Από τον ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ δανείζοµαι µία σύντοµη αλλά περιεκτικότατη αναφορά ως εισαγωγή για το παρόν κεφάλαιο: «Κατά τους αρχαιολόγους, η µεγάλης έκτασης εκµετάλλευση του πεντελησίου µαρµάρου άρχισε µετά τη µάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) στο λατοµείο της Σπηλιάς. Παλαιότερα η ζήτηση δοµικών υλικών για τα σηµαντικά κτίρια (κυρίως ναούς) καλυπτόταν από τον πωρόλιθο του Πειραιά. Όταν τα εργαλεία των αρχαίων Αθηναίων βελτιώθηκαν, ο πωρόλιθος έπαψε να µονοπωλεί το ενδιαφέρον των κατασκευαστών για χάρη του υπέρτερου, αλλά και δυσκολότερου στην κατεργασία, µαρµάρου του Υµηττού. Με την περαιτέρω πρόοδο της τεχνολογίας (οδοποιία, µεταφορικά µέσα), αλλά και λόγω της οικονοµικής ακµής της πόλης, οι αρχιτέκτονες στράφηκαν στην πιο µακρινή Πεντέλη (Βριλησσό τότε). Έκτοτε, το ευγενέστερο λευκό µάρµαρό της απετέλεσε το κατεξοχήν υλικό που συνδέθηκε µε την ιστορία του τόπου. Όχι, βέβαια, επειδή το λευκό συµβολίζει κάτι φιλοσοφικό ή µεταφυσικό, όπως όλοι έχουµε ακούσει να υποστηρίζεται και να υµνείται, αλλά για κάποιον πρακτικότερο λόγο: το λευκό µάρµαρο ήταν ιδανικό για να χρωµατίζεται! Οι αρχαίοι ναοί δεν έστεκαν ανέκαθεν σαν λευκασµένα οστά κάποιου γιγάντιου αποσαρκωµένου τέρατος· ήταν βαµµένοι µε έντονα χρώµατα και εκτός από τον γλυπτό οι µαρµάρινες επιφάνειες έφεραν και γραπτό διάκοσµο. Επί 7 ακόµη αιώνες συνεχίστηκε η εξόρυξη του µαρµάρου και τα λατοµεία επεκτάθηκαν κατά µήκος της ράχης µε τις καλύτερες φλέβες (στην οποία βρίσκεται και η Σπηλιά), αλλά και σε άλλες θέσεις στο βουνό. Ακόµη και όταν η Αθήνα έχασε την ηγεµονία της, η πνευµατική της αίγλη παρακινούσε πολλούς χορηγούς, µεταξύ των οποίων και Ρωµαίοι αυτοκράτορες, να την προικίζουν µε κοινωφελή καθιδρύµατα. Όλα τα γνωστά σήµερα µνηµεία της Αθήνας είναι δείγµατα των εποχών εκείνων. Παράλληλα, υπήρχε ζήτηση για µάρµαρο της Πεντέλης εκτός Αθηνών, αλλά και εκτός Ελλάδας. Ωστόσο, κατά την ύστερη ρωµαϊκή εποχή, τα γούστα άλλαξαν και η αγορά στράφηκε προς το έγχρωµο µάρµαρο. Έτσι, τα λατοµεία της Πεντέλης έχασαν τη σπουδαιότητά τους και πέρασαν στο περιθώριο». (“Πεντελική Μυθολογία”, κεφ. Λατόµοι και Αστυνόµοι, τµ. 1. Το βιβλίο παρατίθεται
από www.iranon.gr)
1. ΠΕΝΤΕΛΙΚΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
Το Πεντελικό όρος αποτελεί αναµφίβολα το σπουδαιότερο και σηµαντικότερο λατοµικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας. Τα λατοµεία της Πεντέλης µνηµονεύονται και από αρχαίους συγγραφείς όπως ο Παυσανίας: «ΟΡΗ ∆Ε ΑΘΗΝΑΙΟΙΣ ΕΣΤΙΝ ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΝ ΕΝΘΑ ΛΙΘΟΤΟΜΙΑΙ...» [Τα όρη των Αθηναίων είναι το Πεντελικό όπου υπάρχουν λατοµεία...] (“Αττικά”, 32, 2. εκδ. Κάκτος). Αλλά και ο Στράβων: «ΜΑΡΜΑΡΟΥ ∆’ ΕΣΤΙ ΤΗΣ ΤΕ ΥΜΗΤΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΝΤΕΛΙΚΗΣ ΚΑΛΛΙΣΤΑ ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ». [Υπάρχουν θαυµάσια λατοµεία µαρµάρου στον Υµηττό και στην Πεντέλη, κοντά στην πόλη.] (“Γεωγραφικά”
C. 399, 23. Εκδ. Κάκτος)
Το πεντελικό µάρµαρο έγινε σύντοµα πασίγνωστο σε ολόκληρη την Ελλάδα λόγω της κάλλιστης ποιότητάς του. Ο Gottfried Gruben (καθηγητής στο Πολυτεχνείο του Μονάχου), τονίζει: «Υπήρχε µόνο ένα κατάλληλο υλικό που συνδυάζει την ακρίβεια των µορφών µε µια απαλή, αιθέρια γλυκύτητα: το διάφανο, λεπτόκοκκο πέτρωµα του πεντελικού µαρµάρου». (“Ιερά και ναοί των αρχαίων Ελλήνων”, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαµίτσα σ. 171)
Ο Christopher Wordsworth περιγράφει τις διαφορές ανάµεσα στο πεντελικό µάρµαρο και στο µάρµαρο άλλων περιοχών: «Το µάρµαρο των λατοµείων της Πεντέλης µοιάζει στη λευκότητα και στη λαµπρότητα µε εκείνο της Πάρου. Στη λεπτότητα της υφής το επισκιάζει. Από αυτή την άποψη είναι παρόµοιο µε εκείνο της Καρράρα, αν και είναι απαλλαγµένο από τους µεταλλικούς λεκέδες, µε τους οποίους το τελευταίο είναι συχνά λεκιασµένο». (“Ελλάδα”, εκδ.
Εκάτη, σ. 117)
Το πεντελικό µάρµαρο χωρίζεται σε Ανώτερο και Κατώτερο. Το Ανώτερο Μάρµαρο καταλαµβάνει κυρίως το βόρειο τµήµα του βουνού (Εκάλη, Πολιτεία και ∆ιόνυσο), ενώ µε πολύ µικρότερη επιφανειακή εξάπλωση εµφανίζεται στο ΝΑ τµήµα του, όπως στο λόφο Κουφού στην Παλαιά Πεντέλη. Το Κατώτερο Μάρµαρο είναι ένα συµπαγές, ολόλευκο και λαµπερό µάρµαρο το οποίο εµφανίζεται επιφανειακά στο κεντρικό τµήµα του βουνού καθώς και στα υψηλότερα σηµεία του. Ο σχηµατισµός του µετατρέπεται πλευρικά στο σχηµατισµό των Σχιστολίθων της Καισαριανής, µιας ποικιλίας πετρολογικών τύπων όπου αντιπροσωπεύονται κυρίως δύο µεγάλες µάζες πετρωµάτων.1 Ο Σχιστόλιθος της Καισαριανής καταλαµβάνει το µεγαλύτερο τµήµα του βουνού. (Πανελλήνιο Λαογραφικό Συµπόσιο: “Ιστορία, θρύλοι και παραδόσεις του Πεντελικού βουνού”. ∆ρα Ηλία Μαριολάκου, “Η γεωλογική δοµή και τα Μάρµαρα της Πεντέλης”)
Για την ποιότητα του Πεντελικού Μαρµάρου ο ∆ρ. Ηλίας Μαριολάκος γράφει τα εξής: «Το Μάρµαρο της Πεντέλης, καίτοι είναι γνήσιο µάρµαρο, εν τούτοις δεν είναι όλο της ίδιας ποιότητας, ούτε του ίδιου χρώµατος. Η καλύτερη παραλλαγή είναι γνωστή σαν «λευκό πεντελήσιο µάρµαρο» που στην Ιταλία αναφέρεται σαν “Marmo Pentelico” ή “Marmo Greco Fino”. Από την παραλλαγή αυτή έχουν κατασκευαστεί ο Παρθενώνας, το Ερεχθείο, τα Προπύλαια της Ακρόπολης, το Θησείο, ο Ναός του Ολυµπίου ∆ιός, καθώς και πολλά άλλα µνηµεία και ναοί...[...] Η ποιότητα των πεντελίσιων µαρµάρων ποικίλλει, όχι µόνο στις διάφορες περιοχές του όρους, αλλ’ ακόµη και στα διάφορα στρώµατα ενός και του αυτού λατοµείου. Η ποιότητά του εξαρτάται από τα ορυκτολογικά συστατικά του, από τον βαθµό σχιστότητας, από την συχνότητα των διακλάσεων, καθώς και από την ποικιλία του χρωµατισµού του. [...] Στο λευκό πεντελήσιο µάρµαρο το φως εισδύει µέχρι µέχρι 15 χιλ. Για σύγκριση αναφέρουµε ότι στο µάρµαρο της Καράρας το φως εισδύει µέχρις 25 χιλ. Ενώ στον λυχνίτη της Πάρου 35 χιλ.».
(Ό.π., σ. 148 & 149)
Πεντελικό µάρµαρο χρησιµοποιήθηκε για όλα σχεδόν τα µνηµεία των Αθηνών του 5ου αιώνα π.Χ., και της Αττικής γενικά, όπως το Τελεστήριον της Ελευσίνας. Η χρήση του δεν περιορίστηκε µονάχα στον αττικό χώρο, αλλά σύντοµα εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα.2 Ο Θόλος της Μαρµαριάς των ∆ελφών, ο ναός του ∆ιός της Ολυµπίας, ο ναός του Ασκληπιού της Γόρτυνας προέρχονται από το ίδιο υλικό.
1
Σύµφωνα µε τον Μαριολάκο, η πρώτη περιλαµβάνει επιδοτιτικούς κεροστιλβικούς γνεύσιους και σχιστόλιθους. Στους σχιστόλιθους παρεµβάλλονται αλλού λεπτότερες και αλλού παχύτερες τράπεζες κυανότεφρου ταινιωτού µαρµάρου. (Ό.π., σ. 146) 2 Μερικά παραδείγµατα από την περιήγηση του Παυσανία: «...ΤΑΥΤΑ ∆Ε ΤΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙΟΥ ΛΙΘΟΥ ΠΕΠΟΙΗΤΑΙ...» (“Αχαϊκά”), «...ΝΑΟΣ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ ΛΙΘΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙΟΥ...» (“Αρκαδικά”), «ΑΘΗΝΑΝ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΑ ΚΟΛΟΣΣΟΥΣ, ΕΠΙ ΛΙΘΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙΝ...» (“Βοιωτικά”, 11, 6), «...ΛΙΘΟΥ ∆Ε ΑΜΦΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙΟΥ...» (Ό.π., 2, 7), «...ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΕΙ∆ΟΝ ΛΙΘΟΥ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙ...» (Ό.π., 25, 3), «...ΤΟΥΤΟ (το Παναθηναϊκό Στάδιο) ΑΝΗΡ ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΗΡΩ∆ΗΣ ΩΚΟ∆ΟΜΗΣΕ, ΚΑΙ ΟΙ ΤΟ ΠΟΛΥ ΤΗΣ ΛΙΘΟΤΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙΝ ΕΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟ∆ΟΜΗΝ ΑΝΗΛΩΘΗ». (“Αττικά” 19, 6). Όπως ιστορεί ο Πλούταρχος, το µάρµαρο της Πεντέλης έφτασε και στη Ρώµη, στα χρόνια του ∆οµιτιανού Αυγούστου, όπου χρησιµοποιήθηκε για την κατασκευή των κιόνων του ναού του ∆ιός στο Καπιτώλιο.
Αρκετοί νεότεροι συγγραφείς, ποιητές και φιλάρχαιοι περιηγητές (Έλληνες και ξένοι) µίλησαν µε θαυµασµό και εξύµνησαν το ξακουστό Μάρµαρο της Πεντέλης.
2. ΕΞΟΡΥΞΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑ
Η τεχνική εξόρυξης ήταν απλή, ακολουθούσε τα χαρακτηριστικά του ίδιου του πετρώµατος. Όταν το πέτρωµα παρουσίαζε διακλάσεις,1 αυτές καθόριζαν τους τύπους των αρχιτεκτονικών µελών που θα παράγονταν. Στα λατοµεία, συνήθως, η εξόρυξη αρχίζει από τα χαµηλά και προχωρεί ψηλά, κλιµακωτά. Αν το πέτρωµα εµφανίζεται σε υπόγειες φλέβες, τότε εξορύσσεται από στοές, όπως στην Πάρο. Οι αρχαίοι κατεργάζονταν επί τόπου τους αποκολληµένους όγκους, ώστε να αποκτήσουν το επιθυµητό σχήµα και περίπου τις ζητούµενες διαστάσεις, να ελαφρύνουν, και έτσι να διευκολυνθεί η µεταφορά τους.2 Για την πραγµατοποίηση µιας τέτοιας εργασίας, ήταν απαραίτητο να υπάρχει ο κατάλληλος ισοπεδωµένος χώρος. Επρόκειτο στην ουσία για κάποια ειδικά διαµορφωµένα πλατώµατα (συνήθως πάνω σε προϊόντα λατόµησης, στις λατύπες) στα οποία συγκεντρώνονταν όλοι ανεξαιρέτως οι όγκοι, κι εκεί κατά τη λάξευσή τους γινόταν η τελική διαλογή αυτών που επρόκειτο να µεταφερθούν από τους ελαττωµατικούς που απορρίπτονταν. Τα πλατώµατα αυτά βρίσκονταν σε µικρή απόσταση από τα µέτωπα εξόρυξης και σε θέση απ’ όπου ήταν εύκολη η µεταφορά τους. Έτσι, οι λατοµηµένοι όγκοι βρίσκονταν συγκεντρωµένοι σε ένα συγκεκριµένο σηµείο, χωρίς να δηµιουργούν εµπόδια στους λατόµους για νέες εξορύξεις. Κατόπιν, όλα τα προϊόντα του λατοµείου µεταφέρονταν στους διάφορους προορισµούς σύµφωνα µε τις παραγγελίες. Αν το λατοµείο ήταν ψηλά σε βουνό, (όπως τα λατοµεία της Πεντέλης), τότε έφτιαχναν ένα λιθόστρωτο ευθύ διάδροµο, µια γλίστρα, πάνω στην οποία ολίσθαιναν οι πέτρινοι όγκοι τοποθετηµένοι σε εσχάρες ή χελώνες (ξυλογαϊδούρες), που συγκρατούσαν σχοινιά δεµένα σε πασσάλους. Για τις αρχαίες οδούς των λατοµείων της Πεντέλης θα µιλήσουµε αργότερα. Αφού τα µάρµαρα έφταναν στους πρόποδες του βουνού, έπρεπε να µεταφερθούν στην οικοδοµή. Αυτό γινόταν µε αµάξια που τα έσερναν βόδια ή µουλάρια. Τα µακριά και εύθραυστα κοµµάτια (κολόνες, επιστύλια) µεταφέρονταν µε την προσαρµογή τροχών σ’ αυτά. Τα λατοµεία, ως συνήθως, εκµεταλλεύονταν το υπάρχον οδικό δίκτυο, γεγονός που µείωνε τα έξοδα για τη λειτουργία τους, αφού δεν ήταν απαραίτητη η διάνοιξη νέων δρόµων. Σύµφωνα µε τους αρχαιολόγους δεν µπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση το ήδη υπάρχον οδικό δίκτυο να έπρεπε να υποστεί κάποια επισκευή ή αναδιαµόρφωση, ώστε να µπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της µεταφοράς των λίθων.
