The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130806013653/http://www.scribd.com/doc/5384582/%CE%98%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AC%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%91%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7
Read without ads and support Scribd by becoming a Scribd Premium Reader.

Θουκιδίδης - Περικλέους Επιτάφιος Λόγος - Ανάλυση

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΘΟΥΚΥ∆Ι∆Η Περικλέους

«ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36

Σύντοµος έπαινος των προγόνων, των πατέρων, της σύγχρονης γενιάς και διατύπωση της πρότασης, δηλ. της προεξαγγελίας, της κεντρικής ιδέας του λόγου.
Η ∆ΟΜΗ Α. Έπαινος των Αθηναίων 1. έπαινος των προγόνων και αιτιολόγησή του - η προσφορά της αυτοχθονίας - η προσφορά της ελευθερίας 2. Έπαινος των πατέρων και αιτιολόγησή του - η δηµιουργία της Αθηναϊκής ηγεµονίας - η κληροδότησή της στις επόµενες γενεές 3. Έπαινος στη σύγχρονη γενεά, που είναι και αυτή του ρήτορα(Περικλή) και αιτιολόγησή της - η διατήρηση κι ενίσχυση της πόλης σ’ όλους τους τοµείς - η επιµέλεια για την αυτάρκεια της πόλης Β. Ο προκαθορισµός απ’ τον ίδιο το ρήτορα της εξέλιξης του λόγου 1. Αναφορά στην παράλειψη του πολεµικού έργου των Αθηναίων και η στήριξη αυτής της αναφοράς - πρόθεση του ρήτορα είναι να µην κουράσει το ακροατήριο - θεωρείται γνωστό το προηγούµενο πολεµικό έργο απ’ τους ακροατές 2. Προσδιορισµός του περιεχοµένου του λόγου και αιτιολόγησή του - οι τρεις παράγοντες του Αθηναϊκού µεγαλείου - το συγκεκριµένο περιεχόµενο αρµόζει στην παρούσα περίσταση - κατ’ αυτόν τον τρόπο θα ωφεληθούν οι ακροατές

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Ο Περικλής γνωστοποιεί ότι θ’ αρχίσει µε τον έπαινο των προγόνων (πρόταση), πράγµα που αποτελεί κοινό τόπο σε όλους τους Επιταφίους. Προδηλώνει δηλ. το κύριο θέµα του λόγου του. Όµως η αναφορά αυτή στους προγόνους γίνεται πολύ σύντοµα. Ο Θουκυδίδης προσπερνά έτσι τη µυθική παράδοση, υποβιβάζοντας στην ουσία τη σηµασία της. Την προσφορά των προγόνων στηρίζει µε το επιχείρηµα :

-1-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ
β) της αρετής(ανδρείας)

α) της αυτοχθονίας

και

Προηγουµένως όµως τη θέση αυτή στήριξε µε τη γενική επίκληση του πρέποντος (αρµόζοντος) και του δικαίου. Της υποχρέωσης δηλ. κάποιου έναντι του εαυτού του και της δικαιοσύνης που πηγάζει απ’ τις πράξεις των νεκρών. Όµως η προσφορά των πατέρων για το ρήτορα είναι µεγαλύτερης σπουδαιότητας, γιατί «τό φυλάξαι τἀγαθά χαλεπώτερον του κτήσασθαι». Εδώ βρίσκεται το σηµείο υπεροχής των πατέρων: άξιοι οι πρόγονοι για όσα επέτυχαν, αλλά πιο άξιοι οι πατέρες που αξιοποίησαν την προγονική κληρονοµιά: «κτησάμενοι γάρ προς οἷς ἐδέξαντο» και την κληροδότησαν στην παρούσα γενιά στερεωµένη και επαυξηµένη: «προσκατέλιπον» Το γεγονός αυτό (ο υποβιβασµός δηλ. της προσφοράς των προγόνων) αποτελεί καινοτοµία, την οποία την οποία ορισµένοι αποδίδουν στην «ανυποληψία» του Θουκυδίδη προς την µυθική παράδοση. Επί πλέον δε µνηµονεύεται ούτε η ένδοξη συµβολή των Αθηναίων στον κοινό αγώνα κατά των Περσών. Φαίνεται ότι τα γεγονότα του 404 π.Χ. ύψωσαν σε διάσταση µύθου το µεγαλείο της Αθήνας κατά την περίοδο του Χρυσού Αιώνα του Περικλή, ώστε να επισκιάζεται κάθε προηγούµενος µύθος. Πρόθεση του Θουκυδίδη είναι καθαρά να τονίσει τη σηµασία των επιτευγµάτων της Αθήνας σ’ αυτή την περίοδο, καθώς και τον ηγετικόκαθοριστικό ρόλο του Περικλή. Γι’ αυτό άλλωστε προεξαγγέλλει ότι θα περιοριστεί µε το λόγο του στους παράγοντες εκείνους που ύψωσαν τόσο πολύ την πόλη της Αθήνας.
Η σηµαντικότερη προσφορά όµως είναι αυτή της νέας γενιάς (των συγχρόνων του Περικλή), διότι αυτή δηµιούργησε την Αθηναϊκή ηγεµονία µετατρέποντάς την σε αρχή.

Και βέβαια το χρέος των µεταγενεστέρων προς τους προγενέστερους ακολουθεί αξιολογικά αντίστροφη πορεία από την καθιερωµένη. Στους νεωτέρους (πατέρες) οφείλεται µεγαλύτερη τιµή παρά στους παλαιοτέρους (προγόνους). Είναι έκδηλη η πρόθεση του Θουκυδίδη να µεταθέσει το ζωτικό µύθο των Αθηναίων από το µακρινό παρελθόν και τα Μηδικά στη µεταγενέστερη περίοδο της Αθηναϊκής ηγεµονίας (χρυσούς αιών). Το επιχείρηµα βεβαίως είναι η ηγεµονία, τις βάσεις της οποίας έθεσαν οι πατέρες και οι πρόγονοι, αλλά η γενιά του Περικλή είναι αυτή που µε την πολιτική του επέκτεινε και παγίωσε. Η εξύµνηση λοιπόν της γενιάς αυτής θα τονώσει το πεσµένο απ’ τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέµου ηθικό της. Αν δε δεχτούµε ότι το κείµενο απευθύνεται στους αναγνώστες του 404 π.Χ., τότε ισχύει το ίδιο. Ο Θουκυδίδης επιθυµεί να αναστηλώσει την πίστη των Αθηναίων προς την πόλη τους, τη στιγµή ακριβώς της πτώσης της. Γι’ αυτό προβαίνει σε κλιµάκωση της προσφοράς όλων των γενεών µε την ακόλουθη πορεία: 1. Οι πρόγονοι………………………………………Οµηρική παράδοση 2. Οι πατέρες…………………………………………τα Μηδικά 3. Οι σύγχρονοι………………………………………ακµή-ηγεµονία-πεντηκονταετία Η κλιµάκωση προς τις νεώτερες γενιές καταλήγει στους συγχρόνους που ύφαναν το λαµπρότερο εθνικό µύθο της Αθήνας στη µεγάλη πεντηκονταετία (479-431 π.Χ.)

-2-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Το επιχείρηµα:

«παρεσκευάσαμεν» «ἐπαυξήσαμεν» «ἀυταρκεστάτην»

Είναι αποκαλυπτική η έµµεση αναγνώριση της υπεροχής των συγχρόνων έναντι των προγενεστέρων, αφού µε την προσφορά τους διατηρήθηκαν τα επιτεύγµατα των δύο προηγουµένων γενεών. Γι’ αυτό προεξαγγέλλει ότι δε θα µνηµονεύσει πολεµικά κατορθώµατα, άλλωστε η γενιά του Περικλή δεν έχει να επιδείξει ανάλογα του παρελθόντος, αλλά θα αντλήσει τα επιτάφια εγκώµια από άλλες πηγές. Θα περιοριστεί µε το λόγο του στους παράγοντες εκείνους που ύψωσαν τόσο πολύ την πόλη : • • • στην επιτήδευση (οι αρχές και τα ιδεώδη που τους εµπνέουν) στο πολίτευµα (η κυριότερη εκδήλωση δηµοσίου βίου) στους τρόπους (όπως ενεργούν και σκέπτονται οι πολίτες)

Το µεγαλείο της Αθήνας, λοιπόν, είναι, κατά το Θουκυδίδη, καρπός συνεισφοράς και των τριών γενεών, αλλά η συνεισφορά αυτή καταλήγει αξιολογικά υπέρ των συγχρόνων. Γιατί δεν αρκεί να δεχτεί κανείς κάτι απ’ τους προγόνους του, αλλά πρέπει και να το διατηρήσει, να το επαυξήσει και να το κληροδοτήσει στους µεταγενέστερους. Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται και στον Πλατωνικό «Μενέξενο», όπου η προγονική δόξα εµφανίζεται ως αναλώσιµο κεφάλαιο, αν οι µεταγενέστεροι δε φροντίσουν να το διατηρήσουν και επαυξήσουν. Άλλωστε ήταν ορατός ο κίνδυνος να εξαντληθεί η εύκλεια της πόλης σε ρητορικές καυχησιολογίες, αφού ήδη είχε αρχίσει να εµφανίζεται η στείρα περηφάνεια.

«ἀνθρώπων τιμωμένων μη δι’ ἑαυτούς ἀλλά διά δόξαν προγόνων»

-3-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ 36ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

οἱ πρόγονοι οἰκοῦντες παρέδωσαν (δι' ἀρετήν) ἑλευθέραν

οἱ πατέρες κτησάμενοι προσκατέλιπον (οὐκ ἀπόνως) ἀρχήν

ἡμεῖς οἵδε ἐπηυξήσαμεν και παρεσκευάσαμεν (τοῖς πᾶσι) αὐταρκεστάτην

Ἐγώ

ἐάσω
τά κατά πολέμους έργα οὐ βουλόμενος μακρυγορεῖν ἐν εἰδόσιν.

