«Εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπίγνωσιν»
��είµενα: Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑµηττοῦ ∆ανιὴλ
Στοιχειοθεσία, ∆ιακόσµησις, Ἐπιµέλεια Ἐκδόσεως: Ἀδελφότης Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόµου Καρέα Εἰκόνα ἐξωφύλλου: Τοιχογραφία τοῦ 1312 στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος Σειρά: «Xριστολογικὰ» ἀριθµ. 14
Copyright: Ἱερὰ Μητρόπολις Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑµηττοῦ. Λεωφόρος Ὑµηττοῦ 47 51, Τ.Κ. 161 21 Καισαριανὴ Τηλ.: 210.72.24.123 www.imkby.gr e mail: info@imkby.gr ΙSΒΝ: 978 960 6841 08 8
«Εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπίγνωσιν»
(Β΄ Πέτρου α΄ 8) τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιὴλ
«Τίς ἐστιν οὗτος;»
(Ματθαίου καʹ 10)
πὸ τὸν Ἰουδα κὸ λαὸ ἀκούσθηκε ἡ γεµάτη θαυ µασµὸ καὶ ἀπορία ἐρώτηση «Τίς ἐστιν οὗτος;» (Ματθαίου καʹ 10) γιὰ τὸν Κύριό µας Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἐρώτηση δείχνει ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἀνεγνώριζαν ἐξωτερικὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ δὲν Τὸν εἶχαν γνωρίσει βαθύτερα, δὲν εἶχαν φθάσει κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν τελεία γνώση, «τὴν ἐπίγνωσι τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσίους δʹ 13). Ἔζη ἀνάµεσά
Ἀ
τους, ἀλλὰ δὲν εἶχαν κατανοήσει τὴν προσωπικότητά Του, τὴν ἀποστολή Του καὶ τὴν µοναδικότητά Του. Ἀντὶ ὅµως νὰ σχολιάζουµε τὴν συµπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων εἶναι ἐποικοδοµητικότερον νὰ στοχα σθοῦµε ἐὰν ἐµεῖς, ποὺ ἑορτάζουµε τὰ Χριστούγεννα, Τὸν ἔχουµε γνωρίσει καὶ ἐὰν Τοῦ ἔχουµε δώσει τὴν ἁρµόζουσα θέση µέσα µας (στὴν ψυχή µας) καὶ ἀνά µεσά µας (στὴν κοινωνία µας). Πρὸς τοῦτο θὰ µελετήσουµε τὴν ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ λάβουµε ἀπάντηση στὸ πάντοτε ἐπίκαιρο ἐρώ τηµα τῶν Ἰουδαίων τότε, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν γενεῶν τῶν ἀνθρώπων µετέπειτα «τίς ἐστιν οὗτος;». α) Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναφέρεται στὴν ταυ τότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸ ἔργο Του, στὴν προ αιώνια ὕπαρξή Του καὶ κατάστασή Του πρὶν ἐναν θρωπήσει µὲ τοὺς λόγους τοῦ εὐαγγελίου του: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐ δὲ ἓν ὃ γέγονεν. Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰωάννου αʹ 1 5). Συνε χίζει ὅτι «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (αʹ 14). Οἱ ὑψηλὲς αὐτὲς συλλήψεις τοῦ «αὐτόπτου» (Λου κᾶ αʹ 2) τοῦ Λόγου στηρίζονται στὴν δηµόσια διακή ρυξη τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁµίλησε γιὰ