1 2
Οι διακλάσεις είναι φυσικές ρωγµές του πετρώµατος, οι οποίες ακολουθούν ορισµένη διεύθυνση. Η πρακτική αυτή αποδεικνύεται από την παρουσία πολλών ηµίεργων γλυπτών και αρχιτεκτονικών µελών στα λατοµεία.
Μεταφορά λίθων. (Σχ. I. Rowland, T. N. Howe)
Με ποιους τρόπους όµως ανύψωναν τα ογκοµάρµαρα οι αρχαίοι; Είναι σίγουρο ότι δεν αρκούσε µονάχα η σωµατική δύναµη.1 Ο απλούστερος τρόπος ήταν να δένουν τις πέτρες µε σχοινιά, αλλά ήταν δύσκολο να περνά σχοινί κάτω από την πέτρα. Έτσι βρέθηκαν άλλοι τρόποι: άφηναν στο πλάι της πέτρας προεξοχές (αγκώνες) πάνω στις οποίες έπιαναν τα σχοινιά, ή λάξευαν στα δύο πλάγια της πέτρας ένα ανοιχτό U µέσα στο οποίο περνούσε το σχοινί. Κοντά στα απλά αυτά συστήµατα χρησιµοποιήθηκαν πολύ ο καρκίνος και ο λύκος 2 (που επιτρέπουν την ανύψωση ογκόλιθων µε µικρές λαξεύσεις σε αφανείς µετά την τοποθέτηση έδρες).3
1
Το ανασήκωµα ενός όγκου θα απαιτούσε πολύ χρόνο και πολλά εργατικά χέρια, και εποµένως µεγάλη καθυστέρηση στην παραγωγή. Οι λόγοι αυτοί οδήγησαν από πολύ νωρίς στην αναζήτηση λύσεων που θα επιτάχυναν τις λατοµικές εργασίες. 2 Σύµφωνα µε τον Α. Κ. Ορλάνδο, ο καρκίνος «...ως και το όνοµα αυτού δηλοί, είχε το σχήµα ψαλλίδος µετά διπλών (άνω και κάτω) καµπύλων σκελών...[...] Εκ τούτων τα µεν κάτω σκέλη εισήρχοντο εις τριγωνικάς οπάς ανοιγοµένας επί της άνω επιφανείας του ανυψωτέου λίθου, τα δε άνω έφερον οπάς, δι’ ων διήρχετο σχοινίον εξαρτώµενον από του αγκίστρου ή της αγκύλης της τροχιλείας ». Ενώ για το λύκο γράφει: «Τελευταίον σύστηµα ανυψώσεως, όπερ εφηρµόσθη εις τε πωρίνους και εις µαρµαρίνους ναούς από των αρχών του 6ου αι. µέχρι της ελληνιστικής ακόµη εποχής, συνίστατο εις την λάξευσιν επί της άνω επι- φανείας του λίθου ενός η πλειόνων κατακορύφων τόρµων σχήµατος τραπεζίου, του οποίου η µεν µία των πλευρών ήτο καρακόρυφος η δε ετέρα κεκλιµένη. Εντός του τόρµου τούτου ετοποθετούντο δύο ή τρία σι- δηρά τεµάχια, εκ των οποίων το εν είχε κάτω το σχήµα τραπεζίου αντιστοίχου προς τη λοξότητα του τόρµου, εντός της οποίας και ετοποθετείτο πρώτον, το δε δεύτερον και τρίτον σχήµα ορθογώνιον. Τα δύο τελευταία τιθέµενα εντός του τόρµου ηµπόδιζον την έξοδο του πρώτου. Το περιγραφέν ρωµαϊκόν σύστηµα ονοµάζεται υπό των αρχαίων λεξικογράφων λύκος...» (“Τα υλικά δοµής των αρχαίων Ελλήνων” [τεύχος 2: τα µέταλλα, το ελεφαντοστούν, τα κονιάµατα και οι λίθοι], 1958.)
1 2 1. Καρκίνος. (Σχ. Ορλάνδος) 2. Αριστερά: Λύκος των ελληνιστικών χρόνων. ∆εξιά: Λύκος των ρωµαϊκών χρόνων. (Σχ. Ορλάνδος)
3
Βλ. Άννας Λαµπράκη, “Πώς έκτιζαν οι αρχαίοι”, σ. 28, και Γεωργίας Κοκκορού-Αλευρά, Ειρήνης Πουπάκη και Αλέξη Ευσταθόπουλου, “Αρχαία Ελληνικά Λατοµεία”, εκδ. Πολιτιστικό Ίδρυµα Οµίλου Πειραιώς.
3. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΛΑΤΟΜΗΣΗΣ
Η τεχνική απόσπασης ενός όγκου είχε ως εξής: το πρώτο βήµα ήταν ο καθαρισµός και η επιπέδωση του βράχου. Κατόπιν σχεδίαζαν στον καθαρισµένο βράχο το περίγραµµα του λίθου που επιθυµούσαν να αποσπάσουν. Στη συνέχεια, όπως γράφει ο Μανόλης Κορρές, στην εξαίσια µελέτη του για τα αρχαία λατοµεία του Πεντελικού: «Κατά µήκος των φυσικών αρµών και ρηγµάτων γύρω από τον όγκο διάλεξαν και σηµείωσαν τις καλύτερες θέσεις για την τοποθέτηση σφηνών και µεγάλων µοχλών. Στις θέσεις αυτές λάξευσαν βαθειές φωλιές, προσέχοντας να επιτύχουν ακριβώς τις πρέπουσες διαστάσεις και κυρίως τη σύγκλιση των επιφανειών στις φωλιές των σφηνών». (“Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα”, εκδ. Μέλισσα, σ. 16)
Αφού έκαναν τις απαραίτητες δοκιµές για την καλή εφαρµογή των σιδερένιων σφηνών που προσαρµόστηκαν στις φωλιές µαζί µε τα κατάλληλα σιδερένια ελάσµατα, και αφού τοποθετήθηκαν οι βαρύτατοι σιδερένιοι µοχλοί ακολουθούσε η επίκρουση των σφηνών. Στο επόµενο στάδιο της εργασίας κτυπούσαν τις σφήνες συνεχώς µε βαρείες (βαριές). Μετά την αποκόλληση του όγκου και την πρώτη χαλάρωση των αρµών του, η προσπάθεια συνεχιζόταν µε ολοένα αυξανόµενη τη συµµετοχή των µεγάλων µοχλών. Κατόπιν πολύωρης εξαντλητικής προσπάθειας, το µικρό αρχικά κενό που σχηµατιζόταν ανάµεσα στον όγκο και το µητρικό πέτρωµα γινόταν αρκετά ευρύ, ώστε να χωράει τους λατόµους, που έπρεπε να εργαστούν πίσω από τον όγκο. Τέτοιες αύλακες εντοπίζονται σήµερα είτε ως αποτύπωµα στο µητρικό πέτρωµα µετά την αφαίρεση του λίθου, είτε γύρω από λιθόπλινθους οι οποίοι τελικά δεν εξορύχθηκαν. Με την ολοκλήρωση της διάνοιξης των περιµετρικών αυλάκων ή των τάφρων εξόρυξης, (µόνο µία λατοµική τάφρος σώζεται σήµερα στην Πεντέλη) ακολουθούσε η απόσχιση του όγκου, που είχε πια ελεύθερες τις 5 από τις 6 έδρες του. Η τεχνική λιθοτοµίας εξελίχθηκε αρκετά µε τη χρήση ξύλινων σφηνών και, κυρίως, µεταλλικών σφηνών. Είναι ωστόσο άγνωστο πού και πότε χρησιµοποιήθηκαν για πρώτη φορά.1 Οι σφήνες µπήγονταν σε οπές ανοιγµένες στο επίπεδο της κάτω έδρας του λίθου που ήθελαν να αποσπάσουν. Οι οπές για τις σφήνες ήταν ηµικυκλικές, ορθογώνιες ή τραπεζιόσχηµες και βρίσκονταν σε κανονικές αποστάσεις µεταξύ τους. Αν υπήρχαν φυσικοί αρµοί που οριοθετούσαν τον επιθυµητό λίθινο όγκο, οι λατόµοι δε λάξευαν περιµετρικές αύλακες. Λάξευαν τις οπές για τις σφήνες κατά µήκος των αρµών και οι λίθοι που εξορύσσονταν είχαν ακανόνιστο σχήµα, σε άµεση συνάρτηση µε την τυχαία «γεωµετρία» των στρωµάτων του πετρώµατος. Η χρήση τους έδωσε νέα ώθηση στη διαδικασία της λατόµησης, αφού αφενός επέτρεπε στους λατόµους να κόβουν µεγαλύτερους λίθινους όγκους και να ελέγχουν καλύτερα την επιφάνεια και τη διαδικασία της απόσχισης, και αφετέρου έκανε πιο εύκολη τη λατόµηση σκληρών πετρωµάτων, όπως ήταν το µάρµαρο. Παραλλαγή της τεχνικής της χρήσης σφηνών είναι η τεχνική pointille, κατά την οποία, οι λατόµοι άνοιγαν µε χοντρό βελόνι2 µικρές οπές, την µία πολύ κοντά στην άλλη, περιµετρικά γύρω από τον όγκο που επιθυµούσαν να αποσπάσουν. Θεωρείται πως αυτή η τεχνική ήταν γνωστή από τους αρχαϊκούς χρόνους. Σύµφωνα µε µία άποψη, η τεχνική pointille είναι ιδανική για την απόσχιση λίθων µικρών διαστάσεων. Όπως επισηµαίνουν όµως οι αρχαιολόγοι, δεν είναι σαφή τα κριτήρια µε τα οποία οι λατόµοι επιλέγουν πότε θα υιοθετήσουν τη µία τεχνική ή την άλλη. Τη χρήση των σφηνών στη λιθοτοµία επιβεβαιώνουν ο Πλίνιος (“Naturalis Historia”, XXXVI, iv, 14), και κυρίως ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς (“Μηχανικά”, ΙΙ, 4).
1
Κατά τους αρχαιολόγους: «Σύµφωνα µε µία άποψη, οι Αιγύπτιοι εφηύραν τις σιδερένιες σφήνες, κατά τη διάρκεια του 8ου ή 7ου αιώνα π.Χ. Την ίδια εποχή η τεχνική αυτή πρέπει να έφτασε και στα αρχαϊκά λατοµεία της Νάξου, της οποίας οι σχέσεις µε την Αίγυπτο κατά τους χρόνους αυτούς έχουν επισηµανθεί από τη σύγχρονη έρευνα. Ωστόσο δεν µπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόµενο η τεχνική των σιδερένιων σφηνών να είναι ελληνική εφεύρεση ». (σ. 39) 2 Μεταλλική ράβδος που κατέληγε σε οξεία απόληξη και την οποία χτύπαγαν µε τον επικόπανο (βαρύ σφυρί, µατρακάς).
Όταν οι λατόµοι αποσπούσαν τον όγκο από το µητρικό πέτρωµα, τον λάξευαν όσο χρειαζόταν ώστε να ελαττωθεί το βάρος και να διευκολυνθεί η µεταφορά του, αλλά και να φανούν τυχόν ελαττώµατα του πετρώµατος. Τούτο σηµαίνει πως οι λατόµοι διέθεταν βασικές γνώσεις λιθοξοϊκής· όµως δεν αποκλείεται η περίπτωση, οι ίδιοι οι γλύπτες να δούλευαν στα λατοµεία.1 Κατά τους αρχαιολόγους Γεωργία Κοκκορού-Αλευρά, Ειρήνη Πουπάκη και Αλέξη Ευσταθόπουλο: «Ο γλύπτης έπρεπε να επισκεφθεί το λατοµείο για να διαλέξει το λίθο, να εξακριβώσει αν αυτός είχε ελαττώµατα και, εποµένως, αν κινδύνευε να σπάσει κατά τη µεταφορά· επίσης, θα πρέπει να καθόριζε µε πρόχειρο σχέδιο το σχήµα του λίθου που ήθελε να αποσπαστεί». (“Αρχαία Ελληνικά Λατοµεία”, σ. 42) Μετά την εξόρυξη και πριν επιχειρήσουν νέα εξόρυξη, οι λατόµοι καθάριζαν το χώρο εργασίας τους. Πρόκειται για το ανακαθαίρειν (η διαδικασία δηλαδή καθαρισµού του λατοµείου) που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Σύµφωνα πάντα µε τους αρχαιολόγους, τα µεγαλύτερα κοµµάτια µαρµάρου που περίσσευαν τα κρατούσαν χωριστά για µελλοντική χρήση, στη γλυπτική ή αλλού. Όσο για τη λατύπη τη χρησιµοποιούσαν είτε για την παραγωγή ασβέστη είτε για να µπαζώσουν τις µεγάλες τοµές, βοηθώντας έτσι στην αποκατάσταση του περιβάλλοντος, όπως θεωρούν οι αρχαιολόγοι. Αυτό όµως δεν είναι αληθές, διότι όταν µπάζωναν τις τοµές, η πλεονάζουσα λατύπη ξεχείλιζε κι έπεφτε στις πλαγιές του βουνού. Άρα, την έριχναν όπου ήταν πιο εύκολο. Το κριτήριο ήταν καθαρά οικονοµικό και όχι περιβαλλοντικό.
Λατοµικά εργαλεία. (Σχ. Μ. Κορρέ) 1. Τύκος. 2. Πικούνι. 3. Πικουνάκι. 4-6. Πιθανή µορφή αρχαίων εργαλείων για πολύ ελαφρά και πολύ λεπτά διακοσµητικά ξεβελονίσµατα. 7-9. Σιδερένιοι µοχλοί. 10-11. Σιδερογωνιές. 12. Κανών. 13. Μέτρον (4 πόδες). 14. Μεγάλη βαρεία (σφύρα). 15. Μικρή βαριά. 16. Μεγάλη βαριοπούλα. 17. Μικρή βαριοπούλα. 18. Μεγάλο σφυρί (σφυρίον), ιδιωµ. µατρακάς. 19. Μικρό σφυρί, ιδιωµ. µατρακαδάκι. 20. Κοπίδι. 21-22. Βελόνια. 23-25. Οξύδοντα σιδήρια. 26-28. Πλατέα σιδήρια. 29-30. Πλατύδοντα σιδήρια. 31. Μακρύ κοπίδι για οπές (καταχρ. σµίλα). 32-33. Σιδερένιες σφήνες. 34-36. Θραπίνες οξύδοντες. 37-38. ∆ιαβήτες. 39. Αλφάδι. 40. Νήµα και χρώµα για σηµάδεµα (λινέη µεµιλτωµένη). 41. Σιδερένια αρπάγη. 42-43. ∆ιάφορα ξύλινα κύλιστρα (φάλαγγες = κατρακύλια). 44. Σιδερένιο κύλιστρο. 45-46. Μικρά ορειχάλκινα κύλιστρα. (Βλ. Κορρές, σ. 77)
1
Για παράδειγµα, στο λατοµείο της Νάξου η λάξευση του αγάλµατος του ∆ιονύσου έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε η µορφή να έχει σχηµατιστεί µε τις σωστές αναλογίες, πράγµα που είναι αδύνατον να έγινε από απλό λατόµο.
4. ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΛΑΤΟΜΕΙΟΥ
Τα αρχαία λατοµεία είχαν κοινά χαρακτηριστικά και διέθεταν τα παρακάτω1: Περιοχή απόσπασης όγκων Χώρο απόθεσης λατύπης Κεκλιµένες ράµπες ολίσθησης προς την πλατεία αποθήκευσης Πλατεία αποθήκευσης και θέση ανυψωτικής µηχανής2 Εργαστήριο επιδιόρθωσης εργαλείων Χώρο αποθήκευσης εργαλείων Καταλύµατα των εργατών Πύργους επιτήρησης - φυλάκια3 Περιοχή φόρτωσης Συλλεκτήρες νερού, λίθινες γούρνες ή δεξαµενές λαξευµένες στο βράχο Αφιερωµένη περιοχή µε ένα µικρό ιερό και βωµό. Νεκροταφείο
5. ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ
Τα αρχαία λατοµεία χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: α) Τα υπαίθρια λατοµεία, όπου η εξόρυξη γινόταν επιφανειακά και οριζόντια, ή κλιµακωτά, ή κατακόρυφα σε βάθος, β) τα υπόγεια λατοµεία όπου η εξόρυξη γινόταν υπογείως. Τα λατοµεία της Πεντέλης ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Τα αρχαία λατοµεία ήταν ως επί το πλείστον στη Ν∆ πλευρά του βουνού, κατά µήκος µιας ράχης, η οποία µε κατεύθυνση Ν∆-ΒΑ ξεκινά από τη βάση περίπου του κεντρικού ορεινού όγκου και καταλήγει στην κορυφογραµµή, ΝΑ της κορυφής. Ο Μανόλης Κορρές γράφει αναλυτικότερα: «Στην ακµή αυτής της ράχης, σχεδόν σε όλο το µήκος της ως το διάσελο της κορυφής, ήταν πάντα έκδηλη η ύπαρξη δύο παράλληλων φλεβών αρίστου µαρµάρου. Οι φλέβες αυτές, “κεντρικές φλέβες”, έχουν πλάτος 10-25µ η βόρεια, 60-75µ η νότια και διαχωρίζονται από µια φλέβα µη εκµεταλλεύσιµου πετρώµατος, πάχους 5-10µ, η οποία περιέχει
1
Βλ. Tony Kozelj: “Extractions of blocks in antiquity: Special methods of analysis” και ΚοκκορούΑλευρά, Πουπάκη, Ευσταθόπουλου: “Αρχαία Ελληνικά Λατοµεία”. 2 Οι ανυψωτικές µηχανές βρίσκονταν σε χρήση τουλάχιστον από τον 5ο π.Χ. αι. σύµφωνα µε επιγραφικές µαρτυρίες. Ο ∆ιογένης ο Λαέρτιος, ο Βιτρούβιος κ.ά. αναφέρουν τη χρήση της τροχιλείας, µηχανισµού ανάλογου µε τη σύγχρονη τροχαλία. Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς περιγράφει τον τρόπο λειτουργίας των µηχανών αυτών, που τις αποκαλεί µονόκωλους, δίκωλους, τρίκωλους ή τρίσπαστους και τετράκωλους αντίστοιχα.
∆ίκωλος ανυψωτική µηχανή. (Σχ. Α. Ορλάνδος)
3
Οι πύργοι ήταν απαραίτητοι για την παρακολούθηση των εργαζοµένων διότι αυτοί ήταν αιχµάλωτοι πολέµων, κατάδικοι, εξόριστοι κ.λπ., οι οποίοι ανά πάσα στιγµή µπορούσαν να δραπετεύσουν. (“Αρχαία Ελληνικά Λατοµεία”, σ. 66)
κρυσταλλοσχιστώδεις ενστρώσεις σε πολύ υψηλό ποσοστό. Άλλες κρυσταλλοσχιστώδεις φλέβες, πολύ λεπτότερες, όµως, χωρίζουν τις δύο κεντρικές φλέβες, από άλλες φλέβες καλού και αφθόνου, αλλά όχι αρίστου µαρµάρου, ευρισκόµενες εκατέρωθεν. Τα αρχαία λατοµεία, αναπτύχθηκαν επί το πλείστον κατά µήκος των δύο κεντρικών φλεβών και έγιναν ένδοξα για την ποιότητα και την ποσότητα του µαρµάρου των». (Ό.π., σ. 94) Το 1888 καταγράφηκαν 25 αρχαία λατοµεία από τον Lepsius. Ως προς τον αριθµό δείχνει να συµφωνεί και ο Κορρές (Ό.π. σελ. 94). Ο Scott Pike κατέγραψε 30. Προσωπικά, λόγω της ασχετοσύνης µου περί λατοµείων, γνώριζα πολύ λιγότερα από τα παραπάνω· αλλά κατόπιν πολλών περιηγήσεων στο βουνό µαζί µε το φίλο ∆. ∆ρόλαπα καταγράψαµε 38 αρχαία λατοµεία, καθώς και διάσπαρτες θέσεις όπου έχουν αποσπαστεί µεµονωµένοι όγκοι.1 Σήµερα, εκείνος που θα θελήσει να δει αυτά τα µνηµεία, δε θα βρει παρά µόνο σπαράγµατα αυτών, και τούτο εξαιτίας της νεοελληνικής (ασύδοτης) εκµετάλλευσης. Όπως σηµειώνει ο Κορρές επ’ αυτού: «Η νεώτερη εκµετάλλευση των πεντελικών µαρµάρων, µε βραδείς ρυθµούς αρχικά (1834 - 1940) και ξέφρενους κατά την περίοδο της µεταπολεµικής ανοικοδόµησης, αναπτύχθηκε δυστυχώς επί το πλείστον εκεί όπου ήσαν και τα αρχαία λατοµεία, µε αποτέλεσµα την καταστροφή των, σε ποσοστό ~90%. Στα σωζόµενα ακόµα κατάλοιπα των αρχαίων περιλαµβάνονται πολυάριθµα λαξευτά, συχνά γιγάντια, µέτωπα και σκάµµατα, επιµελώς διαµορφωµένες αποθέσεις λατύπης, αρχαίες οδοί κ.τ.λ., σε διάφορες τοποθεσίες, κυρίως, όµως, επί µιας συνεχούς ζώνης µήκους τριών σχεδόν χιλιοµέτρων στη νότια πλευρά του κεντρικού όγκου του Πεντελικού. [...] Πάντως, ακόµη και τώρα, που το µέγιστο µέρος των αρχαίων λατοµείων έχει καταστραφεί από τη βανδαλιστική µοντέρνα εκµετάλλευση, ό,τι αρχαίο αποµένει, κυρίως λαξευµένες επιφάνειες σε µερικές πλευρές των νέων λατοµείων, είναι εξόχως εντυπωσιακό και µεγαλειώδες. Χάρις στις σωζόµενες και ορατές αρχαίες επιφάνειες είναι, για τα περισσότερα από αυτά τα λατοµεία, δυνατές µερικές διαπιστώσεις σχετικές προς την αρχική µορφή, τις διαστάσεις και τη γενική διάταξή των. Οι διαπιστώσεις αυτές µας βεβαιώνουν ότι η διαµόρφωση και εκµετάλλευση των αρχαίων πεντελικών λατοµείων ακολουθούσε, και µάλιστα επί αιώνες, ένα πολύ καλά µελετηµένο σχέδιο». (Ό.π., σ. 8 & 94) Ας ξεκινήσουµε λοιπόν την περιήγησή µας στα αρχαία λατοµεία της Πεντέλης, ή µάλλον – για να ακριβολογώ– σ’ ό,τι απέµεινε απ’ αυτά.2
α. Λατοµεία βόρειας φλέβας Λατοµείο «Πολυχρονίου»
Αρχίζουµε από τη βόρεια κεντρική φλέβα µαρµάρου και από το χαµηλότερο αυτής λατοµείο, το γνωστό στους νταµαρτζήδες ως «του Πολυχρονίου».3 Σε τρία σηµεία του σώζονται κάποιες µικρές αρχαίες επιφάνειες4 που είναι και οι µοναδικές σε ολόκληρη την έκταση του λατοµείου. Το υπόλοιπο έχει υποστεί τεράστια καταστροφή από τη νεότερη εκµετάλλευση (νόµιµη και παράνοµη), αλλά και έγινε χώρος εναπόθεσης µπαζών.5
1
Ο ∆. ∆ρόλαπας γνώριζε ήδη την ύπαρξή τους αρκετά χρόνια πριν ασχοληθώ µε το συγκεκριµένο θέµα. Απλώς αυτός µου καταδείκνυε στις βόλτες µας όσα απ’ αυτά δεν είχα παρατηρήσει. Κι’ αυτά ήταν πάρα πολλά! 2 Όσα από τα αρχαία λατοµεία είναι ανώνυµα, τους έδωσα ονοµασίες που σχετίζονται µε κάποιο χαρακτηριστικό του τόπου όπου αυτά βρίσκονται, ενώ σε όσα λατοµεία δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, διατηρήθηκε µόνο η αρίθµηση του Κορρέ. 3 Πολλά από τα αρχαία λατοµεία της Πεντέλης «βαφτίστηκαν» µε το επώνυµο του νεότερου ή κυριότερου µισθωτή τους. 4 Όπως γράφει ο Κορρές: «Η διάκριση των αρχαίων λατοµείων από τα νεώτερα δεν είναι πάντα εύκολη. Κατά κανόνα οι αρχαίες επιφάνειες τοµής του πετρώµατος διαθέτουν χαρακτηριστική λιθοξοϊκή κατεργασία µε βαρέα ή µεσοβαρέα εργαλεία, τα ίχνη των οποίων σχηµατίζουν κανονικές παράλληλες συνεχείς ή εναλασσόµενης κατευθύνσεως γραµµώσεις». (Ό.π., σ. 66) 5 Πληροφορίες για το ιστορικό της καταστροφής του λατοµείου µπορείτε να βρείτε στην “Πεντελική Μυθολογία” του ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ (Κεφ. Λατόµοι και Αστυνόµοι, σηµ. 43).
Μέσα στο λατοµείο αυτό υπάρχουν και ίχνη λατοµείου πιθανώς υπογείου, το οποίο είχε εντοπίσει ο ∆. ∆ρόλαπας. ∆υστυχώς διακρίνεται µόνο το άνω τµήµα του. Και εννοείται φυσικά ότι δεν υπάρχει τρόπος να µάθουµε σε τι βάθος φτάνει. Στην πραγµατικότητα πρόκειται για δύο αρχαία λατοµεία (τα Λ19 και Λ18) που αναφέρει ο Κορρές, και τουλάχιστον για δύο ακόµα (το πρώτο έναντι του Λ19 και δεύτερο το “υπόγειο”) και όχι ένα. Αλλά η νεότερη εκµετάλλευση τα ενιαιοποίησε. Έξω από το λατοµείο συναντάµε τα πρώτα ίχνη της λιθόστρωτης οδού της Σπηλιάς, για την οποία θα µιλήσουµε στη συνέχεια.
1. Λατοµείο Πολυχρονίου. 2-5. Κατεργασµένες επιφάνειες. 6-7. Ίχνη του πιθανού υπόγειου λατοµείου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Μοσχού»
Αµέσως µετά το λατοµείο «Πολυχρονίου» συναντάµε το λατοµείο «Μοσχού» µε τις αρχαίες επιφάνειες να περιορίζονται στη νότια πλευρά του.
Λατοµείο «Μοσχού» και αρχαίες επιφάνειες. Κάτω αριστερά: Όγκος αποσπασµένος από προεξοχή του αρχαίου τοιχώµατος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το µεγάλο ταφροειδές λατοµείο της Σπηλιάς
Το τρίτο λατοµείο που συναντάµε είναι το µεγάλο ταφροειδές λατοµείο (το κατά Κορρέ Λ2), πλησίον ακριβώς του λατοµείου της Σπηλιάς, για το οποίο θα µιλήσουµε παρακάτω. Σώζονται κι εδώ τµήµατα κατεργασµένα κατά τον αρχαίο τρόπο, για τα οποία ο Κορρές γράφει τα εξής: «Τα ίχνη αυτά εκτείνονται επί µήκους ~140µ. και, πριν από την πρόσφατη επίχωση του κάτω µέρους του, ήσαν ορατά µέχρι βάθους 40µ». (Ό.π., σ. 95) Ο Κορρές σηµειώνει µια αρχαία επιφάνεια η οποία καταστράφηκε από τη µεταγενέστερη εκµετάλλευση (Ό.π., σ. 86).
Αριστερά: το Λ2 όπως ήταν το 1980. (Φωτ. ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ) ∆εξιά: Η σηµερινή εικόνα. Με τα βέλη σηµειώνεται το µπάζωµα του λατοµείου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αρχαίες επιφάνειες του Λ2. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1&2. Αρχαίες επιφάνειες του Λ2. 3. Πιθανά αρχαία χαράγµατα πάνω σε όγκο. 4&5. Πελεκηµένοι όγκοι. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Νικολάου»
Στη συνέχεια υπάρχει το λατοµείο «του Νικολάου», κατά Κορρέ Λ5, από το οποίο σώζεται µονάχα ένα µικρό τµήµα αρχαίας επιφάνειας.
Το Λ5 και η µοναδική σωζόµενη αρχαία επιφάνεια. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Περράκη»
Ακολουθεί το λατοµείο «του Περράκη», το κατά Κορρέ Λ8 από το οποίο σώζεται µόνο µία αρχαία επιφάνεια.
Το Λ8 και η µοναδική αρχαία επιφάνεια. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Ρήγα»
Τελευταίο λατοµείο της βόρειας φλέβας (όλα ταφροειδή λόγω του µικρού πλάτους της φλέβας µαρµάρου) είναι το λατοµείο «του Ρήγα», το κατά Κορρέ Λ9. Εδώ σώζονται µόνο δύο αρχαίες επιφάνειες.
Το Λ9 και δύο αρχαίες επιφάνειες. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
β. Λατοµεία νότιας φλέβας Το λατοµείο των «συµβόλων» 1
Πρόκειται για λατοµείο µικρού µεγέθους και είναι το κατά Κορρέ Λ17.
Το λατοµείο «των συµβόλων» - Λ17. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το λατοµείο της «µαντάλα» 2
Κι εδώ πρόκειται για µικρό λατοµείο και είναι το κατά Κορρέ Λ14. Κοντά του σώζονται δύο τετράγωνες οπές σκαλισµένες επί εδάφους.
Το λατοµείο της «µαντάλα» (Λ14) και οπές υποδοχής ξύλινων πασσάλων. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Έξω από το λατοµείο αυτό (και σε απόσταση 210µ. από τη Σπηλιά) υπάρχει ένας µαρµάρινος όγκος µε µέγιστη διάµετρο ~2.50µ., ύψος ~1.90µ. και βάρος ~23 τόνους.
1
Το ονόµασα έτσι λόγω της ύπαρξης κάποιων σκαλισµένων συµβόλων µαγικο-θρησκευτικού χαρακτήρα, όχι βέβαια αρχαίων! Φυσικά δεν είναι τα µόνα στην περιοχή. Για αυτά µπορεί κάποιος να πληροφορηθεί από το βιβλίο του ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ αλλά και από την ιστοσελίδα του Iranon. 2 Η ονοµασία του οφείλεται πάλι σε ένα σύµβολο, το λεγόµενο «µαντάλα» σκαλισµένο πάνω στην αρχαία επιφάνεια.
Σύµφωνα µε τον Κορρέ: «Ο τεµαχισµός του έχει γίνει κυρίως µε σφήνες. Θερµικές βλάβες µαρτυρούν παλαιότερη πυρκαϊά του δάσους». (Ό.π.) Λίγο παρακάτω, (σε απόσταση 250µ. από τη Σπηλιά και παρά την αρχαία οδό), βρίσκεται και το υπόλοιπο ενός σπονδύλου (βάρους 10 τόν.), ο οποίος προοριζόταν για το Ολυµπιείο.1 Ο Κορρές (ό.π., σ. 88) αναφέρει πως ανήκει στη ρωµαϊκής εποχής φάση του έργου.