Δηλώσω
ἀπό οἵας ἐπιτηδεύσεως καί μεθ' ο ἵας πολιτείας καί ἐξ οἵων τρόπων ἐγένετο μεγάλα.

-4-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37

Το Αθηναϊκό πολίτευµα, οι σχέσεις των πολιτών µεταξύ τους, µε το κράτος και τους νόµους.
Η ∆ΟΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ Ι∆ΕΩΝ Α. Ο χαρακτήρας και τα θεµελιώδη γνωρίσµατα του Αθηναϊκού πολιτεύµατος. 1. ∆ηµοκρατία α) ισονοµία – ισοτιµία β) βασική προϋπόθεση η αξιοκρατία 2. Οι σχέσεις των πολιτών µεταξύ τους διακρίνονται από ελευθερία που στηρίζεται σε αµοιβαία: α) φιλοφροσύνη β) ανεκτικότητα γ) απουσία καχυποψίας 3.Οι πολίτες χαρακτηρίζονται απ’ την αυστηρή προσήλωσή τους σε γραπτούς και άγραφους νόµους. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Επειδή η «ἐπιτήδευσις» (το πρώτο από τα στοιχεία επαίνου) αφορά σε γενικές ιδεολογικές αρχές µέσα στις οποίες υπάρχουν και δικαιώνονται τα άλλα δύο (το πολίτευµα και οι τρόποι), ξεκινάει µε το πολίτευµα. Θέτει την έννοια της «πολιτείας» και προχωρεί στη διερεύνηση του περιεχοµένου της και στη διασάφηση των γνωρισµέτων της. Στον καθεαυτό έπαινο του πολιτεύµατος είναι αφιερωµένη µόνον η πρώτη παράγραφος του κεφαλαίου αυτού. Η ισονοµία-ισοτιµία και η αξιοκρατία αποτελούν τα συστατικά στοιχεία του Αθηναϊκού πολιτεύµατος. Παράλληλα η πρωτοτυπία του πολιτεύµατος της Αθήνας συνίσταται στο ότι δεν προήλθε από µίµηση άλλων, όπως π.χ. το Σπαρτιατικό. Αναµφίβολα ο ρήτορας καλλιεργεί έτσι την πατριωτική έξαρση στο ακροατήριο, καθώς αναφέρεται πως οι ίδιοι οι πολίτες είχαν µερίδιο στον έπαινο ως συντελεστές του πολιτεύµατος. Όπως αρχικά προβλήθηκε η αυτοχθονία των Αθηναίων, τώρα προβάλλεται η αυτοχθονία του πολιτεύµατος και κυρίως η σταθερότητά του. Στη συνέχεια καθορίζοντας το είδος του πολιτεύµατος ως δηµοκρατία, το αιτιολογεί µε τη λειτουργία της αρχής της πλειοψηφίας. Κατά την περίοδο της ακµής του Αθηναϊκού πολιτεύµατος συνδέονται δύο φαινοµενικά αντινοµικές ιδιότητές του και συνυπάρχουν σε θαυµάσια σύνθεση: α) η ισότητα και β) η αξιοκρατία

-5-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Στην εκλογή του πολίτη στα δηµόσια αξιώµατα καθοριστικό ρόλο παίζει όχι το δικαίωµά του απ’ την ισοπολιτεία και ισονοµία, αλλά η αξιοκρατία. Η αξία του δηλαδή που κατά γενική εκτίµηση έχει παρουσιάσει και εποµένως αποδείξει. Η αξιοκρατία είναι εξάλλου συνέπεια της ισονοµίας, αφού η ισχύς της πρώτης αναιρείται από την απουσία της δεύτερης. Η άσκηση εποµένως της εξουσίας δεν είναι θέµα πλειοψηφίας, αλλά αρετής (ἐπ' ἀρετῆς) και µάλιστα αποδεδειγµένης. Η αξιοκρατία έχει ως µέτρο κρίσης τα εσωτερικά χαρίσµατα και τις ικανότητες του πολίτη. Ανάλογα µε τη βαρύτητα αυτών γίνεται κυρίως η επιλογή των εντολοδόχων του δήµου για την άσκηση της εξουσίας: «τό πλέον ἐς τά κοινά…ἀπ’ ἀρετῆς προτιμᾶται». Η αρετή στην Αθηναϊκή δηµοκρατία δεν είναι προνόµιο του γένους και του πλούτου όπως στην αριστοκρατία και ολιγαρχία, αλλά η ικανότητα στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας των αποδεδειγµένα αρίστων. Αν δε σκεφτεί κανείς ότι ο δήµος ανανέωνε επί 15 συναπτά χρόνια το αξίωµα του στρατηγού για τον Περικλή, καταλαβαίνει πως η εξύµνηση της δηµοκρατίας που στηρίζεται στην αξιοκρατία αποτελεί ταυτόχρονα και έµµεση εξύµνηση του Περικλή. Πρέπει βεβαίως να αναφερθεί πως η προϋπόθεση της αξιοκρατίας αποµακρύνει τον κίνδυνο της ισοπέδωσης κατά τη λειτουργία της δηµοκρατίας, εφ’ όσον στα αξιώµατα δεν έχουν πρόσβαση όλοι, αλλά µόνον όσοι έχουν αξία. ∆ιαισθάνεται λοιπόν ο αναγνώστης ότι ο Θουκυδίδης επαινεί την Αθηναϊκή δηµοκρατία ως πολίτευµα στο οποίο εξισορροπούνται δηµοκρατικά και αριστοκρατικά στοιχεία. Στον µακροπερίοδο λόγο για την αθηναϊκή δηµοκρατία, ο ρήτορας παρουσιάζει µε εννοιολογική επαλληλία τα γνωρίσµατα του πολιτεύµατος. Η J. De Romilly παρουσιάζει σχηµατικά τη δοµή της περιόδου αυτής ως εξής: «ὄνομα μέν…κέκληται» « µέτεστι δε…» «κατά μέν τους νόμους…πᾶσι τό ἴσον» «κατά δέ τήν ἀξίωσιν…» «οὐκ ἀπό μέρους…προτιμᾶται» «οὐδ’ αὖ κατά πενίαν…κεκώλυται»

Στη συνέχεια ο ρήτορας έρχεται στις σχέσεις µεταξύ των Αθηναίων ως ανθρώπων. Αρχίζει, δηλαδή, τον έπαινο των «τρόπων». Στις σχέσεις αυτές των Αθηναίων καταξιώνονται οι ελεύθεροι θεσµοί της πόλεως. ∆ιακρίνονται από: α) φιλοφροσύνη, β) ευγένεια και ανεκτικότητα, γ) απουσία καχυποψίας και δυσαρέσκειας Εποµένως οι δηµοκρατικοί θεσµοί διευκόλυναν την ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητας των πολιτών. Και ακριβώς αυτή η ελεύθερη συµπεριφορά του καθενός

-6-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

περιορίζεται όταν πρόκειται για την εφαρµογή-τήρηση των νόµων. Οι ίδιοι οι Αθηναίοι θέτουν έναν ηθικό φραγµό που τους εµποδίζει να παραβαίνουν τους νόµους.

το δέος: ο εσωτερικός σεβασµός στους νόµους.
Όπως η ελευθερία που απολαµβάνουν οι Αθηναίοι στις µεταξύ τους σχέσεις στηρίζεται στη φιλοφροσύνη, στην ευγένεια και στην απουσία καχυποψίας, ο αυτοπεριορισµός τους είναι η τήρηση των νόµων και στηρίζεται στον εσωτερικό σεβασµό απέναντί τους.
«Το πρώτο αποτέλεσµα της δηµοκρατίας που αναφέρει είναι η ανεκτικότητα, προϊόν τα ελευθερίας. Αλλά η ελευθερία αυτή, προσθέτει, ελέγχεται από έναν εκούσιο σεβασµό για τους νόµους και ιδίως τους άγραφους νόµους. Αυτό το σηµείο είναι διπλά ενδιαφέρον, καθώς η Αντιγόνη, στο οµώνυµο δράµα του Σοφοκλή, υπερασπίζει την ελευθερία της µε βάση τις ίδιες αρχές. Η ολιγαρχία όπως την είχε περιγράψει ο Κρέοντας στην «Αντιγόνη» βάζει φραγµούς στις ανθρώπινες αδυναµίες των πολιτών µε ένα πλήθος περιοριστικών µέτρων. Είναι φανερό πως προβάλλοντας την ανάγκη ελευθερίας, οι υποστηρικτές της δηµοκρατίας ισχυρίζονταν, όπως εδώ ο Περικλής, ότι ακριβώς µε το να απαλλάσσει τους ανθρώπους από ασήµαντους ελέγχους, τους έκανε περισσότερο ευαίσθητους στις µεγάλες φυσικές αρχές της ηθικής. Τουλάχιστον είναι βέβαιο ότι αυτή η εµπιστοσύνη στην ανθρώπινη φύση που εκφράζει ο Περικλής, αποτελεί σε τελευταία ανάλυση τη διαφορά ανάµεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη και συνεπώς ανάµεσα στη δηµοκρατία και την ολιγαρχία.
(«ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ», John Finley)

Η ελευθερία λοιπόν συνυπάρχει µε την πειθαρχία: β) στους νόµους και β) στους άρχοντες

