ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
1
το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν. Χωρίς να το ηξεύρω. κ' εγύµναζα το ευλύγιστον. ∆εκαοκτώ ετών. καθώς τον ωνόµαζον οι χωρικοί µας. Ευθύς µετά την αποκατάστασιν των πραγµάτων.Ήµην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. και µέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του. Είτα ηγάπησε µίαν Τουρκοπούλαν. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον µοναχός και διάκονος. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187. ενθυµήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του. εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα. εφόρεσε και πάλιν τα ράσα. καθώς έλεγαν. Ήτον πρώην διδάσκαλος.. και λέγουν ότι εσώθη. και δεν ήξευρα ακόµη άλφα. υπό το όνοµα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. και είχεν ου µικράν φήµην. και µ' έµαθε γράµµατα. ή Σισώνης. την εβάπτισε και την ενυµφεύθη. κ' έβλεπα το πρωίµως στρυφνόν. την έκλεψεν. από ένα χαρέµι της Σµύρνης. εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισµού. υψηλόν ανάστηµα µου ανά τους βράχους και τα βουνά. Εκεί έκλαυσε το αµάρτηµά του. ηλιοκαές πρόσωπον µου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις. Ήµην ωραίος έφηβος. 2 . κωλυόµενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν µετανοία. ως απλούς µοναχός την φοράν ταύτην.. ήµην ευτυχής. Τον χειµώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν µ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης. επί Καποδίστρια κυβερνήτου.
τ' ανερχόµενα αποτόµως δια κρηµνώδους ακτής. Η πετρώδης. εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν. κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισµού εις τα όρη τα παραθαλάσσια. Καθώς ο σκύλος.Αφού έµαθα τα πρώτα γράµµατα πλησίον του γηραιού Σισώη. ουδέ δύναµαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου µου. Ήµην ωραίος έφηβος. είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. η Πλατάνα. τον οποίον µισώ. δεν ηµπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον. ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. παροµοίως κ' εγώ δεν δύναµαι ούτε να είπω. αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον µου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία. Σήµερον εξακολουθώ να εργάζωµαι ως βοηθός ακόµη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις. το Κλήµα. το καλούµενον Ξάρµενο.. Τέλος. εννοείται. ο Μέγας Γιαλός. δεν έκαµα. Και είµαι περιωρισµένος και ανεπιτήδειος. Όλον το κατάµερον εκείνο. έβλεπε προς τον Καικίαν. την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταµένου µου.. * ** Η τελευταία χρονιά που ήµην ακόµη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187. από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρµενα ή ξυλάρµενα. ήτον ιδικόν µου. θέσιν οιονεί αυλικού.. όπου κατετάχθην αµέσως εις την ανωτέραν τάξιν. εξωθούµενα από τας τρικυµίας.. και ήτον αναπεπταµένη 3 . εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήµιον· εξήλθα δικηγόρος µε δίπλωµα προλύτου. Μεγάλην προκοπήν. αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορµής. καστανόµαλλος βοσκός. ο δεµένος µε πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του. αρχίσας τας σπουδάς µου σχεδόν εικοσαετής. απότοµος ακτή µου.
