The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130926125833/http://www.scribd.com/doc/111544546/%CE%9F%CE%9C%CE%97%CE%A1%CE%9F%CE%A3-%CE%99%CE%9B%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%A1%CE%91%CE%A8%CE%A9%CE%94%CE%99%CE%95%CE%A3-%CE%91-%CE%92%CE%84-%CE%93%E2%80%99-%CE%94%CE%84-%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%91%CE%93%CE%A9%CE%93%CE%97-%E2%80%93-%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%94%CE%9F%CE%A3%CE%97-%E2%80%93-%CE%A3%CE%A7%CE%9F%CE%9B%CE%99%CE%91-%CE%A0%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%93%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%A3
P. 1
ΟΜΗΡΟΣ ,ΙΛΙΑΣ ΡΑΨΩΔΙΕΣ Α-Β΄-Γ’- Δ΄, ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΑΠΟΔΟΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΜΗΡΟΣ ,ΙΛΙΑΣ ΡΑΨΩΔΙΕΣ Α-Β΄-Γ’- Δ΄, ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΑΠΟΔΟΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ratings: 0|Reads: 516|Likes:
Published by didaskaleio

More info:

Published by: didaskaleio 11 months ago
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.

ΚΑΚΤΟΣ

φ
Ι λιας
Ραψωδίες Α - Δ

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ομηρος

Για τη σειρά της Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας «01 ΕΛΛΗΝΕΣ» ελήφθησαν υπ’ όψιν οι στερεότυπες εκδόσεις Oxford Classical Texts και BSB B.G. Teubner Verlagsgesellschaft καθώς και οι:

— Lovb Classical Library. Cambridge, Massachusetts, H arvard University Press, London, William Heinem ann Ltd. — Les Belles Lettres. Collection des Universites de France, publiee sous le patronage de Γ Association Guillaume Bude. — Tusculum Bücherei. Heimeran Verlag, München. — I poeti greci tradotti da Ettore Romagnoli. Bologna, Nicola Zanichelli editore. — Pubblicazioni dell’ institute universario di magistero di Catania. Serie filosofica. Testi e document). — Les auteurs grecs expliques d ’ apres une methode nouvelle par deux traductions franpaises: Γ une litteraire et juxtalineaire presentant le m ot-a-m ot franca is en re­ gard des mots grecs correspondants, Γ autre corrigee et precedee du texte grec. Paris, Librairie H achette et Cie.

ΕΠ ΙΜ ΕΛ Η ΤΗ Σ ΕΡΓΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΛΝΛΙΙΛΛΙ'Λΐ;
Επ . Κ α θ η γ η τ ή ς τ η ς Φ ι λ ο σ ο φ ι κ ή ς Ι χ ι ι λ ή ς το υ Π α ν ε π ι σ τ η μ ί ο υ Aoijviiiv

ιινι

υ μ α

ι ι κ II Λ Ι Ι Μ η Ν1 II I Ι Ί Ι ' Μ

Ο Λ Υ 5, )Ι Λ! Χ Α Ι / Ο Ι Ι Π Υ Λ Π ! I Ι.ΝΙΚΙΙ) I VNIIINII Ml I» I ΙΊ I Λ
Λ*' ΙΙ ΙΝΛ Χ Α Ι / Ι Ι Ι Ι Ι Ι Υ Λ Ο Υ

I
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ 87 ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ 87

ΟΜΗΡΟΣ
I Λ I Α Σ ΡΑΨΩΔΙΕΣ Α-Δ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ - ΣΧΟΛΙΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Κ

Α

Κ

Τ

Ο

Σ

Αποκλειστική ιδιοκτησία © ΚΑΚΤΟΣ 1992 Κάθε τόμος της παρούσας σειράς είναι αυτοτελές έργο, δεκτικό χωριστής εκμετάλλευσης, και πωλείται χωριστά.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ CACTUS EDITIONS ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ O.E. ODYSSEAS HATZOPOULOS & CO Πανεπιστημίου 57 Αθήνα 105 64 57 Panepistimiou Athens 105 64 Τηλ.: 32.41.200 - 32.41.958 Tel. 32.41.200 - 32.41.958 Telex 221319 CACT GR Telex 221319 CACT GR Fax: 3241790 Fax: 3241790

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ . . . σελ. 13 Ε ΙΣ Α Γ Ω Γ Η .......................................................... » 19 ΚΕΙΜΕΝΟ - Μ ΕΤΑ Φ ΡΑ ΣΗ ............................. » 2 3 ΣΧΟΛΙΑ................................................................. »207

ΟΜΗΡΟΣ
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

\
Ολόκληρη η αρχαιότητα παραδέχεται την ύπαρξη του Ομήρου. Για το βίο του Ομήρου διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας οκτώ βιογραφίες και πολλοί μύθοι, θρύλοι και εικασίες. Από τις βιογραφίες αυτές σπουδαιότερες είναι εκείνες που αποδίδονται στον Ηρόδοτο, στον Πλούταρχο, στον Πρόκλο κ.ά. Ομόφωνα η παράδοση αναφέρει ως αρχικό όνομα του Ομήρου το Μιλησιγενης (ή Μιλησιγενης). Από το όνομα αυτό σχηματίστηκε αργότερα το όνομα Μελις, το οποίο έφε­ ρε ο υποτιθέμενος πατέρας του Ομήρου και το οποίο ταυτί­ ζεται με τον ποταμό Μέλητα, που βρίσκεται κοντά στη Σμύρνη- από αυτό το γεγονός ξεκίνησαν οι αξιώσεις της Σμύρνης να θεωρείται πατρίδα του ποιητή, περισσότερο από άλλες πόλεις. Γιατί σχετικά με την καταγωγή του ποιητή φιλονικούσαν πολλές πόλεις, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν εφτά, όπως μαθαίνουμε από το γνωστό επίγραμμα: 'Ε πτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Γ Ομηρον Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, ’Ιθάκη, Πνλος, ’ ργος, Αθήναι. Ά Εκτός από τη Σμύρνη, τις μεγαλύτερες αξιώσεις στην αρχαιότητα σχετικά με την καταγωγή του ποιητή είχε η Χίος, όπως μας λέει γ ι’ αυτήν ο ποιητής Σιμωνίδης, επειδή στο νησί αυτό άκμασε το γένος των 'Ομηριδών. Οι Ομηρίδες ήταν οι απόγονοι του Ομήρου, και έργο τους ήταν ν’ απαγ­ γέλλουν τα ποιήματα του προγόνου τους. Θεωρούνταν λοιπόν ο ποιητής Χίος και μάλιστα τυφλός αοιδός, που καθόταν σε βράχο και απήγγελλε τα ποιήματά του. Τις δικαιότερες όμως απαιτήσεις από την αρχαιότητα γινόταν παραδεκτό ότι είχε η Σμύρνη. Άσχετα όμως με όλα

15

ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

αυτά, η μικρασιατική παραλία, και μάλιστα το τμήμα της στο οποίο έζησαν Αιολείς και Ίωνες, δηλαδή η παραλία Σμύρνης Ερυθρών - Φωκαίας και η απέναντι Χίος, υπήρξε η .κοιτίδα του ελληνικού έπους. Έ τσι εξηγείται και η ανάμειξη μέσα στο έπος ιωνικών και αιολικών γλωσσικών στοιχείων. Όλες αυτές οι έριδες δήλωναν ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο με το όνομα Όμηρος και μάλιστα πρόσωπο σημαντικής σπουδαιότητας. Το όνομα "Ομηρος ετυμολογήθηκε από την αρχαιότητα με πολλούς τρόπους,'και ο καθένας έπλασε και σχετικό μύθο για τη δικαιολόγηση της ετυμολογίας του. Έ τσι ο Έφορος ο Κυμαίος παράγει το όνομα από το μή ορών, ακολουθώντας το σχετικό μύθο ότι ο ποιητής ήταν τυφλός. Αλλη ετυμολογία υποστηρίζει ότι ο ποιητής ή ο πατέρας του είχε δοθεί ως όμηρος (διά τώ τον πατέρα ομηρον αντώ δοθήναι υπό Κυ­ πρίων Πέρσαις), όπως αναφέρεται στον Ψευδοπλούταρχο Ομήρου βίος). Επίσης έγιναν και άλλες ετυμολογίες (νε­ ότερες) από το όμοϋ+εί'ρω, όμοείρω, όμοϋ+ αίρω κλπ. Στην εποχή μας γίνεται παραδεκτή η ετυμολογία του ονόμα­ τος από το όμοϋ + άραρίσκω (συνδέω). Για τη ζωή και την τύχη του Ομήρου πλάστηκαν πολλοί μύθοι, τους οποίους δεν αξίζει ν’ αναφέρουμε. Ακόμη πλάστη­ κε και ο μύθος για τον αγώνα Ομήρου και Ησιόδου, κατά τον οποίο ο ποιητής νικήθηκε από τον Ησίοδο, γεγονός το οποίο πρέπει ν’ απορριφθεί, επειδή οι δύο ποιητές δεν ήταν σύγχρο­ νοι. Η επικρατούσα παράδοση είναι ότι ο ποιητής πέθανε στην Ίο , όπου δεν μπόρεσε να λύσει το αίνιγμα που του έθεσαν οι ψαράδες: οσσ’ έλομες λιπόμεσΟ ’ οσσα ούχ εξομεν φερόμεσθα (πρόκειται για τις ψείρες). Και για το χρόνο κατά τον οποίο έζησε ο ποιητής υπήρχε στην αρχαιότητα αμφιβολία. Ο Κράτης ο Μαλλώτης υπολο­ γίζει ότι ο' Όμηρος έζησε εξήντα χρόνια μετά τα Τρωικά, ενώ ο Ερατοσθένης τοποθετεί την ακμή του Ομήρου 100 χρόνια μετά τα Τρωικά και 20 μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών (Δωριέων). Πιο ακριβής είναι ο Θουκυδίδης, ο οποίος παρα­ δέχεται ότι ο Όμηρος έζησε πολλώ ύστερον των Τρωικών (ΐ, 3)· Σπουδαίας σημασίας είναι η αναφορά του Ηροδότου (Β, 53) ο οποίος θεωρεί σύγχρονους τον Όμηρο και τον Ησίοδο και αναφέρει ότι έζησαν και οι δύο τετρακόσια χρόνια πριν

16

\

\

ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

απΝαυτόν — 'Ησίοδον γάρ και 'Ομήρου ηλικίαν τετρακόσοισι εΧεσι δοκεω μοϋ πρεσβυτέρους γενέσθαι καί ον πλεοσι. Την άποψη αυτή του Ηροδότου, τη σχετική με τη χρονολό­ γηση του Ομήρου (8ο π.Χ. αι.), αποδέχεται και. σήμερα η επιστήμη, όχι όμως και το σύγχρονο του Ομήρου με τον Ησίοδο,'αφού θεωρεί ότι ο Ησίοδος έζησε πολύ μεταγενέστε­ ρα από -ίον Όμηρο. Το έργο του Ομήρου Στον Όμηρο από την αρχαιότητα εκτός από την ’Ιλιάδα και την ’Οδύσσεια αποδίδονταν και πολλά άλλα έργα, όπως Βατραχομυομαχία, 'Ομηρικοί " Υμνοι, Θηβαΐς, Κύπρια ’Έ π η , ’Επίγονοι, Μ αργίτης και άλλα. Ή δη όμως από την αρχαιό­ τητα υπήρχαν επιφυλάξεις, όπως από τον Ηρόδοτο", ούχ 'Ομήρω τα Κύπρια επη εστί. Ό μω ς μετά από πολλές αμφι­ ταλαντεύσεις, έρευνες και μελέτες στο ύφος και στην τεχνική του Ομήρου, η σημερινή έρευνα αποδίδει στον Όμηρο μόνο την ’Οδύσσεια και την ’Ιλιάδα με ορισμένες επιφυλάξεις βέβαια σχετικά με την ’Οδύσσεια από λίγους ερευνητές. Φαίνεται ότι πολύ παλιά τμήματα της Ίλιάδος και της Ό δνσσείας κυκλοφορούσαν μεταξύ των αοιδών και κατά τμήματα (Δολώνεια κλπ), μέχρις ότου ο Λυκούργος, ο νομοθέτης της Σπάρτης, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Βίος Λυκούργον), αφού πήγε στην Ιωνία, άθρόαν πρώτος εις την Ε λλά δα έκόμισε την 'Ομήρου ποίησιν, κι αργότερα ο Πεισίστρατος σνναγαγών άπεφηνε την ’Ιλιάδα και την ’Ο­ δύσσειαν. Ο Πεισίστρατος συνήγαγε τα ομηρικά ποιήματα τον 4ο π.Χ . αιώνα. Τα ομηρικά ποιήματα μετά από πολλές επεξεργασίες ιδίως από τους Αλεξανδρινούς (Αριστοφάνη, Ζηνόδοτο, Αρίσταρχο) και μετά από πολλές διορθώσεις κατά τους νεότερους χρόνους, είναι αυτά που έχουμε εμείς σήμερα. Κυρίως οι δύο σχολές της αρχαιότητας, της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου, ασχολήθηκαν κατ’ εξοχήν με τα ομηρικά έπη. Δεν έλειψαν και από την αρχαιότητα μερικοί που αμφισβη­ τούσαν κατά πόσο ο Όμηρος έγραψε και την ’Ιλιάδα και την 5Οδύσσεια. Έ τσι υπάρχουν οι λεγόμενοι χωρίζοντες, ο Ξένων και ο Ελληνικός, οι οποίοι υποστήριζαν μη είναι Ό μήρον την 'Οδύσσειαν και την ’Ιλιάδα. Εναντίον αυτών αντεπεξήλθε ο Αρίσταρχος το πρδς Ξενώνα παράδοξον, καταπολεμώντας τη γνώμη ότι η 5Οδύσσεια δεν είναι έργο του Ομήρου. Έ τσι,

17

ΟΜΗΡΟΣ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

όπως φαίνεται, το λεγόμενο «ομηρικό ζήτημα» αρχίζει οίπό τους αλεξανδρινούς χρόνους. Όμως το καθαυτό ομηρικά/ζήτημα έθεσε ο Βόλφ στους νεότερους χρόνους (Προλεγομενα στον Ό μηρο, 1795) χρησιμοποιώντας τα πορίσματα το« Γάλ­ λου Αββά Ν τ’ Ωμπινιάκ —χωρίς μάλιστα να τον αναφέρει— ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη του Ομήρου. Μετά απ<? πολλές φάσεις το ομηρικό ζήτημα σήμερα, αφού πέρασε από τους κριτές και τους αναλυτικούς, κατέληξε στους λεγόμενους νεοαναλυτικούς, οι οποίοι παραδέχονται την ύπαρξη του Ομή­ ρου. Η πρώτη, η πρωταρχική, έκδοση του Ομήρου έγινε στη Φλωρεντία το 1488 από τον Έλληνα Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, σε δύο τόμους. Αργότερα, το 1504, ο Αλδος Μανούτιος εξέ­ δωσε τη λεγόμενη Aldina έκδοση του Ομήρου, επίσης σε δύο τόμους.

18

Ε ΙΣ Α Γ Ω Γ Η

Η Ίλιάς του Ομήρου αποτελείται από 15.692 στίχους σε δακτυλικό εξάμετρο. Όμως το έργο, παρ’ ότι συνδέεται άμεσα με τον Αχιλλέα, δεν ονομάζεται Ά χιλλη ις αλλά Ίλιά ς, από την πόλη ’Ίλιον (Τροία), γύρω από την οποία εξελίσσεται. Η υπόθεση του έπους είναι ένα μικρό επεισόδιο, που συνέβη στο δέκατο έτος του Τρωικού πολέμου, σε εποχή που οι Έλληνες πολιορκούσαν στενά την πόλη του Πριάμου. Η όλη υπόθεσή της εξελίσσεται σε 52 ημέρες, από τις οποίες πιο σημαντικές είναι τέσσερις ημέρες (A, Β -Η , Α -Σ , Τ -Χ ) και τρεις νύχτες (IΚ, Σ, Ω). Το θέμα είναι απλό' υπόθεση της Ίλιάδος δεν είναι ο Τρω­ ικός πόλεμος αλλά ο θυμός του Αχιλλέα. Ο Αγαμέμνονας και ο Αχιλλέας φιλονικούν και ο Αχιλλέας αποσύρει το στρατό του από τη μάχη, με αποτέλεσμα ν’ αναθαρρήσουν οι Τρώες και να προξενήσουν μεγάλη συμφορά στους Έλληνες, τους οποίους νικούν. Όμως ο Αχιλλέας μετά το θάνατο του Πατρόκλου ξαναμπαίνει στη μάχη και αναγκάζει τους Τρώες να κλει­ στούν μέσα στα τείχη, αφού σκότωσε το σπουδαιότερο ήρωά τους, τον Έκτορα. Το ποίημα γενικά αρχίζει μέσα σε ατμό­ σφαιρα δυσφορίας και στενοχώριας. Από τους Γραμματικούς της Αλεξάνδρειας, η Ίλιάς διαιρέθηκε σε 24 ραψωδίες σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο (ΑΩ). Η πρώτη ραψωδία χρησιμεύει ως εισαγωγή σε ολόκληρο το έπος, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αρχίζει από τη Β και φτάνει μέχρι τη I ραψωδία. Σε αυτό το

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

τμήμα, στο οποίο έχουμε την αποχή του Αχιλλέα, οι Αχαιοί δίνουν μάχες με τους Τρώες, στις οποίες άλλοτε νικούν και άλλοτε νικιούνται, και στο τέλος κινδυνεύουν να κατςίστραφούν, γιατί οι Τρώες μπήκαν μέσα στο στρατόπεδο .ίων Α ­ χαιών. Με τη ραψωδία I έχουμε διακοπή της μάχης και παρακο­ λουθούμε τους ρητορικούς λόγους της πρεσβείας, η οποία ικε­ τεύει τον Αχιλλέα να μπει στη μάχη. Η ραψωδία I βρίσκεται μεταξύ του πρώτου και δεύτερου μέρους και αποτελεί δείγμα της καταπληκτικής τέχνης του Ομήρου, ο οποίος την παρενέ­ βαλε σαν γέφυρα για το δεύτερο μέρος, το οποίο αρχίζει από τη ραψωδία Κ και τελειώνει στην Τ. Σ ’ αυτό το μέρος περιγράφονται οι μάχες που δίνουν οι Αχαιοί με τους Τρώες, και συνήθως νικιούνται, μέχρις ότου ο Έκτορας, αφού σκοτώσει τον Πάτροκλο, θ’ απειλήσει το στρατόπεδο των Ελλήνων. Μ’ αυτό τον τρόπο ταπεινώνονται οι Έλληνες και πραγματοποιεί­ ται η υπόσχεση του Δία προς τη Θέτιδα για την ικανοποίηση του Αχιλλέα- συνεπώς ο θάνατος του Πατρόκλου γίνεται η αιτία να ξαναγυρίσει ο Αχιλλέας στη μάχη. Μ’ αυτό τον αρι­ στοτεχνικό τρόπο ο ποιητής ξαναφέρνει τον Αχιλλέα στη μάχη. Έ τσι μπαίνουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της Ί λ ιά ­ δος, το οποίο εξελίσσεται από τη ραψωδία Τ μέχρι το τέλος. Στο μέρος αυτό έχουμε τη λύση της υπόθεσης του έπους. Εδώ γίνεται η τελική μάχη, κατά την οποία ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτο pat, τον περιφέρει νεκρό πίσω από το άρμα και παραδίδει το πτώμα στο γέρο Πρίαμο" το έπος τελειώνει με την ταφή (καύση) του Έκτορα. Η ενότητα της Ίλιάδος, η οποία γίνεται φανερή από τη σύνθεσή της, που προδίδει πλοκή πάρα πολύ τεχνική, καθώς και αρμονική και καλλιτεχνική διάταξη της ύλης, μαρτυρεί θαυμάσια οικονομία, την οποία θα μπορούσε να επιτύχει μόνο ένας μεγάλος ποιητής, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο Όμηρος. Τα διάφορα τμήματα της Ίλιάδος συνδέονται μετα­ ξύ τους με θαυμάσιο σχέδιο, το οποίο προέρχεται από μία βασική ενότητα που τα τμήματα της συνδέονται συνειδητά και έντεχνα. Γίνεται λοιπόν αναμφισβήτητη η βασική ενότητα

20

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

της Ίλιάδος, γιατί το έπος εξελίσσεται γύρω από ένα μόνο γεγονός, την οργή του Αχιλλέα (μήνις Ά χιλλεω ς). Έτσι αναφέρεται ο τρόπος της γένεσης της οργής, οι κύριες φάσεις της, τα άμεσα και συνταρακτικά αποτελέσματά της και τέλος ο τρόπος κατάπαυσής της. Εκπληρώνεται, κατά συνέ­ πεια, η βουλή του Δία, ικανοποιούνται ο Απόλλωνας και ο Χρύσης (ο οποίος παίρνει πάλι την κόρη του), και ο Αχιλλέας επανέρχεται στη μάχη. Και όλα αυτά μετά από πολλές μάχες και σκοτωμούς, κατά τους οποίους ο Αχιλλέας άλλοτε είναι παρών και άλλοτε απών. Πάντοτε όμως η απουσία του είναι σημαντική και η παρουσία του σωτήρια. Το ότι ο Αχιλλέας σκοτώθηκε δεν αναφέρεται στην Ίλιάδα. Από τα κύρια χαρακτηριστικά της Ίλιάδος θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη μεγάλη συμμετοχή των θεών στα δρώμενα, με αποτέλεσμα το έπος να αποπνέει μεγάλη θρησκευτικότητα, αφού οι θεοί παρεμβαίνουν στις διαφωνίες των ισχυρών προ­ σώπων. Ο Απόλλωνας υπακούοντας στον αδικημένο Χρύση και ο Δίας στον Αχιλλέα στέλνουν λοιμό στους Αχαιούς. Πρέ­ πει και οι δυο να ικανοποιηθούν. Και όλα αυτά γίνονται αβίαστα, με άρτιο αρχιτεκτονικό σχέδιο, σχετικά με την πλοκή του μύθου γύρω από την οργή του Αχιλλέα, και κάτω από τη βουλή του Δία. Κάθε μέρος της Ίλιάδος έχει αρτιότητα και τίποτα δεν είναι ξένο και μοναχό μέσα σ’ αυτή. Και παρ’ ότι κάθε μέρος έχει τη δική του δομή, ως προς τη μορφή και το περιε­ χόμενό του, όμως το ολοκληρωμένο νόημά του το παίρνει μέσα στο γενικό πλαίσιο του έργου. Όλα αυτά δείχνουν την προσωπικότητα του ποιητή και πιστοποιούν ότι ο ποιητής της Ίλιάδος είναι ένας: Οι ήρωες του έπους είναι αληθινοί άνθρωποι, αγαπούν την πατρίδα τους, είναι γενναίοι, έχουν υψηλό φρόνημα, είναι ευ­ σεβείς, πολλές φορές είναι ορμητικοί και κάποτε ιδιοτελείς και στο έπακρο φιλόδοξοι. Αγαπούν τους οικείους τους, αγαπούν επίσης τις τιμές και τον πλούτο και δεν αρνούνται τις τέρψεις και τις απολαύσεις της ζωής. Καθένας απ’ αυτούς έχει τη δική του προσωπικότητα και κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα, όπως συμβαίνει με τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα, τον Αγαμέμνονα ή

21

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

τον Νέστορα. Οι νέοι είναι ορμητικοί και παράφοροι, οι μεγα­ λύτεροι σώφρονες και συνετοί, όχι όμως σπάνια επίμονοι και σκληροί. Πολλοί απ’ αυτούς, ιδίως οι νέοι, είναι ωραίοι, με δυνατό σώμα και λεβέντικη κορμοστασιά. Σαφώς επίσης δια­ γράφονται από τον ποιητή και οι γυναικείες μορφές, όπως η Ελένη, η Εκάβη, η Ανδρομάχη κλπ. Το έργο ως επικό δημιούργημα στηρίζεται στην αφήγηση, αλλά παρεμβάλλονται πολλοί λόγοι (ρητορικοί) και η διήγηση έχει απαράμιλλο κάλλος. Το ύφος της Ίλιάδος έχει μεταπτώ­ σεις, αφού εναλλάσσονται ο πλούτος του ύφους, η μεγαλοπρέ­ πεια, η επιβλητικότητα, η συντομία, το στομφώδες, το απλό, το απέριττο, το τρυφερό και το ήρεμο.

22

Κ ΕΙΜ ΕΝΟ -Μ ΕΤ ΑΦΡΑΣΗ

Ε Π ΙΓ Ρ Α Φ Α Ι Τ Η Σ ΡΑ Ψ Ω ΙΔ ΙΑ Σ A (Έ μμετρος) 'Άλφα, λιτάς Χρύσου, λοιμόν στρατόν, έχθος άθικτων. ( Π εζή ) Λοιμός και μήνις.

Υ Π Ο Θ Ε Σ ΙΣ Τ Η Σ ΡΑ Ψ Ω ΙΔ ΙΑ Σ A Κατά τον άρχαϊον «παραφραστήν». Χρύσης, ίερενς τον ’ πόλλωνος, παραγίγνεται επί τον Α ναύσταθμον των Ελλήνων, βουλόμενος λντρώσασθαι την θνγατέρα αντον Χρνσηίδα- οϋκ απολαβών δέ, αλλά και μ εθ ’ ύβρεως άποδιωχθείς υπό τον Άγαμέμνονος, ηνξατο τω Άπόλλωνι κατά των Ε λλή νω ν λοιμον δέ γενομένου και πολλών, ώς είκός, διαφθειρομένων, εκκλησίαν Αχιλλενς συνήγαγε. Κάλχαντος δέ διασαφήσαντος την αληθή αιτίαν και κελενσαντος Α χιλλεω ς έξιλάσκεσθαι τον θεόν, Α γ α ­ μέμνων όργισθεις διηνέχθη πρός τον Α χιλλέα και αντον το γέρας άπέσπασε την Βρισηίδα. Ό δέ οργίζεται τοϊς Έλλησι. θέτις δέ, τον νίον δεηθέντος, εις " Όλυμπον άνελθοϋσα ήτήσατο παρά τον Διάς, οπως τονς Τρώας έπικρατεστέρονς τών Ελλήνων ποίηση. Ή ρα δέ γνονσα το ντο διηνέχθη πρός τον Δ ία, έως αυτούς διέλυσεν Ή φαιστος, οίνοχοήσας έν έκπωματι χρυσφ· οι δέ, το λοιπόν τής ημέρας εύωχηθέντες, εις ύπνον τρέπονται.

24

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩ ΔΙΑΣ A

('Εμμετρη )
Ά λφα, παρακλήσεις του Χρύση, λοιμός του στρατού, οργή των βασιλέων.

{Πεζή)
Ο λοιμός και η οργή.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΡΑΨΩΔΙΑΣ A

Κατά τον αρχαίο «παραφραστή».
Ο Χρύσης, ο ιερέας του Α πόλλω να, φθάνει στο ναύ­ σταθμο των Ελλήνων, ικετεύοντας για την απελευθέρωση της κόρης του Χρυσηίδας. Δ εν τα κατάφερε όμως και, διωγμένος από τον αλαζονικό Α γαμέμνονα, προσευχήθηκε στον Απόλλω να να στραφεί κατά των Ελλήνων. Ό ταν τότε ο θεός έστειλε λοιμό και χάθηκαν, όπως ήταν φυσικό, πολλοί, ο Α χιλλέας κάλεσε συνέλευση του στρατού. Ο μάντης Κάλχαντας προφήτευσε την πραγματική αιτία του κακού και συμβούλευσε τον Α χιλλέα να εξιλεώ σει το θεό. Ο Α γαμέμνονας οργισμένος με τον Α χιλλ έα , του πήρε τη Βρισηίδα, την κοπέλα που του είχαν δώσει έπαθλο. Ο Α χιλλέας οργίστηκε με τους Έ λληνες. Τ ότε η Θέτιδα, μετά από παράκληση του γιου της, ανέβηκε στον Ό λυμπο και ζήτησε από τον Δ ία να βοηθήσει τους Τ ρώ ες να νική­ σουν τους Έ λληνες. Η Ή ρα , όταν το αντιλήφθηκε, φιλο­ νίκησε με τον Δ ία, ωσότου τους συμφιλίωσε ο Ή φαιστος ρίχνοντας κρασί στα ποτήρια τους. Οι θεοί στη συνέχεια, αφού διασκέδασαν το υπόλοιπο της ημέρας, κοιμήθηκαν.

25

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Μ'ήνιν άειδε, θεά, Πηληίάδεω Αχιλήος ονλομένην, ή μ ν ρ ί’ Αχαιοΐς άλγε ’ έθηκε, πολλάς δ ’ ίφθίμους ψνχάς Άίδι προΐαψεν ηρώων, αυτούς δέ έλώρια τεϋχε κύνεσσιν οίωνοΐσί τε πασι, Αιός δ ’ έτελείετο βουλή, εξ ον δη τά πρώτα διαστήτην έρισαν τε Ατρείδης τε άναξ άνδρών και δΐος Αχιλλενς. Τις τ ’ άρ σφωε θεών εριδι ξννέηκε μάχεσθαι; Λητοϋς και Δ ιός υιός· ό γάρ βασιλήϊ χολωθεις νονσον άνά στρατόν ώρσε κακήν, όλέκοντο δέ λαοί, ουνεκα τον Χρύσην ητίμασεν άρητήρα Άτρεΐδης· ό γάρ ήλθε θοάς έπί νήας Αχαιών λυσόμενός τε θιίγατρα φέρων τ ’ άπερείσι ’ άποινα, στεμματ ’ έχων έν χερσίν έκηβόλον Απόλλωνος χρυσέω άνά σκήπτρω, και λίσσετο πάντας Αχαιούς, Ατρείδα δέ μάλιστα δύω, κοσμήτορε λαώ ν “ Ατρείδαι τε και άλλοι έϋκνήμίδες Αχαιοί, νμ,ΐν μέν θεοί δοϊεν ’Ολύμπια δώματ ’ εχοντες έκπερσαι Πριάμοιο πόλιν, εν δ ’ οίκαδ’ ίκέσθαι· παΐδα δ ’ έμοι λύσαιτε φίλην, τά δ ’ άποινα δέχεσθαι, άζόμενοι Α ιός υιόν έκηβόλον Α πόλλω να.” 20 15 10 5

26

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Ψ άλε μου, θεά1 την οργή του Α χιλλέα, του γιου του Πηλέα, αυτή την καταραμένη2 οργή, που προξένησε στους Α χαιούς αμέτρητες συμφορές κι έστειλε τις ατρόμητες ψυχές πολλών ηρώων στον Ά δη, αφήνοντας τα σώματά τους βορά στα σκυλιά και στα όρνια- αυτό ήταν το θέλημα του Δ ία 3 από τότε που έπεσε μίσος για πρώτη φορά ανά­ μεσα στο βασιλιά γιο του Ατρέα και το θεόμορφο Α χιλλέα. Ποιος από τους θεούς τους έβαλε να φιλονικήσουν; Αυτός που άρχισε τη διαμάχη ήταν ο γιος του Δία και της Λ ητώ ς, επειδή θέλησε οργισμένος να τιμωρήσει το βασιλιά Ατρείδη, που πρόσβαλε τον ιερέα Χρύση' άφησε δε να απλωθεί μια θανατηφόρα αρρώστια στο στρατό, που κατέστρεφε πολλούς άντρες. Γιατί ο Χρύσης είχε έρθει στα γρήγορα των Α χαιώ ν καράβια, για να εξαγοράσει την κόρη του, φέρνοντας πλούσια λύτρα και κρατώντας στο χέρι του, πάνω σε χρυσό ραβδί, τα σήματα4 του μακροβόλου Α π όλ­ λωνα. Παρακαλούσε τότε όλο το στρατό των Α χαιώ ν και κυρίως τους δυο αρχηγούς του στρατού, τους γιους του Ατρέα: «Γιοι του Α τρέα και σεις οι άλλοι Α χαιοί, οι καλλικνήμιδες, μακάρι οι θεοί που κατοικούν στον Ό λυ­ μπο να δώσουν να κυριεύσετε την πόλη του Πριάμου και με το καλό να γυρίσετε πίσω στην πατρίδα σας. Ελευθε­ ρώστε5 την αγαπητή μου κόρη και δεχτείτε τα λύτρα, αφού σεβαστείτε το γιο του Δ ία, το μακροβόλο Απόλλω να».

27

ΟΜΗΡΟΣ

Ένθ ’ άλλοι μέν πάντες επευφήμησαν ’ χαιοί Α αίδεϊσθαί θ ’ ιερήα και αγλαά δέχθαι άποινα' άλλ ’ ονκ Ατρειδη Αγαμέμνονι ήνδανε θυμω, άλλα κακώς άφίει, κρατερόν δ ’ επι μύθον ετελλε· “μη σε, γέρον, κοίλησιν εγώ παρά νηυσι κιχείω ή ννν δηΟΰνοντ ’ η ύστερον αντις ιόντα, μη νν τοι ον χραίσμη σκήπτρον και στέμμα ΘεοΓο· την δ ’ εγώ ον λύσω' πριν μιν και γήρας έπεισιν ημετέρω ένϊ ο ’κω εν Ά ργεϊ, τηλόθι πάτρης, ί ιστόν έποιχομένην και έμόν λέχος άντιόωσαν άλλ ’ ί'θι, μή μ ’ ερέθιζε, σαώτερος ώς κε νέηαι. ” " ε φ α τ ε δ ε ισ ε ν δ ’ ο γέρων και έπείθετο μνβω ' Ως βή δ ’ άκέων παρά θΐνα πολνφλοίσβοιο θαλάσσης· πολλά δ ’ επειτ ’ άπάνευθε κιών ηραθ ’ ο γεραιός Απόλλωνι άνακτι, τον ήνκομος τέκε Λητώ' “κλνθί μευ άργνρότοξ ’, ος Χρνσην άμφιβέβηκας Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ίφι άνάσσεις, Σμινθεν, ε ί ποτέ τοι χαρίεντ ’ επι νηόν έρεψα, ή εί δή ποτέ τοι κατά πίονα μ η ρί’ έκηα τάνρων ή δ ’ αιγών, τό δέ μοι κρήηνον εέλδωρ' τίσειαν Δαναοί έμά δάκρυα σοΐσι βέλεσσιν.” "Ως έφατ ’ ευχόμενος, τον δ ’ έκλνε Φοίβος Απόλλων, βή δέ κ α τ ’ Ούλύμποιο καρήνων χωόμενος κήρ, τόξ ’ ώμοισιν έχων άμφηρεφέα τε φαρέτρην έκλαγξαν δ ’ άρ’ όϊστοι ε π ’ ώμων χωομένοιο, αύτοϋ κινηθέντος· 6 δ ’ ήϊε νυκτ'ι εοικώς. έζ ε τ ’ ε π ε ιτ ’ άπάνευθε νέων, μετά δ ’ ιόν έηκε' δεινή δέ κλαγγή γ έ ν ε τ ' άργυρέοιο βιοΐο · ονρήας μέν πρώτον έπωχετο και κννας άργονς, αύτάρ ε π ε ιτ ’ αντοϊσι βέλος εχεπενκές έφιεις 50 45 40 35 30 25

28

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Τότε όλος ο στρατός κραυγάζοντας ζήτησε να σεβαστούν τον ιερέα και. να πάρουν τα λαμπρά δώρα- αυτό όμως δεν άρεσε· καθόλου στον Α γαμέμνονα, το γιο του Ατρέα, που απείλησε τον Χρύση και σκληρό λόγο του είπε: «Γέροντα, να μη σε συναντήσω να τριγυρνάς κοντά στα κοίλα πλοία, ούτε σήμερα αλλά ούτε και αύριο να γυρίσεις πίσω πάλι, διαφορετικά δεν θα σου χρησιμεύσουν ούτε το σκήπτρο ούτε τα σημάδια του θεού. Αυτήν εγώ δεν θα την ελευθε­ ρώσω, σκοπεύω να την αφήσω να γεράσει στο Ά ργος, στο σπιτικό μου, μακριά από την πατρίδα της, να δουλευει τον αργαλειό και να αντικρίζει6 το κρεβάτι μου. Φ ύγε, λοιπόν, τώρα και μη με ερεθίζεις, αν θέλεις να φύγεις σώος». Έ τσι μίλησε, φοβήθηκε δε ο γέροντας και υπάκουσε στο λόγο. Έ φυγε χωρίς να πει λέξη σ’ όλο το δρόμο του γιαλού, δίπλα στην ταραγμένη θάλασσα. Σαν βρέθηκε όμως μόνος του, ο γέροντας προσευχήθηκε με θέρμη στο βασιλιά Απόλλωνα, το γιο της Λ ητώ ς με τα ωραία μαλλιά: «Άκουσέ με, θεέ αργυρότοξε, προστάτη της Χρύσας και της ιερής Κίλλας και κυρίαρχε της σεβαστής Τενέδου: Σμινθέα7, αν σου έκτισα κάποτε εγώ ναό που σου άρεσε, αν έκαψα για χάρη σου παχιά μεριά ταύρων και αιγών, πραγματοποίησε αυτή μου την επιθυμία' κάνε μου οι Δ α ­ ναοί να πληρώσουν τα δάκρυά μου με τα βέλη σου». Έ τσ ι είπε προσευχόμενος, και ο Φοίβος Απόλλω νας άκουσε τις προσευχές και κατέβηκε από τις κορυφές του Ολύμπου οργισμένος, με το τόξο και την κλειστή φαρέτρα του στον ώμο. Καθώς κατέβαινε βροντούσαν τα βέλη στους ώμους του οργισμένου θεού, όταν αυτός κινήθηκε- έμοιαζε δε με νύχτα στη μορφή. Κάθισε μακριά από τα πλοία και με το ασημένιο του τόξο έριξε ένα βέλος· το τόξο άφησε ήχο βροντερό. Έ ριξε πρώτα στους ημιόνους και στα γρή­ γορα σκυλιά, μετά όμως σημάδεψε με τα αιχμηρά του βέλη τους ανθρώπους, και σημάδευε ξανά και ξανά. Σ υνεχώ ς δε

29

ΟΜΗΡΟΣ

βάλλ ’· αίεί δέ πυραί νεκνων καίοντο θαμειαί. Έννημαρ μεν άνά στρατόν φχετο κηλα ΘεοΓο, τη δεκάτγι δ ’ άγορήνδε καλέσσατο λαόν Αχιλλευς' τω γάρ επί φρεσί θήκε θεά λευκωλενος Ήρη · κηδετο γάρ Δαναών, οτι ρα θνησκοντας όρατο. οι δ ’ έπεί ονν ηγερΟεν όμηγερέες τ ’ έγένοντο, τοΐσι δ ’ άνιστάμενος μετεφη ποδας ώκύς Άχιλλενς' “ Ατρειδη, νυν άμμε παλιμπλαγχβέντας 6ΐω αψ άπονοστήσειν, ε ΐ κεν θάνατόν γε φνγοίμεν, εΐ δη όμον πόλεμός τε δαμ,α και λοιμός 'Αχαιούς' άλλ ’ άγε δη τινα μάντιν ερείομεν ή ίεοήα, η και όνειροπόλον, καί γάρ τ ’ όναρ εκ Αιός έστιν, ος κ ’ είποι ο τι τόσσον εχώσατο Φοίβος Απόλλων, ε ΐτ ’ άρ’ ο γ ’ εύχωλης έπιμεμψεται ε'ίθ’ εκατόμβης, α ί κεν πως άρνών κνίσης αιγών τε τελείων βούλεται άντιάσας ημΐν από λοιγόν άμϋναι. ” Ή τοι ο γ ’ ώς ειπών κ α τ’ άρ’ εζετο- τοΐσι δ ’ άνεστη Καλχας θεστορίδης οιωνοπόλων όχ ’ άριστος, ος η δη τά τ ’ εόντα τά τ ’ εσσόμενα προ τ ’ εόντα, καί νήεσσ ’ ήγησατ ’ Αχαιών Ίλιον είσω ήν διά μαντοσύνην, τήι> οί πόρε Φοίβος Α π ό λλω ν ό σψιν ένφρονεων άγορησατο καί μ ετέειπ εν “ώ Α χιλεν κελεαί με, Δ ιι φίλε, μυθησασθαι μηνιν Απόλλωνος έκατηβελέταο άνακτος■ τοί γάρ έγώ ν έρέω · συ δέ σννθεο κα ί μοι ομοσσον ή μεν μοι πρόφρων επεσιν καί χερσίν άρήξειν ή γάρ όΐομαι άνδρα χολωσέμεν, ος μέγα πάντων Αργείω ν κρατέει κα ί οί πείθονται Α χ α ιο ί 75 70 65 60 55

30

ΙΛΙΑΔΟΣ A

πυκνές φ ω τιές8 από νεκρούς καίγανε. Γ ια εννιά μέρες9 έπεφ ταν αδιάκοπα τα βέλη του θεού στο στρατό. Τ η δέ­ κατη μέρα κάλεσε σε συνέλευση το στρατό ο Α χιλλέας· αυτό τον παρακίνησε να το κάνει η Ή ρ α με τους λευκούς βραχίονες, γ ια τ ί φρόντιζε γ ια τους Δαναούς, επειδή τους έβλεπε να σκοτώ νονται. Ό τα ν αυτοί μαζεύτηκαν και ήταν όλοι συγκεντρω μένοι, μεταξύ αυτώ ν αφού σ ηκώ θηκε, είπε ° γρήγορος σ τα πόδια Α χιλλέας: « Γ ιε του Α τρέα, φ οβάμαι π ω ς ο πόλεμος και η επιδημία θα μας αποδυναμώσουν τόσο, ώ σ τε όσοι από μας κι αν ακόμα διαφύγουν το θάνατο, θ ’ αναγκαστούν να γυρίσουν π ίσ ω 10 στην π α τρ ίδ α αργά. Α λλά έλα τώ ρα να συμβουλευ­ τούμε κάποιο μάντη ή ιερέα ή ακόμα και ονειροκρίτη1 1 — αφού το όνειρο το στέλνει ο Δ ία ς — ο οποίος κ αι θα μας π ει αυτός γ ια τ ί ο Φ οίβος Α πόλλω νας είναι τόσο ο ρ γι­ σμένος μ α ζί μας. Ί σ ω ς να τον αγνοήσαμε με κάποιο ξε­ χασμένο μας τά μ α ή με κ άποια παράλειψη πλούσιας θυ­ σίας. Αν είναι έτσ ι, ίσω ς δ εχ τεί τώ ρ α την κ νίσα12 τω ν καλοθρεμμένων αρνιών κ αι α ιγώ ν κ αι μας σώ σει από τον αφανισμό». Α υτός βεβαίω ς έτσι αφού μίλησε, κάθισε. Μ εταξύ αυ­ τώ ν δε σηκώ θηκε ο Κ άλχα ς, ο γ ιο ς του Θ έστορα, ο άριστος από τους μάντεις, που γνώ ρ ιζε τα παρόντα, τα μέλλοντα και τα παρελθόντα, και που οδήγησε τ α πλοία τω ν Α χα ιώ ν μέσα στην Τ ροία με τη μαντική του ικανότητα, την οποία του είχε δώ σει ο Φ οίβος Α πόλλω ν. Α υτός που ήταν συνε­ τός, πήρε το λόγο και είπε: «Α χιλλέα α γ α π η τ έ 13 στον Δ ία , με π ρ ο τρ έπ εις να π ω την οργή του Α πόλλω να του μακροβόλου βασιλιά. Θ α σου απαντήσω . Α λλά άκουσέ με π ρ ώ τα και ορκίσου π ω ς θα με προσ τατέψ εις με λόγια και με έργα. Σου το ζ η τώ , γ ια τ ί γνω ρ ίζω π ω ς θα κάνω εχθρό κάποιον με απόλυτη εξουσία ανάμεσα στους Α ργείους που τον υπακούν όλοι οι Α χαιοί.

31

ΟΜΗΡΟΣ

κρείσσων γάρ βασιλεύς οτε χώσεται άνδρΐ χέρηϊ' ε ί περ γάρ τε χόλον γε καί αύτήμαρ καταπέψη, αλλά τε καί μετόπισθεν έχει κότον, οφρα τελέσση, εν στηθεσσιν έοΐσν σν δέ φράσαι ε ί με σαώσεις. ” Τον δ ’ άπαμειβόμένος προσέφη πόδας ώκνς Άχιλλεν'ς· “Οαρσησας μάλα είπε θεοπρόπιον ο τι οίσθα' ον μά γάρ ’ πόλλωνα Δ ιι φίλον, ώ τε σν, Κάλχαν, Α ευχόμενος Δαναοΐσι θεοπροπίας άναφαίνεις, ον τις έμεν ζώντος καί επί χθονί δερκομένοιο σοί κοίλης παρά νηυσί βαρείας χεΐρας έποίσει σνμπάντων Δαναών, ονδ’ ην Άγαμεμνονα είπης, ός νυν πολλόν άριστος ’ χαιών εύχεται είναι. ” Α Κ αί τότε δη θάρσησε καί ηΰδα μάντις ά μ νμ ω ν “ον ταρ ό γ ’ ευ χωλής έπιμέμφεται ούθ ’ εκατόμβης, άλλ ’ ενεκ ’ άρητηρος ον ήτίμησ ’ ’ γαμέμνω ν Α ονδ ’ απέλυσε θύγατρα καί ονκ άπεδέξατ ’ άποινα, τοννεκ ’ άρ’ αλγε ’ έδωκεν έκηβόλος η δ ’ έτι δώσει· ούδ’ ο γ ε πριν Δαναοΐσιν άεικέα λοιγόν άπώσει, πριν γ ’ άπό πατρί φίλ(ο δόμεναι έλικώπιδα κούρην άπριάτην άνάποινον, άγειν θ ’ Ιερην εκατόμβην ες X ρύσην τότε κέν μιν ίλασσάμενοι πεπίθοιμεν. ” Ή τοι ό γ ’ ώς είπών κ α τ ’ ά ρ ’ έζετο' τοΐαι δ ’ άνέστη ηρως Ατρείδης ευρυ κρείων ’ γαμέμνων Α άχννμενος· μένεος δέ μέγα φρένες άμφί μέλαιναι πιμπλαντ ’, όσσε δέ οί πνρί λαμπετόωντι έΐκτη ν Κάλχαντα πρώτιστα κάκ ’ όσσόμενος προσέειπε· “μάντι κακών ου πώ ποτέ μοι το κρηγυον είπαςα ίεί τοι τά κάκ ’ έστί φίλα φρεσί μαντενεσθαι, έσθλόν ό ’ ουτέ τ ί πω εΐπας έπος ουτ’ έτέλεσσας-

80

85

90

95

100

105

32

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Έ ν α ς κοινός θνητός είναι κ α τώ τερ ο ς από ένα βασιλιά κι αλίμονο αν τον προσβάλει. Α κόμα κ ι αν ο β ασ ιλιάς κ α τα ­ π ιεί το θυμό του γ ια μ ια σ τιγ μ ή , θα τρ έ φ ετα ι από το χόλιασ μά του μέρα με τη μέρα, ωσότου μ π ο ρ έσ ει να πάρει εκδίκηση. Σκέψου, λοιπόν, αν μ πορείς να με π ρ ο σ τα τέ­ ψεις». Σ ’ αυτόν απάντησε ο γρήγορος σ τα π ό δ ια Α χιλλέα ς: «Ξ έχνα τους φόβους σου και δώ σε π ρ ο φ η τε ία 14. Γ ια τί, μα το θεϊκό Α πόλλω να, Κ ά λ χα ντα , το μ εγά λο θεό που σ τ’ όνομά του απο κ α λύ πτεις τ ις π ρ ο φ η τείες σου, ορκίζο­ μαι π ω ς , όσο εγώ ζω και β λ έπ ω 15, κανείς Δ αναός εδώ μέσα, στα κοίλα πλοία, δεν θα σε π ειρ ά ξει, ακόμ α κ ι αν εννοείς τον Α γαμέμνονα, που κ α υ χ ιέτα ι ό τι είναι α ρ χη γός τω ν Α χαιώ ν». Ο άξιος μάντης πήρε τελικά θάρρος κ α ι είπε: «Δ εν π ρόκειται γ ια ξεχασμένο τά μ α ή πλο ύσ ια θυσία. Ο θεός είναι θυμω μένος, γ ια τ ί ο Α γαμέμνονα ς πρόσ βα λε τον ιερέα του και αρνήθηκε να π άρει τα λύτρα κ α θ ώ ς κ α ι να ελευθε­ ρώσει την κόρη του. Α υτή είναι η α ιτία γ ια τ α τω ρ ινά μας βάσανα και τα μελλοντικά. Ο μακροβόλος θεός δεν θα γλ ιτώ σ ει τους Δαναούς από τον ά πρεπο θά νατο, όσο δεν δίνουμε την κόρη με τ ’ αστραφ τερά μ ά τ ια 16 στον π α τέρ α τη ς χ ω ρ ίς να πάρουμε λύτρα, π ροσ φ έροντας ιερές θυσίες στον Χ ρύση. Ό τα ν γίνει αυτό, τό τ ε ίσω ς τον εξευμενίσου­ με». Α υτός λοιπόν κάθισε κ ά τω , κ α ι ο ευγενής γ ιο ς του Α τρέα, ο μεγαλόψ υχος Α γα μ έμ νο να ς, σ η κ ώ θ η κ ε ορ γισ μ έ­ νος. Η μαύρη του κ αρ διά17 χτυ π ο ύ σ ε α π ’ τη ν α β ά σ τα χτη οργή κ αι τα μ ά τια του έμοιαζαν με λα μ π ερ ές γλώ σ σ ες φ ω τιάς. Σ τη ν αρχή λέει του Κ ά λ χα ντα γ ε μ ά τ ο ς οργή στο νου του: « Π ροφ ήτη του κακού, π ο τέ δεν ε ίπ ε ς καλό λόγο γ ια μένα. Σου αρέσει να μ αντεύεις συμφ ορές. Ο ύτε προφήτευσες ευχάριστο αλλά ούτε το έβγα λες αληθινό. Τ ώ ρ α

33

ΟΜΗΡΟΣ

καί νυν εν Δαναοϊσι θεοπροπέων αγορεύεις ώς δη τονδ’ ένεκά αφιν έκηβόλος άλγεα τεύχει, οννεκ’ εγώ κούρης Χρυσή ιδος ά γλ ά ’ άποινα ονκ έθελον δέξασθαι, έπεί πολύ βούλομαι αυτήν οίκοι έ χ ε ιν και γάρ ρα Κλυταιμνήστρης προβεβουλα κουριδίης άλο'χου, έπεί ού έθέν εστι χερείων, ού δέμας ουδέ φυήν, ο ύτ’ άρ φρενας ούτε τι έργα. άλλα και ως έθέλω δόμεναι πάλιν εί τό γ ’ άμεινον βούλομ’ εγώ λαόν σών έμμεναι ή άπολέσθαι' αύτάρ έμοί γέρας α ντ ίχ ’ έτοιμάσατ’ οφρα μη οίος Α ργείω ν άγέραστος έω, έπεί ουδέ εοικε■ λεύσσετε γάρ τό γε πάντες ο μοι γέρας έρχεται άλλη. ” 120 Τον δ ’ ή μείβετ’ έπειτα ποδάρκης δΖ‘ ς Αχιλλεύς' ο “ Άτρεΐδη κύδιστε, φιλοκτεανώτατε πάντων, πώς γάρ τοι δώσουσι γέρας μεγάθυμοι Α χαιοί; ουδέ τ ί που ΐδμεν ξννήϊα κείμενα πολλά· άλλα τά μέν πολίων έξεπράθομεν, τά δέδασται, λαούς δ ’ ονκ έπέοικε παλίλλογα ταϋτ ’ έπαγείρειν. άλλά σν μέν νϋν τήνδε θεω πράες· αύτάρ Α χαιοί τριπλή τετραπλή τ ' άποτείσομεν, α ί κέ ποθι Ζενς δώσι πάλιν Τροίην εύτείχεον έξαλαπάξαι. ” Τον δ ’ άπαμειβόμένος προσέφη κρείων Α γα μ έμ νω ν 130 “μη δ ’ ούτως άγαθός περ εών, θεοείκελ’ Α χιλλεϋ, κλέπτε νόω, έπεί ού παρελεύσεαι ουδέ με πείσεις. ή έθέλεις οφρ ’ αύτός έχης γέρας, αύτάρ έμ ’ αύτως ήσθαι δευόμενον, κέλεαι δέ με τήνδ ’ άποδονναι; ά λ λ ’ εί μέν δώσουσι γέρας μεγάθυμοι Α χαιοί άρσαντες κατά θυμόν, όπως αντάξιον έσταΓ 135
125 115

110

34

ΙΛΙΑΔΟΣ A

δε λες στους Δ αναούς π ω ς ο μακροβόλος θεός το υ ς δικ άζει, γ ια τ ί εγώ αρνήθηκα τα λα μπρά λύτρα γ ια τη Χ ρυσηίδα. Γ ια τί διάλεξα να κρατήσω την κ ο π έλα κ αι να την π ά ω στην π ατρίδα μου. Μου αρέσει π ρ ά γ μ α τ ι καλύτερα και από τη νόμιμη σύζυγό μου18, τη ν Κ λυ τα ιμ νή σ τρ α . Ε ίναι πανέμορφη κ α ι καθόλου κ ατώ τερη β έβ αια στην εξυπνάδα ή στη νοικοκυροσύνη. Π α ρ ’ όλ’ αυτά, ε ίμ α ι π ρόθυμ ος να την παραδώ σ ω , αν αυτό α π ο δ ειχτεί π ω ς είναι π ιο σοφό. Π ρ ο τιμ ώ 19 δε να είναι ο σ τρατός ά θ ιχ το ς π α ρ ά να κ α τα στραφεί. Γ ι’ αυτό π ρ έπ ει να μ ’ αφήσεις να δια λέξω αμέσω ς άλλο έπαθλο, γ ια να μη μείνω μόνο ε γώ με άδεια χέρ ια , γ ια τ ί είναι άπρεπο. Μ πορείτε να δ είτε όλοι σας π ω ς το δώρο που μου δώ σατε π ά ει τώ ρ α σ ’ άλλα χέρ ια » . Ο γρήγορος στα πόδια θεϊκός Α χ ιλ λ έα ς, αφού σ η κ ώ θ η ­ κε όρθιος, είπε: « Γ ιε του Α τρ έα , σ εβα σ τέ κ α ι α π ’ όλους πιο ακόρεστε, πού να βρουν οι γενναίοι Α χ α ιο ί καινούριο έπ α ­ θλο, ώ σ τε να ικανοποιηθεί η α π α ρ ά δεκ τη α π λ η σ τία σου; Ά κουσα π ω ς α π ’ όλα τα ευρήματά μας τ ίπ ο τ α δεν έμεινε αμοίραστο. Τ α λάφυρα που π ήρ αμ ε α π ’ τ ις κ α τα κ τη μ ένες πόλεις τα μοιραστή καμε, θα ζη το ύσ α μ ε δε υπερβολικά π ρ ά γ μ α τα γ ια τους άντρες μ ας, αν τους α ν α γκ ά ζα μ ε να τα ξαναμαζέψουν. Δ ώ σε τώ ρ α π ίσ ω τη ν κ ο π έλα , κ α θώ ς ζη τά κ ι ο θεός, κι εμείς θα σε α π ο ζη μ ιώ σ ο υ μ ε τρ ιπλ ά και τετρ α π λ ά , αν ο Δ ία ς μας επ ιτρ έψ ει να ρίξουμε τα τείχη τη ς Τ ροίας». Ο βασιλιάς Α γαμέμνονα ς του α π ά ν τη σ ε α μ έσ ω ς: ((Κι αν είσαι σπουδαίος άντρας, θεόμορφε Α χιλ λ έα , μη φ ανταστείς π ω ς θα με γελά σ εις μ ’ αυτό, γ ια τ ί δεν θα μου αλλάξεις ούτε γ νώ μ η ούτε μυαλό. Θ έλεις μ ή π ω ς20 να τη δώ σ ω αυτή, τη σ τιγμ ή που εσύ έχεις τιμ η τικ ό έπα θλο, κ α ι να κάθομαι στερημένος; Α ν οι μ εγαλόψ υχοι Α χ α ιο ί μου δώσουν ένα καινούριο έπαθλο και δια λεγμένο, κ α θ ώ ς μου τα ιρ ιά ζει21, τό τε θα γίνει αυτό. Αν ό χ ι22, τό τε θα έρθω κ α ι θα διαλέξω

35

ΟΜΗΡΟΣ

εί δέ κε μη δώωσιν, εγώ δέ κεν αυτός έλωμαι η τεόν η Αΐαντος ιών γέρας, η Όδυσήος άξω ελώ ν ό δέ κεν κεχολώσεται όν κεν ίκωμαι. ά λ λ ’ ήτοι μέν ταντα μεταφρασόμεσθα καί αντις, 140 νυν δ ’ άγε νηα μέλαιναν έρνσσομεν εις άλα δίαν, έν < ’ έρέτας επίτηδες άγείρομεν, ές δ ’ εκατόμβην 5 θείομεν, αν δ ’ αυτήν Χρυσηίδα καλλιπάρηον βήσομεν εις δέ τις άρχός άνήρ βονληψόρος έστω, η Αίας ή Ίδομενεύς η δϊος Όδυσσενς 145 ήέ συ, Πηλεΐδη, πάντων έκπαγλότατ ’ άνδρών, οφρ ’ ήμιν έκάεργον ίλάσσεαι ιερά ρέξας. ” Τον δ ’ άρ ’ ύπόδρα ίδών προσέφη πόδας ώκύς Αχιλλευς' “ώ μοι άναιδείην έπιειμένε, κερδαλεόφρον, πώς τις τοι πρόφρων έπεσιν πείθηται Αχαιών 150 η οδόν έλθέμεναι ή άνδράσιν ΐφι μάχεσθαι; ου γάρ εγώ Τρώων ένεκ’ ήλυθον αίχμητάων δεϋρο μαχησόμενος, έπεί οΰ τ ί μοι α ίτιοί είσ ιν ον γάρ πώ ποτ ’ εμάς βονς ήλασαν ονδέ μέν ίππους, ουδέ π ο τ ’ έν Φθίη έριβώλακι βωτιανείρη 155 καρπόν έδηλήσαντ’, έπεί ή μ άλα πολλά μεταξύ οΰρεά τε σκιόεντα θάλασσά τε ηχήεσσα· άλλά σοί, ώ μ έγ ’ άναιδές, άμ ’ έσπόμεθ ’ όφρα σύ χαίρης, τιμήν άρνυμενοι Μενελάω σοί τε, κννώπα, πρός Τρώ ω ν των ον τι μετατρέπη ουδ’ άλεγίζεις■ 160 καί δη μοι γέρας αυτός άφαιρήσεσθαι άπειλεΐς, ώ έπι πολλά μόγησα, δόσαν δέ μοι υϊες Αχαιών. ου μέν σοί ποτε ίσον έχω γέρας όππότ ’ Αχαιοί Τρώων έκπέρσωσ’ εύ ναιόμενον πτολίεθρον άλλά τό μέν πλεΐον πολνάϊκος πολέμοιο 165 χεϊρες έμαί διέπονσ’· άτάρ ήν ποτε δασμός ίκηται, σοί τό γέρας πολύ μεΐζον, εγώ δ ’ ολίγον τε φίλον τε έρχομ ’ εχων επί νήας, έπ εί κε κάμω πολεμίζων.

ΙΛΙΑΔΟΣ A

το δικό σου έπαθλο ή αυτό του Α ία ντα ή, αφού το α ρ π ά ξω , να φέρω το έπαθλο του Ο δυσσέα; Σ ’ όποιον π ά ω θα ο ρ γι­ στεί. Π ά ντω ς, θα μπορούσαμε να το διευθετήσουμ ε αυτό αργότερα. Γ ια την ώ ρα, άφησε να σαλπά ρουμε με μαύρο πλοίο23 στη γαλήνια θάλασσα, ναύλω σέ το με κ ω π η λ ά τες και φόρτω σέ το ζώ α γ ια τις θυσίες κ α ι βάλε μέσα τη Χ ρυσηίδα με τις όμορφες π αρειές. Ά φ ησε κ άπ ο ιον αρχηγό μας να μ π ει καπετάνιος, τον Α ία ντα , τον Ιδ ο μ ενέα , τον υπέροχο Ο δυσσέα ή εσένα τον ίδιο, γ ιε το υ Π η λ έα , α π ’ όλους τον τρομερότερο, κ α ι να τελέσ ει τη θυσία, γ ια να ξανακερδίσουμε την εύνοια του μακροβόλου». Α φού ο γρήγορος στα πόδια Α χ ιλ λ έα ς έριξε σ’ αυτόν άγρια μ α τιά , είπε: «Α λίμονο, ξεδιάντρ ο π ε συμφ εροντολό­ γε, π ώ ς περιμένεις, τέτοιος που είσαι, α π ’ τους σ τρ α τιώ τες να σου ορκιστούν π ίσ τη , όταν τους στέλνεις σ τη μ ά χη ή στις επιδρομές; Ε γ ώ δεν είχα τ ίπ ο τ α με το υ ς ικανούς στο δόρυ Τ ρώ ες κ ι όμω ς ήρθα εδώ να π ο λεμ ή σ ω . Π ο τέ τους δεν μ ’ έβλαψαν. Π ο τέ τους δεν μου έκλεψαν βόδια μήτε άλογα. Ο ύτε μου ποδοπάτησ α ν π ο τέ τους κ α ρ π ο ύ ς α π ’ το εύφορο χ ώ μ α τη ς Φ θίας, που τρ έφ ει γενναίους άντρες. Γ ια τί ανήσυχη θάλασσα και σ κοτεινές οροσειρές χω ρίζουν τις χ ώ ρ ες μας. Η αλήθεια είναι π ω ς σου σ υ μ π α ρ α σ τα θή ­ καμ ε στην εκσ τρα τεία γ ια να σ ’ ευχα ρ ισ τή σ ο υμ ε, αδιάντρο­ π ε, και γ ια τον αδελφό σου Μ ενέλαο κ α ι σένα, σκύλε, να πάρουμε ικανοποίηση από τους Τ ρ ώ ε ς- γ ι ’ α υ τά εσύ δεν μεταστρέφεσαι ούτε μεριμνάς. Τ ώ ρ α δε με α π ειλ είς ότι θα πάρεις το έπαθλό μου, που με κόπο α π έ κ τ η σ α , τιμ η τικ ό δώρο από τους Α χαιούς. Π ο τέ δεν μου προσφέρουν εμένα τόσα όσα εσένα, κάθε φορά που οι Α χ α ιο ί κ α τα κ το ύ ν κάποια καλοκατοικημένη πόλη τω ν Τ ρ ώ ω ν. Η θύελλα τη ς μ ά χη ς π έφ τει σε μένα, αλλά, όταν έ ρ χ ε τα ι η ώ ρα τη ς μοιρασιάς, εσύ παίρνεις το μεγαλύτερο μερίδιο, αφήνοντας εμένα να γυρίσω εξουθενω μένος α π ’ το π εδ ίο τη ς μ ά χ η ς με

37

ΟΜΗΡΟΣ

νυν δ ’ είμι Φθίηνδ’, έπεί ή πολύ φέρτερόν έστιν οί'καδ’ ίμεν συν νηνσι κορών ίσ ιν, ουδέ σ ’ όΐω ενθάδ ’ άτιμος εών αφενός και πλούτον άφνξειν. ” Τον δ ’ ή μ είβετ’ έπειτα άναξ άνδρών Α γα μ έμ νω ν “φεϋγε μάλ ε ί τοι θυμός έπέσσυται, ουδέ σ ’ έγω γε 170

λΐσσομαι εί'νεκ ’ έμεΐο μ ένειν πάο ’ έμοιγε και άλλοι ο ί κ έ με τιμησουσι, μάλιστα δέ μητίετα Ζευς. εχθιστός δέ μ ο ί έσσι διοτρεφέων βασιληω ν αίει γάρ τοι έρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε· εί μαλα καρτεράς έσσι, θεός που σοι το γ ’ εδω κεν ο ’καδ’ ιών σνν νηνσί τε σης και σοΐς έτάροισι ί Μυρμιδόνεσσιν άνασσε, σέθεν δ ’ εγώ ονκ άλεγίζω, ονδ’ οθομαι κοτέοντος' απειλήσω δέ τοι ώδε' ώς έμ ’ άφαιρεΐται Χρυαηΐδα Φοίβος ’ πόλλων, Α την μέν εγώ συν νηΐ τ ’ έμη και έμοΐς έτάροισι πέμχρω, εγώ δέ κ ’ άγω Βρισηΐδα καλλιπάρηον αυτός ιών κλισίηνδε το σόν γέρας οφρ’ έύ είδης οσσον φέρτερός είμι σέθεν, στυγέη δέ και άλλος ίσον έμοι φάσθαι και όμοιωθημεναι άντην. ” "Ως φάτο' Π ηλεΐωνι δ ’ άχος γ έ ν ετ ’, εν δέ οί ήτορ στηθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμηριξεν, ή ο γε φάσγανον οξύ έρυσσάμενος παρά μηρόν τούς μέν άναστήσειεν, ό δ ’ Άτρείδην εναρίζοι, ήε χόλον πανσειεν έρητνσειέ τε θυμόν, ήος δ τανθ ’ ώρμαινε κατά φρένα και κατά θυμόν, έλκετο δ ’ εκ κολεοϊο μέγα ξίφος, ήλθε ό ’ Άθήνη 190 185 180 175

38

ΙΛΙΑΔΟΣ A

κ ά τι πολύ μικρό, κ ά τι που έχω βρει μόνος μου. Τ ώ ρ α όμ ω ς θα γυρίσω π ίσ ω στη Φ θία24- είναι το καλύτερο που έ χω να κάνω , να σαλπάρω πίσ ω στην π α τρ ίδ α με τ ’ αμφ ίκυρτα πλοία25 μου και δεν έχω στο νου, ενώ βρίσκομαι εδώ , να δέχομ αι προσβολές και να μαζεύω πλούτη κ αι αγαθά για σένα». Τ ό τε του απάντησε ο βασιλιάς Α γαμέμνονας: «Φ ύγε το γρηγορότερο, αν στην καρδιά σου το επιθυμ είς πολύ. Δεν θα σε παρακαλέσω να μείνεις γ ια χάρη μου. Υ πάρχουν άλλοι που είναι μ α ζί μου και που με σ έβο ντα ι— ο σοφός Δ ία ς είναι ο π ρ ώ το ς ανάμεσα τους. Α π ’ όλους τους διοτραφείς βασιλιάδες είσαι ο π ιο αναξιόπισ τος γ ια μένα. Γ ια τί π ά ντο τε σου είναι προσφιλείς οι έριδες, οι πόλεμοι και οι συγκρούσεις. Κ αι αν είσαι σπουδαίος σ τρ α τιώ τη ς, ποιος άλλος σ ’ έκανε έτσι εκτός από το θεό; Π ήγαινε λοιπόν στην π α τρίδα με τα πλοία σου κ αι τους πολεμισ τές σου, να διαφεντεύεις τους Μ υρμιδόνες. Δεν μ ’ ενδιαφέρει γ ια σένα, και η οργή σου με αφήνει αδιαφορο. Μ ε τούτα δε τα λόγια θα σε απειλήσω : Μ ε τον ίδιο τρόπο που ο Φ οίβος Α πόλλω νας μου αρπ άζει τη Χ ρυσηίδα, την οποία θέλω να φυγαδεύσω με το πλοίο μου κ αι το π λήρ ω μ ά μου, έτσι κι εγώ θα πάρω α π ’ τη σκηνή σου τη Β ρισηίδα26 με τις όμορφες παρειές, το δικό σου έπαθλο, γ ια να σου δείξω π ω ς έχω τρανότερη εξουσία από σένα και να δείξω στους άλλους ότι π ρ έπ ει να προσέχουν όταν μιλούν και να μην αψηφούν το βασιλιά τους». Έ τ σ ι είπ ε, και το γιο του Π ηλέα κατέλαβε στενοχώ ρια. Σ το δασύτριχο στήθος η καρδιά του χτυπ ο ύσ ε διχασμένη, ή να σύρει το κοφτερό του σ παθί α π ’ τα π λ ά γ ια κ αι, αφού παραμερίσει το πλήθος, να σκοτώ σ ει το γιο του Α τρέα ή να κρατήσει τη ν ψ υχραιμία του κ α ι να ελέγξει το άγριο πάθος του. Κ ι ενώ ταλαντευόταν στο μυαλό και στην καρδιά του και είχε μισοσύρει έξω το μακρύ του σ παθί, κατέβ ηκε από

39

ΟΜΗΡΟΣ

οϋρανόθεν προ γάρ ήκε θεά λενκώλενος "IIρη, άμφω όμως θνμω φιλέουσά τε κηδομενη τε· στη δ ’ όπιθεν, ξανθής δέ κόμης έλε Πηλεΐωνα οΐω φαινομενη· των δ ’ άλλων ον τις όρατο· θάμβησεν δ ’ Α χιλενς, μετά δ ’ έτράπετ ’, αύτίκα δ ’ έ'γνω Π α λλά δ’ Αθηναι'ην δεινώ δε οί οσσε φάανθεν κα ί μιν φωνήσας έπεα πτερόεντα προσηνδα“τ ίπ τ ’ α ΰτ’ αιγιόχοιο, Διός τέκος, είλήλουθας; ή ίνα νβριν ΐδη Άγαμέμνονος Άτρεΐδαο; ά λ λ ’ εκ τοι έρεω, το δέ καί τελέεσθαι otor ης νπεροπλίησι τάχ ’ άν ποτε θυμόν ολέσσΐ].” Τον δ ’ αντε προσέειπε θεά γλαυκώπις Άθηνη' “ήλθον εγώ πανσουσα το σόν μένος, α ϊ κε πίθηαι, ονρανόθεν προ δέ μ ’ ήκε θεά λενκώλενος Ή ρη άμφω όμως θνμω φιλέουσά τε κηδομένη τε~ άλλ ’ άγε λήγ ’ έριδος, μηδέ ξίφος έλκεο χειρν ά λλ ’ ητοι έπεσιν μέν ονείδισαν ώς έσεταί περ' ώδε γάρ εξερέω, τό δέ και τετελεσμένον έσταί' κα ί ποτέ τοι τρις τόσσα παρέσσεται άγλαά δώρα νβριος είνεκα τήσδε· σν δ ’ ίσχεο, πείθεο δ ’ ή μ ΐν .” Την δ ’ άπαμειβόμενος προσέφη πόδας ώκνς Άχιλλενς' “χοή μέν σφωίτερόν γε θεά έπος είρνσσασθαι και μάλα περ θυμώ κεχολωμένον ώς γάρ άμεινον ός κε θεοϊς έπιπείθηται μάλα τ ’ έκλνον αυτόν. ” Ή καί έπ ’ άργνρέη κο'/πη σχέθε χεϊρα βαρεϊαν, άψ δ ’ ές κουλεόν ώσε μέγα ξίφος, ονδ’ άπίθησε μνθω Αθηναίης· ή δ ’ Ονλνμπον δέ βεβηκει δώ ματ’ ές αίγιόχοιο Δ ιός μετά δαίμονας άλλους.

195

200

205

210

216

220

40

ΙΛΙΑΔΟΣ A

τον ουρανό η Α θηνά27' ήταν σταλμένη νω ρίτερα α π ’ τη θεά Ή ρ α με τους λευκούς βραχίονες, που α γα π ο ύ σ ε στην ψυχή τη ς κ αι νοιαζόταν και γ ια τους δυο α ρ χη γο ύ ς. Η Αθηνά στάθηκε π ίσ ω του και τράβηξε το γιο το υ Π η λέα α π ’ τα ξανθά μαλλιά- σ’ αυτόν φαινόταν, από τους άλλους δε κανείς δεν την έβλεπε. Θ α μ π ώ θ η κ ε ο Α χ ιλ λ έα ς, έστρεψε δε π ίσ ω και αμέσω ς αναγνώ ρισε την Π αλλάδα Αθηνά. Φ οβερά άστραφταν τα μ ά τια της· τ η ς μ ίλη σ ε αμέσω ς: « Γ ια τί ήρθες π ά λι εδώ , κόρη του ασπιδοφ όρου Δ ία ; Γ ια να ’σαι μάρτυρας τη ς αλαζονείας του γιου του Α τρέα, του Α γαμέμνονα; Σου το λέω καθαρά π ω ς αυτό ς θα πληρώ σ ει γ ια το θράσος του με τη ζω ή του». Η Α θηνά η γαλανομά τα του απάντησ ε: « Ή ρ θ α από τον ουρανό γ ια να κατευνάσω την οργή σου. Η θεά Ή ρ α με τους λευκούς βραχίονες μ ’ έστειλε εδώ κ ά τω , επειδή σας α γα π ά στην ψυχή της κ αι νοιάζεται κ α ι γ ια τους δυο το ίδιο. Έ λ α τώ ρ α , σ τα μάτησ ε τη δ ια μ ά χ η κ α ι π ά ρ ε το χέρι σου α π ’ το σ παθί σου. Τ ρύπησ έ τον με το υ ς λόγους σου, όπω ς του α ξ ίζει28. Θ α σου π ω τ ι π ρ ό κ ειτα ι να συμβεί. Θ α έρθει η μέρα που τρεις φορές π ιο π ο λ ύ τιμ α δώ ρα α π ’ αυτά που έχασες τώ ρ α θα σου ακουμπήσουν μ πρ ο ς σ τα πόδια , π ληρω μή γ ι ’ αυτή την προσβολή. Ν α σ υ γ κ ρ α τη θείς και να π εισ τείς σε μας». Σ ’ αυτήν απάντησε ο γρήγορος σ τα π ό δ ια Α χιλλέα ς: «Θ εά, όταν π ρ ο σ τά ζετε κ αι οι δυο, π ρ έ π ε ι κανείς να υπ α ­ κούει όσο θυμω μένος και να ’ναι. Γ ια τ ί έτσ ι είναι πολύ καλύτερα. Ό π ο ιο ς τους θεούς ακούει, τον συντρέχουν με τη σειρά τους κι αυτοί». Ε ίπ ε και με το δυνατό του χέρ ι κ ρ ά τη σ ε την ασημένια λαβή και μέσα στη θήκη έσ πρω ξε το μακρύ του ξίφος, υπακούοντας την Α θηνά. Α υτή έφ ευγε γ ια τον Ό λ υ μ π ο , στο π α λ ά τι του ασπιδοφόρου Δ ία , ν’ α ν τα μ ώ σ ει τους άλ­ λους θεούς.

41

ΟΜΗΡΟΣ

Πηλειδης δ ’ έξαϋτις άταρτηροΐς έηέεσσιν Λτρεΐδην προσέειπε, καί ον πω λήγε χόλοιο· “οίνοβαρές, κυνός όμ μα τ’ εχων, κραδίην δ ’ έλάφοιο, οντε ποτ ’ ές πόλεμον άμα λαω θωρηχθήναι οντε λόχονδ ’ ίε'ναι συν άριατήεσσιν ’ χαιών Α τετληκας Ονμω' τό δε τοι κήρ εϊδεται είναι. ή πολύ λωίον έστι κατά στρατόν εύρύν Αχαιώ ν δώ ρ’ άποαιρεΐσΟαι ος τις σεθεν άντίον εΐπη· δημοβόρος βασιλεύς, έπεί οντιδανοΐσιν άνάσσειςή γάρ αν, Ατρε'ιδη, νυν νστατα λωβήσαιο. άλλ ’ εκ τοι ερε'ω καί επί μέγαν όρκον όμονμαν ναι μά τάδε σκήπτρον, τό μέν ον ποτε ψνλλα καί όζονς φνσει, έπεί δή πρώτα τομήν έν όρεσσι λελοιπεν, ούδ ’ άναθηλήσεΓ περί γάρ ρά έ χαλκός ελεψε φνλλά τε καί φλοιόν νυν αντέ μιν νίες Αχαιών έν παλάμης φορέονσι δικασπόλοι, οι τε θέμιστας πρός Δ ιός είρναταν ό δε' τοι μέγας εσσεται όρκος· ή π ο τ ’ Αχιλλήος ποθή ΐξεται νιας Αχαιών σνμπαντας· τότε δ ’ ον τι δυνήσεαι άχννμενός περ χραισμεΐν, εντ ’ άν πολλοί νφ ’ Έκτορος άνδροφόνοιο θνήσκοντες πίπ τω σι· σν δ ’ ενδοθι θυμόν άμνξεις χωόμένος ό τ ’ άριστον Αχαιών ουδέ ν ετεισας. ” *Ως φάτο Πηλειδης, ποτί δέ σκήπτρον βάλε γαίη χρνσείοις ήλοισι πεπαρμένον, εζετο δ ’ αντός· Ατρειδης δ ’ έτέρωθεν έμήνιε· τοΐσι δέ Νεστωρ ηδνεπής άνόρονσε, λιγυς Π νλίω ν άγορητής, τον καί από γλώσσης μελιτος γλνκίων ρέεν αϋδή· τώ ό ’ ήδη δυο μέν γενεαί μερόπων ανθρώπων έφθίαθ ο ΐ οί πρόσθεν άμα τράφεν ήδ ’ έγένοντο έν Π νλω ήγαθέη, μετά δέ τριτάτοισιν άνασσεν ο σφιν έν φρονέων άγορήσατο καί μ ετέειπ εν 250 245 240 235 230 225

42

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Ο γ ιο ς του Π ηλέα, ω στόσο, δεν είχε κ α τα π νίξει τη μανία του, πλησίασε δε τον Α τρείδη και π ά λ ι του μίλησε με φαρμακερά λόγια: «Μ έθυσε, που ’χεις μορφή σκύλου και καρδιά ελαφιού. Π οτέ σου δεν έχεις το θάρρος ν’ αρματω θείς και να π α ς σ τη μ ά χη με τους άντρες ή να παρευρεθείς μ ’ άλλους αρχηγούς τω ν Α χα ιώ ν σε καρτέρι — γνω ρ ίζεις π ω ς θάνατός σου θα είναι. Π ρ ο τιμ ά ς να π α ­ ραμένεις στο στρατόπεδο κλέβοντας τα δώρα όποιου τολ­ μήσει να σου αντιμιλήσει, καλοπερνώ ντας σε βάρος του λαού σου, επειδή είσαι βασιλιάς σε τιπ ο τένιο υ ς- διαφορε­ τικά , γ ιε του Α τρέα, αυτή η προσβολή θα ’ταν κ α ι η τελευτα ία σου. Σ η μ είω σ ε τα λόγια μου, γ ια τ ί θα πάρ ω τρανό όρκο. Ν αι, μα το σκήπτρο μου29, που κ ά π οτε το ’κοψαν στις π λ α γ ιές ενός βουνού α π ’ τον κορμό του και δεν θα ξα ναπετάξει φύλλα ή κλαριά, αφού πελέκι χάλκινο του ’χ ε ι θερίσει φύλλα και φλούδα. Κ ι ό μ ω ς οι γιο ι τω ν Α χα ιώ ν, που προστατεύουν τους νόμους μας σ τ’ όνομα του Δ ία, οι δικ ασ τές, το κρατούν στα χέρια τους. Σ ’ αυτό ορκίζομαι, και αυτός ο όρκος θα ’ναι μεγάλος σε σένα, π ω ς θα ’ρθει η μέρα που όλοι οι γ ιο ι τω ν Α χα ιώ ν, θα με νοσταλγήσουν, κ αι συ απογοητευμένος θα σ ταθείς αδύνα­ μος να τους βοηθήσεις, κ α θώ ς θα πέφ τουν νεκροί α π ’ τον αντροφονιά τον Έ κ το ρ α . Κ αι η καρδιά σου θα κλαίει από καημό που θα ’χεις κ ατα ρα σ τεί το γενναιότερο άντρα τη ς εκστρατείας». Έ τ σ ι είπε ο γιο ς του Π ηλέα, κάρφ ω σε δε κ ά τω το ραβδί με τα χρυσά καρφ ιά και κ ά θισ ε- εκείνος δε έμενε οργισμέ­ νος. Α νάμεσα σ’ αυτούς ανασηκώ θηκε ο Ν έσ τορας30, ο κομψός ο μ ιλητή ς τω ν Π υλίω ν, που η ομιλία έτρ εχε α π ’ το σ τόμ α του π ιο γλυκ ιά από το μέλι. Ε ίχ ε δει στη ζω ή του δυο γενιές να περνούν, να μεγαλώ νουν κ αι να πεθαίνουν στη θαυμάσια Π ύλο31 κ αι τώ ρ α διαφέντευε την τρ ίτη . Α υτός, σκεπτόμενος το καλό, πήρε το λόγο και είπ ε σ’

43

ΟΜΗΡΟΣ

“ώ πήποί ή μέγα πένθος Άχαιΐδα γαΐαν ΐκάνει · ή κεν γηθησαι, Πρίαμος Πριάμοιό τε παΐδες άλλοι τε Τρώες μέγα κεν κεχαροίατο θνμω, εί σφώιν τάδε πάντα πνθοίατο μαρναμένοιίν, οΐ περί μέν βονλήν Δαναών, περί δ ’ έστέ μάχεσθαι. άλλα πίθεσθ’· άμφω δέ νεωτέρω έστόν έμεΐο' ήδη γάρ ποτ ’ εγώ καί άρείοσιν ή έ περ νμΐν άνδράσιν ώμίλησα, καί ον ποτέ μ ’ ο ΐ γ ’ άθέριζον. ον γάρ πω τοίονς ϊδον άνέρας ονδέ ίδωμαι, οίον ΙΊειρίθοόν τε Δρναντά τε, ποιμένα λαών, Καινέα τ ’ Έξάδιόν τε καί άντίθεον Πολύφημον Θησέα τ ’ Α Ιγεΐδην, έπιείκελον άθανάτοισιν κάρτιστοί δη κείνοι έπιχθονίων τράφεν άνδρών κάρτιστοι μέν έσαν καί καρτίστοις έμάχοντο φηρσίν όρεσκώοισι καί έκπάγλως άπόλεσσαν. καί μέν τοΐσιν εγώ μεθομίλεον εκ Π νλον έλθών τηλόθεν εξ άπίης γαίης- καλέσαντο γάρ αυτοί’ · καί μαχόμην κ α τ ’ έ μ ’ αυτόν εγώ ' κείνοισι δ ’ αν ον τις τών ο ΐ ννν βροτοί είσιν έπιχθόνιοι μαχέοιτο · καί μέν μεν βονλέων ξννιεν πείθοντό τε μύθω' άλλα πίθεσθε καί υμμες, έπεί πείθεσθαι άμεινον μήτε σν τ ονδ ’ άγαθος περ έών άποαίρεο κονρην, ά λλ ’ εα, ώς οΐ πρώτα δοσαν γέρας νίες ’ χ α ιώ ν Α μήτε σν, Πηλεΐδη, εθελ ’ έριζέμεναι βασιλήϊ άντιβίην, έπεί ου π ο θ’ όμοίης έμμορε τιμής σκηπτούχος βασιλεύς, ώ τε Ζευς κϋδος έδωκεν. εί δέ συ καρτεράς έσσι θεά δέ σε γείνατο μήτηρ, άλλ ’ ο γ ε φέρτεράς έστιν έπεί πλεάνεσσιν άνάσσει. Άτρείδη, σύ δέ παϋε τεόν μένος· αντάρ έγω γε λίσσομ ’ Α χ ιλ λ ή ϊ μεθέμεν χόλον, δς μέγα πασιν έρκος Αχαιοϊσιν πέλεται πολέμοιο κακοϊο. ” 280 275 270 265 260 255

44

ΙΛΙΑΔΟΣ A

αυτούς: « ΙΙο πο πόσο μεγάλο κακό χ τυ π ά ε ι την αχα ϊκή γη. Πόσο θα χαίρονταν ο Π ρίαμος και οι γ ιο ι του! Τ ι χαρά θα ένιωθαν όλοι οι Τ ρ ώ ες, αν άκουγαν αυτό τον τσακω μό μεταξύ σας, εσείς που είστε ανώ τεροι α π ’ τους Δαναούς και στη σκέψη και στον πόλεμο. Α κούστε με γ ια τ ί είστε και οι δυο νεότεροι μου. Σ το παρελθόν συναναστράφηκα σπουδαιότερους άντρες από σας και π ο τέ δεν με αγνόησανγ ια τ ί ακόμα δεν συνάντησα ούτε θα συναντήσω32 τέτοιους άντρες, όπω ς ο Π ειρίθοος, ο Δ ρύαντας, ο άρχοντας τω ν λαών, ο Κ αινέας, ο Ε ξά διος, ο ισόθεος Π ολύφημος κ αι ο γ ιο ς του Α ιγέα , ο όμοιος με τους θεούς Θ ησέας. Υ πήρξαν οι ισχυρότεροι α π ’ τους άντρες που μπόρεσε π ο τέ αυτή η γ η ν’ αναθρέψει, οι ισχυρότεροι άντρες ενάντια στους ισχυ­ ρότερους εχθρούς, που πάλεψ αν με θηρία τω ν βουνών και με τρόπο λαμπρό τα κατέστρεψ αν. Αφού ήρθα από την Π ύλο, από μακρινό τό π ο , τους συναναστράφηκα, επειδή αυτοί μου το ζή τη σ α ν- κ α ι πολεμούσα ανεξάρτητος κοντά τους. Ή τ α ν δε άντρες που κανείς θνητός πάνω στη γη δεν θα τους α ν τιμ ε τώ π ιζε μ έχρ ι σήμερα στη μ ά χη . Π α ρ ’ όλα αυτά άκουγαν τ ι είχα να τους π ω κ αι ακολουθούσαν τη συμβουλή μου. Ε σ είς οι δυο π ρ έπ ει να π εισ τείτε, γ ια τ ί το καλύτερο είναι η υπακοή. Κ αι συ ξέχνα, ακόμη κ ι αν μπορείς, μην του παίρνεις την κόρη, ο σ τρατός τού την έδωσε δώρο τιμ η τικ ό . Κ αι συ, γ ιε του Π ηλέα, πα ρ ά τα αυτή την έχθρα γ ια το βασ ιλιά- γ ια τ ί π ο τέ δεν απολά μ β α­ νε τη ς ίδιας τιμ ή ς ο βασιλιάς που φέρει σκήπτρο, στον οποίο ο Δ ία ς έδω σε τη δόξα. Κ ι αν είσαι δυνατός εσύ33, σε γέννησε ό μ ω ς θεά. Ο Α γαμέμνονα ς ό μ ω ς είναι σπου­ δαιότερος, επειδή βασιλεύει σε περισσότερους ανθρώπους. Κ αι συ, γ ιε του Α τρ έα 34, πάψ ε το θυμό σου- θα παρακαλέσω όμω ς τον Α χιλλέα , που είναι ο π ρ ο μ α χώ να ς μας μέσα στης μ ά χη ς την αντάρα, ν’ αφήσει την οργή του».

