Μαθήματα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης από τους αρχαίους Έλληνες
Οι αρχαίοι Έλληνες έκρουσαν πρώτοι τον κώδωνα του κινδύνου για την οικονομική κρίση και το φαινόμενο του θερμοκηπίου, λέει Βρετανός καθηγητής Μπορεί η οικονομική κρίση και η υπερθέρμανση του πλανήτη να «καίνε» στον 21ο αιώνα, όμως τα μαθήματα για την αντιμετώπισή τους έχουν ηλικία 2.500 ετών και υπογραφή αρχαιοελληνική. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει, με βάση έρευνά του στις αρχαίες πηγές, ο Βρετανός καθηγητής κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Έξιτερ Ρίτσαρντ Σίφορντ, σε ομιλία του σε συνέδριο στη Γλασκώβη. «Οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν το χρήμα, περί το 600 π.Χ., και είχαν κατά νου πως αν το θεωρούμε δεδομένο το χάνουμε. Το άγχος γύρω από την καταστρεπτική δύναμη του χρήματος ενυπάρχει στην αρχαιοελληνική σκέψη. Στην τραγωδία για παράδειγμα- ένα είδος που αναπτύχθηκε με την οικονομική ευμάρεια- οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν είναι άνθρωποι πλούσιοι, ηγετικές μορφές που συνήθως είναι απομονωμένοι από τους άλλους. Δεν είναι τυχαίο», εξηγεί ο Ρίτσαρντ Σίφορντ, ο οποίος πιστεύει πως το χρήμα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού. Ο «Πλούτος»του Αριστοφάνη, σύμφωνα με τον Βρετανό καθηγητή, αποτελεί την πρώτη συζήτηση περί οικονομικών στην αρχαιότητα. Και ο Αριστοφάνης φέρεται να διαχωρίζει το χρήμα από τα άλλα αγαθά της ζωής. Διότι το χρήμα το αναζητάμε διαρκώς σε μεγαλύτερες ποσότητες, αντιθέτως με την μπιζελόσουπα! «Ο σύγχρονος κόσμος έχει βυθιστεί στην ιδέα του αλόγιστου χρήματος. Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν να προειδοποιήσουν τους άπληστους μέσω της μυθολογίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του βασιλιά Μίδα, ενός ανθρώπου γνωστού για την λατρεία του στο χρήμα. Γι΄ αυτό
και θεωρώ τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ως πολιτισμό του μέτρου», συνεχίζει ο κ. Σίφορντ. Το μέτρο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού όμως δεν αφορά μόνο την απληστία, αλλά και την οικολογία. Η αδιαφορία του σύγχρονου κόσμου για τα σήματα κινδύνου που εκπέμπει το φαινόμενο του θερμοκηπίου παραπέμπει σε μορφές της ελληνικής μυθολογίας, που υποκύπτουν στις ακόρεστες επιθυμίες τους ακόμη και αν γνωρίζουν πως οι επιλογές τους θα τους οδηγήσουν στην καταστροφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Ερυσίχθονα, που έκοψε τα δένδρα από το άλσος της θεάς Δήμητρας για οικοδόμησεις του μεγάρου του. Εκείνη για να τον τιμωρήσει τον καταδίκασε να πεινάει διά βίου και να μη βρίσκει τρόπο να χορτάσει, ώστε στο τέλος κατέληξε να φάει τις σάρκες του. «Ο μύθος για τη μεταποίηση της φύσης σε προϊόν, μία διαδικασία που έχει ως αποτέλεσμα την αδηφαγία και την αυτοκαταστροφή, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πόσο ανίκανοι είμαστε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου εξαιτίας της αμετροέπειας του πολιτισμού μας. Δεν μπορούμε να ανασυστήσουμε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό του μέτρου, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να φωτίσουμε τον κόσμο μας με τα ιδανικά του», καταλήγει ο Ρίτσαρντ Σίφορντ.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ο κορυφαίος τραγωδός της κλασικής Αθήνας. Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ: ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Kάτω από το προσκεφάλι του ΜΑΡΞ όταν πέθανε, οι δικοί του βρήκαν το βιβλίο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ. Ο μεγάλος τραγικός γεννήθηκε στην Ελευσίνα, το 525πχ. Πατέρας του ήταν ο Ευφορίωνας, που καταγόταν από μεγάλη γενιά ευπατριδών. Η ευγενική καταγωγή, η αριστοκρατική ανατροφή, η δημοκρατική ελευθερία, το θρησκευτικό-μυστικιστικό περιβάλλον της Ελευσίνας (λατρεία Δήμητρας - Περσεφόνης) και οι μεγάλοι εθνικοί αγώνες των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων, συντέλεσαν ώστε να διαπλαστεί ο
ευσεβής και γενναίος χαρακτήρας του ποιητή και το υψηλό φρόνημα που τον διέκρινε. Με προθυμία πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες εναντίον των Περσών. Στο Μαραθώνα (490 π.Χ.) με πολλά τραύματα, λιπόθυμος μεταφέρθηκε από τη μάχη, ενώ ο αδερφός του Κυναίγειρος με τον ηρωικό του θάνατο προκάλεσε το θαυμασμό όλων. Επίσης πολέμησε στη Σαλαμίνα (480) και στις Πλαταιές (479). Για την υπόλοιπη οικογενειακή του κατάσταση γνωρίζουμε ακόμα τα εξής. Εκτός από τον Κυναίγειρο είχε και άλλον αδερφό, τον Αμυνία. Οι δύο του γιοι, Ευαίωνας και Ευφορίωνας, ήταν επίσης δραματικοί ποιητές. Ο Ευφορίωνας μάλιστα φαίνεται ότι νίκησε το 431 τους αντίπαλους του πατέρα του, Σοφοκλή και Ευριπίδη. Φαίνεται ακόμα ότι και ένας γιος της αδερφής του, ο Φιλοκλής, ήταν και αυτός τραγικός ποιητής. Για τη μόρφωσή του δεν έχουμε καμιά θετική πληροφορία. Αν κρίνει όμως κανείς από τα έργα του, πρέπει να είχε βαθιά γνώση των επών του Ομήρου, καθώς και των διδακτικών επών. Από τους λυρικούς, τους οποίους φαίνεται να γνώριζε καλά, ο Σόλωνας επέδρασε ιδιαίτερα στην ποιητική του καλλιέργεια. Ο Αισχύλος πήρε μέρος στους τραγικούς αγώνες, για πρώτη φορά, το 500 π.Χ., δηλ. σε ηλικία 25 χρονών. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο ο θεός Διόνυσος παρουσιάστηκε στο νεαρό Αισχύλο και τον παρακίνησε να καταπιαστεί με την τραγωδία. Αντιπάλους του είχε το Φρύνιχο, το Χοιρίλο και τον Πρατίνα, που ήταν παλαιότεροι τραγικοί ποιητές. Επί δεκαπέντε χρόνια δεν κατόρθωσε να πάρει καμία νίκη. Για πρώτη φορά νίκησε το 484. Από τότε γίνεται ο κυρίαρχος της τραγικής σκηνής. Κερδίζει άλλες 12 φορές όσο ζει και 24 μετά το θάνατό του. Το 468 τον νίκησε ο νεαρός Σοφοκλής, που για πρώτη φορά συναγωνιζόταν στο θέατρο. Από τότε μοιράζονται αλληλοδιαδόχως τις νίκες. Το 470 ο Αισχύλος ύστερα από πρόσκληση του φιλόμουσου τυράννου Ιέρωνα πήγε στη Σικελία, όπου ήταν προσκεκλημένοι επίσης ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης. Εκεί ο Αισχύλος έγραψε την τραγωδία "Αιτναίαι", προς τιμή της πόλης Αίτνας, που είχε ιδρύσει ο Ιέρωνας. Την τελευταία του νίκη στην Αθήνα την κέρδισε το 458 με την τριλογία του "Ορέστεια" και το σατυρικό δράμα "Πρωτεύς". Μετά τη νίκη του αυτή ξανάφυγε για τη Σικελία, στην πόλη Γέλα, όπου πέθανε το 456. ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ
Δεν είναι γνωστό πόσες ακριβώς τραγωδίες έγραψε ο Αισχύλος. Σύμφωνα όμως με το βιογράφο του πρέπει να έγραψε 70 τραγωδίες και πέντε σατυρικά δράματα, ενώ ο λεξικογράφος Σουίδας αναφέρει 92 έργα του, δηλ. 23 τετραλογίες. Μέχρι σήμερα σώθηκαν οι τίτλοι 77 έργων. Ολόκληρα όμως σώθηκαν μόνον 7, τα οποία σε μια σύντομη ανάλυση έχουν ως εξής: α) Ικέτιδες (προ του 472 π.Χ.). Είναι το πιο παλιό, γιατί κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο. Οι 50 κόρες του Δαναού καταδιώκονται από το γιο του Αιγύπτου και ζητούν άσυλο στο ʼργος ως "ικέτιδες". Οι 50 κόρες που αποτελούν το χορό δίνουν και το όνομα στην τραγωδία. Εδώ, όπως και στους "Πέρσες", συγκρίνεται ο πολιτισμός των Ελλήνων με τη βία και την αλαζονεία των βαρβάρων. β) Πέρσαι (472πχ). Είναι ένας ύμνος της νίκης των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Το δράμα εκτυλίσσεται στα Σούσα, όπου ο αγγελιαφόρος διηγείται στη μητέρα του Ξέρξη, ʼτοσσα και στο χορό, που αποτελείται από επιφανείς Πέρσες γέροντες, την ήττα του πολυάριθμου περσικού στρατού. Είναι έργο κατεξοχή εθνικό και πατριωτικό. γ) Επτά επί Θήβαις (467πχ). Το θέμα του είναι ο αγώνας των δύο γιων του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη, για την επικράτηση και ο αλληλοσκοτωμός τους. Το νόημα της τραγωδίας είναι ότι η ακατάσχετη δύναμη της πατρικής κατάρας συντρίβει τα δύο παιδιά και μ' αυτό τον τρόπο φέρνει τον όλεθρο σ' όλο το γένος των Λαβδακιδών. δ) Προμηθεύς δεσμώτης (μετά το 465πχ). Μέρος μιας τριλογίας, της οποίας πρώτη τραγωδία ήταν ο Προμηθεύς πυρφόρος και τρίτη ο Προμηθεύς λυόμενος. Σ' αυτήν ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά από τον Όλυμπο και τη φέρνει στους ανθρώπους. Για την πράξη του αυτή τιμωρείται από το Δία, ο ευεργέτης αυτός της ανθρωπότητας, γιατί τόλμησε να παραβεί τις θεϊκές εντολές. ε) Αγαμέμνων. Μαζί με τις τραγωδίες Χοηφόροι και Ευμενίδες αποτελεί τριλογία (358πχ). Πρόκειται για τη γνωστή Ορέστεια, που μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια θεωρείται το μεγαλοπρεπέστερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτων. Στον "Αγαμέμνονα", η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί το σύζυγό της, μόλις αυτός γυρνά από την Τροία. στ) Χοηφόροι. Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος δολοφονούνται από τον Ορέστη, ο οποίος έτσι εκδικείται τον άδικο θάνατο του πατέρα του. Ο χορός αποτελείται από Τρωάδες που "φέρουν χοάς" (σπονδές) στον τάφο του Αγαμέμνονα. ζ) Ευμενίδες. Αποτελεί την κάθαρση. Ο δολοφόνος της μητέρας του Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες (τύψεις). Στους Δελφούς, όπου καταφεύγει, παραπέμπεται στον άρειο πάγο της Αθήνας. Στη δίκη οι δικαστές ισοψηφούν και ο Ορέστης αθωώνεται με την ψήφο της Αθηνάς. Οι Ερινύες "εξευμενίζονται" και γίνονται Ευμενίδες.
Η ποίηση του Αισχύλου χαρακτηρίζεται "υψηλή". Οι ήρωές του παρουσιάζονται ως ατρόμητοι Μαραθωνομάχοι ή ως πλάσματα υπερφυσικά (Τιτάνες, Γίγαντες), όχι μόνο στις σωματικές διαστάσεις, αλλά και στο πάθος και στην καρτερία. Ανάλογη είναι και η μεγαλοπρέπεια της γλώσσας του. Ο Αισχύλος έχει την κοινή αναγνώριση όλων των μεταγενέστερων. Το θαυμασμό όλων προς το έργο του συνοψίζει ο Β. Ουγκό: "... Είναι, γράφει, μεγαλόπρεπος και τρομερός, είναι βράχος απόκρημνος, χειμαρρώδης, βαραθρώδης και τόσο γιγάντιος που κάποτε γίνεται σωστό βουνό. Τον πλησιάζεις και τρέμεις. Έχει τον όγκο και το μυστήριο... Ο Αισχύλος μεταβάλλει τον άνθρωπο σε γίγαντα". Ο ίδιος πιστεύει επίσης ότι ο Αισχύλος μαζί με τον Όμηρο, τον Ησαΐα, τον Ιώβ, το Δάντη και το Σαίξπηρ αποτελούν τη στοά των ακίνητων γιγάντων του ανθρώπινου πνεύματος στη λογοτεχνία. Τον Αισχύλο τον θαύμαζε και τον λάτρευε και ο λόρδος Βύρων. Ο Γκαίτε και ο Σέλλεϋ τον έχουν για πρότυπο, όταν γράφουν και αυτοί τραγωδία με θέμα τον Προμηθέα. Κατά τη σύγκριση του Αισχύλου με τους άλλους δύο μεγάλους ομότεχνούς του, στον Αισχύλο αποδίδεται το ύψος, στο με τις διπλογοργόστροφες πετώντας τις φτερούγες μας. Μόλις και καταφέραμε τη γνώμη του πατέρα μας και κατά δω το φύσημα τ' ανέμου μας προβόδησε· Σοφοκλή το κάλλος και στον Ευριπίδη το πάθος. Στη δημιουργία του ύψους συμβάλλει η απουσία αναγνωρίσεων και αντιθέσεων χαρακτήρων, που αντίθετα υπάρχουν στο Σοφοκλή, και η προβολή του όγκου της μεγαλοπρέπειας και του ηθικού σθένους. Ο Αισχύλος ονομάζεται δημιουργός της τραγωδίας. Είναι πραγματικά καινοτόμος. Πρόσθεσε το δεύτερο υποκριτή, ενώ ο Φρύνιχος χρησιμοποιούσε μόνον ένα. Μείωσε τα χορικά δίνοντας έτσι την πρώτη θέση στο διάλογο και έκανε μεγαλοπρεπέστερες τις ενδυμασίες των ηθοποιών.
Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει τον πρόλογο από το έργο του ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ σε μετάφραση: Ι. Γρυπάρη.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Κράτος Να μας στα πέριορα τ' αλαργινά του κόσμου στους έρημους κι απάτητους Σκυθικούς δρόμους. Τώρα δουλειά σου, ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο στα βράχια στους ψηλούς γκρεμούς να πεδικλώσεις μ' αλύσων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια, γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα, -τ' άνθος σου εσένα- και το χάρισε τ' ανθρώπου. Τέτοιο κρίμα χρωστάει λοιπόν να μας πλερώσει, για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν' αφήσει. Ήφαιστος Κράτος και Βία, για σας η προσταγή του Δία τέλειωσε και πια τίποτα δε στέκει 'μπόδιο· μα εμέ, δε μου βαστά η ψυχή θεό συγγενή μου στ' άγριο τούτο ποροφάραγγο να δέσω. Όμως να σφίξω την καρδιά μου ανάγκη πάσα, γιατί βαρύ 'ναι ν' αψηφώ του Δία το λόγο. Ω εσύ με τα ψηλά φρονήματά σου, τέκνον της ορθόβουλης Θέμιδας, θέλεις δε θέλω, σ' αυτή την έρμη την κορφή θα σε καρφώσω, π' ούτε φωνή και κανενός την όψη ανθρώπου θα βλέπεις, μ' από του ήλιου τη φωτιά ψημένος τ' άνθος της όψης σου θ' αλλάξεις και τη νύχτα
θα λαχταράς την πολυξόμπλιαστη να φτάσει, να σκεπάσει το φως, ως να 'βγεί ο ήλιος πάλι την αυγινή την πάχνη να σκορπίσει· κι έτσι κάποιο θά 'χεις κακό να τυραγνιέσαι πάντα, χωρίς να βρίσκεται ψυχή να σ' αλαφρώσει. Τέτοιο έλαβες μιστό γι' αγάπη των ανθρώπων· γιατί, θεός εσύ, δεν σκιάχτηκες των άλλων την οργή των θεών και πήγες να προσφέρεις στους ανθρώπους χαρίσματα πέρ' από το δίκιο, που αντίς γι' αυτά, στον άχαρο το βράχο τούτο ολόρθος κι άγρυπνος φρουρός θε να φυλάγεις, δίχως τα γόνατά σου να λυγάς και θρήνους πολλούς κι ανώφελα θα σκούζεις μοιρολόγια· γιατί εύκολα δεν την γυρνάς του Δία τη γνώμη κι είναι πάντα σκληρός ο κάθε νέος αφέντης. Κράτος Λοιπόν τι στέκεις κι άδικα ψυχοπονιέσαι τον αντίθεο το θεό και να μη βράζει η οργή σου, που πρόδωκε στον άνθρωπο τ' αξίωμά σου; Ήφαιστος Πολύ βαραίνει, συγγενής και φίλος να 'σαι. Κράτος Δε λέω· μα πάει να παρακούς και του πατρός σου το λόγο; Και πως πιότερο δεν το φοβάσαι; Κράτος Δε λέω· μα πάει να παρακούς και του πατρός σου το λόγο; Και πως πιότερο δεν το φοβάσαι; Ήφαιστος Πάντα σου εσύ σκληρός, πάντα κακία γεμάτος. Κράτος Δεν έχει διάφορο αν τον κλαίω· και συ μη χάνεις σ' όσα δεν ωφελούν τον κόπο σου του κάκου. Ήφαιστος
Αχ, τέχνη, πως με τα όλα μου σ' έχω μισήσει! Κράτος Τι να τη βαργομάς; γιατί, να πούμ' αλήθεια, στα κακά τώρ' αυτά δε φταίει διόλου η τέχνη. Ήφαιστος Μ' άμποτε να τη λάχαινε κανένας άλλος Κράτος Όλα βαριά, εχτός να 'σαι των θεών αφέντης, κι έξω από το Δία κανείς ελεύθερος δεν είναι. Ήφαιστος Σύμφωνος, και σ' αυτό λόγο να πω δεν έχω. Κράτος Κάνε λοιπόν και πέρνα του τις αλυσίδες, να μη σε δεί και αργοπορείς ο Δίας ο πατέρας. Ήφαιστος Έτοιμα βλέπεις τα λυτάρια του είν' ομπρός σου. Κράτος Πεδίκλωσ' του μ' όλξ τη ζώρη σου τα χέρια, χτύπα με τη βαριά, στο βράχο κάρφωνε τον. Ήφαιστος Τέλειωσε, να το, κι η δουλειά δεν πάει του μάκρου. Κράτος Πιο πολύ βάρα, σφίγγε, μην τ' αφήσεις λάσκα, κι είν' άξιος να βγεί πέρα κι όπου δεν το ελπίζεις. Ήφαιστος Στεριώθηκε, που πια δε λει, το 'να του χέρι. Κράτος Τ' άλλο τώρα ζώστ' του γερά· να μάθει μ' όλες τις μαστοριές, πως με το Δία δεν παραβγαίνει. Ήφαιστος
Παράπονο, άλλος απ' αυτόν, λέω να μη μου 'χει. Κράτος ʼγρια σαγόνα τώρα σφήνας ατσαλένιας πέρα για πέρα πέρνα του γερά στα στήθια. Ήφαιστος Οϊμένα, κλαίω, Προμηθέα τα βάσανά σου. Κράτος Τα ίδια μας πάλι; και για τους εχθρούς του Δία θρηνείς; φυλάου μην κλάψεις για λογαριασμό σου. Ήφαιστος Βλέπεις πράμα, που μάτια δεν βαστούν να βλέπουν. Κράτος Βλέπω που βρίσκει αυτός ό,τι άξιζε να πάθει· μα βαλ' του γύρω στα πλευρά μσκαλοζώστρες. Ήφαιστος Ανάγκη πάσα· κι οι πολλές φωνές σου ας λείπουν. Κράτος Και θα φωνάξω και θα γιουχάξω ακόμα. Έρχου κάτω, κιρκέλωσ' του σφιχτά τα σκέλια. Ήφαιστος Να τέλειωσε κι αυτό και μ' όχι πολύ κόπο. Κράτος Χτύπα τώρα γερά τα καρφιά πέρα ως πέρα, γιατ' έχεις δύσκολο κριτή σ' αυτό σου το έργο. Ήφαιστος Ταιριάζει αλήθεια η γλώσσα σου με τη μορφή σου. Κράτος Κάνε συ αν θες το μαλακό, και το δικό μου μη μου χτυπάς σκληρόψυχο κι αυθάδη τρόπο.
Ήφαιστος Πάμε· κι έχει ένα γύρο βρόχια στο κορμί του. Κράτος Μεγαλοπιάνου τώρα εδώ κι άρπαζε αν θέλεις τα τίμια των θεών να φέρνεις στους ανθρώπους. και τι μπορούνε τάχ αυτοί να σε συντρέξουν στα βάσανά σου; ψεύτικα οι θεοί σου δίνουν του Προμηθέα τ' όνομα, γιατί κι ο ίδιος χρειάζεται έναν άλλο να βρείς προμηθέα, για να 'θελε ξεμπλέξεις απ' αυτές τις τέχνες. Προμηθεύς Ω άγιε αιθέρα, κι ω γοργές φτερωτές αύρες, πηγές των ποταμών, των θαλασσίων κυμάτων χαμογέλασμα αναρίθμητο, κι ολωνών μάνα, ω Γή! και συ που όλα τα βλέπεις, Ήλιε, δείτε μ' εγώ θεός απ' τους θεούς τι πάσχω! Κοιτάξτε, τι άτιμα βάσανα με ξεσκίζουν, που αιώνες αμέτρητους θα υποφέρω τραβώντας τα. Γιατί τέτοιο ο καινούργιος άρχοντας των θεών για μένα σοφίστηκεν ατιμότατο δεσμό! Τωρινές συμφορές, τρισαλίμονο, κι όσες άλλες, στενάζω, μου μέλλονται, ποτέ που τάχα μια άκρη θενά 'βρω; Κι όμως τι λέγω; όλα εγώ από πριν τα ξέρω ξάστερ' οσά 'ναι για να ΄ρθουν, ουδέ θα μ' έβρει καμιά συμφορά ανέλπιστη· κι έτσι της μοίρας το γραφτό· πρέπει πιο ελαφρά να υποφέρω, μια που γνωρίζω πως κανείς με της ανάγκης δεν ημπορεί τη δύναμη να πολεμήσει. Μα πάλι ούτε να κλείσω ούτε να μην κλείσω το στόμα μου μπορώ, γιατί, για να προσφέρω στους ανθρώπους τα δώρα μου, έμπλεξα σε τούτες ο δύστυχος τις συμφορές, και το κλεμμένο
πλερώνω μες στο νάρθηκα της φωτιά σπέρμα που κάθε τέχνης δάσκαλος για τους ανθρώπους έχει φανεί κι η πιο μεγάλη τους κυβέρνια. Τέτοιο 'ν' το κρίμα που πλερώνω καρφωμένος κάτω απ' τον ξέσκεπο ουρανό σ' αυτό το βράχο. Α, α! Ποιός αχός, ποια κρυφή μου ήρθε δω μυρουδιά; Θεϊκιά τάχα ή ανθρώπινη, ή κι απ' τα δυό μαζί; Σαν ποιός στο βράχο εδώ στα πέρατα της γης ήρθε να δει τα βάσανά μου; ή τι να θέλει; Με βλέπετε τον άμοιρο θεό δεσμώτη τον εχθρό του Διός, που στην έχθρητα και των άλλων θεών όλων έπεσα, στην αυλή του Διός όσοι μπαίνουνε, απ 'αγάπη πολλή των ανθρώπων. Οϊμένανε, οϊμέ! Τι 'ναι τούτο που τώρα κοντύτερα σαν πουλιών αγρικώ φτεροθόρυβο να σφυρίζει αλαφρά περιτόγυρα; ό,τι και να 'ναι που φτάνει, το τρέμω. ΠΑΡΟΔΟΣ XOΡΟΣ Μη φοβηθείς ολότελα· φίλοι 'μαστε που ερχόμαστε σ' αυτό το βράχο, η συντροφιά μας, γιατί ως τα βάθη της σπηλιάς αχός σα βρόντημα βαριάς επέρασε και μ' έκαμε να ξιπαστώ και κατά μέρος τη δειλή αφήνοντας τη συστολή εχίμησα ανυπόδετη με το άρμα φτερωτό. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Οϊμένανε, οϊμέ! Της πολύτεκνης κόρες Τηθύας και που σ' όλη τη γη περιτρόγυρα με τ' ακοίμητο ρέμα του στρέφεται του πατέρα Ωκεανού θυγατέρες, με τι δέσιμο ιδείτε, κοιτάξετε, καρφωμένος σε τούτης της φάραγγας τα ψηλά τα γκρεμνά, φρουρά αζήλευτη θενά φυλάξω! XOΡΟΣ Τα βλέπω, Προμηθέα, κι εμπρός στα μάτια μου έτσι απλώθηκε μια καταχνιά θολή, γιομάτη με δάκρυα, που είδα πως σ' αυτόν απάνω τον ξερόβραχο ξεραίνεται το σώμα σου σφιχταλυσοπερίπλεχτο μες σε πεδούκλια ατσάλινα, π' αλύπητα το φτείρουνε. Γιατί καινούργιοι κυβερνούν θεοί το δοιάκι τ' ουρανού· κι ο Δίας που εξουσιάζει τώρα δυνατά, με νέους νόμους τους παλιούς αντικατάστησε θεσμούς, κι όσες δυνάμεις ήταν πριν, τώρα ποδοπατά. εχίμησα ανυπόδετη με το άρμα φτερωτό. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μα είθε κάτω απ' τη γη, και πιο κάτω κι απ' τον ʼδην ακόμη τον άραχλο στον απέραντο Τάρταρο μ' έστελνε σκληρά μ' άλυτα σίδερα ζώνοντας, για να μην εγελούσαν τουλάχιστο ή θεός ή όποιος άλλος στα πάθη μου. Ενώ τώρα σαν ξέφαντο σκιάχτρο τραβώ μ' όσα να χαίρονται οι εχθροί μου. ΧΟΡΟΣ
Ποιος έχει απ' τους θεούς τόσο σκληρή καρδιά, που με τα πάθη αυτά σου να γελά; Τα βάσανα σου ποιος δε συμπονεί; έξω απ' το Δία, γιατ' αυτός μ' οργή παντοτινή και με τη γνώμη του που δεν αλλάζει τη γέννα τ' Ουρανού δαμάζει· και δε θα σταματήσει πριν ή την καρδιά του χορτάσει, ή μ' όποιον τρόπο την αρχή κανείς την άπαρτη του αρπάοει. ΠΡΟΜΗΘΕAΣ Όμως έγνοια του, κι αν σε σκληρότατα χεροπέδουκλα εγώ βασανίζομαι, εχίμησα ανυπόδετη με το άρμα φτερωτό. την ανάγκη μου ακόμα θα λάβει των μακάρων ο Πρύτανης, να του πω την καινούργια βουλή, πως θα χάσει εξουσία και θρόνο. Μα όλες τότε οι γητειές οι μελίγλωσσες της πειθώς δε θα με ξεπλανέψουνε, μ' ουδέ μπρος σε φοβέρες ζαρώνοντας θα του τη φανερώσω, πριν τ' άδικα μου αφαιρέσει δεσμά, και τις παίδειες μου στρέξει αυτές να πλερώσει XOΡΟΣ Μα είσαι και συ θρασύς και στις πικρές σου αυτές τη γνώμη δε λυγάς τις συμφορές. Τη γλώσσα σου καθόλου δεν κρατείς κι εμέ το νου μου ερέθισε φόβος πολύ βαρύς, γιατί μ' αυτά που σου 'τυχαν φοβούμαι και που θα σώσεις, διαλογούμαι, να βρεις λιμάνι μια φορά στα τωρινά βάσανα σου,
γιατ' είναι ασύντυχη η βουλή του Δία κι αμάλαχτη η καρδιά του πως το δίκιο κρατεί· μα στοχάζομαι θα γενεί έναν καιρό μαλακόγνωμος σαν του πέσει η βαριά στο κεφάλι· μα μερώνοντας τότε την άκαμπτη την οργή του σε αγάπης συνταίριασμα μ' εμέ πρόθυμο πρόθυμα θα 'ρθει.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ο κορυφαίος τραγωδός της κλασικής Αθήνας. Η ΖΩΗ ΤΟΥ Ο μεγάλος τραγικός γεννήθηκε στην Ελευσίνα, το 525πχ. Πατέρας του ήταν ο Ευφορίωνας, που καταγόταν από μεγάλη γενιά ευπατριδών. Η ευγενική καταγωγή, η αριστοκρατική ανατροφή, η δημοκρατική ελευθερία, το θρησκευτικό-μυστικιστικό περιβάλλον της Ελευσίνας (λατρεία Δήμητρας - Περσεφόνης) και οι μεγάλοι εθνικοί αγώνες των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων, συντέλεσαν ώστε να διαπλαστεί ο ευσεβής και γενναίος χαρακτήρας του ποιητή και το υψηλό φρόνημα που τον διέκρινε. Με προθυμία πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες εναντίον των Περσών. Στο Μαραθώνα (490 π.Χ.) με πολλά τραύματα, λιπόθυμος μεταφέρθηκε από τη μάχη, ενώ ο αδερφός του Κυναίγειρος με τον ηρωικό του θάνατο προκάλεσε το θαυμασμό όλων. Επίσης πολέμησε στη Σαλαμίνα (480) και στις Πλαταιές (479). Για την υπόλοιπη οικογενειακή του κατάσταση γνωρίζουμε ακόμα τα εξής. Εκτός από τον Κυναίγειρο είχε και άλλον αδερφό, τον Αμυνία. Οι δύο του γιοι, Ευαίωνας και Ευφορίωνας, ήταν επίσης δραματικοί ποιητές. Ο Ευφορίωνας μάλιστα φαίνεται ότι νίκησε το 431 τους αντίπαλους του πατέρα του, Σοφοκλή και Ευριπίδη. Φαίνεται ακόμα ότι και ένας γιος της αδερφής του, ο Φιλοκλής, ήταν και αυτός τραγικός ποιητής. Για τη μόρφωσή του δεν έχουμε καμιά θετική πληροφορία. Αν κρίνει όμως κανείς από τα έργα του, πρέπει να είχε βαθιά γνώση των επών του
Ομήρου, καθώς και των διδακτικών επών. Από τους λυρικούς, τους οποίους φαίνεται να γνώριζε καλά, ο Σόλωνας επέδρασε ιδιαίτερα στην ποιητική του καλλιέργεια. Ο Αισχύλος πήρε μέρος στους τραγικούς αγώνες, για πρώτη φορά, το 500 π.Χ., δηλ. σε ηλικία 25 χρονών. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο ο θεός Διόνυσος παρουσιάστηκε στο νεαρό Αισχύλο και τον παρακίνησε να καταπιαστεί με την τραγωδία. Αντιπάλους του είχε το Φρύνιχο, το Χοιρίλο και τον Πρατίνα, που ήταν παλαιότεροι τραγικοί ποιητές. Επί δεκαπέντε χρόνια δεν κατόρθωσε να πάρει καμία νίκη. Για πρώτη φορά νίκησε το 484. Από τότε γίνεται ο κυρίαρχος της τραγικής σκηνής. Κερδίζει άλλες 12 φορές όσο ζει και 24 μετά το θάνατό του. Το 468 τον νίκησε ο νεαρός Σοφοκλής, που για πρώτη φορά συναγωνιζόταν στο θέατρο. Από τότε μοιράζονται αλληλοδιαδόχως τις νίκες. Το 470 ο Αισχύλος ύστερα από πρόσκληση του φιλόμουσου τυράννου Ιέρωνα πήγε στη Σικελία, όπου ήταν προσκεκλημένοι επίσης ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης. Εκεί ο Αισχύλος έγραψε την τραγωδία "Αιτναίαι", προς τιμή της πόλης Αίτνας, που είχε ιδρύσει ο Ιέρωνας. Την τελευταία του νίκη στην Αθήνα την κέρδισε το 458 με την τριλογία του "Ορέστεια" και το σατυρικό δράμα "Πρωτεύς". Μετά τη νίκη του αυτή ξανάφυγε για τη Σικελία, στην πόλη Γέλα, όπου πέθανε το 456. ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ Δεν είναι γνωστό πόσες ακριβώς τραγωδίες έγραψε ο Αισχύλος. Σύμφωνα όμως με το βιογράφο του πρέπει να έγραψε 70 τραγωδίες και πέντε σατυρικά δράματα, ενώ ο λεξικογράφος Σουίδας αναφέρει 92 έργα του, δηλ. 23 τετραλογίες. Μέχρι σήμερα σώθηκαν οι τίτλοι 77 έργων. Ολόκληρα όμως σώθηκαν μόνον 7, τα οποία σε μια σύντομη ανάλυση έχουν ως εξής: α) Ικέτιδες (προ του 472 π.Χ.). Είναι το πιο παλιό, γιατί κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο. Οι 50 κόρες του Δαναού καταδιώκονται από το γιο του Αιγύπτου και ζητούν άσυλο στο ʼργος ως "ικέτιδες". Οι 50 κόρες που αποτελούν το χορό δίνουν και το όνομα στην τραγωδία. Εδώ, όπως και στους "Πέρσες", συγκρίνεται ο πολιτισμός των Ελλήνων με τη βία και την αλαζονεία των βαρβάρων. β) Πέρσαι (472πχ). Είναι ένας ύμνος της νίκης των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Το δράμα εκτυλίσσεται στα Σούσα, όπου ο αγγελιαφόρος διηγείται στη μητέρα του Ξέρξη, ʼτοσσα και στο χορό, που αποτελείται από επιφανείς Πέρσες γέροντες, την ήττα του πολυάριθμου περσικού στρατού. Είναι έργο κατεξοχή εθνικό και πατριωτικό.
γ) Επτά επί Θήβαις (467πχ). Το θέμα του είναι ο αγώνας των δύο γιων του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη, για την επικράτηση και ο αλληλοσκοτωμός τους. Το νόημα της τραγωδίας είναι ότι η ακατάσχετη δύναμη της πατρικής κατάρας συντρίβει τα δύο παιδιά και μ' αυτό τον τρόπο φέρνει τον όλεθρο σ' όλο το γένος των Λαβδακιδών. δ) Προμηθεύς δεσμώτης (μετά το 465πχ). Μέρος μιας τριλογίας, της οποίας πρώτη τραγωδία ήταν ο Προμηθεύς πυρφόρος και τρίτη ο Προμηθεύς λυόμενος. Σ' αυτήν ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά από τον Όλυμπο και τη φέρνει στους ανθρώπους. Για την πράξη του αυτή τιμωρείται από το Δία, ο ευεργέτης αυτός της ανθρωπότητας, γιατί τόλμησε να παραβεί τις θεϊκές εντολές. ε) Αγαμέμνων. Μαζί με τις τραγωδίες Χοηφόροι και Ευμενίδες αποτελεί τριλογία (358πχ). Πρόκειται για τη γνωστή Ορέστεια, που μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια θεωρείται το μεγαλοπρεπέστερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτων. Στον "Αγαμέμνονα", η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί το σύζυγό της, μόλις αυτός γυρνά από την Τροία. στ) Χοηφόροι. Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος δολοφονούνται από τον Ορέστη, ο οποίος έτσι εκδικείται τον άδικο θάνατο του πατέρα του. Ο χορός αποτελείται από Τρωάδες που "φέρουν χοάς" (σπονδές) στον τάφο του Αγαμέμνονα. ζ) Ευμενίδες. Αποτελεί την κάθαρση. Ο δολοφόνος της μητέρας του Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες (τύψεις). Στους Δελφούς, όπου καταφεύγει, παραπέμπεται στον άρειο πάγο της Αθήνας. Στη δίκη οι δικαστές ισοψηφούν και ο Ορέστης αθωώνεται με την ψήφο της Αθηνάς. Οι Ερινύες "εξευμενίζονται" και γίνονται Ευμενίδες. Η ποίηση του Αισχύλου χαρακτηρίζεται "υψηλή". Οι ήρωές του παρουσιάζονται ως ατρόμητοι Μαραθωνομάχοι ή ως πλάσματα υπερφυσικά (Τιτάνες, Γίγαντες), όχι μόνο στις σωματικές διαστάσεις, αλλά και στο πάθος και στην καρτερία. Ανάλογη είναι και η μεγαλοπρέπεια της γλώσσας του. Ο Αισχύλος έχει την κοινή αναγνώριση όλων των μεταγενέστερων. Το θαυμασμό όλων προς το έργο του συνοψίζει ο Β. Ουγκό: "... Είναι, γράφει, μεγαλόπρεπος και τρομερός, είναι βράχος απόκρημνος, χειμαρρώδης, βαραθρώδης και τόσο γιγάντιος που κάποτε γίνεται σωστό βουνό. Τον πλησιάζεις και τρέμεις. Έχει τον όγκο και το μυστήριο... Ο Αισχύλος μεταβάλλει τον άνθρωπο σε γίγαντα". Ο ίδιος πιστεύει επίσης ότι ο Αισχύλος μαζί με τον Όμηρο, τον Ησαΐα, τον Ιώβ, το Δάντη και το Σαίξπηρ αποτελούν τη στοά των ακίνητων γιγάντων του ανθρώπινου πνεύματος στη λογοτεχνία.
Τον Αισχύλο τον θαύμαζε και τον λάτρευε και ο λόρδος Βύρων. Ο Γκαίτε και ο Σέλλεϋ τον έχουν για πρότυπο, όταν γράφουν και αυτοί τραγωδία με θέμα τον Προμηθέα. Κατά τη σύγκριση του Αισχύλου με τους άλλους δύο μεγάλους ομότεχνούς του, στον Αισχύλο αποδίδεται το ύψος, στο Σοφοκλή το κάλλος και στον Ευριπίδη το πάθος. Στη δημιουργία του ύψους συμβάλλει η απουσία αναγνωρίσεων και αντιθέσεων χαρακτήρων, που αντίθετα υπάρχουν στο Σοφοκλή, και η προβολή του όγκου της μεγαλοπρέπειας και του ηθικού σθένους. Ο Αισχύλος ονομάζεται δημιουργός της τραγωδίας. Είναι πραγματικά καινοτόμος. Πρόσθεσε το δεύτερο υποκριτή, ενώ ο Φρύνιχος χρησιμοποιούσε μόνον ένα. Μείωσε τα χορικά δίνοντας έτσι την πρώτη θέση στο διάλογο και έκανε μεγαλοπρεπέστερες τις ενδυμασίες των ηθοποιών. ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ A΄ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ XOΡΟΣ Όλα φανέρωσε μας τα, και ιστόρησε μας, επάνω σε τι φταίξιμο σε βρήκε ο Δίας κι έτσι άτιμα κι έτσι πικρά σε βασανίζει· μάθε κι εμάς - αν δε σου φέρνει βλάβη ο λόγος. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Και να τα λέω πονώ, μα πάλι να σωπαίνω πόνος κι αυτός, κι από παντού κακά και μαύρα. Αμέσως π' αρχινήσανε οι θεοί την έχθρα κι έπιασε η αμάχη να φουσκώνει ανάμεσα τους κι άλλοι ζητούσανε να βγάλουν απ' το θρόνο τον Κρόνο και να πάρει ο Δίας την εξουσία, κι άλλοι το ενάντιο προσπαθούσαν, να μη γίνει ποτέ του ο Δίας βασιλιάς - εγώ ζητώντας το συμφερότερο να πείσω τους Τιτάνες, τους γιους της γης και τ' Ουρανού, δεν μπόρεσα όμως·
γιατί καταφρονώντας τους γλυκούς τους τρόπους, στου λογισμού τους την αποκοτιά, εθαρρούσαν άκοπα με τη δύναμη τους να νικήσουν. Μα εμένα μου 'χε η μάνα μου Θέμις και Γαία (με τα πολλά της μια μορφή τα ονόματα της) όχι μονάχα μια φορά το προφητέψει, πως τίποτα δεν είναι με τη βία να γίνει, μα με το δόλο όποιοι μπορέσουν θα νικήσουν. Κι όταν εγώ τους τα 'λεγα και τα εξηγούσα ούτε να στρέψουν να με δουν καταδεχτήκαν. Το πιο καλό λοιπόν που 'χα να κάμω τότε, ήταν να πάω με τη μητέρα και στο Δία πρόθυμο πρόθυμος κι εγώ να παραστέξω. Κι είναι δικιά μου συμβουλή που του Ταρτάρου ο βαθυσκότεινος κρυψώνας τον σκεπάζει τον παμπάλαιο Κρόνο με τους σύμμαχους του. Κι όμως ενώ τέτοια καλά είδε από μένα ο άρχοντας των θεών, μ' εξόφλησε με τούτη την κακιά πλερωμή, γιατί κατάρα το 'χει ο τύραννος να μην πιστεύεται σε φίλους. Και τώρα αυτό που με ρωτάτε, για ποια αιτία έτσι άτιμα μου φέρνεται, θα σας 'ξηγήσω. Ευτύς που κάθισε στον πατρικό του θρόνο κι αμέσως στους θεούς τιμές να ορίζει αρχίζει άλλες και στον καθένα και να τους μοιράζει με τάξη την αρχή, χωρίς όμως καθόλου για τους ανθρώπους να γνοιαστεί, μα είχε στο νου του να τους 'ξοντώσει ολότελα κι άλλους να σπείρει. Σ' αυτά δε βρέθηκε κανείς ν' αντιμιλήσει, μα εγώ μονάχα ετόλμησα, και τους ανθρώπους έσωσα να μην κατεβούν στον Άδη στάχτη. Γι' αυτό με τέτοιες συμφορές καταπονιούμαι, αβάσταγες να τις τραβώ κι άθλιες να βλέπεις. Κι ενώ όλη τη συμπόνια μου για τους ανθρώπους έδειξα εγώ, δεν τ' αξιώθηκα να λάχω κι ο ίδιος την όμοια, μα έτσι μ' έχουν διορθώσει
σκληρά - που ντρόπιασμα άτιμο του Δία να στέκω. ΧΟΡΟΣ Ατσάλι έχει καρδιά κι από πέτρα πλασμένος όποιος στα πάθια τα δικά σου Προμηθέα, δε συμπονά· μα εγώ δε χρειαζόμουν ούτε να τα 'βλεπα, και ράγισε η καρδιά που τα είδα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Αλήθεια, ελεεινός οι φίλοι να με βλέπουν. XOΡΟΣ Μα πε μου, μην προχώρησες πιο πέρ' ακόμα; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τους έπαυσα στα μάτια εμπρός να 'χουν τo χάρο ΧΟΡΟΣ Ποιο γιατρικό για την αρρώστια αυτή τους βρήκες; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τυφλές ελπίδες θρόνιασα μες στην καρδιά τους ΧΟΡΟΣ Μεγάλο αυτό στον άνθρωπο χάρισες κέρδος. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μα έξω απ' αυτά και τη φωτιά του 'δωσ' ακόμα. ΧΟΡΟΣ Ατσάλι έχει καρδιά κι από πέτρα πλασμένος όποιος στα πάθια τα δικά σου Προμηθέα, δε συμπονά· μα εγώ δε χρειαζόμουν ούτε να τα 'βλεπα, και ράγισε η καρδιά που τα είδα.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Αλήθεια, ελεεινός οι φίλοι να με βλέπουν. XOΡΟΣ Μα πε μου, μην προχώρησες πιο πέρ' ακόμα; ΧΟΡΟΣ Κι έχουν τη λαμπερή φωτιά οι λιγόζωοι τώρα; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Όπου πολλές μ' αυτή θα διδαχτούνε τέχνες. ΧΟΡΟΣ Λοιπόν για τέτοιες αφορμές και σένα ο Δίας ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Άγρια παιδεύει, κι ούτε λέει για να λουφάξει. ΧΟΡΟΣ Κι εμπρός σου τέλος των βασάνων σου δε βλέπεις; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Άλλο κανένα, εκτός όταν αυτός το κρίνει. ΧΟΡΟΣ Πώς θα το κρίνει; και τι ελπίζεις; δεν το βλέπεις πως έφταιξες; κι ότι έφταιξες, ούτε σε μένα καρδιά μου κάνει να το λέγω, και σου δίνει πόνο και σένα· μ' ας αφήσαμε αυτά τώρα κι έλα, κοίτα να βρεις τρόπο για να γλιτώσεις. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Εύκολο είναι για κείνον που 'χει όξω το πόδι απ' τα δεινά, να δίνει συμβουλές κι ορμήνειες στο δυστυχή· μα εγώ τα γνώριζα όλα τούτα· Ήθελα κι έφταιξα - ήθελα! και δεν τ' αρνιούμαι· για να βοηθήσω τους θνητούς, βρήκα εγώ πόνους και πάθια· μα δεν το 'λπιζα με τέτοιες παίδειες πάνω σε γκρίφια ουρανοκρέμαστα να λιώσω του έρημου αυτού κι απόκοσμου που 'λαχα βράχου. Μα έτσι τα τωρινά μη μου θρηνείτε πάθη κι ελάτε κάτω εδώ ν' ακούσετε την τύχη που με προσμένει κι όλα μάθετε ως το τέλος. Μη μου αρνηθείτε ό,τι ζητώ κι ελεηθείτε έναν που πάσχει· η συμφορά όμοια γυρνώντας πότε στον ένα κάθεται, πότε στον άλλο. ΧΟΡΟΣ Με τη γνώμη μας ήταν το κάλεσμα, Προμηθέα, που μας έκαμες· και με πόδι ελαφρό τώρ' αφήνοντας το γοργόδρομο θρόνο μας και τον πάναγνο αιθέρα, το πέραμα των πουλιών, στην απόκρημνη θα πεζέψω αυτή γης, για ν' ακούσω πέρα ως πέρα τους πόνους σου. ΩΚΕΑΝΟΣ Μακρινή πήρα στράτα και ξάκρισα και σε σένα εδώ έφτασα, Προμηθέα, κυβερνώντας με νόημα και χωρίς χαλινάρια το γοργόφτερο τούτο πετούμενο. Γνώριζε το, συμπάσχω στα πάθη σου, γιατί βέβαια πρώτα η συγγένεια μ' αναγκάζει, μα κι έξω απ' αυτή κανέν' άλλο σε μοίρα καλύτερη
από σε δε θα βάλω. Θα το δεις και μονάχος σου, μάταια πως δεν το 'χω να λέω γλυκόλογα· κι έλα, πε μου, τι πρέπει να κάνομε, γιατί φίλο πως έχεις ποτέ δε θα πεις από μένα πιο βέβαιο, τον Ωκεανό. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Α! τι 'ναι τούτο; και λοιπόν και συ έχεις έρθει τα πάθη μου να δεις; πώς τόλμησες ν' αφήσεις τ' ομώνυμο σου ρέμα και τα θολωτά σου τ' ατόφια σπήλια, στη σιδερομάνα ετούτη για να 'ρθεις γη; κι έφτασες για να δεις αλήθεια τα πάθη και τη μοίρα μου να συμπονέσεις; Να, βλέπε φρίκη! αυτόν του Δία το φίλο, που είχε μαζί ενεργήσει ν' ανεβεί στην εξουσία, με τι τρόπο παιδεύομαι τώρ' απ' τον ίδιο. ΩΚΕΑΝΟΣ Τα βλέπω, ναι, και θέλω, αν και γνωρίζω πόσον είσαι σοφός, μια καλή γνώμη να σου δώσω· Τον εαυτό σου γνώρισε κι άλλαξε τρόπους σύμφωνους με τους νέους καιρούς, αφού και νέος άρχοντας μέσα στους θεούς ορίζει τώρα. Μ' αν θέλεις έτσι απόκοτα και τραχιά λόγια να ρίχτεις, όσο κι αν ψηλά θρονιάζει ο Δίας, πάντα θα σ' άκουγε, ώστε αυτά που απ' την οργή του τώρα τραβάς, να φαίνονται παιχνίδι, αλήθεια. Μ' άφησε πια, ταλαίπωρε, τη γνώμη που 'χεις και κοίτ' απ' τα δεινά σου αυτά πώς να γλιτώσεις. Ίσως παλαιικά σου φαίνονται όσα λέγω, όμως, να, και τα επίχειρα ποια 'ναι της γλώσσας, που τα πολύ περήφανα τα λόγια ξέρει. Και συ ποτέ σου ταπεινός, ουδέ λυγίζεις στις συμφορές, μα ζητάς κι άλλες να προσθέσεις στις τωρινές· μ' αν θ' άκουγες τις συμβουλές μου,
στα κέντρα δε θα λάχτιζες, αφού το βλέπεις πως είν' τραχύς και ανεύθυνος ο νέος μονάρχης. Τώρα πηγαίνω εγώ και θα κοιτάξω αν είναι τρόπος απ' τα δεινά σου αυτά να σε γλιτώσω. Μα ησύχαζε και τα πολλά τα λόγια ας λείπουν. Ή δεν το ξέρεις, μ' όλη τη σοφία την τόση, πως γλώσσα αστόχαστη ζημιά δική της φέρνει; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Σε ζηλεύω που βρίσκεσαι έξω από αιτία, μόλο που τόλμησες να λάβεις σ' όλα μέρος. Μ' άφησ' με τώρα κι έγνοια σου από μένα· εκείνου τη γνώμη βέβαια δε γυρνάς, γιατί δεν έχει εύκολο τόσο αυτί· μόν' κοίταξε μην πάθεις κι ο ίδιος τίποτε κακό απ' αυτό δρόμο. ΩΚΕΑΝΟΣ Είσαι, καθώς φως φανερό μου τ' αποδείχνεις, άλλους πολύ αξιότερους σοφούς να κάνεις παρά τον εαυτό σου· μα μη μου αντικόβεις το δρόμο που ξεκίνησα, γιατί το λέω και το καυχιούμαι, πως αυτό το δώρο εμένα θα κάμει ο Δίας κι απ' τα δεσμά θενά σε λύσει. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Χάρη σου το χρωστώ και δε θα την ξεχάσω όλη την τόση προθυμία που δείχνεις· όμως μην κοπιάζεις, γιατί ανώφελα θα πάνε για μένα οι κόποι σου, αν σκοπό το 'χεις κι αλήθεια· Κάθου ήσυχος λοιπόν κι έξω απ' αυτά τραβήξου, γιατί, αν εμένα ώρα κακιά με ήβρε, ποτέ μου δε θα 'θελα 'ξαιτίας μου να πάθουν κι άλλοι. Όχι· με φτάνει κι όσο τ' αδελφού μου η μοίρα
του Άτλαντα με πονεί, που στους Εσπέριους τόπους στέκει στηρίζοντας στους ώμους την κολόνα τ' ουρανού και της γης - κακοβάσταγο βάρος. Κι ακόμα είδα και πόνεσα της Γαίας το θρέμμα που 'χε μονιά του τις σπηλιές της Κιλικίας, το γαύρο μ' εκατό κεφάλια τον Τυφώνα, τέρας φριχτό, να τον δαμάζει η βία· κι είχε κεφάλι σ' όλους τους θεούς σηκώσει ενάντια, σφυρίζοντας με τ' άγρια του σαγόνια τρόμο κι από τα μάτια του άστραφτε γοργόνειες φλόγες, που 'θελ' από το θρόνο του το Δία να ρίξει· μα ήρθεν επάνω του άγρυπνο του Δία το βέλος ο κατεβάτης κεραυνός, φωτιά και λάβρα, που από τις μεγαλόστομες τις κομποφάνειες τον τράνταξε κι ίσα στο ψυχικό βαρώντας στάχτη θρύψαλα βρόντησε τη δύναμη του. Και τώρα ανώφελο κορμί παραριγμένο κοντά σ' ένα της θάλασσας στενό θαμμένος κάτω απ' το βάρος κείτεται βαθιά της Αίτνας και στις κορφές της κάθεται σφυροκοπώντας ο Ήφαιστος μύδρους, που από κει φωτιάς μια μέρα θα ξεχυθούνε ποταμοί, μ' άγριες σαγόνες της Σικελίας σπαράζοντας τους πλούσιους κάμπους· τέτοιο ο Τυφώνας μάνισμα θενά ξεβράσει με καυτά ρέματα άσμιχτης πύρινης μπόρας, αν κι απ' του Δία τον κεραυνό καρβουνωμένος. Μα εσύ έχεις κρίση κι από με δεν περιμένεις να σε διδάξω· όπως μπορείς να σωθείς κοίτα· κι εγώ τη μοίρα αυτή που με ήβρε θα υποφέρω ώσπου η οργή μες στην καρδιά του Δία να πέσει. ΩΚΕΑΝΟΣ Μα δεν το ξέρεις, Προμηθέα, κι αυτό: πως είναι γιατρός τα λόγια πάνω στης οργής τη βράση; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Όταν στην ώρα την πληγή κανείς μαλάζει κι όχι να τη ζουλά σκληρά στο φόρμισμά της. ΩΚΕΑΝΟΣ Κι όταν ένας τολμά το ζήλο του να δείξει, ποια ζημιά βλέπεις; μάθε μου και με να ξέρω. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Περιττό βλέπω κόπο κι άμυαλη ελαφρότη. ΩΚΕΑΝΟΣ Άφησ' με στην αρρώστια αυτή, γιατί 'ναι κέρδος σωστά να κρίνεις κι άλλος γι' άμυαλο να σ' έχει. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Δικό μου θα φανεί το αμάρτημα αυτό να είναι. ΩΚΕΑΝΟΣ Βλέπω, με στέλνει ο λόγος σου από κείθε πού 'ρθα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μην τύχει κι η συμπόνια μου σ' έχθρα σε ρίξει. ΩΚΕΑΝΟΣ Τάχα του παντοδύναμου του νέου κυρίου; ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Αυτόν φυλάγου, μήπως σου οργιστεί ποτέ του. ΩΚΕΑΝΟΣ Δάσκαλο τη δική σου συμφορά θενά 'χω. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πήγαινε, τράβα· φύλαγε τη γνώση που 'χεις. ΩΚΕΑΝΟΣ Με βρίσκει ο λόγος σου έτοιμο να ξεκινήσω, γιατί και το τετράποδο πουλί αναδεύει στον πλατύ αιθέρα τα φτερά, που με χαρά του στα δικά του παχνιά θα λύγιζε τα γόνα ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ Α' Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο ΧΟΡΟΣ Προμηθέα, την ασύντυχη μοίρ' αυτή σου θρηνώ κι απ' τα μάτια μου αβάοτηγο βρύση τρέχει και την όψη μου βρέχει δάκρυ θερμό. Γιατ' ο Δίας με νόμους δικούς του σκληρά κι άθεα αυτά κυβερνά και στους πριν τους θεούς με περήφανο χέρι ακουμπάει στο λαιμό τους μαχαίρι. Πέρα και πέρ' αντηχάει και περνά πάσα χώρα οδυρμός, κι όλα τώρα θρηνούν τη δική σου και των δυο σου αδερφών μεγαλόσχημη αρχαιόπρεπη τιμή. Κι όσοι θνητοί κατοικούν την αγία πλατιά Ανατολή συμπονούν τα δικά σου βαριόμοιρα πάθη. Και μαζί της Κολχίδος οι ατρόμαχτες στους πολέμους παρθένες, κι οι ορδές των Σκυθών, που στην άκρη της γης κάθονται γύρω στη Μαιώηδα λίμνη,
Και της Άριας ο άρειος(1)ο ανθός που κρατούν το ψηλόγκρεμνο κάστρο κοντά στου Καυκάσου τα μέρη και φρουμάζουν(2), τρομάρα στρατός, μ' αθερόκοψες σπάθες στο χέρι [Ένα μόνον ως τώρα έχω γνωρίσει θεόν άλλο, που τέτοιο μαρτύριο άγριο με πεδούκλια ατσαλένια δαμάζει, τον Τιτάνα τον Άτλαντα - ω πόνοι! που όλο πάντα το βάρος της γης και τ' ουράνιου του θόλου σηκώνει και βουβά 'ναστενάζει.] Και συμπονώντας ο πόντος βογκά, στενάζει ο βυθός, κρυφανταριάζουν βαθιά τα μαύρα της γης καταχθόνια και με τ' αγνά ρέματα τους θρηνούν των ποταμών οι πηγές στου φριχτού μαρτυρίου αού την ψυχοπόνια. Σημειώσεις: (1) άρειος: πολεμικός, που εμπνέει ο Άρης (2) φρουμάζω: χλιμιντρίζω σαν άλογο
Β' Ε Π Ε Ι Σ Ο Δ Ι Ο
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μην το θαρρείτε ξιπασιά μου ή περηφάνια που δε μιλώ· μες στη βουβή τη συλλογή μου σπαράζομαι να βλέπω αυτή μου την κατάντια. Κι όμως, στο βάθος, σε ποιον άλλο παρά εμένα χρωστούνε οι νέοι αυτοί θεοί τις τιμές που 'χουν; Μ' αυτά τ' αφήνω, κι είναι περιττό να κάνω λόγο, γιατί τα ξέρετε· τώρα τα πάθη
των ανθρώπων ν' ακούσετε, πώς, ενώ πρώτα σαν τα μωρά ήταν, νου τους έβαλα και φρένες· κι όχι παράπονο μ' αυτούς πως έχω, μόνο για να σας δείξω την καλή προαίρεση μου. Και λοιπόν πρώτα βλέπαν και του κάκου έβλεπαν, άκουγαν και δεν άκουγαν, μα όμοιοι με ονείρων μορφές σ' όλο το μάκρος της ζωής τους όλα τα πάντα έτσι ανάκατα σύγχυζαν, κι ούτε πλιθόχτιστα προσήλια σπίτια ξέραν, ούτε τα ξύλα να δουλέυουν, μα σ' ανήλια σπήλια χωσμένοι ετρύπωναν σαν τ' αχαμνά μερμήγκια. Και ούτε χειμώνα εγνώριζαν βέβαιο σημάδι, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε του θέρους του καρπερού κανένα, μα έτσι επορευόνταν με δίχως κρίση, ώσπου τους έδειξα των άστρων τις αξεδιάλυτες ανατολές και δύσεις Κι εγώ τον αριθμό, την πιο τρανή σοφία, και των γραμμάτων τα συνθέματα τους βρήκα, της μνήμης, της μητέρας των Μουσών, εργάτες. Κι έζεψα πρώτος στο ζυγό τα ζώα σκυμμένα κάτω από ζεύγλες(1) και σαμάρια, για να παίρνουν τους πιο μεγάλους πάνω τους κόπους του ανθρώπου. Κι έδεσα χαλινόστεργα(2) τ' άλογα στο άρμα, της αρχοντιάς της μεγαλόπλουτης καμάρι· και τα θαλασσοπλάνητα δε βρήκεν άλλος πάρεξ εγώ λινόφτερα(3) του ναύτη αμάξια. Μα ο άμοιρος! ενώ ήβρα τέτοιες σοφές τέχνες για τους ανθρώπους, τίποτα για με τον ίδιο δεν έχω να σωθώ απ' αυτές τις συμφορές μου. ΧΟΡΟΣ
απ' τα ονείρατα ποια πρέπει να βγουν αλήθεια. τι μηχανές σοφίστηκα και πόσες τέχνες· κι η πιο μεγάλη . τα συνταιριάσματά(4) τους. ποια είναι δεξιά σημάδια και ποια ζερβά. ούτε να πιει. τα 'χασες και συ και δε γνωρίζεις ποια φάρμακα να γιατρευτείς έχεις ανάγκη. που πέσει σ' αρρώστια. ποιος από μένα πως τα ήβρε πρώτος θενά πει. Κι ακόμα τα πετάματα των άγριων όρνιων όρισα καθαρά. χρυσάφι. εκτός να φλυαρεί αν θέλει έτσι του βρόντου Και μ' ένα λόγο σύντομο σου λέω να ξέρεις· στον Προμηθέα χρωστούν οι άνθρωποι όλες τις τέχνες. τις έχθρες.που αν κανείς ήθε αρρωστήσει. και τους έμαθα να κρίνουν τ' αρπαχτά λόγια και τις συντυχιές του δρόμου. . και μάτια στης φλόγας έδωσα τα πριν τυφλά σημάδια. βέβαια κανένας. Εγώ. ασήμι. τι χρώμα να 'χουν για ν' αρέσουν στους θεούς τους και της χολής και του λοβού(5) τις τόσες όψεις· και μες στη σκέπη τυλιχτούς καίοντας τους γοφούς(6) και της ράχης το κόκαλο. ούτε να πάρει. του ανθρώπου βοηθήματα. και μαραινόταν έτσι με δίχως γιατρικά. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τ' άλλα ν' ακούσεις πιότερο θενά θαυμάσεις. και τι λογής τα σπλάχνα πρέπει να 'ναι. Και τους πολλούς της μαντικής χώρισα τρόπους κι έκρινα πρώτος. τις φιλίες. Μα έξω απ' αυτά και τα κρυμμένα μες στα σπλάχνα της γης.Δε σου 'πρεπε αυτό που 'παθες· έξω απ' το νου σου παραστρατείς και σαν κακός γιατρός. χαλκό και σίδερο. καθώς και τις συνήθειες που 'χουν. δύσκολης τέχνης το δρόμο στους ανθρώπους άνοιξα. δεν είχε αντίδοτο κανένα. ούτε αλειφτεί. ώσπου εγώ πάλι έδειξα τ' ανεκάτωμα λογής φαρμάκων την πάσ' αρρώστια τους μ' αυτά να πολεμούνε.
Και τι άλλο του γραφτό παρά εξουσία αιώνια. στη δυστυχία μην παρατάς μονάχα εσένα· μα εγώ έχω ελπίδα να λυθείς απ' τα δεσμά σου κι όχι πιο λίγη δύναμη απ' το Δία να πάρεις. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Βέβαια να φύγει απ' το γραφτό δε θα ήταν τρόπος. μα αφού δαμαστώ από μύρια βάσανα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μ' όλα τα παρακάλια αυτό δε θα το μάθεις. . ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Δεν είν' γραφτό απ' τη μοίρα τέτοιο ακόμα τέλος αυτά να λάβουν.ΧΟΡΟΣ Μα ενώ ωφελείς τον άνθρωπο πέρ' απ' το μέτρο. ΧΟΡΟΣ Και ποιος να κυβερνά το δοιάκι της ανάγκης. XOΡΟΣ Μα ενώ ωφελείς τον άνθρωπο πέρ' απ' το μέτρο. τότε θα λυθώ. στη δυστυχία μην παρατάς μονάχα εσένα· μα εγώ έχω ελπίδα να λυθείς απ' τα δεσμά σου κι όχι πιο λίγη δύναμη απ' το Δία να πάρεις. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μοίρες οι τρεις κι οι Ερινύες που δεν ξεχνούνε ΧΟΡΟΣ Ώστε είναι πιο απ' αυτές αδύνατος ο Δίας. γιατί έχει η τέχνη πολύ πιο λίγη δύναμη απ' την ανάγκη.
Προμηθέα.ΧΟΡΟΣ Μυστήριο θα 'ναι βέβαια που έτσι τα κρύβεις. το οστό της λεκάνης Β' Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο XOΡΟΣ Μη μ' αξιώσει αντίδικη τη δύναμη του ο Δίας. απ' τ' άπρεπα δεσμά και πάθη θα γλιτώσω. Σημειώσεις: (1) ζεύγλα: ξύλινος ζυγός στο σβέρκο του ζώου (2) χαλινόστεργος: αυτός που δέχεται να του περάσουν χαλινάρι (3) λινόφτερα: φτερά από λινό ύφασμα. να στήσει στη δική μου γνώμη ενάντια· κι εγώ ας μη λείψω στους θεούς αγνής βοδιών θυσίας να κάνω προσφορά στ' άσωστα του πατέρα Ωκεανού ακρογιάλια. μ' άσβηστη πάντα μες στο νου τη γνώμη αυτή ας κρατήσω. γιατί δεν είναι καιρός γι' αυτό το λόγο. χωρίς να φοβηθείς το Δία. . Είναι γλυκό με θαρρετές ελπίδες της ζωής μου όλες τις μέρες να περνώ. γιατί. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Άλλη ομιλία ας αλλάζαμε.σύγκορμη σπαρνώ(1) να βλέπω μύρια να ξεσκούν μαρτύρια. συμφιλίωση (5) λοβός: το κάτω μέρος του πνεύμονα (6) γόφος: γοφός. τα πανιά του πλοίου (4) συνταίριασμα: συνδιαλλαγή. κι ούτε ποτέ με λόγο ας αμαρτήσω. που όσο πιο κρυμμένος πρέπει να μένει· κι έτσι μόνο αν τον φυλάγω. Μα εσένα . οπού τα πάντα κυβερνά. και ν' ανασταίνω με χαρές καθάριες την ψυχή μου.
ω πε μου. πόσο αδύναμο κι ολιγοδρανισμένο(2). τυφλό σα μέσα σ' όνειρο ζαλεύει(3) τ' ανθρώπινο κοπάδι ' μποδεμένο(4). Σημειώσεις: (1) σπαρνώ: σπαράζω. όταν γαμπρός στο νυφικό κρεβάτι σου μ' αριθμητά προικιά την κέρδισες κι οδήγαες μόνος μόνη την κόρη του πατέρα μου Ησιόνη. απαθής (3) ζαλεύω: σαλεύω. Σαν τι κρίμα πλερώνεις μ' αυτή την ποινή. τι έθνος. Προμηθέα. Το 'μαθ' αυτό. σκιρτώ (4) μποδεμένος: δυσκολεμένος. Δεν το είδες. Όμως του Δία την πάνσοφη αρμονία βουλή θνητού δεν την παρασαλεύει. Πε μου. αλήθεια και ποια από τους λιγόζωους βοήθεια.πας στους ανθρώπους τους θνητούς με τη δική σου ιδέα και δίνεις τόση αξία. Άδωρο δώρο η χάρη τους· τι τ' όφελος. παγιδευμένος Γ' Ε Π Ε Ι Σ Ο Δ Ι Ο ΙΩ Ποια χώρα. χτυπιέμαι (2) ολιγοδρανισμένος: αμήχανος. τα πάθη σου είδα τα φριχτά κι ένας αλλιώτικος σκοπός στο νου μου. σε ποια χώρα γης . που κακοθανατάς. πετά όχι σαν κείνο που 'ψαλλα μια μέρα. ποιος τάχα είναι αυτός που τον βλέπω σ' αυτό τον γκρεμνό καρφωτό να τον δέρνουνε τέτοιες φουρτούνες.
που φλογίζει την καρδιά του Δια μ' έρωτα: κι όπου τώρα μισητή απ' την Ήρα στους άσωστους γυμνάζεται άθελα της δρόμους. Αλίμονο μου αλί! πού πάλι με τραβούν οι μακροπεριπλάνητοι παραδαρμοί. και μες σε τέτοιες συμφορές μ' έζεψες. του Κρόνου γιε. δώσε με στα θεριά του πέλαου να με φαν. μα μη αποστρέψεις. Και το σουραύλι του βαριά σφυρίζει ένα σκοπό που σα νανούρισμα ύπνο φέρνει.(1) να το. όίμέ.να πλανήθηκα η μαύρη. κι έτσι με τυραγνάς τη μαύρη με άγριας τρέλας σκιάξιμο έξω νου. και να μην ξέρω πού τέλος θα βρουν οι συμφορές μου. που και νεκρό δεν τόνε κρύβει η γης.. Φωτιά ρίξε και κάψε με. Ακούεις της βοϊδοκέρατης παρθένας τη φωνή. τις ευχές μου· με σώνει όσοι με γύμνασαν μακροπαραδαρμοί. ο βοσκός με μύρια μάτια που 'ρχεται και σκιαχτά τριγύρω του τηρά. ή χώσε με στη γης. ΙΩ .. σε τι. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Πώς δεν ακούω την οιστροκέντητη την κόρη του Ινάχου. Αχ! Αχ! Πάλι την άθλια με κεντά ένας οίστρος. να. θε μου. του Αργού το φάντασμα του γίγαντα· βόηθα θεέ! τον βλέπω. Σε τι με βρήκες να 'φταιξα. μ' απ' τον κάτω κόσμο βγαίνοντας σαλαγάει και με γυρνά στην άμμο του γιαλού την άθλια νηστικιά.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ . πού στους ανθρώπους τη φωτιά έχω δώσει. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Όλα θα σου τα πω. ποιος είσαι. πού με μαραίνει αλείφοντας με μανιακά κεντριά κ' ήρθα μ' ακράτηγη φορά σκιρτόντας νηστικιά από θεόργητες βουλές κατατρεμένη. δύστυχε Προμηθέα. πέ μου της πολυπαθιασμένης. Φανέρωσε μου ξάστερα τί άλλο με περιμένει· νάναι να υπάρχη λυτρωμός και της αρρώστειας γιατρικό. με λόγια απλά και ξάστερα. ώ δύστυχε. γιατί να πάσχης τέτοια. πού είδαν τόσο όλοι οι θνητοί καλό από σένα. δίχως να πλέκω αινίγματα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ότι κ' έπαψα πια να θρηνώ τα δεινά μου ΙΩ Τότε λοιπόν αυτή τη χάρη δε μου κάνεις. στην δύστυχην εμέ μου τάπες έτσι αληθινά και τη θεόσταλτη ωνομάτισες αρρώστεια. Μ' απ' τους δυστυχισμένους ποιοί τόσα τραβούνε όσα εγώ. φώτισε με εσύ την άθλια την παραδαρμένη. ΙΩ Ώ. μα όπως σε φίλους είναι δίκιο ν' ανοίγης στόμα: Λοιπόν είμαι ο Προμηθέας εγώ. Μίλα μου. πού λαχταράς να μάθης. ποιός. αν το ξέρης.Πούθ' έχεις του πατέρα μου τόνομα συ ακουστά. πού. δείξε μου συ.
ΙΩ Λοιπόν γιατί μ' αργείς και δε μου λες τα πάντα. . ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Φτάνει να θες. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Είναι αρκετά κι αυτά πού σου έχω φανερώσει.Λέγε ν' ακούσω. πότε τέλος θα δω η ταλαίπωρη στους παιδεμούς μου. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ θάταν καλύτερα για σε να μην το μάθης. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Του Δία είναι η βουλή και του Ηφαίστου το χέρι.τι 'ναι γραφτό να πάθω. κι ό. ποιος σ' αλυσόδεσε σ' αυτούς τους βράχους. ΙΩ Καί ποιο το κρίμα το βαρύ πού έτσι πλερώνεις.τι μου ζητάς θα μάθης. μα δεν τολμώ να σε ταράξω. ΙΩ Πέ μου. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Δε σ' το ζηλεύω αυτό πού μου ζητάς το δώρο. ΙΩ Μα κάν δε θα μου πής να ξέρω ακόμη. ΙΩ Μη μου το κρύβης ό.
ο κόπος του δεν πάει του κάκου. ξάστερα. τη μαύρη! Συχνά τη νύχτα στην παρθενική μου κλίνη ερχόνταν υπνοφαντασιές και με πλάνευαν με λόγια δολερά: "ώ τρισευτυχισμένη. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Σε σένα στέκει. αφού έχεις τόση βία· και λοιπόν άκου. τη χάρη να των κάμης.ΙΩ Μη γνοιάζεσαι για με πιότερο κι απ' την ίδια. στού πατέρα σου τα βοσκοτόπια. θακούσετε όλα πού ζητάτε από με. γιατ' έχει ο Δίας φλογιστή απ' του ερωτά σου τα βέλη. κι όσ' άλλα πιά της μέλλουνται. Ιώ. ΧΟΡΟΣ Μη ακόμα· δός κ' εμένα μέρας απ' τη χάρη· πρώτα νακούσωμε απ' αυτή να μας πή η ίδια τη συμφορά και τίς βαριόμοιρές της τύχες." . πώς με βρήκε. ΙΩ Δε ξέρω πώς μπορώ να μη σας υπακούσω. μια πού είναι μάλιστα κι αδερφές του πατρός σου· γιατί και να κλαυτή κανείς και να θρηνήση τα πάθη του. στα λειβάδια της Λέρνας. ενώ σε περιμένει η πιο μεγάλη τύχη. πώς κάθεσαι τόσον καιρό παρθένα ακόμη. Ένα προς ένα. όταν θα βρή δάκρυα από κείνους πού τον ακούουν. κι αν με ντροπή θα λέγω τη θεόργητή μου συμφορά και της μορφής μου το παράλλαμ' αυτό. για να χόρταση ο πόθος σου του Δία το μάτι. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ανάγκη. και να μοιραστή ποθεί μαζί σου τη γλύκα της αγάπης σου· μα μη αποστρέψης του Δία τους γάμους κ' έβγα. από σε ας τα μάθη. κόρη.
κ' έτσι με κέρατα στο μέτωπο. Κι αμέσως μου παράλλαξε η μορφή κι ο νους μου. ως που τόλμησα να κάμω λόγο στον πατέρα γι' αυτά των ύπνων μου τα σκιάχτρα. λέω. φανέρωσε τα. ο Άργος. Σε τέτοιους του Λοξία χρησμούς υποταγμένος μ' έβγαλε και μ' απόδιωξε μες απ' το σπίτι άθελ' αυτός άθελα εγώ· μα να το πράξη με βία του Δία τον έσφιγγε το χαλινάρι. μα με θεϊκιά βουκέντρα μυιγοκέντητη εγώ σε γη από γης πλανιούμαι. σκοτεινά και τυφλά κι αξεδιάλυτα λόγια. ως με βλέπεις. Άκουσες όσα τράβηξα· τώρ' αν γνωρίζης να πής όσα μου λείπουνται. Καί κείνος στέλνει στην Πυθώ και στη Δωδώνη συχνούς θεοπρόπους. ως που μες στα πολλά ξάστερος ήρθε λόγος στον Ίναχο. κι αν δε θελήση. δεν είναι άλλη πιο αίσχρή απ' τα πλαστά τα λόγια αρρώστεια. τους θεούς θέλει ευχαρίστηση. για να μάθη. τί αν θα κάμη ή τί αν θα πή. κεραυνός φωτιά απ' το Δία θαρθή π' όλο το γένος του θα ξολοθρέψη.Τέτοια όνειρα με τάραζαν όλες τίς νύχτες την άμοιρη. μ' οξύ κεντρί βοϊδόμυιγας φαρμακεμένη με ξώφρενα σκιρτήματα κατά το ρέμμα της Κέρχνης χύμηξα και τίς πηγές της Λέρνας. δίχως να θες από έλεος να με θερμάνης με ψευτοπαρηγόριες· γιατί. Μα δυσοπείκαστους χρησμούς γυρνόντας φέρνουν. ξακλούθα μέ ειχε ο αμέρωτος με μύρια μάτια πίσω απ' τα χνάρια μου· ως που απάντεχος ο Χάρος τον πήρε ξάφνου. και βοϊδολάτης γίγαντας ατόφυος. προστάζοντας και λέγοντας του έξω απ' τα σπίτια κι απ' τη χώρα να με διώξη για να πλανιέμαι απόλυτη στης γης τίς άκρες. .
στέγες πλεχτές ψηλά πάνω σ' αμάξια.. ώ μοίρα.ΧΟΡΟΣ Αχ! Αχ! μακριά κι όξω από μας! ποτέ δεν τόλεγα ποτέ παράξενα έτσι πράματα ν' αρθούν στην ακοή μου κ' έτσι άστεργα ανυπόφερτα παθήματα. βδελύγματα. σκιαξίματα με δίστομο κεντρί να μου μαργώσουν τη ψυχή μου. βάλ' τα μες στο νου σου τα λόγια αυτά. του Ινάχου σπέρμα. πόχουν σπίτια. φανέρωνε τα· κ' είναι στους αρρώστους καλό να ξέρουν από πρίν. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Εύκολα πριν πετύχατε από με τη χάρη πού μου ζητήσατε· γιατί θέλατε πρώτα νακούσετε απ' αυτήν τα πάθια της την ίδια. ακούτε τώρα και τα επίλοιπα. τους δρόμους σου για να γνωρίζης. και συ. αλλοί μου! ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Πρίν της ώρας θρηνείς και πήρες ένα φόβο.. περίμεν' ως που και τα επίλοιπα να μάθης. Πρώτ' απ' εδώ προς του ήλιου στρέφοντας το βγάλμα θα προχωρής γραμμή σ' ανόργωτα χωράφια και στους σκηνίτες Σκύθες θέ να φτάσης. αρματωμένοι με μακρόρριχτα δοξάρια· μην τους σιμώσης· μα στριμώχνοντας τα χνάρια . τα πάθη σου είδα κ' έφριξα. μοίρα. ΧΟΡΟΣ Λέγε. όσα πρέπει από την Ήρα η κόρη αυτή να δοκιμάση. τί τους προσμένει.
θνητής γυναίκας ν' απολαύση τον έρωτα. και κεί τις αντρομάχες Αμαζόνες θα βρής. γιατ' είν'ανήμεροι άνθρωποι κ' εχθροί στους ξένους. Λοιπόν τί λέτε.στους κυματόχτυπους γκρεμνούς βγαίνε απ' τη χώρα. εχθρή στους ναύτες και μητρυιά στα πλοία· αυτές και πάρα πρόθυμα θα σ' οδηγήσουν και στον Κιμμέριο τον πορθμό θαρθής. Έπειτα απ' το ζερβί το χέρι οι σιδεράδες Χάλυβες κατοικούν. κόρη φτωχή. δε σας φαίνεται ο δεσπότης πώς είναι των θεών όμοια σκληρός στα πάντα. πού για να θέλη. πού μ' όλη πρέπει την τόλμη της καρδιάς ναφήσης κ' ίσα αντίκρυ να σχίσης το Μαιωτικό πορθμό.όνομα και πράμα θα φτάσης ποταμό. στης λίμνης τάνοιγμα επάνω το στενό. αλλοί! Άχ! Άχ! ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ . ΙΩ Αλλοί μου. κι απ' τόνομα σου Βόσπορος θέλει ονομαστή· κ' έτσι απ' τη χώρα της Ευρώπης θαρθής στα μέρη της Ασίας. που πρέπει ν' αποφύγης. παρ' όταν έρθης στου Καυκάσου αυτό το μέρος. ξέρε το. του πιο ψηλού βουνού. πού κάποτε θέ νάρθουν να κατοικήσουν τη Θεμίσκυρα. πού εύκολα δεν περνιέται. κ' ηύρες των γάμων σου μνηστήρα πικρό. γιατ' όσα έχεις μ' ακούσει δεν είναι. θα στρέψης το δρόμο νοτινά. αυτός θεός. Κ' ύστερα στον Υβρίστην . ουδ' αρχή των συμφορών σου. ως πέρα στη Σαλμηδυσσία τη γλώσσα. την έρριξε σε τέτοιους κατατρεμούς. πού ο ποταμός ξεχύνει κατώκορφα την άφρη του· κι αφού περάσης τις αστρογείτονές του αυτές κορφές. τριγύρω στο Θερμώδοντα. πού ως τόσο λόγος πολύς θα μείνη πάντα στους ανθρώπους απ' αυτό σου το πέρασμα.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Θάχαιρες βέβαια νάβλεπες μια τέτοια τύχη. πού να πεθάνω εγώ δε μου είναι πεπρωμένο! γιατ' έτσι. κάλλιο κανείς να πάη μια και καλή.Πάλι θρηνείς και σκούζεις· τότε τί θα κάμης. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Πόσο βαριά θα βάσταες τους δικούς μου πόνους. θέ να γλύτων' απ' τα βάσανα μου· μα τώρ' άλλο δεν βλέπω μπρος κανένα τέλος στα πάθη μου. ΙΩ Καί πώς να μη. παρά να τυραγνιέται αιώνια. πούν' αφορμή της συμφοράς μου. ΙΩ Τότε τί μ' ωφελεί να ζω κ' ευτύς δεν τρέχω πάνω απ' αυτόν να γκρεμνιστώ το ξερό βράχο και βροντημένη καταγής να γλύτωνα έτσι απ' όλα τα δεινά. ΧΟΡΟΣ Μένουν αλήθεια κι άλλα να της πής ακόμα. πριν πέση ο Δίας από το θρόνο ΙΩ Τη βασιλεία ποτέ μπορεί να χάση ο Δίας. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ . ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ολόκληρο άγριο πέλαγο μαύρης φουρτούνας. όταν θ' ακούσης και τα επίλοιπα της πάθη.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τί μ' όποια. έξω αν εγώ λυθώ από τα δεσμά μου. ΙΩ Καί ν' αποφύγη το κακό δεν είναι τρόπος. ιστόρησε μου το. γιατί θα γίνη. απ' τον ίδιο πιο τρανό. ΙΩ Καί με ποιο τρόπο. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Κανείς. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Παιδί. ΙΩ Με θεά ή με θνητή. ΙΩ Κι από ποιόν θέλει της αρχής τα σκήπτρα χάσει. πού θα μετανοιώση. αυτό άπ' το στόμα μου δεν πάει νάβγη. αν κάνη. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Απ' τίς δικές του μόνος του τις μάταιες γνώμες. αν δε βλάφτη. δε μου το λες. ΙΩ Καί θα ξεθρονιστή λοιπόν από γυναίκα. θα του γέννηση. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Γάμο θα κάμη τέτοιο.Μπορείς λοιπόν να χαίρεσαι. .
ΙΩ Πώς είπες. διάλεξε· ή τα επίλοιπα σου πάθη καθαρά να σου πω. ΧΟΡΟΣ . ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Από τρείς κι άλλες δέκα σου γενιές κατόπι. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τότε μη θες και τάλλα σου να μάθης πάθη. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Είναι γραμμένο κάποιος νάναι από δικούς σου. ΙΩ Τη χάρη μια πού μόταξες μην πάρης πίσω. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Σ' αφήνω. ή ποιος θα λύση εμένα.ΙΩ Ποιος να σε λύση. γυιός μου τάχα λες να σε λύτρωση. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Το ένα απ' τα δυο πού είχα να πω θα σου χαρίσω. ΙΩ Πέ μου ποια 'ναι τα δυο κι άφις με να διαλέξω. ΙΩ Αυτούς σου τώρα τους χρησμούς πια δεν τους νοιώθω. δίχως να το θέλη ο Δίας.
δεν έχει πια να ζήση· και σου το λέω αυτό τα μέτρα σου να λάβης. πούδε του ήλιου αχτίδες ποτέ τίς βλέπουν. Μ' άκουσε κι άλλο φοβερό θέαμ' ακόμη· γιατί και τους ακρόχολους του Δία τους σκύλους τους Γρύπες. μα πέ σ' αυτήν τους δρόμους πόχει ακόμα πίσω. κι όλα θα σας τα πω πού ακόμα λαχταράτε ν' ακούσετε· και πρώτα εσένα τους πολυπλάνητούς σου. με το σουβλερό μουσούνι. και γράφ' τους στα θυμητικά του νου δεφτέρια. πού στίς όχθες του χρυσορρόα του Πλούτωνα κάθουνται γύρω. θα πω τους δρόμους. αυτούς μην τους ζυγώνης συ· και θέ να φτάσης σε χώρα αλαργινή μαύρων ανθρώπων πέρα κατά του Ήλιου τίς πηγές. πού άνθρωπος να τίς δη. μ' ένα μονάχα μάτι και για τίς τρείς των. πού οι τρείς παμπάλαιες κατοικούν Φορκίδες κόρες κυκνόμορφες. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Στην τόση σας επιθυμία δεν είναι τρόπος ν' αντισταθώ.Απ' τίς δυο χάρες θέλησε τη μια να κάμης εμένα και την άλλη αυτής· μη μου λες όχι. Αφού θέ να διαβής το ρέμμα πού χωρίζει τη μια άπ' την άλλην ήπειρο. Ιώ. ουδέ της νυχτιάς φεγγάρι. θα στρέψης κάτω στην πυρωμένη ανατολή πού δέρνει ο ήλιος. πρέπει να φυλαχτής κι απ' το στρατό τον καβαλλάρη των μονοφθάλμων Αριμάσπων. ποιος θα σε λύση. πού τους ποτίζει ο Αιθίοπας ποταμός· αυτού τίς όχθες πάρε και τράβα ως πού να βρής τον καταρράχτην. και μένα αυτό πού επιθυμώ. μονόδοντες. Κ' οι ανθρωπομίσητες κοντά τρείς αδερφές των οι φτερωτές και φιδοπλόκαμες Γοργόνες. και του πελάου το σάλαγο περνόντας θάρθης κατά τους κάμπους τους Γοργόνειους της Κισθήνης. όπου τ άγια καλόπιοτα νερά του κατεβάζει .
την Αίγυπτο. απ' όπου πίσω γύρισες σε νέες φουρτούνες. θάμ' άπίστευτον. Αν τίποτ' απ' αυτά ψευδό και δεν το νοιώθεις. οι δρύες οπού μιλούνε και πού σε καληνώρισαν ξάστερα κι όχι μ' αινίγματα "τή σεβαστή του Δία γυναίκα" . ρώτα με πάλι ξάστερα να σου εξηγήσω· γιατ' άδειαν έχω πιότερη κι απ' όση θέλω. ΧΟΡΟΣ Αν μένη απ' τους πολύφθορους αυτής τους δρόμους. θα πω κι όσα πρίν έρθη εδώ είχε περάσει. ή έχεις αφήσει τίποτε να πής ακόμη. όπου την τρανή την αποικία εσύ κ' οι γυιοί σου είναι γραφτό να θεμελιώσης. σου λέω να ξέρης. για να θυμάει το δρόμο σου σ' όλο τον κόσμο. πως βλέπει κάτι .ο Νείλος ποταμός από τα Βύβλινα όρη· κι αυτός στην τρίγωνη θα σε στρατέψη χώρα. Μα σε μελλούμενους καιρούς αυτός ο πόντος Ιόνιος θα ονομαστή. από κεί ο οίστρος σ' έσφιξε κ' έδωσες δρόμο κατάγιαλα προς τον πλατύ της Ρέας τον κόρφο. Λοιπόν αφού έφτασες στων Μολοσσών τη χώρα και κατά τη ψηλόρραχη Δωδώνην. λέγε· μ' αν όλα τάχης πή. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Όλη ως το τέλος την πορεία της έχει ακούσει αυτή· μα για να δη πως δε μιλώ του βρόντου. Σημάδια λοιπόν έχε αυτά.σού αγγίζει την καρδιά τίποτ' απ' όλα τούτα. δίνοντας τούτο απόδειξη για τάλλα πού είπα· και για ναφήνω τα πολλά κι άδικα λόγια ευτύς στον τελευταίο σου θαρθώ το δρόμο. κάμε τη χάρη και μας πού σου ζητήσαμε· βέβαια θυμάσαι. όπου του Δία του Θεσπρωτού μαντεία κι ο θρόνος είναι και.
δίχως να το θέλουν. μα θέλει πολύν καιρό. και καθενός των θα πάρη η καθεμιά γυναίκα τη ζωή τους. μπήχνοντας δίστομο σπαθί μες στίς σφαγές των. πού όση ποτίζει χώραν ο Νείλος ο πλατύς θα εξουσιάση. κάλλιο άπ' τα δυο θα προτίμηση άναντρη ν ακουστή η μιαρή αντροφόνα. Μα ο Θεός δε θα τους αξίωση να χαρούνε τα σώματα τους· κι από θηλυκειάν αντρεία και νυχτοφύλαχτην αποκοτιά πεσμένους θα δεχτή η γη του Πελασγού. για ν' αποφύγουν το συγγενικό το γάμο με τους ξαδέρφους των. στίς ίδιες εκβολές του επάνω· εδώ σε φέρνει πάλι ο Δίας στα λογικά σου μ' άσφαλτο χέρι αγγίζοντας . πού απ' τα βάσαν' αυτά και μένα θα λύτρωση. Τέτοιος να πέφτη o Έρωτας και στους εχθρούς μου! Μόνο μιαν άπ' τίς κόρες θα γητέψη η αγάπη. Τέτοιο κρατώ χρησμό απ' την πανάρχαια Θέμη την Τιτανίδα τη μητέρα μου. κυνηγόντας θαρθούν ακυνήγητους γάμους. σαν τα γεράκια απόκοντα στίς περιστέρες. Τώρα για σας κι αυτήν μαζί θα πω όσα μένουν γυρνόντας πίσω στα παλιά των λόγων χνάρια. θάβγη τοξότης απ' το σπέρμα αυτό ξακουστός ήρως. πού ποθοπλανταγμένοι. Αυτή γενεά βασιλική θέ να γεννήση στο Άργος· μα θάθελε πολλά λόγια όλα τούτα να λέω καταλεπτώς· μα όπως και νάναι. το πώς και τί να σου ιστορήσω . τον Έπαφο με τόνομα. να μη σφάξη το ταίρι της και με τη γνώμη στομωμένη.μ' επαφή μόνο. κ' έτσι απ' το Δία μαύρο γυιό θέ να γεννήσης. Στην άκρη άκρη της γης του Νείλου είναι μια πόλη.πιότερο κι απ' το φανερό εμένα ο νους μου. Κι απ' αυτόν πέμπτη γενεά οι πενήντα κόρες στο Άργος θαρθούνε πίσω. ο Κάνωβος.
και συ δε θάχες διάφορο να μου τ' ακούσης. ΙΩ Άχ! αλλοί κι απ' αλλοί! Πάλι αρχίζει σπασμός και μανίας ταραγμός να πυρώνη το νου μου. να με δούνε νύφη στην κλίνη του Διός· . και τρέλλας κεντρί με φωτιά δίχως φλόγα μ' ανάφτει. η βοϊδόμυγα Γ' Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο ΧΟΡΟΣ Σοφός αλήθεια ήταν σοφός. Σημειώσεις: (1) οίστρος· η αλογόμυγα. τροχοφέρνουν τα μάτια ένα γύρο κι όξω δρόμου με παίρνει και φέρνει όξω νου η άγρια μπόρα της λύσσας και δεν κυβερνώ πια τη γλώσσα· μα λόγια άλλ' άντ' άλλα θολά με της μαύρης τα κύματα της συμφοράς μιαν έρχονται. μια πάνε. Μες στα στήθια από τον τρόμο λαχτίζ' η καρδιά. σεβάσμιες Μοίρες. μ' όσους στην αρχοντογενιά τους 'παίρουνται γάμους αταίριαστους να μην ταιριάζη. που πρώτος τόζυασε στο νου του και τόβαλε σε μύθο: πως πολύ πιο κάλλιο είναι κανείς μ' όμοιους του να συμπεθεριάζη κι άνθρωπος χεροδουλευτής μ' όσους τα πλούτη τα μεγάλα χαίρουνται. Μη μ' αξιώσετε ποτέ.
όταν γκρεμνίζονταν απ' τους πανάρχαιους του θρόνους. Μα τώρα ας κάθεται άγνοιαστος και θαρρεμένος στους ψηλόβροντους χτύπους του και μες στα χέρια τινάζοντας τα πύρινα τ' αστροπελέκια· όμως καθόλου αυτά δε θενά τον γλιτώσουν απ' το άτιμο το πέσιμο στην καταφρόνια . Σύμφωνος γάμος ταιριαστός . ΕΞΟΔΟΣ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Κι όμως μ' όλη την έπαρση του νου του ο Δίας θα γίνει ακόμα ταπεινός· γιατί έναν τέτοιο γάμο ετοιμάζεται να κάμει. κανένας δε θα είχε άλλος θεός άσφαλτο να του δείξει έξω από με· μόν' εγώ ξέρω πώς και πότε. Μαζί τους απολέμητος ο πόλεμος αυτός κ' είναι κακού προξενητής κι ουδέ έχω τί θα γίνω· γιατί δε βλέπω τη βουλή του παντοδύναμου θεού πως θάταν ν' αποφύγω.τέτοιον εγώ τιμώ και τέτοιος φόβο δε μου φέρνει· κι ας μήν τ' αξιωθώ κανείς απ' τους μεγάλους τους θεούς μ' ερωτικιά άφευχτη ματιά πάνω σε με να γέρνη. Τρομάζω την αμάλαγη πού βλέπω της Ιώς κι άστεργη παρθενιά να φτείρεται μ' όσους τραβά παραδαρμούς και κακοπλάνητους διωγμούς απ' τη σκληρή της Ήρας απονιά. που απ' το θρόνο κι απ' την αρχή του ολοάφαντο θενά τον ρίξεικι έτσι θα πιάσει ολότελα τότε η κατάρα που του 'δίνε ο πατέρας του ο Κρόνος.μηδ' απ' τον ουρανό θεός πως μ' εζευγάρωσε γαμπρός να πούνε. Μα πώς να στρέψει τέτοια συμφορά.
κι ανώτερο από τη βροντή τρομερό χτύπο. που απ' το θρόνο ΧΟΡΟΣ Τι σε συμφέρει κακομελετάς του Δία.τι έχει ας κάμει. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τι να φοβούμαι.γιατί ετοιμάζει τώρα ο ίδιος του εαυτού του αντίπαλο απολέμητο. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ό. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Κι άλλα πιο αβάσταχτ' απ' αυτά κακά θα πάθει. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Όσα θα γίνουν κι όσα επιθυμώ προλέγω. αφού δεν μπορεί να πεθάνω. ΧΟΡΟΣ Μα ίσως και σ' άλλους πιο σκληρούς σε ρίξει μόχτους. που πιο καλή απ' τον κεραυνό θενά 'βρει φλόγα. Μα όταν πέσει σ' αυτή τη συμφορά. θα μάθει πως άλλο να 'ν' κανείς αφέντης κι άλλο δούλος. ΧΟΡΟΣ Και δε φοβάσαι εσύ να πετάς τέτοια λόγια. . κι όλα εγώ τα περιμένω. σύνεργο ολέθρου. ΧΟΡΟΣ Κι είναι να ελπίζεις πως ποτέ θα πέσει ο Δίας. τέρας αντρείας. και που στάχτη θα κάμει και του Ποσειδώνα την κοσμοσείστρα τρίαινα. Κι όμως μ' όλη την έπαρση του νου του ο Δίας θα γίνει ακόμα ταπεινός· γιατί έναν τέτοιο γάμο ετοιμάζεται να κάμει.
προσκυνά. και τρίτο αυτόν θα δω. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μεγαλόστομα λόγια κι έπαρση γιομάτα καθώς ταιριάζουν στων θεών τον υπηρέτη. του νέου του βασιλιά τον πρόθυμο υπηρέτη.ΧΟΡΟΣ Είναι σοφοί. γιατί βέβαια βλέπεις πως δε μαλάζεται εύκολα ο Δίας με τέτοια. που 'σαι γιομάτος πίκρα. μακριά από μένα αυτή η ντροπή· μα εσύ το δρόμο . ΕΡΜΗΣ Σε σένα το σοφό. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Σέβου. Μα βλέπω τώρα αυτό του Δία τον ταχυδρόμο. πολύ γρήγορα και άτιμα· μήπως σου μοιάζω πως δείλιασα και σκιάχτηκα τους νέους θεούς σου. της φωτιάς λέω τον κλέφτη. στέλνει ο πατέρας προσταγή να φανερώσεις αυτούς τους γάμους. με χθεσινή εξουσία και θαρρείτε πως πύργους έχετ' άπαρτους· μα εγώ δεν είδα δυο βασιλιάδες απ' αυτούς να γκρεμνιστούνε. όσος καιρός του μένει ακόμα· γιατί δε θα 'ναι των θεών κύριος για πάντα. μπρος στην Αδράστεια όσοι σκύβουν. Νέοι. που κάποιο βέβαια μήνυμα θα 'ρθε να φέρει. που βασιλεύει τώρα. χάιδευε πάντα σου εκείνον που κρατά την αρχή· μα εγώ το Δία πιο λίγο ψηφώ κι απ' το μηδέν· ας κυβερνά κι ας κάνει της κεφαλής του. όχι μ' αινίγματα και στριφτά λόγια μα ένα προς ένα ξάστερα. μηδέ με βάλεις να κάμω διπλούς δρόμους. που στους θεούς αμάρτησες και πήες να δώσεις στους ανθρώπους τιμές. που κομπάζεις πως θα γίνουν τάχ' αφορμή τους θρόνους του να χάσει εκείνος· κι αυτά.
Έτσι δίκιο να βρίζονται κείνοι που βρίζουν. μισώ τους θεούς όλους. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Καμάρι. ΕΡΜΗΣ Μη ρίχνεις τάχα φταίξιμο γι' αυτά και μένα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μ' αυτή σου. όσοι είδαν καλό κι έτσι άδικα μου το πληρώνουν. τη λάτρα που 'χεις εγώ ποτέ δε θ' άλλαζα τη συμφορά μου• και βέβαια πιο καλά σ' αυτό το βράχο σκλάβος παρά να ' μαι άγγελος πιστός του Δία πατέρα. ξέρε το καλά. ΕΡΜΗΣ Μα με τις τέτοιες σου και πριν τις κομποφάνειες(1) σ' αυτές τις συμφορές καλό λιμάνι βρήκες. EΡΜΗΣ Βλάβη έχει ο νους σου όχι μικρή μ' αυτά π' ακούω. ΕΡΜΗΣ Τα 'χεις καμάρι φαίνεται τα βάσανα σου. έτσι άμποτε να δω να καμαρώνουν οι εχθροί οι δικοί μου• και μ' αυτούς και σένα βάζω. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μ' ένα λόγο. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ . βιάσου να γυρίσεις πάλι κι απ' όσα με ρωτάς τίποτα δε θα μάθεις.που πήρες να 'ρθεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μα βέβαια. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Αλήθεια. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μα όλα ο χρόνος που γερνά μας τα μαθαίνει. ΕΡΜΗΣ Φαίνεται δε θα πεις ό. αν περιμένεις τίποτ' από με να μάθεις. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Παιδί κι ακόμα πιο άμυαλος δεν είσαι τάχα. μα δεν υπάρχει βάσανο και καμιά τέχνη .τι ζητά ο πατέρας. αν να μισείς εχθρούς του νου είναι βλάβη. ΕΡΜΗΣ Θενά 'σουν όχι υποφερτός. αλλιώς με δούλο εσέ δε θα μιλούσα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Αλίμονο! ΕΡΜΗΣ Αλίμονο. το λόγο αυτό δεν ξέρει ο Δίας.Ίσως. ΕΡΜΗΣ Κι όμως εσύ δεν έμαθες ακόμα γνώση. αν ευτυχούσες. χάρη που χρωστώ να του πληρώσω! ΕΡΜΗΣ Σαν να 'μουν δηλαδή παιδί με περιπαίζεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Χάνεις τα λόγια σου άδικα. Κι έτσι λοιπόν ας πάει να σκα η πυρφόρα η φλόγα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τώρ' από μιας και τα 'χω ιδεί κι αποφασίσει.που ο Δίας θα με κατάφερνε το μυστικό μου να πω. ΕΡΜΗΣ Βλέπε αν σου φαίνονται όλα αυτά πως σ' ωφελούνε. με τουλούπες(2) λευκόφτερες χιονιάς κι υπόγειους ας σει τα πάντα βροντισμούς κι ας συνταράζει. τόλμησε. για να με λύσει απ' τα δεσμά μου αυτά• κάθε άλλο παρά τούτο! ΕΡΜΗΣ . μάταιε. πριν τ' άτιμα μου αυτά δεσμά λυθούνε. κι ως κουφό κύμα τις γαλιφιές σου τις γρικώ• βγάλτ' το απ' το νου σου που εγώ το Δία θα φοβηθώ και θα ζαρώσω μπρος του σα θηλυκό και με γυναίκειους τρόπους δεητικά τα χέρια μου θενά τα υψώσω στον πολυμισημένο μου. μια φορά τέλος να βάλεις γνώση μες σ' αυτές τις συμφορές σου. ΕΡΜΗΣ Τόλμησε. που να του πω από ποιον το θρόνο του θα χάσει. μα εμένα τίποτ' απ' αυτά δε θα λυγίσει.
ακάλεστος ολημερίς στο γιόμα ερχόντας και θενά τρώει σου το σαπιόμαυρο συκώτι. πρι να βρεθεί κανείς θεός. σε σάπιο 'παίρεσαι αντιστύλι(3)• γιατί του νου η αποκοτιά. που να θελήσει να πάρει επάνω του τα πάθια σου και πάει στου άφεγγου τ' Άδη τ' άραχλα βαθιά σκοτάδια. Μάθε λοιπόν. σα λείπει η γνώση. ο αϊτός. μου φαίνεται πως θα 'ν' του κάκου κι είναι η καρδιά σου αμάλαχτη και δε λυγίζει με παρακάλια• μα το χαλινό δαγκώντας σα νιόστρωτο άτι πας και δε γρικάς τα γκέμια. τα λόγια μου αν δε θες ν' ακούσεις. Και μην προσμένεις στο μαρτύριο αυτό σου τέλος. θα ξανάβγεις πίσω στο φως• μα ο φτερωτός του Δία ο σκύλος με στόμα λαίμαργο.Όσα κι αν πω. στο αίμα βαμμένο τρανά ξεσκλίδια(5) το κορμί θα σου λιανίσει(6). μονάχη κι απ' το τίποτα πιο λίγο αξίζει. ποιες συμφορές φουρτουνιασμένες και ποιες μπόρες άφευκτα σε προσμένουνε• πρώτα την άγρια φάραγγα ετούτη με βροντές κι αστροπελέκια θα σπαράξει ο πατέρας μου και το κορμί σου βαθιά μέσα στα ρέπια(4) θα καταχωνιάσει• κι αφού καιρό πολύ τελειώσεις. Όμως θρασύς. .
μια που δεν ξέρει από ψευτιές του Δία το στόμα και δίνει τέλος σ' ό. κι είναι ντροπή ο σοφός έξω να πέφτει. μα η πάσ' αλήθεια.τι πει• μα εσύ ένα γύρο κοιτάξου και μελέτησε. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Τα περίμενα τούτα που μου έσκουξε αυτός τα μηνύματα• κι είναι πολύ φυσικό από εχθρό του κακό να παθαίνει ο εχθρός. γιατί δεν είναι πλασμένα παχιά λόγια αυτά. που σου ζητάει να παρατήσεις το πείσμα και σε φρόνιμη να στρέψεις γνώμη• πείσου. Και λοιπόν καταπάνω μου ας πάει να σκα της φωτιάς ο στριφτός πλοκαμός. ΧΟΡΟΣ Σε μας δε φαίνεται άδικο σ' αυτά που λέει να 'χει ο Ερμής. με βροντές και μ' αγρίων ανέμων σπασμούς ας μανιάζει ο αιθέρας• της μπόρας η οργή τα θεμέλια ας τραντάζει ως τις ρίζες της γης και το κύμα του πόντου μ' αψύ βρουχισμό τους ουράνιους των άστρων τους δρόμους ψηλά εν' ας κάμει κι ας πνίξει• κι αυτό το κορμί . μηδέ πως είναι ποτέ σου πεις το πείσμα πιο καλό απ' τη γνώση.Παίρνε λοιπόν απόφαση.
βιαστείτε απ' εδώ να τραβήξετε γρήγορ' αλλού πουθενά. . και που άλλη καμιά σαν αυτή δε φοβούμαι χειρότερη αρρώστια. όσο βέβαια για αυτά. Πώς με βάζεις να κάνω μια πράξη κακή. που έχω μάθει από πάντα σαν τι να μισώ τον προδότη. Μα εσείς τώρα που κάθεστε κι έτσι αυτουνού συμπονάτε τα πάθη. δε στέκουν για με. κάλλιο ό. Γιατ' αλήθεια τι λείπει να μην είν' αυτή του νου βλάβη η ευχή του και τρέλα σωστή. για να μη της βροντής το φριχτό μουγγητό σας ζαλώσει(7) τα φρένα. εμένα ποτέ του ποτέ δε θα με θανατώσει! ΕΡΜΗΣ Τέτοια ξώφρενα λόγια δεν είναι ν' ακούς μόνο ενός που του σάλεψε σίγουρα ο νους.μες στα μαύρα τα τάρταρ' ας ρίξει βαθιά στης ανάγκης τ' αφεύγατο ρέμα συρτό• Μα ό.τι 'ναι μαζί του να πάθω κι εγώ. που ξεστόμισες τώρα.τι κάμει. ΧΟΡΟΣ Άλλο τίποτ' αν έχεις να λες που μπορεί να με πείσεις• γιατί.
μηδέ πείτε σ' απρόβλεπτα ο Δίας κακά πως σας έριξε μέσα• μα μόνο σε σας θα 'ν' το φταίξιμο. που τρόμο γεννά. Άγριος σίφουνας στρίβει ψηλά κορνιαχτό. αιθέρα. ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Όχι πια με τα λόγια. Βέβαια τέτοια απ' τον Δία χιμάει φανερά κατά πάνω μου αντάρα. και μ' αντίπνοη οργή στήνουν πόλεμο ο ένας στον άλλο αντικρύ. κι ω που συ μες στο φως τυλίγεις. κι όταν η άδικη ώρα θ' αδράξει και σας. και ταράχτηκε ο αιθέρας με τον πόντο μαζί.ΕΡΜΗΣ Λοιπόν ό. όλοι οι άνεμοι σκιρτούν. . Μα ω μητέρα μου εσύ σεβαστή. με την τύχη μην έχετε τότε αφορμή. μα ιδού αληθινά που τραντάζεται η γης και μαζί μουκανιέται βαρύ της βροντής τ' αντιλάλημ' απόγεια και γλώσσες στριφτές οι αστραπές σαϊτεύουν φωτιάς.τι προλέγω θυμάστε καλά. το παν. μια που το ξέρατε πριν κι όχι ανύποπτα κι άξαφνα μες του χαμού θα μπλεχτείτε τ' απέραντα βρόχια.
τολύπη) (3) αντιστύλι: στήριγμα (4) ρέπι: ερείπιο. τρελαίνω http://www. λιανά κομμάτια (7) ζαλώνω: φέρνω ζάλη. εξ ου και το όνομα του τίτλου. δείτε με.πόσον άδικα. αλλα θα μπορέσουμε να τον κρατήσουμε μονάχα με την πολιτική τάξη που θα του προσφέρουμε. μπάλα μαλλιού (αρχ. . κομμάτι (6) λιανίζω: κόβω σε μικρά.htm Αρχαία Κείμενα Οι Οξυρρύγχειοι Πάπυροι Τα παρακάτω είναι αποσπάσματα αλληλογραφίας του Ρωμαίου συγκλητικού Μενένιου Άπιου . χάλασμα (5) ξεσκλιδι: κουρέλι. Οι πάπυροι βρέθηκαν στην τοποθεσία Οξύρρυγχος . ο οποίος τον διαδέχεται στην διακυβέρνηση της Αχαίας και τον συμβουλεύει για το πώς μπορεί να χειριστεί τους Έλληνες.com/arxea/esxilos275. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ … κερδίσαμε αγαπημένε Ατίλιε τον κόσμο με τις λεγεώνες μας . αλαζονεία (2) τουλούπα: εδώ.politikokafeneio. στον φίλο του Ατίλιο Νάβιο . πάσχω! ΤΕΛΟΣ Σημειώσεις: (1) κομποφάνεια: καυχησιά. νιφάδα του χιονιού.
… Αλλα δεν φτάνει να τους χαρίζουμε την ειρήνη και τάξη. δεν αποτελούν την ουσία της ευδαιμονίας των ανθρώπων.Διώξαμε τον πόλεμο στις παρυφές της γης . Αλίμονο στους λαούς όταν τις προσπάθειές τους τις ενσαρκώνουν μονάχα σε μεμονωμένα άτομα που περνούν και όχι σε ανθρώπινες κοινότητες . είναι όροι. Μονάχα ο Αλέξανδρος πριν από μας είχε την συνείδηση τούτης της ευθύνης. πέθανε νέος . et artes intulit agresti Latio. … θα έπρεπε και της φιλοσοφίας και της ποίησης τα δώρα να σκορπούσαμε στις χώρες που κυβερνούμε. γιατι αυτά είναι αρνητικά στοιχεία. Ας επαναλάβουμε και εμείς την δυσάρεστη ομολογία του Οράτιου Φλάκκου : Graecia capta . Μέσα στους λόγους όμως που θα αναφέρονταν για μια τέτοια εξήγηση θα έπρεπε πρώτος να ηταν ετούτος : Καταλάβαμε καθαρά και έγκαιρα πως υποτάσσοντας ξένους λαούς αναλαμβάνουμε μιαν ευθύνη για την ευημερία τους. οι Έλληνες το επιτελούν ακόμη σήμερα καλύτερα από μας. σε θεσμούς που αντέχουν στην ροή των πραγμάτων και σηκώνουν άνετα τον όγκο των πολύχρονων έργων. πως μια πόλη έφτασε να κυβερνά την οικουμένη. Από τον Περσικό κόλπο . γιατι εκεί που βρίσκεσαι εσύ . Ευτυχώς για την δόξα της Ρώμης . Το μέγα όμως τούτο έργο είμαστε άξιοι να το κάνουμε μόνο στις δυτικές επαρχίες . ferum victorem cepti . Δύσκολο φαίνεται να εξηγήσει κανείς . Έχουμε την σοφία να μην θέλουμε να είμαστε δυσβάσταχτοι εκμεταλλευτές των λαών που υποτάχτηκαν στην εξουσία μας. γιατι αλλιώς θα ήτανε οι Έλληνες σήμερα οι άρχοντες του κόσμου. αδιατάρακτη βασιλεύει η ρωμαϊκή ειρήνη. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ . ως την Μαυριτανία και από την γη των Αιθιόπων ως την Καληδονία . Τούτη η συνείδηση της ευθύνης διακρίνει τους βαρβάρους κατακτητές από τους κοσμοκράτορες.
αλλα και αληθινά ελεύθερο . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ … Ο Έλληνας είναι πιο εγωιστής από εμάς και συνεπώς από όλα τα έθνη του κόσμου. πρώτοι αυτοί . χάρις σε αυτό το «εγω» αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή τους. πρέπει να έχουν νοοτροπία πατρικίων και όχι νοοτροπία ιππέων. Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του . πως όσοι θέλουν να είναι κοσμοκράτορες. Αλλα και πώς να μην είναι . Χάρις σε αυτό η σχέση τους με το σύμπαν . ορθώνεται το «εγω» των Ελλήνων. . αυθαίρετο και ατίθασο . που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. σε τέτοιους καιρούς και γι αυτό η κρίση μας γι αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή που κάποτε καταντά άδικη. Αδέσμευτο . οσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με την σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς.… Μάθε φίλτατέ μου Ατίλιε . Σπάνια οι έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι». Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα. αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των ανθρώπων. Το ίδιο «εγω» που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα. καλέ Ατίλιε. Απορείς πως η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών . Και ήρθανε καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους. με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν μπαγιατεύει . Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία. Το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής των. δροσερή και το κάθε τι . Και εμείς τους συναντήσαμε . εχει τόση λίγη πίστη στον νόμο. αλλα είναι πάντα νέα . αλλα δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες.
… Μεσα στους πιο πολλούς έλληνες . έναν άσημο εκδικητικό Αλκιβιάδη . γιατι είναι πιο μικροί και πιο αδύνατοι. το αψίκορο πάθος του. έναν λαό. όλα τα εξωτερικά περιβλήματα. πόσο το παρελθόν και η συνέχειά του βαραίνουν στην πορεία μας και πόσο δίκαια αντέχουμε αιώνες εκεί που οι έλληνες εκάμφθησαν σε δεκαετηρίδες. και πάλι διατηρώντας όλους τους τύπους . Τι φαεινές συλλήψεις θα βρεις μέσα σε αυτά τα ελληνικά δημιουργήματα της ιδιοτροπίας της στιγμής! Εμείς δειλά-δειλά και μόνο με το χέρι του πραίτωρα τολμήσαμε . το κακό γίνεται. αλλιώς δεν θα υπήρχαν σήμερα πια ελληνικές πόλεις. Μα και μ' αυτούς . τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη! Ο έλληνας εχει την πιο αδύνατη μνήμη από μας. μόλις δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα. Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική . σταματούν μεσοδρομίς. ένα εγω μεγαλύτερο από την πατρίδα. Οι πολλοί . η όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν . από χίλιους δυο λόγους. αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις. δείχνει πόση είναι η ταπεινοφροσύνη μας μπρος σε κάθε τι που είναι θεσμός και έθος και παράδοση. έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο. . Τούτη η υποκρισία των μορφών . Πες τους : «Σας υπόσχομαι αλλαγή» Πες τους : «Θα θεσπίσω νέους νόμους» Αυτό αρκεί. Αλλα όποιος διοικεί . αλλα τείνουν προς τα εκεί. διολισθαίνοντας μέσα στους αιώνες να ξεφύγουμε από τους άκαμπτους κλοιούς της Δωδεκαδέλτου μας . άμα σκάψεις λίγο . πρέπει να γνωρίζει τις άρχουσες ροπές . Είναι ανυπόμονος και κάθε λίγο . σαν κι εσένα . όταν η ουσία αλλάζει . Με αυτό χορταίνει η ανυπομονησία τους . που δεν φτάνουν βέβαια ως την φανερή ακρότητα του ωραίου αθηναίου η του δικού μας Γάιου Μάρκου . Α! πόσο την χαίρεται ο έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους . τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους η τη βία η τον δόλο. Όχι βέβαια σε όλους . θα βρεις ένα ισχνό υπερόπτη Κοριολανό .Πείθονται μονο στα ρήματα τα δικά τους και η αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμής .
για να του δείξει μάλιστα την αξιοσύνη του και την υπεροχή του . ως που μια μέρα να μαραθούμε όλοι μαζί μέσα στην μόνωση των μικρών μας εαυτών. πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη. πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων . δίκαιος στην ολότητά του και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις όπως η δική του . με την ιδέα μάλιστα . της αληθινής μας δημοκρατίας. Εάν τύχει και ο νόμος . Ο έλληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για την δική του προσωπική περίπτωση. το δικό του εγώ σε έναν νόμο σκόπιμο και δίκαιο στην γενικότητά του. Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το διακήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων . Ετσι είναι πολλοί στις πόλεις που τώρα πρόκειται να διοικήσεις . Του αρέσει να δίνει στον ασθενέστερο . δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτεί. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος . Δεν σου έκανε κιόλας εντύπωση καλέ μου Νάβιε . Ετσι διαφορετικοί . Βοηθά και τον ξένο πρόθυμα . όχι πως δεν του αρέσει να ανακατεύεται στις δουλειές του γείτονα . όμως από τους πατέρες μας . μιας πανανθρώπινης κοινωνίας. που θεμελίωσαν το μεγαλείο της παλιάς . η αδιαφορία του έλληνα για τον συμπολίτη του. τόσο εμείς και οι λαοί που κυβερνούμε γινόμαστε περισσότερο ατομιστές . θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης ακόμα κι όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία η στο δικαστήριο. Είναι κι αυτό ένας τρόπος υπεροχής… . αν όχι από μας . βοηθά ο έλληνας περισσότερο από κάθε άλλον. Και προς καλού και προς κακού στέκουν επάνω από τα πράγματα. Όχι πως δεν θα του δανείσει μια χύτρα να μαγειρέψει . πάντα τον κατέχει . που χάρις στους μεγάλους στωικούς . Δεν δέχεται να θυσιάσει την δική του περίπτωση . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ … Οσο περνούν οι αιώνες . Νομίζω ότι οι έλληνες επάνω στους οποίους εσύ τώρα άρχεις είναι πρωτοπόροι σε αυτόν τον θανάσιμο κατήφορο. στον αβοήθητο. Το διακήρυξε αυτό και ο Σταγειρίτης. όχι πως αν τύχει μια αρρώστια δεν θα τον γιατροπορέψει .… Οι έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. χωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές.
βλέπεις την συναδέλφωση και την αλληλεγγύη.Λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του . ο Κάτων από καιρό έχει πεθάνει και πέθανε μαζί του και η παλιά μας δημοκρατία. Κάθε άλλον τον υποτιμά ! Όταν ένας πολίτης άξιος . Τώρα βαδίζουμε κι εμείς τον δρόμο των ελλήνων ως που και οι δικοί μας εγωισμοί κάθε μέρα ωμότεροι και βιαιότεροι να σκεπάσουν με την πλημμυρίδα τους την Σύγκλητο και την αγορά και ολόκληρη την αθάνατη πόλη. αυτήν που βγαίνει από την συμπάθεια γι αυτό που κατανοείς . Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον έλληνα την δυνατότητα να είναι δίκαιος. Θαυμάζει ότι είναι ο δικός του κόσμος. την αληθινή. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν τον κινεί για να επαινέσει ότι αξίζει τον έπαινο. Για την κατανόηση . κάτι άλλο θέλω να πω. Δεν χαίρεται τον έπαινο. …Μόνον όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι κοινά σε πολλά άτομα μαζί . Ακόμη υπάρχουν ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. δεν θέλει τίποτε να θυσιάσει. Θα αρχίσω με παραδείγματα. Πλησίασέ τους καθώς είναι χρέος σου και πες μου αν άκουσες κανέναν από αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΚΤΟ . που αν προσέξεις . ανάλογα θα δεις και εσύ ο ίδιος πολλά με τα μάτια σου. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι αυτόν πάντα βρίσκει καιρό. Στον κάθε έλληνα τα ιδανικά είναι ατομικά. τι πειράζει αν και αυτός δεν αναγνωρίζεται. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ …Νάβιε . αλλα δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. και το ιδανικό του κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός του. δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του . αλλα μου πέφτει δύσκολο να σου το εξηγήσω. Όχι πως δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος . Γι αυτό οι πολιτικές των φατρίες είναι φατρίες συμφερόντων. Δεν χάνει τον καιρό του σε επαίνους ο έλληνας. λέει ο έλληνας: αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιώτερός του .
αλλα η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία.Εδώ και δυο εβδομάδες σου έγραφα για το φυγόκεντρο εγωισμό των ελλήνων. Σε πιάνει ο άλλος από το αυτί και σε αποδείχνει εύκολα συκοφάντη και σε εξευτελίζει. Η τέχνη είναι να συκοφαντείς χωρίς να ενσωματώνεις πουθενά ολόκληρη την συκοφαντία. να περιφέρει την ατίμωση και την γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες. Η τέχνη είναι να βρίσκεις τον διφορούμενο λόγο . και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται πως πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία. . Το να επινοήσεις ένα ψέμα για κάποιον και να το διαλαλήσεις . την ρίζα αυτή του κάθε ελληνικού κακού (ας βοηθήσουν οι θεοί να μην γίνει και των δικών μας δεινών η μολυσμένη πηγή) . Δεν θυμάμαι όμως αν σου έγραψα το χειρότερο. ενός φόνου διακριτικότερου και εντελέστερου. που αφήνει του δολοφονημένου την σάρκα σχεδόν ανέπαφη . για να καταλάβεις τον έλληνα . που άμα σε ρωτήσουν γιατι τον είπες . οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. …. την έχουν αναγάγει σε τέχνη οι θαυμάσιοι. Γιατι και την συκοφαντία. ο φιλόσοφος τον φιλόσοφο . αυτό είναι κοινότυπο και άτεχνο. οι φιλότεχνοι έλληνες . ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό. αγαπητέ μου. Μα το πιο σπουδαίο . ηθικού φόνου. ο ποιητής τον ποιητή αλλα και ο ανάξιος τον άξιο . Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του παλατιού . ο ηγέτης τον ηγέτη . ένα είδος αναίμακτου . είναι να σπουδάσεις τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τον φθόνο του. να μπορείς να πεις πως τον είπες με την καλή σημασία. τον τρόπο που εφηύρε για να γκρεμίζει καλύτερα. Κινημένος από την ίδια εγωπάθεια . Είναι ένας τρόπος πιο κομψός από το δικό μας γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και διανοητικής δεξιοτεχνίας. Όποιον τον ξεπεράσει . ο έλληνας τον φθονεί με πάθος και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε θα το κάνει. Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο με το οποίο πολεμάει ο έλληνας τον έλληνα . ο έλληνας σε συχωράει στον συμπολίτη του καμία προκοπή. μονο να την αφήνεις να την συνάγουν οι άλλοι από τα συμφραζόμενα και έτσι ασυνείδητα να υποβάλλεται σε όποιον την ακούει.
Και οι φίλοι του το ξέρουν καλά αυτό και συχνάζουν σε αυτές τις συσκέψεις η για να μάθουν τα νέα της ημέρας η για να βρουν ευκαιρία να κολακέψουν τον ηγέτη. βελτιώνει την διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις . αλλα το δεύτερο.. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα στις δικές του σκέψεις . Θα απορήσεις σε τι κοινωνική περιωπή βάζουν οι έλληνες τους δεξιοτέχνες της συκοφαντίας . πως τους φοβούνται οι πολλοί και αγαθοί . παραβλέποντας ότι γίνηκε πριν και ότι γίνεται γύρω του . Πρόσεξε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών μερίδων τους με τους δήθεν φίλους των και θα δεις ότι οι περισσότερες είναι προσχήματα. προτιμάει να ριψοκινδυνεύει με μόνες τις προσωπικές του δυνάμεις. χωρίς ούτε να περιμένει . η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας σπρώχνουν σχεδόν τον Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο ανάμεσα στους άλλους. θα το έκανε περισσότερο τέλειο . αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος τον δρόμο το σωστό. και εκείνο που προέχει για τον έλληνα δεν είναι το πρώτο . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΒΔΟΜΟ …Το ανυπότακτο σε κάθε πειθαρχία . η το χειρότερο γιατι η χρησιμοποίηση και των άλλων στην εκτέλεσή του .. ούτε να θέλει καμία αντιγνωμία.. Αδιαφορώντας για όλους και για όλα . Ταλαιπωρεί από αιώνες την ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες. και πως τους υπολήπτονται οι χρησμοθήρες και πως γλυκομίλητα τους χαιρετούν όταν τους συναντούν στις στοές και στην αγορά. Παρά να υποβάλει τη σκέψη του στην βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης . γιατι πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του . και ξένος . αλλα λιγότερο δικό του . Ο ηγέτης λεει την γνώμη του . η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος . .. θα δοκιμάσεις την αιχμή τούτου του όπλου κι εσύ όπως την δοκίμασα κι εγώ. θα περιόριζε την κυριότητά του επάνω στο έργο .
Τα εδραία πολιτικά έργα μεσα στην ιστορία είναι υπέρ προσωπικά . αλλα θήτες του γιγάντιου εγωισμού του. οικογένειες . όχι σε μιαν κοινότητα ανθρώπων . δεν ήταν δικό τους. για να συντελεστούν όλα . Οι παλιοί όμως ρωμαίοι . Γιατί βλέπεις . Και δυστυχώς . Στην εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την πρώτη θέση . τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα στενά όρια της ατομικότητας. φέρνει μέσα του το έργο του το ίδιο το σπέρμα της φθοράς. τούτη η μοιραία για την τύχη των ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο δεινό : Όπου βασιλεύει . η κοινωνικές τάξεις. στάθηκαν οι απαραίτητοι συντελεστές του. Έπρεπε εξαιρετικά ευνοϊκές περιστάσεις να συντρέξουν με την μεγαλοφυία του Αλέξανδρου του Μακεδόνα για να αποκτήσουν για λίγα χρόνια οι έλληνες μια κυρίαρχη πολιτική θέση στην οικουμένη. Δεν τους είχε κάνει ο αυταρχικός ηγέτης κοινωνούς στην τιμή του έργου . ούτε σε μία πολύχρονη παράδοση .Ετσι σε πρώτη μοίρα έρχεται η τιμή του και σε δεύτερη η αξία του έργου. αυτοί κατείχαν την αρετή της μετριοφροσύνης που απουσιάζει και απουσίασε πάντα από την ελληνική πολιτική ζωή και γι' αυτό τότε κατορθώσανε . μόλις εξαφανίστηκε ο δημιουργός του .πολιτικές μερίδες . η όταν φτάσουν . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΓΔΟΟ . Γι αυτό η δεν φτάνουν ως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου . Αυτή είναι η αδυναμία του πολιτικού ήθους που θα παρατηρήσεις στους έλληνες δημόσιους άνδρες . Αλλα και εκεί το έργο . να πάρουν την κοσμοκρατορία από τα χέρια των ελλήνων. διαλύθηκε μέσα σε χέρια των ιδίων εκείνων ανθρώπων που όταν ο Αλέξανδρος ζούσε . Αλλα το έργο . Γιατί σκοπός των ελλήνων είναι η πρόσκαιρη λάμψη του πρόσκαιρου ατόμου . Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. αλλα σε ομάδες προσώπων . σε διαδοχικές γενιές. Δεν προσδένεται σε άτομα. σύντομα και βιαστικά. Η πολιτική όμως που θεμελιώνει τις μεγάλες πολιτείες Δε σηκώνει ούτε βιασύνη . διαρκέστερες υποστάσεις . πριν το πρόσωπο εκλείψει. αν και σε τόσα καθυστερημένοι . όχι η μόνιμη απρόσωπη ευόδωση του ιδίου του έργου. που κατά τα άλλα είναι και πιο υψηλόφρονες και πιο αδέκαστοι και σχεδόν πιο φτωχοί από τους σύγχρονους δικούς μας. στηριγμένο σε ένα πρόσωπο . ούτε συντομία. οι έλληνες μονο σε προσωπικά έργα επιδίδονται με ζήλο. λαοί . βλέπεις . Και αυτό είναι δίκαιο.
Μήπως υπερβάλω καλέ μου φίλε . Όχι φίλε μου . στο ήθος φωλιάζει η αρρώστια. μια έχουν κύρια και πρώτη πηγή. Εάν λείπει κάτι των ελλήνων πολιτικών. Δε βλέπω πως είμαι άδικος όταν λέγω πως πρόθεσή τους συνήθως δεν είναι να ξεπεράσουν σε αξιότητα η και σε καλή φήμη τον αντίπαλό τους . Μόνο που δεν μας είναι αισθητή η παρουσία της . Όσο όμως αυστηρότερος και αν θέλω να είμαι . Βέβαια και εμείς σήμερα δεν υστερούμε . γιατι οι άνδρες που την κατέχουν φθείρονται ο ένας από τον άλλον σε μιαν αδιάκοπη πεισματική και το πιο συχνά . Δεν κρίνουν ποτέ με δικαιοσύνη το συναγωνιστή τους και γι αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του. την νόμιμη θυγατέρα του τρομερού των εγωισμού. υπάρχουν τόσο φανατικοί και αδίστακτοι στο κυνήγημα των τιμών . ούτε η αγωνιστική διάθεση. Δημοσθένη . Χρύσιππο και όλο και βεβαιώνομαι περισσότερο πως δεν είμαι μόνος στον τρόπο που τους κρίνω. καθώς είναι χρέος μου. να μείνει τόσο πίσω από μας στις πρακτικές πολιτικές του επιδόσεις. δεν είναι ούτε η δύναμη της σκέψης . Αλλα την εποχή που θεμελιώνονταν το μεγαλείο της Ρώμης δεν είχαν υπερβεί οι δικοί μας το πρεπούμενο μέτρο. Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχθούν να εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου. όσα υποφέρανε ως τα σήμερα οι έλληνες . Θεόφραστο . έγκειται στο μέτρο και στην ένταση της φιλοπρωτίας . δεν ξέρω αν μεταξύ των ρωμαίων . και σήμερα ακόμα . Την . Μου γράφεις πως αυτό συμβαίνει και αλλού και προ παντός σε μας. όσοι υπήρξανε μεταξύ των ελλήνων στους ενδοξότερους τους αιώνες. Στο χαρακτήρα . ενώ οι έλληνες το ξεπέρασαν πριν προφτάσουν να στεριώσουν την δύναμή τους στην οικουμένη. αλλα να τον κατεβάσουν στα μάτια του κόσμου κάτω από την δική τους θέση . μα είναι χρόνια τώρα που με το λυχνάρι και με του ήλιου το φως διαβάζω Αριστοφάνη . Η διαφορά καλέ μου φίλε . να περιμένουν με την τάξη του κλήρου η της ηλικίας την σειρά τους. μάταιη σύγκρουση. Απεναντίας πιστεύω πως αφθονεί. … τα δεινά . Δεν έχουν την υπομονή μέσα στον κύκλο των ισοτίμων . Υποτάσσονταν στον κοινό νόμο και στους γενικούς σκοπούς της πολιτείας . Ευριπίδη . Ζήνωνα . μα θαρρώ και όσα θα υποφέρουν στο μέλλον . μα ποτέ δεν θέλησα να σου πω ότι λείπει η πολιτική σκέψη από την Ελλάδα. περισσότερο μάλιστα απ' όσο φαντάζεται όποιος βλέπει τα πράγματα από έξω. Επίκουρο . την φιλοπρωτία . για μας τους ρωμαίους . Ετσι διασπαθίζοντας την δύναμη του και τις αρετές του κατάντησε ο λαός με την υψηλότερη και πλουσιότερη στην θεωρία πολιτική σκέψη. Μήπως βλέπω το θαυμαστό γένος των ελλήνων με τα μάτια της γεροντικής κακίας .Ποτέ . όποια κι αν είναι.
Η θέλησή τους για ισότητα . Μάταια ξεχώρισε ο μεγάλος Σταγειρίτης την «δημοκρατία» (Σ. Είδα κάτι σοφούς που θελαν να σταθούν επάνω από τους έξυπνους και από τους ανδρείους με μόνη την επιστήμη και την σοφία. Κάποτε με τούτη την ισοπέδωση προς τα κάτω νομίζουν ότι επαναφέρουν το πολίτευμά τους στην ορθή του βάση.Μ. ούτε η αρετή. θα δεις ότι δεν απορρέει από την αγάπη της δικαιοσύνης . Γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση της υπεροχής . αλλα από τον φθόνο της υπέρτερης αξίας. όσο πλανάται. Συμβιβάζομαι με την ισότητα». ορθή δημοκρατία). η δηλητηριάζανε την ίδια τους την αρετή και τους ωραίους της λόγους με την πίκρα της αποτυχίας των . λεει ο έλληνας. αλλά αποσύρονταν σιωπηλοί και απογοητευμένοι στους αγρούς των . Συμβιβάζεται με την ισότητα ο έλληνας . που δεν το χώνευαν να μην είναι πρώτοι στην πολιτεία . οχλοκρατία) από την «πολιτεία» (Σ. «Μια που εγώ . αφού ηταν πρώτοι στην αρετή. αγαπητέ μου Νάβιε . Και ύστερα θα συναντήσεις και μεταξύ των ελλήνων την άλλη ψευδαίσθηση που τους κάνει να υπερτιμούνε την μία αρετή που έχουν και να υποτιμούν τις άλλες που τους λείπουν. Είδα έξυπνους που φαντάζονταν ότι δεν χρειάζεται να γίνουν πρώτοι . γιατι τι άλλο είναι παρά συμβιβασμός να πιστεύεις ανομολόγητα πως αξίζεις την πρώτη θέση και να δέχεσαι μία ίση με των άλλων ! Μέσα του λοιπόν δεν αδικεί τόσο ο έλληνας . αφήνοντας τον δήμο στα χέρια των δημαγωγών και των συκοφαντών . και κάτι ενάρετους . Και βέβαια δεν στασίαζαν όπως οι βάναυσοι και οι κακοί . ούτε η επιστήμη . Πόσο αλήθεια άμαθοι της ζωής μπορεί να είναι αυτοί οι αφεντάδες της γνώσης! Τι κακό μας έκανε αυτός ο Πλάτωνας ! Πόσους δολοπλόκους πήρε στο λαιμό του που νομίσανε πως είναι «άνδρες βασιλικοί» ! Μα είδα τέλος . τότε τουλάχιστον και εσύ να μην ανεβείς από μένα ψηλότερα. Είδα δειλούς που φαντάζονταν πως μπορούν να ξεπεράσουν όλους μονάχα με την εξυπνάδα τους και ανδρείους που πίστευαν πως φτάνει για να ξεπεράσουν όλους η ανδρεία τους. σαν οι ηγεσίες των πολιτειών να μην ήταν μοιραία υποταγμένες στις ιδιοτροπίες της τύχης και του χρόνου και σε λογής άλλους συνδυασμούς δυνάμεων που συνεχώς τις . δεν είμαι άξιος να ανέβω ψηλότερα από σένα .Μ.αρχαία «ύβριν» των την κατεβάσανε στο χαμηλότερο επίπεδο. άμα την αναλύσεις .
άπιστοι . Γι αυτό είναι και όλοι προσωρινοί . γιατι έχουμε να κάνουμε με την ελληνική πόλη και τους πολιτικούς της. ώσπου να περάσει η κακιά ώρα. γιατι ατύχησαν . . Όσο για τους οπαδούς των ηγετών αυτών . Εχει και την εξαίσια πλευρά της η υπερτροφία αυτή της προσωπικότητας . που στις κακές της όψεις την ονομάζουμε εγωπάθεια. Γι αυτό και βλέπεις τόσο συχνά να είναι περιζήτητοι οι μέτριοι ηγέτες που προσφέρονται ευκολότερα στην παρασκηνιακή ηγεσία των οπαδών τους. Ετσι θα παρατηρήσεις ότι πιστοί οπαδοί είναι μόνο οι γεροντότεροι από τον ηγέτη τους. Ας παραπονιόμαστε για την ελληνική εγωπάθεια εμείς που διαρκώς επάνω της σκοντάφτουμε . ενεδρεύοντες οπαδοί . Είναι οπαδοί.μήπως δεν βλέπω και την άλλη όψη του πράγματος . για την άσκηση της εξουσίας . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΝΑΤΟ …Και ύστερα . Ελάχιστοι είναι οι οπαδοί από πίστη ιδεολογική η από πίστη στον ηγέτη. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει σημασία να ξέρεις ποιος είναι ο ονομαστικός ηγέτης μιας πολιτικής μερίδας αλλά ποιοι εκ του αφανούς τον διευθύνουν. Μα και αυτοί που μένουν και όσο μένουν οπαδοί . μόνο όσοι έχασαν οριστικά την ελπίδα να γίνουν και αυτοί ηγέτες. Τέτοια είναι τα πάθη και οι αδυναμίες που φθείρουν τους ηγέτες των ελληνικών πόλεων. Είναι αναγκασμένοι λοιπόν οι τέτοιοι να περιοριστούν στον ρόλο του υποβολέα και να αφήσουν τους άλλους που κατέχουν τα φαινόμενα να χαριεντίζονται επάνω στην σκηνή. προσπαθούν συνεχώς να αναποδογυρίσουν την τάξη της ηγεσίας και να διευθύνουν αυτοί από το παρασκήνιο τον ηγέτη. έχουν και αυτοί την ιδιοτυπία τους στον μακάριο εκείνο τόπο.απομακρύνουν από την ιδεατή τους μορφή και τις παραδίνουν στα χέρια των ανάξιων η των μέτριων. Οι πολλοί είναι πειθαναγκασμένοι από τα πράγματα . πραγματικοί οπαδοί . Βλέπεις είναι μερικοί άνθρωποι που δεν είναι προικισμένοι με τα χαρίσματα με τα οποία αποκτάς τα φαινόμενα της ηγεσίας αλλά μονο με εκείνα που χρειάζονται για την ουσία της . γιατι βαρέθηκαν η λιγοψύχησαν.
Φοβάμαι πως φτάσαμε στον καιρό . στην ποίηση . στο παράτολμο ταξίδι . τους κάνει και καλούς στρατιώτες σον πόλεμο. έξω από τις στήλες του Ηρακλέους και πέρα στα χιόνια της Σκυθίας . στις επιστήμες . πως δείχνομαι τάχα κακός και άδικος με τους έλληνες. έλληνες δεν είναι εκείνοι που τόλμησαν να διασχίσουν άγνωστες θάλασσες για να φτάσουν στην χώρα των Ινδών και στις έμπειρες χώρες πιο κάτω από την γη των Αιθιόπων. γιατι . και εκεί που βρίσκεται μόνος του . που η φωτεινή πλευρά της προσωπικότητάς των πηγαίνει όλο μικραίνοντας και αντίθετα η σκοτεινή όλο και αυξάνει . που εχει αφορμή τις εμφύλιες έριδες . Εχουν αιώνων τρόπαια που μέσα στην μνήμη τους γίνονται σαν νόμοι άγραφοι και επιβάλλουν την περιφρόνηση της κακουχίας και του κινδύνου. Μα δεν είναι μόνο στον πόλεμο ο έλληνας γενναίος και άξιος μαχητής . Ο εγωισμός δεν κάνει τους έλληνες μόνο κακούς πολίτες στην αγορά. κατά βάθος με γοητεύουν και εμένα οι έλληνες . η μόνη δόξα στην ιστορία που μπορεί να σταθεί πλάι στην δική μας. για να ξεπλύνω έτσι κάπως την μομφή σου. . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΚΑΤΟ … Δεν σου κρύβω πως με πείραξε ο λόγος σου . αλλά ατομική . στις τέχνες . Γι αυτό και τόλμησε τέτοια που εμείς δεν θα τολμούσαμε ποτέ και θεμελίωσε για αιώνες αποικίες . Ας αρχίσω λοιπόν σήμερα το γράμμα μου με έναν έπαινο γι αυτούς. γι αυτό δεν φοβάται . στην φιλοσοφία . στην εξερεύνηση του αγνώστου. με την ατομική γενναιότητα καθώς και την πολεμική δεξιοτεχνία των ελλήνων . ακόμη και στο εμπόριο και στον πόλεμο. Μη συγχέεις την διάλυση της στρατιωτικής δύναμης . να ριψοκινδυνεύσει. Ακριβώς γιατι η γενναιότητά του δεν είναι συλλογική . στην ξενιτιά .Εχει την πλευρά την δημιουργική . και δεν ξέρω . Αναρωτιέσαι κάποτε γιατί τα τολμάει αυτά τα παράτολμα ο έλληνας. αλλά και στην ειρήνη. που είναι και θα είναι πάντα οι δάσκαλοί μου. και ας μην το βλέπεις εσύ . δεν μπορώ να ξέρω αν ετούτος ο κατήφορος μπορεί ποτέ πια να σταματήσει. Από αυτήν αναβλύζει όλη η δόξα των ελλήνων . σαν των περισσοτέρων λαών . Και στον καιρό μας ακόμη . Φοβάμαι μονάχα .
γιατι θελήσανε να κάνουν μοιρασιά ανάμεσα σε άντρες που μοιρασιά δεν δέχονται (Σ. για να δρα μόνος . Μην νομίσεις όμως πως μόνο ένας Επίκτητος κατέχει την αρετή του «γνώθι σαυτόν» . μαχόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε μαζί την τιμή . Ήσυχα . σε κάθε πλάτανο από κάτω της ευλογημένης ελληνικής γης . ώστε μόνο αμαρτήματα να είναι οι αιτίες των τιμωριών. για μίαν Ατλαντίδα που είχε κατακαλύψει ο Ωκεανός. Και εύκολα θα σου ξανοιχτεί και ας είσαι ξένος. μας έλεγε : «Δεν είναι τόσο δίκαια τα ανθρώπινα. άκουσε και αυτόν . Οι αυστηρές κρίσεις που τώρα βδομάδες σου γράφω .Μ. πρόσθετε . είναι και παίκτης. . τα λάφυρα . από τον Επίκτητο. για να μάχεται μόνος και γι αυτό δεν φοβάται την μοναξιά. Οι έλληνες Δε δέχονται . την δόξα. η τελευταία στην οποία θα πάψω να πιστεύω . Κάποτε κάνοντας την απολογία της πατρίδας του . η τυφλή θεά .Επειδή είναι γενναίος ο έλληνας . με την ακριβολογία και την χάρη που σφράγιζε τον λόγο του . Σκεπτόμαστε μαζί . Τις πιο πολλές τις διδάχτηκα από έναν έλληνα . Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος . Το εθνικό τους τραγούδι. αρχίζει με έναν καυγά . αναφέρεται στην Ιλιάδα). αδυσώπητο κριτή του εαυτού του. Σε κάθε κόχη . την ζωή του και κάποτε την τιμή του. η περηφάνια. Και μια που πήρα τον δρόμο των επαίνων . την συντρέξανε με τον δικό τους τρόπο». Εμείς αντίθετα είμαστε από τα χρόνια τα παλιά μια υπέροχα οργανωμένη αγέλη. δρούμε μαζί . θαρρείς πως είναι μόνο δικές μου. πρόδωσε συχνά τους έλληνες στον δρόμο τους. Αρκεί εσύ να μην αρχίσεις να κακολογείς τίποτε το ελληνικό. απάγκια της αγοράς κάθε πόλης . Παίζει την περιουσία του . να μοιραστούν τίποτε με κανέναν. θα βρεις και έναν έλληνα . που δεν είναι και ο μικρότερος. γιατι τότε ξυπνάει μέσα του μια άλλη αρετή . μας ετοίμαζε για έναν κόσμο που είχε πια περάσει. καθαρά . όσο αφήνεται η φύση τους ελεύθερη . Η Τύχη . Αλλα και αυτοί . Νέος τον άκουσα να εξηγεί το μέγα δράμα του γένους του.
Εσύ πρέπει να έχεις την τέχνη να επεμβαίνεις μόνο την τελευταία στιγμή. Και όμως θα αστοχήσεις στο έργο σου αν αγνοήσεις αυτήν την αλήθεια. που θα είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν . χωρίς να προσβάλλεις την περηφάνιά τους . άθελά τους. γελάς που τους ονομάζω περήφανους. Φυσικά . Μην πλανάσαι ! `Εχουν την ευαισθησία των ξεπεσμένων ευγενών. δώσε στον καθένα την ευκαιρία μίας επίπλαστης πρωτοβουλίας. . συνηθέστερα . και να ικανοποιεί την πολιτική του μανία . ποτέ όμως τόσο χαμηλά πεσμένοι ώστε να ξεχάσουν τι ήτανε ! Η πολυσύνθετη ψυχή τους χωράει λογής αντιφάσεις και έρχονται ώρες που για πολλούς είναι δίκαιος ο ειρωνικός λόγος του Ιουβενάλιου "Graeculus esuriens. Πρέπει να θυσιάσεις την τιμή μίας απόφασης για να την επιβάλεις μεταξύ των ελλήνων. όταν δεν μπορείς να βάλεις τους έλληνες να αποτρέψουν το δυσάρεστο. οι ίδιοι τούτοι σε άλλες ώρες είναι γραικύλοι (graeculus) και σε άλλες έλληνες (graeci) . Κάλεσε ιδιαιτέρως έναν-έναν τους αρχηγούς των μερίδων . ibit" (τον λιμασμένο γραικύλο . αν δυστροπούν . ναι . Ατίλιε Νάβιε . κοίταξε να μην φανεί η πρόθεσή σου. χωρίς να αναγκάσεις την φιλοτιμία τους να πάρει τα όπλα. in coelum jusseris . θα πάει) . όσο μπορείς . αυτούς τους ταπεινούς κόλακες που σέρνονται στους προθαλάμους μας. να τους τρομάξεις . είτε . Είναι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες . αλλα και αυτό υπό εχεμύθεια . να ταράζεται. σε βλέπω να γελάς . Πρόσεξε την υπεροψία και την φιλοτιμία των ελλήνων.Ναι . μπορεί να οδηγήσεις τις ελληνικές πόλεις προς το καλό πολύ ευκολότερα παρά με τις σοφότερες διαταγές που θα εξέδιδες. αν ήσουνα ανθύπατος στην Ισπανία η στην Ιλλυρία. όσο σωστή και αν είναι . κι αν στον ουρανό τον προστάξεις να πάει . Υποβοηθώντας το τυφλό παιγνίδι των φατριών από το παρασκήνιο . Άλλοι όμως είναι τούτοι οι γραικύλοι και άλλοι οι έλληνες. είτε θεληματικά. Πάντοτε βρίσκονται οι διαφωνούντες μεταξύ των ελλήνων. `Άφησε τον . Δεν πρέπει ποτέ να δώσεις την εντύπωση στον έλληνα ότι του αφαίρεσες την ελευθερία του. Και το πιο περίεργο . να θορυβεί . μέσα στην σφαίρα που δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΝΔΕΚΑΤΟ Όμως αν θέλεις στην Ελλάδα πραγματικά να επιβάλεις μία απόφασή σου.
Η τετραλογία διδάχτηκε το 458 π. Μελετητές της ψυχής των ατόμων και του όχλου . τη χρονιά που επώνυμος άρχοντας ήταν ο Φιλοκλης. που σώθηκε ολόκληρη και περιλαμβάνει τον « Αγαμέμνονα» και τις «Χοηφόρους». όταν από καιρό έχεις πάψει να είσαι.. μην τους πεις ότι διατάσεις. Ακόμη και σήμερα διατηρούν τα ίχνη μερικών αρετών που μοιάζουν με την χόβολη μίας μεγάλης πυρράς. αλλά ότι αν δεν γίνει τούτο κι εκείνο. Το σατυρικό δράμα που συμπλήρωνε την τετραλογία ήταν ο «Πρωτεύς». που δεν καταλαβαίνουν ότι είναι γελοίο να έχεις το ύφος του δυνατού και του τρανού . με μια ευκινησία στην σκέψη και μια γοργότητα στις αντιδράσεις που εμείς εδώ ποτέ δεν φτάσαμε. Καθώς τρέφονται από την οπτασία των περασμένων τους μεγαλείων και δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τις σημερινές τους διαστάσεις. η τρίτη από την τριλογία του « Ορέστεια». ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ Πρόσεξε αυτούς τους παλικαράδες της πολιτικής . Εδώ τελειώνουν οι Οξυρρύγχειοι πάπυροι (σε μετάφραση Κωνσταντίνου Τσάτσου). … Όλα αυτά δεν σου τα λεω για να σε κάνω να περιφρονείς τους έλληνες. από τον οποίο όμως μόνο λίγα αποσπάσματα σώθηκαν. θα τους δεις να εκτελούν μερικούς θαυμάσιους ελιγμούς . τότε οι ρωμαϊκές λεγεώνες θα αναγκαστούν να μετασταθμεύσουν για λόγους ασφαλείας σε άλλη επαρχία και τότε μπορεί τίποτε Γέτες η Κέλτες η Δακοί να στείλουν τα στίφη τους να δηώσουν την χώρα και ας αναμετρήσουν οι ίδιοι τις συνέπειες και ας αποφασίσουν. Χορηγός ήταν ο Ξενοκλής ο Αφιδναιος. Μόνο που ύστερα θα μελαγχολήσεις βλέποντας πως είναι πια ασήμαντοι οι σκοποί για τους οποίους ξοδεύονται αυτά τα εξαίσια χαρίσματα. Πες τους ότι δεν διατάσεις .Χ. . να χαράζουν πολιτικά σχέδια περίλαμπρα . «Ευμενίδες» Τραγωδία του Αισχύλου. Απεναντίας σου τα λεω για να τους καταλάβεις και να τους προσέξεις.Δώσε τους κάποια περιθώρια έντιμης υποχώρησης και όταν ακόμη στην πραγματικότητα διατάσεις . πολύ θα σε ταλαιπωρήσουν με την αξίωσή τους να μην επεμβαίνεις στα πράγματα της πόλης τους.
όπου διεξάγεται η κρίσιμη δίκη. Οι μισοί ψήφοι είναι καταδικαστικοί και οι άλλοι μισοί αθωωτικοί. το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας. 4. σκοτώνοντας την μητέρα του. Η σκηνή του δράματος. Αυτές δε συγχωρούν το έγκλημα του Ορέστη. Η απόφαση βγαίνει με ισοψηφία. χορός Ευμενίδων. Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή ρίχνει η Αθηνά τη δική της ψήφο στις αθωωτικές και έτσι γλυτώνει ο Ορέστης από την καταδίκη. 2 . Μπορεί να είχε δίκαιο ο Ορέστης που εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του. Τα πρόσωπα της τραγωδίας. από το ανώτατο δικαστήριο της πόλεως. Υπόθεση. Τον στέλνει στην Αθήνα για να δικαστεί από τον 'Αρειο Πάγο. Συνήγορος και προστάτης του Ορέστη στη δίκη αυτή είναι η θεά Αθήνα. Ο Ορέστης φτάνει στους Δελφούς κυνηγημένος από τις Ερινύες. Πυθία(η μάντισσατων Δελφών). Το δράμα εκτυλίσσεται σε δύο σκηνές. . Η Αθηνά αναλαμβάνει στη συνέχεια να εξευμενίσει και τις οργισμένες θεότητες που καταδιώκουν τον Ορέστη και τις μεταβάλλει από Ερινύες (=τιμωρές θεότητες) σε Ευμενίδες (=ευνοϊκές θεότητες). συγχρόνως όμως έκανε και ένα έγκλημα αντίθετο προς τη φύση. συνοδοί (βουβά πρόσωπα). Ο Απόλλωνας όμως επεμβαίνει και τον προστατεύει από την εκδικητική τους μανια. Αθηνά.1. Ανάλυση των «Ευμενίδων». Από εδώ πήρε και την ονομασία του το δράμα. Το δικαστήριο αμφιταλαντεύεται και διχάζεται. τις φοβερές θεές που καταδιώκουν τους μητροκτόνους και που στην τραγωδία αποτελούν το χορό. 3. Ορέστης. όπου καταφεύγει κυνηγημένος ο Ορέστης και η δεύτερη στο χώρο του Αρείου Πάγου της Αθήνας. Η πρώτη στο χώρο του Μαντείου των Δελφών. Οι «Ευμενίδες» αρχίζουν από το σημείο στο οποίο τελειώνουν οι «Χοηφόροι». Απόλλωνας. δηλ.