Αριστερά: Ο µαρµάρινος όγκος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ) ∆εξιά: Σχέδιο του όγκου. (Κορρές)
Πάνω: Ο σπόνδυλος του Ολυµπιείου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ) Κάτω: Σχέδιο του σπονδύλου. (Κορρές)
1
Το 2009, κάποιοι «φυσιολάτρες» θέλησαν να µαρκάρουν µε µπογιά ένα µονοπάτι που οδηγεί στη Σπηλιά. Αφού έβαψαν κάµποσα δέντρα και βράχια, «πέρασαν ένα χεράκι» και στο σπόνδυλο. Προσωπικά, θεωρώ το µπογιάτισµα των ορεινών µονοπατιών λείαν επιεικώς απαράδεκτο, από τη στιγµή που ένα µονοπάτι µπορεί να σηµατοδοτηθεί µε εντελώς ανώδυνους για το περιβάλλον τρόπους. Και είναι παντελώς γελοίο να σηµατοδοτείται ένα µονοπάτι (όπως αυτό της Σπηλιάς) στο οποίο δεν υπάρχει περίπτωση να χαθεί ποτέ κανείς, ακόµα και τη νύχτα! Αλλά η µπογιά, βλέπετε, είναι η εύκολη λύση.
Το Λ15
Στη συνέχεια συναντούµε το κατά Κορρέ Λ15 στο οποίο δε σώζεται τίποτε πέρα από κάποια ίχνη απόσπασης και κάποιες αράδες.
Ίχνη απόσπασης και αράδες του Λ15. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το Λατοµείο της Σπηλιάς
Το σπουδαιότερο λατοµείο της νότιας φλέβας, αλλά και το πιο καλοδιατηρηµένο, βρίσκεται σε υψόµετρο 720µ. περίπου και δεν είναι άλλο από το λατοµείο της Σπηλιάς (το κατά Κορρέ Λ1). Αποτελεί το πιο σηµαντικό αρχαίο λατοµείο, όχι µόνο της Πεντέλης αλλά και της Ελλάδας, διότι από εκεί εξορύχθηκαν τα µάρµαρα µε τα οποία ανοικοδοµήθηκε ο Παρθενώνας. Ας αφήσουµε όµως και πάλι τον Μ. Κορρέ να µας µιλήσει αναλυτικότερα γι’ αυτό: «Το λατοµείο αυτό, γνωστό και ως λατοµείο της Σπηλιάς, αποτελεί το καλύτερο παράδειγµα βαρειάς και βαθιάς εξορύξεως. […] Η παρούσα µορφή του λατοµείου Λ1 δεν παρουσιάζει ανωφέρεια από το εσωτερικό ως την έξοδό του. Όµως, από διάφορες επιφανειακές εκδηλώσεις και ενδείξεις φαίνεται ότι η αρχαιότερη στάθµη του πυθµένος είναι σε βάθος 10-20 µέτρων, κάτω από τη σηµερινή και εποµένως ότι σε αρκετές θέσεις του υψόµετρο του πυθµένος πρέπει να ήταν µικρότερο εκείνου της εισόδου. […] …η κάτοψη του λατοµείου πρέπει να ήταν διαφορετική. Αρχικά είχε µάλλον τη µορφή παράλληλων τάφρων πολύ µεγάλου βάθους. Η παρούσα µορφή πρέπει να προέκυψε από τη µεταγενέστερη λατόµευση του πετρώµατος, µεταξύ των τάφρων, τη ληστρική λατόµευση πετρώµατος από τα τοιχώµατα της βόρειας πλευράς και την πλήρωση του βαθύτερου µέρους όλων των τάφρων, αλλά και του σπηλαίου, µε λιθάρια και λατύπη. Ευτυχώς ένα πολύ µεγάλο µέρος της αρχικής µορφής σώζεται κάτω από τις τεράστιες σωρευµένες µάζες των λιθαριών και της λατύπης. Τώρα µεγάλης εκτάσεως κατεργασµένες επιφάνειες είναι ορατές µόνο αριστερά έξω από τη σπηλιά. Οι επιφάνειες αυτές, ύψους ~35µ, είναι απλώς ένα µέρος εκείνου που κάποτε ήταν η βόρεια πλευρά του λατοµείου Λ1. […] Από τα διάφορα ευρήµατα και τη συγκριτική στρωµατογραφική µελέτη των λατοµείων, φαίνεται ότι το λατοµείο της Σπηλιάς, ως αρχαιότερο, υπήρξε η πηγή των µαρµάρων του Παρθενώνος και των άλλων κλασσικών κτηρίων της Αθήνας. Η λειτουργία του συνεχίστηκε φθίνουσα επί µερικούς αιώνες πριν από την οριστική παύση της».
(Ό.π., σ. 78-79)1
1
Ο σηµερινός επισκέπτης της Σπηλιάς, χωρίς να γνωρίζει ότι βρίσκεται στον τόπο που «γέννησε» τον Παρθενώνα, εκφράζει απορίες όπως: «Μα πώς γίνεται και είναι τόσο ίσιος και λείος αυτός ο γκρεµός; Λες και τον έφτιαξε άνθρωπος!». Υπάρχουν βέβαια και χειρότερα. Ορισµένοι λ.χ. θεωρούν ότι οι αρχαίοι πραγµατοποιούσαν τις εξορύξεις µε... λέηζερ!
Το λατοµείο του Παρθενώνα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Σύµφωνα µε τον Κορρέ το λατοµείο έχει µήκος ~140µ. και µέσο πλάτος ~80µ. Όπως γράφει ο ίδιος: «Είναι πάντως βαθύτερο από το προηγούµενο [εννοεί το Λ10] και συνεπώς διεκδικεί, ίσως, την πρώτη θέση, ως προς τον ολικό όγκο. Το ορατό βάθος του στη ΒΑ γωνία του είναι ~37µ. Το πραγµατικό δηλαδή, µαζί µε το πάχος της επιχώσεως, πολύ µεγαλύτερο. Το πραγµατικό βάθος του, στο µέσον της βόρειας πλευράς του, υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα ~40µ. Το µεγαλύτερο µέρος της δυτικής πλευράς του είναι ενταφιασµένο κάτω από ένα µεγάλο λόφο αρχαίας λατύπης». (Ό.π., σ. 95) Το λατοµείο της Σπηλιάς είναι το µοναδικό ανάµεσα στα υπόλοιπα πεντελικά λατοµεία, στο οποίο συναντούµε πολυάριθµα αρχαία ίχνη εξόρυξης, λαξευτούς όγκους, καθώς και πολλά άλλα ευρήµατα, µε πιο σηµαντικά ένα βωµίσκο, και το κάτω τµήµα από άγαλµα κάποιας ένθρονης Θεότητας. (της Ρέας;) Ο Κορρές (ό.π., σ. 88) γράφει πως αυτά τα ηµίεργα (ο βωµίσκος και το άγαλµα) βρέθηκαν το 1977 στην εντός του σπηλαίου λατύπη, κάτι που επαναλαµβάνει και ο Ευάγγελος Ζήσης. (“Τα Μυστήρια της Πεντέλης”, εκδ. Genius Loci, σ. 26) Τούτο όµως δεν είναι σωστό. Σύµφωνα µε τον ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ βρέθηκαν το καλοκαίρι του 1990 (µεταξύ 20 και 27 Αυγούστου), όταν το εργοτάξιο των ∆οµικών Έργων, για να εγκαταστήσει παράπηγµα στο χείλος του λατοµείου Μπάνου (νότια της Σπηλιάς), άνοιξε πρόσβαση τέµνοντας το σωρό της αρχαίας λατύπης. Το 2009, η περιοχή γύρω από τη Σπηλιά, «οργώθηκε» από µηχανές εντούρο και «γουρούνες». Οι βροχές «ξέπλυναν» το χώµα µε αποτέλεσµα να αποκαλυφθεί τµήµα δαπέδου κάποιου κτίσµατος1 το οποίο εντόπισε για πρώτη φορά ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ και ο οποίος 7 µήνες αργότερα βρήκε στην ίδια περιοχή τα θραύσµατα ενός µεγάλου αγγείου. (Ό.π., κεφ. “Αρχαιοδίφες και Ανασκαφείς”, τµ. 2, προσθήκη 2η) Το ποιάς εποχής είναι το αγγείο, µόνο αρχαιολόγοι µπορούν να υπολογίσουν.
1
Το κτίσµα δεν πρέπει να είναι αρχαίο διότι βρίσκεται στο ανώτερο επίπεδο της αρχαίας λατύπης (περί αυτού θα µιλήσουµε στο επόµενο βιβλίο).
Παλιά σκίτσα του αρχαίου λατοµείου. (Πάνω: Από το βιβλίο του Henri Belle “Ταξίδι στην Ελλάδα”, εκδ. Ιστορητής. Κάτω: Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth “Ελλάδα”, εκδ. Εκάτη)
Παλιά σκίτσα του αρχαίου λατοµείου
(Πάνω: Από το βιβλίο του K.G. Fiedler, 1840. [Σκίτσο Stackelberg]. Κάτω: Σκίτσο του 1906 από το βιβλίο “Greece – Painted by John Fulleylove, R.I Described by the rev. J.A. M’ Clymont, M.A., D.D., Published by A. & C. Black, London, MCMVI)
Πάνω: Το άγαλµα της ένθρονης θεότητας. (Σχ. Κορρές. Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ) Κάτω: Ο βωµίσκος. (Σχ. Κορρές. Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1. Μεγάλοι λαξευµένοι όγκοι. 2. Μικροί λαξευµένοι λίθοι. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1. Λατοµική αύλακα. 2. Το µοναδικό σωζόµενο ίχνος στην είσοδο του Λ1. 3. Κογχοειδές λάξευµα 4. Θραύσµατα από το αγγείο που βρήκε ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ. 5. Υπόλειµµα ακατέργαστου κιονίσκου. 6. Στρογγυλή υποδοχή που ίσως είναι αρχαία. 7. ∆έστρα 8&9. Λαξευτές γούρνες. 10. Οικιακή µυλόπετρα; (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ – φωτ. αγγείου ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ)
Εδώ και χρόνια, τόσο εγώ και πολύ περισσότερο ο ∆. ∆ρόλαπας γνωρίζαµε την ύπαρξη ενός ανοίγµατος πίσω από το τσιµεντένιο κτίσµα (αντηρίδα στοµίου στοάς έξω από τη Σπηλιά). Αν και µοιάζει µε είσοδο σπηλαίου, δεν πρόκειται για σπήλαιο, αλλά για τοίχωµα του Λ1 το οποίο κατέπεσε σχηµατίζοντας έναν «σπηλαιώδη» χώρο. Όλο έλεγα να µπώ και όλο το ανέβαλλα, µέχρι που µου έκανε την πρόταση ο ∆ρόλαπας λόγω της υποψίας του ότι πιθανόν να υπάρχουν αρχαία ίχνη. Και πράγµατι, η υποψία του βγήκε αληθινή. Κατέβηκα πρώτος και πάνω στο τοίχωµα είδα οπές διαφόρων µεγεθών και σχηµάτων, καθώς και δύο δέστρες. Αυτό που έκανε εντύπωση και στους δυό µας ήταν η µία από τις δύο δέστρες, διότι ήταν ταυτόχρονα και οπή (µάλλον δοκοθήκη). Ποιός ξέρει, ίσως ο αρχαίος εργάτης να σκάλισε αρχικά την υποδοχή, αλλά στη συνέχεια αποφάσισε να τη µετατρέψει σε δέστρα, ή οι δύο χρήσεις απείχαν πολύ χρονικά µεταξύ τους.
1. Το άνοιγµα από το οποίο µπαίνει κανείς για να συναντήσει τα αρχαία ίχνη. Με βέλος σηµειώνεται το καταρριφθέν τοίχωµα του λατοµείου. 2. Στρογγυλή και µακρόστενη οπή. 3. ∆έστρα. 4. Τετράγωνη οπή η οποία στενεύει µέχρι το βάθος της. 5. «Κλασική» µακρόστενη οπή. 6. Η οπή-δέστρα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Ίχνη αρχαίας εξόρυξης στο λατοµείο της Σπηλιάς. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αρχαίες επιφάνειες του Λ1. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αν και σώζεται µεγάλος αριθµός αρχαίων καταλοίπων και ευρηµάτων στο λατοµείο της Σπηλιάς, δε σώζονται αρχαίες επιγραφές ή άλλα σκαλίσµατα, «αφού προφανώς δεν είχαν το χρόνο ή τη διάθεση ύστερα από το µεροκάµατο για κάτι τέτοιο» όπως γράφει ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ. Και συνεχίζει: «Μοναδικό ίχνος είναι το περίγραµµα ενός δεξιού πέλµατος που χάραξε κάποιος αρχαίος λατόµος και σώζεται κάτω από το ρελέ των διαδροµών Σι Φου, Duracel και Au revoir1. Υπάρχει ακόµη και κάτι σαν επιγραφή, δεν ξέρω αν είναι της αυτής κατηγορίας ή είχε να κάνει µε τη διαχείριση του λατοµείου (όπως και κάτι σαν σήµα σε άλλη θέση)». (Ό.π., τµ.1,
σηµ. 7)
Το µόνο που µου ήταν γνωστό από τα παραπάνω ήταν η (προφανώς ηµιτελής) επιγραφή «ΛΙΑ» καθώς και ένα µικρό σκαλιστό τετράγωνο κοντά στην επιγραφή, τα οποία είναι ορατά πάνω στον κάθετο βράχο, 10-15µ. περίπου ψηλότερα από το έδαφος. Το πέλµα σίγουρα δεν θα µπορούσα ποτέ να το προσεγγίσω, γιατί δεν είµαι αναρριχητής. Όσο για το σήµα, µου το υπέδειξε ο ∆. ∆ρόλαπας και µάλιστα είναι τόσο αλλοιωµένο, που µόνο µε το κατάλληλο (ηλιακό) φως µπορεί να γίνει ορατό.
Τα αρχαία σκαλίσµατα του λατοµείου της Σπηλιάς. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ Φωτ. «πέλµατος» ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ)
Κάποια αρχαία σκαλίσµατα έξω από τη Σπηλιά (τα οποία βεβαίως σήµερα έχουν εξαφανιστεί), έχει καταγράψει ο Ιρλανδός αρχαιοδίφης Edward Dodwell. (“A Classical and Topographical Tour Through Greece, During the Years 1801, 1805, and 1806”) (Παρατίθεται από Iranon.gr). Τα σκαλίσµατα αυτά ήταν πρόχειρες απεικονίσεις δύο αρχαίων ναών, ενώ παρατήρησε επίσης και την επιγραφή «ΟΡΟΣ». Τα σχεδιάσµατα και η επιγραφή αναφέρονται και από τον L. Ross (1836): «Επί ενός άλλου τοιχώµατος είναι ορατόν, διά χειρός αρχαίου εργάτου χαραχθέν, ναού αδρόν σχεδίασµα και σε πλειότερες θέσεις αναγιγνώσκεται η λέξις ΟΡΟΣ (σύνορον), η οποία επανειληµµένως ευρίσκεται και εν τοις επί του Υµηττού λατοµείοις, ενίοτε συνοδευοµένη υπό κυρίου τινός ονόµατος. Συνεπώς καθίσταται πιθανόν, ότι τα υπό του Ξενοφώντος, ως πηγαί δηµοσίων εσόδων κατατασσόµενα λατοµεία, κτήµατα κρατικά ήσαν». (“Das Pentelikon bei Athen und seine Marmorbrüche”) (Μετάφραση: Μ. Κορρές)
Ως προς την αρχαιόητα της λέξης «ΟΡΟΣ» υπάρχει και µία αντίρρηση που δεν θα πρέπει να παραβλέψουµε. Ο Λαδάς λέει ότι βρήκε αυτή την επιγραφή το 1950, και δεν ήταν αρχαία, αλλά έλεγε ανορθόγραφα [ΘΕΟ∆]ΟΡΟΣ. (“Η Σπηλιά της Πεντέλης και απάντησις εις επικρίσεις
των βυζαντινολόγων καθηγητών Γ. Α. Σωτηρίου και Α. Κ. Ορλάνδου”, 1963, σ. 144, σηµ. 8)
1
Εννοεί αναρριχητικές διαδροµές.