45

ΟΜΗΡΟΣ

Τον δ ’ άπαμειβόμένος προσέφη κρείων Α γα μ έμ νω ν “ναι δή ταϋτά γε πάντα, γέρον, κατά μοίραν έειπες' ά λλ ’ οδ’ άνήρ έθέλει περί πάντων εμμεναι άλλων, πάντων μεν κρατέειν έθέλει, πάντεσσι δ ’ άνάσσειν, πασι δέ σημαίνειν, ά τιν ’ ον πείσεσθαι o tw εί δέ μιν αίχμητήν έθεσαν θεοί αίέν έοντες τοννεκά οί προθέονσιν όνείδεα μνθήσασθαι; ” Τον δ ’ άρ’ ΰποβλήδην ήμείβετο δϊος Αχιλλενς' “ή γάρ κεν δειλός τε καί ουτιδανός καλεοΐμην, εί δή σοί παν έργον ύπείξομαι ό ττί κεν είπης■ άλλοισιν δή ταϋτ ’ έπιτέλλεο, μη γάρ έμοιγε σήμαιν ’· ον γάρ έ γ ω γ ’ έτι σοί πείσεσθαι όΐω. άλλο δέ τοι έρέω, αν δ ’ ένί φρεσί βάλλεο ofjar χερσί μέν ου τοι έγω γε μαχήσομαι εΐνεκα κονρης οντε σοί οντέ τω άλλω, έπ εί μ ’ άφέλεσθέ γε δόντες· των δ ’ άλλων ά μ ο ι έστι Oofj παρά νηϊ μελαίνη των ονκ αν τι φέροις άνελών άέκοντος έμεϊοεί δ ’ άγε μην πείρησαι, ίνα γνώωσι καί οίδε' αΐψά τοι αίμα κελαινόν έρωήσει περί δονρί. ” "Ως τώ γ ’ άντιβίοισι μαχεσσαμένω έπέεσσιν άνστήτην, λΰσαν δ ’ άγορήν παρά νηνσίν Α χ α ιώ ν Πηλείδης μέν έπί κλισίας καί νήας έΐσας ήϊε συν τε Μενοιτιάδη καί οίς έτάροισιν Ατρείδης δ ’ άρα νήα θοήν άλα δέ προέρυσσεν, έν δ ’ έρέτας έκρινεν έείκοσιν, ές ό ’ εκατόμβην βήσε θεω, άνά δέ Χρνσηΐδα καλλιπάρηον είσεν ά γω ν έν δ ’ άρχός εβη πολνμητις Όδυσσενς. Ο ί μέν έπειτ ’ άναβάντες έπέπλεον υγρά κέλενθα, λαούς δ ’ Ατρείδης άπολνμαίνεσθαι ά νω γεν οί δ ’ άπελνμαίνοντο καί εις άλα λνματα βάλλον, έρδον δ ’ Απόλλωνι τεληέσσας έκατόμβας τανρων ή δ’ αιγών παρά θϊν’ άλός άτρυγέτοιο· κνίση δ ’ ονρανόν ίκεν έλισσομένη περί καπνώ.

285

290

295

300

305

310

315

46

ΙΛΙΑΑΟΣ A

Σ ’ αυτόν α π α ντώ ντα ς, είπε ο βασιλιάς Α γαμέμνονα ς: «Γέροντα, μίλησες πολύ σοφά. Α υ τό ς ο άντρας, όμω ς, επιθυμεί να είναι ανώτερος και όλους να μας κυβερνά, να παρουσιάζεται βασιλιάς κ α ι να δίνει του καθένα μας δια­ τα γές και, α π ’ ό ,τι ξέρω, κανείς δεν θα δ εχ τ εί. Τ ι κ ι αν οι αθάνατοι θεοί τον έκαναν αντρειω μένο; Έ χ ε ι το δ ικ α ίω μ α 35 βρισιές να ξεστομ ίζει;» Ο θεϊκός Α χιλλέα ς αφού τον διέκοψε είπε: « Θ α μ ’ έλεγαν τιποτένιο και άνανδρο, αν συμφω νούσα με σένα σε ό ,τι π εις. Ά λλους και όχι εμένα να π ρ ο σ τά ζ εις' νομίζω π ω ς σε σένα π ια δεν θα π εισ τώ . Κ α ι κ ά τ ι άλλο να ξέρεις: δεν πρ ό κειτα ι να έρθω σ τα χέρ ια μ α ζί σου ή με άλλον για χάρη αυτής τη ς κόρης. Ε νώ μου τη δ ώ σ α τε, τώ ρ α μου την παίρνετε π ίσ ω . Ό σ α όμω ς έχω μέσα σ τα γ ο ρ γ ά μαύρα μου πλοία δεν θα τα πάρεις. Έ λ α κ α ι δοκίμα σ ε, ώ σ τε να δουν οι υπόλοιποι τ ι θα συμβεί. Τ ο αίμα σου θα τρ έξει σε λίγο μαύρο α π ’ το δόρυ μου». Αφού οι δυο με λόγους εχθρικούς σ η κ ώ θη κα ν, διέλυσαν τη συνέλευση κοντά στον αχα ϊκ ό στόλο. Ο γ ιο ς του Π ηλέα μ α ζί με το γιο του Μ ενοίτιου και το υ ς άντρες του έφυγαν στα κ α λο φ τια γμ ένα 37 πλοία κ αι σ τις σκηνές το υς. Ο Α τρ είδης, αφού τράβηξε στη θάλασσα ένα γρή γορο καράβι, διάλεξε είκοσι κ ω π η λά τες κ αι φ όρτω σ ε κ α ι τ α ζώ α γ ια τ ις θυσίες του θεού, ο δ η γώ ντα ς τη ν δε έφερε μέσα τη Χ ρυσηίδα με τις όμορφες παρ ειές. Κ υβερνή της ήταν ο πολυμήχανος Ο δυσσέας. Α φού λοιπόν ανέβηκαν σ τα π λο ία , έ π ε ιτ α αυτοί σάλπαραν γ ια τους υγρούς δρόμους' ο Α γα μ έμ ν ο να ς δε διέταξε τους άντρες του να εξαγνισ τούν. Ό τα ν ξεπλύθηκαν έριχναν τη βρομιά σ τ’ ακρογιάλι, προσφ έροντας πλο ύσ ια θυσία από ταύρους κ αι α ίγες στον Α πόλλω να , δ ίπ λ α σ τη ν τα ρα γμ ένη θάλασσα. Η κνίσα σ τριφ ογυρίζοντας γύρω από τον καπνό, έφτασε ψηλά στον ουρανό.

47

ΟΜΗΡΟΣ

"Ως οί μέν τά πενοντο κατά στρατόν ονδ ’ Αγαμέμνω ν λήγ ’ έριδος την πρώτον έπηπείλησ’ Άχιλήί', ά λλ ’ ο γε Ταλθνβιόν τε καί Ευρνβάτην προσέειπε, τώ οί εσαν κήρνκε καί ότρηρώ θεράποντε' “έρχεσθον κλισίην Πηληίάδεω Αχιλήος' χειρός ελόντ ’ άγέμεν Βρισηίδα καλλιπάρηον εί δέ κε μη δώησιν, έγώ δε κεν αντός έλωμαι έλθών σνν πλεόνεσσι■ τά οί καί ρίγιον εσ ται.” "Ως είπών προ'ιει, κρατερόν δ ’ έπί μνθον έτελλε: τώ δ ’ άεκοντε βάτην παρά θΐν’ άλός άτρυγέτοιο, Μυρμιδόνων δ ’ έ π ί τε κλιαίας καί νήας ίκέσθην. τον δ ’ εύρον παρά τε κλισίη καί νηι μελαίνη ήμενον ονδ’ άρα τώ γε ίδών γήθησεν Άχιλλευς. τώ μέν ταρβήσαντε καί αίδομενω βασιλήα στήτην, ουδέ τ ί μιν προσεφώνεον ονδ ’ έρέοντο' αντάρ ο εγνω ήσιν ένί φρεσί φώνησέν τ ε ■ “χαίρετε κήρυκες, Α ιός ά γγελοι ήδέ καί άνδρών, άσσον ί τ ’~ ον τ ί μοι νμμες έπαίτιοι ά λλ ’ Αγαμέμνω ν, 335 ό σφώ ϊ προΐει Βρισηΐδος είνεκα κονρης. ά λλ ’ άγε, διογενές Πατράκλεες, έξαγε κονρην καί σφωίν δός ά γ ε ιν τώ ό ’ αν τώ μάρτνροι εστων πρός τε θεών μακάρων πρός τε θνητών άνθρώπων καί πρός τον βασιλήος άπηνεος ε ’ ποτε δ ’ αντε ί χρειώ έμεΐο γένηται άεικέα λοιγόν άμϋναι τοΐς άλλοις■ ή γάρ ο γ ’ όλοιήσι φρεσί θνει, ούδε τι οίδε νοήσαι άμα πρόσσω καί όπίσσω, οππως οί παρά νηνσί σόοι μαχέοιντο Αχαιοί. ” "Ως φάτο, Πάτροκλος δέ φίλω έπεπείθεθ ’ έταίρω, έκ δ ’ ά γα γε κλισίης Βρισηίδα καλλιπάρηον, δώκε δ ’ ά γ ε ιν τώ δ ’ αντις ϊ,την παρά νήας Α χ α ιώ ν 345 340 330 325 320

48

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Και. ενώ οι άντρες του ήταν απορροφημένοι μ ’ αυτές τις ασχολίες στο στρατόπεδο, ο Α γαμέμνονα ς δεν ξέχασε τη φιλονικία του με τον Α χιλλέα κ α ι τη φοβέρα του, αλλά κάλεσε τον Ταλθύβιο και τον Ε υρυβάτη, που οι δυο ήταν κήρυκες και έμ π ισ το ι συνοδοί του, και είπε: « Π η γ α ίν ετε στη σκηνή του Α χιλλέα, του γιο υ του Π ηλέα' π ά ρ τε την Β ρισηίδα με τις όμορφες παρειές και φέρτε την εδώ . Εάν αυτός αρνηθεί να την αφήσει, θα πάω να τη φέρω με τη βία, κι αυτό θα ’ταν το χειρότερο γ ι’ αυτόν». Έ τ σ ι αφού μίλησε, τους άφησε να φύγουν δίνοντας βλοσυρή π ροσ ταγή, αυτοί δε πήραν απρόθυμοι το δρόμο της τα ρα γμ ένης θάλασσας, ώ σ που έφτασαν σ τις σκηνές και στα πλοία τω ν Μ υρμιδόνω ν τον βρήκαν να κάθεται κοντά στο μαύρο πλοίο, στη σκηνή του. Ο Α χιλλέα ς καθόλου δεν ευχαριστήθηκε όταν τους είδε. Ο ι δυο τους στάθηκαν λοι­ πόν, επειδή φοβήθηκαν κ α ι σέβονταν το βασιλιά. Δεν του έλεγαν τίπ ο τα ούτε και τον ρωτούσαν. Ε κείνος όμω ς ήξερε, τ ι κ ι αν δεν του το ’π ε κανείς, και είπε: «Κ ήρυκες, προάγγελοι του Δ ία και τω ν ανθρώ πω ν, σας καλω σορίζω . Π λησιάστε. Δεν είστε σεις υ π α ίτιο ι αλλά ο Α γαμέμνω ν, που σας στέλνει να π άρετε τη Β ρισηίδα. Θ εϊκέ Π άτροκλε, φέρε την κόρη και να την π αραδώ σ εις σ’ αυτούς τους δυο να την πάρουν. Α ς είναι μάρτυρες οι δυο μπροστά στους μακάριους θεούς, μπροσ τά στο ανθρώπινο γένος, μ προστά στον ίδιο το σκληρό βασιλιά, αν οι Α χα ιο ί με ξαναχρειαστούν π ά λι, να τους σώ σω από καταστροφ ή απρεπή. Α υτός ο άντρας δεν έχει μυαλό" αν μάθαινε π ο τέ του να κοιτά στο μέλλον, θ ’ αναρω τιόταν τό τε π ώ ς θα μπορούσε να σώ σει το στρατό του, κ α θώ ς θα πολεμούσαν δίπλα στα πλοία οι Α χαιοί». Ο Π άτροκλος έκανε ό ,τι του είπ ε ο φίλος του, έφερε έξω τη Β ρισηίδα με τ ις όμορφες π αρ ειές κ α ι την παρέδω σε στους δυο άντρες. Α υτοί πήραν το δρόμο προς τα πλοία

49

ΟΜΗΡΟΣ

η δ ’ άέκουσ’ άμα τοϊσι γυνή κ ίε ν αντάρ Α χιλλεύς δακρύσας έτάρων άφαρ έζετο νόσφι λιασΟείς, θϊν’ έ φ ’ άλός πολιής, όρόων ε π ’ άπείρονα πόντον πολλά δέ μητρί φίλη ήρησατο χεϊρας όρεγνύς4 “μήτερ, έπ εί μ ’ ετεκές γε μινυνθάδιόν περ έόντα, τιμήν περ μοι όφελλεν ’ Ολύμπιος εγγυαλίξαι Ζευς ΰψιβρεμετης' νϋν δ ’ ουδέ με τντθόν έτισ εν ή γάρ μ ’ Άτρεΐδης ευρύ κρείων ’ γαμέμνω ν Α ητίμησεν ελών γάρ έχει γέρας αυτός άπούρας.” " φάτο δάκρυ χέων, του δ ’ έκλυε πότνια μήτηρ Ως ήμένη εν βένθεσσιν άλός παρά πατρί γέροντί' καρπαλίμως δ ’ άνέδυ πολιής άλός ήύτ ’ ομίχλη, κα ί ρα πάροιθ ’ αύτοΐο καθέζετο δάκρυ χέοντος, χειρί τ έ μιν κατέρεξεν, έπος τ ’ έχρατ ’ έκ τ ’ ονόμαζε' “τέκνον τ ί κλαίεις; τ ί δέ σε φρένας ίκετο πένθος; έξαύδα, μη κενθε νόω, ίνα είδομεν άμφω .” Την δέ βαρύ στενάχων προσέφη πόδας ώκνς Άχιλλενς· “οίσθα· τίη τοι ταντα ίδυίη πάντ ’ άγορεύω; ώ χόμεθ’ ές θήβην ίερήν πόλιν Ήετίωνος, την δέ διεπράθομέν τε και ήγομεν ενθάδε πάντα' και τά μέν εύ δάσσαντο μετά σφίαιν υίες Αχαιών, έκ δ ’ έλον Ατρείδΐ] Χρυσηΐδα καλλιπάρηον. Χρύσης δ ’ αύθ ’ ΐερεύς έκατηβόλου Απόλλωνος ήλθε θοάς επί νήας Αχαιών χαλκοχιτώνων λυσόμενός τε θύγατρα φέρων τ ’ άπερείσι ’ άποινα, στέμματ ’ εχων εν χερσ'ιν έκηβόλου Απόλλωνος χρυσέω άνά σκήπτρω, και λίσσετο πάντας Αχαιούς, Ατρείδα δέ μάλιστα δύω κοσμήτορε λαών. ένθ’ άλλοι μέν πάντες έπευφήμησαν ’ χαιοί Α αίδεΐσθαί θ ’ ΐερήα και αγλαά δέχθαι άποινα' 375 370 365 360 355 350

50

ΙΛΙΑΔΟΣ A

τω ν Α χα ιώ ν, με την κοπέλα να τους ακολουθεί απρόθυμα. Ο Α χιλλέας απομακρύνθηκε από τους άντρες του και ά ρ χι­ σε να κλαίει. Κ άθισε μόνος του στο γιαλό τη ς λευκής θάλασσας, κοιτάζοντας στο αχανές πέλαγος· ανοίγοντας δε τα χέρια του, έκανε πολλές π ροσ ευχές στην αγαπημ ένη του μητέρα: «Μ ητέρα38, από τότε που εσύ με γέννησες για να έχω λίγη ζω ή , ο Ο λύμ πιος Δ ία ς, που από ψηλά βροντά, άξιζε να μου δώ σει κάθε τιμ ή . Α λλά αυτός π ο τέ του δεν το έκανε. Ό μ ω ς ο παντοκράτορας Α γαμέμνονας, ο Α τρείδης, με εξευτέλισε επειδή μου έκλεψε το έπαθλό μου και το έχει τώ ρ α κοντά του». Ο Α χιλλέα ς προσευχήθηκε δακρύζοντας, η σεβαστή μητέρα του δε τον άκουσε, καθώ ς καθόταν σ τα βάθη της θάλασσας με το γέρο π α τέρ α 39 τη ς. Β γήκε σαν ομ ίχλη από την αφρισμένη θάλασσα κ αι π ή γ ε δίπλα στο δακρυσμένο γιο τη ς, τον χάιδεψ ε με το χ έ ρ ι.τ η ς και του είπε: « Π α ιδ ί μου, γ ια τ ί κλαις; Τ ι είναι α υ τό 'π ο υ σε πόνεσε; Μην κρατάς τη λύπη μέσα σου, μόνο π ες μου τη , γ ια να την ξέρουμε και οι δυο». Σ ’ αυτήν απάντησε ο γρήγορος στα π ό δια Α χιλλέας, στενάζοντας βαριά: « Τ α ξέρεις, γ ια τ ί να σου π ω όλη την ιστορία; Π ή γ α μ ε στη Θ ήβα40, στην ιερή πόλη του Η ετίω να. Π ολιορκήσαμε την πόλη κ α ι φέραμε π ίσ ω τη λεία, μοιράζοντας δίκαια και δια λέγοντας τη Χ ρυσηίδα με τις ωραίες παρειές γ ια τον Α τρείδη. Π ριν λίγο όμω ς ο Χ ρύ­ σης, ιερέας του μακροβόλου Α πόλλω να, ήρθε στα γρήγορα καράβια τω ν χαλκοθώ ρακω ν Α χα ιώ ν να ελευθερώσει την κόρη του, φέρνοντας μ α ζί του πλουσιοπάροχα λύτρα, και κρ α τώ ντα ς σ τα χέρια του τα σημάδια του μακροβόλου Α πόλλω να π άνω σε χρυσό σκήπτρο. Π αρακάλεσε όλους τους Α χαιούς, μα π ιο πολύ τους δυο αρχη γούς, τους Α τρ εί­ δες. Ο στρατός έδειξε με τις επευφ η μ ίες του π ω ς ήθελε να δείξουν σεβασμό στον ιερέα κ αι να δεχτούν τα πλούσια

51

ΟΜΗΡΟΣ

άλλ ’ ονκ Άτρεΐδτ) Αγαμέμνονι ηνδανε θνμώ, άλλα κακώς άφίει, κρατερόν δ ’ έπί μϋθον ετελλε' χωόμένος δ ’ ο γέρων πάλιν ωχετο' τοΐο δ ’ ’ πόλλων Α ενξαμένον ηκουσεν, έπεί μάλα οι φίλος ήεν, ήκε δ ’ έ π ’ Α ργείο im κακόν βέλος· οί δέ νν λαοί θνησκον έπασσντεροι, τά δ ’ έπωχετο κηλα θεοΐο πάντη άνά στρατόν ενρνν ’ χ α ιώ ν άμμι δε μάντις Α εν είδώς αγόρευε θεοπροπίας έκάτοιο. αντίκ ’ εγώ πρώτος κελόμην θεόν ί/.άσκεσθαΐ' Ατρεΐωνα δ ’ έπειτα χόλος λάβεν, αίψα δ ’ άναστάς ηπείλησεν μϋθον, ο δη τετελεσμένος έστί' την μέν γάρ σνν νηι θοη έλίκωπες ’ χαιοί Α ές Χρυσην πέμπουσιν, άγουσι δέ δώρα άνακττ την δέ νέον κλισίηθεν έβαν κηρυκες άγοντες κονρην Βρισηος την μοι δόσαν υίες ’ χαιών, Α αλλά σύ, εί δννασαί γε, περίσχεο παιδός έηοςέλθοϋσ’ Ονλνμπόνδε Δία λίσαι, ε ί ποτε δη τι ή έπει ώνησας κραδίην Δ ιός ήέ καί εργω. πολλάκι γάρ σεο πατρός ένί μεγάροισιν ακουσα εϋχομένης, o r ’ έφησθα κελαινεφέ'ι Κρονίωνι οίη έν άθανάτοισιν άεικέα λοιγόν άμνναι, όππότε μιν ξννδησαι Ό λνμπιοι ηθελον άλλοι, Ήρη τ ’ ήδέ Ποσειδάων καί Παλλάς Αθηνη' άλλα σν τόν γ ’ έλθονσα, θεά, νπελνσαο δεσμών, ώ χ ’ έκατόγχείρον καλέσασ’ ές μακρόν Ό λυμπον, ον Βριάρεων καλέουσι θεοί, άνδρες δέ τε πάντες Α ιγα ίω ν’— ο γάρ αύτε βίην ού πατρός άμείνων— δς ρα παρά Κρονίωνι καθέζετο κύδεΐ γα ίω ν τον καί ΰπέδεισαν μάκαρες θεοί ονδ ’ έτ ’ έδησαν. των νυν μιν μνήσασα παρέζεο καί λαβέ γοννων, α ϊ κέν πως έθέλησιν επί Τρώεσσιν άρηξαι, 405 400 395 390 385 380

52

ΙΛΙΑΔΟΣ A

λύτρα. Α λλά αυτό δεν άρεσε στην ψ υχή του Α γαμ έμ νονα , του Α τρ είδ η - τον έδιω χνε με κακό τρόπο και τον τρόμ αξε με την αυστηρή του απειλή. Κ ι έτσ ι ο γέρος γύρισε π ίσ ω θυμω μένος. Ο Α πόλλω νας άκουσε τ ις π ρ ο σ ευ χές του, γ ια τ ί τον αγαπούσε πολύ, κ α ι άφησε βέλος κακό ενάντια στους Α ρ γίτες. Ο ι άντρες έπεφ ταν ο ένας δ ίπ λ α στον άλλο41, γ ια τ ί τα βέλη του θεού έπεφ ταν π ά νω σ το απέραντο στρα­ τόπεδο τω ν Α χαιώ ν. Τ ελικ ά ένας μ ά ντη ς, π ου γνώ ρ ιζε καλά, μιλούσε σ ’ αυτόν, το μακροβόλο. Σ η κ ώ θ η κ α μονο­ μιάς και τους συμβούλευσα να ικετέυσουν το θεό, θυμός όμω ς κατέλαβε τον Α γαμέμνονα. Τ ό λμ η σ ε να μετρηθεί μ αζί μου και με απείλησε. Κ αι τώ ρ α εκτέλεσ ε τ ις φοβέρες του. Ο ι Α χα ιο ί με τ ’ ασ τρα φ τερά μ ά τια π ηγαίνουν την κόρη στον Χρύση με γο ργό πλοίο κ αι με δώ ρα στο βασι­ λιά, ενώ οι αγγελιοφ όροι του βασιλιά μόλις έφυγαν α π ’ τη σκηνή μου με τη ν άλλη κόρη, τη Β ρισ η ίδα, π ου ο στρατός έδωσε σε μένα. Αν μπορείς, πρ ο σ τάτεψ ε το γ ιο σου. Α φού π α ς στον Ό λ υ μ π ο , κι αν π ο τέ έκανες ή είπ ες κ ά τι που να έχει καλοκαρδίσει τον Δ ία , παρακάλεσ έ τ ο ν σε έχω ακούσει να μας διηγείσ αι συχνά περήφ ανη, στο π α τρ ικ ό μου σ π ίτι, π ω ς μόνη α π ’ όλους τους θεούς, έσω σες το γιο του Κρόνου, το μαύρο νεφ ελ ο μ α ζώ χτη , από άδοξο τέλος, όταν οι Ο λύμ πιοι — η Ή ρ α 42, ο Π ο σ ειδώ να ς κ α ι η Π α λλά ­ δα Α θη νά — ήθελαν να τον αλυσοδέσουν. Ε σ ύ , θεά, π ή γ ες και τον έσω σες α π ’ τα δεσμά. Σ α ν α σ τρα π ή φ ώ ναξες στον Ό λυμ π ο το εκατόχειρο τέρας που οι θεοί ονομάζουν Β ριάρεω 43, ενώ οι θνητοί Α ιγα ίω να — γ ια τ ί αυτός είναι δυνατότερος κ α ι από τον π α τέρ α τ ο υ — που σ τά θηκε δί­ πλα στο γιο του Κρόνου, α κ τινο β ο λώ ντα ς τόση δύναμη, ώ σ τε οι μακάριοι θεοί σάστισαν κ α ι άφ ησαν τον Δ ία ελεύ­ θερο. »Κ άθισε δίπ λα του τώ ρ α , π ιά σ ’ του τ α γόνα τα και θύμισέ του το. Π είσε τον, αν μ πο ρ είς, να βοηθήσει τους

53

ΟΜΗΡΟΣ

τούς δέ κατά πρνμνας τε καί άμφ ’ άλα έλσαι ’ χαιούς Α κτεινομένους, ίνα πάντες έπανρωνται βασιλήος, γνώ δέ καί Ατρε'ιδης ευρύ κρείων Αγαμέμνων ήν άτην, ο τ ’ άριστον ’ χαιών ούδέν έτεισεν. ” Α Τον δ’ ήμείβετ’ έπειτα Θέτις κατά δάκρυ χέονσα' “ώ μοι τέκνον έμόν, τ ί νν σ ’ έτρεψον αίνά τεκοϋσα; αϊθ’ οψελες παρά νηυσίν άδάκρντος καί άπήμων ήσθαι, έπεί νν τοι αίσα μίνυνθά περ, ού τι μάλα δήν νυν δ ’ άμα τ ’ ώκνμορος καί όϊζνρός περί πάντων έπλεο' τώ σε κακή αΐση τέκον έν μεγάροισι. τοϋτο δέ τοι έρέουσα έπος Δ ά τερπικεραννω είμ ’ αυτή πρός ’Όλνμπον άγάννιψον, α ΐ κε πίθηται. άλλά σύ μέν ννν νηνσί παρήμενος ώκνπάροισι μήνι’ Αχαιοϊσιν, πολέμον δ ’ άποπανεο πάμπαν Ζεύς γάρ ές ’Ωκεανόν μ ετ’ άμνμονας Αίθιοπήας χθιζός έβη κατά δαΐτα, θεοί δ’ άμα πάντες έποντο' δωδεκάττ] δέ τοι αντις έλεύσεται Ούλυμπάνδε, καί τά τ’ έπειτά τοι είμι Δ ιός ποτί χαλκόβατές δώ, καί μιν γουνάσομαι καί μιν πείσεσθαι όίω. ” ,"Ως άρα φωνήσασ’ άπεβήσετο, τον δέ λίπ ’ αντοϋ χωάμενον κατά θυμόν έϋζώνοιο γνναικός τήν ρα ßirj άέκοντος άπηυρων αντάρ Όδυσσεύς ές Χρύσην ΐκανεν άγων ίερήν εκατόμβην, οί ό’ οτε δή λιμένος πολνβενθέος εντός ίκοντο ιστία μέν στείλαντο, θέσαν δ’ έν νηι μελαίνη, ιστόν δ ’ ίστοδόκη πέλασαν προτόνοισιν ύφέντες καρπαλίμως, τήν δ’ εις ορμον προέρεσσαν έρετμοΐς.

410

415

420

425

430

435

54

ΙΛΙΑΔΟΣ A

Τρώες, ώστε αυτοί να διώξουν τους Αχαιούς πίσω στα πλοία τους, να τους ρίξουν στη θάλασσα και να τους σφά­ ξουν. Αυτό θα τους μάθει να σέβονται το βασιλιά τους, και ο Αγαμέμνονας θ’ αντιληφθεί την ανοησία του, γιατί κα­ θόλου δεν τίμησε τον άριστο ανάμεσα σ’ όλους τους Α­ χαιούς». Σ’ αυτόν απάντησε έπειτα η Θέτιδα δακρύζοντας: «Αλίμονο γιε μου, γ ι’ αυτό εγώ σ’ ανάθρεψα, αφού σε γέννησα για κακή μοίρα44; Μακάρι να έμενες κοντά στα πλοία αδάκρυτος και ήσυχος, αφού η μοίρα σου ’δωσε σύντομη ζωή και τόσο λίγο χρόνο. Αλλά φαίνεται πως δεν είσαι μόνο καταδικασμένος σε πρόωρο θάνατο, αλλά και σε άθλια ζωή. Η μέρα που σ’ έφερα στον κόσμο μέσα στα παλάτια ήταν κακορίζικη. Θα πάω όμως στον πολυχιονισμένο Όλυμπο να τα πω αυτά η ίδια στον Δία, που χαίρεται με τον κεραυνό, για να δούμε αν μπορώ να τον συγκινήσω. Εσύ, πάλι, μείνε σ’ αυτό το διάστημα στα καλοφτιαγμένα σου πλοία, κράτα την οργή σου αλλά και μην πάρεις μέρος στον πόλεμο. Όμως, ο Δίας ξεκίνησε χτες για δείπνο στον Ωκεανό με τους αψεγάδιαστους Αιθίοπες45 και τον συνοδέυσαν όλοι οι θεοί. Σε δώδεκα μέρες δε θα είναι πίσω στον Όλυμπο- τότε θα πάω στο χάλκινο46 παλάτι του Δία και θα πέσω στα πόδια του και, αφού τον παρακαλέσω, νομίζω πως θα μ’ ακούσει». Έτσι λοιπόν αφού μίλησε, αποσύρθηκε, αφού άφησε τον Αχιλλέα εξοργισμένο στην ψυχή, εξαιτίας της καλόζωστης γυναίκας, που του είχαν πάρει με τη βία. Σ’ αυτό το διάστημα, ο Οδυσσέας και οι άντρες του είχαν φτάσει στον Χρύση με την πλούσια θυσία. Όταν έφεραν τα πλοία τους στα βαθιά νερά του λιμανιού, μάζεψαν τα πανιά και τα κουβάλησαν μέσα στο μαύρο καράβι, άφησαν το κατάρ­ τι να πέσει μαλακά πάνω στα υποστηρίγματα και, αφού κατέβασαν τα ξάρτια, τράβηξαν κουπί ως το αραξοβόλι,

55

ΟΜΗΡΟΣ

έκ δ’ εύνάς έβαλον, κατά δέ πρυμνήσι’ έδησαν έκ (5e και αυτοί βαΐνον έπΐ ρηγμΐνι θαλάσσης, έκ δ’ εκατόμβην βήσαν έκηβόλω Απόλλωνί' έκ δέ Χρυσηις νηός βή ποντοπόροιο. την μέν επειτ ’ έπι βωμόν άγων πολύμητις Όδυσσευς πατρϊ φίλω έν χερσί τίθει, καί μιν προσέειπεν “ώ Χρυσή, πρό μ ’ έπεμψεν άναξ άνδρών Αγαμέμνων παΐδά τε σοϊ άγέμεν, Φοίβω θ ’ ίερήν εκατόμβην ρέξαι υπέρ Δαναών όψρ’ ίλασόμεσθα άνακτα, ος νυν Άργείοισι πολνστονα κη'δε’ έφηκεν.” °Ως είπών έν χερσί τίθει, ο <ε δέξατο χαίρων 5 παΐδα φίλην τοι δ ’ ώκα θεώ ίερήν εκατόμβην έξείης έστησαν ένδμητον περί βωμόν, χερνίχραντο δ’ έπειτα καί οϋλοχυτας άνέλοντο. τοΐσιν δέ Χρυσής μεγάλ ’ ευχετο χεϊρας άνασχών “κλνθί μευ άργυρότοξ ’, ός Χρΰσην άμφιβέβηκας Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ίφι άνάσσεις■ ημέν δή ποτ’ έμεϋ πάρος έκλυες εύξαμένοιο, τίμησας μέν εμέ, μέγα δ’ ίψαο λαόν Αχαιών ήδ’ έτι καί νυν μοι τόδ’ έπικρήηνον έέλδωρ' ήδη νϋν Δαναοΐσιν άεικέα λοιγόν άμυνον.” "Ως έφατ’ ευχόμενος, τοΰ δ ’ έκλυε Φοίβος Απόλλων, αυτάρ έπεί ρ ευξαντο καί οϋλοχυτας προβάλοντο, αυέρυσαν μέν πρώτα καί έσφαξαν καί έδειραν, μηρούς τ ’ έξέταμον κατά τε κνίση έκάλυψαν δίπτυχα ποιήσαντες, επ ’ αυτών δ ’ ώμοθέτησαν καΐε δ’ έπί σχίζης ό γέρων, επί δ’ αίθοπα οίνον λεΐβε' νέοι <« παρ’ αυτόν έχον πεμπωβολα χερσίν. 5 αυτάρ έπεί κατά μήρε κάη καί σπλάγχνα πάσαντο, μίστυλλόν τ ’ άρα τάλλα καί άμφ ’ όβελοϊσιν έπειραν, ωπτησάν τε περιφραδέως, έρύσαντό τε πάντα.

440

445

450

455

460

465

56

ΙΛΙΑΔΟΣ A

έριξαν δε άγκυρα, έδεσαν γερά τα παλαμάρια και πήδηξαν στην παραλία. Τα ζώα της θυσίας για το μακροβόλο Α­ πόλλωνα είχαν ήδη ξεφορτωθεί και τότε η Χρυσηίδα πήδηξε απ’ το θαλασσόδρομο πλοίο στη στεριά. Ο πολυμή­ χανος Οδυσσέας οδήγησε την κοπέλα στον πατέρα της και του είπε: «Χρύση, ο Αγαμέμνονας, ο βασιλιάς των αντρών, με διέταξε να σου φέρω την κόρη σου και να κάνω Ουσία στον Φοίβο για χάρη των Δαναών, με την ελπίδα να εξιλε­ ώσουμε τον άρχοντα θεό, που έριξε στο στρατό πολυθρή­ νητη συμφορά». Αφού έτσι μίλησε, την παραδίδει στον πατέρα της, που την καλωσόρισε γεμάτος χαρά. Οι πλού­ σιες θυσίες για το θεό έγιναν γύρω απ’ τον καλοχτισμένο βωμό. Οι άντρες ξέπλυναν τα χέρια τους και πήραν το κριθάρι. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Χρύσης ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε δυνατά μπροστά τους: «Άκουσέ με, θεέ αργυρότοξε, προστάτη της Χρύσας και της ιερής Κίλλας και κυβερνήτη της Τενέδου. Ανταποκρίθηκες ευγε­ νικά στην τελευταία μου παράκληση. Έδειξες το ενδιαφέ­ ρον σου για μένα κι έριξες μεγάλη συμφορά στο στρατό των Αχαιών. Τώρα κάνε μου ακόμα μια χάρη' διώξε από τους Δαναούς το φριχτό χαμό». Αυτά τα λόγια είπε προσευχόμενος ο γέρος, ο δε Φοίβος Απόλλωνας τον άκουσε. Αφού τέλειωσαν τις ικεσίες τους και διασκόρπισαν τα κριθάρια, πήραν πρώτα τα κεφάλια των ζώων, έκοψαν τους λαιμούς και τα έγδαραν47' μετά έκοψαν κομμάτια απ’ τα μεριά τους, τα τύλιξαν σε λίπος, αφού τα δίπλωσαν, και έβαλαν πάνω τους κομμάτια από ωμό κρέας. Ο γέροντας πήρε τα κομμάτια και ψήνοντάς τα πάνω σε βέργες βελανιδιάς τα κατάβρεχε με κόκκινο κρα­ σί. Οι νεαροί μαζεύτηκαν γύρω του κρατώντας στα χέρια τους πεντόσουβλα πιρούνια. Αφού τα μεριά κάηκαν, δοκί­ μασαν τα εντόσθια" μετά τα άλλα τα έκοψαν σε κομματια και τα πέρασαν σε σούβλες' όταν ψήθηκαν καλά, τα έβγα-

57

ΟΜΗΡΟΣ

αύτάρ έπεί παύσαντο πόνον τετνκοντό τε δαΐτα δαίνυντ ’, ουδέ τι θυμός έδενετο δαιτός έί'σης. αύτάρ έπει πάσιος καί έδητνος έξ έρον έντο, κοϋροι μέν κρητήρας έπεστέχραντο ποτοΐο, νώμησαν δ ’ άρα πασιν έπαρξάμενοι δεπάεσσιν οί δέ πανημέριοι μολπή θεόν ίλάσκοντο καλόν άείδοντες παιήονα κοϋροι Αχαιών μέλποντες έκάεργον 6 δέ φρένα τέρπετ ’ άκονων. Ήμος δ ’ ήέλιος κατέδυ καί έπί κνέφας ήλθε, δη τάτε κοιμήσαντο παρά πρνμνήσια νηόςήμος δ ’ ήριγένεια φάνη ροδοδάκτυλος Ήιός, καί τά τ’ επειτ’ άνάγοντο μετά στρατόν εύρύν Αχαιών τοΐσιν δ ’ ί'κμενον ούρον ΐει έκάεργος ’ πόλλων Α οί δ ’ 'ιστόν στήσαντ’ άνά θ ’ ιστία λευκά πέτασσαν, έν δ ’ άνεμος πρήσεν μέσον ίστίον, άμφί δέ κϋμα στείρη πορφύρεον μεγάλ ’ ϊαχε νηός ίούσης' ή δ ’ έθεεν κατά κϋμα διαπρήσσονσα κέλενθον. αύτάρ έπεί ρ ’ ΐκοντο κατά στρατόν εύρύν Αχαιών, νήα μέν οί γε μέλαιναν έπ ’ ήπείροιο έρνσσαν νψοϋ έπί ψαμάθοις, νπό δ ’ έρματα μακρά τάννσσαν αύτοί δέ σκίδναντο κατά κλισίας τε νέας τε. Αύτάρ ό μήνιε νηνσί παρήμενος ώκνπόροισι διογενής Πηλήος νίός, πόδας ώκνς Αχιλλενς· οντε ποτ ’ εις άγορήν πωλέσκετο κνδιάνειραν οντε ποτ ’ ές πόλεμον, άλλά φθιννθεσκε φίλον κήρ ανθι μένων, ποθέεσκε δ ’ άντήν τε πτόλεμόν τε. Ά λλ’ οτε δή ρ ’ έκ τοΐο δυωδεκάτη γένετ’ ήώς, καί τότε δή πρός ’Όλυμπον ίσαν θεοί αίέν έόντες πάντες άμα, Ζενς δ ’ ήρχε' Θέτις δ ’ ού λήθετ ’ έφετμέων παιδός έον, άλλ ’ ή γ ’ άνεδνσετο κϋμα θαλάσσης, ήερίη δ’ άνέβη μέγαν ούρανόν Οΰλνμπάν τε.

470

475

480

485

490

495

58

ΙΛΙΑΔΟΣ A

λαν απ’ τη φωτιά. Έτσι, αφού η δουλειά τους είχε τελειώ­ σει, άρχισαν το φαγοπότι και με γιορτινή διάθεση απόλαυ­ σαν το φαΐ το δίκαια μοιρασμένο. Αφού κόπασε η πείνα και η δίψα τους, νεαροί ξεχείλισαν τις κανάτες με κρασί και, αφού έχυσαν λίγες σταγόνες στην κούπα κάθε άντρα, τους σέρβιραν όλους48. Την υπόλοιπη μέρα, οι νεαροί Αχαιοί πολεμιστές διασκέδασαν με μουσική για να εξευμενίσουν το θεό, τραγουδώντας στο μακροβόλο μελωδικούς ύμνους' αυτός ακούγοντας ευχαριστιόταν στην ψυχή του. Σαν έδυσε ο ήλιος και σκοτείνιασε, έγειραν για ύπνο κοντά στα παλαμάρια των πλοίων τους. Αλλά σαν η ροδοδάχτυλη Ηώς49, που την αυγή γεννιέται, φάνηκε, μπήκαν στα καράβια τους για το πλατύ στρατόπεδο των Α χαιώ ν σ’ αυτούς έστειλε ο μακροβόλος Απόλλωνας ευνοϊκό άνεμο. Ανασήκωσαν το κατάρτι και άπλωσαν τ ’ άσπρα πανιά' ο άνεμος δε φύσηξε στο μέσον του πανιού κι ένα κύμα πάφλα­ ζε δυνατά γύρω απ’ την καρίνα του πλοίου, αυτό δε γλι­ στρούσε πάνω στη θάλασσα ακολουθώντας την πορεία του. Όταν γύρισαν στο πλατύ στρατόπεδο των Αχαιών, έσυραν τα μαύρα τους καράβια αρκετά ψηλά στις αμμουδιές της ξηράς και τα έδεσαν σε μακριούς πασσάλους. Όταν τελείω­ σαν, σκόρπισαν στις σκηνές και στα καράβια τους. Όλο αυτό τον καιρό ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας, ο θεογέννητος γιος του Πηλέα, καθόταν κοντά στα γοργά του καράβια χολιασμένος. Και δεν έλαβε μέρος στον πόλε­ μο ούτε και στη συνέλευση που δίνει δόξα στους άντρες, αλλά στεκόταν στο ίδιος μέρος μαραζωμένος, νοσταλγώ­ ντας τον ήχο και την αντάρα του πολέμου. Πέρασαν έντεκα ημέρες, και τη δωδέκατη οι αθάνατοι θεοί επέστρεψαν στον Όλυμπο, με τον Δία επικεφαλής. Η Θέτιδα, μην ξεχνώντας τις επιθυμίες του γιου της, βιάστη­ κε να βγει από τα βάθη της θάλασσας, και το χάραμα50 ανέβηκε στο μεγάλο ουρανό και στον Όλυμπο. Βρήκε το

59

ΟΜΗΡΟΣ

εύρεν δ’ εύρύοπα Κρονίδην άτερ ήμενον άλλων άκροτάτη κορυφή πολνδειράδος Ούλύμποιο· καί ρα πάρο/,0 ’ αντοΐο καθέζετο, καί λάβε γουνών σκαιίj, δεξιτερή δ ’ άρ’ ύ π ’ άνθερεώνος έλουσα λισσομένη προσέειπε Δία Κρονίωνα άνακτα · “Ζεν πάτερ, ε ί ποτε δή σε μετ ’ άθανάτοισιν ονησα η έπει ή εργω, τάδε μοι κρήηνον έέλδωρτίμησαν μοι υιόν δς ώκυμορώτατος άλλων έπλετ ’· άτάρ μιν νϋν γε άναξ άνδρών 'Αγαμέμνων ητίμησεν ελών γάρ έχει γέρας αυτός άποϋρας. άλλα σύ πέρ μιν τεΐσον ’Ολύμπιε μητίετα Ζεϋ' τόφρα δ ’ επί Τρώεσσι τίθει κράτος οφρ’ αν Αχαιοί υιόν έμόν τείσωσιν όφέλλωσίν τέ έ τιμή.” * φάτο' την δ’ ου τι προσέφη νεφεληγερέτα Ζευς, Ως άλλ’ άκέων δην ήστο' Θέτις δ ’ ώς ήψατο γουνών ώς έχετ’ έμπεφυυΐα, καί ε'ίρετο δεύτερον αύτις' “νημερτές μέν δή μοι ύπόσχεο καί κατάνευσον ή άπόειπ’, έπεί ου τοι έπι δέος, οφρ’ έυ είδέω οσσον έγώ μετά πασιν ατιμότατη θεός ειμι. ” Την δέ μ έγ’ όχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς' “ή δή λοίγια έργ ’ ο τέ μ ’ έχθοδοπήσαι έφήσεις Ήρτ\ ό τ’ άν μ ’ έρέθησιν όνειδείοις έπέεσσιν η δέ καί αύτως μ ’ αίεί έν άθανάτοισι θεοΐσι νεικεϊ, καί τέ μέ φησι μάχτ] Τρώεσσιν άρήγειν. αλλά σύ μέν νϋν αύτις άπόστιχε μη τι νοήση "Ηρη■έμοί δέ κε ταϋτα μελήσεται οφρα τε/.έσσω' εί δ ’ άγε τοι κεφαλή κατανεύσομαι οφρα πεποίθης· τοϋτο γάρ έξ έμέθεν γε μετ ’ άθανάτοισι μέγ ιστόν τέκμωρ· ου γάρ έμόν παλινάγρετον ονδ’ άπατηλόν ονδ’ άτελεύτητον ο τ ί κεν κεφαλή κατανεύσω. ” ’// καί κυανέτ/σιν έπ ’ όφρύσι νεϋσε Κρονίων άμβρόσιαι δ ’ άρα χαΐται έπερρώσαντο άνακτος

500

505

510

515

520

525

60

ΙΛΙΑΔΟΣ A

γί.ο του Κρόνου, που βλέπει μακριά, να κάθεται χώρια απ’ τους άλλους, πάνω στου Ολύμπου την πιο ψηλή κορφή. Κάθισε στο έδαφος, δίπλα του, με το αριστερό της χέρι έπιασε τα γόνατά του και με το δεξί της το πιγούνι του και ικετεψε το βασιλιά Δία, το γιο του Κρόνου, λέγοντας: «Πατέρα Δία, αν ποτέ μου ανάμεσα στους αθανάτους σε υπηρέτησα με λόγια ή με πράξεις, κάνε μου αυτή τη χάρη και τίμησε το γιο μου. Είναι καταδικασμένος να πεθάνει νέος, και τώρα ο Αγαμέμνονας, ο βασιλιάς των λαών, του έχει εναντιωθεί- του έκλεψε το έπαθλο και το κράτησε δικό του. Εκδικήσου στο όνομα του γιου μου, σοφέ Ολύμπιε Δία, και άσε τους Τρώες να υπερισχύσουν, ώσπου οι Α­ χαιοί να του αποδώσουν το σεβασμό που του οφείλουν και να τον τιμήσουν πάλι». Ο Δίας, που συγκεντρώνει τις νεφέλες, δεν απάντησε. Κάθισε σιωπηλός για πολλή ώρα- η Θέτιδα καθώς τον έπιασε στα γόνατά του, του ζήτησε άλλη μια φορά το λόγο: «Υποσχέσου μου ξάστερα και γνέψε μου αν δέχεσαι ή αρνείσαι, γιατί δεν θα ’χεις εσύ να χάσεις τίποτα, για να ξέρω εγώ πόσο είμαι ανάμεσα στους θεούς η πιο περιφρονημένη». Ο Δίας που συγκεντρώνει τις νεφέλες βαρύθυμος τότε απάντησε: «Αλήθεια, θα γίνουν πράξεις κακότυχες51, αφού με προκλητικές κουβέντες με βάζεις να μαλώσω με την Ήρα, μπροστά στους αθανάτους- θα μου καταλογίζει πως βοηθώ τους Τρώες σ’ αυτό τον πόλεμο. Όμως τώρα γύρισε πίσω, να μη μας καταλάβει. Θα τα φροντίσω να εκτελεστούν. Για να σε βεβαιώσω θα σου γνέψω —οι αθάνατοι δεν γνωρίζουν ασφαλέστερο σημάδι απ’ αυτό. Όταν υπό­ σχομαι κάτι με μια κίνηση, αυτό δεν είναι ψεύτικο, δεν παίρνεται πίσω και δεν μένει ανεκτέλεστο». Μίλησε ο γιος του Κρόνου κι έγνεψε με τα πυκνά του φρύδια. Τα θεϊκά μακριά μαλλιά γλίστρησαν μπροστά στο

61

ΟΜΗΡΟΣ

κράτος ά π ’ άθανάτοιο' μέγαν δ ’ έλέλιξεν Όλυμπον. Τώ γ ’ ώς βονλενσαντε διέτμαγεν ή μέν έπειτα εις άλα άλτο βαθεϊαν άπ’ αίγλήεντος Όλυμπον, Ζευς δέ έόν πρός δώμα· θεοί δ’ άμα πάντες άνέσταν εξ έδέων σφοϋ πατρός εναντίον ουδέ τις έτλη μεΐναι έπερχόμενον, άλλ’ άντίοι έσταν άπαντες. ώς ο μέν ένθα καθέζετ ’ έπ 'ι θρόνον ουδέ μιν Ηρη ήγνοίησεν Ιδοϋσ ’ δτι οί σνμφράσσατο βονλάς άργυρόπεζα θέτις θυγάτηρ άλίοιο γέροντος. αντίκα κερτομίοισι Δια Κρονίωνα προσηνι5er “τις δ’ αύ τοι, δολομήτα, θεών συμφράσσατο βονλάς; αίεί τοι φίλον έστίν έμεν άπονόσφιν εόντα κρυπτάδια φρονέοντα δικαζέμεν ουδέ τ ί πώ μοι πρόφρων τέτληκας είπεΐν έπος δττι νόησης. ” Την δ ’ ήμείβετ’ έπειτα πατήρ άνδρών τε θεών τε · “Ήρη, μη δη πάντας έμονς έπιέλπεο μύθους είδήσειν χαλεποί τοι έσοντ ’ άλόχω περ εονση' άλλ ’ δν μέν κ ’ επιεικές άκουέμεν ου τις έπειτα ον'τε θεών πρότερος τον γ ’ είσεται οντ’ άνθρώπων δν δέ κ ’ έγών άπάνενθε θεών έθέλωμι νοησαι μη τι σύ ταντα έκαστα διείρεο μηδέ μετάλλα. ” Τον δ ’ ήμείβετ’ έπειτα βοώπις πότνια Ήρη“αίνότατε Κρονίδη, ποιον τον μϋθον έειπες; και λίην σε πάρος γ ’ οντ’ εϊρομαι ον'τε μεταλλώ, άλλα μάλ ’ εύκηλος τά φράζεαι άσσα θέλησθα. νϋν δ ’ αίνώς δείδοικα κατά φρένα μη σε παρείπη άργυρόπεζα Θέτις θυγάτηρ άλίοιο γέροντος· ήερίη γάρ σοί γε παρέζετο και λάβε γοννων τή σ ’ οΐω κατανεϋσαι έτήτνμον ώς Άχιληα

530

535

540

545

550

555

62

ΙΛΙΑΔΟΣ A

αθάνατο κεφάλι του βασιλιά και ο πανύψηλος Όλυμπος σείστηκε52. Αυτοί, αφού συμφώνησαν, αποχωρίστηκαν. Η Θέτιδα πήδηξε στα βάθη της θάλασσας απ’ τις πλαγιές του αστρα­ φτερού Ολύμπου, ο Δίας δε ξεκίνησε για το παλάτι του. Εκεί, όλοι οι θεοί σηκώθηκαν απ’ τους θρόνους σε ένδειξη σεβασμού προς τον πατέρα τους και κανείς δεν τόλμησε να μείνει καθιστάς, καθώς αυτός πλησίαζε. Σηκώθηκαν όλοι να τον χαιρετήσουν. Ο Δίας κάθισε στο θρόνο του, και η Ήρα, ρίχνοντας μια ματιά, κατάλαβε στη στιγμή πως αυτός και η Θέτιδα, με τα λευκά πόδια, η κόρη του γέ­ ροντα της θάλασσας, είχαν συνομιλήσει. Αμέσως στον Δία είπε με πειραχτικούς λόγους: «Ποια θεά σ’ απασχολεί τώρα, εσένα που ύπουλα σκέφτεσαι; Πόσο σου αρέσει, μόλις γυρνώ την πλάτη μου, ν’ αποφασίζεις σκεπτόμενος κρυφά! Και ποτέ με προθυμία δεν μ’ ενημερώνεις για τις σκέψεις σου». Σ’ αυτήν απάντησε έπειτα ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων: «Ή ρα, μην περιμένεις να μάθεις όλες μου τις αποφάσεις. Δύσκολα θα μάθεις να τις αντέχεις, παρ’ όλο που είσαι συντρόφισσά μου. Ό,τι είναι σωστό να μάθεις ούτε θεός ούτε άνθρωπος θα το μάθει πριν από σένα. Αμα όμως διαλέγω να πάρω κάποια απόφαση χωρίς τους θεούς, μη ρωτάς και μην πολυεξετάζεις». Τότε η μεγαλομάτα δέσποινα Ήρα απάντησε: «Φοβε­ ρότατε γιε του Κρόνου, τι λες τώρα; Δεν είχα ποτέ την πρόθεση να σ’ ενοχλήσω με ερωτήσεις. Και από πριν ούτε σε ρωτώ πολύ ούτε σε εξετάζω, αλλά ό,τι θέλεις το σκέφτε­ σαι μόνος σου. Τώρα, όμως, μου πέρασε η κακή ιδέα πως κουβέντιασες με τη Θέτιδα με τα λευκά πόδια, την κόρη του γέροντα της θάλασσας. Κάθισε κοντά σου το χάραμα και σου αγκάλιασε τα γόνατα. Αυτό μου δίνει να καταλάβω πως πήρες το μέρος της, δίνοντάς της το λόγο σου να βοηθήσεις

63

ΟΜΗΡΟΣ

τίμησης, ολέστ/ς δέ πολέας επί νηυσίν ’ χαιών. ” Α Την δ’ άπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτη Ζευς· 560 “δαιμονίη, αίεί μέν όΐεαι ουδέ σε ληθω' πρήξαι δ ’ έμπης ου τι δυνήσεαι, άλλ’ από θυμοϋ μάλλον έμοί έσεαι· τό δέ τοι καί ρίγιον έσται. εί δ’ ουτω τοντ ’ έστίν έμοί μέλλει φίλον είναι' άλλ ’ άκέουσα κάθησο, έμώ δ ’ έπιπείθεο μύθω, 565 μη νυ τοι ου χραίσμωσιν οσοι θεοί είσ ’ έν Όλύμπω άσσον ίόνθ’, ότε κέν τοι άάπτους χεϊρας έφείω.” Ώς εφατ έδεισεν δέ βοώπις πότνια "Ηρη, καί ρ’ άκέουσα καθήστο, έπιγνάμψασα φίλον κήρ' όχθησαν δ’ άνά δώμα Δ ιός θεοί Οϋρανίωνεςτοΐσιν δ ’ Ήφαιστος κλυτοτέχνης ηρχ ’ άγορευ'ειν μητρί φίλη έπί ήρα φέρων λευκωλένω Ήρη“ή δή λοίγια έργα τάδ’ εσσεται οϋδ’ έ τ ’ άνεκτά, εί δή σφώ ένεκα θνητών έριδαίνετον ώδε, έν δέ θεοΐσι κολωόν έλαυ'νετον ουδέ τι δαιτός έσθλής εσσεται ήδος, έπεί τά χερείονα νικα. μητρί δ ’ έγώ παράφημι καί αυτή περ νοεουση πατρί φίλω έπίηρα φέρειν Διί, οφρα μή αΰτε νεικείησι πατήρ, συν δ ’ ήμιν δαΐτα ταραξη. ε ί περ γάρ κ ’ έθέλησιν ’Ολύμπιος άστεροπητής έξ έδέων στυφελίξαΐ' ό γάρ πολύ φέρτατός έστιν. άλλα σύ τον έπέεσσι καθάπτεσθαι μαλακοϊσιν αυτίκ ’ έπειθ ’ ίλαος ’Ολύμπιος εσσεται ήμΐν. ” * αρ ’ έφη καί άναΐξας δέπας άμφικύπελλον Ως μητρί φίλη έν χειρί τίθει καί μιν προσέειπε■ “τέτλαθι, μήτερ έμή, καί άνάσχεο κηδομένη περ, μή σε φίλην περ έοΰσαν έν όφθαλμοΐσιν ϊδωμαι

570

575

580

585

64

ΙΛΙΑΛΟΣ A

τον Αχιλλέα και ν’ αφήσεις τους Αχαιούς να σφαγούν στα πλοία». Σ’ αυτήν απαντώντας, είπε ο Δίας που συγκεντρώνει τις νεφέλες: «Δαιμόνια53 Ήρα, πάντοτε με υποψιάζεσαι, θαρ­ ρώ πως δεν μπορώ να σου κρατήσω μυστικό. Δεν μπορείς, όμως, να κάνεις τίποτα, παρά να βγεις από την καρδιά μου. Αυτό θα είναι χειρότερο για σένα. Αν τα πράγματα είναι έτσι όπως τα λες, τότε ας γίνει το θέλημά μου. Μείνε ήσυχη και υπάκουσέ με και άφησε να σε κυβερνώ εγώ, διαφορετικά όλοι οι θεοί του Ολύμπου δεν θα ’χαν αρκετή δύναμη να με συγκρατήσουν54 και να σε σώσουν απ’ τ ’ αήττητα χέρια μου». Έτσι μίλησε, και η Ήρα, η μεγαλομάτα δέσποινα, φοβήθηκε και, αφού έσφιξε την καρδιά της, έμεινε βου­ βή. Ο Δίας στενοχώρησε κι όλους τους άλλους ουράνιους στο παλάτι, ώσπου ο Ήφαιστος, ο ξακουστός τεχνίτης, μίλησε για να παρασταθεί στην αγαπημένη του μητέρα, την Ήρα με τους λευκούς βραχίονες: «Α υτές θα είναι πράξεις καταστροφικές. Δεν υποφέρουμε τη διαμάχη σας για τους θνητούς, που φέρνετε στους θεούς φιλονικίες. Δεν μπορούμε να ευχαριστηθούμε το δείπνο μας με τόσες συμ­ φορές. Συμβουλεύω τη μητέρα μου, που ξέρει αρκετά καλά τι είναι το καλύτερο, να ευχαριστήσει τον αγαπημένο πα­ τέρα μου Δία, αλλιώς θα λογοφέρουν πάλι και θα χάσουμε το δείπνο μας. Γιατί τι θα γίνει άμα ο Ολύμπιος, που ρίχνει αστραπές, ο ισχυρότερος απ’ όλους μας, θελήσει να μας εξαφανίσει απ’ τις θέσεις μας; Πρέπει να του ζητήσεις με τρυφερό τρόπο συγγνώμη, για να γίνει ξανά ο Ολύμπιος καλός μαζί μας». Έτσι μίλησε και, αφού σηκώθηκε, έβαλε στα χέρια της αγαπημένης του μητέρας κύπελλο55 με δυο λαβές λέγο­ ντας: «Μητέρα, κάνε υπομονή και έχε θάρρος, μήπως και δω εσένα που αγαπώ δαρμένη εδώ μπροστά μου. Παρ’ ότι

65

ΟΜΗΡΟΣ

θεινομένην, τότε δ ’ ου τι δννήσομαι άχνύμενός περ χραισμεΐν άργαλέος γάρ ’Ολύμπιος άντιφέρεσθαι' ήδη γάρ με και άλλοτ ’ άλεξέμεναι μεμαώτα ρΐψε ποδός τεταγών άπο βηλοϋ θεσπεσίοιο, παν δ ’ ήμαρ φεράμην, άμα δ ’ ήελίω καταδνντι κάππεσον εν Λήμνω, ολίγος δ’ ετι θυμός ένήεν ενθά με Σίντιες άνδρες άφαρ κομίσαντο πεσάντα. ” * φάτο, μείδησεν δέ θεά λευκωλενος Ήρη, Ως μειδήσασα δέ παιδος έδέξατο χειρι κυπελλον αΰτάρ ο τοϊς άλλοισι θεοΐς ένδέξια πασιν οινοχάει γλυκύ νέκταρ άπο κρητήρος άφύσσων άσβεστος δ ’ άρ ’ ένώρτο γέλως μακάρεσσι θεοΐσιν ώς ίδον Ήφαιστον διά δώματα ποιπνύοντα. "Ως τότε μέν πράπαν ήμαρ ές ήέλιον καταδύντα δαίνυντ ουδέ τι θυμός έδεύετο δαιτός έίσης, ον μέν φόρμιγγας περικαλλέος ήν έχ ’ Απόλλων, Μουσάων θ ’ α ΐ άειδον άμειβόμεναι όπι καλή. Αύτάρ έπει κατέδυ λαμπρόν φάος ήελίοιο, οΐ μέν κακκείοντες έβαν οίκόνδε έκαστος, ήχι έκάστω δώμα περικλυτός άμφιγυήεις Ήφαιστος ποίησεν ίδυίησι πραπίδεσσι' Ζευς δέ πρός ον λέχος ή ϊ’ ’Ολύμπιος άστεροπητής, ένθα πάρος κοιμάθ’ οτε μιν γλυκύς ύπνος ίκάνοι· ένθα καΟεϋδ ’ άναβάς, παρά δέ χρνσόθρονος Ήρη.

590

595

600

605

610

66

ΙΛΙΑΔΟΣ A

θα λυπάμαι δεν θα μπορούσα τότε να χάνω τίποτα για να σε βοηθήσω. Ο Ολύμπιος είναι σκληρός θεός για να τα βάζει κανείς μαζί του, γιατί μια φορά που προσπάθησα με πείσμα να σε βοηθήσω, μ’ έπιασε απ’ το πόδι και μ’ εκσφενδόνισε έξω απ’ τα θεϊκά ανάκτορα. Πετούσα όλη μέρα κι όταν ο ήλιος έδυσε έπεσα μισοπεθαμένος στη Λήμνο56- εκεί με περιμάζεψαν και με φρόντισαν οι Σίντιες». Η θεά Ήρα με τους λευκούς βραχίονες χαμογέλασε στα λόγια του και πήρε το κύπελλο απ’ τα χέρια του γιου της, έχοντας το χαμόγελο συνέχεια στα χείλη. Ο Ήφαιστος κερνούσε τους υπόλοιπους στη σειρά, αρχίζοντας απ’ τα δεξιά, με γλυκό νέκταρ, αφού έπαιρνε από τη μεγάλη κανάτα. Ένα κύμα αθέλητου γέλιου συνεπήρε τους μακά­ ριους θεούς, καθώς τον έβλεπαν να ξεφυσάει περνώντας. Η γιορτή συνεχίστηκε όλη τη μέρα, μέχρι τη δύση του ήλιου. Καθένας τους είχε ίσο μερίδιο στη χαρά και στο φαγοπότι. Και δεν έλειπε η πανέμορφη φόρμιγγα του Α­ πόλλωνα, οι δε Μούσες τραγουδούσαν γλυκά η μια πίσω από την άλλη. Όταν όμως το λαμπρό φως του Ήλιου βυθίστηκε, πήγε ο καθένας, επειδή ήθελε να κοιμηθεί, στο δικό του ανάκτο­ ρο- τα ’χε χτίσει ο ξακουστός τεχνίτης, ο κουτσός Ή φαι­ στος, με τα επιτήδεια χέρια του και το σοφό μυαλό του . Ο Ολύμπιος Δίας, που ρίχνει αστραπές, τραβήχτηκε κι αυτός στο κρεβάτι του, όπου συνήθιζε να κοιμάται γλυ­ κά' εκεί, αφού ανέβηκε, πλάγιασε με την Ήρα τη χρυσόθρονη δίπλα του.

67

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Β
(Έμμετρος ) Βήτα δ ’ όνειρον έχει, άγορήν και νήας αριθμεί. (Πεζή) Όνειρος και κατάλογος.

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Β
Κατά τον άρχαΐον «παραφραστήν». Ζευς, όνειρον έπιπέμψας Άγαμέμνονι, παρακελεύεται τους Έλληνας έξάγειν επί πόλεμον ο δέ πρώτον μέν τών άριστων συνέδριον συνήγαγεν, έπειτα δέ εκκλησίαν ποιησάμενος άποπειραται αυτών, παρακελευσάμενος φενγειν εις τάς πατρίδας' κατέχει δέ αντούς Όδνσσενς ’ θήνας προνοία καί Νέστωρ Α δημηγορήσας' είτα τροφήν άνελόμενοι έξοπλίζονται αυτοί τε καί οί ήγεμόνες, ομοίως δέ καί οί Τρώες Ίριδος αύτοϊς άπαγγειλάσης. Κατάλογον δέ ό ποιητής έποίησε τών στρατευ­ μάτων καί τών νεών. ΑΛΛΩΣ Ζευς, έμέμνητο γάρ Θέτιδος ικεσίας, τών άλλων θεών τε καί ανθρώπων ύπνω σχολαζόντων, προ οφθαλμών ποιούμε­ νος τιμήσαι τον τοϋ Πηλέως, όνειρον Αγαμέμνονι πέμπει, κελεύων αυτόν έκβάλλειν πάντας Έλληνας εις μάχην, συμβουλεύων αντώ δηλαδή καί τον Αχιλλέα παρακαλέσαι· ο δέ ου συνιείς τό όναρ τοϊς άριστενσιν αυτό διηγείται' καί μετά τοϋτο εις εκκλησίαν άθροίσας πάντας Έλληνας, νπόπτως πρός αυτούς διακείμενος, διά τό ήγεΐσθαι τον Αχιλλέα, έπιτιθέμενον αυτού, προσοικειοϋσθαι το παν πλήθος, πειράζων φενγειν αυτούς εις τάς πατρίδας κελεύει' οί δέ ού

68

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Β

('Εμμετρη ) Βήτα, περιέχει το όνειρο, τη συνέλευση και απαριθμεί τα πλοία. (Πεζή)

Το όνειρο και ο κατάλογος των πλοίων.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Β

Κ ατά τον αρχαίο «παραφραστή».

Ο Δίας στέλνοντας όνειρο στον Αγαμέμνονα προτρέπει τους Έλληνες ν’ αρχίσουν τον πόλεμο- κι αυτός συγκάλεσε πρώτα συνέδριο των αρχόντων και έπειτα έκανε συνέλευση του λαού, προτρέποντάς τους να φύγουν στην πατρίδα. Τους συγκρατεί ο Οδυσσέας, με την πρόνοια της Αθή­ νας, και ο Νέστορας που βγάζει λόγο. Έ πειτα, αφού έφα­ γαν οπλίζονται κι αυτοί και οι αρχηγοί, το ίδιο και οι Τρώες με διαταγή της Ίριδας. Ο ποιητής έφτιαξε κατά­ λογο των στρατευμάτων και των πλοίων.
ΜΕ Α Λ Λ Ο ΤΡΟΠΟ

Ενώ οι άλλοι θεοί και οι άνθρωποι κοιμούνταν, ο Δίας, σκεπτόμενος την ικεσία της Θέτιδας να δικαιώσει το γιο του Πηλέα, στέλνει όνειρο στον Αγαμέμνονα- μ’ αυτό του ζητούσε να οδηγήσει σε μάχη όλους τους Έλληνες και παράλληλα τον συμβούλευε να προτρέψει και τον Αχιλλέα να πολεμήσει. Ο Αγαμέμνονας, επειδή δεν κατάλαβε το όνειρο, το διηγήθηκε στους άρχοντες. Έ πειτα κάλεσε συ­ νέλευση όλων των Ελλήνων, με την υποψία μήπως ο Αχιλλέας, που ήταν αρχηγός, πάρει με το μέρος του το στράτευμα και του επιτεθεί. Γι’ αυτό το λόγο διατάζει όλους τους Έλληνες να επιστρέψουν στην πατρίδα. Αυτοί που δεν συμφωνούσαν να τραβήξουν τα πλοία και να γυρί-

69

ΟΜΗΡΟΣ

σννίεντες έπί τό καθέλκειν τάς νανς και εις τάς πατρίδας άπαλλάττεσθαι χωρονσιν. Όδνσσεύς δε, νποθεμένης αντω !’ θήνας, τους μέν άρίστους πειθοΐ κατέχει, των δε στρατιω­ Α τών πικρώς καθάπτεται' παύει δε και Θερσίτην, άμονσως πρός τον βασιλέα στασιάζοντα, και τούς Έλληνας μεΐναι και το Ίλιον έλεΐν προτρέπει■συμβονλεύσαντος δέ καί Νέστορος τά αν τά, Αγαμέμνων θύσας τώ Δ ιΐ τούς γέροντας εστία, καί προτρεψάμενος τούς Έλληνας έπί πόλεμον εξάγει πάντας. Έξης δέ έστιν 6 κατάλογος τών νεών, έφ ’ ών ήλθον οί Έλληνες, καί τών ηγεμόνων αντών καί τών Τρώων καί τών επικούρων.

70

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

σουν στην πατρίδα προχώρησαν. Ο Οδυσσέας τότε, με την καθοδήγηση της Αθηνάς, συγκρατεί με πειστικά λόγια τους αρχηγούς και μιλά με αυστηρότητα στους στρατιώ­ τες. Παύει, επίσης και την οργή του Θερσίτη, που με θράσος εναντιώθηκε στο βασιλιά, και προτρέπει τους Έλ­ ληνες να μείνουν και να καταλάβουν το Ίλιο. Ο Νέστορας δίνει στο στρατό τις ίδιες συμβουλές και ο Αγαμέμνονας, αφού θυσίασε στον Δία, συγκέντρωσε τους γέροντες και προέτρεψε όλους τους Έλληνες σε πόλεμο. Στη συνέχεια παρατίθεται κατάλογος των πλοίων και των αρχηγών των Ελλήνων καθώς επίσης των Τρώων και των συμμάχων τους.

71

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

Άλλοι μέν ρα θεοί τε καί άνέρες ίπποκορυσταί εν δον παννύχιοι, Δία δ’ ονκ έχε νήδνμος ύπνος, άλλ’ ο γε μερμήριζε κατά φρένα ώς Άχιλήα τιμήση, όλέση δέ πολέας έπι νηυαίν ’ χαιών, Α ή δε δέ οι κατά θυμόν άρίστη φαίνετο βονλή, πέμχραι έπ ’ Ατρεΐδτ] Αγαμέμνονι ούλον "Ονειρον κα ί μιν φωνήσας επεα πτερόεντα προσηύδα· “βάσκ ’ ίθι, ονλε ’Όνειρε, θοάς έπι νήας Αχαιών έλθών ές κλισίην Αγαμέμνονος Άτρεΐδαο πάντα μάλ ’ άτρεκέως άγορενέμεν ώς έπιτέλλω' θωρήξαί έ κέλενε κάρη κομόωντας Αχαιούς πανσυδίγΐ' νϋν γάρ κεν έλοι πόλιν ευρυάγυιαν Τρώων ον γάρ έ τ ’ άμφίς ’Ολύμπια διόματ ’ έχοντες άθάνατοι φράζονται■έπέγναμψεν γάρ άπαντας 7 /ρη λισσομένη, Τρώεσσι δέ κήδε’ έφήπται.” "Ως φάτο, βή δ ’ άρ’ ’Όνειρος έπεί τον μνθον ακονσε· καρπαλίμως δ’ ΐκανε θοάς έπί νήας ’ χαιών, Α βή δ’ άρ’ έπ’ Ατρεΐδην Αγαμέμνονα · τον δέ κίχανεν ενδοντ’ έν κλισίη, περί δ’ άμβρόσιος κέχυθ’ ύπνος, στη δ ’ άρ’ υπέρ κεφαλής Νηληΐω υίι έοικώς, Νέστορι, τόν ρα μάλιστα γερόντων τ ι ’ Αγαμέμνων τώ μιν έεισάμενος προσεφώνεε θείος ’Όνειρος· “εύδεις, Ατρέος υιέ δαιφρονος ΐπποδάμοιο'

5

10

15

20

72

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

Οι υπόλοιποι.1 θεοί και οι άντρες οι αρματομάχοι κοι­ μήθηκαν άνετα όλη τη νύχτα, αλλά ο Δίας δεν μπόρεσε να βρει ήσυχο ύπνο. Αυτό αναρωτιόταν, πώς τον Αχιλλέα να τιμήσει2 και ν’ αφανίσει πολλούς Αχαιούς κοντά στα κα­ ράβια τους. Στη σκέψη του του φάνηκε καλύτερος τρόπος να στείλει στο βασιλιά Αγαμέμνονα τον πλανευτή Όνειρο. Και λόγια φτερωτά είπε σ’ εκείνον: «Όνειρε πλανευτή, πήγαινε στα καράβια των Αχαιών. Πήγαινε στη σκηνή του Αγαμέμνονα, του γιου του Ατρέα, να ξαναπείς ό,τι ακριβώς σου λέω: Πες του να προετοιμάσει τους Αχαιούς με τη μακριά κόμη αμέσως για μάχη. Ήρθε η ώρα να κατακτήσει την πόλη των Τρώων με τους πλατιούς δρό­ μους. Γιατί εμείς οι αθάνατοι, που κατοικούμε στον Όλυ­ μπο, δεν διαφωνούμε πια. Γιατί όλων το νου μετέστρεψε η Ήρα με τα παρακάλια' θα πέσουν συμφορές στους Τρώ­ ες». Ο Όνειρος αφού τον άκουσε έφυγε. Αμέσως έφτασε στα γοργά καράβια των Αχαιών, όπου βρήκε τον Ατρείδη Αγαμέμνονα να κοιμάται στη σκηνή του" γύρω του απλω­ νόταν ύπνος θεϊκός. Παίρνοντας τη μορφή του Νέστορα, του γιου του Νηλέα3, τον οποίο βέβαια τιμούσε ιδιαίτερα ο Αγαμέμνονας ανάμεσα στους γέροντες4, ο θείος Όνειρος ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι του και του είπε: «Κοιμά­ σαι, γιε του συνετού Ατρέα που ημερώνει τ ’ άλογα; Δεν

73

ΟΜΗΡΟΣ

ον χρή πανννχιον εύδειν βονληφόρον άνδρα ώ λαοί τ ’ έπιτετράφαται και τόσσα μέμηλε' νυν δ’ έμέθεν ξένες ώκα: Αιός δε' τοι άγγελός είμι, ος σεϋ άνευθεν έών μεγα κήδεται ήδ ’ έλεαίρει. θωρήξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας ’ χαιούς Α πανσνδίη· νυν γάρ κεν ελοις πόλιν ευρυάγυιαν Τρώων ου γάρ έ τ’ άμφίς ’Ολύμπια δώματ ’ εχοντες άθάνατοι φράζονται■έπέγναμψεν γάρ άπαντας Ήρη λισσομένη, Τρώεσσι δέ κήδε ’ έφήπται έκ Διάς· άλλά συ σήσιν έχε φρεσί, μηδέ σε λήθη αίρείτω εντ ’ αν σε μελίφρων ΰπνος άνήη.” "Ως άρα φωνη'σας άπεβήσετο, τον δ ’ ελιπ ’ αυτοϋ τα φρονέοντ’ άνά θυμόν ά ρ ’ ον τελε'εσθαι εμέλλον φή γάρ ο γ ’ αίρήσειν Πριάμου πόλιν ήματι κείνω, νήπιος, ονδέ τά ήδη ά ρα Ζενς μήδετο εργα· θήσειν γάρ ετ ’ έ'μελλεν έπ ’ άλγεά τε στοναχάς τε Τρωσί τε και Δαναοϊσι διά κρατεράς ΰσμίνας. ' εγρετο δ’ έξ νπνον, θείη δέ μιν άμφέχντ’ όμφήεζετο δ ’ ορθωθείς, μαλακόν δ ’ ένδννε χιτώνα καλόν νηγάτεον, περί δέ μεγα βάλλετο φάρος■ ποσσι δ ’ υπό λιπαροϊσιν έδήσατο καλά πέδιλα, άμφι δ ’ άρ’ ώμοισιν βάλετο ξίφος άργυρόηλον είλετο δέ σκήπτρον πατρώϊον άφθιτον α ίε ί συν τώ έβη κατά νήας ’ χαιών χαλκοχιτώνων Α Ήώς μέν ρα θεά προσεβήσετο μακρόν ’Όλυμπον ΖηνΙ φόως έρέουσα και άλλοις άθανάτοισιν αυτάρ ο κηρυκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε κηρνσσειν άγορήνδε κάρη κομόωντας Αχαιονς· οι μέν έκήρνσσον, τοι δ ’ ήγείροντο μάλ ’ ώκα· Βουλήν δέ πρώτον μεγάθυμων ίζε γερόντων

25

30

35

40

45

50

74

ΙΛΙΑΛΟΣ Β

αρμόζει σ’ έναν κυβερνήτη, που αποφασίζει και σ’ αυτόν ανήκουν πολλοί λαοί και έχει μέριμνες, να κοιμάται όλη νύχτα. Άκουσέ με προσεκτικά και βάλε στο μυαλό σου πως με στέλνει ο Δίας, που, ενώ βρίσκεται τόσο μακριά, νοιά­ ζεται πολύ για σένα και σε λυπάται. Επιθυμεί να ετοιμά­ σεις τους Αχαιούς με τη μακριά κόμη αμέσως για τη μάχη. Ήρθε η ώρα να κατακτήσεις την πόλη των Τρώων με τους πλατιούς δρόμους, γιατί οι αθάνατοι, που κατοικούν στον Όλυμπο, δεν διαφωνούν πια. Γιατί όλων το νου μετέστρε­ ψε η Ήρα με τα παρακάλια- θα πέσουν συμφορές στους Τρώες. Βάλ’ το στο μυαλό σου και μην το ξεχάσεις, όταν ο ύπνος που γλυκαίνει την καρδιά σ’ εγκαταλείψει». Αυτά τα λόγια είπε ο Όνειρος κι έφυγε, αφήνοντας το βασιλιά με λαθεμένη εικόνα στο μυαλό του. Φαντάστηκε ο ανόητος πως θα κατακτούσε5 την πόλη του Πριάμου την ίδια μέρα. Δεν γνώριζε καθόλου τα σχέδια του Δία ούτε τις συμφορές και τους οδυρμούς που λογάριαζε να φέρει και στους Τρώες και στους Δαναούς, στην πικρή μελλοντική μάχη. Σαν ξύπνησε, η θεϊκή φωνή αντηχούσε στ’ αυτιά του. Κάθισε στο κρεβάτι και φόρεσε ελαφρό και ωραίο υφαντό χιτώνα6 και πάνω απ’ αυτό ένα φαρδύ πανω­ φόρι7. Έδεσε στα χυτά του πόδια ένα ωραίο ζευγάρι σαν­ δάλια, κρέμασε απ’ τους ώμους του το ασημοστόλιστο σπαθί και κρατώντας στα χέρια του το άφθαρτο σκήπτρο της οικογένειάς του, κατέβηκε στα πλοία, όπου βρίσκονταν οι χαλκοθώρακες Αχαιοί. Η θεά Ηώς ξεκίνησε για τον ψηλό Όλυμπο, αναγγέλ­ λοντας στον Δία και στους άλλους θεούς τη μέρα, ο δε Αγαμέμνονας διέταξε τους βροντερόφωνους κήρυκες να συγκεντρώσουν τους Αχαιούς με τη μακριά κόμη σε συνέ­ λευση. Αυτοί λοιπόν φώναζαν οι δε στρατιώτες συγκε­ ντρώνονταν. Στην αρχή, κάλεσε σε συγκέντρωση τους μεγαλόψυχους

75

ΟΜΗΡΟΣ

Νεστορέη παρά νηϊ Ήυλοιγενέος βασιλήος' τονς ο γε συγκαλέσας πνκινήν άρτύνετο βουλήν “κλϋτε φίλοι · θεϊός μοι έννπνιον ήλθεν ’Όνειρος άμβροσίην διά νύκτα' μάλιστα δέ Νέστορι δίω είδος τε μέγεθος τε φυήν τ ’ άγχιστα έώκεΐ' στη δ’ άρ’ υπέρ κεφαλής καί με πρός μϋθον έειπεν “ευδεις, Άτρέος νιέ δαΐφρονος ίπποδάμοιο' ον χρή παννυχιον εΰδειν βουληφόρον άνδρα, ώ λαοί τ ’ έπιτετράφαται καί τόασα μέμηλε' νϋν (3’ έμέθεν ξννες ώκα' Δ ιός δέ τοι άγγελός ε ’μι, ι δς σεϋ άνευθεν έών μέγα κήδεται ήδ’ έλεαίρεί' θωρήξαί σε κέλενσε κάρη κομόωντας Άχαιονς πανσυδίη' νϋν γάρ κεν έλοις πόλιν ενρνάγνιαν Τρώων ον γάρ έ τ’ άμφίς Όλνμπια δώματ’ εχοντες άθανατοι φράζονται' έπέγναμψεν γάρ άπαντας Ήρη λισσομένη, Τρώεσσι δέ κήδε ’ έφήπται εκ Δ ιός' αλλά σν σήσιν έχε φ ρ εσίν” ώς ό μέν είπών ώχετ ’ άποπτάμενος, εμέ δέ γλυκύς νπνος άνήκεν. άλλ’ άγετ’ α ί κέν πως θωρήξομεν νιας ’ χαιώ ν Α πρώτα δ ’ έγών επεσιν πειρήσομαι, η θέμις έστί, καί φενγειν σνν νηνσί πολυκληισι κελεύσω' υμείς δ ’ άλλοθεν άλλος έρητνειν έπέεσσιν. ” Ήτοι ο γ ’ ώς είπών κα τ’ άρ’ έζετο, τοΐσι δ’ άνέστη Νέστωρ, ος ρα Ηνλοιο άναξ ήν ήμαθόεντος, ο σφιν έϋφρονέων άγορήσατο καί μετέειπεν ώ φίλοι, Άργείων ηγήτορες ήδέ μέδοντες, εί μέν τις τον όνειρον Αχαιών άλλος ένισπε ψευδός κεν φαΐμεν καί νοσφιζοίμεθα μάλλον νϋν δ ’ 'ίδεν δς μ έγ’ άριοτος Αχαιών εύχεται είναι'

55

60

65

70

75

80

76

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

γέροντες δίπλα στο καράβι του Νέστορα, του βασιλιά της Πύλου8, και όταν τους μάζεψε προσκαλώντας, τους ανα­ κοίνωσε σοφό σχέδιο: «Φίλοι, ακούστε. Τη θεϊκή νύχτα μ’ επισκέφτηκε στον ύπνο μου ο Όνειρος. Στην εμφάνιση, στο ανάστημα και στην όψη ήταν ίδιος και απαράλλαχτος με τον άρχοντα Νέστορα. Στάθηκε δίπλα μου και είπε: “ Κοιμάσαι, γιε του συνετού Ατρέα που ημερώνει τ ’ άλο­ γα; Δεν αρμόζει στον κυβερνήτη, που αποφασίζει και σ’ αυτόν ανήκουν τόσοι λαοί και έχει μέριμνες, να κοιμάται όλη τη νύχτα. Ακουσέ με προσεκτικά και βάλε στο μυαλό σου πως με στέλνει ο Δίας, που ενώ βρίσκεται τόσο μα­ κριά, νοιάζεται πολύ για σένα και σε λυπάται. Επιθυμεί να ετοιμάσεις τους Αχαιούς με τη μακριά κόμη αμέσως για μάχη. Ήρθε η ώρα να κατακτήσεις την πόλη των Τρώων με τους πλατιούς δρόμους, γιατί οι αθάνατοι, που κατοι­ κούν στον Όλυμπο, δεν διαφωνούν πια. Γιατί όλων το νου μετέστρεψε η Ήρα με τα παρακάλια' θα πέσουν συμφορές στους Τρώες. Βάλ’ τα στο μυαλό σου όλ’ αυτά” . Μετά απ’ αυτό πέταξε μακριά κι εγώ ξύπνησα. Πρέπει τώρα να ετοιμάσουμε τους γιους των Αχαιών για μάχη. Πρώτα, όμως, όπως απαιτείται από μένα, θα τους δοκιμάσω με ομιλία. Θα τους καλέσω να μπουν στα πολύκωπα πλοία και να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα. Ο καθένας σας τότε, βρίσκοντας διάφορες προφάσεις, θα τους συγκρατήσει να μη φύγουν». Αυτός αφού έτσι μίλησε, κάθισε κάτω, ανάμεσα δε σ’ αυτούς σηκώθηκε ο Νέστορας, ο βασιλιάς της αμμουδερής Πύλου, και άρχισε την ομιλία, μιλώντας σ’ αυτούς με σύνεση: «Φίλοι μου, αρχηγοί και βασιλιάδες των Αργείων, αν οποιοσδήποτε άλλος Αχαιός έλεγε για ένα όνει­ ρο σαν κι αυτό θα το θεωρούσαμε ψέμα και δεν θα τ ’ αποδεχόμαστε. Τώρα ο άντρας που το είδε αυτό θεωρείται πως είναι ο πιο σπουδαίος από τους Αχαιούς. Γι’ αυτό

77

ΟΜΗΡΟΣ

άλλ’ άγετ’ α ϊ κέν πως θωρήξομεν υίας Αχαιών. ” Ώς άρα φωνήσας βουλής έξήρχε νέεσθαι, οΐ δ ’ έπανέστησαν πείθοντο τε ποιμένι λαών σκηπτούχοι βασιλήες' έπεσσεύοντο δέ λαοί. ήύτε εθνεα είσι μελισσάων άδινάων πέτρης έκ γλαφυρής αίεΐ νέον έρχομενάων βοτρυδόν δέ πέτονται έπ’ άνθεσιν εί,αρινοΐσιν αί μέν τ ’ ένθα άλις πεποτήαται, αί δέ τε ένθα' ώς τών έθνεα πολλά νεών άπο και κλισιάων ήϊόνος προπάροιθε βαθείης έστιχόωντο ίλαδόν εις άγορήν μετά δέ σφισιν όσσα δεδήει ότρυνουσ ’ ίέναι, Δ ιός άγγελος- οί δ’ άγέροντο. τετρήχει δ ’ άγορή, υπό δέ στεναχίζετο γαϊα λαών ίζόντων, ομαδος δ ’ ή ν έννέα δέ σφεας κήρυκες βοόωντες έρήτυον, ε ί ποτ ’ άϋτής σχοίατ άκούσειαν δέ διοτρεφέων βασιλήων. σπονδή δ ’ έζετο λαός, έρήτυθεν δέ καθ ’ έδρας παυσάμενοι κλαγγής■άνά δέ κρείων Αγαμέμνων έστη σκήπτρον έχων τό μέν Ήφαιστος κάμε τευχών. Ήφαιστος μέν δώκε Διι Κρονίωνι άνακτι, αυτάρ άρα Ζευς δώκε διακτόρω άργείψόνττ/' Ερμείας δέ άναξ δώκεν Πέλοπι πληξίππω, αυτάρ ο αΰτε Πέλοψ δώκ’ Άτρέϊ, ποιμένι λαώ ν Άτρεύς (5ε θνήσκων έλιπεν πολυαρνι Θυέστΐ], αυτάρ ο αύτε Θυέστ ’ Άγαμέμνονι λείπε φορήναι, πολλήσιν νήσοισι και 'Άργεϊ παντι άνάσσειν. τ ώ ο γ ’ έρεισάμενος έ'πε’ Άργείοισι μετηυδα“ώ φίλοι ήρωες Δαναοί, θεράποντες Άρηος, Ζευς με μέγα Κρονίδης άττ] ένέδησε βαρείΐ],