τὸν Ἑαυτό Του καὶ ἔδειξε τὴν διαφορὰ τῆς κατα γωγῆς Του ἀπὸ αὐτὴ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τὴν ποιότητα τῆς ζωῆς Του. Εἶπε: «Ὑµεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰµί· ὑµεῖς ἐκ τοῦ κόσµου τού του ἐστέ, ἐγὼ οὐκ εἰµὶ ἐκ τοῦ κόσµου τούτου» (Ἰωάν νου ηʹ 23). «Ἐξῆλθον παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσµον» (Ἰωάννου ιστʹ 28). Ὅσο σαφὴς εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῆς καταγωγῆς τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν καταγωγὴ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ἐξ ἴσου σαφεῖς εἶναι καὶ µε ρικὲς ἀκόµη διαφορὲς µεταξὺ Αὐτοῦ καὶ τῶν ἀν θρώπων, ὅπως αὐτὴ τῆς ἠθικῆς ἀνωτερότητος καὶ καταστάσεώς Του, ἡ ὁποία ἐπεσηµάνθη µὲ τοὺς λόγους Του «ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσµου οὐκ εἰµί» (Ἰωάννου ιζʹ 16) καὶ τῆς ἐξουσίας Του ἐπὶ τοῦ θανάτου, ἡ ὁποία ἐπεσηµάνθη µὲ τοὺς λόγους: «ὁ καιρὸς ὁ ἐµὸς οὕπω πάρεστιν, ὁ δὲ καιρὸς ὁ ὑµέτερος πάντοτέ ἐστιν ἕτοι µος» (Ἰωάννου ζʹ 6). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπι στολή του ἀναφέρεται σ’ αὐτὴ τὴν διαφορὰ ποὺ ὑφίσταται µεταξὺ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνθρώπων ὡς πρὸς τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ἠθικὴ ἀνωτερότητα τοῦ προσώπου Του, ἐξηγῶν συγχρόνως καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ: «Ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵµατος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως µετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ
θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θα νάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τού τους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας. Οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαµβά νεται, ἀλλὰ σπέρµατος Ἀβραὰµ ἐπιλαµβάνεται. ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁµοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήµων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁµαρτίας τοῦ λαοῦ» (βʹ
14 17). Θὰ διευκρινήσει περαιτέρω ὅτι καὶ ἀληθὴς
7
ἄνθρωπος ἦτο καὶ ἐξ ἴσου ἀληθῶς ἦτο «κεχωρισµέ νος ἀπὸ τῶν ἁµαρτωλῶν» (Ἑβραίους ζʹ 26).
Ὅσο βαθύτερα γνωρίζουµε τὸ µυστήριο τοῦ Ἰη σοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερο µᾶς αἰχµαλωτίζει ἡ ἀγάπη Του γιὰ µᾶς καὶ µᾶς κινεῖ στὸ νὰ ἀνταπο δώσουµε αὐτὴ τὴν ἀγάπη Του καὶ ἐµεῖς µὲ τὴν πρὸς Αὐτὸν ἀγάπη µας, ἀγαπῶντες τὸν ἀγαπήσαντα ἐµᾶς. β) Εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάννου αʹ 11). Μὲ πικρία καὶ ἀπογοήτευση ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάν νης σχολιάζει τὴν συµπεριφορὰ τῶν συγχρόνων του Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἐδηµιούργησε τὰ πάντα, γιὰ τὸν Ὁποῖον ἐδη µιουργήθησαν τὰ πάντα (Κολασσαεῖς αʹ 15), γιὰ τὸν Ὁποῖον ὁµιλεῖ ὁλόκληρη ἡ Παλαιὰ ∆ιαθήκη (Ἰωάν
νου εʹ 26).