όλος ο αιγιαλός. σπέρνω αυτό το χωράφι. Το χωράφι ήτον του γεωργού µόνον εις τας ηµέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη. για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες. οι οποιοι επί τη προφάσει. κ' έβαλλα εις εφαρµογήν τας διατάξεις του ∆ευτερονοµίου χωρίς να τας γνωρίζω. ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσµου. Μόνους αντιζήλους εις την νοµήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους µισθωτούς της δηµαρχίας. αντί µισθού πέντε δραχµών τον µήνα. χόρτου και χαµοκλάδων. και να πάρω κ εγώ τον κόπο µου!” Εγώ. κ' έκαµνε τρις το σηµείον του σταυρού. ανάµεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς. και τα πετεινά τ' ουρανού. τας οποίας εκύρτωναν µε το ακούραστον φύσηµα των. µε το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον. ν' αργολογήση. Εφαινόµην κ' εγώ ως να είχα µεγάλην συγγένειαν µε τους δύο τούτους ανέµους. τους αγροφύλακας. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήµα ιδικόν µου. Εκεί παραπαίω. και τα βουνά. Ήµην “παραγυιός”. Οι λόγοι. εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. τας οποίας ακολούθως µου ηύξησαν εις εξ. έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Σιµά εις τον µισθόν τούτον. Όλα εκείνα ήσαν ιδικά µου. το Μοναστήρι µου 4 . Εµιµούµην τους πεινασµένους µαθητάς του Σωτήρος. Της πτωχής χήρας ήτον η άµπελος µόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση. έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αµπέλων. Αυτοί πράγµατι δεν µου ήθελαν το καλόν µου. Το κυρίως κατάµερόν µου ήτον υψηλότερα. το εθέριζα εν µέρει. οι οποίοι ανέµιζαν τα µαλλιά µου. αι φάραγγες. ή να τρύγηση αν έµενε τίποτε διά τρύγηµα. πλήρεις αγρίων θάµνων. να γέµιση ένα καλάθι σταφύλια. και τα έκαµναν να είναι σγουρά όπως οι θάµνοι κ' αι αγριελαίαι. Ήσαν τροµεροι ανταγωνισταί δι' εµέ.προς τον Βορράν. χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω. αι κοιλάδες. κ' έλεγεν: “Εις το όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύµατος. εγώ όµως συχνά επατούσα τα σύνορα.
Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν. Την είχε προσλάβει πλησίον του. ελαιώνα. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά. ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν µαγγάνου διά το πότισµα. κ' ενώ. και άφθονα µαύρα ψωµία ή πίττες. µονογενή. σπανίως κατερχόµενος εις την πολίχνην. * ** 5 . ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του µικρού βουνού. Εγκατεστάθη εκεί. εις την άκρην της περιοχής µου. εκαθάρισε και περιεµάζευσε τους εσκορπισµένους κρουνούς του νερού. Μόνον διαρκή γείτονα. Έχων εκτεταµένον κτήµα εις την θέσιν εκείνην. όταν κατηρχόµην κάτω. κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν. αγροκήπιον µε πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους µε αιµασιάς ή µποστάνια. Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. τα περιετείχισεν όλα οµού. καθώς τα ωνόµαζαν οι καλόγηροι. επειδή ήτον χηρευµένος και άτεκνος. ορφανήν εκ κοιλίας µητρός. ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόµενα χωράφια. εις ένα ωραίον µικρόν πύργον µαζί µε την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του. και απετέλεσεν εν µέγα διά τον τόπον µας κτήµα. έπεισε µερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των. Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον. µε πολλών εκατοντάδων στρεµµάτων έκτασιν. την οποίαν είχεν υιοθετήσει. Το κτήµα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης. σχεδόν εβρέχετο από το κύµα. µε δύο πατώµατα. µε σφοδρόν βορράν πνέοντα. ένα µικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον.έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια. είχα τον κυρ Μόσχον. ∆ιήρεσε το κτήµα εις τέσσαρα µέρη· εις άµπελον. ο κάτω τοίχος. ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήµα· αλλά δεν τον έµελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.
έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια.. Ο λαιµός της. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εµού. την µικρόσωµον και λεπτοφυή. χρυσαυγίζουσα και µου εφαίνετο να οµοιάζη µε την µικρήν στέρφαν αίγα. ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της. Εις τα µέρη εκείνα. αλλά µόνον την µονάδα πού έλειπεν· αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ήτον ωχρά. ενώ εµέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας µου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθµός των µεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε). τα κάπως χαµηλότερα. οι αετοί δεν κατεδέχοντο να µας επισκέπτωνται συχνά. µε κατάστιλπνον τρίχωµα. Ήτον ωραία µελαχροινή. και αργιλλώδης γη τραχειά. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον. Ετρόµαξα. την οποίαν οι υιοί της µητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αµπέλια· “Ιδού εί καλή. την οποία εγώ είχα ονοµάσει Μοσχούλαν. καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της. ροδίνη. Το µέγα ορµητήριον των ήτον υψηλά προς δυσµάς..”. έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον. το κοµβολόγι του. Αλλά δεν µου 6 . Έως εκεί κατηρχόµην συχνά. κάτω εις τον αιγιαλόν. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα. Τάχα ο αετός µου την επήρε. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή µου. είχε µείνει οπίσω. οπού ήσαν χαµόκλαδα. των πνευµατικών πατέρων µου. εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν. η πλησίον µου. δεν ηξεύρω πώς. ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον. η Μοσχούλα. και δεν ευρέθη εις το µέτρηµα.Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιµπούκι του. Τας εύρισκα όλας 55. η ευνοούµενη µου κατσίκα. Μίαν ηµέραν. κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων. Ήτον θερµόαιµος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. το καλούµενον Αετοφωλιά φερωνύµως. ευώδεις θάµνοι. δεν θα παρετήρουν αµέσως την ταυτότητα. κ' ενθύµιζε την νύµφην του Άσµατος την ηλιοκαυµένην. ιδού εί καλή· οφθαλµοί σου περιστεραί.