Επίσης, ο William Gell, κατά την επίσκεψή του στη Σπηλιά παρατήρησε µεταξύ άλλων και επιγραφές από διάφορες εποχές χαραγµένες από τους εργάτες. (“The Itinerary of Greece”, containing one hundred routes in Attica, Boeotia, Phocis, Locris and Thessaly, London, 1819) (Μετάφραση: Μ. Κορρές)
Τα σκαλίσµατα των αρχαίων ναών, όπως τα αποτύπωσε ο Dodwell. Στην κορυφή του δεξιού ναού διακρίνεται κάτι που µοιάζει µε όφι κουλουριασµένο γύρω από ένα ραβδί, ένα στοιχείο που οδηγεί στη σκέψη ότι πρόκειται για απεικόνιση Ασκληπιείου.
Το Λ3
Ακριβώς πάνω από τη Σπηλιά βρίσκεται το κατά Κορρέ Λ3, από το οποίο σώζεται µόνο µια µεγάλη επιφάνεια καθότι το υπόλοιπο µπαζώθηκε από τα απορρίµµατα του σπαστηροτριβείου Περράκη.
To Λ3 και η µοναδική σωζόµενη αρχαία επιφάνεια. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Χανιώτη»
Στη συνέχεια συναντάµε το λατοµείο «του Χανιώτη», το κατά Κορρέ Λ4. Εκεί υπάρχουν µεγάλες και εντυπωσιακές επιφάνειες αρχαίας λατόµησης. Στο λατοµείο γίνονταν µέχρι πρότινος παράνοµες εξορύξεις.
1. Το λατοµείο «του Χανιώτη» (Λ4). 2. Αρχαία µέτωπα εξόρυξης. 3. Εντυπωσιακή κυµατοειδής αρχαία επιφάνεια. 4,5&6. Μικρότερου µεγέθους αρχαίες επιφάνειες. 7&8. Ηµικατεργασµένοι όγκοι. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το Λ6
Ακολουθεί το λατοµείο Λ6 (κατά Κορρέ), µε εξίσου µεγάλες αρχαίες επιφάνειες και λαξευτούς όγκους.
Αρχαίες επιφάνειες του λατοµείου Λ6, ίχνη λάξευσης και ηµικατεργασµένοι όγκοι. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το λατοµείο του Νυµφαίου
Πρόκειται για το τρίτο σε µέγεθος λατοµείο· βρίσκεται 100µ. ψηλότερα από τη Σπηλιά, και είναι γνωστό ως «του Τσόκαλη», το κατά Κορρέ Λ7. Οι πραγµατικές διαστάσεις του σύµφωνα µε τον Κορρέ (γιατί και αυτό υπέστη τροµερή αλλοίωση) ήταν: µήκος ~120µ, µέγιστο πλάτος ~70µ και µέγιστο βάθος ~30µ. Το λατοµείο αυτό αποκτά περισσότερη σπουδαιότητα γιατί εκεί βρίσκεται το άντρο των Νυµφών (βλ. κεφ. 6). Σώζονται µεγάλες αρχαίες επιφάνειες, κατεργασµένοι όγκοι, λατοµικές αύλακες και ποικίλα ίχνη εξόρυξης.
Σε ένα σηµείο του κάθετου βράχου προς την κορυφή του λατοµείου, ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ είχε εντοπίσει δύο µεγάλα αρχαία σκαλίσµατα, το ένα δίπλα στο άλλο, για τα οποία εικάζει ότι προέρχονται από «χνάρι» που χρησιµοποιούσαν οι λατόµοι για να λαξεύουν κάποιο αρχιτεκτονικό µέλος. (Ό.π.)
Το λατοµείο του Νυµφαίου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Τα σκαλίσµατα στο λατοµείο του Νυµφαίου. (Φωτ. ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ) [Σηµ. Τα σκαλίσµατα αυτά προσεγγίζονται µόνο µε αναρρίχηση.]
Αρχαίες επιφάνειες στο Λ7. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1. Ηµίεργοι όγκοι και ίχνη λάξευσης του Λ7. 2. Σφηνιές 3&4. Λατοµικές αύλακες. 5&6. Ίχνη εξόρυξης. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Στο ίδιο λατοµείο πρέπει να ανήκουν και κάποιες αρχαίες επιφάνειες οι οποίες απέχουν λίγα µέτρα από το σηµερινό χείλος του λατοµείου.
Οι αρχαίες επιφάνειες πάνω από το χείλος του Λ7. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Ο Κορρές (ό.π. σ. 89) µας πληροφορεί ότι από το λατοµείο αυτό πιθανόν προέρχεται και ένα αρχιτεκτονικό µέλος το οποίο κατασχέθηκε από τις Αστυνοµικές Αρχές το 1992 σε εργοστάσιο µαρµάρων στα Βριλήσσια.
Το αρχιτεκτονικό µέλος. (Σχέδιο Μ. Κορρές)
Μη καταχωρηµένο µικρό αρχαίο λατοµείο
Λίγο ανατολικότερα του Νυµφαίου, σε µικρό αρχαίο λατοµείο, σώζεται τµήµα λατοµικής τάφρου, ίσως της µοναδικής στην Πεντέλη.
Η λατοµική τάφρος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Μαρή»
Μετά το Λ7 συναντάµε το λατοµείο «Μαρή», το κατά Κορρέ Λ10, µε επίσης πολλές σωζόµενες αρχαίες επιφάνειες. Σχετικά µε αυτό γράφει ο Κορρές: «Το µεγαλύτερο λατοµείο (Λ10) είναι ανοιγµένο στη νότια φλέβα, επί µήκους ~200µ, µεταξύ των υψοµέτρων 880 και 930. Το µέσο πλάτος του είναι ~ 70µ. Η κατεργασία της βόρειας πλευράς του είναι ορατή επί µήκους 155µ και της νότιας επί µήκους 60µ. Στο ανατολικό µέρος διατηρούνται και είναι ορατά µερικά τµήµατα του αρχικού πυθµένος. Το µέγιστο ορατό βάθος του, στη ΒΑ γωνία, υπερβαίνει τα 30µ. Το δυτικό ήµισυ του λατοµείου είναι πληρωµένο µε παχύτατη, καλά διαστρωµένη συσσώρευση λατυπών και εποµένως το πραγµατικό βάθος του είναι άδηλον, όπως άλλωστε και το ίδιο το δυτικό πέρας του».
(Ό.π., σ. 95)
Στο λατοµείο αυτό ο ∆. ∆ρόλαπας εντόπισε την ύπαρξη ενός κιονίσκου, ενώ σε κάποια άλλη επίσκεψή του βρήκε ένα αρχαίο νόµισµα. ∆ιακρίνονται ίχνη επιγραφής ΚΑ µε τρίτο γράµµα ίσως Μ καθώς και πορτρέτο. Πίσω ίχνη παράστασης µε 2 φιγούρες µάλλον. Ο ∆ρόλαπας εικάζει πως είναι ρωµαϊκής εποχής.
Το Λ10. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
To Λ10. (Τριµετρία, κλίµαξ 1:2000) Κορρές.
Αρχαίες επιφάνειες του Λ10. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το αρχαίο νόµισµα. Στη µικρή φωτογραφία από κάτω, η επιγραφή ΚΑ. (Φωτ. ∆. ∆ρόλαπας)
Ο κιονίσκος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Αρκά» α΄
Εν συνεχεία βρίσκεται το λατοµείο «Αρκά», το κατά Κορρέ Λ12, µε επίσης σωζόµενες αρχαίες επιφάνειες.
Το Λ12. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αρχαίες επιφάνειες και ίχνη κατεργασίας του Λ12. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λατοµείο «Αρκά» β΄
∆ίπλα σχεδόν στο Λ12 βρίσκεται το λατοµείο (των αδελφών Αρκά κι αυτό) το οποίο ο Κορρές σηµειώνει ως νεότερο (λ53). Το λατοµείο όµως είναι κι αυτό αρχαίο. Σχετικά µε τα λατοµεία Λ11και Λ12, αλλά κυρίως µε το λ53, ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ σηµειώνει τα εξής πολύ σηµαντικά: «∆ιαµαρτυρήθηκα [σηµ. σε συνάντηση που είχε µε αρχαιολόγους] ότι τα άνω όρια του αρχαιολογικού χώρου είναι αυθαίρετα κι εκτός πάσης λογικής, αφού είναι µια ευθεία γραµµή επί χάρτου, αντί της φυσικής που ορίζει η ράχη του βουνού, µε αποτέλεσµα να µένουν εκτός 3 µεγάλα αρχαία λατοµεία: τα Λ11, Λ12, και λ53 (βλ. Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα, τοπογραφικό διάγραµµα, σ. 93). Το ενδιαφέρον που προκάλεσα µειώθηκε σύντοµα, όταν παρατήρησαν στο χάρτη του Μ. Κορρέ ότι το λ53 σηµειώνεται ως νεότερο λατοµείο. ∆ηλαδή ένα τυπογραφικό λάθος ή µια αβλεψία γίνεται θέσφατο σε βάρος των αρχαίων επιφανειών που αντικρίζουν τα µάτια µας. Αλλά, ας δεχτούµε ότι το σφάλµα ήταν δικό µου· γιατί έστω 2 αναµφισβήτητα αρχαία λατοµεία να µην περιλαµβάνονται στην κήρυξη του αρχαιολογικού χώρου; Σύµπτωση ή όχι, πάντως είναι γεγονός ότι το επίµαχο τρίτο λατοµείο (των αδελφών Αρκά) υπέστη µεγάλες καταστροφές από λαθραία εξόρυξη το Φεβρουάριο 2001!»
Το λ53 και ορισµένες από τις σωζόµενες αρχαίες επιφάνειες. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το λατοµείο του διάσελου
Στην ίδια γραµµή µε τα συνεχή λατοµεία των δύο φλεβών, υπάρχει ψηλότερα ένα ακόµα αρχαίο λατοµείο το οποίο µεν γνώριζα ως νεότερο, αλλά τα αρχαία ίχνη του µου υπέδειξε ο ∆. ∆ρόλαπας. Βρίσκεται 590 µ. ΝΑ της κορυφής, 90 µ. ανατολικά από το διάσελο. Όπως γράφει ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ γι’ αυτό: «...δε βρήκα να αναφέρεται πουθενά [...] Βρίσκεται ΒΑ του λατοµείου λ55, σε υψόµετρο 956 µ. σύµφωνα µε το χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας. Σώζονται αρκετά ίχνη των αρχαίων εργασιών».
Το λατοµείο λ57 µε ποικίλα ίχνη των αρχαίων εργασιών. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
γ. ∆ιάσπαρτα αρχαία λατοµεία
Εκτός από τα λατοµεία των δύο κύριων φλεβών του Πεντελικού, υπάρχουν και πολλά άλλα διάσπαρτα στο βουνό, µικρά και µεγάλα, κυρίως στις περιοχές χαµηλότερα της Σπηλιάς. Όσον αφορά τις ονοµασίες τους, ισχύουν κι εδώ τα ίδια, δηλαδή ορισµένα ονοµατίστηκαν από κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ενώ στα υπόλοιπα διατηρήθηκε απλώς η αρίθµηση. Ξεκινώντας λοιπόν από τα χαµηλότερα υψώµατα, υπάρχουν τα εξής λατοµεία:
1. Το λατοµείο «δυτικό φαράγγι»1
Πρόκειται για ένα µεγάλο ταφροειδές λατοµείο 500µ. δυτικά της Σπηλιάς, όπου τα µόνα διασωθέντα αρχαία ίχνη εντοπίζονται στη Β∆ πλευρά.
Το Λ-1. Κάτω δεξιά οι αρχαίες επιφάνειες. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1
Η ονοµασία δόθηκε από τη Μ.Μ., επειδή βρίσκεται δυτικά από την κύρια ζώνη των λατοµείων.
2. Λατοµείο 2
Νότια του προηγούµενου λατοµείου, ίχνη αρχαίου λατοµείου συναντάµε στην πλαγιά ~330µ βορείως του τέρµατος της οδού Περικλέους.
Το Λ-2. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
3. Λατοµείο 3
Το λατοµείο αυτό όπως και τα επόµενα έξι (5, 6, 7, 8, 9, 10) είναι λατοµεία µικρού µεγέθους και βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο στο καµένο (πλέον) δάσος πάνω από τη Νέα Πεντέλη.
Το Λ-3. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
4. Λατοµείο 4
Το Λ-4. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
5. Λατοµείο 5
Στο λατοµείο αυτό, εκτός από αρχαία ίχνη εξόρυξης συναντούµε και µια µεγάλη δοκό.
1. Το Λ-5. 2. Η µεγάλη δοκός 3. Πελεκηµένοι όγκοι και ίχνη λάξευσης. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
6. Λατοµείο 6
∆υτικότερα του λατοµείου 5, και σε µικρή απόσταση από αυτό, υπάρχουν κάποια ίχνη (αύλακες) που µαρτυρούν ότι και σε εκείνο το σηµείο υπήρχε κάποτε αρχαίο λατοµείο.
Το Λ-6. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
7. Λατοµείο 7
Ο µακρόστενος όγκος που φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία δεν έχει αποσπαστεί από το µητρικό πέτρωµα.
Το Λ-7. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
8. Λατοµείο της «κόγχης»
Αυτό το λατοµείο µοιάζει να ’ναι τόσο παµπάλαιο, που δίνει την εντύπωση προϊστορικού λατοµείου. Σύµφωνα άλλωστε µε τον Tony Kozelj (ό.π.) λατοµεία υπήρχαν και στη Νεολιθική εποχή. Αλλά και πάλι, κανείς δεν µπορεί να ’ναι σίγουρος για το συγκεκριµένο. Στη δεξιά πλευρά του βράχου βρίσκεται το σκάλισµα µίας αναθηµατικής κόγχης όπως αυτές που συναντάµε σε πληθώρα αρχαίων ιερών. Μάλλον το σηµείο εκείνο, επρόκειτο να µετατραπεί σε ιερό· για κάποιο λόγο όµως, η κόγχη παρέµεινε ατελής. Στην περίπτωση που το λατοµείο είναι π.χ. νεολιθικό, νοµίζω πως η ύπαρξη της κόγχης έρχεται σε αντίθεση µε την εποχή αυτή, που οι θρησκευτικές πρακτικές ήταν διαφορετικές· εκτός βέβαια κι αν το σκάλισµα είναι µεταγενέστερο.
Αριστερά: Το Λ-8. ∆εξιά: Η κόγχη. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
9. Λατοµείο του «στυλοβάτη»
Στο λατοµείο αυτό, εκτός από κάποια ίχνη αρχαίας κατεργασίας, βλέπουµε και ένα στυλοβάτη ο οποίος βρέθηκε από τη Μ.Μ.
To Λ-9. Αρχαία ίχνη και ο στυλοβάτης. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
10. Το λατοµείο της «αλεπούς»1
Πρόκειται για το κατά Κορρέ Λ20. Το λατοµείο αυτό είναι κατεστραµµένο ολοσχερώς από τη νεότερη εκµετάλλευση, και το µόνο που αποδεικνύει την αρχαιότητά του είναι µία µικρή επιφάνεια, που κι αυτή είναι αλλοιωµένη στο µεγαλύτερο µέρος της.
Το λατοµείο «της αλεπούς» (Λ20), και το µοναδικό αρχαίο ίχνος εξόρυξης. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
11. Λατοµείο «Παινέση»
Πρόκειται για το λατοµείο το οποίο ο Κορρές σηµειώνει ως νεότερο (λ39), αλλά είναι κι αυτό αρχαίο, όπως µαρτυρούν δύο µεγάλες κατεργασµένες επιφάνειες.