85

90

95

100

105

110

78

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

προτείνω να προετοιμάσουμε αμέσως τους γιους των Α­ χαιών για μάχη». Έτσι αφού μίλησε, ξεκίνησε να φύγει από τη συνέλευ­ ση. Οι υπόλοιποι βασιλιάδες με τα σκήπτρα, πιστεύοντας στον αρχηγό των πολεμιστών, εγκατέλειψαν κι αυτοί τις θέσεις τους. Συναντήθηκαν με το στρατό που συγκεντρω­ νόταν απ’ όλες τις μεριές. Όπως τα σμήνη των μελισσών ξεπετάγονται μέσα απ’ τα βαθιά βράχια9 και κάθονται πάνω στα τσαμπιά των αμπελιών, πάνω στ’ ανοιξιάτικα λουλούδια και φτερουγίζουν σε σμήνη εδώ κι εκεί, έτσι η μια φυλή μετά την άλλη μαζευόταν με τάξη έξω από τα πλοία και τις σκηνές τους πάνω στις φαρδιές αμμουδιές της θάλασσας. Η αγγελιοφόρος του Δία, η Φήμη10, φού­ ντωνε ανάμεσά τους, παροτρύνοντάς τους ως τη στιγμή που όλοι μαζεύτηκαν. Καθώς έπαιρναν τις θέσεις τους και προκαλούσαν χαλασμό, η γη έτριζε από κάτω. Εννέα κήρυκες1 με φωνές προσπαθούσαν να τους κάνουν να σω1 πάσουν, ώστε να μπορέσουν οι άντρες ν’ ακούσουν τους διοτραφείς βασιλιάδες τους. Με δυσκολία κάθισαν επιτέ­ λους στις θέσεις τους χωρίς να μιλούν. Ο βασιλιάς Αγα­ μέμνονας σηκώθηκε τότε, κρατώντας το ραβδί που του ’χε φτιάξει ο Ήφαιστος με πολύ κόπο. Ο Ήφαιστος το είχε δώσει στον άρχοντα Δία, το γιο του Κρόνου, και ο Δίας στον Ερμή12, τον αγγελιοφόρο, το φονιά του Αργού. Ο άρχοντας Ερμής το χάρισε στον Πέλοπα, που τ ’ άλογα κεντρίζει, και ο Πέλοπας το άφησε κληρονομιά στο βασι­ λιά Ατρέα. Όταν ο Ατρέας πέθανε, το άφησε στον Θυέστη, με τα πολλά αρνιά, κι αυτός με τη σειρά του το χάρισε στον Αγαμέμνονα να το κρατάει και σε πολλά νησιά και σ’ όλη τη χώρα του Άργους να κυβερνάει. Αφού στηρίχτηκε σ’ αυτό έλεγε στους Αργείους: «Είμαι υποχρεωμένος, φίλοι Δαναοί, ήρωες και σύντροφοι του Άρη, να σας αναγγείλω πως ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, μου έστειλε τρομερή

79

ΟΜΗΡΟΣ

σχέτλιος, δς πριν μέν μοι νπέσχετο και κατένενσεν Ίλιον έκπέρσαντ ’ εντείχεον άπονέεσθαι, νυν δέ κακήν απάτην βουλενσατο, κα ί με κελεύει δυσκλέα Άργος ίκέσθαι, έπει πολνν ωλεσα λαόν. οντω που Διι μέλλει νπερμενέϊ φίλον είναι, ος δή πολλάων πολίων κατέλνσε κάρηνα ήδ’ έτι και λύσει- του γάρ κράτος έστ'ι μέγιστον. αίσχρον γάρ τάδε γ ’ έστ'ι και έσσομένοισι πυθέσθαι μάψ ούτω τοιάνδε τοσάνδε τε λαόν ’ χαιών Α άπρηκτον πόλεμον πολεμίζειν ήδέ μάχεσθαι άνδρασι παυροτέροισι, τέλος δ ’ ού πώ τι πέφανταί' ε’ περ γάρ κ ’ έθέλοιμεν ’ χαιοί τε Τρώές τε ι Α δρκια πιστά ταμόντες άριθμηθήμεναι άμφω, Τρώας μέν λέξασθαι έφέστιοι άσσοι εασιν, ημείς δ ’ ές δεκάδας διακοσμηθεϊμεν ’ χαιοί, Α Τρώων δ’ άνδρα έκαστοι έλοίμεθα οίνοχοεύειν, πολλαί κεν δεκάδες δευοίατο οίνοχάοιο. τ άσσον εγώ φημι πλέας έμμεναι υίας ’ χαιών Α Τρώων, οί ναίονσι κατά πτόλιν άλλ’ επίκουροι πολλέων εκ πολίων έγχέσπαλοι άνδρες έασιν, οί με μεγα πλάζουσι και ονκ είώ σ’ έθέλοντα Ίλιον έκπέρσαι εύ ναιόμενον πτολίεθρον. έννέα δή βεβάασι Δ ιός μεγάλου ένιαυτοί, και δή δοϋρα σέσηπε νεών και σπάρτα λέλυντa r αί δέ που ήμέτεραί τ ’ άλοχοι και νήπια τέκνα ήατ ’ ένι μεγάροις ποτιδέγμεναΐ" άμμι δέ έργον αντως άκράαντον ον είνεκα δενρ ’ ΐκάμεσθα. άλλ’ άγεθ’ ώς αν εγώ είπω πειθώμεθα πάντες' φεύγωμεν συν νηυσι φίλην ές πατρίδα γα ΐα ν ου γάρ έτι Τροίην αίρήσομεν εύρνάγυιαν.” "Ως φατο, τοϊσι δέ θυμόν ένι στήθεσσιν ορινε π&σι μετά πληθύν οσοι ον βονλής έπάκονσαν

115

120

125

130

135

140

80

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

συμφορά. Ο σκληρός θεός, που κάποτε με είχε διαβεβαιώσει πως ποτέ δεν θα γύριζα στην πατρίδα μου, αν δεν είχα πρώτα ρίξει τα τείχη στο Ίλιο, άλλαξε γνώμη και τώρα με προστάζει, στην πικρή μου απογοήτευση μέσα, να γυρίσω πίσω στο Αργος ντροπιασμένος, έχοντας χάσει πολύ στρα­ τό. Φαίνεται πως ο αήττητος Δίας, που έχει γκρεμίσει τείχη πολλών πόλεων, και άλλα τόσα θα γκρεμίσει- η δύναμή του είναι μεγάλη. Είναι ντροπή όμως τούτο να το μάθουν οι απόγονοί μας, όταν μια τόσο μεγάλη και τέτοιας ποιότητας δύναμη σαν τη δική μας είναι αναγκασμένη, χωρίς δράση και δικαίωμα δικής της απόφασης, να αποτύχει μπροστά σ’ έναν ασθενέστερο στρατό. Γιατί αν οι Δαναοί κι οι Τρώες κάναμε ανακωχή, αφού κομματιάζαμε σφαχτά, και κάθε πλευρά μετρούσε τους δικούς της, αν υπολογίζαμε13 μόνο τους ντόπιους14 Τρώες, εμείς δε οι Αχαιοί αν μετριόμασταν σε δεκάδες, ορίζοντας έναν Τρώα κεραστή για κάθε δεκάδα, τότε πολλές δεκάδες θα ’μεναν χωρίς κεραστή. Τόση θαρρώ είναι η αριθμητική μας υπε­ ροχή απέναντι στους Τρώες15, που βρίσκονται στην πόλη. Αλλά υπάρχουν από πολλές πόλεις άντρες σύμμαχοί τους, που είναι ισχυροί στο δόρυ. Αυτό ανατρέπει και καταστρέ­ φει όλες μου τις προσπάθειες να κατακτήσω την καλοκατοικημένη πόλη του Ιλίου. Εννιά μεγάλα χρόνια του ισχυ­ ρού Δία πέρασαν μέχρι τώρα. Τα ξύλα των πλοίων σάπι­ σαν και η αρματωσιά τους καταστράφηκε. Οι γυναίκες μας δε και τα παιδιά μας κάθονται στα σπίτια μας περιμένοντας. Ο σκοπός για τον οποίο ήρθαμε εδώ παραμένει ανεκπλήρωτος. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο καθένας σας ας ακούσει το λόγο μου. Εμπρός, λέω, με τα καράβια να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα μας. Η Τροία με τους πλατιούς δρόμους δεν θα γίνει ποτέ κτήμα δικό μας». Τα λόγια του Αγαμέμνονα καρφώθηκαν κατευθείαν στην καρδιά κάθε άντρα, όσων δεν είχαν παρευρεθεί στο

81

ΟΜΗΡΟΣ

κινηθη δ ’ άγορη φή κύματα μακρά θαλάσσης, πόντου Ίκαρίοιο, τά μέν τ ’ Ενράς τε Νότος τε ώρορ’ επαίξας πατρός Δ ιός εκ νεφελάων. ως δ ’ οτε κίνηση Ζέφνρος βαθύ ληϊον ελθών λάβρος έπαιγίζων, επί τ ’ ημνει άσταχύεσσιν, ώς τών πασ’ άγορη κινηθη · τοι δ’ άλαλητώ νηας έπ ’ έσσεύοντο, ποδών δ ’ νπένερθε κονίη ΐσ τα τ’ άειρομένη· τοι δ ’ άλληλοισι κέλενον άπτεσθαι νηών ήδ ’ έλκέμεν εις άλα δίαν, ουρονς τ ’ έξεκάθαιρον άντη δ ’ ουρανόν ίκεν οϊκαδε ιεμένων υπό δ’ ηρεον έρματα νηών. Ένθα κεν Άργειόισιν ύπέρμορα νόστος έτύχθη εί μη Άθηναίην 'Ήρη πρός μϋθον έειπεν “ώ πόποι, αίγιόχοιο Διός τέκος, Άτρυτώνη, οντω δη οίκον δέ φίλην ές πατρίδα γαϊαν Άργεϊοι φεύξονται έπ ’ εύρέα νώτα θαλάσσης, κάδ δέ κεν εύχωλην Πριάμω καί Τρωσί λίποιεν Άργείην Ελένην, ης είνεκα πολλοί ’ χαιών Α έν Τροίη άπόλοντο φίλης από πατρίδος α ’ης ■ ί άλλ’ ΐθι νϋν κατά λαόν ’ χαιών χαλκοχιτώνων Α σοϊς άγανοϊς έπέεσσιν έρητνε φώτα έκαστον, μηδέ εα νηας άλα δ ’ έλκέμεν άμφιελίσσας.” 'Ώς έφατ ’, ονδ ’ άπίθησε θεά γλαυκώπις Αθηνη, βη δέ κ α τ’ Ούλύμποιο καρηνων άΐξασα' καρπαλίμως δ ’ ίκανε θοάς έπί νηας ’ χαιών, Α ενρεν έπειτ ’ Όδυσηα Διί μητιν άτάλαντον έσταότ’· ούδ’ ο γε νηός ένσσέλμοιο μελαίνης άπτετ’, έπεί μιν άχος κραδίην καί θυμόν ίκανεν άγχοϋ δ’ ισταμένη προσέφη γλαυκώπις Αθηνη· “διογενές Ααερτιάδη, πολυμηχαν’ Όδυσσεϋ, οντω δή οίκον δέ φίλην ές πατρίδα γαϊαν φενξεσθ’ έν νηεσσι πολυκληϊσι πεσόντες,

145

150

155

160

165

170

175

82

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

συμβούλιο. Όλη η σύναξη σάλεψε, όπως16 τα πελώρια κύματα της θάλασσας, του Ικάριου πελάγους, όταν τα ταράζουν ο Εύρος και ο Νοτιάς απ’ τα σύννεφα του πατέ­ ρα Δία κι όπως όταν ο Ζέφυρος έρχεται ορμητικός και λυγίζει τ « στάχυα στο πυκνοσπαρμένο17 χωράφι, έτσι κι αυτοί άρχισαν αλαλητό και ξεχύθηκαν στα πλοία. Η σκόνη που σήκωναν με τα πόδια τους ανέβαινε ψηλά, πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Φώναζε ο ένας στον άλλον ν’ αρπάξουν τα καράβια και να τα ρίξουν μέσα στην ήρεμη θάλασσα. Ά­ νοιγαν τους δρόμους18 και σήκωναν κιόλας τα υποστηρίγ­ ματα των πλοίων. Ξεσήκωναν οχλαγωγία, που έφτανε μέχρι ψηλά στους ουρανούς. Τότε λοιπόν θα γινόταν η επιστροφή των Αργείων παρά τη μοίρα, αν η Ήρα δεν έλεγε λόγο στην Αθηνά- της είπε: <Πο πο ανίκητη κόρη του ασπιδοφόρου Δία, θα τους αφή( σουμε να φύγουν στην αγαπημένη τους πατρίδα πλέοντας πάνω στα πλατιά νώτα της θάλασσας; Θ’ αφήσουν καύχη­ μα στους Τρώες και στον Πρίαμο την Αργεία Ελένη που για χάρη της έπεσαν τόσοι Αχαιοί στο χώμα της Τροίας, μακριά απ’ την πατρίδα19 τους; Μα πήγαινε στους χαλκο­ θώρακες Αχαιούς και με τη γλυκιά σου ομιλία να εμποδί­ ζεις κάθε άντρα και μην τους αφήσεις να σύρουν τα κοίλα πλοία τους στη θάλασσα». Έτσι μίλησε, και η Αθηνά με τα λαμπερά μάτια δεν απείθησε- Κατρακυλώντας πάνω απ’ τις κορυφές του 0 λύμπου και φτάνοντας γρήγορα στα γοργά καράβια των Αχαιών, συνάντησε πρώτα τον Οδυσσέα, τον ίσο με τον Δία στη σοφία, να είναι όρθιος. Αυτός ούτε που είχε αγγί­ ξει το μαύρο του ευκατάστρωτο πλοίο. Η καρδιά και η ψυχή του είχαν ραγίσει. Η Αθηνά με τ ’ αστραφτερά μάτια τον πλησίασε λέγοντάς του: «Διογέννητε γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα, έτσι θα φύγετε για την πατρίδα την αγαπημένη, πέφτοντας στα πολύκωπα πλοία; Θ’ αφήσετε

83

ΟΜΗΡΟΣ

κάδ δέ κεν ευχωλή ν Πριάμω και Τρωσι λίποιτε Αργείην 'Ελένην, ής εινεκα πολλοί Αχαιών έν Τροίη απόλοντο φίλης από πατρίδος αίης; άλλ’ ι'Ο νϋν κατά λαόν ’ χαιών, μ.ηδ’ έτ’ έρώει, ι Α σοΐς δ ’ άγανοΐς έπέεσσιν έρήτυε φώτα έκαστον, μηδέ έα νήας άλα δ ’ έλκέμεν άμφιελίσσας. Ώ ς φάθ’, δ δέ ξννέηκε θεας οπα φωνησάσης, βή δέ θέειν, άπό δέ χλαϊναν βάλε · τήν δέ κόμισσε κήρυξ Εύρυβάτης ’ θακήσιος, ος οί όπήδει · Ι αυτός δ’ Άτρεΐδεω Αγαμέμνονος άντίος έλθών δέξατό οί σκήπτρον πατρώϊον, άφθιτον αίεί' συν τώ έβη κατά νήας ’ χαιών χαλκοχιτώνων. Α "Ο τινα μέν βασιλήα και έξοχον άνδρα κιχείη ν τον δ ’ άγανοΐς έπέεσσιν έρητυσασκε παοαστάς' δαιμόνι’ ου σε έοικε κακόν ώς δειδίσσεσθαι, άλλ ’ αυτός τε κάθησο και άλλους ίδρυε λαούς’ ου γάρ πω σάφα οίσθ’ οϊος νόος Ατρειωνος' νϋν μέν πειραται, τάχα δ’ ίψεται υίας Αχαιών, έν βουλή δ ’ ου πάντες άκονσαμεν οίον έειπε; μή τι χολωσάμενος ρέξη κακόν υίας ’ χαιώ ν Α θυμός δέ μέγας έστί διοτρεφέων βασιλήων, τιμή δ ’ έκ Δ ιός έστι, φιλεΐ δέ έ μητίετα Ζευς.” °Ον δ ’ αν δήμον τ ’ άνδρα ίδοι βοόωντά τ ’ έφενροι, τον σκήπτρω έλάσασκεν όμοκλήσασκέ τε μύθω“δαιμόνι’, άτρέμας ήσο και άλλων μϋθον άκονε, οί σέο φέρτεροί είσι, σν (5’ άπτόλεμος και άναλκις ον'τε ποτ ’ έν πολέμιο έναρίθμιος οντ ’ ένι βονλή' ον μέν πως πάντες βασιλενσομεν ένθάδ ’ Αχαιοί· ονκ άγαθόν πολνκοιρανίη- εις κοίρανος έστω,

180

185

190

195

200

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

καύχημα στους Τρώες και στον Πρίαμο την Αργεία Ελένη; Για χάρη της δεν έπεσαν τόσοι Αχαιοί μακριά απ’ την πατρίδα τους, στο χώμα της Τροίας; Έλα και μη χασομε­ ράς, πήγαινε στο στρατό των Αχαιών και, χρησιμοποιώ­ ντας τα γλυκά σου λόγια, να τους σταματήσεις. Μην τους αφήσεις να σύρουν τα αμφίκυρτα πλοία τους στη θάλασ­ σα». Ο Οδυσσέας αναγνώρισε τη φωνή της θεάς. Αρχισε να τρέχει πετώντας την κάπα του- τη μάζεψε δε ο Ευρυβάτης, ο κήρυκας απ’ την Ιθάκη, που τον συνόδευε. Βρήκε τον Αγαμέμνονα, το γιο του Ατρέα, και του πήρε το άφθαρτο σκήπτρο της οικογένειάς του. Μ’ αυτό στα χέρια του προχώρησε με θάρρος ανάμεσα στους χαλκοθώρακες Αχαιούς στα πλοία. Όποιο βασιλιά λοιπόν και ξεχωριστό άντρα συναντούσε τον απέτρεπε με λόγους σαγηνευτικούς, αφού στεκόταν απέναντι του: «Δαι­ μόνιε, δεν σου ταιριάζει να είσαι δειλός20 και να φοβάσαι αλλά να μένεις και να πείθεις και τους άλλους να μένουν. Δεν ξέρεις, στ’ αλήθεια, τι σκοπεύει να κάνει ο βασιλιάς Αγαμέμνονας. Αυτό είναι μόνο ένα τέχνασμα, σύντομα θα δοκιμάσετε την οργή του πάνω στους γιους των Αχαιών. Δεν ακούσαμε όλοι μας τι είπε21 στο συμβούλιο; Φοβάμαι πως θα έχει θυμώσει με το στρατό του και θα τον τιμωρήσει γ ι’ αυτό. Οι διοτραφείς βασιλιάδες έχουν την περηφάνια τους, αφού έχουν την εύνοια του σοφού Δία». Όποιον απ’ τους απλούς στρατιώτες έπιανε ν’ αντιμιλά, τον χτυπούσε με το ραβδί και τον συμβούλευε στα σοβαρά. «Εσύ, δαιμόνιε, κάτσε ήσυχος και περίμενε τις διαταγές των ανωτέρων σου, γιατί είναι πιο γενναίοι από σένα- έτσι δειλός και αδύναμος που είσαι δεν κάνεις ούτε για μάχη ούτε για συνέλευση. Δεν μπορούμε να ’μαστέ όλοι οι Α­ χαιοί βασιλιάδες εδώ. Και οι πολλοί κυβερνήτες είναι ά­ σχημο πράγμα. Ας αφήσουμε, λοιπόν, να υπάρχει ένας

85

ΟΜΗΡΟΣ

εις βασιλεύς, ώ δώκε Κρόνου πάϊς άγκυλομήτεω σκήπτρον τ ’ ήδέ θέμιστας, ΐνά σφισι βουλεύησι.” °Ως ο γε κοιρανέων δίεπε στρατόν οί δ ’ άγορήνδε αύτις έπεσσεύοντο νεών άπο και κλισιάων ήχή, ώς δτε κϋμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης αίγιαλώ μεγάλω βρέμεται, σμαραγεΐ δέ τε πόντος. 'Άλλοι μέν ρ ’ έζοντο, ερήτυθεν δέ καθ’ έδρας· Θερσίτης δ ’ έτι μοϋνος άμετροεπής έκολώα, δς έπεα φρεσίν ήσιν άκοσμό τε πολλά τε ήδη, μαψ, άταρ ον κατά κόσμον, έριζέμεναι βασιλεϋσιν, άλλ’ ο τι οί ε’σαιτο γελοίϊον Άργείοισιν ί έμμεναν α'ίσχιστος δέ άνήρ νπό Ίλιον ήλθε■ φολκός έην, χωλός δ ’ έτερον πόδα· τώ δέ οί ώμω κνρτώ έπί στήθος σννοχωκότε■αντάρ νπερθε φοξός έην κεφαλήν, ψεδνή δ’ έπενήνοθε λάχνη. έχθιστος <’ Ά χιλήϊ μάλιστ ’ ήν ήδ ’ Ό δνσήΐ 5 τω γαρ νεικείεσκε- τότ ’ αντ ’ Άγαμέμνονι δίω οξέα κεκλήγων λέγ’ όνείδεα' τώ δ’ άρ’ Αχαιοί έκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τ ’ ένι θνμώ. αντάρ δ μακρά βοών Αγαμέμνονα νείκεε μνθω · “ Άτρείδη, τέο δ ’ α ύτ ’ έπιμέμφεαι ήδέ χατίζεις; πλεΐαί τοι χαλκοϋ κλισίαι, πολλαί δέ γυναίκες είσίν ένι κλισίης έξαίρετοι, άς τοι ’ χαιοί Α πρωτίστω δίδομεν εντ ’ αν πτολΐεθρον έλωμεν. ή έτι καί χρνσοϋ έπιδενεαι, ον κέ τις οίσει Τρώων ίπποδάμων έξ Ιλίου υίος άποινα, όν κεν εγώ δήσας άγάγω ή άλλος ’ χαιών, Α ήέ γυναίκα νέην, ίνα μίσγεαι έν φιλότητι,

205

210

215

220

225

230

86

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

αρχηγός κι ένας βασιλιάς, που ο γιος του δολερού Κρόνου του έδωσε το σκήπτρο και τους νόμους, να κυβερνά στους άλλους». Έτσι με τις διαταγές του οδηγούσε τους μαχητές, αυτοί δε όλοι έτρεχαν πίσω στον τόπο της συγκέντρωσης, μακριά απ’ τα καράβια τους και τις σκηνές τους, με θόρυβο, λες κι άκουγες την πολυτάραχη θάλασσα, καθώς το κύμα της σκάει με βρόντο πάνω στην πλατιά ακρογιαλιά και τα βαθιά νερά μουγκρίζουν. Μόνο ο Θερσίτης22 που δεν μετρούσε τα λόγια του θορυβούσε, που είχε στο νου του και ήξερε πολλούς και άπρεπους λόγους, για να ερίζει με τους βασιλιάδες αρχη­ γούς του, με απρέπεια και χωρίς ντροπή, αλλά για ό,τι νόμιζε πως για τους Αργείους αστείο είναι. Τπήρξε ο πιο άσχημος άντρας που είχε έρθει στο Ίλιο. Ή ταν κουτσός απ’ το ένα πόδι και αλλήθωρος23. Οι κυρτοί του ώμοι σχεδόν έπεφταν πάνω στο στήθος και πάνω απ’ αυτό ξεπρόβαλε ένα κεφάλι μακρουλό με λιγοστές τρίχες. Κα­ νείς δεν τον εχθρευόταν πιο πολύ απ’ ό,τι ο Αχιλλέας κι ο Οδυσσέας· μ’ αυτούς λογόφερνε πάντα. Τώρα όμως καταφερόταν ενάντια στον ευγενικό Αγαμέμνονα, με στριγκιά φωνή. Κι οι Αχαιοί είναι φυσικό να εξοργίζονταν μαζί του βαθιά μέσα τους. Όμως αυτός, φωνάζοντας από μακριά, κάκιζε τον Αγαμέμνονα! «Γιε του Ατρέα, τι24 θέλεις πάλι και διαμαρτύρεσαι; Οι σκηνές σου πλημμυρίζουν από χαλ­ κό και το κρεβάτι σου από πολλές εξαιρετικές γυναίκες, αφού πάντα σου δίνουμε την πρώτη μοιρασιά από την κατάληψη μιας πόλης. Ίσως σου λείπει χρυσάφι, που πρέπει να σου φέρει από το Ίλιο κάποιος απ’ τους Τρώες που τους ίππους δαμάζουν, ως λύτρα για να ελευθερώσεις έτσι το γιο του, που δέσμιο θα σου φέρω εγώ ή κάποιος άλλος Αχαιός; Ή σου λείπει ένα άλλο κορίτσι για το κρεβάτι σου, ένα ακόμα απόκτημα της ιδιωτικής σου πε-

87

ΟΜΗΡΟΣ

ήν τ ’ (χυτός άπονόσφι κατίσχεαι; ον μέν έοικεν άρχόν έόντα κακών έπιβασκέμεν υίας ’ χαιών, Α ώ πέπονες, κάκ’ έλεγχε’, Αχαιίδες, ονκέτ’ Αχαιοί, οϊκαδέ περ συν νηυσι νεώμεθα, τονδε δ ’ έώμεν αΰτοϋ ένι Τροίη γέρα πεσσέμεν, οφρα ί'όηται ή ρά τ ί οί χήμεϊς προσαμύνομεν ήε και ονκί· ος καί νϋν Αχιλήα έο μέγ ’ άμείνονα φώτα ήτίμησεν έλών γάρ έχει γέρας αυτός άπούρας. αλλά μάλ ’ ούκ Α χιλήϊ χόλος φρεσίν, αλλά μεθήμων ή γάρ άν, Άτρε ‘ιδη, νϋν ύστατα λωβήσαιο·” "Ως φάτο νεικείων ’ γαμέμνονα, ποιμένα λαών, Α Θερσίτης- τώ δ ’ ώκα παρίστατο δϊος ’Οδυσσενς, καί μιν ΰπόδρα ίδών χαλεπώ ήνίπαπε μνθω ■ “θερσϊτ ’ άκριτόμνθε, λιγνς περ έών αγορητής, ϊσχεο, μηδ ’ έθελ’ οίος έριζέμεναι βασιλεϋσιν ου γάρ έγώ σέο φημί χερειότερον βροτόν άλλον έμμεναι, οσσοι ά μ ’ Άτρεΐδης υπό Ίλιον ήλθον. τώ ούκ άν βασιλήας άνά στόμ ’ έχων άγορεύοις, καί σφιν όνείδεά τε προφέροις, νόστον τε φυλάσσοις. ουδέ τ ί πω σάφα ίδμεν όπως εσται τάδε έργα, ή εύ ήε κακώς νοστήσομεν υίες ’ χαιών. Α τώ νϋν Ατρε ‘ιδη Αγαμέμνονι, ποιμένι λαών, ήσαι όνειδίζων, ότι οΐ μάλα πολλά διδοϋσιν ήρωες Δαναοί· σύ δέ κερτομέων άγορεύεις. άλλ ’ έκ τοι έρέω, τό δέ καί τετελεσμένον έσταν ε ί κ ’ ετι σ ’ άφραίνοντα κιχήσομαι ώς νύ περ ώδε, μηκέτ ’ έπειτ’ ’Οδυσήϊ κάρη ώμοισιν έπείη, μηδ’ έτι Τηλεμάχοιο πατήρ κεκλημένος είην, εί μή έγώ σε λαβών από μέν φίλα είματα δύσω, χλαΐνάν τ ’ ήδέ χιτώνα, τά τ ’ αιδώ άμφικαλύπτει, αυτόν δέ κλαίοντα θοάς επί νήας άφήσω πεπλήγων άγορήθεν άεικέσσι πληγήσιν. ” Ώς άρ’ έφη, σκήπτρω δέ μετάφρενον ήδέ καί ώμω

235

240

245

250

255

260

265

88

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

ριουσίας; Δεν σου ταιριάζει να είσαι ο αρχιστράτηγος και να οδηγείς το στρατό σε βάσανα25 μ’ αυτά σου τα καμώ­ ματα. Άνθρωποι δειλοί και τιποτένιοι26, γυναίκες Αχαι'ίδες και όχι άντρες Αχαιοί, ας γυρίσουμε πράγματι στα σπίτια μας και ας αφήσουμε αυτόν εδώ να απολαμβάνει τα έπαθλά του μόνος, για να μάθει πόσο πολύ εξαρτάται από μας, το λαό. Γιατί μόλις πριν λίγο πρόσβαλε τον Αχιλλέα, άντρα πολύ καλύτερο απ’ αυτό τον ίδιο. Πήρε την κοπέλα του άλλου για τον εαυτό του. Αλλά δεν είναι πια οργισμένη η ψυχή του Αχιλλέα' δεν νοιάζεται. Διαφορετικά, γιε του Ατρέα, η απρέπεια αυτή θα ’ταν η τελευταία σου». Έτσι μίλησε ο Θερσίτης φιλονικώντας με τον Αγαμέμνο­ να, τον οδηγό των λαών. Τότε ο θεϊκός Οδυσσέας ξεπετάχτηκε και, αφού του έριξε άγρια βλέμματα, είπε: «Θερσίτη, φλύαρε27, αν και είσαι ρήτορας ικανός, πάψε, μην επιθυμείς δε να λογοφέρνεις με βασιλιάδες. Α π’ όλους τους άντρες που ακολούθησαν τους Ατρείδες στο Ίλιο είσαι ο χειρότερος που ξέρω, και μην πιάνεις στο στόμα σου τους βασιλιάδες βρίζοντάς τους, περιμένοντας να γυρίσεις πίσω. Κανείς εδώ δεν ξέρει με ακρίβεια πώς θα ’ρθουν τα πράγματα, αν ίσως γυρίσουμε με το καλό οι γιοι των Αχαιών στην πατρίδα ή όχι. Εσύ δεν κάνεις άλλο παρά να κατηγορείς τον Ατρείδη Αγαμέμνονα, τον άρχοντα των στρατιωτών, γιατί οι ήρωες Δαναοί του δίνουν τόσα πολλά' εσύ δε μιλάς κακολογώντας τον. Σημείωσε τα λόγια μου, και δεν κάνω άσκοπες φοβέρες. Αν σε ξαναπιάσω να παριστάνεις τον ανόητο όπως τώρα, να χωρίσει28 το κεφάλι μου απ’ τους ώμους μου και ο Τηλέμα­ χος να μην είναι πια γιος μου, αν, αφού σε πιάσω, με τα χέρια μου δεν σε γδύσω απ’ την κάπα σου και το χιτώνα, που κρύβουν τη γύμνια σου και αν δεν σε χτυπήσω χωρίς έλεος και δεν σε πετάξω έξω από τη συγκέντρωση πίσω στα γοργοτάξιδα πλοία». Έ τσι λοιπόν μίλησε, και τον χτύπησε στην πλάτη και

89

ΟΜΗΡΟΣ

πληξεν ο δ’ ίδνώθη, θαλερόν δέ οί έκπεσε δάκρυσμώδιξ δ ’ αίματόεσσα μεταφρένου έξυπανέστη σκήπτρου ύπο χρυσέον ο δ ’ άρ’ έζετο τάρβησέν τε, άλγήσας δ’ άχρεΐον ίδών άπομόρξατο δάκρυ. οΐ δέ καί άχνυμενοί περ έπ ’ αυτώ ήδν γέλασα α ν ώδε δέ τις εΐπεσκεν ίδών ές πλησίον άλλον “ώ πόποι, ή δή μ,νρί’ Όδνσσενς έσθλά έοργε βουλάς τ ’ έξάρχων άγαθάς πόλεμόν τε κορύσσων νϋν δέ τόδε μέγ ’ άριστον έν Άργείοισιν έρεξεν, δς τον λωβητήρα έπεσβόλον έσχ ’ άγοράων. ου θην μιν πάλιν αύτις άνήσει θυμός άγήνωρ νεικείειν βασιλήας όνειδείοις έπέεσσιν. ” "Ως φάσαν ή πληθύς- άνά δ ’ ο πτολίπορθος Όδνσσενς έστη σκηπτρον έχων παρά δέ γλαυκώπις Άθήνη είδομένη κήρυκι σιωπάν λαόν άνώγει, ώς άμα θ ’ οί πρώτοι τε και ύστατοι υίες ’ χαιών Α μϋθον άκονσειαν και έπιφρασσαίατο βονλην­ ό σφιν έϋφρονέων άγορήσατο και μετέειπεν “ Ατρεΐδη, νϋν δή σε, άναξ, έθέλουσιν ’ χαιοί Α πασιν έλέγχιστον θέμεναι μερόπεσσι βροτοΐσιν, ουδέ τοι έκτελέουσιν νπόσχεσιν ήν περ ΰπέσταν ένθάδ ’ ετι στείχοντες άπ ’ Άργεος ίπποβότοιο Ίλιον έκπέρσαντ ’ εντείχεον άπονέεσθαι. ώς τε γάρ ή παϊδες νεαροί χήραί τε γυναίκες άλλήλοισιν οδύρονται οίκόνδε νέεσθαι. ή μην και πόνος έστϊν άνιηθέντα νέεσθαικαι γάρ τις θ ’ ένα μήνα μένων από ής άλόχοιο άσχαλάα συν νηι πολνζνγω, ον περ άελλαι χειμέρια/, είλέωσιν όρινομένη τε θάλασσα-

270

275

280

285

290

90

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

στους ώμους με το σκήπτρο. Ο Θερσίτης πονώντας έκλαψε γοερά. Η σάρκα στην πλάτη του έβγαλε αίμα απ’ το χτύπημα του χρυσοστόλιστου ραβδιού και πρήστηκε. Κά­ θισε κάτω τρομαγμένος. Στον πόνο επάνω κοίταζε γύρω απελπισμένος, σκουπίζοντας τα δάκρυά του. Οι υπόλοιποι, αν και ήταν πικραμένοι, άρχισαν να γελούν σε βάρος του' ο καθένας29 δε, ρίχνοντας το βλέμμα στο διπλανό, έλεγε: «Είναι πολλά τα καλά που έχουμε από τον Οδυσσέα, αυτά που συμβουλεύει και αυτά που κάνει σαν αρχηγός στη μάχη. Ποτέ όμως δεν έπραξε καλύτερα από τώρα30, που σταμάτησε αυτό τον κακόγλωσσο φωνακλά. Δεν νομίζω πως ο Θερσίτης θα βιαστεί να ’ ρθει εδώ ξανά και να προσβάλλει τους βασιλιάδες». Αυτή ήταν η απόφαση της συγκέντρωσης, ο Οδυσσέας δε, ο κατακτητής των πόλεων, σηκώθηκε να μιλήσει με το ραβδί στο χέρι του. Η Αθηνά με τα αστραφτερά μάτια, μεταμφιεσμένη σε κήρυκα στάθηκε δίπλα του και κάλεσε τη συνέλευση να σωπάσει, έτσι ώστε οι απομακρυσμένοι Αχαιοί να καταλάβουν όσο και οι κοντινοί τα λόγια του και τη σημασία τους. Ο Οδυσσέας πήρε το λόγο και με σύνεση τους μίλησε: «Βασιλιά, γιε του Ατρέα, φαίνεται πως οι Αχαιοί έβαλαν στο νου τους να σε ντροπιάσουν, εσένα το βασιλιά τους, να σε κάνουν αντικείμενο χλευασμού σ’ όλο τον κόσμο, ξεχνώντας την υπόσχεση που σου ’δωσαν στον ερχομό τους απ’ το ιπποτρόφο Άργος, πως δεν θα επιστρέ­ φουν πίσω, προτού εσύ πορθήσεις το Ίλιο με τα ισχυρά τείχη. Άκου πώς παραπονιούνται ο ένας στον άλλο για το γυρισμό στην πατρίδα- σαν τα μικρά παιδιά και σαν τις χήρες. Δεν το αμφισβητώ’ οι κόποι μας εδώ είναι αρκετοί για ν’ αποκαρδιώσουν κάποιον. Και ο ναυτικός μέσα στο γεροφτιαγμένο σκαρί του βαριέται και βαρυγκωμάει όταν έρθει ο χειμώνας και οι φουσκωμένες θάλασσες τον κλείσουν μέσα και του στερήσουν τη γυναίκα του, έστω και

91

ΟΜΗΡΟΣ

ήμΐν δ ’ εϊνατός έστι περιτροπέων ενιαυτός ενθάδε μιμνόντεσσΐ' τώ ον νεμεσίζομ ’ Αχαιούς άσχαλάαν παρά νηνσΐ κορών ία ιν άλλα και ί'μπης αίσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νεεσθαι. τλ.ήτε, φίλοι, και μείνατ ’ επί χρόνον όφρα δαώμεν ή έτεόν Κάλχας μαντεύεται ήε και ονκί. εν γάρ δη τάδε ίδμεν ενι ψρεσίν, έστέ δε πάντες μάρτυροι, ονς μή κήρες εβαν θανάτοιο φέρονσαΓ χΟι,ζά τε και πρω ΐζ ’ οτ ’ ες Ανλίδα νηες Αχαιών ηγερεθοντο κακά Πριάμω και Τρωσι φερονσαι, ημείς δ ’ άμφί περί κρήνην ιερούς κατά βωμούς έρδομεν άθανάτοισι τεληέσσας εκατόμβας καλή νπό πλατανίστω οθεν ρεεν άγλαόν ΰδωρ· ενθ ’ έφάνη μεγα σημ α · δράκων επί νώτα δαφοινός σμερδαλεος, τόν ρ ’ αντός Όλνμπιος ήκε φόωσδε, βωμόν νπαΐξας πρός ρα πλατάνιστον δρονσεν. ενθα δ ’ εσαν στρονθοΐο νεοσσοί, νήπια τέκνα, οζω ε π ’ άκροτάτω πετάλοις νποπεπτηώτες οκτώ, άτάρ μήτηρ ένάτη ήν ή τέκε τέκνα· ενθ’ ο γε τούς ελεεινά κατήσθιε τετριγώτας· μήτηρ δ ’ άμφιποτατο όδνρομενη φίλα τέκνα· την δ ’ έλελιξάμενος πτέρυγας λάβεν άμφιαχυϊαν. ανταρ επει κατά τέκνα φαγε στρονθοΐο καί αυτήν, τόν μέν άρίζηλον θήκεν θεός ος περ έφηνε· λάαν γαρ μιν έθηκε Κρόνον πάϊς άγκυλομ,ήτεω ’ ημείς δ ’ έσταότες θανμάζομεν οίον έτνχθη. ώς ονν δεινά πέλωρα θεών είσήλθ ’ έκατόμβας, Κάλχας δ ’ αύτίκ ’ έπειτα θεοπροπέων αγόρευε’ “τίπ τ ’ άνεω έγένεσθε κάρη κομόωντες ’ χαιοί; Α ήμΐν μέν τόδ ’ έφηνε τέρας μέγα μητίετα Ζεύς

295

300

305

310

315

320

92

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

μόνο για ένα μήνα. Εμείς31, όμως, μένουμε εδώ εννιά ολάκερα χρόνια. Δεν κατηγορώ έτσι τα στρατεύματα που βαρυγκωμούν στα αμφίκυρτα πλοία. Κι όμως, τι ντροπή κι αυτή, να παραμείνεις κάπου τόσο πολύ και να γυρίσεις πίσω μ’ άδεια χέρια. Φίλοι μου, φανείτε υπομονετικοί. Κρατήστε λίγο ακόμα, ώσπου ν’ ανακαλύψουμε αν οι προ­ φητείες του Κάλχαντα βγουν αληθινές ή όχι. Γιατί καλά το ξέρουμε και όλοι το βεβαιώνετε, όσοι οι μοίρες32 του θα­ νάτου δεν σας πήραν μαζί τους φεύγοντας. Συνέβη στην Αυλίδα σαν να είναι χθες33 ή προχθές, όταν ο αχαϊκός στόλος συγκεντρώθηκε για να σκορπίσει έγνοιες για τον Πρίαμο και τους Τρώες. Προσφέραμε τότε πλούσια θυσία στους θεούς, στους ιερούς βωμούς, γύρω από πηγή, κάτω από έναν ωραίο πλάτανο, απ’ όπου κυλούσε λαμπερό νερό. Εκεί τότε φάνηκε σπουδαίο σημάδι' φίδι τρομερό34 με κόκκινη τη ράχη, που ο Ολύμπιος Δίας έστειλε στο φως, βγήκε απ’ το βωμό και ανέβηκε στον πλάτανο. Σ’ ένα απ’ τα ψηλότερα κλαδιά του φώλιαζαν, κάτω απ’ τα φύλλα, μικρά σπουργίτια, χαριτωμένοι νεοσσοί, οκτώ αυτοί κι εννιά με τη μητέρα που τα γέννησε. Όλα μαζί τα κατα­ βρόχθισε το φίδι, ενώ τιτίβιζαν λυπητερά και η μητέρα τους πετούσε γύρω τους κλαίγοντας για τα μικρά της. Έφαγε και τη μητέρα- το κλαδί λύγισε και το φίδι την άρπαξε κι αυτή απ’ τη φτερούγα, καθώς θρηνούσε. Αφού δε τα έφαγε —μάνα και μικρά— ο θεός που το έστειλε εκεί το έκανε πασίγνωστο35, γιατί ο γιος του Κρόνου του δολερού το μεταμόρφωσε σε πέτρα36. Εμείς δε μείναμε σαστισμένοι σχετικά με τα συμβάντα. Τι να σήμαινε άρα­ γε αυτό το θεϊκό σημάδι στη διάρκεια των ιεροτελεστιών μας; Ο Κάλχαντας την εξήγησε ως εξής: “ Γιατί μένετε βουβοί, Αχαιοί με τη μακριά κόμη; Ο Δίας ο συνετός με την αθάνατη δόξα μας έστειλε το προφητικό αυτό σημάδι. Το περιμέναμε εδώ και καιρό, μα τώρα θα περιμένουμε και

93

ΟΜΗΡΟΣ

οψιμον όψιτέλ.εστον, δον κλέος ον ποτ ’ όλεΐται. ώς οντος κατά τέκνα φαγε στρονθοΐο και αυτήν οκτώ, άτάρ μήτηρ ένατη ήν ή τέκε τέκνα, ως ημείς τοσσαντ’ έτεα πτολεμίξομεν ανθι, τω δεκάτω δε πόλιν αίρήσομεν ενρυάγνιαν. ” κείνος τώς αγόρευε · τά δη νυν πάντα τελεϊται. άλλ’ άγε, μίμνετε πάντες, ένκνήμίδες ’ χαιοί, Α αύτοϋ εις ο κεν άστν μέγα Πριάμοιο έλωμεν. ” "Ως έψ ατ’, 'Αργείοι δε μ έ γ ’ ΐαχον, άμφ'ι δε νήες σμερδαλέον κονάβησαν άϋσάντων ν π ’ ’ χαιών, Α μϋθον έπαινησαντες Όδυσσήος θείοιο· τοΐσι δέ και μετέειπε Γερηνιος ίππότα Νέστωρ' “ώ πόποι, ή δή παισιν έοικότες άγοράασθε νηπιάχοις, οίς ον τι μέλει πολεμηϊα έργα. πη δή συνθεσίαι τε και ορκια βήσεται ήμιν; έν πνρι, δή βουλαί τε γενοίατο μήδεά τ ’ άνδρών σπονδαί τ ’ ακρητοι και δεξιαί, ής έπέπιθμεν αντως γάρ έπέεσσ ’ έριδαίνομεν, ονδέ τι μήχος ενρέμεναι δυνάμεσθα, πολνν χρόνον ένθάδ ’ έόντες. Άτρεΐδη, συ δ ’ έθ’ ώς πριν έχων άστεμφέα βουλήν άρχευ ’ Άργείοισι κατά κρατεράς ΰσμίνας, τονσδε δ ’ έα φΟιννθειν ένα και δυο, τ ο ί κεν ’ χαιών Α νόσφιν βονλενω σ ’■ανυοις δ ’ ούκ έσσεται αυτώ ν πριν Άργος δ ’ ίέναι πριν και Διός α ’γιόχοιο ι γνώμεναι ε ί τε ψεϋδος νπόσχεσις ε ί τε και ούκί. φημί γάρ ούν κατανενσαι ΰπερμενέα Κρονίωνα ήματι τω οτε νηνσιν έν ώκνπόροισιν έβαινον 'Αργεί·οι Τρώεσσι φόνον και κήρα φέροντες άστράπτων έπιδέξι ’ εναίσιμα σήματα φαίνων. τώ μ ή τις πριν έπειγέσθω οίκον δέ νέεσθαι πριν τινα πάρ Τρώων άλοχω κατακοιμηθήναι, τείσασθαι δ ’ Ελένης όρμήματά τε ατοναχας τε. εί δέ τις έκπάγλως έθέλει οίκον δέ νέεσθαι άπτέσθω ής νηος έϋσσέλμοιο μελαίνης, οφρα πρόσΟ ’ άλλων θάνατον και πότμον έπίσπη.

325

330

335

340

345

350

355

94

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

τα επακόλουθα. Η μέρα αυτή δεν θα σβήσει ποτέ απ’ τη μνήμη μας. Τα οκτώ μικρά σπουργίτια, εννιά μαζί με τη μάνα τους, τα έφαγε όλα το φίδι' εννιά είναι τα χρόνια που θα πολεμήσουμε στην Τροία, το δέκατο χρόνο, όμως, θα πορθήσουμε την πόλη με τους πλατιούς δρόμους” . Αυτά προφήτευσε ο Κάλχαντας, ό,τι είπε δε αληθινό αποδείχτη­ κε. Σας καλώ να μείνετε εδώ, καλλικνήμιδες Αχαιοί, ωσότου κατακτήσουμε τη μεγάλη πόλη του Πριάμου». Έτσι μίλησε, και οι Αχαιοί χαιρέτισαν με βροντερή κραυγή, αφού πολύ τους άρεσε ο λόγος του θεϊκού Οδυσσεα. Η κραυγή έφτασε ως τα πλοία και αντιλάλησε άγρια. Ο Γερήνιος ιππότης Νέστορας είπε: «Μιλάτε σαν τα μικρά παιδιά, χωρίς ενδιαφέρον για τον πόλεμο. Τι απέγιναν οι συμφωνίες και οι όρκοι μας; Ας καούν, λοιπόν, οι συνεδριά­ σεις μας και οι αποφάσεις των αντρών και οι σπονδές με καθαρό κρασί και οι υποσχέσεις, που σ’ αυτές πιστέψαμε. Τώρα χρησιμοποιούμε μόνο λόγια, αλλά δεν μας οδηγούν πουθενά, όσο καιρό και να μένουμε εδώ μιλώντας. Γιε του Ατρέα, μείνε πιστός όπως πάντα στη σωστή σου γνώμη και οδήγησε τους Αργείους στη μάχη. Αν υπάρχουν ανάμεσά μας ένας ή δυο που σκέφτονται διαφορετικά, προτού μάθουν αν37 ο ασπιδοφόρος Δίας μας λέει την αλήθεια, άφησέ τους ν’ αλληλοτρώγονταί' δεν θα επιτύχουν ποτέ. Γιατί εγώ έχω πειστεί πως ο παντοδύναμος γιος του Κρόνου κατένευσε τη μέρχ που σάλπαρε ο στόλος, για να φέρουν οι Αργείοι το θάνατο και την καταστροφή στους Τρώες' στα δεξιά έλαμπε ένα φως, προφητικό σημάδι. Μη γυρίσει λοιπόν κανένας στην πατρίδα, προτού κοιμηθεί με τη γυναίκα κάθε Τρωαδίτη, πληρώνοντας έτσι τη λαχτάρα και τους θρήνους της Ελένης38. Όποιος, πάλι, βιάζεται να φύγει, δεν έχει παρά ν’ αγγίξει μόνο το μαύρο ευκατάστρωτο πλοίο, και θα πέσει κάτω νεκρός πριν από τους άλλους, όπως του ’ναι γραφτό. Και τώρα, άρχοντά μου,

95

ΟΜΗΡΟΣ

άλλα, άναξ, αυτός τ ’ εν μηδεο πεΐθεό τ ’ άλλω' ον τοι απόβλητον έπος έσσεται δ ττ ί κεν είπω · κρΐν ’ άνδρας κατά φνλα κατά φρητρας, Άγάμεμνον, ώς φρητρη φρητρηφιν άρηγη, φνλα δε φνλοις. εί δε’ κεν ώς έρξης κ α ί τ οι πείθωνται Αχαιοί, γνώση έπειθ ’ ός θ ’ ηγεμόνων κακός ός τε νυ λαών ηδ ’ ός κ ’ έσθλός εΎ\σι· κατά σφέας γάρ μαχέονται. γνώσεαι δ ’ εί και θεσπεσίη πόλιν ούκ άλαπάξεις, η άνδρών κακότητι και άφραδίη πολεμοιο.” Τον δ ’ άπαμειβόμένος προσέφη κρείων ’ γαμέμνων Α “ή μάν αν τ ’ άγορη νικάς, γέρον, νιας ’ χαιών. Α α ΐ γάρ Ζεν τε πάτερ και Άθηναίη και 'Άπολλον τοιοντοι δέκα μοι σνμφράδμονες είεν Α χαιών τώ κε τάχ ’ ήμνσειε πόλις Πριάμοιο άνακτος χερσ'ιν νφ ’ ήμετέρησιν άλονσά τε περθομένη τε. αλλά μοι αίγίοχος Κρονίδης Ζενς άλγε ’ έδωκεν, ος με μετ ’ άπρηκτονς έριδας και νείκεα βάλλει, και γάρ έγών Άχιλενς τε μαχεσσάμεθ ’ είνεκα κονρης άντι,βίοις έπέεσσιν, εγώ δ ’ r'/ρχον χαλεπαίνω ν εί δέ ποτ ’ ές γε μίαν βονλευσομεν, ονκέτ ’ έπειτα Τρωσιν άνάβλησις κακον εσσεται ονδ’ ηβαιόν. νυν δ ’ ερχεσθ’ επι δει.πνον ίνα ξννάγωμεν Άρηα. εν μέν τις δόρυ θηξάσθω, εν δ ’ ασπίδα θέσθω, εν δέ τις ίπποισιν δεΐπνον δότω ώκνπόδεσσιν, εν δε τις άρματος άμψις ίδών πολέμοιο μεδέσθω, ώς κε πανημέριοι στνγερώ κρινώμεθ’ Άρηϊ. ον γάρ πανσωλη γε μετέσσεται ονδ ’ ηβαιόν εί μη ννξ έλθονσα διακρινέει μένος άνδρών. ιδρώσει μέν τεν τελαμών άμφί στηθεσφιν άσπίδος άμφιβρότης, περί δ ’ εγχεϊ χεΐρα καμεΐταΓ

360

365

370

375

380

385

96

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

σιγουρέψου πως τα σχέδιά σου ακούστηκαν και συμβουλέ­ ψου και τους υπόλοιπους. Η δική μου συμβουλή πάντως είναι τούτη εδώ και, αν την ακούσεις, δεν θα χάσεις. Χώ­ ρισε τους άντρες σου, Αγαμέμνονα40, σε φυλές και συγγε­ νικές ομάδες, έτσι ώστε η μια ομάδα να βοηθά την αλλη και με τις φυλές να γίνει το ίδιο. Με τέτοια διάταξη και αν πειστούν σε σένα οι Αχαιοί, θα δεις ποιοι είναι οι δειλοί ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες και ποιοι οι γενναίοι. Γιατί έτσι κάθε άντρας θα πολεμάει στο πλευρό του αδελφού του, και συ θα μάθεις γρήγορα αν είναι το θέλημα του θεού41 αυτό που σ’ εμποδίζει απ’ την κατάκτηση της Τροίας ή η δειλία και η ανικανότητά των πολεμιστών σου». Σ’ αυτόν απαντώντας είπε ο βασιλιάς Αγαμέμνονας: «Σ τ’ αλήθεια, σεβαστέ άρχοντα, εσύ ξεπέρασες τους γιους των Αχαιών στα λόγια. Πατέρα Δία, Αθηνά κι Απόλλωνα, δώστε μου δέκα συμβούλους σαν κι αυτόν, και η πόλη του βασιλιά Πριάμου, θα γονατίσει γρήγορα. Αλλά ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, με βασανίζει. Με μπερδεύει σε άσκοπα μπλεξίματα και διαμάχες, γιατί φιλονικήσαμε εγω και ο Αχιλλέας για ένα κορίτσι, και προσβάλαμε ο ένας τον άλλον, αν και εγώ ήμουν αυτός που έχασε την ψυχραιμία του πρώτος. Μα αν τύχει εμείς οι δυο να ’ρθουμε ποτέ αντιμέτωποι ξανά, μα την πίστη μου, οι Τρώες να μη διώξουν ποτέ τη συμφορά από πάνω τους. Ελάτε τώρα να δειπνήσετε και μετά να πολεμήσετε. Ακονίστε ο καθέ­ νας τα δόρατά σας και φτιάξτε τις ασπίδες σας, φροντίστε τ ’ άλογά σας να τραφούν καλά κι επιθεωρήστε παλι τις άμαξές σας και φροντίστε να διακριθείτε στη μάχη ολόκλη­ ρης της μέρας. Δεν θα γίνει ούτε μια ανάπαυλα, ωσότου η νύχτα, αφού έρθει, διακρίνει τη γενναιότητα των αντρών. Τα λουριά της ασπίδας, που προστατεύει τους άντρες, θα στάξουν από τον ιδρώτα του στήθους σας, τα χέρια σας θα

97

ΟΜΗΡΟΣ

Ιδρώσει δέ τευ ίππος εν ξ ο ον άρμα τιταίνων. ον δε κ ’ έγών άπάνενθε μάχης έθέλοντα νοήσω μιμνάζει,ν παρά νηνσϊ κορών ίσιν, ον ο ί έπειτα άρκιον έσσεΐται φνγέειν κύνας ηδ ’ οιωνούς. ” "Ως έφατ ’, ’ ργεϊοι δέ μέγ ’ ί'αχον ώς οτε κϋμα Α ακτή εφ ’ ΰψηλη, οτε κίνηση Νότος έλθών, προβλήτι σκοπέλω ■τον δ ’ ον ποτε κύματα λείπει παντοίων άνεμων, ότ ’ αν έ'νθ ’ ή ένθα γένωνται. άνστάντες δ ’ όρεοντο κεδασθέντες κατά νηας, κάπνισσάν τε κατά κλισίας, και δει:πνον έλοντο. άλλος δ ’ άλλω έρεζε θεών αίειγενετάων, ευχόμενος θάνατόν τε φνγεϊν και μώλον Άρηος. αντάρ ό βουν ίέρευσε άναξ άνδρών ’ γαμέμνων Α πιονα πενταέτηρον νπερμενέϊ Κρονίωνι, κίκλησκεν δέ γέροντας άριστήας Παναχαιών, Νέστορα μέν πρώ τιστα και Ιδομενηα άνακτα, αντάρ έπειτ ’ Αΐαντε δύω καί Τνδέος νίόν, έκτον δ ’ α ν τ ’ Όδυσηα, Δα μητιν άτάλαντον. αυτόματος δέ ο ί ήλθε βοήν αγαθός Μενέλαος■ ήδεε γάρ κατά θυμόν άδελψεόν ώς έπονεΐτο. βοϋν δέ περιστήσαντο και ούλοχύτας άνέλοντο ' τοϊσιν δ ’ ευχόμενος μετέφη κρείων ’ γαμέμνων Α ‘‘Ζεϋ κύδιστε μέγιστε, κελαινεφές, αίθέρι ναίων, μη πριν έ π ’ ήέλιον δϋναι κα'ι έπι κνέφας έλθεϊν πριν με κατά πρηνές βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον αίθαλόεν, πρήσαι δέ πυρός δηΐοιο θύρετρα, Εκτόρεον δέ χιτώνα περί στήθεσσι δαΐξαι χαλκώ ρω γαλέον πολέες δ ’ άμφ ’ αυτόν εταίροι πρηνεες εν κονίησιν όδάξ λαζοίατο γαϊαν. ”

390

395

400

405

410

415

98

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

ξαποστάσουν πάνω στα δόρατα και. τ ’ άλογα που θα σέρ­ νουν τ ’ καλογιαλισμένα αμάξια σας θα λουστούν στον ιδρώτα. Μα αλίμονο αν πιάσω κανέναν να κοντοστέκει κοντά στα κοίλα πλοία, τίποτα δεν τον σώζει, αυτός μετά δεν θα ξέρει αν θα γλιτώσει από τα σκυλιά και τα όρνια». Έ τσι είπε, και οι Αργείοι καλοδέχτηκαν την ομιλία του Αγαμέμνονα με βαθιά κραυγή, έτσι όπως ακούγεται το κύμα της θάλασσας να σπάει πάνω σε απόκρημνο γιαλό, όταν σπρωγμένο απ’ τον Νοτιά εκσφενδονίζεται πάνω στους βράχους, χωρίς να πάψει να ’ρχεται κι άλλο κι άλ­ λο, κάθε φορά που φυσά ο άνεμος. Διέλυσαν αμέσως τη συγκέντρωση και διασκορπίστηκαν στα πλοία, κι άναψαν στις σκηνές φωτιά και παίρνανε το δείπνο τους. Ο καθένας42 προσευχόταν να βγει ζωντανός απ’ το χαροπά­ λεμα, καθώς πρόσφερε θυσίες στους αγαπημένους αθάνα­ τους θεούς. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας θυσίασε ένα παχύ πεντάχρονο βόδι στον παντοδύναμο γιο του Κρονου και κάλεσε να παρευρεθούν οι αρχηγοί των ενωμένων Α­ χαιών, πρώτον απ’ όλους τον Νέστορα, το βασιλιά Ιδομε­ νέα, τους δυο Αίαντες, το γιο του Τυδέα και έκτο τον Οδυσσέα, που ’ναι ισότιμος στη σοφία με τον Δία. Ο Με­ νέλαος πήγε μόνος του, γιατί γνώριζε πόση μεγάλη έγνοια $ίχε ο Αγαμέμνονας κάτω από τις συνθήκες του πολέμου. Στέκονταν γύρω από τα ζώα της θυσίας, πήραν δε τα ιερά κριθάρια στα χέρια τους και ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αγαμέ­ μνονας, αφού ευχήθηκε, είπε: «Ενδοξότατε και παντοδύνα­ με Δία, μελανοσύννεφε, που τον καιρό σου στους ουρανούς τον περνάς, βάλε το χέρι σου να μη δύσει ο ήλιος και το σκοτάδι να μην έρθει πριν γκρεμίσω την καπνισμένη στέγη του παλατιού του Πριάμου και βάλω φωτιά43 στις πύλες του, προτού ξεσχίσω το χιτώνα στα στήθη του Έκτορα με τα χάλκινα όπλα μου. Τριγύρω του δε οι σύντροφοί του πεσμένοι μπρούμυτα να δαγκώνουν το χώμα».

99

ΟΜΗΡΟΣ

"Ως έφατ ’, οι’δ ’ αρα πώ οι έπεκραίαινε Κρονίων, άλλ ’ δ γε δεκτό μέν ίρά, πόνον <’ άμέγαρτον δφελλεν. 5 αντάρ έπεί ρ ’ εΰξαντο καί ούλοχύτας προβάλοντο, ανέρνσαν μέν πρώτα και έσφαξαν και έδειραν, μηρούς τ ’ έξέταμον κατά τε κνίση έκάλυιραν δίπτνχα ποιήσαντες, ε π ’ αυτών δ ’ ώμοθέτησαν. και τα μέν αρ σχίζησιν άφνλλοισιν κατέκαιον, σπλάγχνα Ö’ ά ρ ’ άμπείραντες ύπείρεχον Ήφαίστοιο. αντάρ επεϊ κατά μηρ ’ έκάη και σπλάγχνα πάσαντο, μίστνλλόν τ ’ αρα τάλλα και άμφ ’ όβελοΐσιν έπειραν, ώπτησάν τε περιφραδέως, έρυσαντό τε πάντα, αντάρ έπεί πανσαντο πόνον τετνκοντό τε δαΐτα δαίννντ ’, ουδέ τι θυμός έδενετο δαιτός έΐσης. αντάρ έπεί πόσιος καί έδητνος εξ έρον έντο, τοΐς αρα μύθων ηρχε Γερηνιος ίππότα Νέστωρ“ Άτρεΐδη κύδιστε, άναξ άνδρών Άγάμεμνον, μηκέτι νυν δήθ’ ανθι λεγώμεθα, μηδ ’ έτι δηρόν άμβαλλώμεθα έργον δ δη θεός έγγναλίζει. άλλ ’ άγε κηρνκες μέν ’ χαιών χαλκοχιτώνων Α λαόν κηρύσσοντες άγειρόντων κατά νηας, ημείς δ ’ άθρόοι ώδε κατά στρατόν εύρύν Αχαιών ιομεν δφρα κε θασσον έγείρομεν όξύν Άρηα. ” "Ως έφατ’, ούδ’ άπίθησεν άναξ άνδρών Αγαμέμνων, αύτίκα κηρύκεσσι λιγνφθόγγοισι κέλενσε κηρύσσειν πόλεμον δέ κάρη κομόωντας Αχαιούς· οι μέν έκηρνσσον, τοί δ ’ ήγείροντο μ ά λ ’ ώκα. ο ΐ <’ άμφ ’ Ατρεΐωνα διοτρεφέες βασιληες 5 θϋνον κρίνοντες, μετά δέ γλαυκώπις Άθηνη α ιγ ίδ ’ έχουσ’ έρίτιμον άγηρων άθανάτην τε, της εκατόν θύσανοι παγχρύσεοι ηερέθονται,

420

425

430

435

440

445

100

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

Έτσι. είπε, ο γιος του Κρόνου όμως δεν ήταν έτοιμος ν’ ακούσει αυτή την ευχή. Δέχτηκε τη θυσία του, τις φοβερές του συμφορές δε αύξανε. Τελείωσαν με τις ικεσίες τους και σκόρπισαν τα κριθάρια, έφεραν τα κεφάλια των ζώων, τους έκοψαν το λαιμό και τα έγδαραν. Μετά έκοψαν μερίδες απ’ τα μηριά, τις τύλιξαν σε λίπος και κάρφωσαν πάνω το ωμό κρέας. Αυτά τα κομμάτια τα έκαψαν πάνω σε ξεφλουδι­ σμένες βέργες και κάρφωσαν μετά τα εντόσθια σε σούβλα, κρατώντας τα πάνω στη φωτιά44. Όταν τα μηριά είχαν ψηθεί, αφού δοκίμασαν τα εντόσθια, έκοψαν το υπόλοιπο κρέας σε μικρά κομμάτια, τα πέρασαν σε σούβλες, τα άφησαν δε να ψηθούν με πολλή φροντίδα και τα έβγαλαν μετά από τη φωτιά. Όταν τελείωσαν και ετοίμασαν το φαγητό, από τη διάθεση τίποτα δεν έλειπε από το φαγητό που είχε εξίσου μοιραστεί. Αφού κόρεσαν τη διάθεσή τους από φαγητό και ποτό, ο Γερήνιος ιππότης Νέστορας πήρε το λόγο και είπε: «Του Ατρέα πολυτιμημένε γιε, βασιλιά των λαών Αγαμέμνονα, ας μη μας αφήνει να χάνουμε πια καιρό μ’ αυτή τη συνάντηση, αλλά με τη δουλειά που μας ανέθεσε ο θεός. Έλα, άφησε τους κήρυκες των χαλκοθώρακων Αχαιών να κάνουν το γύρο των πλοίων συγκαλώντας όλες τις στρατιές. Εμείς δε που είμαστε όλοι μαζί ας πάμε στο πλατύ στρατόπεδο των Αχαιών για να διεγείρου­ με όσο γρηγορότερα το πολεμικό μένος». Έ τσι είπε και ο βασιλιάς Αγαμέμνονας δεν παράκουσε τη συμβουλή του, έδωσε δε αμέσως διαταγές στους βροντερόφωνους κήρυκες να καλέσουν τους Αχαιούς με τη μακριά κόμη στη μάχη. Αυτοί διαλαλούσαν τις διαταγές κι οι άντρες μαζεύτηκαν γρήγορα. Οι θεϊκοί αρχηγοί του Ατρείδη έσπευσαν να ελέγξουν τις στρατιές και μαζί τους ήρθε κι η Αθηνά με τ ’ αστραφτερά μάτια κρατώντας την αιγίδα της45, την αγέραστη κι αθάνατη, που γύρω της ανέμιζαν εκατό χρυσές φούντες, όλες καλοφτιαγμένες,

101

ΟΜΗΡΟΣ

πάντες έϋπλεκέες, έκατόμβοιος δέ έκαστος' σνν τη παιφάσσουσα διέσσυτο λαδν ’ χαιών Α ότρύνονσ ’ ίέναι' έν δέ σθένος ώρσεν έκάστω καρδιτ] άλληκτον πολεμίζειν ήδέ μάχεσθαι. τοϊσι δ ’ άφαρ πόλεμος γλνκίων γένετ ’ ήέ νέεσθαι έν νηυσι γλαφυρησι φίλην ές πατρίδα γαΐαν. Ήντε πυρ άίδηλον έπιφλέγει άσπετον ύλην ονρεος έν κορυφής, έκαθεν δέ τε φαίνεται αυγή, ως τών ερχομένων από χαλκόν θεσπεσίοιο αίγλη παμφανόωσα δι ’ αίθέρος ουρανόν ϊκε. Τών δ ’ ώς τ ’ ορνίθων πετεηνών έθνεα πολλά χηνών ή γερανών ή κύκνων δονλιχοδείρων Άσίω έν λειμώνι Καϋστρίου άμφι ρέεθρα ένθα και ένθα ποτώνται άγαλλόμενα πτερύγεσσι, κλαγγηδόν προκαθιζόντων, σμαραγεΐ δέ τε λειμών, ώ ς τών έθνεα πολλά νεών άπο και κλισιάων ές πεδίον προχέοντο Σκαμάνδριον αύτάρ υπό χθων σμερδαλέον κονάβιζε ποδών αυτών τε και ίππων, έσταν δ ’ έν λειμώνι Σκαμανδρίω άνθεμόεντι μυρίοι, όσσά τε φύλλα και άνθεα γίγνεται ώρη. ΊΙντε μνιάων άδινάων έθνεα πολλά α ί τε κατά σταθμόν ποιμνηϊον ηλάσκονσιν ώρη έν είαρινη οτε τε γλάγος άγγεα δεύει, τόσσοι έπι Τρώεσσι κάρη κομόωντες ’ χαιοί Α έν πεδίω ίσταντο διαρραϊσαι μεμαώτες. Τούς δ ’ ώς τ ’ αίπόλια π λατέ’ αιγών αίπόλοι άνδρες ρεϊα διακρίνωσιν έπεί κε νομώ μιγέωσιν, ώ ς τούς ηγεμόνες διεκόσμεον ένθα και ένθα νσμίνην δ ’ ίέναι, μετά δέ κρείων ’ γαμέμνων Α ομματα και κεφαλήν ίκελος Δι'ι τερπικεραννω, Άρει δέ ζώνην, στέρνον δέ Ποσειδάωνι.

450

455

460

465

470

475

102

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

που καθεμιά αξίζει εκατό βόδια. Πετούσε, έτσι, μεγαλό­ πρεπη ανάμεσα στο στρατό, ενθαρρύνοντάς τους. Και στον καθένα ενέπνεε τη θέληση για μάχη κι αδυσώπητο πόλεμο. Σε λίγο, τους είχε εξοπλίσει με τη σκέψη της μάχης πιο πολύ παρά με την ιδέα της επιστροφής στην αγαπημένη πατρίδα με τα κοίλα πλοία τους. Καθώς τρομερή φωτιά κατακαίει απέραντο δάσος πάνω σε κορυφή βουνού κι από μακριά φαίνεται η λάμψη της, έτσι απ’ τα θεσπέσια όπλα των στρατιωτών άστραφτε το φεγγοβόλημα ως τον ουρανό μέσα απ’ τον αιθέρα. Και οι στρατιώτες εξακολουθούσαν να βγαίνουν σαν αμέτρητα κοπάδια πουλιών, σαν χήνες, σαν γερανοί και σαν μακρόλαιμοι κύκνοι, που μαζεύονται στις ρεματιές του Καϋστρίου, στο λιβάδι του ποταμού Ασίου, γεμάτοι χαρά, φτερουγίζοντας και γεμίζοντας όλο τον κάμπο με κραυγές, λίγο πριν έρθει η στιγμή να καθίσουν στο έδαφος, το λιβάδι δε αντηχεί' έτσι η μια ομάδα έβγαινε μετά την άλλη μέσα απ’ τα πλοία και τις σκηνές στον κάμπο του Σκάμανδρου46. Η γη αγκομαχούσε απ’ το ποδοβόλημα των αντρών και των αλόγων, καθώς μαζεύονταν στον ανθισμένο κάμπο δίπλα στο ποτάμι, αμέτρητοι σαν τα φύλλα και τ ’ ανοιξιάτικα λουλούδια. Έτσι λοιπόν οι Αχαιοί με τη μακριά κόμη αντιμετώπι­ ζαν τώρα στον κάμπο τους Τρώες, λαχταρώντας να τους σφάξουν, ανήσυχοι και αναρίθμητοι σαν τις μύγες που μαζεύονται σωρός την άνοιξη γύρω στη στάνη, τότε που οι κάδοι ξεχειλίζουν από γάλα. Κι όπως οι βοσκοί ξεχωρίζουν χωρίς κόπο τα κατσίκια που ανακατεύονται στο κοπάδι την ώρα της βοσκής, έτσι και οι αρχηγοί τακτοποιούσαν το στρατό, για να βαδίζουν στη μάχη. Μαζί τους δε ήταν και ο βασιλιάς Αγαμέμνονας, που έμοιαζε στο κεφάλι και τα μάτια με τον κεραυνοφόρο Δία, στη μέση με τον Αρη και στο στήθος με τον Ποσει-

103

ΟΜΗΡΟΣ

ήντε βοϋς άγέληφι μεγ ’ έξοχος έπλετο πάντων ταύρος · ο γάρ τε βόεσσι μεταπρέπει άγρομένησί' τοΐον ά ρ ’ Άτρείδην θήκε Ζενς ηματι κεΐνω έκπρεπέ’ εν πολλοϊσι καί έξοχον ήρώεσσιν. "Εαπετε νυν μοι, Μοϋσαι ’Ολυμπία δώ ματ’ έχουσαι — υμείς γάρ θεαΐ έστε, πάρεστέ τε, ιστέ τε πάντα, ήμεϊς δε κλέος ο Ιον άκονομεν ουδέ τι ϊδμεν — οι τινες ηγεμόνες Δαναών καί κοίρανοι ή σ α ν πληθύν δ ’ οϋκ αν εγώ μυθησομαι οΰδ ’ όνομηνω, ούδ ’ ε ί μοι δέκα μέν γλώ σσαι, δέκα δέ στόματ ’ είεν, φωνή δ ’ άρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ητορ ενείη, εί μή ’Ο λυμπιάδες Μοϋσαι, Διός αίγιόχοιο θυγατέρες, μνησαίαΟ ’ όσοι υπό Ίλιον ήλθον άρχούς αύ νηών ερέω νήάς τε προπάσας. Βοιωτών μέν Πηνέλεως καί Ληϊτος ήρχον Άρκεσιλαός τε Προθοηνωρ τε Κλονίος τε, ο ΐ θ ’ Ύρίην ένέμοντο καί Αυλίδα πετρηεσσαν Σχοΐνόν τε Σκώλόν τε πολύκνημόν τ ’ Έτεωνόν, Θέσπειαν Γραΐάν τε καί εϋρνχορον Μνκαλησσόν, ο ΐ τ ’ άμψ ’ Άρμ ’ ένέμοντο καί Είλέσιον καί Έρυθράς, ο ΐ τ ’ Ελεών’ είχον ή δ ’ Ύλην καί Πετεώνα, Ώκαλέην Μεδεώνά τ ’ ένκτΐμενον πτολίεθρον, Κώπας Εΰτρησίν τε πολυτρήρωνά τε θίσβην, ο ΐ τε Κορώνειαν καί ποιηενθ ’ Αλίαρτον, ο ΐ τε Πλάταιαν έχον ή δ ’ οι Γ λισαντ’ ένέμοντο, ο ΐ θ ’ Ύποΰηβας είχον έϋκτ ΐμενον πτ ολίεθρον, Όγχηστόν θ ’ ίερόν Ποσιδηϊον άγλαόν άλσος, ο ΐ τε πολυστάφυλον Αρνην έχον, ο ΐ τε Μΐδειαν Νϊσάν τε ζαθέην Άνθηδόνα τ ’ έσχατόω σαν τών μέν πεντηκοντα νέες κΐον, εν δέ έκαστη κονροι Βοιωτών εκατόν καί είκοσι βαΐνον.

480

485

490

495

500

505

510

104

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

δώνα. Σαν ταύρος που ξεχωρίζει από την υπόλοιπη αγέλη, ο πιο τρανός ανάμεσα στα ζώα, έτσι ήθελε ο Δίας να φαντάζει ο γιος του Ατρέα εκείνη τη μέρα μέσα στο πλή­ θος, ξεπερνώντας κατά πολύ τους άλλους βασιλιάδες. Πέστε47 μου τώρα, Μούσες, που κατοικείτε στον Όλυ­ μπο, αφού είστε θεές και βρίσκεστε παντού και ξέρετε τα πάντα —εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε τίποτα, αν δεν μας το πουν— πέστε μου ποιοι ήταν οι στρατηγοί κι οι αρχηγοί · των Δαναών. Ό,τι αφορά στους απλούς στρατιώτες που ήρθαν στο Ίλιο, δεν θα μπορούσα να ξέρω τα ονόματά τους ούτε να τους μετρήσω καν, ακόμα κι αν είχα δέκα γλώσ­ σες, δέκα στόματα, άφθαρτη φωνή και χάλκινη καρδιά. Εκτός κι αν οι Μούσες, οι κόρες του ασπιδοφόρου Δία, που κατοικούν στον Όλυμπο, φέρουν στη μνήμη μου ό­ σους ήρθαν κάτω από τα τείχη του Ίλιου. Τώρα λοιπον θα αναφέρω τους αρχηγούς του στόλου και όλα τα πλοία. Των Βοιωτών48 ήταν αρχηγοί ο Πηνέλεως και ο Λήτιος και ο Αρκεσίλαος και ο ΓΙροθοήνορας και ο Κλονίος. Ήρ­ θαν απ’ την Τρία και τη βραχώδη Αυλίδα, απ’ τον Σχοίνο και την Σκώλο, απ’ την Ετεωνό με τα πολλά φαράγγια, απ’ τη Θέσπεια και τη Γραία και την απλόχωρη Μυκαλησσό. Μαζί τους είχαν φέρει άντρες απ’ το Άρμα, το Ειλέσιο και τις Ερυθρές, απ’ τον Ελεώνα και την 'Τλη και τον Πετεώνα, την Ωκαλέα και την καλοχτισμένη Μεδεώνα, απ’ τις Κώπες, την Εύτρηση και τη Θίσβη με τους ονομαστούς περιστερώνες. Ήρθαν πολλοί κι απ’ την Κορώνεια, απ’ την Αλίαρτο με το πολύ χορτάρι, την Πλαταια, τη Γλίσαντα και τις καλοχτισμένες Τποθήβες49, απ’ τον ιερό Ογχηστό, με το λαμπρό ιερό δάσος του Ποσειδώνα, απ’ την Αρνη με τους πλούσιους αμπελώνες, απ’ τη Μίδεια και την ιερή Νίσα, απ’ την Ανθηδόνα και τις γει­ τονικές της χώρες. Όλοι αυτοί έφεραν πενήντα πλοία με εκατόν είκοσι νεαρούς Βοιωτούς το καθένα μέσα.

105

ΟΜΗΡΟΣ

Οΐ δ ’ Άσπληδόνα ναΐον ιδ ’ Όρχομενόν Μιννειον, των ηρχ ’ Άσκάλαψος και Ίάλμενος, νίες Άρηος, ονς τέκεν Αστυόχη δόμω Άκτορος Άζεΐδαο, παρθένος αΐδοί-η υπερώιον είσαναβάσα Ά ρηϊ κρατερφ· ο δέ ο ΐ παρελέξατο λάθρη- , τοΐς δε τριηκοντα γλαψυραί νέες έστιχόωντο. Αντάρ Φωκηων Σχεδίος και Έπίστροψος ήρχον νίες Ίψίτου μεγάθυμου Ναυβολίδαο, ο ΐ Κ νπάρισσον έχον Πνθώνά τε πετρηεσσαν Κρϊσάν τε ζαθέην και Δανλίδα και ΙΊανοπηα, ο ΐ τ ’ Ανεμώρειαν καί Ύάμπολιν άμψινέμοντο, ο ΐ τ ’ αρα πάρ ποταμόν Κηφισόν δϊον έναιον, ο ΐ τε Λίλαιαν έχον πηγης έπι Κηφισοΐο' τοΐς δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νηες έποντο. ο ΐ μέν Φωκηων στίχας ΐστασαν άμφιέποντες, Βοιωτών δ' έμπλην επ ’ άριστερά θωρησσοντο. Λοκρών δ ’ ηγεμόνενεν Όίλήος ταχύς Αίας μείων, ον τι τόσος γε ό'σος Τελαμώνιος Αΐας αλλά πολύ μ είω ν ολίγος μέν έην λινοθιόρηξ, έγχείη δ ’ έκέκαστο Πανέλληνας καί Αχαιούςο ΐ Κϋνόν τ ’ ένέμοντ’ Όπόεντά τε Καλλίαρόν τε Βησσάν τε Σκάρφην τε καί Αυγείας έρατεινάς Ταρφην τε θρονιάν τε Βοαγρίου άμφί ρέεθρα ' τω δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νηες έποντο Λοκρών, ο ΐ ναίουσι πέρην ίερης Εύβοίης. Οΐ δ ’ Εύβοιαν έχον μένεα πνείοντες Αβαντες Χαλκίδα τ ’ Είρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ ’ Ίστίαιαν Κηρινθόν τ ’ έφαλον Δίου τ ’ αίπν πτολίεθρον, ο ΐ τε Κάρυστον έχον ήδ ’ ο ΐ Στνρα ναιετάασκον, τών αύθ ’ ήγεμόνεν ’ Έλεφηνωρ, οζος Αρηος, Χαλκωδοντιάδης, μεγαθνμων άρχός Αβάντων.