Βοσκός και να µην έχη σουραύλι. εν άσµα του βουνού αιπολικόν. Μίαν άλλην ηµέραν µε είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν.. έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη. της ανεψιάς του κυρ Μόσχου... και η οικία η ακουµβώσα επάνω εις αυτόν. Μόνον ήξεύρω 7 . αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα µε ήκουεν αυτή. άφηνα τας αίγας µου να βοσκούν. Την φοράν ταύτην εφιλοτιµήθην να παίξω προς χάριν της. προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε: — Τί έχεις και φωνάζεις. Ήµην πλαγιασµένος εις ένα ίσκιον. Καθώς ήκουσε την φωνήν µου. Εφώναζα ως τρελός: — Μοσχούλα!. κ' εσφύριζα ένα ήχον. τη Μοσχούλα!.. αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη µου η αυλητική.... ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως.. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήµατος. ∆εν ηξεύρω πώς της ήλθε να µου φωνάξη: — Έτσι όλο τραγουδείς!.. τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας. απείχον περί τα πεντακόσια βήµατα από την θέσιν οπού ευρισκόµην εγώ µε τας αίγας µου. Με σένα δεν έχω να κάµω. Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν). Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας.. σαν παράξενο µου φαίνεται!.. πού ειν' η Μοσχούλα. εκεί σιµά.. Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα: — Φωνάζω εγώ την κατσίκα µου. η παιδίσκη ανωρθώθη. της µικράς κατσίκας µου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς µου. ∆ε σ' άκουσα ποτέ µου να παίζης το σουραύλι!.εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγµα. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον.
Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Ο βράχος ο δικός µου έτεινε προς βορράν. και την “ελιµπίστηκα”. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος. όµοιον µε το βρέφος το ψελλίζον. αν τυχόν εδείκνυον συµπτώµατα ανησυχίας. αριστερά µου. είδα την ακρογιαλιάν που ήτον µεγάλη χαρά και µαγεία. ανάµεσα εις δύο κρηµνούς και εις ένα µονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. ανάµεσα εις τους βράχους. Ανέβασα το κοπάδι µου ολίγον παραπάνω από τον βράχον.ότι µου έστειλε δι' αµοιβήν ολίγα ξηρά σύκα. λέγω. * ** Μίαν εσπέραν. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον µακρόθεν τους κωδωνισµούς των. Άφησα εκεί τα γίδια µου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταµα και τας αρµυρήθρας. και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεµον ήρχισε να λάµπη χαµηλά. όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάµεσα εις τους τόσους ελιγµούς και δαιδάλους του νερού. κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια µου κάτω εις τον αιγιαλόν. κ' ένα τάσι γεµάτο πετµέζι. Εγύρισα οπίσω. έβλεπα µίαν πτυχήν 8 . ως δύο καλαµιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. ∆ι αυτού είχα κατέλθει. τα γίδια µου διά ν' “αρµυρίσουν” εις την θάλασσαν. όπως συχνά εσυνήθιζα. αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να µε περιµένουν. την νύκτα εις την στάνην µου. και δι' αυτού έµελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν. κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυµβήσω. όπου εσχηµάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύµα. που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της µητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει. το οποίον εισεχώρει µορµυρίζον. κατέβην πάλιν τον κρηµνόν. Ήτον τον Αύγουστον µήνα. χορεύον µε άτακτους φλοίσβους και αφρούς. και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσµάς.
