μέρος για το στειλιάρι), τρίφτες, κ.ά. Πριν αναφερθούμε, εν συντομία, και στην περίοδο της Χαλκοκρατίας, αξίζει να σταθούμε λίγο στο
17
χώρο της Λάρισας και στους αρχαιολογικούς τόπους της προϊστορικής εποχής που εντοπίστηκαν σ’ αυτήν. Στο πολεοδομικό συγκρότημα της Λάρισας έχουμε δέκα εξακριβωμένες θέσεις νεολιθικής κατοίκησης: 1. (Λάρισα 1) Πρόκειται για το λόφο του Φρουρίου ή Αγίου Αχιλλίου. Ο λόφος αυτός έχει 30 περίπου μέτρα ύψος και βρίσκεται δίπλα στον Πηνειό ποταμό, ακριβώς στο σημείο που στρέφεται προς Βορρά (παλαιά κοίτη). Αυτή η συγκεκριμένη στρατηγική θέση της περιοχής συνετέλεσε στο να γίνει αυτή ακρόπολη και κέντρο της αρχαίας πόλης των Λαρισαίων. Σε ανασκαφική έρευνα που έγινε σε οικόπεδο της οδού Γαριβάλδη (γωνία με την οδό Δήμητρας), διαπιστώθηκε κατοίκηση από το τέλος της εποχής του Χαλκού (Μυκηναϊκή Εποχή) ως τις μέρες μας. Εντούτοις ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος (1910) υποστηρίζει ότι η περιοχή άρχισε να κατοικείται από τη Νεολιθική Εποχή. Η κατοίκηση της περιοχής συνεχίστηκε στα Γεωμετρικά χρόνια, στην Κλασική Εποχή (δείγμα της οποίας είναι το νεοαποκαλυφθέν Αρχαίο Θέατρο καθώς και ερείπια ναού της Αθηνάς), στα ρωμαϊκά χρόνια, στη Βυζαντινή Εποχή (λείψανα παλαιοχριστιανικής βασιλικής), στην Τουρκοκρατία (τουρκική σκεπαστή αγορά – Μπεζεστένι) έως και τη σημερινή εποχή. Τα υπόλοιπα ευρήματα της περιοχής είναι από τις εποχές Χ (ΜΕ), Γεωμ., Αρχ., Κλασ., Ελλην., Ρωμ., Βυζ. και Μεταβυζ. 2. (Λάρισα 2) Είναι μία μαγούλα που περιβάλλεται μεταξύ των οδών Μήλου, Αντιπάρου, Σίφνου και Σαρίμβεη. Τέμνεται, και φυσικά έχει ισοπεδωθεί, από την οδό Καρδίτσης. Είχε κυκλικό σχήμα διαμέτρου 200 μ. και ύψους μόλις 3 μ. [Την κλίση του εδάφους μπορεί ένας προσεκτικός παρατηρητής να τη διαπιστώσει ακόμα και σήμερα, κοιτάζοντας προς την οδό Καρδίτσης ενώ διέρχεται την οδό Σαρίμβεη (που πρόσφατα διανοίχτηκε) στο ύψος του κτήματος Γκιόμοση (πάγκος οπωροπώλη).] Ευρήματα: τριπτήρας, λεπίδες πυριτόλιθου, κ.ά. (ΑΝ, ΝΝ)
18 3.
4.
5.
6.
7.
8.
(Λάρισα 3) Βρίσκεται μέσα στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Λάρισας, 200μ. ανατολικά της Π.Ε.Ο. (Λαρίσης-Θεσσαλονίκης) κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή. Είναι ωοειδής με μήκος 120μ., πλάτος 60μ. και ύψος 3μ. Ευρήματα : ζωόμορφο ειδώλιο, θραύσματα αγγείων, κ.ά. (ΑΝ, ΜΝ, ΝΝ) (Λάρισα 4) Travel Stop Λάρισας. Εδώ η μαγούλα έχει καταστραφεί από τη διάνοιξη της Π.Ε.Ο. Μπροστά στο εστιατόριο Τράβελ Στοπ της Λάρισας. Αυτή αρχίζει από το ύψος της οδού Γοργοποτάμου και τελειώνει στην οδό Θεόπετρας. Έχει, ή καλύτερα είχε, διάμετρο 150μ. και ύψος 2μ. Από την ύπαρξη αυτής της μαγούλας- τούμπας, ολόκληρη η συνοικία ανατολικά της Π.Ε.Ο. ονομάστηκε Τούμπα. Λιγοστά ευρήματα.(ΝΝ, Χ) (Λάρισα 5) Μαγούλα Αραπάδικη. Κι αυτή βρίσκεται μέσα στο αεροδρόμιο, στο νοτιοδυτικό του τμήμα, είναι κυκλική με διάμετρο 150 μέτρων και ύψος 5μ. Ευρήματα: λεπίδες πυριτόλιθου, θραύσματα αγγείων, τμήμα καθιστού ειδωλίου, κ.α. (ΑΝ, ΜΝ, ΝΝ, Χ. -ΜΕ) (Λάρισα 6) Μαγούλα Μοτέλ ή Καραγάτς ή Αβέρωφ. Είναι στα νότια της πόλης, δεξιά της οδού Φαρσάλων, εκεί που βρισκόταν το Μοτέλ Ξενία. Πρόκειται για μια κυκλική μαγούλα διαμέτρου 500μ. και ύψους 7 μ. Ευρήματα: πέλεκυς, τριπτήρας, θραύσματα αγγείων, όστρακα, κ.α. (ΑΝ, ΜΝ, ΝΝ, Χ. – ΜΕ) (Λάρισα 7) Μαγουλίτσα. Βρίσκεται ανατολικά της Π.Ε.Ο., 300μ. ΒΑ. της γέφυρας της περιφερειακής οδού Τρικάλων. Είναι κυκλική με διάμετρο 200μ. και ύψος μόλις 2 μ. Ευρήματα: τμήμα χεριού ειδωλίου, θραύσματα αγγείων. (ΑΝ) (Λάρισα 8) Μαγούλα Βραστερό. Βρίσκεται στο λόφο του Μεζούρλου εντός των ορίων του στρατοπέδου με κατεύθυνση Α. προς Δ. Μήκος 400μ., πλάτος 250μ. και ύψος 20-25 μέτρα. Ευρήματα: ακέφαλο ειδώλιο, τμήματα άλλων ειδωλίων, λίθινα αγγεία, πελέκεις, λεπίδες, αξίνες, κ.α. (ΑΝ, ΜΝ, ΝΝ)
19
(Λάρισα 9) Σουφλί μαγούλα. Βρίσκεται 3 χλμ. ΒΑ του κέντρου της Λάρισας, στη δεξιά όχθη του ποταμού, περίπου 100μ. δυτικά της Π.Ε.Ο. λίγο πριν το ύψος του εργοστασίου ζάχαρης. Είναι κυκλική με διάμετρο 200μ. και ύψος 4μ. Εδώ έγιναν ανασκαφές το 1958 από το Θεοχάρη και τον Bisantz. Έτσι αποκαλύφθηκε το γνωστό μενίρ (δες σχετ. τις εικόνες στο τέλος του κεφαλαίου) που βρίσκεται στο Μουσείο της Λάρισας. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν από την τοπική Αρχαιολογική Υπηρεσία το 1974 έως το 1976, φέρνοντας στο φως πλήθος ευρημάτων από ταφές καύσεων και κατοικιών από την Αρχαιότερη Νεολιθική μέχρι και την περίοδο της Χαλκοκρατίας. Άλλα ευρήματα από εδώ είναι: πήλινα αγγεία, λίθινοι πελέκεις, λίθινα σφυριά, φολίδες και λεπίδες επεξεργασίας πυριτόλιθου και οψιανού, βλήματα σφενδόνης, οστά ζώων, κ.ά. τα ευρήματα της θέσης Λάρισα 9 αντιστοιχούν στις εποχές: ΑΝ, ΜΝ, ΝΝ, Χ (μέχρι ΜΕ), Κλασ., Βυζ. 10. (Λάρισα 10) Είναι η μαγούλα Τας Μάντρα Αμφιθέας. Βρίσκεται δυτικά των τελευταίων σπιτιών της Αμφιθέας, έχει μήκος 300μ.. πλάτος 200μ., και ύψος 8μ. Λιγοστά ευρήματα εδώ κι εκεί διεσπαρμένα συναντάμε εύκολα ακόμα και σήμερα. Τα ευρήματα είναι στο σύνολό τους από την περίοδο της Χαλκοκρατίας (Χ). Αξίζει να σημειώσουμε ότι μεγάλος αριθμός από τούμπες έχουν ανασκαφεί σε γειτονικούς Δήμους της Λάρισας, όπως στη Νίκαια 19 θέσεις, στο Μελισσοχώρι 7, στον Τύρναβο όπως και στον Αμπελώνα 6, στον Άγιο Γεώργιο 7 (εδώ εντοπίστηκε και μεγάλο νεκροταφείο των αρχαϊκών χρόνων), στο Καλό Νερό 4, στο Ζάππειο 5, στην Τερψιθέα και στη Φαλάννη από 3, στη Γαλήνη 6, στον Πλατύκαμπο 5, στη Γιάννουλη 72, στη Γυρτώνη 5. άλλες θέσεις προϊστορικής κατοίκησης έχουμε σε παραποτάμιες ή παραλίμνιες περιοχές, όπως: στην Αμυγδαλέα, στο Αρμένιο, στη Γλαύκη και το Δασοχώρι από 2 θέσεις, στα Δέντρα 4 (με πιο γνωστές την Άργισσα και το Οτζάκι), στην Ελασσόνα 2, όπως και στο Καλαμάκι, από μία θέση στα Κανάλια, το Καστρί, τη Μέλισσα, το Μεσοχώρι, την Πηνειάδα και το
9.
20
Σαραντάπορο, στην Κυψέλη 5, στη Μελία 2, όσες και στην Αναγέννηση, στο Βρυότοπο 4, στις Ν. Καρυές 3, στο Νέσσωνα 4, στα Πλατανούλια 2, στο Ριζόμυλο 4, στη Ροδιά 2, στο Στεφανοβίκειο 3, στο Σωτήριο (Πέτρα Βοιβηίδας) 2, καθώς και σε πολλές άλλες θέσεις όπως στην επαρχία των Φαρσάλων (λεπτομέρειες στο χάρτη 1). Η εποχή του Χαλκού Η εποχή του Χαλκού συμπεριλαμβανομένης και της μυκηναϊκής περιόδου κράτησε περισσότερο από 15 αιώνες (2700-1100 π.Χ.). οι σημαντικότερες ανακαλύψεις για την πρώτη φάση αυτής της περιόδου (μέχρι το 1900 π.Χ.) ήταν από το Διμήνι και το Σέσκλο πάλι, καθώς και από το Ραχμάνι και τη Τζάνη Μαγούλα. Τα ευρήματα που ήρθαν στο φως αποκάλυψαν μακεδονικά στοιχεία στην τεχνική και στη διακόσμηση της κεραμικής, οδηγώντας του ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μετακίνηση πληθυσμών από το Βορρά (υπώρειες του Ολύμπου και δυτικότερα) προς τη θεσσαλική πεδιάδα. Στη ΒΔ Θεσσαλία άρχισαν να συγκεντρώνονται και να διαμορφώνονται τα πρώτα ελληνικά φύλα, όπως οι Ίωνες (δες το αρχαίο όνομα – Ίων - του παραπόταμου Μουργκάνη του Πηνειού στην περιοχή ), που κατέβηκαν νοτιότερα, μετά το 2000 π.Χ., και οι Αιολείς, ενώ η αρχική κοιτίδα των Αχαιών εντοπίζεται στις αρχές της δεύτερης π. Χ. χιλιετίας στη Ν. Θεσσαλία (Αχαΐα Φθιώτις). Σημαντικό μυκηναϊκό κέντρο της εποχής ήταν η Ιωλκός (δύο οικισμοί της στα Πευκάκια και στα Παλιά όπου ήταν ο κύριος οικισμός). Η επίκαιρη θέση της πόλης την βοήθησε να εξελιχθεί σε σημαντικό εμπορικό σταθμό και συνέδεσε τα νησιά με την ηπειρωτική χώρα. Άλλα κέντρα της ΜΕ ήταν οι Φερές (βασιλιάς Άδμητος) και διάφοροι οικισμοί στην περιοχή του Αλμυρού (Ζερέλια, κ.ά.), στη λίμνη Βοιβηίδα, στα Φάρσαλα (η αχαϊκή Φθία με το βασιλιά των Μυρμηδόνων Αχιλλέα), και αλλού. Στο νομό της Λάρισας εντοπίστηκαν ακόμα θέσεις της εποχής του Χαλκού στη Χασάμπαλη (σπίτια από πλιθιά ή πηλό), στο Αχίλλειο, στο Φρούριο της Λάρισας, στους Γόννους (απ’ όπου πιθανώς ξεκίνησε, κατά τον Όμηρο, ο Γουνεύς με στρατό και στόλο
21
για να συμμετάσχει στην Τρωική εκστρατεία), στο Αργυροπούλι, όπου και η θέση της επίσης ομηρικής Ηλώνης, στη Φαλάννη, στο Ελληνικό Φαρσάλων (Χτούρι) και πίσω από το Σωτήριο οι θέσεις Πέτρα1 και 2, που εκείνη την εποχή ήταν νησί η ίσως χερσόνησος μέσα στη λίμνη Βοιβηίδα. Μορφή κατοικιών στην προϊστορική εποχή Η αρχιτεκτονική μορφή των οικισμών διαφέρει από περιοχή σε περιοχή κι από εποχή σε εποχή. Κατά την ΑΝ οι περισσότεροι οικισμοί αποτελούνται από πασσαλόπηκτες καλύβες, ενώ στην ΜΕ τα σπίτια θεμελιώνονται με μεγάλους λίθους και οι τοίχοι κτίζονται με ωμούς πλίθους (άψητα τούβλα με άχυρο και πηλό). Τα σπίτια είναι μονόχωρα ή δίχωρα με προθάλαμο. Είναι όλα μονώροφα, αν και δεν αποκλείεται να υπήρξαν και διώροφα. Κάποιοι οικισμοί, κυρίως της ΝΝ, αλλά σχεδόν όλοι της Χαλκοκρατίας (ΜΕ) περιβάλλονται από τάφρους, βάθους 1,5-3μ.(όπως στο Μακρυχώρι) ή λίθινους περιβόλους ύψους 1,5- 2 μ. (Διμήνι). Αξίζει να αναφερθεί ότι στη φάση Ραχμάνι (τελευταία περίοδος της ΝΝ) κτίζονται αψιδωτά κτίσματα. Έκταση των οικισμών Δεν μπορούμε, με βεβαιότητα, να ορίσουμε το ακριβές μέγεθος της έκτασής τους διότι κανένας γνωστός οικισμός δεν ανασκάφτηκε στο σύνολό του. Πιθανώς ο χώρος τους να καταλάμβανε περιοχή από ένα έως έξι στρέμματα. Οι πρώτες κοινότητες ΑΝ, ΜΝ, ΚΑΙ ΝΝ εκτιμάται πως κατοικούνταν από 100-300 άτομα. Επιλέγονταν συνήθως τόποι με θαμνώδη βλάστηση (και όχι δασώδη) γιατί ήταν ευκολότερο να καλλιεργηθούν μετά από εκχερσώσεις. Στα χρόνια της Χαλκοκρατίας οι οικισμοί λιγοστεύουν αριθμητικά αλλά μεγεθύνονται. Έχουμε, λοιπόν, ένα παράδειγμα πρώιμης αστικοποίησης. Ο οικισμός της Άργισσας Οι πρώτες κατοικίες εδώ ήταν ελλειψοειδή ορύγματα της γης, εν μέρει σκαμμένα στο έδαφος. Βρέθηκαν οπές για ξύλινα δοκάρια, που υποδηλώνουν πασσαλόπηκτες καλύβες,
22
(δες σχετικό χάρτη). Τα δάπεδα ήταν από χώμα απλό ή στρωμένο με χαλίκια. Όλα τα σπίτια διέθεταν εστίες.
χάρτης 2 (Ι.Μ.Ε.)
Βρέθηκαν γεωργικά εργαλεία από οψιανό, πέτρα ή οστά, καθώς και σπόροι δημητριακών και οσπρίων (απανθρακωμένοι), καθώς και πολλά οστά ζώων. Κάποιο οίκημα της Άργισσας φαίνεται ότι ήταν εργαστήριο κατεργασίας οψιανού. Το κλίμα Από έρευνες παλαιοβοτανολογικές και αναλύσεις γύρης αποδείχθηκε ότι το κλίμα της Νεολιθικής εποχής ήταν περίπου σαν το σημερινό. Μεσογειακό, με βροχερούς και λίγο ψυχρότερους από τους σημερινούς χειμώνες. Τα καλοκαίρια ήταν ξηρά. (www.2.fhw.gr/chronos/01/gr/nl) Πολιτισμός Λάρισας ή φάση Λάρισας Έτσι ονομάζεται η περίοδος 4250-3750 π.Χ. περίπου εξαιτίας των χαρακτηριστικών αγγείων της εποχής που ήρθαν στο φως από την αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή της Λάρισας. Αυτά είναι καστανόχρωμα ή γκρίζα κι έχουν εγχάρακτη λευκή διακόσμηση (μερικές φορές γραπτή ) σε γυαλιστερή επιφάνεια που σχηματίζει τρίγωνα ή ημικύκλια. Το συνηθέστερο σχήμα τους είναι ημισφαιρικός σκύφος (σχήμα ανεστραμμένου σκουφιού), με βάση κωνική ή δισκοειδή. (σχ. εικόνα)
23
Προϊστορικά αρχαιολογικά ευρήματα από το νομό της Λάρισας
Βοιβηίς
Δομένικο
Κραννών
Σαραντάπορο
Σουφλί Μαγούλα
Ραχμάνι
24
Νεσσωνίς
Τσαγγλί
Μενίρ από τις ανασκαφές στη Σουφλί Μαγούλα
25
Από τα ευρήματα στο Μακρυχώρι και στην Παλιόσκαλα της Κάρλας εφημ. «Ελευθερία» Λάρισας Ιανουάριος 2007
26
2. Εισβολή θεσσαλικών φύλων (Εποχές :Μυκηναϊκή –Γεωμετρική -Αρχαϊκή)
Γενικά Πριν από την κάθοδο των πρώτων αμιγώς ελληνικών φύλων, η Ελλάδα κατοικούνταν από Ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους ονομαζόμενους με το γενικό, και συχνά αόριστο, όνομα «Προέλληνες». Από γλωσσολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες γίνεται σαφής αυτή η παρουσία τους από το πλήθος των τοπωνυμίων, που μας κληροδότησαν, με τα οποία εμπλουτίστηκε η ελληνική γλώσσα. Τέτοιες χαρακτηριστικές λέξεις για παράδειγμα είναι : Άμφισσα, Αλικαρνασσός, Παρνασσός, Ιλισσός, Κηφισσός, Λυκαβηττός, Αρδηττός, Υμηττός (λέξεις δηλαδή με διπλό «σ» ή «τ»), οι λέξεις Ερύμανθος, Κόρινθος (νθ) καθώς και τοπωνύμια με τα συμπλέγματα «ρν» και «μν» όπως Κόρινθος, Κάλυμνος, Λάρυμνα, Λήμνος, κ.ά. Άλλες τέτοιες προελληνικές λέξεις είναι : κυπάρισσος, νάρκισσος, υάκινθος, κάνθαρος, κ.ά. Στο χώρο της Θεσσαλίας τέτοιας μορφής ονόματα είναι : Λάρισσα, Άργισσα, Άρνη (Ν. Καρδίτσας), Κίκυνθος3, κ.α. Οι λέξεις αυτής της προέλευσης, σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, προέρχονται από μία πανάρχαια γλώσσα που ονομάστηκε συμβατικά «πελασγική», εμφανιζόμενη με δύο διαλέκτους. Γενικά τα προελληνικά φύλα χωρίζονται σε δυο μεγάλες ομάδες: Τη «μεσογειακή ομάδα» που απαρτιζόταν από τους Λέλεγες, τους Έκτηνες, τους Τυρρηνούς, κ.α. και την λεγόμενη «ινδοευρωπαϊκή» ομάδα, στην οποία ανήκαν οι Αίμονες, οι Δρύοπες, οι Πελασγοί, οι Τέμμικες, οι Ύαντες, κ.ά. Απ’ όλους αυτούς τους λαούς, φαίνεται ότι δύο, τουλάχιστον, οι Αίμονες και οι Πελασγοί, αποτελούν συνδετικό κρίκο με τους Έλληνες στην περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας και της Μυκηναϊκής Εποχής4. Οι Αίμονες Το όνομά τους εύκολα ετυμολογείται από το ελληνικό επίθετο αίμων που σημαίνει αιματηρός ή από το ουσιαστικό αίμος που σημαίνει θάμνος ή θαμνώδης περιοχή (πρβλ. όρος Αίμος ή Balkan στα κεντρικά Βαλκάνια). Οι αρχαίοι συγγραφείς ορίζουν
27
ως περιοχή των Αιμόνων το Δώτιο Πεδίο (περιοχή Αγιάς) μέχρι την Όσσα και τα Τέμπη, καθώς και την περιοχή της Λάρισας. Ορισμένοι απ’ αυτούς προσθέτουν και την Ιωλκό στην επικράτειά τους. Κατάλοιπα αυτού του λαού που αφομοιώθηκε στα επόμενα χρόνια είναι τα ονόματα Αίμων, Αιμόνιος, Αιμονία (κάποιες φορές οι αρχαίοι συγγραφείς ονοματίζουν ολόκληρη τη Θεσσαλία μ’ αυτό το τελευταίο όνομα). Κέντρο από το οποίο ξεκίνησαν οι Αίμονες ήταν η περιοχή του όρους Αίμος (Βαλκάν) και η δράση τους, όπως γίνεται αντιληπτή από τα ευρήματα των αρχαιολόγων , που τα ταυτοποιούν με τον λεγόμενο πολιτισμό της «Γκουμέλνιτσας»5, εξακτινώνεται στη Θράκη, το Ραχμάνι, την Ακαρνανία, την Αρκαδία (εκεί όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη Αιμονία). Οι ιστορικοί, λοιπόν, συμπερασματικά, θεωρούν τους Αίμονες φορείς του πολιτισμού της «Γκουμέλνιτσας» στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της πρώιμης Χαλκοκρατίας (λίγο μετά το 3000 π.Χ.). Οι Πελασγοί Η αρχική κοιτίδα αυτής της φυλής εντοπίζεται στην κεντρική Ήπειρο και την περιοχή του Στρυμόνα (πριν από το 2000 π.Χ.). μετά το πέρας της τρίτης π.Χ. χιλιετίας βρίσκονται στην Αχαΐα Φθιώτιδα, στην περιοχή της Λάρισας (Πελασγία), στη Φωκίδα, και στην Πελοπόννησο. Γύρω στο 1200 π.Χ. φαίνεται ότι συγχωνεύτηκαν με τα κυρίως ελληνικά φύλα. Ανάμνηση της παρουσίας τους αποτελεί το τοπωνύμιο Πελασγία, ως περιοχή και ως πόλη, και ο μύθος του βασιλιά Πελασγού. Κάποιοι ιστορικοί, αξίζει να αναφερθεί, αμφισβήτησαν ακόμα και την ύπαρξη αυτού του λαού, ισχυριζόμενοι ότι το όνομα Πελασγοί, στα αρχαία κείμενα έχει ένα γενικό και αόριστο περιεχόμενο και σημαίνει απλώς τα προελληνικά φύλα. Η κάθοδος των Πρωτοελλήνων και η γλώσσα τους Μεταξύ των ετών 2100-1900 π.Χ. ο κύριος όγκος των Πρωτοελλήνων είχε εγκατασταθεί στην Ήπειρο (Άβαντες και Αρκάδες), στη Δυτική Μακεδονία (πρωτο-Αιολικοί λαοί) και στη ΒΔ Θεσσαλία (οι Ίωνες στις όχθες του ποταμού Ίωνα). Εκείνη την εποχή, απομονωμένοι καθώς ήταν από την οροσειρά τις Πίνδου, διασπάστηκε η γλώσσα τους σε τρεις κλάδους: τη Δυτική γλώσσα, την Κεντρική και την Ιωνική. Ίχνη αλλαγών
28
στη σύνθεση του πληθυσμού, έφεραν στο φως οι αρχαιολόγοι στην Άργισσα, όπου φαίνεται πως η πρώιμη Χαλκοκρατία τελείωσε με βίαιο τρόπο, καθώς το αρχαιολογικό στρώμα του εδάφους της Μέσης Εποχής του Χαλκού δείχνει εγκατάσταση νέου πληθυσμού. Τα κεραμικά ευρήματα θυμίζουν αυτά της Δυτικής Μακεδονίας από την προηγούμενη εποχή (Πρ. Χαλκοκρατία). Αξίζει να σημειώσουμε ότι πολλοί οικισμοί της Μακεδονίας φαίνεται πως διαλύθηκαν πριν από τη Μ.Ε. του Χαλκού, επιτρέποντάς μας να συμπεράνουμε ότι μεγάλος αριθμός ομάδων από τους κατοίκους της Μακεδονίας μετανάστευσαν στη Θεσσαλία, λίγο πριν ή λίγο μετά το 2000 π.Χ. Παρατηρώντας την εξέλιξη των διαλέκτων της γλώσσας μας, οι γλωσσολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι η αιολική και η αρκαδική (αρκαδοκυπριακή) έχουν πολλά κοινά σημεία, πάντως πολύ περισσότερα απ’ ό,τι οι άλλες διάλεκτοι. Παρά τη γεωγραφική «απομάκρυνσή» τους, η μεν αιολική στη Θεσσαλία και τη Β. Στερεά, η δε αρκαδοκυπριακή στην Πελοπόννησο, οι ομοιότητες σε πολλά γλωσσικά στοιχεία είναι μεγάλες. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι και οι δύο προέρχονται (πριν από το 2000 π.Χ.) από την ίδια γλώσσα, αυτή που ονομάσαμε πιο πάνω με το όνομα κεντρική διάλεκτο6. Λίγο μετά το 1900 π.Χ. οι Πρωτοέλληνες αρχίζουν να εξαπλώνονται σ’ όλη την Ελλάδα, καταλαμβάνοντας τα κύρια κέντρα των Προελλήνων υποτάσσοντας ή εξοντώνοντας τους παλαιότερους κατοίκους. Έτσι και στη Θεσσαλία, μετά την άφιξη των Θεσσαλών εποίκων από την Ήπειρο, μέρος των προκατόχων της γης όπως οι Βοιωτοί από την περιοχή της Άρνης, κατηφορίζουν νοτιότερα στα όρια της σημερινής Βοιωτίας, ενώ άλλοι υποτασσόμενοι, μένουν χωρίς περιουσία και με ελάχιστα δικαιώματα στα περίχωρα των μεγάλων κέντρων που θα δημιουργηθούν κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων, έχοντας το όνομα Πενέστες, στους οποίους θα αναφερθούμε πιο κάτω. Τα φύλα στη Θεσσαλία, την περίοδο των Μυκηναϊκών, χρόνων είναι: Αιολείς, Βοιωτοί (οι μετέπειτα Πενέστες), Θεσσαλοί, Λαπίθες, Μάγνητες, Περραιβοί, Μυρμηδόνες, Φθίοι, Φλεγύες, Μινύες, Έλληνες7 ενώ περιφερειακά οι Αθαμάνες (ή
29
Αθάμαντες), οι Αίθικες, οι Αινιάνες, οι Δόλοπες και οι Λοκροί. Οι Μάγνητες, εντούτοις, δεν ήταν καθαρό θεσσαλικό φύλο. Είναι κλάδος των Μακεδόνων και ο χώρος δράσης τους εντοπίζεται στην παράκτια λωρίδα της Θεσσαλίας, από τη νότια όχθη των εκβολών του Πηνειού μέχρι το ακρωτήριο Ακόντιον (Τρίκερι) του νοτίου Πηλίου (δες χάρτη ), συμπεριλαμβανομένων όλων των ορεινών όγκων της περιοχής, δηλαδή Όσσα, Μαυροβούνιο, Πήλιο και Τισσαίον. Ο Όμηρος κάνει αναχρονισμό τοποθετώντας τους σ’ αυτή την περιοχή κατά τα Μυκηναϊκά χρόνια, διότι σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, η περιοχή κατακτήθηκε από τους Μάγνητες δύο τουλάχιστον αιώνες αργότερα. Στα χρόνια της Γεωμετρικής Εποχής οι Μάγνητες ακολουθώντας τους Αιολείς της δυτικής και κεντρικής Θεσσαλίας, που είχαν ιδρύσει αποικίες στα νησιά του Βορείου Αιγαίου και στα βόρεια μικρασιατικά παράλια, και πιεζόμενοι από τη δωρική εισβολή, ίδρυσαν υπερπόντιες αποικίες: μία κοντά στη Φαιστό της Κρήτης, μία στις όχθες του Μαιάνδρου ποταμού και μια Τρίτη Ανατολικά της Σμύρνης, στους πρόποδες του όρους Σίπυλου. Όλες αυτές έφεραν το ίδιο όνομα «Μαγνησία». Οι κυριότερες αιολικές αποικίες προηγήθηκαν στο χρόνο ίδρυσής τους από αυτές των Μαγνήτων και εντοπίζονται στα βόρεια μικρασιατικά παράλια και στη Λέσβο. Η εποχή της θεσσαλικής εισβολής Τα διάφορα θεσσαλικά φύλα με το κοινό όνομα Θεσσαλοί ή Πετθαλοί κατέβηκαν από την περιοχή της Θεσπρωτίας8 σε δύο βασικά ρεύματα, ένα κατά τη Μυκηναϊκή Εποχή κι ένα στην αρχή των Γεωμετρικών χρόνων, κι άρχισαν βαθμιαία να επεκτείνονται στις πεδινές περιοχές, πρώτα στις νότιες και νοτιοδυτικές κι αργότερα σ’ ολόκληρη την υπόλοιπη πεδιάδα. Την ίδια εποχή οι Μάγνητες, πιεζόμενοι υποχωρούν στην Όσσα και το Πήλιο, οι Αχαιοί της Φθιώτιδας στα νότια ορεινά (όρη Ναρθάκι και Όθρυς) και την πεδιάδα του Αλμυρού μέχρι το ακρωτήριο Ποσείδιον (σημ. Σταυρός), ενώ οι Αχαιοί της Τετράδας Φθιώτιδας (Φθία) υποτάσσονται στους εισβολείς και η πρωτεύουσά τους μετονομάζεται σε Φάρσαλο. Στα τέλη του 11ου αι. οι Θεσσαλοί είχαν υπό την κατοχή τους όλη τη δυτική
30
πεδιάδα και τα κεντρικά τμήματα της ανατολικής, όμως ακόμα και στα τέλη του επόμενου αιώνα, στη δεύτερη περιοχή, που αναφέραμε, κυριαρχούν πληθυσμιακά τα προθεσσαλικά φυλετικά στοιχεία. Τέτοιες περιοχές ήταν η Λάρισα και η γύρω περιοχή της καθώς και η Ιωλκός. Μέχρι τα μέσα του 9ου π.Χ. αιώνα η επέκταση των Θεσσαλών και σ’ αυτές τις περιοχές είχε συντελεστεί πλήρως με μόνη τη λέξη Πελασγιώτιδα να συνδέει το παρελθόν με το μέλλον.
3. Η οργάνωση του πρώτου θεσσαλικού κράτους (1000- 700 π.Χ.)
Γενικά Οι Θεσσαλοί αλλά και οι Μάγνητες οργάνωσαν πολιτικά το κράτος τους με τη μορφή του «φυλετικού κράτους», δίνοντας δηλαδή προνόμια μόνο σ’ αυτούς που είχαν την ίδια κοινή καταγωγή μ’ αυτούς9. Οι κατακτητές χώρισαν τις γαίες σε κλήρους, στους οποίους εργάζονταν ως δουλοπάροικοι (Πενέστες) όσοι από τους προηγούμενους κατοίκους δεν είχαν διαφύγει (Βοιωτοί, Αχαιοί και αργότερα Περραιβοί, Αινιάνες, Λαπίθες, Μινύες10 και τελευταίοι οι Μάγνητες).
Αθήναιος: οι Πενέστες
«Οι Θεσσαλοί λένε Πενέστες όχι τους γεννημένους δούλους, αλλά τους αιχμαλώτους από τον πόλεμο (όταν εισέβαλαν οι Θεσσαλοί). Ο Αρχέμαχος μάλιστα στο τρίτο κεφάλαιο των «Ευβοϊκών» του λέει: Οι Βοιωτοί που κατοικούσαν στην Αρναία (Άρνη) και δε θέλησαν να αναχωρήσουν για τη Βοιωτία, με τη θέλησή τους παρέδωσαν τους εαυτούς τους στους Θεσσαλούς για να δουλεύουν (για τους κατακτητές) κατόπιν συμφωνίας (που έκαναν μ’ αυτούς), υπό τον όρο (οι Θεσσαλοί) να μην τους διώξουν ποτέ από τη χώρα, ούτε να τους σκοτώσουν κι αυτοί (οι αιχμάλωτοι) να εργάζονται μόνοι τους στη χώρα (στους αγρούς) και να δίνουν έσοδα στους κατακτητές. Αυτοί λοιπόν που παραδόθηκαν και έμειναν στη χώρα ονομάστηκαν αρχικά μενέσται και τώρα πενέσται και πολλοί απ’ αυτούς είναι πλουσιότεροι από τους κυρίους τους.» Αθήναιος: ΣΤ΄ 85,264. ελεύθερη απόδοση Κοικ (έμμεση πηγή)
Σύμφωνα με πηγές της εποχής, οι Βοιωτοί κάτοικοι της Άρνης (στη περιοχή του Σοφάδων του σημερινού ν. Καρδίτσας) έκαναν συμφωνία με τους εισβολείς : οι Θεσσαλοί υπόσχονταν να μην τους φονεύσουν, ούτε να τους πουλήσουν ως δούλους μακριά από την κοιτίδα τους και οι κατακτημένοι για αντάλλαγμα θα καλλιεργούσαν τη γη αποδίδοντας μεγάλο μέρος
31
των εσόδων τους στους κατακτητές. Φαίνεται πως ανάλογες συμφωνίες θα έκαναν και με τους άλλους προθεσσαλικούς λαούς που αναφέραμε πιο πάνω. Έτσι οι υπόδουλοι απετέλεσαν μία τάξη, ανάλογη των Ειλώτων της Σπάρτης, που ονομάζονταν «Πενέσται». Αργότερα οι Πενέστες θα εξεγερθούν πολλές φορές αποζητώντας την ελευθερία τους. Γνωστότερη εξέγερση, στα ιστορικά χρόνια ήταν αυτή με αρχηγό κάποιον Προμηθέα, που υποστηρίχθηκε από τον Κριτία, έναν από τους τριάκοντα τυράννους των Αθηνών που έμενε τότε εξόριστος στη Θεσσαλία (5ος αι. π.Χ.) Μετά την οριστική τους επικράτηση οι Θεσσαλοί χώρισαν τις πεδινές περιοχές σε τέσσερα τμήματα βοηθούμενοι από τα χαρακτηριστικά του εδάφους της Θεσσαλίας. Τα φυσικά σύνορα αυτών των πεδιάδων ήταν ο Πηνειός και η σειρά των χαμηλών βουνών που τέμνουν στη μέση την πεδινή έκταση της Θεσσαλίας (Χαλκωδόνιον, Φυλλήιο, Τίτανος). Αυτές οι περιοχές ονομάστηκαν Τετράδες. Η ύπαρξη των Τετράδων ανάγεται ίσως και πριν τον 6ο αι. π.Χ. και τις επιβεβαιώνει ο Ευριπίδης («Άλκηστις» 1155),
Ευριπίδης: για τη θεσσαλική Τετραρχία
« Άδμητος: …Δίνω εντολή στους πολίτες, στην τετραρχία* της Θεσσαλίας να στήσουν χορούς για τον εορτασμό της καλής τύχης μας και ν’ ανάψουν τους βωμούς με θυσίες και προσευχές>» «Άλκηστις» 1154/1154 Ευρυπίδης:«Άλκηστις» μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007*εδώ ο Ευρυπίδης κάνει αναχρονισμό. Η Τετραρχία ίσχυε στα χρόνια του μεγάλου τραγικού (τέλος 5 αι. π.Χ.) αλλά όχι και στη Μυκηναϊκή Εποχή,
ου
όπου ανάγεται ο μύθος.
ο Αριστοτέλης στην « Θετταλών Πολιτεία» και ο Ελλάνικος στα «Θεσσαλικά» του. Η Τετραρχία φαίνεται ότι έπαψε να παίζει κάποιο ρόλο, μετά το 196 π.Χ., και στην περίοδο της Ρωμαιοκρατίας Θεσσαλία σήμαινε την περιοχή από τις Θερμοπύλες ως την Περραιβία και από την Πίνδο και τους Αθάμαντες μέχρι το Αιγαίο. Στρατιωτική οργάνωση Σε περίπτωση πολέμου κάθε κλήρος, δηλαδή κάθε Θεσσαλός πολίτης, έπρεπε να οργανώσει, κυρίως από τους Πενέστες, αλλά και από τους περίοικους λαούς, μια μικρή στρατιωτική μονάδα, αποτελούμενη από 80 πεζούς στρατιώτες και 40 ιππείς. Η Νότια Θεσσαλία
32
Νότια των θεσσαλικών πεδιάδων, του θεσσαλικού κράτους δηλαδή, ζούσαν Αχαιοί, Δόλοπες και δυτικότερα Αιτωλοί. Στην Αχαΐα Φθιώτιδα, μάλιστα, νοτίως της Φαρσάλου (ομηρική Φθία), η εθνική συνέχεια διαπιστώνεται, εκτός από την ονομασία της χώρας και του λαού, από τη συντήρηση των πανάρχαιων μύθων των Αθαμαντίδων, του Φρίξου (δες α΄ τόμο) και την εξακολούθηση των λατρευτικών συνηθειών προς τιμήν του Λαφυστίου Διός και της Ιτωνίας Αθηνάς. Μάλιστα τη λατρεία της δεύτερης την εισήγαγαν και οι Θεσσαλοί στο δικό τους λατρευτικό πάνθεο. Τμήμα της Αχαΐας Φθιώτιδας (η Τετράς Φθιώτις) από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ενσωματώθηκε πλήρως στη Θεσσαλία ενώ τα νότια ορεινά της , «η κυρίως δηλαδή Αχαΐα Φθιώτις θεωρούνταν υποταγμένη εξωθεσσαλική περιοχή11».
4. Οι λαοί και η διαίρεση της Θεσσαλίας
Το Περραιβικό κράτος Αρχική κοιτίδα των Περραιβών ήταν η περιοχή της ηπείρου με κέντρο τη Δωδώνη (Ομήρου, Ιλιάς Β). Στη Γεωμετρική περίοδο και στα Αρχαϊκά χρόνια το κράτος τους περιελάμβανε το βόρειο και βορειοδυτικό τμήμα του νομού Λάρισας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής του Τιταρήσιου ποταμού και μικρό τμήμα του νομού Τρικάλων, βορείως του Ζάρκου. Το μεγαλύτερο τμήμα του κράτους τους ήταν ορεινό, ενώ πεδινά εδάφη τους ήταν το τρίγωνο Τιταρήσιος- Πηνειός Κάτω Όλυμπος. Σημαντικότατη πόλη της Περραιβίας ήταν οι Γόννοι (πιθανώς το όνομά τους να το οφείλουν στο μυθικό βασιλιά Γουνέα, έναν από τους Έλληνες βασιλείς που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία), ο Γοννοκόνδυλος και ο Λαπαθούς, βορειότερα προς τη σημερινή Καλλιπεύκη, η Φάλαννα, η Ηλώνη (κοντά στο Κ. Αργυροπούλι), η Ολοσσών
33
(Ελασσών), η Μάλλοια, το Ερεικίνιο, και κατά μερικούς ιστορικούς η Μονδαία (κοντά στη Δεσκάτη).
Νομίσματα από τη Φάλαννα: ασημένια δραχμή και χάλκινος οβολός Παριστάνεται η νύμφη Φάλαννα
Τέλος στο Περραιβικό Κοινό ανήκαν οι πόλεις που ακόμα και στις δυσκολότερες για τους Περραιβούς εποχές έμειναν αυτόνομες : Άζωρος , Δολίχη και Πύθιο που απάρτιζαν την Περραιβική Τριπολίτιδα.
Νόμισμα της Περραιβικής Τρίπολης Αισχύλος: Περραιβίδες*
«Τα λάφυρά μου πού είναι και το πλήθος τα δώρα μου? Πού είναι τα ασημένια και τα χρυσόδετα ακριβά κροντήρια («σκυφώματα»); Κύπελλα ασημοκάμωτα που γύρω Τα χείλια ήταν δεμένα με χρυσάφι..» *Σύμφωνα με το μεταφραστή Τ. Ρούσσο, εδώ ομιλεί ο πεθερός του Ιξίωνα Διηονέας προς το χορό των Περραιβίδων) Αισχύλος: «Αποσπάσματα» 173/175. εκδ. Κάκτος σελ. 93, 1992
(το απόσπασμα αναφέρεται στον εξαγνισμό του Ιξίωνα από το Δία με καθαρμούς. Για τον Ιξίωνα δες και τον Α΄ Τόμο του βιβλίου «Η Λάρισα και η θεσ. Ιστορία / στην ομίχλη του μύθου» Κ. Οικονόμου – Γνώση 2007)
Ο Λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος12 περιγράφει αναλυτικά την τοπογραφία της Περραιβίας και μας δίνει χρήσιμες πληροφορίες για τη στρατηγική σημασία κάποιων πόλεων της περιοχής, κυρίως δε της Περραιβικής Τρίπολης. Σημαντικά ευρήματα έχουν έλθει στο φως από το Πύθιο που αποδεικνύουν ότι εκεί βρισκόταν η πρωτεύουσα της Περραιβικής συμμαχίας. Σημαντικότερη ανακάλυψη ήταν τα ερείπια του ναού του
34
Απόλλωνα. {Σύμφωνα με άλλη ιστορική άποψη, που μάλλον δεν ευσταθεί, η Περραιβική Δωδώνη είναι διαφορετική από αυτή της Ηπείρου και μένει απλά να εξακριβωθεί η θέση της. Αναζητείται επίσης και η θέση της Κύφου, μιας άλλης ομηρικής πόλης που αναφέρεται ως Περραιβική.}Με την ισχυροποίηση του θεσσαλικού κράτους, 11ος- 9ος αι., οι Περραιβοί περιορίστηκαν σε πιο απομακρυσμένες περιοχές διατηρώντας την αυτονομία τους όπως οι Μάγνητες και οι Αχαιοί της Φθιώτιδας. Στα χρόνια του Θεσσαλικού κοινού οι Περραιβοί ίδρυσαν κι αυτοί το δικό τους Κοινό (πολιτική συμμαχία) και έπαιρναν μέρος στα αμφικτυονικά συνέδρια, όπως και οι περισσότερες ελληνικές πόλεις-κράτη. Γενικά η ιστορία των Περραιβών ήταν μια ιστορία συγκρούσεων επειδή κατοικούσαν «σε τόπο που βρισκόταν πάνω σε στρατηγικής σημασίας δρόμους που συνέδεαν τη βόρεια με τη νότια Ελλάδα 13». Το όνομα Περραιβία το βρίσκουμε σε ιστορικές πηγές μέχρι τα Βυζαντινά χρόνια. Πελασγιώτιδα (Σημ. Κύριος οδηγός μας στην αναφορά των θέσεων των κυριοτέρων πόλεων κάθε θεσσαλικής περιοχής θα είναι ο ιστορικός Fr, Stαhlin μέσω του έργου του που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο.) Η Πελασγιώτιδα περικλειόταν βόρεια από τα νότια σύνορα της Περραιβίας και τη δεξιά όχθη του Πηνειού μέχρι τις υπώρειες της Όσσας, έφτανε ανατολικά στους πρόποδες του Μαυροβουνίου και τις όχθες των λιμνών Νεσσωνίτιδας και Βοιβηίδας. Νότια εκτεινόταν μέχρι το Χαλκωδόνιον όρος (Μικρό Μαυροβούνι ή Καραντάου) και την περιοχή νοτίως των Φερών, έχοντας μικρή παράλια λωρίδα εκμετάλλευσης στον Παγασητικό (5-6 χλμ. νότια του Βόλου). Τέλος, δυτικά φυσικά όρια της Πελασγιώτιδας αποτελούσαν τα χαμηλά όρη Τίτανος και Φυλλήιο. Κέντρο και έδρα των ηγετών της Πελασγιώτιδας, και για μεγάλο χρονικό διάστημα ολόκληρης της Θεσσαλίας, ήταν η Λάρισσα (για ένα μικρό χρονικό διάστημα πήρε τη θέση της η Κραννών), ενώ στα έτη μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ανέτειλε το άστρο των Φερών.