μπροστά στο οποίο πέφτει σαν ικέτης. όπου να προσπέσει ικέτης στο αρχαίο άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς. στο οποίο προσέρχεται σαν μάρτυρας υπερασπίσεως ο Απόλλωνας (στίχ. κρατά κλωνάρι ελιάς στεφανωμένο με ταινίες από άσπρο μαλλί (σύμβολα της ικεσίας). 64— 93). Τη στιγμή αυτή εμφανίζεται ο Απόλλωνας και συμβουλεύει τον Ορέστη να επωφεληθεί από τον ύπνο των Ερινυών. τη θέμιδα. που προεδρεύει στη δίκη αυτή και εκπροσωπεί την ηθική κοινωνική συνείδηση. την τιτανίδα Φοίθη και τέλος προς τον Απόλλωνα. Της παρουσιάζονται οι αντίπαλοι και της εμπιστεύονται την κρίση της υποθέσεως. Οι δικαστές χωρίζονται στα δύο και ισοψηφούν. που της υπαγορεύει τους χρησμούς. Τότε η Αθηνά. 667-743). έξαλλη όμως ξαναβγαίνει και αφηγείται το τρομερό θάμα που αντίκρυσε: Ένας άνδρας αιματοσταγής (Ο Ορέστης) πεσμένος μπροστά στον «ομφαλό». Οι Ερινύες κατηγορούν τους δύο θεούς ότι με την ανάμειξη . 1-33). γιατί παραδέχεται ότι αυτός ο ίδιος τον έβαλε να σκοτώσει τη μητέρα του. 236-66). ώστε να απαλλαγεί από τα δεινό του. Εκείνες με ουρλιαχτά τρέχουν στη σκηνή και βρίζουν τον Απόλλωνα. Ύστερα του δίνει για συνοδό τον Ερμή και ο ίδιος μπαίνει στο ναό του (στίχ. 94-235). που προστατεύει ένα μιασμένο μητροκτόνο. Ο Ορέστης ευχαριστεί την Αθήνα και τον Απόλλωνα και ορκίζεται αιώνια συμμαχία της πατρίδας του Αργούς με την Αθήνα. Τελειώνοντας την προσευχή της η Πυθία ετοιμάζεται να μπει στο ιερό. Ξαναπαρουσιάζεται ο Απόλλωνας και διεξάγει μία έντονη φιλονικία για το κατά πόσο είναι μιαρή η πράξη του Ορέστη. Την ώρα εκείνη εμφανίζεται η Αθηνά και ρωτά να μάθει ποιοι είναι και τι θέλουν οι συγκεντρωμένοι γύρω από το άγαλμα της. το γιο της Φοίβης. Του υπόσχεται να τον βοηθήσει στη δίκη που θα γίνει εκεί. και φεύγει (στίχ. Με προσταγή της θεάς συγκροτείται το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. να φύγει αμέσως για την Αθήνα. Η σκηνή τώρα μεταφέρεται στην Ακρόπολη των Αθηνών. 34-63). τους οποίους αυτή δίνει στους ανθρώπους (στίχ. Τον προφταίνουν όμως και οι Ερινύες. Τρέχοντας ο Ορέστης κατευθύνεται προς το άγαλμα της Αθηνάς. 744-777). οι οποίες τον περικυκλώνουν και τον απειλούν ότι θα του ρουφήξουν το αίμα και ύστερα θα τον πετάξουν στον Άδη.Παρουσιάζεται τότε το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας και φωνάζει τις Ερινύες να ξυπνήσουν. ψηφίζει για την αθώωση του Ορέστη. που η αναπνοή τους μοιάζει αγκομαχητό και τα μάτια τους στάζουν αίμα (στίχ.Με την έναρξη του έργου εμφανίζεται η Πυθία. η οποία προλογίζοντας εκφράζει το σεβασμό της προς την πρωτομάντισσα Γαία. της οποίας προστάτιδα είναι η Αθηνά. ο οποίος απαλάσσεται έτσι από την ευθύνη της μητροκτονίας (στίχ. ενώ γύρω του κοιμούνται βδελυρά όντα (οι Ερινύες). για να καταδιώξουν εκεί το μητροκτόνο (στίχ. Τελικά ο θεός τις διώχνει από το ιερό του σαν ανεπιθύμητες και εκείνες φεύγουν για την Αθήνα.
Με την καινούργια αυτή θεωρία ο Αισχύλος κάνει ένα σαφή υπαινιγμό για τη λήξη της μητραρχικής περιόδου. Συνεχίζοντας ο Απόλλωνας δηλώνει στους Αθηναίους.τους και την έκβαση της δίκης ανέτρεψαν τους ηθικούς νόμους και απειλούν άπειρα κακά για τους Αθηναίους. από Ερινύες δηλ.Στο χωρίο αυτό διαφαίνεται η επιθυμία του Αισχύλου να προσδώσει θεία προέλευση και καταγωγή στον Αρειο Πάγο και να κατοχυρώσει με τρόπο αιώνιο και αδιάβλητο το θεσμό του. κινείται ολοένα προς το φως. Η Αθηνά όμως τις καλοπιάνει. κι αυτή σαν ξένη το φυλάει το φύτρο. αν ο θεός το αφήσει ζωντανό» (στίχ. όπως υποστηρίζουν μερικοί ερευνητές. Έτσι από κόρες της νύχτας μεταβάλλονται σε αναθοποιά πνεύματα. γιατί ήταν θέληση του Δία και ότι ο πατέρας είναι κάτι πολυτιμότερο από τη μητέρα. β) Ο σεβασμός στον Άρειο Πάγο. Έτσι το χωρίο αυτό παίρνει και πολιτική σημαοία. θα διαλέξω δικαστές του φόνου ορκωτούς και ένα θεσμό παντοτεινό θα ιδρύσω». βάζοντας την Αθηνά να αναθέτει την επίλυση διαφοράς θεών σε δικαστήριο θνητών.482-4 λέει «Αφού έφθασεν ως εδώ το ζήτημα. Η κεντρική ιδέα παρουσιάζεται με δύο σκέλη: α) Η εξάγνιση του μητροκτόνου.Η Αθηνά στους στιχ. προς την κάθαρση: Ο Ορέστης πορεύεται από το σκοτεινό Αργός στον λαμπερό Απόλλωνα στους Δελφούς και από εκει'στην πνευματική λάμψη της Αθηνάς. την απόφαση των οποίων είναι έτοιμοι να δεχτούν οι θεοί. Ιδέες του δράματος. 778-995). έστω και κατά θεϊκή εντολή φονιάς. Ρούσσο « Ο μιαομένος. 658-661). τις καταπραύνει και τις συμφιλιώνει προς τους Αθηναίους (στίχ.Παράλληλα όμως αναπτύσσεται και μία δευτερεύουσα ιδέα. Και στην περίπτωση όμως αυτή δε λείπει ο πολιτικός στόχος. 5. Και αυτό εξηγείται ως εξής: «Το παιδί δεν το γεννά αυτή πού λέγεται μητέρα του· αυτή τρέφει μόνο το σπέρμα που κυοφορεί. ότι αν αθωώσουν τον Ορέστη. . στην Αθήνα».Επιπ\έον όμως τιμά και τους Αθηναίους και γενικά τους ανθρώπους. δίνουν μύριες ευχές στους κατοίκους της πόλεως και φεύγουν συνοδευόμενες από τις ιέρειες της Αθηνάς και τους πιο ευγενείς Αθηναίους. γίνονται θεές Ευμενίδες. Κατά τον Τ.γεννά ο άντρας. Υπερασπιζόμενος ο Απόλλωνας τον Ορέστη ισχυρίζεται ότι ο φόνος της Κλυταιμνήστρας ήταν δίκαιος. οι Αργείοι θα είναι αιώνίοι σύμμαχοι τους για το καλό που εΚαναν στο βασιλόπουλο τους. στη μείωση του οποίου απέβλεπε ο Περικλής. Άρα ο Ορέστης είναι περισσότερο τέκνο του Αγαμέμνονα παρά της Κλυταιμνήστρας.
δίνεται το μέτρο μιας ευνομούμενης πολιτείας. Η τραγωδία αυτή. της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και έτοι η τραγιυδία αποκτά και υψηλό πολιτικό περιεχόμενο. ώστε να θεωρείται ότι συγκεντρώνει όλες τις αρετές που συνθέτουν το υψηλό τραγικό ύφος. Με την παρέμβαση ειδικότερα της Αθηνάς. Herbert Weir Smyth. αποτελεί το λαμπρότερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτωνν μετά τα ομηρικά έπη. Τιτανὶς ἄλλη παῖς Χθονὸς καθέζετο. λιπὼν δὲ λίμνην Δηλίαν τε χοιράδα. μαζί με τις άλλες δύο της τριλογίας « Ορέστεια». Φοίβη· δίδωσι δ᾽ ἣ γενέθλιον δόσιν Φοίβῳ· τὸ Φοίβης δ᾽ ὄνομ᾽ ἔχει παρώνυμον. Η αξία της τραγωδίας. ὡς λόγος τις· ἐν δὲ τῷ τρίτῳ λάχει. 1926) Πυθιάς πρῶτον μὲν εὐχῇ τῇδε πρεσβεύω θεῶν τὴν πρωτόμαντιν Γαῖαν· ἐκ δὲ τῆς Θέμιν. η οποία αντιτάσσει τη λογική και τη φιλευσπλαχνία στην άγρια μανία των παθών και της. δηλ. θελούσης. Τέτοια είναι η ποικιλία στις ιδέες. οὐδὲ πρὸς βίαν τινός. η μεγαλοπρέπεια του λόγου και η αφθονία των εικόνων. 5 .6. ἣ δὴ τὸ μητρὸς δευτέρα τόδ᾽ ἕζετο μαντεῖον. το Αρχαίο Κείμενο Αἰσχύλου Εὐμενίδες (ed. εκδικήσεις.
φίλορνις. 15 Δελφός τε χώρας τῆσδε πρυμνήτης ἄναξ.κέλσας ἐπ᾽ ἀκτὰς ναυπόρους τὰς Παλλάδος. δαιμόνων ἀναστροφή· Βρόμιος ἔχει τὸν χῶρον. ἴτων πάλῳ λαχόντες. 30 25 . καὶ νῦν τυχεῖν με τῶν πρὶν εἰσόδων μακρῷ ἄριστα δοῖεν· κεἰ παρ᾽ Ἑλλήνων τινές. ὡς νομίζεται. ἔπειτα μάντις ἐς θρόνους καθιζάνω. ἐς τήνδε γαῖαν ἦλθε Παρνησοῦ θ᾽ ἕδρας. μολόντα δ᾽ αὐτὸν κάρτα τιμαλφεῖ λεώς. οὐδ᾽ ἀμνημονῶ. τέχνης δέ νιν Ζεὺς ἔνθεον κτίσας φρένα ἵζει τέταρτον τοῖσδε μάντιν ἐν θρόνοις· Διὸς προφήτης δ᾽ ἐστὶ Λοξίας πατρός. 20 10 Παλλὰς προναία δ᾽ ἐν λόγοις πρεσβεύεται· σέβω δὲ νύμφας. πέμπουσι δ᾽ αὐτὸν καὶ σεβίζουσιν μέγα κελευθοποιοὶ παῖδες Ἡφαίστου. ἔνθα Κωρυκὶς πέτρα κοίλη. ἐξ οὗτε Βάκχαις ἐστρατήγησεν θεός. χθόνα ἀνήμερον τιθέντες ἡμερωμένην. λαγὼ δίκην Πενθεῖ καταρράψας μόρον· Πλειστοῦ τε πηγὰς καὶ Ποσειδῶνος κράτος καλοῦσα καὶ τέλειον ὕψιστον Δία. τούτους ἐν εὐχαῖς φροιμιάζομαι θεούς.
εἶδόν ποτ᾽ ἤδη Φινέως γεγραμμένας δεῖπνον φερούσας· ἄπτεροί γε μὴν ἰδεῖν αὗται. 45 πρόσθεν δὲ τἀνδρὸς τοῦδε θαυμαστὸς λόχος εὕδει γυναικῶν ἐν θρόνοισιν ἥμενος. οὐ ποδωκείᾳ σκελῶν· δείσασα γὰρ γραῦς οὐδέν. ἀντίπαις μὲν οὖν. ἀργῆτι μαλλῷ· τῇδε γὰρ τρανῶς ἐρῶ. πάλιν μ᾽ ἔπεμψεν ἐκ δόμων τῶν Λοξίου. ἀλλὰ Γοργόνας λέγω. αἵματι στάζοντα χεῖρας καὶ νεοσπαδὲς ξίφος ἔχοντ᾽ ἐλαίας θ᾽ ὑψιγέννητον κλάδον.μαντεύομαι γὰρ ὡς ἂν ἡγῆται θεός. λήνει μεγίστῳ σωφρόνως ἐστεμμένον. δεινὰ δ᾽ ὀφθαλμοῖς δρακεῖν. τρέχω δὲ χερσίν. Πυθιάς ἦ δεινὰ λέξαι. μέλαιναι δ᾽ ἐς τὸ πᾶν βδελύκτροποι· ῥέγκουσι δ᾽ οὐ πλατοῖσι φυσιάμασιν· ἐκ δ᾽ ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα· 50 . οὐδ᾽ αὖτε Γοργείοισιν εἰκάσω τύποις. 35 ὡς μήτε σωκεῖν μήτε μ᾽ ἀκταίνειν βάσιν. ἐγὼ μὲν ἕρπω πρὸς πολυστεφῆ μυχόν· ὁρῶ δ᾽ ἐπ᾽ ὀμφαλῷ μὲν ἄνδρα θεομυσῆ 40 ἕδραν ἔχοντα προστρόπαιον. οὔτοι γυναῖκας.
μισήματ᾽ ἀνδρῶν καὶ θεῶν Ὀλυμπίων.καὶ κόσμος οὔτε πρὸς θεῶν ἀγάλματα φέρειν δίκαιος οὔτ᾽ ἐς ἀνθρώπων στέγας. ἐπεὶ κακὸν σκότον νέμονται Τάρταρόν θ᾽ ὑπὸ χθονός. ἰατρόμαντις δ᾽ ἐστὶ καὶ τερασκόπος καὶ τοῖσιν ἄλλοις δωμάτων καθάρσιος. τἀντεῦθεν ἤδη τῶνδε δεσπότῃ δόμων αὐτῷ μελέσθω Λοξίᾳ μεγασθενεῖ. γραῖαι παλαιαὶ παῖδες. ὅμως δὲ φεῦγε μηδὲ μαλθακὸς γένῃ. 70 κακῶν δ᾽ ἕκατι κἀγένοντ᾽. τὸ φῦλον οὐκ ὄπωπα τῆσδ᾽ ὁμιλίας οὐδ᾽ ἥτις αἶα τοῦτ᾽ ἐπεύχεται γένος τρέφουσ᾽ ἀνατεὶ μὴ μεταστένειν πόνον. αἷς οὐ μείγνυται θεῶν τις οὐδ᾽ ἄνθρωπος οὐδὲ θήρ ποτε. ἐλῶσι γάρ σε καὶ δι᾽ ἠπείρου μακρᾶς βιβῶντ᾽ ἀν᾽ αἰεὶ τὴν πλανοστιβῆ χθόνα 75 65 . καὶ νῦν ἁλούσας τάσδε τὰς μάργους ὁρᾷς· ὕπνῳ πεσοῦσαι δ᾽ αἱ κατάπτυστοι κόραι. Ἀπόλλων οὔτοι προδώσω· διὰ τέλους δέ σοι φύλαξ 55 60 ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσω δ᾽ ἀποστατῶν ἐχθροῖσι τοῖς σοῖς οὐ γενήσομαι πέπων.
ὑπέρ τε πόντον καὶ περιρρύτας πόλεις. ὠή. κἀκεῖ δικαστὰς τῶνδε καὶ θελκτηρίους μύθους ἔχοντες μηχανὰς εὑρήσομεν. φύλασσε· κάρτα δ᾽ ὢν ἐπώνυμος 90 πομπαῖος ἴσθι. Ὀρέστης ἄναξ Ἄπολλον. καὶ καθευδουσῶν τί δεῖ. οἶσθα μὲν τὸ μὴ ᾽δικεῖν· 85 ἐπεὶ δ᾽ ἐπίστᾳ. καὶ μὴ πρόκαμνε τόνδε βουκολούμενος πόνον· μολὼν δὲ Παλλάδος ποτὶ πτόλιν ἵζου παλαιὸν ἄγκαθεν λαβὼν βρέτας. Κλυταιμήστρας Εἴδωλον εὕδοιτ᾽ ἄν. ἐγὼ δ᾽ ὑφ᾽ ὑμῶν ὧδ᾽ ἀπητιμασμένη ἄλλοισιν ἐν νεκροῖσιν. Ἀπόλλων μέμνησο. ὥστ᾽ ἐς τὸ πᾶν σε τῶνδ᾽ ἀπαλλάξαι πόνων· καὶ γὰρ κτανεῖν σ᾽ ἔπεισα μητρῷον δέμας. αὐτάδελφον αἷμα καὶ κοινοῦ πατρός. ὧν μὲν ἔκτανον 95 80 . τόνδε ποιμαίνων ἐμὸν ἱκέτην—σέβει τοι Ζεὺς τόδ᾽ ἐκνόμων σέβας— ὁρμώμενον βροτοῖσιν εὐπόμπῳ τύχῃ. σὺ δ᾽. μὴ φόβος σε νικάτω φρένας. Ἑρμῆ. καὶ τὸ μὴ ᾽μελεῖν μάθε. σθένος δὲ ποιεῖν εὖ φερέγγυον τὸ σόν.
Χορός (μυγμός. 105 ἦ πολλὰ μὲν δὴ τῶν ἐμῶν ἐλείξατε.ὄνειδος ἐν φθιτοῖσιν οὐκ ἐκλείπεται. αἰσχρῶς δ᾽ ἀλῶμαι· προυννέπω δ᾽ ὑμῖν ὅτι ἔχω μεγίστην αἰτίαν κείνων ὕπο· παθοῦσα δ᾽ οὕτω δεινὰ πρὸς τῶν φιλτάτων. νηφάλια μειλίγματα. ὥραν οὐδενὸς κοινὴν θεῶν. ὁρᾶτε πληγὰς τάσδε καρδίας ὅθεν. 115 ὄναρ γὰρ ὑμᾶς νῦν Κλυταιμήστρα καλῶ. ἐν ἡμέρᾳ δὲ μοῖρ᾽ ἀπρόσκοπος βροτῶν. καὶ πάντα ταῦτα λὰξ ὁρῶ πατούμενα. καὶ νυκτίσεμνα δεῖπν᾽ ἐπ᾽ ἐσχάρᾳ πυρὸς ἔθυον. φρονήσατ᾽. οὐδεὶς ὑπέρ μου δαιμόνων μηνίεται. ἀκούσαθ᾽ ὡς ἔλεξα τῆς ἐμῆς περὶ ψυχῆς. ὦ κατὰ χθονὸς θεαί. ) Κλυταιμήστρας Εἴδωλον 110 100 . χοάς τ᾽ ἀοίνους. καὶ ταῦτα κούφως ἐκ μέσων ἀρκυστάτων ὤρουσεν ὑμῖν ἐγκατιλλώψας μέγα. εὕδουσα γὰρ φρὴν ὄμμασιν λαμπρύνεται. ὁ δ᾽ ἐξαλύξας οἴχεται νεβροῦ δίκην. κατασφαγείσης πρὸς χερῶν μητροκτόνων.
Κλυταιμήστρας Εἴδωλον ὄναρ διώκεις θῆρα. ) 120 Κλυταιμήστρας Εἴδωλον ἄγαν ὑπνώσσεις κοὐ κατοικτίζεις πάθος· φονεὺς δ᾽ Ὀρέστης τῆσδε μητρὸς οἴχεται. τί σοι πέπρωται πρᾶγμα πλὴν τεύχειν κακά. Χορός (ὠγμός. Χορός (μυγμός. κλαγγαίνεις δ᾽ ἅπερ κύων μέριμναν οὔποτ᾽ ἐκλείπων πόνου. 130 125 .μύζοιτ᾽ ἄν. Χορός (ὠγμός. φράζου. ) Κλυταιμήστρας Εἴδωλον ᾤζεις. ) Κλυταιμήστρας Εἴδωλον ὕπνος πόνος τε κύριοι συνωμόται δεινῆς δρακαίνης ἐξεκήραναν μένος. ὑπνώσσεις· οὐκ ἀναστήσῃ τάχος. ) λαβὲ λαβὲ λαβὲ λαβέ. Χορός (μυγμὸς διπλοῦς ὀξύς. ἁνὴρ δ᾽ οἴχεται φεύγων πρόσω· φίλοι γάρ εἰσιν οὐκ ἐμοῖς προσεικότες.
ἐπάθομεν. ἄλγησον ἧπαρ ἐνδίκοις ὀνείδεσιν· 135 τοῖς σώφροσιν γὰρ ἀντίκεντρα γίγνεται. 145 ἄφερτον κακόν· ἐξ ἀρκύων πέπτωκεν οἴχεταί θ᾽ ὁ θήρ.— ἐπάθομεν πάθος δυσαχές.τί δρᾷς. ἀνίστω. εὕδεις. ἀτμῷ κατισχναίνουσα. ὦ πόποι. Χορός ἔγειρ᾽.— νέος δὲ γραίας δαίμονας καθιππάσω. μάραινε δευτέροις διώγμασιν. φίλαι. ἰοὺ ἰοὺ πύπαξ. ἄθεον ἄνδρα καὶ τοκεῦσιν πικρόν· τὸν μητραλοίαν δ᾽ ἐξέκλεψας ὢν θεός. 150 140 .— τί τῶνδ᾽ ἐρεῖ τις δικαίως ἔχειν. ἕπου. ἰδώμεθ᾽ εἴ τι τοῦδε φροιμίου ματᾷ.— τὸν ἱκέταν σέβων. ἐπίκλοπος πέλῃ.— ἦ πολλὰ δὴ παθοῦσα καὶ μάτην ἐγώ. ἰὼ παῖ Διός. μή σε νικάτω πόνος. ἀνίστω. σὺ δ᾽ αἱματηρὸν πνεῦμ᾽ ἐπουρίσασα τῷ. νηδύος πυρί. ἔγειρε καὶ σὺ τήνδ᾽.— ὕπνῳ κρατηθεῖσ᾽ ἄγραν ὤλεσα. κἀπολακτίσασ᾽ ὕπνον. ἐγὼ δὲ σέ. μηδ᾽ ἀγνοήσῃς πῆμα μαλθαχθεῖσ᾽ ὕπνῳ.
180 . ὑπό τε γᾶν φυγὼν οὔ ποτ᾽ ἐλευθεροῦται.— 165 155 πάρεστι γᾶς ὀμφαλὸν προσδρακεῖν αἱμάτων βλοσυρὸν ἀρόμενον ἄγος ἔχειν. 175 ποτιτρόπαιος ὢν δ᾽ ἕτερον ἐν κάρᾳ μιάστορ᾽ ἐκ γένους πάσεται. περὶ κάρα.170 παρὰ νόμον θεῶν βρότεα μὲν τίων. κἀμοί γε λυπρός. ὑπὸ λοβόν. Ἀπόλλων ἔξω. καὶ τὸν οὐκ ἐκλύσεται.— πάρεστι μαστίκτορος δαΐου δαμίου 160 βαρὺ τὸ περίβαρυ κρύος ἔχειν. ἐφεστίῳ δὲ μάντις ὢν μιάσματι μυχὸν ἐχράνατ᾽ αὐτόσσυτος.ἐμοὶ δ᾽ ὄνειδος ἐξ ὀνειράτων μολὸν ἔτυψεν δίκαν διφρηλάτου μεσολαβεῖ κέντρῳ ὑπὸ φρένας. παλαιγενεῖς δὲ μοίρας φθίσας. αὐτόκλητος. τοιαῦτα δρῶσιν οἱ νεώτεροι θεοί. κελεύω. τῶνδε δωμάτων τάχος χωρεῖτ᾽. ἀπαλλάσσεσθε μαντικῶν μυχῶν. κρατοῦντες τὸ πᾶν δίκας πλέον φονολιβῆ θρόνον περὶ πόδα.
οὔτοι δόμοισι τοῖσδε χρίμπτεσθαι πρέπει· 185 ἀλλ᾽ οὗ καρανιστῆρες ὀφθαλμωρύχοι δίκαι σφαγαί τε σπέρματός τ᾽ ἀποφθορᾷ παίδων κακοῦται χλοῦνις. ἀντάκουσον ἐν μέρει. λέοντος ἄντρον αἱματορρόφου οἰκεῖν τοιαύτας εἰκός. ἠδ᾽ ἀκρωνία.μὴ καὶ λαβοῦσα πτηνὸν ἀργηστὴν ὄφιν. πᾶς δ᾽ ὑφηγεῖται τρόπος μορφῆς. ἀλλ᾽ εἷς τὸ πᾶν ἔπραξας ὢν παναίτιος. καὶ μύζουσιν οἰκτισμὸν πολὺν ὑπὸ ῥάχιν παγέντες. 200 195 . ἆρ᾽ ἀκούετε 190 οἵας ἑορτῆς ἔστ᾽ ἀπόπτυστοι θεοῖς στέργηθρ᾽ ἔχουσαι. τοσοῦτο μῆκος ἔκτεινον λόγου. αὐτὸς σὺ τούτων οὐ μεταίτιος πέλῃ. Ἀπόλλων πῶς δή. χωρεῖτ᾽ ἄνευ βοτῆρος αἰπολούμεναι. Χορός ἄναξ Ἄπολλον. οὐ χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε πλησίοισι τρίβεσθαι μύσος. λευσμός τε. ποίμνης τοιαύτης δ᾽ οὔτις εὐφιλὴς θεῶν. ἀνῇς ὑπ᾽ ἄλγους μέλαν᾽ ἀπ᾽ ἀνθρώπων ἀφρόν. χρυσηλάτου θώμιγγος ἐξορμώμενον. ἐμοῦσα θρόμβους οὓς ἀφείλκυσας φόνου.
Ἀπόλλων ἔχρησα ποινὰς τοῦ πατρὸς πρᾶξαι. τί μήν . Ἀπόλλων οὐ γὰρ δόμοισι τοῖσδε πρόσφορον μολεῖν. Χορός οὐκ ἂν γένοιθ᾽ ὅμαιμος αὐθέντης φόνος. κόμπασον γέρας καλόν. Ἀπόλλων 210 . Χορός τοὺς μητραλοίας ἐκ δόμων ἐλαύνομεν. Ἀπόλλων τίς ἥδε τιμή. 205 Χορός καὶ τὰς προπομποὺς δῆτα τάσδε λοιδορεῖς. Χορός ἀλλ᾽ ἔστιν ἡμῖν τοῦτο προστεταγμένον. Ἀπόλλων τί γὰρ γυναικὸς ἥτις ἄνδρα νοσφίσῃ.Χορός ἔχρησας ὥστε τὸν ξένον μητροκτονεῖν. Χορός κἄπειθ᾽ ὑπέστης αἵματος δέκτωρ νέου. Ἀπόλλων καὶ προστραπέσθαι τούσδ᾽ ἐπέστελλον δόμους.
εὐνὴ γὰρ ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ μόρσιμος ὅρκου ᾽στὶ μείζων τῇ δίκῃ φρουρουμένη. Ἀπόλλων σὺ δ᾽ οὖν δίωκε καὶ πόνον πλείω τίθου. εἰ τοῖσιν οὖν κτείνουσιν ἀλλήλους χαλᾷς τὸ μὴ τίνεσθαι μηδ᾽ ἐποπτεύειν κότῳ. 220 οὔ φημ᾽ Ὀρέστην σ᾽ ἐνδίκως ἀνδρηλατεῖν.ἦ κάρτ᾽ ἄτιμα καὶ παρ᾽ οὐδὲν εἰργάσω Ἥρας τελείας καὶ Διὸς πιστώματα. Χορός τιμὰς σὺ μὴ σύντεμνε τὰς ἐμὰς λόγῳ. Χορός τὸν ἄνδρ᾽ ἐκεῖνον οὔ τι μὴ λίπω ποτέ. Κύπρις δ᾽ ἄτιμος τῷδ᾽ ἀπέρριπται λόγῳ. ἄγει γὰρ αἷμα μητρῷον. δίκας 230 225 . 215 ὅθεν βροτοῖσι γίγνεται τὰ φίλτατα. Ἀπόλλων οὐδ᾽ ἂν δεχοίμην ὥστ᾽ ἔχειν τιμὰς σέθεν. τὰ δ᾽ ἐμφανῶς πράσσουσαν ἡσυχαιτέραν. Χορός μέγας γὰρ ἔμπας πὰρ Διὸς θρόνοις λέγῃ. δίκας δὲ Παλλὰς τῶνδ᾽ ἐποπτεύσει θεά. τὰ μὲν γὰρ οἶδα κάρτα σ᾽ ἐνθυμουμένην. ἐγὼ δ᾽.
ἕπου δὲ μηνυτῆρος ἀφθέγκτου φραδαῖς. πολλοῖς δὲ μόχθοις ἀνδροκμῆσι φυσιᾷ σπλάγχνον· χθονὸς γὰρ πᾶς πεποίμανται τόπος.μέτειμι τόνδε φῶτα κἀκκυνηγετῶ. Λοξίου κελεύμασιν 235 ἥκω. σῴζων ἐφετμὰς Λοξίου χρηστηρίους. οὐ προστρόπαιον οὐδ᾽ ἀφοίβαντον χέρα. ἀλλ᾽ ἀμβλὺς ἤδη προστετριμμένος τε πρὸς ἄλλοισιν οἴκοις καὶ πορεύμασιν βροτῶν. Ὀρέστης ἄνασσ᾽ Ἀθάνα. Χορός εἶεν· τόδ᾽ ἐστὶ τἀνδρὸς ἐκφανὲς τέκμαρ. θεά. πρόσειμι δῶμα καὶ βρέτας τὸ σόν. αὐτοῦ φυλάσσων ἀναμένω τέλος δίκης. ὅμοια χέρσον καὶ θάλασσαν ἐκπερῶν. τετραυματισμένον γὰρ ὡς κύων νεβρὸν πρὸς αἷμα καὶ σταλαγμὸν ἐκματεύομεν. δέχου δὲ πρευμενῶς ἀλάστορα. ὑπέρ τε πόντον ἀπτέροις ποτήμασιν 250 245 240 . Ἀπόλλων ἐγὼ δ᾽ ἀρήξω τὸν ἱκέτην τε ῥύσομαι· δεινὴ γὰρ ἐν βροτοῖσι κἀν θεοῖς πέλει τοῦ προστροπαίου μῆνις. εἰ προδῶ σφ᾽ ἑκών.
ἔχονθ᾽ ἕκαστον τῆς δίκης ἐπάξια. ὁ δ᾽ αὖτέ γ᾽ [οὖν] ἀλκὰν ἔχων περὶ βρέτει πλεχθεὶς θεᾶς ἀμβρότου ὑπόδικος θέλει γενέσθαι χρεῶν. 260 255 τὸ δ᾽ οὐ πάρεστιν· αἷμα μητρῷον χαμαὶ δυσαγκόμιστον. ὄψει δὲ κεἴ τις ἄλλος ἤλιτεν βροτῶν ἢ θεὸν ἢ ξένον 270 τιν᾽ ἀσεβῶνᾳ” ἢ τοκέας φίλους. οὐδὲν ὑστέρα νεώς. μὴ λάθῃ φύγδα βὰς [ὁ ] ματροφόνος ἀτίτας.ἦλθον διώκουσ᾽. . ὀσμὴ βροτείων αἱμάτων με προσγελᾷ. ὅρα ὅρα μάλ᾽ αὖ. ἀντίποιν᾽ ὡς τίνῃς ματροφόνου δύας. τὸ διερὸν πέδοι χύμενον οἴχεται. παπαῖ. καὶ νῦν ὅδ᾽ ἐνθάδ᾽ ἐστί που καταπτακών. λεύσσετε πάντα. ἀλλ᾽ ἀντιδοῦναι δεῖ σ᾽ ἀπὸ ζῶντος ῥοφεῖν ἐρυθρὸν ἐκ μελέων πέλανον· ἀπὸ δὲ σοῦ 265 φεροίμαν βοσκὰν πώματος δυσπότου· καὶ ζῶντά σ᾽ ἰσχνάνασ᾽ ἀπάξομαι κάτω.
δελτογράφῳ δὲ πάντ᾽ ἐπωπᾷ φρενί. [χρόνος καθαιρεῖ πάντα γηράσκων ὁμοῦ. πολὺς δέ μοι γένοιτ᾽ ἂν ἐξ ἀρχῆς λόγος. 290 285 280 275 .μέγας γὰρ Ἅιδης ἐστὶν εὔθυνος βροτῶν ἔνερθε χθονός. Ὀρέστης ἐγὼ διδαχθεὶς ἐν κακοῖς ἐπίσταμαι πολλοὺς καθαρμούς. τίθησιν ὀρθὸν ἢ κατηρεφῆ πόδα. Τρίτωνος ἀμφὶ χεῦμα γενεθλίου πόρου.] καὶ νῦν ἀφ᾽ ἁγνοῦ στόματος εὐφήμως καλῶ χώρας ἄνασσαν τῆσδ᾽ Ἀθηναίαν ἐμοὶ μολεῖν ἀρωγόν· κτήσεται δ᾽ ἄνευ δορὸς αὐτόν τε καὶ γῆν καὶ τὸν Ἀργεῖον λεὼν πιστὸν δικαίως ἐς τὸ πᾶν τε σύμμαχον. βρίζει γὰρ αἷμα καὶ μαραίνεται χερός. μητροκτόνον μίασμα δ᾽ ἔκπλυτον πέλει· ποταίνιον γὰρ ὂν πρὸς ἑστίᾳ θεοῦ Φοίβου καθαρμοῖς ἠλάθη χοιροκτόνοις. ὅσοις προσῆλθον ἀβλαβεῖ ξυνουσίᾳ. ἀλλ᾽ εἴτε χώρας ἐν τόποις Λιβυστικοῖς. καὶ λέγειν ὅπου δίκη σιγᾶν θ᾽ ὁμοίως· ἐν δὲ τῷδε πράγματι φωνεῖν ἐτάχθην πρὸς σοφοῦ διδασκάλου.
ἀσινὴς δ᾽ αἰῶνα διοιχνεῖ· 315 305 ὅστις δ᾽ ἀλιτὼν ὥσπερ ὅδ᾽ ἁνὴρ . ἔλθοι—κλύει δὲ καὶ πρόσωθεν ὢν θεός— ὅπως γένοιτο τῶνδ᾽ ἐμοὶ λυτήριος. ἐπεὶ μοῦσαν στυγερὰν ἀποφαίνεσθαι δεδόκηκεν. εἴτε Φλεγραίαν πλάκα 295 θρασὺς ταγοῦχος ὡς ἀνὴρ ἐπισκοπεῖ. οὐδ᾽ ἀντιφωνεῖς. καὶ ζῶν με δαίσεις οὐδὲ πρὸς βωμῷ σφαγείς· ὕμνον δ᾽ ἀκούσῃ τόνδε δέσμιον σέθεν. Χορός οὔτοι σ᾽ Ἀπόλλων οὐδ᾽ Ἀθηναίας σθένος ῥύσαιτ᾽ ἂν ὥστε μὴ οὐ παρημελημένον 300 ἔρρειν. εὐθυδίκαιοι δ᾽ οἰόμεθ᾽ εἶναι· τὸν μὲν καθαρὰς χεῖρας προνέμοντ᾽ οὔτις ἐφέρπει μῆνις ἀφ᾽ ἡμῶν.φίλοις ἀρήγουσ᾽. ἄγε δὴ καὶ χορὸν ἅψωμεν. λέξαι τε λάχη τὰ κατ᾽ ἀνθρώπους 310 ὡς ἐπινωμᾷ στάσις ἁμά. ἀναίματον βόσκημα δαιμόνων. σκιάν. τὸ χαίρειν μὴ μαθόνθ᾽ ὅπου φρενῶν. ἐμοὶ τραφείς τε καὶ καθιερωμένος. ἀλλ᾽ ἀποπτύεις λόγους.
ἀφόρμικτος. κλῦθ᾽. δέσμιος φρενῶν. θνατῶν τοῖσιν αὐτουργίαι ξυμπέσωσιν μάταιοι. μᾶτερ ἅ μ᾽ ἔτικτες. αὐονὰ βροτοῖς. ὦ μᾶτερ Νύξ. ματρῷον ἅγνισμα κύριον φόνου. παρακοπά. τοῖς ὁμαρτεῖν. 330 ὕμνος ἐξ Ἐρινύων. ἐπὶ δὲ τῷ τεθυμένῳ τόδε μέλος.χεῖρας φονίας ἐπικρύπτει. ὄφρ᾽ ἂν γᾶν ὑπέλθῃ· θανὼν δ᾽ 335 325 320 . μάρτυρες ὀρθαὶ τοῖσι θανοῦσιν παραγιγνόμεναι πράκτορες αἵματος αὐτῷ τελέως ἐφάνημεν. ἀλαοῖσι καὶ δεδορκόσιν ποινάν. τοῦτο γὰρ λάχος διανταία Μοῖρ᾽ ἐπέκλωσεν ἐμπέδως ἔχειν. ὁ Λατοῦς γὰρ ἶνίς μ᾽ ἄτιμον τίθησιν τόνδ᾽ ἀφαιρούμενος πτῶκα. παραφορὰ φρενοδαλής.
παραφορὰ φρενοδαλής. αὐονὰ βροτοῖς. ὅταν Ἄρης 355 τιθασὸς ὢν φίλον ἕλῃ. γιγνομέναισι λάχη τάδ᾽ ἐφ᾽ ἁμὶν ἐκράνθη· ἀθανάτων δ᾽ ἀπέχειν χέρας. οὐδέ τις ἐστί350 συνδαίτωρ μετάκοινος· παλλεύκων δὲ πέπλων ἀπόμοιρος ἄκληρος ἐτύχθην -υ-υ-υ<δωμάτων γὰρ εἱλόμαν 354 ἀνατροπάς.οὐκ ἄγαν ἐλεύθερος. ὕμνος ἐξ Ἐρινύων. μηδ᾽ εἰς ἄγκρισιν ἐλθεῖν· Ζεὺς δ᾽ αἱμοσταγὲς ἀξιόμισον ἔθνος τόδε λέσχας ἇς ἀπηξιώσατο.> σπεύδομεν αἵδ᾽ ἀφελεῖν τινὰ τάσδε μερίμνας. ἐπὶ τὸν ὧδ᾽ ἱέμεναι κρατερὸν ὄνθ᾽ ὅμως ἀμαυροῦμεν ὑφ᾽ αἵματος νέου. θεῶν δ᾽ ἀτέλειαν ἐμαῖς μελέταις ἐπικραίνειν. 340 δέσμιος φρενῶν. ἐπὶ δὲ τῷ τεθυμένῳ τόδε μέλος. 367 365 360 . ἀφόρ-345 μικτος. παρακοπά.
<δωμάτων γὰρ εἱλόμαν 354α ἀνατροπάς. σφαλερὰ <καὶ> τανυδρόμοις 375 κῶλα. σφαλερὰ καὶ τανυδρόμοις . ὀρχησμοῖς τ᾽ ἐπιφθόνοις ποδός. 356α ἐπὶ τὸν ὧδ᾽ ἱέμεναι 357α 358α 359α 368 κρατερὸν ὄνθ᾽ ὅμως ἀμαυροῦμεν ὑφ᾽ αἵματος νέου. καὶ δνοφεράν τιν᾽ ἀχλὺν κατὰ δώματος αὐδᾶται πολύστονος φάτις. 380 <μάλα γὰρ οὖν ἁλομένα ἀνέκαθεν βαρυπεσῆ 373α 374α 375α 372α 370 καταφέρω ποδὸς ἀκμάν.> δόξαι τ᾽ ἀνδρῶν καὶ μάλ᾽ ὑπ᾽ αἰθέρι σεμναὶ τακόμεναι κατὰ γᾶν μινύθουσιν ἄτιμοι ἁμετέραις ἐφόδοις μελανείμοσιν.> πίπτων δ᾽ οὐκ οἶδεν τόδ᾽ ὑπ᾽ ἄφρονι λύμᾳ· τοῖον [γὰρ] ἐπὶ κνέφας ἀνδρὶ μύσος πεπόταται. <μάλα γὰρ οὖν ἁλομένα ἀνέκαθεν βαρυπεσῆ καταφέρω ποδὸς ἀκμάν. ὅταν Ἄρης 355α τιθασὸς ὢν φίλον ἕλῃ. δύσφορον ἄταν.
. τῶν αἰχμαλώτων χρημάτων λάχος μέγα. κακῶν τε μνήμονες σεμναὶ καὶ δυσπαρήγοροι βροτοῖς. ἐμοῦ κλύων θεσμὸν τὸν μοιρόκραντον ἐκ θεῶν δοθέντα τέλεον. καίπερ ὑπὸ χθόνα 395 390 τάξιν ἔχουσα καὶ δυσήλιον κνέφας. 400 ἔνειμαν αὐτόπρεμνον εἰς τὸ πᾶν ἐμοί. ἄτιμ᾽ ἀτίετα διόμεναι 385 376α λάχη θεῶν διχοστατοῦντ᾽ ἀνηλίῳ λάμπᾳ. εὐμήχανοί 381 τε καὶ τέλειοι.κῶλα. ἔτι δέ μοι <μένει> γέρας παλαιόν. ἣν δῆτ᾽ Ἀχαιῶν ἄκτορές τε καὶ πρόμοι. τίς οὖν τάδ᾽ οὐχ ἅζεταί τε καὶ δέδοικεν βροτῶν. δύσφορον ἄταν. οὐδ᾽ ἀτιμίας κύρω. Ἀθηνᾶ πρόσωθεν ἐξήκουσα κληδόνος βοὴν ἀπὸ Σκαμάνδρου γῆν καταφθατουμένη. δυσοδοπαίπαλα δερκομένοισι καὶ δυσομμάτοις ὁμῶς.> μένει γάρ.
420 415 410 405 . Χορός τιμάς γε μὲν δὴ τὰς ἐμὰς πεύσῃ τάχα. λέγειν δ᾽ ἄμομφον ὄντα τοὺς πέλας κακῶς πρόσω δικαίων ἠδ᾽ ἀποστατεῖ θέμις. Ἀθηνᾶ γένος μὲν οἶδα κληδόνας τ᾽ ἐπωνύμους. ὑμᾶς θ᾽ ὁμοίας οὐδενὶ σπαρτῶν γένει. εἰ λέγοι τις ἐμφανῆ λόγον. πᾶσι δ᾽ ἐς κοινὸν λέγω· βρέτας τε τοὐμὸν τῷδ᾽ ἐφημένῳ ξένῳ. [πώλοις ἀκμαίοις τόνδ᾽ ἐπιζεύξασ᾽ ὄχον] καινὴν δ᾽ ὁρῶσα τήνδ᾽ ὁμιλίαν χθονὸς ταρβῶ μὲν οὐδέν. τίνες ποτ᾽ ἐστέ. οὔτ᾽ ἐν θεαῖσι πρὸς θεῶν ὁρωμένας οὔτ᾽ οὖν βροτείοις ἐμφερεῖς μορφώμασιν. πτερῶν ἄτερ ῥοιβδοῦσα κόλπον αἰγίδος. Διὸς κόρη.ἐξαίρετον δώρημα Θησέως τόκοις· ἔνθεν διώκουσ᾽ ἦλθον ἄτρυτον πόδα. Ἀραὶ δ᾽ ἐν οἴκοις γῆς ὑπαὶ κεκλήμεθα. Χορός πεύσῃ τὰ πάντα συντόμως. θαῦμα δ᾽ ὄμμασιν πάρα. Ἀθηνᾶ μάθοιμ᾽ ἄν. ἡμεῖς γάρ ἐσμεν Νυκτὸς αἰανῆ τέκνα.
Ἀθηνᾶ δυοῖν παρόντοιν ἥμισυς λόγου πάρα. ἤ τινος τρέων κότον. Ἀθηνᾶ ἦ καὶ τοιαύτας τῷδ᾽ ἐπιρροιζεῖς φυγάς. 425 Ἀθηνᾶ ἄλλαις ἀνάγκαις. Χορός πῶς δή. Χορός ὅπου τὸ χαίρειν μηδαμοῦ νομίζεται. Ἀθηνᾶ κλύειν δίκαιος μᾶλλον ἢ πρᾶξαι θέλεις. Χορός ποῦ γὰρ τοσοῦτο κέντρον ὡς μητροκτονεῖν. οὐ δοῦναι θέλοι.Χορός βροτοκτονοῦντας ἐκ δόμων ἐλαύνομεν. δίδαξον· τῶν σοφῶν γὰρ οὐ πένῃ. Ἀθηνᾶ 430 . Χορός φονεὺς γὰρ εἶναι μητρὸς ἠξιώσατο. Χορός ἀλλ᾽ ὅρκον οὐ δέξαιτ᾽ ἄν. Ἀθηνᾶ καὶ τῷ κτανόντι ποῦ τὸ τέρμα τῆς φυγῆς.
ἄφθογγον εἶναι τὸν παλαμναῖον νόμος. ἐν μέρει θέλεις. οὐκ εἰμὶ προστρόπαιος. Ὀρέστης ἄνασσ᾽ Ἀθάνα. ἔστ᾽ ἂν πρὸς ἀνδρὸς αἵματος καθαρσίου 435 .ὅρκοις τὰ μὴ δίκαια μὴ νικᾶν λέγω. Χορός πῶς δ᾽ οὔ. τεκμήριον δὲ τῶνδέ σοι λέξω μέγα. σέβουσαί γ᾽ ἀξίαν κἀπ᾽ ἀξίων. ὦ ξέν᾽. κρῖνε δ᾽ εὐθεῖαν δίκην. λέξας δὲ χώραν καὶ γένος καὶ ξυμφορὰς τὰς σάς. τούτοις ἀμείβου πᾶσιν εὐμαθές τί μοι. πρῶτον ἐκ τῶν ὑστάτων τῶν σῶν ἐπῶν μέλημ᾽ ἀφαιρήσω μέγα. Χορός ἀλλ᾽ ἐξέλεγχε. ἔπειτα τόνδ᾽ ἀμυναθοῦ ψόγον· εἴπερ πεποιθὼς τῇ δίκῃ βρέτας τόδε ἧσαι φυλάσσων ἑστίας ἁμῆς πέλας 440 σεμνὸς προσίκτωρ ἐν τρόποις Ἰξίονος. οὐδ᾽ ἔχων μύσος 445 πρὸς χειρὶ τἠμῇ τὸ σὸν ἐφεζόμην βρέτας. Ἀθηνᾶ ἦ κἀπ᾽ ἐμοὶ τρέποιτ᾽ ἂν αἰτίας τέλος. Ἀθηνᾶ τί πρὸς τάδ᾽ εἰπεῖν.
καὶ τῶνδε κοινῇ Λοξίας ἐπαίτιος. ποικίλοις ἀγρεύμασιν κρύψασ᾽. εἴ τις οἴεται τόδε 470 βροτὸς δικάζειν· οὐδὲ μὴν ἐμοὶ θέμις . γένος δὲ τοὐμὸν ὡς ἔχει πεύσῃ τάχα. ἔφθιθ᾽ οὗτος οὐ καλῶς. Ἀργεῖός εἰμι. ἔκτεινα τὴν τεκοῦσαν.σφαγαὶ καθαιμάξωσι νεοθήλου βοτοῦ. ἃ λουτρῶν ἐξεμαρτύρει φόνον. οὐκ ἀρνήσομαι. τὸν πρὸ τοῦ φεύγων χρόνον. 450 ταύτην μὲν οὕτω φροντίδ᾽ ἐκποδὼν λέγω. καὶ βοτοῖσι καὶ ῥυτοῖς πόροις. 455 Ἀγαμέμνον᾽. ἀντικτόνοις ποιναῖσι φιλτάτου πατρός. Ἀθηνᾶ τὸ πρᾶγμα μεῖζον. κἀγὼ κατελθών. ἀνδρῶν ναυβατῶν ἁρμόστορα. πατέρα δ᾽ ἱστορεῖς καλῶς. 465 460 ἄλγη προφωνῶν ἀντίκεντρα καρδίᾳ. πάλαι πρὸς ἄλλοις ταῦτ᾽ ἀφιερώμεθα οἴκοισι. μολὼν εἰς οἶκον· ἀλλά νιν κελαινόφρων ἐμὴ μήτηρ κατέκτα. σὺ δ᾽ εἰ δικαίως εἴτε μὴ κρῖνον δίκην· πράξας γὰρ ἐν σοὶ πανταχῇ τάδ᾽ αἰνέσω. ξὺν ᾧ σὺ Τροίαν ἄπολιν Ἰλίου πόλιν ἔθηκας. εἰ μή τι τῶνδ᾽ ἔρξαιμι τοὺς ἐπαιτίους.
ὅρκον πορόντας μηδὲν ἔκδικον φράσειν. 475 . διαιρεῖν τοῦτο πρᾶγμ᾽ ἐτητύμως. εἰ κρατήσει δίκα <τε> καὶ βλάβα τοῦδε ματροκτόνου. τοιαῦτα μὲν τάδ᾽ ἐστίν· ἀμφότερα. καὶ μὴ τυχοῦσαι πράγματος νικηφόρου.φόνου διαιρεῖν ὀξυμηνίτου δίκας· ἄλλως τε καὶ σὺ μὲν κατηρτυκὼς ἐμοῖς ἱκέτης προσῆλθες καθαρὸς ἀβλαβὴς δόμοις· οὕτως δ᾽ ἄμομφον ὄντα σ᾽ αἰδοῦμαι πόλει. χώρᾳ μεταῦθις ἰὸς ἐκ φρονημάτων πέδοι πεσὼν ἄφερτος αἰανὴς νόσος. αὗται δ᾽ ἔχουσι μοῖραν οὐκ εὐπέμπελον. μένειν480 πέμπειν τε δυσπήμαντ᾽ ἀμηχάνως ἐμοί. ὑμεῖς δὲ μαρτύριά τε καὶ τεκμήρια 485 καλεῖσθ᾽. ἀρωγὰ τῆς δίκης ὁρκώματα· κρίνασα δ᾽ ἀστῶν τῶν ἐμῶν τὰ βέλτατα ἥξω. Χορός νῦν καταστροφαὶ νέων 490 θεσμίων. ἐπεὶ δὲ πρᾶγμα δεῦρ᾽ ἐπέσκηψεν τόδε. φόνων δικαστὰς ὁρκίους αἱρουμένη θεσμὸν τὸν εἰς ἅπαντ᾽ ἐγὼ θήσω χρόνον.
ἐπει. οὐδὲ γὰρ βροτοσκόπων μαινάδων τῶνδ᾽ ἐφέρ.510 ὦ δίκα. προφωνῶν τὰ τῶν πέλας κακά. ὦ θρόνοι τ᾽ Ἐρινύων. μηδέ τις κικλῃσκέτω ξυμφορᾷ τετυμμένος. ταῦτά τις τάχ᾽ ἂν πατὴρ ἢ τεκοῦσα νεοπαθὴς οἶκτον οἰκτίσαιτ᾽. πεύσεται δ᾽ ἄλλος ἄλλοθεν.500 ψει κότος τις ἐργμάτων— πάντ᾽ ἐφήσω μόρον. τοῦτ᾽ ἔπος θροούμενος. 505 . λῆξιν ὑπόδοσίν τε μόχθων· ἄκεά τ᾽ οὐ βέβαια τλάμων [δέ τις ] μάταν παρηγορεῖ.515 δὴ πίτνει δόμος δίκας.πάντας ἤδη τόδ᾽ ἔργον εὐχερείᾳ συναρμόσει βροτούς· 495 πολλὰ δ᾽ ἔτυμα παιδότρωτα πάθεα προσμένει τοκεῦσιν μεταῦθις ἐν χρόνῳ.
βωμὸν αἴδεσαι Δίκας· . παντὶ μέσῳ τὸ κράτος θεὸς ὤπασεν. ξύμμετρον δ᾽ ἔπος λέγω.ἔσθ᾽ ὅπου τὸ δεινὸν εὖ. τίς δὲ μηδὲν ἐν δέει καρδίαν <ἂν> ἀνατρέφων ἢ πόλις βροτός θ᾽ ὁμοίως ἔτ᾽ ἂν σέβοι δίκαν. 525 μήτ᾽ ἀνάρχετον βίον μήτε δεσποτούμενον αἰνέσῃς. ἐς τὸ πᾶν δέ σοι λέγω. ἄλλ᾽ ἄλλᾳ δ᾽ ἐφορεύει. καὶ φρενῶν ἐπίσκοπον δεῖ μένειν καθήμενον. δυσσεβίας μὲν ὕβρις τέκος ὡς ἐτύμως· ἐκ δ᾽ ὑγιεί535 530 ας φρενῶν ὁ πάμφιλος καὶ πολύευκτος ὄλβος. ξυμφέρει 520 σωφρονεῖν ὑπὸ στένει.
καλεῖ δ᾽ ἀκούοντας οὐδὲν <ἐν> μέσᾳ δυσπαλεῖ τε δίνᾳ· γελᾷ δὲ δαίμων ἐπ᾽ ἀνδρὶ θερμῷ. ὅταν λάβῃ πόνος θραυομένας κεραίας. τὸν ἀντίτολμον δέ φαμι παρβάταν ἄγοντα πολλὰ παντόφυρτ᾽ ἄνευ δίκας βιαίως ξὺν χρόνῳ καθήσειν 555 λαῖφος. κύριον μένει τέλος. πρὸς τάδε τις τοκέων σέβας εὖ προτίων καὶ ξενοτίμους δόμων ἐπιστροφὰς αἰδόμενός τις ἔστω. 560 τὸν οὔποτ᾽ αὐχοῦντ᾽ ἰδὼν ἀμαχάνοις δύαις λαπαδνὸν οὐδ᾽ ὑπερθέοντ᾽ ἄκραν· 545 . ἑκὼν δ᾽ ἀνάγκας ἄτερ δίκαιος ὢν 550 οὐκ ἄνολβος ἔσται· πανώλεθρος <δ᾽> οὔποτ᾽ ἂν γένοιτο.μηδέ νιν 540 κέρδος ἰδὼν ἀθέῳ ποδὶ λὰξ ἀτίσῃς· ποινὰ γὰρ ἐπέσται.
φόνου δὲ τοῦδ᾽ ἐγὼ καθάρσιος— καὶ ξυνδικήσων αὐτός· αἰτίαν δ᾽ ἔχω τῆς τοῦδε μητρὸς τοῦ φόνου. ἥ τ᾽ οὖν διάτορος Τυρσηνικὴ σάλπιγξ. ὧν ἔχεις αὐτὸς κράτει. Ἀθηνᾶ κήρυσσε. τί τοῦδε σοὶ μέτεστι πράγματος λέγε. Χορός ἄναξ Ἄπολλον. αἶστος. πληρουμένου γὰρ τοῦδε βουλευτηρίου σιγᾶν ἀρήγει καὶ μαθεῖν θεσμοὺς ἐμοὺς πόλιν τε πᾶσαν εἰς τὸν αἰανῆ χρόνον καὶ τούσδ᾽ ὅπως ἂν εὖ καταγνωσθῇ δίκη. σὺ δ᾽ εἴσαγε580 ὅπως <τ᾽> ἐπίστᾳ τήνδε κύρωσον δίκην. κῆρυξ. Ἀπόλλων καὶ μαρτυρήσων ἦλθον—ἔστι γὰρ νόμῳ ἱκέτης ὅδ᾽ ἁνὴρ καὶ δόμων ἐφέστιος ἐμῶν. βροτείου πνεύματος πληρουμένη.δι᾽ αἰῶνος δὲ τὸν πρὶν ὄλβον ἕρματι προσβαλὼν δίκας ὤλετ᾽ ἄκλαυτος. Ἀθηνᾶ 575 570 565 . ὑπέρτονον γήρυμα φαινέτω στρατῷ. καὶ στρατὸν κατειργαθοῦ.
585 ἔπος δ᾽ ἀμείβου πρὸς ἔπος ἐν μέρει τιθείς τὴν μητέρ᾽ εἰπὲ πρῶτον εἰ κατέκτονας. Χορός πρὸς τοῦ δ᾽ ἐπείσθης καὶ τίνος βουλεύμασιν. Ὀρέστης τοῖς τοῦδε θεσφάτοισι· μαρτυρεῖ δέ μοι. Ὀρέστης οὐ κειμένῳ πω τόνδε κομπάζεις λόγον. Χορός εἰπεῖν γε μέντοι δεῖ σ᾽ ὅπως κατέκτανες. Ὀρέστης λέγω· ξιφουλκῷ χειρὶ πρὸς δέρην τεμών. Χορός ὁ μάντις ἐξηγεῖτό σοι μητροκτονεῖν. εἰσάγω δὲ τὴν δίκην· ὁ γὰρ διώκων πρότερος ἐξ ἀρχῆς λέγων γένοιτ᾽ ἂν ὀρθῶς πράγματος διδάσκαλος. Χορος πολλαὶ μέν ἐσμεν. 595 590 . Ὀρέστης ἔκτεινα· τούτου δ᾽ οὔτις ἄρνησις πέλει. λέξομεν δὲ συντόμως. Χορός ἓν μὲν τόδ᾽ ἤδη τῶν τριῶν παλαισμάτων.ὑμῶν ὁ μῦθος.
Ὀρέστης καὶ δεῦρό γ᾽ ἀεὶ τὴν τύχην οὐ μέμφομαι. Ὀρέστης δυοῖν γὰρ εἶχε προσβολὰς μιασμάτοιν. Χορός νεκροῖσί νυν πέπισθι μητέρα κτανών. Χορός οὐκ ἦν ὅμαιμος φωτὸς ὃν κατέκτανεν. Ὀρέστης ἐγὼ δὲ μητρὸς τῆς ἐμῆς ἐν αἵματι. ἡ δ᾽ ἐλευθέρα φόνῳ. Ὀρέστης ἀνδροκτονοῦσα πατέρ᾽ ἐμὸν κατέκτανεν. ἀρωγὰς δ᾽ ἐκ τάφου πέμψει πατήρ. Χορός τοιγὰρ σὺ μὲν ζῇς. Χορός πῶς δή. δίδαξον τοὺς δικάζοντας τάδε. ἄλλ᾽ ἐρεῖς τάχα. Χορός ἀλλ᾽ εἴ σε μάρψει ψῆφος. Ὀρέστης πέποιθ᾽. Χορός 605 600 . Ὀρέστης τί δ᾽ οὐκ ἐκείνην ζῶσαν ἤλαυνες φυγῇ.
ζώνης. οὐκ ἀνδρός. Χορός Ζεύς.—μάντις ὢν δ᾽ οὐ ψεύσομαι. οὐ πόλεως πέρι. εἴ σφε σὺν δίκῃ κατέκτανον. ὡς λέγεις σύ. Ἀπόλλων λέξω πρὸς ὑμᾶς τόνδ᾽ Ἀθηναίας μέγαν θεσμὸν δικαίως. δρᾶσαι γὰρ ὥσπερ ἐστὶν οὐκ ἀρνούμεθα. τὸ μὲν δίκαιον τοῦθ᾽ ὅσον σθένει μαθεῖν. φράζειν Ὀρέστῃ τῷδε. ὦ μιαιφόνε. ἀπεύχῃ μητρὸς αἷμα φίλτατον. Ἀπόλλων οὐ γάρ τι ταὐτὸν ἄνδρα γενναῖον θανεῖν 625 620 615 610 . Ὀρέστης ἤδη σὺ μαρτύρησον· ἐξηγοῦ δέ μοι. τὸν πατρὸς φόνον πράξαντα μητρὸς μηδαμοῦ τιμὰς νέμειν. ἀλλ᾽ εἰ δίκαιον εἴτε μὴ τῇ σῇ φρενὶ δοκεῖ τόδ᾽ αἷμα. τόνδε χρησμὸν ὤπασε. οὐ γυναικός.πῶς γάρ σ᾽ ἔθρεψ᾽ ἂν ἐντός. ὃ μὴ κελεύσαι Ζεὺς Ὀλυμπίων πατήρ. οὐπώποτ᾽ εἶπον μαντικοῖσιν ἐν θρόνοις. βουλῇ πιφαύσκω δ᾽ ὔμμ᾽ ἐπισπέσθαι πατρός· ὅρκος γὰρ οὔτι Ζηνὸς ἰσχύει πλέον. κρῖνον. Ἄπολλον. ὡς τούτοις φράσω.
ὥστ᾽ Ἀμαζόνος. δροίτῃ περῶντι λουτρὰ κἀπὶ τέρματι φᾶρος περεσκήνωσεν”. Παλλὰς οἵ τ᾽ ἐφήμενοι ψήφῳ διαιρεῖν τοῦδε πράγματος πέρι. ὡς δηχθῇ λεώς. ὑμᾶς δ᾽ ἀκούειν ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι. ταύτην τοιαύτην εἶπον. Χορός πατρὸς προτιμᾷ Ζεὺς μόρον τῷ σῷ λόγῳ·640 αὐτὸς δ᾽ ἔδησε πατέρα πρεσβύτην Κρόνον. ἀλλ᾽ ὡς ἀκούσῃ. καὶ ταῦτα πρὸς γυναικός. οὔ τι θουρίοις τόξοις ἑκηβόλοισιν. πέδας μὲν ἂν λύσειεν. ἔστι τοῦδ᾽ ἄκος καὶ κάρτα πολλὴ μηχανὴ λυτήριος· 645 630 . ἀπὸ στρατείας γάρ νιν ἠμποληκότα “τὰ πλεῖστ᾽ ἄμεινον εὔφροσιν δεδεγμένη. πῶς ταῦτα τούτοις οὐκ ἐναντίως λέγεις. ἐν δ᾽ ἀτέρμονι κόπτει πεδήσασ᾽ ἄνδρα δαιδάλῳ πέπλῳ. ὅσπερ τέτακται τήνδε κυρῶσαι δίκην. Ἀπόλλων ὦ παντομισῆ κνώδαλα. 635 ἀνδρὸς μὲν ὑμῖν οὗτος εἴρηται μόρος τοῦ παντοσέμνου.διοσδότοις σκήπτροισι τιμαλφούμενον. τοῦ στρατηλάτου νεῶν. στύγη θεῶν.
τὰ δ᾽ ἄλλα πάντ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω στρέφων τίθησιν οὐδὲν ἀσθμαίνων μένει. οὐδ᾽ ἐν σκότοισι νηδύος τεθραμμένη. ποία δὲ χέρνιψ φρατέρων προσδέξεται. τούτων ἐπῳδὰς οὐκ ἐποίησεν πατὴρ οὑμός. Παλλάς. τίκτει δ᾽ ὁ θρῴσκων. ποίοισι βωμοῖς χρώμενος τοῖς δημίοις. ἡ δ᾽ ἅπερ ξένῳ ξένη ἔσωσεν ἔρνος.ἀνδρὸς δ᾽ ἐπειδὰν αἷμ᾽ ἀνασπάσῃ κόνις ἅπαξ θανόντος. τἄλλα θ᾽ ὡς ἐπίσταμαι. οἷσι μὴ βλάψῃ θεός. οὔκ ἔστι μήτηρ ἡ κεκλημένου τέκνου τοκεύς. πατὴρ μὲν ἂν γένοιτ᾽ ἄνευ μητρός· πέλας μάρτυς πάρεστι παῖς Ὀλυμπίου Διός. ἐγὼ δέ. οὔτις ἔστ᾽ ἀνάστασις. τεκμήριον δὲ τοῦδέ σοι δείξω λόγου. ἀλλ᾽ οἷον ἔρνος οὔτις ἂν τέκοι θεός. καὶ μάθ᾽ ὡς ὀρθῶς ἐρῶ. Ἀπόλλων καὶ τοῦτο λέξω. 665 660 655 650 . Χορός πῶς γὰρ τὸ φεύγειν τοῦδ᾽ ὑπερδικεῖς ὅρα· τὸ μητρὸς αἷμ᾽ ὅμαιμον ἐκχέας πέδοι ἔπειτ᾽ ἐν Ἄργει δώματ᾽ οἰκήσει πατρός. τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου.
ὡς ἅλις λελεγμένων. ὅπως γένοιτο πιστὸς εἰς τὸ πᾶν χρόνου καὶ τόνδ᾽ ἐπικτήσαιο σύμμαχον. Ἀθηνᾶ ἤδη κελεύω τούσδ᾽ ἀπὸ γνώμης φέρειν ψῆφον δικαίαν. ξένοι. ἔσται δὲ καὶ τὸ λοιπὸν Αἰγέως στρατῷ αἰεὶ δικαστῶν τοῦτο βουλευτήριον. καὶ τοὺς ἔπειτα. Ἀμαζόνων ἕδραν 685 680 675 670 . πάγον δ᾽ Ἄρειον τόνδ᾽. Ἀθηνᾶ τί γάρ. Ἀττικὸς λεώς. καὶ τόνδ᾽ ἔπεμψα σῶν δόμων ἐφέστιον. καὶ τάδ᾽ αἰανῶς μένοι στέργειν τὰ πιστὰ τῶνδε τοὺς ἐπισπόρους. Χορός ἡμῖν μὲν ἤδη πᾶν τετόξευται βέλος. ἄμομφος ὦ. Ἀπόλλων ἠκούσαθ᾽ ὧν ἠκούσατ᾽. Ἀθηνᾶ κλύοιτ᾽ ἂν ἤδη θεσμόν. πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος χυτοῦ. μένω δ᾽ ἀκοῦσαι πῶς ἀγὼν κριθήσεται. ἐν δὲ καρδίᾳ ψῆφον φέροντες ὅρκον αἰδεῖσθε. πρὸς ὑμῶν πῶς τιθεῖσ᾽. θεά.τὸ σὸν πόλισμα καὶ στρατὸν τεύξω μέγαν.
οὔτ᾽ ἐν Σκύθῃσιν οὔτε Πέλοπος ἐν τόποις. αἰδοῖον. ὅτ᾽ ἦλθον Θησέως κατὰ φθόνον στρατηλατοῦσαι. οἷον οὔτις ἀνθρώπων ἔχει.σκηνάς θ᾽. εὑδόντων ὕπερ 705 ἐγρηγορὸς φρούρημα γῆς καθίσταμαι. καὶ πόλιν νεόπτολιν τήνδ᾽ ὑψίπυργον ἀντεπύργωσαν τότε. ἔνθεν ἔστ᾽ ἐπώνυμος πέτρα. Ἄρει δ᾽ ἔθυον. ταύτην μὲν ἐξέτειν᾽ ἐμοῖς παραίνεσιν ἀστοῖσιν εἰς τὸ λοιπόν· ὀρθοῦσθαι δὲ χρὴ 700 . αὐτῶν πολιτῶν μὴ ᾽πιχραινόντων νόμους κακαῖς ἐπιρροαῖσι· βορβόρῳ δ᾽ ὕδωρ λαμπρὸν μιαίνων οὔποθ᾽ εὑρήσεις ποτόν. καὶ μὴ τὸ δεινὸν πᾶν πόλεως ἔξω βαλεῖν. τίς γὰρ δεδοικὼς μηδὲν ἔνδικος βροτῶν. 695 τὸ μήτ᾽ ἄναρχον μήτε δεσποτούμενον ἀστοῖς περιστέλλουσι βουλεύω σέβειν. πάγος τ᾽ Ἄρειος· ἐν δὲ τῷ σέβας 690 ἀστῶν φόβος τε ξυγγενὴς τὸ μὴ ἀδικεῖν σχήσει τό τ᾽ ἦμαρ καὶ κατ᾽ εὐφρόνην ὁμῶς. ὀξύθυμον. τοιόνδε τοι ταρβοῦντες ἐνδίκως σέβας ἔρυμά τε χώρας καὶ πόλεως σωτήριον ἔχοιτ᾽ ἄν. κερδῶν ἄθικτον τοῦτο βουλευτήριον.
715 710 . Χορός ἀλλ᾽ αἱματηρὰ πράγματ᾽ οὐ λαχὼν σέβεις. Χορός καὶ μὴν βαρεῖαν τήνδ᾽ ὁμιλίαν χθονὸς ξύμβουλός εἰμι μηδαμῶς ἀτιμάσαι. 720 Ἀπόλλων ἀλλ᾽ ἔν τε τοῖς νέοισι καὶ παλαιτέροις θεοῖς ἄτιμος εἶ σύ· νικήσω δ᾽ ἐγώ. εἴρηται λόγος. Χορός τοιαῦτ᾽ ἔδρασας καὶ Φέρητος ἐν δόμοις· Μοίρας ἔπεισας ἀφθίτους θεῖναι βροτούς. Ἀπόλλων κἄγωγε χρησμοὺς τοὺς ἐμούς τε καὶ Διὸς ταρβεῖν κελεύω μηδ᾽ ἀκαρπώτους κτίσαι.καὶ ψῆφον αἴρειν καὶ διαγνῶναι δίκην αἰδουμένους τὸν ὅρκον. μαντεῖα δ᾽ οὐκέθ᾽ ἁγνὰ μαντεύσῃ νέμων. Χορός λέγεις· ἐγὼ δὲ μὴ τυχοῦσα τῆς δίκης βαρεῖα χώρᾳ τῇδ᾽ ὁμιλήσω πάλιν. Ἀπόλλων ἦ καὶ πατήρ τι σφάλλεται βουλευμάτων πρωτοκτόνοισι προστροπαῖς Ἰξίονος.
λοισθίαν κρῖναι δίκην. ἄλλως τε πάντως χὤτε δεόμενος τύχοι. πλὴν γάμου τυχεῖν. ἅπαντι θυμῷ. ἐκβάλλεθ᾽ ὡς τάχιστα τευχέων πάλους. μήτηρ γὰρ οὔτις ἐστὶν ἥ μ᾽ ἐγείνατο. κάρτα δ᾽ εἰμὶ τοῦ πατρός. Χορός σύ τοι παλαιὰς διανομὰς καταφθίσας οἴνῳ παρηπάτησας ἀρχαίας θεάς.Ἀπόλλων οὔκουν δίκαιον τὸν σέβοντ᾽ εὐεργετεῖν. Ἀθηνᾶ ἐμὸν τόδ᾽ ἔργον. Ἀπόλλων σύ τοι τάχ᾽ οὐκ ἔχουσα τῆς δίκης τέλος ἐμῇ τὸν ἰὸν οὐδὲν ἐχθροῖσιν βαρύν. κἂν ἰσόψηφος κριθῇ. τὸ δ᾽ ἄρσεν αἰνῶ πάντα. 740 735 730 725 . δίκης γενέσθαι τῆσδ᾽ ἐπήκοος μένω. Χορός ἐπεὶ καθιππάζῃ με πρεσβῦτιν νέος. ψῆφον δ᾽ Ὀρέστῃ τήνδ᾽ ἐγὼ προσθήσομαι. οὕτω γυναικὸς οὐ προτιμήσω μόρον ἄνδρα κτανούσης δωμάτων ἐπίσκοπον. νικᾷ δ᾽ Ὀρέστης. ὡς ἀμφίβουλος οὖσα θυμοῦσθαι πόλει.
γαίας πατρῴας ἐστερημένον σύ τοι κατῴκισάς με· καί τις Ἑλλήνων ἐρεῖ. ὦ σώσασα τοὺς ἐμοὺς δόμους. Ἀπόλλων πεμπάζετ᾽ ὀρθῶς ἐκβολὰς ψήφων. ἆρ᾽ ὁρᾷς τάδε. Ὀρέστης ὦ Φοῖβ᾽ Ἄπολλον. Ὀρέστης νῦν ἀγχόνης μοι τέρματ᾽. ἢ φάος βλέπειν. ξένοι. Παλλάδος καὶ Λοξίου 755 745 . 750 βαλοῦσά τ᾽ οἶκον ψῆφος ὤρθωσεν μία. Ὀρέστης ὦ Παλλάς. Χορός ἡμῖν γὰρ ἔρρειν. “Ἀργεῖος ἁνὴρ αὖθις ἔν τε χρήμασιν οἰκεῖ πατρῴοις. Ἀθηνᾶ ἀνὴρ ὅδ᾽ ἐκπέφευγεν αἵματος δίκην· ἴσον γάρ ἐστι τἀρίθμημα τῶν πάλων. γνώμης δ᾽ ἀπούσης πῆμα γίγνεται μέγα.ὅσοις δικαστῶν τοῦτ᾽ ἐπέσταλται τέλος. πῶς ἀγὼν κριθήσεται. ἢ πρόσω τιμὰς νέμειν. τὸ μὴ ᾽δικεῖν σέβοντες ἐν διαιρέσει. Χορός ὦ Νὺξ μέλαινα μῆτερ.
παλαιοὺς νόμους καθιππάσασθε κἀκ χερῶν εἵλεσθέ μου. μήτοι τιν᾽ ἄνδρα δεῦρο πρυμνήτην χθονὸς765 ἐλθόντ᾽ ἐποίσειν εὖ κεκασμένον δόρυ. μητρὸς τάσδε συνδίκους ὁρῶν. σωτήριόν τε καὶ δορὸς νικηφόρον. ὡς αὐτοῖσι μεταμέλῃ πόνος· ὀρθουμένων δέ. ” ὃς πατρῷον αἰδεσθεὶς μόρον 760 σῴζει με. ἐγὼ δ᾽ ἄτιμος ἁ τάλαινα βαρύκοτος 780 770 . Χορός ἰὼ θεοὶ νεώτεροι.ἕκατι. καὶ χαῖρε. αὐτοὶ γὰρ ἡμεῖς ὄντες ἐν τάφοις τότε τοῖς τἀμὰ παρβαίνουσι νῦν ὁρκώματα ἀμηχάνοισι πράξομεν δυσπραξίαις. ἐγὼ δὲ χώρᾳ τῇδε καὶ τῷ σῷ στρατῷ τὸ λοιπὸν εἰς ἅπαντα πλειστήρη χρόνον ὁρκωμοτήσας νῦν ἄπειμι πρὸς δόμους. καὶ πόλιν τὴν Παλλάδος τιμῶσιν αἰεὶ τήνδε συμμάχῳ δορί. ὁδοὺς ἀθύμους καὶ παρόρνιθας πόρους τιθέντες. καὶ σὺ καὶ πολισσοῦχος λεώς· 775 πάλαισμ᾽ ἄφυκτον τοῖς ἐναντίοις ἔχοις. αὐτοῖσιν ἡμεῖς ἐσμεν εὐμενέστεροι. καὶ τοῦ πάντα κραίνοντος τρίτου σωτῆρος.
βρωτῆρας αἰχμὰς σπερμάτων ἀνημέρους. στενάζω· τί ῥέξω. ὡς ταῦτ᾽ Ὀρέστην δρῶντα μὴ βλάβας ἔχειν. οὐ γὰρ νενίκησθ᾽. 795 . πέδον ἐπισύμενος βροτοφθόρους κηλῖδας ἐν χώρᾳ βαλεῖ. δύσοισθ᾽ ἅπαθον. ἰὸν ἰὸν ἀντιπενθῆ μεθεῖσα καρδίας. οὐκ ἀτιμίᾳ σέθεν· ἀλλ᾽ ἐκ Διὸς γὰρ λαμπρὰ μαρτύρια παρῆν. αὐτός θ᾽ ὁ χρήσας αὐτὸς ἦν ὁ μαρτυρῶν. ἀλλ᾽ ἰσόψηφος δίκη ἐξῆλθ᾽ ἀληθῶς. γελῶμαι πολίταις. 790 785 ἰὼ μεγάλα τοὶ κόραι δυστυχεῖς Νυκτὸς ἀτιμοπενθεῖς. ὑμεῖς δὲ μὴ θυμοῦσθε μηδὲ τῇδε γῇ 800 βαρὺν κότον σκήψητε. ἄτεκνος. ἀφεῖσαι “δαιμόνων σταλάγματα. φεῦ.ἐν γᾷ τᾷδε. σταλαγμὸν χθονὶ ἄφορον· ἐκ δὲ τοῦ λειχὴν ἄφυλλος. ἰὼ δίκα. μηδ᾽ ἀκαρπίαν τεύξητ᾽. Ἀθηνᾶ ἐμοὶ πίθεσθε μὴ βαρυστόνως φέρειν.
σταλαγμὸν χθονὶ ἄφορον· ἐκ δὲ τοῦ λειχὴν ἄφυλλος. ἰὸν ἰὸν ἀντιπενθῆ μεθεῖσα καρδίας. ἄτεκνος. Ἀθηνᾶ οὐκ ἔστ᾽ ἄτιμοι. παλαιοὺς νόμους καθιππάσασθε κἀκ χερῶν εἵλεσθέ μου. πέδον ἐπισύμενος βροτοφθόρους κηλῖδας ἐν χώρᾳ βαλεῖ. μηδ᾽ ὑπερθύμως ἄγαν θεαὶ βροτῶν κτίσητε δύσκηλον χθόνα. ἰὼ δίκα. φεῦ. ἐγὼ δ᾽ ἄτιμος ἁ τάλαινα βαρύκοτος ἐν γᾷ τᾷδε. 820 815 810 805 ἰὼ μεγάλα τοι κόραι δυστυχεῖς Νυκτὸς ἀτιμοπενθεῖς. στενάζω· τί ῥέξω. Χορός ἰὼ θεοὶ νεώτεροι. γελῶμαι πολίταις· δύσοισθ᾽ ἅπαθον.ἐγὼ γὰρ ὑμῖν πανδίκως ὑπίσχομαι ἕδρας τε καὶ κευθμῶνας ἐνδίκου χθονὸς λιπαροθρόνοισιν ἡμένας ἐπ᾽ ἐσχάραις ἕξειν ὑπ᾽ ἀστῶν τῶνδε τιμαλφουμένας. 825 .
τίς μ᾽ ὑποδύεται. θυμὸν ἄιε. Χορός ἐμὲ παθεῖν τάδε. Ἀθηνᾶ 845 840 835 . οἶ οἶ δᾶ. ἀτίετον μύσος. φεῦ. ἐν ᾧ κεραυνός ἐστιν ἐσφραγισμένος· ἀλλ᾽ οὐδὲν αὐτοῦ δεῖ· σὺ δ᾽ εὐπιθὴς ἐμοὶ γλώσσης ματαίας μὴ ᾽κβάλῃς ἔπη χθονί. πνέω τοι μένος ἅπαντά τε κότον. καὶ κλῇδας οἶδα δώματος μόνη θεῶν. φεῦ. ἐμὲ παλαιόφρονα κατά τε γᾶς οἰκεῖν. μᾶτερ Νύξ· ἀπὸ γάρ με τιμᾶν δαναιᾶν θεῶν δυσπάλαμοι παρ᾽ οὐδὲν ἦραν δόλοι. 830 καρπὸν φέροντα πάντα μὴ πράσσειν καλῶς κοίμα κελαινοῦ κύματος πικρὸν μένος ὡς σεμνότιμος καὶ ξυνοικήτωρ ἐμοί· πολλῆς δὲ χώρας τῆσδ᾽ ἔτ᾽ ἀκροθίνια θύη πρὸ παίδων καὶ γαμηλίου τέλους ἔχουσ᾽ ἐς αἰεὶ τόνδ᾽ ἐπαινέσεις λόγον. φεῦ.κἀγὼ πέποιθα Ζηνί. καὶ τί δεῖ λέγειν. <τίς> ὀδύνα πλευράς .
ἐν ᾧ τις ἔσται δεινὸς εὐκλείας ἔρως· ἐνοικίου δ᾽ ὄρνιθος οὐ λέγω μάχην τοιαῦθ᾽ ἑλέσθαι σοι πάρεστιν ἐξ ἐμοῦ. οὑπιρρέων γὰρ τιμιώτερος χρόνος ἔσται πολίταις τοῖσδε. 860 μήτ᾽. ὅσων παρ᾽ ἄλλων οὔποτ᾽ ἂν σχέθοις βροτῶν. οὐ μόλις παρών. καὶ σὺ τιμίαν ἕδραν ἔχουσα πρὸς δόμοις Ἐρεχθέως 855 τεύξῃ παρ᾽ ἀνδρῶν καὶ γυναικείων στόλων. σὺ δ᾽ ἐν τόποισι τοῖς ἐμοῖσι μὴ βάλῃς μήθ᾽ αἱματηρὰς θηγάνας. Χορός 865 . εὖ πάσχουσαν. εὖ τιμωμένην χώρας μετασχεῖν τῆσδε θεοφιλεστάτης. σπλάγχνων βλάβας νέων. εὖ δρῶσαν. ἐν τοῖς ἐμοῖς ἀστοῖσιν ἱδρύσῃς Ἄρη ἐμφύλιόν τε καὶ πρὸς ἀλλήλους θρασύν. 850 ὑμεῖς δ᾽ ἐς ἀλλόφυλον ἐλθοῦσαι χθόνα γῆς τῆσδ᾽ ἐρασθήσεσθε· προυννέπω τάδε. ἐξελοῦσ᾽ ὡς καρδίαν ἀλεκτόρων. καὶ τῷ μὲν <εἶ> σὺ κάρτ᾽ ἐμοῦ σοφωτέρα· φρονεῖν δὲ κἀμοὶ Ζεὺς ἔδωκεν οὐ κακῶς. ἀοίνοις ἐμμανεῖς θυμώμασιν.ὀργὰς ξυνοίσω σοι· γεραιτέρα γὰρ εἶ. θυραῖος ἔστω πόλεμος.
φεῦ. 870 ἐμὲ παλαιόφρονα κατά τε γᾶς οἰκεῖν. Ἀθηνᾶ οὔτοι καμοῦμαί σοι λέγουσα τἀγαθά. σὺ δ᾽ οὖν μένοις ἄν· εἰ δὲ μὴ θέλεις μένειν. γλώσσης ἐμῆς μείλιγμα καὶ θελκτήριον. πνέω τοι μένος ἅπαντά τε κότον. τίς ὀδύνα πλευράς. οὔ τἂν δικαίως τῇδ᾽ ἐπιρρέποις πόλει μῆνίν τιν᾽ ἢ κότον τιν᾽ ἢ βλάβην στρατῷ. φεῦ. φεῦ. ἀτίετον μύσος.ἐμὲ παθεῖν τάδε. ὡς μήποτ᾽ εἴπῃς πρὸς νεωτέρας ἐμοῦ θεὸς παλαιὰ καὶ πολισσούχων βροτῶν ἄτιμος ἔρρειν τοῦδ᾽ ἀπόξενος πέδου. Χορός 890 885 880 875 . τίς μ᾽ ὑποδύεται. θυμὸν ἄιε. οἶ οἶ δᾶ. ἀλλ᾽ εἰ μὲν ἁγνόν ἐστί σοι Πειθοῦς σέβας. μᾶτερ Νύξ· ἀπὸ γάρ με τιμᾶν δαναιᾶν θεῶν δυσπάλαμοι παρ᾽ οὐδὲν ἦραν δόλοι. ἔξεστι γάρ σοι τῆσδε γαμόρῳ χθονὸς εἶναι δικαίως ἐς τὸ πᾶν τιμωμένῃ.
Ἀθηνᾶ ὁποῖα νίκης μὴ κακῆς ἐπίσκοπα. 895 .ἄνασσ᾽ Ἀθάνα. Χορός σὺ τοῦτο πράξεις. Χορός θέλξειν μ᾽ ἔοικας καὶ μεθίσταμαι κότου. 900 Ἀθηνᾶ τοιγὰρ κατὰ χθόν᾽ οὖσ᾽ ἐπικτήσῃ φίλους. Ἀθηνᾶ τῷ γὰρ σέβοντι συμφορὰς ὀρθώσομεν. τίνα με φὴς ἔχειν ἕδραν. Ἀθηνᾶ πάσης ἀπήμον᾽ οἰζύος· δέχου δὲ σύ. Ἀθηνᾶ ἔξεστι γάρ μοι μὴ λέγειν ἃ μὴ τελῶ. Χορός καὶ δὴ δέδεγμαι· τίς δέ μοι τιμὴ μένει. Χορός καί μοι πρόπαντος ἐγγύην θήσῃ χρόνου. Ἀθηνᾶ ὡς μή τιν᾽ οἶκον εὐθενεῖν ἄνευ σέθεν. Χορός τί οὖν μ᾽ ἄνωγας τῇδ᾽ ἐφυμνῆσαι χθονί. ὥστε με σθένειν τόσον.
τὰν καὶ Ζεὺς ὁ παγκρατὴς Ἄρης τε φρούριον θεῶν νέμει. οὐδ᾽ ἀτιμάσω πόλιν. 905 . 915 Χορός δέξομαι Παλλάδος ξυνοικίαν. τῶν εὐσεβούντων δ᾽ ἐκφορωτέρα πέλοις. τῶν ἀρειφάτων δ᾽ ἐγὼ πρεπτῶν ἀγώνων οὐκ ἀνέξομαι τὸ μὴ οὐ τήνδ᾽ ἀστύνικον ἐν βροτοῖς τιμᾶν πόλιν. καὶ τῶν βροτείων σπερμάτων σωτηρίαν. τοιαῦτα σοὔστι.καὶ ταῦτα γῆθεν ἔκ τε ποντίας δρόσου ἐξ οὐρανοῦ τε· κἀνέμων ἀήματα εὐηλίως πνέοντ᾽ ἐπιστείχειν χθόνα· καρπόν τε γαίας καὶ βοτῶν ἐπίρρυτον ἀστοῖσιν εὐθενοῦντα μὴ κάμνειν χρόνῳ. ῥυσίβωμον Ἑλλάνων ἄγαλμα δαιμόνων· 920 τ᾽ ἐγὼ κατεύχομαι θεσπίσασα πρευμενῶς ἐπισσύτους βίου τύχας ὀνησίμους γαίας ἐξαμβρῦσαι925 φαιδρὸν ἁλίου σέλας. 910 στέργω γάρ. τὸ τῶν δικαίων τῶνδ᾽ ἀπένθητον γένος. ἀνδρὸς φιτυποίμενος δίκην.
μεγάλας καὶ δυσαρέστους δαίμονας αὐτοῦ κατανασσαμένη. ὁ δὲ μὴ κύρσας βαρεῶν τούτων οὐκ οἶδεν ὅθεν πληγαὶ βιότου. τὸ μὴ περᾶν ὅρον τόπων.Ἀθηνᾶ τάδ᾽ ἐγὼ προφρόνως τοῖσδε πολίταις πράσσω. μῆλά τ᾽ εὐθενοῦντα γᾶ ξὺν διπλοῖσιν ἐμβρύοις 945 τρέφοι χρόνῳ τεταγμένῳ· γόνος <δ᾽> πλουτόχθων ἑρμαίαν δαιμόνων δόσιν τίοι. πάντα γὰρ αὗται τὰ κατ᾽ ἀνθρώπους ἔλαχον διέπειν. 940 930 . τὰν ἐμὰν χάριν λέγω· φλογμός τ᾽ ὀμματοστερὴς φυτῶν. σιγῶν <δ᾽> ὄλεθρος 935 καὶ μέγα φωνοῦντ᾽ ἐχθραῖς ὀργαῖς ἀμαθύνει. τὰ γὰρ ἐκ προτέρων ἀπλακήματά νιν πρὸς τάσδ᾽ ἀπάγει. μηδ᾽ ἄκαρπος αἰανὴς ἐφερπέτω νόσος. Χορός δενδροπήμων δὲ μὴ πνέοι βλάβα.
νεανίδων τ᾽ ἐπηράτων ἀνδροτυχεῖς βιότους δότε. κύρι᾽ ἔχοντες. παντὶ δόμῳ μετάκοινοι.Ἀθηνᾶ ἦ τάδ᾽ ἀκούετε. δαίμονες ὀρθονόμοι. τοῖς μὲν ἀοιδάς. θεαί τ᾽ ὦ Μοῖραι ματροκασιγνῆται. παντὶ χρόνῳ δ᾽ ἐπιβριθεῖς ἐνδίκοις ὁμιλίαις. 955 Χορός ἀνδροκμῆτας δ᾽ ἀώρους ἀπεννέπω τύχας. πάντᾳ τιμιώταται θεῶν. τοῖς δ᾽ αὖ δακρύων βίον ἀμβλωπὸν παρέχουσαι. οἷ᾽ ἐπικραίνει. μέγα γὰρ δύναται πότνι᾽ Ἐρινὺς παρά τ᾽ ἀθανάτοις τοῖς θ᾽ ὑπὸ γαῖαν. Ἀθηνᾶ τάδε τοι χώρᾳ τἠμῇ προφρόνως 965 960 950 . πόλεως φρούριον. περί τ᾽ ἀνθρώπων φανερῶς τελέως διαπράσσουσιν.
985 980 975 970 . καὶ στυγεῖν μιᾷ φρενί· πολλῶν γὰρ τόδ᾽ ἐν βροτοῖς ἄκος. μηδὲ πιοῦσα κόνις μέλαν αἷμα πολιτᾶν δι᾽ ὀργὰν ποινᾶς ἀντιφόνους ἄτας ἁρπαλίσαι πόλεως. Χορός τὰν δ᾽ ἄπληστον κακῶν μήποτ᾽ ἐν πόλει στάσιν τᾷδ᾽ ἐπεύχομαι βρέμειν. Ἀθηνᾶ ἆρα φρονοῦσιν γλώσσης ἀγαθῆς ὁδὸν εὑρίσκειν.ἐπικραινομένων γάνυμαι· στέργω δ᾽ ὄμματα Πειθοῦς. χάρματα δ᾽ ἀντιδιδοῖεν κοινοφιλεῖ διανοίᾳ. ὅτι μοι γλῶσσαν καὶ στόμ᾽ ἐπωπᾷ πρὸς τάσδ᾽ ἀγρίως ἀπανηναμένας· ἀλλ᾽ ἐκράτησε Ζεὺς ἀγοραῖος· νικᾷ δ᾽ ἀγαθῶν ἔρις ἡμετέρα διὰ παντός.
χαίρετ᾽ ἀστικὸς λεώς. ἴκταρ ἥμενοι Διός. Ἀθηνᾶ χαίρετε χὐμεῖς· προτέραν δ᾽ ἐμὲ χρὴ στείχειν θαλάμους ἀποδείξουσαν πρὸς φῶς ἱερὸν τῶνδε προπομπῶν. τὸ δὲ κερδαλέον πέμπειν πόλεως ἐπὶ νίκῃ. πολισσοῦχοι 1010 1000 995 . Χορός <χαίρετε> χαίρετ᾽ ἐν αἰσιμίαισι πλούτου. 1005 ἴτε καὶ σφαγίων τῶνδ᾽ ὑπὸ σεμνῶν κατὰ γῆς σύμεναι τὸ μὲν ἀτηρὸν χώρας κατέχειν. Παλλάδος δ᾽ ὑπὸ πτεροῖς ὄντας ἅζεται πατήρ.ἐκ τῶν φοβερῶν τῶνδε προσώπων 990 μέγα κέρδος ὁρῶ τοῖσδε πολίταις· τάσδε γὰρ εὔφρονας εὔφρονες αἰεὶ μέγα τιμῶντες καὶ γῆν καὶ πόλιν ὀρθοδίκαιον πρέψετε πάντως διάγοντες. ὑμεῖς δ᾽ ἡγεῖσθε. παρθένου φίλας φίλοι σωφρονοῦντες ἐν χρόνῳ.
1020 Ἀθηνᾶ αἰνῶ τε μύθους τῶνδε τῶν κατευγμάτων πέμψω τε φέγγει λαμπάδων σελασφόρων εἰς τοὺς ἔνερθε καὶ κατὰ χθονὸς τόπους ξὺν προσπόλοισιν. ὄμμα γὰρ πάσης χθονὸς 1025 Θησῇδος ἐξίκοιτ᾽ ἂν εὐκλεὴς λόχος παίδων. φοινικοβάπτοις ἐνδυτοῖς ἐσθήμασι τιμᾶτε. εἴη δ᾽ ἀγαθῶν ἀγαθὴ διάνοια πολίταις. καὶ στόλος πρεσβυτίδων. ἐπανδιπλάζω. αἵτε φρουροῦσιν βρέτας τοὐμὸν δικαίως. χαίρετε δ᾽ αὖθις. ὅπως ἂν εὔφρων ἥδ᾽ ὁμιλία χθονὸς 1030 τὸ λοιπὸν εὐάνδροισι συμφοραῖς πρέπῃ. καὶ τὸ φέγγος ὁρμάσθω πυρός. γυναικῶν. πάντες οἱ κατὰ πτόλιν.παῖδες Κραναοῦ. Χορός χαίρετε. . 1015 δαίμονές τε καὶ βροτοί. Παλλάδος πόλιν νέμοντες· μετοικίαν δ᾽ ἐμὴν εὖ σέβοντες οὔτι μέμψεσθε συμφορὰς βίου. ταῖσδε μετοίκοις.
εἰ μὲν γὰρ εὖ πράξαιμεν. σεμναί.Προπομποί βᾶτε δόμῳ. Herbert Weir Smyth. [καὶ] τιμαῖς καὶ θυσίαις περίσεπτα τυχοῦσαι. βλέφαρα μὴ κοιμῶν ὕπνῳ. 1035 γᾶς ὑπὸ κεύθεσιν ὠγυγίοισιν. ὃ μὴ γένοιτο. 1045 Αἰσχύλου Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (ed. ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς. εὐφαμεῖτε δέ. Ἐτεοκλέης ἂν εἷς πολὺς κατὰ πτόλιν ὑμνοῖθ᾽ ὑπ᾽ ἀστῶν φροιμίοις πολυρρόθοις οἰμώγμασίν θ᾽. ἵλαοι δὲ καὶ σύμφρονες γᾷ 1040 δεῦρ᾽ ἴτε. Ζεὺς <ὁ> πανόπτας οὕτω Μοῖρά τε συγκατέβα. συμφορὰ τύχοι. μεγάλαι φιλότιμοι Νυκτὸς παῖδες ἄπαιδες. <ξὺν> πυριδάπτῳ λαμπάδι τερπόμεναι καθ᾽ ὁδόν. χρὴ λέγειν τὰ καίρια ὅστις φυλάσσει πρᾶγος ἐν πρύμνῃ πόλεως οἴακα νωμῶν. εὐφαμεῖτε δὲ πανδαμεί. ὑπ᾽ εὔφρονι πομπᾷ. ὧν Ζεὺς ἀλεξητήριος 5 . ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς. χωρῖται. Cambridge 1926) Ἐτεοκλής Κάδμου πολῖται. σπονδαὶ δ᾽ ἐς τὸ πᾶν ἐκ μετοίκων Παλλάδος ἀστοῖς. αἰτία θεοῦ· εἰ δ᾽ αὖθ᾽.
καὶ τὸν ἐλλείποντ᾽ ἔτι ἥβης ἀκμαίας καὶ τὸν ἔξηβον χρόνῳ. ἐθρέψατ᾽ οἰκητῆρας ἀσπιδηφόρους πιστοὺς ὅπως γένοισθε πρὸς χρέος τόδε. τοὺς πέποιθα μὴ ματᾶν ὁδῷ· καὶ τῶνδ᾽ ἀκούσας οὔ τι μὴ ληφθῶ δόλῳ. 10 15 20 25 30 35 40 45 50 55 . τιμὰς μὴ ᾽ξαλειφθῆναί ποτε· τέκνοις τε. ἢ γῆν θανόντες τήνδε φυράσειν φόνῳ· μνημεῖά θ᾽ αὑτῶν τοῖς τεκοῦσιν ἐς δόμους πρὸς ἅρμ᾽ Ἀδράστου χερσὶν ἔστεφον. βλαστημὸν ἀλδαίνοντα σώματος πολύν. ταυροσφαγοῦντες ἐς μελάνδετον σάκος καὶ θιγγάνοντες χερσὶ ταυρείου φόνου. πυρὸς δίχα. οἰωνῶν βοτήρ. χρηστηρίους ὄρνιθας ἀψευδεῖ τέχνῃ· οὗτος τοιῶνδε δεσπότης μαντευμάτων λέγει μεγίστην προσβολὴν Ἀχαιίδα νυκτηγορεῖσθαι κἀπιβουλεύσειν πόλει. ὑμᾶς δὲ χρὴ νῦν. κἀπὶ σέλμασιν πύργων στάθητε. μηδ᾽ ἐπηλύδων ταρβεῖτ᾽ ἄγαν ὅμιλον· εὖ τελεῖ θεός. ἅπαντα πανδοκοῦσα παιδείας ὄτλον. Ἐνυώ. ἥκω σαφῆ τἀκεῖθεν ἐκ στρατοῦ φέρων. καὶ νῦν μὲν ἐς τόδ᾽ ἦμαρ εὖ ῥέπει θεός· χρόνον γὰρ ἤδη τόνδε πυργηρουμένοις καλῶς τὰ πλείω πόλεμος ἐκ θεῶν κυρεῖ. ἀλλ᾽ ἔς τ᾽ ἐπάλξεις καὶ πύλας πυργωμάτων ὁρμᾶσθε πάντες. σιδηρόφρων γὰρ θυμὸς ἀνδρείᾳ φλέγων ἔπνει. Ἄρη τ᾽. σοῦσθε σὺν παντευχίᾳ. καὶ φιλαίματον Φόβον ὡρκωμότησαν ἢ πόλει κατασκαφὰς θέντες λαπάξειν ἄστυ Καδμείων βίᾳ. σκοποὺς δὲ κἀγὼ καὶ κατοπτῆρας στρατοῦ ἔπεμψα. λεόντων ὡς Ἄρη δεδορκότων. ἐν ὠσὶ νωμῶν καὶ φρεσίν. δάκρυ λείβοντες· οἶκτος δ᾽ οὔτις ἦν διὰ στόμα. νῦν δ᾽ ὡς ὁ μάντις φησίν. καὶ τῶνδε πύστις οὐκ ὄκνῳ χρονίζεται· κληρουμένους δ᾽ ἔλειπον. καὶ πυλῶν ἐπ᾽ ἐξόδοις μίμνοντες εὖ θαρσεῖτε. θούριοι λοχαγέται.ἐπώνυμος γένοιτο Καδμείων πόλει. ὥραν τ᾽ ἔχονθ᾽ ἕκαστον ὥστε συμπρεπές. φιλτάτῃ τροφῷ· ἡ γὰρ νέους ἕρποντας εὐμενεῖ πέδῳ. πόλει τ᾽ ἀρήγειν καὶ θεῶν ἐγχωρίων βωμοῖσι. αὐτὸς κατόπτης δ᾽ εἴμ᾽ ἐγὼ τῶν πραγμάτων· ἄνδρες γὰρ ἑπτά. πληροῦτε θωρακεῖα. Ἄγγελος Ἐτεόκλεες. φέριστε Καδμείων ἄναξ. Γῇ τε μητρί. ὡς πάλῳ λαχὼν ἕκαστος αὐτῶν πρὸς πύλας ἄγοι λόχον.
ὁ λεύκασπις ὄρνυται λαὸς εὐτρεπὴς ἐπὶ πόλιν διώκων [πόδα]. ἔτι δὲ <γᾶς> ἐμᾶς πεδί᾽ ὁπλόκτυπ᾽ ὠτὶ χρίμπτει βοάν· ποτᾶται. Ἑλλάδος φθόγγον χέουσαν. τί ῥέξεις; προδώσεις. πρὶν καταιγίσαι πνοὰς Ἄρεως· βοᾷ γὰρ κῦμα χερσαῖον στρατοῦ· καὶ τῶνδε καιρὸν ὅστις ὤκιστος λαβέ· κἀγὼ τὰ λοιπὰ πιστὸν ἡμεροσκόπον ὀφθαλμὸν ἕξω. Ἐτεοκλής ὦ Ζεῦ τε καὶ Γῆ καὶ πολισσοῦχοι θεοί. ἰὼ ἰὼ ἰὼ θεοὶ θεαί τ᾽ ὀρόμενον κακὸν βοᾷ τειχέων ὕπερ ἀλεύσατε. καὶ δόμους ἐφεστίους· ἐλευθέραν δὲ γῆν τε καὶ Κάδμου πόλιν ζυγοῖσι δουλίοισι μήποτε σχεθεῖν· γένεσθε δ᾽ ἀλκή· ξυνὰ δ᾽ ἐλπίζω λέγειν· πόλις γὰρ εὖ πράσσουσα δαίμονας τίει. Χορός θρέομαι φοβερὰ μεγάλ᾽ ἄχη· μεθεῖται στρατός· στρατόπεδον λιπὼν ῥεῖ πολὺς ὅδε λεὼς πρόδρομος ἱππότας· αἰθερία κόνις με πείθει φανεῖσ᾽. βρέμει δ᾽ ἀμαχέτου δίκαν ὕδατος ὀροτύπου. μή μοι πόλιν γε πρυμνόθεν πανώλεθρον ἐκθαμνίσητε δῃάλωτον. ἄναυδος σαφὴς ἔτυμος ἄγγελος. ἀκμάζει βρετέων ἔχεσθαι· τί μέλλομεν ἀγάστονοι; ἀκούετ᾽ ἢ οὐκ ἀκούετ᾽ ἀσπίδων κτύπον; πέπλων καὶ στεφέων πότ᾽ εἰ μὴ νῦν ἀμφὶ λιτάν᾽ ἕξομεν; κτύπον δέδορκα· πάταγος οὐχ ἑνὸς δορός. τὰν τεάν; 60 65 70 75 80 85 90 95 100 105 . παλαίχθων Ἄρης. τίς ἄρ᾽ ἐπαρκέσει θεῶν ἢ θεᾶν; πότερα δῆτ᾽ ἐγὼ <πάτρια> ποτιπέσω βρέτη δαιμόνων; ἰὼ μάκαρες εὔεδροι. Ἀρά τ᾽ Ἐρινὺς πατρὸς ἡ μεγασθενής. κονίει. τίς ἄρα ῥύσεται. καὶ σαφηνείᾳ λόγου εἰδὼς τὰ τῶν θύραθεν ἀβλαβὴς ἔσῃ. πεδία δ᾽ ἀργηστὴς ἀφρὸς χραίνει σταλαγμοῖς ἱππικῶν ἐκ πλευμόνων.πρὸς ταῦτ᾽ ἀρίστους ἄνδρας ἐκκρίτους πόλεως πυλῶν ἐπ᾽ ἐξόδοισι τάγευσαι τάχος· ἐγγὺς γὰρ ἤδη πάνοπλος Ἀργείων στρατὸς χωρεῖ. σὺ δ᾽ ὥστε ναὸς κεδνὸς οἰακοστρόφος φράξαι πόλισμα.
πόλιν ἐπώνυμον Κάδμου φύλαξον κήδεσαί τ᾽ ἐναργῶς. ἰὼ παναρκεῖς θεοί. ἄλευσον· σέθεν γὰρ ἐξ αἵματος γεγόναμεν· λιταῖσί σε θεοκλύτοις ἀυτοῦσαι πελαζόμεσθα. ῥυσίπολις γενοῦ. 110 115 120 125 127 130 135 140 145 150 155 158b 160 165 . σύ τ᾽. ἐπίλυσιν δίδου. ἒ ἒ ἒ ἔ. Ἀργέιοι δὲ πόλισμα Κάδμου κυκλοῦνται· φόβος δ᾽ ἀρῄων ὅπλων [δονεῖ]. θεοὶ πολιάοχοι πάντες ἴτε χθονὸς· ἴδετε παρθένων ἱκέσιον λόχον δουλοσύνας ὕπερ. ὦ Λατογένεια κούρα. ἅτ᾽ εἶ γένους προμάτωρ. Λύκειος γενοῦ στρατῷ δαΐῳ στόνων ἀντίτας. φεῦ. ὦ Ζεῦ <> πάτερ παντελές. Ἄρης. ὅθεν πολεμόκραντον ἁγνὸν τέλος ἐν μάχᾳ. Λύκει᾽ ἄναξ. ὅ θ᾽ ἵππιος ποντομέδων ἄναξ ἰχθυβόλῳ Ποσειδάων μαχανᾷ. ἒ ἒ ἒ ἔ. ἀκροβόλων δ᾽ ἐπάλξεων λιθὰς ἔρχεται· ὦ φίλ᾽ Ἄπολλον· κόναβος ἐν πύλαις χαλκοδέτων σακέων. ἑπτὰ δ᾽ ἀγάνορες πρέποντες στρατοῦ δορυσσοῖς σαγαῖς πύλαις ἑβδόμαις * προσίστανται πάλῳ λαχόντες. ἐπίλυσιν φόβων. Ἄρτεμι φίλα. φεῦ. τί πόλις ἄμμι πάσχει. ὦ Διογενὲς φιλόμαχον κράτος. σύ τ᾽. παῖ Διός. ὄτοβον ἁρμάτων ἀμφὶ πόλιν κλύω· ὦ πότνι᾽ Ἥρα. πρὸ πόλεως ἑπτάπυλον ἕδος ἐπιρρύου.ἰὼ χρυσοπήληξ δαῖμον ἔπιδ᾽ ἔπιδε πόλιν ἅν ποτ᾽ εὐφιλήταν ἔθου. ἀλλ᾽. πάντως ἄρηξον δαΐων ἅλωσιν. ἔλακον ἀξόνων βριθομένων χνόαι. μάκαιρ᾽ ἄνασσ᾽ Ὄγκα. καὶ Κύπρις. τόξον εὐτυκάζου [Ἄρτεμι φίλα]. σύ τ᾽. καὶ σύ. Παλλάς. σύ τε. δοριτίνακτος αἰθὴρ δ᾽ ἐπιμαίνεται. διὰ δέ τοι γενύων ἱππίων κινύρονται φόνον χαλινοί. τί γενήσεται; ποῖ δ᾽ ἔτι τέλος ἐπάγει θεός; ἒ ἒ ἒ ἔ. κῦμα [γὰρ] περὶ πτόλιν δοχμολόφων ἀνδρῶν καχλάζει πνοαῖς Ἄρεος ὀρόμενον.
Ἐτεοκλής ὑμᾶς ἐρωτῶ. δείξαθ᾽ ὡς φιλοπόλεις. μέλεσθέ θ᾽ ἱερῶν δημίων. λυτήριοί <τ᾽> ἀμφιβάντες πόλιν. κεἰ μή τις ἀρχῆς τῆς ἐμῆς ἀκούσεται. κλύετε παρθένων κλύετε πανδίκως χειροτόνους λιτάς. Ἐτεοκλής τί οὖν; ὁ ναύτης ἆρα μὴ ᾽ς πρῷραν φυγὼν πρύμνηθεν ηὗρε μηχανὴν σωτηρίας. σωφρόνων μισήματα; μήτ᾽ ἐν κακοῖσι μήτ᾽ ἐν εὐεστοῖ φίλῃ ξύνοικος εἴην τῷ γυναικείῳ γένει. μελόμενοι δ᾽ ἀρήξατε· φιλοθύτων δέ τοι πόλεος ὀργίων μνήστορες ἐστέ μοι. αὐτοὶ δ᾽ ὑπ᾽ αὐτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα. πόλιν δορίπονον μὴ προδῶθ᾽ ἑτεροφώνῳ στρατῷ. ὅτε τε σύριγγες ἔκλαγξαν ἑλίτροχοι. λακάζειν. καὶ νῦν πολίταις τάσδε διαδρόμους φυγὰς θεῖσαι διερροθήσατ᾽ ἄψυχον κάκην· τὰ τῶν θύραθεν δ᾽ ὡς ἄριστ᾽ ὀφέλλεται. στρατῷ τε θάρσος τῷδε πυργηρουμένῳ. ἔδεισ᾽ ἀκούσασα τὸν ἁρματόκτυπον ὄτοβον ὄτοβον. μὴ γυνὴ βουλευέτω. βρέτη πεσούσας πρὸς πολισσούχων θεῶν αὔειν. ἦ ταῦτ᾽ ἄριστα καὶ πόλει σωτήρια. τἄξωθεν· ἔνδον δ᾽ οὖσα μὴ βλάβην τίθει. μέλει γὰρ ἀνδρί. λευστῆρα δήμου δ᾽ οὔ τι μὴ φύγῃ μόρον. τοιαῦτά τἂν γυναιξὶ συνναίων ἔχοις. θρέμματ᾽ οὐκ ἀνασχετά. κρατοῦσα μὲν γὰρ οὐχ ὁμιλητὸν θράσος. ἤκουσας ἢ οὐκ ἤκουσας.ἰὼ τέλειοι τέλειαί τε γᾶς τᾶσδε πυργοφύλακες. νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι ; Χορός ἀλλ᾽ ἐπὶ δαιμόνων πρόδρομος ἦλθον ἀρχαῖα βρέτη. ἀνὴρ γυνή τε χὤ τι τῶν μεταίχμιον. ἢ κωφῇ λέγω; Χορός ὦ φίλον Οἰδίπου τέκος. δείσασα δ᾽ οἴκῳ καὶ πόλει πλέον κακόν. ἰὼ φίλοι δαίμονες. νιφάδος ὅτ᾽ ὀλοᾶς νειφομένας βρόμος ἐν πύλαις· 170 175 180 185 190 195 200 205 210 . ἱππικῶν τ᾽ ἀπύαν πηδαλίων διὰ στόμα πυριγενετᾶν χαλινῶν. ψῆφος κατ᾽ αὐτῶν ὀλεθρία βουλεύσεται. θεοῖσι πίσυνος.
Χορός στένει πόλισμα γῆθεν. Ἐτεοκλής οὐκοῦν ἔμ᾽ ἀρκεῖ τῶνδε βουλεύειν πέρι. σφάγια καὶ χρηστήρια θεοῖσιν ἕρδειν πολεμίων πειρωμένους · σὸν δ᾽ αὖ τὸ σιγᾶν καὶ μένειν εἴσω δόμων. Χορός καὶ μὴν ἀκούω γ᾽ ἱππικῶν φρυαγμάτων.δὴ τότ᾽ ἤρθην φόβῳ πρὸς μακάρων λιτάς. Χορός ἔστι· θεοῦ δ᾽ ἔτ᾽ ἰσχὺς καθυπερτέρα· πολλάκι δ᾽ ἐν κακοῖσι τὸν ἀμάχανον κἀκ χαλεπᾶς δύας ὕπερθ᾽ ὀμμάτων κρημναμενᾶν νεφελᾶν ὀρθοῖ. τίς τάδε νέμεσις στυγεῖ; Ἐτεοκλής οὔτοι φθονῶ σοι δαιμόνων τιμᾶν γένος· ἀλλ᾽ ὡς πολίτας μὴ κακοσπλάγχνους τιθῇς. τίμιον ἕδος. ὡς κυκλουμένων. Ἐτεοκλής πύργον στέγειν εὔχεσθε πολέμιον δόρυ. Χορός ποτίφατον κλύουσα πάταγον ἀνάμιγα ταρβοσύνῳ φόβῳ τάνδ᾽ ἐς ἀκρόπτολιν. πόλεως ἵν᾽ ὑπερέχοιεν ἀλκάν. Χορός μήποτ᾽ ἐμὸν κατ᾽ αἰῶνα λίποι θεῶν ἅδε πανάγυρις. κωκυτοῖσιν ἁρπαλίζετε. δυσμενέων δ᾽ ὄχλον πύργος ἀποστέγει. ἱκόμαν. μηδ᾽ ἐπίδοιμι τάνδ᾽ ἀστυδρομουμέναν πόλιν καὶ στράτευμ᾽ ἁπτόμενον πυρὶ δαΐῳ. Ἐτεοκλής μή νυν. Χορός 215 220 225 230 235 240 245 . Ἐτεοκλής ἀνδρῶν τάδ᾽ ἐστί. τούτῳ γὰρ Ἄρης βόσκεται. ἐὰν θνῄσκοντας ἢ τετρωμένους πύθησθε. Χορός διὰ θεῶν πόλιν νεμόμεθ᾽ ἀδάματον. Ἐτεοκλής μή μοι θεοὺς καλοῦσα βουλεύου κακῶς· πειθαρχία γάρ ἐστι τῆς εὐπραξίας μήτηρ. οὐκοῦν τάδ᾽ ἔσται πρὸς θεῶν· ἀλλ᾽ οὖν θεοὺς τοὺς τῆς ἁλούσης πόλεος ἐκλείπειν λόγος. εὔκηλος ἴσθι μηδ᾽ ἄγαν ὑπερφοβοῦ. φόνῳ βροτῶν. γυνὴ σωτῆρος· ὧδ᾽ ἔχει λόγος. Ἐτεοκλής μή νυν ἀκούουσ᾽ ἐμφανῶς ἄκου᾽ ἄγαν.
Ἐτεοκλής σίγησον. Ἐτεοκλής τοῦτ᾽ ἀντ᾽ ἐκείνων τοὔπος αἱροῦμαι σέθεν. 250 255 260 265 270 275 280 . [ταυροκτονοῦντας θεοῖσιν. ὕδατί τ᾽ Ἰσμηνοῦ λέγω εὖ ξυντυχόντων καὶ πόλεως σεσωμένης. Ἐτεοκλής αὐτὴ σὺ δουλοῖς κἀμὲ καὶ πᾶσαν πόλιν. στέψω λάφυρα δουρίπληχθ᾽ ἁγνοῖς δόμοις. καὶ τάχ᾽ εἴσομαι. Χορός σιγῶ· σὺν ἄλλοις πείσομαι τὸ μόρσιμον. ὧδ᾽ ἐπεύχομαι] θύσειν τροπαῖα. ὥσπερ ἄνδρας ὧν ἁλῷ πόλις. γυναικῶν οἷον ὤπασας γένος. [στέψω πρὸ ναῶν. μὴ προδῷς πυργώματα. μή με δουλείας τυχεῖν. Χορός μοχθηρόν. εὔχου τὰ κρείσσω. Ἐτεοκλής ὦ Ζεῦ. Ἐτεοκλής οὐκ ἐς φθόρον σιγῶσ᾽ ἀνασχήσῃ τάδε; Χορός θεοὶ πολῖται. Χορός ὦ παγκρατὲς Ζεῦ. ἐγὼ δὲ χώρας τοῖς πολισσούχοις θεοῖς. ξυμμάχους εἶναι θεούς· κἀμῶν ἀκούσασ᾽ εὐγμάτων. Δίρκης τε πηγαῖς.] τοιαῦτ᾽ ἐπεύχου μὴ φιλοστόνως θεοῖς. Ἐτεοκλής παλινστομεῖς αὖ θιγγάνουσ᾽ ἀγαλμάτων; Χορός ἀψυχίᾳ γὰρ γλῶσσαν ἁρπάζει φόβος. μηδ᾽ ἐν ματαίοις κἀγρίοις ποιφύγμασιν· οὐ γάρ τι μᾶλλον μὴ φύγῃς τὸ μόρσιμον. λύουσα πολέμιον φόβον.δέδοικ᾽. ἀραγμὸς δ᾽ ἐν πύλαις ὀφέλλεται. ἐκτὸς οὖσ᾽ ἀγαλμάτων. ὦ τάλαινα. Ἐτεοκλής αἰτουμένῳ μοι κοῦφον εἰ δοίης τέλος. θάρσος φίλοις. Ἑλληνικὸν νόμισμα θυστάδος βοῆς. Ἐτεοκλής οὐ σῖγα μηδὲν τῶνδ᾽ ἐρεῖς κατὰ πτόλιν; Χορός ὦ ξυντέλεια. καὶ πρός γε τούτοις. πολεμίων δ᾽ ἐσθήματα. δαΐων δ᾽ ἐσθήματα. ἔπειτα σὺ ὀλολυγμὸν ἱερὸν εὐμενῆ παιώνισον. Χορός λέγοις ἂν ὡς τάχιστα. μήλοισιν αἱμάσσοντας ἑστίας θεῶν. μὴ φίλους φόβει. τρέψον εἰς ἐχθροὺς βέλος. πεδιονόμοις τε κἀγορᾶς ἐπισκόποις.
ἐγὼ δέ γ᾽ ἄνδρας ἓξ ἐμοὶ σὺν ἑβδόμῳ ἀντηρέτας ἐχθροῖσι τὸν μέγαν τρόπον εἰς ἑπτατειχεῖς ἐξόδους τάξω μολών. περιρρηγνυμένων φαρέων. νέας τε καὶ παλαιὰς ἱππηδὸν πλοκάμων. ἐμβαλόντες ἄροισθε κῦδος τοῖσδε πολίταις. Διογενεῖς θεοί. Χορός μέλει. καὶ πόλεως ῥύτορες <ἔστ᾽> εὔεδροί τε στάθητ᾽ ὀξυγόοις λιταῖσιν. δράκοντας ὥς τις τέκνων ὑπερδέδοικεν λεχαίων δυσευνάτορας πάντρομος πελειάς. τοῖσι μὲν ἔξω πύργων ἀνδρολέτειραν κῆρα. ἒ ἔ. τοὶ μὲν γὰρ ποτὶ πύργους πανδαμεὶ πανομιλεὶ στείχουσιν. φόβῳ δ᾽ οὐχ ὑπνώσσει κέαρ· γείτονες δὲ καρδίας μέριμναι ζωπυροῦσι τάρβος τὸν ἀμφιτειχῆ λεών. ποῖον δ᾽ ἀμείψεσθε γαίας πέδον τᾶσδ᾽ ἄρειον. δορὸς ἄγραν δουλίαν ψαφαρᾷ σποδῷ ὑπ᾽ ἀνδρὸς Ἀχαιοῦ θεόθεν περθομέναν ἀτίμως. τί γένωμαι; τοὶ δ᾽ ἐπ᾽ ἀμφιβόλοισιν ἰάπτουσι πολίταις χερμάδ᾽ ὀκριόεσσαν. ὦ πολιοῦχοι θεοί. ὕδωρ τε Διρκαῖον. βοᾷ δ᾽ ἐκκενουμένα πόλις. ῥίψοπλον ἄταν. τὰς δὲ κεχειρωμένας ἄγεσθαι. πόλιν καὶ στρατὸν Καδμογενῆ ῥύεσθε. παντὶ τρόπῳ. ἐχθροῖς ἀφέντες τὰν βαθύχθον᾽ αἶαν. εὐτραφέστατον πωμάτων ὅσων ἵησιν Ποσειδᾶν ὁ γαιάοχος Τηθύος τε παῖδες. 285 290 295 300 305 310 315 320 325 330 . πρὶν ἀγγέλους σπερχνούς τε καὶ ταχυρρόθους λόγους ἱκέσθαι καὶ φλέγειν χρείας ὕπο. οἰκτρὸν γὰρ πόλιν ὧδ᾽ ὠγυγίαν Ἀίδᾳ προϊάψαι. πρὸς τάδ᾽.
δμωίδες δὲ καινοπήμονες νέαι· τλάμον᾽ εὐνὰν αἰχμάλωτον ἀνδρὸς εὐτυχοῦντος ὣς δυσμενοῦς ὑπερτέρου ἐλπίς ἐστι νύκτερον τέλος μολεῖν. κορκορυγαὶ δ᾽ ἀν᾽ ἄστυ. Ἡμιχόριον Β καὶ μὴν ἄναξ ὅδ᾽ αὐτὸς Οἰδίπου τόκος εἰς ἀρτίκολλον ἀγγέλου λόγον μαθεῖν· σπουδὴ δὲ καὶ τοῦδ᾽ οὐκ ἀπαρτίζει πόδα. τὰ δὲ πυρφορεῖ· καπνῷ [δὲ] χραίνεται πόλισμ᾽ ἅπαν· μαινόμενος δ᾽ ἐπιπνεῖ λαοδάμας μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης. στρατοῦ πευθώ τιν᾽ ἡμῖν. προτὶ [πτόλιν] δ᾽ ὁρκάνα πυργῶτις· πρὸς ἀνδρὸς δ᾽ ἀνὴρ <ἀμφὶ> δορὶ κλίνεται· βλαχαὶ δ᾽ αἱματόεσσαι τῶν ἐπιμαστιδίων ἀρτιτρεφεῖς βρέμονται. οὔτε μεῖον οὔτ᾽ ἴσον λελιμμένοι. ἒ ἔ.λαΐδος ὀλλυμένας μιξοθρόου· βαρείας τοι τύχας προταρβῶ. φονεύει. Ἡμιχόριον Α ὅ τοι κατόπτης. νέαν φέρει. ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾶν ὁμαίμονες· ξυμβολεῖ φέρων φέροντι. ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. κλαυτὸν δ᾽ ἀρτιτρόποις ὠμοδρόποις νομίμων προπάροιθεν διαμεῖψαι δωμάτων στυγερὰν ὁδόν· τί; τὸν φθίμενον γὰρ προλέγω βέλτερα τῶνδε πράσσειν· πολλὰ γάρ. καὶ κενὸς κενὸν καλεῖ. ἄλλος δ᾽ ἄλλον ἄγει. τἀκ τῶνδ᾽ εἰκάσαι λόγος πάρα. δυστυχῆ τε πράσσει. παντοδαπὸς δὲ καρπὸς χαμάδις πεσὼν ἀλγύνει κυρήσας· πικρὸν δ᾽ ὄμμα θαλαμηπόλων· πολλὰ δ᾽ ἀκριτόφυρτος γᾶς δόσις οὐτιδανοῖς ἐν ῥοθίοις φορεῖται. ξύννομον θέλων ἔχειν. παγκλαύτων ἀλγέων ἐπίρροθον. Ἄγγελος λέγοιμ᾽ ἂν εἰδὼς εὖ τὰ τῶν ἐναντίων. 335 340 345 350 355 360 365 370 375 . σπουδῇ διώκων πομπίμους χνόας ποδῶν. ὦ φίλαι. εὖτε πτόλις δαμασθῇ.
οὐδ᾽ ἑλκοποιὰ γίγνεται τὰ σήματα· λόφοι δὲ κώδων τ᾽ οὐ δάκνουσ᾽ ἄνευ δορός. καὐτὸς καθ᾽ αὑτοῦ τήνδ᾽ ὕβριν μαντεύσεται. αἰσχρῶν γὰρ ἀργός. Χορός τὸν ἁμόν νυν ἀντίπαλον εὐτυχεῖν θεοὶ δοῖεν. κράνους χαίτωμ᾽. ὡς δικαίως πόλεως πρόμαχος ὄρνυται· τρέμω δ᾽ αἱματηφόρους μόρους ὑπὲρ φίλων ὀλομένων ἰδέσθαι. Μελάνιππος· ἔργον δ᾽ ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ· Δίκη δ᾽ ὁμαίμων κάρτα νιν προστέλλεται εἴργειν τεκούσῃ μητρὶ πολέμιον δόρυ. τοιαῦτ᾽ ἀλύων ταῖς ὑπερκόμποις σαγαῖς βοᾷ παρ᾽ ὄχθαις ποταμίαις. φλέγονθ᾽ ὑπ᾽ ἄστροις οὐρανὸν τετυγμένον· λαμπρὰ δὲ πανσέληνος ἐν μέσῳ σάκει. τῷ τοι φέροντι σῆμ᾽ ὑπέρκομπον τόδε γένοιτ᾽ ἂν ὀρθῶς ἐνδίκως τ᾽ ἐπώνυμον. μὴ κακὸς δ᾽ εἶναι φιλεῖ. τάχ᾽ ἂν γένοιτο μάντις ἡ ἀνοία τινί. πρέπει. Τυδεὺς μὲν ἤδη πρὸς πύλαισι Προιτίσιν βρέμει. κάρτα δ᾽ ἔστ᾽ ἐγχώριος. μάχης ἐρῶν. ἵππος χαλινῶν ὣς κατασθμαίνων μένει. ὑπ᾽ ἀσπίδος δ᾽ ἔσω χαλκήλατοι κλάζουσι κώδωνες φόβον· ἔχει δ᾽ ὑπέρφρον σῆμ᾽ ἐπ᾽ ἀσπίδος τόδε. Τυδεὺς δὲ μαργῶν καὶ μάχης λελιμμένος μεσημβριναῖς κλαγγαῖσιν ὡς δράκων βοᾷ· θείνει δ᾽ ὀνείδει μάντιν Οἰκλείδην σοφόν. ὅστις βοὴν σάλπιγγος ὁρμαίνει μένων. καὶ νύκτα ταύτην ἣν λέγεις ἐπ᾽ ἀσπίδος ἄστροισι μαρμαίρουσαν οὐρανοῦ κυρεῖν. Ἄγγελος 380 385 390 395 400 405 410 415 420 . ῥίζωμ᾽ ἀνεῖται. μάλ᾽ εὐγενῆ τε καὶ τὸν Αἰσχύνης θρόνον τιμῶντα καὶ στυγοῦνθ᾽ ὑπέρφρονας λόγους. σπαρτῶν δ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρῶν. τοιαῦτ᾽ ἀυτῶν τρεῖς κατασκίους λόφους σείει.ὥς τ᾽ ἐν πύλαις ἕκαστος εἴληχεν πάλον. νυκτὸς ὀφθαλμός. πόρον δ᾽ Ἰσμηνὸν οὐκ ἐᾷ περᾶν ὁ μάντις· οὐ γὰρ σφάγια γίγνεται καλά. ἐγὼ δὲ Τυδεῖ κεδνὸν Ἀστακοῦ τόκον τῶνδ᾽ ἀντιτάξω προστάτην πυλωμάτων. τίν᾽ ἀντιτάξεις τῷδε; τίς Προίτου πυλῶν κλῄθρων λυθέντων προστατεῖν φερέγγυος; Ἐτεοκλής κόσμον μὲν ἀνδρὸς οὔτιν᾽ ἂν τρέσαιμ᾽ ἐγώ. σαίνειν μόρον τε καὶ μάχην ἀψυχίᾳ. εἰ γὰρ θανόντι νὺξ ἐπ᾽ ὀφθαλμοῖς πέσοι. πρέσβιστον ἄστρων. ὧν Ἄρης ἐφείσατο.
Πολυφόντου βία. πωλικῶν θ᾽ ἑδωλίων ὑπερκόπῳ δορί ποτ᾽ ἐκλαπάξαι. οὐδὲ τὴν Διὸς ἔριν πέδοι σκήψασαν ἐμποδὼν σχεθεῖν. ἵππους δ᾽ ἐν ἀμπυκτῆρσιν ἐμβριμωμένας δινεῖ. τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων ἡ γλῶσσ᾽ ἀληθὴς γίγνεται κατήγορος· Καπανεὺς δ᾽ ἀπειλεῖ. φερέγγυον φρούρημα. πύλαισι Νηίστῃσι προσβαλεῖν λόχον. τίς ἄνδρα κομπάζοντα μὴ τρέσας μενεῖ; Ἐτεοκλής καὶ τῷδε κέρδει κέρδος ἄλλο τίκτεται. ἐσχημάτισται δ᾽ ἀσπὶς οὐ σμικρὸν τρόπον· ἀνὴρ [δ᾽·] ὁπλίτης κλίμακος προσαμβάσεις στείχει πρὸς ἐχθρῶν πύργον. ἃ μὴ κραίνοι τύχη· θεοῦ τε γὰρ θέλοντος ἐκπέρσειν πόλιν καὶ μὴ θέλοντός φησιν. λέγ᾽ ἄλλον ἄλλαις ἐν πύλαις εἰληχότα.τούτῳ μὲν οὕτως εὐτυχεῖν δοῖεν θεοί· Καπανεὺς δ᾽ ἐπ᾽ Ἠλέκτραισιν εἴληχεν πύλαις. Ἄγγελος καὶ μὴν τὸν ἐντεῦθεν λαχόντα πρὸς πύλαις λέξω· τρίτῳ γὰρ Ἐτεόκλῳ τρίτος πάλος ἐξ ὑπτίου ᾽πήδησεν εὐχάλκου κράνους. κἀπογυμνάζων στόμα χαρᾷ ματαίᾳ θνητὸς ὢν εἰς οὐρανὸν πέμπει γεγωνὰ Ζηνὶ κυμαίνοντ᾽ ἔπη· πέποιθα δ᾽ αὐτῷ ξὺν δίκῃ τὸν πυρφόρον ἥξειν κεραυνόν. φιμοὶ δὲ συρίζουσι βάρβαρον τρόπον. δρᾶν παρεσκευασμένος. πύργοις δ᾽ ἀπειλεῖ δείν᾽. ὁ κόμπος δ᾽ οὐ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονεῖ. κεραυνοῦ δέ νιν βέλος ἐπισχέθοι. 425 430 435 440 445 450 455 460 465 . κεἰ στόμαργός ἐστ᾽ ἄγαν. θελούσας πρὸς πύλαις πεπτωκέναι. πρὶν ἐμὸν ἐσθορεῖν δόμον. Χορός ὄλοιθ᾽ ὃς πόλει μεγάλ᾽ ἐπεύχεται. προστατηρίας Ἀρτέμιδος εὐνοίαισι σύν τ᾽ ἄλλοις θεοῖς. τὰς δ᾽ ἀστραπάς τε καὶ κεραυνίους βολὰς μεσημβρινοῖσι θάλπεσιν προσῄκασεν· ἔχει δὲ σῆμα γυμνὸν ἄνδρα πυρφόρον. φλέγει δὲ λαμπὰς διὰ χερῶν ὡπλισμένη· χρυσοῖς δὲ φωνεῖ γράμμασιν "πρήσω πόλιν. ἐκπέρσαι θέλων." τοιῷδε φωτὶ πέμπε--τίς ξυστήσεται. μυκτηροκόμποις πνεύμασιν πληρούμενοι. οὐδὲν ἐξῃκασμένον μεσημβρινοῖσι θάλπεσιν τοῖς ἡλίου. θεοὺς ἀτίζων. γίγας ὅδ᾽ ἄλλος τοῦ πάρος λελεγμένου μείζων. ἀνὴρ δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ. αἴθων τέτακται λῆμα.
ἐχθρὸς γὰρ ἁνὴρ ἀνδρὶ τῷ ξυστήσεται. ὃς οὔτι μάργων ἱππικῶν φρυαγμάτων βρόμον φοβηθεὶς ἐκ πυλῶν χωρήσεται. μηδέ μοι φθόνει λέγων. ἀσπίδος κύκλον λέγω. ξυνοίσετον δὲ πολεμίους ἐπ᾽ ἀσπίδων θεούς· ὁ μὲν γὰρ πύρπνοον Τυφῶν᾽ ἔχει. ξὺν βοῇ παρίσταται. Ἐτεοκλής πρῶτον μὲν Ὄγκα Παλλάς. ὡς οὐδ᾽ ἂν Ἄρης σφ᾽ ἐκβάλοι πυργωμάτων. τοῖσι δὲ δυστυχεῖν. ἀνὴρ κατ᾽ ἄνδρα τοῦτον ᾑρέθη. κόμπαζ᾽ ἐπ᾽ ἄλλῳ. καὶ τῷδε φωτὶ πέμπε τὸν φερέγγυον πόλεως ἀπείργειν τῆσδε δούλιον ζυγόν. Μεγαρεύς. ἔνθεος δ᾽ Ἄρει βακχᾷ πρὸς ἀλκὴν Θυιὰς ὣς φόβον βλέπων. Ἄγγελος τέταρτος ἄλλος. Κρέοντος σπέρμα τοῦ σπαρτῶν γένους. τώς νιν Ζεὺς νεμέτωρ ἐπίδοι κοταίνων. αὐτὸς δ᾽ ἐπηλάλαξεν. αἰόλην πυρὸς κάσιν· ὄφεων δὲ πλεκτάναισι περίδρομον κύτος προσηδάφισται κοιλογάστορος κύκλου. πύλαισι γείτων. οὔτ᾽ εἶδος οὔτε θυμὸν οὐδ᾽ ὅπλων σχέσιν μωμητός. κεδνὸς Οἴνοπος τόκος. Χορός ἐπεύχομαι τῷδε μὲν εὐτυχεῖν. ὡς δ᾽ ὑπέραυχα βάζουσιν ἐπὶ πτόλει μαινομένᾳ φρενί. τοιοῦδε φωτὸς πεῖραν εὖ φυλακτέον· Φόβος γὰρ ἤδη πρὸς πύλαις κομπάζεται. ἀνδρὸς ἐχθαίρουσ᾽ ὕβριν.βοᾷ δὲ χοὖτος γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς. ἀλλ᾽ ἢ θανὼν τροφεῖα πληρώσει χθονί. 470 475 480 485 490 495 500 505 510 . εἴρξει νεοσσῶν ὣς δράκοντα δύσχιμον· Ὑπέρβιος δέ. Ἑρμῆς δ᾽ εὐλόγως ξυνήγαγεν. γείτονας πύλας ἔχων Ὄγκας Ἀθάνας. Ἱππομέδοντος σχῆμα καὶ μέγας τύπος· ἅλω δὲ πολλήν. θέλων ἐξιστορῆσαι μοῖραν ἐν χρείᾳ τύχης. Τυφῶν᾽ ἱέντα πύρπνοον διὰ στόμα λιγνὺν μέλαιναν. ἥτ᾽ ἀγχίπτολις. ἰὼ πρόμαχ᾽ ἐμῶν δόμων. ἔφριξα δινήσαντος· οὐκ ἄλλως ἐρῶ. σὺν τύχῃ δέ τῳ· καὶ δὴ πέπεμπται κόμπον ἐν χεροῖν ἔχων. ἢ καὶ δύ᾽ ἄνδρε καὶ πόλισμ᾽ ἐπ᾽ ἀσπίδος ἑλὼν λαφύροις δῶμα κοσμήσει πατρός. Ἐτεοκλής πέμποιμ᾽ ἂν ἤδη τόνδε. ὁ σηματουργὸς δ᾽ οὔ τις εὐτελὴς ἄρ᾽ ἦν ὅστις τόδ᾽ ἔργον ὤπασεν πρὸς ἀσπίδι.
Ὑπερβίῳ δὲ Ζεὺς πατὴρ ἐπ᾽ ἀσπίδος σταδαῖος ἧσται. ἦ μὴν λαπάξειν ἄστυ Καδμείων βίᾳ Διός· τόδ᾽ αὐδᾷ μητρὸς ἐξ ὀρεσκόου βλάστημα καλλίπρῳρον. ἀνδρόπαις ἀνήρ· στείχει δ᾽ ἴουλος ἄρτι διὰ παρηίδων. Ἐτεοκλής εἰ γὰρ τύχοιεν ὧν φρονοῦσι πρὸς θεῶν. μακρᾶς κελεύθου δ᾽ οὐ καταισχυνεῖν πόρον. Ἄργει δ᾽ ἐκτίνων καλὰς τροφάς. τοιάδε μέντοι προσφίλεια δαιμόνων· πρὸς τῶν κρατούντων δ᾽ ἐσμέν. 515 519 518 520 525 530 535 540 545 550 555 . ἐλθὼν δ᾽ ἔοικεν οὐ καπηλεύσειν μάχην. ὥρας φυούσης. τὸν δὲ πέμπτον αὖ λέγω. Σφίγγ᾽ ὠμόσιτον προσμεμηχανημένην γόμφοις ἐνώμα. διὰ χερὸς βέλος φλέγων· κοὔπω τις εἶδε Ζῆνά που νικώμενον. τύμβον κατ᾽ αὐτὸν Διογενοῦς Ἀμφίονος· ὄμνυσι δ᾽ αἰχμὴν ἣν ἔχει μᾶλλον θεοῦ σέβειν πεποιθὼς ὀμμάτων θ᾽ ὑπέρτερον. ἔστιν δὲ καὶ τῷδ᾽. οἱ δ᾽ ἡσσωμένων. λαμπρὸν ἔκκρουστον δέμας. φρόνημα. Παρθενοπαῖος Ἀρκάς· ὁ δὲ τοιόσδ᾽ ἀνὴρ μέτοικος. οὔτι παρθένων ἐπώνυμον. πρόσθε πυλᾶν κεφαλὰν ἰάψειν. προσίσταται. Χορός πέποιθα <δὴ> τὸν Διὸς ἀντίτυπον ἔχοντ᾽ ἄφιλον ἐν σάκει τοῦ χθονίου δέμας δαίμονος. ὡς πλεῖστ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ τῷδ᾽ ἰάπτεσθαι βέλη. Ἄκτωρ ἀδελφὸς τοῦ πάρος λελεγμένου· ὃς οὐκ ἐάσει γλῶσσαν ἐργμάτων ἄτερ ἔσω πυλῶν ῥέουσαν ἀλδαίνειν κακά. οὐ μὴν ἀκόμπαστός γ᾽ ἐφίσταται πύλαις· τὸ γὰρ πόλεως ὄνειδος ἐν χαλκηλάτῳ σάκει. κυκλωτῷ σώματος προβλήματι. ταρφὺς ἀντέλλουσα θρίξ. ἀνὴρ ἄκομπος. πύργοις ἀπειλεῖ τοῖσδ᾽ ἃ μὴ κραίνοι θεός. χεὶρ δ᾽ ὁρᾷ τὸ δράσιμον. Ὑπερβίῳ τε πρὸς λόγον τοῦ σήματος σωτὴρ γένοιτ᾽ ἂν Ζεὺς ἐπ᾽ ἀσπίδος τυχών. πέμπταισι προσταχθέντα Βορραίαις πύλαις. αὐτοῖς ἐκείνοις ἀνοσίοις κομπάσμασιν· ἦ τἂν πανώλεις παγκάκως τ᾽ ὀλοίατο. φέρει δ᾽ ὑφ᾽ αὑτῇ φῶτα Καδμείων ἕνα. ὃν λέγεις τὸν Ἀρκάδα. ὁ δ᾽ ὠμόν. ἐχθρὸν εἴκασμα βροτοῖς τε καὶ δαροβίοισι θεοῖσιν. Ἄγγελος οὕτως γένοιτο. εἰ Ζεύς γε Τυφῶ καρτερώτερος μάχῃ· εἰκὸς δὲ πράξειν ἄνδρας ὧδ᾽ ἀντιστάτας. γοργὸν δ᾽ ὄμμ᾽ ἔχων.
Χορός ἱκνεῖται λόγος διὰ στηθέων. Ἐρινύος κλητῆρα. πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσ᾽ ὑπὸ πτόλιν. κακῶν τ᾽ Ἀδράστῳ τῶνδε βουλευτήριον. ἀλλ᾽ εἶναι θέλει. εἴθε γὰρ θεοὶ τοῦδ᾽ ὀλέσειαν ἐν γᾷ. τριχὸς δ᾽ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται. δεινὸς ὃς θεοὺς σέβει. δίς τ᾽ ἐν τελευτῇ τοὔνομ᾽ ἐνδατούμενος. μέγιστον Ἄργει τῶν κακῶν διδάσκαλον. τὸν πόλεως ταράκτορα. ἀλκήν τ᾽ ἄριστον μάντιν. μεγάλα μεγαληγόρων κλυούσᾳ ἀνοσίων ἀνδρῶν. μαχώμεθ᾽. λέγει δὲ τοῦτ᾽ ἔπος διὰ στόμα· "ἦ τοῖον ἔργον καὶ θεοῖσι προσφιλές. καλόν τ᾽ ἀκοῦσαι καὶ λέγειν μεθυστέροις. οὐ γὰρ δοκεῖν ἄριστος. στράτευμ᾽ ἐπακτὸν ἐμβεβληκότα; μητρός τε πηγὴν τίς κατασβέσει δίκη; πατρίς τε γαῖα σῆς ὑπὸ σπουδῆς δορὶ ἁλοῦσα πῶς σοι ξύμμαχος γενήσεται; ἔγωγε μὲν δὴ τήνδε πιανῶ χθόνα. οὐκ ἄτιμον ἐλπίζω μόρον." τοιαῦθ᾽ ὁ μάντις ἀσπίδ᾽ εὐκήλως ἔχων πάγχαλκον ηὔδα· σῆμα δ᾽ οὐκ ἐπῆν κύκλῳ.οὐδ᾽ εἰσαμεῖψαι θηρὸς ἐχθίστου δάκους εἰκὼ φέροντα πολεμίας ἐπ᾽ ἀσπίδος· ἣ ᾽ξωθεν εἴσω τῷ φέροντι μέμψεται. Ἐτεοκλής φεῦ τοῦ ξυναλλάσσοντος ὄρνιθος βροτοῖς δίκαιον ἄνδρα τοῖσι δυσσεβεστέροις. πρόσπολον φόνου. καρπὸς οὐ κομιστέος· ἄτης ἄρουρα θάνατον ἐκκαρπίζεται. καὶ τὸν σὸν αὖθις προσθροῶν ὁμόσπορον. μάντις κεκευθὼς πολεμίας ὑπὸ χθονός. ἐξ ἧς τὰ κεδνὰ βλαστάνει βουλεύματα. ἐν παντὶ πράγει δ᾽ ἔσθ᾽ ὁμιλίας κακῆς κάκιον οὐδέν. Πολυνείκους βίαν. Ἄγγελος ἕκτον λέγοιμ᾽ ἂν ἄνδρα σωφρονέστατον. καλεῖ. θεῶν θελόντων τἂν ἀληθεύσαιμ᾽ ἐγώ. πόλιν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς πορθεῖν. Ἀμφιάρεω βίαν· Ὁμολωίσιν δὲ πρὸς πύλαις τεταγμένος κακοῖσι βάζει πολλὰ Τυδέως βίαν· τὸν ἀνδροφόντην. τούτῳ σοφούς τε κἀγαθοὺς ἀντηρέτας πέμπειν ἐπαινῶ. ἐξυπτιάζων ὄμμα. βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος. ἢ γὰρ ξυνεισβὰς πλοῖον εὐσεβὴς ἀνὴρ ναύταισι θερμοῖς καὶ πανουργίᾳ τινὶ 560 565 570 575 580 585 590 595 600 .
τοιαῦτ᾽ ἀυτεῖ καὶ θεοὺς γενεθλίους καλεῖ πατρῴας γῆς ἐποπτῆρας λιτῶν τῶν ὧν γενέσθαι πάγχυ Πολυνείκους βία. Λασθένους βίαν. Χορός κλύοντες θεοὶ δικαίας λιτὰς ἁμετέρας τελεῖθ᾽. Ἄγγελος τὸν ἕβδομον δὴ τόνδ᾽ ἐφ᾽ ἑβδόμαις πύλαις λέξω. σάρκα δ᾽ ἡβῶσαν φύει. Διὸς θέλοντος ξυγκαθελκυσθήσεται. χρυσήλατον γὰρ ἄνδρα τευχηστὴν ἰδεῖν ἄγει γυνή τις σωφρόνως ἡγουμένη. σοὶ ξυμφέρεσθαι καὶ κτανὼν θανεῖν πέλας. σώφρων δίκαιος ἀγαθὸς εὐσεβὴς ἀνήρ. γέροντα τὸν νοῦν." τοιαῦτ᾽ ἐκείνων ἐστὶ τἀξευρήματα. υἱὸν Οἰκλέους λέγω. θεοῦ δὲ δῶρόν ἐστιν εὐτυχεῖν βροτούς. τείνουσι πομπὴν τὴν μακρὰν πάλιν μολεῖν. ταὐτοῦ κυρήσας ἐκδίκως ἀγρεύματος. τὸν αὐτοῦ σοῦ κασίγνητον. ἔχει δὲ καινοπηγὲς εὔκυκλον σάκος διπλοῦν τε σῆμα προσμεμηχανημένον. οὕτως δ᾽ ὁ μάντις. μέγας προφήτης. ὅμως δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ φῶτα. ἢ ξὺν πολίταις ἀνδράσιν δίκαιος ὢν ἐχθροξένοις τε καὶ θεῶν ἀμνήμοσιν. ἀνοσίοισι συμμιγεὶς θρασυστόμοισιν ἀνδράσιν βίᾳ φρενῶν. δοκῶ μὲν οὖν σφε μηδὲ προσβαλεῖν πύλαις οὐχ ὡς ἄθυμος οὐδὲ λήματος κάκῇ. ἐχθρόξενον πυλωρὸν ἀντιτάξομεν. ἀλλ᾽ οἶδεν ὥς σφε χρὴ τελευτῆσαι μάχῃ. ἢ ζῶντ᾽ ἀτιμαστῆρα τὼς ἀνδρηλάτην φυγῇ τὸν αὐτὸν τόνδε τείσασθαι τρόπον. πληγεὶς θεοῦ μάστιγι παγκοίνῳ ᾽δάμη. ὡς τὰ γράμματα λέγει "κατάξω δ᾽ ἄνδρα τόνδε καὶ πόλιν ἕξει πατρῴων δωμάτων τ᾽ ἐπιστροφάς. [σὺ δ᾽ αὐτὸς ἤδη γνῶθι τίνα πέμπειν δοκεῖ·] 605 610 615 620 625 630 635 640 645 650 . χεῖρα δ᾽ οὐ βραδύνεται παρ᾽ ἀσπίδος γυμνωθὲν ἁρπάσαι δόρυ. Δίκη δ᾽ ἄρ᾽ εἶναί φησιν. δορίπονα κάκ᾽ ἐκτρέποντες <ἐς> γᾶς ἐπιμόλους· πύργων δ᾽ ἔκτοθεν βαλὼν Ζεύς σφε κάνοι κεραυνῷ.ὄλωλεν ἀνδρῶν σὺν θεοπτύστῳ γένει. ἁλώσιμον παιᾶν᾽ ἐπεξιακχάσας. ὡς πόλις εὐτυχῇ. εἰ καρπὸς ἔσται θεσφάτοισι Λοξίου· φιλεῖ δὲ σιγᾶν ἢ λέγειν τὰ καίρια. ποδῶκες ὄμμα. πόλει οἵας ἀρᾶται καὶ κατεύχεται τύχας· πύργοις ἐπεμβὰς κἀπικηρυχθεὶς χθονί.
Ἐτεοκλής ἐπεὶ τὸ πρᾶγμα κάρτ᾽ ἐπισπέρχει θεός. φέρ᾽ ὡς τάχος κνημῖδας. ἴτω κατ᾽ οὖρον κῦμα Κωκυτοῦ λαχὸν Φοίβῳ στυγηθὲν πᾶν τὸ Λαΐου γένος. τάχ᾽ ἂν τόδ᾽ ἦν· ἀλλ᾽ οὔτε νιν φυγόντα μητρόθεν σκότον. τέκνον; μή τί σε θυμοπληθὴς δορίμαργος ἄτα φερέτω· κακοῦ δ᾽ ἔκβαλ᾽ ἔρωτος ἀρχάν. Ἐτεοκλής εἴπερ κακὸν φέροι τις. Δίκη προσεῖδε καὶ κατηξιώσατο· οὐδ᾽ ἐν πατρῴας μὴν χθονὸς κακουχίᾳ οἶμαί νιν αὐτῷ νῦν παραστατεῖν πέλας. ἀνδροῖν δ᾽ ὁμαίμοιν θάνατος ὧδ᾽ αὐτοκτόνος. φίλτατ᾽ ἀνδρῶν. Χορός μή. πατρὸς δὴ νῦν ἀραὶ τελεσφόροι. ξυνοῦσα φωτὶ παντόλμῳ φρένας. μὴ καὶ τεκνωθῇ δυσφορώτερος γόος.ὡς οὔποτ᾽ ἀνδρὶ τῷδε κηρυκευμάτων μέμψῃ. οὔτ᾽ ἐφηβήσαντά πω. οὔτ᾽ ἐν γενείου ξυλλογῇ τριχώματος. εἰ δ᾽ ἡ Διὸς παῖς παρθένος Δίκη παρῆν ἔργοις ἐκείνου καὶ φρεσίν. γένῃ ὀργὴν ὁμοῖος τῷ κάκιστ᾽ αὐδωμένῳ· ἀλλ᾽ ἄνδρας Ἀργείοισι Καδμείους ἅλις ἐς χεῖρας ἐλθεῖν· αἷμα γὰρ καθάρσιον. Χορός ὠμοδακής σ᾽ ἄγαν ἵμερος ἐξοτρύνει πικρόκαρπον ἀνδροκτασίαν τελεῖν 655 660 665 670 675 680 685 690 . ὦ πανδάκρυτον ἁμὸν Οἰδίπου γένος· ὤμοι. αἰσχύνης ἄτερ ἔστω· μόνον γὰρ κέρδος ἐν τεθνηκόσι· κακῶν δὲ κᾀσχρῶν οὔτιν᾽ εὐκλείαν ἐρεῖς. ἐπωνύμῳ δὲ κάρτα. τάχ᾽ εἰσόμεσθα τοὐπίσημ᾽ ὅποι τελεῖ. τούτοις πεποιθὼς εἶμι καὶ ξυστήσομαι αὐτός· τίς ἄλλος μᾶλλον ἐνδικώτερος; ἄρχοντί τ᾽ ἄρχων καὶ κασιγνήτῳ κάσις. Πολυνείκει λέγω. εἴ νιν κατάξει χρυσότευκτα γράμματα ἐπ᾽ ἀσπίδος φλύοντα σὺν φοίτῳ φρενῶν. Ἐτεοκλής ὦ θεομανές τε καὶ θεῶν μέγα στύγος. Χορός τί μέμονας. αἰχμῆς καὶ πέτρων προβλήματα. ἦ δῆτ᾽ ἂν εἴη πανδίκως ψευδώνυμος Δίκη. οὔτ᾽ ἐν τροφαῖσιν. ἐχθρὸς σὺν ἐχθρῷ στήσομαι. ἀλλ᾽ οὔτε κλαίειν οὔτ᾽ ὀδύρεσθαι πρέπει. Οἰδίπου τέκος. οὐκ ἔστι γῆρας τοῦδε τοῦ μιάσματος. σὺ δ᾽ αὐτὸς γνῶθι ναυκληρεῖν πόλιν.