1
Η ονοµασία δόθηκε από τον ∆ρόλαπα εξαιτίας ενός περιστατικού µε µία αλεπού.
Το λατοµείο «Παινέση » και αρχαίες επιφάνειες. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Στο χείλος του λατοµείου υπάρχει και µία λαξευτή γούρνα την οποία βρήκε ο ∆ρόλαπας.
Η λαξευτή γούρνα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
12. Λατοµείο «Μπάνου»
Το λατοµείο «του Μπάνου», βρίσκεται νότια της Σπηλιάς και ακριβώς κάτω από το Λ1. Κι εδώ σώζονται µόνο δύο σηµεία αρχαίας εξόρυξης. Ένα άλλο στοιχείο που αποδεικνύει την αρχαιότητα του λατοµείου είναι και ένα υπόλειµµα συγκολληµένης αρχαίας λατύπης το οποίο βρήκαµε µε τον ∆ρόλαπα.
Το λατοµείο «Μπάνου» και αρχαία ίχνη. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Συγκολληµένη αρχαία λατύπη στο νταµάρι του Μπάνου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
13. Λατοµείο 13
Μεταξύ Σπηλιάς και Νυµφαίου και στο πλάι του νεότερου λατοµικού δρόµου που συνδέει τα δύο αυτά σπήλαια, υπάρχει το παρακάτω λατοµείο.
Το Λ-13. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
14. Λατοµείο της «δέστρας»
Βορειοδυτικά από το λατοµείο «του Περράκη» (Λ8), και πολύ κοντά σ’ αυτό, υπάρχει ένα ακόµα αρχαίο λατοµείο το οποίο δε σηµειώνεται από τον Κορρέ. Μαζί µε το λατοµείο της Σπηλιάς είναι τα µοναδικά στα οποία συναντάµε λαξευτές δέστρες.
Το Λ-14 και η δέστρα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
15. Λατοµείο 15
Παράλληλα µε το λατοµείο «του Νικολάου» (Λ5) και στη βόρεια πλευρά του, υπάρχει ένα λατοµείο το οποίο ο Κορρές σηµειώνει ως νεότερο (λ44), το λατοµείο «του Σακέλλη». Είναι όµως αρχαίο, όπως δείχνουν κάποιες εκτεταµένες επιφάνειες λάξευσης. Το λατοµείο αυτό µπορούσε να προµηθεύσει µονολιθικούς όγκους µε µήκος µόλις µικρότερο εκείνου του λατοµείου της Σπηλιάς (~8µ), αλλά όχι της ίδιας ποιότητας (πολλές «πρασινίλες»).
Το Λ-15 [κατά Κορρέ λ44.] (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
16. Λατοµείο 16
Λίγες δεκάδες µέτρα νοτιοδυτικά των καλυβιών «Σακέλλη» υπάρχουν ίχνη µικρού αρχαίου λατοµείου.
Το Λ-16. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
17. Λατοµείο της «δεξαµενής»
∆ίπλα ακριβώς στην τσιµεντένια δεξαµενή1 που βρίσκεται βόρεια της Σπηλιάς, υπάρχει ένα ακόµα αρχαίο µικρό λατοµείο. Τα εναποµείναντα ίχνη του, όµως, ίσα που φαίνονται διά γυµνού οφθαλµού, οπότε φαντάζεστε πόσο δύσκολη (έως ακατόρθωτη) είναι η όποια απόπειρα φωτογράφησής τους. Όσες φορές κι αν προσπάθησα, καµία φωτογραφία δεν ήταν ικανοποιητική, γι’ αυτό και δεν παραθέτω κάποια απ’ αυτές εδώ.
To Λ-17. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
18. Λατοµείο 18 (ή Λ11 κατά Κορρέ)
Πρόκειται για το µεγάλο αρχαίο λατοµείο που ο Κορρές σηµειώνει ως Λ11 και βρίσκεται στο ίδιο υψόµετρο περίπου µε τα Λ9 και Λ10. Ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ εντόπισε στο εν λόγω λατοµείο το αρχαίο σκάλισµα ενός φαλλού σε στύση.2 Παρόµοιο σκάλισµα δε βρέθηκε µέχρι στιγµής σε κάποιο άλλο λατοµείο της Πεντέλης. Ο φαλλός µοιάζει να στέκεται πάνω σε βάση-ποδίσκο, δεξιά της οποίας προεξέχει µία στριφογυριστή «ουρά»-λαβή. Θα ’λεγε κανείς ότι πρόκειται για απεικόνιση σκεύους µε τη µορφή φαλλού.
1
Πρόκειται για τη δεξαµενή που κατασκευάστηκε τον Ιούλιο του 1982, όταν ξεκίνησε η διάνοιξη των σηράγγων στην περιοχή της Σπηλιάς (τα γνωστά στρατιωτικά έργα). (Βλ. ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ, ό.π., κεφ. Τα έργα ως αφετηρία, τµ. 3, σηµ. 48) 2 Σε όλους τους αρχαίους λαούς, ο φαλλός λατρεύτηκε ως σύµβολο γονιµότητας και δηµιουργίας. Αντιπροσωπεύει τη γονιµότητα του Σύµπαντος-Φύσης.
Το Λ11. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αρχαία ίχνη εξόρυξης, κατεργασµένες επιφάνειες και λαξευµένος όγκος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Ο φαλλός. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
19. Το λατοµείο του µαρµάρινου κολοσσού
Σε υψόµετρο 1.020µ. υπήρχε το ψηλότερα κείµενο αρχαίο λατοµείο. Στα τέλη της δεκαετίας ’50, κατά τη νεότερη εκµετάλλευσή του βρέθηκε ηµίεργος µαρµάρινος κολοσσός, ο οποίος σύµφωνα µε τον Κορρέ (βλ. Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα, σ. 66-7, 8,) σωζόταν µέχρι και το 1968. Για το άγαλµα αυτό, γράφει και ο Ε. Ζήσης: «Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας ηµιτελής µαρµάρινος κολοσσός, που σωζόταν µέχρι λίγες δεκαετίες πριν (τουλάχιστον µέχρι το 1968) στην ανατολική πλαγιά της Πεντέλης, σε υψόµετρο 1.020 µέτρων και στην είσοδο ενός αρχαίου λατοµείου από το οποίο είχε αποκοπεί. Συγκεκριµένα, ήταν το πάνω µέρος ενός ανέτοιµου µαρµάρινου αγάλµατος, µεγαλύτερου από το πραγµατικό ανθρώπινο µέγεθος, που κειτόταν µε την πρόσοψή του στο έδαφος, µέσα σε ένα σωρό από µαρµάρινα θρύµµατα. Παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από τον καθηγητή Homer Thomson γύρω στο 1958. Μαζί µε τον Rhys Carpenter είχαν επισκεφτεί και φωτογραφήσει το άγαλµα, του οποίου µπόρεσαν να κάνουν τις απαραίτητες µετρήσεις, λόγω της αρκετά ευνοϊκής του θέσης. Το σύνολο του µήκους του ήταν 3,5 µέτρα και το µέγιστο πλάτος του στη βάση του 2,53 µέτρα. Ωστόσο το φύλο του αγάλµατος δεν ήταν δυνατό να διευκρινιστεί. Το µόνο βέβαιο ήταν ότι το άτοµο ή η θεότητα που επρόκειτο να απεικονίσει, θα ήταν καθιστή. Είναι πολύ πιθανό όµως το σκάλισµα του αγάλµατος να εγκαταλείφθηκε εξαιτίας της ανίχνευσης κάποιου ελαττώµατος στην ποιότητα του µαρµάρου. Από την τοποθεσία που βρέθηκε το άγαλµα (στο υψηλότερο λατοµείο) υποδεικνύεται ότι πρέπει να µιλάµε για µετέπειτα χρόνους (ρωµαϊκούς) στην κατασκευή του, όταν το καλό µάρµαρο είχε εξαντληθεί στα χαµηλότερα λατοµεία. Ίσως να προοριζόταν για να απεικονίσει κάποιον ρωµαίο αυτοκράτορα. Με το πέρασµα των χρόνων φαίνεται ότι το άγαλµά κατρακύλησε και η θέση του έχει αλλάξει, όταν το επισκέφθηκε ο καθηγητής James Wiseman το 1968. Το δυστύχηµα της υπόθεσης είναι ότι αν και η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία ειδοποιήθηκε από τον καθηγητή Thompson για το σηµαντικό εύρηµα, αυτή δεν έκανε καµία σχετική ενέργεια προς την διάσωσή του και έτσι το άγαλµα, σπουδαίο µουσειακό κοµµάτι της αρχαίας διαδικασίας λατόµευσης, έχει πια χαθεί».
(Ό.π., σ. 22 – 23)
Στη θέση αυτή σήµερα δε σώζεται κανένα ίχνος αρχαίας λατόµησης, όµως το αρχαίο λατοµείο όντως υπήρχε εκεί, όχι µόνο επειδή το σηµειώνει ο Kaupert, αλλά κι επειδή επιβεβαιώνεται από γερµανική φωτογραφία της Πεντέλης το 1942 .
Ο µαρµάρινος κολοσσός. (Φωτ. από το βιβλίο του Ε. Ζήση “Τα µυστήρια της Πεντέλης”)
6. ΑΡΧΑΙΕΣ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ Ο∆ΟΙ
Προτού αποµακρυνθούµε από τη Ν∆ πλευρά της Πεντέλης, όπου βρίσκονται όλα τα προαναφερθέντα λατοµεία, θα πρέπει να µιλήσουµε και για τις αρχαίες οδούς των λατοµείων, ξεκινώντας φυσικά από τη σπουδαιότερη οδό, την περίφηµη «Οδό της Λιθαγωγίας».
α. Η Οδός Καταγωγής Μαρµάρου
O πιο γνωστός, αλλά και σπουδαιότερος, αρχαίος δρόµος της Πεντέλης είναι η Οδός Καταγωγής Μαρµάρου ή Οδός Λιθαγωγίας, έργο του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος χρησίµευσε για τη µεταφορά των µαρµάρινων όγκων από τα λατοµεία του Πεντελικού στο βράχο της Ακρόπολης.1 Σύµφωνα µε τον Μ. Κορρέ, η οδός δεν κατασκευάστηκε µόνο επί φυσικού εδάφους, αλλά κατά θέσεις και πάνω από παλαιότερες λιθοστοιβές και λατύπες. Επίσης, οι αρχαίες λιθοστοιβές αριστερά και δεξιά της αρχαίας οδού εντός του λατοµείου της Σπηλιάς είναι αρχαιότερες της οδού. (Ό.π., σ. 87) Τα λατοµεία της νότιας φλέβας –σε συνάρτηση µε την Οδό Λιθαγωγίας– έχουν όλα τους ένα κοινό χαρακτηριστικό: «…είχαν όλα την είσοδό των στη Ν∆ γωνία των, η οποία ήταν το χαµηλότερο σηµείο του εξωτερικού εδάφους και επέτρεπε την αµεσότερη δυνατή σύνδεσή των µε την οδό της καταγωγής. Η οδός καταγωγής ήταν παραλληλισµένη προς τη γραµµή των λατοµείων και περνούσε κατά µήκος της νότιας πλευράς των, ακριβώς επάνω στην κρυσταλλοσχιστώδη φλέβα, που ήταν και το φυσικό όριο αυτών των λατοµείων». (Ό.π., σ. 94) Νότια της αρχαίας οδού και παράλληλα µε αυτή, υπάρχουν τα ίχνη µιας ακόµα οδού. Η απόσταση που τις χωρίζει είναι ~40µ. Γι’ αυτή ο Κορρές γράφει τα εξής: «Ήταν µάλλον ένας κλάδος της οδού 1,2 ο οποίος άρχιζε από ένα υψόµετρο 610µ. και οδηγούσε, όπως και η οδός 1, κατ’ ευθείαν προς τη βάση της κλιτύος». (Ό.π., σ. 100). Το ερώτηµα που προκύπτει εδώ είναι τι εξυπηρετούσε. Μόνο αν ερχόταν από χαµηλότερα λατοµεία έχει κάποια λογική. Πάντως µετά τη φωτιά του 2009 δεν φάνηκαν ίχνη συνέχειας προς τα κάτω. Τα πρώτα σωζόµενα τµήµατα της αρχαίας οδού3 τα συναντάµε σε υψόµετρο 490µ. περίπου όπου και το λατοµείο «Πολυχρονίου», για το οποίο µιλήσαµε προηγουµένως. Από εκείνο το σηµείο µέχρι το Λατοµείο της Σπηλιάς (720µ.) έχει σχεδόν ευθύγραµµη χάραξη. Σε υψόµετρο 680µ. περίπου, η οδός είχε στη βόρεια πλευρά της ένα κλάδο ο οποίος εξυπηρετούσε το λατοµείο της Σπηλιάς. Η συνέχεια της οδού κατέληγε ΝΑ της κορυφής του βουνού. Τα καλύτερα σωζόµενα τµήµατά της υπάρχουν µεταξύ των υψοµέτρων 500 και 700µ για ένα διάστηµα ~850µ. Αλλά και εντός του διαστήµατος αυτού η οδός έχει υποστεί καταστροφές: «...είναι φανερές οι πρόσφατες καταστροφές, που προκλήθηκαν σε διάφορα σηµεία της από τη λαθραία διερεύνηση των προς βορράν αυτής µεγάλων λατοµείων. Σε άλλα σηµεία του
1
Νιώθεις αναµφίβολα δέος καθώς βαδίζεις στον αρχαίο αυτό δρόµο για να φτάσεις στη Σπηλιά. Είναι οµολογουµένως πολύ περίεργο το συναίσθηµα που έχεις όταν κατά τη διάρκεια της πορείας τα µάτια σου αντικρίζουν τα ίχνη που άφησαν οι αρχαίοι Αθηναίοι. Μια οπή εδώ, ένας σπόνδυλος πιο ’κεί, σε αναγκάζουν να σταθείς και να τα θαυµάσεις µε τον ίδιο θαυµασµό που θα παρατηρούσες τον Παρθενώνα. Σήµερα, ξεχασµένα αφήνουν την ιερή βλάστηση να τα κλείσει στην αγκαλιά της. Σίγουρα τα ταπεινότατα αυτά αρχαία ίχνη είχαν καλύτερη µοίρα από τον Παρθενώνα, τον οποίο έµελλε να αγκαλιάσουν... οι σκαλωσιές! Αλλά και πώς να περιγράψεις αυτό που νιώθεις στην ιδέα ότι το δρόµο αυτό τον έχουν ίσως περπατήσει ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης και ο Φειδίας. 2 Ο Κορρές σηµειώνει ως ΚΑ1 (Οδός 1) την κεντρική αρχαία οδό, ενώ ως ΚΑ2 (Οδός 2) το νότιο κλάδο της. 3 Σύµφωνα µε τον ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ: «Μέρος του τελευταίου αυτού τµήµατος καταστράφηκε από την προς ΝΑ επέκταση του λατοµείου Πολυχρονίου (από τα τέλη της δεκαετίας ’50 αρχικά και κατόπιν από τους λαθρολατόµους το ∆εκέµβριο 1989), για να εξαφανιστεί στη συνέχεια στις εγκαταστάσεις Μουζάκη ». (Ό.π., κεφ. “Αρχαιοδίφες και ανασκαφείς”, τµήµα 1)