Νέος Ανάχαρσις (357 π.Χ.) διά του αββά Βαρθολομαίου: Περιήγηση Θεσσαλίας τον 4ο π.Χ. αιώνα
35 «{Ο νέος Ανάχαρσις μαζί με τον Φιλώτα}..εφτάσαμεν εις Συκούριον…εντεύθεν μέχρι Λαρίσης ο τόπος είναι καρποφόρος και πολυάνθρωπος και τόσον γίνεται χαριέστερος όσο πλησιάζει κανείς εκείνη την πόλιν, ήτις δικαίως ονομάζεται η πρώτη και πλουσιοτέρα της Θεσσαλίας…Εναυλώσαμεν πλοίον και την αυγήν εμβήκαμεν εις τον Πηνειόν τη δεκάτη Πέμπτη του Μεταγειτνιώντος μηνός (περίπου 10 Αυγούστου του 357 π.Χ.), αμέσως προσέβαλον εις τους οφθαλμούς μας πολλαί πόλεις, καθώς η Φάλαννα, η Γυρτών, η Ελάτεια, το Μόψιον και η Ομόλη, άλλαι μεν τεθειμέναι (βρίσκονταν) επί των οχθών του ποταμού, άλλαι δε επί των εγγύς υψωμάτων. Αφού διήλθομεν το στόμιον του Τιταρήσιου (στα Στενά της Ροδιάς). Του οποίου τα ύδατα είναι λιγότερο καθαρά από τα του Πηνειού, εφτάσαμεν εις Γόννον (Γόννους), απέχουσαν από της Λαρίσης περίπου εκατόν εξήκοντα στάδια, όπου αφήσαμεν το πλοίον μας…» Νέος Ανάχαρσις (357 π.Χ.), υπό Αββά Βαρθολομαίου (1757 μ.Χ.), μετάφραση από τα Γαλλικά Χρυσ. Κουροπαλάτης. Τόμος 3ος (262,3
Η βορειότερη πόλη της Πελασγιώτιδας ήταν το Μόψιο κοντά στα ερείπια του Ραχμανίου στην περιοχή του Μακρυχωρίου.
νόμισμα του Μοψίου
36
Χάρτης 2 Πελασγιώτιδα και Περραιβία
Από το Μόψιο καταγόταν ο ομηρικός Μόψος, γνωστός μάντης των Ελλήνων, ο οποίος μετά τον Τρωικό πόλεμο έμεινε στην Μ. Ασία και ίδρυσε αποικίες (από το όνομά του προέρχεται και η Μοψουεστία των Βυζαντινών που ήταν έδρα επισκοπής).
Στράβων: περί Πελασγιώτιδας και Μοψίου
«Η πεδιάδα της Θεσσαλίας και της Μαγνησίας είναι κύκλος τριών χιλιάδων σταδίων, πρωτοκατοικήθηκε από τους Πελασγούς οι οποίοι εκδιώχθηκαν στην Ιταλία από τους Λαπίθες. Υπάρχει σήμερα αυτό που ονομάζουμε Πελασγικό πεδίο, στο οποίο υπάρχουν οι πόλεις Λάρισα και Γυρτών και Φεραί και Μόψιον καθώς η Βοιβηίς, η Όσσα, η Ομόλη και το Πήλιον και η Μαγνησία. Το Μόψιον δεν έχει ονομαστεί έτσι εξαιτίας του Μόψου του μάντη αλλά από το Λαπίθη Μόψο που συνέπλευσε με τους Αργοναύτες.»
37 Στράβων Θ΄ 5,23
Νοτιότερα του Μοψίου βρισκόταν η Ελάτεια, κτισμένη στις βόρειες πλαγιές του Δωτίου πεδίου. Οικιστής της θεωρούνταν ο Λαπίθης Έλατος (δες α΄ τόμο, καθώς και το βιβλίο του εκπαιδευτικού Β. Χ. Γιακοβή, «Η Ελάτεια της Λάρισας»). Η πόλη αυτή θεωρούνταν προμαχώνας και βιγλάτορας της Κοιλάδας των Τεμπών. Ήταν κτισμένη 200 περίπου μέτρα ψηλότερα από τον Ευαγγελισμό κοντά στη θέση του διαλυμένου χωριού της Τουρκοκρατίας Μουρλάρ. Άλλη σημαντική πόλη ήταν το Συκύριον και η θέση του πιθανολογείται σε μια ακτίνα από τη Μαρμαρίνη μέχρι τη θέση του σημερινού Συκουρίου και πάντως ΒΑ της αρχαίας λίμνης Νεσσωνίτιδας. Αυτή την πόλη τη χρησιμοποιούσε ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, στους πολέμους του εναντίον των Ρωμαίων. Κάπου ανάμεσα στο Συκούριο και τη Λάρισα ήταν η μικρή πόλη Τρίπολη Σκαιά (Livius 42, 54, 10). Άλλη πόλη της περιοχής ήταν η Λάρισσα της Όσσας (Στράβων θ΄ 440). Ο Αρβανιτόπουλος πιθανολόγησε τη θέση της ΝΔ του χωριού Ελάτεια προς το Πουρνάρι στη θέση Παλιόκαστρο14. Εκεί κοντά πρέπει να βρισκόταν και κάποιο ιερό των Νυμφών. Σύμφωνα με εκδοχή του Στέλιν ίσως η Λάρισσα της Όσσας να ταυτίζεται με την περιοχή του χωριού Μαρμαρίνη (Άμυρον ή Αμυρικόν Πεδίον Λαρισαίων). Γνωστή από την Ιλιάδα μας είναι και η Γυρτών, κατ’ άλλους Περραιβική πόλη (λεξ. Σουίδα), πάντως σίγουρα προθεσσαλική.
Νομίσματα των Γόννων ,300 π. Χ.(αριστερά) και της Γυρτώνης 400-350 π.Χ.(δεξιά)
Κατά τη μυθολογία ήταν πατρίδα του βασιλιά Φλεγύα (δ. α΄ τόμο) και του λαού των Φλεγύων15. Πάντως στα νομίσματα της πόλης εικονίζεται ο μυθικός βασιλιάς Καινέας. Είναι σίγουρο ότι βρισκόταν στη δεξιά όχθη του ποταμού Πηνειού και ότι δε μεσολαβούσε άλλη πόλη μεταξύ αυτής και της Λάρισας. Πιο πιθανή θέση φαίνεται αυτή κοντά στο σημερινό οικισμό της
38
Γυρτώνης περίπου 1 χλμ. από τον Πηνειό. Πάντως η ακριβής θέση της δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη. Μικρότερη πόλη ήταν η Κονδαία που βρισκόταν κοντά στο σημερινό οικισμό Μαυρόλιθο. Η Κονδαία, η Γυρτώνη και το Μόψιο προστατεύονταν από τον ορεινό όγκο του Έρημου όρους. Ο Στέλιν πίστευε ότι κοντά στις προηγούμενες πόλεις βρισκόταν και η πόλη Μινύα, ίσως στο ύψος του χωριού Παραπόταμος. Νότια της Γυρτώνης άρχιζε η λίμνη Νεσσωνίς, η οποία σχηματιζόταν από τα νερά της Όσσας και των άλλων χαμηλότερων βουνών. Κατά την Αρχαιότητα αυτή ήταν ίσως μεγαλύτερη, σε έκταση επιφανείας, από τη Βοιβηίδα16, αλλά όχι και σε βάθος καθότι ήταν πολύ ρηχή. Είναι σίγουρο ότι πλημμύριζε συχνά και κατά το Στράβωνα αυτή ήταν και η αιτία που της έδωσαν το όνομα ενός από τους πιο κακόφημους Κενταύρους, του Νέσσου. Κατά την περίοδο των πλημμυρών διπλασίαζε την έκτασή της και ενωνόταν με τη Βοιβηίδα. Στη νότια όχθη του Πηνειού και στην καρδιά της ανατολικής θεσσαλικής πεδιάδας βρισκόταν η πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας και, για πολλούς αιώνες, ολόκληρης της Θεσσαλίας, η Λάρισα.
Στράβων: Η πλεονεκτική θέση των Λαρισαίων και η εκμετάλλευση της Περραιβίας
«…Οι Λαρισαίοι κατοικούσαν κοντά στον Πηνειό και νέμονταν τα ευφορότερα μέρη της πεδιάδας, εκτός του κοιλώματος που ήταν κοντά στη Νεσσωνίδα λίμνη στην οποία υπερχείλιζε (συχνά) ο ποταμός και αφαιρούσε αρόσιμες εκτάσεις από τους Λαρισαίους. Αλλά αργότερα έριχναν χώματα και επανόρθωναν τη γη. Αυτοί (οι Λαρισαίοι) παλιότερα (πριν από την Ελληνιστική Εποχή) κατείχαν την Περραιβία και εισέπρατταν φόρους μέχρι που ο Φίλιππος έγινε κύριος της περιοχής.» Στράβων, Θ΄ 5,19
Ήταν κτισμένη γύρω από το λόφο του Φρουρίου ή Αγίου Αχιλλίου, όπως λέγεται σήμερα και η έκτασή της ήταν αισθητά μικρότερη της σημερινής. Βόρεια και δυτικά έφτανε ως τις όχθες του Πηνειού, ανατολικά στο ύψος της Πλατείας Λαού (υπόγειο πάρκιγκ) και νότια περίπου έως το ύψος της οδού Γρηγορίου Ε΄ και Ηπείρου.
Θεόφραστος: Ταύτιση Λάρισας και Πελασγικού Άργους
«Το Άργος το Πελασγικό άλλοι δέχονται ότι ήταν η θεσσαλική πόλη, η κτισμένη κοντά στη Λάρισα, που σήμερα δεν υπάρχει και άλλοι (εννοούν) όχι την πόλη, αλλά
39 τη θεσσαλική πεδιάδα που ονομάζεται έτσι εξαιτίας του Άβαντα που από το Άργος ήρθε εδώ.» Θεόφραστος, «Περί φυτών αιτιών» Ε΄ 14,3
Το πολίτευμά της ήταν πάντα αριστοκρατικό και δικαίωμα ψήφου είχαν οι μεγάλοι κτηματίες, μικρό μέρος των οποίων ήταν και κάποιοι αυτόχθονες προ-Θεσσαλοί.
Από τα εκθέματα του Μουσείου της Λάρισας: επιτύμβια στήλη
Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι συμφωνούν ότι ο χώρος συγκέντρωσης των πολιτών, η Αγορά δηλαδή, ήταν δυτικά του Φρουρίου (προς την Κεντρική Πλατεία).
Ο Αριστοτέλης για τις εκλογές των αντιπροσώπων στη Λάρισα
« (…) εν Λαρίση οι πολιτοφύλακες διά τό αιρείσθαι αυτούς, τόν όχλον εδημαγώγουν (…)έν δέ τη ειρήνη διά τήν απιστίαν τήν πρός αλλήλους εγχειρίζουσιν τήν φυλακήν στρατιώταις καί άρχοντι μεσιδίω όπερ συνέβη εν Λαρίση επί της των Αλευάδων αρχής των περί Σίμου.» Αριστοτέλης: «Πολιτικά» 5,5
Αργότερα, στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. κτίζεται το Αρχαίο Θέατρο της πόλης (θέατρο α΄) στο οποίο παίρνονταν οι σοβαρές αποφάσεις για την πόλη και δίνονταν παραστάσεις έργων των αρχαίων τραγικών και κωμωδιογράφων. Για το Αρχαίο θέατρο της Λάρισας θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω.
40
Νομίσματα της Λάρισας με το άλογο και τη Νύμφη Λάρισα
Ανώτερο αξίωμα της πόλης ήταν ο Ταγός. Ο Ταγός της Λάρισας ήταν και ταγός συνήθως ολόκληρης της Θεσσαλίας (ο «ταγός» προέρχεται από το ρήμα τάσσω και σημαίνει τον ανώτερο πολιτικό και στρατιωτικό άρχοντα, τον ηγέτη, τον αρχηγό). Ο τίτλος του Ταγού ήταν κληρονομικός και μεταβιβαζόταν σε πρόσωπα της ίδιας οικογένειας. Ο γνωστότερος οίκος των ταγών της Λάρισας ήταν αυτός των Αλευάδων με μυθικό πρώτο ταγό τον Αλεύα τον Πυρρό (δες α΄ τόμο). Κοντά στην πόλη, λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα απ’ αυτήν ήταν κτισμένη η πόλη Άργισσα, στην οποία αναφερθήκαμε στην προηγούμενη ενότητα, γνωστή και ως Άργουρα. Στα κλασικά χρόνια, αλλά και στην Ελληνιστική Εποχή οι αρχαίοι συγγραφείς (Στράβων, Στέφανος Βυζάντιος) αναφέρουν στις όχθες του ποταμού Πηνειού, δυτικά της Λάρισας, τη μικρή πόλη Άργουρα. Πρόκειται φυσικά για το διάδοχο οικισμό της νεολιθικής Άργισσας. Πολύ σπουδαία πόλη της Πελασγιώτιδας υπήρξε η Κραννών, κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό. Ονομάστηκε έτσι από μια πηγή (κράννα σημαίνει πηγή στην αιολική διάλεκτο), το νερό της οποίας ήταν θερμό και ιαματικό. Ο Στράβων πίστευε ότι πριν από την κάθοδο των Θεσσαλών, η πόλη ονομαζόταν Εφύρα. Από την Κραννώνα κατάγονταν οι Σκοπάδες, ένας θεσσαλικός οίκος ταγών. Η ακριβής θέση της αρχαίας Κραννώνος έγινε γνωστή από μια επιγραφή που βρήκε ο Άγγλος περιηγητής Leak, στις αρχές του 19ου αιώνα, κοντά στη θέση που ήταν η ιαματική πηγή. Εκεί εικάζεται ότι υπήρχε ναός προς τιμήν του Ασκληπιού. Στις πλαγιές του λόφου Κάστρο της περιοχής, σώζονται λείψανα αρχαίου τείχους. Επίσης, βρέθηκαν στην περιοχή πολλοί συνεχόμενοι τύμβοι (3-4 μ.) από την περιοχή του κάστρου μέχρι τα όρια του σημερινού χωριού Δοξαράς.
41
Κιβωτιόσχημος τάφος από την Κραννώνα
Επιτύμβια στήλη από την περιοχή του Δοξαρά
Οι τύμβοι σκέπαζαν δεκάδες τάφους, κιβωτιόσχημους ή θολωτούς από τη Μυκηναϊκή Εποχή (πελασγική Κραννών). Οι θέσεις ίσως αυτές προσφέρονται για επίσκεψη σχολείων κατόπιν σχετικής συνεννόησης με τους αρμόδιους αρχαιολόγους. Η πόλη είχε φτάσει σε μεγάλη ακμή και έφτασε κάποια στιγμή αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία της Λάρισας.
42
Νοτιoανατολικά βρισκόταν η πόλη Σκοτούσσα, που έφτασε σε μεγάλη ακμή κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και είχε δικό της νομισματοκοπείο.
Ασημένια δραχμή της Σκοτούσσας
Το ιππικό της θεωρούνταν από τα καλύτερα της περιοχής . Το 368 την κατέλαβε ο Αλέξανδρος των Φερών και αργότερα ο Φίλιππος ο Β΄. Από το 2ο αιώνα π.Χ. η πόλη έπεσε σε παρακμή. Σπουδαιότερη πόλη και κύρια αντίπαλος της Λάρισας ήταν οι Φερές (σημ Βελεστίνο)που κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. έφτασε στο απόγειο της ακμής της υπό την ηγεσία διαφόρων τυράννων, με πιο σημαντικό τον Ιάσονα των Φερών ο οποίος προσπάθησε να ενώσει όλους τους Έλληνες κάτω από το σκήπτρο του με σκοπό την οργάνωση εκστρατείας στην Περσία.
Ασημένιο ημίδραχμο (400-375) και χάλκινο νόμισμα των Φερών . Το πρόσωπο που παριστάνεται είναι η Εκάτη ενώ η πίσω όψη του αργυρού παριστάνει την Υπέρεια Νύμφη
Επίνειο των Φερών ήταν η πόλη Παγασαί, 5-6 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ιωλκού. Μικρότερες πόλεις της Πελασγιώτιδας ήταν το ομηρικό Αρμένιον ή Ορμένιον, το Φάκιο στα σύνορα με τη Θεσσαλιώτιδα και ο Άτραξ ανάμεσα στα χωριά Κάστρο και Πηνειάδα, που οφείλει το όνομά του στον Άτραγα το γιο του Πηνειού και της Βούρης. Είχε εκδώσει νομίσματα τον 4ο αιώνα π.Χ.. Μερικοί ιστορικοί τοποθετούν τον Άτραγα στην Περραιβία. Η Αχαΐα Φθιώτις Οι κάτοικοι της περιοχής ήταν οι Αχαιοί που αναφέρονται στην Ιλιάδα στον κατάλογο των πλοίων ως άνδρες του Αχιλλέα, μαζί με τους Μυρμιδόνες και τους Έλληνες. Η αρχική έκταση
43
της Φθιώτιδας ήταν πολύ μεγαλύτερη, από την περιοχή βόρεια της Φαρσάλου και την Ιωλκό μέχρι την Ηράκλεια Τραχίνα (Μαλιακός) κι από τις πηγές του Σπερχειού μέχρι τον Παγασητικό κόλπο. Η έκτασή της συρρικνώθηκε με την άφιξη των εισβολέων Θεσσαλών που κατέκτησαν την Τετράδα Φθιώτιδα (πεδιάδα των Φαρσάλων), μετονόμασαν την πρωτεύουσά της από Φθία σε Φάρσαλο και κατέστησαν υποτελή την ορεινή Αχαΐα Φθιώτιδα 17.
Αχαΐα Φθιώτις Αργότερα έχασαν από τους Μαλιείς τις νοτιότερες περιοχές του κράτους τους (πηγές του Σπερχειού Εχίνος, κ.α.). οι κυριότερες πόλεις της ορεινής Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν οι πιο κάτω: Στα ΒΔ ήταν κτισμένη η Εκκάρα, πολύ κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό, όπου σώζονται τμήματα οχύρωσης. Ανατολικότερα της Εκκάρας βρίσκονταν οι Θαυμακοί (το σημερινό όνομα της κωμόπολης Δομοκός, φαίνεται ότι προήλθε από παραφθορά του αρχαίου). Η ακρόπολή της, κτισμένη σε υψόμετρο 616 μ., ήταν από τις πιο οχυρές θέσεις της Αχαΐας. Η
44
πόλη έφτασε σε ακμή μετά το 230 π.Χ., έτος κατάληψής της από την Αιτωλική Συμπολιτεία. Άλλη πόλη ήταν η Πρόερνα, κτισμένη σε ένα ύψωμα κοντά στα Βρυσιά των Φαρσάλων. Η πόλη ερημώθηκε μετά την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους το 191 π.Χ18. Σημαντική πόλη ήταν η Μελίτεια, κτισμένη σε υψόμετρο 680 μ. Κοντά στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, δίπλα στο σημερινό χωριό Μελιταία. Μερικοί ιστορικοί, ανάμεσά τους και ο Στέλιν, πιστεύουν ότι το αρχικό της όνομα ήταν Πύρρα και η παλιά θέση της ήταν χαμηλότερα στην πεδιάδα. Μάλιστα οι Μελιταιείς πίστευαν ότι τα ερείπια ανήκαν στη μυθική πόλη Ελλάς. Τον 5ο αιώνα π.Χ. η Μελίτεια ήταν σε νομισματική ένωση με τις Φερές μέχρι και τα χρόνια των τυράννων των Φερών (τέλος 4ου αι. π.Χ.). Τα περισσότερα νομίσματα της πόλης εικονίζαν ένα στάχυ. Το 265 π.Χ. μετείχε στην Αιτωλική Συμπολιτεία και αργότερα στο τελευταίο Κοινό των Θεσσαλών. Πολύ ισχυρή πόλη και αντίπαλος της Μελίτειας ήταν το Πεύμα. Ήταν κτισμένη στην κορυφή του βουνού (617 μ.) που βρίσκεται δίπλα στην Καλλιθέα των Φαρσάλων και τα ερείπιά της είναι τα καλύτερα διατηρημένα της περιοχής. Στην περιοχή σήμερα (2007) εκτελούνται ανασκαφικές εργασίες από ομάδα φοιτητών και καθηγητών της Αρχαιολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αλμπέρτα του Καναδά υπό την επίβλεψη του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου των Αθηνών.
Τμήμα της οχύρωσης στο Πεύμα19
45
Ο λόφος στην κορυφή του οποίου είναι τα ερείπια της πόλης Πεύμα19
Περιμένουμε, λοιπόν, την περάτωση του έργου τους και τη δημοσίευση σχετικά με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της ομάδας. Η πόλη συμμετείχε στο Κοινό των πόλεων της Αχαΐας κι αυτό το συμπεραίνουμε από το «ΑΧ» που είναι χαραγμένο στα νομίσματά της. Εποχή άνθισης της πόλης ήταν η περίοδος 3ου- 1ου αιώνα π.Χ.. Το όνομά της δεν έχει ετυμολογηθεί ακόμη. (Προσωπικά πιστεύουμε ότι ίσως προέρχεται από το ρήμα «πεύθομαι»=πληροφορούμαι και τα παράγωγα ουσιαστικά «πεύσις»=ερώτηση ή πληροφορία και «πευθώ»=είδηση. Αν η πιθανότητα αυτή επαληθευθεί, από τους ειδικούς, τότε ίσως το Πεύμα να αποδειχθεί κάτι σαν κέντρο μαντείας ή και μαγείας, κάτι που ευνοεί και η θέση του). Άλλες μικρότερες ημιορεινές πόλεις της Αχαΐας Φθιώτιδας ήταν η Πήρεια λίγο ανατολικότερα των Θαυμακών, η Φυλλιαδών κάπου στα σύνορα των σημ. επαρχιών Δομοκού και Αλμυρού και η Ομβριακή με τις Ξυνίες δίπλα στην αποξηραμένη σήμερα λίμνη Ξυνιάδα. Πόλεις που βρίσκονταν στην ανατολική Αχαΐα Φθιώτιδα (στο Ν. Μαγνησίας σήμερα) ήταν οι Φθιώτιδες Θήβες και η γειτονική Πύρασσος (Ν. Αγχίαλος) το Δίον, ο Φθιωτικός Ορχομενός, η Δημητριάς (στα Ελληνιστικά χρόνια) η ορεινή Φυλάκη, πατρίδα του μυθικού Πρωτεσίλαου (δες α΄ τόμο), η Ιτών(ος) όπου λατρευόταν η Ιτωνία Αθηνά, η Άλως (ή Άλος) και οι πόλεις του νότου Πτελεός, Αντρών (Φανός Μαγνησίας σήμερα), Λάρισα Κρεμαστή και Αλώπη.
46
Νόμισμα της Λάρισας με την ομώνυμη Νύμφη (αριστερά) και νόμισμα από τη Λάρισα Κρεμαστή του 302-286 π.Χ. που παριστάνει ίσως την κεφαλή του Αχιλλέα (δεξιά).
Οι τέσσερις τελευταίες υποστηριζόμενες από μακεδονική φρουρά αντιστάθηκαν πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες θεσσαλικές πόλεις στη ρωμαϊκή εισβολή και έπεσαν τελικά το 171 π.Χ.20. Τέλος αξίζει να αναφερθούμε λίγο περισσότερο στην Ερέτρια και το Θετίδιο ως Αχαϊκές πόλεις που βρίσκονται εντός των ορίων του νομού της Λάρισας. Η πόλη Ερέτρια αναφέρεται από τον Πολύβιο (ΙΗ΄ 20, 5) ως πόλη της Αχαΐας Φθιώτιδας ενώ το Θετίδιο ανήκε στην Τετράδα Φθιώτιδα. Τα ερείπια της Ερέτριας βρίσκονται κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό και σε κατηφορική πλαγιά κοντά στις όχθες του Ενιπέα προς τον Παλιόμυλο. Τα τείχη της είχαν πάχος 2,5-3 μ. και σε κάποια μέρη σώζονται μέχρι του ύψους των 2 μέτρων. Η ακρόπολη ήταν νότια, στο πιο απρόσιτο μέρος της περιοχής . Εκεί βρέθηκε μια επιγραφή της Αρχαϊκής Εποχής (700-500 π.Χ.) που επιβεβαιώνει τη λατρεία του Απόλλωνα, στην οποία αναφέρθηκε και ο Στράβων (θ,΄47). Η θέση Τσαγγλί Μαγούλα21 της προϊστορικής εποχής για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως είναι σε άλλη θέση αρκετά πιο μακριά προς το Βορρά. Η θέση του Θετίδιου πιθανολογείται στις ΝΔ υπώρειες του Χαλκωδόνιου όρους (Καραντάου) πολύ κοντά στην αρχαία Σκοτούσσα. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της θεάς Θέτιδας, μητέρας του Αχιλλέα (α΄ τόμος). Τέλος μικρότεροι οικισμοί στην επαρχία των Φαρσάλων, που αναφέρονται και από τον Ξενοφώντα στα Ελληνικά του ήταν ο Πρας και το Ναρθάκιον, στις πλαγιές του ομώνυμου όρους. Γνωστή στην ιστορία είναι και η θέση Κυνός Κεφαλαί. Έτσι ονομάζονταν δυο απόκρημνοι βράχοι του Χαλκωδόνιου όρους, βορείως της Σκοτούσσας και του Θετίδιου. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο σχήμα των βράχων. Σ’ αυτή τη θέση ο στρατός του Θηβαίου Πελοπίδα
47
νίκησε τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου των Φερών (364 π.Χ.) και αργότερα ο Ρωμαίος ύπατος Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος νίκησε τον προτελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε, πατέρα του Περσέα, και κυριάρχησε οριστικά στη Θεσσαλία. Η Μαγνησία Η Μαγνησία της Αρχαιότητας περιελάμβανε όλη την ανατολική παράκτια ζώνη του Αιγαίου από τις εκβολές του Πηνειού ως το σημερινό Τρίκερι. Δυτικά όρια αυτής της ζώνης ήταν η νοητή γραμμή που σχηματίζεται από τη λίμνη Νεσσωνίδα, τη λίμνη Βοιβηίδα, τους λόφους του Σέσκλου (Πιλάφ τεπέ) και τον Παγασητικό, λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από την Ιωλκό. Κυριότερες πόλεις του Νότου ήταν οι εξής : προς την πλευρά του Αιγαίου η Ολιζών, οι Αφέται, που ονομάστηκαν έτσι διότι πιστεύεται ότι από εκεί ξεκίνησαν οι Αργοναύτες την εκστρατεία τους, η Θαυμακία και προς τον Παγασητικό η Κορόπη, οι Κορακαί, η Μεθώνη, το Ορμίνιο, η Ιωλκός, που ήταν η κυρίαρχη πόλη της Μαγνησίας. Μερικοί εντάσσουν στις μαγνησιακές πόλεις και την μακεδονική Δημητριάδα. Το βορειότερο όρος της αρχαίας Μαγνησίας ήταν η Όσσα {(= παρατηρητήριο) που προέρχεται από το ρήμα «όσσομαι» = βλέπω, προβλέπω, προφητεύω} που οι πρόποδές του ξεκινούν από το Αιγαίο και τα Τέμπη και καταλήγουν εσωτερικά στις όχθες των δυο λιμνών της θεσσαλικής πεδιάδας. Γύρω από την Όσσα ήταν κτισμένες οι πόλεις : Ομόλιον (βόρεια), Ευρυμεναί, Μύραι, Ριζούς και Μελίβοια στην ανατολική πλαγιά και η Άμυρος , στις όχθες του Άμυρου ποταμού, δυτικά. Το Ομόλιον ήταν κτισμένο στους βόρειους πρόποδες της Όσσας χωρίς να είναι πολύ κοντά στη θάλασσα.
48
Χάρτης της αρχαίας Μαγνησίας
Κοντινότερες εξωμαγνησιακές πόλεις σ’ αυτήν ήταν οι Γόννοι της Περραιβίας και το Ηράκλειον (Πλαταμώνας) με τη Φίλα της Μακεδονίας. Η ακρόπολη της πόλης ήταν κτισμένη αρκετά ψηλά (233 μ.) και κοντά στον Ι. Ναό (εξωκλήσι) του Προφ. Ηλία του σημερινού χωριού Ομόλιο. Εκεί βρέθηκαν τα θεμέλια ενός ναού και θραύσματα μελανόμορφων αγγείων του 5ου και 4ου αιώνων π.Χ. καθώς και η βάση του ποδιού ενός τεράστιου αγάλματος (5 μ.) που πιθανολογείται ότι παρίστανε το Δία. Από την ακρόπολη, έως τα ριζά του βουνού, πολύ κοντά στο σημερινό χωριό, κατέβαινε ζεύγος τειχών στις άκρες των δύο ρεμάτων της περιοχής.
49
39. Δήμος Ευρυμενών: Το αρχαίο Ομόλιον
«…Η Ομόλη γνώρισε μεγάλη ακμή τον 4ο αι. π.Χ. και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως πολιτικό και κοινωνικό κέντρο της εποχής. Εδώ συναντιόνταν οι αντιπροσωπείες των Μαγνητών, των Περραιβών και των Φθιωτών (που αποτελούσαν την Αμφικτυονία του Απόλλωνα ή των Τεμπών), εδώ έγιναν οι σημαντικότερες συμφωνίες μεταξύ των Πελασγών, των Μαγνητών, των Μακεδόνων και των Περραιβών, εδώ συνομίλησαν το 172 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας με το Ρωμαίο Κόιντο Μάρκιο Φίλιππο. Η έντονη παρουσία της αρχαίας Ομόλης υποδηλώνεται ακόμα από τη λειτουργία του νομισματοκοπείου της, που ήταν από τα σπουδαιότερα της Κεντρικής Ελλάδας και η ύπαρξη του οποίου, σύμφωνα με ευρήματα φτάνει ως τον 3ο π.Χ. αιώνα. Έτσι δεν είναι τυχαίο που αρκετοί συγγραφείς, όπως ο Στράβων, ο Παυσανίας και ο Απολλώνιος χαρακτηρίζουν με τα γραπτά τους με το όνομα της Ομόλης ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Όσσας. Τα ερείπια της αρχαίας Ομόλης που σώζονται ακόμα και σήμερα -κοντά στο χωριό, όπου και το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία- παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον, ενώ τα ευρήματα από ανασκαφές φιλοξενούνται σήμερα στο Μουσείο του Βόλου αλλά και σε άλλα μουσεία της Ελλάδας.» http://www.dimos-eurimenon.gr/contents/contents.php?cat=7
Το Ομόλιον ήταν σημαντική Μαγνησιακή πόλη, η σπουδαιότερη εκτός του Παγασητικού, η οποία μάλιστα έστειλε στην Αμφικτυονία των Δελφών πέντε φορές αντιπροσώπους (Ιερομνήμονες) από τους δύο συνολικά που έστελναν οι Μάγνητες. Το Ομόλιον έκοβε νομίσματα μέχρι και τον 3ο π.Χ. αιώνα22.
Χάλκινο νόμισμα Ομολίου
Όταν το 167 π.Χ. διαλύθηκε η συμμαχία ΜακεδόνωνΜαγνητών το Ομόλιον προσκολλήθηκε στη Θεσσαλία (Στέλιν) με την οποία είχε ανετότερη συγκοινωνία. Από την Ομόλη έχουμε πολλά ευρήματα, μερικά από τα οποία εικονίζονται στην παρούσα εργασία.
50
Μερικά από τα ευρήματα του Ομολίου
Η άλλη γνωστή πόλη της περιοχής ήταν οι Ευρυμεναί, που σύμφωνα με το Στράβωνα23 βρισκόταν κοντά στο Ομόλιο και κατά τον Απολλώνιο το Ρόδιο ήταν κτισμένη κοντά στη θάλασσα και έκοβε δικό της νόμισμα. Οι περισσότεροι ερευνητές πιστεύουν ότι η θέση της πόλης ήταν στο Κόκκινο Νερό . Επόμενη πόλη ήταν η Ριζούς24. Αυτή βρισκόταν πιθανότατα στην παράλια ζώνη κάπου μεταξύ της Παλιουριάς και της Κουτσουπιάς. Σπουδαιότατη πόλη ήταν η Μελίβοια, η πατρίδα του μυθικού ήρωα της τρωικής εκστρατείας Φιλοκτήτη. Έκοβε δικό της νόμισμα και ήταν αντίπαλος πόλη με τις Φερές την εποχή του τυράννου Αλεξάνδρου. Η κατοίκηση της πόλης σταματά το 186 π.Χ., έτος καταστροφής της από τους Ρωμαίους. Η πόλη έχει μείνει γνωστή στην ιστορία για την παραγωγή της πορφύρας25 και η ακριβής θέση της ήταν κάπου μεταξύ του Πολυδενδρίου και του Αγιόκαμπου. Κατά τη Βυζαντινή Εποχή (ίσως) οι κάτοικοι της Μελίβοιας ίδρυσαν τη Σκήτη, που είχε πιθανώς αρχικά την ονομασία Κενταυρόπολη. Νοτιότερα αυτών των πόλεων και κοντά στο σημερινό σύνορο των νομών Μαγνησίας και Λάρισας βρίσκονταν κατά σειρά η πόλη Κασθαναία, και τα πολίσματα Ιπνοί, Σηπιάς στα ομώνυμα ακρωτήρια αντιστοίχως.
51
Νομίσματα από τη Ρωμαική περίοδο της Μαγνησίας (196-146 π.Χ.): αργυρή δραχμή με το Δία (αριστερά) και χάλκινο (δεξιά)
Ως ερείπια της Κασθαναίας (τόπος με καστανιές), πιθανολογούνται τα ευρήματα στα ΒΑ του Κεραμιδίου σε βραχώδη περιοχή δίπλα στη θάλασσα. Ο Λυκόφρων (907) την αποκαλεί «απροίκιστη», χωρίς λιμάνι και καλλιεργήσιμη γη. Οι Ιπνοί βρίσκονταν στην παραλία του Βένετου, λίγο νοτιότερα της Κασθαναίας ενώ η ακτή της Σηπιάδας πρέπει να ήταν αυτή κάτω από το Πουρί του Πηλίου. Εκεί ήταν η Σηπιάς, όπου καταστράφηκε ένας μεγάλος αριθμός πλοίων του Ξέρξη, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε στην επικράτεια της Δημητριάδας26. Η περιοχή της Μαγνησίας είχε πολλά σπήλαια, πολύ γνωστά μάλιστα απ’ αυτά ήταν αυτό της Πλάκας στην Όσσα, κοντά στο χωριό Σπηλιά σε υψόμετρο 1100 μ. Το σπήλαιο αυτό, στολισμένο με σταλακτίτες, ήταν αφιερωμένο στις Νύμφες. Εκεί βρέθηκαν μαρμάρινες στήλες και πήλινα αφιερώματα. Στο Πήλιο27 βρέθηκε το Χειρώνιον άντρον (σπηλιά του Κενταύρου Χείρωνα), όπου, κατά τη μυθολογία, κατοικούσε ο Κένταυρος Χείρων (Χείρων< χειρ= χέρι, αυτός με το θαυματουργό χέρι) Η Τετράδα Φθιώτις Αυτή ήταν, από τους κλασικούς χρόνους, τμήμα της κυρίως Θεσσαλίας σε αντίθεση με την Αχαΐα Φθιώτιδα που θεωρούνταν εξωθεσσαλική , περίοικη δηλαδή, κατακτημένη χώρα (υποσημ. Ηρόδοτος Ζ΄132, 196, 198). Πρωτεύουσα της Τετράδος ήταν η Φάρσαλος, το τοπωνύμιο της οποίας προέρχεται από τη λέξη «φάρσος» που σημαίνει αποκομμένο τμήμα πόλης. Προκάτοχη πόλη της Φαρσάλου ήταν η Φθία, πρωτεύουσα των μυθικών Μυρμιδόνων (δες α΄ τόμο) και η οποία ήταν σίγουρα προθεσσαλική. Ήρωες των Φαρσαλίων ήταν ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος, ενώ λατρεύονταν μεταξύ άλλων ο Δίας Σωτήρ, ο Ερμής, η Αφροδίτη Πειθώ, η Θέτις, ο Παν και ο Χείρων. Η
52
Φθία ήταν κτισμένη στο λόφο κοντά στις πηγές του παραποτάμου του Πηνειού Απιδανού, ενώ η μετέπειτα Φάρσαλος, χαμηλότερα προς τους πρόποδες του λόφου. Στο τέλος της Αρχαιότητας ονομαζόταν Φάρσαλον και αργότερα Φάρσαλα.
Το φρούριο των Φαρσάλων
Δύναμη της πόλης ήταν η κυριαρχία της στις ορεινές περιοχές της Αχαΐας (υποσημ. Ξενοφών «Ελληνικά» και Θουκυδίδης δ΄ 78,1). Η Φάρσαλος, τουλάχιστον την Αρχαϊκή και την Κλασική Εποχή, βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τη Λάρισα. Ο γνωστότερος αριστοκρατικός οίκος ήταν αυτός των Εχεκρατιδών (Αντιοχιδών) που αντικαθιστούσε συχνά στην «ταγεία» της Θεσσαλίας τον αντίστοιχο οίκο των Αλευάδων της Λάρισας. Οι Εχεκρατίδες διατήρησαν τα σκήπτρα της πόλης μέχρι το 475 π.Χ. (μετά τους περσικούς πολέμους) για να αναλάβουν έπειτα την εξουσία οι ολιγαρχικοί της πόλης , οι περισσότεροι εκ των οποίων στηρίζονταν στη Σπάρτη (Στρόφακος, Πάναιρος, Πολυδάμας). Γνωστός ταγός της Φαρσάλου στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα , στα χρόνια της Λαρισινής κηδεμονίας ολόκληρης της Θεσσαλίας , ήταν ο Δάοχος, ο γιος του Ολυμπιονίκη Αγία. Όταν αργότερα συγκρούστηκαν για την ηγεμονία η Λάρισα και Φερές, η Φάρσαλος πήρε θέση υπέρ των δευτέρων. Ο Ξενοφών (υποσημ.Ελληνικά στ΄ 1,17) μας λέει ότι μετά το 395 π.Χ. η Φάρσαλος εξαναγκάστηκε να υποταχθεί στις Φερές παραχωρώντας στον Φεραίο ταγό τη νομή της εξουσίας στην Αχαΐα Φθιώτιδα.
53
Ημίδραχμο της Φαρσάλου. 450-400 π.Χ
Όταν στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ η Φάρσαλος συμμάχησε με τους Μακεδόνες, της επεστράφη η κατοχή του λιμανιού της Άλου και επειδή οι Φαρσάλιοι Δάοχος και Θρασύδαιος βοήθησαν τον Μακεδόνα βασιλιά στην καθυπόταξη της Θεσσαλίας, ορίστηκε η Φάρσαλος στο διάστημα 346-323 να αναλάβει τα ηνία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ολόκληρης της Θεσσαλίας. Πολύ αργότερα, το 196 π.Χ., η Φάρσαλος δεν ανήκε στο θεσσαλικό Κοινό , επειδή της δόθηκε το προνόμιο της ελεύθερης πόλης. Πάρα πολλά οικοδομικά μέλη της αρχαίας Φαρσάλου χρησιμοποιήθηκαν από τους Τούρκους κατακτητές για την κατασκευή διάφορων δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων (υποσημ. Stahlin: «Η Τετράδα Φθιώτιδα» Θεσσαλικό Ημερολόγιο Τ. 6ος – 15ος ), όπως το «σουνέτι» (κτίριο περιτομών) ή το τουρκικό νεκροταφείο. Πάντως μέχρι και σήμερα είναι ορατά τμήματα του τείχους νότια της σημερινής πόλης.
Ασημένια δραχμή της Φαρσάλου 400-344 π.Χ. (στη μορφή του ιππέα διακρίνεται η χαρακτηριστική «καυσία», θερινό καπέλο.)
Πολλά ευρήματα της αρχαίας Φαρσάλου κοσμούν μουσεία της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού. Στην ίδια την πόλη ο επισκέπτης μπορεί να δει υπολείμματα ενός μυκηναϊκού θολωτού τάφου, μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα με επιγραφή για κάποιους ακτήμονες που απέκτησαν γη (400 π.Χ.) που αποτελεί σήμερα την αγία τράπεζα στον Ι. Ναό των Εισοδίων στο Ρίζι των Φαρσάλων καθώς και την Αρχαιολογική Συλλογή των Φαρσάλων στο 1ο Δ. Σχολείο της πόλης. Και κάπου εδώ θα
54
πρέπει να αναρωτηθούμε: Μήπως ήρθε η ώρα για Μουσείο στα Φάρσαλα; Πολύ σημαντικό εύρημα είναι το λεγόμενο ανάγλυφο της Φαρσάλου (470 π.Χ.) το οποίο παριστάνει δύο γυναίκες και θεωρείται αριστούργημα λεπτότητας και χάρης αλλά είναι πολύ…δύσκολο να το θαυμάσουμε διότι βρίσκεται στις προθήκες του Μουσείου του Λούβρου, όπου το μετέφερε, προφανώς για να το….προφυλάξει ο Γάλλος περιηγητής L. Heuzey. Σημαντικό είναι επίσης και το αναθηματικό συγκρότημα από εννιά μαρμάρινους ανδριάντες που πρόσφερε το 340 π.Χ. ο Δάοχος προς τιμήν των προγόνων του στους Δελφούς (Μουσείο Δελφών). Στην επικράτεια της Φαρσάλου ανήκε το Θετίδιο (ή Θετίδειον) και η Σκοτούσσα.
Ασημένιο ημίδραχμο Σκοτούσσας 400-367
Σύμφωνα με το Στράβωνα το Θετίδιον πρέπει να βρισκόταν στην κοιλάδα του Ενιπέα πολύ πριν την Ερέτρια και κοντά στην Παλαιοφάρσαλο, κοντά στο χωριό Κάτω Δασόλοφο (Στράβων θ΄431).
Νόμισμα της πόλης Ριζούς (Άρτεμις) και ασημένια δραχμή της Σκοτούσσας (450400)
Εκεί κοντά είχε στρατοπεδεύσει ο Ρωμαίος στρατηγός Χοστίλιους το 170 π.Χ. (Λίβιος 44, 1,5), ενώ η πεδιάδα βορείως των Φαρσάλων και πριν από την κοίτη του Ενιπέα ήταν το επίκεντρο της σύγκρουσης των στρατών του Ιουλίου Καίσαρα και του Πομπήιου, το 48 π.Χ.. Πιο πιθανό φαίνεται ότι το Θετίδιο και η Σκοτούσσα ήταν κοντά στα σημερινά ομώνυμα χωριά. Τα ερείπια κοντά στο χωριό Πολυνέρι , στο λόφο
55
Χτούρι, ανήκουν σε πόλη της Μυκηναϊκής περιόδου. Ίσως στη μυθική πόλη Ελλάς. Άλλοι ιστορικοί (Wace – Allen) τοποθετούν την πόλη Ελλάς κοντά στην πηγή της Υπέρειας. Η Εστιαιώτιδα {Η Εστιαιώτιδα, η Θεσσαλιώτιδα, η Δολοπία είναι έξω από το κεντρικό μας θέμα που είναι κυρίως η περιοχή της Λάρισας, αλλά πρέπει να αναφερθούμε , έστω περιληπτικά, και σ’ αυτές για να έχουμε μια πληρέστερη , το κατά δύναμη, συνολική εικόνα της αρχαίας Θεσσαλίας} Η Εστιαιώτις ή Ιστιαιώτις μαζί με τη Δολοπία, ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους «Άνω Θεσσαλία» (Στράβων θ΄437), επειδή βρισκόταν κοντά στην οροσειρά της Πίνδου. Τα όριά της ήταν στα βόρεια η κοιλάδα του ποταμού Ίωνα (Μουργκάνης) και τα Καμβούνια, νότια ο ποταμός Πάμισος, δυτικά η κορυφογραμμή της Πίνδου , ενώ ανατολικά με την επικράτεια των πόλεων Περραιβίας, δηλαδή η έκταση της Εστιαιώτιδας κάλυπτε περίπου το σημερινό νομό των Τρικάλων. Οι βορειότερες πόλεις της Εστιαιώτιδας ήταν η Οξύνεια και σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς η Μονδαία. Πάντως άλλοι την εντάσσουν στην Περραιβία.