515

520

525

530

535

540

106

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

Οι άντρες απ’ την Ασπληδόνα, τον Μινύειο Ορχομενό, είχαν αρχηγούς τον Ασκάλαφο και τον Ιάλμενο, που τους γέννησε η σεμνή παρθένα Αστυόχη στο παλατι του Άκτορα, γιου του Αζέα, από τον Αρη, αφού πήγαινε κρυφά στα πάνω δωμάτια και πλάγιαζε μ’ αυτόν. Αυτοί είχαν φέρει ένα στόλο από τριάντα κοίλα πλοία. Ο Σχεδίος και ο Επίστροφος, γιοι του μεγαλοπρεπούς Ιφίτου, γιου του Ναυβόλου, όριζαν τους άντρες απ’ τη Φωκίδα και κατοικούσαν στην Κυπάρισσο, στη βραχώδη Πυθώνα, στην ιερή Κρίσα, στη Δαυλίδα και στον Πανοπέα, στα μέρη της Ανεμώρειας και της Τάμπολης και όσοι κατοικούν κοντά στα γάργαρα νερά του Κηφισού και στη Λιλαία, το μέρος που πηγάζει ο Κηφισός. Μ’ αυτούς τα­ ξίδεψαν σαράντα μαύρα πλοία. Αυτοί με φροντίδα παρέτα­ ξαν τις τάξεις των Φωκέων, κοντά στο αριστερό μέρος των Βο ιωτών. Ο γρήγορος Αίαντας, ο μικρότερος γιος του Οϊλέα, ήταν αρχηγός των Λοκρών —αυτός δεν ήταν όπως ο Τελαμώνιος Αίαντας αλλά πολύ μικρότερος. Ή ταν βέβαια κοντός και φορούσε λινό θώρακα, στο δόρυ όμως υπερέβαλλε όλους τους Έλληνες και τους Αχαιούς50. Αυτοί νέμονταν και τον Κύνο, τον Οπούντα και την Καλλίαρο, τη Βήσσα, τη Σκάρφη και τις όμορφες Αυγειές και την Τάρφη και το Θρόνιο, στα μέρη του ποταμού Βοαγρίου. Είχε φέρει μαζί του σαράντα μαύρα πλοία των Λοκρών που κατοικούσαν απέναντι από την ιερή Εύβοια. Η Εύβοια είχε στείλει τους τρομερούς Αβαντες και άντρες απ’ τη Χαλκίδα, την Ερέτρια και την Ιστιαία51, όλες πλούσιες σε αμπέλια, και απ’ την παραθαλάσσια Κήρινθο και το απόκρημνο Δίο κι αυτούς που κατοικούσαν στα Στύρα και στην Κάρυστο. Όλοι αυτοί είχαν αρχηγό τον Ελεφήνορα, απόγονο του Αρη και γιο του Χαλκώδοντα, αρχηγού των γενναίων Αβάντων. Οι άντρες του ήταν

107

ΟΜΗΡΟΣ

τω δ ’ ά μ ’ Άβαντες εποντο θοοί οπιθεν κομόωντες αίχμηται μεμαώτες όρεκτήσιν μελίσσι θώρηκας ρήξειν δηΐων άμφί στήΟεσσι' τω δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες εποντο. Οί δ ’ άρ ’ ’ θήνας είχον, ένκτίμενον πτολίεθρον, Α δήμον Έρεχθήος μεγαλήτορος, ον π ο τ’ ’ θήνη Α θρέψε Διός θυγάτηρ, τέκε δέ ζείδωρος άρουρα, κάδ δ ’ έν ’ θήνας είσεν έώ έν πίονι νηω' Α ένθα δέ μιν τανροισι καί άρνειοΐς ίλάονται κονροι ’ θηναίων περιτελλομένων ένιαντώ ν Α τών ανθ ’ ηγεμόνεν ’ νιος Πετεώο Μενεσθενς. τω δ ’ ον πώ τις όμοιος έπιχθόνιος γένετ ’ άνήρ κοσμησαι ίππονς τε καί άνέρας άσπιδιώτας' Νέστωρ οΐος έριζεν ο γάρ προγενέστερος 'ήεν τω δ ’ άμα πεντήκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Αίας δ ’ έκ Σαλαμϊνος άγεν δνοκαίδεκα νήας, στήσε δ ’ άγων ίν ’ ’ θηναίων ίσταντο φάλαγγες. Α Ο ΐ δ ’ ’ ργός τ ’ είχον Τίρννθά τε τειχιόεσσαν Α Έρμιόνην Άσίνην τε, βαθυν κατά κόλπον έχονσας, Τροιζήν’ Ήΐόνας τε καί άμπελόεντ’ Έπίδανρον, ο ί τ ’ έχον Αίγιναν Μ άσητά τε κονροι ’ χαιών, Α τών ανθ ’ ήγεμόνενε βοήν αγαθός Διομήδης καί Σθένελος, Καπανήος άγακλειτον φίλος νίός' τοΐσι δ ’ ά μ ’ Εϋρναλος τρίτατος κίεν ισόθεος φως Μ ηκιστέος νιος Ταλαίονίδαο άνακτος' σνμπάντων δ ’ ηγείτο βοην άγαθός Διομήδης' τοΐσι δ ’ ά μ ’ όγδώκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Οΐ δέ Μνκήνας είχον, έϋκτίμενον πτολίεθρον, άφνειόν τε Κόρινθον ένκτιμένας τε Κλεωνάς, Όρνειάς τ ’ ένέμοντο Άραιθνρέην τ ’ έρατεινήν

545

550

555

560

565

570

108

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

όλοι γρήγοροι στο τρέξιμο. Τα μαλλιά τους τα άφηναν μακριά να πέφτουν στην πλάτη. Χρησιμοποιούσαν χάλκι­ να δόρατα και τίποτα δεν τους προκαλούσε μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ το να ξιφομαχούν με τον εχθρό και να του ξεσκίζουν τα ρούχα στο στήθος. Ο Ελεφήνορας είχε στην κατοχή του σαράντα μαύρα πλοία. Αυτοί που κατοικούν στην καλοχτισμένη Αθήνα, τη χώρα του γενναιόψυχου Ερεχθέα, που κάποτε ανέθρεψε η Αθηνά, η κόρη του Δία, ενώ τον γέννησε η καρποφόρα γη, και τον εγκατέστησε στην Αθήνα, στον πλούσιο ναό τηςεκεί θυσιάζουν ταύρους και αρνιά οι νεαροί Αθηναίοι, κα­ θώς κυλούν τα χρόνια. Αρχηγός τους ήταν ο Μενεσθέας, ο γιος του Πετεού52. Κανένας άντρας δεν ήταν όμοιος στο να βάζει σε τάξη τους ίππους και τους στρατιώτες τους ασπιδοφόρους. Μονάχα με τον Νέστορα φιλονικούσε, γιατί ήταν μεγαλύτερος από κείνον. Μαζί του έφερε πενήντα μαύρα πλοία. Ο Αίαντας από τη Σαλαμίνα κυβερνούσε δώδεκα καρά­ βια. Αφού τα έφερε τα παρέταξε δίπλα στις φάλαγγες των Αθηναίων. Όσοι κατοικούσαν στο Αργος και στην περιτειχισμένη Τίρυνθα, την Ερμιόνη και την Ασίνη, που έχουν βαθιούς κόλπους, την Τροιζήνα, τις Ηιόνες και την Επίδαυρο με τους αμπελώνες κι όσοι Αχαιοί κατοικούσαν στην Αίγινα και στον Μάσητα είχαν αρχηγό το βροντερόφωνο Διομήδη και τον Σθένελο, τον αγαπημένο γιο του ξακουστού Καπανέα. Μαζί τους ήρθε ο ισόθεος Ευρύαλος, ο γιος του Μηκιστέα, του γιου του άρχοντα Ταλα'ίωνα. Αρχηγός ό­ λων αυτών ήταν ο βροντερόφωνος Διομήδης- και τους ακολουθούσαν ογδόντα μαύρα πλοία. Όσοι ζούσαν στις καλοχτισμένες Μυκήνες, στην πλού­ σια Κόρινθο και στις καλοχτισμένες Κλεωνές, οι άντρες που κατοικούσαν στις Ορνειές και την όμορφη Αραιθυ-

109

ΟΜΗΡΟΣ

καί Σικυών ’, όθ ’ ά ρ ’ Άδρηστος πρώτ ’ έμβαΰίλευεν, ο ΐ θ ’ Ύπερησίην τε καί αίπεινήν Γονόεσσαν Πελλήνην τ ’ είχον ήδ ’ Αίγιο ν άμφινέμυντο Αίγιαλόν τ ’ άνά πάντα καί άμ φ ’ Έλίκην ενρεΐαν, των εκατόν νηών ήρχε κρείων Αγαμέμνων Άτρείδης' άμα τω γε πολύ πλεΐστοι καί άριστοι λαοί έποντ ’■εν δ ’ αυτός έδνσετο νώροπα χαλκόν κνδιόων, πααιν δέ μετέπρεπεν ήρώεσσιν οννεκ ’ άριστος έην πολύ δέ πλείστους άγε λ,αούς. Ο ΐ δ ’ είχον κοίλη ν Λακεδαίμονα κητώεσσαν, Φαρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην, Βρνσειάς τ ’ ένέμοντο καί Ανγειάς έρατεινάς, ο ΐ τ ’ ά ρ ’ Αμνκλας είχον Έλος τ ’ έψαλον πτολίεθρον, ο ΐ τε Αάαν είχον ή δ ’ Οίτνλον άμψενέμοντο, των ο ί άδελφεός ήρχε, βοήν αγαθός Μενέλαος, εξήκοντα νεώ ν άπάτερθε δέ θωρήσσοντο' έν δ ’ αυτός κίεν ήσι προθυμίησι πεποιθώς ότρυνων πόλεμόνδε' μάλιστα δέ ίετο Ο υ μ ω τείσασθαι Ελένης όρμήματά τε στοναχάς τε. Οΐ δέ Πύλον τ ’ ένέμοντο καί Αρήνην έρατεινήν καί Θρύον Αλφειού) πόρον καί έΰκτιτον Αίπύ καί Κυπαρισσήεντα καί Άμφιγένειαν εναιον καί Πτελεόν καί Έλος καί Δώρων, ενθά τε Μοϋσαι άντόμεναι Θάμυριν τον Θρήϊκα παϋσαν άοιδής ΟίχαλίηΟεν ιόντα παρ ’ Εύρύτου Οίχαλιήος ' οτεϋτο γάρ ευχόμενος νικησέμεν ε ί περ αν ανταί Μοϋσαι άείδοιεν κοϋραι Διός αίγιόχοιο · α ΐ δέ χολωσάμεναι πηρόν θέσαν, αντάρ άοιδήν

575

580

585

590

595

110

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

ρέα, στη Σικυώνα, όπου βασίλευε πρώτος53ο Άδραστος, στην Υπερησία και στην ορεινή Γονόεσσα, στην Πελλήνη και στα περίχωρα του Αιγίου, σ’ όλη την Αιγίαλο54 και την απλόχωρη Ελίκη, όλοι αυτοί μέσα σε εκατό πλοία υπάκουαν στο βασιλιά Αγαμέμνονα, το γιο του Ατρέα. Οι ακόλουθοί του ήταν αναρίθμητοι και οι καλύτεροι στο είδος τους. Έδειχνε πολύ περήφανος καθώς στεκόταν ανά­ μεσα στους άντρες του, οπλισμένος με τα γυαλιστερά χάλκινα όπλα του, ο πιο τρανός και ο πιο δοξασμένος απ’ όλους τους στρατιώτες και αρχηγός ισχυρής δύναμης. Οι άντρες που κατοικούσαν στα ψηλά μέρη της Λακεδαίμονας, στη Φάρη και τη Σπάρτη, τη Μέσση με τους πολλούς περιστερώνες, στις Βρυσειές και τις όμορφες Αυ­ γείες, οι άντρες απ’ τις Αμύκλες και το παραθαλάσσιο Έλος, οι κάτοικοι του Οίτυλου και της Λάας, όλοι αυτοί με εξήνα πλοία είχαν αρχηγό τον αδερφό του βασιλιά, το βροντερόφωνο Μενέλαο" είχαν δε παραταχτεί ξεχωριστά. Ο Μενέλαος τους παρακινούσε στη μάχη κι αυτός προχω­ ρούσε με προθυμία. Είχε ικανότητα να τους ενθαρρύνει συνέχεια γιατί κανείς άλλος δεν ποθούσε όσο αυτός να ξεπληρώσει στον εαυτό του τα βάσανα και τις συμφορές της Ελένης. Οι επόμενοι ήταν οι άντρες απ’ την Πύλο και την αγα­ πημένη Αρήνη, απ’ το Θρύο, κοντά στον Αλφειό, και το καλοχτισμένο Αιπύ, τον Κυπαρισσήεντα, την Αμφιγένεια, τον Πτελεό, το Έλος και το Δώριο, το μέρος όπου αντά­ μωσαν οι Μούσες τον Θάμυρη55 από τη Θράκη, καθώς ερχόταν απ’ την Οιχαλία, την πατρίδα του Οιχαλιέου Εύρυτου και του έπαψαν την τέχνη του τραγουδιού. Γιατί υπερηφανευόταν λέγοντας πως θα νικούσε σε αγώνα τρα­ γουδιού τις ίδιες τις Μούσες, τις κόρες του ασπιδοφόρου Δία. Εξοργίστηκαν αυτές γ ι’ αυτό τον τύφλωσαν, έπειτα δε του έκλεψαν το θείο χάρισμα να τραγουδά και του

111

ΟΜΗΡΟΣ

θεσπεσίην άφέλοντο καί έκλέλαθον κιθαριστύν' τών ανθ’ ηγεμόνευε Γερήνιος ίππότα Νέστωρτω δ ’ ένενηκοντα γλαψυραί νέες έστιχόωντο. Οΐ ό ’ έχον Αρκαδίην υπό Κυλλήνης όρος αΐπν Αΐπύτιον παρά τύμβον ΐν ’ άνέρες άγχιμαχηταί, ο ΐ Φενεόν τ ’ ένέμοντο καί Όρχομενόν πολύμηλον 'Ρίπην τε Στυατΐην τε καί ήνεμόεσσαν Ενΐσπην καί Τεγέην είχον καί Μαντινέην έρατεινήν Στύμφηλόν τ ’ είχον καί Παρρασίην ένέμοντο, των ψρχ ’ Αγκαίοιο πάϊς, κρείων Άγαπήνωρ, εξήκοντα νεώ ν πολέες δ ’ εν νηι έκαστη Αρκάδες άνδρες έβαιναν έπιστάμενοι πολεμίζειν. αυτός γάρ σφιν δώκεν άναξ άνδρών ’ γαμέμνων Α νήας έϋσσέλμους περάαν επί ο ’νοπα πόντον ί Ατρεΐδης, έπεί ου σ ψ ί θαλάσσια έργα μεμήλει. Οΐ δ ’ άρα Βουπράσιόν τε καί Ήλιδα δίαν έναιον οσσον έφ ’ Ύρμίνη καί Μύρσινος έσχατόωσα πέτρη τ ’ Ώλενίη καί Αλήσιον έντός έέργει, τών αν τέσσαρες άρχοί έσαν, δέκα Ö’ άνδρί έκάστω νηες έποντο θοαί, πολέες δ ’ έμβαινον Έπειοί. τών μέν άρ ’ Αμφίμαχος καί θάλπιος ήγησάσθην νίες δ μέν Κτεάτον, δ δ ’ ά ρ ’ Ευρύτου, Αχτορίωνε' τών δ ’ Αμαρυγκεΐδης ήρχε κρατερός Δ ίω ρηςτών δέ τετάρτων ήρχε Πολνξεινος θεοειδής νιος Αγασθένεος Ανγηίάδαο άνακτος. Οΐ δ ’ έκ Δουλιχίοιο Έχινάων θ ’ ΐεράων νήσων, α ΐ ναίουσι πέρην άλός Ήλιδος άντα, τών ανθ ’ ηγεμόνευε Μέγης ατάλαντος Αρηϊ Φνλεΐδης, δν τίκτε Διΐ φίλος ίππότα Φνλεύς, ος ποτε Δονλίχιόνδ ’ άπενάσσατο πατρί χολωθείςτώ δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νηες έποντο. Αντάρ Όδυσσεύς ήγε Κεφαλλήνας μεγαθύμονς,

600

605

610

615

620

625

630

112

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

προκάλεσαν λήθη, ώστε να μην μπορεί να ξαναπαίξει την άρπα. Ο Γερήνιος ιππότης Νέστορας ήταν αρχηγός αυτών των αντρών. Η ομάδα του μετρούσε τριάντα κοίλα πλοία. Μετά οι Αρκάδες56 απ’ τις χώρες των βουνών της Κυλλήνης, στην κορφή των οποίων ήταν θαμμένος ο Αιπύτιος, όπου οι άντρες μάχονταν στήθος με στήθος, από τον Φενεό, τον Ορχομενό με τα πολλά πρόβατα, απ’ τη Ρίπη και τη Στρατία και την ανεμοδαρμένη Ενίσπη, απ’ την Τεγέα και την όμορφη Μαντίνεια, απ’ τη Στύμφηλο και την Παρασία είχαν αρχηγό τους το βασιλιά Αγαπήνορα, γιο του Αγκαίου, και είχαν εξήντα πλοία, το καθένα γε­ μάτο από έμπειρους Αρκάδες πολεμιστές. Ο Αγαμέμνονας, ο βασιλιάς, είχε δώσει ο ίδιος στον Αγαπήνορα τα γεροφτιαγμένα αυτά πλοία για να διασχίσουν την αφρισμένη θάλασσα με ασφάλεια, επειδή αυτοί δεν κατείχαν τα θα­ λασσινά έργα. Οι άντρες απ’ το Βουπράσιο και τη θεϊκή Ήλιδα που βρίσκεται μεταξύ της Τρμίνης, της Μύρσινου που βρίσκε­ ται στην άκρη, της Ωλενίας πέτρας και του Αλείσιου, ήρθαν με αρχηγούς, που τον καθένα ακολουθούσαν ομάδες από δέκα γρήγορα πλοία γεμάτα από Επειούς πολεμιστές. Οι δύο πρώτες είχαν αρχηγό τον Αμφίμαχο, γιο του Κτεάτου, και τον Θάλπιο, γιο του Εύρυτου, τους δύο γόνους του Ακτορίωνα. Η τρίτη είχε αρχηγό τον ισχυρό Διώρη, γιο του Αμαρυγκέα, και η τέταρτη το θεϊκό Πολύξενο, γιο του βασιλιά Αγασθένη, που είχε πατέρα τον Αυγεία. Οι άντρες απ’ το Δουλίχιο και απ’ τα ιερά νησιά των Εχινών, που κατοικούν57 απέναντι απ’ το πέλαγος της Ήλιδας, είχαν αρχηγό τον Μέγη, τον πολέμαρχο γιο του Φυλέα του ιππότη και αγαπητού στον Δία. Αφού αυτός μάλωσε με τον πατέρα του, έφυγε για το Δουλίχιο. Μαζί τους είχαν φέρει σαράντα μαύρα πλοία. Ο Οδυσσέας κυβερνούσε τους περήφανους Κεφαλλονί-

113

ΟΜΗΡΟΣ

ο ί ρ ’ ’Ι θάκην είχον καί Νήριτον είνοσίφυλλον καί Κ ροκνλει’ ένέμοντο καί Αίγίλιπα τρηχεΐαν, ο ί τε Ζάκυνθον εχον ή δ ’ ο ΐ Σάμον άμφινέμογτο, ο ί τ ’ ήπειρον εχον η δ ’ άντιπεραι ’ ένέμοντο' τών μέν Όδνσσενς ήρχε Διί μήτιν ατάλαντος' τω δ ’ άμα νήες έποντο δνώδεκα μιλτοπάρηοι. Αίτωλών δ ’ ηγείτο Θόας Άνδραίμονος υιός, ο ΐ Πλευρών’ ένέμοντο καί Ώλενον ήδέ Πυληνην Χαλκίδα τ ’ άγχίαλον Καλυδώνά τε πετρηεσσαν ου γάρ έτ ’ Οίνηος μεγαλήτορος υίέες ήσαν, ονδ’ ά ρ ’ ε τ ’ αυτός εην, θάνε δέ ξανθός Μελέαγρος' τω δ ’ επί π ά ντ’ έτέταλτο άνασσέμεν Αίτωλοϊσί' τω δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Κρητών δ ’ Ίδομενεύς δουρικλντός ήγεμόνενεν, ο ΐ Κνωσόν τ ’ είχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν, Λνκτον Μίλητόν τε καί άργινόεντα Λυκαστον Φαιστόν τε 'Ρντιόν τε, πόλεις εύ ναιετοώσας, άλλοι θ ’ ο ΐ Κρήτην εκατόμπολιν άμφενέμοντο. τών μέν άρ ’ Ίδομενευς δονρικλυτός ηγεμόνευε Μηριόνης τ ’ ατάλαντος Ένναλίω άνδρειφόντη· τοΐσι δ ’ ά μ ’ όγδωκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Τληπόλεμος δ ’ Ήρακλεΐδης ήνς τε μέγας τε έκ 'Ρόδον εννέα νήας άγεν 'Ροδίων αγέρωχων, ο ΐ 'Ρόδον άμφενέμοντο διά τρίχα κοσμηθέντες Λίνδον Ιηλνσόν τε καί άργινόεντα Κάμειρον. τών μέν Τληπόλεμος δονρί κλντός ήγεμόνενεν, δν τέκεν Αστνόχεια βίη Ηρακληείη, την άγετ ’ εξ Έφνρης ποταμού άπο Σελλήεντος πέρσας άστεα πολλά διοτρεφέων αίζηών. Τληπόλεμος δ ’ έπεί ονν τοάφ ’ ένί μεγάρω ενπήκτω,

635

640

645

650

655

660

114

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

τες, τους κατοίκους της Ιθάκης και του Νήριτου, με τα φύλλα που σαλεύουν, τους άντρες που νέμονταν τα Κροκύλεια και την άγονη Αιγίλιπα. Απ’ τη Ζάκυνθο είχαν έρθει πολλοί, όπως κι απ’ τη Σάμο και τις ηπειρωτικές χώρες απέναντι της. Αυτές ήταν οι δυνάμεις του Οδυσσέα, που στη σοφία ήταν ισότιμος με τον Δία. Είχε στη δύναμή του δώδεκα πλοία58 με κόκκινες πλευρές. Ο Θόας, ο γιος του Ανδραίμονα, κυβερνούσε τους Αιτωλούς απ’ την Πλευρώνα και την Ώλενο, την Πυλήνη, την παραθαλάσσια Χαλκίδα και τη βραχώδη Καλυδώνα. Απ’ τους γιους του Οινέα του περίφημου δεν υπήρχε άλλος. Ο ίδιος ο Οινέας είχε πεθάνει, το ίδιο και ο ξανθός Μελέαγρος. Είχε στην εξουσία του όλους τους Αιτωλούς. Ο Θόας είχε σαράντα μαύρα καράβια. Ο θαυμαστός στο δόρυ Ιδομενέας ήταν αρχηγός των Κρητών, οι άντρες της Κνωσού, της Γόρτυνας με τα με­ γάλα τείχη, της Λύκτου, της Μιλήτου59, της ασπροχώματης Λύκαστου, της Φαιστού και του Ρύτιου —πόλεις καλοχτισμένες— και πολλοί άλλοι στρατιώτες που κατοι­ κούσαν στην Κρήτη με τις εκατό πόλεις, όλοι αυτοί είχαν αρχηγό τον ικανό στο δόρυ Ιδομενέα και τον Μηριόνη, τον ισότιμο με τον ανδροφόνο Ενυάλιο. Είχαν φέρει μαζί τους ογδόντα μαύρα πλοία. Ο Τληπόλεμος, ο ψηλός και όμορφος γιος του Ηρακλή, είχε φέρει από τη Ρόδο εννέα καράβια με πλήρωμα από περήφανους Ροδίτες60. Οι τρεις φυλές τους διεκδικούσαν ξεχωριστά μέρη στο νησί, στη Λίνδο, στην Ιαλυσό και στην Κάμειρο με τ ’ άσπρα χώματα. Σ’ αυτούς ήταν αρχη­ γός ο ξακουστός στο δόρυ Τληπόλεμος, γιος του παντοδύ­ ναμου Ηρακλή από την Αστυόχεια από την Εφύρα κοντά στον ποταμό Σελλήεντα, αφού πρώτα κατέκτησε πολλές ισχυρές πόλεις ονομαστών αρχόντων. Όταν ο Τληπόλεμος μεγάλωσε61, σκότωσε στο παλάτι του τον αγαπημένο θείο

115

ΟΜΗΡΟΣ

αντίκα πατρός έοΐο φίλον μητρώα κατέκτα ήδη γηράσκοντα Λικνμνιον οζον Άρηος · αίψα δέ νηας έπηξε, πολνν δ ’ ο γε λαόν άγείρας βή φενγων έπι πόντον απείλησαν γάρ ο ί άλλοι νίέες νίω νοί τε βίης Ήρακληείης. αντάρ ο γ ’ ές 'Ρόδον ίξεν άλώμενος άλγεα πάσχω ν τριχθά δέ ωκηθεν καταφυλαδόν, ηδ ’ έφίληθεν έκ Διός, ος τε θεοΐσι και άνθρώποισιν άνάσσει, κ α ί σφιν θεσπέσιον πλούτον κατέχενε Κρονίων. Νιρενς αν Σνμηθεν άγε τρεις νηας έΐσας Νιρενς Άγλαΐης νιος Χαροποιό τ ’ άνακτος Νιρενς, ος κάλλιστος άνήρ νπό Ίλιον ήλθε τών άλλων Δαναών μ ε τ ’ άμνμονα Πηλειωνα · άλλ’ άλαπαδνός έην, πανρος δέ ο ί είπετο λαός. Οΐ δ ’ άρα Νίσνρόν τ ’ είχον Κράπαθόν τε Κάσον τε και Κών Ενρνπνλοιο πόλιν νήσονς τε Καλνδνας, τών αν Φείδιππός τε και ’ ντιψος ήγησάσθην Ά Θεσσαλον νιε δνω Ήρακλείδαο άνακτος ■ τοϊς δέ τριήκοντα γλαφνραι νέες έστιχόωντο. Ννν αν τονς όσσοι το Πελασγικόν ’ ργος εναιον, Ά ο ΐ τ ’ Άλον ο ΐ τ ’ Άλόπην ο ΐ τε Τρηχΐνα νέμοντο, ο ί τ ’ είχον Φθίην ή δ ’ Ελλάδα καλλιγνναικα, Μνρμιδόνες δέ καλενντο καί Έλληνες και ’ χαιοί, Α τών αν πεντήκοντα νεών ήν άρχός Άχιλλενς. ά λλ’ ο ΐ γ ’ ον πολέμοιο δνσηχέος έμνώοντο' ον γάρ έην ος τις σφιν επί στίχας ήγήσαιτο · κεϊτο γάρ έν νήεσσι ποδάρκης δΐος Άχιλλενς, κονρης χωόμενος Βρισηΐδος ήϋκόμοιο, την έκ Λνρνησσον έξείλετο πολλά μογήσας Λνρνησσόν διαπορθήσας και τείχεα Θήβης, καδ δε Μννητ ’ εβαλεν και Επίστροφον έγχεσιμώρονς, νίέας Ενηνοΐο Σεληπιάδαο άνακτος'

665

670

675

680

685

690

116

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

του πατέρα του, απ’ την οικογένεια της μητέρας του, τον Λικύμνιο, απόγονο του Αρη, τον καιρό που εκείνος ήταν πια γέρος. Κατασκεύασε γρήγορα μερικά πλοία, μάζεψε δε αρκετούς άντρες κι έφυγε στο πέλαγος, γιατί τον απείλη­ σαν οι γιοι και εγγονοί του Ηρακλή. Μετά από πολλές σκληρές περιπέτειες, έφθασε στη Ρόδο. Εκεί αυτοί χωρί­ στηκαν σε τρεις φυλές που κατοίκησαν σε διαφορετικά μέρη. Είχαν την εύνοια του Δία, του βασιλιά θεών και ανθρώπων, γ ι’ αυτό τους χάριζε ο γιος Κρόνου ανείπωτα πλούτη. Ο Νιρέας62 επίσης με τρία καλοφτιαγμένα πλοία απ’ τη Σύμη, ο Νιρέας, ο γιος της Αγλαΐας και του βασιλιά Χαρόπου. Αυτός ο Νιρέας ήταν ο ομορφότερος Δαναός που έφτασε ποτέ στο Ίλιο, μετά απ’ τον αψεγάδιαστο γιο του Πηλέα. Αυτός όμως ήταν άπειρος στον πόλεμο και οι ακόλουθοί του λιγοστοί. Οι άντρες απ’ τη Νίσυρο, την Κάρπαθο, την Κάσο, την Κω, την πόλη του Ευρύπυλου, και τα νησιά Καλύδνες είχαν αρχηγό τον Φείδιππο και τον Άντιφο, τους δυο γιους του βασιλιά Οεσσαλού, γιου του Ηρακλή. Στη συνοδεία τους είχαν τριάντα κοίλα πλοία. Αυτοί τώρα που κατοικούσαν στο Πελασγικό Αργος, την Άλο, την Αλόπη, την Τρηχίνα, τη Φθία και την Ελλά­ δα, που γεννάει τις ωραίες γυναίκες, και έφεραν το όνομα Μυρμιδόνες, Έλληνες και Αχαιοί, είχαν πενήντα πλοία με αρχηγό τον Αχιλλέα. Αλλά ο κακόηχος πόλεμος διόλου δεν τους ενδιέφερε πια. Δεν υπήρχε κανείς να τους καθοδη­ γεί63, γιατί ο θεϊκός Αχιλλέας, ο γοργοπόδαρος, στεκόταν στα πλοία του οργισμένος για την αρπαγή της Βρισηίδας, με τα ωραία μαλλιά. Την είχε αρπάξει όταν κυρίευσε τη Λυρνησσό και τα τείχη της Θήβας, νικώντας τον Μύνητα και τον Επίστροφο, τους γυμνασμένους στο κοντάρι γιους του βασιλιά Ευήνου, γιου του Σελήπιου. Έ τσι, για χάρη

117

ΟΜΗΡΟΣ

της ο γε κεϊτ ’ άχέων, τάχα δ ’ άνστήσεσθαι εμελλεν. Οΐ δ ’ είχον Φυλακήν και Πύρασον άνθεμόεντα, Δήμητρος τέμενος, Ίτωνά τε μητέρα μήλων, άγχίαλόν τ ’ Άντρώνα ίδέ Πτελεόν λεχεποίην, τών αύ Πρωτεσίλαος άρήϊος ηγεμόνευε ζωός εω ν τότε δ ’ ήδη έχεν κάτα γαΐα μέλαινα. τοϋ δέ και άμφιδρυφής άλοχος Φυλάκη έλέλειπτο καί δόμος ημιτελής· τόν δ ’ έκτανε Δάρδανος άνήρ νηός άποθρώσκοντα πολύ πρώτιστον ’ χαιών, Α ουδέ μέν ούδ ’ ο ΐ άναρχοι έσαν, πόθεόν γε μέν άρχόν αλλά σφεας κόσμησε Ποδάρκης, όζος Αρηος, Ίφίκλου υιός πολυμήλου Φυλακίδαο (ίντοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου όπλότερος γενεί/· ο <’ άμα πρότερος καί άρείων 5 ήρως Πρωτεσίλαος άρήϊος· ουδέ τι λαοί δεύονθ’ ήγεμόνος, πόθεόν γε μέν έσθλόν εόντα' τώ δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νηες έποντο. Οΐ δέ Φεράς ένέμοντο παραί Βοιβηΐδα λίμνην Βοίβην καί Γλαψύρας καί έϋκτιμένην Ίαωλκόν, τών ήρχ ’ Άδμήτοιο φίλος πάϊς ένδεκα νηών Εύμηλος, τόν υ π ’ Αδμήτω τέκε δία γυναικών Αλκηστις, Πελίαο θυγατρών είδος άρίστη. Οΐ δ ’ αρα Μηθώνην καί θανμακίην ένέμοντο καί Μελίβοιαν έχον καί Όλιζώνα τρηχεϊαν, τών δέ Φιλοκτήτης ήρχεν τόξων έυ είδώς επτά νεώ ν ερέται δ ’ έν έκάστη πεντήκοντα έμβέβασαν τόξων ευ είδότες ίφι μάχεσθαι. άλλ ’ ο μέν έν νήσω κεϊτ ο κρατέρ ’ άλγεα πάσχων Λήμνω έν ήγαθέη, όθι μιν λίπον υίες ’ χαιών Α

695

700

705

710

715

720

118

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

της καθόταν τώρα άπραγος μα του έμελλε να σηκωθεί. Οι άντρες που ζούσαν στη Φυλάκη και στη λουλουδάτη Πύρασο, την ιερή πόλη της Δήμητρας, στην Ίτωνα με τ ’ αμέτρητα κοπάδια προβάτων, στην παραθαλάσσια Αντρώνα και στην Πτελεό με το παχύστρωτο χορτάρι, είχαν αρχηγό τον πολεμικό Πρωτεσίλαο, όσο αυτός ζούσε. Αλ­ λά τώρα η μαύρη γη τον είχε δεχτεί. Αφησε τη γυναίκα του στη Φυλάκη να γδέρνει το πρόσωπό της από λυπη, και το σπίτι του χωρίς νοικοκύρη. Τον σκότωσε όμως Δάρδανος πολεμιστής, όταν πηδούσε απ’ το καράβι πρώτος απ’ όλους τους Αχαιούς. Οι ακόλουθοί του θρηνούσαν ακόμα τον αρχηγό τους, αλλά δεν έμειναν χωρίς αρχηγό. Υπάκουαν τώρα στον Ποδάρκη, απόγονο του Άρη, γιο του Ίφικλου, του γιου του Φύλακα, με τα πολλά πρόβατα, μικρότερο αδελφό από τους ίδιους γονείς του μεγαλόψυ­ χου Πρωτεσίλαου" ο πολεμικός Πρωτεσίλαος ήταν και πιο έμπειρος και γενναιότερος. Ο στρατός λοιπόν δεν αντιμε­ τώπιζε έλλειψη αρχηγού, παρ’ όλα αυτά η ψυχή τους τον θρηνούσε γιατί ήταν γενναίος. Μαζί τους είχαν φέρει σα­ ράντα μαύρα πλοία. Οι άντρες που ζούσαν στις Φερές, στη λίμνη Βοιβηίδα, στη Βοίβη, στις Γλαφύρες και την όμορφη Ιωλκό είχαν κυβερνήτη στα έντεκα πλοία τους τον Εύμηλο, αγαπημένο γιο του Αδμητου. Η σεβαστή ανάμεσα στις γυναίκες Αλ­ κηστη, η ομορφότερη κόρη του Πελία, τον γέννησε από τον Αδμητο. Οι άντρες που κατείχαν τη Μηθώνη και τη Θαυμακία και κατοικούσαν στη Μελιβοία και την άγονη Ολιζώνα είχαν έρθει με αρχηγό τον ικανό τοξότη Φιλοκτήτη και με εφτά πλοία, το καθένα με πενήντα κωπηλάτες, εκπαι­ δευμένους να πολεμούν με τόξα. Ο Φιλοκτήτης όμως, επειδή υπέφερε από δυνατούς πόνους έμενε στο ιερό νησί της Λήμνου, όπου ο αχαϊκός στρατός τον είχε εγκαταλεί-

119

ΟΜΗΡΟΣ

έλκεϊ μοχθίζοντα κακώ όλοόφρονος ΰδρον ενθ ’ ο γε κεΐτ ’ άχέω ν τάχα < μνήσεσθαι έμελλον 5ε Αργείοι παρά νηνσί Φιλοκτήταο άνακτος. ουδέ μέν ονδ ’ ο ΐ άναρχοι έσαν, πόθεόν γε μέν άρχόν αλλά Μέδων κόσμησεν Όίλήος νόθος υιός, τον ρ ’ ετεκεν 'Ρηνη ν π ’ Ό ίλήϊ πτολιπόρθω. Οΐ δ ’ είχον Τρίκκην καί Ίθωμην κλωμακόεσσαν, ο ΐ τ ’ έχον Οίχαλίην πόλιν Εύρντου Οίχαλιηος, των ανθ ’ ήγείσθην Ασκληπιόν δυο παΐδε ίητηρ ’ άγαθώ Ποδαλείριος ήδέ Μ αχάων τοΐς δέ τριηκοντα γλαφνραί νέες έστιχόωντο. Ο ΐ (5’ έχον Όρμένιον, ο ΐ τε κρήνην Ύπέρειαν, ο ΐ τ ’ έχον Αστέριον Τιτάνοιό τε λευκά κάρηνα, των ή ρ χ ’ Εϋρυπυλος Εναίμονος άγλαος υιός · τω δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Οΐ δ ’ Αργισσαν έχον καί Γυρτώνην ένέμοντο, "Ορθην Ήλώνην τε πόλιν τ ’ Όλοοσσόνα λεύκην, των ανθ ’ ηγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολνποίτης νιος Πειριθόοιο, τον άθάνατος τέκετο Ζευς4 τον ρ υπό Πειριθόω τέκετο κλυτός Ιπποδάμεια ήματι τω ότε Φήρας έτίσατο λαχνήεντας, τούς δ ’ έκ Πηλίου ώσε καί Αίθίκεσσι πέλασα εν ονκ οίος, άμα τω γε Αεοντενς, όζος Αρηος, υιός ΰπερθυμοιο Κορώνου Καινεΐδαο ' τοΐς δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Γουνεύς δ ’ έκ Κνψον ήγε δύω καί είκοσι νήας ■ τώ δ ’ Ένιήνες έποντο μενεπτόλεμοί τε Περαιβοί ο ΐ περί Αωδωνην δνσχείμερον ο ίκ ί’ έθεντο, ο ΐ τ ’ άμ ψ ’ ίμερτόν Τιταρησσόν εργ’ ένέμοντο ος ρ ’ ές Πηνειόν προΐει καλλίρροον ύδωρ, ονδ’ ό γε Πηνειώ συμμίσγεται άργνροδίνη,

725

730

735

740

745

750

120

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

ψει άρρωστο, δαγκωμένο από φαρμακερό64 νερόφιδο- και έμεινε στο νησί στενάζοντας. Όμως, οι Αργείοι επρόκειτο να σκεφτούν γρήγορα τον άρχοντα Φιλοκτήτη. Οι Αργείοι, μολονότι είχαν αρχηγό, ποθούσαν το δικό τους. Τους συ­ νέταξε τότε ο Μέδοντας, ο κατακτητής πολλών πόλεων, νοθος γιος του Οϊλέα, που τον γέννησε η Ρήνη από τον Οϊλέα, τον πορθητή των πόλεων. Οι άντρες απ’ την Τρίκκη, τη βραχώδη Ιθώμη και την Οιχαλία, την πόλη του Οιχαλιέα Εύρυτου, είχαν αρχηγούς τους δυο γιους του Ασκληπιού, φημισμένους γιατρούς, τον Ποδαλείριο και τον Μαχάονα. Μαζί τους είχαν φέρει τριά­ ντα κοίλα πλοία. Οι άντρες απ’ το Ορμένιο και από την κρήνη Τπερεία, απ’ το Αστέριο και τις λευκές κορυφές του Τιτάνου είχαν αρχηγό τον Ευρύπυλο, τον ξακουστό γιο του Ευαίμονα, και είχαν έρθει με σαράντα μαύρα πλοία. Σ’ αυτούς που κατοικούσαν στην Άργισσα και κατείχαν τη Γυρτώνη, την Όρθη, την Ηλώνη και την Ολοοσσόνα με τα άσπρα χώματα, ο τολμηρός στον πόλεμο Πολυποίτης ήταν αρχηγός' ήταν γιος του Πειρίθοου κι αυτός πάλι ήταν γιος του αθάνατου Δία. Η ξακουστή Ιπποδάμεια τον γέν­ νησε από τον Πειρίθοο, τη μέρα που ο ίδιος έπαιρνε εκδί­ κηση από τα μαλλιαρά θηρία. Τα έδιωξε απ’ το Πήλιο, τα έριξε δε στους Αίθικες· όχι αυτός μόνο αλλά μαζί ο Λεοντέας, απόγονος του Αρη και γιος του περήφανου Κορώ­ νου, γιου του Καινέα. Τους ακολουθούσαν σαράντα μαύρα πλοία. Ο Γουνέας απ’ την Κύφο οδηγούσε είκοσι δύο πλοία. Τον ακολουθούσαν οι Ενιάνες και οι ατρόμητοι Περαιβοί65. Πατρίδα τους ήταν το μέρος γύρω απ’ τη Δωδώνη, η οποία δοκιμάζεται από την κακοκαιρία, και νέμονταν τα χωράφια γύρω από τον αγαπητό Τιταρησσό- αυτός ρίχνει τα γάργα­ ρα νερά του στον Πηνειό, χωρίς όμως να τ ’ ανακατεύει με

121

ΟΜΗΡΟΣ

αλλά τέ μιν καθνπερθεν έπιρρέει ή ν τ ’ έλαιον όρκου γάρ δεινοϋ Στνγός νδατός έστιν άπορρώξ. Μαγνητών δ ’ ήρχε Πρόθοος Τενθρηδόνος νιος, ο ΐ περ'ι Πηνειόν καί Πήλιον εινοσίφυλλον ναίεσκον τών μέν Πρόθοος θοός ηγεμόνευε, τώ δ ’ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες έποντο. Οντοι ά ρ ’ ηγεμόνες Δαναών και κοίρανοι ή σ α ν τις τάρ τών ο χ ’ άριστος έην, σν μοι έννεπε, Μοϋσα, αυτών ή δ ’ 'ίππων, ο ΐ ά μ ’ Ατρεΐδησιν έποντο. 'Ίπποι μέν μέγ ’ άρισται έσαν Φηρητιάδαο, τάς Ενμηλος έλαννε ποδώκεας όρνιθας ώς οτριχας οίέτεας σταφυλή έπι νώτον έ'ισας· τάς έν Πηρείη θρέψ ’ άργνρότοξος Απόλλων άμφω θηλείας, φόβον Αρηος φορεονσας. άνδρών αν μ έ γ ’ άριστος έην Τελαμωνιος Αίας οφρ’ Αχιλεύς μήνιεν ο γάρ πολύ φέρτατος ήεν, ίπποι θ ’ ο ΐ φορέεσκον άμνμονα Πηλεΐωνα. άλλ’ ο μέν έν νήεσσι κορωνίσι ποντοποροισι κεϊτ ’ άπομηνίσας Αγαμέμνονι ποιμένι λαών Ατρεΐδη- λαοί δέ παρά ρηγμΐνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο και αίγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ ’· ίπποι δέ π α ρ ’ άρμασιν οΐσιν έκαστος λωτόν έρεπτόμενοι έλεόθρεπτόν τε σέλινον έστασαν άρματα δ ’ εΰ πεπνκασμένα κεΐτο άνάκτων έν κλισίης- ο ΐ Ö’ άρχόν άρηΐφιλον ποθέοντες φοίτων ένθα και ένθα κατά στρατόν ουδέ μάχοντο. Οΐ δ ’ ά ρ ’ ίσαν ώς ε ί τε πυρι χθων πάσα νέμοιτο ' γαΐα δ ’ ΰπεστενάχιζε Διι ώς τερπικεραννω

755

760

765

770

775

780

122

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

τις ασημένιες δίνες του. Κυλούν πάνω στον Πηνειό ήρεμα σαν λάδι, γιατί προέρχονται από το νερό της Στύγας, που σ’ αυτό ορκίζονται φοβερούς όρκους. Ο Πρόθοος, ο γιος του Τενθρηδόνα, ήταν αρχηγός των Μαγνήτων, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή του Πη­ νειού και στο βουνό Πήλιο, που τα φύλλα των δέντρων του σαλεύουν. Αυτοί ήταν οι άντρες που κυβερνούσε ο γρήγο­ ρος στα πόδια Πρόθοος. Είχαν φέρει μαζί τους σαράντα μαύρα πλοία. Αυτοί ήταν οι κυβερνήτες και οι αρχηγοί των Δαναών. Πες μου τώρα Μούσα, απ’ όλους τους άντρες και τους ίππους που ακολουθούσαν τους Ατρείδες, ποιοι ήταν οι καλύτεροι; Καλύτεροι ίπποι ήταν αυτοί που οδηγούσε ο εγγονός του Φέρητα, ο Εύμηλος. Γρήγοροι σαν τα πουλιά και με ομοιόμορφο τρίχωμα, ίδια ηλικία και ραχοκοκαλιά ολόισια. Ή ταν και τα δυο άλογα θηλυκά, που τα έθρεψε στην Πήρεια ο αργυρότοξος Απόλλωνας, για να σκορπί­ ζουν τρόμο στη μάχη. Από τους άντρες, ο Τελαμώνιος Αίαντας ήταν ο καλύτερος, για όσο διάστημα ο Αχιλλέας66 ήταν οργισμένος. Γιατί ο γιος του Πηλέα ήταν ο δυνατότερος απ’ όλους και είχε και τα καλύτερα άλογα. Καθόταν όμως χολιασμένος με τον αρχηγό των πολεμι­ στών Αγαμέμνονα, το γιο του Ατρέα, στα κοίλα πλοία. Οι άντρες του δε κοντά στη θάλασσα, όπου σπάζουν τα κύματα, περνούσαν τον καιρό τους ρίχνοντας με τα τόξα τους δίσκους και ακόντια. Τα άλογα παρέμειναν ακίνητα το καθένα ζεμένο στο άρμα του, μασουλώντας λωτό και σέλινο που φυτρώνει στα έλη. Τα άρματα δε των αρχηγών βρίσκονταν σκεπασμένα μέσα στις σκηνές τους, και αυτοί, επειδή τους έλειπε ο πολεμοχαρής αρχηγός τους, τριγύρι­ ζαν άσκοπα στο στρατόπεδο χωρίς να πολεμούν. Οι υπόλοιποι, όμως, βάδιζαν προς τη μάχη και ολόκλη­ ρη η γη έμοιαζε με φλόγα. Το χώμα στέναζε από κάτω,

123

ΟΜΗΡΟΣ

χωομένω οτε τ ’ άμφι Τυφωέϊ γαϊαν ίμάσση είν Αρίμοις, όθι φασί Τυφωέος εμμεναί εννάς' ως άρα τών νπό ποσσΐ μέγα στεναχίζετο γαΐα ερχομένων μάλα δ ’ ώκα διέπρησσον πεδίοιο. ΤρωσΙν δ ’ άγγελος ήλθε ποδήνεμος ώκέα Ύρις πάρ Αιός αίγιόχοιο συν άγγελίΐ] άλεγεινή' ο ΐ δ ’ άγοράς άγορενον επί Πριάμοιο θυρτ/σι πάντες όμηγερέες ήμέν νέοι ήδέ γέροντες' άγχοϋ δ ’ ίσταμένη προσέφη πόδας ώκέα Ίοις' είσατο δέ φθογγήν ν ίϊ Πριάμοιο Πολίτΐ], δς Τρώων σκοπός ίζε ποδωκείγισι πεποιθώς τνμβω έπ ’ άκροτάτω Αίσυήταο γέροντος, δέγμενος οππότε ναϋφιν άφορμηθεΐεν Αχαιοί · τώ μιν έεισαμένη προσέφη πόδας ώκέα Ίρις' “ώ γέρον, α ίεί τοι μνθοι φίλοι άκριτοί είσιν, ώς π ο τ ’ έ π ’ ειρήνης' πόλεμος δ ’ άλιαστος όρωρεν. ή μέν δη μάλα πολλά μάχας είσήλυθον άνδρών, άλλ’ ον πω τοιόνδε τοσόνδέ τε λαόν όπωπα' λίην γάρ φυλλοισιν έοικότες ή χραμάθοισιν έρχονται πεδίοιο μαχησόμενοι προτι άστν. Έκτορ, σοΙ δέ μ ά λ ισ τ’ έπιτέλλομαι, ώδε δέ ρέξαΓ πολλοί γάρ κατά άστν μέγα Πριάμου επίκουροι, άλλη δ ’ άλλων γλώσσα πολυσπερέων άνθρώπων τοΐσιν έκαστος άνήρ σημαινέτω ο ΐσ ί περ άρχει, τών δ ’ έξηγείσθω κοσμησάμενος πολιήτας.” "Ως εφαθ ’, Έκτωρ (5’ ον τι θεας έπος ήγνοίησεν, αίψα δ ’ έλνσ’ άγορήν επί τενχεα δ ’ έσσενοντο' πασαι δ ’ ώΐγννντο πνλαι, έκ ό ’ εσσντο λαός π εζοί θ ’ ίππήές τε' πολύς δ ’ όρνμαγδός όρώρει. Έστι δέ τις προπάροιθε πόλιος αιπεΐα κολωνη

785

790

795

800

805

810

124

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

όπως κάνει ο Δίας, που χαίρεται να ρίχνει κεραυνούς, στην οργή του πάνω, κάθε φορά που μαστιγώνει το έδαφος στους Αρίμους, γύρω από τον Τυφωέα, όπου λένε πως ο Τυφωέας κατοικεί. Η γη ανασηκωνόταν στο ποδοπάτημά τους, καθώς αυτοί βάδιζαν γρήγορα διασχίζοντας την πε­ διάδα. Τότε, η Ίρις, η γρήγορη σαν τον άνεμο, ήρθε σταλμένη απ’ τον ασπιδοφόρο Δία στους Τρώες, για να τους ανακοινώσει τις θλιβερές ειδήσεις. Είχαν συγκεντρω­ θεί όλοι τους, νέοι και γέροι, στις θύρες του Πριάμου. Η γοργοπόδαρη Ίρις τους πλησίασε, πήρε δε τη φωνή67 του γιου του Πριάμου, του Πολίτη. Αυτός, έχοντας εμπιστο­ σύνη στη γρηγοράδα του, ήταν φύλακας στο ύψωμα, όπου βρισκόταν το μνήμα του γέροντα Αισυήτη, περιμένοντας να βγουν από τα πλοία οι Αχαιοί. Ίδια μ’ αυτόν η γοργο­ πόδαρη Ίρις είπε: «Σεβαστέ γέροντα, πάντα σου αρέσουν τα λόγια τ ’ ασυλλόγιστα, όπως τον καιρό της ειρήνης, παρ’ όλο που πεισματώδης πόλεμος μας κατακλύζει τώρα. Έχω πάρει μέρος σε πολλές μάχες, αλλά ποτέ μου δεν είδα τόσο μεγάλη και τόσο μεγαλόπρεπη στρατιά. Κατρακυλούν στον κάμπο, έτοιμοι να πολεμήσουν στα τείχη μας, όμοιοι με τα φύλλα ή την άμμο. Έκτορα68, σε ικετεύω να κάνεις αυτό που σου λέω- ο Πρίαμος έχει στη λαμπρή του πόλη πολλούς συμμάχους, όλοι ΐους, όμως, είναι σκορπισμένοι σε μεγάλη έκταση και μιλούν διαφορετικές γλώσσες. Να τους δίνουν διαταγές οι ίδιοι τους οι αρχηγοί, και, αφού παρατάξουν τους συμπατριώτες τους, να τους οδηγήσουν στη μάχη». Έτσι είπε, και ο Έκτορας υπάκουσε στα λόγια της θεάς και διέλυσε αμέσως τη συγκέντρωση. Αρπαξαν γρήγορα τα όπλα, οι πύλες άνοιξαν όλες, ο στρατός, το πεζικό και τ ’ άλογα όρμησαν έξω' απλώθηκε δε μεγάλη οχλοβοή. Έ ξω απ’ την πόλη, πέρα στον κάμπο, υπάρχει ένα ψηλό

125

ΟΜΗΡΟΣ

έν πεδίω άπάνενθε περίδρομος ένθα καί ένθα, την ήτοι άνδρες Βατίειαν κικλήσκουσιν, άθάνατοι δέ τε σήμα πολυσκάρθμοιο Μνρίνης' ένθα τότε Τρώές τε διέκριθεν ή δ ’ επίκουροι. Τρωσι μέν ηγεμόνευε μέγας κορυθαίολος Έκτωρ Πριαμίδης' άμα τω γε πολύ πλεϊστοι και άριστοι λαοί θωρήσσοντο μεμαότες έγχείησι. Δαρδανίων αντ ’ ήρχεν έύς πάϊς Άγχίσαο, Αινείας, τον νπ ’ Αγχίση τέκε δ ΐ’ Αφροδίτη Ίδης έν κνημοϊσι θεά βροτώ εννηθεΐσα, ονκ οίος, άμα τω γε δνω Αντήνορος υίε, Αρχέλοχός τ ’ Ακάμας τε, μάχης εν είδότε πάσης. Οΐ δέ Ζέλειαν έναιον νπαί πόδα νείατον Ίδης άφνειοι πίνοντες ί'όωρ μέλαν Αίσήποιο Τρώες, τών αντ ’ ήρχε Ανκάονος αγλαός υιός, Πάνδαρος, ώ και τόξον Απόλλων αυτός έδωκεν. Οΐ δ ’ Αδρήστειάν τ ’ είχον και δήμον Απαισον καί ΓΙιτνειαν έχον καί Τηρείης ορος αίπν, τών ήρχ’ Άδρηστός τε καί Αμφιος λινοθώρηξ, υίε δνω Μέροπος Περκωσίον, δς περί πάντων ηδεε μαντοσννας, ουδέ ονς παϊδας έασκε στείχειν ές πόλεμον φθισηνορα· τω δέ οί ον τι πειθέσθην κήρες γάρ άγον μέλανος θανάτοιο. Οΐ δ ’ άρα IIερκοιτην καί Πράκτιον άμφενέμοντο καί Σηστόν καί Αβνδον έχον καί δίαν Αρίσβην, τών αΰθ’ Ύρτακίδης ήρχ’ Άσιος, ό'ρχαμος άνδρών, Ασιος Ύρτακίδης ον Αρίσβηθεν φέρον ίπποι αϊθωνες μεγάλοι ποταμού απο Σελλήεντος. Ίππόθοος δ ’ άγε φϋλα Πελασγών έγχεσιμώρων τών ο ΐ Λάρισαν έριβώλακα ναιετάασκον

815

820

825

830

835

840

126

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

βουνό με προσβάσεις απ’ όλες του τις πλευρές. Οι θνητοί το ονομάζουν Βατίεια, αλλά οι αθάνατοι τάφο της ευκίνη­ της Μυρίνης. Σ’ αυτό το μέρος οι Τρώες και οι σύμμαχοί τους προετοίμασαν τα στρατεύματα για τη μάχη. Ο μεγά­ λος γιος του Πριάμου, ο Έκτορας που φορά την περικε­ φαλαία με το λοφίο, ήταν αρχηγός των Τρώων. Μ’ αυτόν μαζί βάδιζαν εκλεκτοί και αναρίθμητοι πολεμιστές, οπλι­ σμένοι με δόρατα. Οι Δαρδάνιοι τώρα είχαν αρχηγό τον Αινεία, το θαυμά­ σιο γιο του Αγχίση —τον γέννησε η θεϊκή Αφροδίτη, όταν πλαγιασε με το θνητό πάνω στις κορυφές της Ίδης. Ο Αινείας δεν ήταν ο μόνος αρχηγός, μαζί του είχε τους δυο γιους του Αντήνορα, τον Αρχέλοχο και τον Ακάμαντα, που ήταν ικανοί σε κάθε είδος μάχης. Οι άντρες που ζούσαν στη Ζέλεια, κάτω στα ριζά της Ίδης, πλούσιοι, και έπιναν το σκούρο νερό του Αισήπου, είχαν αρχηγό το γιο του Λυκάονα, τον Πάνδαρο, στον οποίο έδωσε το τόξο ο Απόλλωνας. Οι άντρες από την Αδράστεια και το δήμο Απαισού, που κατοικούσαν στην Πιτύεια και στο ψηλό βουνό της Τηρείας είχαν αρχηγό τον Άδραστο και τον Αμφιο με το λινό θώρακα, τους δυο γιους του Μέροπα από την Περκώτη, που γνώριζε τη μαντική καλύτερα απ’ όλους· έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ αποτρέψει τα παιδιά του από τον πόλεμο που αφανίζει τους άντρες. Αυτοί όμως δεν τον άκουσαν, γιατί ο μαύρος θάνατος τους οδηγούσε. Οι άντρες που κατείχαν την Περκώτη και το Πράκτιο και κατοικούσαν στη Σηστό, την Άβυδο, και την ιερή Αρίσβη είχαν αρχηγό τον Ασιο, γιο του Τρτάκου —σ’ αυτόν είχαν φέρει μεγάλα άλογα με πορφυρό τρίχωμα απ’ την Αρίσβη, από τον ποταμό Σελλήεντα. Ο Ιππόθοος οδηγούσε τις φυλές των ικανών στο δόρυ Πελασγών, που κατοικούσαν στη Λάρισα με τα εύφορα

127

ΟΜΗΡΟΣ

των ήρχ ’ Ίππόθοός τε Πνλαιός τ ’, όζος ’ ρηος, Ά νίε δύω Αήθοιο Πελασγόν Τευταμΐδαο. Αντάρ Θρήϊκας ήγ ’ Άκάμας καί Πείροος ηρως δσσονς Ελλήσποντος άγάρροος εντός έέργει. Εύφημος δ ’ άρχος Κικόνων ήν αίχμητάων νιος Τροιζήνοιο διοτρεφέος Κεάδαο. Αντάρ Πνραίχμης άγε Παίονας άγκνλοτόξονς, τηλόθεν έξ Αμνδώνος α π ’ Άξιου ευρύ ρέοντας, Άξιου ού κάλλιστον νδωρ έπικίδναται αίαν. ΠαφλΜγόνων δ ’ ηγείτο Πνλαιμένεος λάσιον κήρ έξ Ενετών, δθεν ημιόνων γένος άγροτεράων, ο ΐ ρα Κΰτωρον έχον καί Σήοαμον άμφενέμοντο άμφ ί τε Παρθένων ποταμόν κλυτά δώματα ναΐον Κρώμνάν τ ’ Αίγιαλόν τε καί υψηλούς Έρυθίνους. Αντάρ Άλιζώνων Όδίος καί Έπίστροψος ηρχον τηλόθεν έξ Άλύβης, όθεν άργύρον έστί γενέθλη. Μυσών δέ Χρόμις ήρχε καί Έννομος οίωνιστής' άλλ ’ ούκ οιωνοΐσιν έρύσατο κηρα μέλαιναν, άλλ ’ έδάμη νπό χερσί ποδώκεος Αιακΐδαο εν ποταμω, όθι περ Τρώας κεραιζε καί αλλονς. Φόρκυς αΰ Φρύγας ήγε καί Άσκάνιος θεοειδής τή λ ’ έξ Άσκανίης■μέμασαν δ ’ ύσμΐνι μάχεσθαι. Μηοσιν αύ Μέσθλης τε καί ’ ντιφος ήγησάσθην, Ά νίε Ταλαιμένεος, τώ Γυγαίη τέκε λίμνη, ο ΐ καί Μηονας ήγον υπό Τμώλω γεγαώτας. Νάστης αν Καρών ήγήσατο βαρβαροφώνων,
865 860 855 850 845

128

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

χώματα. Αυτοί οι άντρες ακολούθησαν τον Ιππόθοο και τον Πύλαιο, απόγονο του Άρη, τους δύο γιους του Πελα­ σγού Λήθου, γιου του Τευταμίδη. Ο Ακάμαντας και ο ήρωας Πείροος ήταν αρχηγοί των Θρακών, που τη χώρα τους περικυκλώνει ο ορμητικός Ελλήσποντος. Ο Εύφημος, ο γιος του βασιλιά Τροιζήνου, γιου του Κεάδη, ήταν αρχηγός των ικανών στο κοντάρι Κικόνων. Ο Πυραίχμης οδηγούσε τους Παίονες69 με τα κυρτά τόξα. Είχαν έρθει από πολύ μακριά, απ’ την Αμυδώνα και τον μεγάλο ποταμό Αξιό, που τα καθαρά νερά του απλώνονται στη γη. Αρχηγός των Παφλαγόνων ήταν ο Πυλαιμένης με τη γενναία καρδιά από τους Ενετούς, απ’ όπου προέρχεται το είδος των άγριων ημιόνων. Οι Παφλαγόνες ζούσαν στο Κύτωρο και κατείχαν τη Σήσαμο και κατοικούσαν σε όμορφα σπίτια κοντά στον ποταμό Παρθένιο, στην Κρώμνα, στην Αιγιαλό και στους ψηλούς Ερυθίνους. Ο Οδίος και ο Επίστροφος διοικούσαν τους Αλιζώνες απ’ τη μακρινή Αλύβη, όπου πρωτοβρέθηκε τ ’ ασήμι. Των Μυσών αρχηγοί ήταν ο Χρόμης και ο Έννομος, ο οιωνοσκόπος- αυτό όμως δεν τον έσωσε από το μαύρο χάρο. Έπεσε θύμα στα χέρια του γρήγορου στα πόδια Αιακίδη στις όχθες ενός ποταμού, όπου ο τελευταίος σκό­ τωσε και άλλους Τρώες. Ο Φόρκης και ο θεόμορφος Ασκάνιος μακριά από την Ασκανία οδηγούσαν τους Φρύγες, ποθούσαν δε ν’ αρχίσουν τον πόλεμο. Οι Μαίονες είχαν αρχηγούς τον Μέσθλη και τον Άντιφο, τους γιους του Ταλαιμένη, που γεννήθηκαν από τη λίμνη Γυγαία. Αυτοί οι δυο κυβερνούσαν και τους Μαίονες, που είχαν γεννηθεί από το βουνό Τμώλο. Ο Νάστης ήταν αρχηγός των Καρών, με τη βάρβαρη

129

ΟΜΗΡΟΣ

ο ΐ Μίλητον έχον Φθιρών τ ’ ορος άκριτόφυλλον Μαιάνδρου τε ροάς Μυκάλης τ ’ αίπεινά κάρηνα· τών μέν ά ρ ’ Άμφίμαχος καί Νάστης ήγησάσθην, Νάστης Άμφίμαχός τε, Νομίονος αγλαά τέκνα, ός και χρνσόν έχων πόλεμόνδ ’ ίεν ήντε κονρη νηπιος, ουδέ τι ο ΐ τό γ ’ έπήρκεσε λυγρόν όλεθρόν, άλλ’ έδάμη ΰπό χερσι ποδώκεος Αίακίδαο έν ποταμώ, χρνσόν δ ’ Άχιλενς έκόμισσε δαΐψρων. Σαρπηδών δ ’ ήρχεν Λνκίων και Γλαύκος άμνμων τηλόθεν έκ Λυκίης, Ξάνθον άπο δινήεντος.

870

875

130

ΙΛΙΑΔΟΣ Β

λαλιά70, που κατοικούσαν στη Μίλητο, το πυκνοφυτεμένο βουνό των Φθιρών και τους τόπους του ποταμού Μαίανδρου και τις ψηλές κορυφές της Μυκάλης. Αυτούς τους άντρες είχαν φέρει ο Αμφίμαχος και ο Νάστης. Ο Νάστης και ο Αμφίμαχος, οι λαμπροί γιοι του Νομίονα- αυτός71 ο ανόητος πήγε στη μάχη ντυμένος με χρυσά στολίδια σαν κορίτσι. Αυτό δεν τον έσωσε από άδοξο τέλος· τον σκότω­ σε ο γοργοπόδαρος Αιακίδης στις όχθες του ποταμού, και ο συνετός Αχιλλέας πήρε το χρυσάφι. Ο Σαρπηδόνας επίσης και ο άριστος Γλαύκος, ήταν αρχηγοί των Λυκίων, από τη μακρινή Λυκία, από τον Ξάνθο με τις δίνες.

131

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Γ (Έμμετρος ) Γάμμα δ ’ άρ, άμφ ’ Ελένης οΐοις μόθος έστιν άκοίταις. (Π εζή) "Ορκοι και μονομαχία Αλεξάνδρου και Μενελάου.

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Γ Κ ατά τον άρχαΐον «παραφραστήν». Αλεξάνδρου προκαλεσαμένου Μενέλαον εις μονομαχίαν επί τών όλων διαλύσει όρκοι γίνονται, έφ’ ώ τον νίκησαν τα την Ελένην λαβεΐν και τα χρήματα αντης' ήττηθέντα δέ Αλέξανδρον Αφροδίτη αρπάζει και εις τον ίδιον θάλαμον άπαγαγονσα μετακαλεϊται από του τείχους την Ελένην. Οί δέ συνομιλήσαντες εις ΰπνον τρέπονται.

132

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Γ ('Εμμετρη) Γάμμα, βεβαίως περιέχει τη σκέψη της Ελένης για τους συζύγους. {Πεζή) Όρκοι και μονομαχία Αλεξάνδρου (Πάρη) και Μενελάου. ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Γ Κ ατά τον αρχαίο «παραφ ραστή». Ο Αλέξανδρος προκάλεσε τον Μενέλαο σε μονομαχία για την επίλυση όλων των διαφορών. Τότε δίνονται όρκοι από τις δυο πλευρές ότι ο νικητής θα πάρει γυναίκα του την Ελένη με όλα τα υπάρχοντά της. Όμως η Αφροδίτη άρπα­ ξε τον Αλέξανδρο που νικήθηκε και, αφού τον οδήγησε στην κάμαρά του, καλεί από το τείχος την Ελένη. Αυτοί μετά από σύντομη συνομιλία κοιμήθηκαν.

133

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

Αντάρ έπει κόσμηθεν άμ ’ ήγεμόνεσσιν έκαστοι, Τρώες μέν κλαγγή τ ’ ένοπη τ ’ ϊσαν όρνιθες ώς ή ντε περ κλαγγή γερανών πέλει ονρανόθι πρό· α'ί τ ’ έπει ονν χειμώνα ψόγον και άθέσφατον όμβρον κλαγγή τ α ί γε πέτονται έπ ’ ώκεανοϊο ροάων άνδράσι Π υγμαίοισι φόνον και κήρα φέρουσαί' ήέριαι δ ’ άρα τ α ί γε κακήν έριδα προφέρονται. οι ö ’ άρ ’ ισαν σιγή μένεα πνείοντες Αχαιοί, έν θνμώ μεμαώτες άλεξέμεν άλλήλοισιν. Εύτ’ ορεος κορνφήσι Νότος κατέχενεν ομίχλην ποιμέσιν ον τι φίλην, κλέπτη δέ τε νυκτός άμείνω, τόσσόν τις τ ’ έπιλενσσει όσον τ ’ έπϊ λααν ίη σ ιν ώς άρα τών υπό ποσσι κονίσαλος ορνυτ ’ άελλής έρχομένων μάλα δ ’ ώκα διέπρησσον πεδίοιο. Οΐ δ ’ οτε δή σχεδόν ήσαν ε π ’ άλλήλοισιν ίόντες, Τρωσιν μέν προμάχιζεν Αλέξανδρος θεοειδής παρδαλέην ώμοισιν έχων καί καμπύλα τόξα καί ξίφος· αύτάρ δοϋρε δύω κεκορνθμένα χαλκω παλλων Αργείων προκαλίζετο πάντας άρίστονς άντίβιον μαχέσασθαι έν alvrj δηϊοτήτι.

5

10

15

20

134

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

Αφού όλοι συγκεντρώθηκαν, κάθε ομάδα υπό τις διατα­ γές των αρχηγών της, οι Τρώες προχώρησαν με κραυγές και πάταγο σαν τα πουλιά, όπως ακριβώς μπροστά από τον ουρανό οι κλαγγές των γερανών ξεχύνονται, οι οποίοι, ξεφεύγοντας τη βαρυχειμωνιά και τις αιφνίδιες μπόρες, τραβούν1 προς το ρεύμα του Ωκεανού με άγριους κρωγμούς, φέρνοντας το θάνατο και την καταστροφή στους Πυγμαίους· οι καθαρές δε ημέρες προκαλούν σ’ αυτούς, όπως είναι φυσικό, φοβερές έριδες. Οι Αχαιοί ωστόσο ξεκινούσαν σιωπηλοί, με την επιθυμία πώς να παραστέκε­ ται ο ένας στον άλλο. Κι όπως2 φυσά ο Νοτιάς στις κορφές των βουνών κι απλώνεται καταχνιά δυσάρεστη στους βο­ σκούς, για τους κλέφτες όμως καλύτερη από τη νύχτα, κι οι άνθρωποι τότε μπορούν να δουν τόσο μακριά όσο πετάνε την πέτρα, έτσι ακριβώς κάτω από τα πόδια τους, στον ερχομό τους, σηκωνόταν πυκνό σύννεφο σκόνης· πολύ γρή­ γορα δε περνούσαν από την πεδιάδα. Όταν οι δυο δυνάμεις πλησίαζαν έτοιμες για σύγκρου­ ση, ο θεόμορφος Αλέξανδρος, έχοντας στους ώμους δέρμα λεοπάρδαλης, κυρτό τόξο και ξίφος, βημάτισε μπροστά απ’ τις στρατιές των Τρώων σείοντας δυο δόρατα με χάλκινη αιχμή, προκαλούσε δε όλους τους ανδρειότατους από τους Αχαιούς να πολεμήσουν ένας προς ένα σε σφοδρή σύγκρουση.

135

ΟΜΗΡΟΣ

Τον δ ’ ώς ονν ένόησεν άρηίφιλος Μενέλαος ερχόμενον προπάροιθεν όμιλον μακρά βιβάντα, ως τε λέων έχάρη μεγάλοι επί σώματι κνρσας ευρών ή ελαφον κεραόν ή άγριον αίγα πεινάω ν μάλα γάρ τε κατεσθίει, ε ϊ περ άν αυτόν σενωνται ταχέες τε κυνες θαλεροί τ ’ α ίζη ο ί ως έχάρη Μενέλαος ’ λέξανδρον θεοειδέα Α όφθαλμοϊσιν ίδώ ν φάτο γάρ τείσεσθαι άλείτην αντίκα δ ’ έξ όχέων σύν τενχεσιν άλτο χαμΰζε. Τόν δ ’ ώς ούν ένόησεν ’ λέξανδρος θεοειδής Α έν προμάχοισι φανέντα, κατ έπληγη φίλον ήτορ, άψ δ ’ έτάρων εις έθνος έχάζετο κηρ’ άλεείνων. ώς δ ’ ότε τις τε δράκοντα ίδών παλίνορσος άπέστη ονρεος έν βησσης, υπό τε τρόμος έ'λλαβε γνΐα, άψ δ ’ άνεχώρησεν, ώχρός τέ μιν είλε παρειάς, ώς αύτις καθ’ όμιλον έδυ Τρώων άγερώχων δείσας Ατρέος υιόν Αλέξανδρος θεοειδής. Τόν δ ’ Έκτωρ νείκεσσεν ίδών αισχρόΐς έπέεσσιν “Ανσπαρι, είδος άριστε, γνναιμανές, ηπεροπεντά αΐ'θ’ οφελες άγονός τ ’ εμεναι άγαμός τ ’ άπολέσθαι■ κ α ί κε το βονλοίμην, κ α ί κεν πολύ κέρδιον ήεν η οντω λώβην τ ’ έμεναι και νπόψιον άλλων, ή που καγχαλόωσι κάρη κομόωντες Αχαιοί φάντες άριστηα πρόμον έμμεναι, οϋνεκα καλόν είδος έπ ’, άλλ ’ ονκ έστι βίη φρεσίν ουδέ τις άλκη. ή τοιόσδε έών έν ποντοπόροισι νέεσσι πόντον έπιπλώσας, έτάρονς έρίηρας άγείρας, μιχθείς άλλοδαποΐσι γυναΐκ ’ ενειδέ’ άνηγες έξ άπίης γαίης, ννόν άνδρών αίχμητάων, πατρι τε σώ μέγα πημα πόληΐ τε π αντί τε δημω, δυσμενέσιν μέν χάρμα, κατηφείην δέ σοί αντώ; ονκ άν δη μείνειας άρηΐφιλον Μενέλαον;

25

30

35

40

45

50

136

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

Μόλις τον είδε ο πολεμικός Μενέλαος να περνά μπροστά απ’ το πλήθος με μεγάλα βήματα, χάρηκε σαν το πεινασμένο λιοντάρι3 που βρίσκει ψόφιο θήραμα, ελάφι που έχει κέρατα ή άγρια αίγα, και το καταβροχθίζει με απληστία, ακόμα κι αν το κυνηγήσουν σκυλιά γοργοπόδαρα και αν­ δρείοι νέοι. Χάρηκε ο Μενέλαος όταν αντίκρισε το θεόμορ­ φο Αλέξανδρο, γιατί σκέφτηκε πως θα μπορούσε να εκδι­ κηθεί τον άντρα που τον ατίμασε- κατέβηκε δε αμέσως απ’ το άρμα του οπλισμένος στη γη. Όταν πάλι είδε ο θεόμορφος Αλέξανδρος πως ο Μενέ­ λαος εμφανίστηκε ανάμεσα στους πρώτους, σάστισε και γλίστρησε πίσω στις γραμμές των συμπολεμιστών του, φοβισμένος για τη ζωή του. Κι όπως κάθε άνθρωπος τρα­ βιέται πίσω τρομαγμένος σε ρεματιές, σαν πεταχτεί μπρο­ στά του φίδι, αρχίζει να τρέμει και κατάχλομος παίρνει τον ίδιο δρόμο που ήρθε, έτσι κι ο θεόμορφος Αλέξανδρος γύρισε πίσω στους γενναίους Τρώες, από φόβο μπροστά στο γιο του Ατρέα. Ο Έκτορας, όταν τον είδε, τον απο­ πήρε μ’ άσχημα λόγια: «Πάρη κακέ4, πανέμορφε, που τρελαίνεσαι για τις γυναίκες και τις ξεμυαλίζεις, μακάρι να μη γεννιόσουν κι ανύμφευτος να πέθαινες. Θα το προ­ τιμούσα και θα το θεωρούσα όφελος απ’ το να ρεζιλευτείς και να καταντήσεις αντικείμενο καταφρόνιας5. Οπωσδήπο­ τε καγχάζουν οι Αχαιοί με τη μακριά κόμη, πιστεύοντας πως ο άριστος6 είναι πρόμαχος για την ομορφιά σου μόνο, χωρίς να έχεις δύναμη στη σκέψη ούτε καθόλου αντρειο­ σύνη. Αλήθεια, αν και ήσουν τέτοιος, ενώ πέρασες το πέλαγος με τα πολυταξιδεμένα σου πλοία και με πιστούς συντρόφους κι έσμιξες με ξένους7, έκλεψες μια όμορφη γυναίκα, νύφη αντρών πολεμιστών, ώστε να γίνεις συμφο­ ρά για τον πατέρα σου, για την πόλη, για όλο το λαό, συνάμα χαρά των εχθρών, ντροπή δε για σένα τον ίδιο, τώρα δειλιάζεις να πολεμήσεις με το γενναίο Μενέλαο;

137

ΟΜΗΡΟΣ

γνοίης χ ’ ο'ίου φωτός έχεις θαλερήν παράκοιτιν ονκ αν τοι χραίσμη κίθαρις τά τε δώ ρ’ 'Αφροδίτης ή τε κόμη το τε είδος, οτ ’ έν κονίησι μιγείης. 55 αλλά μάλα Τρώες δ ειδήμονες- ή τέ κεν ήδη λάινον έσσο χιτώνα κακών ένεχ’ οσσα εοργας.” Τον δ ’ αύτε προσέειπεν Αλέξανδρος θεοειδής■ “Έκτορ, έπει με κ α τ ’ αία αν ένείκεσας ονδ’ νπέρ α ίσ α ν — α ίεί τοι κραδίη πέλεκυς ώς έστιν άτειρής 60 ος τ ’ εΐσιν διά δονρός ν π ’ άνέρος ος ρά τε τέχνη νήϊον έκτάμνησιν, όφέλλει δ ’ άνδρός έρωήν ώς σοί έ,ν'ι στήθεσσιν άτάρβητος νόος έ ο τ ί — μ ή μ οι δώ ρ’ έρατά πρόφερε χρνσέης 'Αφροδίτης· ον τοι άπάβλητ ’ έστι θεών έρικυδέα δώρα 65 οσσά κεν αντοι δώσιν, έκών δ ’ ονκ άν τις έλοιτο' νϋν αντ ’ ε ί μ ’ έθέλεις πολεμίζειν ήδέ μάχεσθαι, άλλους μέν κάθισον Τρώας και πάντας 'Αχαιούς, αντάρ έμ ’ έν μέσσω και άρηΐφιλον Μενέλαον σνμβάλετ’ άμ,φ ’ Ελένη καί κτήμασι πασι μάχεσθαι· 70 όππότερος δέ κε νικήση κρείσσων τε γένηται, κτήμαθ ’ ελών εν πάντα γυναίκα τε οίκαδ’ άγέσθω' ο ΐ δ ’ άλλοι φιλότητα καί δρκια πιστά ταμόντες ναίοιτε Τροίην έριβώλακα, τοί δέ νεέσθων Άργος ές ίππόβοτον καί Αχαιΐδα καλλιγνναικα. ” 75 "Ως έφαθ ’, Έκτωρ δ ’ αντ ’ έχάρη μέγα μνθον άκούσας, κ α ί ρ ’ ές μέσσον ιών Τρώων άνέεργε φάλαγγας μέσσον δονρός ελώ ν τοί δ ’ ίδοΰνθησαν άπαντες. τω δ ’ έπετοξάζοντο κάρη κομόωντες Αχαιοί ίοΐσίν τε τιτνσκόμενοι λάεσσί τ ’ έ'βαλλον 80 αντάρ ο μ,ακρόν άνσεν άναξ άνδρών Αγαμέμνων “ίσχεσθ’, Αργείοι, μή βάλλετε, κούροι Α χαιών στενται γάρ τι έπος έρέειν κορνθαίολος Έ κτωρ.”

138

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

Σύντομα θα μάθεις τι πολεμιστής είναι αυτός που του έκλεψες την ποθητή γυναίκα. Η λύρα8 δεν θα σε βοηθήσει καθόλου ούτε τα δώρα της Αφροδίτης, τα μαλλιά και η ομορφιά σου, όταν θα πέσεις στο χώμα. Οι Τρώες είναι κι αυτοί πολυ δειλοί- διαφορετικά θα φορούσες χιτώνα από πέτρες9 γ ι’ αυτό το κακό». Έπειτα απάντησε σ’ αυτόν ο θεόμορφος Αλέξανδρος: «Έκτορα, είσαι δικαιολογημένος που μου μιλάς έτσι, επει­ δή πάντα έχεις σκληρή καρδιά σαν το τσεκούρι στο χέρι του άντρα10 ξυλουργού, καθώς ξεσκίζει το κούτσουρο πε­ λεκώντας δοκάρια για να κατασκευάσει πλοίο- έτσι μέσα στο στήθος σου έχεις ατρόμητη ψυχή. Όμως μη μου χτυ­ πάς τα όμορφα χαρίσματα της χρυσής Αφροδίτης. Τ’ ανεκτίμητα αυτά δώρα που οι θεοί χαρίζουν πλουσιοπάρο­ χα σ’ ένα θνητό, δεν είναι άξια περιφρόνησης, ακόμα κι αν αυτός μπορεί να διαλέξει. Όπως και να ’χει, αν επιμένεις να πάρω μέρος σ’ αυτή τη μονομαχία, δώσε διαταγή ν’ αποτραβηχτούν οι άλλοι Τρώες και άφησε με να συναντη­ θώ με τον ανδρείο Μενέλαο ανάμεσα στους δυο στρατούς για την Ελένη και για όλα τα πλούτη της. Αυτός που θ’ αποδειχτεί ο καλύτερος , θα πάρει τη γυναίκα στο σπίτι του μ’ όλα της τα αγαθά και οι υπόλοιποι θα συνάψουν συνθήκη ειρήνης- εμείς θα μείνουμε στο εύφορο χώμα της Τροίας και ο εχθρός θα επιστρέψει στο ιπποτρόφο Αργος12 και στην αχαϊκή χώρα που γεννάει τις όμορφες γυναίκες». Έτσι είπε, και ο Έκτορας ευχαριστήθηκε με το μεγάλο λόγο. Προχώρησε και κρατώντας το δόρυ απ’ τη μέση εμπόδιζε τη φάλαγγα των Τρώων- αυτοί δε όλοι στάθη­ καν. Δεν άφησαν, όμως, οι Αχαιοί με τη μακριά κόμη τα όπλα τους, αλλά σημάδευαν τον Έκτορα με βέλη και με πέτρες. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας τότε βροντοφώναξε: «Αργείοι, φτάνει πια- άντρες Αχαιοί, μη ρίχνετε. Ο Έκτο­ ρας, που σείει την περικεφαλαία του, θέλει να μιλήσει».

139

ΟΜΗΡΟΣ

'Ώς έφαθ ’, ο ΐ δ ’ έσχοντο μάχης άνεώ τ ’ έγένοντο έσσνμένως’ Έκτωρ δέ μ ε τ ’ άμφοτέροισιν έειπε85 “κέκλντέ μεν, Τρώες καί ένκνήμιδες ’ χαιοί, Α μνθον Άλεξάνδροιο, τον είνεκα νεΐκος δρωρεν. άλλους μέν κέλεται Τρώας και πάντας ’ χαιούς Α τενχεα κά λ’ άποθέσθαι έπί χθονί πονλνβοτείρη, αν τον δ ’ εν μέσσω και άρηΐφιλον Μενέλαον . 90 οΐονς άμφ ’ Ελένη και κτήμασι π&σι μαχεσθαι. όππότερος δέ κε νικηση κρείσσων τε γένηται κτήμαθ’ έλών εν πάντα γνναϊκά τε οίκαδ’ άγέσθω’ οι δ ’ άλλοι φιλότητα και δρκια πιστά τάμω μεν.” "Ως έφαθ ’, ο ΐ δ ’ άρα πάντες άκην έγένοντο σιω πή· 95 τοϊσι δέ και μετέειπε βοήν αγαθός Μενέλαος· “κέκλντε νϋν και έμεΐο’ μάλιστα γάρ άλγος ίκάνει θνμδν έμόν, φρονέω δέ διακρινθημεναι ήδη Άργείονς και Τρώας, έπει κακά πολλά πέπασθε εΐνεκ ’ έμής έριδος και 'Αλεξάνδραν ένεκ’ αρχής' 100 ήμέων δ ’ όπποτέρω θάνατος και μοίρα τέτνκται τεθναίη ' άλλοι δέ διακρινθεϊτε τάχιστα, οίσετε άρν ’, έτερον λενκόν, έτέρην δέ μέλαιναν, Γή τε και ΊΙελίον Διί δ ’ ημείς οίσομεν άλλον άξετε δέ Πριάμοιο βίην, οφρ’ δρκια τάμνη 105 αυτός, έπεί ο ΐ παΐδες νπερφίαλοι και άπιστοι, μ ή τις υπερβασίη Διός δρκια δηλήσηται. α ’ει δ ’ όπλοτέρων άνδρών φρένες ήερέθονταί' ι οίς δ ’ ο γέρων μετέησιν άμα πρόσσω και όπίσσω λενσσει, δπως ο χ ’ άριστα μ ε τ ’ άμφοτέροισι γένηται.” 110 "Ως έφαθ’, ο ΐ δ ’ έχάρησαν ’ χαιοί τε Τρώές τε Α έλπόμενοι παύσασθαι όϊζνρον πολέμοιο. κ α ί ρ ’ ’ππους μέν έρνξαν επί στίχας, έκ δ ’ έβαν αυτοί, ί

140

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

Οι άντρες τότε σταμάτησαν να σκέφτονται τη μάχη και ησυχία απλώθηκε παντού. Ο Έκτορας μίλησε και στους δυο στρατούς: «Τρώες και καλλικνήμιδες Αχαιοί, ακούστε από μένα τι προτείνει ο Αλέξανδρος, που είναι αιτία αυτού του πολέμου. Προτείνει να καταθέσουν οι Τρώες και όλοι οι Αχαιοί τα όπλα τους στη γη, η οποία θρέφει όλα τα πλάσματα, ενώ αυτός και ο πολεμικός Μενέλαος θα μονο­ μαχούν ανάμεσά σας για την Ελένη και τα πλούτη της. Αυτός που θα νικήσει θα την πάρει στο σπίτι του μ’ όλα της τα αγαθά, ενώ οι υπόλοιποι θα συνάψουμε συμφωνία ειρήνης». Έ τσι μίλησε, και όλοι οι υπόλοιποι τότε σιώπησαν. Μετά ο Μενέλαος με τη βροντερή φωνή είπε: «Ακούστε τώρα και μένα, γιατί εγώ είμαι αυτός που νιώθει αβάστα­ χτο πόνο. Νομίζω πως οι Αργείοι και οι Τρώες μπορούν ν’ αποχωρήσουν τώρα ειρηνικά, γιατί αρκετά υπέφεραν εξαιτίας της φιλονικίας μου με τον Αλέξανδρο, που το πρωτοάρχισε αυτό. Ο ένας από μας θα σκοτωθεί, όπως η μοίρα έχει γραμμένο, και σύντομα όλοι σας θα συμφιλιωθείτε. Φέρτε λοιπόν δυο πρόβατα, ένα άσπρο κριάρι και μια μαύρη προβατίνα, για τη Γη και τον Ή λιο13, κι εμείς θα φέρουμε το τρίτο για τον Δία. Πηγαίνετε να φέρετε τον Πρίαμο να ορκιστεί14 κάνοντας θυσία ο ίδιος, γιατί έχει υπερήφανους και αναξιόπιστους γιους· εμείς δεν θέλουμε να καταπατηθεί η συμφωνία στο όνομα του Δία. Γιατί οι νέοι είναι τις περισσότερες φορές ασταθείς15, ενώ ένας γέρος που διαπραγματεύεται τέτοιες υποθέσεις με αυτούς16 λαμ­ βάνει υπόψη του και το μέλλον και το παρελθόν για να γίνει το καλύτερο και για τις δυο πλευρές». Η γνώμη του Μενέλαου βρήκε ίδια απήχηση στους Τρώες και στους Αχαιούς, γιατί πίστεψαν ότι θα δώσει τέλος στα δεινά του πολέμου. Τα άλογα παρατάχτηκαν σε σειρές, οι πολεμιστές κατέβηκαν από τ ’ άρματα και κατέ-

141

ΟΜΗΡΟΣ

τεύχεά τ ’ έξεδύοντο' τα μέν κατέθεντ’ επί γαίη πλησίον άλλήλων, ολίγη δ ’ ήν άμφίς άρουρα' Έκτωρ δέ προτί άστυ δύω κήρυκας έπεμπε καρπαλίμως άρνάς τε φέρειν Πρίαμόν τε καλέσσαί' αντάρ ο Ταλθύβιον προΐει κρείων ’ γαμέμνων Α νηας ε π ί γλαφυράς ίέναι, ή δ ’ άρνε κέλενεν οίσέμεναι· ο δ ’ ά ρ ’ ονκ άπίθησ’ Αγαμέμνονι διω. Τρις δ ’ ανθ ’ Ελένη λενκωλένω άγγελος ήλθεν είδομένη γαλόω, Αντηνορίδαο δάμαρτι, την Αντηνορίδης είχε κρείων Έλικάων Λαοδίκην, Πριάμοιο θνγατρών είδος άρίστην. την δ ’ ενρ’ έν μεγάρω ■ή δέ μέγαν ιστόν νφαινε δίπλακα πορφνρέην, πολέας δ ’ ένέπασσεν άέθλονς Τρώων θ ’ ίπποδάμων και Αχαιών χαλκοχιτώνων, ονς έθεν είνεκ’ έπασχον ύ π ’ Αρηος παλαμάω ν άγχοϋ δ ’ ίσταμένη προσέφη πόδας ώκέα Τρις’ “δενρ’ ίθι, νύμφα φίλη, ίνα θέσκελα έργα ΐδηαι Τρώων θ ’ ίπποδάμων και Αχαιών χαλκοχιτώνων, ο ΐ πριν έπ ’ άλλήλοισι φέρον πολύδακρυν Άρηα έν πεδίω, όλοοΐο λιλαιόμενοι πολέμοιο, ο ΐ δή νυν έαται σιγή, πόλεμος δέ πέπανται, άσπίσι κεκλιμένοι, παρά δ ’ έγχεα μακρά πέπηγεν. αύτάρ Αλέξανδρος καί άρηΐφιλος Μενέλαος μακρής έγχείησι μαχήσονται περί σεΐο' τω δέ κε νικήσαντι φίλη κεκλήση άκοιτις. ” “Ως είπονσα θεά γλνκύν ίμερον έμβαλε θυμώ άνδρός τε προτέρον καί άστεος ήδέ τοκήω ν αύτίκα δ ’ άργεννήσι καλνψαμένη όθόνησιν όρματ ’ έκ θαλάμοιο τέρεν κατά δάκρν χέονσα ονκ οϊη, άμα τή γε καί άμφίπολοι δ ν ’ έποντο, Α'ίθρη, Πιτθήος θνγάτηρ, Κλυμένη τε βοώπις· αίψα δ ’ έπειθ’ ίκανον οθι Σ καιαί πύλαι ήσαν.

115

120

125

130

135

140

145

142

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

θεσαν τα όπλα τους στη γη, του ενός στρατού δίπλα στου άλλου, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Ο Έκτορας έστειλε δυο αγγελιοφόρους στην πόλη, να φέρουν γρήγορα τα πρόβατα και να καλέσουν τον Πρίαμο. Κι ο βασιλιάς Αγαμέμνονας έστειλε τον Ταλθύβιο στα κοίλα πλοία διατάζοντάς τον να φέρει ένα αρνί. Αυτός δε να εκτελέσει τη διαταγή του θεϊκού Αγαμέμνονα δεν απείθησε. Σ’ αυτό το διάστημα η Ίρις17 έφερε τα νέα στην Ελένη με τους λευκούς βραχίονες, αφού πήρε τη μορφή της κου­ νιάδας της Ελένης, της Λαοδίκης, της πιο όμορφης κόρης του Πριάμου και γυναίκας του Ελυκάονα, γιου του Αντήνορα. Βρήκε την Ελένη στο παλάτι να υφαίνει διπλό κόκκι­ νο ύφασμα και πάνω του να σχεδιάζει μάχες των ιπποδαμαστών Τρώων και των χαλκοθώρακων Αχαιών, που υπέ­ φεραν απ’ τα χτυπήματα του πολέμου για χατίρι της. Η Ίρις η γοργοπόδαρη την πλησίασε και είπε! «Αγαπημένη μου νύφη, έλα να δεις πόσο παράξενα συμπεριφέρονται οι ιπποδαμαστές Τρώες και οι χαλκοθώρακες Αχαιοί- λίγο πριν προκαλούσαν στον κάμπο τον Αρη, που φέρνει δά­ κρυα ποθώντας τρομερή μάχη. Τώρα όμως η μάχη στα­ μάτησε, αυτοί δε κάθισαν εκεί ήσυχα, ακουμπισμένοι στις ασπίδες και με τα μακριά τους δόρατα μπηγμένα στο χώμα δίπλα τους, ενώ ο Αλέξανδρος και ο πολεμικός Μενέλαος θα μονομαχήσουν για σένα με τα μακριά τους δόρατα. Για18 τον τυχόν νικητή δε, αγαπημένη ομόκοιτη θα θεωρηθείς». Έτσι αφού μίλησε η θεά γέμισε γλυκό πόθο την καρδιά της Ελένης για τον πρώτο της άντρα, τους γονείς της και την πατρίδα της. Σκεπάστηκε με άσπρο πέπλο και με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της, βγήκε έξω απ’ την κάμαρά της με δυο θεραπαινίδες, την Αίθρη20, την κόρη του Πιτθέα, και τη μεγαλομάτα Κλυμένη. Σε λίγο έφτασαν στις Σκαιές πύλες.