Ειδικότερα η υπακοή στους άρχοντες αποτελεί φυσικό επακόλουθο του τρόπου εκλογής τους. Εφ’ όσον κάθε πολίτης µπορεί σε κάποια περίοδο της ζωής του να χρηµατίσει άρχοντας, υπακούοντας σ’ αυτούς δηλώνει έµµεσα ότι θα ήθελε µιαν ανάλογη συµπεριφορά απ’ τους άλλους πολίτες, αν αυτός βρισκόταν στην εξουσία αναλαµβάνοντας κάποιο αξίωµα. Ο πολίτης δεν κάνει αυτό που δεν θα ήθελε να του κάνουν οι άλλοι. Ο σεβασµός στους νόµους εξάλλου πηγάζει απ’ την ευαισθησία των Αθηναίων και τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας αυτών. Αποτελεί συνείδηση ότι ο νόµος είναι κανόνας, ρυθµιστής της ζωής του πολίτη από τη γέννηση µέχρι το θάνατό του. Εποµένως εγγυητής του δικαίου ανάµεσα στους ανθρώπους. Το κίνητρο των Αθηναίων για την υπακοή στους νόµους δεν είναι ο φόβος της τιµωρίας. Το δέος έχει τη σηµασία της αιδούς και της αισχύνης, τη σηµασία της εσωτερικής επιταγής, του εσωτερικού σεβασµού, που συνεπάγεται την πειθαρχία στις υπαγορεύσεις των νόµων όχι από εσωτερικό καταναγκασµό. Αν δε αναλογιστεί κανείς πως η παράβαση των άγραφων νόµων δεν επισύρει καµιά ποινή, φαίνεται ότι η αγαθή προαίρεση και η θέληση του καθενός δηµιουργεί τη συνειδητή πειθαρχία. Η υποταγή στις υπαγορεύσεις των νόµων και ο σεβασµός προς τους άρχοντες είναι αποτέλεσµα ελεύθερης προαίρεσης του πολίτη.

-7-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Οι Αθηναίοι λοιπόν παρουσιάζονται να ενεργούν ελεύθερα µέχρι του σηµείου εκείνου που δεν προσβάλλονται οι νόµοι, οι οποίοι επιβάλλουν τέτοιους περιορισµούς, ώστε οι πολίτες να µην τους αισθάνονται ως δεσπότες. Από τη σχέση των πολιτών µε τους άρχοντες και τους νόµους πηγάζει η ασφάλεια και η εγγύηση που νιώθει ο Αθηναίος πολίτης ως µέλος της κοινωνίας. Αυτή µε τους νόµους και τα εκτελεστικά της όργανα του παρέχει κοινωνική προστασία από κάθε είδους αυθαιρεσία.
Ο συµβιβασµός αυτός αποτελεί τη χρυσή τοµή, δηλαδή το µέτρο της αληθινής και ουσιαστικής δηµοκρατίας, καθώς και το κριτήριο της πραγµατικής δηµοκρατικής αγωγής.

Κεντρικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο κινείται η σκέψη του ρήτορα στο κεφάλαιο αυτό, είναι η φράση «ἐλευθέρως πολιτεύομεν», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Gomme. Πάνω απ’ όλα βρίσκεται η ελευθερία του πολίτη που του παρέχει το δικαίωµα επιλογής της νοµιµοφροσύνης ή της παρανοµίας, της ευνοµίας ή της αναρχίας, της αγάπης ή της µισαλλοδοξίας. Από τη στάση του και τη συµπεριφορά του θα εξαρτηθεί η δική του ανάδειξη πέρα από κοινωνική θέση και οικονοµική επιφάνεια και η χαρά του για την πατρίδα του. Για την πατρίδα του που γίνεται παράδειγµα µίµησης και παρέχει δυνατότητες για ελεύθερους προσανατολισµούς και πνευµατικές αναζητήσεις.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ ΕΞΑΙΡΕΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ

1. Η δηµοκρατία της Αθήνας είναι το καύχηµα της γενιάς του Περικλή και µε τους θεσµούς που αναπτύχθηκαν τότε έφτασε σε µοναδική αρτιότητα. 2. Το δηµοκρατικό πολίτευµα είχε καθοριστική παιδευτική σηµασία, εφ’ όσον επηρέαζε τη συµπεριφορά των ανθρώπων-πολιτών. Σύµφωνα µε τη δηµοκρατική αντίληψη η αρετή δεν είναι «φύσει» αγαθό του ανθρώπου, αλλά «νόμῳ », που το καλλιεργούν κατ’ εξοχήν η πολιτεία και οι νόµοι.

-8-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38

Οι τρόποι (α) Οι προϋποθέσεις µιας άνετης και χαρούµενης ζωής για τους Αθηναίους
Η ∆ΟΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ Ι∆ΕΩΝ Α. Η ευχάριστη και άνετη ζωή των πολιτών της Αθήνας από: 1. τις εορταστικές εκδηλώσεις. 2. τα όµορφα και λειτουργικά σπιτικά τους. Β. Η υλική ευµάρεια συναρτάται µε την πνευµατική άνοδο µε την απόλαυση των υλικών αγαθών, 1. εγχώριων και 2. εισαγόµενων ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Μια ζωή µε τόση ένταση, που απαιτείται για την αντιµετώπισή της, κουράζει ψυχωσωµατικά τον άνθρωπο. Η οποιασδήποτε µορφής δηµιουργία έχει ωραίες στιγµές, όµως καταπονεί. Γι’ αυτό και ο ρήτορας στο κεφάλαιο αυτό εξισορροπεί την ένταση µε τη φυσική και ψυχική ανάγκη για εκτόνωση. Η πόλη, λοιπόν, εξασφαλίζει στους πολίτες της τις προϋποθέσεις µιας άνετης και χαρούµενης διαβίωσης µε: α) τις εορτές, β) τα όµορφα σπιτικά, γ) τις υλικές απολαύσεις Το µικρό αυτό κεφάλαιο αναφέρεται στον ψυχικό και υλικό ευδαιµονισµό που εξασφάλισε στους πολίτες η ακµή της Αθήνας κατά την πεντηκονταετία. Έτσι ο Θουκυδίδης τονίζει την πολιτιστική υπεροχή της Αθήνας έναντι των άλλων πόλεων. Η επίδραση της σοφιστικής βεβαίως τον οδηγεί στην παράβλεψη του θρησκευτικού χαρακτήρα των εορταστικών εκδηλώσεων, αφού τις παρουσιάζει ως ευκαιρίες ανάπαυλας των πολιτών. Η ανάπαυλα αυτή, κατά το ρήτορα, λειτουργεί ως αντίβαρο προς τις άλλες κοπιαστικές ενασχολήσεις. Μπορεί όµως ο Θουκυδίδης να µην αποδίδει στην ενέργεια των Θεών µεγάλη σηµασία και δεν τους εµφανίζει να επεµβαίνουν στην ιστορία και δράση των ανθρώπων, θεωρεί όµως πως είναι σωτήριο να τους σέβεται κανείς. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Θουκυδίδης δεν διακρίνεται για τη θρησκευτική του πίστη. Ο αρχαίος βιογράφος του άλλωστε τον χαρακτηρίζει ως «ἠρέμα ἄθεον», (βλ. Μαρκελλ. 22). Μια τέτοια άποψη όµως είναι µάλλον υπερβολική. Σ’ έναν ιστορικό σαν τον Θουκυδίδη µπορεί η θρησκευτική πίστη να τίθεται σε κατώτερη µοίρα, δεν σηµαίνει όµως ότι λείπει ολωσδιόλου.

-9-

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Ο Θουκυδίδης επηρεασµένος από τις σοφιστικές διδασκαλίες δεν παρουσιάζει µέσα στο έργο του το θείο. ∆εν πρέπει να παραβλέπουµε τις γενικότερες απόψεις του Θουκυδίδη για τους Θεούς. Άλλωστε αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που τον διαφοροποιεί απ’ τον Ηρόδοτο. Όταν µια επιχείρηση δεν έχει καλή έκβαση, κατά το µεγάλο ιστορικό σηµαίνει ότι δεν ήταν ορθή η σύλληψήτηςήητακτικήπουακολουθήθηκεήτανεσφαλµένη. (J. De Romilly) ∆εν είναι τυχαίο ότι σ’ ολόκληρο τον Επιτάφιο εξαίρεται η πολιτική εφυία των Αθηναίων, το δηµοκρατικό τους πολίτευµα και οι θεσµοί του, αλλά πουθενά δε γίνεται λόγος για την ευσέβειά τους, αν και ήταν ευσεβείς. Πουθενά δε γίνεται λόγος για κάποια παρέµβαση των Θεών. Όλα αυτά τα στοιχεία συνεκτιµώµενα από πολλούς µελετητές οδηγούν στην άποψη ότι, αν πράγµατι µιλούσε ο Περικλής, δύσκολα θα απέφευγε κάποια αναφορά στους Θεούς. Εποµένως εδώ αποτυπώνεται το κριτικό πνεύµα του ίδιου του Θουκυδίδη, που το µόνο το οποίο αναζητά είναι το αίτιο στην ιστορία. (J. B. Bury)

