The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130926110208/http://www.scribd.com/doc/113321212/%CE%9F%CE%9C%CE%97%CE%A1%CE%9F%CE%A3-%CE%99%CE%9B%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%A4%CE%9F%CE%9C%CE%9F%CE%A3-2-%CE%A1%CE%91%CE%A8%CE%A9%CE%94%CE%99%CE%95%CE%A3-%CE%95-%CE%96-%CE%97-%CE%98-%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%91%CE%93%CE%A9%CE%93%CE%97-%E2%80%93-%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%94%CE%9F%CE%A3%CE%97-%E2%80%93-%CE%A3%CE%A7%CE%9F%CE%9B%CE%99%CE%91-%CE%A0%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%93%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%A3
P. 1
ΟΜΗΡΟΣ ΙΛΙΑΣ , ΤΟΜΟΣ 2, ΡΑΨΩΔΙΕΣ Ε-Ζ-Η-Θ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΑΠΟΔΟΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΜΗΡΟΣ ΙΛΙΑΣ , ΤΟΜΟΣ 2, ΡΑΨΩΔΙΕΣ Ε-Ζ-Η-Θ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΑΠΟΔΟΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ratings: 0|Reads: 450|Likes:
Published by didaskaleio


http://didaskaleioellinikotitas.wordpress.com/



http://didaskaleioellinikotitas.wordpress.com/


More info:

Published by: didaskaleio 10 months ago
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ «01 ΕΛΛΗΝΕΣ»

Ο μ η ρο ς

ΙΛΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ

2

Ραψωδίες Ε, Ζ, Η, Θ

Κ Α Κ Τ Ο Σ
88 «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»

Για τη σειρά της Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» ελήφθησαν υπ’ όψιν οι στερεότυπες εκδόσεις Oxford Classical Texts και BSB B.G. Teubner Verlagsgesellschaft καθώς και οι:

— Loeb Classical Library. Cambridge, Massachusetts, H arvard University Press, London, W illiam Heinem ann Ltd. — Les Belles Lettres. Collection des Universites de France, publiee sous le patronage de Γ Association G uillaume Bude. — Tusculum Bücherei. Heimeran Verlag, München. — I poeti greci tradotti da Ettore Romagnoli. Bologna, Nicola Zanichelli editore. — Pubblicazioni dell’ institute universario di magistero di Catania. Serie filosofica. Testi e documenti. — Les auteurs grecs expliques d ’ apres une methode nouvelle par deux traductions franpaises: Γ une litteraire et juxtalineaire presentant le m ot-a-m ot frangais en re­ gard des m ots grecs correspondants, Γ autre corrigee et precedee du texte grec. Paris, Librairie H achette et Cie.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΕΙΡΑΣ

Ο ΔΥ ΣΣΕΑ Σ Χ Α ΤΖΟ Π Ο Υ Λ Ο Σ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΟΥ

Α Θ Η Ν Α Χ Α ΤΖΟ Π Ο Υ Λ Ο Υ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜ Μ ΑΤΕΙΑ 88 ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ 88

ΟΜΗΡΟΣ
Ι Δ Ι Α Σ ΡΑΨΩΔΙΕΣ Ε-Θ
Μ ΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ε ΙΣ Α Γ Ω Γ Η - Σ Χ Ο Λ ΙΑ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΚΑΚ ΤΟ Υ

Κ

Α

Κ

Τ

Ο

Σ

Αποκλειστική ιδιοκτησία © ΚΑΚΤΟΣ 1992 Κάθε τόμος της παρούσας σειράς είναι αυτοτελές έργο, δεκτικό χωριστής εκμετάλλευσης, και πωλείται χωριστά.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ Α Κ Τ Ο Σ ΟΔΥΣΣΕΑΣ Χ Α ΤΖΟΠ Ο Υ ΛΟ Σ & ΣΙΑ Ε.Ε. Π ανεπιστημίου 46, 106 78 Α θήνα Τηλ.: 38.40.524 - 38.44.458, Fax: 33.03.098

C ACTUS E D IT IO N S ODYSSEAS H A TZO PO U LO S & CO 46 Panepistimiou, A thens 106 78 Tel. 38.40.524-38.44.458, Fax: 33.03.098

Π ΙΝ Α Κ Α Σ Π Ε Ρ ΙΕ Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ . . . σελ. 13 Ε ΙΣ Α Γ Ω Γ Η ............................................................ » 19 ΚΕΙΜΕΝΟ - Μ Ε Τ Α Φ Ρ Α Σ Η .............................. »23 ΣΧΟΛΙΑ.................................................................... »217

Ολόκληρη η αρχαιότητα παραδέχεται την ύπαρξη του Ομηρου. Για το βίο του Ομήρου διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας οκτώ βιογραφίες και πολλοί μύθοι, θρύλοι και εικασίες. Απο τις βιογραφίες αυτές σπουδαιότερες είναι εκείνες που αποδίδονται στον Ηρόδοτο, στον Πλούταρχο, στον Πρόκλο κ.ά. Ομόφωνα η παράδοση αναφέρει ως αρχικό όνομα του Ομήρου το Μ ιλησιγενης (ή Μ ιλησιγενης). Από το όνομα αυτό σχηματίστηκε αργότερα το όνομα Μ ελις, το οποίο έφε­ ρε ο υποτιθέμενος πατέρας του Ομήρου και το οποίο ταυτί­ ζεται με τον ποταμό Μέλητα, που βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη" από αυτό το γεγονός ξεκίνησαν οι αξιώσεις της Σμύρνης να θεωρείται πατρίδα του ποιητή, περισσότερο από άλλες πόλεις. Γιατί σχετικά με την καταγωγή του ποιητή φιλονικούσαν πολλές πόλεις, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν εφτά, όπως μαθαίνουμε από το γνωστό επίγραμμα: 'Ε πτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν 'Ομήρου Σμύρνη, Χ ίος, Κολοφών, 5Ιθάκη, Π νλος, ’ ργος, Άθήναι. Ά Εκτός από τη Σμύρνη, τις μεγαλύτερες αξιώσεις στην αρχαιότητα σχετικά με την καταγωγή του ποιητή είχε η Χιος, οπως μας λέει γ ι’ αυτήν ο ποιητής Σιμωνίδης, επειδή στο νησί αυτό άκμασε το γένος των 'Ομηριδών. Οι Ομηρίδες ήταν οι απόγονοι του Ομήρου, και έργο τους ήταν ν’ απαγ­ γέλλουν τα ποιήματα του προγόνου τους. Θεωρούνταν λοιπόν ο ποιητής Χίος και μάλιστα τυφλός αοιδός, που καθόταν σε βράχο και απήγγελλε τα ποιήματά του. Τις δικαιότερες όμως απαιτήσεις από την αρχαιότητα γινόταν παραδεκτό ότι είχε η Σμύρνη. Α σχετα όμως με όλα

15

ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

αυτά, η μικρασιατική παραλία, και μάλιστα το τμήμα της στο οποίο έζησαν Αιολείς και Ίωνες, δηλαδή η παραλία Σμύρνης Ερυθρών - Φωκαίας και η απέναντι Χίος, υπήρξε η κοιτίδα του ελληνικού έπους. Έ τσ ι εξηγείται και η ανάμειξη μέσα στο έπος ιωνικών και αιολικών γλωσσικών στοιχείων. Όλες αυτές οι έριδες δήλωναν ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο με το όνομα Όμηρος και μάλιστα πρόσωπο σημαντικής σπουδαιότητας. Το όνομα "Ομηρος ετυμολογήθηκε από την αρχαιότητα με πολλούς τρόπους, και ο καθένας έπλασε και σχετικό μύθο για τη δικαιολόγηση της ετυμολογίας του. Έ τσ ι ο Έφορος ο Κυμαίος παράγει το όνομα από το μη ορών, ακολουθώντας το σχετικό μύθο ότι ο ποιητής ήταν τυφλός. Αλλη ετυμολογία υποστηρίζει ότι ο ποιητής ή ο πατέρας του είχε δοθεί ως όμηρος (διά τώ τον πατέρα ομηρον αύτώ δοθήναι υπό Κ υ­ πρίων Πέρσαις), όπως αναφέρεται στον Ψευδοπλούταρχο ( ' Ομηρου βίος). Επίσης έγιναν και άλλες ετυμολογίες (νε­ ότερες) από το όμοϋ+ εί'ρω, όμοείρω, όμον + αίρω κλπ. Στην εποχή μας γίνεται παραδεκτή η ετυμολογία του ονόμα­ τος από το όμοϋ + άραρίσκω (συνδέω). Για τη ζωή και την τύχη του Ομήρου πλάστηκαν πολλοί μύθοι, τους οποίους δεν αξίζει ν’ αναφέρουμε. Ακόμη πλάστη­ κε και ο μύθος για τον αγώνα Ομήρου και Ησιόδου, κατά τον οποίο ο ποιητής νικήθηκε από τον Ησίοδο, γεγονός το οποίο πρέπει ν’ απορριφθεί, επειδή οι δύο ποιητές δεν ήταν σύγχρο­ νοι. Η επικρατούσα παράδοση είναι ότι ο ποιητής πέθανε στην Ίο, όπου δεν μπόρεσε να λύσει το αίνιγμα που του έθεσαν οι ψαράδες: οσσ’ ελομες λίπόμεσθ’ οσσα ούχ εξομεν φερόμεσθα (πρόκειται για τις ψείρες). Και για το χρόνο κατά τον οποίο έζησε ο ποιητής υπήρχε' στην αρχαιότητα αμφιβολία. Ο Κράτης ο Μαλλώτης υπολο­ γίζει ότι ο Όμηρος έζησε εξήντα χρόνια μετά τα Τρωικά, ενώ ο Ερατοσθένης τοποθετεί την ακμή του Ομήρου 100 χρόνια μετά τα Τρωικά και 20 μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών (Δωριέων). Πιο ακριβής είναι ο Θουκυδίδης, ο οποίος παρα­ δέχεται ότι ο Όμηρος έζησε πολλώ νστερον των Τρωικών (1, Σπουδαίας σημασίας είναι η αναφορά του Ηροδότου (Β, 53) ο οποίος θεωρεί σύγχρονους τον Όμηρο και τον Ησίοδο και αναφέρει ότι έζησαν και οι δύο τετρακόσια χρόνια πριν
3 ) ·

16

ΟΜ ΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

απ’ αυτόν — 'Ησιόδου γάρ καί 'Ομηρον ηλικίαν τετρακόσοισι έ'τεσι δοκεω μ ον πρεσβυτ ερονς γενεσθαι και ον πλεοσι. Την άποψη αυτή του Ηροδότου, τη σχετική με τη χρονολό­ γηση του Ομήρου (8ο π.Χ . at.), αποδέχεται xat σήμερα η επιστήμη, όχι όμως και το σύγχρονο του Ομήρου με τον Ησίοδο, αφού θεωρεί ότι ο Ησίοδος έζησε πολύ μεταγενέστε­ ρα από τον Όμηρο. Το έργο του Ομήρου Στον Όμηρο από την αρχαιότητα εκτός από την Ίλιά δα και την 'Οδνσσεια αποδίδονταν και πολλά άλλα έργα, όπως Βατραχομνομαχία, 'Ο μηρικοί " Υμνοι, Θηβαΐς, Κύπρια ’Έ π η , Ε π ίγο νο ι, Μ αργίτης και άλλα. Ή δη όμως από την αρχαιό­ τητα υπήρχαν επιφυλάξεις, όπως από τον Ηρόδοτο: ούχ 'Ομήρω τα Κ νπρια έπη εστί. Ό μω ς μετά από πολλές αμφι­ ταλαντεύσεις, έρευνες και μελέτες στο ύφος και στην τεχνική του Ομήρου, η σημερινή έρευνα αποδίδει στον Όμηρο μονο την ’Οδύσσεια και την Ίλ ιά δ α με ορισμένες επιφυλάξεις βέβαια σχετικά με την 5Οδνσσεια από λίγους ερευνητές. Φαίνεται ότι πολύ παλιά τμήματα της Ίλιά δο ς και της Ό δυσσείας κυκλοφορούσαν μεταξύ των αοιδών και κατα τμήματα (Δολώνεια κλπ), μέχρις ότου ο Λυκούργος, ο νομοθέτης της Σπάρτης, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Βίος Λνκούργον), αφού πήγε στην Ιωνία, άθρόαν πρώ τος εις την Ε λλά δ α εκόμισε την 'Ομηρον ποίησιν, κι αργότερα ο Πεισίστρατος σνναγαγών άπεφηνε την Ίλ ιά δ α και την ’Ο­ δύσσειαν. Ο Πεισίστρατος συνήγαγε τα ομηρικά ποιήματα τον 4ο π.Χ . αιώνα. Τα ομηρικά ποιήματα μετά απο πολλές επεξεργασίες ιδίως από τους Αλεξανδρινούς (Αριστοφάνη, Ζηνόδοτο, Αρίσταρχο) και μετά από πολλές διορθώσεις κατα τους νεότερους χρόνους, είναι αυτά που έχουμε εμείς σήμερα. Κυρίως οι δύο σχολές της αρχαιότητας, της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου, ασχολήθηκαν κατ’ εξοχήν με τα ομηρικά έπη. Δεν έλειψαν και από την αρχαιότητα μερικοί που αμφισβη­ τούσαν κατά πόσο ο Όμηρος έγραψε και την 5Ιλιάδα και την ’Οδνσσεια. Έ τσ ι υπάρχουν οι λεγόμενοι χω ρίζοντες, ο Ξένων και ο Ελληνικός, οι οποίοι υποστήριζαν μη είναι ' Ομηρον την 'Οδύσσειαν και την Ίλιά δα . Εναντίον αυτών αντεπεξήλθε ο Αρίσταρχος το πρός Ξενώνα παράδοξον, καταπολεμώντας τη γνώμη ότι η ’Οδύσσεια δεν είναι έργο του Ομήρου. Έ τσ ι,

17

ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

όπως φαίνεται, το λεγόμενο «ομηρικό ζήτημα» αρχίζει από τους αλεξανδρινούς χρόνους. Όμως το καθαυτό ομηρικό ζή­ τημα έθεσε ο Βόλφ στους νεότερους χρόνους (Προλεγόμενα στον Ό μηρο, 1795) χρησιμοποιώντας τα πορίσματα του Γάλ­ λου Αββά Ν τ’ Ωμπινιάκ —χωρίς μάλιστα να τον αναφέρει — ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη του Ομήρου. Μετά από πολλές φάσεις το ομηρικό ζήτημα σήμερα, αφού πέρασε από τους κριτές και τους αναλυτικούς, κατέληξε στους λεγάμενους νεοαναλυτικούς, οι οποίοι παραδέχονται την ύπαρξη του Ομή­ ρου. Η πρώτη, η πρωταρχική, έκδοση του Ομήρου έγινε στη Φλωρεντία το 1488 από τον Έλληνα Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, σε δύο τόμους. Αργότερα, το 1504, ο Αλδος Μανούτιος εξέ­ δωσε τη λεγάμενη Aldina έκδοση του Ομήρου, επίσης σε δύο τόμους.

18

ΕΙΣΑ ΓΩ ΓΗ

Η Ίλ ιά ς του Ομήρου αποτελείται από 15.692 στίχους σε δακτυλικό εξάμετρο. Ό μ ω ς το έργο, παρ’ ότι συνδέεται άμεσα με τον Αχιλλέα, δεν ονομάζεται Α χιλλη ις αλλά Ίλ ιά ς, από την πόλη ’Ίλιον (Τροία), γύρω από την οποία, εξελίσσεται. Η υπόθεση του έπους είναι ένα μικρό επεισόδιο, που συνέβη στο δέκατο έτος του Τρωικού πολέμου, σε εποχή που οι Έλληνες πολιορκούσαν στενά την πόλη του Πριάμου. Η όλη υπόθεσή της εξελίσσεται σε 52 ημέρες, από τις οποίες πιο σημαντικές είναι τέσσερις ημέρες (A, Β -Η , Α -Σ , Τ-Χ ) και τρεις νύχτες (IΚ, Σ , Ω). Το θέμα είναι απλό- υπόθεση της Ίλιά δος δεν είναι ο Τρω­ ικός πόλεμος αλλά ο θυμός του Αχιλλέα. Ο Αγαμέμνονας και ο Αχιλλέας φιλονικούν και ο Αχιλλέας αποσύρει το στρατό του από τη μάχη, με αποτέλεσμα ν’ αναθαρρήσουν οι Τρώες και να προξενήσουν μεγάλη συμφορά στους Έλληνες, τους οποίους νικούν. Ό μω ς ο Αχιλλέας μετά το θάνατο του Πατρόκλου ξαναμπαίνει στη μάχη και αναγκάζει τους Τρώες να κλει­ στούν μέσα στα τείχη, αφού σκότωσε το σπουδαιότερο ήρωά τους, τον Έκτορα. Το ποίημα γενικά αρχίζει μέσα σε ατμό­ σφαιρα δυσφορίας και στενοχώριας. Από τους Γραμματικούς της Αλεξάνδρειας, η Ίλ ιά ς διαιρέθηκε σε 24 ραψωδίες σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο (ΑΩ). Η πρώτη ραψωδία χρησιμεύει ως εισαγωγή σε ολόκληρο το έπος, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αρχίζει από τη Β και φτάνει μέχρι τη I ραψωδία. Σε αυτο το

19

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

τμήμα, στο οποίο έχουμε την αποχή του Αχιλλέα, οι Αχαιοί δίνουν μάχες με τους Τρώες, στις οποίες άλλοτε νικούν και άλλοτε νικιούνται, και στο τέλος κινδυνεύουν να καταστραφούν, γιατί οι Τρώες μπήκαν μέσα στο στρατόπεδο των Α­ χαιών. Με τη ραψωδία I έχουμε διακοπή της μάχης και παρακο­ λουθούμε τους ρητορικούς λόγους της πρεσβείας, η οποία ικε­ τεύει τον Αχιλλέα να μπει στη μάχη. Η ραψωδία I βρίσκεται μεταξύ του πρώτου και δεύτερου μέρους και αποτελεί δείγμα της καταπληκτικής τέχνης του Ομήρου, ο οποίος την παρενέ­ βαλε σαν γέφυρα για το δεύτερο μέρος, το οποίο αρχίζει από τη ραψωδία Κ και τελειώνει στην Τ. Σ ’ αυτό το μέρος περιγράφονται οι μάχες που δίνουν οι Αχαιοί με τους Τρώες, και συνήθως νικιούνται, μέχρις ότου ο Έκτορας, αφού σκοτώσει τον Πάτροκλο, θ’ απειλήσει το στρατόπεδο των Ελλήνων. Μ’ αυτό τον τρόπο ταπεινώνονται οι Έλληνες και πραγματοποιεί­ ται η υπόσχεση του Δία προς τη Οέτιδα για την ικανοποίηση του Αχιλλέα' συνεπώς ο θάνατος του Πατρόκλου γίνεται η αιτία να ξαναγυρίσει ο Αχιλλέας στη μάχη. Μ’ αυτό τον αρι­ στοτεχνικό τρόπο ο ποιητής ξαναφέρνει τον Αχιλλέα στη μάχη. Έ τσ ι μπαίνουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της Ίλιά δος, το οποίο εξελίσσεται από τη ραψωδία Τ μέχρι το τέλος. Στο μέρος αυτό έχουμε τη λύση της υπόθεσης του έπους. Εδώ γίνεται η τελική μάχη, κατά την οποία ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, τον περιφέρει νεκρό πίσω από το άρμα και παραδίδει το πτώμα στο γέρο Πρίαμο- το έπος τελειώνει με την ταφή (καύση) του Έκτορα. Η ενότητα της Ίλιάδος, η οποία γίνεται φανερή από τη σύνθεσή της, που προδίδει πλοκή πάρα πολύ τεχνική, καθώς και αρμονική και καλλιτεχνική διάταξη της ύλης, μαρτυρεί θαυμάσια οικονομία, την οποία θα μπορούσε να επιτύχει μόνο ένας μεγάλος ποιητής, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο Όμηρος. Τα διάφορα τμήματα της Ίλιάδος συνδέονται μετα­ ξύ τους με θαυμάσιο σχέδιο, το οποίο προέρχεται από μία βασική ενότητα που τα τμήματα της συνδέονται συνειδητά και έντεχνα. Γίνεται λοιπόν αναμφισβήτητη η βασική ενότητα

20

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

της Ίλιάδος, γιατί το έπος εξελίσσεται γύρω από ένα μόνο γεγονός, την οργή του Αχιλλέα {μήνις Ά χιλλέω ς). Έ τσ ι αναφέρεται ο τρόπος της γένεσης της οργής, οι κύριες φάσεις της, τα άμεσα και συνταρακτικά αποτελέσματά της και τέλος ο τρόπος κατάπαυσής της. Εκπληρώνεται, κατά συνέ­ πεια, η βουλή του Δία, ικανοποιούνται ο Απόλλωνας και ο Χρύσης (ο οποίος παίρνει πάλι την κόρη του), και ο Αχιλλέας επανέρχεται στη μάχη. Και όλα αυτά μετά από πολλές μάχες και σκοτωμούς, κατά τους οποίους ο Αχιλλέας άλλοτε είναι παρών και άλλοτε απών. Πάντοτε όμως η απουσία του είναι σημαντική και η παρουσία του σωτήρια. Το ότι ο Αχιλλέας σκοτώθηκε δεν αναφέρεται στην Ίλιάδα. Από τα κύρια χαρακτηριστικά της Ίλιά δος θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη μεγάλη συμμετοχή των θεών στα δρώμενα, με αποτέλεσμα το έπος να αποπνέει μεγάλη θρησκευτικότητα, αφού οι θεοί παρεμβαίνουν στις διαφωνίες των ισχυρών προ­ σώπων. Ο Απόλλωνας υπακούοντας στον αδικημένο Χρύση και ο Δίας στον Αχιλλέα στέλνουν λοιμό στους Αχαιούς. Πρέ­ πει και οι δυο να ικανοποιηθούν. Και όλα αυτά γίνονται αβίαστα, με άρτιο αρχιτεκτονικό σχέδιο, σχετικά με την πλοκή του μύθου γύρω από την οργή του Αχιλλέα, και κάτω από τη βουλή του Δία. Κάθε μέρος της Ίλιά δος έχει αρτιότητα και τίποτα δεν είναι ξένο και μοναχό μέσα σ’ αυτή. Και παρ’ ότι κάθε μέρος έχει τη δική του δομή, ως προς τη μορφή και το περιε­ χόμενό του, όμως το ολοκληρωμένο νόημά του το παίρνει μέσα στο γενικό πλαίσιο του έργου. Όλα αυτά δείχνουν την προσωπικότητα του ποιητή και πιστοποιούν ότι ο ποιητής της Ίλιά δος είναι ένας. Οι ήρωες του έπους είναι αληθινοί άνθρωποι, αγαπούν την πατρίδα τους, είναι γενναίοι, έχουν υψηλό φρόνημα, είναι ευ­ σεβείς, πολλές φορές είναι ορμητικοί και κάποτε ιδιοτελείς και στο έπακρο φιλόδοξοι. Αγαπούν τους οικείους τους, αγαπούν επίσης τις τιμές και τον πλούτο και δεν αρνούνται τις τέρψεις και τις απολαύσεις της ζωής. Καθένας απ’ αυτούς έχει τη δική του προσωπικότητα και κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα, οπως συμβαίνει με τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα, τον Αγαμέμνονα ή

21

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

τον Νέστορα. Οι νέοι είναι ορμητικοί και παράφοροι, οι μεγα­ λύτεροι σώφρονες και συνετοί, όχι όμως σπάνια επίμονοι και σκληροί. Πολλοί απ’ αυτούς, ιδίως οι νέοι, είναι ωραίοι, με δυνατό σώμα και λεβέντικη κορμοστασιά. Σαφώς επίσης δια­ γράφονται από τον ποιητή και οι γυναικείες μορφές, όπως η Ελένη, η Εκάβη, η Ανδρομάχη κλπ. Το έργο ως επικό δημιούργημα στηρίζεται στην αφήγηση, αλλά παρεμβάλλονται πολλοί λόγοι (ρητορικοί) και η διήγηση έχει απαράμιλλο κάλλος. Το ύφος της Ίλιάδος έχει μεταπτώ­ σεις, αφού εναλλάσσονται ο πλούτος του ύφους, η μεγαλοπρέ­ πεια, η επιβλητικότητα, η συντομία, το στομφώδες, το απλό, το απέριττο, το τρυφερό και το ήρεμο.

22

Κ Ε ΙΜ Ε Ν Ο -Μ Ε Τ Α Φ ΡΑ ΣΗ

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΤΗ Σ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Ε (Έ μμετρος ) Ei, βάλλει Κνθερειαν Άρηά τε Τνδέος υιός. ( Π εζή ) Δ ιομήδους αριστεία. ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗ Σ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Ε Κ ατά τον άρχαΐον «παραφραστήν». Διομήδης, ’ θήνας αύτω συλλαμβανομένης, αριστεύει και Α πολλούς αναιρεί των πολεμίων. Τιτρώσκει δε Αφροδίτην κατά τής χειρός και ’ ρεα κατά τοϋ κενεώνος. Αινείαν δέ Ά πληγέντα ν π ’ αυτοϋ λίθω, Απόλλων διασώζει. Τληπόλεμος δέ υπό Σαρπηδόνος αναιρείται. Τω δέ ό Ζευς επιπλήττει' ίαται δέ αυτόν Παιήων ό των θεών ιατρός.

24

Ε Π ΙΓΡΑ Φ Ε Σ ΤΗ Σ ΡΑΨ Ω ΔΙΑΣ Ε ( 'Ε μ μ ε τρ η ) Έψιλον, ο γιος του Τυδέα χ τυ π ά την Α φροδίτη και τον Άρη. (Π εζή ) Η αριστεία του Διομήδη. Υ Π Ο Θ Ε Σ Η ΤΗ Σ ΡΑΨ Ω ΔΙΑΣ Ε Κ α τά τον αρχαίο «πα ρα φ ρα σ τή » . Ο Διομήδης με τη συμπαράσταση τη ς Α θηνάς διακρίνεται στη μάχη και σκοτώνει πολλούς εχθρούς· τραυμ ατί­ ζει όμως την Α φροδίτη στο χέρι και τον Άρη στην κοιλιά. Τον πληγω μένο από τον Διομήδη Α ινεία σ ώ ζει ο Α πόλλω ­ νας. Ο Τληπόλεμος φονεύεται από τον Σ αρπηδόνα. Ο Δίας τον επ ιπ λ ή ττει- τον θεραπέυει ο Π αιήων, ο γιατρός των θεών.

25

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

Έ νθ’ αν Τυδεΐδη Δ ιομηδεϊ Παλλάς Άθηνη δώκε μένος καί θάρσος, ί'ν ’ εκδηλος μετά πασιν Αργείοισι γένοιτο ίδέ κλέος έσθλόν άροιτοδαΐέ οί εκ κόρνθός τε καί άσπίδος άκάματον πυρ άστέρ ’ όπωρινω έναλίγκιον, ος τε μάλιστα λαμπρόν παμφαίνησι λελονμένος Ώκεανοϊο' το ιόν οί πυρ δαΐεν άπό κράτος τε και ώμων, ώρσε δέ μιν κατά μέσσον οθι πλεΐστοι κλονέοντο. Ή ν δέ τις εν Τρώεσσι Δάρης άφνειός άμύμων ίρενς Ήφαίστοιο' δνω δέ οί υίέες ήστην Φηγενς Ίδαΐός τε μάχης εν είδατε πάσης. το') οί άποκρινθέντε έναντίω όρμηΟητην τώ μέν άφ ’ ϊπποιιν, ο δ ’ άπό χθονός όρνυτο πεζός, οΐ δ ’ ότε δη σχεδόν ήσαν ε π ’ άλληλοισιν ίόντες Φηγενς ρα πρότερος προΐει δολιχόσκιον έγχος' Τυδεΐδεω δ ’ υπέρ ώμον άριστερον ηλνθ’ άκωκη έγχεος, ονδ’ έβα λ’ αυτόν ο δ ’ ύστερος όρνυτο χαλκω Τνδεί'δης' τον δ ’ ονχ άλιον βέλος έκφνγε χειρός, ά λλ’ έβαλε στήθος μεταμάζιον, ώσε δ ’ ά φ ’ 'ίππων. Ίδαΐος δ ’ άπόρονσε λιπών περικαλλέα δίφρον, ουδ’ έτλη περιβήναι άδελφειοϋ κταμένοιο· 20 15 10 5

26

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

Τ ότε πάλι η Π αλλάδα Αθηνά έδωσε ανδρεία και θάρρος στο γιο του Τυδέα, τον Δ ιομ ήδη1, για να αποδειχτεί υπέ­ ροχος μεταξύ όλων των Α ργείων και γ ια να λάβει ωραία δόξα- του άναβε από την περικεφαλαία και την ασπίδα ακατάπαυστο πυρ, όμοιο με το φθινοπωρινό2 αστέρι, όταν αυτό φ έγγει πολύ λαμπρά, κι όταν έχει λουστεί στον ωκεανό3. Τ έτοια φ ω τιά του άναβε από την κεφαλή και τους ώμους κι αφού τον ξεσήκωσε τον έστειλε στο μέ­ σον, όπου πάρα πολλοί συνταράσσονταν. Τ πήρχε δε μεταξύ των Τρώ ω ν κάποιος Δάρης, πλού­ σιος ευγενής, ιερέας του Ή φ α ισ το υ ' αυτός είχε δυο γιους, τον Φ ηγέα και τον Ιδαίο, που ήταν πάρα πολύ έμπειροι σε κάθε είδος μ ά χη ς' αυτοί, αφού αποχω ρίστηκαν, όρμησαν εναντίον του" αυτοί μεν από το άρμα, εκείνος δε κ άτω , από τη γη, πεζός ορμούσε εναντίον τους. Ό τ α ν αυτοί πια ήταν κοντά ερχόμενοι ο ένας εναντίον του άλλου, τότε ο Φ υγέας πρώ τος έριξε το μακρύ δόρυ" πέρασε δε η αιχμή του δόρατος πάνω από τον ώμο του Τυδείδη και δεν τον πέτυ χε' αυτός δε ο Τυδείδης δεύτερος έκανε επίθεση με το χάλκινο δόρυ' το δόρυ δε δεν έφυγε μάταια από το χέρι του, αλλά π έτυχε το στήθος μεταξύ τω ν μαστώ ν4 και τον γκρέμισε κάτω από το άρμα. Ο δε Ιδαίος πήδησε προς τα πίσω αφού εγκατέλειψε τον ωραιότατο δίφρο, αλλά δεν τόλμησε να προστατεύσει τον αδελφό του που σκοτώ θηκε' για τί ούτε

27

ΟΜΗΡΟΣ

ουδέ γάρ ουδέ κεν αυτός νπέκφυγε κηρα μέλαιναν, ά λλ’ Ή φαιστος έρυτο, σάωσε δέ νυκτί καλύψας, ώς δη οί μη πάγχυ γέρων άκαχήμενος εΐη. ίππους < έξελάσας μεγάθυμου Τνδέος υιός 5’ δώκεν έταίροισιν κατάγειν κοίλας επί νήας. Τρώες δέ μεγάθυμοι έπεί ίδον υίε Δ άρητος τον μέν άλευάμενον, τον < κτάμενον παρ ’ οχεσφι, 5ε πασιν όρίνθη θυμός· άτάρ γλαυκώπις Αθήνη χειρός έλονσ ’ έπέεσσι προσηυδα θοϋρον Ά ρηα ■ “ ~Αρες Άρες βροτολοιγέ, μιαιφόνε, τειχεσιπλητα, ονκ αν δη Τρώας μέν έάσαιμεν και ’ χαιούς Α μάρνασθ’, όπποτέροισι πατήρ Ζευς κϋδος όρέξη, νώ ϊ δέ χαζώμεσθα, Δ ιός δ ’ άλεώμεθα μηνιν;” * είποϋσα μάχης έξήγαγε θοϋρον Αρηα· Ως τον μέν έπειτα καθεΐσεν ε π ’ ήϊόεντι Σκαμάνδρω, Τρώας δ ’ έκλιναν Δαναοί· έλε δ ’ άνδρα έκαστος ηγεμόνω ν πρώτος δέ άναξ άνδρών Αγαμέμνων άρχόν Αλιζωνων Όδίον μέγαν έκβαλε δίφρου· πρωτω γάρ στρεφθέντι μεταφρένω έν δόρυ πηξεν ώμων μεσαηγύς, διά δέ στήθεσφιν έλασσε, δουπησεν δέ πεσών, άράβησε δέ τε ΰ χ ε’ ε π ’ αυτώ. Ίδομενεύς δ ’ άρα Φαιστόν ένήρατο Μήονος υιόν Βωρου, ος έκ Τάρνης έριβώλακος είληλονθει. τον μέν άρ’ Ίδομενεύς δουρικλντός έ γ χ ε ϊ μακρω νύξ’ ίππων έπιβησόμενον κατά δεξιόν ώ μον ήριπε δ ’ έξ όχέων, στυγερός δ ’ άρα μιν σκότος είλε. Τον μέν άρ’ Ίδομενήος έσύλευον θεράποντες· 45 40 35 30 25

28

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

κι αυτός θα απέφευγε τη μαύρη μοίρα. Α λλά ο Ή φ α ισ τος τον προφύλαξε, τον έσωσε, αφού τον κάλυψε με σκότος, για να μην είναι ο γέρος του τελείω ς λυπημένος5. Ο δε γιος του μεγαλόψυχου Τυδέα, αφού πηρε τους ίππους, τους έδωσε στους συντρόφους του για να τους οδηγήσουν κάτω στα κοίλα πλοία. Οι δε μεγαλόψυχοι Τ ρ ώ ες, όταν είδαν τους γιους του Δ άρητα, τον μεν ένα να τρ έπ ετα ι σε φυγή τον δε άλλον να κείται νεκρός κοντά στο άρμα, ολων η καρδιά τα ρ ά χτη κ ε- η δε γαλανομάτα Α θηνά, αφού τον έπιασε από το χέρι, έλεγε στον ορμητικό Άρη. «Αρη, Αρη, που καταστρέφεις τους ανθρώπους, αιμοβόρε, που προσβάλλεις τα τείχη, δεν θα αφήσουμε τώρα τους Τρώες και τους Α χαιούς να μάχονται γ ια να δούμε σε ποιους από τους δυο ο πατέρας Δίας θα δώ σει δόξα; Ε μείς δε ας απομακρυνόμαστε κι ας αποφεύγουμε την οργή του Δία». Έ τσ ι αφού είπε, έβγαλε έξω από τη μ άχη τον ορμητικό Άρη και τον έβαλε έπειτα να καθίσει κοντά στον Σ κάμανδρο που έχει ψηλές όχθες6, τους δε Τ ρώ ες τους έτρεψαν σε φυγή οι Δαναοί- καθένας δε από τους αρχηγούς σκότωσε άντρα, πρώ τος δε ο βασιλιάς των αντρών ο Αγαμέμνονας τον αρχηγό τω ν Α λιζώ νω ν7, το μεγάλο Οδίο, τον έριξε έξω από το δίφρο, επειδή όταν ο πρώ τος έκανε στροφή του έχωσε το δόρυ στη ράχη μεταξύ τω ν ώ μω ν, και το πέρασε μέσα από το στήθος. Έ π ε σ ε δε κάτω αυτός κι έκανε κρότο, και τα όπλα πάνω του βρόντηξαν. Ο Ιδομενέας δε επιπλέον σκότωσε τον Φ αίστο, το γιο του Βώρου από τη Λ υδία, που είχε έρθει από την εύφορη Τάρνη8. Αυτόν λοιπόν ο ξακουστός στο δόρυ Ιδομενέας, τη στιγμή που επρόκειτο να ανεβεί στο άρμα, τον τρύπησε με το μακρύ δόρυ στο δεξιό ώμο, έπεσε δε από το άρμα κι αμέσως τον κυρίευσε φριχτό σκοτάδι. Αυτόν μεν έπειτα οι υπηρέτες9 του Ιδομενέα τον απο-

29

ΟΜΗΡΟΣ

υιόν δέ Στροφίοιο Σκαμάνδριον αϊμονα θήρης Άτρε'ιδης Μενέλαος έ λ ’ έ γ χ ε ϊ όξνάεντι έσθλόν Οηρητήρα' δίδαξε γάρ Ά ρτε μις αυτή βάλλειν άγρια πάντα, τά τε τρέφει ουρεσιν νλη ■ άλλ ’ ον οι τότε γε χραϊσμ ’ Ά ρτε μις ίοχέαιρα, ουδέ έκηβολίαι ήσιν το πριν γ ’ έκέκαστο· αλλά μιν Λτρεΐδης δουρικλειτός Μενέλαος πρόσθεν έθεν φενγοντα μετάφρενον οΰτασε δουρι ώμων μεσσηγνς, διά δέ στήθεσφιν έλασσεν, ήριπε δέ πρηνής, άράβησε δέ τε ν χ ε ’ ε π ’ αντω. Μηριόνης δέ Φέρεκλον ένήρατο, τέκτονος νίόν Άρμονίδεω, δς χερσιν έπίστατο δαίδαλα πάντα τενχε ιν' έξοχα γάρ μιν έψίλατο Παλλάς Άθήνη' δς και ’ λεξάνδρα) τεκτήνατο νήας έισας Α άρχεκάκους, αΐ πασι κακον Τρώεσσι γενοντο οί τ ’ αντω, έπε'ι ον τι θεών εκ θέσφατα ήδη. τον μέν Μηριόνης δτε δη κατέμαρπτε διώκων βεβλήκει γλουτόν κατά δεξιάν ή δέ διαπρό αντίκρυ κατά κνστιν νπ ’ όστέον ήλυθ ’ άκωκή' γνύξ δ ’ έριπ ’ οίμώξας, θάνατος δέ μιν άμφεκάλυψε. Πήδαιον δ ’ άρ ’ έπεφνε Μ έγης Άντήνορος νίόν ος ρα νόθος μέν έην, πιίκα ό ’ έτρεφε δία Θεανώ ίσα φίλοισι τέκεσσι χαριζομένη πόσεϊ ώ. τον μέν Φνλεΐδης δουρι κλυτός έγγνθεν ελθών βεβλήκει κεφαλής κατά ίνίον όξέϊ δονρί' αντίκρυ δ ’ α ν’ όδόντας νπό γλώσσαν τάμε χαλκός' 70 65 60 55 50

30

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

γύμνωσαν από τα όπ λα - ο Α τρείδης δε Μενέλαος σκότωσε Ί ^ > ' / με το χοφτερο Ο του όορυ το γνω στή του κυνηγιου, το γιο του Στροφίου, τον Σκαμάνδριο, τον πολύ καλό κυνηγόγια τί η ίδια η Ά ρτεμη τον δίδαξε να πετυχα ίνει όλα τα άγρια ζώ α, όσα το δάσος τρέφει στα όρη' αλλά τότε βέ­ βαια δεν τον ωφέλησε1 η τοξεύτρια Ά ρτεμη ούτε η δεξιό­ 1 τητά του στο να χτυ π ά ει μακριά, σύμφωνα με την οποία κατά το παρελθόν τουλάχιστον διακρινόταν αλλά ο ξακου­ στός στο δόρυ Μενέλαος, ενώ μπροστά α π ’ αυτόν προσπα­ θούσε να φύγει, τον χτύπη σ ε στη ράχη με το δόρυ, μεταξύ των ώμων, το πέρασε δε διά μέσου του στήθους' έπεσε δε ανάσκελα και βρόντηξαν πάνω του τα όπλα. Ο δε Μ ηριόνης12 σκότωσε τον Φέρεκλο, το γιο του Τ έκτονα13, που ήταν γιος του Άρμονα, ο οποίος γνώ ριζε να κατασκευάζει με τα χέρια του όλα τα τεχνουργή μα τα για τί υπερβολικά τον αγάπησε η Π αλλάδα Α θηνά- αυτός και για τον Αλέξανδρο κατασκεύασε ισόμετρα πλοία, την αρχή του κακού, τα οποία έγιναν κακό σε όλους τους Τ ρ ώ ες14 και σ’ αυτόν τον ίδιο, γ ια τί δεν γνώ ριζε καθόλου τις προφητείες τω ν θ ε ώ ν αυτόν ο Μ ηριόνης, όταν πια καταδιώκοντάς τον τον πρόφτασε, αμέσως τον χτύπησε στο δεξιό γλουτό- εκείνη δε η αιχμή του δόρατος πέρασε πέρα για πέρα απέναντι μέσα από την κύστη, κ ά τω από το οστό, με στεναγμό δε έπεσε στα γόνατα και γύρω τον κάλυψε ο θάνατος. Ακόμη δε ο Μ έγης σκότωσε τον Π ήδαιο, το γιο του Αντήνορα, ο οποίος ήταν μεν νόθος, αλλά η ευγενική Θ ε­ ανώ 15 τον ανέθρεψε με μεγάλη επιμέλεια κ α τά τον ίδιο τρό­ πο με τ ’ αγαπητά της τέκνα, για χάρη του συζύγου τ η ς αυτόν ο ξακουστός στο δόρυ γιος του Φ υλέα, αφού τον πλησίασε, τον χτύ πη σ ε με το κοφτερό δόρυ στο ινιακό οστό της κεφαλής· απέναντι δε διά μέσου τω ν δοντιών από κ ά τω 16 το χάλκινο δόρυ του έκοψε τη γλ ώ σ σ α - έπεσε

31

ΟΜΗΡΟΣ

ήριπε δ ’ εν κονίτ], ψνχρόν δ ’ έλε χαλκόν όδονσιν. Ενρνπνλος δ ’ Εναιμονίδης Ύψηνορα δΐον υιόν νπερθνμον Δολοπίονος, ος ρα Σκαμάνδρον άρητήρ ετετνκτο, θεός δ ’ ως τίετο δήμω, τον μέν άρ ’ Ενρνπνλος, Εναίμονος αγλαός υιός, πρόσθεν εθεν φενγοντα μεταδρομάδην ελασ ’ ώμον φασγάνω άίξας, από δ ’ έξεσε χεΐρα βαρεΐαν αίματόεσσα δε χειρ πεδία) π έσ ε· τον δέ κ α τ ’ οσσε έλλαβε πορφνρεος θάνατος καί μοίρα κραταιή. "Ως οΐ μέν πονέοντο κατά κρατερήν ύσμίνην Τυδείδην δ ’ ονκ αν γνοίης ποτέροισι μετείη ήέ μετά Τρώεσσιν όμιλέοι ή μ ε τ ’ Άχαιοϊς. θννε γάρ άμ πεδίον ποταμώ πλήθοντι έοικώς χειμάρρω, ος τ ’ ώκα ρέων έκεδασσε γεψνρας' τον δ ’ οντ ’ άρ τε γέφνραι έεργμέναι ίσχανόωσιν, οντ ’ άρα ερκεα ίσχει άλωάων έριθηλέων έλθόντ’ εξαπίνης ο τ ’ έπιβρίστ) Δ ιός ομβρος' πολλά Ö’ νπ ’ αντον έργα κατήριπε κάλ ’ α ίζηώ ν ως νπό Τνδεΐδγι πνκιναί κλονέοντο φάλαγγες Τρώων, ούδ ’ άρα μιν μίμνον πολέες περ έόντες. Τον δ ’ ώς ονν ενοησε Λνκάονος αγλαός νιος θννοντ ’ άμ πεδίον προ έθεν κλονέοντα φάλαγγας, αίψ ’ επί Τνδεΐδτ) έτιταίνετο καμπύλα τόξα, καί βάλ ’ έπαΐσσοντα τυχών κατά δεξιόν ώμον θώρηκος γυαλον διά δ ’ έπτατο πικρός όϊστός, αντίκρυ δέ διέσχε, παλάσσετο δ ’ αίματι θώρηξ. τώ δ ’ επί μακρόν άνσε Λυκάονος αγλαός υιός“ορννσθε, Τρώες μεγάθυμοι, κέντορες ίπ π ω ν

75

80

85

90

95

100

32

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

δε χάμω στη σκόνη και με τα δόντια του δάγκω νε τον κρύο χαλκό. Ο δε Ευρύπυλος, ο γιος Ευαίμονα, τον ευγενικό Υξήνορα, το γιο του μεγαλόψυχου Δολοπίονα, που ήταν ιερέας του Σκαμάνδρου και στο λαό τιμόταν σαν θεός- αυτόν λοιπόν ο Ευρύπυλος, ο λαμπρός γιος του Ευαίμονα, ενώ έφευγε μπροστά α π ’ αυτόν κυνηγώ ντας τον, τον χτύπησε στον ώμο, αφού όρμησε με το ξίφος του, και του χτύπησε το βαρύ βραχίονα, το δε χέρι του αιμόφυρτο έπεσε στην πεδιάδα- τα μάτια του δε κόκκινος θάνατος τα κυρίευσε και ισχυρή μοίρα. Έ τ σ ι λοιπόν αυτοί αγωνίζονταν στη σφοδρή μ άχη' δεν θα μπορούσες δε να καταλάβεις σε ποιους από τους δυο ανήκε ο Τυδείδης, αν δηλαδή περιλαμβανόταν μεταξύ των Τρώων ή μεταξύ τω ν Α χ α ιώ ν επειδή αυτός έτρεχε στην πεδιάδα, όμοιος με φουσκωμένο χείμαρρο ποτα μ ό, ο οI I ! ! / 17 ποιος ρέοντας με ορμή καταστρεφει τα π ρ ο χώ μ α τα ' αυ­ τόν βέβαια δεν τον εμποδίζουν ούτε τα αραδιασμένα προ' > η ' ' 1 8 > / χώ μ α τα ουτεηρεραια οι φράχτες τω ν ευφόρων αγρών τον κρατούν, όταν έρχεται ξαφνικά μετά από βαριά βροχή του Δ ία' πολλά δε ωραία έργα γενναίων αντρών γκρεμίζονται α π ’ α υτόν κατά τον ίδιο τρόπο οι πυκνές φ άλα γγες των Τρώων συνταράζονταν από τον Τυδείδη κι όπω ς ήταν φυσικό δεν τον περίμεναν, π α ρ ’ ότι ήταν πάρα πολλοί. Μόλις δε παρατήρησε αυτόν ο λαμπρός γιος του Λυκάονα19, ότι δηλαδή έτρεχε στην πεδιάδα και συντάραζε μπροστά α π ’ αυτόν τ ις φάλαγγες, αμέσως τέντω νε ενα­ ντίον του Τυδείδη τα καμπύλα τόξα, και κατά τύχη, ενώ ορμουσε εναντίον του, τον πέτυχε στο δεξιό ώ μ ο, στο μέσο του θώρακα, και διαπέρασε το πικρό βέλος· ο δε θώρακας λερωνόταν από το α ίμ α - ·γι αυτόν δε φώναξε δυνατά ο λαμπρός γιος του Λυκάονα; «Ο ρμάτε μεγαλόψυχοι Τρώ ες, σεις που κεντάτε τους

33

ΟΜΗΡΟΣ

βέβληται γάρ άριστος ’ χαιών, οΰδε έ φημι Α δήθ ’ άνσχήσεσθαι κρατερόν βέλος, εί έτεόν με ώρσεν άναξ Διός νιος άπορννμενον Λ υκίηθεν." 'Ώς έφ α τ’ ευχόμενος· τον δ ’ ον βέλος ώκύ δάμασσεν, άλλ ’ άναχωρήσας πρόσθ ’ ί'πποιιν και δχεσφιν έστη, και Σθένελον προσέφη Καπανήϊον νίόν “όρσο, πέπον Καπανηϊάδη, καταβήσεο δίφρον, οφρά μοι εξ ώμοιο έρνσσης πικρόν όί'στόν.” "Ως άρ’ έφη, Σθένελιος δέ καθ’ ίππων άλτο χαμάζε, πάρ < e στάς βέλος ώκν διαμπερές έξέρνα ’ ώ μον 5 αίμα δ ’ άνηκόντιζε διά στρεπτοϊο χιτώνος. δη τ ό τ ’ έ π ε ιτ’ ήρατο βοήν αγαθός Διομήδης· “κλνθί μεν, αίγιόχοιο Διός τέκος, Ατρντω νη, ε ί π ο τέ μοι καί πατρί φίλα φρονέονσα παρέστης δηιω εν πολέμω, νυν αντ ’ εμέ φϊλαι Αθηνη' δός δέ τ έ μ ’ άνδρα έλεϊν καί ές ορμήν έγχεος ελθεΐν δς μ ’ εβαλε φθάμενος καί έπεΰχεται, ουδέ μ έ φησι δηρόν ε τ ’ οψεσθαι λαμπρόν φάος ήελίοιο. ” "Ως εφ α τ’ ευχόμενος· τον δ ’ έκλνε Παλλάς Αθήνη, γνΐα δ ’ έθηκεν ελαφρά, πόδας καί χεΐρας νπερθεν άγχον δ ’ ίσταμένη έπεα πτερόεντα προσηνδα' “θαρσών νυν, Διόμηδες, επί Τρώεσσι μάχεσθαΓ έν γάρ τοι στήθεσσι μένος πατρώϊον ήκα άτρομον, οίον έχεσκε σακέσπαλος ίππότα Τυδενς· άχλνν δ ’ αν τοι α π ’ οφθαλμών έλον ή πριν επήεν, οφρ ’ εύ γιγνωσκης ήμέν θεόν ήδέ καί άνδρα. 125 120 115 110 105

34

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

ίππους· γ ια τί είναι χτυπημένος ο άριστος από τους Α ­ χαιούς, και δεν ελπίζω ότι θα υποφέρει γ ια πολύ χρόνο το ισχυρό βέλος, αν πρ α γμ α τικ ά ο βασιλιάς, ο γιος του Δία, με παρακίνησε, όταν έφευγα από τη Λ υκία 20». Έ τ σ ι είπε καυχώμενος· δεν τον σκότωσε όμω ς εκείνον το γρήγορο βέλος, αλλά, αφού έφυγε, στάθηκε κοντά στους ίππους και στο άρμα και είπε προς τον Σθένελο, το γιο του Καπανέα. «Σ ήκω , α γα π η τέ γιε του Καπανέα, κατέβα από το άρμα για να σύρεις από τον ώμο μου το πικρό βέλος». Έ τ σ ι λοιπόν αυτός είπε, ο δε Σθένελος πήδησε κάτω από το άρμα κι αφού στάθηκε κοντά του, τράβηξε πέρα για πέρα21 από τον ώμο το βέλος προς τα έξω , το δε αίμα εξακοντιζόταν διά μέσου του αλυσιδωτού θώ ρακα - τότε πια έπειτα προσευχόταν ο ικανός στη μάχη Διομήδης. «Ακουσέ με, κόρη του Δία που κρατάει την αιγίδα, ακατάβλητη, αν κ άποτε με φιλικά αισθήματα και στον πατέρα μου είχες σταθεί κοντά στον πόλεμο που καταστρέ­ φει τους ανθρώπους· τώ ρα πάλι να με ευνοήσεις22, Αθηνά, και δώσε να έρθει σε βολή δόρατος και να σκοτώ σω τον άντρα ο οποίος πρόφτασε να με χτυπήσει και κ αυχιέται γ ι’ αυτό και διαδίδει ότι δεν θα βλέπω πια για πολύ χρόνο το λαμπρό φως του ήλιου». Έ τ σ ι είπε προσευχόμενος· εισάκουσε δε την παράκλησή του η Παλλάδα Αθηνά, έκανε ελαφρά τα μέλη του, τα πόδια και πάνω τα χέρια του, και, αφού καθόταν κοντά του, λόγια φτερω τά του έλεγε. «Τώρα, Διομήδη, να μάχεσαι με θάρρος εναντίον των Τρώων, για τί σου έβαλα μέσα στα στήθη σου την ατρόμη­ τη δύναμη του πατέρα, την οποία είχε ο ιπ π ό τη ς ο Τυδέας, όταν έπαλλε την ασπίδα το υ - σου αφαίρεσα δε από το άλλο μέρος από τα μ άτια σου την αχλύ, που προηγουμένως υπήρχε πάνω σ’ αυτά, για να μπορείς καλά να αναγνωρί-

35

ΟΜΗΡΟΣ

τώ ννν α ί κε θεός πειρώμένος ένθάδ ’ ίκηται μ ή τι συ γ ’ άθανάτοισι θεοϊς αντίκρυ μάχεσθαι τοϊς αλλοις· άτάρ ε ί κε Δ ιός Ουγάτηρ ’ φροδίτη Α έλθησ’ ές πόλεμον, την γ ’ οϋτάμεν όξέϊ χαλκω. ” Ή μέν άρ’ ως είπονσ’ άπέβη γλανκώ πις Άθήνη, Τνδείδης δ ’ έξαϋτις ίων προμάχοισιν έμίχθη και πριν περ θνμώ μεμαώς Τρώεσσι μάχεσθαι· δη τότε μιν τρις τόσσον έλεν μένος ως τε λέοντα ον ρά τε ποιμην άγρω ε π ’ είροπόκοις όΐεσαι χρανστ] μέν τ ’ αυλής νπεράλμενον ουδέ δαμάσση · του μέν τε σθένος ώρσεν, έπειτα δέ τ ’ ον προσαμύνει, άλλα κατά σταθμούς δύεται, τα δ ’ έρήμα φοβείται· αί μέν τ ’ άγχιστϊναι ε π ’ άλλήλησι κέχννται, αντάρ ο έμμεμαώς βαθέης έξάλλεται αυλής' ώς μεμαώς Τρώεσσι μ ίγη κρατερός Διομήδης. Ένθ ’ έλεν Άστύνοον καί Ύπείρονα ποιμένα λαών, τον μέν υπέρ μαζοϊο βαλών χαλκήρεϊ δουρί, τον δ ’ έτερον ξίφ εϊ μεγάλω κληϊδα παρ ’ ώμον π λ ή ξ’, άπό δ ’ αύχένος ώμον έέργαθεν ή δ ’ άπό νώτου, τούς μέν έα σ ’, ό δ ’ Άβαντα μετώ χετο καί Πολνιδον υίέας Ενρυδάμαντος όνειροπόλοιο γέροντας' τοϊς ούκ έρχομένοις δ γέρων έκρίνατ ’ όνείρονς, άλλά σφεας κρατερός Διομήδης έξενάριξε' βή δέ μετά Ξάνθον τε Θόωνά τε Φαίνοπος υίε άμφω τηλυγέτω ' ο δέ τείρετο γήρα ϊ λυγρω, υιόν δ ’ ον τ έ κ ε τ ’ άλλον επί κτεάτεσσι λιπέσθαι. 150 145 140 135 130

36

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

ζεις και θεό και άνθρω πο- γ ι’ αυτό τώ ρα, αν έρθει εδώ κάποιος θεός προσπαθώ ντας να σε προκαλέσει, συ όμως καθόλου να μη μάχεσαι εναντίον τω ν άλλων αθάνατων θεών- αν όμως έρθει στον πόλεμο η κόρη του Δ ία, η Αφροδίτη, αυτή να τη χτυπήσεις με τον κοφτερό χαλκό». Αυτή λοιπόν η γαλανομάτα Αθηνά έτσι αφού μίλησε, έφυγε, ο δε Τυδείδης αφού ήρθε αναμείχθηκε πάλι με τους προμάχους- ενώ επιθυμούσε23 στην καρδιά του σφοδρά και προηγουμένως να μ άχεται εναντίον των Τ ρ ώ ω ν, τότε πια τον κυρίευσε τρεις φορές μεγαλύτερη πολεμική όρεξη όπως το λιοντάρι, αν αυτό μέσα σε αγρό ο βοσκός προβάτω ν με πολλά μαλλιά το ερεθίσει, όταν πηδήσει24 μέσα στον αυλότοιχο, αλλά δεν το σκοτώ σει- εξεγείρει μεν τη δύναμή του, έπειτα δε δεν μπορεί να το αποκρούσει, αλλά χώ νεται στην καλύβα του, κι εκείνα έρημα φεύγουν" αυτά μεν σε σωρό είναι ξαπλω μένα κ άτω , σαν να είναι χυμένα το ένα πάνω στο άλλο, εκείνο δε γεμάτο με μανία25 πηδάει έξω απο τη βαθιά αυλή- κατά τον ίδιο τρόπο, γεμ ά το ς με μανία αναμείχθηκε με τους Τ ρώ ες ο ισχυρός Δ ιομήδης. Τότε σκότωσε τον Αστύνοο και τον Υ πείρονα, τον αρ­ χηγό των στρατιω τώ ν, τον πρώ το μεν αφού τον χτύπησε με το χάλκινο δόρυ πάνω από το μαστό, τον άλλον δε τον χτύπησε με το μεγάλο ξίφος στην κλείδωση κοντά στον ώμο, του χώ ρισε δε τον ώμο από τον τράχηλο κι από τη ράχη- αυτούς μεν τους άφησε, π ή γε δε προς τον Ά βαντα και τον Πολύειδο, τους γιους του Ευρυδάμαντα, του γ έ ­ ροντα που εξηγούσε τα όνειρα, στους οποίους ο γέροντας όταν έφευγαν όνειρα δεν εξήγησε, αλλά ο γενναίος Δ ιομή­ δης τους σκότωσε. Π ή γε δε στη συνέχεια προς τον Ξάνθο και τον Θόωνα, τους γιους του Φ αίνοπα, που και οι δυο βρίσκονταν σε τρυφερή ηλικία - εκείνος δε βασανιζόταν από θλιβερά γηρατειά, άλλον δε γιο δεν γέννησε γ ια να μείνει στα κτήματά του. Ε κεί αυτός σκότωσε αυτούς κι από τους

37

ΟΜΗΡΟΣ

ένθ ’ ο γε τούς ένάριζε, φίλον δ ’ έξαίνντο θυμόν άμφοτέρω, πατέρι δέ γόον και κήδεα λνγρά λ ε ϊπ ’, έπε'ι ον ζώοντε μάχης εκ νοστήσαντε δέξατο· χηρωσταί δέ διά κτήσιν δατε'οντο. Έ νθ’ νιας Πριάμοιο δν'ω λάβε Ααρδανίδαο είν ένι δίφρο.) έόντας Εχέμμονά τε Χρομίον τε. ώς δέ λέων εν βονσι θορών εξ ανχένα άξη πόρτιος ήέ βοός ξνλοχον κάτα βοσκομενάων, ώς τούς άμφοτέρους έξ ίππων Τυδέος υιός βησε κακώς άέκοντας, έπειτα δέ τε ν χ ε’ έσυλα · ίππους δ ’ οίς έτάροισι δίδον μετά νήας έλαννειν. Τον δ ’ ίδεν Αινείας άλαπάζοντα στίχας άνδρών, βη δ ’ ίμεν αν τε μάχην και άνά κλόνον έγχειάων Πάνδαρον άντίθεον διζήμενος ε ΐ που έφευροί' ενρε Λνκάονος υιόν άμύμονά τε κρατερόν τε, στη δέ πρόσθ’ αύτοΐο έπος τ έ μιν άντίον ηνδα · “Πάνδαρε, που τοι τόξον ίδέ πτερόεντες όϊστο'ι και κλέος; ώ ον τις τοι έρίζεται ενθάδε γ ’ άνήρ, ονδέ τις εν Λυκίη σέο γ ’ ενχεται είναι άμείνων. ά λλ’ αγε τω δ ’ έφες άνδρι βέλος Δι'ι χεϊρας άνασχών ος τις όδε κρατέει και δη κακά πολλά έοργε Τρώας, έπεί πολλών τε καί έσθλών γοννατ ’ έλνσεν εί μ ή τις θεός έστι κοτεσσάμενος Τρώεσσιν ΐρών μηνίσας· χαλεπή δέ θεον έπι μήνις. ” Τον δ ’ αντε προσέειπε Λυκάονος άγλαός υιός■ “Αινεία, Τρώων βονληφόρε χαλκοχιτώνων,

155

160

165

170

175

180

38

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

δυο τη ζωή αφαίρεσε, άφησε δε στον πατέρα τους θρήνο και. θλιβερές λύπες, για τί δεν ξαναγύρισαν ζω ντανοί από τη μάχη και δεν τους υποδέχτηκε' αλλά μακρινοί συγγενείς26 διαμοιράζονταν τα κτήμ α τα . Τ ότε πρόφτασε δυο γιους του Δαρδανίδη Π ριάμου, που βρίσκονταν μέσα στο άρμα, τον Ε χέμμονα και τον Χ ρομίοόπως ακριβώς δε ένα λιοντάρι, αφού πηδήξει μεταξύ βοδιών, συντρίβει τον τράχηλο νεαρής αγελάδας ή και μ εγά ­ λης αγελάδας27, που βόσκουν στο δάσος, κατά τον ίδιο τρόπο και τους δυο αυτούς ο γιος του Τυδέα τρομερά τους γκρέμισε κάτω από το άρμα με βία, έπειτα δε τους αφαίρεσε τα όπλα" τους ίππους τους έδωσε στους συντρόφους τους, για να τους οδηγήσουν κοντά στα πλοία. Αυτόν τον είδε ο Αινείας ότι μείωνε τις φ άλα γγες των αντρών, έσπευσε δε στο μέσο της μάχης και τη ς σύγκρου­ σης των δοράτων, αναζητώ ντας τον ισόθεο Π άνδαρο, αν κάπου θα ήταν δυνατό να τον βρει- βρήκε δε τον άψογο και ισχυρό γιο του Λυκάονα, στάθηκε δε μπροστά του και έλεγε λόγο προς αυτόν. «Πάνδαρε, πού είναι το τόξο28 σου και τα φ τερω τά σου βέλη και η φήμη σου, στα οποία κανένας άντρας εδώ δεν μπορεί με σένα να συναγωνιστεί; Ούτε καυχιέται κάποιος στη Λυκία ότι είναι καλύτερος από σένα. Α λλά έλα, να σηκώσεις τα χέρια σου προς τον Δ ία, ρίξε βέλος εναντίον αυτού του άντρα, οποιοσδήποτε κι αν είναι εδώ, που νικάει και ήδη έχει προξενήσει μεγάλες συμφορές στους Τρώ ες, για τί παρελυσε τα γόνατα πολλών γενναίων α ντρ ώ ν αν όμως είναι κάποιος θεός που οργίστηκε εναντίον τω ν Τ ρ ώ ­ ων, επειδή δυσαρεστήθηκε για θυσίες· επειδή η οργή του θεού γ ι’ αυτά είναι βαριά». Προς αυτόν δε από το άλλο μέρος είπε ο λαμπρός γιος του Λυκάονα. «Αινεία, αρχηγέ τω ν χαλκοθώρακων Τ ρώ ω ν, εγώ του-

39

ΟΜΗΡΟΣ

Τνδείδη μιν εγω γε δαΐφρονι πάντα έί'σκω, άσπίδι γιγνώσκων αύλώπιδί τε τρυφαλείη, ίππους τ ’ είσορόων σάφα δ ’ οΰκ οίδ’ εί θεός έστιν. εί δ ’ ό γ ’ άνήρ ον φημι δαΐφρων Τνδεος υιός ουχ ο γ ’ άνευθε θεοϋ τάδε μαίνεται, αλλά τις ά γχι έστηκ ’ αθανάτων νεφέλη είλυμένος ώμους, δς τούτου βέλος ώκύ κιχήμενον έτραπεν άλλη. ήδη γάρ οί έφήκα βέλος, κα ί μιν βάλον ώμον δεξιόν άντικρύ διά θώρηκος γυάλοιο' καί μιν έγω γ ’ έφάμην Ά ϊδωνήϊ προίάψειν, έμπης δ ’ ούκ εδάμασσα· θεός νν τις εστι κοτήεις. ίπποι δ ’ ον παρέασι και άρματα των κ ’ επιβα ίην αλλά που έν μεγάροισι Λυκάονος ένδεκα δίφροι καλοί πρω τοπαγεΐς νεοτευχέες' άμ,φΐ δέ πέπλοι πέπτανταν παρά δέ σφιν έκάστω δίζυγες ίπποι έστασι κρϊ λευκόν έρεπτόμενοι και όλύρας. ή μέν μοι μάλα πολλά γέρων αίχμητά Λυκάων έρχομένω έπέτελλε δόμοις ένι ποιητοΐσιν ίπποισίν μ ’ έκέλευε και άρμασιν έμβεβαώτα άρχενειν Τρώεσσι κατά κρατεράς νσμίνας' ά λλ’ εγώ ού πιθόμην — ή τ ’ αν πολύ κέρδιον ήεν— ίππων φειδόμενος, μ ή μοι δευοίατο φορβής άνδρών είλομένων είωθότες έδμεναι άδην. ώς λίπον, αντάρ πεζός ές Ίλιον είλήλουθα τόξοισιν πίσννος' τά δέ μ ’ ούκ άρ’ έμελλον όνήσειν. ήδη γάρ δοιοΐσιν άριστήεσσιν έφήκα Τνδεΐδη τε και Ά τρειδη, εκ δ ’ άμφοτέροιιν 205 200 195 190 185

40

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

λάχιστον σε όλα τον παρομοιάζω με τον πολεμικό Τυδείδη, γ ια τί τον αναγνωρίζω από την ασπίδα κι από τη ν κυκλική περικεφαλαία κι αποβλέπω στους ίππους του" δεν γνω ρίζω όμως καθαρά αν είναι θεός29· αν όμως αυτός είναι ο άντρας τον οποίον εγώ νομίζω , δηλαδή ο εμπειροπόλεμος γιος του Τυδέα, αυτός βέβαια είναι τόσο μανιασμένος εδώ, όχι χω ρίς τη βοήθεια θεού, αλλά κάποιος από τους αθάνατους θεούς βρίσκεται κοντά του έχοντας καλυμμένους τους ώ ­ μους του με νεφέλη, και ο οποίος α π ’ αυτόν προς άλλη διεύθυνση έτρεψε το γρήγορο βέλος, που θα τον π ετύ χα ι­ νε- για τί έριξα ήδη εναντίον αυτού βέλος και πέρα για πέρα τον π έτυχα στο δεξιό ώμο, μέσα από το περίφ ραγμα του θώρακα, και είχα ελπίδες ότι θα τον στείλω στον Άδη και όμως δεν τον σκότω σα- κάποιος θεός λοιπόν είναι θυμω ­ μένος εναντίον μου- οι ίπποι και το άρμα δεν είναι εδώ, πάνω στους οποίους θα ανέβαινα- αλλά βρίσκονται νομίζω στ’ ανάκτορα του Αυκάονα ένδεκα ωραίοι δίφροι, καινού­ ριοι, πριν λίγο κατασκευασμένοι- γύρω δε α π ’ αυτούς είναι απλωμένα πέπλα, κοντά στον καθένα δε α π ’ αυτούς βρί­ σκονται'διπλοί ίπποι τρώ γοντας λευκό κριθάρι και βρόμηβέβαια ο γέροντας πολεμιστής, ο Αυκάονας, μέσα στο ωραία κατασκευασμένο ανάκτορό του πάρα πολύ φιλικά μου παρήγγειλε όταν έφ ευγα- με προέτρεπε, αφού ανεβώ στο άρμα των ίππω ν, να οδηγώ τους Τ ρώ ες σε π εισ μ α τώ ­ δεις μ ά χες- αλλά εγώ δεν υπάκουσα — θα ήταν βέβαια τότε πολύ ωφελιμότερο— γ ια τί λυπόμουνα τους ίππους μήπω ς, ενώ ήταν συνηθισμένοι να τρώνε κατά κόρον, εδώ στερού­ νται βοσκής, όταν οι άντρες βρίσκονται σε στενοχώ ρια30έτσι τους άφησα, κι έχω έρθει πεζός στην Τ ροία, έχοντας εμπιστοσύνη στα τόξα μου- αυτά όμως, όπω ς βλέπω , δεν επρόκειτο να με ωφελήσουν- για τί μέχρι αυτή τη στιγμή έριξα εναντίον δυο αρχηγώ ν, κατά του Τυδείδη δηλαδή και του Ατρείδη, επειδή δε πέτυχα , έκανα π ρ α γμ α τικ ά 31 να

41

ΟΜΗΡΟΣ

άτρεκές αίμ ’ έσσευα βαλών, ήγειρα δέ μάλλον. τώ ρα κακή aiarj άπό πασσάλου αγκύλα τόξα η μα τ ι τώ έλόμην ότε Ίλιον εις έρατεινήν ηγεόμην Τρώεσσι φέρων χάριν Έκτορι δίω. εί δέ κε νοστησω και έσόψομαι όφθαλμοϊσι πατρίδ ’ έμην άλοχόν τε και νψερεφές μέγα δώμα, αϋτίκ ’ έπειτ ’ άπ ’ έμεΐο κάρη τάμοι άλλότριος φως εί μη εγώ τάδε τόξα φαεινω έν πνρί θείην χερσί διακλάσσας" άνεμώλια γάρ μοι όπηδεΐ. ” Τον δ ’ αντ ’ Αινείας Τρώων άγος άντίον ηνδα“μη δ ’ όντως άγόρευε· πάρος δ ’ ουκ έσσεται άλλως, πριν γ ’ επί νώ τωδ ’ άνδρί συν ΐπποισιν καί οχεσφιν άντιβίην έλθόντε συν έντεσι πειρηθηναι. άλλ ’ ά γ ’ εμών όχέων έπιβησεο, όφρα ίδηαι οίοι Τρώϊοι ΐπποι έπιστάμενοι πεδίοιο κραιπνά μάλ ’ ένθα καί ένθα διωκέμεν ήδέ φέβεσθαι' τώ καί νώϊ πόλιν δέ σαώσετον, ε ΐ περ αν αντε Ζευς επί Τυδείδη Δ ιομηδεϊ κνδος όρέξη. άλλ ’ άγε νυν μάστιγα καί ηνία σιγαλόεντα δέξαι, εγώ δ ’ ίππων άποβησομαι οφρα μάχωμαΓ ηέ σύ τόνδε δέδεξο, μελησουσιν δ ’ έμοί ίπ π ο ι.” Τον δ ’ αΰτε προσέειπε Λυκάονος άγλαός νίός· “Αινεία, σύ μέν αυτός έ χ ’ ηνία καί τεώ ίππω ’ μάλλον ΰφ ’ ήνιόχω είωθότι καμπνλον άρμα οίσετον, εί' περ αν αύτε φεβώμεθα Τυδέος νίόν μη τώ μέν δείσαντε ματησετον, ονδ ’ έθέλητον έκφερέμεν πολέμοιο τεόν φθόγγον ποθέοντε, νώ ϊ δ ’ επαΐξας μεγάθυμου Τυδέος υιός 235 230 225 220 215 210

42

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

εξακοντιστεί κι από τους δυο αίμα, αλλά περισσότερο δεν τους ερέθισα" γ ι’ αυτό λοιπόν, για κακή μου τύ χ η , πήρα από το καρφί τα καμπύλα τόξα εκείνη την ημέρα, όταν στην ευχάριστη Τροία σαν αρχηγός οδηγούσα τους Τρώες προς χάρη του ευγενικού Έ κτορα. Αν όμως ξαναγυρίσω και ξαναδώ με τα μ άτια μου τη πατρίδα μου και τη σύζυγό μου και το μεγάλο και ψηλό ανάκτορό μου, τό τε αμέσως κάποιος ας κόψει το κεφάλι μου εχθρικός άντρας, αν δεν βάλω εγώ αυτά τα τόξα στη λαμπρή φ ω τιά , αφού τα σπάσω με τα χέρια μου, για τί με συνοδεύουν χω ρ ίς καμιά ωφέλεια». Προς αυτόν δε πάλι έλεγε ο' Αινείας, ο α ρχηγός των Τρώων. «Μη μιλάς με αυτό τον τρόπο" διαφορετικά δε θα γίνεις προηγουμένως, προτού έρθουμε εμείς με εχθρικές διαθέ­ σεις απέναντι του. άντρα αυτού με τους ίππους και το άρμα, να συναγωνιστούμε με τα όπλα" αλλά έλα ανέβα στο δικό μου άρμα για να δεις ποιοι είναι οι ίπποι του Τ ρ ώ α 32 οι οποίοι ξέρουν με μεγάλη τα χύτη τα μπρος και πίσω να κυνηγούν και να φεύγουν" αυτοί και μας θα μας σώσουν στην πόλη" κι αν πάλι ο Δ ία ς δώσει στον Τυδείδη Διομήδη τη δόξα" αλλά έλα τώ ρα , πιάσε το μαστίγιο με τα χέρια σου και τα γυαλιστερά ηνία, εγώ δε θ’ ανεβώ στο άρμα για να πολεμώ" ή εσύ να δεχτείς αυτόν, κι εγώ θα φροντίσω για τους ίππους». Προς αυτόν δε πάλι είπε ο λαμπρός γιος του Λυκάονα: «Αινεία, συ ο ίδιος κράτα τα ηνία και τους ίππους σου" για τί με μεγαλύτερη προθυμία θα οδηγήσουν το καμπυλω τό άρμα κάτω από γνω στό ηνίοχο, αν πάλι μπορέσουμε να αποφύγουμε το γιο του Τυδέα" μήπω ς πάλι αυτοί χρονο­ τριβήσουν33 από φόβο και δεν θελήσουν να μας βγάλουν από τη μάχη, ποθώ ντας τη δική σου φωνή, και μήπω ς, αφού κάνει εξόρμηση ο γιος του μεγαλόψυχου Τυδέα, και

43

ΟΜΗΡΟΣ

αντώ τε κτείνη καί έλάσση μώνυχας ίππους, άλλα σύ γ ’ αυτός έλαυνε τ ε ’ άρματα καί τεώ ί'ππω, τόνδε δ ’ εγών έπιόντα δεδέξομαι όξέϊ δουρί. ” "Ως άρα φωνήσαντες ές άρματα ποικίλα βάντες έμμεμαώ τ ’ επί Τυδεΐδη έχον ώκέας 'ίππους. τούς δέ ίδε Σθένελος Καπανήϊος αγλαός υιός, αίψα δέ Τυδεΐδην έπεα πτερόεντα προσηνδα■ “Τυδεΐδη Δ ιόμηδες, έμώ κεχαρισμένε θνμώ, άνδρ ’ όρόω κρατερώ επί σοί μεμαώ τε μάχεσθαι ίν’ άπέλεθρΟν έχοντας· ο μέν τόξων έύ είδώς Πάνδαρος, υιός δ ’ αν τε Λ υκάονος εύχεται είναιΑινείας δ ’ υιός μέν αμύμονος Αγχίσαο εύχεται έκγεγάμεν, μητηρ δέ οι ε α τ’ Αφροδίτη, ά λλ’ άγε δη χαζώ μεθ’ έφ ’ ίππων, μη δέ μοι. οντω θϋνε διά προμάχων, μη πως φίλον ήτορ όλέσσης. ” Τον ό ’ ά ρ’ νπόδρα ίδών προσέφη κρατερός Διομήδης' “μ ή τι φόβονδ’ άγόρευ’, έπεί ουδέ σέ πεισέμεν οίω. ου γάρ μοι γενναϊον άλυσκάζοντι μάχεσθαι ουδέ καταπτώ σσειν έτι μοι μένος έμπεδόν έ σ τιν όκνείω δ ’ ίππων έπιβαινέμεν, άλλά καί αύτως άντίον ε ϊμ ’ αυτώ ν τρεϊν μ ’ ούκ έα Παλλάς Αθήνη. τούτω δ ’ ου πάλιν αύτις άποίσετον ώκέες ίπποι άμφω ά φ ’ ήμείων, ε ί γ ’ ονν έτερός γε φύγτ]σιν. άλλο δέ τοι έρέω, σύ δ ’ ένί φρεσί βάλλεο σ ησιν α ί κέν μοι πολύβουλος Αθήνη κϋδος ορέξη άμφοτέρω κτεΐναι, σύ δέ τούσδε μέν ώκέας ίππους αύτοϋ έρυκακέειν έξ άντυγος ήνία τείνας, 260 255 250 245 240

44

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

μας τους ίδιους μας σκοτώσει, και. πάρει, τους ίππους με τη μια οπλή" αλλά συ ο ίδιος να διευθύνεις το άρμα και τους ίππους σου, εγώ δε αυτόν, όταν θα έρχεται εναντίον μας, θα τον υποδεχτώ με το κοφτερό δόρυ». Έ τσ ι λοιπόν αφού μίλησαν κι αφού ανέβηκαν στο περί­ τεχνα κατασκευασμένο άρμα, γεμ άτοι από πολεμική μα­ νία, οδηγούσαν τους γρήγορους ίππους εναντίον του Τυδείδη· τους είδε όμως αυτούς ο Σθένελος, ο λαμπρός γιος του Καπανέα, αμέσως δε έλεγε φτερω τά λόγια προς τον Τυδείδη! «Διομήδη, γιε του Τυδέα, α γαπητέ στην καρδιά μου, βλέπω ότι δυο γενναίοι άντρες έχοντας μεγάλη δύνα­ μη επιθυμουν με σφοδρότητα να μάχονται εναντίον σου' ο μεν ένας, ο Πάνδαρος, είναι έμπειρος στην τοξευτική, καυχιέται δε από το άλλο μέρος ότι είναι γιος του Λ υκά­ ονα· ο δε Αινείας καυχιέται ότι έχει γεννηθεί γιο ς από το μεγαλόψυχο Α γχίσ η και ότι έχει μητέρα την Αφροδίτη. Αλλά, εμπρός λοιπόν, ας κάνουμε υποχώρηση με το άρμα και μην τρέχεις με αυτό τον τρόπο διά μέσου τω ν προμά­ χω ν, σε παρακαλώ, μ ήπω ς χάσεις την α γαπητή σου ζωή». Προς αυτόν δε, αφού τον κοίταξε λοξά, έπειτα είπε ο γενναίος Διομήδης: «Μη μιλάς καθόλου για φ υγή34, για τί δεν πιστεύω ότι θα με πείσεις, για τί δεν είναι πατροπαρά ­ δοτο σε μενα να υποχω ρώ στη μάχη ούτε να δειλιάζω, για τί έχω ακόμα τις δυνάμεις μου ακμαίες" διστάζω δε να ανεβαίνω στο άρμα, αλλά και με αυτό τον τρόπο θα στραφώ εναντίον τους' δεν με αφήνει να φ εύγω 35 η Π αλλά­ δα Αθηνά. Αυτούς δε δεν θα τους απομακρύνουν από μας και τους δυο οι γρήγοροι ίπποι, αν πρ ά γμ α τι ο ένας του­ λάχιστον α π ’ αυτούς τραπεί σε φ υγή- άλλο δε θα σου πω , και συ να το βάλεις καλά στο μυαλό σου' αν η συνετή Αθηνά μου παραχωρήσει τη δόξα να τους σκοτώ σω δηλα­ δή και τους δυο, τότε εσύ αυτούς36 εδώ τους γρήγορους ίππους εκεί να τους σταματήσεις τεντώνοντας τα ηνία από

45

ΟΜΗΡΟΣ

Αίνείαο δ ’ έπαίξαι μεμνημένος ίππων, εκ δ ’ έλάσαι Τρώων μ ε τ ’ εϋκνήμίδας Αχαιούς. της γάρ τοι γενεης ής Τρωι περ ενρνοπα Ζευς δώχ ’ υίος ποινήν Γανυμηδεος, οννεκ ’ άριστοι ίππων οσσοι έασιν υπ ’ ήώ τ ’ ήέλιόν τε, της γενεης εκλεψεν άναξ άνδρών Α γχίσης λάθρη Λαομεδοντος υποσχών θήλεας ίππους' των οί εξ έγενοντο ένι μεγάροισι γενέθλη. τούς μέν τέσσαρας αύτός εχων άτίταλλ ’ επί, φάτνη, τώ δέ δ ύ ’ Αινεία δώκεν μήστωρε φόβοιο. εί τούτω κε λάβοιμεν, άροίμεθά κε κλέος έσθλόν. ” °Ως οί μέν τοιαϋτα προς άλλήλους αγόρευαν, τώ δέ τ ά χ ’ εγγύθεν ήλθον έλαύνοντ’ ώκέας ίππους. τον πρότερος προσέειπε Αυκάονος αγλαός υιός“καρτερόθυμε, δαΐφρον, άγαυοϋ Τυδέος υιέ, ή μάλα σ ’ ου βέλος ώκύ δαμάσσατο πικρός όϊστός■ νυν αύτ ’ έγχείη πειρήσομαι α ί κε τύ χ ω μ ι.” Ή ρα καί άμπεπαλών προΐει δολιχοσκιον έγχος καί βάλε Τυδεΐδαο κ α τ’ ασπίδα' της δέ διαπρό αιχμή χαλκείη πταμένη θώρηκι πελάσθη' τω δ ’ επί μακρόν άϋσε Αυκάονος αγλαός υιός' “βέβληαι κενεώνα διαμπερές, ουδέ σ ’ όίω δηρόν έ τ ’ άνσχήσεσθαι' έμοί δέ μ έ γ ’ εύχος εδω κας.” Τον δ ’ ου ταρβήσας προσέψη κρατερός Διομήδης· “ήμβροτες ονδ’ έτυχες- άτάρ ου μέν σφώ ΐ γ ’ όΐω 285 280 275 270 265

46

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

τη βάση του δίφρου' να θυμάσαι δε να ορμήσεις στους ίππους του Αινεία και να τους οδηγήσεις μακριά από τους Τρώες κοντά στους καλλικνήμιδες Α χαιούς' γ ια τ ί κατάγο­ νται από τη γενιά εκείνη για σένα, από την οποία ο Δίας που ρίχνει τους κεραυνούς έδωσε στον Τ ρώ α σαν αποζη­ μίωση για το γιο του, τον Γανυμήδη37, γ ια τ ί ήταν πιο άριστοι από τους ίππους όσοι βρίσκονται κ ά τω από το φως του ήλιου' από τη γενιά δε αυτή τους έκλεψε ο Α γ χ ί­ σης, ο βασιλιάς των αντρών, αφού τους έριξε κοντά τους θηλυκά άλογα κρυφά από τον Λ αομέδοντα' από αυτές γεννήθηκαν σ’ αυτόν μέσα στους στάβλους τω ν ανακτόρων του έξι απόγονοι (π ώ λο ι)' τους τέσσερις από αυτούς κρα­ τώ ντας τους ο ίδιος τους ανέθρεφε στη φάτνη του, τους δε άλλους δυο, πολύ έμπειρους στη φυγή, τους έδωσε στον Αινεία' αν θα38 μπορούσαμε να συλλάβουμε αυτούς, θ’ αποκτούσαμε ωραία δόξα». Έ τ σ ι αυτοί μεταξύ τους τέτοια έλ εγα ν εκείνοι δε γρή­ γορα τρέχοντας με τους τα χείς ίππους ήρθαν κοντά τους' προς αυτόν δε (τον Διομήδη) είπε πρώ τος ο λαμπρός γιος του Λυκάονα: «Καρτερόψυχε, πολεμικέ γιε του υπέροχου Τυδέα' βέβαια δεν σε εξόντωσε το γρήγορο βλήμα, το πικρό βέλος' τώ ρα πάλι θα δοκιμάσω με το δόρυ μήπω ς σε χτυπήσω ». Ε ίπε λοιπόν κι αφού έδωσε παλμό έριχνε το μακρό δόρυ και πέτυχε την ασπίδα του Τυδείδη· μέσα δε α π ’ αυτήν προς τα έξω αφού πέρασε η χάλκινη αιχμή, πλησίασε στο θώρακα και γ ι ’ αυτό φώναξε δυνατά ο λαμπρός γιος του Λυκάονα: « Έ χεις χτυπ η θεί στα λαγόνια πέρα γ ια πέρα και δεν πιστεύω ότι θα αντέξεις για μακρό χρονικό διάσ τημ α ’ έδωσες δε σε μένα μεγάλη δόξα)). Προς αυτόν δε χω ρ ίς να φοβηθεί είπε ο γενναίος Δ ιο­ μήδης: «Α πέτυχες και δεν με χτύπησες με ε π ιτυ χ ία - όμως νομίζω ότι εσείς δεν θα σταματήσετε προηγουμένως παρά