Χορός ἀλλὰ σὺ μὴ ᾽ποτρύνου· κακὸς οὐ κεκλήσῃ βίον εὖ κυρήσας· μελάναιγις [δ᾽·] οὐκ εἶσι δόμων Ἐρινύς. λέγουσα κέρδος πρότερον ὑστέρου μόρου. Ἐτεοκλής ἐξέζεσεν γὰρ Οἰδίπου κατεύγματα· ἄγαν δ᾽ ἀληθεῖς ἐνυπνίων φαντασμάτων ὄψεις. Χορός πιθοῦ γυναιξί. ὅταν ἐκ χερῶν θεοὶ θυσίαν δέχωνται; Ἐτεοκλής θεοῖς μὲν ἤδη πως παρημελήμεθα. Χάλυβος Σκυθᾶν ἄποικος. Ἐτεοκλής φίλου γὰρ ἐχθρά μοι πατρὸς τάλαιν᾽ ἀρὰ ξηροῖς ἀκλαύτοις ὄμμασιν προσιζάνει. οὐ θεοῖς ὁμοίαν. πατρῴων χρημάτων δατήριοι. Χορός νίκην γε μέντοι καὶ κακὴν τιμᾷ θεός. ξένος δὲ κλήρους ἐπινωμᾷ. παναλαθῆ κακόμαντιν πατρὸς εὐκταίαν Ἐρινὺν τελέσαι τὰς περιθύμους κατάρας Οἰδιπόδα βλαψίφρονος· παιδολέτωρ δ᾽ ἔρις ἅδ᾽ ὀτρύνει.αἵματος οὐ θεμιστοῦ. Ἐτεοκλής λέγοιτ᾽ ἂν ὧν ἄνη τις· οὐδὲ χρὴ μακράν. Ἐτεοκλής οὐκ ἄνδρ᾽ ὁπλίτην τοῦτο χρὴ στέργειν ἔπος. Χορός ἀλλ᾽ αὐτάδελφον αἷμα δρέψασθαι θέλεις; Ἐτεοκλής θεῶν διδόντων οὐκ ἂν ἐκφύγοις κακά. χάρις δ᾽ ἀφ᾽ ἡμῶν ὀλομένων θαυμάζεται· τί οὖν ἔτ᾽ ἂν σαίνοιμεν ὀλέθριον μόρον; Χορός νῦν ὅτε σοι παρέστακεν· ἐπεὶ δαίμων λήματος ἐν τροπαίᾳ χρονίᾳ μεταλλακτὸς ἴσως ἂν ἔλθοι θελεμωτέρῳ πνεύματι· νῦν δ᾽ ἔτι ζεῖ. Χορός πέφρικα τὰν ὠλεσίοικον θεόν. Χορός μὴ ᾽λθῃς ὁδοὺς σὺ τάσδ᾽ ἐφ᾽ ἑβδόμαις πύλαις. Ἐτεοκλής τεθηγμένον τοί μ᾽ οὐκ ἀπαμβλυνεῖς λόγῳ. 695 700 705 710 715 720 725 . καίπερ οὐ στέργων ὅμως.
κρατηθεὶς δ᾽ ἐκ φίλων ἀβουλιᾶν ἐγείνατο μὲν μόρον αὑτῷ. πρόπρυμνα δ᾽ ἐκβολὰν φέρει ἀνδρῶν ἀλφηστᾶν ὄλβος ἄγαν παχυνθείς.κτεάνων χρηματοδαίτας πικρός. παλαιγενῆ γὰρ λέγω παρβασίαν ὠκύποινον· αἰῶνα δ᾽ ἐς τρίτον μένει· Ἀπόλλωνος εὖτε Λάιος βίᾳ. τίς ἂν καθαρμοὺς πόροι. ὁπόσαν καὶ φθιμένοισιν κατέχειν. δέδοικα δὲ σὺν βασιλεῦσι μὴ πόλις δαμασθῇ. τῶν μεγάλων πεδίων ἀμοίρους. τρὶς εἰπόντος ἐν μεσομφάλοις Πυθικοῖς χρηστηρίοις θνᾴσκοντα γέννας ἄτερ σῴζειν πόλιν. ῥίζαν αἱματόεσσαν ἔτλα· παράνοια συνᾶγε νυμφίους φρενώλεις. πύργος ἐν εὔρει. ὠμόφρων σίδαρος. ὃ καὶ περὶ πρύμναν πόλεως καχλάζει. τελειᾶν γὰρ παλαιφάτων ἀρᾶν βαρεῖαι καταλλαγαί· τὰ δ᾽ ὀλοὰ πελόμεν᾽ οὐ παρέρχεται. κακῶν δ᾽ ὥσπερ θάλασσα κῦμ᾽ ἄγει· τὸ μὲν πίτνον. χθόνα ναίειν διαπήλας. πατροκτόνον Οἰδιπόδαν. τὰν ἁρπαξάνδραν κῆρ᾽ ἀφελόντα χώρας; 730 735 740 745 750 755 760 765 770 775 . ὅσον τότ᾽ Οἰδίπουν τίον. ἐπεὶ δ᾽ ἂν αὐτοκτόνως αὐτοδάικτοι θάνωσι. μεταξὺ δ᾽ ἀλκὰ δι᾽ ὀλίγου τείνει. ὅστε ματρὸς ἁγνὰν σπείρας ἄρουραν. καὶ γαΐα κόνις πίῃ μελαμπαγὲς αἷμα φοίνιον. τίς ἄν σφε λούσειεν; ὦ πόνοι δόμων νέοι παλαιοῖσι συμμιγεῖς κακοῖς. τίν᾽ ἀνδρῶν γὰρ τοσόνδ᾽ ἐθαύμασαν θεοὶ καὶ ξυνέστιοι πόλεος ὁ πολύβατός τ᾽ ἀγὼν βροτῶν. ἄλλο δ᾽ ἀείρει τρίχαλον. ἵν᾽ ἐτράφη.
δισσὼ στρατηγώ. τοιαῦτα χαίρειν καὶ δακρύεσθαι πάρα· πόλιν μὲν εὖ πράσσουσαν. αἰαῖ. διέλαχον σφυρηλάτῳ 780 785 790 795 800 805 810 815 . ἐν ἓξ πυλώμασι· τὰς δ᾽ ἑβδόμας ὁ σεμνὸς ἑβδομαγέτης ἄναξ Ἀπόλλων εἵλετ᾽. πόλις πέφευγεν ἥδε δούλιον ζυγόν· πέπτωκεν ἀνδρῶν ὀβρίμων κομπάσματα· πόλις δ᾽ ἐν εὐδίᾳ τε καὶ κλυδωνίου πολλαῖσι πληγαῖς ἄντλον οὐκ ἐδέξατο. Χορός οὕτως ἀδελφαῖς χερσὶν ἠναίρονθ᾽ ἅμα ; οὕτως ὁ δαίμων κοινὸς ἦν ἀμφοῖν ἄγαν. Ἄγγελος φρονοῦσα νῦν ἄκουσον· Οἰδίπου τόκοι -Χορός οἲ ᾽γὼ τάλαινα. αὐτὸς δ᾽ ἀναλοῖ δῆτα δύσποτμον γένος. πικρογλώσσους ἀράς. μάντις εἰμὶ τῶν κακῶν. Χορός τί δ᾽ ἔστι πρᾶγμα νεόκοτον πόλει πλέον; Ἄγγελος πόλις σέσωσται· βασιλέες δ᾽ ὁμόσποροι-Χορός τίνες; τί δ᾽ εἶπας; παραφρονῶ φόβῳ λόγου. Οἰδίπου γένει κραίνων παλαιὰς Λαΐου δυσβουλίας. ἐπ᾽ ἄλγει δυσφορῶν μαινομένᾳ κραδίᾳ δίδυμα κάκ᾽ ἐτέλεσεν· πατροφόνῳ χερὶ τῶν κρεισσοτέκνων ὀμμάτων ἐπλάγχθη· τέκνοις δ᾽ ἀγρίας ἐφῆκεν ἐπικότους τροφᾶς. καί σφε σιδαρονόμῳ διὰ χερί ποτε λαχεῖν κτήματα· νῦν δὲ τρέω μὴ τελέσῃ καμψίπους Ἐρινύς. οἱ δ᾽ ἐπιστάται.ἐπεὶ δ᾽ ἀρτίφρων ἐγένετο μέλεος ἀθλίων γάμων. Ἄγγελος ἅνδρες τεθνᾶσιν ἐκ χερῶν αὐτοκτόνων. Ἄγγελος θαρσεῖτε. παῖδες μητέρων τεθραμμέναι. Ἄγγελος οὐδ᾽ ἀμφιλέκτως μὴν κατεσποδημένοι-Χορός ἐκεῖθι κεῖσθον ; βαρέα δ᾽ οὖν ὅμως φράσον. καὶ πύλας φερεγγύοις ἐφραξάμεσθα μονομάχοισι προστάταις· καλῶς ἔχει τὰ πλεῖστ᾽. στέγει δὲ πύργος.
ἀλλὰ γὰρ ἥκουσ᾽ αἵδ᾽ ἐπὶ πρᾶγος πικρὸν Ἀντιγόνη τ᾽ ἠδ᾽ Ἰσμήνη. ἰὼ πολύστονοι.] ὦ μεγάλε Ζεῦ καὶ πολιοῦχοι δαίμονες. οἳ δὴ Κάδμου πύργους τούσδε ῥύεσθε. προῦπτος ἀγγέλου λόγος· διπλαῖ μέριμναι. κακόν με καρδίαν τι περιπίτνει κρύος. θρῆνον ἀδελφοῖν· οὐκ ἀμφιβόλως οἶμαί σφ᾽ ἐρατῶν ἐκ βαθυκόλπων στηθέων ἥσειν ἄλγος ἐπάξιον. τὰν ἀστιβῆ Ἀπόλλωνι. κατ᾽ οὖρον ἐρέσσετ᾽ ἀμφὶ κρατὶ πόμπιμον χεροῖν πίτυλον. ὃς αἰὲν δι᾽ Ἀχέροντ᾽ ἀμείβεται τὰν ἄστολον μελάγκροκον [ναύστολον] θεωρίδα.Σκύθῃ σιδήρῳ κτημάτων παμπησίαν. ἐξέπραξεν. δίμοιρα τέλεια τάδε πάθη. πότερον χαίρω κἀπολολύξω πόλεως ἀσινεῖ < > σωτῆρι . ὦ μέλαινα καὶ τελεία γένεος Οἰδίπου τ᾽ ἀρά. ὦ φίλαι. ἡμᾶς δὲ δίκη πρότερον φήμης 820 825 830 832b 833b 835 840 845 850 855 860 865 . τί φῶ; τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ πόνοι πόνων δόμων ἐφέστιοι; ἀλλὰ γόων. πατρὸς κατ᾽ εὐχὰς δυσπότμως φορούμενοι. τὰν ἀνάλιον πάνδοκον εἰς ἀφανῆ τε χέρσον. <> διδυμάνορα κάκ᾽ αὐτοφόνα. τάδ᾽ αὐτόδηλα. οὐδ᾽ ἀπεῖπεν πατρόθεν εὐκταία φάτις· βουλαὶ δ᾽ ἄπιστοι Λαΐου διήρκεσαν. ἢ τοὺς μογεροὺς καὶ δυσδαίμονας ἀτέκνους κλαύσω πολεμάρχους; οἳ δῆτ᾽ ὀρθῶς κατ᾽ ἐπωνυμίαν καὶ πολυνεικεῖς ὤλοντ᾽ ἀσεβεῖ διανοίᾳ. .. μέριμνα δ᾽ ἀμφὶ πτόλιν· θέσφατ᾽ οὐκ ἀμβλύνεται. ἕξουσι δ᾽ ἣν λάβωσιν ἐν ταφῇ χθονός. ἔτευξα τύμβῳ μέλος Θυιὰς αἱματοσταγεῖς νεκροὺς κλύουσα δυσμόρως θανόντας· ἦ δύσορνις ἅδε ξυναυλία δορός. [πόλις σέσωσται· βασιλέοιν δ᾽ ὁμοσπόροιν πέπωκεν αἷμά γαῖ᾽ ὑπ᾽ ἀλλήλων φόνῳ. τόδ᾽ ἠργάσασθ᾽ ἄπιστον· ἦλθε δ᾽ αἰακτὰ πήματ᾽ οὐ λόγῳ.
οὐδ᾽ ἐπίχαρις Ἄρης. ὁμοσπλάγχνων τε πλευρωμάτων * αἰαῖ δαιμόνιοι. κάρτα δ᾽ ἀληθῆ πατρὸς Οἰδιπόδα πότνι᾽ Ἐρινὺς ἐπέκρανεν. αἰαῖ δ᾽ ἀντιφόνων θανάτων ἀραί.τὸν δυσκέλαδόν θ᾽ ὕμνον Ἐρινύος ἰαχεῖν Ἀίδα τ᾽ ἐχθρὸν παιᾶν᾽ ἐπιμέλπειν. ἤδη διήλλαχθε σὺν σιδάρῳ. σιδαρόπλακτοι μὲν ὧδ᾽ ἔχουσιν. διήκει δὲ καὶ πόλιν στόνος. καὶ δόλος οὐδεὶς μὴ ᾽κ φρενὸς ὀρθῶς με λιγαίνειν. δυσαδελφόταται πασῶν ὁπόσαι στρόφον ἐσθῆσιν περιβάλλονται. δι᾽ ὧν αἰνομόροις. διαλλακτῆρι δ᾽ οὐκ ἀμεμφεία φίλοις. ἰὼ ἰὼ δύσφρονες. ὅδ᾽ ἁμῶν μάλ᾽ ἀχέτας τοὺς προπέμπει δαϊκτὴρ γόος αὐ- 870 875 880 885 890 892 895 900 905 910 915 . ἰώ. ἐμοιράσαντο δ᾽ ὀξυκάρδιοι κτήμαθ᾽. στένει πέδον φίλανδρον· μένει κτέανα δ᾽ ἐπιγόνοις. τάχ᾽ ἄν τις εἴποι. [ἐννέπω] ἀναυδάτῳ μένει ἀραίῳ τ᾽ ἐκ πατρὸς <οὐ> διχόφρονι πότμῳ. στένουσι πύργοι. μέλεοι δῆθ᾽ οἳ μελέους θανάτους εὕροντο δόμων ἐπὶ λύμῃ. δι᾽ εὐωνύμων τετυμμένοι. σιδαρόπλακτοι δὲ τοὺς μένουσι. ὥστ᾽ ἴσον λαχεῖν. δόμους πατρῴους ἑλόντες μέλεοι σὺν αἰχμᾷ. τετυμμένοι δῆθ᾽. τίνες; τάφων πατρῴων λαχαί. διανταίαν λέγεις [πλαγὰν] δόμοισι καὶ σώμασιν πεπλαγμένους. στένομαι. ἰὼ ἰὼ δωμάτων ἐρειψίτοιχοι καὶ πικρὰς μοναρχίας ἰδόντες. δι᾽ ὧν νεῖκος ἔβα [καὶ] θανάτου τέλος. κλαίω. φίλων ἄπιστοι καὶ κακῶν ἀτρύμονες.
ἐν δὲ γαίᾳ ζόα φονορύτῳ μέμεικται· κάρτα δ᾽ εἴσ᾽ ὅμαιμοι. πέπαυται δ᾽ ἔχθος. παῖδα τὸν αὑτᾶς πόσιν αὑτᾷ θεμένα τούσδ᾽ ἔτεχ᾽. ὁμόσποροι δῆτα καὶ πανώλεθροι. ἰὼ πολλοῖς ἐπανθίσαντες πόνοισι γενεάν· τελευταῖαι δ᾽ ἐπηλάλαξαν Ἀραὶ τὸν ὀξὺν νόμον.τόστονος. αὐτοπήμων. πάρεστι δ᾽ εἰπεῖν ἐπ᾽ ἀθλίοισιν ὡς ἐρξάτην πολλὰ μὲν πολίτας. δυσδαίμων σφιν ἁ τεκοῦσα πρὸ πασᾶν γυναικῶν ὁπόσαι τεκνογόνοι κέκληνται. οἱ δ᾽ ὧδ᾽ ἐτελεύτασαν ὑπ᾽ ἀλλαλοφόνοις χερσὶν ὁμοσπόροισιν. ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός. πικρὸς λυτὴρ νεικέων ὁ πόντιος ξεῖνος ἐκ πυρὸς συθεὶς θακτὸς σίδαρος· πικρὸς δὲ χρημάτων κακὸς δατητὰς Ἄρης ἀρὰν πατρῴαν τιθεὶς ἀλαθῆ. ἕστακε δ᾽ Ἄτας τροπαῖον ἐν πύλαις. καὶ δυοῖν κρατήσας ἔληξε δαίμων. Ἰσμήνη σὺ δ᾽ ἔθανες κατακτανών. ἃ κλαιομένας μου μινύθει τοῖνδε δυοῖν ἀνάκτοιν. ξένων τε πάντων στίχας πολυφθόρους ἐν δαΐ. νείκεος ἐν τελευτᾷ. ἐν αἷς ἐθείνοντο. δαϊόφρων [δ᾽·]. Ἀντιγόνη δορὶ δ᾽ ἔκανες-Ἰσμήνη δορὶ δ᾽ ἔθανες-Ἀντιγόνη 920 925 930 935 940 945 950 955 . ἔχουσι μοῖραν λαχόντες οἱ μέλεοι διοδότων ἀχθέων· ὑπὸ δὲ σώματι γᾶς πλοῦτος ἄβυσσος ἔσται. Ἀντιγόνη παισθεὶς ἔπαισας. τετραμμένου παντρόπῳ φυγᾷ γένους. οὐ φιλογαθής. ἔριδι μαινομένᾳ. διατομαῖς οὐ φίλοις.
Ἀντιγόνη πρόκεισαι -Ἰσμήνη κατακτάς. Ἀντιγόνη διπλᾶ λέγειν-Ἰσμήνη διπλᾶ δ᾽ ὁρᾶν-Ἀντιγόνη ἄχθεα τῶνδε τάδ᾽ ἐγγύθεν. Ἰσμήνη ἐντὸς δὲ καρδία στένει. Ἀντιγόνη πρὸς φίλου [γ᾽·] ἔφθισο. Ἀντιγόνη μαίνεται γόοισι φρήν. Ἰσμήνη σὺ δ᾽ αὖτε καὶ πανάθλιε. Ἀντιγόνη δυσθέατα πήματα -Ἰσμήνη ἔδειξεν ἐκ φυγᾶς ἐμοί. πότνιά τ᾽ Οἰδίπου σκιά. 960 965 970 975 980 . Ἀντιγόνη ἠέ. Χορός ἰὼ Μοῖρα βαρυδότειρα μογερά. Ἰσμήνη πέλας ἀδελφέ᾽ ἀδελφεῶν. μέλαιν᾽ Ἐρινύς. Ἰσμήνη ἴτω δάκρυ. Ἀντιγόνη ἠέ.μελεοπόνος. Ἰσμήνη ἠέ. Ἰσμήνη μελεοπαθής. Ἀντιγόνη ἰὼ ἰὼ πάνδυρτε σύ. ἦ μεγασθενής τις εἶ. Ἰσμήνη ἠέ. Ἀντιγόνη ἴτω γόος. Ἰσμήνη καὶ φίλον ἔκτανες. Ἀντιγόνη οὐδ᾽ ἵκεθ᾽ ὡς κατέκτανεν.
Ἰσμήνη ὀλοὰ δ᾽ ὁρᾶν. Ἰσμήνη ἰὼ ἰὼ δαιμονῶντες ἄτᾳ. Ἰσμήνη καὶ τὸν ἐνόσφισεν. Ἀντιγόνη τάλαν γένος.Ἰσμήνη σωθεὶς δὲ πνεῦμ᾽ ἀπώλεσεν. πότνιά τ᾽ Οἰδίπου σκιά. ἦ μεγασθενής τις εἶ. Ἀντιγόνη καὶ τὸ πρόσω γ᾽ ἐμοί. Ἀντιγόνη ἰὼ πόνος-Ἰσμήνη ἰὼ κακά-Ἀντιγόνη δώμασι καὶ χθονί. ποῦ σφε θήσομεν χθονός; Ἰσμήνη 985 990 995 1000 1005 . Ἰσμήνη δίυγρα τριπάλτων πημάτων. ἄναξ. Ἰσμήνη ἰὼ ἰὼ δυστόνων κακῶν. Ἀντιγόνη σὺ τοί νιν οἶσθα διαπερῶν-Ἰσμήνη σὺ δ᾽ οὐδὲν ὕστερος μαθών-Ἀντιγόνη ἐπεὶ κατῆλθες ἐς πόλιν. μέλαιν᾽ Ἐρινύς. Ἀντιγόνη ὀλοὰ λέγειν. Ἰσμήνη πρὸ πάντων δ᾽ ἐμοί. Ἀντιγόνη δύστονα κήδε᾽ ὁμαίμονα. Ἀντιγόνη ὤλεσε δῆτ᾽ <ἄγαν>. Ἰσμήνη δορός γε τῷδ᾽ ἀντηρέτας. Ἀντιγόνη ἰὼ πάντων πολυστονώτατοι. Ἰσμήνη τάλαν πάθος. Χορός ἰὼ Μοῖρα βαρυδότειρα μογερά. Ἀντιγόνη ἰὼ ἰώ.
τῷδε μηχανήσομαι. ἄγος δὲ καὶ θανὼν κεκτήσεται θεῶν πατρῴων. καὐτὴ καλύψω. πῆμα πατρὶ πάρευνον. τοιγὰρ θέλουσ᾽ ἄκοντι κοινώνει κακῶν ψυχή. ὡς ὄντ᾽ ἀναστατῆρα Καδμείων χθονός. ἄτιμον εἶναι δ᾽ ἐκφορᾶς φίλων ὕπο. καὶ μήθ᾽ ὁμαρτεῖν τυμβοχόα χειρώματα μήτ᾽ ὀξυμόλποις προσσέβειν οἰμώγμασιν. οὕτω μὲν ἀμφὶ τοῦδ᾽ ἐπέσταλται λέγειν· τούτου δ᾽ ἀδελφὸν τόνδε Πολυνείκους νεκρὸν ἔξω βαλεῖν ἄθαπτον. παρέσται μηχανὴ δραστήριος.ἰώ. κόλπῳ φέρουσα βυσσίνου πεπλώματος. μηδέ τῳ δόξῃ πάλιν· θάρσει. γυνή περ οὖσα. Ἀντιγόνη ἐγὼ δὲ Καδμείων γε προστάταις λέγω· ἢν μή τις ἄλλος τόνδε συνθάπτειν θέλῃ. οὐδ᾽ αἰσχύνομαι ἔχουσ᾽ ἄπιστον τήνδ᾽ ἀναρχίαν πόλει. Ἀντιγόνη αὐδῶ σὲ μὴ περισσὰ κηρύσσειν ἐμοί. ἁρπαγὴν κυσίν. Κῆρυξ τραχύς γε μέντοι δῆμος ἐκφυγὼν κακά. ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ θάψασ᾽ ἀδελφὸν τὸν ἐμόν. οὓς ἀτιμάσας ὅδε στράτευμ᾽ ἐπακτὸν ἐμβαλὼν ᾕρει πόλιν. τούτου δὲ σάρκας οὐδὲ κοιλογάστορες λύκοι σπάσονται· μὴ δοκησάτω τινί. οὕτω πετηνῶν τόνδ᾽ ὑπ᾽ οἰωνῶν δοκεῖ ταφέντ᾽ ἀτίμως τοὐπιτίμιον λαβεῖν. τάφον γὰρ αὐτῷ καὶ κατασκαφὰς ἐγώ. Ἀντιγόνη 1010 1015 1020 1025 1030 1035 1040 1045 1050 . εἰ μὴ θεῶν τις ἐμποδὼν ἔστη δορὶ τῷ τοῦδ᾽·. θανόντι ζῶσα συγγόνῳ φρενί. Ἀντιγόνη ἰὼ ἰώ. δεινὸν τὸ κοινὸν σπλάγχνον. Κῆρυξ αὐδῶ πόλιν σε μὴ βιάζεσθαι τάδε. οὗ πεφύκαμεν. Κῆρυξ δοκοῦντα καὶ δόξαντ᾽ ἀπαγγέλλειν με χρὴ δήμου προβούλοις τῆσδε Καδμείας πόλεως· Ἐτεοκλέα μὲν τόνδ᾽ ἐπ᾽ εὐνοίᾳ χθονὸς θάπτειν ἔδοξε γῆς φίλαις κατασκαφαῖς· στυγῶν γὰρ ἐχθροὺς θάνατον εἵλετ᾽ ἐν πόλει ἱερῶν πατρῴων δ᾽ ὅσιος ὢν μομφῆς ἄτερ τέθνηκεν οὗπερ τοῖς νέοις θνῄσκειν καλόν. τοιαῦτ᾽ ἔδοξε τῷδε Καδμείων τέλει. ὅπου <᾽στι> τιμιώτατον. μητρὸς ταλαίνης κἀπὸ δυστήνου πατρός.
ἀπεννέπω δ᾽ ἐγώ. μετὰ γὰρ μάκαρας καὶ Διὸς ἰσχὺν ὅδε Καδμείων ἤρυξε πόλιν μὴ ᾽νατραπῆναι μηδ᾽ ἀλλοδαπῷ κύματι φωτῶν κατακλυσθῆναι τὰ μάλιστα. ἡμεῖς μὲν ἴμεν καὶ συνθάψομεν αἵδε προπομποί.; Ἀντιγόνη ἤδη τὰ τοῦδε διατετίμηται θεοῖς. 1055 1060 1065 1070 1075 1080 . καὶ πόλις ἄλλως ἄλλοτ᾽ ἐπαινεῖ τὰ δίκαια. Κῆρυξ ἀλλ᾽ αὐτόβουλος ἴσθ᾽.τράχυν᾽· ἄθαπτος δ᾽ οὗτος οὐ γενήσεται. καὶ γὰρ γενεᾷ κοινὸν τόδ᾽ ἄχος. ὥσπερ τε πόλις καὶ τὸ δίκαιον ξυνεπαινεῖ. αἵτ᾽ Οἰδιπόδα γένος ὠλέσατε πρυμνόθεν οὕτως. Κῆρυξ ἀλλ᾽ εἰς ἅπαντας ἀνθ᾽ ἑνὸς τόδ᾽ ἔργον ἦν. πρίν γε χώραν τήνδε κινδύνῳ βαλεῖν. Κῆρυξ οὔ. ὦ μεγάλαυχοι καὶ φθερσιγενεῖς Κῆρες Ἐρινύες. σύ γε μὴν πολλῶν πενθητήρων τεύξει· κεῖνος δ᾽ ὁ τάλας ἄγοος μονόκλαυτον ἔχων θρῆνον ἀδελφῆς εἶσιν· τίς ἂν οὖν τὰ πίθοιτο ; Ἡμιχόριον Α δράτω <τι> πόλις καὶ μὴ δράτω τοὺς κλαίοντας Πολυνείκη. σὺ τιμήσεις τάφῳ. Χορός φεῦ φεῦ. Κῆρυξ ἀλλ᾽ ὃν πόλις στυγεῖ. ἐγὼ δὲ θάψω τόνδε· μὴ μακρηγόρει. Ἀντιγόνη παθὼν κακῶς κακοῖσιν ἀντημείβετο. τί πάθω; τί δὲ δρῶ ; τί δὲ μήσωμαι; πῶς τολμήσω μήτε σὲ κλαίειν μήτε προπέμπειν ἐπὶ τύμβον · ἀλλὰ φοβοῦμαι κἀποτρέπομαι δεῖμα πολιτῶν. Ἡμιχόριον Β ἡμεῖς δ᾽ ἅμα τῷδ᾽. Ἀντιγόνη ἔρις περαίνει μῦθον ὑστάτη θεῶν.
ὧν Ζεὺς ἀλεξητήριος ἐπώνυμος γένοιτο Καδμείων πόλει. συμφορὰ τύχοι. μηδ᾽ ἐπηλύδων ταρβεῖτ᾽ ἄγαν ὅμιλον· εὖ τελεῖ θεός. βλαστημὸν ἀλδαίνοντα σώματος πολύν. νῦν δ᾽ ὡς ὁ μάντις φησίν. κἀπὶ σέλμασιν πύργων στάθητε. ὃ μὴ γένοιτο. βλέφαρα μὴ κοιμῶν ὕπνῳ. χρὴ λέγειν τὰ καίρια ὅστις φυλάσσει πρᾶγος ἐν πρύμνῃ πόλεως οἴακα νωμῶν. ἐν ὠσὶ νωμῶν καὶ φρεσίν. ὥραν τ᾽ ἔχονθ᾽ ἕκαστον ὥστε συμπρεπές. χρηστηρίους ὄρνιθας ἀψευδεῖ τέχνῃ· οὗτος τοιῶνδε δεσπότης μαντευμάτων λέγει μεγίστην προσβολὴν Ἀχαιίδα νυκτηγορεῖσθαι κἀπιβουλεύσειν πόλει. Γῇ τε μητρί. ἐθρέψατ᾽ οἰκητῆρας ἀσπιδηφόρους πιστοὺς ὅπως γένοισθε πρὸς χρέος τόδε. φιλτάτῃ τροφῷ· ἡ γὰρ νέους ἕρποντας εὐμενεῖ πέδῳ. τιμὰς μὴ ᾽ξαλειφθῆναί ποτε· τέκνοις τε. ἅπαντα πανδοκοῦσα παιδείας ὄτλον. εἰ μὲν γὰρ εὖ πράξαιμεν. ὑμᾶς δὲ χρὴ νῦν. 5 10 15 20 25 30 35 . ἀλλ᾽ ἔς τ᾽ ἐπάλξεις καὶ πύλας πυργωμάτων ὁρμᾶσθε πάντες. πυρὸς δίχα. Ἐτεοκλέης ἂν εἷς πολὺς κατὰ πτόλιν ὑμνοῖθ᾽ ὑπ᾽ ἀστῶν φροιμίοις πολυρρόθοις οἰμώγμασίν θ᾽. πληροῦτε θωρακεῖα. σκοποὺς δὲ κἀγὼ καὶ κατοπτῆρας στρατοῦ ἔπεμψα. Cambridge 1926) Ἐτεοκλής Κάδμου πολῖται. οἰωνῶν βοτήρ.Αἰσχύλου Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (ed. καὶ τὸν ἐλλείποντ᾽ ἔτι ἥβης ἀκμαίας καὶ τὸν ἔξηβον χρόνῳ. καὶ νῦν μὲν ἐς τόδ᾽ ἦμαρ εὖ ῥέπει θεός· χρόνον γὰρ ἤδη τόνδε πυργηρουμένοις καλῶς τὰ πλείω πόλεμος ἐκ θεῶν κυρεῖ. Herbert Weir Smyth. τοὺς πέποιθα μὴ ματᾶν ὁδῷ· καὶ τῶνδ᾽ ἀκούσας οὔ τι μὴ ληφθῶ δόλῳ. Ἄγγελος Ἐτεόκλεες. αἰτία θεοῦ· εἰ δ᾽ αὖθ᾽. πόλει τ᾽ ἀρήγειν καὶ θεῶν ἐγχωρίων βωμοῖσι. σοῦσθε σὺν παντευχίᾳ. φέριστε Καδμείων ἄναξ. καὶ πυλῶν ἐπ᾽ ἐξόδοις μίμνοντες εὖ θαρσεῖτε.
Ἄρη τ᾽. καὶ σαφηνείᾳ λόγου εἰδὼς τὰ τῶν θύραθεν ἀβλαβὴς ἔσῃ. ὡς πάλῳ λαχὼν ἕκαστος αὐτῶν πρὸς πύλας ἄγοι λόχον. Ἀρά τ᾽ Ἐρινὺς πατρὸς ἡ μεγασθενής. ἄναυδος σαφὴς ἔτυμος ἄγγελος. Ἑλλάδος φθόγγον χέουσαν. σιδηρόφρων γὰρ θυμὸς ἀνδρείᾳ φλέγων ἔπνει. καὶ τῶνδε πύστις οὐκ ὄκνῳ χρονίζεται· κληρουμένους δ᾽ ἔλειπον. ταυροσφαγοῦντες ἐς μελάνδετον σάκος καὶ θιγγάνοντες χερσὶ ταυρείου φόνου. μή μοι πόλιν γε πρυμνόθεν πανώλεθρον ἐκθαμνίσητε δῃάλωτον. ἢ γῆν θανόντες τήνδε φυράσειν φόνῳ· μνημεῖά θ᾽ αὑτῶν τοῖς τεκοῦσιν ἐς δόμους πρὸς ἅρμ᾽ Ἀδράστου χερσὶν ἔστεφον. Ἐτεοκλής ὦ Ζεῦ τε καὶ Γῆ καὶ πολισσοῦχοι θεοί. καὶ δόμους ἐφεστίους· ἐλευθέραν δὲ γῆν τε καὶ Κάδμου πόλιν ζυγοῖσι δουλίοισι μήποτε σχεθεῖν· γένεσθε δ᾽ ἀλκή· ξυνὰ δ᾽ ἐλπίζω λέγειν· πόλις γὰρ εὖ πράσσουσα δαίμονας τίει. πρὶν καταιγίσαι πνοὰς Ἄρεως· βοᾷ γὰρ κῦμα χερσαῖον στρατοῦ· καὶ τῶνδε καιρὸν ὅστις ὤκιστος λαβέ· κἀγὼ τὰ λοιπὰ πιστὸν ἡμεροσκόπον ὀφθαλμὸν ἕξω. Χορός θρέομαι φοβερὰ μεγάλ᾽ ἄχη· μεθεῖται στρατός· στρατόπεδον λιπὼν ῥεῖ πολὺς ὅδε λεὼς πρόδρομος ἱππότας· αἰθερία κόνις με πείθει φανεῖσ᾽.ἥκω σαφῆ τἀκεῖθεν ἐκ στρατοῦ φέρων. σὺ δ᾽ ὥστε ναὸς κεδνὸς οἰακοστρόφος φράξαι πόλισμα. Ἐνυώ. καὶ φιλαίματον Φόβον ὡρκωμότησαν ἢ πόλει κατασκαφὰς θέντες λαπάξειν ἄστυ Καδμείων βίᾳ. ἔτι δὲ <γᾶς> ἐμᾶς πεδί᾽ ὁπλόκτυπ᾽ ὠτὶ χρίμπτει βοάν· ποτᾶται. πρὸς ταῦτ᾽ ἀρίστους ἄνδρας ἐκκρίτους πόλεως πυλῶν ἐπ᾽ ἐξόδοισι τάγευσαι τάχος· ἐγγὺς γὰρ ἤδη πάνοπλος Ἀργείων στρατὸς χωρεῖ. λεόντων ὡς Ἄρη δεδορκότων. θούριοι λοχαγέται. δάκρυ λείβοντες· οἶκτος δ᾽ οὔτις ἦν διὰ στόμα. κονίει. ἰὼ ἰὼ 40 45 50 55 60 65 70 75 80 85 . πεδία δ᾽ ἀργηστὴς ἀφρὸς χραίνει σταλαγμοῖς ἱππικῶν ἐκ πλευμόνων. βρέμει δ᾽ ἀμαχέτου δίκαν ὕδατος ὀροτύπου. αὐτὸς κατόπτης δ᾽ εἴμ᾽ ἐγὼ τῶν πραγμάτων· ἄνδρες γὰρ ἑπτά.
σύ τ᾽. ὅ θ᾽ ἵππιος ποντομέδων ἄναξ ἰχθυβόλῳ Ποσειδάων μαχανᾷ. ῥυσίπολις γενοῦ. τίς ἄρ᾽ ἐπαρκέσει θεῶν ἢ θεᾶν; πότερα δῆτ᾽ ἐγὼ <πάτρια> ποτιπέσω βρέτη δαιμόνων; ἰὼ μάκαρες εὔεδροι. καὶ Κύπρις. πόλιν ἐπώνυμον Κάδμου φύλαξον κήδεσαί τ᾽ ἐναργῶς. τί ῥέξεις; προδώσεις. πάντως ἄρηξον δαΐων ἅλωσιν. κῦμα [γὰρ] περὶ πτόλιν δοχμολόφων ἀνδρῶν καχλάζει πνοαῖς Ἄρεος ὀρόμενον. ὦ Διογενὲς φιλόμαχον κράτος. 90 95 100 105 110 115 120 125 127 130 135 140 145 . ἑπτὰ δ᾽ ἀγάνορες πρέποντες στρατοῦ δορυσσοῖς σαγαῖς πύλαις ἑβδόμαις * προσίστανται πάλῳ λαχόντες. φεῦ. σύ τ᾽. ἐπίλυσιν φόβων. Λύκει᾽ ἄναξ. ἀλλ᾽. Ἄρης. ἅτ᾽ εἶ γένους προμάτωρ. Λύκειος γενοῦ στρατῷ δαΐῳ στόνων ἀντίτας. διὰ δέ τοι γενύων ἱππίων κινύρονται φόνον χαλινοί. τόξον εὐτυκάζου [Ἄρτεμι φίλα]. θεοὶ πολιάοχοι πάντες ἴτε χθονὸς· ἴδετε παρθένων ἱκέσιον λόχον δουλοσύνας ὕπερ. ὦ Ζεῦ <> πάτερ παντελές. φεῦ. Ἀργέιοι δὲ πόλισμα Κάδμου κυκλοῦνται· φόβος δ᾽ ἀρῄων ὅπλων [δονεῖ]. σύ τ᾽. καὶ σύ.ἰὼ θεοὶ θεαί τ᾽ ὀρόμενον κακὸν βοᾷ τειχέων ὕπερ ἀλεύσατε. ἀκμάζει βρετέων ἔχεσθαι· τί μέλλομεν ἀγάστονοι; ἀκούετ᾽ ἢ οὐκ ἀκούετ᾽ ἀσπίδων κτύπον; πέπλων καὶ στεφέων πότ᾽ εἰ μὴ νῦν ἀμφὶ λιτάν᾽ ἕξομεν; κτύπον δέδορκα· πάταγος οὐχ ἑνὸς δορός. ἄλευσον· σέθεν γὰρ ἐξ αἵματος γεγόναμεν· λιταῖσί σε θεοκλύτοις ἀυτοῦσαι πελαζόμεσθα. ὁ λεύκασπις ὄρνυται λαὸς εὐτρεπὴς ἐπὶ πόλιν διώκων [πόδα]. τίς ἄρα ῥύσεται. παλαίχθων Ἄρης. Παλλάς. ἐπίλυσιν δίδου. τὰν τεάν; ἰὼ χρυσοπήληξ δαῖμον ἔπιδ᾽ ἔπιδε πόλιν ἅν ποτ᾽ εὐφιλήταν ἔθου. ὦ Λατογένεια κούρα.
κλύετε παρθένων κλύετε πανδίκως χειροτόνους λιτάς. καὶ νῦν πολίταις τάσδε διαδρόμους φυγὰς θεῖσαι διερροθήσατ᾽ ἄψυχον κάκην· τὰ τῶν θύραθεν δ᾽ ὡς ἄριστ᾽ ὀφέλλεται. Ἄρτεμι φίλα. σύ τε. ἰὼ τέλειοι τέλειαί τε γᾶς τᾶσδε πυργοφύλακες. ἰὼ φίλοι δαίμονες. τί γενήσεται; ποῖ δ᾽ ἔτι τέλος ἐπάγει θεός; ἒ ἒ ἒ ἔ. τοιαῦτά τἂν γυναιξὶ συνναίων ἔχοις. ἔλακον ἀξόνων βριθομένων χνόαι. σωφρόνων μισήματα; μήτ᾽ ἐν κακοῖσι μήτ᾽ ἐν εὐεστοῖ φίλῃ ξύνοικος εἴην τῷ γυναικείῳ γένει. μελόμενοι δ᾽ ἀρήξατε· φιλοθύτων δέ τοι πόλεος ὀργίων μνήστορες ἐστέ μοι. ὄτοβον ἁρμάτων ἀμφὶ πόλιν κλύω· ὦ πότνι᾽ Ἥρα. θρέμματ᾽ οὐκ ἀνασχετά. δοριτίνακτος αἰθὴρ δ᾽ ἐπιμαίνεται. λυτήριοί <τ᾽> ἀμφιβάντες πόλιν. λευστῆρα δήμου δ᾽ οὔ τι μὴ φύγῃ μόρον. παῖ Διός. ἰὼ παναρκεῖς θεοί. ἒ ἒ ἒ ἔ. 150 155 158b 160 165 170 175 180 185 190 195 . κεἰ μή τις ἀρχῆς τῆς ἐμῆς ἀκούσεται. βρέτη πεσούσας πρὸς πολισσούχων θεῶν αὔειν. λακάζειν. δείξαθ᾽ ὡς φιλοπόλεις. ἀνὴρ γυνή τε χὤ τι τῶν μεταίχμιον. μέλεσθέ θ᾽ ἱερῶν δημίων. Ἐτεοκλής ὑμᾶς ἐρωτῶ. πόλιν δορίπονον μὴ προδῶθ᾽ ἑτεροφώνῳ στρατῷ.ἒ ἒ ἒ ἔ. στρατῷ τε θάρσος τῷδε πυργηρουμένῳ. ὅθεν πολεμόκραντον ἁγνὸν τέλος ἐν μάχᾳ. αὐτοὶ δ᾽ ὑπ᾽ αὐτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα. μάκαιρ᾽ ἄνασσ᾽ Ὄγκα. τί πόλις ἄμμι πάσχει. δείσασα δ᾽ οἴκῳ καὶ πόλει πλέον κακόν. ἀκροβόλων δ᾽ ἐπάλξεων λιθὰς ἔρχεται· ὦ φίλ᾽ Ἄπολλον· κόναβος ἐν πύλαις χαλκοδέτων σακέων. κρατοῦσα μὲν γὰρ οὐχ ὁμιλητὸν θράσος. ψῆφος κατ᾽ αὐτῶν ὀλεθρία βουλεύσεται. ἦ ταῦτ᾽ ἄριστα καὶ πόλει σωτήρια. πρὸ πόλεως ἑπτάπυλον ἕδος ἐπιρρύου.
ἢ κωφῇ λέγω; Χορός ὦ φίλον Οἰδίπου τέκος. γυνὴ σωτῆρος· ὧδ᾽ ἔχει λόγος. Ἐτεοκλής μή μοι θεοὺς καλοῦσα βουλεύου κακῶς· πειθαρχία γάρ ἐστι τῆς εὐπραξίας μήτηρ. πόλεως ἵν᾽ ὑπερέχοιεν ἀλκάν. τίς τάδε νέμεσις στυγεῖ; Ἐτεοκλής οὔτοι φθονῶ σοι δαιμόνων τιμᾶν γένος· ἀλλ᾽ ὡς πολίτας μὴ κακοσπλάγχνους τιθῇς.μέλει γὰρ ἀνδρί. Ἐτεοκλής τί οὖν; ὁ ναύτης ἆρα μὴ ᾽ς πρῷραν φυγὼν πρύμνηθεν ηὗρε μηχανὴν σωτηρίας. ἤκουσας ἢ οὐκ ἤκουσας. θεοῖσι πίσυνος. σφάγια καὶ χρηστήρια θεοῖσιν ἕρδειν πολεμίων πειρωμένους · σὸν δ᾽ αὖ τὸ σιγᾶν καὶ μένειν εἴσω δόμων. Χορός διὰ θεῶν πόλιν νεμόμεθ᾽ ἀδάματον. Χορός ἔστι· θεοῦ δ᾽ ἔτ᾽ ἰσχὺς καθυπερτέρα· πολλάκι δ᾽ ἐν κακοῖσι τὸν ἀμάχανον κἀκ χαλεπᾶς δύας ὕπερθ᾽ ὀμμάτων κρημναμενᾶν νεφελᾶν ὀρθοῖ. ἔδεισ᾽ ἀκούσασα τὸν ἁρματόκτυπον ὄτοβον ὄτοβον. νιφάδος ὅτ᾽ ὀλοᾶς νειφομένας βρόμος ἐν πύλαις· δὴ τότ᾽ ἤρθην φόβῳ πρὸς μακάρων λιτάς. Ἐτεοκλής ἀνδρῶν τάδ᾽ ἐστί. Χορός μήποτ᾽ ἐμὸν κατ᾽ αἰῶνα λίποι θεῶν ἅδε πανάγυρις. εὔκηλος ἴσθι μηδ᾽ ἄγαν ὑπερφοβοῦ. Ἐτεοκλής πύργον στέγειν εὔχεσθε πολέμιον δόρυ. τἄξωθεν· ἔνδον δ᾽ οὖσα μὴ βλάβην τίθει. δυσμενέων δ᾽ ὄχλον πύργος ἀποστέγει. νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι ; Χορός ἀλλ᾽ ἐπὶ δαιμόνων πρόδρομος ἦλθον ἀρχαῖα βρέτη. 200 205 210 215 220 225 230 235 . οὐκοῦν τάδ᾽ ἔσται πρὸς θεῶν· ἀλλ᾽ οὖν θεοὺς τοὺς τῆς ἁλούσης πόλεος ἐκλείπειν λόγος. ὅτε τε σύριγγες ἔκλαγξαν ἑλίτροχοι. ἱππικῶν τ᾽ ἀπύαν πηδαλίων διὰ στόμα πυριγενετᾶν χαλινῶν. μηδ᾽ ἐπίδοιμι τάνδ᾽ ἀστυδρομουμέναν πόλιν καὶ στράτευμ᾽ ἁπτόμενον πυρὶ δαΐῳ. μὴ γυνὴ βουλευέτω.
Ἐτεοκλής παλινστομεῖς αὖ θιγγάνουσ᾽ ἀγαλμάτων; Χορός ἀψυχίᾳ γὰρ γλῶσσαν ἁρπάζει φόβος.Χορός ποτίφατον κλύουσα πάταγον ἀνάμιγα ταρβοσύνῳ φόβῳ τάνδ᾽ ἐς ἀκρόπτολιν. Χορός σιγῶ· σὺν ἄλλοις πείσομαι τὸ μόρσιμον. Χορός καὶ μὴν ἀκούω γ᾽ ἱππικῶν φρυαγμάτων. Ἐτεοκλής μή νυν ἀκούουσ᾽ ἐμφανῶς ἄκου᾽ ἄγαν. ὥσπερ ἄνδρας ὧν ἁλῷ πόλις. Χορός λέγοις ἂν ὡς τάχιστα. καὶ πρός γε τούτοις. γυναικῶν οἷον ὤπασας γένος. μὴ φίλους φόβει. Ἐτεοκλής τοῦτ᾽ ἀντ᾽ ἐκείνων τοὔπος αἱροῦμαι σέθεν. ἱκόμαν. Χορός μοχθηρόν. Ἐτεοκλής μή νυν. ἐὰν θνῄσκοντας ἢ τετρωμένους πύθησθε. Ἐτεοκλής οὐκ ἐς φθόρον σιγῶσ᾽ ἀνασχήσῃ τάδε; Χορός θεοὶ πολῖται. Ἐτεοκλής οὐ σῖγα μηδὲν τῶνδ᾽ ἐρεῖς κατὰ πτόλιν; Χορός ὦ ξυντέλεια. τούτῳ γὰρ Ἄρης βόσκεται. καὶ τάχ᾽ εἴσομαι. ἐκτὸς οὖσ᾽ ἀγαλμάτων. φόνῳ βροτῶν. Ἐτεοκλής ὦ Ζεῦ. Ἐτεοκλής οὐκοῦν ἔμ᾽ ἀρκεῖ τῶνδε βουλεύειν πέρι. Ἐτεοκλής αὐτὴ σὺ δουλοῖς κἀμὲ καὶ πᾶσαν πόλιν. Ἐτεοκλής αἰτουμένῳ μοι κοῦφον εἰ δοίης τέλος. ὡς κυκλουμένων. Χορός στένει πόλισμα γῆθεν. ἀραγμὸς δ᾽ ἐν πύλαις ὀφέλλεται. Ἐτεοκλής σίγησον. μὴ προδῷς πυργώματα. τρέψον εἰς ἐχθροὺς βέλος. ὦ τάλαινα. τίμιον ἕδος. Χορός ὦ παγκρατὲς Ζεῦ. κωκυτοῖσιν ἁρπαλίζετε. 240 245 250 255 260 265 . Χορός δέδοικ᾽. μή με δουλείας τυχεῖν.
ποῖον δ᾽ ἀμείψεσθε γαίας πέδον τᾶσδ᾽ ἄρειον. δράκοντας ὥς τις τέκνων ὑπερδέδοικεν λεχαίων δυσευνάτορας πάντρομος πελειάς. πολεμίων δ᾽ ἐσθήματα. παντὶ τρόπῳ. ξυμμάχους εἶναι θεούς· κἀμῶν ἀκούσασ᾽ εὐγμάτων. ἐγὼ δέ γ᾽ ἄνδρας ἓξ ἐμοὶ σὺν ἑβδόμῳ ἀντηρέτας ἐχθροῖσι τὸν μέγαν τρόπον εἰς ἑπτατειχεῖς ἐξόδους τάξω μολών. τί γένωμαι; τοὶ δ᾽ ἐπ᾽ ἀμφιβόλοισιν ἰάπτουσι πολίταις χερμάδ᾽ ὀκριόεσσαν. πεδιονόμοις τε κἀγορᾶς ἐπισκόποις. φόβῳ δ᾽ οὐχ ὑπνώσσει κέαρ· γείτονες δὲ καρδίας μέριμναι ζωπυροῦσι τάρβος τὸν ἀμφιτειχῆ λεών. πόλιν καὶ στρατὸν Καδμογενῆ ῥύεσθε. εὐτραφέστατον πωμάτων ὅσων ἵησιν Ποσειδᾶν ὁ γαιάοχος Τηθύος τε παῖδες. ἔπειτα σὺ ὀλολυγμὸν ἱερὸν εὐμενῆ παιώνισον. ἐγὼ δὲ χώρας τοῖς πολισσούχοις θεοῖς. πρὶν ἀγγέλους σπερχνούς τε καὶ ταχυρρόθους λόγους ἱκέσθαι καὶ φλέγειν χρείας ὕπο. ὧδ᾽ ἐπεύχομαι] θύσειν τροπαῖα. τοῖσι μὲν ἔξω 270 275 280 285 290 295 300 305 310 . πρὸς τάδ᾽. Χορός μέλει. στέψω λάφυρα δουρίπληχθ᾽ ἁγνοῖς δόμοις. Διογενεῖς θεοί. μήλοισιν αἱμάσσοντας ἑστίας θεῶν. δαΐων δ᾽ ἐσθήματα.] τοιαῦτ᾽ ἐπεύχου μὴ φιλοστόνως θεοῖς. ὕδατί τ᾽ Ἰσμηνοῦ λέγω εὖ ξυντυχόντων καὶ πόλεως σεσωμένης. Δίρκης τε πηγαῖς. [ταυροκτονοῦντας θεοῖσιν. ἐχθροῖς ἀφέντες τὰν βαθύχθον᾽ αἶαν. ὦ πολιοῦχοι θεοί.εὔχου τὰ κρείσσω. θάρσος φίλοις. ὕδωρ τε Διρκαῖον. λύουσα πολέμιον φόβον. μηδ᾽ ἐν ματαίοις κἀγρίοις ποιφύγμασιν· οὐ γάρ τι μᾶλλον μὴ φύγῃς τὸ μόρσιμον. τοὶ μὲν γὰρ ποτὶ πύργους πανδαμεὶ πανομιλεὶ στείχουσιν. Ἑλληνικὸν νόμισμα θυστάδος βοῆς. [στέψω πρὸ ναῶν.
ῥίψοπλον ἄταν. τἀκ τῶνδ᾽ εἰκάσαι λόγος πάρα. δορὸς ἄγραν δουλίαν ψαφαρᾷ σποδῷ ὑπ᾽ ἀνδρὸς Ἀχαιοῦ θεόθεν περθομέναν ἀτίμως. εὖτε πτόλις δαμασθῇ. τὰς δὲ κεχειρωμένας ἄγεσθαι. καὶ κενὸς κενὸν καλεῖ. νέας τε καὶ παλαιὰς ἱππηδὸν πλοκάμων. ἒ ἔ. τὰ δὲ πυρφορεῖ· καπνῷ [δὲ] χραίνεται πόλισμ᾽ ἅπαν· μαινόμενος δ᾽ ἐπιπνεῖ λαοδάμας μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης. προτὶ [πτόλιν] δ᾽ ὁρκάνα πυργῶτις· πρὸς ἀνδρὸς δ᾽ ἀνὴρ <ἀμφὶ> δορὶ κλίνεται· βλαχαὶ δ᾽ αἱματόεσσαι τῶν ἐπιμαστιδίων ἀρτιτρεφεῖς βρέμονται. κλαυτὸν δ᾽ ἀρτιτρόποις ὠμοδρόποις νομίμων προπάροιθεν διαμεῖψαι δωμάτων στυγερὰν ὁδόν· τί; τὸν φθίμενον γὰρ προλέγω βέλτερα τῶνδε πράσσειν· πολλὰ γάρ. λαΐδος ὀλλυμένας μιξοθρόου· βαρείας τοι τύχας προταρβῶ. φονεύει. ἄλλος δ᾽ ἄλλον ἄγει. ξύννομον θέλων ἔχειν. οὔτε μεῖον οὔτ᾽ ἴσον λελιμμένοι. οἰκτρὸν γὰρ πόλιν ὧδ᾽ ὠγυγίαν Ἀίδᾳ προϊάψαι.πύργων ἀνδρολέτειραν κῆρα. παντοδαπὸς δὲ καρπὸς χαμάδις πεσὼν ἀλγύνει κυρήσας· πικρὸν δ᾽ ὄμμα θαλαμηπόλων· πολλὰ δ᾽ ἀκριτόφυρτος γᾶς δόσις οὐτιδανοῖς 315 320 325 330 335 340 345 350 355 360 . δυστυχῆ τε πράσσει. ἒ ἔ. ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾶν ὁμαίμονες· ξυμβολεῖ φέρων φέροντι. περιρρηγνυμένων φαρέων. βοᾷ δ᾽ ἐκκενουμένα πόλις. ἐμβαλόντες ἄροισθε κῦδος τοῖσδε πολίταις. κορκορυγαὶ δ᾽ ἀν᾽ ἄστυ. καὶ πόλεως ῥύτορες <ἔστ᾽> εὔεδροί τε στάθητ᾽ ὀξυγόοις λιταῖσιν.
ὅστις βοὴν σάλπιγγος ὁρμαίνει μένων. φλέγονθ᾽ ὑπ᾽ ἄστροις οὐρανὸν τετυγμένον· λαμπρὰ δὲ πανσέληνος ἐν μέσῳ σάκει. 365 370 375 380 385 390 395 400 405 . τάχ᾽ ἂν γένοιτο μάντις ἡ ἀνοία τινί.ἐν ῥοθίοις φορεῖται. Ἡμιχόριον Β καὶ μὴν ἄναξ ὅδ᾽ αὐτὸς Οἰδίπου τόκος εἰς ἀρτίκολλον ἀγγέλου λόγον μαθεῖν· σπουδὴ δὲ καὶ τοῦδ᾽ οὐκ ἀπαρτίζει πόδα. καὶ νύκτα ταύτην ἣν λέγεις ἐπ᾽ ἀσπίδος ἄστροισι μαρμαίρουσαν οὐρανοῦ κυρεῖν. Ἄγγελος λέγοιμ᾽ ἂν εἰδὼς εὖ τὰ τῶν ἐναντίων. πόρον δ᾽ Ἰσμηνὸν οὐκ ἐᾷ περᾶν ὁ μάντις· οὐ γὰρ σφάγια γίγνεται καλά. πρέσβιστον ἄστρων. παγκλαύτων ἀλγέων ἐπίρροθον. τῷ τοι φέροντι σῆμ᾽ ὑπέρκομπον τόδε γένοιτ᾽ ἂν ὀρθῶς ἐνδίκως τ᾽ ἐπώνυμον. τοιαῦτ᾽ ἀλύων ταῖς ὑπερκόμποις σαγαῖς βοᾷ παρ᾽ ὄχθαις ποταμίαις. σπουδῇ διώκων πομπίμους χνόας ποδῶν. καὐτὸς καθ᾽ αὑτοῦ τήνδ᾽ ὕβριν μαντεύσεται. τοιαῦτ᾽ ἀυτῶν τρεῖς κατασκίους λόφους σείει. οὐδ᾽ ἑλκοποιὰ γίγνεται τὰ σήματα· λόφοι δὲ κώδων τ᾽ οὐ δάκνουσ᾽ ἄνευ δορός. Τυδεὺς μὲν ἤδη πρὸς πύλαισι Προιτίσιν βρέμει. εἰ γὰρ θανόντι νὺξ ἐπ᾽ ὀφθαλμοῖς πέσοι. δμωίδες δὲ καινοπήμονες νέαι· τλάμον᾽ εὐνὰν αἰχμάλωτον ἀνδρὸς εὐτυχοῦντος ὣς δυσμενοῦς ὑπερτέρου ἐλπίς ἐστι νύκτερον τέλος μολεῖν. σαίνειν μόρον τε καὶ μάχην ἀψυχίᾳ. νέαν φέρει. κράνους χαίτωμ᾽. ὦ φίλαι. πρέπει. ὑπ᾽ ἀσπίδος δ᾽ ἔσω χαλκήλατοι κλάζουσι κώδωνες φόβον· ἔχει δ᾽ ὑπέρφρον σῆμ᾽ ἐπ᾽ ἀσπίδος τόδε. ὥς τ᾽ ἐν πύλαις ἕκαστος εἴληχεν πάλον. Ἡμιχόριον Α ὅ τοι κατόπτης. ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. νυκτὸς ὀφθαλμός. ἵππος χαλινῶν ὣς κατασθμαίνων μένει. Τυδεὺς δὲ μαργῶν καὶ μάχης λελιμμένος μεσημβριναῖς κλαγγαῖσιν ὡς δράκων βοᾷ· θείνει δ᾽ ὀνείδει μάντιν Οἰκλείδην σοφόν. μάχης ἐρῶν. στρατοῦ πευθώ τιν᾽ ἡμῖν. τίν᾽ ἀντιτάξεις τῷδε; τίς Προίτου πυλῶν κλῄθρων λυθέντων προστατεῖν φερέγγυος; Ἐτεοκλής κόσμον μὲν ἀνδρὸς οὔτιν᾽ ἂν τρέσαιμ᾽ ἐγώ.
ὡς δικαίως πόλεως πρόμαχος ὄρνυται· τρέμω δ᾽ αἱματηφόρους μόρους ὑπὲρ φίλων ὀλομένων ἰδέσθαι. οὐδὲν ἐξῃκασμένον μεσημβρινοῖσι θάλπεσιν τοῖς ἡλίου. Χορός τὸν ἁμόν νυν ἀντίπαλον εὐτυχεῖν θεοὶ δοῖεν. τίς ἄνδρα κομπάζοντα μὴ τρέσας μενεῖ; Ἐτεοκλής καὶ τῷδε κέρδει κέρδος ἄλλο τίκτεται. Πολυφόντου βία. ἀνὴρ δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ. ὁ κόμπος δ᾽ οὐ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονεῖ. κεἰ στόμαργός ἐστ᾽ ἄγαν. λέγ᾽ ἄλλον ἄλλαις ἐν πύλαις εἰληχότα.ἐγὼ δὲ Τυδεῖ κεδνὸν Ἀστακοῦ τόκον τῶνδ᾽ ἀντιτάξω προστάτην πυλωμάτων. Ἄγγελος τούτῳ μὲν οὕτως εὐτυχεῖν δοῖεν θεοί· Καπανεὺς δ᾽ ἐπ᾽ Ἠλέκτραισιν εἴληχεν πύλαις. προστατηρίας Ἀρτέμιδος εὐνοίαισι σύν τ᾽ ἄλλοις θεοῖς. τὰς δ᾽ ἀστραπάς τε καὶ κεραυνίους βολὰς μεσημβρινοῖσι θάλπεσιν προσῄκασεν· ἔχει δὲ σῆμα γυμνὸν ἄνδρα πυρφόρον. αἰσχρῶν γὰρ ἀργός. φερέγγυον φρούρημα. δρᾶν παρεσκευασμένος." τοιῷδε φωτὶ πέμπε--τίς ξυστήσεται. ἃ μὴ κραίνοι τύχη· θεοῦ τε γὰρ θέλοντος ἐκπέρσειν πόλιν καὶ μὴ θέλοντός φησιν. φλέγει δὲ λαμπὰς διὰ χερῶν ὡπλισμένη· χρυσοῖς δὲ φωνεῖ γράμμασιν "πρήσω πόλιν. πύργοις δ᾽ ἀπειλεῖ δείν᾽. αἴθων τέτακται λῆμα. ῥίζωμ᾽ ἀνεῖται. μὴ κακὸς δ᾽ εἶναι φιλεῖ. κάρτα δ᾽ ἔστ᾽ ἐγχώριος. τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων ἡ γλῶσσ᾽ ἀληθὴς γίγνεται κατήγορος· Καπανεὺς δ᾽ ἀπειλεῖ. μάλ᾽ εὐγενῆ τε καὶ τὸν Αἰσχύνης θρόνον τιμῶντα καὶ στυγοῦνθ᾽ ὑπέρφρονας λόγους. γίγας ὅδ᾽ ἄλλος τοῦ πάρος λελεγμένου μείζων. Μελάνιππος· ἔργον δ᾽ ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ· Δίκη δ᾽ ὁμαίμων κάρτα νιν προστέλλεται εἴργειν τεκούσῃ μητρὶ πολέμιον δόρυ. σπαρτῶν δ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρῶν. θεοὺς ἀτίζων. οὐδὲ τὴν Διὸς ἔριν πέδοι σκήψασαν ἐμποδὼν σχεθεῖν. κἀπογυμνάζων στόμα χαρᾷ ματαίᾳ θνητὸς ὢν εἰς οὐρανὸν πέμπει γεγωνὰ Ζηνὶ κυμαίνοντ᾽ ἔπη· πέποιθα δ᾽ αὐτῷ ξὺν δίκῃ τὸν πυρφόρον ἥξειν κεραυνόν. Χορός 410 415 420 425 430 435 440 445 450 . ὧν Ἄρης ἐφείσατο.
βοᾷ δὲ χοὖτος γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς. τώς νιν Ζεὺς νεμέτωρ ἐπίδοι κοταίνων. Κρέοντος σπέρμα τοῦ σπαρτῶν γένους. Ἱππομέδοντος σχῆμα καὶ μέγας τύπος· ἅλω δὲ πολλήν. ἵππους δ᾽ ἐν ἀμπυκτῆρσιν ἐμβριμωμένας δινεῖ.ὄλοιθ᾽ ὃς πόλει μεγάλ᾽ ἐπεύχεται. ἐσχημάτισται δ᾽ ἀσπὶς οὐ σμικρὸν τρόπον· ἀνὴρ [δ᾽·] ὁπλίτης κλίμακος προσαμβάσεις στείχει πρὸς ἐχθρῶν πύργον. Ἄγγελος καὶ μὴν τὸν ἐντεῦθεν λαχόντα πρὸς πύλαις λέξω· τρίτῳ γὰρ Ἐτεόκλῳ τρίτος πάλος ἐξ ὑπτίου ᾽πήδησεν εὐχάλκου κράνους. Μεγαρεύς. ὡς οὐδ᾽ ἂν Ἄρης σφ᾽ ἐκβάλοι πυργωμάτων. κόμπαζ᾽ ἐπ᾽ ἄλλῳ. γείτονας πύλας ἔχων Ὄγκας Ἀθάνας. σὺν τύχῃ δέ τῳ· καὶ δὴ πέπεμπται κόμπον ἐν χεροῖν ἔχων. φιμοὶ δὲ συρίζουσι βάρβαρον τρόπον. μηδέ μοι φθόνει λέγων. Ἄγγελος τέταρτος ἄλλος. Τυφῶν᾽ ἱέντα πύρπνοον διὰ στόμα λιγνὺν μέλαιναν. πρὶν ἐμὸν ἐσθορεῖν δόμον. θελούσας πρὸς πύλαις πεπτωκέναι. ξὺν βοῇ παρίσταται. μυκτηροκόμποις πνεύμασιν πληρούμενοι. αἰόλην πυρὸς κάσιν· ὄφεων δὲ πλεκτάναισι περίδρομον κύτος 455 460 465 470 475 480 485 490 495 . Χορός ἐπεύχομαι τῷδε μὲν εὐτυχεῖν. καὶ τῷδε φωτὶ πέμπε τὸν φερέγγυον πόλεως ἀπείργειν τῆσδε δούλιον ζυγόν. πύλαισι Νηίστῃσι προσβαλεῖν λόχον. Ἐτεοκλής πέμποιμ᾽ ἂν ἤδη τόνδε. ἀλλ᾽ ἢ θανὼν τροφεῖα πληρώσει χθονί. ἐκπέρσαι θέλων. ἢ καὶ δύ᾽ ἄνδρε καὶ πόλισμ᾽ ἐπ᾽ ἀσπίδος ἑλὼν λαφύροις δῶμα κοσμήσει πατρός. ὡς δ᾽ ὑπέραυχα βάζουσιν ἐπὶ πτόλει μαινομένᾳ φρενί. ἔφριξα δινήσαντος· οὐκ ἄλλως ἐρῶ. πωλικῶν θ᾽ ἑδωλίων ὑπερκόπῳ δορί ποτ᾽ ἐκλαπάξαι. ὃς οὔτι μάργων ἱππικῶν φρυαγμάτων βρόμον φοβηθεὶς ἐκ πυλῶν χωρήσεται. ἰὼ πρόμαχ᾽ ἐμῶν δόμων. κεραυνοῦ δέ νιν βέλος ἐπισχέθοι. ἀσπίδος κύκλον λέγω. ὁ σηματουργὸς δ᾽ οὔ τις εὐτελὴς ἄρ᾽ ἦν ὅστις τόδ᾽ ἔργον ὤπασεν πρὸς ἀσπίδι. τοῖσι δὲ δυστυχεῖν.
κεδνὸς Οἴνοπος τόκος. ἀνδρὸς ἐχθαίρουσ᾽ ὕβριν. ταρφὺς ἀντέλλουσα θρίξ. ἦ μὴν λαπάξειν ἄστυ Καδμείων βίᾳ Διός· τόδ᾽ αὐδᾷ μητρὸς ἐξ ὀρεσκόου βλάστημα καλλίπρῳρον. τοιάδε μέντοι προσφίλεια δαιμόνων· πρὸς τῶν κρατούντων δ᾽ ἐσμέν. Χορός πέποιθα <δὴ> τὸν Διὸς ἀντίτυπον ἔχοντ᾽ ἄφιλον ἐν σάκει τοῦ χθονίου δέμας δαίμονος. ἐχθρὸν εἴκασμα βροτοῖς τε καὶ δαροβίοισι θεοῖσιν. Ἐτεοκλής πρῶτον μὲν Ὄγκα Παλλάς. αὐτὸς δ᾽ ἐπηλάλαξεν. τύμβον κατ᾽ αὐτὸν Διογενοῦς Ἀμφίονος· ὄμνυσι δ᾽ αἰχμὴν ἣν ἔχει μᾶλλον θεοῦ σέβειν πεποιθὼς ὀμμάτων θ᾽ ὑπέρτερον. πύλαισι γείτων. Ἑρμῆς δ᾽ εὐλόγως ξυνήγαγεν. τὸν δὲ πέμπτον αὖ λέγω. οὐ μὴν ἀκόμπαστός γ᾽ ἐφίσταται πύλαις· τὸ γὰρ πόλεως ὄνειδος ἐν χαλκηλάτῳ σάκει. Ἄγγελος οὕτως γένοιτο. οὔτι παρθένων ἐπώνυμον. εἰ Ζεύς γε Τυφῶ καρτερώτερος μάχῃ· εἰκὸς δὲ πράξειν ἄνδρας ὧδ᾽ ἀντιστάτας. ἐχθρὸς γὰρ ἁνὴρ ἀνδρὶ τῷ ξυστήσεται. πέμπταισι προσταχθέντα Βορραίαις πύλαις. ἔνθεος δ᾽ Ἄρει βακχᾷ πρὸς ἀλκὴν Θυιὰς ὣς φόβον βλέπων. θέλων ἐξιστορῆσαι μοῖραν ἐν χρείᾳ τύχης. ξυνοίσετον δὲ πολεμίους ἐπ᾽ ἀσπίδων θεούς· ὁ μὲν γὰρ πύρπνοον Τυφῶν᾽ ἔχει. Σφίγγ᾽ ὠμόσιτον προσμεμηχανημένην 500 505 510 515 519 518 520 525 530 535 540 . τοιοῦδε φωτὸς πεῖραν εὖ φυλακτέον· Φόβος γὰρ ἤδη πρὸς πύλαις κομπάζεται. πρόσθε πυλᾶν κεφαλὰν ἰάψειν. εἴρξει νεοσσῶν ὣς δράκοντα δύσχιμον· Ὑπέρβιος δέ. ἀνδρόπαις ἀνήρ· στείχει δ᾽ ἴουλος ἄρτι διὰ παρηίδων. ἥτ᾽ ἀγχίπτολις. διὰ χερὸς βέλος φλέγων· κοὔπω τις εἶδε Ζῆνά που νικώμενον. οὔτ᾽ εἶδος οὔτε θυμὸν οὐδ᾽ ὅπλων σχέσιν μωμητός.προσηδάφισται κοιλογάστορος κύκλου. κυκλωτῷ σώματος προβλήματι. ὁ δ᾽ ὠμόν. ἀνὴρ κατ᾽ ἄνδρα τοῦτον ᾑρέθη. ὥρας φυούσης. Ὑπερβίῳ δὲ Ζεὺς πατὴρ ἐπ᾽ ἀσπίδος σταδαῖος ἧσται. φρόνημα. γοργὸν δ᾽ ὄμμ᾽ ἔχων. Ὑπερβίῳ τε πρὸς λόγον τοῦ σήματος σωτὴρ γένοιτ᾽ ἂν Ζεὺς ἐπ᾽ ἀσπίδος τυχών. προσίσταται. οἱ δ᾽ ἡσσωμένων.
στράτευμ᾽ ἐπακτὸν ἐμβεβληκότα; μητρός τε πηγὴν τίς κατασβέσει δίκη; πατρίς τε γαῖα σῆς ὑπὸ σπουδῆς δορὶ ἁλοῦσα πῶς σοι ξύμμαχος γενήσεται; ἔγωγε μὲν δὴ τήνδε πιανῶ χθόνα. μακρᾶς κελεύθου δ᾽ οὐ καταισχυνεῖν πόρον. 545 550 555 560 565 570 575 580 585 . πόλιν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς πορθεῖν. μεγάλα μεγαληγόρων κλυούσᾳ ἀνοσίων ἀνδρῶν. λέγει δὲ τοῦτ᾽ ἔπος διὰ στόμα· "ἦ τοῖον ἔργον καὶ θεοῖσι προσφιλές. δίς τ᾽ ἐν τελευτῇ τοὔνομ᾽ ἐνδατούμενος. Πολυνείκους βίαν. Ἐρινύος κλητῆρα. εἴθε γὰρ θεοὶ τοῦδ᾽ ὀλέσειαν ἐν γᾷ. μέγιστον Ἄργει τῶν κακῶν διδάσκαλον. ὡς πλεῖστ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ τῷδ᾽ ἰάπτεσθαι βέλη. Ἄργει δ᾽ ἐκτίνων καλὰς τροφάς. Ἀμφιάρεω βίαν· Ὁμολωίσιν δὲ πρὸς πύλαις τεταγμένος κακοῖσι βάζει πολλὰ Τυδέως βίαν· τὸν ἀνδροφόντην. ἀλκήν τ᾽ ἄριστον μάντιν. Ἄγγελος ἕκτον λέγοιμ᾽ ἂν ἄνδρα σωφρονέστατον. θεῶν θελόντων τἂν ἀληθεύσαιμ᾽ ἐγώ. Χορός ἱκνεῖται λόγος διὰ στηθέων. καὶ τὸν σὸν αὖθις προσθροῶν ὁμόσπορον. ὃν λέγεις τὸν Ἀρκάδα. κακῶν τ᾽ Ἀδράστῳ τῶνδε βουλευτήριον. Ἄκτωρ ἀδελφὸς τοῦ πάρος λελεγμένου· ὃς οὐκ ἐάσει γλῶσσαν ἐργμάτων ἄτερ ἔσω πυλῶν ῥέουσαν ἀλδαίνειν κακά. πύργοις ἀπειλεῖ τοῖσδ᾽ ἃ μὴ κραίνοι θεός. οὐδ᾽ εἰσαμεῖψαι θηρὸς ἐχθίστου δάκους εἰκὼ φέροντα πολεμίας ἐπ᾽ ἀσπίδος· ἣ ᾽ξωθεν εἴσω τῷ φέροντι μέμψεται. καλεῖ. ἔστιν δὲ καὶ τῷδ᾽. ἀνὴρ ἄκομπος. Παρθενοπαῖος Ἀρκάς· ὁ δὲ τοιόσδ᾽ ἀνὴρ μέτοικος. καλόν τ᾽ ἀκοῦσαι καὶ λέγειν μεθυστέροις. ἐλθὼν δ᾽ ἔοικεν οὐ καπηλεύσειν μάχην. Ἐτεοκλής εἰ γὰρ τύχοιεν ὧν φρονοῦσι πρὸς θεῶν. λαμπρὸν ἔκκρουστον δέμας. πρόσπολον φόνου. χεὶρ δ᾽ ὁρᾷ τὸ δράσιμον. πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσ᾽ ὑπὸ πτόλιν. αὐτοῖς ἐκείνοις ἀνοσίοις κομπάσμασιν· ἦ τἂν πανώλεις παγκάκως τ᾽ ὀλοίατο. τὸν πόλεως ταράκτορα.γόμφοις ἐνώμα. τριχὸς δ᾽ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται. φέρει δ᾽ ὑφ᾽ αὑτῇ φῶτα Καδμείων ἕνα. ἐξυπτιάζων ὄμμα.
τὸν αὐτοῦ σοῦ κασίγνητον. θεοῦ δὲ δῶρόν ἐστιν εὐτυχεῖν βροτούς. ἐν παντὶ πράγει δ᾽ ἔσθ᾽ ὁμιλίας κακῆς κάκιον οὐδέν. σώφρων δίκαιος ἀγαθὸς εὐσεβὴς ἀνήρ." τοιαῦθ᾽ ὁ μάντις ἀσπίδ᾽ εὐκήλως ἔχων πάγχαλκον ηὔδα· σῆμα δ᾽ οὐκ ἐπῆν κύκλῳ. υἱὸν Οἰκλέους λέγω. ἀνοσίοισι συμμιγεὶς θρασυστόμοισιν ἀνδράσιν βίᾳ φρενῶν. εἰ καρπὸς ἔσται θεσφάτοισι Λοξίου· φιλεῖ δὲ σιγᾶν ἢ λέγειν τὰ καίρια. σάρκα δ᾽ ἡβῶσαν φύει. ὅμως δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ φῶτα. ἐξ ἧς τὰ κεδνὰ βλαστάνει βουλεύματα. Χορός κλύοντες θεοὶ δικαίας λιτὰς ἁμετέρας τελεῖθ᾽. δορίπονα κάκ᾽ ἐκτρέποντες <ἐς> γᾶς ἐπιμόλους· πύργων δ᾽ ἔκτοθεν βαλὼν Ζεύς σφε κάνοι κεραυνῷ. ἐχθρόξενον πυλωρὸν ἀντιτάξομεν. οὐ γὰρ δοκεῖν ἄριστος. ἀλλ᾽ οἶδεν ὥς σφε χρὴ τελευτῆσαι μάχῃ. Λασθένους βίαν. οὕτως δ᾽ ὁ μάντις. μέγας προφήτης. πόλει οἵας ἀρᾶται καὶ κατεύχεται τύχας· 590 595 600 605 610 615 620 625 630 . ἢ ξὺν πολίταις ἀνδράσιν δίκαιος ὢν ἐχθροξένοις τε καὶ θεῶν ἀμνήμοσιν. τούτῳ σοφούς τε κἀγαθοὺς ἀντηρέτας πέμπειν ἐπαινῶ. ἀλλ᾽ εἶναι θέλει. ἢ γὰρ ξυνεισβὰς πλοῖον εὐσεβὴς ἀνὴρ ναύταισι θερμοῖς καὶ πανουργίᾳ τινὶ ὄλωλεν ἀνδρῶν σὺν θεοπτύστῳ γένει. Ἄγγελος τὸν ἕβδομον δὴ τόνδ᾽ ἐφ᾽ ἑβδόμαις πύλαις λέξω. τείνουσι πομπὴν τὴν μακρὰν πάλιν μολεῖν. καρπὸς οὐ κομιστέος· ἄτης ἄρουρα θάνατον ἐκκαρπίζεται. πληγεὶς θεοῦ μάστιγι παγκοίνῳ ᾽δάμη. Διὸς θέλοντος ξυγκαθελκυσθήσεται. χεῖρα δ᾽ οὐ βραδύνεται παρ᾽ ἀσπίδος γυμνωθὲν ἁρπάσαι δόρυ. δοκῶ μὲν οὖν σφε μηδὲ προσβαλεῖν πύλαις οὐχ ὡς ἄθυμος οὐδὲ λήματος κάκῇ.μάντις κεκευθὼς πολεμίας ὑπὸ χθονός. γέροντα τὸν νοῦν. ὡς πόλις εὐτυχῇ. βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος. ποδῶκες ὄμμα. μαχώμεθ᾽. δεινὸς ὃς θεοὺς σέβει. Ἐτεοκλής φεῦ τοῦ ξυναλλάσσοντος ὄρνιθος βροτοῖς δίκαιον ἄνδρα τοῖσι δυσσεβεστέροις. οὐκ ἄτιμον ἐλπίζω μόρον. ταὐτοῦ κυρήσας ἐκδίκως ἀγρεύματος.
" τοιαῦτ᾽ ἐκείνων ἐστὶ τἀξευρήματα. Δίκη δ᾽ ἄρ᾽ εἶναί φησιν. τούτοις πεποιθὼς εἶμι καὶ ξυστήσομαι αὐτός· τίς ἄλλος μᾶλλον ἐνδικώτερος; ἄρχοντί τ᾽ ἄρχων καὶ κασιγνήτῳ κάσις. φέρ᾽ ὡς τάχος κνημῖδας. χρυσήλατον γὰρ ἄνδρα τευχηστὴν ἰδεῖν ἄγει γυνή τις σωφρόνως ἡγουμένη. Ἐτεοκλής ὦ θεομανές τε καὶ θεῶν μέγα στύγος. εἰ δ᾽ ἡ Διὸς παῖς παρθένος Δίκη παρῆν ἔργοις ἐκείνου καὶ φρεσίν. Οἰδίπου τέκος. οὔτ᾽ ἐν τροφαῖσιν. ἀλλ᾽ οὔτε κλαίειν οὔτ᾽ ὀδύρεσθαι πρέπει. γένῃ ὀργὴν ὁμοῖος τῷ κάκιστ᾽ αὐδωμένῳ· ἀλλ᾽ ἄνδρας Ἀργείοισι Καδμείους ἅλις ἐς χεῖρας ἐλθεῖν· αἷμα γὰρ καθάρσιον. σὺ δ᾽ αὐτὸς γνῶθι ναυκληρεῖν πόλιν. Δίκη προσεῖδε καὶ κατηξιώσατο· οὐδ᾽ ἐν πατρῴας μὴν χθονὸς κακουχίᾳ οἶμαί νιν αὐτῷ νῦν παραστατεῖν πέλας. αἰχμῆς καὶ πέτρων προβλήματα. ἐχθρὸς σὺν ἐχθρῷ στήσομαι. ὡς τὰ γράμματα λέγει "κατάξω δ᾽ ἄνδρα τόνδε καὶ πόλιν ἕξει πατρῴων δωμάτων τ᾽ ἐπιστροφάς. ἐπωνύμῳ δὲ κάρτα. [σὺ δ᾽ αὐτὸς ἤδη γνῶθι τίνα πέμπειν δοκεῖ·] ὡς οὔποτ᾽ ἀνδρὶ τῷδε κηρυκευμάτων μέμψῃ. εἴ νιν κατάξει χρυσότευκτα γράμματα ἐπ᾽ ἀσπίδος φλύοντα σὺν φοίτῳ φρενῶν. Πολυνείκει λέγω. Χορός μή. τάχ᾽ ἂν τόδ᾽ ἦν· ἀλλ᾽ οὔτε νιν φυγόντα μητρόθεν σκότον. φίλτατ᾽ ἀνδρῶν. πατρὸς δὴ νῦν ἀραὶ τελεσφόροι. οὔτ᾽ ἐφηβήσαντά πω. τοιαῦτ᾽ ἀυτεῖ καὶ θεοὺς γενεθλίους καλεῖ πατρῴας γῆς ἐποπτῆρας λιτῶν τῶν ὧν γενέσθαι πάγχυ Πολυνείκους βία. 635 640 645 650 655 660 665 670 675 680 . τάχ᾽ εἰσόμεσθα τοὐπίσημ᾽ ὅποι τελεῖ. ἦ δῆτ᾽ ἂν εἴη πανδίκως ψευδώνυμος Δίκη. ἢ ζῶντ᾽ ἀτιμαστῆρα τὼς ἀνδρηλάτην φυγῇ τὸν αὐτὸν τόνδε τείσασθαι τρόπον. σοὶ ξυμφέρεσθαι καὶ κτανὼν θανεῖν πέλας. ὦ πανδάκρυτον ἁμὸν Οἰδίπου γένος· ὤμοι. ἔχει δὲ καινοπηγὲς εὔκυκλον σάκος διπλοῦν τε σῆμα προσμεμηχανημένον. οὔτ᾽ ἐν γενείου ξυλλογῇ τριχώματος. ἁλώσιμον παιᾶν᾽ ἐπεξιακχάσας. μὴ καὶ τεκνωθῇ δυσφορώτερος γόος. ξυνοῦσα φωτὶ παντόλμῳ φρένας.πύργοις ἐπεμβὰς κἀπικηρυχθεὶς χθονί.
Ἐτεοκλής φίλου γὰρ ἐχθρά μοι πατρὸς τάλαιν᾽ ἀρὰ ξηροῖς ἀκλαύτοις ὄμμασιν προσιζάνει. Ἐτεοκλής εἴπερ κακὸν φέροι τις. Χορός ὠμοδακής σ᾽ ἄγαν ἵμερος ἐξοτρύνει πικρόκαρπον ἀνδροκτασίαν τελεῖν αἵματος οὐ θεμιστοῦ. Χορός μὴ ᾽λθῃς ὁδοὺς σὺ τάσδ᾽ ἐφ᾽ ἑβδόμαις πύλαις. καίπερ οὐ στέργων ὅμως. ὅταν ἐκ χερῶν θεοὶ θυσίαν δέχωνται; Ἐτεοκλής θεοῖς μὲν ἤδη πως παρημελήμεθα. αἰσχύνης ἄτερ ἔστω· μόνον γὰρ κέρδος ἐν τεθνηκόσι· κακῶν δὲ κᾀσχρῶν οὔτιν᾽ εὐκλείαν ἐρεῖς. Χορός πιθοῦ γυναιξί. οὐκ ἔστι γῆρας τοῦδε τοῦ μιάσματος.ἀνδροῖν δ᾽ ὁμαίμοιν θάνατος ὧδ᾽ αὐτοκτόνος. χάρις δ᾽ ἀφ᾽ ἡμῶν ὀλομένων θαυμάζεται· τί οὖν ἔτ᾽ ἂν σαίνοιμεν ὀλέθριον μόρον; Χορός νῦν ὅτε σοι παρέστακεν· ἐπεὶ δαίμων λήματος ἐν τροπαίᾳ χρονίᾳ μεταλλακτὸς ἴσως ἂν ἔλθοι θελεμωτέρῳ πνεύματι· νῦν δ᾽ ἔτι ζεῖ. Χορός τί μέμονας. Ἐτεοκλής τεθηγμένον τοί μ᾽ οὐκ ἀπαμβλυνεῖς λόγῳ. λέγουσα κέρδος πρότερον ὑστέρου μόρου. Ἐτεοκλής ἐπεὶ τὸ πρᾶγμα κάρτ᾽ ἐπισπέρχει θεός. πατρῴων χρημάτων δατήριοι. Ἐτεοκλής λέγοιτ᾽ ἂν ὧν ἄνη τις· οὐδὲ χρὴ μακράν. τέκνον; μή τί σε θυμοπληθὴς δορίμαργος ἄτα φερέτω· κακοῦ δ᾽ ἔκβαλ᾽ ἔρωτος ἀρχάν. Χορός ἀλλὰ σὺ μὴ ᾽ποτρύνου· κακὸς οὐ κεκλήσῃ βίον εὖ κυρήσας· μελάναιγις [δ᾽·] οὐκ εἶσι δόμων Ἐρινύς. Χορός 685 690 695 700 705 710 715 . Ἐτεοκλής ἐξέζεσεν γὰρ Οἰδίπου κατεύγματα· ἄγαν δ᾽ ἀληθεῖς ἐνυπνίων φαντασμάτων ὄψεις. ἴτω κατ᾽ οὖρον κῦμα Κωκυτοῦ λαχὸν Φοίβῳ στυγηθὲν πᾶν τὸ Λαΐου γένος.
ὅστε ματρὸς ἁγνὰν σπείρας ἄρουραν. χθόνα ναίειν διαπήλας. ὃ καὶ περὶ πρύμ- 720 725 730 735 740 745 750 755 760 . οὐ θεοῖς ὁμοίαν. ἄλλο δ᾽ ἀείρει τρίχαλον. ὁπόσαν καὶ φθιμένοισιν κατέχειν. Ἐτεοκλής οὐκ ἄνδρ᾽ ὁπλίτην τοῦτο χρὴ στέργειν ἔπος. ξένος δὲ κλήρους ἐπινωμᾷ. πατροκτόνον Οἰδιπόδαν. Χορός πέφρικα τὰν ὠλεσίοικον θεόν. τίς ἂν καθαρμοὺς πόροι. ῥίζαν αἱματόεσσαν ἔτλα· παράνοια συνᾶγε νυμφίους φρενώλεις. Χάλυβος Σκυθᾶν ἄποικος. κτεάνων χρηματοδαίτας πικρός. κακῶν δ᾽ ὥσπερ θάλασσα κῦμ᾽ ἄγει· τὸ μὲν πίτνον.νίκην γε μέντοι καὶ κακὴν τιμᾷ θεός. ἐπεὶ δ᾽ ἂν αὐτοκτόνως αὐτοδάικτοι θάνωσι. ὠμόφρων σίδαρος. κρατηθεὶς δ᾽ ἐκ φίλων ἀβουλιᾶν ἐγείνατο μὲν μόρον αὑτῷ. παναλαθῆ κακόμαντιν πατρὸς εὐκταίαν Ἐρινὺν τελέσαι τὰς περιθύμους κατάρας Οἰδιπόδα βλαψίφρονος· παιδολέτωρ δ᾽ ἔρις ἅδ᾽ ὀτρύνει. ἵν᾽ ἐτράφη. τίς ἄν σφε λούσειεν; ὦ πόνοι δόμων νέοι παλαιοῖσι συμμιγεῖς κακοῖς. παλαιγενῆ γὰρ λέγω παρβασίαν ὠκύποινον· αἰῶνα δ᾽ ἐς τρίτον μένει· Ἀπόλλωνος εὖτε Λάιος βίᾳ. καὶ γαΐα κόνις πίῃ μελαμπαγὲς αἷμα φοίνιον. τῶν μεγάλων πεδίων ἀμοίρους. Χορός ἀλλ᾽ αὐτάδελφον αἷμα δρέψασθαι θέλεις; Ἐτεοκλής θεῶν διδόντων οὐκ ἂν ἐκφύγοις κακά. τρὶς εἰπόντος ἐν μεσομφάλοις Πυθικοῖς χρηστηρίοις θνᾴσκοντα γέννας ἄτερ σῴζειν πόλιν.
καί σφε σιδαρονόμῳ διὰ χερί ποτε λαχεῖν κτήματα· νῦν δὲ τρέω μὴ τελέσῃ καμψίπους Ἐρινύς. Οἰδίπου γένει κραίνων παλαιὰς Λαΐου δυσβουλίας. 765 770 775 780 785 790 795 800 805 . πικρογλώσσους ἀράς. δέδοικα δὲ σὺν βασιλεῦσι μὴ πόλις δαμασθῇ. Χορός τί δ᾽ ἔστι πρᾶγμα νεόκοτον πόλει πλέον; Ἄγγελος πόλις σέσωσται· βασιλέες δ᾽ ὁμόσποροι-Χορός τίνες; τί δ᾽ εἶπας; παραφρονῶ φόβῳ λόγου.ναν πόλεως καχλάζει. τίν᾽ ἀνδρῶν γὰρ τοσόνδ᾽ ἐθαύμασαν θεοὶ καὶ ξυνέστιοι πόλεος ὁ πολύβατός τ᾽ ἀγὼν βροτῶν. καὶ πύλας φερεγγύοις ἐφραξάμεσθα μονομάχοισι προστάταις· καλῶς ἔχει τὰ πλεῖστ᾽. πόλις πέφευγεν ἥδε δούλιον ζυγόν· πέπτωκεν ἀνδρῶν ὀβρίμων κομπάσματα· πόλις δ᾽ ἐν εὐδίᾳ τε καὶ κλυδωνίου πολλαῖσι πληγαῖς ἄντλον οὐκ ἐδέξατο. πύργος ἐν εὔρει. Ἄγγελος θαρσεῖτε. μεταξὺ δ᾽ ἀλκὰ δι᾽ ὀλίγου τείνει. τελειᾶν γὰρ παλαιφάτων ἀρᾶν βαρεῖαι καταλλαγαί· τὰ δ᾽ ὀλοὰ πελόμεν᾽ οὐ παρέρχεται. τὰν ἁρπαξάνδραν κῆρ᾽ ἀφελόντα χώρας; ἐπεὶ δ᾽ ἀρτίφρων ἐγένετο μέλεος ἀθλίων γάμων. πρόπρυμνα δ᾽ ἐκβολὰν φέρει ἀνδρῶν ἀλφηστᾶν ὄλβος ἄγαν παχυνθείς. ἐν ἓξ πυλώμασι· τὰς δ᾽ ἑβδόμας ὁ σεμνὸς ἑβδομαγέτης ἄναξ Ἀπόλλων εἵλετ᾽. ἐπ᾽ ἄλγει δυσφορῶν μαινομένᾳ κραδίᾳ δίδυμα κάκ᾽ ἐτέλεσεν· πατροφόνῳ χερὶ τῶν κρεισσοτέκνων ὀμμάτων ἐπλάγχθη· τέκνοις δ᾽ ἀγρίας ἐφῆκεν ἐπικότους τροφᾶς. ὅσον τότ᾽ Οἰδίπουν τίον. αἰαῖ. παῖδες μητέρων τεθραμμέναι. στέγει δὲ πύργος.
οἱ δ᾽ ἐπιστάται. ὦ μέλαινα καὶ τελεία γένεος Οἰδίπου τ᾽ ἀρά. Ἄγγελος οὐδ᾽ ἀμφιλέκτως μὴν κατεσποδημένοι-Χορός ἐκεῖθι κεῖσθον ; βαρέα δ᾽ οὖν ὅμως φράσον. δισσὼ στρατηγώ. οἳ δὴ Κάδμου πύργους τούσδε ῥύεσθε. Χορός οὕτως ἀδελφαῖς χερσὶν ἠναίρονθ᾽ ἅμα ; οὕτως ὁ δαίμων κοινὸς ἦν ἀμφοῖν ἄγαν. πότερον χαίρω κἀπολολύξω πόλεως ἀσινεῖ < > σωτῆρι . προῦπτος ἀγγέλου λόγος· 810 815 820 825 830 832b 833b 835 840 845 . αὐτὸς δ᾽ ἀναλοῖ δῆτα δύσποτμον γένος. ἐξέπραξεν. ἢ τοὺς μογεροὺς καὶ δυσδαίμονας ἀτέκνους κλαύσω πολεμάρχους; οἳ δῆτ᾽ ὀρθῶς κατ᾽ ἐπωνυμίαν καὶ πολυνεικεῖς ὤλοντ᾽ ἀσεβεῖ διανοίᾳ. μάντις εἰμὶ τῶν κακῶν. Ἄγγελος ἅνδρες τεθνᾶσιν ἐκ χερῶν αὐτοκτόνων.] ὦ μεγάλε Ζεῦ καὶ πολιοῦχοι δαίμονες. ἰὼ πολύστονοι.Ἄγγελος φρονοῦσα νῦν ἄκουσον· Οἰδίπου τόκοι -Χορός οἲ ᾽γὼ τάλαινα. τόδ᾽ ἠργάσασθ᾽ ἄπιστον· ἦλθε δ᾽ αἰακτὰ πήματ᾽ οὐ λόγῳ. ἔτευξα τύμβῳ μέλος Θυιὰς αἱματοσταγεῖς νεκροὺς κλύουσα δυσμόρως θανόντας· ἦ δύσορνις ἅδε ξυναυλία δορός. πατρὸς κατ᾽ εὐχὰς δυσπότμως φορούμενοι. οὐδ᾽ ἀπεῖπεν πατρόθεν εὐκταία φάτις· βουλαὶ δ᾽ ἄπιστοι Λαΐου διήρκεσαν. μέριμνα δ᾽ ἀμφὶ πτόλιν· θέσφατ᾽ οὐκ ἀμβλύνεται.. κακόν με καρδίαν τι περιπίτνει κρύος. [πόλις σέσωσται· βασιλέοιν δ᾽ ὁμοσπόροιν πέπωκεν αἷμά γαῖ᾽ ὑπ᾽ ἀλλήλων φόνῳ. τάδ᾽ αὐτόδηλα. . διέλαχον σφυρηλάτῳ Σκύθῃ σιδήρῳ κτημάτων παμπησίαν. τοιαῦτα χαίρειν καὶ δακρύεσθαι πάρα· πόλιν μὲν εὖ πράσσουσαν. ἕξουσι δ᾽ ἣν λάβωσιν ἐν ταφῇ χθονός.
στένομαι. δόμους πατρῴους ἑλόντες μέλεοι σὺν αἰχμᾷ. τετυμμένοι δῆθ᾽. αἰαῖ δ᾽ ἀντιφόνων θανάτων ἀραί. δίμοιρα τέλεια τάδε πάθη. ὁμοσπλάγχνων τε πλευρωμάτων * αἰαῖ δαιμόνιοι. κατ᾽ οὖρον ἐρέσσετ᾽ ἀμφὶ κρατὶ πόμπιμον χεροῖν πίτυλον. ὦ φίλαι. ἀλλὰ γὰρ ἥκουσ᾽ αἵδ᾽ ἐπὶ πρᾶγος πικρὸν Ἀντιγόνη τ᾽ ἠδ᾽ Ἰσμήνη. μέλεοι δῆθ᾽ οἳ μελέους θανάτους εὕροντο δόμων ἐπὶ λύμῃ. ἤδη διήλλαχθε σὺν σιδάρῳ.διπλαῖ μέριμναι. θρῆνον ἀδελφοῖν· οὐκ ἀμφιβόλως οἶμαί σφ᾽ ἐρατῶν ἐκ βαθυκόλπων στηθέων ἥσειν ἄλγος ἐπάξιον. ἰώ. διήκει δὲ καὶ πόλιν στόνος. τὰν ἀνάλιον πάνδοκον εἰς ἀφανῆ τε χέρσον. τὰν ἀστιβῆ Ἀπόλλωνι. [ἐννέπω] ἀναυδάτῳ μένει ἀραίῳ τ᾽ ἐκ πατρὸς <οὐ> διχόφρονι πότμῳ. <> διδυμάνορα κάκ᾽ αὐτοφόνα. ἡμᾶς δὲ δίκη πρότερον φήμης τὸν δυσκέλαδόν θ᾽ ὕμνον Ἐρινύος ἰαχεῖν Ἀίδα τ᾽ ἐχθρὸν παιᾶν᾽ ἐπιμέλπειν. τί φῶ; τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ πόνοι πόνων δόμων ἐφέστιοι; ἀλλὰ γόων. 850 855 860 865 870 875 880 885 890 892 895 900 . φίλων ἄπιστοι καὶ κακῶν ἀτρύμονες. κλαίω. διανταίαν λέγεις [πλαγὰν] δόμοισι καὶ σώμασιν πεπλαγμένους. δυσαδελφόταται πασῶν ὁπόσαι στρόφον ἐσθῆσιν περιβάλλονται. ὃς αἰὲν δι᾽ Ἀχέροντ᾽ ἀμείβεται τὰν ἄστολον μελάγκροκον [ναύστολον] θεωρίδα. ἰὼ ἰὼ δύσφρονες. ἰὼ ἰὼ δωμάτων ἐρειψίτοιχοι καὶ πικρὰς μοναρχίας ἰδόντες. καὶ δόλος οὐδεὶς μὴ ᾽κ φρενὸς ὀρθῶς με λιγαίνειν. δι᾽ εὐωνύμων τετυμμένοι. κάρτα δ᾽ ἀληθῆ πατρὸς Οἰδιπόδα πότνι᾽ Ἐρινὺς ἐπέκρανεν.
δαϊόφρων [δ᾽·]. ἔχουσι μοῖραν λαχόντες οἱ μέλεοι διοδότων ἀχθέων· ὑπὸ δὲ σώματι γᾶς πλοῦτος ἄβυσσος ἔσται. σιδαρόπλακτοι μὲν ὧδ᾽ ἔχουσιν. ξένων τε πάντων στίχας πολυφθόρους ἐν δαΐ. ἐμοιράσαντο δ᾽ ὀξυκάρδιοι κτήμαθ᾽. οἱ δ᾽ ὧδ᾽ ἐτελεύτασαν ὑπ᾽ ἀλλαλοφόνοις χερσὶν ὁμοσπόροισιν. σιδαρόπλακτοι δὲ τοὺς μένουσι. δυσδαίμων σφιν ἁ τεκοῦσα πρὸ πασᾶν γυναικῶν ὁπόσαι τεκνογόνοι κέκληνται. ὥστ᾽ ἴσον λαχεῖν. νείκεος ἐν τελευτᾷ. δι᾽ ὧν νεῖκος ἔβα [καὶ] θανάτου τέλος. ἃ κλαιομένας μου μινύθει τοῖνδε δυοῖν ἀνάκτοιν. παῖδα τὸν αὑτᾶς πόσιν αὑτᾷ θεμένα τούσδ᾽ ἔτεχ᾽. στένει πέδον φίλανδρον· μένει κτέανα δ᾽ ἐπιγόνοις. τίνες; τάφων πατρῴων λαχαί. 905 910 915 920 925 930 935 940 945 . διατομαῖς οὐ φίλοις. τάχ᾽ ἄν τις εἴποι. ἐν δὲ γαίᾳ ζόα φονορύτῳ μέμεικται· κάρτα δ᾽ εἴσ᾽ ὅμαιμοι. πικρὸς λυτὴρ νεικέων ὁ πόντιος ξεῖνος ἐκ πυρὸς συθεὶς θακτὸς σίδαρος· πικρὸς δὲ χρημάτων κακὸς δατητὰς Ἄρης ἀρὰν πατρῴαν τιθεὶς ἀλαθῆ. ὅδ᾽ ἁμῶν μάλ᾽ ἀχέτας τοὺς προπέμπει δαϊκτὴρ γόος αὐτόστονος. ὁμόσποροι δῆτα καὶ πανώλεθροι. αὐτοπήμων. ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός.στένουσι πύργοι. οὐδ᾽ ἐπίχαρις Ἄρης. οὐ φιλογαθής. ἔριδι μαινομένᾳ. πάρεστι δ᾽ εἰπεῖν ἐπ᾽ ἀθλίοισιν ὡς ἐρξάτην πολλὰ μὲν πολίτας. δι᾽ ὧν αἰνομόροις. διαλλακτῆρι δ᾽ οὐκ ἀμεμφεία φίλοις. πέπαυται δ᾽ ἔχθος.
Ἀντιγόνη ἰὼ ἰὼ πάνδυρτε σύ. Ἰσμήνη ἴτω δάκρυ. καὶ δυοῖν κρατήσας ἔληξε δαίμων. Ἰσμήνη μελεοπαθής. τετραμμένου παντρόπῳ φυγᾷ γένους. Ἰσμήνη ἐντὸς δὲ καρδία στένει. Ἰσμήνη σὺ δ᾽ ἔθανες κατακτανών. Ἀντιγόνη διπλᾶ λέγειν-Ἰσμήνη διπλᾶ δ᾽ ὁρᾶν-Ἀντιγόνη 950 955 960 965 970 .ἰὼ πολλοῖς ἐπανθίσαντες πόνοισι γενεάν· τελευταῖαι δ᾽ ἐπηλάλαξαν Ἀραὶ τὸν ὀξὺν νόμον. ἕστακε δ᾽ Ἄτας τροπαῖον ἐν πύλαις. Ἀντιγόνη παισθεὶς ἔπαισας. Ἰσμήνη καὶ φίλον ἔκτανες. Ἀντιγόνη ἠέ. Ἀντιγόνη μαίνεται γόοισι φρήν. Ἀντιγόνη πρόκεισαι -Ἰσμήνη κατακτάς. Ἀντιγόνη ἴτω γόος. Ἀντιγόνη δορὶ δ᾽ ἔκανες-Ἰσμήνη δορὶ δ᾽ ἔθανες-Ἀντιγόνη μελεοπόνος. Ἰσμήνη ἠέ. Ἀντιγόνη πρὸς φίλου [γ᾽·] ἔφθισο. Ἰσμήνη σὺ δ᾽ αὖτε καὶ πανάθλιε. ἐν αἷς ἐθείνοντο.
μέλαιν᾽ Ἐρινύς. Ἰσμήνη δίυγρα τριπάλτων πημάτων.ἄχθεα τῶνδε τάδ᾽ ἐγγύθεν. μέλαιν᾽ Ἐρινύς. Ἀντιγόνη τάλαν γένος. Ἀντιγόνη δύστονα κήδε᾽ ὁμαίμονα. Ἰσμήνη τάλαν πάθος. Ἀντιγόνη σὺ τοί νιν οἶσθα διαπερῶν-Ἰσμήνη σὺ δ᾽ οὐδὲν ὕστερος μαθών-Ἀντιγόνη ἐπεὶ κατῆλθες ἐς πόλιν. Ἀντιγόνη ἰὼ πόνος-- 975 980 985 990 995 1000 . Χορός ἰὼ Μοῖρα βαρυδότειρα μογερά. Ἀντιγόνη ἠέ. ἦ μεγασθενής τις εἶ. Ἰσμήνη ὀλοὰ δ᾽ ὁρᾶν. Ἀντιγόνη ὀλοὰ λέγειν. ἦ μεγασθενής τις εἶ. Χορός ἰὼ Μοῖρα βαρυδότειρα μογερά. πότνιά τ᾽ Οἰδίπου σκιά. Ἰσμήνη καὶ τὸν ἐνόσφισεν. πότνιά τ᾽ Οἰδίπου σκιά. Ἰσμήνη δορός γε τῷδ᾽ ἀντηρέτας. Ἀντιγόνη δυσθέατα πήματα -Ἰσμήνη ἔδειξεν ἐκ φυγᾶς ἐμοί. Ἰσμήνη σωθεὶς δὲ πνεῦμ᾽ ἀπώλεσεν. Ἰσμήνη ἠέ. Ἀντιγόνη ὤλεσε δῆτ᾽ <ἄγαν>. Ἀντιγόνη οὐδ᾽ ἵκεθ᾽ ὡς κατέκτανεν. Ἰσμήνη πέλας ἀδελφέ᾽ ἀδελφεῶν.
Κῆρυξ δοκοῦντα καὶ δόξαντ᾽ ἀπαγγέλλειν με χρὴ δήμου προβούλοις τῆσδε Καδμείας πόλεως· Ἐτεοκλέα μὲν τόνδ᾽ ἐπ᾽ εὐνοίᾳ χθονὸς θάπτειν ἔδοξε γῆς φίλαις κατασκαφαῖς· στυγῶν γὰρ ἐχθροὺς θάνατον εἵλετ᾽ ἐν πόλει ἱερῶν πατρῴων δ᾽ ὅσιος ὢν μομφῆς ἄτερ τέθνηκεν οὗπερ τοῖς νέοις θνῄσκειν καλόν. Ἰσμήνη πρὸ πάντων δ᾽ ἐμοί. πῆμα πατρὶ πάρευνον. ποῦ σφε θήσομεν χθονός; Ἰσμήνη ἰώ. Ἀντιγόνη ἰὼ ἰώ. ἐγώ σφε θάψω κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ θάψασ᾽ ἀδελφὸν τὸν ἐμόν.Ἰσμήνη ἰὼ κακά-Ἀντιγόνη δώμασι καὶ χθονί. οὕτω μὲν ἀμφὶ τοῦδ᾽ ἐπέσταλται λέγειν· τούτου δ᾽ ἀδελφὸν τόνδε Πολυνείκους νεκρὸν ἔξω βαλεῖν ἄθαπτον. ὅπου <᾽στι> τιμιώτατον. τοιαῦτ᾽ ἔδοξε τῷδε Καδμείων τέλει. οὕτω πετηνῶν τόνδ᾽ ὑπ᾽ οἰωνῶν δοκεῖ ταφέντ᾽ ἀτίμως τοὐπιτίμιον λαβεῖν. καὶ μήθ᾽ ὁμαρτεῖν τυμβοχόα χειρώματα μήτ᾽ ὀξυμόλποις προσσέβειν οἰμώγμασιν. ἄγος δὲ καὶ θανὼν κεκτήσεται θεῶν πατρῴων. ἁρπαγὴν κυσίν. δεινὸν τὸ κοινὸν σπλάγχνον. ἄτιμον εἶναι δ᾽ ἐκφορᾶς φίλων ὕπο. ἄναξ. 1005 1010 1015 1020 1025 1030 1035 . Ἰσμήνη ἰὼ ἰὼ δαιμονῶντες ἄτᾳ. οὐδ᾽ αἰσχύνομαι ἔχουσ᾽ ἄπιστον τήνδ᾽ ἀναρχίαν πόλει. Ἰσμήνη ἰὼ ἰὼ δυστόνων κακῶν. ὡς ὄντ᾽ ἀναστατῆρα Καδμείων χθονός. Ἀντιγόνη ἰὼ πάντων πολυστονώτατοι. Ἀντιγόνη ἰὼ ἰώ. Ἀντιγόνη καὶ τὸ πρόσω γ᾽ ἐμοί. εἰ μὴ θεῶν τις ἐμποδὼν ἔστη δορὶ τῷ τοῦδ᾽·. οὗ πεφύκαμεν. οὓς ἀτιμάσας ὅδε στράτευμ᾽ ἐπακτὸν ἐμβαλὼν ᾕρει πόλιν. Ἀντιγόνη ἐγὼ δὲ Καδμείων γε προστάταις λέγω· ἢν μή τις ἄλλος τόνδε συνθάπτειν θέλῃ.
κόλπῳ φέρουσα βυσσίνου πεπλώματος. πρίν γε χώραν τήνδε κινδύνῳ βαλεῖν. τῷδε μηχανήσομαι. Ἀντιγόνη τράχυν᾽· ἄθαπτος δ᾽ οὗτος οὐ γενήσεται. αἵτ᾽ Οἰδιπόδα γένος ὠλέσατε πρυμνόθεν οὕτως. τοιγὰρ θέλουσ᾽ ἄκοντι κοινώνει κακῶν ψυχή. Χορός φεῦ φεῦ. Κῆρυξ τραχύς γε μέντοι δῆμος ἐκφυγὼν κακά. Κῆρυξ ἀλλ᾽ ὃν πόλις στυγεῖ. ὦ μεγάλαυχοι καὶ φθερσιγενεῖς Κῆρες Ἐρινύες. Ἀντιγόνη αὐδῶ σὲ μὴ περισσὰ κηρύσσειν ἐμοί. ἐγὼ δὲ θάψω τόνδε· μὴ μακρηγόρει. Κῆρυξ αὐδῶ πόλιν σε μὴ βιάζεσθαι τάδε. ἀπεννέπω δ᾽ ἐγώ. Ἀντιγόνη παθὼν κακῶς κακοῖσιν ἀντημείβετο. Κῆρυξ ἀλλ᾽ εἰς ἅπαντας ἀνθ᾽ ἑνὸς τόδ᾽ ἔργον ἦν. τάφον γὰρ αὐτῷ καὶ κατασκαφὰς ἐγώ. θανόντι ζῶσα συγγόνῳ φρενί. καὐτὴ καλύψω.μητρὸς ταλαίνης κἀπὸ δυστήνου πατρός. τούτου δὲ σάρκας οὐδὲ κοιλογάστορες λύκοι σπάσονται· μὴ δοκησάτω τινί. γυνή περ οὖσα. Ἀντιγόνη ἔρις περαίνει μῦθον ὑστάτη θεῶν.; Ἀντιγόνη ἤδη τὰ τοῦδε διατετίμηται θεοῖς. τί πάθω; τί δὲ δρῶ ; τί δὲ μήσωμαι; πῶς τολμήσω μήτε σὲ κλαίειν μήτε προπέμπειν ἐπὶ τύμβον · ἀλλὰ φοβοῦμαι κἀποτρέπομαι δεῖμα πολιτῶν. σύ γε μὴν πολλῶν πενθητήρων τεύξει· κεῖνος δ᾽ ὁ τάλας ἄγοος μονόκλαυτον ἔχων θρῆνον ἀδελφῆς εἶσιν· τίς ἂν οὖν τὰ πίθοιτο ; Ἡμιχόριον Α δράτω <τι> πόλις καὶ μὴ δράτω 1040 1045 1050 1055 1060 1065 1070 . σὺ τιμήσεις τάφῳ. μηδέ τῳ δόξῃ πάλιν· θάρσει. παρέσται μηχανὴ δραστήριος. Κῆρυξ ἀλλ᾽ αὐτόβουλος ἴσθ᾽. Κῆρυξ οὔ.
Ἡμιχόριον Β ἡμεῖς δ᾽ ἅμα τῷδ᾽. ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα 10 στέργειν. .-1092 ΕΞΟΔΟΣ 907-1093 Κράτος Χθονὸς μὲν ἐς τηλουρὸν ἥκομεν πέδον. μετὰ γὰρ μάκαρας καὶ Διὸς ἰσχὺν ὅδε Καδμείων ἤρυξε πόλιν μὴ ᾽νατραπῆναι μηδ᾽ ἀλλοδαπῷ κύματι φωτῶν κατακλυσθῆναι τὰ μάλιστα. ἄβατον εἰς ἐρημίαν. ἡμεῖς μὲν ἴμεν καὶ συνθάψομεν αἵδε προπομποί. ὥσπερ τε πόλις καὶ τὸ δίκαιον ξυνεπαινεῖ. θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν. τόνδε πρὸς πέτραις ὑψηλοκρήμνοις τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι 5 ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀρρήκτοις πέδαις. παντέχνου πυρὸς σέλας. τοιᾶσδέ τοι ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην. Προμηθέας Δεσμώτης Αἰσχύλου Προμηθεὺς Δεσμώτης ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1-127 ΠΑΡΟΔΟΣ 128-195 ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 196-398 ΠΡΩΤΟ ΣΤΆΣΙΜΟ 399-435 ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 436-525 ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΆΣΙΜΟ 526-560 ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 561-. ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ . 1075 1080 Αισχύλος. φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου. σοὶ δὲ χρὴ μέλειν ἐπιστολὰς ἅς σοι πατὴρ ἐφεῖτο. τὸ σὸν γὰρ ἄνθος. καὶ γὰρ γενεᾷ κοινὸν τόδ᾽ ἄχος.τοὺς κλαίοντας Πολυνείκη. Σκύθην ἐς οἷμον. Ἥφαιστε. καὶ πόλις ἄλλως ἄλλοτ᾽ ἐπαινεῖ τὰ δίκαια.
. Ἥφαιστος τὸ συγγενές τοι δεινὸν ἥ θ᾽ ὁμιλία. τῆς ὀρθοβούλου Θέμιδος αἰπυμῆτα παῖ. ἀσμένῳ δέ σοι ἡ ποικιλείμων νὺξ ἀποκρύψει φάος. Κράτος σύμφημ᾽· ἀνηκουστεῖν δὲ τῶν πατρὸς λόγων 40 οἷόν τε πῶς. πάχνην θ᾽ ἑῴαν ἥλιος σκεδᾷ πάλιν· 25 ἀεὶ δὲ τοῦ παρόντος ἀχθηδὼν κακοῦ τρύσει σ᾽· ὁ λωφήσων γὰρ οὐ πέφυκέ πω. τί μέλλεις καὶ κατοικτίζῃ μάτην. οὐ κάμπτων γόνυ· πολλοὺς δ᾽ ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς φθέγξῃ· Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες. θεὸς θεῶν γὰρ οὐχ ὑποπτήσσων χόλον βροτοῖσι τιμὰς ὤπασας πέρα δίκης. σφῷν μὲν ἐντολὴ Διὸς ἔχει τέλος δὴ κοὐδὲν ἐμποδὼν ἔτι· ἐγὼ δ᾽ ἄτολμός εἰμι συγγενῆ θεὸν δῆσαι βίᾳ φάραγγι πρὸς δυσχειμέρῳ. τοιαῦτ᾽ ἐπηύρω τοῦ φιλανθρώπου τρόπου. ἄυπνος. 15 πάντως δ᾽ ἀνάγκη τῶνδέ μοι τόλμαν σχεθεῖν· ἐξωριάζειν γὰρ πατρὸς λόγους βαρύ. τί τὸν θεοῖς ἔχθιστον οὐ στυγεῖς θεόν. ὅστις τὸ σὸν θνητοῖσι προὔδωκεν γέρας. 35 Κράτος εἶεν. οὐ τοῦτο δειμαίνεις πλέον. σταθευτὸς δ᾽ ἡλίου φοίβῃ φλογὶ χροιᾶς ἀμείψεις ἄνθος. 30 ἀνθ᾽ ὧν ἀτερπῆ τήνδε φρουρήσεις πέτραν ὀρθοστάδην. ἄκοντά σ᾽ ἄκων δυσλύτοις χαλκεύμασι προσπασσαλεύσω τῷδ᾽ ἀπανθρώπῳ πάγῳ 20 ἵν᾽ οὔτε φωνὴν οὔτε του μορφὴν βροτῶν ὄψει.Ἥφαιστος Κράτος Βία τε. ἅπας δὲ τραχὺς ὅστις ἂν νέον κρατῇ.
Κράτος βαλών νιν ἀμφὶ χερσὶν ἐγκρατεῖ σθένει 55 ῥαιστῆρι θεῖνε. Κράτος ἅπαντ᾽ ἐπαχθῆ πλὴν θεοῖσι κοιρανεῖν· ἐλεύθερος γὰρ οὔτις ἐστὶ πλὴν Διός. πόνων γὰρ ὡς ἁπλῷ λόγῳ τῶν νῦν παρόντων οὐδὲν αἰτία τέχνη. Ἥφαιστος ἔμπας τις αὐτὴν ἄλλος ὤφελεν λαχεῖν. μηδαμῇ χάλα. Ἥφαιστος ὦ πολλὰ μισηθεῖσα χειρωναξία. πασσάλευε πρὸς πέτραις. Ἥφαιστος περαίνεται δὴ κοὐ ματᾷ τοὔργον τόδε. . 45 Κράτος τί νιν στυγεῖς. Κράτος ἄρασσε μᾶλλον.Ἥφαιστος αἰεί γε δὴ νηλὴς σὺ καὶ θράσους πλέως. Κράτος οὔκουν ἐπείξῃ τῷδε δεσμὰ περιβαλεῖν. δεινὸς γὰρ εὑρεῖν κἀξ ἀμηχάνων πόρον. σὺ δὲ τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα μὴ πόνει μάτην. Ἥφαιστος καὶ δὴ πρόχειρα ψάλια δέρκεσθαι πάρα. Κράτος ἄκος γὰρ οὐδὲν τόνδε θρηνεῖσθαι. σφίγγε. ὡς μή σ᾽ ἐλινύοντα προσδερχθῇ πατήρ. 50 Ἥφαιστος ἔγνωκα τοῖσδε κοὐδὲν ἀντειπεῖν ἔχω.
σῶν ὑπερστένω πόνων.Ἥφαιστος ἄραρεν ἥδε γ᾽ ὠλένη δυσεκλύτως. Κράτος ἦ μὴν κελεύσω κἀπιθωύξω γε πρός. Ἥφαιστος δρᾶν ταῦτ᾽ ἀνάγκη. Ἥφαιστος καὶ δὴ πέπρακται τοὔργον οὐ μακρῷ πόνῳ. μηδὲν ἐγκέλευ᾽ ἄγαν. Προμηθεῦ. χώρει κάτω. Κράτος ὁρῶ κυροῦντα τόνδε τῶν ἐπαξίων. ἵνα μάθῃ σοφιστὴς ὢν Διὸς νωθέστερος. 75 Κράτος ἐρρωμένως νῦν θεῖνε διατόρους πέδας· ὡς οὑπιτιμητής γε τῶν ἔργων βαρύς. Κράτος ἀδαμαντίνου νῦν σφηνὸς αὐθάδη γνάθον στέρνων διαμπὰξ πασσάλευ᾽ ἐρρωμένως. ὅπως μὴ σαυτὸν οἰκτιεῖς ποτε. Ἥφαιστος πλὴν τοῦδ᾽ ἂν οὐδεὶς ἐνδίκως μέμψαιτό μοι. 70 ἀλλ᾽ ἀμφὶ πλευραῖς μασχαλιστῆρας βάλε. 60 Κράτος καὶ τήνδε νῦν πόρπασον ἀσφαλῶς. 65 Ἥφαιστος αἰαῖ. Ἥφαιστος ὁρᾷς θέαμα δυσθέατον ὄμμασιν. σκέλη δὲ κίρκωσον βίᾳ. Κράτος σὺ δ᾽ αὖ κατοκνεῖς τῶν Διός τ᾽ ἐχθρῶν ὕπερ στένεις. .
τί σοι οἷοί τε θνητοὶ τῶνδ᾽ ἀπαντλῆσαι πόνων. 80 Ἥφαιστος στείχωμεν. ὡς κώλοισιν ἀμφίβληστρ᾽ ἔχει. τὸ παρὸν τό τ᾽ ἐπερχόμενον πῆμα στενάχω.Ἥφαιστος ὅμοια μορφῇ γλῶσσά σου γηρύεται. φεῦ φεῦ. Κράτος ἐνταῦθα νῦν ὕβριζε καὶ θεῶν γέρα συλῶν ἐφημέροισι προστίθει. Κράτος σὺ μαλθακίζου. ψευδωνύμως σε δαίμονες Προμηθέα 85 καλοῦσιν· αὐτὸν γάρ σε δεῖ προμηθέως. πῇ ποτε μόχθων χρὴ τέρματα τῶνδ᾽ ἐπιτεῖλαι. ἴδεσθέ μ᾽ οἷα πρὸς θεῶν πάσχω θεός. δέρχθηθ᾽ οἵαις αἰκείαισιν διακναιόμενος τὸν μυριετῆ χρόνον ἀθλεύσω. τὴν πεπρωμένην δὲ χρὴ αἶσαν φέρειν ὡς ῥᾷστα. 95 τοιόνδ᾽ ὁ νέος ταγὸς μακάρων ἐξηῦρ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ δεσμὸν ἀεικῆ. παμμῆτόρ τε γῆ. ποταμῶν τε πηγαί. πάντα προυξεπίσταμαι σκεθρῶς τὰ μέλλοντ᾽. . ποντίων τε κυμάτων ἀνήριθμον γέλασμα. τὴν δ᾽ ἐμὴν αὐθαδίαν ὀργῆς τε τραχύτητα μὴ ᾽πίπλησσέ μοι. γιγνώσκονθ᾽ ὅτι τὸ τῆς ἀνάγκης ἔστ᾽ ἀδήριτον σθένος. οὐδέ μοι ποταίνιον πῆμ᾽ οὐδὲν ἥξει. ὅτῳ τρόπῳ τῆσδ᾽ ἐκκυλισθήσῃ τέχνης. Προμηθεύς ὦ δῖος αἰθὴρ καὶ ταχύπτεροι πνοαί. 100 καίτοι τί φημι. 90 καὶ τὸν πανόπτην κύκλον ἡλίου καλῶ.
Χορός μηδὲν φοβηθῇς· φιλία 128b γὰρ ἅδε τάξις πτερύγων θοαῖς ἁμίλλαις προσέβα τόνδε πάγον. ἢ κεκραμένη.105 ἀλλ᾽ οὔτε σιγᾶν οὔτε μὴ σιγᾶν τύχας οἷόν τέ μοι τάσδ᾽ ἐστί. ναρθηκοπλήρωτον δὲ θηρῶμαι πυρὸς πηγὴν κλοπαίαν. ἆ ἆ ἔα ἔα. ὁρᾶτε δεσμώτην με δύσποτμον θεόν τὸν Διὸς ἐχθρόν. 115 θεόσυτος. θνητοῖς γὰρ γέρα πορὼν ἀνάγκαις ταῖσδ᾽ ἐνέζευγμαι τάλας. πᾶν μοι φοβερὸν τὸ προσέρπον. τί ποτ᾽ αὖ κινάθισμα κλύω πέλας οἰωνῶν. πατρῴας 130 μόγις παρειποῦσα φρένας. τίς ὀδμὰ προσέπτα μ᾽ ἀφεγγής. ἐκ 130b . τίς ἀχώ. φεῦ φεῦ. ἵκετο τερμόνιον ἐπὶ πάγον πόνων ἐμῶν θεωρός. ἢ τί δὴ θέλων. κραιπνοφόροι δέ μ᾽ ἔπεμψαν αὖραι· κτύπου γὰρ ἀχὼ χάλυβος διῇξεν ἄντρων μυχόν. ἣ διδάσκαλος τέχνης 110 πάσης βροτοῖς πέφηνε καὶ μέγας πόρος. τοιῶνδε ποινὰς ἀμπλακημάτων τίνω ὑπαιθρίοις δεσμοῖς πεπασσαλευμένος. διὰ τὴν λίαν φιλότητα βροτῶν. τὸν πᾶσι θεοῖς 120 δι᾽ ἀπεχθείας ἐλθόνθ᾽ ὁπόσοι τὴν Διὸς αὐλὴν εἰσοιχνεῦσιν. ἢ βρότειος. αἰθὴρ δ᾽ ἐλαφραῖς 125 πτερύγων ῥιπαῖς ὑποσυρίζει.
150 τὰ πρὶν δὲ πελώρια νῦν ἀιστοῖ. Προμηθεῦ· φοβερὰ δ᾽ ἐμοῖσιν ὄσσοις ὀμίχλα 145 προσῇξε πλήρης δακρύων σὸν δέμας εἰσιδούσᾳ πέτραις προσαυαινόμενον ταῖσδ᾽ ἀδαμαντοδέτοισι λύμαις. τῆς πολυτέκνου Τηθύος ἔκγονα. Ὀλύμπου· νεοχμοῖς δὲ δὴ νόμοις Ζεὺς ἀθέτως κρατύνει. ἐσίδεσθ᾽ οἵῳ δεσμῷ. 143b Χορός λεύσσω. νέοι γὰρ οἰακονόμοι κρατοῦσ᾽. Χορός . δεσμοῖς ἀλύτοις ἀγρίως πελάσας. 140 δέρχθητ᾽. τοῦ περὶ πᾶσάν θ᾽ εἱλισσομένου χθόν᾽ ἀκοιμήτῳ ῥεύματι παῖδες πατρὸς. 135 Προμηθεύς αἰαῖ αἰαῖ. προσπορπατὸς τῆσδε φάραγγος σκοπέλοις ἐν ἄκροις φρουρὰν ἄζηλον ὀχήσω. 155 ὡς μήτε θεὸς μήτε τις ἄλλος τοῖσδ᾽ ἐπεγήθει.δ᾽ ἔπληξέ μου τὰν θεμερῶπιν αἰδῶ· σύθην δ᾽ ἀπέδιλος ὄχῳ πτερωτῷ. Προμηθεύς εἰ γάρ μ᾽ ὑπὸ γῆν νέρθεν θ᾽ Ἅιδου τοῦ νεκροδέγμονος εἰς ἀπέρατον Τάρταρον ἧκεν. Ὠκεανοῦ. νῦν δ᾽ αἰθέριον κίνυγμ᾽ ὁ τάλας ἐχθροῖς ἐπίχαρτα πέπονθα.
πᾷ ποτε τῶνδε πόνων 185 χρή σε τέρμα κέλσαντ᾽ ἐσιδεῖν· ἀκίχητα γὰρ ἤθεα καὶ κέαρ ἀπαράμυθον ἔχει Κρόνου παῖς.τίς ὧδε τλησικάρδιος 160 θεῶν. πρὶν ἂν ἐξ ἀγρίων δεσμῶν χαλάσῃ ποινάς τε τίνειν τῆσδ᾽ αἰκείας ἐθελήσῃ. ὁ δ᾽ ἐπικότως ἀεὶ θέμενος ἄγναμπτον νόον δάμναται Οὐρανίαν 165 γένναν. πρὶν ἂν ἢ κορέσῃ κέαρ ἢ παλάμᾳ τινὶ τὰν δυσάλωτον ἕλῃ τις ἀρχάν. ἄγαν δ᾽ ἐλευθεροστομεῖς. Χορός σὺ μὲν θρασύς τε καὶ πικραῖς 180 δύαισιν οὐδὲν ἐπιχαλᾷς. 170 δεῖξαι τὸ νέον βούλευμ᾽ ὑφ᾽ ὅτου σκῆπτρον τιμάς τ᾽ ἀποσυλᾶται. Προμηθεύς ἦ μὴν ἔτ᾽ ἐμοῦ. δίχα γε Διός. Προμηθεύς οἶδ᾽ ὅτι τραχὺς καὶ παρ᾽ ἑαυτῷ τὸ δίκαιον ἔχων Ζεύς. χρείαν ἕξει μακάρων πρύτανις. καίπερ κρατεραῖς ἐν γυιοπέδαις αἰκιζομένου. οὐδὲ λήξει. τίς οὐ ξυνασχαλᾷ κακοῖς τεοῖσι. ὅτῳ τάδ᾽ ἐπιχαρῆ. στερεάς τ᾽ οὔποτ᾽ ἀπειλὰς πτήξας τόδ᾽ ἐγὼ 175 καταμηνύσω. ἐμὰς δὲ φρένας ἐρέθισε διάτορος φόβος· δέδια δ᾽ ἀμφὶ σαῖς τύχαις. καί μ᾽ οὔτι μελιγλώσσοις πειθοῦς ἐπαοιδαῖσιν θέλξει. ἀλλ᾽ ἔμπας [ὀίω] .
κράτιστα δή μοι τῶν παρεστώτων τότε ἐφαίνετ᾽ εἶναι προσλαβόντα μητέρα ἑκόνθ᾽ ἑκόντι Ζηνὶ συμπαραστατεῖν. δόλῳ δὲ τοὺς ὑπερσχόντας κρατεῖν. 215 τοιαῦτ᾽ ἐμοῦ λόγοισιν ἐξηγουμένου οὐκ ἠξίωσαν οὐδὲ προσβλέψαι τὸ πᾶν. 205 ἐνταῦθ᾽ ἐγὼ τὰ λῷστα βουλεύων πιθεῖν Τιτᾶνας. ἄλγος δὲ σιγᾶν. οἱ μὲν θέλοντες ἐκβαλεῖν ἕδρας Κρόνον. Προμηθεύς ἀλγεινὰ μέν μοι καὶ λέγειν ἐστὶν τάδε. τὸ μέλλον κραίνοιτο προυτεθεσπίκει. 200 ἐπεὶ τάχιστ᾽ ἤρξαντο δαίμονες χόλου στάσις τ᾽ ἐν ἀλλήλοισιν ὠροθύνετο. καὶ Γαῖα. οἱ δὲ τοὔμπαλιν σπεύδοντες. 196 ποίῳ λαβών σε Ζεὺς ἐπ᾽ αἰτιάματι. Οὐρανοῦ τε καὶ Χθονὸς τέκνα. πανταχῇ δὲ δύσποτμα. αἱμύλας δὲ μηχανὰς ἀτιμάσαντες καρτεροῖς φρονήμασιν ᾤοντ᾽ ἀμοχθεὶ πρὸς βίαν τε δεσπόσειν· 210 ἐμοὶ δὲ μήτηρ οὐχ ἅπαξ μόνον Θέμις. οὕτως ἀτίμως καὶ πικρῶς αἰκίζεται· δίδαξον ἡμᾶς. ὡς οὐ κατ᾽ ἰσχὺν οὐδὲ πρὸς τὸ καρτερόν χρείη. 195 Χορός πάντ᾽ ἐκκάλυψον καὶ γέγων᾽ ἡμῖν λόγον. εἴ τι μὴ βλάπτει λόγῳ. πολλῶν ὀνομάτων μορφὴ μία. ὡς Ζεὺς μήποτ᾽ ἄρξειεν θεῶν. ὅταν ταύτῃ ῥαισθῇ· τὴν δ᾽ ἀτέραμνον στορέσας ὀργὴν εἰς ἀρθμὸν ἐμοὶ καὶ φιλότητα σπεύδων σπεύδοντί ποθ᾽ ἥξει. . ὡς Ζεὺς ἀνάσσοι δῆθεν.190 μαλακογνώμων ἔσται ποθ᾽. οὐκ ἠδυνήθην.
235 καὶ τοῖσιν οὐδεὶς ἀντέβαινε πλὴν ἐμοῦ. εὐθὺς δαίμοσιν νέμει γέρα ἄλλοισιν ἄλλα καὶ διεστοιχίζετο ἀρχήν· βροτῶν δὲ τῶν ταλαιπώρων λόγον οὐκ ἔσχεν οὐδέν᾽. 225 ἔνεστι γάρ πως τοῦτο τῇ τυραννίδι νόσημα. ἐγὼ δ᾽ ἐτόλμησ᾽· ἐξελυσάμην βροτοὺς τὸ μὴ διαρραισθέντας εἰς Ἅιδου μολεῖν. τοιάδ᾽ ἐξ ἐμοῦ ὁ τῶν θεῶν τύραννος ὠφελημένος κακαῖσι ποιναῖς ταῖσδὲ μ᾽ ἐξημείψατο. Προμηθεῦ. Χορός σιδηρόφρων τε κἀκ πέτρας εἰργασμένος 245 ὅστις. ἀλλὰ νηλεῶς ὧδ᾽ ἐρρύθμισμαι. τούτου τυχεῖν οὐκ ἠξιώθην αὐτός. ὃ δ᾽ οὖν ἐρωτᾶτ᾽. τοῖς φίλοισι μὴ πεποιθέναι. Προμηθεύς . Προμηθεύς καὶ μὴν φίλοις <γ᾽ > ἐλεινὸς εἰσορᾶν ἐγώ. σοῖσιν οὐ συνασχαλᾷ μόχθοις· ἐγὼ γὰρ οὔτ᾽ ἂν εἰσιδεῖν τάδε ἔχρῃζον εἰσιδοῦσά τ᾽ ἠλγύνθην κέαρ. Ζηνὶ δυσκλεὴς θέα. Χορός μή πού τι προύβης τῶνδε καὶ περαιτέρω. τῷ τοι τοιαῖσδε πημοναῖσι κάμπτομαι. πάσχειν μὲν ἀλγειναῖσιν. ἀλλ᾽ ἀιστώσας γένος τὸ πᾶν ἔχρῃζεν ἄλλο φιτῦσαι νέον. ὅπως τάχιστα τὸν πατρῷον ἐς θρόνον 230 καθέζετ᾽. τοῦτο δὴ σαφηνιῶ. οἰκτραῖσιν δ᾽ ἰδεῖν· 240 θνητοὺς δ᾽ ἐν οἴκτῳ προθέμενος. αἰτίαν καθ᾽ ἥντινα αἰκίζεταί με.220 ἐμαῖς δὲ βουλαῖς Ταρτάρου μελαμβαθὴς κευθμὼν καλύπτει τὸν παλαιγενῆ Κρόνον αὐτοῖσι συμμάχοισι.
θνητούς γ᾽ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον. 250 Χορός τὸ ποῖον εὑρὼν τῆσδε φάρμακον νόσου; Προμηθεύς τυφλὰς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα. Χορός μέγ᾽ ὠφέλημα τοῦτ᾽ ἐδωρήσω βροτοῖς. Προμηθεύς πρὸς τοῖσδε μέντοι πῦρ ἐγώ σφιν ὤπασα. Χορός καὶ νῦν φλογωπὸν πῦρ ἔχουσ᾽ ἐφήμεροι; 255 Προμηθεύς ἀφ᾽ οὗ γε πολλὰς ἐκμαθήσονται τέχνας. Χορός τοιοῖσδε δή σε Ζεὺς ἐπ᾽ αἰτιάμασιν-Προμηθεύς αἰκίζεταί τε κοὐδαμῇ χαλᾷ κακῶν. Χορός οὐδ᾽ ἔστιν ἄθλου τέρμα σοι προκείμενον; Προμηθεύς οὐκ ἄλλο γ᾽ οὐδέν, πλὴν ὅταν κείνῳ δοκῇ. 260 Χορός δόξει δὲ πῶς; τίς ἐλπίς; οὐχ ὁρᾷς ὅτι ἥμαρτες; ὡς δ᾽ ἥμαρτες οὔτ᾽ ἐμοὶ λέγειν καθ᾽ ἡδονὴν σοί τ᾽ ἄλγος. ἀλλὰ ταῦτα μὲν μεθῶμεν, ἄθλου δ᾽ ἔκλυσιν ζήτει τινά. Προμηθεύς ἐλαφρὸν ὅστις πημάτων ἔξω πόδα 265 ἔχει παραινεῖν νουθετεῖν τε τὸν κακῶς
πράσσοντ᾽· ἐγὼ δὲ ταῦθ᾽ ἅπαντ᾽ ἠπιστάμην. ἑκὼν ἑκὼν ἥμαρτον, οὐκ ἀρνήσομαι· θνητοῖς ἀρήγων αὐτὸς ηὑρόμην πόνους. οὐ μήν τι ποιναῖς γ᾽ ᾠόμην τοίαισί με 270 κατισχνανεῖσθαι πρὸς πέτραις πεδαρσίοις, τυχόντ᾽ ἐρήμου τοῦδ᾽ ἀγείτονος πάγου. καί μοι τὰ μὲν παρόντα μὴ δύρεσθ᾽ ἄχη, πέδοι δὲ βᾶσαι τὰς προσερπούσας τύχας ἀκούσαθ᾽, ὡς μάθητε διὰ τέλους τὸ πᾶν. 275 πίθεσθέ μοι πίθεσθε, συμπονήσατε τῷ νῦν μογοῦντι. ταὐτά τοι πλανωμένη πρὸς ἄλλοτ᾽ ἄλλον πημονὴ προσιζάνει. Χορός οὐκ ἀκούσαις ἐπεθώυξας τοῦτο, Προμηθεῦ. 280 καὶ νῦν ἐλαφρῷ ποδὶ κραιπνόσυτον θᾶκον προλιποῦσ᾽, αἰθέρα θ᾽ ἁγνὸν πόρον οἰωνῶν, ὀκριοέσσῃ χθονὶ τῇδε πελῶ, τοὺς σοὺς δὲ πόνους χρῄζω διὰ παντὸς ἀκοῦσαι. 285 Ὠκεανός ἥκω δολιχῆς τέρμα κελεύθου διαμειψάμενος πρὸς σέ, Προμηθεῦ, τὸν πτερυγωκῆ τόνδ᾽ οἰωνὸν γνώμῃ στομίων ἄτερ εὐθύνων· ταῖς σαῖς δὲ τύχαις, ἴσθι, συναλγῶ. 290 τὸ τε γάρ με, δοκῶ, συγγενὲς οὕτως ἐσαναγκάζει, χωρίς τε γένους οὐκ ἔστιν ὅτῳ μείζονα μοῖραν νείμαιμ᾽ ἢ σοί. γνώσῃ δὲ τάδ᾽ ὡς ἔτυμ᾽, οὐδὲ μάτην 295 χαριτογλωσσεῖν ἔνι μοι· φέρε γὰρ σήμαιν᾽ ὅ τι χρή σοι συμπράσσειν· οὐ γάρ ποτ᾽ ἐρεῖς ὡς Ὠκεανοῦ φίλος ἐστὶ βεβαιότερός σοι.
Προμηθεύς ἔα· τί χρῆμα λεύσσω; καὶ σὺ δὴ πόνων ἐμῶν 300 ἥκεις ἐπόπτης; πῶς ἐτόλμησας, λιπὼν ἐπώνυμόν τε ῥεῦμα καὶ πετρηρεφῆ αὐτόκτιτ᾽ ἄντρα, τὴν σιδηρομήτορα ἐλθεῖν ἐς αἶαν; ἦ θεωρήσων τύχας ἐμὰς ἀφῖξαι καὶ συνασχαλῶν κακοῖς; 305 δέρκου θέαμα, τόνδε τὸν Διὸς φίλον, τὸν συγκαταστήσαντα τὴν τυραννίδα, οἵαις ὑπ᾽ αὐτοῦ πημοναῖσι κάμπτομαι. Ὠκεανός ὁρῶ, Προμηθεῦ, καὶ παραινέσαι γέ σοι θέλω τὰ λῷστα, καίπερ ὄντι ποικίλῳ. 310 γίγνωσκε σαυτὸν καὶ μεθάρμοσαι τρόπους νέους· νέος γὰρ καὶ τύραννος ἐν θεοῖς. εἰ δ᾽ ὧδε τραχεῖς καὶ τεθηγμένους λόγους ῥίψεις, τάχ᾽ ἄν σου καὶ μακρὰν ἀνωτέρω θακῶν κλύοι Ζεύς, ὥστε σοι τὸν νῦν ὄχλον 315 παρόντα μόχθων παιδιὰν εἶναι δοκεῖν. ἀλλ᾽, ὦ ταλαίπωρ᾽, ἃς ἔχεις ὀργὰς ἄφες, ζήτει δὲ τῶνδε πημάτων ἀπαλλαγάς. ἀρχαῖ᾽ ἴσως σοι φαίνομαι λέγειν τάδε· τοιαῦτα μέντοι τῆς ἄγαν ὑψηγόρου 320 γλώσσης, Προμηθεῦ, τἀπίχειρα γίγνεται. σὺ δ᾽ οὐδέπω ταπεινὸς οὐδ᾽ εἴκεις κακοῖς, πρὸς τοῖς παροῦσι δ᾽ ἄλλα προσλαβεῖν θέλεις. οὔκουν ἔμοιγε χρώμενος διδασκάλῳ πρὸς κέντρα κῶλον ἐκτενεῖς, ὁρῶν ὅτι 325 τραχὺς μόναρχος οὐδ᾽ ὑπεύθυνος κρατεῖ. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν εἶμι καὶ πειράσομαι ἐὰν δύνωμαι τῶνδέ σ᾽ ἐκλῦσαι πόνων. σὺ δ᾽ ἡσύχαζε μηδ᾽ ἄγαν λαβροστόμει. ἢ οὐκ οἶσθ᾽ ἀκριβῶς ὢν περισσόφρων ὅτι 330
γλώσσῃ ματαίᾳ ζημία προστρίβεται; Προμηθεύς ζηλῶ σ᾽ ὁθούνεκ᾽ ἐκτὸς αἰτίας κυρεῖς τούτων μετασχεῖν καὶ τετολμηκὼς ἐμοί. καὶ νῦν ἔασον μηδέ σοι μελησάτω. πάντως γὰρ οὐ πείσεις νιν· οὐ γὰρ εὐπιθής. 335 πάπταινε δ᾽ αὐτὸς μή τι πημανθῇς ὁδῷ. Ὠκεανός πολλῷ γ᾽ ἀμείνων τοὺς πέλας φρενοῦν ἔφυς ἢ σαυτόν· ἔργῳ κοὐ λόγῳ τεκμαίρομαι. ὁρμώμενον δὲ μηδαμῶς ἀντισπάσῃς. 340 αὐχῶ γὰρ αὐχῶ τήνδε δωρεὰν ἐμοὶ δώσειν Δί᾽, ὥστε τῶνδέ σ᾽ ἐκλῦσαι πόνων. Προμηθεύς τὰ μὲν σ᾽ ἐπαινῶ κοὐδαμῇ λήξω ποτέ· προθυμίας γὰρ οὐδὲν ἐλλείπεις. ἀτὰρ 343b μηδὲν πόνει. μάτην γὰρ οὐδὲν ὠφελῶν ἐμοὶ πονήσεις, εἴ τι καὶ πονεῖν θέλεις. 345 ἀλλ᾽ ἡσύχαζε σαυτὸν ἐκποδὼν ἔχων· ἐγὼ γὰρ οὐκ, εἰ δυστυχῶ, τοῦδ᾽ εἵνεκα θέλοιμ᾽ ἂν ὡς πλείστοισι πημονὰς τυχεῖν. οὐ δῆτ᾽ ἐπεί με καὶ κασιγνήτου τύχαι τείρουσ᾽ Ἄτλαντος, ὃς πρὸς ἑσπέρους τόπους 350 ἕστηκε κίον᾽ οὐρανοῦ τε καὶ χθονὸς ὤμοις ἐρείδων, ἄχθος οὐκ εὐάγκαλον. τὸν γηγενῆ τε Κιλικίων οἰκήτορα ἄντρων ἰδὼν ᾤκτιρα, δάιον τέρας ἑκατογκάρανον πρὸς βίαν χειρούμενον 355 Τυφῶνα θοῦρον· πᾶσιν [ὅς] ἀντέστη θεοῖς, σμερδναῖσι γαμφηλαῖσι συρίζων φόβον· ἐξ ὀμμάτων δ᾽ ἤστραπτε γοργωπὸν σέλας, ὡς τὴν Διὸς τυραννίδ᾽ ἐκπέρσων βίᾳ· ἀλλ᾽ ἦλθεν αὐτῷ Ζηνὸς ἄγρυπνον βέλος,
360 καταιβάτης κεραυνὸς ἐκπνέων φλόγα, ὃς αὐτὸν ἐξέπληξε τῶν ὑψηγόρων κομπασμάτων. φρένας γὰρ εἰς αὐτὰς τυπεὶς ἐφεψαλώθη κἀξεβροντήθη σθένος. καὶ νῦν ἀχρεῖον καὶ παράορον δέμας 365 κεῖται στενωποῦ πλησίον θαλασσίου ἰπούμενος ῥίζαισιν Αἰτναίαις ὕπο· κορυφαῖς δ᾽ ἐν ἄκραις ἥμενος μυδροκτυπεῖ Ἥφαιστος· ἔνθεν ἐκραγήσονταί ποτε ποταμοὶ πυρὸς δάπτοντες ἀγρίαις γνάθοις 370 τῆς καλλικάρπου Σικελίας λευροὺς γύας· τοιόνδε Τυφὼς ἐξαναζέσει χόλον θερμοῖς ἀπλάτου βέλεσι πυρπνόου ζάλης, καίπερ κεραυνῷ Ζηνὸς ἠνθρακωμένος. σὺ δ᾽ οὐκ ἄπειρος, οὐδ᾽ ἐμοῦ διδασκάλου 375 χρῄζεις· σεαυτὸν σῷζ᾽ ὅπως ἐπίστασαι· ἐγὼ δὲ τὴν παροῦσαν ἀντλήσω τύχην, ἔστ᾽ ἂν Διὸς φρόνημα λωφήσῃ χόλου. Ὠκεανός οὔκουν, Προμηθεῦ, τοῦτο γιγνώσκεις, ὅτι ὀργῆς νοσούσης εἰσὶν ἰατροὶ λόγοι; 380 Προμηθεύς ἐάν τις ἐν καιρῷ γε μαλθάσσῃ κέαρ καὶ μὴ σφριγῶντα θυμὸν ἰσχναίνῃ βίᾳ. Ὠκεανός ἐν τῷ προθυμεῖσθαι δὲ καὶ τολμᾶν τίνα ὁρᾷς ἐνοῦσαν ζημίαν; δίδασκέ με. Προμηθεύς μόχθον περισσὸν κουφόνουν τ᾽ εὐηθίαν. 385 Ὠκεανός ἔα με τῇδε τῇ νόσῳ νοσεῖν, ἐπεὶ κέρδιστον εὖ φρονοῦντα μὴ φρονεῖν δοκεῖν.
Προμηθεύς ἐμὸν δοκήσει τἀμπλάκημ᾽ εἶναι τόδε. Ὠκεανός σαφῶς μ᾽ ἐς οἶκον σὸς λόγος στέλλει πάλιν. Προμηθεύς μὴ γάρ σε θρῆνος οὑμὸς εἰς ἔχθραν βάλῃ. 390 Ὠκεανός ἦ τῷ νέον θακοῦντι παγκρατεῖς ἕδρας; Προμηθεύς τούτου φυλάσσου μή ποτ᾽ ἀχθεσθῇ κέαρ. Ὠκεανός ἡ σή, Προμηθεῦ, συμφορὰ διδάσκαλος. Προμηθεύς στέλλου, κομίζου, σῷζε τὸν παρόντα νοῦν. Ὠκεανός ὁρμωμένῳ μοι τόνδ᾽ ἐθώυξας λόγον. 395 λευρὸν γὰρ οἷμον αἰθέρος ψαίρει πτεροῖς τετρασκελὴς οἰωνός· ἄσμενος δέ τἂν σταθμοῖς ἐν οἰκείοισι κάμψειεν γόνυ. Χορός στένω σε τᾶς οὐλομένας τύχας, Προμηθεῦ· δακρυσίστακτα δ᾽ ἀπ᾽ ὄσσων 400 ῥαδινὰν λειβομένα ῥέος παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς· ἀμέγαρτα γὰρ τάδε Ζεὺς ἰδίοις νόμοις κρατύνων ὑπερήφανον θεοῖς τοῖς 405 πάρος ἐνδείκνυσιν αἰχμάν. πρόπασα δ᾽ ἤδη στονόεν λέλακε χώρα, μεγαλοσχήμονά ἀρχαιοπρεπῆ < > στένουσι τὰν σὰν ξυνομαιμόνων τε τιμάν,
410 ὁπόσοι τ᾽ ἔποικον ἁγνᾶς Ἀσίας ἕδος νέμονται, μεγαλοστόνοισι σοῖς πήμασι συγκάμνουσι θνατοί. Κολχίδος τε γᾶς ἔνοικοι 415 παρθένοι, μάχας ἄτρεστοι, καὶ Σκύθης ὅμιλος, οἳ γᾶς ἔσχατον τόπον ἀμφὶ Μαιῶτιν ἔχουσι λίμναν, Ἀραβίας τ᾽ ἄρειον ἄνθος, 420 ὑψίκρημνον οἳ πόλισμα Καυκάσου πέλας νέμονται, δάιος στρατός, ὀξυπρῴροισι βρέμων ἐν αἰχμαῖς. [μόνον δὴ πρόσθεν ἄλλον ἐν πόνοις 425 δαμέντ᾽ ἀδαμαντοδέτοις Τιτᾶνα λύμαις εἰσιδόμαν, θεόν, Ἄτλαντος [αἰὲν]; ὑπέροχον σθένος κραταιόν, <ὃς> οὐράνιόν [τε] πόλον νώτοις <στέγων> ὑποστενάζει.] 430 βοᾷ δὲ πόντιος κλύδων ξυμπίτνων, στένει βυθός, κελαινὸς δ᾽ Ἄιδος ὑποβρέμει μυχὸς γᾶς, παγαί θ᾽ ἁγνορύτων ποταμῶν στένουσιν ἄλγος οἰκτρόν. 435 Προμηθεύς μή τοι χλιδῇ δοκεῖτε μηδ᾽ αὐθαδίᾳ σιγᾶν με· συννοίᾳ δὲ δάπτομαι κέαρ, ὁρῶν ἐμαυτὸν ὧδε προυσελούμενον. καίτοι θεοῖσι τοῖς νέοις τούτοις γέρα τίς ἄλλος ἢ ᾽γὼ παντελῶς διώρισεν; 440 ἀλλ᾽ αὐτὰ σιγῶ· καὶ γὰρ εἰδυίαισιν ἂν ὑμῖν λέγοιμι· τἀν βροτοῖς δὲ πήματα
ἀκούσαθ᾽, ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους. λέξω δέ, μέμψιν οὔτιν᾽ ἀνθρώποις ἔχων, 445 ἀλλ᾽ ὧν δέδωκ᾽ εὔνοιαν ἐξηγούμενος· οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην, κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον ἔφυρον εἰκῇ πάντα, κοὔτε πλινθυφεῖς 450 δόμους προσείλους, ᾖσαν, οὐ ξυλουργίαν· κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις. ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου 455 θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν ἔπρασσον, ἔστε δή σφιν ἀντολὰς ἐγὼ ἄστρων ἔδειξα τάς τε δυσκρίτους δύσεις. καὶ μὴν ἀριθμόν, ἔξοχον σοφισμάτων, ἐξηῦρον αὐτοῖς, γραμμάτων τε συνθέσεις, 460 μνήμην ἁπάντων, μουσομήτορ᾽ ἐργάνην. κἄζευξα πρῶτος ἐν ζυγοῖσι κνώδαλα ζεύγλαισι δουλεύοντα σάγμασὶν θ᾽, ὅπως θνητοῖς μεγίστων διάδοχοι μοχθημάτων γένοινθ᾽, ὑφ᾽ ἅρμα τ᾽ ἤγαγον φιληνίους 465 ἵππους, ἄγαλμα τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς. θαλασσόπλαγκτα δ᾽ οὔτις ἄλλος ἀντ᾽ ἐμοῦ λινόπτερ᾽ ηὗρε ναυτίλων ὀχήματα. τοιαῦτα μηχανήματ᾽ ἐξευρὼν τάλας βροτοῖσιν, αὐτὸς οὐκ ἔχω σόφισμ᾽ ὅτῳ 470 τῆς νῦν παρούσης πημονῆς ἀπαλλαγῶ. Χορός πέπονθας αἰκὲς πῆμ᾽· ἀποσφαλεὶς φρενῶν πλανᾷ, κακὸς δ᾽ ἰατρὸς ὥς τις ἐς νόσον πεσὼν ἀθυμεῖς καὶ σεαυτὸν οὐκ ἔχεις εὑρεῖν ὁποίοις φαρμάκοις ἰάσιμος.