Στη συνέχεια προβάλλεται η ευπρέπεια των ιδιωτικών κατοικιών Ο Περικλής υπαινίσσεται εδώ πως η οµορφιά και η άνεση µπορούν να συµβιβαστούν µε την απλότητα και την έλλειψη µεγαλοπρέπειας, και πως αυτή η οµορφιά και η άνεση ανανεώνουν τον απ’ τις ποικίλες κοπιαστικές καθηµερινές ενασχολήσεις. Φιλοτεχνεί ο ρήτορας έτσι την πλήρη εικόνα της καθηµερινής ζωής. Αν η πολιτική είναι η τέχνη του ωφέλιµου, τότε χρειάζεται και κάτι άλλο που να µην την κάνει δυσάρεστη. Αξιοπαρατήρητη είναι, όµως, η απουσία αναφοράς στα δηµόσια οικοδοµήµατα που λάµπρυναν την πόλη. Θα µπορούσε βεβαίως να ερµηνευτεί µε την εκδοχή της παράδοσης ενός κειµένου αλλοιωµένου, ίσως όµως ο Θουκυδίδης ακολουθεί µια τεχνική αποσιώπησης όλων των βελτιώσεων που επιτεύχθηκαν σ’ όλους τους τοµείς της Αθηναϊκής ζωής κατά την περίοδο που κυβέρνησε την Αθήνα ο Περικλής. Aν όµως δεχθούµε ότι εδώ σκοπός του ρήτορα είναι να δώσει έµφαση στις ευκαιρίες που είχε ο Αθηναίος πολίτης για ψυχαγωγία, η αναφορά στους ναούς και στα λοιπά µνηµεία που είχαν ανεγερθεί δεν είναι απαραίτητη. Όπως και να έχει το πράγµα, σηµασία έχει ότι ο ρήτορας τονίζει εδώ την ασφάλεια, τη σιγουριά και την ξεκούραση, που παρέχει το λιτό σπιτικό στον Αθηναίο πολίτη. Τέλος µπορεί η πνευµατική ανάπτυξη να είναι ο πρωταρχικός στόχος της πολιτείας, δεν είναι όµως ο µοναδικός. Οι άνθρωποι έχουν υλικές ανάγκες, και στο σηµείο αυτό δεν υστερεί η Αθήνα. Βρισκόταν στο σταυροδρόµι της Ελλάδας, αποτελώντας εµπορικό, οικονοµικό και βιοτεχνικό κέντρο. Ο Πειραιάς εξάλλου ήταν ένα από τα µεγαλύτερα εµπορικά λιµάνια της Μεσογείου. Γι’ αυτούς τους λόγους η Αθήνα µπορούσε να πλουτίζει, ακόµη κι αν δεν παρήγε τίποτα, εφ’ όσον αποκτούσε τα πάντα µε τη θαλάσσια οδό. Αν υπήρχαν µεγάλες αγορές στο εξωτερικό για τα κρασιά της, το λάδι και το ασήµι της, τα αγγεία, το µέλι και τα όπλα της, η Αττική δεχόταν σε αφθονία δηµητριακά, µεγάλα ζώα, υφάσµατα, χαλκό και ορείχαλκο. Εδώ εναρµονίζεται το πνεύµα µε την ύλη, γιατί µια ζωή που αποβλέπει στην ικανοποίηση µόνο των πνευµατικών αναγκών δεν έχει τη δύναµη να κάνει τους ανθρώπους να την επιθυµήσουν. Με το κεφάλαιο αυτό ο Περικλής θέλει να δώσει τον τρόπο µε τον οποίο ψυχαγωγείται και ξεκουράζεται ο Αθηναίος.

- 10 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Έτσι λοιπόν ο συγκερασµός υλικών και πνευµατικών αγαθών, που θεωρεί ως ιδεώδες ο ρήτορας, είναι υπέροχο επίτευγµα της πόλης του, που µπορεί να καυχάται γι’ αυτό παρουσιάζοντάς το ως τρόπο ζωής και στους άλλους. Η ικανοποίηση των υλικών αναγκών, χωρίς το άγχος της στέρησης και των πνευµατικών, χωρίς την εξουθενωτική υπερένταση, αποτελεί µέριµνα του Αθηναίου πολίτη. Το µέτρο είναι σκοπός της ζωής του. Γι’ αυτό και η πόλη του ξεχωρίζει. Ανάµεσα στα ειρηνικά και στα πολεµικά γνωρίσµατα της αθηναϊκής δηµοκρατίας οι ιδέες του ρήτορα στο κεφάλαιο αυτό αποτελούν παρένθεση τέρψης και ανάπαυλας.

“Ανάµεσα στο κεφάλαιο της πολιτείας και των νόµων της (37) και στο κεφάλαιο των πολεµικών (39) µεσολαβούν – αληθινή ανάπαυλα για τον αναγνώστη – οι λίγες γραµµές που ζητούν να δείξουν ποιο είναι το ξεκούρασµα του Αθηναίου µέσα σ’ αυτή την ένταση της ζωής, που ζει σε ώρες ειρήνης και σε ώρες πολέµου. Την κρυµµένη αντίθεση µε τη Σπάρτη, που η συνοφρυωµένη της αυστηρότητα δεν θέλει να χαρίσει καµιά ξεκούραση στους πολίτες της ποιος δεν τη νιώθει εδώ ; Ι. Κακριδής

Ο συνδυασµός της ύλης µε το πνεύµα αποτελεί µιαν άλλη ένδειξη του µέτρου που επεδίωκαν οι Αθηναίοι σε κάθε τους εκδήλωση.

Ψυχαγωγία - απόλαυση

Υλική
Ευπρεπισμένα σπίτια Πληθώρα αγαθών

Πνευματική
Αγώνες
Αθλητικοί Μουσικοί Δραματικοί

Γιορτές και θυσίες
Παναθήναια Διονύσια Ελευσίνια

- 11 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39

Οι τρόποι (β) Ο έπαινος των τρόπων που ακολουθούν οι Αθηναίοι, απέναντι στο ενδεχόµενο των πολεµικών κινδύνων.
Η ∆ΟΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ Ι∆ΕΩΝ Ι. ΘΕΣΗ : ∆ιαφέρουµε από τους αντιπάλους µας στη στρατιωτική τέχνη. Επιχειρηµατολογία 1. Η πόλη µας είναι ανοικτή σε όλους, επειδή πιστεύουµε στην ευψυχία (στο θάρρος από την εσωτερική ελευθερία). 2. Η εσωτερική µας καλλιέργεια και όχι η σωµατική άσκηση µας εξασφαλίζει τον ήρεµο και ασφαλή τρόπο ζωής, χωρίς ανασφάλεια για την υπεράσπιση της πόλεως. ΙΙ. ΘΕΣΗ : Είµαστε εξ ίσου θαρραλέοι στην αντιµετώπιση των κινδύνων. Επιχειρηµατολογία α) διότι οι Λακεδαιµόνιοι εκστρατεύουν πάντα µε τους συµµάχους τους 1. β) εµείς επικρατούµε τις περισσότερες φορές εκείνων που υπερασπίζονται τις πατρίδες τους. α) διότι κανείς δεν αντιµετώπισε νικηφόρα όλο το στράτευµά µας, εξ αιτίας της φροντίδας µας για το ναυτικό. β) λόγω των πολλών και ποικίλων αποστολών του πεζικού µας 2. γ) το αξιόµαχο του στρατού µας αποδεικνύεται από τους κοµπασµούς των αντιπάλων µας όταν κατάφεραν να επικρατήσουν σε µέρος του µόνο. δ) και απ’ το γεγονός πως όταν νικηθούν, ισχυρίζονται πως νικήθηκαν από όλους µας.

- 12 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

α) αντιµετωπίζουµε τους κινδύνους µε περισσότερη άνεση, διότι η ανδρεία που µας χαρακτηρίζει πηγάζει απ’ τον τρόπο ζωής µας και δεν κοπιάζουµε εκ των προτέρων. 3. β) αντιµετωπίζουµε τους κινδύνους µε περισσότερη άνεση, διότι όταν αυτοί εµφανίζονται ∆ε φαινόµαστε καθόλου πιο άτολµοι από τους Λακεδαιµονίους που συνεχώς κοπιάζουν.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Ο ρήτορας µας εισάγει, στο κεφάλαιο αυτό, στους «τρόπους» σε καιρό πολέµου. Βεβαίως ο πόλεµος δεν είναι µόνο µια απ’ τις πλέον σοβαρές εκδηλώσεις δράσης των πολιτών, αλλά και ιδιαιτέρως επίκαιρη, αφού ο λόγος εκφωνείται τον πρώτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέµου. Ταυτόχρονα είναι και η κατάλληλη στιγµή να επισηµανθεί η βαθύτατη διάσταση µεταξύ του τρόπου ζωής Αθηναίων και Σπαρτιατών, ώστε να αναδειχθεί η υπεροχή των πρώτων. Στο κεφάλαιο αυτό κυριαρχεί ο θαυµασµός του Θουκυδίδη για την Αθηναϊκή κοινωνία που πέτυχε να παραµερίσει την πρωτόγονη πολεµική αγριότητα και να φτάσει στον πολιτισµό, στην «ανειµένη δίαιτα». Οι Αθηναίοι ζουν χωρίς την ανασφάλεια ότι στο µέλλον θα αντιµετωπίσουν έναν ενδεχόµενο πόλεµο. Είναι φανερό ότι ο ρήτορας επιθυµεί να καταδείξει τον αποκρουστικό τρόπο ζωής που θα επέβαλλαν οι Σπαρτιάτες σε περίπτωση νίκης τους. Έτσι λοιπόν τονίζει το χρέος των Αθηναίων να προστατεύσουν την ανώτερη ποιότητα της ζωής τους. Ο κόσµος της Σπάρτης συνίσταται από τη ζοφερή πραγµατικότητα της: α) ξενηλασίας, β) παρασκευής, γ) απάτης Σ’ αυτόν τον κόσµο αντιτάσσει ο Θουκυδίδης τον κόσµο της πόλης του χρησιµοποιώντας το χιαστό σχήµα.