47

ΟΜΗΡΟΣ

πριν γ ’ άποπανσεσθαι πριν γ ’ η έτερόν γε πεσόντα αίματος άσαι Άρηα, ταλανρινον πολεμιστήν.” “ φάμενος προέηκε' βέλος δ ’ ίθυνεν Αθηνη Ως ρίνα παρ ’ οφθαλμόν, λενκονς (5’ έπέρησεν όδόντας. τον δ ’ άπό μέν γλώσσαν πρνμνην τάμε χαλκός άτειρης, αίχμη δ ’ εξελνθη παρά νείατον άνθερεώνα· ηριπε < ’ έξ όχέων, άράβησε δέ τεύχε ’ έπ ’ αυτώ 5 αίόλα παμφανόωντα, παρέτρεσσαν δέ οί ίπποι ώκνποδες■τον δ ’ ανθι λνθη ψυχή τε μένος τε. Αινείας δ ’ άπόρονσε συν άσπίδι δονρί τε μακρώ δείσας μη πώς οί έρνσαίατο νεκρόν Αχαιοί, άμφι δ ’ ά ρ’ αντώ βαίνε λέων ως άλκι πεποιθως, πρόσθε δέ οί δόρν τ ’ έσχε και ασπίδα πά ντοσ’ έ'ισην, τον κτάμεναι μεμαώς δς τις τον γ ’ άντιος έλθοι σμερδαλέα ίάχω ν ό δέ χερμάδιον λάβε χειρι Τνδεΐδης μέγα έργον δ ον δνο γ ’ άνδρε φέροιεν, οίοι νϋν βροτοί είσ ’■δ δέ μιν ρέα πάλλε και οίος. τώ βάλεν Αίνείαο κ α τ ’ ίσχίον ένθά τε μηρός ίσχίω ένστρέφεται, κοτύλην δέ τ έ μιν καλέουστ θλάσσε δέ οί κοτύλην, προς δ ’ άμφω ρηξε τένοντε' ώσε δ ’ άπό ρινόν τρηχνς λίθος■αντάρ δ γ ’ ηρως έστη γνύξ έριπών και έρείσατο χειρι παχείη γαίης· άμφι δέ δσσε κελαινη ννξ εκαλνψε. Κ α ί νν κεν ένθ ’ άπόλοιτο άναξ άνδρών Αινείας, εί μη άρ ’ όξν νόησε Δ ιός θνγάτηρ Αφροδίτη μητηρ, η μιν ΰ π ’ Α γχίσ η τέκε βονκολέοντί' άμφι δ ’ έόν φίλον νίόν έχενατο πηχεε λενκω, 310 305 300 295 290

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

προτού ο ένας, αφού πέσει στη γη , χορτάσει με αίμα τον Άρη τον καρτερικό πολεμιστή». Έ τσ ι αφού μίλησε, έριξε μπροστά το δόρυ- η δε Αθηνά κατευθυνε το βλήμα κοντά στο ρουθούνι του, δίπλα στον οφθαλμό, πέρασε δε πέρα για πέρα τα λευκά39 δόντια, του απέκοψε δε τη γλώ σσα στη ρίζα ο σκληρός χαλκός, η δε αιχμή του δόρατος με ορμή βγήκε στο πίσ ω μέρος του πιγουνιού- έπεσε δε κ άτω από το άρμα, βρόντηξαν δε πάνω του τα αστραφτερά και λαμπερά όπλα του, οι δε γρήγοροι ίπποι του έντρομοι παραμέρισαν α π ’ α υ τό ν εκεί δε η δύναμή του και η ζωή του διαλύθηκαν. Ο δε Αινείας με την ασπίδα και το μακρό δόρυ πήδησε κ ά τω από το άρμα, για τί φοβήθηκε μήπω ς οι Α χαιοί τραβήξουν προς το μέρος τους το νεκρό' διασκέλιζε δε αυτόν σαν λιοντάρι έχοντας πεποίθηση στη δύναμή του και μπροστά για χάρη του κράτησε το δόρυ και την κυκλική ασπίδα επιθυμώ ντας σφοδρά να σκοτώσει εκείνον που θα ερχόταν εναντίον του και κραυγάζοντας φοβερά. Εκείνος δε, ο Τ υδείδης, πήρε με το χέρι του λίθο, μεγάλο πράγμ α , τον οποίον δεν θα μ πο­ ρούσαν να σηκώσουν δυο άντρες, όπω ς είναι τώ ρ α οι θνη­ τοί' εκείνος όμως και μόνος του τον έπαιζε με ευκολία' με αυτόν δε χτύπησε τον Α ινεία στο ισχίο, εκεί όπου ακριβώς στρέφεται ο μηρός μέσα στο ισχίο, το ονομάζουν δε αυτό κοτύλη' του έσπασε δε την κοτύλη και επιπλέον του έσχισε τους δυο τένοντες και ο σκληρός λίθος απέσπασε το δέρμα' ο δε ήρωας, π α ρ ’ ότι έπεσε στη γη , στάθηκε γονατιστός και στηρίχτηκε πάνω στο έδαφος με το χοντρό του χέρι' μαύρη δε νύχτα κάλυψε γύρω τους οφθαλμούς του. Και στο τέλος θα χανόταν40 εκεί ο βασιλιάς τω ν αντρών Αινείας, αν αμέσως δεν τον έβλεπε γρήγορα η κόρη του Δία, η Αφροδίτη, η μητέρα του, που τον γέννησε με τον Α γχίση, που έβοσκε τα βόδια του' γύρω δε από τον α γα ­ πητό της γιο άπλωσε τους λευκούς βραχίονες της και

49

ΟΜΗΡΟΣ

πρόσθε δέ οί πέπλοιο φαεινού πτύγμ α κάλν-ψεν έρκος έμεν βελέων, μ ή τις Δαναών ταχυπωλων χαλκόν ένι στήθεσσι βαλών εκ θνμόν έλοιτο. Ή μέν έόν φίλον νίόν νπεξέφερεν πολέμοιο' ονδ’ νιος Καπανήος ελήθετο σννθεσιαων τάων άς έπέτελλε βοήν αγαθός Διομήδης, άλλ ’ ο γε τούς μέν έονς ήρνκακε μώννχας ίππους νόσφιν από φλοίσβον εξ άντυγος ηνία τείνας, Αίνείαο δ ’ έπαίξας καλλίτριχας ίππους έξέλασε Τρώων μ ε τ ’ έϋκνήμίδας ’ χαιούς. Α δώκε δέ Δήϊπνλω έτάρω φίλω, δν περί πάσης τΐεν δμηλικίης οτι οί φρεσίν άρτια ήδη, νηνσιν επι γλαφυρήσιν έλαυνέμεν αύτάρ δ γ ήρως ών ίππων έπιβάς έλαβ ’ ηνία σιγαλόεντα, αϊψα δέ Τνδεΐδην μέθεπε κρατερώνυχας ίππους εμμεμαώς' δ δέ Κνπριν έπώχετο νηλέϊ χαλκω γιγνώσκων δ τ ’ άναλκις έην θεός, ουδέ θεάων τάων α ί τ ’ άνδρών πόλεμον κάτα κοιρανεουσιν, ο ν τ’ άρ’ Αθηναίη οντε πτολίπορθος Ένυώ. ά λλ’ δτε δή ρ ’ έκίχανε πολύν καθ’ όμιλον όπάζων, ένθ ’ έπορεξάμενος μεγάθυμου Τυδέος υιός άκρην οντασε χεΐρα μετάλμενος όξέϊ δουρι άβληχρήν είθαρ δέ δόρυ χροός άντετόρησεν άμβροσίον διά πέπλον, δν οί Χάριτες κάμον αύται, πρυμνόν νπερ θέναρος· ρέε δ ’ άμβροτον αίμα ΘεοΓο ίχώρ, οίός πέρ τε ρέει μακάρεσσι θεοΐσιν

315

320

325

330

335

340

50

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

μπροστά τον σκέπασε με την πτυχή του φωτεινού πέπλου για να χρησιμεύσει στην απόκρουση των βελών, μήπω ς κάποιος από τους Δαναούς, που τρέχουν τους ίππους με μεγάλη τα χύτητα , του αφαιρέσει τη ζωή, αφού του μπήξει στο στήθος το χάλκινο κοντάρι. Αυτή μεν προσπαθούσε να μεταφέρει έξω από τη μάχη τον αγαπητό τη ς γ ιο ' ο δε γιος του Καπανέα δεν ξεχνούσε τις παραγγελίες εκείνες τις οποίες του είχε δώ σει ο ικανός στη μάχη Διομήδης, αλλά αυτός μεν τους δικούς του ίπ ­ πους με τη μια οπλή τους σταμάτησε μακριά από την πολεμική δίνη, αφού τέντω σε τα ηνία από την άκρη του δίφρου, και ορμώντας πήρε από τους Τ ρώ ες τους καλλιτριχους ίππους του Α ινεία και τους έφερε στους καλλικνήμιδες Α χαιούς, τους έδωσε δε στον Δηίπυλο, τον αγαπητό του σύντροφο — τον οποίον ακριβώς τιμούσε περισσότερο α π ’ όλους τους συνομηλίκους του, για τί στη σκέψη του είχε φρονήματα ίδια με αυτόν— για να τους οδηγήσει κοντά στα κοίλα πλοία. Εκείνος δε ο ήρωας, αφού ανέβηκε στο δικό του άρμα, πήρε στα χέρια του τα γυαλιστερά ηνία, αμέσως δε γεμάτος από πολεμικό μένος, διηύθυνε41 προς τον Τυδείδη τους ίππους που έχουν ισχυρές οπλές" αυτός δε με το σκληρό χάλκινο δόρυ καταδίω κε την Κ ύπρη42, για τί ήξερε καλά ότι ήταν απόλεμη θεά, και δεν ήταν από εκείνες τις θεές οι οποίες στον πόλεμο των αντρών διευθύνουν, ούτε δηλαδή η Αθηνά ούτε η Ενυώ43, που καταστρέφει τις πόλεις. Ό ταν όμως π ια την έφτασε παρακολουθώντας τη μέσα στο μεγάλο πλήθος, τότε, αφού τεντώ θηκε ο γιος του μεγαλόψυχου Τυδέα κι αφού όρμησε, τη χτύ π η σ ε με το κοφτερό δόρυ στο άκρο του απαλού χεριού τη ς' αμέσω ς δε το δόρυ πέρασε στο αντίθετο μέρος τη ς σάρκας μέσα από το θεϊκό πέπλο, το οποίο οι ίδιες οι Χ άριτες τη ς είχαν φτιάξει, πάνω από το άκρο44 της παλάμης" έτρεχε δε το αθάνατο αίμα της θεάς, ο ιχώ ρ45 ο οποίος κυκλοφορεί

51

ΟΜΗΡΟΣ

ον γάρ σίτον έδονσ’, ον πίνονσ’ αίθοπα οίνον, τούνεκ’ άναίμονές εισι και αθάνατοί καλέονται. ή δέ μέγα ίάχονσα άπό εο κάββαλεν υιόν καί τον μέν μετά χερσίν έρνσατο Φοίβος Απόλλων κυανέη νεφέλη, μη τις Δαναών ταχνπώλων χαλκόν ένί στήθεσσι βαλών εκ θνμόν έλοιτο · τη δ ’ επί μακρόν άνσε βοήν αγαθός Διομήδης ■ “είκε, Δ ιός θύγατερ, πολέμον καί δηϊοτητος · ή ονχ άλις όττι γνναΐκας άνάλκιδας ήπεροπενεις; εί δέ σύ γ ’ ές πόλεμον πωλήσεαι, ή τε σ ’ ό'ιω ριγήσειν πόλεμόν γε καί ε ΐ χ ’ έτέρωθι πύθηαι.” "Ως εφαθ’, ή δ ’ άλύουσ ’ άπεβήσετο, τείρετο δ ’ αίνώς' την μέν άρ’ Ίρις έλονσα ποδήνεμος εξ α γ ’ όμιλον άχθομένην όδύνησι, μελαίνετο δέ χρόα καλόν. ενρεν έπειτα μάχης ε π ’ αριστερά θονρον Άρηα ήμενον ήέρι δ ’ έγχος έκέκλιτο καί τ α χ έ ’ ίππω' η δέ γννξ έριπονσα κασιγνήτοιο φίλοιο πολλά λισσομένη χρνοάμπνκας ήτεεν ίππους ■ “φίλε κασίγνητε, κόμισαί τ έ με δός τ έ μοι ΐππονς, οφρ ’ ές 'Όλυμπον ίκωμαι ίν ’ αθανάτων έδος έστί. λίην άχθομαι έλκος ο με βροτός οντασεν άνήρ Τνδείδης, δς νυν γε καί αν Δ ιί πατρί μά χο ιτο .” "Ως φάτο, τη δ ’άρ’ 'Άρης δώκε χρνσάμπυκας ΐππονς · η δ ’ ές δίφρον έβαινεν άκηχεμένη φίλον ήτορ, πάρ δέ οί Ίρις έβαινε καί ηνία λάζετο χερσί,
365 360 355 350 345

52

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

ακριβώς μέσα στους μακάριους θεούς· γ ια τ ί αυτοί δεν τρώνε ψωμί, δεν πίνουν μαύρο κρασί και για τούτο δεν έχουν αίμα και είναι αθάνατοι- αυτή δε με μ εγάλες κραυ­ γές έριξε κάτω από τα χέρια τη ς το γιο τ η ς - κι αυτόν μεν μέσα στα χέρια του τον έσωσε ο Φοίβος Α πόλλωνας με μαύρο νέφος, μήπω ς κάποιος από τους Δαναούς, που τρέ­ χουν γρήγορα τους ίππους, του αφαιρέσει τη ζω ή χώνοντας το χάλκινο δόρυ στα στήθη το υ - γ ι ’ αυτή δε δυνατά φώναξε ο ικανός στη μάχη Διομήδης. «Κόρη του Δία, φεύγε από τη μάχη και τον πόλεμ ο- δεν είναι βέβαια αρκετό σε σένα ότι εξαπατάς τ ις αδύνατες γυναίκες; Αν όμως εσύ συχνά έρθεις στον πόλεμο, τότε βέβαια νομίζω ότι εσύ θα βλέπεις με φρίκη τον πόλεμο, κι όταν ακόμη σε άλλο μέρος τον ακούς». Έ τσ ι είπε, εκείνη δε έφυγε για τί βασανιζόταν φοβερά, κι αυτή, αφού την πήρε η ανεμοπόδαρη Ίρ ιδ α , την έβγαλε από τη μάχη, ενώ ήταν πολύ στενοχωρημένη από τους πόνους, έγινε δε πελιδνή στην ωραία τη ς επιδερμίδα, βρή­ κε δε έπειτα στο αριστερό μέρος της μάχης τον ορμητικό Άρη να κάθεται- από ομίχλη δε ήταν περικυκλωμένο46 το δόρυ και οι γρήγοροι ίπ π ο ι- και αυτή πέφτοντας γονατιστή και παρακαλώντας θερμά ζητούσε τους χρυσοστέφανους ίππους από τον α γαπητό αδελφό της. «Α γαπητέ μου αδελφέ, φρόντισε για μένα, αλλά δώ σ’ μου τους ίππους σου για να έρθω στον Ό λυμ πο, όπου είναι η κατοικία τω ν αθανάτω ν- αισθάνομαι πολύ βαρύ το τραύμα47 με το οποίο με πλήγω σε ο θνητός άντρας, ο γιος του Τυδέα, ο οποίος τώ ρα ακόμη και εναντίον του πατέρα Δία θα μπορούσε να πολεμήσει». Έ τ σ ι είπ ε- αμέσως δε σ’ αυτήν ο Άρης έδωσε τα χρυσοστέφανα άλογα- εκείνη δε ανέβαινε στο δίφρο λυπημένη στην καρδιά τη ς και κοντά σ’ αυτήν ανέβαινε η Ίρ ιδ α κι έπιανε με τα χέρια τη ς τα ηνία, χτύπησε δε τους ίππους με

53

ΟΜΗΡΟΣ

μάστιξεν δ ’ ελάαν, τώ δ ’ ονκ άέκοντε πετέαΟην. αίγα δ ’ επειθ’ ί'κοντο θεών έδος αίπνν ’Ό λυμπον ένθ ’ 'ίππους έστησε ποδήνεμος ώκέα ~Ιρις λνσα σ ’ εξ όχέων, παρά δ ’ άμβρόσιον βάλεν είδαρ· ή δ ’ εν γου'νασι π ΐπ τε Διώνης δ ϊ’ ’ φροδίτη, Α μητρός εης" ή δ ’ άγκάς έλάζετο θυγατέρα ήν, χειρί τε μιν κατέρεξεν έπος τ ’ έφ α τ’ έκ τ ’ ονόμαζε· “τις νν σε τοιάδ ’ έρεξε φίλον τέκος Ούρανιώνων μαψιδίως, ώς ε ’ τι κακόν ρέζουσαν ενωπη; ” ί Την δ ’ ή μ είβ ετ’ έπειτα φι,λομμειδής Αφροδίτη · “ούτά με Τυδέος υιός ΰπέρθυμος Διομήδης, ουνεκ ’ εγώ φίλον υιόν υπεξέφερον πολέμοιο Αινείαν, ος έμοι πάντων πολύ φίλτατός έστιν. ου γάρ έτι Τρώων και Αχαιών φνλοπις αί,νή, ά λλ’ ήδη Δαναοί γε και άθανάτοισι μά χοντα ι.” Την δ ’ ή μ είβ ετ’ έπειτα Διώνη, δία θεάων “τέτλαθι, τέκνον εμόν, και άνάσχεο κηδομένη περ· πολλοί γάρ δή τλημεν ’ Ολύμπια δώματ ’ έχοντες εξ άνδρών χαλέπ ’ άλγε ’ επ ’ άλλήλοισι τιθέντες. τλή μέν Άρης οτε μιν ~Ωτος κρατερός τ ’ Ε φιάλτης παΐδες Αλωηος, δη σαν κρατερω ένι δεσμώ" χαλκέω δ ’ έν κεράμω δέδετο τρισκαίδεκα μήνας · κα ί νύ κεν ενθ’ άπόλοιτο ’ ρης άτος πολέμοιο, Ά εί μή μητρυιή περικαλλής Ήερίβοια Έρμέα έξή γγειλεν δ δ ’ έξέκλεψεν Άρηα ήδη τειρόμενον, χαλεπός δέ έ δεσμός έδάμνα.
390 385 380 375 370

54

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

το μαστίγιο για να τρέχουν κι εκείνοι με μεγάλη προθυμία π ετουσ αν αμέσως δε έπειτα έφτασαν στην κατοικία των θεών, στον απότομο Ό λ υ μ π ο - εκεί σ ταμ άτησ ε τους ίππους η ανεμοπόδαρη και γρήγορη Ίρ ιδ α , λύνοντας τους από το άρμα. Έ βαλε δε μπροστά τους θεϊκή τρ οφ ή - εκείνη δε, η θεϊκή Αφροδίτη, έπεφ τε στα γόνατα τη ς Διώ νης48, της μητέρας τ η ς - εκείνη δε πήρε στην αγκαλιά τη ς την κόρη της και τη θώπευε με το χέρι τη ς και λόγια είπε και τα διατύπωνε: ((Ποιος λοιπόν, α γαπητό μου παιδί, από τους θεούς του ουρανού σου έκανε τέτοια πράγμ α τα χω ρ ίς να σκεφτεί, σαν να έκανες κάποιο κακό φανερά;» Προς αυτήν δε απάντησε έπειτα η Α φροδίτη με το γλυκό χαμόγελο: «Μ ε πλήγω σε ο γιος του Τυδέα, ο μ εγα ­ λόψυχος Διομήδης, επειδή εγώ προσπαθούσα να μεταφέρω μακριά από τη μάχη τον αγαπητό μου γιο Αινεία, ο οποίος είναι σε μένα πάρα πολύ αγαπητός α π ’ όλους- για τί η φοβερή μάχη δεν είναι π ια μεταξύ Τ ρώ ω ν και Α χαιώ ν, αλλά τώ ρα π ια οι Δαναοί βέβαια μάχονται και εναντίον των αθάνατων θεών». Προς αυτήν δε έπειτα απάντησε η Δ ιώ νη , η πάρα πολύ ευγενική από τις θεές: ((Να υποφέρεις, τέκνο μου, και να κάνεις υπομονή, π α ρ ’ ότι λυπάσαι, γ ια τί πάρα πολλοί έως τώρα από μας που κατοικούμε στον Ό λυ μ π ο έχουμε υπο­ φέρει εξαιτίας των ανθρώπων, υποβάλλοντας ο ένας στον άλλον βαριές θλίψεις- υπέφερε μεν ο Ά ρης, όταν ο Ώ τος και ο ισχυρός Ε φ ιάλτης, τα παιδιά του Α λω έα49, τον έδεσαν με σκληρό δεσμό- μέσα δε σε χαλκό δεσμωτήριο ήταν δεμένος δεκατρείς μήνες και θα ήταν δυνατόν εκεί να χαθεί ο αχόρταστος στον πόλεμο Άρης, αν δεν ανακοίνωνε στον Ερμή αυτό το π ρ ά γμ α η μητριά50 του, η πάρα πολύ ωραία Η ερίβοια- αυτός δε κρυφά πήρε τον Άρη, ενώ ήδη βρισκό­ ταν σε εξάντληση, για τί τον βασάνιζε51 ο βαρύς δεσμός.

55

ΟΜΗΡΟΣ

τλη δ ’ Ή ρη, δτε μιν κρατερός πάϊς Αμφιτρύωνος δεξιτερόν κατά μαζόν όϊατω τριγλώ χινι βεβλήκει ■ τότε καί μιν άνηκεστον λάβεν άλγος, τλη δ ’ Αίδης εν τοϊσι πελώριος ώκύν ό ιστόν, εντε μιν ωντος άνηρ νιος Δ ιός αιγιόχοιο εν Πνλω εν νεκνεσσι βαλών όδννηαιν εδω κεν αύτάρ δ βη προς δώμα Διός και μακρόν Ό λυμπον κήρ άχεων όδννησι πεπαρμένος · αντάρ όϊστος ώμω ένι στιβαρώ ηληλατο, κηδε δέ θνμόν. τω δ ’ έπι Παιηων όδννηφατα φάρμακα πάσσων ή κ έσ α τ’· ον μέν γάρ τι καταθνητός γε τέτνκτο. σχέτλιος όβριμοεργός δς οϋκ δθετ ’ αί'σνλα ρέζων, δς τόξοισιν έκηδε θεούς οι Ό λυμπον έχουσι. σοι δ ’ έπι τοϋτον ανήκε θεά γλαυκώ πις Άθηνη· νηπιος, ουδέ το οίδε κατά φρένα Τνδέος υιός
ο ττ ι μάλ ’ ού δηναιός δς άθανάτοισι μάχηται, 405 400 395

ουδέ τ ί μιν παΐδες ποτι γούνασι παππάζουσιν έλθόντ ’ εκ πολέμοιο και αίνής δηϊοτήτος. τώ νϋν Τυδεΐδης, εί και μάλα καρτεράς έστι, φραζέσθω μη τις οί άμείνων σεϊο μάχηται, μη δην Αίγιάλεια περίφρων Αδρηστίνη εξ ύπνου γοόωσα φίλους οίκήας έγείρη κουρίδιον ποθέουσα πόσιν τον άριστον Αχαιών ίφθίμη άλοχος Διομηδεος ίπποδάμοιο.” Ή ρα και άμφοτέρηαιν α π ’ ίχώ χειρός όμόργνν άλθετο χειρ, όδύναι δέ κατηπιόωντο βαρεϊαι. αί δ ’ αύτ ’ είσορόωσαι Αθηναίη τε και Ή ρη κερτομίοις έπέεσσι Δία Κρονίδην έρέθιζον.
415 410

56

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

Τπέφερε δε η Ή ρ α όταν ο γενναίος γιος του Α μφιτρύονα52 τη χτύπησε με βέλος που είχε τρία άγκισ τρα στο δεξιό μαστό- τότε την κατέβαλε κι αθεράπευτος πόνος. Τπέφερε δε μεταξύ αυτών ο πελώ ριος Ά δης γρήγορο βέλος, όταν ο ίδιος άντρας, ο γιος του Δ ία που κρατάει την α ιγίδα στην Πύλο, αφού τον π έτυ χε, τον παρέδωσε στους πόνους με­ ταξύ των νεκρώ ν αυτός δε έφυγε σ τ’ ανάκτορα του Δία και τον ψηλό Ό λυμπο λυπημένος στην καρδιά του και ταλαι­ πωρημένος από τους κόπους- για τί το βέλος χω μένο μέσα στο στιβαρό του ώμο του συνέθλιβε την καρδιά. Ο Παιήονας53 δε, αλείφοντας αυτόν με παυσίπονα φάρμακα, τον θεράπευσε- γ ια τί δεν ήταν βέβαια καθόλου θνητός· ο αυθάδης, ο κακούργος, που δεν ντρεπόταν καθόλου να κάνει κακούργα έργα και ο οποίος με το τόξο χτυπούσε τους θεούς που κρατούν τον Ό λυμπο. Αυτόν εναντίον σου τον παρακίνησε η γαλανομάτα θεά Αθηνά. Γ ια τί ο ανόητος αυτό δεν ξέρει μέσα στη σκέψη του, ο γιος του Τυδέα, ότι δεν είναι πια πολύ μακρόβιος όποιος μ άχεται εναντίον των αθάνατων θεών και καθόλου τα παιδιά δεν φωνάζουν αυτόν π αππού54, αφού ξαναγυρίσει από τον πόλεμο και τη φοβερή μάχη. Γ ι’ αυτό τώ ρα ο γιος του Τυδέα, παρ’ ότι είναι πάρα πολύ γενναίος, ας προσέχει μήπω ς πολεμήσει εναντίον αυτού κάποιος πολύ γενναιότερος από σένα, μ ήπω ς δηλα­ δή η Αιγιάλεια, η πάρα πολύ φρόνιμη κόρη του Αδράστου, θρηνώντας για πολύ χρόνο, σηκώσει τους δούλους από τον ύπνο, από πόθο για το νεαρό τη ς σύζυγο, τον άριστο από τους Αχαιούς, η γενναία σύζυγος του ιπποδαμαστή Δ ιομή­ δη». Ε ιπε λοιπον και με τα δυο του χέρια σκούπιζε τον ιχώρα από το χέρι το υ- θεραπευόταν το χέρι του και καταπραΰνονταν οι βαριοί πόνοι' από το άλλο μέρος εκείνες, δηλαδή η Αθηνά και η Ή ρ α , που έβλεπαν, με π ειρ α χτικ ά λόγια ερέθιζαν τον Δ ία, το γιο του Κρόνου- μεταξύ τους δε έκανε

57

ΟΜΗΡΟΣ

τοΐσι δέ μνθων ήρχε θεά γλαυκώπις Αθήνη“Ζ εϋ πάτερ, ή ρά τ ί μοι κεχολώσεαι όττι κεν εΐπω; ή μάλα δή τινα Κνπρις Αχαι'ιάδων άνιεΐσα Τρωσίν άμα σπέσθαι, τούς νυν έκπαγλα φίλησε, των τινα καρρέζονσα Άχαιίαδων έϋπέπλων προς χρυσή περόνη καταμυξατο χεϊρα άραιήν. ” "Ως φάτο, μείδησεν δέ πατήρ άνδρών τε θεών τε, κα ί ρα καλεσσάμενος προσεφη χρνσήν Ά φροδίτην “ον τοι, τεκνον έμόν, δεδοται πολεμήϊα έργα, άλλά σν γ ’ ίμερόεντα μετέρχεο έργα γάμοιο, ταντα δ ’ Ά ρ η ϊ θοώ καί Άθήνη πάντα μελήσει.” "Ως οί μέν τοιαντα προς άλλήλονς άγόρενον, Αινεία δ ’ έπόρονσε βοήν άγαθός Διομήδης, γιγνώακων ό οί αυτός ΰπείρεχε χεΐρας 'Απόλλων αλλ ο γ αρ ονοε υεον μεγαν αζετο, ιετο ο αιει Αινείαν κτεϊναι και άπό κλυτά τεύχεα δνσαι. τρις μέν έ π ε ιτ ’ έπόρονσε κατακτάμεναι μενεαίνων, τρις δέ οί έστνφέλιξε φαεινήν ά σπίδ’ Α πόλλω ν άλλ ’ ότε δή τό τέταρτον έπέσσυτο δαΐμονι ίσος, δεινά δ ’ όμοκλήσας προσέφη έκάεργος Α πόλλω ν “ψράζεο, Τυδεΐδη, και χάζεο, μηδέ θεοΐσιν ίσ ’ έθελε φρονέειν, έπεί οΰ ποτε φϋλον όμοΐον αθανάτων τε θεών χαμαί ερχομένων τ ’ άνθρώπων.” "Ως φάτο, Τνδείδης δ ’ άνεχάζετο τυτθόν όπίσσω μηνιν άλευάμενος έκατηβόλον Απόλλωνος. Αινείαν δ ’ άπάτερθεν όμιλον θηκεν Απόλλων Περγάμω είν ίερη, όθι οί νηός γε τέτνκτο.

420

425

430

435

440

445

58

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

αρχή του λόγου η θεά, η γαλανομάτα Αθηνά. «Δία πατέρα, αλήθεια θα είσαι καθόλου θυμωμένος για ό,τι κι αν πω ; Β έβαια, η Αφροδίτη ενώ προέτρεπε κάποιον από τους Έ λληνες ν’ ακολουθήσει55 τους Τρώ ες, τους οποίους τώ ρα πολύ αγάπησε, α π ’ αυτές εδώ τις καλλίπεπλες Ελληνίδες ενώ θώπευε κάποια, τρύπησε το αδύνατο χέρι της στη χρυσή πόρπη». Έ τ σ ι είπε, χαμογέλασε δε ο πατέρας τω ν αντρών και των θεών κι αφού προσκάλεσε τη χρυσή Αφροδίτη της είπε. «Τέκνο μου, δεν έχουν σε σένα δοθεί τα πολεμικά εργα, αλλά εσύ να φροντίζεις για τα ευχάριστα έργα του γάμου, για όλα δε αυτά θα φροντίσει ο γρήγορος Άρης και η Αθηνά». Έ τσ ι λοιπόν αυτοί τέτοια έλεγαν μεταξύ τους" εναντίον δε του Αινεία όρμησε ο ικανός στη μάχη Διομήδης, παρ’ ότι γνώ ριζε ότι ο ίδιος ο Α πόλλωνας είχε τα χέρια του πάνω σ’ α υ τό ν αλλ’ αυτός βέβαια δεν σεβόταν ούτε το μεγάλο θεό, ακατάπαυστα δε επιθυμούσε να σκοτώσει τον Αινεία και να του αφαιρέσει τα περίφ ημ α όπλα' τρεις φορές μεν τότε όρμησε επιθυμώ ντας σφοδρά να τον σκο­ τώ σ ει- τρεις φορές δε ο Απόλλωνας απώ θησε τη γυαλιστε­ ρή του ασπίδα- αλλά όταν πια για τετά ρ τη φορά όρμησε όμοιος με το θεό, τότε με φοβερές απειλές ειπε ο μακρο­ βόλος Απόλλωνας. «Σκέψου, γιε του Τυδέα, και κάνε υποχώ ρηση και μην τολμάς στα φρονήματα να εξισώνεσαι με τους θεούς, για τί ποτέ δεν είναι ίδια η φυλή των αθάνατων θεών και των ανθρώπων, που βαδίζουν κάτω στη γη». Έ τσ ι είπε, ο Τυδείδης δε υποχωρούσε λίγο προς τα πίσω επειδή φοβήθηκε την οργή του μακροβόλου Α πόλλω ­ να- τον Αινεία δε ο Α πόλλωνας τον μετέφερε μακριά από το πλήθος στην ιερή Π έργαμο, όπου υπήρχε ναός κατα-

59

ΟΜΗΡΟΣ

ήτοι τον Λ ητώ τε και ’ ρτεμις ίοχέαιρα Ά εν μεγάλω άδύτω άκέοντό τε κνδαινόν τ ε αϋτάρ δ εΐδωλον τε ϋ ξ ’ άργνρότοξος ’ πόλλων Α αύτω τ ’ Αινεία ίκελον και τεύχεσι τοΐον, άμφι δ ’ άρ’ είδώλω Τρώες και δϊοι Αχαιοί δήονν άλλήλων άμφι στήθεσσι βοείας ασπίδας εϋκνκλους λαισήία τε πτερόεντα. δή τότε θοϋρον Αρηα προσηύδα Φοίβος Α πόλλω ν “ Άρες Αρες βροτολοιγέ, μιαιφόνε, τειχεσιπλήτα, ούκ αν δή τόνδ ’ άνδρα μάχης έρύσαιο μετελθών Τνδείδην, δς νϋν γε και αν Δ ιί πατρί μάχοιτο', Κύπριδα μέν πρώτα σχεδόν ουτασε χειρ ’ επί καρπώ, αΰτάρ έ π ε ιτ’ αϋτώ μοι έπέσσυτο δαίμονι ίσος.” "Ως είπών αυτός μέν έφέζετο Π εργάμω άκργι, Τρωάς δέ στίχας ονλος Αρης ότρννε μετελθών είδόμενος Ακάμαντι θοώ ήγήτορι Θ ρηκών νίάσι δέ Πριάμοιο διοτρεφεεσσι κέλευεν “ώ υίεΐς Πριάμοιο, διοτρεφέος βασιλήος, ές τ ί έτι κτείνεσθαι έάσετε λαόν Αχαιοϊς; ή εις ο κεν άμφι πύλης εν ποιητήσι μάχωνται; κεϊται άνήρ δν ίσον έτίομεν Έκτορι δίω Αινείας νιος μεγαλήτορος Αγχίσαο' ά λλ’ ά γ ε τ ’ εκ φλοίσβοιο σαώσομεν έσθλόν έταΐρον.” * είπών ότρννε μένος καί θνμόν έκαστον. Ως ένθ ’ αν Σαρπηδών μάλα νείκεσεν Έκτορα δΖον “Έκτορ π ή δή τοι μένος ο ’χεται δ πριν έχεσκες; ί φής πον άτερ λαών πόλιν έξέμεν ήδ ’ επικούρων
470 465 460 455 450

60

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

σκευασμένος γ ι ’ α υ τό ν αυτόν μεν η Λ ητώ και η ικανή στα τόξα Άρτεμη μέσα στο μεγάλο άδυτο του ναού και τον θεραπευαν και τον έκαναν ισχυρό' εκείνος δε ο αργυρότοξος Απόλλωνας κατασκεύασε είδωλο56 όμοιο με τον ίδιο τον Αινεία και τέτοιο και στα όπλα, γύρω δε, όπω ς ήταν επόμενο από το είδωλο, οι Τρώες και οι ευγενείς Α χαιοί έσπαζαν στα στήθη μεταξύ τους τις κυκλικές ασπίδες από δέρμα βοδιού57 και τα ελαφρά ακόντια- τότε π ια ο Φοίβος Απόλλωνας έλεγε προς τον ορμητικό Αρη! «Άρη, που καταστρέφεις τους ανθρώπους, αιμοβόρε, που προσβάλ­ λεις τα τείχη, δεν θα έβγαζες λοιπόν από τη μ άχη αυτόν τον άντρα αφού πας, δηλαδή τον Τυδείδη που και τώ ρα θα ήθελε να πολεμά κι εναντίον του πατέρα Δ ία; Τ ην Κύπρη δε πρώ τη φορά από κοντά την τραυμάτισε στο χέρι πάνω στον καρπό, έπειτα δε όρμησε εναντίον μου όμοιος με θεό». Έ τσ ι αφού είπε, αυτός κάθισε στην ακρόπολη τη ς Π ερ­ γάμου, τις δε φάλαγγες τω ν Τρώ ω ν ο ολέθριος Ά ρης, αφού πήγε, τις παρακινούσε, μοιάζοντας με το γρήγορο Α κάμαντα, τον ηγεμόνα τω ν Θ ρ α κ ώ ν προέτρεπε δε τους ευγενείς γιους του Πριάμου: «Γιοι του Πριάμου, του ευγενικού βασιλιά, μέχρι πότε ακόμη θ’ αφήσετε να σκοτώ νεται ο λαός τω ν Α χαιών; Αλήθεια, μέχρι π ό τε θα πολεμούν γύρω από τ ις καλοκατασκευασμένες πύλες; Έ χ ε ι χτυπηθεί άντρας, τον οποίο τιμούσαμε εξίσου με το θεϊκό Έ κ το ρ α , δηλαδή ο Αινείας, ο γιος του μεγαλόψυχου Α γ χ ίσ η ' αλλά εμπρός, ας σώσουμε από την πολεμική τύρβη το γενναίο σύντροφο». Έ τσ ι αφού μίλησε, ξεσήκωσε την ανδρεία και το θάρρος του καθενός· τότε ο Σαρπηδόνας από το άλλο μέρος σφο­ δρά επέπληξε το θείο Έ κτορα. «Έ κτορα, πού π ή γε λοιπόν η ανδρεία σου, που είχες κατά το παρελθόν; Έ λ ε γ ες κάπου ότι χω ρίς το λαό και χω ρίς τους επικούρους μόνος σου θα προστατεύσεις την

61

ΟΜΗΡΟΣ

οίος συν γαμβροΐσι κασιγνητοισί τε σοΐσι. των νϋν ου τιν ’ εγώ ίδέειν δνναμ ’ ον δε νοήσαι, άλλα καταπτώσσουσι κύνες ώς άμφι λέοντα · ημείς δέ μαχόμεσθ ’ οί' πέρ τ ’ επίκουροι ένειμεν. και γάρ έγών επίκουρος έών μάλα τηλόθεν ηκω· τηλον γάρ Λ νκίη Ξάνθω έπι δινηεντι, ένθ’ άλοχόν τε φίλην έλιπον και νηπιον υιόν, κάδ δέ κτήματα πολλά, τά έλδεται δς κ ’ έπιδενης. άλλά και ώς Λυκίονς ότρυνω και μέμον’ αυτός άνδρί μαχησασθαι· άτάρ ον τ ί μοι ενθάδε τοΐον οιον κ ’ ηέ φέροιεν Αχαιοί η κεν άγοιεν τυνη δ ’ έστηκας, άτάρ ονδ’ άλλοισι κελεύεις λαοΐσιν μενέμεν και άμυνέμεναι ώρεσσι. μη πως ώς άχρΐσι λίνοι’ άλόντε πανάγρου άνδράσι δυσμενέεσσιν έλαιο και κυρμα γένησθε' οΐ δέ τά χ ’ έκπέρσουσ ’ εΰ ναιομένην πόλιν ΰμην. σοι δέ χρή τάδε πάντα μέλειν ννκτάς τε και ήμαρ άρχούς λισσομένω τηλεκλειτών επικούρων νωλεμέως έχέμεν, κρατερήν δ ’ άποθέσθαι ένιπην. ” “ φάτο Σαρπηδών, δάκε δέ φρένας Έκτορι μύθοςΩς αϋτίκα δ ’ εξ όχέων συν τευχεσιν άλτο χαμ&ζε, πάλλων δ ’ οξέα δονρα κατά στρατόν ώχετο πάντη ότρυνων μαχέσασθαι, έγειρε δέ φυλοπιν αινην. οΐ δ ’ έλελίχθησαν και ενάντιοι έσταν Α χα ιώ ν Αργεϊοι δ ’ υπέμειναν άολλέες ουδέ φόβηθεν. ώς δ ’ άνεμος άχνας φορέει ίεράς κατ ’ άλωάς άνδρών λακμώντων, ότε τε ξανθή Λ ημήτηρ κρίνη έπειγομένων άνέμων καρπόν τε και άχνας,
500 495 490 485 480 475

62

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

πόλη με τους γαμπρούς και με τ ’ αδέλφια σου- τώρα δε εγώ α π ’ αυτούς δεν μπορώ να δω κανέναν ούτε να παρα­ τηρήσω, αλλά όλοι μένουν ζαρωμένοι σαν σκυλιά γύρω από λιοντάρι, ενώ εμείς αντίθετα πολεμούμε. Ε μ είς με όλα αυτά είμαστε επίκουροι- για τί κι εγώ έχω έρθει επίκουρος από πολύ μακριά, επειδή η Λ υκία είναι μακριά, κοντά στον Ξάνθο με τις πολλές δίνες, όπου άφησα α γα π η τή σύζυγο και ανήλικο γιο, άφησα δε πίσω πολλά κ τή μ α τα τα οποία πολυ τα επιθυμεί κάποιος που είναι φ τω χός. Α λλά και με όλα αυτά παρακινώ τους Λυκίους και ο ίδιος επιθυμώ σφοδρά να πολεμήσω εναντίον του άντρα- αλλά δεν έχω τίποτα τέτοιο εδώ το οποίο θα ήταν δυνατό να το σηκώ ­ σουν ή να το πάρουν οι Α χ α ιο ί- εσύ δε κάθεσαι εδώ και δεν προτρέπεις ούτε τους άλλους στρατιώ τες να μένουν και να υπερασπίζουν τις συζύγους- μήπω ς αφού π ια σ τε ίτε 58 όπως σε θηλιές διχτιού, το οποίο όλα τα πιάνει, γίνετε λεία και εύρημα των εχθρικών αντρώ ν- γ ια τί αυτοί πολύ σύντομα θα καταστρέψουν τη δική σας πόλη, που κατοικείται ω ­ ραία- συ δε πρέπει για όλα αυτά να φροντίζεις νύχτα και μέρα, προτρέποντας τους αρχηγούς των περίφημω ν επ ι­ κούρων να αμύνονται με επιμονή, και ν’ αφήσεις τα σκλη­ ρά λόγια». Έ τ σ ι μίλησε ο Σαρπηδόνας, κι ο λόγος του δάγκω σε την καρδιά του Έ κ το ρ α , αμέσως δε με τα όπλα του πήδησε κάτω από το άρμα, πάλλοντας δε τα κοφτερά δόρατα έτρεξε διά μέσου του στρατού σε όλα τα μέρη παρακινώ ­ ντας τους να πολεμήσουν και ξεσήκωσε φοβερή μ ά χ η εκείνοι δε έκαναν στροφή και στάθηκαν απέναντι των Α ­ χαιών, και οι Α ργείοι έμεναν στη θέση τους συγκεντρω μέ­ νοι και δεν έφυγαν- όπω ς ακριβώς δε, όταν ο άνεμος τη στιγμή που οι άντρες λιχνίζουν παρασύρει τ ’ άχυρα στα ιερά αλώνια, όταν η ξανθή Δ ήμητρα ξεχω ρίζει τον καρπό και τ ’ άχυρα με τα ισχυρά πνεύματα τω ν α νέμω ν- οι δε

63

ΟΜΗΡΟΣ

αΐ δ ’ νπολενκαίνονται άχνρμιαί' ώς τ ό τ ’ Αχαιοί λευκοί ν'περθε γένοντο κονισάλω, ον ρα δ ι’ αυτών ουρανόν ές πολνχαλκον έπέπληγον πόδες ίππων άψ έπιμισγομένων · νπό δ ’ έ'στρεφον ήνιοχηες. οΐ δέ μένος χειρών ίθύς φέρον άμφί δέ ννκτα θοϋρος ’ ρης έκάλνψε μάχϊ] Τρώεσσιν άρήγων, Ά πά ντοσ’ έποιχόμένος- τοΰ δ ’ έκραίαινεν έφετμάς Φοίβον Απόλλωνος χρυσαόρου, ος μιν άνώγει Τρωσίν θνμόν έγεΐραι, έπε'ι ίδε Π α λλάδ’ Άθήνην οίχομένην ή γάρ ρα πελεν Δαναοΐσιν άρηγών. αυτός δ ’ Αινείαν μάλα πίονος έξ άδύτοιο ήκε, και εν στήθεσσι μένος βάλε ποιμένι λαών. Αινείας δ ’ έτάροισι μεθίστατο’ τοι δέ χάρησαν, ώς είδον ζωόν τε και άρτεμέα προσιόντα και μένος εσθλόν έχοντα■μετάλλησάν γε μέν ον τι. ου γάρ έα πόνος άλλος, όν άργνρότοξος έγειρεν Άρης τε βροτολοιγός Έρις τ ’ άμοτον μεμαυΐα. Τούς <5’ Α ’αντε δνω και Όδυσσεύς και Διομήδης ί ότρυνον Δαναούς πολεμιζέμεν οΐ δέ και αυτοί οντε βίας Τρώων ύπεδείδισαν ούτε ίωκάς, άλλ ’ έμενον νεφέλησιν έοικότες, ας τε Κρονίων νηνεμίης έστησεν έ π ’ άκροπόλοισιν ορεσσιν άτρέμας, οφρ ’ εύδησι μένος Βορέαο και άλλων ζαχρειών ανέμων, οΐ τε νέψεα σκιόεντα πνοι^σιν λιγυρ^σι διασκιδνασιν άέντες ·
ώς Δαναοί Τρώας μένον έμπεδον ουδέ φέβοντο. 525 520 515 510 505

64

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

τόποι που ήταν τ ’ άχυρα σιγά σιγά λευκα'ίνονταν κατά τον ίδιο τρόπο τότε οι Α χαιοί έγιναν λευκοί από τον κουρνια­ χτό που ερχόταν από πάνω , τον οποίον μεταξύ αυτώ ν59 μέχρι τον πολύχαλκο ουρανό σήκωσαν τα πόδια των ίπ ­ πων που χτύπ αγα ν στη γη , τη σ τιγμ ή που π ά λ ι συμπλέ' γ ^ ' / ' κονταν 60. γύριζαν όε πισ ω τους ίππους οι ηνίοχοι, εκείνοι δε τα ισχυρά χέρια έφερναν προς τα π ά νω - ο δε ορμητικός Άρης, βοηθώντας τους Τ ρώ ες, περιέβαλλε το πεδίο της μάχης με νύχτα, αφού ερχόταν σε όλα τα μέρη, εκτελούσε δε τις παραγγελίες του Φοίβου Απόλλωνα που είχε χρυσό ξίφος και ο οποίος προέτρεπε αυτόν να ξεσηκώ σει στους Τρώες θάρρος, όταν είδε ότι έφυγε η Π αλλάδα Αθηνά' για τί αυτή, όπω ς είναι γνω στό, ήταν βοηθός τω ν Δαναών. Αυτός δε από το πάρα πολύ πλούσιο άδυτο του ναού έστειλε τον Αινεία και εμφύσησε μέσα στα στήθια του αρχηγού των στρατιω τώ ν δύναμη, και ο Α ινείας πήγαινε προς τους συντρόφους του' αυτοί, όταν τον είδαν, χάρηκαν πολύ γ ια τί αυτός ερχόταν κοντά τους ζωντανός και υγιής και ειχε ακμαίες δυνάμεις· δεν τον ρώτησαν όμω ς καθόλου' για τί από το άλλο μέρος δεν άφηνε περιθώ ρια ο άλλος αγώνας61 τον οποίο ξεσήκωνε ο Άρης με τα αργυρά τόξα που σκοτώνει τους ανθρώπους και η Έ ρ ιδα η οποία ενεργεί με ορμη χω ρίς καθόλου να σταματάει. Εκείνους όμω ς τους Δαναούς, οι δυο Α ίαντες κι ο Οδυσσεας κι ο Δ ιομήδης τους προέτρεπαν να πολεμ ούν αυτοί δε και από μόνοι τους ούτε τις βιαιοπραγίες των Τρώων φοβούνταν ούτε τις εφόδους τους, αλλά παρέμεναν στη θεση τους όμοιοι με σύννεφα, τα οποία ο γιος του Κρόνου σε καιρό γαλήνης τα έβαλε αμετακίνητα στα ψηλά βουνά εφόσον η δύναμη του βοριά ησυχάζει και τω ν άλλων δυνατών ανέμων, οι οποίοι με ισχυρά σήματα διασκορπί­ ζουν τα σκιερά νέφη με την πνοή τους' κατά τον ίδιο τρόπο οι Δαναοί υπέμεναν με σταθερότητα τους Τ ρώ ες και δεν

65

ΟΜΗΡΟΣ

Α τρείδης δ ’ άν’ όμιλον έφοίτα πολλά κελενω ν “ώ φίλοι, άνέρες έστε και άλκιμον ήτορ ελεσθε, άλλήλονς τ ’ αίδεϊσθε κατά κρατεράς να μίνας· αίδομένων άνδρών πλέονες σόοι ηέ πέφανταί' φευγόντων δ ’ ο ύ τ’ αρ κλέος όρννται ούτε τις α λκή.” Ή , και άκόντισε δουρι θοώς, βάλε δέ πρόμον άνδρα, Αίνείω έταρον μεγάθυμου Δηϊκόωντα Περγασίδην, δν Τρώες όμώς Πριάμοιο τέκεσσι τΐον, έπεί θοός έσκε μετά πρώτοισι μάχεσθαι. τον ρα κ α τ ’ άσπίδα δουρι βάλε κρείων Α γα μέμνω ν η δ ’ ούκ έγχος έρυτο, διά προ δέ είσατο χαλκός, νειαίρη δ ’ εν γαστρι διά ζωστηρος έλασσεδούπησεν δέ πεσών, άράβησε δέ τε ν χ ε ’ ε π ’ αντω. Έ νθ’ α ν τ’ Αινείας Δαναών έλεν άνδρας άρίστους υϊε Δ ιοκληος, Κρήθωνά τε Όρσίλοχόν τε, των ρα πατήρ μέν έναιεν έϋκτιμέντ] ένι Φηρή άφνειός βιότοιο, γένος δ ’ ήν εκ ποταμοΐο Α λφειόν, ος τ ’ ευρύ ρέει Πυλίων διά γαίης, ’ δς τέκετ ’ Όρτίλοχον πολέεσσ ’ άνδρεσσιν άνακτα' Όρτίλοχος δ ’ άρ ’ έτικτε Δ ιοκληα μεγάθυμον, εκ δέ Δ ιοκληος διδνμάονε παΐδε γενέσθην, Κρήθων Όρσίλοχός τε μάχης εύ είδότε πάσης. τώ μέν άρ ’ ήβήσαντε μελαινάων επί νηών Ίλιον εις εύπωλον άμ ’ Άργείοισιν έπέσθην, τιμήν Ατρείδης Αγαμέμνονι καί Μενελάω άρννμένο)' τώ δ ’ αύθι τέλος θανάτοιο κάλυιρεν.
550 545 540 535 530

66

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

έφ ευγαν ο δε Α τρείδης περνούσε μέσα στο πλήθος προτρέποντάς τους με σφοδρότητα. «Α γαπητοί μου, φανείτε άντρες και π ά ρ τε καρδιά γεν­ ναία και στη μάχη ο ένας να ντρέπεται τον άλλο με πείσμα, γ ια τί από τους άντρες οι οποίοι ντρέπονται, οι περισσότεροι σώζονται παρά σκοτώνονται" α π ’ αυτούς δε που τρέπονται σε φυγή ούτε δόξα φυσικά παρουσιάζεται ούτε άμυνα». Μίλησε και γρήγορα έριξε το δόρυ, χτύ π η σ ε δε άντρα πρόμαχο, το σύντροφο του μεγαλόψυχου Α ινεία, τον Δηικόωντα, το γιο του Περγάσου, τον οποίο οι Τρώ ες τιμού­ σαν εξίσου με τα παιδιά του Π ριάμου γ ια τ ί ήταν γρήγορος στο να μ άχεται μεταξύ των Τ ρ ώ ω ν αυτόν λοιπόν τον πέτυχε στην ασπίδα με το δόρυ ο αρχηγός Α γαμέμνονας, κι εκείνη δεν εμπόδισε το δόρυ, αλλά πέρα για πέρα προς τα εμπρός πέρασε ο χαλκός με αποτέλεσμα να τον χ τυ π ή ­ σει στο κάτω μέρος τη ς κοιλιάς μέσα από το ζωστήρα, όταν δε έπεσε στη γη έκανε κρότο, τα δε όπλα του βρόντηξαν πάνω του. Τότε πάλι ο Α ινείας σκότωσε πάρα πολύ γενναίους ά­ ντρες από τους Δαναούς, τους γιους του Διοκλή62, τον Κρίθωνα και τον Ο ρσίλοχο- ο πατέρας τους κατοικούσε στις καλοχτισμένες Φηρές, πλούσιος με περιουσία, στην καταγω γή του δε ήταν από τον ποταμό Α λφειό, ο οποίος σε μεγάλη έκταση τρ έχει μέσα από τη γ η τω ν Πυλίων. Αυτός γέννησε τον Ορσίλοχο για να είναι βασιλιάς μεταξύ πολλών α ντρ ώ ν ο Ορσίλοχος έπειτα γέννησε το μεγαλόψυ­ χο Διοκλή, από τον Διοκλή δε γεννήθηκαν δίδυμα παιδιά, ο Κρίθωνας κι ο Ορσίλοχος, έμπειρα σε κάθε είδους μάχη. Αυτά (τα παιδιά) αφού μεγάλωσαν, πάνω στα μαύρα πλοία ακολούθησαν μαζί με τους Α ργείους στην Τροία που τρέφει καλούς ίππους, προσπαθώ ντας να λάβουν ικανοποίηση για τους Ατρείδες, τον Αγαμέμνονα και τον Μ ενέλαο- αλλά αυτούς εκεί τους κάλυψε το τέλος του θανάτου- αυτοί βέ-

67

ΟΜΗΡΟΣ

οΐω τώ γε λέοντε δύω ορεος κορνφήσιν έτραψέτην νπό μητρί βαθείης τάρφεσιν νλης' τώ μέν ά ρ’ άρπάζοντε βόας καί ΐφια μήλα σταθμούς ανθρώπων κεραΐζετον, οφρα και αύτώ άνδρών εν παλάμτ]σι κατέκταθεν όξέϊ χαλκώ' τοίω τώ χείρεσσιν νπ ’ Αίνείαο δαμέντε καππεσέτην, έλάτrjaiv έοικότες νψηλήσι. Τώ δέ πεσόντ’ έλέησεν άρηΐφιλος Μενέλαος, βη δέ διά προμάχων κεκορνθμένος αΐθοπι χαλκώ σείων εγ χ ε ίη ν τον δ ’ οτρννεν μένος ’ ρης, Ά τά φρονέων, ϊνα χερσιν ν π ’ Αίνείαο δαμείη. τον (3’ ίδεν Αντίλοχος μεγαθνμον Νέστορος υιός, βη δέ διά προμάχω ν περί γάρ δίε ποιμένι λαών μ ή τι πάθοι, μέγα δέ σφας άποσφήλειε πόνοιο. τώ μέν δή χεΐράς τε και έγχεα όξνόεντα άντίον άλλήλων έχέτην μεμαώ τε μάχεσθαι · Αντίλοχος δέ μάλ ’ ά γχι παρίστατο ποιμένι λαών. Αινείας δ ’ ον μείνε θοός περ έών πολεμιστής ώς εΐδεν δυο φώτε πα ρ’ άλλήλοισι μένοντε. οΐ δ ’ έπεί ονν νεκρονς ερυσαν μετά λαόν Αχαιών, τώ μέν άρα δειλώ βαλέτην εν χερσίν εταίρων, αντώ δέ στρεφθέντε μετά πρώτοισι μαχέσθην. Ένθα Πνλαιμένεα έλέτην άτάλαντον Ά ρ η ϊ άρχόν Παφλαγόνων μεγάθυμων άσπιστάων. τον μέν άρ’ Ατρεΐδης δουρικλειτός Μενέλαος έσ τα ό τ’ έγχ εϊν ν ξε κατά κληϊδα τυχήσαςΑντίλοχος δέ Μνδωνα βάλ ’ ηνίοχον θεράποντα έσθλόν Ατνμνιάδην —ο δ ’νπέστρεφε μώννχας ίππους580 575 565 560 555

570

68

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

βαια όπως στις κορφές του βουνού ανατρέφονται από τη μητέρα τους δυο λιοντάρια μέσα σε πυκνό φύλλωμα βαθύ­ σκιου δάσους· αυτοί μεν αρπάζοντας βόδια και π α χιά πρό­ βατα ερημώνουν τις στάνες των ανθρώπων, ωσότου κι αυτοί μεταξύ τω ν χεριώ ν των αντρών σκοτώνονται με κοφτερό χα λκ ό- έτσι αυτοί αφού δαμάστηκαν από τα χέρια του Αινεία, έπεσαν πάνω στη γη όμοιοι με ψηλά ελάτια. Αυτούς δε, όταν έπεσαν, τους λυπήθηκε ο φίλος του Άρη, ο Μενέλαος, βάδισε δε διά μέσου τω ν προμάχω ν εξοπλισμένος με γυαλιστερά χάλκινα όπλα σείοντας το δόρυ- την ανδρεία δε αυτή την ξεσήκωνε ο Άρης, ενώ σκεφτόταν τα εξής για να καταβληθεί από τα χέρια του Α ινεία- τον είδε όμως ο Α ντίλοχος, ο γιος του μεγαλόψυ­ χου Νέστορα, και προχώ ρησε διά μέσου τω ν προμάχω ν, για τί φοβόταν πολύ για τον αρχηγό τω ν στρατιω τώ ν, μήπω ς πάθει κάτι κι αποτρέψει αυτούς από τη μάχη σε μεγάλο βαθμό" εκείνοι μεν διηύθυναν τα χέρια τους και τα κοφτερά δόρατα ο ένας εναντίον του άλλου, επιθυμώ ντας σφοδρά να πολεμούν- ο Α ντίλοχος δε καθόταν πολύ κοντά στον αρχηγό τω ν σ τρ α τιω τώ ν- ο Αινείας όμω ς παρ’ ότι ήταν ικανός πολεμιστής δεν έμεινε, όταν είδε δυο άντρες να μενουν κοντά ο ένας στον άλλον- αυτοί δε αφού έσυραν τους νεκρούς προς το λαό τω ν Α χαιώ ν, εκείνους μεν έπειτα τους δυστυχισμένους τους έβαλαν στα χέρια τω ν συντρόφων τους, οι ίδιοι δε αφού έκαναν στροφή μάχονταν μεταξύ των πρώ τω ν. Τοτε σκότωσαν τον Πυλεμαίνη που ήταν εφάμιλλος με τον Άρη, τον αρχηγό τω ν μεγαλόψυχων ασπιδοφόρων Π αφλαγόνων' αυτόν λοιπόν ο Α τρείδης, ο περίφημος στο δόρυ Μενέλαος, ενώ βρισκόταν στη θέση του, τον τρύπησε με επιτυχία στην κλείδα- ο Α ντίλοχος δε χτύπη σ ε με επιτυχία τον ηνίοχο, τον υπηρέτη αυτουνού, τον Μ ύδωνα, το γενναίο γιο του Ατυμνίου, με λίθο στο μέσο του αγκώνα" αυτός δε

69

ΟΜΗΡΟΣ

χερμαδίω αγκώνα τυχών μ έσ ο ν εκ δ ’ άρα χειρών ηνία λεύκ ’ ελέφαντα χαμαί πέσον έν κονίησιν. Α ’ ντίλοχος ό ’ άρ ’ έπαΐξας ξίφει ήλασε κόρσην αυτάρ δ γ ’ άσθμαίνων ευεργέος έκπεσε δίφρον κνμβαχος έν κονίησιν έπϊ βρεχμόν τε και ώμονς. δηθά μάλ ’ έστήκει — τνχε γάρ ρ ’ άμάθοιο βαθείης — οφρ ’ ίππω πλήξαντέ χαμαί βάλον έν κονί-^σι· τούς ΐμ α σ ’ Αντίλοχος, μετά δέ στρατόν ήλασ’ Αχαιών. Τούς δ ’ Έ κτω ρ ένόησε κατά στίχας, ώρτο δ ’έ π ’αυτούς 590 κεκλήγω ν άμα δέ Τρώων είποντο φάλαγγες καρτεραν ήρχε δ ’ άρα σφιν Αρης και π ο τν ι’ Ενυώ, ή μέν έχουσα Κυδοιμόν άναιδέα δηϊοτήτος, Αρης δ ’ έν παλάμησι πελώριον έγχος ένώμα, φοίτα δ ’ άλλοτε μέν πρόσθ ’ Έκτορος, άλλοτ ’ οπισθε. Τον δέ ιδών ρίγησε βοήν αγαθός Διομήδης' ώς ό ’ o r ’ άνήρ άπάλαμνος ίων πολεος πεδιοιο στήη έ π ’ ώκυρόω ποταμώ άλα δέ προρέοντι άφρώ μορμύροντα ιδών, άνά τ ’ έδραμ’ οπίσσω, ώς τότε Τυδεΐδης άνεχάζετο, είπέ τε λαώ" “ώ φίλοι, οίον δή θαυμάζομεν Έκτορα δϊον αίχμητήν τ ’ έμεναι καί θαρσαλέον π ο λεμ ιστήν τώ δ ’ αίεί πάρα εις γ ε θεών, δς λοιγόν άμύνεί' καί ννν οί πάρα κείνος Αρης βροτώ άνδρί έοικώς. άλλα προς Τρώας τετραμμένοι αίέν οπίσσω
605 600 595 585

70

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

προσπαθούσε να στρέψει προς τα πίσω τους ίππους με τη μια οπλή' έπεσαν δε όπω ς ήταν επόμενο από τα χέρια του στα χώ μ α τα κάτω τα λευκά ηνία, που ήταν κατασκευασμέ­ να από ελεφαντοστό- ο Α ντίλοχος δε αμέσως, αφού όρμησε με το ξίφος, τον χτύπ η σ ε στον κρόταφο’ αυτός δε αναπνέοντας με αγω νία, έπεσε πάνω στον καλοκατασκευασμένο δίφρο με το κεφάλι στα χώ μ α τα με το βρέγμα και τους ώ μους’ για πολλή ώρα στεκόταν — γ ια τί βρήκε βαθύ κουρ­ νια χτό — ωσότου, αφού τον πάτησαν, τον έριξαν χά μ ω στα χώ μ α τα οι ίπποι, που τους χτυπούσε με το μαστίγιο ο Αντίλοχος και τους κατηύθυνε προς το στρατό των Α ­ χαιών. Είδε όμως αυτούς μέσα στις φάλαγγες ο Έ κ το ρ α ς και όρμησε εναντίον τους κραυγάζοντας’ μαζί τους δε ακολου­ θούσαν ισχυρές φ άλαγγες Τ ρ ώ ω ν μπροστά δε α π ’ αυτούς πήγαιναν ο Αρης και η σεβαστή Ενυώ, αυτή μεν η ίδια έχοντας σκληρή ταραχή τη ς μάχης, ο δε Α ρης έπαλλε στο χέρι του τεράστιο δόρυ και πήγαινε άλλοτε μεν μπροστά από τον Έ κ το ρ α άλλοτε δε πίσω . Ό ταν είδε δε αυτόν ο ικανός στη μάχη Δ ιομήδης ανα­ τρίχιασ ε’ όπω ς δε ακριβώ ς συμβαίνει, όταν άντρας που προχωρεί διά μέσου μεγάλης πεδιάδας σταθεί με αμη χα ­ νία μπροστά σε ποταμό που ρέει ορμητικά προς τη θάλασ­ σα’ όταν δε δει αυτόν να αφρίζει και να βουίζει, γυρίζει προς τα πίσω , κατά τον ίδιο τρόπο τότε ο Δ ιομήδης υπο­ χωρούσε και είπε στους στρατιώ τες. «Φίλοι μου, πόσο πολύ63 θαυμάζουμε τον ευγενή Έ κ τ ο ­ ρα, για τί είναι θαρραλέος πολεμιστής με τη λόγχη· αλλά πάντοτε κοντά σ’ αυτόν βρίσκεται ένας τουλάχιστον από τους θεούς που του απομακρύνει τον όλεθρο- και τώ ρα είναι εκεί κοντά του ο Α ρης, όμοιος με άντρα θνητό. Αλλά έχοντας το πρόσω πο προς τους Τ ρώ ες να υποχω ρείτε διαρκώς προς τα πίσ ω και να μην έχετε σφοδρή επιθυμία

71

ΟΜΗΡΟΣ

είκετε, μ/ηδέ θεοΐς μενεαινέμεν ίχρι μάχεσθαι.” "Ως άρ ’ έφη, Τρώες δέ μάλα σχεδόν ήλυθον αυτών, ενθ’ Έ κτω ρ όνο φώτε κατέκτανεν είδότε χάρμης ειν ένΐ δίφρω εόντε, Μενεσθην Αγχίαλόν τε. τώ δέ πεσ ό ντ’ ελέησε μέγας Τελαμώνιος Α ίας' στη δέ μάλ ’ εγγύς ιών, και ακόντισε δονρΐ φαεινώ, και βάλεν Άμφιον, Σελάγον υιόν, ος ρ ’ ένΐ Παισώ ναϊε πολνκτήμων πολνλήίος' αλλά έ μοίρα ή γ ’ έπικουρήσοντα μετά Πρίαμόν τε καί νιας. τόν ρα κατά ζωστήρα βάλεν Τελαμώνιος Αίας, νειαίρη δ ’ εν γαστρί πάγη δολιχόσκιον έγχος, δονπησεν δέ πεσ ώ ν ό δ ’ έπέδραμε φαίδιμος Αίας τεύχεα σνλήσω ν Τρώες δ ’ επί δούρατ’ έχεναν οξέα παμφανόωντα' σάκος δ ’ άνεδέξατο πολλά, αντάιρ ο λάξ προσβάς εκ νεκρού χάλκεον έγχος έσπάσατ ’· ούδ ’ άρ ’ έτ ’ άλλα δννήσατο τενχεα καλά ώμοιιν άφελέσθαι' έπείγετο γάρ βελέεσσι. δεϊσε δ ’ ό γ ’ άμφίβασιν κρατερήν Τρώων άγερώχων, οΐ πολλοί τε καί έσθλοί έφέστασαν έ γ χ ε ’ έχοντες, οί έ μέγαν περ έόντα καί ίφθιμον καί άγανόν ώσαν από σφείω ν ό δέ χασσάμενος πελεμίχθη. "Ως οί μέν πονέοντο κατά κρατερήν υσμίνην Τληπόλεμον δ ’ Ηρακλείδην ήνν τε μέγαν τε ώρσεν ε π ’ άντιθέω Σαρπηδόνι μοίρα κραταιη. οί δ ’ οτε δή σχεδόν ήσαν ε π ’ άλλήλοισιν ίόντες υιός θ ’ νΐωνός τε Δ ιός νεφεληγερέταο, τόν καί Τληπόλεμος πρότερος προς μνθον έειπε/
630 620 615 610

625

72

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

να μάχεστε εναντίον τω ν θεών». Έ τ σ ι λοιπόν είπε, οι δε Τρώ ες ήρθαν πάρα πολύ κοντά σ’ αυτούς- τότε ο Έ κ το ρ α ς σκότωσε δυο άντρες, έμπειρους μαχητές, που βρίσκονταν μέσα σ’ ένα δίφρο, τον Μενέσθη και τον Α γχία λ ο - αυτούς δε που έπεσαν νεκροί τους λυπή­ θηκε ο μέγας Α ίαντας ο Τελαμώνιος και, αφού ήρθε, στά­ θηκε πάρα πολύ κοντά και χτύπησε με το γυαλιστερό του δόρυ και π έτυ χε τον Ά μφιο, το γιο του Σ ελάγου, ο οποίος όπως είναι γνω στό κατοικούσε στην Π αισό64, έχοντας πολλά αγαθά και πολλούς αγρούς- αλλά η μοίρα του τον οδήγησε στον Π ρίαμο και στους γιους του για να βοηθήσειαυτόν λοιπόν τον χτύπη σ ε στο ζωστήρα ο Τελαμώνιος Α ίαντας, χώ θηκε δε το μακρύ δόρυ στο κ ά τω μέρος της κοιλιάς, κι όταν αυτός έπεσε έκανε κρότο, εκείνος όμως ο λαμπρός Α ίαντας έτρ-εξε κατά πάνω του για να του αφαιρέσει τα όπλα- αλλά οι Τ ρώ ες έριξαν εναντίον του βροχή από κοφτερά δόρατα τα οποία άστραφταν και η ασπίδα του δέχτηκε πολλά επ άνω - αυτός όμως αφού στήριξε το πόδι του πάνω στο νεκρό, τράβηξε από το νεκρό το χάλκινο δόρυ- δεν μπόρεσε όμως να αφαιρέσει από τους ώμους του και τα άλλα λαμπρά όπλα, για τί στενοχωριόταν από τα βέλη- φοβήθηκε δε αυτός την ισχυρή προστασία από τους ένδοξους Τ ρώ ες, οι οποίοι σε μεγάλο αριθμό και γενναίοι στάθηκαν εναντίον του κρατώ ντας δόρατα, και αυτοί αυτόν, π αρ’ ότι ήταν πολύ μεγάλος και γενναίος και υπέροχος, τον απομάκρυναν α π ’ αυτούς- εκείνος δε κλονίστηκε και υποχώρησε. Έ τσ ι λοιπόν αυτοί αγωνίζονταν μέσα στη φοβερή μ ά χ η το γιο δε του Ηρακλή τον Τληπόλεμο, τον ωραίο και ψηλό, ισχυρή μοίρα τον παρακίνησε ενάντια στον ισόθεο Σ αρπηδόνα- κι αυτοί δε όταν π ια ήταν κοντά, ερχόμενοι ο ένας εναντίον του άλλου, ο γιος κι ο εγγονός του Δ ία που συγκεντρώνει τις νεφέλες, και προς αυτόν ο Τληπόλεμος

73

ΟΜΗΡΟΣ

“Σαρπήδον, Λυκίων βουληφόρε, τις τοι ανάγκη πτώ σσειν ένθάδ ’ εόντι μάχης άδαήμονι φωτί; ψενδόμενοι δέ σέ φασι Διός γόνον αίγιόχοιο είναι, επεί πολλόν κείνων επιδενεαι άνδρών οί Διός έξεγένοντο έπι προτέρων άνθρώπων ά λλ’ οίόν τινά φασι βίην Ήρακληείην είναι, εμόν πατέρα θρασνμέμνονα θυμολέοντα· ος ποτε δεϋρ ’ έλθών ένεχ ’ 'ίππων Λαομέδοντος εξ οίης συν νηνσί και άνδράσι παυροτέροισιν Ίλιον έξαλάπαξε πόλιν, χήρωσε δ ’ άγνιας· σοί δέ κακός μέν θυμός, άποφθιννθονσι δέ λαοί. ουδέ τ ί σε Τρώεσσιν όΐομαι άλκαρ έσεσθαι έλθόντ ’ εκ Λνκίης, οΰδ ’ εί μάλα καρτεράς εσσι, ά λλ’ ν π ’ εμοι δμηθέντα πύλας Άΐδαο περήσειν.” Τον δ ’ αν Σαρπηδών Λνκίων άγος άντίον ηνδα~ “Τληπόλεμ ’, ητοι κείνος άπώλεσεν ’ λιον ίρην Ί άνέρος άφραδίησιν άγαυον Λαομέδοντος, ος ρά μιν εν έρξαντα κακό) ήνίπαπε μνθω, ονδ’ άπέδω χ’ ίππονς, ών ε'ίνεκα τηλόθεν ήλθε. σοί δ ’ εγώ ενθάδε φημί φόνον καί κήρα μέλαιναν έξ έμέθεν τενξεσθαι, έμω ό ’ υπό δουρι δαμέντα ευχος έμοί δώσειν, ψυχήν δ ’ Άϊδι κλντοπώ λω .” "Ως φάτο Σαρπηδών, δ δ ’ άνέσχετο μείλινον έγχος Τληπόλεμος· καί των μέν άμαρτη δονρατα μακρά εκ χειρών ήίξα ν ό μέν βάλεν αυχένα μέσσον Σαρπηδών, αιχμή δέ διαμπερές ήλθ ’ άλεγεινή·
655 650 645 640 635

74

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

πρώ τος λόγο είπε. «Σαρπηδόνα, αρχηγέ τω ν Λυκίων, τι σε αναγκάζει να είσαι εδώ ζαρωμένος, αφού είσαι άντρας άπειρος από τη μάχη; Ψ εύτικα δε λένε ότι είσαι γιος του Δ ία που κρατάει την αιγίδα, γ ια τί είσαι πολύ κατώ τερος από κείνους τους άντρες οι οποίοι γεννήθηκαν από τον Δ ία στους παλιότερους ανθρώπους" αλλά ποιου είδους λένε ότι ήταν ο πάρα πολύ γενναίος Η ρακλής, ο δικός μου πατέρας, ο ατρόμητος και λεοντόκαρδος, ο οποίος, αφού ήρθε κ ά ποτε εδώ για τους ίππους του Λ αομέδοντα65, μόνο με έξι πλοία και με πάρα πολύ λίγους άντρες, κατέστρεψε την πόλη της Τροίας, ερήμωσε δε τους δρόμους· συ όμω ς έχεις δειλή καρδιά και οι σ τρατιώ τες σου καταστρέφονται- και δεν πιστεύω καθόλου ότι, αφού ήρθες από τη Λ υκία, θα υπε­ ρασπιστείς του Τ ρώ ες ούτε κι αν ακόμη είσαι πάρα πολύ γενναίος, αλλά ότι, αφού καταβληθείς από μένα, θα περά­ σεις τις πύλες του Α δη». Προς αυτόν δε από το άλλο μέρος ο Σαρπηδόνας, ο αρχηγός τω ν Λ υκίω ν, αποκρίθηκε: «Τ ληπόλεμε, εκείνος μεν κατέστρεψε την ιερή Τροία από τις ανόητες πράξεις κάποιου άντρα, του έξοχου Λαομέδοντα, ο οποίος, όπως είναι γνω στό, ενώ αυτός τον ευεργέτησε, τον πρόσβαλε με κακό λόγο και δεν του ’δωσε τους ίππους για τους οποίους ήρθε από πολύ μακριά' σε σένα δε εγώ λέω ότι θα γίνει από μένα εδώ φόνος και μαύρη μοίρα και ότι, αφού καταβλη­ θείς από το δικό μου δόρυ κι από εμένα, δόξα θα μου δώσεις, τη δε ψυχή σου θα τη δώσεις στον Α δη που έχει περίφημους ίππους». Έ τ σ ι είπε ο Σ αρπηδόνας, εκείνος δε ο Τ ληπόλεμος σήκωσε το δόρυ του από μελιά' κι αυτών μεν συγχρόνως από τα χέρια τους ρίχτηκαν τα μακριά δόρατα' εκείνος μεν, ο Σαρπηδόνας, τον π έτυ χε στο μέσο του αυχένα και η αιχμή που προκαλεί πόνους πέρασε πέρα για πέρ α ' μαύρος

75

ΟΜΗΡΟΣ

τον δέ κατ ’ οφθαλμών έρεβεννή νύξ έκάλυιρε. Τληπόλεμος δ ’ άρα μηρόν άριστερόν ε γ χ ε ϊ μακρω βεβλήκειν, αιχμή δέ διέσσυτο μαιμώωσα όστέω έγχριμφθεΐσα, πατήρ δ ’ έτι λοιγόν άμυνεν. Οί μέν άρ ’ άντίθεον Σαρπηδόνα δΐοι εταίροι έξέφερον πολέμοιο' βάρυνε δέ μιν δόρυ μακρόν έλκόμενον τό μέν ου τις έπεφράσατ’ ούδ’ ένόησε μηροϋ έξερύσαι δόρυ μειλινον όφρ ’ έπιβαίη σπευδόντων τοΐον γάρ έχον πόνον άμφιέποντες. Τληπόλεμον δ ’ έτέρωθεν έϋκνήμίδες ’ χαιοί Α έξέφερον πολέμοιο · νόησε δέ δΐος Όδυσσενς τλήμονα θυμόν έχων, μαίμησε δέ οί φίλον ήτορμερμήριξε δ ’ έπειτα κατά φρένα καί κατά θυμόν ή προτέρω Α ιός υιόν έριγδοΰποιο διώκοι, ή ο γε των πλεόνων Λυκίων άπό θυμόν έλοιτο. ονδ ’ άρ ’ Ό δυσσήϊ μεγαλήτορι μόρσιμον ήεν ΐφθιμον Δ ιός υιόν άποκτάμεν όξέϊ χαλκώ' τώ ρα κατά πληθνν Λυκίων τράπε θυμόν Άθήνη. ένθ ’ ο γε Κοίρανον εϊλεν Αλάστορά τε Χρομίον τε Αλκανδρόν θ ’ Άλιόν τε Νοήμονά τε Πρντανίν τε. καί νν κ ’ έτι πλέονας Λυκίων κτάνε δΐος Όδνσσεύς εί μή ά ρ’ οξύ νόησε μέγας κορυθαίολος Έ κτω ρ· βή δέ διά προμάχων κεκορυθμένος αΐθοπι χαλκώ δεϊμα φέρων Δαναοϊστ χάρη δ ’ άρα οί προσιόντι Σαρπηδών Αιός υιός, έπος δ ’ όλοφυδνόν έειπε' “Πριαμίδη, μή δή με έλωρ Ααναοΐσιν έάσης κεϊσθαι, ά λλ’ έπάμννον έπειτά με καί λίποι αιών έν πόλει ΰμετέρη, έπεί ουκ ά ρ’ έμελλον έγω γε
685 680 670 665 660

675

76

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

δε θάνατος του κάλυψε τα μ άτια66- ο δε Τ ληπόλεμος του χτύπησε τον αριστερό μηρό με το μακρύ δόρυ και η αιχμή με ευκολία τον διαπέρασε, αφού έφτασε στο οστό, αλλά ο πατέρας ακόμη και τώ ρα του απέκρουσε το θάνατο. Εκείνοι μεν οι ευγενείς σύντροφοι μετέφεραν από τον πόλεμο τον ισόθεο Σ αρπηδόνα- το μακρύ δε δόρυ, όταν συρόταν, τον βάραινε- κανένας όμως α π ’ αυτούς που έσπευ­ δαν δεν τον παρατήρησε ούτε σκέφτηκε να τραβήξει από το μηρό το δόρυ από μελιά για να πατήσει67- γ ια τ ί είχαν τόσο μεγάλο αγώνα, όταν ασχολούνταν με αυτόν. Τον Τληπόλεμο δε από το άλλο μέρος οι καλλικνήμιδες Α χαιοί τον μετέφεραν από τον πόλεμο- το αντιλήφθηκε δε αυτό ο ευγενικός Οδυσσέας που έχει καρτερική διάθεση, ταράχτηκε δε η α γαπητή του καρδιά- σκέφτηκε έπειτα στο μυαλό και στην καρδιά του αν έπρεπε πιο πέρα να κατα ­ διώκει το γιο του Δ ία που βροντάει δυνατά ή αυτός ο ίδιος ν’ αφαιρέσει τη ζωή εκείνων τω ν πολλών Λ υκ ίω ν- αλλά βέβαια δεν ήταν πεπρω μένο στον καλόψυχο Οδυσσέα να σκοτώσει με το κοφτερό χάλκινο δόρυ του το γενναίο γιο του Δ ία - η Αθηνά δε του έστρεψε τη διάθεση στο πλήθος των Λ υκίω ν- εκεί αυτός σκότωσε τον Κοίρανο και τον Αλάστορα και τον Χρομίο και τον Αλκανδρο και τον Αλιο και τον Νοήμονα και τον Π ρύτανη- και βέβαια πολύ π ε­ ρισσότερους ακόμα από τους Λυκίους θα σκότω νε ο ευγενής Οδυσσέας, αν αμέσως δεν το παρατηρούσε ο μέγας Έ κτορας με τη λαμπρή περικεφαλαία- βάδισε δε διά μέ­ σου των προμάχω ν εξοπλισμένος με γυαλιστερά χάλκινα όπλα, προξενώντας φόβο στους Δαναούς- όπω ς ήταν δε επόμενο χάρηκε με την άφιξη αυτού ο Σ αρπηδόνας, ο γιος του Δ ία, είπε δε λόγο θρηνητικό. «Γ ιε του Πριάμου, μη με αφήσεις να είμαι εδώ ξαπλω ­ μένος λεία τω ν Δαναών αλλά βοήθησέ μ ε- έπ ειτα μέσα στη δική σας πόλη και η ζωή ας με αφήσει, αφού όπω ς βλέπω

77

ΟΜΗΡΟΣ

νοστήσας οΐκόνδε φίλην ές πατρίδα γαΐαν εύφρανέειν άλοχόν τε φίλην και νήπιον υιόν.” * φάτο, τον δ ’ου τι προσεφη κορυθαίολος 'Έκτωρ, Ώς άλλα παρήϊξεν λελιημένος οφρα τάχιστα ώ σα ιτ’ Άργείους, πόλεων δ ’ άπό θυμόν έλοιτο. οΐ μέν άρ ’ άντίθεον Σαρπηδόνα δΐοι εταίροι είσαν νπ ’ αίγιόχοιο Δ ιός περικαλλέϊ φηγω' εκ ό ’ άρα οί μηροϋ δόρυ μείλινον ώσε θνραζε ϊφθιμος Πέλαγων, ος οΐ φίλος ήεν εταίρος. τόν δέ λίπε ψνχή, κατά δ ’ οφθαλμών κ έ χ υ τ’ άχλνς' αντις δ ’ έμπνννθη, περι δέ πνοιή Βορέαο ζώγρει έπιπνείουσα κακώς κεκαφηότα θυμόν. Άργεϊοι δ ’ ν π ’ ’ ρ η ϊ και Έκτορι χαλκοκορνστη Ά οντε ποτε προτρεποντο μελαινάων έπι νηών
ούτε ποτ ’ άντεφέροντο μάχη, ά λλ’ αίέν όπίσσω 700 695 690

χάζονθ’, ώς έπνθοντο μετά Τρώεσσιν Άρηα. Ένθα τινα πρώτον τινα δ ’ νστατον έξενάριξαν Έκτωρ τε Πριάμοιο πάί'ς και χάλκεος Άρης; άντίθεον Τενθραντ’, έπι δέ πλήξιππον Όρεστην, Τρηχόν τ ’ αίχμητήν Αΐτώλιον Οΐνόμαόν τε, Οίνοπίδην θ ’ Έ λεν ον και Όρεσβιον αίολομίτρην, δς ρ” εν 'Ύλη ναίεσκε μέγα πλοντοιο μεμηλώς, λίμνη κεκλιμένος Κηφισίδν πάρ δέ οί άλλοι ναϊον Βοιωτοι μάλα πίονα δήμον έχοντες. Τούς δ ’ ώς ονν ένόησε θεά λενκώλενος ΤΙρη Αργείους όλέκοντας ενι κρατερή νσμίνη, αύτίκ ’ Αθηναίην έπεα πτερόεντα προσηνδα·
710

705

78

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

δεν ήταν πεπρω μένο σε μένα, αφού ξαναγυρίσω στο σπίτι, μου και στην α γα πη τή μου πατρική γη , να ευχαριστήσω την αγαπητή μου σύζυγο και τον ανήλικο γιο μου». Έ τσ ι είπε, προς αυτόν δε καμιά απάντηση δεν έδωσε ο Έ κτορας με τη μεγάλη περικεφαλαία, αλλά πέρασε γρή­ γορα, για τί επιθυμούσε να αποκρούσει τους Α ργείους και να αφαιρέσει τη ζωή από πολλούς· εκείνοι λοιπόν οι ευγε­ νικοί του σύντροφοι τον ισόθεο Σαρπηδόνα τον έβαλαν να καθίσει κάτω από ωραιότατη βελανιδιά του Δ ία που κρατάει την α ιγίδα - αμέσω ς δε του έβγαλε έξω από το μηρό το δόρυ από μελιά ο γενναίος Πελάγονας, που του ήταν αγα­ πητός σύντροφος" εκείνος δε έχασε τις αισθήσεις του και χύθηκε σκοτάδι στα μ άτια του' πάλι δε άρχισε να αναπνέει και γύρω του πνέοντας το φύσημα του βοριά τον αναζω­ ογονούσε, αυτόν που είχε βαριά λιποθυμήσει. Οι δε Α ργείοι από τον Άρη καταδιω κόμενοι κι απο τον Έ κτορα με τη χαλκή πανοπλία, δεν έφευγαν καθόλου τρέχοντας προς τα μαύρα πλοία ούτε έκαναν επίθεση στη μάχη, αλλά συνεχώς υποχωρούσαν προς τα πίσ ω μόλις πληροφορήθηκαν ότι ο Άρης βρίσκεται μεταξύ των Τ ρ ώ ­ ων. Τ ότε ποιον σκότωσε πρώτον και ποιον τελευταίον ο γιος του Πριάμου Έ κ το ρ α ς κι ο χάλκινος Ά ρης; Τον ισόθεο Τέφραντα και ακόμα τον ιπποδαμαστή Ο ρέστη, το λογχομάχο Τρήχο από την Α ιτω λία και τον Οινόμαο και τον Έ λενο, το γιο του Ο ίνω πα, και τον Ορέσβιο που φορούσε μίτρα ποικιλόχρω μη, ο οποίος φροντίζοντας πάρα πολύ τα πλούτη του κατοικούσε στην 'Τ λη 68, συνορεύοντας με τη λίμνη Κ ηφισίδα- πλησίον δε αυτού κατοικούσαν άλλοι Βοιωτοί που είχαν χώ ρα πάρα πολύ πλούσια. Αυτούς δε αμέσως, αφού τους είδε η θεά Ή ρ α με τους λευκούς βρα­ χίονες, ότι δηλαδή μέσα σε σφοδρή μάχη κατέστρεφαν τους Αργείους, αμέσω ς έλεγε φτερω τά λόγια στην Αθηνά.