475 Προμηθεύς τὰ λοιπά μου κλύουσα θαυμάσῃ πλέον, οἵας τέχνας τε καὶ πόρους ἐμησάμην. τὸ μὲν μέγιστον, εἴ τις ἐς νόσον πέσοι, οὐκ ἦν ἀλέξημ᾽ οὐδέν, οὔτε βρώσιμον, οὐ χριστόν, οὐδὲ πιστόν, ἀλλὰ φαρμάκων 480 χρείᾳ κατεσκέλλοντο, πρίν γ᾽ ἐγώ σφισιν ἔδειξα κράσεις ἠπίων ἀκεσμάτων, αἷς τὰς ἁπάσας ἐξαμύνονται νόσους. τρόπους τε πολλοὺς μαντικῆς ἐστοίχισα, κἄκρινα πρῶτος ἐξ ὀνειράτων ἃ χρὴ 485 ὕπαρ γενέσθαι, κληδόνας τε δυσκρίτους ἐγνώρισ᾽ αὐτοῖς ἐνοδίους τε συμβόλους· γαμψωνύχων τε πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς διώρισ᾽, οἵτινές τε δεξιοὶ φύσιν εὐωνύμους τε, καὶ δίαιταν ἥντινα 490 ἔχουσ᾽ ἕκαστοι, καὶ πρὸς ἀλλήλους τίνες ἔχθραι τε καὶ στέργηθρα καὶ συνεδρίαι· σπλάγχνων τε λειότητα, καὶ χροιὰν τίνα ἔχουσ᾽ ἂν εἴη δαίμοσιν πρὸς ἡδονὴν χολή, λοβοῦ τε ποικίλην εὐμορφίαν. 495 κνίσῃ τε κῶλα συγκαλυπτὰ καὶ μακρὰν ὀσφῦν πυρώσας δυστέκμαρτον ἐς τέχνην ὥδωσα θνητούς, καὶ φλογωπὰ σήματα ἐξωμμάτωσα, πρόσθεν ὄντ᾽ ἐπάργεμα. τοιαῦτα μὲν δὴ ταῦτ᾽· ἔνερθε δὲ χθονὸς 500 κεκρυμμέν᾽, ἀνθρώποισιν ὠφελήματα, χαλκόν, σίδηρον, ἄργυρον, χρυσόν τε τίς φήσειεν ἂν πάροιθεν ἐξευρεῖν ἐμοῦ; οὐδείς, σάφ᾽ οἶδα, μὴ μάτην φλύσαι θέλων. βραχεῖ δὲ μύθῳ πάντα συλλήβδην μάθε, 505 πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως. Χορός
μή νυν βροτοὺς μὲν ὠφέλει καιροῦ πέρα, σαυτοῦ δ᾽ ἀκήδει δυστυχοῦντος. ὡς ἐγὼ εὔελπίς εἰμι τῶνδέ σ᾽ ἐκ δεσμῶν ἔτι λυθέντα μηδὲν μεῖον ἰσχύσειν Διός. 510 Προμηθεύς οὐ ταῦτα ταύτῃ μοῖρά πω τελεσφόρος κρᾶναι πέπρωται, μυρίαις δὲ πημοναῖς δύαις τε καμφθεὶς ὧδε δεσμὰ φυγγάνω· τέχνη δ᾽ ἀνάγκης ἀσθενεστέρα μακρῷ. Χορός τίς οὖν ἀνάγκης ἐστὶν οἰακοστρόφος; 515 Προμηθεύς Μοῖραι τρίμορφοι μνήμονές τ᾽ Ἐρινύες Χορός τούτων ἄρα Ζεύς ἐστιν ἀσθενέστερος; Προμηθεύς οὔκουν ἂν ἐκφύγοι γε τὴν πεπρωμένην. Χορός τί γὰρ πέπρωται Ζηνὶ πλὴν ἀεὶ κρατεῖν; Προμηθεύς τοῦτ᾽ οὐκέτ᾽ ἂν πύθοιο μηδὲ λιπάρει. 520 Χορός ἦ πού τι σεμνόν ἐστιν ὃ ξυναμπέχεις. Προμηθεύς ἄλλου λόγου μέμνησθε, τόνδε δ᾽ οὐδαμῶς καιρὸς γεγωνεῖν, ἀλλὰ συγκαλυπτέος ὅσον μάλιστα· τόνδε γὰρ σῴζων ἐγὼ δεσμοὺς ἀεικεῖς καὶ δύας ἐκφυγγάνω. 525 Χορός μηδάμ᾽ ὁ πάντα νέμων θεῖτ᾽ ἐμᾷ γνώμᾳ κράτος ἀντίπαλον Ζεύς,
μηδ᾽ ἐλινύσαιμι θεοὺς ὁσίαις θοίναις ποτινισομένα 530 βουφόνοις παρ᾽ Ὠκεανοῦ πατρὸς ἄσβεστον πόρον, μηδ᾽ ἀλίτοιμι λόγοις· 535 ἀλλά μοι τόδ᾽ ἐμμένοι καὶ μήποτ᾽ ἐκτακείη· ἁδύ τι θαρσαλέαις τὸν μακρὸν τείνειν βίον ἐλπίσι, φαναῖς θυμὸν ἀλδαίνουσαν ἐν εὐφροσύναις. φρίσσω δέ σε δερκομένα 540 μυρίοις μόχθοις διακναιόμενον < >. Ζῆνα γὰρ οὐ τρομέων ἰδίᾳ γνώμᾳ σέβῃ θνατοὺς ἄγαν, Προμηθεῦ. φέρ᾽, ὅπως ἄχαρις χάρις, ὦ φίλος· 545 εἰπὲ ποῦ τίς ἀλκά; τίς ἐφαμερίων ἄρηξις; οὐδ᾽ ἐδέρχθης ὀλιγοδρανίαν ἄκικυν, ἰσόνειρον, τὸ φωτῶν ἀλαὸν γένος ἐμπεποδισμένον; οὔποτε < > 550 τὰν Διὸς ἁρμονίαν θνατῶν παρεξίασι βουλαί. ἔμαθον τάδε σὰς προσιδοῦσ᾽ ὀλοὰς τύχας, Προμηθεῦ. τὸ διαμφίδιον δέ μοι μέλος προσέπτα τόδ᾽ ἐκεῖνό θ᾽, ὅ τ᾽ ἀμφὶ λουτρὰ 555 καὶ λέχος σὸν ὑμεναίουν ἰότατι γάμων, ὅτε τὰν ὁμοπάτριον ἕδνοις ἄγαγες Ἡσιόναν πείθὼν δάμαρτα κοινόλεκτρον. 560 Ἰώ τίς γῆ; τί γένος; τίνα φῶ λεύσσειν τόνδε χαλινοῖς ἐν πετρίνοισιν χειμαζόμενον; τίνος ἀμπλακίας ποινὰς ὀλέκῃ; σήμηνον ὅποι γῆς ἡ μογερὰ πεπλάνημαι. 565 ἆ ἆ, ἒ ἔ,
χρίει τις αὖ με τὰν τάλαιναν οἶστρος, εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς, ἄλευ᾽ ἆ δᾶ· φοβοῦμαι τὸν μυριωπὸν εἰσορῶσα βούταν. ὁ δὲ πορεύεται δόλιον ὄμμ᾽ ἔχων, ὃν οὐδὲ κατθανόντα γαῖα κεύθει. 570 ἀλλ᾽, ἐμὲ τὰν τάλαιναν ἐξ ἐνέρων περῶν κυναγετεῖ, πλανᾷ τε νῆστιν ἀνὰ τὰν παραλίαν ψάμμαν. ὑπὸ δὲ κηρόπλαστος ὀτοβεῖ δόναξ ἀχέτας ὑπνοδόταν νόμον· 575 ἰὼ ἰὼ πόποι, ποῖ μ᾽ ἄγουσι τηλέπλαγκτοι πλάναι; τί ποτέ μ᾽, ὦ Κρόνιε παῖ, τί ποτε ταῖσδ᾽ ἐνέζευξας εὑρὼν ἁμαρτοῦσαν ἐν πημοναῖσιν; ἓ ἕ, 580 οἰστρηλάτῳ δὲ δείματι δειλαίαν παράκοπον ὧδε τείρεις; πυρί <με > φλέξον, ἢ χθονὶ κάλυψον, ἤ ποντίοις δάκεσι δὸς βοράν, μηδέ μοι φθονήσῃς εὐγμάτων, ἄναξ. ἄδην με πολύπλανοι πλάναι 585 γεγυμνάκασιν, οὐδ᾽ ἔχω μαθεῖν ὅπα πημονὰς ἀλύξω. κλύεις φθέγμα τᾶς βούκερω παρθένου; Προμηθεύς πῶς δ᾽ οὐ κλύω τῆς οἰστροδινήτου κόρης, τῆς Ἰναχείας; ἣ Διὸς θάλπει κέαρ 590 ἔρωτι, καὶ νῦν τοὺς ὑπερμήκεις δρόμους Ἥρᾳ στυγητὸς πρὸς βίαν γυμνάζεται. Ἰώ πόθεν ἐμοῦ σὺ πατρὸς ὄνομ᾽ ἀπύεις; 593 εἰπέ μοι τᾷ μογερᾷ τίς ὤν; τίς ἄρα μ᾽, ὦ τάλας, τὰν τάλαιναν ὧδ᾽
595 ἔτυμα προσθροεῖς; θεόσυτόν τε νόσον ὠνόμασας, ἃ μαραίνει με χρίουσα κέντροις, <ἰώ>, φοιταλέοισιν ἓ ἕ· σκιρτημάτων δὲ νήστισιν αἰκείαις λαβρόσυτος ἦλθον, <Ἥρας > 600 ἐπικότοισι μήδεσι δαμεῖσα. δυσδαιμόνων δὲ τίνες οἵ, ἓ ἕ, οἷ᾽ ἐγὼ μογοῦσιν; ἀλλά μοι τορῶς τέκμηρον ὅ τι μ᾽ ἐπαμμένει 605 παθεῖν, τί μῆχαρ, ἢ τί φάρμακον νόσου, δεῖξον, εἴπερ οἶσθα· θρόει, φράζε τᾷ δυσπλάνῳ παρθένῳ. Προμηθεύς λέξω τορῶς σοι πᾶν ὅπερ χρῄζεις μαθεῖν, οὐκ ἐμπλέκων αἰνίγματ᾽, ἀλλ᾽ ἁπλῷ λόγῳ, 610 ὥσπερ δίκαιον πρὸς φίλους οἴγειν στόμα. πυρὸς βροτοῖς δοτῆρ᾽ ὁρᾷς Προμηθέα. Ἰώ ὦ κοινὸν ὠφέλημα θνητοῖσιν φανείς, τλῆμον Προμηθεῦ, τοῦ δίκην πάσχεις τάδε; Προμηθεύς ἁρμοῖ πέπαυμαι τοὺς ἐμοὺς θρηνῶν πόνους. 615 Ἰώ οὔκουν πόροις ἂν τήνδε δωρεὰν ἐμοί; Προμηθεύς λέγ᾽ ἥντιν᾽ αἰτῇ· πᾶν γὰρ ἂν πύθοιό μου. Ἰώ σήμηνον ὅστις ἐν φάραγγί σ᾽ ὤχμασεν. Προμηθεύς βούλευμα μὲν τὸ Δῖον, Ἡφαίστου δὲ χείρ.
Ἰώ ποινὰς δὲ ποίων ἀμπλακημάτων τίνεις; 620 Προμηθεύς τοσοῦτον ἀρκῶ σοι σαφηνίσας μόνον. Ἰώ καὶ πρός γε τούτοις τέρμα τῆς ἐμῆς πλάνης δεῖξον, τίς ἔσται τῇ ταλαιπώρῳ χρόνος. Προμηθεύς τὸ μὴ μαθεῖν σοι κρεῖσσον ἢ μαθεῖν τάδε. Ἰώ μήτοι με κρύψῃς τοῦθ᾽ ὅπερ μέλλω παθεῖν. 625 Προμηθεύς ἀλλ᾽ οὐ μεγαίρω τοῦδέ σοι δωρήματος. Ἰώ τί δῆτα μέλλεις μὴ οὐ γεγωνίσκειν τὸ πᾶν; Προμηθεύς φθόνος μὲν οὐδείς, σὰς δ᾽ ὀκνῶ θράξαι φρένας. Ἰώ μή μου προκήδου μᾶσσον ὡς ἐμοὶ γλυκύ. Προμηθεύς ἐπεὶ προθυμῇ, χρὴ λέγειν. ἄκουε δή. 630 Χορός μήπω γε· μοῖραν δ᾽ ἡδονῆς κἀμοὶ πόρε. τὴν τῆσδε πρῶτον ἱστορήσωμεν νόσον, αὐτῆς λεγούσης τὰς πολυφθόρους τύχας· τὰ λοιπὰ δ᾽ ἄθλων σοῦ διδαχθήτω πάρα. Προμηθεύς σὸν ἔργον, Ἰοῖ, ταῖσδ᾽ ὑπουργῆσαι χάριν, 635 ἄλλως τε πάντως καὶ κασιγνήταις πατρός.
ὡς τἀποκλαῦσαι κἀποδύρασθαι τύχας ἐνταῦθ᾽, ὅπου μέλλοι τις οἴσεσθαι δάκρυ πρὸς τῶν κλυόντων, ἀξίαν τριβὴν ἔχει. Ἰώ οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ὑμῖν ἀπιστῆσαί με χρή, 640 σαφεῖ δὲ μύθῳ πᾶν ὅπερ προσχρῄζετε πεύσεσθε· καίτοι καὶ λέγουσ᾽ αἰσχύνομαι θεόσσυτον χειμῶνα καὶ διαφθορὰν μορφῆς, ὅθεν μοι σχετλίᾳ προσέπτατο. αἰεὶ γὰρ ὄψεις ἔννυχοι πωλεύμεναι 645 ἐς παρθενῶνας τοὺς ἐμοὺς παρηγόρουν λείοισι μύθοις "ὦ μέγ᾽ εὔδαιμον κόρη, τί παρθενεύει δαρόν, ἐξόν σοι γάμου τυχεῖν μεγίστου; Ζεὺς γὰρ ἱμέρου βέλει πρὸς σοῦ τέθαλπται καὶ συναίρεσθαι Κύπριν 650 θέλει· σὺ δ᾽, ὦ παῖ, μὴ ᾽πολακτίσῃς λέχος τὸ Ζηνός, ἀλλ᾽ ἔξελθε πρὸς Λέρνης βαθὺν λειμῶνα, ποίμνας βουστάσεις τε πρὸς πατρός, ὡς ἂν τὸ Δῖον ὄμμα λωφήσῃ πόθου." τοιοῖσδε πάσας εὐφρόνας ὀνείρασι 655 συνειχόμην δύστηνος, ἔστε δὴ πατρὶ ἔτλην γεγωνεῖν νυκτίφοιτ᾽ ὀνείρατα. ὁ δ᾽ ἔς τε Πυθὼ κἀπὶ Δωδώνης πυκνοὺς θεοπρόπους ἴαλλεν, ὡς μάθοι τί χρὴ δρῶντ᾽ ἢ λέγοντα δαίμοσιν πράσσειν φίλα. 660 ἧκον δ᾽ ἀναγγέλλοντες αἰολοστόμους χρησμοὺς ἀσήμους δυσκρίτως τ᾽ εἰρημένους. τέλος δ᾽ ἐναργὴς βάξις ἦλθεν Ἰνάχῳ σαφῶς ἐπισκήπτουσα καὶ μυθουμένη ἔξω δόμων τε καὶ πάτρας ὠθεῖν ἐμέ, 665 ἄφετον ἀλᾶσθαι γῆς ἐπ᾽ ἐσχάτοις ὅροις· κεἰ μὴ θέλοι, πυρωπὸν ἐκ Διὸς μολεῖν κεραυνόν, ὃς πᾶν ἐξαϊστώσοι γένος. τοιοῖσδε πεισθεὶς Λοξίου μαντεύμασιν ἐξήλασέν με κἀπέκλῃσε δωμάτων
670 ἄκουσαν ἄκων· ἀλλ᾽ ἐπηνάγκαζέ νιν Διὸς χαλινὸς πρὸς βίαν πράσσειν τάδε. εὐθὺς δὲ μορφὴ καὶ φρένες διάστροφοι ἦσαν, κεραστὶς δ᾽, ὡς ὁρᾶτ᾽, ὀξυστόμῳ μύωπι χρισθεῖσ᾽ ἐμμανεῖ σκιρτήματι 675 ᾖσσον πρὸς εὔποτόν τε Κερχνείας ῥέος Λέρνης τε κρήνην · βουκόλος δὲ γηγενὴς ἄκρατος ὀργὴν Ἄργος ὡμάρτει, πυκνοῖς ὄσσοις δεδορκὼς τοὺς ἐμοὺς κατὰ στίβους. ἀπροσδόκητος δ᾽ αὐτὸν ἀφνίδιος μόρος 680 τοῦ ζῆν ἀπεστέρησεν. οἰστροπλὴξ δ᾽ ἐγὼ μάστιγι θείᾳ γῆν πρὸ γῆς ἐλαύνομαι. κλύεις τὰ πραχθέντ᾽· εἰ δ᾽ ἔχεις εἰπεῖν ὅ τι λοιπὸν πόνων, σήμαινε· μηδέ μ᾽ οἰκτίσας ξύνθαλπε μύθοις ψευδέσιν· νόσημα γὰρ 685 αἴσχιστον εἶναί φημι συνθέτους λόγους. Χορός ἔα ἔα, ἄπεχε, φεῦ· οὔποτ᾽ οὔποτ᾽ ηὔχουν <ὧδε > ξένους μολεῖσθαι λόγους εἰς ἀκοὰν ἐμάν, οὐδ᾽ ὧδε δυσθέατα καὶ δύσοιστα 690 πήματα, λύματα, [δείματα] ἀμφάκει κέντρῳ τύψειν ψυχὰν ἐμάν. ἰὼ [ἰὼ] μοῖρα μοῖρα, πέφρικ᾽ εἰσιδοῦσα πρᾶξιν Ἰοῦς. 695 Προμηθεύς πρῴ γε στενάζεις καὶ φόβου πλέα τις εἶ· ἐπίσχες ἔστ᾽ ἂν καὶ τὰ λοιπὰ προσμάθῃς. Χορός λέγ᾽, ἐκδίδασκε· τοῖς νοσοῦσί τοι γλυκὺ τὸ λοιπὸν ἄλγος προυξεπίστασθαι τορῶς. Προμηθεύς τὴν πρίν γε χρείαν ἠνύσασθ᾽ ἐμοῦ πάρα
700 κούφως· μαθεῖν γὰρ τῆσδε πρῶτ᾽ ἐχρῄζετε τὸν ἀμφ᾽ ἑαυτῆς ἆθλον ἐξηγουμένης· τὰ λοιπὰ νῦν ἀκούσαθ᾽, οἷα χρὴ πάθη τλῆναι πρὸς Ἥρας τήνδε τὴν νεάνιδα. σύ τ᾽ Ἰνάχειον σπέρμα, τοὺς ἐμοὺς λόγους 705 θυμῷ βάλ᾽, ὡς ἂν τέρματ᾽ ἐκμάθῃς ὁδοῦ. πρῶτον μὲν ἐνθένδ᾽ ἡλίου πρὸς ἀντολὰς στρέψασα σαυτὴν στεῖχ᾽ ἀνηρότους γύας· Σκύθας δ᾽ ἀφίξῃ νομάδας, οἳ πλεκτὰς στέγας πεδάρσιοι ναίουσ᾽ ἐπ᾽ εὐκύκλοις ὄχοις 710 ἑκηβόλοις τόξοισιν ἐξηρτυμένοι· οἷς μὴ πελάζειν, ἀλλ᾽ ἁλιστόνοις πόδας χρίμπτουσα ῥαχίαισιν ἐκπερᾶν χθόνα. λαιᾶς δὲ χειρὸς οἱ σιδηροτέκτονες οἰκοῦσι Χάλυβες, οὓς φυλάξασθαί σε χρή. 715 ἀνήμεροι γὰρ οὐδὲ πρόσπλατοι ξένοις. ἥξεις δ᾽ Ὑβριστὴν ποταμὸν οὐ ψευδώνυμον, ὃν μὴ περάσῃς, οὐ γὰρ εὔβατος περᾶν, πρὶν ἂν πρὸς αὐτὸν Καύκασον μόλῃς, ὀρῶν ὕψιστον, ἔνθα ποταμὸς ἐκφυσᾷ μένος 720 κροτάφων ἀπ᾽ αὐτῶν. ἀστρογείτονας δὲ χρὴ κορυφὰς ὑπερβάλλουσαν ἐς μεσημβρινὴν βῆναι κέλευθον, ἔνθ᾽, Ἀμαζόνων στρατὸν ἥξεις στυγάνορ᾽, αἳ Θεμίσκυράν ποτε κατοικιοῦσιν ἀμφὶ Θερμώδονθ᾽, ἵνα 725 τραχεῖα πόντου Σαλμυδησσία γνάθος ἐχθρόξενος ναύταισι, μητρυιὰ νεῶν· αὗταί σ᾽ ὁδηγήσουσι καὶ μάλ᾽ ἀσμένως. ἰσθμὸν δ᾽ ἐπ᾽ αὐταῖς στενοπόροις λίμνης πύλαις Κιμμερικὸν ἥξεις, ὃν θρασυσπλάγχνως σε χρὴ 730 λιποῦσαν αὐλῶν᾽ ἐκπερᾶν Μαιωτικόν· ἔσται δὲ θνητοῖς εἰσαεὶ λόγος μέγας τῆς σῆς πορείας, Βόσπορος δ᾽ ἐπώνυμος κεκλήσεται. λιποῦσα δ᾽ Εὐρώπης πέδον ἤπειρον ἥξεις Ἀσιάδ᾽·. ἆρ᾽, ὑμῖν δοκεῖ
735 ὁ τῶν θεῶν τύραννος ἐς τὰ πάνθ᾽ ὁμῶς βίαιος εἶναι; τῇδε γὰρ θνητῇ θεὸς χρῄζων μιγῆναι τάσδ᾽ ἐπέρριψεν πλάνας. πικροῦ δ᾽ ἔκυρσας, ὦ κόρη, τῶν σῶν γάμων μνηστῆρος. οὓς γὰρ νῦν ἀκήκοας λόγους, 740 εἶναι δόκει σοι μηδέπω ᾽ν προοιμίοις. Ἰώ ἰώ μοί μοι, ἒ ἔ. Προμηθεύς σὺ δ᾽ αὖ κέκραγας κἀναμυχθίζῃ; τί που δράσεις, ὅταν τὰ λοιπὰ πυνθάνῃ κακά; Χορός ἦ γάρ τι λοιπὸν τῇδε πημάτων ἐρεῖς; 745 Προμηθεύς δυσχείμερόν γε πέλαγος ἀτηρᾶς δύης. Ἰώ τί δῆτ᾽ ἐμοὶ ζῆν κέρδος, ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τάχει ἔρριψ᾽ ἐμαυτὴν τῆσδ᾽ ἀπὸ στύφλου πέτρας, ὅπως πέδοι σκήψασα τῶν πάντων πόνων ἀπηλλάγην; κρεῖσσον γὰρ εἰσάπαξ θανεῖν 750 ἢ τὰς ἁπάσας ἡμέρας πάσχειν κακῶς. Προμηθεύς ἦ δυσπετῶς ἂν τοὺς ἐμοὺς ἄθλους φέροις, ὅτῳ θανεῖν μέν ἐστιν οὐ πεπρωμένον· αὕτη γὰρ ἦν ἂν πημάτων ἀπαλλαγή· νῦν δ᾽ οὐδέν ἐστι τέρμα μοι προκείμενον 755 μόχθων, πρὶν ἂν Ζεὺς ἐκπέσῃ τυραννίδος. Ἰώ ἦ γάρ ποτ᾽ ἔστιν ἐκπεσεῖν ἀρχῆς Δία; Προμηθεύς ἥδοι᾽ ἄν, οἶμαι, τήνδ᾽ ἰδοῦσα συμφοράν.
Ἰώ πῶς δ᾽ οὐκ ἄν, ἥτις ἐκ Διὸς πάσχω κακῶς; Προμηθεύς ὡς τοίνυν ὄντων τῶνδέ σοι μαθεῖν πάρα. 760 Ἰώ πρὸς τοῦ τύραννα σκῆπτρα συληθήσεται; Προμηθεύς πρὸς αὐτὸς αὑτοῦ κενοφρόνων βουλευμάτων. Ἰώ ποίῳ τρόπῳ; σήμηνον, εἰ μή τις βλάβη. Προμηθεύς γαμεῖ γάμον τοιοῦτον ᾧ ποτ᾽ ἀσχαλᾷ. Ἰώ θέορτον, ἢ βρότειον; εἰ ῥητόν, φράσον. 765 Προμηθεύς τί δ᾽ ὅντιν᾽·; οὐ γὰρ ῥητὸν αὐδᾶσθαι τόδε. Ἰώ ἦ πρὸς δάμαρτος ἐξανίσταται θρόνων; Προμηθεύς ἣ τέξεταί γε παῖδα φέρτερον πατρός. Ἰώ οὐδ᾽ ἔστιν αὐτῷ τῆσδ᾽ ἀποστροφὴ τύχης; Προμηθεύς οὐ δῆτα, πλὴν ἔγωγ᾽ ἂν ἐκ δεσμῶν λυθείς. 770 Ἰώ τίς οὖν ὁ λύσων ἐστὶν ἄκοντος Διός; Προμηθεύς τῶν σῶν τιν᾽ αὐτὸν ἐγγόνων εἶναι χρεών.
Ἰώ πῶς εἶπας; ἦ ᾽μὸς παῖς σ᾽ ἀπαλλάξει κακῶν; Προμηθεύς τρίτος γε γένναν πρὸς δέκ᾽ ἄλλαισιν γοναῖς. Ἰώ ἥδ᾽ οὐκέτ᾽ εὐξύμβλητος ἡ χρησμῳδία. 775 Προμηθεύς καὶ μηδὲ σαυτῆς ἐκμαθεῖν ζήτει πόνους. Ἰώ μή μοι προτείνων κέρδος εἶτ᾽ ἀποστέρει. Προμηθεύς δυοῖν λόγοιν σε θατέρῳ δωρήσομαι. Ἰώ ποίοιν; πρόδειξον, αἵρεσίν τ᾽ ἐμοὶ δίδου. Προμηθεύς δίδωμ᾽· ἑλοῦ γάρ, ἢ πόνων τὰ λοιπά σοι 780 φράσω σαφηνῶς, ἢ τὸν ἐκλύσοντ᾽ ἐμέ. Χορός τούτων σὺ τὴν μὲν τῇδε, τὴν δ᾽ ἐμοὶ χάριν θέσθαι θέλησον, μηδ᾽ ἀτιμάσῃς λόγου· καὶ τῇδε μὲν γέγωνε τὴν λοιπὴν πλάνην, ἐμοὶ δὲ τὸν λύσοντα· τοῦτο γὰρ ποθῶ. 785 Προμηθεύς ἐπεὶ προθυμεῖσθ᾽, οὐκ ἐναντιώσομαι τὸ μὴ οὐ γεγωνεῖν πᾶν ὅσον προσχρῄζετε. σοὶ πρῶτον, Ἰοῖ, πολύδονον πλάνην φράσω, ἣν ἐγγράφου σὺ μνήμοσιν δέλτοις φρενῶν. ὅταν περάσῃς ῥεῖθρον ἠπείροιν ὅρον, 790 πρὸς ἀντολὰς φλογῶπας ἡλιοστιβεῖς * πόντου περῶσα φλοῖσβον, ἔστ᾽ ἂν ἐξίκῃ
πρὸς Γοργόνεια πεδία Κισθήνης, ἵνα αἱ Φορκίδες ναίουσι δηναιαὶ κόραι τρεῖς κυκνόμορφοι, κοινὸν ὄμμ᾽ ἐκτημέναι, 795 μονόδοντες, ἃς οὔθ᾽ ἥλιος προσδέρκεται ἀκτῖσιν οὔθ᾽ ἡ νύκτερος μήνη ποτέ. πέλας δ᾽ ἀδελφαὶ τῶνδε τρεῖς κατάπτεροι, δρακοντόμαλλοι Γοργόνες βροτοστυγεῖς, ἃς θνητὸς οὐδεὶς εἰσιδὼν ἕξει πνοάς. 800 τοιοῦτο μέν σοι τοῦτο φρούριον λέγω· ἄλλην δ᾽ ἄκουσον δυσχερῆ θεωρίαν· ὀξυστόμους γὰρ Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνας γρῦπας φύλαξαι, τόν τε μουνῶπα στρατὸν Ἀριμασπὸν ἱπποβάμον᾽, οἳ χρυσόρρυτον 805 οἰκοῦσιν ἀμφὶ νᾶμα Πλούτωνος πόρου· τούτοις σὺ μὴ πέλαζε. τηλουρὸν δὲ γῆν ἥξεις, κελαινὸν φῦλον, οἳ πρὸς ἡλίου ναίουσι πηγαῖς, ἔνθα ποταμὸς Αἰθίοψ. τούτου παρ᾽ ὄχθας ἕρφ᾽, ἕως ἂν ἐξίκῃ 810 καταβασμόν, ἔνθα Βιβλίνων ὀρῶν ἄπο ἵησι σεπτὸν Νεῖλος εὔποτον ῥέος. οὗτός σ᾽ ὁδώσει τὴν τρίγωνον ἐς χθόνα Νειλῶτιν, οὗ δὴ τὴν μακρὰν ἀποικίαν, Ἰοῖ, πέπρωται σοί τε καὶ τέκνοις κτίσαι. 815 τῶν δ᾽ εἴ τί σοι ψελλόν τε καὶ δυσεύρετον, ἐπανδίπλαζε καὶ σαφῶς ἐκμάνθανε· σχολὴ δὲ πλείων ἢ θέλω πάρεστί μοι. Χορός εἰ μέν τι τῇδε λοιπὸν ἢ παρειμένον ἔχεις γεγωνεῖν τῆς πολυφθόρου πλάνης, 820 λέγ᾽· εἰ δὲ πάντ᾽ εἴρηκας, ἡμῖν αὖ χάριν δὸς ἥνπερ αἰτούμεσθα, μέμνησαι δέ που. Προμηθεύς τὸ πᾶν πορείας ἥδε τέρμ᾽ ἀκήκοεν. ὅπως δ᾽ ἂν εἰδῇ μὴ μάτην κλύουσά μου, ἃ πρὶν μολεῖν δεῦρ᾽ ἐκμεμόχθηκεν φράσω,
825 τεκμήριον τοῦτ᾽ αὐτὸ δοὺς μύθων ἐμῶν. ὄχλον μὲν οὖν τὸν πλεῖστον ἐκλείψω λόγων, πρὸς αὐτὸ δ᾽ εἶμι τέρμα σῶν πλανημάτων. ἐπεὶ γὰρ ἦλθες πρὸς Μολοσσὰ γάπεδα, τὴν αἰπύνωτόν τ᾽ ἀμφὶ Δωδώνην, ἵνα 830 μαντεῖα θᾶκός τ᾽ ἐστὶ Θεσπρωτοῦ Διός, τέρας τ᾽ ἄπιστον, αἱ προσήγοροι δρύες, ὑφ᾽ ὧν σὺ λαμπρῶς κοὐδὲν αἰνικτηρίως προσηγορεύθης ἡ Διὸς κλεινὴ δάμαρ μέλλουσ᾽ ἔσεσθαι. τῶνδε προσσαίνει σέ τι ; 835 ἐντεῦθεν οἰστρήσασα τὴν παρακτίαν κέλευθον ᾖξας πρὸς μέγαν κόλπον ῾Ρέας, ἀφ᾽ οὗ παλιμπλάγκτοισι χειμάζῃ δρόμοις· χρόνον δὲ τὸν μέλλοντα πόντιος μυχός, σαφῶς ἐπίστασ᾽, Ἰόνιος κεκλήσεται,. 840 τῆς σῆς πορείας μνῆμα τοῖς πᾶσιν βροτοῖς. σημεῖά σοι τάδ᾽ ἐστὶ τῆς ἐμῆς φρενός, ὡς δέρκεται πλέον τι τοῦ πεφασμένου. τὰ λοιπὰ δ᾽ ὑμῖν τῇδέ τ᾽ ἐς κοινὸν φράσω, ἐς ταὐτὸν ἐλθὼν τῶν πάλαι λόγων ἴχνος. 845 Προμηθεύς ἔστιν πόλις Κάνωβος ἐσχάτη χθονός, Νείλου πρὸς αὐτῷ στόματι καὶ προσχώματι· ἐνταῦθα δή σε Ζεὺς τίθησιν ἔμφρονα ἐπαφῶν ἀταρβεῖ χειρὶ καὶ θιγὼν μόνον. ἐπώνυμον δὲ τῶν Διὸς γεννημάτων 850 τέξεις κελαινὸν Ἔπαφον, ὃς καρπώσεται ὅσην πλατύρρους Νεῖλος ἀρδεύει χθόνα· πέμπτη δ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ γέννα πεντηκοντάπαις πάλιν πρὸς Ἄργος οὐχ ἑκοῦσ᾽ ἐλεύσεται θηλύσπορος, φεύγουσα συγγενῆ γάμον 855 ἀνεψιῶν· οἱ δ᾽ ἐπτοημένοι φρένας, κίρκοι πελειῶν οὐ μακρὰν λελειμμένοι,
ἥξουσι θηρεύοντες οὐ θηρασίμους γάμους, φθόνον δὲ σωμάτων ἕξει θεός· Πελασγία δὲ δέξεται θηλυκτόνῳ 860 Ἄρει, δαμέντων νυκτιφρουρήτῳ θράσει. γυνὴ γὰρ ἄνδρ᾽ ἕκαστον αἰῶνος στερεῖ, δίθηκτον ἐν σφαγαῖσι βάψασα ξίφος· τοιάδ᾽ ἐπ᾽ ἐχθροὺς τοὺς ἐμοὺς ἔλθοι Κύπρις. μίαν δὲ παίδων ἵμερος θέλξει τὸ μὴ 865 κτεῖναι σύνευνον, ἀλλ᾽ ἀπαμβλυνθήσεται γνώμην· δυοῖν δὲ θάτερον βουλήσεται, κλύειν ἄναλκις μᾶλλον ἢ μιαιφόνος· αὕτη κατ᾽ Ἄργος βασιλικὸν τέξει γένος. μακροῦ λόγου δεῖ ταῦτ᾽ ἐπεξελθεῖν τορῶς. 870 σπορᾶς γε μὴν ἐκ τῆσδε φύσεται θρασὺς τόξοισι κλεινός, ὃς πόνων ἐκ τῶνδ᾽ ἐμὲ λύσει. τοιόνδε χρησμὸν ἡ παλαιγενὴς μήτηρ ἐμοὶ διῆλθε Τιτανὶς Θέμις· ὅπως δὲ χὤπη, ταῦτα δεῖ μακροῦ λόγου 875 εἰπεῖν, σύ τ᾽ οὐδὲν ἐκμαθοῦσα κερδανεῖς. Ἰώ ἐλελεῦ ἐλελεῦ, ὑπό μ᾽ αὖ σφάκελος καὶ φρενοπληγεῖς μανίαι θάλπουσ᾽, οἴστρου δ᾽ ἄρδις χρίει μ᾽ ἄπυρος· 880 κραδία δὲ φόβῳ φρένα λακτίζει. τροχοδινεῖται δ᾽ ὄμμαθ᾽ ἑλίγδην, ἔξω δὲ δρόμου φέρομαι λύσσης πνεύματι μάργῳ, γλώσσης ἀκρατής· θολεροὶ δὲ λόγοι παίουσ᾽ εἰκῆ 885 στυγνῆς πρὸς κύμασιν ἄτης. Χορός ἦ σοφὸς ἦ σοφὸς [ἦν] ὃς πρῶτος ἐν γνώμᾳ τόδ᾽ ἐβάστασε καὶ γλώσσᾳ διεμυθολόγησεν, ὡς τὸ κηδεῦσαι καθ᾽ ἑαυτὸν ἀριστεύει μακρῷ,
890 καὶ μήτε τῶν πλούτῳ διαθρυπτομένων μήτε τῶν γέννᾳ μεγαλυνομένων ὄντα χερνήταν ἐραστεῦσαι γάμων. Χορός μήποτε μήποτέ μ᾽, ὦ <πότνιαι> Μοῖραι, λεχέων Διὸς εὐνά895 τειραν ἴδοισθε πέλουσαν· μηδὲ πλαθείην γαμέτᾳ τινὶ τῶν ἐξ οὐρανοῦ. ταρβῶ γὰρ ἀστεργάνορα παρθενίαν εἰσορῶσ᾽ Ἰοῦς ἀμαλαπτομέναν δυσπλάνοις Ἥρας ἀλατείαις πόνων. 900 Χορός ἐμοὶ δ᾽ ὅτε μὲν ὁμαλὸς ὁ γάμος, ἄφοβος· [οὐ δέδια·] μηδὲ κρεισσόνων θεῶν ἔρως ἄφυκτον ὄμμα προσδράκοι με. ἀπόλεμος ὅδε γ᾽ ὁ πόλεμος, ἄπορα πόριμος· οὐδ᾽ ἔχω τίς ἂν γενοίμαν. 905 τὰν Διὸς γὰρ οὐχ ὁρῶ μῆτιν ὅπα φύγοιμ᾽ ἄν. 906b Προμηθεύς ἦ μὴν ἔτι Ζεύς, καίπερ αὐθάδης φρενῶν, ἔσται ταπεινός, οἷον ἐξαρτύεται γάμον γαμεῖν, ὃς αὐτὸν ἐκ τυραννίδος θρόνων τ᾽ ἄιστον ἐκβαλεῖ· πατρὸς δ᾽ ἀρὰ 910 Κρόνου τότ᾽ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται, ἣν ἐκπίτνων ἠρᾶτο δηναιῶν θρόνων. τοιῶνδε μόχθων ἐκτροπὴν οὐδεὶς θεῶν δύναιτ᾽ ἂν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ δεῖξαι σαφῶς. ἐγὼ τάδ᾽ οἶδα χᾦ τρόπῳ. πρὸς ταῦτά νυν 915 θαρσῶν καθήσθω τοῖς πεδαρσίοις κτύποις πιστός, τινάσσων τ᾽ ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος. οὐδὲν γὰρ αὐτῷ ταῦτ᾽ ἐπαρκέσει τὸ μὴ οὐ
πεσεῖν ἀτίμως πτώματ᾽ οὐκ ἀνασχετά· τοῖον παλαιστὴν νῦν παρασκευάζεται 920 ἐπ᾽ αὐτὸς αὑτῷ, δυσμαχώτατον τέρας· ὃς δὴ κεραυνοῦ κρείσσον᾽ εὑρήσει φλόγα, βροντῆς θ᾽ ὑπερβάλλοντα καρτερὸν κτύπον· θαλασσίαν τε γῆς τινάκτειραν νόσον τρίαιναν, αἰχμὴν τὴν Ποσειδῶνος, σκεδᾷ. 925 πταίσας δὲ τῷδε πρὸς κακῷ μαθήσεται ὅσον τό τ᾽ ἄρχειν καὶ τὸ δουλεύειν δίχα. Χορός σύ θην ἃ χρῄζεις, ταῦτ᾽ ἐπιγλωσσᾷ Διός. Προμηθεύς ἅπερ τελεῖται, πρὸς δ᾽ ἃ βούλομαι λέγω. Χορός καὶ προσδοκᾶν χρὴ δεσπόσειν Ζηνός τινα; 930 Προμηθεύς καὶ τῶνδέ γ᾽, ἕξει δυσλοφωτέρους πόνους. Χορός πῶς δ᾽ οὐχὶ ταρβεῖς τοιάδ᾽ ἐκρίπτων ἔπη; Προμηθεύς τί δ᾽ ἂν φοβοίμην ᾧ θανεῖν οὐ μόρσιμον; Χορός ἀλλ᾽ ἆθλον ἄν σοι τοῦδ᾽ ἔτ᾽ ἀλγίω πόροι. Προμηθεύς ὁ δ᾽ οὖν ποιείτω· πάντα προσδοκητά μοι. 935 Χορός οἱ προσκυνοῦντες τὴν Ἀδράστειαν σοφοί. Προμηθεύς σέβου, προσεύχου, θῶπτε τὸν κρατοῦντ᾽ ἀεί. ἐμοὶ δ᾽ ἔλασσον Ζηνὸς ἢ μηδὲν μέλει. δράτω, κρατείτω τόνδε τὸν βραχὺν χρόνον, ὅπως θέλει· δαρὸν γὰρ οὐκ ἄρξει θεοῖς.
940 ἀλλ᾽ εἰσορῶ γὰρ τόνδε τὸν Διὸς τρόχιν, τὸν τοῦ τυράννου τοῦ νέου διάκονον· πάντως τι καινὸν ἀγγελῶν ἐλήλυθεν. Ἑρμῆς σὲ τὸν σοφιστήν, τὸν πικρῶς ὑπέρπικρον, τὸν ἐξαμαρτόντ᾽ εἰς θεοὺς ἐφημέροις 945 πορόντα τιμάς, τὸν πυρὸς κλέπτην λέγω· πατὴρ ἄνωγέ σ᾽ οὕστινας κομπεῖς γάμους αὐδᾶν, πρὸς ὧν ἐκεῖνος ἐκπίπτει κράτους. καὶ ταῦτα μέντοι μηδὲν αἰνικτηρίως, ἀλλ᾽ αὔθ᾽ ἕκαστα φράζε· μηδέ μοι διπλᾶς 950 ὁδούς, Προμηθεῦ, προσβάλῃς· ὁρᾷς δ᾽ ὅτι Ζεὺς τοῖς τοιούτοις οὐχὶ μαλθακίζεται. Προμηθεύς σεμνόστομός γε καὶ φρονήματος πλέως ὁ μῦθός ἐστιν, ὡς θεῶν ὑπηρέτου. νέον νέοι κρατεῖτε καὶ δοκεῖτε δὴ 955 ναίειν ἀπενθῆ πέργαμ᾽· οὐκ ἐκ τῶνδ᾽ ἐγὼ δισσοὺς τυράννους ἐκπεσόντας ᾐσθόμην; τρίτον δὲ τὸν νῦν κοιρανοῦντ᾽ ἐπόψομαι αἴσχιστα καὶ τάχιστα. μή τί σοι δοκῶ ταρβεῖν ὑποπτήσσειν τε τε τοὺς νέους θεούς; 960 πολλοῦ γε καὶ τοῦ παντὸς ἐλλείπω. σὺ δὲ κέλευθον ἥνπερ ἦλθες ἐγκόνει πάλιν· πεύσῃ γὰρ οὐδὲν ὧν ἀνιστορεῖς ἐμέ. Ἑρμῆς τοιοῖσδε μέντοι καὶ πρὶν αὐθαδίσμασιν ἐς τάσδε σαυτὸν πημονὰς καθώρμισας. 965 Προμηθεύς τῆς σῆς λατρείας τὴν ἐμὴν δυσπραξίαν, σαφῶς ἐπίστασ᾽, οὐκ ἂν ἀλλάξαιμ᾽ ἐγώ. κρεῖσσον γὰρ οἶμαι τῇδε λατρεύειν πέτρᾳ ἢ πατρὶ φῦναι Ζηνὶ πιστὸν ἄγγελον.
οὕτως ὑβρίζειν τοὺς ὑβρίζοντας χρεών. 970 Ἑρμῆς χλιδᾶν ἔοικας τοῖς παροῦσι πράγμασι. Προμηθεύς χλιδῶ; χλιδῶντας ὧδε τοὺς ἐμοὺς ἐγὼ ἐχθροὺς ἴδοιμι· καὶ σὲ δ᾽ ἐν τούτοις λέγω. Ἑρμῆς ἦ κἀμὲ γάρ τι συμφοραῖς ἐπαιτιᾷ; Προμηθεύς ἁπλῷ λόγῳ τοὺς πάντας ἐχθαίρω θεούς, 975 ὅσοι παθόντες εὖ κακοῦσί μ᾽ ἐκδίκως. Ἑρμῆς κλύω σ᾽ ἐγὼ μεμηνότ᾽ οὐ σμικρὰν νόσον. Προμηθεύς νοσοῖμ᾽ ἄν, εἰ νόσημα τοὺς ἐχθροὺς στυγεῖν. Ἑρμῆς εἴης φορητὸς οὐκ ἄν, εἰ πράσσοις καλῶς. Προμηθεύς <ὤμοι.> Ἑρμῆς ὤμοι; τόδε Ζεὺς τοὔπος οὐκ ἐπίσταται. 980 Προμηθεύς ἀλλ᾽ ἐκδιδάσκει πάνθ᾽ ὁ γηράσκων χρόνος. Ἑρμῆς καὶ μὴν σύ γ᾽ οὔπω σωφρονεῖν ἐπίστασαι. Προμηθεύς σὲ γὰρ προσηύδων οὐκ ἂν ὄνθ᾽ ὑπηρέτην. Ἑρμῆς ἐρεῖν ἔοικας οὐδὲν ὧν χρῄζει πατήρ.
Προμηθεύς καὶ μὴν ὀφείλων γ᾽ ἂν τίνοιμ᾽ αὐτῷ χάριν. 985 Ἑρμῆς ἐκερτόμησας δῆθεν ὡς παῖδ᾽ ὄντα με. Προμηθεύς οὐ γὰρ σὺ παῖς τε κἄτι τοῦδ᾽ ἀνούστερος εἰ προσδοκᾷς ἐμοῦ τι πεύσεσθαι πάρα; οὐκ ἔστιν αἴκισμ᾽ οὐδὲ μηχάνημ᾽ ὅτῳ προτρέψεταί με Ζεὺς γεγωνῆσαι τάδε, 990 πρὶν ἂν χαλασθῇ δεσμὰ λυμαντήρια. πρὸς ταῦτα ῥιπτέσθω μὲν αἰθαλοῦσσα φλόξ, λευκοπτέρῳ δὲ νιφάδι καὶ βροντήμασι χθονίοις κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω. γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ μ᾽ ὥστε καὶ φράσαι 995 πρὸς οὗ χρεών νιν ἐκπεσεῖν τυραννίδος. Ἑρμῆς ὅρα νυν εἴ σοι ταῦτ᾽ ἀρωγὰ φαίνεται. Προμηθεύς ὦπται πάλαι δὴ καὶ βεβούλευται τάδε. Ἑρμῆς τόλμησον, ὦ μάταιε, τόλμησόν ποτε πρὸς τὰς παρούσας πημονὰς ὀρθῶς φρονεῖν, 1000 Προμηθεύς ὀχλεῖς μάτην με κῦμ᾽ ὅπως παρηγορῶν. εἰσελθέτω σε μήποθ᾽ ὡς ἐγὼ Διὸς γνώμην φοβηθεὶς θηλύνους γενήσομαι, καὶ λιπαρήσω τὸν μέγα στυγούμενον γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν 1005 λῦσαί με δεσμῶν τῶνδε· τοῦ παντὸς δέω. Ἑρμῆς λέγων ἔοικα πολλὰ καὶ μάτην ἐρεῖν· τέγγῃ γὰρ οὐδὲν οὐδὲ μαλθάσσῃ λιταῖς
πρὶν ἂν θεῶν τις διάδοχος τῶν σῶν πόνων φανῇ. πιθοῦ· σοφῷ γὰρ αἰσχρὸν ἐξαμαρτάνειν. λάβρως διαρταμήσει σώματος μέγα ῥάκος. μηδ᾽ αὐθαδίαν εὐβουλίας ἀμείνον᾽ ἡγήσῃ ποτέ. ἀλλὰ καὶ λίαν εἰρημένος · ψευδηγορεῖν γὰρ οὐκ ἐπίσταται στόμα τὸ Δῖον. πρὸς ταῦτα βούλευ᾽· ὡς ὅδ᾽ οὐ πεπλασμένος 1030 ὁ κόμπος. ἀλλὰ πᾶν ἔπος τελεῖ· σὺ δὲ πάπταινε καὶ φρόντιζε. ἄνωγε γάρ σε τὴν αὐθαδίαν μεθέντ᾽ ἐρευνᾶν τὴν σοφὴν εὐβουλίαν. σκέψαι δ᾽. μακρὸν δὲ μῆκος ἐκτελευτήσας χρόνου 1020 ἄψορρον ἥξεις εἰς φάος· Διὸς δέ τοί πτηνὸς κύων. 1010 ἀτὰρ σφοδρύνῃ γ᾽ ἀσθενεῖ σοφίσματι· αὐθαδία γὰρ τῷ φρονοῦντι μὴ καλῶς αὐτὴ καθ᾽ αὑτὴν οὐδενὸς μεῖζον σθένει. οἷός σε χειμὼν καὶ κακῶν τρικυμία 1015 ἔπεισ᾽ ἄφυκτος · πρῶτα μὲν γὰρ ὀκρίδα φάραγγα βροντῇ καὶ κεραυνίᾳ φλογὶ πατὴρ σπαράξει τήνδε. Προμηθεύς εἰδότι τοί μοι τάσδ᾽ ἀγγελίας . ἄκλητος ἕρπων δαιταλεὺς πανήμερος. 1035 Χορός ἡμῖν μὲν Ἑρμῆς οὐκ ἄκαιρα φαίνεται λέγειν. 1025 τοιοῦδε μόχθου τέρμα μή τι προσδόκα.ἐμαῖς· δακὼν δὲ στόμιον ὡς νεοζυγὴς πῶλος βιάζῃ καὶ πρὸς ἡνίας μάχῃ. καὶ κρύψει δέμας τὸ σόν. θελήσῃ τ᾽ εἰς ἀναύγητον μολεῖν Ἅιδην κνεφαῖά τ᾽ ἀμφὶ Ταρτάρου βάθη. δαφοινὸς αἰετός. πετραία δ᾽ ἀγκάλη σε βαστάσει. ἐὰν μὴ τοῖς ἐμοῖς πεισθῇς λόγοις. κελαινόβρωτον δ᾽ ἧπαρ ἐκθοινήσεται.
τί χαλᾷ μανιῶν. 1065 πῶς με κελεύεις κακότητ᾽ ἀσκεῖν. Χορός ἄλλο τι φώνει καὶ παραμυθοῦ μ᾽ ὅ τι καὶ πείσεις· οὐ γὰρ δή που τοῦτό γε τλητὸν παρέσυρας ἔπος.1040 ὅδ᾽ ἐθώυξεν· πάσχειν δὲ κακῶς ἐχθρὸν ὑπ᾽ ἐχθρῶν οὐδὲν ἀεικές. κῦμα δὲ πόντου τραχεῖ ῥοθίῳ συγχώσειεν τῶν οὐρανίων ἄστρων διόδους· εἴς τε κελαινὸν 1050 Τάρταρον ἄρδην ῥίψειε δέμας τοὐμὸν ἀνάγκης στερραῖς δίναις· πάντως ἐμέ γ᾽ οὐ θανατώσει. 1060 μὴ φρένας ὑμῶν ἠλιθιώσῃ βροντῆς μύκημ᾽ ἀτέραμνον. μετὰ τοῦδ᾽ ὅ τι χρὴ πάσχειν ἐθέλω· τοὺς προδότας γὰρ μισεῖν ἔμαθον. ἀλλ᾽ οὖν ὑμεῖς γ᾽ αἱ πημοσύναις συγκάμνουσαι ταῖς τοῦδε τόπων μετά ποι χωρεῖτ᾽ ἐκ τῶνδε θοῶς. πρὸς ταῦτ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ ῥιπτέσθω μὲν πυρὸς ἀμφήκης βόστρυχος. κοὐκ ἔστι νόσος τῆσδ᾽ ἥντιν᾽ ἀπέπτυσα μᾶλλον. 1055 τί γὰρ ἐλλείπει μὴ <οὐ> παραπαίειν ἡ τοῦδ᾽ εὐχή. αἰθὴρ δ᾽ ἐρεθιζέσθω βροντῇ σφακέλῳ τ᾽ 1045 ἀγρίων ἀνέμων· χθόνα δ᾽ ἐκ πυθμένων αὐταῖς ῥίζαις πνεῦμα κραδαίνοι. Ἑρμῆς τοιάδε μέντοι τῶν φρενοπλήκτων βουλεύματ᾽ ἔπη τ᾽ ἔστιν ἀκοῦσαι. 1070 .
ἕλικες δ᾽ ἐκλάμπουσι στεροπῆς ζάπυροι. ὦ πάντων αἰθὴρ κοινὸν φάος εἱλίσσων.Ἑρμῆς ἀλλ᾽ οὖν μέμνησθ᾽ ἁγὼ προλέγω μηδὲ πρὸς ἄτης θηραθεῖσαι μέμψησθε τύχην. 1090 ὦ μητρὸς ἐμῆς σέβας. 1926) Ὀρέστης <Ἑρμῆ χθόνιε. Herbert Weir Smyth. τοιάδ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ ῥιπὴ Διόθεν τεύχουσα φόβον στείχει φανερῶς. 1926) Αἰσχύλου Χοηφόροι (ed. Χοηφόροι (ed. Herbert Weir Smyth. εἰδυῖαι γὰρ κοὐκ ἐξαίφνης οὐδὲ λαθραίως εἰς ἀπέρατον δίκτυον ἄτης ἐμπλεχθήσεσθ᾽ ὑπ᾽ ἀνοίας. στρόμβοι δὲ κόνιν εἱλίσσουσι· σκιρτᾷ δ᾽ ἀνέμων 1085 πνεύματα πάντων εἰς ἄλληλα στάσιν ἀντίπνουν ἀποδεικνύμενα· ξυντετάρακται δ᾽ αἰθὴρ πόντῳ. πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη. ἐσορᾷς μ᾽ ὡς ἔκδικα πάσχω. μηδέ ποτ᾽ εἴπηθ᾽ ὡς Ζεὺς ὑμᾶς εἰς ἀπρόοπτον πῆμ᾽ εἰσέβαλεν· μὴ δῆτ᾽ αὐταὶ δ᾽ 1075 ὑμᾶς αὐτάς. . Αισχύλος. Προμηθεύς καὶ μὴν ἔργῳ κοὐκέτι μύθῳ 1080 χθὼν σεσάλευται· βρυχία δ᾽ ἠχὼ παραμυκᾶται βροντῆς.
Πυλάδη. πάτερ. Χορός ἰαλτὸς ἐκ δόμων ἔβαν χοὰς προπομπὸς ὀξύχειρι σὺν κτύπῳ.> * τί χρῆμα λεύσσω; τίς ποθ᾽ ἥδ᾽ ὁμήγυρις στείχει γυναικῶν φάρεσιν μελαγχίμοις πρέπουσα; ποίᾳ ξυμφορᾷ προσεικάσω; πότερα δόμοισι πῆμα προσκυρεῖ νέον; ἢ πατρὶ τὠμῷ τάσδ᾽ ἐπεικάσας τύχω χοὰς φερούσας νερτέροις μειλίγματα; οὐδέν ποτ᾽ ἄλλο· καὶ γὰρ Ἠλέκτραν δοκῶ στείχειν ἀδελφὴν τὴν ἐμὴν πένθει λυγρῷ πρέπουσαν. 35 . τορὸς δὲ Φοῖβος ὀρθόθριξ δόμων ὀνειρόμαντις. * . κριταί <τε> τῶνδ᾽ ὀνειράτων θεόθεν ἔλακον ὑπέγγυοι μέμφεσθαι τοὺς γᾶς 5 10 15 20 [α’ χορ. . [στρ. λινοφθόροι δ᾽ ὑφασμάτων λακίδες ἔφλαδον ὑπ᾽ ἄλγεσιν. προστέρνῳ στολμῷ πέπλων ἀγελάστοις ξυμφοραῖς πεπληγμένων. α. τὸν δεύτερον δὲ τόνδε πενθητήριον * οὐ γὰρ παρὼν ᾤμωξα σόν. ἐξ ὕπνου κότον πνέων. ἀωρόνυκτον ἀμβόαμα μυχόθεν ἔλακε περὶ φόβῳ. ὡς ἂν σαφῶς μάθω γυναικῶν ἥτις ἥδε προστροπή. γυναικείοισιν ἐν δώμασιν βαρὺς πίτνων. πρέπει παρηὶς φοινίοις ἀμυγμοῖς ὄνυχος ἄλοκι νεοτόμῳ· δι᾽ αἰῶνος δ᾽ ἰυγμοῖσι βόσκεται κέαρ. ἀκοῦσαι . . σταθῶμεν ἐκποδών. α. ὦ Ζεῦ. πλόκαμον Ἰνάχῳ θρεπτήριον. μόρον οὐδ᾽ ἐξέτεινα χεῖρ᾽ ἐπ᾽ ἐκφορᾷ νεκροῦ. . γενοῦ δὲ σύμμαχος θέλων ἐμοί. 25 30 [ἀντ. δός με τείσασθαι μόρον πατρός. .σωτὴρ γενοῦ μοι ξύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ· ἥκω γὰρ ἐς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι. τύμβου δ᾽ ἐπ᾽ ὄχθῳ τῷδε κηρύσσω πατρὶ κλύειν.
τοὺς δ᾽ ἄκραντος ἔχει νύξ. [στρ. β. τί γὰρ λύτρον πεσόντος αἵματος πέδοι; ἰὼ πάνοιζυς ἑστία. . 60 ῥοπὴ δ᾽ ἐπισκοπεῖ δίκας ταχεῖα τοὺς μὲν ἐν φάει.νέρθεν περιθύμως τοῖς κτανοῦσί τ᾽ ἐγκοτεῖν. γ. μωμένα μ᾽ ἰάλλει δύσθεος γυνά. φοβεῖται δέ τις. διαλγὴς <δ᾽ > ἄτα διαφέρει τὸν αἴτιον παναρκέτας νόσου βρύειν. θιγόντι δ᾽ οὔτι νυμφικῶν ἑδωλίων ἄκος. 55 δι᾽ ὤτων φρενός τε δαμίας περαῖνον νῦν ἀφίσταται. τοιάνδε χάριν ἀχάριτον ἀπότροπον κακῶν. γ. κρυφαίοις πένθεσιν παχνουμένη. ἐμοὶ δ᾽ —ἀνάγκαν γὰρ ἀμφίπτολιν θεοὶ προσήνεγκαν· (ἐκ γὰρ οἴκων πατρῴων δούλιόν <μ᾽> ἐσᾶγον αἶσαν )— δίκαια καὶ μὴ δίκαια ἀρχὰς πρέπον βίᾳ φρενῶν αἰνέσαι πικρὸν στύγος κρατούσῃ. 45 50 σέβας δ᾽ ἄμαχον ἀδάματον ἀπόλεμον τὸ πρὶν[ἀντ. δωμάτων εὐθήμονες. φοβοῦμαι δ᾽ ἔπος τόδ᾽ ἐκβαλεῖν. 70 [ἀντ. ἀνήλιοι βροτοστυγεῖς δνόφοι καλύπτουσι δόμους δεσποτῶν θανάτοισι. τὰ δ᾽ ἐν μεταιχμίῳ σκότου μένει χρονίζοντας ἄχη [βρύει]. Ἠλέκτρα δμωαὶ γυναῖκες. β. τὸ δ᾽ εὐτυχεῖν. ἰὼ κατασκαφαὶ δόμων. 40 [στρ. τόδ᾽ ἐν βροτοῖς θεός τε καὶ θεοῦ πλέον. [ἐπῳδ. 75 80 83β [ α’ ἐπεισ. δακρύω δ᾽ ὑφ᾽ εἱμάτων ματαίοισι δεσποτᾶν τύχαις. πόροι τε πάντες ἐκ μιᾶς ὁδοῦ <προ>βαίνοντες τὸν χερομυσῆ φόνον καθαίροντες ἴθυσαν μάταν. ἰὼ γαῖα μαῖα. 65 δι᾽ αἵματ᾽ ἐκποθένθ᾽ ὑπὸ χθονὸς τροφοῦ τίτας φόνος πέπηγεν οὐ διαρρύδαν.
εἴ τι τῶνδ᾽ ἔχοις ὑπέρτερον. οὐδ᾽ ἔχω τί φῶ. ἔσθλ᾽ ἀντιδοῦναι τοῖσι πέμπουσιν τάδε στέφη. ὥσπερ ᾐδέσω τάφον πατρός. μεταίτιαι· κοινὸν γὰρ ἔχθος ἐν δόμοις νομίζομεν. κἀφρένωσας οὐχ ἥκιστά με. 85 90 95 100 105 110 115 . γένεσθε τῶνδε σύμβουλοι πέρι· τί φῶ χέουσα τάσδε κηδείους χοάς; πῶς εὔφρον᾽ εἴπω. δόσιν γε τῶν κακῶν ἐπαξίαν; ἢ σῖγ᾽ ἀτίμως. Ἠλέκτρα λέγοις ἄν. κεἰ θυραῖός ἐσθ᾽ ὅμως. ἢ τοῦτο φάσκω τοὔπος.ἐπεὶ πάρεστε τῆσδε προστροπῆς ἐμοὶ πομποί. χέουσα τόνδε πέλανον ἐν τύμβῳ πατρός. κελεύεις γάρ. λέγοις ἄν. ὦ φίλαι. τὸν ἐκ φρενὸς λόγον. τὸ μόρσιμον γὰρ τόν τ᾽ ἐλεύθερον μένει καὶ τὸν πρὸς ἄλλης δεσποτούμενον χερός. Ἠλέκτρα ἐμοί τε καὶ σοί τἄρ᾽ ἐπεύξομαι τάδε; Χορός αὐτὴ σὺ ταῦτα μανθάνουσ᾽ ἤδη φράσαι. γάποτον χύσιν. στείχω καθάρμαθ᾽ ὥς τις ἐκπέμψας πάλιν δικοῦσα τεῦχος ἀστρόφοισιν ὄμμασιν; τῆσδ᾽ ἐστὲ βουλῆς. ὥσπερ οὖν ἀπώλετο πατήρ. μὴ κεύθετ᾽ ἔνδον καρδίας φόβῳ τινός. Χορός φθέγγου χέουσα κεδνὰ τοῖσιν εὔφροσιν. τῆς ἐμῆς μητρὸς πάρα; τῶνδ᾽ οὐ πάρεστι θάρσος. Χορός αἰδουμένη σοι βωμὸν ὡς τύμβον πατρὸς λέξω. Ἠλέκτρα τίν᾽ οὖν ἔτ᾽ ἄλλον τῇδε προστιθῶ στάσει; Χορός μέμνησ᾽ Ὀρέστου. Ἠλέκτρα εὖ τοῦτο. ὡς νόμος βροτοῖς. Χορός τοῖς αἰτίοις νῦν τοῦ φόνου μεμνημένη— Ἠλέκτρα τί φῶ; δίδασκ᾽ ἄπειρον ἐξηγουμένη. τάδ᾽ ἐκχέασα. Ἠλέκτρα τίνας δὲ τούτους τῶν φίλων προσεννέπω; Χορός πρῶτον μὲν αὑτὴν χὤστις Αἴγισθον στυγεῖ. πῶς κατεύξομαι πατρί; πότερα λέγουσα παρὰ φίλης φίλῳ φέρειν γυναικὸς ἀνδρί.
ὑμᾶς δὲ κωκυτοῖς ἐπανθίζειν νόμος. Χορός ἵετε δάκρυ καναχὲς ὀλόμενον ὀλομένῳ δεσπότᾳ πρὸς ἔρυμα τόδε κακῶν. ἡμῖν μὲν εὐχὰς τάσδε. ἣ τὰ πάντα τίκτεται. παιᾶνα τοῦ θανόντος ἐξαυδωμένας. καὶ σὺ κλῦθί μου. 120 124 124α 125 130 135 140 145 150 155 . σὺν θεοῖσι καὶ γῇ καὶ δίκῃ νικηφόρῳ. ἄνδρα δ᾽ ἀντηλλάξατο Αἴγισθον. σέβας ὦ δέσποτ᾽. καὶ τοὺς κτανόντας ἀντικατθανεῖν δίκῃ. ὅστις ἀνταποκτενεῖ. “ἐποίκτιρόν τ᾽ ἐμὲ φίλον τ᾽ Ὀρέστην· πῶς ἀνάξομεν δόμοις; πεπραμένοι γὰρ νῦν γέ πως ἀλώμεθα πρὸς τῆς τεκούσης. καὶ Γαῖαν αὐτήν. τοῖς δ᾽ ἐναντίοις λέγω φανῆναί σου. κλύε. ἐξ ἀμαυρᾶς φρενός. θρέψασά τ᾽ αὖθις τῶνδε κῦμα λαμβάνει· κἀγὼ χέουσα τάσδε χέρνιβας βροτοῖς λέγω καλοῦσα πατέρ᾽. ὅσπερ σοῦ φόνου μεταίτιος.> Ἑρμῆ χθόνιε. κείνοις λέγουσα τήνδε τὴν κακὴν ἀράν· ἡμῖν δὲ πομπὸς ἴσθι τῶν ἐσθλῶν ἄνω. κλύε δέ μοι. τιμάορον. πατρῴων δωμάτων ἐπισκόπους. Ἠλέκτρα καὶ ταῦτά μοὐστὶν εὐσεβῆ θεῶν πάρα; Χορός πῶς δ᾽ οὐ τὸν ἐχθρὸν ἀνταμείβεσθαι κακοῖς; Ἠλέκτρα κῆρυξ μέγιστε τῶν ἄνω τε καὶ κάτω. κηρύξας ἐμοὶ τοὺς γῆς ἔνερθε δαίμονας κλύειν ἐμὰς εὐχάς. <ἄρηξον. πάτερ. ἐλθεῖν δ᾽ Ὀρέστην δεῦρο σὺν τύχῃ τινὶ κατεύχομαί σοι.Χορός ἐλθεῖν τιν᾽ αὐτοῖς δαίμον᾽ ἢ βροτῶν τινα— Ἠλέκτρα πότερα δικαστὴν ἢ δικηφόρον λέγεις; Χορός ἅπλῶς τι φράζουσ᾽. οἱ δ᾽ ὑπερκόπως ἐν τοῖσι σοῖς πόνοισι χλίουσιν μέγα. κεδνῶν τ᾽ ἀπότροπον ἄγος ἀπεύχετον κεχυμένων χοᾶν.” τοιαῖσδ᾽ ἐπ᾽ εὐχαῖς τάσδ᾽ ἐπισπένδω χοάς. κἀγὼ μὲν ἀντίδουλος· ἐκ δὲ χρημάτων φεύγων Ὀρέστης ἐστίν. ταῦτ᾽ ἐν μέσῳ τίθημι τῆς καλῆς ἀρᾶς. πάτερ· αὐτῇ τέ μοι δὸς σωφρονεστέραν πολὺ μητρὸς γενέσθαι χεῖρά τ᾽ εὐσεβεστέραν.
ἐπαίσθην δ᾽ ὡς διανταίῳ βέλει· ἐξ ὀμμάτων δὲ δίψιοι πίπτουσί μοι σταγόνες ἄφρακτοι δυσχίμου πλημμυρίδος. Χορός ἐχθροὶ γὰρ οἷς προσῆκε πενθῆσαι τριχί. Χορός μῶν οὖν Ὀρέστου κρύβδα δῶρον ἦν τόδε; Ἠλέκτρα μάλιστ᾽ ἐκείνου βοστρύχοις προσείδεται. εἰ τῆσδε χώρας μήποτε ψαύσει ποδί. 160 165 170 175 180 185 . Ἠλέκτρα ὁρῶ τομαῖον τόνδε βόστρυχον τάφῳ. Σκυθικά τ᾽ ἐν χεροῖν παλίντον᾽ ἐν ἔργῳ βέλη ᾽πιπάλλων Ἄρης σχέδιά τ᾽ αὐτόκωπα νωμῶν ξίφη. Ἠλέκτρα κἀμοὶ προσέστη καρδίας κλυδώνιον χολῆς. Ἠλέκτρα καὶ μὴν ὅδ᾽ ἐστὶ κάρτ᾽ ἰδεῖν ὁμόπτερος— Χορός ποίαις ἐθείραις; τοῦτο γὰρ θέλω μαθεῖν. ἢ βαθυζώνου κόρης; Ἠλέκτρα εὐξύμβολον τόδ᾽ ἐστὶ παντὶ δοξάσαι. Χορός καὶ πῶς ἐκεῖνος δεῦρ᾽ ἐτόλμησεν μολεῖν; Ἠλέκτρα ἔπεμψε χαίτην κουρίμην χάριν πατρός. Ἠλέκτρα αὐτοῖσιν ἡμῖν κάρτα προσφερὴς ἰδεῖν. Χορός πῶς οὖν; παλαιὰ παρὰ νεωτέρας μάθω. Χορός τίνος ποτ᾽ ἀνδρός.ὀτοτοτοτοτοτοτοῖ. Ἠλέκτρα ἔχει μὲν ἤδη γαπότους χοὰς πατήρ· νέου δὲ μύθου τοῦδε κοινωνήσατε· Χορός λέγοις ἄν· ὀρχεῖται δὲ καρδία φόβῳ. πλόκαμον ἰδούσῃ τόνδε· πῶς γὰρ ἐλπίσω ἀστῶν τιν᾽ ἄλλον τῆσδε δεσπόζειν φόβης; ἀλλ᾽ οὐδὲ μήν νιν ἡ κτανοῦσ᾽ ἐκείρατο. Ἠλέκτρα οὐκ ἔστιν ὅστις πλὴν ἐμοῦ κείραιτό νιν. Χορός οὐχ ἧσσον εὐδάκρυτά μοι λέγεις τάδε. ἀναλυτὴρ δόμων. ἴτω τις δορυσθενὴς ἀνήρ.
Ἠλέκτρα ἐπεὶ τί νῦν ἕκατι δαιμόνων κυρῶ; Ὀρέστης εἰς ὄψιν ἥκεις ὧνπερ ἐξηύχου πάλαι. σμικροῦ γένοιτ᾽ ἂν σπέρματος μέγας πυθμήν. ὅπως δίφροντις οὖσα μὴ ᾽κινυσσόμην. εἴπερ γ᾽ ἀπ᾽ ἐχθροῦ κρατὸς ἦν τετμημένος. δεύτερον τεκμήριον. Ὀρέστης εὔχου τὰ λοιπά. πάρεστι δ᾽ ὠδὶς καὶ φρενῶν καταφθορά. ἐγὼ δ᾽ ὅπως μὲν ἄντικρυς τάδ᾽ αἰνέσω. ἀμφί μοι πλέκεις; Ὀρέστης αὐτὸς καθ᾽ αὑτοῦ τἄρα μηχανορραφῶ. πτέρναι τενόντων θ᾽ ὑπογραφαὶ μετρούμεναι εἰς ταὐτὸ συμβαίνουσι τοῖς ἐμοῖς στίβοις. τυγχάνειν καλῶς. ἀλλ᾽ εὖ ᾽σαφήνει τόνδ᾽ ἀποπτύσαι πλόκον. ὦ ξέν᾽. ποδῶν ὅμοιοι τοῖς τ᾽ ἐμοῖσιν ἐμφερεῖς— καὶ γὰρ δύ᾽ ἐστὸν τώδε περιγραφὰ ποδοῖν. Ἠλέκτρα ἀλλ᾽ ἦ δόλον τιν᾽. αὐτοῦ τ᾽ ἐκείνου καὶ συνεμπόρου τινός. τοῖς θεοῖς τελεσφόρους εὐχὰς ἐπαγγέλλουσα. Ἠλέκτρα καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένῃ βροτῶν; Ὀρέστης σύνοιδ᾽ Ὀρέστην πολλά σ᾽ ἐκπαγλουμένην. εἶναι τόδ᾽ ἀγλάισμά μοι τοῦ φιλτάτου βροτῶν Ὀρέστου—σαίνομαι δ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδος. Ὀρέστης 190 195 200 205 210 215 220 . Ἠλέκτρα καὶ πρὸς τί δῆτα τυγχάνω κατευγμάτων; Ὀρέστης ὅδ᾽ εἰμί· μὴ μάτευ᾽ ἐμοῦ μᾶλλον φίλον. ἢ ξυγγενὴς ὢν εἶχε συμπενθεῖν ἐμοὶ ἄγαλμα τύμβου τοῦδε καὶ τιμὴν πατρός.ἐμὴ δὲ μήτηρ. οὐδαμῶς ἐπώνυμον φρόνημα παισὶ δύσθεον πεπαμένη. εἴθ᾽ εἶχε φωνὴν εὔφρον᾽ ἀγγέλου δίκην. Ἠλέκτρα ἀλλ᾽ ἐν κακοῖσι τοῖς ἐμοῖς γελᾶν θέλεις. καὶ μὴν στίβοι γε. φεῦ. οἵοισιν ἐν χειμῶσι ναυτίλων δίκην στροβούμεθ᾽· εἰ δὲ χρὴ τυχεῖν σωτηρίας. ἀλλ᾽ εἰδότας μὲν τοὺς θεοὺς καλούμεθα.
πάλιν πέμπειν ἔχοις ἂν σήματ᾽ εὐπιθῆ βροτοῖς· οὔτ᾽ ἀρχικός σοι πᾶς ὅδ᾽ αὐανθεὶς πυθμὴν βωμοῖς ἀρήξει βουθύτοις ἐν ἤμασιν. ὦ τερπνὸν ὄμμα τέσσαρας μοίρας ἔχον ἐμοί· προσαυδᾶν δ᾽ ἐστ᾽ ἀναγκαίως ἔχον πατέρα τε. σκέψαι τομῇ προσθεῖσα βόστρυχον τριχὸς σαυτῆς ἀδελφοῦ σύμμετρον τὠμῷ κάρᾳ. οὕτω δὲ κἀμὲ τήνδε τ᾽. ὅπως μὴ πεύσεταί τις.κἀν τοῖς ἐμοῖς ἄρ᾽. τοὺς δ᾽ ἀπωρφανισμένους νῆστις πιέζει λιμός· οὐ γὰρ ἐντελεῖς θήραν πατρῴαν προσφέρειν σκηνήμασιν. καὶ τοῦ θυτῆρος καί σε τιμῶντος μέγα πατρὸς νεοσσοὺς τούσδ᾽ ἀποφθείρας πόθεν ἕξεις ὁμοίας χειρὸς εὔθοινον γέρας; οὔτ᾽ αἰετοῦ γένεθλ᾽ ἀποφθείρας. δοκοῦντα κάρτα νῦν πεπτωκέναι. σπάθης τε πληγὰς ἠδὲ θήρειον γραφήν. γλώσσης χάριν δὲ πάντ᾽ ἀπαγγείλῃ τάδε 225 228 227 230 229 231 235 240 245 250 255 260 265 . θανόντος ἐν πλεκταῖσι καὶ σπειράμασιν δεινῆς ἐχίδνης. Ὀρέστης Ζεῦ Ζεῦ. Ἠλέκτραν λέγω. ἰδεῖν πάρεστί σοι. Χορός ὦ παῖδες. πατροστερῆ γόνον. ἔνδον γενοῦ. Ἠλέκτρα ὦ φίλτατον μέλημα δώμασιν πατρός. ἰδοῦ δ᾽ ὕφασμα τοῦτο. δακρυτὸς ἐλπὶς σπέρματος σωτηρίου. κόμιζ᾽. εἴπερ ἔν γε τοῖσι σοῖς Ἠλέκτρα ὡς ὄντ᾽ Ὀρέστην τάδε σ᾽ ἐγὼ προσεννέπω; Ὀρέστης αὐτὸν μὲν οὖν ὁρῶσα δυσμαθεῖς ἐμέ· κουρὰν δ᾽ ἰδοῦσα τήνδε κηδείου τριχὸς ἰχνοσκοποῦσά τ᾽ ἐν στίβοισι τοῖς ἐμοῖς ἀνεπτερώθης κἀδόκεις ὁρᾶν ἐμέ. σῆς ἔργον χερός. θεωρὸς τῶνδε πραγμάτων γενοῦ· ἰδοῦ δὲ γένναν εὖνιν αἰετοῦ πατρός. ἀλκῇ πεποιθὼς δῶμ᾽ ἀνακτήσῃ πατρός. ὦ τέκνα. ἄμφω φυγὴν ἔχοντε τὴν αὐτὴν δόμων. ἐμοὶ σέβας φέρων μόνος· Κράτος τε καὶ Δίκη σὺν τῷ τρίτῳ πάντων μεγίστῳ Ζηνὶ συγγένοιτό σοι. ἀπὸ σμικροῦ δ᾽ ἂν ἄρειας μέγαν δόμον. καὶ τὸ μητρὸς ἐς σέ μοι ῥέπει στέργηθρον· ἡ δὲ πανδίκως ἐχθαίρεται· καὶ τῆς τυθείσης νηλεῶς ὁμοσπόρου· πιστὸς δ᾽ ἀδελφὸς ἦσθ᾽. χαρᾷ δὲ μὴ ᾽κπλαγῇς φρένας· τοὺς φιλτάτους γὰρ οἶδα νῷν ὄντας πικρούς. σιγᾶθ᾽. ὦ σωτῆρες ἑστίας πατρός.
εἰ μὴ μέτειμι τοῦ πατρὸς τοὺς αἰτίους· τρόπον τὸν αὐτὸν ἀνταποκτεῖναι λέγων. καὶ διώκεσθαι πόλεως χαλκηλάτῳ πλάστιγγι λυμανθὲν δέμας. βωμῶν τ᾽ ἀπείργειν οὐχ ὁρωμένην πατρὸς μῆνιν· δέχεσθαι <δ᾽> οὔτε συλλύειν τινά. κἀξορθιάζων πολλὰ καὶ δυσχειμέρους ἄτας ὑφ᾽ ἧπαρ θερμὸν ἐξαυδώμενος. Ὀρέστης οὔτοι προδώσει Λοξίου μεγασθενὴς χρησμὸς κελεύων τόνδε κίνδυνον περᾶν. ἀποχρημάτοισι ζημίαις ταυρούμενον· αὐτὸν δ᾽ ἔφασκε τῇ φίλῃ ψυχῇ τάδε τείσειν μ᾽ ἔχοντα πολλὰ δυστερπῆ κακά. τὸ μὴ πολίτας εὐκλεεστάτους βροτῶν. Διόθεν τῇδε τελευτᾶν. τὰ μὲν γὰρ ἐκ γῆς δυσφρόνων μηνίματα βροτοῖς πιφαύσκων εἶπε. θήλεια γὰρ φρήν· εἰ δὲ μή. Τροίας ἀναστατῆρας εὐδόξῳ φρενί. σαρκῶν ἐπαμβατῆρας ἀγρίαις γνάθοις λειχῆνας ἐξέσθοντας ἀρχαίαν φύσιν· λευκὰς δὲ κόρσας τῇδ᾽ ἐπαντέλλειν νόσῳ· ἄλλας τ᾽ ἐφώνει προσβολάς Ἐρινύων ἐκ τῶν πατρῴων αἱμάτων τελουμένας· τὸ γὰρ σκοτεινὸν τῶν ἐνερτέρων βέλος ἐκ προστροπαίων ἐν γένει πεπτωκότων. ταράσσει. τοὔργον ἔστ᾽ ἐργαστέον. οὐ φιλοσπόνδου λιβός. καὶ τοῖς τοιούτοις οὔτε κρατῆρος μέρος εἶναι μετασχεῖν. καὶ πρὸς πιέζει χρημάτων ἀχηνία. δυοῖν γυναικοῖν ὧδ᾽ ὑπηκόους πέλειν. τὸ δίκαιον μεταβαίνει. τοιοῖσδε χρησμοῖς ἆρα χρὴ πεποιθέναι; κεἰ μὴ πέποιθα. τάχ᾽ εἴσεται. πολλοὶ γὰρ εἰς ἓν συμπίτνουσιν ἵμεροι. καὶ λύσσα καὶ μάταιος ἐκ νυκτῶν φόβος ὁρῶντα λαμπρὸν ἐν σκότῳ νωμῶντ᾽ ὀφρὺν κινεῖ. ἀντὶ μὲν ἐχθρᾶς γλώσσης ἐχθρὰ γλῶσσα τελείσθω· τοὐφειλόμενον πράσσουσα Δίκη μέγ᾽ ἀυτεῖ· 270 275 280 285 290 295 300 305 310 .πρὸς τοὺς κρατοῦντας· οὓς ἴδοιμ᾽ ἐγώ ποτε θανόντας ἐν κηκῖδι πισσήρει φλογός. τὰς δ᾽ αἰνῶν νόσους. πάντων δ᾽ ἄτιμον κἄφιλον θνῄσκειν χρόνῳ κακῶς ταριχευθέντα παμφθάρτῳ μόρῳ. θεοῦ τ᾽ ἐφετμαὶ καὶ πατρὸς πένθος μέγα. Χορός ἀλλ᾽ ὦ μεγάλαι Μοῖραι.
δορίτμητος κατηναρίσθης· λιπὼν ἂν εὔκλειαν ἐν δόμοισι τέκνων τ᾽ ἐν κελεύθοις ἐπιστρεπτὸν αἰῶ κτίσας πολύχωστον ἂν εἶχες [β’ χορ. [στρ. β’ 325 330 [ἀντ. α’ 315 320 [στρ. σκότῳ φάος ἀντίμοιρον; χάριτες δ᾽ ὁμοίως κέκληνται γόος εὐκλεὴς προσθοδόμοις Ἀτρείδαις. τριγέρων μῦθος τάδε φωνεῖ. Χορός τέκνον. ἐν μέρει πολυδάκρυτα πένθη. φρόνημα τοῦ θανόντος οὐ δαμάζει πυρὸς [ἡ] μαλερὰ γνάθος. τί σοι φάμενος ἢ τί ῥέξας τύχοιμ᾽ ἂν ἕκαθεν οὐρίσας. πάτερ. πατέρων τε καὶ τεκόντων γόος ἔνδικος ματεύει τὸ πᾶν ἀμφιλαφής ταραχθείς.ἀντὶ δὲ πληγῆς φονίας φονίαν πληγὴν τινέτω. τί τῶνδ᾽ εὖ. τί δ᾽ ἄτερ κακῶν; οὐκ ἀτρίακτος ἄτα; Χορός ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἂν ἐκ τῶνδε θεὸς χρῄζων θείη κελάδους εὐφθογγοτέρους· ἀντὶ δὲ θρήνων ἐπιτυμβιδίων παιὰν μελάθροις ἐν βασιλείοις νεοκρᾶτα φίλον κομίσειεν. Ἠλέκτρα κλῦθὶ νυν. τάφος δ᾽ ἱκέτας δέδεκται φυγάδας θ᾽ ὁμοίως. Ὀρέστης ὦ πάτερ αἰνόπατερ. φαίνει δ᾽ ὕστερον ὀργάς· ὀτοτύζεται δ᾽ ὁ θνῄσκων. α’ 335 340 [στρ. Ὀρέστης εἰ γὰρ ὑπ᾽ Ἰλίῳ πρός τινος Λυκίων. δίπαις τοί σ᾽ ἐπιτύμβιος θρῆνος ἀναστενάζει. ἔνθα σ᾽ ἔχουσιν εὐναί. γ’ 345 350 . δράσαντι παθεῖν. ὦ πάτερ. ἀναφαίνεται δ᾽ ὁ βλάπτων.
πάρος δ᾽ οἱ κτανόντες νιν οὕτως δαμῆναι <φίλοις>. κρείσσονα χρυσοῦ. Ἠλέκτρα μηδ᾽ ὑπὸ Τρωίας τείχεσι φθίμενος. θανατηφόρον αἶσαν πρόσω τινὰ πυνθάνεσθαι τῶνδε πόνων ἄπειρον. Χορός ἐφυμνῆσαι γένοιτό μοι πυκά[στρ. μεγάλης δὲ τύχης καὶ ὑπερβορέου μείζονα φωνεῖς· δύνασαι γάρ.τάφον διαποντίου γᾶς δώμασιν εὐφόρητον. πάτερ. [ἀντ. ὦ παῖ. γυναικός τ᾽ ὀλλυμένας· τί γὰρ κεύθω φρενὸς οἷον ἔμπας . δ’ 380 ἵκεθ᾽ ἅπερ τι βέλος. ὄφρ᾽ ἔζης. ἀλλὰ διπλῆς γὰρ τῆσδε μαράγνης δοῦπος ἱκνεῖται· τῶν μὲν ἀρωγοὶ κατὰ γῆς ἤδη. τῶν δὲ κρατούντων χέρες οὐχ ὅσιαι στυγερῶν τούτων· παισὶ δὲ μᾶλλον γεγένηται. μετ᾽ ἄλλῳ δουρικμῆτι λαῷ παρὰ Σκαμάνδρου πόρον τεθάφθαι. Χορός φίλος φίλοισι τοῖς ἐκεῖ καλῶς θανοῦσιν κατὰ χθονὸς ἐμπρέπων σεμνότιμος ἀνάκτωρ. Ζεῦ Ζεῦ. ε’ 385 εντ᾽ ὀλολυγμὸν ἀνδρὸς θεινομένου. μόριμον λάχος πιπλάντων χεροῖν πεισίβροτόν τε βάκτρον. γ’ 365 370 375 Ὀρέστης τοῦτο διαμπερὲς οὖς [στρ. Χορός ταῦτα μέν. πρόπολός τε τῶν μεγίστων χθονίων ἐκεῖ τυράννων· βασιλεὺς γὰρ ἦσθ᾽. κάτωθεν ἀμπέμπων ὑστερόποινον ἄταν βροτῶν τλάμονι καὶ πανούργῳ χειρὶ—τοκεῦσι δ᾽ ὅμως τελεῖται. β’ 355 360 [ἀντ.
Ἠλέκτρα καί πότ᾽ ἂν ἀμφιθαλὴς Ζεὺς ἐπὶ χεῖρα βάλοι. ε’ 410 415 [ἀντ. δ’ 395 400 [στρ. ἀπριγδόπληκτα πολυπλάνητα δ᾽ ἦν ἰδεῖν ἐπασσυτεροτριβῆ τὰ χερὸς ὀρέγματα 390 [ἀντ. Χορός ἔκοψα κομμὸν Ἄριον ἔν τε Κισσίας νόμοις ἰηλεμιστρίας. Ἠλέκτρα τί δ᾽ ἂν φάντες τύχοιμεν ἢ τά περ πάθομεν ἄχεα πρός γε τῶν τεκομένων; πάρεστι σαίνειν. ζ’ 405 [ἀντ. κάρανα δαΐξας; πιστὰ γένοιτο χώρᾳ. φεῦ φεῦ. ὅταν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπ᾽ ἀλκῆς ἐπάρῃ <μ᾽ ἐλπὶς>. ἀπέστασεν ἄχος προσφανεῖσά μοι καλῶς. ἴδεσθ᾽ Ἀτρειδᾶν τὰ λοίπ᾽ ἀμηχάνως ἔχοντα καὶ δωμάτων ἄτιμα. ἴδετε πολυκρατεῖς Ἀραὶ φθινομένων. η’ 425 . βοᾷ γὰρ λοιγὸς Ἐρινὺν παρὰ τῶν πρότερον φθιμένων ἄτην ἑτέραν ἐπάγουσαν ἐπ᾽ ἄτῃ. δίκαν δ᾽ ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ. ζ’ 420 [στρ. σπλάγχνα δέ μοι κελαινοῦται πρὸς ἔπος κλυούσᾳ. κλῦτε δὲ Γᾶ χθονίων τε τιμαί. Χορός ἀλλὰ νόμος μὲν φονίας σταγόνας χυμένας ἐς πέδον ἄλλο προσαιτεῖν αἷμα. λύκος γὰρ ὥστ᾽ ὠμόφρων ἄσαντος ἐκ ματρός ἐστι θυμός. πᾷ τις τράποιτ᾽ ἄν. τὰ δ᾽ οὔτι θέλγεται. ὦ Ζεῦ; Χορός πέπαλται δαὖτὲ μοι φίλον κέαρ τόνδε κλύουσαν οἶκτον καὶ τότε μὲν δύσελπις.ποτᾶται; πάροιθεν δὲ πρῴρας δριμὺς ἄηται κραδίας θυμὸς ἔγκοτον στύγος. Ὀρέστης πόποι δὴ νερτέρων τυραννίδες.
450 Χορός δι᾽ ὤτων δὲ συντέτραινε μῦθον ἡσύχῳ φρενῶν βάσει. μόρον κτίσαι μωμένα ἄφερτον αἰῶνι σῷ. η’ 445 ἄτιμος. Ὀρέστης σὲ τοι λέγω. θ’ 430 [στρ. ξὺν δὲ γενοῦ πρὸς ἐχθρούς. τοιαῦτ᾽ ἀκούων ἐν φρεσὶν γράφου <υ ->.ἄνωθεν ἀνέκαθεν. ι’ 440 Ἠλέκτρα λέγεις πατρῷον μόρον· ἐγὼ δ᾽ ἀπεστάτουν [ἀντ. κλύεις πατρῴους δύας ἀτίμους. [ἀντ. πάτερ. πέρ νιν ὧδε θάπτει. Χορός στάσις δὲ πάγκοινος ἅδ᾽ ἐπιρροθεῖ· ἄκουσον ἐς φάος μολών. χέουσα πολύδακρυν γόον κεκρυμμένα. οὐδὲν ἀξία· μυχῷ δ᾽ ἄφερκτος πολυσινοῦς κυνὸς δίκαν ἑτοιμότερα γέλωτος ἀνέφερον λίβη. Χορός ἐμασχαλίσθη δέ γ᾽. τὰ δ᾽ αὐτὸς ὄργα μαθεῖν. οἴμοι. ι’ 435 [ἀντ. φίλοις. ἄνευ δὲ πενθημάτων ἔτλας ἀνοίμωκτον ἄνδρα θάψαι. [στρ. ξυγγενοῦ. Ἠλέκτρα ἰὼ [ἰὼ] δαΐα πάντολμε μᾶτερ. Ὀρέστης τὸ πᾶν ἀτίμως ἔλεξας. δαΐαις ἐν ἐκφοραῖς ἄνευ πολιτᾶν ἄνακτ᾽. ἕκατι δ᾽ ἀμᾶν χερῶν; ἔπειτ᾽ ἐγὼ νοσφίσας ὀλοίμαν. τὰ μὲν γὰρ οὕτως ἔχει. κ’ 460 . θ’ 455 [στρ. Ἠλέκτρα ἐγὼ δ᾽ ἐπιφθέγγομαι κεκλαυμένα. πατρὸς δ᾽ ἀτίμωσιν ἆρα τείσει ἕκατι μὲν δαιμόνων. ὡς τόδ᾽ εἰδῇς· ἔπρασσε δ᾽. κτύπῳ δ᾽ ἐπερρόθει κροτητὸν ἀμὸν καὶ πανάθλιον κάρα. πρέπει δ᾽ ἀκάμπτῳ μένει καθήκειν.
τοιάνδε σου χρείαν ἔχω. οὐδ᾽ ἀπ᾽ ἄλλων ἔκτοθεν. παρ᾽ εὐδείπνοις ἔσῃ ἄτιμος ἐμπύροισι κνισωτοῖς χθονός. Ἠλέκτρα μέμνησο δ᾽ ἀμφίβληστρον ὡς ἐκαίνισαν. ἄνες μοι πατέρ᾽ ἐποπτεῦσαι μάχην. Ἠλέκτρα ἰὼ θεοί. δι᾽ ὠμὰν ἔριν αἱματηράν. 490 . δώμασιν ἔμμοτον τῶνδ᾽ ἄκος. λ’ 470 [ἀντ. λ’ 475 Ὀρέστης [γ’ ἐπεισ. ἰὼ δύστον᾽ ἄφερτα κήδη· ἰὼ δυσκατάπαυστον ἄλγος. μάκαρες χθόνιοι. ἀλλ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν. κραίνετ᾽ ἐνδίκως <δίκας. Ἠλέκτρα ὦ Περσέφασσα. ὦ πόνος ἐγγενὴς καὶ παράμουσος Ἄτας αἱματόεσσα πλαγά. πάτερ. αἰτουμένῳ μοι δὸς κράτος τῶν σῶν δόμων. τῆσδε κατευχῆς πέμπετ᾽ ἀρωγὴν παισὶν προφρόνως ἐπὶ νίκῃ.Ὀρέστης Ἄρης Ἄρει ξυμβαλεῖ. [ἀντ. θεῶν <τῶν> κατὰ γᾶς ὅδ᾽ ὕμνος. Ὀρέστης οὕτω γὰρ ἄν σοι δαῖτες ἔννομοι βροτῶν κτιζοίατ᾽· εἰ δὲ μή. Ὀρέστης μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης. ἀλλὰ κλύοντες. πάτερ. τρόποισιν οὐ τυραννικοῖς θανών. τὸ μόρσιμον μένει πάλαι. Δίκᾳ Δίκα. δὸς δ᾽ ἔτ᾽ εὔμορφον κράτος. πάτερ. Ὀρέστης πέδαις δ᾽ ἀχαλκεύτοις ἐθηρεύθης. πάτερ.> Χορός τρόμος μ᾽ ὑφέρπει κλύουσαν εὐγμάτων. εὐχομένοις δ᾽ ἂν ἔλθοι. φυγεῖν μέγαν προσθεῖσαν Αἰγίσθῳ <φθόρον>. 480 Ἠλέκτρα κἀγώ. 485 Ἠλέκτρα κἀγὼ χοάς σοι τῆς ἐμῆς παγκληρίας οἴσω πατρῴων ἐκ δόμων γαμηλίους· πάντων δὲ πρῶτον τόνδε πρεσβεύσω τάφον. Ὀρέστης ὦ Γαῖ᾽. κ’ 465 [στρ.
τὰ πάντα γάρ τις ἐκχέας ἀνθ᾽ αἵματος ἑνός. μάτην ὁ μόχθος· ὧδ᾽ ἔχει λόγος. Ὀρέστης ἔσται· πυθέσθαι δ᾽ οὐδέν ἐστ᾽ ἔξω δρόμου. ἐπειδὴ δρᾶν κατώρθωσαι φρενί. Ὀρέστης 495 500 505 510 515 520 525 . Χορός οἶδ᾽. ἔρδοις ἂν ἤδη δαίμονος πειρώμενος. εἴπερ κρατηθείς γ᾽ ἀντινικῆσαι θέλεις. τὸν ἐκ βυθοῦ κλωστῆρα σῴζοντες λίνου. ἐκ τίνος λόγου μεθύστερον τιμῶσ᾽ ἀνήκεστον πάθος; θανόντι δ᾽ οὐ φρονοῦντι δειλαία χάρις ἐπέμπετ᾽· οὐκ ἔχοιμ᾽ ἂν εἰκάσαι τόδε. τίμημα τύμβου τῆς ἀνοιμώκτου τύχης. ἢ τὰς ὁμοίας ἀντίδος λαβὰς λαβεῖν. πάτερ; Ἠλέκτρα ἆρ᾽ ὀρθὸν αἴρεις φίλτατον τὸ σὸν κάρα; Ὀρέστης ἤτοι δίκην ἴαλλε σύμμαχον φίλοις. ὥστ᾽ ὀρθῶς φράσαι; Χορός τεκεῖν δράκοντ᾽ ἔδοξεν. Ὀρέστης ἦ καὶ πέπυσθε τοὔναρ. ὦ τέκνον. Ἠλέκτρα καὶ τῆσδ᾽ ἄκουσον λοισθίου βοῆς. αὐτὸς δὲ σῴζῃ τόνδε τιμήσας λόγον. πόθεν χοὰς ἔπεμψεν. Χορός καὶ μὴν ἀμεμφῆ τόνδ᾽ ἐτείνατον λόγον. τὰ δ᾽ ἄλλ᾽. τὰ δῶρα μείω δ᾽ ἐστὶ τῆς ἁμαρτίας. θέλοντι δ᾽. παρῆ γάρ· ἔκ τ᾽ ὀνειράτων καὶ νυκτιπλάγκτων δειμάτων πεπαλμένη χοὰς ἔπεμψε τάσδε δύσθεος γυνή. πάτερ. καὶ μὴ ᾽ξαλείψῃς σπέρμα Πελοπιδῶν τόδε οὕτω γὰρ οὐ τέθνηκας οὐδὲ περ θανών· παῖδες γὰρ ἀνδρὶ κληδόνες σωτήριοι θανόντι· φελλοὶ δ᾽ ὣς ἄγουσι δίκτυον.Ἠλέκτρα αἰσχρῶς τε βουλευτοῖσιν ἐν καλύμμασιν. ἰδὼν νεοσσοὺς τούσδ᾽ ἐφημένους τάφῳ· οἴκτιρε θῆλυν ἄρσενός θ᾽ ὁμοῦ γόνον. Ὀρέστης καὶ ποῖ τελευτᾷ καὶ καρανοῦται λόγος; Χορός ἐν [ι] παιδὸς ὁρμίσαι δίκην. ὑπὲρ σοῦ τοιάδ᾽ ἔστ᾽ ὀδύρματα. ἐμοὶ φράσον τάδε. ὡς αὐτὴ λέγει. Ὀρέστης ἆρ᾽ ἐξεγείρῃ τοῖσδ᾽ ὀνείδεσιν. ἄκου᾽. εἴπερ οἶσθ᾽.
καὶ Λοξίας ἐφήμισεν. λαμπτῆρες ἐν δόμοισι δεσποίνης χάριν· πέμπει τ᾽ ἔπειτα τάσδε κηδείους χοάς. τοὺς μέν τι ποιεῖν. νεογενὲς δάκος; Χορός αὐτὴ προσέσχε μαζὸν ἐν τὠνείρατι. παντελῆ σαγὴν ἔχων. ξένῳ γὰρ εἰκώς. ἄμφω δὲ φωνὴν ἥσομεν Παρνησσίδα. δεῖ τοί νιν. ὡς ἂν δόλῳ κτείναντες ἄνδρα τίμιον δόλοισι καὶ ληφθῶσιν ἐν ταὐτῷ βρόχῳ θανόντες. γλώσσης ἀυτὴν Φωκίδος μιμουμένω. Ὀρέστης οὔτοι μάταιον· ἀνδρὸς ὄψανον πέλει. Χορός τερασκόπον δὴ τῶνδέ σ᾽ αἱροῦμαι πέρι. Χορός ἡ δ᾽ ἐξ ὕπνου κέκλαγγεν ἐπτοημένη. κρίνω δέ τοί νιν ὥστε συγκόλλως ἔχειν. ἡ δ᾽ ἀμφὶ τάρβει τῷδ᾽ ἐπῴμωξεν πάθει. αἰνῶ δὲ κρύπτειν τάσδε συνθήκας ἐμάς. Ὀρέστης ἁπλοῦς ὁ μῦθος· τήνδε μὲν στείχειν ἔσω. ἐκτυφλωθέντες σκότῳ. ἄναξ Ἀπόλλων. μάντις ἀψευδὴς τὸ πρίν. τἄλλα δ᾽ ἐξηγοῦ φίλοις. καὶ μαστὸν ἀμφέχασκ᾽ ἐμὸν θρεπτήριον. θανεῖν βιαίως· ἐκδρακοντωθεὶς δ᾽ ἐγὼ κτείνω νιν. ἐπειδὴ δαιμονᾷ δόμος κακοῖς· μενοῦμεν οὕτως ὥστ᾽ ἐπεικάζειν τινὰ δόμους παραστείχοντα καὶ τάδ᾽ ἐννέπειν· “τί δὴ πύλαισι τὸν ἱκέτην ἀπείργεται 530 535 540 545 550 555 560 565 . ξένος τε καὶ δορύξενος δόμων. ἄκος τομαῖον ἐλπίσασα πημάτων. εἰ γὰρ τὸν αὐτὸν χῶρον ἐκλιπὼν ἐμοὶ οὕφις ἐμοῖσι σπαργάνοις ὡπλίζετο. καὶ δὴ θυρωρῶν οὔτις ἂν φαιδρᾷ φρενὶ δέξαιτ᾽. τοὺς δὲ μή τι δρᾶν λέγων. θρόμβῳ δ᾽ ἔμειξεν αἵματος φίλον γάλα. ὡς τοὔνειρον ἐννέπει τόδε. πολλοὶ δ᾽ ἀνῇθον. Ὀρέστης καὶ πῶς ἄτρωτον οὖθαρ ἦν ὑπὸ στύγους; Χορός ὥστ᾽ ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι. ἥξω σὺν ἀνδρὶ τῷδ᾽ ἐφ᾽ ἑρκείους πύλας Πυλάδῃ.τίνος βορᾶς χρῄζοντα. γένοιτο δ᾽ οὕτως. ὡς ἔθρεψεν ἔκπαγλον τέρας. Ὀρέστης ἀλλ᾽ εὔχομαι γῇ τῇδε καὶ πατρὸς τάφῳ τοὔνειρον εἶναι τοῦτ᾽ ἐμοὶ τελεσφόρον.
φόνου δ᾽ Ἐρινὺς οὐχ ὑπεσπανισμένη ἄκρατον αἷμα πίεται τρίτην πόσιν. ξιφηφόρους ἀγῶνας ὀρθώσαντί μοι. [στρ. καταίθουσα παιδὸς δαφοινὸν δαλὸν ἥλικ᾽. ποδώκει περιβαλὼν χαλκεύματι. α’ 585 590 [ἀντ. πόντιαί τ᾽ ἀγκάλαι κνωδάλων ἀνταίων βρύουσι· πλάθουσι [βλαστοῦσι] καὶ πεδαίχμιοι λαμπάδες πεδάοροι. Χορός πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει δεινὰ [καὶ] δειμάτων ἄχη. πρὶν αὐτὸν εἰπεῖν “ποδαπὸς ὁ ξένος;” νεκρὸν θήσω. ἐπεὶ μολὼν ματρόθεν κελάδησε. ὅπως ἂν ἀρτίκολλα συμβαίνῃ τάδε· ὑμῖν δ᾽ ἐπαινῶ γλῶσσαν εὔφημον φέρειν. 570 575 580 [γ’ χορ. ξύμμετρόν τε διαὶ βίου μοιρόκραντον ἐς ἆμαρ. σάφ᾽ ἴσθι. ὅστις οὐχ ὑπόπτερος φροντίσιν. ἢ καὶ μολὼν ἔπειτά μοι κατὰ στόμα ἀρεῖ. πτανά τε καὶ πεδοβάμονα κἀνεμοέντ᾽ ἂν αἰγίδων φράσαι κότον. νῦν οὖν σὺ μὲν φύλασσε τἀν οἴκῳ καλῶς. β‘ 605 610 . εἴπερ οἶδεν ἔνδημος παρών;” εἰ δ᾽ οὖν ἀμείψω βαλὸν ἑρκείων πυλῶν κἀκεῖνον ἐν θρόνοισιν εὑρήσω πατρός. ἴστω δ᾽. δαεὶς τὰν ἁ παιδολυμὰς τάλαινα Θεστιὰς μήσατο πυρδαῆτιν πρόνοιαν. τὰ δ᾽ ἄλλα τούτῳ δεῦρ᾽ ἐποπτεῦσαι λέγω.Αἴγισθος. ἀλλ᾽ ὑπέρτολμον ἀνδρὸς φρόνημα τίς λέγοι καὶ γυναικῶν φρεσὶν τλαμόνων [καὶ] παντόλμους ἔρωτας ἄταισι συννόμους βροτῶν; ξυζύγους δ᾽ ὁμαυλίας θηλυκρατὴς ἀπέρωτος ἔρως παρανικᾷ κνωδάλων τε καὶ βροτῶν. σιγᾶν θ᾽ ὅπου δεῖ καὶ λέγειν τὰ καίρια. α’ 595 600 [στρ. καὶ κατ᾽ ὀφθαλμοὺς βαλεῖ.
σέβει γὰρ οὔτις τὸ δυσφιλὲς θεοῖς. ἐν δόμοις; τρίτον τόδ᾽ ἐκπέραμα δωμάτων καλῶ. τὸ πᾶν Διὸς σέβας παρεκβάντος οὐ θεμιστῶς. Οἰκέτης εἶεν. ἐπεὶ δ᾽ ἐπεμνασάμαν ἀμειλίχων πόνων. ἅτ᾽ ἐχθρῶν ὑπαὶ φῶτ᾽ ἀπώλεσεν φίλον Κρητικοῖς χρυσοκμήτοισιν ὅρμοις πιθήσασα δώροισι Μίνω. ὦ παῖ. Νῖσον ἀθανάτας τριχὸς νοσφίσασ᾽ ἀπροβούλως πνέονθ᾽ ἁ κυνόφρων ὕπνῳ. ἐπ᾽ ἀνδρὶ δᾴοις ἐπεικότως σέβαι. τί τῶνδ᾽ οὐκ ἐνδίκως ἀγείρω; τὸ δ᾽ ἄγχι πλευμόνων ξίφος διανταίαν ὀξυπευκὲς οὐτᾷ διαὶ Δίκας. θύρας ἄκουσον ἑρκείας κτύπον. ὁ καιρὸς δὲ δυσφιλὲς γαμήλευμ᾽ ἀπεύχετον δόμοις γυναικοβούλους τε μήτιδας φρενῶν ἐπ᾽ ἀνδρὶ τευχεσφόρῳ. γ’ 625 630 [ἀντ. [ἀντ. κακῶν δὲ πρεσβεύεται τὸ Λήμνιον λόγῳ· γοᾶται δὲ δὴ πάθος κατάπτυστον· ᾔκασεν δέ τις τὸ δεινὸν αὖ Λημνίοισι πήμασιν. τὸ μὴ θέμις γὰρ οὖν λὰξ πέδοι πατούμενον. ἀκούω· ποδαπὸς ὁ ξένος; πόθεν; . παῖ παῖ. τίω δ᾽ ἀθέρμαντον ἑστίαν δόμων γυναικείαν <τ᾽> ἄτολμον αἰχμάν. δ’ 640 645 [ἀντ. μάλ᾽ αὖθις. γ’ 635 [στρ. κιγχάνει δέ μιν Ἑρμῆς. δ’ 650 Ὀρέστης [δ’ ἐπεισ. β’ 615 620 [στρ. 655 εἴπερ φιλόξεν᾽ ἐστὶν Αἰγίσθου διαί. τίς ἔνδον. Δίκας δ᾽ ἐρείδεται πυθμήν· προχαλκεύει δ᾽ Αἶσα φασγανουργός· τέκνον δ᾽ ἐπεισφέρει δόμοισιν αἱμάτων παλαιτέρων τίνειν μύσος χρόνῳ κλυτὰ βυσσόφρων Ἐρινύς. παῖ. θεοστυγήτῳ δ᾽ ἄχει βροτῶν ἀτιμωθὲν οἴχεται γένος.ἄλλαν δεῖ τιν᾽ ἐν λόγοις στυγεῖν φοινίαν κόραν.
οἷς κοινώσομεν Ὀρέστης ξένος μέν εἰμι Δαυλιεὺς ἐκ Φωκέων· στείχοντα δ᾽ αὐτόφορτον οἰκείᾳ σαγῇ εἰς Ἄργος. πρὸς τοὺς τεκόντας πανδίκως μεμνημένος τεθνεῶτ᾽ Ὀρέστην εἰπέ. εἰς Ἄργος κίεις. ὡς πόλλ᾽ ἐπωπᾷς.Ὀρέστης ἄγγελλε τοῖσι κυρίοισι δωμάτων. καὶ νῦν Ὀρέστης—ἦν γὰρ εὐβούλως ἔχων. ὥρα δ᾽ ἐμπόρους καθιέναι ἄγκυραν ἐν δόμοισι πανδόκοις ξένων. ὥσπερ δεῦρ᾽ ἀπεζύγην πόδα.— νῦν δ᾽ ἥπερ ἐν δόμοισι βακχείας καλῆς ἰατρὸς ἐλπὶς ἦν. μηδαμῶς λάθῃ. κατ᾽ ἄκρας εἶπας ὡς πορθούμεθα. ἀνδρῶν τόδ᾽ ἐστὶν ἔργον. εἴτ᾽ οὖν μέτοικον. ἐξιστορήσας καὶ σαφηνίσας ὁδόν. θάπτειν. ὦ ξέν᾽. Κλυταιμνήστρα ξένοι. ἀγνὼς πρὸς ἀγνῶτ᾽ εἶπε συμβαλὼν ἀνήρ. εἰ δὲ τυγχάνω τοῖς κυρίοισι καὶ προσήκουσιν λέγων οὐκ οἶδα. κἀκποδὼν εὖ κείμενα τόξοις πρόσωθεν εὐσκόποις χειρουμένη. προδοῦσαν ἔγγραφε.” τοσαῦτ᾽ ἀκούσας εἶπον. ὡς καὶ νυκτὸς ἅρμ᾽ ἐπείγεται σκοτεινόν. εἰς τὸ πᾶν ἀεὶ ξένον. εἰ δ᾽ ἄλλο πρᾶξαι δεῖ τι βουλιώτερον. ἐξελθέτω τις δωμάτων τελεσφόρος γυνὴ τόπαρχος. ἔξω κομίζων ὀλεθρίου πηλοῦ πόδα. δικαίων τ᾽ ὀμμάτων παρουσία. ἄνδρα δ᾽ εὐπρεπέστερον· αἰδὼς γὰρ ἐν λεχθεῖσιν οὐκ ἐπαργέμους λόγους τίθησιν· εἶπε θαρσήσας ἀνὴρ πρὸς ἄνδρα κἀσήμηνεν ἐμφανὲς τέκμαρ. λέγοιτ᾽ ἂν εἴ τι δεῖ· πάρεστι γὰρ ὁποῖά περ δόμοισι τοῖσδ᾽ ἐπεικότα. πρὸς οὕσπερ ἥκω καὶ φέρω καινοὺς λόγους. εἴτ᾽ οὖν κομίζειν δόξα νικήσει φίλων. νῦν γὰρ λέβητος χαλκέου πλευρώματα σποδὸν κέκευθεν ἀνδρὸς εὖ κεκλαυμένου. φίλων ἀποψιλοῖς με τὴν παναθλίαν. τὸν τεκόντα δ᾽ εἰκὸς εἰδέναι. ἐφετμὰς τάσδε πόρθμευσον πάλιν. Στροφίος ὁ Φωκεύς· πεύθομαι γὰρ ἐν λόγῳ “ἐπείπερ ἄλλως. Ὀρέστης ἐγὼ μὲν οὖν ξένοισιν ὧδ᾽ εὐδαίμοσιν κεδνῶν ἕκατι πραγμάτων ἂν ἤθελον 660 665 670 675 680 685 690 695 700 . καὶ θερμὰ λουτρὰ καὶ πόνων θελκτηρία στρωμνή. ὦ δυσπάλαιστε τῶνδε δωμάτων Ἀρά. τάχυνε δ᾽. Κλυταιμνήστρα οἲ ᾽γώ.
ἣ νῦν ἐπὶ ναυάρχῳ σώματι κεῖσαι τῷ βασιλείῳ. Κίλισσα. ἀλλ᾽ οὔτι πω τοιόνδε πῆμ᾽ ἀνεσχόμην· 705 710 715 720 725 730 735 740 745 . νῦν ἐπάρηξον· νῦν γὰρ ἀκμάζει Πειθὼ δολίαν ξυγκαταβῆναι. αἰνῶ δὲ πράσσειν ὡς ὑπευθύνῳ τάδε. καταινέσαντα καὶ κατεξενωμένον. ἡμεῖς δὲ ταῦτα τοῖς κρατοῦσι δωμάτων κοινώσομέν τε κοὐ σπανίζοντες φίλων βουλευσόμεσθα τῆσδε συμφορᾶς πέρι. ἦ δὴ κλύων ἐκεῖνος εὐφρανεῖ νόον. ὀπισθόπους τε τούσδε καὶ ξυνέμπορον· κἀκεῖ κυρούντων δώμασιν τὰ πρόσφορα. ποῖ δὴ πατεῖς. πότε δὴ στομάτων δείξομεν ἰσχὺν ἐπ᾽ Ὀρέστῃ; ὦ πότνια χθὼν καὶ πότνι᾽ ἀκτὴ χώματος. δωμάτων πύλας; λύπη δ᾽ ἄμισθός ἐστί σοι ξυνέμπορος; Τροφός Αἴγισθον ἡ κρατοῦσα τοῖς ξένοις καλεῖν ὅπως τάχιστ᾽ ἄνωγεν. φήμης ὕφ᾽ ἧς ἤγγειλαν οἱ ξένοι τορῶς. χθόνιον δ᾽ Ἑρμῆν καὶ τὸν νύχιον τοῖσδ᾽ ἐφοδεῦσαι ξιφοδηλήτοισιν ἀγῶσιν.γνωστὸς γενέσθαι καὶ ξενωθῆναι· τί γὰρ ξένου ξένοισίν ἐστιν εὐμενέστερον; πρὸς δυσσεβείας <δ᾽> ἦν ἐμοὶ τόδ᾽ ἐν φρεσίν. νῦν ἐπάκουσον. ἔοικεν ἁνὴρ ὁ ξένος τεύχειν κακόν· τροφὸν δ᾽ Ὀρέστου τήνδ᾽ ὁρῶ κεκλαυμένην. ἄλλος δ᾽ ὁμοίως ἦλθεν ἂν τάδ᾽ ἀγγελῶν. οὐδ᾽ ἧσσον ἂν γένοιο δώμασιν φίλος. Κλυταιμνήστρα οὔτοι κυρήσεις μεῖον ἀξίως σέθεν. ἄγ᾽ αὐτὸν εἰς ἀνδρῶνας εὐξένους δόμων. ὦ τάλαιν᾽ ἐγώ· ὥς μοι τὰ μὲν παλαιὰ συγκεκραμένα ἄλγη δύσοιστα τοῖσδ᾽ ἐν Ἀτρέως δόμοις τυχόντ᾽ ἐμὴν ἤλγυνεν ἐν στέρνοις φρένα. ἀλλ᾽ ἔσθ᾽ ὁ καιρὸς ἡμερεύοντας ξένους μακρᾶς κελεύθου τυγχάνειν τὰ πρόσφορα. δόμοις δὲ τοῖσδε παγκάκως ἔχειν. Χορός εἶεν. εὖτ᾽ ἂν πύθηται μῦθον. φίλιαι δμωίδες οἴκων. πρὸς μὲν οἰκέτας θετοσκυθρωπῶν ἐντὸς ὀμμάτων γέλων κεύθουσ᾽ ἐπ᾽ ἔργοις διαπεπραγμένοις καλῶς κείνῃ. τοιόνδε πρᾶγμα μὴ καρανῶσαι φίλοις. ὡς σαφέστερον ἀνὴρ ἀπ᾽ ἀνδρὸς τὴν νεάγγελτον φάτιν ἐλθὼν πύθηται τήνδε.
Χορός οὔπω· κακός γε μάντις ἂν γνοίη τάδε. θέλων δὲ τόνδε πεύσεται λόγον. Χορός πῶς οὖν κελεύει νιν μολεῖν ἐσταλμένον; Τροφός ἦ πῶς; λέγ᾽ αὖθις. ἐν ἀγγέλῳ γὰρ κυπτὸς ὀρθοῦται λόγος. ἢ δίψη τις. 750 755 760 765 770 775 780 .τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τλημόνως ἤντλουν κακά· φίλον δ᾽ Ὀρέστην. ψευσθεῖσα παιδὸς σπαργάνων φαιδρύντρια. πῶς γὰρ οὔ; τρόπῳ φρενός· οὐ γάρ τι φωνεῖ παῖς ἔτ᾽ ὢν ἐν σπαργάνοις.— κἀκ᾽ νυκτιπλάγκτων ὀρθίων κελευμάτων καὶ πολλὰ καὶ μοχθήρ᾽ ἀνωφέλητ᾽ ἐμοὶ τλάσῃ·—τὸ μὴ φρονοῦν γὰρ ὡσπερεὶ βοτὸν τρέφειν ἀνάγκη. οἴομαι. εἰ λιμός. Χορός εἰ ξὺν λοχίταις εἴτε καὶ μονοστιβῆ. ὡς ἀδειμάντως κλύῃ. ἐγὼ διπλᾶς δὲ τάσδε χειρωναξίας ἔχουσ᾽ Ὀρέστην ἐξεδεξάμην πατρί· τεθνηκότος δὲ νῦν τάλαινα πεύθομαι. πολλὰ δ᾽. Τροφός καὶ πῶς; Ὀρέστης ἐλπὶς οἴχεται δόμων. Τροφός τί φής; ἔχεις τι τῶν λελεγμένων δίχα; Χορός ἄγγελλ᾽ ἰοῦσα. γναφεὺς τροφεύς τε ταὐτὸν εἰχέτην τέλος. ἄνωχθ᾽ ὅσον τάχιστα γηθούσῃ φρενί. ὡς μάθω σαφέστερον. στείχω δ᾽ ἐπ᾽ ἄνδρα τῶνδε λυμαντήριον οἴκων. γένοιτο δ᾽ ὡς ἄριστα σὺν θεῶν δόσει. Τροφός ἄγειν κελεύει δορυφόρους ὀπάονας. Τροφός ἀλλ᾽ ἦ φρονεῖς εὖ τοῖσι νῦν ἠγγελμένοις; Χορός ἀλλ᾽ εἰ τροπαίαν Ζεὺς κακῶν θήσει ποτέ. πρᾶσσε τἀπεσταλμένα. Χορός μή νυν σὺ ταῦτ᾽ ἄγγελλε δεσπότου στύγει· ἀλλ᾽ αὐτὸν ἐλθεῖν. ὃν ἐξέθρεψα μητρόθεν δεδεγμένη. Τροφός ἀλλ᾽ εἶμι καὶ σοῖς ταῦτα πείσομαι λόγοις. τῆς ἐμῆς ψυχῆς τριβήν. τούτων πρόμαντις οὖσα. ἢ λιψουρία ἔχει· νέα δὲ νηδὺς αὐτάρκης τέκνων. μέλει θεοῖσιν ὧνπερ ἂν μέλῃ πέρι.
εὖ δὸς ἀνιδεῖν δόμον ἀνδρός. α’ 790 [ἀντ. γέρων φόνος μηκέτ᾽ ἐν δόμοις τέκοι. ἴσθι δ᾽ ἀνδρὸς φίλου πῶλον εὖνιν ζυγέντ᾽ ἐν ἅρμασιν πημάτων. θές. [στρ. διὰ δίκας πᾶν ἔπος ἔλακον· <ὦ> Ζεῦ. β’ 800 805 [μεσῳδ. καὶ τότ᾽ ἤδη κλυτὸν δωμάτων λυτήριον. β’ 815 [στρ. ἄσκοπον δ᾽ ἔπος λέγων νύκτα πρό τ᾽ ὀμμάτων σκότον φέρει. ἐπεί νιν μέγαν ἄρας. δὸς τύχας τυχεῖν δόμου κυρίως τὰ σώφρον᾽ εὖ μαιομένοις ἰδεῖν. πρὸ δὲ δὴ ᾽χθρῶν τὸν ἔσωθεν μελάθρων. σύμφρονες θεοί· [ἄγετε] τῶν πάλαι πεπραγμένων λύσασθ᾽ αἷμα προσφάτοις δίκαις. ἐπεὶ φορώτατος πρᾶξιν οὐρίαν θέλων· [πολλὰ δ᾽ ἄλλα φανεῖ χρηίζων κρυπτά]. τὸ δὲ καλῶς κτίμενον ὦ μέγα ναίων στόμιον. κλῦτε. καθ᾽ ἡμέραν δ᾽ οὐδὲν ἐμφανέστερος. α’ 785 [μεσῳδ. δίδυμα καὶ τριπλᾶ παλίμποινα θέλων ἀμείψει.Χορός νῦν παραιτουμένᾳ μοι. Ζεῦ.” [δ’ χορ. γ’ 820 825 . καί νιν ἐλευθερίας <φῶς> λαμπρὸν ἰδεῖν φιλίοις ὄμμασιν <ἐκ> δνοφερᾶς καλύπτρας. <σὺ δ᾽> ἐν δρόμῳ προστιθεὶς μέτρον κτίσον σῳζόμενον ῥυθμὸν τοῦτ᾽ ἰδεῖν διὰ πέδον ἀνομένων βημάτων ὄρεγμα; οἵ τ᾽ ἔσω δωμάτων πλουτογαθῆ μυχὸν νομίζετε. πάτερ Ζεῦ θεῶν Ὀλυμπίων. α’ 795 [στρ. θῆλυν οὐριοστάταν οὐδ᾽ ὀξύκρεκτον γοατᾶν νόμον θήσομεν· “πλεῖ τάδ᾽ εὖ· ἐμὸν ἐμὸν κέρδος αὔξεται τόδ᾽· ἄτα δ᾽ ἀποστατεῖ φίλων. β’ 810 [ἀντ. σύ νιν φυλάσσοις. ἓ ἕ. ξυλλάβοι δ᾽ ἐνδίκως παῖς ὁ Μαίας.
τοῖς τ᾽ ἄνωθεν πρόπρασσε χάριν ὀργᾶς λυγρᾶς. 865 τοιάνδε πάλην μόνος ὢν ἔφεδρος δισσοῖς μέλλει θεῖος Ὀρέστης ἅψειν. 840 μόρον δ᾽ Ὀρέστου. εἴη δ᾽ ἐπὶ νίκῃ. γ’ 835 Αἴγισθος [ε’ ἐπεισ. ἔνδοθεν φόνιον ἄταν τιθείς. καὶ τόδ᾽ ἀμφέρειν δόμοις γένοιτ᾽ ἂν ἄχθος δειματοσταγὲς φόνῳ τῷ πρόσθεν ἑλκαίνουσι καὶ δεδηγμένοις. γ’ 830 [ἀντ. πόθεν ἄρξωμαι 855 τάδ᾽ ἐπευχομένη κἀπιθεάζουσ᾽. . οὐδὲν ἀγγέλων σθένος ὡς αὐτὸν αὐτῶν ἄνδρα πεύθεσθαι πάρα. ἐπαΰσας πατρὸς αὐδὰν θροούσᾳ [πρὸς σὲ] τέκνον [πατρὸς αὐδὰν] [καὶ] πέραιν᾽ ἀνεπίμομφον ἄταν. ὅταν ἥκῃ μέρος ἔργων. Περσέως τ᾽ ἐν φρεσὶν καρδίαν ἀνασχεθών. τὸν αἴτιον δ᾽ ἐξαπολλύων μόρου. ἢ πῦρ καὶ φῶς ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ δαίων ἀρχάς τε πολισσονόμους πατέρων <θ᾽> ἕξει μέγαν ὄλβον. ἥκω μὲν οὐκ ἄκλητος.σὺ δὲ θαρσῶν. οὔτοι φρέν᾽ ἂν κλέψειεν ὠμματωμένην. ἀλλ᾽ ὑπάγγελος· νέαν φάτιν δὲ πεύθομαι λέγειν τινὰς ξένους μολόντας οὐδαμῶς ἐφίμερον. πυνθάνου δὲ τῶν ξένων ἔσω παρελθών. εἴτ᾽ ἐξ ἀμαυρᾶς κληδόνος λέγει μαθών. εἴτ᾽ αὐτὸς ἦν θνῄσκοντος ἐγγύθεν παρών. πῶς ταῦτ᾽ ἀληθῆ καὶ βλέποντα δοξάσω; ἢ πρὸς γυναικῶν δειματούμενοι λόγοι 845 πεδάρσιοι θρῴσκουσι. Χορός Ζεῦ Ζεῦ. [μεσῳδ. θνῄσκοντες μάτην; τί τῶνδ᾽ ἂν εἴποις ὥστε δηλῶσαι φρενί; Χορός ἠκούσαμεν μέν. 850 Αἴγισθος ἰδεῖν ἐλέγξαι τ᾽ αὖ θέλω τὸν ἄγγελον. ὑπὸ δ᾽ εὐνοίας πῶς ἴσον εἰποῦσ᾽ ἀνύσωμαι; νῦν γὰρ μέλλουσι μιανθεῖσαι πειραὶ κοπάνων ἀνδροδαΐκτων 860 ἢ πάνυ θήσειν Ἀγαμεμνονίων οἴκων ὄλεθρον διὰ παντός. τί λέγω. τοῖς θ᾽ ὑπὸ χθονὸς φίλοισιν.
πρὸς ᾧ σὺ πολλὰ δὴ βρίζων ἅμα οὔλοισιν ἐξήμελξας εὐτραφὲς γάλα. τέκνον.Αἴγισθος ἒ ἔ. ἢ νικώμεθα· ἐνταῦθα γὰρ δὴ τοῦδ᾽ ἀφικόμην κακοῦ. Ὀρέστης φιλεῖς τὸν ἄνδρα; τοιγὰρ ἐν ταὐτῷ τάφῳ κείσῃ· θανόντα δ᾽ οὔτι μὴ προδῷς ποτε. δόλοις ὀλούμεθ᾽. κωφοῖς ἀυτῶ καὶ καθεύδουσιν μάτην ἄκραντα βάζω; ποῖ Κλυταιμήστρα; τί δρᾷ; ἔοικε νῦν αὐτῆς ἐπὶ ξυροῦ πέλας αὐχὴν πεσεῖσθαι πρὸς δίκην πεπληγμένος. Κλυταιμνήστρα οἲ ᾽γώ. Κλυταιμνήστρα τί δ᾽ ἐστὶ χρῆμα; τίνα βοὴν ἵστης δόμοις; Οἰκέτης τὸν ζῶντα καίνειν τοὺς τεθνηκότας λέγω. Ὀρέστης 870 875 880 885 890 895 900 . Χορός ἔα ἔα μάλα· πῶς ἔχει; πῶς κέκρανται δόμοις; ἀποσταθῶμεν πράγματος τελουμένου. ὥσπερ οὖν ἐκτείναμεν. ὀτοτοτοῖ. καὶ γυναικείους πύλας μοχλοῖς χαλᾶτε· καὶ μάλ᾽ ἡβῶντος δὲ δεῖ. δοίη τις ἀνδροκμῆτα πέλεκυν ὡς τάχος· εἰδῶμεν εἰ νικῶμεν. Οἰκέτης οἴμοι. Κλυταιμνήστρα ἐπίσχες. Ὀρέστης Πυλάδη τί δράσω; μητέρ᾽ αἰδεσθῶ κτανεῖν; Πυλάδης ποῦ δὴ τὰ λοιπὰ Λοξίου μαντεύματα τὰ πυθόχρηστα. ὦ παῖ. πιστὰ δ᾽ εὐορκώματα; ἅπαντας ἐχθροὺς τῶν θεῶν ἡγοῦ πλέον. ἀλλ᾽ ἀνοίξατε ὅπως τάχιστα. τέθνηκας. ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων. οὐχ ὡς δ᾽ ἀρῆξαι διαπεπραγμένῳ· τί γάρ; ἰοὺ ἰού. τόνδε δ᾽ αἴδεσαι. μαστόν. Αἴγισθος οὐκέτ᾽ ἔστιν. πανοίμοι δεσπότου πεπληγμένου· οἴμοι μάλ᾽ αὖθις ἐν τρίτοις προσφθέγμασιν. Κλυταιμνήστρα οἲ ᾽γώ. Ὀρέστης σὲ καὶ ματεύω· τῷδε δ᾽ ἀρκούντως ἔχει. φίλτατ᾽ Αἰγίσθου βία. ὅπως δοκῶμεν τῶνδ᾽ ἀναίτιαι κακῶν εἶναι· μάχης γὰρ δὴ κεκύρωται τέλος.
Κλυταιμνήστρα ποῦ δῆθ᾽ ὁ τῖμος. παρεὶς τάδε; Κλυταιμνήστρα ἔοικα θρηνεῖν ζῶσα πρὸς τύμβον μάτην. ὅντιν᾽ ἀντεδεξάμην; Ὀρέστης αἰσχύνομαί σοι τοῦτ᾽ ὀνειδίσαι σαφῶς. Ὀρέστης αἰκῶς ἐπράθην ὢν ἐλευθέρου πατρός. Κλυταιμνήστρα ἐγώ σ᾽ ἔθρεψα. Κλυταιμνήστρα κτενεῖν ἔοικας. πρὸς αὐτὸν τόνδε σὲ σφάξαι θέλω. Κλυταιμνήστρα οὐδὲν σεβίζῃ γενεθλίους ἀράς. παραιτία. ὃν δ᾽ ἐχρῆν φιλεῖν στυγεῖς. Κλυταιμνήστρα οἲ ᾽γὼ τεκοῦσα τόνδ᾽ ὄφιν ἐθρεψάμην. ὦ τέκνον. ἐπεὶ φιλεῖς τὸν ἄνδρα τοῦτον. καὶ ζῶντα γάρ νιν κρείσσον᾽ ἡγήσω πατρός· τούτῳ θανοῦσα ξυγκάθευδ᾽. Ὀρέστης τὰς τοῦ πατρὸς δὲ πῶς φύγω. Ὀρέστης καὶ τόνδε τοίνυν Μοῖρ᾽ ἐπόρσυνεν μόρον. τὴν μητέρα. φύλαξαι μητρὸς ἐγκότους κύνας. Ὀρέστης πατροκτονοῦσα γὰρ ξυνοικήσεις ἐμοί; Κλυταιμνήστρα ἡ Μοῖρα τούτων. τέκνον. καὶ παραινεῖς μοι καλῶς. 905 910 915 920 925 .κρίνω σὲ νικᾶν. ἕπου. κατακτενεῖς. Ὀρέστης πατρὸς γὰρ αἶσα τόνδε σοὐρίζει μόρον. ὦ τέκνον. Ὀρέστης ἦ κάρτα μάντις οὑξ ὀνειράτων φόβος. Κλυταιμνήστρα ὅρα. οὐκ ἐγώ. Ὀρέστης σύ τοι σεαυτήν. Κλυταιμνήστρα οὔτοι σ᾽ ἀπέρριψ᾽ εἰς δόμους δορυξένους. Ὀρέστης τρέφει δέ γ᾽ ἀνδρὸς μόχθος ἡμένας ἔσω. Κλυταιμνήστρα ἄλγος γυναιξὶν ἀνδρὸς εἴργεσθαι. Ὀρέστης μὴ ᾽λεγχε τὸν πονοῦντ᾽ ἔσω καθημένη. Κλυταιμνήστρα μὴ ἀλλ᾽ εἴφ᾽ ὁμοίως καὶ πατρὸς τοῦ σοῦ μάτας. σὺν δὲ γηράναι θέλω. τέκνον; Ὀρέστης τεκοῦσα γάρ μ᾽ ἔρριψας ἐς τὸ δυστυχές.
ὀφθαλμὸν οἴκων μὴ πανώλεθρον πεσεῖν. β’ 965 . [στρ. ὅταν ἀφ᾽ ἑστίας πᾶν ἐλαθῇ μύσος 930 [ε’ χορ. ἔλασε δ᾽ ἐς τὸ πᾶν ὁ πυθόχρηστος φυγὰς θεόθεν εὖ φραδαῖσιν ὡρμημένος. 945 [ἀντ. βαρύδικος ποινά· ἔμολε δ᾽ ἐς δόμον τὸν Ἀγαμέμνονος διπλοῦς λέων. πάρα τε φῶς ἰδεῖν μέγα τ᾽ ἀφῃρέθην ψάλιον οἰκέων. ἐπολολύξατ᾽ ὦ δεσποσύνων δόμων ἀναφυγᾶς κακῶν καὶ κτεάνων τριβᾶς ὑπαὶ δυοῖν μιαστόροιν.> τά περ ὁ Λοξίας ὁ Παρνασσίας μέγαν ἔχων μυχὸν χθονὸς ἐπωρθίαξεν ἀδόλως δόλοις βλάβαν ἐγχρονισθεῖσαν ἐποίχεται. “κρατεῖταί πως τὸ θεῖον παρὰ τὸ μὴ ὑπουργεῖν κακοῖς”. α’ 950 951 942α 943α 944α 945α [στρ. τάχα δὲ παντελὴς χρόνος ἀμείψεται πρόθυρα δωμάτων. δυσοίμου τύχας. Χορός στένω μὲν οὖν καὶ τῶνδε συμφορὰν διπλῆν.ἔκανες ὃν οὐ χρῆν. β’ 953 955 960 [μεσῳδ. ἐπεὶ δὲ πολλῶν αἱμάτων ἐπήκρισε τλήμων Ὀρέστης. [ἀντ. Χορός ἔμολε μὲν δίκα Πριαμίδαις χρόνῳ. τοῦθ᾽ ὅμως αἱρούμεθα. ἄναγε μὰν δόμοι· πολὺν ἄγαν χρόνον χαμαιπετεῖς ἔκεισθ᾽ ἀεί. καὶ τὸ μὴ χρεὼν πάθε. α’ 935 940 [μεσῳδ. δυσοίμου τύχας. <ἐπολολύξατ᾽ ὦ δεσποσύνων δόμων ἀναφυγᾶς κακῶν καὶ κτεάνων τριβᾶς ὑπαὶ δυοῖν μιαστόροιν. ἄξια δ᾽ οὐρανοῦχον ἀρχὰν σέβειν. διπλοῦς Ἄρης. ἔμολε δ᾽ ᾧ μέλει κρυπταδίου μάχας δολιόφρων ποινά· ἔθιγε δ᾽ ἐν μάχᾳ χερὸς ἐτήτυμος Διὸς κόρα—Δίκαν δέ νιν προσαγορεύομεν βροτοὶ τυχόντες καλῶς— ὀλέθριον πνέουσ᾽ ἐν ἐχθροῖς κότον.
ὅρκος τ᾽ ἐμμένει πιστώμασι. ὡς ἴδῃ πατήρ. ξένων ἀπαιόλημα κἀργυροστερῆ βίον νομίζων.> Ὀρέστης ἴδεσθε χώρας τὴν διπλῆν τυραννίδα πατροκτόνους τε δωμάτων πορθήτορας. ὡς ἐπεικάσαι πάθη πάρεστιν. τοιοῦτον ἂν κτήσαιτο φηλήτης ἀνήρ. δίκην· ἥτις δ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ τοῦτ᾽ ἐμήσατο στύγος. 973 975 980 985 990 995 1000 1005 .καθαρμοῖσιν ἀτᾶν ἐλατηρίοις. φίλον τέως. κακόν. ἢ νεκροῦ ποδένδυτον δροίτης κατασκήνωμα; δίκτυον μὲν οὖν. ξυνώμοσαν μὲν θάνατον ἀθλίῳ πατρὶ καὶ ξυνθανεῖσθαι· καὶ τάδ᾽ εὐόρκως ἔχει. τῶνδ᾽ ἐπήκοοι κακῶν. νῦν δ᾽ ἐχθρόν. πέδας τε χειροῖν καὶ ποδοῖν ξυνωρίδα. τῷδέ τ᾽ ἂν δολώματι πολλοὺς ἀναιρῶν πολλὰ θερμαίνοι φρένα. ἐξ οὗ τέκνων ἤνεγχ᾽ ὑπὸ ζώνην βάρος. ὡς τόνδ᾽ ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως μόρον τὸν μητρός· Αἰγίσθου γὰρ οὐ λέγω μόρον· ἔχει γὰρ αἰσχυντῆρος. ἄναγνα μητρὸς ἔργα τῆς ἐμῆς. τύχαι δ᾽ εὐπροσωποκοῖται τὸ πᾶν ἰδεῖν [ἀκοῦσαι] πρευμενεῖς μετοίκοις δόμων πεσοῦνται πάλιν. ὡς ἂν παρῇ μοι μάρτυς ἐν δίκῃ ποτέ. σεμνοὶ μὲν ἦσαν ἐν θρόνοις τόθ᾽ ἥμενοι. οὐχ οὑμός. ἀλλ᾽ ὁ πάντ᾽ ἐποπτεύων τάδε Ἥλιος. τοιάδ᾽ ἐμοὶ ξύνοικος ἐν δόμοισι μὴ γένοιτ᾽· ὀλοίμην πρόσθεν ἐκ θεῶν ἄπαις. τί νιν προσείπω. 970 972 962α 963α 964α [στ’ ἐπεισ. ἴδεσθε δ᾽ αὖτε. ὡς νόμος. ἄναγε μὰν δόμοι· πολὺν ἄγαν χρόνον χαμαιπετεῖς ἔκεισθ᾽ ἀεί. ἄρκυν τ᾽ ἂν εἴποις καὶ ποδιστῆρας πέπλους. τί σοι δοκεῖ; μύραινά γ᾽ εἴτ᾽ ἔχιδν᾽ ἔφυ σήπειν θιγοῦσ᾽ ἂν ἄλλον οὐ δεδηγμένον τόλμης ἕκατι κἀκδίκου φρονήματος. πάρα τε φῶς ἰδεῖν <μέγα τ᾽ ἀφῃρέθην ψάλιον οἰκέων. φίλοι δὲ καὶ νῦν. δεσμὸν ἀθλίῳ πατρί. ὡς φαίνει. κἂν τύχω μάλ᾽ εὐστομῶν; ἄγρευμα θηρός. ἐκτείνατ᾽ αὐτὸ καὶ κύκλῳ παρασταδὸν στέγαστρον ἀνδρὸς δείξαθ᾽. τὸ μηχάνημα.
χρήσαντ᾽ ἐμοὶ πράξαντι μὲν ταῦτ᾽ ἐκτὸς αἰτίας κακῆς εἶναι. καὶ μαρτυρεῖν μὲν ὡς ἐπορσύνθη κακὰ τάδ᾽ ἐν χρόνῳ μοι πάντας Ἀργείους λέγω· ἐγὼ δ᾽ ἀλήτης τῆσδε γῆς ἀπόξενος. ἄζηλα νίκης τῆσδ᾽ ἔχων μιάσματα. ὡς ἂν εἰδῆτ᾽. Χορός οὔτις μερόπων ἀσινὴς βίοτον διὰ παντὸς ἀπήμον᾽ ἀμείψει. πατροκτόνον θ᾽ ὕφασμα προσφωνῶν τόδε.Χορός αἰαῖ <αἰαῖ> μελέων ἔργων· στυγερῷ θανάτῳ διεπράχθης. μηδ᾽ ἐπιζευχθῇς στόμα 1008β 1010 1015 1020 1025 1030 1035 1041 1040 . ὁ δ᾽ ἥξει. νῦν αὐτὸν αἰνῶ. καὶ φίλτρα τόλμης τῆσδε πλειστηρίζομαι τὸν πυθόμαντιν Λοξίαν. παρέντα δ᾽—οὐκ ἐρῶ τὴν ζημίαν· τόξῳ γὰρ οὔτις πημάτων ἐφίξεται. ἒ ἔ. ὡς ἔβαψεν Αἰγίσθου ξίφος. ἒ ἔ. νῦν ἀποιμώζω παρών. Λοξίου πέδον. πυρός τε φέγγος ἄφθιτον κεκλημένον. Ὀρέστης ἔδρασεν ἢ οὐκ ἔδρασε; μαρτυρεῖ δέ μοι φᾶρος τόδ᾽. κηρύσσω φίλοις κτανεῖν τέ φημι μητέρ᾽ οὐκ ἄνευ δίκης. ἕως δ᾽ ἔτ᾽ ἔμφρων εἰμί. πατροκτόνον μίασμα καὶ θεῶν στύγος. ὡς παρεσκευασμένος ξὺν τῷδε θαλλῷ καὶ στέφει προσίξομαι μεσόμφαλόν θ᾽ ἵδρυμα. ὥσπερ ξὺν ἵπποις ἡνιοστροφῶ δρόμου ἐξωτέρω· φέρουσι γὰρ νικώμενον φρένες δύσαρκτοι· πρὸς δὲ καρδίᾳ φόβος ᾄδειν ἕτοιμος ἠδ᾽ ὑπορχεῖσθαι κότῳ. πολλὰς βαφὰς φθείρουσα τοῦ ποικίλματος. μίμνοντι δὲ καὶ πάθος ἀνθεῖ. Χορός ἀλλ᾽ εὖ γ᾽ ἔπραξας. μόχθος δ᾽ ὁ μὲν αὐτίχ᾽. Ὀρέστης ἀλλ᾽. ἀλγῶ μὲν ἔργα καὶ πάθος γένος τε πᾶν. φόνου δὲ κηκὶς ξὺν χρόνῳ ξυμβάλλεται. φεύγων τόδ᾽ αἷμα κοινόν· οὐδ᾽ ἐφ᾽ ἑστίαν ἄλλην τραπέσθαι Λοξίας ἐφίετο. καὶ νῦν ὁρᾶτέ μ᾽. οὐ γὰρ οἶδ᾽ ὅπη τελεῖ. ζῶν καὶ τεθνηκὼς τάσδε κληδόνας λιπών.
ἐλευθερώσας πᾶσαν Ἀργείων πόλιν. φίλτατ᾽ ἀνθρώπων πατρί. Χορός τίνες σε δόξαι. κἀξ ὀμμάτων στάζουσιν αἷμα δυσφιλές. καί σ᾽ ἐποπτεύων πρόφρων θεὸς φυλάσσοι καιρίοισι συμφοραῖς. μὴ φόβου νικῶ πολύ. ἢ μόρον εἴπω; ποῖ δῆτα κρανεῖ. παιδοβόροι μὲν πρῶτον ὑπῆρξαν μόχθοι τάλανές [τε Θυέστου]· δεύτερον ἀνδρὸς βασίλεια πάθη· λουτροδάικτος δ᾽ ὤλετ᾽ Ἀχαιῶν πολέμαρχος ἀνήρ· νῦν δ᾽ αὖ τρίτος ἦλθέ ποθεν σωτήρ. Χορός ὅδε τοι μελάθροις τοῖς βασιλείοις τρίτος αὖ χειμὼν πνεύσας γονίας ἐτελέσθη. ποῖ καταλήξει μετακοιμισθὲν μένος ἄτης; 1045 1050 1055 1060 1065 1070 1075 Απολλόδωρος (ψευδο-). Χορός εἷς σοὶ καθαρμός· Λοξίας δὲ προσθιγὼν ἐλεύθερόν σε τῶνδε πημάτων κτίσει. Ὀρέστης ὑμεῖς μὲν οὐχ ὁρᾶτε τάσδ᾽. ἐγὼ δ᾽ ὁρῶ· ἐλαύνομαι δὲ κοὐκέτ᾽ ἂν μείναιμ᾽ ἐγὼ.φήμῃ πονηρᾷ μηδ᾽ ἐπιγλωσσῶ κακά. στροβοῦσιν; ἴσχε. Βιβλιοθήκη Α' Ἀππολόδωρος Βιβλιοθήκη Α' . Χορός ποταίνιον γὰρ αἷμά σοι χεροῖν ἔτι· ἐκ τῶνδέ τοι ταραγμὸς ἐς φρένας πίτνει. Ὀρέστης οὐκ εἰσὶ δόξαι τῶνδε πημάτων ἐμοί· σαφῶς γὰρ αἵδε μητρὸς ἔγκοτοι κύνες. δυοῖν δρακόντοιν εὐπετῶς τεμὼν κάρα. δμωαὶ γυναῖκες. Ὀρέστης ἆ. Ὀρέστης ἄναξ Ἄπολλον. αἵδε Γοργόνων δίκην φαιοχίτωνες καὶ πεπλεκτανημέναι πυκνοῖς δράκουσιν· οὐκέτ᾽ ἂν μείναιμ᾽ ἐγώ. ἆ. Χορός ἀλλ᾽ εὐτυχοίης. αἵδε πληθύουσι δή.
ἔπειτα τοὺς . Βριάρεων Γύην Κόττον. εἶτα Δήμητραν καὶ Ἥραν. θυγατέρας δὲ τὰς κληθείσας Τιτανίδας. ἐκ δὲ τῶν σταλαγμῶν τοῦ ῥέοντος αἵματος ἐρινύες ἐγένοντο.7] αὗται μὲν οὖν τὸν παῖδα ἔτρεφον τῷ τῆς Ἀμαλθείας γάλακτι. οἱ δὲ Κούρητες ἔνοπλοι ἐν τῷ ἄντρῳ τὸ βρέφος φυλάσσοντες τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συνέκρουον. λαμβάνει Μῆτιν τὴν Ὠκεανοῦ συνεργόν. καὶ δίδωσιν ἀδαμαντίνην ἅρπην Κρόνῳ. καὶ τοῦτον μὲν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε καὶ ταῖς Μελισσέως παισὶ νύμφαις. [Α 2. καὶ Κρόνος ἀποτεμὼν τὰ αἰδοῖα τοῦ πατρὸς εἰς τὴν θάλασσαν ἀφίησεν. οἱ δὲ Ὠκεανοῦ χωρὶς ἐπιτίθενται.[Α 1. καὶ πρώτην μὲν γεννηθεῖσαν Ἑστίαν κατέπιεν. τῆς δὲ ἀρχῆς ἐκβαλόντες τούς τε καταταρταρωθέντας ἀνήγαγον ἀδελφοὺς καὶ τὴν ἀρχὴν Κρόνῳ παρέδοσαν. ἐπειδὴ Γῆ τε καὶ Οὐρανὸς ἐθεσπιῴδουν αὐτῷ λέγοντες ὑπὸ παιδὸς ἰδίου τὴν ἀρχὴν ἀφαιρεθήσεσθαι.2] μετὰ τούτους δὲ αὐτῷ τεκνοῖ Γῆ Κύκλωπας. [Α 1. τοσοῦτον ἀπὸ γῆς ἔχων διάστημα ὅσον ἀπ᾽ οὐρανοῦ γῆ). ὑφ᾽ οὗ ἐκεῖνος ἀναγκασθεὶς πρῶτον μὲν ἐξεμεῖ τὸν λίθον. [Α 1. Τηθὺν ῾Ρέαν Θέμιν Μνημοσύνην Φοίβην Διώνην Θείαν.3] τεκνοῖ δὲ αὖθις ἐκ Γῆς παῖδας μὲν τοὺς Τιτᾶνας προσαγορευθέντας.4] ἀγανακτοῦσα δὲ Γῆ ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν εἰς Τάρταρον ῥιφέντων παίδων πείθει τοὺς Τιτᾶνας ἐπιθέσθαι τῷ πατρί. Ἀληκτὼ Τισιφόνη Μέγαιρα. ῾Ρέα δὲ λίθον σπαργανώσασα δέδωκε Κρόνῳ καταπιεῖν ὡς τὸν γεγεννημένον παῖδα. Ὠκεανὸν Κοῖον Ὑπερίονα Κρεῖον Ἰαπετὸν καὶ νεώτατον ἁπάντων Κρόνον.5] ὁ δὲ τούτους μὲν <ἐν> τῷ Ταρτάρῳ πάλιν δήσας καθεῖρξε. ἀλλὰ τούτους μὲν Οὐρανὸς δήσας εἰς Τάρταρον ἔρριψε (τόπος δὲ οὗτος ἐρεβώδης ἐστὶν ἐν Ἅιδου. ἵνα μὴ τῆς τοῦ παιδὸς φωνῆς ὁ Κρόνος ἀκούσῃ. μεθ᾽ ἃς Πλούτωνα καὶ Ποσειδῶνα.1] Οὐρανὸς πρῶτος τοῦ παντὸς ἐδυνάστευσε κόσμου. Ἄργην Στερόπην Βρόντην. [Α 1.6] ὀργισθεῖσα δὲ ἐπὶ τούτοις ῾Ρέα παραγίνεται μὲν εἰς Κρήτην. [Α 1. οἳ μεγέθει τε ἀνυπέρβλητοι καὶ δυνάμει καθειστήκεσαν. γεννᾷ δὲ ἐν ἄντρῳ τῆς Δίκτης Δία. ὧν ἕκαστος εἶχεν ἕνα ὀφθαλμὸν ἐπὶ τοῦ μετώπου.1] ἐπειδὴ δὲ Ζεὺς ἐγενήθη τέλειος. κατέπινε τὰ γεννώμενα. τὴν δὲ ἀδελφὴν ῾Ρέαν γήμας. ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε. Ἀδραστείᾳ τε καὶ Ἴδῃ. ἣ δίδωσι Κρόνῳ καταπιεῖν φάρμακον. [Α 1. [Α 1. γήμας δὲ Γῆν ἐτέκνωσε πρώτους τοὺς ἑκατόγχειρας προσαγορευθέντας. χεῖρας μὲν ἀνὰ ἑκατὸν κεφαλὰς δὲ ἀνὰ πεντήκοντα ἔχοντες.
4] ἐγένετο δὲ καὶ Κρόνου καὶ Φιλύρας Χείρων διφυὴς Κένταυρος. Ποσειδῶνι δὲ τρίαιναν· οἱ δὲ τούτοις ὁπλισθέντες κρατοῦσι Τιτάνων.1] Ζεὺς δὲ γαμεῖ μὲν Ἥραν. Γαλάτεια Ἀκταίη Ποντομέδουσα Ἱπποθόη Λυσιάνασσα. ἐξ Εὐρυνόμης δὲ τῆς Ὠκεανοῦ χάριτας. Εὐλιμένη Ἀγαύη Εὐδώρη Δωτὼ Φέρουσα. Ἀελλὼ <καὶ> Ὠκυπέτη.παῖδας οὓς κατέπιε· μεθ᾽ ὧν Ζεὺς τὸν πρὸς Κρόνον καὶ Τιτᾶνας ἐξήνεγκε πόλεμον. [Α 2.6] Πόντου δὲ καὶ Γῆς Φόρκος Θαύμας Νηρεὺς Εὐρυβία Κητώ. [Α 2. Πάλλαντος δὲ καὶ Στυγὸς Νίκη Κράτος Ζῆλος Βία. Ἀσία Στὺξ Ἠλέκτρα Δωρὶς Εὐρονόμη [Ἀμφιτρίτη] Μῆτις. ἐκ μὲν οὖν Θέμιδος τῆς Οὐρανοῦ γεννᾷ θυγατέρας ὥρας. ἐκ Διώνης δὲ Ἀφροδίτην. Ἱππονόη Ἰάνειρα Πολυνόμη Αὐτονόη Μελίτη. Κρείου δὲ καὶ Εὐρυβίας τῆς Πόντου Ἀστραῖος Πάλλας Πέρσης. ὃς ἔχει τοῖς ὤμοις τὸν οὐρανόν. [Α 2. Διώνη Νησαίη Δηρὼ Εὐαγόρη Ψαμάθη. Θαύμαντος μὲν οὖν καὶ Ἠλέκτρας Ἶρις καὶ ἅρπυιαι. Φόρκου δὲ καὶ Κητοῦς Φορκίδες <καὶ> Γοργόνες. ταύτην αὐτῇ τιμὴν διδοὺς ἀνθ᾽ ὧν αὐτῷ κατὰ Τιτάνων μετὰ τῶν τέκνων συνεμάχησε. [Α 3. αὐτοὶ δὲ διακληροῦνται περὶ τῆς ἀρχῆς. μίγνυται δὲ πολλαῖς θνηταῖς τε καὶ ἀθανάτοις γυναιξίν. Ποσειδῶν δὲ τὴν ἐν θαλάσσῃ. καὶ τεκνοῖ Ἥβην Εἰλείθυιαν Ἄρην. ὃν κεραυνώσας ἐν τῇ τιτανομαχία Ζεὺς κατεταρτάρωσεν. [Α 2. Πρωτὼ Καλυψὼ Πανόπη Κραντὼ Νεόμηρις. ὧν τὰ ὀνόματα Κυμοθόη Σπειὼ Γλαυκονόμη Ναυσιθόη Ἁλίη. καὶ καθείρξαντες αὐτοὺς ἐν τῷ Ταρτάρῳ τοὺς ἑκατόγχειρας κατέστησαν φύλακας. Ἠοῦς δὲ καὶ Ἀστραίου ἄνεμοι καὶ ἄστρα. Ὑπερίονος δὲ καὶ Θείας Ἠὼς Ἥλιος Σελήνη. Ἐρατὼ Σαὼ Ἀμφιτρίτη Εὐνίκη Θέτις. Πλούτων δὲ τὴν ἐν Ἅιδου. καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἐπιμηθεὺς καὶ Μενοίτιος. Κλωθὼ Λάχεσιν Ἄτροπον. Πλούτωνι δὲ κυνέην. . Ἀγλαΐην Εὐφροσύνην Θάλειαν. ἐκ δὲ Στυγὸς Περσεφόνην. καὶ Κύκλωπες τότε Διὶ μὲν διδόασι βροντὴν καὶ ἀστραπὴν καὶ κεραυνόν.3] Ιαπετοῦ δὲ καὶ Ἀσίας Ἄτλας.5] τὸ δὲ τῆς Στυγὸς ὕδωρ ἐκ πέτρας ἐν Ἅιδου ῥέον Ζεὺς ἐποίησεν ὅρκον. Κοίου δὲ καὶ Φοίβης Ἀστερία καὶ Λητώ.2] ἐγένοντο δὲ Τιτάνων ἔκγονοι Ὠκεανοῦ μὲν καὶ Τηθύος Ὠκεανίδες. [Α 2. Εὐμόλπη Ἰόνη Δυναμένη Κητὼ Λιμνώρεια. καὶ λαγχάνει Ζεὺς μὲν τὴν ἐν οὐρανῷ δυναστείαν. μοίρας. μαχομένων δὲ αὐτῶν ἐνιαυτοὺς δέκα ἡ Γῆ τῷ Διὶ ἔχρησε τὴν νίκην. ἐκ δὲ Μνημοσύνης μούσας.7] Νηρέως δὲ καὶ Δωρίδος Νηρηίδες. περὶ ὧν ἐροῦμεν ὅταν τὰ κατὰ Περσέα λέγωμεν. Πέρσου δὲ καὶ Ἀστερίας Ἑκάτη. Κυμὼ Ἠιόνη Ἁλιμήδη Πληξαύρη Εὐκράντη. [Α 2. Εἰρήνην Εὐνομίαν Δίκην. τοὺς καταταρταρωθέντας ἂν ἔχῃ συμμάχους· ὁ δὲ τὴν φρουροῦσαν αὐτῶν τὰ δεσμὰ Κάμπην ἀποκτείνας ἔλυσε.