Α) τήν τε πόλιν κοινήν παρέχωμεν

Β ) οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίας ἀπείργομεν τινά

Β) πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς και απάταις

Α) πιστεύοντες τῷ εὐψύχῳ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τά ἔργα

- 13 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Οι Αθηναίοι αφήνουν την πόλη τους ανοικτή σε όλους, Έλληνες και ξένους, γιατί δεν τους εµποδίζει κανένας νοµικός ή άλλος φραγµός. Οι Σπαρτιάτες όµως εφαρµόζοντας τη µέθοδο της «ξενηλασίας»δείχνουν µια στενή αντίληψη ως προς τις διαπολιτειακές (διεθνείς) σχέσεις. Η πόλη, που έγινε το κέντρο παιδείας, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω ο ρήτορας, του τότε γνωστού κόσµου, παρείχε στους πολίτες της και στους ξένους επισκέπτες πάσης φύσεως µορφωτικές και πολιτιστικές ευκαιρίες. Στη συνέχεια τονίζεται ότι όλο το βάρος της αγωγής οι Σπαρτιάτες, που δεν τους κατονοµάζει ακόµη ο ρήτορας, το ρίχνουν στη στρατιωτική εκπαίδευση. Με ακρίβεια και λιτότητα , χρησιµοποιώντας τις αντιθέσεις ο Θουκυδίδης φτάνει στο συµπέρασµα ότι ενώ οι αντίπαλοι της Αθήνας ζουν για να νικήσουν στον πόλεµο, όταν έρθει, οι Αθηναίοι ζώντας µε πληρότητα δεν διαθέτουν λιγότερο ψυχικό σθένος από τους αντιπάλους τους για να αντιµετωπίσουν τους κινδύνους του πολέµου. Είναι γεγονός πάντως ότι ο ρήτορας εδώ, σε µια εποχή που η Σπαρτιατική εποχή των Σπαρτιατών είναι αναµφισβήτητη, προσπαθεί να προβάλλει την ανωτερότητα της Αθήνας, εξισώνοντας την ανδρεία των Αθηναίων µ’ αυτή των Σπαρτιατών. Στη συνέχεια τοποθετεί σε θέση υπεροχής την Αθήνα, µε βάση τον τρόπο που αποκτάται αυτή η ανδρεία. Οι Αθηναίοι έχουν µεγαλύτερη εµπιστοσύνη στη γενναιοψυχία τους που θαυµατουργεί την ώρα της µάχης, ενώ οι Σπαρτιάτες στηρίζονται σε πολεµικά τεχνάσµατα εξαπάτησης του αντιπάλου. Επίσης το σπαρτιατικό σύστηµα στηρίζεται στην «ἐπίπονον ἄσκησιν»από τη νεαρή ηλικία, ενώ το αντίστοιχο αθηναϊκό παρέχει την αγωγή που κάνει τους νέους ώριµους για δράση, χωρίς να προσβάλλει την αµεριµνησία της νιότης. Η φύση των Αθηναίων παρουσιάζεται ανώτερη, γιατί καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσµα µε λιγότερο κόπο. Η υπεροχή των Αθηναίων που προβάλλει ο ρήτορας εξυπηρετεί προφανώς περιστασιακή σκοπιµότητα. Ουσιαστικά δεν αµφισβητείται η ανδρεία των Σπαρτιατών, αλλά εξαίρεται το σύστηµα αγωγής των Αθηναίων, που φτάνουν στο ίδιο αποτέλεσµα. Με τη σύγκριση ο Περικλής αναζητεί ερείσµατα για την ενίσχυση του φρονήµατος των ακροατών του και για την προληπτική απαλλαγή τους από κάποια πιθανά συναισθήµατα ηττοπάθειας, που δοκίµασαν ίσως κλεισµένοι στα τείχη της πόλης τους κατά την τακτική του Περικλή. Και επειδή ο ισχυρισµός περί υπεροχής των Αθηναίων στην ανδρεία είναι το αδύνατο σηµείο του ρήτορα, προβάλλει δύο άλλα επιχειρήµατα: α) οι Σπαρτιάτες δεν εκστρατεύουν µόνοι τους, αλλά µε τους συµµάχους τους, ενώ οι Αθηναίοι όταν επιτίθενται νικούν εύκολα αυτούς που υπερασπίζονται την πατρίδα τους. β) κανείς ποτέ δεν αντιµετώπισε τη συγκεντρωµένη δύναµη των Αθηναίων (ναυτικό και πεζικό), παρά µόνο κάποιο τµήµα της. Και είναι αδικαιολόγητη και αστεία η έπαρση όποιου νίκησε τµήµα µόνο του Αθηναϊκού στρατού. Στους συλλογισµούς αυτούς φτάνει ο Περικλής στηριζόµενος όµως µόνο σε πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αθήνας. Η σύγκριση όµως ίσως δεν ευσταθεί γιατί δεν στηρίζεται σε ενιαία βάση.

- 14 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Το α΄ επιχείρηµα ελέγχεται για τις ανόµοιες συνθήκες υπό τις οποίες επιδίδονται στις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις Αθηναίοι και Σπαρτιάτες. Το β΄ ελέγχεται επίσης γιατί εκ των πραγµάτων δεν ήταν δυνατόν να αντιµετωπίσει κανείς συγκεντρωµένη την Αθηναϊκή στρατιωτική δύναµη. Επίσης δεν είναι εύκολο να βρει κανείς στην ιστορία κάποιο παράδειγµα που να βεβαιώνει µια τέτοια συµπεριφορά των αντιπάλων της Αθήνας. Με τους ρητορικούς αυτούς συλλογισµούς ο ρήτορας πάντως µειώνει τις νίκες των αντιπάλων εξαίροντας τις ήττες τους, και αντιστρόφως για την Αθήνα. Ταυτόχρονα επιχειρεί να δηµιουργήσει την εντύπωση πως η φήµη της Σπαρτιατικής υπεροχής στο στρατιωτικό τοµέα, που είναι διάχυτη σ’ όλη την Ελλάδα, δε στηρίζεται σε γεγονότα, αλλά είναι αποτέλεσµα πλάνης. Όσο δε για την ανδρεία των Σπαρτιατών θεωρεί ότι είναι αποτέλεσµα ασκήσεων και νόµων, ενώ αυτή των Αθηναίων αποτέλεσµα του τρόπου ζωής των, δηλαδή της παιδείας και του πολιτισµού τους. Τέλος ο ρήτορας τονίζει δύο άλλα σηµεία υπεροχής της Αθήνας: α) Οι Αθηναίοι δεν κουράζονται εκ των προτέρων για τα δεινά που πρόκειται να συµβούν. α) Όταν έρχονται αντιµέτωποι µ’ αυτά ∆ε φαίνονται καθόλου πιο άτολµοι από τους Σπαρτιάτες που κοπιάζουν συνέχεια.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Στρατιωτική Ασφάλεια Στρατιωτική Εκπαίδευση Ειρηνική ζωή Στρατιωτικές επιχειρήσεις

Σπαρτιάτες
Ἀπείργουσιν ξενηλασίαις

Αθηναίοι
Παρέχομεν τήν πόλιν κοινήν τοῖς πᾶσι Πιστεύομεν τῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν εὐψύχῳ
Ἀνειμένη δίαιτα, ῥαθυμία • • •

Υπεροχή Αθηναίων
Ωφελούμε τους άλλους Πιστεύουμε στον εαυτό μας
Ἰσοπαλεῖς χωροῦμεν • •

Πιστεύουσιν ταῖς παρασκευαῖς καί απάτες
Ἐπίπονη ἄσκησις, πόνων μελέτη • • •

Με όλους τους συμμάχους τους. Στη δική μας χώρα. Μετά νόμων.

Με διασπασμένες τις δυνάμεις μας. Σε ξένη χώρα. Ανδρεία τρόπων.

Μή ἀτολμοτέρους φαίνεσθαι. Τά πλείω κρατοῦμεν

- 15 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40

Οι τρόποι (γ) Επαινείται ο χαρακτήρας των Αθηναίων
Η ∆ΟΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ Ι∆ΕΩΝ Ι. Η σχέση των Αθηναίων µε την τέχνη και την πνευµατική ζωή. 1. Η ιδιαίτερη ενασχόληση των Αθηναίων µε τις καλές τέχνες και τη φιλοσοφία. α) Υψηλή αίσθηση του ωραίου µε απλότητα (αισθητική καλλιέργεια). β) Ουσιαστικές φιλοσοφικές συζητήσεις, χωρίς µαλθακότητα. 2. Η στάση των Αθηναίων απέναντι στον πλούτο, τη φτώχεια και την εργασία. α) Ο πλούτος κίνητρο δραστηριότητας κι όχι αυτοσκοπός β) Επιδίωξή τους η αποφυγή της φτώχειας µέσω της εργασίας. ΙΙ. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα των Αθηναίων στην πολιτική ζωή. 1. Αρµονική η σχέση των ιδιωτικών και δηµοσίων δραστηριοτήτων τους (η συµµετοχή στα κοινά αποτελεί καθήκον). 2. Συνδυασµός λόγων και έργων (η λήψη αποφάσεων προϋπόθεση κάθε δραστηριότητάς τους). ΙΙΙ. Οι φιλικές σχέσεις των Αθηναίων µε τους άλλους. 1. Η ανιδιοτέλεια και η ευεργεσία προϋποθέσεις ουσιαστικής φιλίας. 2. Πηγή της συµπεριφοράς τους αυτής αποτελεί η εσωτερική τους ελευθερία.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Το κεφάλαιο αυτό είναι το τελευταίο από τα τέσσερα της «πρόθεσης» (37-40), στα οποία ο Θουκυδίδης είχε προεξαγγείλει ότι θα διαπραγµατευτεί την επιτήδευση, το πολίτευµα και τους τρόπους των Αθηναίων. Εδώ ο έπαινος της Αθήνας υπερβαίνει τη σύγκριση µε τη Σπάρτη και φτάνει στην υπεροχή της πάνω απ’ όλες τις Ελληνικές πόλεις.