79

ΟΜΗΡΟΣ

“ώ πόποι, αίγιόχοιο Δ ιός τέκος, Άτρυτώνη, ή ρ ’ άλιον τον μνθον νπέστημεν Μενελάω Ίλιον έκπέρσαντ ’ εντείχεον άπονέεσθαι, εί ούτω μαίνεσθαι έάσομεν ονλον Ά ρηα. άλλ ’ άγε δή και νώ ϊ μεδώμεθα θον'ριδος αλκής. "Ως έφ α τ’, ονδ’ άπίθησε θεά γλανκώ πις Άθήνη. ή μέν εποιχομένη χρναάμπνκας εντνεν ίππονς Ή ρη, πρέσβα θεά, θνγάτηρ μεγάλοιο Κρόνοιο· Ή βη δ ’ άμψ ’ όχέεσσι θοώς βάλε καμπύλα κύκλα χάλκεα όκτάκνημα σιδηρέω αξονι άμψις. των ήτοι χρυσέη ΐτνς άφθιτος, αυτάρ υπερθε χά λκε’ έπίσσωτρα προσαρηρότα, θαϋμα ίδέσθαι· πλήμναι δ ’ άργνρον είσϊ περίδρομοι αμφοτέρωθεν δίφρος δέ χρνσέοισι καί άργνρέοισιν ίμασιν έντέταται, δοιαί δέ περίδρομοι αντνγές είσι. τον δ ’ εξ άργνρεος ρνμός π έ λ ε ν αυτάρ ε π ’ ακρω δήσε χρΰσειον καλόν ζνγόν, έν δέ λέπαδνα κάλ ’ έβαλε χρνσει ’■υπό δέ ζυγόν ήγαγεν Ή ρη ίππους ώκυ'ποδας, μεμ αυΐ’ έριδος καί άϋτής. Αυτάρ Αθηναίη, κονρη Διός αίγιόχοιο, πέπλον μέν κατέχευεν έανόν πατρός ε π ’ ουδει ποικίλον, ον ρ ’ αυτή ποιήσατο καί κάμε χερσίν ή δέ χ ιτώ ν’ ένδνσα Διός νεφεληγερέταο τεΰχεσιν ές πόλεμον θωρήσσετο δακρυόεντα. άμφί δ ’ ά ρ’ ώμοισιν β ά λετ’ αιγίδα θυσσανόεσσαν δεινήν, ήν περί μέν πάντη Φόβος έστεφάνωται, έν δ ’ Έρις, έν δ ’ Α λκή, έν δέ κρυόεσσα Ίωκή,
740 735 730 725 720 715

80

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

«Αλίμονο, παιδί του Δ ία που κρατάει την αιγίδα , ακα­ τάβλητο, μάταια π ρ ά γμ α τι δώσαμε στον Μενέλαο εκείνη την υπόσχεση, ότι δηλαδή θα επιστρέφει στην π ατρίδα του, αφού καταστρέψει την οχυρή Τροία, αν δηλαδή αφήσουμε τον ολέθριο Άρη να παραφέρεται με αυτό τον τρόπο' αλλά, έλα τώρα, ας σκεφτόμαστε και μεις για γενναία άμιλλα». Έ τσ ι είπε, δεν παράκουσε δε η γαλανομάτα θεά Αθηνά. Εκείνη μεν, αφού ήρθε, ετοίμαζε τους χρυσοστέφανους ίππους, η Ή ρ α η σεβαστή θεά, η θυγατέρα του μεγάλου Κρόνου' η Ή β η δε γρήγορα έβαλε κι από τα δυο μέρη του άρματος καμπυλω τούς τροχούς, χάλκινους με οκτώ α κτί­ νες, κι από το ένα μέρος κι από το άλλο, από το σιδηρό άξονα' ο περίγυρος δε αυτών ήταν χρυσός και άφθαρτος και στο επάνω μέρος ήταν προσαρμοσμένο χάλκινο επίσω τρο69, θαύμα στο να το βλέπει κανείς· τα δε κέντρα των τροχών είναι ασημένια στρεφόμενα70 από τις δυο πλευρές' ο δίφρος είναι στερεωμένος με χρυσούς και αργυρένιους ιμάντες, δυο δε περιθώ ρια εκτείνονται γύρω α π ’ αυτόν και το αργυρό τιμ ό νι- στο άκρο δε αυτού έδεσε η Ή β η ωραίο χρυσό ζυγό και έβαλε ωραία χρυσά ζυγόλουρα, κάτω δε από το ζυγό οδήγησε τους γρήγορους στα πόδια ίππους η Ή ρ α , γ ια τί σφοδρά επιθυμούσε σύγκρουση και μάχη. Η δε Αθηνά, η κόρη του Δ ία που κρατάει την αιγίδα, άφησε το μαλακό τη ς πέπλο να πέσει στο π ά τω μ α του Δια το καλοστολισμένο, το οποίο η ίδια το έσιαξε γ ια τον εαυτό της και το ’ραψε με τα χέρια τη ς' αυτή δε αφού φόρεσε το χιτώ να του Δ ία που συγκεντρώνει τις νεφέλες, εξοπλιζόταν με τα όπλα του για τον πολυδάκρυτο πόλεμο' γύρω δε στους ώμους της έπειτα έβαλε τη φοβερή και φουντωτή αιγίδα, την οποία α π ’ όλα τα μέρη σαν στεφάνι την περι­ βάλλει η φυγή, μέσα δε είναι η έριδα, μέσα δε ακόμα η άμυνα και μέσα η φοβερή επίθεση' ακόμη δε μέσα είναι η

81

ΟΜΗΡΟΣ

έν δέ τε Γοργείη κεφαλή δεινοΐο πελώρου δεινή τε σμερδνή τε, Δ ιός τέρας αίγιόχοιο. κρατι δ ’ έπ ’ άμφίφαλον κυνέην θέτο τετραφάληρον χρυσείην, εκατόν πολίων πρνλέεσσ’ άραρυΐαν ές δ ’ οχεα φλόγεα ποσι βήσετο, λάζετο δ ’ έγχος βριθύ μέγα στιβαρόν, τω δάμνησι στίχας άνδρών ηρώων, οίσίν τε κοτέσσεται όβριμοπάτρη. Ή ρη δέ μ ά σ τιγι θοώς έπ εμ α ίετ’ άρ’ ίππους' αυτόμαται δέ πνλαι μύκον ονρανοϋ ας έχον Ώραι, τής έπιτέτραπται μέγας ουρανός Οΰλυμπός τε ήμέν άνακλΐναι πνκινόν νέφος ή δ ’ έπιθεϊναι. τή ρα δ ι’ αντάων κεντρηνεκέας έχον 'ίππουςενρον δέ Κρονίωνα θεών άτερ ήμενον άλλων άκροτάτη κορυφή πολυδειράδος Ουλύμποιο. ένθ ’ ίππους στήσασα θεά λευκώλενος Ή ρη Ζ η ν ’ ύπατον Κρονίδην έξείρετο και προσέειπε/ “Ζ εν πάτερ, ου νεμεσίζη Άρη τάδε καρτερά έργα οσσάτιόν τε και οίον άπώλεσε λαόν Αχαιών μάψ άτάρ ου κατά κόσμον έμοι δ ’ αχος, οι δέ έκηλοι τέρπονται Κύπρίς τε και άργυρότοξος ’ πόλλων Α άφρονα τοϋτον άνέντες, δς ου τινα οίδε θέμιστα; Ζ εϋ πάτερ, ή ρα τ ί μοι κεχολώσεαι, α ί κεν Άρηα λυγρώς πεπληγυΐα μάχης έξαποδίωμαι; ” Τήν Ö’ άπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζ ευς· “άγρει μάν ο'ι έπορσον Αθηναίην άγελείην, ή έ μ ά λ ισ τ’ είωθε κακής όδννησι πελάζειν. ” "Ως έ φ α τ’, ουδ’ άπίθησε θεά λευκώλενος Ή ρη,
765 760 755 750 745

82

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

κεφαλή της γοργόνας, του φοβερού τέρατος, τρομερή και φρικαλέα, το φοβερό σημείο του Δ ία που κρατάει την αιγίδα' πάνω δε στο κεφάλι της τοποθέτησε περικεφαλαία με δυο θυσάνους χρυσή και τετράλοφη, στολισμένη με πεζούς μαχητές εκατό πόλεων, ανέβηκε δε με τα πόδια της στο αστραφτερό άρμα, πήρε δε το μεγάλο βαρύ και στερεό δόρυ με το οποίο καταβάλλει τα στήθη τω ν άντρων, των ηρώων, εναντίον τω ν οποίων θα ήταν δυνατό να οργι­ στεί η κόρη του ισχυρού πατέρα ' η δε Ή ρ α αμέσω ς γρή­ γορα χτυπούσε τους ίππους' από μόνες τους δε με τριγμό άνοιξαν οι πύλες του ουρανού, που κρατούσαν οι Ώ ρες, στις οποίες είχε ανατεθεί71 η εποπτεία του μεγάλου ουρανού και του Ό λυμπου, για ν’ ανοίξουν και για να κλείσουν το πυκνό νέφος- εκεί λοιπόν διά μέσου αυτών διηύθυναν τους ίππους που τους κέντριζαν72' βρήκαν δε το γιο του Κρόνου να κάθεται μακριά από τους άλλους θεούς, σε πάρα πολύ ψηλή κορφή του Ό λυμπου με τις πολλές κορφές. Εκεί δε, αφού σταμάτησε τους ίππους, η θεά Ή ρ α με τους λευκούς βραχίονες, ρωτούσε και έλεγε προς τον ύψιστο Δία, το γιο του Κρόνου. «Δία πατέρα, δεν κατακρίνεις τον Άρη γ ι’ αυτά τα βίαια έργα, για τί κατέστρεψε τόσο πολύ και τέτοιο λαό των Α χαιώ ν με απερισκεψία και απρέπεια' εγώ όμω ς λυπά­ μαι' εκείνοι δε, η Α φροδίτη και ο αργυρότοξος Α πόλλω ­ νας, με ησυχία ευχαριστιούνται, αφού εξαπέλυσαν αυτόν τον ανόητο, ο οποίος καθόλου δεν αντιλαμβάνεται το δίκιο' θα μου είσαι λοιπόν θυμωμένος, Δ ία πατέρα, αν διώ ξω από τη μάχη τον Άρη χτυ π ώ ν τα ς τον άσχημα;» Προς αυτήν δε απαντώ ντας, είπε ο Δίας που συναθροί­ ζει τις νεφέλες: «Ε μ πρός, π ραγμ α τικά, να ξεσηκώσεις εναντίον του τη λαφυραγωγό Αθηνά, η οποία κ α τ ’ εξοχήν έχει τη συνήθεια να τον ρίχνει σε κακές οδύνες». Έ τ σ ι μίλησε, δεν παράκουσε δε η θεά Ή ρ α με τους

83

ΟΜΗΡΟΣ

μάστιξεν δ ’ ίππους · τώ δ ’ ούκ άέκοντε πετέσθην μεσσηγύς γαίης τε και ούρανοϋ άστεροεντος. όσσον δ ’ ήεροειδές άνήρ ΐδεν όφθαλμοΐσιν η μένος εν σκοπιη, λενσσων έπι οΐνοπα πόντον, τόσσον έπιθρώσκονσι θεών νψηχέες ίπποι. ά λλ’ ότε δη Τροίην ΐξον ποταμώ τε ρέοντε, ήχι ροάς Σιμόεις συμβάλλετον ηδέ Σκάμανδρος, έ'νθ’ ίππους έστησε θεά λευκώλενος Ή ρη λνσασ’ έξ όχέων, περι δ ’ ήέρα πονλνν έχενε ■ τοΐσιν δ ’ άμβροσίην Σιμόεις άνέτειλε νέμεσθαι. Α ί δέ βάτην τρηρωσι πελειάσιν ίθμαθ ’ ομοΐαι άνδράσιν Αργείοισιν άλεξέμεναι μεμανΐαι · ά λλ’ ότε δή ρ ’ ίκανον όθι πλεΐστοι και άριστοι έστασαν άμφί βίην Αιομήδεος ΐπποδάμοιο ειλόμενοι λείουσιν έοικότες ώμοφάγοισιν η συσΐ κάπροισιν, τών τε σθένος ούκ άλαπαδνόν, ένθα στασ ’ ήϋσε θεά λευκώλενος Ή ρη Στέντορι εισαμένη μεγαλήτορι χαλκεοφώνω, δς τόσον αύδήσασχ ’ όσον άλλοι πεντήκοντα · “αιδώς Αργεϊοι, κάκ ’ έλέγχεα είδος άγητοί' όφρα μέν ές πόλεμον πωλέσκετο δϊος Αχιλλευς, ούδέ ποτε Τρώες προ πνλάων Δ αρδανιάων οΐχνεσκον κείνου γάρ έδείδισαν όβριμον έγχοςνυν (5ε έκάς πόλιος κοίλης έπι νηυσί μάχονται. ” "Ως είποϋσ ’ ότρυνε μένος και θυμόν έκαστου. Τυδεΐδη δ ’ έπόρουσε θεά γλαυκώ πις Αθηνη ·
790 785 780 775 770

84

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

λευκούς βραχίονες, αλλά χτύπησε με το μ ασ τίγιο τους ίππους' αυτοί δε με προθυμία πετούσαν μεταξύ της γης και του έναστρου ουρανού' όση δε έκταση στον αέρα βλέπει με τα μάτια του κάποιος άντρας που κάθεται σε σκοπιά, αν έχει στρέψει τα βλέμματά του στην κοκκινόχρω μη θάλασ­ σα, τόσα μεγάλα πηδήμ ατα κάνουν οι ίπποι τω ν θεών που χλιμιντρίζουν δυνατά. Αλλά όταν πλέον έφτασαν στην Τροία και στους ποταμούς που ρέουν, όπου ενώνουν τα ρεύματά τους ο Σ ιμ όεις και ο Σκάμανδρος, εκεί σταμ ά τη­ σε τους ίππους η Ή ρ α με τους λευκούς βραχίονες, αφού τους έλυσε από το άρμα, έριξε δε γύρω τους πολλή ομίχλη' ο Σιμόεις δε για χάρη τους έκανε να φυτρώσει αμβροσία για να βόσκουν. Εκείνες δε έφυγαν όμοιες στο βάδισμα με δειλά περι­ στέρια επιθυμώ ντας σφοδρά να βοηθήσουν τους Αργείους άντρες' αλλά όταν πλέον έφταναν όπου βρίσκονταν πάρα πολλοί και άριστοι άντρες, συμπιεσμένοι γύρω από τον ισχυρό ιπποδαμαστή Διομήδη, όμοιοι με λιοντάρια που τρώγουν ωμά κρέατα ή κάπρους, των οποίων η δύναμη δεν είναι εύκολο να καταβληθεί, εκεί αφού στάθηκε η Ή ρ α με τους λευκούς βραχίονες φώναξε, αφού πήρε τη μορφή του μεγαλόψυχου Σ τέντορα73 με τη χαλκή φωνή, ο οποίος φώναζε τόσο δυνατά όσο φωνάζουν πενήντα άλλοι (άνθρωποι). «Ντροπή σας, άνανδροι και δειλοί74, θαυμαστοί μόνο στην εμφάνισή σας, Α ργείοι- ενόσω βρισκόταν στη μάχη ο ευγενής Α χιλλέας π ο τέ οι Τ ρώ ες δεν έβγαιναν από τις Δαρδάνιες Πύλες, γ ια τί φοβούνταν το ισχυρό του δόρυ" τώρα όμως μακριά από την πόλη μάχονται κοντά στα κοίλα πλοία». Έ τ σ ι αφού μίλησε, παρακίνησε την ανδρεία και το θάρ­ ρος του καθενός’ προς τον Τυδείδη δε έσπευσε75 η θεά, η γαλανομάτα Αθηνά' αυτόν δε, το βασιλιά, τον βρήκε κοντά

85

ΟΜΗΡΟΣ

εύρε δέ τόν γε άνακτα ηαρ ’ ί'πποισιν και οχεσφιν έλκος άναψνχοντα το μιν βάλε Πάνδαρος ίώ. ίδρώς γάρ μιν έτειρεν νπό πλατέος τελαμώνος άσπίδος ενκύλον τώ τείρετο, κάμνε δέ χεΐρα, άν δ ’ ΐσχων τελαμώνα κελαινεφές αΐμ ’ άπομόργνν. ίππείον όε θεά ζνγον ήψατο φώνησέν τ ε · “ή ολίγον οί παΐδα έοικότα γείνατο Τνδενς. Τνδενς τοι μικρός μέν έην δέμας, άλλά μα χη τή ς · καί ρ ’ οτε πέρ μιν εγώ πολεμίζειν ονκ είασκον ονδ ’ έκπαιφάσσειν, οτε τ ’ ήλνθε νόσφιν Αχαιών άγγελος ες Θήβας πολέας μετά Καδμείωνας' δαίννσθαί μιν άνωγον ένί μεγάροιαιν έκηλον αντάρ ό θυμόν εχων ον καρτεράν ώς τό πάρος περ κούρους Καδμείων προκαλίζετο, πάντα δ ’ ένίκα ρηϊδίως' τοίη οί έγών έπιτάρροθος ήα. σοί δ ’ ήτοι μέν εγώ παρά θ ’ 'ίσταμαι ήδέ φυλάσσω, κα ί σε προφρονέως κέλομαι Τρώεσσι μάχεσθαι ■ άλλά σευ ή κάματος πολνά'ιξ γνΐα δέδνκεν ή νύ σέ πον δέος ίσχει άκήριον ον σν γ ’ έπειτα Τυδέος έκγονός έσσι δαΐφρονος Οίνεΐδαο. ” Την δ ’ άπαμειβόμενος προσέφη κρατερός Διομήδης· “γιγνώσκω σε θεά θύγατερ Δ ιός αίγιόχοιο' τώ τοι προφρονέως έρέω έπος ονδ’ έπικενσω. ούτε τ ί με δέος ίσχει άκήριον οντέ τις όκνος, άλλ ’ έτι σέων μέμνημαι έφετμέων ας έπέτειλας' ον μ ’ εϊας μακάρεσσι θεοΐς άντικρύ μάχεσθαι τοΐς άλλοις · άτάρ ε ί κε Δ ιός θνγάτηρ ’ φροδίτη Α έλθησ’ ές πόλεμον, τήν γ ’ οντάμεν όξέι χαλκώ. τούνεκα ννν αυτός τ ’ άναχάζομαι ήδέ και άλλους Αργείονς έκέλενσα άλήμεναι ένδάδε πάντας' γιγνώσκω γάρ Άρηα μάχην άνά κοιρανέοντα. ”

795

800

805

810

815

820

86

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

στους ίππους και στο άρμα να ανακουφίζει, το τραύμα το οποίο προξένησε σ’ αυτόν ο Πάνδαρος, αφού τον π έτυχε με το βέλος- για τί βασάνιζε αυτόν ο ιδρώ τας κ ά τω από την πίεση του πλατιού τελαμώ να της στρογγυλής ασπίδας" α π ’ αυτό βασανιζόταν, κουραζόταν δε στα χέρια, ανασηκώνοντας δε τον τελαμώνα σκούπιζε το μαύρο αίμα" έπιασε δε το ζυγό των ίππω ν και μίλησε. «Αλήθεια, ο Τ υδέας γέννησε γιο που μοιάζει λίγο με αυτόν. Ο Τυδέας ήταν μικρός κατά το σώ μα, αλλά πολε­ μιστής' κι όταν εγώ λοιπόν ακριβώς δεν τον άφηνα να πολεμάει ούτε να παρουσιάζεται όταν μακριά από τους Αχαιούς σαν αγγελιαφόρος ήρθε στις Θήβες μεταξύ του πλήθους των Κ αδμείω ν' τον παρακινούσα δε να τρώ γει μέσα στα ανάκτορά του ήσυχος, αλλά εκείνος έχοντας την καρδιά του γενναία, όπω ς ακριβώς κ α τά το παρελ­ θόν, προκαλούσε τα παλικάρια των Κ αδμείων, όλα δε τα νικούσε για τί εγώ ήμουνα τέτοια βοηθός του" σε σένα δε βρίσκομαι κοντά εγώ και σε φυλάω και π ρ α γμ α τικ ά σε προτρέπω να μάχεσαι" αλλά ή ο κόπος από την πολλή ορμή έχει μπει μέσα στα μέλη σου ή ίσως τώ ρ α σε κατέχει φόβος άκαρδος" δεν είσαι λοιπόν εσύ ο γιος του Τυδέα, του έμπειρου στον πόλεμο, που ήταν γιος του Οινέα;» Προς αυτήν δε απαντώ ντας, είπε ο γενναίος Διομήδης: «Σ ε γνω ρίζω , θεά, κόρη του Δ ία που κρατάει την αιγίδα, και γ ι’ αυτό θα σου μιλήσω με ειλικρίνεια και δεν θα σου αποκρύψω (τίπ ο τα )' ούτε φόβος κάποιος με κ α τέχει άκαρ­ δος ούτε νωθρότητα, αλλά θυμάμαι ακόμα τις παραγγελίες σου τις οποίες μου έστελνες· δεν με άφηνες να πολεμάω εναντίον τω ν άλλων μακάριων θ ε ώ ν αλλά αν η κόρη του Δία έρθει στον πόλεμο, αυτή να την χτυ π ή σ ω με τον κοφτερό χαλκό' γ ι ’ αυτό κι εγώ τώρα ο ίδιος υποχωρώ και τους άλλους Α ργείους προέτρεψα να συγκεντρωθούν όλοι εδώ ' γ ια τί παρατηρώ ότι ο Άρης είναι εδώ στρατηγός

87

ΟΜΗΡΟΣ

Τον δ ’ ή μ είβ ετ’ έπειτα θεά γλαυκώπις Άθήνη· “Τνδείδη Διόμηδες, έμω κεχαρισμένε θυμω, μ ή τε αν γ ’ Άρηα τό γε δείδιθι μή τε τιν ’ άλλον άθανάτων τοίη τοι έγών έπιτάρροθός είμΐ' άλλ ’ άγ ’ έπ ’ ’ ρ η ϊ πρώτω έχε μώννχας 'ίππους, Ά τνψον δέ σχεδίην μ η δ ’ άζεο θοΰρον Άρηα τούτον μαινόμενον, τυκτόν κακόν, άλλοπρόσαλλον, δς πρώην μέν έμοί τε και Ή ρη στεΰτ ’ άγορενων Τρωσι μαχήσεσθαι, άτάρ Λ ργείοισι,ν άρήξειν, νυν δέ μετά Τρώεσσιν όμιλεΐ, των δέ λέλασται. ” "Ως φαμένη Σθένελον μέν άφ ’ ίππων ώσε χαμαζε, χειρί πάλιν έρνσαα’, δ δ ’ ά ρ’ έμμαπέως άπόρονσεν ή δ ’ ές δίφρον έβαινε παραι Δ ιομήδεα διον έμμεμαυϊα θεά' μέγα δ ’ έβραχε φήγινος άξων βριθοσύνη' δεινήν γάρ άγεν θεόν άνδρά τ ’ άριστον. λάζετο δέ μάστιγα και ηνία Παλλάς Άθήνη' αυτίκ ’ έπ ’ ’ ρ η ϊ πρώτω έχε μώνυχας ίππους, Ά ήτοι ο μέν Περίφαντα πελώριον έξενάριζεν Αίτω λώ ν ο χ ’ άριστον Όχησίον άγλαόν υιόν τον μέν ’ ρης ένάριζε μιαιφόνος· αυτάρ Άθήνη Ά δνν ’ Άίδος κυνέην, μ ή μιν ίδοι όβριμος Άρης. Ώ ς δέ ίδε βροτολοιγός Άρης Δ ιομήδεα δΐον, ήτοι 6 μέν Περίφαντα πελώριον αύτόθ ’ έασε κεΐσθαι δθι πρώτον κτείνων έξαίνντο θυμόν, αυτάρ ο βή ρ ’ ίθυς Διομήδεος ίπποδάμοιο.

825

830

835

840

845

88

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

στη μάχη». Προς αυτόν δε απάντησε έπειτα η θεά η γαλανομάτα Αθηνά: «Γ ιε του Τυδέα, Διομήδη, α γα π η τέ μέσα στην καρδιά μου, εσύ ούτε τον Άρη βέβαια γ ι ’ αυτό να φοβάσαι ούτε κάποιον άλλον από τους αθάνατους θεούς- τέτοια βοηθός εγώ σου είμαι. Αλλά έλα τώ ρα, να κατευθύνεις τους ίππους με τη μια οπλή πρώ τα εναντίον του Άρη, να τον χτυπήσεις από κοντά και να μη σεβεσαι αυτο τον ορμητικό και μανιώδη Άρη, που εκπροσ ω πεί το τελειοποι­ ημένο κακό, τον αλλοπρόσαλλο, ο οποίος πριν λίγο μιλώ­ ντας δήλωσε σε μένα και στη μοίρα ότι θα πολεμήσει εναντίον των Τ ρώ ω ν κι ότι θα βοηθήσει τους Αργείους, τώ ρα όμως κάνει συντροφιά με τους Τ ρώ ες κι έχει λησμο­ νήσει αυτούς». Έ τ σ ι αφού είπε, παρώθησε τον Σθένελο κάτω από το άρμα, αφού τον τράβηξε με το χέρι τη ς προς τα π ίσ ω εκείνος δε, όπω ς ήταν φυσικό, αμέσως πήδηξε' εκείνη δε η θεά γεμάτη από πολεμική μανία ανέβηκε πάνω στο δίφρο κοντά στον ευγενή Διομήδη, έτριξε δε δυνατά από το βάρος ο δρύινος άξονας, γ ια τί σήκωνε φοβερή θεά και άντρα πάρα πολύ γενναίο- πήρε δε τα ηνία και το μ ασ τίγιο η Παλλάδα Αθηνά- αμέσως δε κατηύθυνε τους ίππους με τη μια οπλή πρώ τα εναντίον του Ά ρη- αυτός μεν αφαιρούσε τα όπλα από τον πελώριο Π ερίφαντα, που ήταν πάρα πολύ άξιος από τους Α ιτω λούς, το λαμπρό γιο του Ο χησίου- αυτόν μεν ο αιμοβόρος ο Άρης τον γύμνωνε από τα ό π λ α - η δε Αθηνά φόρεσε την περικεφαλαία76 του Άδη για να μην την δει ο δυνατός Άρης. Ό ταν όμως ο Ά ρης που καταστρέφει τους ανθρώπους είδε τον ευγενή Διομήδη, αυτός μεν άφησε τον πελώριο Περίφαντα να κείται στη γη κάτω όπου γ ια πρώ τη φορά τον σκότωσε και του αφαιρούσε τη ζω ή, βάδισε δε ο ίδιος κατευθείαν εναντίον του ιπποδαμαστή Δ ιομ ή δη - αυτοί δε

89

ΟΜΗΡΟΣ

οί δ ’ οτε δή σχεδόν ήσαν έπ ’ άλλήλοισιν Ιόντες, πρόσθεν ’ ρης ώρέξαθ’ υπέρ ζυγόν ηνία θ ’ ίππων Ά εγ χ ε ϊ χαλκείω μεμαώς άπό θυμόν έλέσθαι' καί το γε χειρί λαβονσα θεά γλαυκώπις Άθήνη ώσεν νπέκ δίφροιο έτώσιον άϊχθήναι. δεύτερος αΰθ’ ώρματο βοήν αγαθός Διομήδης εγ χ ε ϊ χαλκείω- έπέρεισε δέ Παλλάς Άθήνη νείατον ές κενεώνα οθι ζωννύσκετο μ ίτρ η · τη ρά μιν οΰτα τυχών, διά δέ χρόα καλόν εδαψεν, έκ δέ δόρυ σπάσεν αΰτις· ο δ ’ έβραχε χάλκεος Άρης οσσόν τ ’ έννεάχιλοι έπίαχον ή δεκάχιλοι άνέρες έν πολεμώ έριδα ξυνάγοντες Άρηος. τούς δ ’ α ρ’ υπό τρόμος είλεν Αχαιούς τε Τρώας τε δείσαντας ' τόσον έβραχ’ Άρης άτος πολέμοιο. Οίη ^ ’ έκ νεφέων έρεβεννή φαίνεται άήρ καύματος έξ άνέμοιο δυσαέος όρνυμένοιο, τοΐος Τυδεΐδη Δ ιομήδε'ι χάλκεος Άρης φαίνεθ’ όμου νεφέεσσιν ιών εις ουρανόν εύρύν. καρπαλίμως δ ’ ί'κανε θεών έδος αίπύν ’ Όλυμπον, πάρ δέ Δ ιί Κρονίωνι καθέζετο θυμόν άχεύων, δεϊξεν δ ’ άμβροτον αίμα καταρρέον έξ ώτειλής, καί ρ όλοφυρόμένος έπεα πτερόεντα προσηύδα· “Ζ εϋ πάτερ, ου νεμεσίζη όρων τάδε καρτερά έργα; αιεί τοι ρίγιστα θεοί τετληότες είμέν άλλήλων ίότητι, χάριν άνδρεσσι φέροντες. σοί πάντες μαχόμεσθα· σύ γάρ τέκες άφρονα κούρην οΰλομένην, ή τ ’ αίέν άήσυλα έργα μέμηλεν. άλλοι μέν γάρ πάντες οσοι θεοί ε ίσ ’ έν Ό λύμπω

850

855

860

865

870

875

90

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

όταν πια βρίσκονταν ο ένας κοντά στον άλλον, αφού έρχο­ νταν εναντίον, ο Α ρης πρώ τος, κάτω από το ζυγό και τα ηνία των ίππω ν έκανε επίθεση με το χαλκό δόρυ, επιθυ­ μώντας να αφαιρέσει τη ζωή τους- αλλά η γαλανομάτα θεά Αθηνά, αφού το ’πιασε με το χέρι τη ς, το απώ θησε, με αποτέλεσμα να π ετά ξει χω ρίς επιτυχία κ ά τω από το δίφρο' δεύτερος δε από το άλλο μέρος έκανε επίθεση με το χάλκινο δόρυ ο ικανός στη μάχη Δ ιομήδης' τον έσπρωξε δε με δύναμη η Π αλλάδα Αθηνά στο κ ά τω μέρος της λα γόνας, όπου φορούσε τη μίτρα' εκεί λοιπόν με επιτυχία τον χτύπησε, ξέσκισε δε το ωραίο σώμα, πέρασε δε πίσω το δόρυ' εκείνος δε ο χάλκινος Αρης μούγκρισε τόσο δυ­ νατά, όσο δυνατά φωνάζουν εννιά χιλιάδες ή δέκα χιλιάδες άντρες, οι οποίοι συνάπτουν στον πόλεμο μ άχη. Εκείνους, όπως ήταν φυσικό, τους Α χαιούς τους κυρίευσε τρόμος, και τους Τρώες επειδή φοβήθηκαν' τόσο δυνατά μούγκρι­ σε ο ακόρεστος στον πόλεμο Άρης. Ό ποιο δε μαύρο σκοτάδι εμφανίζεται από τα νέφη όταν σηκώνεται ισχυρός άνεμος εξαιτίας του καύσωνα, τέτοιος στο γιο του Τυδέα Διομήδη φαινόταν ο χάλκινος Άρης, όταν ανέβαινε μ αζί με τα νέφη στον απέραντο ουρανό' γρήγορα δε έφτανε στην κατοικία τω ν θεών, στον αποκρημνο Ό λυμπο, καθόταν δε κοντά στον Δ ία, το γιο του Κρόνου, περίλυπος στην καρδιά του, έδειξε δε το θεϊκό αίμα που έτρεχε χά μ ω από την πληγή και θρηνώντας λόγια φτερω τά έλεγε. «Δία πατέρα, δεν αγανακτείς βλέποντας τα φοβερά αυτά έργα; Π άντοτε βέβαια, υποφέραμε εμείς οι θεοί πιο φριχτά εξαιτίας τη ς προτροπής μεταξύ μας, όταν θέλαμε να κάνουμε χάρη στους θνητούς' όλοι εναντίον σου στρε­ φ όμασταν γ ια τί συ γέννησες την ανόητη κόρη, την κατα ­ ραμένη, η οποία πάντοτε φροντίζει για κακούργα έργα' για τί όλοι μεν οι άλλοι, όσοι είμαστε θεοί στον Ό λυμπο,

91

ΟΜΗΡΟΣ

σοί τ ’ έπιπείθονται καί δεδμήμεσθα έκαστος' ταντην δ ’ ο ν τ’ επ εϊ προτιβάλλεαι ον τε τι έργω, ά λλ’ άνιεΐς, έπεί αντδς έγείναο π α ΐδ ’ άΐδηλον ή νυν Τυδεος υιόν υπερφίαλον Διομήδεα μαργαίνειν άνέηκεν ε π ’ άθανάτοισι θεοϊσι. Κυπριδα μέν πρώτον σχεδόν οϋτασε χ ειρ ’ επί καρπώ, αυτάρ ε π ε ιτ’ αύτώ μοι έπέσσυτο δαίμονι Ισος' άλλά μ ’ ύπήνεικαν ταχέες πόδες' ή τε κε δηρόν αυτόν π ή μ α τ’ έπασχον εν aivfjaiv νεκάδεσσιν, ή κε ζώς άμενηνός ία χαλκοΐο τυπήσι. ” Τόν δ ’ άρ’ νπόδρα ίδών προσέφη νεφεληγερέτα Ζευς. “μη τ ί μοι, αλλοπρόσαλλε, παρεζόμενος μινύριζε. εχθιστος δέ μ οί έσσι θεών οί ’Όλυμπον εχονσιν αίει γάρ τοι ερις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε. μητρός τοι μένος έστιν άάσχετον οϋκ έπιεικτόν Ή ρης' την μέν εγώ σπουδή δάμνημ, ’ έπέεσστ τώ σ ’ όΐω κείνης τάδε πάσχειν έννεσίησιν. ά λλ’ ου μάν σ ’ ετι δηρόν άνέξομαι ά λ γε’ εχοντα' έκ γάρ έμεϋ γένος έσσί, έμοι δέ σε γείνατο μήτηρ' εί δέ τευ εξ άλλον γε θεών γένεν ώδ ’ αίδηλος καί κεν δή πάλαι ήσθα ένέρτερος Ονρανιώνων. ” "Ως φάτο, καί ΐία ιή ο ν’ άνώγειν ίήσασθαι. τώ (3’ επί Παιήων όδννήφατα φάρμακα πάσσων ήκέσα τ’' ον μέν γάρ τι καταθνητός γ ’ έτέτνκτο. ώς δ ’ ότ ’ οπός γάλα λευκόν έπειγόμενος σννέπηξεν νγρόν έόν, μάλα δ ’ ώκα περιτρέφεται κνκόωντι,
900 895 890 885 880

92

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

και σε σένα υπακούουμε και σε σένα υποτασσόμαστε" αυ­ τήν όμως ούτε με λόγια την τιμω ρείς ούτε καθόλου με έργα, αλλά την αφήνεις ελεύθερη, γ ια τί συ ο ίδιος γέννη­ σες αυτή την ολέθρια κόρη" αυτή τώ ρα τον αυθάδη Διομήδη άφησε να μαίνεται εναντίον τω ν αθανάτων θεών" την Αφρο­ δίτη μεν πρώ τα από κοντά πλήγω σε στο χέρι πάνω στον καρπό, έπειτα δε όρμησε εναντίον μου σαν θεός" αλλά από κει με έβγαλαν τα γρήγορα πόδια μου, γ ια τ ί σε άλλη περίπτω ση βέβαια σε εκείνο το σημείο πολύ χρόνο μεταξύ των φοβερών σωρών τω ν νεκρών θα πάθαινα ταλαιπω ρίες ή, κι αν ακόμα ζωντανός, θα ήμουν αδύνατος από τα χ τ υ ­ πήματα του χαλκού». Προς αυτόν δε έπειτα, αφού τον κοίταξε λοξά, είπε ο Δίας που συναθροίζει τ ις νεφέλες: «Αλλοπρόσαλλε, μην κλαίγεσαι καθόλου καθισμένος κοντά μου" α π ’ όλους τους θεούς που κατέχουν τον Ό λυμπο εσύ μου είσαι ο πιο μισητός, για τί πάντοτε αγαπά ς τις έριδες και τους πολέ­ μους και τις μάχες" έχεις τον αχαλίνωτο και ανένδοτο χαρακτήρα της μάνας σου, της Ή ρας" αυτήν εγώ με δυ­ σκολία την περιορίζω με τα λόγια" και γ ι’ αυτό νομίζω ότι εσύ αυτά τα παθαίνεις με τις εντολές εκείνης" αλλά βέβαια δεν θ’ ανεχτώ να υποφέρεις για πολύ χρόνο ακόμα πόνους για τί από κ α ταγω γή είσαι από μένα, και η μητέρα σου με μένα σε γέννησε" αν όμως θα είχες γεννηθεί τόσο ολέθριος από κάποιον άλλον από τους θεούς, προ πολλού χρόνου θα ήσουνα πολύ πιο χαμ ηλά από τους Τιτάνες, τους γιους του Ουρανού». Έ τ σ ι είπε και διέταξε τον Παιήονα να τον γιατρέψει" τον άλειφε δε ο Παιήονας με παυσίπονα φάρμακα και τον θεράπευσε" γ ια τί καθόλου βέβαια δεν ήτανε θνητός. Ό π ω ς δε ακριβώς συμβαίνει, όταν γρήγορα πήζει η πυτιά , το λευκό γάλα, που είναι ρευστό, με μεγάλη δε τα χύτητα γύρω 79 πήζει όταν κάποιος το ανακατεύει, κ α τά τον ίδιο

93

ΟΜΗΡΟΣ

ώς άρα καρπαλίμως ίήσατο θοϋρον ’ ρηα. Ά

τον δ ’ Ή βη λονσεν, χαρίεντα δέ ε'ίματα εσσε' πάρ όέ Δ ιί Κρονΐωνι καθέζετο κνδεϊ γαίων. Α ί δ ’ αντι,ς προς δώμα Διός μεγάλοιο νέοντο Ή ρη τ ’ Λ ργείη και Άλαλκομενηις Αθήνη πανσασαι βροτολοιγόν ’ ρη ’ άνδροκτασιάων. Ά

905

94

ΙΛΙΑΔΟΣ Ε

τροπο λοιπόν με μεγάλη τα χύτη τα θεράπευσε τον ορμητικό Ά ρη- αυτόν η Ή β η τον έλουσε και τον έντυσε με ωραία ενδύματα' κάθισε δε κοντά στον Δία καμαρώνοντας για τη δόξα. Εκείνες δε, η Α ργεία Ή ρ α και η Αλαλκομενίδα Αθηνά, ξαναγύριζαν στο ανάκτορο του μεγάλου Δ ία, αφού σταματησαν τον Άρη που καταστρέφει τους ανθρώπους από τις ανθρωποκτονίες.

95

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Ζ
(Έ μ μ ε τ ρ ο ς ) Ζ ή τ α δ ’ αο ’ 'Α νδρομάχης κ α ι Έ κτορος έ σ τ ’ ό α ρ ισ τ ύ ς . ( Π εζή) Έ κτορος κ α ί ’ νδρομ ά χη ς ο μ ιλ ία . Α

ΥΠΟΘΕΣΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Ζ
Κ α τ ά το ν ά ρ χ α ΐο ν « π α ρ α φ ρ α σ τ ή ν ». Τ ω ν θεώ ν ά π ο σ τ ά ν τ ω ν τ ή ς μ ά χ η ς , ο ι Έ λληνες π ο λ λ ο ύ ς ά ν α ιρ ο ϋ σ ι τ ω ν Τ ρώ ω ν. Έ λένον δε σ υ μ β ο υ λ ε ν σ α ν τ ο ς , Έ κτω ρ εις τ η ν π ό λ ιν ά ν ε ισ ι κ α ι τ η μ ητρ'ι Ε κ ά β η κ ελ ε ύ ε ι ε ΰ ξ α σ θ α ι τ ή Α θήνα κ α ι ύ π ο σ χ έ σ θ α ι α ν τ η δ ώ δ ε κ α β οώ ν θ ν σ ία ν , ο π ω ς τον Δ ιο μ ή δ η ν ά π ο σ τ ή σ ε ιε τ ή ς μ ά χ η ς . Τ έω ς δέ ον τ ω ν α υ τώ ν εν τώ π ε δ ίω Γ λ α ύ κ ο ς κ α ι Δ ιομ ή δη ς ά ν α γ ν ω ρ ίσ α ν τ ε ς φ ιλ ία ν π α τ ρ ικ ή ν δ ια λ λ ά σ σ ο υ σ ι τ ά ο π λ α ά λ λ ή λ ο ις . Έ κτω ρ δε δ ια λ ε χ θ ε ίς τ ή μ η τ ρ ι κ α ι τ ή γ υ ν α ικ ί Α νδρομ ά χ η , συ ν τ ώ ά δελφ ω Α λε­ ξάνδρα) εις το ν π ό λ ε μ ο ν ε ξ ε ισ ιν .

96

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Ζ (Έμμετρη) Ζήτα, βεβαίως υπάρχει η συνομιλία του Έκτορα και της Ανδρομάχης. (Πεζή) Συνομιλία του Έκτορα και της Ανδρομάχης. ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Ζ
Κ α τ ά τ ο ν α ρ χ α ίο « π α ρ α φ ρ α σ τ ή » .

Όταν οι θεοί απομακρύνθηκαν από τη μάχη, οι Έ λλη­ νες σκότωσαν πολλούς Τρώες. Με συμβουλή του Έλενου ο Έκτορας πηγαίνει στην πόλη και παρακαλεί τη μητέρα του Εκάβη να προσευχηθεί στην Αθηνά και να υποσχεθεί στη θεά θυσία δώδεκα βοδιών, ώστε ν’ απομακρύνει τον Διο­ μήδη από τη μάχη. Ενώ βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης, ο Γλαύκος και ο Διομήδης θυμήθηκαν την πατρική φιλία και αντάλλαξαν τα όπλα τους. Ο Έκτορας, αφού συνομί­ λησε με τη μητέρα του και τη γυναίκα του Ανδρομάχη, ξεκίνησε με τον αδελφό του Αλέξανδρο για το πεδίο της μάχης.

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

Τ ρώ ω ν δ ’ ο ίώ θ η κ α ί ’ χαιώ ν φ ύ λ ο π ις αίνή· Α π ο λ λ ά δ ’ ά ρ ’ ενθα κ α ι ενθ ’ ΐθ ν σ ε μ ά χ η π ε δ ίο ιο ά λ λ ή λ ω ν ίθ υ νο μ ένω ν χ α λ κ η ρ ε α δοϋρα μ ε σ σ η γ ύ ς Σ ιμ ό ε ν τ ο ς ίδέ Ξ άνθοιο ροά ω ν. Α ίας δε π ρ ώ τ ο ς Τ ελα μ ώ νιο ς, ε ρκ ος Α χ αιώ ν, Τ ρώ ω ν ρ η ξ ε φ ά λ α γ γ α , φ όω ς δ ’ έ τ ά ρ ο ισ ιν εθηκεν, ά νδρ α β α λ ώ ν ος ά ρ ισ τ ο ς ένι Θ ρ»)κεααι τ ε τ υ κ τ ο υ ιό ν Ε ϋ σ σ ώ ρ ο ν Α κ ά μ α ν τ ’ ή νν τε μ έ γ α ν τε. τ ο ν ρ ’ ε β α λ ε π ρ ώ τ ο ς κόρυΟ ος φ άλον ίπ π ο δ α σ ε ίη ς , εν δε μ ε τ ώ π ω π ή ξ ε , π έ ρ η σ ε δ ’ ά ρ ’ ό σ τέ ο ν εί'σω α ιχ μ ή χ α λ κ ε ίη ■το ν δε σ κ ό τ ο ς ό σ σ ε κ άλνφ εν. Ά ξυλον δ ’ ά ρ ’ επεφ νε β ο ή ν α γ α θ ό ς Δ ιομ ή δη ς Τ ενθρ α νίδη ν, ος εναιεν έ ϋ κ τ ιμ ε ν η εν Α ρ ίσ β η ά φ νειό ς β ιό τ ο ιο , φ ίλ ο ς δ ’ ήν ά ν θ ρ ώ π ο ισ ι. π ά ν τ α ς γ ά ρ φ ιλ έε σ κ ε ν όδώ ε π ι ο ικ ία να ίω ν. α λ λ ά ο ι ο ν τ ις τώ ν γ ε τ ά τ ’ ή ρ κ ε σ ε λ υ γ ρ ό ν όλεθρόν π ρ ό σ θ ε ν ν π α ν τ ιά α α ς , ά λ λ ’ ά μ φ ω θυμ όν ά π η ν ρ α α υ τ ό ν κ α ί θ ε ρ ά π ο ν τ α Κ α λ ή σ ιο ν , ος ρ α το'θ ’ ίπ π ω ν ε σ κ ε ν ύφ η νίοχος· τ ώ δ ’ ά μ φ ω γ α ϊα ν εδΰτη ν. Α ρήσον δ ’ Ε νρ ύαλος κ α ί Ό φ έλτιον έ ξ ε ν ά ρ ιξ ε ’ 20 15 10 5

98

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

Έ τσι έμειναν1 μονάχοι οι Τρώες και οι Αχαιοί μέσα στη φριχτή μάχη, και ο πόλεμος απλώθηκε κι από δω κι από κει σε πολλές μεριές μέσα στην πεδιάδα, καθώς σκοπευτές έριχναν ο ένας πάνω στον άλλο τα χάλκινά τους δόρατα μέσα στα ρέματα του Σιμόεντα και του Ξάνθου2. Πρώτος ο Αίαντας, ο γιος του Τελαμώνα, ο πύργος των Αχαιών, διέσπασε την παράταξη των Τρώων, και έδωσε θάρρος στους συντρόφους του σκοτώνοντας έναν άντρα που ήταν ο πιο γενναίος ανάμεσα στους Θράκες, το γιο του Ευσσώρου, τον Ακάμαντα, το δυνατό και μεγαλόσωμο. Τον χτύπησε πρώτος στο κέρατο της περικεφαλαίας που είχε φούντα από τρίχες αλόγου και τον κάρφωσε στο μέ­ τωπο, και η χάλκινη αιχμή πέρασε μέσα στο κόκαλο, και εκείνου τα μάτια τα σκέπασε το σκοτάδι. Τον Αξυλο επίσης τον σκότωσε ο βροντόφωνος Διομή­ δης, το γιο του Τεύθραντα, που ζούσε στην καλοχτισμένη Αρίσβη, πλούσιος σε βιος και αγαπητός στον κόσμο, για τί όλους τους φιλοξενούσε3, έχοντας το σπίτι του πάνω στο δρόμο- όμως, κανένας απ’ αυτούς τότε δεν στάθηκε μπρο­ στά του για να του αποδιώξει το θλιβερό χαμό, μόνο πήρε τη ζωή και από τους δύο, και από τον ίδιο και από τον ακόλουθό του, τον Καλήσιο, που ήταν τότε ηνίοχος4 στο άρμα του- και οι δυο τους μπήκαν στη μαύρη γη. Ο Ευρύαλος σκότωσε τον Δρήσο και τον Οφέλτιο και

99

ΟΜΗΡΟΣ

β ή δέ μ ε τ ’ Α ί'σηπον κ α ι Π η δασον, ονς π ο τ ε νύμ φ η ν η ΐς Ά β α ρβ αρέη τέ κ ’ ά μ ν μ ο ν ι Β ο ν κ ο λ ίω ν ι. Β ο υ κ ο λ ίω ν δ ’ ή ν υ ιό ς ά γ α ν ο ν Λ α ομ έδοντος π ρ ε σ β ν τ α τ ο ς γενεγ), σ κ ό τ ιο ν δ έ έ γ ε ίν α τ ο μ η τη ρ · π ο ιμ α ίν ω ν δ ’ ε π ’ ο ε σ σ ι μ ίγ η φ ιλ ό τ η τ ι κ α ι ew ij, η δ ’ ΰ π ο κ υ σ α μ έ ν η δ ιδ ν μ ά ο ν ε γ ε ίν α τ ο π α ϊδ ε. κ α ι μ έ ν τω ν ν π έ λ ν σ ε μ έ νο ς κ α ι φ α ίδ ιμ α γ ν ϊα Μ η κ ισ τ η ϊά δ η ς κ α ι α π ’ ώ μ ω ν τε ν χ ε ’ εσ ν λ α . Ά σ τνα λ ο ν δ ’ άρ ’ έπεφ νε μ ε ν ε π τ ό λ ε μ ο ς Π ολυποίτης" Π ιδ ύ τη ν δ ’ Ό δ υ σενς Π ερ κ ώ σ ιο ν έ ξε ν ά ρ ιξε ν ε γ χ ε ϊ χ α λ κ ε ίω , Τ εϋκρος δ ’ Ά ρετάονα δΐ>ον. Ά ντίλ ο χ ο ς δ ’ Ά βληρον ένη ρ α το δ ο υ ρ ι φ α εινω Ν εσ τορ ίδη ς, Έ λατον δε ά ν α ξ ά νδρ ώ ν Α γ α μ έ μ ν ω ν ν α ΐε δέ Σ α τ ν ιό ε ν τ ο ς έ ν ρ ρ ε ίτα ο π α ρ ’ οχθ ας Π η δ α σ ο ν α ίπ ε ιν η ν . Φ νλακον δ ’ έλε Λ ηϊτο ς η ρ ω ς φ ε ν γ ο ν τ ’· Ε υ ρ νπ νλος δέ Μ ελάνθιον έ ξε νά ρ ιξεν. Ά δ ρ η σ τον δ ’ ά ρ ’ έ π ε ιτ α β οή ν α γ α θ ό ς Μ ενέλαος ζω ό ν ίί). ’■ ΐπ π ω γ ά ρ ο ι ά τ ν ζ ο μ έ ν ω π ε δ ίο ιο ό ζω ένι β λ α φ θ έν τε μ υ ρ ικ ίν ω α γ κ ύ λ ο ν ά ρ μ α ά ξ α ν τ ’ έν π ρ ώ τ ω ρ ν μ ω α ν τ ώ μ έν έ β η τ η ν π ρ ό ς π ό λ ιν , ή π ε ρ ο ί ά λ λ ο ι ά τ ν ζ ό μ ε ν ο ι φ ο β έοντο, α υ τό ς δ ’ εκ δ ίφ ρ ο ιο π α ρ ά τρ ο χ ό ν έ ξ ε κ ν λ ίσ θ η π ρ η ν ή ς έν κ ο ν ίη σ ιν ε π ί σ τ ό μ α ' π ά ρ δ έ ο ί ε σ τ η Ά τρ ειδη ς Μ ενέλαος έχ ω ν δ ο λ ιχ ό σ κ ιο ν έγ χ ο ς. Ά δρ η σ το ς δ ’ ά ρ ’ έ π ε ιτ α λ α β ώ ν έ λ ίσ σ ε τ ο γ ο υ ν ώ ν “ζ ώ γ ρ ε ι, Ά τρέος υ ιέ , σ υ δ ’ ά ξ ια δ έ ξ α ι ά π ο ιν α · π ο λ λ ά δ ’ έν ά φ ν ε ιο ν π α τ ρ ό ς κ ε ιμ ή λ ια κ ε ΐτ α ι χ α λ κ ό ς τε χ ρ υ σ ό ς τε π ο λ ν κ μ η τ ό ς τε σ ίδ η ρ ο ς , τω ν κ έν τ ο ι χ α ρ ίσ α ιτ ο π α τ ή ρ ά π ε ρ ε ίσ ι ’ ά π ο ιν α 45 40 35 30 25

100

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

ύστερα επιτέθηκε στον Αίσηπο και στον Πήδασο5, που τους είχε γεννήσει κάποτε η ναϊάδα Αβαρβαρίη με τον άψογο Βουκολίονα. Ο Βουκολίονας ήταν γιος του ένδοξου Λαομέδοντα, ο πιο μεγάλος, που η μητέρα του τον είχε γεννήσει κλεφτά. Καθώς ο Βουκολίονας έβοσκε τ ’ αρνιά του, έσμιξε σε ερωτικό κρεβάτι με τη νεράιδα, κι αυτή, μένοντας έγκυος, του γέννησε δίδυμα αγόρια" αυτωνών τη δύναμη και τα όμορφα μέλη παρέλυσε ο γιος του Μηκιστέα και τους έγδυσε από τους ώμους τα όπλα. Τον Αστύαλο πάλι τον σκότωσε ο ατρόμητος Πολυποίτης, και τον Πιδύτη από την Περκώτη τον σκότωσε ο Οδυσσέας με το χάλκινο δόρυ του, ο Τεύκρος πάλι τον θείο Αρετάονα. Ο Αντίλοχος, ο γιος του Νέστορα, σκότω­ σε με το αστραφτερό κοντάρι του τον Άβληρο, και ο κυ­ βερνήτης του στρατού Αγαμέμνονας τον Έλατο. Αυτός κατοικούσε6 στην ψηλή Πήδασο κοντά στις όχθες του Σατνιόεντα με το όμορφο ρέμα. Τον Φύλακο, καθώς έφευ­ γε, τον σκότωσε ο γενναίος Λήιτος- και ο Ευρύπυλος σκό­ τωσε τον Μελάνθιο. Τον Άδραστο έπειτα ο βροντόφωνος Μενέλαος τον έπιασε ζωντανό" γιατί τα άλογά του, καθώς έτρεχαν φοβισμένα μέσα στην πεδιάδα, σκόνταψαν σε κλαδί μυριχιάς και έσπασαν το καμπύλο άρμα στην άκρη7 του τιμονιού- εκεί­ να τράβηξαν προς την πόλη, προς τα εκεί που έτρεχαν και τα άλλα φοβισμένα, κι αυτός κυλίστηκε από το αμάξι κοντά στον τροχό, ανάσκελα μέσα στο χώμα, με τα μού­ τρα. Κοντά του στάθηκε ο Μενέλαος, ο γιος του Ατρέα, βαστώντας το μακροήσκιωτο κοντάρι του. Ο Άδραστος τότε του έπιασε τα γόνατα και τον παρακαλούσε: «Π ιάσε με ζωντανό8, γιε του Ατρέα, και δέξου τα λύτρα που αξίζω . Πολλοί θησαυροί είναι φυλαγμένοι στου πλούσιου πατέρα μου, χαλκός και μάλαμα και δυσκολοδουλεμένο9 σίδερο- απ’ αυτά θα σου χάριζε ο πατέρας μου αμέτρητα

101

ε ί κ εν εμ έ ζω όν π ε π ν θ ο ιτ ’ έ π ι νηυσ'ιν ’ χ α ιώ ν .’ ' Α *Ως φ ά το , τ ώ δ ’ ά ρ α θυμ όν ένΐ σ τ ή θ ε σ σ ιν έπ ειθ ε' κ α ι δ η μ ιν τ ά χ ’ έμ ελ λ ε θοάς ε π ί νή α ς ’ χαιώ ν Α δ ώ σ ε ιν ώ θ ε ρ ά π ο ν τ ι κ α τ α ξ έ μ ε ν ά λ λ ’ ’ γ α μ έμ νω ν Α ά ν τ ίο ς ή λθε θέω ν, κ α ι ό μ ο κ λ ή σ α ς έπ ος η νδ α ' “ώ π έ π ο ν , ώ Μ ενέλαε, τ ίη δέ σύ κ ή δ ε α ι ούτω ς ά νδ ρ ώ ν ; ή c o l ά ρ ισ τ α π ε π ο ίη τ α ι κ α τ ά οίκ ο ν π ρ ο ς Τ ρ ώ ω ν; τώ ν μ ή τ ις ν π ε κ φ ύ γ ο ι α ίπ ύ ν όλεθρον χ ε ΐρ ά ς θ ’ ή μ ε τ έ ρ α ς , μ η δ ’ όν τ ιν α γ α σ τ έ ρ ι μ ή τ η ρ κ οϋ ρ ον έ ό ν τα φ έροι, μ η δ ’ ός φ ύ γ ο ι, ά λ λ ’ ά μ α π ά ν τ ε ς Ί λιον ε ξ α π ο λ ο ία τ ’ ά κ ή δ ε σ τ ο ι κ α ι ά φ α ν τ ο ι.” "Ως ε ίπ ώ ν έτρεψ εν ά δ ελ φ ε ιο ν φ ρένας ή ρω ς α ΐσ ιμ α π α ρ ε ιπ ώ ν ο δ ’ α π ό έθεν ώ σ α το χ ε ιρ ί ή ρ ω ’ Ά δ ρ η σ τ ο ν το ν δέ κ ρ είω ν ’ γ α μ έμ νω ν Α ο ύ τ α κ α τ ά λ α π ά ρ η ν ο δ ’ ά ν ε τ ρ ά π ε τ ’, Ά τρείδη ς δέ λ ά ξ εν σ τ ή θ ε σ ι β ά ς εξ έ σ π α σ ε μ ε ίλ ιν ο ν έγ χ ο ς. Ν έστω ρ δ ’ Α ρ γ ε ίο ισ ιν έ κ έκ λ ετο μ α κ ρ ό ν άνσας· “ώ φ ίλ ο ι η ρ ω ε ς Δ αναοί, θ ερ ά π οντες Ά ρηος, μ ή τ ις νϋν ένάρω ν έ π ιβ α λ λ ό μ ε ν ο ς μ ε τ ό π ισ θ ε μ ιμ ν έ τ ω ώ ς κε π λ ε ΐσ τ α φ έρω ν έ π ι νή α ς ΐκ η τ α ι, ά λ λ ’ ά νδρ ας κ τ ε ίν ω μ ε ν έ π ε ιτ α όε κ α ι τ α έ κ η λ ο ι νεκρ ο ύ ς α μ π ε δ ίο ν σ υ λ ή σ ε τ ε τε θ ν η ώ τα ς. ” "Ως ε ίπ ώ ν ότρυνε μ έ νο ς κ α ι θυμ όν έ κ ά σ το υ . ένθά κεν α ύ τ ε Τ ρώ ες ά ρ η ϊφ ίλ ω ν ν π ’ ’ χαιώ ν Α Ί λιον ε ίσ α ν έ β η σ α ν ά ν α λ κ ε ίη σ ι δ α μ έντες, ε ί μ ή ά ρ ’ Α ινεία τε κ α ι Έ κτορι ε ίπ ε π α ρ α σ τ ά ς Π ρ ια μ ίδ η ς Έ λενος ο ίω ν ο π ό λ ω ν ο χ ’ ά ρ ισ το ς· “Α ινεία τε κ α ι Έ κτορ, έ π ε ί π ό νο ς ύ μ μ ι μ ά λ ισ τ α

50

55

60

65

70

75

102

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

λύτρα, να μάθαινε μόνο πω ς βρίσκομαι ζωντανός στα κα­ ράβια των Αχαιών». Έ τσι μίλησε και σαν να του έπειθε10 την καρδιά μέσα στα στήθη· καθώς λογάριαζε να τον δώσει στον ακόλουθό του να τον κατεβάσει στα γρήγορα καράβια, ήρθε τρέχοντας απ’ αντίκρυ ο Αγαμέμνονας και μαλώνοντας τον είπε: «Καημένε Μενέλαε, για τί φροντίζεις τόσο γ ι’ αυτούς τους ανθρώπους; Αλήθεια, πολύ όμορφα σου το συγύρισαν το σπιτικό οι Τρώες11; Μακάρι κανένας τους να μην ξεφύγει τον άγριο χαμό και τα χέρια μας, ούτε και το αγόρι που βρίσκεται ακόμα στην κοιλιά της μάνας του, ούτε αυτό να μην ξεφύγει, μόνο όλοι μαζί να χαθούν από το Ίλιο χωρίς να νοιαστεί κανένας γ ι’ αυτούς και χωρίς ν’ αφήσουν ση­ μάδι κανένα». Έ τσι μίλησε και γύρισε τα μυαλά του αδελφού του ο ήρωας, συμβουλεύοντας σωστά" κι εκείνος έσπρωξε με το χέρι από κοντά του τον ήρωα Αδραστο- ο βασιλιάς Α γα­ μέμνονας τότε τον χτύπησε στο λαγόνι, κι εκείνος έπεσε ανάσκελα- και ο Ατρείδης πατώ ντας πάνω στο στήθος του τράβηξε κι έβγαλε το δόρυ του που ήταν από μελιά. Ο Νέστορας από την άλλη έδινε στους Αργείους κουρά­ γιο φωνάζοντας δυνατά: «Αγαπημένοι ήρωες Δαναοί, σύ­ ντροφοι του Αρη, να μη ριχτεί κανείς στα λάφυρα κι έτσι μείνει ~πίσω , για να έρθει στα καράβια κουβαλώντας πάρα πολλά, μόνο να σκοτώνουμε Τρώες. Ύ στερα κι αυτά ήσυ­ χοι θα τα πάρετε γδύνοντας τα πτώ ματα τω ν νεκρών στην πεδιάδα». Έ τσι μιλώντας ξεσήκωσε καθενός την ορμή και την καρδιά, και τότε οι Τρώες θα ανέβαιναν μέσα στην Τροία, σπρωγμένοι από τους Αχαιούς, νικημένοι από τη δειλία τους, αν ο γιος του Πρίαμου, ο Έλενος, ο πιο καλός από τους μάντεις, δεν έλεγε πηγαίνοντας κοντά στον Α ι­ νεία και στον Έκτορα: «Α ινεία και Έκτορα, επειδή σε σας

103

ΟΜΗΡΟΣ

Τ ρώ ω ν κ α ί Λ υκι'ων έ γ κ έ κ λ ιτ α ι, οννεκ ’ ά ρ ισ τ ο ι π ά σ α ν ε π ’ ίθνν έ σ τ ε μ ά χ ε σ ϋ α ί τε φ ρονέειν τε, σ τ η τ ’ α ν τ ο ν , κ α ί λα ον έ ρ ν κ ά κ ε τε π ρ ο π ν λ ά ω ν π άντγι επ οι,χ όμ ενοι π ρ ιν α ν τ ’ εν χ ε ρ σ ί γ ν ν α ικ ώ ν φ ε ύ γ ο ντα ς π ε σ έ ε ιν , δ η ΐο ισ ι δε χ ά ρ μ α γ ε νέ σ θ α ι. α ν τ ά ρ έ π ε ί κ ε φ ά λ α γ γ α ς έ π ο τ ρ ν ν η το ν ά π ά σ α ς , η μ ε ίς μ έ ν Δ α ν α ο ϊσ ι μ α χ η σ ό μ ε θ ’ α ν θ ι μ ένοντες, κ α ι μ ά λ α τ ε ιρ ό μ ε ν ο ί περ~ ά ν α γ κ α ίη γ ά ρ ε π ε ίγ ε ι· Έ κτορ ά τ ά ρ σ ν π ό λ ιν δε μ ε τέ ρ χ ε ο , ε ίπ ε δ ’ ε π ε ιτ α μ η τ έ ρ ι σ η κ α ι εμη· η δε ξ ν ν ά γ ο ν σ α γ ε ρ α ιά ς νηον Ά θηναίης γ λ α ν κ ώ π ιδ ο ς εν π ό λ ε ι ά κ ρη ο ίξ α σ α κ λ η ϊδ ι θνρα ς ίε ρ ο ϊο δ ό μ ο ιο π έ π λ ο ν , ος ο ί δ ο κ έ ει χ α ρ ιέ σ τ α τ ο ς η δε μ έ γ ισ τ ο ς ε ίν α ι ένι μ ε γ ά ρ ω κ α ί ο ί π ο λ υ φ ίλ τ α τ ο ς α ν τ η , θ ε ΐν α ι Ά θηναίης ε π ί γ ο ν ν α σ ιν ή ν κ ό μ ο ιο , κ α ί ο ί ν π ο σ χ έ σ θ α ι δ ν ο κ α ίδ ε κ α β ο ν ς ενί νη ω η ν ις ή κ έ σ τ α ς ίερ ε νσ έ μ ε ν, α ί κ ’ ε λ εη σ η ά σ τ ν τε κ α ί Τ ρώ ω ν ά λ ό χ ο ν ς κ α ί ν ή π ια τ έ κ ν α , ώ ς κεν Τ νδέος ν ίό ν ά π ό σ χ η Ί λιον ίρ η ς ά γ ρ ιο ν α ίχ μ η τ η ν κ ρ α τερ ο ν μ η σ τ ω ρ α φ ό β οιο, δν δ η ε γ ώ κ ά ρ τ ισ τ ό ν ’ χαιώ ν φ η μ ι γ ε νέ σ θ α ι. Α ο νδ ’ Α χ ιλή ά π ο θ ’ ώ δ έ γ ’ ε δ ε ίδ ιμ εν ο ρ χ α μ ο ν άνδρώ ν, ον π έ ρ φ α σ ι θεάς έ ξ έ μ μ ε ν α r ά λλ ’ οδε λ ίη ν μ α ίν ε τ α ι, ο ν δ έ τ ις ο ί δ ν ν α τ α ι μ ένος ίσ ο φ α ρ ίζ ε ιν . ” "Ως ε φ α θ ’, Έ κτω ρ δ ’ ο ν τ ι κ α σ ιγ ν η τ ω ά π ίθ η σ ε ν . α ν τ ίκ α δ ’ εξ ό χέω ν συ ν τε υ χ ε σ ιν ά λ τ ο χ α μ α ζ ε , π ά λ λ ω ν (5’ ο ξ έα δ ο ν ρ α κ α τ ά σ τ ρ α τ ό ν ώ χ ε το π ά ν τ η ότρ ννω ν μ α χ έ σ α σ θ α ι, έ γ ειρ ε δε φ ύ λ ο π ιν α ίνη ν. 105 100 95 90 85 80

104

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

πιο πολύ πέφτει το βάρος του αγώνα τω ν Τρώων και των Λυκίων, γιατί είστε οι πρώτοι σε κάθε επιχείρηση και για να πολεμάτε και για να παίρνετε αποφάσεις, σταθείτε εκεί και τρέχοντας παντού σταματήστε το στρατό εμπρός στις πύλες, προτού φεύγοντας πέσουν στην αγκαλιά των γυναι­ κών τους και γίνουν η χαρά των εχθρών. Έ πειτα, αφού δώσετε κουράγιο σε όλες τις φάλαγγες, εμείς θα πολεμή­ σουμε με τους Δαναούς μένοντας εδώ, όσο κι αν βασανι­ ζόμαστε πολύ, γιατί μας πιέζει η ανάγκη. Εσύ όμως, Έκτορα, πήγαινε στην πόλη και μίλησε της μητέρας μας, της δικής σου και της δικής μου, κι εκείνη μαζεύο­ ντας τις αρχόντισσες στο ναό της γαλανομάτας Αθηνάς, στην ακρόπολη, ν’ ανοίξει με το κλειδί13 τις πόρτες του ιερού ναού, και το υφαντό που της φαίνεται πω ς είναι το πιο όμορφο και το πιο μεγάλο μέσα στο παλάτι της και που της είναι πολύ αγαπημένο, αυτό να το βάλει στα γόνατα της Αθηνάς14 που έχει ωραία μαλλιά, και να της τάξει πως θα θυσιάσει στο ναό της δώδεκα βόδια του ενός χρόνου, που δεν μπήκαν ακόμα στο ζυγό, μήπως λυπηθεί την πόλη και τις γυναίκες τω ν Τρώων και τα μικρά παιδιά τους, και έτσι να 15 αποτραβήξει από το ιερό Ίλιο το γιο του Τυδέα, τον άγριο κονταρομάχο, που είναι μεγάλος μαστορας για να κάνει τον εχθρό να φεύγει και που εγώ λέω πω ς είναι ο πιο γενναίος από τους Αχαιούς. Ούτε τον Αχιλλέα δεν τον φοβηθήκαμε έτσι ποτέ, τον αρχηγό του στρατού, που λένε πω ς γεννήθηκε από θεά' όμως αυτός εδώ πάρα πολύ φρενιάζει, και κανένας δεν μπορεί να του παραβγεί στη δύναμη». Έ τσι μίλησε και ο Έκτορας δεν παράκουσε στον αδερφό του, μόνο πήδησε αμέσως με τα όπλα του από το αμάξι κάτω και κραδαίνοντας τα μυτερά του δόρατα έτρεξε πα­ ντού μέσα στο στρατό δίνοντάς του θάρρος να πολεμούν και ξεσήκωσε φριχτή μάχη. Κι εκείνοι γύρισαν και στάθηκαν

105

ΟΜΗΡΟΣ

ο ί δ ’ έ λ ε λ ίχ θ η σ α ν κ α ι ε ν ά ν τ ιο ι έ σ τ α ν ’ χ α ιώ ν Α Ά ρ γεΐο ι δ ’ ύ π ε χ ώ ρ η σ α ν , λ ή ξ α ν δέ φ όνοιο, φ αν δ έ τ ιν ’ α θ α ν ά τω ν έξ ο υ ρ α ν ο ϋ ά σ τε ρ ό ε ν το ς Τ ρ ω σ ιν ά λ ε ξ ή σ ο ν τ α κ α τελ θ έμ εν , ώ ς έλ έλιχθ εν. Έ κτω ρ δέ Τ ρ ώ εσ σ ιν έ κ έκ λ ετο μ α κ ρ ό ν άΰσας· “ Τ ρώ ες ν π έ ρ θ ν μ ο ι τ η λ ε κ λ ε ιτ ο ί τ ’ ε π ίκ ο υ ρ ο ι, άνέρες έ σ τ ε , φ ίλ ο ι, μ ν ή σ α σ θ ε δέ θ ο νρ ιδ ο ς α λ κ ή ς, οφ ρ ’ αν εγ ώ β ε ίω π ρ ο τ ι Ί λιον, ή δέ γ έ ρ ο ν σ ιν ε ’ π ω β ο υ λ ευ ττίσ ι κ α ι ήμετέργ]ς ά λ ό χ ο ισ ι ί δ α ίμ ο σ ιν ά ρ ή σ α σ θ α ι, ν π ο σ χ έ σ θ α ι δ ’ έ κ α τ ό μ β α ς . ” '10ς ά ρ α φ ω ν ή σ α ς ά π έ β η κ ο ρ υ θ α ίο λ ο ς Έ κτω ρ' ά μ φ ι δ έ μ ιν σφ υ ρ ά τ ύ π τ ε κ α ι α υ χ ένα δ έρ μ α κ ελα ινο ν ά ν τ υ ξ ή π υ μ ά τ η θέεν ά σ π ίδ ο ς ό μ φ α λ ο έ σ σ η ς. Γ λ α ύ κ ο ς δ ’ 1π π ο λ ό χ ο ιο π ά ϊς κ α ι Τ υδέος ν ιο ς ές μ έ σ ο ν ά μ φ ο τέ ρ ω ν ο υ ν ίτ η ν μ ε μ α ώ τ ε μ ά χ ε σ θ α ι. ο ί δ ’ ό τε δή σ χ εδ ό ν ή σ α ν έπ ’ ά λ λ ή λ ο ισ ιν ίόντε, τον π ρ ό τ ε ρ ο ς π ρ ο σ έ ε ιπ ε β οή ν α γ α θ ό ς Δ ιομ ήδης“τ ις όε σ ν έ σ σ ι, φ έ ρ ισ τ ε , κ α τ α θ ν η τ ώ ν α νθ ρ ώ π ω ν; ον μ έ ν γ ά ρ π ο τ ’ ο π ω π α μ ά χ η ένι κ ν δ ια ν ε ίρ η το π ρ ι ν ά τ ά ρ μ έ ν νυν γ ε π ο λ υ π ρ ο β έ β η κ α ς α π ά ν τ ω ν σ ω θ ά ρ σ ει, ο τ ’ έμ όν δολιχ/ ίσκιον έγ χ ο ς έ μ εινα ς' δ υ σ τή ν ω ν δ έ τ ε π α ϊδ ε ς έμ ω μ έ νε ι ά ν τ ιό ω σ ιν . ε ί δ έ τ ις α θ α ν ά τω ν γ ε κ α τ ’ ο υ ρ α ν ο ϋ είλ ή λ ο ν θ α ς, ο ν κ αν έ γ ω γ ε θ ε ο ΐσ ιν έ π ο υ ρ α ν ίο ισ ι μ α χ ο ίμ η ν . ουδέ γ ά ρ ουδέ Δ ρύαντος υ ιό ς κ ρ α τ ε ρ ό ς Λ υκοορ γος δήν ήν, ος ρ α θ ε ο ΐσ ιν έ π ο υ ρ α ν ίο ισ ιν έ ρ ιζ ε ν ος π ο τ ε μ α ιν ο μ έ ν ο ιο Διω ν ύ σ ο ιο τιθ ή ν α ς σενε κ α τ ’ ή γ ά θ εο ν Ν υ σ ή ίο ν α ί δ ’ ά μ α π α σ α ι θ ν σ θ λ α χαμα'ι κ α τέ χ ε υ α ν ύ π ’ ά νδρ οφ όνοιο Λ υκ ού ργον 130 125 120 115 110

106

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

αντίκρυ στους Αχαιούς, και οι Αργείοι υποχώρησαν και σταμάτησαν το σκοτωμό' γιατί είπαν π ω ς κάποιος από τους αθανάτους κατέβηκε από τον ουρανό που είναι γεμά­ τος άστρα για να βοηθήσει τους Τρώες, έτσι που γύρισαν16. Ο Έκτορας πάλι έδινε κουράγιο στους Τρώες φωνάζοντας δυνατά: «Γενναίοι Τρώες και ξακουστοί σύμμαχοι, σταθεί­ τε άντρες17, φίλοι, και θυμηθείτε την πολεμική σας δύνα­ μη, ως που να πάω εγώ στο Ίλιο να πω στους δημογέ­ ροντες18 και στις γυναίκες μας να προσευχηθούν στους θεούς, και να τους υποσχεθούν θυσίες εκατό βοδιών ή προβάτων19». Αφού είπε αυτά ο Έκτορας με τη λαμπερή περικεφα­ λαία, έφυγε" από τις δυο μεριές, και στα σφυρά και στο λαιμό, τον χτυπούσε το μαύρο δέρμα20, το λουρί δηλαδή που ήταν γύρω γύρω στην άκρη της κυκλικής ασπίδας του. Ο Γλαύκος τότε, ο γιος του Ιππόλοχου, και ο γιος του Τυδέα ήρθαν και στάθηκαν στη μέση και τω ν δυο λαχτα­ ρώντας να πολεμήσουν" κι όταν, προχωρώντας ο ένας ενάντια στον άλλο, πλησίασαν, πρώτος μίλησε ο βροντοφωνος Διομήδης και είπε: «Ποιος από τους θνητούς αν­ θρώπους είσαι συ, γενναίε μου; Γιατί δεν σε είδα ποτέ μέσα στη μάχη που δοξάζει τους άντρες πιο πριν, τωρα όμως προχώρησες πολύ πιο μπροστά απ’ όλους τους άλ­ λους με το θάρρος σου, εσύ που βάσταξες να μείνεις μπρο­ στά στο δικό μου μακροήσκιωτο κοντάρι" μονο των δυστυ­ χισμένων τα παιδιά αντικρίζουν την ορμή μου. Αν όμως κάποιος αθάνατος έχει έρθει από τον ουρανό, εγώ δεν θα πολεμούσα με επουράνιους θεούς" γιατί ούτε και ο γιος του Δρύαντα, ο δυνατός Λυκούργος, που μάλωνε με τους θε­ ούς, έζησε πολύ. Αυτός κάποτε κυνήγησε πάνω στο ιερό Νυσήϊο τις παραμάνες του Διόνυσου21, που είναι γεμάτος από θεία μανία. Εκείνες πέταξαν όλες μαζί χάμω τους θύρσους22 τους, καθώς τις χτυπούσε με το βούκεντρο ο

107

ΟΜΗΡΟΣ

θ ε ιν ό μ ε ν α ι β ο υ π λ η γ τ Δ ιώ νυσος δέ φ ο β η θ είς δνσεθ ’ ά λό ς κ α τ ά κ ν μ α , Θ έτις d ’ υ π ε δ έ ξ α τ ο κ ό λ π ω δ ε ιδ ιό τ α ' κ ρ α τε ρ ό ς γ ά ρ έχε τρ ό μ ο ς ά νδρ ός ό μ ο κ λ η .

135

τώ μέν έπ ειτ ’ όδνσαντο θεοί ρεΐα ζώ οντες,
κ α ί μ ιν τν φ λό ν εθη κ ε Κ ρ όνου π ά ϊς ' ο ϋ δ ’ ά ρ ’ έ τ ι δήν ήν, έ π ε ί ά θ α ν ά τ ο ισ ιν ά π η χ θ ε τ ο π α σ ι θ ε ο ΐσ ιν ο ν δ ’ άν εγ ώ μ α κ ά ρ ε σ σ ι θεοΐς ε θ έ λ ο ιμ ι μ ά χ ε σ θ α ι. ε ί δ έ τ ις έ σ σ ι β ρ ο τ ώ ν ο ΐ ά ρ ο ύ ρ η ς κ α ρ π ό ν έ δ ο υ σ ιν, 140

άσσον ϊθ ώς κεν θασσον ολέθρου π ε ίρ α θ ’ ΐκ η α ι.