του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις µήκος εκατοντάδων µέτρων όλον τον αιγιαλόν. Ήτον η ουρά της λαµπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω. διά να είµαι βέβαιος. δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα µικρά παιδιά. ∆εξιά από τον µέγαν κυρτόν βράχον µου. Ησθανόµην γλύκαν. που του έστρωνε. 9 . εφρόντισα να την δέσω µ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάµνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον. και αν ήκουον την φωνήν µου διά να καθίσουν ήσυχα. αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού µου. Επέταξα αµέσως το υποκάµισον µου. Όσον αφορά την Μοσχούλαν. οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει. διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότοµον ακρογιαλιάν. µαγείαν άφατον. Εφοβούµην µήπως τινά αποσκιρτήσουν και µου φύγουν. της υγράς και αλµυράς και δροσώδους.από την πορφύραν του ήλιου. διά να καθίση να δειπνήση. εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα µου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν. που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύµφαι των θαλασσων. καθώς µου είχε φύγει την άλλην φοράν. ∆εν θα µου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν. κ' έπεσα εις την θάλασσαν. η µάννα του. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα µονοπάτι. ο ανόητος. καθώς λέγουν. την περισκελίδα µου. εφανταζόµην τον εαυτόν µου ως να ήµην έν µε το κύµα. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εµέ τα ερίφια. δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύµβηµα. Επλύθην. ελούσθην. ερίφια ήσαν. ως να µετείχαν της φύσεως αυτού. τον επίχρυσον κωδωνίσκον µε το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιµόν. ότι δεν θα µου φύγη πάλιν. εσχηµατίζετο µικρόν άντρον θαλάσσιον. ή ήτον ο τάπης. εκολύµβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσµατος του κυρ Μόσχου. που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγµήν. στρωµένον µε άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαµπρά ποικιλόχρωµα χαλίκια. και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούµενος µόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών.
Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν. και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το µέρος όπου ήµην εγώ. το οποίον φιλοτιµούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αµιλλώµενα τα παιδιά της γειτονιάς. Εγνώριζα ότι το πρωί. εγώ ο σατυρίσκος του βουνού. κ' εκινείτο 10 .Επήδησα ταχέως έξω. από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταµός από µαργαρίτας έρρεε το νερόν. ανερριχήθην εις τα άνω. άµα τη ανατολή του ήλιου. κ' ελούετο εις την θάλασσαν. συνήθως ελούετο. την µικρήν αίγα µου. έκυψα µε άκραν προφύλαξιν προς το µέρος του άντρου. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν. * ** Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το µελιχρόν. την περισκελίδα µου. καλυπτόµενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόµενος από την κορυφήν του βράχου. είχε βρέξει την κόµην της. του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν. και είδα πράγµατι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύµα γυµνή. κ' ελούετο. εφόρεσα το υποκάµισον µου. ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα. — Έκαµα δύο-τρία βήµατα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον. και κάµνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύµατα.. ενώ έκαµα το πρώτον βήµα. ο ολισθηρός κρηµνός ήτο δι' εµέ άθυρµα. Άνω της κορυφής του βράχου. και µε διακόσια ή περισσότερα βήµατα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι µου. ακούω σφοδρόν πλατάγισµα εις την θάλασσαν. από το µέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυµφοστολίστου. εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα µε το φως της σελήνης. Ο µικρός εκείνος ανήφορος. ∆εν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιµά εις τα σύνορα της. όσον ένα σκαλοπάτι µαρµάρινης σκάλας. όπου ήξευρα. θα έλυα την Μοσχούλαν. ως σώµατος πίπτοντος εις το κύµα. έκαµα ένα βήµα διά να ανάβω. να λουσθώ. η ανεψιά του κυρ Μόσχου. Την στιγµήν εκείνην.. το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους.
