The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130929160232/http://www.scribd.com/doc/103114723/%CE%9F%CE%A1%CE%98%CE%9F%CE%94%CE%9F%CE%9E%CE%9F%CE%9D-%CE%95%CE%93%CE%9A%CE%9F%CE%9B%CE%A0%CE%99%CE%9F%CE%9D-%CE%9A%CE%91%CE%A4%CE%91-%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%9D%CE%95%CE%91%CE%A3-%CE%95%CE%A0%CE%9F%CE%A7%CE%97%CE%A3
P. 1
ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ratings: 0|Reads: 2,338|Likes:

More info:

Published by: ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ about 1 year ago
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΛΥΤΗΡΙΟΝ ΠΛΑΝΩΝ
2012

Πρόλογος Τὸ «Ὀρθόδοξον Ἐγκόλπιον κατὰ τῆς Νέας Ἐποχῆς, θέματα διαχρονικὰ καὶ ἐπίκαιρα, λυτήριον πλανῶν» εἶναι κατὰ βάσιν μία συλλογὴ κειμένων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς Πατερικῆς Γραμματείας καὶ συγχρόνων ὀρθοδόξων συγγραφέων, καὶ ἀφοροῦν πρωτίστως σὲ σύγχρονα θέματα, ποὺ ἀνεφύησαν κατὰ τοὺς τελευταίους δύο κυρίως αἰῶνες. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, θέματα διαχρονικὰ καὶ πάντοτε ἐπίκαιρα, λησμονημένα ὅμως (κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον), καὶ ἐπιχειρεῖται ἡ λύσις διαφόρων πλανῶν τοῦ συγχρόνου χριστιανοῦ. Τὰ κείμενα, διάφορες παρατηρήσεις, σχόλια σὲ παρενθέσεις καὶ ἄλλα ποὺ εἶναι σὲ πλαγία γραφὴ ἀνήκουν στὸν γράφοντα, ποὺ ζητεῖ συγγνώμην παρὰ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων γιὰ τὰ ὅποια τυχὸν οὐσιαστικὰ ἢ γραμματικὰ σφάλματα ἐμπεριέχονται στὸ πόνημα τοῦτο. Αἱ εὐχαριστίαι δὲ διὰ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν ποὺ θὰ ἀποκομίσουν οἱ ἀναγνῶστες, ἂς ἀποδίδωνται μετὰ δοξολογίας εἰς τὸν Πανάγαθον καὶ Πανυπερτέλειον Θεὸν, τὴν Παναγίαν μας καὶ τοὺς γνησίους αὐτοῦ θεράποντας, τοὺς ἁγίους μας. Τὸ πόνημα τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ συστηματικὴ ἐργασία, δὲν εἶναι καρπὸς ἐντατικῆς, ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, δὲν ἀξιοῖ τυχὸν βραβεῖον διὰ τὴν μορφήν, τὸ ὕφος, τὴν γλῶσσαν. Ἡ προσοχὴ ἐδόθη εἰς τὴν οὐσίαν καὶ στόχοι εἶναι ὁ προβληματισμὸς τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἡ ἐν Χριστῷ ἀφύπνισίς μας, ἡ ψυχικὴ ὠφέλεια, ἡ μετάνοια, ἡ ἐντατικοποίησι τοῦ ἀγῶνος κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ πλάνες καὶ ἐφωδιασμένοι πλέον μὲ κατάλληλα ἐπιχειρήματα. Δεδομένων τῶν ὑψηλῶν τούτων στόχων, ἀπαιτεῖτο ἰδιαιτέρα προσοχὴ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον καὶ ἕνεκα τούτου ὁ γραφῶν ἐθεώρησε ἀναγκαῖον, πρὸ τοῦ κυκλοφορηθῇ τὸ πόνημα, νὰ ἀναγνωσθῇ ἀπὸ ζῶντας φορεῖς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀπὸ ἐντρυφῶντας εἰς αὐτὴν νουνεχεῖς ἀγωνιστάς, ἀπὸ χριστιανοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ θλίβονται διὰ τὴν σημερινὴν ἀποστασίαν. Ἔτσι, ἐδόθη στὸν Πνευματικό μου π. Χ (ὁ ὁποῖος καὶ, τελικῶς, μὲ προέτρεψε νὰ τὸ διανείμω), στὸν δάσκαλό μου Ε. Τ., σὲ ἱερομονάχους καὶ μοναχούς (Π. ιερομ., Α. μ., Β. μ. ), στὸν καθηγητὴ Πανεπιστημίου Χ. Δ. (ὁ ὁποῖος μοῦ συνέστησε ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μὴ ἐπενέβαινα γραμματικῶς στὰ, ἔστω, λίγα κείμενα ποὺ ἐπενέβην – βλέπε κάτωθι), σὲ λαϊκοὺς πολὺ ἢ λιγώτερον ἐγγραμμάτους (ἀνήκοντες εἰς τὸ Πάτριον, ἀλλὰ καὶ τὸ Νέον Ἡμερολόγιον, πλὴν οὐχὶ οἰκουμενιστὰς ἢ πολεμίους τῶν «ἀποτειχισθέντων» Ὀρθοδόξων· Τ. Δ. πολ. μηχ., Γ. Β. ἰατρόν καὶ ἄλλους). Εἴθε ὁ Παντοδύναμος καὶ Μακρόθυμος Θεός μας, ἡ Παναγία μας καὶ πάντες οἱ ἅγιοι, νὰ προστατεύουν καὶ νὰ κατευθύνουν τὰ διαβήματα αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν. Ἡ γλῶσσα εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἁπλῆ, καθομιλουμένη. Διετηρήθη, ὅμως (γιὰ πολλοὺς λόγους), ἡ κλασσικὴ ἑλληνικὴ ὀρθογραφία (π.χ. «νὰ νηστεύῃ» καὶ ὄχι «νὰ νηστεύει», ἡ χρῆσις, τῆς χρήσεως καὶ ὄχι ἡ χρήση, τῆς χρήσης· κατηραμένος καὶ ὄχι καταράμενος. Τὸ «μὴ» καὶ «δὲν» γράφονται πάντοτε «μὴ», δηλαδὴ χωρὶς «ν», καὶ «δὲν», δηλαδὴ μὲ «ν», ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δημοτικήν, καὶ ἄλλα). Σὲ μερικὰ κείμενα μάλιστα ὑπῆρξε τροποποίησις τῆς ὀρθογραφίας (καὶ ὄχι τῆς συντάξεως ἢ τοῦ νοήματος – οὔτε ἀπεδόθησαν κείμενα ἢ φράσεις ἐλευθέρως ἢ περιληπτικῶς), ὥστε τὸ σύνολον ἔργον νὰ παρουσιάζεται περισσότερον ὁμοιογενές. Ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ σύγχρονοι συγγραφεῖς γιὰ αὐτό, καθὼς καὶ γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἔλαβα τὴν ἄδειάν τους καὶ δὲν ἀναφέρω τὸ βιβλίον τους ἐξ οὗ ἔλαβα τὸ κείμενον. Τὸ παρὸν βιβλίον δὲν εἶναι πρὸς πώλησιν, ἀλλὰ μόνον πρὸς ὠφέλειαν, διακινούμενον ἀπὸ χέρι σὲ χέρι. Ὡς τόσον, ἐὰν κριθῆ ἀπαραίτητον, σὲ ἑπόμενες ἐκτυπώσεις θὰ ἀναφέρωνται καὶ αἱ ἀκριβεῖς πηγαί. Ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον, σημειωθήτωσαν τὰ ἑξῆς: α. Σὲ διάφορα θέματα (π.χ. «περὶ γάμου καὶ τῶν ἀτόπων εἰς αὐτόν», «Ἃ λέγω πᾶσι λέγω, περὶ ἐγγάμων καὶ μοναχῶν», κ.λ.π.) κατεβλήθη προσπάθεια νὰ παρουσιασθῇ ἡ θέσις-πίστις τῆς Ἐκκλησίας, παραθέτωντας χωρία ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἱεροὺς κανόνας, καὶ πατερικὰ κείμενα, κυρίως μεγάλων ἁγίων. Τοῦτο συνέβη ἵνα γίνη ἀντιληπτὸν ὅτι ἡ παρουσιασθεῖσα στὸ παρὸν «Ἐγκόλπιον» ἐνδεδειγμένη στάσις ἔναντι τῶν θεμάτων αὐτῶν δὲν εἶναι ἁπλῶς γνῶμες κάποιων Πατέρων, ἀλλὰ «ἡ κοινὴ τῶν Πατέρων δόξα» (consensus patrum), καὶ ὡς ἐκ τούτου ὀφείλουμε νὰ τὰ πράξωμε ἐὰν θέλωμε νὰ σωθοῦμε. Τοὐλάχιστον, ἂς σκύβωμε τὴν κεφαλή, ταπεινούμενοι καὶ οἰκτίρωντες τὸν ἑαυτόν μας, καὶ ἂς παραδεχώμεθα εἰλικρινῶς ὅτι ἕνεκα τῆς ἁμαρτωλότητος μας ἀδυνατοῦμε νὰ ὑπακούσωμε στὰ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας προσταχθέντα. β. Σὲ ἄλλα θέματα (π.χ. «Οἰκουμενισμὸς καὶ Πανθρησκεία», «Περὶ ἠλεκτρονικοῦ φακελλώματος», «Περὶ μεταμοσχεύσεων» κ.λ.π.) παρατίθενται καὶ θέσεις συγχρόνων γνωστῶν καὶ ἐγκρίτων (ἀσφαλῶς, ὁ Θεὸς μόνον γνωρίζει ἐπακριβῶς τὸ «ἔγκριτον» αὐτῶν· ἐμεὶς ἁπλῶς τὸ πιστεύομε, ἐπειδὴ ἀναπαυόμεθα) κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν ὡραῖα, διαφωτιστικά ἐπιχειρήματα. Ὁ γράφων πιστεύει ὅτι αὐτὰ ἀπηχοῦν τὸ θεῖον θέλημα καὶ τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα. Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις, καὶ κάποιοι ποὺ διαφωνοῦν. Σκοπὸς, πάντως, τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, προσευχόμενος, ταπεινούμενος καὶ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον, καὶ ποτὲ κακολογών, κατακρίνων ἢ ἀδιαφορὼν διὰ τὸν πλησίον, νὰ ἀναζητῇ τὸν θεῖον φωτισμόν, τὴν ἐπίσκεψιν τῆς θείας Χάριτος, ὥστε νὰ διακρίνῃ τὰς παλαιὰς καὶ συγχρόνους διαβολικὰς παγίδας καὶ πλάνας καί, ἀποφεύγων αὐτάς, νὰ ἐπιτύχῃ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὴν ὁποίαν εὐχόμεθα πάντες νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἀμήν.

Περιεχόμενα

Περὶ τῆς Νέας Ἐποχῆς, σελ. 1 Περὶ Οἰκουμενισμοῦ καὶ Πανθρησκείας, σελ. 2 Περὶ ἠλεκτρονικοῦ φακελλώματος, σελ. 8 Περὶ ἐκκοσμικεύσεως, σελ. 12 Περὶ τῆς τηλεοράσεως, σελ. 13 Περὶ «τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως», σελ. 14 Περὶ μεταμοσχεύσεων, σελ. 15 Περὶ Οὖφο, σὲλ 19 Περὶ καύσεως τῶν κεκοιμημένων, σελ. 21 Περὶ τῶν ἐκτρώσεων καὶ τῆς ἐξωσωματικῆς γονιμοποιήσεως, σέλ, 22 Γιόγκα-ρέικι καὶ ἄλλες νεοεποχίτικες πρακτικές, σελ. 23 Περὶ «ἀνθρωπισμῶν», ἀθεΐας καὶ μηδενισμοῦ, σελ. 25 Περὶ τῆς γλώσσης εἰς τὴν θείαν λατρείαν, σελ. 28 Νέαι τεχνολογίαι, σελ. 31 Περὶ τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς, σελ. 32 Περὶ τοῦ γάμου καὶ τῶν ἀτόπων εἰς αὐτόν, σελ. 33 Περὶ ἐξωτερικῶν ἐμφανίσεων καὶ καλλωπισμῶν ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, σελ. 35 Περὶ τῆς θέσεως τῆς γυναικὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ οἰκογενείᾳ, σελ. 38 «Ἃ λέγω πάσι λέγω», περὶ ἐγγάμων καὶ μοναχῶν, σὲλ 39 Πῶς πρέπει νὰ ζῇ ὁ Χριστιανός, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, διὰ νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν, σελ. 40 Πῶς εἶναι ὁ ἀληθῶς ταπεινὸς χριστιανὸς, κατὰ τὸν ὅσιον Ἐφραιμ τὸν Σύρον, σελ. 42 Προφητεία ἁγίου Νείλου τοῦ Μυροβλήτου (17ος αἰῶν) περὶ τῶν ἐσχάτων, σελ. 42

ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»
Μοναχοῦ Ἀρσ. Βλιαγκόφτη Τὰ τελευταῖα χρόνια ὅλο καὶ περισσότερον ἀκοῦμε νὰ γίνεται λόγος γιὰ «Νέα Ἐποχή». Ὅλο καὶ περισσότερο βλέπουμε νὰ χρησιμοποιῆται τὸ οὐράνιο τόξο, ἡ πυραμίδα, ὁ ἀριθμὸς 666, ἡ πεντάλφα, ἀγαπημένα σύμβολα ὅλα αὐτὰ τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Ἀκοῦμε, ἐπίσης, νὰ γίνεται πολὺς λόγος γιὰ Παγκοσμιοποίησι καὶ γιὰ μία Νέα Τάξι Πραγμάτων. Μπαίνουμε, λοιπόν, σὲ μία χρυσὴ ἐποχὴ καθολικῆς εὐτυχίας ἢ, μήπως, ἆρά γε κᾄτι μᾶς κρύβουν; Αἱ ῥίζαι τῆς «Νέας Ἐποχῆς» στὴν ἀστρολογία καὶ τὸν ἀποκρυφισμὸ. Ἡ λεγομένη Νέα Ἐποχὴ βασίζεται σὲ μία παλαιὰ σκέψι ποὺ συναντᾶται σὲ ἐξωχριστιανικὲς θρησκεῖες. Πρόκειται γιὰ μία ἄποψι τῆς ἀστρολογίας, ὅτι δῆθεν κάθε 2.000 περίπου χρόνια εἰσέρχεται ἡ ἀνθρωπότητα σὲ μία Νέα Ἐποχή. Ἡ προηγουμένη ἤταν -μᾶς λέγουν- ἡ Ἐποχὴ τῶν Ἰχθύων, ἡ ἐποχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τώρα εἰσερχόμεθα -λέγουν- στὴν Νέα Ἐποχὴ, τὴν Ἐποχὴ τοῦ Ὑδροχόου, μία χρυσῆ ἐποχὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ Χριστιανισμὸς θὰ τεθῇ στὸ περιθώριο τῆς Ἱστορίας, θὰ ἔλθουν νέες ἀλήθειες, θὰ τὶς φέρῃ ὁ «μεσσίας» ἢ Χριστὸς τῆς Νέας Ἐποχῆς, δηλαδή, ὁ Ἀντίχριστος. Καὶ μόνον αὐτά, βέβαια, ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταλάβῃ κᾀνεὶς ὅτι ἡ λεγομένη Νέα Ἐποχὴ εἶναι ἀντίθετος καὶ ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστι μας. Τί εἶναι ἡ «Νέα Ἐποχή». Εἶναι ἕνα «ἀόρατο δίκτυο» παραθρησκευτικῶν ὀργανώσεων σ' ὅλο τὸν κόσμο. Ὀργανώσεις ἰνδουιστικές, βουδιστικές, γκουρουϊστικές, νεογνωστικές, ψυχολατρεῖες, «θετικὴ σκέψι», μασονία, θεοσοφία, νεοειδωλολατρία, νεοσατανισμός, μαγεία, ἀστρολογία, ὑπνωτισμός, πνευματισμός, σουφισμός, «ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες» (ὁμοιοπαθητική, βελονισμὸς κ.ἄ.), «πολεμικὲς τέχνες τῆς Ἀνατολῆς» κ.ἄ. Τὸν σκληρὸ πυρῆνα τῆς Νέας Ἐποχῆς ἀποτελοῦν ὁλοκληρωτικοῦ χαρακτῆρος ὁμάδες, ποὺ ἀποκρύπτουν τοὺς πραγματικούς των σκοποὺς καὶ δροῦν πίσω ἀπὸ ἕνα παραπλανητικὸ προσωπεῖο. Ὄλες αὐτὲς τὶς Ὀργανώσεις ἑνώνουν οἱ κοινοὶ στόχοι καὶ ἡ κοινὴ ἀντἰληψι γιὰ τὸν θεό, τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο, τὴν ὁποία ἀντλοῦν ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες καὶ τὸν ἀποκρυφισμό. Τί πιστεύει ἡ «Νέα Ἐποχή». Βασικὰ στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας τῆς Νέας Ἐποχῆς εἶναι ἡ πίστι σὲ ἀπρόσωπο θεό, στὸν «νόμο» τοῦ κάρμα καὶ τῶν μετενσαρκώσεων, καὶ στὴν δυνατότητα τῆς μετεξελίξεως τοῦ ἀνθρώπου σὲ κατ' οὐσίαν θεὸ μὲ τὶς δικές του μόνο δυνάμεις καὶ μὲ τὴν βοήθεια καὶ χρῆσι τοῦ «διαλογισμοῦ» (ὅπως ἡ γιόγκα). Κεντρικὴ θέσι στὴν διδασκαλία τῆς Νέας Ἐποχῆς ἔχει ὁ ἀπόλυτος πανθεϊστικὸς μονισμὸς («Ἕν τὸ πᾶν» τῆς θεοσοφίας – «ὁλιστικὸ μοντέλο»). Πιστεύουν, ἐπίσης, ὅτι μέσα μας ἔχουμε «ἀπόκρυφες δυνάμεις», καὶ ὅτι ἡ Γῆ εἶναι ἐμψυχωμένη («Γαῖα»). Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπιδράσεις τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν (βουδισμοῦ - ἰνδουισμοῦ) μέσῳ τῆς Μασονίας καὶ τῆς Θεοσοφίας. Τὸ μήνυμά τους συνοψίζεται στὸ μεγάλο ἐωσφορικὸ ψέμα, ὅτι, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴν φύσιν του θεὸς καὶ δὲν χρειάζεται τὸν Θεὸ γιὰ νὰ σωθῇ. Τὰ μηνύματα τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ κυρίως τὸ τρίπτυχο: σεξ, βία καὶ ἐξοικείωσι μὲ τὴν μαγεία καὶ τὸ δαιμονικὸ στοιχεῖο, διοχετεύονται κυρίως ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε., τὴν μουσικὴ (κυρίως ῥὸκ), τὶς λεγόμενες πολεμικὲς τέχνες τῆς Ἀνατολῆς, τὶς λεγόμενες ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες, τὰ «παιδικά» παιχνίδια κ.ἄ. Ἡ Νέα Ἐποχὴ καλλιεργεῖ τὴν σύγχυσι, χρησιμοποιῶντας ὅρους ὅπως Χριστός, προσευχή, ἀγάπη, ἐλευθερία, μὲ ἄλλο νόημα ὅμως, καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς ἀντίστροφο αὐτοῦ ποὺ δίνουμε ἐμεὶς οἱ χριστιανοὶ σ' αὐτὲς τὶς λέξεις. Στόχοι τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Αὐτοί ποὺ κατευθύνουν τὴν κίνησι τῆς Νέας Ἐποχῆς ἔχουν δύο βασικοὺς στόχους: 1) Τὴν ἐγκαθιδρύσι μιᾶς Νέας Τάξεως Πραγμάτων σὲ πολιτικοοικονομικὸ ἐπίπεδο, μὲ κατάληξι τὴν ἐπιβολὴ μιᾶς παγκοσμίου κυβερνήσεως μὲ ἐπικεφαλῆς ἕνα παγκόσμιο κυβερνήτη (δικτάτορα), τὸν ἀναμενόμενο ἀπὸ αὐτοὺς «μεσσία» τῆς Νέας Ἐποχῆς. 2) Τὴν ἐγκαθίδρυσι μιᾶς Νέας Τάξεως Πραγμάτων σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο. Δηλαδὴ, τὴν δημιουργία μιᾶς νέας παγκοσμίου θρησκείας ἢ πανθρησκείας, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν συνένωσι ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν. Γι' αὐτὸ καὶ βλέπουμε νὰ βάζουν ὅλες τὶς θρησκεῖες νὰ συζητοῦν μεταξύ των γιὰ νὰ βροῦν αὐτὰ ποὺ τὶς «ἑνώνουν» (Διαχριστιανικὸς καὶ Διαθρησκειακὸς συγκρητισμός). Καταλαβαίνει κᾀνεὶς εὔκολα ὅτι πρόκειται γιὰ μία δαιμονικὴ ἐπιδίωξι. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει κατηγορηματικῶς: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή». (Ἰω. 14, 6). Ἀντιθέτως, ἡ Νέα Ἐποχὴ ὑποστηρίζει ὅτι ὅλοι οἱ δρόμοι, ὄλες αἱ θρησκεῖες, ὁδηγοῦν στὴν Ἀλήθεια. Ὅσοι ὑποστηρίζουν -ὅπως π.χ. ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι- ὅτι μόνον ἡ δική τους πίστι εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ σῴζει τὸν ἄνθρωπον, αὐτοὶ θεωροῦνται «κολλημένοι στὴν παλιὰ ἐποχή», θεωροῦνται ἐχθροὶ τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ συκοφαντοῦνται ὡς φανατικοί, μισαλλόδοξοι, ῥατσιστές, φονταμενταλιστὲς κ.ο.κ. Ὁ Χριστὸς -λένε οἱ κήρυκες τῆς Νέας Ἐποχῆς - ἤταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μύστες καὶ διδασκάλους τῆς ἀνθρωπότητας. Ἤταν ἔνας ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὶς δικές του δυνάμεις ἀνέβηκε ψηλά. Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε παραπάνω, φαίνεται καθαρὰ ὁ ἀντιχριστιανικὸς χαρακτῆρας τῆς Νέας Ἐποχῆς. Φαίνεται, ἐπίσης, ὅτι ὁ βασικὸς στόχος τῆς Νέας Ἐποχῆς εἶναι ἡ παγκόσμιος κυριαρχία. Αὐτὸς ἤταν καὶ εἶναι ὁ βασικὸς στόχος καὶ τὸ σχέδιο τῶν λεγομένων μυστικῶν ἐταιρειῶν, ὅπως ἡ μασονία, ἡ Θεοσοφία, οἱ Ἰλουμμινάτοι («πεφωτισμένοι»), καὶ «λεσχῶν» ὅπως ἡ Τριμερὴς Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Λέσχη Μπίλντεμπερκ. Αὐτὸς ὁ ἴδιος στόχος, ἡ παγκόσμιος δηλαδὴ κυριαρχία, ἀποτελεῖ ὄνειρο τοῦ σιωνισμοῦ. Οἱ σιωνιστὲς Ἑβραῖοι περιμένουν

ἀκόμη τὸν μεσσία. Τὸν περιμένουν ὡς ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ τὴν παγκόσμια πολιτικοοικονομικὴ ἐπικράτησι. Γιὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν οἱ παραπάνω στόχοι, κρίνουν οἱ σχεδιαστὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἕνα σύστημα ἀπολύτου ἐλέγχου στὴν παγκόσμιο οἰκονομία, τὸ ἐμπόριο, τὴν διατροφή. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιδιώκει ἡ πολυσυζητημένη παγκοσμιοποίησι, καὶ ὄχι τὴν μεγιστοποίησι τῆς εὐημερίας, ὅπως διαφημίζουν οἱ προπαγανδιστές της. Γιὰ νὰ γίνῃ ὁ κόσμος ἀπολύτως ἐλεγχόμενος, σχεδιάζεται ἡ κατάργησι τοῦ γνωστοῦ μας χρήματος καὶ ἡ καθιέρωσι τοῦ λεγομένου πλαστικοῦ χρήματος μέσῳ τῶν καρτῶν. Γιὰ νὰ ἐλεγχθοῦν καὶ κατασταλοῦν αἱ ἀντιδράσεις ποὺ ἀναμένονται, προωθεῖται ἕνα καθεστὼς παγκοσμίου ἀστυνομικοῦ ἐλέγχου μέσῳ τῶν ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων καὶ τοῦ ἠλεκτρονικοῦ φακελλώματος. Ἐδῶ ἐντάσσεται καὶ ἡ Συμφωνία Σένγκεν καὶ ὁ νόμος 2472/97 γιὰ τὴν δῆθεν «προστασία τοῦ ἀτόμου ἀπὸ τὴν ἐπεξεργασία δεδομένων προσωπικοῦ χαρακτῆρα». Περιορίζεται, μὲ στόχο τὴν παντελῆ ἐξαφάνισι, ἡ προσωπικὴ ζωὴ καὶ ἐλευθερία. Ἐφιαλτικὰ σενάρια μιᾶς κοινωνίας ἐλεγχομένων ἀνθρώπων ῥομπότ, σὰν αὐτή ποὺ περιγράφει ὁ Ὄργουελ στὸ γνωστὸ βιβλίο του «1984», ἀποτελοῦν σταθερὴ ἐπιδίωξι τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Τὰ πάντα ὑπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν καθοδήγησι τοῦ «Μεγάλου Ἀδελφοῦ». Ἡ Τακτικὴ τῆς «Νέας Ἐποχῆς». 1) Ἡ Νέα Ἐποχὴ γιὰ νὰ ἐπικρατήσῃ σὲ πολιτικοοικονομικὸ ἐπίπεδο, χρησιμοποιεῖ κυρίως δύο τρόπους: α) Ἀφ' ἑνὸς δρᾷ ὡς ὁδοστρωτήρας ποὺ ἰσοπεδώνει γλῶσσες, πολιτισμούς, παραδόσεις, ἐθνικὲς ἰδιαιτερότητες, προωθῶντας τὸν ἐξαμερικανισμὸ τῶν ἐθνῶν, μὲ τὴν ἔννοια τῆς υἱοθετήσεως τῶν ὑποπροϊόντων τοῦ «ἀμερικανικοῦ τρόπου ζωῆς». Προωθεῖ τὴν ὑποταγὴ τῶν ἐθνῶν, θέτοντας οὐσιαστικὰ τέλος στὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ λαϊκὴ κυριαρχία. Ἤδη τὰ ἐθνικὰ κέντρα ἐξουσίας δὲν ἐλέγχουν πλήρως τὴν οἰκονομικὴ πολιτική. Εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ προσαρμόζωνται στὶς ἐπιταγὲς ἄλλων διεθνῶν κέντρων. Στὸ πολιτικὸ ἐπίπεδο ὑπονομεύονται πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ ἐξασθενεῖ ἡ ἰσχύς, τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀποτελεσματικότητά τους. β) Ἀφ' ἑτέρου, ἡ Νέα Ἐποχὴ καλλιεργεῖ καὶ ὀξύνει τὶς ἐθνικὲς ἀντιπαραθέσεις. (Διαίρει καὶ βασίλευε). Τὰ δικαιώματα τῶν πραγματικῶν ἢ, συνηθέστερα, κατασκευασμένων «μειονοτήτων» (ἐθνικῶν καὶ θρησκευτικῶν), εἶναι ὁ μοχλὸς γιὰ τὴν ἀνατροπὴ τῆς παλαιᾶς καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσι τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Δόγμα τοῦ νέου ΝΑΤΟ εἶναι ὅτι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία μπορεῖ νὰ παραβιάζεται (ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ) ὁπουδήποτε στὴν γῆ κρίνει αὐτὸ ὅτι παραβιάζονται δικαιώματα μειονοτήτων! 2) Ἡ Νέα Ἐποχὴ γιὰ νὰ ἐπικρατήσῃ σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο, γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὴν δαιμονική της πανθρησκεία, ὑποστηρίζει ὅτι τάχα ὄλες αἱ θρησκεῖες εἶναι τὸ ἴδιο, καὶ ἐπιδιώκει νὰ διαβρώσῃ, νὰ ἁλώσῃ δηλαδὴ ἐκ τῶν ἔνδον, τὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεθνῶς, ἀφοῦ καὶ αἱ ὑπόλοιπες «Ἐκκλησίες» ἢ θρησκεῖες, λίγο-πολὺ εἶναι μέσα στὸ παιχνίδι τῆς Νέας Ἐποχῆς , καὶ μάλιστα μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν πάπα, ἐπίδοξο θρησκευτικὸ πλανητάρχη. Οἱ νεοεποχίτες καλλιεργῶντας τὴν σύγχυσι -πλανῶντες καὶ πλανώμενοι- συνήθως παρουσιάζονται καὶ ὡς χριστιανοί! Συγχρόνως, σταδιακῶς, κατασυκοφαντοῦν τὴν Ἁγία Γραφή. Στόχος τους δὲν εἶναι νὰ ἀδειάσουν αἱ ἐκκλησίες, ἀλλὰ νὰ γεμίσουν μὲ ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἔχουν ἀλλοιωμένο φρόνημα! Παραλλήλως, διοχετεύονται μέσῳ τῆς διαφημίσεως τέτοια πρότυπα ποὺ τείνουν νὰ μεταβάλουν τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνα ὂν τοῦ ὁποίου «ἡ ζωὴ καὶ ἡ κίνησι θὰ περιωρίζεται, ὅπως ἐλέχθη, μεταξὺ δύο συσκευῶν· τῆς τηλεοράσεως καὶ τοῦ ψυγείου. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐλέγχεται καὶ κατευθύνεται ὅλος ὁ κόσμος»! («Χριστιανικὴ Σπίθα», φ. 543, Ἰούλιος 1977). Συμπεράσματα. Ἡ λεγομένη Νέα Ἐποχὴ δὲν εἶναι καθόλου νέα. Εἶναι τὸ ἀρχαῖο ἐωσφορικὸ ψέμα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴν φύσιν του θεός. Εἶναι ἡ παλαιὰ ἐπιδίωξι τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, τῶν «μυστικῶν ἑταιρειῶν» γιὰ παγκόσμια κυριαρχία. Ἡ Νέα Ἐποχὴ δὲν ἀποτελεῖ πηγαία καὶ ἐνδογενῆ ἀναζήτησι τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κοινωνιῶν. Σχεδιάζεται καὶ ἐπιβάλλεται ἔξωθεν. Ἡ στάσι τῶν Χριστιανῶν. Σ' ὅλα αὐτὰ τὰ σκοτεινὰ καὶ ἐπικίνδυνα σχέδια, γιὰ ἐπιβολὴ μιᾶς Νέας Τάξεως Πραγμάτων καὶ μιᾶς Παγκοσμιοποιήσεως χωρὶς Χριστὸν καὶ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἔχουμε νὰ ἀντιτάξωμε τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ. Στὴν ψευδῆ καὶ ἑωσφορικὴν ὑπόσχεσι τῆς αὐτοθεώσεως, ἔχουμε νὰ ἀντιπροτείνωμε τὴν ἀληθινὴ -κατὰ χάριν- θέωσι, στὴν ὁποίαν καλούμεθα ἀπὸ τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν, σὲ κοινωνίαν ἀγάπης μὲ Αὐτὸν καὶ ὑπακοῆς στὸ πανάγιο θέλημά Του. Ὄλες αὐτές τὶς κοσμογονικὲς ἀλλαγές, αἱ ὁποῖες μεθοδευμένως καὶ ὄχι τυχαίως γίνονται γύρω μας, πρέπει νὰ τὶς δοῦμε μὲ τὴν «καλὴν ἀνησυχία». Καὶ «νὰ μὴν κοιμώμαστε μὲ τὰ τσαρούχια», τὴν στιγμὴ ποὺ καὶ κοσμικοὶ ἄνθρωποι ἀρχίζουν πλέον νὰ ξυπνοῦν καὶ νὰ συνειδητοποιοῦν τί σημαῖνει στὴν πραγματικότητα ἡ παγκοσμιοποίησι. Ἡ καλὴ ἀνησυχία πρέπει νὰ ἐκφράζεται ὡς πνευματικὴ ἐπαγρύπνησι, ὡς ἔντασι τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μετανοίας. Ἀλλὰ καὶ ὡς παρέμβασι, ὅπου καὶ ὅταν χρειασθῇ καὶ μᾶς καλέσῃ ἡ Ἐκκλησία. Ἔτσι θὰ μπορέσωμε νὰ βοηθήσωμε καὶ ὅσους ἀνθρώπους ἀπὸ ἄγνοια παγιδεύτηκαν στὸ μεγάλο ψέμμα τῆς Νέας Ἐποχῆς. (Σημείωσις Ε. Τ.) Τὴν ἀληθινὴν καὶ σωτήριον παγκοσμιοποίησιν ἔφερεν ὁ Χριστὸς, ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ μόνος Σωτὴρ τῶν ἀνθρώπων, ὅστις τὴν κακὴν ὁμόνοιαν τῶν οἰκοδομούντων τὸν πύργον τῆς Βαβὲλ πρότερον διέλυσε διὰ τῆς συγχύσεως τῶν γλωσσῶν καὶ κατὰ τὴν Πεντηκοστὴν εἰς ἑνότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἐκάλεσε πάντα τὰ ἔθνη. Ταύτην τὴν παγκοσμιοποίησιν δεχόμεθα, διότι εἶναι τοῦ Χριστοῦ, πᾶσαν δὲ ἄλλην βδελυσσόμεθα καὶ ἀποῤῥίπτομεν, διότι εἶναι τοῦ ἐχθροῦ τῶν ἀνθρώπων διαβόλου καὶ τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ ἀντιχρίστου, ὁδηγούσα εἰς κόλασιν αἰώνιον.

ΠΕΡΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Σπύρου Ἐνῶ «ἡ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» εἰς τὸ «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» ἐχαρακτηρίσθη ἁρμοδίως ὡς «τερατώδης καὶ καταλυτικὴ τῆς ὀρθοδόξου κανονικῆς τάξεως καὶ Ἱερᾶς Παραδόσεως», ὡς «μῖξις ἄμικτος καὶ τέρας ἀλλόκοτον» καὶ ὅτι αὐτὴ «συνιστᾷ τὴν μεγίστην παγίδα τοῦ Ἀντικειμένου ἐν τῇ Ἱστορίᾳ τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πρὸς διάβρωσιν καὶ ἀποσύνθεσιν τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας» (Κ. Μουρατίδου), ἐν τούτοις, αἱ «Κορυφαί» τῆς Ὀρθοδοξίας θεωροῦν τὸν Οἰκουμενισμὸν «ὡς θεάρεστον καὶ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ κίνησιν διὰ τὴν Ἕνωσιν πάντων τῶν βαπτισθέντων εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ δεχομένων τὴν ὅλην καθολικὴν καὶ σωστικὴν ἀλήθειαν τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας» (περιοδικὸν «Ἐπίσκεψις», ἀρ. 445), παρὰ τὰς γνωματεύσεις κορυφαίων καθηγητῶν, ὅτι «ὁ Οἰκουμενισμὸς δεν εἶναι αἵρεσις καὶ παναίρεσις ὡς συνήθως χαρακτηρίζεται· εἶναι κάτι πολὺ χειρότερον τῆς παναιρέσεως»· «ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ὑπέρβασις, ἀμνήστευσις, παραθεώρησις, διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν, νομιμοποίησις καὶ δικαίωσις τῶν αἱρέσεων. Εἶναι ἡ ἑτεροδοξία παρηλλαγμένη καὶ μεταμεμορφωμένη, ἥτις ἐπιζητεῖ ἁρμονικῶς νὰ συνυπάρχῃ μετὰ τῆς καθολικότητος»· «ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐν τῷ ἱερῷ χώρῳ τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι νόσος πρὸς θάνατον» (Ἀνδρέου Θεοδώρου). […] Ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς τηρουμένης προδοτικῆς σιγῆς, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἀγαστῆς συμφωνίας καὶ ἐνόχου συστοιχίας καὶ ἕνεκα τῆς συνεχιζομένης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῆς Ἑλλαδικῆς Ἱεραρχίας, μετὰ ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν καὶ παραγόντων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τουθ’ ὅπερ ἐστὶ «πρακτική» ἀποδοχὴ τῆς αἱρέσεως ταύτης, ἐνίσταμαι διὰ τοῦ κανονικοῦ μέτρου τῆς ἀποτειχίσεώς μου ἐξ αὐτῆς. Ἐὰν «πρακτικῶς» ἡ ἀποδοχὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐκ μέρους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἱεραρχίας, γίνεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ διὰ τῆς συνεχιζομένης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἡ «θεωρητικὴ ἀποδοχὴ αὐτῆς, μαρτυρεῖται καὶ ἐμπεριέχεται ἀδιαμφησβητήτως εἰς τὸ Διάγγελμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «Πρὸς τάς ἀπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» τοῦ 1920. Διὰ τῆς πιστῆς δὲ καὶ ἀδιαμαρτυρήτου ἐφαρμογῆς τούτου, ὑπὸ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἱεραρχίας σήμερον διὰ τῆς ὡς ἄνω κοινωνίας, διακυβεύεται ἀφεύκτως ἡ ὀρθόδοξος ἰδιότης αὐτῆς. Ἵνα ἐκτιμηθῇ δὲ δεόντως ἡ σοβαρότης τοῦ προκειμένου ζητήματος «Πίστεως», ἀνάγκη ὧδε νὰ σημειωθῇ, ὅτι τὸ Διάγγελμα τοῦτο, ὅπερ καὶ «ὁ μέγας χάρτης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας» χαρακτηρίζεται, κρίνεται ἀφ’ ἑαυτοῦ ὡς κακόδοξον καὶ βλάσφημον διὰ τὴν καθόλου Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἐπὶ πλέον δὲ ψευδὲς καὶ ἀπατηλόν, καθ’ ὅτι, τοῦτο ἐπὶ τῆς αἱρετικῆς τῶν Οἰκουμενιστῶν «θεωρίας τῶν κλάδων»» πάντοτε βασιζόμενον, ἀποτελεῖ καταφανεστάτην ἄρνησιν «τῆς καθόλου περὶ Ἐκκλησίας ὀρθοδόξου ἐννοίας … ὡς ἀναιροῦσαν προσέτι καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ θετικὸν περιεχόμενον τῆς ὑπερφυσικῆς Ἀποκαλύψεως…, καὶ ἀφοῦ… ἡ… ἀλήθεια εἶναι μία, διαφυλαττομένη ἐν τῇ μία Ἐκκλησίᾳ, εἶναι ἀδιανόητος ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως ἡ παραδοχὴ πλειόνων «Ἐκκλησιῶν», διεκδικουσῶν τὴν μίαν ἀλήθειαν, ἢ ἡ διαίρεσις τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας εἰς πλείονας «κλάδους»… ὡς ἐάν… τὸ ἓν ἀδιαίρετον σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἦτο δυνατὸν νὰ διαιρεθῇ» (Ι. Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, 1973). […] Τὸ «πρῶτον πρακτικὸν βῆμα» ἐφαρμογῆς τῆς Πατριαρχικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920, ἦτο ἡ πραγματοποίησις τῆς πρώτης ὑποδείξεως τῆς ἐν λόγῳ Ἐγκυκλίου, δηλαδὴ «ἡ παραδοχὴ ἑνιαίου ἡμερολογίου πρὸς ταυτόχρονον ἐορτασμὸν τῶν μεγάλων ἑορτῶν ὑπὸ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν», διὰ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ ἐορτολογικὴ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν! Ταῦτα «τὰ σοφὰ κακουργήματα» τοῦ «ἀμφιβόλου κύρους» ἐν Κωνσταντινουπόλει λεγομένου Πανορθοδόξου Συνεδρίου τοῦ 1923, τοῦ προσαρμόσαντος τὸ ἀπ’ αἰώνων ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καθιερωθὲν ἐορτολόγιον, ὡς πρὸς τάς ἀκινήτους ἑορτάς, ὑπὸ μορφὴν «διορθώσεως», εἰς τὸ παπικὸν ἡμερολόγιον! Οὕτω διεσπάσθη (καταστροφὴ γνωρίσματος) ἡ ἑνότης τῶν ἐπὶ μέρους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐν τῇ ὁμοιοχρόνῳ ἐκδηλώσει τῆς θείας Λατρείας, οὐχὶ «μία τάξει», κατὰ τὰ κανονικῶς ἐντελλόμενα, νῦν ἐπιτελουμένης, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἐπιδιωχθέντα ἀπ’ ἀρχῆς ὑπὸ τῶν γεννητόρων τῆς καινοτομίας σκοπόν. Ἐν προκειμένῳ, ἐπρόκειτο περὶ ἐξεγερθείσης αἱρέσεως κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἔσωθεν Αὐτῆς, λαμβανούσης μορφὴν καλῆς κατ’ ἄνθρωπον ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας, ἐπιβαλλομένης δῆθεν ἐκκλησιαστικῆς μεταῤῥυθμίσεως καὶ ἐπαινετῆς κατὰ κόσμον συγχρονισμένης θρησκευτικῆς προσπαθείας, διὰ τῆς ὁποίας, μὲ τὴν πρόφασιν μιᾶς ἀκριβεστέρας χρονομετρικῆς ἀκριβείας, εἰς τὴν οὐσίαν ἐκ κακοδόξου διαθέσεως ἑνώσεως μετὰ τῶν αἱρετικῶν τῆς δύσεως, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τῇ συνεργασία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, κατέλυεν αἰωνόβιον τάξιν ἐν τῷ ἱερῷ θεσμῷ τῆς Λατρείας ἐπὶ πανορθοδόξου πεδίου «καὶ μηδενὸς ἐκκλησιαστικοῦ λόγου συνωθοῦντος» Τὸ πραξικόπημα τοῦτο ἐτολμήθη ἐπὶ καταφρονήσει τῶν Συνόδων τοῦ 1583, 1587 καὶ τοῦ 1593, αἱ ὁποῖαι ἐπανειλλημένως «εἶχον ἀφορίσει πάντας ὅσους θὰ ἐδέχοντο τὴν γρηγοριανὴν μεταρρύθμισιν». […] Καιρός, λοιπόν, τοῦ ποιῆσαι τὸ θέλημα Κυρίου, ὡς τοῦτο ὁρίζεται διὰ τοῦ ΛΑ΄ Κανόνος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τοῦ ΙΕ΄ τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, περὶ χωρισμοῦ καὶ διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τοῦ πεπτωκότος Πατριάρχου καὶ τῶν σῦν αὐτῷ. Ἐξ Ἐπιστολῆς Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρὸς τὴν Ἱερὰν Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὅρους (2007) Πανοσιολογιώτατοι, ἐπιθυμοῦμεν ὅπως διὰ τῆς παρούσης ἐκφράσωμεν καθηκόντως τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ὅλον τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος θέματος τῆς διώξεως ἐναντίον μιᾶς ἐκ τῶν Κυριάρχων ἐνταῦθα εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἐσφιγμένου, θέμα σχετιζόμενον ἄμεσα καὶ μὲ τὴν ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως. Εἴμεθα, χάριτι Θεοῦ, οἱ συνεχισταὶ τῆς Ὁμολογίας τῶν παλαιῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς ἀθέσμου εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, διέκοψαν διὰ λόγους Ὀρθοδόξου συνειδήσεως τὴν πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν ἀκολουθησάντων τὸ νέον Παπικὸν ἑορτολόγιον, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1924 καὶ ἑξῆς. Οἱ περισσότεροι Ἁγιορεῖται Πατέρες τοῦ καιροῦ ἐκείνου διέκριναν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἐορτολογίου, ἐκτὸς τοῦ φανεροῦ γεγονότος ὅτι διέσπασε τὴν ἐπὶ 1600 ἔτη ἑνότητα τοῦ συνεορτασμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων

Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ Δόγμα, εἶχεν ἐπίσης ὡς μυστικὸν (μυστικὸν ἀκόμη, καθ’ ὅτι δὲν εἶχεν δημοσιευθῆ τότε ἡ αἱρετικὴ ἐγκύκλιος τοῦ 1920) καὶ ἀπώτερον σκοπόν της τὸν συνεορτασμὸν μὲ τοὺς αἱρετικούς, διὸ καὶ ἀποτελεῖ τὴν θεμελίωσιν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἄλλωστε ἀποδεικνύει ἀναντίῤῥητα καὶ ἡ πολὺ ἀργότερον δημοσιευθεῖσα γνωστὴ Οἰκουμενιστικὴ Ἐγκύκλιος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1920. […] Τὰ τελευταῖα θλιβερὰ γεγονότα, ἤτοι ἡ πρόσκλησις καὶ συμμετοχὴ τοῦ Πάπα εἰς τὴν θρονικὴν ἑορτὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (2006), ὡς καὶ αἱ ἀνταλλαγαὶ ἐπισκέψεων τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Βατικανὸν καὶ τοὺς ἀμετανοήτους Παπικούς, ἐν συνδυασμῷ μὲ πλῆθος ἄλλων – γνωστῶν τοῖς πᾶσι – ἐκτροπῶν περὶ τὴν Πίστιν, ἔχουν ἀφυπνίσει μὲν δικαίως πολλοὺς ἀγωνιῶντας ἀδελφοὺς καὶ Πατέρας, ἔχουν δὲ δικαιώσει πλήρως ἐνώπιον παντὸς ἐχέφρονος τοὺς Ἐσφιγμενίτας Πατέρας καὶ ἅπαντας τοὺς Ἁγιορείτας Ζηλωτάς. Τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἐνισταμένων Ἀκαινοτόμητοι καὶ Ἀποτείχισις Οἱ εὐσεβεῖς Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀπεστράφησαν τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ ἐκράτησαν μὲ εὐλάβειαν τὸ Πάτριον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον καλοῦνται Ἀντί-οἰκουμενισταὶ καὶ Ἀκαινοτόμητοι· αὐτοὶ δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς Οἰκουμενιστὰς καὶ Νεοημερολογίτας ποιμένας στὴν καταστροφική τους πορεία καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ἐκκλησιαστικὴν σχέσιν μὲ αὐτούς, δηλαδὴ ἔχουν ἀποτειχισθῇ ἀπὸ τοὺς Νεωτεριστάς. Μὲ τὴν στάσι τους αὐτὴ δὲν προεκάλεσαν Σχίσμα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὑπάκουσαν στοὺς Ἁγίους Πατέρας καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἐπαινοῦν καὶ μακαρίζουν ὅσους ἀποτειχίζονται, δηλαδὴ χωρίζονται ἀπὸ καινοτόμους ποιμένας γιὰ λόγους δογματικούς, ὅταν αὐτοὶ κηρύσσουν δημοσίως κακοδοξίες καὶ αἱρέσεις. Σχίσμα ἔχουμε μόνον στὴν περίπτωσι ποὺ ἕνα μέρος τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ διακόπτουν σχέσι καὶ κοινωνία μὲ τοὺς κανονικοὺς Ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας «ἀναιτίως» καὶ «ἀνευλόγως», μὲ τὴν πρόφασι «ζητημάτων ἰασίμων» ἢ παραπτωμάτων τῶν ἀρχιερέων. Ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέῤῥευσε ἡ Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία τοῦ 1924, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀσήμαντο πρᾶγμα καὶ «ζήτημα ἰάσιμο», ἐφόσον πολὺ ἔγκυρα ἔχει χαρακτηρισθῇ ὡς «κάτι πολὺ χειρότερον τῆς παναιρέσεως» καὶ ὡς «νόσος πρὸς θάνατον», ὡς «ὁ πλέον ἀπαίσιος συγκρητισμός» καὶ «χεῖρον πάσης αἱρέσεως» καὶ ὡς «ἀνήκουστος προδοσία» (χαρακτηρισμοὶ ὑπὸ τῶν: Ἀνδρέα Θεοδώρου, Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς). Ἐπομένως, ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸ Πάτριον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον καὶ εἶναι ἀντί-οἰκουμενισταί, ὄχι μόνον δὲν εἶναι Σχισματικοί, ἀλλὰ συγκροτοῦν τὸ Ἀκαινοτόμητον Πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποτειχισθῃ ἀπὸ τοὺς Νεωτεριστὰς καὶ ἐνίσταται, δηλαδὴ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν εἰρήνευσι καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιαφορῶντας για τοὺς διωγμοὺς καὶ τὶς συκοφαντίες ἐναντίον τους. Πρέπει νὰ γίνη πλήρως κατανοητόν, ὅτι εἶναι τελείως διαφορετικὰ πράγματα τὸ Σχίσμα, ποὺ δὲν συγχωρεῖται οὔτε μὲ αἷμα μαρτυρίου, καὶ ἡ Ἀποτείχισις, ἡ ὁποία εἶναι σωτήριος καὶ ἀξία «τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις». Ἱερᾶς Συνόδου Γ.Ο.Χ. Τοῖς λέγουσι ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὑπάρχουσα ὡς Ἐκκλησία πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς καὶ καταστᾶσα σῶμα Χριστοῦ κατὰ τὴν Ἐπιδημίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὴν Ἁγίαν Πεντηκοστήν, ἐξέλιπεν ἐκ τοῦ κόσμου, ὡς κατατμηθεῖσα εἰς πολλοὺς κλάδους, ἕκαστος τῶν ὁποίων κατέχει μέρος τῆς ἀποκαλειφθήσης Ἀληθείας καὶ χάριν μυστηρίων, καθ’ ἃ οἱ καινοφανεῖς οἰκουμενισταὶ διδάσκουσι, δι’ ὃ καὶ πρέπει αὕτη νὰ ἐπανιδρυθῇ ἐκ νέου ἐξ’ ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων, διὰ τῆς συνενώσεως πάντων τῶν κλάδων εἰς ἑνιαῖον δένδρον, ἤτοι διὰ τῆς ἀφομοιώσεως εἰς ἓν ὅλον πασῶν τῶν αἱρέσεων, σχισμάτων μετὰ τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ πασῶν αὐτῶν μετὰ τῶν ἄλλων θρησκειῶν, πρὸς ἀπαρτισμὸν μιᾶς πανθρησκείας, ἡ ὁποία οὕτω θὰ ἀποτελῇ τὴν «ἐκκλησίαν» τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀνάθεμα. Ἐξ ἀνοικτῆς ἐπιστολῆς Ἁγιορειτῶν Πατέρων (κοινωνούντων μετὰ τοῦ Πατριάρχου) πρὸς τοὺς καθηγουμένους καὶ τοὺς ἁγίους ἀντιπροσώπους τῶν εἴκοσι Ἱερῶν Μονῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὅρους Ἀθω […] Ὀργίσθηκε ὁ οὐρανός, καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ τὸ θέαμα καὶ τὸ ἄκουσμα ὅσων ἔλαβαν χώρα στὸ Φανάρι κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὶς 30 Νοεμβρίου τρέχοντος ἔτους (2006 – ἐπίσκεψις Πάπα εἰς Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως). Προσβάλλαμε ὅλους τοὺς Ἁγίους μάρτυρας καὶ ὁμολογητάς, ποὺ ἀγωνίσθηκαν μέχρις αἵματος ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, γιατὶ παρουσιάσαμε ὡς ἀνωφελεῖς καὶ περιττοὺς τοὺς ἀγῶνες, τὰ μαρτύρια καὶ τὴν ὁμολογία τους. Δὲν θὰ λυποῦνται οἱ ἐπὶ Βέκκου μαρτυρήσαντες ὅσιοι Ἁγιορεῖται Πατέρες, ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ μνημονεύσουν τὸν Πάπα, βλέποντας ὄχι μόνον νὰ ἀποῤῥίπτουμε τὸ παράδειγμά τους σιωπῶντας, ἀλλὰ καὶ νὰ κάνουμε τὰ ἀντίθετα; Γιατὶ τότε ἐκεῖνοι καὶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι μάρτυρες καὶ ὁμολογηταὶ ὁμολόγησαν καὶ ἐμαρτύρησαν; […] Πιστεύουμε ὅτι μετὰ ἀπὸ τὶς τόσες ἔγγραφες καὶ προφορικὲς διαμαρτυρίες καὶ ἐνστάσεις, τὶς ὑπαναχωρήσεις, ὀπισθοχωρήσεις καὶ συμβιβασμούς, τὸ μόνο ποὺ θὰ εὐφράνῃ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ θὰ καταισχύνῃ τοὺς κακοδόξους, εἶναι ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν ἁπανταχοῦ συμφωνούντων ἢ σιωπώντων Ἐπισκόπων. Συγκεντρῶστε, ἅγιοι Πατέρες, τοὺς μοναχοὺς τῶν κοινοβίων, τῶν Σκητῶν καὶ τῶν Κελλίων σὲ παμμοναστικὴ ἀγωνιστικὴ σύναξι, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς Ἁγίου Ὅρους, καὶ καθαιρέστε τοὺς πύργους τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀναλάβετε τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς Πίστεως. Ἐμεῖς, ἂν σεῖς ἀπρακτήσετε, θὰ προτιμήσωμε νὰ πράξωμε τὰ θεάρεστα καὶ ὄχι τὰ εὐάρεστα. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φωτίζῃ ὅλους, καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νὰ σκέπῃ καὶ νὰ εὐλογῇ τὸ Περιβολι της· νὰ

προστατεύουν τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀπὸ Θεοτοκομάχους καὶ ἁγιομάχους αἱρετικούς, ὡς καὶ ἀπὸ δειλοὺς ποιμένες, ποὺ ἀφήνουν τὴν ποίμνην ἀπροστάτευτον στὶς ἐπιθέσεις τῶν λύκων. Ὑπὸ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν κοινωνούντων μετὰ τῶν ἐξ’ ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν Ὑπόμνημα περὶ Οἰκουμενισμοῦ Ὁ διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισμὸς καλπάζει. Δὲν μένει εἰς τὰ ὅρια ἑνὸς φιλοσοφικοῦ ἢ κοινωνικοῦ διαλόγου. Προχωρεῖ εἰς θεολογικὸν ἐπίπεδον, καὶ προσπαθεῖ νὰ εὔρη κοινὰ σημεῖα πίστεως μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων. Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τάς βασικὰς διαφοράς. Διακηρύσσει ὅτι καὶ εἰς τάς λοιπὰς θρησκείας καὶ μάλιστα τὰς μονοθεϊστικάς, ὑπάρχει σωτηρία. Οὕτως ἀνατρέπει τὴν θεμελιώδη χριστιανικὴ πίστιν, ὅτι «οὔκ ἐστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία»… Ὁ διαθρησκειακὸς συγκρητισμὸς σχετικοποιεῖ τὴν εὐαγγελικὴν ἀλήθειαν. Προχωρεῖ ἀκόμη οὗτος καὶ εἰς τὸ λατρευτικὸν ἐπίπεδον. Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχαι ἢ καὶ Πρωθιεράρχαι συμμετέχουν εἰς πανθρησκειακὰς ἐκδηλώσεις ὡς τῆς Ἀσσίζης ἢ εἰς κοινὰς συμπροσευχὰς καὶ δοξολογίας μεθ’ ἑτεροδόξων καὶ ἐτεροθρήσκων, καὶ δὴ Ἰουδαίων καὶ Μουσουλμάνων. Διερωτᾶται τις, ποῖον Θεὸν δοξολογοῦν;… Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκήρυττον εἰς τάς Συναγωγάς, ἀλλὰ Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον Ἐσταυρωμένον, διὸ καὶ ἠκολούθουν διωγμοί, φυλακίσεις, βασανιστήρια καὶ θάνατοι…» Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνοῦ Ἡ ἐλευθερία μας περιορίζεται ἐπικίνδυνα καὶ ἐντελλόμεθα νὰ ἐνεργοῦμε καὶ πορευόμεθα «τοῖς ‘κείνων ῥήμασι πειθόμενοι» καὶ μὲ βάσι τὴν χαραγμένη ἀπὸ δεκαετίες τώρα «γραμμή». Διαφορετικά, δὲν θὰ ἔχουμε «εὐρωπαϊκὸ πρόσωπο» καὶ δὲν θὰ χωρᾶμε ὡς ἐλεύθεροι συνεταίροι μέσα στὴν Εὐρώπη. Εἶναι ἑτοίμη ἡ Ἐκκλησιαστική μας Ἡγεσία νὰ ἀντισταθῇ, προτιμῶντας τὸν «ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἐν Εὐρώπῃ θησαυρῶν»(παράβ. Ἑβρ. 11, 26), ὅταν πρόκειται, μάλιστα, καὶ γιὰ πραγματικοὺς θησαυροὺς εὐρωπαικῶν κονδυλίων; Εἶναι πρόθυμη καὶ ἑτοίμη ἡ Ἐκκλησία μας, ἂν χρειασθῇ, νὰ προκρίνῃ τὶς κατακόμβες; Εὔχομαι νὰ εἶναι! Ἂν καὶ θὰ τὸ δείξῃ γρήγορα. Ἂν ὅμως δὲν εἶναι, τότε σημαίνει ὅτι ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸ εὐσεβὲς πλήρωμα, ποὺ μένει πιστὸ στὴν παράδοσι τῶν Ἁγίων του, καὶ τὸ προδίδει. Συνηθίσαμε νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν ὑπακοὴ ὡς ὑψίστη ἀρετὴ τοῦ ἀσκουμένου ὀρθοδόξου. Καὶ εἶναι αὐτὸ πράγματι παγία πράξι τῶν Ἁγίων μας. Ἂν ὅμως πάντα ἡ «ὑπακοή» ἴσχυε «ἐν οἷς ἐντολὴ Θεοῦ οὐκ ἐμποδίζεται», κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο (P.G. 31, 860), τώρα μόνο ἡ ἀνυπακοὴ σὲ ἀντορθόδοξες ἐντολὲς σῴζει! (ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας) Τὸ τί θὰ γίνῃ… κοιτάξτε, πολλοὶ ἀντιδροῦν, πολλοὶ εἶναι σκεπτικοί, μὴ νομίζετε· κοχλάζει ἕνα ἠφαίστειο. Καὶ αὐτὸ ποὺ εἴπατε, Σύνοδοι ὑπάρχουν, ἡ Πρωτοδευτέρα, 15ος κανών, μᾶς λέει «ἀποτείχισις». Ἐπειδὴ φθάσαμε σὲ μία τραγικότητα καὶ μεῖς, περιμένουμε τὴν καθαίρεσι. Ἂν καὶ τώρα (κατὰ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Πάπα στὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο, 2006) τὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο συγκρατήθηκε λίγο καὶ δὲν προχώρησε, ἀπ’ ὅ,τι εἴδα, παραπάνω, διότι ὑπάρχουν καὶ ἀποτειχίσεις. Μπορεῖ νὰ δῇς ἔξαφνα 5000 κληρικοὺς νὰ παύσουν τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου […] Θά μοῦ πῆτε: ἀπειλῶ; Δὲν ἀπειλῶ κανένα, ἀλλὰ ἐκεῖ πάμε. Κάποια στιγμὴ θὰ φθάσουμε ἐκεῖ πέρα, ἂν συνεχισθῇ, ὅπως συνεχίζεται. Τί περιμένουμε ἄλλο; Φθάσαμε στὴν ψευδένωσι… Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση (ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας) Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς προβληματιζόμαστε μήπως πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε τὸν 15ο κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, καὶ νὰ προχωρήσουμε στὴν «ἀποτείχισι», στὴν διακοπὴ δηλαδὴ τοῦ μνημοσύνου ὅσων θεωροῦν ὡς Ἐκκλησίαν τὸν Παπισμὸν καὶ δὲν ἀποκηρύσσουν τὴν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, συμπροσευχόμενοι ἀκόμη καὶ κοινωνοῦντες ἐν τοῖς μυστηρίοις μὲ παπικοὺς καὶ προτεστάντας. Αὐτὸ δὲν εἶναι σχίσμα, ἂν τὸ κάνουμε, ὅπως θέλουν νὰ τὸ παρουσιάζουν μερικοὶ ἀθεολόγητοι διαστροφεῖς τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ἐπαινετὴ πρᾶξι, ποὺ προφυλάσσει ἀπὸ τὸ σχίσμα, τὸ ὁποῖο προκαλοῦν οἱ παπόφρονες καὶ οἱ οἰκουμενισταί… Ἀφοῦ εἶναι πρᾶξις ἐπαινετὴ καὶ ὄχι σχίσμα, γιατὶ νὰ μὴ προχωροῦν οἱ ἀνησυχοῦντες στὴν ἀποτείχισι; Ἡ δικαιολογία ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀπαραιτήτως ὀμαδικῶς καὶ ὠργανωμένως μᾶλλον δὲν εὐσταθεῖ. Ἐπὶ Βέκκου ἄλλοι ἐμαρτύρησαν καὶ ἄλλοι προσεκύνησαν τοὺς λατινόφρονας. Ἄρα δὲν εἶχον ἀποτειχισθῆ ἅπαντες, καὶ οἱ ἀποτειχισθέντες δὲν ἀνέμενον τοὺς μὴ ἀποτειχισθέντας διὰ νὰ προχωρήσουν ὅλοι μαζὶ στὴν ἀποτείχισι. Ὲὰν τὸ ἔπραττον μᾶλλον δὲν θὰ εἴχαμε τοὺς ἁγίους μάρτυρας. Ἐξάλλου, εἰς τὸν χῶρον τῶν ἀνησυχούντων κοινωνούντων μετὰ τῶν οἰκουμενιστῶν ὑπάρχουν ἐμφανεῖς διαφοροποιήσεις καὶ διαφωνίες. Ἄλλοι κατηγοροῦν τοὺς παλαιοημερολογίτας, ἄλλοι τοὺς ἐπαινοῦν ἢ τοὐλάχιστον διάκεινται θετικῶς πρὸς αὐτούς. Ἄλλοι ὁμιλοῦν περὶ ἀποτειχίσεως, καὶ ἄλλοι, ἀντιθέτως, ἀποῤῥίπτουν μετᾶ βδελυγμίας τέτοιο ἐνδεχόμενο, πειθόμενοι σὲ φωνὲς ὅπως «ἄχρι καιροῦ» ἢ «ἀγῶνας ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας». Σημειωθήτω δὲ ὅτι τὸ «ἄχρι καιροῦ» δὲν σημαῖνει «οὐδέποτε». Περί τοῦ «ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας», ἐπισημαίνεται ὡραιώτατα ὅτι ἡ ἀποτείχισις δὲν εἶναι σχίσμα, ἆρα ὁ ἀποτειχιζόμενος δὲν εὑρίσκεται «ἐκτὸς Ἐκκλησίας». Ὅσοι, λοιπὸν, προχωρήσουν σὲ ἀποτείχισι, ἂς μὴ ἀναμένουν ὁπωσδήποτε ἑνότητα καὶ ὁμόνοια μεταξύ των. Τότε μάλιστα θὰ κατανοηθῇ πόσον δύσκολον ἦτο νὰ διατηρηθῇ ἡ ἑνότης μεταξύ τῶν ἤδη ἀποτειχισθέντων «παλαιοημερολογιτῶν». Ζοῦμε, ἐξάλλου, εἰς τὰ «ἐσχατα τῶν ἐσχάτων» (κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο), ὅπου εψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν καὶ εξέλιπαν ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ προσευχή μετὰ πόνου καὶ δακρύων.