Νόμισμα από τις Φθ. Θήβες ΚΑΙ ΑΠΌ ΤΗΝ Τρίκκη (ασημένιο ημίδραχμο 480-420)
56
Η Εστιαιώτις και η Θεσσαλιώτις
Στην πεδιάδα ήταν κτισμένη η Φαΰτός (Ζάρκο), η Φαρκαδών, το Πελιναίον και η πρωτεύουσα Τρίκκη που διαρέεται από τον παραπόταμο του Πηνειού Ληθαίο28. Κοντά στην Καλαμπάκα ήταν το Αιγίνιο. Βορειότερα του Αιγινίου κατοικούσαν διάφορα συγγενή με τους Θεσσαλούς φύλα, όπως οι Τυμφαίοι (όρος Τύμφη) και οι Αίθικες. Στις βουνοπλαγιές του Κόζιακα (Κερκέτιο όρος) πρέπει να ήταν οι πόλεις Φαλώρεια και Πιάλεια. Σπουδαία πόλη της Εστιαιώτιδας ήταν οι Γόμφοι που κυριαρχούσαν στα δυο περάσματα της περιοχής, δηλαδή τις κοιλάδες του Πορταΐκού
57
ποταμού και του Πάμισου. Μικρότερες πόλεις ήταν το Αθήναιον και το Πότναιον και στην πεδιάδα η Φήκη και η Σιλάνα. Στη νότια Εστιαιώτιδα βρισκόταν η Μητρόπολη (Ονθύριο) και η Ιθώμη που σήμερα περιλαμβάνονται εντός των ορίων του νομού της Καρδίτσας. Η Θεσσαλιώτιδα Η ονομασία της οφείλεται στην άφιξη των νέων κατακτητών (Θεσσαλών) που κυριάρχησαν στην περιοχή. Σπουδαιότατη πόλη-κέντρο της περιοχής, κτισμένη σε απομονωμένο λόφο, σαν νησίδα μέσα στον κάμπο, ήταν το Κιέριον που αντικατέστησε την προθεσσαλική Άρνη. Άλλες μικρότερες πόλεις ήταν η Καλλίθηρα, το Θετώνιο, το Τεύμα και δίπλα στην Πελασγιώτιδα το Φάκιο, το Λιμναίον , ο (η) Φύλλος, όπου υπήρχε το ιερό του Φυλλίου Απόλλωνα, το Αστέριον και η Πειρασία. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση της πόλης Ίχνες, όπου, σύμφωνα με το Στράβωνα (Θ 435) λατρευόταν η Ιχναία Θέμις. Νοτιοδυτικά της Θεσσαλιώτιδας κατοικούσαν οι Δόλοπες που θεωρούνταν αρχαίο ελληνικό έθνος. Στα Μυκηναϊκά χρόνια φαίνεται πως ηττήθηκαν από τους Αχαιούς της Φθιώτιδας και ένα μεγάλο τμήμα του λαού τους αποχώρησε κι εγκαταστάθηκε στη Σκύρο, όπου πολύ αργότερα εξοντώθηκαν από τους αρχαίους Αθηναίους. Τα υπόλοιπα πολίσματα των Δολόπων ήταν υποταγμένα στην Θεσσαλιώτιδα, μέχρι το 198 π.Χ. που έπεσαν στα χέρια της Αιτωλικής Συμπολιτείας, το 174 π.Χ. στον Περσέα της Μακεδονίας και το 167 π.Χ. υποτάχθηκε ως «ελεύθερη» χώρα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Γνωστές πόλεις της Δολοπίας ήταν οι Κτιμένες (ή Κτιμένη), η Μενελαΐς και οι Αγγείαι. Σπουδαίο ήταν το ιερό της Ομφάλης (τοπική λατρεία) ΝΔ της σημερινής Λουτροπηγής Σμοκόβου29. Τέλος οι πόλεις Αργιθέα (Αργεθία) και Πότναιο ανήκαν στην επικράτεια της Αθαμανίας. Η πόλη Λάρισας Η λέξη Λάρισσα είναι προελληνική και σημαίνει ακρόπολη. (Για την προέλευση του ονόματος και άλλα μυθικά στοιχεία δες τον α΄ τόμο).
Επαμεινώνδας Φαρμακίδης: Η θέση της Λάρισας
«Η Λάρισα κειμένη εις την δεξιάν όχθην του Πηνειού ποταμού, ευρίσκεται εις το αυτό σημείον, εις ο και ότε αρχικώς εκτίσθη. Εκ του ονόματος δε αυτής,
58 σημαίνοντος ακρόπολιν, εκ της διαπλάσεως του εδάφους της, κατά το υψηλότερον ιδίως μέρος αυτής και εκ των υπ’ αυτήν ανευρεθέντων πολλαχού διαφόρων αρχαιολογικών σημείων, φαίνεται ότι όντως η πόλις, ανέκαθεν από της κτίσεως αυτής, ευρίσκεται εις το αυτό σημείον, το οποίον, διά των επανειλημμένων προσχώσεων, γενομένων επί μακρά έτη εκ διαφόρων λόγων, έλαβε δε την μορφήν υψώματος, παρεμφερούς περίπου προς τους εν τη πέριξ αυτής πεδιάδι απαντώντας σποραδικώς τύμβους (τούμπες) κακώς δε τινές τοποθετούσιν αυτήν εις τον παρά το χωρίον Χατζηλάρ* χώρον, ένθα διακρίνονται ερείπια αρχαίων ελληνικών τειχών, άτινα όμως ….ανήκουσιν εις την διάσημον και πλουσίαν εν τη αρχαιότητι πόλιν των Πελασγών, την Κραννώνα.»
Χατζηλάρ= Τουρ. ονομ. Κραννώνος
Επαμεινώνδας Φαρμακίδης: «Η Λάρισα. Τοπογραφική και ιστορική μελέτη» εισαγωγή, σχόλια Κ. Σπανός εκδ. Γνώση Λάρισα 2001, σελίδα 18
Η κατοίκηση στην πόλη (λόφος Α. Αχιλλίου) είναι συνεχής από τη Χαλκοκρατία μέχρι σήμερα. Εκεί που είναι η Κεντρική πλατεία ήταν η Αγορά της αρχαίας πόλης, με ναούς, δημόσια κτίρια και κατοικίες των αρχόντων. Στην Αγορά σύχναζαν μόνο ελεύθεροι πολίτες , δηλαδή η εύπορη άρχουσα τάξη. Ο υπόλοιπος λαός και οι Πενέστες σύχναζαν στην εμπορική αγορά. Στην πλατεία Ταχυδρομείου πρέπει να βρίσκονταν ο ναός του Κερδώου Απόλλωνα. Το πολίτευμα της Λάρισας ήταν ολιγαρχικό μέχρι το 400 π.Χ. περίπου. Στην εποχή της Ρωμαιοκρατίας καθίσταται έδρα του Κοινού των Θεσσαλών με ανώτερο άρχοντα το Στρατηγό που αντικαθιστά τον τίτλο του Ταγού. Το 140 π.Χ. μάλιστα η Λάρισα αναγορεύτηκε σε πόλη Augusta από τον Οκταβιανό Αύγουστο, ως δείγμα μεγάλης εύνοιας των Ρωμαίων προς την πόλη. Από αυτή την περίοδο έχουμε πολλά ευρήματα, όπως τμήματα δρόμων, βαλανεία (δημόσια λουτρά), κατοικίες, ψηφιδωτά στο κέντρο της πόλης αλλά και σε περίχωρα (Καλό Νερό, Νερόμυλοι κ.α.)
Ρωμαϊκό λουτρό από τους Νερόμυλους Αγιάς
59
Το σημαντικότερο όμως εύρημα είναι το Αρχαίο Θέατρο της πόλης (Α΄), στα ριζά του λόφου του Φρουρίου, στο οποίο οι εργασίες και οι απαλλοτριώσεις των πέριξ οικοπέδων συνεχίζονται ως σήμερα. Αυτό κατασκευάστηκε στα Ελληνιστικά χρόνια και όταν με τη ρωμαϊκή κατάκτηση, έπαψε να χρησιμοποιείται για θεατρικές παραστάσεις, ος κατασκευάστηκε το Θέατρο Β΄(1 π.Χ. αι.) ανάμεσα στο Εργατικό Κέντρο και στο παλαιό κτίριο της Περιφέρειας (δες λεπτομέρειες στο κεφάλαιο «Αρχαίο Θέατρο Λάρισας» που ακολουθεί). Στην πόλη λατρευόταν, σύμφωνα με επιγραφές που έχουν σωθεί, εκτός του Κερδώου Απόλλωνα, η Πολιάς Αθηνά και ο Ελευθέριος Δίας, χωρίς όμως να έχουμε ευρήματα τέτοιων ναών. Άλλοι μικρότερης σημασίας ναοί ήταν της Δήμητρας, της Αφροδίτης Ανοσίας (όπου σύμφωνα με την παράδοση κάποιες Λαρισαίες σκότωσαν με λιθοβολισμό την εταίρα Λαΐδα, ίσως επειδή ζήλεψαν τα κάλλη της). Μικρότερα ιερά της Λάρισας ήταν αυτά του Βάκχου, της Εκάτης (Εννοδίας), του Ηρακλή και της Άρτεμης. Τέλος κατά το 2ο αιώνα π.Χ. , επηρεαζόμενοι από το θρησκευτικό συγκρητισμό της εποχής, οι Λαρισαίοι ανήγειραν ιερά προς τιμήν του Σέραπη, του Άνουβη και της Ίσιδας. Ακόμα, σύμφωνα πάντα με τις διασωθείσες επιγραφές, η Λάρισα είχε ένα Ωδείο και δύο Γυμνάσια.
Thomas D. Goodell: Η αφάνεια των αρχαίων μνημείων της Λάρισας
«…είχαμε ένα ολόκληρο απόγευμα για να ξεκουραστούμε και να δούμε τη Λάρισα και να κλείσουμε μια άμαξα για τα Τέμπη την επαύριο. Γυρίσαμε την πόλη, περάσαμε από το παζάρι και ανεβήκαμε εκείνη την ομαλή ανηφόρα της ακρόπόλης. Λίγα είναι τα δημιουργήματα των ανθρώπων της αρχαιότητας σ’ αυτή την περιοχή που μπορούν να φανούν. Το τι μπορεί να ανακαλύψουν οι μελλοντικές εκσκαφές δεν είναι σίγουρο. Παρακαταθήκη 3.000 ετών, μάλλον, βρίσκεται βαθιά στη γη…» Thomas D. Goodell, μτφ. Β. Αργυρούλη, «Ένα ταξίδι στη Θεσσαλία του 1897» Θεσσαλικό Ημερολόγιο, εκδ. Κ. Σπανός, 31 (Λάρισα 1997) σ. 279-288
Πολλές πληροφορίες για τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, μπορεί να λάβει κάθε ενδιαφερόμενος από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λάρισας στο κτίριο του παλιού τζαμιού και προσεχώς, ευχόμαστε σύντομα, στο νέο κτίριο του Διαχρονικού Μουσείου στο λόφο του Μεζούρλου.
60
Αξίζει να αναφερθεί ότι τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Λάρισσας έζησε ο φημισμένος γλύπτης Τηλεφάνης από τη Φώκαια
Νομίσματα της Λάρισας με την ομώνυμη Νύμφη
της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, στο εργαστήριό του στη Λάρισα κατασκεύασε το γλυπτό που παρίστανε τη Νύμφη Λάρισα, καθώς και ένα του Απόλλωνα30. Η Φίλα, μια μακεδονική πόλη στη Θεσσαλία Η πόλη Φίλα ιδρύθηκε πολύ αργότερα από τις υπόλοιπες θεσσαλικές πόλεις από το Μακεδόνα βασιλιά Δημήτριο Β΄ τον Αιτωλικό, λίγο μετά το 240 π.Χ. Ο σκοπός της ίδρυσης της πόλης ήταν ο έλεγχος των στενών των Τεμπών κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων Μακεδόνων και Αιτωλών. Έτσι, προφανώς, η πόλη είχε φρουριακή οχύρωση. Ονομάστηκε Φίλα προς τιμήν της γιαγιάς του Δημητρίου Φίλας που ήταν κόρη του Αντιπάτρου και σύζυγος του Δημητρίου Α΄ του πολιορκητή. Αναφορά στην πόλη Φίλα κάνει ο γεωγράφος Στέφανος Βυζάντιος (6ος αι. μ.Χ.) και πολύ αργότερα ο γνωστός μας από τις έρευνες στα Φάρσαλα Heurzey, Γάλλος περιηγητής που βρήκε νομίσματα με την παράσταση της θεάς Νίκης με τη λέξη ΦΙΛΑ και στην πίσω όψη με το γνωστό μακεδονικό έμβλημα, το ρόπαλο του Ηρακλή. Για τη θέση της πόλης ο Τίτος Λίβιος μας λέει ότι αυτή απείχε 7 χιλιόμετρα δυτικά του Ηρακλείου (Πλαταμώνας). Πιθανότερη θέση της πόλης φαίνεται πως είναι η περιοχή Μπουρουβάρια31 κοντά στα λιγοστά ερείπια του βυζαντινού οικισμού Διαβατό, που είναι ο προκάτοχος οικισμός του σημερινού Πυργετού. Την άποψη αυτή ασπάζονται τόσο ο Heurzey όσο κι ο Desdevise.
61
5. Από τις δυναστείες των Αλευάδων και των Σκοπάδων στην ενωμένη Θεσσαλία
Ο οίκος των Αλευάδων Γενάρχης αυτής της φημισμένης θεσσαλικής οικογένειας θεωρείται ο Αλεύας ο Πυρρός, γύρω από το πρόσωπο του οποίου πλέκεται η ιστορία κι ο μύθος. Κατά την ελληνική μυθολογία ο Αλεύας ο Πυρρός (ξανθός) ήταν γιος του Θεσσαλού και εγγονός του Ηρακλή. Κατά την ιστορία γονείς του ήταν ο Σίμος και η Αρχεδίκη. Ο Αιλιανός («Περί ζώων ιδιότητος η΄ 11») μας διασώζει την παράδοση ότι ο Αλεύας ήταν βοσκός βοδιών κάπου στην Όσσα και ότι τον ερωτεύτηκε ένας δράκοντας (φίδι). Κάποιοι ιστορικοί τοποθετούν χρονικά τη δράση του κάπου στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. και άλλοι στο τέλος του 6ου αι32. Γιοι του ήταν ο Θώραξ, ο Ευρύπυλος κι ο Θρασυδαίος.
Αριστερά νόμισμα από τη Λάρισα με τη μορφή του Αλεύα και δεξιά νόμισμα του 1,5 οβολού, με τη μορφή της Νύμφης Λάρισας και ιππέα. Διακρίνεται η χαρακτηριστική «καυσία» (καπέλο)
Φαίνεται πως οι μύθοι γύρω από το πρόσωπό του γράφηκαν δύο αιώνες αργότερα, στα χρόνια της κυριαρχίας του Μ. Αλεξάνδρου. Κι αυτό όχι τυχαία: Φίδι εμφανίστηκε κοντά στον Αλεύα, φίδι παρουσιάστηκε και στην Ολυμπιάδα πριν γεννήσει τον Μ. Αλέξανδρο. Κατά τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιήθηκε και ο μύθος του Νεοπτόλεμου (Α΄ τόμος).Σύμφωνα μ’ αυτόν ο Νεοπτόλεμος, μετά την άλωση της Τροίας, κατέφυγε στη Δωδώνη και ίδρυσε δικό του βασίλειο, από το οποίο καταγόταν ο Μ. Αλέξανδρος από την πλευρά της μητέρας του. Από το βασίλειο αυτό ήρθαν λίγα χρόνια αργότερα οι εισβολείς Θεσσαλοί. Συμπερασματικά, σύμφωνα μ’ αυτούς τους συλλογισμούς, Θεσσαλοί και Μακεδόνες είναι Ηρακλειδείς, δηλαδή αδελφά φύλα! Αργότερα οι Θεσσαλοί κατόρθωσαν να
62
θεσπίσουν και τη λατρεία του Νεοπτόλεμου στους Δελφούς και, μέσω των ψήφων που είχαν στην Αμφικτυονία καθώς και των ψήφων των ήδη κατακτημένων περιοίκων (Αινιάνων, Δολόπων, Μαγνητών, κ.α) να ελέγχουν για μεγάλο διάστημα τις αποφάσεις των αμφικτυονικών συνόδων και να κατευθύνουν … τους χρησμούς της Πυθίας. Έτσι όταν γύρω στο 500-510 π.Χ. έκαναν συμβούλιο οι Θεσσαλοί στους Δελφούς για να αποφασίσουν ποιος θα είναι ο βασιλιάς τους, ο χρησμός της Πυθίας έλεγε: «Τον Πυρρόν, τοι φημί, τον Αρχεδίκη τέκε παίδα.» Επέλεξε δηλαδή τον Αλεύα τον Πυρρό το γιο της Αρχηδίκης. Όμως το όνομα του Αλεύα το είχε δώσει στην Πυθία ο θείος του,επειδή ο πατέρας του δεν τον εμπιστευόταν.
17. Πλούταρχος: Περί Αλεύα
«Τον Αλεύα το Θεσσαλό, επειδή ο πατέρας του τον έβλεπε υπερήφανο (εγωιστή) και υβριστή τον εμπόδιζε και ήταν οργισμένος μαζί του, ενώ ο θείος του τον συμπαθούσε και τον εκτιμούσε. Όταν οι Θεσσαλοί έστειλαν αντιπροσώπους στους Δελφούς για να ρωτήσουν το θεό (Απόλλωνα) για το ποιος έπρεπε να γίνει βασιλιάς (τους), ο θείος κρυφά από τον πατέρα του (Αλεύα) πήρε πρωτοβουλία. Και όταν η Πυθία εμφανίστηκε, ο πατέρας του Αλεύα έδωσε την ψήφο με το δικό του όνομα. Σε όλους όμως φάνηκε ότι ήταν κάποιο λάθος στην αναγραφή των ονομάτων. Γι’ αυτό και έσπευσαν πάλι να ρωτήσουν το θεό. Τότε η Πυθία, επηρεασμένη από το θείο του (Αλεύα) είπε: τον πυρρόν τοι φημί, τον Αρχεδίκη τέκε παίδα. (δηλ. τον γιο της Αρχεδίκης, της μητέρας του Αλεύα).» Πλούταρχος: «Ηθικά», «Περί φιλαδελφείας»,22 ελεύθερη απόδοση Κοικ
Άλλος γνωστός Αλεύας ήταν ο Ευρύλοχος που ήταν επικεφαλής στον πόλεμο της Δελφικής Αμφικτυονίας εναντίον της Φωκικής πόλης Κίρρα το 592 π.Χ. Ο Θουκυδίδης μας αναφέρει έναν άλλο Αλευάδη, τον Ορέστη, ως βασιλιά των Θεσσαλών στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Ορέστης ήταν φίλος του Σιμωνίδη και του λυρικού Ανακρέοντα. Η δύναμη των Αλευάδων κλονίστηκε το 404 π.Χ. όταν ο τύραννος των Φερών Λυκόφρων συνέτριψε το στρατό τους κοντά στις Φερές. Το 394 π.Χ. ένας άλλος από τον οίκο των Αλευάδων, ο Μήδιος, νίκησε τον τύραννο των Φερών Λυκόφρονα και κυρίεψε τη Φάρσαλο. Από το 342 π.Χ., όταν ο Φίλιππος Β΄ αυτοανακηρύχθηκε ανώτατος άρχων της Θεσσαλίας, οι Αλευάδες έπαψαν πια να έχουν τη δύναμη του παρελθόντος. Τελευταίος γνωστός Αλεύας ήταν ο Θώραξ33 που ήταν φίλος και συμπολεμιστής του Μακεδόνα Αντιγόνου.
63
Οι Αλευάδες ήταν φιλότεχνοι και στην αυλή τους συγκεντρώνονταν πολλές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Γοργίας, ο Ανακρέων κι ο Σιμωνίδης. Μάλιστα ο τελευταίος καθώς και ο Πίνδαρος ύμνησαν τις νίκες των Αλευάδων στους ιππικούς αγώνες και στα Πύθια.
Ο Πίνδαρος για το Θεσσαλό Ιπποκλέα, νικητή των Πυθίων
10 {2Α'}2 ΟΛΒΙΑ ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ, ΜΑΚΑΙΡΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑ. ΠΑΤΡΟΣ Δ' ΑΜΦΟΤΕΡΑΙΣ ΕΞ ΕΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΜΑΧΟΥ ΓΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛ<4ΕΟ>4Σ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ. ΤΙ ΚΟΜΠ<4ΕΩ>4 ΠΑΡΑ ΚΑΙΡΟΝ; ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΥΘΩ ΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΛΙΝΝΑΙΟΝ ΑΠΥΕΙ ΑΛΕΥΑ ΤΕ ΠΑΙΔΕΣ, ΙΠΠΟΚΛΕΑ ΘΕΛΟΝΤΕΣ Πίνδαρος: «Πυθιονίκαι» Χ 1 10
Η διοίκηση των Αλευάδων Ο Αλεύας έκανε πρωτεύουσα όλης της Θεσσαλίας τη Λάρισα και χώρισε τη χώρα σε τέσσερα μέρη (Τετραρχία): την Εστιαιώτιδα και τη Θεσσαλιώτιδα δυτικά και την Πελασγιώτιδα με την Αχαΐα Φθιώτιδα ανατολικά. Οι περίοικοι λαοί (Περραιβοί, Δόλοπες, Αινιάνες, Μάγνητες, κ.ά.) βαθμιαία υποτάχτηκαν στους Λαρισαίους άρχοντες. Η διαίρεση αυτή ανατράπηκε για ένα μικρό διάστημα τον 4ο π.Χ. αι., στα χρόνια της ανόδου της δύναμης των Φερών, αλλά επανήλθε στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας και διατηρήθηκε μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή. Πραγματικοί όμως κυρίαρχοι του θεσσαλικού κράτους ήταν η Θεσσαλιώτιδα και κυρίως η Πελασγιώτιδα. Για το μεγαλείο και την ακμή των Θεσσαλών αρχόντων εκείνης της εποχής αναφέρουμε ότι διατηρούσαν ανάκτορα στη Λάρισα και κατέπλητταν τους καλεσμένους τους με την πολυτελή ζωή τους, το πλήθος των δούλων, τα αναρίθμητα φημισμένα άλογα και τις πνιγμένες στη χλιδή γιορτές τους. Όμως συχνά εμπλέκονταν σε έριδες με άλλους συμπολίτες τους. Εκτός από το θεσμό της ταγείας υπήρχαν και άλλα αξιώματα όπως ο «επεστακών ταγός» για κάθε μια πόλη ξεχωριστά, οι «γραμματεύοντες», οι «θεσμοθέται», οι «ιερομνήμονες» (σύνεδροι της Αμφικτυονίας), οι «ταμίες», οι «ίππαρχοι» και ο «υλωρός», που ήταν υπεύθυνος των δασών. Απ’ αυτό μάλιστα
64
φαίνεται ότι στη Θεσσαλία της Αρχαιότητας υπήρχαν άφθονα δάση. Το πολίτευμα όμως αυτό που θύμιζε περισσότερο μοναρχία έπαψε να υφίσταται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.. Αιτία ήταν οι διενέξεις των ολιγαρχικών οικογενειών των διαφόρων Θεσσαλικών πόλεων που εξαντλήθηκαν απ’ αυτούς τους αλληλοσπαραγμούς. Οι Σκοπάδες Οι Σκοπάδες ήταν κλάδος της οικογένειας των Αλευάδων. Είχαν κέντρο της εξουσίας τους την Κραννώνα, με πρώτο άρχοντά τους το Σκόπα το γιο του Κρέοντα. Αυτός θεωρούνταν κύριος προστάτης των γραμμάτων και των ποιητών, γι’ αυτό κι ο Σιμωνίδης, που έζησε αρκετό χρονικό διάστημα στην αυλή του, έγραψε επίγραμμα πολύ τιμητικό για τον προστάτη του. Τον χαρακτηρίζει άνδρα αγαθό και αλάθητο, άψογο και βασιλιά με τετράγωνη λογική. Ένα δυσάρεστο, όμως, γεγονός σκίασε την ιστορία αυτής της οικογένειας. Σε μια εορταστική συγκέντρωση στο μέγαρο του Σκόπα, κατέπεσε η στέγη του κτιρίου και απ’ την πτώση αυτή σκοτώθηκε ο Σκόπας κι ο Αντίοχος των Εχεκρατιδών που ήταν κι αυτός ταγός την ίδια περίοδο. Μεταξύ των διασωθέντων ήταν ο ποιητής Σιμωνίδης. Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν χρονικά αυτό το επεισόδιο πριν από την εκλογή του Αλεύα του γιου του Σίμου στην ανώτερη θέση της θεσσαλικής ιεραρχίας. Άλλο γνωστό μέλος της οικογένειας των Σκοπάδων ήταν ο Διακτορίδης που ήταν υποψήφιος, μεταξύ άλλων, γαμβρός του τυράννου της Σικυώνας Κλεισθένη. Γενικά η οικογένεια των Σκοπάδων θεωρούνταν ότι είχε μοναδική στην Ελλάδα ευμάρεια ώστε ο Κριτίας, ένας από τους τριάντα τυράννους, να την καταστήσει παροιμιώδη : «πλούτον μεν Σκοπάδων, μεγαλοφροσύνην δε Κίμωνος». Ο Θεόκριτος (16, 34-35) λέει ότι στον οίκο των Σκοπάδων και των Αντιοχίδων (Εχεκρατιδών) πολλοί Πενέστες έπαιρναν κάθε μήνα τις προσδιορισμένες ποσότητες τροφής. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να στέλνουν στο Μαντείο των Δελφών κάθε χρόνο, ως αφιερώματα θυσίας, 100 βόδια με χρυσωμένα κέρατα και 10.000 πρόβατα. Όλα αυτά τα ζώα έρχονταν με πομπή από τη Λάρισα ως το Μαντείο με τον πιο
65
επιβλητικό τρόπο, που θα έκανε βεβαίως μεγάλη εντύπωση στις άλλες ελληνικές πόλεις.
6. Ομοσπονδιακή Θεσσαλία, «Μηδισμός» και Πελοποννησιακός πόλεμος
Η οργάνωση της ομοσπονδίας Οι τέσσερις σπουδαιότερες οικογένειες που υπήρχαν τότε στη Θεσσαλία αποφάσισαν να συγκροτήσουν μια ομοσπονδία, που ονομάστηκε «Κοινόν των Θεσσαλών». Αυτές οι οικογένειες ήταν: των Αλευάδων στη Λάρισα, των Σκοπάδων στην Κραννώνα, των Αντιοχιδών στα Φάρσαλα και του Κινέα στους Γόννους. Η ομοσπονδία διοικούνταν από εξαμελές διευθυντήριο που εκλεγόταν μεταξύ των ευγενών σε εκλογές που γίνονταν γι’ αυτό το σκοπό στη Λάρισα34.Μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις, όπως σε μια πολεμική σύγκρουση, οι πόλεις του «Κοινού» εξέλεγαν έναν κοινό αρχηγό που ονομαζόταν «Ταγός». Αυτός είχε εξουσία ανάλογη μ’ αυτή των δικτατόρων και θύμιζε τους βασιλείς του προηγούμενου αιώνα. Ο Ξενοφών μας αναφέρει ότι σε πολεμικές περιόδους υπήρχε ένας κατάλογος στρατευσίμων που απέδιδε 6.000 ιππείς και 10.000 οπλίτες από την κυρίως Θεσσαλία καθώς και ένας θεσμοθετημένος φόρος που επιβαλλόταν στους περίοικους λαούς ο οποίος ήταν σταθερός. Συγκεκριμένα στη Θεσσαλία υπήρχαν 150 τέτοιοι οίκοι ευγενών (κλήροι). Ο κάθε κλήρος «έδινε» 40 ιππείς και 80 οπλίτες. Άρα ο συνολικός αριθμός των στρατευσίμων ήταν 150 Χ 40 = 6.000 ιππείς και 150 Χ 80 = 12.000 οπλίτες. Όλα τα προηγούμενα ενεργοποιούνταν όταν υπήρχε ταγός. Ο φορολογικός νόμος αποδίδεται στον Σκόπα ενώ η αναλογία στρατευσίμων καθιερώθηκε από τον Αλεύα. Ο λεγόμενος «Μηδισμός» των Θεσσαλών Στα χρόνια της τρίτης προσπάθειας των Περσών να καταλάβουν την Ελλάδα (480-479 π.Χ.) το καθεστώς των Αλευάδων αντιμετώπιζε κίνδυνο ανατροπής. Συντονισμένες ενέργειες της δημοκρατικής μερίδας της Λάρισας και της υπαίθρου καθώς και η μόνιμη, μικρή ή μεγάλη, αναταραχή που επικρατούσε στις τάξεις των Πενεστών, σε συνδυασμό με την
66
σχεδόν απροκάλυπτη έχθρα των δημοκρατικών πόλεων(Αθήνα), έδωσαν την αφορμή στους Αλευάδες να ελπίσουν σε στήριξή τους από ένα ολιγαρχικό έθνος, τους Πέρσες εισβολείς. Στα μάτια των ολιγαρχικών του κάμπου ο Ξέρξης φάνηκε ως ο «από μηχανής θεός». Έτσι με την άφιξη της περσικής στρατιάς έστειλαν αντιπροσωπεία στον Ξέρξη, υποσχόμενοι την αμέριστη συμπαράσταση35 όλων των Θεσσαλών (αυτό ακριβώς το «όλων» ήταν ψευδές) στην προσπάθεια του Ξέρξη να κατακτήσει την υπόλοιπη Ελλάδα. Συμβολικά οι πρέσβεις παρέδωσαν στο μεγάλο βασιλιά «γη και ύδωρ». Παρ’ όλα τούτα, οι δημοκρατικοί Θεσσαλοί, που κατάλαβαν ότι το σωστό ήταν να αντισταθούν στους «βαρβάρους», συμμαχώντας με τα άλλα ελληνικά κράτη, ζήτησαν τη βοήθεια του ελληνικού στρατού που ήταν συγκεντρωμένος στον Ισθμό της Κορίνθου. Σκοπός αυτών των πατριωτών Θεσσαλών ήταν να συγκεντρωθεί ένας ικανοποιητικός αριθμός στρατιωτών στην είσοδο της Κοιλάδας των Τεμπών όπου εύκολα θα μπορούσε να εμποδίσει την είσοδο των ασιατικών στρατευμάτων. Ο ενωμένος ελληνικός στρατός έστειλε δύναμη 10.000 ανδρών με επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Ευαίνετο και τον Αθηναίο Θεμιστοκλή, το γιο του Νεοκλέους. Έχοντας το θεσσαλικό ιππικό για συμπαραστάτη η ελληνική δύναμη κατέλαβε τα Τέμπη. Όμως όταν ο συνασπισμένος ελληνικός στρατός αφίχθηκε εκεί , ήρθε η είδηση ότι ο στρατός του Ξέρξη σχεδίαζε να περάσει από άλλη οδό και ότι ο στόλος του ήδη κατευθυνόταν προς τη Βόρεια Εύβοια. Έτσι ο ελληνικός στρατός αποχώρησε σχεδιάζοντας νοτιότερη γραμμή άμυνας προς τις Θερμοπύλες και το νοτιότερο άκρο της Θεσσαλίας. Οι Θεσσαλοί, νιώθοντας χωρίς συμπαραστάτες και αδύναμοι να αντισταθούν μόνοι τους στην τεράστια περσική στρατιά, υποτάχθηκαν στο μεγάλο βασιλέα και ακολούθησαν τους τρεις Αλευάδες, Θώρακα, Ευρύπυλο και Θρασύδαιο ως …σύμμαχοι των Περσών. Μάλιστα ο Θώρακας, μετά την ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα, βοήθησε με μεγάλη στρατιωτική δύναμη τον Ξέρξη να υποχωρήσει έως τον Ελλήσποντο36. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων οι ελληνικές συμμαχικές πόλεις, αποφάσισαν να τιμωρήσουν τους Αλευάδες
67
για την αποστασία τους. Έτσι ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωτυχίδης ξεκίνησε το 469 π.Χ., επικεφαλής στρατού, για να κατακτήσει τη Θεσσαλία και να τιμωρήσει την αριστοκρατία της περιοχής ανατρέποντάς την. Όμως οι Αλευάδες, φοβούμενοι την ήττα σε μία κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τους Σπαρτιάτες, λόγω και της πιθανής αντίδρασης των λαϊκών στρωμάτων, σκέφτηκαν κάτι αποτελεσματικό: δωροδόκησαν τον Σπαρτιάτη βασιλιά. Ο Λεωτυχίδης αργότερα συνελήφθη επ’ αυτοφώρω37 στη σκηνή του να κάθεται πάνω σ’ ένα σάκο γεμάτο χρήματα και καταδικάστηκε σε «α ε ι φ υ γ ί α»38. Τότε αυτός κατέφυγε στην Τεγέα.
Ο Παυσανίας για τη δωροδοκία του Λεωτυχίδη
«Ο Λεωτυχίδης έγινε βασιλιάς (της Σπάρτης) στη θέση του Δημάρατου (….) έπειτα έκανε εκστρατεία κατά των Αλευάδων στη Θεσσαλία. Και, καθώς νικούσε παντού, θα κατέστρεφε όλη τη Θεσσαλία αν δεν λάμβανε δώρα από τους Αλευάδες. Επιστρέφοντας στη Σπάρτη, προ του κινδύνου να δικαστεί, κατέφυγε στην Τεγέα.» Παυσανίας: «Λακωνικά»
Δέκα χρόνια περίπου μετά απ’ αυτά οι Αθηναίοι με τους Θηβαίους και τους Φωκείς έκαναν ανεπιτυχείς προσπάθειες να ανεβάσουν στην κορυφή της ιεραρχίας της Θεσσαλίας τον Αλευάδη Ορέστη, το γιο του Εχεκρατίδα (460 π.Χ.). Μετά την αποτυχία των συμμάχων ο Ορέστης κατέφυγε πρόσφυγας στην Αθήνα. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο οι περισσότεροι Θεσσαλοί, υπό την ηγεσία των Λαρισαίων Πολυμήδη και Αριστόνου καθώς και του Φαρσάλιου Μένωνα, πήραν το μέρος των Αθηναίων. Ο Θουκιδίδης39 λέει ότι στην αντιλακωνική συμμαχία μετείχαν οι πόλεις : Λάρισα, Φάρσαλος, Πειρασίαι, Κραννών, Πύρασος, Γυρτών, Φερές, κ.ά. Έτσι το 422 π.Χ. όταν ο Σπαρτιάτης Βρασίδας πέρασε απ’ τη Θεσσαλία κατευθυνόμενος στη Θράκη, οι Θεσσαλοί τον παρεμπόδισαν λέγοντάς του ότι για να διασχίσει τη χώρα τους έπρεπε να αποφασίσει το «Κοινό των Θεσσαλών». Όμως εκείνος αντί να χρονοτριβήσει περιμένοντας, πέρασε στη Μακεδονία μέσω του Ολύμπου από διαφορετικά περάσματα της ορεινής Θεσσαλίας. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. (394 π.Χ.), κατά τους χρόνους της Σπαρτιατικής ηγεμονίας, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίλαος επέστρεψε ως επικεφαλής του στρατού του από την εκστρατεία στην Περσία μέσω της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι θεσσαλικές
68
πόλεις Λάρισα και Κραννών, αλλά και άλλες μικρότερες είχαν συμμαχήσει με τη νέα ανερχόμενη δύναμη, τη Θήβα. Έτσι το θεσσαλικό ιππικό παρατάχτηκε στην περιοχή ανάμεσα στη θέση Πρας (που δεν έχει ταυτοποιηθεί με σιγουριά) και το όρος Ναρθάκι (Κασιδιάρης), με σκοπό να χτυπήσει τις εξαντλημένες, όπως διέβλεπαν, σπαρτιατικές δυνάμεις. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για το θεσσαλικό ιππικό, που θεωρούνταν μέχρι τότε αήττητο40. Ο Αγησίλαος, περήφανος για το κατόρθωμά του, έστησε στην περιοχή τρόπαιο για τη νίκη του. Δεν ήταν άλλωστε μικρό πράγμα να νικήσεις το θεσσαλικό ιππικό. Στη μάχη σκοτώθηκε και ο ίππαρχος των Φαρσάλιων Πολύχαρμος.
1. Ξενοφώντας: Η μάχη του Ναρθακίου
«…ο Αγησίλαος διέσχισε τη Μακεδονία και έφτασε στη Θεσσαλία. Οι Λαρισαίοι όμως και οι Κραννώνιοι και οι Σκοτουσσαίοι και οι Φαρσάλιοι, εκτός από όσους ήταν τότε εξόριστοι, του έκαναν επιθέσεις και του προξενούσαν προβλήματα….επειδή όμως παρενοχλούσαν την πορεία οι Θεσσαλοί με επιθέσεις στην οπισθοφυλακή, στέλνει πίσω το ιππικό της εμπροσθοφυλακής, εκτός από την προσωπική του ακολουθία. Μόλις βρέθηκαν αντιμέτωποι, οι Θεσσαλοί, επειδή έκαναν ότι δεν είναι σωστό να συνάψουν ιππομαχία με οπλίτες, έκαναν μεταβολή και απομακρύνθηκαν. Και οι άλλοι τους ακολουθούσαν εξίσου προσεκτικά. Καθώς κατάλαβε ο Αγησίλαος τα σφάλματα και των δύο τμημάτων, στέλνει τους πιο καλούς ιππείς της ακολουθίας του και τους διατάσσει να το πουν και στους άλλους και οι ίδιοι να τους καταδιώξουν με τη μεγαλύτερη ταχύτητα και να μην αφήσουν περιθώρια επιστροφής στους εχθρούς. Μόλις οι Θεσσαλοί τους είδαν παρά την προσδοκία τους να τους επιτίθενται, άλλοι απ’ αυτούς τράπηκαν σε φυγή κι άλλοι επιχειρούσαν μεταβολή, κι αυτοί που προσπαθούσαν να κάνουν αυτό, έχοντας από τα πλάγια τους ίππους, πιάνονταν αιχμάλωτοι. Ο Πολύχαρμος, ίππαρχος από τη Φάρσαλο, έκανε μεταβολή και πολεμώντας μαζί με του δικούς του έπεσε νεκρός. Μόλις έγινα αυτό, γενικεύτηκε ολότελα η φυγή των Θεσσαλών. Έτσι άλλοι απ’ αυτούς σκοτώνονταν και άλλοι πιάνονταν αιχμάλωτοι. Και δε σταμάτησαν νωρίτερα, παρά αφού έφτασαν στο όρος Ναρθάκι. Τότε τελικά ο Αγησίλαος έστησε τρόπαιο μεταξύ του Πραντός (Πρας) και του Ναρθακίου και έμεινε και εκεί, με μεγάλη ικανοποίηση για την επιτυχία, καθότι είχε νικήσει τους πιο περήφανους στο ιππικό με το ιππικό που είχε συγκροτήσει ο ίδιος. Την επόμενη μέρα, περνώντας πάνω απ’ τα Αχαϊκά βουνά της Φθίας, διέσχισε όλη την υπόλοιπη περιοχή σε φιλικό περιβάλλον μέχρι τα σύνορα της Βοιωτίας.» Ξενοφών: «Ελληνικά» 4. 3, 3-5 και 4.3, 6-9 μετάφραση Γ. Ράπτης
Ακολουθεί πίνακας με τα γνωστότερα ονόματα των Θεσσαλών ταγών από τον 7ο μέχρι και τον 5ο αιώνα π.Χ.: Κλεόμαχος Φαρσάλιος 720 π.Χ., Αλεύας Α΄ (Λάρισσα) 7ος αι., Ευρύλοχος Λαρισαίος 592-580 π.Χ., Κρέων Κραννώνιος και
69
Σκόπας, 6ος αι. , Λατταμύας Λαρισαίος 530, Εχεκρατίδας Φαρσάλιος περίπου 530 π.Χ. , Αντίοχος Φαρσάλιος τέλος του 6ου αι., Κινέας (Γόννοι) 510 π.Χ. , Θώραξ {α΄} Λαρισαίος 500470, Εχεκρατίδας {β΄} Φαρσάλιος, περίπου 450 , Αρίστιππος Λαρισαίος 404 , κ .ά.
7. Ο τέταρτος αιώνας π.Χ. και οι τύραννοι των Φερών
Πριν από το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου είχαμε μεγάλη αντιπαλότητα μεταξύ ευγενών και λαού. Σε προηγούμενη ενότητα είχαμε αναφερθεί στην προσπάθεια του Κριτία, ενός από τους τριάκοντα τυράννους της Αθήνας, και του Προμηθέα να ξεσηκώσουν τους Πενέστες κατά των γαιοκτημόνων. Ο Κριτίας απέτυχε, αλλά ο Λυκόφρων των Φερών, εκμεταλλευόμενος την αναταραχή, έγινε τύραννος στις Φερές. Οι Φερές, λόγω της θέσης τους στο νοτιοανατολικό άκρο της θεσσαλικής πεδιάδας και πολύ κοντά στους θαλάσσιους δρόμους, ήλεγχαν το εμπόριο εξάγοντας σιτηρά και εισάγοντας άλλα προϊόντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο λαός των Φερών να γίνει ο φορέας των πιο προοδευτικών ιδεών στη Θεσσαλία, έχοντας και το πλεονέκτημα της απουσίας οίκων ευγενών στον τόπο τους41. Εντούτοις οι Φερές δεν απέκτησαν ποτέ δημοκρατία.
Αργυρή δραχμή και ημίδραχμο από τις Φερές. (480 – 400 π.Χ.) Δάμασμα ταύρου και μορφές αλόγων
Ο Λυκόφρων φαίνεται ότι ήταν έμπορος σιτηρών, κάτι πολύ επικερδές σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία, αμέσως μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο σ’ όλη την Ελλάδα. Κοντά σ’ αυτόν πλούτισε και μια ομάδα άλλων Φεραίων εμπόρων που ήταν και οι υποστηρικτές του. Όταν ανέλαβε στα χέρια του τις τύχες των Φερών, ενήργησε τυχοδιωκτικά και θέλησε να
70
επεκτείνει την κυριαρχία του, επιδιώκοντας να γίνει ο μοναδικός ηγεμόνας της Θεσσαλίας. Στην ίδια χρονική περίοδο η μεγάλη αντίπαλος του Λυκόφρονα, η Λάρισα είχε περιπέσει σε σχετική παρακμή κυβερνώμενη όμως όπως πάντα από τη γενιά των Αλευάδων. Ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 131) μας αναφέρει ότι στη Λάρισα λειτουργούσε τότε και μια υποτυπώδης Εκκλησία του Δήμου, η λεγόμενη «Ελεύθερη Αγορά», στην οποία όμως δικαίωμα λόγου είχαν μόνο οι «αγαθοί», δηλαδή οι ευγενείς γαιοκτήμονες που είχαν πια μεταμορφωθεί σε αριστοκράτες αστούς42. Ο ανταγωνισμός των ευγενών με τη δημοκρατική μερίδα της Λάρισας και τους «δημοκρατικούς» του Φεραίου Λυκόφρονα οδήγησε αμφότερους στο να αναζητήσουν έξωθεν βοήθεια είτε από την αποδυναμωμένη Σπάρτη είτε από την ανερχόμενη Μακεδονία. Εκείνη την εποχή οι Σπαρτιάτες ήλεγχαν τις νότιες εισόδους της Θεσσαλίας μέσω της Ηράκλειας Τραχίνας στο Μαλιακό κόλπο και ο Περδίκας, ο βασιλιάς της Μακεδονίας, άρχιζε να εμφυσείται από το όραμα της επέκτασης του βασιλείου του και της ανάδειξης της Μακεδονίας σε κυρίαρχη δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Σύμφωνα με ένα κείμενο υπό τον τίτλο «Περί πολιτείας» και συγγραφέα κάποιον Ηρώδη Αττικό43 οι Μακεδόνες υποστήριξαν τους αριστοκράτες της Λάρισας ενώ οι Λάκωνες τους δημοκρατικούς. Ο Ξενοφών στα «Ελληνικά» του, (β΄3,4), αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Λυκόφρων άρχισε να επικρατεί των Λαρισαίων αντιπάλων του: «…ο Λυκόφρων ο Φεραίος, θέλοντας να κυριαρχήσει σ’ όλη τη Θεσσαλία, τους αντίθετους σ’ αυτόν Θεσσαλούς, Λαρισαίους και άλλους τους νίκησε σε μάχη και σκότωσε πολλούς.».