- 16 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Γενικό αντικείµενο του εγκωµιασµού αποτελεί η ικανότητα των Αθηναίων να συνταιριάζουν τη θεωρητική µε την πρακτική δραστηριότητα. Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Αθηναίους, χωρίς να υπάρχουν στους άλλους : 1. Εναρµονισµένη ενασχόληση µε τις καλές τέχνες και το πνεύµα ταυτόχρονα, µε αποτέλεσµα η αισθητική να αποτελεί θετική αξία της ζωής. Λεπτή αίσθηση του ωραίου που όσον αφορά στη Σπάρτη απουσιάζει, ενώ στους τυράννους είναι βάναυσα στρεβλωµένη (πολυδάπανοι όγκοι κ.λ.π.). Η ενασχόλησή τους αυτή δείχνει µαζί µε την ευαισθησία τους και µια ωριµότητα υψηλής θεώρησης του ωραίου, που τους οδήγησε στη σύλληψη και στη δηµιουργία υπέροχων έργων σ’ όλους τους χώρους των καλλιτεχνικών αναζητήσεων. Παράλληλα, ένας λαός µε τέτοια ευαισθησία ήταν επόµενο να αφοµοιώσει τα διδάγµατα των προγενεστέρων φιλοσόφων και των δηµιουργών του πνεύµατος και να επιδοθεί στις αναζητήσεις και στους προβληµατισµούς του φιλοσοφικού στοχασµού. Οι Αθηναίοι αγαπούν τη σοφία χωρίς αυτό να αποβαίνει σε βάρος των άλλων δραστηριοτήτων τους.
«Η φράση μετ’ εὐτελείας, «χωρίς σπατάλη», µε απλότητα, σηµαίνει ότι το ωραίο δεν έχει σχέση µε τη χρηµατική αξία και µπορεί να είναι προσιτό σε όλους. Οι λέξεις ἄνευ μαλακίας, ‘χωρίς να καταντούµε µαλθακοί’, εκφράζει την πίστη ότι η πνευµατική αναζήτηση δεν αποτρέπει τους ανθρώπους από τη δράση. Η συγκρατηµένη χάρη και η µετρηµένη αισιοδοξία του Ελληνικού πνεύµατος στην καλύτερή του ώρα, ∆ε θα µπορο΄θσε να περιγραφεί µε πιο κατάλληλο τρόπο.
(«ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ», John Finley)

2. Η επιδίωξη του πλούτου και η αποφυγή της φτώχειας ως κίνητρα δραστηριότητας, όχι επειδή ο πρώτος αξίζει καθαυτός ή η δεύτερη ταπεινώνει τον άνθρωπο καθεαυτή. (Στην ουσία διατυπώνεται η φιλοσοφική βάση των φιλελεύθερων αρχών του ανταγωνισµού µεταξύ των ανθρώπων). Η καλλιτεχνική και πνευµατική άνθιση συµβαδίζει στην Αθήνα µε την οικονοµική ανάπτυξη· και σ’ όσους υπάρχει φτώχεια δεν τη βλέπουν ως ντροπή. Η φτώχεια αποτελεί αφορµή για έργο. 3.Εξισορρόπηση των ιδιωτικών και δηµοσίων ενασχολήσεων. Η υψηλή συνείδηση συµµετοχής στα κοινά δε µειώνει καθόλου την έγνοια των Αθηναίων για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις. (Η πολιτική αποτελεί την σπουδαιότερη αρετή : «τό δέ μάθημα τῆς πολιτικῆς τέχνης ἐστίν εὐβουλία περί τῶν οἰκείων, ὅπως ἄν ἀριστα τήν αὑτοῦ οἰκίαν διοικοῖ, καί περί τῶν τῆς πόλεως, ὅπως τά τῆς πόλεως δυνατώτατος ἄν εἴη καί πράττειν καί λέγειν». 4. Συνδυασµός λόγων και έργων. Έτσι εναρµονίζεται ο λογισµός µε την ανδρεία και αποφεύγονται οι φλύαροι κοµπασµοί, οι κούφιες επάρσεις, αλλά και η ατολµία µε την αδράνεια. (Ο Περικλής αποτελεί σχετικό πρότυπο: «λέγειν καί πράσσειν δυνατώτατος»). Οι Αθηναίοι δεν είναι άνθρωποι της θεωρίας µόνον, αλλά και της πράξης. Στη µονοµέρεια αντιπαραθέτει την πολυµέρεια. Αποβλέπει στην ανάπτυξή του µε τη δράση. Χάρη στην αγωγή τους αυτή ενδιαφέρονται στον ίδιο βαθµό για τις ιδιωτικές και δηµόσιες υποθέσεις. Η σχέση αυτή του πολίτη προς τις καθηµερινές του υποχρεώσεις και προς τις απαιτήσεις της πολιτικής ζωής τον καθιστά ώριµο και υπεύθυνο άτοµο, που γνωρίζει τις υποχρεώ

- 17 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

σεις και τα δικαιώµατά του. Αυτό είναι το βασικό γνώρισµα του δηµοκρατικού πολιτεύµατος: αφήνει τον πολίτη ελεύθερο να δραστηριοποιείται στην ιδιωτική του ζωή και συγχρόνως του καλλιεργεί το ενδιαφέρον για τα κοινά. Και η επίδειξη ενδιαφέροντος για τα κοινά θεωρείται βασικό καθήκον του πολίτη. Το ενεργητικό ενδιαφέρον του πολίτη για τα κοινά είναι το ύψιστο δικαίωµα και συγχρόνως η βαρύτερη υποχρέωσή του. Οι Αθηναίοι έχοντας βαθιά επίγνωση των κρισίµων περιστάσεων κρίνουν και αξιολογούν αυτές προχωρώντας στην πραγµατοποίηση των αποφάσεων, που λαµβάνουν ως φρόνιµοι κι ελεύθεροι πολίτες.

«Ότι όλοι οι πολίτες µπορούν και πρέπει να παίρνουν µέρος στη διαµόρφωση της πολιτικής και ότι η ελεύθερη δηµόσια συζήτηση είναι αναγκαία, είναι βέβαια οι βασικές αρχές της δηµοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου ότι στη σχετική συζήτηση στις ‘Ικέτιδες’ του Ευριπίδη ο υποστηρικτής της ολιγαρχίας επιτίθεται ακριβώς σ’αυτά τα δύο στοιχεία. Εποµένως ο Περικλής δεν εκφράζει εδώ κατοπινές σκέψεις του Θουκυδίδη αλλά απόψεις γνωστές και διαδεδοµένες εκείνον τον καιρό. Τα λόγια του δίνουν την εντύπωση του θεωρητικού που αναλύει τις θεµελιώδεις αρχές της δηµοκρατίας στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής της».
(«ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ», John Finley)

«Στον τρόπο που αντικρύζει τη δράση, όπως και στην ιστορική µέθοδό του, ο Θουκυδίδης δείχνει τις ίδιες συνταιριασµένες τάσεις. Βάζει πάνω απ’ όλα, τα δικαιώµατα του ορθού λόγου και προσπαθεί µε όλα τα µέσα να τα εξασφαλίσει όσο γίνεται περισσότερο. Αυτό το νόηµα έχουν και οι ωραίες δηλώσεις του Περικλή στον Επιτάφιο, όταν επιβεβαιώνει την αξία της συζήτησης: "…δεν πιστεύουµε πως τα λόγια φέρνουν βλάβη στα έργα· να µη διδαχτούµε πρώτα µε το λόγο, πριν φτάσουµε να ενεργήσουµε όσα πρέπει, αυτό είναι που θαρρούµε το πιο βλαβερό". Και ο ∆ιόδοτος (Γ. 42, 2) ξαναθυµίζει αργότερα την ίδια ιδέα: "όποιος ισχυρίζεται ότι τα λόγια δεν διαφωτίζουν τα έργα, ή είναι ανόητος ή σκέπτεται µε ιδιοτέλεια· είναι ανόητος, αν νοµίζει πως υπάρχει άλλος τρόπος να ρίξουµε φως στα αβέβαια µελλούµενα". Ωστόσο, η πίστη µε την οποία κάνει αυτή την προσπάθεια είναι ακόµα πιο αξιοθαύµαστη, γιατί, ποτέ, σε κανένα πεδίο, επειδή ακριβώς πιστεύει στη λογική, δεν ξεχνά τα όριά της».
(«ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥ∆Ι∆Η», Jacqueline De Romilly)

5. Η ιδιοτέλεια δεν αποτελεί έδρα της φιλίας, και η απουσία του υπολογισµού στις σχέσεις µε τους άλλους καλλιεργεί την αλληλεγγύη. Οι Αθηναίοι προτάσσουν την ελευθερία από το συµφέρον αντίθετα από τους φιλύποπτους Λακεδαιµονίους. Και είναι υπερήφανοι. Γιατί µαζί µε το συναίσθηµα της υπεροχής νιώθουν και την ανυστερόβουλη υποχρέωση να έλθουν αρωγοί σ’ όποιον έχει την ανάγκη της βοήθειάς τους. Μπορούν οι λαοί, που κερδίζουν δίκαια τη δύναµή τους, να την αξιοποιούν ευεργετώντας τους αδυνάτους, για να κερδίζουν την ευγνωµοσύνη αυτών, καθώς και τον έπαινο της Ιστορίας.

- 18 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Είναι φανερό ότι ο εγκωµιαστικός τόνος του ρήτορα στο κεφάλαιο αυτό κλιµακώνεται ανοδικά. Η κλιµάκωση αυτή στο αποκορύφωµά της και θα µετατραπεί, σύµφωνα µε τη διατύπωση του ίδιου του Θουκυδίδη, σε «ύµνο» στο επόµενο κεφάλαιο.