Παναγιώτου Σημάτη, καθηγητοῦ μ. ἐ. Τὸν τελευταῖο καιρὸ συζητεῖται (εἰς τοὺς κόλπους τῶν ἀνησυχούντων νεοημερολογιτῶν) ἔντονα τὸ ἐνδεχόμενο αὐτό: δηλαδή, διακοπὴ τῆς μνημόνευσης Ἐπισκόπων καὶ τῆς ἀποτείχισης ἀπὸ αὐτούς. Ἤδη κάποιοι ἱερωμένοι καὶ πιστοί, σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδος, ἔκαναν τὴν ἀρχή, διακόπτοντες τὴν μνημόνευση Πατριάρχου καὶ Ἐπισκόπων καὶ καταγγέλοντας τὴν Οἰκουμενιστικὴ δράση καὶ συμπεριφορά τους, ποὺ καλύπτεται κάτω ἀπὸ τὸν ὑπουλότερο στὴν ἱστορία θρησκευτικὸ συγκρητισμό. Αὐτὸς ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀντιστρατεύεται καὶ ἐξουδετερώνει τὴν Οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἐξομοίωση τῆς Ὀρθοδοξίας μας μὲ τὶς ἀλλόκοτες κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσαντισμοῦ. Ἐσχάτως - 2010 - ο κ. Παναγιώτης ἀπετειχίσθη. Τοῦ εὐχόμεθα καλοὺς ἀγῶνες, ἐν ταπεινώσει καὶ μακρὰν ἀπὸ ἔριδες καὶ ἀπὸ κατηγορίες, μάλιστα ἐναντίον τῶν ἤδη ἀποτειχισθέντων καὶ ἐπὶ δεκαετίες κατατρεγμένων καὶ διωκομένων «Παλαιοημερολογιτῶν». Οἱ κατηγορίες δὲν ὠφελοῦν. Ἄς σκύψωμε τὴν κεφαλὴ, ἂς σιωπήσωμε, ἂς προσευχηθοῦμε καὶ θὰ εἶναι εὐκολωτέρα ἡ κατὰ Θεὸν προσέγγισι τῶν ἀποτειχισθέντων ἀγωνιζομένων χριστιανῶν πρὸς δόξαν Θεοῦ. Μελενικιώτου (βλ. «Ὀρθόδοξον Τύπον», 25 Σεπτ. 2009) Οἱ ἀπόψεις διίστανται μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς ὅσων ὑποστηρίζουν τὴν ἀπόλυτη ἰσχὺ τοῦ ἱεροῦ κανόνος (15 τῆς ΑΒ΄ Συνόδου), ὅτι δηλαδὴ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ διακόψωμε τὴν μυστηριακὴ κοινωνία μὲ τὸν Ἐπίσκοπό μας, ἂν προωθεῖ αἵρεσι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅσων ὑποστηρίζουν τὴ δυνητικὴ ἰσχὺ τοῦ Κανόνος, ὅτι δηλαδὴ ἐπιτρέπεται μέν, εἶναι δυνατή, αὐτὴ ἡ διακοπὴ κοινωνίας, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιβάλλεται (συγχωρέστε μας, ἀλλὰ ποιὸς ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἁγίους, ἑρμηνευτὲς καὶ κανονολόγους διενοήθη νὰ διατυπώσῃ ὅτι ἕνας τέτοιος κανὼν, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν διαφύλαξιν τῆς Πίστεώς μας, εἶναι δυνητικὸς ὡς πρὸς τὴν εφαρμογήν του;). Δὲν θὰ εἰσέλθουμε ἀκόμη στὸ θέμα αὐτό. Πάντως, ἀκόμη καὶ στὴ δεύτερη περίπτωσι, ἡ Ἐκκλησία ἐπαινεῖ τὴ διακοπὴ κοινωνίας, δηλαδὴ τὸν ἔξω-ἐκκλησιασμὸ τοῦ αἱρετίζοντος Ἐπισκόπου ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιό του, πρᾶγμα ποὺ σημαῖνει τί; Ὅτι οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι καὶ πρὸ Συνοδικῆς ἀποφάσεως, ὡς ἐπικίνδυνοι, τίθενται ἐκτὸς τῆς Προσκομιδῆς καὶ θείας Λειτουργίας τῶν Ὀρθοδόξων, ἄρα καὶ «οὐσιαστικῶς» ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἂς σημειώσωμε ἐδῶ ὅτι εἶναι, ἴσως, ἀκριβέστερο νὰ λέγωμε ὅτι οἱ οἰκουμενισταὶ εἶναι «ἐκτὸς σωτηρίας», δηλαδὴ ὅτι ἐὰν δὲν μετανοήσουν δὲν σώζονται (λέγομε «ἴσως», καθ’ ὅτι τὸ ἂν εἶναι «ἐκτὸς Ἐκκλησίας» εἶναι ἕνα πολὺ λεπτὸ ἐκκλησιολογικὸ-δογματικὸ ζήτημα, ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέρα πατερικὴ γνῶσι καὶ πολὺ ταπείνωσι καὶ ἀγάπη, καὶ δυστυχῶς ἔχει προκαλέσῃ πολλὲς ἔριδες). Εἶναι «ἔνοχοι», καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομε «δικαίωμα ἅμα καὶ χρέος» νὰ ἀποτειχιζώμεθα ἀπὸ αυτούς, ἀλλὰ εἶναι ἀκόμη «ὑπόδικοι», ἄρα εἶναι «δυνάμει» «ἐκτὸς Ἐκκλησίας». Πρέπει νὰ γίνῃ «συνοδικὴ διάγνωσις» (ὅρα κάτωθι τὸν ιε΄ τῆς ΑΒ΄)· θὰ τοὺς κρίνῃ, λοιπόν, τὸ ἁρμόδιον ἐκκλησιαστικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἐν προκειμένῳ, ἕνεκα τῆς κρισιμότητος τοῦ ζητήματος, θὰ εἶναι μία ἐνδεχομένη Οἰκουμενική, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, Σύνοδος. Τότε ἀκριβῶς θὰ κριθῇ ἁρμοδίως ποῖος θὰ τεθῇ «ἐκτὸς Ἐκκλησίας» («ἀναθεματισμός»), ποῖος θὰ καθαιρεθῇ, ποῖος θὰ παυθῇ, ποῖος θὰ γίνη δεκτὸς μὲ βάπτισμα, μὲ μύρον, μὲ λίβελλον κατὰ τῆς αἱρέσεως ἢ καὶ ἄνευ τιμωρίας. Τότε, δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία, ἐν συνόλῳ, θὰ ἀποφασίσῃ πότε θὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἀκρίβειαν καὶ πότε τὴν οἰκονομίαν (ὅπως π.χ. συνέβη εἰς τὴν β΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον – ὅρα ζ΄ κανόνα), λαμβάνουσα ὑπόψιν τὰς περιστάσεις καὶ τὴν βαθυτέραν προαίρεσιν ἐνδεχομένως ἀκόμη καὶ κάποιων οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινωνούντων μετ’ αὐτῶν (ὅρα σχετικῶς καὶ τὴν β΄ κανονικὴν Ἐπιστολὴν τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου εἰς τὸ Ἱερὸν Πηδάλιον). Διακοπὴ μνημοσύνου ὑπὸ ἁγίων πατέρων πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως Κηρύττονται σήμερον αἱρέσεις δημοσίᾳ ὑπὸ χειλέων Πατριαρχῶν, Ἐπισκόπων καὶ ἄλλων, καλουμένων ὀρθοδόξων; Οὐχὶ μόνον κηρύττονται, ἀλλὰ ἀναγνωρίζονται καὶ ἐπιβάλλονται δι’ ἐπισήμων ἀποφάσεων τῶν ἁπανταχοῦ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν ταγῶν. Τί ἐπιβάλλουν οἱ ἱεροὶ κανόνες τῶν ἁγίων Συνόδων καὶ τί ἔπραττον οἱ ἅγιοι πατέρες εἰς ἀναλόγους περιστάσεις; Κανὼν ΙΕ΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου: «…Οἱ γὰρ δι’ αἵρεσίν τινα παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τὴν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ ἐκκλησίαις διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, άλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γὰρ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι». Ἑρμηνεία ὑπὸ ἁγίου Νικοδήμου (ὅρα Ἱερὸν Πηδἀλιον): «… Ἐάν δὲ οἱ ῥηθέντες πρόεδροι εἶναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παῤῥησίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσις περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, όχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν». (Ὁ δὲ Σέρβος Κανονολόγος Ἐπίσκοπος Μίλας σημειοῖ:

«…τότε οἱ ὑποτασσόμενοι αὐτῷ κέκτηνται δικαίωμα ἅμα καὶ χρέος νὰ ἀποσχοινισθῶσι πάραυτα - ἀμέσως ἐκείνων…». Ὅρα καὶ ΛΑ΄ κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Α. Κατόπιν ἀποφάσεως τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου (379), ἐστάλη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἐκεῖ ὀρθοδόξων, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν Βασιλεύουσαν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος δὲν ἐμνημόνευε τὸν Πατριάρχην Δημόφιλον, καθ’ ὅτι ἦτο ἀρειανόφρων. Ὅταν μετὰ ἀπὸ δύο ἔτη συνεκροτήθη ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (381), ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν Ἄρειον καὶ τὰς αἱρέσεις του, ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησε τὸν ἅγιον Γρηγόριον, ἀλλὰ τὸν ἐξέλεξε καὶ Πρόεδρον τῆς Συνόδου. Β. Ὅταν τὸ 428 ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ αἱρετικός (μονοφυσίτης) Νεστόριος, οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοὶ ἔπαυον ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον νὰ τὸν μνημονεύουν εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λαὸς ἀπεχώρει ἀπὸ τὰς ἐκκλησίας εἰς τὰς ὁποίας ἐμνημονεύετο τὸ ὄνομά του, κραυγάζων· «βασιλέα ἔχομεν, ἐπίσκοπον οὐκ ἔχομεν». Ὁ τότε πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἅγιος Κύριλλος, εἰς ἐπιστολάς του πρὸς τὸν κλῆρον τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρώτρυνεν εἰς ἀγῶνα καὶ διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου τοῦ Νεστορίου. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο τρία ἔτη πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν Νεστόριον καὶ ἐδικαίωσε τὴν στᾶσιν τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι εἶχον διακόψει κάθε κοινωνίαν μαζί του. Γ. Ἕβδομος αἰών, Κωνσταντινούπολις. Ἐμφάνισις τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Ὅλοι οἱ Πατριάρχαι εἶχον δεχθῆ τὴν αἵρεσιν ταύτην. Τὴν ὀρθὴν πίστιν διεφύλαξαν δύο μοναχοί: ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ Σωφρόνιος, μετέπειτα Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος διέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν αἱρετικῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλως (οὔτε εἶχεν ἐπικοινωνίαν μὲ ἄλλο Πατριαρχεῖον), διὰ τοῦτο καὶ ἐδιώχθη ἀπηνῶς. Τὸν ἀνεθεμάτισαν, τοῦ ἀπέκοψαν τὴν δεξιὰν χεῖρα καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὸν ἐξώρισαν εἰς τὸν Καύκασον, εἰς ἡλικίαν 80 ἐτῶν. Ὅλα αὐτά δὲ συνέβησαν εἴκοσι ἔτη τοὐλάχιστον πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (680) (δηλαδὴ δεκαοκτὼ ἔτη μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἁγίου Μαξίμου, 662), ἡ οποία ἐδικαίωσε τὸν ἀγῶνα τοῦ ἁγίου Μαξίμου καὶ κατεδίκασε πέντε Πατριάρχας. Δ. Πρώτη φάσις Εἰκονομαχίας (754-787). Ἠγωνίσθη τότε μετά ζήλου ὁ μέγας πατήρ καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Οἱ αἱρετικοὶ εἰκονομάχοι τοῦ ἀπέκοψαν τὴν δεξιὰν χεῖρα (ἡ ὁποία ἀποκατεστάθη θαυματουργικῶς), ἡ δὲ Εἰκονομαχικὴ Σύνοδος τοῦ 754 τὸν ἀνεθεμάτισε («Μανσούρ τῷ κακωνύμῳ καὶ σαρακηνόφρονι, ἀνάθεμα […] Τῷ τῆς ἀσεβείας διδασκάλῳ καὶ παρερμηνευτῇ τῆς θείας γραφῆς, ἀνάθεμα», Ε.Π.Ε. 1, 12). Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (787), ἡ ὁποία συνεκλήθη 33 ἔτη μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου (754) τὸν ἐδικαίωσε πανηγυρικῶς, ἐξαπέλυσε δὲ φρικτὰ ἀναθέματα κατὰ τῶν εἰκονομάχων καὶ ὅλων τῶν αἱρετικῶν (ὅρα Συνοδικὸν Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας). Ε. Δευτέρα φάσις Εἰκονομαχίας (813-843). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (759-826), ὁ ἄκαμπτος αὐτὸς μαχητής ὑπὲρ τῆς αληθείας, διέκοψε τὸ μνημόσυνον Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως τρεῖς φοράς (αἱ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν διὰ ἕνα παράνομον γάμον). Ἐκακοποιήθη δεινῶς ὑπὸ τῶν εἰκονομάχων, καθῃρέθη, ἀνεθεματίσθη καὶ ἐξωρίσθη. Ὅλα δὲ αὐτὰ μετὰ ἀπὸ δύο εἰκονομαχικὰς Συνόδους, 754 καὶ 815, ἐνῶ ἕνα μέρος τῶν ἀγώνων τοῦ ἁγίου ἦτο πρὸ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787). Ἐκοιμήθη τὸ 826, δηλαδὴ 17 ἔτη πρό τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας (843). ΣΤ. Σύνοδος τῆς Λυών (1274). Ἀπεφασίσθη ἡ ἕνωσις τῆς ψευδοεκκλησίας τοῦ Πάπα μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἄνευ μετανοίας καὶ ἀποπτύσεως τῶν πονηρῶν δογμάτων τοῦ παπισμοῦ. Κλῆρος καὶ λαός ἀντέδρασαν ἐντόνως. Ἁγιορεῖται πατέρες ἔστειλαν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγον τὸν Ἀζυμίτην, μνημειώδη ὁμολογιακὴν ἐπιστολήν καὶ εἰς τὴν συνέχειαν διέκοψαν τὸ μνημόσυνον τοῦ Λατινόφρονος Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου. Τὸ 1280 κατέφθασαν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος Αὐτοκράτωρ καὶ Πατριάρχης μὲ λατινόφρονας καὶ στρατόν, ἀποφασισμένοι νὰ ἐπιβάλουν τὸ μνημόσυνον διά τῆς βίας (τότε ὡμίλησεν θαυματουργικῶς ἡ εἰκὼν τῆς Παναγίας τοῦ «Ἀκαθίστου» εἰς τὴν Μονὴν Ζωγράφου, λέγουσα πρὸς ὅσιον γέροντα, «ἐπλησίασαν οἱ ἐχθροὶ ἐμοῦ τε καὶ τοῦ Υἱοῦ μου»). Λαυριῶται καὶ Ξηροποταμηνοὶ συνελειτούργησαν μετὰ τῶν λατινοφρόνων καὶ ἔλαβον τὴν δικαίαν παρὰ τοῦ Θεοῦ τιμωρίαν. Ὅσοι πατέρες ἔμειναν σταθεροὶ ἐμαρτύρησαν, ἄλλοι διὰ πνιγμοῦ, ἄλλοι διὰ πυρὸς, ἄλλοι διὰ ξίφους καὶ ἄλλοι διὰ ἀγχόνης. Ἑορτάζονται δὲ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν ὡς Ὁσιομάρτυρες (Ἰβηρῖται - 13 Μαΐου, Ζωγραφῖται - 22 Σεπτεμβρίου, Βατοπεδινοί - 4 Ἰανουαρίου, Καρεῶται - 5 Δεκεμβρίου). Ὅλα δὲ αὐτά συνέβησαν 6 ἔτη μετὰ τὴν ψευδοσύνοδον τῆς Λυών καὶ 4 πρὸ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1284), διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκηρύχθη ἡ ψευδένωσις τῆς Λυών καὶ καθηρέθη ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Βέκκος. Ζ. Ἡσυχαστικὴ ἔρις, 14ος αἰών. Ὁ παπικὸς μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, κατέφθασεν εἰς τὴν Ἀνατολήν ὑποδυόμενος τὸν ζηλωτὴν Ὀρθόδοξον. Διέδωσε τὰ σαθρὰ δόγματα τοῦ παπισμοῦ, προκαλῶν σύγχυσιν καὶ χλευάζων τοὺς ὀρθοδόξους. Κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς Συνόδου τοῦ 1341 καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Δύσιν. Τὰς αἱρετικὰς ὅμως πλάνας του ἠσπάσθησαν διάφοροι λόγιοι τοῦ Βυζαντίου (Ἀκίνδυνος, Γρηγορᾶς), καθὼς καὶ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, ὡς καὶ αὐτός ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Καλέκας. Ἡ ἀποδοχή τῶν παπικῶν πλανῶν ἀπὸ τὸν Πατριάρχην ὡδήγησε τὸν ἅγιον Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, τὸν στῦλον τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου. Ὡς ἐκ τούτου ἀνεθεματίσθη καὶ ἐνεκλείσθη εἰς τὴν φυλακὴν τῶν ἀνακτόρων ἐπὶ τετραετίαν

περίπου (1343-1347). Αἱ Ὀρθόδοξοι, ὅμως, Σύνοδοι τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καὶ 1351, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται (καὶ εὐλόγως) ὑπὸ πολλῶν Οἰκουμενικαί, ἐδικαίωσαν τοὺς ὑπὲρ πίστεως ἀγῶνας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Ἐξελέγη δὲ καὶ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Τὸ ἐλεεινὸν ἀνάθεμα κατὰ τοῦ προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας, ἁγίου Γρηγορίου, ἔχει ὡς ἀκολούθως: «τὸν Παλαμᾶν καὶ τοὺς ὁμόφρονας αὐτῷ…, τολμήσαντας ἀκανονίστως καὶ ἀκρίτως ἀποκόψαι τὸ μνημόσυνόν μου, ἀπὸ τῆς ζῳαρχικῆς καὶ Ἁγίας Τριάδος, δεσμῷ καθυποβάλλομεν, καὶ τῷ ἀναθέματι παραπέμπομεν…» Ἰωάννης, ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης (P. G. 150, 863D, 864A). Η. Ψευδοσύνοδος Φεῤῥάρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Ἀπεφασίσθη ἐκ νέου ἡ ἕνωσις, τύπου Λυών, τῆς ψευδοεκκλησίας τοῦ Πάπα μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὡς γνωστόν, ὁ μόνος μὴ ὑπογράψας τὴν ἕνωσιν ἦτο ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, Ἐπίσκοπος Ἐφέσου (1392-1444), ὁ ὁποῖος καὶ διέκοψε τὸ μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως καὶ δὲν συνελειτούργει πλέον μὲ τοὺς ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἕνωσιν. Ἐπὶ πλέον, ἀφῆκε προθανάτιον ὑποθήκην, ὅπως μὴ γίνουν δεκτοὶ ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἕνωσιν ἐπίσκοποι, οὔτε μετὰ θάνατον, οὔτε εἰς τὴν κηδείαν αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὸ μνημόσυνόν του, ἀπὸ τιμὴν δῆθεν πρὸς αὐτόν. Περὶ τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν Λατινοφρόνων ἐπισκόπων, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἐκραύγαζε: «Ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ (τοῦ πατριάρχου) καὶ μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ, μήτε μνημονεύειν αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλὰ λύκον καὶ μισθωτὸν ἡγεῖσθαι» [Πρέπει νὰ ἀποφεύγητε μὲ κάθε τρόπον τὴν κοινωνίαν τοῦ (λατινόφρονος) Πατριάρχου καὶ μήτε νὰ συλλειτουργῆτε, μήτε νὰ τὸν μνημονεύητε, μήτε νὰ τὸν θεωρῆτε ἀρχιερέα, ἀλλὰ λύκον καὶ μισθωτόν (P.G. 160, 1097)]. Ὅλα δὲ αὐτὰ μετὰ τὴν ψευδοσύνοδον τῆς Φεῤῥάρας-Φλωρεντίας καὶ πρὸ τῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1450, ἡ ὁποία ἐδικαίωσε τοὺς ὑπὲρ ἀληθείας ἀγῶνας τοῦ ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου (Μ. Γεδεών, Πατριαρχικοὶ Πίνακες, σελ 467). Θ. Ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς τελευτῆς τοῦ οἰκουμενιστοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Ἀθηναγόρου (1972), διέκοψαν τὸ μνημόσυνόν του πολλαὶ ἁγιορειτικαὶ Μοναὶ καὶ τρεῖς Βορειοελλαδῖται Ἐπίσκοποι, χωρίς νὰ τιμωρηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὁ δὲ μακαριστὸς Σέρβος ἱερομόναχος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, καθηγητῆς Δογματικῆς, «διέκοψε πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν» μετὰ τοῦ πατριάρχου Σερβίας Γερμανοῦ (ὅρα «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ. 144). Ὡς καταδεικνύεται ἐκ τῶν ὡς ἄνω, ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ὀρθοδόξους ἡ διακοπὴ μνημοσύνου τῶν κακοδόξων Πατριαρχῶν καὶ Ἐπισκόπων, καθ’ ὅτι εἶναι σύμφωνος γνώμη τῶν ἁγίων Πατέρων (consensus patrum), οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας λα΄ ἀποστολικὸν καὶ ιε΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Τὸ ὡς ἄνω κείμενον ἀποτελεῖ - τροποποιηθέν - μέρος τῆς ἀξιολόγου ἐργασίας τοῦ καθηγητοῦ (μ. ἐ.) κ. Παναγιώτου Ἡλιοπούλου (ἔλαβε γνώσι τῆς τροποποιήσεως). Εὐχαριστοῦμεν τοὺς ἱερεῖς, ἱερομονάχους, μοναχοὺς, καθηγητὰς (μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς) καὶ λοιποὺς ἀδελφοὺς, πατρίου καὶ νέου ἑορτολογίου, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν κόπον νὰ μελετήσουν τὸ ὡς ἄνω («Διακοπή μνημοσύνου…»)· οὐσιαστικῶς δὲν εἶχαν οὐδεμία διαφωνία.

ΠΕΡΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΛΩΜΑΤΟΣ
Ἐξ ἀνοικτῆς ἐπιστολῆς (1986) τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἐσφιγμένου Ἂν οἱ κίνδυνοι τῆς θεσμοθετήσεως τοῦ ἠλεκτρονικοῦ «φακελλώματος» - ἐγκαίρως ἐπισημασμέναι ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῶν χωρῶν Γαλλίας, Γερμανίας καὶ Σουηδίας, αἱ ὁποῖαι τελικῶς ἠρνήθησαν τὴν κωδικοποίησιν τῆς προσωπικότητός των διὰ τῶν νέων ταυτοτήτων - συνοψίζονται εἰς τὴν ἀπειλὴν ἑνὸς μελλοντικοῦ Δικτάτορος ἔχοντος ἀπεριόριστον δυνατότητα, ἐξουσίαν καὶ ἔλεγχον, πηγάζουσαν ἐκ τοῦ ἠλεκτρονικοῦ «φακελλώματος» τῶν ὑπηκόων του, διερωτᾶται πᾶς ἐχέφρων πόσον σοβαρῶς πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀνησυχῶμεν, βάσει τῶν διεθνῶν ἀβυσσαλέων σχεδίων τῶν Σιωνιστῶν, ὅτι διὰ τῶν ἠλεκτρονικῶν διασυνδέσεων τῶν ἠλεκτρονικῶν ἀρχείων ὅλων τῶν χωρῶν, προετοιμάζεται ἡ ἐνθρόνισις τοῦ Παγκοσμίου Δικτάτορος Ἀντιχρίστου, μὲ ὅλα τὰ ὀδυνηρὰ ἐπακόλουθα, συμφώνως πρὸς τάς Θείας Γραφάς, διὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁπότε ὀφείλομεν νὰ ἀντιστρατευθῶμεν ἀνυποχωρήτως καὶ σθεναρῶς εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἠλεκτρονικοῦ «φακελλώματος», διότι προοιονίζει τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐπικράτησιν καὶ δραστηριοποίησιν τοῦ θηρίου τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἱ. Μοναὶ Ἁγίων Μετεώρων ΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙ Ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου στὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία καὶ παράδοσι, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν πνευματικότητα καὶ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσίν» Του, γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἐδώρισε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἀγαθά, τὸ ἀγαθὸ τῆς ἐλευθερίας. Τὸ

αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐλευθέρα προαίρεσί του στὶς ἐπιλογὲς καὶ τὶς πράξεις του τὸν καθιστᾷ κύριο κριτὴ τῶν ἀποφάσεών του καὶ ὑπεύθυνο τῆς σωτηρίας του. Ἡ ἴδια αὐτὴ ἐλευθερία, στὴν κακή της χρήσι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὴν διαστροφὴ καὶ τὴν παραποιήσί της. Ὁ πνευματικὸς ἐφησυχασμός, ἡ ἐκκοσμίκευσι, ἡ χαλάρωσι τῶν ἠθῶν, ἡ ἄμβλυνσι τῆς συνειδήσεως, διαβρώνουν τὴν πνευματικὴ ὑπόστασι τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπιφέρουν τὴν ψυχική του νέκρωσι. Ὁ καταναλωτισμός, οἱ τεχνικὲς εὐκολίες, ἡ αὐτάρκεια ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ πρόοδο καὶ εὐημερία εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς συγχρόνου κοινωνίας. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἐπιλέξῃ τὸν τρόπο τῆς χρήσεως καὶ τῆς οἰκειοποιήσεώς τους. Ἡ ἐπιλογή του αὐτὴ εἶναι ποὺ τελικῶς θὰ κρίνῃ τὴν διαφύλαξι τῆς γνησιότητός του ἢ τὴν δέσμευσί του στὶς ἀλλοτριωτικὲς μεθόδους τῶν καιρῶν μας. Δὲν εἶναι τυχαία ἄλλωστε καὶ ἡ ὁλοένα αὐξανομένη προσπάθεια ἐξασφαλίσεως καὶ διευκολύνσεως τοῦ συστήματος γιὰ τὴν παροχὴ αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν. Οἰκονομικὲς συνεργασίες, συσχετισμοί, συνθῆκες, ὅλα ἀποβλέπουν τελικῶς στὴν ἐδραίωσι ἑνὸς καθεστῶτος εὐμαρείας καὶ εὐδαιμονίας, χωρὶς πνευματικότητα. Στὰ πλαίσια αὐτά, ἡ Συνθήκη τοῦ Σένγκεν ὁρίζει τοὺς κανόνες λειτουργίας τῆς Ἡνωμένης Εὐρώπης χωρὶς σύνορα καὶ ἐπιβάλλει μὲ ὁλοκληρωτικὸ καὶ ἀπόλυτο τρόπο μία πανίσχυρο οἰκονομικὴ αὐτοκρατορία μὲ ὀλέθριες ἐπιπτώσεις. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «μωσαϊκὸ» ἀνθρώπων, θρησκειῶν, γλωσσῶν καὶ πολιτισμῶν, ποὺ συστεγάζονται στὴν Ἐνωμένη Πανευρώπη, σκληραίνουν οἱ ὄροι αὐτοσυντηρήσεως καὶ αὐτοπροσδιορισμοῦ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν λαῶν. Θὰ περίμενε, λοιπόν, κανεὶς μία ἀνάλογο φροντίδα γιὰ τὴν καλλιέργεια ἑνὸς κλίματος ποὺ νὰ εὐνοεῖ τὴν ἐλευθέρα καὶ ἐνσυνείδητο παρουσία τοῦ κάθε προσώπου στὸ εὐρωπαικὸ ὑπερσύνολο. Οἱ προσπάθειες καὶ οἱ ἀντιδράσεις τῶν κυβερνήσεων, θὰ πρέπῃ νὰ συντείνουν στὴν δημιουργία τῶν προϋποθέσεων γιὰ τὴν διασφάλισι τῶν ἰδιαιτεροτήτων καὶ τῶν διαφοροποιήσεων τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ τοῦ κάθε λαοῦ. Ἀντὶ γιὰ αὐτὸ, ὅμως, συναντοῦμε μία ὁλοένα αὐξανομένη προσπάθεια ἐξομοιώσεως καὶ περιορισμοῦ. Τὰ ἔθνη καθοδηγοῦνται σὲ «ἀναγκαίες» πολιτικές, οἱ λαοὶ ὑποβαθμίζονται σὲ παρατηρητὲς καὶ παραλῆπτες τῶν ἀποφάσεων καὶ οἱ ἄνθρωποι συνθλίβονται μέσα σὲ ἕνα καθεστὼς ἰσοπεδώσεως καὶ ὁλοκληρωτισμοῦ. Ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸν ἀτομικισμὸ καὶ τὴν ὁμαδοποίησι. Ἡ ἴδια ἡ Συνθήκη τοῦ Σένγκεν προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο στὴν τακτικὴ αὐτή. Γιὰ τὴν ἐκτέλεσι τῶν ἀποφάσεων, οἱ πολίτες ἀντιμετωπίζονται ὡς ἀντικείμενα μὲ προκαθορισμένη καὶ ἐλεγχομένη τὴν ποιότητα καὶ τὴν χρῆσί τους. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τοῦ ἀναλόγου ἠλεκτρονικοῦ συστήματος πληροφοριῶν, καταργεῖ τὸ πρόσωπο μὲ τὴν ἐπιβαλλομένη ἀριθμοποίησί του. Ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας ἐκμηδενίζεται, καθὼς τὸ σύστημα ἀναγνωρίζει μόνο ἀριθμοὺς καὶ στοιχεῖα. Παύουμε, δηλαδή, νὰ εἴμαστε προσωπικότητες μὲ ἐλευθέρα βούλησι καὶ δράσι καὶ γινόμαστε ἀντικείμενα πληροφοριῶν καὶ ἐκτελεστικὰ ὄργανα ἐντολῶν καὶ ἀπαγορεύσεων. Μὲ ὅλα αὐτὰ γίνεται φανερό, πόσο ξένη καὶ ἀντίθετος εἶναι ἡ Συνθήκη μὲ τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα καὶ διδασκαλία. Ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀξία καὶ τὴν ὑπεροχὴν τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ Συνθήκη τὸν ὑποβιβάζει καὶ τὸν ἀριθμοποιεῖ. Στὸ ὀρθόδοξο βίωμα τὸ θεόσδοτο ἀγαθὸ τῆς ἐλευθερίας καθιστᾷ τὸν ἄνθρωπο κυρίαρχο τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν του, ἐνῶ τὸ ἠλεκτρονικὸ σύστημα τὸν παρακολουθεῖ, τὸν ἐνοχοποιεῖ καὶ τὸν ἐξαναγκάζει σὲ προκαθορισμένες ἀντιλήψεις καὶ συμπεριφορές. Τὸ εὐρωπαικὸ σύστημα ἐξουσίας, μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ προσανατολισμοῦ καὶ τῆς εὐημερίας, ἐπιβάλλει τὴν ἀνθρωπίνη νέκρωσι καὶ τὸν ὁλοκληρωτισμό. Καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας, ἀντιστέκονται καὶ ἀντιδροῦν, ἀναδεικνύοντας τὸ ἀληθινό τους πρόσωπο. Σημεῖα τῶν καιρῶν Στὶς ἡμέρες μας, περισσότερο ἴσως ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἐπαληθεύονται τὰ σημεῖα τῆς Ἀποκαλύψεως, ποὺ χαρακτηρίζουν τὰ ἔσχατα τῆς Ἱστορίας. Τὸ Βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι τὸ τελευταῖο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Γράφτηκε στὸ νησὶ τῆς Πάτμου ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη πρὶν ἀπὸ 1900 χρόνια. Τὰ κύρια χαρακτηριστικά του εἶναι: -Ὁ προφητικὸς λόγος. -Ὁ συμβολικὸς χαρακτῆρας. -Ὁ ἀποκαλυπτικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο γίνονται γνωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ συμβοῦν. Ἡ κεντρικὴ ἰδέα τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Κύριο θέμα του εἶναι ὁ ἀγῶνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ τελικὴ νίκη Της κατὰ τῶν ἀντιθέων δυνάμεων, τῶν δυνάμεων δηλαδὴ τοῦ Ἀντιχρίστου. Σκοπὸς τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ προπαρασκευὴ τῶν πιστῶν ἐν ὅψει τῶν θλίψεων, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἡ παρηγορία τους γιὰ τὴν θετικὴ ἔκβασι τοῦ ἀγῶνος. Τὸ κείμενο τῆς Ἀποκαλύψεως, μιλῶντας γιὰ τὰ ἔσχατα τῆς ἱστορίας, περιγράφει τὴν ἔλευσι καὶ τὴν δράσι τῶν δύο «θηρίων», δηλ. τοῦ Ψευδοπροφήτου καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ τὰ δύο θὰ εἶναι ὑπαρκτὰ πρόσωπα μὲ συγκεκριμένο ῥόλο μέσα στὴν ἱστορία. Ὁ Ἀντίχριστος θὰ ἀσκήσῃ πραγματικὴ ἐξουσία ἐπιβάλλοντας τὴν παγκόσμιο κυριαρχία του. Ὁ Ψευδοπροφήτης, ὁ ὁποῖος θὰ προηγηθῇ, θὰ ἐδραιώσῃ ἕνα κλίμα συγχύσεως, πλάνης, χαλαρώσεως τῶν ἠθῶν καὶ ἀποπροσανατολισμοῦ τῶν πιστῶν ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀξίες. Μὲ τὴν ἀπειλὴ δὲ οἰκονομικοῦ ἀποκλεισμοῦ θὰ ἐπιβάλλῃ τὸ χάραγμα, μὲ τὸν ἀριθμὸ 666, σὲ ὅσους θὰ ἀποδεχθοῦν νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἀντίχριστο. Βλέπουμε, λοιπόν, πὼς τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως μᾶς προειδοποιεῖ σαφῶς γιὰ τὸ πνεῦμα ἀλλοιώσεως καὶ διαβρώσεως, ποὺ θὰ προηγηθῇ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἀντιχρίστου. Οἱ «ἀντίθετες δυνάμεις» ἔργο τους ἔχουν, μὲ τὴν ἐκκοσμίκευσι καὶ τὴν ὑποδούλωσι τῶν πιστῶν στὴν εὐδαιμονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν τεχνικῶν ἀνέσεων, νὰ τοὺς ὁδηγήσουν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, ἐξαρτημένους ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἄλλωστε, ἡ σύγχρονος κοινωνία μας, μὲ τὴν πληθώρα τῶν αἱρέσεων, τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τῆς μαγείας, τῆς σατανολατρείας, παραχωρεῖ ὅλο καὶ περισσότερο ἔδαφος στὸν διάβολο. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα καταρρεύσεως καὶ σήψεως, ἀκούγεται καὶ πάλι ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανοῦ: «ἔξελθε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου, ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς,καὶ ἵνα ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς μὴ λάβητε» (Ἀποκ. 18,4). Ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, μᾶς καλεῖ σὲ ἀντίστασι. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀρνηθοῦμε νὰ «συγκοινωνήσουμε» μὲ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα τῆς «νοητῆς Βαβυλῶνος», τῆς συγχρόνου δηλαδὴ ἀποστασίας.

Ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ εἶναὶ σαφής. Τὸ ἴδιον σαφῆ εἶναι καὶ τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν. Οἱ σύγχρονοι πιστοὶ ἔχουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε μία συγκεκριμένη πρόκλησι καὶ ἀπειλή: τὴν ἀναγραφὴ στὴν ἴδια τὴν ταυτότητα μας, τοῦ ἀριθμοῦ 666, τοῦ δυσωνύμου ἀριθμοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου· στὸ σημεῖο αὐτό, δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ ὑπεκφυγὲς καὶ ἀναδιπλώσεις. Ἢ εἴμαστε μὲ τὸν Χριστὸ ἢ μὲ τὸν Ἀντίχριστο. Καὶ ἡ ἐπιλογή μας αὐτὴ δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι «ἐσωτερική», ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτος καὶ ξεκάθαρη. Στὰ θέματα τῆς πίστεως, καὶ μάλιστα σὲ αὐτά ποὺ σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, δὲν ὑπάρχουν «μέσες λύσεις». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μιλῶντας για τοὺς «χλιαρούς», ἀναφέρει: «μέλλω σὲ ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου». Ἡ λήψι τῆς ταυτοτήτας μὲ τὸν ἀριθμὸ 666 σημαίνει πολιτογράφησί μας στὸ στρατόπεδο τοῦ Σατανᾶ. Καὶ ἡ προσχώρησι στὸν Σατανᾶ εἶναι ἔνας δρόμος χωρὶς ἐπιστροφή. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι κατηγορηματικὴ ἡ ἄρνησί μας νὰ παραλάβουμε τὶς νέες ταυτότητες, ὅποιες συνέπειες καὶ ἂν θὰ πρέπῃ νὰ ὑποστοῦμε. Ἡ ἄρνησί μας γιὰ ὑποταγὴ στὸ κεντρικὸ οἰκονομικὸ σύστημα ἐξουσίας ποὺ δημιουργεῖται θὰ ἔχει ὡς συνέπεια τὸν οἰκονομικό μας ἀποκλεισμό, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τῆς ἰδίας τῆς Ἀποκαλύψεως. Στὶς θλίψεις καὶ στὶς δοκιμασίες, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἄρνησι προσχωρήσεως στὸ στρατόπεδο τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ Κύριος θὰ μᾶς παρηγορήσῃ μὲ τὴν πλουσία Χάρι καὶ Εὐλογία Του. Ὅπως καὶ σὲ ὅλους τοὺς μάρτυρες καὶ ὁμολογητές, ἡ διαρκὴς παρουσίᾳ τοῦ Θεοῦ θὰ στηρίζῃ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν πιστῶν Του χαρίζοντάς τους τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσδοκία τῆς αἰωνίας βασιλείας Του. Ἡ Συνθήκη τοῦ Σένγκεν μὲ τὸν ἄκρατο προστατευτισμό ποὺ ἐπιβάλλει μετατρέπει τὴν Εὐρώπη σὲ ἕνα ἀστυνομικὸ κράτος ἐστηριγμένο στὸν ἔλεγχο καὶ τὴν καχυποψία, χαρακτηρίζοντας καὶ ἐνοχοποιώντας τοὺς πολίτες της καὶ τὶς προθέσεις τους. -Τὸ ἠλεκτρονικὸ σύστημα πληροφοριῶν Σένγκεν καθιστᾷ ἕνα πανίσχυρο κέντρο παροχῆς καὶ ἐπεξεργασίας πληροφοριῶν, ἰκανὸ νὰ ἐπιβάλλῃ καθεστὼς «ἠλεκτρονικῆς δικτατορίας» καὶ σκληροῦ ὁλοκληρωτισμοῦ. -Ἡ δυνατότητα συλλογῆς καὶ ἐπεξεργασίας πληροφοριῶν, σὲ πανευρωπαικὴ κλίμακα, αὐτὸ τὸ γιγαντιαῖο δηλαδὴ ἠλεκτρονικὸ φακέλλωμα, ἐκμηδενίζει τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα, ὑποβιβάζοντας τὸν πολίτη σὲ ἁπλὸ ἀντικείμενο πληροφοριῶν, ἕρμαιο στὶς ἐκτιμήσεις καὶ τὶς θελήσεις αὐτῶν ποὺ θὰ τὶς συλλέγουν. - Ἡ σύνδεσι τῆς Συνθήκης μὲ τὴν ἔκδοσι τῶν νέων ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων ἐπιτείνει ἀκόμη πιὸ ἔντονα τὸν κίνδυνο ἑνὸς κεντρικοῦ καθολικοῦ ἐλέγχου καὶ κυριαρχίας. Ὁ κάθε πολίτης θὰ φέρῃ τὰ ἀποδεικτικὰ τῶν πεποιθήσεων τῶν ἐνεργειῶν του, καθὼς στὴν νέα ταυτότητα θὰ εἶναι καταγεγραμμένες οἱ πληροφορίες ποὺ τὸ ἀναφέρουν. - Ἡ ἀναγραφὴ στὶς νέες ταυτότητες τοῦ ἀριθμοῦ 666, τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ «θηρίου» τῆς Ἀποκαλύψεως, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὴν σύνδεσι αὐτοῦ τοῦ συστήματος ἐλέγχου μὲ τὴν ἐπικειμένη παγκόσμιο κυριαρχία τοῦ Ἀντιχρίστου. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὡς ἐλεύθεροι πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας, δηλώνουμε κατηγορηματικῶς τὴν ἀντίθεσί μας στὴν κύρωσι ἀπὸ τὴν χώρα μας τῆς Συνθήκης τοῦ Σένγκεν καὶ τὴν ἔκδοσι ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων καὶ ζητοῦμε: Τὴν ἄμεση ἀνάκλησι τῆς κυρώσεως τῆς Συνθήκης ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο. Τὴν ἄμεση ἀνάκλησι τοῦ νόμου 2472/1997 γιὰ τὴν δῆθεν «προστασία τοῦ πολίτη ἀπὸ τὴν ἐπεξεργασία δεδομένων προσωπικοῦ χαρακτῆρα». Τὴν ματαίωσι τῆς ἐκδόσεως ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων καὶ μάλιστα μὲ ἀριθμὸ 666. Τὴν διατήρησι τῶν παλαιῶν ταυτοτήτων. Τὴν σωστὴ καὶ πλήρη ἐνημέρωσι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ για τὰ θέματα αὐτὰ. Τὴν διενέργεια δημοψηφίσματος, ὥστε νὰ ἀποφανθῇ ὁ ἴδιος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς για ἕνα τόσο ζωτικὸ θέμα. Θὰ θέλαμε νὰ καταστήσουμε σαφές, πὼς ἂν ἡ κυβέρνησι, παρὰ τὶς ἔντονες ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ, προχωρῇ στὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀποφάσεών της, θὰ μᾶς βρῇ ἀντιθέτους, ὡς ἀντιρρησίες συνειδήσεως. Ἀρνούμαστε κατηγορηματικῶς τὴν παραλαβὴ τῶν νέων ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων, εἴτε αὐτὲς περιέχουν τὸν ἀριθμὸ 666, εἴτε ὁποιονδήποτε ἄλλον, ποὺ θὰ ἐξυπηρετῇ τὰ ἴδια ἀνελεύθερα σχέδια τῆς Συνθήκης Σένγκεν. Ἡ χρήσι τοῦ ἀριθμοῦ 666 στὶς νέες ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖο βῆμα πρὶν τὸ χάραγμα στὸ χέρι ἢ τὸ μέτωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραλαβή τους ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς σημαῖνει ἄρνησι τοῦ Χριστοῦ. Πολιτογράφησι στὴν παρατάξι τοῦ Σατανᾶ καὶ πνευματικὸ θάνατο. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν χρήσι ὁποιουδήποτε ἄλλου ἀριθμοῦ πέραν τοῦ 666 (π.χ. 444, 858) ἀρνούμαστε τὴν παραλαβή τους, γιατὶ αὐτὲς καθ’ αὐτὲς οἱ νέες ταυτότητες μᾶς εἰσάγουν σὲ ἕνα καθεστὼς ἀνελεύθερο, ἀπάνθρωπο, αὐταρχικό, ἀντιδημοκρατικὸ καὶ ὁλοκληρωτικό. Μᾶς δεσμεύουν σὲ ἕνα πανίσχυρο οἰκονομικὸ σύστημα ἐξουσίας καὶ ἐλέγχου καὶ μᾶς ὁδηγοῦν πολιτικὰ καὶ πνευματικὰ αἰχμαλώτους στὰ δεσμὰ μιᾶς ἠλεκτρονικῆς δικτατορίας. Ἀλλοτριώνουν τὸ ἐθνικό, πολιτισμικὸ καὶ πολιτικὸ μας οἰκοδόμημα, μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ξένων πρὸς τὴν μακραίωνη παράδοσί μας, διαβρώνοντας τὴν ἑλληνορθόδοξη ὑπόστασί μας καὶ ἀλλοιώνοντας τὴν ἐκκλησιαστική μας συνείδησι. Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἁγίου Ὄρους. Καὶ μόνη ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἠλεκτρονικῶν ταυτοτητῶν εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, λόγῳ τῶν τρομακτικῶν δυνατοτήτων τῆς Πληροφορικής. Καὶ στὴν περίπτωσι ἀκόμη ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ 666 στὶς ταυτότητες, ἡ παραλαβή τους σημαίνει τὴν προσχώρησί μας σὲ ἕνα παγκόσμιο ὁλοκληρωτικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀντιμετωπίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς Εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς «ὑποκείμενο» τῶν δεδομένων (Νόμος 2472/1997), ποὺ σύντομα μπορεῖ νὰ καταστῇ ἀντικείμενο στὰ χέρια τῆς οἰκονομικης ὀλιγαρχίας ἢ καὶ αὐτοῦ κατόπιν τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἡ χρησιμοποίησίς τους, ὅμως, θὰ εἶναι ἀποτρόπαια, ἐὰν συσχετισθῇ κατά τινα τρόπο καὶ μὲ τὸν ἀριθμὸ 666. Κανεῖς Χριστιανός, ποὺ ἀναγνωρίζει καὶ σέβεται τὴν μαρτυρία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴν Ἀποκάλυψι, δὲν μπορεῖ νὰ παραλάβῃ ταυτότητα ποὺ νὰ ἔχῃ τὸν συμβολισμὸ τοῦ Ἀντιχρίστου. […] Παρ’ ὅτι ἔχει δημοσίως λεχθῇ (τὸ 1997) ὅτι στὶς νέες ταυτότητες δὲν θὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ γραμμικὸς κώδικας τοῦ τύπου ΕΑΝ-13 καὶ UPC-Α (ὅπου ἔχει ἀποδειχθῇ ὅτι ἐμπεριέχεται τὸ 666), ἐν τούτοις τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ βέβαιο.

Ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Κελλίου Αγίου Νικολάου, «Μπουραζέρη», Αγίου Όρους Πρὸ 12ετίας, τὸ 1997, ὅταν τὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο ἐκύρωσε τὴν Συνθήκην Σένγκεν, πολλοὶ ἀντέδρασαν* κατὰ τοῦ ἠλεκτρονικοῦ φακελλώματος καὶ κατὰ τῆς χρήσεως τοῦ ἀριθμοῦ 666 στὶς νέες ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ ἀνακοίνωσι τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Ἱερὲς Μονές, σύλλογοι, ὀργανώσεις, προσωπικότητες διεκήρυξαν κατηγορηματικῶς καὶ «τῇ φωνῇ στεντορείᾳ» ὅτι δὲν θὰ δεχθοῦν τὴν ἠλεκτρονικὴ ταυτότητα, ἐπικαλούμενοι τὴν σκόπιμη χρῆσι τοῦ 666, τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ θηρίου τῆς Ἀποκαλύψεως, ἀλλὰ καὶ τὴν «ἔννομη» πρόσβασι Ἑλλήνων καὶ ξένων «εἰδημόνων» στὰ στοιχεῖα τοῦ πιὸ προσωπικοῦ μας ἐγγράφου. Ὡμίλησαν γιὰ πολιτογράφησι στὴν παράταξι τοῦ Σατανᾶ καὶ γιὰ ἄρσι τῆς θείας χάριτος. Θεώρησαν ὅτι εἶναι μία εὐκαιρία γιὰ ὁμολογία πίστεως, ὅπου θὰ λάμψη τὸ ἡρωικὸ καὶ μαρτυρικὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Δήλωναν περίτρανα ὅτι μία ἐνδεχομένη προσπάθεια ἐφαρμογῆς τῆς Συνθήκης Σένγκεν στὴν χώρα μας, καὶ μάλιστα μὲ τὸ ἀναγκαῖο ἐπακόλουθό της, τὴν ἔκδοσι ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων καὶ τὴν χρῆσι τοῦ ΕΚΑΜ, θὰ ἔχῃ ὡς φυσικὴ συνέπεια νὰ συναντήση ἡ πολιτεία «ἀντιῤῥησίες συνειδήσεως». Ὅμως, τί μεσολάβησε καὶ σήμερα ἐπικρατεῖ αὐτῇ ἡ ἔνοχη σιωπή; […] Ἀλλὰ τὸ πιὸ ἀνησυχητικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ἡ δυνατότης στὸ ἐγγὺς μέλλον (συμβαίνει ἤδη· βλέπε ντοκυμανταὶρ Discovery Channel «Ἡ ἐποχὴ τῶν Ῥομπότ», 2003, ὅπου παρουσιάζει ἕνα παράλυτον ἄνθρωπον μὲ ἐμφυτευμένο μικροτσὶπ στὸν ἐγκέφαλο νὰ κινῇ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς σκέψεώς του τὸν δείκτη τοῦ «ποντικιοῦ» στὴν ὀθόνη ἑνὸς ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστοῦ. Παρουσιάζει, ἐπίσης, ἕνα ἀρουραῖο μὲ ἐμφυτευμένο μικροτσὶπ νὰ τηλεκατευθύνεται σὰν νὰ ἦτο τηλεκατευθυνόμενο παιγνίδι) νὰ ἐμφυτεύωνται μικροτσὶπς (μὲ ἡ χωρὶς τὸ 666) στὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ὑπάρχει τὸ προσωπικὸ δίκτυο PAN, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ὡς ἀγωγὸ γιὰ τὴν μετάδοσι ψηφιακῶν σημάτων. Τὸ μικροτσίπ, αὐτὸ τὸ σχεδὸν ἀόρατο ἐμφυτευόμενο ἠλεκτρονικὸ κύκλωμα, θὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ μηνύματα καὶ νὰ τὰ στέλνῃ στὸν ἐγκέφαλό μας, ἀλλοιώνοντας τὴν σκέψι καὶ τὴν λογική μας, τὸ συναίσθημα καὶ τὴν βούλησί μας. Καμμία σκέψι δὲν θὰ μείνῃ κρυφὴ καὶ τὸ ἰδιωτικὸ ἀπόῤῥητο θὰ καταργῆται τελείως. Καὶ οἱ σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου θὰ διαβάζωνται, θὰ καταγράφωνται, καὶ ὁποιεσδήποτε ἀντιδράσεις τῆς ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς θὰ μποροῦν νὰ προβλεφθοῦν καὶ νὰ ἐκτιμηθοῦν ἐξ ἀποστάσεως. Θὰ ἰσχύῃ – κατὰ τὸ καρτεσιανὸ ἀπόφθεγμα «cogito, ergo sum», δηλαδὴ «σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω» - τὸ «σκέπτομαι, ἄρα ἐλέγχομαι», «σκέπτομαι, ἄρα παρακολουθοῦμαι»! Θὰ ἀφαιρεθῇ κάθε δυνατότης ἀντιδράσεως στὸ σατανικὸ καθεστὼς ποὺ θὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ τὰ ἐπιτεύγματα καὶ θὰ ἐξαφανισθῇ καὶ τὸ τελευταῖο ἴχνος ἐλευθερίας καὶ δημοκρατίας, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ θυμᾶται κᾂν ὅτι ἤταν κάποτε ἕνα … αὐτεξούσιο ὄν, μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ! … Θὰ δέχωνται οἱ ἄνθρωποι μηνύματα ποὺ θὰ τὰ θεωροῦν δικά τους, θὰ πιστεύουν ὅτι αὐτὰ εἶναι καρπὸς δικῆς τους νοητικῆς ἐπεξεργασίας, θὰ νομίζουν ὅτι τὰ σκέφθηκαν οἱ ἴδιοι καὶ ἔτσι θὰ ἐνεργοῦν … συνειδητὰ (δήθεν) βάσει ἐντολῶν ἀγνώστων. Κυριολεκτικὰ δὲν θὰ γνωρίζουν τὸν ἐαυτόν τους! Καὶ ὅλα αὐτά, γιατὶ ἀβίαστα καὶ ἐλεύθερα ἐμπιστεύθηκαν τὴν τεχνολογία, υἱοθέτησαν τὰ ἐπιτεύγματά της καὶ ὑποδουλώθηκαν στὶς εὐκολίες της. Ποία σημασία ἔχει τὸ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τὸ 666 κρυπτογραφημένο στὰ ἠλεκτρονικὰ αὐτὰ συστήματα; Ἄλλωστε, ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ μποροῦν νὰ τὸ ἐλέγξουν καὶ νὰ τὸ διαπιστώσουν. Συνεπῶς, ἡ χρῆσι ὅλων αὐτῶν τῶν συστημάτων (μὲ ἢ χωρὶς τὸ 666) εἶναι μία προετοιμασία πρὶν ἀπὸ τὴν τελικὴ φάσι τοῦ σφραγίσματος τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ τὸ χειρότερο· ἡ ἑκουσία ὑποταγὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἀντίχριστο αὐτὸ καθεστὼς θὰ τοὺς ἐξασφαλίζη τὴν αἰώνια ἀπώλειά τους. […] Καὶ τὰ νέα βιομετρικὰ διαβατήρια καὶ οἱ ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες καὶ τὰ ἐμφυτευόμενα μικροτσὶπς μὲ ὅλα τὰ ἀπαίσια καὶ φοβερὰ ἐπακόλουθά τους, ἂν καὶ μᾶς ἐξυπηρετοῦν, δὲν ἔχουν καμμία θέσι στὴν ζωή μας. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ζητοῦν τὴν ψυχὴ μας, τὸν νοῦ μας, τὴν σκέψι μας, τὴν ἐπιθυμία μας. Ἀπαιτοῦν τὴν ἴδια τὴν ψυχή μας, γιὰ τὴν ὁποία «Χριστὸς ἀπέθανε» (Ρωμ. 14, 15). Ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρος· «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται (ἢ θὰ προσκολληθῇ στὸν ἕνα) καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐδεὶς δύναται Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνὰ (Ματθ. 6, 24). […] Ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοί ποὺ διαβλέπουν τὸν μέγιστο κίνδυνο, τόσο τῆς ἀριθμοποιήσεως καὶ μαζοποιήσεως τῶν ἀνθρώπων, ὄσο καὶ τῆς ἀπειλῆς τῆς αἰωνίας ἀπωλείας τους ἐν ὅψει τοῦ χαράγματος τῆς Ἀποκαλύψεως. Καὶ πάλιν, ὅμως, ἐμπρὸς στὶς οἰκογενειακὲς ἀνάγκες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, τὰ οἰκονομικὰ χρέη, τὰ ποικίλα σχόλια τῶν διαφόρων καλοθελητῶν, οἱ περισσότεροι τελικὰ ὑποχωροῦν καὶ παίρνουν τὸ νέο διαβατήριο ἢ ἐντὸς ὀλίγου καὶ τὴν ἠλεκτρονικὴ ταυτότητα μὲ τὸ μικροτσίπ, ὑποκύπτοντας στὴν «ἔννομη βία», ἀλλὰ δηλώνοντας ἀπερίφραστα ὅτι «δὲν θὰ δεχθοῦν νὰ κάνουν τὸ ἐπόμενο βῆμα»· δηλαδὴ δὲν θὰ δεχθοῦν τὴν ἐμφύτευσι τοῦ μικροτσίπ, τὸ χάραγμα. Ὤ! Πῶς αὐτὰ τὰ βήματα ἀπομακρύνουν σιγά-σιγὰ τὴν πανσθενουργὸ Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὴν ζωήν μας! Ὁ Ἀπόστολος μας παραγγέλλει νὰ μὴ λυποῦμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς σφράγισε ὡς ἰδικούς Του κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος «καἱ μὴ λυπῆτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ὧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως» (Ἔφεσ. 4, 30). Ἔτσι μένουμε ὀρφανοὶ ἀπὸ τὴν γλυκεῖα παρουσία Του, γιὰ νὰ φροντίζωμε … μόνοι μας τὰ τοῦ οἴκου μας! Σκοτισμένος πλέον ὁ νοῦς μας, χωρὶς τὸν φόβο τοῦ Παναγίου Πνεύματος σκέπτεται ἀφρόνως (πρβλ. Ρωμ. 1, 21) καὶ λαμβάνει «πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον» (Ρωμ. 8, 15). […] Ἔδω πλέον δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐπιλογὲς καὶ ἐναλλακτικὲς λύσεις. Τώρα ἔχουν τὸ λόγο τὰ σύγχρονα ὑπερόπλα, τὰ ἐλεγχόμενα Μ.Μ.Ε., τὸ Διεθνὲς Νομισματικὸ Ταμεῖο, οἱ Τράπεζες, οἱ πολυεθνικὲς ἐταιρίες, οἱ ἐξωνημένες ἢ οἱ δοτὲς κυβερνήσεις ποὺ ἰσοπεδώνουν τὰ κράτη καὶ τοὺς λαούς. Ἡ «Νέα Τάξι» δὲν προβάλλεται, δὲν προτείνεται, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται. Δὲν ζητεῖ τὴν ἀνοχή μας, ἀλλὰ τὴν ἀποδοχή μας. Ζητεῖ τὴν ἔνταξί μας, τὴν ταύτισί μας, τὴν ἀλλοτρίωσί μας, τὴν ψυχή μας! Ὄχι φαινομενικά, ἀλλὰ πραγματικά. Μὲ τὴν δική μας θέλησι καὶ τὴν δική μας συγκατάθεσι! Ζητεῖ νὰ ἀγαπήσωμε τὸν Μεγάλο Ἀδελφό, ποὺ ὅλα τὰ βλέπει καὶ τὰ πάντα ἐλέγχει· τὴν ἔκφρασι, τὴν σκέψι, καί… ὄχι μόνο. Μέσα σ΄ αὐτὰ τὰ πλαίσια γίνεται κατανοητὴ ἡ «ἐξυπηρέτησι» τῶν νέων βιομετρικῶν διαβατηρίων καὶ τῶν ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων μὲ τὸ «ἀθῶο» μικροτσίπ. Ἐπιτέλους· οἱ ἄνθρωποι θὰ γίνουν ἄβουλα νούμερα. Κάθε τι ἄλλο παρὰ ἄνθρωποι…

* Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς κάποιους ἀπὸ τοὺς ἀντιδράσαντες κατὰ τῆς Συνθήκης Σένγκεν καὶ τῶν ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων: Ἱεραὶ Σύνοδοι Πατρίου (καὶ ἅπαντες οἱ Παλαιοημερολογῖται) καὶ Νέου Ἡμερολογίου Ἑλλάδος (μὲ προσωπικὲς, μάλιστα, ἐγκυκλίους καὶ δηλώσεις οἱ νεοημερολογῖται Μητροπολῖται: Φλωρίνης, Γουμενίσσης, Κορινθίας, Δημητριάδος, Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, Βεροίας, Κομοτηνῆς, Δρυϊνουπόλεως καὶ Κονίτσης, Μετεώρων, Ξάνθης, Φθιώτιδος καὶ ἄλλοι), Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, Ἱερὰ Ἐπιστασία Ἁγίου Ὄρους, Ἁγιορεῖται Καθηγούμενοι, Ἱ. Μ. Ἐσφιγμένου, Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου καὶ ἄλλοι, Ἱ. Μοναὶ Ἁγίων Μετεώρων, Ἱ. Μοναὶ Δωδεκανήσου, π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, π. Γεώργιος Μεταλληνός, π. Σαράντης Σαράντος, Γεώργιος Μαν-τζαρίδης (καθηγητὴς Α.Π.Θ.), ὁ Ἱ.Σ.Κ.Ε., ἡ ὀργάνωσις «Σωτήρ», ὁ Σύνδεσμος θεολόγων Κρήτης, 150 καθηγηταὶ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου, «Ἑνωση Ἀστυνομικῶν Ὑπαλλήλων Μαγνησίας», διάφοροι σύλλογοι πατρίου καὶ νέου ἑορτολογίου, βουλευταὶ καὶ ἄλλοι (βλέπε: «Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὶς ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες καὶ τὴν Συνθήκη Σένγκεν», Θεσσαλονίκη 1997, καὶ περιοδικὸν «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία» πατρὸς Ν. Μουλατσιώτου, 1997) Ἐρωτήματα Α. Πρὸ δεκαετίας περίπου αἱ Ἱεραὶ Σύνοδοι Πατρίου καὶ Νέου Ἑορτολογίου, τὸ Ἅγιον Ὄρος, διάφοροι ἐκκλησιαστικοὶ καὶ ἄλλοι φορεῖς καὶ φυσικὰ πρόσωπα, ἠρνοῦντο - «ἔναντι πάσης θυσίας», ὡς σημειοῦται εἰς σχετικὴν ἐγκύκλιον - τὴν παραλαβὴν ταυτοτήτων «ἐφ’ ὅσον θὰ φέρουν: 1) ἠλεκτρομαγνητικὴν ταινίαν μυστικοῦ, ἢ ἀγνώστου περιεχομένου, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται πανθομολογουμένως ἠλεκτρονικὸν φακέλωμα τοῦ πολίτου, [ἔτι χειρότερον, θὰ φέρῃ τσίπ, ὅπως τὸ διαβατήριον] 2) τὰ ὕποπτα μυστικὰ σύμβολα κ.λ.π., 3) τὴν μὴ ἀναγραφὴν τοῦ θρησκεύματος». Εἰς τὰ ἤδη ἐκδιδόμενα διαβατήρια καὶ τάς προωθουμένας ἠλεκτρονικὰς ταυτότητας ἢ «κάρτας τοῦ Πολίτου», ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Α.Μ.Κ.Α., δὲν ἰσχύει τουλάχιστον ἕνα ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω; Καὶ διὰ τί ἐνῶ σύλλογοι καὶ ὀργανώσεις - ἄσχετοι μάλιστα πρὸς τὴν πίστιν – διαμαρτύρονται διὰ καταπάτησιν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τῆς ἐλευθερίας (ἑνὸς ἀπὸ τὰ μέγιστα θεῖα δῶρα), ἐμεῖς «εἰς οὐδὲν κωλυόμεθα» νὰ τὰ παραλάβωμεν; Β. Ποῖοι κυβερνοῦν; Ἐὰν ὄντως πιστεύωμε ὅτι μᾶς κυβερνοῦν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως σιωνισταί, μασσώνοι καὶ λοιποὶ ἀντίχριστοι καὶ ἄθεοι (πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων), διατὶ δεικνύομε ἀδιαφορίαν, ὅταν αὐτοὶ προωθοῦν τὸν ἔλεγχο καὶ τῆς παραμικρᾶς λεπτομερείας τῆς ζῳῆς μας, ὅταν οἰκοδομοῦν συγκεκαλυμμένην δικτατορίαν, ἕνεκα δῆθεν τῆς τρομοκρατικῆς ἀπειλῆς, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἐδημιούργησαν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν των; Γ. Ἐὰν αἱ Σύνοδοι ἀλλάξουν θέσιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος (καὶ ἐν πολλοῖς αὐτὸ συνέβη), δὲν θὰ καταστοῦν ἀσυνεπεῖς, δὲν θὰ ἀναιροῦν ἑαυτάς; Δὲν θὰ κλονισθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν πιστῶν πρὸς αὐτὰς (ἔχει συμβῇ); Πότε ἐλάλησεν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα; Ἢ ἦτο μία ἀπόφασις (ἡ μὴ παραλαβὴ ταυτοτήτων), ἡ ὁποία δὲν ἐλήφθη διὰ προσευχῆς καὶ πόνου; Δ. Εἰς τοὺς πιστοὺς ἐπιστήμονας ὑπάρχει διχογνωμία εἰς τὸ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπάρχουν πνευματικῆς φύσεως προβλήματα (ὕπαρξις εἰς τὰ τσιπς τοῦ 666, κίνδυνοι ἠλεκτρονικοῦ φακελλώματος). Ἐὰν εἰς τὸ θέμα τῶν διαβατηρίων ἢ τοῦ Α.Μ.Κ.Α. (ἢ ἄλλων συναφῶν) ἐρωτήθησαν μόνον κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν μίαν ἄποψιν, καὶ δὲν ἐρωτήθησαν ἄλλοι μὲ διαφορετικὴν ἄποψιν, δὲν εἶναι ἄδικον; Ἐὰν δοῦμε τὸ θέμα περισσότερον ἐκκλησιολογικῶς: εἰς τὰ ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑποκρύπτεται μείζων, ἐνδεχομένως, ψυχικὸς κίνδυνος, εἶναι, ἆρα γε, ὀρθὸν ἡ Ἱεραρχία νὰ ἀπευθύνεται εἰς ἐπιστήμονας (οἱ ὁποῖοι, ἐνδεχομένως, ὡς ἄνθρωποι, ἔχουν κοσμικὸν φρόνημα ἢ ἁπλῶς σφάλλουν λόγῳ ἐπιστημονικῆς ἀδυναμίας) καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀψευδῆ Κύριον, διὰ προσευχῆς καὶ νηστείας; Ἡ ἐπιστημονικὴ γνῶσις λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἐπικουρικῶς, ὄχι πρωτευόντως. Εἰδάλλως πίπτομεν εἰς ἐκκοσμικευμένας ἐνεργείας, παραμερίζοντες, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, τὴν καταφυγήν μας εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν μας. Δὲν ἀναγνωρίζομεν πλέον τὴν γενικευμένην ἀποστασίαν; Δὲν θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ὑπάρχῃ μέριμνα ἀπὸ τὰς Συνόδους νὰ τελῶνται πανελληνίως καὶ παγκοσμίως εἰς τάς ἐνορίας ἀγρυπνίαι, παρακλήσεις, ἔκτακται νηστεῖαι, εἰ δυνατόν, ὥστε νὰ δείξωμε ἐμπράκτως τὴν μετάνοιαν μας, μήπως καὶ μακροθυμήσῃ ὁ Θεός; Ε. Ποῦ εἶναι τὰ ἰδικά μας σχέδια ἔναντι τῆς τρομερᾶς λαίλαπος τῆς Νέας Ἐποχῆς, τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων; Διὰ τί ἀφεθήκαμε ὅλοι μας εἰς τὴν ἐκκοσμίκευσιν, χωρὶς νὰ ἔχωμε κᾂν θέλησιν νὰ ἀντισταθῶμεν εἰς τὰ ἀντίχριστα σχέδια ἀποχριστιανισμοῦ καὶ ἀφελληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα προωθοῦνται ἀπροσκόπτως, ἀκόμη καὶ μέσῳ τῆς παιδείας; Διὰ τί ἐγκατελείψαμεν ἀκόμη καὶ τὴν προσευχήν, ἀλλὰ καὶ τὴν προσοχήν; Δὲν θὰ μπορούσαμε, παραδείγματος χάριν, νὰ ἰδρύσωμε ἰδικά μας σχολεῖα; Καλὸν εἶναι νὰ ζητῆται διὰ ἐγκυκλίων π.χ. ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις ἐκ τοῦ ποιμνίου διὰ ἀνέγερσιν ναῶν, ἀλλὰ μήπως εἶναι καλύτερον νὰ ζητῆται καὶ νὰ ἐπιδιώκεται στὶς ὑπάρχουσες ἐκκλησίες ἡ ἀνάπτυξι ἁγιοπατερικῆς συνειδήσεως τῶν πιστῶν καὶ ἡ ἀντίστασίς των εἰς τὴν ἐκκοσμίκευσιν καὶ τὴν Νέαν Ἐποχήν; Οἱ Ἐπίσκοποί μας, καὶ δευτερευόντως οἱ ἱερεῖς, ἔχουν τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν καὶ τὸ ἱερὸν καθῆκον νὰ μᾶς κατευθύνουν εἰς ὁδόν σῳτηρίας. Ὅλοι μας, ὅμως, ὡς Ἐκκλησία, ὡς μέλη Χριστοῦ, πρέπει νὰ θελήσωμε «τὸ αὐτό» καὶ νὰ ἀγωνισθῶμεν ἐν ὁμονοίᾳ. Εἰς τὸ Γεροντικὸν ἠρωτήθη κᾄποιος Γέρων διὰ τί εἰς τὴν ἐποχήν των δὲν ὑπῆρχον τὰ μεγάλα πνευματικὰ χαρίσματα τῶν παλαιῶν πατέρων. Ὁ δὲ Γέρων ἀπεκρίθη ὅτι παλαιότερον οἱ ἄνθρωποι εἶχον ἀγάπην μεταξύ των καὶ ὁ ἔνας προσεπάθει νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ «ἀνεβάσῃ» πνευματικῶς τὸν πλησίον. Τώρα συμβαίνει τὸ ἀντίθετον, κατέληξεν ὁ Γέρων. Ἐμεῖς οἱ ὀγδοΐται τὶ νὰ εἴπωμεν; Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ Σου Κύριε, δόξα Σοι!

ΠΕΡΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ
Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Μαϊδώνη Ἡ ἐκκοσμίκευσι εἶναι ἡ ρίζα κάθε αἱρέσεως καὶ ψευδοδιδασκαλίας. Ἡ πτῶσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἶναι ἐκκοσμίκευσι. Ἔτσι καὶ κάθε ἐκκοσμίκευσι εἶναι πτῶσις. Ὁ κόσμος ἀποῤῥοφᾷ τὴν Ἐκκλησία, δὲν μεταμορφώνεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἐκκοσμίκευσι δρᾷ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, θέλει νὰ ἔχῃ λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τῆς «θολώνει» τὴν αὐτοσυνειδησία, τὴν ἀποπροσανατολίζει καὶ μετατοπίζει τὸ κέντρον ἀπὸ τὸν Χριστὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως δρᾷ καὶ μέσα ἀπὸ διάφορα φαινόμενα, ὅπως τοῦ εὐσεβισμοῦ, τοῦ πουριτανισμοῦ καὶ τοῦ φονταμενταλισμοῦ. Ἔτσι, ἡ θρησκεία τῆς πλειοψηφίας τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων φαίνεται νὰ εἶναι ἡ θρησκεία τῆς ἐκκοσμικεύσεως, ἡ θρησκεία τῆς κεκκαλυμμένης φιλαυτίας καὶ ὄχι τῆς ἀποκεκαλυμένης ἀληθείας. Ἡ «θρησκεία τοῦ βολέματος». Τί εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευσις; α. Στὴν ἐκκοσμίκευσι βρίσκεται ἡ Ἐκκλησία, ὅταν παύει ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι τὸ ἁλάτι τῆς γῆς καὶ γίνεται γηίνη. Καταπατεῖται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἀποῤῥοφᾶται ἀπὸ τὸν κόσμο. Γίνεται τὸ παιδὶ γιὰ ὅλα τὰ θελήματα τῆς δέσποινας, τῆς φιλαυτίας, τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ἐγκλωβίζεται στὴν λογικὴ «ὄχι τί θέλει ὁ Θεός, ἀλλὰ τί θέλει ὁ κόσμος». Καθαρὰ ἐγκλωβισμὸς στὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατον. Ἔτσι ἡ ἐκκοσμίκευσις εἶναι μία κατάστασι ἀνυπαρξίας καὶ θανάτου. Ἡ ἐκκοσμίκευσι θέλει τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀσπάζεται καὶ νὰ ἀκολουθῇ, ὅ,τι εὔκολο, μέτριο, ἁπλὸ καὶ πρόχειρο ἀγαποῦν, θέλουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὄχι τί θέλει ὁ Θεός. Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ἄγευστοι τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος μετατρέπουμε τὴν Ἐκκλησία σὲ ἀνθρώπινον ὀργανισμόν, ταμεῖο κοινωνικῆς προνοίας, πολιτικὸ δραστήριο γραφεῖο, ποὺ δίνει συνεχῶς συνεντεύξεις, κάνωντας δηλώσεις ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ, χαμογελῶντας πρὸς πάντας, ὥστε ὅλοι νὰ μᾶς συγχαίρουν καὶ νὰ μᾶς ἐπευφημοῦν. Πνεῦμα τελείως ἀντιευαγγελικό. β. Ἡ ἐκκοσμίκευσις δὲν ἐμφανίζεται σὰν ἀπ' εὐθείας ἄρνησι τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ τὴν κάνει δυσδιάκριτο. Δὲν βάλλει κατὰ μέτωπον. Δὲν ἀρνεῖται τὰ δόγματα, ἀρνεῖται ὅμως τὸν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς. Ἰδεολογικοποιεῖ τὰ δόγματα καὶ δὲν τὰ θεωρεῖ προτάσεις ζωῆς. Ἀποκόπτει τὴν ζωὴν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Καὶ ζεῖ ὅπως θέλει καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν. Αὐτὸ συνεπάγεται ἀλλαγὴ θρησκείας, χωρὶς ἐξωτερικὴ ἀλλαγὴ τοῦ δόγματος. γ. H ἐκκοσμίκευσις εἶναι ἡ ἀπώλεια τοῦ πνεύματος τῆς ἀληθινῆς μετανοίας, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος παραμένει στὸ ἐνταῦθα καὶ δὲν προχωρεῖ στὸ ἐκεῖ, στὴν ἀλλαγὴ ζωῆς. Χάνεται τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα τοῦ ἀσκητικοῦ μόχθου, τοῦ πένθους, τῶν δακρύων καὶ τοῦ ἀγώνος διὰ τὴν κάθαρσιν. δ. Στὴν ἐκκοσμίκευσιν ὁ ἄνθρωπος δὲν φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθον ὁράσεως τοῦ Θεοῦ. Δὲν ζητεῖ κάτι ὑψηλότερο καὶ βαθύτερο, εὐχαριστεῖται στὸ κατώτερο, τὸ ὀλιγώτερο. ε. Ἡ αἵρεσι τῆς ἐκκοσμικεύσεως ἀξιολογεῖ τὴν λατρεία καὶ τελικῶς τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία, ὡς ἕνα φορέα μεταξὺ τῶν ἄλλων, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτησι εἰδικῶν ἀναγκῶν. Ἀξιολογεῖ μὲ τὸ μέτρο τῆς κοινωνικῆς χρησιμότητος σὲ σύγκρισι μὲ τὸ κοινωνικὸν ἔργο τῆς παιδείας, τῶν σωφρονιστικῶν συστημάτων ἢ τῆς ἀστυνομίας. Παραποιεῖ τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ νοθεύει τὰ ἐκκλησιαστικὰ κριτήρια. Ἡ ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ δὲν εἶναι τότε «μωρία καὶ σκάνδαλο», ἀλλὰ «in». Καταντᾶ μιὰ ἐξωτερικὴ φαρισαϊκὴ συμμόρφωσι σὲ ἠθικὰ πρότυπα, ἔνταξι στὸ «κλὰμπ» τῶν καλῶν παιδιῶν, τῶν τακτοποιημένων, παράγοντας ὁμαλότητος, δηλ. ὑποκρισίας. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» τοὺς φαίνεται ἀκατανόητος. Οἱ ἐκκοσμικευμένοι χριστιανοὶ εἶναι οἱ χριστιανοὶ τοῦ Ντοστογιέφσκι, οἱ ὁποῖοι ἂν ἐπανήρχετο ὁ Χριστὸς θὰ τὸν ἐσταύρωναν πάλιν. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μολονότι εἶναι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστὸς εἶπε γι' αὐτοὺς «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Εἶναι αὐτοὶ, ποὺ πολεμοῦσαν καὶ τὸν ἀπ. Παῦλο καὶ ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν περιτομὴ σ' ὅλους τοὺς χριστιανοὺς καὶ συνεχίζουν νὰ δροῦν καὶ νὰ καταβασανίζουν τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχουν καταντήσει οἱ δικηγόροι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μαζί τους εἶναι προδότης. Ἡ ἐκκοσμίκευσι ἐχθρὸς τῆς εὐσεβείας Ἡ κοσμικότης δὲν ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὴν εὐσέβεια, μὲ τὴν πίστη, μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Εἶναι μᾶλλον ἀσέβεια, ὑποκρισία καὶ ἐμπαιγμός. Εἶναι ἄρνησις τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὰ τερτίπια ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος διὰ νὰ μὴ τὸν ἐγγίσῃ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. α. Ἀπόρριψις τῆς Θεοφανείας, τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ. Βόλεμα στὴ «φυσικὴ πίστι» καὶ ὄχι στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὁ κόσμος δὲν ἐμπιστεύεται τὴ σωτηρία του στὸ Χριστόν μας, ἀλλὰ στὸν ἑαυτόν του, μέσα ἀπὸ τὴν γνώσιν καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του. Ἀνθρωπισμὸς = ἀθεΐα. β. Ὑποτίμησις τοῦ μοναχισμοῦ, ἄρνησις τῆς θεώσεως καὶ τοῦ πολέμου κατὰ τῶν παθῶν. γ. Ἄρνησις τοῦ μαρτυρίου, ἄρνησις τοῦ προσωπικοῦ μαρτυρίου στὴν ζωὴ τῶν χριστιανῶν. δ. Ἄρνησις τῆς ἀγάπης στὸν ἁμαρτωλόν. Ἀπολυτοποίησις τῆς ἠθικῆς. ε. Ἄρνησις τοῦ συνοδικοῦ συστήματος καὶ δημιουργία παπικοῦ πνεύματος μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκκοσμίκευσις εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τοῦ σεβασμοῦ στὴν Ἱεραρχίαν. Ἡ ἀκατάσχετος κριτικὴ στὸν κλῆρο καὶ τοὺς Ἱεράρχας. Ἡ δημιουργία ὑπερσυνόδων διὰ νὰ ἐλέγχωμε τὴν Σύνοδον. Ἡ νοοτροπία ὅτι ἐμεῖς θὰ σώσουμε τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι, ἀνάγκη ἔχουμε ἐμεῖς… Οἱ σύγχρονοι ἐκκοσμικευμένοι χριστιανοὶ δὲν συμφωνοῦμε μὲ τὸ λόγον τοῦ Κυρίου στὴν Ἀποκάλυψιν «ἔρχου Κύριε»· ἐμεῖς λέγομε σήμερον: «Κύριε, μὴ ἔλθης», καλά εἴμεθα...

Ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου Μυτιληναίου () (ἀπομαγνητοφώνησις) Τρομοκρατούμεθα ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ Ἀντίχριστος καὶ τί θὰ κάνουμε καὶ τί θὰ γίνῃ […] πλέομε δὲ στὸν ὠκεανὸ τοῦ πνεύματος τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ δεν τὸ καταλαβαίνουμε. Περίεργον πρᾶγμα· φοβόμαστε τὸ πρόσωπον τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ μένομε ἀμέριμνοι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου εἶναι νὰ μᾶς κρατήσῃ μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστόν. Ἀκόμη, τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου εἶναι: ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ζήσωμε νὰ εἶναι στὴν πρᾶξι, στὴν ἐφαρμογὴ ἄρνησις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κολυμποῦμε μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου, στὸν χῶρο τῆς Πίστεως (ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί). Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Φιλιππησίους· «Γιὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὸν Χριστόν, καὶ γιὰ τοὺς ὀποίους σᾶς ἔλεγα, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους τώρα ποὺ γράφω, κλαίγωντας γράφω, γιὰ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τῶν ὁποίων θεὸς εἶναι ἡ κοιλία». Πότε εἶναι ὁ Θεός μου ἡ κοιλία μου; Κοιλία εἶναι ἔνας γενικὸς χαρακτηρισμός, ποὺ δείχνει ὅτι ὁ ὑλιστὴς ἄνθρωπος ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν κοιλίαν καὶ τὰ ὑπὸ τὴν κοιλίαν. […] Ὁ ἄνθρωπος τοῦ «νὰ φᾶμε», τοῦ «νὰ πιοῦμε», τοῦ «πῶς θὰ ζήσωμε» καὶ «δὲν βαριέσαι», ὁ τρόπος αὐτὸς ὁ ὑλιστικὸς […] οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν σαρκικά, ὑλιστικά, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὸν Θεόν. […] Ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου μπορεῖς νᾶ κρυφτῇς; Ποὺ κολυμπᾷς μέσα στὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀδελφέ μου; Δὲν ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο; Δὲν ζοῦμε τὴν νοοτροπία τοῦ κόσμου; Τὶ εἶναι ἡ νοοτροπία τοῦ κόσμου; Τὸ κοσμικὸν φρόνημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ νομίζουμε ὅτι δεν προσκυνοῦμε τὸν Ἀντίχριστον, τὴν στιγμήν ποὺ ζοῦμε κοσμικά. […] Ἀνησυχοῦμε τί θὰ γίνῃ, ἀλλὰ δεν ἀνησυχοῦμε ἂν θὰ γίνωμε πνευματικώτεροι ἄνθρωποι.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΣ
Πρεσβυτέρου Παρασκευᾶ Ζωγράφου Ἡ τηλεόρασις εἶναι ἐπικίνδυνος διότι: α. ἐκπέμπει ἀκτινοβολίες καὶ βλάπτει τὴν ὑγείαν, ἰδίως δημιουργεῖ ὀφθαλμικὲς παθήσεις. β. δημιουργεῖ παροξυσμοὺς φοβίας, ἄγχους, ἀγωνίες καὶ ἐνίοτε νευρώσεις. γ. δὲν μορφώνει, παραμορφώνει. Μεγάλοι καὶ μικροὶ γίνονται νωθροὶ ὡς πρὸς τὴν σκέψι καὶ τὴν κρίσι καὶ δὲν μποροῦν εὐκόλως νὰ αὐτοσυγκεντρωθοῦν καὶ νὰ ἐκφρασθοῦν. δ. οἱ δημιουργοὶ τῶν προγραμμάτων, γιὰ ἐμπορικοὺς λόγους, παρουσιάζουν συνήθως τὴν ἀνώμαλο καὶ διάστροφο πλευρὰ τῶν γεγονότων. ε. παρέχεται συνήθως ψευδὴς ἀντίληψι περὶ τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν, τὰ παιδιὰ κυρίως, λόγῳ ἐλλείψεως κρίσεως καὶ πείρας, ἀποδέχονται χωρὶς ἔλεγχον καὶ ἔπειτα τὴν μιμοῦνται. στ. πολλὰ θέματα παρουσιάζονται διαστρεβλωμένα καὶ σχηματίζονται πλάνες καὶ προκαταλήψεις. ζ. προκαλεῖ στοὺς μαθητὰς μείωσι τῆς ποσοτικῆς καὶ ποιοτικῆς ἀποδόσεως στὰ μαθήματα τοῦ σχολείου. η. ἀποτελεῖ πρότυπο ἐγκληματικὸ καὶ σεξουαλικὸ φροντιστήριο. θ. ἀναστέλλει τὴν ψυχολογικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐξέλιξι τῶν παιδιῶν. Διαιωνίζει τὴν ἐξάρτησι, καλλιεργεῖ τὴν παθητικότητα, περιορίζει τὴν δραστηριότητα, χαμηλώνει τὸ συγκινησιακό τους ἐπίπεδο. ι. κάνει τὰ παιδιὰ καὶ ὑπερκινητικὰ καὶ παθητικά. Καὶ τὰ διεγείρει καὶ τὰ ναρκώνει (δημιουργεῖ, θὰ λέγαμε, ἀνισοῤῥοπίες στὸν ψυχικό τους κόσμο). ια. Δημιουργεῖ συνείδησι παρομοία μὲ ἐκείνη τοῦ ναρκομανοῦς, δηλαδὴ ἐμπειρία χωρὶς πλήρη συμμετοχὴ στὸ γεγονός, διότι ἀποθηκεύει τὶς εἰκόνες ἄθικτες, χωρὶς ἐπεξεργασία. ιβ. Ἀδρανοποιεῖται ὁ ἐγκέφαλος, ὑπολειτουργεῖ ἡ λεκτικὴ ἔκφρασι, ὑποβαθμίζεται ἡ γραπτὴ διατύπωσι. ιγ. Τὰ παιδιὰ δυσκολεύονται νὰ προσαρμοσθοῦν σὲ μὴ ὀπτικὲς εἰκόνες, Δὲν αὐτοσυγνκτρώνονται, δυσκολεύονται νὰ ἐκφρασθοῦν καὶ νὰ γράψουν. Γενικῶς, ἡ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν ἔχει γίνη δυσκολωτέρα μὲ τὴν τηλεόρασι. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ χρῆσί της εἰς τὸ ἐλάχιστον (ἢ νὰ παύσῃ). Ἡ τηλεόρασι, προβάλλουσα ὅλα αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούμεθα εἰς τὸ παρὸν «Ἐγκόλπιον» (νεοεποχίτικες ἰδέες καὶ στάσεις ζωῆς, γιόγκα, ἀστρολογία, ἐκτρώσεις, μεταμοσχεύσεις, καλλωπισμὸ καὶ χειραφέτησι γυναικῶν, γονεῖς καὶ παιδιὰ χωρίς ἴχνος ὑπακοῆς καὶ ταπεινώσεως, ὁμοφυλοφιλία, ἀντισύλληψι, ἀθεΐα, οὖφο, ἠλεκτρονικὴ παρακολούθησι καὶ ἄλλα) συμβάλλει καθοριστικῶς στὴν χαλάρωσι ἢ ἐξαφάνισι τῶν χριστιανικῶν ἠθῶν καὶ τὴν ἐκκοσμίκευσι τῶν χριστιανῶν.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ»
Θεοδωρήτου, ἁγιορείτου ἱερομονάχου () Τί εἶναι αὐτὴ ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως, ποὺ τόσον ἀγαποῦν ὅσοι δὲν πιστεύουν στὸν Θεόν; Κατ’ ἀρχὰς εἶναι μία θεωρία καὶ μόνον, χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν σχέσι μὲ τὴν ἐπιστήμη, ποὺ στηρίζεται στὸ πείραμα καὶ τὴν παρατήρησιν. Γι’ αὐτὸ πολὺ δικαίως ὁ ἐπιστήμων καὶ ἀπολογητὴς κ. Ἀπ. Φράγκος θὰ γράψῃ: «Ἐκεῖνοι πάντως ποὺ ἐπικαλοῦνται τὴν ἐπιστήμην γιὰ νὰ ὑποστηρίζουν ὑλιστικὲς θεωρίες καὶ ἀπόψεις πάνω σὲ θέματα δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς, ἐξαπατοῦν τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ἐνσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως, διότι ἐπιστημονικὴ γνῶσι πάνω στὰ θέματα αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ὁσοδήποτε καὶ ἂν προοδεύσῃ στὸ μέλλον ἡ ἐπιστήμη, ἀφοῦ οὔτε παρατηρήσεις, οὔτε πειράματα μποροῦν νὰ γίνουν».

Ποῦ εἶναι αἱ ἀποδείξεις τῶν ἐξελικτικῶν, ὅτι ἡ ζωὴ προέκυψε ἀπὸ τὴν νεκρὰν ὕλην; Ο Dr.Jastrow, ἰδρυτὴς καὶ πρῴην διευθυντὴς Διαστημικῶν σπουδῶν τῆς NASA γράφει: «Συμφώνως μὲ τὴν ἱστορίαν αὐτὴν (τῆς ἐξελίξεως) κάθε δένδρον, κάθε φύλλον χλόης, κάθε δημιούργημα στὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ἐξελίχθη ἀπὸ ἕνα πατρικὸν κλωνάρι μοριακῆς ὕλης, παρασυρόμενον νωχελικῶς μέσα σὲ μίαν ζεστὴ λιμνούλαν. Ποία συγκεκριμένη ἔνδειξις ὑποστηρίζει τὴν ἀξιοσημείωτον αὐτὴν θεωρία γιὰ τὴν προέλευσιν τῆς ζωῆς; Δὲν ὑπάρχει καμμία» ! Ὁ δὲ διάσημος ἐξελικτικὸς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Χάβαρντ Dr. G. Simpson σχολιάζει ὅτι τυχαία γένεσις τῆς ζωῆς «δὲν συμβαίνει σὲ καμμίαν γνωστὴν περίπτωσιν», ἐπαναλαμβάνων τὸ ἀξίωμα τοῦ μεγάλου Παστέρ. […] Ἔτσι ἡ ἐξέλιξις ἀντικαθιστᾷ καὶ τὴν θρησκείαν, ἀφοῦ διεκδικεῖ τὴν μοναδικὴν ἑρμηνείαν τῆς ζωῆς, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ἰσχυρὰ καὶ βαθύτερα θρησκευτικὰ θεμέλια τῆς ἐξελίξεως ἐκτίθενται προσφάτως ὑπὸ τοῦ Bozarth: «Ὁ Χριστιανισμὸς ἐπολέμησε καὶ συνεχίζει νὰ πολεμῇ καὶ θὰ πολεμῇ τὴν ἐξέλιξιν, διότι ἡ ἐξέλιξις καταστρέφει ὁλοσχερῶς καὶ τελείως τὸν ἀκριβῆ λόγον τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ… Καταστρέφει τὰ περὶ Ἀδὰμ καὶ Εὕας καὶ τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας, ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῶν ὁποίων κεῖνται τὰ ἄθλια λείψανα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν ὁ Ἰησοῦς δὲν ἦτο ὁ Λυτρωτής ποὺ ἀπέθανεν γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ἐξέλιξις κηρύσσει, τότε ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἕνα τίποτα ». Οἱ πρῶτοι ὀπαδοὶ τοῦ Δαρβίνου μὲ κορυφαῖον τὸν J. Huxley εἴχαν δηλώσει θριαμβικῶς, ὅτι μπορεὶ νὰ δημιουργηθῇ νέα θρησκεία, βασισμένη ἀκριβῶς στὴν ἐξέλιξιν. «Τὸ ἐξελικτικὸν ὅραμα μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ διακρίνωμεν, καίτοι ἀτελῶς, τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς νέας θρησκείας, ἡ ὁποία εἴμεθα σίγουροι ὅτι θὰ ἐμφανισθῇ γιὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐρχομένης ἐποχῆς (τῆς «Νέας Ἐποχῆς», δηλαδὴ, τῆς ὁποίας τὸ ἔδαφος - δὲν θὰ ἦτο ἄστοχον νὰ ἐπισημάνωμεν προητοιμάσθη μὲ τὰ ἄθεα κηρύγματα τῶν Διαφωτιστῶν καὶ ἐξελικτικῶν καὶ τὴν ἀνθρωποκεντρικὴ, λογικοκρατικὴ, παπιστικὴ κοσμοθεωρία τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν καὶ διανοουμένων ὅλων τῶν ἐποχῶν). […] Ἐδῶ πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι οὔτε ὁ Δαρβίνος δὲν εἶχε ἀρνηθῆ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ στὸ θέμα τῆς Δημιουργίας, ἀφοῦ ἔγραφε: «Αἱ πράξεις τῆς γενέσεως, τόσον τοῦ εἴδους ὄσον καὶ τοῦ ἀτόμου, εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τὶς δεχτοῦμε ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα τυφλῆς τύχης… Ὅλα τὰ μεγάλα πνεύματα ἀπαντοῦν καταφατικῶς γιὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ». Στὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ Δαρβίνος συμφωνεῖ μὲ τὸν Νεύτωνα καὶ τὴν ὡραίαν ὁμολογίαν του: «Εἶναι τυφλὸς καὶ μωρὸς αὐτός ποὺ δὲν βλέπει καὶ δὲν ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀρίστη καὶ σοφωτάτη διάταξις τῶν ὄντων ὀφείλεται εἰς τὴν παντοδυναμίαν καὶ πανσοφίαν τοῦ ἀπείρου Δημιουργοῦ». […] Ὅταν δὲ ἐσχάτως ὁ Ἀϊνστάιν ἐρωτήθη γιὰ τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴν διάδοσιν τοῦ φωτός, εἶπεν: «…ἐπειδὴ ὅ,τι πιστεύαμε μέχρι χθές, ἂν δὲν ἀνατραπῇ αὔριον, θὰ ἀναθεωρηθῇ ὁπωσδήποτε, σᾶς λἐγω ὅτι τὸ φῶς ταξιδεύει ἁπλῶς καὶ μόνον, διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ» . Ὁ ἴδιος θὰ δηλώσῃ ἀργότερον: «Ὅταν ὁ Θεὸς ἔφτιαχνε τὸν κόσμο… δὲν ἔπαιζε ζάρια», ἀπαξιώνοντας, συγχρόνως, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, συλλήβδην τὴν «καθαρὰν τύχην» τοῦ Μονῶ καὶ ΟΛΕΣ μαζί τις θεωρίες τῆς ἐξελίξεως» […] Καὶ γιὰ νὰ πάμε στὰ πιὸ νεώτερα, παραθέτομεν τὴν ἄποψιν τοῦ ἰατροῦ καὶ καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Ἀθ. Ἀβραμίδη, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ DNA τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐξέλιξιν: «Ὅπως ἔχει διαπιστωθῇ, τὸ D.N.A. ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας, φύλου, χρώματος ἢ τόπου κατοικίας στὴν Γῆν, εἶναι πανομοιότυπο κατὰ 99,9%. Δὲν μπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ καμμιὰ γονιδιακὴ ὑπεροχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἔναντι κάποιου ἅλλου, ὁπουδήποτε στὴν Γῆν, γιὰ τὴν στήριξι φυλετικῶν διακρίσεων, κοινωνικῶν ἢ ἄλλων, βάσει γονιδιακῶν διαφορῶν. Προφανῶς διότι, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δημιουργήθηκαν ἴδιοι, ἐξ ἑνὸς ἀνθρώπου προερχόμενοι, τοῦ ὁποίου κληρονομοῦν ἀπαρεγκλίτως τὶς ἀρχικὲς βασικὲς καταβολές. Καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἐπιστημονικῶς, ὕστερα ἀπὸ 2000 χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶπεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸν Ἀρειον Πάγον: «…ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων…» (Πράξ. Ἀπ. 17,26). Δηλαδή: Χωρὶς νὰ μεταβάλλεται ὁ κληρονομικὸς κώδικας, οὔτε μὲ τὴν «ἐπιλογὴ τοῦ ἰσχυροτέρου» τοῦ Δαρβίνου, οὔτε μὲ τὴν «προσαρμογή» τοῦ Λαμάρκ, οὔτε μὲ τὶς «μεταλλάξεις» τοῦ Ντε Βρίς, οὔτε μὲ τὴν «καθαρὰ τύχη» τοῦ Μονῶ – τῶν διαφόρων δηλαδὴ θεωριῶν τῆς Ἐξελίξεως. Εἶναι ἑπομένως δικαιολογημένη, καὶ διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἄλλων ἑρμηνειῶν, ἡ θέσις ὅτι, ὁ γενετικὸς κώδικας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὑπάρξεως Σοφοῦ Δημιουργοῦ»! […] Δυστυχῶς ὅμως τὸ Ὑπ. Παιδείας δὲν ἀπασχολεῖται μὲ τέτοιες ἐργασίες, τὸ δὲ Παιδαγωγικὸν Ἰνστιτοῦτον, ὡς ἀποδεικνύεται, τὸ διακονοῦν ἄνθρωποι ποὺ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἀλήθειαν, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν νεολαίαν της, μὲ συνοδοιπόρους δυστυχῶς τὴν πλειοψηφία τῶν ἐκπαιδευτικών! […] Τελειώνοντας ἐρωτῶμεν: Ποιὸ βιβλίο βλάπτει τοὺς μαθητάς, ἡ Ἱστορία τῆς ἕκτης Δημοτικοῦ ἢ τὸ ἄθεο κήρυγμα τῆς Βιολογίας; Ἀσφαλῶς καὶ τὰ δύο, ἀλλὰ τὸ δεύτερο δὲν βλάπτει ἁπλῶς, ἀλλὰ φονεύει κυριολεκτικῶς τὶς ψυχὲς τῶν νεαρῶν μαθητῶν, τὶς ὁποῖες ὁδηγεῖ «ἐπιστημονικῶς» στὸ μονοπάτι τῆς ἀθεΐας καὶ τοῦ μηδέν! Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀπὸ τοὺς γονεῖς μέχρι τὴν Ἀκαδημίαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, κυρίως αὐτήν, ἀπλώνεται ἡ εὐθύνη γιὰ τὶς ἄθεες Μασονομαρξιστικες θέσεις τοῦ συστήματος τῆς Παιδείας μας. Πρέπει νὰ τεθῇ ὁπωσδήποτε ἕνα τέρμα σ’ αὐτὸν τὸν κατήφορο, καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ μόνον ὅταν τεθῇ προηγουμένως ἕνα ἄλλο τέρμα στὴν ἔνοχον σιωπὴν τῶν ὑπευθύνων… Γυμνάσια καὶ Λύκεια διδάσκουν ἐλευθέρως τὴν θεωρίαν τῆς Ἐξελίξεως, ὁδηγώντας τοὺς μαθητὰς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στὴν ἀθεΐαν! Θὰ μείνουμε ἀδιάφοροι; Ὑπάρχει ἀπόδειξις (ὄχι ἔνδειξις ἢ ὑπόθεσις ἢ πιθανότης) ὅτι ἕνα οἷονδήποτε εἶδος τοῦ ζωϊκοῦ βασιλείου ἔχει ἐξελιχθῆ σὲ κάποιο ἄλλο εἶδος; Ὄχι. Ἄρα, λοιπὸν, ποῦ στηρίζεται ἡ, ἐπιστημονικοφανὴς μόνον, θεωρία τῆς ἐξελίξεως; Ἂς προσθέσωμε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς (που ἐνετοπίσαμε σὲ ἐφημερίδα τὸ 2011):

Ὁ Σάδερλαντ, ἕνας γνωστὸς καθηγητὴς τῶν Η.Π.Α., σημειώνει: «Σύντομα, κάποιος θὰ γεμίση μία δεξαμενὴ μὲ ἕνα μεῖγμα ἀρχεγόνων ὑλικῶν, θὰ τὴν διατηρήσῃ στὶς κατάλληλες συνθῆκες καὶ θὰ δῇ τὴν ζωὴ νὰ σχηματίζεται. Αὐτὸ τὸ πείραμα θὰ γίνῃ». Ἄρα, λοιπόν, δεν εἶναι ἐπιστημονικὴ γνῶσις ἡ θεωρία τῆς «αὐτομάτου γενέσεως», καθ’ ὅτι, ὡς καταδεικνύεται περίτρανα ἀπὸ τὴν δήλωσι τοῦ κυρίου καθηγητοῦ, δεν ὑπάρχει πείραμα ποὺ νὰ ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ὅσον ἀφορᾷ στὴν αἰσιοδοξία του ὅτι συντόμως θὰ ὑπάρξῃ τέτοιο πείραμα, δὲν ὑφίσταται οὐδεὶς πειστικὸς λόγος, ποὺ νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ τὸ πιστεύσωμε.

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΩΝ
Κυπριανοῦ Χριστοδουλίδη, ἰατροῦ Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πῶ ὅτι ὁ ἀποκαλούμενος κλινικὰ νεκρὸς ἢ πτωματικὸς δότης, εἶναι ἔνας ἄῤῥωστος μὲ ἀποδεδειγμένα ἐνεργὰ συμπτώματα ζωῆς, βέβαια παθολογικά, ὁ ὁποῖος, εἴτε γιατὶ ὁ ἴδιος τὸ θέλησε εἴτε διότι ἄλλοι πήραν τὴν ἀπόφαση γι’ αὐτὸν – πρᾶγμα συνηθέστερο -, δέχεται «νὰ ἀναστήσει κάποιον», ὅπως εἰπώθηκε σὲ τηλεοπτικὴ ἐκπομπή. Ὁ ἄῤῥωστος αὐτὸς ἀναπνέει βέβαια μὲ τὴ βοήθειᾳ τοῦ τεχνητοῦ πνεύμονα, τοῦτο, ὅμως, καθόλου δὲν πρέπει νὰ μᾶς ξενίζει. Διότι αὐτὴν τὴν ἀσθένεια ἔχει, αὐτὸ τὸ σύμπτωμα – τὸ σύμπτωμα τῆς ἔντονης ἀναπνευστικῆς δυσχερείας – παρουσίαζε ὅταν πάρθηκε ἡ ἀπόφαση τῆς διασωλήνωσης γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ζήσει. […] Αὐτός ποὺ ἔχει πρόσβαση στὶς μελλοντικὲς πληροφορίες ἑνὸς μελλοντικοῦ computer, στὸν ὁποῖο θὰ καταχωρούνται μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς ἰστοσυμβατότητας, θὰ εἶναι σὲ θέση νὰ γνωρίζει την κάθε στιγμὴ ποῖος ἄνθρωπος ἔχει κατάλληλα ὄργανα γιὰ τὴ σωτηρία ἑνὸς σημαίνοντος πολιτικοῦ ἢ ἄλλου παράγοντα. Τοῦτο ἂς μὴ θεωρηθεῖ ὑπερβολή. Ὅλα προμηνύουν τὴν κατάρρευση τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος ὑγείας, οἱ ἰδιωτικὲς ἀσφαλίσεις κατακτοῦν σταδιακὰ ἔδαφος, γιὰ νὰ μᾶς ἐφοδιάσουν τελικά, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεωτικά, μὲ τὴν ἠλεκτρονικὴ κάρτα ἀσφάλισης, ποὺ θὰ συμπεριλαμβάνει καὶ τὸν κωδικὸ τῆς ἰστοσυμβατότητας, ἂν στὸ μεταξὺ δὲν συμπεριληφθῇ αὐτὸς στὶς νέου τύπου ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες ποὺ μᾶς ἐτοιμάζουν. Σὲ ἐφημερίδα παρέχεται ἡ εἴδηση ὅτι ἔνας ἐγκεφαλικὰ «νεκρός», ποὺ διασώθηκε πρὸ 25ετίας χάριν τῆς διαφωνίας ποὺ εἶχε ἔνας Βέλγος Νευρολόγος, σήμερα βρίσκεται στὴν ζωὴ καὶ ἐπικοινωνεῖ μέσῳ κομπιοῦτερ. Μεταξὺ ἄλλων, ἡ εἴδηση ἀναφέρει: «Ὁ γιατρὸς ποὺ ἔσωσε τὸν Χοῦμπεν, ὁ ὁποῖος ἤταν πρωταθλητὴς πολεμικῶν τεχνῶν, εἶναι ὁ νευρολόγος Στέιβιν Λορέις, τοῦ βελγικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Λιέγης. Χθὲς δημοσίευσε ἐπιστημονικὴ μελέτη, στὴν ὁποία ἀναφέρει ὅτι ὁ Χοῦμπεν μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο ἔνας ἀπὸ τοὺς πολλούς ποὺ ἔχουν διαγνωσθεῖ λανθασμένα σὲ κωματώδη κατάσταση σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ Λορέις, ἐπικεφαλῆς τοῦ Νευρολογικοῦ Τμήματος τοῦ Νοσοκομείου τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Λιέγης, κατέληξε στὸ συμπέρασμα ὅτι γίνονται «λάθος διαγνώσεις κωματώδους καταστάσης σὲ τόσο συχνοὺς ῥυθμούς ποὺ προκαλοῦν ἀνησυχία». Στὸ περίπου 40% τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἡ διάγνωση θέλει νὰ βρίσκονται σὲ κωματώδη κατάσταση, μία πιὸ προσεκτικὴ ἐξέταση δείχνει ὅτι εἴχαν κάποιου εἴδους συνείδηση. Ὁ προβληματισμὸς μὲ τις λάθος διαγνώσεις, ποὺ θέτει ὁ Βέλγος Νευρολόγος Στέιβιν Λορέις, δημιουργεῖ σοβαρὸ ἐμπόδιο στοὺς συναδέλφους του, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὸ ἀδιαφιλονίκητο καὶ ἀδιαπραγμάτευτο τοῦ ἐγκεφαλικοῦ «θανάτου». Ὁ λόγος; Τὰ ὄργανα πρέπει νὰ ἀφαιροῦνται ὄσο τὸ δυνατὸν γρηγορώτερα ἀπὸ ἀσθενεῖς σὲ κωματώδη καταστάση. Ὅταν ἡ κατάσταση τοῦ κώματος παρατείνεται - καὶ αὐτὸ προβλέπεται μετὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπε ὁ Βέλγος νευρολόγος, ἀφοῦ θὰ πρέπει νὰ δώσουμε «πίστωση» χρόνου στὸν κωματώδη ἀσθενῆ, τότε τὰ ὄργανα ἀρχίζουν νὰ χαλᾶνε καὶ δὲν πιάνουν. Ἄρα, γρήγορη (ψευδο)διάγνωση ἴσον γρήγορη ἐκσπλάχνωση γιὰ τὸ ἔργο τῶν μεταμοσχευτῶν γιατρῶν καὶ τῆς ἐπιστήμης!!! Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση Ὑπάρχουν τοῦ κόσμου οἱ περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες, ἐνῶ ἰατρικῶς καὶ ἀνθρωπίνως ἤταν προδιαγεγραμμένο τὸ τέλος κάποιου ἀσθενοῦς, ἐπενέβη θαυματουργικῶς ὁ Θεὸς καὶ ἔσωσε τὸν βαρέως ἀσθενοῦντα ἢ τραυματισθέντα, τῇ μεσιτείᾳ καὶ ταῖς πρεσβείαις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἢ κάποιου Ἁγίου, μετὰ ἀπὸ θερμὲς προσευχὲς τῶν συγγενῶν τοῦ ἀσθενοῦντος. Δὲν ἔχουμε ἀκόμη καὶ ἀναστάσεις νεκρῶν; Παρατηροῦμε, ἐν πρώτοις, ὅτι γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τὸ πολυτιμότερο καὶ ὕψιστο ἀγαθὸ δὲν εἶναὶ ἡ παροῦσα ζωή, ἀλλὰ ἡ μέλλουσα, δὲν εἶναι τὰ πρόσκαιρα καὶ φθειρόμενα ἀγαθά, ἀλλὰ τὰ ἄφθαρτα καὶ αἰώνια. Γνώρισμα ὑψηλῆς πνευματικότητος εἶναι ὄχι ἡ προσκόλλησι στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ ἡ ἐπὶ πολλὰ ἔτη σ' αὐτὴν διαβίωσι, ὅπως ἐπεκράτησε δυστυχῶς νὰ διατυπώνουμε οἱ περισσότεροι μὲ τὴν εὐχὴ «χρόνια πολλά», ἀλλὰ ἡ χρησιμοποίηση τῆς παρούσης ζωῆς ὡς εὐκαιρίας, ὡς «καιροῦ» γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν ἄλλη ζωή. Ἡ παράτασι τῆς ζωῆς μόνον ὑπ' αὐτὴν τὴν προοπτική, τοῦ ἀγῶνος γιὰ τὴν τελείωση καὶ τὴν ἁγιότητα, ἔχει νόημα. Ἔπειτα, δίνει κανεῖς καὶ δωρίζει κάτι δικό του· ἡ ζωή μας, ὅμως, ἡ ὕπαρξί μας, τὸ σῶμά μας, ἡ ψυχή μας, τὰ ὄργανά μας, δὲν εἶναι ἰδιοκτησία οὔτε δική μας, οὔτε τῶν συγγενῶν μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἀπεκτήσαμε ἢ ἀγοράσαμε ἢ κατασκευάσαμε τὸν ἑαυτόν μας; Ὅλα τὰ ὀφείλουμε στὸν Θεόν. Μόνον ὅ,τι ἀποκτοῦμε μὲ δική μας συνέργεια καὶ μὲ χρῆσι τῆς ἐλευθερίας μας εἶναὶ δικά μας· οἱ κακίες εἶναι μόνον δικές μας, γιατὶ καὶ γιὰ τὶς ἀρετές χρειαζόμαστε τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ὅταν δηλώνουμε δωρηταὶ τῶν σωματικῶν ὀργάνων, εἴτε τῶν ἰδικῶν μας εἴτε τῶν συγγενῶν μας, σφετεριζόμαστε καὶ διαχειριζόμαστε ξένα πράγματα, ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκουν, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ. […] Δὲν ὑπάρχουν «πτωματικὲς μεταμοσχεύσεις», διότι ὁ «ἐγκεφαλικῶς νεκρὸς» δὲν εἶναι πτῶμα, ἐξακολουθεῖ νὰ κτυπᾷ ἡ καρδία του καὶ νὰ ἀναπνέῃ. Δὲν εἶναι νεκρὸς, ἀλλὰ ζωντανὸς δότης. Ἂν σταματήσῃ ἡ καρδιοαναπνευστικὴ λειτουργία, τὰ πρὸς μεταμόσχευσι ὄργανα εἶναι ἀκατάλληλα. Ἡ ἐντολὴ «οὐ φονεύσεις» καὶ ὁ ἱπποκράτειος ὄρκος περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἰατρὸς πρέπει, μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς, νὰ φροντίζῃ