1] τῶν δὲ Κοίου θυγατέρων Ἀστερία μὲν ὁμοιωθεῖσα ὄρτυγι ἑαυτὴν εἰς θάλασσαν ἔρριψε.6] μίγνυται δὲ Ζεὺς Μήτιδι. [Α 3. συνθέμενος. κατῆλθεν εἰς Ἅιδου θέλων ἀνάγειν αὐτήν. καὶ τέθαπται περὶ τὴν Πιερίαν διασπασθεὶς ὑπὸ τῶν μαινάδων.5] Ἥρα δὲ χωρὶς εὐνῆς ἐγέννησεν Ἥφαιστον· ὡς δὲ Ὅμηρος λέγει. κατ᾽ ἐπίκλησιν δὲ Ἀπόλλωνος. συνελθοῦσα δὲ ἐγέννησεν ἐξ αὐτοῦ παῖδα Ὑάκινθον. πλησιάσειν πάσαις. ἂν μὲν κρείττων εὑρεθῇ. ἀποθανούσης δὲ Εὐρυδίκης τῆς γυναικὸς αὐτοῦ. ὃν Ἡρακλῆς ἀπέκτεινε. Καλλιόπης ὑπῆρχεν. εἶτα Κλειὼ Μελπομένην Εὐτέρπην Ἐρατὼ Τερψιχόρην Οὐρανίαν Θάλειαν Πολυμνίαν. ἂν μὴ πορευόμενος Ὀρφεὺς ἐπιστραφῇ πρὶν εἰς τὴν οἰκίαν αὑτοῦ παραγενέσθαι· ὁ δὲ ἀπιστῶν ἐπιστραφεὶς ἐθεάσατο τὴν γυναῖκα. Λίνος. [Α 3. [Α 3. τοῦτο φοβηθεὶς κατέπιεν αὐτήν· ὡς δ᾽ ὁ τῆς γεννήσεως ἐνέστη χρόνος. οὗ Θάμυρις ὁ Φιλάμμωνος καὶ Ἀργιόπης νύμφης ἔσχεν ἔρωτα. [Α 4. πλήξαντος αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν πελέκει Προμηθέως ἢ καθάπερ ἄλλοι λέγουσιν Ἡφαίστου. [Α 3. καὶ τοῦτον ἐκ Διὸς ἐγέννησε. ὅτε Τροίαν ἑλὼν ἔπλει. περὶ ὧν ἐν τοῖς περὶ Ὀδυσσέως ἐροῦμεν. φεύγουσα τὴν πρὸς Δία συνουσίαν· καὶ πόλις ἀπ᾽ ἐκείνης Ἀστερία πρότερον κληθεῖσα. Θάμυρις δὲ κάλλει διενεγκὼν καὶ κιθαρῳδίᾳ περὶ μουσικῆς ἤρισε μούσαις. ἡ δὲ πάλιν ὑπέστρεψεν. εὗρε δὲ Ὀρφεὺς καὶ τὰ Διονύσου μυστήρια. Θαλείας δὲ καὶ Ἀπόλλωνος ἐγένοντο Κορύβαντες. Μελπομένης δὲ καὶ Ἀχελῴου Σειρῆνες. Ἀθηνᾶ σὺν ὅπλοις ἀνέθορεν. καὶ Ὀρφεὺς ὁ ἀσκήσας κιθαρῳδίαν. καὶ Πλούτωνα ἔπεισεν ἀναπέμψαι. μεταβαλλούσῃ εἰς πολλὰς ἰδέας ὑπὲρ τοῦ μὴ συνελθεῖν. ὃς ᾄδων ἐκίνει λίθους τε καὶ δένδρα. πρῶτος ἀρξάμενος ἐρᾶν ἀρρένων. ἐπείπερ ἔλεγε <Γῆ> γεννήσειν παῖδα μετὰ τὴν μέλλουσαν ἐξ αὐτῆς γεννᾶσθαι κόρην. ῥίπτει δὲ αὐτὸν ἐξ οὐρανοῦ Ζεὺς Ἥρα δεθείσῃ βοηθοῦντα· ταύτην γὰρ ἐκρέμασε Ζεὺς ἐξ Ὀλύμπου χειμῶνα ἐπιπέμψασαν Ἡρακλεῖ. ἐκ κορυφῆς.πρώτην μὲν Καλλιόπην. ὕστερον δὲ Δῆλος. . στερηθήσεσθαι οὗ ἂν ἐκεῖναι θέλωσι.3] Κλειὼ δὲ Πιέρου τοῦ Μάγνητος ἠράσθη κατὰ μῆνιν Ἀφροδίτης (ὠνείδισε γὰρ αὐτῇ τὸν τοῦ Ἀδώνιδος ἔρωτα). καὶ αὐτὴν γενομένην ἔγκυον καταπίνει φθάσας. ὃν ἐν Τροίᾳ Διομήδης ἀπέκτεινεν· ὡς δὲ ἔνιοι λέγουσι.2] Καλλιόπης μὲν οὖν καὶ Οἰάγρου. ἐὰν δὲ ἡττηθῇ. πεσόντα δ᾽ Ἥφαιστον ἐν Λήμνῳ καὶ πηρωθέντα τὰς βάσεις διέσωσε Θέτις. ὁ δὲ ὑπέσχετο τοῦτο ποιήσειν. καθυπέρτεραι δὲ αἱ μοῦσαι γενόμεναι καὶ τῶν ὀμμάτων αὐτὸν καὶ τῆς κιθαρῳδίας ἐστέρησαν. δηχθείσης ὑπὸ ὄφεως.4] Εὐτέρπης δὲ καὶ ποταμοῦ Στρυμόνος ῾Ρῆσος. ἐπὶ ποταμοῦ Τρίτωνος. ἀλλ᾽ Ὑάκινθον μὲν ὕστερον Ἀπόλλων ἐρώμενον ὄντα δίσκῳ βαλὼν ἄκων ἀπέκτεινε. ὃς οὐρανοῦ δυνάστης γενήσεται. [Α 3.
ἐπὶ τῶν ὤμων ἐπιθέμενος ἐκέλευσε ποδηγεῖν πρὸς τὰς ἀνατολάς.5] ὁ δ᾽ Ὠρίων. οὓς ἔρριψεν Ἀθηνᾶ διὰ τὸ τὴν ὄψιν αὐτῆς ποιεῖν ἄμορφον. ὡς μὲν ἔνιοι λέγουσιν. τοῦτον ἀνελὼν τὸ μαντεῖον παραλαμβάνει.3] Ὠρίωνα δὲ Ἄρτεμις ἀπέκτεινεν ἐν Δήλῳ. Ποσειδῶν δὲ Ἀμφιτρίτην [τὴν Ὠκεανοῦ] γαμεῖ. [Α 4. ἀνῃρέθη δισκεύειν Ἄρτεμιν προκαλούμενος. ἣν Ἥλιος ἔγημε.4] ἀλλὰ τῷ μὲν Ποσειδῶν ἡφαιστότευκτον ὑπὸ γῆν κατεσκεύασεν οἶκον. κρεμάσας τὸν Μαρσύαν ἔκ τινος ὑπερτενοῦς πίτυος. καὶ διὰ ταχέων ἐπὶ τὸν Οἰνοπίωνα ἔσπευδεν. ἦλθεν εἰς ἔριν περὶ μουσικῆς Ἀπόλλωνι. μέχρις εἰς Δῆλον ἐλθοῦσα γεννᾷ πρώτην Ἄρτεμιν. βιαζόμενος Ὦπιν μίαν τῶν ἐξ Ὑπερβορέων παραγενομένων παρθένων ὑπ᾽ Ἀρτέμιδος ἐτοξεύθη. καὶ ταὐτὸ ποιεῖν ἐκέλευσε τὸν Μαρσύαν· τοῦ δὲ ἀδυνατοῦντος εὑρεθεὶς κρείσσων ὁ Ἀπόλλων. χαλκεῖον ἐλθὼν καὶ ἁρπάσας παῖδα ἕνα. [Α 4. Ἀπόλλων δὲ τὴν μαντικὴν μαθὼν παρὰ Πανὸς τοῦ Διὸς καὶ Ὕβρεως ἧκεν εἰς Δελφούς. καὶ αὐτῷ γίνεται Τρίτων καὶ ῾Ρόδη. ὡς δέ τινες. μεθύσας δὲ Οἰνοπίων αὐτὸν κοιμώμενον ἐτύφλωσε καὶ παρὰ τοῖς αἰγιαλοῖς ἔρριψεν. καὶ τὸν κυοφορηθέντα παῖδα Τιτυὸν ὑπερμεγέθη εἰς φῶς ἀνήγαγεν. τοῦτον γηγενῆ λέγουσιν ὑπερμεγέθη τὸ σῶμα· Φερεκύδης δὲ αὐτὸν Ποσειδῶνος καὶ Εὐρυάλης λέγει.Λητὼ δὲ συνελθοῦσα Διὶ κατὰ τὴν γῆν ἅπασαν ὑφ᾽ Ἥρας ἠλαύνετο. [Α 4. χρησμῳδούσης τότε Θέμιδος· ὡς δὲ ὁ φρουρῶν τὸ μαντεῖον Πύθων ὄφις ἐκώλυεν αὐτὸν παρελθεῖν ἐπὶ τὸ χάσμα. κολάζεται δὲ καὶ μετὰ θάνατον· γῦπες γὰρ αὐτοῦ τὴν καρδίαν ἐν Ἅιδου ἐσθίουσιν. ὃς ἦν Διὸς υἱὸς καὶ τῆς Ὀρχομενοῦ θυγατρὸς Ἐλάρης. ἣν Ζεύς.2] ἀπέκτεινε δὲ Ἀπόλλων καὶ τὸν Ὀλύμπου παῖδα Μαρσύαν. ἐκεῖ δὲ παραγενόμενος ἀνέβλεψεν ἐξακεσθεὶς ὑπὸ τῆς ἡλιακῆς ἀκτῖνος. ὅτι Ἄρει συνευνάσθη. ὑφ᾽ ἧς μαιωθεῖσα ὕστερον Ἀπόλλωνα ἐγέννησεν. οὗτος <πρώτην> μὲν ἔγημε Σίδην. οὗτος γὰρ εὑρὼν αὐλούς. συνθεμένων δὲ αὐτῶν ἵνα ὁ νικήσας ὃ βούλεται διαθῇ τὸν ἡττημένον. . ἐπειδὴ συνῆλθε. δείσας Ἥραν ὑπὸ γῆν ἔκρυψε. κτείνει δὲ μετ᾽ οὐ πολὺ καὶ Τιτυόν. πόθῳ κατασχεθεὶς ἐπισπᾶται· ἡ δὲ τοὺς παῖδας ἐπικαλεῖται καὶ κατατοξεύουσιν αὐτόν. ἐδωρήσατο δὲ αὐτῷ Ποσειδῶν διαβαίνειν τὴν θάλασσαν. Ἄρτεμις μὲν οὖν τὰ περὶ θήραν ἀσκήσασα παρθένος ἔμεινεν. ὁ δὲ ἐπὶ τὸ <Ἡφαίστου_γτ. τῆς κρίσεως γινομένης τὴν κιθάραν στρέψας ἠγωνίζετο ὁ Ἀπόλλων. οὗτος ἐρχομένην εἰς Πυθὼ Λητὼ θεωρήσας. [Α 4. Ὠρίωνος δ᾽ Ἠὼς ἐρασθεῖσα ἥρπασε καὶ ἐκόμισεν εἰς Δῆλον· ἐποίει γὰρ αὐτὴν Ἀφροδίτη συνεχῶς ἐρᾶν. ἐκτεμὼν τὸ δέρμα οὕτως διέφθειρεν. ἣν ἔρριψεν εἰς Ἅιδου περὶ μορφῆς ἐρίσασαν Ἥρα· αὖθις δὲ ἐλθὼν εἰς Χίον Μερόπην τὴν Οἰνοπίωνος ἐμνηστεύσατο.
τούτῳ μὲν Δημήτηρ ἐν Ἅιδου βαρεῖαν ἐπέθηκε πέτραν. ἡ δὲ οὐ προϊδομένη τὸ συμβησόμενον κατηνάλωσεν αὐτόν. καὶ καταλαβοῦσα εἰς πῦρ ἐγκεκρυμμένον ἀνεβόησε· διόπερ τὸ μὲν βρέφος ὑπὸ τοῦ πυρὸς ἀνηλώθη. Πανύασις δὲ Τριπτόλεμον Ἐλευσῖνος λέγει· φησὶ γὰρ Δήμητρα πρὸς αὐτὸν ἐλθεῖν. ὀργιζομένη θεοῖς κατέλιπεν οὐρανόν. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. τὸ δὲ λοιπὸν παρὰ τοῖς θεοῖς. ἐγένοντο δέ. εἰκασθεῖσα δὲ γυναικὶ ἧκεν εἰς Ἐλευσῖνα. ἡ θεὰ δὲ αὑτὴν ἐξέφηνε. μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους.1] περὶ μὲν οὖν Δήμητρος ταῦτα λέγεται· Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ.1] Πλούτων δὲ Περσεφόνης ἐρασθεὶς Διὸς συνεργοῦντος ἥρπασεν αὐτὴν κρύφα. συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος τελευτήσειν.[Α 5. ἐν Παλλήνῃ. ῥοιᾶς ἔδωκεν αὐτῇ φαγεῖν κόκκον. [Α 6. καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων.3] Διὸς δὲ Πλούτωνι τὴν Κόρην ἀναπέμψαι κελεύσαντος. Περσεφόνη δὲ καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν τὸ μὲν τρίτον μετὰ Πλούτωνος ἠναγκάσθη μένειν. δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους. ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος.2] Τριπτολέμῳ δὲ τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν Μετανείρας παίδων δίφρον κατασκευάσασα πτηνῶν δρακόντων τὸν πυρὸν ἔδωκεν. Ἡρακλέα δὲ σύμμαχον δι᾽ Ἀθηνᾶς ἐπεκαλέσατο. καταμαρτυρήσαντος δὲ αὐτῆς Ἀσκαλάφου τοῦ Ἀχέροντος καὶ Γοργύρας. [Α 5. γραῖά τις Ἰάμβη σκώψασα τὴν θεὸν ἐποίησε μειδιᾶσαι. ὄντος δὲ τῇ τοῦ Κελεοῦ γυναικὶ Μετανείρᾳ παιδίου. καὶ πρῶτον μὲν ἐπὶ τὴν ἀπ᾽ ἐκείνης κληθεῖσαν Ἀγέλαστον ἐκάθισε πέτραν παρὰ τὸ Καλλίχορον φρέαρ καλούμενον. τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι. ὡς μέν τινες λέγουσιν. ἐν Φλέγραις. τὰς νύκτας εἰς πῦρ κατετίθει τὸ βρέφος καὶ περιῄρει τὰς θνητὰς σάρκας αὐτοῦ. διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς. ἔνδον οὐσῶν γυναικῶν. αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον. ὡς δὲ ἄλλοι. διὰ τοῦτο ἐν τοῖς θεσμοφορίοις τὰς γυναῖκας σκώπτειν λέγουσιν. εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. Δημήτηρ δὲ μετὰ λαμπάδων νυκτός τε καὶ ἡμέρας κατὰ πᾶσαν τὴν γῆν ζητοῦσα περιῄει· μαθοῦσα δὲ παρ᾽ Ἑρμιονέων ὅτι Πλούτων αὐτὴν ἥρπασεν. Ζεὺς δ᾽ ἀπειπὼν φαίνειν Ἠοῖ τε καὶ Σελήνῃ καὶ Ἡλίῳ τὸ μὲν φάρμακον αὐτὸς ἔτεμε φθάσας. κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἐτόξευσεν Ἀλκυονέα· πίπτων δὲ ἐπὶ τῆς γῆς μᾶλλον ἀνεθάλπετο· Ἀθηνᾶς δὲ ὑποθεμένης ἔξω τῆς Παλλήνης εἵλκυσεν αὐτόν. ἵνα μὴ πολὺν χρόνον παρὰ τῇ μητρὶ καταμείνῃ. οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσι κατεφαίνοντο. ὁ Πλούτων. ᾧ τὴν ὅλην οἰκουμένην δι᾽ οὐρανοῦ αἰρόμενος κατέσπειρε. ἵνα μηδ᾽ ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Φερεκύδης δέ φησιν αὐτὸν Ὠκεανοῦ καὶ Γῆς. καὶ λεγουσῶν τούτων παρ᾽ αὑτὰς καθέζεσθαι. [Α 5. . ἔπειτα πρὸς Κελεὸν ἐλθοῦσα τὸν βασιλεύοντα τότε Ἐλευσινίων. καθ᾽ ἡμέραν δὲ παραδόξως αὐξανομένου τοῦ Δημοφῶντος (τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ παιδί) ἐπετήρησεν ἡ Πραξιθέα. τοῦτο ἔτρεφεν ἡ Δημήτηρ παραλαβοῦσα· βουλομένη δὲ αὐτὸ ἀθάνατον ποιῆσαι.
πῦρ δὲ ἐδέρκετο τοῖς ὄμμασι. Τυφὼν δὲ ταῖς σπείραις περιπλεχθεὶς κατέσχεν αὐτόν. κεῖθι δὲ αὐτὸν κατατετρωμένον ἰδὼν εἰς χεῖρας συνέβαλε. Ἑρμῆς δὲ καὶ Αἰγίπαν ἐκκλέψαντες τὰ νεῦρα ἥρμοσαν τῷ Διὶ λαθόντες.3] ὡς δ᾽ ἐκράτησαν οἱ θεοὶ τῶν Γιγάντων. καὶ κατέστησε φύλακα Δελφύνην δράκαιναν· ἡμίθηρ δὲ ἦν αὕτη ἡ κόρη. ἐγεύσατο τῶν ἐφημέρων καρπῶν. Ζεὺς δὲ τὴν ἰδίαν ἀνακομισάμενος ἰσχύν. Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. διόπερ ἐπιδιωκόμενος αὖθις ἧκεν . μεμιγμένην ἔχοντα φύσιν ἀνδρὸς καὶ θηρίου. μοῖραι δ᾽ Ἄγριον καὶ Θόωνα χαλκέοις ῥοπάλοις μαχόμεναι τοὺς δὲ ἄλλους κεραυνοῖς Ζεὺς βαλὼν διέφθειρε· πάντας δὲ Ἡρακλῆς ἀπολλυμένους ἐτόξευσεν. βάλλων κεραυνοῖς ἐπ᾽ ὄρος ἐδίωξε Τυφῶνα τὸ λεγόμενον Νῦσαν. καὶ τὴν ἅρπην περιελόμενος τά τε τῶν χειρῶν καὶ ποδῶν διέτεμε νεῦρα. Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν. ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο· καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. τὰ δὲ ἀπὸ μηρῶν σπείρας εἶχεν ὑπερμεγέθεις ἐχιδνῶν. Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον. τὸ λεγόμενον Νίσυρον. [Α 6. καὶ γεννᾷ Τυφῶνα ἐν Κιλικίᾳ. καὶ φεύγοντα ἄχρι τοῦ Κασίου ὄρους συνεδίωξε· τοῦτο δὲ ὑπέρκειται Συρίας. Πολυβώτης δὲ διὰ τῆς θαλάσσης διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἧκεν εἰς Κῶ· Ποσειδῶν δὲ τῆς νήσου μέρος ἀπορρήξας ἐπέρριψεν αὐτῷ. εἰς Αἴγυπτον φυγάδες ἐφέροντο. Γῆ μᾶλλον χολωθεῖσα μίγνυται Ταρτάρῳ. Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη. ἦν δὲ αὐτῷ τὰ μὲν ἄχρι μηρῶν ἄπλετον μέγεθος ἀνδρόμορφον. αὐχμηραὶ δὲ ἐκ κεφαλῆς καὶ γενύων τρίχες ἐξηνέμωντο. Ἄρτεμις δὲ Γρατίωνα.2] κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα. Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν· Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε. θεοὶ δ᾽ ὡς εἶδον αὐτὸν ἐπ᾽ οὐρανὸν ὁρμώμενον. ἡ δὲ κεφαλὴ πολλάκις καὶ τῶν ἄστρων ἔψαυε· χεῖρας δὲ εἶχε τὴν μὲν ἐπὶ τὴν ἑσπέραν ἐκτεινομένην τὴν δὲ ἐπὶ τὰς ἀνατολάς· ἐκ τούτωνδὲ ἐξεῖχον ἑκατὸν κεφαλαὶ δρακόντων.[Α 6. ὅπου μοῖραι αὐτὸν διωχθέντα ἠπάτησαν· πεισθεὶς γὰρ ὅτι ῥωσθήσεται μᾶλλον. τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν. ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ πτηνῶν ὀχούμενος ἵππων ἅρματι. Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα. τοιοῦτος ὢν ὁ Τυφὼν καὶ τηλικοῦτος ἡμμένας βάλλων πέτρας ἐπ᾽ αὐτὸν τὸν οὐρανὸν μετὰ συριγμῶν ὁμοῦ καὶ βοῆς ἐφέρετο· πολλὴν δὲ ἐκ τοῦ στόματος πυρὸς ἐξέβρασσε ζάλην. Ζεὺς δὲ πόρρω μὲν ὄντα Τυφῶνα ἔβαλλε κεραυνοῖς. Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησε καὶ Ἥρᾳ. ὥστε ὑπερέχειν μὲν πάντων τῶν ὀρῶν. πλησίον δὲ γενόμενον ἀδαμαντίνῃ κατέπληττεν ἅρπῃ. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ νεῦρα κρύψας ἐν ἄρκτου δορᾷ κεῖθι ἀπέθετο. οὗτος μὲν καὶ μεγέθει καὶ δυνάμει πάντων διήνεγκεν ὅσους ἐγέννησε Γῆ. ὧν ὁλκοὶ πρὸς αὐτὴν ἐκτεινόμενοι κορυφὴν συριγμὸν πολὺν ἐξίεσαν. πᾶν δὲ αὐτοῦ τὸ σῶμα κατεπτέρωτο. καὶ διωκόμενοι τὰς ἰδέας μετέβαλον εἰς ζῷα. ἀράμενος δὲ ἐπὶ τῶν ὤμων διεκόμισεν αὐτὸν διὰ τῆς θαλάσσης εἰς Κιλικίαν καὶ παρελθὼν εἰς τὸ Κωρύκιον ἄντρον κατέθετο. Ἑρμῆς δὲ τὴν Ἄιδος κυνῆν ἔχων κατὰ τὴν μάχην Ἱππόλυτον ἀπέκτεινεν.
καὶ τὰ ἐπιτήδεια ἐνθέμενος. μέχρις Ἡρακλῆς αὐτὸν ὕστερον ἔλυσεν. ἀφ᾽ ὧν Ἀχαιοὶ καὶ Ἴωνες καλοῦνται. Αἴολος δὲ βασιλεύων τῶν περὶ τὴν Θεσσαλίαν τόπων τοὺς ἐνοικοῦντας Αἰολεῖς προσηγόρευσε. τούτων δὲ ἐπ᾽ αὐτὸν ὑπὸ τοῦ κεραυνοῦ πάλιν ὠθουμένων πολὺ ἐπὶ τοῦ ὄρους ἐξέκλυσεν αἷμα· καί φασιν ἐκ τούτου τὸ ὄρος κληθῆναι Αἷμον. ἐξ οὗ μέχρι δεῦρό φασιν ἀπὸ τῶν βληθέντων κεραυνῶν γίνεσθαι πυρὸς ἀναφυσήματα.εἰς Θρᾴκην. [Α 7. Δευκαλίων δὲ ἐν τῇ λάρνακι διὰ τῆς θαλάσσης φερόμενος <ἐφ᾽> ἡμέρας ἐννέα καὶ νύκτας <τὰς> ἴσας τῷ Παρνασῷ προσίσχει. θυγάτηρ δὲ Πρωτογένεια. ὀλίγων χωρὶς οἳ συνέφυγον εἰς τὰ πλησίον ὑψηλὰ ὄρη. ἐξ ἧς καὶ Διὸς Ἀέθλιος. ὡς ἐν τοῖς καθ᾽ Ἡρακλέα δηλώσομεν. [Α 7. καὶ γήμας Ἐναρέτην τὴν Δηιμάχου παῖδας μὲν ἐγέννησεν ἑπτά. [Α 7. Δῶρος δὲ τὴν πέραν χώραν Πελοποννήσου λαβὼν τοὺς κατοίκους ἀφ᾽ ἑαυτοῦ Δωριεῖς ἐκάλεσεν.1] Προμηθεὺς δὲ ἐξ ὕδατος καὶ γῆς ἀνθρώπους πλάσας ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ πῦρ. γυναῖκες. καὶ μαχόμενος περὶ τὸν Αἷμον ὅλα ἔβαλλεν ὄρη. τότε δὲ καὶ τὰ κατὰ Θεσσαλίαν ὄρη διέστη. ἐπέταξεν Ἡφαίστῳ τῷ Καυκάσῳ ὄρει τὸ σῶμα αὐτοῦ προσηλῶσαι· τοῦτο δὲ Σκυθικὸν ὄρος ἐστίν. ἣν ἔπλασαν θεοὶ πρώτην γυναῖκα. Ζεὺς δὲ πολὺν ὑετὸν ἀπ᾽ οὐρανοῦ χέας τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος κατέκλυσεν. καὶ Διὸς εἰπόντος ὑπὲρ κεφαλῆς ἔβαλλεν αἴρων λίθους. θυγατέρας δὲ πέντε. φεύγειν δὲ ὁρμηθέντι αὐτῷ διὰ τῆς Σικελικῆς θαλάσσης Ζεὺς ἐπέρριψεν Αἴτνην ὄρος ἐν Σικελίᾳ· τοῦτο δὲ ὑπερμέγεθές ἐστιν. εἰς ταύτην μετὰ Πύρρας εἰσέβη. καὶ τὰ ἐκτὸς Ἰσθμοῦ καὶ Πελοποννήσου συνεχέθη πάντα. ὥστε διαφθαρῆναι πάντας ἀνθρώπους. Κρηθέα Σίσυφον Ἀθάμαντα Σαλμωνέα Δηιόνα Μάγνητα Περιήρην. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων μέχρι τοῦ δεῦρο ἡμῖν λελέχθω. καὶ οὓς μὲν ἔβαλε Δευκαλίων. Ζεὺς δὲ πέμψας Ἑρμῆν πρὸς αὐτὸν ἐπέτρεψεν αἱρεῖσθαι ὅ τι βούλεται· ὁ δὲ αἱρεῖται ἀνθρώπους αὐτῷ γενέσθαι. αὐτὸς μὲν οὖν ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας. ὡς δὲ ᾔσθετο Ζεύς. ὃν ἐκ Διὸς γεγεννῆσθαι <ἔνιοι> λέγουσι. ὑποθεμένου Προμηθέως Δευκαλίων τεκτηνάμενος λάρνακα. <δεύτερος δὲ> Ἀμφικτύων ὁ μετὰ Κραναὸν βασιλεύσας τῆς Ἀττικῆς. οὗτος βασιλεύων τῶν περὶ τὴν Φθίαν τόπων γαμεῖ Πύρραν τὴν Ἐπιμηθέως καὶ Πανδώρας. λάθρᾳ Διὸς ἐν νάρθηκι κρύψας. Κανάκην Ἀλκυόνην Πεισιδίκην Καλύκην .2] Προμηθέως δὲ παῖς Δευκαλίων ἐγένετο. ἐπεὶ δὲ ἀφανίσαι Ζεὺς τὸ χαλκοῦν ἠθέλησε γένος. ὅθεν καὶ λαοὶ μεταφορικῶς ὠνομάσθησαν ἀπὸ τοῦ λᾶας ὁ λίθος. ἄνδρες ἐγένοντο. καὶ Προμηθεὺς μὲν πυρὸς κλαπέντος δίκην ἔτινε ταύτην. γίνονται δὲ ἐκ Πύρρας Δευκαλίωνι παῖδες Ἕλλην μὲν πρῶτος. ἐν δὴ τούτῳ προσηλωθεὶς Προμηθεὺς πολλῶν ἐτῶν ἀριθμὸν ἐδέδετο· καθ᾽ ἑκάστην δὲ ἡμέραν ἀετὸς ἐφιπτάμενος αὐτῷ τοὺς λοβοὺς ἐνέμετο τοῦ ἥπατος αὐξανομένου διὰ νυκτός. οὓς δὲ Πύρρα. κἀκεῖ τῶν ὄμβρων παῦλαν λαβόντων ἐκβὰς θύει Διὶ φυξίῳ. τοῖς δὲ παισὶν ἐμέρισε τὴν χώραν· καὶ Ξοῦθος μὲν λαβὼν τὴν Πελοπόννησον ἐκ Κρεούσης τῆς Ἐρεχθέως Ἀχαιὸν ἐγέννησε καὶ Ἴωνα.3] Ἕλληνος δὲ καὶ νύμφης Ὀρσηίδος Δῶρος Ξοῦθος Αἴολος.
καὶ τὴν μὲν Ὄσσαν ἐπὶ τὸν Ὄλυμπον ἔθεσαν. μαχομένων δὲ αὐτῶν περὶ τῶν τῆς παιδὸς γάμων. ἐξ ἧς καὶ Ἄρεος Ὄξυλος. Κανάκη δὲ ἐγέννησεν ἐκ Ποσειδῶνος Ὁπλέα καὶ Νιρέα καὶ Ἐπωπέα καὶ Ἀλωέα καὶ Τρίοπα.5] Καλύκης δὲ καὶ Ἀεθλίου παῖς Ἐνδυμίων γίνεται. Ζεὺς δὲ αὐτοὺς ἀπωρνέωσε. Περιμήδης μὲν οὖν καὶ Ἀχελῴου Ἱπποδάμας καὶ Ὀρέστης. [Α 7. συνελθὼν δὲ αὐτῇ Ποσειδῶν δύο ἐγέννησε παῖδας. ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τὴν χώραν Αἰτωλίαν ἐκάλεσεν. ἡ δὲ τὸν ἄνδρα Δία. Ὦτον καὶ Ἐφιάλτην. Ζεὺς διαλύσας ἐπέτρεψεν αὐτῇ τῇ παρθένῳ . καὶ τὴν μὲν ἀλκυόνα ἐποίησε τὸν δὲ κήυκα. [Α 7. Πεισιδίκης δὲ καὶ Μυρμιδόνος Ἄντιφος καὶ Ἄκτωρ.4] Ἀλκυόνην δὲ Κῆυξ ἔγημεν Ἑωσφόρου παῖς. ἀφ᾽ ὧν αἱ ἐν Αἰτωλίᾳ πόλεις ὠνομάσθησαν. ὃς ἀποκτείνας Ἆπιν τὸν Φορωνέως καὶ φυγὼν εἰς τὴν Κουρήτιδα χώραν. τὴν δὲ γῆν θάλασσαν.6] Ἐνδυμίωνος δὲ καὶ νηίδος νύμφης.8] Εὔηνος μὲν οὖν ἐγέννησε Μάρπησσαν. Πλευρὼν μὲν οὖν γήμας Ξανθίππην τὴν Δώρου παῖδα ἐγέννησεν Ἀγήνορα. Ἀγήνωρ δὲ ὁ Πλευρῶνος γήμας Ἐπικάστην τὴν Καλυδῶνος ἐγέννησε Πορθάονα καὶ Δημονίκην. τούτου κάλλει διενεγκόντος ἠράσθη Σελήνη. [Α 7. Αἰτωλός.7] Αἰτωλοῦ δὲ καὶ Προνόης τῆς Φόρβου Πλευρὼν καὶ Καλυδὼν ἐγένοντο. Ἀλωεὺς μὲν οὖν ἔγημεν Ἰφιμέδειαν τὴν Τρίοπος.9] Ἴδας δὲ εἰς Μεσσήνην παραγίνεται. ἀνεῖλε δὲ τοὺς Ἀλωάδας ἐν Νάξῳ Ἄρτεμις δι᾽ ἀπάτης· ἀλλάξασα γὰρ τὴν ἰδέαν εἰς ἔλαφον διὰ μέσων αὐτῶν ἐπήδησεν. ἐπὶ δὲ τὴν Ὄσσαν θέντες τὸ Πήλιον διὰ τῶν ὀρῶν τούτων ἠπείλουν εἰς οὐρανὸν ἀναβήσεσθαι. καὶ αὐτῷ ὁ Ἀπόλλων περιτυχὼν ἀφαιρεῖται τὴν κόρην. πρὸς θεοὺς μάχεσθαι διενοοῦντο. ἥτις Ποσειδῶνος ἠράσθη. οἱ δὲ βουλόμενοι εὐστοχῆσαι τοῦ θηρίου ἐφ᾽ ἑαυτοὺς ἠκόντισαν. Ζεὺς δὲ αὐτῷ δίδωσιν ὃ βούλεται ἑλέσθαι· ὁ δὲ αἱρεῖται κοιμᾶσθαι διὰ παντὸς ἀθάνατος καὶ ἀγήρως μένων. ἢ ὥς τινες Ἰφιανάσσης. [Α 7. χερσὶν ἀρυομένη τὰ κύματα τοῖς κόλποις ἐνεφόρει. ὅστις ἐκ Θεσσαλίας Αἰολέας ἀγαγὼν Ἦλιν ᾤκισε. καταλαβεῖν δ᾽ οὐ δυνάμενος τοὺς μὲν ἵππους ἀπέσφαξεν. ἣν Ἀπόλλωνος μνηστευομένου Ἴδας ὁ Ἀφαρέως ἥρπασε. κτείνας τοὺς ὑποδεξαμένους Φθίας καὶ Ἀπόλλωνος υἱούς. ἧς καὶ Ἄρεος Εὔηνος Μῶλος Πύλος Θέστιος. ἔδησαν δὲ καὶ Ἄρην.Περιμήδην. οὗτοι δὲ δι᾽ ὑπερηφάνειαν ἀπώλοντο· ὁ μὲν γὰρ τὴν γυναῖκα ἔλεγεν Ἥραν. λαβὼν παρὰ Ποσειδῶνος ἅρμα ὑπόπτερον. Δῶρον καὶ Λαόδοκον καὶ Πολυποίτην. ἑαυτὸν δ᾽ εἰς τὸν ποταμὸν ἔβαλε· καὶ καλεῖται Εὔηνος ὁ ποταμὸς ἀπ᾽ ἐκείνου. οὗτοι κατ᾽ ἐνιαυτὸν ηὔξανον πλάτος μὲν πηχυαῖον μῆκος δὲ ὀργυιαῖον· ἐννέα δὲ ἐτῶν γενόμενοι. διώκων δὲ Εὔηνος ἐφ᾽ ἅρματος ἐπὶ τὸν Λυκόρμαν ἦλθε ποταμόν. θυγατέρας δὲ Στερόπην καὶ Στρατονίκην καὶ Λαοφόντην· Καλυδῶνος δὲ καὶ Αἰολίας τῆς Ἀμυθάονος Ἐπικάστη <καὶ> Πρωτογένεια. [Α 7. καὶ συνεχῶς φοιτῶσα ἐπὶ τὴν θάλασσαν. τοὺς Ἀλωάδας λεγομένους. καὶ τὸ μὲν πλάτος πηχῶν ἔχοντες ἐννέα τὸ δὲ μέγεθος ὀργυιῶν ἐννέα. [Α 7. λέγουσι δὲ αὐτόν τινες ἐκ Διὸς γενέσθαι. ἐμνῶντο δὲ Ἐφιάλτης μὲν Ἥραν Ὦτος δὲ Ἄρτεμιν. τοῦτον μὲν οὖν Ἑρμῆς ἐξέκλεψεν. καὶ τὴν μὲν θάλασσαν χώσαντες τοῖς ὄρεσι ποιήσειν ἔλεγον ἤπειρον.
καὶ περὶ τῶν γάμων αὐτῆς Ἡρακλῆς πρὸς Ἀχελῷον ἐπάλαισεν. ἣν Ἀλθαίαν λέγουσιν ἐκ Διονύσου γεννῆσαι. Ἰάσων Αἴσονος ἐξ Ἰωλκοῦ. ἐξ ἧς καὶ Ἀχελῴου Σειρῆνας γενέσθαι λέγουσιν. τὸν Ἴδαν εἵλετο ἄνδρα. <ὅτι> τότε τελευτήσει Μελέαγρος. Πηλεὺς Αἰακοῦ ἐκ Φθίας. οἱ δὲ Θεστίου παῖδες. ἀδοξοῦντες εἰ παρόντων . ὃν αὐτὸς ἔκτεινεν ὑπερπηδήσαντα τὴν τάφρον. Μελέαγρος δὲ ἀνὴρ ἄτρωτος καὶ γενναῖος γενόμενος τόνδε τὸν τρόπον ἐτελεύτησεν. ἐτησίων καρπῶν ἐν τῇ χώρᾳ γενομένων τὰς ἀπαρχὰς Οἰνεὺς θεοῖς πᾶσι θύων μόνης Ἀρτέμιδος ἐξελάθετο. ἡ δὲ μηνίσασα κάπρον ἐφῆκεν ἔξοχον μεγέθει τε καὶ ῥώμῃ. περιστάντων δὲ αὐτῶν τὸν κάπρον. Ἀταλάντη Σχοινέως ἐξ Ἀρκαδίας.2] ἐγέννησε δὲ Ἀλθαία παῖδα ἐξ Οἰνέως Μελέαγρον. καὶ θυγατέρα Γόργην. θυγάτηρ δὲ Στερόπη. καὶ τῷ κτείναντι τὸν θῆρα τὴν δορὰν δώσειν ἀριστεῖον ἐπηγγείλατο. ἐκ Καλυδῶνος οὗτοι. τοῦτο ἀκούσασα τὸν δαλὸν ἀνείλετο Ἀλθαία καὶ κατέθετο εἰς λάρνακα. Ἰφικλῆς Ἀμφιτρύωνος ἐκ Θηβῶν. ἐπὶ τοῦτον τὸν κάπρον τοὺς ἀρίστους ἐκ τῆς Ἑλλάδος πάντας συνεκάλεσε. καὶ Δηιάνειραν. [Α 7. [Α 8. [Α 8. ὅταν ὁ καιόμενος ἐπὶ τῆς ἐσχάρας δαλὸς κατακαῇ. Τελαμὼν Αἰακοῦ ἐκ Σαλαμῖνος. Πορθάονος δὲ καὶ Εὐρύτης <τῆς> Ἱπποδάμαντος ἐγένοντο παῖδες Οἰνεὺς Ἄγριος Ἀλκάθοος Μέλας Λευκωπεύς. βουλόμενος δὲ καὶ ἐξ Ἀταλάντης τεκνοποιήσασθαι. τὸν δὲ κάπρον πρώτη μὲν Ἀταλάντη εἰς τὰ νῶτα ἐτόξευσε. Ἄδμητος Φέρητος ἐκ Φερῶν.10] Θεστίῳ δὲ ἐξ Εὐρυθέμιδος τῆς Κλεοβοίας ἐγένοντο θυγατέρες μὲν Ἀλθαία Λήδα Ὑπερμνήστρα. ἣν Ἀνδραίμων ἔγημε. Κάστωρ καὶ Πολυδεύκης Διὸς καὶ Λήδας ἐκ Λακεδαίμονος. δεύτερος δὲ Ἀμφιάραος εἰς τὸν ὀφθαλμόν· Μελέαγρος δὲ αὐτὸν εἰς τὸν κενεῶνα πλήξας ἀπέκτεινε. Θησεὺς Αἰγέως ἐξ Ἀθηνῶν. αὕτη δ᾽ ἡνιόχει καὶ τὰ κατὰ πόλεμον ἤσκει. Πειρίθους Ἰξίονος ἐκ Λαρίσης. ἄρρενες δὲ Ἴφικλος Εὔιππος Πλήξιππος Εὐρύπυλος. συνηνάγκασεν αὐτοὺς ἐπὶ τὴν θήραν μετὰ ταύτης ἐξιέναι. Ὑλεὺς μὲν καὶ Ἀγκαῖος ὑπὸ τοῦ θηρὸς διεφθάρησαν. ὃν ἐξ Ἄρεος γεγεννῆσθαί φασι. καὶ παρὰ τοῦτον Θυρέα καὶ Κλύμενον. Ἴδας καὶ Λυγκεὺς Ἀφαρέως ἐκ Μεσσήνης. γήμας δὲ Ἀλθαίαν τὴν Θεστίου γεννᾷ Τοξέα. Ἀγκαῖος <καὶ> Κηφεὺς Λυκούργου ἐξ Ἀρκαδίας. Εὐρυτίωνα δὲ Πηλεὺς ἄκων κατηκόντισε. Ἀμφιάραος Ὀικλέους ἐξ Ἄργους· μετὰ τούτων καὶ οἱ Θεστίου παῖδες. τούτου δ᾽ ὄντος ἡμερῶν ἑπτὰ παραγενομένας τὰς μοίρας φασὶν εἰπεῖν. ὃς τήν τε γῆν ἄσπορον ἐτίθει καὶ τὰ βοσκήματα καὶ τοὺς ἐντυγχάνοντας διέφθειρεν. ὡς ἂν μὴ γηρῶσαν αὐτὴν Ἀπόλλων καταλίπῃ.ἑλέσθαι ὁποτέρῳ βούλεται συνοικεῖν· ἡ δὲ δείσασα. οἱ δὲ συνελθόντες ἐπὶ τὴν τοῦ κάπρου θήραν ἦσαν οἵδε· Μελέαγρος Οἰνέως. Δρύας Ἄρεος. Μελέαγρος ἔχων γυναῖκα Κλεοπάτραν τὴν Ἴδα καὶ Μαρπήσσης θυγατέρα.1] Οἰνεὺς δὲ βασιλεύων Καλυδῶνος παρὰ Διονύσου φυτὸν ἀμπέλου πρῶτος ἔλαβε. συνελθόντας δὲ αὐτοὺς Οἰνεὺς ἐπὶ ἐννέα ἡμέρας ἐξένισε· τῇ δεκάτῃ δὲ Κηφέως καὶ Ἀγκαίου καί τινων ἄλλων ἀπαξιούντων μετὰ γυναικὸς ἐπὶ τὴν θήραν ἐξιέναι. Εὐρυτίων Ἄκτορος ἐκ Φθίας. καὶ λαβὼν τὸ δέρας ἔδωκεν Ἀταλάντῃ.
Ὠλενίαν ἀδελφὸν ἴδιον. ἀμφισβητούντων δὲ τῆς δορᾶς τῶν Θεστίου παίδων ὡς Ἰφίκλου πρώτου βαλόντος. Ἀλθαία δὲ λυπηθεῖσα ἐπὶ τῇ τῶν ἀδελφῶν ἀπωλείᾳ τὸν δαλὸν ἧψε. ἐπειδὴ γηραιὸς ἦν ὁ Οἰνεύς. εἰ Μελέαγρος λαμβάνειν μὴ προαιροῖτο.ἀνδρῶν γυνὴ τὰ ἀριστεῖα λήψεται. Ἀνδραίμονι τῷ τὴν θυγατέρα τοῦ Οἰνέως γήμαντι δέδωκε. Ἱππόνουν τὸν πατέρα πέμψαι πρὸς Οἰνέα πόρρω τῆς Ἑλλάδος ὄντα. ὕστερον δὲ Διομήδης ἐξ Ἄργους παραγενόμενος μετ᾽ Ἀλκμαίωνος κρύφα τοὺς μὲν Ἀγρίου παῖδας. τὸ δὲ δέρας ἔδωκε τῇ Ἀταλάντῃ. [Α 8.4] Ἀλθαίας δὲ ἀποθανούσης ἔγημεν Οἰνεὺς Περίβοιαν τὴν Ἱππονόου. οἱ δέ φασιν οὐχ οὕτω Μελέαγρον τελευτῆσαι. χωρὶς Ὀγχηστοῦ καὶ Θερσίτου. οἱ δὲ διαφυγόντες Ἀγρίου παῖδες ἐνεδρεύσαντες περὶ τὴν Τηλέφου ἑστίαν τῆς Ἀρκαδίας τὸν πρεσβύτην ἀπέκτειναν. Κούρησι καὶ Καλυδωνίοις πόλεμον ἐνστῆναι. Διομήδης δὲ τὸν νεκρὸν εἰς Ἄργος κομίσας ἔθαψεν ἔνθα νῦν πόλις ἀπ᾽ ἐκείνου Οἰνόη καλεῖται. Ἀγρίου δὲ δίκας ἐπάγοντος αὐτῷ φυγὼν εἰς Ἄργος ἧκε πρὸς Ἄδραστον. καὶ προσέτι ζῶντα τὸν Οἰνέα καθείρξαντες ᾐκίζοντο. αἱ δὲ θρηνοῦσαι τὸν νεκρὸν γυναῖκες ἀπωρνεώθησαν. ἔγκυον αὐτὴν πρὸς τοῦτον ἀποπέμψαι. κατὰ γένος αὑτοῖς προσήκειν λέγοντες. καὶ γήμας . ἀφελόμενοι τὴν Οἰνέως βασιλείαν τῷ πατρὶ ἔδοσαν. μετὰ δὲ τὸν Μελεάγρου θάνατον Ἀλθαία καὶ Κλεοπάτρα ἑαυτὰς ἀνήρτησαν. [Α 8. Φηνέα Εὐρύαλον Ὑπέρλαον Ἀντίοχον Εὐμήδην Στέρνοπα Ξάνθιππον Σθενέλαον. ἐξελθόντος δὲ Μελεάγρου καί τινας τῶν Θεστίου παίδων φονεύσαντος Ἀλθαίαν ἀράσασθαι κατ᾽ αὐτοῦ· τὸν δὲ ὀργιζόμενον οἴκοι μένειν. τὸ δέρας αὐτῆς ἀφείλοντο.6] οἱ δὲ Ἀγρίου παῖδες. Θερσίτης Ὀγχηστὸς Πρόθοος Κελεύτωρ Λυκωπεὺς Μελάνιππος. Ἡσίοδος δὲ ἐξ Ὠλένου τῆς Ἀχαΐας. ἐντειλάμενον ἀποκτεῖναι.5] εἰσὶ δὲ οἱ λέγοντες Ἱππόνουν ἐπιγνόντα τὴν ἰδίαν θυγατέρα ἐφθαρμένην ὑπὸ Οἰνέως. τὴν δὲ βασιλείαν. ὡς δὲ Φερεκύδης φησίν. τοὺς Μέλανος παῖδας ἐπιβουλεύοντας Οἰνεῖ. ἐφθαρμένην ὑπὸ Ἱπποστράτου τοῦ Ἀμαρυγκέως. ἤδη δὲ τῶν πολεμίων τοῖς τείχεσι προσπελαζόντων καὶ τῶν πολιτῶν ἀξιούντων μεθ᾽ ἱκετηρίας βοηθεῖν. πάντας ἀπέκτεινεν (οὗτοι γὰρ φθάσαντες εἰς Πελοπόννησον ἔφυγον). καὶ ὁ Μελέαγρος ἐξαίφνης ἀπέθανεν. ἐγεννήθη δὲ ἐκ ταύτης Οἰνεῖ Τυδεύς. ἀδελφὸν Οἰνέως Ἀλκάθοον. μόλις πεισθέντα ὑπὸ τῆς γυναικὸς ἐξελθεῖν. καὶ τοὺς λοιποὺς κτείναντα τῶν Θεστίου παίδων ἀποθανεῖν μαχόμενον. [Α 8. Τυδεὺς μὲν οὖν ἐπὶ Θήβας μετ᾽ Ἀδράστου στρατευσάμενος ὑπὸ Μελανίππου τρωθεὶς ἀπέθανεν· [Α 8. καὶ τὴν τούτου γήμας θυγατέρα Δηιπύλην ἐγέννησε Διομήδην. κτείνας. Τυδεὺς δὲ ἀνὴρ γενόμενος γενναῖος ἐφυγαδεύθη. ταύτην δὲ ὁ μὲν γράψας τὴν Θηβαΐδα πολεμηθείσης Ὠλένου λέγει λαβεῖν Οἰνέα γέρας.3] ὀργισθεὶς δὲ Μελέαγρος τοὺς μὲν Θεστίου παῖδας ἀπέκτεινε. ὡς δὲ ὁ τὴν Ἀλκμαιωνίδα γεγραφώς. Πείσανδρος δὲ αὐτὸν ἐκ Γόργης γενέσθαι λέγει· τῆς γὰρ θυγατρὸς Οἰνέα κατὰ τὴν βούλησιν Διὸς ἐρασθῆναι. ὡς μέν τινες λέγουσιν. τὸν δὲ Οἰνέα εἰς Πελοπόννησον ἦγεν.
ᾧ παῖς Βελλεροφόντης ἐξ Εὐρυμέδης ἐγεννήθη. καὶ τοῦτον ὑπερβάλλειν θέλων· οὗτος δὲ ὠθούμενος ὑπ᾽ αὐτοῦ ὠθεῖται πάλιν εἰς τοὐπίσω. Ἰνὼ δὲ Μελικέρτην μεθ᾽ ἑαυτῆς εἰς πέλαγος ἔρριψεν. λαμβάνουσαι δὲ κρύφα τῶν ἀνδρῶν τοῦτο ἔπρασσον. Νεφέλη δὲ μετὰ τῆς θυγατρὸς αὐτὸν ἀνήρπασε. ἐπιβουλεύουσα δὲ Ἰνὼ τοῖς Νεφέλης τέκνοις ἔπεισε τὰς γυναῖκας τὸν πυρὸν φρύγειν. ἐγένοντο δὲ ἐκ Χαλκιόπης Φρίξῳ παῖδες Ἄργος Μέλας Φρόντις Κυτίσωρος.Αἰγιάλειαν τὴν Ἀδράστου. Ἰνὼ δὲ τοὺς πεμφθέντας ἀνέπεισε λέγειν ὡς εἴη κεχρησμένον παύσεσθαι τὴν ἀκαρπίαν. τῷ βωμῷ παρέστησε Φρίξον. κολάζεται δὲ Σίσυφος ἐν Ἅιδου πέτρον ταῖς χερσὶ καὶ τῇ κεφαλῇ κυλίων. ἐξ ἧς αὐτῷ Λέαρχος καὶ Μελικέρτης ἐγένοντο. θεωρήσαντες αὐτόν. γῆ δὲ πεφρυγμένους πυροὺς δεχομένη καρποὺς ἐτησίους οὐκ ἀνεδίδου. Ἀθάμας δὲ κτίσας τὴν χώραν Ἀθαμαντίαν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ προσηγόρευσε. ἐὰν σφαγῇ Διὶ ὁ Φρίξος.3] Σίσυφος δὲ ὁ Αἰόλου κτίσας Ἐφύραν τὴν νῦν λεγομένην Κόρινθον γαμεῖ Μερόπην τὴν Ἄτλαντος. [Α 9. ἀδελφὸς δὲ Κίρκης καὶ Πασιφάης. οὗτος αὐτὸν ὑποδέχεται. καὶ μίαν τῶν θυγατέρων Χαλκιόπην δίδωσιν. αὖθις δὲ ἡ Ἠὼς αὐτὸν ἁρπάζει ἐρασθεῖσα.4] Δηιὼν δὲ βασιλεύων τῆς Φωκίδος Διομήδην τὴν Ξούθου γαμεῖ. αὖθις δὲ Ἰνὼ γαμεῖ. ὑφ᾽ οὗ φερόμενοι δι᾽ οὐρανοῦ γῆν ὑπερέβησαν καὶ θάλασσαν. τοῦτο ἀκούσας Ἀθάμας. καὶ παρ᾽ Ἑρμοῦ λαβοῦσα χρυσόμαλλον κριὸν ἔδωκεν. ἐκπεσὼν δὲ τῆς Βοιωτίας ἐπυνθάνετο τοῦ θεοῦ ποῦ κατοικήσει· χρησθέντος δὲ αὐτῷ κατοικεῖν ἐν ᾧπερ ἂν τόπῳ ὑπὸ ζῴων ἀγρίων ξενισθῇ. ἐκ Νεφέλης τεκνοῖ παῖδα μὲν Φρίξον θυγατέρα δὲ Ἕλλην. ἐξ αὐτῶν παῖς γίνεται Γλαῦκος. ἐπί τε Θήβας καὶ Τροίαν ἐστράτευσε. ἃ διῃροῦντο ἀπολιπόντες ἔφυγον. καὶ γήμας Θεμιστὼ τὴν Ὑψέως ἐγέννησε Λεύκωνα Ἐρύθριον Σχοινέα Πτῶον. ὡς δὲ ἐγένοντο κατὰ τὴν μεταξὺ κειμένην θάλασσαν Σιγείου καὶ Χερρονήσου. διὸ πέμπων ὁ Ἀθάμας εἰς Δελφοὺς ἀπαλλαγὴν ἐπυνθάνετο τῆς ἀφορίας. κἀκεῖ θανούσης αὐτῆς ἀπ᾽ ἐκείνης Ἑλλήσποντος ἐκλήθη τὸ πέλαγος. <ἢ> ὡς ἔνιοι φασι τὴν Αἰγιαλέως. [Α 9. ἣν Μίνως ἔγημεν. ὃς γαμεῖ Πρόκριν τὴν Ἐρεχθέως. [Α 9. [Α 9. παῖδες δὲ Αἰνετὸς Ἄκτωρ Φύλακος Κέφαλος. καὶ αὐτῷ γίνεται θυγάτηρ μὲν Ἀστεροδία. .1] τῶν δὲ Αἰόλου παίδων Ἀθάμας.2] Ἀθάμας δὲ ὕστερον διὰ μῆνιν Ἥρας καὶ τῶν ἐξ Ἰνοῦς ἐστερήθη παίδων· αὐτὸς μὲν γὰρ μανεὶς ἐτόξευσε Λέαρχον. συναναγκαζόμενος ὑπὸ τῶν τὴν γῆν κατοικούντων. τὸ δὲ τούτου δέρας Αἰήτῃ δίδωσιν· ἐκεῖνος δὲ αὐτὸ περὶ δρῦν ἐν Ἄρεος ἄλσει καθήλωσεν. Φρίξος δὲ ἦλθεν εἰς Κόλχους. ὁ δὲ τὸν χρυσόμαλλον κριὸν Διὶ θύει φυξίῳ. Βοιωτίας δυναστεύων. ὧν Αἰήτης ἐβασίλευε παῖς Ἡλίου καὶ Περσηίδος. ὃς ἔκτεινε τὴν πυρίπνουν Χίμαιραν. τίνει δὲ ταύτην τὴν δίκην διὰ τὴν Ἀσωποῦ θυγατέρα Αἴγιναν· ἁρπάσαντα γὰρ αὐτὴν κρύφα Δία Ἀσωπῷ μηνῦσαι ζητοῦντι λέγεται. πολλὴν χώραν διελθὼν ἐνέτυχε λύκοις προβάτων μοίρας νεμομένοις· οἱ δέ. ὤλισθεν εἰς τὸν βυθὸν ἡ Ἕλλη.
10] Πελίας δὲ περὶ Θεσσαλίαν κατῴκει. καὶ καθόλου διετέλει τὴν Ἥραν ἀτιμάζων.11] Κρηθεὺς δὲ κτίσας Ἰωλκὸν γαμεῖ Τυρὼ τὴν Σαλμωνέως. ὑβριστὴς δὲ ὢν καὶ τῷ Διὶ ἐξισοῦσθαι θέλων διὰ τὴν ἀσέβειαν ἐκολάσθη· ἔλεγε γὰρ ἑαυτὸν εἶναι Δία. καὶ τὸν μὲν πελιωθέντα Πελίαν ἐκάλεσε. ἐσώθη δὲ Νέστωρ μόνος. [Α 9. Ἀμυθάων μὲν οὖν . θυγατέρας δὲ Πεισιδίκην Πελόπειαν Ἱπποθόην Ἄλκηστιν.8] Τυρὼ δὲ ἡ Σαλμωνέως θυγάτηρ καὶ Ἀλκιδίκης παρὰ Κρηθεῖ [τῷ Σαλμωνέως ἀδελφῷ] τρεφομένη ἔρωτα ἴσχει Ἐνιπέως τοῦ ποταμοῦ. καὶ γήμας Ἀναξιβίαν τὴν Βίαντος. ᾧ δὴ καὶ Ποσειδῶν δίδωσι μεταβάλλειν τὰς μορφάς. Ζεὺς δὲ αὐτὸν κεραυνώσας τὴν κτισθεῖσαν ὑπ᾽ αὐτοῦ πόλιν καὶ τοὺς οἰκήτορας ἠφάνισε πάντας. Πελίας δὲ ἐπ᾽ αὐτῶν τῶν βωμῶν αὐτὴν κατέσφαξε. ἐγέννησε παῖδα μὲν Ἄκαστον. καὶ Νηλεὺς μὲν ἐκπεσὼν ἧκεν εἰς Μεσσήνην καὶ Πύλον κτίζει. ἄρρενες δὲ Ταῦρος Ἀστέριος Πυλάων Δηίμαχος Εὐρύβιος Ἐπίλαος Φράσιος Εὐρυμένης Εὐαγόρας Ἀλάστωρ Νέστωρ Περικλύμενος. καὶ βύρσας μὲν ἐξηραμμένας ἐξ ἅρματος μετὰ λεβήτων χαλκῶν σύρων ἔλεγε βροντᾶν. ὁ δὲ ἱπποφορβὸς ἀμφοτέρους τοὺς παῖδας ἀνελόμενος ἔθρεψε. τὸν δὲ ἕτερον Νηλέα. παῖδας δὲ Περσέα Στράτιχον Ἄρητον Ἐχέφρονα Πεισίστρατον Ἀντίλοχον Θρασυμήδην. ἐξ ἧς Ἀφαρεὺς αὐτῷ καὶ Λεύκιππος καὶ Τυνδάρεως ἔτι τε Ἰκάριος παῖδες ἐγένοντο.[Α 9. [Α 9. [Α 9. ἐκκειμένων δὲ τῶν βρεφῶν. παραγενόμενος δὲ αὖθις εἰς Ἦλιν ἐκεῖ πόλιν ἔκτισεν.Ποσειδῶν δὲ εἰκασθεὶς Ἐνιπεῖ συγκατεκλίθη αὐτῇ· ἡ δὲ γεννήσασα κρύφα διδύμους παῖδας ἐκτίθησιν. ὑφ᾽ Ἡρακλέους μετὰ τῶν ἄλλων Νηλέως παίδων ἀπέθανεν. καὶ συνεχῶς ἐπὶ τὰ τούτου ῥεῖθρα φοιτῶσα τούτοις ἐπωδύρετο. βάλλων δὲ εἰς οὐρανὸν αἰθομένας λαμπάδας ἔλεγεν ἀστράπτειν. γινόμενος ὁτὲ μὲν λέων ὁτὲ δὲ ὄφις ὁτὲ δὲ μέλισσα. καὶ μαχόμενος ὅτε Ἡρακλῆς ἐξεπόρθει Πύλον. ἐξ ἧς αὐτῷ γίνεται θυγάτηρ μὲν Πηρώ. τελειωθέντες δὲ ἀνεγνώρισαν τὴν μητέρα. ἡ δὲ φθάσασα εἰς τὸ τῆς Ἥρας τέμενος κατέφυγε. καὶ τὴν μητρυιὰν ἀπέκτειναν Σιδηρώ· κακουμένην γὰρ γνόντες ὑπ᾽ αὐτῆς τὴν μητέρα ὥρμησαν ἐπ᾽ αὐτήν. παριόντων ἱπποφορβῶν ἵππος μία προσαψαμένη τῇ χηλῇ θατέρου τῶν βρεφῶν πέλιόν τι τοῦ προσώπου μέρος ἐποίησεν. ἐπειδὴ παρὰ Γερηνίοις ἐτρέφετο· ὃς γήμας Ἀναξιβίαν τὴν Κρατιέως θυγατέρας μὲν Πεισιδίκην καὶ Πολυκάστην ἐγέννησε. πολλοὶ δὲ τὸν Περιήρην λέγουσιν οὐκ Αἰόλου παῖδα ἀλλὰ Κυνόρτα τοῦ Ἀμύκλα· διόπερ τὰ περὶ τῶν Περιήρους ἐκγόνων ἐν τῷ Ἀτλαντικῷ γένει δηλώσομεν. [Α 9.6] Μάγνης δὲ γαμεῖ νύμφην νηίδα. ὡς δὲ ἔνιοι Φυλομάχην τὴν Ἀμφίονος. καὶ γίνονται αὐτῷ παῖδες Πολυδέκτης καὶ Δίκτυς· οὗτοι Σέριφον ᾤκισαν.9] ἐστασίασαν δὲ ὕστερον πρὸς ἀλλήλους.7] Σαλμωνεὺς δὲ τὸ μὲν πρῶτον περὶ Θεσσαλίαν κατῴκει. καὶ γαμεῖ Χλωρίδα τὴν Ἀμφίονος. [Α 9. καὶ τὰς ἐκείνου θυσίας ἀφελόμενος ἑαυτῷ προσέτασσε θύειν. [Α 9.5] Περιήρης δὲ Μεσσήνην κατασχὼν Γοργοφόνην τὴν Περσέως ἔγημεν. ἐξ ἧς αὐτῷ γίνονται παῖδες Αἴσων Ἀμυθάων Φέρης.
ταῦτα μαθὼν παρ᾽ αἰγυπιοῦ Μελάμπους τὴν μὲν μάχαιραν εὗρε. Μελάμπους δὲ ὑπέσχετο. θαυμάσας δὲ Φύλακος. καὶ ταύτην ἀμφιτροχάσας ἐκάλυψεν ὁ φλοιός. καὶ μέχρι μέν τινος ἐν Μεσσήνῃ κατῴκει. προσέλαβε δὲ καὶ τὴν διὰ τῶν ἱερῶν μαντικήν. περὶ δὲ τὸν Ἀλφειὸν συντυχὼν Ἀπόλλωνι τὸ λοιπὸν ἄριστος ἦν μάντις. τῶν δὲ ἀποκρινομένων λοιπὸν ἐλάχιστον εἶναι. [Α 9. φωραθεὶς ἐπὶ τῇ κλοπῇ δέσμιος ἐν οἰκήματι ἐφυλάσσετο. παῖδα γεννήσειν. Παρθενοπαίου δὲ Πρόμαχος ἐγένετο. καὶ καταθύσας ταύρους δύο καὶ μελίσας τοὺς οἰωνοὺς προσεκαλέσατο· παραγενομένου δὲ αἰγυπιοῦ. καὶ τῷ ἀδελφῷ τὴν Νηλέως θυγατέρα λαβὼν ἔδωκε. λειπομένου δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ βραχέος χρόνου. δείσαντος δὲ τοῦ παιδὸς καὶ φυγόντος αὖθις κατὰ τῆς ἱερᾶς δρυὸς αὐτὴν ἔπηξε. τοὺς δὲ τῶν ὄφεων νεοσσοὺς ἔθρεψεν. οὗ καὶ Λυσιμάχης τῆς Ἄβαντος τοῦ Μελάμποδος Ἄδραστος Παρθενοπαῖος Πρῶναξ Μηκιστεὺς Ἀριστόμαχος Ἐριφύλη. καὶ προεῖπεν ὅτι φωραθήσεται κλέπτων καὶ δεθεὶς ἐνιαυτὸν οὕτω τὰς βόας λήψεται. . καὶ μαθὼν ὅτι ἐστὶ μάντις ἄριστος. ἐπὶ μέρει τῆς βασιλείας ἰασάμενος αὐτὰς ἐκεῖ μετὰ Βίαντος κατῴκησε. τὰς δὲ βόας εἰς Πύλον ἤλασε. καὶ κύων ἐφύλασσεν αὐτὰς οὗ οὔτε ἄνθρωπος οὔτε θηρίον πέλας ἐλθεῖν ἠδύνατο. καὶ παρ᾽ ἐκείνων μανθάνων προύλεγε τοῖς ἀνθρώποις τὰ μέλλοντα. ταύτας ἀδυνατῶν Βίας τὰς βόας κλέψαι παρεκάλει τὸν ἀδελφὸν συλλαβέσθαι. καὶ γίνονται παῖδες αὐτῷ Βίας καὶ Μελάμπους. Πρώνακτος δὲ ἐγένετο Λυκοῦργος. παρὰ τούτου μανθάνει δὴ ὅτι Φύλακός ποτε κριοὺς τέμνων ἐπὶ τῶν αἰδοίων παρὰ τῷ Ἰφίκλῳ τὴν μάχαιραν ᾑμαγμένην ἔτι κατέθετο. ὡς δὲ τὰς ἐν Ἄργει γυναῖκας ἐξέμηνε Διόνυσος. ὁ δὲ ὑπέσχετο ἐφ᾽ ᾧ τὰς βόας λήψεται. ἣν Ἀμφιάραος γαμεῖ. καθάπερ προεῖπε.13] Βίαντος δὲ καὶ Πηροῦς Ταλαός. γενομένου δὲ τούτου μετ᾽ οὐ πολὺ συνέπεσε τὸ οἴκημα. [Α 9. καὶ ταχέως ἐκέλευσεν αὑτὸν εἰς ἕτερον οἴκημα μεταγαγεῖν. ὃς ἐπὶ τῶν χωρίων διατελῶν. Μηκιστέως δὲ Εὐρύαλος. ἔλεγεν οὖν. οἱ δὲ γενόμενοι τέλειοι παραστάντες αὐτῷ κοιμωμένῳ τῶν ὤμων ἐξ ἑκατέρου τὰς ἀκοὰς ταῖς γλώσσαις ἐξεκάθαιρον.οἰκῶν Πύλον Εἰδομένην γαμεῖ τὴν Φέρητος.12] Βίας δὲ ἐμνηστεύετο Πηρὼ τὴν Νηλέως· ὁ δὲ πολλῶν αὐτῷ μνηστευομένων τὴν θυγατέρα δώσειν ἔφη τῷ τὰς Φυλάκου βόας κομίσαντι αὐτῷ. τῶν κατὰ τὸ κρυφαῖον τῆς στέγης σκωλήκων ἀκούει. Ἀδράστου δὲ καὶ Ἀμφιθέας τῆς Πρώνακτος θυγατέρες μὲν Ἀργεία Δηιπύλη Αἰγιάλεια. καὶ παῖς αὐτῷ Ποδάρκης ἐγένετο. ὁ δὲ ἀναστὰς καὶ γενόμενος περιδεὴς τῶν ὑπερπετομένων ὀρνέων τὰς φωνὰς συνίει. αὗται δὲ ἦσαν ἐν Φυλάκῃ. οὔσης πρὸ τῆς οἰκήσεως αὐτοῦ δρυὸς ἐν ᾗ φωλεὸς ὄφεων ὑπῆρχεν. τῷ δὲ Ἰφίκλῳ τὸν ἰὸν ξύσας ἐπὶ ἡμέρας δέκα δέδωκε πιεῖν. ὃς ἧκεν εἰς Τροίαν. παῖδες δὲ Αἰγιαλεὺς <καὶ> Κυάνιππος. εὑρεθείσης τῆς μαχαίρας εἰ ξύων τὸν ἰὸν ἐπὶ ἡμέρας δέκα Ἰφίκλῳ δῷ πιεῖν. ὃς μετὰ τῶν ἐπιγόνων ἐπὶ Θήβας ἐστρατεύθη. ἀποκτεινάντων τῶν θεραπόντων τοὺς ὄφεις τὰ μὲν ἑρπετὰ ξύλα συμφορήσας ἔκαυσε. μετὰ δὲ τὴν ὑπόσχεσιν εἰς Φυλάκην ἀπῄει καί. τοῦ μὲν ἐρωτῶντος πόσον ἤδη μέρος τοῦ δοκοῦ διαβέβρωται. λύσας παρεκάλεσεν εἰπεῖν ὅπως αὐτοῦ τῷ παιδὶ Ἰφίκλῳ παῖδες γένωνται.
ὡς δὲ ἦλθεν ἡ τοῦ θνήσκειν ἡμέρα. ἀπολυθῇ τοῦ θανάτου. Ἀμφιάραος Ὀικλέους. χρωμένῳ ὁ θεὸς αὐτῷ πλεῖν ἐπέτρεψε συναθροίσαντι τοὺς ἀρίστους τῆς Ἑλλάδος. ἐκείνου δὲ δώσειν ἐπαγγειλαμένου τὴν θυγατέρα τῷ καταζεύξαντι ἅρμα λέοντος καὶ κάπρου. τὸ μὲν οὖν πρῶτον ἠγνόει τὸν χρησμόν. Θησεὺς Αἰγέως. Εὔφημος Ποσειδῶνος. Ἡρακλῆς Διός. Μενοίτιος Ἄκτορος. Ἀγκαῖος Λυκούργου. οὗτος ᾤκει ἐν Ἰωλκῷ. ἐπὶ τοῦτο πεμπόμενος Ἰάσων Ἄργον παρεκάλεσε τὸν Φρίξου. Κάστωρ καὶ Πολυδεύκης Διός. Βούτης Τελέοντος. Ὀρφεὺς Οἰάγρου. τῆς δὲ Ἰωλκοῦ Πελίας ἐβασίλευσε μετὰ Κρηθέα. ᾧ χρωμένῳ περὶ τῆς βασιλείας ἐθέσπισεν ὁ θεὸς τὸν μονοσάνδαλον φυλάξασθαι. ὅταν Ἄδμητος μέλλῃ τελευτᾶν. Αὐτόλυκος Ἑρμοῦ. τελῶν γὰρ ἐπὶ τῇ θαλάσσῃ Ποσειδῶνι θυσίαν ἄλλους τε πολλοὺς ἐπὶ ταύτῃ καὶ τὸν Ἰάσονα μετεπέμψατο. τοῦτο δὲ ἐν Κόλχοις ἦν <ἐν> Ἄρεος ἄλσει κρεμάμενον ἐκ δρυός. ὡς δὲ ἔνιοι λέγουσιν. εἴτε διὰ μῆνιν Ἥρας. Λυκοῦργος μὲν οὖν περὶ Νεμέαν κατῴκησε. οἱ δὲ συναθροισθέντες εἰσὶν οἵδε· Τῖφυς Ἁγνίου. θεασάμενος δὲ Πελίας αὐτὸν καὶ τὸν χρησμὸν συμβαλὼν ἠρώτα προσελθών." τοῦτο Πελίας ἀκούσας εὐθὺς ἐπὶ τὸ δέρας ἐλθεῖν ἐκέλευσεν αὐτόν. [Α 9. Ἄδμητος Φέρητος. Εὔρυτος Ἑρμοῦ. Ἄλκηστις ὑπεραπέθανε. Ἀπόλλων ζεύξας ἔδωκεν· ὁ δὲ κομίσας πρὸς Πελίαν Ἄλκηστιν λαμβάνει. Τελαμὼν καὶ Πηλεὺς Αἰακοῦ. τὸ ἕτερον ἀπολέσας ἐν τῷ ῥείθρῳ πέδιλον. ὡς δὲ ἔνιοί φασιν Ἀμφιθέαν. ἂν ἑκουσίως τις ὑπὲρ αὐτοῦ θνήσκειν ἕληται. Ἀπόλλων δὲ εἰπὼν ἐξιλάσκεσθαι τὴν θεόν. γήμας δὲ Εὐρυδίκην. Ἀταλάντη Σχοινέως. θύων δὲ ἐν τοῖς γάμοις ἐξελάθετο Ἀρτέμιδι θῦσαι· διὰ τοῦτο τὸν θάλαμον ἀνοίξας εὗρε δρακόντων σπειράμασι πεπληρωμένον. Περικλύμενος . Ἐργῖνος Ποσειδῶνος. Ἴδας καὶ Λυγκεὺς Ἀφαρέως. μαχεσάμενος Ἅιδῃ. Ζήτης καὶ Κάλαϊς Βορέου. Φᾶνος καὶ Στάφυλος Διονύσου. ᾐτήσατο παρὰ μοιρῶν ἵνα. Ἄκτωρ Ἱππάσου. Λαέρτης Ἀρκεισίου. αὖθις δὲ ὕστερον αὐτὸν ἔγνω. ἐθήτευσεν Ἀπόλλων αὐτῷ μνηστευομένῳ τὴν Πελίου θυγατέρα Ἄλκηστιν. "τὸ χρυσόμαλλον δέρας" ἔφη "προσέταττον ἂν φέρειν αὐτῷ.15] Ἀδμήτου δὲ βασιλεύοντος τῶν Φερῶν. ἵν᾽ ἔλθοι κακὸν Μήδεια Πελίᾳ (τὴν γὰρ Ἥραν οὐκ ἐτίμα). Μελέαγρος Οἰνέως. [Α 9. κἀκεῖνος Ἀθηνᾶς ὑποθεμένης πεντηκόντορον ναῦν κατεσκεύασε τὴν προσαγορευθεῖσαν ἀπὸ τοῦ κατασκευάσαντος Ἀργώ· κατὰ δὲ τὴν πρῷραν ἐνήρμοσεν Ἀθηνᾶ φωνῆεν φηγοῦ τῆς Δωδωνίδος ξύλον. Ποίας Θαυμάκου. ὁ δὲ πόθῳ γεωργίας ἐν τοῖς χωρίοις διατελῶν ἔσπευσεν ἐπὶ τὴν θυσίαν· διαβαίνων δὲ ποταμὸν Ἄναυρον ἐξῆλθε μονοσάνδαλος. μήτε τοῦ πατρὸς μήτε τῆς μητρὸς ὑπὲρ αὐτοῦ θνήσκειν θελόντων. εἰ λόγιον ἦν αὐτῷ πρός τινος φονευθήσεσθαι τῶν πολιτῶν.14] Φέρης δὲ ὁ Κρηθέως Φερὰς ἐν Θεσσαλίᾳ κτίσας ἐγέννησεν Ἄδμητον καὶ Λυκοῦργον. Κηφεὺς Ἀλεοῦ. τί ἂν ἐποίησεν ἐξουσίαν ἔχων. εἴτε ἐπελθὸν ἄλλως. Καινεὺς Κορώνου Παλαίμων Ἡφαίστου ἢ Αἰτωλοῦ. καὶ αὐτὴν πάλιν ἀνέπεμψεν ἡ Κόρη.[Α 9. ὃς ἐκυβέρνα τὴν ναῦν. ὡς δὲ ἡ ναῦς κατεσκευάσθη.16] Αἴσονος δὲ τοῦ Κρηθέως καὶ Πολυμήδης τῆς Αὐτολύκου Ἰάσων. Ἡρακλῆς <πρὸς αὐτὸν ἀνεκόμισε_γτ. ὁ δέ. Ἄκαστος Πελίου. ἐγέννησεν Ὀφέλτην <τὸν ὕστερον> κληθέντα Ἀρχέμορον. ἐφρουρεῖτο δὲ ὑπὸ δράκοντος ἀύπνου.
τῆς Ἀργοῦς φθεγξαμένης μὴ δύνασθαι φέρειν τὸ τούτου βάρος. οἱ δὲ νομίζοντες Πελασγικὸν εἶναι στρατόν (ἔτυχον γὰρ ὑπὸ Πελασγῶν συνεχῶς πολεμούμενοι) μάχην τῆς νυκτὸς συνάπτουσιν ἀγνοοῦντες πρὸς ἀγνοοῦντας. Ἡρόδωρος δὲ αὐτὸν οὐδὲ τὴν ἀρχήν φησι πλεῦσαι τότε. Λήιτος Ἀλέκτορος. Ἡρακλῆς δὲ ὑπέστρεψεν εἰς Ἄργος. ὡς ἔγνωσαν. τῶν δὲ Βεβρύκων ὁρμησάντων πρὸς αὐτόν. Ἀσκάλαφος καὶ Ἰάλμενος Ἄρεος.20] ἀπὸ δὲ Μυσίας ἀπῆλθον εἰς τὴν Βεβρύκων γῆν. ἀλλὰ παρ᾽ Ὀμφάλῃ δουλεύειν. Ἡρακλέους δὲ ἐρώμενος. Εὐρύαλος Μηκιστέως. [Α 9. Αὐγέας Ἡλίου. Φερεκύδης δὲ αὐτὸν ἐν Ἀφεταῖς τῆς Θεσσαλίας ἀπολειφθῆναι λέγει. οὗτος αὐτοὺς ὑπεδέξατο φιλοφρόνως. ἧς ἐβασίλευεν Ἄμυκος Ποσειδῶνος παῖς καὶ <νύμφης> Βιθυνίδος. σπασάμενος τὸ ξίφος ἐδίωκεν.Νηλέως. ὑπὸ λῃστῶν ἄγεσθαι νομίζων. ἁρπάσαντες οἱ ἀριστεῖς τὰ ὅπλα πολλοὺς φεύγοντας φονεύουσιν αὐτῶν. ἀποσταλεὶς ὑδρεύσασθαι διὰ κάλλος ὑπὸ νυμφῶν ἡρπάγη. μεθ᾽ ὧν καὶ Κύζικον. Ὑψιπύλη δὲ Ἰάσονι συνευνάζεται.19] ἐνταῦθα δὲ Ἡρακλέα καὶ Πολύφημον κατέλιπον. . καὶ Πολύφημος μὲν ἐν Μυσίᾳ κτίσας πόλιν Κίον ἐβασίλευσεν. Πολύφημος δὲ ἀκούσας αὐτοῦ βοήσαντος. Πηνέλεως Ἱππάλμου. ἀγνοοῦντες πάλιν τοῖς Δολίοσι προσίσχουσιν.17] οὗτοι ναυαρχοῦντος Ἰάσονος ἀναχθέντες προσίσχουσι Λήμνῳ. καὶ διὰ τοῦτο οἱ γήμαντες αὐτὰς ἐκ τῆς πλησίον Θρᾴκης λαβόντες αἰχμαλωτίδας συνευνάζοντο αὐταῖς. καὶ μετὰ τὴν ταφὴν πλεύσαντες Μυσίᾳ προσίσχουσιν. Πολυδεύκης δὲ ὑποσχόμενος πυκτεύσειν πρὸς αὐτόν. ὧν ἐβασίλευε Κύζικος. [Α 9.21] ἐντεῦθεν ἀναχθέντες καταντῶσιν εἰς τὴν τῆς Θρᾴκης Σαλμυδησσόν. νυκτὸς δὲ ἀναχθέντες ἐντεῦθεν καὶ περιπεσόντες ἀντιπνοίαις. Δημάρατος δὲ αὐτὸν εἰς Κόλχους πεπλευκότα παρέδωκε· Διονύσιος μὲν γὰρ αὐτὸν καὶ ἡγεμόνα φησὶ τῶν Ἀργοναυτῶν γενέσθαι. καὶ δηλοῖ συντυχόντι Ἡρακλεῖ. Πολύφημος Ἐλάτου. πλήξας κατὰ τὸν ἀγκῶνα ἀπέκτεινε. Ἀστέριος Κομήτου. [Α 9. ἀτιμαζόμεναι δὲ αἱ Λήμνιαι τούς τε πατέρας καὶ τοὺς ἄνδρας φονεύουσι· μόνη δὲ ἔσωσεν Ὑψιπύλη τὸν ἑαυτῆς πατέρα κρύψασα Θόαντα. προσσχόντες οὖν τότε γυναικοκρατουμένῃ τῇ Λήμνῳ μίσγονται ταῖς γυναιξίν. καὶ γεννᾷ παῖδας Εὔνηον καὶ Νεβροφόνον. μεθ᾽ ἡμέραν. ζητούντων δὲ ἀμφοτέρων τὸν Ὕλαν ἡ ναῦς ἀνήχθη. ἔτυχε δὲ ἡ Λῆμνος ἀνδρῶν τότε οὖσα ἔρημος. ἔνθα ᾤκει Φινεὺς μάντις τὰς ὄψεις πεπηρωμένος. Ἴφιτος Ναυβόλου. [Α 9. Ἄργος Φρίξου. γενναῖος δὲ ὢν οὗτος τοὺς προσσχόντας ξένους ἠνάγκαζε πυκτεύειν καὶ τοῦτον τὸν τρόπον ἀνῄρει. Ὕλας γὰρ ὁ Θειοδάμαντος παῖς.18] ἀπὸ Λήμνου δὲ προσίσχουσι Δολίοσιν. παραγενόμενος οὖν καὶ τότε ἐπὶ τὴν Ἀργὼ τὸν ἄριστον αὐτῶν εἰς πυγμὴν προεκαλεῖτο. [Α 9. Ἴφικλος Θεστίου. ἀποδυράμενοι τάς τε κόμας ἐκείραντο καὶ τὸν Κύζικον πολυτελῶς ἔθαψαν. κτείναντες δὲ πολλοὺς οἱ Ἀργοναῦται. βασιλευομένη δὲ ὑπὸ Ὑψιπύλης τῆς Θόαντος δι᾽ αἰτίαν τήνδε. αἱ Λήμνιαι τὴν Ἀφροδίτην οὐκ ἐτίμων· ἡ δὲ αὐταῖς ἐμβάλλει δυσοσμίαν.
οἱ δὲ παρέθεσαν αὐτῷ τράπεζαν ἐδεσμάτων. ἀναχωρούσας οὖν ἐπιτηρήσαντες τὰς πέτρας μετ᾽ εἰρεσίας ἐντόνου. ὅτι προέλεγε τοῖς ἀνθρώποις τὰ μέλλοντα. ἅρπυιαι δὲ ἐξαίφνης σὺν βοῇ καταπτᾶσαι τὴν τροφὴν ἥρπασαν. ὀλίγα δὲ ὅσα ὀσμῆς ἀνάπλεα κατέλειπον. θνήσκει δὲ καὶ Τῖφυς. μὴ πλεῖν βιάζεσθαι. καὶ γενομένη κατὰ τὴν ἠιόνα ὑπὸ καμάτου πίπτει σὺν τῷ διώκοντι. καὶ τὴν ναῦν Ἀγκαῖος ὑπισχνεῖται κυβερνᾶν. βουλομένοις δὲ τοῖς Ἀργοναύταις τὰ περὶ τοῦ πλοῦ μαθεῖν ὑποθήσεσθαι τὸν πλοῦν ἔφη. ταῦτα ἀκούσαντες ἀνήγοντο. τὰ ἄκρα τῶν ἀφλάστων τῆς νεὼς περικοπείσης.22] ἀπαλλαγεὶς δὲ τῶν ἁρπυιῶν Φινεὺς ἐμήνυσε τὸν πλοῦν τοῖς Ἀργοναύταις. ἐξ οὐρανοῦ καθιπτάμεναι τὰ μὲν πλείονα ἀνήρπαζον. ὄντες πτερωτοί. ἐφέρετο δὲ πολλὴ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ὁμίχλη πολὺς δὲ πάταγος. σπασάμενοι τὰ ξίφη δι᾽ ἀέρος ἐδίωκον. ὡς δὲ ἔνιοι Ὠκυθόη (Ἡσίοδος δὲ λέγει αὐτὴν Ὠκυπόδην). αἱ μὲν οὖν συμπληγάδες ἔκτοτε ἔστησαν· χρεὼν γὰρ ἦν αὐταῖς νεὼς περαιωθείσης στῆναι παντελῶς. καὶ περὶ τῶν συμπληγάδων ὑπέθετο πετρῶν τῶν κατὰ θάλασσαν. καὶ ἐπειδὴ τῷ Φινεῖ παρετίθετο τράπεζα. ἦν δὲ ἀδύνατον καὶ τοῖς πετεινοῖς δι᾽ αὐτῶν διελθεῖν. θεασάμενοι δὲ οἱ Βορέου παῖδες Ζήτης καὶ Κάλαϊς. καὶ ταύτην ἐὰν μὲν ἴδωσι σωθεῖσαν. κἀκεῖ φιλοφρόνως ὁ βασιλεὺς ὑπεδέξατο Λύκος. ἦσαν δὲ ὑπερμεγέθεις αὗται. διῆλθον. ὥστε μὴ δύνασθαι προσενέγκασθαι. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ἀφεῖναι πελειάδα διὰ τῶν πετρῶν. καὶ ὡς πλησίον ἦσαν τῶν πετρῶν. συλλαβομένης Ἥρας. αἳ νῦν ἀπ᾽ ἐκείνης Στροφάδες καλοῦνται· ἐστράφη γὰρ ὡς ἦλθεν ἐπὶ ταύτας. διωκομένων δὲ τῶν ἁρπυιῶν ἡ μὲν κατὰ Πελοπόννησον εἰς τὸν Τίγρην ποταμὸν ἐμπίπτει. αὕτη κατὰ τὴν Προποντίδα φεύγουσα μέχρις Ἐχινάδων ἦλθε νήσων. ἀφιᾶσιν ἐκ τῆς πρῴρας πελειάδα· τῆς δὲ ἱπταμένης τὰ ἄκρα τῆς οὐρᾶς ἡ σύμπτωσις τῶν πετρῶν ἀπεθέρισεν. διαπλεῖν καταφρονοῦντας. ἐὰν δὲ ἀπολομένην. οἱ δὲ Ποσειδῶνος υἱόν· καὶ πηρωθῆναί φασιν αὐτὸν οἱ μὲν ὑπὸ θεῶν. ὅτι πεισθεὶς μητρυιᾷ τοὺς ἰδίους ἐτύφλωσε παῖδας. Ἀπολλώνιος δὲ ἐν τοῖς Ἀργοναύταις ἕως Στροφάδων νήσων φησὶν αὐτὰς διωχθῆναι καὶ μηδὲν παθεῖν. ἔνθα θνήσκει μὲν Ἴδμων ὁ μάντις πλήξαντος αὐτὸν κάπρου. δούσας ὅρκον τὸν Φινέα μηκέτι ἀδικῆσαι.23] οἱ δὲ Ἀργοναῦται πρὸς Μαριανδυνοὺς παρεγένοντο. [Α 9. οἱ δὲ ὑπὸ Βορέου καὶ τῶν Ἀργοναυτῶν. συγκρουόμεναι δὲ ἀλλήλαις ὑπὸ τῆς τῶν πνευμάτων βίας τὸν διὰ θαλάσσης πόρον ἀπέκλειον. παραπλεύσαντες δὲ Θερμώδοντα καὶ Καύκασον ἐπὶ Φᾶσιν ποταμὸν ἦλθον· οὗτος τῆς Κολχικῆς ἐστιν.τοῦτον οἱ μὲν Ἀγήνορος εἶναι λέγουσιν. ἔπεμψαν δὲ αὐτῷ καὶ τὰς ἁρπυίας οἱ θεοί· πτερωταὶ δὲ ἦσαν αὗται. ὃς νῦν ἀπ᾽ ἐκείνης Ἅρπυς καλεῖται· ταύτην δὲ οἱ μὲν Νικοθόην οἱ δὲ Ἀελλόπουν καλοῦσιν. [Α 9. τῶν ἁρπυιῶν αὐτὸν ἐὰν ἀπαλλάξωσιν. τοῖς δὲ Βορέου παισὶ τότε τελευτήσειν ὅταν διώκοντες μὴ καταλάβωσι. καὶ τὰ ἐπιταγέντα ὑπὸ Πελίου λέγων παρεκάλει δοῦναι τὸ . ὅτι τοῖς Φρίξου παισὶ τὸν ἐκ Κόλχων εἰς τὴν Ἑλλάδα πλοῦν ἐμήνυσεν. ἐγκαθορμισθείσης δὲ τῆς νεὼς ἧκε πρὸς Αἰήτην Ἰάσων. τινὲς δὲ ὑπὸ Ποσειδῶνος. ἡ δὲ ἑτέρα καλουμένη Ὠκυπέτη. ἦν δὲ ταῖς ἁρπυίαις χρεὼν τεθνάναι ὑπὸ τῶν Βορέου παίδων.
τότε κτείνειν αὐτούς.24] Αἰήτης δὲ ἐπιγνοὺς τὰ τῇ Μηδείᾳ τετολμημένα ὥρμησε τὴν ναῦν διώκειν. ὀμόσαντος δὲ Ἰάσονος φάρμακον δίδωσιν. δεδοικυῖα δὲ μὴ πρὸς τῶν ταύρων διαφθαρῇ. ᾧ καταζευγνύναι μέλλοντα τοὺς ταύρους ἐκέλευσε χρῖσαι τήν τε ἀσπίδα καὶ τὸ δόρυ καὶ τὸ σῶμα· τούτῳ γὰρ χρισθέντα ἔφη πρὸς μίαν ἡμέραν μήτ᾽ ἂν ὑπὸ πυρὸς ἀδικηθήσεσθαι μήτε ὑπὸ σιδήρου. καὶ κατεζευγμένωντῶν ταύρων οὐκ ἐδίδου τὸ δέρας Αἰήτης. τὸν τόπον προσηγόρευσε Τόμους. ἀποροῦντος δὲ τοῦ Ἰάσονος πῶς ἂν δύναιτο τοὺς ταύρους καταζεῦξαι. συναθροίζων δὲ Αἰήτης τὰ τοῦ παιδὸς μέλη τῆς διώξεως ὑστέρησε· διόπερ ὑποστρέψας. συνείπετο δὲ αὐτῇ καὶ ὁ ἀδελφὸς Ἄψυρτος. Ἰάσων δὲ τοῦτο ἀκούσας καὶ χρισάμενος τῷ φαρμάκῳ. βάλλων ἀφανῶς λίθους. ἐὰν μὴ πορευθέντες εἰς τὴν Αὐσονίαν τὸν Ἀψύρτου φόνον καθαρθῶσιν ὑπὸ Κίρκης. ὅταν δὲ ὑπὲρ τούτου μάχωνται πρὸς ἀλλήλους. μεγέθει διαφέροντες. ἀπειλήσας. οἳ χαλκοῦς μὲν εἶχον πόδας. καὶ αὐτῶν τὰς Ἀψυρτίδας νήσους παραπλεόντων ἡ ναῦς φθέγγεται μὴ λήξειν τὴν ὀργὴν τοῦ Διός. ἐδήλωσε δὲ αὐτῷ σπειρομένων τῶν ὀδόντων ἐκ γῆς ἄνδρας μέλλειν ἀναδύεσθαι ἐπ᾽ αὐτὸν καθωπλισμένους. αὐτοὺς πείσεσθαι τὰ ἐκείνης. τοῖς δὲ Ἀργοναύταις τὸν Ἠριδανὸν ποταμὸν ἤδη παραπλέουσι Ζεὺς μηνίσας ὑπὲρ τοῦ φονευθέντος Ἀψύρτου χειμῶνα λάβρον ἐπιπέμψας ἐμβάλλει πλάνην. πολλοὺς δὲ τῶν Κόλχων ἐπὶ τὴν ζήτησιν τῆς Ἀργοῦς ἐξέπεμψεν. καὶ σὺν πολλῷ πυρὶ ὁρμήσαντας αὐτοὺς κατέζευξε. ἐπὶ τὴν Ἀργὼ παρεγένετο. καὶ τὸν φυλάσσοντα δράκοντα κατακοιμίσασα τοῖς φαρμάκοις μετὰ Ἰάσονος. εἰ μὴ Μήδειαν ἄξουσιν.δέρας αὐτῷ· ὁ δὲ δώσειν ὑπέσχετο. ἔχουσα τὸ δέρας. σπείραντος δὲ αὐτοῦ τοὺς ὀδόντας ἀνέτελλον ἐκ τῆς γῆς ἄνδρες ἔνοπλοι· ὁ δὲ ὅπου πλείονας ἑώρα. οἱ δὲ παραπλεύσαντες τὰ Λιγύων καὶ Κελτῶν ἔθνη. κρύφα τοῦ πατρὸς συνεργήσειν αὐτῷ πρὸς τὴν κατάζευξιν τῶν ταύρων ἐπηγγείλατο καὶ τὸ δέρας ἐγχειριεῖν. παραγενόμενος εἰς τὸ τοῦ νεὼ ἄλσος ἐμάστευε τοὺς ταύρους. ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν πλησίον ὄντα Μήδεια τὸν ἀδελφὸν φονεύει καὶ μελίσασα κατὰ τοῦ βυθοῦ ῥίπτει. Μήδεια αὐτοῦ ἔρωτα ἴσχει· ἦν δὲ αὕτη θυγάτηρ Αἰήτου καὶ Εἰδυίας τῆς Ὠκεανοῦ. δῶρον Ἡφαίστου. ἦσαν δὲ ἄγριοι παρ᾽ αὐτῷ ταῦροι δύο. ἔνθα Κίρκης ἱκέται γενόμενοι καθαίρονται. . οὓς ἔλεγεν ἐπειδὰν ἀθρόους θεάσηται. πρὸς αὐτοὺς μαχομένους πρὸς ἀλλήλους προσιὼν ἀνῄρει. φθάσασα δὲ Μήδεια τὸν Ἰάσονα νυκτὸς ἐπὶ τὸ δέρας ἤγαγε. βάλλειν εἰς μέσον λίθους ἄποθεν. [Α 9. πῦρ δὲ ἐκ στομάτων ἐφύσων. παραμειψάμενοι Τυρρηνίαν ἦλθον εἰς Αἰαίην. ἐὰν ὀμόσῃ αὐτὴν ἕξειν γυναῖκα καὶ εἰς Ἑλλάδα σύμπλουν ἀγάγηται. τούτους αὐτῷ ζεύξαντι ἐπέτασσε σπείρειν δράκοντος ὀδόντας· εἶχε γὰρ λαβὼν παρ᾽ Ἀθηνᾶς τοὺς ἡμίσεις ὧν Κάδμος ἔσπειρεν ἐν Θήβαις. ἐβούλετο δὲ τήν τε Ἀργὼ καταφλέξαι καὶ κτεῖναι τοὺς ἐμπλέοντας. ἐὰν τοὺς χαλκόποδας ταύρους μόνος καταζεύξῃ. φαρμακίς. καὶ διὰ τοῦ Σαρδονίου πελάγους διακομισθέντες. καὶ τὰ σωθέντα τοῦ παιδὸς μέλη θάψας. οἱ δὲ σχισθέντες ἄλλος ἀλλαχοῦ ζήτησιν ἐποιοῦντο. οἱ δὲ νυκτὸς μετὰ τούτων ἀνήχθησαν.
ἐξαπατηθεὶς δὲ ὑπὸ Μηδείας ἀπέθανεν. καὶ γίνεται περὶ τῆς ὑδρείας αὐτοῖς ἅμιλλα. τοῦτον οἱ μὲν τοῦ χαλκοῦ γένους εἶναι λέγουσιν. ἐκρυέντος τοῦ παντὸς ἰχῶρος αὐτὸν ἀποθανεῖν. ὡς δέ τινες. ἐντεῦθεν ἀναχθέντες κωλύονται Κρήτῃ προσίσχειν ὑπὸ Τάλω. ἀλλὰ διὰ τούτων διεκόμισε τὴν ναῦν σὺν Νηρηίσι Θέτις παρακληθεῖσα ὑπὸ Ἥρας. ἐκεῖθεν δὲ διὰ τῆς Εὐβοίας καὶ τῆς Λοκρίδος πλεύσαντες εἰς Ἰωλκὸν ἦλθον. τῶν δὲ Κόλχων τὴν ναῦν εὑρεῖν μὴ δυναμένων οἱ μὲν τοῖς Κεραυνίοις ὄρεσι παρῴκησαν. καὶ τότε μὲν εἰς Ἰσθμὸν μετὰ τῶν ἀριστέων πλεύσας ἀνέθηκε τὴν ναῦν Ποσειδῶνι. εἶχε δὲ φλέβα μίαν ἀπὸ αὐχένος κατατείνουσαν ἄχρι σφυρῶν· κατὰ δὲ τὸ τέρμα τῆς φλεβὸς ἧλος διήρειστο χαλκοῦς. δοθεῖσαι δ᾽ ὑπὸ Ἀρήτης Μηδείᾳ δώδεκα θεράπαιναι τοὺς ἀριστέας ἔσκωπτον μετὰ παιγνίας· ὅθεν ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ θυσίᾳ σύνηθές ἐστι σκώπτειν ταῖς γυναιξίν. ἧς βασιλεὺς ἦν Ἀλκίνοος. διὰ φαρμάκων αὐτῷ μανίαν Μηδείας ἐμβαλούσης. οὗτος ὁ Τάλως τρὶς ἑκάστης ἡμέρας τὴν νῆσον περιτροχάζων ἐτήρει· διὸ καὶ τότε τὴν Ἀργὼ προσπλέουσαν θεωρῶν τοῖς λίθοις ἔβαλλεν. οἱ δὲ εἰς τὴν Ἰλλυρίδα κομισθέντες ἔκτισαν Ἀψυρτίδας νήσους· ἔνιοι δὲ πρὸς Φαίακας ἐλθόντες τὴν Ἀργὼ κατέλαβον καὶ τὴν Μήδειαν ἀπῄτουν παρ᾽ Ἀλκινόου. μόνος δὲ Βούτης ἐξενήξατο πρὸς αὐτάς.26] πλέοντες δὲ νυκτὸς σφοδρῷ περιπίπτουσι χειμῶνι. οἱ δὲ πλησίον ἐθεάσαντο νῆσον. ὑποσχομένης ποιήσειν ἀθάνατον καὶ τὸν ἧλον ἐξελούσης. οἱ δὲ ταῦρον αὐτὸν λέγουσιν. ὁ δὲ Ἰάσων κατελθὼν τὸ μὲν δέρας ἔδωκε. Ἀπόλλων δὲ στὰς ἐπὶ τὰς Μελαντίους δειράς. οἱ δὲ ὑπὸ Ἡφαίστου Μίνωι δοθῆναι· ὃς ἦν χαλκοῦς ἀνήρ. [Α 9. εἰ δ᾽ ἔτι παρθένος ἐστί. τῷ δὲ παρὰ προσδοκίαν ἀναφανῆναι προσορμισθέντες Ἀνάφην ἐκάλεσαν· ἱδρυσάμενοι δὲ βωμὸν Ἀπόλλωνος αἰγλήτου καὶ θυσιάσαντες ἐπ᾽ εὐωχίαν ἐτράπησαν.[Α 9. τῷ πατρὶ ἀποπέμψειν.27] Πελίας δὲ ἀπογνοὺς τὴν ὑποστροφὴν τῶν Ἀργοναυτῶν τὸν Αἴσονα κτείνειν ἤθελεν· ὁ δὲ αἰτησάμενος ἑαυτὸν ἀνελεῖν θυσίαν ἐπιτελῶν ἀδεῶς τοῦ ταυρείου σπασάμενος αἵματος ἀπέθανεν. νήπιον ἀπολιποῦσα παῖδα Πρόμαχον ἑαυτὴν ἀνήρτησε· Πελίας δὲ καὶ τὸν αὐτῇ καταλειφθέντα παῖδα ἀπέκτεινεν.25] παραπλεόντων δὲ Σειρῆνας αὐτῶν. ὑπὲρ ὧν φλὸξ πολλὴ καὶ καπνὸς ἀναφερόμενος ἑωρᾶτο. ὃν ἁρπάσασα Ἀφροδίτη ἐν Λιλυβαίῳ κατῴκισε. ἡ δὲ Ἰάσονος μήτηρ ἐπαρασαμένη Πελίᾳ. τοξεύσας τῷ βέλει εἰς τὴν θάλασσαν κατήστραψεν. μετὰ δὲ τὰς Σειρῆνας τὴν ναῦν Χάρυβδις ἐξεδέχετο καὶ Σκύλλα καὶ πέτραι πλαγκταί. Ὀρφεὺς τὴν ἐναντίαν μοῦσαν μελῳδῶν τοὺς Ἀργοναύτας κατέσχε. εἰ μὲν ἤδη συνελήλυθεν Ἰάσονι. [Α 9. οἱ δὲ Ἀργοναῦται μετὰ τῆς Μηδείας ἀνήχθησαν. Ἀρήτη δὲ ἡ Ἀλκινόου γυνὴ φθάσασα Μήδειαν Ἰάσονι συνέζευξεν· ὅθεν οἱ μὲν Κόλχοι μετὰ Φαιάκων κατῴκησαν. τὸν πάντα πλοῦν ἐν τέτταρσι μησὶ τελειώσαντες. μίαν δὲ ἐνταῦθα νύκτα μείναντες Αἰγίνῃ προσίσχουσιν ὑδρεύσασθαι θέλοντες. περὶ ὧν δὲ ἠδικήθη μετελθεῖν ἐθέλων καιρὸν ἐξεδέχετο. ὡς μὲν ἔνιοι λέγουσι. τινὲς δὲ αὐτὸν τοξευθέντα ὑπὸ Ποίαντος εἰς τὸ σφυρὸν τελευτῆσαι λέγουσι. . δώσειν αὐτὴν ἐκείνῳ. παραμειψάμενοι δὲ Θρινακίαν νῆσον Ἡλίου βοῦς ἔχουσαν εἰς τὴν Φαιάκων νῆσον Κέρκυραν ἧκον. ὁ δὲ εἶπεν.
καὶ δέκα μὲν ἔτη διετέλουν εὐτυχοῦντες. καὶ λαβοῦσα παρὰ Ἡλίου ἅρμα πτηνῶν δρακόντων ἐπὶ τούτου φεύγουσα ἦλθεν εἰς Ἀθήνας. ἐχομένως λέγωμεν τὸ Ἰνάχειον. Ἆπις μὲν οὖν εἰς τυραννίδα τὴν ἑαυτοῦ μεταστήσας δύναμιν καὶ βίαιος ὢν τύραννος. [Α 9. ἐπιβουλεύουσα δὲ ὕστερον Θησεῖ φυγὰς ἐξ Ἀθηνῶν μετὰ τοῦ παιδὸς ἐκβάλλεται. Αἰγιαλέως μὲν οὖν ἄπαιδος ἀποθανόντος ἡ χώρα ἅπασα Αἰγιάλεια ἐκλήθη. παραπεμψάμενος Ἰάσων Μήδειαν ἐγάμει.28] οἱ δὲ ἧκον εἰς Κόρινθον. ὃν ἀμφιεσαμένη μετὰ τοῦ βοηθοῦντος πατρὸς πυρὶ λάβρῳ κατεφλέχθη. Μήδεια δὲ ἧκεν εἰς Ἀθήνας.1] ἐπειδὴ δὲ τὸ τοῦ Δευκαλίωνος διεξεληλύθαμεν γένος. ἱκέτας καθίσασα ἐπὶ τὸν βωμὸν τῆς Ἥρας τῆς ἀκραίας· Κορίνθιοι δὲ αὐτοὺς ἀναστήσαντες κατετραυμάτισαν. κἀκεῖ γαμηθεῖσα Αἰγεῖ παῖδα γεννᾷ Μῆδον. ὀνομάσας ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τὴν Πελοπόννησον Ἀπίαν. ἡ δέ. τούτου καὶ Μελίας τῆς Ὠκεανοῦ Φορωνεύς τε καὶ Αἰγιαλεὺς παῖδες ἐγένοντο. ὡς δὲ Ἀκουσίλαός φησι. λέγεται δὲ <καὶ> ὅτι φεύγουσα τοὺς παῖδας ἔτι νηπίους ὄντας κατέλιπεν. ἀλλ᾽ οὗτος μὲν πολλῶν κρατήσας βαρβάρων τὴν ὑφ᾽ ἑαυτὸν χώραν ἅπασαν Μηδίαν ἐκάλεσε. ὑπὸ Θελξίονος καὶ Τελχῖνος ἐπιβουλευθεὶς ἄπαις ἀπέθανε. καὶ Πελασγός. ἡ δὲ εἰς τὰ βασίλεια τοῦ Πελίου παρελθοῦσα πείθει τὰς θυγατέρας αὐτοῦ τὸν πατέρα κρεουργῆσαι καὶ καθεψῆσαι. κτείνασα τοῦτον τῷ πατρὶ τὴν βασιλείαν ἀποκατέστησεν. Μέρμερον καὶ Φέρητα. αἱ δὲ πιστεύσασαι τὸν πατέρα κρεουργοῦσι καὶ καθέψουσιν.αὖθις δὲ Μήδειαν παρακαλεῖ ζητεῖν ὅπως Πελίας αὐτῷ δίκας ὑπόσχῃ. οὕς τε ὤμοσεν Ἰάσων θεοὺς ἐπικαλεσαμένη καὶ τὴν Ἰάσονος ἀχαριστίαν μεμψαμένη πολλάκις. καὶ καταλαβοῦσα Αἰήτην ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ Πέρσου τῆς βασιλείας ἐστερημένον. καὶ νομισθεὶς θεὸς ἐκλήθη Σάραπις· Νιόβης δὲ καὶ Διός (ᾗ πρώτῃ γυναικὶ Ζεὺς θνητῇ ἐμίγη) παῖς Ἄργος ἐγένετο. ἀπέκτεινε. τῇ μὲν γαμουμένῃ πέπλον μεμαγμένον φαρμάκοις ἔπεμψεν. διὰ φαρμάκων αὐτὸν ἐπαγγελλομένη ποιήσειν νέον· καὶ τοῦ πιστεῦσαι χάριν κριὸν μελίσασα καὶ καθεψήσασα ἐποίησεν ἄρνα. αὖθις δὲ τοῦ τῆς Κορίνθου βασιλέως Κρέοντος τὴν θυγατέρα Γλαύκην Ἰάσονι ἐγγυῶντος. Ἄκαστος δὲ μετὰ τῶν τὴν Ἰωλκὸν οἰκούντων τὸν πατέρα θάπτει. τοὺς δὲ παῖδας οὓς εἶχεν ἐξ Ἰάσονος. ἀφ᾽ οὗ ποταμὸς ἐν Ἄργει Ἴναχος καλεῖται. καὶ στρατευόμενος ἐπὶ Ἰνδοὺς ἀπέθανε· Μήδεια δὲ εἰς Κόλχους ἦλθεν ἄγνωστος. ἀφ᾽ οὗ κληθῆναι τοὺς τὴν . Ὠκεανοῦ καὶ Τηθύος γίνεται παῖς Ἴναχος. Φορωνεὺς δὲ ἁπάσης τῆς ὕστερον Πελοποννήσου προσαγορευθείσης δυναστεύων ἐκ Τηλεδίκης νύμφης Ἆπιν καὶ Νιόβην ἐγέννησεν. Απολλόδωρος (ψευδο-). τὸν δὲ Ἰάσονα μετὰ τῆς Μηδείας τῆς Ἰωλκοῦ ἐκβάλλει. Βιβλιοθήκη Β' Ἀππολόδωρος Βιβλιοθήκη Β' [Β 1.
Ἡσίοδος δὲ τὸν Πελασγὸν αὐτόχθονά φησιν εἶναι. νῦν δὲ ἀπ᾽ ἐκείνης Βόσπορον. καὶ γήμας Εὐάδνην τὴν Στρυμόνος καὶ Νεαίρας ἐτέκνωσεν Ἔκβασον Πείραντα Ἐπίδαυρον Κρίασον. ὅθεν ἀργειφόντης ἐκλήθη. ὅπου τὴν ἀρχαίαν μορφὴν ἀπολαβοῦσα γεννᾷ παρὰ τῷ Νείλῳ ποταμῷ Ἔπαφον παῖδα. φωραθεὶς δὲ ὑφ᾽ Ἥρας τῆς μὲν κόρης ἁψάμενος εἰς βοῦν μετεμόρφωσε λευκήν. τοὺς αἰτίους ἀποκτείνας. οὗ φασιν Ἰὼ γενέσθαι.2] ἀλλὰ περὶ μὲν τούτου πάλιν ἐροῦμεν· Ἄργος δὲ λαβὼν τὴν βασιλείαν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τὴν Πελοπόννησον ἐκάλεσεν Ἄργος. πλανωμένη δὲ κατὰ τὴν Συρίαν ἅπασαν (ἐκεῖ γὰρ ἐμηνύετο <ὅτι ἡ> τοῦ Βυβλίων βασιλέως <γυνὴ> ἐτιθήνει τὸν υἱόν) καὶ τὸν Ἔπαφον εὑροῦσα. [Β 1. Ἐκβάσου δὲ Ἀγήνωρ γίνεται.3] Ἄργου δὲ καὶ Ἰσμήνης τῆς Ἀσωποῦ παῖς Ἴασος. καὶ τὴν Ἰὼ Ἶσιν ὁμοίως προσηγόρευσαν. ἐπειδὴ λαθεῖν οὐκ ἠδύνατο. ἣν ἐκάλεσαν Ἶσιν Αἰγύπτιοι. ἀπωμόσατο δὲ ταύτῃ μὴ συνελθεῖν· διό φησιν Ἡσίοδος οὐκ ἐπισπᾶσθαι τὴν ἀπὸ τῶν θεῶν ὀργὴν τοὺς γινομένους ὅρκους ὑπὲρ ἔρωτος. Διὸς δὲ ἐπιτάξαντος Ἑρμῇ κλέψαι τὴν βοῦν. λίθῳ βαλὼν ἀπέκτεινε τὸν Ἄργον. ἐπιτηρήσας κοιμωμένην ἀπέκτεινεν. πολλὴν χέρσον πλανηθεῖσα καὶ πολλὴν διανηξαμένη θάλασσαν Εὐρώπης τε καὶ Ἀσίας. Ἥρα δὲ αἰτησαμένη παρὰ Διὸς τὴν βοῦν φύλακα αὐτῆς κατέστησεν Ἄργον τὸν πανόπτην. εἶχε δὲ οὗτος ὀφθαλμοὺς μὲν ἐν παντὶ τῷ σώματι. Ἰὼ δὲ ἐπὶ ζήτησιν τοῦ παιδὸς ἐτράπετο. ἱδρύσατο δὲ ἄγαλμα Δήμητρος. . ὃν Φερεκύδης μὲν Ἀρέστορος λέγει. εἰς Αἴγυπτον ἐλθοῦσα ἐγαμήθη Τηλεγόνῳ τῷ βασιλεύοντι τότε Αἰγυπτίων. Κάστωρ δὲ ὁ συγγράψας τὰ χρονικὰ καὶ πολλοὶ τῶν τραγικῶν Ἰνάχου τὴν Ἰὼ λέγουσιν· Ἡσίοδος δὲ καὶ Ἀκουσίλαος Πειρῆνος αὐτήν φασιν εἶναι. μηνύσαντος Ἱέρακος. Ἀσκληπιάδης δὲ Ἰνάχου. οὗτος ἐκ τῆς ἐλαίας ἐδέσμευεν αὐτὴν ἥτις ἐν τῷ Μυκηναίων ὑπῆρχεν ἄλσει. ὃς καὶ τὴν βασιλείαν παρέλαβεν. [Β 1. ἔπειτα διὰ τῆς Ἰλλυρίδος πορευθεῖσα καὶ τὸν Αἷμον ὑπερβαλοῦσα διέβη τὸν τότε μὲν καλούμενον πόρον Θρᾴκιον. λέγεται δὲ ὅτι καὶ τὴν Ταρτάρου καὶ Γῆς Ἔχιδναν.Πελοπόννησον οἰκοῦντας Πελασγούς. ἐξεδίκησε δὲ καὶ τὸν Ἄπιδος φόνον. καὶ Ζεὺς μὲν αἰσθόμενος κτείνει Κούρητας. τούτου δὲ Ἄργος ὁ πανόπτης λεγόμενος. ἣ τοὺς παριόντας συνήρπαζεν. Σάτυρον δὲ τοὺς Ἀρκάδας ἀδικοῦντα καὶ ἀφαιρούμενον τὰ βοσκήματα ὑποστὰς ἀπέκτεινε. ὑπερβάλλων δὲ δυνάμει τὸν μὲν τὴν Ἀρκαδίαν λυμαινόμενον ταῦρον ἀνελὼν τὴν τούτου δορὰν ἠμφιέσατο. τελευταῖον ἧκεν εἰς Αἴγυπτον. Ἥρα δὲ τῇ βοῒ οἶστρον ἐμβάλλει ἡ δὲ πρῶτον ἧκεν εἰς τὸν ἀπ᾽ ἐκείνης Ἰόνιον κόλπον κληθέντα. ἀπελθοῦσα δὲ εἰς Σκυθίαν καὶ τὴν Κιμμερίδα γῆν. ταύτην ἱερωσύνην τῆς Ἥρας ἔχουσαν Ζεὺς ἔφθειρε. Κέρκωψ δὲ Ἄργου καὶ Ἰσμήνης τῆς Ἀσωποῦ θυγατρός· Ἀκουσίλαος δὲ γηγενῆ αὐτὸν λέγει. τοῦτον δὲ Ἥρα δεῖται Κουρήτων ἀφανῆ ποιῆσαι· οἱ δὲ ἠφάνισαν αὐτόν.
ὑποθεμένης Ἀθηνᾶς αὐτῷ ναῦν κατεσκεύασε πρῶτος καὶ τὰς θυγατέρας ἐνθέμενος ἔφυγε. ἀκληρωτὶ δὲ ἔλαχον δι᾽ ὁμωνυμίαν τὰς Μέμφιδος οἱ ἐκ Τυρίας. καὶ ἀπὸ ταύτης κτίζει Μέμφιν πόλιν. ὡμολόγει τοὺς γάμους καὶ διεκλήρου τὰς κόρας. καὶ αὐτῷ γίνονται παῖδες δίδυμοι. Ἀγήνωρ μὲν οὖν εἰς Φοινίκην ἀπαλλαγεὶς ἐβασίλευσε. κἀκεῖνος περιαναστὰς ἐπεθύμει συγγενέσθαι· Ποσειδῶνος δὲ ἐπιφανέντος ὁ Σάτυρος μὲν ἔφυγεν. οἱ <μὲν> ἑπτὰ ἐκ Φοινίσσης γυναικός.4] Ἔπαφος δὲ βασιλεύων Αἰγυπτίων γαμεῖ Μέμφιν τὴν Νείλου θυγατέρα. Ἀρχέλαος Ἀναξιβίην. Αἴγυπτος καὶ Δαναός. Ἄλκης Γλαύκην. Δαναὸς δὲ ἅμα μὲν ἀπιστῶν αὐτῶν τοῖς ἐπαγγέλμασιν. Ἀγήνωρ Κλεοπάτραν. γίνονται δὲ ἐκ πολλῶν γυναικῶν Αἰγύπτῳ μὲν παῖδες πεντήκοντα. Ἴστρος δὲ Ἱπποδάμειαν. ἐντεῦθεν δὲ ἧκεν εἰς Ἄργος. Χαῖτος Ἀστερίαν. Δαναὸς τοὺς Αἰγύπτου παῖδας δεδοικώς. κἀκεῖ τῆς μεγάλης ῥίζης ἐγένετο γενεάρχης· ὅθεν ὑπερθησόμεθα περὶ τούτου. καὶ τεκνοῖ θυγατέρα Λιβύην. Σθένελος Σθενέλην. ὡς δέ φησιν Εὐριπίδης. αἱ μὲν Ἀτλαντείης. τὰς θυγατέρας ὑδρευσομένας ἔπεμψε. ἀνύδρου δὲ τῆς χώρας ὑπαρχούσης. καὶ τὴν βασιλείαν αὐτῷ παραδίδωσι Γελάνωρ ὁ τότε βασιλεύων <αὐτὸς δὲ κρατήσας τῆς χώρας ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τοὺς ἐνοικοῦντας Δαναοὺς ὠνόμασε>. καὶ Κηφεὺς καὶ Φινεὺς προσέτι. Μενέμαχος Νηλώ. οἱ δὲ ἐκ Καλιάδνης . Εὐχήνωρ Ἰφιμέδουσαν. αἱ δὲ ἐκ Φοίβης. Εὐρυδάμας Φάρτιν. αἱ δὲ παρθένοι Αἰθιοπίδος. τῶν δὲ λοιπῶν ἔλαχον Βούσιρις μὲν καὶ Ἐγκέλαδος καὶ Λύκος καὶ Δαΐφρων τὰς Δαναῷ γεννηθείσας ἐξ Εὐρώπης Αὐτομάτην Ἀμυμώνην Ἀγαυὴν Σκαιήν. Αἴγυπτον δὲ ἐν Ἀραβίᾳ. αὗται δὲ ἐκ βασιλίδος ἐγένοντο Δαναῷ. ἐπειδὴ καὶ τὰς πηγὰς ἐξήρανε Ποσειδῶν μηνίων Ἰνάχῳ διότι τὴν χώραν Ἥρας ἐμαρτύρησεν εἶναι. ἐκ δὲ Ἐλεφαντίδος Γοργοφόνη καὶ Ὑπερμνήστρα. ἅμα δὲ καὶ μνησικακῶν περὶ τῆς φυγῆς. [Β 1. αἱ δὲ παρθένοι ἐξ Ἁμαδρυάδων νυμφῶν. Χρύσιππος Χρυσίππην. Ἱππόθοος Γόργην. Αἴγιος Μνήστραν. μία δὲ αὐτῶν Ἀμυμώνη ζητοῦσα ὕδωρ ῥίπτει βέλος ἐπὶ ἔλαφον καὶ κοιμωμένου Σατύρου τυγχάνει. Διοκορυστὴς Ἱπποδαμείαν. οὗτοι μὲν οἱ δέκα ἐξ Ἀραβίας γυναικός. ὃς καὶ καταστρεψάμενος τὴν Μελαμπόδων χώραν <ἀφ᾽ ἑαυτοῦ> ὠνόμασεν Αἴγυπτον. Ὑπερμνήστραν μὲν οὖν τὴν πρεσβυτέραν ἐξεῖλον Λυγκεῖ καὶ Γοργοφόνην Πρωτεῖ· οὗτοι γὰρ ἐκ βασιλίδος γυναικὸς Ἀργυφίης ἐγεγόνεισαν Αἰγύπτῳ. Βῆλος δὲ ὑπομείνας ἐν Αἰγύπτῳ βασιλεύει μὲν Αἰγύπτου. στασιασάντων δὲ αὐτῶν περὶ τῆς ἀρχῆς ὕστερον. ἀφ᾽ ἧς ἡ χώρα Λιβύη ἐκλήθη. Λιβύης δὲ καὶ Ποσειδῶνος γίνονται παῖδες δίδυμοι Ἀγήνωρ καὶ Βῆλος. Χαλκώδων ῾Ροδίαν. Ἀλκμήνωρ Ἱππομέδουσαν. προσσχὼν δὲ ῾Ρόδῳ τὸ τῆς Λινδίας ἄγαλμα Ἀθηνᾶς ἱδρύσατο. Δαναὸν μὲν οὖν Βῆλος ἐν Λιβύῃ κατῴκισεν. Κερκέτης δὲ Δώριον. Ἱππόλυτος ῾Ρόδην. Ἀγαπτόλεμος δὲ ἔλαχε Πειρήνην. Ἄργιος Εὐίππην. γαμεῖ δὲ Ἀγχινόην τὴν Νείλου θυγατέρα.5] οἱ δὲ Αἰγύπτου παῖδες ἐλθόντες εἰς Ἄργος τῆς τε ἔχθρας παύσασθαι παρεκάλουν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ γαμεῖν ἠξίουν. Κλειτὸς Κλειτήν.[Β 1. Ἀμυμώνη δὲ τούτῳ συνευνάζεται. θυγατέρες δὲ Δαναῷ πεντήκοντα. καὶ αὐτῇ Ποσειδῶν τὰς ἐν Λέρνῃ πηγὰς ἐμήνυσεν.
κατάγει δὲ αὐτὸν ὁ κηδεστὴς μετὰ στρατοῦ Λυκίων. Φιλύραν. ὡς δὲ ὁ τοὺς νόστους γράψας. Ἄντειαν. τὰ δὲ σώματα πρὸ τῆς πόλεως ἐκήδευσαν. Οἰνεὺς δὲ Ποδάρκην. ὡς δέ τινές φασι. ὡς δὲ ἀνετράφησαν. ὡς δὲ Ἀκουσίλαος λέγει. τοῖς ἐμπίπτουσιν ἐπὶ θανάτῳ ἐπυρσοφόρει. ὡς δὲ Κέρκωψ. καὶ κρατήσας Ἀκρίσιος Προῖτον Ἄργους ἐξελαύνει.1] Λυγκεὺς δὲ μετὰ Δαναὸν Ἄργους δυναστεύων ἐξ Ὑπερμνήστρας τεκνοῖ παῖδα Ἄβαντα. Λάμπος Ὠκυπέτην. πρὸς Ἀμφιάνακτα· καὶ γαμεῖ τὴν τούτου θυγατέρα. καὶ ἐγέννησε Παλαμήδην Οἴακα Ναυσιμέδοντα.2] καὶ γίνεται Ἀκρισίῳ μὲν ἐξ Εὐρυδίκης τῆς Λακεδαίμονος Δανάη. καὶ λαγχάνει Περίφας μὲν Ἀκταίην. οἱ δὲ <ἐκ> Γοργόνος Αἰγύπτῳ γενόμενοι ἐκληρώσαντο περὶ τῶν ἐκ Πιερίας. τούτου δὲ καὶ Ἀγλαΐας τῆς Μαντινέως δίδυμοι παῖδες ἐγένοντο Ἀκρίσιος καὶ Προῖτος. Ἡσιόνην. ταύτην αὐτῷ Κυκλώπων τειχισάντων. ἑστιάσας ἐγχειρίδια δίδωσι ταῖς θυγατράσιν. Ἱπποκορυστὴς Ὑπερίππην· οὗτοι ἐξ Ἡφαιστίνης. ὡς δὲ ἐκληρώσαντο τοὺς γάμους. Σθενέβοιαν. Ἴδμων Πυλάργην. αἱ δὲ ἄλλαι τῶν Δαναοῦ θυγατέρων τὰς μὲν κεφαλὰς τῶν νυμφίων ἐν τῇ Λέρνῃ κατώρυξαν. ὡς μὲν Ἡσίοδός φησιν. πρὶν δὲ τελευτῆσαι ἔγημε ὡς μὲν οἱ τραγικοὶ λέγουσι. Ὑπέρβιος Κελαινώ. ὡς μὲν Ὅμηρος. οὗτοι καὶ κατὰ γαστρὸς μὲν ἔτι ὄντες ἐστασίαζον πρὸς ἀλλήλους. καὶ καταλαμβάνει Τίρυνθα. Προίτῳ δὲ ἐκ Σθενεβοίας Λυσίππη καὶ Ἰφινόη καὶ Ἰφιάνασσα. ὡς δὲ οἱ τραγικοί. Αἴγυπτος Διωξίππην. Ἀμυμώνη δὲ ἐκ Ποσειδῶνος ἐγέννησε Ναύπλιον. περὶ τῆς βασιλείας ἐπολέμουν. καὶ πολεμοῦντες εὗρον ἀσπίδας πρῶτοι. Προῖτος δὲ Τίρυνθος. Κλυμένην τὴν Κατρέως.νηίδος νύμφης παῖδες δώδεκα ἐκληρώσαντο περὶ τῶν ἐκ Πολυξοῦς νηίδος νύμφης· ἦσαν δὲ οἱ μὲν παῖδες Εὐρύλοχος Φάντης Περισθένης Ἕρμος Δρύας Ποταμὼν Κισσεὺς Λίξος Ἴμβρος Βρομίος Πολύκτωρ Χθονίος. [Β 2. οὗτος μακρόβιος γενόμενος. Πανδίων Καλλιδίκην. αἱ δὲ κοιμωμένους τοὺς νυμφίους ἀπέκτειναν πλὴν Ὑπερμνήστρας· αὕτη γὰρ Λυγκέα διέσωσε παρθένον αὐτὴν φυλάξαντα· διὸ καθείρξας αὐτὴν Δαναὸς ἐφρούρει. μερισάμενοι δὲ τὴν Ἀργείαν ἅπασαν κατῴκουν. Δαΐφρων Ἀδιάντην (αὗται δὲ ἐκ μητρὸς ἐγένοντο Ἕρσης). ὅτι τὰς Διονύσου τελετὰς οὐ κατεδέχοντο. καὶ αὐτὰς ἐκάθηραν Ἀθηνᾶ τε καὶ Ἑρμῆς Διὸς κελεύσαντος. αἱ δὲ ἐκ Κρινοῦς. τὰς δὲ λοιπὰς θυγατέρας εἰς γυμνικὸν ἀγῶνα τοῖς νικῶσιν ἔδωκεν. ὁ δ᾽ ἧκεν εἰς Λυκίαν πρὸς Ἰοβάτην. καὶ Ἀκρίσιος μὲν Ἄργους βασιλεύει. οὗτοι δέ εἰσι νεώτατοι· Ἴδας Ἱπποδίκην. . αὗται δὲ ὡς ἐτελειώθησαν. Δαναὸς δὲ ὕστερον Ὑπερμνήστραν Λυγκεῖ συνῴκισε. συνέβη οὖν καὶ αὐτὸν τελευτῆσαι ἐκείνῳ τῷ θανάτῳ. [Β 2. αἱ δὲ κόραι Αὐτονόη Θεανὼ Ἠλέκτρα Κλεοπάτρα Εὐρυδίκη Γλαυκίππη Ἀνθήλεια Κλεοδώρη Εὐίππη Ἐρατὼ Στύγνη Βρύκη. Μενάλκης Ἀδίτην. Ἄρβηλος Οἴμην. πλέων τὴν θάλασσαν. ἐμάνησαν.
καθάπερ εἴρηκε καὶ Ὅμηρος. καὶ αὐτοῦ Σθενέβοια ἔρωτα ἴσχει. ἐν αἷς ἐνεγέγραπτο Βελλεροφόντην ἀποκτεῖναι. Μελάμπους δὲ παραλαβὼν τοὺς δυνατωτάτους τῶν νεανιῶν μετ᾽ ἀλαλαγμοῦ καί τινος ἐνθέου χορείας ἐκ τῶν ὀρῶν αὐτὰς εἰς Σικυῶνα συνεδίωξε. πρὸς Προῖτον ἐλθὼν καθαίρεται.2] ἀναβιβάσας οὖν ἑαυτὸν ὁ Βελλεροφόντης ἐπὶ τὸν Πήγασον. παῖδα δ᾽ ὕστερον ἐγέννησε Μεγαπένθην. τοῦ δὲ ἀπαρνουμένου. οὐρὰν δὲ δράκοντος. αὖθις δὲ τὴν Ἀρκαδίαν καὶ τὴν Πελοπόννησον διελθοῦσαι μετ᾽ ἀκοσμίας ἁπάσης διὰ τῆς ἐρημίας ἐτρόχαζον. Προῖτος δὲ εὐλαβηθεὶς μὴ βραδυνούσης τῆς θεραπείας αἰτηθείη καὶ πλεῖον. ὃν εἶχεν ἵππον ἐκ Μεδούσης πτηνὸν γεγεννημένον καὶ Ποσειδῶνος. νομίζων αὐτὸν ὑπὸ τοῦ θηρίου διαφθαρήσεσθαι· ἦν γὰρ οὐ μόνον ἑνὶ ἀλλὰ πολλοῖς οὐκ εὐάλωτον. καὶ τὰ βοσκήματα ἐλυμαίνετο· μία γὰρ φύσις τριῶν θηρίων εἶχε δύναμιν. μετὰ δὲ τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἐπέταξεν αὐτῷ Σολύμοις μαχεσθῆναι. ὡς δὲ ἐτελεύτησε καὶ τοῦτον. τοὺς γενναιότητι Λυκίων διαφέρειν δοκοῦντας ἐπιλέξας ἐπέταξεν ἀποκτεῖναι λοχήσαντας. προβαινούσης δὲ ἐπὶ πλεῖστον τῆς συμφορᾶς. λέγεται δὲ καὶ τὴν Χίμαιραν ταύτην τραφῆναι μὲν ὑπὸ Ἀμισωδάρου.διότι τὸ τῆς Ἥρας ξόανον ἐξηυτέλισαν. ἀρθεὶς εἰς ὕψος ἀπὸ τούτου κατετόξευσε τὴν Χίμαιραν. καὶ τὴν χώραν διέφθειρε. μάντις ὢν καὶ τὴν διὰ φαρμάκων καὶ καθαρμῶν θεραπείαν πρῶτος εὑρηκώς. ὡς δέ τινές φασι Πειρῆνα. γενόμεναι δὲ ἐμμανεῖς ἐπλανῶντο ἀνὰ τὴν Ἀργείαν ἅπασαν. θεραπεύειν συνεχώρησεν ἐπὶ τούτοις. δι᾽ ἧς πῦρ ἀνίει.1] Βελλεροφόντης δὲ ὁ Γλαύκου τοῦ Σισύφου. ἔτι μᾶλλον ἐμαίνοντο αἱ παρθένοι καὶ προσέτι μετὰ τούτων αἱ λοιπαὶ γυναῖκες· καὶ γὰρ αὗται τὰς οἰκίας ἀπολιποῦσαι τοὺς ἰδίους ἀπώλλυον παῖδας καὶ εἰς τὴν ἐρημίαν ἐφοίτων. ὡς δὲ καὶ ταύτας ἀπέκτεινε. ὁ δὲ ὑπέσχετο θεραπεύειν ὅταν ἕτερον τοσοῦτον τῆς γῆς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ λάβῃ Βίας. καὶ προσπέμπει λόγους περὶ συνουσίας. Ἀμαζόσιν ἐπέταξεν ἀγωνίσασθαι αὐτόν. λέγει πρὸς Προῖτον ὅτι Βελλεροφόντης αὐτῇ περὶ φθορᾶς προσεπέμψατο λόγους. ἄλλοι δὲ Ἀλκιμένην. θαυμάσας τὴν δύναμιν αὐτοῦ ὁ Ἰοβάτης τά τε γράμματα ἔδειξε καὶ παρ᾽ αὐτῷ μένειν ἠξίωσε· δοὺς δὲ τὴν θυγατέρα Φιλονόην καὶ θνήσκων τὴν βασιλείαν κατέλιπεν αὐτῷ. ὑπισχνεῖται θεραπεύειν τὰς παρθένους. οὐκ ἐπιτρέποντος δὲ Προίτου θεραπεύειν ἐπὶ μισθοῖς τηλικούτοις. κτείνας ἀκουσίως ἀδελφὸν Δηλιάδην. καὶ ταύτας μὲν ἐξέδοτο Προῖτος Μελάμποδι καὶ Βίαντι. ὡς δὲ καὶ τούτους ἀπέκτεινε πάντας. Προῖτος δὲ πιστεύσας ἔδωκεν ἐπιστολὰς αὐτῷ πρὸς Ἰοβάτην κομίσαι. γεννηθῆναι δὲ ἐκ Τυφῶνος καὶ Ἐχίδνης. εἰ λάβοι τὸ τρίτον μέρος τῆς δυναστείας. κατὰ δὲ τὸν διωγμὸν ἡ πρεσβυτάτη τῶν θυγατέρων Ἰφινόη μετήλλαξεν· ταῖς δὲ λοιπαῖς τυχούσαις καθαρμῶν σωφρονῆσαι συνέβη. εἶχε δὲ προτομὴν μὲν λέοντος. τοὺς αἰτηθέντας μισθοὺς ὁ Προῖτος ἐδίδου. . [Β 3. τρίτην δὲ κεφαλὴν μέσην αἰγός. Μελάμπους δὲ ὁ Ἀμυθάονος καὶ Εἰδομένης τῆς Ἄβαντος. Ἰοβάτης δὲ ἀναγνοὺς ἐπέταξεν αὐτῷ Χίμαιραν κτεῖναι. [Β 3. καθὼς Ἡσίοδος ἱστορεῖ.
λαβὼν δὲ καὶ παρὰ Ἑρμοῦ ἀδαμαντίνην ἅρπην. Ἐνυὼ καὶ Πεφρηδὼ καὶ Δεινώ· ἦσαν δὲ αὗται Κητοῦς τε καὶ Φόρκου. καὶ ἠνδρωμένου Περσέως μὴ δυνάμενος αὐτῇ συνελθεῖν. λέγων ἔρανον συνάγειν ἐπὶ τοὺς Ἱπποδαμείας τῆς Οἰνομάου γάμους. εἶχον δὲ αἱ Γοργόνες κεφαλὰς μὲν περιεσπειραμένας φολίσι δρακόντων. δι᾽ ἧς τὴν εἰκόνα τῆς Γοργόνος ἔβλεπεν. ταύτην ἔχων αὐτὸς μὲν οὓς ἤθελεν ἔβλεπεν. [Β 4. παρὰ δὲ τοῦ Περσέως οὐ λαβὼν τοὺς ἵππους. ὧν κυριεύσας ὁ Περσεύς. αἰσθόμενος δὲ Ἀκρίσιος ὕστερον ἐξ αὐτῆς γεγεννημένον Περσέα. τοὺς δὲ ἰδόντας λίθους ἐποίουν. ὀδόντας δὲ μεγάλους ὡς συῶν. ὡς ἀπῄτουν. καὶ παραγενόμενος πρὸς τὰς νύμφας. καὶ τυχὼν ὧν ἐσπούδαζε. παρὰ μὲν τῶν λοιπῶν ᾔτησεν ἵππους. πετόμενος εἰς τὸν Ὠκεανὸν ἧκε καὶ κατέλαβε τὰς Γοργόνας κοιμωμένας. δι᾽ ὧν ἐπέτοντο. ἐκαρατόμησεν αὐτήν. ἀποδοὺς τόν τε ὀδόντα καὶ τὸν ὀφθαλμὸν αὐταῖς. Δανάης ἐρασθείς. ἀποτμηθείσης δὲ τῆς κεφαλῆς. τὴν δὲ κυνῆν τῇ κεφαλῇ ἐπέθετο. καὶ ταῦτα παρὰ μέρος ἤμειβον ἀλλήλαις.1] Ἀκρισίῳ δὲ περὶ παίδων γενέσεως ἀρρένων χρηστηριαζομένῳ ὁ θεὸς ἔφη γενέσθαι παῖδα ἐκ τῆς θυγατρός. ἐπέταξε τῆς Γοργόνος κομίζειν τὴν κεφαλήν. ἐκ τῆς . τὰ δὲ πέδιλα τοῖς σφυροῖς προσήρμοσε. αὗται δὲ αἱ νύμφαι πτηνὰ εἶχον πέδιλα καὶ τὴν κίβισιν. ὑπὸ γῆν θάλαμον κατασκευάσας χάλκεον τὴν Δανάην ἐφρούρει. μὴ πιστεύσας ὑπὸ Διὸς ἐφθάρθαι. ὑφηγησαμένων δὲ τῶν Φορκίδων. καὶ χεῖρας χαλκᾶς. μόνη δὲ ἦν θνητὴ Μέδουσα· διὰ τοῦτο ἐπὶ τὴν ταύτης κεφαλὴν Περσεὺς ἐπέμφθη. ἀμφὶ δέ μιν κίβισις θέε. ὃς αὐτὸν ἀποκτενεῖ. ὑπὸ ἄλλων δὲ οὐχ ἑωρᾶτο. τὴν μὲν κίβισιν περιεβάλετο. ὅθεν αὐτοῖς καὶ ἡ στάσις ἐκινήθη· ὡς δὲ ἔνιοί φασι. ἔφη δώσειν ἂν ὑφηγήσωνται τὴν ὁδὸν τὴν ἐπὶ τὰς νύμφας φέρουσαν. καὶ πτέρυγας χρυσᾶς. ταύτην μέν. Γοργόνων ἀδελφαί. ἔφθειρε Προῖτος.2] βασιλεύων δὲ τῆς Σερίφου Πολυδέκτης ἀδελφὸς Δίκτυος. γραῖαι ἐκ γενετῆς. ὁ δὲ Ἑρμοῦ καὶ Ἀθηνᾶς προκαθηγουμένων ἐπὶ τὰς Φόρκου παραγίνεται θυγατέρας. μεθ᾽ ὧν καὶ Περσέα.] εἶχον δὲ καὶ τὴν <Ἄϊδος> κυνῆν. προσενεχθείσης δὲ τῆς λάρνακος Σερίφῳ Δίκτυς ἄρας ἀνέτρεφε τοῦτον. ὡς ἔνιοι λέγουσιν. ἀπεστραμμένος καὶ βλέπων εἰς ἀσπίδα χαλκῆν. κατευθυνούσης τὴν χεῖρα Ἀθηνᾶς. (Ἡσίοδος Ἀσπὶς Ἡρακλέους 223-4) εἴρηται δὲ παρὰ τὸ κεῖσθαι ἐκεῖ ἐσθῆτα καὶ τὴν τροφήν. ἐπιστὰς οὖν αὐταῖς ὁ Περσεὺς κοιμωμέναις. ἕνα τε ὀφθαλμὸν αἱ τρεῖς καὶ ἕνα ὀδόντα εἶχον. συνεκάλει τοὺς φίλους.<Β 4. Ζεὺς μεταμορφωθεὶς εἰς χρυσὸν καὶ διὰ τῆς ὀροφῆς εἰς τοὺς Δανάης εἰσρυεὶς κόλπους συνῆλθεν. τοῦ δὲ Περσέως εἰπόντος καὶ ἐπὶ τῇ κεφαλῇ τῆς Γοργόνος οὐκ ἀντερεῖν. δείσας δὲ ὁ Ἀκρίσιος τοῦτο. ἥν φασιν εἶναι πήραν· [Πίνδαρος δὲ καὶ Ἡσίοδος ἐν Ἀσπίδι ἐπὶ τοῦ Περσέως· πᾶν δὲ μετάφρενον εἶχε <κάρα> δεινοῖο πελώρου <Γοργοῦς>. τὴν θυγατέρα μετὰ τοῦ παιδὸς εἰς λάρνακα βαλὼν ἔρριψεν εἰς θάλασσαν. ἦσαν δὲ αὗται Σθενὼ Εὐρυάλη Μέδουσα.
ἀπολιπὼν Ἄργος εἰς τὴν Πελασγιῶτιν ἐχώρησε γῆν. Τευταμίδου δὲ τοῦ Λαρισσαίων βασιλέως ἐπὶ κατοιχομένῳ τῷ πατρὶ διατιθέντος γυμνικὸν ἀγῶνα. καὶ καταλαβὼν προσπεφευγυῖαν τοῖς βωμοῖς μετὰ τοῦ Δίκτυος τὴν μητέρα διὰ τὴν Πολυδέκτου βίαν. καὶ συνιδεῖν αὐτὸν οὐκ ἠδύναντο διὰ τὴν κυνῆν. τὴν δὲ κεφαλὴν τῆς Γοργόνος Ἀθηνᾷ. ἀπεκρύπτετο γὰρ ὑπ᾽ αὐτῆς. τὸν δίσκον ἐπὶ τὸν Ἀκρισίου πόδα βαλὼν παραχρῆμα ἀπέκτεινεν αὐτόν. τούτῳ τε τὸ Ἄργος . ὃς ἦν ἀδελφὸς τοῦ Κηφέως ἐγγεγυημένος πρῶτος τὴν Ἀνδρομέδαν. ἀπελιθώθη.Γοργόνος ἐξέθορε Πήγασος πτηνὸς ἵππος. Ἑρμῆς μὲν οὖν τὰ προειρημένα πάλιν ἀπέδωκε ταῖς νύμφαις. παραγενόμενος δὲ εἰς Αἰθιοπίαν. καὶ Χρυσάωρ ὁ Γηρυόνου πατήρ· [Β 4. καὶ προσέδησε τὴν θυγατέρα πέτρα. εὗρε τὴν τούτου θυγατέρα Ἀνδρομέδαν παρακειμένην βορὰν θαλασσίῳ κήτει. τὸν χρησμόν. Ἀθηνᾶ δὲ ἐν μέσῃ τῇ ἀσπίδι τῆς Γοργόνος τὴν κεφαλὴν ἐνέθηκε. ταύτην θεασάμενος ὁ Περσεὺς καὶ ἐρασθεὶς ἀναιρήσειν ὑπέσχετο Κηφεῖ τὸ κῆτος. ἧς ἐβασίλευε Κηφεύς. ὁ δὲ <τοῦτο μαθὼν καὶ> δεδοικὼς. παραγενόμενος δὲ εἰς Σέριφον. [Β 4. τὴν Γοργόνα δείξας μετὰ τῶν συνεπιβουλευόντων αὐτὸν ἐλίθωσε παραχρῆμα. ἀπέδωκε τὰ μὲν πέδιλα καὶ τὴν κίβισιν καὶ τὴν κυνῆν Ἑρμῇ. εἰ μέλλει σωθεῖσαν αὐτὴν αὐτῷ δώσειν γυναῖκα. καταστήσας δὲ τῆς Σερίφου Δίκτυν βασιλέα. καὶ πασῶν εἶναι κρείσσων ηὔχησεν· ὅθεν αἱ Νηρηίδες ἐμήνισαν. Κασσιέπεια γὰρ ἡ Κηφέως γυνὴ Νηρηίσιν ἤρισε περὶ κάλλους. ἐὰν ἡ Κασσιεπείας θυγάτηρ Ἀνδρομέδα προτεθῇ τῷ κήτει βορά. αἱ δὲ Γοργόνες ἐκ τῆς κοίτης ἀναστᾶσαι τὸν Περσέα ἐδίωκον. αἰσχυνόμενος δὲ εἰς Ἄργος ἐπανελθεῖν ἐπὶ τὸν κλῆρον τοῦ δι᾽ αὐτοῦ τετελευτηκότος. λέγεται δὲ ὑπ᾽ ἐνίων ὅτι δι᾽ Ἀθηνᾶν ἡ Μέδουσα ἐκαρατομήθη· φασὶ δὲ ὅτι καὶ περὶ κάλλους ἠθέλησεν ἡ Γοργὼ αὐτῇ συγκριθῆναι. ἵνα Ἀκρίσιον θεάσηται. Ἄμμωνος δὲ χρήσαντος τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς συμφορᾶς. παρεγένετο καὶ ὁ Περσεὺς ἀγωνίσασθαι θέλων. εἰσελθὼν εἰς τὰ βασίλεια. τοῦτο ἀναγκασθεὶς ὁ Κηφεὺς ὑπὸ τῶν Αἰθιόπων ἔπραξε. ἐπὶ τούτοις γενομένων ὅρκων. καὶ Ποσειδῶν αὐταῖς συνοργισθεὶς πλήμμυράν τε ἐπὶ τὴν χώραν ἔπεμψε καὶ κῆτος. παραγενόμενος εἰς Τίρυνθα πρὸς τὸν Προίτου παῖδα Μεγαπένθην ἠλλάξατο.3] τούτους δὲ ἐγέννησεν ἐκ Ποσειδῶνος.4] Περσεὺς δὲ μετὰ Δανάης καὶ Ἀνδρομέδας ἔσπευδεν εἰς Ἄργος. ἀγωνιζόμενος δὲ πένταθλον. ὁποῖον ἕκαστος ἔτυχε σχῆμα ἔχων. μαθὼν τὴν ἐπιβουλήν. ἐπιβουλεύοντος δὲ αὐτῷ Φινέως. ὑποστὰς τὸ κῆτος ἔκτεινε καὶ τὴν Ἀνδρομέδαν ἔλυσεν. συγκαλέσαντος τοῦ Πολυδέκτου τοὺς φίλους ἀπεστραμμένος τὴν κεφαλὴν τῆς Γοργόνος ἔδειξε· τῶν δὲ ἰδόντων. αἰσθόμενος δὲ τὸν χρησμὸν τετελειωμένον τὸν μὲν Ἀκρίσιον ἔξω τῆς πόλεως ἔθαψεν. ὁ μὲν οὖν Περσεὺς ἐνθέμενος εἰς τὴν κίβισιν τὴν κεφαλὴν τῆς Μεδούσης ὀπίσω πάλιν ἐχώρει.
ὡς δὲ ἄλλοι πάλιν Ἱππονόμης τῆς Μενοικέως. καὶ παρέθεντο τῷ βασιλεῖ τῶν Ἠλείων Πολυξένῳ· Ἀμφιτρύων δὲ παρὰ Πολυξένου λυτρωσάμενος αὐτὰς ἤγαγεν εἰς Μυκήνας. Πτερελάῳ δὲ ἐγένοντο παῖδες Χρομίος Τύραννος Ἀντίοχος Χερσιδάμας Μήστωρ Εὐήρης. ὅτε γὰρ Ἡρακλῆς ἔμελλε γεννᾶσθαι. καὶ Μεγαπένθης μὲν ἐβασίλευσεν Ἀργείων. [Β 4. πρὶν μὲν ἐλθεῖν εἰς τὴν Ἑλλάδα Πέρσης. μιᾶς ἐκθορούσης Ἀμφιτρύων ἐπ᾽ αὐτὴν ἀφῆκεν ὃ μετὰ χεῖρας εἶχε ῥόπαλον. ταύτην ἁρπάσας Ποσειδῶν καὶ κομίσας ἐπὶ τὰς Ἐχινάδας νήσους μίγνυται.6] Ἠλεκτρύονος δὲ βασιλεύοντος Μυκηνῶν. ἐκ Ταφίου δὲ παῖς Πτερέλαος ἐγένετο· τοῦτον ἀθάνατον ἐποίησε Ποσειδῶν. ὁ δὲ Ἠλεκτρύων τὸν τῶν παίδων θάνατον βουλόμενος ἐκδικῆσαι. μὲν Ἀλκμήνην. παῖδας δὲ <Στρατοβάτην> Γοργοφόνον Φυλόνομον Κελαινέα Ἀμφίμαχον Λυσίνομον Χειρίμαχον Ἀνάκτορα Ἀρχέλαον. ἀπολαμβάνοντος δὲ αὐτοῦ τὰς βόας. καὶ γεννᾷ Τάφιον. [Β 4. στρατεύειν ἐπὶ Τηλεβόας διενοεῖτο. Εὐρυσθέα δὲ τὸν Σθενέλου παρεσκεύασε γεννηθῆναι ἑπταμηνιαῖον ὄντα. τῶν δὲ Πτερελάου Εὐήρης.ἐνεχείρισε. ὃς καὶ Μυκηνῶν ἐβασίλευσεν. ὡς δὲ ἔνιοι λέγουσι Λαονόμης τῆς Γουνέως. ἣν Περιήρης ἔγημεν. Ἀμφιτρύων ἐγένετο καὶ θυγάτηρ Ἀναξώ. ὃν παρὰ Κηφεῖ κατέλιπεν (ἀπὸ τούτου δὲ τοὺς Περσῶν βασιλέας λέγεται γενέσθαι). ἐγέννησε θυγατέρα. τὸ δὲ ἀποκρουσθὲν . προστειχίσας Μίδειαν καὶ Μυκήνας. ἐν τῇ κεφαλῇ χρυσῆν ἐνθεὶς τρίχα. ἐκ μὲν οὖν Ἀλκαίου καὶ Ἀστυδαμείας τῆς Πέλοπος. ἐν Μυκήναις δὲ Ἀλκαῖος καὶ Σθένελος καὶ Ἕλειος Μήστωρ τε καὶ Ἠλεκτρύων. καὶ θυγάτηρ Γοργοφόνη. μετὰ δὲ τούτους καὶ νόθον ἐκ Φρυγίας γυναικὸς Μιδέας Λικύμνιον. Ζεὺς ἐν θεοῖς ἔφη τὸν ἀπὸ Περσέως γεννηθησόμενον τότε βασιλεύσειν Μυκηνῶν. ὃς ᾤκισε Τάφον καὶ τοὺς λαοὺς Τηλεβόας ἐκάλεσεν. παραδοὺς τὴν βασιλείαν Ἀμφιτρύωνι καὶ τὴν θυγατέρα Ἀλκμήνην. ὃς καὶ τὰς ναῦς ἐφύλασσε. τῶν δὲ Ταφίων οἱ διαφυγόντες ἀπέπλευσαν τὰς ἐλαθείσας βόας ἑλόντες. Ἥρα δὲ διὰ ζῆλον Εἰλειθυίας ἔπεισε τὸν μὲν Ἀλκμήνης τόκον ἐπισχεῖν. ἐξορκίσας ἵνα μέχρι τῆς ἐπανόδου παρθένον αὐτὴν φυλάξῃ. ἐσώθη δὲ τῶν Ἠλεκτρύονος παίδων Λικύμνιος ἔτι νέος ὑπάρχων.5] ἐγένοντο δὲ ἐξ Ἀνδρομέδας παῖδες αὐτῷ. Ἠλεκτρύων δὲ γήμας τὴν Ἀλκαίου θυγατέρα Ἀναξώ. ὕστερον δὲ καὶ Εὐρυσθεὺς ἐγένετο. καὶ μὴ προσέχοντος Ἠλεκτρύονος ἀπήλαυνον τὰς βόας· ἀμυνομένων δὲ τῶν Ἠλεκτρύονος παίδων. μετὰ Ταφίων οἱ Πτερελάου παῖδες ἐλθόντες τὴν Μήστορος ἀρχὴν [τοῦ μητροπάτορος] ἀπῄτουν. ἐκ προκλήσεως ἀλλήλους ἀπέκτειναν. ἐκ δὲ Μήστορος καὶ Λυσιδίκης τῆς Πέλοπος Ἱπποθόη. ὅτι τηλοῦ τῆς πατρίδος ἔβη. Σθενέλου δὲ καὶ Νικίππης τῆς Πέλοπος Ἀλκυόνη καὶ Μέδουσα. Περσεὺς δὲ Τίρυνθος.