143

ΟΜΗΡΟΣ

Ο ΐ δ ’ άμφί Πρίαμον καί Πάνθοον ηδέ θνμοίτην Λάμπαν τε Κλυτίαν θ ’ Ιχετάονά τ ’, όζον Άρηος, Ουχαλέγων τε καί Άντηνωρ, πεπννμένω άμφω, ήατο δημογέροντες επί Σκαιήσι πύλγ/σι, γήρα ϊ δη πολέμοιο πεπανμένοι, άλλ ’ άγορηταί έσθλοΐ, τεττίγεσσι.ν έοικότες οΐ τε καθ ’ ΰλην δενδρεω έφεζόμενοι οπα λειριόεσσαν ιεΐσί' τοΐοί άρα Τρώων ηγήτορες ή ν τ’ επί πνργω. οΐ δ ’ ώς ούν εΐδονθ ’ Ελένην επί πύργον Ιονσαν, ήκα προς άλλήλονς έπεα πτερόεντ ’ άγόρενον “ου νέμεσις Τρώας καί έϋκνήμιδας Αχαιούς τοιηδ’ άμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πά σ χειν αίνώς άθανάτησι θεης εις ώπα έοικεν άλλα καί ώς τοΐη περ έονσ ’ εν νηυσί νεέσθω, μηδ ’ ήμΐν τεκέεσσί τ ’ όπίσσω πήμα λίποιτο. ” "Ως άρ ’ έφαν, Πρίαμος δ ’ Ελένην έκαλέσσατο φωνή' δενρο ,πάροιθ ’ έλθοϋσα, φίλον τέκος, ΐζεν έμεΐο, οφρα ΐδτ] πρότερόν τε πάσιν πηονς τε φίλους τ ε — ον τ ί μοι αίτίη έσσί, θεοί νν μοι α ’τιοί είσιν, ί οΐ μοι έφώρμησαν πόλεμον πολνδακρυν Αχαιώ ν— ώς μοι καί τόνδ ’ άνδρα πελώριον έξονομήνης ος τις οδ ’ έστίν Αχαιός άνήρ ήνς τε μέγας τε. ήτοι μέν κεφαλή καί μείζονες άλλοι εασι, καλόν < ’ ούτω έγών ον πω ΐδον όφθαλμοΐσιν, 5 ούδ’ οντω γεραρόν βασιλήϊ γάρ άνδρί έοικε.” Τόν δ ’ Ελένη μνθοισιν άμείβετο δία γνναικώ ν “αίδοΐός τ έ μ ο ί έσσι, φίλε έκνρέ, δεινός τε' ώς οφελεν θάνατός μοι άδεΐν κακός όππότε δεϋρο ν'ιέϊ σώ έπόμην θάλαμον γνωτονς τε λιποϋσα παϊδά τε τηλνγέτην καί όμηλικίην έρατεινήν. άλλα τά γ ’ ονκ έγένοντο' τό καί κλαίονσα τέτηκα. τοϋτο δέ τοι έρέω, ο μ ’ άνείρεαι ηδέ μεταλλας'

150

155

160

165

170

175

144

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

Εκεί καθόταν ο Πρίαμος με τους γέροντες της πόλης, τον Πάνθοο, τον Θυμοίτη, τον Λ άμπο , τον Κλυτίο, τον Ικετάονα, απόγονο του Αρη, και τους δυο σοφούς συμβού­ λους του, τον Ουκαλέγοντα και τον Αντήνορα, και συνε­ δρίαζαν στις Σκαιές πύλες22. Τ α γηρατειά τους κρατούσαν μακριά α π ’ τον πόλεμο, αλλά όλοι ήταν έξοχοι ρήτορες, όμοιοι με τζιτζίκ ια , που κολλημένα πάνω στους κορμούς των δέντρων του δάσους τραγουδούν μελωδικά23. Ό ταν είδαν την Ελένη να έρχεται στον πύργο, χαμήλωσαν τη φωνή τους κι έλεγαν μεταξύ τους φτερωτά λόγια: «Ποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει τους Τρώες ή τους καλλικνήμιδες Αχαιούς που υποφέρουν εδώ και καιρό για τη χάρη τέτοιας γυναίκας; Μοιάζει πράγμ α τι με αθάνατη θεά! Ας επιστρέφει όμως με τα καράβια στην πατρίδα της μαζί μ ’ όλα της τα κάλλη κι ας μη μείνει εδώ να καταστρέφει εμάς και τα παιδιά μας». Έ τσ ι είπαν, και ο Πρίαμος κάλεσε την Ελένη κοντά του φωνάζοντας: «Α γαπητό μου παιδί, έλα εδώ και κάθισε μπροστά μου, ώστε να βλέπεις τον πρώτο άντρα σου, τους συγγενείς και φίλους σου. Δεν σου ρίχνω το φταίξιμο καθόλου, οι θεοί φταίνε που μου δημιούργησαν αυτό τον πολύδακρυ πόλεμο με τους Αχαιούς. Πες μου τώρα τ ’ όνομα αυτού του θεόρατου άντρα. Υπάρχουν άλλοι πιο ψηλοί, αλλά ποτέ μου δεν είδα τόση ομορφιά και μεγαλο­ πρέπεια σ’ έναν άντρα. Φαίνεται βασιλιάς». Η θεϊκή ανάμεσα στις γυναίκες Ελένη έπειτα πήρε το λόγο: «Σου οφείλω σεβασμό, αγαπημένε μου πεθερέ , και νιώθω μπροστά σου φόβο. Μακάρι να προτιμούσα άθλιο τέλος προτού έρθω εδώ με το γιο σου, εγκαταλείποντας το σπίτι μου, τους συγγενείς μου, την ακριβή κόρη26 μου και τις αγαπημένες μου φίλες. Αλλά τα πράγματα ήρθαν αλ­ λιώ ς' γ ι’ αυτό λιώνω στο κλάμα. Ό π ω ς και να ’ναι, τώρα πρέπει να σου πω αυτά που θέλεις να μάθεις. Ο άντρας'που

145

ΟΜΗΡΟΣ

οντο'ς γ ’ Ατρεΐδης ενρν κρείων Αγαμέμνων, άμφότερον βασιλεύς τ ’ αγαθός κρατερός τ ’ αίχμητης· δαήρ α ν τ ’ έμδς έσκε κννώπιδος, ε ΐ π ο τ ’ έην γ ε .” "Ως φάτο, τον δ ’ ο γέρων ήγάσσατο φωνησέν τε· “ώ μάκαρ Άτρεΐδη, μοιρηγενές, δλβιόδαιμον, ή ρά νν τοι πολλοί δεδμήατο κονροι ’ χαιών, Α ήδη και Φρνγίην είσήλυθον άμπελόεσσαν, ένθα ϊδον πλείστονς Φρνγας άνέρας αίολοπώλονς λαονς Ότρηος και Μυγδόνος άντιθέοιο, οί ρα τ ό τ ’ έστρατόωντο παρ ’ οχθας Σαγγαρίοιο· και γάρ έγών έπίκονρος εών μετά τοΐσιν έλέχθην ήματι τω οτε τ ’ ήλθον ’ μαζόνες αντιάνειραί' Α ά λλ’ ονδ ’ οί το'σοι ήσαν δσοι έλίκωπες ’ χα ιο ί.” Α Αεντερον α ν τ ’ Όδυσηα ίδών έρέειν’ ο γεραιός· “ε ϊπ ’ άγε μοι και τόνδε φίλον τέκος δς τις δδ’ εστί' μείων μέν κεφαλή Αγαμέμνονος Ατρεΐδαο, ενρντερος ό ’ ώμοισιν ίδέ στέρνοισιν ίδέσθαι. τενχεα μέν οΐ κεϊται έπ'ι χθονί πουλνβοτείρη, αυτός δέ κτίλος ώς έπιπωλεΐται στίχας άνδρών άρνειώ μιν έγω γε έΐσκω πηγεσιμάλλω , δς τ ’ οιών μέγα πών διέρχεται άργεννάων. ” Τον δ ’ η μ είβ ετ’ έπειΟ ’ Ελένη Διδς έκγεγανΐα' “ουτος δ ’ αν Ααερτιάδης πολνμητις Όδνσσενς, ος τράφη έν δήμω Ιθάκης κραναης περ έονσης είδώς παντοίονς τε δδλονς καί μήδεα πνκνά. ” Την δ ’ α ν τ ’ Αντήνωρ πεπννμένος άντίον ηνδα' “ώ γνναι, ή μάλα τοντο έπος νημερτές έειπες" ήδη γάρ καί δενρδ ποτ ’ ήλνθε δίας Όδνσσενς σεν ένεκ ’ άγγελίης σνν άρηϊφίλω Μενελάωτονς δ ’ έγώ έξείνισσα καί έν μεγάροισι φίλησα, άμφοτέρων δέ φνην έδάην καί μήδεα πνκνά.

180

185

190

195

200

205

146

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

έδειξες είναι ο μεγάλος Αγαμέμνονας, ο γιος του Ατρέα, που είναι και τα δύο, και δίκαιος βασιλιάς και ισχυρός πολεμιστής. Ή τα ν κουνιάδος μου κάποτε, εμένα της αδιά­ ντροπης, αν κάποτε αυτό είχε υπάρξει». Ό ταν ο γέρος άκουσε όλα αυτά, θαυμάζοντάς τον είπε: «Ευτυχισμένε γιε του Ατρέα, τυχερέ27 κι ευλογημένε α π ’ τους θεούς. Αλήθεια λοιπόν, είσαι ο άντρας που κυβερνά πάρα πολλά παλικάρια Αχαιούς. Κάποτε που πήγα στη Φρυγία με τα πολλά αμπέλια είδα πολλούς Φρύγες, που είχαν γοργά πουλάρια, τις στρατιές του Οτρέα και του ισόθεου Μύγδονα στρατοπεδευμένες στις όχθες του Σ α γγάριου. Ή μουν σύμμαχός τους και τους βοηθούσα τον καιρό εκείνο, για τί οι Αμαζόνες28, αντάξιες των αντρών, τους είχαν επιτεθεί. Αλλά ακόμα και κείνοι δεν ήταν τόσοι πολλοί όσο αυτοί οι Αχαιοί με τ ’ αστραφτερά μάτια». Ο γέρος, παρατηρώντας τον Οδυσσέα δίπλα, ειπε: «Π ες μου τώρα, παιδί μου, ποιος είναι αυτός εκεί; Είναι πιο κοντός από τον Αγαμέμνονα κατά ένα κεφάλι29, αλλά δείχνει να έχει φαρδύτερους ώμους και στηθη. Τα οπλα του βρίσκονται στη γη που θρέφει όλα τα πλάσματα, π η ­ γαινοέρχεται δε συνέχεια ελέγχοντας τους στρατιώτες, και μου θυμίζει σγουρόμαλλο κριάρι, καθώς αυτό περνά μπρο­ στά από ένα κοπάδι άσπρες προβατίνες». Σ ’ αυτόν απάντησε η Ελένη30, η οποία γεννήθηκε από τον Δία: «Είναι ο γιος του Λαέρτη, ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Η Ιθάκη, η χώρα όπου μεγάλωσε, είναι φτωχή, γεμάτη βράχια, αλλά αυτός αμέτρητες πονηριές και τεχνά­ σματα σκαρώνει». Ο σοφός Αντήνορας πρόσθεσε τότε κάτι επιπλέον στην περιγραφή της Ελένης: «Γυναίκα, συμφωνώ σε ό,τι λες, για τί ο θεϊκός Οδυσσέας μας είχε κάποτε επισκεφτεί με τον Μενέλαο για χάρη σου, εγώ δε τους φιλοξένησα στο σπίτι μου- δεν γνωρίζω λοιπόν μόνο τους ίδιους αλλά και

147

ΟΜΗΡΟΣ

ά λλ’ οτε δη Τρώεσσιν έν άγρομένοισιν έμιχθεν, στάντων μέν Μενέλαος ύπείρεχεν εΰρέας ώμους, άμ,φο) δ ’ έζομένω γεραρώτερος ήεν Όδυσσενς' ά λλ’ οτε δη μύθονς καί μήδεα πασιν νφαινον ήτοι μέν Μενέλαος έπιτροχάδην άγόρευε, παϋρα μέν άλλά μάλα λιγέως, έπεί ον πολύμυθος ονδ’ άφαμαρτοεπής' ή καί γένει ύστερος ήεν. άλλ ’ οτε δη πολνμητις άναΐξειεν Όδυσσενς στάσκεν, νπαί δέ ί'δεσκε κατά χθονός ομματα πήξας, σκήπτρον δ ’ ον'τ ’ όπίσω ούτε προπρηνές ένώμα, ά λλ’ άστεμφές έχεσκεν ά'ιδρεϊ φωτί έοικώς■ ψαίης κε ζάκοτόν τ έ τ ιν ’ έμμεναι άφρονα τ ’ αύτως. άλλ ’ οτε δή οπα τε μεγάλην έκ στήθεος εΐη καί έπεα νιφάδεσσιν έοικότα χειμερίησιν, ονκ αν έπειτ ’ Ό δυσήΐ γ ’ έρίσσειε βροτός άλλος■ ου τότε γ ’ ώδ ’ Όδυσήος άγασσάμεθ ’ είδος ίδόντες. ” Το τρίτον αντ ’ Αίαν τα ίδών έρέειν ’ 6 γεραιός“τις τάρ δδ ’ άλλος ’ χαιός άνήρ ήνς τε μέγας τε Α έξοχος Άργείων κεφαλήν τε καί εύρέας ωμονς;” Τον δ ’ Ελένη ταννπεπλος άμείβετο δια γυναικώ ν “οντος δ ’ Αίας έστί πελώριος έρκος Α χαιώ ν Ιδομενεύς δ ’ έτέρωθεν ένί Κ ρήτεσσι θεός ώς έστηκ άμφί δέ μιν Κρητών άγοί ήγερέθονται. πολλάκι μιν ξείνισσεν άρηίφιλος Μενέλαος ο’κω έν ήμετέρω οπότε Κρήτηθεν ίκοιτο. ί νυν δ ’ άλλους μέν πάντας όρώ έλίκωπας ’ χαιούς, Α ούς κεν έύ γνοίην καί τ ’ ούνομα μνθησαίμην δοιώ δ ’ ου δύναμαι ίδέειν κοσμήτορε λαών, Κάστορα θ ’ ίππόδαμον καί πνξ άγαθόν Πολνδεύκεα αντοκασιγνήτω, τώ μοι μία γείνατο μήτηρ. ή ονχ εσπέσθην Λακεδαίμονος έξ έρατεινής,

210

215

220

225

230

235

148

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

κάθε σκέψη τους. Ό ταν στεκόμασταν όρθιοι σε συνεδρίαση των Τρώων, ο Μενέλαος ξεχώριζε ανάμεσα σε όλους με τη φαρδιά του κορμοστασιά, αλλά όταν καθίσαμε ο Οδυσσέας31 έδειχνε πιο σεβαστός. Σαν ήρθε η ώρα να εκφράσουν τις απόψεις τους ανοιχτά, ο Μενέλαος32 είχε μεγάλη ευφράδεια στο λόγο, δεν φλυαρούσε αλλά μιλούσε καίρια, αν και ήταν νεότερος. Ό ταν, όμως, ο πολυμήχανος Οδυσσέας πήρε το λόγο, στεκόταν με το βλέμμα του στραμμένο στη γη, χω ρίς να κουνάει το ραβδί του ούτε μπρος ούτε πίσω , το κρατούσε ασάλευτο, σαν να μην είχε πείρα σ’ αυτά. Θα μπορούσε να τον θεωρήσει κανείς, χωρίς ενδοια­ σμό, πεισματάρη ή ανόητο. Ό ταν όμως αυτή η εξαιρετική του φωνή ανέβαινε α π ’ τα στήθη και οι λέξεις ξεχύνονταν α π ’ τα χείλη του σαν νιφάδες χιονιού, τότε δεν υπήρχε κανείς ικανός να τον συναγωνιστεί. Δεν μας ένοιαζε πια η μορφή του». Έ π ειτα ο γέροντας ρώτησε για τρίτη φορά, αφού είδε τον Αίαντα: «Ποιος είναι ο άλλος εξαίρετος και μεγαλο­ πρεπής Αχαιός; Που τους περνά σ τ’ ανάστημα και στους φαρδιούς ώμους;». Σ ’ αυτόν η μακρόπεπλη33 θεϊκή ανάμεσα στις γυναίκες Ελένη απάντησε: «Αυτός είναι ο πανύψηλος Αίαντας, το τείχος των Αχαιώ ν, από την άλλη πλευρά δε είναι ο Ιδο­ μενέας, ο οποίος στέκει μπροστά α π ’ τους Κρήτες σαν θεός κι όλοι οι αρχηγοί των Κρητών είναι μαζεμένοι γύρω του. Ο πολεμικός Μενέλαος τους φιλοξένησε πολλές φορές στο σπίτι μας, όταν έρχονταν α π’ την Κρήτη. Σας έδει­ ξα, λοιπόν, όλους τους Αχαιούς με τα ευκίνητα μάτια, που ξέρω και τ ’ όνομά τους μπορώ να π ω , εκτός από δυο αρχη­ γούς που δεν μπορώ να βρω, τον ιπποδαμαστή Κάστο­ ρα34 και τον Πολυδεύκη, τον ικανό παλαιστή, τους γνή­ σιους αδερφούς μου. Μας γέννησε όλους η ίδια μάνα. Ή δεν ήρθαν μαζί με το στρατό α π ’ την ποθητή Λακεδαίμονα

149

ΟΜΗΡΟΣ

ή δενρω μέν εποντο νέεσσ ’ ένι ποντοπόροισι, νυν αντ ’ ονκ έθέλουσι μάχην καταδνμεναι άνδρών, αί'σχεα δειδιότες και όνείδεα πόλλ’ ά μ ο ί έστιν. ” "Ως φάτο, τους δ ’ ήδη κάτεχεν φνσίζοος αία έν Αακεδαίμονι ανθι φίλη έν πατρίδι γαΐη. Κήρυκες δ ’ άνά άστν θεών φερον ορκια πιστά άρνε δνω καί οίνον ένφρονα καρπόν άρονρης άσκω έν αίγείω · φέρε δέ κρητήρα φαεινόν κήρνξ Ίδαϊος ήδέ χρνσεια κύπελλαότρυνεν δέ γέροντα παριστάμενος έπέεσσιν “ορσεο, Λαομεδοντιάδη, καλέονσιν άριστοι Τρώων θ ’ ίπποδάμων καί ’ χαιών χαλκοχιτώνων Α ές πεδίον καταβήναι, ϊν ’ όρκια πιστά τάμητε/ αντάρ Αλέξανδρος καί άρηΐφιλος Μενέλαος μακρής έγχείησι μαχήσοντ ’ άμφί γνναικί· τω δέ κε νικήσαντι γννή καί κτήμαθ ’ έποιτο· οί δ ’ άλλοι φιλότητα καί όρκια πιστά ταμόντες ναίοιμεν Τροίην έριβώλακα, τοί δέ νέονται Ά ργος ές ίππόβοτον καί Αχαιίδα καλλιγνναικα.” ’ "Ως φάτο ρίγησεν δ ’ ο γέρων, έκέλευσε δ ’ εταίρους ίππους ζενγνύμεναΓ τοί δ ’ ότραλέως έπίθοντο. αν δ ’ ά ρ’ έβη Πρίαμος, κατά δ ’ ηνία τεΐνεν όπίσσωπάρ δέ οί Αντήνωρ περικαλλέα βήσετο δίφρον τώ δέ διά Σκαιών πεδίον δ ’ έχον ώκέας ίππους. Α λ λ ’ οτε δή ρ ’ ίκοντο μετά Τρώας καί Αχαιούς, έξ ίππων άποβάντες έπί χθόνα πουλυβότειραν ές μέσσον Τρώων καί Αχαιών έστιχόωντο. όρνυτο δ ’ αντίκ ’ έπειτα άναξ άνδρών Αγαμέμνων,

240

245

250

255

260

265

150

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

ή ήρθαν με τα θαλασσόδρομα πλοία, αλλά δεν θα θέλουν να πάρουν μέρος στη μάχη, επειδή φοβούνται το όνειδος και τις ντροπές μου». Έ τσ ι μίλησε' όμως, εκείνους η καρποφόρα γη τους είχε ήδη δεχτεί μέσα στα σπλάχνα της στη Λακεδαίμονα, την αγαπημένη πατρική γη. Σ ’ αυτό το διάστημα κήρυκες έφερναν μέσα από την πόλη τη συνθήκη ειρήνης35 στους θεούς, τα δυο αρνιά και σε ασκί γιδίσιο το κρασί που δίνει ευφορία στην ψυχή, το προϊόν της γης. Ο κήρυκας Ιδαίος36 πλησίασε το γέρο βασιλιά, κρατώντας λαμπρό κρατήρα και δυο χρυσά κύ­ πελλα, και του ευχήθηκε λέγοντας: «Σήκω πάνω άρχοντά μου, οι αρχηγοί των ιπποδαμαστών Τρώων και των χαλκοθώρακων Α χαιών σε καλούν κάτω στον κάμπο να επι­ σφραγίσεις, αφού κομματιάσεις τα σφαχτά, τη συνθήκη ειρήνης. Ο Αλέξανδρος και ο πολεμικός Μενέλαος θα μο­ νομαχήσουν με τα μακριά τους δόρατα για τη γυναίκα. Ο νικητής θα πάρει τη γυναίκα κι όλα της τ ’ αγαθά, ενώ οι υπόλοιποι θα συνάψουν συνθήκη ειρήνης που θα ορίζει, εμείς να μείνουμε στην εύφορη γη της Τροίας κι ο εχθρός να επιστρέψει στο ιπποτρόφο Άργος και στην Αχαΐα που γεννάει τις όμορφες γυναίκες». Έ τσ ι μίλησε, ο γέρος δε ρίγησε. Ε ίπε όμως στους άντρες του να ζέψουν τ ’ άλογα στο άρμα του, και εκείνοι υπάκουσαν με προθυμία. Ο Πρίαμος ανέβηκε πρώτος και πήρε στα χέρια του τα χαλινάρια, ανέβηκε δε πάνω στο περίλαμπρο άρμα και ο Αντήνορας37 και κάθισε δίπλα του. Οδήγησαν τα γοργοπόδαρα άλογά τους μέσα α π ’ τις Σκαιές πύλες και βγήκαν στον κάμπο. Ό ταν έφτασαν στις συγκεντρωμένες στρατιές, αφού κατέβηκαν από το ιππήλατο άρμα στη γη που θρέφει όλα τα πλάσματα, περπάτησαν για λίγο ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας και ο

151

ΟΜΗΡΟΣ

άν δ ’ Όδνσενς πολνμητις- άτάρ κηρνκες άγαυοί ορκια πιστά θεών σνναγον, κρητήρι δέ οίνον μίσγον, άτάρ βασιλεϋσιν νδωρ έπι χεϊρας έχεναν. Άτρε'ίδ-ης δέ έρυσσάμενος χείρεσσι μάχαιραν, η οι πάρ ξίφεος μέγα κονλεόν αίέν άωρτο, άρνών εκ κεφαλέων τάμνε τρίχας· αντάρ έπειτα κηρνκες Τρώων και ’ χαιών νεΐμαν άρίστοις. Α τοϊσιν δ ’ Άτρεΐδης μ εγ ά λ ’ ενχετο χεϊρας άνασχώ ν “Ζεν πάτερ, Ίδήθεν μεδέων, κνδιστε μέγιστε, Ήέλιός θ ’, ος π ά ν τ’ έφορας και π ά ν τ’ έπακονεις, και ποταμοί και γαΐα, και οΐ νπένερθε καμόντας άνθρώπονς τίννσθον οτις κ ’ επίορκον ομόσστ], νμεΐς μάρτνροι έστε, φνλάσσετε δ ’ ορκια π ισ τά · εί μέν κεν Μενέλαον Αλέξανδρος καταπέφντ] αντός έπειθ’ Ελένην έχέτω και κτήματα πάντα, ημείς δ ’ έν νηεσσι νεώμεθα ποντοπόροισιν εί δέ κ ’ Αλέξανδρον κτείνη ξανθός Μενέλαος, Τρώας έπειθ’ Ελένην και κτήματα π ά ν τ’ άποδονναι, τιμήν δ ’ Αργείοις άποτινέμεν ήν τ ιν ’ εοικεν, ή τε και έσσομένοισι μ ε τ ’ άνθρώποισι πέληται. εί δ ’ αν έμοι τιμήν Πρίαμος Πριάμοιό τε παΐδες τίνειν ονκ έθέλωσιν Άλεξάνδροιο πεσόντος, ανταρ εγώ και έπειτα μαχήσομαι είνεκα ποινής ανθι μένων, ήός κε τέλος πολέμοιο κιχείω. Ή , και άπό στομάχονς άρνών τάμε νηλέϊ χαλκώ ■ και τονς μέν κατέθηκεν έπι χθονός άσπαίροντας θνμον δενομένονς· από γάρ μένος εΐλετο χαλκός, οίνον δ ’ εκ κρητήρος άφνσσόμενοι δεπάεσσιν έκχεον, ή δ ’ ενχοντο θεοΐς αίειγενέτησιν. ώδε δέ τις εΐπεσκεν Αχαιών τε Τρώων τ ε ■ “Ζεν κνδιστε μ έγιστε, και άθάνατοι θεοί άλλοι, όππότεροι πρότεροι υπέρ ορκια πημήνειαν

270

275

280

285

290

295

152

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

πολυμήχανος Οδυσσέας σηκώθηκαν αμέσως. Οι κήρυκες κουβάλησαν τα ζώα για τη θυσία στους θεούς, ανακάτωναν κρασί μέσα σε μεγάλη κανάτα και έριξαν λίγο νερό στα χέρια των βασιλιάδων. Ο γιος του Ατρέα έσυρε μετά το μαχαίρι38, που είχε πάντα ζωσμένο δίπλα στη θήκη του σπαθιού του, και έκοψε τρίχες α π ’ τα κεφάλια των αρνιών. Οι κήρυκες μοίρασαν τις τρίχες στους αρχηγούς των Τρώ­ ων και των Α χαιώ ν και ο γιος του Ατρέα σήκωσε ύστερα τα χέρια του ψηλά και προσευχήθηκε με δυνατή φωνή: «Δία πατέρα, που κυβερνάς α π’ το βουνό της Ίδ η ς, πολυδοξασμένε, μεγάλε, και συ Ή λιε, που από ψηλά όλα τα βλέπεις και τ ’ ακούς, και ποτάμια και γη, εσείς που στον κάτω κόσμο τιμω ρείτε τις ψυχές των πεθαμένων, καλώ όλους σας μάρτυρες των όρκων μας και φύλακες της τή­ ρησής τους. Αν ο Αλέξανδρος σκοτώσει τον Μενέλαο, ας κρατήσει την Ελένη και τα πλούτη της κι εμείς θα φύγουμε μακριά με τα θαλασσόδρομα πλοία. Αν όμως ο ξανθός Μενέλαος σκοτώσει τον Αλέξανδρο, οι Τρώες πρέπει να παραδώσουν την Ελένη κι όλα της τα πλούτη και ανάλογα ν’ αποζημιώσουν τους Αργείους, ώστε να το θυμούνται και οι μελλοντικές γενιές. Αν πάλι, μετά το θάνατο του Αλέ­ ξανδρου, ο Πρίαμος και οι γιοι του αρνηθούν να πληρώ­ σουν, τοτε θα μείνω εδώ και θα πολεμήσω για να τους τιμωρήσω, ωσότου πετύχω αίσιο τέλος». Ο Αγαμέμνονας έκοψε τότε τους λαιμούς των αρνιών με σκληρό χάλκινο μαχαίρι και τ ’ άφησε να σπαρταρούν στο χώ μ α, ώσπου να ξεψυχήσουν το χάλκινο μαχαίρι είχε πάρει την πνοή τους. Τότε γέμιζε ο καθένας το ποτήρι του α π ’ το κανάτι και, αφού έχυναν λίγο στο έδαφος, προσευχήθηκαν στους αιώνιους θεούς. Καθένας από τους Τρώες και τους Αχαιούς αυτά έλεγε: «Δία δοξασμένε και μεγάλε, και σεις οι αθάνατοι θεοί, ας γίνει να χυθούν τα μυαλά όσων καταπατήσουν την ανακωχή39, έτσι όπως

153

ΟΜΗΡΟΣ

ώδέ σφ ’ εγκέφαλος χαμάδις ρέοι ώς όδε οίνος αυτών και τεκέων, άλοχοι δ ’ άλλοισι δαμεΐεν. ” "Ως έφαν, ονδ ’ άρα πώ σφιν έπεκραίαινε Κρονίων. τοΐσι δέ Ααρδανίδης Πρίαμος μετά μνθον έειπε' “κέκλυτέ μεν, Τρώες και έϋκνήμίδες Α χαιοί■ ήτοι έγο'/ν είμι προτι Ίλιον ήνεμόεσσαν άψ, έπει ον πω τλή σ ο μ ’ έν όφΟαλμοΐσιν όρασθαι μαρνάμενον φίλον νίόν άρηιφίλω Μενελαω' Ζευς μέν πον το γε οίδε και αθάνατοι θεοί άλλοι όπποτέρω θανάτοιο τέλος πεπρωμένον έστίν. ” Ή ρα και ές δίφρον άρνας θέτο ισόθεος φως, αν δ ’ ά ρ’ έβαιν’ αντος, κατά δ ’ ηνία τεΐνεν όπισσω· πάρ δέ οί Άντήνωρ περικαλλέα βήσετο δίφρον, τώ μέν ά ρ’ άψορροι προτι Ίλιον άπονέοντο' Έκτωρ δέ Πριάμοιο πάϊς και δΐος Όδνσσενς χώρον μέν πρώτον διεμέτρεον, αντάρ έπειτα κλήρους έν κυνέη χαλκήρεϊ πάλλον έλοντες, όππότερος δη πρόσθεν άφείη χάλκεον έγχος. λαοί δ ’ ηρήσαντο, θεοΐσι δέ χεΐρας άνέσχον, ώδε δέ τις είπεσκεν ’ χαιών τε Τροιών τε~ Α “Ζ εν πάτερ, Ίδήθεν μεδέων, κυδιστε μ έγιστε, όππότ ερος τάδε έργα μ ετ ’ άμφοτέροισιν έθηκε, τον δός άποφθίμενον δνναι δόμον Ά ϊδος εΐσω, ήμΐν δ ’ αν φιλότητα καί όρκια πιστά γενέσθαι. ” "Ως άρ ’ έφαν, πάλλεν δέ μέγας κορνθαίολος Έκτωρ άψ όρόων Πάριος δέ θοώς έκ κλήρος όρονσεν. οΐ μέν έπειθ ’ ΐζοντο κατά στΐχας, ήχι έκάστω ίπποι άερσίποδες καί ποικίλα τενχε ’ έκειτο ■ αντάρ ό γ ’ άμφ ’ ώμοισιν έδνσετο τενχεα καλά δΐος ’ λέξανδρος Ελένης πόσις ήνκόμοιο. Α κνημΐδας μέν πρώτα περί κνήμησιν έθηκε καλάς, άργνρέοισιν έπισφυρίοις άοαρνίας'

300

305

310

315

320

325

330

154

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

χύνεται τώρα αυτό το κρασί, το ίδιο και των παιδιών τους και οι κατακτητές να πάρουν με τη βία τις γυναίκες τους». Έ τσ ι μίλησαν, όμως ο γιος του Κρόνου δεν τους άκουσε. Ο Πρίαμος, απόγονος του Δαρδάνου, φώναξε τότε δυνατά: «Τρώες και καλλικνήμιδες Α χαιοί, προσέξτε. Θα γυρίσω πίσω στο Ίλιο το ανεμόδαρτο, για τί δεν αντέχω τη θέα της μονομαχίας μεταξύ του γιου μου και του γενναίου Μενέλα­ ου. Γνωρίζω, βέβαια, πω ς ο Δίας και οι άλλοι αθάνατοι θεοί ξέρουν ποιος α π ’ τους δυο θα χάσει τη ζωή του». Μ’ αυτά τα λόγια ο σεβάσμιος γέρος έβαλε τα δυο αρνιά στο διθέσιο άρμα και ανέβηκε40 τραβώντας τα λουριά. Ο Αντήνορας κάθισε πάλι δίπλα του μέσα στο περίλαμπρο άρμα κι επέστρεψαν μαζί στο Ίλιο. Ο Έ κτορας, ο γιος του Πριάμου, κι ο θαυμαστός Οδυσσέας πλησίασαν για να μετρήσουν την απόσταση στη γη και ύστερα έριξαν λα­ χνούς μέσα σε χάλ.κινο κράνος, για να δουν ποιος α π’ τους δυο θα έριχνε το χάλκινο δόρυ πρώ τος. Οι στρατιώτες δε προσεύχονταν με ανυψωμένα χέρια στον ουρανό- κάθε Α ­ χαιός και Τρώ ας έλεγε: «Δία πατέρα, που κυβερνάς από την Ί δ η , πολυδοξασμένε, μεγάλε, κάνε να πεθάνει όποιος από τους δυο προκάλεσε αυτό το κακό που έπληξε τώρα και τους δυο λαούς, κι ας κατεβεί στον Α δη- σ’ εμάς τους υπόλοιπους όμως ας υπάρξει φιλία και ειρήνη με όρκους». Αφού είπαν έτσι, ο τρανός Έ κτορας που σείει την πε­ ρικεφαλαία του κούνησε το κράνος με τους λαχνούς γυρνώντας τη ματιά του πίσω . Αυτός που έπεσε αμέσως κάτω ήταν ο λαχνός του Αλέξανδρου. Τα στρατεύματα κάθισαν κάτω σε σειρές, κάθε άντρας κοντά στα γρήγορα σαν τον άνεμο άλογά του και στα πλουμιστά του όπλα. Ο θεϊκός Αλέξανδρος, ο άντρας της Ελένης με τα όμορφα μαλλιά, φόρεσε τότε την εκλεκτή του αρματωσιά. Φόρεσε πρώτα στις κνήμες του τις εξαίσιες περικνημίδες με ασημένιο δέσιμο γύρω α π ’ τους αστραγάλους, μετά δε φόρεσε στο

155

ΟΜΗΡΟΣ

δεύτερον αν θώρηκα περί στήθεσσιν έδυνεν οίο κασιγνήτοιο Λνκάονος· ήρμοσε δ ’ αντω. άμφί δ ’ ά ρ’ ώμοισιν βάλετο ξίφος άργυρόηλον χάλκεον, αντάρ έπειτα σάκος μέγα τε στιβαρόν τ ε ■ κρατι δ ’ ε π ’ ’φθίμω κυνέην εΰτνκτον έθηκεν ι ί'ππουριν δεινόν δέ λόφος καθνπερθεν ένενεν εΐλετο δ ’ άλκιμον έγχος, ο οΐ παλάμηφιν άρήρει. ως δ ’ αντως Μενέλαος άρήϊος έντε ’ έδννεν. Οΐ δ ’ έπεί ονν έκάτερθεν όμιλον θωρήχθησαν, ές μέσσον Τρώων και ’ χαιών έστιχοωντο Α δεινόν δερκόμενοί' θάμβος δ ’ έχεν είσορόωντας Τρώάς θ ’ ίπποδάμονς και έϋκνήμίδας ’ χαιούς, Α καί ρ έγγνς στήτην διαμετρητω ένι χοίρω σείοντ ’ έγχείας άλλήλοισιν κοτέοντε. πρόσθε δ ’ Αλέξανδρος προΐει δολιχόσκιον έγχος, και βάλεν Άτρεΐδαο κ α τ’ ασπίδα πάντοσ’ έΐσην, ονδ ’ έρρηξεν χαλκός, άνεγνάμφθη δέ οΐ αιχμή άσπίδ ’ ένι κρατερή' δ δέ δεύτερον όρνντο χαλκώ Ατρεΐδης Μενέλαος έπενξάμενος Δ ιϊ πάτον “Ζ εν άνα δός τείσασθαι δ με πρότερος κάκ ’ έοργε δΐον ’ λέξανδρον, και έμής υπό χερσι δάμασσον, Α οφρα τις έρρίγησι και όψιγόνων ανθρώπων ξεινοδόκον κακά ρέξαι, δ κεν φιλδτητα παράσχη.” Ή ρα και άμπεπαλών προΐει δολιχόσκιον έγχος, και βάλε Πριαμίδαο κ α τ’ ασπίδα πάντοσ’ έ ΐσ η ν διά μέν άσπίδος ήλθε φαεινής δβριμον έγχος, και διά θώρηκος πολυδαιδάλου ήρήρειστο' αντίκρυ δέ παραι λαπάρην διάμησε χιτώνα έγχος■δ δ ’ έκλίνθη καί άλενατο κήρα μέλαιναν. Α τρεΐδης δέ έρνσσάμενος ξίφος άργνρόηλον ’ πλήξεν άνασχδμενος κδρνθος φάλον άμφί δ ’ ά ρ’ αντω τριχθά τε καί τετραχθά διατρυφέν έκπεσε χειρδς.

335

340

345

350

355

360

156

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

στήθος του το θώρακα του αδερφού του Λυκάονα, που τον ταίριασε πάνω του. Κρέμασε έπειτα α π ’ τους ώμους του το χάλκινο σπαθί με τ ’ ασημένια καρφιά και μετά κράτησε στα χέρια του τη μεγάλη και βαριά ασπίδα42. Σ το δυνατό του κεφάλι φόρεσε καλοφτιαγμένο κράνος στολισμένο μ ’ αλογίσια φούντα. Ανέμιζε το λοφίο του περήφανα από ψηλά. Σ το τέλος έπιασε το τρανό του δόρυ, που ταίριαζε στο χέρι του. Ο πολεμικός Μενέλαος οπλίστηκε παρόμοια. Ό ταν ετοιμάστηκαν κι οι δυο, προχώρησαν έξω α π ’ την μπροστινή γραμμή της σειράς τους, ανάμεσα στα δυο στρατεύματα με φοβερή όψη, που κι οι ιπποδαμαστές Τρώες κι οι Αχαιοί με τις ωραίες περικνημίδες έμειναν άναυδοι. Οι άντρες πήραν τις θέσεις τους ανάμεσα στη μετρημένη απόσταση, όχι μακριά ο ένας από τον άλλο, και κούνησαν τα δόρατα, νιώθοντας λύσσα. Ο Αλέξανδρος έριξε πρώ τος το μακρύ του δόρυ. Αυτό έπεσε πάνω στη στρογγυλή ασπίδα του γιου του Ατρέα αλλά δεν την τρύπησε, μόνο η λόγχη του κονταριού στράβωσε πάνω της. Μετά έριξε ο γιος του Ατρέα, ο Μενέλαος, ικετεύοντας τον πατέρα Δία: «Βασιλιά Δία, αξίωσέ με να εκδικηθώ τον Αλέξανδρο, τον άντρα που πρώτος με ατίμασε43, με τα ίδια μου τα χέρια να τον σκοτώσω, ώστε μια μέρα ν’ ανατριχιάζουν οι επιγενόμενοι στη σκέψη μόνο να βλά­ ψουν εκείνον που θα τους φιλοξενήσει». Μ’ αυτά τα λόγια εξακόντισε το μακρύ δόρυ με δύναμη. Το βαρύ όπλο χτύπησε στη στρογγυλή ασπίδα του γιου του Πριάμου και τρυπώντας την καρφώθηκε στον πλουμιστό θώρακα του και ξέσκισε το χιτώ να του πέρα ως πέρα στα πλευρά του. Αυτός όμως έγειρε στο πλάι και έτσι απέφυγε τη θανάσιμη μοίρα. Ο γιος του Ατρέα έσυρε τότε το σπαθί με τ ’ ασημένια καρφιά, το ανέμισε στον αέρα και κατάφερε μια γερή σπαθιά στο κράνος του εχθρού του. Το σπαθί κατακομματιάστηκε πάνω στο κράνος σε τρία και τέσσε-

157

ΟΜΗΡΟΣ

Ατρεΐδης δ ’ ώμωξεν ίδών εις ουρανόν ενρν'ν “Ζ εν πάτερ, ον τις σεΐο θεών όλοώτερος άλλος' ή τ ’ έφάμην τίσασθαι ’ λέξανδρον κακότητος' Α νυν δέ μοι έν χείρεσσιν άγη ξίφος, εκ δέ μοι εγχος ήΐχθη παλάμηφιν έτώσιον, ούδ’ έβαλόν μιν. ” Ή και έπαΐξας κόρνθος λάβεν Ιπποδασείης, έλκε δ ’ έπιστρέψας μ ε τ ’ ένκνήμίδας Αχαιούς' άγχε δέ μιν πολύκεστος ίμάς άπαλην υπό δειρήν, ος οί νπ ’ άνθερεώνος όχεύς τέτατο τρυφαλειης. καί νν κεν είρυσσέν τε και άσπετον ήρατο κϋδος, εί μη άρ’ οξύ νόησε Δ ιός θυγάτηρ ’ φροδίτη, Α ή οΐ ρήξεν ιμάντα βοός ίφι κταμένοιο· κείνη δέ τρυφάλεια άμ, ’ έσπετο χειρι παχειη. την μέν έπειθ ’ ήρως μ ετ ’ έϋκνήμιδας ’ χαιούς Α ρΐψ’ έπιδινήσας, κόμισαν δ ’ έρίηρες εταίροι' αντάρ ο άψ έπόρουσε κατακτάμεναι μενεαίνων έ γ χ ε ϊ χαλκείω' τόν δ ’ έξήρπαξ’ Αφροδίτη ρεϊα μ ά λ ’ ώς τε θεός, έκάλυψε δ ’ άρ’ ηέρι πολλή, κάδ δ ’ ε ΐσ ’ έν θαλάμω ευώδεϊ κηώεντι. αυτη δ ’ αν Ελένην καλέονσ’ ΐε~ την δ ’ έκίχανε πνργω έφ ’ νψηλω, περι δέ Τρωαι άλις ήσα ν χειρι δέ νεκταρέον έανον έτίναξε λαβονσα, γρ η ΐ δέ μιν έ.ϊκυΐα παλαιγενέΐ προσέειπεν είροκόμω, η οΐ Λα:(εδαίμονι ναιετοώση ήσκειν εϊρια καλά, μάλιστα δέ μιν φιλέεσκε' τη μιν έεισαμένη προσεφώνεε δ ΐ’ ’ φροδίτη' Α “δενρ ’ ίθ Α ’ λέξανδρός σε καλεϊ οίκον δέ νέεσθαι. 390 κείνος ο γ ’ έν θαλάμω και δινωτοϊσι λέχεσσι 385 380 375 370 365

158

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

ρα κομμάτια κι έπεσε απ’ το χέρι του. Ο γιος του Ατρέα αναστέναξε και έριξε το βλέμμα του στον πλατύ ουρανό: «Π ατέρα Δία, δεν υπάρχει άλλος θεός πιο σκληρός από σένα. Νόμισα πω ς τιμώρησα τον Αλέξανδρο για την αδι­ κία του, αλλά το σπαθί κομματιάζεται τώρα στα χέρια μου, το δόρυ μου πέφτει επάνω του μάταια χωρίς να καταφέρνω να τον σκοτώσω». Μ’ αυτά τα λόγια όρμηξε ο ίδιος στον Αλέξανδρο, τον άρπαξε α π ’ το κράνος με την αλογίσια φούντα και, στροβιλίζοντάς τον, άρχισε να τον σέρνει προς τη μεριά των Αχαιών με τις ωραίες περικνημίδες. Ο Αλέξανδρος πνιγό­ ταν α π ’ την πίεση γύρω α π’ τον ευαίσθητο λαιμό του, για τί είχε τεντωθεί το λουρί του ομορφοστολισμένου κράνους στο σαγόνι του. Ο Μενέλαος θα τον είχε νικήσει, κερδί­ ζοντας δόξα ανείπωτη, αλλά γρήγορα η Αφροδίτη, η κόρη του Δία, που έβλεπε τι γινόταν, έσπασε το πέτσινο λουρί του κράνους, φτιαγμένο από δέρμα βοδιού σφαγμένου με βια, και αυτό έμεινε άδειο στο παχύ του χέρι. Το στριφο­ γύρισε και το πέταξε στη μεριά των καλλικνήμιδων Α ­ χαιών κι οι δικοί του το μάζεψαν αμέσως. Ρ ίχτηκε τότε πάλι στον εχθρό, ελπίζοντας να τον σκοτώσει με τη χάλκι­ νη αιχμή του δόρατος. Η Αφροδίτη όμως έκρυψε με με­ γάλη ευκολία, καθόσον ήταν θεά, τον Αλέξανδρο μέσα σ’ ένα σύννεφο και, αφού τον μετέφερε σε αρωματισμένο δωμάτιο, έτρεξε να μιλήσει η ίδια στην Ελένη. Τη βρήκε να κάθεται ψηλά στον πύργο, περιτριγυρισμένη από Τ ρω ­ άδες. Η Αφροδίτη σήκωσε το ένα της χέρι και την έπιασε α π ’ το μοσχομύριστό44 της υφαντό, παίρνοντας τη μορφή μιας γριάς, που η Ελένη αγαπούσε πολύ, μιας υφάντριας που έξαινε μαλλί, όταν ζούσε ακόμα στη Λακεδαίμονα. Αφού έγινε ίδια με αυτή, της έλεγε η Αφροδίτη: «Έ λα εδώ. Ο Αλέξανδρος σε θέλει να πας σπίτι κοντά του. Βρίσκεται στο δωμάτιό σου στο τορνευτό σας κρεβάτι

ΟΜΗΡΟΣ

κάλλεΐ τε στίλβων καί είμασιν ουδέ κε φαίης avÖol μαχεσσάμενον τον γ ’ έλθεϊν, αλλά χορόν δέ έρχεσθ’, ήέ χοροΐο νέον λήγοντα καθίζειν.” "Ως φάτο, τή δ ’ άρα θυμόν ένι στήθεσσιν ορινε' καί ρ” ώς ουν ένόησε θεάς περικαλλέα δειρήν στήθεά θ ’ ίμερόεντα καί όμματα μαρμαιροντα, Οάμβηαέν τ ’ άρ’ έπειτα έπος τ ’ έφ α τ’ έκ τ ’ ονόμαζε· “δαιμονίη, τ ί με ταντα λιλαίεαι ήπεροπενειν; ή π ή με προτέρω πολίων εύ ναιομενάων άξεις, ή Φρνγίης η Mr/ονίης έρατεινής, ε ί τις τοι και κεΐθι φίλος μερόπων ανθρώπων οννεκα δη νυν δΐον Αλέξανδρον Μενέλαος νικήσας έθέλει στνγερήν έμέ οίκαδ ’ άγεσθαι, τοννεκα δή νυν δεϋρο δολοφρονέουσα παρέατης; ήσο π α ρ’ αυτόν ίοϋσα, θεών δ ’ άπόεικε κελεΰθου, μηδ ’ έτι σοΐσι πόδεσαιν ΰποστρέψειας Όλυμπον, άλλ ’ αίει περί κείνον όΐζυε κα ί έ φύλασσε, εις 6 κ έ σ ’ ή άλοχον ποιήσεται ή ο γε δονλην. κεΐσε δ ’ έγών ούκ είμ ι— νεμεσσητόν δέ κεν είή— κείνου πορσανέονσα λέχος· Τρωαι δέ μ ’ όπίσσω πασαι μωμήσονταί' έχω δ ’ ά χε’ άκριτα θυμω .” Την δέ χολωσαμένη προσεφώνεε δ ϊ’ Αφροδίτη· “μ ή μ ’ έρεθε, σχετλίη, μή χωσαμένη σε μεθείω, τώ ς δέ σ ’ άπεχθήρω ώς νυν έκπαγλα φίλησα, μέσσω δ ’ άμφοτέρων μητίσομαι έχθεα λυγρά Τρώων καί Δαναών, συ δέ κεν κακόν οίτον όληαι. ” 'Ως έ φ α τ’, έδεισεν δ ’ Ελένη Δ ιός έκγεγαυΐα, βή δέ κατασχομένη έανώ άργήτι φαεινώ σιγή, πάσας δέ Τρωάς λάθεν ήρχε δέ δαίμων. Α ί δ ’ οτ ’ Αλέξανδρο ιο δόμον περικαλλέ’ ίκοντο, άμφίπολοι μέν έπειτα θοώς έπί έργα τράποντο, ή δ ’ εις νψόροφον θάλαμον κίε δία γυναικών.

395

400

405

410

415

420

160

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

και αστράφτει από ομορφιά μέσα στα κομψά του ρούχα. Δεν θα το πίστευες ότι τώρα μόλις γύρισε πίσω από μια μονομαχία. Θα νόμιζες ότι πρόκειται να πάει σε χορό ή ότι μόλις τώρα σταμάτησε να χορεύει». Έ τσ ι μίλησε, και την καρδιά της βέβαια τάραξε. Τότε αφού αυτή αναγνώρισε την ομορφιά του λαιμού της θεάς45, του ωραίου στήθους της και των αστραφτερών ματιών της, ένα κύμα έκπληξης τη συνεπήρε αναγνωρίζοντας τη θεά, και είπε: ((Δαιμόνια, για τί θες να μ ’ εξαπατήσεις; Τώρα που ο Μενέλαος νίκησε τον Αλέξανδρο και θέλει να πάρει πίσω την πλανεμένη του γυναίκα, τώρα σκαρώνεις κάτι να με πας αλλού, σε πιο μακρινή πόλη, στη Φρυγία46 ή στην ποθητή Μαιονία, αν υπάρχει εκεί κάποιος θνητός φίλος σου; Μα πήγαινε και μείνε εσύ μαζί του, ξέχνα πω ς είσαι θεά και μην ξαναπατήσεις47 στον Όλυμπο" φύλαγέ τον, ώσπου μια μέρα σε κάνει γυναίκα ή σκλάβα του. Εγώ αρνούμαι, επειδή είναι ατιμω τικό, να μοιραστώ48 ξανά μαζί του το κρεβάτι. Θα με καταραστούν όλες οι γυναίκες στην Τροία, αν το κάνω, αρκετά δε βάσανα έχω ήδη τρα­ βήξει». Η θεϊκή Αφροδίτη τότε της είπε θυμωμένα: «Δυστυ­ χισμένη, μη με προκαλείς, για τί θα σε αφήσω απροστά­ τευτη πάνω στην οργή μου και θα σε μισήσω με το ίδιο πάθος που σ’ αγαπούσα ως τώρα. Ανάμεσα στους Τρώες και τους Δαναούς θα ξεσηκώσω τέτοια πικρή έχθρα, που θα οδηγήσει και σένα σε άθλιο τέλος». Η Ελένη, του Δία κόρη49, ησύχασε. Τύλιξε γύρω της το άσπρο διάφανο πέπλο της και έφυγε χω ρίς να πει λέξη. Ούτε μια απ’ τις Τρωάδες δεν την είδε να φεύγει" δίπλα της προχωρούσε η θεά. Ό ταν έφτασαν στο πανέμορφο ανάκτορο του Αλέξαν­ δρου, οι γυναίκες του σπιτιού καταπιάστηκαν γρήγορα με τις δουλειές τους, ενώ η θεϊκή Ελένη πήγε στην κάμαρά

161

ΟΜΗΡΟΣ

τή δ ’ άρα δίφρον έλουσα φιλομμειδής 'Αφροδίτη α ντί’ Αλεξάνδροιο θεά κατέθηκε φέρονσα' ένθα κάθιζ’ 'Ελένη κουρη Α ιός αίγιόχοιο οσσε πάλιν κλίνασα, πόσιν δ ’ ήνίπαπε μύθω' “ήλνθες εκ πολέμου· ώς ώφελες αύτόθ’ όλέσθαι άνδρί δαμείς κρατερω, ος έμός πρότερος πόσις ήεν. ή μέν δη πριν γ ’ ενχε ’ άρηϊφίλον Μενελάου ση τε βίη και χερσί και έ γ χ ε ϊ φέρτερος είναι■ ά λλ’ ίθι νΰν προκάλεσσαι άρηΐφιλον Μενέλαον έξαντις μαχέσασθαι εναντίον αλλά σ ’ έγω γε πανεσθαι κέλομαι, μηδέ ξανθω Μενελάω άντίβιον πόλεμον πολεμίζειν ηδέ μάχεσθαι άφραδέως, μ ή πως τάχ ’ νπ ’ αΰτον δουρί δαμήης.” Την δέ Πάρις μύθοισιν άμειβόμενος προσέειπε' “μ ή με, γυναι, χαλεποϊσιν όνείδεσι θυμόν ένιπτε' νΰν μέν γάρ Μενέλαος ένίκησεν συν Αθήνη, κείνον δ ’ αντις εγώ ' πάρα γάρ θεοί είσι καί ήμΐν. ά λλ’ άγε δη φιλότητι τραπείομεν εϋνηθέντε' οΰ γάρ πώ π ο τέ μ ’ ώδέ γ ’ έρως φρένας άμφεκάλυψεν, οϋδ ’ οτε σε πρώτον Λακεδαίμονος έξ ερατεινής έπλεον άρπάξας έν ποντοπόροισι νέεσσι, νήσω δ ’ έν Κραναή έμίγην φιλότητι καί ευνή, ώς σεο νυν έραμαι καί με γλυκύς 'ίμερος αίρει. Ή ρα, καί άρχε λέχος δέ κιώ ν άμα δ ’ε'ίπετ’άκοιτις. Τώ μέν ά ρ’ έν τρητοΐσι κατεύνασθεν λεχέεσσιν, Α τρείδης δ ’ άν’ ομιλον έφοίτα θηρί έοικώς ε ί που έσαθρήσειεν Αλέξανδρον θεοειδέα. ά λλ’ ον τις δυνατό Τρώων κλειτών τ ’ επικούρων δεΐξαι Αλέξανδρον τ ό τ ’ άρηϊφίλω Μενελάω' ον μέν γάρ φ ιλό τητι γ ’ έκενθανον ε ί τις ιδοιτο' ίσον γάρ σφιν πασιν άπήχθετο κηρί μελαίνη. τοΐσι δέ καί μετέειπεν άναξ άνδρών Α γα μέμνω ν “κέκλυτέ μεν, Τρώες καί Αάρδανοι ή δ ’ επίκουροι'

425

430

435

440

445

450

455

162

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

της. Η γελαστή Αφροδίτη διάλεξε μόνη της ένα σκαμνί, την έσυρε μέσα στο δωμάτιο και την έβαλε να καθίσει μπροστά στον Αλέξανδρο. Η κόρη του Δία με τη φοβερή ασπίδα κάθισε, αλλά, στρέφοντας τα μάτια της αλλού, άρχισε ν’ αποπαίρνει τον άντρα της: «Έ τσ ι, λοιπόν, γύρι­ σες από μονομαχία; Και γω νόμιζα πω ς είχες ηττηθεί από τον άξιο άντρα που ήταν κάποτε σύζυγος μου. Μια φορα καυχιόσουν πω ς ήσουν καλύτερος α π ’ τον πολεμικό Μενέ­ λαο στο δόρυ και στα μπράτσα. Γ ιατί δεν πας λοιπόν να μετρηθείς μαζί του πάλι; Ό μ ω ς σου ζητώ να πάψεις με τον ξανθό Μενέλαο να πολεμάς με αφροσύνη στήθος με στήθος, για τί θα πέσεις στα σίγουρα από το δόρυ του». Παίρνοντας ο Πάρης το λόγο είπε: «Καλή μου, μη με στενοχωρείς με ντροπιαστικές κατηγορίες. Ο Μενέλαος με νίκησε με τη βοήθεια της Αθηνάς. Έ χ ω όμως και γω τους δικούς μου θεούς να με βοηθήσουν και την επόμενη φορά θα ’μαι ο νικητής. Έ λα , αφού πλαγιάσουμε, να δοθούμε στον έρωτά μας. Π οτέ τόσο πολύ δεν είχα έρωτα για σένα ούτε στην αρχή που σ’ έφερα α π’ την αγαπητή Λακεδαίμονα με τα θαλασσόδρομα πλοία μου και πλάγιασα ερωτικά μαζί σου στο νησί Κρανάη, όσο σε αγαπώ τώρα και γλυκός πόθος με κατέχει». Μ ιλώντας έτσι, κινήθηκε προς το κρεβάτι, μαζί δε ακολουθούσε η ομόκοιτή του. Και ξάπλωσαν πάνω στο όμορφο ξύλινο κρεβάτι. Ο Μενέλαος δε, ο γιος του Ατρέα, τριγύριζε μανιασμένος ανάμεσα στους στρατιώτες, μοιάζοντας με άγριο θηρίο, ψάχνοντας να βρει το θεϊκό Αλέξανδρο. Αλλά ούτε ένας Τρώας ή ξακουστός σύμμαχος τον έβλεπε για να τον φα­ νερώσει στον πολεμικό Μενέλαο. Αλλά και κάποιος να τον έβρισκε δεν θα τον έκρυβε από συμπάθεια. Τον μισούσαν όλοι σαν το μαύρο χάρο. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας ανήγ­ γειλε τελικά τα εξής: «Τρώες, Δάρδανοι52 και σύμμαχοι,

163

ΟΜΗΡΟΣ

νίκη μέν δή φαίνετ ’ άρηϊφίλου Μενελάου, υμείς δ ’ Αυγείην Ελένην και κτήμαθ ’ άμ ’ αυτή έκδοτε, και τιμήν άποτινέμεν ήν τιν ’ έοικεν, ή τε και έσσομένοισι μ ετ ’ άνθρώποισι πέληται. ” Λ έφατ ’ Άτρε'ιδης, έπί δ ’ ηνεον άλλοι Αχαιοί. Ως
460

164

ΙΛΙΑΔΟΣ Γ

ακούστε με. Ο τρανός Μενέλαος νίκησε χωρίς αμφιβολία. Δώστε τώρα την Αργεία Ελένη με όλα της τα πλούτη και αποζημιώ στε μας επάξια, ώστε να το θυμούνται αυτό και οι μελλοντικές γενιές». Έ τσ ι μίλησε ο Ατρείδης, και οι Α χαιοί όλοι τον επιδο­ κίμαζαν.

165

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Δ (Έ μμετρος ) Δέλτ-α■θεών άγορή, όρκων χνσις, Άρεος αρχή. (Π ε ζ ή ) Όρκίων σνγχνσις καί έπιπώλησις Άγαμέμνονος.

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΙΔΙΑΣ Δ Κ ατά τον άρχαΐον «παραφραστήν». Έδοξε τοΐς θεοΐς τήν Ίλιον άλώναι. Διό Αθηνά μέν Μενέλαον τοξευθήναι παρεσκενασε. Ον τω δέ σνγχνθέντων τών όρκων, Μαχάων μέν ίαται Μενέλαον, ’ γαμέμνων δέ Α άπελθών τήν στρατιάν παρορμα εις πόλεμον. Συμβολής δέ γενομένης πολλοί εκατέρωθεν αναιρούνται.

ΑΛΛΩΣ Τον ’ λέξανδρον ήττηθέντος και τον Άγαμέμνονος άπαιΑ τονντος κατά τάς σννθήκας τήν τε Ελένην και τά σνν αντή άρπαγέντα κτήματα, καί τήν περί τον άδικήματος τιμωρίαν, έν Δ ιός οί θεοί βουλενονται περί τής Ίλιον. Καί Ζευς προτραπείς νπό τής Ή ρας άποστέλλει τήν ’ θήναν εις τό Α τών Τρώων στράτενμα, σνγχνσιν τών όρκων έργασομένην. Ή δέ παραγενομένη πείθει Πάνδαρον τον Ζελείτην τοξεϋσαι τον Μενέλαον. Καί βληθέντος αντοϋ, Αγαμέμνων οδύρεται καί Μαχάονα τον ιατρόν μεταπέμπεται. Καί έτι περί τήν θερα­ πείαν Μενελάου άσχολουμένων τών άριστων, έπίασιν οΐ Τρώες συν όπλοις. ’ γαμέμνων δέ έπιών τό στρατόπεδον Α τονς ήδη παρατασσομένονς παρακαλεΐ καί έπαινεΐ, τοΐς δέ άγνοονσι τήν έφοδον τών Τρώων έπιπλήσσει. Καί ον τω, σνμπεσόντων αντών εις τήν μάχην, εκατέρωθεν πίπτονσι πολλοί.

166

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Δ

(' Ε μ μ ετρη }— Δέλτα, συνέλευση των θεών, παραβίαση των όρκων, αρχή του πολέμου. {Π εζή) Παραβίαση τω ν όρκων και παραπλάνηση του Αγαμέμνονα.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Δ

Κ α τά τον αρχαίο «παραφραστή». Φάνηκε καλό στους θεούς να κυριευτεί η Τροία. Για τούτο η Αθηνά προετοίμασε, ώστε να χτυπηθεί με τόξο ο Μενέλαος. Έ τσ ι, αφού μ ’ αυτό τον τρόπο παραβιάστηκαν οι όρκοι, ο Μαχάονας μεν θεραπεύει τον Μενέλαο, ο Α γα ­ μέμνονας δε, αφού έφυγε, παρορμά το στρατό σε πόλεμο. Αφού δε έγινε συμπλοκή, πολλοί κι από τα δυο μέρη σκοτώνονται.
ΜΕ Α Λ Λ Ο ΤΡΟΠΟ

Μετά την ήττα του Αλέξανδρου και την απαίτηση του Αγαμέμνονα να πάρει, σύμφωνα με την ένορκη συνθήκη, την Ελένη και τα υπάρχοντά της, οι θεοί συσκέπτονται με επικεφαλής τον Δία για την τιμω ρία της αδικίας και για την τύχη του Ιλίου. Ο Δίας τότε με παρότρυνση της Ή ρα ς στέλνει την Αθηνά στο στρατόπεδο των Τρώων, να προκαλέσει σύγχυση σχετικά με τους όρκους. Η θεά φθάνοντας εκεί πείθει τον Πάνδαρο από τη Ζελεία να τοξεύσει τον Μενέλαο, που τραυματίζεται. Τότε ο Αγαμέμνονας θλιμμένος καλεί το γιατρό Μαχάονα. Ενώ λοιπόν οι Έ λλη­ νες είναι απασχολημένοι με τη θεραπεία του Μενέλαου, οι Τρώες ένοπλοι επιτίθενται. Ο Αγαμέμνονας επιθεωρώντας το στρατόπεδο προτρέπει και επαινεί τους ήδη παραταγμέ­ νους στρατιώ τες, ενώ επιπλήττει αυστηρά όσους δεν αντιλήφθηκαν την επίθεση των Τρώων. Έ τσ ι, άρχισε η συ­ μπλοκή, όπου πολλοί σκοτώθηκαν.

167

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

Ο ΐ δέ θεοί πάρ Ζηνί καθήμενοι ήγορόωντο χρνσέω έν δαπέδω, μετά δέ σφισι πότνια Ή βη νέκταρ έωνοχόεΐ' τοί δέ χρυσέοις δεπάεσσι δειδέχατ’ άλλήλους, Τρώων πόλιν είσορόωντες' αντίκ ’ έπειρίϊτο Κρονίδης έρεθιζέμεν Ή ρην κερτομίοις έπέεσσι παραβλήδην άγορεύων “δοιαι μέν Μενελάω άρηγόνες είσι θεάων Ή ρη τ ’ Άργείη καί Άλαλκομενηϊς ΆΟήνη. άλλ ’ ήτοι ταί νόσψι καθήμεναι είσορόωσαι τέρπεσθον τω δ ’ αντε φιλομειδής Αφροδίτη αίεί παρμέμβλωκε καί a m ον κήρας άμννει· καί νϋν έξεσάωσεν όϊόμενον θανέεσθαι. ά λλ’ ήτοι νίκη μέν άρηϊψίλον Μενελάουήμεΐς δέ φραζώμεθ’ δπως έσται τάδε έργα, ή ρ ’ αντις πόλεμόν τε κακόν καί φυλοπιν αίνήν ορσομεν, ή φιλότητα μ ε τ ’ άμφοτέροισι βάλωμεν. εί δ ’ αν πως τόδε πασι φίλον καί ήδν γένοιτο, ήτοι μέν οίκέοιτο πόλις Πριάμοιο άνακτος, αντις δ ’ Άργείην Ελένην Μενέλαος άγοιτο.”
*Ως έφ α θ ’, α ΐ δ ’ έπέμνξαν Άθηναίη τε καί Ή ρ η ' πλησίαι α ί γ ’ ήσθην, κακά δέ Τρώεσσι μεδέσθην. ήτοι Άθηναίη άκέων ήν ονδέ τι είπε σκνζομένη Δ ιί π α τρί, χόλος δέ μιν άγριος ήρει·

5

10

15

20

168

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

Οι θεοί λοιπόν καθισμένοι κοντά στον Δία σε χρυσό δάπεδο, η σεβαστή Ή β η 1 δε τους κερνούσε νέ­ κταρ· έπιναν αυτοί σε χρυσά κύπελλα και εύχονταν ο ένας στον άλλο, κοιτάζοντας μέσα στην πόλη της Τροίας. Α μ έ­ σως ο γιος του Κρόνου προσπαθούσε να ερεθίζει την Ή ρ α με επιτιμητικά λόγια: «Δυο α π ’ τις θεές παραστέκονται στον Μενέλαο, η Ή ρα από το Άργος και η Αθηνά2 από τις Αλαλκομενές, όμως αυτές κάθονται εδώ κι απολαμβάνουν βλέποντας, ενώ αντίθετα η γελαστή Αφροδίτη πάντοτε βρίσκεται στο πλευρό3 του Πάρη και τον προστατεύει απο τη συμφορά. Μόλις πριν λίγο τον γλίτωσε α π’ το χάρο, καθώς αυτός νόμισε πω ς θα πεθάνει. Η νίκη οπωσ­ δήποτε είναι του πολεμικού Μενέλαου, εμείς δε πρέπει να σκεφτούμε π ώ ς θα εξελιχθούν αυτά τα έργα, ποιο από τα δύο, φοβερό πόλεμο και έχθρα σφοδρή να ρίξουμε ή στα δύο μέρη να εμβάλουμε αγάπη; Αν το εγκρίνετε, αυτό θα σημαίνει πω ς η πόλη του βασιλιά Πριάμου θα επιζήσει και ο Μενέλαος θα πάρει πίσω την Α ργεία Ελένη». Η ομιλία του έφερε ζωηρές αντιρρήσεις α π ’ τη μεριά της Αθηνάς και της Ή ρα ς. Αυτές κάθονταν δίπλα, καταστρώνοντας επίβουλα σχέδια για τους Τρώες. Η Αθηνά όμως έμεινε άφωνη, παρά το θυμό4 της για τον πατέρα της Δία. Συγκράτησε την αγανάκτησή της, αν και η οργή την πλημμύριζε. Αντίθετα, η οργή της Ή ρα ς ξεχείλισε α π’

169

ΟΜΗΡΟΣ

Ήρτ] δ ’ ονκ έχαδε στήθος χόλον, άλλα προσηύδα“αίνότατε Κρονίδη, ποιον τον μϋθον έειπες'

25

πώς έθέλεις άλιον θείναι πόνον η δ ’ άτέλεστον,
ιδρώ θ ’ ον ίδρωσα μόγω , καμέτην δε μοι ϊπποι

λαόν άγειρούσ?/, Πριάμω κακά τοϊό τε παισίν. έρδ’· άτάρ ον τοι πάντες έπαινεομεν θεοί άλλοι.” Την δέ μ έ γ ’ όχθήσας προσέψη νεψεληγερέτα Ζεύς' “δαιμονίη, τ ί νν σε Πρίαμος Πριάμοιο τε παϊδες τόσσα κακά ρέζονσιν, δ τ ’ άσπερχές μενεαινεις Ίλιον έξαλαπάξαι έϋκτίμενον πτολίεθρον; εί δέ σύ γ ’ είσελθονσα πνλας και τείχεα μακρά ώμον βεβρώθοις Πρίαμον Πριάμοιό τε παΐδας άλλονς τε Τρώας, τότε κεν χόλον έξακέσαιο. έρξον όπως έθέλεις' μή τοντό γε νεϊκος όπίσσω σο'ι και έμοι μ έ γ ’ έρισμα μ ε τ ’ άμφοτέροισι γένηται. άλλο δέ τοι έρέω, σν δ ’ ένι φρεσι βάλλεο σησιν όππότε κεν καί έγω μεμαώς πόλιν έξαλαπάξαι την έθέλω όθι τοι φίλοι άνέρες έγγεγάασι, μη τι διατρίβειν τον έμόν χόλον, αλλά μ ’ έασαΓ καί γάρ έγώ σοί δώκα έκών άέκοντί γε θυμω · αΐ γάρ νπ ’ ήελίω τε καί ούρανώ άστερόεντι ναιετάονσι πόληες έπιχθονίων ανθρώπων, τάων μοι περί κηρι τιέσκετο Ίλιος ίρή καί Πρίαμος καί λαός ένμμελίω Πριάμοιο. ου γάρ μ ο ί ποτε βωμός έδενετο δαιτός έΐσης λοιβης τε κνίσης τ ε ■τό γάρ λάχομεν γέρας η μ είς.” Τον δ ’ ήμείβετ ’ έπειτα βοώπις πότνια Ή ρη· “ήτοι έμοί τρεις μέν πολύ φ ίλτα τα ί είσι πόληες Άργος τε Σ πάρτη τε καί εύρυάγυια Μνκήνη' τάς διαπέρσαι ό τ ’ άν τοι άπέχθωνται περί κήρν τάων ον τοι έγώ πρόσθ ’ 'ίσταμαι ουδέ μεγαίρω. ε ί περ γάρ φθονέω τε καί ονκ είώ διαπέρσαι,

30

35

40

45

50

55

170

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

τα στήθη της και ξέσπασε λέγοντας: «Φοβερότατε γιε του Κρόνου, αυτό που υποθέτεις είναι τρομακτικό. Π ώ ς μπορείς να σκέφτεσαι να μείνουν άκαρποι οι κόποι μου και ο ιδρώτας που έχυσα και ο κάματος των ίππων μου, καθώς έτρεχα να ξεσηκώσω τις στρατιές εναντίον του Πριάμου και των γιων του; Να το κάνεις- αλλά οι υπόλοιποι θεοί δεν συμφωνούν μαζί σου». Τ ότε ο Δίας που συγκεντρώνει τις νεφέλες απάντησε οργισμένος: «Δαιμόνια, τι κακό σου έχει κάνει ο Πρίαμος και οι γιοι του Πριάμου και γ ι’ αυτό5 αφηνιασμένα επιθυ­ μείς να καταστρέφεις την όμορφη πόλη της Τροίας; Με τίποτε άλλο δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τη μανία σου, παρά μόνο αν επιτεθείς στα τείχη και φας τον Πρίαμο και τους γιους του Πριάμου ωμούς; Πράξε όπως θέλεις- να μη γίνει όμως αυτή η διαφορά μεταξύ μας αφορμή φιλονικίας των δυο μας. Σου λέω, λοιπόν, αυτό^και να το θυμάσαι: αν θελήσω κι εγώ ποτέ να καταστρέψω την πόλη που θέλω, όπου ζουν φίλοι σου, μην προσπαθήσεις να συγκρατήσεις το θυμό μου, αλλά να μ ’ αφήσεις να το κάνω, επειδή τώρα ο ίδιος σου έδωσα αλλά χω ρίς να συμφωνεί η ψυχή μου. Γιατί, α π ’ όλες τις πόλεις που οι άνθρωποι κατοικούν κάτω α π ’ τον ήλιο και το γεμάτο αστέρια ουρανό, η πιο α γαπη­ μένη στην καρδιά μου είναι το ιερό Ίλ ιο και ο Πρίαμος και ο λαός του Πριάμου, του οπλισμένου με δόρυ από μελιά6. Ποτέ δεν άφησαν το βωμό μου χω ρίς φαγητό, εξίσου μοιρασμένο, και σπονδές και κνίσα, αυτά δηλαδή που σε μας λαχαίνουν ως βραβεία». Έ π ειτα η μεγαλομάτα δέσποινα Ή ρ α απάντησε: «Οι τρεις πόλεις που αγαπώ πάνω α π ’ όλα είναι το Άργος, η Σ πάρτη7 και οι Μυκήνες με τους φαρδιούς δρόμους. Κατάστρεψέ τες, όταν σου γίνουν πολύ απεχθείς στην ψυχή σου. Δεν θα θυμώσω για την καταστροφή τους ούτε θα τις υπερασπιστώ. Ακόμα κι αν δεν συμφωνώ και παρεμβαίνω

171

ΟΜΗΡΟΣ

ονκ άννω φθονέονσ’ έπεί ή πολύ φέρτερός έσσι. άλλα χρή και έμόν θέμεναι πόνον ονκ άτε'λεστον καί γάρ εγώ θεός είμι, γένος δέ μοι ένθεν όθεν σοί, καί με πρεσβυτάτην τέκετο Κρόνος άγκυλομητης, άμφότερον γενεΐ] τε καί οννεκα ση παράκοιτις 60 κέκλημαι, συ δέ πάσι μ ε τ ’ άθανάτοισιν άνάσσεις. ά λλ’ ή'τοι μέν τα νθ’ νποείξομεν άλληλοισι, σοί μέν εγώ, συ δ ’ έμor έπι δ ’ έψονται θεοί άλλοι άθάνατοΓ σύ δέ θάσσον Αθηναίη έπιτεϊλαι έλθεΐν ές Τρώων καί ’ χαιών φνλοπιν αίνην, Α 65 πείράν δ ’ ώς κε Τρώες νπερκνδαντας ’ χαιούς Α άρξωσι πρότεροι υπέρ ορκια δηλησασθαι. ” "Ως έφ α τ’, ονδ’ άπίθησε πατήρ άνδρών τε θεών τε' α ντίκ ’ Αθηναίην έπεα πτερόεντα προσηνδα· “αίγα μ ά λ ’ ές στρατόν έλθέ μετά Τρώας καί Αχαιονς,ΊΟ πείραν δ ’ ώς κε Τρώες ΰπερκνδαντας Αχαιούς άρξωσι πρότεροι υπέρ ορκια δηλησασθαι. ” "Ως είπών ότρυνε πάρος μεμαυϊαν Άθηνην, βη δέ κ α τ ’ Ονλνμποιο καρηνων άΐξασα. οίον δ ’ αστέρα ήκε Κρόνου πάις άγκνλομητεω 75 η ναντησι τέρας ήέ στρατώ εύρέϊ λαών λαμπρόν τον δέ τε πολλοί από σπινθήρες ίενταί' τώ έϊκυΐ’ ηιξεν έπι χθόνα Παλλάς Αθηνη, κάδ δ ’ έθορ’ ές μέσσον θάμβος δ ’ έχεν εισορόωντας Τρώάς θ ’ ΐπποδάμους καί έϋκνημίδας Αχαιούς■ 80 ώδε δέ τις είπεσκεν ίδών ές πλησίον άλλον “ή ρ ’ αντις πόλεμός τε κακός καί ψύλοπις αίνη έσσεται, η ψιλότητα μ ετ ’ άμφοτέροισι τιθησι Ζευς, ός τ ’ άνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτνκται. ” "Ως άρα τις είπεσκεν ’ χαιών τε Τρώων τε. Α 85 η δ ’ άνδρί ίκέλη Τρώων κατεδνσεθ’ όμιλον

172

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

στα σχέδιά σου, δεν θα πετύχω τίποτε με το φθόνο μου, επειδή εσύ είσαι πολύ υπέρτερος. Οι πράξεις όμως οι δικές μου δεν πρέπει να μείνουν δίχως αποτέλεσμα. Είμαι κι εγώ θεά και η γενιά μας είναι η ίδια. Α π ’ όλα τα παιδιά του δολερού Κρόνου εγώ είμαι πιο αξιοσέβαστη για δυο λό­ γους, για την καταγω γή μου και για τί είμαι η συντρόφισσά σου. Εσύ δε κυβερνάς τους αθανάτους. Ας υποχωρήσουμε ο ένας απέναντι στον άλλο, οι άλλοι δε αθάνατοι θεοί θα μας ακολουθούν. Το μόνο που σου ζητώ τώρα είναι να στείλεις την Αθηνά στο πεδίο της μάχης και να προσπαθήσει οι Τρώες πρώ τοι να διαλύσουν την ανακωχή ειρήνης, που έχουν συνάψει με τους Αχαιούς». Έ τσ ι είπε, και ο πατέρας των ανθρώπων και των θεών δεν έφερε αντίρρηση, αμέσως δε στην Αθηνά είπε φτερωτά λόγια! «Π ήγαινε στο πεδίο της μάχης ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς όσο πιο γρήγορα μπορείς. Κάνε τους Τρώες, αφού διαλύσουν πρώ τοι την ανακωχή, να επιτεθούν εναντίον των ξακουσμένων Αχαιών». Η Αθηνά, που είχε ήδη ανάψει μέσα της ο πόθος για δράση, πήρε διπλή χαρά και τρέχοντας α π’ τις κορφές του Ολύμπου, έπεσε σαν λαμπερό αστέρι8, σταλμένο α π’ το γιο του πανούργου Κρόνου, να δώσει μήνυμα σε ναύτες ή σε κάποιο ισχυρό στρατό πεζώ ν, διασχίζοντας τον ουρανό, πετώ ντας αμέτρητες σπίθες. Έ τσ ι ξεχύθηκε η Παλλάδα Αθηνά κάτω στη γη και μπήκε ανάμεσά τους. Οι ιπποδαμαστές Τρώες και οι καλλικνήμιδες Αχαιοί τα έχασαν στη θέα της. Ο καθένας κοίταζε το διπλανό του κι έλεγε έτσι: «Π άλι πόλεμος κακός και μάχη σφοδρή θα γίνει ή ο Δ ία ς9, ο ρυθμιστής του πολέμου, σκέφτεται συμφιλίωση και για τα δυο μέρη;» Και ενώ οι Αχαιοί και οι Τρώες αναρωτιόνταν μεταξύ τους γ ι’ αυτό που ήρθε ξαφνικά, η Αθηνά, μεταμφιεσμένη σε άντρα, γλίστρησε ανάμεσα στα στρατεύματα των Τρώων,

173

ΟΜΗΡΟΣ

Ααοδόκω Αντηνορίδη κρατερώ α ίχμητή, Πάνδαρον άντίθεον διζημένη ε ί που έφεύροι. εύρε Ανκάονος νίον άμνμονά τε κρατερόν τε έσ τα ό τ’· άμφί δ έ μιν κρατεραί σ τίχες άσπιστάω ν λαών, ο ί οί έποντο α π ’ Α ίσήποιο ροάω ν ά γχον δ ’ ίσταμένη έπεα πτερόεντα προσηύδα“ή ρά νύ μ ο ί τι πίθοιο Λυκάονος υιέ δαΐφρον. τλαίης κεν Μ ενελάω έπιπροέμεν ταχνν ιόν, πασι δέ κε Τρώεσαι χάριν καί κϋδος αροιο, έκ πάντω ν δέ μά λισ τα Αλεξάνδρω βασιλήϊ. τον κεν δή π ά μπρ ω τα π α ρ ’ αγλαά δώρα φέροιο, α ί κεν i'örj Μενέλαον άρήϊον Α τρέος νίον σω β έλ εϊ δμηθέντα πυρής έπιβάντ ’ άλεγεινής. ά λ λ ’ ά γ ’ όΐστευσον Μενελάου κυδαλίμοιο, ευχεο δ ’ Α πόλλω νι Λ ν κ η γ ε ν έ ϊ κλυτοτόξω άρνών πρω τογόνω ν ρέξειν κλειτήν εκατόμβην οίκαδε νοστήσας ιερής εις άστυ Ζ ελείης. ” “ φ ά τ ’ Αθηναίη, τώ δέ φρένας άφρονι π εΐθ εν Ως αντίκ ’ έσνλα τόξον ένξοον ίξάλου αίγός άγριου, δν ρά π ο τ ’ αυτός υπό στέρνοιο τνχήσας π έτρης έκβαίνοντα δεδεγμένος έν προδοκήσι βεβλήκει πρός στήθος· ό δ ’ ύπτιος έμπεσε πέτρη. του κέρα έκ κεφαλής έκκαιδεκάδωρα πεφ ύκ εν καί τα μέν άσκήσας κεραοξόος ήραρε τέκτω ν, παν δ ’ εύ λειήνας χρυσέην έπέθηκε κορώνην. καί τό μέν εν κατέθηκε τανυσσάμενος π ο τί γαίη άγκλίνας· πρόσθεν δέ σάκεα σχέθον έσθλοί εταίροι μ ή πριν άναΐξειαν άρήϊοι υΐες Α χα ιώ ν 110 100

90

95

105

174

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

παίρνοντας την όψη του ικανού στο δόρυ Λαόδοκου, του γιου του Αντήνορα, αναζητώντας μέσα στο στρατό τω ν Τρώων τον ισόθεο Πάνδαρο, μήπως τον δει. Σ το τέλος βρήκε τον άριστο και ισχυρό γιο του Λυκάονα να σ τέκε­ ται' δίπλα του ήταν οι γενναίες φάλαγγες τω ν ασπιδοφόρων στρατιωτών. Οι άντρες, που υπάκουγαν στις διαταγές του, είχαν έρθει α π ’ την περιοχή του ποταμού Αισήπου. Αφού στάθηκε κοντά, του είπε φτερωτά λόγια! «Μ πορείς να μ’ ακούσεις σε κάτι, σώφρονα γιε του Λυκάονα; Θα τολμούσες να σημάδευες τον Μενέλαο με βέλος γοργό, να δόξαζες το όνομά σου' κάθε Τ ρ ώ ας10 θα σ’ ευγνωμονούσε, πρώτος α π ’ όλους ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Θα ερχόταν μ ’ ένα πολύτιμο δώρο για σένα, αν έβλεπε τον ισχυρό Μ ενέ­ λαο, το γιο του Ατρέα, να πέφτει κάτω α π ’ το βέλος σου και έπειτα πάνω στην πυρά που δίνει πόνο. Έ λ α και ση­ μάδεψε τον Μενέλαο τον ξακουστό και προσευχήσου στο φωτογέννητο1 τοξότη Απόλλωνα' υποσχέσου του λαμπρή 1 θυσία από πρωτογέννητους12 αμνούς, μόλις επιστρέψεις στην πατρίδα σου, την ιερή πόλη της Ζελείας». Έ τσ ι μίλησε η Αθηνά κι έπεισε το νου του άφρονα. Ευθύς βγάζει13 α π ’ τη θήκη του το γυαλισμένο τόξο, το φτιαγμένο από κέρατα γρήγορης στα πόδια άγριας α ίγας, που είχε ο ίδιος σημαδέψει, αφού την παραμόνεψε για αρκετή ώρα, και την πέτυχε στην καρδιά, καθώς αυτό έβγαινε από μια σπηλιά. Το ζώο διπλώθηκε στα δύο κι έπεσε ανάσκελα κάτω. Τα κέρατα στο κεφάλι του είχαν δεκάξι παλάμες μάκρος και τα ’χε δουλέψει τεχνίτης που επεξεργάζεται τα κέρατα. Αφού τα ίσιωσε, τα μαλάκωσε και τους έβαλε χρυσό κάλυμμα στις άκρες. Ο Πάνδαρος τέντω σε14 αυτό το τόξο και το ακούμπησε κάτω περνώντας του τη χορδή. Οι γενναίοι ακόλουθοί του τον προστάτευαν με τις ασπίδες τους, σε περίπτω ση που οι φοβεροί Α χαιοί τον αιφνιδίαζαν την ώρα που αυτός θα σημάδευε τον π ο-

175

/

ΟΜΗΡΟΣ

πριν βλήσθαι Μενέλαον άρήϊον Άτρέος νίόν. αντάρ ο συλα πώμα φαρέτρης, έκ < ’ έλετ ’ Ιον 5 άβλήτα πτερόεντα μελαινέων έρ μ ’ όδυνάων αίγα δ ’ έπι νενρή κατεκόσμει πικρόν όϊστόν, εΰχετο δ ’ Άπόλλωνι Λ υκηγενέϊ κλυτοτόξω άρνών πρωτογόνων ρέξειν κλειτήν εκατόμβην οΐκαδε νοστήσας ιερής εις άστυ Ζελείης. έλκε δ ’ όμον γλυφίδας τε λαβών καί νεϋρα βόεια' νευρην μέν μαζώ πέλασεν, τόξω δέ σίδηρον. αύτάρ έπεί δή κυκλοτερές μέγα τόξον έτεινε, λίγξε βιός, νευρή δέ μ έ γ ’ ΐαχεν, άλτο δ ’ όϊστός όξνβελής καθ ’ όμιλον έπιπτέσθαι μενεαίνων. Ουδέ σέθεν, Μενέλαε, θεοί μάκαρες λελάθοντο αθάνατοι, πρώτη δέ Λ ιός θυγάτηρ άγελείη, ή τοι πρόσθε στασα βέλος έχεπενκές άμυνεν. ή δέ τόσον μέν έεργεν από χροός ώς οτε μήτηρ παιδός έέργη μνϊαν όθ ’ ήδέϊ λέξαται νπνω, αυτή δ ’ αντ ’ ίθυνεν όθι ζωστήρος όχήες χρυσειοι σννεχον καί διπλόος ήντετο θώρηξ. έν δ ’ έπεσε ζωστήρι άρηρότι πικρός όϊστός■ διά μέν άρ ζωστήρος έλήλατο δαιδαλέοιο, καί διά θώρηκος πολυδαιδάλου ήρήρειστο μΐτρης θ ’, ήν έφόρει έρυμα χροός έρκος άκόντων, ή οι πλεΐστον έρντο· διά προ < ε είσατο καί τής. 5 άκρότατον δ ’ ά ρ’ όϊστός έπέγραψε χρόα φωτός' αντίκα δ ’ έρρεεν αίμα κελαινεφές έξ ώτειλής. Ώς δ ’ οτε τις τ ’ έλέφαντα γυνή φοινίκι μιήνη Μηονίς ήέ Κάειρα παρήϊον έμμεναι ίππω ν κεϊται δ ’ έν θαλάμω, πολέες τ έ μιν ήρήσαντο