νὰ σώσῃ τὸν ἀσθενῆ καὶ τὸν βαρύτατα τραυματισθέντα, μέχρι νὰ καταλήξῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοοῦνται καὶ νὰ παραβαίνωνται μὲ τὴν ὕποπτον καὶ σκόπιμον θεωρία περὶ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου». Ἀρχιμ. Λουκὰ Τσιούτσικα - Πρωτοπρεβυτέρου Στεφάνου Στεφοπούλου - Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Ἁγιορείτου α) Διαπιστώνουμε ὅτι ὁ ἐγκεφαλικὸς θάνατος εἶναι μία κατάσταση ἐννοιολογικῶς καὶ διαγνωστικῶς ῥευστή, ὅλο δὲ καὶ περισσότερο ἀμφισβητούμενη. Μᾶλλον πρόκειται γιὰ κλινικὸ κατασκεύασμα ποὺ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀποσυμφόρηση τῶν μονάδων ἐντατικῆς θεραπείας καὶ τὴν ἀπόκτηση ὀργάνων γιὰ μεταμόσχευση. β) Καὶ ἂν ἀκόμη ἠμποροῦσε νὰ διαγνωσθεῖ ἀναμφισβήτητα ὁλοσχερὴς καταστροφὴ τοῦ ἐγκεφάλου, αὐτὸ δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο. γ) Ἐφ' ὅσον ἡ ἐσωτερικὴ συνειδητὴ ζωὴ καὶ τὸ πρόσωπο διατηρούνται, ὅπως οἱ Χριστιανοὶ πιστεύουμε, καὶ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συνόλου σώματος, δὲν ἔχουμε κανένα λόγο νὰ δεχθοῦμε ὅτι αὐτὰ παύουν νὰ ὑπάρχουν ἐπὶ νεκρωσεως μόνο τοῦ ἐγκεφάλου (ἐγκεφαλικοῦ θανάτου). δ) Ἑπομένως, ἐπὶ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου δὲν τίθεται θέμα συνειδητῆς ζωῆς καὶ προσώπου, ἀλλὰ τὸ μόνο θέμα εἶναι ἐὰν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ συνάφεια ψυχῆς καὶ σώματος ἡ ὁποία ὅμως (διατήρηση τῆς συναφείας) καταδεικνύεται ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ὑπολοίπου σώματος. ε) Γενικῶς εἴμαστε ὑπὲρ τῶν μεταμοσχεύσεων. Ἐπειδὴ, ὅμως, θεωροῦμε τοὺς εὐρισκομένους στὴν κατάσταση τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» ἀσθενεῖς καὶ ὄχι νεκρούς, σεβόμενοι πλήρως τὴν ἱερότητα, ἴσως καὶ κρισιμότητα γιὰ τὸ αἰώνιο μέλλον, τῶν τελευταίων στιγμῶν τῆς ἐντεῦθεν τοῦ τάφου ζωῆς των δὲν μποροῦμε νὰ συμφωνήσουμε μὲ τὴν ἀπὸ αὐτοὺς ἀφαίρεση πρὸς μεταμόσχευση τῶν ζωτικῶν τους ὀργάνων. Ἡ μόνη ἠθικὰ καὶ κοινωνικὰ ἀδιάβλητη περίπτωση δωρεὰς ὀργάνων γιὰ μεταμόσχευση εἶναι ἡ ἀπὸ ὑγιεῖς δότες μεταμόσχευση ἱστῶν ἢ ἑνὸς ἀπὸ τὰ διπλὰ ὄργανα, προκειμένου δὲ περὶ ἀσθενῶν ἢ τραυματιῶν δοτῶν ἡ μεταμόσχευση ὅσων μποροὺν νὰ μεταμοσχευθοῦν μετὰ τὴν μόνιμη παύση τῆς καρδιοαναπνευστικῆς λειτουργίας. Ἀθ. Ἀβραμίδη, Καθηγητοῦ Παθολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ταύτισις τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου καὶ τοῦ βιολογικοῦ τέλους δὲν εἶναι «διεθνῶς ὁμόφωνος ἄποψις» καὶ ἐπιστημονικὴ βεβαιότητα, ἀλλὰ ἁπλῶς «ἄποψη». Ὑπάρχουν, μάλιστα, σοβαρὲς ἐπιστημονικὲς μελέτες, στὶς ὁποῖες βάσει δεδομένων ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ νέκρωση τοῦ στελέχους τοῦ ἐγκεφάλου δὲν εἶναι πάντοτε ὁλοσχερὴς ἡ καθολική, οὔτε νεκρώνονται πάραυτα καὶ συχρόνως ὄλες οἱ λειτουργίες τοῦ ἐγκεφάλου. Ἡ νέκρωσις τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν ἐγκεφαλικὸ θάνατο. Μέχρι τὴ νέκρωσή του μεσολαβεῖ κάποιος χρόνος, ὁ ὁποῖος ὄσο μικρὸς καὶ ἂν εἶναι, ἔχει τεράστια σημασία τόσο ἀπὸ ἰατρική, ἰατροδικαστικὴ ἢ νομικὴ ἄποψη, ὄσο καὶ ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη. […] ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κ. Γ. Μαντζαρίδης γράφει: «Ὄσο λειτουργεῖ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μιλήσουμε γιὰ χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα». Διερωτᾶται δὲ ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου —μαζὶ δὲ μὲ ἐκεῖνον καὶ ἐμεῖς: Πῶς ἐπεμβαίνουμε βίαια σὲ ἔναν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου δὲν λειτουργοῦν μερικὲς ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες ἀλλά, ἐπειδὴ λειτουργεῖ ἡ καρδία, ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ψυχή;» Καὶ συνεχίζει: «μήπως στεκόμαστε ἀνάλγητοι, ὅταν λαμβάνουμε τὰ ὄργανα τοῦ σώματος, ἐνῶ ὡς πρόσωπο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος; (σελ. 361). Δὲν ἀποτελεῖ δὲ «σχολαστικισμόν» ἡ «στιγμή» τοῦ θανάτου τοῦ προσώπου, ἐφ’ ὅσον πρόκειται γιὰ τὴ «ῥήξη τῆς ψυχοσωματικῆς συμφυΐας τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὁποία γίνεται «θείῳ βουλήματι»; Στὸ ἄρθρο δὲ 30 τῶν Βασικῶν Θέσεων τῆς Ι.Σ.Ε.Ε., ἀναφέρεται ὅτι: «ὑπάρχει ὁ κίνδυνος... μὲ τὴν χαλαρὰν διεθνῶς ἠθικὴν ἔναντι τῆς εὐθανασίας καὶ τὴν τάσιν νομοθετικῆς κατοχυρώσεώς της, οἱ μεταμοσχεύσεις νὰ συνδυασθοῦν μὲ τὴν εὐθανασίαν». Τί λέγει ἡ Γραφὴ Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γράφει: «Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν» (Ρωμ. ε, 5)... «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Γαλ. δ, 6)... «ἵνα δώη ὑμῖν κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ... κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Ἐφ. γ, 16). Τί λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ (1296-1359) «ἡ ψυχὴ πανταχοῦ τοῦ σώματός ἐστιν, οὒχ ὡς ἐν τόπῳ, οὒδ' ὡς περιεχόμενη ἀλλ' ὡς συνέχουσα καὶ περιέχουσα καὶ ζωοποιοῦσα τοῦτο» (Φιλοκαλία σ. 957). Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809): «ἡ καρδία κέντρου λόγον ἐπέχει πρὸς τὸ ὅλον σῶμα· διὰ τοῦτο, ὄχι μόνον πρώτη πλάττεται ἐξ ὅλων τῶν μελῶν, ἀλλὰ καὶ ὕστερον ὅλων νεκροῦται· καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ καθέδρα, ἡ ῥίζα καὶ ἀρχὴ καὶ πηγὴ ὅλων τῶν φυσικῶν δυνάμεων τοῦ σώματος, τῆς φυτικῆς, τῆς θρεπτικῆς, τῆς αὐξητικῆς, τῆς ζωϊκῆς, τῆς αἰσθητικῆς, τῆς θυμικῆς, τῆς ἐπιθυμητικῆς καὶ τῶν λοιπῶν ὁμοίως καὶ ὅλων τῶν φυσικῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, τῆς νοερᾶς λέγω, τῆς λογιστικῆς καὶ τῆς θελητικῆς. Ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ δὲ ὡς ἐν ὀργάνῳ εὑρίσκεται οὐχὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμις τοῦ νοός, ἤτοι τῆς ψυχῆς· ἀλλὰ μόνη ἡ τοῦ νοὸς ἐνέργεια. Ὅθεν ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς, ὡς εἶδος οὖσα τοῦ σώματος, ἀσώματος γάρ... εὑρίσκεται ἐν τῷ μεσαιτάτῳ τῆς καρδίας, ...ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ δὲ ὡς ἐν ὀργάνῳ εὑρίσκεται, οὐχὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμις τοῦ νοός, ἤτοι τῆς ψυχῆς· ἀλλὰ μόνη ἡ τοῦ νοὸς ἐνέργεια, ὡς προείπομεν (συνεχίζει δέ, προσθέτων τὰ ἑξῆς)... καὶ ἄφες τοὺς νεωτέρους φυσικοὺς καὶ μεταφυσικοὺς νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς εὑρίσκεται εἰς τὸν ἐγκέφαλον διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἴδιον ὡσεὶ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ φυτικὴ ψυχὴ δὲν εὑρίσκεται ἀρχικῶς εἰς τὴν ῥίζαν τοῦ δένδρου, ἀλλὰ εἰς τὸν κλάδον καὶ εἰς τὸν καρπόν... «Τὸ διδασκαλεῖον τῶν Γραφῶν καὶ τῶν ἱερῶν Πατέρων», γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος, «εἶναι ἀληθέστερον τῶν διδασκαλείων τῶν ἀνθρώπων» (στὸ κεφ. περὶ φυλακῆς νοὸς καὶ καρδίας, στὸ Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σσ.110-112). Ἀναφέρει δὲ καὶ τὸν «θεῖον Γρηγόριον Θεσσαλονίκης» καὶ τὸν «μέγαν Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον», πολλοὺς ἄλλους Πατέρες καὶ νεωτέρους θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης πρεσβεύουν τὰ αὐτά. Γράφει ὁ Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος στὴν σ. 353 τοῦ Τόμου: «Στὴν κατάσταση τοῦ λεγομένου κλινικοῦ θανάτου ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ λεγομένου ἐγκεφαλικοῦ θανάτου μπορεὶ νὰ μὴ λειτουργοῦν μερικὰ ὄργανα τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε ἡ ψυχή, εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ μὴν ἐνεργεῖ διὰ τῶν συγκεκριμένων αὐτῶν

ὀργάνων, ἀλλὰ ὅμως ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ψυχὴ μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ λειτουργεῖ δι' ἄλλων σωματικῶν ὀργάνων καὶ λειτουργιῶν»... «Αὐτὴ δὲ ἡ παύση λειτουργίας τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος γίνεται σταδιακά, καθὼς ἐπίσης καὶ μερικὲς φορὲς ἡ πορεία τοῦ θανάτου εἶναι ἀναστρέψιμη. Τότε ὁπωσδήποτε ὑπάρχει ἡ ψυχὴ μέσα στὸ σῶμα» (σ. 359) καί... «ἐπειδὴ λειτουργεῖ ἡ καρδία —ἀκόμη καὶ ἂν δὲν λειτουργοὺν μερικὲς ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες— ὑπάρχει ἀκόμη μέσα του ἡ ψυχή» (σ. 361). Συλλόγου ἐπιστημόνων «Προοπτική» (2002) «O Ἐγκεφαλικὸς Θάνατος», δηλώνει ὁ Καθηγητὴς Παιδ. Ἀναισθησιολογίας στὸ Harvard καὶ Διευθυντὴς Μον. Ἐντατ. Θεραπείας στὸ Παιδιατρικὸ Νοσοκομεῖο Βοστώνης Dr. Robert D. Truog «παραμένει ἀσυνάρτητος στὴν θεωρία καὶ συγκεχυμένος στὴν πράξιν. Ἐπιπλέον, ὁ μόνος σκοπός ποὺ ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὴν ἔννοια (τοῦ Ἐγκεφαλικοὺ Θανάτου) εἶναι ἡ διευκόλυνσις ἐξευρέσεως ὀργάνων πρὸς μεταμόσχευσιν». […] Ἀξιοπρόσεκτο εἶναι ὅτι οἱ «ἐγκεφαλικὰ νεκροί», καταλλήλως ὑποστηριζόμενοι, διατηροῦν σταθερὴ θερμοκρασία καὶ ὡρισμένοι «ἐγκεφαλικὰ νεκροί» διατηροῦν νωτιαία ἀντανακλαστικά, ἀποῤῥοφοῦν καὶ ἀφομοιώνουν τροφές, κερδίζουν βάρος, ἐπουλώνουν τραύματα, κυοφοροῦν γιὰ ἑβδομάδες ἢ μῆνες καὶ γεννοῦν (μὲ καισαρικὴ τομή) βιώσιμα νεογνά. […] Τί σημαίνουν οἱ ἀσυνήθεις κινήσεις, γνωστὲς ὡς "Lazarus Sign", ποὺ κάνουν κάποιοι «ἐγκεφαλικὰ νεκροί»; Σχετικὰ μὲ αὐτὲς τὶς κινήσεις, ὁ παγκοσμίως γνωστὸς Καθηγητὴς Νευρολογίας Fred Plum ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι «ἠμισκόπιμες» (semi-purposeful) καὶ «ἠμικατευθυνόμενες» (semi-directed) ἀπὸ τὸν «εγκεφαλικά νεκρό». […] Τί σημαίνουν οἱ σπάνιες, ἀλλὰ καταγεγραμμένες περιπτώσεις ἐπαναφορᾶς ἀπὸ «Ἐγκεφαλικὸ Θάνατο»; Συμπερασματικά, ἐπειδὴ ἡ ἔννοια τοῦ «Ἐγκεφαλικοῦ Θανάτου» δὲν εἶναι οὔτε στὴν Ἑλλάδα οὔτε διεθνῶς ὁμόφωνα ἀποδεκτή, προτείνουμε νὰ ἐπανεξετασθεῖ ἡ ταύτιση τοῦ θανάτου μὲ τὸν «ἐγκεφαλικὸ θάνατο» καθαρὰ ἐπιστημονικά, χωρὶς ἅλλου εἴδους σκοπιμότητες. Πρεσβυτέρου Στεφάνου Στεφοπούλου […] Ἀρχικά, θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὴν ἔντονη δυσαρέσκειά μου για τὴ στάση τῆς Σ.Ε.Β. (Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς) ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἔρευνά της μέσα στὰ πατερικὰ κείμενα γιὰ τὴν διεξαγωγὴ ἀσφαλῶν θεολογικῶν συμπερασμάτων σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τοῦ θανάτου , τῆς ψυχῆς, κ.λ.π. Ἀφοῦ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τῆς Σ.Ε.Β. εἶναι «...ἡ ἀπὸ Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς ἀπόψεως μελέτη καὶ γνωμάτευση ἐπὶ θεμάτων Βιοηθικῆς...» («Ἐκκλησία», 6/2002, σελ. 562), πρωτίστως ἡ Σ.Ε.Β. δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφέρει ἐπιστημονικό, ἀλλὰ θεολογικὸ λόγο! […] Ζ) (θέσις τῆς Σ.Ε.Β) «...εἶναι λάθος ἐν ὀνόματι τῆς πνευματικότητος νὰ ἀπαξιώνουμε τὴν ἐπιστήμη...δὲν μποροῦμε νὰ ἀποκλείσουμε καὶ νὰ ἀπαξιώσουμε διὰ μιᾶς ὅλην τὴν ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς ἐν ὀνόματι τῆς Θεολογίας ἡ ἐν ὀνόματι ἄλλων πνευματικῶν παραμέτρων...»! Ἀπό ποῦ νὰ ἀρχίσει κανεὶς καί ποῦ νὰ τελειώσει! Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούγονται καὶ νὰ λέγονται τέτοιοι ἰσχυρισμοί; Μήπως μᾶς σῴζει καὶ μᾶς καθιστᾷ οὐρανοπολῖτες ἡ ἰατρικὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν Θεολογία; Μήπως πάλι ἡ Θεολογία πρέπει νὰ ὑποχωρεῖ ὁσάκις συγκρούεται μὲ τὴν ἐπιστήμη; Μήπως πρέπει νὰ βάλουμε καὶ μετάνοια στοὺς -συνήθως- ἀμαθεῖς ἡ ἡμιμαθεῖς περὶ τὰ θεολογικὰ ἰατροὺς καὶ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς «ἀλήθειες» κοσμικές, κακῶς ἐννοούμενες ὡς κοινωνικὲς καὶ πλήρως παγκοσμιοποιημένες καὶ ἐκκοσμικευμένες, ἀλλὰ ξένες πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ξένες πρὸς τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Ἢ μήπως οἱ ἰατροὶ μας εἶναι ἀνέτοιμοι (ἀνέντιμοι;) γιὰ νὰ διαλεχθοῦν μὲ τοὺς θεολόγους καὶ ἐπιζητοῦν τὴν ἐπιβολὴ τῶν ἀπόψεών τους διὰ ἀντιδημοκρατικῶν τρόπων (λ.χ. λογοκρισία, ἀνεπαρκὴ ἢ ἀνύπαρκτο διάλογο, συνηγόρους ἐκ μέρους τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας κ.λ.π.). Μήπως σιγά-σιγὰ μποῦμε στὸν πειρασμὸ νὰ ἀποδεχθοῦμε θέσεις ἄλλων μεγάλων ἐπιστημῶν ὅπως ἡ Βιολογία (Θεωρία τῆς Ἐξελίξεως), ἡ Παλαιοντολογία, ἡ Ἱστορία, ἡ Ἀρχαιολογία κ.ἄ. (Θεωρία τῆς Δημιουργίας- Big Bang), για νὰ μὴν τὶς ἀπαξιώσουμε καὶ αὐτές; […] Ἐπαναλαμβάνει ὁ Σεβασμιώτατος Ἱερόθεος (Βλάχος) τὰ ὅσα διδάσκει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος περὶ νοερᾶς προσευχῆς: «ἀπὸ ἐκεῖθεν μέσα, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας, ἀναπέμπῃ τάς εὐχὰς εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἀφ' οὐ ἐκεῖθεν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδίαν γευθῇ ὅτι εἶναι χρηστὸς ὁ Κύριος καὶ γλυκανθεῖ, πλέον δὲν θέλει μακρύνη ὁ νοῦς ἀπὸ τὸν τόπον τῆς καρδίας (Φιλοκ. Ε΄, 285). Συνεπῶς, ἡ καρδία ἡ σαρκική ποὺ περιέχει τὴν πνευματικὴ καὶ γεύεται καὶ αὐτὴ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐπικοινωνίας τῆς πνευματικῆς καρδίας μὲ τὸν Θεον-δημιουργόν της, ὅταν συνεχίζει νὰ πάλλεται, ζεῖ. Καὶ ὅταν εἶναι ζωντανὴ ἡ καρδία ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεὸν καὶ «τρέφεται» ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐπικοινωνία. Ποῖος μπορεῖ νὰ διακόψει αὐτὴν τὴν σωτήριο σχέση; Ποῖος θὰ τολμήσει νὰ διακόψει μία τέτοια «συνομιλία»; Πρὶν ὅμως δώσουμε τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ἂς δοῦμε τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀναφορικὰ μὲ τὶς σχέσεις καρδίας, ψυχῆς, νοῦ καὶ ἐγκεφάλου. […] Γιὰ νὰ δώσουμε δὲ ἔμφαση στὸ ῥόλο τοῦ νοῦ στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἂς δοῦμε τὸν Καλλιστο Καταφυγιώτη νὰ συμπληρώνει σχετικὰ ὅτι «ὁ νοῦς κινεῖται πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ Θεοῦ α) αὐτοκινήτως, β) ἐτεροκινήτως καὶ γ) μεταξὺ τούτων» (Φιλοκ., Ε΄, 6). Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρίτο τρόπο κινήσεως τοῦ νοῦ, τὶ γίνεται ἂν ὁ ἄνθρωπος θελήσει νὰ κινήσει τὸν νοῦν του πρὸς τὸν Θεὸν καὶ κατόπιν περιέλθει στη λεγομένη «φυτικὴ κατάσταση» ἡ τὸν «ἐγκεφαλικὸ θάνατο»; Μήπως ἀφοῦ, ὅπως δέχονται οἱ ἰατροί, ζεῖ ἡ καρδία, ἄρα κινεῖται ὁ νοῦς καὶ ὁ ἀσθενὴς ζεῖ ἐπικοινωνώντας μὲ τὸν Θεὸν ἢ ἀκριβῶς ζεῖ λόγῳ τῆς ἐπικοινωνίας του μὲ τὸν Θεόν; Ἄλλωστε γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐπικοινωνία αὐτὴ «θρέφει» καὶ ζωοποιεῖ τὴν ψυχήν ποὺ κατὰ τὸν Ἅγιο Νεῖλο τὸν ἀσκητῇ (Φιλοκ., Α΄, ρα΄ 185) «κατοικοεδρεύει» κυρίως εἰς τὴν καρδίαν. Τὴν ἴδια ἐπιφύλαξη ἐκφράζει καὶ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ.κ. Ἱερόθεος Βλάχος στὴν εἰσηγήσή του, ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὸ εἰδικὸ τεῦχος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου σχετικὰ μὲ τὶς μεταμοσχεύσεις (σελ. 359): «Πάντως ὅσο ὁ νοῦς βρίσκεται... μέσα στὸ σῶμα, μπορεῖ νὰ μὴ λειτουργεῖ ἡ διανοητικὴ λειτουργία, ἡ μνήμη ἢ ἴσως καὶ ἡ αἰσθήσῃ, ἀλλ' ἒφ' ὅσον λειτουργεῖ ἡ καρδία, λειτουργεῖ ἡ νοερὰ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τότε ὁ ἄνθρωπος μπορεὶ νὰ μὴν ἔχει συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος κόσμου, μπορεὶ νὰ μὴν σκέπτεται, μπορεὶ νὰ μὴν αἰσθάνεται ἢ ἀκόμη μπορεῖ ἀμυδρῶς νὰ ἀντιλαμβάνεται, ἀλλ' ὅμως ὑπάρχει ἡ ψυχὴ καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κοινωνία μὲ τὸν Θεόν. Καὶ βέβαια ἂν ἔχει συνηθίσει στὴ ζωή του νὰ προσεύχεται, τότε ἡ νοερά του ἐνέργεια βρίσκεται σὲ μεγάλη ἔνταση, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀδιάλειπτη προσευχή». […] «Πῶς ἐπεμβαίνουμε βίαια σὲ ἔναν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου δὲν λειτουργοῦν μερικὲς ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες, ἀλλά, ἐπειδὴ λειτουργεῖ ἡ καρδία καὶ ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ψυχή, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται; ... Στὴν καταστάση ἐκείνη τῆς διαδικασίας τῆς ἐξόδου, ποὺ γίνονται καὶ πολλὰ πνευματικὰ γεγονότα, ἐμφάνιση ἀγγέλων, ἁγίων,

ἀκόμη καὶ δαιμόνων, μήπως στεκόμαστε λίγο ἀνάλγητοι ἀπέναντι τοῦ ψυχοῤῥαγοῦντος καὶ μήπως δὲν σεβόμαστε τὶς πλέον συγκλονιστικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς του;...Μήπως ὅμως ἡ υἱοθέτηση σκληρῶν ἐπιλογῶν, ἔστω γιὰ τὴν παράταση τῆς ζωῆς ἑνὸς ἅλλου ἀνθρώπου, ἐκλαμβάνεται ὡς βίαιη ἐνέργεια καὶ μία ἰδιότυπη «δολοφονία»; […] Στὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἐπιθυμία γιὰ παράταση τῆς ζωῆς εἶναι ἱερὴ καὶ λίαν σεβαστή, ἀπαντοῦμε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ ἀποδεκτὸ χωρὶς τὶς ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις ποιότητος τῆς ζωῆς. Ἔτσι τουλάχιστον θὰ ἔπρεπε νὰ βλέπει τὸ θέμα ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σκοπὸ δὲν ἔχει νὰ παρηγορήσει μὲ ἐκκοσμικευμένο τρόπο τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ τὸν βοηθήσει ἁπλῶς νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του, ἀλλὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὴν αἰωνιότητα καὶ νὰ τὸν παρηγορήσει μὲ θεάρεστο τρόπο. Νὰ τοῦ δώσει νὰ καταλάβει τὸ νόημα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τὴν ἀξία τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀσθενείας, τῶν δοκιμασιῶν, τῆς μνήμης θανάτου. Προορισμὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι νὰ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο βιολογικὴ ζωή, ἀλλὰ τὴν Ζωή, ἡ ὁποία ὅμως Ζωὴ δὲν προϋποθέτει μακροζωΐα, ἀλλὰ ζωὴ ἐν Χριστῷ. Εὔχεται, βέβαια, στὸ μυστήριο τοῦ γάμου τὴν μακροημέρευσιν, ἀλλὰ ὄχι για λόγους εὐδαιμονίας καὶ ἀνάγκης βιολογικὴς ζωῆς , ἀλλὰ ὡς χρόνον ἱκανὸν γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴ συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ προετοιμάσει τὸ πέρασμά του στὴν αἰώνια ζωή. Γιὰ ποιὸ ἄλλο λόγο χαρακτηρίζουμε ἄλλωστε τὴν ἐπίγειο ζωή μας μὲ «πειρατήριο»; Τὴ θέση αὐτὴ ἔχει καὶ ὁ Καθηγητὴς κ. Ν. Μητσόπουλος («Θέματα Ὀρθοδόξου Ἠθικῆς...», σελ. 178) ποὺ ἐμφαντικὰ ἐπισημαίνει ὅτι «ἐὰν ἡ παράτασις τῆς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ζωῆς ἐπιζητεῖται διὰ τὴν πρόοδον τοῦ πιστοῦ εἰς τὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴν καὶ τὴν ἠθικὴν τελείωσιν αὐτοῦ, ἐὰν ἐπιδιώκηται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ χρόνου τῆς συνεργείας τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸ σωτήριον ἔργον τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν ἐπιχειρῆται οὐχὶ πρὸς παράτασιν τῶν ἀπολαύσεων τῆς προσκαίρου ζωῆς, ἀλλὰ πρὸς πληρεστέραν συμμετοχὴν εἰς τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ, ἀναμφιβόλως ἡ ἐπιδίωξις αὕτη τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνον εἶναι κατὰ πάντα ἐπιτρεπτέα χριστιανικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένη». Αὐτὸ βέβαια δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν λήπτην ἀλλὰ καὶ τὸν δότην! […] Ἄλλο ἡ θυσία, ἢ ἡ αὐτοθυσία γιὰ τὸν συνάνθρωπο καὶ ἄλλο ἡ δωρεὰ ὀργάνου μόνο στὴν περίπτωση ποὺ ὁ δότης πορεύεται πρὸς τὸν θάνατο! […] […] ἡ Ἐκκλησία μας ἂν προστάτευε καὶ ἐνδιαφερόταν περισσότερο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τοῦ λήπτη, τότε- μὲ τὴ Χαρη τοῦ Θεοῦ - δὲν θὰ ὑπῆρχε σχεδὸν καθόλου ἡ ἀνάγκη μεταμοσχεύσεων καὶ ἄρα καὶ ἡ ἐναγώνια προσπάθεια ἐξεύρεσης δοτῶν, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος τότε θὰ ἤταν ἐξοικειωμένος μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴ μνήμη θανάτου! […] … μία ὁμάδα ἀπὸ 18 πανεπιστημιακοὺς ἰατροὺς καὶ ἰατροὺς τοῦ Ε.Σ.Υ. σὲ ἐκτενὲς κείμενο πρὸς τὴν ἐφημερίδα «Τὸ Βῆμα» διερωτῶνται: «γνωρίζουν οἱ εἰσηγούμενοι τὴ λήψη ὀργάνων ἀπὸ βαρύτατα τραυματισμένους ἀσθενεῖς στοὺς ὁποίους διαπιστώνεται, μὲ κλινικὲς δοκιμασίες, ὅτι τὸ στέλεχος τοῦ ἐγκεφάλου ἔχει ὑποστεῖ βαριά, μὴ ἀναστρέψιμη βλάβη (εἶναι «νεκρό»), ὅτι αὐτὸ δὲν σημαίνει ὁπωσδήποτε ὅτι καὶ ὁ ὑπόλοιπος ἐγκέφαλος ἔχει ὑποστεῖ μὴ ἀναστρέψιμη βλάβη; ... Γνωρίζουν οἱ εἰσηγητὲς αὐτοὶ ὅτι ἀναφέρονται περιπτώσεις (σπάνιες μέν, ἀλλ' ἀναφέρονται) «ἐγκεφαλικὰ νεκρῶν» ἀσθενῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνένηψαν καὶ ἐπανήλθαν στὴν ἐνσυνείδητη ζωή; Γνωρίζουν, τέλος, ὅτι ὑπάρχουν γιατροί, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουν ἐὰν ὁ βιολογικὸς θάνατος ταυτίζεται μὲ τὸν ἀποκαλούμενο «ἐγκεφαλικὸ θάνατο;». […] Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, μιᾶς καὶ ἔγινε ἀναφορὰ στὸ θέμα τῆς εὐθανασίας νὰ ὑποβάλλω καὶ ἕνα ἐρώτημα πρὸς κάθε κατεύθυνση (Ι.Σ.Ε.Ε., Δ.Ι.Σ., Σ.Ε.Β.): Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέτε καὶ διακηρύσσετε γιὰ τὴν εὐθανασία, γιατὶ τὰ ἀναιρεῖτε στὴν περίπτωση τῶν μεταμοσχεύσεων; Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι στο περιοδικὸ «Ἐκκλησία» (1/2001, 1, σελ. 42, παράγραφο 8) δηλώνετε πὼς: «Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας πιστεύει στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, στὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, ... στοὺς πόνους ὡς «στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν» (Γαλ. στ, 17) ... κάθε θάνατο ποὺ ἀποτελεῖ ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνων ἀποφάσεων καὶ ἐπιλογῶν ... τὸν ἀποῤῥίπτει ὡς «ὕβριν» κατὰ τοῦ Θεοῦ. Κάθε δὲ ἰατρικὴ πράξη ποὺ δὲν συντελεῖ στὴν παράταση τῆς ζωῆς, ὡς ὁ ὅρκος τοῦ Ἱπποκράτη ὁρίζει, ἀλλὰ προκαλεῖ ἐπίσπευση τῆς στιγμῆς τοῦ θανάτου, τὴν καταδικάζει ὡς ἀντιδεοντολογικὴ καὶ προσβλητικὴ τοῦ ἰατρικοῦ λειτουργήματος.»!!! […] Στὸ ἴδιο βιβλίο, στὴ σελίδα 81 (Κ. Καρακατσάνης, «Ἐγκεφαλικὸς Θάνατος»-Ταυτίζεται μὲ τὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου;) ἀναφέρει ὁ συγγραφέας τὸ διαπιστωμένο στὴν ἰατρικὴ πρακτικὴ γεγονὸς τῆς δακρύρροιας κατὰ τὴν ἐγχείρηση γιὰ λήψη ὀργάνων ἀπὸ «ἐγκεφαλικὰ νεκρούς» ἀσθενεῖς». Γιατί; Ποῦ ὀφείλεται αὐτό; Μήπως εἶναι καὶ αὐτὸ φυσιολογικὸ ἀντανακλαστικό; […] Εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ ἐπισημάνουμε τὸν κίνδυνο νὰ καλλιεργηθεῖ ἡ ἐντύπωση στὸν πιστὸ λαό μας ὅτι εἶναι καθῆκον ὅλων μας ἡ δωρεὰ ὀργάνων, γιατὶ τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ ὑποβαθμιστεῖ σὲ ἕνα ἐργαστήριο ἢ καλύτερα ἀποθήκη «ἀνταλλακτικών» ὀργάνων ἀπὸ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ! Θὰ κινδυνεύσει ὁ ἄνθρωπος νὰ μεταβληθεῖ «σὲ μία ἔμψυχη μηχανή, χωρὶς πνευματικὲς ἀναζητήσεις...» ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος (ΕΤΜ, σελ. 362). […] Προσφάτως, ἔπεσε στὴν ἀντιλήψή μου ἕνα τρομερὸ δημοσίευμα στὸ διαδίκτυο σχετικὰ μὲ τὴν κατάληξη τῶν ἐμβρύων ποὺ ἐκτρώνονται ἀκόμη καὶ τὸν 7ο μῆνα τῆς κυήσεως, ὅσο καὶ για τὴν ἐπεκτεινόμενη μακάβρια πρακτικὴ τῶν μεταμοσχεύσεων ὀργάνων ἐμβρύων καὶ νεογνῶν. Στὴ διεύθυνση http://www.unborn.gr/unborn/howused.htm περιγράφονται τὰ ἑξῆς: " Περισσότεροι ἀπὸ 15.000.000 Ἀμερικανῶν ὑποφέρουν ἀπὸ ἀσθένειες καὶ βλάβες, οἱ ὁποῖες κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς διαφόρων θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθηθοῦν σὲ διαφόρους βαθμοὺς ἀπὸ μεταμοσχεύσεις ἐμβρυακοὺ ἱστοῦ … συνεπῶς, μερικοὶ «ἠθικολόγοι» καὶ ἐρευνητὲς νοσοκομείων ἔχουν γίνει σχεδὸν ὑστερικὰ χαρούμενοι μὲ τὴν προοπτικὴ τοῦ νὰ ἔχουν πρόσβαση σὲ μία ἄφθονη πηγὴ χρήσιμου «ἐμβρυακοῦ ὑλικοῦ», ποὺ παράγεται ἀπὸ ἐκατομμύρια ἐκτρώσεων … οἱ ἐγκέφαλοι καὶ οἱ νευρικοὶ ἱστοὶ ἀπὸ 500.000 βρέφη ποὺ ἐκτρώνονται κατ' ἔτος (Η.Π.Α.) κατὰ τὸ δεύτερο τρίμηνο τῆς κυήσεως μποροῦν τελικὰ νὰ ἀπαιτηθοῦν γιὰ μεταμοσχεύσεις, ἐὰν οἱ νέες μέθοδοι γίνουν δημοφιλεῖς καὶ ἐδραιωθοῦν … εἶναι, λοιπὸν, ἐντελῶς πιθανὸν τὸ ἰατρικό μας κατεστημένο νὰ ὑποστηρίξει 1.000.000 ἡ περισσοτέρους «νέοβρυκόλακες», ποὺ ἀπαιτοῦν τὰ φρέσκα μυαλὰ τῶν διαμελισμένων πρώιμα γεννημένων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων γιὰ νὰ παραμείνουν ζωντανοί…». Πολλὰ ἄλλα ἄκρως ἀηδιαστικὰ καὶ ἀπάνθρωπα ἀναφέρονται ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς καὶ μάλιστα μὲ τις «εὐλογίες» μεγάλων, διεθνῶς ἀναγνωρισμένων ἰατρικῶν καὶ ἄλλων ἐπιστημονικῶν φορέων, ὅπως εἶναι οἱ: American Medical Association, American Heart Association, American Lung Association κ.ἄ. Ἂν δὲν εἴχαν γενικευθεῖ οἱ οὕτως ἡ ἄλλως ἀμφισβητούμενες μεταμοσχεύσεις, δὲν θὰ ἤταν πολὺ λιγότερα ἢ καὶ ἀνύπαρκτα τέτοια ἀνησυχητικὰ κρούσματα; […] Ὁ παγκοσμίου φήμης Καθηγητὴς Φιλοσοφίας καὶ εἰδικὸς ἐπὶ θεμάτων Βιοηθικῆς («Τόλμη», 1/2002, σελ. 16) μὲ χαρακτηριστικὴ τόλμη, ἀλλὰ καὶ παῤῥησία στὸ σύγγραμά του "The Foundation of Christian Bioethics"

σημειώνει: «ἡ παραδοσιακὴ Χριστιανοσύνη περιβάλλεται ἀπὸ ἔνα πολιτισμόν, ποὺ εἶναι εἰδωλολατρικός, ἔστω καὶ ἂν διαθέτῃ μερικὰ χριστιανικὰ στολίδια ... οἱ Χριστιανοὶ ἀνακαλύπτουν ὅτι ζοῦν σὲ μίαν κοινωνίαν, ποὺ γέρνει καὶ ἐπιδιώκει νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ἰδίους καὶ τὰ παιδιά τους πρὸς ἕνα μετά-Χριστιανικόν, ἐκκοσμικευμένον ἦθος. Ὅταν ἀντιστέκωνται, θεωροῦνται ἄνθρωποι χωρὶς ἀνεκτικότητα, φονταμενταλισταὶ καὶ ἀντίθετοι πρὸς τὸν πυρῆνα τῶν ἀξιῶν, ποὺ διαμορφώνει ἡ κυρίαρχος κοσμοπολίτικη κουλτούρα ... τὸ νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπικρατούσα κουλτούρα, εἶναι ὡς νὰ καλεῖται πρὸς τὴν θυσίαν καὶ τὸ μαρτύριον ... ὁ σημερινὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἐνεργεῖ στὸ ὄνομα τῆς Ἀληθείας, τὴν ὁποία ὅμως ὁ παγκοσμιοποιούμενος πολιτισμὸς ἀποῤῥίπτει. Ἑπομένως, εἶναι μία ἐποχὴ ἀγῶνος. Εἶναι, ἐπίσης, μία ζωὴ πειρασμοῦ, πειρασμοῦ γιὰ τὸν σύγχρονον Ὀρθόδοξον Χριστιανὸν νὰ ἀδιαφορήσει γιὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἀπορροφηθῇ ἀπὸ τὸ πολιτισμικὸν ἦθός ποὺ τὸν περιβάλλει».!!! Ποιὸ πολιτισμικὸ ἦθος; Μὰ αὐτό ποὺ προσπαθοῦν νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν. Δῆθεν ἀνθρωπιστικὸ καὶ σίγουρα χωρὶς Θεόν. […] ὁ π. Τζων Μπρεκ, (καθηγητὴς τῆς Ἠθικῆς στὸ Ἰνστιτοῦτο Ὀρθόδοξης Θεολογίας «Ἅγιος Βλαδίμηρος» Ν. Ὑόρκης καὶ στὸ Ὀρθόδοξο Θεολογικὸ Ἰνστιτοῦτο «Ἅγιος Σέργιος» στὸ Παρίσι) τονίζει μεταξὺ ἄλλων ὅτι «ἡ ἰδιότης τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου δὲν καθορίζεται ἀπὸ τὴν ἰατρικὴν διάγνωσιν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Θείαν Πρόνοιαν. Ἕνα ἀνεγκέφαλον παιδί, ποὺ θεωρεῖται ἄχρηστον καὶ ἴσως ὄχι ἐξ ὁλοκλήρου ἀνθρώπινον, ἀπὸ μίαν αὐστηρῶς κοινωνικὴ σκοπιάν, στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα πρόσωπον. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ για τὸν ἀσθενῆ σὲ ἐπίμονον φυτικὴν καταστάσιν, ποὺ δὲν ἀντιδρᾷ καθόλου ἢ γιὰ τὸν τραυματίαν, ποὺ δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ στὴν ζωὴν παρὰ μόνον μὲ ἀναπνευστήρα. Ὅταν κάνωμε κρίσεις σχετικὰ μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ παραμένει θεμελιώδης· στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ οὔτε ἡ ἀῤῥώστια οὔτε ὁ θάνατος ἀποστεροῦν τὸ ἀνθρώπινον πλάσμα ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ προσώπου».

ΠΕΡΙ UFO (ΟΥΦΟ)
Σεραφείμ Ρόουζ, ἱερομονάχου () Οἱ «ἐπικοινωνοῦντες» μὲ UFO δὲν εἶναι παρὰ μία σύγχρονος μορφὴ ἑνὸς ἀποκρυφιστικοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπάρξει διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἐγκαταλείψει τὸν Χριστιανισμὸν καὶ ἀναζητοῦν γιὰ «σωτῆρες» ἀπὸ τὸ ἐξώτερον διάστημα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ φαινόμενον παρέχει εἰκόνες διαστημοπλοίων καὶ ὄντων ἀπὸ τὸ διάστημα. […] Ἡ πιὸ αἰνιγματική, γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἐρευνητές, ὄψις τῶν φαινομένων ΟΥΦΟ – δηλαδή, ἡ παράξενος ἀνάμειξις ὑλικῶν καὶ ψυχικῶν χαρακτηριστικῶν εἰς αὐτά – δὲν εἶναι καθόλου αἴνιγμα γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες Ὀρθοδόξων πνευματικῶν βιβλίων, ἰδιαιτέρως τῶν βίων τῶν Ἁγίων. Οἱ δαίμονες ἔχουν ἐπίσης «ὑλικὰ σώματα», παρ’ ὅτι ἡ «ὕλη» σὲ αὐτὰ εἶναι τοιαύτης λεπτότητος, ὥστε νὰ μὴ γίνεται ἀντιληπτὴ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἐκτὸς ἂν ἀνοιχθοῦν οἱ πνευματικές τους «πῦλες τῆς ἀντιλήψεως», εἴτε μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (ὅπως στὴν περίπτωσιν τῶν ἁγίων ) εἴτε ἐναντίον εἰς αὐτὸ (ὅπως στὴν περίπτωσιν τῶν μάγων καὶ τῶν μέντιουμς). Ἡ Ὀρθόδοξος φιλολογία ἔχει πολλὰ παραδείγματα δαιμονικῶν ἐκδηλώσεων, αἱ ὁποῖες ταιριάζουν ἀκριβῶς μὲ τὸ φαινόμενον τῶν ΟΥΦΟ: ἐμφανίσεις «συμπαγῶν» ὄντων καὶ ἀντικειμένων (εἴτε τῶν ἰδίων τῶν δαιμόνων εἴτε τῶν φανταστικῶν δημιουργιῶν τους), τὰ ὁποῖα αἰφνιδίως «ὑλοποιοῦνται» καὶ «ἀποϋλοποιοῦνται», πάντα μὲ σκοπὸν νὰ προκαλέσουν τρόμον, δέος καὶ σύγχυσιν σὲ ἀνθρώπους, ὁδηγῶντας τους τελικῶς στὴν ἀπώλειαν. Οἱ βίοι τῶν ἁγίων Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου (4ου αἰῶνος) καὶ Κυπριανοῦ τοῦ πρῴην μάγου (3ου αἰῶνος), εἶναι γεμάτοι μὲ τέτοια περιστατικά. Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Μαρτίνου τῆς Τοὺρ (Tours, +397) ἀπὸ τὸν μαθητήν του Σουλπίτιον Σεβῆρον, ἔχει ἕνα ἐνδιαφέρον παράδειγμα δαιμονικῆς ἰσχῦος σὲ συνδυασμὸν μὲ μίαν παράξενον «ὑλικήν» ἐκδήλωσιν ποὺ ὁμοιάζει μὲ τις σημερινὲς «στενὲς ἐπαφὲς» μὲ ΟΥΦΟ: «Ἔνας νέος ὀνόματι Ἀνατόλιος ἔγινε μοναχὸς κοντὰ στὸ μοναστήριον τοῦ ἁγίου Μαρτίνου, ἀλλὰ ἀπὸ ψεύτικην ταπείνωσιν ἔπεσε θῦμα δαιμονικῆς πλάνης. Ἐφαντάζετο ὅτι διελέγετο μὲ «ἀγγέλους», καὶ μὲ σκοπὸν νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους γιὰ τὴν ἁγιότητά του, αὐτοὶ οἱ «ἄγγελοι» συνεφώνησαν νὰ τοῦ δώσουν «ἕνα λαμπρὸν ἔνδυμα ἀπὸ τὸν οὐρανόν», ὡς σημεῖον τῆς «δυνάμεως τοῦ Θεοῦ», ἡ ὁποία κατοικοῦσε στὸν νεαρόν. Μίαν νύκτα, περὶ τὰ μεσάνυχτα ἠκούσθη τρομερὸς ὑπόκωφος κρότος ἀπὸ πόδια ποὺ ἐχόρευαν καὶ ἕνα βουητὸν σὰν ἀπὸ πολλὲς φωνὲς στὸ ἐρημητήριον, καὶ τὸ κελλίον τοῦ Ἀνατολίου ἄστραψε ἀπὸ φῶς. Μετὰ ἔγινε σιωπή καὶ ὁ πεπλανημένος ξεπρόβαλε ἀπὸ τὸ κελλίον του μὲ τὸ «οὐράνιον» ἔνδυμα. Ἔφεραν ἕνα φῶς καὶ ἐπιθεωροῦσαν ὅλοι προσεκτικῶς τὸ ἔνδυμα. Ἦτο ὑπερβολικῶς ἁπαλόν, μὲ ἀνυπέρβλητον ἑλκυστικότητα καὶ μὲ χρῶμα λαμπερὸν κόκκινον, ἀλλὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ προσδιορίσουν τὴν φύσιν τοῦ ὑλικοῦ. Ταὐτοχρόνως, κάτω ἀπὸ τὸν πλέον ἐξονυχιστικὸν ἔλεγχον ἀπὸ ὀφθαλμούς καὶ δάκτυλα, ὡμοίαζε μὲ ἕνα ἔνδυμα καὶ τίποτε ἄλλον. Τὴν ἐπομένην πρωΐαν, ὁ πνευματικὸς πατήρ τοῦ Ἀνατολίου τὸν ἐπῆρε ἀπὸ τὸ χέρι μὲ σκοπὸν νὰ τὸν ὁδηγήσῃ στὸν ἅγιον Μαρτίνον, γιὰ νὰ ἀνακαλύψῃ ἂν αὐτὸ ἦτο ὄντως κόλπον τοῦ διαβόλου. Φοβισμένος ὁ πλανημένος ἠρνήθη νὰ άκολουθήσῃ, καὶ καθὼς τὸν ἐξηνάγκαζον νὰ ὑπακούσῃ παρὰ τὴν θέλησίν του, τὸ ἔνδυμα ἐξηφανίσθη μέσα ἀπὸ τὰ χέρια ἐκείνου ποὺ τὸν ἐτραβοῦσε». Ὁ συγγραφεὺς τῆς ἀφηγήσεως (ὁ ὁποῖος εἴτε εἶδε τὸ συμβὰν ὁ ἴδιος εἴτε τὸ ἤκουσε ἀπὸ αὐτόπτην μάρτυρα) συμπεραίνει ὅτι «ὁ διάβολος ἦτο ἀνίκανος νὰ συνεχίσῃ τὶς παραισθήσεις του ἢ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν φύσιν τους ὅταν θὰ ὑπεβάλλοντο στὰ μἀτια τοῦ ἁγίου Μαρτίνου». «Εἶχε τόσην ἐξουσίαν νὰ βλέπῃ τὸν διάβολον, ποὺ τὸν ἀνεγνώριζε κάτω ἀπὸ οἵανδήποτε μορφήν, εἴτε διατηροῦσε τὸν ἰδικόν του χαρακτῆρα εἴτε μετεμορφώνετο σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ποικίλα σχήματα τῆς «πνευματικῆς ἀνομίας» – περιλαμβανομένων τῶν μορφῶν τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα καὶ στέμμα καὶ περιβεβλημένου μὲ λαμπρὸν κόκκινον φῶς». […] Καὶ ὁ σκοπὸς τῶν «ἀγνώστου ταυτοτήτος» ἀντικειμένων (οὔφο) σὲ τέτοιες διηγήσεις εἶναι ξεκάθαρος: νὰ προκαλέσουν δέος μὲ μία αἴσθησιν τοῦ «μυστηριώδους» σὲ αὐτούς ποὺ τὰ βλέπουν, καὶ νὰ παράγουν «ἀποδείξεις» για τὶς «ἀνώτερες διάνοιες» («ἀγγέλους», ἂν τὸ θῦμα πιστεύει σὲ αὐτούς, ἢ «διαστημικοὺς ἐπισκέπτες» γιὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον), καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ κερδίσουν ἐμπιστοσύνην γιὰ τὸ μήνυμα ποὺ θέλουν νὰ μεταδώσουν. […] Πρῶτον, τὰ φαινόμενα ΟΥΦΟ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μέρος μιᾶς ἐκπληκτικῆς «ὑπερχειλίσεως» «παραφυσικῶν» γεγονότων – αὐτῶν ποὺ μερικὰ χρόνια πρὶν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι θὰ εἴχαν θεωρήσῃ ὡς «θαύματα». […]Ἴσως ποτέ, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς, νὰ μὴ ἔχουν οἱ δαίμονες ἐμφανισθῇ τόσον ἀνοιχτὰ κι ἐκτεταμένως ὄσον σήμερα. Ἡ θεωρία τῶν «ἐπισκεπτῶν ἀπὸ τὸ ἐξώτερον διάστημα» εἶναι μόνον μία ἀπὸ τὶς

προφάσεις ποὺ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἰδέας ὅτι «ἀνώτερα ὄντα» πρόκειται τώρα νὰ ἀναλάβουν τὸ πεπρωμένον τῆς ἀνθρωπότητος. Δεύτερον, τὰ ΟΥΦΟ δὲν εἶναι παρὰ ἡ νεωτέρα ἀπὸ τὶς μεντιουμιστικὲς τεχνικὲς μὲ τὶς ὁποῖες ὁ διάβολος κερδίζει νεοφωτίστους στὸ ἀπόκρυφον βασίλειόν του. Ἀποτελοῦν ἕνα τρομερὸν σημεῖον τοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει γίνει δεκτικὸς σὲ δαιμονικὲς ὑποβολὲς ὅσον ποτὲ πρὶν στὴν χριστιανικὴν ἐποχήν. Τὸν 19ον αἰῶνα ἦτο, συνήθως, ἀπαραίτητον νὰ ἀναζητήσῃ κάποιος σκοτεινὰ δωμάτια πνευματιστικῶν συγκεντρώσεων γιὰ νὰ ἔλθῃ σὲ ἐπαφὴν μὲ δαίμονες, ἐνῶ τώρα χρειάζεται μόνον νὰ κοιτάξῃ στὸν οὐρανὸν (συνήθως τὴν νύκτα, εἶναι ἀλήθεια). Ἡ ἀνθρωπότης ἔχει χάσῃ ὅ,τι ἀπέμενε μέχρι στιγμῆς ἀπὸ βασικὴν χριστιανικὴν κατανόησιν, καὶ τώρα θέτει παθητικῶς τὸν ἑαυτόν της στὴν διάθεσιν οἵωνδήποτε «δυνάμεων» εἶναι πιθανὸν νὰ κατέλθουν ἀπὸ τὸν οὐρανόν. […] Τρίτον, τὸ «μήνυμα» τῶν ΟΥΦΟ εἶναι: προετοιμασθῆτε γιὰ τὸν Ἀντίχριστον· ὁ «σωτὴρ» τοῦ ἀποστάτου κόσμου ἔρχεται νὰ τὸν κυβερνήσῃ. Ἴσως ὁ ἴδιος ἔλθει στὸν ἀέρα, μὲ σκοπὸν νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν προσπάθειαν μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 24, 30· Πράξ. 1, 11)· ἴσως μόνον οἱ «ἐπισκέπται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν διάστημα» προσγειωθοῦν δημοσίως γιὰ νὰ προσφέρουν «κοσμική» λατρείαν στὸν κύριόν τοὺς· ἴσως τὸ «πῦρ ἀπὸ τὸν οὐρανόν» νὰ εἶναι μόνον ἕνα μέρος τῶν μεγάλων δαιμονικῶν θεαμάτων τῶν ἐσχάτων καιρῶν. Ἐν πάσει περιπτώσει, τὸ μήνυμα γιὰ τὴν σύγχρονον ἀνθρωπότητα εἶναι: περιμένετε γιὰ ἀπελευθέρωσιν ὄχι ἀπὸ τὴν χριστιανικὴν ἀποκάλυψην καὶ ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς ἔνα ἀόρατον Θεόν, ἀλλὰ ἀπὸ ὀχήματα στὸν οὐρανόν. […] Ζοῦμε κοντὰ στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ φοβεροῦ αἰῶνος τοῦ δαιμονικοῦ θριάμβου καὶ ἀγαλλιάσεως, ὅταν τὰ ἀπόκοσμα «ἀνθρωποειδῆ» (ἄλλη μία μάσκα τῶν δαιμόνων) ἔχουν γίνει ὁρατὰ σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους καὶ μὲ τὶς ἀνόητες ἐπαφές τους καταλαμβάνουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔχει ἀποχωρήσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Τὸ φαινόμενο τῶν ΟΥΦΟ εἶναι ἕνα σημεῖον γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς νὰ περιπατοῦν ὅσον πιὸ προσεκτικῶς καὶ μὲ σοβαρότητα στὸν δρόμον τῆς σωτηρίας, γνωρίζοντες ὅτι μποροῦμε νὰ πέσωμε σὲ πειρασμὸν καὶ νὰ παραπλανηθοῦμε, ὄχι μόνο ἀπὸ ψεύτικες θρησκεῖες, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀντικείμενα ποὺ ὁμοιάζουν ὑλικὰ καὶ ἁπλῶς τὰ πιάνει τὸ μάτι. Στοὺς παλαιοτέρους αἰῶνες οἱ Χριστιανοὶ ἦσαν πολὺ προσεκτικοὶ σχετικῶς μὲ νέα καὶ παράξενα φαινόμενα, ἀφοῦ ἐγνώριζον γιὰ τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου· ἀλλὰ μὲ τὴν σύγχρονον ἐποχὴν τοῦ «Διαφωτισμοῦ» οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουν γίνη ἁπλῶς περίεργοι γιὰ τέτοια πράγματα καὶ ἀκόμη τὰ ἐπιδιώκουν, ὑποβιβάζοντες τὸν διάβολον σὲ μία ἡμιφανταστικὴν σφαῖραν. Ἡ ἐπίγνωσις τῆς φύσεως τῶν ΟΥΦΟ, συνεπῶς, μπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ βοήθειαν στὴν ἀφύπνισιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν σὲ μίαν συνειδητὴν πνευματικὴν ζωὴν καὶ μίαν συνειδητὴν Ὀρθόδοξον κοσμοθεωρίαν, ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ εὐκόλως τὶς ἰδέες, ποὺ εἶναι στὴν μόδαν αὐτοὺς τοὺς καιρούς. Ὁ συνειδητὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ζεῖ σὲ ἕνα καθαρῶς πεπτωκότα κόσμον, τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὴν γῆν, ὄσον καὶ τοὺς ἀστέρας· ὅλα εἶναι ἐξ ἴσου μακρὰν τοῦ ἀπωλεσθέντος παραδείσου, γιὰ τὸν ὁποῖον ἀγωνίζεται. Εἶναι μέρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ποὺ ὑποφέρει, καὶ ὁλόκληρον κατάγεται ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, τὸν πρῶτον ἄνθρωπον, καὶ ὁλόκληρον ἔχει ἐξ ἴσου ἀνάγκην ἀπὸ τὴν λύτρωσιν, ποὺ προσφέρει ἐλευθέρως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σωτήριον θυσίαν Του ἐπάνω εἰς τον Σταυρόν. Γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πρόκειται νὰ «ἐξελιχθῇ» σὲ κάτι «ἀνώτερον», οὔτε καὶ ἔχει κανένα λόγον νὰ πιστεύῃ ὅτι ὑπάρχουν «ἀνώτερα ἐξελιγμένα» ὄντα σὲ ἄλλους πλανῆτες· ὅπως γνωρίζει καλῶς πὼς ὑπάρχουν πράγματι «ἀνώτερες διάνοιες» στὸ σύμπαν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο· αὐτὲς εἶναι δύο εἰδῶν, καὶ αὐτὸς ἀγωνίζεται νὰ ζῆ ἔτσι ὥστε νὰ ζῆ μ’ αὐτούς ποὺ ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸν (τοὺς ἀγγέλους) καὶ ἀποφεύγει ἐπαφὴν μὲ τοὺς ἄλλους, ποὺ ἔχουν ἀποῤῥίψει τὸν Θεόν, καὶ πασχίζουν μέσα στὸν φθόνον καὶ τὴν μοχθηρίαν νὰ παρασύρουν τὸν ἄνθρωπον στὴν δυστυχίαν των (τοὺς δαίμονες). Γνωρίζει ὁ Ὀρθόδοξος ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ φιλαυτίαν καὶ ἀδυναμίαν, εὐκόλως τείνει νὰ ἀκολουθῇ τὸ κακὸν καὶ νὰ πιστεύῃ σὲ «παραμύθια», ποὺ ὑπόσχονται ἐπαφὴν μὲ μίαν «ἀνωτέραν καταστάσιν» ἢ «ἀνώτερα ὄντα», χωρὶς τὸν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς – στὴν πραγματικότητα, ἀκριβῶς σὰν μία ἀπόδρασιν ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Δὲν ἐμπιστεύεται τὴν ἰδικήν του ἱκανότητα νὰ διακρίνῃ τὶς πλάνες τῶν δαιμόνων, διὰ τοῦτο προσηλώνεται ὅσον πιὸ σταθερῶς γίνεται στὶς γραφικὲς καὶ πατερικὲς κατευθυντήριες γραμμές, μὲ τὶς ὁποῖες τὸν ἐφοδιάζει γιὰ τὴν ζωήν του ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει πιθανότητα νὰ ἀντισταθῇ στὴν θρησκείαν τοῦ μέλλοντος, τὴν θρησκείαν τοῦ Ἀντιχρίστου, σὲ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν παρουσιασθῇ αὐτὴ· ἡ ὑπόλοιπος ἀνθρωπότης, ἐκτὸς ἂν κάνῃ κάποιο θαῦμα ὁ Θεός, εἶναι χαμένη.

ΠΕΡΙ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ
Παύλου, Ἐπισκόπου (Ν. Η.) Κυρηνείας Κύπρου Ἡ ταφὴ τοῦ νεκροῦ ὡς θεία ἐντολή, «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύση» (Γεν. 3, 19), εἶναι πράξις τιμῆς καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἀνθρώπινον σῶμα καὶ ταὐτοχρόνως σύμβολον ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως. Στὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν υἱόν του Ἰωσὴφ ὅταν πεθάνῃ νὰ τὸν θάψῃ, καὶ μάλιστα στὸν τάφον τῶν πατέρων του (Γεν. 47, 30). Στὴν Καινὴν Διαθήκην ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐδέχθη τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ σώματός του, λέγων στὸν Ἰούδαν: «Ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό» (Ἰωάν. 12, 7). Ἡ θεόσωμος ταφὴ τοῦ Κυρίου ὑπῆρξεν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἐπὶ γῆς κενώσεώς του. Τὸ ἄψυχον σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἡνωμένον μὲ τὴν Θεότητα ἐνταφιάζεται. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς τίθεται ἐν τάφῳ. Ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ σαρκωθέντος Λόγου μᾶς ὑποδεικνύει τὸν τρόπον καὶ τῆς δικῆς μας ἐξόδου ἀπὸ τὸν πρόσκαιρον αὐτὸν βίον. Κατὰ τὸν ἀπόστολον Παῦλον τὸ ἀνθρώπινον σῶμα «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α΄ Κορ. 15, 42). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐκφράζων τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς μαθητάς του νὰ τὸν ἐνταφιάσουν. «Θάφτε, λοιπὸν τὸ σῶμά μου σεῖς καὶ κρύψτε το ὑπὸ τὴν γῆν... διότι ἐγὼ κατὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν θὰ τὸ πάρω πάλιν ἀπὸ τὸν Σωτῆρα ἄφθαρτον». Ὁ 7ος Κανὼν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπιτάσσει ὅπως ὁ καθαγιασμὸς τῆς Ἁγίας Τραπέζης νὰ γίνεται μὲ τὴν τοποθέτησιν εἰς αὐτὴν λειψάνων ἁγίων μαρτύρων (βλέπε ἱερὸν Πηδάλιον). Εἶναι δὲ αὐτονόητον ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν λειψάνων προϋποθέτει τὴν προηγηθεῖσαν ταφήν των. Ἡ καῦσις, λοιπὸν, τῶν νεκρῶν ἀντιστρατεύεται τὸ θεῖον θέλημα, γιατὶ στερεῖ τοὺς πιστοὺς τῆς δυνατότητος νὰ ἁγιάζωνται ἀπὸ τὰ ἀδιάφθορα καὶ χαριτόβρυτα λείψανα τῶν ἁγίων.