Τον δ ’ α νθ ’ Ί π π ο λ ό χ ο ω π ρ ο σ η ν δ α φ α ίδ ιμ ο ς υιός' “ Τ υδεΐδη μ ε γ ά θ υ μ ε , τ ι η γ ενεη ν έ ρ ε ε ίν ε ις; ο ϊη π ε ρ φ ύλλω ν γ ενεη τ ο ίη όε κ α ί άνδρώ ν. φ ύλ λα τ ά μ έ ν τ ’ ά νεμ ο ς χ α μ ά δ ις χ έ ε ι, ά λ λ α δ έ θ ’ ύλη τη λ ε θ ό ω σ α φ ύ ει, έαρος δ ’ έ π ιγ ίγ ν ε τ α ι ώ ρη ' ώ ς ά νδρ ώ ν γ ενεη η μ έν φ ύ ει ή δ ’ α π ο λ ή γ ε ι, ε ί δ ’ ε’θε'Αείς κ α ι τ α ν τ α δ α η μ ε ν α ι ό φ ρ ’ έύ ε ίδ η ς η μ ε τ έ ρ η ν γενεη ν, π ο λ λ ο ί δ έ μ ιν άνδρες ϊο α σ ιν έ σ τ ι π ό λ ις Έ φύρη μ ν χ ώ Ά ργεος ίπ π ο β ό τ ο ιο , ένθα δέ Σ ίσ υ φ ο ς έσκ εν, ο κ έ ρ δ ισ τ ο ς γ έ ν ε τ ’ άνδρώ ν, Σ ίσ υ φ ο ς Α ίολίδη ς' ο δ ’ ά ρ α Γ λα ύ κ ο ν τ έ κ ε θ ’ υιόν, α ν τ ά ρ Γ λ α ύ κ ο ς τ ίκ τ ε ν ά μ ύ μ ο ν α Β ε λ λ ε ρ ο φ ό ν τ η ν τ ώ δέ θ εο ί κ ά λ λ ο ς τ ε κ α ί ή νορέη ν έρ α τε ιν ή ν ώ π α σ α ν α υ τ ά ρ ο ι Π ρ ο ΐτο ς κ α κ ά μ η σ α τ ο θυμ ώ , δς ρ” εκ δ ή μ ο υ έλ α σ σ ε ν , έ π ε ί π ο λ ύ φ έρτερο ς ηεν, Α ρ γ ε ίω ν Ζ ευς γ ά ρ ο ί υ π ό σ κ ή π τρ α ) έ δ ά μ α σ σ ε . τώ δέ γ υ ν ή Π ρ οίτο υ έ π ε μ η ν α τ ο δ ϊ ’ Ά ντεια κ ρ υ π τ α δ ίη φ ιλ ό τ η τ ι μ ιγη μ ενα Γ α λλ ά το ν ου τ ι π ε ΐϋ ’ α γ α θ ά φ ρ ονέοντα δ α ΐφ ρ ο ν α Β ε λ λ ε ρ ο φ ό ν τη ν . ή δέ ψ ε υ σ α μ έν η Π ρ οϊτον β α σ ιλ η α π ρ ο σ η ύ δ α · 160 155 150 145

108

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

αντρόφονος Λυκούργος. Ο Διόνυσος πάλι φοβήθηκε και χώθηκε μέσα στης θάλασσας το κύμα, και η Θέτιδα τον δέχτηκε στην αγκαλιά της φοβισμένο' γιατί τον κρατούσε δυνατή τρεμούλα από τις φοβέρες εκείνου. Μ’ αυτόν όμως αγανάκτησαν οι θεοί που ζουν άκοπα, και ο γιος του Κρό­ νου τον τύφλωσε" ουτε και που έζησε πολύ, γιατί τον μίσησαν όλοι οι αθάνατοι θεοί. Ούτε κι εγώ θα ήθελα να πολεμώ με τους θεούς τους μακάριους' αν όμως είσαι θνητός από αυτούς που τρώνε τον καρπό της γης, έλα πιο κοντά για να πέσεις πιο γρήγορα στου χαμού τα βρό­ χια». Σ’ αυτόν απάντησε ο λαμπρός γιος του Ιππόλοχου: «Γενναίε γιε του Τυδέα, τι τη ρωτάς τη γενιά μου; Ό πως είναι των φύλλων η γενιά23, έτσι είναι και τω ν ανθρώπων. Τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος χάμω στη γη κι άλλα βγάζει το ολόχλωρο δάσος, σαν έρθει η εποχή της άνοιξης. Έ τσι και των ανθρώπων η γενιά, η μια φυτρώνει24 και η αλλη τελειώνει. Αν όμως θέλεις, να τα μάθεις κι αυτά, για να ξέρεις καλά τη δική μας γενιά, γιατί πολλοί άνθρωποι την ξέρουν! Σε μια γωνιά της Πελοποννήσου, που θρέφει άλογα, βρίσκεται μια πολιτεία, η Εφύρα25, όπου ζούσε ο Σίσυφος, που στάθηκε ο πιο πονηρός απ’ όλους τους αν­ θρώπους, ο γιος του Αιόλου. Αυτός λοιπόν γέννησε ένα γιο, τον Γλαύκο, και ο Γλαύκος γέννησε τον Βελλερεφόντη, που ήταν χωρίς ψεγάδι. Σ’ αυτόν οι θεοί χάρισαν και ομορφιά και λεβεντιά γεμάτη χάρη' ο Προίτος όμως σχεδίασε από μέσα του κακά γ ι’ αυτόν και τον έδιωξε από το δήμο των Αργείων, επειδή ήταν πολύ πιο δυνατός του' γιατί ο Δίας τον είχε υποτάξει κάτω από το δικό του σκήπτρο. Με τον Βελλερεφόντη ξετρελάθηκε η γυναίκα του Προίτου26, η θεία Αντεια27, θέλοντας να σμίξει ερωτικά μαζί του στα κρυφά' δεν μπόρεσε όμως να πείσει το γενναίο Βελλε' 2 / ' / / / ρεφοντη8 , που ήταν τίμιος ανορωπος, και τοτε εκείνη
a

109

ΟΜΗΡΟΣ

“τ ε θ ν α ίη ς , ώ Π ρ ο ΐτ ’, η κ ά κ τ α ν ε Β ελλ ερ οφ όντη ν, ος μ ’ έθελεν φ ιλ ό τ η τ ι μ ιγ ή μ ε ν α ι οϋκ έ θ ε λ ο ν σ η .” ώ ς φ ά τ ο , το ν δε ά ν α κ τ α χ ό λ ο ς λ ά β εν οίον ά κ ο υ σ ε ■ κ τ ε ϊν α ι μ έ ν ρ ’ ά λέεινε, σ ε β ά σ σ α τ ο γ ά ρ το γ ε θ υ μ ώ , π έ μ π ε δ έ μ ιν Λ νκ ίη ν δέ, π όρεν δ ’ ο γ ε σ ή μ α τ α λ υ γ ρ ά γ ρ ά ψ α ς έν πι'νακι π τ ν κ τ ώ θυ μ οφ θ όρα π ο λ λ ά , δ ε ΐξ α ι δ ’ ή ν ώ γ ε ιν ώ πενθερώ ό φ ρ ’ ά π ό λ ο ιτ ο . α ν τ ά ρ ό β η Λ νκ ίη ν δέ θεώ ν ν π ’ ά μ υ μ ο ν ι π ο μ π ή . ά λ λ ’ ο τ ε δ η Λ υκίη ν ίξ ε Ξ άνθον τε ρ έοντα , π ρ ο φ ρ ο ν έω ς μ ιν τ ΐε ν ά ν α ξ Λ υκ ίη ς ε ν ρ ε ιη ς' έν ν η μ α ρ ξ ε ίν ισ σ ε κ α ί έννέα β οϋς ιερευσεν. ά λλ ’ ο τε δη δ ε κ ά τ η έφ άνη ρ ο δ ο δ ά κ τυ λ ο ς Ή ώ ς κ α ί τ ό τ ε μ ιν έρέεινε κ α ι η τ ε ε σ ή μ α ίδ έ σ θ α ι ό τ τ ί ρ ά ο ί γ α μ β ρ ο ΐο π ά ρ α Π ρ ο ίτο ιο ψ έ ρ ο ιτο . α ν τ ά ρ έ π ε ι δη σ ή μ α κ α κ ό ν π α ρ ε δ έ ξ α τ ο γ α μ β ρ ο ύ , π ρ ώ τ ο ν μ έ ν ρ α Χ ίμ α ιρ α ν ά μ α ιμ α κ έ τ η ν έκ ελ ευσε π ε φ ν έ μ ε ν ' ή δ ’ ά ρ ’ εην θειον γ ένος ο ν δ ’ ά νθ ρώ π ω ν, π ρ ό σ θ ε λέω ν, ο π ιθ ε ν δέ δ ρ ά κ ω ν, μ έ σ σ η δέ χ ίμ α ιρ α , δεινόν ά π ο π ν ε ίο υ σ α π υ ρ ό ς μ ένος α ίθ ο μ έν ο ιο , κ α ι τ η ν μ έ ν κ α τέ π ε φ ν ε θεώ ν τ ε ρ ά ε σ σ ι π ιθ η σ α ς . δεύτερ ο ν α ν Σ ο λ ύ μ ο ισ ι μ α χ έ σ σ α τ ο κ υ δ α λ ίμ ο ισ ι' κ α ρ τ ίσ τ η ν δη τ η ν γ ε μ ά χ η ν φ ά το δ υ μ ε ν α ι άνδρώ ν. τ ό τ ρ ίτ ο ν α ν κ α τέ π εφ ν εν ’ μ α ζόνα ς ά ν τ ια ν ε ιρ α ς . Α τ ώ δ ’ ά ρ ’ ά νερ χ ο μ ένω π υ κ ιν ό ν δόλον ά λλον ύφ α ινε' κ ρ ίν α ς εκ Λ υκ ίη ς ε ν ρ ε ιη ς φ ώ τ α ς ά ρ ισ τ ο υ ς ε ίσ ε λ ό χ ο ν τ ο ί δ ’ ου τ ι π ά λ ιν ο ίκ ο ν δέ νέοντο' π ά ν τ α ς γ ά ρ κ α τέ π ε φ νεν ά μ ν μ ω ν Β ε λλ ερ ο φ ό ν τη ς. ά λ λ ’ ο τε δή γ ίγ ν ω σ κ ε θεον γ όνον η νν έόντα α ν τ ο ν μ ιν κ α τ έ ρ υ κ ε , δ ίδ ο ν δ ’ ο γ ε θ ν γ α τ έ ρ α ήν, δώ κ ε δ έ ο ί τ ιμ ή ς β α σ ιλ η ΐδ ο ς η μ ισ ν π ά σ η ς ' 165

170

175

180

185

190

110

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

λέγοντας ψέματα μίλησε στο βασιλιά, τον Προίτο: “ Κα­ λύτερα για σένα να πεθάνεις29, Προίτε, αλλιώς σκότωσε τον Βελλερεφόντη, που ήθελε να σμίξει ερωτικά μαζί μου, χωρίς εγώ να θέλω.” Έ τσι μίλησε, και το βασιλιά τον έπιασε οργή, τέτοιο λόγο που άκουσε' να τον σκοτώσει δεν θέλησε, για τί δεν το βάσταξε η ψυχή του, τον έστειλε ομως στη Λυκία και του έδωσε σημάδια θανατηφόρα, σημειώνοντας, σε πινακίδα που δίπλωνε30, πολλά που θα του κατέστρεφαν τη ζωή, και λέγοντάς του — yia να χα­ θεί— αυτά να τα δείξει στον πεθερό του. Εκείνος όμως έφυγε για τη Λυκία, κάτω από την προστασία των θεών, που τον συνόδεψαν άσφαλτα, κι όταν έφτασε στη Λυκία και στον ποταμό Ξάνθο, πρόθυμα τον τίμησε ο βασιλιάς της πλατιάς Λυκίας. Εννιά μέρες τον φιλοξένησε και εννιά βόδια έσφαξε- όταν όμως φάνηκε η δέκατη αυγή με τα τριανταφυλλένια δάχτυλα, άρχισε να τον ρωτάει και να του γυρεύει να δει το σημάδι31 που έφερνε από το γαμβρό του τον Προίτο. Όταν πήρε το κακό σημάδι από το γαμβρό του, πρώτα τον πρόσταξε να σκοτώσει την ακαταμάχητη Χίμαιρα32. Αυτή ήταν από γενιά θεϊκή, όχι από ανθρώ­ πους, μπροστά λιοντάρι, πίσω φίδι και στη μέση αίγα, και ξεφυσούσε φοβερή δυνατή φω τιά που έκαιγε. Αυτήν τη σκότωσε υπακούοντας στα σημάδια που του έδειχναν οι θεοί. Δεύτερα πολέμησε με τους ένδοξους Σολύμους- αυτή ήταν, έλεγε, η πιο σκληρή μάχη που έδωσε με άντρες. Τρίτες σκότωσε τις Αμαζόνες33 που πολεμούν σαν ά­ ντρες· όταν όμως γύριζε πίσω , του έπλεξε έναν άλλο δό­ λο" ξεδιάλεξε από την πλατιά Λυκία τους πιο γενναίους άντρες και του έστησε καρτέρι. Αυτοί όμως δεν γύρισαν πισω στα σπίτια τους- γιατί όλους τους σκότωσε ο αψεγά­ διαστος Βελλεροφόντης. Τότε, όταν πια κατάλαβε πως ήταν δυνατός γόνος θεού, τον κράτησε εκεί και του έδωσε τη θυγατέρα του γυναίκα, του έδωσε και από ολόκληρη τη

111

ΟΜΗΡΟΣ

κ α ί μ έ ν ο ι Λ ν κ ιο ι τ έ μ εν ο ς τ ά μ ο ν έξο χ ο ν ά λλ ω ν κ α λ ό ν φ υ τ α λ ιή ς κ α ί ά ρ ο ν ρ η ς, οφ ρα ν έ μ ο ιτ ο . ή δ ’ ε τε κ ε τ ρ ία τ έ κ ν α δαί'φ ρονι Β ελλ ερ ο φ ό ντη Ί σα νδρόν τ ε κ α ί Ι π π ό λ ο χ ο ν κ α ί Λ α ο δ ά μ εια ν. Λ αοδαμείγι μ έ ν π α ρ ε λ έ ξ α τ ο μ η τ ίε τ α Ζ ευς, ή δ ’ έ τ ε κ ’ ά ν τίθ ε ο ν Σ α ρ π η δ ό ν α χ α λ κ ο κ ο ρ ν σ τ η ν . ά λ λ ’ δ τε δη κ α ί κ είνο ς ά π η χ θ ε τ ο π α σ ι θ ε ο ΐσ ιν , ή τ ο ι ο κ ά π π ε δ ίο ν το Ά λη ιον ο ίο ς ά λ α τ ο ον θυ μ ό ν κ α τ έ δ ω ν , π ά τ ο ν α νθ ρ ώ π ω ν ά λ ε ε ίν ω ν Ί σα νδρον δ έ ο ι ν ίό ν Ά ρης ά τ ο ς π ο λ έ μ ο ιο μ α ρ ν ά μ εν ο ν Σ ο λ ν μ ο ισ ι κ α τ έ κ τ α ν ε κ ν δ α λ ίμ ο ισ ι■ τ η ν δέ χ ο λ ω σ α μ έ ν η χ ρ υ σ η ν ιο ς Ά ρ τε μ ις έ κ τα . 1π π ό λ ο χ ο ς δ έ μ ’ έ τ ικ τ ε , κ α ί εκ τ ο ν φ η μ ι γ ε ν έ σ θ α ι'

195

200

205

π έ μ π ε δ έ μ ’ ές Τ ροίη ν, κ α ί μ ο ι μ ά λ α π ό λ λ ’ έπ έτελ λ εν α ίέν ά ρ ια τ ε ν ε ιν κ α ί ύ π ε ίρ ο χ ο ν έ μ μ ε ν α ι ά λλ ω ν, μ η δ έ γ ένο ς π α τ έ ρ ω ν α ίσ χ ν ν έ μ ε ν , ο ι μ έ γ ’ ά ρ ισ τ ο ι έν τ ’ Έ φνρη έγ έν ο ν το κ α ί εν Λ νκ ίη ε ν ρ ε ίη . 210 τ α ν τ η ς τ ο ι γ ενεη ς τε κ α ί α ίμ α τ ο ς ε ν χ ο μ α ι ε ίν α ι. ” "Ως φ ά το , γ η θ η σ ε ν δέ β ο ή ν α γ α θ ό ς Δ ιο μ ή δ η ς · εγ χ ο ς μ έ ν κ α τ έ π η ξ ε ν ε π ί χ θ ο νί π ο ν λ υ β ο τε ίρ η , α ν τ ά ρ ο μ ε ιλ ίχ ιο ισ ι π ρ ο σ η ν δ α π ο ιμ έ ν α λ α ώ ν “ή ρ ά ν ν μ ο ι ξ ε ΐν ο ς π α τ ρ ώ ϊό ς έ σ σ ι π α λ α ιό ς ' 215 Ο ίνενς γ ά ρ π ο τ ε δ ΐο ς ά μ ν μ ο ν α Β ελ λ ερ ο φ ό ντη ν ξ ε ίν ισ ’ ένί μ ε γ ά ρ ο ισ ιν έ ε ίκ ο σ ιν ή μ α τ ’ έρ νξα ς' οι δέ κ α ί ά λ λ ή λ ο ισ ι π ό ρ ο ν ξ ε ιν ή ϊα κ α λ ά ■ Ο ίνενς μ έν ζ ω σ τ ή ρ α δ ίδ ο ν φ ο ιν ίκ ι φ αεινόν, Β ε λλ ερ ο φ ό ν τη ς δέ χ ρ υ σ εο ν δ έ π α ς ά μ φ ικ υ π ε λ λ ο ν κ α ί μ ιν ε γ ώ κ α τ έ λ ε ιπ ο ν ίω ν έν δ ώ μ α σ ’ έ μ ο ΐσ ι. Τ νδέα δ ’ ου μ έ μ ν η μ α ι, έ π ε ί μ ’ ε τ ι τ ν τ θ ό ν έ ό ν τα κ ά λ λ ιφ ’, ό τ ’ έν Θ ή β η σ ιν ά π ώ λ ε τ ο λα ό ς ’ χαιώ ν. Α 220

112

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

βασιλική εξουσία του τη μισή. Οι Λύκιοι πάλι του διάλεξαν ένα ξεχωριστό κομμάτι γης, ωραίο, από αμπέλι και από χωράφι, για να το νέμεται. Με τη γυναίκα του απέκτησε ο γενναίος Βελλεροφόντης τρία παιδιά' τον Ίσανδρο και τον Ιππόλοχο και τη Λαοδάμεια. Με τη Λαοδάμεια πλάγιασε ο συνετός Δίας, κι εκείνη γέννησε τον ισόθεο Σαρπηδόνα34 τον οπλισμένο με χαλκό. Όταν όμως και τον Βελλερεφόντη τον μίσησαν όλοι οι θεοί, τότε πλανιόταν ολομόναχος μέσα στο Αλήιο πεδίο και μοναχός του τρωγόταν από μέσα35 του και απέφευγε τους δρόμους που περνούσαν οι άνθρωποι. Τον γιο του τον Ίσανδρο τον σκότωσε ο Αρης που δεν χορταίνει τον πόλεμο, καθώς πολεμούσε με τους ένδοξους Σολύμους. Την κόρη του πάλι θυμώνοντας τη σκότωσε η Άρτεμη36 που έχει χρυσά χαλινάρια. Ο Ιππόλοχος πάλι γέννησε εμένα, και δικό του παιδί λέω π ω ς είμαι. Με έστειλε λοιπόν στην Τροία και μου έδινε πάρα πολλές παραγγελίες" να είμαι πάντα πρώτος και να ξεπερνώ τους άλλους, κι ούτε να ντροπιάζω τη γενιά τω ν προγόνων μου, που στάθηκαν από τους πρώτους και στην Έφυρα και στην πλατιά Λυκία. Α π ’ αυτή τη γενιά37 και από τέτοιο αίμα καυχιέμαι πω ς είμαι». Έ τσι μίλησε, και ο βροντόφωνος Διομήδης χάρηκε’ έμπηξε το κοντάρι του στη γη που θρέφει πολλούς και με πρόσχαρα λόγια μίλησε στον κυβερνήτη του στρατού: «Αληθινά, μου είσαι παλιός πατρικός φίλος- γιατί ο θείος Οινέας38 φιλοξένησε κάποτε στο μέγαρό του τον αψεγά­ διαστο Βελλερεφόντη, κρατώντας τον είκοσι μέρες κοντά του' κι έδωσαν ο ένας στον άλλο όμορφα δώρα αγάπης· ο Οινέας έδωσε ένα ζωστήρα που άστραφτε από την πορφυ­ ρά, ο Βελλεροφόντης πάλι μια χρυσή κούπα δίγουβη39' φεύγοντας εγώ για εδώ την άφησα στο σπίτι μου. Τον Τυδέα όμως δεν τον θυμούμαι, επειδή μ’ άφησε μικρό παιδί, τότε που χάθηκε στη Θήβα ο στρατός των Α-

113

ΟΜΗΡΟΣ

τ ώ νυν σ ο ι μ έ ν ε γ ώ ξεΐνο ς φ ίλ ο ς ’Ά ρ γ ε ϊ μ έ σ σ ω ε ίμ ί, σ ύ δ ’ έν Λ υ κ ίη ο τε κ εν τ ω ν δ ή μ ο ν ΐκ ω μ α ι. έ γ χ εα δ ’ ά λ λ ή λ ω ν ά λ ε ώ μ ε θ α κ α ι δ ι ’ ο μ ίλ ο υ · π ο λ λ ο ί μ έν γ ά ρ έ μ ο ι Τ ρώ ες κ λ ε ιτ ο ί τ ’ ε π ίκ ο υ ρ ο ι κ τ ε ίν ε ιν ον κ ε θεός γ ε π ό ρ η κ α ι π ο σ σ ι κ ιχ ε ίω , π ο λ λ ο ί δ ’ α ύ σ ο ι ’ χ α ιο ί ένα ιρ έ μ ε ν ον κε δ ύ ν η α ι. Α τ ε ύ χ ε α δ ’ ά λ λ ή λ ο ις ε π α μ ε ίψ ο μ ε ν , ό φ ρα κ α ι οί'δε γ ν ώ σ ιν δ τ ι ξ ε ΐν ο ι π α τ ρ ώ ϊο ι ε ύ χ ό μ ε θ ’ ε ίν α ι.” "Ως ά ρ α φ ω ν ή σ α ν τε κ α θ ’ ίπ π ω ν ά ΐξ α ν τ ε χ ε ϊρ ά ς τ ’ ά λ λ ή λ ω ν λ α β ε τ η ν κ α ι π ισ τ ώ σ α ν τ ο ■ ένθ ’ α ύ τ ε Γ λα ύκ ο) Κ ρ ο ν ίδ η ς φ ρένας έ ξέ λ ε το Ζ εύς, δς π ρ ο ς Τυδε'ιδην Δ ιομ ή δεα τ ε ύ χ ε ’ ά μ ε ιβ ε χ ρ ύ σ ε α χ α λ κ ε ίω ν , έ κ α τ ό μ β ο Γ έννεα β οίω ν. Έ κτω ρ δ ’ ώ ς Σ κ α ιά ς τ ε π ύ λ α ς κ α ι φ η γ ό ν ίκ α νεν, ά μ φ ’ ά ρα μ ιν Τ ρώ ω ν ά λ ο χ ο ι θεόν ή δ έ θ ύ γ α τρ ε ς ε ίρ ό μ εν α ι π α ΐδ ά ς τε κ α σ ιγ ν ή τ ο υ ς τε ε τ α ς τε κ α ι π ό σ ια ς · ο δ ’ έ π ε ιτ α θεοΐς ε ύ χ ε σ θ α ι ά ν ώ γ ε ι π ά σ α ς έ ξ ε ίη ς · π ο λ λ ή σ ι δέ κ ή δ ε ’ έ φ η π το . Άλλ ’ ο τε δή Π ρ ιά μ ο ιο δό μ ο ν π ε ρ ικ α λ λ έ ’ ΐκ α ν ε ξ ε σ τ η ς α ίθ ο ύ σ η σ ι τ ε τ ν γ μ έ ν ο ν — α ύ τ ά ρ έν α ύ τω π ε ν τ ή κ ο ν τ ’ ένεσ α ν θ ά λ α μ ο ι ξ ε σ τ ο ΐο λ ίθ ο ιο π λ η σ ίο ν ά λ λ ή λ ω ν δ ε δ μ η μ έ ν ο ι, ένθα δέ π α ϊδ ε ς κ ο ιμ ώ ν τ ο ΙΊ ρ ιά μ ο ιο π α ρ ά μ ν η σ τ η ς ά λ ο χ ο ισ ι, κ ο υ ρ ά ω ν δ ’ έτέρ ω θ εν ε ν ά ν τ ιο ι ένδοθεν α ύ λη ς δ ώ δ ε κ ’ έσα ν τ έ γ ε ο ι θ ά λ α μ ο ι ξ ε σ τ ο ΐο λ ίθ ο ιο π λ η σ ίο ν ά λ λ ή λ ω ν δ ε δ μ η μ έ ν ο ι, ένθα δέ γ α μ β ρ ο ί 245 240 235 230 225

114

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

χαιών. Έ τσι εγώ είμαι για σένα ο φίλος που θα σε καλοδεχτεί στην καρδιά της Πελοποννήσου, και συ πάλι στη Λυκία, όποτε τύχει και έρθω στη χώρα τους. Τώρα ας αποφεύγουμε τα κοντάρια ο ένας του άλλου, και όταν ακόμα πολεμούμε μέσα στο πλήθος. Πολλοί Τρώες και ένδοξοι επίκουροι βρίσκονται για μένα να σκοτώνω, ό­ ποιον μου δώσει ο θεός40 και τον προφτάσω με τα πόδια μου, πολλοί και για σένα Αχαιοί να σκοτώνεις, όποιον μπορείς' κι ας κάνουμε αλλαγή στα όπλα μας για να μά­ θουν κι αυτοί ότι καυχιόμαστε πω ς είμαστε φίλοι προγο­ νικοί». Όταν τα είπαν αυτά, πήδησαν από τα άρματα και έσφι­ ξαν τα χέρια ο ένας του άλλου και έδωσαν το λόγο τους πως θα μείνουν φίλοι. Τη στιγμή τούτη ο Δίας, ο γιος του Κρό­ νου, πήρε τα μυαλά του Γλαύκου, που άλλαξε τα όπλα του με τον Διομήδη, το γιο του Τυδέα, χρυσά με χάλκινα, αξίας εκατό βοδιών με αξίας εννέα βοδιων. Μόλις ο Έκτορας έφτασε στις Σκαιές πύλες και στη βελανιδιά, γύρω από αυτόν φυσικά οι γυναίκες και οι κόρες των Τρώων έτρεχαν, για να ρωτήσουν για τα παιδιά και τα αδέλφια τους και τους συγγενείς και για τους άντρες τους· αυτός δε κατόπιν τις παρακινούσε να προσεύχονται στους θεούς όλες με τη σειρά' αλλά σε πολλές το πένθος41 κρε­ μόταν. Μα όταν πια έφτασε στα πολύ όμορφα ανάκτορα του Πριάμου, που είχαν κατασκευαστεί με στοές από πελεκητό μάρμαρο —και μέσα στην αυλή υπήρχαν πενήντα κοιτώνες από λαξευτή πέτρα, χτισμένοι ο ένας κοντά στον άλλο- εκεί τα παιδιά του Πριάμου κοιμούνταν κοντά στις νόμιμες γυναίκες τους· και τω ν κοριτσιών δε από την άλλη πλευ­ ρά, απέναντι, μέσα στην αυλή υπήρχαν δώδεκα θάλαμοι στεγασμένοι από πελεκητή πέτρα, χτισμένοι ο ένας κοντά στον άλλο- εκεί δε οι γαμβροί του Πριάμου κοιμούνταν

115

ΟΜΗΡΟΣ

κ ο ιμ ώ ν τ ο Π ρ ιά μ ο ιο π α ρ ’ α ίδ ο ίη ς ά λ ό χ ο ισ ιν ένθα ο ί η π ιό δ ω ρ ο ς έ ν α ν τίη ή λ νθ ε μ η τ η ρ Λ α ο δίκ η ν έ σ ά γ ο ν σ α θ υ γ α τ ρ ώ ν ε ίδ ο ς ά ρ ίσ τ η ν εν τ ’ ά ρ α ο ί φ ϋ χ ε ιρ ί έπ ο ς τ ’ έ φ α τ ’ εκ τ ’ ο ν ό μ α ζ ε · “τ έκ νο ν , τ ίπ τ ε λ ιπ ώ ν π ό λ ε μ ο ν θ ρ α σ νν ε ίλ η λ ο υ θ α ς ; ή μ ά λ α δη τ ε ίρ ο υ σ ι δυσώ νυμ οι, υ ίε ς Α χ αιώ ν μ α ρ ν ά μ ε ν ο ι π ε ρ ί ά σ τ υ · σέ δ ’ ενθάδε θ υ μ ό ς ά νήκ εν έλθόντ ’ εξ ά κ ρ η ς π ό λ ιο ς Δ ά χ ε ΐρ α ς ά να σ χ εΐν. ά λ λ α μ έ ν ’ ό φ ρ ά κ έ τ ο ι μ ε λ ιη δ έ α οίνον ενείκ ω , ώ ς σ π ε ίσ η ς Δ α π α τ ρ ι κ α ί ά λ λ ο ις ά θ α ν ά τ ο ισ ι π ρ ώ το ν , έ π ε ιτ α δέ κ α υ τ ό ς ό ν η σ ε α ι α ί κε π ΐη σ θ α . ά νδρ ί δέ κ ε κ μ η ώ τ ι μ ένος μ έ γ α οίνος ά έξ ε ι, ώ ς τ ν ν η κ έ κ μ η κ α ς ά μ ύ νω ν σ ο ΐσ ιν έ τ η σ ι. ” Την δ ’ ή μ ε ίβ ε τ ’ έ π ε ιτ α μ έ γ α ς κ ο ρ υ θ α ίο λ ο ς Έ κ τω ρ · μ η μ ο ι οίνον ά ειρ ε μ ε λ ΐφ ρ ο ν α , π ό τ ν ια μ η τ ε ρ , “μ η μ ’ ά π ο γ υ ιώ σ η ς μ ένεος, ά λ κ η ς τε λ ά θ ω μ α ί' χ ε ρ α ί δ ’ ά ν ίπ τ ο ισ ιν Δ ά λ ε ίβ ε ιν α ϊθ ο π α οίνον ά ζ ο μ α ι■ ο υ δ έ π η έ α τ ι κ ε λ α ιν ε φ έ ϊ Κ ρ ο ν ίω ν ι α ΐμ α τ ι κ α ι λυθ ρ ω π ε π α λ α γ μ έ ν ο ν ε ύ χ ε τ ά α σ θ α ι. α λ λ ά σ υ μ έ ν π ρ ό ς νηόν Ά θ ηναίης ά γ ε λ ε ίη ς έρχεο συ ν θ υ έε σ σ ιν ά ο λ λ ίσ σ α σ α γ ε ρ α ιά ς ' π έ π λ ο ν δ ’, ος τ ις τ ο ι χ α ρ ιέ σ τ α τ ο ς ή δ έ μ έ γ ισ τ ο ς έ σ τ ιν ένί μ ε γ ά ρ ω κ α ί τ ο ι π ο λ ύ φ ίλ τ α τ ο ς α ύ τ η , τον θές Ά θ η ναίη ς έ π ι γ ο ύ ν α σ ιν ή ϋ κ ό μ ο ιο , κ α ί ο ί ύ π ο σ χ έ σ θ α ι δ υ ο κ α ίδ ε κ α β ο ϋ ς ένί νηώ ή ν ις ή κ έ σ τ α ς ίερ ε νσ έ μ ε ν , α ί κ ’ έ λ εη σ η ά σ τ υ τε κ α ί Τ ρώ ω ν ά λ ό χ ο υ ς κ α ί ν ή π ια τέ κ ν α , α ί κεν Τ υδέος υ ιό ν ά π ό σ χ η Ι λ ίο υ ιρ η ς

250

255

260

265

270

275

116

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

κοντά στις σεμνές γυναίκες τους —τότε δε ήρθε αντιμέ­ τωπη σ’ αυτόν η στοργική μητέρα του οδηγώντας τη Λαοδίκη43, την πιο ωραία στη μορφή από τις κόρες της, και αμέσως του έσφιξε το χέρι και του είπε: «Π αιδί μου, γιατί λοιπόν έχεις έρθει αφού εγκατέλειψες τον άγριο πολεμο; Ασφαλώς βέβαια σας ταλαιπωρούν πολύ οι καταραμένοι Αχαιοί (οι γιοι των Αχαιών) που πολεμούν γύρω από την πόλη- σένα δε σε παρακίνησε η ψυχή σου, εδώ, αφού έρθεις από την ακρόπολη, να προσευχηθείς στον Δια. Αλλά περίμενε μέχρι να σου φέρω γλυκό κρασί για να κάνεις σπονδή στον πατέρα Δία και στους άλλους αθανά­ τους πρώτα, έπειτα δε και συ ο ίδιος θα ευχαριστηθείς αν πιεις. Γιατί σε άντρα κουρασμένο το κρασί αυξάνει πολύ44 τη δύναμη, όπως εσύ έχεις κουραστεί υπερασπίζοντας τους (οικείους) συμπολίτες σου. Προς αυτή δε απάντησε έπειτα ο πολύ ορμητικός Έκτορας: «Μη μου προσφέρεις γλυκό κρασί, σεβαστή μου μητέ­ ρα, μη μου αδυνατίσεις τα μέλη και χάσω την ορμή και τη δύναμη· με άνιφτα δε χέρια να κάνω σπονδή στον Δία με (λαμπερό) μαύρο κρασί, το αποφεύγω από σεβασμό' και δεν επιτρέπεται δε σ’ αυτόν που συγκεντρώνει τα μαύρα σύννεφα, γιο του Κρόνου, λερωμένος με αίμα και λάσπη να προσεύχεται κανείς. Αλλά εσύ μεν προς το ναό της λαφυ­ ραγωγού Αθηνάς πήγαινε με θυμιάματα, αφού συγκεντρώ­ σεις τις σεβάσμιες γυναίκες. Και το πέπλο, όποιο ωραιό­ τατο και πολυτιμοτατο εχεις μέσα στο ανάκτορο και πιο αγαπητό σε σένα την ίδια, αυτό τοποθέτησέ το πάνω στα γόνατα της καλλίκομης Αθηνάς και υποσχέσου σ’ αυτή ότι δώδεκα αγελάδες στο ναό της, χρονιάρικες, αδάμαστες, θα θυσιάσουμε, μήπως ίσως συμπονέσει την πόλη και τις συζυγους τω ν Τρωων και τα μικρά παιδιά, και το γιο του Τυδέα απομακρύνει από το ιερό Ίλιο, τον άγριο πολε-

117

ΟΜΗΡΟΣ

ά γ ρ ιο ν α ίχ μ η τ ή ν κ ρ α τε ρ ό ν μ η σ τ ω ρ α φ ό β οιο. α λ λ ά σ ύ μ έν π ρ ο ς νηόν Α θ η να ίη ς ά γ ε λ ε ιη ς έρ χ ευ , ε γ ώ δέ Π άριν μ ε τ ε λ ε ύ σ ο μ α ι δ φ ρα κ α λ έ σ σ ω α ί κ ’ ε θ έ λ η σ ’ ε ίπ ό ν τ ο ς ά κ ο ν έ μ ε ν ω ς κ έ ο ί α ύ θ ι γ α ΐα χ ά ν ο ι' μ έ γ α γ ά ρ μ ιν ’Ο λ ύ μ π ιο ς έτρεψ ε π ή μ α Τ ρ ω σ ί τ ε κ α ι Π ρ ιά μ ω μ ε γ α λ ή τ ο ρ ι τ ο ΐό τ ε π α ισ ίν . ε ί κ είνο ν γ ε ΐδ ο ιμ ι κ α τ ε λ θ ό ν τ ’ Ά ϊδος ε ΐσ ω φ α ίη ν κ ε φ ρέν ’ ά τ έ ρ π ο ν ό ϊζ ν ο ς ε κ λ ε λ α θ έ σ θ α ι.” "Ως εφ αθ η δέ μ ο λ ο ν σ α π ο τ ι μ έ γ α ρ ’ ά μ φ ιπ ό λ ο ισ ι κ έ κ λ ε τ ο ' τ α ί δ ’ ά ρ ’ ά ο λ λ ισ σ α ν κ α τ ά ά σ τ ν γ ε ρ α ιά ς . α υ τ ή δ ’ ές θ ά λ α μ ο ν κ α τ ε β η σ ε τ ο κ η ώ ε ν τα , ένθ ’ έ σ α ν ο ί π έ π λ ο ι π α μ π ο ΐκ ιλ α έ ρ γ α γ υ ν α ικ ώ ν Σ ιδ ο ν ίω ν , τ ά ς α υ τό ς ’ λέξανδρος θ εο ειδ ή ς Α ή γ α γ ε Σ ιδ ο ν ίη θ ε ν έ π ιπ λ ώ ς εύρέα π ό ν τ ο ν , τή ν οδόν ή ν Ε λένην π ε ρ ά ν ή γ α γ ε ν ε ν π α τ έ ρ ε ια ν τώ ν έν ’ ά ε ιρ α μ έ ν η Ε κ ά β η φ έρε δώ ρον Ά θηνη, δς κ ά λ λ ισ τ ο ς έη ν π ο ικ ίλ μ α σ ιν ή δ έ μ έ γ ισ τ ο ς , ά σ τ ή ρ δ ’ ώ ς ά π έ λ α μ π ε ν έ κ ε ιτ ο δέ ν ε ία τ ο ς ά λλ ω ν. β ή δ ’ ίέ ν α ι, π ο λ λ α ί δέ: μ ε τε σ σ ε ύ ο ν τ ο γ ε ρ α ια ί. Α ί δ ’ ό τε νηόν ϊκ α ν ο ν Ά θηνης έν π ό λ ε ι ά κ ρ η , τ η σ ι θ νρ α ς ώ ϊξ ε Θ εανώ κ α λ λ ιπ ά ρ η ο ς Κ ισ σ η ΐς , ά λ ο χ ο ς Ά ντήνορος ίπ π ο δ ά μ ο ιο τή ν γ ά ρ Τ ρώ ες έ θ η κ α ν Ά θηναίης ιέρ εια ν. α ί δ ’ ό λ ο λ υ γ η π α σ α ι Α θηνη χ ε ιρ α ς ά ν έ σ χ ο ν ή δ ’ ά ρ α π έ π λ ο ν έ λ ο υ σ α Θ εανώ κ α λ λ ιπ α ρ η ο ς θηκεν Α θη ναίη ς ε π ί γ ο ύ ν α σ ιν ή ϋ κ ό μ ο ιο , ε ύ χ ο μ έν η δ ’ ή ρ α τ ο Λ ιός κ ο ύ ρ η μ ε γ ά λ ο ιο~ 300 295 290 285 280

118

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

μιστή, το δυνατό δημιουργό του φόβου. »Αλλά εσύ λοιπόν μεν προς το ναό της λαφυραγωγού Αθηνάς πήγαινε, εγώ δε προς τον Πάρη θα πάω , για να τον προσκαλέσω αν ίσως και θέλει να ακούσει ό,τι του π ω μακάρι γ ι’ αυτόν45 να ανοίξει η γη (και να τον καταπιεί). Γιατί ο Ολύμπιος για μεγάλη συμφορά τον ανέθρεφε και για τους Τρώες και για το μεγαλόκαρδο Πρίαμο και για τα παιδιά του. Αν έβλεπα αυτόν να κατεβαίνει στον Αδη θα έλεγα πως η ψυχή μου ξέχασε εντελώς την πικρή δυστυχία». Έ τσι είπε, εκείνη δε, αφού ήρθε στ’ ανάκτορα, τις υπηρέτριες διέταξε' κι αυτές βεβαίως αμέσως πήγαν στην πόλη και συγκέντρωσαν τις γυναίκες. Αυτή δε κατέβηκε στον ευωδιαστό θάλαμο όπου υπήρ­ χαν σ’ αυτόν ολοκέντητα πέπλα, εργόχειρα γυναικών Σιδονίων, τις οποίες ο ίδιος ο θεόμορφος Αλέξανδρος έφερε από τη Σιδόνα, αφού διέπλευσε την πλατιά θάλασσα στο ταξίδι που έφερε επάνω την Ελένη με την αρχοντική κα­ ταγωγή. Ένα απ’ αυτά αφού σήκωσε η Εκάβη, πρόσφερε δώρο στην Αθηνά, που ήταν στα στολίδια ωραιότατο και πολυ­ τιμότατο, έλαμπε δε σαν αστέρι- ήταν δε το τελευταίο από τα άλλα- ξεκίνησε δε να πάει και πολλές γυναίκες ευγενών γρήγορα την ακολουθούσαν. Όταν δε αυτές έφτασαν στο ναό της Αθηνάς πάνω στην ακρόπολη για χάρη τους άνοιξε τις πόρτες η όμορφη Θε­ ανώ, η κόρη του Κισσέα, η γυναίκα του ιπποδαμαστή Αντήνορα- γιατί αυτή οι Τρώες είχαν διορίσει ιέρεια της Αθηνάς. Αυτές δε όλες με θρηνώδεις κραυγές σήκωσαν τα χέρια προς την Αθηνά- εκείνη όμως η όμορφη Θεανώ, αφού πήρε το πέπλο, το τοποθέτησε στα γόνατα της καλλίκομης Αθηνάς και με προσευχές παρακαλούσε την κόρη του με-

119

ΟΜΗΡΟΣ

“π ό τ ν ι’ Α θ η ναίη , έ ρ ν σ ίπ τ ο λ ι, δ ια θεά ω ν, ά ξον δ η έ γ χ ο ς Διο μ η δ ε ο ς , ή δ έ κ α ί α υ τό ν π ρ η ν ε α δός π ε σ έ ε ιν Σ κ α ιώ ν π ρ ο π ά ρ ο ώ ε π ν λ ά ω ν , οφ ρα τ ο ι α υ τ ίκ α νϋν δ υ ο κ α ίδ ε κ α β ο ν ς ένί νη ω η ν ις ή κ έ σ τ α ς ίε ρ ε ν σ ο μ ε ν , α ί κ ’ έλεησ-τ/ς ά σ τ υ τε κ α ί Τ ρώ ω ν ά λ ό χ ο υ ς κ α ί ν ή π ια τ έ κ ν α .” "Ως έ φ α τ ’ ε ν χ ο μ έν η , άνένενε δέ Π α λ λ ά ς ΆΟηνη. ώ ς α ί μ έ ν ρ ’ ε υ χ ο ν το Διός κοΰρΐ] μ ε γ ά λ ο ιο , Έ κτω ρ δέ π ρ ό ς δ ώ μ α τ ’ Α λεξάνδροιο β ε β η κ ε ι κ α λ ά , τ ά ρ ’ α υ τ ό ς έ τευ ξε συν ά ν δ ρ ά σ ιν ο ι τοτ ’ ά ρ ισ τ ο ι ή σ α ν ένί Τροίτ] έ ρ ιβ ώ λ α κ ι τ έ κ το ν ε ς άνδρες, ο ί ο ί έ π ο ίη σ α ν θ ά λ α μ ο ν κ α ί δ ώ μ α κ α ί α υλή ν έ γ γ ΰ θ ι τε Π ρ ιά μ ο ιο κ α ί Έ κτορος εν π ό λ ε ι άκρΎ\. ε ν θ ’ Έ κτω ρ ε ίσ η λ θ ε Δit φ ίλ ο ς, εν δ ’ ά ρ α χ ε ιρ ί έ γ χ ο ς έχ ’ έ ν δ ε κ ά π η χ ν π ά ρ ο ιθ ε δέ λ ά μ π ε τ ο δουρός α ιχ μ ή χ α λ κ ε ίη , π ε ρ ί δέ χ ρ υ σ ε ο ς θέε π ό ρ κ η ς . τον δ ’ ε ύ ρ ’ έν θ α λ ά μ ω π ε ρ ικ α λ λ έ α τ ε ν χ ε ’ έ π ο ν τα α σ π ίδ α κ α ί θ ώ ρ η κ α , κ α ί α γ κ ύ λ α τ ό ξ ’ ά φ ό ω ν τ α · Α ρ γείη δ ’ Ε λένη μ ε τ ’ ά ρ α δ μ ω η σ ι γ υ ν α ιξ ίν ή α τ ο κ α ί ά μ φ ιπ ό λ ιο ισ ι π ε ρ ικ λ υ τ ά έ ρ γ α κ έλευε, το ν δ ’ Έ κτω ρ ν ε ίκ ε σ σ ε ν ίδ ώ ν α ίσ χ ρ ο ΐς έ π έ ε σ σ ν “δ α ιμ ό ν ι ’, οϋ μ έ ν κ α λ ά χ ό λ ο ν τ ό ν δ ’ ένθεο θ υ μ ώ , λ α ο ί μ έ ν φ θ ιν ύ θ ο υ σ ι π ε ρ ί π τ ό λ ιν α ίπ υ τε τ ε ίχ ο ς μ α ρ ν ά μ ε ν ο ί' σέο δ ’ ε ίν ε κ ’ ά ϋ τ η τ ε π τ ό λ ε μ ό ς τε

305

310

315

320

325

120

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

γάλου Δία: «Σεβαστή Αθηνά, πολιούχε (σωτήρα της πόλης), θεία συ από τις θεές, σπάσε λοιπόν το δόρυ του Διομήδη και αυτός ο ίδιος κάνε να πέσει πρηνής μπροστά στις Σκαιές πύλες, για να σου θυσιάσουμε τώρα αμέσως στο ναό σου δώδεκα αγελάδες χρονιάρικες ακμαίες, αν ευσπλαχνιστείς και την πόλη και τις γυναίκες τω ν Τρώων και τα μικρά παιδιά». Έ τσι είπε με προσευχές, αλλά η Παλλάδα Αθηνά αρνιόταν. Έ τσι λοιπόν εκείνες προσεύχονταν στην κόρη του με­ γάλου Δία, ο δε Έκτορας είχε πάει στο ανάκτορο του Πάρη, το ωραίο, το οποίο βέβαια αυτός είχε κατασκευά­ σει με άντρες που τότε ήταν άριστοι τεχνίτες μέσα στην εύφορη Τροία. Αυτοί του κατασκεύασαν θάλαμο και αίθουσα και αυλή πλησίον του Πρίαμου και του Έκτορα, μέσα στην ακρό­ πολη. Εκεί μπήκε ο αγαπητός του Δία Έκτορας, στο χέρι του λ / / / / c* / / / όε, οπως ήταν φυσικό, κρατούσε όορυ εντεκα πηχεων 46. μπροστά δε στο δόρυ έλαμπε η χάλκινη αιχμή, την περι­ τριγύριζε δε γύρω χρυσός κρίκος. Βρήκε δε αυτόν στο θάλαμο ν’ ασχολείται με τα ωραία όπλα του, την ασπίδα και το θώρακα, και να εξετάζει τα καμπύλα τόξα' η δε Αργεία Ελένη ανάμεσα φυσικά στις υπηρέτριες γυναίκες ήταν καθισμένη και παρακινούσε τις θεραπαινίδες για περίφημα εργόχειρα. Αυτόν δε μόλις τον είδε ο Έκτορας με προσβλητικά λόγια τον μάλωσε: «Δαιμονισμένε, άδικα βέβαια έβαλες στην καρδιά σου αυτή την οργή' οι μεν στρατιώτες καταστρέφονται γύρω από την πόλη και το ψηλό τείχος μαχόμενοι- εξαιτίας σου δε και η μάχη και ο πόλεμος γύρω από αυτή την πόλη έχει

121

ΟΜΗΡΟΣ

ά σ τ υ τ ό δ ’ ά μ φ ιδ έ δ η ε ' σ υ δ ’ αν μ α χ έ σ α ιο κ α ί ά λλ ω , ον τ ιν ά π ο υ μ ε θ ιέ ν τ α ΐδ ο ις σ τ υ γ ε ρ ο ϋ π ο λ έ μ ο ιο . ά λ λ ’ ά να μ η τ ά χ α ά σ τ υ π υ ρ ο ς δ η ΐο ιο θ έ ρ η τ α ι.” Τον δ ’ α ύ τ ε π ρ ο σ έ ε ιπ ε ν Α λέξανδρος θ ε ο ε ιδ ή ς ■ “Έ κτορ, έ π ε ί μ ε κ α τ ’ α ίσ α ν έ ν είκ ε σ α ς ο ϋ δ ’ υπ έρ α ΐσ α ν, τ ο ύ ν ε κ ά τ ο ι έρέω ' συ δέ σννθ εο κ α ί μ ε υ ά κ ο υ σ ο ν ου τ ο ι έ γ ώ Τ ρώ ω ν τ ό σ σ ο ν χ ό λ ω ουδέ ν ε μ έ σ σ ι ή μ η ν έν θ α λ ά μ ω , εθελον δ ’ ά χ ε ϊ π ροτρα π έσΟ αι. νυν δ έ μ ε π α ρ ε ιπ ο ϋ σ ’ ά λ ο χ ο ς μ α λ α κ ο ΐς έ π έ ε σ σ ιν ο ρ μ η σ ’ ές π ό λ ε μ ο ν δοκ έει δ έ μ ο ι ώ δε κ α ι α ύ τώ λ ώ ϊο ν έ σ σ ε σ θ α ι' ν ίκ η δ ’ έ π α μ ε ίβ ε τ α ι άνδρας. ά λ λ ’ ά γ ε νϋν έ π ίμ ε ιν ο ν , Ά ρήϊα τε ύ χ ε α δύω ' ή SB’, έ γ ώ δέ μ έ τ ε ιμ ΐ' κ ιχ ή σ ε σ θ α ι δ έ σ ’ όΐω . ” “Ως φ ά τ ο , το ν δ ’ ου τ ι π ρ ο σ έφ η κ ο ρ υ θ α ίο λ ο ς Έ κ τω ρ· τον δ ’ Ε λένη μ ύ θ ο ισ ι π ρ ο σ η ύ δ α μ ε ιλ ίχ ιο ισ ν “δα ερ έ μ ε ϊο κ υνό ς κ α κ ο μ η χ ά ν ο υ ό κ ρ υ ο έ σ σ η ς, ω ς μ ’ οφ ελ ’ ή μ α τ ι τ ώ ο τε μ ε π ρ ώ τ ο ν τ έ κ ε μ ή τ η ρ ο ίχ ε σ θ α ι π ρ ο φ έ ρ ο υ σ α κ α κ ή ά νέ μ ο ιο θύελλα ε ις όρος ή εις κ ϋ μ α π ο λ υ φ λ ο ίσ β ο ιο θ α λ ά σ σ η ς , ένθα μ ε κ ν μ ’ ά π ό ε ρ σ ε π ά ρ ο ς τά δ ε έ ρ γ α γ ε νέ σ θ α ι. α υ τ ά ρ έ π ε ί τά δ ε γ ’ ώ δε θ εοί κ α κ ά τε κ μ ή ρ α ν το , άνδρ ός έ π ε ιτ ’ ώ φ ελλον ά μ είνο νο ς ε ίν α ι ά κ ο ιτ ις , ος ή δ η ν έ μ ε σ ίν τε κ α ί α ίσ χ ε α π ό λ λ ’ α νθ ρώ π ω ν, τούτα ) δ ’ ο ν τ ’ άρ νϋν φ ρένες έ μ π ε δ ο ι ο ν τ ’ ά ρ ’ ό π ίσ σ ω ε σ σ ο ν τ α ί' τ ώ κ α ί μ ιν έ π α υ ρ ή σ ε σ θ α ι ό ΐω . ά λλ ’ ά γ ε νϋν ε ΐσ ε λ θ ε κ α ί έζεο τω δ ’ έ π ί δίφ ρω δα ερ , ε π ε ί σε μ ά λ ισ τ α π ό νο ς φ ρένας ά μ φ ιβ έ β η κ ε ν 355 350 345 340 335 330

122

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

ανάψει.· συ βεβαίως θα έπρεπε να μαλώνεις47 κάθε άλλον, τον οποίο ίσως θα έβλεπες να παραμιλάει, το μισητό πό­ λεμο. Αλλά σήκω, μήπως γρήγορα καεί η πόλη από την καταστρεπτική φ ω τιά ». Προς αυτόν δε απάντησε ο θεόμορφος Αλέξανδρος: «Έκτορα, επειδή δίκαια με επέπληξες και όχι άδικα, γ ι’ αυτό θα σου απαντήσω- συ δε πρόσεξε και άκουσέ με. Όχι τόσο από θυμό48 κατά των Τρώων ούτε από αγανάκτηση καθόμουν στο θάλαμο, αλλά ήθελα να παραδοθώ στη λύπη μου- τώρα όμως η σύζυγός μου, αφού με προέτρεψε με μαλακά λόγια, με παρόρμησε στον πόλεμο- φαίνεται δε και σε μένα τον ίδιο ότι θα είναι καλύτερο, γιατί η νίκη πηγαίνει με τη σειρά στους άντρες. Αλλά έλα τώρα, περίμενε ώσπου να φορέσω τα πολεμικά όπλα ή πήγαινε, εγώ δε θα σε ακολουθήσω, νομίζω ότι θα σε προλάβω». Έ τσι είπ ε- καμιά όμως απάντηση δεν του έδωσε ο ορμητικός Έκτορας. Αυτόν δε η Ελένη προσφωνούσε με λόγια μαλακά: «Αντράδελφέ μου, της κακότροπης σκύλας, της φρι­ χτής, μακάρι κατά την ημέρα εκείνη, όταν πρώτη με γέννησε η μητέρα μου, κακή ανεμοθύελλα να μ’ έπαιρνε και να μ’ έφερνε μακριά σε κάποιο βουνό ή σε κύμα της πολυτάραχης θάλασσας, όπου το κύμα θα με παρέσυρε προτού να γίνουν αυτά τα πράγματα. »Αλλά, επειδή οι θεοί όρισαν έτσι αυτά τα κακά (να γίνουν), μακάρι τότε να ήμουν σύζυγος τουλάχιστον γεν­ ναιότερου άντρα, που να καταλάβαινε τις κατακρίσεις και τις προσβολές τις πολλές τω ν ανθρώπων. »Σ ’ αυτόν όμως ούτε τώρα, όπως φαίνεται, σταθερό μυαλό υπάρχει ούτε στο μέλλον βέβαια θα υπάρξει- γ ι’ αυτό νομίζω ότι αυτός θα πληρωθεί. »Αλλά έλα τώρα, μπες μέσα και κάθισε σ’ αυτό το κάθισμα, αντράδελφε, για τί τη δική σου ψυχή προ πάντων

123

ΟΜΗΡΟΣ

ε'ίνεκ ’ ε μ ε ϊο κ υνός κ α ι ’ λεξάνδρου ένεκ ’ ά τη ς , Α ο ίσ ιν έ π ι Ζ ευς θ ή κ ε κ α κ ό ν μ ό ρ ο ν , ώ ς κ α ι ό π ίσ σ ω ά ν θ ρ ώ π ο ισ ι π ε λ ώ μ ε θ ’ α ο ίδ ιμ ο ι έ σ σ ο μ έ ν ο ισ ι.” Τ ήν δ ’ ή μ ε ίβ ε τ ’ έ π ε ιτ α μ έ γ α ς κ ο ρ υ θ α ίο λ ο ς Έ κτω ρ μ ή μ ε κ ά θ ιζ ’ Ε λένη φ ιλ έ ο υ σ ά περ· ο υ δ έ μ ε π ε ίθ ε ις * ή δ η γ ά ρ μ ο ι θ υ μ ός ε π έ σ σ υ τ α ι οφ ρ ’ έ π α μ ύ ν ω Τ ρ ώ εσ σ ’, ο ΐ μ έ γ ’ ε μ ε ϊο π ο θ ή ν ά π ε ό ν τ ο ς έ χ ο υ σ ιν . ά λ λ α σ ΰ γ ’ ορνυθι τ ο ύ το ν , έ π ε ιγ έ σ θ ω δέ κ α ι αυτο'ς, ώ ς κεν έμ ’ έ ντο σθ εν π ό λ ιο ς κ α τ α μ ά ρ ψ η έόντα . κ α ι γ ά ρ εγ ώ ν ο ίκ ό νδ ε έ λ ε ύ α ο μ α ι οψ ρα ΐδ ω μ α ι ο ίκ ή α ς ά λο χ ό ν τε φ ίλ η ν κ α ι ν ή π ιο ν υιόν. ου γ ά ρ ο ίδ ’ ε ί έ τ ι σ φ ιν υ π ό τ ρ ο π ο ς ίξ ο μ α ι α υ τ ις , ή ή δ η μ ’ υ π ό χ ε ρ σ ί θεοί δ α μ ό ω α ιν ’ χαιώ ν. ” Α *Ως ά ρ α φ ω ν ή σ α ς ά π έ β η κ ο ρ υ θ α ίο λ ο ς Έ κτω ραίχρα δ ’ έ π ε ιθ ’ ικ α ν έ δ ό μ ο υ ς εΰ ν α ιε τ ά ο ν τ α ς , οϋδ ’ εύρ ’ Ά νδρο μ ά χ η ν λ ευκ ώ λενον έν μ ε γ ά ρ ο ισ ιν , ά λλ ’ ή γ ε ξύ ν π α ιδ ί κ α ί ά μ φ ιπ ό λ ω ε ν π έ π λ ω π υ ρ γ ω έ φ ε σ τ ή κ ε ι γ ο ό ω σ ά τε μ ν ρ ο μ έ ν η τε. Έ κτω ρ δ ’ ώ ς ο ν κ ένδον ά μ υ μ ο ν α τ έ τ μ ε ν ά κ ο ιτ ιν έ σ τ η ε π ’ ουδόν ιώ ν, μ ε τ ά δέ δ μ ω ή σ ιν έ ε νπ ε ν “ε ί δ ’ ά γ ε μ ο ι, δ μ ω α ί, ν η μ ε ρ τ έ α μ υθή σ ασ θε" π ή εβ η Α νδρομ ά χη λ ε υ κ ώ λ ε νο ς εκ μ ε γ ά ρ ο ιο ; ή έ π η ές γ α λ ό ω ν ή ε ίν α τέ ρ ω ν έ ϋ π έ π λ ω ν ή ες Ά θ η ναίη ς έ ξ ο ίχ ε τ α ι, έ ν θ ά π ε ρ ά λ λ α ι Τ ρω αί έ ν π λ ό κ α μ ο ι δ ειν ή ν θεόν ίλ ά α κ ο ν τ α ι;” Τον δ ’ α ύ τ ’ ό τ ρ η ρ ή τ α μ ίη π ρ ο ς μ ϋ θ ο ν έ ε ιπ ε ν “Έ κτορ, έ π ε ί μ ά λ ’ ά νω γ α ς ά λ η θ έα μ υ θ ή σ α σ θ α ι, 380 375 370 365 360

124

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

βαρύνει ο κόπος για μένα την αναιδή και το κακούργημα του Αλεξάνδρου, στους οποίους ο Ζεύς προόρισε κακή μοίρα, ώστε και στο μέλλον μεταξύ τω ν μεταγενέστερων ανθρώπων να είμαστε49 θέμα τραγουδιών». Προς αυτήν δε απάντησε έπειτα ο ψηλός και ορμητικός Έκτορας: «Μη με βάζεις να καθίσω, Ελένη, αν και με αγαπάς' δεν θα με πείσεις' γιατί τώρα πλέον η ψυχή μου επιθυμεί να τρέξω σε βοήθεια τω ν Τρώων, οι οποίοι πολύ με επιθυ­ μούν, επειδή απουσιάζω. Αλλά εσύ παρακίνησέ τον, ας βιαστεί δε και ο ίδιος, για να με προλάβει όταν θα βρίσκο­ μαι μέσα στην πόλη. »Γ ιατί και εγώ θα πάω στο σπ ίτι μου, για να δω τους οικείους μου, την αγαπητή μου γυναίκα και το μικρό μου γιο. Γιατί δεν γνωρίζω, αν θα ξαναγυρίσω πάλι κοντά τους ή αμέσως θα με καταλάβουν οι θεοί με τα χέρια των Αχαιών». Έ τσι λοιπόν αφού μίλησε, έφυγε ο ορμητικός Έκτορας' αμέσως δε έπειτα έφτασε στο καλοχτισμένο ανάκτορό του, αλλά δεν βρήκε στο ανάκτορό του τη λευκόχερη Ανδρομά­ χη, αλλά αυτή μαζί με το παιδί της και την καλλίπεπλη υπηρέτρια είχε σταθεί απάνω στον πύργο με θρήνους και κλάματα. Όταν δε ο Έκτορας δεν βρήκε μέσα στο σπίτι την άψογη σύζυγό του, ήρθε και στάθηκε στο κατώφλι και είπε στις δούλες: ((Ελάτε, δούλες, πέστε μου την αλήθεια' πού πήγε50 η λευκόχερη Ανδρομάχη από το σπίτι; Μ ήπως κάπου σε καμιά κουνιάδα της ή καλοντυμένη συννυφάδα της; Ή έχει πάει στο ναό της Αθηνάς, όπου και άλλες καλλιπλόκαμες Τρωάδες ζητούν να εξιλεώσουν τη φοβερή θεά». Προς αυτόν δε απάντησε η πρόθυμη οικονόμος: «Έκτορα, επειδή έντονα με προστάζεις να πω την αλή-

125

ΟΜΗΡΟΣ

ο ύ τ έ π η ές γ α λ ό ω ν ο ν τ ’ είν α τέ ρ ω ν έ ϋ π έ π λ ω ν ο ύ τ ’ ές Ά θ η ναίη ς έ ξ ο ίχ ε τ α ι, ένθά π ε ρ ά λ λ α ι Τ ρω α ί έ ν π λ ό κ α μ ο ι δ ειν η ν θεόν ίλ ά σ κ ο ν τ α ι, ά λλ ’ ε π ί π ύ ρ γ ο ν εβ η μ έ γ α ν Ί λιον, οννεκ ’ ά κ ο ν σ ε τ ε ίρ ε σ θ α ι Τ ρώ ας, μ έ γ α δέ κ ρ ά τ ο ς ε ίν α ι Α χ αιώ ν. η μ έ ν δη π ρ ο ς τ ε ίχ ο ς έ π ε ιγ ο μ έ ν η ά φ ικ ά ν ε ι μ α ιν ο μ έ ν η έ ικ ν ΐα ' φ έρει δ ’ ά μ α π α ΐδ α τ ιθ ή ν η .” Ή ρ α γ ν ν ή τ α μ ίη , ο δ ’ ά π έ σ σ υ τ ο δ ώ μ α τ ο ς Έ κτω ρ τ η ν α ν τ η ν οδόν α ν τ ις έ ν κ τ ιμ έ ν α ς κ α τ ’ ά γ ν ια ς . ε ντε π ύ λ α ς ίκ α ν ε δ ιε ρ χ ό μ ε νο ς μ έ γ α ά σ τ ν Σ κ α ιά ς , τ η άρ ’ έ μ ελ λ ε δ ιε ξ ίμ ε ν α ι π ε δ ιο νδ ε , ένθ ’ ά λ ο χ ο ς π ο λ ύ δ ω ρ ο ς έ ν α ν τίη ή λ θ ε θ έο νσ α Α νδρομ ά χη θ ν γ ά τ η ρ μ ε γ α λ ή τ ο ρ ο ς Ή ετΐω νος Ή ετίω ν ος έ να ιεν υ π ό Π λάκ ω ν λ η έ σ σ η Θ ηβη Ύ π οπ λ α κ ί-η Κ ιλ ίκ ε σ σ ’ ά ν δ ρ εσ σ ιν ά ν ά σ σ ω ν τ ο ν π ε ρ δη θ ν γ ά τ η ρ έ χ ε θ ’ Έ κτορι χ α λ,κ ο κ ο ρ νσ τη . ή ο ι έ π ε ιτ ’ η ν τ η σ ’, ά μ α δ ’ ά μ φ ίπ ο λ ο ς κ ίεν α ύ τ fj π α ϊδ ’ έ π ί κ ό λ π ω έ χ ο ν σ ’ ά τ α λ ά φ ρ ο ν α ν ή π ιο ν α ν τ ω ς Έ κ τορΐδη ν ά γ α π η τ ό ν ά λ ίγ κ ιο ν α σ τ έ ρ ι κ α λ ώ , τον ρ ’ Έ κτω ρ κ α λ έ ε σ κ ε Σ κ α μ ά ν δ ρ ιο ν , α ν τ ά ρ ο ι ά λ λ ο ι Ά σ τ ν ά ν α κ τ ’' ο ίο ς γ ά ρ έρ ύετο Ί λιον Έ κτω ρ, η τ ο ι ο μ έν μ ε ΐδ η σ ε ν Ιδώ ν ές π α ΐδ α σ ιω π ή · Α ’ νδρομ ά χ η δ έ ο ί ά γ χ ι π α ρ ίσ τ α τ ο δ ά κ ρ ν χ έ ο υ σ α , έν τ ’ ά ρ α ο ί φ ν χ ε ιρ ί έπ ο ς τ ’ έ φ α τ ’ έκ τ ’ ο ν ό μ α ζ ε · “δ α ιμ ό ν ιε , φ θ ίσ ε ι σε το σόν μ ένος, ούδ ’ έ λ εα ίρ ε ις π α ΐδ ά τε ν η π ία χ ο ν κ α ί έμ ’ ά μ μ ο ρ ο ν , ή τ ά χ α χ ή ρ η σ ε ν ε σ ο μ α ί' τ ά χ α γ ά ρ σε κ α τ α κ τ α ν έ ο ν σ ιν Ά χ α ιο ι π ά ν τ ε ς έφ ορ μ η θ έντες' έ μ ο ί δ έ κε κ έρ δ ιο ν ε ίη 410 405 400 395 390 385

126

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

θεία ούτε κάπου σε καμιά κουνιάδα της ούτε σε καμιά καλοντυμένη συννυφάδα της ούτε γ ια το ναό της Αθηνάς βγήκε, όπου άλλες καλλίκομες Τρωάδες ζητούν να εξιλε­ ώσουν τη φοβερή θεά, αλλά πήγε στον ψηλό πύργο του Ιλίου, γιατί άκουσε ότι οι Τρώες δεινοπαθούν και ότι η υπεροχή των Αχαιών είναι μεγάλη. Αυτή μεν έχει φτάσει πια στο τείχος τρεχάτη σαν τρελή- μαζί της δε η παραμάνα κρατεί το παιδί». Αυτά λοιπόν είπε η γυναίκα οικονόμος, και ο Έκτορας έφυγε από το σπίτι βιαστικά, από τον ίδιο πάλι δρόμο ανάμεσα στα καλοστρωμένα μονοπάτια. Όταν δε έφτασε στις Σκαιές πύλες, περνώντας μέσα από τη μεγάλη πόλη ακριβώς από κει που επρόκειτο να βγει στην πεδιάδα, τότε τρεχάτη τον συνάντησε η γυναίκα του Ανδρομάχη με τα πολλά χαρίσματα51, η κόρη του μεγαλόψυχου Η ετίωνα, ο οποίος κατοικούσε στους πρόποδες του δασώδους βουνού Πλάκου, στην Υποπλακία Θήβα, βασιλεύοντας στο λαό τω ν Κ ιλίκων- αυτού ακριβώς η κόρη ήταν σύζυγος του οπλισμένου με χαλκό Έκτορα. Αυτή τότε τον συνάντησε, μαζί της πήγαινε η υπηρέ­ τρια κρατώντας στην αγκαλιά της το αθώο παιδί, τόσο μωρό το αγαπητό παιδί του Έκτορα, όμοιο με λαμπρό αστέρι, το οποίο βεβαίως ο Έκτορας συνήθιζε να το λέει Σκαμάνδριο και οι άλλοι Α στυάνακτα- γιατί μόνος ο Έ κτο­ ρας έσωζε το Ίλιο. Πραγματικά, εκείνος μεν χαμογέλασε βλέποντας προς το παιδί σιωπηλά, η δε Ανδρομάχη στεκόταν πλησίον του, αφού έχυνε δάκρυα, και αμέσως του έσφιξε το χέρι θερμά και του είπε. ((Ευλογημένε, η ορμή σου θα σε καταστρέψει και δεν λυπάσαι το ανήλικο τέκνο σου και μένα την άμοιρη52 που σύντομα χήρα σου θα γ ίνω - για τί γρήγορα οι Αχαιοί θα σε σκοτώσουν53 ορμώντας όλοι επάνω σου- για μένα δε θα

127

ΟΜΗΡΟΣ

σ ε ν ά ψ α μ α ρ τ ο ύ σ η χ θ όνα δ ύ μ ε ν α ι' ον γ ά ρ έ τ ’ ά λλ η έ σ τ α ι θ α λ π ω ρ ή έ π ε ί αν σ ν γ ε π ό τ μ ο ν έ π ίσ π η ς ά λ λ ’ ά χ ε ’~ο υ δ έ μ ο ι έ σ τ ι π α τ ή ρ κ α ί π ό τ ν ια μ ή τ η ρ . ή τ ο ι γ ά ρ π α τ έ ρ ’ ά μ ό ν ά π έ κ τ α ν ε δ ΐο ς Α χ ιλλενς, εκ δέ π ό λ ιν π έ ρ σ ε ν Κ ιλ ίκ ω ν εν ν α ιε τ ά ο υ σ α ν θ η β η ν ν ψ ίπ υ λ ο ν κ α τ ά δ ’ εκ τα νεν Ή ετίω να , ο υ δ έ μ ιν έ ξ ε ν ά ρ ιζ ε , σ ε β ά σ σ α τ ο γ ά ρ τ ό γ ε θ υ μ ώ , ά λ λ ’ ά ρ α μ ιν κ α τ έ κ η ε συν έ ν τ ε σ ι δ α ιδ α λ έ ο ισ ιν ή δ ’ έ π ι σ η μ ’ έ χ ε ε ν π ε ρ ί δέ π τ ε λ έ α ς έ φ ν τε ν σ α ν ν ν μ φ α ι ό ρ ε σ τ ιά δ ε ς , κ ο ϋ ρ α ι Αιός α ίγ ιό χ ο ιο . ο ΐ δ έ μ ο ι ε π τ ά κ α σ ίγ ν η τ ο ι έσ α ν έν μ ε γ ά ρ ο ισ ιν ο ί μ έ ν π ά ν τ ε ς ίω κ ίο ν η μ α τ ι Ά ΐδος ε ’ σ ω ί π ά ν τ α ς γ ά ρ κ α τέ π ε ψ ν ε π ο δ ά ρ κ η ς δ ΐο ς Α χ ιλλενς β ο υ σ ίν ε π ’ ε ίλ ιπ ό δ ε σ σ ι κ α ι άργενν^ ς ό ΐε σ σ ι. μ η τ έ ρ α δ ’, ή β α σ ίλ ε υ ε ν ν π ό Π λά κ ω νληέσ σγι, τ η ν έ π ε ί αρ δεϋρ ’ η γ α γ ’ ά μ ’ ά λ λ ο ισ ι κ τ ε ά τ ε σ σ ιν , ά ψ δ γ ε τ η ν α π έ λ υ σ ε λ α β ώ ν ά π ε ρ ε ίσ ι ’ ά π ο ινα , π α τ ρ ο ς δ ’ έν μ ε γ ά ρ ο ισ ι β ά λ ’ Ά ρ τεμ ις ίο χ έ α ιρ α . Έ κτορ, ά τ ά ρ σ ν μ ο ί έ σ σ ι π α τ ή ρ κ α ί π ό τ ν ια μ ή τ η ρ ή δ έ κ α σ ίγ ν η τ ο ς , συ δ έ μ ο ι θα λερός π α ρ α κ ο ιτ η ς ' ά λ λ ’ ά γ ε νϋν έλ έα ιρ ε κ α ι α ύ τ ο ϋ μ ίμ ν ’ έ π ι π ΰ ρ γ ω , μ ή π α ΐ δ ’ ό ρ φ α νικ ο ν θητ/ς χ η ρ η ν τε γ υ ν α ίκ α ■ λα ο ν δέ σ τ η σ ο ν π α ρ ’ έρινεόν, ένθα μ ά λ ισ τ α α μ β α τ ό ς έ σ τ ι π ό λ ις κ α ι έ π ίδ ρ ο μ ο ν έ π λ ετο τε ίχ ο ς. τ ρ ις γ ά ρ τ η γ ’ έλθόντες έ π ε ιρ ή σ α ν θ ’ ο ί ά ρ ισ τ ο ι ά μ φ ’ Α ίαντε δύω κ α ι ά γ α κ λ υ τ ό ν Ιδ ο μ ε ν ή α η δ ’ ά μ φ ’ Α τρ είδ α ς κ α ι Τ υδέος ά λ κ ιμ ο ν υ ιό ν ή π ο ύ τ ις σ ψ ιν έ ν ισ π ε θ ε ο π ρ ο π ίω ν έύ είδώ ς, ή νυ κ α ι α υ τ ώ ν θ υ μ ός έ π ο τρ ύ ν ε ι κ α ι ά ν ώ γ ε ι. ” Την δ ’ α ν τ ε π ρ ο σ έ ε ιπ ε μ έ γ α ς κ ο ρ ν θ α ίο λ ο ς Έ κ τω ρ ■ 440 415

420

425

430

435

128

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

ήταν προτιμότερο, εάν σε στερηθώ, να χωθώ στη γη' γιατί πια δεν έχω άλλη παρηγοριά, όταν συ βέβαια πεθάνεις, αλλά βάσανα' ούτε υπάρχει ο πατέρας μου και η σεβαστή μου μητέρα. »Γ ια τί τον μεν πατέρα μου54 σκότωσε ο θείος Αχιλλέας και κατέστρεψε την πλούσια πόλη των Κ ιλίκων, τη Θήβα με τις ψηλές πύλες' σκότωσε δε τον Η ετίωνα, αλλά όμως δεν του αφαίρεσε τα όπλα, γ ια τί δεν το άντεχε η συνείδησή του, αλλ’ αντίθετα τον έκαψε μαζί με τα κομψά όπλα του και του έκαμε τύμβο' γύρω δε φύτεψαν φτελιές οι νύμφες των βουνών, οι κόρες του αιγίοχου Δία. Τα εφτά δε αδέλ­ φια μου που ήταν στα ανάκτορα όλα την ίδια μέρα κατέ­ βηκαν στον Αδη' για τί όλα τα σκότωσε ο γρήγορος θείος Αχιλλέας ανάμεσα στα στρεψίποδα βόδια και τα άσπρα πρόβατα. Τη μητέρα μου δε, που ήταν βασίλισσα στους πρόποδες του δασώδους Πλάκου, αυτή αφού την έφερε εδώ, μαζί με άλλα λάφυρα, πάλι αυτός την άφησε ελεύθε­ ρη, αφού πήρε άπειρα λύτρα, στ’ ανάκτορα δε του πατέρα της την χτύπησε55 η τοξεύτρια Αρτεμη. »Αλλά συ Έκτορα είσαι για μένα πατέρας και σεβαστή μητέρα και αδελφός, συ δε για μένα και ο δυνατός σύζυγός μου' αλλά έλα τώρα λυπήσου και μείνε εδώ στον πύργο για να μην κάνεις ορφανό το παιδί σου και χήρα τη γυναίκα σου' παράταξε δε το στρατό56 κοντά στην αγριοσυκιά όπου προ πάντων είναι ευκολοανέβατη η πόλη και το τείχος έγινε ευάλωτο. Γ ιατί τρεις φορές αφού ήρθαν έκαμαν από­ πειρα σ’ αυτό το σημείο οι άριστοι γύρω από τους δύο Αίαντες και τον ξακουστό Ιδομενέα και γύρω από τους Ατρείδες και το γενναίο γιο του Τυδέα' ή ίσως κάποιος καλός γνώστης τω ν μαντειών τους είπε ή ίσως η ψυχή τους τους παρόρμησε και τους παρακίνησε». Προς αυτή δε τότε απάντησε57 ο ψηλός και ορμητικός Έκτορας:

129

ΟΜΗΡΟΣ

“ή κ α ί έ μ ο ί τ ά δ ε π ά ν τ α μ έ λ ε ι, γ ύ ν α ι' ά λ λ α μ ά λ ’ α ίνώ ς α ίδ έ ο μ α ι Τ ρώ ας κ α ι Τ ρω ά δα ς έ λ κ ε σ ιπ έ π λ ο υ ς , α ΐ κε κ α κ ό ς ώ ς ν ό σ φ ιν ά λ ν σ κ ά ζ ω π ο λ έ μ ο ιο ' ο υ δ έ μ ε θ υ μ ό ς ά νω γεν, έ π ε ί μ ά θ ο ν έ μ μ ε ν α ι έσθ λός α ιε ι κ α ι π ρ ώ τ ο ισ ι μ ε τ ά Τ ρ ώ εσα ι μ ά χ ε σ θ α ι ά ρ νύ μ ένος π α τ ρ ό ς τε μ έ γ α κ λέος ή δ ’ έμ όν α ύ το ϋ . ευ γ ά ρ έγ ώ τά δ ε ο ίδ α κ α τ ά φ ρένα κ α ι κ α τ ά θ υ μ ό ν έ σ σ ε τ α ι ή μ α ρ ο τ ’ αν π ο τ ’ ό λ ώ λ η Ί λιος ίρή κ α ι Π ρ ία μ ο ς κ α ι λ α ό ς έ ϋ μ μ ε λ ίω Π ρ ιά μ ο ιο . ά λ λ ’ ου μ ο ι Τ ρώ ω ν τ ό σ σ ο ν μ έ λ ε ι ά λ γ ο ς ό π ίσ σ ω , ο ύ τ ’ α υ τ ή ς Ε κ ά β η ς ο ΰ τε Π ρ ιά μ ο ιο ά ν α κ τ ο ς ού τε κ α σ ιγ ν ή τ ω ν , ο ί κεν π ο λ έ ες τ ε κ α ι έ σ θ λ ο ι έν κ ο ν ίη σ ι π έ σ ο ιε ν ύ π ’ ά ν δ ρ ά σ ι δ υ σ μ ε ν έ ε σ σ ιν , ό σ σ ο ν σ εϋ , ο τε κέν τ ις ’ χ αιώ ν χ α λ κ ο χ ιτ ώ ν ω ν Α δ α κ ρ υ ό ε σ σ α ν ά γ η τ α ι έλεύθερον ή μ α ρ ά π ο ύ ρ α ς ' κ α ί κ εν έν Α ρ γεί έ ο ΰ σ α π ρ ο ς ά λ λ η ς ισ τ ό ν ύ φ α ίν ο ις, κ α ί κεν ύδ ω ρ φ ορ έοις Μ ε σ σ η ΐδ ο ς ή Ύ π ε ρ ε ίη ς π ό λ λ ’ ά ε κ α ζ ο μ έ ν η , κ ρ α τ ε ρ ή δ ’ έ π ικ ε ίσ ε τ ’ ά ν ά γ κ η · κ α ί π ο τ έ τ ις ε ίπ η σ ιν ίδ ώ ν κ α τ ά δ ά κ ρ υ χ έ ο υ σ α ν “ Έ κτορος ή δ ε γ υ ν ή ος ά ρ ισ τ ε ύ ε σ κ ε μ ά χ ε σ θ α ι Τ ρώ ω ν ίπ π ο δ ά μ ω ν ό τε Ί λιον ά μ φ ιμ ά χ ο ν τ ο .” ώ ς π ο τ έ τ ις έρ έεΐ' σ ο ι δ ’ α ν νέον έ σ σ ε τ α ι ά λ γ ο ς χ ή τ ε ϊ τ ο ιο ν δ ’ ά νδρ ός ά μ ύ ν ε ιν δ ο ύ λ ιο ν ή μ α ρ . ά λ λ ά μ ε τ ε θ ν η ώ τ α χ υ τ ή κ α τ ά γ α ΐα κ α λ ύ π τ ο ι π ρ ιν γ έ τ ι σ ή ς τε β ο ή ς σ ο ϋ θ ’ έ λ κ η θ μ ο ΐο π ν θ έ σ θ α ι.” "Ως ε ίπ ώ ν ου π α ιδ ό ς ό ρ έ ξ α τ ο φ α ίδ ιμ ο ς Έ κ τω ρ · άψ δ ’ ο π ά ΐς π ρ ο ς κ ό λ π ο ν έϋ ζώ νο ιο τ ιθ ή ν η ς έ κ λ ίν θ η ίά χ ω ν π α τ ρ ό ς φ ίλ ο υ όψ ιν ά τ υ χ θ ε ίς 465 460 455 450 445

130

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

«Αλήθεια κι εγώ για όλα αυτά φροντίζω, γυναίκα- αλλά πάρα πολύ ντρέπομαι τους Τρώες και τις χαριτωμένες Τρωάδες, αν φεύγω σαν δειλός μακριά από τον πόλεμο, ούτε ο χαρακτήρας μου το επιτρέπει, για τί έμαθα να είμαι γενναίος πάντοτε και να πολεμώ μαζί με τους Τρώες στην πρώτη γραμμή, προσπαθώντας να διαφυλάξω τη μεγάλη δόξα του πατέρα μου και μένα του ίδιου. »Γ ια τί εγώ με την καρδιά και την ψυχή μου αυτό το ξέρω καλά' θα έρθει δηλαδή ημέρα, όταν κάποτε η ιερή Τροία θα έχει χαθεί59, και ο Πρίαμος και ο λαός του πολεμιστή Πριάμου. Αλλά δεν αισθάνομαι τόσο λύπη για τους Τρώες στο μέλλον ούτε γ ι’ αυτή την Εκάβη ούτε για το βασιλιά Πρίαμο ούτε για τους αδελφούς μου, που πολ­ λοί και γενναίοι μπορεί να πέσουν στο χώμα από άντρες εχθρούς όσο για σένα, όταν κάποιος από τους χαλκοθώρα­ κες Αχαιούς κλαμένη θα σε πάρει μαζί του, αφού σου αφαιρέσει την ελεύθερη ημέρα, και, στο Άργος αφού θα είσαι, θα υφαίνεις στον αργαλειό κάτω από τις διαταγές άλλης και ίσως θα μεταφέρεις νερό από τη Μεσσηίδα ή την Τπερία χωρίς καθόλου να το θέλεις, γιατί θα σε πιέζει σκληρή ανάγκη’ και κάποτε όταν κανένας σε δει να χύνεις δάκρυα θα π ε ι- “ αυτή είναι η γυναίκα του Έκτορα, που ήταν πρώτος στη μάχη από τους ιπποδαμαστές Τρώες, όταν πολεμούσαν γύρω από την Τροία” . »Έ τσι κάποτε θα λέει κάποιος" σε σένα δε πάλι νέα θλίψη θα γίνει από την έλλειψη τέτοιου άντρα που θα σου έδιωχνε τη δουλική ημέρα. Αλλά μακάρι νεκρό να με / / / / / / καλύπτει, σωρός απο χωμα στη γη, προτού ακουσω 60 τις φωνές σου και δω την απαγωγή σου». Έ τσι αφού μίλησε, άπλωσε τα χέρια του για να πάρει το παιδί του ο έξοχος Έκτορας" αλλά το παιδί προς την αγκαλιά της καλλίζωνης τροφού έγειρε βγάζοντας φωνή, γιατί τρόμαξε από την όψη του αγαπητού του πατέρα,

131

ΟΜΗΡΟΣ

τ α ρ β ή σ α ς χ α λ κ ό ν τε ίδέ λόφ ον ίπ π ιο χ α ίτ η ν , δεινον ά π ’ ά κ ρ ο τ ά τ η ς κ όρυθ ος ν ε ν ο ντα νο ή σ α ς. εκ δέ γ έ λ α σ σ ε π α τ ή ρ τε φ ίλ ο ς κ α ί π ό τ ν ια μ ή τ η ρ ' α ν τ ίκ ’ ά π ό κ ρ ά τ ο ς κ όρνθ ’ ε'ίλετο φ α ίδ ιμ ο ς Έ κτω ρ, κ α ί τ η ν μ έ ν κ α τέ θ η κ ε ν ε π ί χ θ ο νί π α μ φ α ν ό ω σ α ν α ύ τ ά ρ 6 γ ’ ον φ ίλ ο ν ν ίό ν έ π ε ϊ κ ν σ ε π η λ έ τε χ ε ρ σ ίν είπ ε δ ’ έ π ε υ ξά μ εν ο ς Δ ιί τ ’ ά λ λ ο ισ ΐν τε θ ε ο ΐσ ι· “Ζ εν άλλου τε θεο ί, δ ό τε δή κ α ί τόνδε γ ε νέ σ θ α ι π α ΐδ ’ έμ ό ν ώ ς κ α ί εγ ώ π ε ρ ά ρ ιπ ρ ε π έ α Τ ρ ώ εσ σ ιν, ώ δε β ίη ν τ ’ ά γ α θ ό ν , κ α ί Ί λιον ίφ ι ά ν ά σ σ ε ιν κ α ί π ο τ έ τ ις ε ίπ ο ι “π α τ ρ ό ς γ ’ οδε π ο λ λ ό ν ά μ ε ίν ω ν ” έκ π ο λ έ μ ο υ α ν ιό ν τ α ■φ έροι δ ’ έναρα β ρ ο τ ό ε ν τ α κ τ ε ίν α ς δή'ιον ά νδ ρ α , χ α ρ ε ίη δέ φ ρένα μ ή τ η ρ . ” “Ως ε ίπ ώ ν ά λ ό χ ο ιο φ ίλ η ς έν χ ε ρ σ ίν έθηκε π α ΐδ ’ ε ά ν ή δ ’ ά ρ α μ ιν κ η ώ δ ε ϊ δ έ ξ α τ ο κ ό λ π ω δ α κ ρυ ό εν γ ε λ ά σ α σ α - π ό σ ις δ ’ ε λ έη σ ε νο ή σ α ς, χ ε ιρ ί τ έ μ ιν κ α τέ ρ ε ξε ν έ π ο ς τ ’ έ φ α τ ’ έκ τ ’ ο ν ό μ α ζ ε · “δ α ιμ ο ν ίη , μ η μ ο ί τ ι λ ίη ν ά κ α χ ίζ ε ο θυμ ώ ' ον γ ά ρ τ ις μ ’ υ π έ ρ α ίσ α ν ά νή ρ Ά ϊδι προ'ιάψει· μ ο ίρ α ν δ ’ ο ύ τ ιν ά ψ η μ ι π ε φ υ γ μ έ ν ο ν έ μ μ ε ν α ι ά νδρ ώ ν, ου κ α κ ό ν ουδέ μ έ ν έσθλόν, έ π ή ν τ α π ρ ώ τ α γ έ ν η τ α ι. ά λλ ’ εις ο ίκ ο ν ίο ν σ α τ α σ ’ α υ τ ή ς έ ρ γ α κ ό μ ιζ ε ισ τ ό ν τ ’ η λ α κ ά τ η ν τε, κ α ί ά μ φ ιπ ό λ ο ισ ι κέλευε έργον έ π ο ίχ ε σ θ α ι■π ό λ ε μ ο ς δ ’ ά ν δ ρ ε σ σ ι μ ε λ ή σ ε ι π α σ ι, μ ά λ ισ τ α δ ’ έ μ ο ί, τ ο ί Ί λίω έ γ γ ε γ ά α σ ιν .” 490 485 480 475 470

132

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

επειδή φοβήθηκε τη χάλκινη περικεφαλαία και τη φούντα από τη χαίτη του ίππου, επειδή τον είδε φοβερό να σκύβει' από το άκρο της περικεφαλαίας γέλασε δε πολύ ο αγαπη­ τός του πατέρας και η σεβαστή του μητέρα' αμέσως δε από το κεφάλι του έβγαλε την περικεφαλαία ο λαμπρός Έ κτο­ ρας, και αυτή μεν την τοποθέτησε πάνω στη γη λαμποκο­ πούσα' έπειτα δε αφού φίλησε και χόρεψε στα χέρια του το αγαπητό του παιδί, είπε τότε, αφού προσευχήθηκε στον Δία και στους άλλους θεούς: «Δ ία και οι άλλοι θεοί, δώστε λοιπόν να γίνει και αυτό το παιδί μου, όπως ακριβώς κι εγώ , ξακουστό ανάμεσα στους Τρώες και στη δύναμη γενναίο και να βασιλεύει με ισχύ στην Τροία' και μακάρι κάποτε να πει κάποιος, “αυτό εδώ είναι πολύ ανώτερο από τον πατέρα του” , όταν θα επιστρέψει61 από τον πόλεμο' και μακάρι να φέρει λάφυρα ματωμένα, αφού σκοτώσει άντρα εχθρό, και να χαρεί στην καρδιά της η μητέρα του». Έ τσι αφού είπε, στα χέρια της αγαπητής του γυναίκας έβαλε το παιδί του' αυτή δε δέχτηκε αυτό στην ευώδη αγκαλιά της, αφού γέλασε με δάκρυα, τη λυπήθηκε δε ο σύζυγός της όταν το αντιλήφθηκε, και με το χέρι του χάιδεψε και λόγια της έλεγε και την προσφωνούσε: «Καημένη, μη μου πικραίνεσαι τόσο πολύ στην καρδιά σου, γιατί, αν δε μου είναι πεπρωμένο, κανένας άντρας δεν θα με στείλει στον Άδη' μπορώ δε να πω ότι κανένας από τους άντρες δεν έχει αποφύγει62 τη μοίρα του, ούτε ο δειλός ούτε ακόμη και ο γενναίος από τότε που γεννήθηκε, αλλά αφού πας στο σπίτι σου να ασχολείσαι με τις εργασίες σου, τον αργαλειό και τη ρόκα, και δίνε εντολές στις υπηρέτριες να καταγίνονται στο έργο τους' για τον πόλεμο δε θα φροντίσουν οι άντρες όλοι, περισσότερο δε εγώ και όσοι βρίσκονται στο Ίλιο ». Έ τσι λοιπόν αφού μίλησε, πήρε την περικεφαλαία ο

133

ΟΜΗΡΟΣ

“β ς ά ρ α φ ω ν η σ α ς κόρυθ ’ εί'λετο φ α ίδ ιμ ο ς Έ κτω ρ ϊπ π ο υ ρ ιν ά λ ο χ ο ς δέ φ ίλ η ο ίκ ο ν δέ β ε β η κ ε ι έ ν τ ρ ο π α λ ιζ ο μ έ ν η , θα λερόν κ α τ ά δά κ ρ υ χ έ ο υ σ α . α ίψ α δ ’ έ π ε ιθ ’ ί'κανε δ ό μ ο υ ς εύ ν α ιε τ ά ο ν τ α ς Έ κτορος ά νδ ρ ο φ ό νοιο, κ ιχ η σ α τ ο δ ’ ένδοθι π ο λ λ ά ς ά μ φ ιπ ό λ ο υ ς , τ η σ ιν δέ γ ό ο ν π ά σ η σ ιν ένώ ρσεν. a t μ έ ν έ τ ι ζω ό ν γ ό ο ν Έ κτορα ώ ένΐ ο ίκ φ ου γ ά ρ μ ιν έ τ ’ έφ αντο ύ π ό τ ρ ο π ο ν έκ π ο λ έ μ ο ιο ΐξ ε σ θ α ι π ρ ο φ υ γ ό ν τα μ έ νο ς κ α ι χ ε ϊρ α ς ’ χαιώ ν. Α Ο υδέ Π άρις δήθυνεν έν ΰ ψ η λ ο ΐσ ι δ ό μ ο ισ ιν , ά λλ ’ δ γ ’, έ π ε ι κ α τ έ δ υ κ λ υ τ ά τε ΰ χ ε α π ο ικ ίλ α χ α λ κ ώ , σ ε ν α τ ’ έ π ε ιτ ’ ά νά ά σ τ υ π ο σ ι κ ρ α ιπ ν ο ΐσ ι π ε π ο ιθ ώ ς . ώ ς δ ’ ο τε τ ις σ τ α τ ό ς ίπ π ο ς ά κ ο σ τ η σ α ς έ π ι φ άτνΐ] δ ε σ μ ό ν ά π ο ρ ρ η ξ α ς θείτ] π ε δ ίο ιο κ ρ ο α ίνω ν ε ίω θ ώ ς λ ο ύ ε σ θ α ι έϋρρεΐος π ο τ α μ ο ΐο κ υ δ ιό ω ν ύ ψ ο ϋ δέ κ ά ρ η έ χ ε ι, ά μ φ ί δέ χ α ΐτ α ι ω μ ο ις α ίσ σ ο ν τ α ν δ δ ’ ά γ λ α ΐη ψ ι π ε π ο ιθ ώ ς ρ ίμ φ ά έ γ ο ύ ν α φ έρει μ ε τ ά τ ’ η θ εα κ α ί νομ όν ίπ π ω ν ώ ς υ ιό ς Π ρ ιά μ ο ιο Π ά ρις κ α τ ά Π ερ γά μ ο υ ά κ ρ η ς τ ε ύ χ ε σ ι π α μ φ α ίν ω ν ώ ς τ ’ η λ έκ τ ω ρ έ β εβ η κ ει κ α γ χ α λ ό ω ν , τα χ έ ε ς δέ π ό δ ε ς φ έ ρ ο ν α ίψ α δ ’ έ π ε ιτ α Έ κτορα δ ΐο ν έ τ ε τμ ε ν άδελφ εόν ε ύ τ ’ ά ρ ’ έμ ελ λ ε σ τρ έψ εσ θ ’ έκ χ ώ ρ η ς δθ ι ή ό ά ρ ιζ ε γ υ ν α ικ ί. το ν π ρ ό τ ε ρ ο ς π ρ ο σ έ ε ιπ ε ν ’ λέξανδρος θεοειδήςΑ “ή θ ε ΐ’, ή μ ά λ α δ ή σε κ α ι έ σ σ ύ μ εν ο ν κ α τ ε ρ ΰ κ ω δηθυνω ν, ου δ ’ ή λθον έ ν α ίσ ιμ ο ν ώ ς έ κ έλ ευ ες; ” Τον δ ’ ά π α μ ε ιβ ό μ έ ν ο ς π ρ ο σ έφ η κ ο ρ υ θ α ίο λ ο ς Έ κτω ρ- 520 515 510 505 500 495

134

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

λαμπρός Έκτορας με την αλογίσια φούντα' η αγαπημένη του σύζυγος στο σπίτι, πήγε βλέποντας συχνά πίσω και χύνοντας δάκρυα πικρά. Αμέσως δε έπειτα έφθανε στα όμορφα ανάκτορα του ανδροφόνου Έκτορα, συνάντησε δε μέσα πολλές υπηρέ­ τριες, μεταξύ δε όλων αυτών προκάλεσε θρήνο. Αυτές μεν ζωντανό ακόμη τον Έκτορα θρηνούσαν μέσα στο σπίτι του' διότι δεν πίστευαν ότι αυτός θα γυρίσει πάλι από τον πόλεμο, αφού διαφύγει από την ορμή και τα χέρια τω ν Αχαιών. Εξάλλου ο Πάρης δεν καθυστέρησε πολύ στο ψηλό ανάκτορο, αλλ’ αυτός μεν, αφού φόρεσε τα ένδοξα όπλα τα στολισμένα με χαλκό, όρμησε βιαστικά προς την πόλη, έχοντας εμπιστοσύνη στα γρήγορα ποδιά του. Ό πως ακριβώς, όταν κάποιο άλογο κλεισμένο στο στά­ βλο, αφού έφαγε πολύ στη φάτνη, αφού κόψει το δεσμό, τρέχει με καλπασμό στην πεδιάδα, συνηθισμένο63 να λού­ ζεται στα νερά ορμητικού ποταμού καμαρωτό' κρατεί δε ψηλά το κεφάλι του και η χαίτη από τα δύο μερη των ώμων τινάζεται' και αυτόν που έχει πεποίθηση στην ομορ­ φιά του γρήγορα τα γόνατά του τον φέρνουν σε συνηθισμέ­ νους τόπους και βοσκές ίππω ν, έτσι και ο Πάρης, ο γιος του Πριάμου, από την ακρόπολη της Περγάμου λαμποκο­ πώντας από τα όπλα του σαν ήλιος προχωρούσε λάμποντας από χαρά, τα γρήγορα δε πόδια του τον πήγαιναν, αμέσως δε έπειτα συνάντησε τον αδελφό του, το θείο Έκτορα, την ώρα που επρόκειτο να γυρίσει από τη θέση του, όπου γλυκομιλούσε με τη γυναίκα του. Προς αυτόν πρώτος μίλησε ο θεόμορφος Αλέξανδρος: «Α γαπητέ μου, πραγματικά ενώ συ βιάζεσαι πολύ64 σε εμποδίζω επειδή αργώ, ούτε ήρθα στην ώρα μου, όπως συ με είχες διατάξει;» Προς αυτόν απαντώντας, είπε ο ορμητικός Έκτορας:

135

ΟΜΗΡΟΣ

“δ α ιμ ό ν ι’, ο ΰ κ αν τ ις τ ο ι ά νή ρ δς ε ν α ίσ ιμ ο ς ε ’ η ί ερ γ ο ν ά τ ιμ ή σ ε ιε μ ά χ η ς , έ π ε ί ά λ κ ιμ ό ς έ σ σ ν ά λ λ α έκώ ν μ ε θ ιε ΐς τε κ α ί ο ύ κ έ θ έ λ ε ις· το δ ’ έμ όν κ ή ρ ά χ ν ν τ α ι έν θ υ μ ω , οθ ’ ν π έ ρ σέθεν α ’ σ χ ε ’ ά κ ο ν ω ί π ρ ο ς Τ ροιώ ν, ο ΐ έ χ ο ν σ ι π ο λ ν ν π ό ν ο ν ε'ίνεκα σ ε ΐο . ά λ λ ’ ίο μ ε ν τ ά δ ’ ό π ισ θ ε ν ά ρ ε σ σ ό μ ε θ ’, α ί κ έ π ο θ ι Ζ ευς δώτ\ έ π ο υ ρ α ν ίο ισ ι θ εο ϊς α ίε ιγ ε ν έ τ η σ ι κ ρ η τ ή ρ α σ τ ή σ α σ θ α ι ελεύθ ερον έν μ ε γ ά ρ ο ισ ιν εκ Τ ρο ίη ς έ λ ά σ α ν τ α ς έ ϋ κ ν ή μ ίδ α ς ’ χ α ιο ύ ς .” Α 525

136

ΙΛΙΑΔΟΣ Ζ

«Ευλογημένε, κανένας άνθρωπος που θα ’ταν δίκαιος δεν θα περιφρονούσε το έργο65 σου στη μάχη, γ ια τί είσαι γενναίος, αλλά θεληματικά αμελείς και δεν θέλεις· η καρδιά μου όμως θλίβεται μέσα μου κάθε φορά που ακούω προ­ σβολή για σένα από τους Τρώες, που δεινοπαθούν εξαιτίας σου. Αλλά ας πηγαίνουμε- και αυτά θα τα επανορθώσουμε στο μέλλον, αν κάποτε ο Δίας μας αξιώ σει προς τιμή των αθάνατων επουρανίων θεών να στήσουμε σ τ’ ανάκτορα κρατήρα για την ελευθερία, αφού εκδιώξουμε από την Τροία τους καλλικνήμιδες Αχαιούς».