Ἀδυνατεῖ νὰ χωρέσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ σκάνδαλο καὶ τὴν πρόκληση τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅµως γεγονός. Τὴν ἐπιτρέπει ὁ Θεός, ἐπειδὴ σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ µυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ὅµως ἔχει καὶ τὴν ἄλλη ὄψη, τὴν ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἀγνοοῦµε. Ἐµεῖς κυρίως τονίζουµε καὶ ἀναφερόµεθα στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπάρχει ὅµως καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἐλεύθερος εἶναι ὁ ἄνθρω πος νὰ ἀπορρίψει τὸν Θεό, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἀπορρίψει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε, δὲν ἐξεβίασε τοὺς ἀνθρώπους νὰ Τὸν
10
ἀποδεχθοῦν, τοὺς ἄφησε ἐλευθέρους νὰ ἀποφασί σουν. Εἶπε «εἴ τις θέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν» (Ματθαίου ιστʹ 24). Μερικοὶ ἀπεφάσισαν νὰ Τὸν ἀπορρίψουν καὶ νὰ Τὸν θανατώσουν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Κι Αὐτὸς τοὺς ἐγκατέλειψε µὲ τὸ «ἰδοὺ ἀφίεται ὑµῖν ὁ οἶκος ὑµῶν ἔρηµος» (Ματθαίου κγʹ 38). Φοβερότερο ὅµως θὰ εἶναι, ὅταν ὁ Κύριος ὡς ὕψι στος καὶ τελικὸς Κριτὴς πάντων θὰ ἀπορρίψει ἐν συ νεχείᾳ ὅσους τὸν ἀπέρριψαν µὲ τὸ «πορεύεσθε ἀπ’ ἐµοῦ» (Ματθαίου κεʹ 41). Μὲ ἔπαρση καὶ ἐγωισµὸ ὁ ἄνθρωπος σηκώνει τὸ ἀνάστηµά του µπροστὰ στὸν ∆ηµιουργό Του καὶ στὸν Κύριό Του καὶ τοῦ λέγει· «∆ὲν σὲ θέλω. ∆ὲν σὲ χρειάζοµαι». Ὁ φιλάνθρωπος ὅµως Θεὸς Πατέρας δὲν ἀκούει τὴν αὐθάδεια καὶ ἀφροσύνη τοῦ πλά σµατός Του καὶ συνεχίζει νὰ τὸ εὐεργετεῖ µὲ τὴν φι λανθρωπία Του. Τὴν τελικὴ κρίση Του θὰ ἐκφέρει, ἀφοῦ παρέλθει ὁ «καιρὸς δεκτὸς» τῆς διὰ µετανοίας καὶ πίστεως ἐπιστροφῆς (Βʹ Κορινθίους στʹ 2, Λουκᾶ δʹ 19). Γιὰ νὰ στηρίξει αὐτὴ τὴν πορεία ἐπιστροφῆς εἶπε ὅτι «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπί γνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Αʹ Τιµ. βʹ 4). γ) Εἶναι Αὐτὸς τοῦ Ὁποίου τὴν πρὸς ἐµᾶς Ἀγάπη Του ὑµνεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων στὴν βʹ Επι στολή Του πρὸς Κορινθίους, ὅτι «γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι’ ὑµᾶς
ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑµεῖς τῇ ἐκείνου πτω χείᾳ πλουτήσητε» (ηʹ 9). Στὴν ἐνανθρώπηση ὁ Πλούσιος πτωχεύει καὶ οἱ πτωχοὶ γίνονται πλούσιοι. Πλούσιος εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός, διότι ἔχει τὴν ζωή, τὴν ἀθα νασία, τὴν σοφία, τὴν δύναµη, τὴν ἀγαθότητα, τὴν µα κροθυµία, τὴν ταπείνωση, τὴν εὐσπλαγχνία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. Ὁ ἄνθρωπος οὐδεµία ἐξ αὐτῶν ἔχει. Τί ἔχει; Θάνατο, ἀσθένεια, φθορά, µαταιότητα, ψεῦ δος, πλεονεξία, πορνεία, ἀνηθικότητα, σκληρότητα, θυµό, ἀδιαφορία, καὶ ὅλες τὶς κακίες. Ἔγινε µὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ∆ιαβόλου πονηρὸς καὶ κακός.