- 19 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41

Οι τρόποι (δ) Ανακεφαλαίωση του επαίνου των τρόπων
Η ∆ΟΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ Ι∆ΕΩΝ Ι. Παρουσίαση της ανακεφαλαιωτικής θέσης του ρήτορα για τους τρόπους των Αθηναίων. 1. Η Αθήνα ως σύνολο αποτελεί πρότυπο για τις άλλες πόλεις, και ο ρόλος της είναι ως εκ τούτου παιδευτικός για όλη την Ελλάδα. 2. Ο Αθηναίος πολίτης χαρακτηρίζεται από αυτάρκεια και πολυµέρεια, και βρισκόµενος σε αρµονική σχέση αλληλεπίδρασης µε την πόλη του αποτελεί κι αυτός ανάλογο πρότυπο, ευδοκιµώντας σε πολλούς τοµείς ταυτόχρονα. ΙΙ. Απόδειξη : η πιο πάνω θέση εδράζεται στην ισχύ της πόλεως και αποδεικνύεται µ’ αυτήν. 1. Η δύναµη της πόλεως είναι κοινώς αποδεκτή και αναγνωρισµένη από εχθρούς και φίλους. 2. Είναι εξασφαλισµένος ο θαυµασµός της Αθήνας από τις σύγχρονες, αλλά και επερχόµενες γενεές. 3. Τα έργα της Αθήνας αποτελούν µνηµεία και εποµένως ιστορικά τεκµήρια της ισχύος της.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Ανακεφαλαιώνοντας ο ρήτορας ολοκληρώνει την πρόθεση (διήγηση) του λόγου του. Η ανακεφαλαίωση αυτή αποτελεί την πίστιν. Συνοψίζοντας λοιπόν αναφέρει ότι η Αθήνα ως σύνολο και ο κάθε πολίτης χωριστά αποτελούν µοναδικά πρότυπα, που η παιδευτική τους ακτινοβολία φωτίζει όλες τις Ελληνικές πόλεις. Η συνόψιση του εγκωµίου εδώ είναι ο λαµπρότερος ύµνος που έχει γραφεί για την «πόλη της Παλλάδος». Και ενώ θα περίµενε κανείς τα αποδεικτικά στοιχεία (πίστις), ο ρήτορας το αποφεύγει µε έναν ρητορικό ελιγµό. ∆ηλώνει ότι η δύναµη της Αθήνας αποκαλύπτεται στα ίχνη που άφησαν τα έργα της και τα γεγονότα κατά το παρελθόν, Η προσφυγή εποµένως σε λόγια πε-

- 20 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ρισσότερο θα βλάψει παρά θα ωφελήσει, γι’ αυτό δε χρειάζεται η πόλη επαινέτες. Και για να το πετύχει ο Θουκυδίδης καταφεύγει στην έξαρση της χρήσης εκφραστικών µέσων. Αρχικά λοιπόν θεωρεί ο ρήτορας την Αθήνα ως πρότυπο της Ελλάδας και τον κάθε πολίτη της άρτια – συγκροτηµένη – προσωπικότητα, ικανό σε κάθε τοµέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Θα ήταν εσφαλµένο να νοµισθεί ότι ο ρήτορας στην αρχή του κεφαλαίου αναφέρεται στην Αθήνα ειδικά ως πνευµατικό κέντρο. Η Αθήνα είχε γίνει «παίδευσις τῆς Ἑλλάδος» µε το σύνολο των εκδηλώσεών της, κι ο αθηναϊκός τρόπος ζωής γενικά ήταν το παράδειγµα που όλοι οι Έλληνες προσπαθούσαν να µιµηθούν. • • • «Οἱ ταύτης μαθηταί τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν» (Ἰσοκράτης) «Κοινόν παιδευτήριον πᾶσιν ἀνθρώποις» (Διόδωρος) «Πρυτανεῖον σοφίας» (Πλάτων)

Είναι χαρακτηριστικές οι πιο πάνω εκτιµήσεις για το ρόλο της Αθήνας. Η δύναµή της ήταν «µία δύναµη» όµως, όπως αναφέρει ο W.Jaegger, «που πουθενά δεν είναι η απλή µηχανική πλεονεξία χωρίς ταυτόχρονη πνευµατική δύναµη».
«Η αττική παιδεία γίνεται το συνολικό νόηµα της υπέρτατης δύναµης, που αντανακλούν λαός και πολιτεία µε την πνευµατική τους ύπαρξη και που η ισχύς της έλκει στην τροχιά της κι άλλες πόλεις . ∆εν υπήρξε καµιά υψηλότερη δικαιολόγηση εκ των υστέρων της επιδίωξης της Αθήνας να επιβάλλει την εξουσία της στην Ελλάδα από αυτή την ιδέα της παιδείας».
W. Jaegger

Και ακριβώς µ’ αυτόν τον τρόπο ζωής αποκτήθηκε η δύναµη της πόλεως, η οποία µε τα ίχνη που άφησε αποδεικνύεται κι όλας . Γι’ αυτό, κατά το ρήτορα, δε χρειάζονται συγκεκριµένες αναφορές. Έτσι µε τους ανάλογους εκφραστικούς τρόπους παρακάµπτει την ανάγκη επίκλησης αποδεικτικών στοιχείων. Με την αφθονία των εκφραστικών µέσων και την υµνητική υπερβολή ο έπαινος του Θουκυδίδη ύψωσε την Αθήνα πάνω απ’ την ιστορική πραγµατικότητα, µεταθέτοντάς την στη σφαίρα του µύθου. Πρέπει να επισηµανθεί εδώ η εναρµόνιση πόλεως και πολίτη και θα µπορούσε κανείς να σχολιάσει την έντονη παρουσία του µέτρου στην Αθηναϊκή κοινωνία. Η δύναµη της πόλης πιστοποιεί και την αποτελεσµατικότητα των τρόπων που εκθείασε προηγουµένως ο Περικλής, και τις αρετές του Αθηναίου πολίτη. Για την κατάδειξη της Αθηναϊκής δύναµης χρησιµοποιούνται δύο επιχειρήµατα: α) Η Αθήνα µόνη απ’ τις σύγχρονες πόλεις αποδεικνύεται ανώτερη από τη φήµη της σε στιγµές δοκιµασίας. β) Ο εχθρός, αν ηττηθεί απ’ τους Αθηναίους, δέχεται χωρίς αγανάκτηση την ήττα του και οι υπήκοοι των Αθηναίων δέχονται την κυριαρχία τους χωρίς να δυσανασχετούν. Τα επιχειρήµατα αυτά, µολονότι φαίνονται πειστικά, δεν είναι λογικά. Είναι φανερό ότι τα λόγια του Περικλή εκφράζουν την πίστη του στην ανωτερότητα της Αθήνας σε σχέση µε τις άλλες πόλεις. Η αγάπη του Περικλή για την πόλη του τον παρασύρει σ’ έναν ασυγκράτητο ενθουσιασµό, από τον οποίο πηγάζει κάποιο στοιχείο υπερβολής, που διακρίνει το εγκώµιό του στο σηµείο αυτό.

- 21 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Η Αθήνα τοποθετείται απέναντι σε εχθρούς και φίλους µε µια δύναµη που, καθώς γίνεται αποδεκτή απ’ όλους αποκτά απόλυτο χαρακτήρα. ∆εν πρέπει βέβαια να παρερµηνευτεί ο τρόπος που αντιµετωπίζει ο ρήτορας τον Όµηρο. Υποστηρίχθηκε ότι ο Θουκυδίδης µε το στόµα του ρήτορα αποδοκιµάζει τον ποιητή, όµως πρόθεσή του ήταν να δείξει ότι η Αθήνα δεν είχε ανάγκη από επαίνους γιατί, κατά την άποψή του, οι πράξεις των Αθηναίων µιλούν από µόνες τους. Ταυτόχρονα όµως δε µπορούµε να παραβλέψουµε την άποψη ότι ο Θουκυδίδης, µιλώντας έτσι για τον Όµηρο, ασκεί κριτική σ’ όλους τους προδρόµους του (επικούς ποιητές και λογογράφους). Γνωρίζει πολύ καλά ο ιστορικός πως ούτε οι ποιητές, ούτε οι λογογράφοι γράφουν σύµφωνα µε τους κανόνες της ιστορίας. Η ποίηση και η λογογραφία υπηρετούν πιο πολύ το συναίσθηµα, ενώ η ιστορία τον λόγο. Αναφέρεται έτσι στην κοσµοκρατορία της Αθήνας και στις επιτυχίες και αποτυχίες του στρατού της συνολικά, για να δείξει ότι όλα αυτά αποτελούν «μνημεῖα ἀίδια κακῶν τε κἀγαθῶν». Εννοεί την εξάπλωση της αθηναϊκής κυριαρχίας µετά τα «µηδικά». Κλείνοντας το κεφ. αυτό θεωρεί ο ρήτορας όχι χρέος, αλλά φυσικό και λογικό να υπερασπίζονται οι Αθηναίοι το συµφέρον της πόλης του. Προσπαθεί έτσι να τους πείσει πως η υπεράσπιση της πατρίδας ισοδυναµεί µε την υπεράσπιση του εαυτού τους, πως το συµφέρον τους επιβάλλει αυτόν τον αγώνα και, στην ανάγκη, τη θυσία τους. Επανεµφανίζεται έτσι στο σηµείο αυτό η θεµελιώδης αξία του Ελληνικού πολιτισµού, η αξία του µέτρου. Πόλη και πολίτες σε αρµονική σχέση. Τέλος, στηριζόµενος ο ρήτορας στη σχέση αλληλεπίδρασης που υπάρχει µεταξύ πόλεως, νεκρών και επιζώντων, πετυχαίνει τη φυσική µετάβαση στο β΄ µέρος του λόγου του, τον έπαινο των νεκρών.