θα ντυθή και θα φύγη. όπως ήµην.. καθώς ήταν εστραµµένη προς τα εδώ.. κοπέλα µου!” Πλην. φεύγω αµέσως. Μην τροµάζης!. θα τραβήξη αυτή το µονοπάτι της. χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν.. και τοτε αλλοίµονον εις τον µικρόν βοσκόν! Η πρώτη ιδέα µου ήτον να βήξω.. είτα θα µε κατηγόρει διά σκοπούς αθεµίτους. θα εφώναζεν.. και τον πνευµατικόν του µοναστηρίου. ! πώς θα εξαφνίζετο. τον γυναικείον πειρασµόν! Εκ της ιδέας του να περιµένω δεν υπήρχεν άλλο µέσον ή προσφυγή. µε τα ρούχα. κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίµενα. Το ανάστηµα µου θα διεγράφετο διά µίαν στιγµήν υψηλόν και δεχόµενον δαψιλώς το φως της σελήνης. κ εγώ τον κρηµνό µου!. έλεγα µέσα µου· τώρα θα κολυµπήση. καθώς εκείνη έβλεπε προς το µέρος µου.” Κ' ενθυµήθην τότε τον Σισώην.. “Αυτή δεν θ' αργήση. θα ετρόµαζεν ευλόγως. το από της ακτής όπου 11 . να κολυµβήσω εις τα βαθέα. να φύγω αόρατος. άπατα νερά. Αλλ' η στιγµή καθ' ην θα διηρχόµην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να µε ίδη η Μοσχούλα. ειµή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν. Ήτον αδύνατον. επάνω του βράχου. και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ. δεν ηξεύρω πώς. τον παπα-Γρηγόριον. οίτινες πολλάκις µε είχον συµβουλεύσει να φεύγω.. χωρίς να ξέρω.εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Συνεστάλην. Εκεί η κόρη θα µε έβλεπε. να λύσω την αίγα µου. ∆ια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί µιαν στιγµήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου. να της δώσω αµέσως είδησιν.. υπήρξα σκαιός και άτολµος. πάντοτε. είτα να κύψω όπισθεν θάµνων. Ήξευρε καλώς να κολυµβά. όλον το προς δυσµάς διάστηµα. Κανείς δεν µε είχε διδάξει µαθήµατα κοσµιότητος εις τα βουνά µου. και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν µου.
∆ιέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον. Άλλως ήµην εν συνειδήσει αθώος. εντεύθεν του µέρους όπου ελούετο η νεάνις. τας λεύκας ως γάλα ωµοπλάτας. µέχρι του κυρίως όρµου και της άµµου. απάτητος. όλη βράχος και κρηµνός. Ήτον απόλαυσις.ευρισκόµην. Θ' άφηνα την Μοσχούλαν µου. άνωθεν του βράχου. Έβλεπα την αµαυράν και όµως χρυσίζουσαν αµυδρώς κόµην της. οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. αληθής άθλος. και έπλεε. εις την τύχην της. και άµα έφθανα εις την άµµον µε διάβροχα τα ρούχα µου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω µε τα ρούχα). Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήµην. όλα συγχεόµενα. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν. Είχεν αποµακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον. η ακρογιαλιά ήτον άβατος. τας κνήµας. θα κατέβαινα τον κρηµνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα µου. τους πόδας της. Ουδέ θα ήµην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού µου. τον τράχηλόν της τον εύγραµµον. θαύµα. ειµή να περιµένω. τους βραχίονας τους τορνευτούς. η περιέργεια δεν µου έλειπε. θα εχρειάζετο δε και µίαν ώραν και πλέον. δεµένη εκεί επάνω. ∆εν υπήρχεν άλλη αίρεσις. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν µου. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου. µεταξύ σπηλαίων και βράχων. θα εβάδιζα δισχίλια βήµατα διά να επιστρέψω από άλλο µονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού µου. Μόνον εις το µέρος όπου ήµην εσχηµατίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού. όνειρον. καλυπτόµενος όπισθεν των θάµνων έκυψα να ίδω την κολυµβώσαν νεανίδα. Θα εκράτουν την αναπνοήν µου. µελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. στρέφουσα τα νώτα προς το µέρος µου. ως ηµίσεος µιλίου. στάζων άλµην και αφρόν. βαπτιζόµενα εις το κύµα. Εµάντευα το 12 . θα ήτο µέγας κόπος. µεταξύ σκιάς και φωτός. τα ισχία της. κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς. την αίγα. επειδή εις όλον εκείνο το διάστηµα.