137

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Η
(Έ μ μ ε τ ρ ο ς ) Ή τα δ\ Α ίας π ο λ έ μ ιζ ε μ ό ν ω Έ κτορι δίω . (Π ε ζ ή ) Έ κτορος κ α ί Α ί'αντος μ ο ν ο μ α χ ία .

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Η
Κ α τ ά το ν ά ρ χ α ΐο ν « π α ρ α ψ ρ α σ τ η ν » . Έ κτω ρ σ υ ν Α λεξάνδρα) τ ω ά δελ ψ ω κ α τε λ θ ώ ν εις τη ν μ ά χ η ν β ο η θ έ ΐ τ ο ΐς Τ ρ ω σ ί κ ε κ μ η κ ό σ ιν ή δ η , κ α ί σ υ μ β ο υ λ ε ύ σ α ν τ ο ς Έ λένον το υ ά δελφ οΰ, μ ά ν τ ε ω ς ον το ς, π ρ ο κ α λ ε ΐτ α ι α υ τό ς , τ ις α ν τ ω β ο ύ λ ο ιτ ο τω ν Ε λλήνω ν μ ο ν ο μ α χ ή σ α ι. Π ολλώ ν δε π ρ ο α ιρ ο ύ μ ε ν ω ν, Α ΐας ο Τ ελα μ ώ νιο ς κ λ η ρ ω θ ε ίς ά ν θ ίσ τ α τ α ι. Μ α χ ομ ένο υς δέ α υ το ύ ς κ ή ρ υ κ ες κ α τ α π α ν ο υ σ ι κ α ί ν ν ξ δ ια λ ύ ε ι τ η ν μ ά χ η ν . Κ α ί ο ι μ έ ν ά λ λ ή λ ο ις δ ώ ρ α δ ιδ ό α σ ιν . Έ π ικ η ρ υκ ευ ομ ένω ν δέ Τ ρώ ω ν π ε ρ ί νεκρώ ν ά να ιρ έ σ ε ω ς, τ α α υ τ ά γ ίγ ν ε τ α ι π α ρ ’ ά μ φ ο τ έ ρ ο ις τ ο ΐς σ τ ρ α τ ο ΐς . Ο ί δέ Έ λληνες π ο λ υ ά ν δ ρ ω ν κ α τ α σ κ ε υ ά ζ ο υ σ ι κ α ί τ ε ίχ ο ς το υ ν α υ σ τ ά θ μ ο υ , έ φ ’ ώ ό Π ο σειδώ ν ή γ α ν ά κ τ η σ ε , Ζ εύς τε α ύ τ ο ΐς δ ιά ν ν κ τ ο ς σ η μ ε ία ού κ α ίσ ια τώ ν μ ε λ λ ό ν τ ω ν δ ε ίκ νυ σ ιν .

138

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Η (Έ μ μ ετρ η ) Ή τα δε, ο Αίαντας πολεμάει εναντίον του θεϊκού Έκτορα, που είναι μόνος. (Π εζή) Μονομαχία του Έκτορα και του Αίαντα. ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Η Κ α τά τον α ρ χ α ίο « π α ρ α φ ρ α σ τ ή » . Ο Έκτορας μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο, αφού κατέβηκε στη μάχη, βοηθάει τους Τρώες που έχουν πια αποκάμει, και επειδή ο αδελφός του Έλενος, που είναι μάντης, του έδωσε συμβουλή, ο ίδιος προτείνει ποιος θα ήθελε από τους Έλληνες να μονομαχήσει μαζί του. Παρ’ ότι δε πολλοί το ήθελαν^ ο Αίαντας ο Τελαμώνιος με κλήρο παίρνει μέρος στη μονομαχία. Ενώ δε αυτοί μονομαχού­ σαν, οι κήρυκες τους σταματάνε και η νύχτα διαλύει τη μάχη. Και αυτοί μεν μεταξύ τους δώρα ανταλλάσσουν. Επειδή δε οι Τρώες έστειλαν κήρυκες για την ταφή τω ν νεκρών, το ίδιο γίνεται και στους δυο στρατούς. Οι δε Έλληνες κατασκευάζουν κοινό τάφο και τείχος στο ναύ­ σταθμο, γεγονός για το οποίο αγανάκτησε ο Ποσειδώνας, και ο Δίας κατά τη διάρκεια της νύχτας δίνει σ’ αυτούς σημεία όχι ευχάριστα γ ι’ αυτά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.

139

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

Λ ε ίπ ώ ν π ν λ έω ν έ ξ έ σ σ ν τ ο φ α ίδ ιμ ο ς Έ κτω ρ, Ως τώ δ ’ ά μ ’ Α λέξανδρος κ ι ’ ά δελφ εός' έν δ ’ ά ρ α θυμώ ά μ φ ό τ ε ρ ο ι μ έ μ α σ α ν π ο λ ε μ ίζ ε ιν ήδέ μ ά χ ε σ θ α ι. ώ ς δε θεός ν α ν τ η σ ιν έ ε λ δ ο μ έ ν ο ισ ιν έδω κ εν ονρον, έ π ε ί κε κ ά μ ω σ ιν έ ν ξ έ σ τ η ς έλάττ/σι π ό ν τ ο ν έ λ α ννοντες, κ α μ ά τ ω δ ’ υ π ό γ ν ΐα λ έ λ ν ν τ α ι, ώ ς ά ρ α τ ώ Τ ρ ώ εσ σ ιν έ ε λ δ ο μ έ ν ο ισ ι φ α ν ή τη ν. Ένθ ’ έλ έτη ν ο μ έ ν ν ίό ν Ά ρ ηίθ όοιο ά να κ τ ο ς ’Άρντ] ν α ιε τ ά ο ν τ α Μ ενέσθιον, ον κ ο ρ ν ν ή τ η ς γ ε ίν α τ ’ Α ρη'ίθοος κ α ί Φ ν λο μ έδ ο υ σ α β ο ώ π ις ' Έ κτω ρ δ ’ Ή ϊονή α β ά λ ’ έ γ χ ε ϊ ό ξ ν ό ε ν τ ι α ν χ έ ν ’ ν π ό σ τε φ ά νη ς ε ν χ ά λ κ ο ν , λ υ ντο δέ γ ν ΐα . Γ λα ύ κ ο ς δ ’ Ιπ π ο λ ό χ ο ιο π ά ϊς Λ νκ ιω ν ά γ ο ς ά νδρ ώ ν Ίφ ίνοον β ά λ ε δ ο υ ρ ί κ α τ ά κ ρ α τ ε ρ ή ν ν σ μ ίν η ν Δε ξ ιά δ η ν ίπ π ω ν έ π ιά λ μ ε ν ο ν ώ κ ε ιά ω ν ώ μ ο ν ο δ ’ έξ ίπ π ω ν χ α μ ά δ ις π έ σ ε , λ ν ντο δέ γ ν ΐα . Τ ονς δ ’ ώ ς ονν ένόη σε θεά γ λ α ν κ ώ π ις Ά θήνη Α ρ γείονς ό λ έ κ ο ν τα ς ένί κ ρ α τ ε ρ ή ν σ μ ίν η , β ή ρ α κ α τ ’ Ο υ λ ύ μ π ο ιο κ α ρ ή νω ν ά ΐξ α σ α 15 10 5

140

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

Έ τσι αφού είπε, με ορμή βγήκε έξω από τις πύλες1 ο λαμπρός Έκτορας, μαζί δε με αυτόν προχωρούσε ο αδελ­ φός του Αλέξανδρος' μέσα δε στην ψυχή τους και οι δύο επιθυμούσαν σφοδρά να πολεμούν και να μάχονται' όπως δε κάποιος θεός στέλνει ευνοϊκό άνεμο σε ναύτες που τον περιμένουν, αφού κουραστούν χτυπώ ντας με τα λεία κου­ πιά τη θάλασσα, από την κούραση δε έχουν παραλύσει κάτω τα μέλη τους, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο φάνηκαν στους Τρώες, που πολύ τους επιθυμούσαν. Τότε σκότωσε ο Πάρης το γιο του βασιλιά Αρηιθόου, τον Μενέσθιο, που κατοικούσε στην Άρνη2, τον οποίο γέν­ νησε ο Αρηίθοος που κρατεί ρόπαλο και η μεγαλομάτα3 Φυλομέδουσα' ο δε Έκτορας χτύπησε με το μυτερό του δόρυ τον Ηιονέα στον αυχένα κάτω από την καλοκατασκευασμένη από χαλκό περικεφαλαία4, παρέλυσε δε τα μέλη' ο Γλαύκος, ο γιος του Ιππόλοχου, ο οποίος ήταν ο αρχηγός των Λ υκίων αντρών, κατά τη μάχη την πεισμα­ τώδη χτύπησε στον ώμο το γιο του Δεξίου Ιφίνοο, ο οποίος είχε πηδήσει5 πάνω στο άρμα τω ν γρήγορων ίπ π ω ν αυτός δε έπεσε κάτω από το άρμα, και παρέλυσαν τα μέλη του. Μόλις δε αντιλήφθηκε αυτούς η θεά, η γαλανομάτα Αθηνά, ότι δηλαδή κινδύνευαν να καταστρέψουν στη σφο­ δρή μάχη τους Αργείους, αμέσως αφού ξεκίνησε κατέβηκε από τις κορφές του Ολύμπου στην ιερή πόλη της Τροίας.

141

ΟΜΗΡΟΣ

Ί λιον εις ίε ρ ή ν τ ή δ ’ ά ν τ ίο ς ό ρ ν υ τ ’ Α πόλλω ν Π έ ρ γ α μ ο ν έ κ κ α τ ιδ ώ ν , Τ ρ ώ ε σ σ ι δέ β ο υ λ ετο ν ίκ η ν ά λ λ ή λ ο ισ ι δέ τ ώ γ ε σ υ να ν τέ σ θ η ν π α ρ ά φ η γ ω . τ η ν π ρ ό τ ε ρ ο ς π ρ ο σ έ ε ιπ ε ν ά ν α ξ Δ ιός ν ιο ς Α π ό λ λ ω ν “τ ίπ τ ε συ δ ’ α ν μ ε μ α ν ϊα , Δ ιός θ ν γ α τ ε ρ μ ε γ ά λ ο ιο , ή λθες α π ’ Ο ν λ ν μ π ο ιο , με'γας δ έ σε θ ν μ ό ς ά ν ή κ ε ν ; ή ίνα δη Δ α ν α ο ΐσ ι μ ά χ η ς έ τε ρ α λ κ έ α νίκ η ν δ ω ς ; έ π ε ί ον τ ι Τ ρώ ας ά π ο λ λ ν μ έ ν ο υ ς έ λ εα ίρ ε ις. ά λ λ ’ ε ί μ ο ί τ ι π ίθ ο ιο τ ό κεν π ο λ ν κ έρ δ ιο ν ε ΐη · νϋν μ έ ν π α ν σ ω μ ε ν π ό λ ε μ ο ν κ α ι δ η ϊο τ ή τ α σ ή μ ε ρ ο ν ύ σ τε ρ ο ν α ν τ ε μ α χ ή σ ο ν τ ’ ε ις ό κ ε τ έ κ μ ω ρ Ί λιον ε ν ρ ω σ ιν , έ π ε ί ώ ς φ ίλ ον έ π λ ετο θ ν μ ώ ν μ ΐν ά θ α ν ά τ η σ ι, δ ια π ρ α θ έ ε ιν τό δ ε ά σ τ ν . ” Τον δ ’ α ν τ ε π ρ ο σ έ ε ιπ ε θεά γ λ α ν κ ώ π ις Ά θήνη· “ώ δ ’ έ σ τ ω έ κ ά ε ρ γ ε ’ τ ά γ ά ρ φ ρ ο νέο νσ α κ α ι α ν τ ή ήλθον ά π ’ Ο ν λ ν μ π ο ιο μ ε τ ά Τ ρώ ας κ α ι Ά χ α ιονς. ά λ λ ’ ά γ ε π ώ ς μ έ μ ο ν α ς π ό λ ε μ ο ν κ α τ α π α ν σ έ μ ε ν ά ν δ ρ ώ ν ;” Την δ ’ α ύ τ ε π ρ ο σ έ ε ιπ ε ν ά ν α ξ Διός ν ιο ς ’ π ό λ λ ω ν Α Έ κτορος ό ρ σ ω μ εν κ ρ α τε ρ ό ν μ ένος ίπ π ο δ ά μ ο ιο , ήν τ ιν ά π ο υ Δ αναώ ν π ρ ο κ α λ έ σ σ ε τ α ι οίόθεν ο ίο ς ά ν τ ίβ ιο ν μ α χ έ σ α σ θ α ι εν ai vf j δ η ϊο τ ή τ ι, ο ί δ έ κ ’ ά γ α σ σ ά μ ε ν ο ι χ α λ κ ο κ ν ή μ ίδ ε ς ’ χ α ιο ί Α οίον έ π ό ρ σ ε ια ν π ο λ ε μ ίζ ε ιν Έ κτορι δ ίω . ” "Ως έ φ α τ ’, ο ύ δ ’ ά π ίθ η σ ε θεά γ λ α ν κ ώ π ις Ά θήνη. τώ ν δ ’ Έ λενος Π ρ ιά μ ο ιο φ ίλ ο ς π α ΐς σ νν θ ετο θ ν μ ώ β ο υ λ ή ν , ή ρα θ ε ο ϊσ ιν έφ ήνδα νε μ η τ ιό ω σ ι·

20

25

30

35

40

45

142

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

Αλλά ο Απόλλωνας μόλις την είδε, από την Πέργαμο6 έσπευδε για να την αντιμ ετω πίσει, γ ια τί ήθελε τη νίκη για τους Τρώες· συν&ντήθηκαν δε αυτοί μεταξύ τους κο­ ντά στη βελανιδιά" προς αυτή δε πρώτος ο γιος του Δία, ο βασιλιάς Απόλλωνας, είπε! «Κόρη του μεγάλου Δία, γ ια τί πάλι εσύ έχεις έρθει τώρα αφού κατέβηκες γρήγορα από τον Ό λυμπο, επειδή σε παρακίνησε η μεγάλη σου καρδιά; Μ ήπως για να δώσεις7 πλέον στους Δαναούς την οριστική νίκη της μά­ χης; Γιατί καθόλου δεν συνηθίζεις να λυπάσαι τους Τρώες, όταν χάνονται. Αλλά εάν πειθόσουν σε μένα, πράγμα το οποίο είναι πάρα πολύ ωφέλιμο, αυτή τη στιγμή, ας στα­ ματήσουμε τον πόλεμο και τη σφαγή για σήμερα- ύστερα πάλι θα πολεμούν, μέχρις ότου κατορθώσουν το τέλος8 της Τροίας. Αφού έτσι άρεσε στην καρδιά εσάς τω ν αθάνατων θεών, να καταστρέψετε την πόλη αυτή». Προς αυτόν δε πάλι απάντησε η θεά, η γαλανομάτα Αθηνά: «Έ τσ ι ας γίνει, θεέ αθάνατε' γ ια τί κι εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις έχω κατεβεί από τον Όλυμπο κοντά στους Τρώες και στους Αχαιούς. Αλλά έλα, π ώ ς επιθυμείς να σταματή­ σεις τον πόλεμο των αντρώ ν;» Προς αυτή δε πάλι είπε ο γιος του Δία, ο βασιλιάς Απόλλωνας: «Α ς παρακινήσουμε τον ισχυρό και γενναίο ιπποδαμαστή Έκτορα, μήπως τυχόν προκαλέσει κάποιον από τους Δαναούς, με σκοπό να πολεμήσει εναντίον του τελείως μόνος σε φοβερή μάχη. Εκείνοι δε οι Αχαιοί που φορούν χάλκινες κνημίδες9 θα παρακινήσουν κάποιον μόνος του να πολεμάει εναντίον του ευγενικού Έ κτορα». Έ τσι είπε, συμφώνησε δε η γαλανομάτα θεά Αθήνα" ο δε Έλενος, ο αγαπητός γιος του Πριάμου, αντιλήφθηκε μέσα στην ψυχή του το σχέδιό τους, που ήταν αρεστό

143

ΟΜΗΡΟΣ

στη δέ π α ρ ’ Έ κτορ’ ιών κ α ί μιν προς μνθον έ ειπ εν “Έκτορ, υιέ Π ριάμοιο, Λιί μ ητιν ατάλαντε ή ρά νύ μ ο ι τ ι πίθοιο, κασίγνητος δέ τοι! είμι' άλλους μέν κάθισον Τρώας και πάντας ’ χαιούς, Α αυτός δέ προκάλεσσαι Αχαιών ος τις άριστος άντίβιον μαχέσασθαι έν a i vfj δηϊοτητί' ’ ού γάρ πώ τοι μοίρα θανεΐν και πότμον έ π ισ π ε ΐν ώς γάρ έγώ ό π ’ άκουσα θεών αίειγενετάω ν.” "Ως εφαθ ’, Έκτωρ δ ’ αύτε χάρη μέγα μϋθον άκούσας, κ α ί ρ ’ ές μέσσον ιών Τρώων άνέεργε φ άλαγγας, μέσσου δουρός ελώ ν ο ί δ ’ ίδρύνθησαν άπαντες. κάδ δ ’ Α γαμέμνων είσεν ένκνημιδας Αχαιούς· κάδ δ ’ ά ρ ’ Αθηναίη τε καί άργυρότοξος Απόλλων έζέσθην όρνισιν έοικότες α ίγυ π ιο ΐσι φηγώ έφ ’ ύ-ψηλfj πατρός Διός αίγιόχοιο άνδράσι τερπόμενοί' τών δέ στίχες εϊατο πνκναι ά σπ ία ι και κορύθεσσι καί έγχεσι πεφ ρικυϊαι. οίη δέ Ζεφύροιο έχεύατο πόντον έπι φρίξ όρνυμένοιο νέον, μελάνει δέ τε πόντος ύ π ’ αύτης, τοϊα ι άρα στίχες ήατ ’ ’ χαιών τε Τρώων τε Α έν πεδίο.)’ Έκτωρ δέ μ ε τ ’ άμφ οτέροισιν έειπε' “κέκλυτέ μεν, Τρώες καί ένκνήμιδες Α χαιοί οφ ρ’ είπω τά με θυμός ένί στηθεσσι κελεύει. όρκια μέν Κ ρονίδης ΰψίζυγος ούκ έτέλεσσεν, αλλά κακά φρονέων τεκμαίρεται άμφ οτέροισιν εις ο κεν η ΰμεΐς Τροίην ενπυργον έλητε η αυτοί παρά νηυσί δαμήετε ποντοπόροισιν.
70 65 60 55 50

144

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

στους θεούς που σκέφτονται συνετά- αφού ήρθε δε και στάθηκε κοντά στον Έκτορα, λόγο είπε προς αυτόν: «Έκτορα, γιε του Πριάμου, που είσαι ίσος κατά τη φρόνηση με τον Δία, αλήθεια θα με προσέξεις σε κάτι; Αδελφός σου είμαι. Όλους τους άλλους Τρώες και τους Αχαιούς βάλε να καθίσουν, εσύ δε να προκαλέσεις τον άριστο (το πιο γενναίο) από τους Αχαιούς ώ στε να πολε­ μήσεις εναντίον του με φοβερή μάχη- γ ια τί ακόμη δεν είναι πεπρωμένο για σένα να πεθάνεις και ν’ ακολουθήσεις τη μοίρα σου- για τί εγώ έτσι άκουσα τη φωνή τω ν αθάνατων θεών». Έ τσι μίλησε, ο Έκτορας δε από το άλλο μέρος χάρηκε10 πολύ όταν άκουσε το λόγο αυτό, και αφού ήρθε στο μέσο των Τρώων απωθούσε τις φάλαγγες αυτώ ν, αφού έπιασε από τη μέση το δόρυ- αυτοί δε όλοι ανεξαιρέτως κάθισαν- ο δε Αγαμέμνονας έβαλε αυτούς που έχουν ωραίες κνημίδες Αχαιούς να καθίσουν- η Αθηνά δε έπειτα και ο αργυρότοξος Απόλλωνας, όμοιοι προς τα όρνια γυπαετούς, σε ψηλή βελανιδιά του Δία ο οποίος καλύπτει τον κόσμο, αφού ευχαριστιούνταν στη θέα τω ν αντρώ ν- αυτοί δε σε πυκνές γραμμές κάθονταν αφού έδιναν φριχτή εντύπωση με τις ασπίδες και τις περικεφαλαίες και τα δόρατα. Ό πως δε απλώνεται πάνω στο πέλαγος η φριχτή τρικυμία από τον Ζέφυρο, όταν για πρώτη φορά σηκώ νεται, μαυρίζει δε από αυτή το πέλαγος, έτσι ακριβώς κάθονταν στην πεδιάδα τα τμήματα τω ν Αχαιών και τω ν Τ ρ ώ ω ν- ο δε Έκτορας μεταξύ των δύο είπε: «Ακούστε με, Τρώες και καλλικνήμιδες Αχαιοί, όσα με προτρέπει η καρδιά μου μέσα στα στήθη μου να πω . Την ένορκη συμφωνία ο γιος του Κρόνου που κάθεται ψηλα δεν την άφησε να εκτελεστεί, αλλά σκεπτόμενος κακά καθορί­ ζει και για τους δύο ωσότου ή εσείς κυριεύσετε την ισχυρή πόλη της Τροίας ή εσείς νικηθείτε κοντά στα θαλασσοπόρα

145

ΟΜΗΡΟΣ

ν μ ΐν δ ’ έν γ ά ρ έ α σ ιν ά ρ ισ τ ή ε ς Π α ν α χ α ιώ ν τω ν νυν ον τ ιν α θυ μ ός έ μ ο ί μ α χ έ σ α σ θ α ι ά ν ώ γ ε ι δ ε ϋ ρ ’ ί'τω εκ π ά ν τ ω ν π ρ ό μ ο ς έ μ μ ε ν α ι Έ κτορι δ ίω . ώ δε δέ μ υ θ έ ο μ α ι, Ζ ευς δ ’ ά μ μ ’ έ π ιμ ά ρ τ υ ρ ο ς έ σ τ ω ’ ε ί μ έ ν κεν εμ έ κ είνο ς έλη τ α ν α ή κ ε ϊ χ α λ κ ω , τε ύ χ ε α σ υ λ ή σ α ς φ ερέτω κ ο ίλ α ς ε π ί ν ή α ς, σ ώ μ α δέ ο ί'κ α δ ’ έμ όν δ ό μ ε ν α ι π ά λ ιν , όφ ρα π υ ρ ά ς μ ε Τ ρώ ες κ α ί Τ ρώ ω ν ά λ ο χ ο ι λ ε λ ά χ ω σ ι θ α νόντα . ε ί δ έ κ ’ έ γ ώ το ν ελω , δώτ] δ έ μ ο ι εύχος ’ πόλλω ν, Α τε ύ χ ε α σ ύ λ η σ α ς ο ΐσ ω π ρ ο τ ί Ί λιον ίρή ν, κ α ί κ ρ εμ ά ω π ρ ο τ ί νηόν ’ πόλλω νος έ κ ά τ ο ιο , Α τον δέ νεκυ ν ε π ί νή α ς έ ν σ σ ε λ μ ο υ ς α π ο δ ώ σ ω , όφ ρά έ τ α ρ χ ύ σ ω σ ι κ ά ρ η κ ο μ ό ω ν τ ε ς ’ χ α ιο ί, Α σ ή μ α τε ο ί χ ε ύ ω σ ιν ε π ί π λ α τ ε ΐ Έ λλη σπ όντω . κ α ί π ο τ έ τ ις ε ιπ η σ ι κ α ί όψ ιγ ό νώ ν α νθ ρώ π ω ν ν η ι π ο λ υ κ λ ή ίδ ι π λ έ ω ν ε π ί ο ίν ο π α π ό ν τ ο ν “ά νδρ ός μ έν τό δ ε σ ή μ α π ά λ α ι κ α τ α τ ε θ ν η ώ τ ο ς , ον π ο τ ’ ά ρ ισ τ ε ύ ο ν τ α κ α τ έ κ τ α ν ε φ α ίδ ιμ ο ς Έ κ τ ω ρ .” ώ ς π ο τ έ τ ις έρέεΓ τό δ ’ έμ όν κ λέος ού π ο τ ’ ό λ ε ΐτ α ι.” "Ως εφ αθ ’, ο ί δ ’ ά ρα π ά ν τ ε ς ά κ ή ν έγ ένοντο σ ιω π ή · α ϊδ εσ θ εν μ έ ν ά ν ή ν α σ θ α ι, δ ε ϊσ α ν δ ’ ύ π ο δ έ χ θ α ι' όψέ δέ δή Μ ενέλαος ά ν ίσ τ α τ ο κ α ί μ ε τ ε ε ιπ ε ν ε ίκ ε ι ό ν ε ιδ ίζω ν , μ ε γ α δέ σ τ ε ν α χ ίζ ε τ ο θ υ μ ώ ' “ώ μ ο ι, ά π ε ιλ η τ ή ρ ε ς , Ά χ α ιΐδες, ο ύ κ ε τ ’ ’ χ α ιο ί· Α ή μ έν δή λ ώ β η τά δ ε γ ’ έ σ σ ε τ α ι αίνόθ εν α ίνώ ς ε ί μ ή τ ις Δ αναώ ν νυν Έ κτορος ά ν τ ίο ς είσ ιν . 95 90 85 80 75

146

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

πλοία. Μεταξύ σας δε βέβαια υπάρχουν12 πάρα πολλοί γενναίοι από τους Έλληνες. Από αυτούς δε τώρα εκείνος που τον προτρέπει η καρδιά του να πολεμήσει προς εμένα ας βγει εδώ, έξω απ’ όλους, ώστε να γίνει αντίπαλος του ένδοξου Έκτορα. Τα εξής δε λέω, και ο Δ ίας ας είναι σε μας μάρτυρας γ ι’ αυτά. Εάν μεν εκείνος με σκοτώσει με το δόρυ που έχει μεγάλη αιχμή, αφού μου πάρει τα όπλα, ας τα φέρει κοντά στα κοίλα πλοία, το π τώ μ α 13 μου όμως να το αποδώσει στην πόλη για να με κάψουν14 οι Τρώες και οι γυναίκες τω ν Τρώων επειδή σκοτώθηκα, εάν όμως εγώ σκοτώσω αυτόν, μου δώσει δε ο Α πόλλωνας τη δόξα, αφού του αφαιρέσω τα όπλα, θα τα φέρω στην ιερή πόλη της Τροίας και θα τα κρεμάσω στο ναό του μακροβόλου Απόλλωνα, το νεκρό όμως θα τον αποδώσω στα πλοία που έχουν ωραία καταστρώματα για να τον ενταφιάσουν οι Αχαιοί, οι οποίοι τρέφουν ωραία κόμη, και να του κτίσουν τύμβο κοντά στον πλατύ Ελλήσποντο. Κ αι15 κάποτε θα πει κάποιος από τους μεταγενέστερους ανθρώπους ο οποίος θα πλέει με πλοίο με πολλά κουπιά επάνω στη θάλασσα τη βαθύχρωμη, “ αυτό βέβαια είναι τύμβος (κενοτάφιο) για άντρα που πέθανε προ πολλού, και τον οποίο κάποτε, αν και ήταν πολύ γενναίος, τον σκότωσε ο λαμπρός Έ κτο­ ρας” . Τέτοια θα λέει κάποιος κάποτε' η δική μου όμως δόξα ποτέ δεν θα αφανιστεί)). Έ τσι είπε, εκείνοι δε έπειτα όλοι ησύχασαν και σιώ πη­ σ α ν ντρέπονταν δε να αρνηθούν αλλά φοβήθηκαν και να δεχτούν. Αργά δε σιγά σιγά σηκώνονταν ο Μενέλαος και μίλησε με βρισιές, αφού κατηγορούσε, στέναζε δε πολύ μέσα στην καρδιά του. «Αλίμονο, αλαζονικές γυναίκες Αχαίδες, όχι πλέον Α ­ χαιοί- βέβαια αληθινά αυτά εδώ θα είναι πολύ φοβερή ντροπή, αν δηλαδή κανένας από τους Αχαιούς δεν θελήσει να αναμετρηθεί τώρα με τον Έκτορα. Αλλά εσείς όλοι

147

ΟΜΗΡΟΣ

άλλ ’ υμείς μέν πάντες ύδωρ και γαΐα γένοισθε ήμενοι ανθι έκαστοι άκήριοι άκλεές αντως' τώδε δ ’ έγών αυτός θωρήξομαι· αντάρ ΰπερθε νίκης πείρατ’ εχονται έν άθανάτοισι θεοϊσιν.” " άρα ψωνήσας κατεδύσετο τεύχεα καλά. Ως ένθά κέ τοι, Μενέλαε, φάνη βιότοιο τελευτή Έκτορος έν παλάμησιν, έπεί πολύ φέρτερος ήεν, εί μη άναΐξαντες έλον βασιλήες Αχαιών, αυτός τ ’ Άτρεΐδης ευρύ κρείων Αγαμέμνων δεξιτερής έλε χειρός έπος τ ’ έφατ’ έκ τ ’ όνόμαζεν “άφραίνεις, Μενέλαε διοτρεφές, ουδέ τ ί σε χρή ταΰτης αφροσύνης' άνά δέ σχέο κηδόμενός περ, μηδ ’ έθελ ’ έξ έριδος σεϋ άμείνονι φωτι μάχεσθαι Έκτορι ΠριαμίδΎ], τόν τε στυγέουσι και άλλοι, και δ’ Άχιλεύς τούτω γε μάχη ένι κυδιανείρη έρριγ ’ άντιβολήσαι, ό περ σέο πολλόν άμείνων. αλλά σύ μέν νυν ΐζευ ιών μετά έθνος εταίρων, τοντω δέ πρόμον άλλον άναστήσουσιν ’ χαιοί, Α ε ί περ άδειής τ ’ έστι και εί μόθου έστ ’ άκόρητος, φημί μιν άσπασίως γόνυ κάμψειν, α ί κε φύγησι δηιου εκ πολεμοιο και αίνής δηϊοτήτος. ” " είπών παρέπεισεν άδελφειου φρένας ήρως Ως αίσιμα παρειπών, ό δ ’ έπείθετο' τοϋ μέν έπειτα γηθόσυνοι θεράποντες απ’ ώμων τευχε’ έλοντο■ Νέστωρ δ’ Αργείοισιν άνίστατο και μετέειπεν “ώ πόποι, ή μέγα πένθος Αχαιΐδα γαϊαν ίκάνει. ή κε μ έγ ’ οίμώξειε γέρων ίππηλάτα Πηλευς έσθλός Μυρμιδόνων βουληφόρος ήδ ’ αγορητής,
125 120 115 110 105 100

148

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

μακάρι τώρα να γίνετε16 νερό και χώμα, αφού καθόσαστε εδώ όλοι άτολμοι17, τελείως χωρίς δόξα- εγώ ο ίδιος θα εξοπλιστώ εναντίον αυτού- πάνω δε μεταξύ τω ν αθάνατων θεών κρατιούνται τα άκρα τω ν σχοινιών18 της νίκης». Έ τσι λοιπόν αφού μίλησε, φόρεσε τα ωραία όπλα- τότε Μενέλαε θα ερχόταν για σένα το τέλος της ζωής σου μέσα στα χέρια του Έκτορα, για τί ήταν πολύ ανώτερος, αν δεν σε έπιαναν, αφού πήδησαν όλοι μαζί, οι βασιλείς των Α­ χαιών. Και ο ίδιος ο γιος του Ατρέα, ο μεγάλος άρχοντας Αγαμέμνονας, τον έπιασε από το δεξί χέρι και λόγους έλεγε και μιλούσε. «Ε υγενικέ Μενέλαε ανόητα φέρεσαι, και όμως καθόλου δεν σου ταιριάζει αυτή η ανοησία- αλλά κρατήσου όσο κι αν στενοχωριέσαι και μην αποτολμάς από πνεύμα συναγωνι­ σμού να μάχεσαι εναντίον άντρα που είναι καλύτερος απο σένα, με το γιο του Πριάμου, τον Έ κτορα, τον οποίο κι οι άλλοι φοβούνται. Γιατί και ο Αχιλλέας ο οποίος παρ’ όλα αυτά είναι πολύ ανώτερος από σένα τρομάζει να συναντή­ σει αυτόν στη μάχη19, η οποία δοξάζει τους άντρες. Αλλά εσύ μεν τώρα κάθισε, αφού έρθεις κοντά στο πλήθος τω ν συντρόφων σου, για τούτον δε θα σηκώσουν άλλον αντίμα­ χο οι Αχαιοί- κι αν είναι αχόρταστος20 στη μάχη, σε βε­ βαιώνω ότι ευχάριστα αυτός θα κάμψει τα γόνατά του, εάν φύγει από τον καταστρεπτικό πόλεμο και τη φοβερή μάχη>>' τσι αφού είπε, ο ήρωας άλλαξε τη γνώ μ η του αδελφού Έ του για τί τον συμβούλευσε τα πρέποντα- εκείνος δε υπά­ κουσε. Από τους ώμους έπειτα με χαρά οι υπηρέτες του πήραν τα όπλα. Μ εταξύ δε τω ν Α ργείων σηκώθηκε ο Νέστορας και είπε! «Αλίμονο, βέβαια μεγάλη θλίψη έπεσε στην αχαϊκή γ η βέβαια πολύ θα στέναζε ο γέροντας αρματηλάτης Πηλέας, ο γενναίος αρχηγός τω ν Μυρμιδόνων21 και ρήτορας, ο

149

ΟΜΗΡΟΣ

ός ποτέ μ ’ είρόμένος μέγ ’ έγήθεεν ώ ένΐ οί’ ω κ πάντων Άργείων έρέων γενεην τε τόκον τε. τούς νυν εί πτώσσοντας νφ ’ Έκτορι πάντας άκούσαι, πολλά κεν άθανάτοισι φίλας άνά χεϊρας άείραι θυμόν από μελέων δϋναι δόμον Άϊδος ε’σω. ί α ΐ γάρ, Ζεϋ τε πάτερ και Αθηναίη και Άπολλον, ηβω μ ’ ώ ς οτ ’ έπ ’ ώκυρόω Κελάδοντι μάχοντο άγρόμενοι Πύλιοί τε καί ’ ρκάδες έγχεσίμωροι Α Φειας πάρ τείχεσσιν Ίαρδάνου άμψί ρέεθρα. τοΐσι δ ’ Έρευθαλίων πρόμος ίστατο ισόθεος φως τεύχε ’ έχων ώμοισιν Αρηίθόοιο άνακτος δίου Αρηίϋόου, τον έπίκλησιν κορυνήτην άνδρες κίκλησκον καλλίζωνοί τε γυναίκες ούνεκ’ άρ’ ού τόξοισι μαχέσκετο δουρί τε μακρω, άλλα σιδηρείη κορύνη ρήγνυσκε φάλαγγας, τον Λυκόοργος έπεφνε δόλω, ού τι κράτει γε, στεινωπω έν όδω οθ’ άρ’ ού κορύνη οί όλεθρόν χραΐσμε σιδηρείη ' πριν γάρ Λυκόοργος ύποφθάς δουρί μέσον περόνησεν, δ δ ’ ύπτιος ούδει ερείσθη · τεύχεα δ ’ έξενάριξε, τ α οί πόρε χάλκεος Αρης. καί τά μεν αυτός έπειτα φόρει μετά μώλον Αρηος' αύτάρ έπεί Λυκόοργος ενί μεγάροισιν έγήρα, δώκε δ ’ Έρευθαλίωνι φίλω θεράποντι φορήναι' τοϋ δ γε τεύχε’ έχων προκαλίζετο πάντας άρ ιστούς, οι δε μάλ ’ έτρόμεον καί έδείδισαν, ουδέ τις ετλη · άλλ ’ εμέ θυμός άνήκε πολντλήμων πολεμίζειν θάρσεϊ ώ~ γενεη δέ νεώτατος έσκον άπάντων καί μαχόμην οί εγώ, δώκεν δέ μοι εύχος Άθήνη. τον δή μήκιστον καί κάρτιστόν κτάνον οίνδρα'

130

135

140

145

150

155

150

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

οποίος όταν κάποτε με ρωτούσε στο σ π ίτι του, είχε μεγάλη χαρά ρωτώντας με για τη γενεά και την καταγω γή όλων τω ν Αργείων. Εάν άκουγε τώρα ότι αυτοί ζαρώνουν από φόβο μπροστά στον Έκτορα θα σήκωνε τα χέρια του με θέρμη προς τους αθάνατους θεούς (ευχόμενος) να κατεβεί στον οίκο του Άδη η ψυχή του, αφού βγει από το σώμα του. Μακάρι πατέρα Δία και Αθηνά και Απόλλωνα, να είχα την ακμή της ηλικίας όπως όταν, αφού μαζεύτηκαν οι φίλοι τω ν δοράτων, οι Αρκάδες, και πολεμούσαν κοντά στον ορμητικό Κελάδοντα22 κοντά στα τείχη της Φειάς γύρω από τα ρεύματα του Ιορδάνη. Μ εταξύ δε αυτών πρώτος στη μάχη ήταν ο Ερευθαλίωνας, άντρας ίσος με τους θεούς, που είχε στους ώμους του τα όπλα του αρχηγού Αρηιθόου, του ευγενικού, τον οποίο οι άντρες και οι γυναί­ κες με τις ωραίες ζώνες ροπαλοφόρο τον ονόμαζαν, γιατί δεν πολεμούσε ίσα ίσα με τόξα ούτε με δόρυ μακρό αλλά με σιδερένιο ρόπαλο διασπούσε τις φάλαγγες. Αυτόν τον σκό­ τωσε με δόλο ο Λυκούργος23, όχι βέβαια με δύναμη, σε στενό δρόμο όπου, όπως ήταν φυσικό, το σιδερένιο ρόπαλο δεν τον βοηθούσε να αποκρούσει τον όλεθρο. Γιατί από πριν ο Λυκούργος κρυφά, αφού πρόλαβε, τον τρύπησε με το δόρυ στο μέσον, αυτός δε έπεσε ανάσκελα πάνω στο έδαφος' του αφαίρεσε δε τα όπλα, τα οποία του έδωσε ο χάλκινος Άρης. Και αυτά μεν έπειτα εκείνος τα φορούσε στην ακμή της μάχης. Αφού δε ο Λυκούργος γέρασε μέσα στο σπίτι του, τα έδωσε τότε στον Ερευθαλιωνα, τον αγα­ πητό του υπηρέτη, για να τα φοράει' φορώντας εκείνος τα όπλα αυτού προκαλούσε όλους τους ευγενείς. Εκείνοι δε έτρεμαν φοβερά και κανένας δεν τόλμησε' αλλά εμένα με θάρρος παρακίνησε η καρτερική μου καρδιά να πολεμάω, αν και ήμουν κατά την ηλικία νεότερος α π ’ όλους. Και πολεμούσα εγώ προς αυτόν, μου έδωσε δε τη δόξα η Αθηνά' αυτός βέβαια ήταν άντρας πάρα πολύ ψηλός και πάρα

151

ΟΜΗΡΟΣ

πολλός γάρ τις εκειτο παρήορος ένθα και ένθα. είθ’ ώ ς ήβώοιμι, βίη δέ μοι έμπεδος εΐη~ τώ κε τά χ ’ άντήσειε μάχης κορνθαίολος Έκτωρ, νμέων δ ’ οί περ έασιν άριστήες Παναχαιων οϋδ ’ οι προφρονέως μ.έμ,αθ ’ Έκτορος αντίον έλθεΐν.” " νείκεσσ’ ό γέρων, οί δ ’ εννέα πάντες άνέσταν. Ως ώρτο πολυ πρώτος μέν άναξ άνδρών Αγαμέμνων, τώ δ ’ επί Τυδεΐδης ώρτο κρατερός Διομήδης, τοΐσι δ ’ έπ’ Αίαντες θουριν έπιειμένοι αλκήν, τοΐσι δ’ επ ’ Iδομενεύς καί όπάων Ίδομενήος Μηριόνης ατάλαντος Ένυαλίω άνδρειφόντη, τοΐσι δ’ επ ’ Ενρύπυλος, Εναίμονος αγλαός υιός, άν δέ θόας Ανδραιμονίδης και δΐος Όδυσσεύς' πάντες άρ’ οί γ ’ έθελον πολεμίζειν Έκτορι δίω. τοΐς δ’ αύτις μετέειπε Γερήνιος ίππότα Νέστωρ· “κλήρω νϋν πεπάλασθε διαμπερές ος κε λάχησιν ούτος γάρ δη όνήσει έϋκνήμιδας Αχαιούς, και δ ’ αυτός δν θυμόν όνήσεται α ί κε ψύγτ\σι δηΐου έκ πολέμοιο και αίνής δηϊοτήτος. ” "Ως έφαθ’, οί δέ κλήρον έσημήναντο έκαστος, έν δ ’ έβαλον κυνέη Αγαμέμνονος Ατρείδαρ. λαοί δ’ ήρήσαντο, θεοΐσι δέ χεΐρας άνέσχον ώδε δέ τις είπεσκεν ίδών εις ουρανόν εύρυν “Ζεϋ πάτερ, ή Αίαντα λαχεΐν, ή Τνδέος υιόν, ή αυτόν βασιλήα πολυχρύσοιο Μνκήνης. ”
180 175 170 165 160

152

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

πολύ δυνατός, που εγώ τον σκότωσα- γ ια τί σε μεγάλη έκταση κείτονταν ξαπλωμένος σε μήκος και σε πλάτος. Μακάρι έτσι να ήμουν ακμαίος, και οι δυνάμεις μου να ήταν ακέραιες- σε τέτοια περίπτωση γρήγορα θ’ αντιμ ετώ ­ πιζα στη μάχη τον Έκτορα με τη μεγάλη περικεφαλαία. Από σας δε όσοι ακριβώς είναι άριστοι από τους Παναχαιούς ούτε εσείς δεν σπεύδετε πρόθυμα να έρθετε εναντίον του Έκτορα». Με αυτά τα λόγια τους κατηγόρησε ο γέροντας, κι εκείνοι δε συνολικά εννέα σηκώθηκαν. Πρώτος μεν σηκώ ­ θηκε ο βασιλιάς τω ν αντρών Αγαμέμνονας, μετά δε από αυτόν σηκώθηκε ο γενναίος Διομήδης, μετά από αυτούς οι δύο Αίαντες, οι οποίοι ήταν περιβλημένοι με ορμητική τόλμη, μετά δε από αυτούς ο Ιδομενέας και ο ακόλουθος του Ιδομενέα Μηριόνης, ο ίσος με τον Ενυάλιο που σκο­ τώνει τους άντρες. Μετά δε από αυτούς ο Ευρύπυλος, ο λαμπρός γιος του Ευαίμονα, σηκώθηκε δε και ο γιος του Αδραίμονα Θόας και ο ευγενής Οδυσσέας- όλοι λοιπόν αυτοί ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν με τον ένδοξο Έ κτο­ ρα. Μεταξύ δε αυτών μίλησε πάλι ο Γερήνιος ιππότης Νέστορας. «Να ρίξετε24 κλήρο πέρα για πέρα, όποιος κληρωθεί να αντιμετωπίσει τον Έκτορα. Αυτός βέβαια θα ευχαριστήσει τους καλλικνήμιδες Αχαιούς- και αυτός θα ευχαριστηθεί στην καρδιά του εάν φύγει από τον καταστρεπτικό πόλεμο και τη φοβερή μάχη». Έ τσι μίλησε, εκείνοι δε ο καθένας για τον εαυτό του έγραψαν κλήρο και τον έβαλαν στην περικεφαλαία του Ατρείδη- οι στρατιώτες δε επευφήμησαν, ύψωσαν δε τα χέρια τους προς τους θεούς- κάποιος δε, αφού έστρεψε το βλέμμα του στον ευρύχωρο ουρανό, τα εξής είπε: «Δ ία πατέρα, ή ο Αίαντας να κληρωθεί ή ο γιος του Τυδέα ή ο ίδιος ο βασιλιάς τω ν πολύχρυσων Μ υκηνών».

153

ΟΜΗΡΟΣ

"Ως άρ ’ έφαν, πάλλεν δέ Γερήνιος ίππότα Νέστωρ, έκ < ’ έθορε κλήρος κυνέης δν άρ ’ ήθελον αυτοί 5 Αίάντος ■ κήρυξ δέ φέρων αν’ δμιλον άπάντη δεΐξ’ ένδέξια πασιν άριστηεσσιν ’ χαιών, Α οί δ ’ ου γιγνώσκοντες άπηνήναντο έκαστος. άλλ ’ οτε δή τον ίκανε φέρων άν ’ δμι,λον άπάνττ) ος μιν έπιγράψας κυνέη βάλε φαίδιμος Αίας, ήτοι υπέσχεθε χειρ’, δ δ’ άρ’ έ'μβαλεν άγχι παραστάς, γνώ δέ κλήρου σήμα Ιδών, γήθησε δέ θυμώ. τον μέν πάρ πόδ’ έόν χαμάδις βάλε φώνησέν τε' “ώ φίλοι, ήτοι κλήρος έμός, χαίρω δέ καί αυτός θυμώ, έπεί δοκέω νικησέμεν Έκτορα δΖον. άλλ’ άγετ’ οφρ’ άν έγώ πολεμήϊα τευχεα δυω, τόφρ’ ΰμεΐς εύχεσθε Διί Κρονίωνι άνακτι σιγή έφ ’ υμείων ίνα μή Τρώές γε πύθωνται, ήέ καί άμφαδίην, έπεί ου τινα δείδιμεν έμπης' οϋ γάρ τις με βίτ\ γε έκών άέκοντα δίηται ουδέ τι ίδρείΐ], έπεί οΰδ’ έμέ νήίδά γ ’ όντως έλπομαι έν Σαλαμΐνι γενέσθαι τε τραφέμεν τε .” "Ως έφαθ’, οί δ’ εύχοντο Διί Κρονίωνι άνακτιώδε δέ τις είπεσκεν ιδών εις ουρανόν εϋρυ'ν “Ζεϋ πάτερ, Ίδηθεν μεδέων, κύδιστε μέγιστε, δός νίκην Α ’αντι καί άγλαόν εύχος άρέσθαι' ί εί δέ καί Έκτορά περ φιλέεις καί κήδεαι αΰτοϋ, ίσην άμφοτέροισι βίην καί κϋδος οπασσον. ”
205 200 195 190 185

154

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

Έ τσ ι λοιπόν μίλησαν, ανακάτεψε δε τους κλήρους ο ιππότης Νέστορας από την Γερηνία, πήδησε δε έξω από την περικεφαλαία ο κλήρος, τον οποίο ακριβώς ήθελαν αυτοί, δηλαδή ο κλήρος του Αίαντα. Έ νας κήρυκας δε, κρατώντας τον κλήρο σε όλα τα μέρη μέσα στο πλήθος, τον έδειξε δεξιά25 σε όλους τους άριστους Αχαιούς. Εκείνοι δε, επειδή δεν αναγνώριζαν τον κλήρο, ο καθένας από αυτούς τον απαρνήθηκε. Αλλά κρατώντας τον κλήρο σε όλα τα μέρη μέσα στο πλήθος έφτασε σε κείνον, ο οποίος αφού χάραξε αυτόν τον έβαλε στην περικεφαλαία, δηλαδή ο λαμπρός Α ίαντας. Αυτός μεν άπλωσε το χέρι του εκείνος δε αφού σταμάτησε κοντά τον έβαλε μέσα' όταν δε τον ειδε ο Αίαντας αναγνώρισε το σημείο του κλήρου, ευχαριστήθηκε δε μέσα στην καρδιά του. Αυτόν τον έριξε μεν χάμω κοντά στα πόδια του και είπε: «Φίλοι μου, ο κλήρος είναι δικός μου, χαίρω δε κι εγώ στην καρδιά μου, επειδή έχω ελπίδα ότι θα νικήσω τον ένδοξο Έκτορα, αλλά ελάτε ενόσω εγώ θα φοράω τα πο­ λεμικά όπλα, εσείς στο μεταξύ να προσεύχεστε στο γιο του Κρόνου, το βασιλιά Δία, ο καθένας σιγά26 μόνος του, για να μην ακούσουν οι Τρώες ή και φανερά ακόμη, επειδή σε κάθε περίπτωση κανέναν δεν φοβόμαστε. Δ ιότι κανένας με τη δική του θέληση, χωρίς τη δική μου θέληση, διά της βίας, θα με τρέψει σε φυγή ούτε καθόλου εξαιτίας εμπει­ ρίας, γιατί νομίζω ότι ούτε εγώ γεννήθηκα και ανατράφη­ κα στη Σαλαμίνα τόσο άσχετος». Έ τσι μίλησε, εκείνοι δε προσεύχονταν προς το γιο του Κρόνου, το βασιλιά Δία" κάποιος δε, αφού έστρεψε τα βλέμματά του προς τον ευρύχωρο ουρανό, είπε: «Δ ία πατέρα, κυρίαρχε της Ίδης, παρά πολύ ένδοξε και μέγιστε, δώσε στον Αίαντα την νίκη και κάνε τον να λάβει λαμπρή δόξα' αν όμως αγαπάς και τον Έ κτορα και φρο­ ντίζεις γ ι’ αυτόν, δώσε και στους δύο ίση δύναμη και ίση

155

ΟΜΗΡΟΣ

"Ως άρ’ εφαν, Αίας δέ κορνσσετο νώροπι χαλκώ. αντάρ έπεί δη πάντα περί χροι έσσατο τευχεα, σεύατ’ έπειθ’ οϊός τε πελώριος έρχεται 'Άρης, ος τ ’ εΐσιν πόλεμον δέ μετ ’ άνέρας ούς τε Κρονίων θυμοβόρου εριδος μένει ξυνέηκε μάχεσθαι. τοΐος άρ’ Αίας ώρτο πελώριος έρκος Αχαιών μειόιο'ων βλοσυροΐσι προσώπασν νέρθε δε ποσσιν ήϊε μακρά βιβάς, κραδάων δολιχόσκιον έγχος. τον δέ καί Αργεΐοι μέν έγήθεον είσορόωντες, Τρώας δέ τρόμος αίνος ΰπηλυΟε γνΐα έκαστον, Έκτορί τ ’ αντω θυμός ένί στηθεσσι πάτασσεν άλλ ’ ον πως έτι είχεν νποτρέσαι ούδ ’ άναδνναι άψ λαών ές όμιλον, έπεί προκαλέσσατο χάρμη. Αίας δ ’ έγγνθεν ήλθε φέρων σάκος ήντε πνργον χάλκεον έπταβόειον, δ οί Τυχίος κάμε τευχών σκυτοτόμων οχ’ άριστος Ύλη ένι οικία ναίων, ός οί έποίησεν σάκος αίόλον έπταβόειον ταύρων ζατρεφέων, επί δ’ όγδοον ή'λασε χαλκόν. τό πρόσθε στέρνοιο φέρων Τελαμώνιος Αίας στη ρα μάλ’ Έκτορος εγγύς, άπειλήσας δέ προσηύδα· 225 “Έκτορ, νϋν μέν δη σάφα είσεαι οίόθεν οίος οίοι καί Δαναοΐσιν άριστήες μετέασι καί μ ετ’ Αχιλληα ρηξήνορα θυμολέοντα. άλλ’ ο μέν έν νήεσσι κορωνίσι ποντοποροισι κεΐτ ’ άπομηνίσας Αγαμέμνονι ποιμένι λαώ ν
230 220 215 210

156

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

δόξα». Έ τσι λοιπόν έλεγαν, ο δε Α ίαντας εξοπλιζόταν με λα­ μπρά χάλκινα όπλα. Αφού δε φόρεσε γύρω στο σώμα του όλα τα όπλα, όρμησε έπειτα πελώριος όπω ς έρχεται ο Αρης, ο οποίος μπαίνει στον πόλεμο μεταξύ τω ν αντρών, τους οποίους ο γιος του Κρόνου τους βάζει να συγκρούο­ νται με τη μανία της ολέθριας έριδας, ώ στε να πολεμούν. Έ τσι λοιπόν ο Αίαντας, το προπύργιο τω ν Α χαιώ ν, όρμησε πελώριος, γελώντας με το φοβερό του πρόσωπο' κάτω δε από τα πόδια του περπατούσε με μεγάλα βήματα σείοντας το μακρό του δόρυ. Βλέποντας δε αυτόν οι Αργείοι χαί­ ρονταν, στους Τρώες δε, στον καθένα τρόμος φοβερός έπεφτε στα μέλη του σώματός του, και αυτού του ίδιου του Έκτορα η καρδιά χτυπούσε μέσα στα στήθια' αλλά δεν μπορούσε με κανένα τρόπο πλέον να φύγει ούτε να υποχω­ ρήσει πίσω στο πλήθος τω ν στρατιω τών, γ ια τ ί αυτός είχε προκαλέσει τη μάχη. Ο δε Αίαντας ήρθε κοντά κρατώντας ασπίδα μεγάλη σαν πύργο, χάλκινη από δέρμα εφτά βοδιών27 την οποία του είχε κατασκευάσει ο Τύχιος, ο πιο άριστος από τους τεχνίτες τω ν δερμάτων, ο οποίος είχε το σπίτι του και κατοικούσε στην Ύ λ η 28' αυτός δε του κατασκεύασε τη λαμπρή ασπίδα από δέρμα εφτά βο­ διών, εφτά καλοθρεμμένων ταύρων29, σαν όγδοο δε στρώ­ μα έριξε πάνω χαλκό. Κρατώντας αυτή μπροστά στο στή­ θος του ο Α ίας30 ο Τελαμώνιος στάθηκε τότε πολύ κοντά στον Έκτορα, αφού δε άρχισε να διατυπώνει απειλές, έλεγε προς αυτόν! «Έ κτορα, τώρα βέβαια αληθινά θα μάθεις καλά μόνος προς μόνο, ποιοι γενναίοι άντρες υπάρχουν και μεταξύ τω ν Δαναών και μετά τον Αχιλλέα, ο οποίος διασπά τους άντρες και έχει καρδιά λιονταριού. Αλλά εκείνος μεν κά­ θεται χωρίς να κάνει τίποτα στα κυρτά πλοία τα θαλασσοπόρα γιατί πάρα πολύ θύμωσε εναντίον του Αγαμέμνονα,

157

ΟΜΗΡΟΣ

ημείς Ö’ είμέν τοΐοι οί αν σέθεν άντιάσαιμεν καί πολέες· άλλ’ άρχε μάχης ήδέ πτολέμοιο.” Τον δ ’ αντε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Έκτωρ· “Αίαν διογενές Τελαμώνιε, κοίρανε λαών, μή τ ί μευ ήΰτε παιδός άφαυροϋ πειρήτιζε ήέ γυναίκας, ή ουκ οίδεν πολεμήϊα έργα. αυτάρ εγών εΰ οίδα μάχας τ ’ άνδροκτασίας τε · οίδ’ επί δεξιά, οίδ’ επ’ αριστερά νωμήσαι βών άζαλέην, τό μοι εστι ταλαύρινον πολεμίζειν οίδα δ’ έπαΐξαι μόθον 'ίππων ώκειάων οίδα δ ’ ένί σταδίη δηΐω μέλπεσθαι Άρη'ι. άλλ ’ ου γάρ σ ’ έθελω βαλεειν τοιοϋτον εόντα λάθρη όπιπεύσας, άλλ’ άμφαδόν, α ί κε τύχω μι.” Ή ρα, καί άμπεπαλών προΐει δολιχόσκιον εγχος, καί βάλεν Αΐαντος δεινόν σάκος επταβόειον άκρότατον κατά χαλκόν, ος ογδοος ήεν επ’ αυτώ. εξ δέ διά πτυ'χας ήλθε δαίζων χαλκός άτειρής, έν τή δ ’ έβδομάτη ρινώ σχετο' δεύτερος αύτε Αίας διογενής προΐει δολιχόσκιον εγχος, καί βάλε Πριαμίδαο κατ ’ ασπίδα πάντοσ ’ εισην. διά μέν άσπίδος ήλθε φαεινής δβριμον εγχος, καί διά θώρηκος πολυδαιδάλου ήρήρειστο■ αντίκρυ δέ παραί λαπάρην διάμησε χιτώνα εγχος- ό δ’ έκλίνθη καί άλεύατο κήρα μ έ~Ααιναν. τώ δ ’ έκσπασσαμενω δολίχ ’ εγχεα χερσίν άμ ’ άμφω συν ρ ’ επεσον λείουσιν έοικότες ώμοφάγοισιν ή συσί κάπροισιν, τών τε σθένος ουκ άλαπαδνόν. Πριαμίδης μέν έπειτα μέσον σάκος ουτασε δουρί, 255
250 245 240 235

158

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

του αρχηγού του στρατού. Εμείς δε είμαστε τέτοιοι ώστε μπορούμε να σε αντιμετωπίσουμε και μάλιστα πολλοί. Αλλά κάνε αρχή της μάχης και του πολέμου». Προς αυτόν δε από το άλλο μέρος είπε ο μέγας Έκτορας με τη μεγάλη περικεφαλαία: «Υπέροχε Αίαντα, γιε του Τελαμώνα, αρχηγέ των στρατιω τών, μη με δοκιμάζεις σαν αδύνατο παιδί, σαν γυναίκα η οποία δεν γνωρίζει πολεμικά έργα" αλλά εγώ καλά γνωρίζω τα διάφορα της μάχης και τους τρόπους να σκοτώνω άντρες· γνωρίζω προς τα δεξιά, γνω ρ ίζω προς τα αριστερά να κατευθύνω την ασπίδα, την κατασκευασμένη από σκληρό δέρμα βοδιού- γ ι’ αυτό μπορώ με καρτερία να μάχομαι' γνωρίζω δε να ορμήσω στη μάχη εναντίον των γρήγορων ίππω ν' γνωρίζω δε στη μάχη από κοντά να χορεύω προς τιμή του φονικού Άρη. Και όμως δεν θέλω αφού χρησιμοποιήσω παγίδες να σε χτυπήσω κρυφά, μο­ λονότι είσαι τέτοιος, αλλά μόνο φανερά». Είπε λοιπόν και, αφού έδωσε παλμό, έριξε το μακρόσκιο δόρυ και πέτυχε τη φοβερή εφτάβοδη ασπίδα του Αίαντα στην ακρότατη χάλκινη πτυχή, που σαν όγδοη ήταν πάνω της. Και σκίζοντας έξι πτυχές πέρασε ο σκλη­ ρός χαλκός (του δόρατος) διά μέσου31' σ’ εκείνο όμως το έβδομο δέρμα κρατήθηκε- δεύτερος πάλι ο έξοχος Αίαντας έριξε εμπρός το μακρόσκιο δόρυ και πέτυχε τη στρογγυλή ασπίδα του γιου του Πρίαμου. Και πέρασε τη λαμπρή ασπίδα το βαρύ δόρυ και στον περίτεχνα κατασκευασμένο θώρακα μπήκε μέσα' αντίκρυ κοντά στη λαπάρα το δόρυ διαπέρασε το χιτώ να' εκείνος όμως έγειρε και απέφυγε το μαύρο θάνατο. Κι εκείνοι, αφού ταυτόχρονα κι οι δυο με τα χέρια απέσπασαν32 τα μακριά δόρατα, όρμησαν ο ένας στον άλλο σαν αλληλοσπαραζόμενα λιοντάρια ή κάπροι, των οποίων η δύναμη δεν καταβάλλεται εύκολα. Ο γιος του Πριάμου τότε χτύπησε με το δόρυ την ασπίδα στο μέσο,

159

ΟΜΗΡΟΣ

ονδ ’ έρρηξεν χαλκός, άνεγνάμφθη δέ οί αιχμή. Αίας δ ’ ασπίδα νύξεν έπάλμενος' ή δέ διαπρό ήλνθεν έγχείη, στνφέλιξε δέ μιν μεμαώτα, τμήδην δ ’ ανχέν’ έπήλθε, μέλαν δ’ άνεκήκιεν αίμα, άλλ ’ ονδ ’ ώς απέληγε μάχης κορνθαίολος Έκτωρ, άλλ’ άναχασσάμενος λίθον εΐλετο χειρί παχείη κείμενον έν πεδία) μέλανα τρηχνν τε μέγαν τε · τώ βάλεν Αΐαντος δεινόν σάκος έπταβόειον μέσσον έπομφάλιον περιήχησεν δ’ άρα χαλκός. δεύτερος αυτ ’ Αίας πολν μείζονα λααν άείρας ήκ ’ έπιδινήσας, έπέρεισε δέ ίν ’ άπέλεθρον, εΐσω δ ’ άσπίδ ’ έαξε βαλών μνλοειδέϊ πέτρω, βλάψε δέ οί φίλα γονναθ ’· δ δ ’ νπτιος έξεταννσθη άσπίδι έγχρι,μφΟείς· τον δ ’ ανψ’ ώρθωσεν Απόλλων. καί νν κε δη ξιφέεσσ ’ αντοσχεδόν οντάζοντο, εί μη κήρνκες Δ ιός άγγελοι ήδέ καί άνδρών ήλθον, 6 μέν Τρώων, ό δ ’ ’ χαιών χαλκοχιτώνων, Α Ταλθνβιός τε καί Ίδαϊος πεπννμένω άμφω' μέσσω δ ’ άμφοτέρών σκήπτρα σχέθον, είπέ τε μνθον κήρνξ Ίδαϊος πεπννμένα μήδεα είδώς' “μηκέτι, παϊδε φίλω, πολεμίζετε μηδέ μάχεσθον άμφοτέρω γάρ σφ ώ ϊ φιλεΐ νεφεληγερέτα Ζευς, άμφω δ ’ αίχμητά' τό γε δη καί ΐδμεν άπαντες. ννξ δ ’ ήδη τελέθεΐ' άγαθόν καί ννκτί πιθέσθαι.” Τον δ’ άπαμειβόμενος προσέφη Τελαμώνιος Αίας' “Ίδα'ϊ’, Έκτορα ταντα κελεύετε μνθήσασθαι' αυτός γάρ χάρμη προκαλέσσατο πάντας άριστούς. άρχέτα) ' αντάρ εγώ μάλα πείσομαι ή περ αν οντος.” Τον δ ’ αντε προσέειπε μέγας κορνθαίολος Έκτωρ· “Αίαν, έπεί τοι δώκε θεός μέγεθος τε βίην τε καί πινντήν, περί δ’ έγχει Αχαιών φέρτατός έσσι,

260

265

270

275

280

285

160

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

αλλά δεν τη διέρρηξε ο χαλκός, του κάμφθηκε όμως η αιχμή- ο Αίαντας εφόρμησε και κέντησε την ασπίδα' κι εκείνο το δόρυ στην ασπίδα έξω πέρασε, τον κλόνισε στην ορμη του και κοβόντας πέρασε πάνω από τον αυχένα κι ανάβλυσε το μαύρο αίμα. Αλλά κι έτσι δεν έπαψε να μά­ χεται ο Έκτορας με την ψηλή περικεφαλαία, αλλά υποχω­ ρώντας πήρε με το χοντρό του χέρι πέτρα από την πεδιάδα, μαύρη, τραχιά και μεγάλη· μ’ αυτήν πέτυχε την εφτάβοδη ασπίδα του Αίαντα στη μέση, πάνω στον αφαλό’ ήχησε γύρω της η χάλκινη πτυχή· δεύτερος πάλι ο Α ίαντας σή­ κωσε πολύ μεγαλύτερη πέτρα και την έριξε στριφτά, βά­ ζοντας άπειρη δύναμη, κι έσπασε με επ ιτυχ ία προς τα μέσα την ασπίδα με τη μυλοειδή πέτρα κλονίζοντας τα γόνατά του' κι εκείνος ξαπλώθηκε ανάσκελα προσκρούοντας στην ασπίδα- αλλά τον σήκωσε αμέσως ο Απόλλωνας. Και λοιπόν ήδη με τα ξίφη από κοντά θα χτυπιόνταν, αν δεν έρχονταν οι κήρυκες, οι αγγελιοφόροι του Δία και τω ν ανθρώπων, ένας τω ν Τρώων, άλλος τω ν χαλκοθώρακων Α χαιών, ο Ταλθύβιος και ο Ιδαίος, φρόνιμοι και οι δυο' κράτησαν33 μεταξύ τω ν δυο τα σκήπτρα, και είπε λόγια ο κήρυκας Ιδαίος, που ήξερε συνετά σχέδια. «Μην πολεμάτε πια αγαπητά παιδιά, και μην κάνετε μάχη· διότι ο Δίας που συγκεντρώνει τα σύννεφα αγαπά και τους δυο σας, κι οι δυο σας είσαστε πολεμιστές' αυτό δα το ξέρουμε όλοι' τώρα κοντεύει να νυχτώ σει' καλό είναι και στη νύχτα να υπακούσετε». Σ’ αυτόν αποκρίθηκε ο Τελαμώνιος Α ίαντας: «Ιδαίε, στον Έκτορα να πείτε να τα πει αυτά' γ ια τί αυτός προκάλεσε όλους τους άριστους σε μάχη· ας κάνει την αρχή' κι εγώ ευχαρίστως θα υπακούσω, όπως κι αν αρχίσει αυτός». Και σ’ αυτόν πάλι απάντησε ο μέγας Έ κτορας με την ψηλή περικεφαλαία: «Α ίαντα, αφού ο θεός σου έδωσε μέ­ γεθος και δύναμη και σύνεση, και είσαι έξοχα ο καλύτερος

161

ΟΜΗΡΟΣ

νυν μέν παυσώμεσθα μάχης καί δηϊοτητος σήμερον ύστερον αντε μαχησόμεθ’ εις δ κε δαίμων άμμε διακρίνη, δώη δ ’ έτεροισί γε νίκην. νύξ δ’ ηδη τελεθεν άγαθόν καί ννκτί πιθέσθαι, ώς σιί τ ’ έϋφρήνης πάντας παρά νηυσίν Αχαιούς, σονς τε μάλιστα έτας και έταίρονς, οί τοι εασιν αντάρ έγώ κατά άστν μεγα Πριάμοιο άνακτος Τρώας έϋφρανέω και Τρωάδας έλκεσιπέπλονς, α ί τέ μοι εύχδμεναι θειον δνσονται αγώνα. δώρα Ö’ άγ ’ άλλήλοισι περικλντά δώομεν άμφω, οψρά τις ώδ’ είπησιν ’ χαιών τε Τρώων τε· Α “ήμέν έμαρνάσθην εριδος περι θνμοβοροιο, ηδ ’ αντ ’ έν φιλότητι διέτμαγεν άρθμήσαντε.” * άρα φωνήσας δώκε ξίφος άργνρόηλον Ως σνν κολεώ τε φέρων και έντμήτω τελαμώνι' Αίας δέ ζωστήρα δίδον φοινίκι φαεινόν. τώ δέ διακρινθέντε ο μέν μετά λαόν ’ χαιών Α ή ϊ’, δ δ’ ές Τρώων δμαδον κίε~ τοι δ’ έχάρησαν, ώς είδον ζωδν τε και άρτεμέα προσιδντα, Αίαντος προφυγόντα μένος και χεϊρας άάπτονς' καί ρ ’ ήγον προτι άστν άελπτέοντες σο'ον είναι. Α ίαντ’ ανθ ’ έτέρωθεν έϋκνήμίδες ’ χαιοί Α εις Αγαμέμνονα δΖον άγον κεχαρηδτα νίκη. Οί δ’ οτε δη κλισίησιν έν Ατρείδαο γένοντο, τοϊσι δέ βονν ίέρενσεν άναξ άνδρών ’ γαμέμνων Α άρσενα πενταέτηρον ύπερμενέϊ Κρονίωνι. τον δέρον άμφί θ ’ έπον, καί μιν διέχεναν άπαντα, μίστνλλόν τ ’ άρ’ έπισταμένως πείράν τ ’ όβελοΐσιν, δπτησάν τε περιφραδέως, έρν'σαντδ τε πάντα, αντάρ έπεί πανσαντο πόνου τετνκοντδ τε δαϊτα, δαίννντ’, ουδέ τι θυμός έδεύετο δαιτός έΐσης· νώτοισιν δ’ Αίαντα διηνεκέεσσι γέραιρεν

290

295

300

305

310

315

320

162

Ν ΙΛΙΑΑΟΣ Η

από τους Αχαιούς στο δόρυ, τώρα ας πάψουμε34 τη μάχη και τις έριδες για σήμερα' μετά θα ξαναπολεμήσουμε, μέχρι να μας ξεχωρίσει κάποιος θεός δίνοντας τη νίκη σε μια από τις δυο μεριές· τώρα θα νυχτώ σει- καλό είναι και στη νύχτα να υπακούσουμε' για να ευχαριστήσεις και συ όλους τους Αχαιούς στα πλοία, και προ παντός τους δικούς σου συγγενείς και τους συντρόφους που έχεις, κ ι εγώ στη μεγαλούπολη του βασιλιά Πριάμου θα ευφράνω τους Τρώ­ ες, και τις Τρωάδες που σύρουν τα πέπλα τους, που προ­ σεύχονται για μένα και θα μπούνε στην πλατεία τω ν θεών. Έ λα, ας ανταλλάξουμε περίφημα δώρα, ώ στε να πει ένας απ’ τους Αχαιούς και τους Τρώες τα εξής: “ Πολεμούσαν για ολέθρια έχθρα, αλλά πάλι χωρίστηκαν και με φιλία ξανασυνδέθηκαν” ». Αφού μίλησε έτσι, έφερε κι έδωσε ξίφος με ασημένια καρφάκια με τη θήκη του καλοκομμένου τελαμώ να' κι ο Αίαντας έδινε35 ζώνη λαμπρή με το φοινικό χρώμα. Κι αυτοί αποχωρίστηκαν κι ο ένας πήγε προς το λαό τω ν Α χαιών, ενώ ο άλλος προς το πλήθος τω ν Τρώων, κι εκείνοι χάρηκαν σαν είδαν ότι αυτός ερχόταν ζωντανός και υγιής, έχοντας ξεφύγει τη δύναμη και τα ακαταμάχη­ τα χέρια του Α ίαντα' και τον οδήγησαν λοιπόν στην πόλη, μην πιστεύοντας ότι ήταν σώος36' τον Α ίαντα πάλι, που χαιρόταν για τη νίκη, οι ομορφοπόδαροι Αχαιοί τον οδή­ γησαν στον ευγενή Αγαμέμνονα. Ό ταν πια έφτασαν στη σκηνή του Ατρείδη, για χάρη τους ο βασιλιάς έσφαξε πεντάχρονο αρσενικό βόδι προς τιμή του παντοδύναμου Δία' το έγδαραν και το ετοίμασαν και το έκοψαν ολόκληρο. Μετά το ψιλόκοψαν με τέχνη και το πέρασαν σε σούβλες και το έψησαν καλά καλά και το απέσυραν όλο, κι αφού έπαψαν την εργασία και ετοίμασαν το γεύμα τους, δείπνησαν, και δεν υστέρησαν καθόλου σε όρεξη. Και τον Αίαντα τον τίμησε με ολόκληρη την πλάτη

163

ΟΜΗΡΟΣ

ήρως Ά τρείδης ευρύ κρείων ’ γαμέμνων. Α αντάρ έπεί πόσιος και εδητύος έξ έρον έντο, τοΐς ο γέρων πάμπρω τος νφαίνειν ήρχετο μήτιν Νέστωρ, ού και πρόσθεν άρίστη φαίνετο βουλήο σφιν ένφρονέων άγορήσατο και μ ετέειπ εν “ Ά τρεΐδη τε και άλλοι άριστήες Π αναχαιών, πολλοί γάρ τεθνασι κάρη κομόωντες ’ χαιοί, Α των ννν αίμα κελαινόν ένρροον άμφι Σκάμανδρον έσκ έδα σ’ οξύς Αρης, χρυχαι δ ’ Αίδος δέ κ α τήλθ ον τώ σε χρή πόλεμον μέν ά μ ’ ή ο ΐ π α νσα ι ’ χαιών, Α αυτοί δ ’ άγρόμενοι κυκλήσομεν ενθάδε νεκρούς βουσί και ή μ ιό ν ο ισ ιν άτάρ κατακήομεν αυτούς τυτθόν άποπρό νεών, ως κ ’ όστέα π α ισίν έκαστος οίκαδ ’ άγη ότ ’ αν αύτε νεώμεθα πατρίδα γαϊαν. τύμβον δ ’ άμφι πυρήν ένα χενομεν έξαγαγόντες άκριτον εκ π εδίου· π οτι δ ’ αντόν δείμομεν ώκα πύργους υψηλούς εΐλαρ νηών τε και αυτών. εν δ ’ αύτοΐσι πύλας ποιήσομεν εύ άραρνίας, όφρα δι, ’ αύτάω ν ίπ π η λα σίη οδός είη' έκτοσθεν δέ βαθεϊαν όρύξομεν έγγύθι τάφρον, ή χ ’ ίππον και λαόν έρυκάκοι άμφις εονσα, μ ή π ο τ ’ έπιβρίση πόλεμος Τρώων άγερώ χω ν.” "Ως έφαθ ’, ο ί δ ’ άρα πάντες έπήνησαν βασιλήες. Τρώων αντ ’ αγορή γένετ ’ Ίλιον έν πόλει άκρη δεινή τετρηχυΐα, παρά Π ριάμοιο θνρησι' τοϊσιν δ ’ Άντήνωρ πεπνυμένος ή ρ χ ’ άγορεύειν “κέκλντέ μεν, Τρώες και Δάρδανοι ή δ ’ επίκουροι, οφρ ’ είπω τά με θυμός ένΐ στήθεσσι κελεύει. δεϋ τ’ ά γ ε τ ’ Αργείην Ελένην και κ τή μ α θ ’ ά μ ’ αυτή δώομεν Ά τρεΐδησιν ά γ ε ιν ννν δ ’ όρκια π ιστά

325

330

335

340

345

350

164

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

ο ήρωας Ατρείδης, ο μέγας άρχοντας Αγαμέμνονας. Κι αφού χόρτασαν ποτό και φαγητό, ανάμεσά τους πρώτος ο γέροντας άρχισε να εξυφαίνει σχέδιο, ο Νέστορας, του οποίου η γνώμη και πριν άριστη φαινόταν- αυτός σωστά σκέφτηκε και αγόρευσε λέγοντας σ’ αυτούς. «Ατρειδη κι εσείς οι άλλοι προύχοντες τω ν Π αναχαιών, επειδή έχουν σκοτωθεί πολλοί Αχαιοί που τρέφουν κόμη στο κεφάλι, που τώρα το μαύρο αίμα τους ορμητικός ο Αρης έριξε στην όμορφη ροή του Σκάμανδρου, ενώ οι ψυχές τους κατέβηκαν στον οίκο του Αδη- γ ι’ αυτό πρέπει εσύ την αυγή να πάψεις τον πόλεμο τω ν Α χαιώ ν, κ ι εμείς να συνάξουμε37 και να μεταφέρουμε εδώ τους νεκρούς σε άμαξες με βόδια και ημιόνους- κι ας τους κάψουμε μπρο­ στά στα πλοία λίγο μακριά, για να φέρει καθείς τα οστά τους στην πατρίδα, στα παιδιά τους, όταν επιστρέψουμε πάλι στην πατρική γη. Κι αφού σωριάσουμε γύρω από τη φωτιά, ας σηκώσουμε ένα κοινό για όλους τύμβο στην πεδιάδα- και κοντά του γρήγορα ας χτίσουμε τείχος με πύργους38 ψηλούς, για οχύρωμα τω ν πλοίων και δικό μας, και μεταξύ τους ας κάνουμε καλοδεμένες πύλες, για να ’χουμε ανάμεσά τους δρόμο για άλογα κι άρματα- κι έξω να σκάψουμε κοντά βαθύ χαντάκι, γύρω για να39 αποκρούει τ ’ άλογα και τους στρατιώτες, μήπως κάποτε ο πόλεμος τω ν ένδοξων Τρώων γίνει βαρύς». Έ τσι μίλησε, κι εκείνοι αμέσως όλοι οι βασιλιάδες συμφώνησαν. Κι από την άλλη έγινε συνέλευση τω ν Τρώ­ ων στην ακρόπολη του Ίλιου, φοβερά ταραχώδης, κοντά στις θύρες του Πριάμου. Μ εταξύ τους ο συνετός Αντήνορας άρχισε ν ’ αγορεύει. «Ακούστε με Τρώες και Δάρδανοι και βοηθοί, να πω όσα η καρδιά στο στήθος μου προτρέπει. Εμπρός, ελάτε, την Αργεία Ελένη και τα κτήματα μαζί της στους Ατρεί­ δες να δώσουμε να φ ύγο υν τώρα όμως πολεμάμε καταπα-

165

ΟΜΗΡΟΣ

ιρευσάμενοι μαχόμεσθα' τώ ον νν τι κε'ρόιον ή μιν έλπομαι έκτελέεσΰαι, ΐ.να μη ρέξομεν ώδε. Ή τοι ο γ ’ ώς είπών κ α τ ’ ά ρ ’ έζετο' τοΐσ ι δ ’ άνέστη δϊος ’ λέξανδρος Ελένης πόσις ήϋκόμοιο, Α 355 ος μιν άμειβόμένος έπεα πτερόεντα προσηύδα' “ Αντήνορ, σν μέν ο νκ έτ’ έμοι φίλα τα ντ ’ αγορεύεις’ οίσθα και άλλον μνθον άμείνονα τονδε νοήσαι. ε ί δ ’ έτεόν δή τοντον από σπουδής αγορεύεις, εξ άρα δή τοι έπειτα θεοί φρένας ώλεσαν αυτοί. 360 αντάρ εγώ Τρώεσσι μεί) ’ ίπποδάμοις άγορεύσω · άντικρν δ ’ άπόφ ημι γυναίκα μέν ονκ αποδώ σω κ τήμ ατα δ ’ ό σ σ ’ άγόμην έξ Άργεος ήμέτερον δώ π ά ν τ ’ έθέλω δόμεναι και οίκοθεν ά λ λ ’ έπ ιθεΐναι.” Ή τοι ο γ ’ ώς είπών κ α τ ’ ά ρ ’ έζετο’ τοΐσ ι δ ’ άνέστη 365 Δαρδανίδης Π ρίαμος, Οεόφιν μήστω ρ άτάλαντος, ο σφιν ένφρονέων άγορήσατο και μετέειπ ε' “κέκλντέ μεν, Τρώες και Δάρδανοι ή δ ’ επίκουροι, οφ ρ’ ε ’πω τα με θνμός ένί στήΟεσσι κελεύει. ί νυν μέν δόρπον έλεσθε κατά πτόλιν ώς τό πάρος περ, 370 καί φυλακής μνήσασθε καί έγρήγορθε έκαστος· ήώθεν δ ’ Ίδαϊος ί'τω κοίλας επί νήας είπέμεν Α τρείδης Α γαμέμνονι καί Μενελάω μϋθον Α λεξάνδροιο, τοϋ ε ’νεκα νεΐκος ορωρε' ί καί < τ ό δ ’ είπέμεναι πνκινόν έπος, α ί κ ’ έθέλωσι 5ε 375 π αύσασθαι πολέμοιο δυσηχέος, εις ό κε νεκρούς κ ή ο μ ε ν ύστερον αύτε μ α χ η σό μ εθ ’ εις ο κε δαίμω ν άμμε διακρίνη, δώτ\ δ ’ έτέρ οισ ί γε νίκ η ν.” "Ως έφαθ ’, ο ί δ ’ άρα τοϋ μάλα μέν κλύον ήδ ’ έπίθοντο ■ δόρπον έπ ειθ ’ είλοντο κα τά στρατόν έν τελέεσσιν 380 ήώθεν δ ’ Ίδαϊος έβη κοίλας επί νήας'