115

120

125

130

135

140

176

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

λεμικό Μενέλαο, το γιο του Ατρέα. Αφού άνοιξε το σκέ­ πασμα της σαϊτοθήκης του, διάλεξε από μέσα φτερωτό αχρησιμοποίητο βέλος, που έκρυβε πόνους15, και το δοκί­ μασε στο τόξο. Καθώς το φαρμακερό βέλος το τέντω νε στη χορδή, υποσχέθηκε στο φωτογέννητο τοξότη Α πόλλωνα λαμπρή θυσία από πρωτογέννητους αμνούς, μόλις θα επέ­ στρεφε στην πατρίδα του, την ιερή πόλη της Ζελείας. Τράβηξε, αφού έπιασε τις χα ραμ α τιές16 του βέλους και τη χορδή από δέρμα βοδιού την έφερε αυτή κοντά στο στήθος του, και τη σιδερένια17 λόγχη του βέλους στο τό­ ξο. Τέντωσε δε το μεγάλο τόξο να γίνει κυκλικό. Σαν άφησε ελεύθερη τη χορδή, το βέλος με τη μυτερή αιχμή έφυγε στον αέρα με δυνατό σφύριγμα, με στόχο τα εχθρικά στρατεύματα. Αλλά οι μακάριοι θεοί, οι αθάνατοι, δεν σε ξέχασαν, Μενέλαε- πάνω α π ’ όλους η κόρη του Δ ία, που φέρνει λάφυρα, στάθηκε μπροστά σου κι έδιωξε το φονικό βέλος σ’ άλλη κατεύθυνση, μακριά α π ’ το κορμί σου. Ό π ω ς μια μάνα διώχνει τη μύγα πάνω α π ’ το παιδί της που κοιμάται με γλυκό ύπνο18, έτσι και αυτή με το χέρι της το έπιασε και τ ’ οδήγησε στο μέρος, όπου οι χρυσές θηλιές τη ς ζώνης ενισχύουν το θώρακα, περνώντας προς τα πάνω σταυρω­ τές. Έ τσ ι, το μυτερό βέλος χτύπησε πάνω στην καλοφτιαγμένη ζώνη. ΙΙέρασε μέσα α π ’ τον πλουμισμένο θώ­ ρακα και τελικά διαπέρασε και τον προστατευτικό ζω στή­ ρα που φορούσε ο Μενέλαος σαν έσχατο μέτρο προστασίας κατά των εκσφενδονιζόμενων τόξων. Τον πήρε ξώσαρκα μόνο19, αλλά το μαύρο αίμα ξεπετάχτηκε με μιας α π ’ το τραύμα. Έ μ ο ια ζε με την πορφύρα που οι γυναίκες της Λ υδίας ή της Καρίας χρησιμοποιούν για να βάψουν το ελεφαντόδο­ ντο, για να το κάνουν στολίδι στα χαλινάρια των αλόγων, και είναι σε αποθήκη, πολλοί δε στο άλογό τους θέλουν να

177

ΟΜΗΡΟΣ

ίππηες φ ο ρέειν β α σ ιλ η ϊ δέ κεϊτα ι άγαλμα, άμφότερον κόσμος θ ’ ΐππω έλ α τη ρ ί τε κνδος' τοΐοί τοί, Μ ενέλαε, μιάνθην α ΐμ α τι μηροί εύφνέες κ νη μ α ί τε Ιδέ σφυρά κ ά λ ’ νπένερθε. 'Ρ ίγη σεν δ ’ άρ ’ έπ ειτα άναξ άνδρών Α γα μ έμνω ν ώς είδεν μέλαν αίμα καταρρέον έξ ώ τειλ η ς’ ρίγησεν δέ καί αυτός άρηΐφιλος Μ ενέλαος. ώς δέ ί'δεν νεϋρόν τε καί όγκους εκτός έόντας άψορρόν οι θυμός ένί στηθεσσιν άγέρθη. τοΐς δέ βαρύ στενάχω ν μ ετέφ η κρείων ’ γα μ έμνω ν Α χειρός έχω ν Μενέλαον, έπεστενάχοντο δ ’ εταίρο γ “φίλε κα σ ίγνη τε, θάνατόν νυ το ι όρκι ’ έταμνον, οίον προστησας προ ’ χα ιώ ν Τρωσί μάχεσθαι, Α ώς σ ’ έβαλον Τρώες, κα τά δ ’ ορκια π ισ τά πάτησαν, ον μέν πω ς άλιον πέλει ορκιον αιμά τε άρνών σπονδαί τ ’ άκρητοι καί δεξιαί ής έπέπιθμεν. εί' περ γάρ τε καί αϋτίκ ’ ’ λύμπιος ονκ έτέλεσσεν, Ο εκ τε καί ό\ρέ τελεί, συν τε μ εγά λω άπέτεισαν συν σφησιν κεφαλησι γν ν α ιξ ί τε καί τεκέεσσιν. εύ γάρ εγώ τόδε οίδα κα τά φρένα καί κα τά θ υ μ ό ν έσσεται ήμαρ οτ ’ άν π ο τ ’ όλώλη Ίλιος ίρη καί Π ρίαμος καί λαός ένμμελίω Π ριάμοιο, Ζ ευς δέ σφι Κρονίδης νψ ίζυγος αίθέρι ναίων αυτός επισσείησιν έρεμνην αιγίδα πά σι τησδ ’ απ άτης κ ο τέ ω ν τά μέν έσ σετα ι ονκ άτέλεστα.' αλλά μοι αίνον άχος σέθεν έσσεται, ώ Μ ενέλαε, α ΐ κε θάνης καί πότμον άναπλησης βιότοιο. κ α ί κεν έλ έγχισ το ς πολυδίψιον Α ρ γο ς ίκ ο ίμ η ν αύτίκα γάρ μνησονται Α χα ιο ί πατρίδος α ’η ς· ί κάδ δέ κεν ενχω λην Π ριά μω καί Τρωσί λίποιμεν

145

150

155

160

165

170

178

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

το φορέσουν. Είναι όμως ευχαρίστηση του βασιλιά και για τα δύο, και στο άλογο στολισμός και για τον καβαλάρη περηφάνεια. Έ τσ ι, λοιπόν, Μενέλαε, έβαφε το αίμα τους δυνατούς μηρούς σου και τα πόδια σου και έτρεχε ως κάτω στους γερούς σου αστραγάλους. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας ρίγησε βέβαια, όταν είδε το σκούρο αίμα να βγαίνει α π’ την πληγή. Και ο πολεμικός Μενέλαος τρόμαξε και αυτός, όταν όμως πρόσεξε π ω ς οι αγκαθωτοί γάντζοι του βέλους20 δεν είχαν περάσει μέσα του, η ψυχή ξαναγύρισε στα στήθη του. Ο βασιλιάς Α γ α ­ μέμνονας τον έπιασε α π’ το χέρι και αναστενάζοντας βαθιά — όλοι οι άντρες γύρω του άρχισαν το ίδιο— είπε: «Α ­ γαπημένε μου αδελφέ, φαίνεται πω ς επιδίω κα το θάνατό σου, τότε που ορκιζόμουν και υπέγραφα τη συνθήκη, στέλ­ νοντας εσένα να πολεμήσεις μόνος τους Τρώες. Αυτοί τώ ρα σε πλήγωσαν και ποδοπάτησαν τη συνθήκη ειρήνης. Κι όμως η συμφωνία που ευλογήθηκε με κρασί και με αίμα αρνιών, δεν μπορεί ν’ ακυρωθεί τόσο εύκολα. Ο Ο λύμπιος μπορεί ν’ αναβάλει την τιμω ρία, αλλά τελικά δεν θα την αναιρέσουν, και οι καταπατητές θα το πληρώσουν ακριβά με τη ζωή τους, με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Γ ιατί γνωρίζω καλά στο νου μου και στην ψυχή21 αυτό εδώ' Θα έρθει η μέρα που το ιερό Ίλιο θα καταστραφεί μαζί με τον Πρίαμο και τον αντρειωμένο λαό του Πριάμου, του οπλισμένου με δόρυ από μελιά. Ο Δίας δε, ο γιος του Κρόνου, που ζει στον ουρανό και έχει το θρόνο του στα ύψη, θα σείσει οργισμένος την τρομερή του ασπίδα επάνω τους γ ι’ αυτή τους την απρέπεια. Ό λ ’ αυτά θα γίνουν ένα προς ένα. Αν πάλι πεθάνεις, Μενέλαε, αν το τέλος σου πλησιάζει, θα σε θρηνήσω με απέραντη πίκρα. Και ντρο­ πιασμένος θα γυρίσω πίσω στο διψασμένο Α ργος22, επειδή οι Α χαιοί θα θυμηθούν σύντομα στην πατρική γη. Θα αναγκαστούμε ν’ αφήσουμε την Α ργεία Ελένη εδώ στον

179

ΟΜΗΡΟΣ

Αργείην Ε λένην σέο δ ’ όστέα πύσει άρονρα κειμένου έν Τροίη άτελευτήτω έπι έργω. καί κ έ τις ώ δ’ έρέει Τρώων υπερηνορεόντων τνμβω έπιθρώσκων Μενελάου κυδαλίμοιο' “αίθ ’ ούτως έπι πασι χόλον τελέσει ’ Αγαμέμνων, ώς και νυν άλιον στρατόν ηγαγεν ένθάδ’ Αχαιών, και δη έβη οίκόνδε φίλην ές πατρίδα γαΐαν συν κεινησιν νηυσι λιπών άγαθόν Μενέλαον. ” ώς π ο τέ τις έρέει' τότε μοι χάνοι ενρεϊα χθώ ν.” Τον δ ’ έπιθαρσύνων προσέφη ξανθός Μενέλαος' “θάρσει, μηδέ τ ί πω δειδίσσεο λαόν Α χα ιώ ν ουκ έν καιρίω όξυ πάγη βέλος, άλλα πάροιθεν είρύσατο ζωστηρ τε παναίολος ή δ ’ ύπένερθε ζώμά τε και μίτρη, την χαλκηες κάμον άνδρες. ” Τον δ ’ άπαμειβόμενος προσέφη κρείων Α γα μέμνω ν “αΐ γάρ δη ούτως είη, φίλος ώ Μενέλαεέλκος δ ’ ιητήρ έπιμάσσεται ή δ ’ έπιθήσει φάρμαχ ’ ά κεν παύσησι μελαινάων όδυνάων. ” Ή και Ταλθύβιον θειον κήρυκα προσηύδα· “Ταλθνβι’, οττι τάχιστα Μαχάονα δεύρο κάλεσσον φ ώ τ’ Ασκληπιού νίον άμνμονος ίητήρος, οφρα i'ör] Μενέλαον άρήϊον Ατρέος υιόν, όν τις όϊστενσας έβαλεν τόξων έν είδώς Τρώων ή Ανκίων, τώ μέν κλέος, άμμι δέ πένθος.” "Ως έφατ ’, ονδ ’ άρα οί κηρνξ άπίθησεν άκου'σας, βή δ ’ ίέναι κατά λαόν Αχαιών χαλκοχιτώνων παπταίνων ήρωα Μαχάονα· τον δέ νόησεν εσταότ’· άμφί δέ μιν κρατεραι στίχες άσπιστάων λαών, ο ί οΐ έποντο Τρίκης έξ ίπποβότοιο. 200 195 190 185 180 175

180

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

Πρίαμο και στους άντρες του να καυχώ νται, ενώ τα κόκα­ λά σου θα σαπίζουν κάτω από τη γη της Τροίας χω ρ ίς να ’χεις εκτελέσει το καθήκον σου. Ο καθένας δε από τους Τρώες υπερηφανευόμενος θα λέει, καθώς θα πατά πάνω στον τάφο του περίφημου Μενέλαου: “ Μακάρι κάθε φορά ο Αγαμέμνονας να βγάζει την οργή του, όπω ς και τώ ρ α που έφερε εδώ το στρατό των Α χαιών και τώ ρα φεύγουν για την πατρίδα, για την αγαπημένη πατρική γη, με άδεια πλοία, έχοντας αφήσει το γενναίο Μενέλαο” . Έ τ σ ι θα μιλάνε κι εγώ θα προσεύχομαι να με καταπιεί η γ η » . Ο ξανθός Μενέλαος δίνοντας του θάρρος είπε σ’ αυτόν: «Να είσαι θαρραλέος. Μη λες τίποτα αποκαρδιω τικό για τους Αχαιούς. Το βέλος δεν ά γγιξε κανένα επικίνδυνο σημείο. Προτού εισχωρήσει βαθιά, το σταμάτησε η πολυ­ ποίκιλτη ζώνη μου, ο θώρακας και η ζώνη, που ήταν φτιαγμένα από χαλκουργούς». Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας απαντώντας σ’ αυτόν είπε: «Μακάρι να μου λες αλήθεια, αγαπημένε μου Μενέλαε. Π ρέπει ωστόσο κάποιος γιατρός να σου βάλει αλοιφές πάνω στο τραύμα, για να σου μαλακώσει τους πόνους». Μίλησε, και στον Ταλθύβιο23, το θεϊκό κήρυκα, είπε ακόμα: «Ταλθύβιε, πήγαινε το γρηγορότερο και φέρε εδώ τον Μαχάονα, τον γιο του ξακουστού γιατρού Α σκλη­ πιού24, να εξετάσει τον άρχοντά μας, τον Ατρείδη Μ ενέ­ λαο, τον οποίο κάποιος Τρώ ας ή Λύκιος, πολύ ικανός στο τόξο, τον χτύπησε με βέλος, αφού τον σημάδεψε, γ ια να πάρει αυτός τη δόξα και σε μας να μείνει η συμφορά». Έ τ σ ι μίλησε, και του τάραξε βέβαια την ψυχή στα στήθη. Ο συνοδός του Αγαμέμνονα υπάκουσε και πήρε το δρόμο του ανάμεσα στους χαλκοθώρακες Α χαιούς, γυ ­ ρεύοντας τον ήρωα Μαχάονα. Τον βρήκε να στέκεται με τους άντρες του — οπλισμένους με βαριές α σπίδες— που τον είχαν ακολουθήσει από την ιπποτρόφο Τρίκη. Παρου-

181

ΟΜΗΡΟΣ

άγχον δ ’ ίστάμενος έπεα πτερόεντα προσηνδα· “ορσ’ Ασκληπιάδη, καλέει κρείων Αγαμέμνων, όφρα ίδης Μενέλαον άρήϊον άρχόν ’ χαιών, Α ον τις όϊστευσας έβαλεν τόξων εν είδώς Τρώων ή Λυκίων, τω μέν κλέος, άμμι δέ πένθος. ” "Ως φάτο, τω δ ’ αρα θυμόν ένι στήθεσσιν όρινεβάν δ ’ ίέναι καθ’ όμιλον άνά στρατόν ενρύν Αχαιών, ά λλ’ οτε δη ρ ’ ΐκανον όθι ξανθός Μενέλαος βλήμενος ήν, περί δ ’ αυτόν άγηγέραθ’ όσσοι άριστοι κυκλόσ’, δ δ ’ έν μέσσοισι παρίστατο ισόθεος φως, αντίκα δ ’ έκ ζωστήρος άρηρότος έλκεν όϊστόν του δ ’ έξελκομένοιο πάλιν άγεν όξέες όγκοι, λϋσε δέ οι ζωστήρα παναίολον ή δ ’ ύπένερθε ζώμα τε και μίτρην, την χαλκήες κάμον άνδρες. ανταρ έπεί ί'δεν έλκος όθ ’ έμπεσε πικρός όϊστός, αίμ ’ έκμυζήσας έπ ’ άρ ’ ήπια φάρμακα είδώς πασσε, τά οί ποτε πατρι φίλα φρονέων πόρε Χείρων. ’Όφρα τοι άμφεπένοντο βοήν άγαθόν Μενέλαον, τόφρα δ ’ έπί Τρώων στίχες ή'λυθον άσπιστάω ν οΐ δ ’ αΰτις κατά τε ύ χ ε’ έδυν, μνήσαντο δέ χάρμης. Ένθ ’ οϋκ άν βρίζοντα ΐδοις ’ γαμέμνονα δΐον Α ουδέ καταπτώσσοντ ’ ονδ ’ ουκ έθέλοντα μάχεσθαι, αλλά μάλα σπενδοντα μάχην ές κυδιάνειραν. ίππους μέν γάρ έασε και άρματα ποικίλα χαλκώ · και τούς μέν θεράπων άπάνενθ ’ έχε φυσιόωντας Εύρυμέδων, υιός Πτολεμαίον Πειραΐδαοτω μάλα π ό λλ’ έπέτελλε παρισχέμεν όππότε κέν μιν γυΐα λάβη κάματος πολέας διά κοιρανέοντα· 230 225 220 215 210 205

182

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

σιάστηκε μπροστά του, αναγγέλλοντας το μήνυμα: «Β ιά ­ σου25, γιε του Ασκληπιού. Ο βασιλιάς Α γαμέμνονας μ ’ έστειλε να σε βρω να γιατρέψεις το γενναίο μας αρχηγό Μενέλαο, τον οποίο κάποιος Τρώας ή Λύκιος, πολύ ικανός στο τόξο, τον χτύπησε με βέλος, αφού τον σημάδεψε, γ ια να πάρει αυτός τη δόξα και σε μας να μείνει η συμφορά». Ο Μ αχάονας έκπληκτος α π ’ τις ειδήσεις του α γγελιο­ φόρου, ξεκίνησε μαζί του' και οι δυο βάδιζαν μέσα α π ’ τ ις σειρές του αχαϊκού στρατού. Σαν έφτασαν στο μέρος που ήταν ξαπλωμένος ο ξανθός Μενέλαος, μ ’ όλους τους α ρχη­ γούς γύρω του σε κύκλο26, ο ισόθεος Μ αχάονας κατάφερε να περάσει ανάμεσά τους, να πάει κοντά του και να του βγάλει το βέλος α π ’ τη ζώνη. Καθώς το βέλος τραβήχτηκε έξω, οι μυτεροί του γάντζοι έσπασαν. Του έβγαλε μετά την πολυποίκιλτη ζώνη, το ζώ μα και το θώρακα, που ήταν φτιαγμένα από χαλκουργούς. Ό ταν βρήκε το σημείο, ό­ που η μυτερή αιχμή είχε τρυπήσει τη σάρκα, του ρούφηξε το αίμα και έβαλε επάνω καταπραϋντική αλοιφή, που είχε δώσει στον πατέρα του ο Χείρωνας, επειδή τον αγαπούσε. Και ενώ όλοι ήταν απασχολημένοι με τον ισχυρό στην πολεμική κραυγή Μενέλαο, οι Τρώες πολεμιστές π ρ ο χώ ­ ρησαν οπλισμένοι μ’ ασπίδες. Οι Α χαιοί φόρεσαν έτσι άλλη μια φορά τις αρματωσιές τους και η προσοχή τους στρά­ φηκε ξανά στον πόλεμο. Τ ότε δεν γινόταν να δεις το θεϊκό Αγαμέμνονα να έχει κακή διάθεση ούτε να φοβάται ούτε δίσταζε να μπει και ο ίδιος στον πόλεμο, αλλά έδειχνε πόθο να τρέξει στη μ άχη που δοξάζει τους άντρες. Αποφάσισε να μη ζέψει τ ’ άλογα στ’ άρματα με τα χάλκινα στολίδια και να μην τα πάρει μαζί του. Ο Ευρυμέδοντας, ο γιος του Πτολεμαίου, γιου του Πειραίου, τα κρατούσε στην άκρη να χλιμιντρίζουν. Και είχε διαταγή να είναι τ ’ άλογα έτοιμα27, όταν το σώ μ α του κουραστεί, την ώρα που θα παρέτασσε το στράτευμα"

183

ΟΜΗΡΟΣ

αύτάρ 6 πεζός έών έπεπω λεΐτο σ τίχα ς άνδρώ ν κ α ί ρ ’ ονς μέν σπεύδοντας ’δοι Δαναών ταχυπώ λω ν, ί τους μάλα θαρσύνεσκε παριστάμενος έπ έεσ σ ιν “ Ά ρ γεΐο ι, μ ή πώ τι μεθίετε θούριδος ά λκής' ον γάρ έπι ψευδέσσι πα τήρ Ζ εύς έσ σετ ’ άρωγός, άλλ ’ ο ί περ πρότεροι υπέρ δρκια δηλήσαντο τώ ν ήτοι αυτών τέρενα χρόα γν π ες εδονται, ήμεΐς α ντ ’ άλόχονς τε φιλάς και νήπια τέκνα άξομεν έν νήεσσιν, έπήν πτολίεθρον έλωμεν. ” Ονς τινας αν μεθιέντας ίδοι στνγερον πολέμοιο, τούς μάλα νεικείεσκε χολω τοΐσιν έπ έεσ σ ιν “ Ά ργεΐο ι ιό μω ροί, έλεγχέες, ού νν σέβεσθε; τίφθ ’ ούτω ς έ σ τη τε τεθηπότες ήντε νεβροί, α ί τ ’ έπει ούν έκαμον πολέος πεδίοιο θέουσαι έατασ ’, ονδ ’ άρα τις σφι μ ετά φρεσι γ ίγν ετα ι άλκή'

235

240

245

ώς υμείς έσ τη τε τεθηπότες ονδέ μάχεσθε.
ή μ ένετε Τρώας σχεδόν έλθέμεν ενθά τε νήες ε ίρ ν α τ’ εύπρυμνοι πολιής έπι θιν'ι θαλάσσης, όφρα ίδητ ’ α ί κ ’ ύμμιν υπέροχη χεΐρα Κ ρονίω ν;” "Ως ο γ ε κοιρανέων έπεπω λεΐτο σ τίχα ς άνδρώ ν ήλθε δ ’ έπι Κ ρήτεσσι κιών άνά ουλαμόν άνδρών. οί δ ’ ά μ φ ’ Ίδομενήα δαιφρονα θωρήσσοντο' Ίδομενεύς μέν ένι προμάχοις συί είκελος αλκήν, Μηριόνης δ ’ άρα οί πυμά τα ς ώτρυνε φάλαγγας, τούς δέ ίδών γήθησεν άναξ άνδρών Α γαμ έμνω ν, αντίκα δ ’ Ίδομενήα προσηύδα μ ειλ ίχιο ισ ιν “Ίδομενεν, περί μέν σε τίω Δαναών ταχνποίλω ν ήμέν ένί πτολέμ ω ήδ ’ άλλοίω έπι έργω ήδ ’ έν δαίθ ’, οτε πέρ τε γερούσιον αίθοπα οίνον Ά ργείω ν οί άριοτοι ένί κρητήρι κέρωνται. ε ί περ γάρ τ ’ άλλοι γ ε κάρη κομόω ντες Α χαιοί

250

255

260

184

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

και πεζός περνούσε τις φάλαγγες των στρατιω τώ ν. Ό τα ν έβλεπε τους Δαναούς που έχουν γρήγορα άλογα, βιαστι­ κούς να μπουν στη μάχη, πλησίασε και τους έδωσε κου­ ράγιο με λόγια: «Α ργείοι, μην πάψετε να πολεμάτε γεν­ ναία. Οι ψεύτες28 δεν θα ’χουν τη βοήθεια του πατέρα Δ ία. Οι γύπες θα κατασπαράξουν τις τρυφερές σάρκες αυτών που καταπάτησαν τους όρκους τους. Εμείς όμως θα σύρου­ με στα καράβια μας τα παιδιά και τις γυναίκες που α γα ­ πούν, όταν θα καταστρέψουμε το ισχυρό τους κάστρο». Ό ταν πάλι έβλεπε κάποιους να δειλιάζουν μπροστά στον κακότυχο πόλεμο, τους πρόσβαλλε με θυμωμένα λόγια: «Δειλοί Α ργείοι, επονείδιστοι29, δεν ντρέπεστε; Γιατί στέ­ κεστε εκει σαν λαχανιασμένα ελάφια που, αφού τρέξουν στον κάμπο, σταματούν μόλις κουραστούν, μιας και δεν έχουν πια δύναμη; Σαν κι αυτά στέκεστε, αντί να πολεμά­ τε. Μ ήπως περιμένετε τους Τρώες να έρθουν στην αμμου­ διά της αφρισμένης θάλασσας, σ τ’ αραγμένα σας καράβια με τις ωραίες πρύμνες, ελπίζοντας πω ς ο γιος του Κρόνου θα σας προστατέψει;» Έ τσ ι λοιπόν αυτός μιλούσε, καθώς περνούσε α π’ τις γραμμές των στρατιω τώ ν. Συνάντησε ύστερα τους Κ ρητι­ κούς, που ήταν υπό τις διαταγές του Ιδομενέα30. Σ τη ν μπροστινή γραμμή βρισκόταν ο εμπειροπόλεμος Ιδομενέ­ ας, όμοιος στη δύναμη με κάπρο. Ο Μηριόνης βέβαια πρόσταζε τις ομάδες που πολεμούσαν στο τέλος των γρ α μ ­ μών. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας χάρηκε όταν τους είδε, και μίλησε γλυκά στον Ιδομενέα: «Ιδομενέα, α π ’ όλους τους Δαναούς με τα γρήγορα άλογα, δεν υπάρχει ούτε ένας ικανότερος από σένα , όχι μόνο πάνω στο πεδίο της μά­ χης, αλλά κι έξω α π ’ αυτό, όταν οι αρχηγοί των Α χαιώ ν την ώρα του γεύματος αραιώνουν στους κρατήρες το δυ­ νατό κρασί, που ταιριάζει στους αρχηγούς μας. Ό ταν οι υπόλοιποι Α χαιοί με τη μακριά κόμη θα έχουν πιει το

185

ΟΜΗΡΟΣ

δαιτρόν πίνω σιν, σόν δέ πλεΐον δέπας αίει έ σ τ η χ ’, ως περ έμοί, πιέειν οτε θνμός άνώγοι. ά λ λ ’ ορσεν πό λεμό νδ’ οιος πάρος ευχεαι είν α ι.” Τόν δ ’ α ύ τ ’ Ίδομενενς Κ ρητώ ν άγος άντίον ηνδα· “ Ά τρ είδη , μάλα μέν τοι έγώ ν έρίηρος εταίρος έσσομαι, ώς τό πρώ τον νπέστην καί κατένευσα' άλλ ’ άλλους ότρυνε κάρη κομόωντας Α χαιούς όφρα τά χ ισ τα μα χώ μεθ ’, έπεί συν γ ’ ορκι ’ έχεναν Τρώ ες· τοΐσιν δ ’ αΰ θάνατος καί κ η δ ε ’ όπισσω έσ σετ ’ έπ εί πρότεροι υπέρ ορκια δη/.ησαντο. ” "Ως έ φ α τ ’, Ά τρ εΐδη ς δέ παρώ χετο γηθόσννος κηρήλθε δ ’ έ π ’ Α ίάντεσσι κιών άνά ουλαμόν άνδρώ ν τώ δέ κορυσσέσθην, άμα δέ νέφος ειπετο πεζώ ν, ώς δ ’ ο τ ’ άπό σκοπιής ειδεν νέφος αιπόλος άνήρ έρχόμενον κα τά πόντον υπό Ζεφνροιο ίω ήςφ τω δέ τ ’ άνευθεν έόντι μελάντερον η ν τε πίσσα φ α ίν ετ’ Ιόν κατά πόντον, ά γει δέ τε λαίλαπα πολλήν, ρίγησέν τε ίδών, υπό τε σπέος ήλασε μ ή λ α · τοΐαι άμ ’ Α ίά ντεσσ ι διοτρεφέων αίζηών δήϊον ές πόλεμον πυκιναί κίνυντο φ ά λα γγες κυάνεαι, σάκεσίν τε καί έγχ εσ ι πεφρικνϊαι. καί τούς μέν γήθησεν ίδών κρείων Α γαμέμνω ν, κ α ί σφεας φωνήσας επεα πτερόεντα προσηυδor “Α ία ν τ ’, Ά ργείω ν ήγήτορε χαλκοχιτώ νω ν, σφ ώ ϊ μ έ ν — ον γάρ έο ικ ’ ότρυνέμεν— ον τι κελεύω ' αύτ ο) γάρ μάλα λαόν άνώ γετον ίφι μ άχεσθαι. α ΐ γάρ, Ζ ε ΰ τε πά τερ καί Άθηναίη καί Απολλον, τοϊος πασιν θυμός ένί στήθεσσι γέν ο ιτο · τώ κε τά χ ’ ήμύσειε πόλις Π ριάμοιο άνακτος χερσίν ν φ ’ ή μ ε τ έ orjaiv άλονσά τε περθομένη τ ε . ”

265

270

275

280

285

290

186

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

μερτικό τους, το δικό σου κύπελλο θα παραμένει εκεί γεμάτο, όπως και το δικό μου, να πιεις όταν σε παρα­ κινεί32 η ψυχή σου. Π ήγαινε λοιπόν στη μάχη, τέτοιος που ήσουν πάντα». Ο Ιδομενέας, ο ηγέτης των Κρητικών, έτσι απάντησε: «Γιε του Ατρέα, μπορείς πάντα να βασίζεσαι σε μένα, στην υποστήριξή μου και στην υπόσχεση που σου έδωσα, όταν άρχισε αυτή η εκστρατεία. Συγκέντρωσε τους υπόλοιπους Αχαιούς με τη μακριά κόμη, για ν’ αρχίσουμε τη μάχη, τώρα που οι Τ ρώ ες καταπάτησαν τον όρκο τους. Δεν έχουν να περιμένουν τίπ ο τα άλλο παρά καημούς και θάνατο, αφού δεν τήρησαν τον όρκο τους». Έ τσ ι μίλησε, και ο Ατρείδης, ευχαριστημένος μ’ αυτή την απάντηση, άνοιξε δρόμο και πέρασε μέσα α π ’ το πλή­ θος, πλησιάζοντας τους δυο Αίαντες. Ή τα ν και οι δυο οπλισμένοι, και μαζί τους ερχόταν σύννεφο από πεζούς, σαν κι αυτό που βλέπει ο βοσκός να μαζεύεται πίσω του, σπρωγμένο από τον Ζέφυρο- και καθώς το σύννεφο πετά μακριά πάνω α π ’ τη θάλασσα μαύρο σαν πίσσα, του φαί­ νεται να φέρνει θύελλα φοβερή. Ο βοσκός ξαφνιάζεται τότε στη θέα του και οδηγεί το κοπάδι στη σπηλιά. Έ τ σ ι και οι αντρειωμένοι νέοι πίσω α π ’ τους δυο Αίαντες κινούσαν για τρομερή μάχη παραταγμένοι σε φ άλαγγες33 πυκνές, μαύ­ ρες σαν το σύννεφο, κουνώντας άγρια τις ασπίδες και τα δόρατά τους. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας χάρηκε σαν τους είδε και με δυνατή φωνή τους είπε φτερωτά λόγια: «Α ία­ ντες, αρχηγοί τω ν χαλκοθώρακων Αργείων, για σας δεν έχω διαταγές. Δεν σας αρμόζουν συμβουλές, αφού το ότι είστε αρχηγοί εμπνέει θάρρος στους άντρες σας να πολε­ μήσουν γενναία. Μα τον πατέρα Δία, την Αθηνά και τον Απόλλωνα, αυτή την ανδρεία θα ήθελα να έβρισκα σε όλους. Τ ότε η πόλη του βασιλιά Πριάμου θα κυριευόταν και θα καταστρεφόταν από τα δικά μας χέρια».

187

ΟΜΗΡΟΣ

"Ως ε'ιπών τ ονς μέν λίπεν αντοϋ, βη δέ μ ε τ ’ άλλονς· ένθ ’ ο γ ε Ν έστορ ’ ε τε τμ ε λ ιγνν Π νλίω ν αγορητήν ονς έτάρονς στέλλοντα καί ότρν'νοντα μάχεσθαι άμφί μ έ γ αν Π ελά γο ντα Ά λάστορά τε Χρομίον τε Α ΐμονά τε κρείοντα Β ΐαντά τε ποιμένα λ α ώ ν ίππήας μέν πρώ τα συν ίπποισιν καί οχεσφι, πεζονς δ ’ έξόπιθε στησεν πολέας τε καί έσθλονς έρκος έμεν πολέμοιο' κακούς δ ’ ές μέσσον έλασσεν, οφρα καί ονκ έθέλων τις άναγκαίη πολεμίζοι. ΐππενσιν μέν π ρ ώ τ ’ έπ ετέλλετο ' τ ονς γάρ άνώγει σφονς ΐππονς έχέμεν μηδέ κλονέεσθαι όμίλω ' “μ η δ έ τις ιπποσύνη τε καί ηνορέηφι πεποιθώς οίος π ρ ό σ θ ’ άλλων μ εμ ά τω Τρώεσσι μάχεσθαι, μ η δ ’ άναχω ρείτω ' άλαπαδνότεροι γά ρ έσεσθε. ος δ έ κ ’ άνήρ άπό ών όχέων έτερ ’ άρμαθ ’ ΐκηται έγχ ε ι όρεξάσθω, έπει ή πολν φέρτερον οντω. ώδε καί οί πρότεροι πόλεας καί τείχ ε ’ έπόρθεον τονδε νόον καί θνμόν ένί στηθεσσιν έχοντες. ” "Ως δ γέρω ν οτρννε πάλαι πολέμω ν έν είδώς' καί τον μέν γηθησεν ίδών κρείων 'Αγαμέμνω ν, κ α ί μιν φωνήσας επεα πτερόεντα προσηνδα' “ώ γέρον, είθ ’ ώς θνμδς ένί στηθεσσι φίλοισιν ώς τοι γο ννα θ’ έποιτο, βίη δ έ τοι έμπεδος ε ’η' ί αλλά σε γήρας τείρει όμοίίον ώς οφελέν τις άνδρών άλλος έχειν, σν δέ κονροτέροισι μετείναι. ” Τον δ ’ η μ ε ίβ ε τ ’ έπ ειτα Γερηνιος ιπ π ό τα Νέστω ρ“ 'Ατρεΐδη, μά λα μέν τοι έγώ ν έθέλοιμι καί αντός

295

300

305

310

315

188

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

Μ’ αυτά τα λόγια ο Αγαμέμνονας τους άφησε και προ­ χωρώ ντας έφτασε στον Νέστορα, τον κομψό ομιλητή τω ν Πυλίων. Τον βρήκε να προετοιμάζει τους άντρες τους για τη μάχη και να τους παρατάσσει κάτω α π ’ τις διαταγές των αρχηγών τους, του τρανού Π ελάγοντα, του Αλάστορα, του Χρομίου, του βασιλιά Αίμονα και του σπουδαίου αρχη­ γού Βίαντα. Ο Νέστορας παρέταξε τους αρματηλάτες με τους ίππους και τ ’ άρματά τους στις μπροστινές γραμμές. Σ τις πίσω γραμμές τοποθέτησε πολλούς και γενναίους π ε ­ ζούς, για να ’ναι ο πύργος του πολέμου. Σ τη μέση τοποθέ­ τησε34 τους πιο δειλούς στρατιώ τες, έτσι ώστε ν’ αναγκά­ ζονται να πολεμούν και οι δειλοί. Δ ιέταξε τους αρματηλά­ τες του να συγκρατούν τα άλογά τους για να μην μπερ­ δεύονται μέσα στην αναταραχή της μάχης: «Μη νομίζετε πω ς η γενναιότητα και η επιδεξιότητα επιτρέπουν σ’ έναν αρματηλάτη, αφού ξεπεράσει τους υπόλοιπους, να επιδιώ ­ ξει να πολεμήσει τους Τ ρώ ες μόνος του. Μην υποχωρήσε­ τε, γ ια τί θα εξασθενήσει έτσι όλη τη δύναμη του στρατού. Ό ταν ένας αρματηλάτης φτάσει το άρμα του εχθρού του, τότε είναι η κατάλληλη σ τιγμ ή να χτυπήσει με το κοντάρι του. Έ τσ ι και οι προγενέστεροι πολεμιστές κατακτούσαν τις πολιτείες και τα τείχη». Μ’ αυτό τον τρόπο ο γερο-Ν έστορας ενθάρρυνε τα στρατεύματά του, που από παλιά γνώ ριζε σχετικά με τον π ό ­ λεμο. Η καρδιά του Α γαμέμνονα σκίρτησε και του είπε λόγια φτερωτά: «Γέροντα, μακάρι το αξιοθαύμαστο πνεύ­ μα σου να μπορούσε να μετρηθεί με τη δύναμη τω ν ποδιών σου, θα ’σουν τότε ακατανίκητος. Ό μ ω ς τα βαθιά35 γηρα­ τειά, που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει, σε ταλαιπωρούν. Μακάρι άλλος να τα ’χε κι εσύ να ήσουν με τους νεότε­ ρους». Έ π ε ιτα έτσι απάντησε ο Γερήνιος ιππότης Νέστορας: «Γ ιε του Ατρέα, κι εγώ εύχομαι εγκάρδια να ήμουν όπως

189

ΟΜΗΡΟΣ

ώς εμεν ώς οτε δΐον Έρευθαλίωνα κατεκταν. ά λ λ ’ ον πω ς άμα πάντα θεοί δόσαν άνθρώ ποισιν 320 ε ί τό τε κούρος έα νυν α ύ τέ μ ε γήρας όπάζει. άλλα και ώς ίππευα ι μετέσσ ο μ α ι ήδέ κελεύσω βουλή και μύθοισι· τό γάρ γέρας έσ τί γερόντων, αίχμάς δ ’ αίχμάσσουσι νεώτεροι, ο ΐ περ έμεΐο όπλότεροι γεγά α σ ι πεποίθασίν τε β ίη φ ιν.” 325 "Ως ε φ α τ ’, 'Ατρεΐδης δέ πα ρώ χετο γηθόσυνος κήρ. εύρ ’ υιόν Π ετεώ ο Μ ενεσθήα πλήξίππον έ σ τα ό τ’· άμφι δ ’ Αθηναίοι μήστω ρες άϋτής' αϋτάρ ο πλησίον έσ τήκει πο λύ μ η τις Ό δυσσενς, πάρ δέ Κ εφαλλήνω ν άμφι σ τίχες οϋκ άλαπαδναί 330 έ σ τα σ α ν οΰ γάρ πώ σφιν άκουετο λαός άϋτής, άλλα νέον σννορινόμεναι κίνυντο φ ά λα γγες Τρώων ίπποδάμω ν και Α χ α ιώ ν ο ΐ δέ μένοντες έστασαν όππότε πύργος Α χα ιώ ν άλλος έπελθών Τρώων όρμήσειε καί άρξειαν πολέμοιο. 335 τούς δέ ίδών νείκεσσεν άναξ άνδρών Α γαμ έμνω ν, κ α ί σφεας φωνήσας έπεα πτερόεντα προσηνδα ■ “ώ υιέ Π ετεώ ο διοτρεφέος βασιλήος, καί συ, κακοΐσι δόλοισι κεκασμένε, κερδαλεόφρον, τ ίπ τε κα τα πτώ σσοντες ά φ έσ τα τε, μ ίμ ν ετε δ ’ άλλους; 340 σφώϊν μέν τ ’ έπέοικε μ ετά πρώ τοισιν έόντας έστάμεν ήδε μ ά χη ς καυστειρής άντιβολήσαί' πρώ τω γάρ καί δαιτός άκονάζεσθον έμεΐο, ό ππότε δαΐτα γέρουσιν έφ οπλίζω μεν Α χαιοί. ένθα φ ίλ ’ όπταλέα κρέα έδμεναι ήδέ κύπελλα 345 οϊνου πινέμεναι μελιηδέος ο φ ρ ’ έθ έλη το ν νϋν δέ φίλως χ ’ όρόωτε καί εί δέκα πύργοι Α χα ιώ ν ΰ μ ε ίων προπάροιθε μα χοίατο ν η λ έϊ χαλκώ . ” Τον δ ’ ά ρ ’ νπόδρα ίδών προσέφη πο λύ μ η τις Ό δυσσεύς' “ Α τρ είδη , ποιόν σε έπος φ ύγεν έρκος όδοντων; 350

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

όταν σκότωσα τον τρανό Ερευθαλίωνα. Οι θεοί όμως δεν μας χαρίζουν αμέσως τα καλά. Τ ότε ήμουν νέος, τώρα με πιέζουν τα γηρατειά. Π αρ’ όλα αυτά εγώ θα μείνω αρχη­ γός τω ν αρματηλατών, προτρέποντάς τους με συμβουλές. Γ ιατί αυτό τιμ ά τους γεροντότερους· μα το κονταροχτύ­ πημα είναι το καθήκον τω ν νεότερων36 που έχουν σφρίγος και πίστη στις δυνάμεις τους». Έ τσ ι είπε, και ο γιος του Ατρέα, ευχαριστημένος στην καρδιά α π ’ όλα όσα άκουσε α π ’ τον Νέστορα, προσπέρασε. 0 επόμενος ήταν ο ιπποδαμαστής Μενεσθέας, ο γιος του ΓΙετεού. Οι Αθηναίοι στρατιώ τες του, οι έμπειροι στη μάχη37, στέκονταν περήφανοι στις θέσεις τους. Κοντά τους στεκόταν ο πολυμήχανος Οδυσσέας με τους άτρω ­ τους Κεφαλλονίτες, που έστεκαν άπρακτοι, αφού το πολε­ μικό κάλεσμα για έφοδο δεν είχε φτάσει στ’ αυτιά τους ακόμα, για τί οι ιπποδαμαστές Τ ρώ ες και οι Α χαιοί μόλις είχαν αρχίσει να κινούνται. Περίμεναν λοιπόν άλλο αχαϊκό πυκνά παραταγμένο πολεμικό σώ μα38 να προπορευτεί και ν’ αρχίσει τη μάχη με τους Τρώ ες. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας τους παρατήρησε και τους αποπήρε με άσχημα λόγια φωνάζοντας: «Εσύ, γιε του Π ετεού, του διόθρεφτου βασι­ λιά, και συ παμπόνηρε πολεμιστή και συμφεροντολόγε, για τί μένετε πίσω φοβισμένοι και αφήνετε άλλους να προ­ χωρούν; Εσείς πρέπει να σταθείτε μπροστά και να αντιμε­ τω πίσετε την μπόρα της μάχης. Εσείς δεν παίρνετε πρώ τοι την πρόσκλησή μου για δξίπνο, όταν πρόκειται να μαζευ­ τούν όλοι οι αρχηγοί τω ν Α χαιώ ν; Τ ότε είστε ικανοποιη­ μένοι να γεύεστε πρ ώ τοι το καλοψημένο κρέας και το γλυκό κρασί. Τώ ρα όμω ς ευχαριστημένοι θα βλέπατε δέ­ κα στρατιές των Α χαιώ ν να πέφτουν μπροστά σας χ τυ π η ­ μένοι α π ’ τα ανελέητα χάλκινα όπλα του εχθρού». Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, αφού του έριξε μια άγρια ματιά, του είπε: «Γ ιε του Ατρέα, τι λόγια φεύγουν α π ’

191

ΟΜΗΡΟΣ

πώς δή φτ/ς πολέμοιο μεθιέμεν όππότ ’ Αχαιοί ΤρωσΙν έ φ ’ ίπποδάμοισιν έγείρομεν όξνν Άρηα; όψεαι ήν έθέλησθα και α ί κεν τοι τά μεμήλη Τηλεμάχοιο φίλον πατέρα προμάχοισι μιγεντα Τρώων ίπποδάμω ν συ δέ τ α ν τ ’ άνεμώλια βάζεις.” Τόν δ ’ έπιμειδήσας προσέφη κρείων Αγαμέμνων ώς γνώ χωομένοιο' πάλιν δ ’ ο γε λάζετο μύθον “διογενές Λαερτιάδη, πολυμήχαν ’ Όδυσσεν, ουτέ σε νεικείω περιώσιον ούτε κελεύωοίδα γάρ ώς τοι θυμός ένι στηθεσσι φίλοισιν ήπια δήνεα οΐδε· τά γάρ φρονέεις ά τ ’ έγώ περ. άλλ ’ ΐθι, ταϋτα δ ’ όπισθεν άρεσσόμεθ ’ ε ί τι κακόν νϋν είρηται, τά δέ πάντα θεοί μεταμώνια θεΐεν. ” "Ως είπών τούς μέν λίπεν αύτοϋ, βή δέ μ ετ ’ άλλους, εύρε δέ Τυδέος υιόν νπέρθνμον Διομήδεα έσ τα ό τ’ έν θ ’ ΐπποισι καί άρμασι κο'λλητοΐσί' πάρ δέ οί έστήκει Σθένελος Καπανηϊος υιός. καί τόν μέν νείκεσσεν ίδών κρείων Αγαμέμνων, καί μιν φωνήσας έπεα πτερόεντα προσηνδα' “ώ μοι, Τυδέος υιέ δαΐφρονος ίπποδάμοιο, τ ί πτώ σσεις, τ ί δ ’ όπιπεΰεις πολέμοιο γέφυρας; ου μέν Τυδέϊ γ ’ ώδε φίλον πτωσκαζέμεν ήεν, άλλα πολύ προ φίλων έτάρων δηίοισι μάχεσθαι, ώς φάσαν οί μιν ίδοντο πονεύμενον ού γάρ έγω γε ήντησ ’ ουδέ ίδον περί δ ’ άλλων φασί γενέσθαι. ήτοι μέν γάρ άτερ πολέμου είσήλθε Μυκήνας ξεϊνος άμ ’ άντιθέω Π ολυνείκεϊ λαόν άγείρω ν οί δέ τότ ’ έστρατόωνθ ’ ιερά προς τείχεα θήβης, καί ρα μάλα λίσσοντο δόμεν κλειτούς επικούρουςοί δ ’ έθελον δόμεναι καί έπήνεον ώς έκέλευον άλ/Λ Ζευς έτρεψε παραίσια σήματα φαίνων. οί δ ’ έπεί ούν ώχοντο ίδέ προ όδοΰ έγένοντο,

355

360

365

370

375

380

192

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

το στόμα σου; Μ πορείς σ τ’ αλήθεια να ισχυριστείς ότι εμείς αποφύγαμε π οτέ τη μάχη; Ό ταν οι Α χαιοί θα ξεση­ κώσουν φοβερό πόλεμο κατά των ιπποδαμαστώ ν Τρώων θα δεις, αν πραγματικά νοιάζεσαι, τον αγαπημένο πατέρα του Τηλέμαχου να βρίσκεται αμέσως στις μπροστινές γραμμές των ιπποδαμαστώ ν Τρώων. Τώ ρα μη μιλάς ' ανόητα 39 ». Ό ταν ο βασιλιάς Α γαμέμνονας είδε χολιασμένο τον Οδυσσέα χαμογέλασε και του είπε: «Διογέννητε γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα, δεν σου καταλογίζω φταί­ ξιμο και ούτε θα σ’ επιπλήξω πάλι. Γ ια τί ξέρω ότι βαθιά μέσα σου με συντρέχεις. Γ ια την ακρίβεια, το ίδιο θέλουμε και οι δυο. Αλλά αρκετά είπα, αργότερα θα μετανιώσω για ό,τι άδικο ξεστόμισα τώ ρα. Α ς τα πάρουν πίσω οι θεοί». Έ τ σ ι μίλησε, και αυτούς λοιπόν τους άφησε και πήγε σε άλλους. Ο επόμενος που συνάντησε ήταν ο μεγαλόκαρδος Διομήδης, ο γιος του Τυδέα, να στέκεται δίπλα στο όμορφο άρμα του και στους ίππους του. Ο Σθένελος, ο γιος του Καπανέα, τον συνόδευε. Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας έριξε μια ματιά στον Διομήδη και τον επιτίμησε λέγοντάς του φτερωτά λόγια: «Αλίμονο, γιε του συνετού Τυδέα, του ιπποδαμαστή, δειλιάζεις μπροστά στη μάχη και αναζητάς το δρόμο της φυγής40; Ο Τυδέας δεν συνήθιζε να δειλιάζει αλλά ξεκινούσε με ορμή πρώ τος α π ’ όλους τους φίλους του. Αυτά λένε όσοι τον είδαν να πολεμάει. Λένε πω ς ήταν υπέρτερος όλων. Δεν τον ήξερα ούτε τον είχα δει, παρ’ όλο που είχε έρθει στις Μυκήνες, όχι σαν εχθρός αλλά σαν φίλος, να με επισκεφτει με τον ισόθεο Πολυνείκη συγκεντρώνοντας στρατό. Ή τα ν τον καιρό που εκστράτευαν41 εναντίον των ιερών τειχώ ν της Θήβας. Μ ας παρακαλούσαν να δώσουμε γενναίους άντρες- εμείς υποσχεθήκαμε ότι θα εκπληρώναμε την επιθυμία τους. Ο Δ ία ς όμως μας έκανε ν’ αλλάξουμε γνώ μη, δείχνοντάς μας δυσοίωνα σημάδια και έτσι αυτοί

193

ΟΜΗΡΟΣ

Α ’ σωπόν δ ’ ί'κοντο βαθνσχοινον λεχεποίην, ένθ’ α ν τ ’ άγγελίην έπι Τυδή στεΐλαν ’ χαιοί, Α αντάρ ο βή, πολέας δέ κιχήσατο Καδμειωνας δαιννμένονς κατά δώμα βίης Ετεοκληείης. ένθ’ ονδέ ξεϊνός περ έών ίππηλάτα Τνδενς τάρβει, μοννος έών πολέσιν μετά Καδμείοισιν, άλλ ’ ο γ ’ άεθλεύειν προκαλίζετο, πάντα (5’ ένίκα ρη ιδίως' τοίη οΐ έπίρροθος ή εν ΑΟηνη. οί δέ χολωσάμενοι Καδμείοι κέντορες 'ίππων άψ άρ ’ άνερχομένω πνκινόν λόχον είσαν άγοντες κούρους πεντηκοντα' δύω δ ’ ηγήτορες ήσαν, Μαίων Αίμονίδης έπιείκελος άθανάτοισιν,
υιός τ ’ Αντοφόνοιο μενεπτόλεμος Π ολνφόντης.

385

390

395

Τνδενς μέν και τοΐσιν άεικεα πότμον έψήκε'
πάντας έπ ε φ ν ’, ένα δ ’ οϊον ΐει οίκόνδε νέεσθαι' Μ αίον’ άρα προέηκε θεών τεράεσσι πιθήσας. τοΐος έην Τνδενς Α ίτώ λ ιο ς - αλλά τον νίον γείνατο είο χέρεια μ ά χη , άγορη δ έ τ ’ άιμείνω. ” 400 "Ως φάτο, τον δ ’ ον τι προσέφη κρατερός Δ ιομήδης αίδεσθείς βασιλήος ένιπήν αίδοίοιο' τον δ ’ νιος Κ απανήος άμείχρατο κνδαλίμοιο' “ Ά τρ εΐδη , μ ή ψεύδε ’ έπιστάμενος σάφα ε ίπ ε ΐν ημείς τοι πατέρω ν μ έ γ ’ άμείνονες ενχόμεθ ’ είναι■ 405 ημείς και Θ ήβης έδος εΐλομεν έπταπύλοιο παυρότερον λαόν άγαγόνθ ’ νπό τείχο ς άρειον, πειθόμενοι τ εράεσσι θεών καί Ζηνός άρωγηκείνοι δέ σφετέρησιν άτασθαλίησιν όλο ν το ' τώ μ ή μοι πα τέρα ς ποΟ’ όμοίη ένθεο τ ι μ ή .” 410 Τον δ ’ ά ρ ’ νπόδρα ίδών προσέφη κρατερός Διομήδης· “τέ τ τα , σιω πή ήσο, έμω δ ’ έπιπείΟεο μύθω · ον γάρ έγώ νεμεσώ Α γα μ έμνο νι, ποιμένι λαών, ότρννοντι μάχεσθαι έϋκνήμίδας Α χα ιούς·

194

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

έφυγαν. Σαν είχαν προχωρήσει κάμποσο και είχαν φ τάσει στον Ασωπό με τα πυκνόφυτα σκίνα και το παχύσ τρω το χορτάρι, οι αρχηγοί τω ν Α χαιώ ν έστειλαν σ’ αυτούς α γ γ ε ­ λιοφόρο τον Τυδέα. Π ήγε έπειτα στους Καδμείους και τους βρήκε να τρώνε μαζί στο π αλάτι του γενναίου Ε τεοκλή. Αυτός σαν επισκέπτης και ανάμεσα σε τόσους ξένους δεν φοβήθηκε καθόλου. Τους προκάλεσε σε αγώνες και με τη βοήθεια της Αθηνάς τους κέρδισε όλους μ’ ευκολία. Α υτό εξόργισε τους Καδμείους που κεντρίζουν τ ’ άλογα και, όταν ο Τυδέας έφυγε, τους έστησαν καρτέρι κρυμμένοι στο δρόμο του γυρισμού όταν πάλι θα ξαναγύριζαν42 με πενήντα ά ­ ντρες· είχαν δυο αρχηγούς, τον Μαίονα, γιο του Α ίμονα, άντρα θεϊκής καταγω γή ς, και τον Πολυφόντη, τον κ αρτερι­ κό πολεμιστή. Ο Τυδέας όμως τους έδωσε μοίρα κακιά- τους σκότωσε όλους. Ο Μαίονας μονάχα γύρισε π ίσ ω - γ ια τί του το υπαγόρευσαν θεϊκοί οιωνοί. Αυτός ήταν ο Α ιτωλός Τ υ δ έ­ ας. Ο γιος του ωστόσο δεν πολεμά όπως αυτός. Καλός είναι μόνο ν’ αγορεύει». Έ τ σ ι μίλησε, και ο περήφανος Διομήδης δεν απάντησε, για τί ένιωσε ντροπή στα λόγια του σεβαστού βασιλιά. Ο γιος όμως του θαυμαστού Κ απανέα, δεν έμεινε σιωπηλός: «Γ ιε του Ατρέα, γνω ρίζεις τα σωστά και μην τ ’ αλλάζεις. Ε μείς43 καυχιόμαστε πω ς είμαστε πολύ καλύτεροι α π ’ τους πατέρες μας. Π ετύχαμ ε την πτώ σ η της εφτάπυλης Θ ή ­ βας44, αν και οδηγήσαμε45 μικρότερη δύναμη έξω α π ’ το απόρθητο τείχος της πόλης, γ ια τί πιστέψαμε στον Δία κ α ι στα σημάδια που μας έστειλαν οι θεοί, ενώ εκείνοι χάθηκαν εξαιτίας των κακών τους έργων. Μη μιλάς λοιπόν για τους πατέρες μας, όπω ς μιλάς για μας». Ο δυνατός Διομήδης τότε του μίλησε κοιτώ ντας θυ μ ω ­ μένα: «Φίλε46 μου, μη μιλάς και άκουσέ με. Δεν οργίζομαι με τον Αγαμέμνονα, τον αρχηγό μας, επειδή σπρώχνει στη μάχη τους καλλικνήμιδες Α χαιούς. Αυτός θα πάρει βέβαια

195

ΟΜΗΡΟΣ

τοντω μέν γάρ κνδος ά μ ’ έψεται εί' κεν Α χα ιο ί Τρώας δηώσωσιν έλω σ ί τε Ίλιον ίρήν, τοντω δ ’ αν μ έ γ α πένθος ’ χα ιώ ν δηωθέντων. Α ά λ λ ’ ά γε δη καί ν ώ ϊ μεδώ μεθα θονριδος ά λ κ η ς.” Ή ρα καί έξ όχέων σύν τενχεσιν άλτο χαμαζε: δεινον δ ’ έβραχε χαλκός έπ ί στήθεσσιν άνακτος όρννμένον · υπό κεν ταλασίφρονά περ δέος είλεν. Ώ ς δ ’ ό τ ’ έν αίγιαλώ π ο λ ν η χ έϊ κνμα θαλάσσης όρνντ ’ έπασσντερον Ζέφυρον νπο κινησαντος· πόντω μέν τε πρώ τα κορνσσεται, αντάρ έπειτα χέρσω ρηγννμενον μ εγά λα βρέμει, άμφί δ έ τ ’ άκρας κυρτόν έόν κορυφοϋται, ά π ο πτνει δ ’ (Ιλός ά χ ν η ν ώς τ ό τ ’ έπασσντεραι Δαναών κίννντο φ ά λα γγες νω λεμέως πόλεμόνδε/ κέλευε δέ οίσιν έκαστος η γεμ ό νω ν ο ΐ δ ’ άλλοι άκην ϊσαν, ουδέ κε φαίης τόσσον λαόν έπεσθαι έχοντ ’ έν στηθεσιν αϋδην, σ ιγή δειδιότες σημάντορας· άμφί δέ πα σι τενχεα π ο ικ ίλ ’ έλαμπε, τά εΐμένοι έστιχόω ντο. Τρώες δ ’, ώς τ ’ όϊες πολνπάμονος άνδρός έν ανλη μυρίαι έστηκασιν άμελγόμεναι γά λα λενκόν άζηχές μεμακυΐα ι άκούουσαι όπα άρνών, ώς Τρώων άλαλητός άνά στρατόν εΰρυν όρώρεν ου γάρ πάντω ν ήεν όμός θρόος ο ϋδ’ ΐα γήρνς, αλλά γλώ σσα μ έμ ικ το , πο λνκλητοι δ ’ έσαν ανδρες. όρσε δέ τούς μέν Α ρη ς, τούς δέ γλα νκ ώ π ις Α θήνη Δ εϊμός τ ’ ήδέ Φόβος καί Έ ρις άμοτον μ εμ α νϊα , Α ρεος άνδροφόνοιο κα σ ιγνή τη έτάρη τε, ή τ ’ ολίγη μέν πρώ τα κορνσσεται, αύτάρ έπ ειτα ονρανω έστήριξε κάρη καί έπ ί χθονί βαίνει·

415

420

425

430

435

440

196

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

τη δόξα, αν οι Α χαιοί νικήσουν τους Τρώ ες και κ α τα κ τή ­ σουν το ιερό Ίλ ιο , αλλά, αν πάλι οι Α χαιοί νικηθούν, αυτός θα υποφέρει περισσότερο. Άφησε λοιπόν αυτά τώ ρα και ας σκεφτούμε καλύτερα τη μάχη». Μ ’ αυτά τα λόγια πήδησε α π ’ το άρμα του οπλισμένος στη γη. Τα χάλκινα όπλα, καθώς αυτός κινήθηκε, έκαναν τόσο θόρυβο χτυπ ώ ντα ς στο στήθος του, που και ο πιο γενναιόψυχος θα τρόμαζε. Ό π ω ς τα κύματα έρχονται σπρωγμένα από τον Ζέφυρο στο πολύβουο ακρογιάλι, το ένα πάνω σ τ’ άλλο, και π ρ ώ τα μακριά στο πέλαγος οι κορφές τους αρχίζουν και φουσκώ ­ νουν, ώσπου να σκάσουν στη στεριά με βρόντο δυνατό, κ α ι μέσα α π ’ τους βράχους περνούν κυρτωμένα και σπάνε ψηλά αφήνοντας τον αφρό τους να π ετά , έτσι οι στρατιές τω ν Δαναών, η μια μετά την άλλη, γλιστρούσαν ανελέητα47 στη μάχη. Ο κάθε αρχηγός δε έδινε τις προσταγές του σ τις φάλαγγες· οι άντρες όμω ς ξεκινούσαν με απόλυτη ηρε­ μία. Τπάκουαν στους αρχηγούς χω ρίς να μιλάνε και δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει πώ ς τόσος στρατός π ρ ο χ ω ­ ρούσε αμίλητος. Ό λω ν οι πλουμιστές αρματωσιές, καθώ ς βάδιζαν, άστραφταν. Ο ι Τ ρώ ες, όπως περιμένουν χιλιάδες πρόβατα μέσα σε στάνη πλούσιου άντρα, ώσπου ν’ α ρμ έ­ ξουν το άσπρο γάλα τους, και βελάζουν ασταμάτητα μόλις ακούν τ ’ αρνάκια τους, έτσι ξεχύθηκαν α π’ το απέραντο στρατόπεδό τους, σηκώνοντας βοή μεγάλη. Γ ια τί δεν χ ρ η ­ σιμοποιούσαν όλοι την ίδια γλώ σσα, αλλά οι ομιλίες τους ήταν ανακατεμένες επειδή ήταν άνθρωποι ετερόκλητοι48. Ξεσήκωσε τους Τρώες ο Άρης, ενώ τους Αχαιούς η Α θηνά με τα αστραφτερά μάτια, ο Δ είμος49, ο Φόβος και η Έ ρ ιδ α η αχόρταγη, η αδερφή και σύντροφος του Άρη του αντροφονιά, που στην αρχή φαίνεται μικρή αλλά σε λίγο, 'ενώ τα πόδια της ακουμπούν ακόμα στη γη , το κεφάλι της έχει φτάσει τον ουρανό' γλιστρούσε τώ ρα ανάμεσα στους δυο

197

ΟΜΗΡΟΣ

η σφ ιν κ α ί τότε νεϊκος όμ ο ίϊο ν έμβαλε μ έσ σω ερχόμενη καθ ’ όμιλον όφε'λλουσα στόνον άνδρώ ν. 445 Ο ΐ δ ’ ότε δη ρ” ές χώ ρον ένα ξυνιόντες ΐκοντο, συν ρ ’ έβαλον ρινου'ς, συν δ ’ εγχεα κ α ι μένε ’ άνδρών χ α λ κ εο θ ω ρ ή κ ω ν ά τά ρ α σπ ίδ ες όμ φ α λόεσσα ι ε π λ η ν τ ’ ά λλ ή λη σ ι, πολύς δ ’ ορυμαγδός όρώ ρει. ένθα δ ’ ά μ ’ ο ίμ ω γ η τε κ α ι ευχω λη πέλεν άνδρώ ν 450 όλλύντω ν τε κ α ι όλλνμένω ν, ρέε δ ’ α ΐμ α τ ι γ α ΐα . ώς δ ’ ότε χ είμ α ρροι π ο τ α μ ο ί κ α τ ’ όρεσφ ι ρέοντες ές μ ισ γ ά γ κ ε ια ν συμ βά λλετον οβριμον νδω ρ κρουνώ ν έκ μ εγά λω ν κ οίλης εντοσθε χαράδρης, τώ ν δέ τε τη λ όσε δοϋπον εν ονρεσιν έκλυε π ο ιμ η ν 455 ώς τώ ν μ ισ γ ο μ έν ω ν γένετο ία χ η τε πόνος τε. Π ρώ τος δ ’ Α ντίλογος Τρώων έλεν άνδρα κ ορυστην έσθλόν ένι π ρ ο μ ά χ ο ισ ι Θ αλυσιάδην Έ χέπω λον τον ρ” έ'βαλε π ρώ τος κόρυθος φάλον ίπ π ο δ α σ είη ς, έν δε μ ετώ π ω π ή ξε, πέρησε δ ’ άρ ’ όστέον εί'σω 460 α ίχ μ η χαλκείη· τον δέ σκ ότος όσσε κάλυψεν, η ριπ ε δ ’ ώς ότε π ύργος ένι κρα τερη υσμ ίνη . τον δέ π εσόντα ποδώ ν έλαβε κρείω ν Έ λεφηνωρ Χ αλκω δοντιάδης μ εγά θυμ ω ν άρχός Ά βάντων, έλκε δ ’ υ π ’ έκ βελέω ν, λελιημένος όφρα τ ά χ ισ τ α 465 τενχεα συλησειε' μίνυνθα δ έ ο ΐ γένεΟ ’ ορμή. νεκρόν γ ά ρ έρύοντα ίδώ ν μ εγά θυμ ος Ά γήνωρ πλευρά, τα ο ΐ κ ύψ α ντι π α ρ ’ ά σ π ίδ ο ς έξεφ αάνθη, ουτη σε ξυστώ χαλκήρε'ι, λϋσε δέ γ υΐα . ώς τον μέν λ ίπ ε θυμός, έπ ’ α ύτω δ ’ έργον ετνχθ η 470 άργαλέον Τρώων κ α ι ’ χ α ιώ ν ο ΐ δέ λ νκ οι ώς Α ά λλήλοις έπόρουσαν, άνήρ δ ’ άνδρ ’ έδνοπάλιζεν. Έ νθ’ ε β α λ ’ Ά νθεμίωνος υιόν Τ ελαμώ νιος Αίας

198

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

στρατούς ξεσηκώ νοντας τους γ ια αλληλοσπαραγμό, χα ι την ευχαριστούσε ν ’ ακούει τα βογκητά τω ν αντρών. Ό ταν οι δυο στρατιές αντάμ ω σαν φτάνοντας στο ίδιο σημείο, χτύπησαν τις ασπίδες και τα κοντάρια το υς οι χαλκοθώρακες άντρες. Σ αν συγκρούστηκαν οι κυρ τές α­ σπίδες τους, τρομερός π ά τα γο ς ακούστηκε τρ ιγύρ ω . Οι στριγκλιές α υτώ ν που πέθαιναν ανακατεύονταν με τις κραυγές τω ν νικ η τώ ν φονιάδων τους και το αίμα κυλούσε στη γη. Ό π ω ς όταν δυο ορμητικά ποτάμια ρέουν ξέχ ω ρ α α π ’ τις μεγάλες π η γ ές50 τους στα ψηλά βουνά και τα νερά τους που ξεχειλίζουν πέφ το υν απότομα σε κοίλη χαράδρα, δημιουργώντας π ά τα γο , που τον ακούει ο βοσκός από μακριά, έτσι κα ι η σύγκρουση τω ν δυο στρατώ ν προκάλεσε τον ίδιο θόρυβο, την ίδια αναταραχή. Ο Αντίλοχος σκότω σε π ρ ώ τα α π ’ τους Τ ρώ ες άντρα οπλισμένο, ξεχω ριστό μέσα στους αρχηγούς, τον Ε χ έπ ω λο, το γιο του Θ αλυσίου. Το πρώ το χτύπημ α τον βρήκε στην μπροστινή άκρη του κράνους με το πυκνό αλογίσιο λοφίο του. Η χάλκινη αιχμή του κονταριού διαπέρασε το κεφάλι του, τρύπησε το κόκαλο- τα μάτια του β υθίστηκαν στο σκοτάδι κα ι σω ριάστηκε μέσα στην άγρια μάχη σαν γκρεμισμένος πύργος. Σ αν έπεσε στη γη , ο αντρείος Ε λεφήνορας, γιος του Χ αλκώ δοντα και αρχηγός τω ν τρομερώ ν Α βάντω ν, τον έπιασε α π ’ το πόδι προσπαθώ ντας μέσα α π ’ τα πυκνά βέλη να τον σύρει έξω α π ’ τη μάχη, γ ια να του βγάλει την αρματω σιά. Δ εν πρόφτασε, όμως, γ ια τ ί ο γ ε ν ­ ναίος Αγήνορας τον είδε και τον π έτυχ ε με το χάλκινο κοντάρι του στα πλευρά κοντά στην ασπίδα, όταν ο άλλος έμεινε απροστάτευτος σ κύβο ντας- παρέλυσαν δε τα μέλη του. Έ τσ ι η ψυχή τον εγκ α τέλ ειψ ε και για το νεκρό άρχισε λυσσασμένη μάχη μ εταξύ Τ ρ ώ ω ν κα ι Α χαιώ ν. Ρ ίχ νο νταν ο ένας πάνω στον άλλο σαν λύκοι και σκοτώνονταν. Α υτή τη φορά ο Τ ελαμ ώ νιος Α ία ντας έριξε κ ά τω τον

199

ΟΜΗΡΟΣ

ηίθεον θαλερόν Σ ιμ ο είσ ιο ν , ον π ο τε μ η τη ρ Ίδηθεν κ α τιο ν σ α π α ρ ’ όχθ ησιν Σ ιμ όεντος γ ε ίν α τ ’, ε π ε ί ρα το κ εν σ ιν ά μ ’ έσπ ετο μ ή λ α ίδ έ σ θ α ι· τοννεκ ά μ ιν κάλεον Σ ιμ ο ε ίσ ιο ν ονδέ τοκ εϋσ ι θρε’π τ ρ α ψ ίλοις άπέδω κε, μινννθά διος δε ο ί αιώ ν ε π λ ε θ ’ ν π ’ Αί'αντος μ εγ α θ ν μ ο ν δουρί δαμέντι. π ρώ τον γάρ μ ιν ιόντα βάλε στήθος π α ρά μ α ζό ν δ ε ξ ιά ν α ντίκ ρυ δε δ ι ’ ώ μον χάλκεον εγχος ή λ θ ε ν ο <’ εν κονιτ/σι χ α μ α ί πέσεν α ΐγειρος ώς 5 ή ρά τ ’ εν εία μ ενή έλεος μ εγ ά λ ο ιο πεψ νκει λείη, ά τά ρ τ έ ο ί οζοι ε π ’ άκροτάττ/ πεφιίασΓ την μέν θ ’ ά ρ μ α τοπ η γ ός άνήρ α ίθω νι σιδηρά) έ ξ ε τ α μ ’, οφρα ίτνν κά μ ψ η π ε ρ ικ α λ λ έ ϊ δίφ ρον ή μέν τ ’ ά ζομένη κ ε ϊτα ι π ο τ α μ ο ϊο π α ρ ’ οχθας. τοΐον ά ρ ’ Ά νθεμίδην Σ ιμ ο ε ίσ ιο ν έξενάριξεν Α ίας διογενής' τον δ ’ Ά ντιφος αίολοθώ ρηξ IIρ ια μ ίδ η ς καθ ’ όμιλον ά κ όντισ εν ό ξ έ ϊ δονρί. τον μέν άμαρθ δ δέ Λ ενκον Ό δνσσέος εσθλόν έταΐρον β εβ λήκ ει βονβώ να, νέκνν έτέρω σ ’ έρυοντα ' ή ριπ ε δ ’ άμφ ’ α ντω , νεκρός δέ ο ί έκπ εσε χειρός. τον δ ’ Ό δνσενς μ ά λ α θνμόν ά π οκ τα μ ένοιο χολώ θη, βή δέ δ ιά π ρομ ά χω ν κεκορνθμένος α ίθ οπ ι χ α λκω , σ τη δέ μ ά λ ’ εγγύς ιώ ν κ α ι ά κ όν τισ ε δονρι φ αεινώ ά μ φ ι ε π α π τηνα ς- υπό δέ Τρώες κεκάδοντο άνδρός ά κοντίσσαντος· ό δ ’ ονχ άλιον βέλος ηκεν, άλλ ’ υιόν Π ριάμοιο νόθον βάλε Δ ημοκόω ντα ός ο ί Α βνδόθεν ήλθε π αρ ’ ίπ π ω ν ώ κειάω ν. τον ρ ’ Ό δνσενς έτάροιο χολω σάμενος βάλε δονρι 500 495 490 485 480 475

200

ΙΛΙΑΔΟ Σ Δ

γιο του Α νθεμίω να, το νεαρό Σ ιμοείσιο51, που κ ά π ο τε η μητέρα του κατεβαίνοντας τ ις π λ α γ ιές της Ίδ η ς τον γ έν ν η ­ σε κοντά στον ποταμό Σ ιμόεντα, όταν οι γονείς τη ς την είχαν ανεβάσει εκεί ψηλά να δει τα πρόβατα. Γ ι’ αυτό λεγόταν Σιμοείσιος. Η ζω ή του ήταν πρ ά γμ α τι πολύ σύ­ ντομη, δεν πρόλαβε να ξεπλη ρ ώ σει στους γονείς του την αγάπη που του είχαν χαρ ίσει' γρήγορα χάθηκε από το δόρυ του μεγαλόκαρδου Α ία ντα , αφού κα θώ ς βάδιζε π ρ ώ το ς, ο Α ίαντας τον τρύπησε στο δεξιό μαστό. Το χάλκινο δόρυ πέρασε μέσα α π ’ τα πλευρά και καρφώ θηκε στο χώμα" κειτόταν52 εκεί σαν λεύκα που φύτρ ω σε σε απέραντο β ά λ­ το με τα κλαδιά της ίσια π ά νω . Και ξυλουργός την έκο ψε με λαμπερό τσεκούρι να φ τιά ξει με το ξύλο της τις ρόδες όμορφου άρματος- κι ό πω ς εκείνη πεσμένη ξεραινόταν, όμοια κειτόταν ο Σ ιμοείσιος, ο γιο ς του Α νθεμίω να, σ κο ­ τωμένος α π ’ το χέρι του θεϊκού Α ίαντα. Τώρα ο γιο ς του Πριάμου, ο Α ντιφος με τον αστραφτερό θώρακα, ρίχνει μέσα στο πλήθος μια κονταριά στον Α ίαντα. Ο Α ντιφ ο ς δεν τον πέτυχε αλλά κ α τά λάθος βρίσκει τον Λ εύκο, το γενναίο σύντροφο του Ο δυσσέα, κα ι τον χ τυπ ά ει στο βου­ βώνα, καθώ ς εκείνος έσερνε το π τώ μ α . Α μ έσω ς σ ω ρ ιά σ τη ­ κε και ο νεκρός του έφ υ γ ε α π ’ το χέρι. Ο Ο δυσσέας δε, επειδή αυτός σκοτώ θηκε, εξοργίστηκε και αμέσω ς μ ε τ ’ αστραφτερά του όπλα προχωρεί για τις μπροστινές γ ρ α μ ­ μές του εχθρού, παίρνει θέση, ρίχνει π ρ ώ τα μια μ α τιά , εκσφενδονίζει το κοντάρι του κα ι αυτό π ετά ει φ εγγο β ο λ ώ ­ ντας στον αέρα. Οι Τ ρώ ες έγειραν π ίσ ω όταν το είδαν να έρχεται κατά π ά νω τους. Ο Οδυσσέας όμως δεν το ε ξ α ­ κόντισε του κάκου. Π έτυχε τον Δ ημοκόωντα, το νόθο γιο του Πριάμου, που ήρθε να πάρει μέρος στη μάχη από τη ν Αβυδο με τα γοργά τη ς ά τια , μόνο και μόνο για να σ κ ο ­ τω θεί α π ’ την κονταριά του Οδυσσέα, που τόσο είχε χο­ λιάσει με το θάνατο του συντρόφου του. Το χάλκινο δόρυ

201

ΟΜΗΡΟΣ

κ ό ρ σ η ν ή δ ’ έτεροιο διά κ ροτάψ οιο πέρησεν α ιχ μ ή χαλκείη· τον δέ σ κ ότος οσσε κάλυψε, δονπ ησεν δέ πεσώ ν, ά ράβησε δέ τ ε ν χ ε ’ ε π ’ α ντω . χ ώ ρησαν δ ’ υπ ό τε π ρ ό μ α χ ο ί κ α ι φ α ίδιμ ος Έ κτω ρ· Ά ργειοι δέ μ εγ α ΐαχον, έρνσα ντο δέ νεκρούς, ’ θυσαν δέ πολύ προτέρω ' νεμ εσησε δ ’ ’ πόλλων ί Α Π εργάμου έκ κ α τιδώ ν, Τ ρώ εσαι δέ κ έ κ λ ε τ ’ ά νσας' “όρνυσθ ’, ίπ π ό δ α μ ο ι Τρώες, μ η δ ’ είκ ετε χά ρμ ης Ά ργείοις, έπ ει ου σφ ι λίθος χρω ς ουδέ σίδηρος χαλκόν άνασχέσΟ αι τα μ εσ ίχ ρ ο α β α λ λ ο μ έ ν ο ισ ιν ου μ ά ν ουδ ’ Α χιλενς Θ έτιδος π ά ϊς ήϋκ όμ οιο μ ά ρ ν α τα ι, άλλ ’ επ ί ν ηνσι χόλον θ υμαλγεα π έ σ σ ε ι. ” "Ως φ ά τ ’ από π τό λ ιο ς δεινός θεός■α ύτά ρ ’ χαιούς Α ώ ρσε Αιός θ νγ ά τη ρ κ υ δ ίσ τη Τ ριτογενεια ερχόμενη κ α θ ’ όμιλον, όθι μεθ ιέντα ς ϊδοιτο. Έ νθ’ Α μαρνγκείδην Δ ιώρεα μ ο ίρ α πέδησεχ ερμ α δίω γάρ βλητο π α ρά σφυράν όκριόεντι κνήμην δ ε ξ ιτ ε ρ ή ν βάλε δέ Θργ/κών άγος άνδοώ ν Π εΐρω ς Ί μβρασίδης ος άρ ’ Αίνόθεν είληλούθει. άμφ οτέρω δέ τένοντε κ α ι ό στέα λαας άναιδής α χρις ά π η λ ο ίη σ ε ν δ δ ’ ύ π τιο ς εν καν ή/σι κ ά π π εσεν άμφ ω χεΐρε φ ίλοις έτά ρ ο ισ ι π ε τά σ σ α ς θυμόν ά π ο π ν ε ίω ν δ δ ’ έπ έδραμεν ός ρ ’ έβαλέν περ Π είρω ς, οντα δέ δουρι π α ρ ’ ό μ φ α λ ό ν έκ δ ’ άρα π α σ α ι 525 χνντο χ α μ α ί χολάδες, τον δέ σκ ότος οσσε κάλυψε. Τον δέ θ ό α ς Α ’τω λός άπ εσσύμ ενον βάλε δονρι ι στέρνον υπέρ μ α ζο ΐο , π ά γ η δ ’ εν π νευμόνι χ α λ κ ό ς · ά γχ ίμ ολ ον δ έ οι ήλθε θ ό α ς , έκ δ ’ όβριμον εγχος 520 515 510 505

202

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

τρύπησε το ένα μ η νίγγι του Δ ημοκόωντα και βγήκε α π ’ το άλλο. Η νύχτα ήρθε κ α ι του σφράγισε τα μάτια. Έ π ε σ ε κά τω με γδούπο και η α ρμ ατω σιά του από π ά νω α ντήχησε βαριά. Ο θαυμαστός Έ κτορ α ς και όλοι οι Τ ρώες υ π ο χ ώ ­ ρησαν, ενώ οι Α ργείοι αλαλάζοντας έσερναν τα π τ ώ μ α τα στην άκρη και προχωρούσαν όλο κα ι πιο μπροστά. Το περιστατικό αυτό θύμ ω σε τον Α πόλλω να που παρατηρού­ σε τη μάχη με θέρμη α π ’ τη ν Π έργαμο53 και φ ώ να ξε στους Τ ρώες: «Τ ρ ώ ες ιππο δαμ αστές, προχωρήστε, μην α φ ή νετε τους Αργείους να περάσουν γ ια τ ί τα σώ μ ατά τους δεν είνα ι φτιαγμ ένα από πέτρα ή σίδερο, ώ σ τε να μπορούν ν ’ α ντέξουν στο χαλκό που σ χ ίζει σάρκες. Δεν σας πολεμά ο γ ιο ς της Θέτιδας με τα ω ραία μαλλιά, ο Α χιλλέας, μα κο ντά στα πλοία τού πικρ αίνει τη ν ψυχή η οργή». Έ τσ ι τους παρότρυνε ο φοβερός θεός α π ’ την πόλη· ωστόσο, η κόρη του Δ ία η μεγαλόπρεπη, η Τ ρ ιτο γένεια 34, ενθάρρυνε τους Α χαιούς πηγα ίνο ντα ς κοντά στα σ τρ α τεύ­ ματα και προτρέποντάς το υς στη μάχη. Ο Δ ιώρης τότε, ο γιο ς του Α μαρυγκέα, π ιά σ τη κ ε στα δίχτυα της μοίρας. Τον χ τύπ η σ ε μια πέτρα στο δεξί πό δι, πάνω στον αστράγαλο. Ο άντρας που την έριξε ή τα ν ο αρχηγός τω ν Θ ρακών, ο Πείρος, ο γιος του Ιμβράσου, που καταγόταν α π ’ τη ν Α ίνο. Η άσπλαχνη πέτρα του έσπασε τα κόκαλα και τα δυο νεύρα κα ι ο Δ ιώ ρης σ ω ρ ιά ­ στηκε στο χώ μ α τεντώ νο ντα ς τα χέρια στο μέρος τ ω ν συντρόφων του, λίγο πριν να του φ ύ γει η πνοή. Ο Π είρος έτρεξε μπροστά τρ υπ ώ ντα ς με το δόρυ την κοιλιά. Τα σπλάχνα του ξεχύθηκαν έ ξω κα ι μαύρο σκοτάδι του σ κ έ ­ πασε τα μάτια. Ο Α ιτω λό ς Θόας του χτύπ η σ ε το στήθος με το δόρυ π ά νω α π ’ το μαστό και η χάλκινη αιχμή του βυθίστηκε στο π ν ε υ ­ μόνι. Ο Θόαντας τον πλη σ ία σ ε, τράβηξε το όπλο α π ’ το

203

ΟΜΗΡΟΣ

έ σ π ά σ α το στέρνοιο, έρνσσ α το δέ ξίφ ος οξύ, τώ ό γε γ α σ τέρ α τύψε μ εσ η ν, έκ δ ’ α ϊνντο θυμόν. τενχεα δ ’ ονκ άπεδυσε- π ε ρ ίσ τη σ α ν γά ρ ετα ίροι θ ρ η ϊκ ε ς ά κ ρόκ ομ οι δολίχ ’ εγχεα χερσιν εχοντες, ο ΐ έ μ εγ α ν περ έο'ντα κ α ι ΐφ θιμον κ α ι άγαυόν ώ σαν απ ό σ φ ε ίω ν δ δέ χα σσ ά μ ενος π ελεμ ίχθ η. ώς τω γ ’ έν κον/τ/σι π αρ ’ ά λλ η λο ισ ι τετάσθην, ■ήτοι ο μέν Θ ρακών, ό δ ’ Έ πειών χα λκοχιτώ νω ν ηγεμ όνες■π ολ λοί δέ π ερι κτείνοντο κ α ι άλλοι. Ένθα κεν ο νκ έ τι εργον άνηρ όνόσ α ιτο μετελθώ ν, ός τις ε τ ’ άβλητος κ α ι ά νουτα τος ό ξ έ ϊ χα λκώ δινενοι κ α τά μ έ σ α ον, ά γ ο ι δ έ έ Π αλλάς Άθηνη χειρός έ λ ο ν σ ’, α ΰτά ρ βελέω ν ά π ερύκοι έ ρ ω η ν π ολ λοί γάρ Τρώων κ α ι Α χαιώ ν η μ α τ ι κείνω πρηνεες έν κ ο νίη σ ι π αρ ’ ά λ λ η λ ο ισ ι τέτα ντο.

530

535

540

204

ΙΛΙΑΔΟΣ Δ

στήθος του και τρ α β ώ ντα ς το κοφτερό σπαθί του ξεσ χ ίζει την κοιλιά. Του πήρε τη ζω ή , αλλά όχι την αρμ ατω σιά του. Γ ια τί οι άντρες του Π είρου, οι Θ ράκες55 που έδεναν τα μαλλιά τους ψηλά στο κεφ ά λι τους, τον π ερ ικ ύκλω σ α ν και κρατώ ντας συνέχεια τα δόρατά τους στα χέρια, τον έσπρωχναν παρ’ όλο που ήταν δυνατός, γιγα ντό σ ω μ ο ς και γενναίος. Α υτός όμως φοβισμένος έφ υγε. Α υτοί λοι­ πόν οι δυο βρίσκονταν τώ ρ α ξαπλω μ ένο ι στο χώ μ α , ο ένας δίπλα στον άλλο. Ή τ α ν κ α ι οι δυο αρχηγοί, ο πρ ώ τος τω ν Θρακών και δεύτερος τ ω ν χαλκοθώρακων Ε πειώ ν. Κ αι άλλοι πολλοί σκοτώ θηκαν. Τότε δεν γινόταν πλέον πο λεμιστής που έμ παινε στη σύγκρουση να κατηγορεί τη μάχη, και που χω ρίς ακόμα να έχει χτυπηθεί από χά λκινες αιχμές, θα έτρεχε ανάμ εσα, και θα τον οδηγούσε η Π αλλάδα Α θηνά από το χέρι, αλλά να τον προστατεύει α π ’ το χα λά ζι τω ν βελώ ν. Α υτή τη μέρα αμέτρητοι56 Α χαιοί κα ι Τ ρώες κείτονταν μπρούμυτα στο χώ μ α, αραδιασμένοι ο ένας π λά ι στον άλλο.