πλέουσα. αλλοκότως.. και δεν εσκεπτόµην πλέον τα επίγεια... Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον. ίνδαλµα αφάνταστον. δεχοµένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωµα. και συνάµα παιδικοί ανόητοι λογισµοί. σειρήν. επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά. κ' εντεύθεν του άντρου. Να ριφθώ εις τα κύµατα. τους κόλπους της. Ούτε η σκιά µου δεν θα την ετάραττεν. τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον.” Είναι αληθές... να φύγω τον πειρασµόν!. ως πλέει ναυς µαγική. µου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα. όρθιος ή κυρτός. * ** ∆εν δύναµαι να είπω αν µου ήλθον πονηροί.στέρνον της. Ήτο πνοή. εν είδει ευχών κατάραι. εν εκστάσει. Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγµατικού κόσµου µ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας µου. η ναυς των ονείρων. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς. ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον. όπισθεν του βράχου µου. Η µικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!. και να φύγω. να κολυµβήσω όλον εκείνο το διάστηµα έως την άµµον... ότι η νέα δεν θα µ έβλεπε. και να εφώναζεν βοήθειαν!. όνειρον επιπλέον εις το κύµα· ήτον νηρηίς. αν επάτουν επάνω εις τον βράχον. ήτον σχεδόν βέβαιον... εγώ ευρισκόµην προς δυσµάς όπισθεν της. 13 . εις τα όπισθεν. το πλέον εις το κύµα.. γλαφυρούς. Αλλά την τελευταίαν στιγµήν.. θα έπιπτε προς το δυτικόν µέρος. προς το αντίθετον µέρος. προέχοντας. Αύτη. διά σκυλόψαρον. Ούτε µου ήλθε τότε η ιδέα ότι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε µιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθµένα. µε σκοπόν να φύγω. Είχα µείνει χάσκων. και θα ηµπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει..
ή µε σπαρτίον περί το ρύγχος. επειδή δεν είχα µάθει ακόµη να κλέπτω ζωντανά πράγµατα. Ηµπορούσα να σιωπώ εγώ. * ** ∆εν ηξεύρω αν η κόρη η λουσµένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας µου. ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να µη βελάζη. δεν είναι τίποτε έκτακτον. Την στιγµήν εκείνην ελησµόνησα την κόρην την κολυµβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. µην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον. ήρκεσεν. διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας. καθώς ο άγνωστος εχθρός. κ επάτησα επί του βράχου. Αλλ' όµως.. ∆εν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιµώσεις διά τα θρέµµατα. µην εµπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της. διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το µέρος της ξηράς. Αλλά και αν την είχε ακούσει. που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου. αυτό δεν το είχα προβλέψει... ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ! Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της µε την παλάµην. είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —µάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε. 14 . Η νεαρά κόρη. η στιγµή εκείνη. επάνω εις τον βράχον. τί το παράδοξον. Τάχα µην “εσχοινιάσθη”.Ώ. ∆εν εσκέφθην αν ήτον φόβος να µε ίδη. τον διακαµόν µου. αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα µου.— είδε τον µαύρον ίσκιον µου. Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυµβά. Το σχοινίον µε το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάµνου ήτον πολύ κοντόν. να µη βελάζη. Συγχρόνως µ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα µου. — Με ράµνον πολύκλαδον εις το στόµα. και ηµιωρθώθην κυρτός πάντοτε. αφού δεν απέχει ειµή ολίγας οργυιάς από την ξηράν. Ποίος φόβος ήτον..
από το µέρος όπου ηγωνία η κόρη. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθµένα. συγκίνησις. µια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ. διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης. και αφήκε µισοπνιγµένην κραυγήν φόβου. Τα γόνατα µου εκάµφθησαν. ο οποίος ήτο αµµόστρωτος. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύµατος. µάλλον.. πηδήσας µε την κεφαλήν κάτω. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται. λύπη απερίγραπτος. Συγχρόνως τότε. Εφάνη πλέουσα αργά.. από τον πέρα κάβον. ∆εν έπρεπε τότε να διστάσω. καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς. Τότε µε κατέλαβε τρόµος. ελεύθερος βράχων και πετρών. κ' έκραξα: — Μη φοβάσαι!. µε τας κώπας· πλην η εµφάνισις της.. και να γίνεται άφαντη εις το κύµα. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς. Αφήκε δεύτερον κραυγήν µεγαλυτέρας αγωνίας. δεν είναι τίποτε. ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν. από το ύψος του βράχου.ανάµεσα εις τους θάµνους.. κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον. όπως ήµην. αντί να δώση θάρρος εις την κόρην. Πάραυτα. ή να τρέξω και να φύγω. τον σχηµατίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. δεν σου θέλω κακόν! Και εσκεπτόµην λίαν τεταραγµένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν.. ερρίφθην είς την θάλασσαν. Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήµατα. προς το ανατολικοµεσηµβρινόν µέρος. ερχοµένη προς τα εδώ. επέτεινε τον τρόµον της. 15 .. Έξαλλος εκ τρόµου. Ήρκει η φωνή µου να της έδιδε µεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραµονή µου και το τρέξιµόν µου εις βοήθειαν.. και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω.. εγώ απείχα µόνον πέντε ή εξ οργυιάς.