Ἡρακλῆς διαναστὰς ἄγχων ἑκατέραις ταῖς χερσὶν αὐτοὺς διέφθειρε. Ἀμφιτρύωνι δὲ Ἰφικλέα. Ἀμφιτρύων δὲ σὺν Ἀλκμήνῃ καὶ Λικυμνίῳ παραγενόμενος ἐπὶ Θήβας ὑπὸ Κρέοντος ἡγνίσθη. τοὺς δράκοντας εἰς τὴν εὐνὴν ἐμβαλεῖν. ὑποσχόμενος ἐπὶ Τηλεβόας στρατεύει Ἀμφιτρύων. ἀπαλλαγεὶς οὖν Ἀμφιτρύων εἰς Ἀθήνας πρὸς Κέφαλον τὸν Δηιονέως. ὡς οὐχ ἑώρα φιλοφρονουμένην πρὸς αὐτὸν τὴν γυναῖκα. ὁ δὲ ἔφη στρατεύσειν. τοῦ δὲ παιδὸς ὄντος ὀκταμηνιαίου δύο δράκοντας ὑπερμεγέθεις Ἥρα ἐπὶ τὴν εὐνὴν ἔπεμψε. καὶ τοῦ μὲν Ἰφικλέους φυγόντος τοῦ δὲ Ἡρακλέους ὑποστάντος μαθεῖν ὡς Ἰφικλῆς ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται. βουλόμενον μαθεῖν ὁπότερος ἦν τῶν παίδων ἐκείνου. καὶ τὴν ἀρχὴν τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Τίρυνθος αὐτὸς κατέσχε· τὴν δὲ Μίδειαν. ὅμοιος Ἀμφιτρύωνι γενόμενος Ἀλκμήνῃ συνευνάσθη καὶ τὰ γενόμενα περὶ Τηλεβοῶν διηγήσατο. Ζεὺς ἀμφοτέρους λίθους ἐποίησεν. λαμβάνειν. διὰ νυκτὸς ἐλθὼν καὶ τὴν μίαν τριπλασιάσας νύκτα. [Β 4. ἐκ δὲ Θηβῶν Κρέοντα. διωκομένης οὖν ὑπὸ τοῦ κυνὸς τῆς ἀλώπεκος. κἀκεῖνοι πόλεις αὐτῶν ἐπωνύμους κτίσαντες κατῴκησαν. Πτερελάου τελευτήσαντος ἐχειρώσατο τὰς νήσους ἁπάσας. ὑποστάντος δὲ ὅμως εἱμαρμένον ἦν αὐτὴν μηδέ τινα καταλαβεῖν. Ἀμφιτρύων δὲ ἔχων ἐκ μὲν Θορικοῦ τῆς Ἀττικῆς Κέφαλον συμμαχοῦντα.ἀπὸ τῶν κεράτων εἰς τὴν Ἠλεκτρύονος κεφαλὴν ἐλθὸν ἀπέκτεινεν αὐτόν. τοῦτ᾽ εἰ μὴ γένοιτο. καὶ τὰς νήσους Ἑλείῳ καὶ Κεφάλῳ δίδωσι. οὐκ ἐδύνατο τὴν Τάφον ἑλεῖν· ὡς δὲ ἡ Πτερελάου θυγάτηρ Κομαιθὼ ἐρασθεῖσα Ἀμφιτρύωνος τὴν χρυσῆν τρίχα τοῦ πατρὸς ἐκ τῆς κεφαλῆς ἐξείλετο. καὶ παρεκάλει συλλαβέσθαι Κρέοντα. μανθάνει παρὰ Τειρεσίου τὴν γενομένην τοῦ Διὸς συνουσίαν. τὰς τῶν Ταφίων νήσους ἐπόρθει. . ἐπιβοωμένης δὲ Ἀλκμήνης Ἀμφιτρύωνα. ἐὰν πρότερον ἐκεῖνος τὴν Καδμείαν τῆς ἀλώπεκος ἀπαλλάξῃ· ἔφθειρε γὰρ τὴν Καδμείαν ἀλώπηξ θηρίον. ὅ τι ἂν διώκῃ. μιᾷ νυκτὶ πρεσβύτερον. συνέπειθεν ἐπὶ μέρει τῶν ἀπὸ Τηλεβοῶν λαφύρων ἄγειν ἐπὶ τὴν θήραν τὸν κύνα ὃν Πρόκρις ἤγαγεν ἐκ Κρήτης παρὰ Μίνωος λαβοῦσα· ἦν δὲ καὶ τούτῳ πεπρωμένον πᾶν. ἐκ δὲ Φωκέων Πανοπέα. μεταπεμψάμενος τοὺς Πέλοπος παῖδας Ἀτρέα καὶ Θυέστην.7] ἀδικουμένης δὲ τῆς χώρας. λεγούσης δὲ Ἀλκμήνης γαμηθήσεσθαι αὐτῷ τῶν ἀδελφῶν αὐτῆς ἐκδικήσαντι τὸν θάνατον. Ἀλκμήνη δὲ δύο ἐγέννησε παῖδας. ἕνα τῶν ἀστῶν παῖδα οἱ Θηβαῖοι κατὰ μῆνα προετίθεσαν αὐτῇ. Διὶ μὲν Ἡρακλέα. διαφθαρῆναι τὸ βρέφος θέλουσα. καὶ δίδωσι τὴν ἀδελφὴν Περιμήδην Λικυμνίῳ. ἐκ δὲ Ἕλους τῆς Ἀργείας Ἕλειον τὸν Περσέως. πολλοὺς ἁρπαξούσῃ. παρέθετο τούτοις.8] πρὸ τοῦ δὲ Ἀμφιτρύωνα παραγενέσθαι εἰς Θήβας Ζεύς. Ἀμφιτρύων δὲ παραγενόμενος. τὴν μὲν οὖν Κομαιθὼ κτείνει Ἀμφιτρύων καὶ τὴν λείαν ἔχων εἰς Θήβας ἔπλει. [Β 4. ὅθεν λαβὼν ταύτην τὴν πρόφασιν Σθένελος παντὸς Ἄργους ἐξέβαλεν Ἀμφιτρύωνα. ἄχρι μὲν οὖν ἔζη Πτερέλαος. Φερεκύδης δέ φησιν Ἀμφιτρύωνα. ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν· εἰπούσης δὲ ὅτι τῇ προτέρᾳ νυκτὶ παραγενόμενος αὐτῇ συγκεκοίμηται.
τὴν δὲ νεωτέραν θυγατέρα Κρέων Ἰφικλεῖ δίδωσιν.9] ἐδιδάχθη δὲ Ἡρακλῆς ἁρματηλατεῖν μὲν ὑπὸ Ἀμφιτρύωνος. καὶ χειρωσάμενος τὸν λέοντα τὴν μὲν δορὰν ἠμφιέσατο. ὁ δὲ αὐτὸν ἐξένισε πεντήκοντα ἡμέρας. Ἡρακλῆς δὲ λαβὼν ὅπλα παρ᾽ Ἀθηνᾶς καὶ πολεμαρχῶν Ἐργῖνον μὲν ἔκτεινε. ἦν δὲ καὶ θεωρηθεὶς φανερὸς ὅτι Διὸς παῖς ἦν· τετραπηχυαῖον μὲν γὰρ εἶχε τὸ σῶμα. ἐφ᾽ οἷς ἀγανακτῶν ἐστράτευσεν ἐπὶ Θήβας. πυρὸς δ᾽ ἐξ ὀμμάτων ἔλαμπεν αἴγλην. πρὸς ὃν ἀφίκετο Ἡρακλῆς ἑλεῖν βουλόμενος τὸν λέοντα. κιθαρῳδεῖν δὲ ὑπὸ Λίνου. καὶ οὕτως ἀπελύθη. καὶ ἐπὶ τὴν θήραν ἐξιόντι νυκτὸς ἑκάστης μίαν συνεύναζε θυγατέρα (πεντήκοντα δὲ αὐτῷ ἦσαν ἐκ Μεγαμήδης γεγεννημέναι τῆς Ἀρνέου)· ἐσπούδαζε γὰρ πάσας ἐξ Ἡρακλέους τεκνοποιήσασθαι.[Β 4. οὗτος δὲ ἦν ἀδελφὸς Ὀρφέως· ἀφικόμενος δὲ εἰς Θήβας καὶ Θηβαῖος γενόμενος ὑπὸ Ἡρακλέους τῇ κιθάρᾳ πληγεὶς ἀπέθανεν· ἐπιπλήξαντα γὰρ αὐτὸν ὀργισθεὶς ἀπέκτεινε. οὐκ ἠστόχει δὲ οὔτε τοξεύων οὔτε ἀκοντίζων. Ἡρακλῆς δὲ μίαν νομίζων εἶναι τὴν ἀεὶ συνευναζομένην. ἐτέλουν δὲ Θηβαῖοι τὸν δασμὸν Ἐργίνῳ δι᾽ αἰτίαν τήνδε. ἵνα παρὰ Θηβαίων τὸν δασμὸν λάβωσιν. συνέβη δὲ κατὰ τὴν μάχην Ἀμφιτρύωνα γενναίως μαχόμενον τελευτῆσαι. Θηρίμαχος Κρεοντιάδης Δηικόων. ἤδη παῖδα Ἰόλαον ἔχοντι ἐξ Αὐτομεδούσης τῆς Ἀλκάθου. δείσας δὲ Ἀμφιτρύων μὴ πάλιν τι ποιήσῃ τοιοῦτον. οὗτος γὰρ ὁρμώμενος ἐκ τοῦ Κιθαιρῶνος τὰς Ἀμφιτρύωνος ἔφθειρε βόας καὶ τὰς Θεσπίου.11] ἀνακάμπτοντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τῆς θήρας συνήντησαν κήρυκες παρὰ Ἐργίνου πεμφθέντες. τοὺς δὲ Μινύας ἐτρέψατο καὶ τὸν δασμὸν διπλοῦν ἠνάγκασε Θηβαίοις φέρειν. κτείνας οὐκ ὀλίγους ἐσπείσατο μεθ᾽ ὅρκων. ὅπως πέμπωσιν αὐτῷ Θηβαῖοι δασμὸν ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη. καὶ [διὰ σχοινίων] τὰς χεῖρας δήσας ἐκ τῶν τραχήλων. ὄνομα Περιήρης.10] βασιλεὺς δὲ ἦν οὗτος Θεσπιῶν. ὃς ἂν ἀμύνηται τὸν χειρῶν ἀδίκων κατάρξαντα. δίκην δὲ ἐπαγόντων τινῶν αὐτῷ φόνου. ἐξ ἧς αὐτῷ παῖδες ἐγένοντο τρεῖς. παλαίειν δὲ ὑπὸ Αὐτολύκου. Κλύμενον τὸν Μινυῶν βασιλέα λίθῳ βαλὼν Μενοικέως ἡνίοχος. ἐν Ὀγχηστῷ Ποσειδῶνος τεμένει τιτρώσκει· ὁ δὲ κομισθεὶς εἰς Ὀρχομενὸν ἡμιθνὴς ἐπισκήπτει τελευτῶν Ἐργίνῳ τῷ παιδὶ ἐκδικῆσαι τὸν θάνατον αὐτοῦ. ἔφη τοῦτον Ἐργίνῳ καὶ Μινύαις δασμὸν κομίζειν. ἀθῷον εἶναι. ἐν δὲ τοῖς βουκολίοις ὑπάρχων ὀκτωκαιδεκαέτης τὸν Κιθαιρώνειον ἀνεῖλε λέοντα. [Β 4. . τῷ χάσματι δὲ ἐχρήσατο κόρυθι. ὁπλομαχεῖν δὲ ὑπὸ Κάστορος. παρανέγνω νόμον ῾Ραδαμάνθυος λέγοντος. ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τὰ βουφόρβια. κατὰ ἔτος ἑκατὸν βόας. [Β 4. τοξεύειν δὲ ὑπὸ Εὐρύτου. ἐπὶ τοῦτον τὸν δασμὸν εἰς Θήβας τοὺς κήρυκας ἀπιόντας συντυχὼν Ἡρακλῆς ἐλωβήσατο· ἀποτεμὼν γὰρ αὐτῶν τὰ ὦτα καὶ τὰς ῥῖνας. λαμβάνει δὲ Ἡρακλῆς παρὰ Κρέοντος ἀριστεῖον τὴν πρεσβυτάτην θυγατέρα Μεγάραν. κἀκεῖ τρεφόμενος μεγέθει τε καὶ ῥώμῃ πάντων διήνεγκεν. στρατευσάμενος δὲ Ἐργῖνος ἐπὶ Θήβας. συνῆλθε πάσαις.
καὶ οὕτως ἔφη. ἡ δὲ Πυθία τότε πρῶτον Ἡρακλέα αὐτὸν προσηγόρευσε· τὸ δὲ πρώην Ἀλκείδης προσηγορεύετο. πορευόμενος οὖν ἐπὶ τὸν λέοντα ἦλθεν εἰς Κλεωνάς. πρῶτον μὲν οὖν ἐπέταξεν αὐτῷ τοῦ Νεμέου λέοντος τὴν δορὰν κομίζειν· τοῦτο δὲ ζῷον ἦν ἄτρωτον. προμαθὼν δὲ παρ᾽ Ἐυρύτου τὴν τοξικὴν Ἡρακλῆς ἔλαβε παρὰ Ἑρμοῦ μὲν ξίφος. οὓς ἐκ Μεγάρας εἶχεν. σωτῆρι θύσας Διὶ ἦγεν εἰς Μυκήνας τὸν λέοντα.12] μετὰ δὲ τὴν πρὸς Μινύας μάχην συνέβη αὐτῷ κατὰ ζῆλον Ἥρας μανῆναι. καὶ ξενίζεται παρὰ ἀνδρὶ χερνήτῃ Μολόρχῳ. κατοικεῖν δὲ αὐτὸν εἶπεν ἐν Τίρυνθι. . οὗτος δὲ Ἴφιτον κτείνας. παρὰ δὲ Ἡφαίστου θώρακα χρυσοῦν. Διὶ σωτῆρι θύειν. παρὰ δὲ Ἀθηνᾶς πέπλον· ῥόπαλον μὲν γὰρ αὐτὸς ἔτεμεν ἐκ Νεμέας. καὶ τούς τε ἰδίους παῖδας.ἔγημε δὲ καὶ Ἀλκμήνην μετὰ τὸν Ἀμφιτρύωνος θάνατον Διὸς παῖς ῾Ραδάμανθυς. καὶ ἂν μὲν ἀπὸ τῆς θήρας σῶος ἐπανέλθῃ. παρεγένετο εἰς τὴν Λέρνην. τὰς μὲν ὀκτὼ θνητάς. κατῴκει δὲ ἐν Ὠκαλέαις τῆς Βοιωτίας πεφευγώς. τῶν ἄθλων συντελεσθέντων. φασὶ δὲ ὅτι δείσας καὶ πίθον ἑαυτῷ χαλκοῦν εἰσκρυβῆναι ὑπὸ γῆν κατεσκεύασε.2] δεύτερον δὲ ἆθλον ἐπέταξεν αὐτῷ τὴν Λερναίαν ὕδραν κτεῖναι· αὕτη δὲ ἐν τῷ τῆς Λέρνης ἕλει ἐκτραφεῖσα ἐξέβαινεν εἰς τὸ πεδίον καὶ τά τε βοσκήματα καὶ τὴν χώραν διέφθειρεν. παρ᾽ Ἀπόλλωνος δὲ τόξα. εἰς δὲ τὴν Νεμέαν ἀφικόμενος καὶ τὸν λέοντα μαστεύσας ἐτόξευσε τὸ πρῶτον· ὡς δὲ ἔμαθεν ἄτρωτον ὄντα. καὶ θέμενος ἐπὶ τῶν ὤμων ἐκόμιζεν εἰς Κλεωνάς. παραγενόμενος δὲ εἰς Δελφοὺς πυνθάνεται τοῦ θεοῦ ποῦ κατοικήσει. Εὐρυσθεῖ λατρεύοντα ἔτη δώδεκα. διὰ δὲ τῆς ἑτέρας ἐπεισῆλθε τῷ θηρίῳ. ἐκ Τυφῶνος γεγεννημένον. ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ. [Β 5. εἶχε δὲ ἡ ὕδρα ὑπερμέγεθες σῶμα. ἐπιβὰς οὖν ἅρματος. καὶ τοὺς μὲν ἵππους ἔστησε. καὶ πέμπων κήρυκα Κοπρέα Πέλοπος τοῦ Ἠλείου ἐπέταττε τοὺς ἄθλους. καὶ τὸ προσταττόμενον ὑπὸ Εὐρυσθέως ἐτέλει. Εὐρυσθεὺς δὲ καταπλαγεὶς αὐτοῦ τὴν ἀνδρείαν ἀπεῖπε τὸ λοιπὸν αὐτῷ εἰς τὴν πόλιν εἰσιέναι. συμφυγόντος δὲ εἰς ἀμφίστομον σπήλαιον αὐτοῦ τὴν ἑτέραν ἐνῳκοδόμησεν εἴσοδον. ἀθάνατον αὐτὸν ἔσεσθαι. καταλαβὼν δὲ τὸν Μόλορχον ἐν τῇ τελευταίᾳ τῶν ἡμερῶν ὡς νεκρῷ μέλλοντα τὸ ἱερεῖον ἐναγίζειν. τὴν δὲ μέσην ἀθάνατον. κεφαλὰς ἔχον ἐννέα. καὶ περιθεὶς τὴν χεῖρα τῷ τραχήλῳ κατέσχεν ἄγχων ἕως ἔπνιξε. εἰς πῦρ ἐμβαλεῖν καὶ τῶν Ἰφικλέους δύο· διὸ καταδικάσας ἑαυτοῦ φυγὴν καθαίρεται μὲν ὑπὸ Θεσπίου. ἡνιοχοῦντος Ἰολάου. καὶ θύειν ἱερεῖον θέλοντι εἰς ἡμέραν ἔφη τηρεῖν τριακοστήν. δεικνύειν δὲ πρὸ τῶν πυλῶν ἐκέλευε τοὺς ἄθλους. [Β 4. [Β 5. τότε ὡς ἥρωι ἐναγίζειν. φυγὼν εἰς Μυκήνας καὶ τυχὼν παρ᾽ Εὐρυσθέως καθαρσίων ἐκεῖ κατῴκει. ἀνατεινάμενος τὸ ῥόπαλον ἐδίωκε.1] τοῦτο ἀκούσας ὁ Ἡρακλῆς εἰς Τίρυνθα ἦλθε. καὶ τοὺς ἐπιτασσομένους ἄθλους δέκα ἐπιτελεῖν.
καὶ τοῦτον τὸν τρόπον τῶν ἀναφυομένων κεφαλῶν περιγενόμενος. ἐπὶ τὸ τοῦ Φόλου σπήλαιον.τὴν δὲ ὕδραν εὑρὼν ἔν τινι λόφῳ παρὰ τὰς πηγὰς τῆς Ἀμυμώνης. καὶ μετ᾽ οὐ πολὺ τῆς ὀσμῆς αἰσθόμενοι παρῆσαν οἱ Κένταυροι. αὐτὸς δὲ ὠμοῖς ἐχρῆτο. διὸ τοῦτον ἀποκτείνας ἐπεκαλέσατο καὶ αὐτὸς βοηθὸν τὸν Ἰόλαον. καὶ δόντος Χείρωνος φάρμακον ἐπέθηκεν. τοὺς μὲν οὖν πρώτους τολμήσαντας εἴσω παρελθεῖν Ἄγχιον καὶ Ἄγριον Ἡρακλῆς ἐτρέψατο βάλλων δαλοῖς. [Β 5. ὅπου ὁ φωλεὸς αὐτῆς ὑπῆρχε. Ἀρτέμιδος ἱερά· διὸ καὶ βουλόμενος αὐτὴν Ἡρακλῆς μήτε ἀνελεῖν μήτε τρῶσαι. πραΰνας τὴν ὀργὴν τῆς θεοῦ τὸ θηρίον ἐκόμισεν ἔμπνουν εἰς Μυκήνας. δάκνων τὸν πόδα. συνεδίωξεν ὅλον ἐνιαυτόν. ἀνίατον δὲ ἔχων τὸ ἕλκος εἰς τὸ σπήλαιον ἀπαλλάσσεται. χρυσόκερως. ἐπεβοήθει δὲ καρκίνος τῇ ὕδρᾳ ὑπερμεγέθης. κἀκεῖ τελευτῆσαι βουλόμενος. ἐπεὶ δὲ κάμνον τὸ θηρίον τῇ διώξει συνέφυγεν εἰς ὄρος τὸ λεγόμενον Ἀρτεμίσιον. [Β 5. παρὰ τὴν ὁδὸν τὴν φέρουσαν διὰ Λέρνης εἰς Ἐλαιοῦντα τὸ δὲ σῶμα τῆς ὕδρας ἀνασχίσας τῇ χολῇ τοὺς ὀιστοὺς ἔβαψεν. διερχόμενος οὖν Φολόην ἐπιξενοῦται Κενταύρῳ Φόλῳ. ἀνιαθεὶς δὲ Ἡρακλῆς προσδραμὼν τό τε βέλος ἐξείλκυσε. ὁ δὲ ὑποτιμησάμενος τὴν ἀνάγκην. ἔφη δεδοικέναι τὸν κοινὸν τῶν Κενταύρων ἀνοῖξαι πίθον· θαρρεῖν δὲ παρακελευσάμενος Ἡρακλῆς αὐτὸν ἤνοιξε. τούτῳ περιπεπτωκότας τοὺς Κενταύρους τοξεύων ἵησι βέλος ὁ Ἡρακλῆς. τῷ ῥοπάλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς κόπτων οὐδὲν ἀνύειν ἠδύνατο· μιᾶς γὰρ κοπτομένης κεφαλῆς δύο ἀνεφύοντο. καὶ τὸν αἴτιον εἰπὼν Εὐρυσθέα γεγονέναι. ἦν δὲ ἡ ἔλαφος ἐν Οἰνόῃ. αἰτοῦντος δὲ οἶνον Ἡρακλέους. καὶ τὸ ἱερὸν ζῷον αὐτῆς κτείνοντα κατεμέμφετο. ὁρμώμενον ἐξ ὄρους ὃ καλοῦσιν Ἐρύμανθον. τοὺς δὲ λοιποὺς ἐτόξευσε διώκων ἄχρι τῆς Μαλέας. τοῦτον διαβαίνειν μέλλουσαν τοξεύσας συνέλαβε. ὃς μέρος τι καταπρήσας τῆς ἐγγὺς ὕλης τοῖς δαλοῖς ἐπικαίων τὰς ἀνατολὰς τῶν κεφαλῶν ἐκώλυεν ἀνιέναι. ἐκβαίνουσαν δὲ αὐτὴν κρατήσας κατεῖχεν. Εὐρυσθεὺς δὲ ἔφη μὴ δεῖν καταριθμῆσαι τοῦτον ἐν τοῖς δέκα τὸν ἆθλον· οὐ γὰρ μόνος ἀλλὰ καὶ μετὰ Ἰολάου τῆς ὕδρας περιεγένετο. ἡ δὲ θατέρῳ τῶν ποδῶν ἐνείχετο περιπλακεῖσα. τὴν ἀθάνατον ἀποκόψας κατώρυξε καὶ βαρεῖαν ἐπέθηκε πέτραν. ἐκεῖθεν δὲ πρὸς Χείρωνα συνέφυγον. κἀκεῖθεν ἐπὶ ποταμὸν Λάδωνα. καὶ θέμενος ἐπὶ τῶν ὤμων διὰ τῆς Ἀρκαδίας ἠπείγετο. πέτραις ὡπλισμένοι καὶ ἐλάταις. Σειληνοῦ καὶ νύμφης μελίας παιδί. καὶ μὴ δυνάμενος ἐπείπερ ἀθάνατος ἦν.3] τρίτον ἆθλον ἐπέταξεν αὐτῷ τὴν Κερυνῖτιν ἔλαφον εἰς Μυκήνας ἔμπνουν ἐνεγκεῖν. ὃς ἐξελαθεὶς ὑπὸ Λαπιθῶν ὄρους Πηλίου παρὰ Μαλέαν κατῴκησε.4] τέταρτον ἆθλον ἐπέταξεν αὐτῷ τὸν Ἐρυμάνθιον κάπρον ζῶντα κομίζειν· τοῦτο δὲ τὸ θηρίον ἠδίκει τὴν Ψωφῖδα. μετ᾽ Ἀπόλλωνος δὲ Ἄρτεμις συντυχοῦσα ἀφῃρεῖτο. οὗτος Ἡρακλεῖ μὲν ὀπτὰ παρεῖχε τὰ κρέα. ἀντιδόντος Διὶ Προμηθέως αὑτὸν ἀντ᾽ αὐτοῦ . βάλλων βέλεσι πεπυρωμένοις ἠνάγκασεν ἐξελθεῖν. τὸ δὲ ἐνεχθὲν Ἐλάτου διὰ τοῦ βραχίονος τῷ γόνατι τοῦ Χείρωνος ἐμπήγνυται.
καὶ διώξας αὐτὸν ἔκ τινος λόχμης μετὰ κραυγῆς. ὡς μέν τινες εἶπον. καὶ κατέλαβε τοῦτον μέλλοντα δι᾽ ἀνάγκην μνηστεύειν Εὐρυτίωνι Κενταύρῳ Μνησιμάχην τὴν θυγατέρα· ὑφ᾽ οὗ παρακληθεὶς βοηθεῖν ἐλθόντα ἐπὶ τὴν νύμφην Εὐρυτίωνα ἀπέκτεινεν. Εὐρυσθεὺς δὲ οὐδὲ τοῦτον ἐν τοῖς δέκα προσεδέξατο τὸν ἆθλον. ἐπανελθὼν δὲ εἰς Φολόην Ἡρακλῆς καὶ Φόλον τελευτήσαντα θεασάμενος.6] ἕκτον ἐπέταξεν ἆθλον αὐτῷ τὰς Στυμφαλίδας ὄρνιθας ἐκδιῶξαι. πολλῇ συνηρεφὴς ὕλῃ· εἰς ταύτην ὄρνεις συνέφυγον ἄπλετοι. Εὐρυτίων δὲ εἰς Φολόην. τόν τε Φυλέα καὶ τὸν Ἡρακλέα βαδίζειν ἐξ Ἤλιδος ἐκέλευσε. παῖς Ἡλίου. οἱ λοιποὶ δὲ τῶν Κενταύρων φεύγουσιν ἄλλος ἀλλαχῇ. οὕτως ἀπέθανεν. Φυλεὺς μὲν οὖν εἰς Δουλίχιον ἦλθε κἀκεῖ κατῴκει. Ποσειδῶνος. ὡς δὲ ἔνιοι. [Β 5. μαρτυράμενος δὲ Ἡρακλῆς τὸν Αὐγείου παῖδα Φυλέα. εἰ δώσει τὴν δεκάτην αὐτῷ τῶν βοσκημάτων. Νέσσος δὲ ἐπὶ ποταμὸν Εὔηνον. ἦν δὲ ὁ Αὐγείας βασιλεὺς Ἤλιδος. εἰπὼν ὁμολογῆσαι μισθὸν δώσειν αὐτῷ. τῆς τε αὐλῆς τὸν θεμέλιον διεῖλε καὶ τὸν Ἀλφειὸν καὶ τὸν Πηνειὸν σύνεγγυς ῥέοντας παροχετεύσας ἐπήγαγεν. ἦν δὲ ἐν Στυμφάλῳ πόλει τῆς Ἀρκαδίας Στυμφαλὶς λεγομένη λίμνη. τοὺς δὲ λοιποὺς ὑποδεξάμενος Ποσειδῶν εἰς Ἐλευσῖνα ὄρει κατεκάλυψεν. ἀμηχανοῦντος οὖν Ἡρακλέους πῶς ἐκ τῆς ὕλης τὰς ὄρνιθας ἐκβάλῃ. τοῦτον Ἀκουσίλαος μὲν εἶναί φησι τὸν διαπορθμεύσαντα Εὐρώπην Διί. Αὐγείας δὲ ἀπιστῶν ὑπισχνεῖται. ὅτε καταθύσειν . τὴν ἀπὸ τῶν λύκων ἁρπαγὴν δεδοικυῖαι.5] πέμπτον ἐπέταξεν αὐτῷ ἆθλον τῶν Αὐγείου βοσκημάτων ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ μόνον ἐκφορῆσαι τὴν ὄνθον. ἔφασκε μιᾷ ἡμέρᾳ τὴν ὄνθον ἐκφορήσειν.7] ἕβδομον ἐπέταξεν ἆθλον τὸν Κρῆτα ἀγαγεῖν ταῦρον. καὶ τινὲς μὲν παρεγένοντο εἰς ὄρος Μαλέαν. ὡς δέ τινες. καὶ κρίνεσθαι περὶ τούτου ἕτοιμος ἔλεγεν εἶναι. οὐ δηλώσας τὴν Εὐρυσθέως ἐπιταγήν. πολλὰς δὲ εἶχε βοσκημάτων ποίμνας. μαθὼν δὲ Αὐγείας ὅτι κατ᾽ ἐπιταγὴν Εὐρυσθέως τοῦτο ἐπιτετέλεσται. [Β 5. Ἡρακλῆς δὲ εἰς Ὤλενον πρὸς Δεξαμενὸν ἧκε. ταῦτα κρούων ἐπί τινος ὄρους τῇ λίμνῃ παρακειμένου τὰς ὄρνιθας ἐφόβει· αἱ δὲ τὸν δοῦπον οὐχ ὑπομένουσαι μετὰ δέους ἀνίπταντο. εἰς χιόνα πολλὴν παρειμένον εἰσωθήσας ἐμβροχίσας τε ἐκόμισεν εἰς Μυκήνας. Φόρβαντος. ἔκρουν δι᾽ ἄλλης ἐξόδου ποιήσας. καὶ τοῦτον τὸν τρόπον Ἡρακλῆς ἐτόξευσεν αὐτάς. [Β 5. εἰ τοὺς τηλικούτους τὸ μικρὸν διέφθειρε· τὸ δὲ τῆς χειρὸς ὀλισθῆσαν ἦλθεν ἐπὶ τὸν πόδα καὶ παραχρῆμα ἀπέκτεινεν αὐτόν. λέγων ἐπὶ μισθῷ πεπρᾶχθαι. πρὶν τὴν ψῆφον ἐνεχθῆναι. θάψας αὐτὸν ἐπὶ τὴν τοῦ κάπρου θήραν παραγίνεται. τούτῳ προσελθὼν Ἡρακλῆς.γενησόμενον ἀθάνατον. προσέτι δ᾽ ἠρνεῖτο καὶ μισθὸν ὑποσχέσθαι δώσειν. καθεζομένων δὲ τῶν δικαστῶν κληθεὶς ὁ Φυλεὺς ὑπὸ Ἡρακλέους τοῦ πατρὸς κατεμαρτύρησεν. ὀργισθεὶς δὲ Αὐγείας. Φόλος δὲ ἑλκύσας ἐκ νεκροῦ τὸ βέλος ἐθαύμαζεν. τινὲς δὲ τὸν ὑπὸ Ποσειδῶνος ἀναδοθέντα ἐκ θαλάσσης. χάλκεα κρόταλα δίδωσιν αὐτῷ Ἀθηνᾶ παρὰ Ἡφαίστου λαβοῦσα. τὸν μισθὸν οὐκ ἀπεδίδου.
αἳ κατῴκουν περὶ τὸν Θερμώδοντα ποταμόν. λαβὼν καὶ πρὸς Εὐρυσθέα διακομίσας ἔδειξε. τῶν δὲ Βιστόνων σὺν ὅπλοις ἐπιβοηθούντων τὰς μὲν ἵππους παρέδωκεν Ἀβδήρῳ φυλάσσειν· οὗτος δὲ ἦν Ἑρμοῦ παῖς. καί φασι θεασάμενον αὐτὸν τοῦ ταύρου τὸ κάλλος τοῦτον μὲν εἰς τὰ βουκόλια ἀποπέμψαι. καὶ ξενισθεὶς ὑπὸ τοῦ Βεβρύκων βασιλέως συμβαλόντων. καὶ εἴ ποτε μιγεῖσαι γεννήσειαν. τὰ θήλεα ἔτρεφον. καὶ τοὺς Ἀνδρόγεω τοῦ Μίνωος υἱοὺς ἀνελόμενος Ἀλκαῖον καὶ Σθένελον. ἀδελφὸν Ἀμύκου. λαβεῖν αὐτὸν ἐπιθυμούσης τῆς Εὐρυσθέως θυγατρὸς Ἀδμήτης. ἕως ἐπιπρεσβευσάμενοι παρεκάλουν ἀντὶ τῶν ἀναιρεθέντων δύο λαβεῖν. μεθέντος δὲ αὐτὰς Εὐρυσθέως.9] ἔνατον ἆθλον Ἡρακλεῖ ἐπέταξε ζωστῆρα κομίζειν τὸν Ἱππολύτης. τοὺς δὲ ἀριστεροὺς εἴων. πλεύσας οὖν μετὰ τῶν ἑκουσίως συνεπομένων καὶ βιασάμενος τοὺς ἐπὶ ταῖς φάτναις τῶν ἵππων ὑπάρχοντας ἤγαγεν ἐπὶ τὴν θάλασσαν. οὓς ἂν αὐτὸς θελήσειεν. σύμβολον τοῦ πρωτεύειν ἁπασῶν.8] ὄγδοον ἆθλον ἐπέταξεν αὐτῷ τὰς Διομήδους τοῦ Θρακὸς ἵππους εἰς Μυκήνας κομίζειν· ἦν δὲ οὗτος Ἄρεος καὶ Κυρήνης. ἔθνος μέγα τὰ κατὰ πόλεμον· ἤσκουν γὰρ ἀνδρίαν. Ἡρακλέους ἐρώμενος. ἐπὶ τοῦτον τὸν ζωστῆρα Ἡρακλῆς ἐπέμπετο. Λοκρὸς ἐξ Ὀποῦντος.Ποσειδῶνι Μίνως εἶπε τὸ φανὲν ἐκ τῆς θαλάσσης. καὶ κτίσας πόλιν Ἄβδηρα παρὰ τὸν τάφον τοῦ διαφθαρέντος Ἀβδήρου. παραλαβὼν οὖν ἐθελοντὰς συμμάχους ἐν μιᾷ νηὶ ἔπλει. θῦσαι δὲ ἄλλον Ποσειδῶνι· ἐφ᾽ οἷς ὀργισθέντα τὸν θεὸν ἀγριῶσαι τὸν ταῦρον. [Β 5. καὶ τῆς Βεβρύκων πολλὴν ἀποτεμόμενος γῆν ἔδωκε Λύκῳ· ὁ δὲ πᾶσαν ἐκείνην ἐκάλεσεν Ἡράκλειαν. αὕτη δὲ ἐβασίλευεν Ἀμαζόνων. εἰς Μαραθῶνα τῆς Ἀττικῆς ἀφικόμενος τοὺς ἐγχωρίους διελυμαίνετο. βοηθῶν Λύκῳ πολλοὺς ἀπέκτεινε. βασιλεὺς Βιστόνων ἔθνους Θρᾳκίου καὶ μαχιμωτάτου. [Β 5. μεθ᾽ ὧν καὶ τὸν βασιλέα Μύγδονα. καὶ προσίσχει νήσῳ Πάρῳ. ἐπὶ τοῦτον παραγενόμενος εἰς Κρήτην Ἡρακλῆς. ἐπειδὴ συλλαβεῖν ἀξιοῦντι Μίνως εἶπεν αὐτῷ λαμβάνειν διαγωνισαμένῳ. εἶχε δὲ Ἱππολύτη τὸν Ἄρεος ζωστῆρα. τοὺς δὲ λοιποὺς κατακλείσας ἐπολιόρκει. ἵνα μὴ κωλύωνται ἀκοντίζειν. ἀποβάντων δὲ δύο τῶν ἐν <τῇ> νηὶ συνέβη τελευτῆσαι ὑπὸ τῶν Μίνωος υἱῶν· ὑπὲρ ὧν ἀγανακτῶν Ἡρακλῆς τούτους μὲν παραχρῆμα ἀπέκτεινε. καὶ τὸ λοιπὸν εἴασεν ἄνετον· ὁ δὲ πλανηθεὶς εἰς Σπάρτην τε καὶ Ἀρκαδίαν ἅπασαν. ἣν κατῴκουν οἱ Μίνωος υἱοὶ Εὐρυμέδων Χρύσης Νηφαλίων Φιλόλαος. καὶ τοὺς μὲν δεξιοὺς μαστοὺς ἐξέθλιβον. ὃν αἱ ἵπποι διέφθειραν ἐπισπασάμεναι· πρὸς δὲ τοὺς Βίστονας διαγωνισάμενος καὶ Διομήδην ἀποκτείνας τοὺς λοιποὺς ἠνάγκασε φεύγειν. ἧκεν εἰς Μυσίαν πρὸς Λύκον τὸν Δασκύλου. . εἶχε δὲ ἀνθρωποφάγους ἵππους. ἵνα τρέφοιεν. τὰς ἵππους κομίσας Εὐρυσθεῖ ἔδωκε. καὶ διαβὰς τὸν Ἰσθμόν. εἰς τὸ λεγόμενον ὄρος Ὄλυμπον ἐλθοῦσαι πρὸς τῶν θηρίων ἀπώλοντο. ὁ δὲ λύσας τὴν πολιορκίαν.
τὸ τόξον ἐπὶ τὸν θεὸν ἐνέτεινεν· ὁ δὲ τὴν ἀνδρείαν αὐτοῦ θαυμάσας χρύσεον ἔδωκε δέπας. λέγουσα ὅτι τὴν βασιλίδα ἀφαρπάζουσιν οἱ προσελθόντες ξένοι. φύλαξ δὲ Ὄρθος ὁ κύων δικέφαλος ἐξ Ἐχίδνης καὶ Τυφῶνος γεγεννημένος. πολεμήσειν Τροίᾳ ἀπειλήσας ἀνήχθη. ὧν ἦν βουκόλος Εὐρυτίων. ταύτην κατῴκει Γηρυόνης Χρυσάορος καὶ Καλλιρρόης τῆς Ὠκεανοῦ. ἐὰν προθῇ Λαομέδων Ἡσιόνην τὴν θυγατέρα αὐτοῦ τῷ κήτει βοράν. χρησμῶν δὲ λεγόντων ἀπαλλαγὴν ἔσεσθαι τῶν συμφορῶν. ἐσχισμένον δὲ εἰς τρεῖς ἀπὸ λαγόνων τε καὶ μηρῶν. τὴν μὲν Ἱππολύτην κτείνας τὸν ζωστῆρα ἀφαιρεῖται.10] δέκατον ἐπετάγη ἆθλον τὰς Γηρυόνου βόας ἐξ Ἐρυθείας κομίζειν. [Β 5. κομίσας δὲ τὸν ζωστῆρα εἰς Μυκήνας ἔδωκεν Εὐρυσθεῖ. αἰσθόμενος δὲ ὁ κύων ἐπ᾽ αὐτὸν ὥρμα· ὁ δὲ καὶ τοῦτον . ἔνθα ξενίζεται ὑπὸ Πόλτυος. ὑβριστὴν ὄντα τοξεύσας ἀπέκτεινε. εἶχε δὲ φοινικᾶς βόας. καὶ δώσειν τὸν ζωστῆρα ὑποσχομένης. Ἐρύθεια δὲ ἦν Ὠκεανοῦ πλησίον κειμένη νῆσος. καὶ προσίσχει Αἴνῳ. ἄγρια πολλὰ <ζῷα> ἀνελὼν Λιβύης ἐπέβαινε. εἰ τὰς ἵππους παρὰ Λαομέδοντος λήψεται ἃς Ζεὺς ποινὴν τῆς Γανυμήδους ἁρπαγῆς ἔδωκε. τοῖς δὲ τειχίσασι τὸν μισθὸν οὐκ ἀπεδίδου. δώσειν δὲ Λαομέδοντος εἰπόντος. ἐν ᾧ τὸν Ὠκεανὸν διεπέρασε. Ποσειδῶνος μὲν υἱὸν ἀδελφὸν δὲ Πόλτυος. εἰκασθέντες ἀνθρώποις ὑπέσχοντο ἐπὶ μισθῷ τειχιεῖν τὸ Πέργαμον. ὃ τοὺς ἐν τῷ πεδίῳ συνήρπαζεν ἀνθρώπους. ἐκ Θάσου δὲ ὁρμηθεὶς ἐπὶ Τορώνην Πολύγονον καὶ Τηλέγονον. παλαίειν προκαλουμένους κατὰ τὴν πάλην ἀπέκτεινε. συνηγμένον εἰς ἓν κατὰ τὴν γαστέρα. Ἀπόλλων γὰρ καὶ Ποσειδῶν τὴν Λαομέδοντος ὕβριν πειράσαι θέλοντες. αἱ δὲ μεθ᾽ ὅπλων ἐπὶ τὴν ναῦν κατέθεον σὺν ἵπποις. πορευόμενος οὖν ἐπὶ τὰς Γηρυόνου βόας διὰ τῆς Εὐρώπης. ὡς δὲ εἶδεν αὐτὰς καθωπλισμένας Ἡρακλῆς. πρὸς δὲ τὰς λοιπὰς ἀγωνισάμενος ἀποπλεῖ. τριῶν ἔχων ἀνδρῶν συμφυὲς σῶμα. τοὺς Πρωτέως τοῦ Ποσειδῶνος υἱούς. διὰ τοῦτο Ἀπόλλων μὲν λοιμὸν ἔπεμψε. Ποσειδῶν δὲ κῆτος ἀναφερόμενον ὑπὸ πλημμυρίδος. ἀποπλέων δὲ ἐπὶ τῆς ἠιόνος τῆς Αἰνίας Σαρπηδόνα. Ἥρα μιᾷ τῶν Ἀμαζόνων εἰκασθεῖσα τὸ πλῆθος ἐπεφοίτα. κτείνας τὸ κῆτος Ἡσιόνην ἔσωσε. ταύτην ἰδὼν ἐκκειμένην Ἡρακλῆς ὑπέσχετο σώσειν. νομίσας ἐκ δόλου τοῦτο γενέσθαι.καταπλεύσαντος δὲ εἰς τὸν ἐν Θεμισκύρᾳ λιμένα. συνεβεβήκει δὲ τότε κατὰ μῆνιν Ἀπόλλωνος καὶ Ποσειδῶνος ἀτυχεῖν τὴν πόλιν. καὶ παρελθὼν Ταρτησσὸν ἔστησε σημεῖα τῆς πορείας ἐπὶ τῶν ὅρων Εὐρώπης καὶ Λιβύης ἀντιστοίχους δύο στήλας. θερόμενος δὲ ὑπὸ Ἡλίου κατὰ τὴν πορείαν. οὗτος προύθηκε ταῖς πλησίον τῆς θαλάσσης πέτραις προσαρτήσας. ἣ νῦν Γάδειρα καλεῖται. καὶ παραγενόμενος εἰς Θάσον καὶ χειρωσάμενος τοὺς ἐνοικοῦντας Θρᾷκας ἔδωκε τοῖς Ἀνδρόγεω παισὶ κατοικεῖν. καὶ προσίσχει Τροίᾳ. καὶ παραγενόμενος εἰς Ἐρύθειαν ἐν ὄρει Ἄβαντι αὐλίζεται. παραγενομένης εἰς αὐτὸν Ἱππολύτης καὶ τίνος ἥκοι χάριν πυθομένης. μὴ βουλομένου δὲ τὸν μισθὸν ἀποδοῦναι.
μὴ προσδεξάμενος Εὐρυσθεὺς τόν τε τῶν τοῦ Αὐγέου βοσκημάτων καὶ τὸν τῆς ὕδρας. ὃς ἐβασίλευεν Ἐλύμων. ἧκε πρὸς νύμφας Διὸς καὶ Θέμιδος. καὶ τὰς βόας Εὐρυσθεῖ κομίσας δέδωκεν. ἐν ᾗ τὰς βόας ἀφῃροῦντο Ἰαλεβίων τε καὶ Δέρκυνος οἱ Ποσειδῶνος υἱοί. πορευόμενος οὖν ἐπὶ ποταμὸν Ἐχέδωρον ἧκε. καὶ τὴν πλησίον χώραν διελθὼν [τὴν ἀπ᾽ ἐκείνου κληθεῖσαν Ἰταλίαν (Τυρρηνοὶ γὰρ ἰταλὸν τὸν ταῦρον ἐκάλεσαν). κεφαλὰς ἔχων ἑκατόν· ἐχρῆτο δὲ φωναῖς παντοίαις καὶ ποικίλαις. [Β 5. καὶ σπεύδων ἐπὶ ποταμὸν Ἠριδανόν.τῷ ῥοπάλῳ παίει. ὃς τοὺς ξένους ἀναγκάζων παλαίειν ἀνῄρει. οὓς κτείνας διὰ Τυρρηνίας ᾔει.11] τελεσθέντων δὲ τῶν ἄθλων ἐν μηνὶ καὶ ἔτεσιν ὀκτώ. τούτῳ παλαίειν ἀναγκαζόμενος Ἡρακλῆς ἀράμενος ἅμμασι μετέωρον κλάσας ἀπέκτεινε· ψαύοντα γὰρ γῆς ἰσχυρότερον συνέβαινε γίνεσθαι. καὶ τὸν βουκόλον Εὐρυτίωνα τῷ κυνὶ βοηθοῦντα ἀπέκτεινε. οὐχ ὥς τινες εἶπον ἐν Λιβύῃ. καὶ τὸν ταῦρον λαβὼν μετὰ τῶν ἄλλων ἐπὶ τὸν Ἰόνιον ἤλαυνε πόντον. . διὸ καὶ Γῆς τινες ἔφασαν τοῦτον εἶναι παῖδα. συστησάμενος μάχην τοξευθεὶς ἀπέθανεν. βληθεὶς κεραυνὸς μέσος ἀμφοτέρων διαλύει τὴν μάχην. καὶ σχίζονται κατὰ τὰς τῆς Θράκης ὑπωρείας· ὁ δὲ διώξας τὰς μὲν συλλαβὼν ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον ἤγαγεν. πάλαι τὸ ῥεῖθρον πλωτὸν ὂν ἐμπλήσας πέτραις ἄπλωτον ἐποίησε. μόλις δὲ τῶν βοῶν συνελθουσῶν Στρυμόνα μεμψάμενος τὸν ποταμόν. συλλαβὼν δὲ αὐτὸν κοιμώμενον καὶ παντοίας ἐναλλάσσοντα μορφὰς ἔδησε. ὡς δὲ ἦλθεν ἐπὶ τοὺς μυχοὺς τοῦ πόντου. ἀπὸ ῾Ρηγίου δὲ εἷς ἀπορρήγνυσι ταῦρος. καὶ ταχέως εἰς τὴν θάλασσαν ἐμπεσὼν καὶ διανηξάμενος <εἰς> Σικελίαν. παραθέμενος οὖν τὰς βόας Ἡρακλῆς Ἡφαίστῳ ἐπὶ τὴν αὐτοῦ ζήτησιν ἠπείγετο· εὑρὼν δὲ ἐν ταῖς τοῦ Ἔρυκος ἀγέλαις. μετὰ τούτου δὲ Ἑσπερίδες ἐφύλαττον. ὁ δὲ αὐτὰς κατέθυσεν Ἥρᾳ. ὃς τὸν ταῦρον ταῖς ἰδίαις συγκατέμιξεν ἀγέλαις. ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῦ Ἄτλαντος ἐν Ὑπερβορέοις· ἃ Διὶ <Γῆ> γήμαντι Ἥραν ἐδωρήσατο. μαθὼν δὲ Λιβύην διεξῄει. ἐφύλασσε δὲ αὐτὰ δράκων ἀθάνατος. αὗται μηνύουσιν αὐτῷ Νηρέα.] ἦλθεν εἰς πεδίον Ἔρυκος. τρὶς περιγενόμενος κατὰ τὴν πάλην ἀπέκτεινε. Μενοίτης δὲ ἐκεῖ τὰς Ἅιδου βόας βόσκων Γηρυόνῃ τὸ γεγονὸς ἀπήγγειλεν. Ἔρυξ δὲ ἦν Ποσειδῶνος παῖς. Ἄρεος δὲ τοῦτον ἐκδικοῦντος καὶ συνιστάντος μονομαχίαν. Αἴγλη Ἐρύθεια Ἑσπερία Ἀρέθουσα. ταῖς βουσὶν οἶστρον ἐνέβαλεν ἡ Ἥρα. ταύτης ἐβασίλευε παῖς Ποσειδῶνος Ἀνταῖος. ταῦτα δὲ ἦν. ἑνδέκατον ἐπέταξεν ἆθλον παρ᾽ Ἑσπερίδων χρύσεα μῆλα κομίζειν. αἱ δὲ ἀπολειφθεῖσαι τὸ λοιπὸν ἦσαν ἄγριαι. Κύκνος δὲ Ἄρεος καὶ Πυρήνης εἰς μονομαχίαν αὐτὸν προεκαλεῖτο. καὶ οὐκ ἔλυσε πρὶν ἢ μαθεῖν παρ᾽ αὐτοῦ ποῦ τυγχάνοιεν τὰ μῆλα καὶ αἱ Ἑσπερίδες. βαδίζων δὲ δι᾽ Ἰλλυριῶν. λέγοντος οὐ δώσειν ἂν μὴ παλαίσας αὐτοῦ περιγένηται. διελθὼν δὲ Ἀβδηρίαν εἰς Λιγυστίνην ἦλθεν. Τυφῶνος καὶ Ἐχίδνης. Ἡρακλῆς δὲ ἐνθέμενος τὰς βόας εἰς τὸ δέπας καὶ διαπλεύσας εἰς Ταρτησσὸν Ἡλίῳ πάλιν ἀπέδωκε τὸ δέπας. ὁ δὲ καταλαβὼν Ἡρακλέα παρὰ ποταμὸν Ἀνθεμοῦντα τὰς βόας ἀπάγοντα.
καὶ διὰ τῆς Λιβύης πορευθεὶς ἐπὶ τὴν ἔξω θάλασσαν παρ᾽ Ἡλίου τὸ δέπας παραλαμβάνει. μετὰ καταρῶν τοῦτο πράττουσι. καὶ περαιωθεὶς ἐπὶ τὴν ἤπειρον τὴν ἀντικρὺ κατετόξευσεν ἐπὶ τοῦ Καυκάσου τὸν ἐσθίοντα τὸ τοῦ Προμηθέως ἧπαρ ἀετόν. κτείναντα τὸν φρουροῦντα ὄφιν. ὄντα Ἐχίδνης καὶ Τυφῶνος· καὶ τὸν Προμηθέα ἔλυσε. χωρὶς Μελεάγρου καὶ Μεδούσης τῆς Γοργόνος ἔφυγον. ἀλλ᾽ αὐτὸν δρέψασθαι τὰ μῆλα.μετὰ Λιβύην δὲ Αἴγυπτον διεξῄει. καὶ παρέσχε τῷ Διὶ Χείρωνα θνήσκειν ἀθάνατον ἀντ᾽ αὐτοῦ θέλοντα. διὰ τούτου κατῄει. κατὰ δὲ τοῦ νώτου παντοίων εἶχεν ὄφεων κεφαλάς. ἁγνισθεὶς ὑπὸ Εὐμόλπου τότε ἐμυήθη. προσίσχει. ἐπειδήπερ θετὸς Πυλίου παῖς γενόμενος ἐμυεῖτο]. πεισθεὶς διεδέξατο. διαδεξάμενον δὲ Ἄτλαντος τὸν πόλον ἀποστέλλειν ἐκεῖνον. ἔνιοι δέ φασιν οὐ παρὰ Ἄτλαντος αὐτὰ λαβεῖν. ἐπειδὰν θύωσιν Ἡρακλεῖ. Φρασίος δὲ ἐλθὼν ἐκ Κύπρου. δεσμὸν ἑλόμενος τὸν τῆς ἐλαίας. διὸ καὶ νῦν. ταύτης ἐβασίλευε Βούσιρις Ποσειδῶνος παῖς καὶ Λυσιανάσσης τῆς Ἐπάφου. μὴ δυνάμενος δὲ ἰδεῖν τὰ μυστήρια ἐπείπερ οὐκ ἦν ἡγνισμένος τὸν Κενταύρων φόνον. οὗ τῆς Ἅιδου καταβάσεως τὸ στόμιόν ἐστι. καὶ βοηλάτου τινὸς λύσας τὸν ἕτερον τῶν ταύρων ἀπὸ τῆς ἁμάξης εὐωχεῖτο θύσας. εἶχε δὲ οὗτος τρεῖς μὲν κυνῶν κεφαλάς. βουλόμενος μυηθῆναι [ἦν δὲ οὐκ ἐξὸν ξένοις τότε μυεῖσθαι. Λινδίων λιμένι. καὶ παραγενόμενος ἐπὶ Ταίναρον τῆς Λακωνικῆς. ὁ δὲ βοηλάτης βοηθεῖν ἑαυτῷ μὴ δυνάμενος στὰς ἐπί τινος ὄρους κατηρᾶτο. ἐπὶ γῆς καταθεὶς τὰ μῆλα τὸν πόλον διεδέξατο. καὶ μὴ βουλόμενος τὸν πόλον ἔχειν καὶ σπεῖραν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς θέλειν ποιήσασθαι. μάντις τὴν ἐπιστήμην. ὁπηνίκα δὲ εἶδον αὐτὸν αἱ ψυχαί. ὁ δὲ λαβὼν Ἡρακλεῖ ] ἐδωρήσατο· παρ᾽ οὗ λαβοῦσα Ἀθηνᾶ πάλιν αὐτὰ ἀπεκόμισεν· ὅσιον γὰρ οὐκ ἦν αὐτὰ τεθῆναί που. Ἄτλας δὲ δρεψάμενος παρ᾽ Ἑσπερίδων τρία μῆλα ἧκε πρὸς Ἡρακλέα.12] δωδέκατον ἆθλον ἐπετάγη Κέρβερον ἐξ Ἅιδου κομίζειν. τὴν δὲ οὐρὰν δράκοντος. τοῦτο ἀκούσας Ἄτλας. συλληφθεὶς οὖν καὶ Ἡρακλῆς τοῖς βωμοῖς προσεφέρετο τὰ δὲ δεσμὰ διαρρήξας τόν τε Βούσιριν καὶ τὸν ἐκείνου παῖδα Ἀμφιδάμαντα ἀπέκτεινε. καὶ οὕτως ἀνελόμενος αὐτὰ Ἡρακλῆς ἀπηλλάττετο. ἐπὶ δὲ τὴν Γοργόνα τὸ ξίφος ὡς . διεξιὼν δὲ Ἀσίαν Θερμυδραῖς. παριὼν δὲ Ἀραβίαν Ἠμαθίωνα κτείνει παῖδα Τιθωνοῦ. ὡς δὲ ἧκεν εἰς Ὑπερβορέους πρὸς Ἄτλαντα. οὗτος τοὺς ξένους ἔθυεν ἐπὶ βωμῷ Διὸς κατά τι λόγιον· ἐννέα γὰρ ἔτη ἀφορία τὴν Αἴγυπτον κατέλαβε. Βούσιρις δὲ ἐκεῖνον πρῶτον σφάξας τὸν μάντιν τοὺς κατιόντας ξένους ἔσφαζε. μέλλων οὖν ἐπὶ τοῦτον ἀπιέναι ἦλθε πρὸς Εὔμολπον εἰς Ἐλευσῖνα. κομίσας δὲ τὰ μῆλα Εὐρυσθεῖ ἔδωκεν. ἔφη τὴν ἀφορίαν παύσασθαι ἐὰν ξένον ἄνδρα τῷ Διὶ σφάξωσι κατ᾽ ἔτος. εἰπόντος Προμηθέως τῷ Ἡρακλεῖ αὐτὸν ἐπὶ τὰ μῆλα μὴ πορεύεσθαι. [Β 5.
ληφθεὶς μέσος καὶ τὰς πλευρὰς κατεαγεὶς ὑπὸ Περσεφόνης παρῃτήθη.2] μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ κλαπεισῶν ἐξ Εὐβοίας ὑπὸ Αὐτολύκου βοῶν. Ἴφιτος δὲ ἀπιστῶν ἀφικνεῖται πρὸς Ἡρακλέα. παρακαλεῖ συζητῆσαι τὰς βόας. ἀπωσαμένου δὲ Νηλέως αὐτὸν διὰ τὴν πρὸς Εὔρυτον φιλίαν. ὁ δὲ νέμων αὐτὰς Μενοίτης ὁ Κευθωνύμου προκαλεσάμενος εἰς πάλην Ἡρακλέα. καίπερ δακνόμενος ὑπὸ τοῦ κατὰ τὴν οὐρὰν δράκοντος. καθαρθῆναι δὲ θέλων τὸν φόνον ἀφικνεῖται πρὸς Νηλέα· Πυλίων ἦν οὗτος δυνάστης. μαχομένου δὲ αὐτῷ Ἀπόλλωνος. ὁ δὲ Θησέα μὲν λαβόμενος τῆς χειρὸς ἤγειρε. ἕως ἔπεισε. ὁ δὲ εὑρὼν αὐτὸν ἐπὶ ταῖς πύλαις τοῦ Ἀχέροντος. μανεὶς δὲ αὖθις ἀπὸ τῶν Τιρυνθίων ἔρριψεν αὐτὸν τειχῶν. περιβαλὼν τῇ κεφαλῇ τὰς χεῖρας οὐκ ἀνῆκε κρατῶν καὶ ἄγχων τὸ θηρίον. [Β 6. καὶ συντυχὼν ἥκοντι ἐκ Φερῶν αὐτῷ. πλησίον δὲ τῶν Ἅιδου πυλῶν γενόμενος Θησέα εὗρε καὶ Πειρίθουν τὸν Περσεφόνης μνηστευόμενον γάμον καὶ διὰ τοῦτο δεθέντα. ἐπέταξεν ὁ Πλούτων ἄγειν χωρὶς ὧν εἶχεν ὅπλων κρατοῦντα. μὴ χρησμῳδούσης δὲ αὐτῷ τῆς Πυθίας τόν τε ναὸν συλᾶν ἤθελε. αἰτοῦντος δὲ αὐτοῦ Πλούτωνα τὸν Κέρβερον. Ἡρακλῆς δὲ ὑπισχνεῖται· καὶ ξενίζει μὲν αὐτόν. κατασχεθεὶς δὲ δεινῇ νόσῳ διὰ τὸν Ἰφίτου φόνον. Εὔρυτος μὲν ἐνόμιζεν ὑφ᾽ Ἡρακλέους γεγονέναι τοῦτο. ἀφικόμενος οὖν εἰς Οἰχαλίαν καὶ τῇ τοξικῇ κρείττων αὐτῶν γενόμενος οὐκ ἔτυχε τοῦ γάμου. καὶ παρὰ Ἑρμοῦ μανθάνει ὅτι κενὸν εἴδωλόν ἐστι. σεσωκότι τὴν ἀποθανοῦσαν Ἄλκηστιν Ἀδμήτῳ. Εὐρύτου δὲ καὶ τῶν λοιπῶν ἀπαγορευόντων καὶ δεδοικέναι λεγόντων μὴ τεκνοποιησάμενος τὰ γεννηθησόμενα πάλιν ἀποκτείνῃ. Ἰφίτου μὲν τοῦ πρεσβυτέρου τῶν παίδων λέγοντος διδόναι τῷ Ἡρακλεῖ τὴν Ἰόλην. καὶ τὸν τρίποδα βαστάσας κατασκευάζειν μαντεῖον ἴδιον. Ἡρακλῆς δὲ Εὐρυσθεῖ δείξας τὸν Κέρβερον πάλιν ἐκόμισεν εἰς Ἅιδου. μίαν τῶν Ἅιδου βοῶν ἀπέσφαξεν. συλλαβὼν οὖν αὐτὸν ἧκε διὰ Τροιζῆνος ποιησάμενος τὴν ἀνάβασιν. Ἀσκάλαφον μὲν οὖν Δημήτηρ ἐποίησεν ὦτον. ἀπεκύλισε δὲ καὶ τὸν Ἀσκαλάφου πέτρον. εἰς Δελφοὺς παραγενόμενος ἀπαλλαγὴν ἐπυνθάνετο τῆς νόσου. βουλόμενος δὲ αἷμα ταῖς ψυχαῖς παρασχέσθαι. λαμβάνει χρησμὸν Ἡρακλῆς. καὶ τοῦτον διαλυθέντων τὸν τρόπον. τῷ τε θώρακι συμπεφραγμένος καὶ τῇ λεοντῇ συσκεπασθείς. θεασάμενοι δὲ Ἡρακλέα τὰς χεῖρας ὤρεγον ὡς ἀναστησόμενοι διὰ τῆς ἐκείνου βίας.ζῶσαν ἕλκει. εἰς Ἀμύκλας παραγενόμενος ὑπὸ Δηιφόβου τοῦ Ἱππολύτου καθαίρεται. ὃς ἔλεγεν ἀπαλλαγὴν αὐτῷ τῆς νόσου ἔσεσθαι πραθέντι καὶ τρία ἔτη λατρεύσαντι καὶ δόντι ποινὴν τοῦ φόνου τὴν τιμὴν Εὐρύτῳ. Πειρίθουν δὲ ἀναστῆσαι βουλόμενος τῆς γῆς κινουμένης ἀφῆκεν. . αὐτὸς δὲ γῆμαι θέλων ἐπυνθάνετο Εὔρυτον Οἰχαλίας δυνάστην ἆθλον προτεθεικέναι τὸν Ἰόλης τῆς θυγατρὸς γάμον τῷ νικήσαντι τοξικῇ αὐτόν τε καὶ τοὺς παῖδας αὐτῷ ὑπάρχοντας. [Β 6. ὁ Ζεὺς ἵησι μέσον αὐτῶν κεραυνόν.1] μετὰ δὲ τοὺς ἄθλους Ἡρακλῆς ἀφικόμενος εἰς Θήβας Μεγάραν μὲν ἔδωκεν Ἰολάῳ.
4] μετὰ δὲ τὴν λατρείαν ἀπαλλαγεὶς τῆς νόσου ἐπὶ Ἴλιον ἔπλει πεντηκοντόροις ὀκτωκαίδεκα. καὶ ταύτῃ συγχωρεῖ τῶν αἰχμαλώτων ὃν ἤθελεν ἄγεσθαι. Ἡρακλῆς δὲ Ὀμφάλῃ δουλεύων τοὺς μὲν περὶ τὴν Ἔφεσον Κέρκωπας συλλαβὼν ἔδησε. [Β 6. λέγεται τὸν ἐπὶ Κόλχους πλοῦν γενέσθαι καὶ τὴν τοῦ Καλυδωνίου κάπρου θήραν. ἡ δὲ πιπρασκομένου τὴν καλύπτραν ἀφελομένη τῆς κεφαλῆς ἀντέδωκεν· ὅθεν Ποδάρκης Πρίαμος ἐκλήθη. σπασάμενος τὸ ξίφος ἐπ᾽ αὐτὸν ὥρμα. Ἀστυπαλαίας παῖδα καὶ Ποσειδῶνος. αὐτὸς δὲ μετὰ τῶν ἄλλων ἀριστέων ὥρμα ἐπὶ τὴν πόλιν. ὁ δὲ ἐπαινέσας. καὶ μετὰ θεῶν κατεπολέμησε Γίγαντας. τῆς δὲ πολιορκίας ἐνεστώσης ῥήξας τὸ τεῖχος Τελαμὼν πρῶτος εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν. καταπλεύσας δὲ εἰς Ἴλιον τὴν μὲν τῶν νεῶν φυλακὴν Ὀικλεῖ κατέλιπεν. ἀπελασθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν μετὰ Ἡρακλέους ἐπολιορκεῖτο. τὴν μὲν οὖν τιμὴν κομισθεῖσαν Εὔρυτος οὐ προσεδέξατο. καὶ Θησέα παραγενόμενον ἐκ Τροιζῆνος τὸν Ἰσθμὸν καθᾶραι. καθ᾽ ὃν δὲ χρόνον ἐλάτρευε παρ᾽ Ὀμφάλῃ. τοῦ δὲ ἐρομένου τί πράττοι βωμὸν εἶπεν Ἡρακλέους κατασκευάζειν καλλινίκου. κατατοξεύσας Λαομέδοντα καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ χωρὶς Ποδάρκου. ἔφη δεῖν πρῶτον αὐτὸν δοῦλον γενέσθαι.[Β 6. Συλέα δὲ ἐν Αὐλίδι τοὺς παριόντας ξένους σκάπτειν ἀναγκάζοντα. σὺν ταῖς ῥίζαις τὰς ἀμπέλους καύσας μετὰ τῆς θυγατρὸς Ξενοδόκης ἀπέκτεινε. πορθήσας δὲ Κῶ ἧκε δι᾽ Ἀθηνᾶς εἰς Φλέγραν. ᾗ τὴν ἡγεμονίαν τελευτῶν ὁ γήμας Τμῶλος κατέλιπε. προσέπλει δὲ Ἡρακλῆς τῇ Κῷ· καὶ νομίσαντες αὐτὸν οἱ Κῷοι λῃστρικὸν ἄγειν στόλον.1] πλέοντος δὲ ἀπὸ Τροίας Ἡρακλέους Ἥρα χαλεποὺς ἔπεμψε χειμῶνας· ἐφ᾽ οἷς ἀγανακτήσας Ζεὺς ἐκρέμασεν αὐτὴν ἐξ Ὀλύμπου. καὶ τότε τί ποτε δοῦσαν ἀντ᾽ αὐτοῦ λαβεῖν αὐτόν. . ὁ δὲ βιασάμενος αὐτὴν νυκτὸς εἷλε. ἀντὶ τούτου Δαίδαλος ἐν Πίσῃ εἰκόνα παραπλησίαν κατεσκεύασεν Ἡρακλεῖ· ἣν νυκτὸς ἀγνοήσας Ἡρακλῆς λίθῳ βαλὼν ὡς ἔμπνουν ἔπληξε. καὶ τὸν βασιλέα Εὐρύπυλον. ὡς δὲ ἐθεάσατο Τελαμῶνα πρῶτον εἰσεληλυθότα. ἔκτεινεν. τὸ Ἰκάρου σῶμα ἰδὼν τοῖς αἰγιαλοῖς προσφερόμενον ἔθαψε. τῆς δὲ αἱρουμένης τὸν ἀδελφὸν Ποδάρκην. μηδένα θέλων ἑαυτοῦ κρείττονα νομίζεσθαι. καὶ τὴν νῆσον ἀντὶ Δολίχης Ἰκαρίαν ἐκάλεσεν.3] τοῦ δὲ χρησμοῦ δοθέντος Ἑρμῆς Ἡρακλέα πιπράσκει· καὶ αὐτὸν ὠνεῖται Ὀμφάλη Ἰαρδάνου. [Β 7. ἐτρώθη δὲ κατὰ τὴν μάχην Ἡρακλῆς ὑπὸ Χαλκώδοντος. βασιλεύουσα Λυδῶν. ὡς εἷλε τὴν πόλιν. καὶ μετὰ τοῦτον Ἡρακλῆς. καὶ προσσχὼν νήσῳ Δολίχῃ. βάλλοντες λίθοις προσπλεῖν ἐκώλυον. καὶ Διὸς ἐξαρπάσαντος αὐτὸν οὐδὲν ἔπαθε. παραγενόμενος δὲ ἐπὶ τὰς ναῦς σὺν τῷ πλήθει Λαομέδων Ὀικλέα μὲν ἀπέκτεινε μαχόμενον. Τελαμῶνι ἀριστεῖον Ἡσιόνην τὴν Λαομέδοντος θυγατέρα δίδωσι. συναθροίσας στρατὸν ἀνδρῶν ἀρίστων ἑκουσίως θελόντων στρατεύεσθαι. συνιδὼν δὲ τοῦτο Τελαμὼν λίθους πλησίον κειμένους συνήθροιζε.
ὃς μεταβάλλων τὰς μορφὰς ἐμάχετο. τρὶς ἀνασχούσης <ἐκ> τῶν τειχῶν τὸν βόστρυχον καὶ μὴ προϊδούσης τροπὴν τῶν πολεμίων ἔσεσθαι. μετελθεῖν τοὺς Ἱπποκόωντος παῖδας θέλων· ὠργίζετο μὲν γὰρ αὐτοῖς καὶ διότι Νηλεῖ συνεμάχησαν. καὶ τούτῳ τὴν βασιλείαν ἔδωκεν. θεωμένου γὰρ αὐτοῦ τὰ Ἱπποκόωντος βασίλεια. Πέλοπός τε βωμὸν ἱδρύσατο. Ἀλεὸς εἰσελθὼν εἰς τὸ τέμενος καὶ ἐρευνήσας τὰς τῆς θυγατρὸς ὠδῖνας . ἐλέγοντο δὲ Ποσειδῶνος· Ἄκτωρ δὲ ἀδελφὸς ἦν Αὐγείου. καὶ στρατευσάμενος ἐπὶ τὴν Ἦλιν εἷλε τὴν πόλιν. Ἡρακλῆς δὲ κτείνας τὸν Ἱπποκόωντα καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ <καὶ> χειρωσάμενος τὴν πόλιν. ἐκτροχάσαντες δὲ οἱ Ἱπποκοωντίδαι καὶ τύπτοντες αὐτὸν τοῖς σκυτάλοις ἀπέκτειναν. Ἡρακλῆς δὲ παρ᾽ Ἀθηνᾶς λαβὼν ἐν ὑδρίᾳ χαλκῇ βόστρυχον Γοργόνος Στερόπῃ τῇ Κηφέως θυγατρὶ δίδωσιν.4] παριὼν δὲ Τεγέαν Ἡρακλῆς τὴν Αὔγην Ἀλεοῦ θυγατέρα οὖσαν ἀγνοῶν ἔφθειρεν. συνέβη δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν στρατείαν νοσῆσαι· διὰ τοῦτο καὶ σπονδὰς πρὸς τοὺς Μολιονίδας ἐποιήσατο. τότε μὲν οὖν ἀνεχώρησεν Ἡρακλῆς· αὖθις δὲ τῆς τρίτης ἰσθμιάδος τελουμένης. παῖδες δὲ ἦσαν Μολιόνης καὶ Ἄκτορος. τὸν δὲ τούτου θάνατον ἐκδικῶν στρατιὰν ἐπὶ Λακεδαιμονίους συνήθροιζε. ἐπιτίθενται τῷ στρατεύματι καὶ κτείνουσι πολλούς. [Β 7. ἡ δὲ τεκοῦσα κρύφα τὸ βρέφος κατέθετο ἐν τῷ τεμένει τῆς Ἀθηνᾶς. καὶ κτείνας μετὰ τῶν παίδων Αὐγείαν κατήγαγε Φυλέα.2] μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ ἐπ᾽ Αὐγείαν ἐστρατεύετο. ἐὰν ἐπίῃ στρατός. ἑλὼν δὲ τὴν Πύλον ἐστράτευεν ἐπὶ Λακεδαίμονα. [Β 7. τὴν στρατείαν ἠρνεῖτο. κατὰ δὲ τὴν μάχην καὶ Ἅιδην ἔτρωσε Πυλίοις βοηθοῦντα. Ἠλείων τοὺς Μολιονίδας πεμψάντων συνθύτας. συναθροίσας Ἀρκαδικὸν στρατὸν καὶ παραλαβὼν ἐθελοντὰς τῶν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀριστέων. οἱ δὲ ὕστερον ἐπιγνόντες αὐτὸν νοσοῦντα. τούτου γενομένου Κηφεὺς μετὰ τῶν παίδων ἐστράτευε. ἔθηκε δὲ καὶ τὸν Ὀλυμπιακὸν ἀγῶνα. δεδιὼς δὲ Κηφεὺς μὴ καταλιπόντος αὐτοῦ Τεγέαν Ἀργεῖοι ἐπιστρατεύσωνται. καὶ κατὰ τὴν μάχην αὐτός τε καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ τελευτῶσι. Τυνδάρεων καταγαγὼν τὴν βασιλείαν παρέδωκε τούτῳ.3] μετὰ δὲ τὴν τῆς Ἤλιδος ἅλωσιν ἐστράτευσεν ἐπὶ Πύλον. ἐκδραμὼν κύων τῶν Μολοττικῶν ἐπ᾽ αὐτὸν ἐφέρετο· ὁ δὲ βαλὼν λίθον ἐπέτυχε τοῦ κυνός. οἳ δυνάμει τοὺς τότε ἀνθρώπους ὑπερέβαλλον. λοιμῷ δὲ τῆς χώρας φθειρομένης. καὶ τὴν πόλιν ἑλὼν Περικλύμενον κτείνει τὸν ἀλκιμώτατον τῶν Νηλέως παίδων. καὶ παραγενόμενος εἰς Ἀρκαδίαν ἠξίου Κηφέα μετὰ τῶν παίδων ὧν εἶχεν εἴκοσι συμμαχεῖν. τὸν δὲ Νηλέα καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ χωρὶς Νέστορος ἀπέκτεινεν· οὗτος δὲ νέος ὢν παρὰ Γερηνίοις ἐτρέφετο. καὶ θεῶν δώδεκα βωμοὺς ἓξ ἐδείματο. μᾶλλον δὲ ὠργίσθη ὅτι τὸν Λικυμνίου παῖδα ἀπέκτειναν. ἐν Κλεωναῖς ἐνεδρεύσας τούτους Ἡρακλῆς ἀπέκτεινε. Αὐγείας δὲ τὸν ἀφ᾽ Ἡρακλέους πόλεμον ἀκούων κατέστησεν Ἠλείων στρατηγοὺς Εὔρυτον καὶ Κτέατον συμφυεῖς. εἰπών.[Β 7. καὶ πρὸς τούτοις Ἰφικλῆς ὁ τοῦ Ἡρακλέους ἀδελφός.
[Β 7. αὐτὸς μὲν οὖν Ἡρακλῆς τὸν ποταμὸν διέβη. ἧς ἐβασίλευε Φύλας. εἰ θέλοι φίλτρον πρὸς Ἡρακλέα ἔχειν.7] διεξιὼν δὲ Ἡρακλῆς τὴν Δρυόπων χώραν. καὶ διαπαλαίσας ὑπὲρ τῶν γάμων αὐτῆς πρὸς Ἀχελῷον εἰκασμένον ταύρῳ περιέκλασε τὸ ἕτερον τῶν κεράτων. ἀπαντήσαντος Θειοδάμαντος βοηλατοῦντος τὸν ἕτερον τῶν ταύρων λύσας καὶ σφάξας εὐωχήσατο. τοῦτο δέ. καὶ τοῦτο κατὰ θεῶν τινα πρόνοιαν ἐσώθη· θηλὴν μὲν γὰρ ἀρτιτόκος ἔλαφος ὑπέσχεν αὐτῷ. ἀλλ᾽ ὁ μὲν πατὴρ τοῦ παιδός. Δηιάνειραν δὲ μισθὸν αἰτηθεὶς ἐπέτρεψε Νέσσῳ διακομίζειν. ἄγων δὲ Δηιάνειραν ἐπὶ ποταμὸν Εὔηνον ἧκεν. βοηθήσας δὲ Ἡρακλῆς ἀπέκτεινε Κόρωνον μετὰ καὶ ἄλλων. [Β 7. τῆς δὲ ἀνακραγούσης αἰσθόμενος Ἡρακλῆς ἐξελθόντα Νέσσον ἐτόξευσεν εἰς τὴν καρδίαν. ὡς δὲ ἦλθεν εἰς Τραχῖνα πρὸς Κήυκα. καὶ διέγνω πρὸς Κήυκα εἰς Τραχῖνα ἀπιέναι. Ἡρακλῆς δὲ κατὰ τὸν νόμον τὴν φυγὴν ὑπομένειν ἤθελε. ὁ δὲ πολιορκούμενος ἐπεκαλέσατο τὸν Ἡρακλέα βοηθὸν ἐπὶ μέρει τῆς γῆς. δύναμιν εἶχε τοιαύτην ὥστε βρωτὸν ἢ ποτόν. τὸ δὲ κέρας Ἀχελῷος λαμβάνει.5] παραγενόμενος δὲ Ἡρακλῆς εἰς Καλυδῶνα τὴν Οἰνέως θυγατέρα Δηιάνειραν ἐμνηστεύετο. αὖθις δὲ ἐκεῖθεν ὁρμηθεὶς Αἰγιμίῳ βασιλεῖ Δωριέων συνεμάχησε· Λαπίθαι γὰρ περὶ γῆς ὅρων ἐπολέμουν αὐτῷ Κορώνου στρατηγοῦντος. γενομένων δὲ τούτων εὐωχούμενος παρ᾽ Οἰνεῖ κονδύλῳ πλήξας ἀπέκτεινεν Ἀρχιτέλους παῖδα Εὔνομον κατὰ χειρῶν διδόντα· συγγενὴς δὲ Οἰνέως οὗτος. τὸ μὲν οὖν βρέφος εἰς τὸ Παρθένιον ὄρος ἐξέθετο. κἀκεῖνος γυναῖκα ἐποιήσατο. τόν τε γόνον ὃν ἀφῆκε κατὰ τῆς γῆς καὶ τὸ ῥυὲν ἐκ τοῦ τραύματος τῆς ἀκίδος αἷμα συμμῖξαι. ὁ δὲ διαπορθμεύων αὐτὴν ἐπεχείρει βιάζεσθαι. ἣ κέρας εἶχε ταύρου. συνεγνωμόνει. ὁ δὲ Τεύθραντι τῷ Τευθρανίας ἔδωκεν αὐτὴν δυνάστῃ. ποιμένες δὲ ἀνελόμενοι τὸ βρέφος Τήλεφον ἐκάλεσαν αὐτό. ὡς Φερεκύδης λέγει. ἐν ᾧ καθεζόμενος Νέσσος ὁ Κένταυρος τοὺς παριόντας διεπόρθμευε μισθοῦ. καὶ τὴν μὲν Δηιάνειραν γαμεῖ. [Β 7.6] στρατεύει δὲ Ἡρακλῆς μετὰ Καλυδωνίων ἐπὶ Θεσπρωτούς. διατελῶν δὲ παρ᾽ αὐτοῖς. λέγων παρὰ θεῶν τὴν πορθμείαν εἰληφέναι διὰ δικαιοσύνην. Ἀμάλθεια δὲ ἦν Αἱμονίου θυγάτηρ. πέμψας πρὸς Θέσπιον ἑπτὰ μὲν κατέχειν ἔλεγε παῖδας. καὶ πόλιν ἑλὼν Ἔφυραν. δοὺς ἀντὶ τούτου τὸ τῆς Ἀμαλθείας. ἀκουσίως γεγενημένου τοῦ συμβεβηκότος. ὁ δὲ μέλλων τελευτᾶν προσκαλεσάμενος Δηιάνειραν εἶπεν. τρεῖς δὲ εἰς Θήβας ἀποστέλλειν.εὗρε. παρέχειν ἄφθονον. ἀπορῶν τροφῆς. ὅπερ <ἂν> εὔξαιτό τις. τοὺς δὲ λοιποὺς τεσσαράκοντα πέμπειν εἰς Σαρδὼ τὴν νῆσον ἐπ᾽ ἀποικίαν. Αὔγην δὲ ἔδωκε Ναυπλίῳ τῷ Ποσειδῶνος ὑπερόριον ἀπεμπολῆσαι. καὶ τὴν γῆν ἅπασαν παρέδωκεν . ἡ δὲ ποιήσασα τοῦτο ἐφύλαττε παρ᾽ ἑαυτῇ. ὑποδεχθεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ Δρύοπας κατεπολέμησεν. Ἀστυόχῃ τῇ τούτου θυγατρὶ συνελθὼν πατὴρ Τληπολέμου γίνεται.
Ἐπιλάϊδος Ἀστυάναξ. νομίσασα ταῖς ἀληθείαις φίλτρον εἶναι τὸ ῥυὲν αἷμα Νέσσου. Εὐβοίας Ὄλυμπος. Κρέων. Πατροῦς Ἀρχέμαχος.. ἐν Ἀπόλλωνος τεμένει δαινύμενον. Καπύλος Ἵππωτος. Λύσης Εὐμήδης. μέλλων δὲ ἱερουργεῖν εἰς Τραχῖνα <Λίχαν> τὸν κήρυκα ἔπεμψε λαμπρὰν ἐσθῆτα οἴσοντα. ὡς δὲ θερμανθέντος τοῦ χιτῶνος ὁ τῆς ὕδρας ἰὸς τὸν χρῶτα ἔσηπε. τοιαύτῃ συμφορᾷ κατασχεθεὶς εἰς Τραχῖνα ἐπὶ νεὼς κομίζεται. ἐξ ἧς αὐτῷ παῖδες Ἀλεξιάρης καὶ Ἀνίκητος ἐγένοντο.. ἐνδὺς δὲ Ἡρακλῆς ἔθυεν. Ἐξόλης Ἐρύθρας. ὃς ἐκ Δηιανείρας ἦν αὐτῷ παῖς πρεσβύτερος. ὑβριστὴν ὄντα καὶ Λαπιθῶν σύμμαχον. Εὐρύπυλος Εὐβώτης. . μηδενὸς δὲ τοῦτο πράττειν ἐθέλοντος. Δυνάστης Ἐρατοῦς. Ἵππασόν τε τὸν Κήυκος καὶ Ἀργεῖον καὶ Μέλανα τοὺς Λικυμνίου παῖδας. . Ποίας παριὼν κατὰ ζήτησιν ποιμνίων ὑφῆψε.. ἀπέκτεινε δὲ καὶ Λαογόραν μετὰ τῶν τέκνων. Ὀρείης Λαομένης. τὸν δὲ χιτῶνα ἀπέσπα προσπεφυκότα τῷ σώματι· συναπεσπῶντο δὲ καὶ αἱ σάρκες αὐτοῦ. βασιλέα Δρυόπων. κτείνας μετὰ τῶν παίδων Εὔρυτον αἱρεῖ τὴν πόλιν. ἐκεῖ πυρὰν ποιήσας ἐκέλευσεν ἐπιβὰς ὑφάπτειν. καὶ δείσασα μὴ ἐκείνην μᾶλλον ἀγαπήσῃ. τὸν μὲν Λίχαν τῶν ποδῶν ἀράμενος κατηκόντισεν ἀπὸ τῆς ∼ Βοιωτίας. Λαοθόης Ἄντιφος. ἦγεν Ἰόλην αἰχμάλωτον. Αἰσχρηίδος Λευκώνης. Μηλίνης Λαομέδων. συμμαχούντων δὲ αὐτῷ Ἀρκάδων καὶ Μηλιέων τῶν ἐκ Τραχῖνος καὶ Λοκρῶν τῶν Ἐπικνημιδίων. Νίκης Νικόδρομος. Ἐντελίδης Μενιππίδος. Ἀνθίππης Ἱπποδρόμος. Εὔρυτον τιμωρήσασθαι θέλων. Ἀγλαΐης Ἀντιάδης. ἀφικόμενος δὲ εἰς Τραχῖνα στρατιὰν ἐπ᾽ Οἰχαλίαν συνήθροισεν. Κέρθης Ἰόβης. Ἀσωπίδος Μέντωρ. Πρόκριδος μὲν Ἀντιλέων καὶ Ἱππεύς (ἡ πρεσβυτάτη γὰρ διδύμους ἐγέννησε). καὶ προσορμισθεὶς Κηναίῳ τῆς Εὐβοίας ἀκρωτηρίῳ Διὸς Κηναίου βωμὸν ἱδρύσατο. καὶ λαφυραγωγήσας τὴν πόλιν. Τέλης Λυσιδίκης. Κελευστάνωρ Ἴφιδος.. Τελευταγόρας Εὐρυ . παρὰ δὲ τούτου τὰ περὶ τὴν Ἰόλην Δηιάνειρα πυθομένη. Ἀστυβίης Καλαμήτιδος.. παριόντα δὲ Ἴτωνον εἰς μονομαχίαν προεκαλέσατο αὐτὸν Κύκνος Ἄρεος καὶ Πελοπίας· συστὰς δὲ καὶ τοῦτον ἀπέκτεινεν. . Ἠώνης . Κλυτίππης Εὐρύκαπυς. Ξανθίδος Ὁμόλιππος. Στρατονίκης Ἄτρομος. Ἀργέλης Κλεόλαος. Ἡρακλῆς δὲ ἐντειλάμενος Ὕλλῳ. Δηιάνειρα δὲ αἰσθομένη τὸ γεγονὸς ἑαυτὴν ἀνήρτησεν. καιομένης δὲ τῆς πυρᾶς λέγεται νέφος ὑποστὰν μετὰ βροντῆς αὐτὸν εἰς οὐρανὸν ἀναπέμψαι. Εὐρυπύλης Ἀρχέδικος. Φυληίδος Τίγασις. ὡς δὲ εἰς Ὀρμένιον ἧκεν.. Ἀμύντωρ αὐτὸν ὁ βασιλεὺς μεθ᾽ ὅπλων οὐκ εἴα διέρχεσθαι· κωλυόμενος δὲ παριέναι καὶ τοῦτον ἀπέκτεινεν. Ἰόλην ἀνδρωθέντα γῆμαι. Ἀνθείας . Εὐρυβίας Πολύλαος. τούτῳ καὶ τὰ τόξα ἐδωρήσατο Ἡρακλῆς. παραγενόμενος εἰς Οἴτην ὄρος (ἔστι δὲ τοῦτο Τραχινίων).8] ἦσαν δὲ παῖδες αὐτῷ ἐκ μὲν τῶν Θεσπίου θυγατέρων. Ὀνήσιππος Χρυσηίδος.ἐλευθέραν αὐτῷ. Ἀντιόπης Ἀλόπιος. [Β 7. καὶ θάψας τῶν σὺν αὐτῷ στρατευσαμένων τοὺς ἀποθανόντας. τούτῳ τὸν χιτῶνα ἔχρισεν. ἐκεῖθεν δὲ τυχὼν ἀθανασίας καὶ διαλλαγεὶς Ἥρᾳ τὴν ἐκείνης θυγατέρα Ἥβην ἔγημεν. Πανόπης δὲ Θρεψίππας.
Τραχῖνα καταλιπόντες διὰ τῆς Ἑλλάδος ἔφυγον. οὗτοι μὲν ἐκ τῶν Θεσπίου θυγατέρων. τοσοῦτον περιμείνας χρόνον σὺν τῷ στρατῷ κατῄει τοῦ Ἡρακλέους ἐπὶ Πελοπόννησον. Πάτροκλος Πυρίππης. ἐνιαυτοῦ δὲ αὐτοῖς ἐν τῇ καθόδῳ διαγενομένου φθορὰ πᾶσαν Πελοπόννησον κατέσχε. Ἀστυόχης τῆς Φύλαντος Τληπόλεμος. Λυκοῦργος Τοξικράτης.Ἀμήστριος. διὸ παραγενόμενος εἰς Δελφοὺς ἐπυνθάνετο πῶς ἂν κατέλθοιεν. ὅθεν ἀπολιπόντες Πελοπόννησον ἀνεχώρησαν εἰς Μαραθῶνα κἀκεῖ κατῴκουν. καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτεμὼν Ἀλκμήνῃ δίδωσιν· ἡ δὲ κερκίσι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐξώρυξεν αὐτοῦ. καὶ . ἐκ Μεγάρας δὲ τῆς Κρέοντος Θηρίμαχος Δηικόων Κρεοντιάδης. Ἐπικάστης τῆς Αὐγέου Θεστάλος. Λυσίππης Ἐράσιππος. Χαλκιόπης <δὲ> τῆς Εὐρυπύλου Θετταλός. τὴν δὲ κάθοδον ἐζήτει τοῖς Ἡρακλείδαις κατεργάσασθαι. Ὕλλος δὲ τὴν μὲν Ἰόλην κατὰ τὰς τοῦ πατρὸς ἐντολὰς ἔγημε. καὶ τοὺς μὲν παῖδας αὐτοῦ Ἀλέξανδρον Ἰφιμέδοντα Εὐρύβιον Μέντορα Περιμήδην ἀπέκτειναν· αὐτὸν δὲ Εὐρυσθέα φεύγοντα ἐφ᾽ ἅρματος καὶ πέτρας ἤδη παριππεύοντα Σκειρωνίδας κτείνει διώξας Ὕλλος. Δηιανείρας <μὲν> τῆς Οἰνέως Ὕλλος Κτήσιππος Γληνὸς Ὀνείτης. Παρθενόπης τῆς Στυμφάλου Εὐήρης.1] μεταστάντος δὲ Ἡρακλέους εἰς θεοὺς οἱ παῖδες αὐτοῦ φυγόντες Εὐρυσθέα πρὸς Κήυκα παρεγένοντο. [Β 8. Ἡσυχείης Οἰστρόβλης. Ἱπποκράτης Ἱππόζυγος. καὶ ταύτην γενέσθαι χρησμὸς διὰ τοὺς Ἡρακλείδας ἐδήλου· πρὸ γὰρ τοῦ δέοντος αὐτοὺς κατελθεῖν. Τήμενος ᾐτιᾶτο λέγων τούτῳ πεισθέντας ἀτυχῆσαι. ἐκ δὲ τῶν ἄλλων. Αὔγης τῆς Ἀλεοῦ Τήλεφος. ἐξ Ὀμφάλης δὲ Ἀγέλαος. Αὐτονόης τῆς Πειρέως Παλαίμων. [Β 8. Λεύκιππος Εὐρυτέλης. Ἀθηναῖοι δὲ οὐκ ἐκδιδόντες αὐτοὺς πρὸς τὸν Εὐρυσθέα πόλεμον ὑπέστησαν. Ἁλοκράτης Ὀλυμπούσης. Τισαμενοῦ τοῦ Ὀρέστου βασιλεύοντος Πελοποννησίων. Βουκόλος Μάρσης. Τερψικράτης Εὐρυόπης. Ἐλαχείας Βουλεύς. καὶ καθεσθέντες ἐπὶ τὸν ἐλέου βωμὸν ἠξίουν βοηθεῖσθαι. νομίσας δὲ Ὕλλος τρίτον καρπὸν λέγεσθαι τὴν τριετίαν. Νῆφος Πραξιθέας. κἀκεῖ κατῴκει. τοῦ θεοῦ δὲ εἰπόντος ὅ τι καὶ τὸ πρότερον. Τληπόλεμος οὖν κτείνας οὐχ ἑκὼν Λικύμνιον (τῇ βακτηρίᾳ γὰρ αὐτοῦ θεράποντα πλήσσοντος ὑπέδραμε) πρὶν ἐξελθεῖν αὐτοὺς ἐκ Πελοποννήσου. διωκόμενοι δὲ ἦλθον εἰς Ἀθήνας. καὶ γενομένης πάλιν μάχης νικῶσι Πελοποννήσιοι καὶ Ἀριστόμαχος θνήσκει. ἐχρῶντο περὶ καθόδου. φεύγων μετ᾽ οὐκ ὀλίγων ἧκεν εἰς ῾Ρόδον.2] ἀπολομένου δὲ Εὐρυσθέως ἐπὶ Πελοπόννησον ἦλθον οἱ Ἡρακλεῖδαι. καὶ πάσας εἷλον τὰς πόλεις. λέγειν γὰρ οὐ γῆς ἀλλὰ γενεᾶς καρπὸν τρίτον. Τιφύσης Λυγκαῖος. ὁ δὲ θεὸς ἔφησε περιμείναντας τὸν τρίτον καρπὸν κατέρχεσθαι. Ἑλικωνίδος Φαλίας. ὅθεν καὶ τὸ Κροίσου γένος. Ἀστυδαμείας τῆς Ἀμύντορος Κτήσιππος. Ἀντίμαχος Νικίππης. ὡς δὲ ἐκείνους ἐκδιδόναι λέγοντος Εὐρυσθέως καὶ πόλεμον ἀπειλοῦντος ἐδεδοίκεσαν. ἐπεὶ δὲ ἠνδρώθησαν οἱ [Κλεοδαίου] παῖδες. ὁ δὲ θεὸς ἀνεῖλε τῶν ἀτυχημάτων αὐτοὺς αἰτίους εἶναι· τοὺς γὰρ χρησμοὺς οὐ συμβάλλειν.
ἐφ᾽ ἵππου καθημένῳ μονοφθάλμου (τὸν γὰρ ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν ἐκκέκοπτο τόξῳ). ἐκεῖ δ᾽ ὄντος τοῦ στρατεύματος Ἀριστόδημος κεραυνωθεὶς ἀπέθανε. καὶ διελύθη τὸ στράτευμα. καὶ τοῦ θεοῦ διὰ τοῦ μάντεως γενέσθαι ταῦτα λέγοντος. συμβαλόντες οὖν τὸν χρησμόν. καὶ κελεύοντος φυγαδεῦσαι δέκα ἔτη τὸν ἀνελόντα καὶ χρήσασθαι ἡγεμόνι τῷ τριοφθάλμῳ. ταύτης δὲ διαλυθείσης ἔδει τοὺς δύο κλήρους ἀναφανῆναι. ἑλκυσθείσης δὲ πρώτης μὲν τῆς Τημένου. καὶ ἐπὶ τούτων ἔθυσαν. ὃν ἐνόμισαν μάγον εἶναι ἐπὶ λύμῃ τοῦ στρατοῦ πρὸς Πελοποννησίων ἀπεσταλμένον. τοῦτον ἡγεμόνα ποιοῦνται. Κρεσφόντης δὲ βουλόμενος Μεσσήνην λαχεῖν γῆς ἐνέβαλε βῶλον. Μεσσήνην ἔλαβε Κρεσφόντης. τρεῖς ἱδρύσαντο βωμοὺς πατρῴου Διός. καὶ Τισαμενὸν κτείνουσι τὸν Ὀρέστου. πρώτη μὲν οὖν λῆξις Ἄργος. τῇ θυγατρὶ προσανεῖχεν Ὑρνηθοῖ καὶ τῷ ταύτης ἀνδρὶ Δηιφόντῃ. [Β 8. ἐπὶ φόνῳ γὰρ οὗτος φυγὼν εἰς Ἦλιν. οὕτως δὲ γενομένου τούτου τὸ μὲν ναυτικὸν διαφθαρεισῶν τῶν νεῶν ἀπώλετο. ἐκεῖθεν εἰς Αἰτωλίαν ἐνιαυτοῦ διελθόντος ἐπανήρχετο.5] ἐπὶ δὲ τοῖς βωμοῖς οἷς ἔθυσαν εὗρον σημεῖα κείμενα οἱ μὲν λαχόντες Ἄργος φρῦνον. τοὺς δὲ δράκοντα καταλαβόντας δεινοὺς ἐπιόντας ἔλεγον ἔσεσθαι. Πάμφυλος καὶ Δύμας. τρίτη δὲ Μεσσήνη. Τήμενος μὲν οὖν παραπεμπόμενος τοὺς παῖδας Ἀγέλαον καὶ Εὐρύπυλον καὶ Καλλίαν. καὶ συμβαλόντες τοῖς πολεμίοις καὶ τῷ πεζῷ καὶ τῷ ναυτικῷ προτεροῦσι στρατῷ. τὸν δὲ τριόφθαλμον ἐζήτουν. [Β 8. καὶ ἐκληροῦντο τὰς πόλεις. τὸ δὲ πεζὸν ἠτύχησε λιμῷ. θνήσκουσι δὲ συμμαχοῦντες αὐτοῖς οἱ Αἰγιμίου παῖδες. τὸν μὲν Ἱππότην ἐφυγάδευσαν. δευτέρα <δὲ> Λακεδαίμων. τοῖς μὲν τὸν φρῦνον καταλαβοῦσιν ἐπὶ τῆς πόλεως μένειν ἄμεινον (μὴ γὰρ ἔχειν ἀλκὴν πορευόμενον τὸ θηρίον). [Β 8. τοὺς δὲ τὴν ἀλώπεκα δολίους. ταῦτα Τήμενος ἀκούσας ἡτοίμαζε τὸν στρατόν.3] συνέβη δὲ καὶ τὸν στρατὸν ἐν Ναυπάκτῳ συμφορᾷ περιπεσεῖν. ἔδοξε ψῆφον βαλεῖν ἕκαστον. δεξιὰν κατὰ τὸν Ἰσθμὸν ἔχοντι τὴν θάλασσαν.στενυγρὰν τὴν εὐρυγάστορα. ἐφάνη γὰρ αὐτοῖς μάντις χρησμοὺς λέγων καὶ ἐνθεάζων. δευτέρας δὲ τῆς τῶν Ἀριστοδήμου παίδων. χρωμένου δὲ περὶ τῆς συμφορᾶς Τημένου. οἱ δὲ Μεσσήνην ἀλώπεκα. ὅθεν οἱ παῖδες πείθουσί τινας ἐπὶ μισθῷ . κομισάντων δὲ ὑδρίαν ὕδατος. παῖδας καταλιπὼν ἐξ Ἀργείας τῆς Αὐτεσίωνος διδύμους. καὶ ναῦς ἐπήξατο τῆς Λοκρίδος ἔνθα νῦν ἀπ᾽ ἐκείνου ὁ τόπος Ναύπακτος λέγεται. Εὐρυσθένη καὶ Προκλέα. οἱ δὲ Λακεδαίμονα δράκοντα. τοῦτον βαλὼν ἀκοντίῳ Ἱππότης ὁ Φύλαντος τοῦ Ἀντιόχου τοῦ Ἡρακλέους τυχὼν ἀπέκτεινεν.4] ἐπειδὴ <δὲ> ἐκράτησαν Πελοποννήσου. περὶ δὲ τῶν σημείων ἔλεγον οἱ μάντεις. Τήμενος οὖν καὶ οἱ Ἀριστοδήμου παῖδες Προκλῆς καὶ Εὐρυσθένης ἔβαλον λίθους. καὶ περιτυγχάνουσιν Ὀξύλῳ τῷ Ἀνδραίμονος.
συνεξῆλθε δὲ ἐπὶ τὴν ζήτησιν αὐτῆς Τηλέφασσα ἡ μήτηρ καὶ Θάσος ὁ Ποσειδῶνος. οἱ δὲ ὡς ἐτελειώθησαν. Κίλιξ δὲ Φοινίκης πλησίον. ἐγέννησε Μίνωα Σαρπηδόνα ῾Ραδάμανθυν· καθ᾽ Ὅμηρον δὲ Σαρπηδὼν ἐκ Διὸς καὶ Λαοδαμείας τῆς Βελλεροφόντου. τρίτον γὰρ ἔχουσα παῖδα Μερόπη καλούμενον Αἴπυτον ἔδωκε τῷ ἑαυτῆς πατρὶ τρέφειν. Κρεσφόντης δὲ οὐ πολὺν Μεσσήνης βασιλεύσας χρόνον μετὰ δύο παίδων φονευθεὶς ἀπέθανε. ὡς δὲ πᾶσαν ποιούμενοι ζήτησιν εὑρεῖν ἦσαν Εὐρώπην ἀδύνατοι. Βιβλιοθήκη Γ' Ἀππολόδωρος Βιβλιοθήκη Γ' [Γ 1. ὡς δὲ Φερεκύδης φησὶ Κίλικος. Ἀγήνωρ δὲ παραγενόμενος εἰς τὴν Φοινίκην γαμεῖ Τηλέφασσαν καὶ τεκνοῖ θυγατέρα μὲν Εὐρώπην. Ἀπόλλωνος δὲ ἦν καὶ Ἀρείας τῆς Κλεόχου. ἐπιβιβασθεῖσαν διὰ τῆς θαλάσσης ἐκόμισεν εἰς Κρήτην. ὡς γὰρ ἡμῖν λέλεκται. οἱ δὲ φεύγουσι. Πολυφόντης δὲ ἐβασίλευσεν. καὶ πᾶσαν τὴν ὑφ᾽ ἑαυτοῦ κειμένην χώραν ποταμῷ σύνεγγυς Πυράμῳ Κιλικίαν ἐκάλεσε· Κάδμος δὲ καὶ Τηλέφασσα ἐν Θρᾴκῃ κατᾐκησαν. τινὲς δὲ Εὐρώπην οὐκ Ἀγήνορος ἀλλὰ Φοίνικος λέγουσι. ὁμοίως δὲ καὶ Θάσος ἐν Θρᾴκῃ κτίσας πόλιν Θάσον κατᾐκησεν. πρὸς ἀλλήλους ἐστασίασαν· ἴσχουσι γὰρ ἔρωτα παιδὸς ὃς ἐκαλεῖτο Μίλητος. οὗτος ἀνδρωθεὶς καὶ κρύφα κατελθὼν ἔκτεινε Πολυφόντην καὶ τὴν πατρῴαν βασιλείαν ἀπέλαβεν. Σαρπηδὼν δὲ συμμαχήσας Κίλικι . τὴν εἰς οἶκον ἀνακομιδὴν ἀπογνόντες ἄλλος ἀλλαχοῦ κατᾐκησαν.τὸν πατέρα αὐτῶν φονεῦσαι. ἐχομένως λέγωμεν καὶ τὰ περὶ Ἀγήνορος.1] ἐπεὶ δὲ τὸ Ἰνάχειον διερχόμενοι γένος τοὺς ἀπὸ Βήλου μέχρι τῶν Ἡρακλειδῶν δεδηλώκαμεν. ἀνῃρέθη δὲ καὶ οὗτος. τοῦ δὲ παιδὸς πρὸς Σαρπηδόνα μᾶλλον οἰκείως ἔχοντος πολεμήσας Μίνως ἐπροτέρησεν. ἀφανοῦς δὲ Εὐρώπης γενομένης ὁ πατὴρ αὐτῆς Ἀγήνωρ ἐπὶ ζήτησιν ἐξέπεμψε τοὺς παῖδας. ῥόδου ἀποπλέων.2] Εὐρώπην δὲ γήμας Ἀστέριος ὁ Κρητῶν δυνάστης τοὺς ἐκ ταύτης παῖδας ἔτρεφεν. Απολλόδωρος (ψευδο-). ἡ δέ. ταῦρος χειροήθης γενόμενος. Φοῖνιξ μὲν ἐν Φοινίκῃ. καὶ Μίλητος μὲν Καρίᾳ προσσχὼν ἐκεῖ πόλιν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἔκτισε Μίλητον. δύο Λιβύη ἐγέννησε παῖδας ἐκ Ποσειδῶνος. Βῆλον καὶ Ἀγήνορα. καὶ τὴν τοῦ φονευθέντος γυναῖκα Μερόπην ἄκουσαν ἔλαβεν. αὐτῶν τῶν Ἡρακλειδῶν ὑπάρχων. εἰπὼν μὴ πρότερον ἀναστρέφειν πρὶν ἂν ἐξεύρωσιν Εὐρώπην. παῖδας δὲ Κάδμον καὶ Φοίνικα καὶ Κίλικα. Βῆλος μὲν οὖν βασιλεύων Αἰγυπτίων τοὺς προειρημένους ἐγέννησεν. ταύτης Ζεὺς ἐρασθείς. [Γ 1. ἐκεῖ συνευνασθέντος αὐτῇ Διός. γενομένου δὲ τοῦ φόνου τὴν βασιλείαν ὁ στρατὸς ἔχειν ἐδικαίωσεν Ὑρνηθὼ καὶ Δηιφόντην.
῾Ραδάμανθυς δὲ τοῖς νησιώταις νομοθετῶν. αὖθις φυγὼν εἰς Βοιωτίαν Ἀλκμήνην γαμεῖ. ἐκ δὲ Δεξιθέας Εὐξάνθιον. Λυκίας ἐβασίλευσε. τὰ δὲ λοιπὰ ἀνδρός· Μίνως δὲ ἐν τῷ λαβυρίνθῳ κατά τινας χρησμοὺς κατακλείσας αὐτὸν ἐφύλαττεν. τοῦ δὲ Ποσειδῶνος ταῦρον ἀνέντος αὐτῷ διαπρεπῆ τὴν βασιλείαν παρέλαβε. ὡς <δὲ> Ἀσκληπιάδης φησί. χρωμένῳ δὲ Κατρεῖ περὶ καταστροφῆς τοῦ βίου ὁ θεὸς ἔφη ὑπὸ ἑνὸς τῶν τέκνων τεθνήξεσθαι. φήσας δὲ παρὰ θεῶν τὴν βασιλείαν εἰληφέναι. ἀναβὰς δὲ ἐπὶ τὸ Ἀταβύριον καλούμενον ὄρος ἐθεάσατο τὰς πέριξ νήσους. καὶ Ποσειδῶνι θύων ηὔξατο ταῦρον ἀναφανῆναι ἐκ τῶν βυθῶν. ἦν δὲ ὁ λαβύρινθος. ὃν Δαίδαλος κατεσκεύασεν. ἡ δὲ ἐρασθεῖσα τοῦ ταύρου συνεργὸν λαμβάνει Δαίδαλον. μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ τῆς ἀδελφῆς αὐτόχειρ ἐγένετο.3] Ἀστερίου δὲ ἄπαιδος ἀποθανόντος Μίνως βασιλεύειν θέλων Κρήτης ἐκωλύετο. καὶ διὰ τοῦτον στασιάσαι. καταθύσειν ὑποσχόμενος τὸν φανέντα. ἐκ Παρείας δὲ νύμφης Εὐρυμέδοντα Νηφαλίωνα Χούσην Φιλόλαον. Ἑρμῆς γὰρ αὐτῆς ἐρασθείς. τοῦτον μὲν ἐξηγρίωσε. [Γ 2. οὗτος εἶχε ταύρου πρόσωπον. ὡς φεύγουσαν αὐτὴν καταλαβεῖν οὐκ ἠδύνατο (περιῆν γὰρ αὐτοῦ τῷ τάχει τῶν ποδῶν). ἐπὶ μέρει τῆς χώρας. ὃς ἦν ἀρχιτέκτων. Ἀλθαιμένης δὲ ἀκούσας. ἱδρύετο βωμὸν Ἀταβυρίου Διός. τὸν δὲ ταῦρον εἰς τὰ βουκόλια πέμψας ἔθυσεν ἕτερον. καὶ τῶν πατρᾐων ὑπομνησθεὶς θεῶν. τοῦ πιστευθῆναι χάριν ἔφη. καὶ κατασχὼν Κρητινίαν ὠνόμασεν. πεφευγὼς ἐξ Ἀθηνῶν ἐπὶ φόνῳ. οἴκημα καμπαῖς πολυπλόκοις πλανῶν τὴν ἔξοδον. τὴν Πασιφάην ἐνεβίβασεν. καὶ αὐτῷ δίδωσι Ζεὺς ἐπὶ τρεῖς γενεὰς ζῆν. καὶ θεὶς ἐν ᾧπερ εἴθιστο ὁ ταῦρος λειμῶνι βόσκεσθαι.πρὸς Λυκίους ἔχοντι πόλεμον. καὶ γήμας Πασιφάην τὴν Ἡλίου καὶ Περσηίδος. Πασιφάην δὲ ἐλθεῖν εἰς ἐπιθυμίαν αὐτοῦ παρεσκεύασεν. παῖδας μὲν ἐτέκνωσε Κατρέα Δευκαλίωνα Γλαῦκον Ἀνδρόγεων. κατιδὼν δὲ καὶ Κρήτην. τὰ μὲν οὖν περὶ Μινωταύρου καὶ Ἀνδρόγεω καὶ Φαίδρας καὶ Ἀριάδνης ἐν τοῖς περὶ Θησέως ὕστερον ἐροῦμεν. ἐλθὼν δὲ ὁ ταῦρος ὡς ἀληθινῇ βοῒ συνῆλθεν. ἡ δὲ Ἀστέριον ἐγέννησε τὸν κληθέντα Μινώταυρον. Κατρεὺς μὲν οὖν ἀπεκρύβετο τοὺς χρησμούς. κατὰ τῆς ὁδοῦ . γενέσθαι. [ θαλασσοκρατήσας δὲ πρῶτος πασῶν τῶν νήσων σχεδὸν ἐπῆρξεν]. ἄρας ἐκ Κρήτης μετὰ τῆς ἀδελφῆς Ἀπημοσύνης προσίσχει τινὶ τόπῳ τῆς ῾Ρόδου. Κρήτην τὴν Ἀστερίου θυγατέρα. οὗτος ξυλίνην βοῦν ἐπὶ τροχῶν κατασκευάσας.1] Κατρέως δὲ τοῦ Μίνωος Ἀερόπη καὶ Κλυμένη καὶ Ἀπημοσύνη καὶ Ἀλθαιμένης υἱὸς γίνονται. θυγατέρας δὲ Ἀκάλλην Ξενοδίκην Ἀριάδνην Φαίδραν. καὶ δείσας μὴ φονεὺς γένηται τοῦ πατρός. καὶ μεταλλάξας ἐν Ἅιδου μετὰ Μίνωος δικάζει. καὶ ταύτην λαβὼν καὶ κοιλάνας ἔνδοθεν. Μίνως δὲ Κρήτην κατοικῶν ἔγραψε νόμους. [Γ 1. ἐκδείρας τε βοῦν τὴν δορὰν περιέρραψε. ὅ τι ἂν εὔξηται.4] ὀργισθεὶς δὲ αὐτῷ Ποσειδῶν ὅτι μὴ κατέθυσε τὸν ταῦρον. [Γ 1. ἔνιοι δὲ αὐτοὺς ἐρασθῆναι λέγουσιν Ἀτυμνίου τοῦ Διὸς καὶ Κασσιεπείας.
ἀλλὰ βαλλόντων κἀκείνων. καὶ τῷ ἀδελφῷ μηνύει τὸ γεγονός· ὁ δὲ σκῆψιν νομίσας εἶναι τὸν θεόν. Γλαῦκος δὲ ἔτι νήπιος ὑπάρχων. παραγενόμενος Ἀλθαιμένης ἀκοντίσας ἀπέκτεινεν ἀγνοῶν Κατρέα. καὶ ἐπειδὴ ἀπέπλει. Κλυμένην δὲ γαμεῖ Ναύπλιος. Κατρεὺς δὲ ὕστερον γήρᾳ κατεχόμενος ἐπόθει τὴν βασιλείαν Ἀλθαιμένει τῷ παιδὶ παραδοῦναι. [Γ 3. καὶ πόλιν κτίζειν ἔνθα ἂν αὕτη πέσῃ καμοῦσα. τοιοῦτον λαβὼν χρησμὸν διὰ Φωκέων ἐπορεύετο. φθείρεται. . ἔρχεται δὲ ἕτερος δράκων. κελεύει τὸν Γλαῦκον εἰς τὸ στόμα ἐμπτύσαι· καὶ τοῦτο ποιήσας Γλαῦκος τῆς μαντείας ἐπελάθετο. ἐν ἀμηχανίᾳ δὲ πολλῇ τυγχάνων εἶδε δράκοντα ἐπὶ τὸν νεκρὸν ἰόντα· τοῦτον βαλὼν λίθῳ ἀπέκτεινε.2] Ἀερόπην δὲ καὶ Κλυμένην Κατρεὺς Ναυπλίῳ δίδωσιν εἰς ἀλλοδαπὰς ἠπείρους ἀπεμπολῆσαι. λὰξ ἐνθορὼν ἀπέκτεινεν. καὶ τέκνων πατὴρ γίνεται Οἴακος καὶ Παλαμήδους. ἀφανοῦς δὲ ὄντος αὐτοῦ Μίνως πολλὴν ζήτησιν ποιούμενος περὶ τῆς εὑρέσεως ἐμαντεύετο. εἴ τι τὸ σῶμα πάθοι. μαθὼν δὲ ὕστερον τὸ γεγονός. καὶ θεασάμενος νεκρὸν τὸν πρότερον ἄπεισιν. λῃστὰς ἐμβεβληκέναι δοκούντων καὶ μὴ δυναμένων ἀκοῦσαι λέγοντος αὐτοῦ τὴν ἀλήθειαν διὰ τὴν κραυγὴν τῶν κυνῶν.1] Δευκαλίωνι δὲ ἐγένοντο Ἰδομενεύς τε καὶ Κρήτη καὶ νόθος Μόλος. [Γ 2. τούτων Ἀερόπην μὲν ἔγημε Πλεισθένης καὶ παῖδας Ἀγαμέμνονα καὶ Μενέλαον ἐτέκνωσε.2] ἀπολαβὼν δὲ Μίνως τὸν παῖδα οὐδ᾽ οὕτως εἰς Ἄργος ἀπιέναι τὸν Πολύιδον εἴα. ἦλθεν εἰς Δελφοὺς περὶ τῆς Εὐρώπης πυνθανόμενος. [Γ 4. Κούρητες δὲ εἶπον αὐτῷ τριχρώματον ἐν ταῖς ἀγέλαις ἔχειν βοῦν. εἶτα ὑποστρέφει πόαν κομίζων. μῦν διώκων εἰς μέλιτος πίθον πεσὼν ἀπέθανεν. ὑπὸ Θρακῶν ξενισθείς. τὰ μὲν οὖν περὶ τῶν τῆς Εὐρώπης ἀπογόνων μέχρι τοῦδέ μοι λελέχθω. τὴν αὐτὴν πόαν προσενεγκὼν τῷ τοῦ Γλαύκου σώματι ἀνέστησεν. πρὶν ἢ τὴν μαντείαν διδάξαι τὸν Γλαῦκον· ἀναγκασθεὶς δὲ Πολύιδος διδάσκει. χρῆσθαι δὲ καθοδηγῷ βοΐ.βύρσας ὑπέστρωσε νεοδάρτους. [Γ 3. ἀποβὰς δὲ τῆς νεὼς σὺν τοῖς ἥρωσι κατά τινα τῆς νήσου τόπον ἔρημον ἠλαύνετο ὑπὸ τῶν βουκόλων. συγκληθέντων δὲ τῶν μάντεων Πολύιδος ὁ Κοιρανοῦ τὴν χρόαν τῆς βοὸς εἴκασε βάτου καρπῷ. εὐξάμενος ὑπὸ χάσματος ἐκρύβη. ἡ δὲ διεξιοῦσα Βοιωτίαν ἐκλίθη. θεασάμενος δὲ Πολύιδος καὶ θαυμάσας. λέγοντος δὲ Μίνωος ὅτι δεῖ καὶ ζῶντα ἀπολαβεῖν αὐτόν. ἐφ᾽ αἷς ὀλισθοῦσα. δείσας μὴ κἂν αὐτὸς τελευτήσῃ. εἶτα βοῒ συντυχὼν ἐν τοῖς Πελάγοντος βουκολίοις ταύτῃ κατόπισθεν εἵπετο.1] Κάδμος δὲ ἀποθανοῦσαν θάψας Τηλέφασσαν. καὶ διὰ τοῦτο ἦλθεν εἰς ῾Ρόδον. τὸν δὲ τὴν ταύτης χρόαν ἄριστα εἰκάσαι δυνηθέντα καὶ ζῶντα τὸν παῖδα ἀποδώσειν. καὶ ταύτην ἐπιτίθησιν ἐπὶ πᾶν τὸ τοῦ ἑτέρου σῶμα· ἐπιτεθείσης δὲ τῆς πόας ἀνέστη. ἡνίκα ἀπὸ τῆς κρήνης ἐπανῄει. ὁ δὲ θεὸς εἶπε περὶ μὲν Εὐρώπης μὴ πολυπραγμονεῖν. καὶ ζητεῖν τὸν παῖδα ἀναγκασθεὶς διά τινος μαντείας ἀνεῦρε. ἀπεκλείσθη σὺν τῷ νεκρῷ. πόλις ἔνθα νῦν εἰσι Θῆβαι.
3] Σεμέλης δὲ Ζεὺς ἐρασθεὶς Ἥρας κρύφα συνευνάζεται. ἰδὼν ἐκ γῆς ἀναφυομένους ἄνδρας ἐνόπλους. Ἰνὼ δὲ τὸν Μελικέρτην εἰς πεπυρωμένον λέβητα ῥίψασα. οἱ μὲν εἰς ἔριν ἀκούσιον ἐλθόντες. καὶ πάντες θεοὶ καταλιπόντες τὸν οὐρανόν. ἀγανακτήσασα δὲ Ἥρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε.2] Κάδμος δὲ ἀνθ᾽ ὧν ἔκτεινεν ἀίδιον ἐνιαυτὸν ἐθήτευσεν Ἄρει· ἦν δὲ ὁ ἐνιαυτὸς τότε ὀκτὼ ἔτη. αἰτεῖται τοιοῦτον αὐτὸν ἐλθεῖν οἷος ἦλθε μνηστευόμενος Ἥραν. Ἀγαυὴν δὲ Ἐχίων. καὶ τῆς Ἀθηνᾶς ὑποθεμένης τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ σπείρει. τούτων δὲ σπαρέντων ἀνέτειλαν ἐκ γῆς ἄνδρες ἔνοπλοι. καὶ κεραυνὸν ἵησιν. Ἰνὼ μὲν οὖν Ἀθάμας ἔγημεν. Διόνυσον δὲ Ζεὺς εἰς ἔριφον ἀλλάξας τὸν Ἥρας θυμὸν ἔκλεψε. ὃν ὑπὸ Ἡφαίστου λέγουσί τινες δοθῆναι Κάδμῳ. [Γ 4. καὶ δίδωσιν Ἑρμῇ. Σεμέλης δὲ διὰ τὸν φόβον ἐκλιπούσης. Ζεὺς δὲ ἔδωκεν αὐτῷ γυναῖκα Ἁρμονίαν. ἐπ᾽ αὐτοὺς ἔβαλε λίθους. οὕτως ὀνομασθέντες ὑπὸ τῶν πλεόντων· τοῖς χειμαζομένοις γὰρ βοηθοῦσιν. καὶ <ὅτι> διὰ τοῦτο ἐκεραυνώθη. ἔδωκε δὲ αὐτῇ Κάδμος πέπλον καὶ τὸν ἡφαιστότευκτον ὅρμον. [Γ 4. περιεσώθησαν δὲ πέντε. Παλαίμων δὲ ὁ παῖς. πέμπει τινὰς τῶν μεθ᾽ ἑαυτοῦ ληψομένους ἀπὸ τῆς Ἀρείας κρήνης ὕδωρ· φρουρῶν δὲ τὴν κρήνην δράκων. κατανεύσαντος αὐτῇ Διὸς πᾶν τὸ αἰτηθὲν ποιήσειν. ἃς ὕστερον Ζεὺς καταστερίσας ὠνόμασεν Ὑάδας. Φερεκύδης δὲ ὑπὸ Εὐρώπης· ὃν παρὰ Διὸς αὐτὴν λαβεῖν. . κατὰ δὲ τὸν χρόνον τὸν καθήκοντα Διόνυσον γεννᾷ Ζεὺς λύσας τὰ ῥάμματα. ἐν τῇ Καδμείᾳ τὸν γάμον εὐωχούμενοι καθύμνησαν. καὶ Λευκοθέα μὲν αὐτὴν καλεῖται. μετὰ δὲ τὴν θητείαν Ἀθηνᾶ αὐτῷ τὴν βασιλείαν κατεσκεύασε. καὶ Ἀθάμας μὲν τὸν πρεσβύτερον παῖδα Λέαρχον ὡς ἔλαφον θηρεύσας ἀπέκτεινεν. καὶ λαβὼν αὐτὸν Ἑρμῆς πρὸς νύμφας ἐκόμισεν ἐν Νύσῃ κατοικούσας τῆς Ἀσίας. Αὐτονόην δὲ Ἀρισταῖος. Ἐχίων Οὐδαῖος Χθονίος Ὑπερήνωρ Πέλωρος. ἐτέθη δὲ ἐπὶ Μελικέρτῃ <ὁ> ἀγὼν τῶν Ἰσθμίων. ἀποθανούσης δὲ Σεμέλης. Ἀφροδίτης καὶ Ἄρεος θυγατέρα. οἱ δὲ ἀγνοοῦντες. ὁ δὲ κομίζει πρὸς Ἰνὼ καὶ Ἀθάμαντα καὶ πείθει τρέφειν ὡς κόρην. εἶτα βαστάσασα μετὰ νεκροῦ τοῦ παιδὸς ἥλατο κατὰ βυθοῦ. συνηυνῆσθαι θνητῷ τινι Σεμέλην καὶ καταψεύσασθαι Διός.βουλόμενος δὲ Ἀθηνᾷ καταθῦσαι τὴν βοῦν. οὗτοι δὲ ἀπέκτειναν ἀλλήλους. Φερεκύδης δέ φησιν ὅτι Κάδμος. ἑξαμηνιαῖον τὸ βρέφος ἐξαμβλωθὲν ἐκ τοῦ πυρὸς ἁρπάσας ἐνέρραψε τῷ μηρῷ. Ζεὺς δὲ μὴ δυνάμενος ἀνανεῦσαι παραγίνεται εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς ἐφ᾽ ἅρματος ἀστραπαῖς ὁμοῦ καὶ βρονταῖς. παῖς δὲ Πολύδωρος. Σισύφου θέντος. οὓς ἐκάλεσαν Σπαρτούς. αἱ λοιπαὶ Κάδμου θυγατέρες διήνεγκαν λόγον. ἀγανακτήσας δὲ Κάδμος κτείνει τὸν δράκοντα. οἱ δὲ ὑπ᾽ ἀλλήλων νομίζοντες βάλλεσθαι εἰς μάχην κατέστησαν. γίνονται δὲ Κάδμῳ θυγατέρες μὲν Αὐτονόη Ἰνὼ Σεμέλη Ἀγαυή. τοὺς πλείονας τῶν πεμφθέντων διέφθειρεν. ὃν ἐξ Ἄρεος εἶπόν τινες γεγονέναι. ἡ δὲ ἐξαπατηθεῖσα ὑπὸ Ἥρας.
. πέλας Ἄρκενα πρώτη. ἂν θανατωθῇ Λυκοῦργος. ἠδ᾽ Ἀμάρυνθος. κἀκεῖ κατὰ Διονύσου βούλησιν ὑπὸ ἵππων διαφθαρεὶς ἀπέθανε.. αὖθις δὲ αἱ Βάκχαι ἐλύθησαν ἐξαίφνης. τῆς δὲ γῆς ἀκάρπου μενούσης. τοὺς δὲ μέτ᾽ ἄλλοι πάντες ἐπέσσυθεν ἐμμεμαῶτες. Ἥρας μανίαν αὐτῷ ἐμβαλούσης περιπλανᾶται Αἴγυπτόν τε καὶ Συρίαν.μετὰ ταύτην ἄλκιμα τέκνα. ὅτι τὴν Ἄρτεμιν λουομένην εἶδε. ὃ καὶ τὴν λύπην αὐτῶν ἔπαυσε. διεκώλυε ταῦτα γίνεσθαι.οὕτω δὴ νῦν καλὸν σῶμα περισταδόν. [Γ 5. μηνίσαντος τοῦ Διὸς ὅτι ἐμνηστεύσατο Σεμέλην. οἳ Στρυμόνα ποταμὸν παροικοῦσι.. καί φασι τὴν θεὸν παραχρῆμα αὐτοῦ τὴν μορφὴν εἰς ἔλαφον ἀλλάξαι. ὑφ᾽ ὧν κατὰ ἄγνοιαν ἐβρώθη. καὶ τοῦτον ἐτελεύτησε τὸν τρόπον.. ὃς εἴδωλον κατεσκεύασεν Ἀκταίωνος. ὡς δὲ οἱ πλείονες. καὶ λαβὼν παρ᾽ ἐκείνης τὴν στολήν. Ἠδωνῶν βασιλεύων. Λυκούργῳ δὲ μανίαν ἐνεποίησε Διόνυσος. τοῦδε δάσαντο κύνες κρατεροί. Λυκοῦργος δὲ παῖς Δρύαντος. ἠύτε θῆρος. ἀμπέλου νομίζων κλῆμα κόπτειν. καὶ τὰς γυναῖκας ἠνάγκασε καταλιπούσας τὰς οἰκίας βακχεύειν ἐν τῷ Κιθαιρῶνι. καὶ ἀκρωτηριάσας αὐτὸν ἐσωφρόνησε. πελέκει πλήξας ἀπέκτεινε. Βάκχαι δὲ ἐγένοντο αἰχμάλωτοι καὶ τὸ συνεπόμενον Σατύρων πλῆθος αὐτῷ. πρῶτος ὑβρίσας ἐξέβαλεν αὐτόν. Ἠδωνοὶ δὲ ἀκούσαντες εἰς τὸ Παγγαῖον αὐτὸν ἀπαγαγόντες ὄρος ἔδησαν. αὖθις δὲ εἰς Κύβελα τῆς Φρυγίας ἀφικνεῖται. ὡς μὲν Ἀκουσίλαος λέγει. Λυγκεὺς καὶ Βαλίος πόδας αἰνετός. καὶ τοῖς ἑπομένοις αὐτῷ πεντήκοντα κυσὶν ἐμβαλεῖν λύσσαν. παρὰ Κάδμου εἰληφὼς τὴν βασιλείαν. Πενθεὺς δὲ γεννηθεὶς ἐξ Ἀγαυῆς Ἐχίονι. καὶ ἔπειτα ὕστερον ἐν τῷ Κιθαιρῶνι κατεβρώθη ὑπὸ τῶν ἰδίων κυνῶν..2] διελθὼν δὲ Θρᾴκην [καὶ τὴν Ἰνδικὴν ἅπασαν.4] Αὐτονόης δὲ καὶ Ἀρισταίου παῖς Ἀκταίων ἐγένετο. [Γ 5. ἀργαλέων ὀδυνῶν ἄκος ἔμμεναι ἀνθρώποισιν]. [τὰ ὀνόματα τῶν Ἀκταίωνος κυνῶν ἐκ τῶν . ἀπολομένου δὲ Ἀκταίωνος οἱ κύνες ἐπιζητοῦντες τὸν δεσπότην κατωρύοντο. καὶ ζήτησιν ποιούμενοι παρεγένοντο ἐπὶ τὸ τοῦ Χείρωνος ἄντρον.1] Διόνυσος δὲ εὑρετὴς ἀμπέλου γενόμενος. ὃς τραφεὶς παρὰ Χείρωνι κυνηγὸς ἐδιδάχθη.. [ἐπὶ Ἰνδοὺς] διὰ τῆς Θράκης ἠπείγετο. καὶ Διόνυσος μὲν εἰς θάλασσαν πρὸς Θέτιν τὴν Νηρέως κατέφυγε.-. ὁ δὲ μεμηνὼς Δρύαντα τὸν παῖδα.-καὶ τούτους ὀνομαστὶ διηνεκέως κατέλεξε· καὶ τότε Ἀκταίων ἔθανεν Διὸς ἐννεσίῃσι. ἔχρησεν ὁ θεὸς καρποφορήσειν αὐτήν. καὶ παραγενόμενος εἰς Κιθαιρῶνα τῶν Βακχῶν . καὶ τὸ μὲν πρῶτον Πρωτεὺς αὐτὸν ὑποδέχεται βασιλεὺς Αἰγυπτίων. κἀκεῖ καθαρθεὶς ὑπὸ ῾Ρέας καὶ τὰς τελετὰς ἐκμαθών. οὗτοι δ᾽Ἀκταίου πρῶτοι φάγον αἷμα τ᾽ ἔλαψαν. .[Γ 4. στήλας ἐκεῖ στήσας] ἧκεν εἰς Θήβας. πρῶτοι γὰρ μέλαν αἷμα πίον σφετέροιο ἄνακτος Σπαρτός τ᾽ Ὤμαργός τε Βορῆς τ᾽ αἰψηροκέλευθος.
ἡ δὲ ὡς ἔγκυος ἐγένετο. ἕως οὗτος ἦν παῖς. οἱ δὲ ἀναγνωρισάμενοι τὴν μητέρα. φονευθεὶς ὑπὸ Ζήθου καὶ Ἀμφίονος θνήσκει δι᾽ αἰτίαν τήνδε. τούτοις δὲ ὑπὸ Ἰλλυριῶν πολεμουμένοις ὁ θεὸς ἔχρησεν Ἰλλυριῶν κρατήσειν. οὗτος ἀπώλετο.5] Πολύδωρος δὲ Θηβῶν βασιλεὺς γενόμενος Νυκτηίδα γαμεῖ. ἀδελφὸς ὢν Νυκτέως. οἱ δὲ πεισθέντες ποιοῦνται κατὰ Ἰλλυριῶν ἡγεμόνας τούτους καὶ κρατοῦσι. αἱρεθεὶς οὖν Λύκος πολέμαρχος ὑπὸ Θηβαίων ἐπέθετο τῇ δυναστείᾳ. καὶ διὰ τὴν πρὸς Πενθέα οἰκειότητα ἐγεγόνεσαν πολῖται. ὁ δὲ τὸν μὲν ἱστὸν καὶ τὰς κώπας ἐποίησεν ὄφεις. τὸν μὲν Λύκον κτείνουσι. ἠπείγοντο δὲ εἰς τὴν Ἀσίαν ἀπεμπολήσοντες.κατάσκοπος ὑπὸ τῆς μητρὸς Ἀγαυῆς κατὰ μανίαν ἐμελίσθη· ἐνόμισε γὰρ αὐτὸν θηρίον εἶναι. καταλιπόντος δὲ Λαβδάκου παῖδα ἐνιαυσιαῖον Λάιον. δοὺς ἐντολὰς Λύκῳ παρὰ Ἐπωπέως καὶ παρὰ Ἀντιόπης λαβεῖν δίκας. ἀμφότεροι δὲ [ἀπὸ Εὐβοίας] φυγὸντες. τὴν δὲ Δίρκην δήσαντες ἐκ ταύρου ῥίπτουσι θανοῦσαν εἰς κρήνην τὴν ἀπ᾽ ἐκείνης καλουμένην Δίρκην. Νυκτεὺς δὲ ἀθυμήσας ἑαυτὸν φονεύει. ἐπεὶ Φλεγύαν ἀπέκτειναν τὸν Ἄρεος καὶ Δωτίδος τῆς Βοιωτίδος. ὁ δὲ στρατευσάμενος Σικυῶνα χειροῦται. καὶ βασιλεύσας ἔτη εἴκοσι. αὖθις δὲ μετὰ Ἁρμονίας εἰς δράκοντα μεταβαλὼν εἰς Ἠλύσιον πεδίον ὑπὸ Διὸς ἐξεπέμφθη. τῶν δεσμῶν αὐτομάτως λυθέντων. ἐὰν ἡγεμόνας Κάδμον καὶ Ἁρμονίαν ἔχωσιν. Ἀμφίων δὲ κιθαρῳδίαν ἤσκει. ὁ δὲ ἀναγαγὼν ἐξ Ἅιδου τὴν μητέρα. Ἀντιόπην δὲ ᾐκίζετο Λύκος καθείρξας καὶ ἡ τούτου γυνὴ Δίρκη· λαθοῦσα δέ ποτε. καὶ τὸν μὲν καλεῖ Ζῆθον τὸν δὲ Ἀμφίονα. παραλαβόντες δὲ τὴν δυναστείαν τὴν μὲν πόλιν ἐτείχισαν. μετὰ Πενθέα ἐκείνῳ φρονῶν παραπλήσια.3] βουλόμενος δὲ ἀπὸ τῆς Ἰκαρίας εἰς Νάξον διακομισθῆναι. [Γ 5. καὶ γεννᾷ Λάβδακον. [Γ 5. οἱ δὲ αὐτὸν ἐνθέμενοι Νάξον μὲν παρέπλεον. τοῦ πατρὸς ἀπειλοῦντος εἰς Σικυῶνα ἀποδιδράσκει πρὸς Ἐπωπέα καὶ τούτῳ γαμεῖται. αἱ δὲ ἐν τοῖς ὄρεσι τοὺς ἐπιμαστιδίους ἔχουσαι παῖδας τὰς σάρκας αὐτῶν ἐσιτοῦντο. . Νυκτέως <τοῦ> Χθονίου θυγατέρα. ἧκεν ἐπὶ τὴν τῶν παίδων ἔπαυλιν. τὸ δὲ σκάφος ἔπλησε κισσοῦ καὶ βοῆς αὐλῶν· οἱ δὲ ἐμμανεῖς γενόμενοι κατὰ τῆς θαλάττης ἔφυγον καὶ ἐγένοντο δελφῖνες. καὶ βασιλεύει Κάδμος Ἰλλυριῶν. Τυρρηνῶν λῃστρικὴν ἐμισθώσατο τριήρη. Ὑρίαν κατᾐκουν. [Γ 5. ἡ δὲ ἀγομένη δύο γεννᾷ παῖδας ἐν Ἐλευθεραῖς τῆς Βοιωτίας. καὶ τὸν μὲν Ἐπωπέα κτείνει. ὣς δὲ αὐτὸν θεὸν ἄνθρωποι ἐτίμων. δόντος αὐτῷ λύραν Ἑρμοῦ. Ζῆθος μὲν οὖν ἐπεμελεῖτο βουφορβίων. μετ᾽ αὐτῆς εἰς οὐρανὸν ἀνῆλθεν. δείξας δὲ Θηβαίοις ὅτι θεός ἐστιν. οὓς ἐκκειμένους εὑρὼν βουκόλος ἀνατρέφει.4] ὁ δὲ Κάδμος μετὰ Ἁρμονίας Θήβας ἐκλιπὼν πρὸς Ἐγχελέας παραγίνεται. Ἀντιόπη θυγάτηρ ἦν Νυκτέως· ταύτῃ Ζεὺς συνῆλθεν. τὴν ἀρχὴν ἀφείλετο Λύκος. τὴν δὲ Ἀντιόπην ἤγαγεν αἰχμάλωτον. ἧκεν εἰς Ἄργος. καὶ παῖς Ἰλλυριὸς αὐτῷ γίνεται. καὶ προσαγορεύσας Θυώνην. δεχθῆναι πρὸς αὐτῶν θέλουσα. κἀκεῖ πάλιν οὐ τιμώντων αὐτὸν ἐξέμηνε τὰς γυναῖκας.
Πολύβου δὲ βουκόλοι. Ἀμφίων δὲ Νιόβην τὴν Ταντάλου. τοῦτο θεμένη τὸ ὄνομα διὰ τὸ τοὺς πόδας ἀνοιδῆσαι. τελειωθεὶς δὲ ὁ παῖς. καὶ Πολυφόντου (κῆρυξ δὲ οὗτος ἦν Λαΐου) κελεύοντος ἐκχωρεῖν καὶ δι᾽ ἀπείθειαν καὶ ἀναβολὴν κτείναντος τῶν ἵππων τὸν ἕτερον. [Γ 5. ἀγανακτήσας Οἰδίπους καὶ Πολυφόντην καὶ Λάιον ἀπέκτεινε. καὶ τούτου παῖδα Χρύσιππον ἁρματοδρομεῖν διδάσκων ἐρασθεὶς ἀναρπάζει. εὔτεκνος δὲ οὖσα Νιόβη τῆς Λητοῦς εὐτεκνοτέρα εἶπεν ὑπάρχειν· Λητὼ δὲ ἀγανακτήσασα τήν τε Ἄρτεμιν καὶ τὸν Ἀπόλλωνα κατ᾽ αὐτῶν παρώξυνε. ἡ δὲ ἀνελοῦσα ὑποβάλλεται. κατὰ δὲ Τελέσιλλαν ἐσώθησαν Ἀμύκλας καὶ Μελίβοια. τῶν δὲ θηλειῶν Χλωρὶς ἡ πρεσβυτέρα. ᾗ Νηλεὺς συνᾐκησε. καὶ διαφέρων τῶν ἡλίκων ῥώμῃ. Ὅμηρος δὲ ἓξ μὲν υἱοὺς ἓξ δὲ θυγατέρας φησὶ γενέσθαι.6] γαμεῖ δὲ Ζῆθος μὲν Θήβην. τὸ βρέφος εὑρόντες πρὸς τὴν αὐτοῦ γυναῖκα Περίβοιαν ἤνεγκαν. καὶ τὰς μὲν θηλείας ἐπὶ τῆς οἰκίας κατετόξευσεν Ἄρτεμις. αὐτὴ δὲ Νιόβη Θήβας ἀπολιποῦσα πρὸς τὸν πατέρα Τάνταλον ἧκεν εἰς Σίπυλον. τοὺς δὲ ἄρρενας κοινῇ πάντας ἐν Κιθαιρῶνι Ἀπόλλων κυνηγετοῦντας ἀπέκτεινεν. καὶ θεραπεύσασα τὰ σφυρὰ Οἰδίπουν καλεῖ. τοῦ Κορινθίων βασιλέως. ὁ δὲ θεὸς εἶπεν αὐτῷ εἰς τὴν πατρίδα μὴ πορεύεσθαι· τὸν μὲν γὰρ πατέρα φονεύσειν. κἀκεῖ Διὶ εὐξαμένη τὴν μορφὴν εἰς λίθον μετέβαλε. καὶ χεῖται δάκρυα νύκτωρ καὶ μεθ᾽ ἡμέραν τοῦ λίθου. Λάιον δὲ ἐξέβαλον. καὶ νομίζων ἐξ ὧν ἐλέγετο γεγεννῆσθαι.8] Λάιον μὲν οὖν θάπτει βασιλεὺς Πλαταιέων Δαμασίστρατος. τούτου δὲ βασιλεύοντος οὐ μικρὰ συμφορὰ κατέσχε Θήβας. ἀλλ᾽ οὗτος μὲν ἐξέθηκεν εἰς Κιθαιρῶνα. Ἡσίοδος δὲ δέκα μὲν υἱοὺς δέκα δὲ θυγατέρας. διὰ φθόνον ὠνειδίζετο ὑπόβλητος. θυγατέρας δὲ τὰς ἴσας. ἀφ᾽ ἧς ἡ πόλις Θῆβαι.7] μετὰ δὲ τὴν Ἀμφίονος τελευτὴν Λάιος τὴν βασιλείαν παρέλαβε. ἐφ᾽ ἅρματος δὲ διὰ τῆς Φωκίδος φερόμενος συντυγχάνει κατά τινα στενὴν ὁδὸν ἐφ᾽ ἅρματος ὀχουμένῳ Λαΐῳ. ἐσώθη δὲ τῶν μὲν ἀρρένων Ἀμφίων. καὶ τὸ γεννηθὲν ἐκθεῖναι δίδωσι νομεῖ. ὁ δὲ πυνθανόμενος παρὰ τῆς Περιβοίας μαθεῖν οὐκ ἠδύνατο· ἀφικόμενος δὲ εἰς Δελφοὺς περὶ τῶν ἰδίων ἐπυνθάνετο γονέων. καὶ παρεγένετο εἰς Θήβας. τὴν δὲ βασιλείαν Κρέων ὁ Μενοικέως παραλαμβάνει. ἣ γεννᾷ παῖδας μὲν ἑπτά. [Γ 5. χρήσαντος τοῦ θεοῦ μὴ γεννᾶν (τὸν γεννηθέντα γὰρ πατροκτόνον ἔσεσθαι) ὁ δὲ οἰνωθεὶς συνῆλθε τῇ γυναικί. περόναις διατρήσας τὰ σφυρά. [Γ 5. Ἡρόδωρος δὲ δύο μὲν ἄρρενας τρεῖς δὲ θηλείας. ὁ δὲ ἐν Πελοποννήσῳ διατελῶν ἐπιξενοῦται Πέλοπι. τῇ μητρὶ δὲ μιγήσεσθαι. ἔπεμψε γὰρ Ἥρα . Κόρινθον μὲν ἀπέλιπεν. τοῦτο ἀκούσας. Ἐθοδαΐαν (ἢ ὥς τινες Νέαιραν) Κλεόδοξαν Ἀστυόχην Φθίαν Πελοπίαν Ἀστυκράτειαν Ὠγυγίαν. ἐτοξεύθη δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν καὶ Ἀμφίων.ἐπακολουθησάντων τῇ Ἀμφίονος λύρᾳ τῶν λίθων. καὶ γήμας θυγατέρα Μενοικέως. ἣν ἔνιοι μὲν Ἰοκάστην ἔνιοι δὲ Ἐπικάστην λέγουσι. Σίπυλον Εὐπίνυτον Ἰσμηνὸν Δαμασίχθονα Ἀγήνορα Φαίδιμον Τάνταλον.
2] Ἀμφιάραος δὲ ὁ Ὀικλέους. συνιόντες εἰς ταὐτὸ πολλάκις ἐζήτουν τί τὸ λεγόμενόν ἐστιν. καὶ πρῶτον ἐπὶ Θήβας ἔσπευδε στρατεύεσθαι. καὶ παῖδας ἐτέκνωσεν ἐξ αὐτῆς Πολυνείκη καὶ Ἐτεοκλέα. τινὲς μὲν οὖν λέγουσι πρῶτον ἄρξαντα Πολυνείκη παραδοῦναι μετ᾽ ἐνιαυτὸν τὴν βασιλείαν Ἐτεοκλεῖ. γαμεῖ δὲ Δηιπύλην μὲν Τυδεὺς Ἀργείην δὲ Πολυνείκης. ἁρπάσασα ἕνα κατεβίβρωσκε. προσδεχθεὶς ὑπὸ Θησέως. οἳ τῆς πόλεως αὐτὸν ἐκβαλλόμενον θεωροῦντες οὐκ ἐπήμυναν. καὶ μετ᾽ οὐ πολὺν χρόνον ἀπέθανεν. γενομένης δὲ ἐξαίφνης βοῆς ἐπιφανεὶς Ἄδραστος διέλυσεν αὐτούς. ἀρὰς τοῖς παισὶ θέμενος. στῆθος δὲ καὶ βάσιν καὶ οὐρὰν λέοντος καὶ πτέρυγας ὄρνιθος. Πολυνείκης δὲ . τελειούμενον δὲ δίπουν. [Γ 5. ἡ μὲν οὖν Σφὶγξ ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως ἑαυτὴν ἔρριψεν. αὐτός τε ὤκνει στρατεύεσθαι καὶ τοὺς λοιποὺς ἀπέτρεπε. τόν τε ὅρμον καὶ τὸν πέπλον ἔχων. φυγαδευθεὶς οὖν Πολυνείκης ἐκ Θηβῶν ἧκεν εἰς Ἄργος. μαθοῦσα δὲ αἴνιγμα παρὰ μουσῶν ἐπὶ τὸ Φίκιον ὄρος ἐκαθέζετο. [Γ 6. καὶ μάντεώς τινος ὑπομνησθεὶς λέγοντος αὐτῷ κάπρῳ καὶ λέοντι συζεῦξαι τὰς θυγατέρας. καὶ αὐτοῖς δοκεῖ τὸν ἕτερον παρ᾽ ἐνιαυτὸν ἄρχειν.9] φανέντων δὲ ὕστερον τῶν λανθανόντων. [Γ 6. καὶ τοὺς ἀριστέας συνήθροιζεν. τινὲς δὲ πρῶτον Ἐτεοκλέα ἄρξαντα μὴ βούλεσθαι παραδοῦναι τὴν βασιλείαν. ἔνθα τὸ τῶν Εὐμενίδων ἐστὶ τέμενος. εἰπὼν τὸ αἴνιγμα τὸ ὑπὸ τῆς Σφιγγὸς λεγόμενον ἄνθρωπον εἶναι· γίνεσθαι. Ἰοκάστη μὲν ἐξ ἀγχόνης ἑαυτὴν ἀνήρτησεν.Σφίγγα. θυγατέρας δὲ Ἰσμήνην καὶ Ἀντιγόνην.1] Ἐτεοκλῆς δὲ καὶ Πολυνείκης περὶ τῆς βασιλείας συντίθενται πρὸς ἀλλήλους. Οἰδίπους δὲ καὶ τὴν βασιλείαν παρέλαβε καὶ τὴν μητέρα ἔγημεν ἀγνοῶν. Οἰδίπους δὲ ἀκούσας ἔλυσεν. καὶ τοῦτο προύτεινε Θηβαίοις. ἐπεὶ δὲ μὴ εὕρισκον. εἰσὶ δὲ οἳ γεννηθῆναι τὰ τέκνα φασὶν ἐξ Εὐρυγανείας αὐτῷ τῆς Ὑπέρφαντος. καὶ τὸ τελευταῖον Αἵμονος τοῦ Κρέοντος. πολλῶν δὲ ἀπολομένων. καὶ αὐτοὺς Ἄδραστος ἀμφοτέρους εἰς τὰς πατρίδας ὑπέσχετο κατάξειν. ἐβασίλευε δὲ Ἄργους Ἄδραστος ὁ Ταλαοῦ· καὶ τοῖς τούτου βασιλείοις νύκτωρ προσπελάζει. Οἰδίπους δὲ τὰς ὄψεις τυφλώσας ἐκ Θηβῶν ἠλαύνετο. εἶχε δὲ πρόσωπον μὲν γυναικός. ἀμφοτέρους εἵλετο νυμφίους· εἶχον γὰρ ἐπὶ τῶν ἀσπίδων ὁ μὲν κάπρου προτομὴν ὁ δὲ λέοντος. ἦν δὲ τὸ αἴνιγμα· τί ἐστιν ὃ μίαν ἔχον φωνὴν τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται· χρησμοῦ δὲ Θηβαίοις ὑπάρχοντος τηνικαῦτα ἀπαλλαγήσεσθαι τῆς Σφιγγὸς ἡνίκα ἂν τὸ αἴνιγμα λύσωσι. κηρύσσει Κρέων τῷ τὸ αἴνιγμα λύσοντι καὶ τὴν βασιλείαν καὶ τὴν Λαΐου δώσειν γυναῖκα. γὰρ τετράπουν βρέφος ὄντα τοῖς τέτταρσιν ὀχούμενον κώλοις. καὶ συνάπτει μάχην Τυδεῖ τῷ Οἰνέως φεύγοντι Καλυδῶνα. καθίζει ἱκέτης. παραγενόμενος δὲ σὺν Ἀντιγόνῃ τῆς Ἀττικῆς εἰς Κολωνόν. ἣ μητρὸς μὲν Ἐχίδνης ἦν πατρὸς δὲ Τυφῶνος. γηρῶντα δὲ τρίτην προσλαμβάνειν βάσιν τὸ βάκτρον. μάντις ὢν καὶ προειδὼς ὅτι δεῖ πάντας τοὺς στρατευσαμένους χωρὶς Ἀδράστου τελευτῆσαι.