Ὁ ἅγιος Συμεών, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ μεγάλος λειτουργιολόγος, ἀναφέρει ὅτι ἡ ἔκχυσις τοῦ ἐλαίου ἐπάνω στὸ ἐνταφιασμένον λείψανον ἀνάγει τὴν ἀρχήν του εἰς τοὺς ἁγίους ἀποστόλους (Ρ.G. 166, 686). Ἀπὸ τὶς ἀρχαιολογικὲς ἔρευνες καὶ ἀνασκαφές, τὶς κατακόμβες, τοὺς τάφους τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ τὰ πλήθη τῶν κοιμητηρίων μαρτυρεῖται ἡ συνείδησις τῶν πιστῶν καὶ τὸ ἀρχαῖον ἔθος τῆς Ἐκκλησίας στὴν ταφὴν τῶν νεκρῶν. Ἡ ταφὴ τῶν νεκρῶν ἐκφράζει τὴν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν. Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ λείψανα τῶν κεκοιμημένων ἀποδεικνύει τὴν πίστιν μας στὴν ἀθάνατον ψυχήν. Ἡ ταφὴ λοιπὸν τῶν νεκρῶν ἀποτελεῖ ἀρχαίαν καὶ ἀδιάκοπον παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία στηρίζεται στὸν σεβασμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ὡς «ναὸν τοῦ Θεοῦ» (Πρβλ. Α΄ Κορ. 3, 16). Ἡ Ἐκκλησία, λοιπὸν, καταδικάζει τὴν καῦσιν τῶν νεκρῶν καὶ τὴν θεωρεῖ ὡς ἀντίθετον πρὸς τὴν δογματικήν της διδασκαλίαν καὶ ὡς πράξιν ἀποκρουστικήν, ἡ ὁποία προσβάλλει βαναύσως τοὺς κεκοιμημένους. Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν ἀποτελεῖ ἀσέβειαν πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Δημιουργόν, διότι ἀποδεικνύει ἀπιστίαν πρὸς τὴν μέλλουσαν ζωὴν καὶ συμβολίζει τὸν ἀφανισμὸν καὶ τὴν ἀνυπαρξίαν. Εἶναι ταὐτοχρόνως ἀντίθετος πρὸς τοὺς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ τιθέντας νόμους τῆς φύσεως, oἱ ὁποῖοι προνοοῦν φθορὰν καὶ ἀποσύνθεσιν καὶ ὄχι καῦσιν. Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν εἶναι βιασμὸς τῆς φύσεως, ὅπως ἀκριβῶς οἱ πυρκαγιὲς τῶν δασῶν φέρνουν τὴν οἰκολογικὴν καταστροφήν. Οἱ ὑπέρμαχοι τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν ἐπικαλοῦνται κυρίως ὡς λόγους, τὴν ἐξοικονόμησιν χώρου καὶ τὴν μόλυνσιν τοῦ ὑπεδάφους. Αἱ δικαιολογίες, ὅμως, αὐτὲς δὲν εὐσταθοῦν καὶ εἶναι «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις». Ἀφοῦ oἱ ἄνθρωποι ἔχουν μολύνει τὴν ἀτμόσφαιραν καὶ ἀπειλοῦν τὸ ὅλον οἰκοσύστημα μὲ τὶς καταχρήσεις καὶ τὴν ἀνεξέλεγκτον ἐκμετάλλευσιν τῶν πόρων τῆς Γῆς, ὑποκριτικῶς ἰσχυρίζονται ὅτι κινδυνεύει ἡ ὑγεία τους ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο θὰ συμβῇ μὲ τὴν καῦσιν τῶν νεκρῶν. Τὰ ἀποτεφρωτήρια θὰ εἶναι ἑστίες ὀχληρίας καὶ θὰ ἐπιβαρύνουν τὴν ἤδη μολυσμένην ἀτμόσφαιραν. Ἐπὶ πλέον, θὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος συγκαλύψεως ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν τεκμηρίων. Τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς ἐπιθυμίας διὰ τὴν καῦσιν τῶν νεκρῶν εἶναι ὁ ἀγνωστικισμός, ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἔλλειψις πίστεως στὴν μετὰ θάνατον ζωήν. Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μηδενιστικῆς ἀντιλήψεως τῆς ζωῆς καὶ δουλικῆς ὑποταγῆς σὲ συνθῆκες ξένες πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς φύσεως. Μόνον ἐλάχιστοι ἄθεοι, oι ὁποῖοι τρέμουν μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» πλασμένοι, λόγῳ τοῦ ἐσωτερικοῦ κενοῦ τῆς ψυχῆς τους καὶ τῆς διχασμένης προσωπικότητός τους, ἴσως νὰ θελήσουν νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀποτεφρωθῇ ἡ σορός τους, ἐκδιπλώνοντας ἔτσι τὴν ἑωσφορικὴν ἐγωκεντρικὴν ἰδιοῤῥυθμία τους. Μὲ τὴν ἀλαζονικὴν αὐτὴν συμπεριφοράν τους, ἀποκαλύπτουν τὴν ἀσέβειάν τους πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἔλλειψιν πίστεως στὴν ὕπαρξιν τῆς αἰωνίου ζωῆς. Φανερώνουν ἀκόμη τὸν φόβον ποὺ τοὺς διακατέχει καὶ τὴν ἀπεγνωσμένην προσπάθειάν τους νὰ φιμώσουν τὴν ἐξεγειρομένην συνείδησίν τους. Ἔχουν τὴν ψευδαίσθησιν ὅτι μὲ τὴν ἀποτέφρωσιν τοῦ σώματός τους θὰ καταλήξουν στὴν ἀνυπαρξίαν καὶ τὸν μηδενισμόν. Μὲ τὸν τρόπον, ὅμως, αὐτὸν ἀποκόπτουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, δείχνοντας ὅτι δὲν πιστεύουν στὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν καὶ στὸν παντοδύναμον Θεόν, ὁ ὁποῖος δύναται στοὺς ἐσχάτους καιροὺς νὰ ἀναστήσῃ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου τοῦ θανάτου τους. Μὲ μόνην διαφορὰν ὅτι θὰ ἀναστηθοῦν «οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς», «οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ἰωαν. 5, 29). Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ἐπιθυμοῦν τὴν καῦσιν τῶν νεκρῶν σωμάτων τους, ἂς γνωρίζουν ὅτι ἀποκόπτουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ τὸ θεανθρώπινον σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, συνεπὴς πρὸς τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν τέλεσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κηδείας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μνημοσύνων, σὲ ὅσους θελήσουν νὰ ἀποτεφρωθοῦν μετὰ τὸ θάνατον τὰ σώματά τους. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἐνεργήσῃ ἀντιθέτως πρὸς τὶς πεποιθήσεις της. (Σημείωσις Ε. Τ.) Ὁ θαυματουργὸς Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἐπίσκοπος Χριστιανουπόλεως Πελοποννήσου, οὗ ἡ μνήμη τῇ 17η Μαΐου, ἐτιμώρησε μὲ ἀρὰν (κατάραν) χωρίον τῆς Ἐπαρχίας του εἰς ὃ ἔκαιον (εἰς τὸ ὁποῖον ἔκαιγαν) τοὺς νεκροὺς διὰ νὰ μὴ γίνουν (δῆθεν) βρυκόλακες. Τοῦτο ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸν κανόνα (ἐκδόσεις «Φῶς») εἰς τήν ε΄ ᾠδήν, ἤχου α΄: «Ὑγρὰν αὐχμῶσαν σαῖς εὐχαῖς ποιεῖς σὺ τὴν γῆν, καὶ τὴν ἀπειθοῦσάν σοι κώμην ἐρημίᾳ παρέδωκας· τοὺς γὰρ νεκροὺς οὔτοι κατέκαιον, ἐκ πολλῆς ἀνοίας, καὶ δεισιδαιμονίας (διότι κατέκαιον τοὺς νεκρούς των ἀπὸ δεισιδαιμονίαν καὶ πολλὴν ἀνοησίαν).

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΕΩΣ
Ἁγίου καὶ μεγάλου Βασιλείου Κανὼν η΄ […] Καὶ αἱ τοίνυν τὰ ἀμβλωθρίδια διδοῦσαι φάρμακα, φονεύτριαί εἰσι καὶ αὐταί, καὶ αἱ δεχόμεναι τὰ ἐμβρυοκτόνα δηλητήρια. (ἑρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου) … ἑκουσίως φονεύουν καὶ ἐκεῖνοι ὅπου δίδουν καὶ ἐκεῖνοι ὅπου δέχονται τὰ φαρμακερὰ βότανα διὰ νὰ θανατώσουν τὰ ἐν τῇ κοιλίᾳ των βρέφη (πόσο μᾶλλον φονεῖς εἶναι οἱ σημερινοὶ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ἐπιτελοῦν ἐκτρώσεις μὲ ἄμεσον τρόπον καὶ βέβαιον ἀποτέλεσμα) Κανὼν 91 τῆς στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Τὰς τὰ ἀμβλωθρίδια διδούσας φάρμακα, καὶ τάς δεχομένας τὰ ἐμβρυοκτόνα δηλητήρια τῷ τοῦ φονέως ἐπιτιμίῳ καθυποβάλλονται

(Ἑρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου) … ὁ παρὼν κανὼν εἰς τὸ ἐπιτίμιον τῶν φονέων καταδικάζει τόσον τὰς γυναίκας (ἢ τοὺς ἄνδρας) ὅπου δίδουσι τὰ τοιαῦτα (φάρμακα ἢ ἐπιτελοῦν ἄμεσον ἔκτρωσιν), ὅσον καὶ τὰς γυναίκας, ὅπου ταῦτα λαμβάνουσι καὶ πίνουσιν, ἢ τρώγουσιν αὐτά. Νικοδήμου Μπιλάλη, ἁγιορείτου μοναχοῦ Τὸ «διδούσας» (τοῦ ὡς ἄνω ἱεροῦ κανόνος) ἰσχύει σήμερα γιὰ τὶς φαρμακοβιομηχανίες, ἀλλὰ καὶ τοὺς «διδόντας» φαρμακοποιοὺς καὶ ἰατρούς, ὅπως καὶ γιὰ τὰ λεγόμενα «Κέντρα Οἰκογενειακοῦ Προγραμματισμοῦ», ποὺ οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ μὴ πλησιάζουν. Οἱ πιστοί, ἐπίσης, Ὀρθόδοξοι Φαρμακοποιοὶ δὲν πρέπει νὰ πωλοῦν ἀντισυλληπτικὰ φάρμακα. (Γιὰ γυναικολόγο, ποὺ δὲν κάνει ἐκτρώσεις) θὰ ἐδικαιολογεῖτο ὄχι 2 ὦρες, ἀλλὰ καὶ δύο μέρες (νὰ ταξιδεύσης γιὰ νὰ τὸν βρης καὶ νὰ σὲ ἀναλάβῃ). Γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπιβάλλεται νὰ μὴ χρησιμοποιοῦν τοὺς ἐκτρωσάδες γιατρούς, μὲ ματωμένα χέρια καὶ μυαλά. Ὑπάρχουν, ἐνδεχομένως, αἱ ἐνστάσεις ὅτι οἱ γυναικολόγοι «κάνουν τὴν δουλειά τους καὶ ἐμεῖς τὴν δική μας», ὅτι «δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ τοὺς κατακρίνωμε», ὅτι «δεικνύουμε ἔλλειψι ἀγάπης καὶ ἀποστροφὴ στὰ πρόσωπά τους ἀποφεύγοντάς τους» καὶ ἄλλα. Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε εἰς τοὺς Κορινθίους· «μὴ συναναμίγνυσθαι (νὰ μὴ συναναστρέφεσθε) ἐὰν τὶς ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ἦ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν (μὲ τέτοιον οὔτε νὰ συντρώγετε)» (Α΄ Κορ. ε, 11). Κατ’ ἀρχάς, ὁ ἅγιος ἀπόστολος ἐδῶ ἀναφέρεται σὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι εἶναι χριστιανοί, ἀλλά, πλανεμένοι ὄντες, δὲν θεωροῦν μεμπτὸν νὰ εἶναι οἱ χριστιανοὶ πόρνοι, πλεονέκται, λοίδοροι, εἰδωλολάτραι, μέθυσοι, ἅρπαγες. Διὰ τί, ὅμως, κελεύει ὁ ἀπόστολος νὰ τοὺς ἀποφεύγωμε; Μήπως ζητῇ νὰ παύσωμε νὰ ἀγαπῶμε τοὺς ἁμαρτωλούς; Ἄπαγε!. Πῶς, ὅμως, θὰ ἀγωνισθῶμε νὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ τὴν πλάνην τους, δεικνύωντας ἔτσι τὴν ἀγάπην μας; Ἂν συναναστρεφώμεθα μαζί τους, δεικνύωντας ἔτσι ὅτι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ διαγωγή τους, τοὺς ὠφελοῦμε ἢ ἰσχυροποιοῦνται στὴν πλάνη τους; Ἐὰν, ὅμως, τοὺς ἀποφεύγουμε, ὡς κελεύει ὁ ἀπόστολος, προσευχόμενοι καὶ ἀλγοῦντες γιὰ τὴν πτῶσίν τους, ἐὰν αὐτοὶ δὲν εἶναι σκληροκάρδιοι καὶ πείσμονες, θὰ σταθοῦν καὶ θὰ διερωτηθοῦν: «Διὰ τί ὁ ἀδελφός μου μὲ ἀποφεύγει;». Σκεφθῆτε, λοιπόν, νὰ ἀπέφευγαν ὅλοι τοὺς ἰατροὺς ποὺ τελοῦν ἐκτρώσεις, προσευχόμενοι εἰλικρινῶς γιὰ αὐτούς! Τὸ πλέον πιθανὸν εἶναι ὅτι θὰ κανόνιζαν ἀλλοιῶς τὴν πορείαν τους… Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πάντως, ἐμεῖς θὰ ἐκτελούσαμε τὸ, διὰ τοῦ ἀποστόλου ἐκπεφρασμένον, θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, οἱ ἅγιοι Πατέρες – ταὐτὸν εἰπεῖν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα - τῆς στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (κανὼν ια΄) προστάζουν ὅτι κανένας ἱερωμένος ἢ λαικός νὰ μὴ τρώγη τὰ ἰουδαϊκὰ ἄζυμα ποὺ τυχὸν πέμψουν πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ οὔτε νὰ συμφιλιώνεται μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἢ ὅταν εὑρίσκεται ἀσθενής, νὰ μὴ προσκαλῇ αὐτοὺς γιὰ νὰ δεχθῇ τὴν ἰατρείαν τους (συμφώνως λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος νὰ μὴ πηγαίνει χριστιανὸς σὲ ἰατροὺς Ἑβραίους νὰ ἰατρεύηται), οὔτε νὰ συλλούεται μαζὶ μὲ αὐτοὺς εἰς τὰ δημόσια λουτρά. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀποφυγὴ συνανθρώπων κατάκρισις ἢ ἔλλειψις ἀγάπης; Τὸ ἀντίθετον μάλιστα. Εἶναι πόνος ψυχῆς διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ συνανθρώπου. Εἶναι ὑπεύθυνος στάσις, ποὺ διεγείρει εἰς τὸν πλανεμένον ἐρωτηματικὰ γιὰ τὸ ὀρθὸν τῆς πνευματικῆς του πορείας. Εἶναι ἔναυσμα μετανοίας. Εἶναι ὑπακοὴ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δεῖγμα προσεκτικῆς ζωῆς, ἐν ταπεινώσει καὶ ἀγάπη. Εἶναι, ἐν προκειμένῳ, ἀποφυγὴ τοῦ φρικτοῦ μιάσματος τῆς Θεοκτονίας ὑπὸ τῶν ἀμετανοήτων Ἑβραίων. Εἶναι ἀντίστασις στὴν νεοεποχίτικη πνευματικὴ ἰσοπέδωσι καὶ ἀμέλεια τῶν ἐσχάτων καιρῶν μας. (ἀπόσπασμα ἄρθρου τῆς Π.Ε.ΦΙ.Π.) Ἔχει δημοσιευθῆ μελέτη (στὸ “New England Journal of Medicine, 15 Ἰαν. 2009), ἡ ὁποία ἀφοροῦσε σὲ γυναῖκες στὶς ὁποῖες ἐφαρμόσθηκε ἡ τεχνικὴ τῆς «in vitro γονιμοποιήσεως» (IVF). […] (ἐκ τῆς μελέτης αὐτῆς συμπεραίνεται ὅτι) σὲ κάθε μία προσπάθεια (τεχνητῆς γονιμοποιήσεως στὸ ἐργαστήριο) «ἀπόλλυνται», ἤτοι ἀποβάλλονται ἢ ἐκτρώνονται 3 μὲ 4 ἢ καὶ περισσότερα ἔμβρυα. Ἔτσι ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν «καταστρεφομένων» ἐμβρύων, προκειμένου νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ γέννησι 1 τέκνου εἶναι 3 μὲ 4 ἐπὶ 6, δηλαδὴ 18 μὲ 24 ἔμβρυα! […] Ὑπάρχουν ἀκόμη στὶς γεννήσεις IVF καὶ οἱ «συγγενεῖς διαμαρτίες» (διαπλάσεις ἐλαττωματικές) ἢ ἀναπηρίες κ.ἄ. Ἂς μὴ καυχῶνται, λοιπόν, οἱ εἰδικοὶ ἰατροί, καθὼς καὶ οἱ καταφεύγοντες στὴν ἐξωσωματικὴ γονιμοποίησι, ὅταν γιὰ ἕνα παιδὶ φονεύωνται 18 μὲ 24 ἐμψυχωμένα ἔμβρυα, ποὺ εἶναι ΑΝΘΡΩΠΟΙ-«Εἰκόνες Θεοῦ» ἀθάνατες «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» (ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεώς τους). Γι’ αὐτό, οἱ Ὀρθόδοξοι Πνευματικοὶ (καὶ μαζί τους καὶ ἡ Π.Ε.ΦΙ.Π.) ΔΕΝ συνιστοῦν τὴν ἐξωσωματικὴ γονιμοποίησι…

ΓΙΟΓΚΑ-ΡΕΪΚΙ καὶ ἄλλαι νεοεποχίτικαι πρακτικαί
Ἱερομονάχου Σεραφείμ Ρόουζ ()

Τὸ πρόσωπον, ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν γιόγκα μόνον γιὰ φυσικὴν εὐεξίαν ἤδη ἐκθέτει τὸν ἑαυτόν του σὲ συγκεκριμένες πνευματικὲς στάσεις (ἀπηγορευμένες καὶ ἐπικίνδυνες γιὰ τοὺς χριστιανούς), γιὰ τὶς ὁποῖες, ἀναμφιβόλως, δὲν ἔχει ἰδέαν. Ἀρσενίου Βλιαγκόφτη, μοναχοῦ Ὁ στόχος μας στὴν προσευχὴ εἶναι νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἐπικοινωνία αὐτὴ, βεβαίως, δὲν μπορεὶ νὰ μπῇ μέσα σὲ καλούπια καὶ νὰ ἐνωθοῦμε μαζί του (ἡ ἔνωσις ὅμως αὐτὴ δὲν καταργεῖ τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα), ἐνῶ στὸν διαλογισμὸ μὲ τὴν γιόγκα ὁ στόχος εἶναι νὰ διαλυθεῖ τὸ ἀτομικὸ Ἐγὼ σὰν σταγόνα στὸν ὠκεανὸ τῆς «παγκοσμίου ὑπερσυνειδητότητος», ποὺ δὲν εἶναι πρόσωπο. Στὸν διαλογισμὸ δὲν ἀπευθύνεται κανεὶς σὲ ἕνα ξεχωριστὸ πρόσωπο, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν συνδέει ἡ ἀγάπη, ἀλλὰ ἀπευθύνεται στὸν Ἑαυτό, πιστεύων ὅτι ὁ ἴδιος στὴν οὐσία του εἶναι Θεός. Αὐτὸ, βεβαίως, εἶναι μία δαιμονικὴ ἀπάτη καὶ πλάνη, τὴν ὁποία γιὰ νὰ περάσουν, παρερμηνεύουν διαστρεβλώνοντες καὶ τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ «ἡ Βασιλεῖα τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λκ, 17,21). Αὐτὸ, ὅμως, τὸ χωρίο δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴν φύσιν του Θεός, ὅπως πλανῶντες καὶ πλανώμενοι πιστεύουν καὶ διακηρύσσουν οἱ νεοεποχίτες, ἀλλὰ σημαίνει ὅτι ἐφόσον κάποιος εἶναι βεβαπτισμένος, κατοικεῖ μέσα του ἡ ἄκτιστος Θεία Χαρις, δηλαδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ὅποιος ἔχει μέσα του τὴν Θείαν Χαριν, ζεῖ ἀπὸ τώρα αὐτὸ ποὺ ὀνομάζομε Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἕνα ἄλλο σημεῖο, ποὺ πρέπει νὰ τονίσωμε, εἶναι ὅτι, μὲ τὶς τεχνικὲς τοῦ διαλογισμοῦ φθάνει κανεὶς σὲ ὕψη ὑπερηφανείας, ἐνῶ μὲ τὴν προσευχὴ ταπεινώνεται, δὲν περιφρονεῖ κανένα, καὶ μάλιστα, ἔχοντας γνωρίσει πραγματικὰ τὸν ἑαυτόν του, ὅταν βιώνει καταστάσεις τῆς Θείας Χάριτος, τὸν θεωρεῖ (τὸν ἑαυτόν του) χειρότερο ἀπὸ ὅλους, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῷα. «Ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως», καθὼς διαβάζομε εἰς τὸ «Γεροντικόν». Ὁ διαλογιζόμενος, ποὺ πιστεύει ὅτι στὴν οὐσία του εἶναι Θεός, δὲν μπορεῖ νὰ πῇ «ἐλέησόν με», δύο λέξεις ποὺ εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Δὲν μπορεῖ, μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ὀπαδὸς τοῦ δόγματος «θέλω καὶ μπορῶ» τῆς νεοεποχίτικης «θετικῆς σκέψης» νὰ ταπεινωθῇ. Ἡ ὀρθόδοξος ἄσκησις καὶ εἰδικότερον ἡ προσευχή, δὲν ἔχει στὴν οὐσία καμμίαν ὁμοιότητα καὶ συγγένεια μὲ τὴν γιόγκα καὶ τὸν διαλογισμὸ, ποὺ καλλιεργοῦν οἱ ἀνατολικὲς θρησκεῖες καὶ οἱ ὁμάδες τῆς λεγομένης «Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ὑδροχόου». Ὅσοι λέγουν τὸ ἀντίθετον, ἢ πλανοῦν τοὺς ἀνθρώπους καλλιεργῶντας τὴν νεοεποχίτικη σύγχυσι τῶν αἱρέσεων, ἢ πέφτουν θύματα αὐτῆς τῆς συγχύσεως. Ὁ μόνος ἀσφαλὴς τρόπος γιὰ νὰ μὴ πέσῃ κάποιος θῦμα τῶν αἱρέσεων, εἶναι νὰ ἀνήκῃ ἐνσυνειδήτως καὶ ὀργανικῶς στὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μοναδικὴ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας διὰ τὸν ἄνθρωπο, καθὼς διετήρησε ἀνόθευτον τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν παράδοσιν, ποὺ μᾶς ἐκληροδότησε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν διαδόχων τους. Τότε μόνον σκεπάζεται ἀπὸ τὴν Θείαν Χάριν, φωτίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ καθοδηγεῖται μὲ ἀσφάλειαν πρὸς τὴν σωτηρίαν. Ἱερὰ Μητρόπολις (Ν. Ἡ.) Γλυφάδος Α. Σωματικοὶ κίνδυνοι 1. Ἡ ἴδια ἡ «Ἀμερικανικὴ Ἔνωσις Γιόγκα» ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν γιόγκα τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐγκύους καὶ θηλάζουσες μητέρες, ἐπισημαίνοντας ὅτι «εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπικίνδυνο γιὰ τὶς ἐγκύους νὰ κάνουν ἀσκήσεις γιόγκα, ἐξαιτίας τῆς πιθανότητος ἐμβολισμοῦ ἀγγείων μὲ ἀέρα». Ἐπίσης, πολλοὶ διδάσκαλοι γιόγκα, ἀλλὰ καὶ ἡ «Ἀμερικανικὴ Ἔνωσις Γιόγκα», τονίζουν τοὺς σωματικοὺς κινδύνους, ποὺ συνεπάγεται ἡ γιόγκα γιὰ τὰ παιδιὰ κάτω τῶν 16 ἐτῶν. 2. Σὲ διάφορες γιογκικὲς ἰστοσελίδες ἐπισημαίνονται μεταξὺ ἄλλων καὶ οἱ ἀναπνευστικοὶ κίνδυνοι τῆς γιόγκα: ὑπεραερισμός, τραυματισμοὶ τοῦ διαφράγματος καὶ ἄλλων ἀναπνευστικῶν μυῶν καὶ κατάῤῥευσι τῶν πνευμόνων ἀπὸ τὶς ἀναπνευστικὲς ἀσκήσεις γιόγκα. Β. Πνευματικοὶ κίνδυνοι 1. Ψυχιατρικὲς μελέτες ἀναφέρουν τὶς ψυχιατρικὲς ἐπιπλοκὲς τοῦ διαλογισμοῦ, καὶ σοβαρὲς μελέτες ἐξειδικευμένων ψυχολόγων κατονομάζουν τὶς ποικίλες βλάβες, ποὺ παρουσιάζονται στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀσκοῦν διαλογισμόν: ἀπότομος διακοπὴ συνειδήσεως, προσβολὲς ἄγχους, δυσκολίες στὴν μνήμην, ἔλλειψις ὁρίων, ἀνάρμοστα καὶ ἀσύνδετα συναισθηματικὰ ξεσπάσματα, μακροχρόνιος συναισθηματικὴ ἰσοπέδωσις, τινάγματα μυῶν, σπασμοί, ὀπτικὲς ψευδαισθήσεις κ.ἄ. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα καταδεικνύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ διαλογίζεται διακινδυνεύει τὴν σωματικὴν, διανοητικὴν καὶ πνευματικήν του ὑγεία. 2. Ἡ γιόγκα δὲν εἶναι γυμναστική, ἀλλὰ πνευματικὸ μονοπάτι, τὸ ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τὶς μελέτες τῶν εἰδικῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ γκουροὺ Ῥαζνὶς μπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ σὲ «προσωρινὴ ἢ μόνιμον ἀπώλειαν τῆς λογικῆς». Ἐκ τῆς «Χριστιανικῆς Ἑστίας» Λαμίας […] Ἂς μιλήσουμε πιὸ συγκεκριμένως γιὰ τὴν Παιδεία. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ διῶξαν τοὺς πνευματικοὺς ἀπὸ τὰ σχολεῖα, μείωσαν τοὺς ἐκκλησιασμούς, ἀπαγόρευσαν τὰ θρησκευτικὰ περιοδικά, ἐφάρμοσαν τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, τόλμησαν νὰ ἀλλάξουν τὴν ἱστορία μας, θέλουν νὰ ἐπιβάλουν τῇ γενετήσια ἀγωγή, θέλουν νὰ μεταβάλουν τὰ θρησκευτικὰ σὲ θρησκειολογία, κατήργησαν σὲ μία νύχτα τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὴν συμβατὴ μὲ τὴν ἐκκλησιαστική (ἔχει νόημα αὐτό), καὶ γενικῶς προσπαθοῦν συνειδητῶς ἢ ἐπιπολαίως φερόμενοι νὰ γκρεμίσουν τὰ θεμέλια τῆς Πίστεως. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλουν. Εἴτε τὸ θέλουν αὐτοπροσώπως καὶ αὐτοπροαιρέτως εἴτε ἐκτελοῦν πειθήνια ἐντολὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς. Δὲν θέλουν μὲ τίποτε νὰ ἀσκῇ τὴν παραμικρὴ ἐπίδραση στὰ παιδιὰ ἡ Ἐκκλησία. Θέλουν μία παιδεία ἄθρησκη, ἄχρωμη, ἄοσμη, ἄγευστη, χωρὶς ἑλληνορθόδοξη ταυτότητα... Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἐνῶ μιλάνε γιὰ ἀνεξιθρησκεία καὶ ἔβγαλαν τοὺς ἱερεῖς ἀπὸ τὰ σχολεῖα, παραταῦτα ἀνέχονται τοὺς χοτζάδες καὶ τοὺς ἱεροδιδασκάλους στὴν Θρᾴκη! Δὲν θέλουν νὰ φαίνεται πουθενὰ τί πιστεύει ὁ κάθε μαθητής καὶ πολίτης, μπαίνουν ὅμως στὶς ἀνώτατες σχολὲς οἱ μουσουλμάνοι μὲ μειωμένο ποσοστὸ μορίων, λόγῳ θρησκεύματος, τὸ ὁποῖο ὁπωσδήποτε ἀναγράφεται στα χαρτιά τους! Κι αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ Ἕλληνες πολίτες ποὺ βάσει τοῦ Συντάγματος «εἶναι ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Νόμου»!

Συγχρόνως, ἀκούγονται συχνὰ κάποιες βέβηλες φωνὲς γιὰ τὴν σημαία, γιὰ τὴν πρωϊνὴ προσευχὴ στὰ σχολεῖα, γιὰ τὶς παρελάσεις κλπ. Τώρα θέλουν νὰ βάλουν τὴν Γιόγκα καὶ τὸν Διαλογισμὸ στὰ σχολεῖα, ἀρχικῶς γιὰ τοὺς Ἐκπαιδευτικοὺς τῆς Πρωτοβαθμίου καὶ Δευτεροβαθμίου Ἐκπαιδεύσεως, δῆθεν ὡς ἀσκήσεις τοῦ σώματος, ἀναπνευστικῶν κινήσεων καὶ χαλαρώσεως (Ο. Τ., 26-06-09, σελ. 2). Καλά, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου καὶ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας δὲν ῥώτησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία τί εἶναι ἡ Γιόγκα - μπορεὶ δηλ. νὰ ἔχουν καὶ ἄγνοια, λίγο ἀπίθανον, βεβαίως – δὲν πρέπει, ὅμως, ὅλοι οἱ Ἐκκλησιαστικοί, ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανοί, δάσκαλοι καὶ ἐκπαιδευτικοί, νὰ ἀντιδράσουν καὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν; Δὲν πρέπει ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία νὰ διακηρύξει σὲ ὅλους τοὺς τόνους ὅτι ἡ Γιόγκα εἶναι μέρος τῆς Ἰνδουιστικῆς θρησκείας καὶ δὲν εἶναι ἁπλὴ γυμναστική; Εἶναι σὰν νὰ κάνει κάποιος «μετάνοιες» καὶ «σταυροκοπήματα» στὸν Χριστιανισμό. Εἶναι γυμναστικὴ οἱ «μετάνοιες»; Ὄχι, βεβαίως, μέρος τῆς προσευχῆς εἶναι. Ἄλλο τόσο εἶναι γυμναστικὴ καὶ ἡ Γιόγκα. Δὲν εἶναι προσευχὴ τὸ «Πάτερ ἡμῶν»; Σαφέστατα, ναί. Αἴ, λοιπόν, καὶ ὁ διαλογισμὸς εἶναι τεχνικὴ τοῦ νοῦ ἀναπόσπαστη ἀπὸ τὸν σκοπὸ τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ γιὰ ἔνωσι μὲ τὸ Ἀπόλυτο τοῦ ἰνδουϊστικοῦ πανθέου. «Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ποὺ ἀρχίζουν μὲ τὶς ἀσκήσεις Γιόγκα, εἴτε θεληματικῶς εἴτε ἀθελήτως, οἰκειοποιοῦνται τὶς ἰνδουϊστικὲς ἀντιλήψεις» (Γκουροὺ Mahara, στὸν Ο. Τ., 26-06-09, σελ.2) Συνεπῶς, ἡ Νέα Ἐποχὴ καλὰ κρατεῖ. Ἐμεὶς ὅμως τί κάνουμε; Ἐπιτρέψαμε ὄλες τὶς φρικτὲς ἀλλαγὲς στήν παιδεία μας. Δεχθήκαμε ἀβασανίστως τὴν Κάρτα Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως μὲ τὸν ΑΜΚΑ, τὸ προστάδιο τοῦ σφραγίσματος. Τώρα τί θὰ κάνουμε; Θὰ ἀφήσουμε στὴν ψυχὴ τοῦ σχολείου, ποὺ εἶναι ὁ δάσκαλος καὶ ὁ καθηγητής, νὰ εἰσβάλῃ ἡ θρησκεία τοῦ ἰνδουϊσμοῦ; Δὲν πρέπει νὰ μιλήσουμε; Ἐξάλλου εἶναι πολὺ αἰσχρὸ καὶ βέβηλο αὐτὸ τὸ στοιχεῖο τοῦ καταναγκασμοῦ ποὺ ὑπάρχει. «Ὅλοι θὰ ἐφαρμόσουν ὅλα τὰ προγράμματα», ὅπως ἀκριβῶς καὶ μὲ τὸν ΑΜΚΑ. Στέλνουν τὶς κάρτες χωρὶς νὰ ῥωτήσουν… Ἑλένης Ἀνδρουλάκη, καθηγητρίας Ἕνα μεγάλο μέρος τῶν θεραπειῶν τῆς Νέας Ἐποχῆς ποὺ βρίσκονται σὲ ἄνθησι σήμερα, ἀνήκουν στὶς λεγόμενες «ἐνεργειακὲς θεραπεῖες». Αὐτὲς οἱ «θεραπεῖες» ἔχουν ὡς κέντρο τὴν ἐνέργεια, ὄχι ὅμως τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀναγνωρίζει ἡ Φυσική, ἡ Χημεία ἢ ἡ Βιολογία, ἀλλὰ μία ὑποθετικὴ ἢ μεταφυσικὴ ἐνέργεια ἡ ὁποία δὲν ἀνιχνεύεται ἐπιστημονικὰ καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν μηχανική, τὸν ἠλεκτρισμὸ ἢ τοὺς πυρῆνες τῶν ἀτόμων. Πρόκειται γιὰ μία νεοεποχίτικη ἐνέργεια, ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια ὁποιουδήποτε ἐπιστημονικοῦ ἐλέγχου, μελέτης ἢ μετρήσῃς, ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ μόνο ἀπὸ «θεραπευτὲς μὲ εἰδικὲς ἱκανότητες στὸ νὰ ξεμπλοκάρουν, νὰ ἐναρμονίζουν, νὰ ἐνοποιοῦν, νὰ συντονίζουν, νὰ εὐθυγραμμίζουν, νὰ ἐξισοῤῥοποῦν καὶ νὰ διοχετεύουν» αὐτὴν τὴν «ἐνέργεια» καὶ ἔτσι νὰ «θεραπεύουν». Μὲ ἁπλᾶ λόγια, κάθε ἀσθένεια θεωρεῖται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαταραχῆς αὐτῆς τῆς «συμπαντικῆς ἢ ζωτικῆς ἐνεργείας». […] Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε κάποιες ἀπὸ τὶς πολὺ διαδεδομένες σήμερα καὶ στὴν Ἑλλάδα «ἐνεργειακὲς θεραπεῖες»: ὁμοιοπαθητικὴ μὲ τὰ «ἐνεργειακά» φάρμακά της, διάφορες βιοενεργειακὲς θεραπεῖες, βελονισμὸς καὶ πιεσοθεραπεία (acupressure), σιάτσου, τσι-κουνκ (qi gong), τζορέι, ῥεφλεξολογία, διάφορες θεραπεῖες τῆς αὔρας, αὔρα-σῶμα (Aura-Soma), κρανιοϊερὴ θεραπεία, ἁγιουρβέδα, ἀνθοθεραπεία (flower essence therapy) καὶ θεραπεία μέσῳ (ἀνθο)ἰαμάτων Μπαχ -τὰ συστατικὰ καὶ ὁ τρόπος δράσης τοὺς «ἐξηγοῦνται» μόνο μέσῳ «ἐνεργειακῶν» πάλι μεθόδων ὅπως ἡ φωτογράφιση Κίρλιαν- χρωματοθεραπεία, κρυσταλλοθεραπεία, θεραπεία ἐξ ἀποστάσεως, ἀρωματοθεραπεία, πολάριτυ, θεραπεία ἢ ἐξισορρόπηση τῶν τσάκρας, θεραπευτικὸ ἄγγιγμα, ῥέικι καὶ συναφεῖς μέθοδοι. […] Τὸ ῥέικι εἶναι ὄρος ἰαπωνικῆς προέλευσης καὶ σημαίνει «συμπαντική, ζωτικὴ ἐνέργεια», «πνευματικὰ καθοδηγούμενη ζωτικὴ ἐνέργεια», ἢ «θεϊκὴ Δύναμη» (“God-Power”). Ἰσχυρίζονται ὅτι «τὸ Ῥέικι εἶναι μία πανάρχαια ὁλιστική, ἐνεργειακὴ μέθοδος θεραπείας, μία ἀσφαλής, ἁπλῆ καὶ φυσικὴ τεχνικὴ μετάδοσης τῆς συμπαντικῆς, ζωτικῆς ἐνεργείας μέσῳ τοῦ ἁπαλοῦ ἀγγίγματος τῶν χεριῶν». «Εἶναι μία ἐναλλακτική, ὁλιστικὴ θεραπεία γιὰ τὸ σῶμα, τὸ νοῦ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου». «Εἶναι ἕνα ὁλιστικὸ σύστημα φυσικῆς θεραπείας ποὺ ἀγγίζει ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ὕπαρξῃς… τὰ ὁποῖα δουλεύονται ταυτόχρονα καὶ τὰ ἰσοῤῥοπεῖ…Εἶναι ἡ «εὐφυής» κοσμικὴ ἐνέργεια ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸ πνεῦμα στὴν ἐμπειρία τῆς ὁλότητας, [ἐπιφέρει] τὴν ἁρμονία στὴν ψυχή, τὴν θεραπεία στὸ σῶμα… Ἐλευθερώνει ὅλο τὸ δυναμικὸ τῶν ἱκανοτήτων, ἰδιαιτεροτήτων καὶ τῶν χαρισμάτων μας… Ἀποτοξινώνει, καθαρίζει, ἐναρμονίζει». «Ἀφυπνίζει τὶς αὐτοθεραπευτικὲς δυνάμεις τοῦ ἀτόμου, μειώνει ἢ ἐξαφανίζει τὸν πόνο, προσφέρει βαθιὰ χαλάρωση», «μᾶς βοηθᾷ νὰ ἀγαπήσουμε τὸν ἑαυτό μας»…. Γενικά, ὑποστηρίζουν ὅτι θεραπεύει ὄλες τις σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες, «θεραπεύει ἀκόμα καὶ τὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα μας», «καμμία ἀσθένεια δὲν ἀντιστέκεται στὸ Ῥέικι» ἐκτὸς ἂν ὁ ἀσθενὴς λέει- ἀντιστέκεται στὴν θεραπεία ἢ ἡ ἀσθένεια πρέπει νὰ παραμείνει γιὰ «καρμικοὺς λόγους»! […] κάποιες πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ὁ ἐμπνευστὴς τοῦ ῥέικι μετεῖχε σὲ ἀποκρυφιστικὴ ὁμάδα ποὺ ἀσχολεῖτο μὲ τὴν παραψυχολογία καὶ τὸν πνευματισμό. […] Συνήθως στὸν Δεύτερο Βαθμὸ μυήσεως ἀρχίζουν νὰ συνειδητοποιοῦν τὴν ὕπαρξῃ πνευμάτων-ὁδηγῶν «ποὺ συμμετέχουν σὲ κάθε θεραπεία ῥέικι». Στὸ Δεύτερο Βαθμὸ «μαθαίνουν γιὰ πνεύματα-ὁδηγοὺς καὶ πῶς νὰ ἐπικοινωνοῦν μαζί τους καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιοῦν στὶς θεραπεῖες τους» […] Τὸ ῥέικι ἦρθε στὴν Ἑλλάδα τὰ τελευταῖα 15-20 χρόνια. Τὸ 1994 δὲν ὑπῆρχε κανένα βιβλίο γιὰ τὸ ῥέικι στὰ Ἑλληνικά, σήμερα κυκλοφοροῦν εὐρέως τουλάχιστον 20 σχετικὰ βιβλία στὰ Ἑλληνικά. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀπευθύνεται στὰ παιδιὰ καὶ μὲ πολὺ ἑλκυστικὸ τρόπο τὰ εἰσάγει στὸ ῥέικι καὶ τὶς τεχνικές του. Παροτρύνει τὰ παιδιὰ νὰ βροῦν ἕνα δάσκαλο γιὰ «νὰ σᾶς μυήσει στὸν 1ο βαθμὸ καὶ νὰ σᾶς δείξῃ τὸν τρόπο ποὒ θὰ χρησιμοποιῆτε τὸ ῥέικι». Τὸ βιβλίο αὐτὸ ἦρθε -λέει- «νὰ καλύψῃ τὴν ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ἡ καινούρια γενιὰ τῶν πνευματικῶν παιδιῶν, ποὺ ἔχουν ὀνομαστεῖ «ἴντιγκο», «κρυστάλλινα», «οὐράνιο τόξο» ἢ «παιδιὰ τοῦ νέου αἰώνα», τὰ δικά της βιβλία». Μέσα ἀπὸ τὶς χαρούμενες, πολύχρωμες σελίδες τοῦ βιβλίου τὰ παιδιὰ διδάσκονται πῶς νὰ δίνουν ῥέικι καὶ μαθαίνουν ὅτι τὸ ῥέικι τὰ «βοηθεῖ» νὰ ἠρεμήσουν, νὰ διώξουν τὰ νεῦρα, νὰ ἁπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ ἄγχος τῶν ἐξετάσεων, νὰ ξεκουράσουν τὸ μυαλό τους ἀπὸ τὸ διάβασμα, νὰ συγκεντρωθοῦν, νὰ ἁπαλύνουν τὸν πόνο, νὰ ἔχουν καλύτερη ὑγεία, νὰ ἐπικοινωνοῦν καλύτερα μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ νιώσουν πιὸ κοντὰ στον φύλακα ἄγγελό τους!!! […] Ἔχουμε, λοιπόν, νὰ κάνουμε μὲ μία δαιμονικὴ ἐνέργεια ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ τὸν «θεραπευτή», καὶ ἡ ὁποία σαφέστατα ἐπηρεάζει καὶ τὸν δέκτη, γιατὶ στὴν «θεραπεία» συμμετέχουν ἐνεργὰ καὶ οἱ δύο. Σιγά-σιγὰ

καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐνέργεια κρύβονται διάφορα πνεύματα-ὁδηγοὶ (δαίμονες) τὰ ὁποῖα εἶναι παρόντα καὶ καθοδηγοῦν τὶς μυήσεις καὶ τὶς θεραπεῖες. […] Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἡ δαιμονικὴ φύσις αὐτῆς τῆς ἐνεργείας ἢ ἡ δαιμονικὴ ταυτότητα τῶν πνευμάτων συνήθως δὲν γίνεται ἀντιληπτή, ἀφοῦ ἡ πονηρία τῶν δαιμόνων ξεπερνὰ κάθε δική μας ἐξυπνάδα ἢ πονηρία. Γι’ αὐτό, καὶ ἐπειδὴ μερικὲς φορὲς μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι γίνεται κάποια θεραπεία, οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν ἢ νιώθουν ὅτι ἡ «πανίσχυρη, θεραπευτικὴ ἐνέργεια» εἶναι καλὴ ἢ θεϊκή. […] Οἱ κίνδυνοι μποροῦν νὰ συνοψιστοῦν ὡς ἑξῆς: Α) πνευματικὴ ἐξαπάτηση, ὑποδούλωση καὶ ἐξάρτηση ἀπὸ τὰ πνεύματα. Ὁ Θεὸς ὑποβιβάζεται σὲ μία ἐνέργεια, μία ἀπρόσωπη δύναμη, χειραγωγίσιμη δῆθεν μὲ ἀποκρυφιστικὲς τεχνικές, γιὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν οἱ θεραπευτικοὶ στόχοι. Ἡ ἀφύπνιση κάθε ἀποκρυφιστικῆς ἐνεργείας φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ «δαιμονικὲς ὀντότητες ποὺ στόχο ἔχουν τὴν πνευματικὴ ἐξαπάτηση καὶ τὴν κατοχή» Β) ἀπεμπόληση τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας. Παρ’ ὅτι τονίζεται ὅτι τὸ ῥέικι «ἀπευθύνεται σὲ ἀνθρώπους κάθε θρησκείας καὶ δόγματος», ὅτι «δὲν ἀντίκειται στὸν Χριστιανισμό» καὶ παρότι στὸ ἐξωτερικὸ γίνονται προσπάθειες νὰ διαδοθεῖ τὸ κίνημα τῶν «χριστιανῶν θεραπευτῶν ῥέικι», τὸ ῥέικι καὶ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστα μεταξύ τους καὶ ὅποιος προσφεύγει στο ῥέικι ἀπεμπολεῖ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα. Γ) ἀσθένειες, συναισθηματικὲς καὶ ψυχικὲς διαταραχές, παραφροσύνη, δαιμονοληψία. Ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὰ πνεύματα ἐπιφέρει: ἐπιπτώσεις στὴν σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία, ὅπως σωματικὰ προβλήματα καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες, ἐπιθέσεις πνευμάτων, συναισθηματικὰ μαρτύρια, προώρους θανάτους καὶ αὐτοκτονίες. […] Ὅπου ὑπάρχει δαιμονοληψία, συνήθως ὑπάρχει καὶ παρελθὸν ἀποκρυφισμοῦ…

ΠΕΡΙ «ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΩΝ», ΑΘΕΪΑΣ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ
Τοῦ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ, ἱερομονάχου () Στὴν ἐποχή μας ἔχει διαχυθεῖ καὶ ἐπικρατήσει σὲ τέτοιο βαθμὸ ὁ Μηδενισμὸς (ἡ πίστις, δηλαδή, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἀπόλυτος Ἀλήθεια, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι σχετική) ἔχει εἰσχωρήσει βαθειὰ στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ὥστε δὲν ὑπάρχει πλέον μέτωπον ἀντιστάσεως. Ὁ πυρήνας αὐτῆς τῆς φιλοσοφίας ἐκφράστηκε καθαρότατα ἀπὸ τὸν Νίτσε, καθὼς καὶ ἀπὸ ἕνα χαρακτήρα τοῦ Ντοστογέφσκυ στὴν φράσι: Ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός. Ὁ ὁρισμὸς τοῦ Μηδενισμοῦ ἔχει γίνει ἀπὸ τὸν Νίτσε: «Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια, τὸ ἀπόλυτον δὲν ὑφίσταται, δὲν ἔχουμε «ὑπόστασιν». Αὐτὸ καὶ μόνον συνιστᾶ τὸν Μηδενισμὸν καὶ μάλιστα στὴν ἀκραία μορφήν του · Ἄρα, ὁ ἄνθρωπος γίνεται Θεὸς καὶ ὅλα εἶναι δυνατά. […] Ὁ Μηδενισμὸς ἐνυπάρχει σὲ ὅλους στὴν ἐποχή μας, καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιλέγουν νὰ τὸν ἀντιμάχονται μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, στὸ ὄνομα τῆς πληρότητος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, πνίγονται σὲ αὐτόν. Ὁδηγηθήκαμε στὴν ἄκρη τῆς μηδενιστικῆς ἀβύσσου καί, εἴτε ἀναγνωρίζουμε τὴν φύσιν της εἴτε ὄχι, θὰ ἐγκολπωθοῦμε σὲ αὐτὴν λόγῳ τῆς ἀεὶ ἐνυπαρχούσης μηδαμινότητος. Μόνη ἐλπίδα λυτρώσεως παραμένει ἡ στροφή μας πρὸς τὴν μόνην καὶ ἀληθινὴν πίστιν στὸν Χριστόν, χωρὶς τὸν ὁποῖο εἴμαστε στὴν πραγματικότητα μηδέν… […] Ὁ νέος θεὸς δὲν εἶναι Ὃν ἀλλὰ ἰδέα, δὲν ἀποκαλύπτεται μέσα στὴν πίστη καὶ τὴν ταπείνωση, ἀλλὰ κατασκευάζεται ἀπὸ ὑπερήφανα μυαλὰ, ποὺ αἰσθάνονται ἀκόμη τὴν ἀνάγκη γιὰ «ἐξήγησι» ἀφοῦ ἀπολέσουν τὸν πόθο γιὰ σωτηρία. Αὐτὸς εἶναι ὁ νεκρὸς θεὸς τῶν φιλοσόφων, ποὺ ἀποζητοῦν μόνον μία «πρωταρχικὴ αἰτία» γιὰ νὰ συμπληρώσουν τὰ συστήματά τους, ὁ θεὸς τῶν «θετικιστῶν» καὶ ἄλλων σοφιστῶν περὶ τῆς θρησκείας, ποὺ ἐφευρίσκουν ἕνα θεὸ διότι τὸν «χρειάζονται» καὶ στὴν συνέχεια σκέπτονται νὰ τὸν «χρησιμοποιήσουν» κατὰ βούλησι. Εἴτε «δεϊστής», «ἰδεαλιστής», εἴτε «πανθεϊστής» ἢ «παγκοσμιϊστής», κάθε σύγχρονος θεὸς ἀποτελεῖ παρόμοιο νοητικὸ κατασκεύασμα, δομημένο ἀπὸ ψυχὲς ποὺ ἔχουν νεκρωθῆ ἀφοῦ ἔχασαν τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό. Τὰ ἀθεϊστικὰ ἐπιχειρήματα ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεῶν εἶναι τόσο ἀκαταμάχητα ὅσο καὶ ἄτοπα. […]Ἡ πίστι γεννᾶ τὴν συνοχή. Ὁ κόσμος τῆς πίστεως, ποὺ κάποτε ἦτο ὁ φυσιολογικὸς κόσμος, εἶναι ὑπέρτατα συνεκτικός, διότι καθετὶ μέσα σὲ αὐτὸν προσανατολίζεται στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του καὶ νοηματοδοτεῖται ἀπὸ αὐτὸν τὸν προσανατολισμό. Ὁ Μηδενιστὴς ἐπαναστάτης, καταστρέφοντας αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐμπνέει ἕνα καινούριο: τὸν κόσμο τοῦ «παραλόγου». Αὐτὴ ἡ λέξι, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται εὐρέως στὸν παρόντα χρόνο γιὰ νὰ περιγράψῃ τὴν δύσκολη θέσι τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἔχει βαθύτερη ἔννοια, ἐὰν κατανοηθῇ μὲ τρόπον ὀρθόν. Ἐὰν τὸ μηδὲν εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος, τόσο στὴν οὐσία του ὅσο καὶ στὶς ἐπιμέρους λεπτομέρειες, εἶναι ἀσυνεχής, ἀποτυγχάνει νὰ συγκρατεῖ, εἶναι παράλογος. […] Ὁ Ἀθεϊσμός, ὁ ἀληθινὸς ὑπαρξιακὸς ἀθεϊσμὸς ποὺ σιγοκαίει παρέα μὲ τὸ μίσος γιὰ ἕνα κατὰ τὰ φαινόμενα ἄδικον ἢ ἀγνώμονα Θεό, εἶναι μία πνευματικὴ κατάστασι. Πρόκειται γιὰ προσπάθεια ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Ὁποίου οἱ τρόποι εἶναι τόσον ἀνεξήγητοι, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς πλέον πιστοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι, δέ, γνωστὸ ὅτι συνήθως καταλήγει στὴ θέασί Του, ἀφοῦ ὁ ἄθεος στὴν πραγματικότητα ἀναζητεῖ τὸν Θεό. Στὶς ψυχὲς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐργάζεται ἡ Θεία Χάρις… […]Μηδέν, ἀσυνέχεια, ἀντιθεϊσμός, μίσος γιὰ τὴν ἀλήθεια: αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποία συζητήσαμε ἐδῶ ἀποτελοῦν κάτι περισσότερο ἀπὸ ἁπλὴ φιλοσοφία, ἀκόμη καὶ ἀπὸ μία ἐπανάστασι τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι ἑνὸς Θεοῦ, τὸν ὁποῖο δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ πλέον. Μία λεπτὴ διάνοια εὑρίσκεται πίσω ἀπὸ αὐτὰ τὰ φαινόμενα καὶ ἕνα ἰδιοφυὲς σχέδιο, τὸ ὁποῖο τόσον ὁ φιλόσοφος ὅσο καὶ ὁ ἐπαναστάτης ὑπηρετοῦν, ἀλλὰ δὲν ὁρίζουν: πρόκειται γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Διαβόλου. Πολλοὶ Μηδενιστές, πέρα ἀπὸ τὴ διαφωνία τους γιὰ τὸ γεγονὸς (ὅτι κρύπτεται ὁ διάβολος ὄπισθεν αὐτῶν), δοξάζονται μέσα σὲ αὐτό. Ὁ Μπακούνιν βρῆκε τὸν ἑαυτό του στὴν πλευρὰ τοῦ «Διαβόλου, τοῦ αἰωνίου ἐπαναστάτου, τοῦ πρώτου ἐλευθέρου στοχαστοῦ καὶ χειραφέτου τῶν κόσμων». Ὁ Νίτσε αὐτοαπεκλήθη «Ἀντίχριστος». Ποιητές, ἐξαθλιωμένοι καλλιτέχνες καὶ γενικώτερα οἱ avantgarde ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ρομαντισμοῦ ἐνθουσιάζονταν ἀπὸ τὸν Σατανισμὸ καὶ ὡρισμένοι προσεπάθησαν νὰ τὸν μετατρέψουν σὲ θρησκεία. Ὁ Φρούδων ἐπεκαλεῖτο τὸν Σατανᾶ πολὺ συχνά… Τί μπορεῖ νὰ σκεφθῇ ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς γιὰ αὐτὲς τὶς λέξεις; Οἱ Ἀπολογητὲς καὶ οἱ ἀκαδημαϊκοί της Μηδενιστικῆς σκέψεως, ὅταν ἀντιμετωπίζουν τέτοιες ἀναφορὲς ὡς ἀνάξιες σχολίων, συνήθως τὶς παρακάμπτουν μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ τῶν φανταστικῶν ὑπερβολῶν καὶ τῶν σκληρῶν μεταφορῶν, ποὺ πιθανῶς ἐκφράζουν μία παιδικὴ «ἐπαναστατικότητα». Θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὑπάρχει παιδιάστικη ποιότητα στὴν ἔκφρασι χαρακτηριστικῶν του συγχρόνου Σατανισμοῦ. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ εὔκολο τρόπο ἐπικαλοῦνται τὸν Σατανᾶ καὶ