Ο Ξενοφών για το Λυκόφρονα των Φερών
« Εκείνη την ίδια εποχή, τον καιρό που είχαμε έκλειψη ηλίου, ο Λυκόφρων ο Φεραίος, θέλοντας να κυριαρχήσει σ` όλη τη Θεσσαλία, τους αντιτιθέμενους σ` αυτόν Θεσσαλούς, Λαρισαίους αλλά και άλλους νίκησε σε μάχες.» Ξενοφών: «Ελληνικά» β΄ 3,4
Σύμφωνα με το «Περί Πολιτείας», μετά την επίδειξη ισχύος του Λυκόφρονα, την εξουσία στη Λάρισα πήρε μια μετριοπαθής ολιγαρχική ομάδα, που έδωσε σ’ όλους τους Λαρισαίους πολιτικά δικαιώματα44. Ο κυνηγημένος απ’ τα αξιώματά του, ταγός της Λάρισας Αρίστιππος κατέφυγε στον πέρση Κύρο,
71
ζητώντας του μισθοφόρους για να επανέλθει στην εξουσία. Ο Κύρος, αρχικά, του έδωσε τη βοήθεια που ζήτησε, όμως σύντομα ανακάλεσε το στράτευμά του πίσω στην Περσία διότι το χρειαζόταν στην εμφύλια σύγκρουση που είχε ξεσπάσει στην πατρίδα του. Μάλιστα ο Αρίστιππος αναγκάστηκε να του στείλει και μια δική του μικρή δύναμη ιππικού υπό την ηγεσία του Φαρσάλιου Μένωνα. Στο μεταξύ ο Λυκόφρων συνεργαζόταν με τους Σπαρτιάτες που ίσως είχαν σκοπό να εισβάλουν από την Ηράκλεια Τραχίνα. Ο Αρίστιππος βρισκόμενος σε δύσκολη θέση ζήτησε το 401 π.Χ. τη βοήθεια του Αρχέλαου που ήδη είχε προεκτείνει την κυριαρχία του έως την Περραιβία. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, ευτυχής για τη συγκυρία, κατέλαβε τη Λάρισα, επανέφερε τους αριστοκράτες στην εξουσία και πήρε ως ομήρους πίσω στην πατρίδα του δέκα αγόρια από αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης45. Η Σπάρτη ήταν έτοιμη να επέμβει, ανησυχώντας για την αυξανόμενη επιρροή των Μακεδόνων, ώσπου ένα γεγονός, ίσως τυχαίο, ήρθε να ανατρέψει την υπάρχουσα κατάσταση. Το χειμώνα του 399 π.Χ. ο Αρχέλαος σκοτώθηκε, ίσως λόγω συνομωσίας, κατά τη διάρκεια κάποιας κυνηγητικής του εξόρμησης. Οι διάδοχοι του Αρχέλαου δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τη Θεσσαλία κι έτσι ο Λυκόφρων με τη βοήθεια σπαρτιατικής δύναμης κατέλαβε τη Φάρσαλο πιθανώς το 399 π.Χ. κι εγκατέστησε φρουρά για να ελέγχει την κατάσταση46. Στα επόμενα έτη παρατηρήθηκαν μικροσυγκρούσεις μεταξύ του Λυκόφρονα και του Μηδίου, που είχε ήδη αναλάβει την ταγεία της Λάρισας. Απρόσμενος σύμμαχος του Μηδίου ήταν η Θήβα που είχε νικήσει τους Σπαρτιάτες στην Αλίαρτο και είχε αποκόψει τις βόρειες κτήσεις των Λακώνων (Ηράκλεια Τραχίνα) από τη μητρόπολή τους. Διόδωρος: ο Μήδιος ο Λαρισαίος αντιμετωπίζει το Λυκόφρονα
«Όταν κυβερνούσε στη Λάρισα της Θεσσαλίας ο Μήδιος, επειδή πολεμούσε με τον τύραννο Λυκόφρονα των Φερών και επειδή ζητούσε να του σταλεί βοήθεια, το συνέδριο (της συμμαχίας) του έστειλε δυο χιλιάδες στρατιώτες. Κι ο Μήδιος, μόλις έφτασε η συμμαχική βοήθεια, κατέλαβε τη Φάρσαλο που φρουρούνταν από Λακεδαιμόνιους και αυτούς που κατοικούσαν στην πόλη τους πούλησε ως (πολεμικό) λάφυρο.» Διόδωρος: ΙΔ΄ 82
72
Ευνοημένος από τη νέα κατάσταση ο Μήδιος, με τη βοήθεια Θηβαίων και Αργείων, κατέλαβε το 395 π.Χ. τη Φάρσαλο κατασφάζοντας τη σπαρτιατική φρουρά. Οι συνασπισμένες θηβαϊκές και αργείες δυνάμεις κατέλαβαν, επιστρέφοντας προς Νότο, την Ηράκλεια. Έτσι το έργο του Σπαρτιάτη Αγησίλαου, που επέστρεφε από την Περσία, θα ήταν πολύ δύσκολο. Γι’ αυτό πανηγυρίστηκε τόσο η σπαρτιατική νίκη στο Ναρθάκιον όρος το 394 (που είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο). Από το 390 περίπου π.Χ. οι περίοικοι λαοί παρέμειναν ανεξάρτητοι, πράγμα που επιβεβαιώνει την παρακμή του λεγόμενου εθνικού κράτους της Θεσσαλίας.
Ξενοφών: εμπόριο σιταριού στη Θεσσαλία στα χρόνια της θηβολακωνικής διαμάχης
«Επειδή τότε οι Θηβαίοι αντιμετώπιζαν πιεστικά προβλήματα επισιτισμού, γιατί επί δύο χρόνια τώρα δεν είχαν θερίσει σιτάρι από τα χωράφια τους, στέλνουν ανθρώπου τους στις Παγασές με δυο τριήρεις για αγορά σιταριού, δίνοντάς τους δέκα τάλαντα. Ο Λακεδαιμόνιος Αλκέτας, που φρουρούσε τον Ωρεό (Εύβοια), ενώ εκείνοι φρόντιζαν να αγοράσουν το σιτάρι, εξόπλισε τρεις τριήρεις….όταν το σιτάρι μεταφερόταν στη Θήβα, ο Αλκέτας πιάνει και το σιτάρι και τις τριήρεις, συνέλαβε αιχμαλώτους και τους άνδρες που αριθμούσαν πάνω από τριακόσιους.» Ξενοφών, μτφ. Γ. Ράπτης, «Ελληνικά» 5.4 57,57
Μετά το θάνατο του Λυκόφρονα το 370 π.Χ., ο γιος του Ιάσων47 πήρε την εξουσία στις Φερές. Ο Ιάσων ήταν ένας ευφυής, καλόκαρδος και δίκαιος ηγεμόνας για όλη τη Θεσσαλία. Βλέποντας ότι από τους αλλεπάλληλους πολέμους είχε αποδυναμωθεί ολόκληρη η Ελλάδα, οραματίστηκε να αναδείξει τη Θεσσαλία κυρίαρχη όλης της χώρας και ενώνοντας κάτω από το σκήπτρο του όλο το έθνος των Ελλήνων να επιχειρήσει εκστρατεία εναντίον της Περσίας. Μάλιστα οι ηγεμόνες της Ηπείρου Αλκέτας και Νεοπτόλεμος δήλωσαν υποτέλεια στον Ιάσονα, ενώ διάφορες αντιμαχόμενες πόλεις της Ν. Ελλάδας επιδίωκαν τη συμμαχία μαζί του.
Ξενοφών: Ο Πολυδάμας ο Φαρσάλιος ομιλεί στους Σπαρτιάτες για τη δύναμη του Ιάσονα των Φερών (375 π.Χ.) - ο Ιάσων ταγός της Θεσσαλίας
«…φτάνει στο κοινό των Λακεδαιμονίων από τη Θεσσαλία ο Πολυδάμας ο Φαρσάλιος. Αυτός ήταν σε μεγάλη εκτίμηση και στην υπόλοιπη Θεσσαλία και στην ίδια την πόλη είχε τέτοια μεγάλη αποδοχή καλού και γενναίου, ώστε οι Φαρσάλιοι σε φάση εμφύλιας διαμάχης, όχι μόνο του εμπιστεύτηκαν την ακρόπολη, αλλά του ανέθεσαν να εισπράττει και τους δημόσιους φόρους, όσοι είχαν καθοριστεί βάσει των νόμων, και να τους διαχειρίζεται τόσο για τις λατρευτικές
73 ανάγκες (της πόλης) όσο και για τη δημόσια διοίκηση. Εκείνος λοιπόν μ’ αυτά τα χρήματα και την ακρόπολη την προστάτευε και κάθε χρόνο έκανε απολογιστική συνέλευση για τις άλλες δαπάνες της διοίκησης. Και όσες φορές τα έσοδα δεν επαρκούσαν, έβαζε από τα δικά του, και όταν παρουσίαζαν πλεόνασμα, τα έπαιρνε πίσω. Και γενικά ήταν φιλόξενος και γενναιόδωρος με το γνωστό θεσσαλικό τρόπο. Όταν λοιπόν αυτός έφτασε στη Σπάρτη είπε τα εξής: Εγώ, άνδρες Λακεδαιμόνιοι….ξέρω καλά ότι και εσείς ασφαλώς έχετε ακούσει το όνομα του Ιάσονα. Ο άνθρωπος έχει και μεγάλη δύναμη και εξαίρετη φήμη. Αυτός λοιπόν, αφού συνθηκολόγησε μαζί μου, με συνάντησε και μου είπε τα εξής: Ότι θα μπορούσα Πολυδάμα, να υποτάξω την πόλη σου Φάρσαλο και χωρίς τη θέλησή της, είναι δυνατό να το αντιληφθείς από τα παρακάτω. Εγώ δηλαδή, είπε, έχω συμμάχους μου τις περισσότερες και μεγαλύτερες πόλεις της Θεσσαλίας. Και τις κυρίεψα, παρόλο που κι εσείς συστρατευτήκατε μαζί τους εναντίον μου. Ασφαλώς γνωρίζεις ακόμα ότι διαθέτω πάνω από έξι χιλιάδες ξένους μισθοφόρους, με τους οποίους, όπως εγώ πιστεύω, καμιά πόλη δε θα μπορούσε εύκολα να τους αντιμετωπίσει….οι στρατιώτες των άλλων πόλεων, άλλοι είναι ήδη ηλικιωμένοι και άλλοι σχεδόν ανήλικοι. Σε κάθε πόλη ασκούνται για πόλεμο πάρα πολύ λίγοι. Αντίθετα σ’ εμένα δεν υπάρχει κανένας μισθοφόρος που να μη με συναγωνίζεται στους κόπους (και την πολεμική ορμή)….(αυτά μου είπε ο Ιάσων). (Και ο Πολυδάμας συνεχίζει:)….και ο ίδιος ο Ιάσων, γιατί πρέπει να σας πω όλη την αλήθεια, είναι και πολύ γεροδεμένος και γενικά σκληραγωγημένος…μπαίνει μπροστά ένοπλος και στις ασκήσεις και σε κάθε εκστρατεία. Όποιους από τους ξένους καταλάβει ότι είναι δειλοί, τους απολύει, και όποιους διαπιστώνει ότι είναι φιλόπονοι και ριψοκίνδυνοι στους πολέμους, τους τιμά, άλλους με διπλό και με τριπλό, ακόμα και με τετραπλό μισθό, και άλλους με δώρα και με φροντίδα στις ασθένειές τους και με εξαιρετικές τιμές αν σκοτωθούν….Ταυτόχρονα (ο Ιάσων) υπενθύμισε σε μένα, που το ήξερα, ότι ήδη ήταν υπήκοοί του οι Μαρακοί και οι Δόλοπες και ο αρχηγός της Ηπείρου Αλκέτας…Ένας που δε θα με γνώριζε καλά θα ρωτούσε: γιατί λοιπόν καθυστερείς και δεν εκστρατεύεις ήδη εναντίον της Φαρσάλου; Γιατί, μα το Δία, νομίζω ότι είναι πολύ καλύτερο να σας κερδίσω περισσότερο με τη θέλησή σας, παρά ακούσια…(Και ο Ιάσων συνέχισε να λέει στον Πολυδάμαντα) Γνωρίζω ασφαλώς, Πολυδάμα, ότι η πατρίδα σου προσβλέπει σε σένα. Αν μου την προετοιμάσεις να διάκειται φιλικά προς εμένα, εγώ σου υπόσχομαι, είπε, να σε κάνω τον πιο σπουδαίο μετά από μένα άνδρα στην Ελλάδα….αν προσχωρήσει η Φάρσαλος και οι πόλεις που εξαρτώνται από σας, εγώ θα γινόμουν άνετα ταγός όλων των Θεσσαλών. Γιατί όταν η Θεσσαλία είναι υπό ενιαία διοίκηση, το ιππικό της ξεπερνά τις έξι χιλιάδες και το πεζικό της ανέρχεται σε πάνω από δέκα χιλιάδες οπλίτες….δε θα υπήρχε έθνος στο οποίο οι Θεσσαλοί θα συμβιβάζονταν να είναι υπήκοοί του. Καθώς η χώρα των Θεσσαλών είναι πολύ πλατιά, όλα τα γύρω έθνη γίνονται υπήκοοι, όταν εδώ αναλάβει τη διοίκηση ένας ταγός. Επιπλέον όλοι σχεδόν οι κάτοικοι είναι ακοντιστές, έτσι, είναι φυσικό να υπερέχει η δύναμή μας και στους πελταστές. Ακόμη, οι Βοιωτοί και όλοι οι άλλοι που πολεμούν με τους Λακεδαιμόνιους, είναι δικοί μου σύμμαχοι…. Ξέρω καλά ότι και οι Αθηναίοι θα έκαναν το παν να γίνουν σύμμαχοι μας, αλλά εγώ δεν αποφασίζω (συνέχισε ο Ιάσονας) να συνάψω φιλία μ’ αυτούς. Γιατί νομίζω ότι πολύ ευκολότερα θα αποκτούσα την κυριαρχία στη θάλασσα απ’ ότι στη στεριά. Και αν σκέφτομαι λογικά, υπολόγισε, είπε, και τα εξής. Κατέχοντας βέβαια τη Μακεδονία, απ’ όπου οι Αθηναίοι εξασφαλίζουν την ξυλεία τους (για ναυπήγηση πλοίων), θα γίνουμε ικανοί να ναυπηγήσουμε πού περισσότερα πλοία απ’ ότι εκείνοι. Όσο για να επανδρώσουμε αυτά μα πληρώματα, οι Αθηναίοι ή εμείς είναι φυσικό να έχουμε μεγαλύτερη δυνατότητα, καθώς διαθέτουμε τόσους πολλούς και τέτοιους Πενέστες;
74 Και για να ταΐσουμε τους ναύτες δεν είναι φυσικό εμείς να είμαστε σε πλεονεκτικότερη θέση που λόγω της αφθονίας στέλνουμε σιτάρι και αλλού, παρά οι Αθηναίοι που δεν έχουν επάρκεια ούτε για τους εαυτούς τους , αν δεν το αγοράσουν; Επίσης είναι φυσικό εμείς να έχουμε περισσότερα χρήματα, καθώς δε στηριζόμαστε σε νησάκια, αλλά καρπωνόμαστε ηπειρωτικά έθνη. Γιατί όλα τα γύρω έθνη πληρώνουν φόρους, όταν η Θεσσαλία διοικείται από έναν ταγό. Έτσι θεωρώ ότι μου είναι ευκολότερο να υποτάξω το βασιλιά των Περσών παρά την Ελλάδα. Γιατί γνωρίζω ότι εκεί όλοι οι άνθρωποι, εκτός από έναν, έχουν φροντίσει περισσότερο για τη δουλεία παρά για την ανδρεία, γνωρίζω ακόμα και από πόσο μικρή δύναμη και στην Ανάβαση του Κύρου και στην εκστρατεία του Αγησιλάου, διακινδύνευσε τα πάντα ο βασιλιάς. (Συνεχίζει την ομιλία του προς τους Σπαρτιάτες ο Πολυδάμας)..εγώ του απάντησα (του Ιάσονα) ΄τι όλα αυτά αξίζει να τα εξετάσει κανείς, το να αποστατήσουμε όμως προς τους αντιπάλους, όντας φίλοι με του Λακεδαιμόνιους και μάλιστα χωρίς να έχουμε να τους προσάψουμε καμιά κατηγορία, αυτό, είπα, μου φαίνεται ότι είναι δύσκολο….μου επέτρεψε να έλθω σε σας και να πω την αλήθεια, ότι δηλαδή σκοπεύει να εκστρατεύσει εναντίον της Φαρσάλου, αν δεν πειστούμε να τον ακολουθήσουμε (με τη θέλησή μας)….άνδρες Λακεδαιμόνιοι, αν στείλετε δύναμη προς τα εκεί, που να φαίνεται ότι είναι αρκετή όχι μόνο για μένα αλλά και για τους άλλους Θεσσαλούς να πολεμήσουμε τον Ιάσονα, θα αποστατήσουν οι πόλεις από κοντά του. Γιατί όλες φοβούνται για το πού θα φτάσει η δύναμη αυτού του ανθρώπου. (Να μη στείλετε) όμως νέους οπλίτες με αρχηγό έναν απλό ιδιώτη…. γιατί (ο Ιάσων) είναι ικανός να χρησιμοποιήσει τη νύχτα όπως και τη μέρα και , όταν βιάζεται, να προχωρά προσφέροντας ταυτόχρονα στους στρατιώτες το μεσημεριανό γεύμα και το δείπνο. Πιστεύει ακόμα ότι πρέπει να ξεκουραστεί, όταν φτάσει στον προορισμό του και πετύχει αυτά που πρέπει….Επιπλέον είναι ο πιο εγκρατής σε σχέση με τις απολαύσεις της ζωής απ’ όσους εγώ γνωρίζω….(Οι Σπαρτιάτες του απάντησαν ότι προς το παρόν δε μπορούσαν να του στείλουν ικανοποιητική βοήθεια)…και εκείνος, αφού επαίνεσε την ειλικρίνεια της Σπάρτης, έφυγε (για τη Φάρσαλο). Στη συνέχεια (φτάνοντας στη Θεσσαλία) ζήτησε από τον Ιάσονα να μην τον υποχρεώσει να του παραδώσει την ακρόπολη της Φαρσάλου, για να τη διαφυλάξει για εκείνους που του την είχαν εμπιστευτεί. Έδωσε όμως ως ομήρους τα παιδιά του με την υπόσχεση ότι θα πείσει την πόλη να γίνει εκούσια σύμμαχος του και (ότι) θα συμβάλλει στην αναγνώρισή του ως ταγού (ολόκληρης της Θεσσαλίας). Κι αφού δεσμεύτηκαν μεταξύ τους με ένορκες διαβεβαιώσεις, οι Φαρσάλιοι αμέσως εξασφάλισαν ειρηνική διαβίωση και ταυτόχρονα ο Ιάσων ανακηρύχθηκε αδιαμφισβήτητα ταγός των Θεσσαλών. Και μόλις ανέλαβε την εξουσία, καθόρισε πόσο ιππικό και πεζικό ήταν υποχρεωμένη να του παρέχει (η) κάθε πόλη. Έτσι διέθετε μαζί με τους συμμάχους του πάνω από οκτώ χιλιάδες ιππείς, (ενώ) οι οπλίτες του υπολογίστηκαν πάνω από είκοσι χιλιάδες και οι πελταστές του αρκετοί ώστε να αντιμετωπίσουν τον κάθε εχθρό. Προανήγγειλε επίσης σε όλους τους περιοίκους να καταβάλουν το φόρο, όπως είχε καθοριστεί από το Σκόπα.» Ξενοφών: «Ελληνικά» 6.1 1/19 μτφρ. Γ. Ράπτης (διασκευή Κοικ)
Μόνος αντίπαλός του παρέμεινε η Αθήνα και γι’ αυτό σχεδίαζε να δημιουργήσει έναν αξιόμαχο στόλο για να «σπάσει» τη θαλασσοκρατορία της. Επίσης κινήθηκε σε διπλωματικό επίπεδο συνεννοούμενος με το βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα τον Β΄ με σκοπό να καταρτίσουν μια
75
αξιόμαχη στρατιά. Όμως το σχέδιό του ματαιώθηκε και το όνειρο της θεσσαλικής κυριαρχίας «θάφτηκε» μαζί με το νεκρό του σώμα: Καθώς ετοιμαζόταν για την αναχώρησή του προς τους Δελφούς, για την εορτή των Πυθίων , κι ενώ επιθεωρούσε το ιππικό του, μια ομάδα επτά νεαρών τον δολοφόνησαν.
Ξενοφών: ο Ιάσων στο απόγειο της δύναμής του - Πύθια
«Επιστρέφοντας ο Ιάσων μέσω της Φωκίδας….όταν έφτασε στην Ηράκλεια (Τραχίνα Μαλιακού κόλπου), γκρέμισε το τείχος των Ηρακλεωτών…εκτιμώντας μήπως κάποιοι καταλάβουν την Ηράκλεια, που βρίσκεται σε στενή περιοχή, και εμποδίσουν αυτόν σε περίπτωση που ήθελε να πάει σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας. Κι όταν γύρισε πάλι στη Θεσσαλία, αισθανόταν πολύ ισχυρός και γιατί ήταν νόμιμος ταγός των Θεσσαλών και γιατί συντηρούσε κοντά του πολλούς ξένους μισθοφόρους και οπλίτες και ιππείς, και μάλιστα γυμνασμένους έτσι που να είναι γενναιότατοι. Και ήταν ακόμα ισχυρότερος, γιατί είχε ήδη πολλούς συμμάχους και υπήρχαν και άλλοι που επιθυμούσαν επιπλέον να γίνουν σύμμαχοί του. Και λογιζόταν ο ισχυρότερος των ημερών του…Καθώς πλησίαζε η γιορτή των Πυθίων παράγγειλε στις πόλεις να ετοιμάσουν για θυσία βόδια, πρόβατα και γίδες και χοίρους. Και έλεγαν ότι σ’ αυτή τη χαλαρή διαταγή του σε κάθε πόλη ανταποκρίθηκαν με πάνω από χίλια βόδια, ενώ τα άλλα ζώα ήταν πάνω από δέκα χιλιάδες. Διακήρυξε ότι θα υπήρχε και έπαθλο ένα χρυσό στεφάνι για όποια πόλη θα εξέτρεφε το καλύτερο βόδι ως αρχηγό του κοπαδιού. Έδωσε και διαταγή στους Θεσσαλούς να ετοιμαστούν για εκστρατεία τις μέρες που εορταζόταν τα Πύθια…. Ποια βέβαια σχέδια είχε για τα ιερά χρήματα (του ιερού των Δελφών) ακόμη και τώρα είναι άγνωστο. Λέγεται επίσης ότι, όταν ρώτησαν οι ιερείς των Δελφών τι πρέπει να κάνουν, αν πάρει τα χρήματα του θεού, ο θεός (Απόλλων) απάντησε ότι θα το φροντίσει αυτός ο ίδιος.» Ξενοφών, μτφ. Γ. Ράπτης, «Ελληνικά» 6.4 27-30
Οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν ότι πίσω από τους δολοφόνους του κρυβόταν ο αδελφός του Πολύδωρος48. Έτσι «…μετά του Ιάσονος συνετάφη και το όλον μέλλον της Θεσσαλίας.» υποσημ. (Επ. Φαρμακίδης : «Η Λάρισα», εισαγωγή- σχόλια Κ. Σπανός εκδ.
Γνώση 2001).
Μετά το θάνατο του φιλόδοξου Ιάσονα, ταγοί της Θεσσαλίας αναγνωρίστηκαν οι γιοι του Πολύδωρος και Πολύφρων, όμως μετά τη δολοφονία του πρώτου από το δεύτερο, κάπου έξω από τη Λάρισα, μόνος κυρίαρχος έμεινε ο Πολύφρων.
Ξενοφών: Το τέλος του Ιάσονα- Πολύφρων – Αλέξανδρος
« Αυτός λοιπόν ο άνδρας (Ιάσων), που ήταν τόσο σπουδαίος με τόσο μεγάλα και τέτοιου είδους οράματα, ενώ είχε κάνει εξέταση και επιθεώρηση του ιππικού των Φεραίων και ήδη είχε πάρει τη θέση του και απαντούσε σε όποιον τον πλησίαζε, έχοντάς να υποβάλλει κάποιο αίτημα, μαχαιρώθηκε και κατασφάχτηκε από επτά νέους που τον πλησίαζαν δήθεν να τους επιλύσει μια μεταξύ τους διαφορά. Καθώς η προσωπική του φρουρά έτρεξε με αποφασιστικότητα να βοηθήσει, ένας από τους δολοφόνους νέους την ώρα που χτυπούσε τον Ιάσονα φονεύτηκε με λόγχη, ένας άλλος πιάστηκε την ώρα που ανέβαινε στο άλογό του και σκοτώθηκε δεχόμενος
76 πολλά τραύματα. Οι άλλοι πρόλαβαν να πηδήσουν στα άλογά τους που είχαν προετοιμάσει και ξέφυγαν. Σε όποια Ελληνική πόλη κατέφυγαν, στις περισσότερες γνώρισαν μεγάλες τιμές. Από αυτό έγινε φανερό ότι οι Έλληνες είχαν φοβηθεί τον Ιάσονα μήπως γίνει τύραννός τους. Μετά τη δολοφονία του ταγοί έγιναν οι αδελφοί του Πολύδωρος και Πολύφρων. Ο Πολύδωρος, κάποτε που τα δυο αδέλφια πήγαιναν μαζί στη Λάρισα, δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Πολύφρονα, όπως έλεγαν. Γιατί ο θάνατός του ήταν ξαφνικός και χωρίς κανένα καθαρό αιτιολογικό. Ο Πολύφρων άσκησε την εξουσία για ένα έτος, αλλά διαχειρίστηκε το αξίωμα του ταγού όμοια με τύραννο. Γιατί στη Φάρσαλο σκότωσε τον Πολυδάμαντα και άλλους από τους πολίτες, τους καλύτερους, και από τη Λάρισα εξόρισε πολλούς. Κάνοντας τέτοια, δολοφονήθηκε κι αυτός από τον Αλέξανδρο ως εκδικητή για το θάνατο του Πολύδωρου και ανατροπέα της τυραννίδας. Κι όταν ανέλαβε αυτός την εξουσία, στάθηκε κακός ταγός για τους Θεσσαλούς, κακός για τους Θηβαίους, εχθρικός για τους Αθηναίους και άδικος ληστής στην ξηρά και στη θάλασσα. Όντας λοιπόν τέτοιος, δολοφονήθηκε κι αυτός από το χέρι των αδελφών της γυναίκας του, αλλά (και) σύμφωνα με δική της επιθυμία. Γιατί είπε στα αδέλφια της ότι ο Αλέξανδρος σχεδιάζει να τους σκοτώσει και τους έκρυψε μέσα στο παλάτι της όλη τη μέρα. Όταν ήλθε ο Αλέξανδρος μεθυσμένος, εκείνη τον έβαλε να κοιμηθεί και (ενώ) το λυχνάρι έφεγγε, του αφαίρεσε το ξίφος. Κι όταν (αυτή) διαπίστωσε ότι τα αδέλφια της δίσταζαν να μπουν και να σκοτώσουν τον Αλέξανδρο, τους είπε ότι αν δεν το κάνουν, θα τον ξυπνήσει. (Αυτοί) μόλις μπήκαν μέσα, εκείνη τράβηξε την πόρτα και την κρατούσε από το πόμολο (ρόπτρο) μέχρι που σκότωσαν τον άνδρα της. Λέγεται ότι η έχθρα της προς τον άνδρα οφείλεται κατά κάποιους γιατί φυλάκισε ο Αλέξανδρος το μικρό του φίλο και παρότι τον παρακάλεσε να τον βγάλει από τη φυλακή, αυτός τον έβγαλε και τον σκότωσε. Άλλοι πάλι λένε ότι, επειδή δεν μπορούσε να κάνει παιδιά μαζί της, έστειλε ανθρώπους του στη Θήβα και ζήτησε σε γάμο τη χήρα του Ιάσονα. Αυτά λένε ήταν τα αίτια της δολοφονίας. Μέχρι τη στιγμή που γράφηκε αυτό το έργο την εξουσία την ασκούσε ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια της, ο Τισίφονος.» Ξενοφών: «Ελληνικά» 6.4 31-37 μτφ. Γ. Ράπτης
Η ταγεία του Πολύφρονα έμεινε αξέχαστη στους Θεσσαλούς ως η πιο αιμοσταγής τυραννία που είχε ποτέ γνωρίσει η χώρα. Ανάμεσα στα θύματά του ήταν πολλοί άρχοντες της Φαρσάλου με πιο γνωστό τον Πολυδάμαντα.
Διόδωρος: η δολοφονία του Πολύδωρα, ο Φίλιππος ο Μακεδών κατά του Φεραίου Αλέξανδρου και η απελευθέρωση της Λάρισας
«Ο Πολύδωρος ο Φεραίος, ο ηγέτης των Θεσσαλών, σκοτώθηκε με δηλητήριο από τον ανηψιό του, αφού είχε μεθύσει… έτσι αυτός αφού απέκτησε παράνομα και βίαια την εξουσία….μισούνταν και εξαιτίας του παρανόμου χαρακτήρα του φοβήθηκαν κάποιοι από τους Λαρισαίους, που ονομάζονταν, εξαιτίας της συγγενικής τους καταγωγής, Αλευάδες, και συνεννοούνταν μεταξύ τους για να τον εκδιώξουν από την εξουσία. Έτσι φεύγοντας από τη Λάρισα στη Μακεδονία, έπεισαν το βασιλιά Φίλιππο να βοηθήσει στην κατάλυση της τυραννίας. Ενώ οι Λαρισαίοι μ` αυτά ασχολούνταν, ο Φεραίος Αλέξανδρος, που έμαθε τις διεργασίες σε βάρος του, διάλεγε τους καλύτερους στρατιώτες από τους συμμάχους του και ετοιμαζόταν για μάχη. Όμως ο βασιλιάς των Μακεδόνων έχοντας μαζί του και τους Λαρισαίους φυγάδες, έφτασε μ` όλη του τη στρατιά κοντά στους εχθρούς στη
77 Λάρισα. Οι Λαρισαίοι τον οδήγησαν μέσα από τα τείχη της πόλης την οποία και κατέλαβε πλην της ακρόπολης. Μετά απ` αυτό πολιόρκησε και την ακρόπολη και την Κραννώνα, τις οποίες και κατέλαβε ορίζοντας τις πόλεις ελεύθερες …. αφήνοντας αξιόλογες φρουρές. Ο Φεραίος Αλέξανδρος, αφού καταδιώχτηκε (από τις μακεδονικές φάλαγγες) και νιώθοντας μεγάλη έκπληξη (για τη δύναμη των Μακεδόνων) επανήλθε στις Φερές.» Διόδωρος: ΙΕ΄ 61
Έπειτα εξόρισε πολλούς πολιτικούς του αντιπάλους από τη Λάρισα, όμως πριν προλάβει να ολοκληρώσει τις διώξεις και τις εκτελέσεις, ο μικρότερός του αδελφός, Αλέξανδρος τον δολοφόνησε, παίρνοντας στα χέρια του την εξουσία.
Ασημένιο δίδραχμο του Αλεξάνδρου των Φερών (369-357 π.Χ.) με τη μορφή του και παράσταση του πολεμικού ιππικού του
Ο νέος τύραννος των Φερών συνέχισε το έργο του αδελφού του διαπράττοντας πολλές ωμότητες και σφαγές στη Λάρισα, με θύματά του, μεταξύ άλλων, τα σπουδαιότερα μέλη της οικογένειας των Αλευάδων. Πολλοί απ’ αυτούς κατάφεραν να ξεφύγουν και να ζητήσουν την προστασία του Αλεξάνδρου Α΄ της Μακεδονίας. Κι ενώ ο Φεραίος Αλέξανδρος ετοίμαζε εκστρατεία για να τιμωρήσει τους Μακεδόνες, ο συνώνυμός του βασιλιάς της Μακεδονίας τον πρόλαβε και μαζί με τους Λαρισαίους φυγάδες κατέλαβε τη Λάρισα. Έτσι αφού αιφνιδιάστηκε ο τύραννος των Φερών, επέστρεψε στην πόλη του για να οργανώσει την άμυνά του49. Λίγους μήνες αργότερα ο στρατός της Θήβας, έχοντας επικεφαλής τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα, απελευθέρωσαν τη Λάρισα και στήριξαν την ηγεσία των Αλευάδων, που πήραν και πάλι την εξουσία στα χέρια τους. Ο τύραννος των Φερών άρχισε τότε να παρενοχλεί στρατιωτικά τους Θηβαίους στο θεσσαλικό κάμπο, συλλαμβάνοντας μάλιστα αιχμάλωτο τον ίδιο τον Πελοπίδα
78
(367 π.Χ.), τον οποίον όμως κατάφερε στη συνέχεια να απελευθερώσει ο Επαμεινώνδας. Το τέλος του Αλεξάνδρου των Φερών δεν άργησε να επέλθει. Στη μάχη που έγινε κοντά στις Κυνός Κεφαλές (Χαλκωδόνιον όρος ή τουρκιστί Καραντάου) ο στρατός των Φερών κατατροπώθηκε από τις δυνάμεις του Πελοπίδα (365 π.Χ.), ο οποίος όμως, πολεμώντας ριψοκίνδυνα, έχασε τη ζωή του.
Ο Διόδωρος για την ήττα του Αλεξάνδρου των Φερών και για το θάνατο του Πελοπίδα.
« Όταν έφτασε ο Πελοπίδας στη Θεσσαλία είδε τον Αλέξανδρο να έχει καταλάβει τους τόπους που ήταν στα πρανή δεξιά του έχοντας περισσότερους από είκοσι χιλιάδες στρατιώτες, όρμησε στη μάχη εναντίον τους. Ενώ ο Αλέξανδρος υπερείχε από άποψη στρατηγικής θέσης, ο Πελοπίδας έσπευσε με τη δική του ανδρεία εναντίον του Αλεξάνδρου. Όμως ο τύραννος με τους επιλέκτους του αντιστάθηκε και έγινε μάχη δυνατή στην οποία αρίστευσε ο Πελοπίδας σωριάζοντας γύρω του πολλούς νεκρούς. Τέλος ο Πελοπίδας ριψοκινδυνεύοντας έτρεψε τους εχθρούς σε φυγή, φέρνοντας τη νίκη (για το στρατό του) αλλά χάνοντας τη ζωή του γιατί είχε πολλαπλά τραύματα από τα χτυπήματα των εχθρών. Ο Αλέξανδρος κάνοντας δεύτερη μάχη συνετρίβη τελείως και αναγκάστηκε να παραχωρήσει στις θεσσαλικές πόλεις που είχε καταλάβει την ελευθερία τους.» Διόδωρος: ΙΕ΄ 80
Ο Αλέξανδρος κατάφερε να διαφύγει στις Φερές όπου όμως τον περίμενε η κοινή μοίρα της οικογένειάς του: η δολοφονία του από συγγενικό του πρόσωπο. Η σύζυγός του Θήβη έβαλε τα αδέλφια της Τισίφονο, Πυθόλαο και Λυκόφρονα (β΄) να τον σκοτώσουν. Οι τρεις δολοφόνοι ανέλαβαν από κοινού την «ταγεία» στη Θεσσαλία που είχε πια καταντήσει συνώνυμο της τυραννίας. Στη διάρκεια αυτών των γεγονότων (363 π.Χ.) συστήθηκε το νέο «Κοινό των Θετταλών», στο οποίο συνασπίστηκαν όλες οι πόλεις της Θεσσαλίας πλην των Φερών, που έχοντας κρατήσει την ανεξαρτησία τους ήταν το αντίπαλο δέος του Κοινού. Η ιεραρχία του Κοινού των Θεσσαλών απαρτιζόταν από τον Ταγό, συνήθως Λαρισαίο, τους τέσσερις πολέμαρχους, τους τέσσερις ιππάρχους και τους είκοσι πέζαρχους. Επειδή, όμως η δύναμη των Φερών υπό την ηγεσία των τριών αδελφών, δεν έπαυε να είναι υπολογίσιμη, οι Αλευάδες, εκ μέρους του Κοινού, ζήτησαν το 358 π.Χ. τη βοήθεια του νέου Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Β΄. Αυτός, χωρίς χρονοτριβή επέλασε στη Θεσσαλία, καταλαμβάνοντας ξανά τη Λάρισα50 και την Κραννώνα, ενώ στη συνέχεια
79
πολιόρκησε και κατέλαβε, με καταστρέφοντάς την ολοσχερώς.
έφοδο,
τη
Φαρκαδόνα
Κ. Παπαρρηγόπουλος : μάχη Κυνός Κεφαλών, ήττες του Αλεξάνδρου.
«..Ο Πελοπίδας ανέλαβε να καθαιρέσει τον δεσπότην Αλέξανδρον, όστις ήτο ήδη εν ακμή της δυνάμεως, καθυποτάξας το πλείστον της Θεσσαλίας και τους Αχαιούς και τους Μάγνητας, συμμάχους δε έχων τους Αθηναίους. Και κατατρόπωσε μεν Πελοπίδας περί Κυνός Κεφαλάς τον στρατόν του Αλεξάνδρου, αλλά προκινδυνεύσας παραλόγως έπεσεν αυτός ενώ τη μάχη ταύτη….Ο Αλέξανδρος επανειλημμένως ηττηθείς ηναγκάσθη να παραιτήση άπασας τας παρ’ αυτού πρότερον εξηρτημένας πόλεις, να περιορισθη εις τας Φεράς και την περί τον Παγασητικόν κόλπον μικράν αυτών χώραν και να αναγνωρίσει ως ηγεμόνας τους Θηβαίους, οίτινες, καταστήσαντες υπηκόους και τους Αχαιούς και τους Μάγνητας….» Κ. Παπαρρηγόπουλος: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, β΄εκδ. ΔΟΛ, τόμος 5ος,σ.123
Κ. Παπαρρηγόπουλος: Ο Φίλιππος οργανώνει προγεφύρωμα στη Θεσσαλία
«Μετά την άλωσιν των Παγασών, οι των θεσσαλικών πόλεων μακεδονισταί ανηγόρευσαν αυτόν ηγεμόνα της ομοσπονδίας αυτών, και ούτως ειπείν ταγόν, παραδόντες εις την διάθεσιν αυτού ου μόνον το άριστον θεσσαλικόν ιππικόν, αλλά και τα από των λιμένων και αγορών τέλη, ώστε ηύξησαν εκ τούτου έτι μάλλον οι χρηματικοί πόροι του βασιλέως. Προσεκτήσατο δε δια της κυριεύσεως του Παγασητικού κόλπου και δύναμιν ναυτικήν αξιόλογον, δι’ ης ελεηλάτει τους συμμάχους και τας κτήσεις των Αθηναίων και αυτά της Αττικής παράλια.» Κ. Παπαρρηγόπουλος: όπως παραπάνω, τόμος 6ος, σ.71
Έπειτα μετά τη μάχη του Κρόκιου ανέτρεψε την τυραννία του Δείνωνα στην Κραννώνα και τέλος κατέλυσε το κράτος των Φερών, υποτάσσοντας επίσημα τη Μαγνησία και την Περραιβία και ουσιαστικά ολόκληρη τη Θεσσαλία στη Μακεδονία (352 π.Χ.).Ο Φίλιππος επανέφερε την παλιά διαίρεση της χώρας σε τετραρχίες, δηλαδή Εστιαιώτιδα, Θεσσαλιώτιδα, Πελασγιώτιδα και Φθιώτιδα.
80 Αργυρά δίδραχμο και δραχμή με τη μορφή της Νύμφης Λάρισας από την περίοδο της μακεδονικής κατοχής(350-320 π.Χ.) της πόλης της Λάρισας.
Στην Πελασγιώτιδα ο Φίλιππος τοποθέτησε στη διοίκηση το Αλευάδη Θρασύδαιο, ενώ φρόντισε να έχει υπό την κατοχή του αρκετές στρατηγικές θέσεις, εγκαθιστώντας μακεδονικές φρουρές στις Παγασές και αλλού. Μάλιστα στους Γόμφους έστειλε Μακεδόνες αποίκους, κάτι που πρέπει να έγινε την ίδια εποχή και στους Γόννους της Περραιβίας.
Αθήναιος: Ο Φίλιππος ορίζει τύραννο της Θεσσαλίας το Θρασυδαίο
« Ο Φίλιππος, λέει ο Θεόπομπος στην τεσσαρακοστή τετάρτη απ’ τις ιστορίες του, κατέστησε το Θρασύδαιο το Θεσσαλό τύραννο των ομοεθνών του, μικρό στην ευφυΐα, αλλά μεγάλο στην κολακεία.» Αθήναιος: στ΄ 55, 249 (έμμεση πηγή)
Να αναφέρουμε ότι για λόγους σκοπιμότητας νυμφεύτηκε το 353, τη Λαρισαία Φίλιννα και το επόμενο έτος τη συγγενή του Ιάσονα των Φερών Νικησίπολη. Από την πρώτη απέκτησε τον Αρριδαίο και από τη δεύτερη τη Θεσσαλονίκη (που ονομάστηκε έτσι σε ανάμνηση της νίκης του στο Κρόκιο51). Φερόμενος διαλλακτικά ο Φίλιππος, επέτρεψε στους Θεσσαλούς να έχουν την πρωτοκαθεδρία στη Δελφική Αμφικτυονία, ασκώντας συνάμα και την προεδρία της. Την περίοδο 346-339 καταγράφεται πρόεδρος της Αμφικτυονίας ο Κόττυφος ο Φαρσάλιος. Όμως, την ίδια περίοδο οι Αλευάδες της Λάρισας, με επικεφαλής το Σίμο, οργάνωσαν μια ανταρσία κατά του Φιλίππου. Το 345 π.Χ. ο Σίμος αυτοανακηρύχθηκε τύραννος. Επειδή ο Φίλιππος δεν αντέδρασε, λόγω των πολεμικών συγκρούσεών του στην Ιλλυρία και τη Δαρδανία (Σκόπια), βρέθηκαν μιμητές του Σίμου και σε άλλες θεσσαλικές πόλεις όπως στις Φερές. Όταν ο Μακεδόνας βασιλιάς επέστρεψε θριαμβευτής από τις εκστρατείες του και έμαθε τα καθέκαστα, αντέδρασε αστραπιαία. Οργάνωσε εκστρατεία κατά των στασιαστών, επικρατώντας με χαρακτηριστική άνεση. Οι συνέπειες ήταν δραματικές: εξόντωσε μέχρις ενός τους τυράννους των θεσσαλικών πόλεων, τοποθέτησε ισχυρές μακεδονικές φρουρές, σχεδόν παντού, απέσπασε από τη Θεσσαλία, εκτός από τη Μαγνησία, την Αχαΐα Φθιώτιδα, τη Μαλίδα, την Αινίδα, τη Δολοπία και τη χώρα των Οιταίων.
81
Αθήναιος: Μια περιγραφή για τα ήθη των Θεσσαλών την εποχή του Φιλίππου
«Βλέποντας ο Φίλιππος τους Θεσσαλούς πόσο ακόλαστοι ήταν και πόσο «ασελγείς περί τον βίον» ήταν διοργάνωνε συμπόσια και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να γίνεται σ’ αυτούς αρεστός. «και γαρ ορχούμενος, και κωμάζων, και πάσαν ακολασίαν υπομένων (δε και φύσει βωμολόχος, και γαρ καθ’ εκάστην ημέραν μεθυσκόμενος, και χαίρων των επιτηδευμάτων τοις προς ταύτα συντείνουσι, και των ανθρώπων τοις ευφυέσι καλουμένοις, και τα γέλοια λέγουσι και ποιούσι), πλείους τε των Θετταλών των αυτώ πλησιαζόντων ήρει μάλλον εν ταις συνουσίαις ή ταις δωρεαίς (…).Φίλιππος τους μεν κοσμίους τα ήθη και τους των ιδίων επιμελουμένους απεδοκίμαζε, τους δε πολυτελείς και ζώντες εν κύβοις και πότοις επαίνων ετίμα.»….» Αθήναιος: ΣΤ ΄ 76, 77
Το σοβαρότερο όμως μέτρο που επέβαλε ήταν ο ορισμός κυβερνήσεων που ονομάζονταν «δεκαρχίαι», τα μέλη των οποίων επιλέγονταν και διορίζονταν από τον ίδιο το Φίλιππο. Εκμεταλλευόμενος αυτά τα όντως σκληρά μέτρα, ο γνωστός Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης, έστειλε στη Θεσσαλία πρέσβεις για να τους υποκινήσει σε εξέγερση, προς όφελος φυσικά των Αθηναίων, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη δύναμη του Μακεδόνα ηγέτη (342 π.Χ.). Την ίδια χρονιά ο Φίλιππος επέβαλε στους Θεσσαλούς να «εκλέξουν» τον ίδιο «ισόβιο άρχοντα του Κοινού των Θεσσαλών». Έτσι, για πρώτη φορά, εμφανίζεται στην ιστορία ταγός στη Θεσσαλία κάποιος όχι Θεσσαλός. Μ’ αυτή την «εκλογή», ο Φίλιππος μπορούσε να εκμεταλλεύεται οικονομικά ολόκληρη την εύφορη πεδιάδα, μέσω εισφορών, και να επιστρατεύει, κατά το δοκούν, ομοσπονδιακό θεσσαλικό στρατό. Από τότε και μέχρι το θάνατο του Φιλίππου (336), η Θεσσαλία παρέμεινε πιστή σύμμαχος της Μακεδονίας και συμμετείχε στους πολέμους κατά των Βοιωτών και των Αθηναίων.
8. Η Θεσσαλία στα Ελληνιστικά χρόνια
Με την άνοδό του στο θρόνο της Μακεδονίας, ο Αλέξανδρος ο Μέγας, έβαλε σκοπό της ζωής του να εκπληρώσει το όραμα του πατέρα του, την εκστρατεία όλων των Ελλήνων στην Περσία. Έσπευσε, λοιπόν, στη Θεσσαλία και, υποσχόμενος στους ταγούς πλούσια λάφυρα από την Περσία, κατάφερε να εξασφαλίσει από αυτούς ισχυρή δύναμη ιππικού. Έτσι οι
82
Θεσσαλοί συμμετείχαν στην εκστρατεία και πολέμησαν γενναία στο Γρανικό, την Ισσό και τα Γαυγάμηλα με ηγέτες τούς Μακεδόνες Κάλα και Παρμενίωνα, τον προσωπικό φίλο του Αλεξάνδρου, Μήδιο το Λαρισαίο καθώς και τον Κύρσελο τον Φαρσάλιο52. Διοικητής μιας τετραρχίας του Μ. Αλεξάνδρου ήταν ο Θρασύδαιος ο Λαρισαίος54. Όταν η εκστρατεία έφτανε στο τέλος της, κάπου κοντά στον Υδάσπη ποταμό (παραπόταμος του Ινδού), ο Αλέξανδρος διόρισε 33 ανώτερους άρχοντες στο αξίωμα του «τριηράρχου». Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Μήδιος. Ο Διόδωρος αναφέρει53 ότι το τελευταίο επίσημο δείπνο, στο οποίο παρακάθισε ο κορυφαίος Μακεδόνας στρατηλάτης ήταν στο σπίτι του Μηδίου (τέλος Μαΐου 323 π.Χ.). Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημάδια της αρρώστιας του, που τον οδήγησε σύντομα στον πρόωρο θάνατό του.