Καπανεὺς δὲ παρὰ τὰς Ὠγυγίας. διάπειραν τῶν Θηβαίων Τυδεὺς ποιούμενος. Ἀμφιάραος Ὀικλέους. τὸν μὲν οὖν δράκοντα ἐπιφανέντες οἱ μετὰ Ἀδράστου κτείνουσι. Καπανεὺς Ἱππονόου. οἱ δὲ λέγουσι Ταλαοῦ. Ἀμφιάραος μὲν οὖν ἀπεῖπεν Ἐριφύλῃ παρὰ Πολυνείκους δῶρα λαμβάνειν. ἦν γὰρ ἐπὶ ταύτῃ· γενομένης γὰρ αὐτῆσπρὸς Ἄδραστον. [Γ 6. Πολυνείκης δὲ δοὺς αὐτῇ τὸν ὅρμον ἠξίου τὸν Ἀμφιάραον πεῖσαι στρατεύειν. ὁ παῖς ἀπολειφθεὶς ὑπὸ δράκοντος διαφθείρεται. διακρίνειν Ἐριφύλῃ συγχωρῆσαι. καθὰ συνέθεντο.5] ὡς δὲ ἦλθον εἰς τὸν Κιθαιρῶνα. [Γ 6.4] παραγενόμενοι δὲ εἰς Νεμέαν. πάλῃ Πολυνείκης. πυγμῇ Τυδεύς. τινὲς δὲ Τυδέα μὲν καὶ Πολυνείκην οὐ καταριθμοῦσι. ἧς ἐβασίλευε Λυκοῦργος. Πολυνείκης <δὲ> Οἰδίποδος ἐκ Θηβῶν. [Γ 6. οἱ δὲ ἡγεμόνες ἦσαν οἵδε· Ἄδραστος Ταλαοῦ. ἀκοντίῳ Λαόδοκος. Ἱππομέδων Ἀριστομάχου. Ἐριφύλη τὸν ὅρμον λαβοῦσα ἔπεισεν αὐτὸν σὺν Ἀδράστῳ στρατεύειν. μὴ προσέχοντος δὲ Ἐτεοκλέους.3] Ἄδραστος δὲ συναθροίσας <στρατὸν> σὺν ἡγεμόσιν ἑπτὰ πολεμεῖν ἔσπευδε Θήβας. Ἱππομέδων δὲ παρὰ τὰς Ὀγκαΐδας. καὶ ἵππῳ μὲν ἐνίκησεν Ἄδραστος. καθ᾽ ἕνα προκαλούμενος πάντων περιεγένετο. πέμπουσι Τυδέα προεροῦντα Ἐτεοκλεῖ τῆς βασιλείας παραχωρεῖν Πολυνείκει. καὶ πυλῶν ἑπτὰ οὐσῶν Ἄδραστος μὲν παρὰ τὰς Ὁμολωίδας πύλας ἔστη. καὶ αὐτοῖς ἡγήσατο τῆς ἐπὶ κρήνην ὁδοῦ Ὑψιπύλη. οἱ δὲ πεντήκοντα ἄνδρας ὁπλίσαντες ἀπιόντα ἐνήδρευσαν αὐτόν· πάντας δὲ αὐτοὺς χωρὶς Μαίονος ἀπέκτεινε. συγκαταλέγουσι δὲ τοῖς ἑπτὰ Ἐτέοκλον Ἴφιος καὶ Μηκιστέα. νήπιον παῖδα [ὄντα] Ὀφέλτην ἀπολιποῦσα. τόξῳ Παρθενοπαῖος. ὅτε οὖν ἐπὶ Θήβας ἔδει στρατεύειν. αἰσθόμεναι γὰρ αἱ Λήμνιαι ὕστερον Θόαντα σεσωσμένον ἐκεῖνον μὲν ἔκτειναν. Ἀμφιάραος δὲ εἷπεν ἐκείνοις τὸ σημεῖον τὰ μέλλοντα προμαντεύεσθαι· τὸν δὲ παῖδα Ἀρχέμορον ἐκάλεσαν.6] Ἀργεῖοι δὲ καθοπλισθέντες προσῄεσαν τοῖς τείχεσι. [Γ 6. ὃν ἔτρεφεν Εὐρυδίκης ὄντα καὶ Λυκούργου. περὶ ὧν <ἂν> Ἀδράστῳ διαφέρηται. Τυδεὺς Οἰνέως Αἰτωλός. οἱ δὲ ἔθεσαν ἐπ᾽ αὐτῷ τὸν τῶν Νεμέων ἀγῶνα. Πολυνείκης δὲ παρὰ τὰς . διαλυσάμενος ὤμοσε. σταδίῳ δὲ Ἐτέοκλος. τὸν δὲ παῖδα θάπτουσιν. δεικνυούσης δὲ τὴν κρήνην. ἐζήτουν ὕδωρ. κἄπειτα ἐπὶ τὸ στρατόπεδον ἦλθεν.ἀφικόμενος πρὸς Ἶφιν τὸν Ἀλέκτορος ἠξίου μαθεῖν πῶς ἂν Ἀμφιάραος ἀναγκασθείη στρατεύεσθαι· ὁ δὲ εἶπεν εἰ λάβοι τὸν ὅρμον Ἐριφύλη. οὗτοι μὲν ἐξ Ἄργους. Ἀμφιάραος δὲ παρὰ τὰς Προιτίδας. ἅλματι καὶ δίσκῳ Ἀμφιάραος. Παρθενοπαῖος Μελανίωνος Ἀρκάς. τὴν δὲ Ὑψιπύλην ἀπημπόλησαν· διὸ πραθεῖσα ἐλάτρευε παρὰ Λυκούργῳ. Ἀδράστου μὲν παρακαλοῦντος Ἀμφιαράου δὲ ἀποτρέποντος. Ἀμφιάραος δὲ ἀνάγκην ἔχων στρατεύεσθαι τοῖς παισὶν ἐντολὰς ἔδωκε τελειωθεῖσι τήν τε μητέρα κτείνειν καὶ ἐπὶ Θήβας στρατεύειν.
ὅθεν Ἥρα μὲν αὐτὸν ἐτύφλωσε.7] ἦν δὲ παρὰ Θηβαίοις μάντις Τειρεσίας Εὐήρους καὶ Χαρικλοῦς νύμφης. ἄλλοι μὲν γὰρ αὐτὸν ὑπὸ θεῶν φασι τυφλωθῆναι. Παρθενοπαῖος <δὲ> παρὰ τὰς Ἠλέκτρας. καὶ κτείνουσιν ἀλλήλους. τοῦτο ἀκούσας Μενοικεὺς ὁ Κρέοντος ἑαυτὸν πρὸ τῶν πυλῶν ἔσφαξε. Τυδεὺς δὲ παρὰ τὰς Κρηνίδας. τοῦτον ἀνέκριναν. γενόμενος τυφλὸς τὰς ὁράσεις. οὗ περὶ τῆς πηρώσεως καὶ τῆς μαντικῆς λέγονται λόγοι διάφοροι. [Γ 6. καὶ Καπανεὺς ἁρπάσας κλίμακα ἐπὶ τὰ τείχη δι᾽ αὐτῆς ἀνῄει. μισῶν Τυδέα ὅτι . Παρθενοπαῖον ὁ Ποσειδῶνος παῖς Περικλύμενος ἀπέκτεινε. Ἀμφίδικος δὲ Παρθενοπαῖον. καὶ καταστήσας ἡγεμόνας ἴσους ἴσοις ἔταξε. Φερεκύδης δὲ ὑπὸ Ἀθηνᾶς αὐτὸν τυφλωθῆναι· οὖσαν γὰρ τὴν Χαρικλὼ προσφιλῆ τῇ Ἀθηνᾶγυμνὴν ἐπὶ πάντα ἰδεῖν. διόπερ Ἥρα καὶ Ζεὺς ἀμφισβητοῦντες πότερον τὰς γυναῖκας ἢ τοὺς ἄνδρας ἥδεσθαι μᾶλλον ἐν ταῖς συνουσίαις συμβαίνοι. ὃ φέρων ὁμοίως τοῖς βλέπουσιν ἐβάδιζεν. Ἀμφιάραος δὲ αἰσθόμενος τοῦτο. ὡς δὲ ἀπώλλυντο πολλοί. καρτερᾶς δὲ πάλιν γενομένης μάχης οἱ Ἀστακοῦ παῖδες ἠρίστευσαν· Ἴσμαρος μὲν γὰρ Ἱππομέδοντα ἀπέκτεινε.] ἐγένετο δὲ καὶ πολυχρόνιος. δόξαν ἑκατέροις τοῖς στρατεύμασιν Ἐτεοκλῆς καὶ Πολυνείκης περὶ τῆς βασιλείας μονομαχοῦσι. τὴν δὲ ταῖς χερσὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καταλαβομένην πηρὸν ποιῆσαι. τὰς δὲ δέκ᾽ ἐμπίπλησι γυνὴ τέρπουσα νόημα. ἐὰν Μενοικεὺς ὁ Κρέοντος Ἄρει σφάγιον αὑτὸν ἐπιδῷ. Χαρικλοῦς δὲ δεομένης ἀποκαταστῆσαι πάλιν τὰς ὁράσεις. ἡμιθνῆτος δὲ αὐτοῦ κειμένου παρὰ Διὸς αἰτησαμένη Ἀθηνᾶ φάρμακον ἤνεγκε. τὰς ἀκοὰς διακαθάρασαν πᾶσαν ὀρνίθων φωνὴν ποιῆσαι συνεῖναι. τὰς δὲ ἐννέα γυναῖκας. μάχης δὲ γενομένης οἱ Καδμεῖοι μέχρι τῶν τειχῶν συνεδιώχθησαν. ὁ δὲ ἔφη δέκα μοιρῶν περὶ τὰς συνουσίας οὐσῶν τὴν μὲν μίαν ἄνδρας ἥδεσθαι. ὡς δὲ Εὐριπίδης φησί. καὶ Ζεὺς αὐτὸν κεραυνοῖ. Ἡσίοδος δέ φησιν ὅτι θεασάμενος περὶ Κυλλήνην ὄφεις συνουσιάζοντας καὶ τούτους τρώσας ἐγένετο ἐξ ἀνδρὸς γυνή. ἀπὸ γένους Οὐδαίου τοῦ Σπαρτοῦ. Μελάνιππος δὲ ὁ λοιπὸς τῶν Ἀστακοῦ παίδων εἰς τὴν γαστέρα Τυδέα τιτρώσκει.8] τούτου δὲ γενομένου τροπὴ τῶν Ἀργείων γίνεται. [Γ 6. [τὸ ὑπὸ Τειρεσίου λεχθὲν πρὸς Δία καὶ Ἥραν· οἴην μὲν μοῖραν δέκα μοιρῶν τέρπεται ἀνήρ. μὴ δυναμένην τοῦτο ποιῆσαι. Ζεὺς δὲ τὴν μαντικὴν αὐτῷ ἔδωκεν. οὗτος οὗν Θηβαίοις μαντευομένοις εἶπε νικήσειν. καθώπλισε δὲ καὶ Ἐτεοκλῆς Θηβαίους.Ὑψίστας. Λεάδης δὲ Ἐτέοκλον. δι᾽ οὗ ποιεῖν ἔμελλεν ἀθάνατον αὐτόν. πάλιν δὲ τοὺς αὐτοὺς ὄφεις παρατηρήσας συνουσιάζοντας ἐγένετο ἀνήρ. καὶ πῶς ἂν περιγένοιντο τῶν πολεμίων ἐμαντεύετο. καὶ σκῆπτρον αὐτῷ δωρήσασθαι κράνειον. ὅτι τοῖς ἀνθρώποις ἃ κρύπτειν ἤθελον ἐμήνυε.
Λαοδάμαντα δὲ Ἀλκμαίων. αὐτοὺς δὲ φεύγειν. ἐκρύφθη. Τειρεσίου δὲ εἰπόντος αὐτοῖς πρὸς μὲν Ἀργείους κήρυκα περὶ διαλύσεως ἀποστέλλειν. νύκτωρ δὲ ἐπὶ τὴν λεγομένην Τιλφοῦσσαν κρήνην παραγενομένων αὐτῶν. πρὶν ὑπὸ Περικλυμένου τὰ νῶτα τρωθῇ. στρατεύειν ἐπὶ Θήβας προῃροῦντο. ἔπειτα τῶν Θηβαίων ἐπελθόντων Λαοδάμαντος τοῦ Ἐτεοκλέους ἡγουμένου γενναίως μάχονται. καὶ Ζεὺς ἀθάνατον αὐτὸν ἐποίησεν. κρύφα τὸ Πολυνείκους σῶμα κλέψασα ἔθαψε. Διομήδης Τυδέως. ὡς δὲ εἶδεν Ἀθηνᾶ. καὶ μαντευομένοις αὐτοῖς ὁ θεὸς ἐθέσπισε νίκην Ἀλκμαίωνος ἡγουμένου.1] Κρέων δὲ τὴν Θηβαίων βασιλείαν παραλαβὼν τοὺς τῶν Ἀργείων νεκροὺς ἔρριψεν ἀτάφους. ὁ δὲ διελὼν τὸν ἐγκέφαλον ἐξερρόφησεν. . Ἀμφιαράῳ δὲ φεύγοντι παρὰ ποταμὸν Ἰσμηνόν. μία τῶν Οἰδίποδος θυγατέρων. ὡς δὲ ἔνιοι Ἐλάτωνι. τὴν Μελανίππου κεφαλὴν ἀποτεμὼν ἔδωκεν αὐτῷ [ τιτρωσκόμενος δὲ Τυδεὺς ἔκτεινεν αὐτόν]. καὶ κηρύξας μηδένα θάπτειν φύλακας κατέστησεν. μυσαχθεῖσα τὴν εὐεργεσίαν ἐπέσχε τε καὶ ἐφθόνησεν. ὁ δὲ σὺν τῷ ἅρματι καὶ τῷ ἡνιόχῳ Βάτωνι. Ἄδραστος δὲ εἰς Ἀθήνας ἀφικόμενος ἐπὶ τὸν ἐλέου βωμὸν κατέφυγε. Εὐάδνη. κληθέντες ἐπίγονοι. Αἰγιαλεὺς Ἀδράστου. τὸν τῶν πατέρων θάνατον τιμωρήσασθαι βουλόμενοι. καὶ φωραθεῖσα ὑπὸ Κρέοντος αὐτοῦ τῷ τάφῳ ζῶσα ἐνεκρύφθη. καὶ Λαοδάμας μὲν Αἰγιαλέα κτείνει. Ἀντιγόνη δέ. ὅμως στρατεύεται· λαβοῦσα γὰρ Ἐριφύλη παρὰ Θερσάνδρου τοῦ Πολυνείκους τὸν πέπλον συνέπεισε καὶ τοὺς παῖδας στρατεύεσθαι. Θηβαῖοι δὲ ἐπὶ πολὺ διελθόντες πόλιν Ἑστιαίαν κτίσαντες κατᾐκησαν. ἡ Καπανέως μὲν γυνὴ θυγάτηρ δὲ Ἴφιος.2] μετὰ δὲ ἔτη δέκα οἱ τῶν ἀπολομένων παῖδες. ἦσαν δὲ οἱ στρατευόμενοι οἵδε· Ἀλκμαίων καὶ Ἀμφίλοχος Ἀμφιαράου. αὐτοὶ δὲ ἀναβιβάσαντες ἐπὶ τὰς ἀπήνας τέκνα καὶ γυναῖκας ἐκ τῆς πόλεως ἔφευγον. [Γ 7.παρὰ τὴν ἐκείνου γνώμην εἰς Θήβας ἔπεισε τοὺς Ἀργείους στρατεύεσθαι. καὶ μετὰ τὸν τούτου θάνατον Θηβαῖοι συμφεύγουσιν εἰς τὰ τείχη. Θέρσανδρος Πολυνείκους. ἑαυτὴν ἐμβαλοῦσα συγκατεκαίετο. Πρόμαχος Παρθενοπαίου. ὁ μὲν οὖν Ἀλκμαίων ἡγεῖσθαι τῆς στρατείας οὐ βουλόμενος πρὶν τίσασθαι τὴν μητέρα. πρὸς μὲν τοὺς πολεμίους κήρυκα πέμπουσιν. Εὐρύαλος Μηκιστέως. Σθένελος Καπανέως. Ζεὺς κεραυνὸν βαλὼν τὴν γῆν διέστησεν. οἱ δὲ ἡγεμόνα Ἀλκμαίωνα ἑλόμενοι Θήβας ἐπολέμουν. Τειρεσίας ἀπὸ ταύτης πιὼν αὐτοῦ τὸν βίον κατέστρεψε. [Γ 7. τῆς Καπανέως δὲ καιομένης πυρᾶς. Ἄδραστον δὲ μόνον ἵππος διέσωσεν Ἀρείων· τοῦτον ἐκ Ποσειδῶνος ἐγέννησε Δημήτηρ εἰκασθεῖσα ἐρινύι κατὰ τὴν συνουσίαν. καὶ ἱκετηρίαν θεὶς ἠξίου θάπτειν τοὺς νεκρούς.3] οὗτοι πρῶτον μὲν πορθοῦσι τὰς πέριξ κώμας. οἱ δὲ Ἀθηναῖοι μετὰ Θησέως στρατεύσαντες αἱροῦσι Θήβας καὶ τοὺς νεκροὺς τοῖς οἰκείοις διδόασι θάψαι. [Γ 7.
[Γ 7. ἐνεδρευθεὶς ὑπὸ τῶν Φηγέως παίδων ἐπιτάξαντος τοῦ Φηγέως ἀναιρεῖται. καταλύουσι πρὸς Ἀγαπήνορα. καταψευσάμενοι αὐτῆς τὸν Ἀλκμαίωνος φόνον. καὶ ὃν Ἀχελῷος προσέχωσε τόπον κτίσας κατᾐκησε. γενομένης δὲ ὕστερον τῆς γῆς δι᾽ αὐτὸν ἀφόρου.4] Ἀργεῖοι δὲ ὕστερον τὸν δρασμὸν τῶν Θηβαίων μαθόντες εἰσίασιν εἰς τὴν πόλιν. [Γ 7.6] Καλλιρρόη δὲ τὴν Ἀλκμαίωνος ἀπώλειαν μαθοῦσα.[Γ 7. . καὶ λεγούσης οὐ συνοικήσειν αὐτῷ εἰ μὴ λάβοι ταῦτα. καὶ μεμηνὼς πρῶτον μὲν εἰς Ἀρκαδίαν πρὸς Ὀικλέα παραγίνεται. καὶ συναθροίζουσι τὴν λείαν. καὶ χρήσαντος Ἀπόλλωνος αὐτῷ τὴν μητέρα ἀπέκτεινεν.7] δηλώσαντες δὲ τῇ μητρὶ ταῦτα. ἵνα τὸν τοῦ πατρὸς τίσωνται φόνον. τελευταῖον δὲ ἐπὶ τὰς Ἀχελᾐου πηγὰς παραγενόμενος καθαίρεταί τε ὑπ᾽ αὐτοῦ καὶ τὴν ἐκείνου θυγατέρα Καλλιρρόην λαμβάνει. εἰς Δελφοὺς κομίζοντες ἀναθεῖναι τὸν ὅρμον καὶ τὸν πέπλον. χρήσαντος αὐτῷ τοῦ θεοῦ πρὸς Ἀχελῷον ἀπιέναι καὶ παρ᾽ ἐκεῖνον παλινδικίαν λαμβάνειν. παραγενόμενος εἰς Ψωφῖδα Ἀλκμαίων Φηγεῖ λέγει τεθεσπίσθαι τῆς μανίας ἀπαλλαγὴν ἑαυτῷ. καὶ τόν τε ὅρμον καὶ τὸν πέπλον ἔδωκε ταύτῃ. καὶ οἱ τοῦ Ἀλκμαίωνος παῖδες Ἀμφότερός τε καὶ Ἀκαρνάν· καὶ ἀνελόντες τοὺς τοῦ πατρὸς φονέας. ὁ δὲ πιστεύσας δίδωσι μηνύσαντος δὲ θεράποντος ὅτι Καλλιρρόῃ ταῦτα λαβὼν ἐκόμιζεν. Ἀλκμαίωνα δὲ μετῆλθεν ἐρινὺς τοῦ μητρᾐου φόνου. πλησιάζοντος αὐτῇ τοῦ Διός. παραγενόμενοί τε εἰς Ψωφῖδα καὶ παρελθόντες εἰς τὰ βασίλεια τόν τε Φηγέα καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ κτείνουσι. ἐκεῖθεν δὲ εἰς Ψωφῖδα πρὸς Φηγέα. ἔνιοι δὲ ὅτι μόνος. καὶ καθαιροῦσι τὰ τείχη. εἰς φυγὴν τῶν Ψωφιδίων τραπέντων.5] μετὰ δὲ τὴν Θηβῶν ἅλωσιν αἰσθόμενος Ἀλκμαίων καὶ ἐπ᾽ αὐτῷ δῶρα εἰληφυῖαν Ἐριφύλην τὴν μητέρα μᾶλλον ἠγανάκτησε. κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ καιρὸν οἵ τε Φηγέως παῖδες Πρόνοος καὶ Ἀγήνωρ. Καλλιρρόης δὲ ὕστερον τόν τε ὅρμον καὶ τὸν πέπλον ἐπιθυμούσης λαβεῖν. τὸν ὅρμον ὅταν εἰς Δελφοὺς κομίσας ἀναθῇ καὶ τὸν πέπλον. ἔνιοι μὲν λέγουσι σὺν Ἀμφιλόχῳ τῷ ἀδελφῷ κτεῖναι τὴν Ἐριφύλην. διωχθέντες δὲ ἄχρι Τεγέας ἐπιβοηθησάντων Τεγεατῶν καί τινων Ἀργείων ἐσώθησαν. καθαρθεὶς δὲ ὑπ᾽ αὐτοῦ Ἀρσινόην γαμεῖ τὴν τούτου θυγατέρα. τῆς δὲ λείας μέρος εἰς Δελφοὺς πέμπουσιν Ἀπόλλωνι καὶ τὴν Τειρεσίου θυγατέρα Μαντώ· ηὔξαντο γὰρ αὐτῷ Θήβας ἑλόντες τὸ κάλλιστον τῶν λαφύρων ἀναθήσειν. τόν τε ὅρμον καὶ τὸν πέπλον ἐλθόντες εἰς Δελφοὺς ἀνέθεντο κατὰ πρόσταξιν Ἀχελᾐου. [Γ 7. Ἀρσινόην δὲ μεμφομένην οἱ τοῦ Φηγέως παῖδες ἐμβιβάσαντες εἰς λάρνακα κομίζουσιν εἰς Τεγέαν καὶ διδόασι δούλην Ἀγαπήνορι. τὸ μὲν πρῶτον πρὸς Οἰνέα παραγίνεται εἰς Καλυδῶνα καὶ ξενίζεται παρ᾽ αὐτῷ. γενόμενοι δὲ ἐξαίφνης οἱ παῖδες τέλειοι ἐπὶ τὴν ἐκδικίαν τοῦ πατρὸς ἐξῄεσαν. αἰτεῖται τοὺς γεγεννημένους παῖδας ἐξ Ἀλκμαίωνος αὐτῇ γενέσθαι τελείους. ἔπειτα ἀφικόμενος εἰς Θεσπρωτοὺς τῆς χώρας ἀπελαύνεται.
1] ἐπανάγωμεν δὲ νῦν πάλιν ἐπὶ τὸν Πελασγόν. Καύκωνα Μηκιστέα Ὁπλέα Μακαρέα Μάκεδνον. τοῦτον ἔνιοι διὰ τὴν τῶν Λυκάονος παίδων δυσσέβειαν εἶπον γεγενῆσθαι. [Γ 8.πορευθέντες δὲ εἰς τὴν Ἤπειρον συναθροίζουσιν οἰκήτορας καὶ κτίζουσιν Ἀκαρνανίαν. Ἥρα δὲ ἔπεισεν Ἄρτεμιν ὡς ἄγριον θηρίον κατατοξεῦσαι. Ζεὺς δὲ ἐρασθεὶς ἀκούσῃ συνευνάζεται. εἰσὶ δὲ οἱ λέγοντες ὡς . οἱ δὲ αὐτὸν ἐπὶ ξένια καλέσαντες. τοῖς ἱεροῖς τὰ τούτου σπλάγχνα συναναμίξαντες παρέθεσαν. Εὔμηλος δὲ καί τινες ἕτεροι λέγουσι Λυκάονι καὶ θυγατέρα Καλλιστὼ γενέσθαι· Ἡσίοδος μὲν γὰρ αὐτὴν μίαν εἶναι τῶν νυμφῶν λέγει. Λυκάονα δὲ καὶ τοὺς τούτου παῖδας ἐκεραύνωσε. καὶ Ἀμφίλοχος κατὰ χρησμοὺς Ἀπόλλωνος Ἀμφιλοχικὸν Ἄργος ᾤκισεν. Ἁλίφηρον Γενέτορα Βουκολίωνα Σωκλέα Φινέα. ὡς μὲν ἔνιοι λέγουσιν. Ἀπόλλωνι.2] Νυκτίμου δὲ. Ὅρον Πόλιχον Ἀκόντην Εὐαίμονα Ἀγκύορα. Τηλεβόαν Φύσιον Φάσσον Φθῖον Λύκιον. Φερεκύδης δὲ Κητέως. δεδοικυίας μὴ Κρέων αὐτὴν γαμετὴν ποιήσηται. Ἀμφίλοχον καὶ θυγατέρα Τισιφόνην. παῖς Λυκάων ἐγένετο. ὡς δὲ ἔνιοι. . [Γ 8. Μαντινέα Κλείτορα Στύμφαλον Ὀρχομενόν . συμβουλεύσαντος τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ Μαινάλου. τὴν βασιλείαν παραλαβόντος ὁ ἐπὶ Δευκαλίωνος κατακλυσμὸς ἐγένετο. ὃν Ἀκουσίλαος μὲν Διὸς λέγει καὶ Νιόβης. κομίσαντα δὲ εἰς Κόρινθον τὰ βρέφη δοῦναι τρέφειν Κορινθίων βασιλεῖ Κρέοντι. Ζεὺς δὲ <μυσαχθεὶς> τὴν μὲν τράπεζαν ἀνέτρεψεν. . ἔνθα νῦν Τραπεζοῦς καλεῖται ὁ τόπος. Ἡσίοδος δὲ αὐτόχθονα. αὕτη σύνθηρος Ἀρτέμιδος οὖσα. καθάπερ ὑπέθεμεν. Ἀρτέμιδι. Ἀρχεβάτην Καρτέρωνα Αἰγαίωνα Πάλλαντα Εὔμονα. παραγενόμενον δὲ εἰς Κόρινθον ἐπὶ τὴν τῶν τέκνων ἀπαίτησιν καὶ τὸν υἱὸν κομίσασθαι. βουλόμενος δὲ Ἥραν λαθεῖν εἰς ἄρκτον μετεμόρφωσεν αὐτήν. τὴν αὐτὴν ἐκείνῃ στολὴν φοροῦσα. καὶ τὴν μὲν Τισιφόνην διενεγκοῦσαν εὐμορφίᾳ ὑπὸ τῆς Κρέοντος γυναικὸς ἀπεμποληθῆναι. Ἄσιος δὲ Νυκτέως. Εὐμήτην Ἁρπαλέα Πορθέα Πλάτωνα Αἵμονα. εἰκασθείς. οὗτοι πάντας ἀνθρώπους ὑπερέβαλλον ὑπερηφανίᾳ καὶ ἀσεβείᾳ. ἢ καθάπερ ἄλλοι λέγουσι νύμφης Κυλλήνης. ὤμοσεν αὐτῇ μεῖναι παρθένος. σφάξαντες ἕνα τῶν ἐπιχωρίων παῖδα. χωρὶς τοῦ νεωτάτου Νυκτίμου· φθάσασα γὰρ ἡ Γῆ καὶ τῆς δεξιᾶς τοῦ Διὸς ἐφαψαμένη τὴν ὀργὴν κατέπαυσε. ὃς βασιλεύων Ἀρκάδων ἐκ πολλῶν γυναικῶν πεντήκοντα παῖδας ἐγέννησε· Μελαινέα Θεσπρωτὸν Ἕλικα Νύκτιμον Πευκέτιον. Εὐριπίδης δέ φησιν Ἀλκμαίωνα κατὰ τὸν τῆς μανίας χρόνον ἐκ Μαντοῦς Τειρεσίου παῖδας δύο γεννῆσαι. Κύναιθον Λέοντα Ἁρπάλυκον Ἡραιέα Τιτάναν. τὸν δὲ Ἀλκμαίωνα ἀγοράσαντα ταύτην ἔχειν οὐκ εἰδότα τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα θεράπαιναν. Κάνηθον Πρόθοον Λίνον Κορέθοντα Μαίναλον. τούτου καὶ τῆς Ὠκεανοῦ θυγατρὸς Μελιβοίας. Ζεὺς δὲ αὐτῶν βουλόμενος τὴν ἀσέβειαν πειρᾶσαι εἰκασθεὶς ἀνδρὶ χερνήτῃ παραγίνεται.
ἄρκτος δὲ φοιτῶσα πολλάκις θηλὴν ἐδίδου. ἧς εἶχε τὴν ἱερωσύνην. τὸ δὲ βρέφος ἐκτεθὲν ἐν ὄρει Παρθενίῳ θηλὴν ὑποσχούσης ἐλάφου Τήλεφος ἐκλήθη. μὴ καταληφθέντι δὲ γάμος. Ἡσίοδος δὲ καί τινες ἕτεροι τὴν Ἀταλάντην οὐκ Ἰάσου ἀλλὰ Σχοινέως εἶπον. Ἰάσου δὲ καὶ Κλυμένης τῆς Μινύου Ἀταλάντη ἐγένετο. χρύσεα μῆλα κομίζων παρ᾽ Ἀφροδίτης. καὶ τὸν γήμαντα αὐτὴν οὐ Μελανίωνα ἀλλὰ Ἱππομένην. νύμφης Χρυσοπελείας. κἀκεῖ συνουσιάζοντας εἰς λέοντας ἀλλαγῆναι. ὃς ἐπὶ Θήβας ἐστρατεύσατο. ὡς ὁ πατὴρ γαμεῖν αὐτὴν ἔπειθεν ἀπιοῦσα εἰς σταδιαῖον τόπον καὶ πήξασα μέσον σκόλοπα τρίπηχυν. Ἀφείδας δὲ Ἀλεὸν καὶ Σθενέβοιαν. ἐγέννησε δὲ ἐκ Μελανίωνος Ἀταλάντη ἢ Ἄρεος Παρθενοπαῖον.2] Λυκούργου δὲ καὶ Κλεοφύλης ἢ Εὐρυνόμης Ἀγκαῖος καὶ Ἔποχος καὶ Ἀμφιδάμας καὶ Ἴασος. ταύτης ὁ πατὴρ ἀρρένων παίδων ἐπιθυμῶν ἐξέθηκεν αὐτήν. βιάζεσθαι δὲ αὐτὴν ἐπιχειροῦντες Κένταυροι ῾Ροῖκός τε καὶ Ὑλαῖος κατατοξευθέντες ὑπ᾽ αὐτῆς ἀπέθανον. ὡς δὲ Εὔμηλος λέγει. καὶ διωκόμενος ταῦτα ἔρριπτεν. παραγενόμενος εἰς Μυσίαν θετὸς παῖς Τεύθραντος γίνεται· καὶ τελευτῶντος αὐτοῦ διάδοχος τῆς δυναστείας γίνεται. ἣν γαμεῖ Προῖτος. ἐγένοντο παῖδες Ἔλατος καὶ Ἀφείδας. καί ποτε λέγεται θηρεύοντας αὐτοὺς εἰσελθεῖν εἰς τὸ τέμενος Διός. ἔγημεν οὖν αὐτὴν Μελανίων. ἀκάρπου δὲ τῆς γῆς μενούσης. [Γ 9. ἐντεῦθεν τῶν μνηστευομένων τοὺς δρόμους προϊεῖσα ἐτρόχαζε καθωπλισμένη· καὶ καταληφθέντι μὲν αὐτοῦ θάνατος ὠφείλετο. καὶ θηρεύουσα ἐν ἐρημίᾳ καθωπλισμένη διετέλει. οὗτοι τὴν γῆν ἐμερίσαντο. προσαγορεύσας Ἀρκάδα· τὴν δὲ Καλλιστὼ καταστερίσας ἐκάλεσεν ἄρκτον. παρεγένετο δὲ μετὰ τῶν ἀριστέων καὶ ἐπὶ τὸν Καλυδώνιον κάπρον. Εὐριπίδης δὲ Μαινάλου.1] Ἀρκάδος δὲ καὶ Λεανείρας τῆς Ἀμύκλου ἢ Μεγανείρας τῆς Κρόκωνος.Ἄρτεμις αὐτὴν κατετόξευσεν ὅτι τὴν παρθενίαν οὐκ ἐφύλαξεν. φωραθεῖσα ὑπὸ τοῦ πατρὸς παρεδόθη Ναυπλίῳ ἐπὶ θανάτῳ παρ᾽ οὗ Τεύθρας ὁ Μυσῶν δυνάστης παραλαβὼν αὐτὴν ἔγημε. ὃς ἐκ Λαοδίκης τῆς Κινύρου Στύμφαλον καὶ Περέα τεκνοῖ. μέχρις οὗ εὑρόντες κυνηγοὶ παρ᾽ ἑαυτοῖς ἀνέτρεφον. καὶ μηνυόντων τῶν χρησμῶν εἶναί τι ἐν τῷ τεμένει τῆς Ἀθηνᾶς δυσσέβημα. Ἀλεοῦ δὲ καὶ Νεαίρας τῆς Περέως θυγάτηρ μὲν Αὔγη. τὸ δὲ πᾶν κράτος εἶχεν Ἔλατος. ἡ δὲ ἀναιρουμένη τὰ ῥιπτόμενα τὸν δρόμον ἐνικήθη. ἤδη δὲ πολλῶν ἀπολομένων Μελανίων αὐτῆς ἐρασθεὶς ἧκεν ἐπὶ τὸν δρόμον. ἣν Εὐρυσθεὺς ἔγημεν. ἀνευροῦσα δὲ ὕστερον τοὺς γονέας. [Γ 9. υἱοὶ δὲ Κηφεὺς καὶ Λυκοῦργος. καὶ ἐν τῷ ἐπὶ Πελίᾳ τεθέντι ἀγῶνι ἐπάλαισε Πηλεῖ καὶ ἐνίκησεν. ἀπολομένης δὲ Καλλιστοῦς Ζεὺς τὸ βρέφος ἁρπάσας ἐν Ἀρκαδίᾳ δίδωσιν ἀνατρέφειν Μαίᾳ. . καὶ τραφεὶς ὑπὸ τῶν Κορύθου βουκόλων καὶ ζητήσας τοὺς γονέας ἧκεν εἰς Δελφούς. τελεία δὲ Ἀταλάντη γενομένη παρθένον ἑαυτὴν ἐφύλαττε. καὶ μαθὼν παρὰ τοῦ θεοῦ. Ἀμφιδάμαντος δὲ Μελανίων καὶ θυγάτηρ Ἀντιμάχη. Αὔγη μὲν οὖν ὑφ᾽ Ἡρακλέους φθαρεῖσα κατέκρυψε τὸ βρέφος ἐν τῷ τεμένει τῆς Ἀθηνᾶς.
δύο δὲ καταθύσας τὰς μὲν βύρσας πέτραις καθήλωσε. ἀκούσας δὲ τῆς λύρας ὁ Ἀπόλλων ἀντιδίδωσι τὰς βόας. ὃν δίσκῳ βαλὼν ἄκων ἀπέκτεινε. Ἀλκυόνη Μερόπη Κελαινὼ Ἠλέκτρα Στερόπη Ταϋγέτη Μαῖα. δυσὶ δὲ ἐμίχθη Ποσειδῶν. οὗτος ἐν σπαργάνοις ἐπὶ τοῦ λίκνου κείμενος. ὃν Ποσειδῶν ἐν μακάρων ᾤκισε νήσοις. καθάπερ Στησίχορός φησι. τούτων Στερόπην μὲν Οἰνόμαος ἔγημε. ἡ δὲ ἐπέδειξεν αὐτὸν ἐν τοῖς σπαργάνοις. Ἀμύκλα δὲ καὶ Διομήδης τῆς Λαπίθου Κυνόρτης καὶ Ὑάκινθος. τὴν χρυσῆν ῥάβδον ἐδίδου ἣν ἐκέκτητο βουκολῶν. Λακεδαίμονος δὲ καὶ Σπάρτης τῆς Εὐρώτα. Ἀπόλλων δὲ αὐτὸν πρὸς Δία κομίσας τὰς βόας ἀπῄτει. οἱ δὲ ἰδεῖν μὲν παῖδα ἐλαύνοντα ἔφασκον. Ὑριέως μὲν οὖν καὶ Κλονίης νύμφης Νυκτεὺς καὶ Λύκος. καὶ κομίσας εἰς Πύλον τὰς μὲν λοιπὰς εἰς σπήλαιον ἀπέκρυψε. Ἀπόλλων δὲ τὰς βόας ζητῶν εἰς Πύλον ἀφικνεῖται. Ἀμύκλας καὶ Εὐρυδίκη. καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἀνέκρινεν. Διὸς δὲ κελεύοντος ἀποδοῦναι ἠρνεῖτο. ταῖς δὲ λοιπαῖς Ἀτλαντίσι Ζεὺς συνουσιάζει. [Γ 10. καὶ κλέπτει βόας ἃς ἔνεμεν Ἀπόλλων.1] Ἄτλαντος δὲ καὶ τῆς Ὠκεανοῦ Πληιόνης ἐγένοντο θυγατέρες ἑπτὰ ἐν Κυλλήνῃ τῆς Ἀρκαδίας. ὃς γαμεῖ Γοργοφόνην τὴν Περσέως. ὑποδήματα τοῖς ποσὶ περιέθηκε. πρώτῃ μὲν Κελαινοῖ. υἱοὺς δὲ Ὑριέα καὶ Ὑπερήνορα.[Γ 10. δευτέρᾳ δὲ Ἀλκυόνῃ. ἣν ἔγημεν Ἀκρίσιος. καὶ τὸν Ἑρμῆν ᾐτιᾶτο. ἵνα δὲ μὴ φωραθείη ὑπὸ τῶν ἰχνῶν. τῶν δὲ κρεῶν τὰ μὲν κατηνάλωσεν ἑψήσας τὰ δὲ κατέκαυσε· καὶ ταχέως εἰς Κυλλήνην ᾤχετο. Λυγκεὺς δὲ . [Γ 10. Νυκτέως δὲ καὶ Πολυξοῦς Ἀντιόπη. Ἑρμῆς δὲ ταύτας νέμων σύριγγα πάλιν πηξάμενος ἐσύριζεν. Ἀφαρέως μὲν οὖν καὶ Ἀρήνης τῆς Οἰβάλου Λυγκεύς τε καὶ Ἴδας καὶ Πεῖσος· κατὰ πολλοὺς δὲ Ἴδας ἐκ Ποσειδῶνος λέγεται. ταύτην ἐκκαθάρας. τοῦτον εἶναι τοῦ Ἀπόλλωνος ἐρώμενον λέγουσιν. ἐκδὺς εἰς Πιερίαν παραγίνεται. Κυνόρτου δὲ Περιήρης. ἐξ ἧς Λύκος ἔγεντο. Ζεὺς δὲ αὐτὸν κήρυκα ἑαυτοῦ καὶ θεῶν ὑποχθονίων τίθησι. εἰς τὸ κύτος χορδὰς ἐντείνας ἐξ ὧν ἔθυσε βοῶν καὶ ἐργασάμενος λύραν εὗρε καὶ πλῆκτρον. ὁ δὲ καὶ ταύτην λαβεῖν ἀντὶ τῆς σύριγγος ἤθελε καὶ τὴν μαντικὴν ἐπελθεῖν· καὶ δοὺς διδάσκεται τὴν διὰ τῶν ψήφων μαντικήν. ἣ θυγατέρα μὲν ἐτέκνωσεν Αἴθουσαν τὴν Ἀπόλλωνι Ἐλευθῆρα τεκοῦσαν. μαθὼν δὲ ἐκ τῆς μαντικῆς τὸν κεκλοφότα πρὸς Μαῖαν εἰς Κυλλήνην παραγίνεται. ἀφ᾽ οὗ καὶ Λακεδαίμων ἡ χώρα καλεῖται.2] Μαῖα μὲν οὖν ἡ πρεσβυτάτη Διὶ συνελθοῦσα ἐν ἄντρῳ τῆς Κυλλήνης Ἑρμῆν τίκτει. Σίσυφος <δὲ> Μερόπην. μὴ πείθων δὲ ἄγει τὸν Ἀπόλλωνα εἰς Πύλον καὶ τὰς βόας ἀποδίδωσιν. καὶ τίκτει Τυνδάρεων Ἰκάριον Ἀφαρέα Λεύκιππον. αἱ Πληιάδες προσαγορευθεῖσαι. ὃς ἦν ἀπὸ Λέλεγος αὐτόχθονος καὶ νύμφης νηίδος Κλεοχαρείας. Ἀντιόπης δὲ καὶ Διὸς Ζῆθος καὶ Ἀμφίων. οὐκ ἔχειν δὲ εἰπεῖν ποῖ ποτε ἠλάθησαν διὰ τὸ μὴ εὑρεῖν ἴχνος δύνασθαι.3] Ταϋγέτη δὲ ἐκ Διὸς <ἐγέννησε> Λακεδαίμονα. Ἀπόλλων δὲ καὶ ταύτην βουλόμενος λαβεῖν. καὶ εὑρίσκει πρὸ τοῦ ἄντρου νεμομένην χελώνην.
[Γ 10. ἀλλ᾽ ἀνήγειρε καὶ τοὺς ἀποθανόντας· παρὰ γὰρ Ἀθηνᾶς λαβὼν τὸ ἐκ τῶν φλεβῶν τῆς Γοργόνος ῥυὲν αἷμα.6] Ἰκαρίου μὲν οὖν καὶ Περιβοίας νύμφης νηίδος Θόας Δαμάσιππος Ἰμεύσιμος Ἀλήτης Περίλεως. ὡς Μελησαγόρας λέγε]ι. Οἰβάλου δὲ καὶ νηίδος νύμφης Βατείας Τυνδάρεων Ἱπποκόωντα Ἰκάριον. Ἀπόλλων δὲ τὸν μὲν ἀπαγγείλαντα κόρακα καταρᾶται. καὶ συμμαχοῦσιν αὐτῷ πρὸς τοὺς ὁμόρους πόλεμον ἔχοντι· καὶ γαμεῖ Τυνδάρεως Θεστίου θυγατέρα Λήδαν. καὶ γενόμενος χειρουργικὸς καὶ τὴν τέχνην ἀσκήσας ἐπὶ πολὺ οὐ μόνον ἐκώλυέ τινας ἀποθνήσκειν. τινὲς δὲ Ἀσκληπιὸν οὐκ ἐξ Ἀρσινόης τῆς Λευκίππου λέγουσιν.4] Ζεὺς δὲ φοβηθεὶς μὴ λαβόντες ἄνθρωποι θεραπείαν παρ᾽ αὐτοῦ βοηθῶσιν ἀλλήλοις. πρὸς δὲ ταύταις Ἀρσινόην ἐγέννησε. ὅτε Ἡρακλῆς Ἱπποκόωντα καὶ τοὺς τούτου παῖδας ἀπέκτεινε. κατέρχονται. Ἱππόλυτον. ἐκεραύνωσεν αὐτόν. Κυνόρτου δὲ Περιήρην. Γλαῦκον τὸν Μίνωος. τῷ δὲ ἐκ τῶν δεξιῶν πρὸς σωτηρίαν. ὡς Στησίχορός φησιν <ἐν> Ἐριφύλῃ. Λευκίππου δὲ θυγατέρες ἐγένοντο Ἱλάειρα καὶ Φοίβη· ταύτας ἁρπάσαντες ἔγημαν Διόσκουροι. Καπανέα καὶ Λυκοῦργον. τοῦ δὲ Οἴβαλον. καιομένης δὲ αὐτῆς ἁρπάσας τὸ βρέφος ἐκ τῆς πυρᾶς πρὸς Χείρωνα τὸν Κένταυρον ἤνεγκε. αὖθις δέ. ἣν . [εὗρον δέ τινας λεγομένους ἀναστῆναι ὑπ᾽ αὐτοῦ. αὐτὴν δὲ ἀπέκτεινε.5] Ἱπποκόωντος μὲν οὖν ἐγένοντο παῖδες Δορυκλεὺς Σκαῖος Ἐναροφόρος Εὐτείχης Βουκόλος Λύκαιθος Τέβρος Ἱππόθοος Εὔρυτος Ἱπποκορυστὴς Ἀλκίνους Ἄλκων. ἡ δὲ Ἀσκληπιὸν γεννᾷ. καί φασιν ἐρασθῆναι ταύτης Ἀπόλλωνα καὶ εὐθέως συνελθεῖν· τὴν δὲ παρὰ τὴν τοῦ πατρὸς γνώμην [ἑλομένην] Ἴσχυϊ τῷ Καινέως ἀδελφῷ συνοικεῖν. ὥς φησι Πανύασις. οἱ δὲ φεύγουσι πρὸς Θέστιον. εἰσὶ δὲ οἱ λέγοντες Ἀφαρέα μὲν καὶ Λεύκιππον ἐκ Περιήρους γενέσθαι τοῦ Αἰόλου. Ζεὺς δὲ ἐμέλλησε ῥίπτειν αὐτὸν εἰς Τάρταρον. Ὑμέναιον. καὶ παραλαμβάνει Τυνδάρεως τὴν βασιλείαν. ὡς καὶ τὰ ὑπὸ γῆν θεωρεῖν. τῷ μὲν ἐκ τῶν ἀριστερῶν ῥυέντι πρὸς φθορὰν ἀνθρώπων ἐχρῆτο. [Γ 10. καὶ θυγάτηρ Πηνελόπη. Τυνδάρεων. καὶ τὰς θηλείας βόας πάσας διδυμοτόκους ἐποίησεν. ὃν τέως λευκὸν ὄντα ἐποίησε μέλανα.ὀξυδερκίᾳ διήνεγκεν. καὶ διὰ τούτου τοὺς τεθνηκότας ἀνήγειρεν. τούτους Ἱπποκόων ἔχων παῖδας Ἰκάριον καὶ Τυνδάρεων ἐξέβαλε Λακεδαίμονος. καὶ διὰ τοῦτο ὀργισθεὶς Ἀπόλλων κτείνει Κύκλωπας τοὺς τὸν κεραυνὸν Διὶ κατασκευάσαντας. δεηθείσης δὲ Λητοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἐνιαυτὸν ἀνδρὶ θητεῦσαι. [Γ 10. ὁ δὲ παραγενόμενος εἰς Φερὰς πρὸς Ἄδμητον τὸν Φέρητος τούτῳ λατρεύων ἐποίμαινε. ὡς οἱ Ὀρφικοὶ λέγουσι. ταύτῃ μίγνυται Ἀπόλλων. ἀλλ᾽ ἐκ Κορωνίδος τῆς Φλεγύου ἐν Θεσσαλίᾳ. ὡς ὁ τὰ Ναυπακτικὰ συγγράψας λέγει. παρ᾽ ᾧ καὶ τὴν ἰατρικὴν καὶ τὴν κυνηγετικὴν τρεφόμενος ἐδιδάχθη.
γένος Αἰτωλίδος. ἣν ἔγημεν Ἀγαμέμνων. Πηνέλεως <Ἱππαλκίμου>. Φιλοκτήτης Ποίαντος. Αἴας καὶ Τεῦκρος Τελαμῶνος. Σθένελος Καπανέως. Μενεσθεὺς Πετεώ. πάντας εἶπεν ἐξορκίσαι τοὺς μνηστῆρας βοηθήσειν. ἐκ δούλης <δὲ> Πιερίδος.7] Διὸς δὲ Λήδᾳ συνελθόντος ὁμοιωθέντος κύκνῳ. Εὔμηλος Ἀδμήτου. [Γ 11. ὁμοιωθέντα δὲ καὶ Δία κύκνῳ συνελθεῖν· τὴν δὲ ᾠὸν ἐκ τῆς συνουσίας ἀποτεκεῖν. καὶ τὴν Θησέως μητέρα Αἴθραν ἄγουσιν αἰχμάλωτον. ἦσαν δὲ οἱ μνηστευόμενοι οἵδε· Ὀδυσσεὺς Λαέρτου. [Γ 10.9] τούτων ὁρῶν τὸ πλῆθος Τυνδάρεως ἐδεδοίκει μὴ <προ>κριθέντος ἑνὸς στασιάσωσιν οἱ λοιποί. ἢ καθάπερ Ἀκουσίλαός φησι Τηρηίδος. Μέγης Φυλέως. Θάλπιος Εὐρύτου. Αἴας Ὀιλέως. καὶ Μενέλαον μὲν αὐτὸς αἱρεῖται νυμφίον. καὶ διὰ τὴν ἀνδρείαν ἐκλήθησαν ἀμφότεροι Διόσκουροι. λέγουσι δὲ ἔνιοι Νεμέσεως Ἑλένην εἶναι καὶ Διός. ἐν Ἅιδου Θησέως ὄντος. Λεοντεὺς Κορώνου.8] παρεγένοντο δὲ εἰς Σπάρτην ἐπὶ τὸν Ἑλένης γάμον οἱ βασιλεύοντες Ἑλλάδος.2] τῶν δὲ ἐκ Λήδας γενομένων παίδων Κάστωρ μὲν ἤσκει τὰ κατὰ πόλεμον.1] Μενέλαος μὲν οὖν ἐξ Ἑλένης Ἑρμιόνην ἐγέννησε καὶ κατά τινας Νικόστρατον. Πολύξενος Ἀγασθένους. Λήιτος <Ἀλέκτορος>. βουλόμενοι δὲ γῆμαι τὰς . Πρωτεσίλαος Ιφίκλου. [Γ 11. ταύτην γὰρ τὴν Διὸς φεύγουσαν συνουσίαν εἰς χῆνα τὴν μορφὴν μεταβαλεῖν. Πολυποίτης Πειρίθου. Ἀσκάλαφος καὶ Ἰάλμενος Ἄρεος. Τυνδάρεω δὲ Κάστωρ <καὶ Κλυταιμνήστρα>. ἀκούσας δὲ τοῦτο Τυνδάρεως τοὺς μνηστῆρας ἐξορκίζει. ἣν Ἔχεμος ἔγημε. αἱροῦσι τὴν πόλιν καὶ τὴν Ἑλένην λαμβάνουσι. Ἀντίλοχος Νέστορος. ὑποθήσεσθαι τρόπον τινὰ δι᾽ οὗ μηδεμία γενήσεται στάσις. ἔτι τε Φυλονόη. ἐκ Κνωσσίας δὲ νύμφης κατὰ Εὔμηλον Ξενόδαμον. [Γ 10. Πολυδεύκης δὲ καὶ Κάστωρ ἐπιστρατεύσαντες. Ἀμφίμαχος Κτεάτου. ὑποσχομένου δὲ Ὀδυσσέως. καὶ Κλυταιμνήστρα. καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν νύκτα Τυνδάρεω. τὴν δὲ καταθεμένην εἰς λάρνακα φυλάσσειν. Ἐλεφήνωρ Χαλκώδοντος. ἣν Ἄρτεμις ἀθάνατον ἐποίησε. Σχεδίος <καὶ> Ἐπίστροφος <Ἰφίτου>. γενομένην δὲ αὐτὴν κάλλει διαπρεπῆ Θησεὺς ἁρπάσας εἰς Ἀφίδνας ἐκόμισε. Πάτροκλος Μενοιτίου. καὶ χρόνῳ καθήκοντι γεννηθεῖσαν Ἑλένην ὡς ἐξ αὑτῆς θυγατέρα τρέφειν. Ἀμφίλοχος Ἀμφιαράου. Ἀγαπήνωρ Ἀγκαίου. τοῦτο δὲ ἐν τοῖς ἄλσεσιν εὑρόντα τινὰ ποιμένα Λήδᾳ κομίσαντα δοῦναι. Ποδαλείριος καὶ Μαχάων Ἀσκληπιοῦ. Διὸς μὲν ἐγεννήθη Πολυδεύκης καὶ Ἑλένη. Διομήδης Τυδέως. ὡς ὑπέσχετο αὐτῷ συλλήψεσθαι ὁ Τυνδάρεως. Εὐρύπυλος Εὐαίμονος. Μενέλαος Ἀτρέως. Πολυδεύκης δὲ πυγμήν.ἔγημεν Ὀδυσσεύς· Τυνδάρεω δὲ καὶ Λήδας Τιμάνδρα. ἐὰν ὁ προκριθεὶς νυμφίος ὑπὸ ἄλλου τινὸς ἀδικῆται περὶ τὸν γάμον. Ὀδυσσεῖ δὲ παρὰ Ἰκαρίου μνηστεύεται Πηνελόπην. Μεγαπένθη. [Γ 10. ἐὰν συλλάβηται πρὸς τὸν Πηνελόπης αὐτῷ γάμον.
τοῦτον μὲν οὖν διὰ κάλλος ἀναρπάσας Ζεὺς δι᾽ ἀετοῦ θεῶν οἰνοχόον ἐν οὐρανῷ κατέστησεν· Ἀσσαράκου δὲ καὶ Ἱερομνήμης τῆς Σιμόεντος Κάπυς.2] γενομένων δὲ αὐτῷ παίδων Ἴλου καὶ Ἐριχθονίου. καὶ τὸ τοῦ ἀδελφοῦ. καὶ τοῦ δευτέρου τὸ λοιπόν.3] Ἶλος δὲ εἰς Φρυγίαν ἀφικόμενος καὶ καταλαβὼν ὑπὸ τοῦ βασιλέως αὐτόθι τεθειμένον ἀγῶνα νικᾷ πάλην· καὶ λαβὼν ἆθλον πεντήκοντα κόρους καὶ κόρας τὰς ἴσας. Ἐριχθόνιος δὲ διαδεξάμενος τὴν βασιλείαν. Τυνδάρεως μεταπεμψάμενος Μενέλαον εἰς Σπάρτην τούτῳ τὴν βασιλείαν παρέδωκεν. ὑποδεχθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ βασιλέως. κἀκεῖνος αὐτὸν κτείνει. καὶ μετ᾽ ἐκείνου τὴν λείαν εἰς Μεσσήνην ἤλασε. ἐλάσαντες δὲ ἐκ τῆς Ἀρκαδίας βοῶν λείαν μετὰ τῶν Ἀφαρέως παίδων Ἴδα καὶ Λυγκέως. ταύτης δὲ ἐβασίλευε Τεῦκρος ποταμοῦ Σκαμάνδρου καὶ νύμφης Ἰδαίας· ἀφ᾽ οὗ καὶ οἱ τὴν χώραν νεμόμενοι Τεῦκροι προσηγορεύοντο. δόντος αὐτῷ τοῦ βασιλέως κατὰ χρησμὸν καὶ βοῦν ποικίλην. καὶ τὸν μὲν Λυγκέα κτείνει τὸ δόρυ προέμενος. μεταστάντων δὲ εἰς θεοὺς τῶν Διοσκούρων. στρατεύσαντες δὲ ἐπὶ Μεσσήνην οἱ Διόσκουροι τήν τε λείαν ἐκείνην καὶ πολλὴν ἄλλην συνελαύνουσι. βληθεὶς ὑπ᾽ ἐκείνου πέτρᾳ κατὰ τῆς κεφαλῆς. [Γ 12. Δάρδανον ἔκτισε πόλιν· τελευτήσαντος δὲ Τεύκρου τὴν χώραν ἅπασαν Δαρδανίαν ἐκάλεσε. τὸν δὲ Ἴδαν διώκων. παῖδας δὲ Ἶλον καὶ Ἀσσάρακον καὶ Γανυμήδην. καὶ Ζεὺς Ἴδαν κεραυνοῖ. καὶ φθάσας κατηνάλωσε τὸ μέρος τὸ ἴδιον πρῶτος Ἴδας. Πολυδεύκης δὲ ἐδίωξεν αὐτούς. καὶ γήμας Καλλιρρόην τὴν Σκαμάνδρου γεννᾷ θυγατέρα μὲν Κλεοπάτραν. [Γ 12. γήμας Ἀστυόχην τὴν Σιμόεντος. Ζεὺς ἀμφοτέροις παρ᾽ ἡμέραν καὶ ἐν θεοῖς εἶναι καὶ ἐν θνητοῖς ἔδωκε. καὶ φράσαντος ἐν ᾧπερ ἂν αὐτὴ κλιθῇ τόπῳ πόλιν κτίζειν. [Γ 12. Ἶλος μὲν ἄπαις ἀπέθανεν.1] Ἠλέκτρας δὲ τῆς Ἄτλαντος καὶ Διὸς Ἰασίων καὶ Δάρδανος ἐγένοντο. Πολυδεύκην δὲ εἰς οὐρανὸν ἀνάγει. τοῦ πρώτου καταφαγόντος εἶπε τῆς λείας τὸ ἥμισυ ἔσεσθαι. εἵπετο τῇ βοΐ. καὶ λαβὼν μέρος τῆς γῆς καὶ τὴν ἐκείνου θυγατέρα Βάτειαν. ὃς ἄπαις ἀπέθανεν.Λευκίππου θυγατέρας ἐκ Μεσσήνης ἁρπάσαντες ἔγημαν· καὶ γίνεται μὲν Πολυδεύκους καὶ Φοίβης Μνησίλεως. τοῦ δὲ καὶ Θεμίστης τῆς Ἴλου Ἀγχίσης. Λυγκεὺς δὲ ἰδὼν Κάστορα ἐμήνυσεν Ἴδᾳ. ἡ δὲ ἀφικομένη ἐπὶ τὸν λεγόμενον τῆς Φρυγίας Ἄτης λόφον κλίνεται· ἔνθα πόλιν κτίσας . πίπτει σκοτωθείς. Σαμοθρᾴκην ἀπολιπὼν εἰς τὴν ἀντίπερα ἤπειρον ἦλθε. μὴ δεχομένου δὲ Πολυδεύκους τὴν ἀθανασίαν ὄντος νεκροῦ Κάστορος. ἐπιτρέπουσιν Ἴδᾳ διελεῖν· ὁ δὲ τεμὼν βοῦν εἰς μέρη τέσσαρα. Δάρδανος δὲ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀδελφοῦ λυπούμενος. Κάστορος δὲ καὶ Ἱλαείρας Ἀνώγων. Ἰασίων μὲν οὖν ἐρασθεὶς Δήμητρος καὶ θέλων καταισχῦναι τὴν θεὸν κεραυνοῦται. καὶ τὸν Ἴδαν ἐλόχων καὶ τὸν Λυγκέα. ᾧ δι᾽ ἐρωτικὴν ἐπιθυμίαν Ἀφροδίτη συνελθοῦσα Αἰνείαν ἐγέννησε καὶ Λύρον. τεκνοῖ Τρῶα. οὗτος παραλαβὼν τὴν βασιλείαν τὴν μὲν χώραν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ Τροίαν ἐκάλεσε.
ἐκθεῖναι τὸ βρέφος ἐκέλευε. δίδωσιν ἐκθεῖναι οἰκέτῃ κομίσαντι εἰς Ἴδην· ὁ δὲ οἰκέτης Ἀγέλαος ὠνομάζετο. καὶ περὶ μὲν τοῦ παλλαδίου ταῦτα λέγεται. ἐξ ἧς αὐτῷ παῖς Αἴσακος γίνεται. ξόανον ἐκείνης ὅμοιον κατασκευάσαι. καὶ οὕτως ὑπὸ τῆς Ἀθηνᾶς τρωθεῖσαν πεσεῖν. ἦν δὲ τῷ μεγέθει τρίπηχυ. ὡς μικρὸν πρόσθεν ἡμῖν λέλεκται. κἀκεῖ συνελθοῦσα γεννᾷ παῖδας Ἠμαθίωνα καὶ Μέμνονα. ὃς γαμεῖ Στρυμὼ τὴν Σκαμάνδρου. Ἶλος δὲ γήμας Εὐρυδίκην τὴν Ἀδράστου Λαομέδοντα ἐγέννησεν.Ἶλος ταύτην μὲν Ἴλιον ἐκάλεσε. γενόμενος δὲ νεανίσκος καὶ πολλῶν διαφέρων κάλλει τε καὶ ῥώμῃ αὖθις Ἀλέξανδρος προσωνομάσθη. ᾧ θυγάτηρ ἦν Παλλάς· ἀμφοτέρας δὲ ἀσκούσας τὰ κατὰ πόλεμον εἰς φιλονεικίαν ποτὲ προελθεῖν. καὶ τῇ μὲν δεξιᾷ δόρυ διηρμένον ἔχον τῇ δὲ ἑτέρᾳ ἠλακάτην καὶ ἄτρακτον. Ἶλον δὲ τούτῳ ναὸν κατασκευάσαντα τιμᾶν. μεθ᾽ ἡμέραν τὸ διιπετὲς παλλάδιον πρὸ τῆς σκηνῆς κείμενον ἐθεάσατο. καὶ κομίσας ἐπὶ τῶν χωρίων ὡς ἴδιον παῖδα ἔτρεφεν. τὴν δὲ εὐλαβηθεῖσαν ἀναβλέψαι. καὶ περιθεῖναι τοῖς στέρνοις ἣν ἔδεισεν αἰγίδα. Δία ῥῖψαι [μετ᾽ Ἄτης καὶ] τὸ παλλάδιον εἰς τὴν Ἰλιάδα χώραν. Αἴσακον τὸν υἱὸν μετεπέμψατο· ἦν γὰρ ὀνειροκρίτης παρὰ τοῦ μητροπάτορος Μέροπος διδαχθείς. καὶ τιμᾶν ἱδρυσαμένην παρὰ τῷ Διί. ἢ ὡς ἕτεροι λέγουσι Σαγγαρίου ποταμοῦ καὶ Μετώπης. θυγατέρας δὲ Ἡσιόνην καὶ Κίλλαν καὶ Ἀστυόχην. ὃς ἔγημεν Ἀστερόπην τὴν Κεβρῆνος θυγατέρα. κατ᾽ ἐνίους δὲ Λευκίππην. γεννᾶται δὲ αὐτῇ πρῶτος μὲν Ἕκτωρ· δευτέρου δὲ γεννᾶσθαι μέλλοντος βρέφους ἔδοξεν Ἑκάβη καθ᾽ ὕπνους δαλὸν τεκεῖν διάπυρον. [Γ 12. ὀνομάσας Πάριν. οὗτος εἰπὼν τῆς πατρίδος γενέσθαι τὸν παῖδα ἀπώλειαν.5] μετὰ δὲ τὸ αἱρεθῆναι Ἴλιον ὑπὸ Ἡρακλέους. μελλούσης δὲ πλήττειν τῆς Παλλάδος τὸν Δία φοβηθέντα τὴν αἰγίδα προτεῖναι. Πρίαμος δὲ Ἀρίσβην ἐκδοὺς Ὑρτάκῳ δευτέραν ἔγημεν Ἑκάβην τὴν Δύμαντος. ὕστερον δὲ Ἠλέκτρας κατὰ τὴν φθορὰν τούτῳ προσφυγούσης. τοῖς δὲ ποσὶ συμβεβηκός. [Γ 12. λῃστὰς ἀμυνόμενος καὶ τοῖς ποιμνίοις . ἐβασίλευσε Ποδάρκης ὁ κληθεὶς Πρίαμος· καὶ γαμεῖ πρώτην Ἀρίσβην τὴν Μέροπος. τοῦτον δὲ πᾶσαν ἐπινέμεσθαι τὴν πόλιν καὶ καίειν. ἢ ὥς τινές φασι Κισσέως. ὁ δὲ σωζόμενον εὑρὼν ἀναιρεῖται. ἐκ δὲ νύμφης Καλύβης Βουκολίωνα. ἣν πενθῶν ἀποθανοῦσαν ἀπωρνεώθη. κατὰ δέ τινας Πλακίαν τὴν Ὀτρέως. ὡς ἐγεννήθη τὸ βρέφος. καὶ τεκνοῖ παῖδας μὲν Τιθωνὸν Λάμπον Κλυτίον Ἱκετάονα Ποδάρκην. τῷ δὲ Διὶ σημεῖον εὐξάμενος αὐτῷ τι φανῆναι.4] Τιθωνὸν μὲν οὖν Ἠὼς ἁρπάσασα δι᾽ ἔρωτα εἰς Αἰθιοπίαν κομίζει. τὸ δὲ ἐκτεθὲν ὑπὸ τούτου βρέφος πένθ᾽ ἡμέρας ὑπὸ ἄρκτου ἐτράφη. Πρίαμος δέ. Ἀθηνᾶν δὲ περίλυπον ἐπ᾽ αὐτῇ γενομένην. ἱστορία δὲ ἡ περὶ τοῦ παλλαδίου τοιάδε φέρεται· φασὶ γεννηθεῖσαν τὴν Ἀθηνᾶν παρὰ Τρίτωνι τρέφεσθαι. μαθὼν δὲ Πρίαμος παρ᾽ Ἑκάβης τὸν ὄνειρον.
μετὰ τοῦτον ἐγέννησεν Ἑκάβη θυγατέρας μὲν Κρέουσαν Λαοδίκην Πολυξένην Κασάνδραν. αὕτη παρὰ ῾Ρέας τὴν μαντικὴν μαθοῦσα προέλεγεν Ἀλεξάνδρῳ μὴ πλεῖν ἐπὶ Ἑλένην. γαμεῖ δὲ Αἰακὸς Ἐνδηίδα τὴν Σκείρωνος. τούτῳ Μετώπη γημαμένη (Λάδωνος δὲ τοῦ ποταμοῦ θυγάτηρ αὕτη) δύο μὲν παῖδας ἐγέννησεν.6] Ἕκτωρ μὲν οὖν Ἀνδρομάχην τὴν Ἠετίωνος γαμεῖ. καὶ μετ᾽ οὐ πολὺ τοὺς γονέας ἀνεῦρε. μὴ πείθουσα δὲ εἶπεν. εἴκοσι δὲ θυγατέρας. . παραγενέσθαι πρὸς αὐτήν· μόνην γὰρ θεραπεῦσαι δύνασθαι. ὧν μὲν μίαν Αἴγιναν ἥρπασε Ζεύς. καὶ τεκνοῖ παῖδα ἐξ αὐτῆς Αἰακόν. καὶ τεκνοῖ παῖδα Φῶκον. Χρομίος Ἀστύγονος Τελέστας Εὔανδρος Κεβριόνης. Πηροῦς καὶ Ποσειδῶνος. ἐξ ἧς αὐτῷ παῖδες ἐγένοντο Πηλεύς τε καὶ Τελαμών. Κλονίος Ἐχέμμων Ὑπείροχος Αἰγεωνεὺς Λυσίθοος Πολυμέδων. Οἰνώνη δὲ μετανοήσασα τὰ πρὸς θεραπείαν φάρμακα ἔφερε.ἀλεξήσας [. αὖθις δὲ παῖδας ἐγέννησε Δηίφοβον Ἕλενον Πάμμονα Πολίτην Ἄντιφον Ἱππόνοον Πολύδωρον Τρωίλον· τοῦτον ἐξ Ἀπόλλωνος λέγεται γεγεννηκέναι. νῦν δὲ Αἴγιναν ἀπ᾽ ἐκείνης κληθεῖσαν. Ἰσμηνὸν καὶ Πελάγοντα. Φερεκύδης δέ φησι Τελαμῶνα φίλον. ἡ δὲ μαθοῦσα οὐ συνῆλθεν· ὅθεν Ἀπόλλων ἀφείλετο τῆς μαντικῆς αὐτῆς τὸ πείθειν. ὡς δὲ Ἀκουσίλαος λέγει. Ἀγάθων Χερσιδάμας Εὐαγόρας Ἱπποδάμας Μήστωρ. ταύτην Ἀσωπὸς ζητῶν ἧκεν εἰς Κόρινθον. Ὑπερίων Ἀσκάνιος Δημοκόων Ἄρητος Δηιοπίτης. Μύλιος Ἀρχέμαχος Λαοδόκος Ἐχέφρων Ἰδομενεύς. οὐκ ἀδελφὸν Πηλέως εἶναι. [Γ 12. Ἀλέξανδρος δὲ Οἰνώνην τὴν Κεβρῆνος τοῦ ποταμοῦ θυγατέρα. τὸν δὲ Ἑλένην ἐκ Σπάρτης ἁρπάσαι. Αἴγιναν δὲ κομίσας εἰς τὴν τότε Οἰνώνην λεγομένην νῆσον. καὶ καταλαβοῦσα αὐτὸν νεκρὸν ἑαυτὴν ἀνήρτησεν. μίγνυται δὲ αὖθις Αἰακὸς Ψαμάθῃ τῇ Νηρέως εἰς φώκην ἠλλαγμένῃ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι συνελθεῖν. ᾗ συνελθεῖν βουλόμενος Ἀπόλλων τὴν μαντικὴν ὑπέσχετο διδάξειν. ὁ δὲ Ἀσωπὸς ποταμὸς Ὠκεανοῦ καὶ Τηθύος. ἡ δὲ μνησικακοῦσα θεραπεύσειν οὐκ ἔφη. Ἀλέξανδρος μὲν οὖν εἰς Τροίαν κομιζόμενος ἐτελεύτα. ὅπερ ἐστὶ βοηθήσας]. πολεμουμένης δὲ Τροίας τοξευθέντα ὑπὸ Φιλοκτήτου τόξοις Ἡρακλείοις πρὸς Οἰνώνην ἐπανελθεῖν εἰς Ἴδην. Ἄτας Δόρυκλος Λυκάων Δρύοψ Βίας. ἐὰν τρωθῇ. μίγνυται. ἀλλ᾽ Ἀκταίου παῖδα καὶ Γλαύκης τῆς Κυχρέως. ὡς δέ τινες. θυγατέρες δὲ Μέδουσα Μηδεσικάστη Λυσιμάχη Ἀριστοδήμη. Διὸς καὶ Εὐρυνόμης. Ζεὺς δὲ Ἀσωπὸν μὲν κεραυνώσας διώκοντα πάλιν ἐπὶ τὰ οἰκεῖα ἀπέπεμψε ῥεῖθρα (διὰ τοῦτο μέχρι καὶ νῦν ἐκ τῶν τούτου ῥείθρων ἄνθρακες φέρονται). ἐκ δὲ ἄλλων γυναικῶν Πριάμῳ παῖδες γίνονται Μελάνιππος Γοργυθίων Φιλαίμων Ἱππόθοος Γλαῦκος. τούτῳ Ζεὺς ὄντι μόνῳ ἐν τῇ νήσῳ τοὺς μύρμηκας ἀνθρώπους ἐποίησε. καὶ μανθάνει παρὰ Σισύφου τὸν ἡρπακότα εἶναι Δία.
ὁ δὲ γαμεῖ Περίβοιαν τὴν Ἀλκάθου τοῦ Πέλοπος· καὶ ποιησαμένου εὐχὰς Ἡρακλέους ἵνα αὐτῷ παῖς ἄρρην γένηται. καὶ κομίσας μετὰ Πηλέως κρύπτει κατά τινος ὕλης. λέγουσα ὑπ᾽ αὐτοῦ περὶ συνουσίας πεπειρᾶσθαι. ἄγει δὲ αὐτὸν ἐπὶ θήραν εἰς τὸ Πήλιον. ἀποκοιμηθέντος δὲ . τοὺς ἀδελφοὺς Πηλέα καὶ Τελαμῶνα ἐπιβουλεῦσαι· καὶ λαχὼν κλήρῳ Τελαμὼν συγγυμναζόμενον αὐτὸν βαλὼν δίσκῳ κατὰ τῆς κεφαλῆς κτείνει. καὶ στρατευσάμενος ἐπὶ Τροίαν σὺν Ἡρακλεῖ λαμβάνει γέρας Ἡσιόνην τὴν Λαομέδοντος θυγατέρα. χρησμοὶ θεῶν ἔλεγον ἀπαλλαγήσεσθαι τῶν ἐνεστώτων κακῶν τὴν Ἑλλάδα. διὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα κατεχούσης ἀφορίας διὰ Πέλοπα. φωραθέντος δὲ τοῦ φόνου φυγάδες ἀπὸ Αἰγίνης ὑπὸ Αἰακοῦ ἐλαύνονται. καὶ γίνεται θυγάτηρ αὐτῷ Πολυδώρα. Πηλέως ἐρασθεῖσα. καὶ Ἀστυδάμεια ἡ Ἀκάστου γυνή. ὁ δὲ τὰς γλώσσας παρασχόμενος ὅσας εἶχεν ἐκείνοις. διαφέροντος δὲ ἐν τοῖς ἀγῶσι Φώκου. πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ πέμψασα ἔφη μέλλειν Πηλέα γαμεῖν Στερόπην τὴν Ἀκάστου θυγατέρα· καὶ τοῦτο ἐκείνη ἀκούσασα ἀγχόνην ἀνάπτει. ὅτι Στυμφάλῳ τῷ βασιλεῖ τῶν Ἀρκάδων πολεμῶν καὶ τὴν Ἀρκαδίαν ἑλεῖν μὴ δυνάμενος. τὸν γεννηθέντα ἐκάλεσεν Αἴαντα.1] Πηλεὺς δὲ εἰς Φθίαν φυγὼν πρὸς Εὐρυτίωνα τὸν Ἄκτορος ὑπ᾽ αὐτοῦ καθαίρεται. προέμενος ἐπὶ τὸν σῦν ἀκόντιον Εὐρυτίωνος τυγχάνει καὶ κτείνει τοῦτον ἄκων.2] ἐντεῦθεν ἐπὶ τὴν θήραν τοῦ Καλυδωνίου κάπρου μετ᾽ Εὐρυτίωνος ἐλθών. Πηλεὺς μὲν ὧν ἐχειροῦτο θηρίων τὰς γλώσσας τούτων ἐκτεμὼν εἰς πήραν ἐτίθει. καὶ τὰς κλεῖς τοῦ Ἅιδου φυλάττει. κτείνας δὲ ὄφιν οὗτος ἀδικοῦντα τὴν νῆσον αὐτῆς ἐβασίλευε.7] καὶ Τελαμὼν μὲν εἰς Σαλαμῖνα παραγίνεται πρὸς Κυχρέα τὸν <Ποσειδῶνος καὶ> Σαλαμῖνος τῆς Ἀσωποῦ. ἐξ ἧς αὐτῷ γίνεται Τεῦκρος. [Γ 13. [Γ 13. καὶ τελευτῶν ἄπαις τὴν βασιλείαν παραδίδωσι Τελαμῶνι. προσποιησάμενος φιλίαν ἔκτεινεν αὐτὸν καὶ διέσπειρε μελίσας. ἐὰν Αἰακὸς ὑπὲρ αὐτῆς εὐχὰς ποιήσηται ποιησαμένου δὲ εὐχὰς Αἰακοῦ τῆς ἀκαρπίας ἡ Ἑλλὰς ἀπαλλάττεται. [Γ 13.ἦν δὲ εὐσεβέστατος πάντων Αἰακός. μὴ δυναμένη δὲ πεῖσαι. περὶ συνουσίας προσέπεμψεν αὐτῷ λόγους. Πηλέως δὲ πρὸς Ἄκαστον καταψεύδεται. Ἄκαστος <δὲ> ἀκούσας κτεῖναι μὲν ὃν ἐκάθηρεν οὐκ ἠβουλήθη. ἔνθα ἁμίλλης περὶ θήρας γενομένης. οἱ δὲ μετὰ Ἀκάστου ταῦτα χειρούμενοι κατεγέλων ὡς μηδὲν τεθηρακότος τοῦ Πηλέως. ἣν ἔγημε Βῶρος ὁ Περιήρους. καὶ λαμβάνει παρ᾽ αὐτοῦ τὴν θυγατέρα Ἀντιγόνην καὶ τῆς χώρας τὴν τρίτην μοῖραν.3] ἀγωνίζεται δὲ καὶ τὸν ἐπὶ Πελίᾳἀγῶνα. πρὸς Ἀταλάντην διαπαλαίσας. τοσαῦτα ἔφη τεθηρευκέναι. πάλιν οὖν ἐκ Φθίας φυγὼν εἰς Ἰωλκὸν πρὸς Ἄκαστον ἀφικνεῖται καὶ ὑπ᾽ αὐτοῦ καθαίρεται. φανέντος δὲ μετὰ τὰς εὐχὰς αἰετοῦ. τιμᾶται δὲ καὶ παρὰ Πλούτωνι τελευτήσας Αἰακός. [Γ 12.
Χείρωνος οὖν ὑποθεμένου Πηλεῖ συλλαβεῖν καὶ κατασχεῖν αὐτὴν μεταμορφουμένην. κρύφα Πηλέως εἰς τὸ πῦρ ἐγκρύβουσα τῆς νυκτὸς ἔφθειρεν ὃ ἦν αὐτῷ θνητὸν πατρῷον. καὶ διελὼν μεληδὸν διήγαγε δι᾽ αὐτῆς τὸν στρατὸν εἰς τὴν πόλιν. γαμεῖ δὲ ἐν τῷ Πηλίῳ. ὑπὸ τῶν Κενταύρων καταληφθεὶς ἔμελλεν ἀπόλλυσθαι. γινομένην δὲ ὁτὲ μὲν πῦρ ὁτὲ δὲ ὕδωρ ὁτὲ δὲ θηρίον οὐ πρότερον ἀνῆκε πρὶν ἢ τὴν ἀρχαίαν μορφὴν εἶδεν ἀπολαβοῦσαν. Θέμιδος δὲ θεσπιῳδούσης ἔσεσθαι τὸν ἐκ ταύτης γεννηθέντα κρείττονα τοῦ πατρὸς ἀπέσχοντο.αὐτοῦ ἐν τῷ Πηλίῳ. καὶ δίδωσι Χείρων Πηλεῖ δόρυ μείλινον. κἀκεῖ τρεφόμενος τῇ Λυκομήδους θυγατρὶ Δηιδαμείᾳ μίγνυται. Δία δὲ ὀργισθέντα θνητῷ θέλειν αὐτὴν συνοικίσαι. [Γ 13. κἀκεῖ θεοὶ τὸν γάμον εὐωχούμενοι καθύμνησαν. εἰρηκέναι Προμηθέα τὸν ἐκ ταύτης αὐτῷ γεννηθέντα οὐρανοῦ δυναστεύσειν. Ποσειδῶν δὲ ἵππους Βαλίον καὶ Ξάνθον· ἀθάνατοι δὲ ἦσαν οὗτοι. καὶ Ἀστυδάμειαν τὴν Ἀκάστου γυναῖκα φονεύει. ἐξ ἧς αὐτῷ γίνεται Μενέσθιος ἐπίκλην. καὶ γίνεται παῖς Πύρρος αὐτῷ ὁ κληθεὶς Νεοπτόλεμος αὖθις. [Γ 13. Ὀδυσσεὺς δὲ μηνυθέντα παρὰ Λυκομήδει ζητῶν Ἀχιλλέα. καὶ τοῦτον τὸν τρόπον εἰς Τροίαν ἦλθε. μεθ᾽ ἡμέραν δὲ ἔχριεν ἀμβροσίᾳ. κομίζει δὲ τὸν παῖδα πρὸς Χείρωνα Πηλεύς. ὁ δὲ ἐξαναστὰς καὶ ζητῶν τὴν μάχαιραν. [Γ 13. .6] ὡς δὲ ἐγέννησε Θέτις ἐκ Πηλέως βρέφος. σάλπιγγι χρησάμενος εὗρε. ἀθάνατον θέλουσα ποιῆσαι τοῦτο.5] αὖθις δὲ γαμεῖ Θέτιν τὴν Νηρέως.8] ὡς δὲ ἐγένετο ἐνναετὴς Ἀχιλλεύς. τινὲς δὲ λέγουσι Θέτιν μὴ βουληθῆναι Διὶ συνελθεῖν ὡς ὑπὸ Ἥρας τραφεῖσαν. καὶ ὠνόμασεν Ἀχιλλέα (πρότερον δὲ ἦν ὄνομα αὐτῷ Λιγύρων) ὅτι τὰ χείλη μαστοῖς οὐ προσήνεγκε. [Γ 13. [Γ 13.4] γαμεῖ δὲ ὁ Πηλεὺς Πολυδώραν τὴν Περιήρους. Διὸς ὁρμῶντος ἐπὶ τὴν ταύτης συνουσίαν. ὁ Σπερχειοῦ τοῦ ποταμοῦ. ἀπολιπὼν Ἄκαστος καὶ τὴν μάχαιραν ἐν τῇ τῶν βοῶν κόπρῳ κρύψας ἐπανέρχεται. ἔνιοι δέ φασι. Θέτις προειδυῖα ὅτι δεῖ στρατευόμενον αὐτὸν ἀπολέσθαι. Κάλχαντος λέγοντος οὐ δύνασθαι χωρὶς αὐτοῦ Τροίαν αἱρεθῆναι. νήπιον τὸν παῖδα ἀπολιποῦσα πρὸς Νηρηίδας ᾤχετο. ἐπιτηρήσας συναρπάζει. κρύψασα ἐσθῆτι γυναικείᾳ ὡς παρθένον Λυκομήδει παρέθετο.7] Πηλεὺς δὲ μετὰ ταῦτα σὺν Ἰάσονι καὶ Διοσκούροις ἐπόρθησεν Ἰωλκόν. σώζεται δὲ ὑπὸ Χείρωνος· οὗτος καὶ τὴν μάχαιραν αὐτοῦ ἐκζητήσας δίδωσι. ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸν ἔτρεφε σπλάγχνοις λεόντων καὶ συῶν ἀγρίων καὶ ἄρκτων μυελοῖς. περὶ ἧς τοῦ γάμου Ζεὺς καὶ Ποσειδῶν ἤρισαν. Πηλεὺς δὲ ἐπιτηρήσας καὶ σπαίροντα τὸν παῖδα ἰδὼν ἐπὶ τοῦ πυρὸς ἐβόησε· καὶ Θέτις κωλυθεῖσα τὴν προαίρεσιν τελειῶσαι.
φασίν. [Γ 14. Ὀξύπορον ἐγέννησε καὶ Ἄδωνιν. ἣ νῦν ἐν τῷ Πανδροσείῳ δείκνυται. Κέκροπος μαρτυρήσαντος ὅτι πρώτη τὴν ἐλαίαν ἐφύτευσεν. πρὸς δὲ τούτοις θυγατέρας Ὀρσεδίκην <καὶ> Λαογόρην καὶ Βραισίαν. θυγατέρας δὲ Ἄγραυλον Ἕρσην Πάνδροσον. ἐπὶ τούτου. κόρην Πυγμαλίωνος Κυπρίων βασιλέως. ἢ καθάπερ φησὶ Φιλοκράτης. συμφυὲς ἔχων σῶμα ἀνδρὸς καὶ δράκοντος. καὶ φυγὼν μετὰ τοῦ πατρὸς παρὰ Πηλεῖ κατᾐκει. οὗ παῖς ἐγένετο Φαέθων. οὗτος ἐν Ὀποῦντι διενεχθεὶς ἐν παιδιᾷ περὶ ἀστραγάλων παῖδα Κλειτώνυμον τὸν Ἀμφιδάμαντος ἀπέκτεινε. παραγενόμενος σὺν λαῷ. πόλιν ἔκτισε Κελένδεριν. αὗται δὲ διὰ μῆνιν Ἀφροδίτης ἀλλοτρίοις ἀνδράσι συνευναζόμεναι τὸν βίον ἐν Αἰγύπτῳ μετήλλαξαν. γήμας δὲ ἐκεῖ Μεθάρμην. οὗ ἐρασθεῖσα Ἠὼς ἥρπασε καὶ μιγεῖσα ἐν Συρίᾳ παῖδα ἐγέννησε Τιθωνόν. τοῦ δὲ Σάνδοκος. οὐδὲ Ἐρυσίχθονα.2] Κέκροψ δὲ γήμας τὴν Ἀκταίου κόρην Ἄγραυλον παῖδα μὲν ἔσχεν Ἐρυσίχθονα.1] Κέκροψ αὐτόχθων.συνείπετο δὲ αὐτῷ Φοῖνιξ ὁ Ἀμύντορος. ἧκεν οὖν πρῶτος Ποσειδῶν ἐπὶ τὴν Ἀττικήν. ταύτην βιαζόμενος Ἁλιρρόθιος. οὐχ ὡς εἶπόν τινες. ὁ Ποσειδῶνος καὶ νύμφης Εὐρύτης. οὗτος ὑπὸ τοῦ πατρὸς ἐτυφλώθη καταψευσαμένης φθορὰν Φθίας τῆς τοῦ πατρὸς παλλακῆς. οὗτος ἐν Κύπρῳ. καὶ πλήξας τῇ τριαίνῃ κατὰ μέσην τὴν ἀκρόπολιν ἀπέφηνε θάλασσαν. ὃς ἐκ Συρίας ἐλθὼν εἰς Κιλικίαν. Ποσειδῶνος δὲ <εἰσάγοντος> ἐν Ἀρείῳ πάγῳ κρίνεται δικαζόντων τῶν δώδεκα θεῶν Ἄρης καὶ ἀπολύεται. Πηλεὺς δὲ αὐτὸν πρὸς Χείρωνα κομίσας. καὶ ποιησαμένη τῆς καταλήψεως Κέκροπα μάρτυρα ἐφύτευσεν ἐλαίαν. καὶ τούτων δικαζόντων ἡ χώρα τῆς Ἀθηνᾶς ἐκρίθη. μετὰ δὲ τοῦτον ἧκεν Ἀθηνᾶ. Ἀγραύλου μὲν οὖν καὶ Ἄρεος Ἀλκίππη γίνεται. Ποσειδῶν δὲ θυμῷ ὀργισθεὶς τὸ Θριάσιον πεδίον ἐπέκλυσε καὶ τὴν Ἀττικὴν ὕφαλον ἐποίησε. ἔκτισε Πάφον. τούτου δὲ Ἀστύνοος. καὶ Ἀχιλλέως ἐρώμενος γίνεται. καὶ τὴν γῆν πρότερον λεγομένην Ἀκτὴν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ Κεκροπίαν ὠνόμασεν. τῆς Ἀττικῆς ἐβασίλευσε πρῶτος. Πολυμήλης τῆς Πηλέως. ἔδοξε τοῖς θεοῖς πόλεις καταλαβέσθαι. [Γ 14.3] Ἕρσης δὲ καὶ Ἑρμοῦ Κέφαλος. ὑπὸ Ἄρεος φωραθεὶς κτείνεται. . [Γ 14. ἣν νῦν Ἐρεχθηίδα καλοῦσι. καὶ γήμας Φαρνάκην τὴν Μεγασσάρου τοῦ Ὑριέων βασιλέως ἐγέννησε Κινύραν. ὃς ἄτεκνος μετήλλαξε. διαλύσας Ζεὺς κριτὰς ἔδωκεν. γενομένης δὲ ἔριδος ἀμφοῖν περὶ τῆς χώρας. Ἀθηνᾶ μὲν οὖν ἀφ᾽ ἑαυτῆς τὴν πόλιν ἐκάλεσεν Ἀθήνας. Κέκροπα καὶ Κραναόν. συνείπετο δὲ καὶ Πάτροκλος ὁ Μενοιτίου καὶ Σθενέλης τῆς Ἀκάστου ἢ Περιώπιδος τῆς Φέρητος. ὑπ᾽ ἐκείνου θεραπευθέντα τὰς ὄψεις βασιλέα κατέστησε Δολόπων. ἐν αἷς ἔμελλον ἔχειν τιμὰς ἰδίας ἕκαστος. θεοὺς δὲ τοὺς δώδεκα.
ὑπ᾽ αὐτοῦ διεφθάρησαν τοῦ δράκοντος. θεοὶ δὲ κατοικτείραντες αὐτὴν εἰς δένδρον μετήλλαξαν. ὁ δὲ ὡς ᾔσθετο. ἧς ἀποθανούσης ἔτι παρθένου τὴν χώραν Κραναὸς Ἀτθίδα προσηγόρευσε. ὕστερον δὲ θηρεύων Ἄδωνις ὑπὸ συὸς πληγεὶς ἀπέθανε. οὗτος γήμας ἐκ Λακεδαίμονος Πεδιάδα τὴν Μύνητος ἐγέννησε Κρανάην καὶ Κραναίχμην καὶ Ἀτθίδα. ἐξ ἧς αὐτῷ παῖς Πανδίων ἐγεννήθη. Πανύασις δέ φησι Θείαντος βασιλέως Ἀσσυρίων. ἡ δὲ ὡς σώφρων καὶ παρθένος οὖσα οὐκ ἠνέσχετο· ὁ δὲ ἀπεσπέρμηνεν εἰς τὸ σκέλος τῆς θεᾶς. βασιλεύσαντα δὲ αὐτὸν ἔτη δώδεκα Ἐριχθόνιος ἐκβάλλει. [Γ 14. οἱ δὲ Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς. τοῦτον Ἀθηνᾶ κρύφα τῶν ἄλλων θεῶν ἔτρεφεν.[Γ 14. [Γ 14. ἔνιοι δὲ αὐτόχθονα λέγουσι. ὃν Ἀφροδίτη διὰ κάλλος ἔτι νήπιον κρύφα θεῶν εἰς λάρνακα κρύψασα Περσεφόνῃ παρίστατο. ὅπλα κατασκευάσαι θέλουσα. οὐκ ἀπεδίδου. καὶ Πραξιθέαν νηίδα νύμφην ἔγημεν. ὃς ἔσχε θυγατέρα Σμύρναν. δι᾽ ὀργὴν Ἀθηνᾶς ἐμμανεῖς γενόμεναι κατὰ τῆς ἀκροπόλεως αὑτὰς ἔρριψαν. ἀπειποῦσα τὴν κίστην ἀνοίγειν. τὴν δὲ ἑτέραν παρ᾽ Ἀφροδίτῃ· ὁ δὲ Ἄδωνις ταύτῃ προσένειμε καὶ τὴν ἰδίαν μοῖραν. δεκαμηνιαίῳ δὲ ὕστερον χρόνῳ τοῦ δένδρου ῥαγέντος γεννηθῆναι τὸν λεγόμενον Ἄδωνιν. ἐφ᾽ οὗ τὸν ἐπὶ Δευκαλίωνος λέγεται κατακλυσμὸν γενέσθαι. ἐκείνη δὲ μυσαχθεῖσα ἐρίῳ ἀπομάξασα τὸν γόνον εἰς γῆν ἔρριψε. . ἀθάνατον θέλουσα ποιῆσαι· καὶ καταθεῖσα αὐτὸν εἰς κίστην Πανδρόσῳ τῇ Κέκροπος παρακατέθετο. ὡς δὲ ἔνιοι. ὁ δὲ ἐγκαταλελειμμένος ὑπὸ Ἀφροδίτης εἰς ἐπιθυμίαν ὤλισθε τῆς Ἀθηνᾶς. σπασάμενος <τὸ> ξίφος ἐδίωκεν αὐτήν· ἡ δὲ περικαταλαμβανομένη θεοῖς ηὔξατο ἀφανὴς γενέσθαι. καὶ τῶν Παναθηναίων τὴν ἑορτὴν συνεστήσατο. μίαν δὲ παρὰ Περσεφόνῃ προσέταξε. αὕτη κατὰ μῆνιν Ἀφροδίτης (οὐ γὰρ αὐτὴν ἐτίμα) ἴσχει τοῦ πατρὸς ἔρωτα. τοῦτον οἱ μὲν Ἡφαίστου καὶ τῆς Κραναοῦ θυγατρὸς Ἀτθίδος εἶναι λέγουσιν. ὡς δὲ ἐγγὺς αὐτῆς ἐγένετο πολλῇ ἀνάγκῃ (ἦν γὰρ χωλός). Ἡσίοδος δὲ αὐτὸν Φοίνικος καὶ Ἀλφεσιβοίας λέγει. καὶ διώκειν αὐτὴν ἤρξατο· ἡ δὲ ἔφευγεν. κρίσεως δὲ ἐπὶ Διὸς γενομένης εἰς τρεῖς μοίρας διῃρέθη ὁ ἐνιαυτός. φευγούσης δὲ αὐτῆς καὶ τῆς γονῆς εἰς γῆν πεσούσης Ἐριχθόνιος γίνεται. καὶ συνεργὸν λαβοῦσα τὴν τροφὸν ἀγνοοῦντι τῷ πατρὶ νύκτας δώδεκα συνευνάσθη. καὶ τὸ ἐν ἀκροπόλει ξόανον τῆς Ἀθηνᾶς ἱδρύσατο. ἐν δὲ τῷ τεμένει τραφεὶς Ἐριχθόνιος ὑπ᾽ αὐτῆς Ἀθηνᾶς. οὕτως· Ἀθηνᾶ παρεγένετο πρὸς Ἥφαιστον. ἐκβαλὼν Ἀμφικτύονα ἐβασίλευσεν Ἀθηνῶν. ὃ καλοῦσι σμύρναν. καὶ θεῶνται τῷ βρέφει παρεσπειραμένον δράκοντα· καὶ ὡς μὲν ἔνιοι λέγουσιν.6] Κραναὸν δὲ ἐκβαλὼν Ἀμφικτύων ἐβασίλευσε· τοῦτον ἔνιοι μὲν Δευκαλίωνος.5] Κέκροπος δὲ ἀποθανόντος Κραναὸς < ἐβασίλευσεν> αὐτόχθων ὤν.4] Ἄδωνις δὲ ἔτι παῖς ὢν Ἀρτέμιδος χόλῳ πληγεὶς ἐν θήρᾳ ὑπὸ συὸς ἀπέθανεν. ἐκείνη δὲ ὡς ἐθεάσατο. καὶ μίαν μὲν παρ᾽ ἑαυτῷ μένειν τὸν Ἄδωνιν. ἐπειρᾶτο συνελθεῖν. αἱ δὲ ἀδελφαὶ τῆς Πανδρόσου ἀνοίγουσιν ὑπὸ περιεργίας.
Πρόκριν δὲ Κέφαλος <ὁ> Δηιόνος. δοῦσα τὴν Κιρκαίαν πιεῖν ῥίζαν πρὸς τὸ μηδὲν βλάψαι. ἣν ἥρπασε Βορέας. ἡ δὲ ὑφήνασα ἐν πέπλῳ γράμματα διὰ τούτων ἐμήνυσε Πρόκνῃ τὰς ἰδίας συμφοράς. τὸν νεκρὸν ἐμήνυσε· κἀκείνη κατοδυραμένη τὸν πατέρα ἑαυτὴν ἀνήρτησε. αἱ δὲ ἐν Δαυλίᾳ τῆς Φωκίδος γινόμεναι περικατάληπτοι θεοῖς εὔχονται ἀπορνεωθῆναι. καὶ φωραθεῖσα ὑπὸ Κεφάλου πρὸς Μίνωα φεύγει. καὶ γίνεται ἔποψ. ἔχοντος οὖν αὐτοῦ κύνα ταχὺν <καὶ> ἀκόντιον ἰθυβόλον. καὶ τὴν <μὲν> βασιλείαν Ἐρεχθεὺς λαμβάνει. ἁρπάσας πέλεκυν ἐδίωκεν. ἀδύνατον ἦν αὐτὴν σωθῆναι· Πασιφάη γάρ.8] Πανδίων δὲ γήμας Ζευξίππην τῆς μητρὸς τὴν ἀδελφὴν θυγατέρας μὲν ἐτέκνωσε Πρόκνην καὶ Φιλομήλαν. καὶ Πρόκνη μὲν γίνεται ἀηδών. διωκούσης δὲ αὐτῆς ἐν τῇ λόχμῃ . ἀλλὰ Δήμητρα μὲν Κελεὸς [εἰς τὴν Ἐλευσῖνα] ὑπεδέξατο. ἔσχε παῖδας Κέκροπα Πάνδωρον Μητίονα. πεφαρμάχθαι νομίζοντες ἀπέκτειναν αὐτόν. [αὖθις δὲ γήμας Φιλομήλαν συνηυνάζετο.1] Πανδίονος δὲ ἀποθανόντος οἱ παῖδες τὰ πατρῷα ἐμερίσαντο. γήμας δὲ Ἐρεχθεὺς Πραξιθέαν τὴν Φρασίμου καὶ Διογενείας τῆς Κηφισοῦ. συνευνάζεται. ἀφικνεῖται πρός τινας ποιμένας.[Γ 14. παῖδας δὲ διδύμους Ἐρεχθέα καὶ Βούτην. ἐφ᾽ οὗ Δημήτηρ καὶ Διόνυσος εἰς τὴν Ἀττικὴν ἦλθον. τὴν δὲ ἱερωσύνην τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τοῦ Ποσειδῶνος τοῦ Ἐρεχθέως Βούτης. Ἠριγόνῃ δὲ τῇ θυγατρὶ τὸν πατέρα μαστευούσῃ κύων συνήθης ὄνομα Μαῖρα. θυγατέρας δὲ Πρόκριν Κρέουσαν Χθονίαν Ὠρείθυιαν. καὶ Φιλομήλας ἐρασθεὶς ἔφθειρε καὶ ταύτην. μεθ᾽ ἡμέραν δὲ νοήσαντες ἔθαψαν αὐτόν. Τηρεὺς δὲ αἰσθόμενος. εἰ δὲ συνέλθοι γυνὴ Μίνωι. ὁ δὲ αὐτῆς ἐρᾷ καὶ πείθει συνελθεῖν. ἣ τῷ Ἰκαρίῳ συνείπετο. ἡ δὲ λαβοῦσα χρυσοῦν στέφανον Πτελέοντι συνευνάζεται. καὶ καθεψήσασα Τηρεῖ δεῖπνον ἀγνοοῦντι παρατίθησι· καὶ μετὰ τῆς ἀδελφῆς διὰ τάχους ἔφυγε. εἰς τὰ ἄρθρα ἀφίει θηρία. ἐφαρμάκευσεν αὐτόν. ἐπὶ τούτοις Πρόκρις. καὶ τὰς τοῦ θεοῦ δωρήσασθαι θέλων χάριτας ἀνθρώποις. καὶ τὸν πόλεμον σὺν αὐτῷ κατορθώσας ἔδωκε Τηρεῖ πρὸς γάμον τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα Πρόκνην.] καὶ τὴν γλῶσσαν ἐξέτεμεν αὐτῆς.] κρύπτων ἐπὶ τῶν χωρίων.7] Ἐριχθονίου δὲ ἀποθανόντος καὶ ταφέντος ἐν τῷ αὐτῷ τεμένει τῆς Ἀθηνᾶς Πανδίων ἐβασίλευσεν. καὶ ὁπότε ἄλλῃ συνηυνάζετο. ὁ δὲ ἐκ ταύτης γεννήσας παῖδα Ἴτυν. Διόνυσον δὲ Ἰκάριος· ὃς λαμβάνει παρ᾽ αὐτοῦ κλῆμα ἀμπέλου καὶ τὰ περὶ τὴν οἰνοποιίαν μανθάνει. Φιλομήλα δὲ χελιδών· ἀπορνεοῦται δὲ καὶ Τηρεύς. ἡ δὲ ἀναζητήσασα τὴν ἀδελφὴν κτείνει τὸν παῖδα Ἴτυν. καὶ διαλλαγεῖσα Κεφάλῳ μετὰ τούτου παραγίνεται ἐπὶ θήραν· ἦν γὰρ θηρευτική. Κρέουσαν δὲ Ξοῦθος. πολέμου δὲ ἐνστάντος πρὸς Λάβδακον περὶ γῆς ὅρων ἐπεκαλέσατο βοηθὸν ἐκ Θρᾴκης Τηρέα τὸν Ἄρεος. [εἰπὼν τεθνάναι Πρόκνην. [Γ 15. οἳ γευσάμενοι τοῦ ποτοῦ καὶ χωρὶς ὕδατος δι᾽ ἡδονὴν ἀφειδῶς ἑλκύσαντες. Χθονίαν μὲν οὖν ἔγημε Βούτης. ἐπειδὴ πολλαῖς Μίνως συνηυνάζετο γυναιξίν. καὶ οὕτως ἀπώλλυντο. [Γ 14. δείσασα δὲ αὖθις τὴν Μίνωος γυναῖκα ἧκεν εἰς Ἀθήνας.
4] Χιόνη δὲ Ποσειδῶνι μίγνυται. [Γ 15. περὶ Τῆνον ὑφ᾽ Ἡρακλέους ἀπώλοντο. ἐπικληθεὶς ὑπὸ Ἐλευσινίων μετὰ πολλῆς συνεμάχει Θρᾳκῶν δυνάμεως.3] Κλεοπάτραν δὲ ἔγημε Φινεύς. κἀκείνη τῶν προγόνων πρὸς Φινέα φθορὰν καταψεύδεται. ὃς γήμας Μητιάδουσαν τὴν Εὐπαλάμου παῖδα ἐτέκνωσε Πανδίονα. αὐτὸς δὲ εἰς Πελοπόννησον σὺν λαῷ παραγενόμενος κτίζει πόλιν Πύλον. ἡ δὲ κρύφα τοῦ πατρὸς Εὔμολπον τεκοῦσα. καὶ κριθεὶς ἐν Ἀρείῳ πάγῳ φυγὴν ἀίδιον καταδικάζεται.ἀγνοήσας Κέφαλος ἀκοντίζει. Ἐρεχθεῖ δὲ ὑπὲρ Ἀθηναίων νίκης χρωμένῳ ἔχρησεν ὁ θεὸς κατορθώσειν τὸν πόλεμον. Θρᾳκῶν βασιλέα. ἵνα μὴ γένηται καταφανής. καὶ τυχὼν ἀποκτείνει Πρόκριν. καὶ πρὸς Ἐλευσινίους φεύγει καὶ φιλίαν ποιεῖται πρὸς αὐτούς. οὗτος μετὰ Κέκροπα βασιλεύων ὑπὸ τῶν Μητίονος υἱῶν κατὰ στάσιν ἐξεβλήθη. ᾧ γίνονται παῖδες <ἐξ> αὐτῆς Πλήξιππος καὶ Πανδίων. ὁ δὲ καὶ τὴν ἀδελφὴν τῆς γαμηθείσης ἐπεχείρησε βιάζεσθαι. [Γ 15.5] Ποσειδῶνος δὲ καὶ τὸν Ἐρεχθέα καὶ τὴν οἰκίαν αὐτοῦ καταλύσαντος. γενομένης δὲ μετὰ <τὴν> σφαγὴν τῆς μάχης Ἐρεχθεὺς μὲν ἀνεῖλεν Εὔμολπον. καὶ πιστεύσας Φινεὺς ἀμφοτέρους τυφλοῖ. καὶ τὴν πρὸ τοῦ μάχην διαλυσάμενος τὴν βασιλείαν παρέλαβε. ὡς δὲ ἐτελειώθη. παραπλέοντες δὲ οἱ Ἀργοναῦται σὺν Βορέᾳ κολάζονται αὐτόν. καὶ παραγενόμενος εἰς Μέγαρα πρὸς Πύλαν τὴν ἐκείνου θυγατέρα Πυλίαν γαμεῖ. . καὶ σφάξαντος αὐτοῦ τὴν νεωτάτην καὶ αἱ λοιπαὶ ἑαυτὰς κατέσφαξαν· ἐπεποίηντο γάρ. καὶ διὰ τοῦτο φυγαδευθεὶς μετὰ Ἰσμάρου τοῦ παιδὸς πρὸς Τεγύριον ἧκε. αὖθις δὲ Ἰσμάρου τελευτήσαντος μεταπεμφθεὶς ὑπὸ Τεγυρίου παραγίνεται. οἳ πλέοντες σὺν Ἰάσονι καὶ τὰς ἁρπυίας διώκοντες ἀπέθανον. αὐτοῦ θυγατρὶ καὶ Ἀμφιτρίτης. ὁ Βενθεσικύμης ἀνὴρ τὴν ἑτέραν αὐτῷ τῶν θυγατέρων δίδωσιν. καὶ πολέμου ἐνστάντος πρὸς Ἀθηναίους τοῖς Ἐλευσινίοις. Ποσειδῶν δὲ ἀνελόμενος εἰς Αἰθιοπίαν κομίζει καὶ δίδωσι Βενθεσικύμῃ τρέφειν. εἰς τὸν βυθὸν ῥίπτει τὸ παιδίον.2] Ὠρείθυιαν δὲ παίζουσαν ἐπὶ Ἰλισσοῦ ποταμοῦ ἁρπάσας Βορέας συνῆλθεν· ἡ δὲ γεννᾷ θυγατέρας μὲν Κλεοπάτραν καὶ Χιόνην. Κέκροψ ὁ πρεσβύτατος τῶν Ἐρεχθέως παίδων ἐβασίλευσεν. συνωμοσίαν ἀλλήλαις συναπολέσθαι. [Γ 15. ὃς αὐτοῦ τῷ παιδὶ τὴν θυγατέρα συνᾐκισεν. ἔχων δὲ τούτους ἐκ Κλεοπάτρας παῖδας Ἰδαίαν ἐγάμει τὴν Δαρδάνου. αὖθις <δὲ> καὶ τῆς πόλεως βασιλεὺς καθίσταται· κτείνας γὰρ Πύλας τὸν τοῦ πατρὸς ἀδελφὸν Βίαντα τὴν βασιλείαν δίδωσι Πανδίονι. [Γ 15. υἱοὺς δὲ Ζήτην καὶ Κάλαϊν πτερωτούς. ὡς δὲ Ἀκουσίλαος λέγει. ὡς ἔφασάν τινες. ἐὰν μίαν τῶν θυγατέρων σφάξῃ. ἐπιβουλεύων δὲ ὕστερον Τεγυρίῳ καταφανὴς γίνεται.
φέρτατε λαῶν. ἔνιοι δὲ αὐτὸν λέγουσι πορευόμενον εἰς Θήβας ἐπὶ τὸν Λαΐου ἀγῶνα πρὸς τῶν ἀγωνιστῶν ἐνεδρευθέντα διὰ φθόνον ἀπολέσθαι. χρονιζομένου δὲ τοῦ πολέμου. Μίνως δέ. [Γ 15. ἀπορῶν δὲ τὸν χρησμὸν ἀνῄει πάλιν εἰς Ἀθήνας. τίνος ἐστὶ μὴ λέγουσαν. γαμεῖ δὲ πρώτην μὲν Μήταν τὴν Ὁπλῆτος. ὃς τὸν χρησμὸν συνείς. ἐὰν ἄρρενα γεννήσῃ. Μίνως δὲ Μεγάρων κρατήσας καὶ τὴν κόρην τῆς πρύμνης τῶν ποδῶν ἐκδήσας ὑποβρύχιον ἐποίησε.Πανδίονι δὲ ἐν Μεγάροις ὄντι παῖδες ἐγένοντο Αἰγεὺς Πάλλας Νῖσος Λύκος. τῇ δὲ αὐτῇ νυκτὶ καὶ Ποσειδῶν ἐπλησίασεν αὐτῇ. ἀπέθανε δὲ καὶ Νῖσος διὰ θυγατρὸς προδοσίαν. εἰπών. θύων ἐν Πάρῳ ταῖς χάρισι. Αἰγεὺς δὲ ἐντειλάμενος Αἴθρᾳ. δεδοικὼς τοὺς ἀδελφοὺς εἰς Πυθίαν ἦλθε καὶ περὶ παίδων γονῆς ἐμαντεύετο. ἐν ᾧ ὁ Μίνωος παῖς Ἀνδρόγεως ἐνίκησε πάντας.8] μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ θαλασσοκρατῶν ἐπολέμησε στόλῳ τὰς Ἀθήνας. καὶ Μέγαρα εἷλε Νίσου βασιλεύοντος τοῦ Πανδίονος. μεθύσας αὐτὸν τῇ θυγατρὶ συγκατέκλινεν Αἴθρᾳ. τὸν μὲν στέφανον ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἔρριψε καὶ τὸν αὐλὸν κατέσχε. πρὶν ἐς ἄκρον Ἀθηναίων ἀφίκηαι. καὶ τὸν τῶν Παναθηναίων ἀγῶνα ἐπετέλει. ὑφ᾽ οὗ διεφθάρη. Ἀνθηίδα Αἰγληίδα Λυταίαν Ὀρθαίαν. ἔνιοι δὲ Αἰγέα Σκυρίου εἶναι λέγουσιν. αὐτὸς δὲ ἧκεν εἰς Ἀθήνας. ὑποβληθῆναι δὲ ὑπὸ Πανδίονος. τότε μετ᾽ αὐτῶν αὐτὸν ἀποπέμπειν.6] μετὰ δὲ τὴν Πανδίονος τελευτὴν οἱ παῖδες αὐτοῦ στρατεύσαντες ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐξέβαλον τοὺς Μητιονίδας καὶ τὴν ἀρχὴν τετραχῇ διεῖλον· εἶχε δὲ τὸ πᾶν κράτος Αἰγεύς. ἐπὶ τὸν Γεραίστου τοῦ . ὁ δὲ θεὸς ἔχρησεν αὐτῷ· ἀσκοῦ τὸν προύχοντα ποδάονα. τὸ μὲν πρῶτον κατὰ λόγιον Ἀθηναῖοι παλαιὸν τὰς Ὑακίνθου κόρας. δευτέραν δὲ Χαλκιόπην τὴν ῾Ρηξήνορος. μὴ λύσῃς. ὅταν ὁ παῖς δύνηται τὴν πέτραν ἀποκυλίσας ἀνελέσθαι ταῦτα. μὴ δυνάμενος ἑλεῖν Ἀθήνας εὔχεται Διὶ παρ᾽ Ἀθηναίων λαβεῖν δίκας. τοῦτον Αἰγεὺς ἐπὶ τὸν Μαραθώνιον ἔπεμψε ταῦρον. ἔχοντι γὰρ αὐτῷ πορφυρέαν ἐν μέσῃ τῇ κεφαλῇ τρίχα ταύτης ἀφαιρεθείσης ἦν χρησμὸς τελευτῆσαι· ἡ δὲ θυγάτηρ αὐτοῦ Σκύλλα ἐρασθεῖσα Μίνωος ἐξεῖλε τὴν τρίχα. τὴν δὲ θυσίαν οὐδὲν ἧττον ἐπετέλεσεν· ὅθεν ἔτι καὶ δεῦρο χωρὶς αὐλῶν καὶ στεφάνων ἐν Πάρῳ θύουσι ταῖς χάρισι. γενομένου δὲ τῇ πόλει λιμοῦ τε καὶ λοιμοῦ. ἀγγελθέντος αὐτῷ τοῦ θανάτου. [Γ 15. ὡς δὲ οὐκ ἐγένετο παῖς αὐτῷ. τρέφειν. ἀπέλιπεν ὑπό τινα πέτραν μάχαιραν καὶ πέδιλα. [Γ 15. καὶ Μεγαρέα τὸν Ἱππομένους ἐξ Ὀγχηστοῦ Νίσῳ βοηθὸν ἐλθόντα ἀπέκτεινεν.7] καὶ Τροιζῆνα διοδεύων ἐπιξενοῦται Πιτθεῖ τῷ Πέλοπος.
ὡς ἐγένετο τέλειος. κατεσκευάκει δὲ αὐτὸν Δαίδαλος ὁ Εὐπαλάμου παῖς τοῦ Μητίονος καὶ Ἀλκίππης. μαθητὴν ὄντα.1] Θησεὺς δὲ γεννηθεὶς ἐξ Αἴθρας Αἰγεῖ παῖς. οὗτος ἐξ Ἀθηνῶν ἔφυγεν. πόδας δὲ ἀσθενεῖς ἔχων οὗτος ἐφόρει κορύνην σιδηρᾶν.2] δεύτερον δὲ κτείνει Σίνιν τὸν Πολυπήμονος καὶ Συλέας τῆς Κορίνθου. ὃς ἀπὸ τῆς κορύνης ἣν ἐφόρει κορυνήτης ἐπεκαλεῖτο. ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως βαλὼν τὸν τῆς ἀδελφῆς [Πέρδικος] υἱὸν Τάλω. δείσας μὴ διὰ τὴν εὐφυΐαν αὐτὸν ὑπερβάλῃ· σιαγόνα γὰρ ὄφεως εὑρὼν ξύλον λεπτὸν ἔπρισε. ταύτην ἀφελόμενος Θησεὺς ἐφόρει. Βιβλιοθήκης Επιτομή προσφορά Σπύρου Μησιακούλη Ἀππολόδωρος Βιβλιοθήκης Επιτομή . φρουρουμένην δὲ ὑπὸ ἀνδρῶν κακούργων τὴν ὁδὸν ἡμέρωσε. φωραθέντος δὲ τοῦ νεκροῦ κριθεὶς ἐν Ἀρείῳ πάγῳ καὶ καταδικασθεὶς πρὸς Μίνωα ἔφυγε. ἐν ᾧ τὸν εἰσελθόντα ἀδύνατον ἦν ἐξιέναι· πολυπλόκοις γὰρ καμπαῖς τὴν ἀγνοουμένην ἔξοδον ἀπέκλειε. ἦν γὰρ ἀρχιτέκτων ἄριστος καὶ πρῶτος ἀγαλμάτων εὑρετής. πέμψαντες οὖν πρὸς Μίνωα ἐπέτρεπον αἰτεῖν δίκας. ἐχρῶντο περὶ ἀπαλλαγῆς. τούτῳ τῷ τρόπῳ καὶ Θησεὺς Σίνιν ἀπέκτεινεν. πρῶτον μὲν γὰρ Περιφήτην τὸν Ἡφαίστου καὶ Ἀντικλείας.Κύκλωπος τάφον κατέσφαξαν· τούτων δὲ ὁ πατὴρ Ὑάκινθος ἐλθὼν ἐκ Λακεδαίμονος Ἀθήνας κατᾐκει. εἰς ὃν κατὰ ἔτος Ἀθηναῖοι κόρους ἑπτὰ καὶ κόρας τὰς ἴσας τῷ Μινωταύρῳ βορὰν ἔπεμπον]. ἀπωσάμενος τὴν πέτραν τὰ πέδιλα καὶ τὴν μάχαιραν ἀναιρεῖται. δι᾽ ἧς τοὺς παριόντας ἔκτεινε. καὶ ὑπὸ τῶν δένδρων ἀναρριπτούμενοι πανωλέθρως ἀπώλλυντο. ὡς δὲ οὐδὲν ὄφελος ἦν τοῦτο. Μίνως δὲ ἐκέλευσεν αὐτοῖς κόρους ἑπτὰ καὶ κόρας τὰς ἴσας χωρὶς ὅπλων πέμπειν τῷ Μινωταύρῳ βοράν. [Γ 16. καὶ πεζὸς ἠπείγετο εἰς τὰς Ἀθήνας. Απολλόδωρος (ψευδο-). ἦν δὲ οὗτος ἐν λαβυρίνθῳ καθειργμένος. ἔκτεινεν ἐν Ἐπιδαύρῳ. καὶ τὸν λαβύρινθον κατεσκεύασεν. [Γ 16. οὗτος πιτυοκάμπτης ἐπεκαλεῖτο· οἰκῶν γὰρ τὸν Κορινθίων ἰσθμὸν ἠνάγκαζε τοὺς παριόντας πίτυς κάμπτοντας ἀνέχεσθαι· οἱ δὲ διὰ τὴν ἀσθένειαν οὐκ ἠδύναντο. [κἀκεῖ Πασιφάῃ ἐρασθείσῃ τοῦ Ποσειδωνείου ταύρου συνήργησε τεχνησάμενος ξυλίνην βοῦν. ὁ δὲ θεὸς ἀνεῖλεν αὐτοῖς Μίνωι διδόναι δίκας ἃς ἂν αὐτὸς αἱροῖτο.
ὁ δὲ μέλλοντος αὐτῷ τοῦ ποτοῦ προσφέρεσθαι ἐδωρήσατο τῷ πατρὶ τὸ ξίφος. καταλαβὼν δὲ Μινώταυρον [p. καὶ πείθει τὸν Αἰγέα φυλάττεσθαι ὡς ἐπίβουλον αὐτῷ. λευκοῖς πετάσαι τὴν ναῦν ἱστίοις. Ἀριάδνη θυγάτηρ Μίνωος ἐρωτικῶς διατεθεῖσα πρὸς αὐτὸν συμπράσσειν ἐπαγγέλλεται. 138] παρέλαβε τὴν Ἀθηναίων δυναστείαν. [8] ὡς δὲ ἧκεν εἰς Κρήτην. οὗτος ἠνάγκαζε τοὺς παριόντας παλαίειν καὶ παλαίων ἀνῄρει· Θησεὺς δὲ αὐτὸν μετέωρον ἀράμενος ἔρραξεν εἰς γῆν. ἵν' ἐξισωθῶσι τῇ κλίνῃ. καὶ τοὺς παριόντας ἐπὶ ξένια καλῶν τοὺς μὲν βραχεῖς ἐπὶ τῆς μεγάλης κατακλίνων σφύραις ἔτυπτεν. [3] Θησεὺς δὲ ἁρπάσας αὐτὸν τῶν ποδῶν ἔρριψεν <εἰς τὴν θάλασσαν>. ἠνάγκαζε τοὺς παριόντας νίζειν αὐτοῦ τοὺς πόδας. οὗτος τὴν [p. [11] Θησεὺς δὲ [p. [7] καὶ εἰς τὸν τρίτον δασμὸν τῷ Μινωταύρῳ συγκαταλέγεταιὡς δέ τινες λέγουσιν. <καὶ>τοὺς μὲν Πάλλαντος παῖδας πεντήκοντα τὸν ἀριθμὸν ἀπέκτεινεν· ὁμοίως δὲ καὶ ὅσοι ἀντᾶραι ἤθελον παρ' αὐτοῦ ἀπεκτάνθησαν. Αἰγεὺς δὲ ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως τὴν ναῦν ἰδὼν ἔχουσαν μέλαν ἱστίον. ὅπερ ἐπιγνοὺς Αἰγεὺς τὴν κύλικα ἐξέρριψε τῶν χειρῶν αὐτοῦ. καὶ διὰ νυκτὸς μετὰ Ἀριάδνης καὶ τῶν παίδων εἰς Νάξον ἀφικνεῖται. καὶ κομίσας εἰς Λῆμνον ἐμίγη. [4] ἕκτον ἀπέκτεινε Δαμάστην. παρὰ Μηδείας λαβὼν αὐθήμερον προσήνεγκεν αὐτῷ φάρμακον. πέμπτον ἔκτεινεν ἐν [p. [10] λυπούμενος δὲ Θησεὺς ἐπ' Ἀριάδνῃ καταπλέων ἐπελάθετο πετάσαι τὴν ναῦν λευκοῖς ἱστίοις. ἐὰν ὑποστρέφῃ ζῶν. καὶ τὴν ἀρχὴν ἅπασαν ἔσχε μόνος. . 136] ἐν ἐσχάτῳ μέρει τοῦ λαβυρίνθου παίων πυγμαῖς ἀπέκτεινεν. ἐχούσης δὲ τῆς νεὼς μέλαν ἱστίον Αἰγεὺς τῷ παιδὶ ἐνετείλατο. 130] Ἐλευσῖνι Κερκυόνα τὸν Βράγχου καὶ Ἀργιόπης νύμφης. [6] ὡς δὲ ἀνεῖλεν αὐτόν.ἐὰν ὁμολογήσῃ γυναῖκα αὐτὴν ἕξειν ἀπαγαγὼν εἰς Ἀθήνας. 128] τρίτην ἔκτεινεν ἐν Κρομμυῶνι σῦν τὴν καλουμένην Φαιὰν ἀπὸ τῆς θρεψάσης γραὸς αὐτήν· ταύτην τινὲς Ἐχίδνης καὶ Τυφῶνος λέγουσι. οὗτος ἐν τῇ Μεγαρικῇ κατέχων τὰς ἀφ' ἑαυτοῦ κληθείσας πέτρας Σκειρωνίδας. [p. ὁμολογήσαντος δὲ σὺν ὅρκοις Θησέως δεῖται Δαιδάλου μηνῦσαι τοῦ λαβυρίνθου τὴν ἔξοδον. καὶ τὰ ὑπερέχοντα τοῦ σώματος ἀπέπριζε. ἑτέραν δὲ μεγάλην. 134] ἀναγνωρισθεὶς τῷ πατρὶ καὶ τὴν ἐπιβουλὴν μαθὼν ἐξέβαλε τὴν Μήδειαν. [9] ὑποθεμένου δὲ ἐκείνου.καὶ γεννᾷ Θόαντα Στάφυλον Οἰνοπίωνα καὶ Πεπάρηθον. [2] τέταρτον ἔκτεινε Σκείρωνα τὸν Κορίνθιον τοῦ Πέλοπος. μίαν μὲν μικράν. ἔνθα Διόνυσος ἐρασθεὶς Ἀριάδνης ἥρπασε. καὶ νίζοντας εἰς τὸν βυθὸν αὐτοὺς ἔρριπτε βορὰν ὑπερμεγέθει χελώνῃ. 132] οἴκησιν ἔχων παρ' ὁδὸν ἐστόρεσε δύο κλίνας. [5] Μήδεια δὲ Αἰγεῖ τότε συνοικοῦσα ἐπεβούλευσεν αὐτῷ. καθάρας οὖν Θησεὺς τὴν ὁδὸν ἧκεν εἰς Ἀθήνας. λίνον εἰσιόντι Θησεῖ δίδωσι· τοῦτο ἐξάψας Θησεὺς τῆς θύρας ἐφελκόμενος εἰσῄει. Αἰγεὺς δὲ τὸν ἴδιον ἀγνοῶν παῖδα.I. Θησεὺς δὲ [p. ἑκὼν ἑαυτὸν ἔδωκεν. τοὺς δὲ μεγάλους ἐπὶ τῆς μικρᾶς. ἐφελκόμενος δὲ τὸ λίνον πάλιν ἐξῄει. ὃν ἔνιοι Πολυπήμονα λέγουσιν. δείσας ἔπεμψεν ἐπὶ τὸν Μαραθώνιον ταῦρον. ὡς δὲ ἔνιοι Ποσειδῶνος. Θησέα νομίσας ἀπολλέναι ῥίψας ἑαυτὸν μετήλλαξε.
καὶ πολὺν ἐπηγγέλλετο δώσειν μισθὸν τῷ διὰ τοῦ κοχλίου λίνον διείραντι. κατασχίσασα τὰς τοῦ θαλάμου θύρας καὶ τὰς ἐσθῆτας σπαράξασα κατεψεύσατο Ἱππολύτου βίαν. αἰσθόμενος τοῦ φεύγειν τοὺς μετὰ Θησέως. νεφέλη δὲ ἐξ Ἰξίονος ἐγέννησε Κένταυρον. ταῦρον ἀνῆκεν ἐκ τοῦ κλύδωνος.ἧς ἐπιτελουμένων τῶν γάμων Ἀμαζὼν ἡ προγαμηθεῖσα Θησεῖ τοὺς συγκατακειμένους σὺν ταῖς μεθ' ἑαυτῆς Ἀμαζόσιν ἐπιστᾶσα σὺν ὅπλοις κτείνειν ἔμελλεν. [18] Φαίδρα δὲ γεννήσασα Θησεῖ δύο παιδία Ἀκάμαντα καὶ Δημοφῶντα ἐρᾷ τοῦ ἐκ τῆς Ἀμαζόνος παιδὸς [ἤγουν τοῦ Ἱππολύτου] καὶ δεῖται συνελθεῖν αὐτῇ. Σιμωνίδης δὲ Ἱππολύτην. καὶ καθ' ἑκάστην χώραν ἐρευνῶν ἐκόμιζε κόχλον. δείκνυσι τὸν κοχλίαν. πτοηθέντων δὲ τῶν ἵππων [p. καὶ στρατοπεδευσαμένας αὐτὰς περὶ τὸν Ἄρειον πάγον Θησεὺς μετὰ Ἀθηναίων ἐνίκησεν. < [p. 146] κατηρράχθη τὸ ἅρμα. παρ' ᾧ Δαίδαλος ἐκρύπτετο. νεφέλην ἐξεικάσας Ἥρᾳ παρέκλινεν αὐτῷ· καὶ καυχώμενον ὡς Ἥρᾳ μιγέντα ἐνέδησε τροχῷ. μὴ τακείσης τῆς κόλλης ὑπὸ τοῦ ἡλίου αἱ πτέρυγες λυθῶσι. Κώκαλος δὲ ὑποσχόμενος ἐκδώσειν ἐξένισεν αὐτόν· ὁ δὲ [p. [14] Δαίδαλον δὲ ἐδίωκε Μίνως.ἔχων δὲ ἐκ τῆς Ἀμαζόνος παῖδα Ἱππόλυτον. ἐμπλακεὶς δὲ <ταῖς ἡνίαις> Ἱππόλυτος συρόμενος ἀπέθανε. ὡς δέ τινες Μελανίππην. θέοντος αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἅρματος καὶ παρὰ τῇ θαλάσσῃ ὀχουμένου. ὁ δὲ λαβὼν ἐπηγγέλλετο διείρειν καὶ Δαιδάλῳ δίδωσιν· [15] ὁ δὲ ἐξάψας μύρμηκος λίνον καὶ τρήσας τὸν κοχλίαν εἴασε δι' αὐτοῦ διελθεῖν. καὶ προσαγγειλάσης τῆς Ἥρας γνῶναι θέλων ὁ Ζεύς. 144] Ἀθήνας Ἀμαζόνες. τινὲς δὲ μαχομένην αὐτὴν ὑπὸ Θησέως λέγουσιν ἀποθανεῖν. διὰ τούτου νομίζων εὑρήσειν Δαίδαλον. εἰ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. διὸ ἐστράτευσαν ἐπ' [p. ὃς ἐγεγέννητο αὐτῷ ἐκ δούλης Μίνωος Ναυκράτης. ὑφ' οὗ φερόμενος διὰ πνευμάτων ἐν αἰθέρι ταύτην τίνει δίκην. Δαίδαλον αἴτιον ἐν τῷ λαβυρίνθῳ μετὰ τοῦ παιδὸς Ἰκάρου καθεῖρξεν. [p. 140] Δαίδαλος δὲ διασώζεται εἰς Κάμικον τῆς Σικελίας>. [17] λαμβάνει μετὰ ταῦτα παρὰ Δευκαλίωνος Φαίδραν τὴν Μίνωος θυγατέρα. ἵνα μὴ τὰ πτερὰ ὑπὸ τῆς νοτίδος λυθῇ. λαβὼν δὲ Μίνως τὸ λίνον διειρμένον ᾔσθετο ὄντα παρ' ἐκείνῳ Δαίδαλον. [16] συστρατευσάμενος δὲ ἐπὶ Ἀμαζόνας Ἡρακλεῖ ἥρπασενἈντιόπην.[12] ὅτι Μίνως. ἐλθὼν δὲ εἰς Κάμικον τῆς Σικελίας παρὰ Κώκαλον. ὁ δὲ μισῶν πάσας γυναῖκας τὴν συνουσίαν ἔφυγεν. [19] Θησεὺς δὲ πιστεύσας ηὔξατο Ποσειδῶνι Ἱππόλυτον διαφθαρῆναι· ὁ δέ. [13] Ἴκαρος δὲ ἀμελήσας τῶν τοῦ πατρὸς ἐντολῶν ψυχαγωγούμενος ἀεὶ μετέωρος ἐφέρετο· τακείσης δὲ τῆς κόλλης πεσὼν εἰς τὴν ἀπ' ἐκείνου κληθεῖσαν Ἰκαρίαν θάλασσαν ἀπέθανε. ἡ δὲ Φαίδρα. ὁ δὲ πτερὰ κατασκευάσας ἑαυτῷ καὶ τῷ παιδὶ ἀναπτάντι ἐνετείλατο μήτε εἰς ὕψος πέτεσθαι. 148] [20] ὅτι ὁ Ἰξίων Ἥρας ἐρασθεὶς ἐπεχείρει βιάζεσθαι. . δείσασα μὴ τῷ πατρὶ διαβάλῃ. γενομένου δὲ τοῦ ἔρωτος περιφανοῦς ἑαυτὴν ἀνήρτησε Φαίδρα. μήτε ἐγγὺς θαλάσσης. 142] λουσάμενος ὑπὸ τῶν Κωκάλου θυγατέρων ἔκλυτος ἐγένετο· ὡς δὲ ἔνιοί φασι. ζεστῷ καταχυθεὶς [ὕδατι] μετήλλαξεν. καὶ εὐθέως ἀπῄτει. οἱ δὲ κλείσαντες διὰ τάχους τὰς θύρας ἀπέκτειναν αὐτὴν.
καὶ εἰσαγομένην τὴν νύμφην ἐπεχείρουν βιάζεσθαι· ὁ δὲ Πειρίθους μετὰ Θησέως καθοπλισάμενος μάχην συνῆψε. [3] ὅτι Πέλοψ σφαγεὶς ἐν τῷ τῶν θεῶν ἐράνῳ καὶ καθεψηθεὶς ὡραιότερος ἐν τῇ ἀναζωώσει γέγονε. κολάζεσθαι δὲ αὐτὸν οὕτως λέγουσί τινες. 152] [23] ὅτι Θησεύς. ὅτι τὰ τῶν θεῶν ἐξελάλησεν ἀνθρώποις μυστήρια. καὶ <ὃς> ὡς ξενίων μεταληψομένους πρῶτον ἐν τῷ τῆς Λήθης εἶπε καθεσθῆναι θρόνῳ. 150] Πειρίθους γὰρ Ἱπποδάμειαν μνηστευόμενος εἱστία Κενταύρους ὡς συγγενεῖς ὄντας αὐτῇ. καὶ Διόσκουροι μὲν μετὰ Λακεδαιμονίων καὶ Ἀρκάδων εἷλον Ἀθήνας καὶ ἀπάγουσιν Ἑλένην καὶ μετὰ ταύτης Αἴθραν τὴν Πιτθέως αἰχμάλωτον· Δημοφῶν δὲ καὶ Ἀκάμας ἔφυγον. [2] ὅτι Βροτέας κυνηγὸς ὢν τὴν Ἄρτεμιν οὐκ [p. περιστάντες αὐτῷ. καὶ εἴτε αὐτῆς [p. Πειρίθῳ δὲ μνηστευόμενος τὸν Περσεφόνης γάμον εἰς Ἅιδου κάτεισι. [4] τοῦ δὲ βασιλεύοντος Πίσης Οἰνομάου θυγατέρα ἔχοντος Ἱπποδάμειαν. καὶ πολλοὺς ὁ Θησεὺς αὐτῶν ἀνεῖλεν>. ἐλάταις τύπτοντες ἔχωσαν εἰς γῆν. ἑαυτῷ μὲν ἐκ Σπάρτης μετ' ἐκείνου ἥρπασεν Ἑλένην δωδεκαέτη οὖσαν. καὶ ὅτι τῆς ἀμβροσίας τοῖς ἡλικιώταις μετεδίδου. ἀσυνήθως δὲ ἔχοντες οἴνου ἀφειδῶς ἐμφορησάμενοι ἐμέθυον. [22] ὅτι Καινεὺς πρότερον ἦν γυνή. II. 158] ἐρῶντος. οἱ δὲ μνηστευόμενοι [p. ὅτι ὁ Τάνταλος ἐν Ἅιδου κολάζεται. ᾧ προσφυέντες σπείραις δρακόντων κατείχοντο. οἱ δὲ λοιποί.[21] <συνεμάχησε δὲ τῷ Πειρίθῳ Θησεύς. τῶν δὲ καρπῶν ὁπότε βούλοιτο μεταλήψεσθαι μετεωρίζονται μέχρι νεφῶν ὑπ' ἀνέμων τὰ δένδρα σὺν τοῖς καρποῖς. εἴτε χρησμὸν ἔχοντος τελευτῆσαι ὑπὸ τοῦ γήμαντος αὐτήν. οὐδεὶς αὐτὴν ἐλάμβανεν εἰς γυναῖκα· ὁ μὲν γὰρ πατὴρ οὐκ ἔπειθεν αὑτῷ συνελθεῖν. συνελθόντος δὲ αὐτῇ Ποσειδῶνος ᾐτήσατο ἀνὴρ γενέσθαι ἄτρωτος· διὸ καὶ ἐν τῇ πρὸς Κενταύρους μάχῃ τραυμάτων καταφρονῶν πολλοὺς τῶν Κενταύρων ἀπώλεσεν. [24] Θησεὺς δὲ μετὰ Πειρίθου παραγενόμενος εἰς Ἅιδου ἐξαπατᾶται. καὶ κάλλει διενεγκὼν Ποσειδῶνος ἐρώμενος γίνεται. Πειρίθῳ συνθέμενος Διὸς θυγατέρας γαμῆσαι. πέτρον ἔχων ὕπερθεν ἑαυτοῦ ἐπιφερόμενον. [p. Πειρίθους μὲν οὖν εἰς ἀίδιον δεθεὶς ἔμεινε. ὡς οὐδ' <ἂν> ὑπὸ πυρός τι πάθοι· ἐμμανὴς οὖν γενόμενος ἔβαλεν εἰς πῦρ ἑαυτόν. 154] Λυκομήδην ἦλθεν. [p. ἐκεῖθεν δὲ ὑπὸ Μενεσθέως ἐξελαθεὶς πρὸς [p. ὅτε κατὰ τῶν Κενταύρων συνεστήσατο πόλεμον. Θησέα δὲ Ἡρακλῆς ἀναγαγὼν ἔπεμψεν εἰς Ἀθήνας. 160] ἀνῃροῦντο ὑπ' αὐτοῦ. ὥς τινες λέγουσιν. 156] ἐτίμα· ἔλεγε δέ. ὃς αὐτῷ δίδωσιν ἅρμα ὑπόπτερον· τοῦτο καὶ διὰ θαλάσσης τρέχον τοὺς ἄξονας οὐχ ὑγραίνετο. [5] ἔχων γὰρ ὅπλα τε καὶ ἵππους παρὰ Ἄρεος ἆθλον ἐτίθει τοῖς . κατάγουσι δὲ καὶ Μενεσθέα καὶ τὴν ἀρχὴν τῶν Ἀθηναίων διδόασι τούτῳ. καὶ ὅτε θέλοι σπάσασθαι τούτου ξηραίνεται. ὃς αὐτὸν βάλλει κατὰ βαράθρων καὶ ἀποκτείνει. ἐν λίμνῃ τε διατελῶν καὶ περὶ τοὺς ὤμους ἑκατέρωσε δένδρα μετὰ καρπῶν ὁρῶν παρὰ τῇ λίμνῃ πεφυκότα· τὸ μὲν οὖν ὕδωρ ψαύει αὐτοῦ τῶν γενύων.
[10] ὅτι υἱοὶ Πέλοπος Πιτθεὺς Ἀτρεὺς Θυέστης καὶ ἕτεροι· γυνὴ δὲ Ἀτρέως Ἀερόπη τοῦ [p. τὸν Μυρτίλον ἔχων μεθ' ἑαυτοῦ. ὡς δέ τινες λέγουσι δώδεκα· τὰς δὲ κεφαλὰς τῶν μνηστήρων ἐκτεμὼν τῇ οἰκίᾳ προσεπαττάλευε. ἐπανελθὼν εἰς Πῖσαν τῆς Ἤλιδος τὴν Οἰνομάου βασιλείαν λαμβάνει. μαθὼν δὲ τοῦτο παρ' αὐτῆς ὁ Πέλοψ ῥίπτει τὸν Μυρτίλον περὶ Γεραιστὸν ἀκρωτήριον εἰς τὸ ἀπ' ἐκείνου κληθὲν Μυρτῷον πέλαγος· ὁ δὲ ῥιπτούμενος ἀρὰς ἔθετο κατὰ τοῦ Πέλοπος γένους. [13] αἰσθόμενος δὲ τῆς μοιχείας ὕστερον [p. λέγουσιν ἀρνὸς φανείσης χρυσῆς ὅτι κατημέλησε τῆς εὐχῆς· [11] πνίξας δὲ αὐτὴν εἰς λάρνακα κατέθετο κἀκεῖ ἐφύλασσε ταύτην· ἣν Ἀερόπη δίδωσι τῷ Θυέστῃ μοιχευθεῖσα ὑπ' αὐτοῦ. 166] κήρυκα πέμψας ἐπὶ διαλλαγὰς αὐτὸν ἐκάλει· καὶ ψευσάμενος εἶναι φίλος. καὶ μελίσας καὶ καθεψήσας παρατίθησι Θυέστῃ χωρὶς τῶν ἄκρων. ἣν ἀφ' ἑαυτοῦ Πελοπόννησον ἐκάλεσεν. ταῖς χοινικίσι τῶν τροχῶν τοὺς ἥλους οὐκ ἐμβαλὼν ἐποίησε τὸν Οἰνόμαον ἐν τῷ τρέχειν ἡττηθῆναι καὶ ταῖς ἡνίαις συμπλακέντα συρόμενον ἀποθανεῖν. καὶ τὸν μνηστευόμενον ἔδει ἀναλαβόντα τὴν Ἱπποδάμειαν εἰς τὸ οἰκεῖον ἅρμα φεύγειν ἄχρι τοῦ Κορινθίων ἰσθμοῦ. Ἀγλαὸν καὶ Καλλιλέοντα καὶ Ὀρχομενόν. τὴν βασιλείαν Ἀτρεὺς παρέλαβε καὶ Θυέστην ἐφυγάδευσεν. [6] παραγίνεται τοίνυν καὶ Πέλοψ ἐπὶ τὴν μνηστείαν· οὗ τὸ κάλλος ἰδοῦσα ἡ Ἱπποδάμεια ἔρωτα ἔσχεν αὐτοῦ. [7] Μυρτίλος οὖν ἐρῶν αὐτῆς καὶ βουλόμενος αὐτῇ χαρίσασθαι. ἐμφορηθέντι δὲ δείκνυσι τὰ ἄκρα καὶ τῆς χώρας . ἥτις ἤρα Θυέστου. 162] ὃ ἐν τῷ ἀποθνήσκειν κατηράσατο τῷ Μυρτίλῳ γνοὺς τὴν ἐπιβουλήν. ὅπερ ἂν κάλλιστον γένηται. καὶ πείθει Μυρτίλον τὸν Ἑρμοῦ παῖδα συλλαβέσθαι αὐτῷ· ἦν δὲ Μυρτίλος [παρας βάτης εἴτουν] ἡνίοχος Οἰνομάου. χρησμοῦ γὰρ γεγονότος τοῖς Μυκηναίοις ἑλέσθαι βασιλέα Πελοπίδην. εἰ τὴν ἐναντίαν ὁδεύσει ὁ Ἥλιος· Θυέστου δὲ συνθεμένου τὴν δύσιν εἰς ἀνατολὰς ὁ Ἥλιος ἐποιήσατο· ὅθεν ἐκμαρτυρήσαντος τοῦ δαίμονος τὴν Θυέστου πλεονεξίαν. κατὰ δέ τινας ἀναιρεθῆναι ὑπὸ τοῦ Πέλοπος· [p. ὁ δὲ Ἀτρεὺς εὐξάμενός ποτε τῶν αὑτοῦ ποιμνίων. μετεπέμψαντο Ἀτρέα καὶ Θυέστην. οὓς εἶχεν ἐκ νηίδος νύμφης. τοῦτο θῦσαι Ἀρτέμιδι. [12] Ζεὺς δὲ Ἑρμῆν πέμπει πρὸς Ἀτρέα καὶ λέγει συνθέσθαι πρὸς Θυέστην περὶ τοῦ βασιλεῦσαι Ἀτρέα. χειρωσάμενος τὴν πρότερον Ἀπίαν καὶ Πελασγιῶτιν λεγομένην. λόγου δὲ γενομένου περὶ τῆς βασιλείας ἐξεῖπε Θυέστης τῷ πλήθει τὴν βασιλείαν δεῖν ἔχειν τὸν ἔχοντα τὴν ἄρνα τὴν χρυσῆν· συνθεμένου δὲ τοῦ Ἀτρέως δείξας ἐβασίλευσε. [8] λαβὼν οὖν Πέλοψ τὴν Ἱπποδάμειαν καὶ διερχόμενος ἐν τόπῳ τινί. μικρὸν ἀναχωρεῖ κομίσων ὕδωρ διψώσῃ τῇ γυναικί· Μυρτίλος δὲ ἐν τούτῳ βιάζειν αὐτὴν ἐπεχείρει. ἐπὶ τὸν Διὸς βωμὸν καθεσθέντας ἱκέτας ἔσφαξε. [9] παραγενόμενος δὲ Πέλοψ ἐπ' ὠκεανὸν καὶ ἁγνισθεὶς ὑπὸ Ἡφαίστου. καὶ τοῦτον τὸν τρόπον πολλοὺς μνηστευομένους ἀπέκτεινεν. 164] Κατρέως.μνηστῆρσι τὸν γάμον. ἵνα ὑπὸ Πέλοπος ἀπόληται. παραγενομένου τοὺς παῖδας. τὸν δὲ Οἰνόμαον εὐθέως διώκειν καθωπλισμένον καὶ καταλαβόντα κτείνειν· τὸν δὲ μὴ καταληφθέντα ἔχειν γυναῖκα τὴν Ἱπποδάμειαν.
[5] ἔνιοι δέ φασιν Ἑλένην μὲν ὑπὸ Ἑρμοῦ κατὰ βούλησιν Διὸς κομισθῆναι κλαπεῖσαν εἰς Αἴγυπτον καὶ δοθεῖσαν Πρωτεῖ τῷ βασιλεῖ τῶν Αἰγυπτίων φυλάττειν. κτείνας αὐτῆς τὸν σύζυγον Τάνταλον τὸν Θυέστου σὺν τέκνῳ πάνυ νεογνῷ. οἳ τὸν Θυέστην μὲν αὐτὸν Ἥρας βωμῷ φυγόντα ὁρκώσαντες διώκουσιν οἰκεῖν τὴν Κυθηρίαν. ἐνθεμένη τὰ πλεῖστα τῶν χρημάτων. Chiliades. [p. Ἀθηνᾶ δὲ πολέμου νίκην. ὑφ' οὗ βιασθέντες προσίσχουσι Σιδῶνι. 176] [6] Μενέλαος δὲ αἰσθόμενος τὴν ἁρπαγὴν ἧκεν εἰς Μυκήνας πρὸς Ἀγαμέμνονα. τῇ δεκάτῃ πορευθέντος εἰς Κρήτην ἐκείνου κηδεῦσαι τὸν μητροπάτορα Κατρέα. πείθει τὴν Ἑλένην ἀπαγαγεῖν σὺν ἑαυτῷ. αἱ δὲ ἐπαγγέλλονται δῶρα δώσειν Ἀλεξάνδρῳ.>1 [16] Ἀγαμέμνων δὲ βασιλεύει Μυκηναίων καὶ γαμεῖ Τυνδάρεω θυγατέρα Κλυταιμνήστραν. τὸν πρότερον αὐτῆς ἄνδρα Τάνταλον Θυέστου σὺν τῷ παιδὶ κτείνας. πολὺν διέτριψε χρόνον ἐν Φοινίκῃ καὶ Κύπρῳ. 174] Ἑρμιόνην καταλιποῦσα. καὶ κελεύει Ζεὺς Ἑρμῆν εἰς Ἴδην πρὸς Ἀλέξανδρον ἄγειν. 172] μίαν αἰτίαν μῆλον περὶ κάλλους Ἔρις ἐμβάλλει Ἥρᾳ καὶ Ἀθηνᾷ καὶ Ἀφροδίτῃ. ἵνα ὑπ' ἐκείνου διακριθῶσι. ὡς εἰ παῖδα γεννήσει τῇ θυγατρὶ συνελθών.456-465 . 170] ἄγει πρὸς Πολυφείδεα. θυγατέρες δὲ Χρυσόθεμις Ἠλέκτρα Ἰφιγένεια. ἵνα Εὐρώπης καὶ Ἀσίας εἰς πόλεμον ἐλθούσης ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ ἔνδοξος γένηται. κτείνας Ἀτρέα Θυέστῃ τὴν βασιλείαν ἀποκατέστησεν. Ἀφροδίτη δὲ γάμον Ἑλένης. οἱ δὲ Τυνδάρεω γαμβροὶ γίνονται θυγατράσιν.αὐτὸν ἐκβάλλει. ὃς πάλιν τούτους πέπομφε πρὸς Αἰτωλὸν Οἰνέα. [2] διὰ δὴ τούτων [p. ὥς τινες λέγουσι κατὰ βούλησιν Διός. ἧκεν εἰς Τροίαν μετὰ Ἑλένης. Τυνδάρεω τὴν βασιλείαν δόντος αὐτῷ. Ἀλέξανδρον δὲ παραγενέσθαι εἰς Τροίαν πεποιημένον ἐκ νεφῶν εἴδωλον Ἑλένης ἔχοντα. αὖθις δὲ Ἑλένην Ἀλέξανδρος ἁρπάζει. III. ὡς δὲ ἀπήλπισε τὴν δίωξιν. 168] ζητῶν Ἀτρέα μετελθεῖν ἐχρηστηριάζετο περὶ τούτου καὶ λαμβάνει χρησμόν. Ἥρα μὲν πασῶν προκριθεῖσα βασιλείαν πάντων. μετ' οὐ πολὺ Τυνδάρεως τούτους κατάγει πάλιν. Μενέλαος δὲ Ἑλένην γαμεῖ καὶ βασιλεύει Σπάρτης. ἢ καθάπερ εἶπον ἄλλοι ὅπως τὸ τῶν ἡμιθέων γένος ἀρθῇ. Μενέλαος Ἑλένην. ποιεῖ οὖν οὕτω καὶ γεννᾷ ἐκ τῆς θυγατρὸς Αἴγισθον. 1. κρατοῦντα Σικυῶνος. καὶ δεῖται στρατείαν ἐπὶ Τροίαν ἀθροίζειν καὶ στρατολογεῖν τὴν Ἑλλάδα. ἡ δὲ ἐνναέτη [p. ὁ δὲ Ἀφροδίτην προκρίνει καὶ πηξαμένου Φερέκλου ναῦς εἰς Σπάρτην ἐκπλέει. εὐλαβούμενος δὲ Ἀλέξανδρος μὴ διωχθῇ. [3] ἐφ' ἡμέρας δ' ἐννέα ξενισθεὶς παρὰ Μενελάῳ. ὁ Ἀγαμέμνων μὲν λαβὼν σύνευνον Κλυταιμνήστραν. [15] <τὸν δ' Ἀγαμέμνονα τροφὸς μετὰ τοῦ Μενελάου [p. ἀνάγεται τῆς νυκτὸς σὺν αὐτῷ. ὅτι Θυέστου παῖς ἐστι. ὃς ἀνδρωθεὶς καὶ μαθών. ὁ δὲ πέμπων κήρυκα πρὸς ἕκαστον τῶν 1 Tzetzes. [4] Ἥρα δὲ αὐτοῖς ἐπιπέμπει χειμῶνα πολύν. [14] Θυέστης δὲ κατὰ πάντα τρόπον [p. καὶ γίνεται αὐτῷ παῖς μὲν Ὀρέστης.
ἡγεμόνες δὲ μγ’. 178] [8] ὅτι Ὀδυσσεὺς λαβὼν αἰχμάλωτον Φρύγα ἠνάγκασε γράψαι περὶ προδοσίας ὡς παρὰ Πριάμου πρὸς Παλαμήδην· καὶ χώσας ἐν ταῖς σκηναῖς αὐτοῦ χρυσὸν τὴν δέλτον ἔρριψεν ἐν τῷ στρατοπέδῳ. καὶ τὰς λοιπὰς ἐκ γῆς πλάσας μεθῆκεν εἰς τὸ πέλαγος. ὀμόσας δὲ πέμψειν πεντήκοντα ναῦς. καὶ περὶ τῆς ἰδίας γυναικὸς ἕκαστον ἀσφαλίζεσθαι παρῄνει. Εὐβοέων Ἐλεφήνωρ Χαλκώδοντος καὶ Ἀλκυόνης· ἦγε ναῦς μ'.. Αἰνιάνων Γουνεὺς ᾿Ωκύτου κβ’. [11] συνηθροίζετο δὲ ὁ στρατὸς ἐν Αὐλίδι. ὁρμήσας δράκων ἐκ τοῦ βωμοῦ παρὰ τὴν πλησίον πλάτανον. [14] Μυρμιδόνων ᾿Αχιλλεὺς Πηλέως καὶ Θέτιδος ν’. Τρικκαίων Ποδαλείριος .. ὁ Μυγδαλίωνος. Πυλίων Νέστωρ Νηλέως καὶ Χλωρίδος ναῦς μ’. τοῖς συμμάχοις αὐτὸν ὡς προδότην παρέδωκε καταλεῦσαι. θυσίας γενομένης Ἀπόλλωνι. Μυκηναίων Ἀγαμέμνων Ἀτρέως καὶ Ἀερόπης ναῦς ρ'. καὶ προσποιησαμένῳ μεμηνέναι παρηκολούθει· ἁρπάσας δὲ Τηλέμαχον ἐκ τοῦ κόλπου τῆς Πηνελόπης ὡς κτενῶν ἐξιφούλκει. ἡγεμονεῖαι δὲ λ’· [15] ὅτι ὄντος ἐν Αὐλίδι τοῦ στρατεύματος. Ὀρχομενίων δ' ἦγον ναῦς λ'. τοὺς ἐν αὐτῇ καταναλώσας στρουθοὺς ὀκτὼ σὺν τῇ μητρὶ ἐνάτῃ λίθος ἐγένετο. Κάλχας δὲ .. νῆες μὲν οὖν αἱ πᾶσαι αιγ’. ἴσην λέγων γεγενῆσθαι τὴν τῆς Ἑλλάδος καταφρόνησιν καὶ κοινήν. [7] ὁ δὲ οὐ βουλόμενος στρατεύεσθαι προσποιεῖται μανίαν. οἱ δὲ στρατεύσαντες ἐπὶ Τροίαν ἦσαν οἵδε. μίαν πέμψας. Δουλιχίων Μέγης Φυλέως ναῦς μ’. 182] μὲν ἡγεμόνες δέκα· ἦγον ναῦς μ'. Ἀθηναίων Μενεσθεύς· ἦγε ναῦς ν'. οὔσης ἐν αὐτῇ νεοττιᾶς. Λοκρῶν Αἴας Ὀιλέως· ἦγε ναῦς μ'. [12] Σαλαμινίων Αἴας ὁ Τελαμώνιος· ἦγε ναῦς ιβ'. λ’. αἱ Οἰνότροφοι λεγόμεναι· αἷς ἐχαρίσατο Διόνυσος ποιεῖν ἐκ γῆς ἔλαιον σῖτον οἶνον. ἧς ἦρχεν . [p. παραγίνονται καὶ πρὸς Ὀδυσσέα εἰς Ἰθάκην. ᾿Ορμενίων Εὐρύπυλος . Κεφαλλήνων ᾿Οδυσσεὺς Λαέρτου καὶ ᾿Αντικλείας ναῦς ιβ’. Φεραίων Εὔμηλος ᾿Αδμήτου ια’. Αἰτωλῶν Θόας ᾿Ανδραίμονος καὶ Γόργης· ἦγε ναῦς μ’. Παλαμήδης δὲ ὁ Ναυπλίου ἤλεγξε τὴν μανίαν ψευδῆ. Ἀργείων Διομήδης Τυδέως καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἦγον ναῦς π'. ᾿Αρκάδων ᾿Αγαπήνωρ ναῦς ζ’. [13] ῾Ροδίων Τληπόλεμος ῾Ηρακλέους καὶ ᾿Αστυόχης ναῦς θ’. ὄντων δὲ πολλῶν προθύμων στρατεύεσθαι. [10] ὅτι θυγατέρες Ἀνίου τοῦ Ἀπόλλωνος Ἐλαΐς [p. ἐκ Φυλάκης Πρωτεσίλαος ᾿Ιφίκλου μ’. Κῴων Φείδιππος καὶ ῎Αντιφος οἱ Θεσσαλοῦ λ’. Λακεδαιμονίων Μενέλαος Ἀτρέως καὶ Ἀερόπης ξ' .. Συμαίων Νιρεὺς Χαρόπου ναῦς γ’. Ἀγαμέμνων δὲ ἀναγνοὺς καὶ εὑρὼν τὸν χρυσόν. Μαγνήτων Πρόθοος Τενθρηδόνος μ’.βασιλέων τῶν ὅρκων ὑπεμίμνησκεν ὧν ὤμοσαν. Γυρτωνίων Πολυποίτης Πειρίθου λ’. Ὀδυσσεὺς δὲ περὶ τοῦ παιδὸς εὐλαβηθεὶς ὡμολόγησε τὴν προσποίητον μανίαν καὶ στρατεύεται. Κρητῶν ᾿Ιδομενεὺς Δευκαλίωνος μ’. 180] Σπερμὼ Οἰνώ. ναῦς μ’. Βοιωτῶν [p.. ᾿Ηλείων ᾿Αμφίμαχος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ναῦς μʹ. Φωκέων ἡγεμόνες δ' ἦγον ναῦς μ'. [9] ὅτι Μενέλαος σὺν Ὀδυσσεῖ καὶ Ταλθυβίῳ πρὸς <Κινύραν εἰς> Κύπρον ἐλθόντες συμμαχεῖν ἔπειθον· ὁ δὲ Ἀγαμέμνονι μὲν οὐ παρόντι θώρακας ἐδωρήσατο.. ᾿Ολιζώνων Φιλοκτήτης Ποίαντος ζ’.