205

ΣΧΟΛΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ A

1. στ. 1. Θ εά αποκαλεί ο Όμηρος τη Μούσα, που μιλάει μέσω του ποιητή. Με τον ίδιο τρόπο αρχίζει και η Ό δυ σ σ εια (α 1). Ο στίχος απηχεί την πανάρχαια αντίληψη πω ς η ποίηση είναι θεόπνευστη. Θεωρούσαν το έργο τω ν ποιητών και τω ν αοιδών ιερό, για τί πίστευαν π ω ς αυτοί αφηγούνταν τις σκ έ­ ψεις και τις πράξεις τω ν θεών, με την καθοδήγηση τω ν Μου­ σών. 2. στ. 2. ουλομένην'. Καταραμένη' όμοια αναφορά στην κατάρα ολοιο, όπως όνήμ ενος (β 33), στην ευχή ο να ιο, κι έχει την έννοια «εκείνο για το οποίο λέμε ολοιο». Θεωρείται σαν μια βελτιωμένη μετρική παραλλαγή του όλόμενος που απαντά με την ίδια έννοια στην Τραγωδία (Ευριπίδης, Ε λένη 231, Φ οίνισα αι 1029, Ό ρέστης 1363, Η ρα κ λή ς Μ αινόμενος 1061). βλ. Schulze Qu. Ερ. σελ. 192 ff. Μ ύρια., ανυπολόγιστη' με τη μεταγενέστερη έννοια, δέκα χιλιάδες- η λέξη τονίζεται μ ύ ρ ιο ι. 3. στ. 5. Δ ιάς... βουλή'. Ο ποιητής αναφέρεται στην υπό­ σχεση που έδωσε στη Θέτιδα ο Δίας να βοηθήσει τους Τρώες να νικήσουν (524 κ.ε.), προκειμένου να δικαιωθεί ο Α χιλλέας για την προσβολή που δέχτηκε, όταν ο Αγαμέμνονας του άρπαξε τη Βρισηίδα. Το επίθετο δΐος δηλώνει αυτόν που κατάγεται από τον Δία. Σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής, οι βασιλιαδες κατάγονταν από τους θεούς. 4. στ. 12. σ τ έ μ μ α τ ’: Στεφάνια. Ή ταν φτιαγμένα από κλαδιά, συνήθως ελιάς, κι έφεραν στην άκρη τους τυλιγμ ένες ταινίες από μαλλί" είχαν θρησκευτική σημασία κι αποδείκνυαν την προστασία που παρείχαν οι θεοί στους ικέτες. 5. στ. 20. λύσαιτε'. Τα χειρόγραφα διχάζονται ανάμεσα στο λ ύ σ α ιτε και λύσ α τε. Το πρώτο ισοδυναμεί πρακτικα με

209

ΣΧΟΛΙΑ

το λ ϋ σ α ι τε, όπως διαβάζουν οι Απίων και Ηρόδωρος, άποψη που υιοθετεί και ο Βολφ. Αυτό προϋποθέτει την αλλαγή του τα δ ’ σε τά τ ’ (Βολφ) ή κ α ί (Α πίων και Ηρόδωρος). 0 Μ πέντλι: λνσαντε. Ωστόσο το κείμενο μπορεί να περάσει, διότι η επιλογή ταιριάζει στην έννοια του ικέτη. Όσο για τη διάσταση ανάμεσα στο δέχεσθαι και το δέχεσθε, δεν υ­ πάρχει θέμα επιλογής' και στις δυο περιπτώσεις η αλλαγή στη διάθεση είναι μάλλον τραχιά. 6. στ. 31. άντιόω σαν. Μόνο εδώ' πρβλ. Σοφοκλής, Αίας 491, το σόν λεχος ξννήλθον, Τ ραχίνιαι 159, αγώ νας εξ ιών, Ευριπίδης, Φ οίνιασαι 817 ή όέ ξννα ιμ ον λε'χος ήλθεν. 7. στ. 39. Σ μινθεΰς. Επωνυμία του Απόλλωνα, που προ­ έρχεται από κάποια πόλη με το όνομα Σμινθία. Ο Στράβωνας αναφέρει πολλά μέρη μ’ αυτό το όνομα. Κατ’ άλλους το επίθετο προέρχεται από τη λέξη σμίνθος, που σημαίνει αρουραίος. Η δεύτερη άποψη τεκμηριώνεται, αν λάβουμε υπόψη μας νομίσματα της Αλεξάνδρειας, που παριστάνουν τον Α­ πόλλωνα με έναν αρουραίο στα πόδια του. Αλλοι πάλι υπο­ στηρίζουν την άποψη πω ς η λέξη είναι συντομογραφία του Σ μινθοφ θόρος, δηλαδή αυτός που καταστρέφει τους αρουραίους. 8. στ. 52. π ν ρ α ί νεκύω ν κ α ίοντο θαμ ειαί. Η καύση των νεκρών ήταν το επικρατέστερο είδος ταφής κατά την ομηρική εποχή. Εδώ βέβαια έχουμε αναχρονισμό, για τί η καύση δεν συνηθιζόταν στη μυκηναϊκή εποχή. 9. στ. 53. εννήμαρ: Ο αριθμός εννέα είναι συνήθης στον Όμηρο' οπως το τρία και όλα τα πολλαπλάσιά του, θεωρείται ιερός αριθμός. 10. στ. 59. π ά λιν: Η λέξη π ά λ ιν ερμηνεύεται — λανθα­ σμένα— από ορισμένους μελετητές «για δεύτερη φορά» αυτοί υποστηρίζουν την άποψη ότι οι Έλληνες είχαν επιχειρήσει προηγούμενη εκστρατεία εναντίον της Τροίας, κατά την ο­ ποία έχασαν το δρόμο τους και επέστρεψαν ξανά στην Ελλά­ δα. Εδώ όμως η λέξη έχει τη σημασία «πάλι π ίσ ω ». 11. στ. 63. ονειροπόλον: Είτε κάποιον που ονειρεύεται, που συνομιλεί στον ύπνο του με το θεό, είτε τον ερμηνευτή των ονείρων άλλων ανθρώπων. Εξαιτίας της απουσίας ο-

210

ΣΧΟ ΛΙΑ

ποιασδήποτε άλλης αναφοράς σε επαγγελματίες ονειροπόλους ή ερμηνευτές ονείρων στον Όμηρο, δεν μπορούμε να προσδιο­ ρίσουμε με ακρίβεια μια από τις δυο έννοιες. Η ρίζα τιολ θεωρείται πολύ παλιά και αναφέρεται σε γεω ργικές και ποιμενικές ασχολίες· πρβλ. οιω νοπ όλος, αιπ όλος. 12. στ. 66. κ νίσ η ς: Η κ ν ίσ α , καπνός και οσμή καιγόμενου κρέατος, πίστευαν πω ς εύφραινε τους θεούς. 13. στ. 74. δ ιίφ ιλ ε : Φυσική θα ήταν η γραφή δ ι ί φ ίλ ε σε δυο λέξεις, αλλά κατ’ αναλογία προς το δ ιιπ ε τη ς, όπου το δεύτερο συνθετικό δεν θα μπορούσε να τεθεί ανεξάρτητο. Πιθανόν, λοιπόν, ο συνδυασμός αρχικά να θεωρήθηκε γνήσια σύνθετη λέξη. 14. στ. 85. θεοπρόπιον'. Η λέξη θ εοπ ρόπ ιον απαντά στο ουδέτερο γένος μόνο στον Όμηρο με τη σημασία της προφη­ τείας, καθώς και στον Ηρόδοτο (Α 54, 68). 15. στ. 88. Πρβλ. Π 439. Το β λέπ ειν χρησιμοποιείται στους αττικούς συγγραφείς συνήθως με την έννοια του ζην. Ευριπίδης, ’Ά λκιστης 143, κ α ι πώ ς αν α υτός κ α τθ ά νο ι τ ε κ α ι β λ έπ ο ι; Ο στίχος αυτός και ο επόμενος περιέχουν τρία σημεία ενάντια στην αρχαία επική προσωδία, το συνηρημένο ε μ ε ϋ και ζώ ντος, και κ ο ίλ η ις αντί για κ ο ίλ η σ ι. Ο Van Leeuwen και άλλοι τους έχουν αφαιρέσει, μόνο όμως για να γράψουν τη στροφή σύμφωνα με το πρότυπο της γραμμής του Π, που περιέχει τους παλιότερους τύπους. 16. στ. 98. ελικώ πιδα'. Η λέξη ε λ ικ ώ π ιδ α ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως: α. Μαυρομάτα, β. με στρογγυλά μάτια, γ. με ευκίνητα μάτια και δ. με μάτια αστραφτερά. Από τις ερμηνείες αυτές θεωρείται σωστότερη η τελευταία. 17. στ. 103. ά μ φ ϊ μέλαιναι'. Αλεξανδρινή γραφή' οι περ ισ­ σότεροι διαβάζουν ά μ φ ιμ έ λ α ιν α ι. Η φράση απαντά στο Ρ 83, 499, 573 (το δ 661 πιθανόν μιμήθηκε αυτό το χωρίο). Κατά λέξη σημαίνει! οι φρένες του ήταν μαύρες από θυμό κι από τις δυο μεριές (πάνω και κά τω ). II σύνδεση του ά μ φ ϊ με τις φρένες είναι συχνή (Γ 442, Ζ 355). Το επίθετο μ έ λ α ιν α ι με την έννοια της βαθιάς συγκίνησης απαντά και αλλού. II σύνθετη λέξη μπορεί να ερμηνευθεί σαν πρόληψη, γ ια να γίνει ολόκληρος σκοτεινός (από οργή). Αν και στο Ρ 499,

211

ΣΧΟΛΙΑ

573 η οργή δεν αμφισβητείται, ωστόσο και οι δυο στίχοι αναφέρονται σε στιγμές έντονης συγκίνησης. Η μεταφορά φαίνεται να εχει την προέλευσή της από την επιφάνεια του νερού, σκοτεινιασμένη από το ζέφυρο που τη ρυτιδιάζει! Ω 79, Ξ 16. 18. στ. 114. Κ ουριδίη. Δύσκολη η ετυμολογία της λέξης. Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι προέρχέται απο το ρήμα κείρω και αναφέρεται στο έθιμο του κουρέματος της κοπέλας πριν τον γάμο. Η λέξη κούρος προέρχεται πιθανώς από το ίδιο ρήμα, αφού συνήθιζαν να κόβουν τα μαλλιά των νέων κατά την ενηλικίωσή τους. 19. στ. 117. Ζ ηνόδοτος αυτόν ήθέτηκεν ώς τη ς διανοίας ευήθους ονσης. ον δ ε ι δέ αυτόν ίδ ία ι προφ έρεσθαι, άλλα σννάπ τειν τοΐς άνω έν παρενθέσει γάρ λέγ ετα ι Αριστόνικος. (Για τη βελτίωση του έν ηθει βλ. Verall σε Ευριπίδη, Μ ήδεια 148' ομοίως στο A 234, Ε 150). — σόον: Ο τύπος είναι προτιμότερος από το σώ ν του Αρίσταρχου συνηρημένος τύπος που δεν απαντά αλλού στον Όμηρο, με εξαίρεση το ουσιαστικό σώ ς στο X 332. Ωστόσο ο σωστός τύπος είναι σάος. 20. στ. 133-134. Ο Αρίσταρχος αφαιρεί τους στ. 133-134 ως παρείσακτους. Τα κριτήριά του ωστόσο είναι υποκειμενι­ κά και ανεπαρκή. 21. στ. 136. Φαίνεται φυσικό να εκλάβουμε το οπω ς α ντά ξιον έσ τα ι με την έννοια του «βεβαιωθείτε ότι η αντα­ μοιβή είναι ανάλογη»· η σύνταξη όμως αυτή, αν και απαντά στον Ηρόδοτο και τους αττικούς, δεν είναι ομηρική' και η πρόταση άρσαντες κ α τά θυμόν, θα έπρεπε να βρίσκεται στην απόδοση και όχι στην υπόθεση. Μπορούμε να εκλάβουμε το αλλ , σε σχέση με τα όσα προηγούνται με την έννοια «πολύ καλά, αν μου δώσουν βραβείο, τέτοιο ώστε να είναι αντάξιο έτσι θα πράξω». Ο Μ πέιφιλντ ευφυώς προτείνει ότι το ά ρσα ­ ντες κ α τα θυμόν αποτελεί από μόνο του απόδοση, ενώ το διδοντω ν παρέχεται από την υπόθεση «ας δώσουν ό,τι θα ανταποκρίνεται προς τις επιθυμίες μου». Ο ιδιωματισμός σύμφωνα με τον οποίο ένα ρήμα κοινό σε δυο προτάσεις εκφράζεται μόνο με ένα δεν είναι σπάνιος στους μεταγενέστε­

212

ΣΧΟ ΛΙΑ

ρους Έλληνες συγγραφείς (Κούχνερ ίί. σελ. 1079)· ωστόσο η σαφήνεια α π α ιτε ί οι δυο προτάσεις να διαχωρίζονται με οποιοδήποτε τρόπο, κάτι που δεν συμβαίνει στην περίπτωση αυτή. Ο ιδιωματισμός δεν απαντά ούτε στον Όμηρο, με εξαίρεση την αμφίβολη περίπτωση του I 46. Αναμφίβολα όμως αυτό δίνει και την καλύτερη ερμηνεία. 22. στ. 136. Το δ ώ σ ο ν σ ι (135) απηχεί το δ ώ σ ο ν σ ι του Αχιλλέα στο στίχο 123. Α ς σημειωθεί ότι δεν υπάρχει σημα­ ντική διαφορά ανάμεσα στο ε ί με ενεστώτα οριστικής κα ι το ε ί κε με αόριστο υποτακτικής. 23. στ. 141. μ ελ α ινα ν: Το επίθετο μαύρος προσδιορίζει σταθερά τα πλοία στα ομηρικά έπη" τούτο για τί συνήθιζαν να τα καλύπτουν με πίσσα, για να είναι πιο ανθεκτικα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το επίθετο έχει τη σημασία του σκο­ τεινού και αποδίδεται στα πλοία λόγω του σκούρου χρώματος του βρεγμένου ξύλου. — άρχός. Κατηγορούμενο: ένας, μέλος του συμβουλίου, θα είναι επικεφαλής. Για όσους είχαν δικαίωμα να εκλεγούν στη βασιλική β ονλή, βλ. Β 404. 24. στ. 169. Φ θ ίηνδ’’ Η Φθία είναι περιοχή της σημερινής . Θεσσαλίας, κοντά στον Σπερχειό ποταμό και τον Μαλιακό κόλπο. Μαζί με την Ελλάδα, που την εποχή του Ομήρου ήταν κι αυτή μέρος της Θεσσαλίας, αποτελούσαν την επικράτεια του Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα. Οι κάτοικοι τω ν περιοχών αυτών ονομάζονταν Μυρμιδόνες, Έλληνες και Αχαιοί. 25. στ. 170. Ν ηνσι κ ο ρ ω νίσ ιν. Τα πλοία χαρακτηρίζονται συχνά μυτερά, για τί είχαν μυτερές και καμπύλες την πλώρη και την πρύμνη τους. 26. στ. 184. Β ρισηίδα'. Η Βρισηίδα ήταν κόρη του Βρισέα, που την άρπαξε ο Αχιλλέας όταν κυρίεψε την τρωική πόλη Λυρνησσό. 27. στ. 206. γλαυκώ πις'. Το επίθετο γ λ α ν κ ώ π ις χαρακτη­ ρίζει την ΛΟηνά με τη σημασία λαμπρομάτα ή γαλανομάτα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι τα μάτια του αγάλματος της θεάς στο ναό του Ιΐφαίστου ήταν γαλανά, όπως και του Ποσειδώνα, που τον θεωρεί πατέρα της ( Α ττικ ά , 14). —γ?Μυκώπις'. Με φω τεινά μάτια ή γκριζογάλανα μάτια.

213

ΣΧΟΛΙΑ

Βλ.Παυσανίας, i 14.6, όπου περιγραφή του αγάλματος στο ναό του Ηφαίστου: το δέ ά γ α λ μ α όρων τή ς ’ θήνας γ λ α υ ­ Α κούς εχον τούς οφ θαλμούς, Α ιβνω τον μϋθον οντα εύρισκον. το ν το ις γάρ έσ τίν είρημενον Π οσειδώ νος κ α ι λ ίμ νη ς Τ ριτω νίδος θυγα τέρα είναι, κ α ι διά τοντο γλα υκ ούς είνα ι ώ σπ ερ κα ί τω Π οσειδώ νι τούς οφ θαλμούς. Ο Κικέρωνας λέει ότι τα μάτια του Ποσειδώνα ήταν γαλάζια σαν τη θάλασσα, που ευνοεί το γαλάζιο και όχι το γκρι στην αναφορά του χρώμα­ τος των ματιών της Αθηνάς. Σχετικά με άλλες λέξεις-χρώματα, υπάρχει πρόσφορο έδαφος για επεξηγήσεις. Το απλό γλαυκός απαντά μόνο μια φορά στον Όμηρο για τη θάλασσα (Π 34), με το γλα υκ ιόω ν Υ 172, όπου και δεν υπάρχει συγκε­ κριμένη αναφορά σε χρώμα. Επειδή η κουκουβάγια (γλαυξ) ήταν το πουλί της Αθηνάς, ορισμένοι μεταφράζουν «γλαυκομάτα)) και το εξηγούν με το σύμβολο που απεικόνιζε το πουλί αυτο για τη θεά. Ωστόσο οποιαδήποτε τέτοια έννοια θα πρέπει να είχε εξαλειφθεί την εποχή του Ομήρου. 28. στ. 211. ώς ε σ ε τ α ί περ'. Είναι το αντικείμενο του ονειδισον, τι θα επακολουθήσει, τι πρόκειται να κάνει ο Αχιλλέας. Πρβλ. φ 212 σφ ώ ίν δ ’ ώ ς ε σ ε τ α ί περ άληθείην κ α τα λέξω έτσι και στα τ 312, γ 255' και για τη σύνταξη του όνειδίζειν, Β 255 όνειδίζειν ό τι... διδοϋσιν πρβλ. I 24, σ 380. Το όνειδίζειν απαντά χωρίς εκπεφρασμένο αντικείμενο μόνο στο II 95. 29. στ. 234. σκ ηπ τρον: Ο όρκος στο σ κ ή π τρ ον ήταν ιερός και επίσημος. Το ραβδί αυτό δεν είναι του Αχιλλέα, αλλά πρόκειται γ ι’ αυτό που έδινε ο κήρυκας σε κάθε συνέλευση, δείγμα πω ς ο ομιλητής μπορούσε να πάρει το λόγο. Ο Βιργίλιος μιμείται το χωρίο αυτό, βάζοντας το βασιλιά Λατίνο να ορκίζεται με τον ίδιο τρόπο (Λ ίνειάς XII 206-11). 30. στ. 248. Ν εστωρ: Ο Νέστορας ήταν ο νεότερος γιος του Πηλέα και της Χλώριδας. Ή ταν ο μόνος που επέζησε από τη σφαγή του II ρακλή, γιατί, όπως λέγεται, είχε μεγα­ λώσει στη χώρα των Γερηνίων μακριά απ’ τα αδέλφια του (ο Όμηρος τον χαρακτηρίζει συχνά Γερήνιο). Με την υποστή­ ριξη του Απόλλωνα κυβέρνησε την Πύλο, το ισχυρότερο βα­ σίλειο της μυκηναϊκής εποχής, πάνω από τρεις γενιές. ΊΙταν

214

ΣΧΟ ΛΙΑ

συνετός γέροντας, που έδινε πάντα σοφές συμβουλές, αλλά και πολεμιστής με γενναία καρδιά, παρά την περασμένη η λι­ κία του. 31. στ. 252. ήγάθεος: Επίθετο, όπως ζάθεος, που αναφέρεται μόνο σε τόπους· αναμφισβήτητα και τα δυο έχουν την έννοια του θεϊκός, αφού απαντούν μόνο σε σχέση με τοποθε­ σίες συνδεόμενες με συγκεκριμένες θεότητες. 32. στ. 262. Στους στίχους 262 κ.ε. ο Νέστορας υπ α ινίσ ­ σεται την ανάμειξή του στην περίφημη Κενταυρομαχία. Ό ταν οι Λαπίθες, λαός θεσσαλικός, γιόρταζαν το γάμο του βασιλιά τους, ο Περίθοος κάλεσε και τους Κένταυρους (άνθρωποι από τη μέση και πάνω και άλογα από τη μέση και κά τω ), που κατοικούσαν στη γειτονική περιοχή του Πηλίου. Η μάχη άρχισε, όταν οι τελευταίοι μεθυσμένοι θέλησαν νά αρπάξουν τις γυναίκες τω ν Λ απίθων. Τα ονόματα που παραθέτει εδώ ο Όμηρος είναι πιθανώς ονόματα Λαπίθων. 33. στ. 280. Η αντίθεση ανάμεσα στο καρτεράς και φ έρτερος (σε μεγαλύτερη θέση) είναι όμοια με τω ν στίχω ν 178, 186. Η ομοιότητα τω ν καταλήξεων προκαλεί αίσθηση, παρά την αναμφισβήτητη διαφορά τους στην προέλευση και την έννοια, όπως και στον τονισμό. 34. στ. 282-284. Ά τρεάδη... κ α κ ο ΐο : Η ροή της σκέψης στους τρεις αυτούς στίχους δεν είναι και τόσο σαφής, γ εγ ο ­ νός που προκάλεσε υπόνοιες για παρέμβαση, κάτι που δεν είναι ωστόσο δικαιολογημένο. Η επαναλαμβανόμενη ικεσία, η σχεδόν παθητική επίκληση στην προσωπική επιρροή συμ ­ βαδίζει απόλυτα με το χαρακτήρα του Νέστορα, την ανθρώ­ πινη φύση και τις απαιτήσεις τω ν περιστάσεων, οι οποίες δεν απαιτούν και τόσο απόλυτη λογική αλληλουχία. Ο Νέστορας, αφού ικέτευσε το ίδιο και τις δυο πλευρές, κλείνει με μια ιδιαίτερη παράκληση προς τον Αγαμέμνονα που είναι κ α ι το επιτιθέμενο μέρος. 35. στιχ. 291. ΙΊ ροθεονσιν. Θεωρείται άχρηστος τύπος του ρήματος προτιθέασιν ( = επιτρέπουν). Πολλοί τον θ εω ­ ρούν τύπο του ρήματος προθέω ( = τρέχω) και μεταφράζουν: γ ι’ αυτό τρέχουν οι βρισιές στο στόμα του... 36. στιχ.294. νπ είξομ α ι'. Μέλλοντας αντί για αόριστο. Υ ­

215

ΣΧΟΛΙΑ

πάρχει μια ανεπαίσθητη αλλαγή στη στάση, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, με την ευκτική κα λεοίμ ην. Εκείνο που ο Αχιλλέας στο στίχο 293 συλλαμβάνει μόνο σαν υπόθεση, εδώ συνει­ δητοποιεί έντονα ότι πρόκειται για παραδεδεγμένο γεγονός (αυτό είναι φυσικά το ίδιο, όπως κι αν εκλάβουμε το ν π είξο μ α ί). 37. στ. 306. εΐσας: Ο τύπος απαντά μόνο στο θηλυκό σε περιπτώσεις όπως νηνς, ά σ π ίς , δα'ί'ς· στην ’Ο δύσσεια μόνο με το φρένας και μια φορά στο Β 765. Στο τελευταίο χωρίο σημαίνει σαφώς ίσα ς και συνοδευόμενο από τις λέξεις ννς και ά σ π ίς δίνει μια συγκεκριμένη έννοια συμμετρίας, ομοιο­ μορφίας. Η συμμετρία α π’ όλες τις πλευρές της τεράστιας μυκηναϊκής ασπίδας ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου για τον πολεμιστή. Με το ουσιαστικό δαις, που σημαίνει μερίδιο από φαγητό ή κρέας και συμπόσιο, δεν έχει τη στενή έννοια της συμμετρίας, αλλά ένα συμπόσιο όπου ορισμένοι μπορούν, δίκαια, να σερβιριστούν μεγαλύτερη μερίδα εξαιτίας της κοι­ νωνικής τους θέσης. Ωστόσο αυτή η αναφορά της λέξης δεν ικανοποίησε όλους τους σχολιαστές και δόθηκαν πολλές ερμη­ νείες, που όμως δεν είναι απαραίτητες. 38. στ. 351. μ η τ ρ ί φίλϊ]'. Μητέρα του Αχιλλέα ήταν η Θέτιδα, η σπουδαιότερη από τις πενήντα αθάνατες Νηρηίδες, κόρες του Νηρέα, που ζούσαν στο βυθό της θάλασσας. Ο Δίας κι ο Ποσειδώνας θέλησαν να την κάνουν γυναίκα τους· όταν όμως έμαθαν ότι ο γιος της θα γινόταν πιο δυνατός από τον πατέρα του, εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους. Τότε η Θέτιδα παντρεύτηκε τον Πηλέα, με τον οποίο έζησε μικρό χρονικό διάστημα, όπως άλλωστε συνέβη με όλες τις θεές που ενώ­ θηκαν με θνητούς. Η Θέτιδα έκανε πολλές προσπάθειες να εξασφαλίσει στον Αχιλλέα την αθανασία, χωρίς όμως αποτέ­ λεσμα' αλλά και μετά την απομάκρυνσή της από το παλάτι του Πηλέα στη Φθία, συνέχισε να προστατεύει και να συμβουλευει το γιο της σε κάθε δύσκολη στιγμή. 39. στ. 358. π α τρ ί γέροντι: Ο ποιητής παρουσιάζει τη Θέτιδα να κάθεται δίπλα στο γέροντα πατέρα της Νηρέα. Ο Όμηρος ωστόσο δεν αναφέρει ποτέ το όνομα του γέροντα- οι κόρες του επίσης αποκαλούνται Ν ηρηιδες μόνο σ’ ένα χωρίο

216

ΣΧΟΛΙΑ

αμφίβολης γνησιότητας (Σ 38, 52). 40. στ. 366. Θήβην'. Η Θήβα ήταν πόλη της Μυσίας κοντά στην Τροία. ΤΥ αυτήν θα μιλήσει αργότερα η Ανδρομάχη, η κόρη του βασιλιά Η ετίωνα (Ζ 394 κ.α.). 41. στ. 383. έπ ασσύτεροι'. Συνήθως προέρχεται από το ά γ χ ι' πρβλ. ά σ σ ο τέρ ω ρ 572, τ 506. Το υ λέγεται αιολικό. Ωστόσο ο Μπράγκμαν το ανάγει στο έ π - α ν - σ ( ε ) ύ ( ω ) , διαχωρίζοντάς το από το ά σ σ ο ν . Η έννοια ενέχει το στοιχείο της ταχύτητας. 42. στ. 400. 'Ήρη... Π αλλάς Άθήνη'. Σύμφωνα με τον αρχαίο σχολιαστή, οι τρεις αυτοί θεοί ήταν προστάτες και σύμμαχοι τω ν Ε λλήνων αυτό είναι ισχυρό επιχείρημα για την παράκληση της Θέτιδας να νικήσουν οι Τρώες. 43. στ. 403. Β ρ ιά ρ εω ν : Εννοεί τον Βριάρεω, έναν από τους τρεις Γίγαντες με τα εκατό χέρια και τα πενήντα κεφάλια, τους γιους του Ουρανού και της Γης. 44. στ. 418. κ α κ ή αί'σϊ]'. Πρέπει να έχει την ίδια έννοια με το παραπάνω α ίσ α , συνεπώ ς σημαίνει την κακή μοίρα- πρβλ. X 477 ifj άρα γ ε ιν ο μ ε θ ’ α ’στ\, Η 218, π ρ ο κ α λ έ σ σ α το χάρμτ], ί και ίσως Π 203 χολω ά ρα σ ’ έτρεφ ε μ ή τη ρ . Α ίσα είναι μια από τις ομηρικές λέξεις, τις οποίες οι κυπριακές επιγραφές ζωντάνεψαν στην αρχική έννοια της αίσθησης του μέτρου. Τω και όχι τω είναι η ανάγνωση του Α σε όλα τα χωρία όπου εχει την έννοια του ως εκ τούτου- και μ’ αυτή τη γραμματική παράδοση συμφωνεί. Ε μφανίζεται σαν γνήσιο κατάλοιπο της αρχαίας αφαιρετικής- συγκρίνετε το π ω με το π ω ς , ισω ς και το οντω με το ούτω ς. 45. στ. 423. Α ίθιοπήας'. Οι Αιθίοπες, κατά τον Όμηρο, ήταν λαός που ζούσε στα νότια της γης, την οποία θεωρού­ σαν κυκλική και επίπεδη να περιβάλλεται από τον ποταμό Ωκεανό. 46. στ. 426. δώ: Γενικά εξηγείται σαν δώμ, παλιά ρίζα μ, πρβλ. ένδον = έν δομ. Ο Μ πράγκμαν, Gr. παρ. 223 ad fin., προτείνει ότι αρχικά προήλθε από το to, Γερμαν. zu, μια βαρύτερη μορφή του εγκλιτικού -δε, και πήρε την έννοια του «σπιτιο ύ» μόνο από την τυχαία ομοιότητά του προς το δώ μ α στην κοινή φράση ή μ έτερ ο ν δώ = η μ έτερον δε.

217

ΣΧΟΛΙΑ

47. στ. 459. αΰέρνσαν: Έσυραν προς τα πίσω , σήκωσαν προς τα πάνω (το κεφάλι) (αττικ. άναρρνω )' προφανώς το έκαναν για να κόβουν πιο εύκολα το λαιμό είτε σαν ένδειξη αφοσίωσης προς τους ουράνιους θεούς. (Πρβλ. άνασχόμενος, ξ 425, άνελόντες γ 453). Έ τσι τα θύματα στους χθόνιους θεούς θανατώνονταν μέσα σε χαντάκι, οντω γάρ θΰονσι τοΐς χθονίοις, τοΐς δέ ουρανίοις άνω άναστρε'φοντες τον τράχηλον σφ ά ζονα ιν (Απολλώνιος ο Ρόδιος I 587). 48. στ. 471. έπ ά ρ χ εσ θ α ι: Υπονοεί τη σπονδή μερικών σταγόνων που έπαιρναν με κουτάλα μέσα από το δοχείο ανάμιξης, τον κ ρητήρα και τις μετέφεραν μέσα στα ποτή­ ρια. Το ρήμα άρχεσθα ι χρησιμοποιείται ειδικά για κάθε εί­ δους ιεροτελεστία, ενώ το έπ ι υπονοεί την «περιφορά» στους καλεσμένους. Πρώτα έχυναν μερικές σταγόνες προς τιμή των θεών και μετά γέμιζαν τα ποτήρια τους για να πιουν. 49. στ. 477. Ή ώς: Η Ηώς, κόρη του Τπερίονα και της Θείας, ανήκε στην πρώτη θεϊκή γενιά, στους Τιτάνες. Είναι η προσωποποίηση της αυγής. 50. στ. 497. ήερίη'. είτε ή ντ ’ ο μ ίχ λ η (359), ή καλύτερα «νωρίς το πρω ί», από το ήρι, βλ.477. Αυτή είναι σαφώς η έννοια στο ι 52. Πρβλ. επίσης 557, Γ 7. 51. στ. 518. λ ο ίγ ια έργα'. Επιφώνημα, θλιβερά λόγια, ό­ πω ς θα λέγαμε' δεν είναι καν απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί το έσ τα ι, αν διαβάσουμε ο τε σύμφωνα με τον Μπέκερ' το ότε μάλλον εξασθενεί την έννοια. Βλ. H .G . παρ. 269 ad fin. ο ’ im λ ίγ ι ’ έσεσθαι, απαντά στο Φ 533, Ψ 310. Έ χθοδοπήσαι: ά π α ξ είρημένον, αλλά το έχθοδοπός απαντά στους αττικούς, και φαίνεται να συνδέεται με το έχθος, όπω ς και το άλλοδαπ ός με το άλλος. Ο Αρίσταρχος λέγεται ότι βάζει τελεία μετά το έφ ήσεις, και διαβάζει "Ηρη αντί για "Ηρη, (αλλά ο Λούντβιχ το αμφισβητεί αυτό). Ό πως και να έχει, μια τέτοια διάρθρω­ ση τω ν λέξεων δεν είναι ομηρική. 52. στ. 530. έλέλιξεν'. Ο Ντόουζ εξηγεί το ρήμα σαν απλό παρόραμα αντί του εΡ έλιξεν και φαίνεται ότι σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις στον Όμηρο το νόημα απαιτεί και το μέτρο επιτρέπει κάποιο τύπο του Ρ ελιά σω . Οι τρεις εξαιρέσεις βρίσκονται σ’ αυτό το στίχο, το Θ 199, το X 448, όπου το

218

ΣΧΟ ΛΙΑ

νόημα έπρεπε να είναι «κ ίνη σ ε», που μάλλον δεν μπορεί να προελθεί από το Ρ ελ ίσ σ ειν . Επομένως φαίνεται αναγκαίο να δεχτούμε στις περιπτώ σεις αυτές, και για το έλελίχθω ν ενα ρήμα έλελίζειν δηλαδή κινώ . ά σ τερ ο π ά ν έλ ελ ίξα ις Πινδ. Ν εμεονίκης IX 19, εγ χ ο ς... σειόμ ενον έλ ελ ικ το, Ν 558 είναι αμφισβητούμενα, επειδή τα δυο ρήματα πλησιάζουν την έν­ νοια του επισείω, πάλλω. 53. στ. 561. δαιμονιη'. Δαιμόνιος είναι αυτός που βρίσκε­ ται κάτω από την επίδραση κάποιου δαίμονα. Οι πράξεις του είναι ανεξήγητες και θεωρούνται δυσοίωνες' άλλοτε το επ ίθε­ το σημαίνει ανόητος ή δηλώνει αυτόν που έχει αυστηρό παρουσιαστικό. 54. στ. 567. ά σσον ίό ν θ ’’ "Οτι Ζ ηνόδοτος γ ρά ψ ει ά σ σ ο ν . ίόντε. ονκ έ'στι δε, ά λ λ ’ά ν τ ί το ν Ιόντος, σ ν γ χ ε ϊ δέ κ α ι τό δυϊκόν (Αριστόνικος). Η θεωρία του σημαίνει ότι ο δυϊκός και ο πληθυντικός δεν μπορούσαν να αλληλοαντικατασταθούν — θεωρία που ενστερνίσθηκαν και ορισμένοι νεότεροι φιλόλο­ γοι και βρίσκει κάποιο έρεισμα σε πολλά ομηρικά χωρία: Ε 487, Θ 74. Ο Αρίσταρχος αντιτάχθηκε σ’ αυτή τη θεωρία και θεώρησε το ίό ν θ ’ για. ιό ντα αντί του ιόντος, που σημαίνει ότι θα έπρεπε να περιμένουμε γενική απόλυτη, «όταν πλη σιάσ ω », επειδή η σύνταξη χ ρ α ισ μ ε ΐν τ ιν ί τινα , δεν απαντά αλλού, αν και βρίσκουμε χ ρ α ισ μ ε ΐν τ ι ν ί τ ι (Η 144), ίσω ς επαρκής α να ­ λογία. Ο Μέντλει δέχεται ά σ σ ο ν ιώ ν, ενώ ο Ντέντζερ απορ­ ρίπτει ολοσχερώς το στίχο. Άάπτους'. Ο Αριστοφάνης γράφει ά επ τονς, που είναι και καλύτερο' αντί του ά -σ ε π -το ν ς , από το επ ω , δηλ. ακατανίκητος, ά σ σ ο ν ίε'ναι = επιτίθεμαι, πρβλ. Ο 105. 55. στ. 584. ά μ φ ικ ν π ε λ λ ο ν ’. Το ά μ ψ ικ νπ ελλ ον, κατά μία άποψη, που θεωρείται αβάσιμη, είναι διπλό κύπελλο που έχει δύο κοίλες πλευρές χωρισμένες στη μέση, ώστε κι οι δυο να χρησιμοποιούνται είτε για βάση είτε για κύπελλο- η επικρα­ τέστερη ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για το γνωστότατο κύπελλο με δύο λαβές, που χρησιμοποιούσαν ευρύτατα. 56. στ. 593. Λ ήμνω : Η Λήμνος ήταν αφιερωμένη στον Ή φαιστο από το αποκαλούμενο «Λήμνιο Πυρ» στο όρος Μοσχύλος. Αυτό υπονοεί ότι το όρος Μοσχύλος ήταν η φ α ί­

219

ΣΧΟΛΙΑ

στειο. Η παρούσα κατάσταση όμως του βουνού δεν επιτρέπει, την εικασία ότι ήταν ηφαιστιογενές- η φω τιά προφανώς ήταν μια πηγή φυσικού αερίου, όπως και πολλές άλλες που υπήρ­ ξαν και κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Η άποψη της εξαφά­ νισης του «ηφαίστειου» Μοσχύλος είναι γεωλογικά αβάσιμη. Ο Ελλάνικος (fr. 112) αναφέρει τους Σίντιες σαν κατοίκους του νησιού, ενώ ο Θουκυδίδης ίί, 98, 1 αναφέρει ω ς Σίντους μια φυλή στις ακτές της Θράκης. Φυσικά δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποια σχέση είχαν με τους «Π ελασγούς» κα­ τοίκους της Λήμνου, που εκδιώχθηκαν από τον Μιλτιάδη γύρω στο 500 π.Χ ., ή με τους δημιουργούς της (ετρουσκικής;) επιγραφής που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στο νησί. 57. στ. 607. άμφιγνήεις'. Αμφιλεγόμενη λέξη, που γενικά σημαίνει αμφιδέξιος ή utrinque validis artubus instructus, αν και παραβλέπεται το γεγονός ότι τίποτε στη λέξη δεν εκφράζει το validis. Πιθανόν η λέξη σημαίνει στην πραγματικότητα «μ ’ ένα στραβό μέλος σε κάθε πλευρά» = κ υλλοπ οδίω ν, από ένα ουσιαστικό γ νη (πρβλ. γ νη ς στο Λ εξ.). Έ τσι και το παλιό παραγ. από το γ νιος, «κουτσός κι από τα δυο πόδια». Πρβλ. επίσης ά μ φ ίγνος Ν 147 κλπ.

220

ΣΧΟ ΛΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ Β

1. στ. 2. Υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο στίχο A 611 και σ ’ αυτόν. Πρόκειται ωστόσο για μία από τις συνηθέστατες αντιφάσεις του ποιητή, που ενδιαφέρεται περισσότερο για. το μύθο παρά για τη συνέπεια. 2. στ. 4. τιμήσγ]'. Εδώ θα ήταν εύκολο να διαβάσουμε τιμ ή σ ε ι, αν αυτό δεν εμπεριείχε το όλέσα ι, με τη σπάνια κατάληξη -αι (Οι A 255, Η 129, 130, Μ 334, Τ 81 είναι οι μόνες σαφείς περιπτώσεις στην Ίλιάδα. Από το άλλο μέρος εξίσου σπάνια είναι και η υποτακτική μετά τον ιστορικό χρόνο στον Όμηρο, αν και αργότερα απαντά συχνά. Ενώ μεταξύ του τιμ ή σ τ], -ει, η επίδραση του χειρόγραφου είναι μηδενική, ενώ στο όλ έ σ α ι και όλέστ) υπολογίζεται κάπως. Βλ. επίσης A 558-60, που φυσικά έχει επηρεάσει το εν λόγω χωρίο, μόνο που φαίνεται αδύνατο να προσδιοριστεί αν το είχε κατά νου ο ποιητής ή οι μεταγενέστεροι αντιγραφείς. Παρά τη σπανιότητά της στον Όμηρο, η υποτακτική (ή μέλλων;) είναι πολύ φυσικός και ζωηρός τρόπος να απεικο­ νιστούν οι σκέψεις του Δία. Ο τύπος π ολ νς εδώ που αποδί­ δεται στον Ζηνόδοτο, είναι ετυμολογικά σωστός και πιθανόν πρεπει να προτιμηθεί στις περισσότερες περιπτώσεις από το π όλεις ή το πολέας. 3. στ. 20. Η έκφραση Ν ηληίω υ ΐι είναι ασυνήθιστη. Πρβλ. Τ ελαμώ νιε π α ϊ (Ί λιά ς, Ν 67 και Σοφοκλής, Α ίας 134). 4. στ. 21. Οι γέροντες ήταν τα μέλη του βασιλικού συμβου­ λίου, αλλά και νέοι, όπως ο Διομήδης και ο Αχιλλέας, ανήκαν επίσης στο συμβούλιο. 5. στ. 36. έμελλον'. Α ντί του έμελλε. Προτιμούσε τον πληθυντικό όπου ήταν δυνατή η επιλογή, βασιζόμενος σε χωρία οπως Β 135, Η 6, 102 κ.ά, όπου το ρήμα δεν μπορεί να είναι στον ενικό. Επειδή υπάρχει η τάση για παραφθορά προς ι ον πιο γνώριμο ιδιωματισμό, έχει αναμφισβήτητα δίκιο. 6. στ. 42. Ο χ ιτω ν ήταν ρούχο, παρόμοιο με το σημ; ρινό πουκάμισο, που φορούσαν κατάσαρκα και συγκρατούο.<ν η ι / ) μέση με ζώνη. 7. στ. 43. Το φ άρος ήταν λινό πολυτελές πανωφόρι c < ν ·> βασιλιαδων, παρομοιο με τη χ λ α ΐν α , η οποία όμω ι, >■

221

ΣΧΟΛΙΑ

μάλλινη. . 8. στ. 54. Δεν γνωρίζουμε για τί τόπος της συνέλευσης ορίστηκε το πλοίο του Νέστορα. Θα περίμενε κάποιος να συγκεντρωθούν οι Αχαιοί στο πλοίο ή στη σκηνή του Αχιλλέα. Ωστόσο η απόφαση αυτή δικαιολογείται απο το γεγονος ότι ο Νέστορας ήταν ο πιο ψύχραιμος και σοφός αρχηγός, κατάλληλος σύμβουλος στις δύσκολες περιστάσεις. 9. στ. 87. άόινάιόν'. Ό πως φαίνεται να έχει γράψει ο Αρίσταρχος από ένα σχόλιο του Ηρωδιανού πάνω σ’ αυτό το κείμενο, άόινάω ν, πολυάσχολος. Η λέξη φαίνεται ότι αρχικά σήμαινε τη γρήγορη, αέναη κίνηση, κι έτσι χρησιμοποιήθηκε για την καρδιά (Π 481, τ 516), τα πρόβατα (α 92, δ 320), και τις μύγες (Β 469)· αργότερα για την έντονη θλίψη (Ψ 225, ω 317) και το παθιασμένο τραγούδι των Σειρήνων (ψ 326). Σύμφωνα με την άποψη των παλαιών, η αρχέγονη έννοια είναι «πυκνός»' απ’ αυτήν όμως προκύπτει μια ακόμα λιγότερο ικανοποιητική αλυσίδα εννοιών. Τότε γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη η χρήση της λέξης για την καρδιά' λίγοι θα ικανο­ ποιηθούν από την ερμηνεία «συνιστάμενη από πυκνούς ι­ στούς», ενώ δεν θα μπορούσε να βρεθεί ένα περισσότερο πιθανό επίθετο από το «πολυάσχολη» ή το «παλλόμενη». Μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι τόσο το εθνεα εϊσ ι (το οποίο ο Μπέντλει βελτίωσε σε εθ νε’ ϊα σ ι) όσο και το α ί θέ τε ένθα αποτελούν περιπτώσεις χασμωδίας' δηλαδη απαντουν σε σημεία όπου δεν υπάρχει caesura ούτε καν τάση για τομη στο στίχο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη γ ι’ αυτά. Στις πενήντα τρεις περιπτώσεις χασμωδίας στον Όμηρο, είκοσι τρεις απαντούν στο τέλος του δεύτερου ποδα και είκοσι μια μέσα ή στο τέλος του πέμπτου' έξι απαντούν στον πρώτο, δυο στον τρίτο, και μόνο μια στον τέταρτο. Από τις είκοσι μια περιπτώσεις στον πέμπτο πόδα, όλα είναι στην τροχαϊκή τομή εκτός απ’ αυτήν, Λ 678 (= ξ 100), Ν 22, Ξ 285, 358, Σ 4, ε 257, ι 553, κ 68. Πλήρης κατάλογος βρίσκεται στον Knos, De digam m o H om erico, σελ. 47. Η χασμωδία είναι νομότυπη αν απαντά στην τροχαϊκή τομή του πρώτου πόδα, στη βουκολική διαίρεση και στο τέλος του τρίτου ποδα, αν και η περίπτωση αυτή είναι πολύ σπανιότερη από τις άλλες δυο,

222

ΣΧΟ ΛΙΑ

και ισως επιτρεπεται μόνο όταν συμπίπτει με παύση στην έννοια. (Σημειώνοντας περιπτώ σεις χασμωδίας ο Knos π α ­ ραλείπει γενικές σε -αο και -οιο, που κατά την άποψή του δεν υφίστανται συναίρεση, και λέξεις όπως π ερί, τ ι, και άλλες, οπου ασφαλώς δεν υφίσταται τέτοιο φαινόμενο). 10. στ. 93. Η Φ ήμη ( ’Ό σσ α ) ήταν η αγγελιοφόρος του Δ ία, που έφερνε τις ειδήσεις στους θνητούς. 11. στ. 97. Οι γνω στοί κήρυκες είναι οκτώ: Ο Ταλθύβιος και ο Ευρυβάτης του Αγαμέμνονα, ο Ασφαλίωνας και ο Ε τεωνέας του Μενέλαου, ο Θοώτης και ο Στέντορας του Νέστορα, ο Ευρυβάτης του Οδυσσέα και ο Οδίος του Α ίαντα. Αναμεσά τους αναφέρεται και ο Μερίονας, κήρυκας του Δ ιο­ μήδη, που όμως είναι άγνωστος. 12. στ. 103. Οι χαρακτηρισμοί του Ερμή δ ια κ το ρ ω ά ρ γ ε ϊφ οντη είναι δυσερμήνευτοι. Ο πρώτος πιθανώς σημαίνει το δρομέα, τον αγγελιοφόρο (από τη ρίζα δ ι-α -, απ’ όπου και το ρήμα δ ιώ κ -ω ). Το δεύτερο συνήθως μεταφράζεται φ ονιάς τ ο ν Ά ργου (στον οποίο είχε αναθέσει η Ή ρα να φυλάει τη ν Ιώ , που απο ζήλια την είχε μεταμορφώσει σε αγελάδα) μολονότι ο σχετικός μύθος είναι μεταγενέστερος του Ομήρου. 13. στ. 125. λ ε ξ α σ θ α ι: Να απαριθμηθούν. 14. στ. 125. εφέστιοι'. Δηλαδή οι πολίτες της πόλης, σε αντίθεση προς τους συμμάχους από άλλες χώρες. Πρβλ. ο σ σ α ι μέν Τρώων π υρός ε σ χ ά ρ α ι Κ 418. Τ ρώ ες: Ο Λρίσταρχος γράφει Τ ρώας, που σημαίνει «να συγκαλέσουν τους Τ ρ ώ ­ ες». Μετα το παραπανω Τ ρώ ες φαίνεται πιο φυσιολογική η ονομαστική, «οι Τρώες να απαριθμήσουν εαυτούς». Για το ε ΐ π ερ... κε με ευκτική, βλ. Lange, Ε. /., σελ.195, H. G. παρ. 313, Μ και Τ, παρ. 460' διαφέρει μόνο ελάχιστα, από το απλό ει με ευκτική. Για το συναίσθημα σύγκριση με την Α ίνειά δα του Βιργιλίου, XII 233, vix h o stem , a ltern i si co n g re d ia m u r, habem us. 15. στ. 130-133.: Α θετούνται από τον Αρίσταρχο με το επιχείρημα ότι όλοι οι «βάρβαροι», Τρώες και επίκουροι μαζί, αναφέρονται παντού σε όλες τις περιπτώσεις ως λιγότεροι από τους Έ λληνες. Ο αντίλογος είναι μάλλον ότι σε αλλα σημεία οι Τρώες πάντα διαδραματίζουν πρωταρχικό

223

ΣΧΟΛΙΑ

ρόλο στην άμυνα, ενώ οι επίκουροι έχουν δευτερεύουσα ση­ μασία. Βλ. κυρίως Ρ 221. 16. στ. 144. Ο Αριστόνικος διέσωσε τη γραφή του Ζηνό­ δοτου φ ή αντί του ώς. Και δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβή­ τηση για την ορθότητα, αν και ο Αρίσταρχος την απορρίπτει με το σύντομο σχόλιο ουδέπ οτε 1 μηρος το φη α ντί του ως Ο τέταχεν. Αυτό σημαίνει απλώς ότι η λέξη παραλειπόταν από το χειρόγραφο στην εποχή του' απαντά πάλι στο Ξ 499, ό δέ φή κώ δειαν άνασχώ ν, όπου ήταν γραμμένο φη και, σε αντί­ θεση με τον ομηρικό ιδιωματισμό, μεταφραζόταν «είπ ε». Η λέξη επιβίωσε επίσης στον Καλλίμαχο (ίν 5 C R, vii 430) κνάνεον φή π ίσ σ α ν, στο φη γερ ά νο ισ ι που σημειώνεται από τον Αντίμαχο και, σύμφωνα με ορισμένες βελτιώσεις, στον Ιππώνακτα (fr. 14, 2, Bergk P. L. G3, σελ.755), όπου το φή σχολιασμένο ώς μετασχηματίστηκε σε ώς φ ησι. 17. στ. 148. ήμμνει'. Τα στάχυα λυγίζουν τ ’ αυτιά τους μπροστά στον άνεμο. Για την αλλαγή από υποτακτική σε οριστική, πρβλ. I 324, Λ 146. Η σύνδεση όμως των δυο με το τε είναι πολύ έντονη' θα έπρεπε να διαβάσουμε είτε επ ί δ ’ ή ή μ ύη . Έ τσι στο Λ 156 ο Heyne διαβάζει π ά ν τη δ ’. Για το χαρακτηρισμό του Ζέφυρου ως καταιγιστικού ανέμου βλ. Ψ
200 .

18. στ. 153. Οι δρόμοι (ούροι) ήταν αυλάκια σκαμμένα στην άμμο, για να σύρονται τα πλοία στη θαλασσα. Τα υποστηρίγματα (έρ μ α τα ) ήταν πέτρες ή δοκάρια, που τοπο­ θετούσαν στα πλευρά των πλοίων για να τα συγκρατούν, όταν ήταν τραβηγμένα στη στεριά. 19. στ. 159. Η στίξη τω ν στίχων 159-162 είναι μάλλον αμφίβολη. Ορισμένοι βάζουν ερωτηματικό μετά το α ίή ς, κι ένα άλλο ερωτηματικό (ή κόμμα, που είναι το ίδιο πράγμα) μετά το θ α λ ά σ σ η ς· άλλοι πάλι δεν έχουν καθόλου ερωτημα­ τικό. Στα Ξ 88, Ο 201, 553, ε 204, οΰτω δή απαντά αντίθετα σε καταφάσεις' εκεί όμως δεν επέχει θέση εμφατικής δήλωσης στην αρχή της πρότασης. Από την άλλη μεριά, φαίνεται προτιμότερο να βάλουμε απλή τελεία μετά το α ίης, επειδή η ευκτική δεν ταιριάζει στον τόνο της αγανακτισμένης ερώ­ τησης.

224

ΣΧΟ ΛΙΑ

Έ τσι το <ε στο 160 σχεδόν ταυτίζεται, με το ((γιατί». F ια 5 το ενχω λή = υποκείμενο κομπασμούπρβλ. X 433 ο μ ο ι... ενχω λη κ α τα ά σ τν πελεσκ εο. 20. στ. 190. δειδίσσεσθαι'. Το ρήμα απαντά ομοιόμορφα μεταβατικό στον Όμηρο και δεν υπάρχει λόγος να μην ισχύσει αυτό στην παρούσα περίπτω ση. Ο Οδυσσέας πράγματι «επισείει» την κοινή μοίρα στη συνέλευση (199), δεν 0α χρη­ σιμοποιήσει όμως τίποτα περισσότερο στους αρχηγούς από την πειθώ. Επομένως πρέπει να γράψουμε ον σέ, και όχι ον σε, για να δώσουμε έμφαση στην αντίθεση' την ίδια άποψη είχε και ο Ηρωδιανός, αν και η ((συνήθεια» τάχθηκε εναντίον του (ή μέν α κ ρ ίβ εια ορθ οτονεί, έγ κ λίνει δέ η συνήθεια ). Ο Monro (Φιλολ. Επιθ. XI, σελ. 127) σωστά συγκρίνει το Ο 196 χερσι δέ μ?) τ ί μ ε π ά γ χ υ κ α κ ό ν ώ ς, δειδ ισ σ έσ θ ω , και το Δ 286 σ φ ώ ϊ μέν ον γά ρ έοικ ’ ότρννέμεν. Ο Σχολ. Β προσθέτει δ ειδ ίσ σ εσ θ α ι α ντί το ν ευλ,αβεϊσΟ αι, λανθασμένη ερμηνεία που έγινε γενικά αποδεκτή. Ανάμεσα στους σολοικισμούς που χλευάζει ο Λουκιανός είναι και η χρήση του δ ε δ ίτ τ ο μ α ι με την έννοια του «φόβου»· π ρ ό ς δέ τον είπ ό ντα , Δ εδ ίττο μ α ι τον ανδρα κ α ι φ ενγω , Σ υ , εφ η, κ α ι ότα ν τιν ά ενλαβηθ^ ς, δκόξϊ]. Η έλλειψη σκέψης που υποννοείται στο άλλα. (191) είναι πολύ.απλή. Αυτή είναι πραγματικά η συνηθισμένη χρή­ ση του α λλ ά στην περίπτωση επίκλησης με προστακτική. (Στο τέλος του στίχου 190 μπαίνουν δυο τελείες για να δοθεί το νόημα). 21. στ. 194.: Συνήθως δεν υπάρχει το ερωτηματικό" ω σ τό ­ σο, ((διαβάζοντας το στίχο σαν ρητορική ερώτηση» (άποψη του Σχολ. Β) ((βελτιώνεται σημαντικά η συνοχή του λόγου. Ο Οδυσσέας αρχίζει εξηγώντας τους πραγματικούς σκοπούς του Λγαμέμνονα. Στη συνέχεια τονίζει ότι απευθύνεται σ’ έναν από τους β α σ ιλ είς που απάρτιζαν το συμβούλιο. «Υ πάρχει όμως λόγος να σας τα πω όλα αυτα; Ιίμείς ολοι — τα μελη του συμβουλίου— δεν ακούσαμε τι είπ ε;» Monro J. P ., XI 125. Αυτό ταιριάζει επίσης και με το στίχο 143, π α σ ι μ ε τ ά πλ.ηθνν, όσοι ου βουλής έπ ά κ ο υ σ α ν . Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συμβούλιο αποτελείται πάντα από μικρό αριθμό β α σ ιλ έω ν και δεν περιλαμβάνει όλους τους

225

ΣΧΟΛΙΑ

ση, μια δεύτερη υπόθεση, που περνά από το νου του ομιλητη καθώς επεκτείνει ρητορικά το απλό λαβώ ν σε ά π οόνσω , το οποίο και θα σχημάτιζε τη λογική συνέχεια. Ο Τηλέμαχος αναφέρεται στην Ί λιάδα μόνο εδώ και στο Δ 354, σε μια εξίσου περίεργη πρόταση, ονχ έα ντω νυν ά ρ α τα ι, άλλα τω π α ιδ ί, κ α ι έσ τιν ή μέν π ρ ώ τη κ α τά ρ α κ α τά το ϋ Ό δυσσέω ς, η δέ δεύτερα κ α τά τον Τ η λ έ μ α χ ο ν ε ί γά ρ ά π ο λ ο ιτο ο πα ΐς, ο νκ έτι π α τή ρ έσ τιν Ό δνσσενς (Σχολ. Α). Πιθανώς η προέ­ λευση της έκφρασης ανάγεται ακόμα πιο βαθιά, και βρίσκεται στην παράξενη αλλά πολύ διαδεδομένη χρήση στους άγριους των «παιδονύμων», αντί τω ν πατρωνύμων. Για παράδειγμα, στην Αυστραλία, όταν βαφτίζεται το μεγαλύτερο παιδί, ο πατέρας παίρνει το όνομα του παιδιού: Κ α ντλ ιτπ ίννα , πατέ­ ρας του Καντλί' η μητέρα ονομάζεται Κ α ν τλ γ κ ά νγ κ ι, μητέρα του Καντλί, από τη λέξη ν γκ ά νκ ι που σημαίνει θηλυκό ή γυναίκα. Το έθιμο φαίνεται πολύ διαδεδομενο σε ολη την ήπειρο. Την ίδια συνήθεια βρίσκουμε και στην Αμερική. Στη Σουμάτρα, σε πολλές περιοχές, ο πατέρας διακρίνεται από το όνομα του πρώτου του παιδιού, και χάνει το δικό του όνομα. Οι γυναίκες δεν αποβάλλουν ποτέ το όνομα που τους δίνουν όταν γεννηθούν ωστόσο συχνά από ευγένεια προσαγο­ ρεύονται με το όνομα του πρώτου παιδιού τους (Lubbock, // 11ροέλενση τον Π ολιτισμ ού, σελ. 358). Το ίδιο συμβαίνει και με τη φυλή των Κάφρων. Έ τσι ο Οδυσσέας εννοεί ότι μπορεί να χάσει τον πιο υπερήφανο τίτλο του. Το ΆλΟαια Μ ελεαγρις (Ibycus, fr. 14) είναι άλλη μια περίπτωση παιδωνύμου (αναφέρεται στον Geddes, P roblem o f H om eric P oem s, σελ. 84, v. 5), δεν ξέρω όμως να υπάρχει επαρκές υλικό για ν’ αποδειχθεί η επικράτηση του εθίμου στην Ελλάδα' ή ότι υπάρχουν κα­ τάλοιπα της απροθυμίας των αγρίων ν’ αποκαλύψουν, απο φόβο προς τη μαγεία, το πραγματικό τους όνομα, προς την οποία δεν είναι απίθανο αυτό να σχετιζόταν. 29. στ. 271. Για το τις , σχετικά με την ((κοινή γνώ μη» του Όμηρου, μπορεί να γίνει αναφορά στον Gladstone, σελ. 436. Τα χωρία είναι: Γ 297, 319' Δ 81, 85, 176' Ζ 459, 479' Ξ 87, 178, 201, 300' Ρ 414, 420· X 106, 372· β 324· δ 769· ζ 275· 0 328· κ 37· ν 167- ρ 482· σ 72, 400' υ 375- ψ 361. 396· ψ 148.

228

ΣΧΟ ΛΙΑ

30. στ. 276. το μέν π ά λ ιν ές το ν π ίσ ω το δέ α ν τ ις χ ρ ο ν ικ ό ν εξ ύστερου Σχολ. Α. Ο Αρίσταρχος επανειλημμένα υποστή­ ριξε ότι το π ά λ ιν στον Όμηρο δεν σημαίνει ποτέ ((δεύτερη φορά», αλλά πάντα «π ίσ ω πάλι)), με την κυριολεκτική έννοια" απαιτείται όμως κάποια πίεση για να συμβιβαστεί το χωρίο αυτό με τη θεωρία (π.χ. η καρδιά του δεν θα τον φέρει π ίσ ω στο συμβούλιο). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χρονικό προήλθε από την κυριολεξία, ξεκινώντας από την ιδέα της επαναφοράς σε μια προηγούμενη κατάσταση π ρ α γμ ά τω ν και είναι καλύτερα να αναγνωρίσουμε σε παρόμοια χω ρία τη μεταβατική έννοια, παρά να επιβάλουμε έναν αυθαίρετο κανόνα στον Όμηρο. Έ τσ ι και π 456 π ά λ ιν π ο ίη σ ε γ έρ ο ντα . Το άγήνω ρ μπορεί να είναι ειρωνικό, επειδή γενικά θεωρείται λέξη επαινετική· όπως όμως αναφέρεται στον Αχιλλέα στο I 699, στον Λαομέδοντα Φ 443, ίσως και στους μνηστήρες στην Ό δνσσεια, μπορεί να υπονεί κάποια μομφή (υ β ρ ισ τή ς κ α ι θρασύς). 31. στ. 295. Εκ πρώτης όψεως ο στίχος αυτός φαίνεται ασυμβίβαστος με το 134, όπου αναφέρεται ότι έχουν περάσει εννιά χρόνια του Δία. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η χρη­ σιμοποιούμενη εδώ λέξη δεν είναι η συνηθισμένη π ε ρ ιπ λ ο μενος ή π ε ρ ιτ ελλά μ ένος, αλλά π ερ ιτρ ο π έω ν, η οποία πουθενά αλλού δεν αναφέρεται στο έτος. Η λέξη πρέπει να ερμηνευτεί σαν χρονικό σημείο αλλαγής του έτους. Κατά δεύτερο λόγο, ο Prellwitz έκανε τη βάσιμη υπόθεση ότι αυτή είναι η αρχική έννοια του ενιαυτός, της στιγμής δηλαδή που οι ουρανοί ξα ­ ναβρίσκονται ενι α ύτω (στην ίδια θέση)' η λέξη εκφράζει όχι την περίοδο αλλά την εποχή. Και στη γορτυνιακή επιγραφή ενια ντω σημαίνει στην πραγματικότητα «στο τέλος του έ­ τους». Το π εριτροπ εω ν πρέπει να συσχετιστεί με το τρ ο π ή , το οποίο από τον Ησίοδο και μετά σημαίνει «ηλιοστάσιο». Ο απόπλους από την Αυλίδα πρέπει να έγινε κατά το θερινό ηλιοστάσιο" η δράση στην ίλ ιά δ α καθορίζεται ότι λαμβάνει χώρα το θερινό ηλιοστάσιο, ακριβώς εννιά χρόνια αργότερα. Με αυτή την εποχή ταιριάζει απόλυτα ο λοιμός που έστειλε ο Απόλλωνας. Έ τσι η εποχή της Ό δυσσείας προσδιορίζεται σαφώς στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Και ο Αισχύλος, όπω ς

229

ΣΧΟΛΙΑ

παρατηρεί σωστά ο Verall, τοποθετεί χρονικά τον Ά γαμέμνονα στο χειμερινό ηλιοστάσιο (817 και σελ. xli σημ.). Προφανώς και οι δυο εποχές του έτους θεωρούνται κατάλληλη στιγμή για ένα μεγάλο γύρισμα της τύχης. Ο Αισχύλος τοποθετεί την πτώση της Τροίας στην κοσμική «δύση τω ν Π λειάδων», αργά τον Οκτώβριο, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της δράσης της Ίλιάδος. 32. στ. 302. Οι Κ ήρες είναι δαίμονες, που παίζουν σημα­ ντικό ρόλο στην Ίλιάδα. Είναι οι μοίρες, που παίρνουν τον ήρωα τη στιγμή του θανάτου του. Είναι φριχτές στη μορφή, μαύρα φτερωτά τέρατα, με μακριά δόντια και νύχια και ρούχα λεκιασμένα από ανθρώπινο αίμα. Κάποτε στον Όμηρο παρου­ σιάζονται όχι μόνο ως μοίρες του θανάτου αλλά και της ζωής κάθε ήρωα (π.χ. οι Κήρες του Αχιλλέα και του Έκτορα). 33. στ. 303. χ θ ιζά τε κ α ι π ρω ίζά : Επιρρηματική έκφραση, πιο συνηθισμένη ως π ρώ ην τε κ α ι χθες, όπω ς στον Ηρόδοτο, ϊϊ, 53 μ έχ ρ ι ον πρώ ην τε κ α ι χθές, μέχρι πολύ αργά. Επίσης στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Οι ερμηνείες που επικρά­ τησαν είναι τρεις: (1) Το κύριο ρήμα είναι έψάνη (308), αλλά η διάρθρωση της πρότασης ουσιαστικά λησμονείται στην δευτερεύουσα πρόταση δ τε... φ έρονσα ι, και το σχεδόν παρενθε­ τικό η μ είς... ΰδω ρ, και συνοψίζεται στο ένθα. Στην περίπτω­ ση αυτή η έκφραση χρησιμοποιείται για να φω τίσει τη μακρά περίοδο του πολέμου. (2) Το ήν πρέπει να τεθεί μετά το π ρ ω ίζά , «ήταν μια ή δυο μέρες μετά τη συγκέντρωση των πλοίων στην Αυλίδα». Αυτό πολλοί το υποστηρίζουν συγκρίνοντας μάλιστα με το γ 180, τέτρα τον ή μ α ρ έην ο τ ’ έν ’ ργεί' Α νήας έίσ α ς ! Τ νδείδεω έτα ροι Δ ιομήδεος ίπποδάμοιο/ ίστα σ α ν, Φ 81, ήώ ς δέ μ ο ί έ σ τιν / ήδε δυω δεκάτη ο τ ’ ές ’Ίλιον είλήλονθα. Τα χωρία που επικαλούνται για την παράλειψη του ήν είναι ανεπαρκή, για τί όλα βρίσκονται σε αναφορικές ή δευτερεύουσες προτάσεις. (3) Ο Lehrs (A r., σελ. 366), εκλαμβάνει το χθές τε κ α ι π ρ ω ίζά με το ήγερ., μετ. vix cum Aulida advecti eramus, tum (v. 308) portentum accidit. Αυτό είναι και το προτιμότερο" η ερμηνεία συμπίπτει με το (2). Ο οιωνός αυτός δεν μπορεί παρά να υπενθυμίσει την περίφημη μαντική πρόβλεψη τω ν αϊτών και του λαγού στον

230

Σ Χ Ο ΛΙΑ

Α γαμέμνονα, 115-20, που έγινε στον ίδιο τόπο και χρόνο. 34. στ. 308. δα-φ οινος: Δ α = ζ α . Δια-επίταση. Φ οινάς, Π 159 προφανώς τίθεται για το φ όνιος, αιμοβαφής. Πρβλ. φ οίνιον σ 97, φ οινήεις Μ 202, φ οΐνιξ. Ο Ρέντελ Χ άρις, (Η omeric Centones, σελ. 4) εφιστά την προσοχή στον αλλό­ κοτο ήχο αυτού του στίχου, κ α ι σ η μ ε ΐο ν μ εγ α ώ φθη εν τω ονρα νώ ... κ α ι ιδον δράκω ν μ έ γ α ς π νρρος κλπ. 35. στ. 318. άρίζηλον'. Μ εταφράζεται π α σ ίγ ν ω σ το . Δηλαδή ο θεός μεταμόρφωσε το φίδι σε πέτρινο μνημείο και έτσι αυτό έμεινε πασίγνωστο στους μεταγενέστερους. Ο Αρίσταρχος διαβάζει ά ίζηλον, συνώνυμο με το ά ίδηλον (= άδηλο, α φ α ­ νές)' εξαιτίας της παρανόησης οβελίζει το στίχο 319. 36. στ. 319. Εδώ ο γιος του Κρόνου είναι ο Ποσειδώνας, ο οποίος μεταμόρφωσε σε πέτρα το πλοίο τω ν Φαιάκων (Ν 156). 37. στ. 319. Απορρίπτεται από τον Αρίσταρχο, γνω στό ς στον Κικέρωνα: Abdidit, et duro firmavit tegmina saxo, και στον Οβίδιο (Μ εταμορφ ώ σεις XII 23): Fit lapis et servat serpentis imagine saxum. 38. στ. 349. εί'τε... ε ίτ ε : Δεν υπάρχει εδώ δικαίωμα γ ια το η τε στην πρώτη πρόταση" και δεν έχουμε δικαίωμα ούτε και την αναγκαιότητα να εγκαταλείψουμε την παράδοση και να γράψουμε η τε... ή τε (ή η έ) κατά τον Μπέκερ, αν και δεν υπάρχει άλλη σαφής περίπτω ση του είτε... είτε σε έμμεση ερώτηση. Το είτε... ονκ απαντά ακόμα και στους αττικούς σε περόμοιες περιπτώσεις, π.χ. δπω ς ίδης ε ίτ ’ ένδον είτ ο υ κ ένδον, Σοφοκλής, Α ίας 7. Στην καθαρή υποθετική δήλωση ενός γεγονότος {εί με οριστική, εδώ το ε σ τ ί πρέπει να υπ ο ­ νοηθεί) το ε ί οϋ φαίνεται σαν η αρχική και πιο φυσική σ ύντα ­ ξη, αν και μεταγενέστερα επικράτησε το ε ί μ η αναλογικά. . 39. στ. 356. Πολυσυζητημένος στίχος. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχει δίκιο ο Heyne που τον θεωρεί σαν παρεμβληθέντα από το 590, όπου η εξήγηση είναι συγκριτικά απλή. Οι «χωρίζοντες» της εποχής του Αρίσταρχου τον θεώρησαν σαν συναισθηματική αμφιταλάντευση της Ελένης και: υποστή­ ριζαν ότι αυτή η άποψη της αντίστασής της στην α παγω γή ήταν περίεργη στην Ι λ ιά δ α , αφού ο ποιητής της Ό δ ν σ σ ε ια ς

231

ΣΧΟΛΙΑ

την εμφανίζει να φεύγει με τον Πάρη θεληματικά. Ο Αρί­ σταρχος απάντησε ότι ονκ έσ τιν ε π ’ α υτή ς ο λ,όγος ά λ λ ’ έξω θεν πρόθεσιν την « π ε ρ ί» δ ε ι λαβεΐν ά ν θ ’ ών εστενάξαμεν κ α ι εμ εριμ νήσαμ εν « π ερί Ελένης»· Και ο Σχολιαστής συνε­ χίζει: Κ α ί έσ τιν ό λόγος, τιμ ω ρ ία ν λαβεΐν, ΐ ν ’ ή π ερί 'Ε λένης■ π α ρ α λ ε ιπ τικ ό ς γά ρ προθέσεω ν έσ τιν 6 π οιη τή ς. Με εξαίρεση την αδικαιολόγητη παρεμβολή της πρόθεσης, μικρή αμφιβο­ λία υπάρχει για την ορθότητα αυτής της άποψης, αν ο στίχος θεωρηθεί ότι βρίσκεται στη σωστή του θέση. Το νόημα είναι οι συναισθηματικές αμφιταλαντεύσεις που προκαλούνται από την Ελένη και όχι φυσικά «οι δικές μας» αμφιταλαντεύσεις και συμπάθειες, όπως το εξέλαβαν ορισμένοι. Οποιαδήποτε πρόφαση κι αν συγχωρηθεί στην Ελένη απέναντι στο δόλο της Αφροδίτης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Όμηρος την παρου­ σιάζει να έχει εγκαταλείψει τον άντρα της θεληματικά, του­ λάχιστον σύμφωνα με τις εξωτερικές ενδείξεις της συμπερι­ φοράς της' συνεπώς δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί από τους Έλληνες θύμα, του οποίου οι συμφορές ζητούσαν εκδίκηση. Τα σημαντικότερα χωρία στον Όμηρο είναι δ 145, 260, Γ 164, 399 κ.ε., ψ 218-24. Για τη γενική, πρβλ. άχος ήνιόχ οιο, Θ 124, κλπ. άχος σέθεν Δ 169, χόλον νιος Ο 138, πένθος πα ιδος άποψ θιμένοιο Σ 88. — ορμ ή μ α τ α\ Απαντά μόνο στο 590' προφανώς σημαίνει τους πολεμικούς αγώνες, ενώ τα όρμάω , ό ρ μ ά ομ α ι χρησιμο­ ποιούνται κυρίως για την ορμή της μάχης σώμα με σώμα. Στην εναλλακτική ερμηνεία πρέπει να συγκρίνουμε με .το όρμαίνω , που χρησιμοποιείται πάντα για να εκφρασει πνευ­ ματική προσπάθεια. 40. στ. 362. Η στρατηγική αυτή συμβουλή, η ανέγερση τείχους γύρω από τα πλοία στο Η 327-43 είναι κατά παράδο­ ξο τρόπο άτοπη στον τελευταίο χρόνο του πολέμου" είναι το πρώτο από τα πολλά διδακτικά χωρία που βάζει ο ποιητής στο στόμα του Νέστορα και αποσκοπεί στο να τον παρουσιά­ ζει ως ηγετικό συμβουλάτορα του ελληνικού στρατού, καθώς και για να προετοιμάσει την εισαγωγή στον Κατάλογο που ακολουθεί. Για το φ ρήτρας, κατά λέξη «αδελφότητες», πρβλ. I 63 άφ ρήτω ρ: Η λέξη δεν επανέρχεται στον Όμηρο, συγκα­

232

ΣΧΟ ΛΙΑ

λύπτεται σχετικά όμως στο αττικό φ ρ α τρΐα , και χρησιμο­ ποιείται από τον Ηρόδοτο, i 125, όπου, όπως κι εδώ, ορισμέ­ να χειρόγραφα δίνουν τον τύπο φ ήτρη, ίσως από σύγχυση προς το δωρικό π ά τρ α . Έ τσ ι στην αττική διάλεκτο το φ α τρία βρίσκει μερικούς υποστηρικτές στους γραμματικ,ούς και τους μεταγενέστερους. Ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σχέση με το frater κλπ. Η λέξη φαίνεται να είναι κατάλοιπο της πατριαρχικής εποχής, όταν η οικογένεια, και όχι η φυλή, ήταν ο πυρήνας της κοινωνίας. 41. στ. 367. Οεσπεσίη: Ουσιαστικοποιημένο επίθετο, όπω ς πολλά άλλα στον Όμηρο- ά μ β ρ ο σ ίη ά ν α γ κ α ίη ίθ εΐα ίσ η τ ρ α φερή νγρή, και περιπτώ σεις που, όπως η παρούσα με επιρρη­ ματική έννοια, ά ντιβ ίη ν ά π ρ ιά τ η ν (βλ. A 99) ά μ φ α δίη ν. Δεν υπάρχει ανάγκη για έλλειψη. — άλλαπάξεις'. Μέλλοντας με δυνητική έννοια (πρβλ. Ζ 71, Ν 260), ή ίσως υπονοώντας κάποια ειρωνική διάθεση για τον απελπισμένο τόνο του Λγαμέμνονα ον γ ά ρ έτι Τ ροίην α ίρ η σ ο μεν ενρ νά γ νια ν, 141. II άποψη του Μπέκερ ά λ α π ά ζε ις είναι άχρηστη. 42. στ. 400. Από το σημείο αυτό και ύστερα έντεκα συνε­ χείς στίχοι έχουν τροχαϊκή τομή, που απαντά συχνότερα από την πενθημιμερή στον Όμηρο (περίπου 54,5% από τους σ τ ί­ χους εκφράζονται έτσι στην Ί λιάδα και 58% στην Ό δύσσεια). Αρχικά ίσως με τρόπο αμιγή. Για τη δημιουργία του ομηρικού εξαμέτρου μπορεί να γίνει αναφορά σε μια ενδιαφέρουσα εργασία του F. A. Allen, του Kuhn’s, Ztsch. xxiv. 558 (1879), όπου αυτό και ο κρόνειος στίχος, καθώς κ α ι ο τυπικός παλιός γερμανικός στίχος, ανάγονται σε κοινή κ α τα ­ γω γή που εμφανίζεται σαν μέτρο της Ζεντ-Λβέστα. Αλλη άποψη εκφράστηκε από τον Usener, ( A ltgriech isch er Vers­ bau). Θεωρεί την αρχική μορφή του εξάμετρου σαν δίστιχο από το οποίο το δεύτερο μισό περιείχε μια ανάκρουση, μακρά ή βραχεία. Με βάση το αμφίβολο αυτό μήκος υποστηρίζει ότι υπάρχουν ακόμα ίχνη σε πολυάριθμες περιπτώ σεις παράλει­ ψης του F και άλλων ανωμαλιών μετά την τροχαϊκή τομή. Ωστόσο οι αποδείξεις δεν είναι τόσο πειστικές ώστε να κα­ ταστήσουν την άποψη αυτή κάτι περισσότερο από απλη ελκυ­

233

ΣΧΟΛΙΑ

στική υπόθεση" επίσης δεν δίνει εξήγηση για τη σπουδαιότητα της βουκολικής διαίρεσης. 43. στ. 415. πυρός'. Για τη χρήση της γενικής βλ. H. G. παρ. 151 c, όπου χαρακτηρίζεται σαν «σχεδόν-επιμεριστική», όπως στην περίπτωση που το χρησιμοποιούμενο υλικό θα υπονοούσε την ύπαρξη αποθέματος- έτσι τα Η 410, πυρός μ ειλ ισ σ έμ εν , Ζ 331 πυρός θερηταί. Π ρησαι, A 481. θήίός με π ϋρ, στην κυριολεξία φλεγόμενος, συνδεόμενο με το δαίω'. Έ τσι στο Θ 217 πυρ κήλεον (καίω). 44. στ. 426. Ο Όμηρος συχνά χρησιμοποιεί ονόματα θεών αντί για τα αντίστοιχα κοινά ουσιαστικά: Ή φαιστος = φωτιά, Αμφιτρίτη = θάλασσα (Μ 97), Αφροδίτη = κλίνη (X 444), Άρης = πόλεμος κ.ά. 45. στ. 447. Για την αιγίδα βλ. επίσης Δ 167, Ε 738, 308, Ρ 593- συμβολίζει σαφώς το σύννεφο της καταιγίδας και ανήκει αποκλειστικά στον Δ ία- τη χειρίζεται ο Απόλλωνας, Ο 318, 361, Ω 20- εδώ η Αθηνά, Ε 738, Σ 204, Φ 400. Χωρίς αμφι­ βολία ερμηνεύεται σωστά από τον Reichel (Horn. Waffen, σελ. 69) ως λ α ισ ψ ο ν ή δέρμα με τρίχες, απ’ όπου και το επίθετο ά μ φ ιδά σ εια , Ο 309. Η δερμάτινη αυτή ασπίδα είναι η αρχική μορφή, που αντικαταστάθηκε στον Όμηρο από τη στέρεη ασπίδα, επικαλυμμένη από μέταλλο, που ωστόσο φέρεται από τους κοινούς θνητούς. Η καταγωγή της όμως είναι θεϊκή. Δεν υπάρχει βάσιμη εικασία ότι ήταν κατασκευασμένη από μέταλλο, εκτός από το γεγονός ότι την έφτιαχνε ο σιδη­ ρουργός Ή φαιστος στο Ο 309. Ωστόσο ο σιδηρουργός με την ιδιότητα του κατασκευαστή εξοπλισμού μπορεί να χρησιμο­ ποιούσε δέρμα αντί για μέταλλο, ενώ οι αναφερόμενοι εδώ και αλλού χρυσοί θύσανοι σε καμιά περίπτωση δεν εξηγούν την παρεμβολή του μετάλου. Πρόκειται προφανώς για φούντες με κρεμαστάρια, και εξυπηρετούν σκοπούς τόσο διακοσμητικούς, αφού η ύπαρξη της τρίχας στην άκρη έδινε την εντύ­ πωση του κουρελιού, όσο και προστατευτικούς στα πιο φθαρ­ τά σημεία. Έ τσι μια ζώνη καταλήγει σε θυσάνους, Θ 181. Οι θύσανοι αυτοί κατέληξαν αργότερα, με την επίδραση των Γοργονείων, στα φίδια που είχε το σκήπτρο της Αθηνάς στην κλασική τέχνη.

234

ΣΧΟ ΛΙΑ

Τα άγηραον και ά θ α ν ά τη ν, συνδεδεμένα με το τε, είναι επεξηγηματικά του έ ρ ίτιμ ο ν . 46. στ. 465. Η πεδιάδα της Τροίας εκτείνεται μεταξύ τω ν ποταμών Σκάμανδρου και Σιμόεντα. 47. στ. 484. εσπετε'. Ε ίτε αναδιπλασιασμένος αόριστος, αντί του σ ε -σ π -ετε , ή πιο πιθανό αντί του έν -σ π -ετε , ρίζα σεπ = σεκ. Ο ενικός έννεπε = ένσεπε. Λατινικό insece (virum mihi, Camena, insece versutum είναι η μετάφραση του Λίβιου Ανδρόνικου του α 1, ά νδρά μ ο ι έ'ννεπε, Μ ονσα. Οι άλλοι τύποι του αόριστου παίρνουν όλοι την πλήρη μορφή της πρόθεσης έ η -σ π -ε ϊν , κλπ. Να παρατηρηθεί η ομοιοκαταληξία μ ο ν σ α ιέχ ονσα ι. Π άρεστε, σημαίνει είτε ότι είναι παρούσες στα γ ε­ γονότα είτε ότι πλαισιώνουν τον ποιητή. Οι Μούσες τα ιριά ­ ζουν ιδιαίτερα σε μια τέτοια περίσταση, για τί είναι θεές της Μνήμης (Μούσα = MovTja) ρίζα men, αν και ο μύθος που τις εμφανίζει σαν αδελφές της Μνημοσύνης ανήκει στην μεταομηρική εποχή. Πρβλ. Βιργιλίου, Α ινείας, vii 641. 48. στ. 494. Από το στίχο 494 κ.ε. αρχίζει ο κ α τά λ ο γ ο ς των ελληνικών δυνάμεων, στον οποίο δόθηκε το όνομα Β ο ιω τ ία , γιατί ο ποιητής αρχίζει την απαρίθμηση από τις βοιωτικές δυνάμεις. Ο Αρίσταρχος ορθά υποστηρίζει πω ς αυτό ήταν τυχαίο’ ωστόσο πολλοί μελετητές θεώρησαν ότι ο ποιητής προτίμησε αυτή την περιοχή, για τί στο βοιωτικό Ε λικώ να κατοικούσαν οι Μούσες ή γ ια τί αυτή ήταν η ιδιαίτερη π α τρ ί­ δα του. 49. στ. 505. Ύ π οθ ήβ α ς. Πολλοί υποστηρίζουν ότι πρόκει­ ται για μικρή βοιωτική πόλη. Αλλοι πάλι ότι πρόκειται γ ια το κάτω μέρος της Θήβας, αφού η πάνω πόλη, η Κ α δ μ εία , ήταν στην εποχή του Ομήρου κατεστραμμένη από τους Επιγόνους. 50. στ. 528-30. Απορρίπτοναι εξαιτίας εν μέρει της προφα­ νούς ταυτολογίας και εν μέρει εξαιτίας της λέξης Π ανέλληνας, που υπονοεί τη μεταγενέστερη επέκταση της επ ω νυ­ μίας τω ν Θεσσαλών "Ελληνες σε όλους τους κατοίκους της Ελλάδας. — Λ ινοθώ ρηξ: Α παντά στο 830 και φαίνεται να έχει την έννοια ότι «φοράει λινό χιτώ να αντί για θώρακα». Ο Π αυσα­ νίας εντόπισε παρόμοιους θώρακες στην Ολυμπία (vi, 19, 7)

235

ΣΧΟΛΙΑ

και αλλού (ί, 21, 7, για τα οποία και σημ. Φρέιζερ)· πρβλ., Αλκαίος, fr. 15, 5. Ο Ιφικράτης εξόπλισε τους Αθηναίους με λινούς αντί για μεταλλικούς θώρακες, για να τους κάνει πιο ευκίνητους- κι αυτό συμφωνεί με το χαρακτήρα των πελτα­ στών και τοξοτών που αποδίδεται στους Λοκρούς στο Ν 714, δεν συμβιβάζεται όμως ιδιαίτερα με τον έπαινο του Αίαντα που κρατάει το δόρυ' στο Ν 712 αυτός, σαν οπλίτης, διαχω­ ρίζεται από τους συντρόφους του. Στην παρούσα μάχη δεν κάνει τίποτα για να δικαιολογήσει τον έπαινο στο 530. 51. στ. 537. Ιστίαιαν'. Τρισύλλαβο με συνίζηση, όπως Α ιγύπ τια ς στο I 382, δ 83. Πρβλ. Ί στιαιενς μ ’ άνέΟηκεν στην αρχή ενός εξαμέτρου μιας επιγραφής στους Δελφούς· εκεί φυσικά θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η δίφθογγος έχει υποστεί έκθλιψη πριν το επόμενο φωνήεν, όπως στο οίος Ν 275, γα ιή οχ ος (Ησίοδος, Θ εογονία, 15 κλπ). 52. στ. 552. Π ετεώο: Γ ενική του Π ετεως, όπως Ξ 489 Π ηνελέωο. Οι τρεις επόμενοι στίχοι απορρίφθηκαν από τον Ζηνόδοτο, όπως και ο 558 από τον Λρίσταρχο, σύμφωνα με την επίμονη παράδοση, που προφανώς βασιζόταν σε πραγμα­ τικό γεγονός, ότι επρόκειτο για «αθηναϊκή» παρεμβολή. Ω­ στόσο πρέπει να εκληφθούν σαν απαραίτητο τμήμα του «αττικού» μας κειμένου. Ο Ηρόδοτος τους αναφέρει (vii, 161), και ο Αισχίνης ( Κ ατά Κ τη σιφ ώ ντος 185) κάνει μνεία της επιγραφής που ανήγειραν οι Αθηναίοι για τη νίκη εναντίον των Περσών στο Στρυμόνα, και αρχίζει ως εξής: έκ π ο τε τή σ δε πό?^ηος ά μ ’ Λ τρείδηισι ΜενεσΟενς η γ ε ίτο ζάΟεον Τ ρω ίκον ά μ πεδίον, ον π ο θ ’ 'Όμηρος έφη Δ αναών π ν κ α χα λκοχιτώ νω ν κ ο σ μ η τή ρ α μ ά χ η ς έξοχον άνδρα μολεΐν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παραλείπεται μια παλιότερη εκδοχή του Κ α τα λογον, στην οποία αναφέρονταν ονομαστικά οι διάφοροι ανεξάρτητοι δήμοι της Αθήνας, ιδιαίτερα η Κλευσίνα. Ο απευθυνόμενος στον Μενεσθέα έπαινος δεν συμβιβά­ ζεται με κανένα τρόπο με την υπόλοιπη Ίλιάδα. Στο Δ 326-48 ο Αγαμέμνονας τον υποβιβάζει, και εμφανίζεται πάλι μόνο

236

ΣΧΟ ΛΙΑ

στα Μ 331, 373, Ν 195, 690, Ο 331 και πάντα ανάμεσα σε δευτερεύοντες ήρωες. Φ αίνεται ότι δεν υπήρξε αυθεντικός αττικός μύθος σχετικά με το πρόσωπό του. 53. στ. 572. πρώ τα'. Ο Αδραστος, αρχικά τοπικός θεός, σύμφωνα με το μύθο μεταφέρθηκε από το Αργος, και αναμετρήθηκε με τον παππού του στη Σικυωνα, όπου πήρε τη βασιλική εξουσία, αργότερα όμως επέστρεψε και βασίλεψε στο Αργος. II λατρεία του Αδραστου στη Σικυωνα ήταν ισχυρή την εποχή του Κλεισθένη (ΙΙρόδοτος, V 67), απαντά επίσης στα Μέγαρα (Π αυσανίας, I, 43. 1)' ωστόσο οι μύθοι τον τοποθετούν όλοι στο Αργος. II Σικυωνα (τοπική ονομα­ σία Σεκυώνα) φαίνεται ότι είναι μεταγενέστερη ονομασία της παλιάς Μηκώνης (Πσίοδος, θ ε ο γ ο ν ία 536). 54. στ. 575. Πρόκειται για τη βόρεια ακτή της Πελοποννήσου, τη σημερινή Αχαϊα. 55. στ. 595. Ο Θ άμυρης ήταν πανέμορφος αοιδός, γνω στό ς για την ικανότητά του στο παίξιμο της λύρας. Ο Όμηρος αναφέρει ότι κάποτε προσπάθησε να παραβγεί τις Μούσες, αλλά νικήθηκε. Τότε αυτές τον τύφλωσαν και του στέρησαν τη μουσική του επιδεξιότητα. 56. στ. 604. Οι Αρκάδες δεν αναφέρονται πουθενά αλλού από τον Όμηρο, εκτός από το II 134 σε μια αφήγηση του Νέστορα, αν και τα εξήντα πλοία τους ήταν υπολογίσιμη δύναμη. Ο τάφος του Α ίπυτου, γιου του Έ λατου, αναφερεται από τον Παυσανία (viii 16.3) στους πρόποδες του όρους Ση­ πία. Πίνδαρος, Ό λ υ μ π ιο ν ικ ο ς νί 33. Για τον Φενεό βλ. Φρέιζερ, Μαντίνεια 201, Στύμφαλος 268, Παρράσια 306. 57. στ. 626. α ί: Ο Ζηνόδοτος γράφει of, αλλά το η 29 (δόμος) να ίει και η αναλογία του ναιετά α ν, που εφαρμόζεται στα τοπικά σαν είδος προσωποποίησης (Δ 45, α 404 κ λ π .), είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν την άποψη του Λρίσταρχου και των χειρογράφων. Έ τσι ο Σοφοκλής, Λ ϊας 597, ώ κ λεινά Σ α λ α μ ίς, σύ μ εν π ο υ να/'εις ά λ ίπ λ α κ το ς κλπ. Οι Ινχινάδες πράγματι βρίσκονται απέναντι από την Ακαρνανία, σε αρκετή απόσταση βόρεια της Ήλιδας" αλλα η ομηρικη γεωργραφία της δυτικής ακτής της Ιίλλάδας βασίζεται προφα­ νώς σε ανεπαρκείς προφορικές πληροφορίες, και όχι σε γ ν ώ ­

237

ΣΧΟΛΙΑ

ση. Δεν μπορεί να αναγνωριστεί το Δουλίχιο. Μάλλον δεν μπορεί να πρόκειται για τη Λευκάδα. 58. στ. 637. Τα πλοία λέγονται Νηες μιλτιπάρτ]θΐ, γιατί είχαν βαμμένες τις πλευρές τους με μ ίλ το , είδος κόκκινου μεταλλικού χρώματος. 59. στ. 647. Μίλητος'. Θεωρείται η μητρόπολη της διάση­ μης ιωνικής Μιλήτου. 60. στ. 654. αγέρωχων'. Προφανώς πρόκειται για λέξη ιδιαίτερα δύσκολη- έχουν προταθεί πολλές ετυμολογίες, κα­ μιά όμως δεν επικράτησε με βεβαιότητα. Ο Όμηρος τη χρη­ σιμοποιεί για τους Τρώες, τους Μυσούς, και μια φορά για ένα άτομο, τον Περικλύμενο, λ 286. Στον Όμηρο και τον Πίνδαρο φαίνεται να είναι λέξη επαινετική, αργότερα όμως οι συγγρα­ φείς τη χρησιμοποιούν για να εκφράσουν τον ανυπόφορο, τον αλαζόνα. Ο Πίνδαρος τη χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει πράγματα. Είναι συνηθισμένη στον Πολύβιο, τον Πλούταρχο, τον Φιλόστρατο κλπ., αν και δεν απαντά στους γνήσιους αττικούς. Παραθέτω ασχολίαστες ορισμένες από τις προτεινόμενες ετυμολογίες, ( ΐ) ά γαν γεραοχος (Αρίσταρχος)· (2) άπό τον ά γα ν επ ί γέρω ς όχ εϊσ θ α ι (Et. Mag.)" (3) διά το ά γείρειν όχήν, τ ο ν τε σ τι τρ ο φ ή ν (4) ά γείρειν οχους (Doderlein)' (5) ά γείρειν, ώ κύς (Böttcher)· (6) ά γ α ( ν ) έρω ή (Gobel)· (7) ά γα -έρα , έχω (Suidas)· (8) ά γανρω ς έχειν (Pott)· (9) επίθετο άγερος, απ’ όπου ά γερώ σει (Ησύχιος) και α γέ­ ρω χος (Schmalfeld)· (10) ά γέλαυχος (Bergk). 61. στ. 661. Ο αόριστος τράφ ε είναι εδώ, όπως πάντα (πρβλ. Ψ 84, 90) αμετάβατος, και προφανώς παίρνει τη θέση του παθητικού τράφ η που απαντά μόνο στα Γ 201, Λ 222. Έ τσι το τράφεν θα έπρεπε να είναι τράφ ον στα Α 251, 266, Ψ 348. 62. στ. 671. Ο Νιρέας δεν αναφέρεται ξανά. Η διπλή επανάληψη είναι μοναδική στον Όμηρο. Για το τω ν άλλων μετά από υπερθετικό βαθμό πρβλ. Α 505. 63. στ. 687. ή γ ή σ α ιτο : Δυνητική ευκτική, μετά το δς τις χωρίς το αν, όπως X 348. — επ ί ατίχας'. Στις γραμμές της μάχης. Έ τσι το Τ 353 επ ί α τίχ α ς άλτο, Γ 113 ίπ π ους έρυξαν επ ί ατίχα ς.