Ο Διόδωρος για την αρχή του τέλους του Μ. Αλεξάνδρου στην οικία του Λαρισαίου Μήδιου
«…προσκλήθηκε ο Αλέξανδρος από κάποιον απ’ τους φίλους του, το Μήδιο τον Λαρισαίο να έλθει για διασκέδαση (επί κώμον) και εκεί αφού ήπιε πολύ κρασί (πολύν άκρατον οίνον εμφορηθείς) στη μνήμη (εορτή προς τιμήν) του Ηρακλή, ξαναγέμισε ένα μεγάλο ποτήρι (και) το άδειασε (πίνοντάς το). Ξαφνικά τότε, σαν να χτυπήθηκε από κάποιο πλήγμα ισχυρό, αναστέναξε βαθιά βογκώντας (….) Έτσι αυτός μ’ αυτόν τον τρόπο οδηγήθηκε (σε λίγες μέρες) στο θάνατο.» Διόδωρος: ΙΕ΄ 11 και 117
Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, το συμβούλιο των στρατηγών του όρισε την επιτροπεία των ευρωπαϊκών κτήσεων της Μακεδονίας στον Αντίπατρο και στον Κρατερό55. Όμως σύντομα οι πόλεις της Νότιας Ελλάδας, με κύριους συντονιστές τους Αιτωλούς, ξεσηκώθηκαν και κήρυξαν την επανάσταση κατά των Μακεδόνων. Ο Αντίπατρος στηριζόταν στο συμμαχικό του θεσσαλικού ιππικό. Όμως, την κρίσιμη αυτή ώρα οι Θεσσαλοί άλλαξαν στρατόπεδο, και, με την καθοριστική συμβολή 2000 ιππέων, έγειραν την πλάστιγγα υπέρ των επαναστατών. Έτσι ο Αντίπατρος βρέθηκε σε δύσκολη θέση και μετά την ήττα του, που προφανώς έλαβε χώρα κοντά στην Ηράκλεια, νιώθοντας επικίνδυνα περικυκλωμένος από εχθρικές δυνάμεις, κατέφυγε στη φιλική προς τους Μακεδόνες Λαμία. Αυτή η πόλη έδωσε και το όνομα της σ’ αυτόν τον πόλεμο: Λαμιακός πόλεμος. Μετά το 322 π.Χ. το επίκεντρο του Λαμιακού πολέμου μεταφέρθηκε στη Θεσσαλία, όπου
83
διεξήχθησαν πολλές μάχες των Μακεδόνων εναντίον των συμμάχων (κυρίως Αθηναίων αλλά και άλλων μικρότερων πόλεων). Οι Μακεδόνες , που είχαν επικεφαλής το στρατηγό Λεοννάτο, σκόπευαν να ενωθούν με το στρατό του Αντιπάτρου, που παρέμενε εγκλωβισμένος στη Λαμία. Στην καθοριστικότερη ιππομαχία, οι σύμμαχοι με ίππαρχο το Μένωνα το Φαρσάλιο, επικράτησαν καθαρά. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ισχυρή στρατιωτική δύναμη, με επικεφαλής τον Κρατερό , επέλασε γρήγορα στο θεσσαλικό κάμπο και ενώθηκε με το στρατό του Αντιπάτρου, που είχε απαγκιστρωθεί περνώντας από δύσβατες ορεινές διαδρομές της ΝΔ. Θεσσαλίας. Ο ενωμένος μακεδονικός στρατός, αποτελούμενος από 40000 πεζούς, 3000 τοξότες και 5000 ιππείς, πέρασε τον Πηνειό και συνάντησε το συμμαχικό στρατό(Αθηναίων, Αιτωλών και Θεσσαλών), που ήταν στρατοπεδευμένος στην Κραννώνα. Η νίκη ήταν των Μακεδόνων, όμως και εδώ καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Μένων και η φαρσάλια ιππική δύναμη που άλλαξε, και πάλι, στρατόπεδο, πολεμώντας στο πλευρό των νικητών. Τα υπολείμματα του αθηναϊκού στρατού εγκατέλειψαν τη Θεσσαλία, η συμμαχία διαλύθηκε και οι Θεσσαλοί υποτάχθηκαν στο νικητή. Παρ’ όλα αυτά, ο Μένων βρήκε και πάλι ευκαιρία να παρασπονδήσει εναντίον των νικητών, συμμαχώντας με τους Αιτωλούς και απελευθερώνοντας τις περισσότερες θεσσαλικές πόλεις. Ο Αντίπατρος, που βρισκόταν τότε στην Ασία, έστειλε ισχυρή δύναμη υπό τον στρατηγό Πολυσπέρχοντα που μόλις έφτασε στη Θεσσαλία, συνέτριψε εύκολα τους αντιπάλους του, σκότωσε το Μένωνα και πολλούς από τους άρχοντες και επανέφερε ολόκληρη τη Θεσσαλία στα χέρια των Μακεδόνων. Η Θεσσαλία εμφανίζεται ξανά στο ιστορικό προσκήνιο στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, που εποφθαλμιούσε το θρόνο της Μακεδονίας, πέρασε από την περιοχή το 296 για να υποτάξει τις πόλεις της Ν. Ελλάδας που είχαν και πάλι αποστατήσει. Τη Λάρισα την κατέλαβε με έφοδο56, φυλάκισε την αντίπαλή του νόμιμη μακεδονική φρουρά και έδωσε αυτονομία στους Λαρισαίους. Την ίδια εποχή, ίδρυσε την πόλη Δημητριάδα στον Παγασητικό κόλπο, εγκαθιστώντας σ’ αυτή Μακεδόνες και
84
Θεσσαλούς, μεταξύ των οποίων και την πλειοψηφία των κατοίκων της θεσσαλικής παράκτιας πόλης Ριζούντος. Νόμιμος βασιλιάς της Μακεδονίας ήταν τότε ο Αλέξανδρος Ε΄ γιος του Κασσάνδρου. Αυτός πρότεινε στο Δημήτριο να συναντηθούν στη Λάρισα για να συζητήσουν τη μεταξύ τους διαφωνία στο θέμα του θρόνου, έχοντας σκοπό να τον εξοντώσει. Όμως ο Δημήτριος τον πρόλαβε, σκοτώνοντάς τον. Έτσι την ίδια χρονιά (294 π.Χ.) ανακηρύχθηκε ο ίδιος βασιλιάς της Μακεδονίας57, ορίζοντας κυβερνήτη της Κεντρικής Ελλάδας το γιο του Αντίγονο Γονατά. Η εισβολή των Γαλατών Οι Γαλάτες ή Κέλτες ήταν άγριος πολεμικός λαός που είχε εισβάλει τον προηγούμενο αιώνα (4ο) στη Β. Ιταλία και στα κεντρικά Βαλκάνια, έχοντας δημιουργήσει μικρά κράτη που επιζούσαν από επιδρομές κατά των γειτονικών τους περιοχών.
Οι Γαλάτες στους Δελφούς
Όταν κατέρρευσε το κράτος του Λυσίμαχου (Θράκης), το 281 π.Χ., υπό την πίεση άλλων λαών της Κ. Ευρώπης, άρχισαν να κατηφορίζουν νοτιότερα φέρνοντας μαζί τους και αμάχους ομοφύλους τους. Την άνοιξη του 279 εισέβαλαν στον ελλαδικό χώρο διακόσιες περίπου χιλιάδες μάχιμοι Γαλάτες μαζί με τα γυναικόπαιδά τους.
47. K. Παπαρρηγόπουλος: Οι Γαλάτες στη Θεσσαλία
85 «….τα υπό τον Βρέννον στίφη…εν έαρι του 279…ώρμησαν συμποσούμενα, ως λέγεται εις 200.000 περίπου μαχίμων ανδρών και συνεπαγόμενα, κατά το έθος, τας γυναίκας αυτών και τους παίδας. Αφού δε ελεηλάτησαν αύθις τους αγρούς και δεν ηδυνήθησαν να κυριεύσωσι τας οχυράς πόλεις, εξηκολούθησαν προελαύνοντα προς μεσημβρίαν, δια της Θεσσαλίας (….) ανέκαμψαν δε υπό ηγεμόνα τον Κομοντόριον, δια της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας εις την Θράκην…» Κ. Παπαρρηγόπουλος: ό. π. τόμος 6ος, σ.152,153
Αφού λεηλάτησαν τους αγρούς και μη μπορώντας να κυριεύσουν πόλεις (μιας και αγνοούσαν την πολιορκητική τέχνη), εισχώρησαν στη Θεσσαλία58 με απώτερο στόχο να λαφυραγωγήσουν τα αφιερώματα του ιερού των Δελφών, πράγμα που προς στιγμήν δεν το κατόρθωσαν. Το επόμενο όμως έτος ο κίνδυνος έγινε μεγαλύτερος, όταν εισέβαλαν νέα γαλατικά στίφη με επικεφαλής τον Βρέννο. Οι καταστροφές στην ύπαιθρο ήταν ανυπολόγιστες. Οι Θεσσαλοί εγκατέλειψαν τους μικρότερους οικισμούς και οχυρώθηκαν πίσω από τα τείχη των μεγαλυτέρων πόλεων (Λάρισα, Φερές, Ιωλκός, κ.ά.). Κάποιοι Θεσσαλοί μεγαλοκτηματίες, προσέχοντας μόνο το ίδιον συμφέρον, ήλθαν σε συνεννόηση με το Βρέννο και του επέτρεψαν να διασχίσει τη Θεσσαλία, υπό τον όρο να μην λεηλατήσει τα κτήματά τους59. Ο τελικός στόχος των Γαλατών όμως δεν επετεύχθη. Σκοτώθηκε μάλιστα σε μια από τις συγκρούσεις που έγιναν στα ορεινά περάσματα της Θεσσαλίας ο ίδιος ο Βρέννος. Ο νέος ηγέτης Κομοντόριος συγκέντρωσε τους υπόλοιπους ομοεθνείς του, και εν μέσω συνεχών συγκρούσεων υποχώρησε βόρεια προς τη Θράκη, όπου ίδρυσαν το δικό τους βασίλειο (βασίλειο της Τύλης). Το βασίλειο της Ηπείρου- Κινέας ο Θεσσαλός Μεγάλη άνθιση τον 3ο αι. π.Χ. στην Ελλάδα γνώρισε το βασίλειο του Πύρρου, του γνωστού στην ιστορία από την εκστρατεία του στην ιταλική χερσόνησο και τους αλλεπάλληλους πολέμους με τους Ρωμαίους. Πίσω όμως από τον Πύρρο, κρυβόταν μια πλειάδα από φίλους του συμβούλους που ήταν πραγματικά μεγαλοφυείς. Η ιστορία διάσωσε εξ αυτών κυρίως το όνομα του Θεσσαλού Κινέα, «…του οποίου η σύνεσις, η μετριοπάθεια και η περί τον λόγον τέχνη (ρητορική), ήτις, ως βεβαιούσιν, ανεμίμνησκε (θύμιζε) την του Δημοσθένους δεινότητα (ικανότητα), ετίμησαν τον βασιλέα
86
(Πύρρον)… και διατηρήσαντα τοιούτον υπουργόν τουλάχιστον όσον και τον άνδρα τον κτησάμενον (που είχε) τοσαύτα προτερήματα.60». Ο Κινέας ήταν ο κυριότερος διαπραγματευτής του Πύρρου στις συζητήσεις του με τους Ρωμαίους. Η Ρώμη και η Θεσσαλία Στα τέλη του 3 αιώνα π.Χ. βρίσκουμε τη Θεσσαλία υποτελή στην Αιτωλική Συμπολιτεία που είχε διευρύνει την επιρροή της μέχρι τα όρια της Περραιβίας. Την ίδια περίοδο συνεχίζονταν οι έριδες μεταξύ των κρατών των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το 207 π.Χ. όμως ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Φίλιππος ο Ε΄ , έχοντας απαλλαγεί από τα εσωτερικά προβλήματά του, εισέβαλε στην Αιτωλία και κατέλαβε την πρωτεύουσά της Θέρμο. Οι Αιτωλοί αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν (206 π.Χ.) διατηρώντας την αυτονομία τους , αλλά παραχωρώντας τις θεσσαλικές περιοχές που κατείχαν (Θεσσαλιώτιδα, Εστιαιώτιδα, Δολοπία, κ.ά.) στο Φίλιππο. Επειδή όμως οι Αιτωλοί φαινόταν ότι θα κατέφευγαν στη Ρώμη, με την οποία είχαν συγκρουστεί οι Μακεδόνες λίγα χρόνια νωρίτερα, για βοήθεια, ο βασιλιάς της Μακεδονίας τους παραχώρησε τη Φάρσαλο. Έχοντας μείνει ήσυχος από το αιτωλικό μέτωπο, ο Φίλιππος εισέβαλε στην Ιλλυρία, που ήταν υπό την κατοχή της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι έστειλαν 35 πολεμικά πλοία και 11000 άνδρες για να τον αντιμετωπίσουν, ζητώντας παράλληλα και τη συμμαχία των Αιτωλών, ώστε ν’ ανοίξουν κι αυτοί μέτωπο παρενοχλώντας τα νότια σύνορα της Μακεδονίας. Οι Αιτωλοί δε συμφώνησαν και έτσι ο Φίλιππος κατόρθωσε να κερδίσει κάποιες μικρές νίκες κατά των Ρωμαίων και το 205 με τη μεσολάβηση των Ηπειρωτών έγινε συνθήκη ειρήνευσης. Φαίνεται όμως ότι κερδισμένοι περισσότερο απ’ όλα αυτά ήταν οι Ρωμαίοι, καθώς διατήρησαν τις κτήσεις τους στην Ιλλυρία και τη Βόρειο Ήπειρο, η συμμαχία Ρωμαίων και Αιτωλών παρέμενε σε ισχύ και επειδή οι Ρωμαίοι βρήκαν ένα νέο σύμμαχο στη Μ. Ασία, στο πρόσωπο του βασιλιά της Περγάμου. Η σύγκλητος της Ρώμης είχε ορίσει υπεύθυνο για τα ελληνικά θέματα το Ρωμαίο στρατηγό Τίτο Κοΐγκτιο Φλαμινίνο, ο
ου
87
οποίος και άρχισε τις προετοιμασίες για εκστρατεία στην Ελλάδα με σκοπό την …απελευθέρωση της Θεσσαλίας από το ζυγό της Μακεδονίας. Η εκστρατεία πραγματοποιήθηκε το 197 π.Χ. και περιελάμβανε δύναμη 26000 λεγεωνάριων που προχώρησε στη θεσσαλική πεδιάδα κοντά στις Φερές, περιμένοντας το στρατό του αντιπάλου.
33. Πολύβιος: Φίλιππος εναντίον Ρωμαίων στις Κυνός Κεφαλές
«….Ο Φίλιππος παίρνοντας από τη Λάρισα όλο το στρατό του προήλαυνε πορευόμενος προς τις Φερές (…..) (εις τη θέση Κυνός Κεφαλαί) έπεσαν από τους Ρωμαίους γύρω στους επτακόσιους και από τους Μακεδόνες πέθαναν (φονεύτηκαν) οκτώ χιλιάδες ενώ συνελήφθησαν και πέντε χιλιάδες (αιχμάλωτοι)…ο Τίτος μετά τη μάχη, αφού φρόντισε για τους αιχμαλώτους και για τα λάφυρα, έφτασε στη Λάρισα.» Πολύβιος: ΙΗ΄ 19,1-27,6 και 33,8
Ο Φίλιππος που εν τω μεταξύ είχε στρατοπεδεύσει στη Λάρισα, έχοντας λάθος πληροφορηθεί ότι τα αντίπαλα στρατεύματα βρισκόταν στη Θήβα61, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του που ήταν περίπου ισοδύναμες μ’ αυτές των εισβολέων και κατηφόρισε ως τις Φερές. Χώρος συνάντησης ήταν οι γνωστές μας Κυνός Κεφαλαί, στους ανατολικούς πρόποδες του Χαλκωδόνιου όρους. Η μάχη κρίθηκε νωρίς υπέρ των Ρωμαίων και ο Φίλιππος μόλις που κατόρθωσε να διαφύγει και να επιστρέψει, μέσω Τεμπών, στη Μακεδονία. Στη μάχη έπεσαν 700 Ρωμαίοι και 8.000 Μακεδόνες! Ο Πολύβιος αναφέρει62 ότι ο Τίτος συνέλαβε 5.000 αιχμαλώτους από τους αντιπάλους του. Μετά τη νίκη του ο Ρωμαίος στρατηγός προέλασε στο θεσσαλικό κάμπο και μπήκε θριαμβευτής στη Λάρισα.
O Στράβων για την ήττα των Μακεδόνων απ’ τους Ρωμαίους στις Κυνός Κεφαλές
« Υπάρχει στη Σκοτούσσα μια περιοχή που ονομάζεται Κυνός Κεφαλές, γύρω από την οποία οι Ρωμαίοι με τους Αιτωλούς και ο Τίτος Κοίντιος νίκησαν σε μεγάλη μάχη το Φίλιππο το γιο του Δημητρίου, το βασιλιά των Μακεδόνων.» Στράβων: Θ΄ 5,20
Το επόμενο έτος (196 π.Χ.), στους εορταστικούς αγώνες των Ισθμίων, κοινοποίησε το ψήφισμα της ρωμαϊκής Συγκλήτου που απέδιδε αυτονομία, μεταξύ άλλων, και στους Θεσσαλούς.
Πολύβιος: Η απόφαση της ρωμαϊκής Συγκλήτου για την «ελευθερία» των Θεσσαλών
88 «Η Σύγκλητος η Ρωμαίων και Τίτος Κοϊντιος, στρατηγός ύπατος, καταπολεμήσαντες βασιλέα Φίλιππον και Μακεδόνας, αφιάσιν ελευθέρους, αφρουρήτους, αφορολογήτους, νόμοις χρωμένοις τοις πατρίοις (διοικούμενοι με τους πατροπαράδοτους νόμους τους), τους Κορινθίους, τους Φωκείς, τους Λοκρούς, τους Ευβοείς, τους Αχαιούς της Φθιώτιδος και τους Μάγνητας, τους Θεσσαλούς, τους Περραιβούς.» Πολύβιος: ΙΗ΄ 46, 5-6
Τότε η Θεσσαλία χωρίστηκε σε τέσσερις ανεξάρτητες πολιτείεςκράτη: τη Μαγνησία, την Περραιβία, τη Δολοπία και την υπόλοιπη Θεσσαλία ενωμένη με τη Φθιώτιδα.
Κοινό Θεσσαλών 196-146 π.Χ. ασημένιο διπλό βικτοριάτο (1,5 δηνάρια) : Ζευς και Ιτωνία Αθηνά
Ο σκοπός βέβαια των Ρωμαίων ήταν απλός: εφάρμοζαν την τακτική του «διαίρει και βασίλευε», έχοντας στο βάθος του μυαλού τους την αναίμακτη, ει δυνατόν, κατάκτηση όλων των ήδη αποδυναμωμένων ελληνικών κρατιδίων.
Ασημένια δραχμή: Απόλλων- Αθηνά Κ. Θεσσαλών 196-146 π.Χ.
Τον επόμενο αιώνα ο βασιλιάς της Ελληνιστικής Συρίας Αντίοχος έβάλε στόχο να εκδιώξει τους Ρωμαίους από την Ελλάδα. Έτσι το 191 π.Χ. αποβιβάστηκε δύναμη 10000 πεζών και 500 ιππέων στις ακτές του Παγασητικού, έχοντας
89
επικεφαλής τον ίδιο τον Αντίοχο. Ο στρατός του Αντιόχου κατέλαβε, μετά από πολιορκία τη Δημητριάδα και, συμμαχώντας με την Αιτωλική Συμπολιτεία και τους Αθαμάνες, απελευθέρωσε στη συνέχεια τις Φερές και την Κραννώνα, επικρατώντας προς στιγμήν στη Ν. Θεσσαλία. Έπειτα προσπάθησε να πολιορκήσει τη Λάρισα, η οποία όμως ήταν καλά οχυρωμένη και φυλασσόταν από ισχυρή ρωμαϊκή φρουρά υπό την ηγεσία του Άππιου Κλαύδιου. Μη μπορώντας, λοιπόν, να καταφέρει να αλώσει τη θεσσαλική πρωτεύουσα, υποχώρησε προς τη Ν. Ελλάδα. Στη Χαλκίδα βρήκε την ευκαιρία να γνωριστεί και να ….νυμφευτεί με την κόρη κάποιου ηγεμόνα της πόλης!
35. Επιστολή του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας προς τους Λαρισαίους δημογραφικό πρόβλημα
«Ο βασιλιάς Φίλιππος χαιρετίζει τους ταγούς και τους πολίτες της Λάρισας. Ο Πετραίος, ο Ανάγκιππος και ο Αριστόνους μόλις γύρισαν από την πρεσβεία και με πληροφόρησαν ότι και η δική σας πόλη, εξαιτίας των πολέμων, στερείται των περισσοτέρων κατοίκων (πολιτών) της. Μέχρι να επινοήσουμε κάποιους άξιους για πολίτες της δικής σας πολιτείας, προς το παρόν κρίνω (ότι θα ήταν σωστό) να αποφασίσετε να δοθεί το δικαίωμα του πολίτη και σ` αυτούς που κατοικούν στην πόλη σας, είτε είναι Θεσσαλοί είτε άλλοι Έλληνες….» « Έτος Ε΄ Υπερβερεταίου (τελευταίος μακεδ. Μήνας)» Ο. Kern, “Inscriptioneς Graecae” Βερολίνο 1908 τ. ΙΧ2, 517. J. M. Hannick, (G. Polese μετάφραση), «Παρατηρήσεις στις επιστολές του Φιλίππου Ε΄ του Μακεδόνα προς την πόλη Λάρισα», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ. 18 (1990) σ. 15 κ.ε.
Στο μεταξύ, ενόσω ο Αντίοχος απολάμβανε τις πρώτες μέρες του έγγαμου βίου του, οι Ρωμαίοι έχοντας γίνει σύμμαχοι αυτή τη φορά με τους Μακεδόνες, ετοίμασαν ένα πολύ ισχυρό σώμα (40.000 στρατιώτες), αποτελούμενο από οπλίτες του Φιλίππου Ε΄, το οποίο κατόρθωσε να διώξει όλες τις φρουρές του Αντιόχου από τις πόλεις που είχε καταλάβει και στη συνέχεια να κατευθυνθεί προς Νότο. Η απάντηση του Αντιόχου, προ του ισχυρού αντίπαλου στρατεύματος, ήταν απλή: Επιβιβάστηκε μαζί με ένα τμήμα του στρατού του σε πλοία κι από τη Χαλκίδα κατευθύνθηκε στην Έφεσο της Μ. Ασίας. Η τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια εκδίωξης των Ρωμαίων από την Ελλάδα έγινε από τον τελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας, τον Περσέα. Ο Περσέας που ήταν νόθος γιος του Φιλίππου του Ε΄, ένωσε υπό το σκήπτρο του τις περισσότερες
90
ελληνικές πόλεις-κράτη και συμπολιτείες και το 172 π.Χ. ξεκίνησε την οργάνωση μιας πανστρατιάς που θα απελευθέρωνε όλη την Ελλάδα. Οι Λαρισαίοι πήραν το μέρος των Ρωμαίων διότι η συνέλευση τους πείστηκε από τη ρωμαϊκή πρεσβεία. Οι Ρωμαίοι υποσχέθηκαν αυτονομία στην περιοχή και κατηγόρησαν τον Περσέα ότι δήθεν ήθελε να καταλύσει το θεσσαλικό κράτος. Το 171 κατέφτασε στη Θεσσαλία, μέσω της Ιλλυρίας και της Ηπείρου, ισχυρή στρατιωτική δύναμη των Ρωμαίων, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Γάιου Πούπλιου Λικίνιου Κράσσου. Οι Ρωμαίοι δε συνάντησαν αντίσταση στο διάβα τους και περνώντας τις ορεινές διαβάσεις της Αθαμανίας, έφτασαν στους Γόμφους. Την ίδια στιγμή ο Περσέας περίμενε τους Ρωμαίους βορειοδυτικότερα, στην περιοχή του Συκυρίου (κοντά στο σημερινό Συκούριο) όπου και είχε στρατοπεδεύσει. Οι Ρωμαίοι, αφού πήραν δυνάμεις αναπαυόμενοι στους Γόμφους, κατέλαβαν ανενόχλητοι τη Λάρισα και προχώρησαν βορειότερα. Εκεί κοντά στις όχθες του Πηνειού ο ελληνικός στρατός χτύπησε τους Ρωμαίους και κατάφερε μέσα σε λίγη ώρα να πετύχει μια περίλαμπρη νίκη. Οι Ρωμαίοι σ’ αυτή τη μάχη έχασαν 3000 απ’ τους στρατιώτες τους , ενώ οι δυνάμεις του Περσέα έμειναν σχεδόν αλώβητες (60 μόνο νεκροί). Η ιστορία της εποχής κάπου εδώ τελειώνει μιας και ο Περσέας τελικά ηττήθηκε και έβαλε τέλος στα όνειρα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Αυτό ήταν και η αρχή του τέλους για τον Ελληνισμό. Έτσι το 146 π.Χ., με την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους ,έχουμε και την οριστική υποταγή της Ελλάδας στο ρωμαϊκό ζυγό. Οι συνέπειες για τη Θεσσαλία ήταν ίσως βαρύτερες από ό,τι σε άλλες περιοχές διότι οι αλλεπάλληλες συγκρούσεις Μακεδόνων και Ρωμαίων διεξάγονταν συνήθως στη Θεσσαλία και έφεραν την ερήμωση και την καταστροφή. Το ότι ο αριθμός των κατοίκων της Θεσσαλίας μειώθηκε, φαίνεται από την επιστολή του Φιλίππου Ε΄ προς τους Λαρισαίους το 219 π.Χ. που τους ζητούσε να πολιτογραφήσουν (να κάνουν δηλαδή ισότιμους πολίτες της Λάρισας) και ξένους από την υπόλοιπη Ελλάδα , που έτυχε να ζουν στη Λάρισα εκείνη τη χρονικά συγκυρία63. Για το ότι εξαιτίας των συγκρούσεων υπήρξε
91
έλλειψη αγροτικών προϊόντων μεταξύ του 200 και του 150 π.Χ., το πληροφορούμαστε από πολλές πηγές. Έτσι σε επιγραφή που διασώζει στο βιβλίο του ο Επ. Φαρμακίδης64 διαβάζουμε: «Αγαθοκλής Μέντορος Μακεδών ες Δίον ευεργέτης γενόμενος της πόλεως υπό την σιτοδείαν (έλλειψη σίτου).» Πολλές φορές λόγω της εμπόλεμης κατάκτησης δεν οργώνονταν τα χωράφια. Έτσι, για παράδειγμα, η πόλη των Λαρισαίων τίμησε με ψήφισμα τον Τίτο Φλαμινίνο επειδή βοήθησε, εισάγοντας τρόφιμα, για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη αγροτικών προϊόντων εξαιτίας του ότι οι αγροί δεν είχαν οργωθεί65. Το 149 π.Χ. η Λάρισα αναγορεύτηκε από τον Οκταβιανό Αύγουστο, τιμητικά, σε πόλη Augusta. Η τελευταία αιματηρή σύγκρουση στα προ Χριστού χρόνια στη Θεσσαλία ήταν στις 20 Ιουνίου του 48 π.Χ. στη φημισμένη μάχη της Φαρσάλου (λίγο νοτιότερα των Κυνός Κεφαλών). Αυτή τη φορά και οι δυο στρατοί που συγκρούστηκαν ήταν ρωμαϊκοί. Εκεί ο Πομπήιος ηττήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα, στη μάχη που έκρινε την εξουσία στη Ρώμη. Ο Πομπήιος, παρ’ όλο που διέθετε διπλάσιες δυνάμεις από τον αντίπαλό του, ηττήθηκε χάρη στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του αντιπάλου του και κατέφυγε, με λίγους διασωθέντες από τα στρατεύματά του, μέσω Τεμπών, στα παράλια κι από εκεί με πλοίο στην Αίγυπτο.
9. Περιληπτική ιστορία των αρχαίων χρόνων των Β. Σποράδων
α΄ Σκίαθος Πρώτοι μυθικοί κάτοικοι του νησιού αναφέρονται οι Πελασγοί, αλλά βεβαιωμένη κατοίκηση παρατηρείται γύρω στο 700 π.Χ. όταν Χαλκιδείς άποικοι εγκαταστάθηκαν στη Σκίαθο, (Σκιάθο) ιδρύοντας οικισμό στη θέση που είναι η σύγχρονη πόλη-λιμάνι. Το 480 π.Χ. ο Ξέρξης νίκησε σε ναυμαχία τις συμμαχικές ελληνικές τριήρεις. Την ίδια χρονιά ο Πέρσης βασιλιάς έχτισε μια στήλη με ογκόλιθους πάνω στον ύφαλο Μύρμηγξ για να πλέουν με ασφάλεια τα πλοία του στα στενά της Σηπιάδας. Μετά την εκδίωξη των Περσών, η Σκίαθος εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία-Ηγεμονία, για να πέσει στη
92
συνέχεια στα χέρια των Σπαρτιατών (404 π.Χ.). ο Αθηναίος στρατηγός Χάμβριος απελευθέρωσε το νησί το 378 ενώ το 338 η Σκίαθος έπεσε στα χέρια του Φιλίππου του Μακεδόνα. Μετά την ήτα των Μακεδόνων στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.) αποδόθηκε στο νησί η ιδιότητα της «ελευθέρας» πόλης. Το 146 π.Χ. εντάχθηκε, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, στο ρωμαϊκό «imperium». Τέλος το 42 π.Χ. ο αυτοκράτορας Αντώνιος δώρισε τη Σκίαθο στους Αθηναίους. Αυτό το καθεστώς ίσχυε για το νησί μέχρι τα χρόνια του Αδριανού (190-200 μ.Χ. περίπου). β΄ Η Πεπάρηθος (Σκόπελος) Το αρχαίο όνομα του νησιού οφείλεται στον Πεπάρηθο που ήταν αδελφός του πρώτου οικιστή Στάφυλου. Ο Στάφυλος, σύμφωνα με το μύθο, ήταν γιος του Διόνυσου και της Αριάδνης και αποίκησε το νησί στα χρόνια της Μινωικής θαλασσοκρατίας (1600-1400 π.Χ.). Η αρχαιολογική έρευνα στο νησί αποκάλυψε κτίσματα και τάφο με μινωικά κτερίσματα, πράγμα που επιβεβαιώνει εν μέρει τον μύθο, τουλάχιστον στο σκέλος που αφορά την μητρόπολη (τόπο προέλευσης) των αποίκων (Κρήτη-Αριάδνη). Αργότερα, όπως ο θρύλος διασώζει, ο βασιλιάς της Ιωλκού έδιωξε τους αποίκους και κατέλαβε το νησί για λογαριασμό του. Σε αντίθεση λοιπόν με τη Σκίαθο, η Πεπάρηθος μας δείχνει ότι συνδέεται, έστω και μυθολογικά, κάπως με την ιστορία της ηπειρωτικής Θεσσαλίας. Τον 7ο αι. π.Χ. οι Χαλκιδείς ίδρυσαν και εδώ αποικία, η οποία όμως παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ακμή από ό,τι η αντίστοιχη της Σκιάθου: αργυρά νομίσματα του 5ου αιώνα, εμπόριο κρασιού, σχέσεις με άλλα νησιά, ελλιμενισμό πλοίων που ταξίδευαν στο Αιγαίο, κ.α. είναι μόνο μερικές από τις ενδείξεις της ακμής του νησιού. Το 478 π.Χ. εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία ενώ το 427 κτυπήθηκε από ισχυρό σεισμό. Στη συνέχεια ακολούθησε την ιστορία της Σκιάθου: κατάληψη από τους Σπαρτιάτες, από τους Μακεδόνες και τέλος από τους Ρωμαίους. Τον 4ο αι. π.Χ. η πόλη έκοβε μόνο χάλκινα νομίσματα (δείγμα οικονομικής παρακμής) που παρίσταναν από τη μια μεριά την κεφαλή του Διονύσου και από την άλλη ένα τσαμπί σταφύλια ή κάποιο αγγείο.
93
Πεπάρηθος 350-300 π.Χ. χάλκινο νόμισμα: Διόνυσος- κάνθαρος
γ΄ Ίκος (Αλόννησος)
Το όνομα Αλόννησος το πήρε μετά την ίδρυση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους, ενώ στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ίκος. Οι αρχαίοι με το όνομα Αλόννησος ονόμαζαν το μικρότερο νησί Κυρά-Παναγιά. Στην Υστεροβυζαντινή εποχή ονομαζόταν Διάδρομοι και με παραφθορά της λέξης, Λιαδρόμια. Στο νησί ο Δ. Θεοχάρης ανακάλυψε αρχικά λείψανα της ΜΝ εποχής (5000-4000 π.Χ.), ενώ στη συνέχεια έφερε στο φως εργαλεία της Μέσης Παλαιολιθικής Εποχής (100.000-30.000 π.Χ.). Άλλα παλαιολιθικά ευρήματα που βρέθηκαν σε μικρό νησί απέναντι από το Κοκκινόκαστρο, επιβεβαιώνουν ότι το νησί, που τότε ήταν μαζί με τις υπόλοιπες Σποράδες προέκταση της χερσονήσου του Πηλίου, είναι ο αρχαιότερος κατοικημένος τόπος στο Αιγαίο. Άλλες νεολιθικές θέσεις εντοπίστηκαν στη Στενή Βάλα, τη Γλύφα, τις Γαρμπίτσες και τη Μηλιά. Στα ιστορικά χρόνια φαίνεται ότι οι Κρήτες ίδρυσαν κι εδώ αποικία με το Στάφυλο της οποίας δεν βρέθηκαν εμφανή σημάδια. Αντίθετα μυκηναϊκά ευρήματα βρέθηκαν στο Κοκκινόκαστρο.
94
Χάρτης των Β. Σποράδων
Μυθικός βασιλιάς του νησιού στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, ήταν ο Μοληνός. Στα Γεωμετρικά χρόνια το νησί όπως και η γειτονική Σκύρος κατοικούνταν από το θεσσαλικό φύλο των Δολόπων που είχαν εκδιωχθεί από την ηπειρωτική Θεσσαλία. Οι Δόλοπες της Ίκου ήταν οι τρομερότεροι πειρατές της Αρχαιότητας. Νικήθηκαν τελικά από τον Αθηναίο Κίμωνα που προσάρτησε το νησί μαζί με τις γύρω νησίδες στο αθηναϊκό κράτος. Ο γεωγράφος του 5ου αιώνα π.Χ. Σκύλαξ, την ονομάζει «Δίπολιν» διότι προφανώς είχε δύο πόλεις. Η ιστορία του νησιού στην κλασική εποχή ακολουθεί, λίγο-πολύ, την ιστορία των δυο άλλων νησιών των Σποράδων. Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε ότι το 340 π.Χ. το νησί καταλήφθηκε από τους Πεπαρήθιους που εξόντωσαν την μακεδονική φρουρά. Ο Φίλιππος, όμως, δρώντας ακαριαία, έστειλε στόλο και κατέστρεψε την Ίκο. Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν το νησί πολύ νωρίτερα από ό,τι την υπόλοιπη Ελλάδα (199 π.Χ.), χρησιμοποιώντας την για τον ανεφοδιασμό των πλοίων της αυτοκρατορίας.
95
Β΄ Θεσμοί - οργάνωση – κοινωνία
1.
Αμφικτυονία : η θεσσαλική συμμετοχή
Η Αμφικτυονία των Δελφών ήταν ένα συμβούλιο που απαρτίζονταν από τους «Ιερομνήμονες», τους συνέδρουςαντιπροσώπους δηλαδή, που όριζε κάθε κράτος που συμμετείχε στη συμφωνία με την Αμφικτυονία. Ο σκοπός της Αμφικτυονίας ήταν η συντήρηση των ιερών οικοδομημάτων και χώρων, κυρίως του ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς και του ιερού της Δήμητρας στις Θερμοπύλες (Ανθήλη), η φύλαξη των θησαυρών, η οικονομική διαχείριση των εσόδων από το Μαντείο, η οργάνωση των Πυθίων αγώνων και η τήρηση της ιερής εκεχειρίας. Το συνέδριο των ιερομνημόνων είχε το δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις εναντίον πόλεων ή ιδιωτών με ψηφίσματα και ακόμα, σε ακραίες περιπτώσεις, να κηρύξει ιερό πόλεμο σε όσες πόλεις-κράτη δε συμμορφώνονταν με τις αποφάσεις του. Συχνά οι αποφάσεις που παίρνονταν ήταν επηρεασμένες από πολιτικές αντεκδικήσεων μεταξύ πόλεων, με αποτέλεσμα να βγαίνουν κερδισμένοι οι έχοντες την πλειοψηφία των ιερομνημόνων. Η Θεσσαλία, προσμετρώντας και τις «ψήφους» των περίοικων λαών, είχε μέχρι το 410 π.Χ. τον μεγαλύτερο αριθμό ιερομνημόνων και την προεδρία. Το κάθε φύλο είχε δυο ψήφους στο διοικητικό όργανο της Αμφικτυονίας κι έτσι η Θεσσαλία είχε από 14 ως 24 ψήφους στα συμβούλια και, όπως ήταν φυσικό, επηρέαζε σοβαρά τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών. Η βαρύνουσα θέση της Θεσσαλίας στην Αμφικτυονία, για πολλούς ιστορικούς ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ., την εποχή δηλαδή που πέρασε η λατρεία
96
του Θεσσαλού Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα πλάι σ’ αυτή του Απόλλωνα, στο ιερό των Δελφών. Αργότερα και μέχρι το 371 π.Χ., οι Σπαρτιάτες καθοδηγούσαν το συνέδριο σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, για να ακολουθήσουν στην αμφικτυονική πρωτοκαθεδρία οι Βοιωτοί. Τέλος στα χρόνια του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Θεσσαλοί ξαναπήραν τα σκήπτρα του συνεδρίου, αποκαθιστώντας την παλιά τάξη και ιεραρχία. Άλλη γνωστή θεσσαλική Αμφικτυονία ήταν αυτή των Τεμπών ή του Απόλλωνα, στην οποία συμμετείχαν οι Μάγνητες, οι Περραιβοί και οι Αχαιοί της Φθιώτιδας, έχοντας ως κέντρο λήψης των αποφάσεων το Ομόλιον. Με την εισβολή των Ρωμαίων ο θεσμός της Αμφικτυονίας ατόνησε και εντέλει καταργήθηκε.
2. Η λατρεία των Θεσσαλών
Γνωρίζοντας πολλά στοιχεία από την τοπική μυθολογία (α΄ τόμος) μπορούμε να αντιληφθούμε και το υπόστρωμα της θρησκευτικής ταυτότητας της Θεσσαλίας, που δε θα μπορούσε να είναι άλλο από τα ηρωικά πρότυπα της προ-θεσσαλικής περιόδου: Αχιλλέας, Κένταυροι, Λαπίθες, Ηρακλής, Πρωτεσίλαος, Θέτις, Νεοπτόλεμος, Φιλοκτήτης, κ.α. Αυτή η μυθολογική παράδοση, πολύ πριν από το σχηματισμό του ολύμπιου πάνθεου, διακρίνεται σ’ όλους τους λατρευτικούς χώρους της Θεσσαλίας. Στις Φερές υπήρχε ναός του Ηρακλή, στα Φάρσαλα του Χείρωνα αλλά και των προθεσσαλικών Νυμφών καθώς και ηρώο του Αχιλλέα, στη Φυλάκη ναός του Πρωτεσίλαου κ.ά. Στην Τρίκκη υπήρξε λατρεία της ομώνυμης Νύμφης, κάτι που προφανώς θα ίσχυε και στη Λάρισα, όπου βρέθηκαν νομίσματα που φέρουν στη μια όψη τη μορφή της Νύμφης Λάρισας (δες σχετική εικόνα).
Η μορφή της Νύμφης Λάρισας σε αργυρές δραχμές της Λάρισας (360 και 350-330 π.Χ.
97
Άλλες θεότητες που λατρεύονταν στη Θεσσαλία, πριν από την κάθοδο των Θεσσαλών, ήταν η Ιτωνία ή Πότνια Ίτωνος, που λατρευόταν στην Ίτωνα της Αχαΐας Φθιώτιδας και στη Φίλια, η χθόνια66 Θέτιδα που θεωρούνταν και θαλάσσια θεότητα λατρευόταν στο Θετίδιο και ίσως στη γειτονική Σκοτούσσα. «Γενικά οι χθόνιες θεότητες ή θεότητες του θανάτου και του Κάτω Κόσμου, συνδεδεμένες με μαγικές πρακτικές, για τις οποίες φημιζόταν η αρχαία Θεσσαλία, χωρίζονταν σε δύο ομάδες: τις μειλίχιες, που με προσφορές μπορούσαν να κατευναστούν (να μαλακώσουν), και σε αμειλίχιες, οι οποίες για να κατευναστούν χρειάζονταν ακόμα και ανθρωποθυσίες.67» Σ’ αυτή την τελευταία ομάδα ανήκε ο θεός Λαφύστιος (λαίμαργος) που λατρευόταν στην Άλω και αργότερα ταυτίστηκε με το Δία.
Ι. Α. Λεονάρδος: Η εορτή των Πελωρίων «Οι παλαιοί Θεσσαλοί εώρταζον εδώ (Τέμπη) κάθε χρόνον μίαν τοπικήν εορτήν εις ανάμνησιν της εποχής του σεισμού, καθ’ ήν τα νερά διέσχισαν την διάβασιν των Τεμπών, και ούτως αι ωραίαι πεδιάδες της Λαρίσσης απεδόθησαν πάλιν εις την γεωργίαν και ανεφάνησαν. Εις αυτόν τον καιρόν της εορτής οι πολίτες της Γόννου, Ομόλης και των άλλων γειτνιαζουσών πόλεων έφθαναν κατά διαδοχήν εις την κοιλάδα. Τα θυμιάματα τα των θυσιών εκαίοντο εις όλα τα μέρη. Ο ποταμός ήτο γεμάτος από βάρκας, αι οποίαι άνω και κάτω αδιακόπτως έπλεον. Εις τα δάση εστέκοντο ετοιμασμέναι τράπεζαι, εις τους πρασίνους τόπους τους περί τα χείλη του ποταμού, και εις τα νησίδια πλησίον των πηγών, αι οποίαι πηγάζουσιν από τα όρη. Μια ξεχωριστή δεξίωσις έκαμεν ένδοξην την εορτήν ταύτην: ότι δηλαδή ήταν οι αιχμάλωτοι εις συναναστροφήν με τους κυρίους των, και το θαυμαστότερον, ότι οι κύριοι υπηρέτουν τους αιχμαλώτους αυτών, οι οποίοι και ενεργούσαν την αυθεντίαν των με μίαν ελευθερίαν, η οποία ενίοτε καταντούσε εις το αχαλίνωτον, πλην έκαμνεν την χαράν ζωηροτέραν. Προς ηδονήν της τραπέζης, ακολουθούσαν οι χοροί, αι μουσικαί, και άλλοι τινές αγώνες, τα οποία εκρατούσαν έως το μεσονύκτιον…» Ι. Α. Λεονάρδος: «Νεωτάτη της Θεσσαλίας χωρογραφία» , εισαγωγή, επιμέλεια, σχόλια Κ. Σπανός, εκδόσεις «Θετταλός» 1992 , σελ. 98,
Με την πάροδο των αιώνων και την καθιέρωση του Δωδεκάθεου παρατηρείται μια ταύτιση των προθεσσαλικών θεοτήτων με τις νεότερες που έφεραν οι νέοι έποικοι. Έτσι ο Δίας ονομάζεται Μειλίχιος Ζευς ή αλλού Θαύλειος Ζευς ή στο Ομόλιον που ο Δίας καλείται Ομολώιος68 Δίας και η λατρεία του ξεπερνά τα όρια της Θεσσαλίας. Η Αθηνά ονομάζεται και Ιτωνία,69 κ.ά. Μια άλλη πανάρχαια θεότητα, η Εννοδία, που ήταν προστάτιδα των οδών, συγχέεται και ταυτίζεται αλλού με
98
κάποια κόρη της Δήμητρας, αλλού με την ίδια την Περσεφόνη, αλλού με την Άρτεμη ή την Εκάτη.
Ε΄ Ευριπίδης: προσευχή στην Εννοδία
«Χορός: Εννοδία, κόρη της Δήμητρας, που εξουσιάζεις τους νυχτερινούς και τους ημερήσιους δρόμους, οδήγησε του κακοθάνατου ποτηριού το γέμισμα, μ’ όσα στέλνει η αφέντρα μου.» «Ίων» 1048-1053 Ευριπίδης: «Ίων*» μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007 *εδώ ο χορός των γυναικών επικαλείται την Εννοδία, για να μη χαθεί ο βασιλικός οίκος των Ερεχθειδών της Αθήνας.
Βλέπουμε λοιπόν την εξάπλωση της λατρείας της θεάς και την ταύτισή της με την Περσεφόνη («Θυγάτερ Δάματρος»)
Προθεσσαλικός ήταν και ο θεός Ποσειδώνας με το προσωνύμιο Πετραίος ή Ίππιος, για τον οποίο στην αρχή πίστευαν ότι συνόδευε τους νεκρούς στον Κάτω Κόσμο. Σε μια άλλη περίπτωση, στην Ελληνιστική Εποχή, η Αφροδίτη ταυτίστηκε με την προϊστορική θεότητα της γονιμότητας, δίνοντάς της τα χαρακτηριστικά της Περσεφόνης. Μ’ αυτή την τελευταία μορφή λατρευόταν και στη Δημητριάδα μαζί με την Εννοδία Πατρώα.