σωζόµενου µέρους της οδού, έχουν γίνει σοβαρές επεµβάσεις οδοποιίας κατά τον 19ο αι., κυρίως, αλλά και προπολεµικώς, για τη σύνδεσή της, µέσω νέων οδών, µε το νεότερο οδικό σύστηµα των λατοµείων. Συνολικώς τρεις τέτοιες νεώτερες συνδετήριες οδοί διακόπτουν τη συνέχεια του σωζόµενου µέρους της αρχαίας οδού». (Ό.π.) Σχετικά µε το τµήµα του λιθόστρωτου που βρίσκεται λίγα µέτρα πριν από τη Σπηλιά, ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ κάνει την εξής παρατήρηση: «Παρότι αναφέρεται (βλ. A. von Prokesch-Osten, 1825: “αναγνωρίζονται κατά θέσεις εντοµές τροχών και το αρχαίον λιθόστρωτον”, Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα, σ. 117), διατηρώ επιφυλάξεις, τουλάχιστον όσον αφορά το κατάστρωµά του. Αν ήταν όντως αρχαίο, πώς εξηγείται η έλλειψη ιχνών ολίσθησης ελκήθρων ή τροχών στην επιφάνειά του; Είναι ο µοναδικός λιθόστρωτος, ενώ όλοι οι άλλοι αρχαίοι δρόµοι έχουν βαθιές αυλακώσεις στη βραχώδη επιφάνειά τους. Μήπως το κατάστρωµα χρονολογείται από το 1836, όταν επαναλειτούργησε το λατοµείο της Σπηλιάς; Άλλωστε, το τελικό τµήµα που βλέπουµε σήµερα δεν κατευθύνεται προς τη Σπηλιά αλλά στρίβει αριστερά, προς τα εκεί δηλαδή όπου οι Βαυαροί είχαν δρόµο για το ταφροειδές λατοµείο. (βλ. και αυ. σ. 100-2)». Πράγµατι, πουθενά δε φαίνονται ίχνη ολίσθησης ελκήθρων. Ίσως η αρχαία οδός να βρίσκεται κάτω από το λιθόστρωτο των Βαυαρών. Για την καταστροφή του λιθόστρωτου, ο Γ. Λαδάς σηµειώνει τα εξής: «... από του έτους 1950, ότε εδηµοσίευσα την µελέτη µου περί της Σπηληάς της Πεντέλης, αύτη έχει υποστεί σηµαντικάς καταστροφάς. Εν πρώτοις κατεστράφη ολοσχερώς ο περίφηµος λιθόστρωτος αρχαίος δρόµος [...] ο οποίος εσώζετο τότε ακόµη εις µήκος 725 µέτρων. [...] Η σοβαρά αύτη καταστροφή του αρχαίου δρόµου επροξενήθη εκ αφορµής των εκεί πλησίον συγχρόνων λατοµείων, των οποίων η λειτουργία έχει τελείως παραµορφώσει το βουνό Πεντέλη...» (Περιοδικό “Ο Συλλέκτης”, τοµ Β΄, τ. 1ον, 1957)
Το λιθόστρωτο (κλάδος της κεντρικής αρχαίας οδού που καταλήγει στο λατοµείο της Σπηλιάς). Στο βάθος η είσοδος της Σπηλιάς. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1. Η κεντρική αρχαία οδός λιθαγωγίας του Πεντελικού. 2. Τµήµα του λιθόστρωτου. 3. Τµήµα της οδού αποτελούµενο από πλάκες. 4. Το τµήµα µιας άλλης αρχαίας οδού το οποίο αποκαλύφθηκε ύστερα από καταρρακτώδεις βροχές πάνω στη νέα οδό που αποτελεί προέκταση της οδού Περικλέους. Η τσάντα που φαίνεται στη φωτογραφία µπήκε για να φανεί το µέγεθος της αυλάκωσης. (Φωτ. 1-3 ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ. Φωτ. 4 ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ)
1. Ο βόρειος κλάδος της οδού λιθαγωγίας. 2&3: Αυλακώσεις του νότιου κλάδου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Η µεγαλύτερη σε µέγεθος και βάθος οπή της αρχαίας οδού. Ανακαλύφθηκε από τον ∆. ∆ρόλαπα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οπές πακτώσεως πασσάλων κατά µήκος του λιθόστρωτου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το 2009, ένα τµήµα της αρχαίας Οδού Λιθαγωγίας µήκους 19 µ. και πλάτους 3,30 µ. βρέθηκε σε οικόπεδο στο Χαλάνδρι. Ο εντοπισµός της έγινε από τον αρχαιολόγο της Β΄ Εφορείας κ. ∆έδε Λιώνη, ενώ την ανασκαφική έρευνα διεξήγαγε η αρχαιολόγος κ. Γιούλη Παπαγεωργίου, υπό την καθοδήγηση και εποπτεία της αρχαιολόγου κ. Μέλπως Πωλογιώργη, στην οποία οφείλεται η αναγνώριση και η ταύτιση της αρχαίας Οδού. Στις δύο πλευρές της σώζονται οι αναληµµατικοί τοίχοι που συγκρατούσαν τα οδοστρώµατα από συµπιεσµένο χώµα, που περιλαµβάνει όστρακα αγγείων και µικρούς αργούς λίθους κατά τόπους. Τα αναλήµµατα –το πιο καλοδιατηρηµένο ανάληµµα είναι το νότιο, προς τη λεωφόρο Πεντέλης– αποτελούνται κυρίως από ακατέργαστους κροκαλοπαγείς λίθους µεσαίου και µεγάλου µεγέθους προς την εσωτερική πλευρά της οδού και στη συνέχεια προς την εξωτερική πλευρά της από ένα πρόχειρο τοίχο (σε απόσταση κατά προσέγγιση 5,40 µ. από το
βόρειο ανάληµµα και προς την πλευρά της ρεµατιάς Χαλανδρίου), φτιαγµένο από µικρούς λίθους και ποταµίσιους χάλικες. Ο κατά τόπους διαλυµένος τοίχος βαίνει παράλληλα προς την αρχαία οδό και πιθανώς µπορεί να ερµηνευθεί ως ένα είδος αναχώµατος για την προστασία της οδού στην περίπτωση ισχυρών πληµµυρών. Όπως εκτιµούν οι αρχαιολόγοι, η αρχαία οδός είχε τρία οδοστρώµατα µε βάση στρωµατογραφικές παρατηρήσεις, αλλά µέχρι στιγµής έχει ερευνηθεί µόνον το ανώτερο. Φέρει µάλιστα τις αρµατροχιές, (δύο αύλακες δηλαδή για τους τροχούς των οχηµάτων), µε τη µία εξ αυτών να διακρίνεται µε σαφήνεια παράλληλα προς το βόρειο ανάληµµα της οδού. Η ανασκαφή έδωσε και κάποια αξιόλογα ευρήµατα, εκτός βεβαίως από την αρχαία κεραµική, τα οποία είναι τα εξής: 1. Μολύβδινο σταθµίον (αντικείµενο µέτρησης βάρους) 2. Χάλκινη εφηλίδα (κάλυµµα καρφιού). 3. Ενσφράγιστη λαβή οξυπύθµενου αµφορέα για κρασί µε παράσταση οινοχόης. 4. Ένα χάλκινο νόµισµα εποχής Φραγκοκρατίας, µε βάση τις πρώτες εκτιµήσεις. Το νόµισµα, καθώς βρέθηκε επάνω στο βόρειο ανάληµµα της αρχαίας οδού, πιθανώς υποδεικνύει τη χρήση της έως την εποχή αυτή. (Βλ. Εφηµερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ” και
www.yppo.gr)
Το τµήµα της αρχαίας οδού λιθαγωγίας στο Χαλάνδρι. (Φωτ. από το διαδίκτυο)
β. Άλλες αρχαίες οδοί των λατοµείων Οδός Α΄
Η πρώτη αρχαία οδός βρίσκεται ακριβώς πίσω από το σπόνδυλο του Ολυµπιείου για τον οποίο µιλήσαµε προηγουµένως. Στο ίδιο σηµείο υπάρχουν και αρκετά ίχνη απόσπασης όγκων, όπως και επιφάνειες µε αράδες, του αρχαίου λατοµείου Λ15 κατά Κορρέ. Η οδός αυτή έχει κατεύθυνση προς τα δυτικά, µόνο που διακόπτεται απότοµα από τον γκρεµό που δηµιουργήθηκε από τις εξορύξεις στο νεότερο λατοµείο «Μοσχού». Τα ίχνη της οδού βρέθηκαν από τον ∆. ∆ρόλαπα.
Οι αυλακιές της Οδού Α΄. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οδός Β΄
Στην ίδια περιοχή, λίγα µέτρα δυτικά του σπόνδυλου του Ολυµπιείου, βρήκα τα ίχνη µίας ακόµα λατοµικής οδού, συγκεκριµένα µία αυλακιά. ∆ ίπλα από την αυλακιά υπάρχει τετράγωνη οπή και και κάποια άλλα ακαθόριστα ίχνη. Η οδός έχει κατεύθυνση προς το χείλος του γκρεµού του λατοµείου «Μοσχού», όµως τα ίχνη της χάνονται εντελώς ελάχιστα µέτρα πιο πριν.
Η οδός Β΄. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οδός Γ΄
Λίγο ψηλότερα από τις οδούς Α΄ και Β΄ ίχνη µαρτυρούν την ύπαρξη µίας ακόµα οδού µε κατεύθυνση κι αυτή προς τον γκρεµό του λατοµείου «Μοσχού». Αν και εδώ δε σώζονται αυλακιές, οι τρείς υπάρχουσες τετράγωνες οπές δείχνουν την κατεύθυνση. Και οι τρείς παραπάνω οδοί δεν έχουν καµία σχέση µε την κεντρική «Οδό της Λιθαγωγίας» παρά φαίνονται ως παρακλάδια της και µε την σηµερινή κατάσταση του τοπίου είναι αδύνατον ακόµα και να υποθέσουµε που µπορεί να κατέληγαν.
Η οδός Γ΄. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οδός ∆΄
Στην περιοχή παράλληλα µε το λατοµείο «Μουζάκη» (λίγο πιο κάτω από το λατοµείο «Πολυχρονίου») ο ∆. ∆ρόλαπας παρατήρησε κάποια ίχνη που µαρτυρούσαν ύπαρξη οδού. Το πρώτο ίχνος ήταν κάποιοι βράχοι που φαίνονταν ότι είχαν υποστεί κάποια κατεργασία. Πράγµατι, όταν πήγαµε εκεί, είδαµε χτυπήµατα από πικούνι. Αµέσως µετά είδαµε µια οπή όµοια ακριβώς µε αυτές που συναντάµε στα ψηλότερα σηµεία από αυτό της οδού, µόνο που δυσκολευόµασταν να ξεχωρίσουµε εάν πρόκειται για τεχνητό ή φυσικό σχηµατισµό. Λίγο παρακάτω είδαµε πιο σαφή ίχνη, δηλαδή αυλακώσεις. Αµέσως µετά φάνηκε τµήµα δρόµου. Τα ίχνη αυτά βρίσκονται σε απόλυτη ευθεία µε την αρχαία οδό που αναφέρει ο ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ (Ό.π., κεφ. Αρχαιοδίφες και ανασκαφείς, τµήµα 1, σηµ. 1), πράγµα που σηµαίνει πως ανήκουν στην ίδια οδό.
1&2: Τα κατεργασµένα βράχια. 3. Τα βέλη δείχνουν τα ίχνη του εργαλείου πάνω στο βράχο της φωτ. 4. Τεχνητή ή φυσική οπή; 5&6: Αυλακώσεις. 7. Τµήµα δρόµου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οδός Ε΄
Σε περιοχή δυτικά του λατοµείου «Πολυχρονίου» και πάνω από τον οικισµό της Νέας Πεντέλης, βρέθηκαν πέντε οπές σκαλισµένες επί εδάφους (από υψόµετρο ~560 ως ~500µ), οι οποίες µαρτυρούν την ύπαρξη ενός άλλου αρχαίου λατοµικού δρόµου, ο οποίος δεν έχει καµία σχέση τοπογραφικά µε τις δύο κεντρικές φλέβες µαρµάρου του βουνού. Ίχνη του ίδιου του δρόµου (αυλακώσεις, κ.λπ.) δε φαίνονται δυστυχώς πουθενά. Σύµφωνα µε τον ΠΑΡ’ΕΙΚΟΣ: «Προφανώς, συνόδευαν [οι οπές] δρόµο που εξυπηρετούσε πολλά µικρά λατοµεία ρωµαϊκής εποχής, από τον οποίον όµως δε διακρίνονται σαφή ίχνη».
(Ό.π.)
Ίσως είναι αυτή η οδός που ο Κορρές σηµειώνει µε διακεκοµµένη γραµµή ως νεότερη, αλλά και πιθανώς αρχαία. (ό.π., σ. 92)
Οι οπές της οδού Γ΄. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οδός ΣΤ΄
Στο άλλοτε πανέµορφο και πυκνό πευκοδάσος της Νέας Πεντέλης1 σώζεται ένα σχετικά µεγάλο τµήµα ενός αρχαίου δρόµου ο οποίος οδηγούσε σε λατοµεία (µάλλον δυτικά του νεότερου λατοµείου «Κοκολάκη»), από τα οποία όµως δε σώζεται κανένα ίχνος. Τα ίχνη του αρχαίου δρόµου χάνονται (λόγω του επίσης νεότερου λατοµείου «Ράικου») λίγο πριν από τη σύγχρονη οδό που συνδέει τη Νέα Πεντέλη µε την Κηφισιά, για να τα ξανασυναντήσουµε (για λίγα όµως µέτρα) στην απέναντι πλευρά της ασφάλτου. Ο δρόµος βρέθηκε και καθαρίστηκε από τον Χρήστο Νικολόπουλο το 1999. (Βλ. Περιοδικό
“Αρχαιολογία και Τέχνες”, τ. 74, σ. 117-8)
1
Αρχικά ένα µεγάλο τµήµα αυτού του δάσους κάηκε το 2000, ενώ ο ολικός αφανισµός του συνέβη το «µαύρο» για όλη την Ελλάδα 2007. Κάθε περιγραφή συναισθηµάτων εδώ περιττεύει.
Ο αρχαίος δρόµος ∆΄. ∆ιακρίνονται οι αυλακώσεις στις οποίες κυλούσαν οι τροχοί από τις άµαξες ή τα έλκηθρα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Οδός Ζ΄
Στα ανατολικά του νεότερου λατοµείου «Μαλτέζου» (το οποίο έχει µετατραπεί σήµερα σε πίστα για τζιπ και µηχανές, η γνωστή «παιδική χαρά») σώζονται ίχνη ενός ακόµα λατοµικού δρόµου. Για τα ίχνη αυτά ο ∆. ∆ρόλαπας διατηρεί ορισµένες επιφυλάξεις. Υπάρχει περίπτωση να είναι παµπάλαιος δρόµος, όχι όµως αρχαίος.