11
12
Ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ µᾶς καθαρίσει ἀπ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ τῆς πτωχείας µας καὶ νὰ µᾶς ἀναπλάσει µὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς θείας ζωῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς χριστιανούς: «ἀποθέσθαι ὑµᾶς κατὰ τὴν προτέραν ἀναστροφὴν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόµενον κατὰ τὰς ἐπιθυµίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δὲ τῷ πνεύµατι τοῦ νοὸς ὑµῶν. Καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρω πον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσίους δʹ 22 24). Τὰ αὐτὰ συνιστᾶ καὶ στὶς ἐπιστολὲς πρὸς Κολασσαεῖς γʹ 8 10 καὶ πρὸς Ῥωµαίους ιγʹ 12 14. δ) Εἶναι Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος ἐδίδαξε µὲ τὴν ἐναν θρώπηση καὶ τὴν ζωή Του τί εἶναι ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς ὑψοῦται ὁ ἄνθρωπος καὶ δοξάζεται ὁ Θεός. Ὑψηγορεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ὃς (ἐννοεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ) ἐν µορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρ παγµὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκέ νωσε µορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁµοιώµατι ἀνθρώ πων γενόµενος καὶ σχήµατι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόµενος ὑπήκοος µέχρι θανά του, θανάτου δὲ σταυροῦ, διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερ ύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνοµα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄ νοµα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόµατι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάµψῃ ἐπου ρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα
14
γλῶσσα ἐξοµολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιππησίους βʹ 6 11). Τὰ µηνύµατα αὐτῆς τῆς περικοπῆς πρέπει νὰ φω τίζουν καὶ νὰ καθορίζουν τὴν πορεία µας στὸν κό σµο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς µᾶς ἔδειξε ὅτι ἀληθινὸ µεγα λεῖο καὶ ἀξία εἶναι ἡ ταπείνωση. Οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔ τε ἡ δόξα, οὔτε ἡ ἰσχύς, οὔτε ἡ γνῶση, οὔτε ἡ κυριαρ χία ὑψώνουν καὶ τιµοῦν τὸν ἄνθρωπο. Μᾶς δίδαξε ὅτι ἡ ταπείνωση ὑψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀνε βάζει στὸν θρόνο τοῦ Υἱοῦ καὶ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς µὲ τὴν ταπείνωση καὶ ὑπακοή Του ἐδόξασε τὸν Θεὸ Πατέρα. Ἂς στοχασθοῦµε µὲ αὐτοεξέταση, ἐὰν θέλουµε νὰ εἴµαστε ταπεινοὶ καὶ ὑπάκουοι στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ Πατέρα µας. ε) Εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος διεκήρυξε ὅτι «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ δια κονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Ματθαίου κʹ 28). Μὲ τοὺς λόγους Του αὐτοὺς ὁ Κύριος ἀνύψωσε τὴν διακονία τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἔργο Θεοῦ. Γιὰ ὅσους δὲν τὸ ἔχουν καταλάβει αὐτὸ τὸ ἔχει διευκρινίσει µὲ σαφήνεια, ὅταν ἔνιψε τὰ πόδια τῶν µαθητῶν Του καὶ τοὺς εἶπε: «Γινώσκετε τί πεποίηκα ὑµῖν; Ὑµεῖς φωνεῖτέ µε, ὁ ∆ιδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε. Εἰµὶ γάρ. Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑµῶν τοὺς πόδας,
ὁ Κύριος καὶ ὁ ∆ιδάσκαλος, καὶ ὑµεῖς ὀφείλετε ἀλ λήλων νίπτειν τοὺς πόδας, ὑπόδειγµα γὰρ δέδωκα ὑµῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑµῖν, καὶ ὑµεῖς ποιῆτε» (Ἰωάννου ιγʹ, 12 15). στ) Εἶναι Αὐτὸς στὸν Ὁποῖον ἁρµόζει καὶ ἐπι βάλλεται, ὅπως ὁ Θωµᾶς, νὰ γονατίσουµε καὶ νὰ ἀ ναφωνήσουµε µ’ ὅλη τὴν δύναµη τῆς ὑπάρξεώς µας «Ο KYPIΟΣ MOΥ KAΙ Ο ΘEOΣ MOΥ» (Ἰωάννου κʹ 28). Αὐτὴ ἡ φωνὴ θὰ περάσει στὴν αἰωνιότητα. Σ’ ὅσους ἐρωτοῦν «τίς ἐστιν οὗτος;» ἀπαντῆστε ὅπως ἡ ἁγία Γραφὴ διδάσκει καὶ µαρτυρεῖ ὅτι «ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡµεῖς ἠγαπήσαµεν τὸν Θεόν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡµᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασµὸν περὶ τῶν ἁµαρτιῶν ἡµῶν» (Αʹ Ἰωάννου δʹ 10).
Χαρεῖτε το. Ζῆστε το. Κηρῦξτε το.
15
Add a Comment