166

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

τώ ντας τις ένορκες πιστές συνθήκες· γ ι’ αυτό ίσω ς ελ­ π ίζω 40 πω ς τίποτα συμφερότερο δεν μπορεί να γίνει για μας». Έ τσι αφού μίλησε, μετά κάθισε, και μεταξύ τους ση­ κώθηκε ο ευγενής Αλέξανδρος, σύζυγος της ομορφομαλλούσας Ελένης, που αποκρίθηκε σ ’ αυτόν λέγοντας φτερω­ τά λόγια. «Αντήνορα, συ δεν μιλάς πια φιλικά σε μένα' ξέρεις να σκεφτείς κι άλλη πρόταση καλύτερη από τούτη, κι αν αληθινά αυτή τη λες σοβαρά, τότε λοιπόν βέβαια αυτοί οι θεοί σου πήραν εντελώς το νου σου. Α λλ’ εγώ θα αγορεύσω ανάμεσα στους ιπποδαμαστές Τρώες. Και διακηρύσσω κατά πρόσωπο’ τη γυναίκα δεν τη δίνω πίσω , τα πράγμα­ τα όμως, όσα έφερα από το Αργος41 στο σ π ίτι μας, όλα είμαι πρόθυμος να τα δώσω πίσω και να προσθέσω κι άλλα από δω». Κι αυτός έτσι μίλησε και μετά κάθισε- ανάμεσά τους σηκώθηκε ο Πρίαμος, κυβερνήτης ίσος με τους θεούς, που σωστά σκέφτηκε και αγόρευσε σ’ αυτούς λέγοντας. «Ακούστε με Τρώες και Δάρδανοι και βοηθοί, θα μιλή­ σω και θα πω όσα η καρδιά μου με προτρέπει. Τώρα δειπνήστε στην πόλη, όπως ακριβώς και πριν, και προσέξ­ τε στη φρουρά και ξαγρυπνήστε καθένας- και την αυγή ας παει ο Ιδαιος στα κοίλα πλοία να πει στους Ατρείδες, Αγαμέμνονα και Μενέλαο, την πρόταση του Αλέξανδρου, που εξαιτίας του έχει ξεσηκωθεί φιλονικία- κι ας πει τον εξής συνετό λόγο, αν θέλουν να πάψουν τον αποτρόπαιο πόλεμο, μέχρι να κάψουμε τους νεκρούς- μετά θα ξαναπολεμήσουμε, μέχρι να μας ξεχωρίσει κάποιος θεός, δίνοντας τη νίκη σε μια α π’ τις δυο μεριές». Έ τσι μίλησε, κι εκείνοι φυσικά πρόθυμα τον άκουσαν και υπάκουσαν, και μετά πήραν το δείπνο στο στρατό κατά τάγματα. Την αυγή ο Ιδαίος πήγε στα κοίλα πλοία. Αυτούς

167

ΟΜΗΡΟΣ

τούς δ’ εν ο ’ είν άγορή Δαναούς θεράποντας Άρηος νηϊ πάρα πρύμνη Άγαμέμνονος· αντάρ ό τοϊσι στάς εν μέσσοισιν μετεφώνεεν ήπντα κήρνξ' “ Άτρείδη τε καί άλλοι άριστήες 11 αναχαι,ών, ήνώγει Πρίαμός τε καί άλλοι Τρώες άγανοί είπεΐν, α ί κέ περ νμμι φίλον καί ηδύ γενοιτο, μνθον Άλεξάνδροιο, τον είνεκα νεΐκος όρωρεκτήματα μέν δσ’ Αλέξανδρος κοίλες ένί νηνσίν ήγάγετο Τροίηνδ’— ώς πριν ώφελλ’ άπολέσθαι— πάντ ’ έθέλει δόμεναι καί οίκοθεν άλλ’ επιθεϊναι' κονριδίην δ ’ άλοχον Μενελάον κνδαλίμοιο ον φησιν δώσειν ή μην Τρώες γε κέλονται. καί δέ τόδ ’ ήνώγεον είπεΐν έπος α ί κ ’ έθέλητε πανσασθαι πολέμοιο δνσηχέος εις δ κε νεκρονς κήομεν νατερον αντε μαχηαόμεθ’ εις δ κε δαίμων άμμε διακρίνΎ], δώϊ] δ’ έτέροισί γε νίκην.” "Ως έφαθ οί (5 ’ άρα πάντες άκήν έγένοντο σιωπή' όψέ δέ δή μετέειπε βοήν αγαθός Διομήδης' “μήτ ’ άρ τις ννν κτήματ ’ Άλεξάνδροιο δεχέσθω μήθ’ Ελένην γνωτόν δέ καί δς μάλα νήπιός έστιν ώς ήδη Τρώεσσιν όλέθρον πείρατ ’ έφήπται.” "Ως εφαθ οί ό ’ άρα πάντες έπίαχον νίες Αχαιών μνθον άγασσάμενοι Διομήδεος ίπποδάμοιο' καί τότ ’ άρ ’ Ίδαϊον προσέφη κρείων Αγαμέμνων “ΐδ α ΐ’, ήτοι μνθον Αχαιών αντός άκονεις, ώς τοι νποκρίνονταί' έμοί δ’ έπιανδάνει όντως, άμφι δέ νεκροΐσιν κατακαιέμεν ον τι μεγαίρω' ον γάρ τις φειδώ νεκνων κατατεθνηώτων γίγνετ ’ έπεί κε θάνωσι πνρός μειλισσέμεν ώκα. δρκια δέ Ζενς ίστω έρίγδονπος πόσις ΊΙρης. ”

385

390

395

400

405

410

168

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

τους Δαναούς, τους συντρόφους του Αρη, τους βρήκε σε συνέλευση στο πίσω μέρος του πλοίου του Α γαμέμνονα- κι αυτός ο μεγαλόφωνος κήρυκας στάθηκε στο μέσο τους και, τους είπε. «Ατρείδη και σεις οι άλλοι άριστοι τω ν Π αναχαιών, διέταξε ο Πρίαμος και οι άλλοι έξοχοι Τρώες να π ω , αν σας αρέσει, την πρόταση του Αλέξανδρου, εξαιτίας του οποίου έχει ξεσηκωθεί φιλονικία- τα κτήματα, όσα ο Αλέ­ ξανδρος έφερε στην Τροία με τα κοίλα πλοία — μακάρι να καταστρεφόταν πριν— όλα είναι πρόθυμος να τα επιστρέ­ φει κι άλλα ακόμα από δω να προσθέσει- αρνιέται όμως να δώσει τη νεαρή σύζυγο του ένδοξου Μενέλαου- αλήθεια βέβαια οι Τρώες τον προτρέπουν42- και την εξής πρόταση με διέταξε να π ω , αν θέλετε να πάψετε τον αποτρόπαιο πόλεμο, μέχρι να κάψουμε τους νεκρούς- μετά θα ξαναπολεμήσουμε, μέχρι κάποιος θεός να μας χωρίσει, δίνοντας τη νίκη σε μια α π ’ τις δυο μεριές». Έ τσι μίλησε, κι εκείνοι όλοι ησύχασαν και σώ πασαν- κι αργα πια είπε μεταξύ τους ο ικανός στη μάχη Διομήδης. «Ο ύτε τα κτήματα να μη δεχτεί κανείς τώ ρα από τον Αλέξανδρο ούτε την Ελένη- είναι γνωστό και στον μικρό­ τερο ότι τώρα πια κοντεύει για τους Τρώες ο βρόχος του ολέθρου». Έ τσι μίλησε, κι εκείνοι οι γιοι τω ν Α χαιών όλοι μεγα­ λόφωνα επιδοκίμασαν θαυμάζοντας του ιπποδαμαστή Διο­ μήδη το λόγο. Και τότε λοιπόν ο άρχοντας Αγαμέμνονας είπε στον Ιδαίο. «Ιδαίε, την απόφαση τω ν Α χαιών την άκουσες ο ίδιος, π ώ ς σου αποκρίνονται- σε μένα αρέσει έτσι, και για τους νεκρούς καθόλου δεν αρνιέμαι να τους κάψουμε- γ ια τί δεν γίνεται καμιά διαφύλαξη τω ν νεκρών σω μ άτω ν, ώ στε να τα γλυκάνει κάποιος με φω τιά γρήγορα, όταν πεθάνουν. Και μάρτυρας της συνθήκης43 ας γίνει ο Δίας, ο βροντερός

169

ΟΜΗΡΟΣ

“ είπών τό σκήπτρον άνέσχεθε πάσι θεοΐσιν, Ως άψορρον δ ’ Ίδαΐος εβη προτι Ίλιον ίρήν. οι δ ’ έατ ’ είν άγορfj Τρώες και Δαρδανίωνες πάντες όμηγερέες, ποτιδέγμενοι οππότ’ άρ’ έλθοι Ίδαΐος· ο δ ’ άρ’ ήλθε και άγγελίην άπέειπε στάς έν μέσσοισιν τοι δ’ όπλίζοντο μάλ ’ ώκα, άμφότερον νέκυάς τ ’ άγέμεν έτεροι δέ μεθ’ ύλην Άργεΐοι δ ’ έτέρωθεν ένσσέλμων από νηών ότρύνοντο νέκνς τ ’ άγέμεν, έτεροι δε μεθ’ νλην. Ήέλιος μέν έπειτα νέον προσέβαλλεν άρουρας εξ άκαλαρρείταο βαθνρρόον Ώκεανοΐο ουρανόν είσανιών οί δ ’ ηντεον άλλήλοισιν. ένθα διαγνώναι χαλεπώς ήν άνδρα έκαστον άλλ ’ υδατι νίζοντες άπο βρότον αίματόεντα δάκρυα θερμά χέοντες άμαξάων έπάειραν. ονδ’ ε ’α κλαίειν Πρίαμος μ,έγας' οί δε σιωπή ί νεκρούς πυρκαϊής έπινηνεον άχνύμενοι κήρ, έν δέ πυρ'ι πρησαντες έβαν προτι Ίλιον ίρήν. ώς < ’ αντως έτέρωθεν έϋκνήμιδες ’ χαιοί 5 Α νεκρούς πνρκαϊής έπινηνεον άχνύμενοι κηρ, έν δέ πυρ'ι πρησαντες έβαν κοίλας επί νήας. Ήμος δ’ οντ’ άρ πω ήώς, έτι δ’ άμφιλύκη νύξ, τήμος άρ ’ άμφί πυρήν κριτός έγρετο λαός ’ χαιών, Α τύμβον δ ’ άμφ ’ αυτήν ένα ποίεον έξαγαγόντες άκριτον έκ πεδίου, ποτί δ ’ αυτόν τείχος έδειμαν πύργους θ ’ υψηλούς, είλαρ νηών τε καί αυτών, έν (5 ’ αύτοΐσι πύλας ένεποίεον εύ άραρνίας, οφρα δ ι’ αντάων ίππηλασίη οδός εΐη' έκτοσθεν δέ βαθεΐαν έπ ’ αντω τάφρον όρυξαν εύρεΐαν μεγάλην, έν δέ σκόλοπας κατέπηξαν. "Ως οί μέν πονέοντο κάρη κομόωντες Αχαιοί·

415

420

425

430

435

440

170

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

σύζυγος της Ή ρας». Έ τσι αφού μίλησε, ύψωσε προς όλους τους θεούς το σκήπτρο του, και ο Ιδαίος πήγε πίσω προς το ιερό Ίλιο. Κι εκείνοι οι Τρώες και οι Δάρδανοι κάθισαν στη συνέλευ­ ση όλοι συναγμένοι, περιμένοντας πότε θα γύριζε ο Ιδαίοςήρθε λοιπόν και απήγγειλε το άγγελμα όρθιος ανάμεσά τους, κι εκείνοι ετοιμάζονταν44 ταχύτατα, και για τα δυο, και για να μεταφέρουν τους νεκρούς, άλλοι για ξύ­ λα - και οι Αργείοι από την άλλη από τα πλοία με το καλό κατάστρωμα έσπευδαν να μεταφέρουν τους νεκρούς, κι άλλοι για ξύλα. Μετά ο ήλιος ξαναχτύπησε τους αγρούς, ανεβαίνοντας στον ουρανό από την ήσυχη ροή του Ωκεανού. Εκείνοι συναντήθηκαν μεταξύ τους. Τότε ήταν δύσκολο να διακρί­ νουν κάθε άντρα- αλλ’ αφού έπλυναν με νερό τα λερωμένα αίματα, χύνοντας καυτά δάκρυα, τους σήκωσαν και τους απέθεσαν στις άμαξες. Ο μέγας Πρίαμος δεν τους άφηνε να κλαίνε- σώρευαν τους νεκρούς σιωπηλά πάνω στην πυρά, με την καρδιά τους περίλυπη, κι αφού τους έκαψαν με φω τιά έφυγαν στο ιερό Ίλιο. Με τον ίδιο τρόπο οι ομορφοπόδαροι Αχαιοί σώρευσαν τους νεκρούς στην πυρά περίλυ­ ποι στην καρδιά, κι αφού τους έκαψαν με φ ω τιά έφυγαν στα κοίλα πλοία. Όταν ακόμα ούτε είχε ξημερώσει45 αλλά ήταν μισοσκό­ ταδο, τότε ακριβώς συγκεντρώθηκε γύρω από τη φω τιά ένα επίλεκτο πλήθος Α χαιών, και σήκωσε κοινό τύμβο γύρω απ’ αυτήν στην πεδιάδα- κι εκεί κοντά έχτισαν τεί­ χος και ψηλούς πύργους46, οχύρωμα τω ν πλοίων κι αυτών των ίδιων. Και ανάμεσα σ’ αυτά έκαναν καλοστερεωμένες πύλες, για να υπάρχει ανάμεσά τους δρόμος γ ια άλογα και άρματα- κι έξω κοντά εκεί έσκαψαν βαθύ χαντάκι, πλατύ και μεγάλο, κι έχωσαν μέσα πασσάλους. Μ’ αυτό τον τρόπο αυτοί οι Αχαιοί που είχαν μαλλιά σ’

171

ΟΜΗΡΟΣ

οί δέ θεοί πάρ Ζηνί καθήμενοι άστεροπητή θηεϋντο μέγα έ'ργον ’ χαιών χαλκοχιτώνων. Α τοΐσι δέ μύθων ήρχε Ποσειδάων ένοσίχθων “Ζεΰ πάτερ, ή ρά τις έστι βροτών έπ ’ άπείρονα γαΐαν ος τις έ τ ’ άθανάτοισι νόον και μήτιν ένίψει; ονχ όράας ότι ό ’ αντε κάρη κομόωντες ’ χαιοί Α τείχος έτειχίσσαντο νεών νπερ, άμφί δέ τάφρον ήλασαν, ουδέ θεοΐσι δοσαν κλειτάς έκατόμβας; τοϋ δ ’ ήτοι κλέος έσται όσον τ ’ έπικίδναται ήως· τοϋ δ ’ έπιλήσονται τό εγώ και Φοίβος Απόλλων ήρω Λαομέδοντι πολίσσαμεν άθλήσαντε. ” Τον δέ μ έγ’ όχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζευς· “ώ πόποι, έννοσίγαι ’ εύρυσθενές, οίον έειπες. άλλος κέν τις το ύτο θεών δείσειε νόημα, δς σέο πολλόν άφαυρότερος χεΐράς τε μένος τε' σόν δ ’ ήτοι κλέος έσται όσον τ ’ έπικίδναται ήώς. άγρει μάν ότ ’ άν αντε κάρη κομόωντες Αχαιοί οΐχωνται συν νηυσί φίλην ές πατρίδα γαΐαν τείχος άναρρήξας τό μέν εις άλα παν καταχεναι, αύτις δ ’ ήϊόνα μεγάλην ψαμάθοισι καλΰψαι, ώς κέν τοι μέγα τείχος άμαλδύνηται ’ χαιών. ” Α "Ως οί μέν τοιαυτα προς άλλήλους άγόρευον, δύσετο δ ’ ήέλιος, τετέλεστο δέ έργον Αχαιών, βουφόνεον δέ κατά κλισίας καί δόρπον έλοντο. νήες δ ’ έκ Αήμνοιο παρέσταν οίνον άγουσαι πολλαί, τάς προέηκεν Ίησονίδης Ευνηος, τόν ρ ’ έτεχ ’ Ύψιπνλη νπ ’ Ίήσονι ποιμένι λαών. χωρίς δ’ Ατρε'ίδης Αγαμέμνονι καί Μενελάω δώκεν Ίησονίδης άγέμεν μέθυ χίλια μέτρα, ένθεν οίνίζοντο κάρη κομόωντες Αχαιοί, άλλοι μέν χαλκω, άλλοι δ ’ αίθωνι σιδήρω,

445

450

455

460

465

470

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

όλο το κεφάλι εργάστηκαν και οι θεοί καθισμένοι κοντά στον αστραποβόλο Δία θαύμαζαν το μέγα έργο τω ν χαλκοθώρακων Α χαιών, και μεταξύ τους έκανε αρχή να μιλάει ο σείστης της γης Ποσειδώνας. «Δ ία Πατέρα, αλήθεια λοιπόν υπάρχει στην άπειρη γη θνητός, που θα ανακοινώσει πια στους αθανάτους το σκοπό του και την απόφαση47; Δεν βλέπεις, ότι ήδη πάλι οι Αχαιοί με τα γεμάτα μαλλιά κεφάλια, έχτισαν γύρω από τα πλοία τείχος, και γύρω έσκαψαν τάφρο, χωρίς να δώ­ σουν στους θεούς περίφημες εκατόμβες; Αυτό βέβαια θα μαθευτεί, όταν χαράξει η αυγή' και θα λησμονήσουν εκείνο, που εγω και ο Φοίβος Απόλλωνας με κόπο χτίσαμε για τον ήρωα Ααομέδοντα». Σ ’ αυτόν ο Δίας που συναθροίζει τα σύννεφα είπε με μεγάλη αδημονία: «Πο πο σείστη της γης, μεγαλοδύναμε, τι λόγια είπες. Κάποιος άλλος θεός θα μπορούσε να φοβη­ θεί αυτή τη σκέψη, που είναι πολύ πιο αδύναμος από σένα στα χέρια και τη δύναμη· η δική σου βέβαια φήμη θα βγει μόλις χαράξει η αυγή. Εμπρός λοιπόν, όταν π ά λι οι Αχαιοί με το γεμάτο μαλλιά κεφάλι, φύγουν με τα πλοία στην αγαπητή πατρίδα, σπάσε το τείχος αυτό και ρίξε το όλο στη θαλασσα και ξανασκέπασε με άμμο τη μεγάλη παρα­ λία, για να σου καταστραφεί το μέγα τείχος τω ν Α χαιών». Έ τσι λοιπόν αυτοί μιλούσαν μεταξύ τους, κ ι ο ήλιος έδυσε και το έργο τω ν Αχαιών τελείω σε κ ι έσφαζαν βόδια48 στις σκηνές και δείπνησαν. Κι από τη Λήμνο εί­ χαν ερθει πολλά πλοία φέρνοντας κρασί, σταλμένα από το γιο του Ιάσονα Εύηνο49, που γέννησε η Τ ψιπύλη α π ’ τον Ιάσονα, αρχηγό τω ν στρατιω τών. Και χωριστά για τους Ατρείδες Αγαμέμνονα και Μενέλαο έδωσε ο γιος του Ιά­ σονα να φέρουν κρασί, χίλια μέτρα. Α π ’ αυτούς λοιπόν προμηθεύονταν κρασί οι Αχαιοί με το γεμάτο μαλλιά κε­ φάλι, άλλοι με χαλκό, άλλοι με αστραφτερό σίδερο, άλλοι

173

ΟΜΗΡΟΣ

άλλοι δέ ρινοϊς, άλλοι δ’ αντήσι βόεσσιν, άλλοι δ’ άνδραπόδεσαί' τίθεντο δέ δαΐτα θάλειαν, πανννχιοι μέν έπειτα κάρη κομόωντες Αχαιοί δαΐννντο, Τρώες δέ κατά πτόλιν ηδ ’ επίκουροιπανννχιος δέ σφιν κακά μήδετο μητίετα Ζενς σμερδαλέα κτυπέων τους δέ χλωρον δέος ήρεί' οίνον δ ’ έκ δεπάων χαμάδις χέον, ουδέ τις έτλη πριν πιέειν πριν λεϊψαι υπερμενέϊ Κρονίωνι. κοιμήσαντ’ άρ’ έπειτα και νπνου δώρον έλοντο.
480 475

ΙΛΙΑΔΟΣ Η

με δέρματα, άλλοι μ ’ αυτά τα βόδια, άλλοι με δούλους50- κι ετοίμαζαν άφθονο δείπνο. Όλη τη νύχτα έπειτα οι Αχαιοί με το γεμάτο μαλλιά κεφάλι, ευχαριστήθηκαν —και οι Τρώες και οι βοηθοί στην πόλη- κι όλη τη νύχτα ο συνετός Δίας κακά μελετούσε εναντίον τους βροντώντας φριχτά- κι αυτοί κιτρίνιζαν α π ’ το φόβο τους- κι έχυναν στο χώμα κρασί απ’ τα ποτήρια, και κανείς δεν τόλμησε να πιει προηγουμένως, πριν κάνει σπονδή στον παντοδύναμο Δία. Μετά ξάπλωσαν και απόλαυσαν το δώρο του ύπνου.

175

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Θ (Έ μμετρος ) Θήτα, θεών άγορή, Τρώων κράτος, Έκτορος ενχος. ( Π εζή) Θεών αγορά. Κόλος μάχη.

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Θ Κ ατά τον άρχαΐον «π αραφ ραστήν». Ζευς άπαγορεύσας τοΐς θεοΐς μηδετέρω βοηθεΐν τών στρατώ ν, επί την Ίδην κατέρχεται και πρότερον ’σον μ α χ ο­ ί μένους τους Έλληνας ελάττονας τών Τρώων καθίστησιν. Ήραν δέ κα ι ’ θήναν έπι βοήθειαν τοΐς Έλλησιν έξιονσας Α έπέσχεν Ίρις, Δώς κελενσαντος. Εσπέρας δέ γενομένης Έκτωρ έδημηγόρησεν έν τώ πεδίω στρατοπεδενεσθαι και πυρ δι ’ ολης νυκτός καίειν. ΑΛΛΩΣ Ζευς καλέσας εις έκκλησίαν τους θεούς απαγορεύει μ ε τ ’ άπειλής, μηδετέροις τών μαχομένω ν βοηθεΐν. Αθήνα δέ α ίτεΐτα ι π α ρ ’ αύτον, ε ί και μη φανερώς συγχω ρεΐ αυτή την τοΐς Έλλησιν βοήθειαν, καν γνώ μην τινά αύτοΐς ύποθέσθαι, ώς μ η π αντάπασιν άπόλω νται. Σνμπεσόντω ν δέ εις την μάχην τα μέν πρώ τα ισόπαλης πόλεμος γίγνεται, μετά δέ τοϋτο ο ί Τρώες βελτίονι γίνονται ροπή κατά Διός γνώμην, κεραυνόν προ τών ίππω ν τον Διομήδονς ένεχθέντος, καί τών άριστέω ν φοβηθέντων καί εις φυγήν τραπέντων. Κ αί Π οσειδών μέν προτρεπονσης αντόν Ή ρας βοηθεΐν τοΐς Έλλησιν

176

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Θ (' Εμμετρη ) Θήτα, συνέλευση τω ν θεών, νίκη τω ν Τρώων, καύχηση του Έκτορα. (Π εζή) Συνέλευση τω ν θεών. Κολοβή μάχη. ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Θ
Κ ατά τον αρχαίο «παραφραστή».

Ο Δίας, αφού επέβαλε στους θεούς να μη βοηθούν κανέναν από τους στρατούς, κατεβαίνει στην Ίδη και, ενώ προηγουμένως εξίσου μάχονταν, καθιστά τους Έ λλη­ νες κατώτερους από τους Τρώες. Την Ή ρα δε και την Αθηνά, που ήλθαν σε βοήθεια τω ν Ελλήνων, τις σταμάτη­ σε η Ίριδα με εντολή του Δία. Αφού δε βράδιασε, ο Έ κτο­ ρας αποφάσισε να στρατοπεδεύσουν στην πεδιάδα και να έχουν όλη τη νύχτα αναμμένη φωτιά. ΜΕ ΑΛΑΟ ΤΡΟΠΟ Ο Δίας, αφού συγκάλεσε σε συνέλευση τους θεούς, με απειλή τους απαγορεύει να μη βοηθούν κανένα ν α π ’ αυτούς που μάχονται. Η Αθηνά δε ζητάει απ’ αυτόν, παρ’ ότι φανερά δεν επιτρέπει σ’ αυτήν να βοηθάει τους Έ λληνες, κάποια γνώμη σ’ αυτούς να δώσει, για να μην καταστραφούν ολοκληρωτικά. Ενώ δε αυτοί συγκρούστηκαν στη μάχη, στην αρχή ο πόλεμος είναι ισόπαλος, μετά όμως απο αυτό οι Τρώες βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση κατά τη γνώμη του Δία, επειδή δε έπεσε κεραυνός μπρο­ στά στα άλογα του Διομήδη, οι αριστείς φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Και ο Ποσειδώνας με την προτροπή

177

ΟΜΗΡΟΣ

άρνεΐταί' άναθαρρνσάντων δε τών Ελλήνων Τενκρου πολλούς τοξεύσαντος. Ζεύς πάλιν την νίκην έπί τούς Τρώας μεταφέ­ ρει,, Άθηνά δέ κα ί Ήρα ολίγον τών Διός απειλώ ν φ ροντίσα­ σα ι κατίασιν εις τον πόλεμον βοηθήσουσαι τοΐς Έλλησιν, άλλα Διός έ π ’ αντάς 'Ιριν πεμψαντος μετά απειλής, νποστρέφονσι. K ai τότε Έκτωρ πλησίον τών νεών έπαγαγώ ν τούς Τρώας, και παρρησιασάμένος επί τή νίκη κελεύει αυτούς πυρ καίειν προ τών νεών καί φυλάσσειν, ώς άν μή λάθοιεν Έλληνες φεύγοντες διά τό ήττησθαι, εις τάς πατρίδας.

178

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

της Ή ρας αρνείται να βοηθήσει τους Έλληνες· αφού όμως πήραν θάρρος οι Έ λληνες, ο Τεύχρος πολλούς χτύπησε με το τόξο του. Ο Δίας δε πάλι τη νίκη μεταφέρει στους Τρώες, η Αθηνά όμως και η Ή ρα, οι οποίες λίγο υπολό­ γισαν τις απειλές του Δία, κατεβαίνουν στη μάχη για να βοηθήσουν τους Έ λληνες, αλλά επειδή ο Δ ίας έστειλε σ’ αυτές την Ίριδα με απειλή, ξαναγυρίζουν πάλι. Και τότε ο Έκτορας, αφού έφερε τους Τρώες κοντά στα πλοία κι αφού υπερηφανευόταν για τη νίκη, τους διατάζει να ανάψουν φω τιά μπροστά από τα πλοία και να φυλάνε, για να μην τους φύγουν κρυφά οι Έ λληνες, επειδή νικούνται, στην πατρίδα τους.

179

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

Ήώς μέν κροκόπεπλος έκίδνατο πάσαν ε π ’ αίαν, Ζευς δέ θεών άγορήν π οιήσατο τερπικέραυνος άκροτάτη κορυφή πολυδειράδος Ούλυμποιο' αυτός δέ σ φ ’ αγόρευε, θεοί δ’ υπό πάντες άκουον “κέκλυτέ μευ, πάντές τε θεοί π α σ α ί τε θέαιναι, όφρ’ εί'πω τά με θυμός ένί στήθεσσι κελεύει. μήτέ τις ονν θήλεια θεός τό γε μήτε τις άρσην πείράτω διακέρσαι έμόν έπος, άλλ ’ άμα πάντες αίνεϊτ’, οφρα τάχιστα τελευτήσω τάδε έργα. ον δ ’ άν έγών άπάνευθε θεών έθέλοντα νοήσω έλθόντ’ η Τρώεσσιν άρηγέμεν ή Δαναοΐσι πληγείς ου κατά κόσμον έλεύσεται Οΰλυμπονδε· ή μ ιν ελών ρίψω ές Τάρταρον ήερόεντα τήλε μάλ’, ήχι βάθιστόν υπό χθονός έστι βέρεθρον, ένθα σιδήρειαί τε πύλαι καί χάλκεος ουδός, τόσσον ένερθ’ Άΐδεω όσον ουρανός έστ’ άπό γαίης · γνώσετ’ έπειθ’ όσον είμί θεών κάρτιστος άπάντων. εί δ ’ άγε πειρήσασθε, θεοί, ίνα είδετε πάντες' σειρήν χρυσείην εξ ουρανόθεν κρεμασαντες πάντες τ ’ έξάπτεσθε θεοί π α σ α ί τε θέαιναιάλλ’ οϋκ άν έρΰσαιτ’ εξ ουρανόθεν πεδίονδε Ζην ’ ύπατον μήστω ρ ’, ονδ ’ ε ί μάλα πολλά κάμοιτε. άλλ’ οτε δη καί έγώ πρόφρων έθέλοιμι έρυσσαι, αυτή κεν γαίη έρύσαιμ’ αυτή τε θαλασσή · σειρήν μέν κεν έπειτα περί ρίον Ούλύμποιο δησαίμην, τά δέ κ ’ αύτε μετήορα πάντα γένοιτο.

5

10

15

20

25

180

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

Η κροκόπεπλη Η ώς σκορπιζόταν1 σ’ όλη τη γη, και ο Δίας που αγαπούσε τους κεραυνούς έκανε συνάθροιση των θεών στην ψηλότερη κορυφή που πολύκορφου Ολύμπου. Αυτός ανάμεσα σ’ αυτούς αγόρευε και οι θεοί2 με προσοχή άκουγαν. «Ακούστε με όλοι οι θεοί κι όλες οι θεές3, να πω όσα η καρδιά μου μέσα στα στήθη μου με προτρέπει. Βέβαια μην προσπαθήσει να ματαιώσει το λόγο μου ούτε θεός ούτε θεά, αλλά να συμφωνήσετε όλοι για να τελειώ σω αυτά εδώ τα έργα. Όποιον καταλάβω ότι, αφού έρθει χωριστά από τους άλλους, θελήσει να βοηθήσει τους Τρώες ή τους Δαναούς, χτυπημένος θα γυρίσει κι όχι όπως πρέπει στον Όλυμπο. Ή αφού τον πιάσω θα τον ρίξω στο σκοτεινό Τάρταρο πολύ μακριά στο βαθύτερο βάραθρο4 κάτω από τη γη, όπου υπάρχουν σιδερένιες πύλες και χάλκινο κατώ φλι, τόσο πιο βαθιά από τον Άδη όσο ο ουρανός είναι μακριά από τη γη· τότε θα νιώ σει πόσο είμαι ισχυρότατος απ’ όλους τους θεούς. Αλυσίδα χρυσή αφού κρεμάσετε από τον ουρανό και κρεμαστείτε όλοι οι θεοί και οι θεές, δεν θα μπορέσετε να σύρετε τον Δία στη γη, τον υπέρτατο κυβερνήτη, ούτε αν κοπιάσετε πολύ. Αλλά όταν εγώ θελήσω να σας σύρω, θα σύρω μ’ αυτή τη γη και την ίδια τη θάλασσα- και την αλυσίδα τότε θα δέσω στην κορυφή του Ολύμπου κι όλα εκείνα θα μείνουν μετέωρα- τόσο υπερέχω

181

ΟΜΗΡΟΣ

τόσσον εγώ περί τ ’ είμ'ι θεών περί τ ’ εϊμ ’ ανθρώπων. ” "Ως έφαθ ’, οί δ ’ άρα πάντες άκήν έγένοντο σιωπή μνθον άγασσάμενοΓ μάλα γάρ κρατερώς αγόρευαεν. όψέ δέ δή μετέειπε θεά γλανκώπις Άθήνη' 30 “ώ πάτερ ήμέτερε Κρονίδη, ΰπατε κρειόντων εν νυ και ημείς ίδμεν ο τοι σθένος ουκ έπιεικτόν άλλ ’ εμπης Δαναών όλοφυρόμεθ’ αίχμητάων, οί κεν δή κακόν οίτον άναπλήσαντες ολωνται. άλλ’ ήτοι πολέμον μέν άφεξόμεθ ’ ώς σν κελεύεις' 35 βονλήν δ ’ Άργείοις ύποθησόμεθ ’ ή τις όνήσει, ώς μή πάντες ολωνται όδυσσαμένοιο τεοΐο. ” Τήν δ ’ επιμειδήσας προσεφη νεφεληγερετα Ζευς· “θάρσει, Τριτογενεια, φίλον τέκος' ον νν τι Ουμω πρόφρονι μνθέομαι, έθέλω δέ τοι ήπιος είναι. ” 40 "Ως είπών ύπ ’ οχεσφι τιτνσκετο χαλκόποδ ’ ίππω ώκυπέτα χρυσέησιν έθείρησιν κομόωντε, χρνσόν δ ’ αντός έδννε περι χροί, γέντο δ ’ ίμάσθλην χρνσείην εντνκτον, έον δ ’ έπεβήσετο δίφρον, μάστιξεν δ’ έλάαν τώ δ ’ ονκ άέκοντε πετέσθην 45 μεσσηγύς γαίης τε και ουρανοϋ άστερόεντος. Ίδην δ ’ ίκανεν πολνπίδακα μητέρα Θηρών Γάργαρον, ένθα τέ οί τέμενος βωμός τε θνήεις. ένθ ’ ίππους έστησε πατήρ άνδρών τε θεών τε λνσας εξ όχέων, κατά δ ’ ήέρα πουλνν έχενεν. 50 αντος δ ’ έν κορυφήσι καθέζετο κνδεϊ γαίων

είσορόων Τρώων τε πόλιν καί νήας 'Αχαιών. Οί δ ’ άρα δει.πνον έλοντο κάρη κομόωντες ’ χαιοί Α ρίμφα κατά κλισίας, άπό Ö’ αντον θωρήσσοντο. Τρώες δ’ αύθ ’ έτέρωθεν άνά πτόλιν όπλίζοντο παυρότεροΓ μέμασαν δέ καί ώς νσμΐνι μάχεσθαι χρειοϊ άναγκαίη, πρό τε παίδων καί προ γυναικών, πασαι δ ’ ώίγννντο πνλαι, έκ δ ’ έσσντο λαός, πεζοί θ ’ ίππήές τε' πολύς δ’ όρνμαγδος όρώρει.

55

182

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

από τους θεούς και. τους ανθρώπους». Έ τσι μίλησε κι εκείνοι όλοι σιώπησαν θαυμάζοντας· για τί πολύ αυστηρά μίλησε. Αργά είπε σ’ αυτόν η γαλανομάτα θεά Αθηνά: «Π ατέρα, γιε του Κρόνου, ανώτερε από τους άρχοντες, και μεις ξέρουμε καλά ότι έχεις δύναμη ανυποχώρητη5. Αλλά πολύ λυπούμαστε τους πολεμιστές Δαναούς, που θα καταστραφούν, αφού υποστούν κακή μοίρα, αλλά από τον πόλεμο θα απέχουμε καθώς εσύ διατάζεις. Ό μως θα συμβουλεύσουμε τους Αργείους με γνώμη που θα τους ωφελήσει, για να μην καταστραφούν όλοι επειδή εσύ οργί­ στηκες». Σ’ αυτή χαμογελώντας μ’ αυτά είπε ο νεφελοσυλλέκτης Δίας: «Έ χ ε θάρρος Τριτογένεια6, αγαπημένο παιδί- δεν μιλάω σοβαρά. Θέλω να είμαι μαλακός μαζί σου». Έ τσι αφού μίλησε, έζεψε στο άρμα δύο χαλκοπόδαρα άλογα με χρυσή χαίτη που πετούσαν γρήγορα, κι αυτός ντύθηκε με χρυσά όπλα και πήρε χρυσό καλοφτιαγμένο μαστίγιο κι ανέβηκε στο άρμα του. Μ αστίγω σε τα άλογα να τρέξουν, κι εκείνα με προθυμία πέταξαν ανάμεσα στη γη και το γεμάτο αστέρια ουρανό. Έ φτασε στην Ίδη την πολύπηγη, που τρέφει αγρίμια, στο Γάργαρο7. Εκεί είχε τέμενος και βωμό γεμάτο με θυμιάματα. Ε κεί άφησε τα άλογά του ο πατέρας τω ν ανθρώπων και τω ν θεών, αφού τα έλυσε από το άρμα, κι έχυσε ομίχλη, κι αυτός κάθισε στην κορυφή καμαρώνοντας για τη δόξα του βλέποντας προς την πόλη τω ν Τρώων και τα πλοία τω ν Α χαιών Οι Αχαιοί με τις μακριές κόμες δείπνησαν8 γρήγορα στις σκηνές και μετά οπλίζονταν. Οι Τρώες π άλι οπλίζο­ νταν στην πόλη, σε μικρότερο αριθμό. Αλλά κι έτσι, από ανάγκη, επιθυμούσαν να μάχονται για τα παιδιά και τις γυναίκες τους, κι άνοιξαν όλες τις πύλες, και όρμησε ο λαός, πεζοί και αρματηλάτες. Πολύς θόρυβος σηκώθηκε.

183

ΟΜΗΡΟΣ

Ο ί δ ’ οτε δή ρ ’ ές χώρον ένα ξννιόντες ίκοντο συν ρ ’ έβαλον ρινονς, συν δ ’ έγχεα κ α ί μ ένε’ άνδρών χαλκεοθω ρήκω ν άτάρ ασπίδες όμφαλόεσσαι έπ λη ντ’ άλλήλΐ/σι, πολύς δ ’ ορυμαγδός όρο'ιρει. ένθα δ ’ άμ ’ οίμ ω γή τε καί εύχωλή πέλεν άνδρών όλλνντων τε καί όλλυμένων, ρέε δ ’ α'ίματι γαΐα. "Οψρα μέν ήώς ήν καί άέξετο Ιερόν ήμαρ, τόφρα μ ά λ ’ άμφοτέρων βέλε’ ήπτετο, π ΐπ τε δέ λαος. ήμος δ ’ Η έλιος μέσον ουρανόν άμφιβεβήκει, καί τότε δή χρύσεια πατήρ έτίταινε τάλαντα' έν δέ τίθει δυο κήρε τανηλεγέος θανάτοιο Τρώων θ ’ Ιπποδάμων καί ’ χαιών χαλκοχιτω νω ν, Α έλκε δέ μέσσα λα β ώ ν ρέπε δ ’ αίσιμον ήμαρ ’ χαιών, Α α ί μέν Αχαιών κήρες επί χθονί πουλυβοτείρη έζέσθην, Τρώων δέ προς ουρανόν εϋρνν άερθεν αυτός δ ’ εξ Ίδης μ ε γ ά λ ’ έκτυπε, δαιόμενον δε ήκε σέλας μετά λαόν ’ χαιώ ν ο ί δέ ίδόντες Α θάμβησαν, καί πάντας υπό χλωρόν δέος είλεν. Ένθ’ ο υ τ ’ Ιδομενεύς τλή μίμνειν ο υ τ ’ Α γαμέμνων, οΰτε δ ύ ’ Αίαντες μενέτην θεράποντες Αρηος' Νέστωρ οίος έμιμνε Γερήνιος ούρος ’ χαιών Α ου τι έκών, ά λ λ ’ ίππος έτείρετο, τον βάλεν ίω δΐος Αλέξανδρος Ελένης πόσις ήϋκόμοιο άκρην κάκ κορυφήν, όθι τε πρώ ται τρίχες ίππω ν κρανίω έμπεφύασι, μ ά λιστα δέ καίριόν έστιν. άλγήσας δ ’ άνέπαλτο, βέλος δ ’ εις εγκέφαλον δϋ, συν δ ’ ίππους έτάραξε κυλινδόμενος περί χαλκώ. όφ ρ’ ό γέρων ίπποιο παρηορίας άπέταμνε φασγάνω άΐσσω ν, τόφ ρ ’ Έκτορος ώκέες ΐπ ποι ήλθον άν ’ ίω χμόν θρασύν ηνίοχον φορεοντες Έκτορα' κ α ί νύ κεν ένθ’ ό γέρων από θυμόν ολεσσεν

60

65

70

75

80

85

90

184

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

Αυτοί αφού μαζεύτηκαν σ’ έναν τόπο, έφτασαν, τότε χτύπησαν τις ασπίδες, και χτύπησαν τα δόρατα και τις δυνάμεις τω ν άντρων με τους χαλκούς θώρακες. Και οι οι ομφαλωτές ασπίδες πλησίασαν η μία κοντά στην άλ­ λη, και πολύς θόρυβος σηκώθηκε. Τότε έγινε θρήνος και αλαλαγμός τω ν αντρών και αυτών που σκότωναν και αυ­ τών που σκοτώνονταν, και πλημμύρισε αίμα η γη. Όσο ήταν πρωί και μεγάλωνε η ιερή μέρα, τόσο τα βέλη και τω ν δύο πλευρών πετύχαιναν, και έπεφταν οι νεκροί. Όταν ο ήλιος είχε φτάσει στη μέση του ουρανού, τότε πια ο πατέρας άπλωσε τις χρυσές σάλπιγγες9. Κι έβαλε στη μέση δύο μοίρες10 του φοβερού θανάτου για τους ιπποδαμαστές Τρώες και τους Αχαιούς με τους χαλκούς θώρακες, και τις τράβηξε, πιάνοντάς τες από τη μέση, και έκλινε η μοίρα τω ν Α χαιών. Οι Αχαιοί έπεφταν στη γη που τρέφει πολλούς ανθρώπους και οι Τρώες σηκώθηκαν προς τον πλατύ ουρανό. Αυτός από την Ίδη βρόντηξε δυνατά και έριξε καιόμενο κεραυνό προς τους Αχαιούς. Α υτοί βλέπο­ ντας έμειναν έκθαμβοι και τους κυρίευσε τρόμος χλομός. Τότε ούτε ο Ιδομενέας τόλμησε να μείνει ούτε ο Αγαμέμνονας ούτε οι δύο Α ίαντες, οι σύντροφοι του Αρη. Ο Νέστορας από τη Γερηνία μόνος έμενε, ο φύλακας των Αχαιών, όχι με τη θέλησή του αλλά κάποιο άλογό του βασανιζόταν11 που το πέτυχε με το βέλος του ο ευγενικός Αλέξανδρος, ο σύζυγος της ομορφόμαλλης Ελένης, στην άκρη του κεφαλιού εκεί που φυτρώνουν.οι πρ ώ τες τρίχες στο κεφάλι τω ν αλόγων και είναι πολύ επικίνδυνο. Αναπή­ δησε, επειδή πόνεσε, γ ια τί το βέλος χώθηκε στο μυαλό και τάραξε τα άλογα στρεφόμενο με το χαλκό. Όσο χρόνο ο γέροντας ασχολιόταν να κόψει τους ιμάντες με το ξίφος, σ’ αυτό το διάστημα ήρθαν στο θόρυβο της μάχης τα γρήγορα άλογα του Έ κτορα, φέρνοντας τον τολμηρό ηνίοχο12, τον Έκτορα. Εκεί θα έχανε τη ζωή του ο γέροντας, αν δεν τον

185

ΟΜΗΡΟΣ

εί μη άρ’ οξύ νόησε βοήν άγαθός Διομήδης■ σμερδαλέον δ ’ έβόησεν έποτρύνων Όδυσψν “δι,ογενές Λαερτιάδη, πολυμήχαν’ Όδνσσεν, πή φεύγεις μετά νώτα βαλών κακός ώς εν όμίλω; μή τις τοι φεύγοντι μεταφρένω έν δόρυ πήξη' 95 άλλά μέν’ οφρα γέροντος άπώσομεν άγριον άνδρα.” "Ως έφατ ’, ονδ ’ έσάκουσε πολύτλας δΐος Όδυσσενς, άλλά παρήίξεν κοΐλας επί νήας ’ χαιών. Α Τνδεΐδης δ ’ αυτός περ έών προμάχοισιν έμίχθη, στη δέ πρόσθ’ ίππων Νηληίαδαο γέροντος, 100 καί μιν φωνήσας έπεα πτερόεντα προσηύδα' “ώ γέρον, ή μ άλα δή σε νέοι τείρουσι μαχηταί, σή δέ βίη λέλυται, χαλεπόν δέ σε γήρας όπάζει, ήπεδανός δέ νύ τοι θεράπων, βραδέες δέ τοι ίπποι. άλλ’ ά γ ’ έμών όχέων έπιβήσεο, οφρα ίδηαι 105 οίοι Τρώϊοι ίπποι έπιστάμενοι πεδίοιο κραιπνά μάλ ’ ένθα καί ένθα διωκέμεν ήδέ φέβεσθαι, ονς ποτ’ ά π ’ Αινείαν έλόμην μήστωρε φόβοιο. τούτω μέν θεράποντε κομείτων, τώδε δέ νώ ϊ Τρωσίν εφ ’ ίπποδάμοις ίθύνομεν, οφρα καί Έκτωρ 110 είσεται εί καί έμόν δόρυ μαίνεται έν παλάμησιν. ’ " εφατ’, ονδ’ άπίθησε Γερήνιος ίππότα Νέστωρ. Ως Νεστορέας μέν έπειθ ’ ίππους θεράποντε κομείτην ίφθιμοι Σθένελός τε καί Εύρυμέδων άγαπήνωρ. τώ δ’ εις άμφοτέρω Διομήδεος άρματα βήτην 115 Νέστωρ δ’ έν χείρεσσι λάβ’ ηνία σιγαλόεντα, μάστιξεν δ’ ίππους· τάχα δ’ Έκτορος άγχι γένοντο. του δ ’ ίθύς μεμαώτος άκόντισε Τνδέος υιός· καί τον μέν ρ’ άφάμαρτεν, ο ηνίοχον θεράποντα υιόν υπερθύμον Θηβαίον Ήνιοπήα 120

186

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

έβλεπε αμέσως ο ικανός στη μάχη Διομήδης. Φώναξε δυνατά παροτρύνοντας τον Οδυσσέα: «Ε υγενικέ γ ιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα, πού φεύγεις στρέφοντας τα νώ τα σαν δειλός από το πλήθος; Πρόσεχε μήπως ενώ φεύγεις σου χώσει στη ράχη κανένας δόρυ. Αλλά μείνε να αποκρούσουμε τον άγριο άντρα από το γέροντα». Έ τσι είπε, αλλά δεν άκουσε13 ο πολύπαθος ευγενικός Οδυσσέας, αλλά γρήγορα έφυγε προς τα πλοία τω ν Α­ χαιών. Ο Τυδείδης όμως, αν και ήταν μόνος, μπήκε ανά­ μεσα στους πρώτους της μάχης και στάθηκε μπροστά στα άλογα του Πηλείδη, και, μιλώντας του, έλεγε φτερωτά λόγια: «Γέροντα, αλήθεια πολύ σε βασανίζουν οι νέοι πολεμι­ στές, και η δική σου δύναμη έχει παραλύσει, γ ια τί βαριά γηρατειά σε ακολουθούν14. Αδύνατος νομίζω είναι ο υπη­ ρέτης σου και αργοκίνητα τα άλογά σου. Αλλά ανέβα στο δικό μου άρμα για να δεις ποια είναι τα άλογα του Τρώα, που ξέρουν γρήγορα μπροστά και πίσω να κυνηγούν και να φεύγουν, που πήρα από τον Αινεία, το γνώ στη της φυγής. Αυτά ας τα περιποιηθούν οι υπηρέτες, κι αυτά εδώ εμείς ας κατευθύνουμε κατά τω ν Τρώων που δαμάζουν τ ’ άλογα, για να γνωρίσει ο Έκτορας αν στα χέρια μου είναι δυνατό το δικό μου δόρυ». Έ τσι είπε και πρόθυμα υπάκουσε ο Γερήνιος ιππότης Νέστορας. Για τα άλογα του Νέστορα έπειτα φρόντιζαν οι υπηρέτες, ο γενναίος Σθένελος και ο ανδρείος Ευρυμέδοντας. Εκείνοι και οι δύο ανέβηκαν στο άρμα του Διομήδη. Ο δε Νέστορας πήρε στα χέρια τα λαμπερά ηνία, και μαστίγωσε τα άλογα. Γρήγορα πλησίαζαν τον Έκτορα, και εναντίον του έριξε το ακόντιο ο γιος του Τυδέα. Εκεί­ νον μεν δεν πέτυχε αλλά τον ηνίοχο, το γιο του μεγαλόψυ­ χου Θηβαίου, τον Ηνιοπέα, ενώ κρατούσε τα άλογα, πέ-

187

ΟΜΗΡΟΣ

ίππων ήνί’ εχοντα βάλε στήθος παρά μαζόν. ήριπε (5’ εξ όχέων, νπερώησαν δέ οί 'ίπποι ώκυποδες· τον δ ’ αύθι λνθη ψυχή τε μένος τε. Έκτορα δ ’ αίνον άχος πνκασε φρένας ήνιοχοιοτον μέν έπειτ’ ε ’ασε καί άχνύμενός περ εταίρου ί κεϊσθαι, ο δ’ ηνίοχον μέθεπε θρασύν ονδ’ άρ’ έτι δην ίππω δενέσθην σημάντορος· αίψα γάρ ενρεν Ίφιτίδην Άρχεπτόλεμον θρασύν, ον ρα τόθ ’ ίππων ώκνπόδων έπέβησε, δίδου δέ οί ηνία χερσίν. Ένθα κε λοιγός έην καί άμήχανα έργα γένοντο, καί νν κε σήκασθεν κατά Ίλιον ήντε άρνες, εί μή άρ’ οξύ νόησε πατήρ άνδρών τε θεών τε · βροντήσας δ ’ άρα δεινόν άφήκ ’ άργήτα κεραυνόν, κάδ (5ε πρόσθ’ ίππων Διομήδεος ήκε χαμαζε' δεινή δέ φλόξ ώρτο θεείον καιομένοιο, τώ δ ’ ίππω δείσαντε καταπτήτην ν π ’ όχεσφΐ' Νέστορα ό ’ έκ χειρών φύγον ηνία σιγαλόεντα, δεΐσε δ ’ ό γ ’ έν θνμώ, Διομήδεα δέ προσεειπε' “Τνδειδη, άγε δ ’ αντε φόβον δ’ έχε μώννχας ίππους, ή ον γιγνώσκεις ό τοι έκ Δ ιός ούχ έπετ ’ αλκή; ννν μέν γάρ τοντω Κρονίδης Ζενς κΰδος οπάζει σήμερον ύστερον αντε και ήμιν, α ί κ ’ έθέλησι, δώσει· άνήρ δέ κεν ου τι Δ ιός νόον είρνσσαιτο ουδέ μάλ ’ ϊφθιμος, έπει ή πολύ φέρτερός έστι.” Τον δ ’ ήμείβετ’ έπειτα βοήν άγαθός Διομήδης· “ναι δή ταυ τ α γε πάντα, γέρον, κατά μοίραν έειπες' άλλα τόδ ’ αίνον άχος κραδίην και θυμόν ίκάνεί' Έκτωρ γάρ ποτε φήσει ένί Τρώεσσ’ άγορενων “Τνδεΐδης ύ π ’ έμεΐο φοβενμενος ϊκετο νήας.” ώς ποτ’ απειλήσει· τότε μοι χάνοι εύρεΐα χθών.” Τον δ ’ ήμείβετ’ έπειτα Γερήνιος ίππότα Νέστωρ' “ώ μοι, Τνδέος υιέ δαΐφρονος, οίον έειπες. ε ί περ γάρ σ ’ Έκτωρ γε κακόν καί άνάλκιδα φήσει, άλλ' ού πείσονται Τρώες καί Δαρδανίωνες

125

130

135

140

145

150

188

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

τυχε στο στήθος κοντά στο μαστό. Έ πεσε από το άρμα και του έφυγαν τα γρήγορα άλογα15. Η ψυχή και η δύναμή του διαλύθηκαν. Ο Έκτορας λυπήθηκε πολύ για τον ηνίοχο. Αυτόν έπειτα άφησε ξαπλωμένο κάτω , αν και λυπόταν για το σύντροφο, κι αναζητούσε γενναίο ηνίοχο. Για πολλή ώρα ακόμα τα άλογα δεν ήταν χωρίς ηνίοχο. Γ ια τί αμέ­ σως βρήκε το γενναίο Αρχεπτόλεμο, το γιο του Ιφίτου, τον οποίο αμέσως ανέβασε στο άρμα με τα γοργοπόδαρα άλογα και του έδωσε τα ηνία στα χέρια. Τότε θα συνέβαινε συμφορά και θα γίνονταν ανεπανόρ­ θωτες ζημιές και θα κλείνονταν στο Ίλιο σαν αρνιά, αν αμέσως ο πατέρας τω ν θεών και τω ν ανθρώπων δεν σκε­ φτόταν και δεν έριχνε κεραυνό με δυνατή βροντή χάμω μπροστά στα άλογα του Διομήδη. Φοβερή φλόγα σηκώθη­ κε από το καιγόμενο θειάφι και τα άλογα φοβισμένα ζά­ ρωσαν στο άρμα, κι έφυγαν από τα χέρια του Νέστορα τα λαμπρά ηνία. Φοβήθηκε κι αυτός και έλεγε στον Διομήδη: «Γ ιε του Τυδέα, έλα τώρα πάλι να διευθύνεις τα μονόνυχα άλογα. Αλήθεια δεν νιώ θεις ότι από τον Δία δεν έχεις προστασία; Γ ιατί τώρα ο γιος του Κρόνου σ’ αυτόν έδωσε δόξα για σήμερα. Ύ στερα πάλι σε μας αν θέλει θα δώσει. Δεν μπορεί άνθρωπος ν ’ αντισταθεί στη θέληση του Δ ία16, ούτε ο γενναιότερος, επειδή είναι πολύ ανώτερος». Σ’ αυτόν απάντησε ο ικανός στη μάχη Διομήδης: «Ν αι, αλήθεια αυτά όλα γέροντα τα είπες σωστά. Αλλά φοβερή λύπη κυριεύει την ψυχή και την καρδιά μου. Θα π ει ποτέ^ο Έκτορας μιλώντας στους Τρώες: “ Ο γιος του Τυδέα ήρθε στα πλοία φεύγοντας εξαιτίας μου” . Έ τσι θα καυχηθεί και τότε θ’ ανοίξει για μένα η πλατιά γη ». Σ’ αυτόν απαντούσε έπειτα ο Γερήνιος ιππότης Νέστο­ ρας: «Αλίμονο, γιε του πολεμιστή Τυδέα, ποιο λόγο είπες; Γιατί αν αλήθεια ο Έκτορας σε πει δειλό και άνανδρο, δεν θα το πιστέψουν οι Τρώες και οι Δαρδανοί και οι γυναίκες

189

ΟΜΗΡΟΣ

καί Τρώων άλοχοι μεγάθυμω ν άσπιστάω ν, τάων έν κονίησι βάλες θαλερούς π α ρ α κ ο ή ας. ” "Ως άρα φωνήσας φύγαδε τράπε μώ ννχας 'ίππους αύτις άν ’ ίω χ μ ό ν έπι δέ Τρώες τε καί Έκτωρ ήχή Οεσπεσίτ) βέλεα στονόεντα χέοντο. τώ δ ’ επί μακρόν άϋσε μέγας κορυθαίολος Έ κτωρ· “Τνδείδη, περί μέν σε τίον Δαναοί ταχύπω λοι έδρη τε κρέασίν τε ίδέ πλείοις δεπάεσστ νυν δέ σ ’ άτιμ ήσουσι' γυναικός ά ρ ’ αντί τέτνξο. έρρε κακή γλήνη, έπεί ουκ είξαντος εμεϊο πύργω ν ήμετέρων έπι,βήσεαι, ουδέ γυναίκας άξεις έν νήεσσν πάρος τοι δαίμονα δώσω. ” "Ως φάτο, Τυδείδης δέ διάνδιχα μερμήριξεν ίππους τε στρέψαι καί έναντίβιον μαχέσασθαι. τρις μέν μερμήριξε κατά φρένα καί κατά θυμόν, τρις δ ’ ά ρ ’ α π ’ Ίδαίων όρέων κτύπε μ η τίετα Ζευς σήμα τιθείς Τρώεσσι μάχης έτεραλκέα νίκην. Έκτωρ δέ Τρώεσσιν έκέκλετο μακρόν άνσας' “Τρώες καί Λ ύκιοι καί Δάρδανοι ά γ χ ιμ α χ η τα ί άνέρες έστε, φ ίλοι, μνήσασθε δέ θούριδος αλκής, γιγνώ σκω δ ’ ότι μοι πρόφρων κατένευσε Κρονίων νίκην καί μέγα κϋδος, άτάρ Δ αναοϊσί γε πήμα' νήπ ιοι οι άρα δή τάδε τείχεα μηχανόω ντο ά β λή χ ρ’ ούδενόσωρα' τ α δ ’ ού μένος άμόν έρύξετ ίπ π οι δέ ρέα τάφρον νπερθορέονται όρυκτήν. ά λ λ ’ ότε κεν δή νηυσίν έπι γλαφ υρήσι γένω μαι, μνημοσύνη τις έπειτα πυρός δηΐοιο γενέσθω, ώς πυρί νήας ένιπρήσω , κτείνω δέ καί αυτούς Άργείους παρά νηυσίν άτυζομένους υπό καπνοϋ. ” "Ως είπών ίπ π οισιν έκέκλετο φώνησέν τε' “Ξάνθε τε κ α ί σύ, Π όδαργε, καί Αίθων Α άμπέ τε δΐε,

155

160

165

170

175

180

185

190

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

των μεγαλόκαρδων ασπιδοφόρων Τρώων, τω ν οποίων τους άντρες έριξες στο χώ μ α». Έ τσι αφού μίλησε, έστρεψε τα μονόνυχα άλογα πίσω από το θόρυβο της μάχης. Βροχή έριχναν τα πολυόδυνα βέλη οι Τρώες με αλαλαγμούς. Γ ι’ αυτόν μεγάλη φωνή έβγαλε ο μεγάλος Έκτορας: «Γ ιε του Τυδέα, πολύ σε τιμούσαν οι Δαναοί που τρέ­ χουν γρήγορα με τα άλογα, με ξεχωριστή θέση και με κρέατα και με γεμάτα ποτήρια. Τώρα όμως θα σε περιφρονήσουν. Ή σουν λοιπόν ίσος με γυναίκα. Γκρεμίσου δειλή κόρη, επειδή δεν θ’ ανέβεις στους πύργους μας, αφού υποχωρήσω εγώ , ούτε θα αρπάξεις μέσα στα πλοία τις γυναίκες. Π ρωτύτερα θα σου δώσω θάνατο17». Έ τσι είπε, και ο γιος του Τυδέα σκεφτόταν δύο τρό­ πους, να στρέψει τους ίππους και να πολεμήσει εναντίον του. Τρεις φορές σκέφτηκε18 με το μυαλό και την καρδιά του, και τρεις φορές βρόντηξε ο συνετός Δίας από την Ίδη, σημαίνοντας στους Τρώες την οριστική νίκη της μάχης. Ο Έκτορας φωνάζοντας δυνατά προέτρεπε τους Τρώες. «Τρώες και Λύκιοι και Δάρδανοι, που μάχεστε σώμα με σώμα, να είστε άντρες, φίλοι, και να θυμηθείτε την ορμητική τόλμη σας. Γιατί νιώ θω ότι ευνοϊκά ο γιος του Κρόνου μου παραχώρησε νίκη και μεγάλη δόξα, και στους Δαναούς συμφορά. Οι ανόητοι, που με μεγάλο κόπο έφτια­ ξαν αυτά εδώ τα τείχη τα αδύνατα, που δεν αξίζουν να τα προσέξει κανείς. Αλλά αυτά δεν θα σταματήσουν την ανδρεία μας. Τα άλογα εύκολα θα υπερπηδήσουν τη σκαμ­ μένη τάφρο. Αλλά όταν φτάσω στα βαθιά πλοία, τότε ας σκεφτούμε καταστροφική φω τιά, για να κάψω τα πλοία και να σκοτώσω τους Αργείους κοντά στα πλοία τρομαγ­ μένους από τους καπνούς». Έ τσι αφού είπε, παρότρυνε τους ίππους και είπε: «Ξάνθε20 και συ Πόδαγρε και Αίθονα και ευγενικέ Λά-

191

ΟΜΗΡΟΣ

ννν μ ο ι την κομιδην άποτίνετον, ην μάλα πολλήν 'Ανδρομάχη θνγάτηρ μεγαλητορος Ήετίωνος ΰμΐν πάρ προτεραίοι μελίφρονα πνρόν εθηκεν οίνον τ ’ έγκεράσασα π ιεΐν, οτε θνμός άνώγοι, η έμοί, ος πέρ ο ί θαλερός πόσις εύχομαι είναι. άλλ ’ έφομαρτεΐτον καί σπενδετον οφρα λάβωμεν ασπίδα Νεστορέην, της ννν κλέος ουρανόν ΐκει πασαν χρυσείην έμεναι, κανόνας τε κ α ί αντην, αύτάρ α π ’ ώ μοιιν Διομήδεος ίπποδάμοιο δαιδάλεον θώρηκα, τον Ή φαιστος κάμε τευχών. εί τοντω κε λάβοιμεν, έελποΐμην κεν Αχαιούς αντονυχί νηών έπιβησέμεν ώκειάων. ” "Ως έφ α τ’ ενχόμένος, νεμέσησε δέ πότνια Ήρη, σείσατο δ ’ είνΐ θρόνω, έλέλιξε δέ μακρόν 'Όλυμπον, κ α ί ρα Π οσειδάωνα μέγαν θεόν άντίον ηνδα: “ώ πόποι, έννοσίγαι ’ ενρνσθενες, ονδε νν σοι περ όλλνμένων Δαναών ολοφύρεται έν φρεσί θνμός. ο ί δέ τοι εις Έλίκην τε καί Α ίγας δώρ ’ άνάγονσι πολλά τε καί χαρίεντα· σύ δέ σφ ισι βονλεο νίκην, ε ί περ γάρ κ ’ έθέλοιμεν, όσοι Δαναοΐσιν αρω γοί, Τρώας άπώ σασθαι καί έρνκέμεν ευρνοπα Ζην, αντον κ ’ ένθ’ άκάχοιτο καθημένος οίος έν Ί δη.” Την δέ μ έ γ ’ όχθησας προσέφη κρείων ένοσίχθω ν “Ήρη άπτοεπές, ποιον τον μνθον έειπες. ονκ αν έ γ ω γ ’ έθέλοιμι Διί Κ ρονίωνι μάχεσθαι ήμέας τονς άλλονς, έπεί ή πολν φέρτερός έστιν. ” "Ως ο ί μέν τοιαντα προς άλληλους άγόρενον τών ό ’ όσον έκ νηών από πύργον τάφρος έεργε πληθεν όμώς ίππω ν τε καί άνδρών άσπιστάω ν είλομένω ν ε'ίλει δέ θοώ άτάλαντος Ά ρηϊ Έκτωρ Π ριαμίδης, οτε ο ί Ζευς κϋδος έδωκε. κ α ί νν κ ’ ένέπρησεν π νρί κηλέω νηας έΐσας, εί μη έπί φρεσί θ η κ ’ Α γαμέμνονι πότνια Ήρη

190

195

200

205

210

215

192

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

μπε, τώρα ξεπληρώστε μου την περιποίηση που σας έκανε με αφθονία πριν η Ανδρομάχη, η κόρη του μεγαλόκαρδου Η ετίωνα, με τροφές που ευχαριστούν την καρδιά και με κρασί αν θέλατε, παρά σε μένα που καυχιέμαι ότι είμαι σύζυγός της. Αλλά ακολουθείστε και τρέξτε για να πάρου­ με την ασπίδα του Νέστορα22, που η φήμη της έχει φτάσει στον ουρανο, ότι είναι όλη χρυσή, και από τους ώμους του Διομήδη τον καλοφτιαγμένο θώρακα, τον οποίο ο Ή φ α ι­ στος κατασκεύασε με τέχνη. Αν τα πάρουμε αυτά, μπο­ ρούμε να ελπίζουμε ότι αυτή τη νύχτα θα ανεβάσω τους Αχαιούς στα γρήγορα πλοία». Έ τσ ι μίλησε καυχώμενος, και αγανάκτησε23 η σεβαστή Ή ρα και σείστηκε μέσα στο θρόνο της και τράνταξε τον ψηλό Όλυμπο και αμέσως έλεγε στον Ποσειδώνα, το με­ γάλο θεό: «Αλίμονο, μεγαλοδύναμε, ούτε η δική σου καρδιά δεν λυπάται τους Αχαιούς που καταστρέφονται! Α υτοί όμως σου φέρνουν πάνω στην Ελίκη24 και τις Α ιγές δώρα πολλά και ωραία. Πρέπει να θέλεις τη νίκη τους. Γ ια τί αν απο­ φασίσουμε, όσοι βοηθούμε25 τους Δαναούς, να αποκρούσουμε τους Τρώες και να εμποδίσουμε το βροντόφωνο Δία, θα καθόταν μόνος του λυπημένος στην Ί δ η ». Σ’ αυτήν ανυπόμονα είπε ο άρχοντας που σείει τη γη: «Ή ρα, φοβερή στα λόγια, τι λόγο είπες! Εγώ τουλάχιστον δεν θα ήθελα να μαχόμαστε το γιο του Κρόνου Δ ία εμείς οι άλλοι, αφού είναι ανώτερος πολύ». Έ τσι αυτοί μεταξύ τους έλεγαν. Και σε κείνους, όσο χώρο περιέκλειε26 η τάφρος έξω από τα πλοία από το τείχος, ήταν γεμάτο από ίππους και άντρες με ασπίδες που στριμώχνονταν. Τους πίεζε ο ίσος με το γοργό Άρη Έκτορας, ο γιος του Πριάμου, αφού ο Δίας του έδωσε τη δόξα της νίκης. Και θα έκαιγε τα πλοία με φ ω τιά , αν η σεβαστή Ή ρα δεν έβαζε στο μυαλό του Αγαμέμνονα να

193

ΟΜΗΡΟΣ

αντώ ποιπννσαντι Οοώς ότρϋναι Αχαιονς. βή Ö’ ίέναι παρά τε κλισία ς και νήας ’ χαιών Α πορφνρεον μέγα φάρος εχων εν χειρί π α χ είϊ], στη δ ’ ε π ’ Ό δνσσήος μ ε γ α κ ή τε ϊ νηι μελαίντ], ή ρ ’ έν μεσσάτω έσκε γεγωνέμεν άμφοτέρωσε, η μέν έ π ’ Αίαντος κλισίας Τελαμωνιάδαο η δ ’ έ π ’ Ά χιλλήος, τ ο ί ρ ’ έσχατα νήας έΐσας ειρυσαν, ήνορέτ] π ίσννοι και κ ά ρ τεϊ χειρ ώ ν ηϋσεν δέ διαπρύσιον Δ αναοΐσι γεγωνώς' “αιδώς, Α ργεϊοι, κάκ ’ έλέγχεα, είδος άγητον πη έβαν ενχωλαΐ, οτε δη φάμεν είναι άριστοι, ας όπότ ’ έν Λήμνω κενεανχέες ήγοράασθε, έσθοντες κρέα πολλά βοών όρθοκραιράων πίνοντες κρητήρας έπιστεφέας οινοιο, Τρώων άνθ’ εκατόν τε διηκοσίω ν τε έκαστος στή σ εσ θ ’ έν π ολέμω · νϋν δ ’ ο νδ ’ ενός ά ξ ιο ι είμεν Έκτορος, ός τάχα νήας ένιπρήσει π νρι κηλέω. Ζεν πάτερ, ή ρά τιν ’ ηδη νπερμενέων βασιλήω ν τήδ ’ άτη άασας κ α ί μιν μέγα κνδος άπηνρας; ον μέν δή π ο τέ φ ημι τεόν περικαλλέα βωμόν ν η ϊ πολνκλή'ιδι παρελθέμεν ένθάδε έρρων, άλλ ’ έπι π ά σ ι βοών δημόν καί μ η ρ ί’ έκηα ίέμενος Τροίην εντείχεον έξαλαπάξαι. άλλά, Ζεϋ, τόδε πέρ μ ο ι έπικρήηνον έέλδωρ' αντονς δή περ έασον νπεκφνγέειν καί άλνξαι, μ η δ ’ οντω Τρώεσσιν έα δάμνασθαι Α χαιονς.” "Ως φάτο, τον δέ πατήρ όλοφνρατο δάκρν χέοντα, νενσε δέ ο ί λαόν σόον έμμεναι ο νδ ’ άπολέσθαι. αύτίκα δ ’ αίετόν ήκε τελειότατον πετεηνών, νεβρόν έχ οντ’ όννχεσσι τέκος έλάφοιο τα χείη ς■

220

225

230

235

240

245

194

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

παρακινήσει τους Αχαιούς, αφού βιαστεί. Κίνησε να πάει στις σκηνές και τα πλοία τω ν Α χαιών κρατώντας στο παχύ του χέρι τον πορφυρό27 μεγάλα μανδύα, και στάθηκε κοντά στο μεγάλο μαύρο πλοίο του Οδυσσέα που ήταν στη μέση, ώστε ν’ ακουστεί η φωνή του και στις δύο μεριές. Και στα πλοία του γιου του Τελαμώνα Α ίαντα και στα πλοία του Αχιλλέα, οι οποίοι έχοντας εμπιστοσύνη στα χέρια τους είχαν, σύρει στις άκρες τα μακριά πλοία. Φ ώναξε με δια­ περαστική φωνή προς τους Δαναούς κραυγάζοντας: «Ντροπή, άνανδροι και ντροπιασμένοι, θαυμάσιοι μόνο στη μορφή, Αργείοι. Πού πήγαν οι καυχησιές, όταν νομί­ ζαμε οτι είμαστε οι καλύτεροι, που όταν είμαστε στη Αήμνο λέγατε με αλαζονεία τρώγοντας άφθονα κρέατα βοδιών με κέρατα και πίνοντας κρασί από γεμάτους μέχρι πάνω κρατήρες, ότι ο καθένας θα σταθεί στον πόλεμο απέναντι σε εκατό ή διακόσιους Τρώες; Τώρα δεν είμαστε άξιοι ούτε για έναν, τον Έκτορα που γρήγορα θα κάψει τα πλοία με φω τιά. Δία πατέρα, αλήθεια ξεγέλασες κανέναν απο τους ισχυρούς βασιλείς με τέτοια απάτη και του αφαίρεσες τη μεγάλη δόξα; Ποτέ όμως νομίζω ότι με το πολύκωπο πλοίο μου δεν προσπέρασα δικό σου ωραιότατο βωμό, όταν για δυστυχία28 μου ερχόμουν εδώ. Ό μως πά­ νω σ’ όλους έκαιγα δέρματα βοδιών και μεριά, επιθυμώ­ ντας να καταστρέψω την οχυρωμένη Τροία. Α λλά, Δία, τουλάχιστον πραγματοποίησε την εξής επιθυμία μου' ε­ μείς αυτό τουλάχιστον να ξεφύγουμε και να γλιτώ σουμε, να μην αφήσεις να καταστρέφονται έτσι από τους Τρώες οι Αχαιοί». Έ τσι είπε, και ο πατέρας τον λυπήθηκε επειδή έχυνε δάκρυα, και συγκατένευσε να σωθεί ο λαός του και να μην καταστραφεί. Αμέσως έστειλε αϊτό, που είναι το πιο προφητικό29 από τα πουλιά, που κρατούσε στα νύχια του ελαφάκι, παιδί γρήγορης ελαφίνας' έριξε κάτω το ελάφι

195

ΟΜΗΡΟΣ

πάρ δέ Διός βωμώ π ερικαλλέϊ κάββαλε νεβρόν, ένθα πανομφαίω Ζηνι ρέζεσκον Α χαιοί. οί ο ως ονν scoovo ο τ αρ εκ Διος ηλνυεν oqvlq, μάλλον έπι Τρώεσσι θόρον, μνήσαντο δέ χάρμης. Ένθ’ ον τις πρότερος Δαναών πολλών περ έόντων ενξατο Τνδειδαο πάρος σχέμεν ώκέας ίππονς τάφρον τ ’ έξελάσαι και έναντίβιον μαχέσασθαι, αλλά πολύ πρώ τος Τρώων έλεν άνδρα κόρνα τήν Φραδμονίδην Α γέλαον ο μέν φνγαδ ’ έτραπεν ίπ π ονς· τώ δέ μεταστρεφθέντι μεταφρένω έν δόρν πήξεν ώμων μεσσηγνς, διά δέ στήθεσφιν έλα σσεν ήριπε δ ’ έξ όχέων, άράβησε δέ τεύχε’ έ π ’ αντώ . Τον δέ μ ε τ ’ Α τρεΐδαι, Α γαμέμνων και Μενέλαος, τοϊσ ι δ ’ ε π ’ Αίαντες θονριν έπιειμένοι αλκήν, τοΐσ ι δ ’ έ π ’ Ιδομενενς και οπάων Ίδομενήος Μ ηριόνης ατάλαντος Ένναλίω άνδρειφόντΐ], τοϊσ ι δ ’ έ π ’ Ε νρνπνλος Εναίμονος άγλαός νίός· Τενκρος δ ’ είνατος ήλθε παλίντονα τόξα τιταίνω ν, στή δ ’ άρ ’ νπ ’ Αίαντος σ ά κ ε ϊ Τελαμωνιάδαο. ένθ’ Αίας μέν νπεξέφερεν σάκος' αντάρ ο γ ’ ήρως παπτήνας, έπεί άρ τ ιν ’ όιστενσας έν όμίλω βεβλήκοι, ό μέν ανθι πεσώ ν από θνμόν όλεσσεν, αντάρ ό αντις ιών π άϊς ώς υπό μητέρα δύσκεν εις Α ίανθ’· 6 δέ μιν σ ά κ ε ϊ κρνπτασκε φαεινω. Ένθα τίνα πρώ τον Τρώων έλε Τενκρος άμνμω ν; Ό ρσίλοχον μέν πρώ τα κ α ί ’Όρμενον ήδ ’ Όφελέστην Δαίτορά τε Χρομίον τε καί άντίθεον Ανκοφόντην καί Π ολναιμονίδην Ά μοπάονα καί Μ ελάνιππον. πάντας έπασσντέρους πέλασε χθονί πουλνβοτείρτ]. τον δέ ίδών γήθησεν άναξ άνδρών Α γαμέμνων
e ο ? f ~ >/ς r\ 9 '/ 9 > / 9 » Λ \ >/λ [\ */

250

255

260

265

270

275

196

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

κοντά στον ωραιότατο βωμό του Δία, όπου συχνά τελού­ σαν θυσίες οι Αχαιοί στον Δία30 που κυβερνά τα πάντα. Εκείνοι μόλις είδαν ότι από τον Δία ήρθε το πτηνό, με μεγαλύτερη προθυμία επιτέθηκαν κατά τω ν Τ ρώω ν και θυμήθηκαν την όρεξή τους για πόλεμο. Τότε κανένας από τους Δαναούς, αν και υπήρχαν πολ­ λοί, δεν καυχήθηκε ότι μπροστά από το γιο του Τυδέα οδηγούσε τα γρήγορα άλογα για να βγει και να πολεμή­ σει, αλλά πρώτος α π ’ όλους σκότωσε άντρα από τους Τρώες πολεμιστή, το γιο του Φράδμονα Αγέλαο. Αυτός είχε στρέψει τα άλογα για να φύγει. Σ’ αυτόν όταν στρά­ φηκε έχωσε στη ράχη το δόρυ ανάμεσα στους ώμους και το πέρασε από το στήθος· έπεσε από το άρμα και βρόντηξαν πάνω του τα όπλα. Μετά αυτόν οι Ατρείδες, ο Αγαμέμνονας και ο Μ ενέλα­ ος, και μετά οι Αίαντες γεμάτοι ορμητική τόλμη, και έπειτα ο Ιδομενέας και ο ακόλουθός του Μηριόνης, ο ίσος με το φονιά τω ν ανθρώπων Ενυάλιο, και μετά α π ’ αυτούς ο Ευρύπυλος, ο λαμπρός γιος του Ευαίμονα. Ο Τεύκρος ήρθε ένατος τεντώνοντας ελαστικά τόξα, και στάθηκε δίπλα στο γιο του Τελαμώνα Α ίαντα. Τότε ο Αίαντας έφερε λίγο έξω την ασπίδα. Εκείνος ο ήρωας όσες φορές τοξεύοντας π ε­ τύχαινε κάποιον από το πλήθος, κι αυτός πέφτοντας έχανε τη ζωή του, εκείνος, ξαναγυρίζοντας σαν παιδί στη μάνα του, κρυβόταν δίπλα στον Αίαντα. Αυτός δε τον έκρυβε με τη λαμπρή ασπίδα. Τότε ποιον πρώτον από τους Τρώες σκότωσε ο ευγε­ νικός Τεύκρος; Τον Ορσίλοχο πρώτα και τον Όρμενο και τον Οφελέστη και τον Δαίτορα και τον Χρομίο και τον ισόθεο Λυκοφόντη και το γιο του Πολυαίμονα Αμοπάοντα και τον Μελάνιππο. Όλους, τον ένα πάνω στον άλλο, έριξε στη γη που τρέφει πολλούς. Χάρηκε ο βασιλιάς τω ν ανθρώ­ πων Αγαμέμνονας, βλέποντάς τον να καταστρέφει με το

197

ΟΜΗΡΟΣ

τόξου άπο κρατεροϋ Τρώων όλέκοντα φ άλαγγας· στη δέ π α ρ ’ αντόν ιών κ α ί μιν προς μνΟον έειπε' “Τεϋκρε, φίλη κεφαλή, Τελαμώνιε, κοίρανε λαών, β ά λ λ ’ όντως, α ί κέν τι φόως Δ αναοΐσι γένηαι π α τ ρ ί τε σώ Τελαμώνι, ο σ ’ έτρεφε τντθόν έο'ντα, κ α ί σε νόθον περ έόντα κομίσσατο ώ ένί οΐκω" τον καί τη λόθ ’ έόντα ένκλείης έπίβησον. σοί ό’ εγώ έξερέω ώς καί τετελεσμένον έσ τα ι· α ί κέν μ οι δώη Ζενς τ ’ αίγίοχος καί Άθήνη Ίλιον έξαλαπάξαι έϋκτίμενον πτολίεθρον, πρώ τω τοι μ ε τ ’ εμέ πρεσβήϊον έν χερί θήσω, ή τρ ίπ ο δ ’ ήέ δνω ιππονς α ντοΐσιν όχεσφιν ήέ γ ν ν α ϊχ ’, ή κέν τοι όμόν λέχος είσαναβαίνοι. Τον δ’ άπαμειβόμενος προσεφώνεε Τεϋκρος άμνμων Άτρεΐδη κνδιστε τ ί με σπενδοντα καί αντόν ότρν'νεις; ον μέν τοι όση δνναμίς γε πάρεστι πανομαι, άλλ’ εξ ον προτί Ίλιον ώσάμεθ ’ αντονς έκ τοϋ δή τόξοισι δεδεγμένος άνδρας έναίρω. οκτώ δή προέηκα ταννγλώχινας όϊστονς, πάντες δ’ έν χροι πηχθεν άρηίθόων αίζηών τοϋτον δ’ ον δνναμαι βαλέειν κν'να λνσσητηρα.” Ή ρα καί άλλον ό ιστόν άπό νενρηφιν ϊαλλεν Έκτορος άντικρν, βαλέειν δέ έ ίετο θνμόςκαί τοϋ μέν ρ ’ άφ άμαρθ’, ο ό ’ άμνμονα Γοργνθίωνα νίόν έυν Π ριάμοιο κατά στήθος βάλεν ίώ, τόν ρ ’ έξ Α ίσνμηθεν όπνιομένη τέκε μήτηρ καλή Κ αστιάνειρα δέμας έϊκνϊα Οεησι. μήκω ν δ ’ ώς έτέρωσε κάρη βάλεν, ή τ ’ ένί κηπω καρπώ βριθομένη ν ο τίη σ ί τε είαρινησιν, ώς έτέρωσ ’ ήμνσε κάρη πηληκι βαρννθέν. Τεϋκρος δ ’ άλλον ό ιστόν άπό νενρηφιν ϊαλλεν Έκτορος άντικρν, βαλέειν δέ έ ίετο θνμός. άλλ ’ ό γε καί τόΟ ’ άμαρτε: παρέσφηλεν γάρ ’ πόλλω ν Α ά λ λ ’ Α ρχεπτόλεμον θρασύν Έκτορος ηνιοχήα ίέμενον πόλεμον δέ βάλε στήθος παρά μ α ζ ό ν

280

285

290

295

300

305

310

198

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

ισχυρό τόξο τις φάλαγγες τω ν Τρώων. «Τεύκρε, αγαπημένε μου31, γιε του Τ ελαμώνα, αρχηγέ των στρατιω τών, εξακολούθησε να ρίχνεις μ’ αυτό τον τρόπο για να γίνεις φ ω ς για τους Δαναούς και τον πατέρα σου Τελαμώνα που σε έθρεφε μικρό και σε περιποιήθηκε στο σπίτι του, αν και ήσουν νόθος· αυτόν, αν και είναι μακριά, τον δόξασες32. Σε σένα εγώ φανερά θα π ω όπως και θα γίνει. Αν δώσει ο ασπιδοφόρος Δίας και η Αθηνά να καταστρέψω την πόλη του Ίλιου, σε σένα πρώτο θα δώσω τιμητικό δώρο ή τρίποδα ή δύο άλογα με το άρμα ή γ υ­ ναίκα που θα ανεβαίνει στο κρεβάτι σου». Σ’ αυτόν απαντώ ντας, έλεγε ο ευγενικός Τεύκρος: «Ατρείδη δοξασμένε, τι με παροτρύνεις, αφού μόνος μου τρέχω; Δεν θα σταματήσω όσο μπορώ, αλλά αφού τους απωθήσουμε προς το Ίλιο , από τότε με το τόξο παραμο­ νεύοντας θα σκοτώνω άντρες. Οκτώ έριξα ήδη βέλη με μακριά αιχμή33, και όλα χώθηκαν στο σώμα αντρών. Αυτόν όμως το λυσσασμένο σκύλο δεν μπορώ να τον π ετύχ ω ». Ειπε και άλλο βέλος έριχνε κατά του Έ κτορα και επ ι­ θυμούσε η καρδιά του να τον πετύχει. Αυτόν όμως δεν τον πέτυχε αλλά τον ευγενικό Γοργυθίωνα, τον αγαθό γιο του Πριάμου, πέτυχε στο στήθος με το βέλος. Αυτόν γέννησε η μητέρα του από την Α ισύμη34, η ωραία Καστιάνειρα, όμοια στην όψη με τις θεές. Και έγειρε το κεφάλι προς την άλλη μεριά του, όπως παπαρούνα που βρίσκεται σε κήπο κλίνει το κεφάλι φορτωμένη από τον καρπό την ανοιξιάτικη δρο­ σιά. Έ τσι έγειρε το κεφάλι προς το άλλο μέρος, αφού το βάραινε η περικεφαλαία. Ο Τεύκρος άλλο βέλος από τη χορδή του τόξου έριχνε κατά του Έκτορα και επιθυμούσε να τον πετύχει. Αλλά και τότε απέτυχε. Γ ιατί ο Απόλλωνας έκανε να αποτύχει. Αλλά τον Αρχεπτόλεμο, το γενναίο ηνίοχο του Έ κτορα, ενώ έσπευδε στον πόλεμο πέτυχε στο στήθος κοντά στο