Στ΄ Ευριπίδης: επίκληση στην Εκάτη-Εννοδία
«Μενέλαος: Φωτοδότρα («ώ φωσφόρ’ Εκάτη») Εκάτη μου, στείλε μου καλόγνωμα φαντάσματα. Ελένη: Σ’ εμένα δε βλέπεις νυχτοφανέρωτη ακόλουθο της Εκάτης.» «Ελένη» 569/570 Ευριπίδης: «Ελένη » μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007
Παρατηρούμε ταύτιση Εκάτης και Εννοδίας
Στην αρχή η λατρεία των θεοτήτων γινόταν στο ύπαιθρο, μπροστά και κάτω από το ξόανο (άγαλμα ή είδωλο) του τιμώμενου θεού. Με την πάροδο όμως των ετών η ύπαρξη ναών έγινε αναγκαία διότι έδινε αίγλη στην πόλη και συγχρόνως προστατεύονταν τα προσκυνήματα (είδωλα, βωμός, κ.α.)
Ιωάννης Λεονάρδος: Η λατρεία του Απόλλωνα στα Τέμπη
« Εις την πρότερον με δαφνόδεντρα δι’ όλου σκεπασμένην όχθην παρασταίνεται εν και μόνον εις την όρασίν μας. Εις τους αρχαίους καιρούς εσυνήθιζον οι Δέλφιοι…να στέλλουν κάθ’ ένατον χρόνον αποστόλους προς θεωρίαν των Τεμπών μετά μουσικών οργάνων κινητικής τρυφερότητας. Έλεγον, ότι ο Απόλλων ήλθε εις την πόλιν των με στέφανον, και με τους κλώνους μιας εις ταύτην την κοιλάδα κομμένης δάφνης και δια να φυλάξουν την περί τούτου ενθύμησιν, επαράσταινον το τοιούτον ούτοι οι απεσταλμένοι. Αυτοί εσυνίσταντο από την ωραιοτάτην νεολαίαν των Δελφών. Εκτελούσαν μίαν λαμπράν θυσίαν επί τινός βωμού εις τας όχθας του Πηνειού, έκκοπταν κλάδους από την ίδιαν
99 δάφνην, εκ της οποίας και ο Απόλλων εστεφανώθη, και ούτως επέστρεφον πάλιν με ψαλμωδίαν αγίων ύμνων εις την πατρίδαν.» Ι. Α. Λεονάρδος, ό. π. σελ. 99
Άλλα γνωστά, εκτός των προαναφερθέντων ιερά, ήταν ο ναός και το Μαντείο του Απόλλωνα στην Κορώπη της Μαγνησίας, ο ναός του Απόλλωνα στις Παγασές και του Κερδώου Απόλλωνα στη Λάρισα. Ο τελευταίος ναός είναι δυστυχώς γνωστός μόνο από αρχαίες πηγές που μας πληροφορούν ότι εκεί υπήρχε ένας χώρος όπου στήνονταν τα ψηφίσματα του Δήμου των Λαρισαίων, οι δικαστικές αποφάσεις, τα αναθήματα (αφιερώματα) των Λαρισαίων προς τιμήν του Απόλλωνα καθώς και οι ανδριάντες των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της Λάρισας.
Ζ΄ Ευριπίδης: Εκδηλώσεις πένθους στη Θεσσαλία
«Άδμητος: …Όμως, μια που θα κάνω της νεκρής* την εκφορά πλησιάστε και μένοντας κοντά της ψάλλετε έναν παιάνα στον αδυσώπητο θεό του Κάτω Κόσμου. Σ’ όλους του Θεσσαλούς, όσους εξουσιάζω εγώ, διατάζω να έχουν συμμετοχή στο πένθος για τη γυναίκα αυτή κόβοντας τα μαλλιά τους και φορώντας μαύρα ρούχα. Κι όσοι ζεύετε τέθριππα κι όσοι καβαλικεύετε ένα άλογο, κόψτε με μαχαίρι των αλόγων σας τη χαίτη. Μέσα στην πόλη ήχος αυλών, λύρας χτύπημα ας μην ακουστεί όσο να περάσει διάστημα δώδεκα κύκλων του φεγγαριού, γιατί ποτέ δε θα θάψω νεκρό αγαπημένο πιο πολύ απ’ αυτό και καλύτερο για μένα. Και είναι άξια να τιμηθεί, γιατί μόνη αυτή να πεθάνει προσφέρθηκε στη θέση μου.» «Άλκηστις» 422/434 Ευριπίδης: «Άλκηστις» μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007Πρόκειται για την κηδεία
της συζύγου του Άδμητου, Άλκηστης, η οποία δέχτηκε να πεθάνει στη θέση του άντρα της (δες Α΄ τόμο, όπως παραπάνω)
Γενικά στη Θεσσαλία προτιμούνταν για λατρεία οι θεοί και οι ήρωες που κατάγονταν από την περιοχή, καθώς και οι χθόνιες προθεσσαλικές θεότητες έστω κι αν εμφανίζονταν παραλλαγμένες με στοιχεία-χαρακτηριστικά των ολυμπίων θεών.
Αθανάσιος Τζαφάλιας: οι μήνες στη Θεσσαλία «Οι μήνες στην Αρχαιότητα ήταν σεληνιακοί και υπολογίζονταν πάντοτε σύμφωνα με τις εναλλαγές της. Σαν πρώτη κάθε μήνα (Νουμηνία) λογαριαζόταν η μέρα κατά την οποία έκανε την εμφάνισή του το λεπτό δρεπάνι της νέας σελήνης (….) Η πανσέληνος, η διχομηνία, έπεφτε στο μέσον των δύο μηνών. Ο χρόνος είχε δώδεκα μήνες, από τους οποίους οι έξι είχαν 29 μέρες και οι άλλοι έξι 30 μέρες. Οι μήνες των 29 ημερών ονομάζονταν κοίλοι και οι υπόλοιποι πλήρεις. Κατά συνέπεια ο
100 χρόνος είχε 354 ημέρες. Επειδή όμως είχε παρατηρηθεί ότι η τροχιά των δώδεκα σεληνιακών μηνών λιγόστευε μετά από ορισμένα χρόνια, στο συνολικό αριθμό των 354 ημερών πρόσθεταν, όταν ήταν αναγκαίο, έναν 13ο μήνα, τον οποίον και ονόμαζαν «εμβόλιμον» ή «εμβολιμαίον». Ο μήνας αυτός ήταν πλήρης, είχε δηλαδή 30 ημέρες και η χρονιά που τον πρόσθεταν 384 ημέρες. Οι μήνες στη Θεσσαλία ήταν: Α΄ Αντιστοιχία με το σημερινό εξάμηνος ημερολόγιο 1. Ιτώνιος μέσα Αυγούστου- μέσα Σεπτεμβρίου 2. Πάννημος μέσα Σεπτεμβρίου – μέσα Οκτωβρίου 3. Θεμίστιος μέσα Οκτωβρίου – μέσα Νοεμβρίου 4. Αγαγύλιος μέσα Νοεμβρίου – μέσα Δεκεμβρίου 5. Ερμαίος μέσα Δεκεμβρίου – μέσα Ιανουαρίου 6. Απολλώνιος μέσα Ιανουαρίου- μέσα Φεβρουαρίου Β΄ εξάμηνος 7. Λεσχανόριο μέσα Φεβρουαρίου – μέσα Μαρτίου ς 8. Άφριος μέσα Μαρτίου – μέσα Απριλίου 9. Θύιος μέσα Απριλίου – μέσα Μαΐου 1 Ομολώιος μέσα Μαΐου – μέσα Ιουνίου 0. 11 Ιπποδρόμιο μέσα Ιουνίου – μέσα Ιουλίου . ς 1 Φυλλικός μέσα Ιουλίου – μέσα Αυγούστου 2. Αθ. Τζαφάλιας, «Ανέκδοτες θεσσαλικές επιγραφές»,Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 7 (Λάρισα 1984), σελίδες 218,9. Εκδ. Κ. Σπανός
Bruno Helly: Οι μήνες των Περραιβών (Γόννοι)
«…Στο ημερολόγιο των Γόννων και των Περραιβών εμφανίζονταν ίσως και ονόματα θεσσαλικών μηνών. Εν πάση περιπτώσει στην Αυτοκρατορική εποχή οι θεσσαλικοί μήνες αντικατέστησαν τους παλιούς περραιβικούς μήνες: ο Δίος αντικαταστάθηκε από τον Θεμίστιο (Οκτ./Νοέ), ο Υπεροίος από τον Απολλώνιο (Ιαν./Φεβ.), ο Ξανδικός από τον Άφριο (Μάρτ./Απρίλ.), ο Ποήσιος από τον Θύιο (Απρ./ Μάιο.) και ο Διθυράμβιος από τον Φυλλικό (Ιούλ./Αύγ.). Bruno Helly: «Ιστορία των Γόννων» 1ο μέρος στο βιβλίο, Η Ιστορία των Γόννων επιμέλεια Ζ. Παπαδημητρίου, έκδοση Δήμου Γόννων 2004
3.Οικονομία – νόμισμα
Κυριότερες ασχολίες στην αρχαία Θεσσαλία ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Ανάπτυξη του εμπορίου παρατηρείται στις
101
Φερές τον 4ο αιώνα π.Χ. τότε που οι τύραννοι ήλεγχαν και τα λιμάνια του Παγασητικού. Φημισμένο ήταν το θεσσαλικό κρασί που παραγόταν στις πλαγιές της Όσσας και του Πηλίου καθώς και στα νησιά των Β. Σποράδων (πεπαρήθιος οίνος). Έτσι ένα τσαμπί σταφυλιών, στην πίσω όψη των νομισμάτων είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα και στη θεσσαλική νομισματοκοπία. Διάφορα νομίσματα, κυρίως μαγνησιακών πόλεων, έχουν αυτό το χαρακτηριστικό (Μελίβοια, Ριζούς). Έχοντας σύμμαχο τις τεράστιες πεδιάδες και το ήπιο κλίμα οι Θεσσαλοί ασχολούνταν με την εκτροφή αλόγων, βοοειδών και προβάτων. Τα θεσσαλικά άλογα ήταν φημισμένα σε όλη την Ελλάδα, ακόμα και ο Μ. Αλέξανδρος στη Θεσσαλία βρήκε το φημισμένο Βουκεφάλα του. Πλήθος θεσσαλικών νομισμάτων έχουν παραστάσεις αλόγων και ιππέων, όπως και παραστάσεις με αγώνες ταυρομαχιών. Ο Αιλιανός70 διασώζει ότι σ’ ένα από τα έθιμα του θεσσαλικού γάμου, ο γαμπρός έπρεπε να οδηγεί πολεμικό άλογο και να το παρουσιάσει στη νύφη. Για την εκτροφή των προβάτων οι πεδιάδες παρήγαγαν άφθονα δημητριακά όλων των ειδών και έτσι η Θεσσαλία υπήρξε πάντοτε πλουσιότερη από κάθε περιοχή της Ελλάδας. Αυτό την καθιστούσε σχεδόν πάντα, εκτός των περιόδων πολεμικών συγκρούσεων, αυτάρκη σε γεωργικά αγαθά. Ο Μέγας Αλέξανδρος επέπληξε κάποτε κάποιους αιχμαλώτους από τη Θεσσαλία επειδή, ενώ είχαν την καλύτερη γη, δεν την καλλιεργούσαν71. Πολύ συχνά γίνονταν εξαγωγές σίτου και κρέατος σε μεγάλες ποσότητες στη Νότια Ελλάδα με αποτέλεσμα κάποιοι μεγαλέμποροι να πλουτίσουν, όπως ίσως έγινε με τον οίκο του Λυκόφρονα στις Φερές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Μαρδόνιος έμεινε έναν ολόκληρο χειμώνα στη Θεσσαλία κι από δω αντλούσε το μεγαλύτερο μέρος των τροφίμων για την τεράστια στρατιά του. Αρκετοί κάτοικοι της Θεσσαλίας ασχολούνταν με την υλοτομία (μην ξεχνάμε και το αξίωμα του «υλωρού», του υπευθύνου δηλαδή για την υλοτόμηση των δασών) κυρίως σε περιοχές της Θεσσαλιώτιδας και της Εστιαιώτιδας που στα ιστορικά χρόνια καλύπτονταν, ακόμα και σε πεδινές περιοχές, από άφθονα δάση.
102
Οι περισσότερες από τις θεσσαλικές πόλεις έκοβαν, κατά την Αρχαιότητα, δικά τους νομίσματα, τα περισσότερα από τα οποία ήταν αργυρά (δραχμή, δίδραχμο, κ.ά.) ή χάλκινα (οβολοί, κ.ά.). Ας δούμε όμως αναλυτικά τον πίνακα των κυκλοφορούντων νομισμάτων71. δεκάδραχμο (10 δρχ.) ασημένιο 43 γραμμάρια τετράδραχμο (4 δρχ.) ασημένιο 17,2 γραμ. δίδραχμο (2 δρχ.) ασημένιο 8,6 γραμ. δραχμή (1 δρχ. 6 οβολοί) ασημένιο 4,3 γραμ. τετρόβολο (4 οβολοί) ασημένιο 2,85 γραμ. τριόβολο ή ημίδραχμο (3 ασημένιο 2,15 γραμ. οβ.) διόβολο (2 οβολοί) ασημένιο 1,43 γραμ. τριημίβολο (1,5 οβολοί) ασημένιο 1,07 γραμ. οβολός ασημένιο 0,72 γραμ. Μικρότερες νομισματικές μονάδες ήταν τα χάλκινα νομίσματα: α΄ των ¾ του οβολού, β΄ το ημιόβολο (1/2 του οβολού), γ΄ το νόμισμα των 3/8 του οβολού, δ΄ το τεταρτημόριο ¼ οβολού) και ε΄ το ημιτεταρτιμόριον (1/8 του οβολού). Μετά το 197 π.Χ., την περίοδο του νέου Κοινού των Θετταλών, που βρισκόταν κάτω από την κηδεμονία της Ρώμης, εμφανίζονται τα δηνάρια, τα βικτοριάτα και τα διπλά βικτοριάτα, παράλληλα με νομίσματα του δραχμικού συστήματος.
Ασημένια δραχμή Θεσσαλών
Τέλος οι μεγαλύτερες νομισματικές μονάδες ήταν η μνα (100 δρχ. ή 97 χρυσές δραχμές) και το τάλαντον (60 μναι ή 6.000 χρυσές δραχμές).
4.Θεσσαλικός λαός – καθημερινή ζωή – εορτές – αγώνες - πολιτισμός
103
Οι Θεσσαλοί φυλετικά συμπεριλαμβάνονταν στην Αρχαιότητα στους καθαρόαιμους ελληνικούς πληθυσμούς. Οι κυριότεροι μύθοι συνολικά του αρχαίου Ελληνισμού εκπορεύονται από το θεσσαλικό χώρο (Δευκαλίων – Ολύμπιοι θεοί – Τιτανομαχία – Ελλάς – Έλλην – Δώρος – Ξούθος – Αίολος κ.ά.). θα λέγαμε ότι οι «Θεσσαλοί είναι ένα αναπόσπαστο κλαδί της φυλής που εισέβαλε από τα βορειοδυτικά και η οποία όρμησε προς τα εμπρός και κατέλαβε την Πελοπόννησο» 73.
40. Η. D. Westlake : περιγραφή των Θεσσαλών
της Αρχαιότητας
«Φυλετικώς οι Θεσσαλοί είχαν αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να συμπεριλαμβάνονται στους Έλληνες. Ζούσαν στις παρυφές το ελληνικού κόσμου, αλλά, αντίθετα με τους Μακεδόνες και τους Ηπειρώτες δεν ήταν μικτής προέλευσης…Οι Θεσσαλοί ήταν ένα αναπόσπαστο κλαδί της φυλής που εισέβαλε από τα βορειοδυτικά και η οποία όρμησε προς τα μπρος και κατέλαβε την Πελοπόννησο. Είναι ακόμα πιθανό ότι οι Θεσσαλοί, λόγω της απομόνωσής του, διατήρησαν μια πιο καθαρόαιμη φυλή από ότι οι θαλάσσιοι Έλληνες, οι οποίοι ήλθαν σε στενότερη επαφή με ξένες φυλές. Επομένως η στάση πολλών αρχαίων συγγραφέων οι οποίοι τείνουν να τους θεωρούν μισοβάρβαρους… οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι ο θεσσαλικός τρόπος ζωής ήταν, ένεκα των γεωγραφικών ιδιομορφιών της χώρας και της αργής προόδου του πολιτισμού, εντελώς διαφορετικός από αυτόν των περισσότερων ελληνικών πόλεων. Στα μάτια του μέσου Έλληνα ο Θεσσαλός ήταν αξιοπρόσεκτος κυρίως για τον παροιμιώδη πλούτο του. Αυτό….αφορά τα τεράστια πλούτη του γαιοκτήμονα, τα οποία του παρείχαν τη δυνατότητα να ζει μια ζωή με ανατολίτικη, σχεδόν, λαμπρότητα. Οι ευγενείς αυτοί ήταν μια τάξη η οποία εξαλείφθηκε γρήγορα στην (υπόλοιπη) Ελλάδα με το τέλος του 6οι π.Χ. αιώνα, η οποία όμως αποτελούσε το ιδεώδες του Πινδάρου. Εξαιτίας του πλούτου τους μπορούσαν να προσλάβουν τους σπουδαιότερους λυρικούς ποιητές για να πλέξουν το εγκώμιό τους. Ο Σιμωνίδης έγραψε προς τιμήν των τριών σημαντικότερων οικογενειών και η αρχαιότερη σωζόμενη ωδή του Πινδάρου συντέθηκε γύρω στο 498 π.Χ. με εντολή του Θώρακα, ενός Αλεύα από τη Λάρισα.» H. D. Westlake, μετάφραση: Ελένη Χ. Σωτηρίου, Η Θεσσαλία τον 40ο αι. π.Χ, Θ. Η. τόμος 33, (Λάρισα 1998), 16-32, εκδ. Κ. Σπανός. (“Thessaly in the fourth century b.C.” Methaen & co. Ltd London. 1935)
Κ. Παπαρρηγόπουλος: Η κατάπτωση των ηθών στην Αθήνα και την Ελλάδα τον 3ο αιώνα π.Χ.
« (…) .Οι άνθρωποι έτρεχον να ακούσωσιν τον Θεόφραστον και τον Μεγαρέα Στίλπωνα, όχι δια να διδαχθώσι τας αληθείς και υγιείς αρχάς της φιλοσοφίας και της διαλεκτικής, αλλά δια να απαντήσωσιν εις τα αναρίθμητα εκείνα ακροατήρια τας καλλίστας των χρόνων τούτων εταίρας, λαμπρώς και αναιδώς ιματισμένας (…) θρησκεία δε και φιλοπατρία και οικιακή αρετή και πάσα οιαδήποτε χρηστότης κατήντησαν πράγματα ανύπαρκτα. Οι Αθηναίοι δεν έζων ειμή δια να
104 γελάσωσι, να παίζωσι, να διασκεδάζωσι, ν’ ακολασταίνωσι…Εις τοιαύτην ηθικήν κατάπτωσιν κατήντησαν οι απόγονοι των Μαραθωνομάχων.» Κ. Παπαρρηγόπουλος: όπως παραπάνω τόμος 6ος, σ.93
Η στάση κάποιων αρχαίων συγγραφέων, που δεν κατάγονταν από τη Θεσσαλία, οι οποίοι θεωρούσαν τους Θεσσαλούς σχεδόν βάρβαρους, οφείλεται στο θεσσαλικό τρόπο ζωής και στην πιο αργή, σε σχέση με τον υπόλοιπο Ελληνισμό, πρόοδο του πολιτισμού και της πολιτειακής οργάνωσης. Έτσι, για παράδειγμα, η αριστοκρατία, που σε άλλες περιοχές κράτησε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν εδώ παγιωμένη. Οι Θεσσαλοί θεωρούνταν συνώνυμο του πλούτου, του πλούτου74 που προερχόταν αποκλειστικά από τη γη, κι αυτό ήταν πηγή ζηλοφθονίας για τους λοιπούς Έλληνες, που τους έβλεπαν να περνάνε τη ζωή τους σαν Ανατολίτες (Πέρσες).
37. Αθήναιος: Η τρυφηλή ζωή των Θεσσαλών
«Ευτράπεζοι γαρ εισίν όντως οι Θεσσαλοί…και Φαρσάλιοι δε κωμωδούνται (σατιρίζονται) ως πολυφάγοι. Των Φαρσαλίων ήκει τις ίνα και τας τράπεζας καταφάγη; Τι προς τα των Λυδών δείπνα και τα των Θετταλών; Τα θετταλικά μεν πολύ καπανικότερα (…) Θεόπομπος περί Θετταλών λέγει ότι ζώσιν οι μεν συν ταις ορχηστρήσιν (με τις χορεύτριες) και ταις αυλητρίσιν (τις μουσικούς) διατρίβοντες, οι δ’ εν κύβοις (παίζοντας ζάρια) και μάλλον σπουδάζουσιν, όπως παρασχήσονται κεκοσμημένον (…) Κριτίας φησί, πάντων Ελλήνων πολυτελέστατοι γεγενήσθαι περί την δίαιταν και την εσθήτα (φαγητό και ρούχα) την τούτων τρυφήν και πολυτέλειαν…Ηρακλείδης δε Ποντικός φησίν (…) .οικείον εστ’ αυτοίς (γνώρισμά τους) η φιλοποσία και τα ερωτικά και πάσα η περί την δίαιταν άνεσις.» Αθήναιος: Δ΄ 12, Ι΄ 12, ΙΒ΄ 33,34, ΙΔ΄ 19,624, έμμεση πηγή
Εξαιτίας του πλούτου τους οι διάφοροι Θεσσαλοί ταγοί μπορούσαν να φιλοξενούν σπουδαίους λυρικούς ποιητές οι οποίοι έπλεκαν το εγκώμιο των Αμφιτρυόνων75 τους. Ο Σιμωνίδης έγραφε εγκωμιαστικές ωδές για τους σημαντικότερους άρχοντες ενώ η αρχαιότερη ωδή του Πινδάρου76 γράφτηκε το 498 π.Χ. κατ’ εντολή του Αλευάδη Θώρακα.
Θεόκριτος: «Ο πλούτος της κτηνοτροφίας στη Θεσσαλία»
105
“Πολλοὶ ἐν Ἀντιόχοιο δόμοις καὶ ἄνακτος Ἀλεύα ἁρμαλιὴν ἔμμηνον ἐμετρήσαντο πενέσται· πολλοὶ δὲ Σκοπάδαισιν ἐλαυνόμενοι ποτὶ σακοὺς μόσχοι σὺν κεραῇσιν ἐμυκήσαντο βόεσσιν· μυρία δ᾽ ἂμ πεδίον Κραννώνιον ἐνδιάασκον ποιμένες ἔκκριτα μῆλα φιλοξείνοισι Κρεώνδαις” Θεόκριτος: «Ειδύλλια»
Το ίδιο φιλόξενος αποδείχτηκε κι ο Φαρσάλιος Πολυδάμας σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ξενοφώντα, που τον αποκαλεί φιλόξενο και μεγαλοπρεπή77.
Ο υμνητής των Αλευάδων Βακχυλίδης
Ο Βακχυλίδης γεννήθηκε στην Ιουλίδα της Κέω (Κέας) όπως και ο άλλος γνωστός λυρικός ποιητής Σιμωνίδης που ήταν θείος του. Γεννήθηκε γύρω στο 520 π.Χ. Η χρονολογία του θανάτου του μας είναι άγνωστη. Έχουν σωθεί 50-60 αποσπάσματα λυρικών έργων του που περιλαμβάνουν συνολικά 1400 στίχους. Προσκλήθηκε λίγο μετά το 500 π.Χ. στην αυλή των Αλευάδων ταγών όπου συναντήθηκε με τον μεγάλο ομότεχνό του Πίνδαρο, που ήταν τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερός του. Γύρω στο 490 π.Χ. βρισκόταν στην αυλή των Μακεδόνων βασιλέων και μετέπειτα ταξίδεψε στην Αίγινα, την Αθήνα και τις Συρακούσες. Στην τελευταία πόλη φιλοξενήθηκε από τον τύραννο Ιέρωνα και συμμετείχε σε διαγωνισμούς ποίησης με τους Πίνδαρο και Σιμωνίδη. Τα περισσότερα ποιήματά του φανερώνουν αγάπη για την αρετή κι έχουν μορφή γνωμικών. Οι διθύραμβοί του, σύμφωνα με τους φιλολόγους, είναι μια προδρομική ποίηση της τραγωδίας.
Ο Ισοκράτης, ο γνωστός Αθηναίος ρήτορας, αναφέρει ότι οι Θεσσαλοί ήταν οι ευδαιμονέστεροι (ευτυχέστεροι) ανάμεσα στους Έλληνες78. Όλοι οι Θεσσαλοί, ακόμα και οι πιο φτωχοί, έμειναν γνωστοί στην ιστορία για τα περίφημα συμπόσιά τους (Θεόφραστος απόσπασμα 51) και οι διάφοροι κωμωδιογράφοι της Αττικής (Αριστοφάνης, Κράτης, Φιλέταιρος) συχνά τα καυτηρίαζαν σαρκαστικά. Οι Θεσσαλοί ασχολούνταν πολύ με τον αθλητισμό (για τη ρίζα της λέξης και τον μυθικό Θεσσαλό Αέθλιο δες α΄ τόμο), κυρίως δε με τους αγώνες που χρησιμοποιούνταν άλογα. Το πιο χαρακτηριστικό άθλημά τους ήταν τα ταυροκαθάψια, δηλαδή η προσπάθεια που έκαναν οι αγωνιζόμενοι να καταρρίψουν έναν
106
ταύρο, πιάνοντάς τον από τα κέρατα, αφού προηγουμένως πηδήσουν από τα άλογά τους.
Φίλιππος ο Θεσσαλονικεύς: η τεχνική των ταυρομαχιών των Λαρισαίων
«Οι Θεσσαλοί ιππείς εν τω τρέχειν επέρριπτον εαυτούς, ήτοι επήδων από του ίππου επί τον τράχηλον του ταύρου, καταθλίβοντες αυτόν ή καταβάλλοντες κατά τα κέρατα βρόχους και παγίδας.» Ανθολογία Παλατινή: Θ΄,53
Σκηνές από τα ταυροκαθάψια εμφανίζονται σε πολλά θεσσαλικά νομίσματα. Σ’ αυτές τις απεικονίσεις παρατηρούμε και το μοναδικό εξάρτημα του αναβάτη, που είναι ο πέτασος. Ο πέτασος ήταν ένα είδος καπέλου (σκιάδιο) που προφύλαγε τους αθλητές, αλλά και τους εργαζόμενους στο ύπαιθρο τους καλοκαιρινούς μήνες, από τον καυτό καλοκαιριάτικο ήλιο του κάμπου. Αφότου εισήχθησαν οι ιπποδρομίες στους Ολυμπιακούς Αγώνες (648 π.Χ.), οι Θεσσαλοί έπαιρναν τη μερίδα του λέοντος στις νίκες. Από αυτή την πρώτη Ολυμπιάδα με ιπποδρομίες διασώθηκε το όνομα του πρώτου Θεσσαλού Ολυμπιονίκη στην ιπποδρομία. Αυτός ήταν ο Κραννώνιος Κραυξίδας79.Οι κυριότεροι ιππικοί αγώνες ήταν: «συνωρίς πωλική», δηλ. άρματα με δύο πώλους (νεαρά άλογα), «συνωρίς τελεία», δηλ. άρμα με δύο άλογα, «άρμα πωλικόν» με τέσσερις πώλους, «άρμα τέλειον» με τέσσερα άλογα, «αφιππολαμπάς» , δηλ. λαμπαδηδρομία πάνω σε άλογα, «αφιπποδρομάς», που ήταν και το πιο δύσκολο, στο οποίο οι ιππείς αφίππευαν εν ώρα καλπασμού του αλόγου τους και στη συνέχεια έτρεχαν δίπλα-δίπλα στ’ άλογά τους , ενώ μετά από λίγο ίππευαν ξανά80.
Θ. Αξενίδης: Οι ιππικοί αγώνες
« Διεξάγονταν τέσσερα είδη αρματοδρομιών: η «συνωρίς πωλική», δηλαδή αγώνες με άρματα που είχαν δύο πώλους (νεαρούς ίππους), η «συνωρίς τελεία» άρματα με δύο ώριμους ίππους, «άρμα πωλικόν» με τέσσερις πώλους και «άρμα τέλειον» με τέσσερις ίππους (….) .Το αγώνισμα «αφιππολαμπάς» ήταν ένα είδος λαμπαδηδρομίας πάνω σε άλογα που προήλθε μάλλον από τη Θράκη(Πλάτων «πολιτικά» 1, 328. Η «αφιπποδρομία» ήταν επικίνδυνο και συναρπαστικό αγώνισμα, διότι οι ιππείς αφίππευαν ενώ το άλογο έτρεχε και αφού διήνυαν τρέχοντας οι ίδιοι δίπλα στο άλογο λίγα μέτρα, ίππευαν εκ νέου, εν κινήσει (….) Στα «ταυροκαθάψια» οι ιππείς κατεδίωκαν τους ταύρους εντός του ιπποδρόμου μέχρις ότου αυτοί κουραστούν και κατά τη στιγμή που έβαινε παράλληλα το άλογο και ο ταύρος, μεταπηδούσε ο ιππέας από το άλογό του στη ράχη του ταύρου.
107 Εδάμαζε τον ταύρο περισφίγγοντας τα κέρατά του μέχρις ότου τον αναγκάσει να πέσει επί του εδάφους. Το αγώνισμα αυτό αναπαρίσταται σε αργυρές δραχμές της Λάρισας και οι έφιπποι Θεσσαλοί που μετείχαν σε αυτό το αγώνισμα γινόταν γνωστοί σ’ όλη την Ελλάδα.» Θ. Αξενίδης, «Οι αρχαίοι θεσσαλικοί αγώνες», Αθήναι 1947 και Εμ. Καραμανώλης, «Το θεσσαλικό ιππικό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα», έκδ. Δήμου Λάρισας, Λάρισα 1998
Στα αγωνίσματα, ολυμπιακά ή τοπικά, διέπρεπαν και γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών, έτσι, για παράδειγμα, τρία από τα παιδιά ενός τετράρχη της Θεσσαλίας νίκησαν στο παγκράτιο (μορφή πάλης), στο δρόμο του σταδίου και στην πάλη. Ο πιο διάσημος όμως Ολυμπιονίκης υπήρξε ο Πολυδάμας ο Σκοτουσσαίος, στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.. Ο Ιωάννης Λεονάρδος στο έργο του Νεωτάτη της Θεσσαλίας χωρογραφία, αναφέρει ότι στην αρχαία Λάρισα εορταζόταν η εορτή των Πελωρίων σε ανάμνηση της αποξήρανσης της θεσσαλικής πεδιάδας81. Άλλη γνωστή εορτή που διοργανωνόταν στη Λάρισα ήταν τα Ελευθέρια, στα οποία αναφέρονται πλήθος πινακίδων από τα ευρήματα των προσφάτων ανασκαφών στο αρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Οι κυριότεροι Θεσσαλοί Ολυμπιονίκες82 ήταν:
Κραυξίδας Κραννώνιος ιπποδρομία Άγνων Πεπαρήθιος στάδιον Φαίδρος Φαρσάλιος στάδιον Εύανδρος ή Μένανδρος στάδιον Θέρσιος Θεσσαλός απήνη Εχεκρατίδας Φαρσάλιος κέλης Λύκος Λαρισαίος στάδιον- οπλίτης δρόμος Τηλέμαχος Ακνονίου Φαρ. πάλη Αγίας Ακνονίου Φαρσάλιος παγκράτιον Θεόπομπος Θεσσαλός στάδιον Κροκίνας Θεσσαλός στάδιον Εύπωλος Θεσσαλός στάδιον Πανδίων Θεσσαλός κέλης Φιλόμηλος Φαρσάλιος στάδιον Πολυδάμας Σκοτουσσαίος παγκράτιον Σκόπας Κραννώνιος τέθριππον 648 π.Χ. 568 (53η ) 556 (56η ) 524 (64η ) 500 (70η ) 496 (71η ) 452 (82η ) 440 (85η ) 440 (85η ) 436 (86η ) 404 (94η ) 388 (98η ) 296 (121η) 84 (174η)
108
Άγαλμα του Λυσίππου που πιστεύεται ότι παριστά τον Αγία
Από τη Σκοτούσσα προερχόταν ο Πολυδάμας του Νικίου που ήταν ο θαυμαστότερος Ολυμπιονίκης στο Παγκράτιο την 93η Ολυμπιάδα (408 π.Χ.). Θεωρούνταν ότι ήταν ισάξιος του Ηρακλή στη μυϊκή δύναμη και οι Θεσσαλοί του απέδιδαν μυθικές ικανότητες. Η πνευματική ανάπτυξη της Θεσσαλίας κρίνεται γενικά πενιχρή. Η σχεδόν ανυπαρξία μάλιστα γηγενών συγγραφέων επηρέασε δυσμενώς και τη φήμη των Θεσσαλών83. Γνωστότεροι ιστοριογράφοι της περιοχής ήταν ο Πολύκλειτος και ο Μήδιος (και οι δύο Λαρισαίοι) και ο Κύρσιλος ο Φαρσάλιος, που έγραψε για την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου, ενώ ο Τιμόλαος ο Λαρισαίος …αντέγραψε την Ιλιάδα. Γνωστές προσωπικότητες ήταν ακόμη: ο πρεσβευτής του Πύρρου της Ηπείρου, Κινέας, ο Σουίδας ο λεξικογράφος (1ος π.Χ. ή μ.Χ. αι.), ο Αναξίλαος ο Λαρισαίος που χαρακτηρίστηκε από τον Κικέρωνα πυθαγόρειος φιλόσοφος αλλά και έμπειρος μάγος, ο Ιππόδρομος ο Λαρισαίος που ήταν προϊστάμενος των Πυθίων το 195 π.Χ. και ο Φίλων ο Λαρισαίος(158-86 π.Χ.). Ο τελευταίος ήταν φιλόσοφος και διευθυντής στην Ακαδημία το 110 π.Χ. Οι Θεσσαλοί, επίσης είχαν χαρακτηριστεί ως έχοντες προδοτική συμπεριφορά λόγω του «μηδισμού» τους, αλλά αυτόν μάλλον τον χαρακτηρισμό τον χρησιμοποίησαν οι Αθηναίοι λόγω της αποστασίας των Θεσσαλών από τη
109
συμμαχία τους. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε, ότι αν οι Θεσσαλοί «μήδισαν», οι Αθηναίοι κάποτε συμμάχησαν με τους Πέρσες ενώ οι Σπαρτιάτες «δανείστηκαν» περσικούς δαρεικούς για να φτιάξουν στόλο ανταγωνιστικό των Αθηναίων και οι Αιτωλοί «έφεραν» τους Ρωμαίους στην Ελλάδα.
5.Το αρχαίο θέατρο της Λάρισας84
Η χρονιά σταθμός για την αποκάλυψη του Αρχαίου Θεάτρου ήταν το 1990, όταν αποφασίστηκαν απαλλοτριώσεις οικημάτων στη νότια πλευρά του λόφου του Φρουρίου της πόλης. Μέχρι εκείνη τη χρονιά γνωρίζαμε μόνο ένα τμήμα των κερκίδων του θεάτρου. Οι παλιότεροι θυμόμαστε το μικρό κομμάτι του θεάτρου που βλέπαμε ανηφορίζοντας την οδό Παπαναστασίου (Βασιλίσσης Σοφίας) στο δρόμο για το φρούριο και τον Άγιο Αχίλλιο. Όμως επιτέλους το όνειρο πολλών Λαρισαίων για την αποκάλυψη του θεάτρου, ξεκινώντας δειλά-δειλά, από τις αρχές της δεκαετίας του 80 παίρνει σάρκα και οστά. Έτσι σήμερα (2007) αποκαλύφθηκε σχεδόν πλήρως χάρις στις προσπάθειες Περιφέρειας, Νομαρχίας, Δήμου και κυρίως των αρχαιολόγων της πόλης. Μετά τις κατεδαφίσεις κατοικιών, καταστημάτων, του ρολογιού της πόλης και του παλιού επισκοπείου, ο δρόμος για τους αρχαιολόγους άνοιξε διάπλατα. Σήμερα έχει αποκαλυφθεί το κυρίως θέατρο, το διάζωμα, η ορχήστρα, η σκηνή και το μεγαλύτερο μέρος των δύο παρόδων, κυρίως δε της ανατολικής. Το θέατρο συνδέεται με τη λατρεία του θεού Διονύσου και τη «διδασκαλία» θεατρικών παραστάσεων και μουσικών αγώνων. Επίσης στο χώρο του θεάτρου συγκαλούνταν οι συνεδριάσεις του Κοινού των Θεσσαλών (3ος, 2ος π.Χ. αιώνες) και της Αγοράς, που ήταν κάτι ανάλογο με την Εκκλησία του Δήμου των Αθηναίων.
110
Φωτογραφία του αρχαίου θεάτρου της Λάρισας της Σταυρούλας Ιωαννίδου μαθήτριας της δ΄ τάξης του 32ου Δημοτικού Σχολείου
Αυτό αποδεικνύεται από το βωμό του Διονύσου που βρέθηκε εκεί καθώς και τα χαραγμένα ονόματα των διαφόρων αντιπροσώπων που βρέθηκαν στα μάρμαρα των κερκίδων (δείγμα της «μονιμότητας» των μη δημοκρατικά διορισμένων αντιπροσώπων). Γύρω στο 100 π.Χ. μετατράπηκε απ’ τους Ρωμαίους κατακτητές σε αρένα για μονομαχίες, θηριομαχίες, εορταστικές εκδηλώσεις, κ.ά. Για τις ανάγκες όμως των Λαρισαίων χτίστηκε την ίδια εποχή το μικρότερο β΄ αρχαίο θέατρο.
111
Το αρχαίο θέατρο β΄
Το Α΄ αρχαίο θέατρο κτίστηκε λίγο πριν από το 250 π.Χ. στα χρόνια του Αντίγονου Γονατά, βασιλιά της Μακεδονίας. Φαίνεται ότι λειτουργούσε μέχρι το 300 μ.Χ. περίπου οπότε και διακόπηκε απότομα και για άγνωστο μέχρις στιγμής λόγο. Πιο πιθανό φαίνεται ότι συνέβαλε στο να περιπέσει σε αχρηστία η εμφάνιση του Χριστιανισμού ή κάποια βαρβαρική εισβολή. Το θέατρο είναι πολύ μεγάλο για την εποχή του (ελληνιστικά χρόνια), καθώς έχει ακτίνα κοίλου 180 μέτρα και διάμετρο ορχήστρας 25 μέτρα. Ίσως χωρούσε μέχρι και 10.000 θεατές. Κοίλο του θεάτρου (ο χώρος δηλαδή των κερκίδων) ήταν η ίδια η πλαγιά του λόφου, καθώς ο χώρος εξυπηρετούσε τη στήριξη των κερκίδων. Γύρω από την ορχήστρα υπήρχε αποχετευτικός αγωγός για τα νερά της βροχής, ο οποίος περνούσε κάτω από τα θεμέλια της σκηνής. Οι δρόμοι των παρόδων ήταν στρωμένοι με μάρμαρο, ενώ η οδός της δυτικής παρόδου οδηγούσε στο Β΄ θέατρο κι από κει στην έξοδο της πόλης προς την Ολοσσόνα. Ο ανατολικός δρόμος, περνώντας κάτω από τη σύγχρονη Λάρισα, κατευθυνόταν προς την περιοχή της σημερινής Πλατείας Ταχυδρομείου όπου και φαίνεται πως βρίσκονταν τα κυριότερα ιερά της πόλης (ίσως και του Κερδώου Απόλλωνα). Οι πωρόλιθοι, που χρησιμοποιήθηκαν για τα δωμάτια της σκηνής, προέρχονταν από αρχαία λατομεία του Τυρνάβου (Κριτήρι),
112
ενώ τα μαρμάρινα τμήματα που τοποθετήθηκαν αργότερα, στα χρόνια του Οκταβιανού ή του Τιβέριου (28 π.Χ.- 32 μ.Χ.), προέρχονται από αντίστοιχο λατομείο του Καστριού της Αγιάς. Το έργο των αρχαιολόγων είναι τεράστιο και δύσκολο, καθώς έχουν να λύσουν το «παζλ» των 1200 τμημάτων μαρμάρου τα οποία και πρέπει να συνδυάσουν, ώστε να αποκατασταθεί στα μάτια των Λαρισαίων αλλά και των μελλοντικών επισκεπτών στην αρχική του μορφή. Εμείς παρ’ όλα αυτά, δεν έχουμε παρά να ζηλέψουμε τον κύριο Τζαφάλια και τους άλλους ανώνυμους και μη συνεργάτες του αρχαιολόγους διότι «ο πραγματικός αρχαιολόγος με νηφαλιότητα αναζητά το χθες, το ζωντανεύει στο σήμερα και το παραδίδει στο μέλλον, γιατί πιστεύει ότι αυτή η ευλογημένη γη κρύβει στα σπλάχνα της θησαυρούς από ένα ξεχασμένο παρελθόν που δεν ανήκει μόνο σε μας, αλλά και στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας» 85. 6.Μαγεία και θεραπείες στη Θεσσαλία – Εριχθώ Στη Θεσσαλία γνώρισε μεγάλη ακμή και η μαγεία. Προστάτιδά της ήταν η Εννοδία ή Εκάτη, όπως λεγόταν στα κλασικά - ελληνιστικά χρόνια. Οι πρακτικές της μαγείας αποσκοπούσαν στη γονιμότητα, στη θεραπεία, στη ζωή, στο θάνατο. Η μαγεία συχνά είχε θεραπευτικά χαρακτηριστικά και άλλοτε βλαπτικά. Από τα προϊστορικά χρόνια, έχουν έρθει στο φως σύμβολα γονιμότητας που χρησιμοποιούνταν για θεραπευτικούς σκοπούς (συμπαθητική μαγεία), ενώ από την Κλασική Εποχή κι έπειτα έχουν βρεθεί ομοιώματα, κυρίως μολύβδινα, που παριστάνουν τα θύματα της βλαπτικής μαγείας. Αυτά τα ομοιώματα (καταπασσαλεύσεις) οι μάγοι είτε τα έδεναν με δεσμά ή τα τρυπούσαν και στη συνέχεια τα έθαβαν σε τάφους ή τα πετούσαν σε πηγές ή λίμνες. Άλλη μέθοδος βλαπτικής μαγείας ήταν οι κατάδεσμοι. Επρόκειτο για μικρές πινακίδες, συχνότερα μολύβδινες, χαραγμένες με διάφορα μαγικά ξόρκια και κατάρες που κι αυτές, συνήθως, θάβονταν σε τάφους με σκοπό να μείνουν για πάντα απρόσιτες από περίεργα μάτια, κι έτσι να διαιωνίζεται το κακό. Σε άλλες περιπτώσεις οι
113
κατάδεσμοι αφορούσαν την ερωτική έλξη ατόμου του άλλου φύλου. Στη Θεσσαλία, το μεν Πήλιο θεωρούνταν τόπος θεραπείας, η δε πεδινή ενδοχώρα τόπος γνωστός για τις μαγικές πρακτικές. Η μεγάλη ανάπτυξη της μαγείας στη Θεσσαλία αποδιδόναν στο μύθο της Μήδειας. Σύμφωνα μ’ αυτόν, όταν η Μήδεια διέσχιζε με τον Ιάσονα τη Θεσσαλία, ο σάκος της, που περιείχε διάφορα βότανα, έσπασε σκορπίζοντας τους μαγικούςθεραπευτικούς σπόρους. Εδώ η μυθική παράδοση απηχεί την ιστορική βεβαιότητα ότι η μαγεία πέρασε στον ελλαδικό χώρο από τους ανατολικούς πολιτισμούς στη Μυκηναϊκή Εποχή και εντεύθεν. Η πιο γνωστή μάγισσα της Θεσσαλίας ήταν η Εριχθώ, στην οποία αφιέρωσε μεγάλο τμήμα του ποιήματός του ο Λατίνος ποιητής Μάρκος Α. Λουκανός (39 π.Χ.)86. Αυτό τo επικό ποίημα αναφέρεται στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Πομπήιο και τον Ιούλιο Καίσαρα, έναν πόλεμο που η κρισιμότερη φάση του διεξήχθη στην πεδιάδα της Φαρσάλου. Σύμφωνα με το έπος, ο γιος του Πομπήιου, την παραμονή της κρίσιμης μάχης (48 π.Χ.) συμβουλεύτηκε την Εριχθώ.