προδηλώνουν τὸν Ἀντίχριστο δὲν ἔχουν παρὰ λίγη γνώσι γιὰ τὸ βάρος τῶν λόγων τους, καὶ λίγοι τους ἀντιμετωπίζουν μὲ σοβαρότητα. Αὐτὴ ἡ ἀφελὴς σκληρότητα ἀποκαλύπτει μία βαθυτέρα ἀλήθεια. Ἡ Μηδενιστικὴ Ἐπανάστασι στέκεται ἐνάντια στὴν ἐξουσία καὶ τὴν τάξι, ἐνάντια στὴν Ἀλήθεια, στὸν Θεό. Γιὰ νὰ ἐπιτευχθῇ αὐτό, πρέπει νὰ συνταχθῇ μὲ τὸν Διάβολο. Ὁ Μηδενιστής, καθὼς συνήθως δὲν πιστεύει οὔτε στὸν Θεὸ οὔτε στὸν Διάβολο, μπορεῖ νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι ἔξυπνη κίνησι νὰ ὑπερασπιστῇ, στὴν μάχη ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τὸν παλαιότατον ἐχθρό του Θεοῦ. Ὅμως, ἐνόσω νομίζει ὅτι ἁπλῶς παίζει μὲ τὶς λέξεις, στὴν πραγματικότητα ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια. […] Οἱ πλέον βίαιοι ἐπαναστάτες, ὁ Νετσάγιεφ ἢ ὁ Μπακούνιν, ὁ Λένιν ἢ ὁ Χίτλερ ἀκόμη καὶ οἱ ἐξαθλιωμένοι ἐφαρμοστὲς τῆς «προπαγάνδας τοῦ χρέους», ὀνειρεύθηκαν τὴν «Νέα Τάξι», ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ φέρουν οἱ καταστροφικὲς ἐνέργειές τους σὲ σχέσι μὲ τὴν Παλαιὰ Τάξη... Τὸ πρῶτο καὶ πλέον ἐμφανὲς πράγμα στὸ πρόγραμμα τοῦ Μηδενισμοῦ εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς Παλαιᾶς Τάξης. Ἡ Παλαιὰ Τάξη ἦταν τὸ ἔδαφος ποὺ τρεφόταν ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια καὶ στὸ ὁποῖο εἶχαν τὶς ρίζες τους οἱ ἄνθρωποι. Οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοί της, ἀκόμη καὶ οἱ συνήθειές της, θεμελιώνονταν σὲ αὐτὴν τὴν Ἀλήθεια καὶ ἀφιερώνονταν στὴν διδασκαλία της. Οἱ δομές της ἀναφέρονταν στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἦταν ὁρατὸ σημεῖο τῆς Τάξεώς Του ἐπάνω στὴν γῆν. Ἀκόμη καὶ οἱ γενικώτερα ἀναφερόμενες ὡς «πρωτόγονες» (ἀλλὰ φυσικές) συνθῆκες διαβιώσεως χρησίμευαν (χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι προσχεδιασμένο) ὡς ὑπενθύμισι γιὰ τὸν προσωρινὸ ταπεινὸ τόπο τοῦ ἀνθρώπου στὴν γῆ, γιὰ τὴν ἐξάρτησί του ἀπὸ τὸν Θεό, ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς λιγοστὲς ἐπίγειες εὐλογίες, καθὼς καὶ γιὰ τὸ ἀληθινὸ σπίτι του ποὺ εὑρίσκεται πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ «προπέτασμα δακρύων», στὸ Οὐράνιο Βασίλειο. O ἀποτελεσματικὸς πόλεμος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἀληθείας Του ἀπαιτεῖ τὴν καταστροφὴ κάθε στοιχείου αὐτῆς τῆς Παλαιᾶς Τάξης. Στὸ σημεῖο αὐτό, ἡ ἰδιόμορφη ἀρετὴ τῶν Μηδενιστῶν, ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν βία, ἔρχεται στὸ προσκήνιο. Ἡ βία δὲν ἀποτελεῖ τυχαῖα ὄψι τῆς Μηδενιστικῆς Ἐπανάστασης, ἀλλὰ μέρος τῆς οὐσίας της. Συμφώνως πρὸς τὸ Μαρξιστικὸ «δόγμα», «ἡ δύναμι εἶναι ἡ ἐνδιάμεσος σύζυγος κάθε παλαιᾶς κοινωνίας, ποὺ κυοφορεῖ μία νέα μορφὴ κοινωνίας»……Τὸ πνεῦμα τῆς βίας ἐπικράτησε στὸν αἰώνα μας βαθύτερα λόγω τῶν Μηδενιστικῶν καθεστώτων τοῦ Μπολσεβικισμοῦ καὶ τοῦ ἘθνικοΣοσιαλισμοῦ. Σὲ αὐτὰ δόθηκε πρῶτος ρόλος γιὰ τὸ Μηδενιστικὸ ἔργο τῆς καταστροφῆς τῆς Παλαιᾶς Τάξης. Καὶ τὰ δυό, ὅποιες καὶ ἐὰν εἶναι οἱ ψυχολογικὲς διαφοροποιήσεις τους καὶ τὰ ἱστορικὰ «ἀτυχήματα» ποὺ τὰ τοποθέτησαν σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα, ὑπῆρξαν συνεταῖροι στὴ μανιώδη ἐπίτευξι αὐτοῦ τοῦ ἔργου… […] ὁ Ναζισμὸς καὶ ὁ πόλεμός του προεξένησαν στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη ὅ,τι προεξένησε ὁ Μπολσεβικισμὸς μὲ τὴν Ἐπανάστασί του γιὰ τὴν Ρωσία: κατέστρεψε τὴν Παλαιὰ Τάξη καὶ ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴν δόμησι τῆς «Νέας»… […] Τέτοιο ἦταν τὸ ὄνειρο τοῦ Λένιν. Διότι, προτοῦ λήξει ἡ «δικτατορία τοῦ προλεταριάτου», «ἡ κοινωνία θὰ ἔχει γίνει ἕνα γραφεῖο καὶ ἕνα ἐργοστάσιο, μὲ ἴση ἐργασία καὶ ἴσες ἀμοιβές». Στὴν Μηδενιστικὴ «νέα γῆ» ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ἐνέργεια ἀναλίσκεται σὲ ἐγκόσμιες ἔγνοιες. Κάθε τὶ στὸ ἀνθρώπινο περιβάλλον καὶ κάθε ἀντικείμενο σὲ αὐτὸ ὑπηρετοῦν τὴν «παραγωγή» καὶ ὑπενθυμίζουν στὸν ἄνθρωπο ὅτι ἡ μόνη χαρὰ εὑρίσκεται σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Στὴν πραγματικότητα, πρόκειται γιὰ τὴν καθιέρωσι τοῦ ἀπολύτου δεσποτισμοῦ τῆς κοσμικότητας... …Ἐὰν κοιτάξουμε τὸ θέμα μὲ τρόπο ρεαλιστικό, τί εἶναι αὐτὴ ἡ «ἀλλαγή», ὁ «νέος ἄνθρωπος»; Εἶναι ὁ ἔκριζος ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ εὑρίσκεται σὲ ἀσυνέχεια μὲ τὸ παρελθὸν ποὺ κατέστρεψε ὁ Μηδενισμός, ἡ πρώτη ὕλη τοῦ ὀνείρου κάθε δημαγωγοῦ. Ὁ «ἐλευθέρως σκεπτόμενος» καὶ σκεπτικός, ποὺ ἀποκλείει τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι «δεκτικός» σὲ κάθε νέο λόγιο ρεῦμα, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν διαθέτει τέτοια θεμέλια. Ὁ «τυχοδιώκτης» κάποιας «νέας ἀποκαλύψεως», ἕτοιμος νὰ πιστέψῃ κάθε τὶ καινούριο, διότι ἡ ἀληθινὴ πίστι του ἔχει ἐξαλειφθῆ. Ὁ σχεδιάζων καὶ πειραματιζόμενος, ποὺ λατρεύει τὸ «γεγονός», διότι ἔχει ἐγκαταλείψει τὴν ἀλήθεια, καθὼς ἀντιλαμβάνεται τὸν κόσμο ὡς ἕνα εὐρὺ ἐργαστήριο, στὸ ὁποῖο εἶναι ἐλεύθερος νὰ προσδιορίσῃ τί εἶναι «δυνατόν». Ὁ αὐτόνομος ἄνθρωπος, ποὺ προσποιεῖται ὅτι εἶναι μετριόφρων μόνον ἐπειδὴ ζητεῖ τὰ «δικαιώματά» του, ἐνῶ εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ὅτι κάθε τὶ πρέπει νὰ τοῦ προσφέρεται σὲ ἕναν κόσμο ὅπου δὲν ὑπάρχουν καθωρισμένες ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ἀπαγορεύσεις. Ὁ ἄνθρωπος τῆς στιγμῆς, χωρὶς συνείδησι ἢ ἀξίες, καὶ κατὰ συνέπεια στὸ ἔλεος τοῦ ἰσχυροτέρου «ἐρεθίσματος». Ὁ «ἐπαναστάτης», ποὺ μισεῖ κάθε πίεσι καὶ ἐξουσία, διότι ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός του εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ μόνος θεός του. Ὁ «ἄνθρωπος τῆς μάζας», αὐτὸς ὁ νέος βάρβαρος, ὁ τελείως «ὑποβιβασμένος» καὶ «ἁπλοποιημένος» καὶ ἱκανὸς γιὰ τὶς πλέον στοιχειώδεις ἰδέες, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἐκεῖνος ποὺ ἀπεχθάνεται κάθε ἕνα ποὺ ἀναδεικνύει ὑψηλότερα πράγματα ἢ τὴν ἀληθινὴ πολυπλοκότητα τῆς ζωῆς. […] Ἡ Νέα Ἐποχή, τὴν ὁποία πολλοὶ ὀνομάζουν «μεταχριστιανική» ἐποχή, εἶναι ταυτοχρόνως μία ἐποχὴ «πέραν τοῦ Μηδενισμοῦ», μία φράση ποὺ ἐκφράζει γεγονὸς καὶ ἐλπίδα. Τὸ γεγονὸς ποὺ ἐκφράζει εἶναι ὅτι ὁ Μηδενισμός, ἀρνητικὸς στὴν οὐσία του, ὅσο θετικὸς κι ἂν θεωρηθῇ ὅτι εἶναι στὶς βλέψεις του, ὀφείλοντας ὅλη τὴν ἐνέργειά του στὸ πάθος γιὰ καταστροφὴ τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, φθάνει στὸ τέλος τοῦ προγράμματός του μὲ τὴν παραγωγὴ μίας μηχανοποιημένης «νέας γῆς» καὶ ἑνὸς ἀπανθρωποποιημένου «νέου ἀνθρώπου». Ἀφοῦ ἡ χριστιανικὴ ἐπιρροὴ στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία παύθηκε μὲ τρόπο ἀποτελεσματικό, ὁ Μηδενισμὸς πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ παραχωρήσῃ τὴ θέσι του σὲ ἕνα καινούριο, περισσότερο «κονστρουκτιβιστικό» κίνημα, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ δρᾶ μὲ αὐτόνομα καὶ θετικὰ κίνητρα. […] Ἡ «Νέα Ἐποχή», καθὼς εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ ἔργο τοῦ Μηδενισμοῦ, θὰ ἀποτελέσει, στὴν οὐσία της, παρόμοια ἐποχὴ μὲ αὐτὴν ποὺ ἤδη γνωρίζουμε. […] Ὁ Μηδενισμός, πιὸ βαθειά, εἶναι πνευματικὴ ἀποδιοργάνωσι καὶ μπορεῖ νὰ προσπερασθῇ μόνον μὲ πνευματικὰ μέσα, γιὰ τὰ ὅποια δὲν γίνεται σήμερα κάποια προσπάθεια… Οἱ ἄνθρωποι ἐξαντλήθηκαν. Τὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσο ἀπόμακρο, ἡ ὁδὸς τῆς ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι πολὺ στενὴ καὶ ἀπαιτητική. Ἡ ἐπανάστασι κατέκτησε τὸ «πνεῦμα τῆς ἐποχῆς» καὶ ἡ πορεία ἀντίθετα σὲ αὐτὸ τὸ δυναμικὸ ρεῦμα ἀπαιτεῖ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ κάνουν οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι. Ἀπαιτεῖ συγκεκριμένα ἐκεῖνα τὰ δυὸ πράγματα ποὺ ἐξαφανίσθηκαν ἀπὸ τὸ Μηδενισμό: Ἀλήθεια καὶ Πίστι… Ὁ Θεὸς μᾶς ἐκάλεσε στὴν πλήρη καὶ θεϊκὴ δόξα τῶν τέκνων Του καὶ ὄχι στὸν σύγχρονο «παράδεισο» τῆς χαλαρώσεως καὶ τοῦ ὕπνου. Ἐὰν ἐμεῖς, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Θεός μας πιστεύει ὅτι εἴμαστε ἄξιοι τοῦ δώρου, τὸ ἀρνηθοῦμε, τότε εἶναι καλύτερη ἡ πυρὰ τῆς Κολάσεως… Τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἱερομονάχου, καθηγητού ()

[…] Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος ὡς δυνάμει θεανθρώπινον ὄν, τὸ ὁποῖον ἔχει χρέος, ὁδηγούμενον ὑπὸ τῆς θεοειδοῦς ψυχῆς του, νὰ ἐξομοιώσῃ κατὰ πάντα τὸν ἑαυτόν του πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοιουτοτρόπως νὰ γίνῃ ἐνεργείᾳ θεανθρώπινον ὄν, δηλαδὴ ἓν ὂν εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται κατὰ τρόπον τέλειον μὲ τὸν Θεὸν καὶ ζῆ μέσα εἰς τὰς θείας καὶ ἀπείρους τελειότητάς Του. Ἀλλ’ ὅμως, ἀντὶ νὰ διαποτίσῃ μὲ τὸ θεοειδὲς τῆς ψυχῆς του ὅλην τὴν ἐμπειρικὴν ζωήν του ὁ ἄνθρωπος, ἀπεχώρισε τὸ πνεῦμα του ἀπὸ κάθε τὶ θεϊκόν, τὸ ὁποῖον εὐρίσκετο ἐντός του, καὶ ἐπροχώρησεν ἄνευ Θεοῦ εἰς τὰ μυστήρια του κόσμου τούτου, δηλαδὴ ἐπροχώρησεν ἄνευ τοῦ φυσικοῦ ὁδηγοῦ του. Καὶ διὰ τοῦτο συνήντησεν εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν ἀγεφυρώτους ἀβύσσους καὶ φοβερὰ χάσματα καὶ ρήγματα. Εἰς τὴν οὐσίαν της ἡ πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου συνίστατο εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ ἀνθρώπου ἐναντίον τῆς θεοειδοὺς ὀργανώσεως τοῦ εἶναι του, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸν καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ περιώρισε τὸν ἑαυτόν του εἰς καθαρὰν ὕλην, εἰς γυμνὸν («ψιλόν») ἄνθρωπον. Μὲ τὴν πρώτην ἐπανάστασίν του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος κατώρθωσε νὰ ἐκδιώξη ἐν μέρει τὸν Θεὸν ἐξ ἑαυτοῦ, ἐκ τῆς συνειδήσεώς του, ἐκ τῆς θελήσεώς του, καὶ νὰ παραμείνη εἰς τὴν καθαρῶς ἀνθρωπίνην φύσιν, εἰς τὸν […] καθαρὸν οὐμανισμὸν («ἀνθρωπισμόν»), ἀλλ’ ὁ οὐμανισμὸς εἶναι ἀκριβῶς τὸ βασικὸν κακόν, τὸ πρωταρχικὸν κακὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν ὀνόματι τοῦ αὐτονόμου οὐμανισμοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐξεδίωξε τὸν Θεὸν εἰς μίαν ὑπερανθρωπίνην ὑπερβατικότητα καὶ παρέμεινεν ὅλος εἰς ἑαυτὸν μόνος καὶ ἐν ἑαυτῶ μόνον. Παρὰ ταῦτα ὅμως, δὲν κατώρθωσεν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποβάλῃ ἐντελῶς ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του τοὺς θεοειδεῖς χαρακτήρας (ἰδιώματα) τοῦ πνεύματός του· οὗτοι παρέμειναν διὰ νὰ ἐμφανίζωνται καὶ εἰς τὸν οὐμανισμὸν του ὑπὸ μορφὴν νοσταλγίας διὰ τὴν ἄπειρον πρόοδον, διὰ τὴν ἄπειρον γνῶσιν, διὰ τὴν ἄπειρον τελειοποίησιν, διὰ τὴν ἄπειρον ὕπαρξιν. Ἐνσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως, εἰς ὅλους τους ἀγώνας τοὺς ὁποίους διεξάγει ἐν τῷ οὐμανισμῷ του ὁ ἄνθρωπος, τείνει νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς ἑαυτόν του τὸ ἀπολεσθὲν θεοειδές. […] Ἡ Θεανθρωπότης εἶναι ἡ μόνη κατηγορία, εἰς τὴν ὁποίαν κινοῦνται καὶ λαμβάνουν χώραν πᾶσαι αἳ ἐκφάνσεις τῆς Ὀρθοδοξίας. Παντοῦ ὁ Θεὸς ἔχει τὴν πρώτην θέσιν καὶ ὁ ἄνθρωπος τὴν δευτέραν· ὁ Θεὸς ὁδηγεῖ, ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται· ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ, ὁ ἄνθρωπος συνεργεῖ. Καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς ὄχι ὡς κάποιος ὑπερβατικός, ἀφηρημένος Θεὸς τοῦ θεϊσμοῦ (αἱρετικὴ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς εἶναι μὲν Δημιουργός του Κόσμου καὶ τοῦ Ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὴν ἱστορίαν. Εἶναι, οὐσιαστικῶς, ἡ ρίζα τοῦ ἀθεϊσμοῦ), ἀλλ’ ὡς Θεὸς τῆς ἀμεσωτάτης ἱστορικῆς πραγματικότητος, ὡς ὁ Θεὸς τῆς Ἀποκαλύψεως, Θεὸς ὅστις ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ ἔζησε μέσα εἰς τὰς κατηγορίας τῆς ἰδικῆς μας ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ ἐφανερώθη παντοῦ ὡς ἀπολύτως ἅγιος, ἀπολύτως ἀγαθός, ἀπολύτως σοφός, ἀπολύτως δίκαιος, ἀπολύτως ἀληθής. […] Εἰς μίαν εὐρείαν ἱστορικὴν προοπτικήν, τὸ δυτικὸν δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου του ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ μία προσπάθεια νὰ ἀναζωογονηθῇ καὶ διαιωνισθῇ ὁ θνήσκων εὐρωπαϊκὸς οὐμανισμός. Τοῦτο εἶναι ἡ τελευταία «μεταμόρφωσις» καὶ ἡ τελικὴ «ἀποθέωσις» τοῦ οὐμανισμοῦ. Διότι μετὰ τὸν ὀρθολογιστικὸν διαφωτισμὸν τοῦ ιη΄ αἰῶνος καὶ τὸν μυωπικὸν θετικισμὸν τοῦ ιθ΄ αἰῶνος, εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν οὐμανισμὸν δὲν ἐπελείπετο τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀποσυντεθῇ μέσα εἰς τὰς ἀντιφάσεις καὶ τὸ ἀδιέξοδόν του. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν τραγικὴν στιγμὴν ἔρχεται εἰς βοήθειάν του ὁ θρησκευτικὸς οὐμανισμὸς καὶ μὲ τὸ δόγμα του περὶ ἀλαθήτου τοῦ ἀνθρώπου, ἔσωσε τὸν εὐρωπαϊκὸν οὐμανισμὸν ἀπὸ τὸν ὁλοφάνερον θάνατον. Ἀλλά, ἔστω καὶ δογματοποιημένος, ὁ δυτικὸς χριστιανικὸς οὐμανισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ κρατήσῃ μέσα του ὄλας τὰς θανασίμους ἀντιφάσεις τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὐμανισμοῦ, αἳ ὁποῖαι συγκλίνουν εἰς μίαν ἐπιθυμίαν: νὰ διωχθῇ ὁ Θεάνθρωπος ἀπὸ τὴν γῆν εἰς τὸν οὐρανόν. Διότι διὰ τὸν οὐμανισμὸν τὸ βασικὸν καὶ κυριώτατον εἶναι: νὰ γίνη ὁ ἄνθρωπος ἡ ὑψίστη ἀξία καὶ τὸ ἔσχατον μέτρον. […] Τὸ νὰ θέλη κανεὶς μὲ τὸν ἁμαρτοποιημένον νοῦν του νὰ γνωρίση τὸν Θεόν, νὰ Τὸν ἐξηγήση, τοῦτο ἀποτελεῖ ἔργον μίας ἐκπορνευμένης συνειδήσεως. […] Ὁ Ἀρειανισμὸς δὲν ἔχει ταφὴ ἀκόμη· σήμερον εἶναι περισσότερον τῆς μόδας παρὰ ποτὲ ἄλλοτε καὶ ἔχει διαδοθῆ περισσότερον ἀπὸ ἄλλοτε. Ἔχει διαχυθῆ ὡς ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα τῆς συγχρόνου Εὐρώπης. Ἐὰν κοιτάξετε εἰς τὴν κουλτούραν τῆς Εὐρώπης, εἰς τὸ βάθος της θὰ ἰδῆτε κεκρυμμένον τὸν ἀρειανισμόν: ἐδῶ ὅλα περιορίζονται εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ μόνον, καὶ αὐτὸν τὸν Θεάνθρωπον Χριστὸν ἔχουν σμικρύνει εἰς τὰ πλαίσια τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὴν ζύμην τοῦ ἀρειανισμοῦ ἔχει ζυμωθῆ καὶ ἡ φιλοσοφία τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡ ἐπιστήμη της, καὶ ὁ πολιτισμός της, καὶ ἐν μέρει ἡ θρησκεία της. Παντοῦ καὶ συστηματικῶς ὁ Χριστὸς καταβιβάζεται εἰς ἁπλοῦν ἄνθρωπον. […]Ὁ δὲ Παπισμὸς μὲ τὴν ἠθικήν του εἶναι κατὰ πολὺ ἀρειανικός· αἰσθάνεται ἄρα γὲ ποία μεταφυσικὴ ἵσταται ὄπισθεν αὐτῆς τῆς φοβερᾶς ἠθικῆς του; […] Οἱ πολλοὶ διανοούμενοί μας συχνάκις λέγουν: Ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας μεγάλος ἄνθρωπος, σοφὸς ἄνθρωπος, ὁ μεγαλύτερος φιλόσοφος, ἀλλ’ὁπωσδήποτε ὄχι ὁ Θεός. Ἀπὸ ποῦ προέρχεται τόσος ἀρειανισμὸς σήμερον; Ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε σήμερον τὸ μέτρον τῶν πάντων, μέτρον ὅλων τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ὄντων καὶ πραγμάτων. Μετρῶν μὲ τὸν ἑαυτόν του τὰ πάντα ὁ εὐρωπαϊκὸς ἄνθρωπος ἀπορρίπτει πᾶν ὅ,τι εἶναι εὐρύτερον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, μεγαλύτερον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀπειρότερον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Τὸ στενόν του μέτρον στενεύει τὸν Θέ-ἄνθρωπον εἰς ἄνθρωπον. Ὁ κλοιὸς τῆς ἁμαρτίας συσφίγγει τὸν ὑπερήφανον νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οὗτος δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀναγνωρίζει καμμίαν πραγματικότητα μεγαλυτέραν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ σύγχρονος εὐρωπαϊκὴ σχετικοκρατία ἀκολουθεῖ τὸν ἀρειανισμόν. Ὁ μεταφυσικὸς σχετικισμὸς ἐγέννησε καὶ τὸν ἠθικὸν τοιοῦτον. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀπόλυτον οὔτε ὑπεράνω τοῦ κόσμου ἢ τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε εἰς τὸν κόσμον ἢ τὸν ἄνθρωπον, οὔτε πάλιν πέριξ τοῦ κόσμου ἢ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτον τὸν νεώτερον σχετικισμόν, ὅπως καὶ ἀπὸ τὸν παλαιὸν ἀρειανικὸν τοιοῦτον σώζει μόνον ἡ πίστις εἰς τὴν Θεανθρωπότητα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, εἰς τὸ ὁμοούσιόν Του μὲ τὸν Θεὸν Πατερα· σώζει δηλαδὴ ἡ θαυμαστὴ λέξις ὁμοούσιος. Δοκίμασε τὴν πίστιν σου καὶ ἔλεγξέ την μὲ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως. Ἐὰν ἡ πίστις σου δὲν ἀνταποκρίνεται καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὸ Σύμβολον εἶσαι αἱρετικός. Ἐὰν ἀπορρίπτης τὸ ὁμοούσιον, δὲν εἶσαι τοῦ Χριστοῦ, εἶσαι τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶσαι τοῦ Ἰούδα, διότι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει τὸν Ἄρειον «δεύτερον Ἰούδα» (Κυριακὴ τῶν Πατέρων, Στιχηρὰ Ἑσπερινοῦ). […] ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔλυσε τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου. Διότι μετρῶν δι’ ἑαυτοῦ τὸν ἑαυτόν του δὲν κατενόησε οὔτε ἑαυτὸν οὔτε τὸν κόσμον γύρω του (πρβλ. Β΄ Κόρ. ι, 12). Εἰς τὴν πραγματικότητα ἐματαιοπόνει: κατώπτριζε κάτοπτρον ἐν κατόπτρῳ. Καὶ τὰ πάντα συνωψίσθησαν εἰς τὴν συγκλονιστικὴν κραυγὴν καὶ τὴν ἀνατριχιαστικὴν ἐξομολόγησιν: «οὐδὲν ἐμαυτὸν σύνοιδα» (Α΄ Κόρ. δ, 4). Τίποτε δὲν γνωρίζω διὰ τὸν ἑαυτόν

μου · δὲν γνωρίζω οὔτε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, οὔτε τί εἶναι ὁ Θεός, οὔτε τί εἶναι ὁ θάνατος, οὔτε τί εἶναι ἡ ζωή. Ἐπὶ πλέον, μὲ ὅλον τὸ εἶναι μου αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι δοῦλος τοῦ θανάτου, δοῦλος τοῦ κακοῦ, καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας δοῦλος τοῦ διαβόλου. Καρπὸς ὅλης τῆς δραστηριότητος τοῦ ἀνθρώπου ἦτο νὰ ὑφανθῆ ἐξ ὁλοκλήρου του ἀνθρωπίνου γένους ἓν σῶμα: «τὸ σῶμα τοῦ θανάτου». Καὶ κάθε ἄνθρωπος κατέστη σύσσωμος αὐτοῦ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου. Καὶ τί κρύπτεται μέσα εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ θανάτου; Δυσωδία, σῆψις, σκώληκες… «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! Τίς με ρύσεται (ποὶος θὰ μὲ γλυτώση) ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; (Ρώμ. ζ, 24). […] Ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοὶ ἀνθρωπισμοί, ἀπὸ τοῦ πλέον πρωτογόνου μέχρι τοῦ πλέον λεπτοῦ, ἀπὸ τοῦ φετιχιστικοῦ μέχρι τοῦ παπικοῦ, βασίζονται ἐπὶ τῆς πίστεως εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὅπως εἶναι αὐτὸς μέσα εἰς τὴν δεδομένην ψυχοφυσικήν του ἐμπειρικὴν κατάστασιν καὶ ἱστορικότητα. Πράγματι, ὅλη ἡ οὐσία τοῦ κάθε οὐμανισμοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος = homo. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἀξία, ἡ παναξία· ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ὕψιστον κριτήριον, τὸ παγκριτήριον: «μέτρον πάντων ἄνθρωπος». Αὐτὸ εἶναι κάθε οὐμανισμός, κάθε χομινισμός. Ἐντεῦθεν ὅλοι οἱ οὐμανισμοί, ὅλοι οἱ χομινισμοί, ἐν τελευταία ἀναλύσει, εἶναι εἰδωλολατρικῆς, πολυθεϊστικῆς προελεύσεως. Ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοὶ οὐμανισμοί, ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς Ἀναγεννήσεως, τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ περαιτέρω, οἱ προτεσταντικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, κοινωνικοί, ἐπιστημονικοί, πολιτιστικοὶ καὶ πολιτικοί, ἐπεδίωκον ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ ἀδιακόπως ἐπιδιώκουν, ἕνα πράγμα: νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεάνθρωπον μὲ τὴν πίστιν εἰς τὸν ἄνθρωπον, νὰ ἀντικαταστήσουν τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Θεανθρώπου μὲ τὸ εὐαγγε΄λιον κατ’ ἄνθρωπον, τὴν φιλοσοφίαν κατὰ Θεάνθρωπον μὲ τὴν φιλοσοφίαν κατ’ ἄνθρωπον, τὴν κουλτούραν κατὰ Θεάνθρωπον μὲ τὴν κουλτούραν κατ’ ἄνθρωπον· μὲ μίαν λέξιν, νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν ζωὴν κατὰ Θεάνθρωπον μὲ τὴν ζωὴν κατ’ ἄνθρωπον. Καὶ ταῦτα συνέβαινον ἐπὶ αἰῶνας, ἕως ὅτου τὸν παρελθόντα αἰώνα, τὸ 1870, εἰς τὴν Α΄ Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ, ὅλα αὐτὰ συνεκεφαλαιώθησαν εἰς τὸ δόγμα τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα. Ἔκτοτε τὸ δόγμα αὐτὸ ἀπέβη τὸ κεντρικὸν δόγμα τοῦ παπισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας εἰς τὴν Β΄ Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ τόσον ἐπιμόνως καὶ ἐπιδεξίως συνεζητήθη καὶ ὑπεστηρίχθη τὸ ἀπαραβίαστον καὶ τὸ ἀναλλοίωτον αὐτοῦ τοῦ δόγματος. Τὸ δόγμα τοῦτο ἔχει κοσμοϊστορικὴν σημασίαν δι’ ὅλην τὴν τύχην τῆς Εὐρώπης, μάλιστα δὲ διὰ τοὺς ἀποκαλυπτικοὺς καιρούς της, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ἤδη εἰσέλθει. Διὰ τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοὶ ἀνθρωπισμοὶ ἀπέκτησαν τὸ ἰδεώδες και τὸ εἴδωλόν των: ὁ ἄνθρωπος ἀνεκηρύχθη ἡ ὑπερτάτη θεότης, πανθεότης. Τὸ εὐρωπαϊκὸν οὐμανιστικὸν πάνθεον ἀπέκτησε τὸν Δίαν του. […] Ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας, λοιπόν, πάσης ἁμαρτίας, συνίσταται εἰς αὐτὴν τὴν ἀλαζονικὴν αὐταπάτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία καὶ αὐτοῦ τοῦ διαβόλου, τοῦ Σατανᾶ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ τὸ νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ μένη εἰς τὴν φύσιν του, τὸ νὰ μὴ θέλῃ ἐντός του τίποτε, ἐκτὸς τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁ διάβολος εὑρίσκεται ὅλος εἰς αὐτό: εἰς τὸ νὰ μὴ θέλῃ καθόλου τὸν Θεὸν μέσα του, εἰς τὸ νὰ θέλη νὰ εἶναι πάντοτε μόνος, πάντοτε νὰ ἀνήκῃ εἰς μόνον τὸν ἑαυτόν του, πάντοτε ὅλος εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὅλος διὰ τὸν ἑαυτόν του, πάντοτε ἐρμητικῶς κλειστὸς ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸν Θεόν. Καὶ τί εἶναι αὐτό; Ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ φιλαυτία ἐνηγκαλισμένα εἰς ὅλην τὴν αἰωνιότητα, δηλαδὴ ἡ κόλασις. Τοιοῦτος εἶναι κατ’ οὐσίαν καὶ ὁ οὐμανιστικὸς ἄνθρωπος: ὅλος μένει εἰς τὸν ἑαυτόν του, μὲ τὸν ἑαυτόν του, διὰ τὸν ἑαυτόν του· πάντοτε πεισμόνως κλειστὸς ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Εἰς αὐτὸ ἔγκειται ὁ κάθε οὐμανισμός, ὁ κάθε χομινισμός. Κορύφωμα τοῦ διαβολοποιημένου οὐμανισμοῦ εἶναι τὸ νὰ θέλη κανεὶς νὰ γίνη καλὸς διὰ τοῦ κακοῦ, νὰ γίνη θεὸς διὰ τοῦ διαβόλου. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ὑπόσχεσις τοῦ διαβόλου πρὸς τοὺς προπάτοράς μας μέσα εἰς τὸν παράδεισον, ὅτι δηλαδὴ μὲ τὴν βοήθειάν του «ἔσονται ὡς θεοί» (Γέν. 3, 5). […] Τί εἶναι ὁ πυρὴν τοῦ δόγματος περὶ του ἀλαθήτου τοῦ πάπα=τοῦ ἀνθρώπου; Ἡ ἀποθεανθρωποποίησις τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἐπιδιώκουν ὅλοι οἱ οὐμανισμοί, ἀκόμη καὶ οἱ θρησκευτικοί. Ὅλοι ἐπαναφερουν τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν, εἰς τὴν πολυθεΐαν, εἰς τὸν διπλοῦν θάνατον, τὸν πνευματικὸν καὶ τὸν φυσικόν. Ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπον, ὁ κάθε οὐμανισμὸς βαθμηδὸν μετατρέπεται σὲ μηδενισμόν. Αὐτὸ δεικνύει ἡ σύγχρονος χρεωκοπία ὅλων τῶν οὐμανισμῶν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν παπισμόν, ἔμμεσον ἢ ἄμεσον, ἑκούσιον ἢ ἀκούσιον πατέρα ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν. Ἡ δὲ χρεωκοπία, ἡ καταστρεπτικὴ χρεωκοπία τοῦ παπισμοῦ, ἔγκειται εἰς τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου του πάπα. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς τὸ δόγμα αὐτὸ τὸ κορύφωμα τοῦ μηδενισμοῦ. Διὰ τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος τῆς Εὐρώπης κατὰ δογματικῶς ἀποφασιστικὸν τρόπον, ἐκήρυξε τὸ δόγμα τῆς αὐταρκείας τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου καὶ οὕτω τελικῶς ἐφανέρωσεν ὅτι δὲν τοῦ χρειάζεται ὁ Θεάνθρωπος, καὶ εἰς τὴν γῆν δὲν ὑπάρχει θέσις διὰ τὸν Θεάνθρωπον. Ὁ τοποτηρηρτὴς τοῦ Χριστοῦ – vicarius Christi - (o πάπας, δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος) τὸν ἀντικαθιστᾶ πλήρως. Εἰς τὴν πραγματικότητα ἀπό αυτο τὸ δόγμα ζῆ, τὸ ἀκολουθεῖ και ἐπιμόνως τὸ ὁμολογεῖ, ὁ κάθε εὐρωπαϊκὸς ἀνθρωπισμός.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΑΤΡΕΙΑΝ
Ἐπισκόπου (Ν.Η.) Ναυπάκτου Ἱεροθέου Τὸν τελευταῖο καιρὸ ἐπιτείνεται μία τάση ποὺ παρετηρεῖτο καὶ παλαιότερα, δηλαδὴ ἐπικρατεῖ μία «φρενῖτις» μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων καὶ μάλιστα τῶν λειτουργικῶν εὐχῶν μὲ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. […] Ὑπάρχουν πολλὰ ἐπιχειρήματά ποὺ ἔχουν διατυπωθῆ ἀπὸ πολλοὺς ἐναντίον τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν εὐχῶν, ἀκόμη καὶ τότε που ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπάθησε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν παράλληλη ἀνάγνωση τῶν βιβλικῶν κειμένων καὶ στὴν δημοτικὴ γλῶσσα, καὶ ὅπως εἶναι γνωστὸν ὁ ἴδιος ἀντιλήφθηκε τὴν ζημία ποὺ γινόταν στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπανέφερε τὰ πράγματα στὰ παραδεδομένα. Πόσον μᾶλλον θὰ προκαλέσῃ ζημία ἡ νέα τάση, τὸ νὰ ἀλλοιώνωνται τὰ κείμενα τῆς θείας Λειτουργίας, τῶν ἱερῶν Μυστηρίων καὶ ἄλλων λειτουργικῶν κειμένων καὶ νὰ εἰσάγεται ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ὄχι παράλληλα μὲ τὸ πρωτότυπο κείμενο, ἀλλὰ ἀποκλειστικά. Κινδυνεύουμε νὰ δοῦμε σχίσματα μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας. […] μία τέτοια προσπάθεια συνιστᾷ ἔλλειμμα ἀληθινῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, γιὰ νὰ μὴν ἐκφρασθῶ πιὸ σκληρά. Δείχνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ στοιχειώδης ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ μᾶλλον μὲ τέτοιες ἐνέργειες ἐκφράζεται μία ἐπιφανειακὴ ὀρθόδοξη θεολογία, ποὺ στηρίζεται στὴν πρακτικὴ ὠφελιμότητα. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ ξεκινᾷ ἀπὸ μία ποιμαντικὴ ἀνάγκη, ἀλλ' ὅμως ἐπιλέγεται ἡ πιὸ εὔκολη λύση. Θεωρῶ ὅτι πρόκειται γιὰ μία ἐπιῤῥοὴ ἀπὸ τὸν δυτικὸ σχολαστικισμό.

Οὐσιαστικά, αὐτὴ ἡ νοοτροπία συνδέεται μὲ τὸν «τελευταῖο πειρασμό» τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀντιμετώπισε ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ: «σῶσον σεαυτὸν καὶ κατάβα ἀπὸ τοῦ σταυροῦ... ὁ Χριστὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ» (Μαρκ. ιε , 30-32). Ὅπως οἱ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ Ἰουδαῖοι, καὶ μάλιστα οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς, ἤθελαν νὰ κατεβῇ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν Σταυρὸ γιὰ νὰ πιστεύσουν σὲ Αὐτὸν ὅτι εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, οὐσιαστικὰ ἐνέπαιζαν τὸν Χριστό, ἔτσι καὶ τώρα μὲ τὴν πρᾶξι τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων, κατὰ κάποιον τρόπο, θέλουν νὰ κατεβάσουν τὴν γνώση τῆς θείας Λειτουργίας στὸ λογικὸ ἐπίπεδο καὶ ὄχι στὴν βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπραντζιανίνωφ ἔλεγε: «Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ καθέδρα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας». Ὅμως, ὅπως ὁ Χριστὸς δὲν ἰκανοποίησε αὐτὸ τὸ αἴτημα καὶ παρέμεινε στὸν Σταυρό, σῴζοντας ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ἐδῶ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, πρέπει ἡ θεία Λειτουργία καὶ τὰ Μυστήρια νὰ παραμείνουν στὸ ὕψος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ποὺ εἶναι ἐμπειρία τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως, καὶ ὄχι νὰ κατεβοῦν στὸ ἐπίπεδο τῆς νοησιαρχίας, τοῦ ὀρθολογισμοῦ. 1. Ἡ γλῶσσα τῶν συμβόλων

Μέσα στὴν θεῖα λατρεία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν λεκτικὴ γλῶσσα ὑπάρχει καὶ ἡ γλῶσσα τῶν συμβόλων, διὰ τῆς ὁποίας γίνονται κατανοητὰ καὶ ὅσα δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν διὰ τῆς γλωσσικῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία οὕτως ἡ ἄλλως δὲν εἶναι ἀρκετὴ γιὰ τὴν πλήρη κατανόηση τῶν λεγομένων καὶ γιγνομένων. Ἡ γλῶσσα τῶν συμβόλων βιώνεται μὲ τὸ ἄναμμα τοῦ κεριοῦ, τὸν ἀσπασμὸ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τὶς κανδῆλες ποὺ φωτίζουν μὲ τὸ ἰλαρὸ φῶς τους, τὰ ἱερᾶ σκεύη καὶ ὅλα τὰ εὑρισκόμενα καὶ τελούμενα στὸν Ἱερὸ Ναό, μὲ τὸν τρόπο ποὺ γίνεται ἡ Μικρὰ καὶ ἡ Μεγάλη Εἴσοδος, μὲ τὴν τυπικὴ διάταξη τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, μὲ τὶς ἱερατικὲς κινήσεις καὶ εὐλογίες κ.ἄ. Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ Ἱερεὺς προκειμένου νὰ ἐκφωνήσῃ τὴν ἀποστολικὴ εὐλογία ἡ νὰ εἰρηνεύσῃ, συγχρόνως εὐλογεῖ καὶ διὰ τῆς χειρὸς τοὺς παρευρισκομένους, ὁπότε ἡ γλῶσσα τῶν λέξεων συμπληρώνεται μὲ τὴν γλῶσσα τῶν συμβόλων. Ὑπάρχει δὲ περίπτωση κάποιος νὰ δῇ τὴν Χάρι τῆς εὐλογίας, ὅπως συνέβη μὲ ἔνα Τοῦρκο, τὸν Ἀχμέτ, ὁ ὁποῖος δὲν γνώριζε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ εἶδε τὸν Πατριάρχη νὰ εὐλογῇ καὶ διὰ τῆς εὐλογίας εἶδε τὶς ἀκτῖνες τῆς θείας Χάριτος νὰ ἐκπορεύωνται ἀπὸ τὴν εὐλογοῦσα χεῖρα του καὶ νὰ κατευθύνωνται στὶς κεφαλὲς ὅλων τῶν παρισταμένων Χριστιανῶν, ἐκτὸς τῆς δικῆς του, πρᾶγμα ποὺ τὸν ἔκανε νὰ πιστεύσῃ στὸν Χριστό, νὰ βαπτισθῇ καὶ στὴν συνέχεια νὰ μαρτυρήσῃ. Μέσα στὴν θεία Λειτουργία καὶ μόνον μὲ τὴν γλῶσσα τῶν συμβόλων μπορεῖ νὰ συμμετάσχη τὸ μικρὸ παιδί, ὁ κωφάλαλος, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς ὅταν συμμετέχουμε σὲ θεία Λειτουργία ποὺ γίνεται σὲ ξένες γλῶσσες, τὶς ὁποῖες δὲν κατανοοῦμε λογικά. Ἡ ταύτιση τῆς συμμετοχῆς μας στὴν θεία Λειτουργία ἢ τὴν λατρεία μόνον μὲ τὴν λεκτικὴ γλῶσσα, παραθεωρώντας τὴν σημασία τῆς συμβολικῆς γλώσσας, οὐσιαστικὰ θεωρεῖ ὅτι πολλὲς κατηγορίες Χριστιανῶν δὲν συμμετέχουν στὴν θεία Λειτουργία. Ἑπομένως, ἡ ὑποτίμηση τῆς γλώσσας τῶν συμβόλων καὶ ἡ ὑπερτίμηση τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας στὴν μέθεξη τῆς θείας λατρείας ἀποτελεῖ σοβαρὸ θεολογικὸ πρόβλημα. 2. Ἡ λογικοκρατικὴ θεωρήση τῆς λατρείας Ἡ μετάφραση εὐχῶν μὲ σκοπὸ νὰ κατανοηθῇ ἡ θεία Λειτουργία, ἀναποδράστως ὁδηγεῖ στὴν ἄποψη ὅτι ἐκλαμβάνεται ἡ λογικὴ ὡς κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ μυστηριακῆς ζωῆς, πρᾶγμα ποὺ συνιστᾷ τὴν λογικοκρατία καὶ τὸν ὀρθολογισμό. Λέγοντας αὐτά, γνωρίζω ὅτι ἄλλο εἶναι ὁ ὀρθὸς λόγος ποὺ εἶναι ἀπαραίτητος γιὰ τὴν συνεννόηση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν συγκρότηση καὶ διάρθρωση τῆς σκέψεως σὲ λογικὰ σχήματα, σὲ προτάσεις καὶ τὴν χρησιμοποίηση τῶν λέξεων, καὶ ἄλλο εἶναι ὁ ὀρθολογισμὸς ποὺ θεωρεῖ κέντρο ὅλων τῶν πραγμάτων τὴν λογικὴ καὶ δι' αὐτῆς ἑρμηνεύει ἀκόμη καὶ ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει μόνον τὴν λογικὴ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλες ἐνέργειες, ὅπως τὴν νοερὰ ἐνέργεια, τὴν φαντασία, τὴν αἴσθησῃ κλπ. Ἀκόμη, ἡ λογικὴ δὲν εἶναι πηγὴ τῆς γνώσεως, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Γι' αὐτὸ καὶ στὴν ἐπιστήμη ἀναπτύχθηκε ἡ λεγόμενη «συναισθηματικὴ νοημοσύνη» ποὺ ἰσχυρίζεται ὅτι ὑπάρχουν μέσα στὸν ἄνθρωπο «δύο μυαλά», ἤτοι ἡ λογικὴ καὶ τὸ συναίσθημα, καὶ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀναπηρία τὸ νὰ ἀπολυτοποιῇ κανεὶς μόνον τὴν λογική. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἐγκεφάλου. […] Ἐὰν αὐτὸ συμβαίνῃ στὰ ἀνθρώπινα πράγματα, πολὺ περισσότερο συμβαίνει στὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἄποψη ὅτι κέντρο τῆς θείας γνώσεως εἶναι ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐπεξεργασία ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτήν, δημιούργησε τὸν σχολαστικισμὸ καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ σχολαστικο-ὀρθολογικὸ σύστημα ποὺ συναντοῦμε στὸν Θωμᾶ τὸν Ἀκινάτη καὶ μάλιστα στὸ ἔργο του «Summa Theologica». Διαποτισμένος καὶ ὁ Βαρλαὰμ (ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ) ἀπὸ τὸν δυτικὸ σχολαστικισμὸ ἔφθασε σὲ ἔναν ἀγνωστικισμὸ καὶ ἀκόμη ὑποτιμοῦσε τὶς Ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ καὶ γι' αὐτὸ θεωροῦσε τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας φιλοσόφους ἀνώτερους τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων. Θεωρώντας ὅτι ἡ λογικὴ εἶναι τὸ εὐγενέστερο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔθετε σὲ ὑποδεέστερη θέση τὶς ὁράσεις τῶν Προφητῶν, ποὺ τὶς θεωροῦσε «χείρω τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κονιορτοποίησε κυριολεκτικὰ τὸ σημεῖο αὐτό, γιατί, ὅπως δίδαξε, οἱ ὁράσεις τῶν Προφητῶν, τὸ ἄκτιστο Φῶς ποὺ εἴδαν οἱ Μαθητὲς στὸ Ὄρος Θαβὼρ εἶναι μεγάλη ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ὁπότε οἱ ἀγράμματοι Μαθητὲς ἀποδείχθηκαν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους, ποὺ εἴχαν ἔντονη λογική. Παρέθεσε μάλιστα πλῆθος ἁγιογραφικῶν καὶ πατερικῶν χωρίων, ὅπως καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ χωρίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι θεολογοῦν «ἀλιευτικῶς (ὅπως οἱ ἀγράμματοι Ἀπόστολοι ποὺ ἤταν ἁλιεῖς) καὶ ὄχι ἀριστοτελικῶς». Εἶναι δὲ κλασσικὸ τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ ἰδίου Ἁγίου: «Θεὸν φρᾶσαι ἀδύνατον, νοῆσαι (=στοχασθῆναι) δὲ ἀδυνατώτερον». Δὲν μπορεῖ κανεῖς μὲ τὴν λογικὴ νὰ κατανοήσῃ τὸν Θεόν. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴν συνέχεια ἡ λογικὴ διατυπώνει, ὅσον εἶναι δυνατόν, αὐτὴν τὴν Ἀποκάλυψη. […]

Ἡ ἄποψη ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ λογικὴ κατανόηση τῶν λειτουργικῶν κειμένων γιὰ νὰ συμμετέχουμε στὴν θεία λατρεία καὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποκλείει τοὺς ἀγραμμάτους ἀπὸ τὴν λατρεία καὶ τὴν θεογνωσία, στερεῖ τὰ βρέφη, τὰ νήπια καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὴν λατρεία καὶ τὴν θεία Κοινωνία. Ὁ δυτικὸς σχολαστικισμὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὁδήγησε στὴν πρακτικὴ τῆς ἀποσυνδέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος καὶ κατ' ἐπέκταση ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας μέχρι τὴν ἐφηβεία. Ἡ βάση αὐτῆς τῆς πρακτικὴς εἶναι ὅτι γιὰ νὰ δεχθῇ τὸ παιδὶ τὸ Χρῖσμα καὶ νὰ λάβῃ τὴν θεία Κοινωνία πρέπει νὰ κατανοῇ μὲ τὴν λογική του τὰ γινόμενα. Ἐμεῖς χρίουμε τὰ βρέφη καὶ τὰ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν θεολογία μας ὅτι καὶ τὰ βρέφη λαμβάνουν τὴν Χαρη τοῦ Θεοῦ καὶ πρὶν ἀναπτυχθῇ ὁ ἐγκέφαλος καὶ ἡ λογική, ἀφοῦ καὶ τότε ἐνεργεῖ μέσα τους ἡ νοερὰ ἐνέργεια. Ἀκόμη καὶ τὰ ἔμβρυα μποροῦν νὰ λαμβάνουν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ποὺ ὅταν ἤταν ἔμβρυο ἕξι μηνῶν ἔγινε ἀπὸ τότε Προφήτης καὶ κατέστησε καὶ τὴν Μητέρα του Προφήτιδα, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Αἰσθάνομαι ὅτι μία σχολαστικὴ νοοτροπία ἐπιχειρεῖται νὰ εἰσαχθῇ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὶς μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων, ὅτι πρέπει νὰ καταλαβαίνουμε τὰ κείμενα λογικὰ γιὰ νὰ συμμετέχουμε, πρᾶγμα ποὺ ἀνατρέπει τὴν βασικὴ θεολογικὴ ἀρχὴ περὶ τῆς διπλῆς μεθοδολογικῆς γνώσεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία μὲ ἄλλον τρόπο γνωρίζει κανεὶς τὴν κτιστὴ ἀλήθεια καὶ μὲ ἄλλον τρόπο γνωρίζει κανεὶς τὴν ἄκτιστη ἀλήθεια, τὸν Θεόν, καὶ μετέχει αὐτῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ὑπάρχει μία ἑνιαία ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο, καὶ δὲν ὑπάρχει μία ἑνιαία μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου, ὅπως ὑπεστήριζε στὴν πράξη ὁ δυτικὸς σχολαστικισμός. Ἑπομένως, ἡ λογικοκρατικὴ θεωρήση τῆς θείας Λατρείας εἰσάγει ἕνα εἶδος σχολαστικισμοῦ στὴν ὀρθόδοξη θεολογία. 3. Ἡ λογικὴ καὶ νοερὰ λατρεία

[…] κατὰ τὴν θεία Λειτουργία δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἀνάπτυξη τῆς λογικῆς λειτουργίας, ἀλλὰ κυρίως ἡ ἀνάπτυξη τῆς νοερᾶς λειτουργίας. Δηλαδή, ἡ μετάφραση τῆς ἀποστολικῆς εὐλογίας στὴν δημοτικὴ γλῶσσα, ὡς «ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ εἶναι μαζί σας», δὲν θὰ μπορέση ποτὲ νὰ δώσῃ στὸν ἄνθρωπο νὰ καταλάβῃ λογικῶς τί εἶναι ἡ Χάρι τοῦ Κυρίου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τί εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεὸς καί πῶς μποροῦμε νὰ μεθέξουμε τῆς Χάριτός Του. Αὐτὴ ἡ γνώση εἶναι θέμα νοερᾶς καρδιακῆς ἐμπειρίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κάνει λόγο γιὰ ἀῤῥαβῶνα ποὺ δίνεται στὴν καρδία: «Ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμὰς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Β΄ Κορ. α , 21-22). Ἄλλωστε, ὁ Χριστὸς στοὺς μακαρισμούς Του τόνισε τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς καθαρᾶς καρδίας γιὰ τὴν ὄραση τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν ἔξαψη τῆς λογικῆς: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε, 8). Τὸ ἴδιο συναντοῦμε καὶ στὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὴν καρδία ὡς προϋπόθεση καὶ βάση τῆς θεοπτίας. […] Ὁ βασικὸς σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι νὰ κατανοήσῃ λογικῶς τὶς λέξεις, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸ βάθος τοῦ μυστηρίου, νὰ βιώσῃ καὶ νὰ μεθέξῃ τὴν κένωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στὴν καθαρὰ καρδία του. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἀποφατικὴ θεολογία εἶναι «ὁ Γολγοθὰς τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς». […] Τὰ βρέφη, τὰ παιδιὰ καὶ οἱ Ἅγιοι συμμετέχουν στὴν θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερὰ λατρεία· μπορεῖ νὰ βλέπουν ὑπερκόσμια χοροστασία, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦν οἱ Ἅγιοι, μπορεῖ νὰ βλέπουν ἀγγέλους, ἐνῶ ὅσοι στηρίζονται στὴν λογικὴ κατανόηση τῶν λέξεων ἔχουν πλήρη ἄγνοια τῆς γνώσεως τοῦ Μυστηρίου. […] Γενικά, ὅσοι ἁπλοποιοῦν τὶς λέξεις τῆς θείας λατρείας ἀκόμη καὶ αὐτές ποὺ ἔχουν «ὑψηλό, ἐννοιολογικό, εἰκονικό, συμβολικὸ καὶ βιωματικὸ ἐπίπεδο» γιὰ νὰ γίνουν κατανοητὲς λογικὰ, ἀφ' ἑνὸς μὲν καταστρέφουν τὸν πολιτισμικό μας πλοῦτο, ἀφ' ἑτέρου δὲ ἀγνοοῦν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία στὴν πλήρη ἔκφρασή της. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν εἶναι σχολαστική, ὀρθολογιστική, ἀλλὰ ἀποκαλυπτόμενο μυστήριο. Καὶ τὸ μυστήριο δὲν κατανοεῖται ἁπλῶς λογικά. Ἔτσι, ἀπὸ τὸ γράμμα προχωροῦμε στὸ πνεῦμα μέσα ἀπὸ ὅλη τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ σημαῖνει ὅτι ὅσοι ἀκοῦνε ἀναλύσεις τῶν γινομένων καὶ πραττομένων στὴν θεία Λειτουργία –ἄλλωστε αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κηρύγματος– ἢ ὅσοι μετέχουν τακτικὰ στὴν θεία Λειτουργία μποροῦν νὰ κατανοήσουν εὐχερῶς καὶ τὸ γράμμα, κυρίως ὅμως μποροῦν νὰ εἰσχωρήσουν στὸ πνεῦμα μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας καὶ τὴν γνώση τῆς συμβολικῆς γλώσσας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ φιλοκαλικοὶ Πατέρες τοῦ 18ου αἰῶνος, ἐνῶ ἔκαναν μεταγλωττίσεις σὲ διάφορα πατερικὰ κείμενα, δὲν τόλμησαν νὰ μεταγλωττίσουν τὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῶν Μυστηρίων, ἂν καὶ τὸ διανοητικὸ ἐπίπεδο τοῦ λαοῦ ἤταν χαμηλό. Ὁπότε, ὅσοι παραμένουν στὸ ἐπίπεδο τῆς λογικῆς κατανόησης τῶν λειτουργικῶν κειμένων «δείχνουν» ὅτι ἀγνοοῦν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, γι' αὐτὸ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο «τεχνολογοῦσι καὶ οὐ θεολογοῦσι». Δὲν χρειάζεται ἁπλῶς ἡ λογικὴ κατανόηση τῶν κειμένων ἢ μετάφρασή τους, ἀλλὰ ἡ μύηση στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὸ μυστήριο τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Νομίζω ὅτι μερικοὶ σύγχρονοι ἔχουν ἔλλειμμα ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἐκφράζουν μία θεολογία, ἡ ὁποία ἔχει ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸν παπικὸ σχολαστικισμὸ καὶ τὸν προτεσταντικὸ ἠθικισμό, γι' αὐτὸ καὶ αὐτοσχεδιάζουν αὐθαίρετα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἀρχιμανδρίτου Σαράντου Σαράντου […] Γιατὶ θὰ πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀπηρχαιωμένη ἡ τόσο ζωντανὴ καὶ ῥέουσα λατρεία μας, τὴν ὁποία ἐκτιμοῦν καὶ θαυμάζουν ἀκόμα καὶ ἑτερόδοξοι ἡ ἄκομα καὶ ἀλλόδοξοι, ὅταν κάπου τὴν ἀνακαλύπτουν; Ὡς γνωστόν, οἱ Δυτικοί, ἰδιαίτερα οἱ παπικοί, μετὰ τὴν Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο ψαλίδισαν καὶ «ἐκσυγχρόνισαν» τὴν λατρεία τους μὲ σκοπὸ νὰ γίνει πιὸ προσιτὴ στὸ νεωτερικὸ ἢ πιὸ σύγχρονα μετανεωτερικὸ ἄνθρωπο. Κόμπλεξ ἐκσυγχρονιστικό ποὺ ὄχι μόνο δὲν ἔφερε πλήθη νέων στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ κόστισε τὴν ἀπομάκρυνση τῶν νέων ἢ καὶ τῶν μεγαλυτέρων συντηρητικῶν. Καρδινάλιοι καλοπροαίρετοι ὁμολογοῦν σήμερα, ὅτι ἡ ἐκσυγχρονιστική τους βατικάνεια λατρευτικὴ μεταῤῥύθμιση ἀπέτυχε. […]

Ἀλλὰ καὶ σὲ περιόδους δύσκολες γιὰ τὸ ἔθνος μας, ὅπως π.χ. κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, οἱ σεμνοὶ καὶ ἅγιοι πνευματικοὶ Πατέρες τοῦ γένους μας, διαποτισμένοι καὶ πεπληρωμένοι ἀπὸ τὶς ἐν Χριστῷ λατρευτικὲς ἐμπειρίες δὲν διανοήθηκαν νὰ ἀλλάξουν ἰῶτα ἓν ἡ μία κεραία ἀπὸ τὴν τέλεια λατρεία μας, ποὺ κατὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτῃ, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς οὐρανίου θείας Λατρείας, τελουμένης ἐν τῇ θριαμβευούσῃ Ἐκκλησίᾳ. Τὴν θεανθρώπινη ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ ὡς ἄνω Πατρὸς εἴχαν σὲ τέλεια πληρότητα οἱ δύο μεγάλοι συγγραφεῖς πατέρες, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ὁ οὐρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος καθὼς καὶ τὸ σύνολο τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας (consensus patrum). Τοιουτοτρόπως στρατευομένη Ἐκκλησία καὶ θριαμβεύουσα μυστικῶς, χαρισματικῶς καὶ θαυματουργικῶς ἀλληλοπεριχωροῦνται κατὰ τὴν τέλεση τῆς αὐτῆς, μιᾶς Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ περίπτωση τοῦ Σεβ. Μελετίου παρασύρει καὶ πλειάδα κληρικῶν τῆς μητροπόλεώς Του γιὰ εὐνοήτους λόγους, ἐπίσης καὶ ἐλαχίστους κληρικοὺς κοντινῶν του μητροπόλεων. Κληρικοὶ μὲ κοσμικὴ νοοτροπία, μὲ ἐκσυγχρονιστικὰ ἐλατήρια μεταγλωττίζουν ἢ παρεμβαίνουν αὐθαίρετα μὲ καλὴ ἴσως ποιμαντικὴ πρόθεση ἢ, φεῦ, καὶ μὲ αὐτόνομα ἐγωκεντρικὰ (μὴ ἐκκλησιαστικά) ἐλατήρια. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μεταγλωττίσεων εἶναι τὰ ξύλινα ἄχαρα κατασκευάσματα. […] Τρεῖς ἔγκριτοι ἐπώνυμοι Ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι πατέρες (Ἱερομόναχος Γρηγόριος, γέροντας Ἱεροῦ Κελλίου Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Καρυῶν, Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, γέροντας Ἱεροῦ Κελλίου Γενεσίου τῆς Θεοτόκου «Παναγούδας», Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, γέροντας Ἱερᾶς Καλύβης Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, Καψάλας) ἰδιαίτερα τονίζουν ὅτι δὲν φταίει τὸ ἀρχαιοπρεπὲς γλωσσικὸ ἰδίωμα γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὴ θεία Λατρεία, ὄσο ἡ συχνότητα, ἡ ἐπαφὴ καὶ ἡ ἐξοικείωση μὲ τὸ λειτουργικὸ χῶρο καὶ χρόνο. Στὴν κριτική σας, π. Δανιήλ, κάνετε μία εὐθεῖα τοποθέτηση. Μόνο ἡ Ἁγία Γραφή, λέτε, εἶναι θεόπνευστη. Ἡ θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου δὲν εἶναι θεόπνευστες; Ἡ θεία Λατρεία ποὺ προηγεῖται καὶ προετοιμάζει τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν πρὸς τὴ μετοχὴ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι θεόπνευστη; Χιλιάδες ἡ μᾶλλον ἐκατομμύρια πιστοὶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τράφηκαν, ἀναπτύχθηκαν καὶ ἔζησαν τὴν ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωὴ μέσα στὴ στρατευομένη μας Ἐκκλησία. Κατευοδώθηκαν πρὸς τὴ θριαμβεύουσα μὲ αὐτὴ τὴ θεόπνευστη λατρεία ποὺ ὀριοθετεῖται ἀνάμεσα στὴ θεόπνευστη Παλαιὰ Διαθήκη καὶ στὴ θεόπνευστη Καινή. Ὅλο αὐτὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔκανε λάθος; Παραπλανήθηκε ποὺ τὴν ἐχρησιμοποίησε ὡς ἱερὸ ὄχημα γιὰ νὰ φθάσουν οἱ πιστοὶ στὴν ἐν Χριστῷ θέωση; […] Θὰ ἤθελα νὰ τελειώσω παραθέτοντας ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ αἰδεσιμολογιωτάτου πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση: Νεοβαρλααμισμὸς ἡ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννησῃ», μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ὁποίας συμφωνοῦμε ἀπόλυτα καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστό, ὅτι ἀντιπαρατεθήκαμε μὲ σθένος στὴ Λειτουργικὴ Ἀνανέωση τοῦ προηγουμένου διοικητικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος. Συγκεκριμένα γράφει ὁ π. Θεόδωρος: […] Προτείνονται λοιπὸν ἡ ἐγκαταλείψη τοῦ χρησιμοποιούμενου σήμερα μοναστικοῦ τυπικοῦ καὶ ἡ υἱοθέτηση τοῦ ἐγκαταλειφθέντος ἀσματικοῦ τυπικοῦ, ἡ συντόμευση τοῦ χρόνου τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ θεωροῦνται μακρὲς καὶ κουραστικές, ἡ μεταφορὰ τοῦ χρόνου ἐνάρξεώς τους ἀργότερα, ὥστε νὰ ξεκουράζονται τὸ πρωὶ οἱ πιστοί ποὺ θέλουν νὰ τὶς παρακολουθήσουν, ἡ προτίμηση ὄχι ἀργῶν ἀλλὰ συντόμων βυζαντινῶν μελῶν, ἡ τέλεση δεύτερης λειτουργίας τὴν ἴδια ἡμέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο ἱερέα, ἡ μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων, ὥστε νὰ γίνονται κατανοητὰ ἀπὸ τὸ λαό, ἡ ἐκφώνηση τῶν εὐχῶν καὶ ὄχι ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσή τους, ἡ συμψαλμωδία τοῦ ἐκκλησιάσματος, ἡ κατάργηση τῶν ὑψηλῶν τέμπλων, ἡ συμμετοχὴ γυναικῶν στοὺς χοροὺς τῶν ἱεροψαλτῶν, ἡ χρήση μουσικῶν ὀργάνων μέσα στὶς ἐκκλησίες, ἡ τετράφωνη ἀπόδοση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἡ σύνταξη νέων ἀκολουθιῶν γιὰ τὸν ἀῤῥαβῶνα καὶ τὸ γάμο, ὡς καὶ νέων εὐχῶν γιὰ τὶς γυναῖκες μετὰ τὸν τοκετὸ κατὰ τη διάρκεια τῆς λοχείας, ἡ μόνιμη στροφὴ τοῦ ἱερέως πρὸς τὸν λαὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ κήδευση τῶν ἀβαπτίστων νηπίων καὶ τῶν αὐτοκτονούντων, ἡ κατάργηση τοῦ ῥάσου, ἡ ἔμμεση ὑποκατάσταση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἀπὸ ψυχιάτρους καὶ ψυχολόγους καὶ πολλὰ ἄλλα». Τὰ παραπάνω χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν π. Θεόδωρο ὡς σύνδρομο νεοβαρλααμικό, τὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ στὴν παραποίηση τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας καὶ στὸν εὐκολότερο συσχηματισμό της μὲ τὴν λατρεία τῆς Νέας Ἐποχῆς. […] ἡ Νέα Ἐποχή, ἡ πανίσχυρη αἵρεση τοῦ Διαβόλου δὲν ζητάει νὰ κλείσουν οἱ Ἐκκλησίες, ὅπως ζητοῦσαν παλαιὰ τὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα, ἀλλὰ νὰ ἀλλοτριωθεῖ ἡ μοναδικότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας καὶ ἡ τέλεια Ὀρθόδοξη Λατρεία μας. Ἡ ἀλλοίωση τῆς θείας Λατρείας εὐνοεῖ τὴν ἀλλοτρίωση τοῦ Τριαδολογικοῦ καὶ Χριστολογικοῦ δόγματος, καὶ τῆς ἐν γένει ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας μὲ συνέπεια τὴν ἐνσωμάτωσή μας στὴν πανθρησκεία, μέσα στὸ συναρμολογούμενο κράτος τοῦ Ἀντιχρίστου.

ΝΕΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΙ
Α. Ὁ Χριστός μας καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι θὰ ταπεινωθῶμεν καὶ θὰ σωθῶμεν διὰ τῶν θλίψεων καὶ τοῦ σωματικοῦ κόπου («Ἡ ὁδὸς τῆς ταπεινώσεώς ἐστιν οἱ κόποι οἱ σωματικοὶ ἐν γνώσει…», γράφει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος). Αἱ νέαι τεχνολογίαι, ναὶ μὲν συμβάλλουν στὴν ἀνακούφισιν τοῦ πόνου, τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ ἄλλα (γιὰ τὰ ὁποῖα χωρεῖ πολὺς λόγος ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὠφελοῦν πραγματικῶς πολλές φορές, ὡς ἐτόνισε κάποτε καὶ ὁ συγχωρεμένος π. Ἀθ. Μυτιληναῖος), μήπως ὅμως συμβάλλουν ἀμέσως στὴν χαλάρωσιν, τὴν ἐκκοσμίκευσιν τῶν χριστιανῶν, τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν καλοπέρασιν, τὴν αὔξησιν τῆς φιληδονίας, τῆς φιλοδοξίας καὶ τῆς φιλαργυρίας; Ναὶ μὲν κερδίζομε χρόνον μὲ τοὺς διαφόρους αὐτοματισμούς, ἀλλὰ πῶς ἐκμεταλλευόμαστε τὸν κερδισμένον χρόνον; Μὲ προσευχήν, νηστείαν καὶ ἀγρυπνίαν; Καὶ ὁ κόπος ποὺ δὲν κατεβάλαμε, - ἀφοῦ ἀνέλαβαν οἱ μηχανές - μήπως μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ῥᾳθυμίαν, σὲ ἀφιλοπονίαν, σὲ ἀναζήτησιν ὁλοέν καὶ μεγαλυτέρας ἀνέσεως καὶ ἀναπαύσεως; Καὶ πῶς θὰ ταπεινωθῶμεν, ὅταν δὲν μισῶμεν τὴν ἀνάπαυσιν καὶ δὲν ἀγαπῶμεν τὸν κόπον, ὡς λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος; Καὶ τί θὰ ἀπομείνῃ ἀπὸ τὸ ἀσκητικὸν ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας μας; Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει νὰ μισώμεν τὴν ἀνάπαυσι. Διὰ τοῦτο ὑπάρχουν καὶ αἱ νηστεῖες καὶ αἱ ἀγρυπνίες καὶ οἱ κανόνες. Οἱ παλαιοὶ ἁγιορεῖτες πατέρες, ὅταν κάποιοι μοναχοὶ ἔβαλαν φιάλες ὑγραερίου στὰ κελλιά τους τὸ ἐθεώρησαν μεγάλην ὑποχώρησιν στὴν ἀσκητικήν τους ζωήν. Ὁ δὲ ἅγιος Νεῖλος ὁ Μυροβλήτης, θεωροῦσε ὑποχώρησιν στὴν ἐποχή του τὰ

μεγάλα βαρέλια καὶ τὰ εὐρωπαϊκὰ πιάτα (αὐτὰ ποὺ χρησιμοποιοῦμε σήμερα). Τώρα τί θὰ ἔλεγαν; Καὶ ἂς μὴ ἐκστομίσωμεν προπετῶς τὴν δικαιολογίαν ὅτι δὲν εἴμαστε μοναχοί. Τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον εἶναι ἕνα, ὡς σημειώνει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος. Β. Πολλαὶ συσκευαὶ παλαιᾶς καὶ νέας τεχνολογίας συμβάλλουν ἢ ὄχι στὴν φθοράν, ὀλίγον ἕως πολύ, τῆς ὑγείας τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς, ὡς π.χ. αἱ τηλεοράσεις καὶ οἱ ἠλ. ὑπολογιστὲς (μὲ τὰ ἠλεκτρομαγνητικὰ κύματα καὶ τὴν πληθώρα πονηρῶν καὶ ψυχοφθόρων προγραμμάτων καὶ παιγνιδιῶν καὶ ἄλλων), τὰ κινητὰ τηλέφωνα καὶ γενικῶς συσκευαὶ, ποὺ ἐκπέμπουν ἠλεκτρομαγνητικὴν ἀκτινοβολίαν; Ὅλα αὐτὰ δὲν ἐπιτείνουν, διὰ τῆς καταναλώσεως ῥεύματος καὶ ἐκπομπῶν ῥύπων, τὸ φαινόμενον τοῦ θερμοκηπίου, τὴν καταστροφὴν δηλαδὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων; Δὲν συμβάλλουν, τελικῶς, στὴν ἐκκοσμίκευσιν καὶ χαλάρωσιν τῶν χριστιανῶν; Γ. Τὰ σημερινὰ ἐξελιγμένα μέσα παρακολουθήσεως (δορυφόροι, κάμερες, τσιπάκια καὶ ἄλλα), τὸ ἠλεκτρονικὸν φακέλλωμα καὶ γενικώτερον αἱ νέαι τεχνολογίες, δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι χρησιμοποιοῦνται τώρα, κυρίως, ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις, σιωνιστές, μασσώνους καὶ λοιπούς; Δὲν εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένον νὰ ἀνησυχῶμεν ὅτι θὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ μέσα αὐτὰ ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστον, ὅταν ἔλθῃ; Διότι τότε θὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ ἀνθρωπότης, ὥστε νὰ τὴν κατευθύνῃ ὅπως θέλει καὶ νὰ πραγματοποιήση τὰ ἄνομα σχέδιά του. Μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ προστατεύῃ καὶ θὰ ὁδηγῇ τοὺς ἀληθινοὺς χριστιανούς, ὡς λέγει ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος. Ἐὰν οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ εἶναι ὑπαρκτοί, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμε τουλάχιστον ἀνησυχίαν; Ἐγρήγορσιν μὲ προσευχήν, ὄχι πανικόν. Ἢ ἀκόμη περισσότερον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν σὲ σχεδιασμὸν ἀντιμετωπίσεως τέτοιων προβλημάτων (κινητοποιήσεις, διαφωτιστικὲς ὁμιλίες καὶ ἄρθρα, ἀγρυπνίες, ἔκτακτες νηστεῖες καὶ ἄλλα) καὶ να μὴ μέναμε ἀπαθεῖς καὶ παρασυρμένοι ἀπὸ τὸ σημερινὸν κοσμικὸν ῥεῦμα; Δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα ἡ Ἐκκλησία μας νὰ προβῇ σὲ ἵδρυσιν π.χ. σχολείων ἢ ἔστω κατηχητικῶν, ἀλλὰ κατὰ τὰ πατερικὰ πρότυπα, ὥστε νὰ συμβάλῃ μὲ πιὸ ἐνεργὸν τρόπον στὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς δεινῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ τοῦ ἀποχριστιανισμοῦ;

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Τετάρτη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ Μνήσθητι τὴν ἡμέραν τῶν Σαββάτων τοῦ ἁγιάζειν αὐτήν· ἕξ (6) ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. (Ἑρμηνεία Ἀντωνίου Μουστάκα, ἁγιορείτου μοναχοῦ) Προστάζει ὁ Θεὸς διά τῆς ἐντολῆς ταύτης, ὅπως οἱ ἄνθρωποι ἐργάζωνται τάς ἕξ (6) ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, τὴν δὲ ἑβδόμην ἡμέραν νὰ παύωσιν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τῶν σωματικῶν ἔργων, καὶ νὰ καταγίνωνται εἰς τὰ ἔργα τὰ ἀποβλέποντα εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς ψυχῆς (Σχόλιον τοῦ αὐτοῦ) Ἐὰν τὰς ἡμέρας τῆς ἀργίας πρόκειται νὰ δαπανῶμεν εἰς τὰ καφενεῖα, εἰς τάς ταβέρνας, εἰς τοὺς κινηματογράφους καὶ τὰ θέατρα, εἰς τάς ἐκδρομὰς καὶ τὴν φυσιολατρείαν, ἐκ τῶν ὁποίων γεννᾶται ὁ τῆς ψυχῆς ἀθάνατος θάνατος, τότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶναι προτιμώτερον νὰ ἐργαζώμεθα καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, διότι θὰ εἶναι μικρότερον τὸ κακόν. Κανών κθ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου (ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη διὰ τοῦ β΄ κανόνος τῆς στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, λαμβάνουσα ἔτσι, τρόπον τινά, οἰκουμενικήν δύναμιν, ὡς σημειοῖ ὁ Ἅγιος Νικόδημος εἰς τὸ ἱερὸν Πηδάλιον). […] τὴν δὲ Κυριακὴν, τιμῶντες διὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, νὰ σχολάζουσιν εἰς αὐτὴν (δηλαδὴ νὰ μὴ ἐργάζωνται), ἐὰν δύνωνται (ἐὰν ἠμποροῦν· δηλαδὴ, νὰ ἐργάζωνται μόνον ἐὰν καὶ ἐφόσον ὑπάρχῃ πραγματικὴ ἀνάγκη καὶ ἔχῃ δοθῇ, κατ’ οἰκονομίαν, ἡ σχετικὴ εὐλογία ὑπὸ τοῦ πνευματικοῦ πατρὸς). Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (ἑρμηνεία εἰς τὴν τετάρτην ἐντολὴν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Καινῆς Διαθήκης) Μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Κυριακὴ ἐπειδὴ εἶναι ἐφιερωμένη εἰς τὸν Κύριον (διότι τὴν ἡμέραν ταύτην ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν καὶ ἔτσι μᾶς ἔκανε γνωστὴν καὶ βεβαίαν τὴν κοινὴν ἀνάστασιν), κατ’ αὐτὴν θὰ πρέπῃ κάθε γήϊνον ἔργον νὰ σταματήση· ταύτην, λοιπόν, τὴν ἡμέραν νὰ τὴν ἁγιάσης καὶ νὰ μὴ κάνῃς κανένα ἔργον βιοτικόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα, καὶ νὰ δώσῃς τὴν εὐκαιρίαν εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰδικοί σου ἢ σὲ ὑπηρετοῦν νὰ ἀναπαυθοῦν, ὠστε ὅλοι μαζὶ νὰ δοξάσετε Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ θανάτου Του μᾶς ἔκανε ἰδικούς Του καὶ ἀνεστήθη καὶ ἀνέστησε μαζὶ καὶ τὴν ἰδικήν μας φύσιν. Κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν νὰ θυμηθῇς τὴν μέλλουσαν ζωήν, καὶ να περάσῃς τὸν καιρόν σου μελετῶν τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κυρίου καὶ ἐξετάζων τὸν ἑαυτόν σου γιὰ νὰ ἐξακριβώσης μἠπως παρέβῃς κάτι ἢ παρέλειψες, ὤστε νὰ διορθώσῃς εἰς ὅλα τὸν ἐαυτόν σου. Ἐπίσης, τὴν ἡμέραν αὐτὴν νὰ περάσης πολλὲς ὧρες μέσα εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, παρακολουθῶν τὶς ἱερὲς συνάξεις ποὺ τελοῦνται, καὶ νὰ κοινωνήσῃς μὲ εἰλικρινῆ πίστιν καὶ μὲ ἥσυχον συνείδησιν τὸ ἅγιον Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ κάνῃς ἀρχὴν γιὰ μίαν ζωὴν περισσότερον σύμφωνον πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ να ἀνακαινίσης τὸν ἑαυτόν σου καὶ νὰ τὸν ἐτοιμάσῃς γιὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν μελλόντων αἰωνίων ἀγαθῶν· γιὰ αὐτὰ πρέπει νὰ μὴ κάνης καταχρήσεις οὔτε τὶς ἄλλες ἡμέρες· τὴν δὲ Κυριακὴν πρέπει νὰ ἀπέχῃς ἀπὸ ὅλα, ἀφοῦ μείνῃς κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, πράττωντας μόνον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔργα καὶ ἐκεῖνα ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν δύνασαι νὰ ζήσῃς. Ἔτσι, ἔχωντας τὸν Θεὸν ὡς τόπον καταφυγῆς, δὲν θὰ πᾶς ἀλλοῦ πουθενά. Καὶ δὲν θὰ ὑποστῇς τὴν πύρωσιν ποὺ φέρει ἡ φλόγα τῶν παθῶν, καὶ

δὲν θὰ σηκώσης εἰς τοὺς ὤμους σου τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὸν τρόπον δὲ αὐτὸν θὰ ἁγιάσῃς τὴν πρώτην αὐτὴν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, παραμένωντας μακρὰν ἀπὸ κάθε κακόν. Αὐτὰ δὲ ποὺ εἴπομεν, νὰ τὰ ἐφαρμόζης καὶ στὶς μεγάλες ἑορτές, πράττων τὰ ἴδια (τὰ παραπάνω) καὶ ἀπέχων πάλιν ἀπὸ ὅσα προηγουμένως εἴπαμεν. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Πρέπει δὲ οἱ χριστιανοὶ νὰ μὴ μεταχειρίζωνται τὴν ἀργίαν τῆς Κυριακῆς καὶ τῶν ἄλλων ἑορτῶν εἰς μέθας, παιγνίδια (μουσικὲς μὲ ὄργανα), τραγούδια καὶ ταραχάς (ταραχαὶ δὲν εἶναι καὶ τὰ γήπεδα, ἐπὶ παραδείγματι;), ἀλλὰ εἰς τὸ νὰ πηγαίνουν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ νὰ ἀκροάζωνται τὰ θεϊκὰ λόγια, εἰς τὸ νὰ ἀναγινώσκουν τὰ ἱερᾶ βιβλία καὶ ἄλλας ἀγαθοεργίας νὰ κάμνουν. Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐργαζώμεθα τὰς ἒξι ἡμέρας διὰ ταῦτα τὰ μάταια, γήϊνα καὶ ψεύτικα πράγματα, καὶ τὴν Κυριακὴν νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ νὰ στοχαζώμεθα τάς ἁμαρτίας μας, τὸν θάνατον, τὴν κολάσιν, τὸν παράδεισον, τὴν ψυχήν μας ὅπου εἶνε τιμιωτέρα ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὄχι νὰ πολυτρώγωμεν, πολυπίνωμεν καὶ νὰ κάμνωμεν ἁμαρτίας· οὔτε νὰ ἐργαζώμεθα καὶ νὰ πραγματευώμεθα τὴν Κυριακήν. Ἐκεῖνο τὸ κέρδος ὅπου γίνεται τὴν Κυριακὴν εἶνε ἀφωρισμένο καὶ κατηραμένο, καὶ βάνετε φωτιὰ στὸ σπίτι σας καὶ ὄχι εὐλογίαν· καὶ ἢ σὲ θανατώνει ὁ Θεὸς παράκαιρα, ἢ τὴν γυναῖκά σου, ἢ τὸ παιδί σου, ἡ τὸ ζῷόν σου ψοφᾷ, ἢ ἄλλον κακὸ σοῦ κάμνει. Ὅθεν, ἀδελφοί μου, διὰ νὰ μὴ πάθετε κανένα κακό, ἐγὼ σᾶς συμβουλεύω νὰ φυλάγετε τὴν Κυριακήν, ὦσαν ὀποῦ εἶνε ἀφιερωμένη εἰς τὸν Θεόν. Ἐδῶ πῶς πηγαίνετε, χριστιανοί μου; Τὴν φυλάγετε τὴν Κυριακήν; Ἂν εἶσθε χριστιανοὶ νὰ τὴν φυλάγετε. Ἔχετε ἐδῶ πρόβατα; Τὸ γάλα τῆς Κυριακῆς τί τὸ κάμνετε; Ἄκουσε, παιδί μου· νὰ τὸ σμίγῃς ὅλο καὶ νὰ τὸ κάμνῃς ἑπτὰ μερίδια· καὶ τὰ ἔξι μερίδια κράτησέ τα διὰ τὸν ἑαυτόν σου, καὶ τὸ ἄλλο μερίδιον τῆς Κυριακῆς, ἂν θέλῃς, δῶσέ το ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς ἢ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ εὐλογήσῃ ὁ Θεὸς τὰ πράγματά σου. Καὶ ἂν τύχῃ ἀνάγκη καὶ θέλῃς νὰ πωλήσῃς πράγματα φαγώσιμα τὴν Κυριακήν, ἐκεῖνο τὸ κέρδος μὴ τὸ σμίγεις μὲ τὴν σακκούλα σου, διότι τὴν μαγαρίζει (τὴν μολύνει), ἀλλὰ δῶσέ τα ἐλεημοσύνην, διὰ νὰ σᾶς φυλάγῃ ὁ Θεός.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΤΟΠΩΝ ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ
Κανὼν κδ΄ τῆς στ΄ Οικουμενικῆς Συνόδου Μὴ ἐξέστω τινὶ τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ Μοναχῶν, ἐν ἱπποδρομίαις ἀνιέναι, ἢ θυμελικῶν παιγνίων ἀνέχεσθαι. Ἀλλ’ εἰ καί τις Κληρικὸς κληθείη ἐν γάμῳ, ἡνίκα δ’ ἂν τὰ πρὸς ἀπάτην εἰσέλθοιεν παίγνια, ἐξαναστήτω, καὶ παραυτίκα ἀναχωρείτω, οὕτω τῆς τῶν Πατέρων ἡμῶν προσταττούσης διδασκαλίας· εἰ δέ τις ἐπὶ τούτῳ ἁλῶ, ἢ παυσάσθω ἢ καθαιρείσθω. (Ἑρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου) Δὲν δίδεται ἄδεια εἰς κανένα Ἱερωμένον, ἢ Μοναχὸν νὰ πηγαίνη εἰς τοὺς ἱπποδρόμους, ἢ νὰ βλέπῃ, καὶ νὰ ἀκούῃ τὰ γυναικοπρεπῆ παιγνίδια (θυμελικὰ τραγούδια). Ἐὰν δὲ καλεσθῇ εἰς γάμον κανένας Κληρικός, νὰ πηγαίνη μέν, ὅμως ὅταν ἔλθουν διὰ νὰ παίξουν τὰ τοιαῦτα ἀπατηλὰ καὶ σατανικὰ παιγνίδια (ὅταν ἔλθουν ὀργανοπαῖκται), παρευθὺς νὰ ἀσηκώνεται καὶ νὰ ἀναχωρῇ, καθὼς προστάζει ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων (καθ’ ὅτι ἡ ἁγία ἡμῶν Πίστις εἶναι ἀσκητική, ἡσυχαστική) [...] ὅποιος δὲ πιασθῇ νὰ πράττῃ αὐτό, ἢ να παύεται (προσωρινῶς ἀπὸ τὰ ἱερατικά του καθήκοντα) ἢ νὰ καθαίρεται. Κανὼν νγ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία Συνόδου Ὅτι οὐ δεῖ Χριστιανοὺς εἰς γάμους ἀπερχομένους, βαλλίζειν ἢ ὀρχεῖσθαι, ἀλλὰ σεμνῶς δειπνεῖν ἢ ἀριστᾶν, ὡς πρέπει Χριστιανοῖς (Ἑρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου) Προστάζει ὁ παρὼν κανὼν τοὺς Χριστιανούς, ὅταν πηγαίνουν εἰς τοὺς γάμους, νὰ μὴ βαλλίζουν, δηλαδὴ νὰ μὴ κτυποῦν τύμπανα ἢ ἄλλα ὄργανα, καὶ κατὰ τὴν ἁρμονίαν αὐτῶν καὶ ἠχολοχίαν νὰ χορεύουν, ἀλλὰ νὰ γευματίζουν καὶ νὰ δειπνοῦν εἰς τοὺς γάμους μὲ συστολὴν καὶ σεμνότητα, καθὼς εἶναι πρέπον εἰς τοὺς Χριστιανούς. Κανὼν νδ΄ τῆς αὐτῆς Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικοὺς ἢ Κληρικούς τινας θεωρίας θεωρεῖν ἐν γάμοις ἢ δείπνοις, ἀλλὰ πρὸ τοῦ εἰσέρχεσθαι τοὺς θυμελικούς, ἐγείρεσθαι αὐτοὺς καὶ ἀναχωρεῖν. (Ἑρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου) Δὲν πρέπει οἱ ἱερωμένοι καὶ Κληρικοί, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον, ὅταν καλεσθοῦν εἰς γάμους τινῶν ἢ δεῖπνα ἢ συμπόσια γενεθλίων καὶ ἄλλων ὁμοίων ἑορτῶν, νὰ στέκωνται νὰ βλέπουν χοροὺς καὶ ἄλλας θεωρίας ἀσέμνους ὅπου γίνονται ἐκεῖ, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἀκόμη νὰ ἔλθουν οἱ θυμελικοί, δηλαδὴ οἱ χορευταὶ καὶ ὀργανοπαῖκται, νὰ ἀσηκώνωνται ἀπὸ τὴν τράπεζαν καὶ νὰ ἀναχωροῦν. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (λόγος ιβ΄ «Εἰς τὴν πρὸς Κολασσαεῖς»)

Μήπως εἶναι θέατρον ὁ γάμος; Εἶναι μυστήριον καὶ τύπος μεγάλου πράγματος (τῆς μυστικῆς ἑνώσεως τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ μετὰ τῆς Νύμφης Ἐκκλησίας). Καὶ ἐὰν δὲν ἐντρέπεσαι αὐτὸ (τὸν γάμον), νὰ ἐντραπῇς αὐτὸ τοῦ ὁποίου εἶναι τύπος […] Εἰς τὰ μυστήρια τῶν Ἑλλήνων (δηλαδὴ τῶν εἰδωλολατρῶν) ὑπάρχουν αἱ ὀρχήσεις ἀπὸ τὰ μουσικὰ ὄργανα, εἰς δὲ τὰ ἰδικά μας μυστήρια, σιγὴ καὶ εὐκοσμία, ἐντροπὴ καὶ σεμνότης· τελεῖται μέγα μυστήριον· ἔξω αἱ πόρναι, ἔξω οἱ βέβηλοι […] Εἶναι μῦρον ὁ γάμος, τί λοιπὸν εἰσάγεις εἰς αὐτὸν τὴν δυσωδίαν τοῦ βορβόρου (τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια); Θὰ ἔπρεπε ὅλα νὰ γεμίζουν ἀπὸ σωφροσύνη καὶ σεμνότητα καὶ κοσμιότητα· τώρα, ὅμως, βλέπω τὸ ἀντίθετον. Νὰ ἀναπηδοῦν (χορεύοντας μετὰ τὸν γάμον) σὰν τὶς καμῆλες, σὰν τοὺς ἡμιόνους (τὰ μουλάρια)· διὰ τοῦτο θέλω νὰ καθαρισθῇ ὁ γάμος (ἀπὸ τὰ περιττὰ καὶ ἁμαρτωλά) καὶ νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν εὐγένειαν, ἡ ὁποία τοῦ πρέπει· ὥστε νὰ φραγοῦν (κλείσουν) καὶ τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν· Ὑβρίζεται τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ (ὁ γάμος), ἡ ῥίζα τῆς ἰδικῆς μας γενέσεως […] Πές μου, λοιπόν, τελεῖς μυστήριον καὶ καλεῖς τὸν διάβολον; Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου («Χρηστοήθεια») Τὸ λοιπὸν ὅσοι γάμοι τῶν Χριστιανῶν γίνονται τὴν σήμερον μὲ παιγνίδια (δηλαδή μὲ μουσικὰ ὄργανα), μὲ χορούς, μὲ τραγούδια καὶ μὲ ἄλλας ἀταξίας, δὲν εἶναι πλέον ἐν πᾶσι τίμιοι καὶ σεμνοί, καθὼς προστάζει ὁ Ἀπόστολος καὶ καθὼς ἐξηγούσιν οἱ θεῖοι ἑρμηνευταὶ Χρυσόστομος καὶ Θεοφύλακτος· ἀλλὰ εἶναι ἄτιμοι, ἄσεμνοι καὶ ἀνάρμοστοι εἰς τοὺς Χριστιανούς, κατὰ τοῦτο, καθ’ ἃ ἀτιμάζονται ἀπὸ τὰ ἄτοπα παιγνίδια, ἀπὸ τοὺς ἀσέμνους χοροὺς καὶ ἀπὸ τὰ ἄτοπα τραγούδια. […] Τὰ παιγνίδια καὶ οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια, αὐτὰ ποὺ γίνονται εἰς τὸν γάμον, φθείρουν καὶ ἐναντιώνονται εἰς τὴν χάριν ὅπου παρέχει τὸ μυστήριον τοῦ γάμου, ἡ ὁποία εἶναι τὸ νὰ λύῃ καὶ νὰ μακρύνῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τῆς πορνείας τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναῖκα, διότι τὰ διαβολικὰ αὐτὰ ὄργανα καὶ οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια, κάμνουν τὸν γάμον νὰ γίνεται ὄχι λύσις τῆς πορνείας καὶ ἁμαρτίας, ἀλλὰ μάλιστα πρόξενος καὶ αἰτία καὶ ἀφορμὴ τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας καὶ κάθε ἄλλης ἁμαρτίας· καὶ δὲν προξενούνται ἀπὸ αὐτὰ εἰς τοὺς γάμους τόσες κρυφὲς πορνεῖες, τόσες μυστικὲς μοιχεῖες εἰς τὴν καρδίαν; δὲν πορνεύουν μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος καὶ ἐκεῖνοι ὅπου παίζουν; Καὶ ἐκεῖνοι ὅπου χορεύουν; Καὶ ἐκεῖνοι ὅπου τραγουδοῦν; δὲν μοιχεύουν μὲ τὸν νοῦν τους, ἐκεῖνοι ὅπου συνάγονται εἰς τοὺς γάμους καὶ βλέπουν περιέργως τὰ πρόσωπα τῶν γυναικῶν; Καὶ ἀκοῦν τὰ πορνικὰ ἐκεῖνα καὶ ἐρωτικὰ ᾄσματα καὶ πιάνουν μὲ τὰ χέρια; ἀφίνω νὰ λέγω τὰς ἄλλας ἁμαρτίας ὅπου γίνονται εἰς τοὺς γάμους ἐξ αἰτίας τῶν παιγνίων αὐτῶν καὶ χορῶν· τὰ ἄπρεπα, λέγω, λόγια, τοὺς ἀσέμνους χορατάδες (αστεῖα), τὰ αἰσχρὰ λόγια, τὰς μέθας, τοὺς πορνικοὺς καλλωπισμοὺς τῶν ἱματίων· τὰ γυναικοπρεπῆ ἀλειψίμματα τῶν μύρων καὶ μόσχων καὶ εὐωδιῶν (ἀρωμάτων) καὶ τὰς λοιπὰς μυρίας ἀταξίας, τὰς ὁποίας ἂν θέλῃ τις νὰ γράψῃ λεπτομερῶς, δύναται νὰ γεμώσῃ ἕνα βιβλίο ὁλόκληρον. […] ἔπειτα μετὰ τὴν Λειτουργίαν (εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τελεσθῇ ὁ γάμος, ὅπως ὁρίζουν τὰ τυπικά) ὑπάγει τὸ ἀνδρόγυνον εἰς τὸν οἶκόν τους, συνοδευόμενον ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ κληρικοὺς καὶ τοὺς καλεσμένους λαϊκοὺς καὶ ὅλοι κάθηνται εἰς τὴν τράπεζαν καὶ τρώγουν καὶ πίνουν καὶ εὐθυμοῦν καὶ χαίρουν μὲ σεμνότητα καὶ μὲ εὐταξίαν, εἰς δόξαν Θεοῦ, καθὼς πρέπει εἰς τοὺς χριστιανούς. Πρέπει νὰ φυλάττωνται οἱ νεόνυμφοι νὰ μὴ κοιμηθοῦν μαζὺ ἐκείνην τὴν ἑσπέρα, διότι ἐκοινώνησαν τὰ θεῖα μυστήρια· ἀλλὰ τὴν ἐρχομένην ἄλλην ἑσπέραν. […] οἱ στέφανοι (δηλαδὴ τὰ στεφάνια τοῦ γάμου) εἶναι σημεῖον τῆς νίκης πὼς δὲν ἐνικήθη, δηλαδὴ, τὸ ἀνδρόγυνον ἀπὸ τὴν ἡδονὴν τῆς σαρκὸς καὶ ἐπιθυμίας, ἀλλὰ ἔμεινεν ἀνίκητον καὶ ἐφύλαξε παρθενίαν πρὸ τοῦ γάμου. […] εἰς τοῦτον τὸν κανόνα (τὸν νγ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου) φανερῶς παρασταίνει αὐτὴ ποῖον εἶναι τὸ προηγούμενον αὐτῆς θέλημα καὶ ὁ πρῶτος σκοπός της· δηλαδὴ τὸ νὰ μὴ παίζουν τελείως οἱ χριστιανοὶ παιγνίδια (δηλαδὴ νὰ μὴ ἔχουν ὀργανοπαῖκτες καὶ μουσική) εἰς τοὺς γάμους καὶ νὰ χορεύουν, ἀλλὰ μὲ σεμνότητα καὶ εὐταξίαν νὰ ἀριστοῦν (τρώγουν) καὶ νὰ δειπνούν, καθὼς πρέπει εἰς τοὺς χριστιανούς. Ἐὰν ὅμως καὶ ἤθελαν εὑρεθῇ μερικοὶ σκληροκάρδιοι καὶ ἀπαθεῖς χριστιανοί, τέκνα τῆς παρακοῆς, ὅπου ζητοῦν νὰ κάμνουν τὸ κακόν τους θέλημα καὶ τὴν διεστραμμένην τους συνήθειαν καὶ νὰ φέρουν ὄργανα εἰς τοὺς γάμους, καταφρονοῦντες τὴν ἀπόφασιν τῆς ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῆς μητρὸς αὐτῶν ἁγίας Ἐκκλησίας· διὰ τοῦτο καὶ ἡ θεία Σύνοδος αὐτὴ ἠναγκάσθη νὰ συγκαταβῇ καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀκόλουθον νδ’ Κανόνα της, ὅτι ὅταν τύχῃ οἱ τοιοῦτοι ἀπειθεῖς χριστιανοὶ νὰ φέρουν εἰς τοὺς γάμους των ὄργανα, νὰ σηκώνωνται καὶ νὰ φεύγουν ἀπὸ ἐκεῖ οἱ ἱερωμένοι καὶ κληρικοὶ διὰ νὰ μὴ συγκοινωνήσουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀταξίαν ταύτην καὶ ἁμαρτίαν. Ἀχ, χριστιανοί! καὶ κἀν ἀπὸ τοῦτο δὲν καταλαμβάνετε, πὼς τὰ παιγνίδια καὶ οἱ χοροὶ ὅπου γίνονται εἰς τοὺς γάμους εἶναι ἄτοπα καὶ κακά· διὰ τοῦτο προστάζει ἡ ἁγία Σύνοδος νὰ μὴ στέκουν νὰ τὰ βλέπουν οἱ ἱερεῖς καὶ κληρικοί, διότι ἂν ἤταν καλά, ἔπρεπε μάλιστα ἡ Σύνοδος νὰ διορίσῃ νὰ στέκουν νὰ τὰ βλέπουν καὶ αὐτοί. Ἀλλοίμονον, ἀδελφοί! καὶ πῶς σᾶς βαστᾷ ἡ καρδία νὰ βλέπετε, τοὺς μὲν ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου νὰ φεύγουν ἀπὸ τοὺς γάμους σας, τοὺς δὲ χορευτὰς καὶ παιγνιδιάτορας νὰ ἔρχωνται εἰς αὐτούς; Πῶς τὸ ὑπομένει ἡ ψυχή σας, νὰ ἀναχωροῦν ἀπὸ τὸν οἶκόν σας οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνοι ὅπου σᾶς εὐλόγησαν τὸν γάμον σας καὶ τὴν τράπεζάν σας, καὶ ἀντὶ αὐτῶν νὰ ἐμβαίνουν νὰ κάθωνται οἰ δούλοι τοῦ σατανᾶ, οἱ μολύνοντες τὰς ψυχάς σας καὶ τὰ ἄσεμνα ποιοῦντες ὀρχίσματα; Καὶ δὲν στοχάζεσθε, ὦ ἀνόητοι, πὼς τοῦτο ὅπου κάμνετε, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ διώκετε μὲν τοὺς ἁγίους ἀπὸ τὸν γάμον σας, νὰ προσκαλῆτε δὲ τοὺς ἁμαρτωλούς; νὰ διώκετε τοὺς εὐλογοῦντας καὶ νὰ καλῆτε τοὺς καταρωμένους; νὰ διώκετε ἐκείνους ὅπου σᾶς φωτίζουν, καὶ νὰ καλῆτε ἐκείνους ὅπου σᾶς σκοτίζουν; νὰ διώκετε τοὺς Ἀγγέλους καὶ νὰ καλῆτε τοὺς δαίμονες; νὰ διώκετε τὸν Χριστὸν καὶ νὰ καλῆτε τὸν διάβολον; Ὢ τῆς μεγάλης ἀθεοφοβίας τῶν τωρινῶν χριστιανῶν! Καὶ ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ ἀπὸ τούτην μεγαλυτέρα ἀσέβεια; μεγαλυτέρα καταφρόνησις; μεγαλυτέρα ἀδιαντροπιά; ἐγὼ στοχάζομαι καὶ τοῦτο· ὅτι ἡ ἀνωτέρα ἁγία Σύνοδος διὰ τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐδιώρισε νὰ σηκώνωνται νὰ φεύγουν οἱ ἱερεῖς καὶ κληρικοὶ ἀπὸ τοὺς γάμους ὅταν ἔλθουν οἱ παιγνιδιῶται, ἵνα βλέποντες αὐτοὺς ἀναχωροῦντας οἱ τὸν γάμον ἔχοντες χριστιανοί, ἐντραποῦν καὶ διώξουν μὲν τοὺς παιγνιδάτορας, κρατήσουν δὲ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν οἶκον τους.

Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Γίνεται κατηραμένος ὁ γάμος ὅταν πάρῃς γυναῖκα ἀπὸ τὴν συγγένειάν σου, ὅπου τὸ ἐμποδίζει ὁ νόμος, καὶ νὰ βάνης τύμπανα καὶ βιολιὰ καὶ χοροὺς καὶ τραγούδια, ντουφέκια, στολίδια καὶ ἄλλα διαβολικὰ καμώματα. Τότε γίνεται κατηραμένος ὁ γάμος […] καὶ σᾶς βάνη ὁ Θεὸς εἰς τὴν κόλασιν. (διδαχὴ ζ΄) Ἁγίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου (εἰδικῶς περὶ τοῦ χοροῦ) Ἐχόρευσες; Καὶ δεν σὲ ἐπλάκωσεν ὁ οὐρανός; Ἂς εἶναι… ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινε. Τί τὶς ἤθλελες, ὅμως, ἐκεῖνες τὶς δικαιολογίες «περὶ δικαιωμάτων τῆς νεότητος» (προφανῶς, ὁ ἅγιος ἐννοεῖ δικαιολογίες τοῦ τύπου: «νέος εἶμαι, πότε θὰ χορεύσω;») καὶ ἀλλὰ τέτοια; Ἡ νεότης δύναται, βεβαίως, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν θάνατον: «Μὴ μὲ πλησιάζης!». Καὶ ἐκεῖνος μὲ τὴν σειράν του, δύναται νὰ ἀγνοήσῃ τὴν «ἐντολήν» καὶ νὰ ἔλθῃ ὅποτε θελήσῃ, ἀκόμη καὶ τὴν ὥραν τοῦ χοροῦ, θέτωντας τέρμα σὲ ὅλα. Σεόλα… Γιὰ στοχάσου! Νὰ εὑρεθῇς αἴφνης ἀπὸ τὸν χορὸν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον! Σὺ μετρᾷς τὴν νεότητα μὲ τὴν νεότητα. Κάνεις λάθος. Τὸ μέτρον μας γιὰ ὅλα πρέπει νὰ εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ζωῆς μας. Ποῖος εἶναι αὐτός; Ἡ ἑτοιμασία μας γιὰ τὴν ἄλλην, τὴν αἰώνιον ζωήν. Ἔχουν θέσιν εἰς αὐτὴν οἱ χοροί… καὶ πολλὰ ἄλλα;

ΠΕΡΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Καλλωπισμοί, κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι: διὰ τοὺς ἄνδρας ὅταν «δὲν κόπτουν τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς, ἀλλὰ τὰ ἀφήνουν ἐπίτηδες διὰ νὰ γίνωνται μεγάλα ὡσὰν τῶν γυναικῶν», ὅταν «ξυρίζουν τὰ γένεια, διὰ νὰ γίνουν ἴσα καὶ εὔμορφα καὶ ὄχι σγουρά, ἢ διὰ νὰ φαίνωνται πάντοτε ὡσὰν νέοι ἀγένειοι», «ὅταν μεταχειρίζωνται μυριστικά» (δηλαδὴ ἀρώματα καὶ κολώνιες), ὅταν ἔχουν «ἐπιτηδευμένο (προκλητικό) περιπάτημα», ὅταν ἐνδύωνται «μὲ ἱμάτια (ῥοῦχα) πολύτιμα (ἀκριβᾶ)». Διὰ τὰς γυναίκας ὅταν κάμνουν «βαψίμματα ὀφθαλμῶν, ὀφρυδίων, χειλέων καὶ μαλλίων», ὅταν «κουρεύωνται καὶ κτενίζωνται περιέργως καὶ ἐπιτηδευμένως», ὅταν προσθέτουν «ψεύτικα μαλλία», ὅταν φοροῦν «καλλωπισμένα ἱμάτια (ῥοῦχα) καὶ ὑποδήματα (παπούτσια), μύρα (ἀρώματα), καλύμματα τῆς κεφαλῆς (ἐξεζητημένα καπέλα καὶ ἄλλα παρόμοια), δακτυλίδια (πλὴν τῆς βέρας, βεβαίως), μαργαριτάρια καὶ χρυσᾶ, βραχιόλια, σκουλαρίκια, περιδέραια (ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου καὶ τῆς «Χρηστοηθείας» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου). Κανὼν 96 τῆς στ΄ (6ης) Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἑρμηνεία ὑπὸ ἁγίου Νικοδήμου) […] αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἐνδυθῇ τὸν Χριστὸν (δηλαδὴ οἱ βεβαπτισμένοι), πρέπει καὶ νὰ ζοῦν ὅπως καὶ Ἐκεῖνος, καὶ νὰ μεταχειρίζωνται κάθε ἁγνείαν καὶ καθαρότητα, καὶ ὄχι νὰ κοσμοῦν τὸ σῶμα περιττῶς καὶ περιέργως. Διὰ τοῦτο ἀφορίζονται (δηλαδὴ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴν θείαν Κοινωνίαν) ἐκεῖνοι, ὅπου πλέκουν τάς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, κτενίζοντες καὶ ἰσιάζοντες, καὶ προβάλλοντες αὐτὰς ὡσὰν ἕνα δόλωμα εἰς τάς ἀστηρίκτους καὶ εὐκολοκρημνίστους εἰς τὴν ἁμαρτίαν ψυχὰς, τόσον τῶν ἀνδρῶν, ὅσων καὶ τῶν γυναικῶν. Παιδαγωγῶντας ἡ Ἐκκλησία αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν ἔτσι μὲ τὸ επιτίμιον αὐτὸ τοῦ ἀφορισμοῦ, τοὺς διδάσκει νὰ ἀφήσουν τὴν ἀπάτην καὶ ματαιότητα τῆς ὕλης καὶ τοῦ φθαρτοῦ τούτου σώματος, νὰ ἀναβιβάσουν δὲ τὸν νοῦν των πρὸς τὴν μακαρίαν ἐκείνην ζωὴν καὶ ἄφθαρτον (τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ), πλησιάζοντες εἰς τὸν Θεὸν κατὰ τὸ δυνατὸν μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς, καὶ στολίζοντες προτιμώτερον μὲ ἀρετὰς καὶ ἤθη χρηστὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον (δηλαδὴ τὴν ψυχήν), παρὰ τὸν ἔξω ἄνθρωπον (δηλαδὴ τὸ σῶμα), μὲ τέτοια ἀπατηλᾶ καὶ μάταια καλλωπίσματα· ἔτσι ὥστε νὰ μὴ φέρουν πλέον εἰς τὸν ἑαυτόν τους κανένα σημάδι τῆς κακίας τοῦ διαβόλου, τὸν ὁποῖον ἔχουν ἀποταχθῇ (ἀρνηθῇ) διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Θέλεις, ὦ γυναῖκα, νὰ φαίνεσαι εὐπρεπὴς καὶ ὡραία; Νὰ ἐνδυθῇς τὴν ἐλεημοσύνην, νὰ ἐνδυθῇς τὴν φιλανθρωπίαν, νὰ ἐνδυθῇς τὴν σωφροσύνην, τὴν ταπείνωσιν· ὅλα αὐτὰ εἶναι τιμιώτερα ἀπὸ κάθε χρυσόν· αὐτὰ καὶ τὴν ὡραίαν τὴν κάμνουν εὐπρεπεστέραν καὶ τὴν μὴ ὡραίαν, ὡραίαν τὴν κάμνουν. Εἶναι ἀνυπόφορος ἡ γυναῖκα ποὺ δέχεται κολακεῖες, ποὺ βάφει τὸ πρόσωπόν της σὰν λιβάδι, στολίζει τὰ μάγουλά της μὲ κοκκινάδι, λευκαίνει τὸ πρόσωπόν της μὲ πούδρα, οἰνάνθιο, φαβάτιο καὶ ψιμμύθιο (παλαιὰ καλλυντικά), καὶ ὑπογραμμίζει τὰ μάτια μὲ μελάνι· ποὺ καλλωπίζει τὸν λαιμόν, τὰ χέρια καὶ τὰ μαλλιά της μὲ χρυσᾶ κοσμήματα, καὶ διαποτίζει τὸ μαλακὸν καὶ καλόν της ἔνδυμα μὲ διάφορα ἀρώματα. Εἶναι θανατηφόρος παγίδα, ἀφοῦ μὲ ὄλες τὶς αἰσθήσεις προσελκύει τὸν νέον (καὶ ὄχι μόνον).

Τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Εἶναι κανένας ἐδῶ καὶ θέλει νὰ ἀφήσῃ τὰ γένεια του; Ἂς σηκωθῇ νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ, νὰ γίνωμεν ἀδελφοί, νὰ τὸν εὐχηθῶ καὶ ἐγώ, καὶ νὰ βάλω καὶ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ τὸν συγχωρήσωσι – Ἐγὼ εἶμαι, διδάσκαλε. – Καλά, ἔχε τὴν εὐχήν μου. Παρακαλεῖτε τὸν Θεὸν δι’ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλόν, νὰ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ διὰ λόγου σας, ὅσον καιρὸν καὶ ἂν ζήσω. Τὸ κάμνετε; - Τὸ κάμνομεν, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. – Σᾶς παρακαλῶ, χριστιανοί μου νὰ εἴπητε, δι’ ὅσους ἀφήσουν τὰ γένεια, τρεῖς φορές: Ὁ Θεὸς συγχωρήσαι καὶ ἐλεήσαι αὐτούς. Ζητήσατε καὶ ἡ εὐγένειά σας συγχώρησιν, καὶ ἄμποτε νὰ σᾶς φωτίση ὁ Θεός, καθὼς ἀφήκατε τὰ γένεια, νὰ ἀφήσετε καὶ τάς ἁμαρτίας. Καὶ σεῖς οἱ νέοι νὰ τοὺς τιμᾶτε· καὶ ἂν τύχῃ ἕνας ἄνθρωπος, καὶ εἶναι τριάντα χρόνων ὅπου ἄφησε

τὰ γένεια του, ἔτυχε καὶ ἕνας 50 ἢ 60 ἢ 100 καὶ ξυρίζεται, νὰ βάλῃς ἐκεῖνον ὅπου ἄφησε τὰ γένεια παραπάνω νὰ καθήσῃ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ξυρίζεται, τόσον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον καὶ εἰς τὸ τραπέζι. Δὲν σᾶς λέγω πάλιν ὅτι τὰ γένεια σὲ πᾶνε εἰς τὸν παράδεισον, ἀλλὰ τὰ καλὰ ἔργα. Καὶ τὰ φορέματά σου νὰ εἶναι ταπεινά, καὶ τὸ φαγί σου καὶ τὸ πιοτό σου, καὶ ὅλη σου ἡ συμπεριφορὰ νὰ εἶναι χριστιανική, διὰ νὰ δίδετε καλὸν παράδειγμα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου Πάντοτε ναὶ καὶ εἰς κάθε καιρὸν πρέπει αἱ γυναῖκες νὰ μὴ φοροῦν καλλωπισμούς, μάλιστα δὲ ὅταν πηγαίνουν εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία· διότι τότε εἶναι καιρὸς προσευχῆς, καιρὸς δακρύων, καιρὸς στεναγμῶν· στεναγμοὶ δὲ καὶ καλλωπισμοὶ εἶναι πράγματα ἐνάντια καὶ δὲν γίνεται ποτὲ νὰ συμβιβασθοῦν. (Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, λοιπὸν, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ εἰσἐρχωνται καλλωπισμένες αἱ χριστιαναὶ, εἴτε πρόκειται γιὰ θείαν Λειτουργίαν, εἴτε γιὰ γἀμον, εἴτε γιὰ βάπτισιν, εἴτε γιὰ οἷοδήποτε άλλον Μυστήριον ἢ τελετὴν). […] Δὲν εἶναι ὄνειδος καὶ καταισχύνη αἱ μὲν ἄπιστες καὶ ἀσεβεῖς γυναῖκες (οἱ μουσουλμᾶνες) νὰ περιπατοῦν μὲ σκεπασμένο πρόσωπον διὰ νὰ μὴ σκανδαλίζουν τοὺς ἄνδρας ὅπου τὰς βλέπουν, αἱ δὲ χριστιανὲς νὰ περιπατοῦν ἀδιάντροπα μὲ ἀσκέπαστον πρόσωπον καὶ μὲ στήθη ἀνοικτὰ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ σκανδαλίζουν καὶ νὰ κολάζουν τάς ψυχὰς τῶν ὁρώντων (αὐτῶν ποὺ βλέπουν); […] Ἔστω καθ’ ὑπόθεσιν, πὼς ἐσεῖς οἱ ἄνδρες καὶ αἱ γυναῖκες ὅπου καλλωπίζεσθε, δὲν τὰ κάμνετε μὲ κακὸν καὶ πορνικὸν σκοπὸν· ὅμως πάλιν καὶ ἔτσι δὲν πρέπει τελείως νὰ τὰ μεταχειρίζεσθε. Διότι, ἔστω, ἐσὺ ὁ ἄνδρας ὅπου καλλωπιζεσαι καὶ μυρίζεσαι (βάζεις ἄρωμα), δὲν τὰ κάμνεις διὰ νὰ πορνεύσης ἢ νὰ μοιχεύσης, ἀλλ’ ὅμως ἡ δυστυχὴς γυναῖκα ὅπου σὲ βλέπει ἔτσι καλλωπισμένον, ἔτσι μυρισμένον, ἔτσι φτιαγμένον, ἕλκεται καὶ παγιδεύεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ἰδικήν σου, καὶ διὰ τῆς ἐπιθυμίας πορνεύει καὶ μοιχεύει μὲ ἐσένα (μὲ τὸν νοῦν της πρώτα, ἀλλὰ καὶ μὲ πρᾶξιν κάποιες φορές). Ἔτσι ἐσὺ γίνεσαι πρόξενος τῆς ἁμαρτίας ἐκείνης καὶ ἀπωλείας καὶ κληρονομεῖς τὸ οὐαί (τὸ ἄλλοίμονον τοῦ Κυρίου), ἐπειδὴ ἐσκανδάλισες τὴν ψυχὴν ἐκείνης τῆς ταλαιπώρου. [...] Ὁμοίως, ἔστω καθ’ ὑπόθεσιν, πὼς καὶ σὺ ἡ γυνὴ ὅπου καλλωπίζεσαι καὶ ἀλείφεσαι μὲ μύρα καὶ βάνεις φτιασίδια, εἶσαι σώφρων καὶ δὲν μεταχειρίζεσαι αὐτὰ τὰ φτιασίδια διὰ σκοπὸν πορνικόν. Ἂλλ’ ὅμως οἱ ἄνδρες ὅπου σὲ βλέπουν ἔτσι καλλωπισμένην, τιτρώσκονται εἰς την καρδίαν καὶ πορνεύουν μὲ ἐσένα καὶ γιὰ τὴν πορνεία καὶ ἁμαρτία αὐτὴ ἐσὺ εἶσαι ἡ αἰτία. Διότι σὺ δίδεις τὴν ἀφορμὴν· ἔτσι καὶ ἐνῶ εἶσαι σώφρων, λαμβάνεις ὑπόληψιν πόρνης καὶ λογίζεσαι ὡς πόρνη, χωρὶς νὰ ὠφεληθῇς τίποτε ἀπὸ τὴν σωφροσύνην σου . […] Ἂν καὶ ἐσὺ ὅπου βλέπεις μὲ περιέργειαν τὰ εὔμορφα πρόσωπα δὲν σκανδαλίζεσαι, ἀλλ’ ὅμως ὁ ἀδελφός σου ὅπου σὲ βλέπει πῶς ἔτσι χάσκεις εἰς τὰ κάλλη τῶν γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν, σκανδαλίζεται μὲ ἐσἐνα, πιστέυοντας ὅτι εἶσαι φιλόπορνος καὶ ἀκόλαστος· καὶ ἔτσι ἁμαρτάνει καὶ κολάζεται ἡ ψυχὴ ἐκείνου τοῦ ταλαιπώρου, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἀπέθανεν, ὡς λέγει ὁ Παῦλος, καὶ γίνεσαι σὺ ἔνοχος τῆς ἁμαρτίας ἐκείνου καὶ ἀπωλείας, διότι τοῦ δίδεις αἰτίαν καὶ ἀφορμήν. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἰς τὰ «Ἀσκητικά» του: «ἐὰν ἀναγκασθῇς νὰ ὁμιλήσῃς μὲ γυναῖκα, νὰ ἀποστρέφῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τὴν θέα τῆς γυναικός καὶ ἔτσι νὰ διαλέγεσαι μαζί της». Τοῦτο σημειοῦται ἐνταῦθα, διὰ νὰ κατανοήσωμε πόσον προσεκτικοὶ πρέπει νὰ είμεθα οἱ χριστιανοί, καὶ νὰ μὴ διάγωμεν τὸν βίον ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, καὶ συνάμα νὰ θέλωμεν καὶ νὰ ὀνομαζώμεθα ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί. [...] οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ φοροῦν ἱμάτια σεμνά, ἱμάτια ταπεινὰ, ἱμάτια εὐτελὴ καὶ πτωχικά, καθὼς πρέπει εἰς τοὺς χριστιανοὺς τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ. […] Ὄχι μόνον ὁ καλλωπισμὸς τοῦ ἄλλου σώματος τῶν γυναικῶν ἕλκει τοὺς ἄνδρας εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μοναχὰ τὰ σανδάλια τῶν γυναικών· καθὼς εἶναι γεγραμμένον περὶ τῆς Ἰουδὶθ διὰ τὸν Ὁλοφέρνην· «τὸ σανδάλιον αὐτῆς (τῆς Ἰουδὶθ, δηλαδή) ἥρπασεν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ» (Ἰουδίθ, ιστ΄, 9). (ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου ὑποσημειώσεις) Καθὼς εἶναι κατηγορημένον τὸ να μὴ κόπτῃ κάποιος τὰ μαλλία του διὰ καλλωπισμὸν καὶ εὐμορφίαν καὶ σκοπὸν κακόν, ἔτσι ἐξ ἐναντίας εἶναι ἐμποδισμένον καὶ τὸ νὰ κόπτῃ αὐτά, καὶ νὰ τὰ ξυρίζη μὲ κάποια στρογγυλεύματα τριγύρω, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν διὰ καλλωπισμὸν καὶ ὡραιότητα… οἱ λαϊκοὶ πρέπει νὰ κόπτουσι τὰ μαλλιὰ ἀνεπιτηδεύτως (χωρὶς λεπτομερῆ περιποίησι, ἁπλᾶ), ἀκαλλωπίστως (ἀστόλιστα, λιτά) καὶ ἀπεριέργως (ὄχι ἀλλόκοτα καὶ παράξενα) (Δηλαδή, τόσον ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, ποὺ νὰ περνοῦν ἀπαρατήρητα). […] Ὁ Θεὸς ἐμποδίζει μὲν κοινῶς (γενικῶς) ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς τὸ νὰ ξυρίζουν τὰ γένεια, λέγων ἐν τῷ Λευιτικῷ (κεφ. ἰθ΄, 27) «Οὐ φθαρεῖτε τὴν ὄψιν τοῦ πώγωνος ὑμῶν». Ἐμποδίζει δὲ καὶ ξεχωριστὰ τὸ νὰ ξυρίζουν τὰ γένεια οἱ ἱερωμένοι, λέγων πρὸς τὸν Μωϋσὴν νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς υἱοὺς Ἀαρών, ἤτοι εἰς τοὺς ἱερεῖς, νὰ μὴ ξυρίζουν τὴν ὄψιν τοῦ πώγωνος αὐτῶν. Οὐ μόνον διὰ λόγου τοῦτο ἐμπόδισεν, ἀλλὰ καὶ μὲ γένεια ἐφάνη ὡς παλαιὸς τῶν ἡμερῶν εἰς τὸν Δανιήλ, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ γένεια ἐπολιτεύθη κατὰ τὴν ἐν σαρκὶ παρουσίαν Αὐτοῦ. Καὶ οἱ Προπάτορες, καὶ Πατριάρχαι, καὶ Προφῆται, καὶ Ἀπόστολοι μετὰ γενείων ἐπολιτεύθησαν, ὡς ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων εἰκόνων τοῦτο δηλοῦται, εἰς τάς ὁποίας μὲ γένεια ζωγραφίζονται […] Οἱ τὰ γένεια ξυρῶντες δὲν εἶναι ἀνδροπρόσωποι, ἀλλὰ γυναικοπρόσωποι […] Οἱ δὲ Ἀπόστολοι ἐν ταῖς Διαταγαῖς (βιβλ. α. κεφ. γ) προστάζουν νὰ μὴ διαφθείρῃ κάποιος τὰς τρίχας τοῦ γενείου, καὶ τὴν κατὰ φύσιν μορφὴν τοῦ ἀνδρὸς νὰ ἀλλάξῃ εἰς τὸ παρὰ φύσιν. Ἀνακοίνωσις ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Προυσιωτίσσης, Βόρεια Καρολίνα, Ἀμερικὴ (γυναικεία Μονὴ μὲ τὸ Νέον) (μετάφρασις)

Ζητεῖται ἀπὸ τοὺς ἄνδρας ὅπως φοροῦν μακριὰ πανταλόνια καὶ μακρυμάνικες μπλοῦζες ἢ ὑποκάμισα. Ἀπὸ τάς γυναίκας ζητεῖται ὅπως φοροῦν μακριὲς φοῦστες μέχρι τὸν ἀστράγαλον (μέχρι τὸν ἀστράγαλον, ἀγαπητὲς χριστιανές!) μακρυμάνικες μπλοῦζες, καὶ νὰ καλύπτουν τάς κεφαλάς των μὲ βέλον ἢ μανδήλα. Παρακαλεῖσθε ὅπως μὴ φορῆτε καπέλα (ἐκτὸς ἂν φορῆτε ἀπὸ κάτω μανδήλα), πανταλόνια (ἐκτὸς ἂν φορῆτε ἀπὸ πάνω μακριὰ φούστα), σὸρτς, βερμοῦδες, μίνι φοῦστες, ἀμάνικες ἢ κοντομάνικες μπλοῦζες κ.λ.π. Ζητεῖται, ἐπίσης, ὅπως φοροῦν ἅπαντες κάλτσες, ἰδιαιτέρως ὅταν φοροῦν σανδάλια. Ἂς ἐνθυμούμεθα, λοιπόν, ὅπως σημειώνει καὶ ἀνωτέρω ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅτι τὰ σανδάλια προκαλοῦν σκάνδαλον καὶ πειρασμόν. Ὅπως γίνεται κατανοητὸν ἐξ ὅλων τούτων, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἀνὰ τοὺς αἰῶνας προσέχει αὐτὰς τὰς «λεπτομερείας» (ὅπως ὑποτιμητικῶς ἀναφέρονται εἰς αὐτὰ κάποιοι ἀπρόσεκτοι), καθ’ ὅτι γνωρίζει τὴν τέχνην τοῦ διαβόλου καὶ τὴν ἀδυναμίαν καὶ τὸ εὐόλισθον εἰς τὴν ἁμαρτίαν τοῦ ἀνθρώπου. Φῶς μοναχοῖς ἄγγελοι, φῶς κοσμικοῖς μοναχοὶ (ἀγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος). Εῑναι, δηλαδὴ, διὰ τοὺς μὲν μοναχοὺς φῶς καὶ παράδειγμα ἡ διαγωγὴ τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, διὰ δὲ τοὺς κοσμικοὺς φῶς καὶ παράδειγμα πρέπει νὰ εἶναι ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Λαμβάνοντες ὑπ’ ὅψιν τὸ ἀνωτέρω καθὼς καὶ τὰ τοῦ ἁγίου Βασιλείου (βλέπε κεφάλαιον «Ἅ λέγω, πᾶσι λέγω») διερωτώμεθα: φαντάζεσθε (περὶ τῶν γυναικῶν ὁ λόγος) τὰς μοναχὰς νὰ κουρεύωνται, νὰ κτενίζωνται, νὰ βάφουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὸ πρόσωπόν τους, νὰ βάζουν ἀρώματα, νὰ ἀφήνουν ἀκάλυπτα διάφορα σημεῖα τοῦ σώματός τους, νὰ ξυρίζουν τὰ πόδια τους ἢ τὶς μασχάλες τους, νὰ βάζουν σκουλαρίκια, βραχιόλια, ἢ ἄλλα στολίδια; Δὲν ἁρμόζουν αὐτὰ στὶς χριστιανὲς, ἂς τὸ ἀντιληφθῶμεν καὶ ἂς βάλωμεν ἀρχὴν μετανοίας τώρα, διότι «ὁ καιρὸς ἐγγὺς», ὁ θάνατος καὶ ἡ Κρίσις πλησιάζουν… Περὶ τοῦ καλύμματος τῆς κεφαλῆς τῆς γυναικὸς, ὅρα κάτωθι

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Γένεσις, γ, 16 Εἶπεν ὁ Θεὸς τῇ γυναικί· Πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου καὶ αὐτός σου κυριεύσει (Δηλαδή: Εἶπεν ὁ Θεὸς στὴν γυναῖκα· θὰ εἶσαι ἐξηρτημένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ κύριός σου) Ἀποστόλου Παύλου Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους, ε, 22-24, 33 Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ· ὅτι ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ’ ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἀνδράσιν ἐν παντί. πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ’ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐξάγουμε τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: αἱ γυναῖκες πρέπει νὰ ὑποτάσσωνται στοὺς ἄνδρας τους, ὡς ὑποτάσσονται στὸν Κύριον. Ὁ ἄνδρας εἶναι κεφαλὴ τῆς γυναικός. Ἡ γυναῖκα πρέπει νὰ ὑποτάσσεται στὸν ἄνδρα της σὲ ὅλα (πλὴν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπαιτήσεων). Ὁ ἄνδρας πρέπει νὰ ἀγαπᾷ τὴν γυναῖκά του ὡς τὸν ἑαυτόν του. Ἡ γυναῖκα πρέπει νὰ φοβῆται τὸν ἄνδρα μὲ ἅγιον φόβον, ὅπως φοβούμεθα τὸν Θεόν. Τὸ «φοβῆτε», λοιπόν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μεταφράζεται «σέβηται», ὅπως ἀναλύει ὡραιώτατα ἕνας σύγχρονος ἱερομόναχος. Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Κορινθίους, ια΄, 13-15 Πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι; ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι, γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ. Συμπεράσματα: Ἡ γυνὴ δὲν εἶναι πρέπον νὰ προσεύχεται χωρὶς κάλυμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της. Εἶναι ἀτιμία διὰ τὸν ἄνδρα νὰ ἔχῃ μακριὰ μαλλιά, ἐνῶ γιὰ τὴν γυναῖκα εἶναι δόξα, ἀφοῦ τῆς ἐδόθησαν ὡς κάλυμμα. Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Κορινθίους, ιδ΄, 34-35 Αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ’ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. Εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν. Συμπεράσματα: Αἱ γυναῖκες δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλοῦν διδάσκουσαι στὶς ἐκκλησίες, ἀλλὰ νὰ σιωποῦν, ὑποτασσόμενες. Ἐὰν θέλουν νὰ μάθουν κάτι, νὰ ἐρωτοῦν τοὺς ἄνδρας τους στὸ σπίτι τους. Εἶναι αἰσχρόν, ἀπρεπὲς νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ διδάσκουν στὶς ἐκκλησίες.

Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Τιμόθεον, β, 11-13 Γυνὴ ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν πάσῃ ὑποταγῇ· γυναικῖ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ. Συμπεράσματα: Δὲν ἐπιτρέπεται στὴν γυναῖκα νὰ διδάσκῃ στὴν ἐκκλησία, οὔτε νὰ ἐξουσιάζη τὸν ἄνδρα της. Πρέπει νὰ διάγῃ τὸν βίο της ἡσύχως καὶ νὰ μανθάνῃ τὰ τῆς πίστεως, ὑποτασσομένη στὸν ἄνδρα της. Ἀποστόλου Πέτρου Α΄ Ἐπιστολή, γ, 1-6 Αἱ γυναῖκες ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν… (Ἐπεξήγησις ἁγίου Νικοδήμου) Ἐδῶ, ἡ ὑποταγὴ τῶν γυναικῶν καὶ ἡ ἁγνεία λαμβάνεται μὲ πολλὰ σημαινόμενα, δηλαδὴ ὅτι αἱ γυναῖκες δὲν πρέπει νὰ εἶναι γλωσσώδεις καὶ φλύαρες καὶ γαστρίμαργες καὶ μεθύστριες καὶ ἀργὲς καὶ ἀδιάντροπες, μήτε νὰ εὐγαίνουν συχνάκις ἔξω ἀπὸ τὸν οἶκόν τους νὰ περιπατοῦν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Πλὴν μάλιστα καὶ κατ’ ἐξαίρετον τρόπον ἡ ὑποταγὴ καὶ ἁγνεία τῶν γυναικῶν πρὸς τοὺς ἄνδρας φανερώνει ὅτι αὐτὲς χρεωστοῦν νὰ φυλάττουν τὴν κοίτην τοῦ ἀνδρός των καθαράν, ἀνεπιβούλευτον καὶ μακρὰν ἀπὸ κάθε ἄλλου ἀνδρὸς μολυσμόν. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Νὰ σέβεσαι πρῶτον τὸν Θεὸν καὶ μετὰ τὸν ἄνδρα σου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀφθαλμὸς τῆς ζωῆς σου καὶ ῥυθμιστὴς τῶν σκέψεών σου. Αὐτὸν μόνον νὰ ἀγαπᾶς καὶ εἰς αὐτὸν μόνον νὰ ζητῇς νὰ ἀρέσῃς. Καὶ πιὸ δυνατὴ καὶ διαρκὴς νὰ εἶναι ἡ στοργή σου πρὸς αὐτὸν εἰς τὸν γάμον, ἂν αὐτὸς σὲ ἀγαπᾷ σωστά. Τὸ θάρρος, ἡ οἰκειότητά σου πρὸς αὐτὸν νὰ μὴ εἶναι ὅση ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνδρός σου, ἀλλὰ ὄσον πρέπει, διότι εἰς ὅλα τὰ πράγματα ὑπάρχει κορεσμός, εἰς τὴν ἀγάπην, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ… Ὅταν θυμώνῃ ὁ ἄνδρας σου νὰ ὑποχωρῇς, ὅταν κουράζεται νὰ τὸν βοηθῇς μὲ μαλακὰ λόγια καὶ καλὲς συμβουλές. Καὶ ὁ λεοντοκόμος (ὁ θηριοδαμαστής) δὲν καταπραΰνει μὲ βίαν τὴν ὀργὴν τοῦ θηρίου, ὅταν αὐτὸ βρυχᾶται θυμωμένον, ἀλλὰ τὸ δαμάζει μὲ χάδια, μὲ γλυκὰ καὶ κολακευτικὰ λόγια. Ποτὲ μὴ ὑβρίζῃς τὸν ἄνδρα σου γιὰ κάποια ζημία ποὺ ἔκανε, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃς πολὺν θυμὸν· μεγάλος πλοῦτος γιὰ σένα εἶναι ὁ ἴδιος. Οὔτε γιὰ ἄστοχες ἐνέργειές του νὰ τὸν ὑβρίζῃς, γιατὶ ἡ ὕβρις εἶναι ἀπρέπεια… Κοινὲς νὰ ἔχετε τὶς χαρὲς καὶ ὄλες τὶς λύπες, κοινές τὶς φροντίδες, γιατὶ ἔτσι θὰ προκόψη ὁ οἶκος. Νὰ ἐκφράζῃς τὴν γνώμην σου, ἀλλὰ νὰ ἀποφασίζη ὁ ἄνδρας σου. Ὅταν αὐτὸς λυπῆται, λυπήσου λίγο μαζί του, γιατὶ εἶναι εὐχάριστος ἀνακούφισις τῆς λύπης ἡ λύπη τῶν φίλων. Ἀμέσως ὕστερον νὰ εἴσαι χαρούμενη καὶ χωρὶς ἀγωνίαν. Λιμάνι ἀκύμαντον εἶναι γιὰ τὸν θλιμμένον σύζυγο ἡ γυναῖκά του… Μὴ φεύγῃς συχνὰ ἀπὸ τὸ σπίτι σου, οὔτε νὰ πηγαίνης γιὰ εὐχαρίστησιν σὲ δημόσιες καὶ ἄτακτες συγκεντρώσεις. Αὐτὸ ἀφαιρεῖ τὴν ἐντροπὴν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς ντροπαλὲς καὶ σμίγει τοὺς ὀφθαλμοὺς μὲ ὀφθαλμούς (ἐπιτελεῖται, δηλαδὴ, κατὰ διάνοιαν μοιχεία). Καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς ἐντροπῆς εἶναι μήτηρ ὅλων τῶν αἰσχροτήτων. Νὰ πηγαίνης στὶς καλὲς συγκεντρώσεις, μαζὶ μὲ τοὺς συνετούς, γιὰ νὰ ἐντυπώσῃς εἰς τὸν νοῦν σου κάποιον καλὸν λόγον ἢ νὰ κόψῃς κάποιο ἐλάττωμα ἢ νὰ ἐνισχύσης τὸν δεσμὸν μὲ τοὺς ἀρίστους (δηλαδὴ τοὺς ἐναρέτους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὡφελεῖσαι ἐκ τῆς συναναστροφῆς μετ’ αὐτῶν)… Εἰς συμπόσιον (τραπέζι) γάμου ἢ γενεθλίων, ποὺ γίνονται ἀγάπες (φαγοπότια), θορυβώδεις χοροί, καγχασμοί (γέλια), ἄτοπα ἀστεῖα, νὰ μὴ πηγαίνης, γιατὶ αὐτὰ μὲ θέλγητρα διαλύουν ταχέως τὴν ἁγνότητα, ὅπως αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου τὸ κερί. Οὔτε νὰ κάνης εἰς τὸ σπίτι σου ἰδιωτικὰ συμπόσια εἴτε εἶναι παρὼν εἴτε ἀπουσιάζει ὁ ἐνάρετος σύζυγός σου. Ἡ κοιλία ἂν περιοριζόταν, ἴσως θὰ κυριαρχοῦσε στὰ πάθη… Στολίδια τὰ αὐτιὰ νὰ ἔχουν ὄχι μαργαριτάρια, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀκοῦν καλοὺς λόγους, καὶ νὰ τὰ κλείνῃ ὁ νοῦς στὰ κακά. Ἔτσι, εἴτε κλειστὰ εἶναι εἴτε ἀνοικτὰ θὰ μένῃ ἁγνὴ ἡ ἀκοή… ἂν ἔχῃς ἀχαλίνωτον γλῶσσα, θὰ εἶσαι πάντοτε ἐχθρὸς τοῦ ἀνδρός σου. Ἡ ἀνόητος γλῶσσα πολλὲς φορὲς ἔκανε κακὸν καὶ εἰς τοὺς ἀθῴους. Προτιμωτέρα ἡ σιωπὴ, ἀκόμη καὶ ὅταν ἐπιβάλλεται νὰ ὁμιλήση κανείς, παρὰ ἡ ὁμιλία ὅταν δὲν εἶναι καιρὸς γιὰ λόγον καὶ εἶναι ἄτοπος. Ἄφησε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λόγου· καὶ τοῦτο ἄκουσε· νὰ μὴ ἔχῃς ἀδάμαστον σαρκικὴν ὁρμήν, οὔτε πάντοτε νὰ χαρίζεσαι εἰς τὸν σύζυγόν σου. Πεῖσε τὸν ἄνδρα σου νὰ σέβεται τὶς ἱερὲς ἡμέρες. Γιατὶ πρέπει ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ νὰ ὑποτάσσεται στοὺς θείους νόμους, ἂν καὶ τὸν δεσμὸν τοῦ γάμου τὸν ὥρισεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ γένος μας, γιὰ νὰ βοηθήσῃ τὸ πλάσμα του, ὥστε ἐνῶ ἄλλοι ἔρχονται καὶ ἄλλοι ἀπέρχονται, ἡ γέννησις νὰ διατηρῇ τὸ μεταβαλλόμενον ἀνθρώπινον γένος, ποὺ εἶναι σὰν ποτάμι ἄστατον λόγῳ τοῦ θανάτου, καὶ σταθερὸν λόγῳ τῆς τεκνογονίας… Ἁγίου Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως Ἡ γυνὴ πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ τὶς πολλὲς ἐξόδους ἀπὸ τὸ σπίτι της, ὥστε καὶ νὰ ἀποφεύγῃ νὰ τὴν βλέπουν αὐτοί ποὺ δὲν πρέπει, θεωροῦσα προτιμώτερον νὰ μένῃ στὸ σπίτι ἀπὸ τὴν ἀκατάλληλο φλυαρία. Ἐκ παλαιοῦ κειμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἐσφιγμένου Ἁγίου Ὅρους Ἀγαπητοὶ Χριστιανοί· Τί χρειάζονται αἱ κόρες σας αὐτὴν τὴν «ὑπερμόρφωσιν», ποὺ καταντᾷ «παραμόρφωσις», ὅταν δὲν εἶναι κατὰ Θεὸν καὶ ὅταν γιὰ νὰ γίνῃ δὲν ἠμπορεῖτε «νὰ προσέχητε τῷ σώματι αὐτῶν», ὅπως σᾶς διατάσσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ; Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αὐτὲς οἱ σπουδὲς δὲν θὰ τοὺς χρειασθοῦν, διότι προορισμός των εἶναι νὰ δημιουργήσουν οἰκογένειαν, ὅπου ἄλλου εἴδους μόρφωσιν χρειάζονται. Ὅσα ἐξοδεύονται γιὰ τέτοιες «σπουδές», ποὺ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀφοροῦν εἰς κοσμικὴν ματαιοδοξίαν, ἀπείρως προτιμώτερον καὶ εὐλογημένον νὰ τὸ ἐχρησιμοποίουν διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των. Ἂν σὺ νομίζῃς ὅτι ἡ δική

σου κόρη δὲν θὰ βλαβῇ, ὅμως τὸ παράδειγμά σου γίνεται ἀφορμὴ νὰ βλάπτωνται ἄλλοι, νὰ φθείρεται ἡ κοινωνία, ἡ οἰκογένεια καὶ τὸ ἔθνος μας. Μόνον καταχθόνιοι ἀπατεῶνες διαφθορεῖς τῆς οἰκουμένης θέλουν τὴν κόρην καὶ τὴν γυναῖκα ἔξω ἀπὸ τὸν οἶκόν της. Ὡς μητέρες, κυρίως, εὐηργέτησαν τὴν οἰκουμένην καὶ ὄχι μὲ τὴν ἔξοδόν των εἰς τὴν κοινωνίαν, ποὺ δὲν εἶναι τῆς φύσεώς των καὶ τὲς κάμνει ἐξευτέλισμα καὶ παίγνιον τῶν ἐκμεταλλευτῶν. Τὸ νὰ εἶναι βασίλισσα εἰς τὸν οἶκόν της ἂς μὴ τὸ ἀνταλλάσσῃ μὲ τίποτε, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὸν ἔπαινον τῆς πατρίδος. Στεργίου Σάκκου, καθηγητοῦ Διὰ τὸ γραφικὸν ῥητὸν «Διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους» (Α΄ Κορ. 11, 10), ἐπικρατεστέρα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἑρμηνείᾳ εἶνε τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν μετά τινων ἐπουσιωδῶν παραλλαγῶν οἱ Νεῖλος μοναχός, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Θεοδώρητος, Ἰωάννης Δαμασκηνός, Φώτιος, Οἰκουμένιος, Θεοφύλακτος, καὶ Εὐθύμιος Ζυγαβηνός. Κατὰ τὸν Χρυσόστομον ὁ ἀνὴρ ἔχει ὡρισμένα προσόντα, τὰ ὁποῖα τοῦ παρέχουν ὑπεροχὴν ἔναντι τῆς γυναικὸς καὶ τὸν καθιστοῦν ἀξιοσέβαστον εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἡ γυνὴ πρέπει νὰ σέβηται τὸν ἄνδρα καὶ νὰ ἐκφράζῃ τὸν σεβασμὸν τοῦτον φέρουσα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς κάλυμμα ὡς σύμβολον τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ἐπ’ αὐτῆς. «Μᾶλλον δέ», προσθέτει, «οὐ διὰ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἀγγέλους· εἰ γὰρ τοῦ ἀνδρὸς καταφρονεῖς, φησί, τοὺς ἀγγέλους αἰδέσθητι». Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ γυνὴ παραγνωρίζη τὰ προσόντα τοῦ ἀνδρός, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὸν σέβηται, πρέπει νὰ τὸν σέβηται τουλάχιστον χάριν τῶν ἀγγέλων, διότι ἡ ἀσέβειά της πρὸς αὐτὸν (τὸν ἄνδρα) προσβάλλει ἐμμέσως ἐκείνους (τοὺς ἀγγέλους). […] Σημειωτέον δὲ ὅτι ἐν τῇ περικοπῇ ταύτῃ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, λέγων «ἀνὴρ» καὶ «γυνὴ» δὲν ἐννοεῖ τοὺς συζύγους, ἀλλὰ πᾶσαν γυναῖκα ἔναντι παντὸς ἀνδρός (κάθε γυναῖκα πρέπει νὰ σέβεται τὸν κάθε ἄνδρα).

«Α ΛΕΓΩ ΠΑΣΙ ΛΕΓΩ» Περὶ ἐγγάμων καὶ μοναχῶν
Ἁγίου καὶ Μεγάλου Βασιλείου (Λόγοι Ἀσκητικοὶ) Ὁ Θεὸς ὡς φιλάνθρωπος, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ ἐπιβάλλῃ βίαν εἰς τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου, διήρεσε τὰ ἀνθρώπινα πράγματα εἰς δύο ζωές, εἰς τὴν ἔγγαμον ζωὴν καὶ τὴν παρθενίαν, τὸν μοναχισμόν, ὥστε νὰ διδάξῃ διὰ τούτου, ὅτι αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἀνθέξη τὸ βάρος τὴν παρθενίας, λαμβάνει γυναῖκα καὶ ἀκολουθεῖ τὸν ἔγγαμον βίον. Γνωρίζωντας, ὅμως, καὶ αὐτός, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐκζητήση καὶ ἀπὸ αὐτον λόγον περὶ σωφροσύνης καὶ ἁγιασμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ κατασταθῇ ὅμοιος μὲ τοὺς παλαιοὺς ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι εἶχον γυναίκας καὶ τέκνα, ὄντες ἅγιοι. Ὡς ἦτο ὁ Ἀβραὰμ καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ ἀπόγονοι, (καὶ ὁ Ἰὼβ καὶ ὁ Δαυὶδ καὶ ὁ Σαμουήλ) οἱ ὁποῖοι ἐκτελούσαν τάς ἐντολὰς τοῦ Εὐαγγελίου, τότε ποὺ δὲν τὰς εἶχον ἠκούσει. Εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην δέ, τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς ἦσαν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι, οἱ ἔχοντες γυναίκας, ἀλλὰ ἅγιοι ὡς μὴ ἔχοντες γυναῖκες (δηλαδὴ σὰν νὰ μὴ εἴχαν γυναῖκες, ὅπως παραγγέλεται στὴν Καινὴν Διαθήκην). Ἔτσι καὶ οἱ μετὰ ταῦτα, ἐὰν ἀκολουθήσουν τὸν ἔγγαμον βίον, ὀφείλουν νὰ τηρήσουν σωφροσύνην καὶ ἁγιασμὸν σώματος, διότι ἀλλιῶς θὰ τιμωρηθοῦν διὰ τὴν παράβασιν τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ ὁποῖος λέγει· «ὁ φιλῶν (αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾷ) πατέρα ἡ μητέρα, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, ἢ φίλους, ἢ συγγενεῖς ὑπὲρ ἐμὲ (περισσότερον ἀπὸ Ἐμένα) οὐκ ἔστι (δὲν εἶναι) ἄξιος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν». Καὶ ἂς μὴ νομίζῃ κάποιος ὅτι τὰ Εὐαγγέλια ἐγράφησαν διὰ τοὺς μοναχοὺς μόνον. Ὄχι λέγω, ἀλλὰ γιὰ ὅλους, καὶ τοὺς ἀγάμους καὶ τοὺς ἐγγάμους. Διότι ἀρκεῖ εἰς τὸν ἔγγαμον ὅτι τοῦ συνεχωρήθη ὁ γάμος, ἀφοῦ δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἀνθέξῃ τὸ βάρος τῆς παρθενίας ζῶντας χωρὶς γυναῖκα, τὰ ἄλλα ὅμως παραγγέλματα τοῦ Εὐαγγελίου - ἐπειδὴ ἐξίσου σὲ ὅλους ἐνομοθετήθησαν, καὶ σὲ μοναχοὺς καὶ σὲ λαικούς - δὲν συγχωρεῖται νὰ παραβαίνονται, ἀλλὰ γίνονται οἱ παραβάται ὑπόδικοι αἰωνίου κολάσεως. Διότι ὅταν ἐδίδασκεν ὁ Χριστὸς καὶ εὐηγγελίζετο τὰ προστάγματα καὶ τάς ἐντολὰς τοῦ Πατρὸς Αὐτοῦ, σὲ λαϊκοὺς ὠμιλοῦσε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχον ἀκόμη μοναχοί. Ὅταν δὲ κάποτε οἱ μαθηταὶ Αὐτοῦ τὸν ἠρωτοῦσαν κατὰ μόνας, ἀποκρινόμενος ἔλεγεν εἰς αὐτούς· «ἃ λέγω ὑμῖν πᾶσι λέγω» (αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω γιὰ ὅλους τὰ λέγω) καὶ στοὺς ἀποστόλους καὶ στοὺς κοσμικούς. Μή, λοιπόν, σκέπτεσαι σὺ ὁ ὁποῖος ἐνυμφέυθης, ὅτι ἔχεις ἄδειαν καὶ ἐξουσίαν νὰ ἀπολαύσῃς ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου καὶ τὶς ἠδονές, καὶ νὰ μὴ φυλάξῃς τὰ εὐαγγελικὰ προστάγματα. Διότι σὺ μάλιστα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον ἔχεις μεγαλυτέραν ἀνάγκην νὰ φυλάξῃς αὐτὰ διὰ νὰ σωθῇς, ἀφοῦ προετίμησες τὸν γάμον ἀπὸ τὴν παρθενίαν· διότι κατοικεῖς ἐν μέσῳ τῶν παγίδων τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἀφοῦ ἔχεις ἐνώπιόν σου ἡμέρας καὶ νυκτὸς (μέρα-νύχτα) τάς αἰτίας καὶ ἀφορμὰς τῶν ἁμαρτιῶν μέσῳ ὅλων τῶν αἰσθήσεών σου. Καὶ ἔχεις τὸν πόλεμον τοῦ διαβόλου ἀκατάπαυστον, καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσης χωρὶς πολλοὺς κόπους καὶ πόνους πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἀρετῆς νὰ νικήσης αὐτόν, ἂν δὲν φυλάξῃς πρῶτον τάς ἐντολὰς τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃς τὴν πάλην μὲ αὐτόν, ὁ ὁποῖος διέρχεται ὅλην τὴν οἰκουμένην πολεμῶν τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἐὰν μία φορὰ σὲ ἐνίκησε σὲ κάτι καὶ μείνῃς ἀμετανόητος, τότε δὲν σὲ πολεμεῖ, διότι σὲ ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του. Διὰ τοῦτο προσπάθησε νὰ μάθῃς νὰ παλεύης μὲ τὸν διάβολον (νὰ ἀντιστέκεσαι στοὺς πειρασμούς), ὁδηγούμενος ἀπὸ τῶν γραφικῶν καὶ εὐαγγελικῶν διδασκαλιῶν καὶ παραδειγμάτων, μήπως ἁγνοώντας αὐτὰ νικηθῇς ἀπὸ τὸν διάβολον καὶ γίνης ὑπόδικος εἰς κόλασιν αἰώνιον καὶ σὺ ζεῖς ἀμέριμνος, νομίζων ὅτι εἶσαι ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ σωθοῦν. Παραδείγματα ἐναρέτων ἐγγάμων χριστιανῶν (ἐκ τοῦ «Λαυσαϊκοῦ») Ἦλθεν ἀοράτως φωνὴ θεϊκὴ καὶ ἐφανέρωσεν εἰς τὸν ὅσιον Παφνούτιον, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὰ μέτρα τοῦ Πρωτοκομμήτου ὅπου εὑρίσκεται εἰς τὴν χώραν πλησίον ἐκεῖ. Εὐθὺς ἐκίνησεν ὁ ὅσιος Παφνούτιος καὶ τὸν ηὔρεν εἰς τὴν χώραν καὶ ὑπῆγαν εἰς τὸ σπήτι του καὶ ἐκεῖνος τὸν ἐδέχθη μετ’ εὐλαβείας καὶ ἔφερε λεκάνην καὶ

ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ ἁγίου καὶ ἔστησε τράπεζαν καὶ τὸν παρεκάλει νὰ γευθῇ ἀπὸ τὰ εὑρισκόμενα. Ὅμως, ὁ ὅσιος τὸν ἐπαρεκίνει νὰ τοῦ εἴπῃ τὰς πράξεις καὶ τὴν πολιτείαν του καὶ τοῦ ἔλεγε μάλιστα, ὅτι τοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ Θεὸς ὅτι εἶναι ἁγιώτερος ἀπὸ πολλοὺς μοναχοὺς ἐναρέτους. Ἐκεῖνος ὅμως ἄλλο δὲν ἔλεγε, παρά πὼς εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος νὰ ὡμοιάση μὲ μοναχούς. Ἀλλ’ ὁ ὅσιος τὸν ἐβίαζε τόσον, ὥστε τὸν κατέπεισε νὰ φανερώσῃ τὴν πολιτείαν του. Λοιπὸν ἄρχισε καὶ ἔλεγε ταῦτα: Ἐπειδή, τίμιε Πάτερ, λέγεις μοι, ὅτι ἀπεκαλύφθη παρὰ Θεοῦ εἰς τὴν ἁγιωσύνην σου δι’ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλόν, ἄκουσον τὰ περὶ ἐμοῦ. Ἐγὼ ἔλαβα γυναῖκα μὲ κανονικὸν γάμον, μὲ τὴν ὁποία εἰς τρεῖς χρόνους ἐκάμαμεν τρεῖς υἱούς. Ἔπειτα μὲ συμφωνίαν δὲν ἐσμίξαμεν πλέον τώρα χρόνους τριάκοντα, ὅπου δὲν ἐγνωρίσαμεν ἀναμεταξύ μας οὔτε σαρκικὸν λογισμόν. Ἔχω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μου τὰ ἴδια μου τὰ τέκνα. Ἕως τὴν σήμερον δὲν ἔπαυσα ἀπὸ τὸ να φιλεύω τοὺς ξένους. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανένας ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους πὼς ἐδέχθη ξένον πρωτήτερα ἀπὸ λόγου μου. Ἀπὸ τοῦτον τὸν τόπον δὲν ἐβγῆκε πτωχὸς καὶ ξένος χωρὶς νὰ ἴδῃ εὐεργεσίαν ἀπὸ λόγου μου. Ἕτοιμος ἤμουν νὰ βοηθῷ πτωχὸν καὶ δυστυχισμένον· εἰς τάς (δικαστικὰς) κρίσεις δὲν ἔκαμα χάριν μήτε εἰς ἰδικόν μου, μήτε εἰς τὸν ἴδιόν μου τὸν υἱόν, ἀλλὰ ἐλάλησα τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τὸ σπήτι μου δὲν ἦλθε ποτὲ καρπὸς ξένος· μάχην καὶ μνησικακίαν ποτὲ μὲ κανέναν δὲν ἔκαμα· διὰ τὰ τέκνα μου δὲν ἐκλαύθη ποτὲ ἄνθρωπος, οὔτε διὰ τὰ ζῷά μου ἔγινε καμμία ἀγωγή, πὼς ἔφαγαν ξένον καρπόν. Ὅσα χωράφια καὶ νὰ εἴχα, πρῶτον ἔδιδα ἄδειαν ὅποιος θέλει νὰ σπείρη καὶ ὅσα ἔμενον ἄσπαρτα ἐκεῖνα ἔσπερνα ἐγώ· δεν ἀφῆκα ποτὲ πτωχὸν νὰ στεναχωρηθῇ ἀπὸ ἄρχοντα, ἀλλὰ τὸν ἐπρόφθανα εἰς τὴν ἀνάγκην του. Ὅσον καιρὸν ἔζησα, δὲν ἐσκανδάλισά κάποιον, οὔτε ἐλύπησα. Μάλιστα εἰς τὰς κρίσεις ποτὲ φιλοπροσωπίαν δὲν ἔκαμα. Αὐτὰ μόνον ἠξεύρω ὁ ἁμαρτωλὸς εἰς τοῦ λόγου μου. Τότε, λοιπὸν, ὅπου ἤκουσε ὁ ἅγιος Παφνούτιος τάς ἀρετὰς τοῦ ἀνθρώπου, ἐφίλησε τὴν κεφαλήν του καὶ τοῦ εἶπεν· «Εὐλόγησέ σε Κύριος ἐκ Σιών, καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλημ». Καλώτατα, τέκνον μου, ὅλα αὐτὰ κατὰ Θεὸν τὰ ἐκατώρθωσες. Τώρα ἕνα καὶ μόνον σοῦ λείπεται, νὰ ἀποκτήσεις τὴν τελειωτάτην γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χρειάζεται κόπον καὶ σήκωμα Σταυροῦ, μὲ τὴν ἄρνησιν τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀκούωντας ταῦτα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου, δὲν ἔβαλε καιρὸν εἰς τὸ μέσον ὁ μακάριος, οὔτε νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ διατάξῃ διὰ τὰ παιδία καὶ σπήτι καὶ πράγματα, μόνον εὐθὺς ἠκολούθησε τὸν μέγα Παφνούτιον εἰς τὴν ἔρημον, ἐπάνω εἰς τὸ ὅρος. Ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς τὸν ποταμὸν καὶ δὲν εὑρέθη κανένα πέραμα νὰ περάσουν, ἐπρόσταξεν ὁ ὅσιος τὸν Πρωτοκόμητα νὰ τὸν ἀκολουθῇ χωρὶς φόβον καὶ ἔτσι ἐμβῆκαν χωρὶς φόβον εἰς ἐκεῖνο τὸ βάθος περιπατοῦντες, διὰ τὸ ὁποῖον βάθος ποτὲ κάποιος δὲν τὸ ἐπέρασε χωρὶς πέραμα. Εἰς αὐτοὺς ὅμως τὸ πλέον βαθύτερον μέρος τοὺς ἦλθεν ἕως εἰς τὴν ζώνην. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασαν, τὸν κατέστησεν εἰς ἕνα σπήλαιον χωριστὸν καὶ μετ’ ὀλίγον καιρόν εἶδεν ὁ θεῖος Παφνούτιος τὴν ψυχὴν τοῦ Πρωτοκόμητος, ὅπου τὸν ἀνέβαζον οἱ Ἄγγελοι εἰς τὸν οὐρανόν, ψάλλοντες καὶ λέγοντες· «Μακάριος ὂν ἐξελέξω καὶ προσελάβου Κύριε. Κατασκηνώσει ἐν ταῖς αὐλαῖς σου». Καὶ οἱ δίκαιοι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐδόξαζον τὸν Θεὸν λέγοντες. «Εἰρήνη πολλὴ εἰς ἐκείνους ὅπου ἀγαποῦν τὰς παραγγελίας σου Κύριε καὶ δεν εἶναι κανένας φόβος εἰς αὐτούς». Καὶ ἐγνώρισεν ὁ θεῖος Παφνούτιος, ὅτι ἦτο ἡ ψυχὴ τοῦ εὐλογημένου καὶ τρισμάκαρος Πρωτοκόμητος. Εἰς τὴν Ἄγκυραν τῆς Γαλατίας ἔτυχα (σημειοῖ ὁ συγγραφεὺς τοῦ «Λαυσαϊκοῦ») τοῦτον τὸν μακάριον Σεβηριανὸν μὲ τὴν σύζυγον αὐτοῦ, μὲ τοὺς ὁποίους ἐσυνωμίλησα καὶ ἔλαβα μεγάλην ὠφέλειαν. Τοῦτοι οἱ τρισμακάριοι διὰ τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, παρέβλεπον καὶ τὰ κατὰ σάρκα τέκνα τους, ἐπειδὴ ὅσα καὶ ἂν ἔπαιρναν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά τους, ὅλα τὰ ἐμοίραζαν εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους. Εἶχον τέσσαρας υἱοὺς καὶ δύο θυγατέρας. Εἰς τὰ ὁποῖα τέκνα τοὺς ἔλεγον αὐτά· Να ἠξεύρετε, ὅτι ἀφ’ οὗ ἀποθάνωμεν ὅ,τι καὶ ἂν ἔχωμεν εἶναι ὅλα ἰδικά σας, πρὸ τοῦ ὅμως κοιμηθῶμεν, εἴμεθα ἐμεῖς κύριοι, καὶ ὅπως θέλομεν θὰ τὰ διαχειριζώμεθα, εἰς Ἐκκλησίας, εἰς Μοναστήρια, εἰς Ξενοδοχεῖα καὶ πτωχοὺς καὶ ἀδυνάτους. Ἔδιδαν, λοιπόν, καθ’ ἑκάστην τὸν πλοῦτόν τους εἰς τοὺς πένητας. Συνέβη δὲ κάποτε νὰ γίνῃ φοβερὰ πεῖνα εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, ὥστε ἀπέθανον πολλοί. Τότε, λοιπόν, ὁ μακαριστὸς Σεβηριανὸς ἤνοιξεν ὅλα του τὰ σιτοδοχεῖα καὶ χωριστὰ μὲ ἀργύρια ἔστειλεν ἀνθρώπους καὶ ἠγόραζεν ἀπὸ μακρυνὰ μέρη σιτάρι καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἔσωσεν πλῆθος πολὺ ἄπὸ τὸν σωματικὸν θάνατον τῆς πείνης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ψυχικὸν θάνατον τῆς αἱρέσεως. Διότι, ὄντες εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη πλεῖστοι αἱρετικοί, βλέποντες τόσην φιλανθρωπίαν καὶ εὐεργεσίαν ἐκ μέρους τοῦ Σεβηριανοῦ, ἐγίνοντο μετὰ χαρᾶς Ὀρθόδοξοι. Ἐκτὸς δὲ τῆς ἐλεήμονος καὶ φιλανθρώπου γνώμης τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ ἀνδρογύνου, περνοῦσαν καὶ ἀσκητικὴν ζωὴν μὲ εὐτελῆ, πτωχικὰ φορέματα, μὲ τροφὴν σκληρὰ καὶ ὀλιγοστήν, ὅσον γιὰ νὰ διατηροῦνται εἰς τὴν ζωήν. Καὶ μετὰ τὸ ἕκτον καὶ τελευταῖον τέκνον τους, περνοῦσαν σωφρόνως ὡς ἀδελφοί. Τὸν περισσότερον καιρὸν τὸν περνοῦσαν εἰς τὰ ἐρημικὰ χωράφια τους, καὶ ἐκεῖ προσηύχοντο ἡσύχως, δοξάζοντες τὸν Θεόν, ὅπου τοὺς ἠξίωσε νὰ ὀνομασθοῦν δοῦλοί Του ἀληθινοὶ μὲ τὰς γλυκυτάτας ἐλπίδας τῆς αἰωνίου μακαριότητος. Τῆς ὁποίας ἂς ἀξιωθῶμεν ὅλοι διὰ τῶν εὐχῶν αὐτῶν. Ἀμήν.

Ὁ Χριστιανὸς, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, διὰ νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν, πρέπει:
α. Μὲ ὅλην του τὴν ψυχὴν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸν καὶ νὰ τηρῇ τὰς ἐντολάς Του. Νὰ ἀγαπᾷ, ὡσαύτως, τὸν πλησίον του, ὅπως τὸν ἑαυτόν του. Διότι ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου». Δηλαδή, «Θὰ μείνητε πιστοὶ εἰς τὴν ἀγάπην μου, ἐὰν τηρήσητε τὰς ἐντολάς μου» (Ἰω. ιε΄, 10). Καί: «Ἐν τοῦτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Δηλαδή: «Ἔτσι θὰ σᾶς ξεχωρίζουν ὅλοι ὅτι εἶσθε μαθηταί μου, ἐὰν ἔχητε ἀγάπην ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον» (Ιω. ιγ΄, 35), β. Νὰ ταπεινώνῃ τὴν ψυχήν του ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ ποτὲ νὰ μὴ ταπεινώνῃ τὸν πλησίον του. Διότι «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (δηλαδὴ, δὲν θὰ καταφρονήσῃ ὁ Θεὸς συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καρδία) (Ψαλμ. ν΄, 19). Νὰ πενθῇ διὰ τὰς ἁμαρτίας του. Νὰ θλίβεται πικρῶς διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ πλησίον. Νὰ χαίρεται ὅταν ὁ πλησίον του εἶναι εὐτυχισμένος, καὶ νὰ μὴ τὸν φθονῇ διὰ τὴν εὐτυχίαν του. Νὰ δέχεται μὲ ὑπομονὴν καὶ νὰ συμβουλεύει μὲ καλοσύνην αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι κατεφέρθησαν ἐναντίον του. Νὰ ἐπιδιώκῃ πάντοτε τὴν ἐκτέλεσιν δικαίων καὶ θεαρέστων ἔργων, τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς καθαρότητος τῆς ψυχῆς. γ. Νὰ αἰσθάνηται εὐσπλαγχνίαν διά τους δυστυχεῖς. Νὰ ἐργάζηται μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις διὰ τὴν εἰρήνην, ὅπως τὴν θέλει ὁ Κύριος· διότι ἔτσι θὰ ὀνομαστῇ υἱὸς τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Ματθ. ε΄, 9). Νὰ μὴ δειλιάζῃ ὅταν

ὑβρίζηται, ὅταν κατηγορῆται, ὅταν κατατρέχηται, ἀκόμη καὶ ὅταν θανατοῦται διὰ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεως εἰς τὸν Θεόν. δ. Νὰ πολεμῇ κάθε αἱρετικὴν διδασκαλίαν καὶ νὰ δέχεται τὴν ὀρθὴν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. ε. Νὰ ἀγαπᾷ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ μὴ μολύνῃ ποτὲ τὴν γλῶσσάν του μὲ τὸ ψεῦδος. Νὰ μὴ κάνη ποτὲ κακὸν εἰς τὸν πλησίον του. στ. Νὰ μὴ κατηγορῇ, νὰ μὴ χλευάζῃ, νὰ μὴ κάμῃ τίποτε ἀπὸ ὅσα ἀπαγορεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. ζ. Νὰ δίδῃ ἐλεημοσύνην, ἔστω καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά του, χωρὶς νὰ ζητῇ ἀπὸ ἄλλους ἐνίσχυσιν διὰ τὴν καλήν του αὐτὴν πρᾶξιν. η. Νὰ ἀνταποδίδῃ εὐχὰς ὅταν τοῦ δίδουν κατάρας. Ἐὰν κᾄποιος τὸν πάρῃ ἀγγαρεία διὰ ἕνα μίλι, νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ δύο (πρβλ. Ματθ. ε΄, 41), δίχως νὰ γογγύζη ἢ νὰ κακολογῇ. Νὰ μὴ ὁρκίζηται ποτέ, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζη τὴν παραγγελίαν τοῦ Κυρίου: (Ματθ. ε΄, 37) Δηλαδὴ «τὸ «ναί» σας νὰ εἶναι ναὶ καὶ τὸ «ὄχι» σας νὰ εἶναι ὄχι». θ. Νὰ ὑμνολογῇ τὸν Θεὸν καὶ νὰ προσεύχηται εἰς Αὐτὸν μὲ κατάνυξιν. ι. Νὰ συλλογίζηται πάντοτε τὸν θάνατον, τὴν μέλλουσαν κρίσιν καὶ τὴν ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ διὰ τὰ ἔργα του. Νὰ συλλογίζηται πάντοτε τὰς ἁμαρτίας του, παρακαλῶν τὸν Θεὸν νὰ τὰς συγχωρήσῃ. ια. Νὰ κάμῃ μὲ ζῆλον καλὲς πράξεις, χωρὶς ὅμως νὰ καυχᾶται δι’ αὐτάς, ὅπως ὁ Φαρισαῖος. ιβ. Νὰ ἀποφεύγῃ τὴν λαιμαργίαν, τὴν μέθην, τὴν ἐπιορκίαν, τὴν ἄσκοπον φλυαρίαν, τὸν φθόνον, τὰς διαμάχας, τὴν κακεντρέχειαν, τὴν πλεονεξίαν, τὴν αἰσχροκέρδιαν, τὴν ὀργήν, τὴν πορνείαν, τὴν μοιχείαν καί, γενικῶς, τὴν ἀσέλγειαν. ιγ. Νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν μαγείαν, νὰ μὴ χρησιμοποιῇ μαγικὰ καὶ νὰ μὴ καταφεύγῃ ποτὲ εἰς μάγους, μάντεις καὶ γητευτάς. Νὰ διατηρῇ δὲ τὸν ἐαυτόν του ἁγνόν, ὥστε νὰ μεταλαμβάνῃ ἀξίως τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. ιδ. Νὰ συντρέχῃ τὰ ὀρφανά, τὰς χήρας καὶ τοὺς ξένους. Νὰ μὴ ἀρνῆται τὴν βοήθειάν του εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὴν χρειάζεται. Νὰ δίδῃ δανεικὰ δίχως τόκον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ ζητεῖ, διότι ὅσα ἔχει τὰ ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ εἰς Αὐτὸν ἀνήκουν. ιε. Νὰ λυπῆται ὡς ψυχικῶς νεκροὺς τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως καὶ νὰ ἀγωνίζηται μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις διὰ τὸν φωτισμόν των. Νὰ φεύγῃ δὲ μακρὰν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐμμένουν εἰς τὴν τύφλωσίν των. ιστ. Νὰ παραμένῃ μὲ σταθερότητα ἀγαθός, εὐσεβής, ἁγνὸς καὶ ἀφοσιωμένος εἰς τὸν Θεόν. Νὰ κατευθύνηται εἰς κάθε του ἐνέργειαν ἀπὸ τὴν ἐνθύμησιν καὶ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, συμφώνως πρὸς τὸ ψαλμικόν: «Προορώμῃν τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός» (Ψαλμ. ιε΄, 8), δηλαδὴ «Βλέπω τὸν Κύριον πάντοτε ἔμπροσθέν μου». ιζ. Νὰ μὴ διατηρῇ μνησικακίαν εἰς τὴν ψυχήν του, ἀλλὰ νὰ συγχωρῇ ἀμέσως ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ πταίει. Διότι ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἂν συγχωρήσητε τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὰ παραπτώματά των, θὰ σᾶς συγχωρήσῃ καὶ σᾶς ὁ ὀυράνιος Πατήρ σας». ιη. Νὰ κρίνῃ μὲ δικαιοσύνην καὶ φόβον Θεοῦ. Νὰ μὴ κατακρίνῃ, νὰ μὴ περιφρονῇ καὶ νὰ μὴ ἐξουδενώνῃ (ἐξευτελίζῃ) τὸν πλησίον διὰ τὰ ἁμαρτήματά του. Διότι ὁ Κύριος εἶπεν: (Ματθ. στ΄, 14) Δηλαδὴ «Μὴ κρίνητε τοὺς συνανθρώπους σας, διὰ νὰ μὴ σᾶς κρίνῃ καὶ σᾶς ὁ Θεός». ιθ. Νὰ σωφρονίζῃ τὸν πλησίον μὲ ἀγάπην. Νὰ ὑπερασπίζῃ τὸν ἠδικημένον. Νὰ προστατεύῃ τὸν ἀδύνατον. Νὰ βοηθῇ τὸν ἀνάπηρον. Νὰ νουθετῇ τὸν παραστρατημένον. κ. Νὰ ἀγαπᾷ τὴν ἀνάγνωσιν πνευματικῶν βιβλίων, τὴν ἀκρόασιν τοῦ θείου λόγου καὶ τὰς ψυχωφελεῖς συζητήσεις. κα. Νὰ τιμᾷ τοὺς γονεῖς του καὶ νὰ μὴ τοὺς κακολογῇ ποτέ. κβ. Νὰ συχνάζῃ εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, αἱ ὁποῖαι τελοῦνται εἰς τὸν ναόν. Νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃ διὰ τὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς κάθε ἐποχήν. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζῇ μὲ τὸν τρόπον τοῦτον, ἔχων διὰ παντὸς τὸν Θεὸν εἰς τὴν καρδίαν του μὲ ἐπίγνωσιν, θὰ κληρονομήσῃ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἡ ὁποία ἔχει ἐτοιμασθῇ διὰ τοὺς ἁγίους ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ κόσμου καὶ τὴν ὁποίαν εὔχομαι νὰ κληρονομήσωμεν ὅλοι μας, διὰ τῆς χάριτος καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις, εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.

Ὁ ἀληθῶς ταπεινὸς χριστιανὸς, κατὰ τὸν ὅσιον Ἐφραίμ τὸν Σύρον:
Λογίζεται τὸν ἑαυτόν του ἁμαρτωλότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ ὅτι τίποτε καλὸν δὲν ἐποίησεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Κατηγορεῖ τὸν ἑαυτόν του πάντοτε, σὲ κάθε τόπον καὶ διὰ κάθε τι. Δὲν κατηγορεῖ ἄλλους. Πιστεύει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐπὶ τῆς γῆς αἰσχρότερος ἀπὸ αὐτὸν ἢ ἁμαρτωλότερος ἢ ἀμελέστερος, ἀλλὰ ὅλους καὶ πάντοτε τοὺς ἐπαινεῖ καὶ τοὺς δοξάζει. Δὲν κρίνει ἢ ἐξουδενώνει ἢ καταλαλεῖ ἄλλους ποτέ. Ὅταν ἐρωτηθῇ καὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ (ὅταν εἶναι ἀνάγκη) ἀποκρίνεται μὲ γαλήνην, μὲ ἡσυχίαν καὶ σπανίως, σὰν νὰ ἀναγκάζεται καὶ νὰ ἐντρέπεται νὰ ὁμιλήσῃ. Δὲν συγκρίνει τὸν ἑαυτόν του μὲ ἄλλους σὲ τίποτε. Δὲν φιλονεικεῖ (δηλαδὴ δὲν λογομαχεῖ καὶ μαλώνει) μὲ κανένα, οὔτε διὰ τὴν πίστιν μας, οὔτε διὰ κάτι ἄλλο· ἀλλὰ ἐὰν ὁ ἄλλος λέγῃ κάτι ὀρθόν, λέγει ναὶ (συμφωνεῖ)· ἐὰν ὁ ἄλλος λέγῃ κᾄτι ἐσφαλμένον, ὁ ταπεινὸς ἀποκρίνεται «σὺ γνωρίζεις». Ἔχει ὑποταγὴν (στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πνευματικόν του) καὶ βδελύττεται (συχαίνεται) τὸ θέλημά του ὡς ὀλέθριον (καταστρεπτικόν). Ἔχει πάντοτε τὸ βλέμμα του ἐστραμμένο πρὸς τὰ κάτω. Ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν του (συνεχῶς εἰς τὸν νοῦν του) τὸν θάνατον. Δὲν ἀργολογεῖ, δὲν ματαιολογεῖ, δὲν ψεύδεται ποτέ. Δὲν ἀντιλέγει εἰς τὸν μεγαλύτερον (κατὰ τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν ἡλικίαν).

Ὑποφέρει τὶς ὕβρεις, τὶς ἐξουδενώσεις, τὶς ζημίες μετὰ χαρᾶς. Μισεῖ τὴν ἀνάπαυσιν καὶ ἀγαπᾷ τὸν κόπον. Δὲν παροξύνει (δηλαδὴ δὲν προκαλεῖ θυμὸν ἢ πίκραν σέ) κανένα, οὔτε πλήττει οἱουδήποτε τὴν συνείδησιν (οὔτε, δηλαδὴ, ταράσσει, σκανδαλίζει, καταπιέζει ἢ προκαλεῖ θλίψι καὶ ἀπόγνωσι σὲ ἄλλους). Εἶναι μακάριος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὰ τὰ γνωρίσματα, διότι ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτὴν τὴν πρόσκαιρον ἔγινεν οἶκος καὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Θεὸς ἐνοίκησε μέσα του, καὶ ἔγινε κληρονόμος τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Προφητεία Ἁγίου Νείλου τοῦ Μυροβλήτου (17ος αἰὼν) περὶ τῶν ἐσχάτων
Κατὰ τὸ 1900 ἔτος, βαδίζοντες πρὸς τὸν μεσασμὸν τοῦ 8ου αἰῶνος, ἄρχεται ὁ κόσμος τοῦ καιροῦ ἐκείνου νὰ γίνεται ἀγνώριστος. Ὅταν πλησιάσῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου, θὰ σκοτισθῇ ἡ διάνοια τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ πάθη τῆς σαρκὸς καὶ θὰ πληθυνθῇ σφόδρα ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀνομία· τότε ἄρχεται ὁ κόσμος νὰ γίνεται ἀγνώριστος. Μετασχηματίζονται αἱ μορφαὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ δεν θὰ γνωρίζωνται οἱ ἄνδρες ἀπὸ τάς γυναίκας διὰ τῆς ἀναισχύντου ἐνδυμασίας (κυρίως αἱ γυναῖκες ἐνδύονται ὅπως οἱ ἄνδρες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει ὁ Θεὸς) καὶ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς (οἱ ἄνδρες μακριὰ μαλλιὰ, αἱ γυναῖκες κοντὰ… Ἀλήθεια, πόσον σπάνιον ἦτο νὰ ἔβλεπες παλαιὰ γυναῖκες νὰ κουρεύουν τὰ μαλλιά τους! Τώρα, ἀκόμη καὶ αἱ ἡλικιωμέναι, τὸ θεωροῦν ἀπαραίτητον…)· οἱ τότε ἄνθρωποι θὰ ἀγριέψουν καὶ θὰ γένουν ὡσὰν θηρία ἀπὸ τὴν πλάνην τοῦ Ἀντιχρίστου. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ σεβασμὸς εἰς τοὺς γονεῖς καὶ γεροντοτέρους, ἠ ἀγάπη θὰ ἐκλείψη, οἱ Ποιμένες τῶν Χριστιανῶν, ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, θὰ εἶναι ἄνδρες κενόδοξοι (ἐκτὸς ἐξαιρέσεων), παντελῶς μὴ γνωρίζοντες τὴν δεξιὰν ὁδὸν (τὴν ἀρετήν) ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν (τὴν ἁμαρτίαν). Τότε θὰ ἀλλάξουν τὰ ἤθη καὶ αἱ παραδόσεις τῶν Χριστιανῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας (σήμερον ὁ οἰκουμενισμὸς καὶ ἡ ἐκκοσμίκευσις ἰσοπεδώνουν πλέον τὴν γνησίαν παράδοσιν καὶ κατὰ Χριστὸν πολιτείαν·· ἡ παγκοσμιοποίησις δὲ ἐξαφανίζει καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ κοσμικὰ ἤθη καῖ ἔθιμα). Ἡ σωφροσύνη θὰ ἀπολεσθῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ βασιλεύσῃ ἡ ἀσωτεία. Τὸ ψεῦδος καὶ ἡ φιλαργυρία θὰ φθάσουν εἰς τὸν μέγιστον βαθμὸν καὶ οὐαὶ εἰς τοὺς θησαυρίζοντας ἀργύρια. Αἱ πορνεῖαι, μοιχεῖαι, ἀρσενοκοιτίαι (δηλαδή ὁμοφυλοφιλία· εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι θεωρεῖται σήμερον, πλέον, «ἔγκλημα» νὰ ὁμιλῇ κανεῖς κατὰ τῆς βδελυρᾶς ταύτης ἁμαρτίας), κλοπαὶ καὶ φόνοι θὰ πολιτεύωνται ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς μεγίστης ἁμαρτίας καὶ ἀσελγείας οἱ ἄνθρωποι θέλουν στερηθῇ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἔλαβον εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα, ὡς καὶ τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεως (τοῦτο τὸ τελευταῖον εἶναι ὄντως φρικτὸν καὶ φαίνεται νὰ ἰσχύῃ πλήρως εἰς τὴν ἐποχήν μας, διότι σήμερον, ὄντες ὀλιγόπιστοι, ἀμελεῖς καὶ ἀκατήχητοι, ἀπωλέσαμε τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεώς μας · πρὶν πράξομε ἢ λογισθοῦμε ὁτιδήποτε δὲν τὸ περνοῦμε ἀπὸ τὸ «φίλτρον» τῆς συνειδήσεως, τὸ ὁποῖον ἀπηχεῖ τὸ θεῖον θέλημα. Διὰ τὴν συντριπτικὴν πλειοψηφίαν τῶν χριστιανῶν τὸ «φίλτρον» εἶναι «ξεχειλωμένον» καὶ δὲν περνᾷ ἀπὸ αὐτὸ τὸ σύνολον τῶν πράξεων καὶ λογισμῶν, ὥστε νὰ «συγκρατηθοῦν» τὰ ἀνομήματα. Συνήθως «συγκρατοῦνται» μόνον μία δύο μεγάλες θανάσιμες ἁμαρτίες. Γιὰ τὸ μέγα πλῆθος τῶν ἄλλων ἁμαρτιῶν οὐδεμία τύψις, οὐδεμία ἀντίστασις · οὐδεὶς ἅγιος λογισμὸς διὰ τὸ ἐὰν εἶναι θεάρεστοι αἱ πράξεις καὶ οἱ λογισμοί μας). Αἱ Ἐκκλησίαι δὲ τοῦ Θεοῦ θὰ στερηθοῦν εὐλαβῶν καὶ εὐσεβῶν Ποιμένων καὶ ἀλλοίμονον τότε εἰς τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ εὑρισκομένους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθοῦν τελείως τὴν πίστιν, διότι δὲν θὰ βλέπουν ἀπὸ κανένα φῶς ἐπιγνώσεως· τότε θὰ ἀναχωροῦν ἀπὸ τὸν κόσμον εἰς τὰ ἱερᾶ Καταφύγια διὰ νὰ εὕρουν ψυχικὴν ἀνακούφισιν τῶν θλίψεών των καὶ παντοὺ θὰ εὐρίσκουν ἐμπόδια καὶ στενοχωρίας. Καὶ πάντα ταῦτα γενήσονται (θὰ γίνουν) διὰ τὸ ὅτι ὁ Ἀντίχριστος θέλει κυριεύσει τὰ πάντα καὶ γενήσεται ἐξουσιαστὴς πάσης τῆς Οἰκουμένης καὶ θὰ ποιῇ τέρατα καὶ σημεῖα κατὰ φαντασίαν, θέλει δὲ δώσει πονηρὰν σοφίαν (σημ. Β. μ.: ἐδῶ, βεβαίως, ὁ ἅγιος ἐννοεῖ πονηρὰν πρόθεσιν καὶ προαίρεσιν, καθ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει πονηρὰ σοφία, κατὰ τὸν σοφὸν Σειρὰχ) εἰς τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον νὰ ἐφεύρῃ, νὰ ὁμιλῇ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον, ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν τῆς γῆς ἕως τὴν ἄλλην, τότε θὰ πέτανται εἰς τὸν ἀέρα ὡς πτηνὰ καὶ διασχίζοντες τὸ βυθὸν τῆς θαλάσσης ὡς ἰχθύες. Καὶ ταῦτα πάντα ποιοῦντες οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι θὰ ζοῦν ἐν ἀνέσει (ἐν ἀνέσει! Νὰ μὴ στερούμεθα τίποτε! Ὅλο καὶ μεγαλύτερα σπίτια, ὅλο καὶ περισσότερα καὶ καλύτερα αὐτοκίνητα, φαγητά, συσκευές, ἔπιπλα, ροῦχα, παιχνίδια… Ὕλη, ὕλη, ὕλη…) μὴ γνωρίζοντες οἱ ταλαίπωραι ὅτι ταῦτά ἐστι πλάνη τοῦ Ἀντιχρίστου. Καὶ τόσον θὰ προοδεύσῃ τὴν ἐπιστήμην ὁ πονηρὸς κατὰ φαντασίαν, ὥστε νὰ ἀποπλανήσῃ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ πιστεύουν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ (μήπως τοῦτο ἐξεπληρώθη διὰ τῆς «θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως» καὶ ἄλλων παρομοίων ἀντιχρίστων θεωριῶν;) Τότε, βλέπων ὁ Πανάγαθος Θεὸς τὴν ἀπώλειαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, θέλει κολοβώσει (μειώσει) τάς ἡμέρας διὰ τοὺς ὀλίγους σῳζομένους, διότι ὁ Ἀντίχριστος θέλει πλανῆσαι εἰ δυνατὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. Τότε αἰφνιδίως θέλει ἔλθῃ ἡ δίστομος ῥομφαία καὶ θὰ θανατώσῃ τὸν πλάνον καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ.

Activity (6)

1 hundred reads|about 1 year ago
Roumeliotis Dimitrios liked this|10 months ago

You're Reading a Free Preview

Download