199

ΟΜ ΗΡΟΣ

ήριπε δ ’ εξ όχέων, ύπερώησαν δέ οί ίπποι ώκύποδες' τον δ ’ ανθι, λύθη ψυχή τε μένος τε. Έκτορα δ ’ αίνον άχος πνκασε φρένας ήνιόχοιο' τον μέν έπειτ ’ είασε και άχνύμενός περ εταίρου, Κεβριόνην ό ’ εκέλενσεν άδελφεόν εγγύς έόντα ίππων ήνί’ έλεΐν δ δ ’ άρ’ ονκ άπίΟησεν άκούσας. αυτός δ ’ εκ δίφροιο χαμαί θόρε παμφανόωντος σμερδαλέα ίά χω ν ό δέ χερμάδιον λάβε χειρί, βή δ ’ ίθύς Τεύκρου, βαλέειν δέ έ θυμός άνώγει. ήτοι ό μέν φαρέτρης έξείλετ ο πικρόν ό Ιστόν, θήκε. δ ’ έπι νευρή' τον δ ’ αν κορυθαίολος Έκτωρ ανερνοντα παρ ’ ώμον, όθι κληϊς άποέργει αυχένα τε στήθος τε, μάλιστα δέ καίριόν έστι, τή ρ ’ έπι οί μεμαώτα βάλεν λίθω όκριόεντι, ρήξε δέ οί νευρήν νάρκησε δέ χειρ έπι καρπω, στή δέ γνύξ έριπών, τόξον δέ οί έκπεσε χειρός. Αίας δ ’ ουκ αμέλησε κασιγνήτοιο πεσόντος, άλλα θέων περίβη καί οί σάκος άμφεκάλυψε. τον μέν έπειθ ’ ΰποδύντε δύω έρίηρες εταίροι Μ ηκιστενς Έχίοιο πάί'ς και δϊος Αλάστωρ νήας έπι γλαφνράς φερέτην βαρέα στενάχοντα. Α ψ δ ’ αύτις Τρώεσσιν ’ λύμπιος έν μένος ώ ρσεν Ο οί δ ’ ίθύς τάφροιο βαθείης ώσαν ’ χαιούςΑ Έκτω ρ δ ’ έν πρώτοισι κίε σθένεϊ βλεμεαίνων. ώς δ ’ ότε τις τε κύων σνός άγριου ήέ λέοντος άπτηται κατόπισθε ποσιν ταχέεσσι διώκων ισχία τε γλοντούς τε, έλισσόμενόν τε δοκενει, ώς Έκτω ρ ώπαζε κάρη κομόωντας ’ χαιούς, Α αίέν άποκτείνων τον όπίστατον οί <5ε φέβοντο. αντάρ έπεί διά τε σκόλοπας καί τάφρον έβησαν φεύγοντες, πολλοί δέ δάμεν Τρώων νπό χερσίν,

315

320

325

330

335

340

200

ΙΛΙΑΔΟ Σ Θ

μ ασ τό- έπεσε α π ό το άρμα και. υπ ο χώ ρ η σ α ν τ α γρή γορ α άλογα- η ψυχή κ α ι η δύναμή του διαλύθηκαν. Ο Έ κ τ ο ρ α ς λυπήθηκε γ ια τον ηνίοχο. Τ ο ν άφ ησε έ π ε ιτ α ξα π λ ω μ ένο στη γ η , αν κ α ι λυπ ό τα ν γ ια το σύντροφο, κ α ι δ ιέ τα ξ ε τον αδελφό του Κ εβριόνη, που ή τα ν κ ο ντά , να π ά ρ ει τα ηνία τω ν ίπ π ω ν. Α υ τό ς υπάκουσε φυσικά π ρ ό θυμ α . Α π ό το αστραφτερό άρμ α π ή δη σ ε χ ά μ ω κ ρ α υ γά ζο ν τα ς φοβερά. Πήρε μ ε το χ έρ ι π έτρ α κ α ι βάδισε κατευθεία ν π ρ ο ς τον Τεύκρο, και το ν παρακινούσ ε η ψ υχή του να το ν π ε τ ύ χ ε ι. Εκείνος πήρε από τη φ α ρ έτρ α 35 πικ ρ ό βέλος κ α ι το έβαλε στη χορδή του τόξου. Α λλά αυτόν ο Έ κ τ ο ρ α ς , ενώ τρ α ­ βούσε τη χορδή του τόξου, κοντά στον ώ μο στο σ ημ είο που η κλείδα χ ω ρ ίζε ι τον αυχένα από το σ τή θος κ α ι είναι επικίνδυνο σ ημ είο, εκ εί α κ ρ ιβ ώ ς, ενώ τραβ ούσ ε τη χο ρ ­ δή, τον π έ τ υ χ ε σ η μ α δεύο ντά ς τον, κ αι του έσ π α σ ε τη χορδή. Μ ούδιασε το χέρ ι στον κ αρπό κ α ι π έ φ τ ο ν τα ς σ τά ­ θηκε γ ο να τισ τό ς κ αι το τόξο του έπεσ ε από το χέρ ι. Ο Α ία ντα ς δεν εγκ α τέλ ειψ ε τον αδελφό π ου έπ ε σ ε , αλλά γρήγορα τον π ρ ο σ τά τεψ ε κ α ι τον σ κ έπ α σ ε με τη ν ασ πίδα του. Α υτόν έ π ε ιτ α δύο π ισ το ί σύντροφοι, ο Μ η κ ισ τέα ς, ο γιος του Ε χίο υ , κ α ι ο ευγενικός Α λά στορας, μ ετέφ ερ α ν στα κοίλα πλοία ενώ ανασ τένα ζε βαριά. Π ισ ω π ά λι ο Ο λ ύ μ π ιο ς έδω σε θάρρος σ τους Τ ρ ώ ε ς - κι αυτοί κατευθείαν π ρ ο ς τη βαθιά τάφ ρο έσ π ρ ω ξα ν τους Α χα ιούς. Ο Έ κ τ ο ρ α ς μ ετα ξύ τω ν π ρ ώ τ ω ν π ρ ο χω ρ ο ύσ ε κ ο μ π ά ζο ντα ς γ ια τη δύναμη. Κ αι κ α θ ώ ς σ υ μ β α ίνει όταν σκύλος κ υ νη γώ ν τα ς με τα γρή γο ρ α π ό δ ια π ιά νει α γ ρ ιό χ ο ι­ ρο ή λιοντάρι π ίσ ω σ τα ισ χία και τους γλο υ το ύ ς, κ α ι όταν γυ ρ ίζει τον π αρ αμ ο νεύει, έτσ ι παρακολουθούσε ο Έ κ τ ο ρ α ς τους Α χα ιο ύ ς μ ε τ ις μ ακ ριές κ ό μ ες σ κ ο τώ νο ντα ς π ά ν τ α τον τελ ευ τα ίο - κ α ι εκείνοι έφ ευγαν. Α φού φ εύ γο ντα ς πέρασαν τους πασσάλους κ α ι τη ν τά φ ρο , πολλοί υ π ο χ ώ ρ η σ α ν κ ά τω από τα χέρ ια τω ν Τ ρ ώ ω ν , κ ι αυτοί σ τρ ιμ ώ χ τ η κ α ν μένο-

201

ΟΜ ΗΡΟ Σ

οί μέν δή παρά νηνσίν έρητύοντο μένοντες, άλληλοισί τε κεκλομενοι και πασι θεοΐσι χεϊρας άνίσχοντες μεγάλ ’ εϋχετάωντο έκαστος ■ Έκτω ρ δ ’ άμ,φιπεριστοώψα καλλί,τρίγας ίππους Γοργούς ο μ μ α τ’ έχων ήδέ βροτολοιγοϋ Άρηος. Τούς δέ Ιδοϋσ’ ελέησε θεά λευκώλενος Ή ρη, αίψα δ ’ Αθηναίην έπεα πτερόεντα προσηύδα · “ώ πόποι, αίγιόχοιο Δ ιός τέκος, ούκέτι νώϊ όλλνμένων Δαναών κεκαδησόμεθ’ ύστάτιόν περ; οί κεν δή κακόν οίτον άναπλήσαντες ολωνται άνδρός ένός ριπfj, ό δέ μαίνεται ονκέτ’ άνεκτώς Έκτω ρ Πριαμίδης, καί δή κακά πολλά έοργε. ” Την δ ’ αύτε προσέειπε θεά γλαυκώπις Αθηνη' “καί λίην ούτός γε μένος θυμόν τ ’ όλέσειε χερσίν νπ ’ Αργείων φθίμενος έν πατρίδι γαίη' άλλά πατήρ ονμός φρεσί μαίνεται ούκ άγαθησι σχέτλιος, αίέν άλιτρός, έμών μενέων άπερωεύς' ουδέ τι τών μέμνηται, ο οί μάλα πολλάκις υιόν τειρόμενον σώεσκον νπ ’ Ενρνσθηος άέθλων. ήτοι ό μέν κλαίεσκε προς ούρανόν, αύτάρ εμέ Ζεύς τω έπαλεξήσουσαν ά π ’ ουρανόθεν προΐαλλεν. εί γάρ έγώ τάδε ήδε ’ ένί φρεσί πευκαλίμησιν εύτέ μιν εις Α'ιδαο πυλάρταο προύπεμψεν εξ Έρέβενς άξοντα κύνα στυγεροϋ Α'ιδαο, ούκ άν νπεξέφνγε Σ τνγός ύδατος αίπά ρέεθρα. νϋν δ ’ έμέ μέν στυγέει, Θέτιδος δ ’ έξήννσε βονλάς, ή οί γοννατ ’ έκυσσε καί έλλαβε χειρί γενείου, λισσομένη τιμήσαι Αχιλλήα πτολίπορθον. έσται μάν δ τ ’ άν αύτε φίλην γλαυκώπιδα είπη. άλλά σν μέν νϋν νώίν έπέντνε μώννχας ίππους, οφρ ’ άν έγώ καταδϋσα Δ ιός δόμον αίγιόχοιο τεύχεσιν ές πόλεμον θωρήξομαι, οφρα ίδωμαι ή νώ ϊ Πριάμοιο πάί'ς κορνθαίολος Έκτωρ

345

350

355

360

365

370

375

202

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

ντας κοντά σ τα π λ ο ία , αφού παρακινούσαν ο ένας το ν άλλο, και, π ρ ο ς όλους το υ ς θεούς υψ ώ νοντας τα χ έρ ια , μ εγ α λ ό ­ φωνα πρ ο σ ευ χό τα ν ο καθένας. Ο Έ κ τ ο ρ α ς γύ ρ ω γ ύ ρ ω 36 έστρεφε τα κ α λ λ ίτρ ιχ α ά λ ο γα με τ α μ ά τια Γ ο ρ γό ν α ς ή Ά ρη, του φονιά τω ν α νθρ ώ π ω ν. Β λέποντας το υς λυπ ή θη κε η ασ προχέρα Ή ρ α κ ι α μ έσ ω ς έλεγε φ τερ ω τά λ ό γ ια στην Α θηνά: «Α λίμονο, π α ιδ ί του ασπιδοφόρου Δ ία , δεν θα φ ροντί­ σουμε εμείς π ια γ ια τους Α χα ιο ύ ς που κ α τα σ τρ έφ ο ν τα ι τουλάχισ τον τη ν τελ ευ τα ία ώρα; Ο ι οποίοι τ ώ ρ α , αφού πάθουν συμφ ορά, θα κ ατα σ τραφ ούν από τη ν ορμή ενός άντρα. Α υτός ο γ ιο ς το υ Π ρ ιά μ ο υ Έ κ τ ο ρ α ς ξεπ έρ α σ ε την ανοχή μ α ς. Ή δ η π ο λλά κ ακά έχει κάνει». Σ ’ αυτή π ά λ ι είπ ε η γα λα νο μ ά τα θεά Α θηνά: « Β έβ α ια μακάρι αυτός να χ ά σ ε ι τη δύναμή το υ κ α ι τη ζ ω ή από τα χέρια τω ν Τ ρ ώ ω ν, αφού π εθά νει στην π α τρ ικ ή γ η . Α λλά ο δικός μου π α τέρ α ς είναι ο ργισμένος, ο σκληρός, ο πά ντα άδικος, μ α τα ιώ νο ντα ς τις δικ ές μου επ ιθυ μ ίες. Κ αθόλου δεν θυ μ ά τα ι εκείνα, ό τι ε γώ πολλές φορές του έ σ ω ζα το γιο όταν βασανιζόταν από τους άθλους του Ε υρυσθέα. Εκείνος έκ λ α ιγε β λέπ ο ντας π ρος τον ουρανό γ ια να τον βοηθήσω. Αν β έβ αια ήξερα α υτά στο μυαλό το υ , όταν τον έστελνε σ τις κ α λο σ τερ ιω μ ένες π ύλες του Ά δ η 37, γ ια να φέρει από το Έ ρ ε β ο ς το σκύλο του α π ο τρ ό π α ιο υ Ά δη, δεν θα α π έφ ευ γε το υ ς απ ό το μ ο υ ς γκ ρ εμ ο ύ ς του νερού τη ς Σ τ ύ γ α ς 38. Τ ώ ρ α μ ε α π ο σ τρ έφ ετα ι κ α ι π ρ α γ μ α τ ο π ο ίη σ ε τις επιθυμ ίες τη ς Θ έ τιδ α ς, η ο π ο ία του φ ίλησε τ α γ ό ν α τ α κ αι του έπιασ ε τα γ έν ια με τα χ έρ ια , π α ρ α κ α λ ώ ντα ς να τιμ ή σ ει τον Α χιλλέα π ου κ α τα σ τρ έφ ει πόλεις. Θ α γ ίνει βέβαια, όταν π ά λ ι με π ε ι α γ α π η μ έν η γα λ α ν ο μ ά τα . Α λλά εσύ τώ ρ α ετοίμ ασ ε τα μονόνυχα ά λ ο γα , μ έχρ ι εγώ να ο π λ ισ τώ , αφού μ π ω στο σ π ίτ ι του ασπιδοφ όρου Δ ία , με όπ λα γ ια π ό λεμ ο , γ ια να δω αν ο γ ιο ς του Π ρ ιά μ ο υ, ο Έ κ τ ο ρ α ς με τη ν ψηλή

203

Ο Μ ΗΡΟΣ

γηθησει προφανέντε άνά πτολέμοιο γέφυρας, ή τις και Τρώων κορέει κύνας ή δ ’ οιωνούς δημώ και σάρκεσσι, πεσών έπι νηνσιν ’ χαιώ ν.” Α "Ως έφατ ’, ονδ ’ άπίθησε θεά λενκώλενος Ή ρη. ή μέν έποιχομένη χρυσάμπνκας έντνεν ίππονς Ή ρη πρέσβα θεά θνγάτηρ μεγάλοιο Κρόνοιο· αντάρ Αθηναίη κονρη Δ ιός αίγιόχοιο πέπλον μέν κατέχενεν έανόν πατρός ε π ’ ονδει ποικίλον, ον ρ ’ αυτή ποιήσατο και κάμε χερσίν, ή δέ χ ιτώ ν’ ένδνσα Δ ιός νεφεληγερεταο τενχεσιν ές πόλεμον θωρήσσετο δακρνόεντα. ές δ ’ όχεα φλόγεα ποσί βήσετο, λάζε το δ ’ έγχος βριθύ μέγα στιβαρόν, τώ δάμνησι στίχας άνδρών ηρώων, τοΐσίν τε κοτέσσεται όβριμοπάτρη. Ή ρη δέ μά σ τιγι θοώς έπεμαιετ ’ άρ ’ ΐππονς · αντόμαται δέ πνλαι μνκον ονρανον ας έχον Ώραι, της έπιτέτραπται μέγας ουρανός Ονλυμπός τε ήμέν άνακλϊναι πυκινόν νέφος ή δ ’ έπιθεϊναι. τη ρα δι ’ αντάων κεντρηνεκέας έχον ίππονς. Ζεύς δέ πατήρ Ίδήθεν έπεί ίδε χώσατ ’ άρ ’ αίνώς, Ίριν δ ’ ώτρννε χρυσόπτερον άγγελέονσαν “βάσκ ’ ϊθι, Ίρι ταχεία, πάλιν τρέπε μηδ ’ έα άντην ερχεσθ’· ον γάρ καλά συνοισόμεθα πτόλεμόνδε. ώδε γάρ έξερέω, τό δέ και τετελεσμένον έσ τα ι · γνιώσω μέν σφωίν υφ ’ άρμασιν ώκέας ίππους, αντάς δ ’ έκ δίφρου βαλέω κατά 8 ’ άρματα άξω· ουδέ κεν ές δεκάτους περιτελλομένους ένιαυτούς έλκ ε’ άπαλθησεσθον, ά κεν μάρπτησι κεραυνός' όφρα Ιδη γλανκώπις ό τ ’ άν ώ πατρι μάχηται. Ή ρη δ ’ ον τι τόσον νεμεσίζομαι ονδέ χολοϋμαι · αιει γαρ μοι έωθεν ένικλαν ο ττί κεν ε'ίπω. ” "Ως έ φ α τ’, ώρτο δέ Τρις άελλόπος άγγελέουσα,

380

385

390

395

400

405

204

ΙΛΙΑΔΟ Σ Θ

π ερικεφ αλαία, θα χ α ρ εί γ ια τη ν π αρουσ ία μ α ς σ τ ις γέφ υρες του πολέμου ή κ α ι α π ό τους Τ ρ ώ ες κανένας θα χ ο ρ τά σ ε ι τα σκυλιά με τη σάρκα του, π έφ το ν τα ς κ ο ντά σ τα π λ ο ία τω ν Α χα ιώ ν» . Έ τ σ ι είπ ε, κ α ι δεν π αράκ ουσ ε η λευκ ο χέρ α Ή ρ α 39. Αφού ήρθε ε το ίμ α ζ ε τα χρ υ σ το σ τέφ α να ά λ ο γα η Ή ρ α η σεβάσμια θεά, η κόρη του μ εγάλου Κ ρόνου- κ α ι η Α θηνά, η κόρη του ασπιδοφ όρου Δ ία , το μαλακό χ ιτ ώ ν α άφησε να πεσει στο π ά τ ω μ α - του Δ ία , τον σ τολισμένο, το ν οποίο η ίδια έφ τια ξε γ ια τον εαυτό τη ς μ ε τ α χ έρ ια τ η ς . Αφού ντύθηκε το χ ιτ ώ ν α του Δ ία που μ α ζεύ ει τ α σύννεφα, ανέ­ βηκε στο ασ τρα φ τερό άρμα κ α ι π ή ρ ε το βαρύ μ εγά λο δόρυ με το οποίο κ α τα β ά λ λ ει τα πλή θη αντρώ ν γεννα ίω ν, κ α τά τω ν οποίω ν θα ο ρ γισ τεί η κόρη ισχυρού π α τ έ ρ α . Η Ή ρ α αμέσω ς γρή γο ρ α χ τυ π ο ύ σ ε τ α άλογα. Κ α ι από μόνες τους ανοιξαν τρ ίζο ντα ς οι πύλες το υ ουρανού, τ ις ο π ο ίες είχαν οι Ώ ρες, στις οπ ο ίες ε π ιτρ έ π ε τα ι στο μεγάλο ουρανό κ α ι τον Ό λ υ μ π ο να ανοίγουν και να κλείνουν το πυκ νό σύννεφο. Ε κ εί κατηύθυναν τ α άλογα κ εντρ ίζο ντά ς τα . Ο π α τέρ α ς Δ ία ς μόλις είδε, α μ έσ ω ς ο ρ γ ίσ τη κ ε πολύ και παρότρυνε τη χρυσ όφ τερη Ί ρ ιδ α να π ά ει σαν α γ γ ε λ ιο φ ό ­ ρος. « Π ή γ α ιν ε γ ρ ή γ ο ρ α , Ί ρ ιδ α , γύρισ έ τες π ίσ ω κ α ι μην τις αφήσεις να έρθουν εναντίον μου. Γ ια τί ό χ ι κ α λ ά θα συμπλακουμε σε π ο λεμ ο . Γ ια τ ί έτσ ι θα π ω κ ι α υτό θα γίνει χω ρ ίς άλλο- θα π αραλύσ ω τ α γρή γο ρ α άλο γα σ το άρμ α κι αυτές θα τις ρίξω από το άρμα κ α ι θα το σ υντρίψ ω . Ο ύτε μ ετά από δέκα χρ ό νια 40 δεν θα θεραπευτούν α π ό τις π λ η ­ γές, που θα το υ ς κάνει κ α ίγ ο ν τά ς τες ο κεραυνός. Γ ια να μάθει η γα λ α ν ο μ ά τα , όταν μ ά χ ε τ α ι41 τον π α τ έ ρ α τη ς. Με την Ή ρ α δεν α γ α ν α κ τώ ούτε θυμ ώ νω . Γ ια τ ί π ά ν τ α συνη­ θίζει να ενα ντιώ νετα ι σε ό ,τ ι α π ο φ α σ ίζω » . Έ τ σ ι είπ ε, κ α ι η γο ρ γ ή σαν θύελλα Ί ρ ιδ α σ η κ ώ θ η κ ε να

205

ΟΜ ΗΡΟΣ

ßfj δ ’ έξ Ίδαίων όρέων ές μακρόν ’Όλυμπον. πρώ τrjaiv δέ πύλησι πολυπτύχου Ούλύμποιο άντομένη κατέρυκε, Δ ιός δε σ φ ’ έννεπε μϋθον “π ή μέματον; τ ί σφώϊν ένι φρεσί μαίνεται ήτορ; ουκ έάα Κρονίδης έπαμυνέμεν Άργείοισιν. ώδε γάρ ήπείλησε Κρόνου πάϊς, ή τ ελεεί περ, γυιώσειν μέν σφώϊν νφ ’ άρμασιν ώκεας ίππους, αντάς δ ’ εκ δίφρου βαλεειν κατά θ ’ άρματα άξειν ουδέ κεν ές δεκάτους περιτελλομένους ενιαυτούς έλκε ’ άπαλθήσεσθον, ά κεν μάρπτησι κεραυνός' όφρα ίδης γλαυκώ πι ότ ’ αν σώ πατρι μάχηαι. "Ilorj δ ’ ον τι τόσον νεμεσίζεται ουδέ χολονται· αίε'ι γάρ οί έωθεν ένικλαν οττι κεν είπτ]' άλλα σύ γ ’ αίνοτάτη κύον άδεές εί έτεόν γε τολμήσεις Δ ιός άντα πελίόριον έγχος άεΐραι.” Ή μέν άρ’ ώς είποϋσ’ άπέβη πόδας ώκέα Ίρις, αντάρ Άθηναίην Ή ρη προς μϋθον έειπεν “ώ πόποι, αίγιόχοιο Δ ιός τέκος, ούκέτ ’ έγω γε νώϊ έώ Δ ιός άντα βροτών ένεκα πτολεμίζειν τών άλλος μέν άποφθίσθω, άλλος δέ βιώτω, ός κε τύχν)’ κείνος δέ τά ά φρονέων ένι θυμώ Τρωσί τε και Δ αναοϊσι δικαζέτω, ώς έπιεικές. ” "Ως άρα φωνήσασα πάλιν τρέπε μώνυχας ίππους' τήσιν δ ’ τ Ωραι μέν λνσαν καλλίτριχας ίππονς, και τούς μέν κατέδησαν έπ ’ άμβροσίησι κάπησιν, άρματα δ ’ έκλιναν προς ένώπια παμφανόωντα' ανται όε χρνσέοισιν έπι κλισμοΐσι καθΐζον μ ίγ δ ’ άλλοισι θεοϊσι, φίλον τετιημέναι ήτορ. Ζεύς δέ πατήρ Ίδηθεν έυτροχον άρμα και ίππους Ούλνμπον δέ δίωκε, θεών δ ’ έξίκετο θώκους, τώ δέ καί ίππους μέν λϋσε κλυτός έννοσίγαιος,

410

415

420

425

430

435

440

206

ΙΛΙΑΔΟ Σ Θ

πάει. αγγελιο φ ό ρο ς, κ α ι π ή γ ε από το όρος Ί δ η π ρ ο ς τον ψηλό Ό λ υ μ π ο . Α φ ού τις συνάντησε μ π ρ ο σ τά σ τ ις πύλες του Ο λύμπου π ο υ έ χ ε ι πολλά φ α ρ ά γ για , π ρ ο σ π ά θ η σ ε να τις συναντήσει κι έλ εγε σ ’ αυτές τα λό για του Δ ία : « Π ο ύ τρ έχ ετε; Γ ια τ ί είσ τε οργισμένες; Δ εν ε π ιτ ρ έ π ε ι ο γιος του Κρόνου να βοηθάτε τους Α ρ γείο υς. Γ ια τ ί έτσ ι απείλησε ο γ ιο ς του Κρόνου, όπως' α κ ρ ιβ ώ ς θα κ ά ν ε ι- ότι θα σας π αραλύσ ει τ α άλογα στο ά ρ μ α κ α ι θα σας ρίξει από το άρμα και θα το συντρίψ ει. Ο ύτε μ ετά α π ό δ έκ α χρόνια δεν θα θ ερ α π ευ τείτε από τ ις π λ η γ ές που θα σας κάνει κ α ίγο ντα ς ο κεραυνός. Γ ια να μ ά θεις42, γ α λ α ν ο μ ά τα , να μ άχεσ α ι τον π α τ έρ α σου. Μ ε την Ή ρ α καθόλου δεν α γ α ­ νακτεί ούτε θ υ μ ώ ν ει- γ ια τ ί π ά ν τα σ υνηθίζει να του ενα­ ντιώ νετα ι σε ο ,τ ι απ ο φ α σ ίσ ει. Α λλά εσύ είσαι π ιο φ οβε­ ρή, σκύλα άφ οβη, αν αλήθεια τολμήσ εις να σ η κ ώ σ εις το πελώ ριο δόρυ κ α τά του Δ ία » . Κ αι η γο ργο π ό δα ρ η Ί ρ ιδ α , αφού μίλησ ε έ τσ ι, έφυγε, και στην Α θηνά η Ή ρ α είπε: «Α λίμονο π α ιδ ί του ασπιδοφόρου Δ ία , ε γ ώ το υ λ ά χισ το ν δεν αφήνω π ια να π ο λεμ ο ύ μ ε κ α τά του Δ ία γ ια το υ ς θνη­ τούς. Α π ’ αυτούς άλλος ας κ α τα σ τρ α φ εί κι άλλος ας ζήσει, όποιος τύ χ ει. Ε κ είνο ς δε σ κ επ τό μ ενο ς εκείνα τ α δικά του ας απο φ α σ ίζει ανάμ εσα σ τους Τ ρ ώ ες κ α ι το υ ς Δ αναούς όπω ς π ρ έπ ει» . Έ τ σ ι αφού μ ίλη σ ε, έστρεφ ε π ίσ ω τ α μ ονόνυχα άλογα. Ο ι Ώ ρ ες έλυσαν τα κ α λ λ ίτρ ιχα άλογα. Κ αι α υτά μεν έδεσαν στις θεϊκές φ άτνες, ενώ το άρμα το στήριξαν σ τους ασ τρα ­ φτερούς το ίχο υ ς τη ς π ύλη ς. Κ ι αυτές κάθισαν σε χρυσά ανάκλιντρα μ α ζί με τους άλλους θεούς, λυ π η μ ένες. 0 π α τέρ α ς Δ ία ς το άρμα με τους ω ραίους τρ ο χο ύ ς και τα άλογα κατηύθυνε από τη ν Ί δ η στον Ό λ υ μ π ο κ ι έφ τασε στους θρόνους τω ν θεών. Γ ια χάρη του ο π ερ ίφ η μ ο ς σ ει­ σ τής τη ς γ η ς (Π ο σ ε ιδ ώ ν α ς) τα μεν άλογα έλυσε κ αι το

207

ΟΜ ΗΡΟ Σ

άρματα δ ’ άμ βωμοΐσι τίθει κατά λΐτα πετάσσας' αυτός δέ χρνσειον επί θρόνον εύρύοπα Ζευς έζετο, τώ δ ’ υπό ποσσί μέγας π ελεμ ίζετ ’ ’Όλυμπος. αί δ ’ οιαι Αιός άμφίς Αθηναίη τε καί Ή ρη ήσθην, ουδέ τ ι μιν προσεφώνεον ούδ ’ έρέοντο' αντάρ ο έγνω f/σιν ένί φρεσί φώνησέν τε' “τίφθ ’ οντω τετίησθον, Αθηναίη τε καί Ή ρη; ου μέν θην κάμετόν γε μάχη ένι κνδιανείρη όλλΰσαι Τρώας, τοΐσιν κότον αίνον έ'θεσθε. πάντως, οΐον έμόν γε μένος καί χεΐρες άαπτοι, ούκ άν με τρέψειαν όσοι θεοί ε ίσ ’ έν Όλυμπο). σφώίν δέ πριν περ τρόμος έλλαβε φαίδιμα γυΐα πριν πόλεμόν τε ίδεΐν πολέμοιό τε μέρμερα έργα. ώδε γάρ έξερέω, τό δέ κεν τετελεσμένον ή εν ούκ άν έφ ’ νμετέρων όχέων πληγέντε κεραυνώ άψ ές ’Όλυμπον ί'κεσθον, ίν ’ άθανάτων έδος έσ τίν.” "Ως έφαΟ ’, αί δ ’ έπέμυξαν Αθηναίη τε καί Ήρηπλησίαι α ί γ ’ ήσθην, κακά δέ Τρώεσσι μεδέσθην. ήτοι Αθηναίη άκέων ήν ουδέ τι είπε σκυζομένη Δ ά πατρί, χόλος δέ μιν άγριος ήρεί' Ή ρη δ ’ ούκ έχαδε στήθος χόλον, άλλά προσηΰδα' “αίνότατε Κρονίδη, ποιον τον μϋθον έειπες. εν νν καί ημείς ίδμεν ο τοι σθένος ούκ άλαπαδνόν ά λλ ’ έμπης Δαναών όλοφνρόμεθ’ αίχμητάων, οί κεν δή κακόν οίτον άναπλήσαντες ολωνται. ά λλ’ ήτοι πολέμου μέν άφεξόμεθ’, εί αύ κελεύεις · βονλήν (5’ Αργείοις ύποθησόμεθ ’ ή τις όνήσει, ώς μη πάντες ολωνται όδυσσαμένοιο τεοΐο. ” Την δ ’ άπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζευς· “ήονς δή καί μάλλον ύπερμενέα Κρονίωνα οψεαι, α ί κ ’ έθέλησθα, βοώπις πότvia Ή ρη όλλύντ ’ Αργείων πονλύν στρατόν αίχμητάω ν

445

450

455

460

465

470

208

ΙΛΙΑΔΟ Σ Θ

άρμα έβαλε σε βάθρα43, απ λώ νο ντα ς επά νω λινό ύφ ασμα. Ο βροντόφωνος Δ ία ς κάθισε σε χρυσό θρόνο. Κ ά τ ω από τα πόδια του σειόταν ο μ εγά λο ς Ό λ υ μ π ο ς. Ε κ είνες, η Α θηνά και η Ή ρ α , μόνες κάθονταν μ ακ ριά από τον Δ ία κ α ι δεν του μιλούσαν π ια ούτε ρω τούσαν. Ε κ είνος ό μ ω ς κ α τά λ α β ε μέσα στο νου το υ κ α ι μίλησε: « Γ ια τ ί είστε έτσ ι λυ π η μ ένες Α θηνά και Ή ρ α ; Δ εν κου­ ρ αστή κα τε β έβ αια σ τη μ ά χη π ου δ ο ξά ζει το υ ς ά ντρ ες καταστρέφ οντας το υ ς Τ ρ ώ ε ς, κ α τά τω ν οποίω ν έ χ ε τ ε οργή. Ε π ειδ ή τέτο ια είναι η δύναμή μου κ α ι τ α α κ α τ α μ ά χ η τ α χέρια μου, δεν θα μ πορούσαν να με αποτρέψ ουν όσοι θεοί είναι στον Ό λ υ μ π ο . Ό μ ω ς τα δικά σας44 ω ρ α ία μέλη έπιασε τρόμος π ρ ιν να δείτε τον πό λεμ ο κ α ι τ α φοβερά έργα του. Γ ια τί έτσ ι θα π ω , κ ι αυτό θα ήταν τελειω μ ένο. Α φού θα σας χ τυ π ο ύ σ α με κεραυνό, δεν θα φ τά ν α τ ε με το άρμα στον Ό λ υ μ π ο , όπου κατοικούν οι α θά να τοι». Έ τ σ ι είπ ε, κ ι εκείνες η Α θηνά κ α ι η Ή ρ α , μ ουρμ ούρι­ σαν γ ι ’ αυτά. Α υ τές κάθονταν η μ ία κοντά σ την άλλη και ετοίμ αζαν κακά γ ια τους Τ ρ ώ ες. Η Α θηνά ή τα ν σ ιω π η λή και δεν είπ ε τ ίπ ο τ ε , αν κ αι ήτα ν οργισ μένη μ ε το ν π α τέρ α Δ ία , γ ια τ ί άγριος θυμός την κυρίευσε. Ό μ ω ς τη ς Ή ρ α ς το στήθος δεν χ ώ ρ εσ ε το θυμό, αλλά του έλεγε: «Φ οβερότατε γ ιε του Κ ρόνου, τ ι λόγο είπ ες. Κ α ι μ εις βέβαια καλά ξέρουμε ότι έχ ε ις δύναμη α ν υ π ο χ ώ ρ η τη . Α λλά πολύ λυπ ο ύμ ασ τε το υ ς π ο λ εμ ισ τές Δ αναούς, π ο υ τ ώ ρ α θα καταστραφ ούν, αφού πάθουν συμφορά. Α λλά α π ό τον π ό ­ λεμο θα α π έχο υ μ ε, αφού εσύ δ ια τά ζεις. Θ α δ ώ σ ο υ μ ε όμ ω ς συμβουλή στους Α ρ γείο υ ς που θα τους ω φ ελή σ ει, γ ια να μην κ ατα στραφ ούν όλοι, επειδή εσύ ο ρ γίσ τη κ ες» . Σ ’ αυτήν α π α ν τώ ν τα ς είπ ε ο νεφ ελοσ υλλέκτης Δ ίας: «Το π ρ ω ί π ρ α γ μ α τ ικ ά αν θέλεις, μ εγ α λ ο μ ά τα σεβαστή Ή ρ α , θα δεις τον παντοδύνα μο γ ιο του Κ ρόνου ακόμη περισσότερο να κ α τα σ τρ έφ ει πολύ σ τρατό τω ν Α ρ γείω ν.

209

ΟΜ ΗΡΟ Σ

ον γάρ πριν πολέμον άποπανσεται οβριμος Έκτωρ πριν όρθαι παρά νανφι ποδώκεα Πηλεΐωνα, ήματι τώ ό τ ’ αν οί μέν επί πρνμνησι μάχωνται στείνει έν αίνοτάτω περί Πατρόκλοιο θανόντος· ώς γάρ θέσφατόν έ σ ττ σέθεν δ ’ έγώ ονκ άλεγίζω χωομένης, ονδ ’ ε ί κε τά νείατα πείραθ ’ ίκηαι γαίης και πόντοιο, ίν’ Ίάπετός τε Κρόνος τε ήμενοι ο ν τ’ ανγής Ύπερίονος Ήελίοιο τέρποντ’ ο ν τ’ άνέμοισι, βαθνς δέ τε Τάρταρος άμφίς · ονδ ’ ην ένθ ’ άφίκηαι άλωμένη, ον σεν έγω γε σκνζομένης άλέγω, έπεί ον σέο κνντερον άλλο. ” "Ως φάτο, τον δ ’ ον τι προσέφη λενκώλενος Ή ρη. έν δ ’ έπεσ ’ Ώκεανω λαμπρόν φάος ήελίοιο έλκον ννκτα μέλαιναν έπι ζείδωρον άρονραν. Τρωσιν μέν ρ ’ άέκονσιν έδν φάος, αντάρ Άχαιοΐς άσπασίη τρίλλιστος έπηλνθε ννξ έρεβεννη. Τρώων αν τ ’ άγορήν ποιησατο φαίδιμος Έκτωρ νόσφι νεών άγαγών ποταμώ έπι δινηεντι, έν καθαρώ όθι δή νεκνων διεφαίνετο χώρος, έξ ίππων δ ’ άποβάντες έπι χθόνα μνθον άκουον τον ρ” Έκτω ρ άγόρενε Δ ιι φίλος' έν δ ’ άρα χειρί έγχος έ χ ’ ένδεκάπηχν πάροιθε δέ λάμπετο δονρός αιχμή χαλκείη, περί δέ χρνσεος θέε πόρκης, τώ ό γ ’ έρεισάμενος έπεα Τρώεσσι μετηνδα' κέκλντέ μεν, Τρώες καί Αάρδανοι ή δ ’ έπίκονροΓ ννν έφάμην νήάς τ ’ όλέσας καί πάντας Αχαιονς άψ άπονοστήσειν προτί Ίλιον ήνεμόεσσαν αλλά πριν κνέφας ήλθε, τό ννν έσάωσε μάλιστα Α ργείονς καί νήας έπι ρηγμΐνι θαλάσσης, ’ άλλ ’ ήτοι ννν μέν πειθώμεθα ννκτί μελαίνη δόρπα τ ’ έφοπλισόμεσθα" άτάρ καλλίτριχας ίππονς λνσαθ ’ νπέξ όχέων, παρά δέ σφισι βάλλετ ’ έδωδήν

475

480

485

490

495

500

210

ΙΛΙΑΔΟΣ Θ

Γ ια τί ο ισχυρός Έ κ τ ο ρ α ς δεν θα π ά ψ ει τον π ό λ εμ ο πριν σηκω θεί στα π λ ο ία ο γο ρ γο π ό δα ρ ο ς Α χ ιλ λ έα ς. Ε κ είνο ι τη μέρα, όταν αυτοί θα μ ά χ ο ντα ι με μ εγά λη σ τενο χ ώ ρ ια κ ο­ ντά σ τις πρύμνες τω ν π λοίω ν γύ ρ ω από το νεκρό Π ά τ ρ ο ­ κλο. Γ ια τ ί αυτή είναι η θεϊκή από φ α σ η . Γ ια σένα ε γ ώ δεν φ ροντίζω , αν θ υ μ ώ σ εις ούτε αν έρθεις σ τα π έρ α τα τ η ς γ η ς και του π ελ ά γο υ ς, όπου ο Ια π ε τό ς45 κ α ι ο Κ ρόνος κ α θ ισ μ έ ­ νοι ούτε τις ακ τίνες του Υ περίονα46 Ή λ ιο υ χ α ίρ ο ν τα ι ούτε τους ανέμους κ α ι ο βαθύς Τ άρ τα ρ ο ς είναι γ ύ ρ ω . Ο ύ τε αν έρθεις εκεί ξεγελα σ μ ένη δεν θα φ ροντίσω γ ια σένα, αν ορ γίζεσ αι, επειδή δεν υ π ά ρ χει άλλο π ιο κυνικό α π ό σένα». Έ τ σ ι μίλησε, κ α ι σ ’ αυτόν είπ ε κ ά τ ι η λ ευ κ ο χέρ α Ή ρ α , κ ι έπεσε στον Ω κεανό το λα μ π ρ ό φ ω ς του ήλιου, φέρνοντας τη μαύρη νύ χτα π ά ν ω στην εύφορη γ η . Γ ια το υ ς Τ ρ ώ ε ς μεν έδυσε χ ω ρ ίς τη θέλησή τους το φ ω ς, ενώ γ ια το υ ς Α χα ιο ύ ς ευπρόσδεκτη, τρ εις φορές π ο θη τή , ήρθε η σ κοτεινή νύ χτα . Συνάθροιση τω ν Τ ρ ώ ω ν έκανε ο λα μ π ρ ό ς Έ κ τ ο ρ α ς , αφού τους οδήγη σε μ ακ ριά από τ α π λο ία , κ ο ντά στον πολύστροφο π ο τα μ ό σε καθαρό47 μέρος, όπου φαινόταν απαλλαγμένος από το υ ς νεκρούς ο τό π ο ς. Α φ ού κ α τ έ β η ­ καν από τα ά ρ μ α τα σ τη γ η άκουγαν το λό γο , το ν οποίο έλεγε ο α γ α π η τό ς σ τον Δ ία Έ κ τ ο ρ α ς. Σ τ ο χ έρ ι κρατούσε εντεκ ά πη χο δόρυ. Μ π ρ ο σ τά στο δόρυ έλ α μ π ε χά λκ ινη αιχμ ή κ α ι γύρω χρ υσ ό ς κρίκος. Σ ’ αυτό εκείνος αφού σ τη ρ ίχτη κ ε, έλεγε λ ό γ ια σ τους Τ ρ ώ ες: «Α κούστε με Τ ρ ώ ε ς κ αι Δ άρδανοι κ α ι φ ίλ ο ι- τώ ρ α έλεγα ότι, αφού κ α τα σ τρ έψ ω τα π λο ία κ α ι όλους τους Α χαιούς, π ίσ ω θα ξα ναγυρ ίσ ω στην Τ ρ ο ία π ου είνα ι εκ τε ­ θειμένη στους ανέμους. Α λλά ήρθε νω ρίς το σ κ ο τά δ ι που έσωσε τους Α ρ γείο υ ς κ αι τα π λο ία στο γ ια λ ό τη ς θάλασσας48. Α λλά τώ ρ α ας υ π ο τα χ το ύ μ ε στη μαύρη νύ χτα κ α ι ας ετοιμ άσ ουμ ε δείπνο. Τ α κ α λ λ ίτρ ιχα ά λ ο γα λύστε από τα άρ μ α τα κ α ι β ά λτε τους τροφ ή. Φ έρ τε γ ρ ή γο ρ α

211

ΟΜ ΗΡΟ Σ

έκ πόλίος δ ’ άξεσθε βόας καί ίφια μήλα καρπαλίμως, οίνον δέ μελίφρονα οίνίζεσθε αϊτόν τ ’ έκ μεγάρων, έπι δέ ξύλα πολλά λέγεσθε, ώς κεν παννύχιοι μέσφ ’ ήοϋς ήριγενείης καιωμεν πνρα πολλά, σέλας δ ’ εις ουρανόν ίκη, μ ή πως και διά νύκτα κάρη κομόωντες Αχαιοί φεύγειν όρμήσωνται έ π ’ εύρέα νώτα θαλάσσης. μη μαν άσπουδί γε νεών έπιβαΐεν εκηλοι, άλλ ’ ώς τις τούτων γε βέλος καί οίκοθι πέσση βλήμενος ή ίώ ή έ γ χ ε ϊ όξυόεντι νηος έπιθρώσκων, ίνα τις στυγέησι καί άλλος Τρωσίν έψ ’ ίπποδάμοισι φέρειν πολύδακρυν Αρηα. κήρυκες δ ’ άνά άστυ Δ ιι φίλοι άγγελλόντων παΐδας πρωθήβας πολιοκροτάφους τε γέροντας λέξασθαι περί άστυ θεοδμήτων επί πύργω ν θηλύτεραι δέ γυναίκες ένι μεγάροισιν έκάστη πυρ μέγα καιόντων φυλακή δέ τις έμπεδος έστω μή λόχος είσέλθησι πόλιν λαών άπεόντων. ώ δ’ έστω, Τρώες μεγαλήτορες, ώς αγορεύω · μϋθος δ ’ ος μέν νυν υγιής είρημένος έστω, τον δ ’ ήοϋς Τρώεσσι μ εθ ’ ίπποδάμοις άγορεύσω. εύχομαι έλπόμένος Δ ιί τ ’ άλλοισίν τε θεοϊσιν εξελάαν ένθένδε κύνας κηρεσσιφορήτους, ούς κήρες φορέονσι μελαινάων έπι νηών. ά λλ’ ήτοι έπι νυκτί φυλάξομεν ήμέας αυτούς, πρώ ϊ δ ’ ύπηοΐοι συν τεύχεαι θωρηχθέντες νηνσιν έπι γλαφυρήσιν έγείρομεν όξνν 'Άρηα. είσομαι ε ί κ έ μ ’ ο Τυδείδης κρατερός Διομήδης παρ νηών προς τείχος άπώσεται, ή κεν έγώ τον χαλκώ δηώσας έ'ναρα βροτόεντα φέρωμαι. αύριον ήν αρετήν διαείσεται, ε ί κ ’ έμόν έγχος μεινη έπερχόμενον άλλ’ έν πρώτοισιν όίω κείσεται ούτηθείς, πολέες δ ’ ά μφ ’ αυτόν εταίροι ήελίου ανιόντος ές αύριον εί γάρ έγών ώς

505

510

515

520

525

530

535

212

ΙΛΙΑΔΟ Σ Θ

από τη ν πόλη βόδια και π α χ ιά π ρ ό β α τα , κ αι κ ρ α σ ί που ευφραίνει την κ α ρ διά και ψ ω μ ί από τα σ π ίτ ια , μ α ζέψ τε και πολλά ξύλα, ώ σ τε να κ α ίμ ε μ εγά λη φ ω τιά όλη τη νύ χτα μέχρι το π ρ ω ί κ α ι η λάμψ η να φτάνει στον ουρανό, μ ή π ω ς κατά τη νύ χτα οι Α χ α ιο ί με τη μ ακριά κόμη π ροσπαθήσουν να φύγουν στην π λ α τ ιά θάλασσα. Α λήθεια χ ω ρ ίς κοπο τουλάχισ τον ας μην μπουν σ τα π λ ο ία ήσ υχοι, αλλά έτσι ώ σ τε κ αι στην π α τ ρ ίδ α να ευ χα ρ ισ τη θεί κά π ο ιο ή με βέλος ή με δόρυ από οξιά χ τυ π η μ έν ο ς, όταν π η δ ά π ά νω στο πλοίο του, ώ σ τε να φοβηθούν οι άλλοι να ετοιμάσουν π ολυδά κ ρ υ­ το πόλεμο κ α τά τω ν Τ ρ ώ ω ν που δαμάζουν τ α ά λ ογα . Ο ι α γ α π η το ί στον Δ ία κήρυκες ας αναγγείλουν σ τη ν πόλη, ώ σ τε τ α μικρά π α ιδ ιά 49 κ α ι οι γέρ ο ι με το υ ς άσπρους κροτάφους να κοιμηθούν στην πόλη, σ τα τ ε ίχ η τ α χ τ ισ μ έ ­ να από τους θεούς. Κ αι οι αδύνατες γυ να ίκ ες σ τα σ π ίτ ια όλες ας καίνε μ εγά λη φ ω τιά . Α ς υ π ά ρ χει φρουρά σίγουρη γ ια να μην επ ιτε θ ε ί στην π όλη σ τίφ ος που π α ρ α μ ονεύει όσο χρόνο απουσιάζουν οι σ τρ α τιώ τε ς. Μ ’ αυτό τον τρ όπ ο ας γίνει, μεγαλόκαρδοι Τ ρ ώ ες, κ α θ ώ ς λέω . Κ α ι ο λό γο ς που γ ια τώ ρ α ήταν ω φ έλιμ ο ς ας μείνει. Τ ον άλλο το π ρ ω ί θα π ω στους Τ ρ ώ ες που δαμάζουν τα άλογα. Ε ύ χ ο μ α ι στον Δ ία κ αι στους άλλους θεούς ελπ ίζο ντα ς ό τι θα δ ιώ ξ ω από εδώ τα σκυλιά τ α φερμένα από τη μοίρα (τα οποία οι μοίρες έφεραν σ τα μαύρα π λο ία ). Α λλά τη ν ύ χτ α ας π ρ οφ υλα χτο ύμ ε50 κ α ι το π ρ ω ί κ α τά την αυγή, αφ ού ο π λ ι­ στούμε με όπλα, κ ο ντά σ τα κυρτά π λο ία ας σ η κ ώ σ ουμ ε μάχη με π είσ μ α . Θ α μάθω αν εκείνος ο γ ιο ς του Τ υδ έα ο γενναίος Δ ιο μ ή δη ς θα με αποκρούσει από τα π λ ο ία προς το τείχ'Οξ ή εγ ώ , αφού με το χαλκ ό τον κ α τα σ π α ρ ά ξ ω , θα φέρω τα μ α τω μ έ ν α τρ ό π α ια . Α ύριο θα δείξει τη ν αρετή του, αν π ερ ιμένει ν'α έρθει το δικό μου δόρυ. Α π ό τους π ρ ώ το υ ς νομ ίζω θα κ ε ίτ ε τ α ι χ τυ π η μ έν ο ς κ α ι πο λλο ί σύ­ ντροφοί του γύ ρω το υ, όταν αΰ'ρ1 ανατελλει ο ή λιος. Γ ια τι ·0

213

I
ΟΜ ΗΡΟ Σ

εί'ην αθάνατος και άγήρως ήματα πάντα, τιοίμην δ ’ ώς τίετ ’ Άθηναίη και ’ πόλλων, Α ώς νϋν ήμερη ήδε κακόν φέρει Άργείοισιν. ” "Ως Έκτωρ άγόρεν ’, έπι δέ Τρώες κελάδησαν. οί δ ’ ίππους μέν λνσαν υπό ζυγοϋ ίδρώοντας, δήσαν δ ’ ίμάντεσσι π α ρ’ άρμασιν οίσιν έκαστος · έκ πόλιος δ ’ άξοντο βόας και ίφια μήλα καρπαλίμως, οίνον δέ μελίφρονα οίνίζοντο, σΐτόν τ ’ έκ μεγάρων, έπι δέ ξύλα πολλά λέγοντο. κνίσην δ ’ έκ πεδίου άνεμοι φέρον ουρανόν εϊσω. Οί δέ μέγα φρονέοντες έπι πτολέμοιο γεφύρας ήατο παννύχιοι, πυρά δέ σφισι καίετο πολλά, ώς δ ’ ο τ ’ έν ούρανω άστρα φαεινήν άμφί σελήνην φαίνετ’ άριπρεπέα, οτε τ ’ έπλετο νήνεμος αιθήρ · έκ τ ’ εφανεν πασαι σκοπιαι καί πρώονες άκροι καί νάπαι· ούρανόθεν δ ’ άρ’ ύπερράγη άσπετος αιθήρ, πάντα όε εϊδεται άστρα, γέγηθε δέ τε φρένα ποιμή ν τόσσα μεσηγν νεών ήδέ Ξάνθοιο ροάων Τρώων καιόν των πυρά φαίνετ ο Ίλιόθι πρό. χίλι ά ρ’ έν πεδίω πυρά καίετο, πάρ δέ έκάστω ήατο πεντήκοντα σέλα πυρός αίθομένοιο. ίπποι (5e κρϊ λευκόν έρεπτόμενοι καί όλύρας έσταότες παρ ’ όχεσφιν έυθρονον Ή ώ μίμνον.
565 560 547 545 540

549
553

214

ΙΛ ΙΑΔΟ Σ Θ

μακάρι εγώ να ήμουν κ α τά κ ά π ο ιο τρ ό π ο α θά να τος και αγέρασ τος όλες τ ις μέρες, να με τιμούσ α ν ό π ω ς τη ν Α θη ­ νά και τον Α π ό λ λ ω να , ώ σ τε τώ ρ α η μέρα αυτή να φέρει κακό στους Α ρ γείο υ ς» . Έ τ σ ι μίλησε ο Έ κ τ ο ρ α ς , κ α ι οι Τ ρ ώ ε ς με θόρυβο ε π ι­ δοκίμασαν. Α υ το ί τ α άλογα κ ά τω από το ζυ γό έλυσαν ιδρω μένα και τα έδεσαν, ο καθένας κοντά στο ά ρ μ α του, με ιμάντες. Έ φ ερ α ν γρή γο ρ α από τη ν πόλη β ό δια 51 και π α χ ιά π ρ ό βα τα κ α ι κρασί π ου ευφραίνει τη ν κ α ρ διά και ψω μί από τα σ π ίτ ια , ακόμη σ υγκέντρω σ αν π ο λ λ ά ξύλα. Πρόσφεραν στους αθανάτους τέλ ειες εκ α τό μ β ες. Α π ό την πεδιά δα οι άνεμοι ανέβαζαν στον ουρανό τη ν οσ μ ή. Ό μ ω ς καθόλου δεν τη ν απόλαυσαν οι μακάριοι θεοί, κ α ι δεν την ήθελαν. Γ ια τί πολύ μ ισ η τή έγινε σ ’ αυτούς η ιερή Ί λ ιο ς και ο Π ρία μος και ο λαός του πο λεμ ικο ύ Π ριά μου. Α υτο ί υπερήφανοι κάθονταν όλη τη νύ χτα σ τις γέφ υρες του πολέμου κ α ι κ α ίγ α ν ε πο λλές φ ω τιές. Κ ι ό π ω ς σ υ μ β α ί­ νει, όταν στον ουρανό φ αίνονται τ α άσ τρα λ α μ π ρ ά γύρω από τη φ ω τεινή σελήνη, όταν ο αιθέρας είναι χ ω ρ ίς άνεμο και καθαρά φ αίνονται όλες οι σ κ ο π ιές κ α ι τ α α κ ρ ω τή ρ ια και οι κοιλάδες, κ α ι από τον ουρανό έρ χετα ι ο άπειρος αιθέρας, όλα τ α άσ τρα φ αίνονται κ αι ο βοσκός χ α ίρ ε τα ι. Τόσες ανάμεσα σ τα π λο ία κ α ι το ρεύμα του Ξ άνθου μ π ρ ο ­ στά στο Ί λ ιο έλα μ π α ν φ ω τιές τω ν Τ ρ ώ ω ν. Χ ίλ ιε ς φ ω τιές καίγονταν στην π εδ ιά δ α κ α ι κοντά στη λάμψ η κ ά θ ε φ ω τιά ς κάθονταν π ενήντα. Κ α ι τα ά λο γα, τρ ώ γ ο ν τα ς λευκό κριθάρι και ολύρες δίπ λα σ τα ά ρ μ α τα , περίμεναν τη ν Α υ γ ή με τον ωραίο θρόνο.

215

ΣΧ Ο Λ ΙΑ

1

ΡΑΨΩΔΙΑ Ε

1. στ. 1. Ο Διομήδης, βασιλιάς της Αργολίδας, ήταν γιος του Τυδέα, με τον οποίο πάντα τον σύγκριναν στην ανδρεία, και της Δηιπύλης. Σ τις διηγήσεις του Τρωικού κύκλου ο Διομήδης συντροφεύει συνήθως τον Οδυσσέα στις πιο δύσκο­ λες αποστολές. Τον βλέπουμε να βοηθάει τον Οδυσσέα να πείσει τον Αχιλλέα να εκστρατεύσει στην Τροία και αργότε­ ρα τον Αγαμέμνονα να θυσιάσει στην Αυλίδα την κόρη του Ιφιγένεια. Ακόμη ήταν μαζί του, όταν προσπαθούσαν να κατασιγάσουν την οργή του Αχιλλέα, που προξένησε η αρπα­ γή της Βρισηίδας, ώστε να ξαναγυρίσει στη μάχη. Ο Δ ιομή­ δης ήταν ρωμαλέος πολεμιστής' τραυμάτισε μάλιστα την Αφροδίτη και προκάλεσε την οργή της θεάς. Π ρέπει να ήταν εξαιρετικός ρήτορας και έπαιρνε μέρος σε όλα τα συμβούλια τω ν Α χαιών αρχηγών. Ή τα ν όμως οξύθυμος, όπως φαίνεται από τα οργισμένα λόγια που ξεστόμισε στον Αχιλλέα, όταν ο τελευταίος σκότωσε τον Θερσίτη. 2. στ. 5. Π ρόκειται για τον Σείριο, άστρο που ανατέλλει στα τέλη Ιουλίου. Ο ποιητής το αποκαλεί όπωρινόν αστέρα, για τί ο Ό μηρος διαιρούσε το χρόνο σε άνοιξη, θέρος (αρχές καλοκαιριού), οπώρη (τέλος καλοκαιριού) και χειμώνα. 3. στ. 6. Κατά την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων η γη ήταν επίπεδος δίσκος περιβαλλόμενος από τον Ωκεανό, που θεωρούσαν το μεγαλύτερο ποτάμι, α π ’ όπου ανέτειλαν και έδυαν ο ήλιος, το φεγγάρι και όλα τα ουράνια σώματα. 4. στ. 19. μεταμάζιον'. μετά τοΐς μαζοΐς: ανάμεσα στα στήθη. Ιίαρόμοιες περιπτώ σεις επιθέτων συνθέτων με πρόθε­ ση είναι οι εξής: μεταδορπιος δ 194, μεταδήμιος, καταθνμιος Η 267' χρήση της πρόθεσης μ ετά για να εκφραστεί το «με­ ταξύ δυο ή περισσοτέρων πραγμάτω ν» απαντά και στα με-

218

ΣΧΟΛ ΙΑ

ταγενέστερα ελληνικά μεταίχμιος, μετακόαμιος, μετακνμιος, μεταπνργιον. Η λέξη εδώ (όπω ς στο Η 267) είναι μάλλον ουδέτερη και πιθανώ ς επέχει θέση επιρρήματος παρά επιθέ­ του. 5. στ. 24. οί: Δηλ. ο γέρος ιερέας του, ο π α τέρ α ς τους. Ακαχήμενος σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία, είναι παρακείμενος με αιολική προφορά" όμοια και το απαρέμφατο άκάχησθαι. Παρακείμενος με διαφορετικό σ χημ ατισμό το άκηχέδατat Ρ 637, άκηχέμενος Σ 29. Ο αναδιπλασιασμός επεκτείνεται σε όλους τους τύπους. Το άλάλησθαι είναι τύ ­ πος ανάλογος. 6. στ. 36. Ήϊόεντι'. Π ρόκειται για άγνω στη λέξη που απαντά μόνο εδώ. Η προέλευσή της από τη λέξη ήίών είναι μάλλον απίθανη για φωνητικούς λόγους. Η λέξη ήίών χρησι­ μοποιείται πάντοτε για τα ακρογιαλια ποτε ομω ς γ ια π ο τα ­ μούς. 7. στ. 39. Οι Α λίζωνες ήταν λαός που κατοικούσε στα νότια του Εύξεινου Πόντου. 8. στ. 44. Π Τάρνη, κατά τον αρχαίο σχολιαστή, είναι

πόλις Λυδίας ή ννν Σάρδεις. 9. στ. 48. θεράποντες'. Ή τα ν οι ακόλουθοι κάθε αρχηγού. 10. στ. 50. όξυόεις: Οξείς" φαιδιμόεις Ν 686: φαίδιμος' πρβλ. επίσης μεσήεις. Κ ατά τον Gobel όλοι οι τύ π ο ι σε -εις
προέρχονται από ουσιαστικά, άρα οι δυο αυτές λέξεις σχημ α­ τίστηκαν από το ουδέτερο του επιθέτου που χρησιμοποιήθηκε σαν ουσιαστικό. Μ ια παλιά ετυμολογία ανέφερε την οξιά, αλλά τα επίθετα σε -εις δεν υποδηλώνουν π ο τέ την ύλη. Και οι λόγχες του Όμηρου δεν κατασκευάζονταν απο οξια αλλά από μελιά. Βλ. όμως Ευριπ. Ή ρακλεΐδες 727 τεύχη κόμιζε, χειρί δ ’ ένθες όξϋην. 11. στ. 53. Εδώ ο Ζηνόδοτος υποστηρίζει την αξιόλογη άποψη χραΐσμεν θανάτοιο πέλωρα που μάλλον δεν έχει ε π ι­ νοήσει. Για μια παρόμοια χρήση του πέλωρα βλ. Β 321 δείνα πέλωρα θεών επειδή ο Ό μηρος χρησιμοποιεί τη λέξη πάντα για ζωντανούς ανθρώπους μπορεί να γίνει παραλληλισμός με το Β 302 κήρες θανάτοιο. Αφορά το σοβαρό πρόβλημα faciliori lectioni praestat difficilior.

219

ΡΑΨΩΔΙΑ Ε

1. στ. 1. Ο Διομήδης, βασιλιάς της Αργολίδας, ήταν γιος του Τυδέα, με τον οποίο πάντα τον σύγκριναν στην ανδρεία, και της Δηιπύλης. Σ τις διηγήσεις του Τρωικού κύκλου ο Διομήδης συντροφεύει συνήθως τον Οδυσσέα στις πιο δύσκο­ λες αποστολές. Τον βλέπουμε να βοηθάει τον Οδυσσέα να πείσει τον Αχιλλέα να εκστρατεύσει στην Τροία και αργότε­ ρα τον Α γαμέμνονα να θυσιάσει στην Αυλίδα την κόρη του Ιφιγένεια. Ακόμη ήταν μαζί του, όταν προσπαθούσαν να κατασιγάσουν την οργή του Αχιλλέα, που προξένησε η αρπα­ γή της Βρισηίδας, ώστε να ξαναγυρίσει στη μάχη. Ο Δ ιομή­ δης ήταν ρωμαλέος πολεμιστής' τραυμάτισε μάλιστα την Αφροδίτη και προκάλεσε την οργή της θεάς. Π ρέπει να ήταν εξαιρετικός ρήτορας και έπαιρνε μέρος σε όλα τα συμβουλια των Α χαιών αρχηγών. Ή τα ν όμως οξύθυμος, όπως φαίνεται από τα οργισμένα λόγια που ξεστόμισε στον Α χιλλέα, όταν ο τελευταίος σκότωσε τον Θερσίτη. 2. στ. 5. Π ρόκειται για τον Σείριο, άστρο που ανατέλλει στα τέλη Ιουλίου. Ο ποιητής το αποκαλεί όπωρινόν άστέρα, για τί ο Ό μηρος διαιρούσε το χρόνο σε άνοιξη, θέρος (αρχές καλοκαιριού), οπώρη (τέλος καλοκαιριού) και χειμώ να. 3. στ. 6. Κατά την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων η γη ήταν επίπεδος δίσκος περιβαλλόμενος από τον Ωκεανό, που θεωρούσαν το μεγαλύτερο ποτάμι, α π ’ όπου ανέτειλαν και έδυαν ο ήλιος, το φεγγάρι και όλα τα ουράνια σώ ματα. 4. στ. 19. μεταμάζιον'. μετά τοΐς μαζοΐς'. ανάμεσα στα στήθη. Παρόμοιες περιπτώ σεις επιθέτων συνθέτων με πρόθε­ ση είναι οι εξής: μεταδορπιος δ 194, μεταδήμιος, καταΟυμιος Η 267' χρήση της πρόθεσης μετά για να εκφραστεί το «με­ ταξύ δυο ή περισσοτέρων πραγμάτω ν» απαντά και στα με­

218

ΣΧΟΛΙΑ

ταγενέστερα ελληνικά μεταίχμιος, μετακόσμιος, μετακύμιος, μεταπύργιον. Η λέξη εδώ (όπω ς στο II 267) είναι μάλλον ουδέτερη και πιθανώ ς επέχει θέση επιρρήματος παρά επιθέ­ του. 5. στ. 24. οί: Δηλ. ο γέρος ιερέας του, ο πατέρας τους. Ακαχήμενος σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία, είναι παρακείμενος με αιολική προφορά' ομοια και το απαρέμφατο άκάχησΟαί. Παρακείμενος με διαφορετικό σχηματισμό το άκηχέδαται Ρ 637, άκηχέμενος Σ 29. Ο αναδιπλασιασμός επεκτείνεται σε όλους τους τύπους. Το άλάλησθαι είναι τύ ­ πος ανάλογος. 6. στ. 36. Ήίόεντι: Π ρόκειται γ ια άγνω σ τη λέξη που απαντά μόνο εδώ. Η προέλευσή της από τη λέξη ή ιών είναι μάλλον απίθανη για φωνητικούς λόγους. Η λέξη ή ίων χρησι­ μοποιείται πάντοτε για τα ακρογιάλια ποτέ όμω ς για π ο τα ­ μούς. 7. στ. 39. Ο ι Α λίζωνες ήταν λαός που κατοικούσε στα νότια του Εύξεινου Πόντου. 8. στ. 44. Η Τάρνη, κατά τον αρχαίο σχολιαστή, είναι

πόλις Λυδίας ή νυν Σάρδεις. 9. στ. 48. θεράποντες'. Ή τ α ν οι ακόλουθοι κάθε αρχηγού. 10. στ. 50. όξνόεις: Ο ξείς' φαιδιμόεις Ν 686: φαίδιμος' πρβλ. επίσης μεσήεις. Κατά τον G obel όλοι οι τύποι σε -εις
προέρχονται από ουσιαστικά, άρα οι δυο αυτές λέξεις σ χημ α­ τίστηκαν από το ουδέτερο του επίθετου που χρησιμοποιηθηκε σαν ουσιαστικό. Μια παλιά ετυμολογία ανέφερε την οξιά, αλλά τα επίθετα σε -εις δεν υποδηλώνουν π οτέ την ύλη. Και οι λόγχες του Όμηρου δεν κατασκευάζονταν από οξια αλλά από μελιά. Βλ. όμως Ε υριπ. Ή ρακλεΐδες 727 τεύχη

κόμιζε, χειρ1 δ ’ ένθες όξύην.
11. στ. 53. Εδώ ο Ζηνόδοτος υποστηρίζει την αξιόλογη άποψη χραϊσμεν θανάτοιο πέλωρα που μάλλον δεν έχει επ ι­ νοήσει. Για μια παρόμοια χρήση του πέλωρα βλ. Β 321 δείνα πέλωρα θεών' επειδή ο Ό μηρος χρησιμοποιεί τη λέξη πάντα για ζωντανούς ανθρώπους μπορεί να γίνει παραλληλισμός με το Β 302 κήρες θανάτοιο. Αφορά το σοβαρό πρόβλημα faciliori lectioni praestat difficilior.

219

ΣΧΟΛΙΑ

— ίοχέαιρα, που ρί/νει τα βέλη, πρβλ. 618 δονρατ έχευαν'. φυσικά δεν σ χηματίζεται από το χαίρω. 12. στ. 59. Ο Μηριόνης, γιος του Μόλου, καταγόταν από την Κρήτη και ήταν Οεράποντας του Ιδομενέα. 13. στ. 59. Τέκτονας'. Αλλοι θεωρούν το όνομα κύριο και άλλοι ότι προέρχεται από επάγγελμα. Πρβλ. Δαίδαλος,

Βονκολκον.
14. στ. 63. Λυτό το στίχο είχε προφανώς κατά νου ο ΙΙρόδοτος όταν έγραφε για τα πλοία που εστειλαν οι Αθη­ ναίοι μετά από αίτηση του Αρισταγόρα, για να βοηθήσουν τους κατοίκους της Ιωνίας εναντίον των Περσων, ανται αι

νέες αρχή κακών έγένοντο ΊΟΛησι τε και βαρβάροισι. 15. στ. 70. II Θεανώ ήταν κόρη του βασιλιά της Θράκης
Κισσέα και σύζυγος του Τρώα Αντηνορα. Λπο το γαμο ειχε αποκτήσει πολλά παιδιά. Μεγάλωσε επίσης με μεγάλη στορ­ γή τον Πηδαίο, νόθο γιο του Αντήνορα. Ί Ιτ α ν ιέρεια της Αθηνάς στην Τροία. 16. στ. 74. υπό τάμε'. Απέκοψε από τη ρίζα' άνά'. προς τα επάνω, ανάμεσα στα δόντια. 17. στ. 88. Γέφνραι'. Πρόκειται για φράγματα στις όχθες χείμαρρων, που προστάτευαν από τις πλημμύρες. 18. στ. 90. έρκεα ΐα/ει'. F'1'σχει'. Brandreth. Αλλά η ομαλή σειρά των λέξεων δικαιολογεί περισσότερο το άρα F έρκεα. Πάντως παραμένει μια χασμωδία. Ιίίναι απίθανο η λέξη έρκος να είχε δίγαμ μα' η μόνη ισχυρή μαρτυρία είναι το σ 102 ποτι έρκίον αυλής. Σ ε όλες τις άλλες περιπτώ σεις το δίγαμμα είναι ή περιττό ή αδικαιολόγητό. 19. στ. 95. Ο ΓΙάνδαρος ήταν γιος του Αυκάονα. 20. στ. 105. Π ρόκειται για την Τρωική Αυκία στους πρόποδες του βουνού Ίδ η και όχι για τη Λυκία στα νότια της Μικράς Λσίας. 21. στ. 112. διαμπερές'. Διαπερνώντας την πληγή, ώστε να μη χρειάζεται να τραβηχτούν προς τα πίσω οι αιχμές του βέλους. Πρβλ. Δ 213 για την αντίθετη διαδικασία' όταν οι αιχμές δεν βυθίζονται στη σάρκα το βέλος τραβιέται έξω προς τα πίσω . Προφανούς υπονοεί ότι ο Διομήδης δεν φορούσε Οα>ρακα' αλλιώς Οα πρέπει να υποθέσουμε είτε ότι ο ΣΟένε-

220

ΣΧΟΛΙΑ

λος αφαιρεσε το — ίσ(ο μέρος είτε ότι το βέλος τον τρύπησε κι αυτόν και τον διαπέρασε. 22. στ. 117. <Γ/.αι: Ο μέσος αόριστος χρη σιμ οποιείτα ι μόνο / για να εκφράσει την αγάπη που δείχνουν οι θεοί στους θνη­ τούς, βλ. 61, Κ 280, V 304. 23. στ. 135. / ιεμαιο ς: Ονομαστική απόλυτος" η σύνταξη αλλαζει στον επόμενο στίχο, πρβλ. Ζ 510. Το και εδώ είναι μάλλον επιτατικό και συνοδεύεται από το περ όπω ς και σε άλλες περιπτώ σεις που οι δυο λέξεις απαντούν μαζί. Ο στίχος φαίνεται ασύνδετος, επεξηγηματικός του 134. Για τη χρήση του και... περ στην αρχή της πρότασης, βλ. υ 271 και χαλεποί’ ττερ εοντα δεχόμεΟα μνθον, 'Αχαιοί. Σ ε όλες τ ις άλλες περι­ πτώ σεις ακολουθεί το κύριο ρήμα. Έ τ σ ι ορισμένοι σχολιαστές βάζουν κόμμα μετά το έμίχϋη και την άνω και κάτω στιγμή μετά το /ιαχεαϋαι, έτσι ώστε το μεμαιυς να συμφωνεί με το Ί'ΐ'()ϊΐ()η- στο 134. Λυτό όμο^ς δημιουργεί μια τελείω ς λανθα­ σμένη αντίθεση: ο Διομήδης δεν επιστρέφει στη μάχη «αν και», αλλά «επειδή» το επιθυμούσε πολύ προηγουμένως. 24. στ. 138. χοαίσι/: Π ιθανώς σ χετίζεται με τον αόριστο (έπ)έχραον, έχραε, ε 396, II 352, Φ 369, κλπ. και σημαίνει έβοσκε. — αί'λης'. Ο τοίχος του αγροκτήματος" ο σ τίχος 140 υπο­ νοεί ότι τα παραπήγματα ήταν στημένα μ αζί με τις καλύβες των αγροτών στον αυλόγυρο" πρβλ. 589, όπου γίνετα ι σαφές ότι η στάνη ήταν μάλλον εκτεταμένη. 25. στ. 142. έμμεμαώξ: Εξήγηση στο μεμαώ ς του στίχου 135" το λιοντάρι, όπως ο Διομήδης, εξαγριώ νεται από την πληγή, πρβλ. Ρ 735. Δύσκολα συμβιβάζεται η έννοια της εξαγρίωσης με την έννοια της υποχώρησης που εκφράζεται με το ρήμα είά/./.εται, αλλά και με τον επόμενο στίχο. Δεν ευσταΟεί να πούμε ότι όσο εξαγριωμένο είναι το λιοντάρι όταν υποχωρεί, τόσο εξαγριωμένος είναι και ο Δ ιομήδης όταν επιτίθεται. Γι’ αυτό εκφράστηκε η άποψη ότι οι στίχοι 1412 προστέθηκαν αργότερα για να απαντήσουν στο μεμαοις του 135 με το εμμεμαιός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παράλειψή τους κάνει πιο εντυπωσιακή την παρομοίωση" ωστόσο στο επικό ύφος περιμένει κανείς να πληροφορηΟεί την τύχη του

221

ΣΧΟΛΙΑ

πρόβατου. 26. στ. 158. Ol χηρωσταί είναι οι μακρινοί συγγενείς, που συνήθως κληρονομούσαν την περιουσία. 27. στ. 162. ήέ: Ο Bentley προτείνει το ήδέ, με το επιχεί­ ρημα ότι σκοπός της παρομοίωσης είναι να εκφράσει τη διπλή σφαγή. Ο πληθυντικός βοσκομενάων μπορεί λοιπόν, με μια ελαφριά αλλά λογική ανωμαλία, να εκληφθεί με την έννοια ότι «το ένα ή το άλλο τρέφουν». 28. στ. 171. που τοι τοξον: Πρβλ. Ο 440 που νν τοι Ιοί. Στον επόμενο στίχο ώι μπορεί να αναφέρεται είτε στο τοξον η στο κλέος και να εννοεί την «περίφημη ικανότητα». 29. στ. 183. εί θεός εστιν: Πρβλ. γ 216 τις δ ’ οίδ’ ε ϊκ ε ποτέ σφι βίας άποτίσεται έλθών; Ο Αρίσταρχος αθέτησε χωρίς λόγο τους στίχους με το επιχείρημα ότι ο Πάνδαρος δεν εκφράζει πραγματική αμφιβολία. Ωστόσο τα αμέσως επόμε­ να λόγια φανερά υπονοούν τουλάχιστον ρητορική αβεβαιότη­ τα. 30. στ. 202. Για τη συνάθροιση του πλήθους μέσα στα τείχη της πόλης συγκρ. με Σ 286-7. 31. στ. 208. άτρεκές'. Ο τύπος αυτός απαντά στον Όμηρο μόνο στο π 245, και μάλιστα επιρρηματικά' συνήθης είναι επίσης και ο τύπος άτρεκέως. Δεν είναι βέβαιη η αρχική προέλευση της λέξης1 αν τη συνδέσουμε με το τρέπω, δύσκο­ λα μπορεί να εκληφθεί εδώ σαν επιθετικός προσδιορισμος του αίμα. Από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορεί να συσχετιστεί με το βαλών, που βρίσκεται πολύ μακριά, και δεν χρειάζεται επίρρημα για να το προσδιορίσει, αφού από μόνο του εμπε­ ριέχει την έννοια της ευστοχίας. Συνεπώ ς θα πρεπει να το συνδέσουμε με το εσσενα, όπως υποστηρίζει και ο Σχολ. Β αντί τον άτρεκέως είδον αυτό, ονκ ήπάτημαι. Αλλά οι στίχοι 206-8 επαναλαμβάνουν αμυδρά τους στίχους 188-91 αποτελούν σχεδόν με βεβαιότητα παρέμβαση για την αναφορά στο Όρκίων σύγχυσις, επεισόδιο προφανώς άγνωστο στο συγγραφέα του έργου, ο οποίος διαφορετικά δεν θα παρελειπε να ανα­ φερθεί πάλι σ’ αυτό. 32. στ. 222. Τρώϊοί ίπποι,'. Π ρόκειται για τα άλογα που χάρισε στον Τρώα ο Δίας.

222

ΣΧΟΛ ΙΑ

33. στ. 233. ματήσετον: Ε ξαγριώ θηκαν, έχασαν το μυαλό τους. Π ρβλ. Π 474. Σ το Ψ 510 σημαίνει «δεν έχασε χρόνο». 34. στ. 252. φόβονθ ’ αγόρευε'. Για τη βραχυλογία αυτή συγκρ. με Π 697 φνγαδε μνώοντο. Π ροκύπτει αβίαστα από την κυριολεκτική έννοια στο Θ 139 φόβονδ’ έχε μώνυχας ίππους , και μπορεί να συγκριθεί με εκφράσεις όπ ω ς το είπεΐν μυθεΐσθαι εις αγαθά, I 102, 305. Το φόβος αποτελεί φυσικά υπερβολή, αφού ο Σθένελος εννοούσε απλώ ς τη μάχη μέσα στο πλήθος, κι όχι ανάμεσα στους προμάχους. Τα αλυακαζοντι και καταπτώσσειν χαρακτηρίζουν υ ποτιμητικά την υποχώρηση στον όμιλο, την προστασία του πλήθους (πρβλ. Ζ 443). 35. σ τ. 256. Ο σ τίχο ς αυτός α π ο τελ εί α π ά ν θ ισ μ α τω ν
« ελ α ττω μ ά τω ν » τη ς ομηρικής α π α γ γ ε λ ία ς — το αδύναμο ανών, τρεΐν α ντί του τρέειν και το χειρότερο α π ’ όλα το έα σε μια συλλαβή, α ντί του έάει σε τρ εις. Μ π ορ εί να π ρ ό κ ειτα ι γ ια α ττικ ή π αρεμβολή, αν κ αι δεν φ α ίνετα ι κ α ι τόσ ο πιθανό.

36. στ. 261. τουσδε: Δ είχνει τα δικά του άλογα, προφανώς σε μικρή απόσταση. 37. σ τ. 266. Ο Γανυμήδης ήταν π α νέμ ορ φ ος νέος, ο νεό τε­ ρος γιο ς του βασιλιά Τ ρ ώ α . Η ομορφιά του π ρ ο κ ά λ εσ ε τον
έρ ω τα του Δ ία , ο οποίος τον α π ή γ α γ ε κ α ι τον όρισε οινοχόο τω ν θεώ ν, στη θέση τη ς Ή β η ς . Σ ε α ν τά λ λ α γ μ α γ ια την α π α γ ω γ ή του ο Δ ία ς έδω σε στον π α τέ ρ α το υ νέου θεϊκά άλογα.

38. στ. 273. Για το πρώτο κε (εδώ και στο Θ 196) οι περισσότεροι σχολιαστές ακολουθούν την άποψη του J. Η . Voss για το γε. Ωστόσο η αλλαγή δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπο, όπως φαίνεται από το σημαντικό αριθμό π ερ ιπ τώ σ ε­ ων ε ί κε με ευκτική σε προτάσεις αναφερόμενες στο H . G . παρ. 313. 39. στ. 291. Η πορεία του βέλους δημιούργησε μεγάλα προβλήματα σε παλιότερους και σύγχρονους σχολιαστές. Ο ­ ρισμένοι υπέθεσαν ότι την κατεύθυνση την έδιναν θεϊκές δυ­ νάμεις, άλλοι πάλι ότι ο Πάνδαρος έσκυψε μπροστά για να δει το αποτελεσμα της βολής το υ- άλλοι πάλι υποστήριξαν ότι η πεδιάδα δεν ήταν επίπεδη κι ότι το άρμα έτρεχε στη χαμηλή

223

ΣΧΟΛΙΑ

περιοχή, ενώ οι στρατιώ τες έριχναν από ψηλά. Κανένας όμως δεν φαίνεται να προσέγγισε την παράλογα απλή εξήγηση ότι ο ΤΙάνδαρος μπορεί να επιχείρησε να προβάλει το λαιμό του κάπως αργά. Τότε το αποτέλεσμα Οα ήταν αυτό ακριβώς που περιγράφει ο Όμηρος. 40. στ. 311. άπόλοιτο'. II ευκτική εδώ είναι ενδοτική ή δυνητική, χωρίς αναφορά σε παρελθόν η μέλλον ωστοσο η ανάγκη για μια πιο συγκεκριμένη έκφραση του χρόνου οδηγησε από νωρίς στην επικράτηση της οριστικής απιολετο. Έ τσ ι η ευκτική περιορίστηκε σε λίγους μόνο τύπους, οπως εδώ (επανάληψη στο 388), και απαντά συχνότερα στην Ίλιαδα παρά στην Όόΰσσεια. 41. στ. 329. μέϋεπε: Με διπλή αιτιατική μόνο εδώ. Σ το Π 724 έχουμε ΙΙατρόκλω έψεππε ίππους. Συγκρ. επίσης με ίππους ΰπάγειν ζνγόν II 148. Πρέπει ωστόσο να παραδεχτού­ με ότι το Ί'νόεΐόϊ] είναι πιο ομαλή σύνταξη. II άποψη του Ζηνόδοτου δεν σχολιάζεται, επειδή εισάγει το συντομευμένο τύπο της δοτικής πληθυντικού ίπποις, αντί του ίπποισι. 42. στ. 330. Το όνομα Κύπρις αναφέρεται μόνο σ’ αυτό το επεισόδιο (422, 458, 760, 883) και πουθενά αλλού στην Ί λ κ ’ α ώ δεν γίνεται λόγος για την κυπριακή κ αταγω γή της Αφροδί­ της. II σύνδεσή της με την Πάφο εμφανίζεται σ’ ένα χωρίο της Όόνσσείας (0 362), το οποίο είναι σίγουρα μεταγενέστε­ ρο. 43. στ. 333. 11 Ιίννώ είναι θεά του πολέμου, που παριστάνεται πάντοτε με φρικιαστική μορφή και αιμοσταγής (πρβλ. Κνυάλιος Αρης). 44. στ. 339. πρνμνόν νπερ Οέναρος'. Πρέπει να είναι το ίδιο με το χειρ' έπι καρπω 458. Το Οέναρ μάλλον σημαίνει την παλάμη και το πρνμνόν εκλαμβάνεται εδώ σαν ουσιαστικό, η βάση της παλάμης. Ιίίναι δελεαστική η ανάγνωση χροα αντί χροός στο 337 (επέμβαση για την αποφυγή χασμωδίας και ίσως με τη σκέψη ότι το άμβροσίου ανήκει εκεί). Τότε το πρνμνόν είναι όπως συνήθως επίθετο. Και αναρωτιέται κανείς μήπως πρέπει να δώσουμε την ίδια ερμηνεία με το χροος, εκλαμβάνοντας το πρυμνόν ως επίρρημα. Πρβλ. επίσης 1 * 619, όπου είναι δυνατή η ίδια σύνταξη. Αν κρατήσουμε το

224

ΣΧΟΛΙΑ

χροός καλύτερα να διαβάσουμε διά για το δόον σύμφωνα με
το Σχολ. P . Q . 45. στ. 340. Ίχώρ είναι το αίμα που κυλά σ τις φλέβες των θεών. 46. στ. 356. ίκεκλιτο'. Ο τύπος δεν φαίνεται σω στός, γ ια τί από πρώ τη άποψη η ιδέα του δόρατος που περιβάλλεται από ομίχλη δεν είναι καθόλου ομηρική. Αλλωστε μπορεί να αναφέρεται στο ϊππιο μόνο με βίαιο ζεύγμα, το οποίο δεν μπορεί εύκολα να βασιστεί στο Γ 327 ίπποι άερσίποδες και ποικίλα τενχε έκειτο. Καμιά από τις απόψεις που υποστηρίχΟηκαν δεν είναι αρκετά ικανοποιητική. Ορισμένοι σχολιαστές ετυμο­ λογούν τη λέξη από το κλείιο. 47. στ. 361. έλκος'. Μόνο εδώ το ουσιαστικό του άχΟομαι μπαίνει στην αιτιατική, υπάρχει όμως μια ουδέτερη αντωνυ­ μία στο X 523 (πρβλ. I 77)' αιτιατική μετοχής στο Ν 352. 48. στ. 370. Σ το χωρίο αυτό η Λκονη, προελληνική θεότη­ τα, θεωρείται μητέρα της Α φροδίτης. Ο ΙΙσίοδος ( θεογονία 353) τη θεωρεί μία από τις κόρες του Ωκεανού. 11 λατρεία της πρέπει να προερχόταν από τη Θ εσπρω τία και συνδέεται με τον Αία τη ς Δ ωδώ νης, με τον οποίο ήταν σννναος. 49. στ. 386. II Ιφιμέδεια ήταν γυναίκα του Λλο^έα, γιου του ΙΙοσειδώνα. Ερωτεύτηκε όμως τον ΙΙοσειδώνα και μαζί του γέννησε δύο Γ ίγαντες, τον Ώ το και τον Εψιάλτη. Τ α δυο παιδιά μεγάλωναν κάθε χρόνο ένα πήχη (46 εκ .) σε πλάτος και μία οργιά (1,8 μ .) σε ύψος. Ό ταν έγιναν εννιά χρονών έβαλαν την Ό σσα πάνω στον Ό λυμπο κι από πάνω το Πήλιο προσπαθώντας ν’ ανέβουν στον ουρανό. Έ τ σ ι προκάλεσαν την οργή τω ν θεών. Εξοργισμένοι εναντίον του Αρη, που σκότωσε τον Αδωνη στο κυνήγι, τον έκλεισαν σε χάλκινο πιθάρι για δεκατρείς μήνες, ώσπου τον ελευθέρωσε ο Ιΐρμής. 50. στ. 389. μητρνιή'. Προφανώς υπονοεί τους γιους του Αλωέα' σύμφωνα με άλλη άποψη όμως του Ιίρμή. Φανερά όμως υπονοείται ότι η θετή μητέρα κάνει ό,τι μπορεί για να εμποδίσει τους θετούς γιους της. 11 μητέρα τους αποκαλείται Ιφιμέδεια στο λ 305. 51. στ. 391. έδάμνα'. Μάλλον έδάμνη, από το δάμνημι (893). Πρβλ. ωστόσο με το ηί'δα, ανάλογο τύπο από το ανδημι

225

ΣΧΟΛΙΑ

(αιολ. ανδαμι ), όχι συνηρημένος παρακείμενος. 52. στ. 392. Ο γ ιο ς του Α μ φ ιτρ ύω να είναι ο Η ρακλής. 53. σ τ. 401. Ο Παίήων ήταν για τρ ό ς τω ν θεώ ν, που α ργό­
τερα τα υ τίσ τη κ ε με τον Α πόλλω να, θεμ ελ ιω τή τη ς ιατρικής.