Τα ίχνη των αυλακώσεων της Οδού Ε΄. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
7. ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΛΑΤΟΜΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΑΡΑ
Προ ετών, σε µία από τις πάµπολλες πεζοπορείες µου στο πανέµορφο δάσος του Κοκκιναρά,1 εντόπισα τα ίχνη ενός δρόµου λαξευµένου πάνω σε βραχώδη επιφάνεια. Σε κάποια σηµεία κατά µήκος αυτού του δρόµου υπάρχουν λαξευµένοι όγκοι καθώς και µικρά λαξευµένα µάρµαρα. Θεώρησα πως επρόκειτο για αρχαίο δρόµο, όµως βαστούσα κάποιες επιφυλάξεις, µέχρι που έπεσε στα χέρια µου µία µελέτη των Hans Rupprecht Goette, Κυριακής Πολυκρέτη, Θέµη Βάκουλη και Γιάννη Μανιάτη µε τίτλο “Investigation of the grayish blue marble of Pentelikon and Hymettous”. Η αρχαιολογική τους έρευνα στη δυτική πλευρά του Πεντελικού, στην περιοχή δηλαδή του Κοκκιναρά, απέδειξε την ύπαρξη του δήµου Τρινέµεια καθώς και αρχαίου λατοµείου το οποίο προµήθευε κι αυτό την Αθήνα µε µάρµαρο. Εκεί βρήκαν ένα µεγάλο αριθµό αγγείων και τεµάχια από οροφές κτισµάτων που αποδεικνύουν την ύπαρξη ολόκληρης συνοικίας. Σε µερικές εκατοντάδες µέτρα εντοπίστηκαν τα ερείπια δύο αγροικιών, ένας µικρός αρχαίος ναός αγροτικού χαρακτήρα και τα ερείπια ενός µικρού χωριού. Μία ακόµα αγροικία βρέθηκε σε µικρή απόσταση, νότια του λατοµείου. Τα παραπάνω ευρήµατα ανήκουν στην κλασική περίοδο. (Περί αγροικιών βλ. κεφ. 7). Θα πρέπει ωστόσο να πούµε πως ίχνη αυτού του λατοµείου δεν υπάρχουν είτε διότι καταστράφηκαν από τα µεγάλα νεότερα λατοµεία είτε διότι καλύφθηκαν ολοκληρωτικά από τα µπάζα της Αττικής Οδού, τα οποία µε τις βροχές καλύπτουν όλο και µεγαλύτερη έκταση.
Χάρτης του δήµου Τρινέµεια και του (υποθετικού) αρχαίου λατοµείου. (Ο χάρτης και οι φωτ. προέρχονται από το άρθρο).
α. Ο αρχαίος δρόµος του λατοµείου
Η περιοχή αυτή στην αρχαιότητα ήταν προσβάσιµη από ένα δρόµο λαξευµένο πάνω στο φυσικό πέτρωµα. Στα ψηλότερα σηµεία της πλαγιάς ο δρόµος είναι χωρισµένος σε διάφορες διακλαδώσεις. Σε κάποιες απ’ αυτές υπάρχει στήριξη µε ξερολιθιές, χαρακτηριστικό των οδών
1
Το δάσος του Κοκκιναρά κάηκε κι αυτό ολοσχερώς το καλοκαίρι του 2007.
του 19ου αιώνα. Ο κύριος κλάδος της οδού πηγαίνει προς την Κηφισιά, ενώ ένας άλλος οδηγεί στο Χαλάνδρι. Ο Γερµανός αρχαιολόγος Arthur Milchhöfer (1889), ο οποίος επισκέφθηκε τον Κοκκιναρά, είδε δρόµο µε αυλακώσεις, τον οποίο σηµειώνει στο “Karten von Attica” ως νεότερο δρόµο των λατοµείων. Είδε βαγόνια να κατεβαίνουν από τα λατοµεία κουβαλώντας µαρµάρινους όγκους για την κατασκευή των νεοκλασικών κτιρίων των Αθηνών και της Κηφισιάς. Σύµφωνα όµως µε τους ερευνητές, ο δρόµος αυτός είναι αρχαίος, απλώς επαναχρησιµοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του προηγούµενου αιώνα. Τούτο το αποδεικνύουν από το ότι ο δρόµος του Κοκκιναρά ήταν ίδιος µε τους αρχαίους δρόµους που συναντάµε στο λόφο των Νυµφών στην Αθήνα, στο Λαύριο και στη Βούλα. Αλλά και στα Στύρα Ευβοίας, υπάρχει δρόµος που οδηγεί σε ρωµαϊκά λατοµεία. Η απόσταση µεταξύ των αυλακώσεων είναι σε όλες αυτές τις περιοχές η ίδια: 135 εκ. Ο δρόµος αυτός δεν εξυπηρετούσε τις αγροικίες, κάτι το οποίο θα κόστιζε πάρα πολύ σε χρόνο και χρήµα· ήταν καθαρά λατοµικός δρόµος. Ένας κλάδος του οδηγεί σήµερα σε οµάδα µικρών επιφανειακών λατοµείων, µάλλον του 19ου αιώνα.
β. Το µάρµαρο του Κοκκιναρά
Το µάρµαρο του Κοκκιναρά διαφέρει από το γνωστό λευκό πεντελικό µάρµαρο. Το χρώµα του είναι γκριζωπό-µπλε και ήταν σε χρήση από τον 4ο αι. π.Χ. στην αθηναϊκή αρχιτεκτονική για βάσεις αγαλµάτων και επιτύµβιες στήλες. Χρησιµοποιήθηκε ακόµα και κατά την ελληνιστική και ρωµαϊκή περίοδο.
1. Λιθόστρωτο 2-8. Αυλακιές του αρχαίου δρόµου 9. Λαξευµένος όγκος µαρµάρου 10. Μικρά λαξευµένα µάρµαρα, που ίσως είναι και σύγχρονα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
8. ΛΑΤΟΜΕΙΟ ∆ΙΟΝΥΣΟΥ Α΄
Πλησίον του ιερού του ∆ιονύσου (βλ. κεφ. 6) βρίσκονται τα γνωστά λατοµεία ∆ιονύσου. Το νεότερο λατοµείο (το οποίο κατατρώει εσωτερικά και εξωτερικά το ∆ιονυσοβούνι) δηµιουργήθηκε στη θέση παλαιότερου λατοµείου, το οποίο πρέπει να ήταν αρχαίο. Η υπόθεση αυτή προκύπτει από το ερώτηµα: Τα µάρµαρα που αποτελούν το διονυσιακό ιερό από ποιο λατοµείο προέρχονται; Σίγουρα όχι από τα αρχαία λατοµεία της Ν∆ πλευράς του Πεντελικού. Αποκλείεται δηλαδή να µετέφεραν τους όγκους µέχρι την κορυφογραµµή και από ’κει να τους κύλησαν µέχρι την κοιλάδα της Ικαρίας. Για να γινόταν αυτό θα έπρεπε να υπάρχουν και οι γνωστές γλίστρες αλλά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.1 Το λατοµείο λοιπόν το οποίο πρέπει να προµήθευσε µε µάρµαρα το ιερό πρέπει να ήταν αυτό στη νότια πλαγιά του Ικαρίου όρους. Υπάρχουν επίσης δύο σηµαντικά στοιχεία που αποδεικνύουν (µάλλον) ότι στο σηµείο αυτό πρέπει να λειτούργησε λατοµείο κατά την αρχαιότητα. Το 1987 η εταιρία ΜΑΡΜΑΡΑ ∆ΙΟΝΥΣΟΥ παρέδωσε ένα µαρµάρινο λέοντα (Βλ. Κορρές, σ. 89) µήκους 1,20µ. περίπου, του 6ου π.Χ. αι. Εικάζεται πως προοριζόταν για ταφικό µνηµείο. Σήµερα το άγαλµα του λέοντα βρίσκεται στο αρχαιολογικό µουσείο Κηφισιάς. Η Mélanges Nicole, (“Recueil de mémoires de philologie classique et d'archéologie”, σ. 401) αναφέρει την ύπαρξη ενός ηµίεργου κούρου (πιθανώς αρχαϊκού) που βρέθηκε στα τέλη του 19ου αι. στην περιοχή της Ραπεντώσας και αποδίδεται στον Απόλλωνα. Το γεγονός ότι το άγαλµα ήταν ηµιτελές, µας ωθεί να υποθέσουµε ότι πρόκειται για κατάλοιπο κάποιου αρχαίου λατοµείου. Από την άλλη, όµως, υπάρχει και ο ισχυρισµός ότι η εξόρυξη στο χώρο ξεκίνησε πριν από 100 και πλέον έτη. (Βλ. www.dionyssomarble.gr) Οπότε µένουµε µε την απορία.
Η σηµερινή εικόνα του λατοµείου Α΄ ∆ιονύσου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1
Υπάρχουν 3 γλίστρες στη βόρεια πλευρά του βουνού, οι οποίες όµως δεν είναι αρχαίες αλλά του 19ου αιώνα..
Αριστερά: Σχεδιαστική αναπαράσταση του λέοντα από τον Μ. Κορρέ. ∆εξιά: Λέων ελλοχεύων. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το ηµιτελές άγαλµα του Απόλλωνα. (Φωτ. Από το βιβλίο της Mélanges Nicole)
9. ΛΑΤΟΜΕΙΟ ∆ΙΟΝΥΣΟΥ Β΄
Πάνω από την κοιλάδα της αρχαίας Ικαρίας, στον κύριο όγκο της Πεντέλης δεσπόζει το δεύτερο λατοµείο ∆ιονύσου, γνωστό σήµερα ως «Ανοιχτό Μουσείο Λατοµικής Τέχνης» (Αλούλα).1 Η µεγάλη εκµετάλλευσή του ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί όµως θα πρέπει να υπήρχε κάποιο σαφώς µικρότερο αρχαίο λατοµείο,2 από το οποίο θα εξορύχθηκαν τα µάρµαρα για την κατασκευή ενός µικρού ιερού αφιερωµένου πιθανώς στη Θεά Ρέα. (βλ. κεφ. 6). Τόσο το λατοµείο όσο και το ιερό βρίσκονται σε υψόµετρο 500µ. Οπότε η µεταφορά των όγκων από εκείνο το λατοµείο στο χώρο ανέγερσης του ιερού θα ήταν αρκετά εύκολη.
Λατοµείο ∆ιονύσου Β΄ - Λατοµικό Μουσείο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
10. ∆ΙΑΣΠΑΡΤΑ-ΗΜΙΕΡΓΑ
Υπάρχουν επίσης πολλά και διάφορα αρχαία λατοµικά ίχνη και κατάλοιπα διάσπαρτα στο βουνό µε πιο ενδιαφέροντα αυτά που εικονίζονται στις παρακάτω φωτογραφίες. Τα ευρήµατα των φωτ. 1, 3, 4, 5, 6, 9 και 10 µου τα υπέδειξε ο ∆. ∆ρόλαπας.
1
Πρόκειται για ένα αναπλασµένο κατά το µεγαλύτερο µέρος του λατοµείο, έργο της εταιρίας «ΜΑΡΜΑΡΑ ∆ΙΟΝΥΣΟΥ». Βέβαια, δεν επρόκειτο για πράξη καλής θελήσεως αλλά υπήρχε σκοπιµότητα. Οι ιδιοκτήτες των λατοµείων ∆ιονύσου ήθελαν µε την «καλή» τους πράξη να ανανεώσουν τις άδειες που τους είχαν δοθεί, κι έτσι η εκµετάλλευση στο λατοµείο ∆ιονύσου Α΄ συνεχίζεται αµείωτα µέχρι σήµερα. Παρά ταύτα, το αποτέλεσµα της ανάπλασης του λατοµείου ∆ιονύσου Β΄ είναι αισθητικό. Πραγµατικά καθηλώνει τον επισκέπτη. 2 Κατά το σύνηθες, άλλωστε, οι νεότεροι λατόµοι έκαναν τις εξορύξεις τους εκεί όπου υπήρχαν αρχαία λατοµεία.
1. Θραύσµα αγνώστου αντικειµένου. 2. Λατοµικό «σηµάδεµα», που θυµίζει εκείνο που όπως είδαµε βρίσκεται στο λατοµείο του Νυµφαίου, µόνο που αυτό εδώ έχει πολύ µικρότερο µέγεθος. 3. Όγκος µε λαξευµένη τη µία πλευρά του, πιθανώς θραύσµα από τοίχωµα αρχαίου λατοµείου. 4. Λαξευτός όγκος µε στρογγυλοποιηµένο το κεντρικό τµήµα της µίας πλευράς του. 5. Κιονίσκος ενσωµατωµένος σε νεότερο καλύβι λατόµων. 6. Ίχνη εξόρυξης. 7&8.Όγκοι µε λαξευµένη τη µία πλευρά τους, πιθανώς, κι αυτοί µάλλον προέρχονται από τοίχωµα λατοµείου. 9. Ίχνη εξόρυξης. 10. Ηµίεργο που το σχήµα του µοιάζει µε κεφάλι ανθρώπου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Σε κάποιο άλλο σηµείο υπάρχει ένας µεγάλος σωρός από πέτρες γύρω από τον οποίο υπάρχει πληθώρα αρχαίων ευρηµάτων και προφανώς θα υπάρχουν κι άλλα καλυµµένα από το σωρό. Αυτά εικονίζονται στις παρακάτω φωτογραφίες. Ανάµεσα στα εν λόγω ευρήµατα υπάρχει και κάτι το οποίο θα λέγαµε ασφαλώς ότι πρόκειται για τετράγωνη λεκάνη. Τούτο όµως το εύρηµα γεννά κάποια ερωτηµατικά. Το φαρδύ άνοιγµα στη µια γωνία δεν αποτελεί σπάσιµο του µαρµάρου, αλλά είναι το στόµιο της λεκάνης, στο οποίο µάλιστα διακρίνεται και µια καλλιτεχνική τάση, λόγω των κυµατοειδών πλευρών του. Πρόκειται λοιπόν για ολοκληρωµένο έργο, το οποίο προοριζόταν –κατά πάσα πιθανότητα– για επιτόπια χρήση. Το πρόβληµα εστιάζεται στο ίδιο το στόµιο. Όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες παρακάτω, το άνοιγµά του φτάνει µέχρι τον πυθµένα της λεκάνης. Συνεπώς αυτή η λεκάνη δε θα µπορούσε ποτέ να γεµίσει µε νερό. Τότε τι είδους λεκάνη είναι αυτή; Και από τη στιγµή που είναι αδύνατον να γεµίσει, τότε πώς εξηγείται το τόσο µεγάλο (και ουσιαστικά άχρηστο) βάθος της λεκάνης;1
1
Η εύρεση της παράξενης λεκάνης οφείλεται και αυτή στον ∆. ∆ρόλαπα.
1-4: Λαξευµένοι λίθοι. 5. Λεκάνη. 6. Κυλινδρικό µάρµαρο µε εσοχή. 7. Τµήµα στρογγυλοποιηµένου µαρµάρου. 8. Κεραµικά. Από πίσω (στο σηµείο που δείχνει το βέλος) φαίνεται όγκος συγκολληµένης αρχαίας λατύπης. 9. Υπόλειµµα που πιθανώς ανήκει σε λεκάνη. 10. Μοιάζει µε σκάλισµα, αλλά δεν αποκλείεται να είναι και φυσικός σχηµατισµός. 11&12: Κεραµικά µε υπολείµµατα βαφής. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Πάνω: η «λεκάνη». Κάτω: Το κυµατοειδές στόµιο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Σε ένα ακόµα σηµείο πάνω από το λατοµείο του Νυµφαίου (Λ7), ανάµεσα σε νεότερα λατοµικά µπάζα και υπολείµµατα αρχαίας λατύπης, υπάρχουν αρκετοί λαξευµένοι όγκοι (πιθανώς κάποιοι προέρχονται από αρχαίο λατοµείο). Το πιο εντυπωσιακό εύρηµα από εκεί είναι ένας λαξευτός όγκος κωνοειδούς σχήµατος.
Πελεκηµένοι όγκοι και ίχνη λάξευσης. Πάνω αριστερά ο κωνοειδής όγκος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Από την ίδια περιοχή. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Σε άλλη περιοχή πάνω από το Λ7 υπάρχει µία ακόµα «µικροεστία» αρχαίων ευρηµάτων και είναι αυτά που παρουσιάζονται στις παρακάτω φωτογραφίες.
Πελεκηµένοι όγκοι διαφόρων µεγεθών. Ο µεγαλύτερος είναι αυτός πάνω δεξιά. Πάνω αριστερά, µε βέλη σηµειώνονται τα ίχνη λάξευσης. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ΠΗΓΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΟΡΕΣΙΒΙΟΥ : ΠΕΝΤΕΛΗ -ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΑΙΓΑΙΑΣ ΓΗΣ ΕΩΣ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΪΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ- ΑΘΗΝΑ 2012
Activity (3)
Showing
AllMost RecentLikes