Marcus Annaeus Lucanus: Η Εριχθώ η μάγισσα
«Όχι αν και η μάγισσα είχε τη δύναμη τις σκιές να καλέσει από τα βάθη, ήταν αμφίβολο να μην ήταν η σπηλιά τόπος της κόλασης. Χρώματα μανικά φλέγονταν στο φόρεμά της, γυμνό ήταν το πρόσωπό της, κι επάνω στο μέτωπό της σύριζαν οχιές μανιασμένες, κάτω από το χείμαρρο των μαλλιών της.» M. A. Lucanus: “Pharsalia”
Η Εριχθώ, σε αντίθεση με άλλους μάγους ή μάντεις, που οδηγούσαν τους ενδιαφερόμενους στον κάτω Κόσμο για να πληροφορηθούν ό,τι ζητούν, φέρνει στον πάνω κόσμο, ανάμεσα στους ζωντανούς, ένα πτώμα που μέσω της νεκρομαντείας το … εμψυχώνει και εκείνο με τη σειρά του προφητεύει για το αποτέλεσμα της μάχης. Βέβαια, από πολλούς ιστορικούς το κείμενο κρίνεται υπερβολικό ή φανταστικό, δείχνει όμως με σαφήνεια την εξάπλωση της μαγείας στο θεσσαλικό χώρο. Ένας άλλος Ρωμαίος συγγραφέας, ο Λούκιος Απουλήιος, (στο έργο του ,Ο χρυσός γάιδαρος)γράφει για τις πρακτικές της
114
θεσσαλικής μαγείας και ιατρικής. Ας μην ξεχνάμε ότι κατά την Αρχαιότητα η ιατρική και η μαγεία, μέσω της βοτανικής ήταν πολύ κοντά. Θα λέγαμε ότι η επιστήμη σε πολλές των περιπτώσεων επικάλυπτε τη δεισιδαιμονία και αντιστρόφως. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Ιπποκράτης έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Λάρισα της Θεσσαλίας, όπου πέθανε και τάφηκε. 7.Παραθέματα κειμένων (συμπληρωματικά)
1. Ηρόδοτος: Η θεσσαλική λίμνη
« Τὴν δὲ Θεσσαλίην λόγος ἐστὶ τὸ παλαιὸν εἶναι λίμνην, ὥστε γε συγκεκληιμένην πάντοθεν ὑπερμήκεσι ὄρεσι. τὰ μὲν γὰρ αὐτῆς πρὸς τὴν ἠῶ ἔχοντα τό τε Πήλιον ὄρος καὶ ἡ Ὄσσα ἀποκληίει συμμίσγοντα τὰς ὑπωρείας ἀλλήλοισι, τὰ δὲ πρὸς βορέω ἀνέμου Ὄλυμπος, τὰ δὲ πρὸς ἑσπέρην Πίνδος, τὰ δὲ πρὸς μεσαμβρίην τε καὶ ἄνεμον νότον ἡ Ὄθρυς· τὸ μέσον δὲ τούτων τῶν λεχθέντων ὀρέων ἡ Θεσσαλίη ἐστὶ ἐοῦσα κοίλη. [2] ὥστε ὦν ποταμῶν ἐς αὐτὴν καὶ ἄλλων συχνῶν ἐσβαλλόντων, πέντε δὲ τῶν δοκίμων μάλιστα τῶνδε, Πηνειοῦ καὶ Ἀπιδανοῦ καὶ Ὀνοχώνου καὶ Ἐνιπέος καὶ Παμίσου, οἳ μέν νυν ἐς τὸ πεδίον τοῦτο συλλεγόμενοι ἐκ τῶν ὀρέων τῶν περικληιόντων τὴν Θεσσαλίην ὀνομαζόμενοι δι᾽ ἑνὸς αὐλῶνος καὶ τούτου στεινοῦ ἔκροον ἔχουσι ἐς θάλασσαν, προσυμμίσγοντες τὸ ὕδωρ πάντες ἐς τὠυτό· [3] ἐπεὰν δὲ συμμιχθέωσι τάχιστα, ἐνθεῦτεν ἤδη ὁ Πηνειὸς τῷ οὐνόματι κατακρατέων ἀνωνύμους τοὺς ἄλλους εἶναι ποιέει. τὸ δὲ παλαιὸν λέγεται, οὐκ ἐόντος κω τοῦ αὐλῶνος καὶ διεκρόου τούτου, τοὺς ποταμοὺς τούτους, καὶ πρὸς τοῖσι ποταμοῖσι τούτοισι τὴν Βοιβηίδα λίμνην, οὔτε ὀνομάζεσθαι κατά περ νῦν ῥέειν τε οὐδὲν ἧσσον ἢ νῦν, ῥέοντας δὲ ποιέειν τὴν Θεσσαλίην πᾶσαν πέλαγος. [4] αὐτοὶ μέν νυν Θεσσαλοί φασι Ποσειδέωνα ποιῆσαι τὸν αὐλῶνα δι᾽ οὗ ῥέει ὁ Πηνειός, οἰκότα λέγοντες· ὅστις γὰρ νομίζει Ποσειδέωνα τὴν γῆν σείειν καὶ τὰ διεστεῶτα ὑπὸ σεισμοῦ τοῦ θεοῦ τούτου ἔργα εἶναι, κἂν ἐκεῖνο ἰδὼν φαίη Ποσειδέωνα ποιῆσαι· ἔστι γὰρ σεισμοῦ ἔργον, ὡς ἐμοὶ φαίνεται εἶναι, ἡ διάστασις τῶν ὀρέων.»
Ηρόδοτος: ζ΄ 129 2. Ο Ηρόδοτος για το «Μηδισμό» των Θεσσαλών
115 «Θεσσαλοὶ δὲ ὑπὸ ἀναγκαίης τὸ πρῶτον ἐμήδισαν, ὡς διέδεξαν, ὅτι οὔ σφι ἥνδανε τὰ οἱ Ἀλευάδαι ἐμηχανῶντο. ἐπείτε γὰρ ἐπύθοντο τάχιστα μέλλοντα διαβαίνειν τὸν Πέρσην ἐς τὴν Εὐρώπην, πέμπουσι ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀγγέλους· ἐν δὲ τῷ Ἰσθμῷ ἦσαν ἁλισμένοι πρόβουλοι τῆς Ἑλλάδος ἀραιρημένοι ἀπὸ τῶν πολίων τῶν τὰ ἀμείνω φρονεουσέων περὶ τὴν Ἑλλάδα. [2] ἀπικόμενοι δὲ ἐπὶ τούτους τῶν Θεσσαλῶν οἱ ἄγγελοι ἔλεγον Ἄνδρες Ἕλληνες, δεῖ φυλάσσεσθαι τὴν ἐσβολὴν τὴν Ὀλυμπικήν, ἵνα Θεσσαλίη τε καὶ ἡ σύμπασα ᾖ Ἑλλὰς ἐν σκέπῃ τοῦ πολέμου. ἡμεῖς μέν νυν ἕτοιμοι εἰμὲν συμφυλάσσειν, πέμπειν δὲ χρὴ καὶ ὑμέας στρατιὴν πολλήν, ὡς, εἰ μὴ πέμψετε, ἐπίστασθε ἡμέας ὁμολογήσειν τῷ Πέρσῃ· οὐ γάρ τι προκατημένους τοσοῦτο πρὸ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος μούνους πρὸ ὑμέων δεῖ ἀπολέσθαι. [3] βοηθέειν δὲ οὐ βουλόμενοι ἀναγκαίην ἡμῖν οὐδεμίαν οἷοί τε ἐστὲ προσφέρειν· οὐδαμὰ γὰρ ἀδυνασίης ἀνάγκη κρέσσων ἔφυ. ἡμεῖς δὲ πειρησόμεθα αὐτοί τινα σωτηρίην μηχανώμενοι”. Ηρόδοτος Ζ΄ 172
3. Ο Ηρόδοτος περί «Μηδισμού» β΄
« Μαρδόνιος δὲ ὡς ἐπύθετο τοὺς Ἕλληνας ἀποιχομένους ὑπὸ νύκτα εἶδέ τε τὸν χῶρον ἔρημον, καλέσας τὸν Ληρισαῖον Θώρηκα καὶ τοὺς ἀδελφεοὺς αὐτοῦ Εὐρύπυλον καὶ Θρασυδήιον ἔλεγε [2] “ὦ παῖδες Ἀλεύεω, ἔτι τί λέξετε τάδε ὁρῶντες ἔρημα; ὑμεῖς γὰρ οἱ πλησιόχωροι ἐλέγετε Λακεδαιμονίους οὐ φεύγειν ἐκ μάχης, ἀλλὰ ἄνδρας εἶναι τὰ πολέμια πρώτους· τοὺς πρότερόν τε μετισταμένους ἐκ τῆς τάξιος εἴδετε, νῦν τε ὑπὸ τὴν παροιχομένην νύκτα καὶ οἱ πάντες ὁρῶμεν διαδράντας· διέδεξάν τε, ἐπεί σφεας ἔδεε πρὸς τοὺς ἀψευδέως ἀρίστους ἀνθρώπων μάχῃ διακριθῆναι, ὅτι οὐδένες ἄρα ἐόντες ἐν οὐδαμοῖσι ἐοῦσι Ἕλλησι ἐναπεδεικνύατο. [3] καὶ ὑμῖν μὲν ἐοῦσι Περσέων ἀπείροισι πολλὴ ἔκ γε ἐμεῦ ἐγίνετο συγγνώμη, ἐπαινεόντων τούτους τοῖσί τι καὶ συνῃδέατε· Ἀρταβάζου δὲ θῶμα καὶ μᾶλλον ἐποιεύμην τὸ καὶ καταρρωδῆσαι Λακεδαιμονίους καταρρωδήσαντά τε ἀποδέξασθαι γνώμην δειλοτάτην, ὡς χρεὸν εἴη ἀναζεύξαντας τὸ στρατόπεδον ἰέναι ἐς τὸ Θηβαίων ἄστυ πολιορκησομένους· τὴν ἔτι πρὸς ἐμεῦ βασιλεὺς πεύσεται. [4] καὶ τούτων μὲν ἑτέρωθι ἔσται λόγος. νῦν δὲ ἐκείνοισι ταῦτα ποιεῦσι οὐκ ἐπιτρεπτέα ἐστί, ἀλλὰ διωκτέοι εἰσὶ ἐς ὃ καταλαμφθέντες δώσουσι ἡμῖν τῶν δὴ ἐποίησαν Πέρσας πάντων δίκας„. Ηρόδοτος Θ΄ 58
4. Ο Ηρόδοτος για τη διαφυγή του Ξέρξη
«Μαρδόνιος δέ, ὥς οἱ ἀπονοστήσας Ἀλέξανδρος τὰ παρὰ Ἀθηναίων ἐσήμηνε, ὁρμηθεὶς ἐκ Θεσσαλίης ἦγε τὴν στρατιὴν σπουδῇ ἐπὶ τὰς Ἀθήνας. ὅκου δὲ ἑκάστοτε γίνοιτο, τούτους παρελάμβανε. τοῖσι δὲ
116 Θεσσαλίης ἡγεομένοισι οὔτε τὰ πρὸ τοῦ πεπρηγμένα μετέμελε οὐδὲν πολλῷ τε μᾶλλον ἐπῆγον τὸν Πέρσην, καὶ συμπροέπεμψέ τε Θώρηξ ὁ Ληρισαῖος Ξέρξην φεύγοντα καὶ τότε ἐκ τοῦ φανεροῦ παρῆκε Μαρδόνιον ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα.» Ηρόδοτος Θ΄ 1
5. Ο Θουκιδίδης για τη συμβολή των Θεσσαλών στον Πελοποννησιακό πόλεμο στο πλευρό των Αθηναίων
«..καὶ ἱππομαχία τις ἐγένετο βραχεῖα ἐν Φρυγίοις τῶν τε ᾿Αθηναίων τέλει ἑνὶ τῶν ἱππέων καὶ Θεσσαλοῖς μετ' αὐτῶν πρὸς τοὺς Βοιωτῶν ἱππέας, ἐν ᾗ οὐκ ἔλασσον ἔσχον οἱ ᾿Αθηναῖοι καὶ Θεσσαλοί, μέχρι οὗ προσβοηθησάντων τοῖς Βοιωτοῖς τῶν ὁπλιτῶν τροπὴ ἐγένετο αὐτῶν καὶ ἀπέθανον τῶν Θεσσαλῶν καὶ ᾿Αθηναίων οὐ πολλοί· ἀνείλοντο μέντοι αὐτοὺς αὐθημερὸν ἀσπόνδους. καὶ οἱ Πελοποννήσιοι τροπαῖον τῇ ὑστεραίᾳ ἔστησαν. ἡ δὲ βοήθεια αὕτη τῶν Θεσσαλῶν κατὰ τὸ παλαιὸν ξυμμαχικὸν ἐγένετο τοῖς ᾿Αθηναίοις, καὶ ἀφίκοντο παρ' αὐτοὺς Λαρισαῖοι, Φαρσάλιοι, [Παράσιοι], Κραννώνιοι, Πυράσιοι, Γυρτώνιοι, Φεραῖοι. ἡγοῦντο δὲ αὐτῶν ἐκ μὲν Λαρίσης Πολυμήδης καὶ ᾿Αριστόνους, ἀπὸ τῆς στάσεως ἑκάτερος, ἐκ δὲ Φαρσάλου Μένων· ἦσαν δὲ καὶ τῶν ἄλλων κατὰ πόλεις.» Θουκιδίδης: β΄ 22
6.Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: «Ιάσων Φερών και διάδοχοί του»
« Το εν Θεσσαλία κράτος του Ιάσονος, το οποίο ηδύνατο να αποβή επικίνδυνον εις τους Θηβαίους δια τη φιλοδοξίαν, την δραστηριότηταν και την μεγάλην του ανδρός εκείνου δύναμιν, δεν διήρκησε πολύ. Ο ανήρ ούτος εδολοφονήθη τω 370 υπό των δυσανασχετούντων κατά της τυραννίας αυτού ευπατριδών. Και διεδέχθησαν μεν οι αδελφοί του Πολύδωρος και Πολύφρων την αρχήν αυτού, αλλ’ όχι και την επιτηδειότητα. Ο Πολύφρων, αφού εδολοφόνησε τον Πολύδωρον ίνα άρξη μόνος, εδολοφονήθη μετ’ ου πολύ υπό τρίτου αδελφού, του Αλεξάνδρου, όστις, δια να ασφαλίση εαυτόν επεχείρησεν πολλάς σφαγάς και εξορίας κατά των επισημοτάτων πολιτών της Λαρίσης και της Φαρσάλου. Τότε οι Λαρισαίοι εξόριστοι, ων πολλοί ανήκαν εις τον μέγα οίκον των Αλευάδων, κατέφυγον εις Μακεδονίαν….ο νέος βασιλεύς της Μακεδονίας, επελθών …εις Θεσσαλίαν επί τη προτροπή των φυγάδων, κατέλαβε την Λάρισαν και την Κραννώνα…» Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Ιστορία του ελληνικού έθνους» βιβλίο 5ο β΄ έκδοση, επανέκδ. ΔΟΛ
7. Αποσπάσματα τραγικών ποιητών που αφορούν στη Λάρισα και τη Θεσσαλία ευρύτερα
117
Α΄ Αισχύλος: Ιξίων ** τραγ. Του Αισχύλου που σώθηκαν λίγα αποσπ.
«Προτού να σε ραντίσει ο Δίας ο ίδιος στάζοντας με τα χέρια του το αίμα σφαγμένου γουρουνιού στην κεφαλή σου. Ο λάλος ήχος της τρανής φλογέρας Γοργά τα ταπεινά σουραύλια σβήνει. Καλύτερος ο θάνατος, παρά όταν Είναι να ζεις αισχρός μέσα στους μόχθους.» Αισχύλου αποσπάσματα 176/178 εκδόσεις Κάκτος τ. 65 μετάφραση Τ. Ρούσος, 1992 σελίδα 65 Β΄ Ευριπίδης: περιγραφή της Φθίας και του Απιδανού ποταμού «Χορός: Αύρα, θαλασσινή αύρα, συ που τα θαλασσοτάξιδα γοργά τρεχαντήρια στο κύμα σέρνεις, πού κι εμένα τη δύστυχη θα με πάς; Στο σπίτι ποιου σκλαβωμένη θα καταντήσω; Σε λιμάνι δωρικής χώρας; Ή της Φθίας όπου λεν πως ο πατέρας των πολύ ωραίων νερών*,(«των καλλίστων υδάτων πατέρα» στο κείμενο) ο Απιδανός, κάνει την πεδιάδα εύφορη;» «Εκάβη**» 444-454 Ευριπίδης: «Εκάβη» μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007 ** η Εκάβη σ’ αυτή την τραγωδία πρόκειται να μεταφερθεί στην Ελλάδα μαζί με το χορό των Τρωαδιτισσών, οι οποίες σ’
αυτό το χωρίο αναρωτιούνται για την τύχη τους
Γ΄ Ευριπίδης : οι γνώσεις των Θεσσαλών στην εξημέρωση των αλόγων και στη σφαγή των θυσιασμένων ζώων
«Αγγελιοφόρος:Απ’ τα καλά παινέματα για τους Θεσσαλούς λεν πως είναι κι αυτό, ποιος ξέρει να λιανίζει καλύτερα σφαγμένο ταύρο και ποιος να μερώνει άλογα; Πάρε λοιπόν, ξένε μου, το μαχαίρι και δείξε πως η φήμη για τους Θεσσαλούς είναι αληθινή.» 815-818 Ευριπίδης: «Ηλέκτρα***» μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007
***ο αγγελιοφόρος μεταφέρει τα λόγια του Αίγισθου προς τον Ορέστη που του παρουσιάστηκε ως Θεσσαλός με σκοπό να τον σκοτώσει σα φονιά του πατέρα του, του Αγαμέμνονα.
Δ΄ Ευριπίδης: Περιγραφή του Μυκηναϊκού βασιλείου των Φερών
«Χορός: Λοιπόν σε πολυπρόβατο παλάτι κατοικείς* κοντά στην καλλίρροη λίμνη Βοιβία. Με τα πλούσια χωράφια του και με τις πεδιάδες του συνορεύει προς το σκοτεινό σταύλο του ηλίου (δύση) με τη χώρα των Μολοσσών και προς την ακτή του Αιγαίου εξουσιάζει την αλίμενη θάλασσα του Πηλίου.» «Άλκηστις» 588/596 Ευριπίδης: «Άλκηστις» μτφρ. Θ. Μαυρόπουλος εκδ. Ζήτρος 2007 *Ο χορός περιγράφει το
βασίλειο του Άδμητου, καλοτυχίζοντας την προηγούμενη εποχή, πριν δηλ. το θάνατο της βασίλισσας Άλκηστης.
Ε΄ Ευριπίδης: περιγραφή της Θεσσαλίας
118 «Χορός: …και (ο Ηρακλής) τη βουνίσια τη γενιά ξάπλωσε των άγριων Κενταύρων με τα φονικά του τόξα, ρίχνοντας βέλη φτερωτά. Το ξέρει ο καλορρέματος Πηνειός και οι μακριές κι άκαρπες πεδιάδες και του Πηλίου οι μονιές και της Ομόλης οι βαθιόχορτες σπηλιές, όθε γεμίζοντας με πεύκα τα χέρια τους, Τη γη των Θεσσαλών πλημμυρώντας Με τις καβάλλες (επιδρομές) την εδάμαζαν.» «Ηρακλής μαινόμενος» 366-377 Ευριπίδης: «Ηρακλής μαινόμενος» μτφρ. Κ. Βάρναλη, εκδ. Φέξη 1910 ο χορός εξυμνεί τη
νίκη του Ηρακλή επί των Κενταύρων που λυμαίνονταν τη Θεσσαλία
8.. Κλαύδιος Αιλιανός: περιήγηση στα Τέμπη
« Φέρε οὖν καὶ τὰ καλούμενα Τέμπη τὰ Θετταλικὰ διαγράψωμεν τῷ λόγῳ καὶ διαπλάσωμεν· ὡμολόγηται γὰρ καὶ ὁ λόγος, ἐὰν ἔχῃ δύναμιν φραστικήν, μηδὲν ἀσθενέστερον ὅσα βούλεται δεικνύναι τῶν ἀνδρῶν τῶν κατὰ χειρουργίαν δεινῶν. ἔστι δὴ χῶρος μεταξὺ κείμενος τοῦ τε Ὀλύμπου καὶ τῆς Ὄσσης. ὄρη δὲ ταῦτά ἐστιν ὑπερύψηλα καὶ οἷον ὑπό τινος θείας φροντίδος διεσχισμένα, κατὰ μέσον δ᾿ ἔχεται χωρίον, οὗ τὸ μὲν μῆκος ἐπὶ τετταράκοντα διήκει σταδίους, τό γε μὴν πλάτος τῇ μέν ἐστι πλέθρου, τῇ δὲ καὶ μεῖζον ὀλίγῳ. διαρρεῖ δὲ μέσου αὐτοῦ ὁ καλούμενος Πηνειός. εἰς τοῦτον δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ποταμοὶ συρρέουσι, καὶ ἀνακοινοῦνται τὸ ὕδωρ αὐτῷ καὶ ἐργάζονται τὸν Πηνειὸν ἐκεῖνοι μέγαν. Διατριβὰς δ᾿ ἔχει ποικίλας καὶ παντοδαπὰς ὁ τόπος οὗτος, οὐκ ἀνθρωπίνης χειρὸς ἔργα, ἀλλὰ φύσεως αὐτομάτου εἰς κάλλους τότε φιλοτιμησαμένης, ὅτε ἐλάμβανε γένεσιν ὁ χῶρος. κιττὸς μὲν γὰρ πολὺς καὶ εὖ μάλα λάσιος ἐνακμάζει καὶ τέθηλε καὶ δίκην τῶν εὐγενῶν ἀμπέλων κατὰ τῶν ὑψηλῶν δένδρων ἀνέρπει καὶ συμπέφυκεν αὐτοῖς, πολλὴ δὲ σμίλαξ [ἡ μὲν] πρὸς αὐτὸν τὸν πάγον ἀνατρέχει καὶ ἐπισκιάζει τὴν πέτραν· καὶ ἐκείνη μὲν ὑπολανθάνει, ὁρᾶται δὲ τὸ χλοάζον πᾶν, καὶ ἔστιν ὀφθαλμῶν πανήγυρις. ἐν αὐτοῖς δὲ τοῖς λείοις καὶ καθημένοις ἄλση τέ ἐστι ποικίλα καὶ ὑποδρομαὶ συνεχεῖς, ἐν ὥρᾳ θέρους καταφυγεῖν ὁδοιπόροις ἥδιστα καταγώγια, ἃ καὶ δίδωσιν ἀσμένως ψυχάσαι. διαρρέουσι δὲ καὶ κρῆναι συχναί, καὶ ἐπιρρεῖ νάματα ὑδάτων ψυχρῶν καὶ πιεῖν ἡδίστων. λέγεται δὲ τὰ ὕδατα ταῦτα καὶ τοῖς λουσαμένοις ἀγαθὸν εἶναι καὶ εἰς ὑγίειαν αὐτοῖς συμβάλλεσθαι. κατᾴδουσι δὲ καὶ ὄρνιθες ἄλλος ἄλλῃ διεσπαρμένοι, καὶ μάλιστα οἱ μουσικοί, καὶ ἑστιῶσιν εὖ μάλα τὰς ἀκοὰς καὶ παραπέμπουσιν ἀπόνως καὶ σὺν ἡδονῇ, διὰ τοῦ μέλους τὸν κάματον τῶν παριόντων ἀφανίσαντες. παρ᾿ ἑκάτερα δὲ τοῦ ποταμοῦ αἱ διατριβαί εἰσιν αἱ προειρημέναι καὶ αἱ ἀνάπαυλαι. Διὰ μέσων δὲ τῶν Τεμπῶν ὁ Πηνειὸς ποταμὸς ἔρχεται, σχολῇ καὶ πράως προϊὼν ἐλαίου δίκην. πολλὴ δὲ κατ᾿ αὐτοῦ σκιὰ ἐκ τῶν παραπεφυκότων δένδρων καὶ τῶν ἐξηρτημένων κλάδων τίκτεται, ὡς ἐπὶ πλεῖστον τῆς ἡμέρας αὐτὴν προήκουσαν ἀποστέγειν τὴν ἀκτῖνα καὶ παρέχειν τοῖς πλέουσι πλεῖν κατὰ ψῦχος. πᾶς δὲ ὁ περίοικος λεὼς συνίασιν ἄλλοι σὺν ἄλλοις, καὶ θύουσι καὶ συνουσίας ποιοῦνται καὶ συμπίνουσιν. ἅτε οὖν πολλῶν ὄντων τῶν θυόντων καὶ τῶν καθαγιζόντων συνεχῶς, εἰκότως καὶ τοῖς βαδίζουσι καὶ τοῖς πλέουσιν ὀσμαὶ συμπαρομαρτοῦσιν ἥδισται· οὕτως ἄρα ἡ τιμὴ ἡ διαρκὴς ἡ περὶ
119
τὸ κρεῖττον ἐκθεοῖτὸντόπον. Ἐνταῦθά τοί φασι παῖδες Θετταλῶν καὶ τὸν Ἀπόλλωνα τὸν Πύθιον καθήρασθαι κατὰ πρόσταγμα τοῦ Διός, ὅτε τὸν Πύθωνα τὸν δράκοντα κατετόξευσεν ἔτι φυλάττοντα τοὺς Δελφούς, τῆς Γῆς ἐχούσης τὸ μαντεῖον. στεφανωσάμενον οὖν ἐκ ταύτης τῆς δάφνης τῆς Τεμπικῆς καὶ λαβόντα κλάδον εἰς τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐκ τῆς αὐτῆς δάφνης ἐλθεῖν εἰς Δελφοὺς καὶ παραλαβεῖν τὸ μαντεῖον τὸν Διὸς καὶ Λητοῦς παῖδα. ἔστι δὲ καὶ βωμὸς ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ καὶ ἐστεφανώσατο καὶ τὸν κλάδον ἀφεῖλε. καὶ ἔτι καὶ νῦν δι᾿ ἔτους ἐνάτου οἱ Δελφοὶ παῖδας εὐγενεῖς πέμπουσι καὶ ἀρχιθέωρον ἕνα σφῶν αὐτῶν. οἱ δὲ παραγενόμενοι καὶ μεγαλοπρεπῶς θύσαντες ἐν τοῖς Τέμπεσιν ἀπίασι πάλιν στεφάνους ἀπὸ τῆς αὐτῆς δάφνης διαπλέξαντες, ἀφ᾿ ἧσπερ οὖν καὶ τότε ὁ θεὸς ἐστεφανώσατο. καὶ τὴν ὁδὸν ἐκείνην ἔρχονται, ἣ καλεῖται μὲν Πυθιάς, φέρει δὲ διὰ Θετταλίας καὶ Πελασγίας καὶ τῆς Οἴτης καὶ τῆς Αἰνιάνων χώρας καὶ τῆς Μηλιέων καὶ Δωριέων καὶ Λοκρῶν τῶν Ἑσπερίων. οὗτοι δὲ καὶ παραπέμπουσιν αὐτοὺς σὺν αἰδοῖ καὶ τιμῇ οὐδὲν ἧττον ἤπερ οὖν ἐκεῖνοι, οἳ τοὺς ἐξ Ὑπερβορέων τὰ ἱερὰ κομίζοντας τῷ αὐτῷ θεῷ τούτῳ τιμῶσι. καὶ μὴν καὶ τοῖς Πυθίοις ἐκ ταύτης τῆς δάφνης τοὺς στεφάνους τοῖς νικῶσι διδόασιν. ὑπὲρ μὲν οὖν τῶν ἐν Θετταλίᾳ Τεμπῶν καὶ ἐμοὶ νῦν τοσαῦτα εἰρήσθω.» Κλαύδιος Αιλιανός: « Ποικίλη Ιστορία» βιβλίον 3ον http://www.fh-augsburg.de/~harsch/graeca/Auctores/g_alpha.html
8. Σημειώσεις
Εκεί (Κάτω Όλυμπο) υπάρχει σήμερα ένα οροπέδιο όπου στην Αρχαιότητα κατακλυζόταν από τα νερά μιας λίμνης της Ασκυρίδας που στα Μεσαιωνικά χρόνια και επί Τουρκοκρατίας ονομαζόταν λίμνη του Νεζερού. 2. Η πιο γνωστή θέση είναι η χαρακτηριστική Αράπη Μαγούλα. 3. Νησάκι του Παγασητικού, σήμερα λέγεται Τρίκερι. 4. «Ιστορία του Ελληνικού έθνους», α΄ τόμος, Εκδοτική Αθηνών 5. Όπως στην υποσημείωση 4 6. Όπως πιο πάνω. 7. Για την προέλευση του ονόματος Έλληνες και Ελλάς δες τον πρώτο τόμο: Κ. Οικονόμου, «Η Λάρισα και η θεσσαλική ιστορία α΄ τόμος – στην ομίχλη του μύθου» εκδ. ΓΝΩΣΗ Λάρισα ’07
1.
120
Σύμφωνα με τον Πίνδαρο «Πυθιόνικος» 10, 85 ονομάζονταν και Εφυραίοι γιατί προέρχονταν από την αρχαία θεσπρωτική πόλη Εφύρα. 9. Αργότερα Θεσσαλός πολίτης λογιζόταν αυτός που είχε γεννηθεί από γονείς που κατάγονταν από οικογένειες Θεσσαλών πολιτών. «οι δε Λαρισαίοι αυστηρότερη απήτουν καταγωγήν, εκ πολλών πάππων πολιτών.» (Επ. Φαρμακίδης, «Η Λάρισα» σχόλια Κ. Σπανός, εκδόσεις «Γνώση» Λάρισα 2001). 10.Πιθανώς οι Μινύες να κατοικούσαν στην περιοχή της Σούρπης και ΒΑ της Λάρισας 11.Fr. Stαhlin/ Θεσσαλικό ημερολόγιο τόμοι στ΄ - ια΄. Εκδότης Κ. Σπανός. 12. Τίτος Λίβιος : 59 π.Χ.- 17 μ.Χ. Ρωμαίος ιστορικός. Το μνημειώδες έργο του ονομάζεται «Από κτίσεως της πόλεως», (Ab urbe condita )και αποτελείται από 142 βιβλία. Σώθηκαν όμως μόνο 35 βιβλία που καλύπτουν την ρωμαϊκή ιστορία μέχρι το 9 π.Χ. 13. «Ελλάδα» τόμος 17, εκδ. Δομή 2007 14. Αρβανιτόπουλος αρ. 35 ΠΑΕ 1911 15. Στράβων, Ζ΄ 329,14 16. Στράβων, Θ΄430-444 17. Ξενοφών, «Ελληνικά» στ΄1.9.19 Πλούταρχος, «Πελοπίδας» 31 και Αριστοτέλης, «Πολιτικά» β΄9 18. Livius 36, 19, 12 19. Οι φωτογραφίες από το www.cig-icg.gr Δικτυακός τόπος του αρχ. Καναδικού Ινστιτούτου Ελλάδας 20. Livius 42, 42 21. Τσαγγλί ονομαζόταν η Ερέτρια επί Τουρκοκρατίας. 22. Τα περισσότερα νομίσματα του Ομολίου εικονίζανε το φίδι που εξέτρεφε ο Ασκληπιός. 23.Στράβων θ΄443 24. Οι κάτοικοι της πόλης αυτής υποχρεώθηκαν από το Μακεδόνα Δημήτριο Πολιορκητή το 290 π.Χ. να την εκκενώσουν και να αποικήσουν τη νέα πόλη που ίδρυσε ο Δημήτριος στις ακτές του Παγασητικού, τη Δημητριάδα.
8.
121
25. Η πορφύρα ήταν χρωστική ουσία των αρχαίων Φοινίκων, Ελλήνων και Ρωμαίων. Το χρώμα της ποίκιλλε από σκούρο κόκκινο μέχρι μωβ. Ήταν πανάκριβη και χρησιμοποιούνταν για τη βαφή των υφασμάτων. Την ουσία την έπαιρναν από την επεξεργασία ενός είδους γαστερόποδου μαλακίου που ονομάζεται Μurex brandaris. Στη δυσκολία παραγωγής της πορφύρας οφειλόταν και η σπανιότητα εμπορίας της που «εκτόξευε» τις τιμές του προϊόντος στα ύψη. 26.Στράβων, θ΄ 436 27. Πήλιο σημαίνει βουνό από πηλό. Παράγωγό της λέξης είναι ο Πηλέας. ( πηλός> Πήλιον>Πηλέας) 28. Το όνομα του ποταμού προέρχεται από τη λέξη «λήθη» που σημαίνει λησμονιά, άρα Ληθαίος είναι ο ποταμός των νεκρών (Gruppe 252,4 403,4) 29. Θεσσαλικές επιγραφές: Αρχαιολογική Εφημερίς 1910, αριθμός 41 30. «Ελλάδα»- Ιστορία- Οικονομία- Πολιτισμός- πρόσωπα Τόμος 17ος Νομός Λάρισας, σ. 236 εκδ. ΔΟΜΗ 2007 31. Στην τουρκική γλώσσα burus, σημαίνει τσαλακωμένος – κατεστραμμένος και var, σημαίνει υπάρχω – καταντώ. 32. M. Sordi, μετάφραση Κ. Κούτμας, «Οι ταγείες του Αλεύα και του Σκόπα». Θεσσαλικό Ημερολόγιο 13 (Λάρισα 1988) 99-120 33. Πρόκειται για άλλο Θώρακα, πρέπει να τον διακρίνουμε από τον συνώνυμό του των Περσικών Πολέμων. 34. Αριστοτέλης, «Πολιτικά» 5,5-5,6. 35. Συμπαραστάτη στα σχέδια προσεταιρισμού των Θεσσαλών, βρήκαν οι Πέρσες στη «σαγήνη» κάποιων εταίρων από τη Μίλητο. Μια μάλιστα απ’ αυτές παρέσυρε το Θεσσαλό ταγό από τη Φάρσαλο Αντίοχο, να συνεργήσει σ’ αυτή την υποταγή στους Πέρσες. Το όνομα αυτής ήταν Θαργηλία. Μερικές πηγές μας αναφέρουν ότι τελικά Αντίοχος και Θαργηλία ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου, ενώ στην τελευταία αποδόθηκε ο τίτλος της βασίλισσας της Θεσσαλίας. 36. Ηρόδοτος, ιβ΄ 6, ζπ΄172. θ΄ 1 και 58 37.Παυσανίας, «Λακωνικά» 7, 9, 10
122
38.Αειφυγία: ποινή ισόβιας εξορίας στην αρχαία Ελλάδα που συνεπαγόναν στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και δήμευση της περιουσίας του καταδικασθέντος. Ήταν δηλαδή ένα είδος πολιτικού «θανάτου». (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα) 39. Θουκυδίδης β΄ 22.3 40.Το θεσσαλικό ιππικό θεωρούνταν αήττητο από 6την πρώτη του πολεμική επιτυχία στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., όταν ο Κλεόμαχος ο Φαρσάλιος συμμετείχε, ως σύμμαχος των Χαλκιδέων στον πόλεμο της Εύβοιας (Ληλάντιος πόλεμος). Δηλαδή για μια περίοδο μεγαλύτερη των τριών αιώνων. 41. H. D. Westlake, μετάφραση Ελένη Σωτηρίου, «Η Θεσσαλία τον 4ο αι. π.Χ.», «Θεσσαλικό Ημερολόγιο»33 Λάρισα 1998), 3-32 και 34 (Λάρισα 1998) 32-48 42. H. D. Westlake: ό. π. 43. Ο Ηρώδης ο Αττικός ήταν γνωστός ρήτορας του 2ου αιώνα μ.Χ.. Γι’ αυτό το σχετικό κείμενο. «Περί Πολιτείας» δεν κρίνεται αρκούντως αξιόπιστο, τουλάχιστον όσο αναφορά την ταυτότητα του συγγραφέα. 44. Αριστοτέλης, Πολιτικά 1275 45. Ηρώδης, 29.33 46. Διόδωρος, ΙΔ΄ 82,6 47. Μεγάλος θαυμαστής του Ιάσονα ήταν ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης. 48. Διόδωρος, Κ΄ 60 και Ξενοφών, Ελληνικά ΣΤ΄ 4,31 49. Διόδωρος, ΙΕ΄ 61 50. Πολύβιος, Δ΄ 46,7 51. Στη μάχη του Κροκίου (353 π.Χ.) ο Φίλιππος νίκησε το συνασπισμένο στρατό Φεραίων και Φωκιαίων που είχαν επικεφαλής το στρατηγό των τελευταίων Ονόμαρχο. Σκοτώθηκαν 6.000 άνδρες από το στρατό των συμμάχων και ο ίδιος ο Ονόμαρχος. Αυτή ήταν και η τελευταία φάση του λεγόμενου Γ΄ Ιερού Πολέμου. 52. Στράβων, ΙΑ΄ 530, 531«περί Αρμενίας» 53. Διόδωρος, ΙΕ΄ 11-117 και Αθήναιος, Ι΄ 44(434)
123
54. Τελευταίος απόγονος των Αλευάδων ήταν ο Θώραξ ο Λαρισαίος, προσωπικός φίλος του διαδόχου του Αλεξάνδρου Αντιγόνου. Στη μάχη της Ιψού (301 π.Χ.), μεταξύ Αντιγόνου και Σελεύκου, ο Θώραξ ήταν ο μόνος που παρέμεινε πολεμώντας σαν λιοντάρι δίπλα στο σώμα του νεκρού Αντιγόνου (Πλούταρχος, Δημήτριος, 29). 55. Λίγο αργότερα ιδρύθηκε το ελληνιστικό κράτος της Μ. Ασίας από το Σέλευκο. Στα χρόνια του διαδόχου του Αντιόχου Α΄ αποφασίστηκε να ανοιχτεί μια διώρυγα μεταξύ Κασπίας και Ευξείνου Πόντου. Το έργο ανατέθηκε στον πιο γνωστό μηχανικό της εποχής, τον Πολύκλειτο το Λαρισαίο. 56. Διόδωρος, Κ 110 57. Πλούταρχος, Δημήτριος, 36 58. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίον 7ον , τ.7 β΄ εκδ. 1886 59. «Ιστορία του Ελληνικού έθνους», Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ε΄, Αθήνα 1976 60. Κ. Παπαρρηγόπουλος ,ο. π. σελ. 160. 61. Πολύβιος, Ιστορία, ΙΗ΄ 10,11,12 62. Πολύβιος, Ιστορία, ΙΗ΄ 27,6 και 19, 1-3 63. Μελέτη: «Παρατηρήσεις στις επιστολές Φιλίππου Ε΄ προς την πόλη Λάρισα» Θεσσαλικό Ημερολόγιο εκδ. Κ. Σπανός τόμος 18 1990 64. Επ. Φαρμακίδης, «Η Λάρισα», εισαγωγή σχόλια επιμέλεια Κ. Σπανός εκδ. βιβλιοπωλείο «Γνώση» Λάρισα 2001 65. Αρβανιτόπουλος, Α.Ε. Αθήναι, 1910, 342-345. 66. Χθόνια, του Κάτω Κόσμου. 67. Ελένη Μαράντου, Λατρείες και λατρευτικοί χώροι στη Θεσσαλία, εφ. «Ελευθερία» ένθετο «Πολιτισμός» Ιανουάριος 2007 68. Ομολώιος λεγόταν και ένας θεσσαλικός μήνας. 69. Η ονομασία προήλθε από τη θεσσαλική πόλη Ίτων(ος) όπου και λατρευόταν αρχικά. Σύμφωνα με τον Καλλίμαχο («ύμνος εις Δήμητραν»), αγώνες προς τιμήν της οργανώνονταν στο Δώτιο. Η πόλη αυτή ονομάστηκε έτσι
124
προς τιμήν του Θεσσαλού ήρωα Ίτωνος που ήταν γιος του Αμφικτύονα (δες σχετ. α΄ τόμο). 70. Αιλιανός, Περί ζώων ιδιότητος, ΙΒ΄ 34 71. Πλούταρχος, «Ηθικά», 181 β΄ 72. David R. Sear, “Greek Coins”, V. 1, Europe, Έκδοση Seaby , London 73. H. D. Westlake: ό.π 74. Ισοκράτης, Περί ειρήνης, 117 75. Αμφιτρύων: αυτός που φιλοξενεί κάποιους πλουσιοπάροχα. 76. Πίνδαρος, Πυθιονίκες, 10 77. Ξενοφών, Ελληνικά, ΣΤ΄ 1,3 78. Ισοκράτης, Περί της ανταποδόσεως, 155 (353 π.Χ.) 79. Παυσανίας, Ηλειακά, Α΄ 8,8 80. Εμ. Καραμανώλης, Το θεσσαλικό ιππικό, έκδοση Δήμου Λάρισας, 1998 81. Κ. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική ιστορία, Τόμος Α΄, «Στην ομίχλη του Μύθου» Εκδόσεις «Γνώση» Λάρισα 2007 82. Από τους καταλόγους Ολυμπιονικών του σοφιστή Ιππία, του Αριστοτέλη, του Φλέγοντα Τραλλέως και του Ιουλίου Αφρικανού. 83. H. D. Westlake: ό. π. 84. Βασική πηγή είναι το άρθρο του αρχαιολόγου Αθ. Τζαφάλια στην «Ελευθερία» Λάρισας στο ένθετο «Πολιτισμός» του Φεβρουαρίου 2007 85. Αθ. Τζαφάλιας, «Πώς ένα όνειρο γίνεται πραγματικότητα – Το Αρχαίο Θέατρο Λάρισας». Εφημερίδα «Ελευθερία», ένθετο «Πολιτισμός», Φεβρουάριος 2007 86. Marcus Annaeus Lucanus, Pharsalia
125
Γ΄ Λεξικό
Άβαντες Αβέρωφ συνοικία Αγαγύλιος μην Αγαθοκλής ο Μακεδών Αγγεία (η) Αγησίλαος Αγιά Λάρ. Αγίας ο Φαρσάλιος Αγίας Τριάδος Ι. Μονή Αγιόκαμπος Λάρ. Άγιος Γεώργιος Λάρισας Άγνων ο Πεπαρήθιος Αγχίαλος Νέα Άδμητος Άζωρος Αθαμάνες Αθαμανία Αθαμαντίδες Αθηνά Αθηνά Πολιάς Αθήναιον Αθηναίοι Αιγαίο πέλαγος Αιγίνιον Αίθικες Αιλιανός Αίμονες Αιμονία Αιμονιαί Αιμόνιος Αίμος Αινιάνες Αινίς Αιολείς Αίολος Αιτωλία Αιτωλική συμπολιτεία Αιτωλοί Ακαρνανία Ακόντιον ακρ. Αλέξανδρος Ε΄ο Μακεδών Αλέξανδρος ο Μέγας Allen-Wace Αλμυρός Αλμπέρτας Καναδά πανεπ. Αλώπη Αμπελώνας Αμυγδαλέα Λάρισας Αμύντας Β΄ ο Μακεδών Άμυρος ποταμός Αμφιθέα Λάρισας Άμφισσα Αναγέννηση Λάρισας Ανακρέων λυρικός Ανάχαρσις Νέος Άννουβις Αντίγονος Αντίγονος Γονατάς Αντιοχίδες (Εχεκρατίδες) Αντίοχος Αντίοχος Συρίας Αντιπάρου οδός Λάρισας Αντίπατρος Αντιχάσια Αντρών Αντώνιος Αξενίδης Θ. Απιδανός ποτ. Απόλλων Απόλλων Κερδώος Απολλώνιος μην Απολλώνιος ο Ρόδιος Απούλιος Λούκιος Άππιος Κλαύδιος Αραπάδικη μαγούλα Αράπη μαγούλα Αρβανιτόπουλος Αργιθέα Άργισσα Αργεθία Άργος Πελασγικόν Άργουρα Αργυροπούλι Αριάδνη Άρτεμις Αρχέλαος ο Μακεδών Αρχιδίκη Ασέα Αρκαδίας Ασκληπιός Ασκυρίς Αστέριον Άτραξ Augusta Αφέται Αφροδίτη Άφριος μην Αχαΐα Φθιώτις Αχαιοί Αχιλλέας Αχίλλειο Λάρισας Αχιλείου Αγ. Λόφος
Β
Βαλκάν όρος Βάκχος Βακχυλίδης Βαρθολομαίος αββάς Βελεστίνο Βένετο Bjornstahl J. J. Bizantz Βοιβηίς λίμνη Βοιωτία Βοιωτοί Βουκεφάλας Βούρις Βρασίδας Βραστερό μαγούλα Βρέννος Γαλάτης Βρυότοπος Λάρισας Βρυσιά Φαρσάλων Βυζάντιος Στέφανος
Γ
Γαλάτες (Κέλτες) Γαλήνη Λάρισας Γαλλής Ι. (αρχαιολόγος) Γαριβάλδη οδός Λάρισας
126 Αλέξανδρος Φερών Αλευάδες Αλεύας Πυρρός Allen-Wace Αλκέτας Ηπείρου Αλκηστίς Ευρυπίδου Γοννοκονδυλών Αρίστιππος Αριστόνους Αριστοτέλης Αρκάδες Αρμένιον Άρνη Εκάβη Ευρυπίδη Εκάτη Γοργίας Έκτηνες Γοργοποτάμου οδός Λάρ. Ελάνικος Westlake Ch. Ελάτεια Γουνεύς Έλατος Γρηγορίου Ε΄ οδός Λάρ. Ελασσόνα Γυρτών Ελασσονίτικος ποταμός Ελευθέριος Δίας Δ Δαμάσι Λάρισας Έλληνες Δάοχος Ελληνικά Ξενοφώντος Δαρδανία Ελληνικό Φαρσάλων Δασόλοφος Κάτω Λάρ. Ελλήσποντος Δασοχώρι Λάρισας Ενιπέας ποταμός Δάφνη Εννοδία Δείνων ο Κραννώνιος Εννοδία Πατρώα Δελφοί Επαμεινώνδας Δελφών Αμφικτυονία Ερέτρεια Δέντρα Λάρισας Έρημον όρος Desdevise Ερικύνιον Δευκαλίων Εριχθώ Δήμητρα Ερμαίος μην Δήμητρας οδός Λάρ. Ερμής Δημητριάς Ερύμανθος Δημήτριος Α΄Πολιορκητής Εστιαιώτις Δημήτριος Β΄Αιτωλικός Εύανδρος Ολυμπιονίκης Δημοσθένης Ευαίνετος Διαβατό Ευβοϊκός Διάδρομοι (Λιαδρόμια) Ευρύλοχος Δίας Εύπολος Δίας Ελευθέριος Ευρυμεναί Δίας Σωτήρ Ευρυπίδης Διθυράμβιος μην Ευρύπυλος Διμήνι Εφύρα Διόδωρος Εφυραίοι Δίον Μαγνησίας Εχεκρατίδες Διόνυσος Εχίνος Δολίχη Ζ Δόλοπες Ζάππειο Λάρισας Δολοπία Ζάρκο Τρικάλων Δομοκός Ζηλιάνας ρέμα Γιάννουλη Λάρισας Goodeell Th. Γκουμέλνιτσας πολιτισμός Γλαύκη Λάρισας Γόμφοι Γόννοι Ηρακλής μαινόμενος Ευρ Ηρόδοτος Ηρώδης Αττικός Ησίοδος
Θ
Θαργηλία η Μιλησία Θαύλειος Ζευς Θαυμακία Θαυμακοί Θέατρο αρχαίο Λάρισας Α Θέατρο αρχαίο Λάρισας Β Θέμις Ιχναία Θεμίστιος μην Θεμιστοκλής Θεόκριτος Θεόπετρας οδός Λάρ. Θεόπετρας σπήλαιο Θεόπομπος Ολυμπιονίκης Θεοχάρης Δ. αρχαιολόγος Θέρμο Αιτωλ. Θερμοπύλες Θέρσιος Ολυμπιονίκης Θεσσαλικό Ημερολόγιο Θεσσαλιώτις Θεσσαλοί Θεσσαλός πατέρας Αλεύα Θετίδιον Θέτις Θετώνιο Θήβες Φθιώτιδες Θουκιδίδης Θράκη Θρασύδαιος Θύιος μην Θώραξ
Ι
Ιάσων (μυθολ.) Ιάσων Φερών Ιερομνήμονες Ιθώμη Ίκος νήσος
127 Δρύοπες Δυρού σπήλαιο Δωδώνη Δώτιον πεδίον
Η
Ηλώνη Ήπειρος Ήπειρος Βόρεια Ηρακλείδες Ηράκλειον Μακεδονίας Ηρακλής Κινέας Πύρρου σύμβ. Κίρρα Κλεισθένης Σικυώνιος Κλεόμαχος Φαρσάλων Κόζιακας όρος Κοινό Θεσσαλών Κόκκινο Νερό Κοκκινόκαστρο Κονδαία Κοντομόριος Γαλάτης Κορακαί Κόρινθος Κορώπη Κόττυφος Φαρσάλιος Κουτσουπιά Λάρισας Κραννών Κράσσος Γάιος Λικίνιος Κρατερός Κράτης Κραυξίδας Κρέων Κραννώνιος Κρηθέας Κρήτη Κριντήρι Τυρνάβου Κροκίνας Ολυμπιονίκης Κροκίου μάχη Κτιμένες Κυνός Κεφαλαί Κυρα-Παναγιά νήσος Κύρος Κυρσίλος Φαρσάλιος ιστ. Κυψέλη Λάρισας Λ Λαϊς Λάκμος όρος Λαμία Λαμιακός πόλεμος Λαού πλατεία Λάρ. Λαπαθούς Λαπίθης Λαπίθες
Ε
Είλωτες Εκκάρα Ιπνοί Ιπποδρόμιος μην Ιπποκράτης Ιπποκλέας Ολυμπιονίκης Ίσθμια Ισθμός Κορίνθου Ίσις Ισοκράτης Ίτων Ιτωνία Αθηνά Ιτώνιος μην Ιχναία Θέμις Ίχνες Ιωλκός Ίων ποταμός Ίωνες
Κ
Καλαμάκι Αγιάς Καλαμπάκα Κάλας Καλλιθέα Φαρσάλων Καλλίθηρα Καλλιπεύκη Καλό Νερό Λάρισας Κάλυμνος Καμβούνια όρη Κανάλια Καραμανώλης Εμμ. Καρδίτσας Νομός Κάρες Κάρλα Καρύτσα Λάρισας Κασθαναία Καστρί Κάτω Όλυμπος όρος Κέλτες (Γαλάτες) Κενταυρούπολις Κεντρική πλατεία Λάρ. Κεραμίδι Κερδώος Απόλλων Κερκέτιον όρος
Ιλιάδα Ομήρου Ιλισσός Ιμαλάια Ινδοευρωπαίοι Ιξίων Ιούλιος Αφρικανός Ιούλιος Καίσαρ Λαφύστιος Δίας Λέλεγες Λεονάρδος Ι. Λέσβος Λεσχανόριος μην Λεχώνια Βόλου Λεωτυχίδης Ληθαίος Ληλάντιος πόλεμος Λήμνος Λιαδρόμια ν. Livius Titus Λίμναιον Λοκρίδα Λοκροί Λούβρου Μουσείο Λουκάνος Μάρκος Λυκαβηττός Λυκόφρων Λυκόφρων β΄ Λυσσίμαχος
Μ
Μαγνησία Μαγνησία πόλη Μάγνητες Μαγουλίτσα Λάρισας Μακεδονία Μακεδών (μυθ.) Μακρυχώρι Λάρ. Μαλακασιώτικο ρέμα Μάλοια Μαλίς Μαλιείς Μαρμαρίνη Μαυροβούνι όρος Μεγάλη Βρύση Τυρνάβου Μεζούρλο Μεθώνη Μαγνησίας Μειλίχειος Ζευς Μελία Λάρισας Μελίβοια
128 Kern O. Κεφαλόβρυσο Τρικάλων Κέω Κηφισός ποταμός Κιέριον Κίκυνθος νήσος Κίμων Κινέας Λαπ. Μήλου οδός Λάρ. Μητρόπολις Μινύα Μινύες Miloijcij Vl. Μοληνός Μολοσσία Μονδαία Μοτέλ μαγούλα Λάρ. Μουζακιώτης ποταμός Μουργκάνι Μουσείο Λάρισας Μόψιο Μόψος Μοψουεστία Μπάρα Νέσσωνος Μπεζεστένι Μπουρουβάρια Μυκηναϊκή εποχή Μυρμιδόνες Λάρισας Νομός Λάρισ(σ)α Λάρισσα Κρεμαστή Λάρισσα Νύμφη Λάρισας φάση Λάρισος Λάρυμνα Λατταμύας Ολοσσών Ολυμπιάδα Όλυμπος όρος Ομβριακή Όμηρος Ομόλη Ομολώιος Ζευς Ομολώιος μην Ομφάλη Ονθύριον Ονόμαρχος Urguhart Dan. Ορέστης Θεσσαλός Ορμένιον Ορμίνιον Ορχομενός Φθιωτικός Όσσα όρος Μέλισσα Μελίτεια Μελισσοχώρι Λάρ. ΜενελαΪς Μένων Φαρσάλιος Μήδεια Μήδιος Λαρισαίος Μήδιος Λαρ. ιστορικός Πενέστες Πεπάρηθος νήσος Πέργαμος Περδίκας Περιήρης Περραιβία <Περραιβίδες> Περραιβική Τρίπολη Περσέας Πέρσες Περσεφόνη Πετθαλοί Πέτρα Βοιβηίδος Πέτρας Στενά Πευκάκια Βόλου Πεύμα Πήλιο Πηνειάδα Τρικάλων Πήρεια Πιάλεια Πιερία Πίνδαρος Πίνδος Πλάκας σπήλαιο Όσσας Πλατανούλια Λαρ. Πλατιά μαγούλα Ζάρκου Πλατύκαμπος Λάρ. Πλούταρχος Ποήσιος μην Πολιάς Αθηνά <Πολιτικά> Αριστοτέλους Πολύβιος Πολυδάμας Ολ. Σκοτ. Πολυδάμας Φαρσάλιος Πολυδέντρι Λαρ. Πολύδωρος Πολύκλειτος ιστορ. Θεσσ. Πολύκλειτος Λαρισαίος Πολυμήδης Πολυνέρι Φαρ.