54. στ. 408. παππάζονσιν'. Η Ναυσικά αποκαλεί τον πατέ­ ρα τη ς παππα ζ 57' συγκρ. επίσης με 42 για την προσθήκη της μετοχής στον επόμενο στίχο Ζ 480. 55. στ. 423. Δεν είναι εύκολη η επιλογή ανάμεσα στο σπέσθαι και το εσπέσθαι (δηλ. σε-σπ-έσθαι αναδιπλ. αόρ.). Το πρώτο επιβάλλεται από το μέτρο στο χ 324, με το σπεΐο στο Κ 285. Ωστόσο τα χειρόγραφα προτιμούν τον τύπο εσπόπου είναι δυνατόν. Οι τύποι σε -σπ είναι παλιότεροι, ενώ σε -εσπ μεταγενέστεροι. 56. στ. 449. Η αναφορά στο είδωλο δεν είναι χαρακτηρι­ στικό του Ομήρου και δεν εμφανίζεται σε άλλες περιπτώ σεις που κάποιος ήρωας απάγεται από θεό. Δεν διαδραματίζει άλλο ρόλο στη δράση, ούτε προκαλείται έκπληξη με την επανεμφάνιση του Αινεία στο πεδίο της μάχης, στ. 514. Προφανώς κάποιος ραψωδός θεώρησε αναγκαίο να εξηγήσει για τί η εξαφάνιση του Αινεία δεν σταμάτησε τη μάχη, γ ι’ αυτό και πρόσθεσε τους στίχους 449-53, από τους οποίους οι δυο τελευταίοι είναι οι στίχοι από το Μ 425-6. Συγκρ. με την ιστορία του Στησίχορου και το είδωλο της Ελένης, που π ι­ θανώς έδωσε την ιδέα σ’ αυτό το σημείο. 57. στ. 452. Βοείας είναι το γένος, ενώ ασπίδας και λαισήϊα το είδος, όλα από δέρμα. 58. στ. 487. Η χρήση του δυϊκού αριθμού εδώ είναι δύσκο­
λο να εξη γη θ εί, εκτός αν αναφέρεται σ τις συζύγους του πρ ο η ­ γούμενου σ τίχο υ , κ ά τι μάλλον απίθανο σύμφω να με το Σ χο λ . Β. Μ ια άλλη ερμηνεία είναι ότι α π οτελεί κα τά λ ο ιπ ο τη ς α ρ χικ ή ς προέλευσης του πληθυντικού από το δυϊκό, που ωστοσο δεν α π α ν τά συχνά στον Ό μ η ρ ο . Δ ια τυ π ώ θ η κ ε επ ίσ η ς η άποψη ότι στο σημείο αυτό λείπει ένας σ τίχο ς που ανέφερε την παρουσία του Π άρη , δεν υπ ά ρ χει όμω ς π ερ ίπ τω σ η στον Ό μ η ρ ο να υ π ο σ τη ρ ιχτεί με β εβαιότητα η απουσία ενός σ τί­ χου. Η παραδοση διατηρούσε επίμ ονα όσα είχε κ αι π ρόσθετε και νέο υλικό.

226

ΣΧΟΛΙΑ

11 αλιεία με δίχτυ αναφέρεται αλλού μόνο στην παρομοίω ­ ση του χ 383 κ.ε. ενώ η καθετή, που εμφ ανίζεται κ α τ’ επα­ νάληψη στην 'Οδύσσεια (8 368, μ 251, 332) δεν υπάρχει στην Ίλιάδα , εκτός από παρομοιώσεις Π 406, Ω 80. Ό λα αυτα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι οι στίχοι 487-9, αν όχι και ολόκληρη η ομιλία του Σαρπηδόνα, δεν ανήκουν στο παλιοτερο τμήμα της Ίλιαδος. 59. στ. 503. δι ’ αυτών: Δ ιά μέσου τω ν αντρών (σε αντίθεση με τους ίππους), δηλ. των προμάχω ν που μ άχοντα ι μπροστά στα άρματά τους. 60. στ. 505. έπιμισγομένων: Μάλλον αναφέρεται στο σύνο­ λο τω ν μαχομένων, όχι στο ίππων, όπω ς έγινε γενικά δεκτό. — νπέστρεφον: Περιστρέφονταν στο ίδιο σημείο, επειδή η γραμμή των προμάχω ν τους οποίους φρόντιζαν ταλαντευόταν εμπρός πίσω . Πρβλ. 581. 61. στ. 517. πόνος άλλος: Η έκφραση δεν είναι ομηρική και εξηγείται μόνο σαν πόλεμος. — Το άργνρότοξος δεν χρησιμοποιείται αλλού σαν ουσια­ στικό, μπορούμε όμως να συγκρίνουμε με το γλαυκώ πις Θ 373, ήριγενεια χ 197. Το δεύτερο ήμισυ του 518 είναι από το Δ 440. Το έα αντί του έαε είναι αμφίβολος τύπος. 62. στ. 542-543. Ο Λιοκλής, γιος του Ο ρτίλοχου, ήταν άρχοντας των Φηρών, πόλης τη ς Μεσσηνίας κοντά στη ση­ μερινή Καλαμάτα. 63. στ. 601. οίον: Ουδέτερο, επέχει θέση επιφω νήματος. Οανμάζομεν". Π ιθανώς παρατατατικός. 64. στ. 612. II ΙΙαισος είναι πόλη που τα υ τίζε τα ι με την Λπαισό (Β 828). 65. στ. 640. Ο Λαομέδόντας ήταν ένας από τους πρώ τους βασιλιάδες της Τροίας. Ό ταν ο Π οσειδώνας και ο Απόλλωνας τον υπηρέτησαν για ένα χρόνο, αυτός αρνήθηκε να πληρώσει το συμφωνημένο μισθό. Τ ότε ο Λ πόλλωνας έστειλε λοιμό στην πόλη κι ο Π οσειδώνας ένα θαλάσσιο τέρας. Σύμφω να με χρησμό, η πόλη θα απαλλασσόταν από τα δεινά, αν προσφερόταν στο τέρας η κόρη του Λαομέδοντα ΙΙσιόνη. Ο Η ­ ρακλής ελευθέρωσε την κοπέλα σκοτώνοντας το κήτος, αλλά ο Λαομέδοντας αθετώ ντας γ ια δεύτερη φορά την υπόσχεσή του

227

ΣΧΟΛΙΑ

αρνήΟηκε να τον πληρώσει.. Τ ότε ο ήρο^ας, επικεφαλής στρα­ τού, κατέλαβε την Τροία και με τη βοήθεια του Τελαμωνα σκότωσε τον Λαομέδοντα και τους γιους του, εκτός απο τον I Ιρίαμο. 66. στ. 659. οφθαλμών'. II γενική εδώ είναι αδικαιολόγητη και μάλλον οφείλεται σε επανάληψη του κ α τ' όηΟα/./ιών κέχ ν τ ' άχλνς (696 κλπ). Πρβλ. Ξ 438, II 325, 503. 67. στ. 666. έπιβαι'η'. Σ τέκεται όρθιος, πρβλ. μ 434, άντε στηρίξαι ποσιν έμπεδον ο ν τ' επιβήνιιι. Ωστόσο η έκφραση είναι περίεργη, γ ι’ αυτό κι από ορισμένους σχολιαστές απορρίφΟηκε ως επίφαση. 68. στ. 708. "Υλη με ν βραχύ επίσης στο II 221, αλλά ν μακρό στο Β 500' Κατά τον Ζηνόδοτο "Υδη, αλλά η ονομασία της βοιωτικής πόλης ήταν Ύ λη. Μια Λυδική Ύ δη αναφέρεται στο Υ 385. — μεμη/.ιός με γενική μόνο εδώ και στο Ν 297, 469. Ωστόσο η αναφορά του ρήματος στο πρόσωπό που νιώθει τη φροντίδα και όχι στο αντικείμενο που την προκαλεί είναι σπάνια. 69. στ. 725. έπίσσωτρον: Τροχός, στεφάνι τροχού. Πρβλ. ένασοηρος Ω 578. Ωστόσο και εδώ και σε άλλα χω ρία υπάρχει μια πιθανή παραλλαγή, το όπισσιοτρον, που υποδηλώνει ετυ­ μολογία απο το οπισα). 70. στ. 726. περίδρομοι’ Εδώ η έννοια είναι λιγο διαφορε­ . τική από το στίχο 728, αν και μπορούν να μεταφραστούν και οι δύο λέξεις «στρεφόμενοι γύρω γύρω». II έννοια εδώ είναι «περιστρεφόμενοι», ενώ στο 728 «περιβαλλόμενοι»' το Β 812 δίνει και τρίτη έννοια. — αμφοτέρωθεν'. Κι από τις δυο πλευρές του άρματος. 71. στ. 750. έπιτέτραπται\ Έ τσ ι στα χειρόγραφα' έπιτετοάχ/αται υποστηρίζει ο Bergk. Ο ενικός είναι δικαιολογη­ μένος, επειδή ουρανός και Ονλνμ,πος, αν και δεν ταυτίζονται, ωστόσο συνδέονται στενά. 72. στ. 752. κεντρηνεκέας'. Μόνο sSoj ( = Θ 396), προφανώς με την έννοια ότι αντέχουν το βουκεντρο. Σε ολα ομως τα παρεμφερή σύνθετα όπως διηνεκής, ποδηνεκης, δονρηνεκες, το -ηνεκ- υποδηλώνει την πρόσβαση, την προσέγγιση.

ί

ΣΧΟΛΙΑ

73. στ. 785. Ο Στέντορας δεν αναφέρεται αλλού πουθενά στον Όμηρο και η παράδοση δεν αναφέρει την ύπαρξή του. Ορισμένοι τον αποκαλούσαν Έ λληνα αγγελιοφόρο" ο Σχολ. Λ λέει: τινές αυτόν Θρ&κά φασιν, Έρμτ) δέ περί μεγαλοφωνίας

έρισαντα, άναιρεΟήναι, αυτόν δέ ενρεΐν και την διά κάχλον γραφήν. Τινες δέ Λρκάδα φασιν είναι τον Σ τέντορα, και έν τώ καταλήγω πλ,άττονσι περ'ι αύτον στίχους. Έ ν τισι δέ ούκ ήν ό στίχος διά τήν υπερβολήν. — χαλκεοφωνος'. Δεν απαντά αλλού, αλλά συγκρ. με Β 490, Σ 222 οπα χάλκεον. If στεντόρια φωνή ήταν παροιμιώ δης
την εποχή του Αριστοτέλη. 74. στ. 787. έλέγχεα: Βλ. σημ. Δ 242 και πρβλ. επίσης Β 235, Λ 314. — αιδώς'. Ονομαστική που επέχει θέση επιφω νήματος, σαν είδος προστατικής, αιδώς έστω νμΐν, και ταυτόσημο με το αιδώ Οέσθ’ ένι θυμώ Ο 561, 661. II λέξη φυσιολογικά σημαίνει το συναίσθημα της τιμής, της εντιμότητας. — είδος άγητοί, όπως στο Γ 39 είδος άριστε. 75. στ. 793. επορονσε'. ΓΤετάχτηκε στο πλευρό του. Σε άλλα σημεία υποδηλώνει πάντοτε εχθρική επίθεση. 76. στ. 845. "Λί'δος κννέη: Ί ο όνομα Ά δης σημαίνει αόρα­ τος. Ό ποιος φορούσε την περικεφαλαία του γινόταν αόρατος. 77. στ. 851. ζνγάν'. Του άρματος του Διομήδη" ο Αρης προφανούς είναι πεζός (δάνεισε το άρμα του στην Αφροδίτη, 363). 78. στ. 854. νπέκ'. Κοιν. ν π ’ έκ, όπως δέχονται οι περισσό­ τεροι σχολιαστές, αν και δεν έχει δοθεί ικανοποιητική ερμη­ νεία της λέξης, που μπορεί να σημαίνει μόνο «από κάτω ». 11 Αθηνά φυσικά βρίσκεται πάνω , όχι κάτω από το άρμα" αν υποθέσει κανείς ότι μπορούσε να διευθύνει το άρμα από μια θέση στην οποία δεν βρισκόταν η ίδια, τότε δεν μοιάζει με τους θεούς όπως τους παρουσιάζει ο Ό μηρος. Π άντω ς η παλιά αντίληψη δέχεται την Αθηνά να βάζει το μπράτσο της κάτω από το άρμα" ο Σ χολ. Β λέει για το νπέκ'. τινές άντί τής υπό, ίνα τριόσι/ αυτόν λαθών. Το ύπουλο χτύπη μ α του Αρη αντιμ ετω πίζεται από την Αθηνά με ανάλογο τρόπο. Με την ανάγνωση του Α ωστόσο δεν υπάρχουν δυσκολίες.

229

ΣΧΟΛΙΑ

79. στ. 903. περιτρέφεται'. Π ήζει, παγώ νει. Χειρόγρ. περιστρέφεται, πρβλ. ξ 477 σακέεσσι περιτρέφετο κρύσταλ­ λος, όπου επίσης πολλά χειρόγραφα αναφέρουν περιστρεφετο, αν και δεν έχει νόημα. Έ τσ ι και το ι 246 ήμιση μέν θρέψας λενκοΐο γάλακτος. Το νόημα είναι φυσικά ότι ο Παιήωνας σαν από θαύμα μετέτρεψε τη ροή του αίματος σε στέρεη σάρκα.

ΣΧΟΛΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ

1. στ. 1. οίώθη'. Έ λ η ξε με την αποχώ ρηση τω ν θεών μετά τα γεγονότα του προηγούμενου βιβλίου. Π ρβλ. Λ 401. 2. στ. 4. Ο Ξάνθος είναι ο ποταμός Σκάμανδρος, όπως φαίνεται και από το Τ 73, ον Ξάνθον καλέονσι θεοί, άνδρες

δε Σκαμανόρον. 3. στ. 15. ψίλέεσκεν'. Συνήθιζε να δια σ κεδάζει- πρβλ. Γ 207, και ο 74 χρή ξεΐνον παρεοντα φιλεϊν. 4. στ. 19. Η λέξη υφηνίοχος δεν α π α ν τά αλλού σ το κείμενο. Σ χ η μ α τ ίζ ε τ α ι κ α τ ’ αναλογία με τ ις λέξεις νποδμω ς (δ 386), ύποδρηστήρ (ο 330). 5. στ. 21. Α ’σηπος και Πήδασος'. Τοπω νύμια, βλ. Ζ 35 και ί
Β 825 κλπ. Εδώ θα πρέπει να θεωρηθούν προφανώ ς σαν προσωποποίηση του ποταμού και της πόλης, ό π ω ς δείχνει η ημιθε'ικη τους προέλευση, παρά τον αναχρονισμό του 35. 6. στ. 34. ναΐε δέ'. Κατά τον Ζηνόδοτο ος ναΐε. Η ίδια διαφορά παρατηρείται και στο Ν 172. Το κείμενο του σχο­ λιαστή αναφέρει νάε. 7. στ. 40. έν πρώτα» ρυμώ'. Π ιθ α ν ώ ς σ η μ α ίνει τ η ν άκρη του στύλου όπου δενόταν ο ζευκ τή ρ α ς, άκρος Ε 729. Π ρ β λ . Π 371, Ω 272. 8. στ. 46. ζιύγρει'. Π άρε με ζω ντα νό. Σ τ ο Ε 698 η έννοια
είναι τελ είω ς διαφ ορετική. Η τελ ευ τα ία συλλαβή π α ρ α μ ένει μακρα, εξ α ιτία ς τη ς π α ύ σ η ς στο τέλο ς του π ρ ώ το υ π ο δ ό ς. Ο τύ π ο ς δέξαι είναι αμφίβολος.

9. στ. 48. Π ολνκμητος: Τ α σιδερένια εργαλεία θεωρούνταν πολύτιμα, όχι μόνο επειδή ο σίδηρος σπάνιζε, αλλά γ ια τ ί ήταν σφυρηλατημένα με πολύ κόπο. Η κατεργασία του σιδήρου ήταν επίπονη κατά τη μυκηναϊκή εποχή, αφού με τ ις πρ ω τό­ γονες μεθόδους για το λιώσιμο του σιδήρου δεν μπορούσαν να πάρουν το μέταλλο σε εύπλαστη μορφή, αλλά αναμειγμένο με αρκετή ποσότητα άνθρακα, που το έκανε πολύ σκληρό και εύθραυστο. 10. στ. 51. έπειθε". Π άσ χιζε να πείσει (διαφορετική έννοια του αορίστου στο 61). Η παραλλαγή ορινε ταιριάζει λιγότερο, επειδή η παράκληση δεν απευθύνεται στα συναισθήματα του Μενέλαου, αλλά στη λογική του. Ο σ τίχος απ αντά πολλές

231

ΣΧΟΛΙΑ

φορές, πάντα με το όρινε (Β 142, Γ 395, Δ 208, Λ 804, Ν 468, ρ 150). Ωστόσο βλ. X 78. 11. στ. 57. Το ερωτηματικό μετά το Τρώων ανήκει μάλλον στον Αρίσταρχο, με την παρατήρηση του Ιίρωδιανού ότι το ή είναι διαπορητικό. Πάντως το ομηρικό ύφος δικαιολογεί π ε­ ρισσότερο δυο διαδοχικές ερωτήσεις παρά μια ερώτηση συνοδευόμενη από αγανακτισμένο επιφώνημα ( ϋ 265, Ο 245, π 424, ρ 376). Το άριστα δεν είναι επίρρημα, αλλά υποκείμενο στο πεποίηται, επειδή το απρόσωπο ποιείται τινι κακώς δεν είναι ομηρικό.
12. σ τ. 68. επιβαλλόμενος'. Ρ ίχ τ η κ ε π ά ν ω στα λάφυρα, κ υριολεκτικά και μεταφ ορικά. Για τη γενική ο Ameis σ υ γκ ρ ί­ νει με το χ 310 Όδνσήος επεσσνμένος. 13. σ τ. 89. Π ολλοί μ ελετη τές απορρίπτουν (οβελίζουν) το στίχο 89 υπ οσ τηρίζοντας ότι ο τύ π ο ς ο ’ξασα δεν είναι ομη ρι­ ί κός, ό τι το κλη'ις σημαίνει σύρτης κ ι όχι κλειδί y.αι, τέλο ς, ότι υπεύθυνη ν’ ανοίγει το ναό ήταν η ιέρεια Θ εανώ και ό χι η Ε κάβη. 14. στ. 92. έπι γοννασι'. Ο ι λέξεις φανερώνουν ότι π ρ ό κ ει­ τα ι γ ια άγα λ μ α που π α ρ ισ τά τη θεά καθισ μένη. Π ρ έπ ει να ήταν ξύλινο ξόανο τη ς θεάς, όμοια με αυτά που βρέθηκαν σε πολλούς ελληνικούς ναούς κ α τά τους ιστορικούς χρόνους.

15. στ. 96. α ί κεν : Ο Αρίσταρχος διαβάζει ιός κεν όπως ακριβώς στο τ 83 διαβάζουμε ήν πως αντί του μή πω ς , όπου προηγείται ένα άλλο μή. Ό π ω ς υποστηρίζει ο H entze στο τ 83, φαίνεται ότι και στις δυο περιπτώ σεις το έκανε για να φέρει τη δεύτερη πρόταση σε λογική εξάρτηση, θυσιάζοντας έτσι την εντονότερη αλλά λιγότερο επίσημη παρατακτική σύνδεση που προκαλεί η παράταξη τω ν μορίων. 16. στ. 109. ώς έλέλιχΟεν'. Αντί του όντως έΐέλι/β εν ( λ ικάνωρ). II σύνταξη είναι παρόμοια στο Π 17. 17. στ. 112. Ο Ζηνόδοτος διαβάζει αυτό το στίχο άνέρες έστε θοοι και άμννετον άστεί' λώβην. Φυσικά αντί άμννετον πρέπει να διαβάσουμε άμννετε. Αυτό Οα πρέπει να αλλάξει για να αποφευχθεί η χασμω δία, αν δεχθούμε την άποψη οτι ο δυϊκός πρέπει να χρησιμοποιηθεί αντί του πληθυντικού. Για το Οοός πρβλ. Γ 422. 1

232

ΣΧΟΛΙΑ

18. στ. 114. II λέξη βουλευτής δεν απαντά αλλού στον 'Ομηρο. 11 βουλή ωστόσο ήταν πολιτικό σ ώ μα ιδιαίτερης σημασίας, κατά την ηρωική εποχή. Τ α μέλη τη ς ονομάζο­ νταν γέροντες (Β 53, Δ 259), ενώ οι Τρώ ες δημογέροντες (Γ 149). 19. στ. 115. II εκατόμβη είναι πλούσια και μεγαλόπρεπη Ουσία εκατό βοδιών. 20. στ. 117-8. Τ α δέρματα με τα οποία ήταν κατασκευα­ σμένο το σώμα της ομηρικής ασπίδας γύριζαν προς τα επάνω στο άκρο και σχημάτιζαν ένα δακτύλιο, ώστε να μην δημιουργείται τριβή πάνω στο μεταλλικό τμήμα. Ο δακτύλιος αυτός λεγόταν άντυγας. Ο Έ κτορας προχω ρεί με την ασπίδα του κρεμασμένη —’πιθανώ ς στην πλάτη το υ — από ένα τελα μώ ­ να, ζώνη. — άμψί'. Κι από τις δυο πλευρές, δηλαδή πάνω και κάτω . — πυμάτη: Δεν υποδηλώνει την ύπαρξη, όπ ω ς υπέθεσαν ορισμένοι, περισσότερων αντύγων, όπω ς και το πρώ τος ρνμός δεν υποδηλώνει περισσότερους από ένα στύλους. 21. στ. 132. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χω ρίο αυτό, όπως και ελάχιστα άλλα στα οποία αναφέρεται ο Διόνυσος (Ξ 325, λ 325), χρονολογείται στο τέλος της επικ ής περιόδου. Ο Διόνυσος είναι σχεδόν άγνω στος στο ομηρικό πάνθεο. Σ το μύθο αυτό ο θεός παρουσιάζεται οος δειλό παιδί, που τρομάζει μπροστά στη βιαιότητα του Λυκούργου, του βασιλιά της Θράκης. Ό ταν ο Διόνυσος με τις Μαινάδες έφτασε στη Θρά­ κη, ο βασιλιάς, δυσαρεστημένος με τις τελετές του, φόβισε το θεό και τον ανάγκασε να πέσει στη θάλασσα, α π ’ όπου τον περιμάζεψε η Θ έτιδα. Ο Δ ίας τύφλωσε τον Λ υκούργο, για να τον τιμωρήσει. 22. στ. 134. ΟύσλΜ'. Λέξη με μάλλον απροσδιόριστη σημα­ σία. Τ α σχόλια την αναφέρουν ως έκφραση διαφόρων μυστηριακών εννοιών. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και γ ια το βουπλήξ, που επίσης δεν απαντά στον Ό μηρο και ερμηνεύεται σαν βούκεντρο ή στύλος. Δεν αποκλείεται να έχει κάποια σχέση με τον ταύρο, μια από τις ονομασίες του Διονύσου. 23. στ. 146. Ιίερίφημη παρομοίωση που έγινε αντικείμενο μίμησης και σχολιασμού, όσο καμιά άλλη στον Ό μηρο. Υ­

233

ΣΧΟΛΙΑ

ποστηρίχτηκε και. η άποψη ότι ο Ό μηρος την ιδιοποιήθηκε από τον Μουσαίο, το μυθικό ποιητή, που την ειχε πρωτοεισάγει ως εξής: ώς δ ’ αύτως και φύλλα φύει ζείδωρος άρουρα ■

άλλα μέν έν μελίησιν άποφθίνει, άλλα δέ φύει. 24. στ. 149. φύει'. Π ρόκειται για αμετάβατο ρήμα, που δεν
απαντά αλλού στον Ό μηρο και που κάνει ιδιαίτερα έντονη εντύπωση μετά τη μεταβατική του έννοια στον προηγούμενο στίχο. Φυσικά είναι δυνατόν να του προσδο^σουμε την έννοια «φέρνει παιδιά στον κόσμο», αυτό όμως αλλοιώνει αρκετά τη συμμετρία της σύγκρισης. Ό π ω ς και να έχει το πράγμα, το νόημα δεν αλλάζει: η μια γενιά βρίσκεται στις δόξες της, ενώ η άλλη σβήνει. 25. στ. 152. Έφύρη'. Είναι συνηθισμένο τοπωνύμιο" στον Όμηρο απαντούν τρεις ή τέσσερις πόλεις με αυτο το ονομα. Σύμφωνα με την παράδοση, η πόλη αυτή πρέπει να ήταν η Κόρινθος. Ωστόσο πολλοί ισχυρίζονται οτι αυτο δεν ταιριαζει με την περιγραφή μνχω ’ ργος' ίσως πρόκειται για κάποια Ά ξεχασμένη πόλη ανάμεσα στους λόφους της Αργολικής πεδιά­ δας, η οποία αργότερα ταυτίστηκε με την Κόρινθό. 26. στ. 157. Σύμφωνα με το μύθο, ο Βελλεροφόντης, που αρχικά ονομαζόταν Ιππόνοος, οφείλει το ονομα του στο φονο κάποιου Βέλλερου, άρχοντα της Κορίνθου. Εξόριστος, φτάνει στο Άργος (ή την Τίρυνθα) αναζητώντας την εξιλέωση από το βασιλιά Προίτο. Αυτό φυσικά δεν είναι ομηρικό, αφού η σύλληψη της ιδέας της εξιλέωσης είναι μεταγενέστερη. Στην "Π ραγμ ατικότητα, με μόνη εξαίρεση το όνομα Ιππόνοος, η ιστορία εξηγεί πώ ς ένας Κορίνθιος βρέθηκε κοντά στον Τιρύνθιο Προίτο. 27. στ. 160. δ ϊ’ Άντεια, η Σθενέβοια της μεταγενέστερης παράδοσης. Με το επίθετο δία χαρακτηρίζει ακόμη την Κλυ­ ταιμνήστρα με τρόπο που δεν υπονοεί ηθική επιβράβευση, γ 266" πρβλ. Γ 352. Έ τσ ι ο Α ίγισθος είναι άμύμων, α 29. — έπεμήνατο'. Εί'/ε εντονότατη επιθυμία για κάτι. Πρό­ κειται για μια από τις δημοφιλέστερες ρομαντικές ιστορίες. 28. στ. 162. Ο Βελλεροφόντης κατάγεται από τη βασιλική γενιά της Κορίνθου. Π ατέρας του ήταν ο Γλαύκος, γιος του Σισύφου. Λ έγεται μάλιστα ότι πριν λεγόταν Ιππόνοος, αλλά

234

ΣΧΟΛ ΙΑ

πήρε το όνομα αυτό όταν σκότω σε τον Κορινθι,ο ευγενη Βελλερο (Βέλλερος + φονεύω). Ύ στερα από το φόνο ο Βελλερο­ φόντης κατέφυγε στο βασιλιά τη ς Τίρυνθας Π ροίτο. Α πό το στ. 157 κ.ε. ο Ό μηρος διηγείται με λεπτομέρειες το μύθο του Βελλεροφόντη. 29. στ. 164. τεθναίης ή'. Με την έννοια ότι εύχεται το θάνατό του έτσι κι αλλιώς. Πιθανόν η ευκτική να είναι ενδοτικη. 30. στ. 168. Το χωρίο αυτό υποδηλώνει αναμφισβήτητα ότι η τέχνη της γραφής ήταν γνω στή, τουλάχιστον στις παραθα­ λάσσιες περιοχές του Α ιγαίου, πολύ πριν την εποχή στην οποία ανάγεται η απαρχή της ελληνικής επικής ποίησης. Ο ποιητής αναφέρεται στη Λ υκία, που σύμφωνα με την παρά­ δοση ήταν αποικία της Κ ρήτης, και κύρια, αν και όχι μονα­ δική, κοιτίδα της γραφής. Η συσχέτιση της γραφ ής με το επίθετο θνμοφθόρα υποδηλώνει ότι τη θεωρούσαν κ άτι μ α γι­ κό, αντίληψη πολύ συνηθισμένη σε λαούς αμόρφωτους. 31. στ. 176-7. οημα: Η έννοια είναι λίγο διαφορετική από τα σήματα του 168. — φε'ροιτο: Η χρήση του μέσου ρήματος είναι ασυνήθιστη, ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί παθητικό, γ ια τ ί δεν ταιριάζει στο ύφος του Ομήρου. 32. στ. 179. Η Χίμαιρα, κόρη του Τυφώνα κ α ι της Έ χ ιδ νας, ήταν μυθικό τέρας. Αλλοτε την παρουσιάζουν με μορφή κατσίκας και λιονταριού, άλλοτε με δύο κεφάλια, κατσίκας και λιονταριού, και άλλοτε με ουρά φιδιού, λιονταρίσιο κεφάλι και να ξεφυσά φλόγες. Ο Βελλεροφόντης τη σκότω σε με τη βοήθεια του φτερωτού αλόγου Π ήγασου. 33. στ. 186. Αμαζόνες : Πρβλ. Γ 189. — στ. 187-90. Οι στίχοι αυτοί είναι μάλλον εμβόλιμοι κ α τ’ απομίμηση του Δ 392 κ.ε. — Πνκινόν δόλον'. Θ υμίζει το πνκινόν λόχον του Δ , όπου το επίθετο χρησιμοποιείται με διαφορετική σημασία. 34. στ. 199. Ο Α ρίσταρχος σημειώνει π ω ς η ομηρική γενε­ αλογία του Σαρπηδόνα, που τον θεωρεί γιο του Δ ία και της Λαοδάμειας, διαφέρει από τη μεταγενέστερη, σύμφωνα με την οποία ο Μίνωας και ο Σαρπηδόνας ήταν γ ιο ι της Ε υρώ ­

235

ΣΧΟΛΙΑ

πης (ΙΙρόδοτος Λ, 173). 35. σ τ. 202. ον θυμόν κατέδον: Π ρβλ. ι 75 και Ω 129.
Υ πήρχε οπ ω σ δή π οτε η φήμη για την τρέλα του Βελλεροφόντη, δεν είναι όμω ς γνω σ τή από άλλες π η γ ές. I! τρέλα θε­ ωρούνταν π λ η γή εξ ουρανού" γ ι ’ αυτό όταν στο ι 411 οι Κ ύκλω πες πίστεψ αν π ω ς ο Π ολύφ ημ ος τρελάθηκε είπαν νον-

σο'ν γ ' οΰ πιος έστι Λ ιός μεγάλου άλε’ ασΟαι.
36. στ. 205. Στην Αρτεμη απέδιδαν τον ξαφνικό θάνατο το^ν γυναικών και στον Απόλλωνα τοίν αντροίν. 37. στ. 211 = Τ 241. Οι Ί ω ν ε ς τη ς Μ. Λ σίας θεωρούσαν
σπουδαία την κ α τα γ ω γ ή του Γλαύκου. Μ ερικοί μα λισ τα , σύμφω να με τον 11ρόδοτο, θεωρούσαν τους απογόνους του βασιλείς τους. 38. σ τ. 216. Ο Οινέ.ας, π α π π ο ύ ς του Δ ιομ ή δη , ήταν βα σι­ λιάς τη ς Καλυδίόνας στην Α ιτω λία .

39. στ. 220. άμηηκύπελλον: Βλ. Α 584. 40. σ τ. 228. θεός γε: Ο Bekker διαβάζει τε. Τ ο γε δίνει
όμω ς έμφαση στην έννοια τη ς μετριοφροσύνης που σ υμ β α δ ί­ ζει με το 129.

41. στ. 241. κήδε ’ έφήπτο: Βλ. Β 15. — πάπας έξείης: Δεν φαίνεται και τόσο κατάλληλος τύ­ πος" γ ι’ αυτό και ο Αριστόνικος αναφέρει πασι μάλ αντί του πάσας. Με το επιχείρημα αυτό ο D untzer απορρίπτει το στίχο. Κατά τον Paley η αθέτηση μπορεί να επεκταΟεί και στο σ τί/ο 240" το χωρίο μπορεί να προστέθηκε από κάποιο ραψωδό που θεωρούσε τους συζύγους αντικείμενα φροντίδας και αγωνίας. 42. στ. 242. 11 διάταξη του οίκου, ό π ω ς εμ φ α νίζετα ι στον
Ό μ η ρ ο, φαίνεται να αντιδιασ τέλει τα δια μ ερ ίσ μ α τα τω ν γιω ν προς τα δια μ ερ ίσ μ α τα τω ν γα μ β ρ ώ ν, που βρίσκονται έξω από το κ υρίω ς σ π ίτι. Ιίίναι αξιοσ η μ είω το το γεγονός ότι το μ ε­ γάλο ανάκτορο τη ς ΤίρυνΟας είχε επεκταΟεί με την προσθήκη δω μ ά τω ν μέσα στην αυλή, κ α τά μήκος τη ς ανατολικής αίθου­ σας. 43. στ. 252. Λαοδίκην είσάγουσα: Ο Α ρ ίσ τα ρ χος διάβασε ές άγουσα , δηλαδή προς Λαοδίκην πορενομένη, συγκρίνοντάς το με το εις Άγαμέμνονα (II 312).

236

ΣΧΟΛΙΑ

44. στ. 261. μέγα'. ΙΙιΟανώς πρόκειται γ ια το επίρρημα μεγά/.ιος και όχι για προληπτική χρήση του επιθέτου (δηλ. ίΐ'ίστε μέγα είναι). 11ρβλ. ρ 489 μέγα πένθος άεξε. 45. στ. 281. ως κ έ οί: Και όχι. Ωστόσο το κε είναι απόλυτα ασυμβίβαστο με την άμεση έκφραση της ευχής, επειδή ενέχει αναγκαστικά υπόθεση, ενώ η ευχή αναγκαστικά την απο­ κλείει. 46. στ. 319. Κίναι αδύνατο να πούμε αν διαβάζεται έχ ένδεκάπηχν ή έχεν δεκάπηχν, σύμφωνα με ορισμένους αρ­ χαίους σχολιαστές. Αγνοούμε εξάλλου το μέτρο με το οποίο υπολογίζει ο ποιητής το μήκος του δόρατος. 47. στ. 329. μαχεσαιο’ Θα ερχόσουν σε προστριβή, όπως Ε . 875, I 32 κλπ. 48. στ. 335. 11 λέξη χολος δημιούργησε προβλήματα στους μελετητές. Ο Έ κτορας προβάλλει ως αιτία τη ς αποχής του Πάρη από τη μάχη το θυμό του" ωστόσο δεν γίνετα ι πουθενά λόγος για το θυμό του ήρωα. Π ιθανώ ς Οα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι χόλος σημαίνει την οργή τω ν Τρώ ω ν ενα­ ντίον του, όπως υποδηλώνεται και στα χω ρία Γ 56, 454. 49. στ. 358. αοίδιμοι: II ρβλ. 0 580 και ο> 200. II έκφραση _ εσσομενοισιν αοιδη απαντά επίσης στον Θ έογνη 251, με την καλή έννοια, με την οποία το επίθετο, 'άπαξ είρημένον στον Ό μηρο, απαντά συχνά στους μεταγενέστερους συγγραφείς. 50. στ. 377. Στους στίχους 377 κ. ε. συναντούμε το σχήμα των άστοχων ερωτήσεων, που ο Ό μηρος το δανείστηκε προ­ φανώς απο τη δημοτική ποίηση της εποχής του. Ο Έ κτορας προσπαθεί να μάθει πού πήγε η Α νδρομάχη, κάνοντας στη δούλα μια σειρά ερωτήσεις, τις οποίες αυτή με τη σειρά της απορρίπτει μία μία, μέχρι στο τέλος να δώ σει τη σωστή απάντηση. Το γεγονος ότι οι άστοχες ερωτήσεις είναι συνηΟέστατος εκφραστικός τρόπος και των δημοτικώ ν μας τραγουδιώ ν αποδεικνύει την αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής παράδο­ σης από τα ομηρικά χρόνια ως τις μέρες μας. 51. στ. 394. II Αδρό μάχη χα ρακτηρίζετα ι πολύδωρος, δηλαδή αυτή που πήρε πολλά δώρα για να γίνει σύζυγος. Κατά την ομηρική εποχή ωστόσο ο γαμβρός έδινε τα δώρα

237

ΣΧΟΛΙΑ

όχι στη νύφη αλλά στον πατέρα της, έθιμο που απαντά και σε άλλους λαούς. 52. στ. 408. άμμορον: Πρβλ. X 485 δνσάμμσρος. Σ το υ 76 έχουμε την περίεργη έκφραση μοίραν τ ’ άμμορίην τε καταθνητών ανθρώπων, δηλαδή και καλή και κακή μοίρα. Έ τ σ ι το αμμορος σημαίνει εκείνον που εγκατέλειψε η μοίρα. 53. στ. 409. κατακτανέονσιν'. Ο Cobet απορρίπτει τον τύπο σαν βαρβαρισμό, εξαιτίας εσφαλμένης αναλογίας με τύπους όπως κατέκτα, κατεκτανον, κατεκταθεν . Ί σ ω ς έχει δίκιο που υποστηρίζει το κατακτενεονσιν. 54. στ. 414. άμόν: Προφανώς προεπικός τύπος του ήμέτερον. Σε όλα τα χω ρία όμως όπου απαντά σημαίνει «δικός μου» και όχι «δικός μας», όπως στην παρούσα περί­ πτω ση και στο Θ 178. 55. στ. 428. β ά λ’ ’ ρτεμις'. Δηλαδή πέθανε με αιφνίδιο Ά θάνατο (βλ. στ. 205 και σχόλιο 36). 56. στ. 433-9. Ο Αρίσταρχος αθετεί (αφαιρεί) αυτούς τους στίχους, γ ια τί υποστηρίζει ότι α. δεν ταιριάζει στην Ανδρο­ μάχη να δίνει οδηγίες στρατηγικής ( άντιστρατηγεΐν ) στον Έ κτορα, β. το τείχος δεν ήταν ευπρόσβλητο σ’ αυτό το ση­ μείο και γ . οι εχθροί δεν ήταν τότε σ’ εκείνο το μέρος. 57. στ. 441. Ο Αριστόνικος υποστήριξε ότι η αναφορά στα λόγια του Έ κτορα που ακολουθούν γίνεται στους στίχους 4312 κι έχει διαταραχθεί από την παρεμβολή τω ν 433-9 — ε­ πιχείρημα που δεν αποδεικνύεται από τα γεγονότα. 58. στ. 442. Έ τσ ι και στο X 105, κάτω απο παρομοιες συνθήκες, έλκεσιπέπλους'. Για τον τύπο του σύνθετου βλ. H . G . παρ. 124 c, 126 2. 59. στ. 448. ο τ ’ αν π ο τ ’ ολώλϊ]'. Με τα λόγια αυτά του Έ κτορα ο ποιητής μας προϊδεάζει για την πτώ ση της Τροίας. Πρβλ. λόγια του Αγαμέμνονα (Δ 163 κ.ε.), του Π ριά­ μου (X 56 κ.ε.) και της Ανδρομάχης (Ω 728). 60. στ. 465 κ.ε. Τραγικά τα λόγια του Έ κ το ρ α για το μέλλον του γιου του, αφού γνωρίζουμε ότι μετά την άλωση της Τροίας οι Α χαιοί θα ρίξουν τον Α στυάνακτα από τα τείχη. Το μοιρολόι για τον Έ κτορα προσδίδει σε όλη τη σκηνή

238

ΣΧΟΛ ΙΑ

της συνάντησης το;ν συζυγών έντονη τρ α γικ ό τη τα . Είναι ωστόσο πρόωρο, αφού ο ήρωας θα σκοτω θεί στο X της

Ίλιάδος.
61. στ. 480. ανιόντα'. Φαίνεται ότι αναφέρεται στο είποι με την έννοια «να πουν γ ι’ αυτόν όταν επιστρέφει))" ωστόσο η σύνταξη αυτή είναι μοναδικό φαινόμενο. Η εναλλακτική ερ­ μηνεία είναι να μεταφράσουμε «να πουν σ’ αυτόν», που π ά ­ ντως δεν στηρίζεται ικανοποιητικά στα χω ρία που αναφέρει σαν παραδείγματα Μ 60 ( = 210, Ν 725), Ρ 237, 334, 651, Τ 375, ψ 91. Σε όλες αυτές τις περιπ τώ σ εις το ρήμα είπε βρί­ σκεται κοντά στο αντικείμενό του. Μ πορούμε πάντω ς να παραβαλουμε με το τ 334 πολλοί τε μιν έσθλόν έειπον από το οποίο και εξηγούμε την πρόταση πατρος... άμείνων σαν ένα είδος πρότασης-αντικειμένου που εκφράζει το περιεχόμε­ νο του ρήματος όπως έσθλόν. Οι στίχοι θυμίζουν την τρ α γω ­ δία Αίας του Σοφοκλή (στ. 550-1: ώ παϊ, γέ.νοιο πατρός

ευτυχέστερος,I τά δ ’ άλλ ’ όμοιος' και γένοι ’ άν ου κακός). 62. στ. 488. πεφυγμένον'. Για τη χρήση της μετοχής μέσου
παρακειμένου βλ. X 219, ι 455" στο α 18 η γενική εκφράζει την αποφυγή συμφορών τις οποίες υφίσταται το υποκείμενο" η αιτιατική υποδηλώνει πλήρη αποφυγή. Γ ια τον περιφραστικό παρακείμενο πρβλ. Ψ 343 πεφνλαγμένος είναι , και στην ε­ νεργητική φωνή li 873. 63. στ. 508. είωθώς'. Π ροφανώς σημαίνει ότι το άλογο αδημονεί να επανέλθει στις συνήθειές του. Ω στόσο η πρότα­ ση είναι περίεργη. Ο Agar, που ερεύνησε τη διάρθρωση της παρομοίωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι στίχοι πρέπει να διαβαστούν με τη σειρά 511, 509, 510, 508, γ ια να αποφευ­ χθεί το ισχυρό ανακόλουθο στο 511. Η παρομοίω ση έρχεται ετσι ομαλότερα, ωστόσο δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση της ανακατάταξης. 64. στ. 518. rj μαλα δη'. Ο Π άρης μεγαλοποιεί μια φαντα­ στική κατηγορία για να προκαλέσει φιλοφρονήσεις" η ζωηρή εντύπωση χάνεται μερικώς, αν βάλουμε ερω τημ ατικό στο τέλος. 65. στ. 522. έργον'. Επίδοση στη μάχη" πρβλ. Δ 470, 539.

239

ΣΧΟΛΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ Η

1. στ. 1. πυλέων: 0 Bentley προτείνει, πόλεως ή ρα πυλέον, επειδή η γενική πληΟ. του θηλυκού σε -έων λογίζεται σχεδόν πάντα σαν μια συλλαβή. 11 μοναδική εξαίρεση φαίνεται να είναι το Μ 340 και πυλέων και φ 191 έκτος θνρέων. Ωστόσο Οα ήταν προτιμότερο το πόλιος γ ια τί το πάλεως δεν απαντά στον Όμηρο, παρά μόνο σε δυο σημεία: Λ 168, Τ 52. 2. στ. 9. II Μρνη ήταν πόλη της Βοιωτίας. 3. στ. 10. Το επίθετο βοωπις χαρακτηρίζει την Ή ρ α - οι μόνοι στίχοι όπου το επίθετο αναφέρεται σε θνητούς είναι οι Γ 144, II 1θ”και Σ 40. 4. στ. 12. στεφάνη: ένα από τα πολυάριθμα συνώνυμα για την περικεφαλαία. Ίσ ω ς η λέξη να δηλώνει κάποιο μέρος του κράνους, όπως εδώ αυτό που καλύπτει τον αυχένα και στο Λ 96 αυτό που καλύπτει το μέτωπο. 5. στ. 15. επιάλμ.ενον: Συγκρ. Κ 46" η μετοχή αορίστου είναι επιχείρημα εναντίον της άποψης ότι το έπιβησομενον είναι μέλλοντας" Για τη χασμωδία πριν το -αλ- βλ. Λ 532. 6. στ. 21. Ο Απόλλωνας είχε πάει στην Π έργαμο στο Ιί 460. 7. στ. 27. Π ρακτικά, δεν υπάρχει διαφορά αν βάλουμε ή όχι ερωτηματικό στο τέλος του στίχου, μετά το ()ως. 8. στ. 30. τέκμωρ: Σημαίνει το στόχο, τον προορισμο' προέρχεται από το τεκμαίρεται. Ορισμένοι μελετητές δέχο­ νται ότι σημαίνει «το όριο που έχει ορίσει η μοίρα για το Ίλιο» και άλλοι, αναλογικά με το Π 472, «τον στόχο των ίδιων τω ν Ιίλλήνων σχετικά με το Ίλιο». 9. στ. 41-2. άγασσάμενοι: Ζήλεια με την κακή ή την καλή έννοια. — χαλκοκνημιδες'. 'Άπαξ ειρημενον αντί του κανονικού

έϋκνήμιδες. — έπάρσειαν: Λυτοί οι δυο στίχοι προστίθενται ανεξαρτητα και εκφράζουν απώτερο σκοπό. 10. στ. 54-6 ( = Γ 76-8). II χαρά του Έ κτορα δικαιολογεί­ ται περισσότερο στο Γ παρά εδώ. 11. στ. 63. Φρίξ: Συνδέεται με το πεφρικυΐαι (στ. 62) και σημαίνει το ρυτίδιασμα της θάλασσας με την πρώ τη πνοη του

240

ΣΧΟΛΙΑ

ανέμου. ΙΙρβλ. 8 402 και Φ 126. 12. σ τ. 73. Δ ια π ισ τ ώ ν ε τα ι ό τι το δ ' έν του Λ ρ ίσ τα ρ χο υ αντί
του μέν δεν δικ α ιο λ ο γείτα ι από τ α χ ειρ ό γ ρ α φ α . Α να μ φ ισ β ή ­ τη τα π ρ ό κ ειτα ι γ ια εικασία, αλλά δεν μ π ο ρ ο ύ μ ε να α π ο δ ώ ­ σουμε τη ν π α τρ ό τη τά τη ς στον ίδιο τον Λ ρ ίσ τα ρ χο , αφού μπορεί να παρεμβ λήθηκε σε κ ά π οιο από τα χ ε ιρ ό γ ρ α φ ά του. Τ ο κείμενο είναι ευεξήγητο με τη ν υπόθεση μονο οτι το μεν είναι π ρ ω τό τυ π ο κ αι παρέμεινε ά θικ το α κ ό μ α κ α ι μ ετά την πα ρεμβολή τω ν 69-72. 13. σ τ. 79. U Ό μ η ρ ο ς δεν χρ η σ ιμ ο π ο ιε ί π ο τ έ τη λέξη σωμα γ ια ζω ντανούς. 14. σ τ. 79. 11 φροντίδα του Έ κ τ ο ρ α γ ια τη ν τα φ ή του προμηνύει την τρ α γικ ή του μοίρα στο X . Σ τ α ομ η ρ ικά χ ρ ο ­ νιά ήταν πολύ έντονη η ανάγκη τω ν δ ο ξ α σ μ έ ν ο ι π ο λ εμ ισ τώ ν γ ια υσ τεροφ ημ ία και απόδοση τιμ ώ ν μ ε τά το θάνα τό τους.

15. στ. 87. Για το κα'ι π ο τέ τις ειπησι ακολουθούμενο από το ώς π ο τέ τις έρέει πρβλ. Ζ 459. Είναι γνω στό ότι βρέθηκαν πολλοί τύμβοι στην παραλία του Ελλήσποντου (Σ λίμ αν), που αναμφισβήτητα προκάλεσαν την ομιλία του Έ κ το ρ α . 16. στ. 99. 11 φράση σημαίνει «να διαλυθείτε στα στοιχεία α π ’ τα οποία προήλθατε». 11 άποψη ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από νερό και πηλό ήταν πολύ διαδομένη από τα αρχαία χρόνια. Ο I Ισίοδος (Έ ργα και ΊΙμέραι 61) μαρτυρεί π ω ς ο Δ ίας για να φτιάξει την I Ιανδώρα διέταξε τον Ί I φαιστο να αναμείξει χώ μ α και νερό (γαΐαν νδει φνρειν). Γην ίδια ιδέα, ό π ω ς αναφέρει ο αρχαίος σχολιαστής, εκφράζει ο Ξενοφάνης (πάντες γάρ γαίης

τε και νόατος έκγενομεσΟα' έκ γαιης γάρ πάντα, και εις γην πάντα τελευτά). 17. στ. 100. άκηριοΓ. Χωρίς σθένος, από το κηρ, καρδια. Στο Ε 812, 817, Ν 224 επίθετο του δέος, στο Λ 392, Φ 466, χωρίς ζωή. Στην Οδύσσεια το άκήριος σημαίνει αβλαβής. — άκλεες’ Ο υδέτερο με επ ιρ ρ η μ α τικ ή έννοια. . 18. στ. 102. πείρατ II έννοια της λέξης διαφέρει ανάλογα με το χωρίο στο οποίο απαντά' άλλοτε σημαίνει σχοινιά και άλλοτε κόμβοι μ 51, 162, 179’ με αφηρημένη ■ έννοια, τέλος, όριο Ζ 143, Τ 429. II εναλλακτική θεωρία υποστηρίζει ότι το πείρατα από την αφηρημένη έννοια τέλος, κατεληξε να ση­

241

ΣΧΟΛΙΑ

μαίνει την άκρη του σχοινιού. Α νεξάρτητα όμως από την έννοια της λέξης, υπάρχει η συγκεκριμένη μεταφορά που απεικονίζει τη ροή της μάχης, πότε προς τα εμπρός πότε προς τα πίσω , όχι από τους ίδιους τους πολεμιστές αλλά από τους θεούς, που με τον τρόπο αυτό φαίνονται να ((κι­ νούν τα νήματά της». 19. στ. 113-4. Δεν υπάρχει επεισόδιο στην Ίλιάδα, στο οποίο ν’ αναφέρονται αυτοί οι στίχοι. Πιθανώς πρόκειται για υπερβολή που εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό. 20. στ. 117-8. άδειής'. Α ντί του άδΞεής' παραβιάζει με δυο τρόπους το μέτρο (πρβλ. Θ 423 άδδεές). ΠροτάΟηκαν τα άταρβής και άτειρής, αλλά η επέμβαση είναι μάλλον απίθα­ νη. Οι στίχοι 117-9 μπορεί να αποτελούν μεταγενέστερη προ­ σθήκη, κ α τ’ αναλογία των 'Γ 72-3 και Ε 409. — γόνυ κάμψειν: Ανάπαυση, πρβλ. ε 453. 11 έκφραση είναι συνήθης στην τραγωδία. 21. στ. 126. Οι Μνρμιδόνες ήταν φθιωτικός λαός με αρχηγό τον Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα. 22. στ. 133. Το χωρίο αυτό δεν αντιστοιχεί με τη γεω γρ α ­ φική πραγματικότητα. Η Φειά είναι αναμφισβήτητα οι Φεές (ο 297) στην Ή λ ιδ α ' αυτή όμως ήταν πόλη παραθαλάσσια, μακριά από την Αρκαδία, ενώ Κελάδων και Ιάρδανος δεν εμφανίζονται εκεί κοντά ούτε υπάρχουν άλλοι ποταμοί προς τους οποίους να αντιστοιχούν. Ο Αρίσταρχος εξέλαβε το κελάδοντι (Λς επιθετικό προσδιορισμό του Ιάρδανου. Π ραγμα­ τικά η λέξη Ιορδάνης από το Yarden-yarad ( = ρέω) δεν δια­ φέρει πολύ από το Κελάδων. Η ονομασία απαντά στο γ 292 και αναφέρεται σ’ ένα ποτάμι της Κρήτης, όπου δικαιολογεί­ ται η σημητική ρίζα, όχι όμως και στην Ή λιδα. 23. στ. 142. Ο Λνκονργος, γιος του Αλέου, είναι σύμφωνα με τον Παυσανία ( ’ ρκαδικά 4) ένας από τους πρώτους Α Αρκάδες βασιλείς. 24. στ. 171. πεπαλασθε'. Από το παλλομαι, με την έννοια του ((ρίχνω κλήρο», ο 191, Ω 400. Το πεπάλαχΟε μπορεί να προέρχεται μόνο από το παλ,άσσω, ραντίζω, που δεν έχει σχέση με τον κλήρο. Το πεπάλασθε είναι vox nihili, διότι δεν υπάρχει γνωστό ρήμα παλάζω , εκτός αν υιοθετήσουμε

242

ΣΧΟΛΙΑ

την άποψη ότι π ρ ό κ ειτα ι γ ια ά σ ιγμ ο αόριστο σε -α, ο π ω ς το είπα, ηνεικα. — ος κε λάχηαιν'. Τ ο ος μάλλον εισ ά γει έμ μ εσ η ερώ τη σ η . Α υτό όμ ω ς α ν τίκ ειτα ι στην ισ τορ ία κ αι τη χρ ή σ η τη ς α ν τω ­ νυμίας. Ο υσ ιασ τικά η έννοια τη ς ερ ώ τη σ η ς ε μ π ε ρ ιέ χ ε τ α ι στην έκφ ραση, αφού π ρ ό κ ε ιτα ι να ρίξουν κλήρο, ω σ τό σ ο θεω ρ η τικ ά π ρ έπ ει να γίνει π ρ οσ εκτικ ή διάκριση.

25. στ. 184. ένδέξια'. Μ 239. Ορισμένοι παρατηρούν ότι η λέξη υποδηλώνει κάποια ιερότητα στη διαδικασία της κλή­ ρωσης. 26. σ τ. 195. έ φ ’ΰμείων: Ό π ω ς στο Τ 255 ε π ’ αύτόφιν εί'ατο

σιγή. Σ το υ ς π ρ ω τόγονους λαούς επ ικ ρα το ύσ ε η συνήθεια να απευθύνονται στους θεούς, το π ικ ο ύ ς ή εθνικούς, με ορισμένα λόγια, τα οποία ήταν αυστηρά α π α γορ ευμ ένο να γίνο ντα ι γν ω σ τά στους εχθρούς. Λ υτό π α ρ α τη ρ είτα ι σ χεδ ό ν σε όλες τις γν ω σ τές θρησκείες. Ο ι σ τίχ ο ι 195-9 α θ ετο ύ ν τα ι από τον Ζ ηνόδοτο, τον Α ριστοφάνη κ αι τον Α ρ ίσ τα ρ χο με το ε π ιχ ε ί­ ρημα ό τι δεν σ υμ β ιβ ά ζο ντα ι με το χα ρ α κ τή ρ α το υ Α ία ντα , αφού υπονοούν ό τι προβάλλει αντιρρή σεις σ τα ίδια τα λό για το υ ' π ά ν τω ς δεν είναι παράλογο ένας ήρ ω α ς, αφού πρ ο τείνει τη λήψη κ ά π οιω ν μ έτρ ω ν, να διορθώ σ ει τον εα υ τό του λ έ γ ο ­ ντας ό τι δεν χρ ε ιά ζ ετ α ι π α ρ όμ οια τε χ ν ά σ μ α τα . (Α λλά βλ. W ilam owitz H. U. σελ. 244). 27. σ τ. 220. χάλκεον έπταβόειον: Π ρ ό κ ε ιτ α ι γ ια α σ π ίδες που κ ατασ κευάζονταν από εφ τά σ τρ ώ μ α τα βοδινού δέρ μ α το ς στερεω μένα με καρφ ιά κ αι σ κ επ α σ μ ένα με σ τ ρ ώ μ α χα λκού. 28. σ τ. 221. Η Ύ λ η ήταν β ο ιω τικ ή π όλη (Β 505).
29. στ. 223. ταύρων'. Α πό δέρμα βοδιού- πρβλ. παρακάτω βών, και Δ 105 τόξον αιγός. 30. στ. 224. F ια την περίφημη ασπίδα του Α ίαντα γίνεται λόγος και σε άλλα χω ρία της Ίλιάδος (Ο 267, Λ 485, 1545, Ρ 132). 31. στ. 247. Η πρόθεση διά με γενική έχει την έννοια του '«διά μέσου» και «έξω από)). Εδώ όμως το «έξω από» δεν εχει θέση γ ι’ αυτό συντάσσεται με αιτιατική. 32. σ τ. 255. έκσπασσαμένω'. Δ ηλαδή έξω α π ό τ ις α σ π ίδ ες
π ά νω σ τις οποίες ήταν προσαρμοσ μένοι. Ο ρ ισ μ ένο ι π α λα ιο ί

243

ΣΧΟΛΙΑ

σχολιαστές υποστήριξαν ότι το έγγεα πρέπει να σημαίνει τα ξίφη, για να πάρει η μετοχή την κανονική της έννοια, «τρα­ βώντας» το ξίφος. Με αυτό το επιχείρημα προφανώς ο Ζ η­ νόδοτος απορρίπτει τους στίχους 255-7 (ίσως και τον 258). 33. στ. 277. σχεΰον'. Κατά τον Bentley σχεΟε. Τ ότε όμως πρέπει να διαβάσουμε και σκήπτρον, και Οα ήταν πιο φυσικό οι δυο κήρυκες να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο. 34. στ. 290. πανσο/ιεσΟα: Μάλλον πανο>μεο()α (M ulvany, C . R. X 27). . 35. στ. 305. δι'δον". Δίπλα στο δώκε υποδηλώνει ότι το δεύτερο δώρο δόθηκε ταυτόχρονα με το πρώτο. Σύμφωνα με μεταγενέστερους μύθους και τα δυο δώρα αποδείχτηκαν δυσοίωνα για τους δέκτες τους, αφού ο Έ κτορας σύρθηκε πίσω από το άρμα του Αχιλλέα δεμένος με τη ζώνη του Λίαντα, ο οποίος με τη σειρά του αυτοκτόνησε με το ξίφος του Έ κτορα. Εχθρών άδορα δώρα κονκ ονησι/ια. Ο Σοφο­ κλής, Λϊας 665, αναφέρεται στο χωρίο χυτό. 36. στ. 310. άελπτεοντες'. Αντικαθιστά παρατατικό, επειδή ήταν απελπισμένοι για την ασφάλειά του, μην τολμώ ντας να πιστέψουν ότι ήταν ακόμα ζωντανός· το άελπής απαντά στο ε 408, το άελπτ ας όχι πριν τον Ύ μνο προς Απόλλωνα, γ ι’ αυτό είναι προτιμότερη η παραλλαγή αελπεοντες. 11 συνίζηση είναι ύποπτη. Ο ΙΙρόδοτος (Ζ 168) μιμείται την έκφραση άελπτέ-

οντες μέν τούς Έλληνας νπερβαλεεαΟαι. 37. στ. 332. κνκλήσ ομεν'. Κ α τ ’ αναλογία προς το κατακηομεν, πρέπει να είναι υποτακτική αορίστου. 11 χρησιμοποί­
ηση των βοδιών στην έλξη της άμαξας απαντά στον Όμηρο μόνο εδώ και στο Ω 782. Συνήθως είναι ζεμένα στο αλέτρι, Κ 352, Ν 703, ν 32. 38. στ. 339. πνλας'. Σημαίνει είτε το τείχος που είχε πολλές πύλες είτε μία μόνο πυλη. 39. στ. 342. ή κε... έ.ρυκάκοΓ. Στην αναφορική πρόταση με το κε η δυνητική ευκτική είναι δικαιολογημένη. — Ίππον'. Με την έννοια του ιππικού είναι τύπος που απαντά στον 11ρόδοτο και τους αττικούς' δεν υπάρχει άλλη περίπτωση στον 'Ομηρο. — άμφις έονσα: Φαίνεται να σημαίνει γύρω γύρο^ το

244

ΣΧΟΛΙΑ

σ τρ α τό π εδο ' ω στόσο η έννοια τ η ς πλήρους π ερ ικ ύ κ λ ω σ η ς α π ο δίδετα ι μόνο με το περί, ενώ τα ά/<(/ ί, ά/ιηις στην κυριο­ λεξία σημαίνουν «κ ι από τις δυο π λ ευ ρ ές» ' α ρ γό τερ α /α ρ α κτηρίζουν «τις διάφορες πλευρές», κι έτσ ι μ πορούν να υ π ο ­ δηλώσουν την π ερ ικύ κλ ω σ η , ό χ ι ό μ ω ς με τ η ν έννοια τη ς συνέχειας, αλλά σε μεμονω μένα σ η μεία. Τ ο δεσμοί άμ</ις εχοντες στο 0 340 φαίνεται να υπ οδηλώ νει ό τι τελ ικ ά το «/«/ / τα υ τίσ τη κ ε με το περί, αν και σε μ ετα γεν εσ τερ ο υ ς χρόνους. Σ το Γ 115 σημαίνει «κ αι σ τις δυο π λ ευ ρ ές» , όχι «γύρω γύρο}». Θ α μπορούσε εδώ να εκληφ θεί μ ε την έννοια του «εκ τός του τε ίχ ο υ ς» ' η τά φ ρ ος συνήθω ς α π ε ί /ε από το τ ε ί/ο ς κ αι το εγγνϋι υποδηλώ νει ό τι δεν βρ ίσ κοντα ν σε άμεση επαφή.

40. στ. 353. Ο Λρίσταρχος οβελίζει το στίχο 353 ως ασαφή και όχι ομηρικό. 41. σ τ. 363. Ιίδώ με το Α ργος δη λώ νετα ι όλη η Π ελο πό ν­
νησος, αφού η οίΐΐαγω γή τη ς Ιίλένης έγινε στη Σ π ά ρ τ η .

42. στ. 393. λ/ μήν". Στην κυριολεξία «αν κ α ι» ' η πρόταση αυτή αποδεικνύει πο^ς μια συνδετική έννοια μπορεί να εκφρα­ στεί με απλές λέξεις που εισάγουν σύνταξη κ α τά παράταξη, όπου η ενδοΐικη σημασία συνάγεται μόνο από τα συμφραζόμενα. — Τρώες". Ο Λντήνορας φαίνεται να είναι αρχηγός μιας δημοφιλούς μερίδας. Πρβλ. Γ 149,454. 43. στ. 411. όρκια". Οι όρκοι της εκεχειρίας. Δεν είναι σαφές γ ια τί ο Α γαμέμνονας σηκώνει το σκήπτρο του επικ α ­ λούμενους όλους τους θεούς, αφού κατονομάζεται μόνο ο Δίας, ο κ α τ’ εξοχήν θεός τοαν όρκο^ν. Βλ. Κ 328, όπου αναφέρεται πάλι το σκήπτρο ως σύμβολο του όρκου όπω ς στο Λ 234. Λυτό είναι ένα σημείο όπου Οα επιβαλλόταν κάποια αναφορά στην παραβίαση της προηγούμενης εκεχειρίας του Δ, εφόσον ο συγγραφέας αυτού του χωρίου γνώ ριζε την ύπαρξή της. 44. σ τ. 420. οτρννοντα νεκνς". Έ τ σ ι ο Λ ρ ίσ τα ρ χ ο ς' κοιν.

ώτρννον νεκνας, αλλά το ενεργητικό ότρννειν είναι π ά ν τα
μ ετα β α τικ ό . — νεκνς: Λ ιτ. πληΟ. όπ ω ς στο ω 417. Α λλά ο σ τίχ ο ς είναι

245

ΣΧΟΛΙΑ

πιθανότατα πρόσθετος για να δώσει το ρήμα στον 419, κάτι που δεν είναι απαραίτητο. 45. στ. 433. Με το στίχο 433 αρχίζει νέα μέρα' η αναφορά στην προηγούμενη νύχτα είναι πιο έντονη εδω παρα στον στίχο 381. 46. στ. 437. πύργους'. Ε πάλξεις, προμαχώνες, βλ. Δ 347. 47. στ. 447. ένίψει'. Θα ανακοινώσει τις προθέσεις του στους θεούς για να ζητήσει την επιδοκιμασία τους. Ο τύπος πρέπει μάλλον να θεωρηθεί μέλλοτας του ένέπω όχι του ένιπτειν (πιο συνηθισμένο το ένισσειν)' βλ. επίσης β 137, λ 148. Ο Πίνδαρος χρησιμοποιεί το ενίπτειν με τη σημασία του ένέπειν. Φαίνεται ότι γίνεται σύγχυση των δυο λέξεων, αφού το ένιψω δεν μπορεί κανονικά να προέρχεται απο το ενεπειν. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος χρησιμοποιεί το ένιψω ελεύθερα, όχι όμως και το ένίπτω' αλλά το ένέψω όπως ορισμένα χειρόγρα­ φα διαβάζουν στο ίί 1165 μπορεί να ήταν παραλλαγή και για το χωρίο εδώ. 48. στ. 466. βουφόνεον'. Παράξενη έκφραση, που δηλώνει «φόνο βοδιών» (βοϋς + φονεύω). Στην Αθήνα τελούνταν, ό­ πω ς αναφέρει και ο Παυσανίας ( Α ττικ ά 24), τα βουφονια, ’ γιορτή με θυσία βοδιών. 49. στ. 468. Αυτός είναι ένας από τους ελάχιστους υπαι­ νιγμούς στον Ό μηρο για το μύθο των Αργοναυτών, που αναφέρονται επίσης στο Φ 40, Έ 746 και μ 69-72.
Η Λήμνος, με την οποία οι Α χα ιο ί διατηρούσαν εμ πορικ ές σχέσεις, αναφέρεται επ ίσ ης στο Β 722 κ αι Θ. 230 (όπου μιλά π ά λι γ ια το κρασί). Σ το 1 72 μαρτυρείται ότι οι Α χα ιο ί προμηθεύονταν το κρασί από τη Θ ράκη, γεγονος που δ ικ α ιο ­ λογεί την κ α τα γ ω γ ή του Διόνυσου από τη Θ ράκη. 50. στ. 475. Π ολλοί από τους αρχαίους σ χολιασ τές απ ο ρ ­ ρίπτουν τον σ τίχο 475, υπ οσ τηρ ίζοντας ότι η λέξη άνδραποδον είναι μ εταγενέστερη και ά γνω σ τη στον Ό μ η ρ ο ' ακόμη ο ετε­ ρόκλιτος τύ π ο ς άνδραποδεσσι δεν α π αντά αλλού στην ελληνι­ κή γλώ σ σ α. Ο Α ρ ίσ ταρ χος οβελίζει το σ τίχο στηριζόμ ενος επίσ ης στην επανάληψη τη ς λέξης άλλοι γ ια π έ μ π τ η φορά.

246

ΣΧΟΛ ΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ Θ

1. στ. 1. Η ραψωδία Θ περιλαμβάνει, τα γεγο νότα της 25ης μέρας, κατά την οποία διεξάγεται η δεύτερη μ άχη. Επειδή όμως η νύχτα διακόπτει τη μ άχη, η ραψωδία ονομάζεται κόλος μάχη, διακεκομμένη μάχη. 2. στ. 4. νπό\ Η σημασία δεν ενέχει οπω σ δήποτε υπόταξη' μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε γεγονός που ακολουθεί σε σχέση με ένα άλλο. 3. στ. 5. Η λέξη θέαιναι απαντά στην ίδια φράση στο Θ 20 και 0 341. 4. στ. 14. βερεθρον'. Θ υμίζει το περίφημο βαραΟρο της Αθήνας. Η λέξη εμφανίζεται“ πάλι στη σπηλιά τη ς Σκύλλας στο μ 94. 5. στ. 32. επιεικτον: Πρβλ. 892" για το οίτον άναπλήσαί, Δ 170. 6. στ. 39. Τριτογένεια'. Πρβλ. Δ 515. 7. στ. 47-8. Γάργαρος είναι η νοτιότερη από τις τρεις κορυφές της Ί δ η ς - οι άλλες δύο είναι το Λ εκτόν (Ξ 284) και το Φάλακρον. 8. στ. 53. δεϊπνον: Είναι το γεύμα που έπαιρναν οι στρα­ τιώ τες πριν αρχίσει η μάχη. Α ργότερα πήρε τη θέση του δόρπον, του κανονικού βραδινού φαγητού. 9. στ. 69-70. Σ τους στίχους αυτούς έχουμε εξαίρετη μ ετα­ φορά με τη ζυγαριά. Πρβλ. Π 658, Τ 223, X 209-10 και Αισχύλος, Ιίερσαι 346. 10. στ. 70. Για τις κήρες, τις μοίρες θανάτου, βλ. Η 302 και αντίστοιχο σχόλιο. 11. στ. 81. Ο Αρίσταρχος, σε ορισμένα σχόλια, διάβαζε έδαμνατο, που φαίνεται περισσότερό κατάλληλο για να εκφράσει τον απότομο, μοιραίο τραυματισμό. 12. στ. 89. ηνίοχον’ Εδώ σημαίνει τον επιβά τη του άρμα­ . τος και όχι συγκεκριμένα τον οδηγό, σε αντιδιαστολή με τον παραβάτη ' Από το στίχο 121 διαπιστώ νουμε ότι ο Έ κτορας δεν οδηγεί το δικό του άρμα. Α ξίζει να σημειω θεί ότι το θρασύς είναι επίθετο που ταιριάζει ιδιαίτερα στον Έ κ τορ α ' ο Ό μηρος τον χαρακτηρίζει έτσι οκτώ φορές συνολικά, ενώ τους υπόλοιπους ήρωες μόνο τέσσερις.

247

ΣΧΟΛΙΑ

13. στ. 97. Οι παλαιότεροι σχολιαστές διαφώνησαν για τη σημασία του έσάκονσε, για το αν δηλαδή σήμαινε ότι ο Οδυσσέας δεν αφουγκράστηκε ή δεν άκουσε τι ειπώθηκε. 11 πρώτη άποψη ανήκει στον Αρίσταρχο, η δεύτερη όμως στη­ ρίζεται στο επιχείρημα ότι ο Ό μηρος δεν παρουσίασε ποτέ δειλούς τους αρχηγούς των Ελλήνων. 11 λέξη δεν επανέρχεται στον Όμηρο, απαντά όμως και με τις δυο έννοιες στην τρα­ γωδία, ενώ ο Θουκυδίδης (ίν 34) αναφέρει: ΰπό δέ τής μείζο-

νος βοής τών πολεμίων τά έν αντοΐς παράγγελλόμενα ούκ έσακονοντες. Το γεγονός ότι η φυγή εδώ οφείλεται σε π α ­
ρέμβαση του Δία δεν εξιλεώνει τον Οδυσσέα, αφού ο Δ ιομή­ δης καταφέρνει να κατανικήσει τον πανικό κάτω από την επίδραση κάποιας ειδικής παρόρμησης. 14. στ. 103. γήρας οπάζει'. Βλ. A 493. Εδώ, όπως και σε άλλα σημεία, η παράδοση παραλλάσσει ανάμεσα στα οπαζει,

έπειγει, ικάνει.
15. στ. 122. νπερωησαν'. Παρεξέκλιναν από την πορεία τους, επειδή δεν τα οδηγούσε κανείς, όπως στο Έ 433 Ίπποι ήριόησαν οπίσσω. Για το ρήμα έρωέιο βλ. Β 179. 16. στ. 143. είρνσσαιτο’ Μοναδική περίπτω ση χρήσης του . ρήματος, προφανώς διαφορετική από εκείνη του A 216 οπου σημαίνει «παρατηρώ», «υπακούω». Π ερίπτωση μάλλον ανά­ λογη με το Β 859 έρνσατο κήρα' η έννοια της παρατήρησης, της προφύλαξης αλλάζει από ενεργητική σε μέση, ανάλογα με το αν εννοεί την προφύλαξη ενός φίλου ή την προφύλαξη ενάντια σε κάποιον εχθρό. Τ α ρήματα «φυλάσσω» και «φυ­ λάσσομαι» είναι παρόμοια περίπτω ση, εκεί όμως στη διάκρι­ ση της σημασίας βοηθάει η αλλαγή της φωνής. Ο τύπος είρνσσαιτο αντί του έρνσαιτο οφείλεται στην αναλογία του αναδιπλασιασμένου ε ’ρνμαι και τον αόρ. του Ρερνω, που ί προτιμάται εξαιτίας του μέτρου. 17. στ. 166. Δαίμονα δισσω'. Πρόκειται για παράξενη έκ­ φραση που δεν απαντά αλλού. ΓΥ αυτό το λόγο, αλλά και επειδή θεωρεί ότι τα λόγια δεν αρμόζουν στο χαρακτήρα των ομιλητών, ο Λρίσταρχος αθετεί τους στίχους 164-6. 18. στ. 169. II επαναφορά τρις, τρις (στ. 169-70) εξαίρει την ανδρεία του Διομήδη που δεν υποχώρησε στον Απόλλωνα

248

ΣΧΟΛ ΙΑ

(πρβλ. Ε 436), αλλά ούτε στον Δία. 19. στ. 178. ονδενόσωρα'. Ανάξια προσοχής· άπαξ είρημένον στα ελληνικά μέχρι τον Ο ππιανό. Τ ο ονδεις είναι πρακτικά άγνωστο στον Ό μηρο εκτός από τον τύπο ονδεν (μοναδικές εξαιρέσεις X 459, λ 515). 20. στ. 185. Ο Αρίσταρχος αθετεί το σ τίχο 185, αφού ο Ό μηρος δεν γνώ ριζε τίποτα για τέθρ ιπ π α (ά ρ μ α τα με τέσσε­ ρα άλογα), αλλά και γ ια τί ο δυϊκός αριθμός άποτίνετον (στ. 186) χρησιμοποιείται μόνο γ ια ζευγάρι π ρ α γμ ά τω ν. 21. στ. 189. Ο Αρίσταρχος αθετεί και το σ τίχο 189, γ ια τί τα άλογα δεν πίνουν κρασί. 22. στ. 192-5. Η περίφημη ασπίδα του Ν έστορα και ο θώρακας του Διομήδη δεν αναφέρονται άλλου στην Ίλιαδα. Σύμφω να με την ιστορία, ο θώρακας ανήκει στον Γλαύκο, με τον οποίο ο Διομήδης αντάλλαξε τα όπλα του στο Ζ 235-6. 23. στ. 199. Ο στίχος αυτός δίνει την εντύπω ση φ τω χής απομίμησης του περίφημου A 530. — είνΐ αντί του ένί' απαντά μόνο σε αυτό το χω ρίο (επίσης Ο 150) και ε ’νϊ θνρηισι (θ 325, ι 417, κ 310, μ 256). Π ρόκειται ι για καθαρά μετρικό τύπο. 24. στ. 203. Η Ελίκη και οι Α ιγες είναι πόλεις της Αχα'ίας, όπου λατρευόταν ο Ποσειδώνας. Π ρβλ. Β 575, Ν 21, Τ 404. 25. στ. 205. Ο ι θεοί-προστάτες τω ν Α χαιώ ν είναι ο Ποσειδώνας, η Αθηνά, η Ή ρ α , ο Ερμής και ο Ή φ α ισ το ς, ενώ των Τρώω ν ο Αρης, ο Α πόλλωνας, η Ά ρτεμη, η Λ η τώ , η Αφρο­ δίτη και ο Ξάνθος. 26. στ. 213-65. Οι επαναλαμβανόμενοι σ τίχοι εδώ είναι: 216 = Λ 300, Τ 204· 220 = Ν 167, 208· 221 πρβλ. Θ 84· 222-6 = Λ 5-9· 227 = Λ 275 κλπ.· 228 = Ε 787· 232 πρβλ. β 431' 235 πρβλ. Ο 507, X 374· 242 πρβλ. A 455' 244 = Ο 376· 245 = Ρ 648· 246 πρβλ. A 117· 247 = Ω 315· 252 = Ξ 411· 258-9 = Λ 447-8- 260 = Ε 294· 262-5 = Η 164-7. 27. στ. 221. Δεν διευκρινίζεται αν ο Α γαμέμνονας κρατάει το μανδύα στα χέρια του σαν απελευθερω τής ή σαν είδος λάβαρου για να προσελκύσει την προσοχή. Α ξίζει να σημειω ­ θεί ότι το πορφυρό χρώ μ α δεν θεωρείται από τον Ό μηρο βασιλικό, βλ. θ 84, δ 115, κλπ. Ωστόσο ήταν το μόνο χρώ μ α

249

ΣΧΟΛΙΑ

με το οποίο οι αρχαίοι έβαφαν το λινό, το ύφασμα του πολυ­ τελούς φάρου (βλ. Β 43, Ω 230), της ενδυμασίας τω ν μεγάλων άντρων. 28. στ. 239. 11 ετυμολογία και αρχική έννοια του έρρειν δεν είναι σαφής. Στον Ό μηρο, όπως και στους αττικούς, το ρήμα χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη δυστυχία που οφείλεται σε κατάρα. Πρβλ. I 364, Σ 421. 29. στ. 247. τελειότατον'. οί ού τον τω σώματι τέλειον, άλλα τον έπιτελεστικώ τατον (Αριστόνικος στο Ω 315). Η λέξη τέλος ενείχε κάποια έννοια θρησκευτικότητας. 30. στ. 250. πανομφαίω: Εκείνον στον οποίον ανήκουν όλοι οι οιωνοί, όπως ο Οδυσσέας ζητάει από τον Δία στο υ 100 φημην τις μοι φάσθω. Ύο επίθετο απαντά στον Ό μηρο μόνο εδω και δεν είναι το πλέον κατάλληλο για το συγκεκριμένο οιωνό. Για το όμφή πρβλ. Β 41. 31. στ. 281. φιλη κεφαλή: Συνηθισμένη προσφώνηση των Ελλήνων. Πρβλ. νΓ 94, Σ 82, 114, Ο 39 και Π λάτων, Φαιδρός, 264 a, Φαιδρέ φίλη κεφαλή. 32. στ. 285. έπίβησον: Πρβλ. Β 234, ψ 13, 52, χ 424. 33. στ. 297. τανυγλώχινας: Με μακριά γένια, μόνο εδώ. Για το γλωχιν βλ. Ω 274, και πρβλ. τριγλώσιν Ε 393, Λ 507, χαλκογλώσιν X 225. 34. στ. 304. 11 Λ ισύμη ήταν πόλη τη ς Θ ράκης. 35. στ. 323. φαρέτρης: Η βραχεία δεύτερη συλλαβή είναι αττική, όχι ομηρική. — εξειλετο: Με έννοια υπερσυντέλικου. 36. στ. 348. Δεν αναφέρεται μ ετά το σ τίχο 320 ό τι ο
Έ κ το ρ α ς ανέβηκε στο άρμα του. Π ρ όκειτα ι για μια από τις συνηθισμένες ασαφειες τω ν ομηρικώ ν π ο ιη μ ά τω ν.

37. στ. 367. Γίνεται αναφορά στο ταξίδι του Ηρακλή στον Αδη (βλ. λ 623, Ε 397), για να φέρει τον Κέρβερο, του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται πουθενά από τον Ό μηρο- ο Ησίοδος για πρώτη φορά τον αποκαλεί πεντηκοντακέφαλο (Θεογονία 311). 38. σ τ. 369. αίτιά: Ο ρ μ η τικ ά . Ί σ ω ς αναφέρεται στον κ α ­
ταρρά κτη που σ χ η μ α τ ίζ ει η Σ τ ύ γ α στην Α ρκαδία, που εξαιτία ς τη ς ά γρ ια ς κ αι απόκρημνης όχθης τη ς π α ρ ο μ ο ιά ζετα ι με

250

ΣΧΟΛΙΑ

ποτάμι της κόλασης. 39. στ. 381-3 = Ε 719-21· 384-8 = Ιί 733-7· 389-96 = Κ 745-52' οι στίχοι 385-7 αθετούνται από τον Λ ρίσταρχο και τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο και παραλείπονται από τον Ζηνό­ δοτο, επειδή όλες αυτές οι προετοιμασίες δεν οδηγούν πουθε­ νά, και ο Δίας φοράει τη δική του πανοπλία, βλ. 43. Το ίδιο και οι στίχοι 390-1 ως άτοπη επανάληψη από τη ραψωδία Κ. 40. στ. 404. ές δέκατους ενιαυτούς: Δίνει την εντύπωση σύγχυσης μεταξύ ές δέκα ενιαυτούς και ές δέκατον ενι­ αυτόν. Το κεν με μέλλοντα οριστικής υποδηλώ νει ότι η πρό­ ταση αυτή είναι συνέπεια της προηγούμενης. 41. στ. 406. eidfj ό τ ’ αν μάχηται: Για τη βραχυλογική χρήση του είδε'ναι, πρβλ. Λ 185, II 226. 42. στ. 420-4. Ο Αρίσταρχος αθετεί τους στ. 420-4, επειδή τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν στην Ίρ ιδ α , που είναι συνήθως απλή αγγελιοφόρος τω ν θεών. 43. στ. 441. βωμοί: Εδώ πρόκειται για τα πλαϊνά υποστη­ ρίγματα των αρμάτω ν, πάνω στα οποία τα τοποθετούσαν, όταν έβγαζαν τις ρόδες. 44. στ. 452. σψώιν: Ασυνήθιστη χρήση τη ς δοτικής, στη θέση τη ς αιτιατικής. 11 δοτική τω ν προσω πικώ ν αντωνυμιων όταν χρησιμοποιούνται σαν κτητικές περιορίζεται γενικά στους εγκλιτικούς τυπους. 45. στ. 479. Ο Ιαπετός αναφέρεται μόνο εδώ στον Ό μηρο, ενώ ο Κρόνος εμφανίζεται μόνο ως πατέρας του Δ ία και της Ί I ρας, εκτός από τα Ε 203, 274 και Ο 225. Σ ύμφ ω να με το μεταγενέστερο μύθο και οι δύο ανήκαν στην οικογένεια τω ν Τιτάνω ν, πράγμα που δεν διευκρινίζεται στα ομηρικά έπη. 46. στ. 480. Ύπερίων. Συνηθισμένο όνομα του ήλιου στην ’Οδύσσεια · στην Ίλιάδα εμφανίζεται μία ακόμη φορά στο Τ 398. 47. στ. 491. έν καΟαρώ: Σ ε κενό χώ ρο, όπω ς νΓ 61. Πρβλ. ε 476 έν περιψαινομε'νω. Ολόκληρος ο στίχος επανέρχεται στο Κ 199. Ο Λρίσταρχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε γίνει ταφή τω ν νεκρών, κατά συνέπεια το χω ρίο II 421 κ.ε. δεν ήταν γνήσιο ή ότι είχε ήδη λησμονηθεί, ότι ονκέτι γέγονε

νεκρών αναιρεσις.

251

ΣΧΟΛΙΑ

48. σ τ. 501. Α ντί του έττι όηγιιΐΐΊ θαλάσσης ο Ζ ηνόδοτος διαβάζει, λγγλ/ Ι/ό" έτράπετο </ρψ', όπ ω ς στο Κ 45. II α ντίρ­ ρηση του Α ρίσταρχου, or κατα liöc ττροαι'ρεσιν νύξ έγένετο, δεν φ αίνεται ισχυρή. Ο Έ κ το ρ α ς μπορεί να υποθέσει ότι ο Λ ιας κάνει για τους Έ λλ η νες εκείνο που πληροφορούμαστε ότι κάνει η Ί Ι ρ α στο Σ 239-42. Για το 502 πρβλ. II 282. 49. σ τ. 518. .τυιυΟηβους'. Μάλλον είναι ορθότερο από το τιροΟήβας, που γίν ετα ι γενικ ά αποδεκτό. ΙΙροφανώ ς π ρ ό κ ει­ ται γ ια τα αγόρια που βρίσκονται μ α ζί με τους γεροντότερους κ αι παρακολουθούν τα τε ίχ η , ενώ τα κορίτσια μένουν στο σ π ίτι γ ια να βοηθήσουν τη μη τέρα τους. 50. στ. 529. η/ιεας αντονς: Τ η θέση μας" ω στόσο η έκφρα­ ση είναι π ερίεργη. Για το έπι ννκτι πρβλ. \ 234 κλπ. 51. στ. 545. άξοντο'. Βλ. 505.

252

Activity (9)

1 hundred reads|8 months ago
jsyrris@hotmail.com liked this|2 months ago
astoxastos added this note|9 months ago
Μπορώ να κατεβάσω τα αρχεία σου,,η μερικα τα έχεις μόνο για να ανάγνωση, το πρόσεξα και σε άλλα...που έχεις ανεβάσει..
gabtheo liked this|6 months ago
Stratis Manolakis liked this|8 months ago
morgan65 liked this|10 months ago
cozzi3 liked this|10 months ago
bleuouranos liked this|10 months ago
titus666 liked this|10 months ago

You're Reading a Free Preview

Download