238

ΣΧΟ ΛΙΑ

64. στ. 723. όλοοφρων'. Χρησιμοποιείται στην Ί λιάδα μόνο για τα ζώ α (Ο 630, Ρ 21), στην Ό δύσσεια μόνο για τους ανθρώπους (α 52, κ 137, λ 322). Δεν υπάρχει στον Όμηρο άλλη αναφορά στην ιστορία του Φιλοκτήτη, πρέπει όμως να ήταν αναπόσπαστα δεμένη με το μύθο της Τροίας. Ο Ζηνό­ δοτος αθετεί τους στίχους 724-6 με το ίδιο επιχείρημα όπω ς και τους 686-94. Ο Μέδων επανεμφανίζεται στο Ν 694, εκεί όμως είναι αρχηγός τω ν Φθίων μαζί με τον Ποδάρκη (704). 65. στ. 749. Ο Όμηρος δεν αναφέρει πόλη τω ν Περαιβών, αφού ανήκαν στους Λ απίθες. Ο Στράβωνας εξηγεί ό τι οι Περαιβοί διώχτηκαν από την πεδινή περιοχή, όπου κατοικού­ σαν, και ζούσαν διασκορπισμένοι στα βουνά. Πολλοί απ αυτούς κατέφυγαν στην αιολική Δωδώνη, όπως αναφέρει και ο Όμηρος. 66. στ. 769. Αυτός ο στίχος και ο επόμενος αποτελούν μια άτεχνη παρέμβαση προφανώς με σκοπό να εναρμονιστεί ο Κατάλογος με στίχους όπως ο Ψ 276. Ο Schulze (Q . E., σελ. 349) απέδειξε ότι η μετρική τομή μήνιε, με το ι μακρό, είναι αττικό φαινόμενο, επειδή η προτελευταία συλλαβή είναι πάντα βραχεία στον Όμηρο. Τποθέτει αρκετά βάσιμα ότι το 768 αρχικά κατέληγε π όδα ς ώ κ νς Α χιλλεύς και ακολουθούσε ο 771. Ο Ευριπίδης, (Ι φ ιγ έ ν ε ια έν Α νλίδι 206-26) σαφώ ς είχε μπροστά του το κείμενο, δεν γνω ρίζει όμως ίππους τα χ ύ τε­ ρους από του Εύμελου, με τους οποίους ο Αχιλλέας σ υνα γω ­ νίζεται στην ταχύτητα τω ν ποδιών του. 67. στ. 791-5: Οι στίχοι οβελίζονται από τον Αρίσταρχο με βάσιμα επιχειρήματα- «αν το μόνο που έπρεπε να ανακοινωθεί ήταν η προέλαση τω ν Ελλήνων, δεν χρειαζόταν η θεά' αν όμως οι Τρώες δείλιαζαν και κάποιος έπρεπε να τους π είσ ει να προελάσουν, τότε η θεά πρέπει να εμφανιστεί προσωπικά. Όταν οι θεοί παίρνουν ανθρώπινη όψη, συνήθως αφήνουν κατά την αναχώρησή τους κάποιο σημάδι αναγνώρισης. Το μήνυμα δεν εκφράζεται σε τόνο με τον οποίο θα μιλούσε ο γιος προς τον πατέρα, είναι όμως έντονο (έπ ιτετα μ έν ο ν) και περιέχει μομφή' και τα λόγια του 802 δεν ταιριάζουν στον Π ολίτη' είναι η Ίριδα αυτοπροσώπως που επιβάλλει την προσταγή». Από την άλλη μεριά, ο στίχος 798 ταιριάζει περισσότερο σ’

239

ΣΧΟΛΙΑ

έναν πολεμιστή και λιγότερο σε μια θεά. Όλο το κείμενο όμως φαίνεται βεβιασμένο και άτοπο. Οι στίχοι 804-5 θα έπρεπε να ανήκουν σε περιγραφή της πρώτης αποβίβασης των Ελλήνων (πρβλ. την παρόμοια παραίνεση του Νέστορα στο 362-8 και την ανέγερση του τείχους στο Η 337-43)· και παρατηρείται σωστά ότι ο αριθμός των εχθρών πρέπει να έχει κατά πολύ μειωθεί το δέκατο έτος του πολέμου, ιδιαίτερα αφού οι Μυρμιδόνες έχουν αποσυρθεί. Ο Robert υποστήριξε ότι ο Πολίτης ήταν πιθανόν ο Τρώας φρουρός της Κυπρίας, κι απ’ αυτό συνεπώς ολόκληρο το χωρίο έρχεται μαζί με τον υπόλοιπο Κ ατάλογο. 68. στ. 802. "Εκτορ, σ ο ϊ δέ: Για τη χρήση του δε πρβλ. "ΙΙφαιστε, σ ο ϊ δέ, Αισχύλος, /ΙρομηΟεύς Δ εσμώ της, V , 3. 69. στ. 848. Οι Παίονες περιγράφονται αλλού να φέρουν δόρατα ή να είναι ηνίοχοι, δηλαδή βαριά οπλισμένοι στρατιώ­ τες, όχι τοξότες (εκτός από το Κ 428). Ο Ηρόδοτος αναφέρει το μύθο ότι είχαν τρωική καταγωγή. Ο Αστερόπαιος δεν αναφέρεται ανάμεσα στους αρχηγούς τους, αν και, σύμφωνα με το Φ 156 και με μια ακριβή μέτρηση των ημερών, ίσως να βρισκόταν στο Ίλιο την περίοδο κατά την οποία υπολογίζεται η καταμέτρηση των πλοίων. Ο έπαινος προς τον Αξιό (δυτικά του Στρυμόνα στη Μακεδονία, όπου τώρα είναι η Βιστρίτσα) προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες, διότι είναι, και προφανώς πάντα ήταν, πολύ βρόμικος ποταμός. Οι παραπάνω παραλλα­ γές συνηγορούν υπέρ της προσπάθειας να ξεπεραστεί η δυ­ σκολία με τη μεταφορά του εγκώμιου στην Αία, που θεω­ ρούνταν η κύρια πηγή του Αξιού και ήταν φωτεινή και κα­ θαρή. 70. στ. 867. βαρβαροφα>ν<ην'. Το επίθετο φαίνεται να αναφέρεται μόνο στην έντονη διάλεκτο, όπως παρατήρησε ο Θουκυδίδης (ί 3). Ο Όμηρος δεν κάνει ευρεία διάκριση ανά­ μεσα σε Αχαιούς και βαρβάρους (Σ ίν τια ς άγριοφ ώ νονς, 0 294). 11 συγκεκριμένη αυτή αναφορά στην εποχή πριν τον αποικισμό της ,Μικράς Ασίας μπορεί να υποδηλώνει ότι ο στίχος είναι πράγματι πολύ παλαιός· ωστόσο, από την άλλη πλευρά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο ποιητής δεν θα μπο­ ρούσε να τονίσει με αποτελεσματικότερο τρόπο τη μεγάλη

240

ΣΧΟΛΙΑ

χρονική απόσταση ανάμεσα στα ηρωικά χρόνια και την επο­ χή του, αν έζησε κι ο ίδιος στη Μίλητο, παρά κάνοντας μια τυχαία αλλά φυσική αναφορά στις ημέρες που η μεγάλη και διάσημη πόλη αποτελούσε κατοικία τω ν μισητών βαρβάρων. 71. στ. 872. Με το αυτός εννοείται ο Νάστης, που ήταν αρχηγός και έφερε χρυσά στολίδια.

241

ΣΧΟΛΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ Γ

1. στ. 4. φνγον'. Γνωμικός αόριστος. Η φωνή του κόρακα στον ουρανό, στον Ησίοδο εμφανίζεται ως σημάδι του χειμώ­ να. — άθέσφ ατος: Το λεξικό Buttman ερμηνεύει τη λέξη ως υπερβολή, τέτοια που κι ένας θεός ακόμα δεν θα μπορούσε να διαπράξει. Τέτοια υπερβολή όμως δεν είναι ομηρική. 2. στ. 10.: Φαίνεται ότι εδώ δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να δεχθούμε το κοινό ε ΰ τ ’ με την έννοια του ήΰτε, αν και παρόμοιο φαινόμενο απαντά μόνο στο Τ 386. Η ανάγνωση του Massaliot, ήΰτε (ή ΰ τ ) ορενς εισάγει μια μη ομηρική συναί­ ρεση, όπως υπογράμμισε ο Αρισταρχος' οι υπολοιπες περι­ πτώ σεις, που είναι λίγες, είναι πολύ ύποπτες ( Ε ρέβενς, θάρσενς, ρέρευς, θ ά μ β ευ ς). Η ανάγνωση του G αποτελεί απλώς μια άλλη περίπτωση προσήλωσης αυτού του χειρόγρα­ φου στην εισαγωγή αττικώ ν τύπων στο κείμενο. Τα ήΰτε και εΰτε είναι προφανώς διαφορετικοί τύποι της ίδιας λέξης, πρβλ. ήΰς από το εΰ. Οπωσδήποτε δεν υπάρχει τίποτα που να μας εμποδίζει να γράψουμε η ντε αμέσως, γιατί στο παλαιό αλφάβητο δεν γινόταν διάκριση μεταξύ τους. Ορισμένοι πα­ λαιοί σχολιαστές εκλάμβαναν το εΰτε με τη συνηθισμένη έννοια «όταν», θεωρώντας το 12 σαν απόδοση' παρόμοιος τύπος ωστόσο για να εκφραστεί παρομοίωση είναι σχεδόν χωρίς προηγούμενο στον Όμηρο. 3. στ. 23. Ο στίχος φαίνεται να υπονοεί ότι το λιοντάρι βρίσκεται μπροστά σ’ ένα θήραμα που μόλις σκοτώθηκε από μια κυνηγετική ομάδα και τα σκυλιά της. Παρόμοιες εικόνες λιονταριών που επιτίθενται υπάρχουν στα Λ 480, Ν 198. Ορισμένοι από τους παλαιούς κριτικούς εξέφρασαν την αντίρ­ ρηση ότι το λιοντάρι δεν τρώει λεία που δεν έχει σκοτώσει μόνο του, συνεπώς το σ ώ μ α τ ι εννοεί ζώ ω , δηλαδή ζώο ζω ­ ντανό. Αλλά ο Αρισταρχος σωστά υποστήριξε ότι ο Όμηρος δεν χρησιμοποιεί ποτέ τη λέξη σώ μ α για να εκφράσει το ζωντανό. Είναι πολύ πιθανό ότι ο ποιητής δεν γνώριζε αυτή τη συνήθεια του λιονταριού' ή μπορεί να σημαίνει ότι η α­ ποστροφή του λιονταριού δεν επεκτείνεται και σ’ ένα ζώο από το οποίο αφαιρέθηκε βίαια η ζωή, όπως συμβαίνει με την

242

ΣΧΟΛΙΑ

περίπτωση τω ν αιχμαλωτισμένων λιονταριών πρβλ. Σ 161). Εκφράστηκε επίσης η άποψη ότι το πεινάω ν εννοεί πω ς η έντονη πείνα ωθεί το λιοντάρι σε ασυνήθιστο γεύμα. 4. στ. 39. Ο Όμηρος αποκαλεί τον Πάρη Δ νσπαρι (= Πάρ ι κακέ), πρβλ. δνσ μ η τερ (Ψ 97), Δ νσέλενα (Ευριπί­ δης, X)ρέστης 1388), Κακοϊλιον (Τ 260). 5. στ. 44. νπ οψ ιον: Αντικείμενο περιφρόνησης ή μίσους, στην κυριολεξία «κά τι που κοιτάζεται από κά τω ». Για πα­ ρόμοιο τύπο πρβλ. Φ 397, π α νά γ ιο ς. 6. στ. 44. Προφανώς το ά ρ ισ τή α είναι υποκείμενο, το προμον κατηγορούμενο- π ρ ομ ος (primus), υπερθετικός, π ρό­ μαχός. —Κ αλάν: Κατηγορούμενο, όπως δείχνει η θέση του χω ­ ριστά από το ουσιαστικό του στο τέλος του στίχου (πρβλ. Ν 611)- ωστόσο το μεταφράζουμε σαν επίθετο. Ο στίχος 45 μπορεί να αντιπροσωπεύει τα λόγια τω ν Αχαιών. 7. στ. 49. ά π ίη ς: Βλ. Α 270. Παρατηρούμε την παρήχηση στον επόμενο στίχο. Στην ελληνική ποίηση, αντίθετα με τη λατινική, το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται σποραδικά και προ­ φανώς τυχαία" μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώ­ σεις στον Όμηρο βρίσκονται σε σημεία όπου δεν επιδιώκεται κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ. Σ 288, Τ 217. —άνδρώ ν: Πληθυντικός, επειδή η Ελένη θεωρείται ότι παντρεύτηκε το έθνος" ννός ή γ εγ α μ η μ ένη τοΐς τον γ α μ ή σ α ντος ο ίκ είο ις, (Απολλόδωρος Λεξικό). 8. στ. 54. Η κ ίθ α ρ ις είναι είδος λύρας ή φόρμιγγας" είχε σχήμα τριγωνικό και εφτα χορδές. 9. στ. 57. Είναι εμφανής η μεταφορά του Ομήρου" ο χ ιτώ ­ νας από πέτρες (λάινος χ ιτώ ν) δηλώνει την εκτέλεση με λιθοβολισμό. 10. στ. 61. ν π ’ άνέρος: Ό πως αν το είσ ιν ήταν παθητικό ρήμα" όπως συμβαίνει συχνά με το π ίπ τειν . Έ τσι κ ά τει τοι κ α ι σ ν π ρός τέκνω ν, Ευριπίδης, Μ ήδεια 1015. 11. στ. 72. εν'. Φαίνεται να πηγαίνει με το ρήμα, δηλαδή δικαίως. Ο Paley επικαλείται τον Αισχύλο, (Ί κ έτιδες 77), 528 ά λενσον άνδρώ ν νβ ρ ιν εν σ τν γ ή σ α ς. Ορισμένοι όμως το το­ ποθετούν με το π ά ν τα όπως μ ά λ α π ά ντα . Παρατηρήθηκε μια

243

ΣΧΟΛΙΑ

τάση να ενωθούν μαζί τα έν πάντες, δεν υπάρχει, όμως πε­ ρίπτωση στον Όμηρο οπου δεν μπορούμε να βάλουμε το έν με το ρήμα. Στο φ 369 είμαστε μάλιστα υποχρεωμένοι να το κάνουμε τα χ ουκ έν π α σ ι π ιθήσεις. 12. στ. 75.: Με τη φράση Ά ργος ΐπ π οβοτον δηλώνεται: το βασίλειο του Αγαμέμνονα με πρωτεύουσα τις Μυκήνες (όπως εδώ) ή η πόλη του Άργους, αλλά τις περισσότερες φορές όλη η Πελοπόννησος. 13. στ. 104. Κατά τις θυσίες πρόσφεραν σφάγια στη Γη και στον Ή λιο, που συνδέονταν με τη διατήρηση της ανθρώπινης ζωής. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το άσπρο πρόβατο αφιερωνόταν στις ουράνιες θεότητες και το μαύρο στις χθόνιες ή ακόμη ότι η προσφορά αρσενικού και θηλυκού αρνιού αντι­ στοιχούσε με την αρσενική και τη θηλυκή θεότητα. Το τρίτο αρνί αφιερωνόταν στον Όρκιο Δία, προστάτη τον όρκων αλλά και θεό των Αχαιών. 14. στ. 105. ορκια τάμντ/: Μεταφορική έννοια, όπως και άλλου, συνθηκολόγηση, επειδή η σφαγή αυτή γίνεται από τον Αγαμέμνονα. 15. στ. 108. ήερέθοντα ι: Κυματίζουν στον άνεμο (Β 448), δηλαδή δεν μπορεί κανείς να τους εμπιστευθεί, το αντίθετο του φρε'νες εμ π εδοι, Ζ 352' έτσι και άεσίφ ρω ν Τ 183. Πρβλ. Φ 386. Ο Λρίσταρχος οβελίζει αυτό το στίχο και τους δυο επόμενους, με τη μοναδική δικαιολογία ότι α π ολ ογία έστιν α ντη νπέρ τω ν π α ρα β ά ντω ν Π ριαμιδώ ν. Αυτό βέβαια δεν είναι αρκετό' οι στίχοι ταιριάζουν με τον ιδιαίτερα φιλόφρονα χαρακτήρα του Μενέλαου. 16. στ. 109. οίς\ Μένει χωρίς ιδιαίτερα συγκεκριμένη ανα­ φορά εξαιτίας της αλλαγής του υποκειμένου σε ό γέρω ν (που φαίνεται να χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του γένους, όχι μόνο για τον Πρίαμο —η χρήση του άρθρου είναι αττική, όχι επική. Ιΐίναι καλύτερα να το εκλάβουμε σαν ουδέτερο' πρβλ. ανάλογες χρήσεις του ουδετ. πληθ. στο H. G ., παρ. 161. 17. στ. 121. Η 'Ιρις, θεά από το γένος του Ωκεανού, συμβόλιζε το ουράνιο τόξο και, γενικότερα, το σύνδεσμο αναμεσα στον ουρανό και τη γη. Την παρίσταναν φτερωτή.

244

ΣΧΟΛΙΑ

Η Ίρις, όπως και ο Ερμής, ήταν αγγελιοφόρος κυρίως του Δία και της ΊΙρας. 18. στ. 138. κ ε’ Π ηγαίνει με το κεκ λήση (μέλ. οριστ.) II . σειρά τω ν λέξεων είναι ίδια με το Η 41 οί δε κ ’ ά γ α σ σ ά μ ε νοί... (42) έπ όρσεια ν. Μας φαίνεται αφύσικο, επειδή είμαστε συνηθισμένοι από την αττική χρήση του άρθρου με τη μετοχή, όπου δεν μπορεί να παρεμβληθεί άλλη λέξη. Ωστόσο εδώ το τω είναι ανεξάρτητη αντωνυμία. II δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά μόνο σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σ’ ένα από τα δυο. Λυτό αποδεικνύει ότι η αττική χρήση προέκυψε μέσα από τη στερεότυπη σειρά' πρβλ. τον β α σ ιλ ή ο ς ά πηνεος κλπ. Υπάρχουν πολύ λίγες περιπτώσεις στον Όμηρο, ίσως μόνο Φ 262, Ψ 325, 663, 702, εκτός από το 255 σ’ αυτή τη ραψωδία. Κατ’ αναλογία προς το όππ ότερος δέ κε ν ικ ή σ η (71) προτάθηκε να τεθεί το κε μαζί με τη μετοχή' στην πράξη όμως το κε (αν) δεν χωρίζεται από το αναφορικό σε παρόμοιες προτάσεις, τόσο στον Όμηρο όσο και στους μεταγενέστερους Έ λληνες συγγραφείς, και δεν έχει αναφερ­ θεί ανάλογη περίπτωση. Στην καλύτερη περίπτωση θα μπο­ ρούσαμε να αναφερθούμε στις περιπτώσεις επαναλαμβανόμε­ νου αν, όπου το πρώτο συχνά προσαρτάται σε μια μετοχή που εμπεριέχει αναφορική πρόταση, αλλά δεν συντάσσεται μ’ αυτήν. Δεν φαίνεται να υπάρχει περίπτωση όπως ο νικ ησας αν, αλλά κι αν υπήρχε, θα μπορούσε να σημαίνει μόνο «ο άντρας που θα είχε κατακτήσει». Ο Van Leeuwen παρακά­ μπτει τη δυσκολία διαβάζοντας γε αντί για κε, όπως το Ρ' αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κ εκ λησ η δηλαδή κεκλήσε ’( α ι ) . 19. στ. 141. οθόνη'. Λινός πέπλος, βλ. Σ 595. Καλνψαμένη". η αυτοπαθής χρήση του μέσου ρήματος, κατά την οποία το ποιητικό αίτιο είναι το άμεσο αντικείμενο της ενέργειας, είναι μάλλον σπάνια' H. G . παρ. 8 (2). 20. στ. 144. Πρόκειται για παρεμβολή μεταγενέστερου μύθου. Η ΑίΌρη, κόρη του Πιτθέα, ήταν μητέρα του Θη­ σέα. Όταν ο τελευταίος την άρπαξε σε νεαρή ηλικία, τα αδέρφια της, οι Διόσκουροι, εισέβαλαν στην Αττική και την πήραν πίσ ω ' μαζί τους έφεραν και την Λίθρη ως σκλάβα της

245

ΣΧΟΛΙΑ

Ελένης. Ο Όμηρος, ωστόσο, δεν γνώριζε το μύθο και οι Αλεξανδρινοί σχολιαστές θεώρησαν το χωρίο μεταγενέστερη προσθήκη. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διαπίστωση οτι ο ποιητής σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν δίνει τα ονόματα των θεραπαινίδων, καθώς και από το ότι το επίθετο βοώ π ις χα­ ρακτηρίζει σχεδόν πάντοτε την Ήρα. 21. στ. 147.: Ο Λάμπος, ο Κλειτίας και ο Ικετάονας ήταν γιοι του Λαομέδοντα, αδέλφια του Πριάμου. 22. στ. 149.: Πρόκειται για πύλη στα δυτικά τω ν τρωικων τειχών, α π’ όπου έβγαιναν στο πεδίο της μάχης. Οι Δαρδάνιες πύλες θα πρέπει να ταυτίζονταν με τις Σκαιές· αν όχι, τότε θα βρίσκονταν κοντά, προς την πεδιάδα, όπου ήταν τα εχθρικά στρατόπεδα. 23. στ. 152. λ ειριόεσσ α ν: Ησίοδος, Θ εογονία 41, και πρβλ. όπ α λείριον, Απολλώνιος Ρόδιος, ίν 903’ ωστόσο είναι δύσκο­ λο να εξηγηθεί πώ ς μια φωνή μοιάζει με κρίνο ή, για να κυριολεκτήσουμε, γεμάτη από κρίνους. Συνήθως οι σχολια­ στές ικανοποιούνται λέγοντας ότι η ιδέα της λεπτότητας μεταφέρεται από το λουλούδι στον ήχο. Ο Σχολιαστής εξηγεί επ ιθυμ ητήν, ήδεϊαν. Οι Έλληνες αντλούσαν ιδιαίτερη ευχα­ ρίστηση από το τραγούδι του τζίτζικα, και καταλαβαίνουμε για τί σύγκριναν μ’ αυτό το «τιτίβισμα» των γερόντων" η εξήγηση όμως αυτή δεν μας φέρνει πιο κοντά στην έννοια του επιθέτου. Το λειριόεις χαρακτηρίζει δέρμα στο Ν 830, αλλά ο κρίνος δεν αναφέρεται πουθενά αλλού στον Όμηρο και πρωτοεμφανίζεται στο Hymn. Cer. 428. Φαίνεται σαν κάποια διαφορετική λέξη με ξεχασμένη έννοια να είχε υποστεί παραφθορά και να διαμορφώθηκε σ’ έναν πιο οικείο τύπο. Δεν είναι όμως ασφαλής η εξήγηση του Ησύχιου, που ερμη­ νεύει το λειρός με το ισχνός (Paley). Το λειριώ ν όμ μ ά τω ν στον Βακχυλίδη (xvii 95) δεν φω τίζει περισσότερο το ζήτη­ μα. δένδρει: Κατά τον Ζηνόδοτο. Ο τύπος απαντά στους αττικούς και τον Ηρόδοτο (νί 79). Αένδρεον στο Ν 437, δ 458" εδώ όμως η ταυτόχρονη συνίζηση και σύντμηση στο δςνδρέω είναι απαράδεκτες. (Στο Α 15 χρυσεω άνά σκ ή π τρω μπορούμε να διαβάσουμε είτε αν, σύμφωνα με τον Lehrs, ή σ κ ή π τρω άνά χρυσεω , σύμφωνα με τον Brandreth).

246

ΣΧΟΛΙΑ

Οι άλλοι ομηρικοί τύποι, δένδρεα και δενδρέων, είναι αμφι­ λεγόμενοι. Δενδρέω έζόμ ενοι είναι πιθανός τύπος, όχι όμως τεκμηριωμένος. 24. στ. 162. Η σειρά είναι δενρο ελθονσα ϊζευ π ά ρ ο ιθ ’ έμεΐο και το ώ ς (166) συντονίζεται με το οφ ρα ίδτ/ς που είναι πα­ ρενθετικό. Π ηούς: Σ υγγενείς εξ αγχιστείας- εξηγείται στο θ 582 γαμβρός ή πενθερός, ο ί τε μ ά λ ισ τ α κ ή δ ισ το ι τελέθουσι μ ε θ ’ α ίμ ά τε κ α ι γένος αυτώ ν. 25. στ. 172. φ ίλε έκνρέ\ Το σΡ του (σ Ρ )ε κ ν ρ ε μακραίνει το ε όπως στο ουδέ ( σ Ρ )ο ν ς , Β 832. 26. στ. 175. π α ΐδ α : Εννοεί την Ερμιόνη, δ 14. Τηλνγέτην'. Η εξήγηση της αμφιλεγόμενης αυτής λέξης παρουσίασε προ­ βλήματα. Επικράτησε η άποψη ότι εννοεί τον έφηβο, ηλικίας από δεκατριών μέχρι είκοσι ετών. Αυτή η ερμηνεία ταιριάζει με την άποψη του Σοφοκλή, όπως αναφέρεται από τον Σχο­ λιαστή στο δ 4, και του Ευστάθιου, που υποστήριξε ότι η Ερμιόνη δόθηκε σε γάμο όσο η Ελένη απούσιαζε στην Τροία, άρα δεν μπορεί να ήταν πολύ μικρή, όταν την άφησε η μητέρα της. Αυτό όμως αποτελεί μόνο εικασία. 27. στ. 182. μ ο ιρ η γ ε ν έ ς : Ευνοημένε από τη μοίρα. Ο Doderlein ερμηνεύει «γεννημένο για την καταστροφή των εχθρών», με το επιχείρημα ότι μ ο ίρ α σημαίνει κ α κ οτυχ ια . Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε φράσεις όπως μ ο ΐρ α ι θανά τοιο και τις παρόμοιες' στο υ 76 αντιτίθεται στο ά μ μ ο ρ ίη και σημαίνει σαφώς κ α λ ο τυ χ ία ' μοίρτ] γενόμενος ανταποκρίνεται προς το κ α κ fj ai’arj τέκον του A 418. 28. στ. 189. Α μαζόνες. Γυναικείος πολεμικός λαός της Σκυθίας. Έχουν το βασίλειό τους στο βορρά, στις πλαγιές του Καυκάσου, όπου κυβερνώνται μόνες τους χωρίς τη βοή­ θεια τω ν αντρών, τους οποίους χρησιμοποιούν μόνο για τις υπηρετικές εργασίες. Ενώνονταν με άντρες από άλλες φυλές, για να διαιωνίσουν το είδος, και κρατούσαν μόνο τα θηλυκά παιδιά, από τα οποία απέκοπταν το δεξιό στήθος, για να μην ενοχλούνται κατά την εξάσκηση του τόξου. Από τη συνήθεια αυτή έλαβαν και την ονομασία τους Αμαζόνες (α στερ. + μαζός = αυτή που δεν έχει στήθος). 29. στ. 193. κεφ αλή: Ό πως 168. Αρίσταρχος: κεφαλήν'

247

ΣΧΟΛΙΑ

ακολουθεί την αναλογία του 227. 30. στ. 199. Η Ελένη ήταν κόρη της Λήδας, συζύγου του Τυνδάρεω, η οποία είχε έλθει σ’ επαφή με τον Δία. 31. στ. 211. Η ανωτερότητα του Οδυσσέα τονίζεται με το να παρουσιάζεται πιο μεγαλόπρεπος ακόμη και απ’ τον άντρα που ήταν ψηλότερος όχι μόνο απ’ αυτόν αλλά και από όλους τους Τρώες. Τούτο υποδηλώνεται με τη λέξη στάντω ν του αρχαίου κειμένου. 32. στ. 213. έπιτροχάδην'. Άπταιστα, χωρίς να ψάχνει για τις λέξεις· ερμηνεύεται από όσα ακολουθύν, παϋρα και λιγέω ς. Ο Μενέλαος μιλούσε συνοπτικά, αλλά όσα έλεγε τα έλεγε με σαφήνεια και χωρίς να κομπιάζει" πρβλ. άσφαλ,έως αγορεύει, 0 171. 33. στ. 228. Ο πέπλος ήταν κεντημένο ύφασμα, μακρύ για τις αρχόντισσες, που φορούσαν πάνω απ’ τα ρούχα τους. Το επίθετο τανύπεπλος, συνώνυμο του έλκ εσίπ επ λος, σημαίνει αυτή που φορά μακρύ και ωραίο πέπλο. Κατ’ άλλη εκδοχή σημαίνει αυτήν που φοράει εφαρμοστό πέπλο. 34. στ. 237. Όταν η Λήδα ενώθηκε με τον Δία, γέννησε δύο αυγά απ’ τα οποία προήλθαν δύο ζευγάρια διδύμων οι αθά­ νατοι Πολυδεύκης και Ελένη και οι θνητοί Κάστορας και Κλυταιμνήστρα. 35. στ. 245. ορκια'. Ιίδώ και στο 269, προσφορά όρκων μαζί με σπονδές και θυσίες· το επίθετο π ισ τ ά μεταφέρεται περιέρ­ γω ς από την αφηρημένη έννοιά του. Στην πρόταση ορκια τάμνειν, 252, υποδηλώνονται μόνο τα θύματα' η αρχική όμως έννοια της έκφρασης έγινε τόσο συμβατική, ώστε τελικά κατέληξε να σημαίνει τη συνθήκη' πρβλ. 94, 256, Δ 269' απαντά ακόμα και ο ενικός ορκιον στο Δ 158. Ο Buttman έχει ένα περίφημο άρθρο σχετικά με την ελληνική αντίληψη περί όρκων (Lexil. s. v.). II σημασία του ρήματος τάμνειν φω τίζεται ικανοποιητικά από τη σημείωση του Φρέιζερ (Παυσανίας, III, 367), όπου αναφέρεται ότι σε πολλές ένορ­ κες Ουσίες, τόσο τω ν Ιίλλήνων όσο και των βαρβάρων, η τομή του ζωου σε δυο ή περισσότερα τμήματα ήταν απαραίτητο στοιχείο της ιεροτελεστίας. 36. στ. 248. Ο Ιδαίος ήταν ο σπουδαιότερος από τους

248

ΣΧΟΛΙΑ

Τρώες κήρυκες, υπηρέτης του Πριάμου. 37. στ. 262. βήσατο'. Π ροκρίνει μέν την διά το ν ε γραφ ήν β ήσετο, π λ ή ν ον μ ε τ α τ ίθ η σ ιν ά)Λά δ ιά τον α γράφ ει ο Α ’ ρισταρχος (Δίδυμος). Το σχόλιο είναι πολύ σημαντικό σαν αντιπαράθεση προς την άποψη του Αρισταρχου, την οποία δεν είναι σε θέση να αγνοήσει, παρά την επιθυμία του για ομοιομορφία. Τα χειρόγραφα περιέχουν άφθονες μαρτυ­ ρίες για την αβεβαιότητα ως προς τον ορθο τυπο αυτών των σιγματικών αορίστω ν π.χ. συνεχώς ποικίλουν από δνσετο σε δύσα το. Στο ο 475 το ά να β η σά μ ενοι είναι αιτιολογικό, δεν υπάρχουν όμως άλλες ενδείξεις για μια τέτοια χρήση μέσου αορίστου, ο οποίος, πραγματικά, δεν φαίνεται να απαντα αλλού στην ελληνική γλώσσα, εκτός από τις υπό εξεταση παραλλαγές. «Η υποτακτική καταβήσεται (Ο 382) προέρχε­ ται ωστόσο από τον τύπο -σα-». Η πιο συνετή λύση φυσικά είναι να παραδεχτούμε τις παραλλαγές τω ν κειμένων, επειδή η αβεβαιότητα ανάγεται σε περίοδο τόσο μακρινή όσο και το ίδιο το κείμενο. Ταυτόχρονα μπορούμε, μαζί με τον Αρίσταρχο, να προτιμήσουμε τους τύπους σε -ε-, με το επιχείρημα οτι η τάση προς αναλογία τους οδηγούσε συνήθως στου συνηθεστερους τύπους -α- του κανονικού σιγματικου αορίστου. To A είναι το μόνο χειρόγραφο που ακολουθεί επίμονα τον Αρίσταρχο' οι τύποι -α- επικάλυψαν κατά κανόνα τους υπολοί­ πους από τους αλεξανδρινούς χρόνους και έπειτα. 38. στ. 271. μάχαιρα'. Το μαχαίρι της θυσίας, που δεν αναφέρεται ποτέ από τον Όμηρο σαν όπλο και δεν πρέπει να συγχέεται με το ξίφος, ξίφ ος ή φ άσγανον. 39. στ. 299. υπέρ ορκια'. Παραβαίνοντας τους όρκους (πρβλ. ΰ π ε ρ β α σ ίη 107 και υπέρ α ίσα ν) πημμηνειαν'. Το αντι­ κείμενο φαίνεται να είναι «το άλλο μέρος», από το Δ 66-67, Α ’ χαιούς υπέρ ορ κ ια δ η λ ή σ α σ θ α ι’ έτσι και στο Δ 236. Τα χειρόγραφα εδώ και στο Δ εμφανίζουν το νπερορκι.α σαν επίρρημα, αυτό όμως δεν είναι πιθανό, παρά την αναλογία προς το ΰπ έρμ ορα . Γ ευκτική υποδηλώνει ότι η παραβίαση 1 της συνθήκης δεν θεωρείται πιθανή περίπτωση (ή καθ’ έλξη προς την ακολουθούσα ευκτική ρέοί)' η ευχή είναι η επικρα­ τούσα σκέψη του ομιλητή. Πρβλ. ώς ά π ό λ ο ιτο κ α ι άλλος ό τις

249

ΣΧΟΛΙΑ

το ια ν τ α γε ρέζοι α 47, και Ζ 59. 40. στ. 311. Παρατηρήστε το έβαινε εδώ σε σχέση με το έβη 261 και βήσετο 312. Θεωρείται υπερβολικά αυστηρό να γίνει διάκριση ανάμεσα στους δυο χρόνους. 41. στ. 317. άφ είη: Προφανώς υποκτακτική που ενέχει έννοια περίσκεψης. Θα μπορούσαμε να διαβάσουμε άφείγι ή αφήΐ], αλλά για το ι 331 π επ α λά σ θ α ι άνω γον ός τις τολμήσειεν. 42. στ. 335.: Αυτή η μεγάλη και βαριά ασπίδα, που ο Όμηρος ονομάζει σάκον, ήταν φτιαγμένη από πλεγμένα κλα­ διά, σκεπασμένα με εφτά δέρματα, που συγκρατούνταν με χάλκινα ελάσματα. 43. στ. 351. έοργε (ΡέΡοργεν): έρεξε, κατά Bentley. 44. στ. 385. νεκταρέον'. Αρωματικός, όπως άμβρόσιος πρβλ. Β 19. 45. στ. 396. Ο Αρίσταρχος απορρίπτει τους στίχους 396-418 με τα εξής επιχειρήματα: ( ΐ) Δεν είναι δυνατόν η θεά να έχει την εξαίσια ομορφιά τω ν στίχων 396-7, εμφανιζόμενη σαν γριά. (2) Οι στίχοι 406-7 είναι βλάσφημοι. (3) Ο στίχος 414 είναι ευτελής και αντάξιος μιας θεάς. Τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι αρκετά ισχυρά για να απορρίψουν στίχους που είναι εμπνευσμένοι και χαρακτηριστικά ομηρικοί. Σχετικά με το (1) μπορεί να παρατηρηθεί ότι η θεά μεταμφιέστηκε βασικά για να μη γίνει αντιληπτή από τους παρευρισκομένους, όχι από την Ελένη- σε παρόμοιες περιπτώσεις οι θεοί δίνουν κάποιο σημάδι σ’ αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, (Ν 72 ά ρ ίγ ν ω το ι (5ε θ ε ο ί π ερ) όπου ο Ποσειδώνας εμφανίζεται σαν Κάλχας. 46. στ. 400. Αναφέρονται η Φρυγία και η Μαιονία, που θεωρούνταν οι πιο απομακρυσμένες περιοχές της Ανατολής. 47. στ. 406. Όλα τα χειρόγραφα δίνουν το άπ όειπ ε κελενθους. Ωστόσο ο Δίδυμος λέει: Α ρίσταρχος άπόεικε διά τον κ, κ α ι χω ρίς τον σ κελενθον. Θ ανμάσειε δ ’ αν τις η έτέραις δ ιά το ν π πόθεν π α ρ έ δ ν οντε γά ρ έν τα ϊς Α ρισταρχείοις οντε έν έτέρα ι τω ν γονν μ έτριω ν έπιφ ερόμενον πέφ υκεν. κ α ι ον μόνον έν τα ϊς έκδόσεσιν, άλλά κ α ι έν τοϊς σ ν γ γ ρ ά μ μ α σ ιν ά π α ξά π α ντες όντω ς εκ τίθ εντα ι. Το έντονο αυτό σχόλιο, όπως φαίνεται, αναφέρεται μόνο στις εκδόσεις και

250

ΣΧΟΛΙΑ

πραγματείες, όχι στα χειρόγραφα του Αρίσταρχου, των ο­ ποίων ο Δίδυμος δεν φαίνεται να έχει γνώση. Είναι φανερό ότι η κοινή παράδοση δεχόταν το ά π ό ειπ ε, όχι μόνο με βάση τα δικά μας χειρόγραφα, αλλά και από το γεγονός ότι ο Αριστόνικος το αναφέρει στο σχόλιό του για το 396. Με άλλα λόγια, έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια περίπτωση κριτικής άποψης από τη μια και παράδοσης χειρογράφων απο την άλλη, αν και όσα γνωρίζουμε για τον Αρίσταρχο μας οδη­ γούν στο συμπέρασμα ότι η ανάγνωση τω ν κριτικών βασιζό­ ταν σε χειρόγραφο που δεν διασώθηκε. Η κριτική αντίρρηση στο ά π ό ειπ ε κελενθονς ήταν προφανώς ότι το ρήμα, με την έννοια του απαρνιέμαι, χρησιμοποιείται αλλού μονο για κατι που απαρνιέται κανείς με λόγια (Τ 35, 75, μ η νιν) και όχι με έργα- και ακόμα, ότι ο πληθυντικός του κέλενθος είναι συνή­ θως κέλευθα (αλλά βλ. Κ 66, Ν 335, ε 383, η 272 κ 86). Τίποτα απ’ αυτά δεν ευσταθεί τελείως. Για τη χρήση του κέλενθος πρβλ. π ά το ν άνθρω πω ν, Ζ 202. 48. στ. 411. Τα χειρόγραφα εδώ (όπως και στον Πίνδαρο κλπ.) διαφωνούν ανάμεσα στο πορχανέουσα και το πορσ υνέουσα: Στα γ 403, η 347 δίνουν μόνο τον τύπο με το -ύνω, αλλά ο Αρίσταρχος διαβάζει πόρσ α ινε στο τελευταίο χωρίο. Για το χωρίο αυτό βλ. σημείωση Μ και R στο γ 403, όπου η προέλευση ανάγεται στο γεγονός ότι κανείς εκτός από τη σύζυγο δεν είχε δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στα διαμε­ ρίσματα του συζύγου" προφανώς ετοιμάζει την κλίνη του για τη νυκτερινή ανάπαυση. Φυσικά απεκτησε την έννοια της «κοινής κλίνης». 49. στ. 426. Ο χαρακτηρισμός κούρη Ζΐιός α ιγ ιο χ ο ΐο απο­ δίδεται αλλού μόνο στην Αθηνά. 50. στ. 436. Πολλοί θεωρούν ότι το υ π ό πάει μαζί με το δονρί, α ντον , με την έννοια του κτητικού, σε σύγκριση με το εμω υ π ό δονρί δ α μ η ν α ι Ε 653, κλπ. Η χρήση όμως του α ΰτοϋ σαν απλή γενική κτητική είναι πολύ σπάνια (βλ. Π 405). 51. στ. 442. έρος'. Τα χειρόγραφα έρως' έτσι και Ξ 294" ωστόσο πρέπει να διαβάσουμε έρος στο Ξ 315 (αν και εκεί τα περισσότερα χειρόγραφα έχουν έρω ς), κι επειδή όλες οι πε­ ριπτώσεις σχηματίζονται απ’ αυτό το θέμα {έρω σ 212, έρον,

251

ΣΧΟΛΙΑ

passim) δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες ότι οι Bothe και Heyne έχουν δίκιο που το αποκαθιστούν εδώ συμφωνώντας με τον Ευστάθιο. 52. στ. 456.: Οι Δ άρδανοι ήταν οι αρχαιότεροι κάτοικοι της τρωικής χώρας, απόγονοι του Δαρδάνου. Αρχηγός τους ήταν ο Αινείας.

252

ΣΧΟΛΙΑ

ΡΑΨΩΔΙΑ Δ

1. στ. 2. Η Ή β η , κόρη του Δία και. της Ή ρας, είναι η προσωποποίηση της νεότητας. Παίζει το ρόλο της υπηρέ­ τριας των θ ε ώ ν σερβίρει το νέκταρ (μέχρι που την αντικα­ τέστησε ο Γανυμήδης), ετοιμάζει το λουτρό του Άρη και βοηθάει την Ή ρα να ζέψει το άρμα της. Στην Ί λιάδα εμφα­ νίζεται μία ακόμη φορά στο Ε 722' στην Ό δνσσεια παρου­ σιάζεται στο Λ 603, όπως και σε μεταγενέστερους μύθους, ως σύζυγος του Ηρακλή. 2. στ. 8. Ο Παυσανίας (Β ο ιω τ ικ ά , 33) μαρτυρεί ότι λα­ τρευόταν η Αθηνά στις Αλαλκομενές της Βοιωτίας, κοντά στη λίμνη Τριτωνίδα. Λεγόταν ότι εκεί την είχε αναθρέψει ο τοπικός ήρωας Αλαλκομενέας. Υποστηρίζεται πω ς το επίθε­ το εδώ είναι κυρίως προσδιοριστικό παρά τοπικό και σημαίνει την προστάτισσα. 3. στ. 11. π α ρ μ έμ β λω κ ε: Από το (μ )β λ ώ σ κ ω ( μ λ ο = μοΧ) το αμννειν συντάσσεται κυρίως με τι, τινι και όχι τίνος. Αλλά στο Μ 402, Ζ ευς κ ήρας άμυνε π α ιδ ό ς έοϋ, Φ 539 Τρώων ί'να λ οιγόν ά λά λ κ ο ι. Παρόμοιες είναι και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες προστίθεται το α π ό νεών άπο λοιγόν αμύνω ν Π 80 κλπ. H. G. παρ. 152. 4. στ. 22. άκέω ν: Εδώ είναι άκλιτο και στο Θ 459, και στο φ 89 άκέω ν δαίνυσθε κα θήμ ενοι. Αλλού κλίνεται πάντα σαν μετοχή, και είναι δύσκολο να υποθέσουμε τι άλλο μπορεί να είναι. Φυσικά εδώ θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε το άκέο υ σ ’, κατά τον Brandreth ή, όπως προτείνει ο Van Leeuwen, μέν άκήν, δεν υπάρχει όμως εξήγηση για μια τέτοια παρα­ φθορά. 5. στ. 32. ο τε: Υπονοεί εδώ «όπως πρέπει να συμπεράνω ότι κάνουν, επειδή κλπ». Ά σπερχές: Προφανώς αντί του άνσπερχές, σπ έρχ ω , δηλαδή πιέζω , κατά κυριολεξία, επιτα­ χύνω, σπεύδω. 6. στ. 47. ευμ ελίω : Τοϋ εύ π ο τε τη μ έλ ια χρησαμένου, π ο λ ε μ ικ ο ύ , κατά τον Σχολιαστή. Παράξενος χαρακτηρισμός για τον Πρίαμο που δεν χαρακτηρίζεται από τον Όμηρο σαν πολεμιστής (με την εξαίρεση του Γ 188)' με βάση αυτό το επιχείρημα ο van Leeuwen γράφει ένμ μ ελίη ς, και εδώ και στις

253

ΣΧΟΛΙΑ

τρεις επαναλήψεις του στίχου (165, Ζ 449 Θ 552), εξαλείφο­ ντας επίσης και τη συνηρημένη γενική -ω για το -εω. Ο επιθετικός προσδιορισμός χρησιμοποιείται επίσης και για τους γιους του Εύφορβου στο Ρ (9, 23, 59), και για τον Πεισίστρατο, γ 400. 7. στ. 52. Υποστηρίζεται από τον αρχαίο σχολιαστή ότι εδώ ο ποιητής υπαινίσσεται την κάθοδο των Δωριέων (1100 π. X.)· τότε το χωρίο είναι μεταγενέστερη προσθήκη, αφού ο Τρωικός πόλεμος πιστεύεται πως έγινε λίγο νωρίτερα. Είναι ακόμη φανερό πω ς η Ή ρα προστατεύει τους Α­ χαιούς, γιατί λατρευόταν με τιμές στις τρεις πρωτεύουσες, στο Άργος του Διομήδη, στη Σπάρτη του Μενέλαου και στις Μυκήνες του Αγαμέμνονα. 8. στ. 75. α στέρα ήκε: Έ τσι και τα χειρόγραφα' κατά τον Bentley, ά σ τ έ ρ ’ έηκε. Η θέση, ακριβώς πριν την κατά τρίτο τροχαίο τομή, είναι η πιο απίθανη θέση για χασμωδία, άρα η υπόθεση είναι πιθανότατα σωστή (βλ. Β 87). Δεν είναι εύκολο να υποθέσουμε τι ακριβώς έβλεπαν και θαύμαζαν οι κάτοικοι (79)' η μεταφορά δείχνει καθαρά κάτι περισσότερο από μια απλή ταχύτητα κατάβασης και υπονοεί τουλάχιστον μια ορα­ τή λάμψη, αν και δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Αθηνά άλλαξε στην πραγματικότητα μορφή κι έγινε πύρινη σφαίρα ή μετεωρίτης. Από την άλλη μεριά όμως οι ομηρικές θεότητες δεν έχουν τη συνήθεια να εμφανίζονται αυτοπροσώπως στα πλήθη. Φυσικά οι λάμψεις στο στίχο 77 αποτελούν μόνο μέρος της περιγραφής ενός τέτοιου μετεωρίτη, και δεν ανήκουν στη σύγκριση. Παρόμοιο χωρίο είναι το Ρ 547 κ.ε., που περιγρά­ φει την εμφάνιση της ίδιας θεάς περιβεβλημένης από σύννεφο σαν ουράνιο τόξο, που έχει απλώσει ο Δίας —τέρας έμ μ εναι ή πολέμ οιο ή κ α ί χειμώ νος. Ο στίχος 82 υποδηλώνει ότι ο κόσμος δεν ήξερε τι συνέβαινε, περίμενε όμως μια αποφασι­ στική θεια παρέμβαση, είτε για καλό είτε για κακό. 9. στ. 84.: Για τη γενική ανθρώ πω ν πρβλ. Λ 28 τέρας ανθρώ πω ν, οιωνός στα μάτια των ανθρώπων. Φαίνεται έτσι ότι εξαρτάται από το τα μ ίη ς, όχι το πολέμοιο. Αλλά πρβλ. Ε 332, άνδρών πόλεμος. 10. στ. 95. Τρωεσσι'. Στα χέρια των Τρώων, προφανώς με

254

ΣΧΟΛΙΑ

έννοια τοπικού προσδιορισμού. Έ τσι I 303 ή γάρ κ έ σφ ι μ άλα μ εγ α κϋδος άροιο, X 217 ο ίσ ε σ θ α ι μ έ γ α κϋδος Ά χα ιοϊοοι, σε σύγκριση με το κλέος έσθλόν ένί Τ ρώ εσσιν άρέσθ α ι, Ρ 16. Η χρηση ομως αυτή είναι σπάνια με ενικό- το Ά λεξανδρω φαί­ νεται ότι προστίθεται κα τ’ αναλογική επέκταση της σύνταξης και όχι σαν πραγματική δοτική. 11. στ. 101. Το επίθετο του Απόλλωνα φ ω τογέννητος αντιστοιχεί στο αρχαίο λυκηγενής, που, κατά μια άποψη, προέρχεται από τη ρίζα λ νκ -, που σημαίνει φω ς (λατινικό lux, πρβλ. λυκαυγές, λυκόφως). Άλλοι μελετητές, ανάμεσά τους και ο Wilamowitz, υποστηρίζουν ότι το επίθετο προέρχε­ ται από τη Λυκία, όπου λεγόταν ότι γεννήθηκε ο θεός. Όσο αφορά την τελευταία άποψη, είναι πιο πιθανό η χώρα να πήρε το όνομά της από την επωνυμία Λ νκειος του Απόλλωνα, παρά το αντίθετο, αφού οι κάτοικοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους Τερμίλες και όχι. Λυκίους. 12. στ. 102. Π ρωτογόνων'. Σημαίνει πιθανώς το πρώτο αρνι του χρονου. Η λεξη, βέβαια, παραπέμπει και στο έθιμο να θυσιάζουν το πρωτότοκο κάθε ζώου. 13. στ. 105. έανλα'. Πρβλ. 116. Στη μια περίπτωση το αντικείμενο είναι αυτό που ξεσκεπάζεται και στην άλλη το ίδιο το σκέπασμα. Οι δυο χρήσεις του κ α λν π τειν είναι ακρι­ βώς ίδιες. Για το γ ω ρυτός βλ. φ 54. Δεν είναι σαφές αν το Ιξάλου είναι επίθετο' (για την άγρια αίγα πρβλ. ξ 50 ίονθάδος α γρίου ά γο ς) ή κάποιο συγκεκριμένο ουσιαστικό, όπως στο βοϋς, τα ύρος κλπ). Είναι μάλλον βέβαιο ότι πρόκειται για τον αίγαγρο, ζώο που απαντά ακόμη στις Άλπεις, αν και φαίνεται ότι έχει εκλείψει από την Ελλάδα. Ωστόσο, κατά τους ιστο­ ρικούς χρόνους, κατοικούσε στην Κρήτη. Για το τόξον α ίγός πρβλ. ιμ ά ν τα ς βοός Ψ 684. Ύ π ό στέρνοιο τυχ ήσ α ς, προστί­ θεται παρενθετικά, και το όν διέπεται από το β εβλήκει, επει­ δή το τυχ εΐν δεν απαντά στον Όμηρο με αναφορά στο αντι­ κείμενο που χτυπιέται, όπως στους μεταγενέστερους συγγρα­ φείς. Πρβλ. Ε 579, Μ 189, 394 κλπ. 14. στ. 113. άγκλίνας'. Πρέπει να είναι σε στενή εξάρτηση από το τα νυ σ σ ά μ ενο ς, δεν είναι όμως βέβαιη η ακριβής του έννοια. Θεωρείται ότι συνοδεύει το π ο τ ι γαίΐ], έγειρε το τόξο

255

ΣΧΟΛΙΑ

κλίνοντας το (την άκρη στην οποία συνήθως προσαρτούσαν τη χορδή) πάνω στο έδαφος. Αυτός είναι φυσικά ο τρόπος με τον οποίο δένουν το σύγχρονο μακρύ τόξο, ο Reichel όμως (Horn. W affen, σελ. 130) δέχεται ότι η μέθοδος δεν είναι ασυμβίβα­ στη και με το κοντό. Ο τοξότης τοποθετούσε το τόξο κάτω απο το αριστερό και πάνω από το δεξί γόνατο και μετά το λύγιζε προς τα πάνω, ενώ η χορδή περνούσε πάνω από το αριστερό γόνατο. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο τοποθετεί το π ο τ ί γαΐτ] με το κ ατέθηκε, κάτι αναμφίβολα πιθανό- αν όμως ερμηνεύσουμε κατά λέξη την προηγούμενη περιγραφή σχετι­ κά με το μήκος των κεράτων, φαίνεται ότι, ακόμα κι αν οι δεκαέξι παλάμες κάλυπταν ολόκληρο το μήκος του τόξου, μάλλον θα επρόκειτο για μακρύ και όχι για κοντό τόξο, γεγονός που θα καθιστούσε προβληματική μια τέτοια συναρ­ μολόγηση. Ωστόσο, με βάση το γεγονός ότι στα αρχαία μνη­ μεία δεν απεικονίζονται παρά μόνο κοντά τόξα, είναι προτι­ μότερο ν’ αποδώσουμε το μήκος τω ν κεράτων στη φαντασία του ποιητή και να υποθέσουμε ότι είχε στο μυαλό του το κοντό τόξο. Ό πως τονίζει ο Reichel, τα μυκηναϊκά μνημεία εμφανίζουν τον τοξότη να σημαδεύει πάντα σε πρηνή θέση, με το ενα γόνατο σχεδόν να αγγίζει το έδαφος. 11 στάση αυτή είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για έναν τοξότη που, όπως ο Πάνδαρος, σημαδεύει πίσω από την προστατευτική ασπίδα των συντρόφων του. Σαφώς αποκλείει τη χρήση του μακρού τό­ ξου. — κατέθηκε'. Τοποθέτησε κάτω προσεκτικά- δίνεται μεγά­ λη έμφαση στις προσεκτικές κινήσεις του Πάνδαρου, και την προσοχή που αφιερώνει στην επιλογή του βέλους του, «που είναι ακόμα αχρησιμοποίητο». 15. στ. 117. έρμα: Επίκεντρο- δεν εξηγείται όμως εύκολα με βάση τις άλλες χρήσεις της λέξης. Στον Όμηρο είναι οι ακόλουθες: (1) Το έρεισμα που τοποθετείται κάτω από το πλοίο που σύρεται στην ακτή, Α 486, Β 154. (2) Μεταφορικά έρμα πόληος, Π 549, ψ 121. (3) Πληθυντικός σκουλαρίκια, Ξ 182, σ 297. Οι έννοιες «έρμα» και «ύφαλα» είναι μεταγενέστε­ ρες. Η συνήθης ερμηνεία προκύπτει από το 2, έρεισμα συμφο­ ρών. Ωστόσο ο Αρισταρχος τη θεώρησε τόσο ανεπαρκή, ώστε

256

ΣΧΟΛΙΑ

αθέτησε το στίχο" γελ οΐον γ ά ρ φ ησιν έρεισμ α τω ν οδυνών λέγεσθαι. Τπέρ της αθέτησης θα μπορούσαμε να προσθέσου­ με τη συνίζηση του -έων (-άων)" από την άλλη πλευρά όμως ο Απολλώνιος ο Ρόδιος μιμείται το στίχο, (iii 279, τό ξα τανυσσας ίοδόκ η ς ά β λή τα π ο λ νσ το νον έ ξέ λ ε τ' ιόν). Τελικά δεν υπήρξε ικανοποιητική εξήγηση. Ο Curtius προτείνει ετυμολο­ γία από μια ρίζα που σημαίνει ροή, συγκρίνοντας το ορμ ή και μεταφράζοντας «πηγή, ανάβλυσμα»" ωστόσο δεν υπάρχει άλλη ένδειξη παρόμοιας έννοιας στην ελληνική γλώσσα. Υ­ πάρχει μια δυνατότητα να δοθεί η έννοια «φορτίου από συμ­ φορές»· πρβλ. Αισχύλος, Ί κέτιδες 580, λαβ ονσα δ ’ έρμα Α ϊον... γ είνα το π α ϊδ ’ ά μ εμ φ ή. 16. στ. 122. γ λ υ φ ίδ α ς ’ Εγκοπή τω ν βελών, όπου τοποθε­ . τούσαν τα φτερά. 17. στ. 123. σ ίδ η ρ ο ν ’ Η αιχμή του βέλους, που προσαρμο­ . ζόταν στο τόξο με τη βοήθεια δερμάτινου ιμάντα, 151. Αυτή είναι η μόνη περίπτωση που ο σίδηρος αναφέρεται σαν υλικό κατασκευής όπλων στον Όμηρο (εξαίρεση Η 141, το ρόπαλο του Αρείθοου). Με αυτό το επιχείρημα οι σχολιαστές κατα­ δικάζουν το στίχο —πρωτοβουλία ολωσδιόλου αυθαίρετη. Η αναφορά στο σίδηρο είναι μια από τις πολλές ενδείξεις ότι το έργο αυτό ανήκει στη μεταγενέστερη περίοδο της επικής ποίησης. 18. στ. 131. λ έξετα ι: II ρίζα είναι λεχ. 19. στ. 139.: Α ντί του ά ρ ’ ό ίσ τό ς ο Ζηνόδοτος διαβάζει άρα χα λκός, το οποίο ο Αρίσταρχος απορρίπτει με το επιχείρημα ότι η αιχμή του βέλους ήταν από σίδηρο (123). II γραφή γίνεται φυσικά αποδεκτή από τους σχολιαστές που αποδέχο­ νται την απόρριψη του 123. Ο Αρίσταρχος οβελίζει επίσης το στίχο 140, επειδή το ώ τε ιλ ή έπρεπε να σημαίνει πληγή όχι από χτύπημα αλλά από κάρφωμα ή κόψιμο, έννοιες στις οποίες περιορίζεται το ρήμα ον τά ζω . Το ίδιο και στο στίχο 149. Αυτό ωστόσο είναι σίγουρα ακραίο συμπέρασμα. 20. στ. 151. νεϋρον: Μ’ αυτό η βάση της αιχμής ήταν ((δεμένη» στο τόξο. ό γ κ ο υ ς ’ II αιχμή είχε τρεις καταλήξεις, . άκρες. Μόνο η πραγματική άκρη της αιχμής εισχωρούσε στη σάρκα, ενώ η υπόλοιπη κεφαλή έμενε πάνω στον οπλισμό.

257

ΣΧΟΛΙΑ

21. στ. 163-5. Βλ. και Ζ 447-9. Ορισμένοι σχολιαστές υποστηρίζουν ότι οι στίχοι αυτοί έχουν παρεμβληθεί, αλλά η υπόθεση δεν ευσταΟεί και τόσο. Ο Λππιανός λέει ότι ο Σκιπίωνας, όταν αντίκρισε τα ερείπια της Καρχηδόνας, αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε αναφερόμενος στη Ρώμη. Για τη σύνταξη του 164 πρβλ. Θ 373. II υποτακτική δίνει τόνο επι­ σημότητας (βλ. Λ 262). Το αν δεν μπορεί ούτε να παραλειφΟεί ούτε να μεταβληθεί σε κε χωρίς το κείμενο να υποστεί ισχυρή παραβίαση. II παράθεση με το π ο τ έ δείχνει περισσότερο γενίκευση παρά εξειδίκευση (βλ. II. G. παρ. 289 1 b)· ωστό­ σο η καθαρή υποτακτική φαίνεται πιο φυσική, όπως στο Φ
111.

22. στ. 171. Το Άργος χαρακτηρίζεται «διψασμένο» (ίίο λ υ δ ιψ ιο ν Ά ργος). Πρβλ. Ά ργους διψ ιαν χΟονα (Ευριπί­ δης, Ά?Μηστις 560). Το επίθετο προβλημάτισε τους σχολια­ στές, αφού στην αργολική πεδιάδα ρέουν δύο ποταμοί. Ορι­ σμένοι υποστήριξαν ότι σημαίνει αυτό που πολλοί διψούν ν’ αποκτησουν, το πολυπόθητο. Μερικοί πάλι στηρίχτηκαν σ’ ένα μύθο του Ησιόδου, σύμφωνα με τον οποίο το Αργος υπέφερε από ξηρασία, ώσπου ήρθε ο Δαναός με τις κόρες του- τότε ο Ποσειδώνας και η ΛΟηνά έδωσαν στην περιοχή πηγάδια. 23. στ. 192.: Το επίθετο θειος προσδιορίζει πρόσωπα με υψηλά αξιώματα. Εδώ, ωστόσο, έχει κυριολεκτική σημασία, αφού ο Ταλθύβιος απ’ τη μιά μεριά λατρευόταν ως ημίθεος στη Σπάρτη, α π’ την άλλη ως κήρυκας ήταν πρόσωπο ιερό. 24. στ. 194.: Φ ώτα και υιόν σε παράθεση όπως στο Φ 546, φ 26, φώ() ’ Ί ΐρ α κ λ ή α , Δ 247 φ ω τι δέκτη' το τελευταίο δείχνει σαφώς ότι η προσθήκη του φως δεν υποδηλώνει τίποτα που να έχει σχέση με το «ανδροπρεπές» ή το «ηρωικό)). Το άνήρ χρησιμοποιείται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, πρβλ. άνδρα Β ιήνορα Λ 92, Ε 649' το ίδιο και δώρον άνδρος Έ κτορος (Σοφοκλής, Αίας 817). Ιίίναι περιττό να ειπωθεί ότι ο Παυ­ σανίας (II, 26, 10) κάνει λάθος που το εκλαμβάνει σαν «ανθρώπινο υιό» σε αντιπαράθεση με το θεϊκό πατέρα του. 25. στ. 204. ορσ ’: Από τον άσιγμο αόριστο ώρόμην* ενώ το ορσεν (264) είναι όρσ-ευ από το «μικτό» αόριστο ιο ρ σ ό μ η ν

258

ΣΧΟΛΙΑ

πρβλ. λέξεο με λέξο. 26. στ. 212. κ υ κ λ ό σ ’: Κατά παράδοξο τρόπο ο Αρίσταρχος διαβάζει κ ύκ λος, όπως κ ύκλος γενόμ ενοι, συγκρίνοντας με το άγρόμ ενοι π α ς δήμ ος ΐ 166. Ό πως παρατηρεί ο Ηρωδιανός, αυτό αποτελεί ανεπαρκή αναλογία, επειδή το κύκλος δεν είναι περιεκτικό ουσιαστικό όπως το δήμος. Τάσσεται λοιπόν με την άποψη του Νικία και του Πτολεμαίου που διαβάζουν κ υκ λόσ ’· πρβλ. 392. — Ισόθεος φως'. Προορίζεται περισσότερο για να χαρα­ κτηρίσει τον Μαχάωνα και όχι τον Μενέλαο' το π α ρ ισ τ α τ ο σημαίνει, όπως συνήθως, την εμφάνιση, και η απόδοση αρχί­ ζει με το ο δέ. 27. στ. 229. π α ρ ισ χ έ μ ε ν '. Να έχει κοντά τα άλογά του. Για τη χρήση της υποτακτικής μετά τον παρατατικό βλ. H . G ., παρ. 298' η χρήση του τύπου οφείλεται στο ότι «ενέργεια που εκφράζει η δευτερεύουσα πρόταση είναι ακόμα μελλοντική την ώρα που γίνεται η συζήτηση))' στην περίπτωση όμως αυτή ομιλητής είναι ο ίδιος ο ποιητής για τον οποίο η αναφερόμενη πράξη, αν και μελλοντική στην αφήγηση, είναι κατ ανάγκην παρελθόν με συνέπεια να πρέπει να φανταστεί τον εαυτό του στη θέση του Αγαμέμνονα που δίνει την εντολή. 28. στ. 235. 'ψεύδεσαι'. Η γραφή κατά τον Ερμαππία, ενώ ψ ευδέσσί κατά τον Αρίσταρχο' επί του θέματος ένας σχολια­ στής παρατηρεί χαρακτηριστικά μ ά λλ ον π ε ισ τέ ο ν Ά ρισ τά ρ χ ω ή τω Ε ρ μ α π π ία , ε ί κ α ι δ ο κ ε ϊ άληθεύειν. Είναι αλή­ θεια ότι το ά ρήγειν και οι συγγενείς τύποι χρησιμοποιούνται αλλού στον Όμηρο μόνο με δοτική προσωπική, όχι με αφηρημένα ουσιαστικά, όπως για παράδειγμα ψευδός' ωστόσο η ιδέα του «βοηθού στο ψεύδος» δεν είναι και τόσο εξωφρενική, και επίθετα σε -ης από θέματα σε -ες, με τη μοναδική εξαί­ ρεση του υ γ ιή ς (Θ 524 μόνο), περιορίζονται αλλού στον Όμη­ ρο μόνο σε σύνθετα όπως φ ιλοψ ευδής. Η ομηρική λέξη γ ια τον ψεύτη είναι ψ εύστης. 29. στ. 242. ίόμωροΓ. Λέξη με αμφίβολη έννοια και ετυμο­ λογία, που απαντά μόνο στο Ξ 479. Τπάρχει το έ γ χ ε σ ίμ ω ρ ο ς Β 692, γ 188 κλπ., ΰλα κ ό μ ω ρ ο ι ξ 29 και σ ιν ά μ ω ρ ο ς στον Ηρόδοτο και τους αττικούς. (1) Η αναλογία του έ γ χ ε σ ίμ ω -

259

ΣΧΟΛΙΑ

ρος κάνει πιθανή την άποψη ότι το πρώτο συστατικό της λέξης είναι ιός, βέλος. (2) Άλλοι το αποδίδουν στο id, ίή, φωνή, λέξη σπάνια που απαντά σε μια ομιλία στον Ηρόδοτο (ί 85) και ελάχιστες φορές στις τραγωδίες. Ανάλογο είναι το νλακ όμ ω ροι. Κατά τον Dodds, ΐον, από το σκούρο χρώμα των μ αλλιώ ν πρβλ. ίοπ λόκ αμ ος, αυτό όμως είναι απίθανο. Εξίσου αβέβαιο είναι και το δεύτερο συνθετικό. Οι προτεινόμενες ετυμολογίες είναι οι ακόλουθες: (α) Μερ, πρβλ. μνή σα ντο δέ χά ρμ ης, που σημαίνει με τη σκέψη στα βέλη, δηλαδή αφοσιωμένος στη μάχη με τα τόξα. Το ν’ αποκαλέσει κανείς έναν οπλίτη τοξότη αποτελούσε κατηγορία για δειλία' ο Διομήδης χλευάζει τον Πάρη (Λ 385-87, πρβλ. επίσης Ν 713-21). Για το φωνήεν πρβλ. δώ μ α με το δεμω . (β) Μαρ από το μ ά ρ να μ α ι, μάχομαι με βέλη ή με κραυγές, κάτι που δεν συμβιβάζεται όμως με το νλακόμω ρος ή το σινάμω ρος. (γ) Μαρ από το μ α ρ μ α ίρ ω κλπ. (δ) Σανσκριτικό muras, ορμητι­ κός, πρόθυμος. Έλε'γχεες σ τχ χειρόγραφα, αλλά ο σωστός τύπος είναι οπωσδήποτε το έλέγχεα, επονείδιστα πράγματα. Η φράση απαντά στα Β 235, Ε 787, Θ 228, Ω 260, και με τον ίδιο τρόπο πρέπει να διαβάσουμε και το Ω 239. Το έλεγχε'ες αποτελεί προφανώς επινόηση για ν’ αποφευχθεί η χασμωδία, κάτι απόλυτα νόμιμο στη βουκολική διαίρεση' παράλληλα υπόκειται στις ίδιες αντιρρήσες με το ψ εύδεσαι 235. 30. στ. 253. Τπάρχει σχετική ανακολουθία, επειδή το Ίδομενευς δεν έχει ρήμα, το οποίο ωστόσο μπορεί να υπονοη­ θεί εύκολα από την επόμενη πρόταση, π.χ. πρώ τα ς ώ τρννέ φ ά λα γγα ς. Για την ομηρική ιδέα του θάρρους του κάπρου βλ. Ρ 21. 31. στ. 257. περί'. Εδώ βρίσκεται στη διαχωριστική γραμ­ μή μεταξύ επιρρήματος και πρόθεσης, όπως στο Α 258' πρβλ. ßov?.fj π ερ ιίδμ ενα ι άλλω ν Ν 728, με το π ερί π ά ντω ν έμμ εναι Α 287. Δεν έχει σημασία πώ ς θα χαρακτηριστεί, αν και η θέση του το διαχωρίζει από τη γενική, που είναι οπωσδήποτε γενική συγκριτική και όχι διαιρετική, και το π ε ρ ί σημαίνει «πέρα από». 32. στ. 263. άνώγοι'. Πρβλ. ξ 374, ε ί μ ή ... έλθέμεν ότρύνηισιν, ό τ ’ά γ γ ελ ίη ποθέν έλθοι. Η ευκτική, αν είναι σωστή,

260

ΣΧΟΛΙΑ

υπονοεί μια μικρή απόκλιση σκέψης' ο Αγαμέμνονας μιλάει γενικά, ώστε να συμπεριλάβει και το μέλλον, δείχνει όμως να σκέφτεται κυρίως εμπειρίες του παρελθόντος. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη και η άποψη του Bekker ανώγι/, αν ακολου­ θήσουμε την οποία δεν βασιζόμαστε και τόσο στα χειρόγρα­ φα. Υπάρχει πιθανότητα η ομοιότητα με το Θ 189, 0 70 όπου η ευκτική είναι απαραίτητη, να παραπλάνησε τους ραψωδούς ή αντιγραφείς. 33. στ. 281. Φ άλαγγα σχημάτιζαν οι πολεμιστές όταν παρατάσσονταν κατά μέτωπο. 34. στ. 299. ελαασεν'. Ο Δίδυμος αναφέρει την παλιά π α ­ ραλλαγή έεργεν. Π ρέπει να συμπεράνουμε ότι οι κ α κ ο ί είναι ένα τμήμα τω ν π εζώ ν, από τους οποίους οι καλύτεροι κρα­ τούνται σε εφεδρεία. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για σχηματισμό σε περισσότερες από μια σειρές. Ο Σχολιαστής εξηγεί σχε­ τικά ότι π ρ ώ τα σημαίνει στη «δεξιά πτέρυγα», έξόπ ιθ ε «στην αριστερή», και υποστηρίζει ότι «ένας κακός» τοποθετείται ανάμεσα σε «δυο ανδρείους», κάτι που δεν φαίνεται και τόσο πιθανό, (ε π ί γ ά ρ μ ετώ π ο υ τά σ σ ειν τη ν φ ά λα γγ α , ου κ α τά βάθους. 35. στ. 315. ομοίιον'. Σε άλλα σημεία ο τύπος χρησιμοποιεί­ ται πάντα με την έννοια της διαμάχης ή του αγώνα, εκτός από το θάνατος (γ 236). 11 έννοια του «κοινός για όλους» (που από μόνη της δεν ταιριάζει πολύ σαν γενικός χαρακτηρισμός του πολέμου παρά το ξννός έννάλιος, Σ 309), δεν στηρίζεται σε καμιά χρήση του όμ οιος. Το αναφερόμενο χωρίου του Πινδά­ ρου ( Ν εμεονίκης X, 57), δεν ανταποκρίνεται στην περίπτωση, για τί εκεί το π ό τμ ο ν όμ οΐον προφανώς σημαίνει την «κοινή μοίρα» τω ν δυο αδελφών και εξηγείται από τους επόμενους στίχους. Επομένως υπάρχει αναμφίβολα πρόβλημα για το όμ οΐιος που πρέπει να διαχωριστεί στο λεξιλόγιο από το όμοιος. Ο Αριστόνικος υποστηρίζει ότι οι γλωσσογράφοι ερμήνευσαν το ό μ ο ίιο ν με το κακόν. Ωστόσο δεν υπάρχει εύλογη αιτία να εκτοπίσει μια λέξη τόσο σαφή σε έννοια όσο το όλοίιος. 36. στ. 324. αίχμ ά ασουαι'. Που χειρίζονται το δόρυ, μόνο εδώ στον Όμηρο. II λέξη χρησιμοποιείται με παρόμοια, όχι

261

ΣΧΟΛΙΑ

όμως ταυτόσημη, έννοια στον Σοφοκλή, (Αίας 97, Τ ραχίνιαι 355), και στον Αισχύλο, (Π έρααι 756). 37. στ. 328. μ ή στω ρες αυτής'. Κατά κυριολεξία, επινοητές της ιαχής της μάχης- χαρακτηρίζει συνήθως μεμονωμένους ήρωες, Ν 93, 479, Π 759. Πρβλ. μ ή στω ρε φόβοιο Ε 272. 38. στ. 334. Πύργος'. Πολεμικό σώμα στρατιωτών παρα­ ταγμένων κατά συμπυκνωμένη φάλαγγα (πυργηδόν), που προσφερε ισχυρή άμυνα. Ο Αίαντας αποκαλείται π νργος Ά χαιοΐς (λ 556). 39. στ. 355.: Αν το ά νεμώ λια είναι παράγωγο του άνεμος, έχει χάσει τελείως την αρχική του έννοια, όπως σε φράσεις όπως τόξον άνεμω λιον Φ 474- πρβλ. Ε 216, και τη χρήση του ανεμ ιαΐος, ΓΤλατων, Θ εαιτητος 151 e, 161 a. 40. στ. 371. π ολεμ οιο γέφ υρας: II έκφραση απαντά στα Θ 378, 553, Λ 160, Γ 427. Από το Ε 88-9 και Ο 357 (πρβλ. Φ 245) φαίνεται οτι η γέφ υρα σημαίνει μονοπάτι ή φράγμα και όχι την πραγματική γέφυρα. Οι σχολιαστές ερμηνεύουν ((διόδους στις φάλαγγες», τις κενές γραμμές ανάμεσα στις- τάξεις των κινούμενων στρατιωτών, που παρομοιάζονται με τη ροή του νερού. Χρησιμοποιείται περισσότερο για την απόσταση από τις εχθρικές δυνάμεις. Ό πιπεύεις, κατοπτεύεις, με περιφρο­ νητική έννοια, που υπονοεί απρόθυμη προέλαση. . 41. στ. 378. έστρα τόω ντο: Βλ. επίσης Γ 187. Εκστράτευαν, αντί του εσ τρα τά οντο ή εστρα τόοντο. Το στρ α τό εσθ α ι απαντά στον Αισχύλο, 'Αγαμέμνων 132, Το στρατάεσΟ αι δεν απαντά αλλού στην ελληνική γραμματεία. Για τον τύπο -όωντο μπο­ ρούμε να συγκρίνουμε με το Ν 675 δηίόω ντο, δ 226, δηϊοω ιεν, ι 108 άροω σιν, που ακολουθούν όλα την αναλογία των ρημάτων με θέμα σε -α. Ωστόσο αποτελούν λανθασμένες εκφράσεις των παλαιών ασυναίρετων ρημάτων. 42. στ. 392.: Για το αψ άναερχομένω πολλοί σχολιαστές γράφουν αψ αρ ’ (Bentley), α ύτις (Brandreth), ή αψ ο ! (Burnet) άνερχομένω , το πρώτο κατ’ αναλογία του παρόμοιου στίχου Ζ 187" το άρα όμως εδώ δεν έχει νόημα. Για τη χασμωδία πρβλ. I 167 έπ ιόψ ομ α ι, ι 122 κ α τα ϊσ χ ε τ α ι, Ν 262 ά π οα ίννμ α ι, Ρ 381 επ ιοσσομένω . —πυκινον: Κατά κυριολεξία πυκνό, που αποτελείται δη­

262

ΣΧΟΛΙΑ

λαδή από μεγάλο αριθμό, π υ κ ιν α ί φ α λα γγες κλπ. Η έννοια αυτή δεν ταιριάζει με το λ 525, ο στίχος όμως έχει παρεμβλη­ θεί. Κ ίαα ν άγοντες'. 11 δεύτερη λέξη πλεονάζει. Ε ίσαν από το ί'ζω, Α 311. 43. στ. 405.: Εμείς. Εννοείται ο Διομήδης και ο ΤΙάνδαρος, ο γιος του Καπανέα. 44. στ. 406.: Πρόκειται για τη δεύτερη εκστρατεία κατά της Θήβας και την κατάληψη της πόλης από τους Επιγόνους. 45. στ. 407. άραγονΟ': Δυϊκός, επειδή σκέφτεται μόνο τον Διομήδη και τον εαυτό του. Το άρειον θεωρείται από τους σχολιαστές συγκριτικό" για αντίθεση θα έπρεπε να σημαίνει «ισχυρότερο τείχος από εκείνο που βρήκαν οι πρόγονοί μας», όπως αν η Θήβα είχε οχυρωθεί στο μεταξύ. Πρβ. Ο 736 «ισχυρότερο τείχος)), α π ’ αυτό που εκπορΟείται τώρα. Δεν υπάρχει στον Όμηρο χρήση του άρειος αντί του κανονικού Ά ρήίος, και οπωσδήποτε αυτό θα εξασθενούσε το νόημα του στίχου. Ο Αρισταρχος οβελίζει τους στίχους 407-9 με το επιχείρημα ότι, αν οι πρόγονοι νικήθηκαν εξαιτίας της ίδιας τους της ανοησίας και οι απόγονοι νίκησαν μόνο υπακούοντας στους θεούς, δεν υπάρχει λόγος να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι απόγονοι ήταν ικανότεροι πολεμιστές από τους προγόνους. Η απάντηση βρίσκεται στο επιχείρημα οτι καλύτερος πολε­ μιστής είναι όποιος κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσει τη νίκη, και η πρώτη του ενέργεια πρέπει να είναι το να κερδίσει τη θεία υποστήριξη. 46. στ. 412. Τέττα'. Οι αρχαίοι σχολιαστές το θεωρούν άλλοι φιλική προσφώνηση και άλλοι σχετλιαστικό. Πιθα­ νώς, είναι το ίδιο με το ά τ τ α (I 607), έκφραση στοργής, παρμένη από τη γλώσσα τω ν νήπιων. 47. στ. 428. νω λεμέω ς: Αδιάκοπα, ανελέητα. II λέξη έχει άγνωστη προέλευση. 48. στ. 438. πολύκλητοι'. Πρβλ. Λρίσταρχο στο Λ 564, π ολνγερέες, συναθροισμένες από πολλά τμήματα. 49. στ. 440. Ο Λ εϊμος και ο Φόβος ήταν γιοι του Αρη και της Αφροδίτης που συνόδευαν τον πατέρα τους στις μάχες ως ηνίοχοι. 11 "Ερις, θεά που άρχιζε τις διενέξεις κατά τη μάχη, ήταν αδελφή και σύντροφος του Αρη.

263

ΣΧΟΛΙΑ

50. στ. 454. κρουνώ ν εκ μετάλλω ν: Φαίνεται να υποδηλώνει απλώς τη μεγάλη ποσότητα νερού που ανάβλυζε από τις πηγές. Το χαράδρη είναι το φαράγγι που οδηγεί κάτω στη μ ια γ α κ γ ε ια . Την παρομοίωση μιμείται ο Βιργίλιος στην Λ ίνειάδα I I , 307, XII, 523. 51. στ. 474. Σ ιμ ο είσ ιο ς. Πρβλ. Σάτνιος, συντετμημένος τύπος του Σατνιοείσιος (Ξ 443) και Σκαμάνδριος (Ζ 402). Ιίίναι όλα κύρια ονόματα Τρώων που προέρχονται από ποτά­ μια. 52. στ. 483. ειημέ.ντ]'. Τα πεδινά, προφανώς από τη ρίζα ής, αντί του ή σα μ ένη, πρβλ. η μένω εν χώ ρω , Θεόκριτος, ΧΙΠ, 40. Το πεφ νκτ] είναι η άποψη του Hermann για το πεφ νκει όλων των χειρογράφων ο υπερσυντέλικος δεν έχει καμιά θέση στην παρομοίωση, έλεος: Πρβλ. ρ 208, α ίγείρω ν ΰδατοτρεψέων. 53. στ. 508. ΙΙέργαμος. II ακρόπολη της Τροίας, όπου βρισκόταν ο ναός του Απόλλωνα (Ε 446). Αργότερα ονομα­ ζόταν το ΙΙεργαμον ή τα ΙΙεργαμα. 54. στ. 515. Τ ριτογένεια. Επίθετο της ΛΟηνάς, του οποίου η ετυμολογία δεν είναι εξακριβωμένη. Υποστήριζαν ότι προ­ έρχεται από τον ποταμό Τρίτωνα της Βοιωτίας ή της Θεσσα­ λίας ή από τη λίμνη Τριτωνίδα της Λιβύης, πιθανές τοποθε­ σίες γέννησης της θεάς. Ίσω ς οι λέξεις έχουν σχέση με τη ρίζα τρ ίτο -, που σημαίνει νερό (πρβλ. Τρίτων, Αμφιτρίτη)' ωστόσο, η ΛΟηνά δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό. II άποψη του Ευσταθίου ότι η λέξη σχετίζεται με το rom/1 (= κεφάλι), επειδή γεννήΟηκε από το κεφάλι του Δία, δεν ευσταΟεί. 55. στ. 533. Λκρόκομ οι. Οι Θράκες χαρακτηρίζονται έτσι, για τί είχαν τα μαλλιά υψωμένα στην κορυφή του κεφαλιού. 56. στ. 543. Οι Bentley και Heyne θεωρούν τους δυο τελευ­ ταίους στίχους της ραψωδίας νόθους. Οι λέξεις η ματ/ κείνω ν, σε συνδυασμό με τον υπερσυντέλικο τέτα ντο, δίνουν την εντύ­ πωση ότι ανήκουν στο τέλος και όχι στην αρχή της ημέρας της μάχης, και ότι ο ραψωδός με την «επωδό» αυτή προσπα­ θεί να κλείσει την απαγγελία της ημέρας, παραλείποντάς την εκεί όπου το Δ ακολουθείται αμέσως από το Ε.

264

Ο μηρος
Ιλιας
Ραψωδίες Α - Λ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜ ΙΟ Υ 46 Τ.Κ. 106 78, ΤΗΛ.: 3844458 - 3840524, FAX: 3303098

Activity (8)

1 hundred reads|8 months ago
jsyrris@hotmail.com liked this|2 months ago
gabtheo liked this|6 months ago
gabtheo liked this|6 months ago
morgan65 liked this|10 months ago
Nikos Prassas liked this|10 months ago
ktsel liked this|10 months ago
doodooka liked this|10 months ago

You're Reading a Free Preview

Download