Π
Παγασαί Παγασητικός Παλαιοφάρσαλος Παλαμάρι Σκύρου Παλιά Βόλου Παλιόμυλος Φαρσ. Παλιόσκαλα Παλιουριά Λάρ. Πάμισος ποταμός Παν Πάναιρος Πανδίων Θεσσαλός Πάννημος Παπαρρηγόπουλος Κ. Παραπόταμος Λάρ. Παρμενίων Παρνασσός Πάτροκλος Πειρασία Πελαγονική οροσειρά Πελασγιώτις Πελασγοί
Ν
Ναρθάκιον όρος Νέες Καρυές Λάρ. Νεζερού λίμνη Νεοπτόλεμος Ηπείρου Νεοπτόλεμος μυθ. Νερόμυλοι Αγιάς Νέσσων Νέσσων Κένταυρος Νεσσωνίς Νηλεία Νίκη θεά Νύμφες
Ξ
Ξανδικός μην Ξενοφών Ξέρξης Ξερόλακκας Ολύμπου Ξούθος Ξυνιάς
129 Ξυνιές Πελασγός Πελλίνα Πελοπίδας <Πελοπίδας> Πλούταρχου Πελοποννησιακός πόλεμος Πελοπόννησος Πελώρια Πέλωρος Σουφλί μαγούλα Σοφαδίτικος Σοφοκλής Σπανός Κ. Σπερχειός ποτ. Σπηλιά Λάρ. Σποράδες Βόρειες Σταγών μητρόπ. St¨αhlin Fr. Στάφυλος Στεφανοβίκειο Στόμιο Στράβων Στρόφακος Συκούριο Σωτήριο Λάρ. Πολυσπέρχων Πολύχαρμος Πολύφρων Πομπήιος Πορταϊτικος ποτ. Πότναιο Πότνια Ιτώνος Πουρνάρι Λάρ. Τρίπολις Σκαιά Τροία Τρωική εκστρατεία Τσαγγλί Ερέτρια Τσούντας Χρ. Τύλης γαλατικό βασίλειο Τυμφαίοι Τύμφη όρος Τύρναβος Τυρρηνοί (Προέλληνες)
Ο
Ογχηστός ποταμός Όθρυς όρος Οιτέων χώρα Οίτη όρος Οκταβιανός Ολιζών Πρας Προέλληνες Προέρνα Προμηθέας στασιαστής Πρωτεσίλαος Πυθία Πύθιον <Πυθιονίκες> Πυθόλαος Πύρασος Πυργετός Λάρ. Πύρρα πόλη
Υ
Υάντες Υμηττός Υπάτη Υπέρεια πηγή Υπεροίος μην
Ρ
Ραχμάνι Ρίζι Φαρσάλων Ριζόμυλος Ριζούς Ροδιά Ρωμαίοι
Τ
Φ
Φαίδρος Φαρσάλιος Φαιστός Φάκιον Φαλάννη Φαλώρεια Φανός Μαγνησίας Φαρκαδών Φαρμακίδης Επ. Φάρσαλα Φάρσαλος Φαρσάλου μάχη Φαρσάλων αρχαιολ. συλλ. Φαρσάλων οδός Λάρ. Φαρσάλων πεδιάδα Φαϋτός Φερές Φήκη Φθία Φθίοι Φθιώτιδες Θήβες Φθιώτις Τετράς Φίλα
Ταγός Τας Μάνδρα Αμφιθέας Λ. Ταυρωπός ποτ. Σ Σαλαμίνα Ταχυδρομείου πλ. Λάρ. Σαλμωνέας (μυθ.) Τεγέα Σαραντάπορο Λαρ. Τέμμικες λαός Σαρίμβεη οδός Λάρ. Τέμπη Σατουρνάλια εορτή Τερψιθέα Σέλευκος Τετράδες Σέραπις Τετράς Φθιώτις Σέσκλο Τεύμα Σηπιάς Τεύταμος Σιλάνα Τζανή μαγούλα Σίμος Τζαφάλιας Αθ. Σιμωνίδης λυρικός ποιητής Τηλέμαχος Φαρσάλιος Σίπυλος όρος Μ. Ασίας Τηλεφάνης Φωκαιεύς ιστ. Σίσυφος Τιθύς (μυθ.) Σκήτη Αγιάς Τιμόλαος Λαρισαίος ιστ. Σκιάθος Τισιφών Σκοπάδες Τισσαίον όρος Σκόπας Κραννώνιος ολυμ. Τιτανομαχία (μυθ.) Σκόπελος Τίτανος όρος
130 Σκόπια Σκοτούσσα Σκύλαξ Σκύρος Σμόκοβο Καρδ. Σμύρνη Sordi M. Σουίδας Σούρπη Φλέγων Τραλλεύς Φοίνικες Φράχθι Αρκαδίας Φρίξος Φρούριο Λάρ. Φυλάκη Φυλλιαδών Φυλλήιο όρος Φυλλικός μην Φωκείς Τιταρήσιος ποτ. Τίταρος όρος Τούμπα συνοικ. Λάρ. Τουφεξής Γ Τράβελ στοπ Λάρ. Τραχίνα Ηράκλεια Τρίκερι Τρίκερι νησί Τρίκκη Φωκίδα Φίλα πόλη Φίλια πόλη Φίλιππος Β΄ Φίλιππος Ε΄ Φιλοκτήτης Φιλόμηλος Φαρσάλιος Φλαμινίνος Τίτος Κ Φλεγύας (μυθ.) Φλεγύες λαός Helly Bruno Heurzey L. Χοστίλιους Χτούρι
Χ
Χάλκη Λάρ. Χαλκίδα Χαλκιδείς Χαλκοδόνιον όρος Χάμβριος Hannick Χείρων Κένταυρος Χειρώνιον άντρον
Ω
Ωκεανός (μυθ.)
Δ΄ Σύντομα βιογραφικά στοιχεία για τους κυριότερους ιστορικούς των πηγών του βιβλίου Ηρόδοτος: Ο θεωρούμενος πατέρας της ιστοριογραφίας, γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό τον 5ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια έγραψε την ιστορία του για να μη λησμονηθούν με τον καιρό οι πράξεις των ανθρώπων. Η ιστορία του χωρίζεται σε εννέα βιβλία από τα οποία τα τέσσερα πρώτα αναφέρονται σε ξένες χώρες και λαούς. Αυτά που ενδιαφέρουν όμως περισσότερο είναι τα τρία τελευταία βιβλία του που αναφέρονται στους περσικούς πολέμους, το λεγόμενο θεσσαλικό «μηδισμό» και στα γεγονότα μετά τη μάχη του Μαραθώνα. Θουκιδίδης: Η Ιστορία του Θουκυδίδη καλύπτει το μεγαλύτερο διάστημα του Πελοποννησιακού πολέμου (431- 411 π.Χ.) μέχρι και το θάνατό του. Η ιστορία του βασίστηκε σε συλλογή υλικού από τα αρχεία των εμπολέμων ενώ πουθενά δεν αναφέρεται σε
131
φανταστικά ή μυθικά γεγονότα ή χρησμούς. Στο έργο του διακρίνουμε για πρώτη φορά τη διάκριση της αιτίας από την αφορμή στην εμφάνιση κάποιου ιστορικού γεγονότος. Ξενοφών: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 434 π.Χ. και ήταν μαθητής του Σωκράτη. Έζησε για μικρό διάστημα κοντά στον Κύρο στην Περσία ενώ ήταν επικεφαλής των «μυρίων» στην επιστροφή τους στην Ελλάδα. Αργότερα συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες, πράγμα που δεν το συγχώρεσαν ποτέ οι Αθηναίοι, πολεμώντας μαζί τους στη Μ. Ασία. Επέστρεψε το 394 μαζί με τον Αλκιβιάδη στην Ελλάδα. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος έχουμε πληθώρα αναφορών του σε γεγονότα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τη Θεσσαλία. Πέθανε στην Κόρινθο το 365 π.Χ. Το έργο του ονομάζεται «Ελληνικά» και χωρίζεται σε επτά βιβλία, από τα οποία τα δυο πρώτα περιγράφουν την τελευταία περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Τέλος τα υπόλοιπα βιβλία περιγράφουν τα γεγονότα της περιόδου 404-362 π.Χ. Πολύβιος: Ο λιγότερο διαβασμένος αρχαίος Έλληνας ιστορικός. Ο λόγος είναι απλός : ασχολήθηκε στο έργο του με την υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους, πράγμα αδιάφορο και αρκούντως στενόχωρο για τους συμπατριώτες του. Γεννήθηκε το 200 περίπου π.Χ. και ήταν γιος του Λυκόρτα, ενός από τους σημαντικότερους πολιτικούς της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Μετά τη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) συνελήφθη αιχμάλω5τος και οδηγήθηκε στη Ρώμη. Εκεί έζησε στο σπίτι του Ρωμαίου στρατηγού Αιμίλιου Παύλου και έγινε φίλος και παιδαγωγός του γιου του Σκιπίωνα Αιμιλιανού. Εκεί συνέταξε και την ιστορία του, πραγματοποιώντας και πολλά ταξίδια με σκοπό να αντλήσει τις αναγκαίες πληροφορίες για το έργο του. Πέθανε το 118 π.Χ. Διόδωρος ο Σικελιώτης: Έζησε το διάστημα 90-20 π.Χ. την εποχή του Καίσαρα και του Αυγούστου. Γεννήθηκε στο Αγύριον της Σικελίας. Συνέταξε μια παγκόσμια (για τα μέτρα της εποχής του) ιστορία από το 1200 περίπου π.Χ. μέχρι το 59 π.Χ. Ο τίτλος του βιβλίου του ήταν «Βιβλιοθήκη ιστορική». Το έργο του κρίθηκε μέτριο και αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία του. Πλούταρχος: Γεννήθηκε το 46 μ.Χ. στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Απέκτησε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα και πέθανε περί το
132
120 μ.Χ. έγραψε το ιστορικό έργο «Βίοι παράλληλοι». Σ’ αυτό το έργο γράφει τις βιογραφίες, ανά δύο των σημαντικότερων προσώπων της αρχαιότητας, από τον Θησέα μέχρι τον Φιλοποίμενα. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από τη βιογραφία του Πελοπίδα. Αιλιανός Κλαύδιος: Γεννήθηκε στην Πραινεστό της Ιταλίας και ήταν αρχιερέας και σοφιστής. Ονομάστηκε «μελίγλωσσος» ή «μελίφθογγος» και έζησε στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού (175-235μ.Χ.). Γνωστά έργα του: «Περί ζώων ιδιότητος», «Ποικίλη Ιστορία», «Επιστολαί αγροικικαί». Φαρμακίδης Επαμεινώνδας: Ο Λαρισαίος ιστοριοδίφης γεννήθηκε στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας το 1861 και πέθανε το 1928. Ήταν πτυχιούχος της Νομικής αλλά αγαπούσε την τοπική ιστορία. Το έργο του «Η Λάρισα-τοπογραφική και ιστορική μελέτη» πρωτοεκδόθηκε το 1926 και κατόπιν το 2001 με την επιμέλεια του σκαπανέα της τοπικής ιστορίας του Κ. Σπανού επανεκδόθηκε από το βιβλίο «Γνώση» της Λάρισας. Αντιμετώπισε πολλές οικονομικές δυσκολίες στην έκδοση του βιβλίου του, μιας και ο Δήμος της Λάρισας, χρησιμοποιώντας διάφορα προσχήματα του αρνήθηκε τη χορηγία, γι’ αυτό κι εκείνος στηρίχθηκε σε συνδρομές διαφόρων Λαρισαίων της πόλης αλλά και αποδήμων. Η εργασία του αυτή δεν πρέπει να απουσιάζει από τη βιβλιοθήκη κανενός φίλου της τοπικής μας ιστορίας. Λεονάρδος Ι: Ήταν παππούς του Επαμεινώνδα Φαρμακίδη. Γεννήθηκε μετά τα Ορλωφικά (1770) στα Αμπελάκια της Λάρισας. Γρήγορα έφυγε στο εξωτερικό όπου συνέλαβε και την ιδέα της συγγραφής ενός έργου που να αφορά σε γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία της Θεσσαλίας. Έτσι το 1836 εξέδωσε στην Πέστη της Ουγγαρίας το έργο του «Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία», που επανεξέδωσε ο ακάματος Κ. Σπανός από τις εκδόσεις «Θετταλός» το1992, εμπλουτισμένο με σχόλια και σημειώσεις που βοηθούν τον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα την κατάσταση της Θεσσαλίας πριν από 200 περίπου χρόνια. Παπαρρηγόπουλος Κων/νος: Γεννήθηκε το 1815 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στην Αθήνα το 1891. Το πρώτο
133
γνωστό του έργο είναι το «Περί της εποικήσεως σλαυικών τινών φύλων εις την Πελοπόννησον» που αναιρεί τις απόψεις του Φαλμεράγιερ περί δήθεν εκσλαβισμού της Πελοποννήσου. Διετέλεσε καθηγητής της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κυριότερο έργο του ήταν η «Ιστορία του ελληνικού έθνους» (1860-1872) το οποίο ουσιαστικά διαμόρφωσε την εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν θεσσαλικού ενδιαφέροντος χωρία από τα βιβλία 5, 6 και 7.
Ε΄ Βιβλιογραφία
Αριστοτέλης, «Θεσσαλών Πολιτεία», αποσπάσματα Όμηρος , «Ιλιάς» Θουκυδίδης, «Ιστορία» Ηρόδοτος, «Μούσαι» Τίτος Λίβιος, Ιστορία Στράβων: Γεωγραφικά
134
Ησίοδος, «Άπαντα», μεταφρ. / σχόλια Π. Λεκατσάς, Εκδ. Ζαχαρόπουλος, βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, 55 Πλούταρχος: «Ηθικά» Πλούταρχος, Πύρρος Διόδωρος, «Βιβλιοθήκη ΙΣΤ΄» Αρριανός, Αλεξάνδρου ανάβασις Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, «Πελοπίδας- Αλέξανδρος» Marcus Annaeus Lucanus, Pharsalia Απολλώνιος ο Ρόδιος: «Έργα», Αργοναυτικά Ξενοφών, Ελληνικά, Δ΄ Ε΄ τόμος α΄, μτφ. Γ. Ράπτης, εκδ. Ζήτρος 2006 Ξενοφών, Ελληνικά, Δ΄ Ε΄ τόμος β΄ , μτφ. Γ. Ράπτης, εκδ. Ζήτρος 2006 Ξενοφών, Ελληνικά, ΣΤ΄ Ζ΄ τόμος α΄, μτφ. Γ. Ράπτης, εκδ. Ζήτρος 2006 Παυσανίας, Ηλιακά, εκδόσεις «Πάπυρος» Θεόφραστος, Περί φυτών ιστοριών Κλαύδιος Αιλιανός, Ποικίλη ιστορία, «Τα θεττταλικά Τέμπη» Ισοκράτης, Περί ειρήνης ή συμμαχικός Ισοκράτης, Επιστολαί, Τω Φιλίππω Πλάτων, Μένων Αισχύλος, Αποσπάσματα, μτφ. Τ. Ρούσσος, «Κάκτος, Οι Έλληνες» ‘92 Ευριπίδης, «Εκάβη», μτφ. Θ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, 2007 Ευριπίδης, «Ηλέκτρα», μτφ. Θ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, 2007 Ευριπίδης, « Ελένη» μτφ. Θ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, 2007 Ευριπίδης, «Άλκηστις», μτφ. Θ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, 2007 Σόλων, Αλκαίος, Θέογνις, Βακχυλίδης: Λυρική ποίηση β΄ τόμος μτφ. Ι. Μπάρμπας, εκδ. Ζήτρος, 2000 Ευριπίδης, Ηρακλής μαινόμενος, μτφ. Κ. Βάρναλης, εκδ. «Φέξη» 1910 Corneli Nepotis: “Vitae” E. O. Winstedt OXFORD 1971 XVI “Pelopidas” Πολύβιος, Καθολική Ιστορία Πίνδαρος, Πυθιονίκες Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού έθνους, βιβλία 1-7, γ΄ εκδ., ΔΟΛ «Ιστορία των Ελλήνων» Εκδόσεις «Δομή» , τόμοι 1-5, «Δομή» 2006 «Ελλάδα, ιστορία, οικονομία » Εκδ. «Δομή», Τ. 17, «Ν. Λάρισας» 2007 «Πάπυρος- Λαρούς, Μπριτάννικα», εγκυκλοπαίδεια β΄ εκδ. 2007 «Δομή pocket» εγκυκλοπαίδεια έκδοση 2005 Ι. Κακριδή, Ελληνική Μυθολογία, τ. 2,3 , Εκδοτική Αθηνών, 1988 «Μεγάλη ελληνική εγκυκλοπαίδεια- Π. Δρανδάκης», εκδ. Φοίνιξ «Ήλιος», εγκυκλοπαίδεια Χ. Παπαγεωργίου, Αθήναι «Ιστορία του Ελληνικού έθνους», τόμοι Α΄- Ε΄, Εκδοτική Αθηνών 1976 «Θεσσαλικό Ημερολόγιο», εκδότης Κώστας Σπανός τόμος 4, 1983 «Θεσσαλικό Ημερολόγιο» τόμος 10, 1983 «Θεσσαλικό Ημερολόγιο» τόμος 7, 1983 «Θεσσαλικό Ημερολόγιο» τόμοι 11-14, 1986
135
«Θεσσαλικό Ημερολόγιο» τόμοι 30-35, 1997-8 «Ελευθερία» εφημερίδα Λάρισας : ένθετο «Πολιτισμός» Ιαν., Φεβρ., Μάρτ. 2007, άρθρα: Ελένη Μαράντου, Α. Τζαφάλιας, Ι. Τουφεξής «Ελευθερία» εφημερίδα Λάρισας : άρθρο Αχ. Μπατζαλέξη: Αφιέρωμα στα ευρήματα στα Φάρσαλα. 15/11/2006 Π.Α.Ε. : Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας: 1899,1915 Α.Δ. : Αρχαιολογικό Δελτίο: 1960, 61, 65, 66, 68 Philippson A., “ Thessalien und Epirus” , Berlin 1897 H. D. Westlake, μτφ. Ελ. Σωτηρίου, « Η Θεσσαλία τον 4ο π.Χ. αιώνα» Θεσσαλικό Ημερολόγιο 34 (1998) 32-48 και 35 (1999) 48-68 J. J. Bjornstahl, μτφ. Μεσεβρινός Θεσσαλονίκη «Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779» Ελληνοσκανδιναυική Βιβλιοθήκη 6. «Τα τετράδια του Ρήγα» 1979 H. Hansen, Early civilisation in Thessaly, 1933, E. Kirsten Fr. Stahlin, Das Hellenische Thessalien, 1924 Seltman, Greek coins David R. Seare, «Greek coins » V. 1 Europe Seaby London 1978 Eπαμ. Φαρμακίδης, «Η Λάρισα» α΄ έκδοση 1926, β΄ έκδοση «Γνώση» Λάρισα 2001, εισαγωγή, σχόλια, επιμέλεια Κ. Σπανός. Ιωάννης Λεονάρδος, «Νεωτάτη της Θεσσαλίας χωρογραφία» α΄ έκδοση Πέστη 1836, β΄ εκδ. «Θετταλός», 1992, εισαγωγή, σχόλια, επιμέλεια Κώστας Σπανός. Ζήσης Παπαδημητρίου (επιμ.), «Η Ιστορία των Γόννων», εκδ. Δήμου Γόννων, 2004 Θ. Αξενίδης, Η Πελασγίς Λάρισα και η αρχαία Θεσσαλία, τόμοι 1,2 , 1947, Αθήναι Drouzen, μτφ. Ρ. Αποστολίδης, «Μέγας Αλέξανδρος», εκδ. Τραπέζης Πίστεως 1995 Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, β΄ έκδοση , «έλλα» Ιωάννης Σταματάκος, Λεξικόν της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης, εκδόσεις «Φοίνιξ», 1972 Ν. Βερδελής, Ανασκαφική έρευνα εις Φάρσαλο, Αρχ. Ετ. (Π.Α.Ε.) 1948/9 «Ηχώ», Λαρισαϊκή εφημερίδα «1973, η Λάρισα και ο Νομός της» 1973 Μ. Π. Αβραμόπουλος, Β. Χ. Βουτσιλάς, Η Λάρισα, Αύγουστος 1962 Εμμ. Καραμανώλης, Το θεσσαλικό ιππικό, Εκδ. Δήμου Λάρισας, 1998 Λ. Βαϊρακλιώτης, Τα Φάρσαλα, 1990 Αθ. Καρατόλιας, Τα Φάρσαλα, 1966 Β. Χ. Γιακοβής, Η Ελάτεια της Λάρισας, Λάρισα, 1998 H. T. Wade-Gery, μτφ. Απ. Κοντογιάννη, Ο Ιάσονας των Φερών και ο Αλεύας ο Πυρρός , Θ. Ημερολόγιο 14 (Λάρισα1988) 130-9 Marda Sordi, μτφ. Κ. Κούτμας , Οι ταγείες του Αλεύα και του Σκόπα και το θεσσαλικό μεγαλείο, Θ. Ημερολόγιο 13 (Λάρισα 1988) 99-120
136
Αθ. Τζαφάλιας – Ρακατσάνης, Λατρείες και ιερά στην αρχαία Θεσσαλία, Εκδ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 1992 Αθ. Τζαφάλιας, 42 ανέκδοτες επιγραφές από την Περραιβία Θεσσαλικό Ημερολόγιο 8, (Λάρισα 1985) 113-127, Αθ. Τζαφάλιας, Ανέκδοτες επιγραφές της Θεσσαλίας, 4ος αι. π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ. , Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 7, (Λάρισα 1984), 193-237 Αθ. Τζαφάλιας: «Ανέκδοτες Επιγραφές από την αρχαία Θεσσ. πόλη Άτραγα» Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Η. τόμος 6, (Λάρισα 1984), 177-208 Αθ. Τζαφάλιας: «Αρχαϊκό νεκροταφείο Α. Γεωργίου Λάρισας» Θ.Η. τ. 7 Χ. Τσούντας : «Ανασκαφαί εν Θεσσαλία» Π.Α.Ε. Αθήναι 1899 Ν. Βερδελής, Ο πρωτογεωμετρικός ρυθμός της Θεσσαλίας, Αθήνα 1958 Κ. Ι. Γαλλής, «Άτλας προϊστορικών οικισμών της ανατ. Θεσσαλικής πεδιάδας» Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμοι 16-21, εκδ. Κ. Σπανός Δ. Ρ. Θεοχάρης, «Αρχαιότητες και μνημεία Θεσσαλίας», Α.Δ. 16,17 (1960/1) και Α.Δ. 20,21,23 (1965/6/8) Α. Σ. Αρβανιτόπουλος, «Ανασκαφαί και έρευναι εν Θεσσαλία και Μακεδονία κατά τα έτη 1913/14», Π.Α.Ε. 1919 Ντ. Κόνσολα, Η πρώιμη αστικοποίηση στους πρωτοελλαδικούς οικισμούς, Αθήνα 1984 N. G. Hammond- F. W. Walbank, μτφ. Αλ. Κοσματόπουλος , Ιστορία της Μακεδονίας, τόμοι α΄, β΄, γ΄, Α΄ Εκδ. Oxford 1988, Β΄ Εκδ. «Μαλλιάρης- Παιδεία» 1995 E. A. Freeman, History of federal government in Greece and Italy, J. B. Bury London, 1953 N. G. Hammond, Studies in Greek History, Oxford 1973 Explorer, «Σποράδες», 2006 Α. Μπάτζιου-Ευσταθίου, Δημητριάς, Υπ. Πολιτισμού, Τ.Α.Π. Αθήνα 2001 «Ιστορία», περιοδικό, εκδ. Δραγούμης, τεύχος 318, Οκτώβριος 1994 «Ιστορικά», περιοδικό εφ. Ελευθεροτυπίας, τεύχος 53 19/10/2000 «Αρχαιολογία» , περιοδικό εκδ. Δ.Ο.Λ. , τεύχος 20, Αύγουστος 1986 Ν. Παπαχατζής, «Μύθοι και αρχαιότερες λατρείες της θεσσαλικής Μαγνησίας» Αρχ. Εφημ. 1984 Δ. Τσοποτός, Ιστορία του Βόλου, Βόλος, 1991 Π. Χρυσοστόμου, Η θεσσαλική θεά Εννοδία ή Φεραία θεά, Αθήνα 1998 «Ιστορία των Ολυμπιακών αγώνων» , Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1976 Ν. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις, «ΜεσσηνιακάΗλιακά», Αθήνα 1965 «Επτά Ημέρες», εφημερίδα Καθημερινή 24/9/03, «κατάδεσμοι, καταπασσαλεύσεις» «Επτά Ημέρες», εφ. Καθημερινή 16/6/1996, «Νεολιθικός πολιτισμός στην Ελλάδα»
137
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΙ ΤΟΠΟΙ
www.thessalia.gov.gr/contents Ιστορία Θεσσαλίας www.larissaonline.gr/default.asp?Top=Istoria top Ιστορία Λάρισας www.elassona.com.gr/m_elassona/perraibikhtripolis/istorikes.php Περραιβική. Τρίπολις www.cig-icg.gr/index_gr.html Καναδικό Αρχαιολ. Ινστιτούτο. Για την πόλη Πεύμα www.e-history.gr Ελληνική Ιστορία από το Ιδρ. Μείζονος Ελληνισμού (Ι.Μ.Ε.) www.archetai.gr/site/index.php Η επιστήμη της Αρχαιολογίας- ξένες αρχ. σχολές www.tmth.edu.gr/el/expo/ancient_greek_technology.html Αρχαία τεχνολογία www.fh-augsburg.de/~harch/graeca/Chronologia Αυγουστιανή βιβλιοθήκη-αρχ. Έλληνες συγγραφείς www.mikrosapoplous.gr/texts1.html Επιλεγμένα αρχαία κείμενα, ορισμένα με μετάφραση www.fhw.gr/chronos/gr Ι.Μ.Ε. Περίοδοι ελληνικής Ιστορίας, τέχνες, πολιτισμός, οικονομία www.culture.gr Υπουργείο Πολιτισμού: Μουσεία, αρχ. Τόποι, χάρτες www.culture.gr/2/21/214/21401m/presveis/pages/images/titles/t05-06/t1401.ipg Υπουργείο Πολιτισμού: έκθεση αρχ. Ελληνικών νομισμάτων www.e-city.gr/larissa/home/view/view.php Ιστορικά στοιχεία πόλης Λάρισας www.thessalia.gr/historycongress Ιστορικό συνέδριο 2006 για την Θεσσαλική Ιστορία (ανενημέρωτο μέχρι 15/4/2007) www.larissacity.com ιστορικά στοιχεία Λάρισας www.dimos-agias.gr Ιστορικά στοιχεία Δήμου Αγιάς. www.thetidio.rk9designs.com Ιστορία Θετίδιου, Κυνός Κεφαλαί, ιστορικά κείμενα Πλουτάρχου και Τίτου Λίβιου www.na/lar.gr Νομαρχ. Αυτοδιοίκηση Λάρισας, σύγχρονα στοιχεία www.pneuma.gr/useful2.htm ον λάιν ανάγνωση ιστορικών βιβλίων www.antivaro.gr διάφορα ιστορικά θέματα www.dimos-eurimenon.gr/contents/contents.php?cat=11 Από τα πιο ενημερωμένα και αξιόλογα sites της Θεσσαλίας, Ιστ. Αναδρομή Δήμου Ευρυμενών, στοιχεία για την αρχαία Ομόλη. www.farsala.gr/main.htm Ιστορία πόλης Φαρσάλων www.Achilles.gr/ old-farsalos.htm Μυθολογία και Ιστορία Φαρσάλων http//skyscraper.fortunecity.com/cyburbia/704/farsala.html Ιστορικά στοιχεία Φαρσάλων www.farsala-ep.gr/index.php?option=com ιστορία Φαρσάλων
138
ΣΤ΄ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. Ετυμολογικά στοιχεία κυρίων θεσσαλικών ονομάτων Άζωρος: < ρήμα άζομαι= σέβομαι , συνεπώς Άζωρος = η σεβαστή πόλη ή από το ρήμα άζω= καψαλίζω, ξηραίνω, άρα Άζωρος= η ξηρά πόλη. Αλεύας: < ρ. αλεύω= κρατώ μακριά, απομακρύνω, συνεπώς Αλεύας= αυτός που κρατάει μακριά τους αντιπάλους του. Γόμφοι: < ουσιαστ. γόμφος= μεγάλο καρφί, σύνδεσμος, συνεπώς Γόμφοι= σύνδεσμοι. Γόννοι < ουσιαστ. γόνος=τέκνο, απόγονος, καταγωγή ή από το μυθικό βασιλιά των Περραιβών με το όνομα Γουνεύς. Δολίχη: < επίθ. δόλιχος=μακρύς, επίπονος, άρα Δολίχη= η Μακριά Δόλοπες: < ουσιαστ. δόλος= τέχνασμα, πανουργία, στρατήγημα, απάτη, «κόλπο» Δρύοπες: <δρυς=βελανιδιά και δρύοψ=δρυοκολάπτης Εκκάρα: <ίσως εκ+ κάρα (κεφάλι)= ακέφαλη Ελάτεια: <έλατος (δέντρο)= μέρος με έλατα ή <Έλατος (μυθ. Ήρωας) = ο τόπος του βασιλιά Έλατου
139
Ελασσών: <Ολοοσσών (Όμηρος) =χιονοσκεπής ή <επίθ. ελάσσων= μικρότερη, λιγότερη. Ελλάς, Έλληνες: <Έλλην, ο μυθικός γιος του Δευκαλίωνα Εστιαιώτις: < Εστία, μυθ. Θεά > ρ. εστιόω =ιδρύω εστία, κατοικία. Εχεκρατίδες: <έχω+ κράτος, αυτοί που κρατάνε, προστατεύουν το κράτος Θαυμακία, Θαυμακοί: < ρ. θαυμαίνω= θαυμάζω, μένω έκθαμβος (ίσως από τη θέα που βλέπει κανείς). Θετώνιο, Θετίδιον: <Θέτις, μυθ. Θεσσαλική θεότητα της θάλασσας, μητέρα του Αχιλλέα. Θύιος (μήνας): <Θυία (μυθ.). ο αφιερωμένος μήνας στη Θυία την κόρη του Δευκαλίωνα και ερωμένη του Δία, μητέρα των αδελφών Μάγνητα και Μακεδόνα. Ιπνοί: < ουσιαστ. ιπνός= φούρνος, άρα Ιπνοί= φούρνοι Ίχνες: <ίχνος= σημάδι Ίων, Ιωνία, Ίωνες: <Ίων (μυθ.), γιος του Ξούθου, εγγονός του Δευκαλίωνα. Καλλίθηρα:< καλλί+ Θήρα, ο τόπος με το καλό κυνήγι. Καμβούνια: <ρ. καμβαίνω= κατεβαίνω Κτιμένη: <μτχ. κτίμενος = ιδρυμένος, κτισμένος Λαφύστιος (Δίας): <ρ. λαφύσσω= καταβροχθίζω άρα Λαφύστιος = λαίμαργος Δίας Λιμναίον: <ουσιαστ. λίμνη+ λάκκος, στέρνα, λίμνη (περιοχή με λιμνάζοντα νερά). Μαλίς: < ουσιαστ. μαλίς< μηλίς=μήλο, άρα Μαλίς , ο τόπος των μήλων ή από τη μυθική Νύμφη Μαλίδα που ήταν προστάτης των προβάτων. Μακεδών: < Μακεδνός< επίθ. μηκεδανός= υψηλός, πυραμιδοειδής Μελίβοια: < μέλι (γλυκό) + βοία (<βους) = η χώρα με τα γλυκά (άφθονα, νόστιμα) βόδια.. Μητρόπολις: < μήτηρ + πόλη. Μινύα: <επίθ. μινύς= μικρός άρα Μινύα= μικρή. Νηλεία: < Νηλέας (μυθ.) ή από το επίθετο νηλειής = άσπλαχνος
140
Ξυνιάς, Ξυνιές: <επίθ. ξυνός= κοινός <ρ. ξυνίημι=έχω κάτι από κοινού, άρα Ξυνιάς η κοινόχρηστη λίμνη και Ξυνιές ο κοινός (ομοσπονδιακός ? τόπος). Ομβριακή: < όμβρος = καταιγίδα , ρ. ομβρέω = βρέχω. Ονθύριον: < υποκορ. του όνθος= κοπριά, ακαθαρσία. Όσσα: < ρ. όσσομαι= βλέπω, παρατηρώ, μαντεύω. Πολύφρων: < πολύ + φρην(σύνεση)=πολύ συνετός. Πολυδάμας: < πολύ + ρ. δαμάω (δαμάζω), αυτός που νικάει πολλούς. Πολύχαρμος: < πολύ + χάρμη (=χαρά μάχης), =φιλοπόλεμος Πότναιο: <Πότνια (κλητική προσφώνηση γυναικείας θεότητας) = δέσποινα , άρα Πότναιο είναι ο τόπος ο αφιερωμένος στην πότνια θεότητα. Πύθιον: <Πυθία < ρ. πυνθάνομαι= ρωτώ, ζητώ να μάθω. (Μια γλωσσική μαρτυρία που δείχνει την δωδωνική προέλευση των Περραιβών, μιας και στη Δωδώνη υπήρχε ονομαστό Μαντείο). Άρα Πύθιο είναι ο τόπος με το Μαντείο. Σηπιάς: < ουσιαστ. σηπία= σουπιά. Σπερχειός: <ρ. σπέρχω= επιταχύνω, ορμώ, άρα Σπερχειός= ορμητικός. Ταγός: <ρ. ταγεύω< ρ. τάσσω, άρα ταγός είναι αυτός που διατάζει. Τέμπη: <ασυναίρετο Τέμπεα <ρ. τέμνω. Τεύμα: <ρ. τευμάομαι= κατασκευάζω, άρα Τεύμα= κατασκεύασμα. Τίτανος όρος: <ουσιαστ. τίτανος= λευκό χώμα, γύψος, ασβέστη Φθία, Φθιώτις: <ρ. φθίω= μικραίνω, χάνομαι, είμαι καχεκτικός Φλεγύας, Φλεγύες:< επίθ. φλεγύας= κατακόκκινος Φυλλιαδών:< φυλία= αγριελιά, άρα Φυλιαδών = τόπος με αγριελιές. Φυλλήιο:< φύλλο. Χείρων: <χειρ, Χείρων είναι ο Κένταυρος με το θαυματοποιό χέρι. 2. Μέτρα επιφανειών στην αρχαιότητα
Πους= 0,0950 τ.μ., Εξαπόδης= 3,42 τ.μ., Άκαινα= 9,5040 τ.μ., Ημιέκτος= 79,20 τ.μ., Έκτος= 158,40 τ.μ., Άρουρα= 240 τ.μ.,
141
Πλέθρον= 950 τ.μ.
3. Μέτρα μήκους στην αρχαιότητα
Δάκτυλος= 0,0093 μ., Κόνδυλος= 0,0385 μ., Διχάς ή Ημιπόδιον= 0,1541 μ., Διχάς απλή= 0,1927 μ., Ορθόδωρον= 0,2119 μ., Σπιθαμή= 0,2312 μ., Πους= 0,3083 μ., Πυγμή= 0,3468 μ., Πυγών= 0,3853 μ., Πήχυς= 0,4624 μ., Ξύλον= 1,39 μ., Οργυά= 1,85 μ., Κάλαμος ή Άκαινα ή δεκάπους= 3,083 μ., Άμμα= 18,48 μ., Πλέθρον= (10 κάλαμοι=) 30,83 μ., Στάδιον Ολυμπιακόν ή Στάδιος= 184,97 μ., Δίαυλος= (2 στάδια=) 369,94 μ., Ιππικόν= (4 στάδια=) 739,87 μ. και Δόλιχος= 2.219 μ.
4. Μέτρα χωρητικότητας
Κοχλιάριον= 0,0046 λίτρα, Χήμη (υγρά) = 2 κοχλιάρια= 0,0091 λ., Μύστρον (υγρά) = 0,0114 λ., Κόγχη (υγρά)= 0,0228 λ., Κύαθος= 0,0456 λ., Οξύβαφον= 0,0684 λ., Τέταρτον (υγρά)= 0,1370 λ., Κοτύλη ή Τρυβλίον (ρωμαϊστί) ή Ήμινα= 0,2740 λ., Ξέστης= 0,5470 λ., Χοίνιξ (στερεά)= 1,0940 λ., Χους (υγρά)= 3,2830 λ., Ημίεκτον (στερεά)= 4, 3770 λ., Εκτεύς ή Μόδιος (ρωμ.) (στερεά)= 8,7540 λ., Κεράμιον (υγρά)= 26,26 λ., Αμφορεύς ή Μετρητής (υγρά)= 39,39 λ., Μέδιμνος (στερεά)= 52, 53 λ.