Η Αθήνα
Ἐστί τῆς Ἑλλάδος παίδευσις Ἐστίν ἀλήθεια ἔργων Ἐκτήθη ἐκ τῶνδε τῶν τρόπων

Η δύναμις και ακτινοβολία της πόλεως
- 22 -

Την εκτιμούν οι εχθροί μας Την αποδέχονται οι φίλοι μας Θα την θαυμάσουν σύγχρονοι και κατοπινοί Γι' αυτήν έπεσαν οι γενναίοι νεκροί Γι' αυτήν θα θυσιαστούν οι επιζώντες

Κατέκτησε πᾶσαν θάλασσαν καί γῆν
Ἅφησε πανταχοῦ μνημεῖα ἀίδια

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42

Ο έπαινος των νεκρών
Η ∆ΟΜΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ Ι∆ΕΩΝ Ι. Αιτιολογείται η διεξοδική αναφορά στην πόλη και η ως εκ τούτου µακρηγορία του ρήτορα, η οποία οφείλεται: 1. στην ανάγκη να υποδείξει το χρέος των επιζώντων. 2. στην προσπάθειά του να διαφωτίσει τους ακροατές του για την υπεροχή της πόλεως µε απτές αποδείξεις. ΙΙ. Γίνεται διάκριση των επιζώντων, ώστε να φανεί πως όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, οικονοµικής κατάστασης και ήθους επισφράγισαν την πίστη στην πόλη µε τη θυσία τους. 1. Με κριτήριο την ηλικία: α) όσοι πολέµησαν για πρώτη φορά (νέοι) β) οι ηλικιωµένοι (εµπειροπόλεµοι) 2. Με κριτήριο τη συµπεριφορά τους στην προσωπική ζωή τους: Αναφέρεται σε όσους, µε την επίδειξη της ανδρείας και θυσίας τους, εξάγνισαν τις όποιες αδυναµίες είχαν ως άνθρωποι στην προηγούµενη ζωή τους. 3. Με κριτήριο την οικονοµική τους κατάσταση: α) οι πλούσιοι β) οι φτωχοί
κέρδισαν εξ ίσου

το µεταθανάτιο έπαινο. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Στο κεφάλαιο αυτό έχουµε τον τυπικό έπαινο των νεκρών που αποβλέπει στο συγκινησιακό µέρος της ψυχής. Το ιδιαίτερο στοιχείο στην έκφραση του επαίνου των νεκρών

απ’ το ρήτορα βρίσκεται στην απροσδόκητη δήλωσή του ότι ο έπαινος αυτός έχει ήδη γίνει: «καί εἴρηται αὐτῆς (τῆς εὐλογίας) τά μέγιστα».

- 23 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Πρόκειται για ρητορικό τέχνασµα. ∆ηλαδή δεν αποµένουν παρά ελάχιστα να αναφερθούν για τους νεκρούς. Με τον τρόπο αυτό εκθειάζονται όχι τα κατορθώµατα των νεκρών, αλλά η δύναµη της πολιτείας, την οποία ανέδειξε εκτενώς ο ρήτορας προηγουµένως, και η επίδραση που άσκησε στο φρόνηµα των νεκρών ώστε να το κάνει ηρωικό. Έτσι όµως εκθειάζονται όλοι οι πολίτες της γενιάς του Περικλή, κι αυτός είναι ο σκοπός του Θουκυδίδη. Στην αρχή αιτιολογεί τη µακρηγορία του µε δύο τρόπους: α) µε την επιθυµία του να διαφωτίσει τους ακροατές για τη σοβαρότητα του αγώνα που διεξάγουν, β) µε σκοπό να βεβαιώσει µε αποδείξεις την αλήθεια εκείνων στα οποία στήριξε το εγκώµιο της πόλεως. Είναι ανάγκη να αναφερθεί ότι στους επιταφίους λόγους πρέπει να εξαίρονται: η αυτοθυσία, η αφοσίωση στα ιδανικά της πολιτείας, η σηµασία της θυσίας για την ελευθερία και για άλλες αξίες. Ο ρήτορας εποµένως επιλέγει τα στοιχεία εκείνα που θα θίξει, ώστε ο έπαινος να λαµβάνει για το ακροατήριο παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ένας λοιπόν ρητορικός λόγος επιδεικτικός, (επιτάφιος), αποτελεί κοινωνικό και πολιτικό λειτούργηµα.
«Ο Επιτάφιος εκφωνήθηκε στη διάρκεια µιας τελετής κατά την οποία οι πεσόντες θάβονταν δηµόσια. Ο σκοπός ενός τέτοιου λόγου πρέπει να είναι να δώσει στους ακροατές να καταλάβουν γιατί έγινε µια τέτοια θυσία, και στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού ο Επιτάφιος δε φαίνεται να έχει το ίσο του. Οπωσδήποτε στέκει πολύ υψηλότερα από τους διάφορους παρόµοιους λόγους που µας παραδόθηκαν από την αρχαιότητα».
(«ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ», John Finley)

Συνδέοντας ο ρήτορας τους νεκρούς του παρόντος πολέµου, «τῶνδε», µε εκείνους των προηγουµένων, «καί τῶν τοιῶνδε», δίνει στην αρετή, µε το περιεχόµενο που παίρνει σ’ αυτό τον Επιτάφιο, διαχρονικό χαρακτήρα. Εµφανίζονται οι νεκροί ως µια σπάνια περίπτωση συµφωνίας µεταξύ των ανδραγαθηµάτων τους και των ύµνων που τα εξαίρουν. Συνεχίζοντας αξιολογεί το ήθος των νεκρών, αξιολογώντας το θάνατό τους. Θεωρεί το θάνατο για τους σκοπούς που αναφέρθηκαν ως «ἀρετήν ἀνδρός». Εκτιµά επίσης ο ρήτορας ότι η επίδειξη ανδρείας και ο θάνατος για την πατρίδα µπορούν να αντισταθµίσουν όλες τις ατέλειες και τα παραπτώµατα, στα οποία µπορούσε κανείς να υποπέσει κατά την ιδιωτική και δηµόσια ζωή του. Ο θάνατος για την πατρίδα λοιπόν µπορεί να εξαγνίσει άλλα παραπτώµατα. Έτσι εξυψώνεται η θυσία για την πατρίδα και γίνεται κίνητρο στους ακροατές να επιδείξουν κι αυτοί ανάλογη συµπεριφορά. Στη συνέχεια ο ρήτορας διαχωρίζει τους νεκρούς µε κριτήριο την ηλικία: α) σ’ αυτούς που για πρώτη φορά πήραν µέρος σε πόλεµο, παρουσιάζοντας το θάνατό τους ως το πρώτο µήνυµα ανδρείας, και

- 24 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

β) σ’ αυτούς που και στο παρελθόν επέδειξαν ανάλογη γενναιότητα, εκτιµώντας το θάνατό τους ως το τελευταίο επισφράγισµα της ανδρείας. Μια ανάλογη διάκριση των νεκρών γίνεται µε κριτήριο τον πλούτο: α) οι πλούσιοι και β) οι φτωχοί. Στο σηµείο αυτό χρησιµοποιείται ο πλούτος και η πενία ως παράγοντες που θα µπορούσαν να αποτρέψουν απ’ τη θυσία, γιατί η επιθυµία απόλαυσης του πρώτου και απαλλαγής απ’ τη δεύτερη οδηγεί συνήθως τον άνθρωπο στην αποφυγή του κινδύνου. Η επιλογή εποµένως της θυσίας από τους νεκρούς παρουσιάζεται ως αποτέλεσµα της σύγκρισης αξιών: «τα υλικά αγαθά γι’ αυτούς είναι υποδεέστερα από τη σωτηρία της πατρίδας και γι’ αυτό πρέπει να θυσιάζονται. Έτσι καταξιώνεται η ιδέα της θυσίας, ως καθαρά πνευµατικής αξίας, και υποβαθµίζονται οι υλικές αξίες. Και ενώ ποτέ δεν είναι βέβαιο το αποτέλεσµα µιας µάχης, οι µαχητές έχουν εµπιστοσύνη στις δικές τους δυνάµεις που τις εκτρέφει πάντα η ελπίδα της νίκης. Τέλος εµφανίζονται να επιλέγουν την άµυνα και τη θυσία, παρά τη φυγή και τη σωτηρία. Γι’ αυτό ακριβώς απέφυγαν τη ντροπή της δειλίας. Επέλεξαν τη θυσία τη στιγµή που µέσα τους άκµαζε η προσδοκία της νίκης και της δόξας, πιο πολύ απ’ το φόβο για µια ενδεχόµενη ήττα.
«Έτσι θα παραµείνει η «φήµη» µε την άφθαρτη µορφή της, δηλαδή η δόξα. Κι εδώ το Αθηναϊκό γόητρο, που γίνεται δόξα, καθίσταται µαρτυρία για το µέλλον.
JAQUELINE DE ROMILLY

- 25 -

Θουκυδίδου, Περικλέους «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» - ΑΝΑΛΥΣΗ

ΕΚΗΒΟΛΟΣ

Η καταξίωση και ο έπαινος των νεκρών

Δημιούργησαν το μεγαλείο της πόλεως

α) ως ήρωες

Κέρδισαν την "ἰσόρροπον εὐλογίαν"
Απηλλάγησαν από το φόβο της κακοφημίας

Η τύχη τους στέρησε τη ζωή

β) ως πολεμιστές

Δεν υποχώρησαν την ώρα της μάχης
Έδειξάν ή επιβεβαίωσαν την αρετή τους

Πόθησαν την τιμωρία των εχθρών

γ) ως πολίτες

Αφάνισαν τις ιδιωτικές αδικίες Θυσίασαν τις απολαύσεις της ζωής

Πλούσιοι και φτωχοί

δ) ως ιδιώτες

Δίκαιοι και άδικοι ή κακοί

Νέοι και μεγαλύτεροι

- 26 -

Notes
Load more

You're Reading a Free Preview

Download