έφθασα πλησίον της. Αι δυνάµεις µου επολλαπλασιάζοντο θαυµασίως. έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις. Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσµα επάνω µου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη. ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας µου. Την ετίναξα µε σφοδρόν κίνηµα.. και ας ήτον ευτυχής. από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσµου η εκλεκτή.. και έπλευσα. αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή.Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το µέρος του πόντου. το απαλόν σώµα της αγνής κόρης. Εντούτοις δεν παρείχε σηµεία ζωής ολοφάνερα. Με τρία στιβαρά πηδήµατα και πλευσίµατα.. εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην... διά να δυνηθή ν' αναπνεύση. πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύµατος. Ήµην ο άνθρωπος. δόξα τω Θεώ!. το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω µου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής µου! Ήτο όνειρον. όστις 16 . Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν µου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο.. Ποτέ δεν θα εζήτουν αµοιβήν! Επί πόσον ακόµη θα το ενθυµούµαι εκείνο το αβρόν. όπου εσχηµατίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόµενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης. Κανείς ιδιοτελής λογισµός δεν υπήρχε την στιγµήν εκείνην εις το πνεύµα µου. η αιθέριος εκείνη επαφή! ∆εν ήτο βάρος εκείνο. Η καρδία µου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. εντός ολίγων στιγµών. πλάνη. οι οποίοι θα ήσαν ως µνήµα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα µονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσµα!. αυθορµήτως. γοητεία.. Είχα φθάσει εγκαίρως... Είδα το εύµορφον σώµα να παραδέρνη κάτω. το φορτίον το ευάγκαλον. µε την χείρα την δεξιάν και µε τους δύο πόδας. την έκαµα να στηριχθή επί της πλάτης µου. µου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν µου. Καθώς την είχα περιβάλει µε τον αριστερόν βραχίονα. και ανήλθον..
και την έκαµα θυσίαν προς χάριν της.. διαπορώ µέσα µου αν τα δύο δεν είχαν µεγάλην συγγένειαν.. Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς. εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων. πράγµατι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον. δεν έπρεπε να µε στείλουν έξω από το µοναστήρι. κ' έγινα δικηγόρος.. από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα. και µάλιστα ήσαν και πολλά!. όταν ενθυµούµαι το κοντόν εκείνο σχοινίον... Σπανίως την είδα έκτοτε. Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Κ' εγώ έµαθα γράµµατα.. Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να µε κάνουν καλόγερον. η ονειρώδης εκείνη ανάµνησις της λουοµένης κόρης. ας ήµην ακόµη βοσκός εις τα όρη!.. Μετρίως ελυπήθην. τα όποια αυτός µε είχε διδάξει. όπως η Γραφή λέγει." 17 . η κατσίκα µου.κατώρθωσε να συλλάβη µε τας χείρας του προς στιγµήν εν όνειρον. οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας.”. Φευ! ακριβώς η ανάµνησις εκείνη έπρεπε να µε κάµη να γίνω µοναχός. και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα. ήτον επόµενον! Τάχα η µοναδική εκείνη περίστασις. την οποίαν είχα λησµονήσει προς χάριν της. Και τώρα. και επνίγη!. και αναλογίζωµαι το άλλο σχοινίον της παραβολής.. * ** Η Μοσχούλα έζησε. το ίδιον όνειρον του. όπως όλαι. µε το οποίον την είχα δεµένη. ∆ιά την σωτηρίαν της ψυχής µου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράµµατα. δεν απέθανε. µε το οποιον είναι δεµένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του.. και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισµα κληρονοµίας” δι' εµέ. µ έκαµε να µη γίνω κληρικός... Η ταλαίπωρος µικρή µου κατσίκα..
(∆ιά την αντιγραφήν) 18 .