[22] τοῦ δὲ χρησμοῦ τούτου γενομένου. λέγων ὑπεσχῆσθαι δώσειν αὐτὴν Ἀχιλλεῖ γυναῖκα μισθὸν τῆς στρατείας. [17] ἀγνοοῦντες δὲ τὸν ἐπὶ Τροίαν πλοῦν Μυσίᾳ προσίσχουσι καὶ ταύτην ἐπόρθουν. θεραπευθεὶς οὖν ἔδειξε τὸν [p. ταύτης ἐβασίλευε Τένης ὁ Κύκνου καὶ Προκλείας. ἔλαφον ἀντ' αὐτῆς παραστήσασα τῷ βωμῷ·ὡς δὲ ἔνιοι λέγουσιν. ἐν ἀπορίᾳ τοῦ πλοῦ πολλῇ καθεστήκεσαν. ὁρμήσαντος δὲ Ἀχιλλέως ἐπ' αὐτὸν οὐ μείνας ἐδιώκετο· καὶ διωκόμενος ἐμπλακεὶς εἰς ἀμπέλου κλῆμα τὸν μηρὸν τιτρώσκεται δόρατι. καὶ δεηθεὶς Ἀχιλλέως καὶ ὑπεσχημένος τὸν εἰς Τροίαν πλοῦν δεῖξαι θεραπεύεται ἀποξύσαντος Ἀχιλλέως τῆς Πηλιάδος μελίας τὸν ἰόν. καὶ . εἰ μὴ τῶν Ἀγαμέμνονος θυγατέρων ἡ κρατιστεύουσα κάλλει σφάγιον Ἀρτέμιδι παραστῇ. [19] συνελθόντων δὲ αὐτῶν ἐν Ἄργει αὖθις μετὰ τὴν ῥηθεῖσαν ὀκταετίαν. εἰπόντος αὐτῷ τοῦ Ἀπόλλωνος τότε τεύξεσθαι θεραπείας. [24] Κύκνος γὰρ ἔχων ἐκ Προκλείας τῆς Λαομέδοντος παῖδα μὲν Τένην. ἀθάνατον αὐτὴν ἐποίησεν. ἰδὼν τὴν χώραν λεηλατουμένην. ὑποστρεψάντων οὖν τῶν Ἑλλήνων τότε λέγεται τὸν πόλεμον εἰκοσαετῆ γενέσθαι· μετὰ γὰρ τὴν Ἑλένης ἁρπαγὴν ἔτει [p. [18] τῆς δὲ Μυσίας ἐξελθόντες Ἕλληνες ἀνάγονται. τοὺς Μυσοὺς καθοπλίσας ἐπὶ τὰς ναῦς συνεδίωκε τοὺς Ἕλληνας καὶ πολλοὺς ἀπέκτεινεν. τὸ τῆς δείξεως ἀσφαλὲς πιστουμένου τοῦ Κάλχαντος διὰ τῆς ἑαυτοῦ μαντικῆς. Ἀγαμέμνων οὖν αὐτὸς ἡγεμὼν τοῦ σύμπαντος στρατοῦ [p. 186] ἦν. 188] δευτέρῳ τοὺς Ἕλληνας παρασκευασαμένους στρατεύεσθαι. ἀναχωρήσαντας δὲ ἀπὸ Μυσίας εἰς Ἑλλάδα μετὰ ἔτη ὀκτὼ πάλιν εἰς Ἄργος μεταστραφέντας ἐλθεῖν εἰς Αὐλίδα. [16] καὶ πλεῖν παρεσκευάζοντο ἐπὶ Τροίαν. Τροίαν νομίζοντες εἶναι.τὸν στόλον ἄπλοια κατεῖχε· Κάλχας δὲ ἔφη οὐκ ἄλλως δύνασθαι πλεῖν αὐτούς. ὅταν ὁ τρώσας ἰατρὸς γένηται. ὅτι τε βαλὼν ἔλαφον εἶπεν· οὐδὲ ἡ Ἄρτεμις. ἐν οἷς καὶ Θέρσανδρον τὸν Πολυνείκους ὑποστάντα. ὃς ἦν δυνατὸς δεῖξαι τὴν εἰς Τροίαν. ἀνίατον τὸ τραῦμα ἔχων. καὶ ὅτι Ἀτρεὺς οὐκ ἔθυσεν αὐτῇ τὴν χρυσῆν ἄρνα.εἰπὼν κατὰ Διὸς βούλησιν γεγονέναι αὐτοῖς τὸ σημεῖον τοῦτο. θυγατέρα δὲ Ἡμιθέαν. 190] πλοῦν. Ἡρακλέους παῖς. πέμψας Ἀγαμέμνων πρὸς Κλυταιμνήστραν Ὀδυσσέα καὶ Ταλθύβιον Ἰφιγένειαν ᾔτει. καὶ χειμῶνος ἐπιγενομένου σφοδροῦ διαζευχθέντες ἀλλήλων εἰς τὰς πατρίδας καταντῶσιν. [23] οἱ δὲ ἀναχθέντες ἐξ Αὐλίδος προσέσχον Τενέδῳ.Ἄρτεμις δὲ αὐτὴν ἁρπάσασα [p. διὰ τὸ μηνίειν τὴν θεὸν τῷ Ἀγαμέμνονι. 192] εἰς Ταύρους ἱέρειαν ἑαυτῆς κατέστησεν. ἐναυάρχει δ' Ἀχιλλεὺς πεντεκαιδεκαέτης τυγχάνων. ὡς δέ τινες Ἀπόλλωνος· οὗτος ὑπὸ τοῦ πατρὸς φυγαδευθεὶς ἐνταῦθα κατῴκει. ἐπέγημε τὴν Τραγάσου Φιλονόμην· ἥτις Τένου ἐρασθεῖσα καὶ μὴ πείθουσα καταψεύδεται πρὸς Κύκνον αὐτοῦ φθοράν. καθηγεμόνα μὴ ἔχοντες.πεμψάσης δὲ ἐκείνης Ἀγαμέμνων τῷ βωμῷ παραστήσας ἔμελλε σφάζειν. [21] ἀναχθέντων δὲ αὐτῶν ἀπ' Ἄργους καὶ παραγενομένων τὸ δεύτερον εἰς Αὐλίδα. τρύχεσιν ἠμφιεσμένος εἰς Ἄργος ἀφίκετο. τεκμηράμενος ἐκ τῶν γεγονότων ἔφη δεκαετεῖ χρόνῳ δεῖν Τροίαν ἁλῶναι. βασιλεύων δὲ Τήλεφος Μυσῶν. [20] Τήλεφος δὲ ἐκ τῆς Μυσίας.
αἱρεῖ . 198] Ἀντήνωρ. τοὺς βουκόλους κτείνας καὶ Μήστορα τὸν Πριάμου τὰς βόας ἐλαύνει. ὁ δὲ ἐκεῖ τὰ πτηνὰ τοξεύων ἐπὶ τῆς ἐρημίας τροφὴν εἶχεν. [31] Πρωτεσιλάου δὲ τελευτήσαντος. καὶ παραγίνεται εἰς Ἴδην ἐπὶ τὰς Αἰνείου [τοῦ Πριάμου] βόας. καὶ ὑπὸ Ἀχιλλέως ξίφει πληγεὶς κατὰ τὸ στῆθος θνήσκει.πυθόμενοι δὲ οἱ βάρβαροι τὸν στόλον ἐπιπλεῖν. [30] τῶν δὲ Ἑλλήνων πρῶτος ἀπέβη τῆς νεὼς Πρωτεσίλαος. Λαοδάμεια δὲ ἰδοῦσα [p. παραλαβὼν δὲ Ἀχιλλεύς τινας τῶν ἀριστέων τὴν χώραν ἐπόρθει. τούτου <ἡ> γυνὴ Λαοδάμεια καὶ μετὰ θάνατον ἤρα. καὶ κτείνας οὐκ ὀλίγους τῶν βαρβάρων ὑφ' Ἕκτορος θνήσκει. 196] [28] ἀναχθέντες δὲ ἀπὸ τῆς Τενέδου προσέπλεον Τροίᾳ. καὶ κατακλείσαντες τοὺς Τρῶας ἐπολιόρκουν· [32] ἀνέλκουσι δὲ τὰς ναῦς. [29] ἀλλὰ τοὺς μὲν ἔσωσεν [p. ἀχθόμενοι ἐπὶ τῇ τῶν βαρβάρων καταφρονήσει. ἐὰν κτείνῃ Τένην. οἱ δὲ Ἕλληνες ἐκπηδήσαντες τῶν νεῶν ἐνέπλησαν σωμάτων τὸ πεδίον. Κύκνος δὲ ὕστερον ἐπιγνοὺς τὴν ἀλήθειαν τὸν μὲν αὐλητὴν κατέλευσε. μεθ' ἃς Αἰγιαλὸν καὶ Τῆνον. [25] Κύκνος δὲ πιστεύσας. φεύγουσιν εἰς τὴν πόλιν. σὺν ὅπλοις ἐπὶ τὴν θάλασσαν ὥρμησαν καὶ βάλλοντες πέτροις ἀποβῆναι ἐκώλυον. Ἀχιλλεῖ δὲ ἐπιστέλλει Θέτις πρῶτον μὴ ἀποβῆναι τῶν νεῶν· τὸν γὰρ ἀποβάντα πρῶτον πρῶτον μέλλειν τελευτήσειν. ἐνθέμενος αὐτὸν μετὰ τῆς ἀδελφῆς εἰς λάρνακα μεθῆκεν εἰς τὸ [p. [33] αἱρεῖ δὲ καὶ Λέσβον καὶ Φώκαιαν. Ὀδυσσεὺς αὐτὸν εἰς Λῆμνον μεθ' ὧν εἶχε τόξων Ἡρακλείων ἐκτίθησι κελεύσαντος Ἀγαμέμνονος. οἱ δὲ Ἕλληνες. καὶ πέμπουσιν Ὀδυσσέα καὶ Μενέλαον τὴν Ἑλένην καὶ τὰ χρήματα ἀπαιτοῦντας. συναθροισθείσης δὲ παρὰ τοῖς Τρωσὶν ἐκκλησίας. καὶ ποιήσασα εἴδωλον Πρωτεσιλάῳ παραπλήσιον τούτῳ προσωμίλει. [27] τελούντων δὲ αὐτῶν Ἀπόλλωνι θυσίαν. μὴ θαρρούντων δὲ τῶν βαρβάρων. ἐκβαίνει μετὰ Μυρμιδόνων Ἀχιλλεὺς καὶ λίθον <βα>λὼν εἰς τὴν κεφαλὴν Κύκνου κτείνει. εἶτα Κολοφῶνα καὶ Σμύρναν καὶ Κλαζομενὰς καὶ Κύμην. τὴν δὲ γυναῖκα ζῶσαν εἰς γῆν κατέχωσε. πάλιν δὲ ἐπαναχθέντος εἰς Ἅιδου ἑαυτὴν ἐφόνευσεν. ἐκ τοῦ βωμοῦ προσελθὼν ὕδρος δάκνει Φιλοκτήτην· ἀθεραπεύτου δὲ τοῦ ἕλκους καὶ δυσώδους γενομένου τῆς τε ὀδμῆς οὐκ ἀνεχομένου τοῦ στρατοῦ. φυγόντος δὲ αὐτοῦ.Ἑρμῆς δὲ ἐλεησάντων θεῶν ἀνήγαγε Πρωτεσίλαον ἐξ Ἅιδου. καὶ νυκτὸς ἐλθὼν ἐπὶ τὴν πόλιν [p. οὐ μόνον τὴν Ἑλένην οὐκ ἀπεδίδουν ἀλλὰ καὶ τούτους κτείνειν ἤθελον.τούτου μάρτυρα παρεῖχεν αὐλητὴν Εὔμολπον ὄνομα. Ἀχιλλεὺς ἐνεδρεύσας Τρωίλον ἐν τῷ τοῦ Θυμβραίου Ἀπόλλωνος ἱερῷ φονεύει. καίτοι Θέτιδος προειπούσης Ἀχιλλεῖ μὴ κτεῖναι Τένην· τεθνήξεσθαι γὰρ ὑπὸ Ἀπόλλωνος αὐτόν. [26] προσπλέοντας οὖν Τενέδῳ τοὺς Ἕλληνας ὁρῶν Τένης ἀπεῖργε βάλλων πέτρους. 194] πέλαγος· προσσχούσης δὲ αὐτῆς Λευκόφρυι νήσῳ ἐκβὰς ὁ Τένης κατῴκησε ταύτην καὶ ἀπ' αὐτοῦ Τένεδον ἐκάλεσε. 202] Λυκάονα λαμβάνει. [τὰς ἑκατὸν καλουμένας πόλεις]· εἶτα ἑξῆς Ἀδραμύτιον καὶ Σίδην. εἶτα Ἔνδιον καὶ Λιναῖον καὶ Κολώνην. 200] καὶ νομίσασα αὐτὸν ἐκ Τροίας παρεῖναι τότε μὲν ἐχάρη. [p. ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν ἔπλεον ἐπ' αὐτούς. ὡς δὲ τοῦτον νεκρὸν εἶδον οἱ βάρβαροι.
ἐκ Λαρίσσης Ἱππόθοος Πελασγοῦ. ἐξ Ἀδραστείας Ἄδραστος καὶ Ἄμφιος Μέροπος. Ἀλιζώνων Ὀδίος καὶ Ἐπίστροφος Μηκιστέως. Παφλαγόνων Πυλαιμένης Βιλσάτου. ὑπομνησθεὶς πατρῴας φιλίας. Ἀχιλλεὺς δὲ τὴν ὀργὴν ἀποθέμενος καὶ τὴν Βρισηίδα κομίζεται. ἐκπέμπει Πάτροκλον καθοπλίσας τοῖς ἰδίοις ὅπλοις μετὰ τῶν Μυρμιδόνων. καὶ μονομαχεῖ Ἀλέξανδρος πρὸς Μενέλαον. ἔτι δὲ καὶ <Ἄντ>ανδρον καὶ ἄλλας πολλάς. Λυκίων Σαρπηδὼν Διὸς καὶ Γλαῦκος Ἱππολόχου. μόλις Αἴας ἀριστεύσας σώζει τὸ σῶμα. Παιόνων Πυραίχμης. Μαιόνων Μέσθλης καὶ Ἄντιφος Ταλαιμένους. Καρῶν Νάστης καὶ Ἀμφίμαχος Νομίονος. Ἕκτωρ ῥήξας τὸ τεῖχος εἰσέρχεται καὶ ἀναχωρήσαντος Αἴαντος πῦρ ἐμβάλλει ταῖς ναυσίν. καταδιώξας δὲ αὐτοὺς εἰς τὸ τεῖχος πολλοὺς ἀναιρεῖ. ἀλλάσσει τὰ ὅπλα. πολλῶν ἐλθόντων Αἴας κληρωσάμενος ἀριστεύει· νυκτὸς δὲ ἐπιγενομένης κήρυκες διαλύουσιν αὐτούς. τρωθέντων Ἀγαμέμνονος καὶ Διομήδους Ὀδυσσέως Εὐρυπύλου Μαχάονος καὶ τροπῆς τῶν Ἑλλήνων γενομένης. [2] ὅτι Διομήδης ἀριστεύων Ἀφροδίτην Αἰνείᾳ βοηθοῦσαν τιτρώσκει. καὶ Γλαύκῳ συστάς.προκαλουμένου δὲ Ἕκτορος τὸν ἄριστον εἰς μονομαχίαν.. Κικόνων Εὔφημος Τροιζήνου.δὲ καὶ Θήβας τὰς Ὑποπλακίας καὶ Λυρνησσόν. IV. ἐκ δ' Ἀρίσβης Ἄσιος Ὑρτάκου. ἰδόντες δὲ αὐτὸν οἱ Τρῶες καὶ νομίσαντες Ἀχιλλέα εἶναι εἰς φυγὴν τρέπονται. Ἀχιλλεὺς δὲ μηνίων ἐπὶ τὸν πόλεμον οὐκ ἐξῄει διὰ Βρισηίδα . [35] ἐκ Ζελίας Πάνδαρος Λυκάονος. 208] ἵππους ἐπὶ τὰς ναῦς ἄγουσι. [6] ὡς δὲ εἶδεν Ἀχιλλεὺς τὴν Πρωτεσιλάου ναῦν καιομένην. καὶ πανοπλίας αὐτῷ κομισθείσης παρὰ . διὸ θαρσήσαντες οἱ βάρβαροι ἐκ τῆς [p. [5] μεθ' ἡμέραν δὲ ἰσχυρᾶς μάχης γενομένης. [7] μάχης δὲ ἰσχυρᾶς γενομένης περὶ τοῦ νεκροῦ. [34] ἐνναετοῦς δὲ χρόνου διελθόντος παραγίνονται τοῖς Τρωσὶ σύμμαχοι· ἐκ τῶν περιοίκων πόλεων [p. Φρυγῶν Φόρκυς καὶ Ἀσκάνιος Ἀρετάονος. τρωθεὶς πρότερον ὑπὸ Εὐφόρβου. τῆς θυγατρὸς Χρύσου τοῦ ἱερέως. Ἀλέξανδρον δὲ ἡττώμενον ἁρπάζει Ἀφροδίτη. καὶ ὑφ' Ἕκτορος ἀναιρεῖται. 206] πόλεως προῆλθον. Θρᾳκῶν Ἀκάμας Εὐσώρου. [4] νυκτὸς δὲ ἐπιγενομένης κατασκόπους πέμπουσιν Ὀδυσσέα καὶ Διομήδην· οἱ δὲ ἀναιροῦσι Δόλωνα τὸν Εὐμήλου καὶ Ῥῆσον τὸν Θρᾷκα ̔ ὃς πρὸ μιᾶς ἡμέρας παραγενόμενος Τρωσὶ σύμμαχος οὐ συμβαλὼν ἀπωτέρω τῆς Τρωικῆς δυνάμεως χωρὶς Ἕκτορος ἐστρατοπέδευσἐ τούς τε περὶ αὐτὸν δώδεκα κοιμωμένους κτείνουσι καὶ τοὺς [p. συμμαχεῖν ἀξιοῦντες καὶ Βρισηίδα καὶ ἄλλα δῶρα ὑπισχνούμενοι.. δοὺς αὐτῷ τοὺς ἵππους. ἐν οἷς καὶ Σαρπηδόνα τὸν Διός. καὶ γενομένης μάχης ἐν τῷ πεδίῳ οἱ Τρῶες τοὺς Ἕλληνας εἰς τὸ τεῖχος διώκουσιν· οἱ δὲ πέμπουσι πρὸς Ἀχιλλέα πρέσβεις Ὀδυσσέα καὶ Φοίνικα καὶ Αἴαντα. Δαρδανίων ἡγούμενοι. ἐκ Μυσίας Χρόμιος καὶ Ἔννομος Ἀρσινόου. 204] Αἰνείας Ἀγχίσου καὶ σὺν αὐτῷ Ἀρχέλοχος καὶ Ἀκάμας Ἀντήνορος καὶ Θεανοῦς. Πάνδαρος δὲ τοξεύσας Μενέλαον τοὺς ὅρκους ἔλυσεν. [3] οἱ δὲ Ἕλληνες πρὸς τοῦ ναυστάθμου τεῖχος ποιοῦνται καὶ τάφρον.
ὁ δ' Ἀχιλλεὺς Ἕκτορα ἐκ [p. [5] Ἀχιλλέως δὲ ἀποθανόντος συμφορᾶς [p. Διομήδης σταδίῳ. ἀκουσίως Ἱππολύτην κτείνασα καὶ ὑπὸ Πριάμου καθαρθεῖσα. Ἐπειὸς πυγμῇ. 210] μονομαχίας ἀναιρεῖ καὶ ἐξάψας αὐτοῦ τὰ σφυρὰ ἐκ τοῦ ἅρματος σύρων ἐπὶ τὰς ναῦς παραγίνεται. [3] ὅτι Μέμνονα τὸν Τιθωνοῦ καὶ Ἠοῦς μετὰ πολλῆς Αἰθιόπων δυνάμεως παραγενόμενον ἐν Τροίᾳ καθ' Ἑλλήνων καὶ πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων κτείναντα καὶ Ἀντίλοχον κτείνει ὁ Ἀχιλλεύς. Αἴας δὲ ὑπὸ λύπης ταραχθεὶς ἐπιβουλεύεται νύκτωρ τῷ στρατεύματι. τὴν τῶν Ἀμαζόνων ἑωρακότες ἐπιστασίαν. [6] ἡ δὲ πανοπλία αὐτοῦ τῷ ἀρίστῳ [p. καὶ τούτου μὲν ὁ Ἥφαιστος τὰ ῥεῖθρα ἀναξηραίνει πολλῇ φλογὶ διώξας. [7] ὕστερον δὲ σωφρονήσας κτείνει καὶ ἑαυτόν. Αἴας δίσκῳ. εἴτε ὑπὸ τῆς συμμάχου Πενθεσιλείας ἀκούσης. καθοπλισάμενος ἐπὶ τὸν πόλεμον ἐξέρχεται. Αἴας καὶ Ὀδυσσεὺς πάλῃ. κτείνει δὲ καὶ Ἀστεροπαῖον τὸν Πηλεγόνος τοῦ Ἀξιοῦ ποταμοῦ· καὶ αὐτῷ λάβρος ὁ ποταμὸς ἐφορμᾷ. ὅστις μετὰ θάνατον ἐρασθεὶς τῆς Ἀμαζόνος κτείνει Θερσίτην λοιδοροῦντα αὐτόν. καὶ θάψας Πάτροκλον ἐπ' αὐτῷ ἀγῶνα τίθησιν. ἐν οἷς καὶ Μαχάονα· εἶθ' ὕστερον θνήσκει ὑπὸ Ἀχιλλέως.Ἡφαίστου. ὡς δέ τινες τῶν συμμάχων. Ὀδυσσέως πρὸς τοὺς ἐπιφερομένους μαχομένου. λέγεται δὲ μετὰ θάνατον Ἀχιλλεὺς ἐν Μακάρων νήσοις Μηδείᾳ συνοικεῖν. ὅτι Πενθεσίλεια. V. Τεῦκρος τόξῳ. Ὀτρηρῆς καὶ Ἄρεος. εἴτε ὑπὸ Θησέως. [4] γενομένης δὲ μάχης περὶ τοῦ νεκροῦ. καὶ καταβαίνουσιν εἰς ἅμιλλαν Αἴας καὶ Ὀδυσσεύς. 214] πύλαις τοξεύεται ὑπὸ Ἀλεξάνδρου καὶ Ἀπόλλωνος εἰς τὸ σφυρόν. αὕτη γάρ.Ὀδυσσεὺς προκρίνεται. μετὰ δὲ τὸν ἀγῶνα παραγενόμενος Πρίαμος πρὸς Ἀχιλλέα λυτροῦται τὸ Ἕκτορος σῶμα καὶ θάπτει. ἐπιτελουμένων τῶν γάμων Φαίδρας. καὶ τὰ ὅπλα δίδωσιν ἐπὶ τὰς ναῦς κομίζειν. [p. ἐν ᾧ νικᾷ Εὔμηλος ἵπποις.καὶ κρινάντων τῶν Τρώων.θάπτουσι δὲ αὐτὸν [ἐν Λευκῇ νήσῳ] μετὰ Πατρόκλου.τιθέασι δὲ ἐπ' αὐτῷ ἀγῶνα. διώξας δὲ καὶ τοὺς Τρῶας πρὸς ταῖς Σκαιαῖς [p. 220] . ἐπιστᾶσα σὺν ὅπλοις ἅμα ταῖς μεθ' ἑαυτῆς Ἀμαζόσιν ἔλεγε κτείνειν τοὺς συνανακειμένους Θησεῖ. ἐν ᾧ νικᾷ ἵπποις Διομήδης. μάχης οὖν γενομένης ἀπέθανεν. καὶ μόνος οὗτος τῶν ἐν Ἰλίῳ ἀποθανόντων ἐν σορῷ κεῖται· ὁ δὲ τάφος ἐστὶν ἐν Ῥοιτείῳ. καὶ αὐτῷ μανίαν ἐμβαλοῦσα Ἀθηνᾶ εἰς τὰ βοσκήματα ἐκτρέπει ξιφήρη· ὁ δὲ ἐκμανεὶς σὺν τοῖς νέμουσι τὰ βοσκήματα ὡς Ἀχαιοὺς φονεύει. [p. τὰ ἑκατέρων ὀστᾶ συμμίξαντες. μάχης γενομένης πολλοὺς κτείνει. κλείσαντες διὰ τάχους τὰς θύρας καὶ ταύτην ἀπολαβόντες ἐντὸς ἀπέκτειναν. κἀκεῖ πολλοὺς μὲν ἄλλους ἀναιρεῖ. 218] νικητήριον τίθεται. 212] [2] ἦν δὲ Ἱππολύτη ἡ τοῦ Ἱππολύτου μήτηρ. καὶ συνδιώκει τοὺς Τρῶας ἐπὶ τὸν Σκάμανδρον. Αἴας Γλαῦκον ἀναιρεῖ. τὸ δὲ σῶμα βαστάσας Αἴας βαλλόμενος βέλεσι μέσον τῶν πολεμίων διήνεγκεν. ἡ καὶ Γλαύκη καὶ Μελανίππη. 216] ἐπληρώθη τὸ στράτευμα. εἴτε ὅτι οἱ περὶ Θησέα. Ἀγαμέμνων δὲ κωλύει τὸ σῶμα αὐτοῦ καῆναι.
περιχαρέντες εἷλκον τὸν ἵππον καὶ παρὰ τοῖς Πριάμου βασιλείοις στήσαντες ἐβουλεύοντο τί χρὴ ποιεῖν. ἀναχθέντας περὶ τὴν Τένεδον ναυλοχεῖν καὶ μετὰ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα καταπλεῖν. αὐτὸς δὲ ἑαυτὸν αἰκισάμενος καὶ πενιχρὰν στολὴν ἐνδυσάμενος ἀγνώστως εἰς τὴν πόλιν εἰσέρχεται ὡς ἐπαίτης· γνωρισθεὶς δὲ ὑπὸ Ἑλένης δι' ἐκείνης τὸ παλλάδιον ἔκλεψε καὶ πολλοὺς κτείνας τῶν φυλασσόντων ἐπὶ τὰς ναῦς μετὰ Διομήδους κομίζει. [13] Ὀδυσσεὺς δὲ μετὰ Διομήδους παραγενόμενος νύκτωρ εἰς τὴν πόλιν Διομήδην μὲν αὐτοῦ μένειν εἴα. [p. αὐτοὶ δὲ ἐμπρήσαντες τὰς σκηνὰς καὶ καταλιπόντες Σίνωνα. 224] Ἴλιος. 226] πανοπλίαν πολλοὺς τῶν Τρώων ἀναιρεῖ. καὶ προσέτι Λαοκόωντος τοῦ . εἰς τοῦτον Ὀδυσσεὺς εἰσελθεῖν πείθει πεντήκοντα τοὺς ἀρίστους. [11] ταῦτα ἀκούσαντες Ἕλληνες τὰ μὲν Πέλοπος ὀστᾶ μετακομίζουσιν. ὃς ἦν ἀρχιτέκτων· οὗτος [p.[8] ἤδη δὲ ὄντος τοῦ πολέμου δεκαετοῦς ἀθυμοῦσι τοῖς ἝλλησιΚάλχας θεσπίζει. οἱ δὲ πείθουσι <αὐ>τὸν Νεοπτόλεμον προέσθαι. πρῶτον μὲν εἰ τὰ Πέλοπος ὀστᾶ κομισθείη παρ' αὐτούς. [17] Κασάνδρας δὲ λεγούσης ἔνοπλον ἐν αὐτῷ δύναμιν εἶναι. 230] ἀπὸ τῆς Ἴδης ξύλα τεμὼν ἵππον κατασκευάζει κοῖλον ἔνδοθεν εἰς τὰς πλευρὰς ἀνεῳγμένον. 222] τόξα συμμαχοῦντα. [15] οἱ δὲ πείθονται καὶ τοὺς μὲν ἀρίστους ἐμβιβάζουσιν εἰς τὸν ἵππον. 228] [14] ὕστερον δὲ ἐπινοεῖ δουρείου ἵππου κατασκευὴν καὶ ὑποτίθεται Ἐπειῷ. Ὀδυσσέα δὲ καὶ Φοίνικα πρὸς Λυκομήδην πέμπουσιν εἰς Σκῦρον. τρίτον εἰ τὸ διιπετὲς παλλάδιον ἐκκλαπείη· τούτου γὰρ ἔνδον ὄντος οὐ δύνασθαι τὴν πόλιν ἁλῶναι. [12] ἀφικνεῖται δὲ ὕστερον Τρωσὶ σύμμαχος Εὐρύπυλος ὁ Τηλέφου πολλὴν Μυσῶν δύναμιν ἄγων· τοῦτον ἀριστεύσαντα Νεοπτόλεμος ἀπέκτεινεν. εἰπόντος δὲ Κάλχαντος Ἕλενον εἰδέναι τοὺς ῥυομένους τὴν πόλιν χρησμούς. [p. ὁ δὲ παραγενόμενος καὶ θεραπευθεὶς ὑπὸ Ποδαλειρίου Ἀλέξανδρον τοξεύει. ἔπειτα εἰ Νεοπτόλεμος συμμαχοίη. [16] ἡμέρας δὲ γενομένης ἔρημον οἱ Τρῶες τὸ τῶν Ἑλλήνων στρατόπεδον θεασάμενοι καὶ νομίσαντες αὐτοὺς πεφευγέναι. ὡς δὲ ὁ τὴν μικρὰν γράψας Ἰλιάδα φησί. τοὺς δὲ λοιποὺς γενομένης νυκτὸς ἐμπρήσαντας τὰς σκηνάς. ἐνεδρεύσας αὐτὸν Ὀδυσσεὺς καὶ χειρωσάμενος ἐπὶ τὸ στρατόπεδον ἤγαγε· [10] καὶ ἀναγκαζόμενος ὁ Ἕλενος λέγει πῶς ἂν αἱρεθείη ἡ [p. ἂν μὴ τὰ Ἡρακλέους ἔχωσι [p. 232] γράμματα ἐγχαράξαντες τὰ δηλοῦντα· τῆς εἰς οἶκον ἀνακομιδῆς Ἕλληνες Ἀθηνᾷ χαριστήριον. τῆς νυκτὸς ἀνάγονται καὶ περὶ Τένεδον ναυλοχοῦσιν. [9] τούτου δὲ ἀποθανόντος εἰς ἔριν ἔρχονται Ἕλενος καὶ Δηίφοβος ὑπὲρ τῶν Ἑλένης γάμων· προκριθέντος δὲ τοῦ Δηιφόβου Ἕλενος ἀπολιπὼν Τροίαν ἐν Ἴδῃ διετέλει. οὐκ ἄλλως ἁλῶναι δύνασθαι Τροίαν. ὃς ἔμελλεν αὐτοῖς πυρσὸν ἀνάπτειν. ἡγεμόνα καταστήσαντες αὐτῶν Ὀδυσσέα. καὶ δόλῳ ἐγκρατὴς γενόμενος τῶν τόξων πείθει πλεῖν αὐτὸν ἐπὶ Τροίαν. τρισχιλίους. τοῦτο ἀκούσας Ὀδυσσεὺς μετὰ Διομήδους εἰς Λῆμνον ἀφικνεῖται πρὸς Φιλοκτήτην. παραγενόμενος δὲ οὗτος εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ λαβὼν παρ' ἑκόντος Ὀδυσσέως τὴν τοῦ πατρὸς [p.
ὑπὸ Κάλχαντος κατείχοντο. Ὀδυσσεὺς δὲ Ἑκάβην. 234] Τενέδου προσέπλεον. [18] Ἀπόλλων δὲ αὐτοῖς σημεῖον ἐπιπέμπει· δύο γὰρ δράκοντες διανηξάμενοι διὰ τῆς θαλάσσης ἐκ τῶν πλησίον νήσων τοὺς Λαοκόωντος υἱοὺς κατεσθίουσιν. τοῖς δὲ κατὰ βαράθρων ἀφιέναι· δόξαν δὲ τοῖς πολλοῖς ἵνα αὐτὸν ἐάσωσι θεῖον ἀνάθημα. VI. 240] κατέσφαξαν. τῶν λοιπῶν ἀπολομένων σκαφῶν. Νεοπτόλεμος δὲ Ἀνδρομάχην. φεύγοντα δὲ ἐπὶ βωμὸν εἴασαν. καὶ διακομισθεὶς εἰς Χερρόνησον σὺν αὐτῇ κύνα γενομένην θάπτει.καὶ τὸν μὲν Αἴαντα κτείνειν ἔμελλον. [22] Μενέλαος δὲ Δηίφοβον κτείνας Ἑλένην ἐπὶ τὰς ναῦς ἄγει· ἀπάγουσι δὲ καὶ τὴν Θησέως μητέρα Αἴθραν οἱ Θησέως παῖδεςΔημοφῶν καὶ Ἀκάμας· καὶ γὰρ τούτους λέγουσιν εἰς Τροίαν [p.ἀναχθέντες δὲ Διομήδης <καὶ> Νέστωρ καὶ Μενέλαος ἅμα. Ἀγαμέμνων καὶ Μενέλαος ἐφιλονείκουν. [20] ὡς δ' ἐνόμισαν κοιμᾶσθαι τοὺς πολεμίους. ὑπακοῦσαι δὲ Ἀντίκλου θέλοντος Ὀδυσσεὺς τὸ στόμα κατέσχεν. [2] Ἀμφίλοχος δὲ καὶ Κάλχας καὶ Λεοντεὺς καὶ Ποδαλείριος καὶ Πολυποίτης ἐν Ἰλίῳ τὰς ναῦς ἀπολιπόντες ἐπὶ Κολοφῶνα πεζῇ πορεύονται. Ἕλενος αὐτὴν λαμβάνει. εἰς τὰς οἰκίας [p. οἱ δὲ λοιποὶ σειρᾷ ἐξάψαντες ἑαυτοὺς ἐπὶ τὰ τείχη παρεγένοντο καὶ τὰς πύλας ἀνοίξαντες ὑπεδέξαντο τοὺς ἀπὸ Τενέδου καταπλεύσαντας. οἱ δὲ Ἕλληνες αὐτὸν διὰ τὴν εὐσέβειαν εἴασαν. Πολυξένην δὲ ἐπὶ τῷ Ἀχιλλέως τάφῳ [p. 242] ἔμελλον ἀποπλεῖν πορθήσαντες Τροίαν. Ἀγαμέμνονος δὲ ἐπιμένειν κελεύοντος καὶ θύειν Ἀθηνᾷ.μάντεως. μηνίειν Ἀθηνᾶν αὐτοῖς λέγοντος διὰ τὴν Αἴαντος ἀσέβειαν. οἱ ἀπὸ [p. οἱ μὲν εὐπλοοῦσιν. [19] ὡς δὲ ἐγένετο νὺξ καὶ πάντας ὕπνος κατεῖχεν. τοῖς μὲν ἐδόκει κατακαίειν. πέντε ναυσὶν ἐπ' Αἴγυπτον ἀφικνεῖται. 238] ἐλθεῖν ὕστερον. κἀκεῖ θάπτουσι Κάλχαντα τὸν μάντιν· ἦν γὰρ αὐτῷ . καὶ Σίνων αὐτοῖς ἀπὸ τοῦ Ἀχιλλέως τάφου πυρσὸν ἧπτεν. καὶ μετὰ ταῦτα συνελθόντων εἰς ἐκκλησίαν. ἔνθα νῦν λέγεται Κυνὸς σῆμα. τοὺς ἀριστέας ἐκάλει. τραπέντες ἐπὶ θυσίαν εὐωχοῦντο. καὶ θύσαντες πᾶσι τοῖς θεοῖς Ἀστυάνακτα ἀπὸ τῶν πύργων ἔρριψαν. Λαοδίκην μὲν γὰρ κάλλει τῶν Πριάμου θυγατέρων διαφέρουσαν βλεπόντων πάντων γῆ χάσματι ἀπέκρυψεν. ὁ δὲ Μενέλαος χειμῶνι περιπεσών.ὡς δὲ [p. Αἰνείας δὲ Ἀγχίσην τὸν πατέρα βαστάσας ἔφυγεν. καὶ Νεοπτόλεμος μὲν ἐπὶ τοῦ ἑρκείου Διὸς βωμοῦ καταφεύγοντα Πρίαμον ἀνεῖλεν·Ὀδυσσεὺς δὲ καὶ Μενέλαος Γλαῦκον τὸν Ἀντήνορος εἰς τὴν οἰκίαν φεύγοντα γνωρίσαντες μεθ' ὅπλων ἐλθόντες ἔσωσαν. [23] κτείναντες δὲ τοὺς Τρῶας τὴν πόλιν ἐνέπρησαν καὶ τὰ λάφυρα ἐμερίσαντο. Αἴας δὲ ὁ Λοκρὸς Κασάνδραν ὁρῶν περιπεπλεγμένην τῷ ξοάνῳ τῆς Ἀθηνᾶς βιάζεται· διὰ <τοῦ>το τὸ ξόανον εἰς οὐρανὸν βλέπειν. ὡς δὲ ἔνιοι λέγουσιν. ἀνοίξαντες σὺν τοῖς ὅπλοις ἐξῄεσαν· καὶ πρῶτος μὲν Ἐχίων Πορθέως ἀφαλλόμενος ἀπέθανεν. λαμβάνει δὲ Ἀγαμέμνων μὲν κατ' ἐξαίρετον Κασάνδραν. [21] χωρήσαντες δὲ μεθ' ὅπλων εἰς τὴν πόλιν. Ἑλένη δὲ ἐλθοῦσα περὶ τὸν ἵππον. μιμουμένη τὰς φωνὰς ἑκάστης τῶν γυναικῶν. 236] ἐπερχόμενοι κοιμωμένους ἀνῄρουν. Μενελάου λέγοντος ἀποπλεῖν.
” ὁ Μόψος· “μυρίους” ἔφη “καὶ μέδιμνον καὶ ἕνα ὄλυνθον περισσόν·” [4] καὶ εὑρέθησαν οὕτω. [11] ταῦτα πρότερον κατασκευάσας ὁ Ναύπλιος. καὶ παρὰ τὴν ὁδὸν ἀποθανόντα Φοίνικα θάπτει. καὶ αὔριον ἀνυπερθέτως ἐν ἕκτῃ ὥρᾳ τεχθήσεσθαι. ὁ δὲ πεσὼν εἰς τὴν θάλασσαν τελευτᾷ. καὶ δέκα πόλεις ἀποσπάσας τῆς Κρήτης ἐτυράννησε· καὶ μετὰ τὸν Τρωικὸν πόλεμον καὶ τὸν Ἰδομενέα κατάραντα τῇ Κρήτῃ ἐξήλασε. 250] [12] Νεοπτόλεμος δὲ μείνας ἐν Τενέδῳ δύο ἡμέρας ὑποθήκαις τῆς Θέτιδος εἰς Μολοσσοὺς πεζῇ ἀπῄει μετὰ Ἑλένου. ὃς Ἀπόλλωνος καὶ Μαντοῦς παῖς ὑπῆρχεν. Πηλέως δὲ ἐκ . Ποσειδῶν δὲ πλήξας τῇ τριαίνῃ τὴν πέτραν ἔσχισεν. παραπλέων τὰς χώρας τὰς Ἑλληνίδας παρεσκεύασε τὰς τῶν Ἑλλήνων γυναῖκας μοιχευθῆναι. Αἰγιάλειαν τῷ Σθενέλου Κομήτῃ. πόσους χοίρους κατὰ γαστρὸς ἔχει καὶ πότε τέκοι·τοῦ δὲ εἰπόντος· “ὀκτώ. νῦν δὲ Ξυλοφάγον λεγόμενον. καὶ οὐχ ὡς ὁ Κάλχας ὀκτώ. καὶ Κάλχαντος ἀνακρίναντος ἐρινεοῦ [p. καὶ ἐξ Ἀνδρομάχης γεννᾷ Μολοσσόν.λόγιον τελευτήσειν. ὡς πάντων χαριζομένων τῷ βασιλεῖ Ἀγαμέμνονι. [p. ὁ δὲ τῆς νεὼς διαλυθείσης ἐπί τινα πέτραν διασωθεὶς παρὰ τὴν θεοῦ ἔφη πρόνοιαν σεσῶσθαι. οἱ δὲ ἀνάγονται καὶ περὶ Τῆνον χειμάζονται. τὴν Ἰδομενέως Μήδαν ὑπὸ Λεύκου· [10] ἣν καὶ ἀνεῖλε Λεῦκος ἅμα Κλεισιθύρᾳ τῇ θυγατρὶ ταύτης ἐν τῷ ναῷ προσφυγούσῃ. καὶ δίδωσιν αὐτῷ Νεοπτόλεμος εἰς γυναῖκα τὴν μητέρα Δηιδάμειαν. [p. καὶ πολλαὶ νῆες βυθίζονται. ἀνῆψε φρυκτόν· ἔνθα προσπελάσαντες Ἕλληνες ἐν τῷ δοκεῖν λιμένα εἶναι διεφθάρησαν. Νεοπτόλεμον δὲ πείθει Θέτις ἀφικομένη ἐπιμεῖναι δύο ἡμέρας καὶ θυσιάσαι. τοῦτο μαθὼν Ναύπλιος ἔπλευσε πρὸς τοὺς Ἕλληνας καὶ τὴν τοῦ παιδὸς ἀπῄτει ποινήν· [9] ἄπρακτος δὲ ὑποστρέψας. ἀλλ' ἐννέα κατὰ γαστρός.” μειδιάσας ὁ Μόψος ἔφη· “Κάλχας τῆς ἀκριβοῦς μαντείας ἀπεναντιῶς διακεῖται. Κλυταιμνήστραν Αἰγίσθῳ. καὶ ἐκβρασθέντα θάπτει Θέτις ἐν Μυκόνῳ. καὶ περὶ τὰς Καφηρίδας πέτρας θραύεται τὰ σκάφη καὶ πολλοὶ [p. καὶ τούτους ἄρρενας ὅλους ἔχειν μαντεύομαι. 248] τελευτῶσιν. καὶ νικήσας μάχῃ Μολοσσοὺς βασιλεύει. καὶ ἐπιμένει. [8] ὁ γὰρ τοῦ Ναυπλίου καὶ Κλυμένης τῆς Κατρέως υἱὸς Παλαμήδης ἐπιβουλαῖς Ὀδυσσέως λιθοβοληθεὶς ἀναιρεῖται. [6] Ἀθηνᾶ δὲ ἐπὶ τὴν Αἴαντος ναῦν κεραυνὸν βάλλει.”ὧν γενομένων Κάλχας ἀθυμήσας ἀπέθανεκαὶ ἐτάφη ἐν Νοτίῳ. τὸν εἰς τὸν Καφηρέα. ἐὰν ἑαυτοῦ σοφωτέρῳ περιτύχῃ μάντει. 244] ἑστώσης “πόσους ὀλύνθους φέρει. ὕστερον μαθὼν τὴν εἰς τὰς πατρίδας τῶν Ἑλλήνων ἐπάνοδον. Μόψος δὲ συὸς οὔσης ἐπιτόκου ἠρώτα Κάλχαντα. ἐγὼ δ' Ἀπόλλωνος καὶ Μαντοῦς παῖς ὑπάρχων τῆς ἀκριβοῦς μαντείας τὴν ὀξυδορκίαν πάντως πλουτῶ. [7] τῶν δὲ ἄλλων Εὐβοίᾳ προσφερομένων νυκτὸς Ναύπλιος ἐπὶ τοῦ Καφηρέως ὄρους πυρσὸν ἀνάπτει· οἱ δὲ νομίσαντες εἶναί τινας τῶν σεσωσμένων προσπλέουσι. [13] Ἕλενος δὲ κτίσας ἐν τῇ Μολοσσίᾳ πόλιν κατοικεῖ. μεθ' οὗ τὸν Παλαμήδην ἀνεῖλεν Ὀδυσσεύς. Ἀθηνᾶ γὰρ ἐδεήθη Διὸς τοῖς Ἕλλησι χειμῶνα ἐπιπέμψαι. [3] ὑποδεχθέντων οὖν ὑπὸ Μόψου μάντεως. 246] [5] Ἀγαμέμνων δὲ θύσας ἀνάγεται καὶ Τενέδῳ προσίσχει. οὗτος ὁ Μόψος περὶ μαντικῆς ἤρισε Κάλχαντι.
καὶ οἱ τοῦ Τληπολέμου προσίσχουσι [p. [p. ᾧ καὶ τὸ τόξον αὑτοῦ ἀνέθηκεν. Scholia on Lycophron. ὥς φησιν Εὐφορίων. καὶ ἄλλος ἀλλαχοῦ. 902 Tzetzes. εἶτα περὶ Κύπρον ἐκεῖ κατῴκησεν. εἶτα ὑπ' ἀνέμων ἐξωσθέντες περὶ τὰς Ἰβηρικὰς νήσους ᾤκησαν. καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ Μαχαιρέως τοῦ Φωκέως ἀναιρεθῆναι. Ἄντιφος δὲ ὁ Θεσσαλοῦ εἰς Πελασγοὺς ἐλθὼν καὶ τὴν χώραν κατασχὼν Θεσσαλίαν ἐκάλεσε. οἱ δὲ εἰς Ἰταλίαν. οἱ σὺν αὐτῷ Μάγνητες εἰς Κρήτην ῥιφέντες ᾤκησαν. Νεοπτόλεμος τὴν βασιλείαν τοῦ πατρὸς παρέλαβε. Tzetzes. . [15a] <Ἀπολλόδωρος δὲ καὶ οἱ λοιποὶ οὕτω φασί· Γουνεὺς εἰς Λιβύην λιπὼν τὰς ἑαυτοῦ ναῦς ἐλθὼν ἐπὶ Κίνυφα ποταμὸν κατοικεῖ. Ἄντιφος δὲ ὁ Θεσσαλοῦ εἰς Πελασγοὺς καὶ <τὴν> χώραν κατασχὼν Θεσσαλίαν ἐκάλεσεν. Γουνεὺς μὲν εἰς Λιβύην. εἶτα Μενεσθεὺς μὲν εἰς Μῆλον ἐλθὼν βασιλεύει. τοῦ ἐκεῖ βασιλέως Πολυάνακτος τελευτήσαντος. Scholia on Lycophron. οἱ σὺν αὐτῷ ἐκριφέντες περὶ τὸν Ἰόνιον κόλπον Ἀπολλωνίαν ᾤκησαν τὴν ἐν Ἠπείρῳ. [p. Μέγης δὲ καὶ Πρόθοος ἐν Εὐβοίᾳ περὶ τὸν Καφηρέα σὺν πολλοῖς ἑτέροις διαφθείρεται . 258] Φείδιππος μετὰ τῶν Κῴων ἐν Ἄνδρῳ κατῴκησεν. Φιλοκτήτης δὲ ἐξώσθη εἰς Ἰταλίαν πρὸς Καμπανοὺς καὶ πολεμήσας Λευκανοὺς πλησίον Κρότωνος καὶ Θουρίου Κρίμισσαν κατοικεῖ· καὶ παυθεὶς τῆς ἄλης Ἀλαίου Ἀπόλλωνος ἱερὸν κτίζει. εὐλαβούμεναι τὴν ἐν τῇ Ἑλλάδι δουλείαν τὰ σκάφη ἐνέπρησαν. 254] Ὀρέστου κτείνεται.. ἔνιοι δὲ αὐτόν φασι παραγενόμενον εἰς Δελφοὺς ἀπαιτεῖν ὑπὲρ τοῦ πατρὸς τὸν Ἀπόλλωνα δίκας καὶ συλᾶν τὰ ἀναθήματα καὶ τὸν νεὼν ἐμπιμπράναι. Scholia on Lycophron. Αἴθυλλα Ἀστυόχη Μηδεσικάστη μετὰ τῶν λοιπῶν αἰχμαλωτίδων ἐκεῖσε γεγονυῖαι τῆς Ἰταλίας. οἱ τοῦ Πρωτεσιλάου εἰς Πελλήνην ἀπερρίφησαν πλησίον πεδίου Κανάστρου. τινὲς δὲ πρὸς τὰς πλησίον Ἰβηρίας νήσους. [14] καὶ μανέντος Ὀρέστου ἁρπάζει τὴν ἐκείνου γυναῖκα Ἑρμιόνην κατηγγυημένην αὐτῷ πρότερον ἐν Τροίᾳ. Φείδιππος δὲ μετὰ Κῴων ἐξωσθεὶς περὶ τὴν Ἄνδρον. εἰς Σικελίαν ἕτεροι. Ἀγαπήνωρ ἐν Κύπρῳ. 911 4 Tzetzes.τῶν δὲ ναυαγησάντων περὶ τὸν Καφηρέα ἄλλος ἀλλαχῆ φέρεται. Ἐλεφήνορος δὲ ἀποθανόντος ἐν Τροίᾳ.>3 [15c] <Ναύαιθος> ποταμός ἐστιν Ἰταλίας· ἐκλήθη δὲ οὕτω κατὰ μὲν Ἀπολλόδωρον καὶ τοὺς λοιπούς. ὁ δὲ Φιλοκτήτης πρὸς Ἰταλίαν εἰς Καμπανούς. 256] [15] ὅτι πλανηθέντες Ἕλληνες ἄλλοι ἀλλαχοῦ κατάραντες κατοικοῦσιν. οἱ μὲν εἰς Λιβύην. ὅτι μετὰ τὴν Ἰλίου ἅλωσιν αἱ [p. 252] ἀποθανόντος. Πριάμου δὲ ἀδελφαί.. καὶ διὰ τοῦτο ἐν Δελφοῖς ὑπὸ [p. 262] Λαομέδοντος θυγατέρες. 260] Κρήτῃ.>2 [15b] <μετὰ δὲ τὴν Ἰλίου πόρθησιν Μενεσθεὺς Φείδιππός τε καὶ Ἄντιφος καὶ οἱ Ἐλεφήνορος καὶ Φιλοκτήτης μέχρι Μίμαντος κοινῇ ἔπλευσαν.Φθίας ἐκβληθέντος ὑπὸ τῶν Ἀκάστου παίδων καὶ [p.. 921 2 3 . ὅθεν ὁ ποταμὸς Ναύαιθος ἐκλήθη καὶ αἱ γυναῖκες Ναυπρήστιδες· οἱ δὲ σὺν αὐταῖς Ἕλληνες ἀπολέσαντες τὰ σκάφη ἐκεῖ κατῴκησαν>4. ἄλλοι παρὰ τὸν Σαγγάριον ποταμόν· εἰσὶ δὲ οἳ καὶ Κύπρον ᾤκησαν. τοῦ δὲ Προθόου περὶ τὸν Καφηρέα ναυαγήσαντος..
κατά τινας ὕστερον παραγενόμενος εἰς Τροίαν.[16] Δημοφῶν δὲ Θρᾳξὶ Βισάλταις μετ' ὀλίγων νεῶν προσίσχει. διωκόμεναι παρὰ τῶν ἐγχωρίων εἰς τὸ ἱερὸν κατέρχονται· καὶ τῇ μὲν θεᾷ οὐ προσήρχοντο. καὶ ταύτην μὴ ἀνοίγειν. [25] τοῦτο δὲ τοῦ θεοῦ ἐπιτρέποντος ἀπέρχεται εἰς Μυκήνας μετὰ Πυλάδου λαθραίως καὶ κτείνει τήν τε μητέρα καὶ τὸν Αἴγισθον. ὥς τινες λέγουσιν. τῆς Καρικῆς Χερρονήσου τὸν πέριξ οὐρανοῦ κυκλούμενον ὄρεσι τόπον κατῴκησεν. πολλὰ δεηθεὶς ὀμόσας ἀναστρέψειν ἀπέρχεται· καὶ Φυλλὶς αὐτὸν ἄχρι τῶν Ἐννέα ὁδῶν λεγομένων προπέμπει καὶ δίδωσιν αὐτῷ κίστην. 270] Κασάνδραν. ὁ δὲ αὐτὸν ἐκτρέφει μετὰ Πυλάδου παιδὸς ἰδίου. [23] Ἀγαμέμνων δὲ καταντήσας εἰς Μυκήνας μετὰ Κασάνδρας ἀναιρεῖται ὑπὸ Αἰγίσθου καὶ Κλυταιμνήστρας· δίδωσι γὰρ αὐτῷ χιτῶνα ἄχειρα καὶ ἀτράχηλον. [24] Ἠλέκτρα δὲ μία τῶν Ἀγαμέμνονος θυγατέρων Ὀρέστην τὸν ἀδελφὸν ἐκκλέπτει καὶ δίδωσι Στροφίῳ Φωκεῖ τρέφειν. 266] [20] Λοκροὶ δὲ μόλις τὴν ἑαυτῶν καταλαβόντες. δέχονται χρησμὸν ἐξιλάσασθαι τὴν ἐν Ἰλίῳ Ἀθηνᾶν καὶ δύο παρθένους πέμπειν ἱκέτιδας ἐπὶ ἔτη χίλια. κατὰ [τὸν] χειμῶνα ἀπερρίφη πρὸς Μόψον. [21] αὗται δὲ εἰς Τροίαν ἀφικόμεναι. καί. καὶ μετ' οὐ πολὺ μανίᾳ κατασχεθεὶς ὑπὸ Ἐρινύων διωκόμενος εἰς Ἀθήνας παραγίνεται καὶ κρίνεται ἐν Ἀρείῳ πάγῳ. ὑπὲρ τῆς βασιλείας μονομαχοῦντες ἔκτειναν ἀλλήλους. εἰ μὴ ὅταν [p. τὸ δὲ ἱερὸν ἔσαιρόν τε καὶ ἔρραινον· ἐκτὸς δὲ τοῦ νεὼ οὐκ ἐξῄεσαν. καὶ αὐτοῦ ἐρασθεῖσα Φυλλὶς ἡ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως ἐπὶ προικὶ τῇ βασιλείᾳ συνευνάζεται ὑπὸ τοῦ πατρός. χιλίων δὲ ἐτῶν παρελθόντων μετὰ τὸν Φωκικὸν πόλεμον ἱκέτιδας ἐπαύσαντο πέμποντες.ὡς μὲν λέγουσί τινες ὑπὸ Ἐρινύων. ὡς δέ τινες ὑπὸ Τυνδάρεω. ὁ δὲ βουλόμενος εἰς τὴν πατρίδα ἀπιέναι. [22] τῶν δὲ πρώτων ἀποθανουσῶν ἄλλας ἔπεμπον· εἰσῄεσαν δὲ εἰς τὴν πόλιν νύκτωρ. καὶ τοῦτον ἐνδυόμενος φονεύεται. κεκαρμέναι δὲ ἦσαν καὶ μονοχίτωνες [p. ἐπεὶ μετὰ τρίτον ἔτος τὴν Λοκρίδα κατέσχε φθορά. [19] Ἀμφίλοχος δὲ ὁ Ἀλκμαίωνος. τελειωθεὶς δὲ Ὀρέστης εἰς Δελφοὺς παραγίνεται καὶ τὸν θεὸν ἐρωτᾷ. εἰς ἣν πόλιν τοῦ περιέχοντος οὐρανοῦ πεσόντος οὐδὲν πείσεται. εἰποῦσα ἱερὸν <τῆς> μητρὸς Ῥέας ἐνεῖναι. [17] Δημοφῶν δὲ ἐλθὼν εἰς Κύπρον ἐκεῖ κατῴκει. 264] ἀπελπίσῃ τῆς πρὸς αὐτὴν ἀνόδου. εἰ τοὺς αὐτόχειρας τοῦ πατρὸς μετέλθοι. [18] Ποδαλείριος δὲ ἀφικόμενος εἰς Δελφοὺς ἐχρᾶτο ποῦ κατοικήσει· χρησμοῦ δὲ δοθέντος. καὶ τοῦ τακτοῦ χρόνου διελθόντος Φυλλὶς ἀρὰς θεμένη κατὰ Δημοφῶντος ἑαυτὴν ἀναιρεῖ· Δημοφῶν δὲ τὴν κίστην ἀνοίξας φόβῳ κατασχεθεὶς ἄνεισιν ἐπὶ τὸν ἵππον καὶ τοῦτον ἐλαύνων ἀτάκτως ἀπόλλυται· τοῦ γὰρ ἵππου σφαλέντος κατενεχθεὶς ἐπὶ τὸ ξίφος ἔπεσεν. ὡς δέ τινες ὑπὸ Ἠριγόνης τῆς Αἰγίσθου καὶ . 268] καὶ ἀνυπόδετοι. [p. καὶ λαγχάνουσι πρῶται Περίβοια καὶ Κλεοπάτρα. καὶ βασιλεύει Μυκηνῶν Αἴγισθος· κτείνουσι δὲ καὶ [p. οἱ δὲ σὺν αὐτῷ κατῴκησαν ἐν Κύπρῳ. ἵνα μὴ φανεῖσαι τοῦ τεμένους ἔξω φονευθῶσι· μετέπειτα δὲ βρέφη μετὰ τροφῶν ἔπεμπον.
εἰς ὃ ἔρχεται ἔχων [p. [p. 276] προσενεχθῆναι τῇ νήσῳ Ῥόδῳ λέγουσιν . [p. ὀκτὼ δὲ πλανηθεὶς ἔτη κατέπλευσεν εἰς Μυκήνας. ἐπιγνωσθεὶς δὲ ὑπὸ τῆς ἀδελφῆς ἱερὰ ποιούσης ἐν Ταύροις. [28] καὶ δὴ ἐλθὼν εἰς Μυκήνας Πυλάδῃ μὲν τὴν ἀδελφὴν Ἠλέκτραν συζεύγνυσιν.καὶ δηχθεὶς ὑπὸ ὄφεως ἐν Ὀρεστείῳ τῆς Ἀρκαδίας θνήσκει. [3] καὶ καταντᾷ εἰς τὴν Λωτοφάγων χώραν καὶ πέμπει τινὰς μαθησομένους τοὺς κατοικοῦντας· οἱ δὲ γευσάμενοι τοῦ λωτοῦ κατέμειναν· ἐφύετο γὰρ ἐν τῇ χώρᾳ καρπὸς ἡδὺς λεγόμενος λωτός. καὶ προσπλεύσας τῇ Κυκλώπων γῇ προσπελάζει. 280] ὡς δὲ ἄλλοι κατὰ τὸν Ὠκεανὸν ἢ κατὰ τὸ Τυρρηνικὸν πέλαγος. [27] παραγενόμενος οὖν εἰς [p. τοὺς λοιποὺς κατασχών. ἢ κατά τινας Ἠριγόνην. πῶς ἂν ἀπαλλαγείη τῆς νόσου. μίαν ἔχων τῇ Κυκλώπων γῇ προσπελάζει. ὡς μὲν ἔνιοι λέγουσιν.. ὃς ἦν ἱερεὺς Ἀπόλλωνος. ὃς τῷ γευσαμένῳ πάντων ἐποίει λήθην. οἳ τοὺς ξένους φονεύουσι καὶ εἰς τὸ ἱερὸν <πῦρ> ῥίπτουσι. κἀκεῖ κατέλαβεν Ὀρέστην μετεληλυθότα τὸν τοῦ πατρὸς φόνον. 272] [26] ἐρομένῳ δὲ αὐτῷ. [2] ἀναχθεὶς δὲ ἀπὸ Ἰλίου προσίσχει πόλει Κικόνων Ἰσμάρῳ καὶ ταύτην αἱρεῖ πολεμῶν καὶ λαφυραγωγεῖ. ὁ δὲ Ὀδυσσεύς. τοῦτο ἦν ἐν τῷ τεμένει διά τινος πέτρας ἀναφερόμενον ἐξ Ἅιδου. ἦν δὲ Πολυφήμου τὸ ἄντρον. τοὺς γευσαμένους μετὰ βίας ἐπὶ τὰς ναῦς ἄγει. τεκνοῖ Τισαμενόν. [p. αἰσθόμενοι δὲ οἱ τὴν ἤπειρον οἰκοῦντες Κίκονες σὺν ὅπλοις ἐπ' αὐτὸν παραγίνονται· ἀφ' ἑκάστης δὲ νεὼς ἓξ ἀποβαλὼν ἄνδρας ἀναχθεὶς ἔφευγε. καὶ κατά τινας εὑρίσκεται παρὰ Πρωτεῖ τῷ τῶν Αἰγυπτίων βασιλεῖ Ἑλένη. Ὀδυσσεὺς δὲ αἰσθόμενος. καὶ πλανώμενος ἀνά τε Λιβύην καὶ Φοινίκην καὶ Κύπρον καὶ Αἴγυπτον πολλὰ συναθροίζει χρήματα. καὶ κριθεὶς ἴσων γενομένων τῶν ψήφων ἀπολύεται. ἄρας τὸ ξόανον σὺν αὐτῇ φεύγει. εἰ τὸ ἐν Ταύροις ξόανον μετακομίσειεν. αὐτὸς δὲ γήμας Ἑρμιόνην. ὃς ἦν Ποσειδῶνος καὶ Θοώσης νύμφης.κομισθὲν δὲ εἰς Ἀθήνας νῦν λέγεται τὸ τῆς Ταυροπόλου· ἔνιοι δὲ αὐτὸν κατὰ χειμῶνα [p. 278] [29] Μενέλαος δὲ πέντε ναῦς τὰς πάσας ἔχων μεθ' ἑαυτοῦ προσσχὼν Σουνίῳ τῆς Ἀττικῆς ἀκρωτηρίῳ κἀκεῖθεν εἰς Κρήτην ἀπορριφεὶς πάλιν ὑπὸ ἀνέμων μακρὰν ἀπωθεῖται. αὐτὸν καὶ κατὰ χρησμὸν ἐν τείχει καθοσιωθῆναι. ἐπλανᾶτο κατὰ Λιβύην. VII. καὶἀποθανατισθεὶς ὑπὸ Ἥρας εἰς τὸ Ἠλύσιον ἦλθε πεδίον μεθ' Ἑλένης. ὁ θεὸς εἶπεν.οἱ δὲ Ταῦροι μοῖρά ἐστι Σκυθῶν. ὡς δὲ ἔνιοι κατὰ Σικελίαν. ἔχων ἕνα ὀφθαλμὸν ἐπὶ τοῦ . ἔστι δὲ τῆς θαλάσσης πλησίον ἄντρον.. ὁ δὲ ἀμφοτέρους πρὸς τὴν ἱέρειαν ἀποστέλλει. 282] ἀσκὸν οἴνου τὸν ὑπὸ Μάρωνος αὐτῷ δοθέντα. ἐλθὼν δὲ εἰς Σπάρτην τὴν ἰδίαν ἐκτήσατο βασιλείαν.Κλυταιμνήστρας. μόνου φεισάμενος Μάρωνος. ἀνὴρ ὑπερμεγέθης ἄγριος ἀνδροφάγος. [4] καταλιπὼν δὲ τὰς λοιπὰς ναῦς ἐν τῇ πλησίον νήσῳ. μετὰ δώδεκα ἑταίρων ἀποβὰς τῆς νεώς. 274] Ταύρους Ὀρέστης μετὰ Πυλάδου φωραθεὶς ἑάλω καὶ ἄγεται πρὸς Θόαντα τὸν βασιλέα δέσμιος. μέχρι τότε εἴδωλον ἐκ νεφῶν ἐσχηκότος τοῦ Μενελάου.
τοὺς δὲ ἄλλους ἔμπροσθεν. [10] ἀναχθεὶς δὲ συμπάσαις <ναυσὶ> παραγίνεται εἰς Αἰολίαν νῆσον. [8] ἐπιζητούντων δὲ τῶν ποιμνίων τὴν συνήθη νομήν. κατασχεθεὶς δὲ ὑπὸ μέθης ἐκοιμήθη. τοῦ δὲ εἰπόντος <ὅτι> Οὔτις καλεῖται. [7] Ὀδυσσεὺς δὲ εὑρὼν ῥόπαλον κείμενον σὺν τέσσαρσιν ἑταίροις ἀπώξυνε καὶ πυρώσας ἐξετύφλωσεν αὐτόν. ἀνοίξας καὶ ἐπὶ τοῦ προθύρου στὰς τὰς χεῖρας ἐκπετάσας ἐψηλάφα τὰ ποίμνια. καὶ πλησίον Ἰθάκης ὑπάρχων ἤδη τὸν ἀναφερόμενον ἐκ τῆς πόλεως καπνὸν ἰδὼν ἐκοιμήθη. καὶ τοῦτο αὐτῷ ξένιον ἀποδώσειν ὑπέσχετο. ἐπιβοωμένου δὲ Πολυφήμου τοὺς πέριξ Κύκλωπας. Αἰήτου δὲ ἀδελφή. [13] ὁ δὲ ἕνα μὲν αὐτῶν ἁρπάσας ἀναλίσκει. ἐπὶ τὰς ναῦς ἐλάσας ἀποπλέων ἀνεβόησε Κύκλωπι ὡς Ὀδυσσεὺς εἴη καὶ ἐκπεφεύγοι [p. ὑποδείξας οἷς δεῖ χρῆσθαι πλέοντα. καὶ . μόλις δὲ ἡ ναῦς σώζεται πρὸς τὰς πέτρας. θυγάτηρ Ἡλίου καὶ Πέρσης. [14] μίαν δὲ ἔχων ναῦν Αἰαίῃ νήσῳ προσίσχει. μαθεῖν οὖν Ὀδυσσεὺς βουλόμενος [p. σὺν τοῖς ποιμνίοις ἐξῆλθε.” νομίσαντες αὐτὸν λέγειν “ὑπὸ μηδενός” ἀνεχώρησαν.. ἧς ὁ βασιλεὺς ἦν Αἴολος. τοὺς δὲ λοιποὺς ἐδίωκε φεύγοντας κεκραγὼς καὶ συγκαλῶν τοὺς ἄλλους Λαιστρυγόνας. καὶ μαθὼν τὸ ὄνομα πέτρας ἀποσπῶν ἠκόντιζεν εἰς τὴν θάλασσαν. [5] ἀνακαύσαντες δὲ πῦρ καὶ τῶν ἐρίφων θύσαντες εὐωχοῦντο.. ἐν ᾧ κατέδησε τοὺς ἀνέμους. ὑπὸ τὴν γαστέρα κρυβείς. ὁ δὲ Ὀδυσσεὺς ἐπιτηδείοις ἀνέμοις χρώμενος εὐπλοεῖ. ἐλθὼν δὲ ὁ Κύκλωψ καὶ εἰσελάσας τὰ ποίμνια τῇ μὲν θύρᾳ προσέθηκε πέτρον ὑπερμεγέθη καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἐνίους κατήσθιεν. Ὀδυσσεὺς δὲ κόψας τὸ πεῖσμα τῆς νεὼς ἀνήχθη. Λαιστρυγόνες δ' ἦσαν ἀνδροφάγοι. πάντων . [6] Ὀδυσσεὺς δὲ αὐτῷ δίδωσιν ἐκ τοῦ Μάρωνος οἴνου πιεῖν· ὁ δὲ πιὼν πάλιν ᾔτησε. τὴν ἑαυτοῦ ναῦν καθώρμισεν ἐσχάτως. αἱ δὲ λοιπαὶ σὺν τοῖς πλέουσιν ἀπώλοντο. οὗτος ἐπιμελητὴς ὑπὸ Διὸς τῶν ἀνέμων καθεστήκει καὶ παύειν καὶ προί̈εσθαι. ὃς ξενίσας Ὀδυσσέα δίδωσιν αὐτῷ ἀσκὸν βόειον. [12] πλέων οὖν κατῆρε πρὸς Λαιστρυγόνας. καὶ πιὼν τὸ δεύτερον ἐπηρώτα τὸ ὄνομα. αὐτοὺς δὲ ἐβίβρωσκον. τοῦτον ἐν τῷ σκάφει καταδήσας. Οὔτιν ἠπείλει ὕστερον ἀναλῶσαι. ἐκ τούτου δὲ μηνίει Ποσειδῶν Ὀδυσσεῖ. καὶ πάλιν εἰς τοὐπίσω παρεγένοντο ὑπὸ τῶν πνευμάτων ἁρπασθέντες. τούτοις δὲ ἡ τοῦ βασιλέως θυγάτηρ συντυγχάνει καὶ αὐτοὺς ἄγει πρὸς τὸν πατέρα. καὶ λύσας τοὺς ἑταίρους τῶν ποιμνίων. [9] ἦν δὲ λόγιον Κύκλωπι εἰρημένον ὑπὸ μάντεως τυφλωθῆναι ὑπὸ Ὀδυσσέως.. Ὀδυσσεὺς δὲ τρεῖς κριοὺς ὁμοῦ συνδέων . οἱ δὲ ἦλθον ἐπὶ τὴν θάλασσαν καὶ βάλλοντες πέτροις τὰ μὲν σκάφη κατέαξαν.. ὁ δὲ αὐτὸν ἐκβάλλει τῆς νήσου λέγων ἀντιπρασσόντων τῶν θεῶν μὴ δύνασθαι σώζειν. τοῦ δὲ εἰπόντος “Οὔτις.μετώπου. καὶ αὐτῶν ἐβασίλευεν Ἀντιφάτης. 284] τὰς ἐκείνου χεῖρας. παραγενόμενοι ἐπηρώτων τίς αὐτὸν ἀδικεῖ. 286] τοὺς κατοικοῦντας ἔπεμψέ τινας πευσομένους. Ὀδυσσεὺς δὲ ἀφικόμενος πρὸς Αἴολον ἠξίου πομπῆς τυχεῖν. [11] οἱ δὲ ἑταῖροι νομίζοντες χρυσὸν ἐν τῷ ἀσκῷ κομίζειν αὐτόν. ταύτην κατῴκει Κίρκη. λύσαντες τοὺς ἀνέμους ἐξαφῆκαν. καὶ αὐτὸς τῷ μείζονι ὑποδύς.
ταύτας παραπλέων Ὀδυσσεύς. καὶ θεωρεῖ τάς τε τῶν ἡρώων ψυχὰς καὶ τῶν ἡρωΐδων. ἣ τῆς ἡμέρας τρὶς ἀνασπῶσα τὸ ὕδωρ πάλιν ἀνίει. τοὺς δὲ λέοντας. ἑαυτὸν δὲ ἐκέλευσε προσδεθῆναι τῷ ἱστῷ.ἔμπειρος οὖσα φαρμάκων. καὶ διὰ τούτων ἔπειθον καταμένειν τοὺς παραπλέοντας. ἐφαπτομένη ῥάβδῳ τὰς μορφὰς ἠλλοίου. ἡ δ' ἑκάστῳ κυκεῶνα πλήσασα τυροῦ καὶ μέλιτος καὶ ἀλφίτων καὶ οἴνου δίδωσι. ἐπὶ τοῦτον ῥίψας εἰς Ὠγυγίαν νῆσον διεκομίσθη. [23] λυθείσης δὲ τῆς νεὼς Ὀδυσσεὺς τὸν ἱστὸν κατασχὼν παραγίνεται εἰς τὴν Χάρυβδιν. καὶ γίνεται αὐτῷ παῖς Τηλέγονος. 292] παρέπλει. πιόντων δὲ αὐτῶν. ὑποθεμένης δὲ Κίρκης. παρὰ δὲ τὸν τῆς Σκύλλης σκόπελον <πλέων> ἐπὶ τῆς πρύμνης ἔστη καθωπλισμένος. τῶν δὲ ἑταίρων σφαξάντων ἐκ τῶν βοῶν καὶ θοινησαμένων. Κίρκης ὑποθεμένης τῶν μὲν ἑταίρων τὰ ὦτα ἔβυσε κηρῷ. αἱ δὲ Σειρῆνες ἦσαν Ἀχελῴου καὶ Μελπομένης μιᾶς τῶν Μουσῶν θυγατέρες. Κραταιίδος θυγάτηρ καὶ † Τριήνου ἢ Φόρκου. τοὺς δὲ ὄνους. Πεισινόη Ἀγλαόπη Θελξιέπεια. [21] ἐν δὲ θατέρῳ [τῷ σκοπέλῳ] ἦν Χάρυβδις. ἐπιλαβόμενος ὑπερπεφυκότος ἐρινεοῦ περιέμεινε. [15] καλούσης δὲ αὐτῆς χωρὶς Εὐρυλόχου πάντες εἰσίασιν. καὶ λαβὼν ὅρκους Ὀδυσσεὺς παρ' αὐτῆς μηδὲν ἀδικηθῆναι συνευνάζεται. καὶ ἀναχθέντα κεραυνῷ ἔβαλε. ἔνθα βόες ἐβόσκοντο. καὶ τὴν νῆσον παρέπλει [p. 290] τῶν Σειρήνων. [p. Κίρκης ὑποθεμένης. πειθόμενος δὲ ὑπὸ τῶν Σειρήνων καταμένειν ἠξίου λυθῆναι. 288] ὁ δὲ λαβὼν μῶλυ παρὰ Ἑρμοῦ πρὸς Κίρκην ἔρχεται. [17] ἐνιαυτὸν δὲ μείνας ἐκεῖ. ἦν δὲ ἐν μὲν θατέρῳ Σκύλλα. αἱ μὲν οὖν ἐτελεύτων. καὶ ἀπλοίᾳ κατασχεθεὶς ἔμεινεν αὐτοῦ. σφάγια ταῖς ψυχαῖς ποιησάμενος μαντεύεται παρὰ Τειρεσίου. λειφθέντων τροφῆς. Ἥλιος ἐμήνυσε Διί. [18] παραγενόμενος δὲ πρὸς Κίρκην ὑπ' ἐκείνης προπεμφθεὶς ἀνήχθη. καὶ συνευνασθεῖσα γεννᾷ . καὶ βαλὼν εἰς τὰ φάρμακα τὸ μῶλυ μόνος πιὼν οὐ φαρμάσσεται· σπασάμενος δὲ τὸ ξίφος ἤθελε Κίρκην ἀποκτεῖναι. [20] μετὰ δὲ τοῦτο παραγίνεται ἐπὶ δισσὰς ὁδούς. Εὐρύλοχος δὲ πορεύεται μεθ' ἑταίρων εἰκοσιδύο τὸν ἀριθμὸν πρὸς Κίρκην. ἡ δὲ ᾖδεν. [19] εἶχον δὲ ἀπὸ τῶν μηρῶν ὀρνίθων μορφάς. 294] ἓξ ἑταίρους ἁρπάσασα τούτους κατεβίβρωσκεν. ἡ δὲ ηὔλει. τῆς ᾠδῆς βουλόμενος ὑπακοῦσαι. πλεύσας τὸν Ὠκεανόν. [22] ἐκεῖθεν δὲ ἐλθὼν εἰς Θρινακίαν νῆσον οὖσαν Ἡλίου. ἔνθεν μὲν ἦσαν αἱ Πλαγκταὶ πέτραι. ἐκ λαγόνων δὲ κεφαλὰς ἓξ καὶ δώδεκα πόδας κυνῶν. καὶ πάλιν ἀνεθέντα τὸν ἱστὸν θεωρήσας. τοὺς δὲ σῦς. καὶ οὕτω [p. διελὼν τοὺς ἑταίρους αὐτὸς μὲν κλήρῳ μένει παρὰ τῇ νηί. ἡ δὲ τὴν ὀργὴν παύσασα τοὺς ἑταίρους ἀποκαθίστησι. ἐπιφανεῖσα δὲ ἡ Σκύλλα [p. βλέπει δὲ καὶ τὴν μητέρα Ἀντίκλειαν καὶ Ἐλπήνορα. τούτων ἡ μὲν ἐκιθάριζεν. τῆς δὲ Χαρύβδεως καταπινούσης τὸν ἱστόν. ἔνθεν δὲ ὑπερμεγέθεις σκόπελοι δύο. [24] ἐκεῖ δὲ ἀποδέχεται Καλυψὼ θυγάτηρ Ἄτλαντος. μίξασα φαρμάκῳ. πρόσωπον ἔχουσα καὶ στέρνα γυναικός. τὸν μὲν παρὰ τὰς Πλαγκτὰς πλοῦν ἐφυλάξατο. [16] Εὐρύλοχος δὲ ἰδὼν ταῦτα Ὀδυσσεῖ ἀπαγγέλλει. ἦν δὲ αὐταῖς Σειρῆσι λόγιον τελευτῆσαι νεὼς παρελθούσης. οἱ δὲ μᾶλλον αὐτὸν ἐδέσμευον. καὶ τοὺς μὲν ἐποίει λύκους. ὃς ἐν τοῖς Κίρκης πεσὼν ἐτελεύτησε.
Πρόμος Κτήσιος Ἀκαρνάν Κύκνος Ψηρᾶς. Ποσειδῶν δὲ Φαίαξι μηνίσας τὴν μὲν ναῦν ἀπελίθωσε. Μίνις Λειώκριτος Πρόνομος Νίσας Δαήμων. [33] Πηνελόπη δὲ τοῖς μνηστῆρσι τίθησιν Ὀδυσσέως τόξον. Εὐμαίῳ δὲ μηνύσας ἑαυτὸν καὶ Φιλοιτίῳ. Εὐρύστρατος ᾿Αρχέμολος ῎Ιθακος Πεισήνωρ ῾Υπερήνωρ. Διοπίθης Μηκιστεὺς Ἀντίμαχος Πτολεμαῖος Λεστορίδης. ταύτης δὲ ἐν τῷ πελάγει διαλυθείσης ὀργῇ Ποσειδῶνος. καὶ Τηλεμάχῳ ἀναγνωρίζεται. ἡ τοῦ βασιλέως θυγάτηρ Ἀλκινόου. μένει δὲ παρ' αὐτῇ πενταετίαν. Κλυτίος ᾿Αγήνωρ] Πόλυβος Πολύδωρος Θαδύτιος. ᾿Αμφίαλος Πρόμαχος ᾿Αμφιμέδων ᾿Αρίστρατος ῞Ελενος. [29] ἐκ δὲ Ζακύνθου μδ. Εὐρύλοχος Λαομήδης Μόλεβος Φρένιος ῎Ινδιος. Ἰφιδάμας Ἀργεῖος Γλαῦκος Καλυδωνεὺς Ἐχίων. 300] εὑρὼν μεταίτην Ἶρον καλούμενον διαπαλαίει αὐτῷ. [28] ἐκ δὲ Σάμης κγ· ᾿Αγέλαος Πείσανδρος ῎Ελατος Κτήσιππος ῾Ιππόδοχος.παῖδα Λατῖνον. Πέλλας Κέλτος Περίφας ῎Ορμενος Πόλυβος. [32] Ὀδυσσεὺς δὲ μαθὼν τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν. Νικόμαχος Πολυποίτης Κεραός. καὶ [p. καὶ παραγίνεται εἰς τὴν πόλιν. [31] οὗτοι πορευόμενοι εἰς τὰ βασίλεια δαπανῶντες τὰς Ὀδυσσέως ἀγέλας εὐωχοῦντο. Λαόδικος ῞Αλιος Μάγνης ᾿Ολοίτροχος Βάρθας. καὶ τῷ τοῦτο τείναντί φησι συνοικήσειν. Πολύιδος Ἀστύλοχος Σχεδίος Ἀντίγονος Μάρψιος. Θεόφρων Νισσαῖος ᾿Αλκάροψ Περικλύμενος ᾿Αντήνωρ. μηδενὸς δὲ τεῖναι δυναμένου. παραγενόμενος δὲ εἰς τὰ βασίλεια τοὺς μνηστῆρας μετῄτει τροφήν. Πυλαιμένης Ἀκάμας Θερσίλοχος Ἅγιος Κλύμενος. Φεροίτης ᾿Αντισθένης Κέρβερος Περιμήδης Κῦννος. [30] ἐκ δὲ αὐτῆς ᾿Ιθάκης ἦσαν οἱ μνηστευόμενοι ιβ οἵδε· ᾿Αντίνοος Πρόνοος Λειώδης Εὐρύνομος ᾿Αμφίμαχος. καὶ τοῦτο ὕφηνεν ἐπὶ ἔτη τρία. ᾿Αρχέστρατος ῾Ιππό[μαχος Εὐρύαλος Περίαλλος Εὐηνορίδης. [25] Ναυσικάα δέ. τοῦτον τὸν τρόπον ἐξηπατῶντο οἱ μνηστῆρες ὑπὸ τῆς Πηνελόπης. μεθ' ἡμέραν μὲν ὑφαίνουσα. Στράτιος [Φρένιος ῎Ινδιος] Δαισήνωρ Λαομέδων. νύκτωρ δὲ ἀναλύουσα. ὃς αὐτὸν ξενίζει [p. μέχρις ὅτε ἐφωράθη. δεξάμενος Ὀδυσσεὺς τοὺς μνηστῆρας κατετόξευσε σὺν Εὐμαίῳ καὶ Φιλοιτίῳ καὶ Τηλεμάχῳ. Θρίασος ᾿Ετεωνεὺς Κλυτίος Πρόθοος Λύκαιθος. Φιλόδημος Μενεπτόλεμος Δαμάστωρ Βίας Τέλμιος. Λάμας Ἀνδραίμων Ἀγέρωχος Μέδων Ἄγριος. καὶ σχεδίαν ποιήσας ἀποπλεῖ. ἀνεῖλε δὲ καὶ Μελάνθιον καὶ τὰς . μετὰ τούτων καὶ Τηλεμάχου τοῖς μνηστῆρσιν ἐπιβουλεύει. πλύνουσα τὴν ἐσθῆτα ἱκετεύσαντα αὐτὸν ἄγει πρὸς Ἀλκίνοον. Ἑλλάνικος Περίφρων Μεγασθένης Θρασυμήδης Ὀρμένιος. Δουλιχιεὺς Κτήσιππος. Εὔμηλος ῎Ιτανος Λύαμμος. τὴν δὲ πόλιν ὄρει περικαλύπτει. ὃ παρὰ Ἰφίτου ποτὲ ἔλαβε. ὡς ἐπαίτης πρὸς Εὔμαιον οἰκέτην ἀφικνεῖται. Μελάνθιος δὲ αὐτοῖς συντυχὼν ὁ αἰπόλος οἰκέτης ὑπάρχων ἀτιμάζει. Πάραλος Εὐηνορίδης Κλυτίος Ἀγήνωρ Εὐρύπυλος. [26] Ὀδυσσεὺς δὲ παραγενόμενος εἰς τὴν πατρίδα εὑρίσκει τὸν οἶκον διεφθαρμένον· νομίσαντες γὰρ αὐτὸν τεθνάναι Πηνελόπην ἐμνῶντο ἐκ Δουλιχίου μὲν νζ· [27] Ἀμφίνομος Θόας Δημοπτόλεμος Ἀμφίμαχος Εὐρύαλος. ᾿Ανδρομήδης. 296] καὶ δῶρα δοὺς μετὰ πομπῆς αὐτὸν εἰς τὴν πατρίδα ἐξέπεμψε. Πηνελόπη δὲ ἀναγκαζομένη τὸν γάμον ὑπέσχετο ὅτε τὸ ἐντάφιον Λαέρτῃ πέρας ἕξει. γυμνὸς πρὸς Φαίακας ἐκβράσσεται.
καὶ εὑρίσκει ἐκ Πηνελόπης Πολιπόρθην αὐτῷ γεγεννημένον. [37] ἀναγνωρισάμενος δὲ αὐτὸν καὶ [p. γενομένην δὲ τῆς Ἀρκαδίας κατὰ Μαντίνειαν ἐξ Ἑρμοῦ τεκεῖν Πᾶνα· [39] ἄλλοι δὲ δι' Ἀμφίνομον ὑπὸ Ὀδυσσέως αὐτοῦ τελευτῆσαι· διαφθαρῆναι γὰρ αὐτὴν ὑπὸ τούτου λέγουσιν. καὶ καταλιπόντα παῖδα Λεοντοφόνον ἐκ ταύτης γηραιὸν τελευτῆσαι.συνευναζομένας τοῖς μνηστῆρσι θεραπαίνας. καὶ τῇ γυναικὶ καὶ τῷ πατρὶ ἀναγνωρίζεται. βιβλία Ι & ΙΙ (ed. [38] τινὲς δὲ Πηνελόπην ὑπὸ Ἀντινόου φθαρεῖσαν λέγουσιν ὑπὸ Ὀδυσσέως πρὸς τὸν πατέρα Ἰκάριον ἀποσταλῆναι. Καλλιδίκης δὲ ἀποθανούσης. Bywater. 304] πολλὰ κατοδυράμενος. [34] θύσας δὲ Ἅιδῃ καὶ Περσεφόνῃ καὶ Τειρεσίᾳ. Ηθικά Νικομάχεια. [36] Τηλέγονος δὲ παρὰ Κίρκης μαθὼν ὅτι παῖς Ὀδυσσέως ἐστίν. κατακρῖναι φυγὴν αὐτοῦ. καὶ Ὀδυσσέα βοηθοῦντα τῷ μετὰ χεῖρας δόρατι Τηλέγονος <τρυγόνος> κέντρον τὴν αἰχμὴν ἔχοντι τιτρώσκει. παραγενόμενος δὲ εἰς Ἰθάκην τὴν νῆσον ἀπελαύνει τινὰ τῶν βοσκημάτων. 302] βασιλεύουσα τότε Θεσπρωτῶν Καλλιδίκη καταμένειν αὐτὸν ἠξίου τὴν βασιλείαν αὐτῷ δοῦσα. ἐπὶ τὴν τούτου ζήτησιν ἐκπλεῖ. 1894) Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Βιβλίον Ι . γήμας δὲ Καλλιδίκην Θεσπρωτῶν ἐβασίλευσε καὶ μάχῃ τῶν περιοίκων νικᾷ τοὺς ἐπιστρατεύσαντας. καὶ Ὀδυσσεὺς θνήσκει. ἡ δὲ [p. Ὀδυσσέα δὲ εἰς Αἰτωλίαν πρὸς Θόαντα τὸν Ἀνδραίμονος παραγενόμενον τὴν τούτου θυγατέρα γῆμαι. νομίσαντα ἐκποδὼν Ὀδυσσέως γενομένου Κεφαλληνίαν καθέξειν. 306] Νεοπτόλεμον λαβεῖν τὸν βασιλεύοντα τῶν κατὰ τὴν Ἤπειρον νήσων. τῷ παιδὶ τὴν βασιλείαν ἀποδιδοὺς εἰς Ἰθάκην παραγίνεται. J. Κίρκη δὲ ἑκατέρους αὐτοὺς εἰς Μακάρων νήσους ἀποστέλλει. Αριστοτέλης. πεζῇ διὰ τῆς Ἠπείρου βαδίζων εἰς Θεσπρωτοὺς παραγίνεται καὶ κατὰ τὰς Τειρεσίου μαντείας θυσιάσας ἐξιλάσκεται Ποσειδῶνα. Aristotle's Ethica Nicomachea. τὸν νεκρὸν <καὶ> τὴν Πηνελόπην πρὸς Κίρκην ἄγει. τοῦτον δέ. κἀκεῖ τὴν Πηνελόπην γαμεῖ. [40] εἰσὶ δὲ οἱ λέγοντες ἐγκαλούμενον Ὀδυσσέα ὑπὸ τῶν οἰκείων ὑπὲρ τῶν ἀπολωλότων δικαστὴν [p. Oxford. [35] καὶ συνελθοῦσα αὐτῷ γεννᾷ Πολυποίτην.
εἰ δ᾽ (25) οὕτω. ἡ μὲν οὖν μέθοδος τούτων ἐφίεται. . δῆλον ὡς τοῦτ᾽ ἂν εἴη τἀγαθὸν καὶ τὸ ἄριστον. πολλὴν ἔχει διαφορὰν καὶ πλάνην. τοιαύτη δ᾽ ἡ πολιτικὴ φαίνεται· τίνας γὰρ εἶναι χρεὼν τῶν ἐπιστημῶν ἐν ταῖς πόλεσι. φύσει δὲ μή. [1094b] (1) καὶ ποίας ἑκάστους μανθάνειν καὶ μέχρι τίνος. ὁμοίως δὲ πρᾶξίς τε καὶ προαίρεσις. διαφορὰ δέ τις φαίνεται τῶν τελῶν· τὰ μὲν γάρ εἰσιν ἐνέργειαι. δόξειε δ᾽ ἂν τῆς κυριωτάτης καὶ μάλιστα ἀρχιτεκτονικῆς. ὧν δ᾽ εἰσὶ τέλη τινὰ παρὰ τὰς πράξεις. τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἀποδέχεσθαι χρεὼν ἕκαστα τῶν λεγομένων· πεπαιδευμένου γάρ ἐστιν ἐπὶ τοσοῦτον τἀκριβὲς ἐπιζητεῖν καθ᾽ ἕκαστον (25) γένος. οὗ πάντ᾽ ἐφίεται. Λέγοιτο δ᾽ ἂν ἱκανῶς. ἆρ᾽ οὖν καὶ πρὸς τὸν βίον ἡ γνῶσις αὐτοῦ μεγάλην ἔχει ῥοπήν. ἐν τούτοις βελτίω πέφυκε τῶν ἐνεργειῶν τὰ ἔργα. ναυπηγικῆς δὲ πλοῖον. (15) περὶ ὧν ἡ πολιτικὴ σκοπεῖται. τὸ ταύτης τέλος περιέχοι ἂν τὰ τῶν ἄλλων. ἀγαθοῦ τινὸς ἐφίεσθαι δοκεῖ· διὸ καλῶς ἀπεφήναντο τἀγαθόν. τοιαύτην δέ τινα πλάνην ἔχει καὶ τἀγαθὰ διὰ τὸ πολλοῖς συμβαίνειν βλάβας ἀπ᾽ αὐτῶν· ἤδη γάρ τινες ἀπώλοντο διὰ πλοῦτον. τὰ δὲ καλὰ καὶ τὰ δίκαια. στρατηγικῆς δὲ νίκη. τἆλλα δὲ διὰ τοῦτο. πολλῶν δὲ πράξεων οὐσῶν καὶ τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν πολλὰ γίνεται καὶ τὰ τέλη· ἰατρικῆς μὲν γὰρ ὑγίεια. ὥσπερ οὐδ᾽ ἐν τοῖς δημιουργουμένοις. Εἰ δή τι τέλος ἐστὶ τῶν πρακτῶν ὃ δι᾽ αὑτὸ βουλόμεθα. ἀγαπητὸν οὖν περὶ τοιούτων (20) καὶ ἐκ τοιούτων λέγοντας παχυλῶς καὶ τύπῳ τἀληθὲς ἐνδείκνυσθαι. καὶ μὴ (20) πάντα δι᾽ ἕτερον αἱρούμεθα (πρόεισι γὰρ οὕτω γ᾽ εἰς ἄπειρον. καθάπερ ἐπὶ τῶν λεχθεισῶν ἐπιστημῶν. τὰ δὲ παρ᾽ αὐτὰς (5) ἔργα τινά. οἷον στρατηγικὴν οἰκονομικὴν ῥητορικήν· χρωμένης δὲ ταύτης ταῖς λοιπαῖς [πρακτικαῖς] τῶν ἐπιστημῶν. πολιτική τις οὖσα. ὥστε δοκεῖν νόμῳ μόνον εἶναι. ἕτεροι δὲ δι᾽ ἀνδρείαν. αὕτη διατάσσει· ὁρῶμεν δὲ καὶ τὰς ἐντιμοτάτας τῶν δυνάμεων ὑπὸ ταύτην οὔσας. εἰ γὰρ καὶ ταὐτόν ἐστιν ἑνὶ καὶ πόλει. μεῖζόν γε καὶ τελειότερον τὸ τῆς πόλεως φαίνεται καὶ λαβεῖν καὶ σῴζειν· ἀγαπητὸν μὲν γὰρ καὶ ἑνὶ (10) μόνῳ. (5) ἔτι δὲ νομοθετούσης τί δεῖ πράττειν καὶ τίνων ἀπέχεσθαι. κάλλιον δὲ καὶ θειότερον ἔθνει καὶ πόλεσιν.[1094a] Πᾶσα τέχνη καὶ πᾶσα μέθοδος. καὶ περὶ τῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἐκ τοιούτων λέγοντας τοιαῦτα καὶ συμπεραίνεσθαι. ὥστ᾽ εἶναι κενὴν καὶ ματαίαν τὴν ὄρεξιν). εἰ κατὰ τὴν ὑποκειμένην ὕλην διασαφηθείη· τὸ γὰρ ἀκριβὲς οὐχ ὁμοίως ἐν ἅπασι τοῖς λόγοις ἐπιζητητέον. ἐφ᾽ ὅσον ἡ τοῦ πράγματος φύσις ἐπιδέχεται· παραπλήσιον γὰρ φαίνεται μαθηματικοῦ τε πιθανολογοῦντος ἀποδέχεσθαι καὶ ῥητορικὸν ἀποδείξεις ἀπαιτεῖν. διαφέρει δ᾽ οὐδὲν τὰς ἐνεργείας αὐτὰς εἶναι τὰ τέλη τῶν πράξεων ἢ παρὰ ταύτας ἄλλο τι. οἰκονομικῆς δὲ πλοῦτος. καὶ καθάπερ τοξόται σκοπὸν ἔχοντες μᾶλλον ἂν τυγχάνοιμεν τοῦ δέοντος. ὥστε τοῦτ᾽ ἂν εἴη τἀνθρώπινον ἀγαθόν. πειρατέον τύπῳ γε περιλαβεῖν αὐτὸ τί ποτ᾽ ἐστὶ καὶ τίνος τῶν ἐπιστημῶν ἢ δυνάμεων.
ἴσως οὖν ἡμῖν γε ἀρκτέον ἀπὸ τῶν ἡμῖν γνωρίμων. ἀρχὴ γὰρ τὸ ὅτι. ὃς δέ κε μήτ᾽ αὐτὸς νοέῃ μήτ᾽ ἄλλου ἀκούων ἐν θυμῷ βάλληται. ὃ δ᾽ αὖτ᾽ ἀχρήιος ἀνήρ. διαφέρει δ᾽ οὐδὲν νέος τὴν ἡλικίαν ἢ τὸ ἦθος νεαρός· οὐ γὰρ παρὰ τὸν χρόνον ἡ ἔλλειψις. Μὴ λανθανέτω δ᾽ ἡμᾶς ὅτι διαφέρουσιν οἱ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν λόγοι καὶ οἱ ἐπὶ τὰς ἀρχάς. τὸ δ᾽ εὖ ζῆν καὶ τὸ εὖ πράττειν ταὐτὸν ὑπολαμβάνουσι (20) τῷ εὐδαιμονεῖν· περὶ δὲ τῆς εὐδαιμονίας. καὶ τούτων ἐστὶν ἀγαθὸς κριτής. [1095a] (1) καθ᾽ ἕκαστον μὲν ἄρα ὁ πεπαιδευμένος. ἁπάσας μὲν οὖν ἐξετάζειν τὰς δόξας ματαιότερον ἴσως ἐστίν. διὸ δεῖ τοῖς ἔθεσιν ἦχθαι καλῶς τὸν (5) περὶ καλῶν καὶ δικαίων καὶ ὅλως τῶν πολιτικῶν ἀκουσόμενον ἱκανῶς. ἄλλοι δ᾽ ἄλλο--πολλάκις δὲ καὶ ὁ αὐτὸς ἕτερον· νοσήσας μὲν γὰρ ὑγίειαν. ἐπειδὴ πᾶσα γνῶσις καὶ προαίρεσις (15) ἀγαθοῦ τινὸς ὀρέγεται. ἐπειδὴ τὸ τέλος ἐστὶν οὐ γνῶσις ἀλλὰ πρᾶξις. καθάπερ τοῖς ἀκρατέσιν· (10) τοῖς δὲ κατὰ λόγον τὰς ὀρέξεις ποιουμένοις καὶ πράττουσι πολυωφελὲς ἂν εἴη τὸ περὶ τούτων εἰδέναι. εὖ γὰρ καὶ ὁ Πλάτων ἠπόρει τοῦτο καὶ ἐζήτει. πεφροιμιάσθω ταῦτα. οἱ λόγοι δ᾽ ἐκ τούτων καὶ περὶ τούτων· ἔτι δὲ τοῖς πάθεσιν ἀκολουθητικὸς ὢν (5) ματαίως ἀκούσεται καὶ ἀνωφελῶς. ταῦτα δὲ διττῶς· τὰ μὲν γὰρ ἡμῖν τὰ δ᾽ ἁπλῶς. ἐσθλὸς δ᾽ αὖ κἀκεῖνος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται.Ἕκαστος δὲ κρίνει καλῶς ἃ γινώσκει. [1095b] (1) ὥσπερ ἐν τῷ σταδίῳ ἀπὸ τῶν ἀθλοθετῶν ἐπὶ τὸ πέρας ἢ ἀνάπαλιν. Λέγωμεν δ᾽ ἀναλαβόντες. ἀρκτέον μὲν γὰρ ἀπὸ τῶν γνωρίμων. καὶ εἰ τοῦτο φαίνοιτο ἀρκούντως. . ἱκανὸν δὲ τὰς μάλιστα (30) ἐπιπολαζούσας ἢ δοκούσας ἔχειν τινὰ λόγον. ἀλλὰ διὰ τὸ κατὰ πάθος ζῆν καὶ διώκειν ἕκαστα. ἀκουσάτω τῶν Ἡσιόδου· (10) οὗτος μὲν πανάριστος ὃς αὐτὸς πάντα νοήσῃ. πενόμενος δὲ (25) πλοῦτον· συνειδότες δ᾽ ἑαυτοῖς ἄγνοιαν τοὺς μέγα τι καὶ ὑπὲρ αὐτοὺς λέγοντας θαυμάζουσιν. πότερον ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ἢ ἐπὶ τὰς ἀρχάς ἐστιν ἡ ὁδός. Καὶ περὶ μὲν ἀκροατοῦ. τί ἐστιν. τοῖς γὰρ τοιούτοις ἀνόνητος ἡ γνῶσις γίνεται. ἁπλῶς δ᾽ ὁ περὶ πᾶν πεπαιδευμένος. τί ἐστὶν οὗ λέγομεν τὴν πολιτικὴν ἐφίεσθαι καὶ τί τὸ πάντων ἀκρότατον τῶν πρακτῶν ἀγαθῶν. διὸ τῆς πολιτικῆς οὐκ ἔστιν οἰκεῖος ἀκροατὴς ὁ νέος· ἄπειρος γὰρ τῶν κατὰ τὸν βίον πράξεων. ᾧ δὲ μηδέτερον ὑπάρχει τούτων. οἷον ἡδονὴν ἢ πλοῦτον ἢ τιμήν. ἀμφισβητοῦσι καὶ οὐχ ὁμοίως οἱ πολλοὶ τοῖς σοφοῖς ἀποδιδόασιν. καὶ τί προτιθέμεθα. οὐδὲν προσδεήσει τοῦ διότι· ὁ δὲ τοιοῦτος ἔχει ἢ λάβοι ἂν ἀρχὰς ῥᾳδίως. καὶ πῶς ἀποδεκτέον. οἳ μὲν γὰρ τῶν ἐναργῶν τι καὶ φανερῶν. ἔνιοι δ᾽ ᾤοντο παρὰ τὰ πολλὰ ταῦτα ἀγαθὰ ἄλλο τι καθ᾽ αὑτὸ εἶναι. ὀνόματι μὲν οὖν σχεδὸν ὑπὸ τῶν πλείστων ὁμολογεῖται· τὴν γὰρ εὐδαιμονίαν καὶ οἱ πολλοὶ καὶ οἱ χαρίεντες λέγουσιν. ὃ καὶ τούτοις πᾶσιν αἴτιόν ἐστι τοῦ εἶναι ἀγαθά.
Ὁ δὲ χρηματιστὴς βίαιός τις ἐστίν. καὶ περὶ μὲν τούτων ἅλις· ἱκανῶς γὰρ καὶ ἐν τοῖς ἐγκυκλίοις εἴρηται περὶ αὐτῶν. οἱ μὲν οὖν πολλοὶ παντελῶς (20) ἀνδραποδώδεις φαίνονται βοσκημάτων βίον προαιρούμενοι. καὶ ἐν τῷ ποιῷ αἱ ἀρεταί. διόπερ οὐδὲ τῶν ἀριθμῶν ἰδέαν κατεσκεύαζον· τὸ δ᾽ ἀγαθὸν λέγεται καὶ ἐν (20) τῷ τί ἐστι καὶ ἐν τῷ ποιῷ καὶ ἐν τῷ πρός τι. οἷον ὁ θεὸς καὶ (25) ὁ νοῦς.Ἡμεῖς δὲ λέγωμεν ὅθεν παρεξέβημεν. καὶ ἐν τόπῳ δίαιτα καὶ ἕτερα τοιαῦτα). ἄλλως τε καὶ φιλοσόφους ὄντας· ἀμφοῖν γὰρ ὄντοιν φίλοιν ὅσιον προτιμᾶν τὴν ἀλήθειαν. ταῦτα μὲν οὖν ἀφείσθω. οἱ δὲ χαρίεντες καὶ πρακτικοὶ τιμήν· τοῦ γὰρ πολιτικοῦ βίου σχεδὸν τοῦτο τέλος. φαίνεται δ᾽ ἐπιπολαιότερον εἶναι τοῦ ζητουμένου· δοκεῖ γὰρ ἐν (25) τοῖς τιμῶσι μᾶλλον εἶναι ἢ ἐν τῷ τιμωμένῳ. ἀλλ᾽ ἐν μιᾷ μόνῃ. καὶ ἐν τῷ πρός τι τὸ χρήσιμον. εἰ μὴ θέσιν διαφυλάττων. τἀγαθὸν δὲ οἰκεῖόν τι καὶ δυσαφαίρετον εἶναι μαντευόμεθα. δῆλον ὡς οὐκ ἂν εἴη κοινόν τι καθόλου καὶ ἕν· οὐ γὰρ ἂν ἐλέγετ᾽ ἐν πάσαις ταῖς κατηγορίαις. τρεῖς γάρ εἰσι μάλιστα οἱ προύχοντες. δόξειε δ᾽ ἂν ἴσως βέλτιον εἶναι καὶ δεῖν ἐπὶ σωτηρίᾳ γε τῆς (15) ἀληθείας καὶ τὰ οἰκεῖα ἀναιρεῖν. Οἱ δὴ κομίσαντες τὴν δόξαν ταύτην οὐκ ἐποίουν ἰδέας ἐν οἷς τὸ πρότερον καὶ ὕστερον ἔλεγον. τὸ γὰρ ἀγαθὸν (15) καὶ τὴν εὐδαιμονίαν οὐκ ἀλόγως ἐοίκασιν ἐκ τῶν βίων ὑπολαμβάνειν οἱ μὲν πολλοὶ καὶ φορτικώτατοι τὴν ἡδονήν· διὸ καὶ τὸν βίον ἀγαπῶσι τὸν ἀπολαυστικόν. ὅ τε νῦν εἰρημένος καὶ ὁ πολιτικὸς καὶ τρίτος ὁ θεωρητικός. τάχα δὲ καὶ μᾶλλον ἄν τις τέλος τοῦ πολιτικοῦ βίου ταύτην ὑπολάβοι. τυγχάνουσι δὲ λόγου διὰ τὸ πολλοὺς τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις ὁμοιοπαθεῖν Σαρδαναπάλλῳ. ἔτι δ᾽ ἐπεὶ τῶν (30) κατὰ μίαν ἰδέαν μία καὶ . καὶ ἐν τῷ ποσῷ τὸ μέτριον. καίπερ προσάντους τῆς τοιαύτης ζητήσεως γινομένης διὰ τὸ φίλους ἄνδρας εἰσαγαγεῖν τὰ εἴδη. φαίνεται δ᾽ οὐδ᾽ ἐκεῖνα· καίτοι πολλοὶ λόγοι (10) πρὸς αὐτὰ καταβέβληνται. καὶ παρ᾽ οἷς γινώσκονται. καὶ ἐν χρόνῳ καιρός. Τὸ δὲ καθόλου βέλτιον ἴσως ἐπισκέψασθαι καὶ διαπορῆσαι πῶς λέγεται. φαίνεται δὲ ἀτελεστέρα καὶ αὕτη· δοκεῖ γὰρ ἐνδέχεσθαι καὶ καθεύδειν ἔχοντα τὴν ἀρετὴν ἢ ἀπρακτεῖν διὰ βίου. ἔτι δ᾽ ἐπεὶ τἀγαθὸν ἰσαχῶς λέγεται τῷ ὄντι (καὶ γὰρ ἐν τῷ τί λέγεται. ἔτι δ᾽ ἐοίκασι τὴν τιμὴν διώκειν ἵνα πιστεύσωσιν ἑαυτοὺς ἀγαθοὺς εἶναι· ζητοῦσι γοῦν ὑπὸ τῶν φρονίμων τιμᾶσθαι. καὶ ἐπ᾽ ἀρετῇ· δῆλον οὖν ὅτι κατά γε (30) τούτους ἡ ἀρετὴ κρείττων. διὸ μᾶλλον τὰ πρότερον λεχθέντα τέλη τις ἂν ὑπολάβοι· δι᾽ αὑτὰ γὰρ ἀγαπᾶται. καὶ ὁ πλοῦτος δῆλον ὅτι οὐ τὸ ζητούμενον ἀγαθόν· χρήσιμον γὰρ καὶ ἄλλου χάριν. καὶ πρὸς τούτοις κακοπαθεῖν καὶ ἀτυχεῖν τὰ μέγιστα· [1096a] (1) τὸν δ᾽ οὕτω ζῶντα οὐδεὶς ἂν εὐδαιμονίσειεν. τρίτος δ᾽ ἐστὶν ὁ θεωρητικός. τὸ δὲ καθ᾽ αὑτὸ καὶ ἡ οὐσία πρότερον τῇ φύσει τοῦ πρός τι (παραφυάδι γὰρ τοῦτ᾽ ἔοικε καὶ συμβεβηκότι τοῦ ὄντος)· ὥστ᾽ οὐκ ἂν εἴη κοινή τις ἐπὶ τούτοις ἰδέα. ὑπὲρ οὗ (5) τὴν ἐπίσκεψιν ἐν τοῖς ἑπομένοις ποιησόμεθα.
εἴπερ ἔν τε αὐτοανθρώπῳ [1096b] (1) καὶ ἐν ἀνθρώπῳ εἷς καὶ ὁ αὐτὸς λόγος ἐστὶν ὁ τοῦ ἀνθρώπου. ἄπορον δὲ καὶ τί ὠφεληθήσεται ὑφάντης ἢ τέκτων πρὸς τὴν αὑτοῦ τέχνην εἰδὼς τὸ αὐτὸ τοῦτο ἀγαθόν. τιμῆς δὲ καὶ φρονήσεως καὶ ἡδονῆς ἕτεροι καὶ διαφέροντες οἱ λόγοι ταύτῃ (25) ᾗ ἀγαθά. πιθανώτερον δ᾽ ἐοίκασιν οἱ Πυθαγόρειοι λέγειν περὶ αὐτοῦ. ἔοικε δὲ ταῖς ἐπιστήμαις διαφωνεῖν· (5) πᾶσαι γὰρ ἀγαθοῦ τινὸς ἐφιέμεναι καὶ τὸ ἐνδεὲς ἐπιζητοῦσαι παραλείπουσι τὴν γνῶσιν αὐτοῦ. οὐ γὰρ ἔοικε τοῖς γε ἀπὸ τύχης ὁμωνύμοις. ἐν πολέμῳ μὲν γὰρ στρατηγικὴ ἐν νόσῳ δ᾽ ἰατρική.ἐπιστήμη. καὶ τὰ μὲν καθ᾽ αὑτά. θάτερα δὲ διὰ ταῦτα. Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἄλλος ἔστω λόγος· τοῖς δὲ λεχθεῖσιν ἀμφισβήτησίς τις ὑποφαίνεται διὰ τὸ μὴ περὶ παντὸς ἀγαθοῦ τοὺς λόγους (10) εἰρῆσθαι. κἂν εἰδῶμεν. οὐδὲν διοίσουσιν· εἰ δ᾽ οὕτως. τὰ δὲ ποιητικὰ τούτων ἢ φυλακτικά πως ἢ τῶν ἐναντίων κωλυτικὰ διὰ ταῦτα λέγεσθαι καὶ τρόπον ἄλλον. ὅμως τῶν καθ᾽ αὑτὰ ἀγαθῶν θείη τις ἄν. καθάπερ ἐν χιόνι καὶ ψιμυθίῳ τὸν τῆς λευκότητος. λέγεσθαι δὲ καθ᾽ ἓν εἶδος τὰ καθ᾽ αὑτὰ διωκόμενα καὶ ἀγαπώμενα. τιθέντες ἐν τῇ τῶν ἀγαθῶν συστοιχίᾳ τὸ ἕν· οἷς δὴ καὶ Σπεύσιππος ἐπακολουθῆσαι δοκεῖ. τὸν τἀγαθοῦ λόγον ἐν ἅπασιν αὐτοῖς τὸν αὐτὸν ἐμφαίνεσθαι δεήσει. ταῦτα γὰρ εἰ καὶ δι᾽ ἄλλο τι διώκομεν. ὡς γὰρ ἐν σώματι ὄψις. ἢ μᾶλλον κατ᾽ ἀναλογίαν. καὶ ἄλλο δὴ ἐν ἄλλῳ. τάχα δέ τῳ δόξειεν ἂν βέλτιον εἶναι γνωρίζειν αὐτὸ [1097a] (1) πρὸς τὰ κτητὰ καὶ πρακτὰ τῶν ἀγαθῶν· οἷον γὰρ παράδειγμα τοῦτ᾽ ἔχοντες μᾶλλον εἰσόμεθα καὶ τὰ ἡμῖν ἀγαθά. εἰ δὲ καὶ ταῦτ᾽ ἐστὶ τῶν καθ᾽ αὑτά. οὐκ ἔστιν ἄρα τὸ ἀγαθὸν κοινόν τι κατὰ μίαν ἰδέαν. καὶ τοῦ μετρίου ἐν τροφῇ μὲν ἰατρικὴ ἐν πόνοις δὲ γυμναστική. ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῷ ἀίδιον εἶναι μᾶλλον ἀγαθὸν ἔσται. ἀπορήσειε δ᾽ ἄν τις τί (35) ποτε καὶ βούλονται λέγειν αὐτοέκαστον. Ἀλλὰ πῶς δὴ λέγεται. οἷον τὸ φρονεῖν καὶ ὁρᾶν καὶ ἡδοναί τινες καὶ τιμαί. ᾗ γὰρ ἄνθρωπος. ἀλλ᾽ ἆρά γε τῷ ἀφ᾽ ἑνὸς εἶναι ἢ πρὸς ἓν ἅπαντα συντελεῖν. χωρίσαντες (15) οὖν ἀπὸ τῶν ὠφελίμων τὰ καθ᾽ αὑτὰ σκεψώμεθα εἰ λέγεται κατὰ μίαν ἰδέαν. καὶ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων ἦν ἂν μία τις ἐπιστήμη· νῦν δ᾽ εἰσὶ πολλαὶ καὶ τῶν ὑπὸ μίαν κατηγορίαν. ἢ οὐδ᾽ (20) ἄλλο οὐδὲν πλὴν τῆς ἰδέας. εἴπερ μηδὲ λευκότερον τὸ πολυχρόνιον τοῦ (5) ἐφημέρου. καίτοι βοήθημα τηλικοῦτον τοὺς τεχνίτας ἅπαντας ἀγνοεῖν καὶ μηδ᾽ ἐπιζητεῖν οὐκ εὔλογον. ἢ ὅσα καὶ μονούμενα διώκεται. ἐπιτευξόμεθα αὐτῶν. (30) ἀλλ᾽ ἴσως ταῦτα μὲν ἀφετέον τὸ νῦν· ἐξακριβοῦν γὰρ ὑπὲρ αὐτῶν ἄλλης ἂν εἴη φιλοσοφίας οἰκειότερον. καθ᾽ αὑτὰ δὲ ποῖα θείη τις ἄν. ἐν ψυχῇ νοῦς. πιθανότητα μὲν οὖν τινα ἔχει ὁ λόγος. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῆς ἰδέας· εἰ γὰρ καὶ ἔστιν ἕν τι τὸ κοινῇ κατηγορούμενον ἀγαθὸν ἢ χωριστὸν αὐτό τι καθ᾽ αὑτό. ὥστε μάταιον ἔσται τὸ εἶδος. δῆλον οὖν ὅτι διττῶς λέγοιτ᾽ ἂν τἀγαθά. (10) ἢ πῶς ἰατρικώτερος ἢ στρατηγικώτερος ἔσται ὁ τὴν . οὐδ᾽ ᾗ ἀγαθόν. δῆλον ὡς οὐκ ἂν εἴη πρακτὸν οὐδὲ κτητὸν ἀνθρώπῳ· νῦν δὲ τοιοῦτόν τι (35) ζητεῖται. οἷον καιροῦ.
εἰ δὲ πλείω. ἐν ἄλλῳ δ᾽ ἄλλο. ἀγαθῶν δὲ τὸ μεῖζον αἱρετώτερον ἀεί. Ἀλλ᾽ ἴσως τὴν μὲν εὐδαιμονίαν τὸ ἄριστον λέγειν ὁμολογούμενόν τι φαίνεται. τούτων δ᾽ αἱρούμεθά τινα δι᾽ ἕτερον. τί οὖν ἑκάστης τἀγαθόν. δῆλον ὡς οὐκ ἔστι πάντα τέλεια· τὸ δ᾽ ἄριστον τέλειόν τι φαίνεται. τοῦτ᾽ ἂν εἴη τὸ πρακτὸν ἀγαθόν. καὶ ἁπλῶς δὴ τέλειον τὸ καθ᾽ αὑτὸ αἱρετὸν ἀεὶ καὶ μηδέποτε δι᾽ ἄλλο. τοῦτο δ᾽ ἐν ἰατρικῇ μὲν ὑγίεια. καὶ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω. ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπου. ταῦτα. φαίνεται δὲ καὶ ἐκ τῆς αὐταρκείας τὸ αὐτὸ συμβαίνειν· τὸ γὰρ τέλειον ἀγαθὸν αὔταρκες εἶναι δοκεῖ. ἢ οὗ χάριν τὰ λοιπὰ πράττεται. ὥστ᾽ εἰ μέν ἐστιν ἕν τι μόνον τέλειον. ἐπειδὴ φύσει πολιτικὸν ὁ ἄνθρωπος. ἀλλὰ τοῦτο μὲν εἰσαῦθις ἐπισκεπτέον· τὸ δ᾽ αὔταρκες τίθεμεν ὃ μονούμενον (15) αἱρετὸν ποιεῖ τὸν βίον καὶ μηδενὸς ἐνδεᾶ· τοιοῦτον δὲ τὴν εὐδαιμονίαν οἰόμεθα εἶναι· ἔτι δὲ πάντων αἱρετωτάτην μὴ συναριθμουμένην--συναριθμουμένην δὲ δῆλον ὡς αἱρετωτέραν μετὰ τοῦ ἐλαχίστου τῶν ἀγαθῶν· ὑπεροχὴ γὰρ ἀγαθῶν γίνεται τὸ προστιθέμενον. φαίνεται μὲν γὰρ ἄλλο ἐν ἄλλῃ πράξει καὶ τέχνῃ· ἄλλο γὰρ ἐν ἰατρικῇ καὶ στρατηγικῇ καὶ ταῖς λοιπαῖς ὁμοίως. τί ποτ᾽ ἂν εἴη. τάχα δὴ . Μεταβαίνων δὴ ὁ λόγος εἰς ταὐτὸν ἀφῖκται· τοῦτο (25) δ᾽ ἔτι μᾶλλον διασαφῆσαι πειρατέον. ἐν στρατηγικῇ (20) δὲ νίκη. τοῦτ᾽ ἂν εἴη τὸ ζητούμενον. τὴν δ᾽ εὐδαιμονίαν οὐδεὶς αἱρεῖται τούτων χάριν. ἐν οἰκοδομικῇ δ᾽ οἰκία. τοιοῦτον δ᾽ ἡ εὐδαιμονία μάλιστ᾽ εἶναι δοκεῖ· [1097b] (1) Ταύτην γὰρ αἱρούμεθα ἀεὶ δι᾽ αὐτὴν καὶ οὐδέποτε δι᾽ ἄλλο. τὸ τελειότατον τούτων. ποθεῖται δ᾽ ἐναργέστερον τί ἐστιν ἔτι λεχθῆναι. (30) εἰ δὲ πλείω. μᾶλλον δ᾽ ἴσως τὴν τοῦδε· καθ᾽ ἕκαστον γὰρ ἰατρεύει. ἐπεὶ δὲ πλείω φαίνεται τὰ τέλη. τὸ δ᾽ αὔταρκες λέγομεν οὐκ αὐτῷ μόνῳ. (15) Πάλιν δ᾽ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὸ ζητούμενον ἀγαθόν. (20) τέλειον δή τι φαίνεται καὶ αὔταρκες ἡ εὐδαιμονία. ἀλλὰ καὶ γονεῦσι (10) καὶ τέκνοις καὶ γυναικὶ καὶ ὅλως τοῖς φίλοις καὶ πολίταις. αἱρούμεθα δὲ καὶ τῆς εὐδαιμονίας χάριν.ἰδέαν αὐτὴν τεθεαμένος. οἷον πλοῦτον αὐλοὺς καὶ ὅλως τὰ ὄργανα. ὥστ᾽ εἴ τι τῶν πρακτῶν ἁπάντων ἐστὶ τέλος. τιμὴν δὲ καὶ ἡδονὴν καὶ νοῦν καὶ πᾶσαν ἀρετὴν αἱρούμεθα μὲν καὶ δι᾽ αὐτά (μηθενὸς γὰρ ἀποβαίνοντος ἑλοίμεθ᾽ ἂν ἕκαστον αὐτῶν). τούτων δὲ ληπτέος ὅρος τις· ἐπεκτείνοντι γὰρ ἐπὶ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀπογόνους καὶ τῶν φίλων τοὺς φίλους εἰς ἄπειρον πρόεισιν. τελειότερον δὲ λέγομεν τὸ καθ᾽ αὑτὸ διωκτὸν τοῦ δι᾽ ἕτερον καὶ τὸ μηδέποτε δι᾽ ἄλλο αἱρετὸν τῶν <καὶ> καθ᾽ αὑτὰ καὶ δι᾽ αὐτὸ αἱρετῶν. τῶν πρακτῶν οὖσα τέλος. (5) διὰ τούτων ὑπολαμβάνοντες εὐδαιμονήσειν. τῷ ζῶντι βίον μονώτην. οὐδ᾽ ὅλως δι᾽ ἄλλο. ἐν ἁπάσῃ δὲ πράξει καὶ προαιρέσει τὸ τέλος· τούτου γὰρ ἕνεκα τὰ λοιπὰ πράττουσι πάντες. φαίνεται μὲν γὰρ οὐδὲ τὴν ὑγίειαν οὕτως ἐπισκοπεῖν ὁ ἰατρός.
πότερον οὖν τέκτονος μὲν καὶ σκυτέως ἔστιν ἔργα τινὰ καὶ πράξεις. καὶ ἄλλαι δ᾽ ἄλλως. ταύτην δὲ ψυχῆς ἐνέργειαν καὶ πράξεις μετὰ λόγου. ἀλλ᾽ ἀργὸν πέφυκεν. μεμνῆσθαι δὲ καὶ τῶν προειρημένων χρή. [ἀνθρώπου δὲ τίθεμεν ἔργον ζωήν τινα. καὶ ὅλως ὧν ἔστιν ἔργον τι καὶ πρᾶξις.γένοιτ᾽ ἂν τοῦτ᾽. τὸ μὲν γὰρ ζῆν κοινὸν εἶναι φαίνεται καὶ τοῖς φυτοῖς. λείπεται δὴ πρακτική τις τοῦ λόγον ἔχοντος· τούτου δὲ τὸ μὲν ὡς ἐπιπειθὲς λόγῳ. εἰ ληφθείη τὸ ἔργον (25) τοῦ ἀνθρώπου. εἰ δ᾽ ἐστὶν ἔργον ἀνθρώπου ψυχῆς ἐνέργεια κατὰ λόγον ἢ μὴ ἄνευ λόγου. καὶ ὁ χρόνος τῶν τοιούτων εὑρετὴς ἢ συνεργὸς ἀγαθὸς εἶναι· ὅθεν καὶ τῶν τεχνῶν (25) γεγόνασιν αἱ ἐπιδόσεις· παντὸς γὰρ προσθεῖναι τὸ ἐλλεῖπον. φαίνεται δὲ καὶ αὐτὴ κοινὴ καὶ ἵππῳ καὶ βοῒ καὶ παντὶ ζῴῳ.] τὸ ἀνθρώπινον ἀγαθὸν ψυχῆς ἐνέργεια γίνεται κατ᾽ ἀρετήν. Ἔτι δ᾽ ἐν βίῳ τελείῳ. [1098b] (1) οὐκ ἀπαιτητέον δ᾽ οὐδὲ τὴν αἰτίαν ἐν ἅπασιν ὁμοίως. τί οὖν δὴ τοῦτ᾽ ἂν εἴη ποτέ. τὸ δ᾽ ὡς (5) ἔχον καὶ διανοούμενον. ἀνθρώπου δ᾽ (30) οὐδέν ἐστιν. δόξειε δ᾽ ἂν παντὸς εἶναι προαγαγεῖν καὶ διαρθρῶσαι τὰ καλῶς ἔχοντα τῇ περιγραφῇ. προστιθεμένης τῆς κατὰ τὴν ἀρετὴν ὑπεροχῆς πρὸς τὸ ἔργον· κιθαριστοῦ μὲν γὰρ κιθαρίζειν. ὥσπερ γὰρ αὐλητῇ καὶ ἀγαλματοποιῷ καὶ παντὶ τεχνίτῃ. οἷον καὶ περὶ τὰς ἀρχάς· τὸ δ᾽ ὅτι πρῶτον καὶ ἀρχή. καὶ τὴν ἀκρίβειαν μὴ ὁμοίως ἐν ἅπασιν ἐπιζητεῖν. σπουδαίου δ᾽ ἀνδρὸς εὖ ταῦτα καὶ (15) καλῶς. ἕκαστον δ᾽ εὖ κατὰ τὴν οἰκείαν ἀρετὴν ἀποτελεῖται· εἰ δ᾽ οὕτω. τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ποιητέον. σπουδαίου δὲ τὸ εὖ· εἰ δ᾽ οὕτως. ὥσπερ κιθαριστοῦ καὶ σπουδαίου (10) κιθαριστοῦ. καὶ σπουδαστέον ὅπως διορισθῶσι καλῶς· μεγάλην γὰρ ἔχουσι ῥοπὴν πρὸς τὰ . οὕτω καὶ ἀνθρώπου παρὰ πάντα ταῦτα θείη τις ἂν ἔργον τι. τῶν ἀρχῶν δ᾽ αἳ μὲν ἐπαγωγῇ θεωροῦνται. εἴπερ ἔστι τι ἔργον αὐτοῦ. κατὰ τὴν ἀρίστην καὶ τελειοτάτην. καὶ γὰρ τέκτων καὶ γεωμέτρης διαφερόντως (30) ἐπιζητοῦσι τὴν ὀρθήν· ὃ μὲν γὰρ ἐφ᾽ ὅσον χρησίμη πρὸς τὸ ἔργον. ἀλλ᾽ ἱκανὸν ἔν τισι τὸ ὅτι δειχθῆναι καλῶς. [1098a] (1) ἀφοριστέον ἄρα τήν τε θρεπτικὴν καὶ τὴν αὐξητικὴν ζωήν. αἳ δ᾽ ἐθισμῷ τινί. Περιγεγράφθω μὲν οὖν τἀγαθὸν ταύτῃ· δεῖ γὰρ ἴσως ὑποτυπῶσαι πρῶτον. αἳ δ᾽ αἰσθήσει. καὶ ἁπλῶς δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων. οὕτω δόξειεν ἂν καὶ ἀνθρώπῳ. ἀλλ᾽ ἐν ἑκάστοις κατὰ τὴν ὑποκειμένην ὕλην καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐφ᾽ ὅσον οἰκεῖον τῇ μεθόδῳ. εἰ δὲ πλείους αἱ ἀρεταί. ἢ καθάπερ ὀφθαλμοῦ καὶ χειρὸς καὶ ποδὸς καὶ ὅλως ἑκάστου τῶν μορίων φαίνεταί τι ἔργον. ζητεῖται δὲ τὸ ἴδιον. ὃ δὲ τί ἐστιν ἢ ποῖόν τι· θεατὴς γὰρ τἀληθοῦς. μετιέναι (5) δὲ πειρατέον ἑκάστας ᾗ πεφύκασιν. τὸ δ᾽ αὐτό φαμεν ἔργον εἶναι τῷ γένει τοῦδε καὶ τοῦδε σπουδαίου. διττῶς δὲ καὶ ταύτης λεγομένης τὴν κατ᾽ ἐνέργειαν θετέον· κυριώτερον γὰρ αὕτη δοκεῖ λέγεσθαι. οὐδὲ μία ἡμέρα· οὕτω δὲ οὐδὲ μακάριον καὶ εὐδαίμονα (20) μία ἡμέρα οὐδ᾽ ὀλίγος χρόνος. ἑπομένη δὲ αἰσθητική τις ἂν εἴη. εἶθ᾽ ὕστερον ἀναγράψαι. ἐν τῷ ἔργῳ δοκεῖ τἀγαθὸν εἶναι καὶ τὸ εὖ. ὅπως μὴ τὰ πάρεργα τῶν ἔργων πλείω γίνηται. μία γὰρ χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ.
καὶ εὖ πράξει. τὰ περὶ ψυχὴν κυριώτατα λέγομεν καὶ (15) μάλιστα ἀγαθά. ἀλλ᾽ ἔχει τὴν ἡδονὴν ἐν ἑαυτῷ. εἰ δ᾽ οὕτω. καὶ πολλὰ συμφανῆ γίνεσθαι δι᾽ αὐτῆς τῶν ζητουμένων. ἀλλὰ μὴν καὶ . οὕτω καὶ τῶν ἐν τῷ βίῳ καλῶν κἀγαθῶν οἱ πράττοντες ὀρθῶς ἐπήβολοι γίνονται. συνᾴδει δὲ τῷ λόγῳ καὶ τὸ εὖ ζῆν καὶ τὸ εὖ πράττειν τὸν εὐδαίμονα· σχεδὸν γὰρ εὐζωία τις εἴρηται καὶ εὐπραξία. Σκεπτέον δὲ περὶ αὐτῆς οὐ μόνον ἐκ τοῦ συμπεράσματος (10) καὶ ἐξ ὧν ὁ λόγος. πρὸς τοῖς εἰρημένοις γὰρ οὐδ᾽ ἐστὶν ἀγαθὸς ὁ μὴ χαίρων ταῖς καλαῖς πράξεσιν· οὔτε γὰρ δίκαιον οὐθεὶς ἂν εἴποι τὸν μὴ χαίροντα τῷ δικαιοπραγεῖν. ὥστε καὶ τούτοις εἰσὶν ἡδεῖαι καὶ (15) καθ᾽ αὑτάς. ἑκάστῳ δ᾽ ἐστὶν ἡδὺ πρὸς ὃ λέγεται φιλοτοιοῦτος. ὥσπερ δ᾽ Ὀλυμπίασιν οὐχ οἱ κάλλιστοι καὶ ἰσχυρότατοι στεφανοῦνται ἀλλ᾽ (5) οἱ ἀγωνιζόμενοι (τούτων γάρ τινες νικῶσιν). τὰ δὲ ὀλίγοι καὶ ἔνδοξοι ἄνδρες· οὐδετέρους δὲ τούτων εὔλογον διαμαρτάνειν τοῖς ὅλοις. φαίνεται δὲ καὶ τὰ ἐπιζητούμενα τὰ περὶ τὴν εὐδαιμονίαν ἅπανθ᾽ ὑπάρχειν τῷ λεχθέντι. [1099a] (1) οἷον τῷ καθεύδοντι ἢ καὶ ἄλλως πως ἐξηργηκότι. τοῖς δὲ φιλοκάλοις ἐστὶν ἡδέα τὰ φύσει ἡδέα· τοιαῦται δ᾽ αἱ κατ᾽ ἀρετὴν πράξεις. διαφέρει δὲ ἴσως οὐ μικρὸν ἐν κτήσει ἢ χρήσει τὸ ἄριστον ὑπολαμβάνειν. (25) τοῖς δὲ ταῦτα ἢ τούτων τι μεθ᾽ ἡδονῆς ἢ οὐκ ἄνευ ἡδονῆς· ἕτεροι δὲ καὶ τὴν ἐκτὸς εὐετηρίαν συμπαραλαμβάνουσιν. καὶ ἐν ἕξει ἢ ἐνεργείᾳ. καθ᾽ αὑτὰς ἂν εἶεν αἱ κατ᾽ ἀρετὴν πράξεις ἡδεῖαι. δοκεῖ γὰρ πλεῖον ἢ ἥμισυ τοῦ παντὸς εἶναι ἡ ἀρχή. νενεμημένων δὴ τῶν ἀγαθῶν τριχῇ. θέαμα (10) δὲ τῷ φιλοθεώρῳ· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὰ δίκαια τῷ φιλοδικαίῳ καὶ ὅλως τὰ κατ᾽ ἀρετὴν τῷ φιλαρέτῳ. ὥστε καλῶς ἂν λέγοιτο κατά γε ταύτην τὴν δόξαν παλαιὰν οὖσαν καὶ ὁμολογουμένην ὑπὸ τῶν φιλοσοφούντων. ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν λεγομένων περὶ αὐτῆς· τῷ μὲν γὰρ ἀληθεῖ πάντα συνᾴδει τὰ ὑπάρχοντα. τῷ δὲ ψευδεῖ ταχὺ διαφωνεῖ τἀληθές. Ἔστι δὲ καὶ ὁ βίος αὐτῶν καθ᾽ αὑτὸν ἡδύς. καὶ τῶν μὲν ἐκτὸς λεγομένων τῶν δὲ περὶ ψυχὴν καὶ σῶμα. τούτων δὲ τὰ μὲν πολλοὶ καὶ παλαιοὶ λέγουσιν. τὰς δὲ πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας τὰς ψυχικὰς περὶ ψυχὴν τίθεμεν. οὐδὲν δὴ προσδεῖται τῆς ἡδονῆς ὁ βίος αὐτῶν ὥσπερ περιάπτου τινός. ἀλλ᾽ ἕν γέ τι ἢ καὶ τὰ πλεῖστα κατορθοῦν.ἑπόμενα. τοῖς μὲν οὖν πολλοῖς τὰ ἡδέα μάχεται διὰ τὸ μὴ φύσει τοιαῦτ᾽ εἶναι. τὴν δ᾽ ἐνέργειαν οὐχ οἷόν τε· πράξει γὰρ ἐξ ἀνάγκης. ὀρθῶς δὲ καὶ ὅτι πράξεις τινὲς λέγονται καὶ ἐνέργειαι τὸ τέλος· οὕτω γὰρ τῶν περὶ ψυχὴν ἀγαθῶν (20) γίνεται καὶ οὐ τῶν ἐκτός. οἷον ἵππος μὲν τῷ φιλίππῳ. τὸ μὲν γὰρ ἥδεσθαι τῶν ψυχικῶν. οὔτ᾽ ἐλευθέριον τὸν μὴ χαίροντα (20) ταῖς ἐλευθερίοις πράξεσιν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. (30) Τοῖς μὲν οὖν λέγουσι τὴν ἀρετὴν ἢ ἀρετήν τινα συνῳδός ἐστιν ὁ λόγος· ταύτης γάρ ἐστιν ἡ κατ᾽ αὐτὴν ἐνέργεια. τὴν μὲν γὰρ ἕξιν ἐνδέχεται μηδὲν ἀγαθὸν ἀποτελεῖν ὑπάρχουσαν. τοῖς μὲν γὰρ ἀρετὴ τοῖς δὲ φρόνησις ἄλλοις δὲ σοφία τις εἶναι δοκεῖ.
ἢ μίαν τούτων τὴν ἀρίστην. διὰ φίλων καὶ πλούτου καὶ πολιτικῆς δυνάμεως· ἐνίων δὲ τητώμενοι ῥυπαίνουσι τὸ μακάριον. ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἴσως ἄλλης ἂν εἴη σκέψεως οἰκειότερον. καὶ οὐ διώρισται ταῦτα κατὰ τὸ Δηλιακὸν ἐπίγραμμα· κάλλιστον τὸ δικαιότατον. εἴπερ καλῶς κρίνει περὶ αὐτῶν ὁ σπουδαῖος· κρίνει δ᾽ ὡς εἴπομεν. διὰ ταύτην δὲ τὴν αἰτίαν οὐδὲ παῖς εὐδαίμων . εἰ μὲν οὖν καὶ ἄλλο τί ἐστι θεῶν δώρημα ἀνθρώποις. τῶν δὲ λοιπῶν ἀγαθῶν τὰ μὲν ὑπάρχειν ἀναγκαῖον. εἰ δ᾽ ἐστὶν οὕτω βέλτιον ἢ τὸ διὰ τύχην εὐδαιμονεῖν. (5) ἔτι δ᾽ ἴσως ἧττον. τὰ δὲ συνεργὰ καὶ χρήσιμα πέφυκεν ὀργανικῶς. οὕτω πέφυκεν. ἢ ἀγαθοὶ ὄντες τεθνᾶσιν. αὕτη δὲ πλείστην ἐπιμέλειαν ποιεῖται τοῦ ποιούς τινας καὶ ἀγαθοὺς τοὺς πολίτας ποιῆσαι καὶ πρακτικοὺς τῶν καλῶν. Εἴη δ᾽ ἂν καὶ πολύκοινον· δυνατὸν γὰρ ὑπάρξαι πᾶσι τοῖς μὴ πεπηρωμένοις πρὸς ἀρετὴν διά τινος μαθήσεως (20) καὶ ἐπιμελείας. εἴπερ τὰ κατὰ φύσιν. Φαίνεται δ᾽ ὅμως καὶ τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν προσδεομένη. ἔοικε προσδεῖσθαι καὶ τῆς τοιαύτης εὐημερίας· ὅθεν εἰς ταὐτὸ τάττουσιν ἔνιοι τὴν εὐτυχίαν τῇ εὐδαιμονίᾳ. Ὅθεν καὶ ἀπορεῖται πότερόν ἐστι μαθητὸν ἢ ἐθιστὸν ἢ καὶ (10) ἄλλως πως ἀσκητόν. ἢ κατά τινα θείαν μοῖραν ἢ καὶ διὰ τύχην παραγίνεται. Εἰκότως οὖν οὔτε βοῦν οὔτε ἵππον οὔτε ἄλλο τῶν ζῴων οὐδὲν εὔδαιμον λέγομεν· [1100a] (1) οὐδὲν γὰρ αὐτῶν οἷόν τε κοινωνῆσαι τοιαύτης ἐνεργείας. φαμὲν εἶναι τὴν εὐδαιμονίαν. φαίνεται δὲ κἂν εἰ (15) μὴ θεόπεμπτός ἐστιν ἀλλὰ δι᾽ ἀρετὴν καί τινα μάθησιν ἢ ἄσκησιν παραγίνεται. πολλὰ μὲν γὰρ πράττεται. καθάπερ οὖν εἴπομεν. Συμφανὲς δ᾽ ἐστὶ καὶ ἐκ τοῦ λόγου τὸ ζητούμενον· εἴρηται γὰρ ψυχῆς ἐνέργεια κατ᾽ ἀρετὴν ποιά τις. λῷστον δ᾽ ὑγιαίνειν· ἥδιστον δὲ πέφυχ᾽ οὗ τις ἐρᾷ τὸ τυχεῖν. εὔλογον καὶ τὴν εὐδαιμονίαν θεόσδοτον εἶναι. εἴ τῳ πάγκακοι παῖδες εἶεν ἢ φίλοι. [1099b] (1) καθάπερ δι᾽ ὀργάνων. ὁμολογούμενα δὲ ταῦτ᾽ ἂν εἴη καὶ τοῖς ἐν ἀρχῇ· τὸ γὰρ τῆς πολιτικῆς (30) τέλος ἄριστον ἐτίθεμεν. τῶν θειοτάτων εἶναι· τὸ γὰρ τῆς ἀρετῆς ἆθλον καὶ τέλος ἄριστον εἶναι φαίνεται καὶ θεῖόν τι καὶ μακάριον.ἀγαθαί γε καὶ καλαί. ἕτεροι δὲ τὴν ἀρετήν. Ἅπαντα γὰρ ὑπάρχει ταῦτα ταῖς ἀρίσταις ἐνεργείαις· ταύτας (30) δέ. καὶ μάλιστα τῶν ἀνθρωπίνων ὅσῳ βέλτιστον. ὡς οἷόν τε κάλλιστα ἔχειν. εὔλογον ἔχειν οὕτως. τὸ δὲ μέγιστον καὶ κάλλιστον ἐπιτρέψαι τύχῃ λίαν πλημμελὲς (25) ἂν εἴη. ἄριστον ἄρα καὶ κάλλιστον καὶ ἥδιστον ἡ (25) εὐδαιμονία. καὶ μάλιστα τούτων ἕκαστον. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ κατὰ τέχνην καὶ πᾶσαν αἰτίαν. οἷον εὐγενείας εὐτεκνίας κάλλους· οὐ πάνυ γὰρ εὐδαιμονικὸς ὁ τὴν ἰδέαν παναίσχης ἢ δυσγενὴς ἢ μονώτης καὶ ἄτεκνος. καθάπερ εἴπομεν· ἀδύνατον γὰρ ἢ οὐ ῥᾴδιον τὰ καλὰ πράττειν ἀχορήγητον ὄντα. καὶ μάλιστα <τὰ> κατὰ τὴν ἀρίστην.
ἔχει μὲν καὶ τοῦτ᾽ ἀμφισβήτησίν τινα· δοκεῖ γὰρ εἶναί τι τῷ τεθνεῶτι καὶ κακὸν καὶ ἀγαθόν. ἢ τοῦτό γε παντελῶς ἄτοπον. δῆλον γὰρ ὡς εἰ συνακολουθοίημεν (5) ταῖς τύχαις. καὶ ἀρετῆς τελείας (5) καὶ βίου τελείου. πῶς οὐκ ἄτοπον. τὰς δὲ τύχας πολλάκις ἀνακυκλεῖσθαι περὶ τοὺς αὐτούς. Μαρτυρεῖ δὲ τῷ λόγῳ καὶ τὸ νῦν διαπορηθέν. ἀλλ᾽ ὅτι τηνικαῦτα ἄν τις ἀσφαλῶς μακαρίσειεν ἄνθρωπον ὡς ἐκτὸς ἤδη τῶν κακῶν ὄντα καὶ τῶν δυστυχημάτων. εἴπερ καὶ τῷ ζῶντι μὴ (20) αἰσθανομένῳ δέ. (10) Πότερον οὖν οὐδ᾽ ἄλλον οὐδένα ἀνθρώπων εὐδαιμονιστέον ἕως ἂν ζῇ. κατὰ Σόλωνα δὲ χρεὼν τέλος ὁρᾶν. ἆρά γε καὶ ἔστιν εὐδαίμων τότε ἐπειδὰν ἀποθάνῃ. ἄλλως τε καὶ τοῖς λέγουσιν ἡμῖν ἐνέργειάν τινα τὴν εὐδαιμονίαν. ὥσπερ εἴπομεν. (35) μὴ ἀληθεύσεται κατ᾽ αὐτοῦ τὸ ὑπάρχον [1100b] (1) διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι τοὺς ζῶντας εὐδαιμονίζειν διὰ τὰς μεταβολάς. οὐ γὰρ ἐν ταύταις τὸ εὖ ἢ κακῶς. τὸν αὐτὸν εὐδαίμονα καὶ πάλιν ἄθλιον ἐροῦμεν πολλάκις. περὶ οὐδὲν γὰρ οὕτως ὑπάρχει τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων βεβαιότης ὡς περὶ τὰς ἐνεργείας τὰς κατ᾽ ἀρετήν· μονιμώτεραι γὰρ καὶ τῶν ἐπιστημῶν αὗται δοκοῦσιν εἶναι· (15) τούτων δ᾽ αὐτῶν αἱ τιμιώταται μονιμώτεραι . δεῖ γάρ. εἰ συμμεταβάλλοι καὶ ὁ τεθνεὼς καὶ γίνοιτο ὁτὲ μὲν εὐδαίμων πάλιν δ᾽ ἄθλιος· ἄτοπον δὲ καὶ τὸ μηδὲν μηδ᾽ ἐπί (30) τινα χρόνον συνικνεῖσθαι τὰ τῶν ἐκγόνων τοῖς γονεῦσιν.ἐστίν· οὔπω γὰρ πρακτικὸς τῶν τοιούτων διὰ τὴν ἡλικίαν· οἱ δὲ λεγόμενοι διὰ τὴν ἐλπίδα μακαρίζονται. εἰ ὅτ᾽ ἔστιν εὐδαίμων. ἄτοπον δὴ γίνοιτ᾽ ἄν. εἰ δὲ μὴ λέγομεν (15) τὸν τεθνεῶτα εὐδαίμονα. ἀλλὰ προσδεῖται τούτων ὁ ἀνθρώπινος βίος. μηδὲ Σόλων τοῦτο βούλεται. ἢ τὸ μὲν ταῖς τύχαις ἐπακολουθεῖν οὐδαμῶς ὀρθόν. καὶ ἐνδέχεται τὸν μάλιστ᾽ εὐθηνοῦντα μεγάλαις συμφοραῖς περιπεσεῖν ἐπὶ γήρως. αἱ δ᾽ ἐναντίαι τοῦ ἐναντίου. τοὺς δ᾽ ἐξ ἐναντίας· δῆλον δ᾽ ὅτι καὶ τοῖς ἀποστήμασι πρὸς τοὺς γονεῖς παντοδαπῶς ἔχειν αὐτοὺς ἐνδέχεται. χαμαιλέοντά τινα τὸν εὐδαίμονα ἀποφαίνοντες καὶ σαθρῶς ἱδρυμένον. πολλαὶ γὰρ μεταβολαὶ γίνονται καὶ παντοῖαι τύχαι κατὰ τὸν βίον. καθάπερ εἴπομεν. εἰ δὴ τὸ τέλος ὁρᾶν δεῖ καὶ τότε μακαρίζειν ἕκαστον οὐχ ὡς ὄντα μακάριον ἀλλ᾽ ὅτι πρότερον ἦν. καὶ διὰ τὸ μόνιμόν τι τὴν εὐδαιμονίαν ὑπειληφέναι καὶ μηδαμῶς εὐμετάβολον. κύριαι (10) δ᾽ εἰσὶν αἱ κατ᾽ ἀρετὴν ἐνέργειαι τῆς εὐδαιμονίας. εἰ δὲ δὴ καὶ θετέον οὕτως. οἷον τιμαὶ καὶ ἀτιμίαι καὶ τέκνων καὶ ὅλως ἀπογόνων εὐπραξίαι τε καὶ δυστυχίαι. ἀπορίαν δὲ καὶ ταῦτα παρέχει· τῷ γὰρ μακαρίως βεβιωκότι μέχρι γήρως καὶ τελευτήσαντι κατὰ λόγον ἐνδέχεται πολλὰς μεταβολὰς συμβαίνειν περὶ τοὺς ἐκγόνους. Ἀλλ᾽ ἐπανιτέον ἐπὶ τὸ πρότερον ἀπορηθέν· τάχα γὰρ ἂν θεωρηθείη καὶ τὸ νῦν ἐπιζητούμενον ἐξ ἐκείνου. καθάπερ ἐν τοῖς Τρωικοῖς περὶ Πριάμου μυθεύεται· τὸν δὲ τοιαύταις χρησάμενον τύχαις καὶ τελευτήσαντα ἀθλίως οὐδεὶς εὐδαιμονίζει. καὶ τοὺς μὲν αὐτῶν (25) ἀγαθοὺς εἶναι καὶ τυχεῖν βίου τοῦ κατ᾽ ἀξίαν.
καθ᾽ ἕκαστον μὲν διαιρεῖν μακρὸν καὶ ἀπέραντον φαίνεται. ἀλλὰ γεννάδας ὢν καὶ μεγαλόψυχος. μὴ δι᾽ ἀναλγησίαν. ἂν Πριαμικαῖς τύχαις περιπέσῃ. μακαρίους δ᾽ ἀνθρώπους. τὴν εὐδαιμονίαν δὲ τέλος καὶ τέλειον τίθεμεν πάντῃ πάντως. δῆλον ὡς οὐ ποιεῖ (25) ῥοπὴν τῆς ζωῆς. καὶ ἔσται διὰ βίου τοιοῦτος· ἀεὶ γὰρ ἢ μάλιστα πάντων πράξει καὶ θεωρήσει (20) τὰ κατ᾽ ἀρετήν. καὶ τὰς τύχας οἴσει κάλλιστα καὶ πάντῃ πάντως ἐμμελῶς ὅ γ᾽ ὡς ἀληθῶς ἀγαθὸς καὶ τετράγωνος ἄνευ ψόγου. τὰ δὲ μεγάλα καὶ πολλὰ γινόμενα μὲν εὖ μακαριώτερον τὸν βίον ποιήσει (καὶ γὰρ αὐτὰ συνεπικοσμεῖν πέφυκεν. ἐπειδὰν φέρῃ τις εὐκόλως πολλὰς καὶ μεγάλας ἀτυχίας. καθάπερ εἴπομεν. Τὰς δὲ τῶν ἀπογόνων τύχας καὶ τῶν φίλων ἁπάντων τὸ μὲν μηδοτιοῦν συμβάλλεσθαι λίαν ἄφιλον φαίνεται καὶ ταῖς δόξαις ἐναντίον· πολλῶν δὲ καὶ παντοίας ἐχόντων διαφορὰς (25) τῶν συμβαινόντων. [1101a] (1) τὸν γὰρ ὡς ἀληθῶς ἀγαθὸν καὶ ἔμφρονα πάσας οἰόμεθα τὰς τύχας εὐσχημόνως φέρειν καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἀεὶ τὰ κάλλιστα πράττειν. Πολλῶν δὲ γινομένων κατὰ τύχην καὶ διαφερόντων μεγέθει καὶ μικρότητι. ὅμως δὲ καὶ ἐν τούτοις διαλάμπει τὸ καλόν. ὑπάρξει δὴ τὸ ζητούμενον τῷ εὐδαίμονι. ἐν πολλῷ τινὶ καὶ τελείῳ. Εἰ δ᾽ εἰσὶν αἱ ἐνέργειαι κύριαι τῆς ζωῆς. καὶ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον διωρίσθω. ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἀντικειμένων. ἀνάπαλιν δὲ συμβαίνοντα θλίβει καὶ λυμαίνεται τὸ μακάριον· λύπας τε γὰρ ἐπιφέρει καὶ ἐμποδίζει πολλαῖς (30) ἐνεργείαις.διὰ τὸ μάλιστα καὶ συνεχέστατα καταζῆν ἐν αὐταῖς τοὺς μακαρίους· τοῦτο γὰρ ἔοικεν αἰτίῳ τοῦ μὴ γίνεσθαι περὶ αὐτὰς λήθην. καὶ τῶν μὲν μᾶλλον συνικνουμένων τῶν δ᾽ ἧττον. εἰ δ᾽ οὕτως. εἰ δ᾽ οὕτω. Τί οὖν κωλύει λέγειν εὐδαίμονα τὸν κατ᾽ ἀρετὴν τελείαν (15) ἐνεργοῦντα καὶ τοῖς ἐκτὸς ἀγαθοῖς ἱκανῶς κεχορηγημένον μὴ τὸν τυχόντα χρόνον ἀλλὰ τέλειον βίον. μεγάλων καὶ καλῶν ἐν αὐτῷ γενόμενος ἐπήβολος. ἀλλ᾽ εἴπερ. ἐπειδὴ τὸ μέλλον ἀφανὲς ἡμῖν ἐστίν. ἔκ τε τῶν τοιούτων οὐκ ἂν γένοιτο πάλιν εὐδαίμων ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ. (10) οὐδ᾽ ὑπὸ τῶν τυχόντων ἀτυχημάτων ἀλλ᾽ ὑπὸ μεγάλων καὶ πολλῶν. ἄθλιος μὲν οὐδέποτε γένοιτ᾽ ἂν ὁ εὐδαίμων. μακαρίους ἐροῦμεν (20) τῶν ζώντων οἷς ὑπάρχει καὶ ὑπάρξει τὰ λεχθέντα. οὐδεὶς ἂν γένοιτο τῶν μακαρίων ἄθλιος· οὐδέποτε (35) γὰρ πράξει τὰ μισητὰ καὶ τὰ φαῦλα. καθάπερ καὶ στρατηγὸν ἀγαθὸν τῷ παρόντι στρατοπέδῳ χρῆσθαι πολεμικώτατα καὶ σκυτοτόμον ἐκ τῶν δοθέντων (5) σκυτῶν κάλλιστον ὑπόδημα ποιεῖν· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τοὺς ἄλλους τεχνίτας ἅπαντας. καθόλου . καὶ ἡ χρῆσις αὐτῶν καλὴ καὶ σπουδαία γίνεται). οὐ μὴν μακάριός γε. ἢ προσθετέον καὶ βιωσόμενον οὕτω καὶ τελευτήσοντα κατὰ λόγον. Οὐδὲ δὴ ποικίλος γε καὶ εὐμετάβολος· οὔτε γὰρ ἐκ τῆς εὐδαιμονίας κινηθήσεται ῥᾳδίως. τὰ μὲν μικρὰ τῶν εὐτυχημάτων.
τὴν ἀρχὴν δὲ καὶ τὸ αἴτιον τῶν ἀγαθῶν τίμιόν τι καὶ θεῖον τίθεμεν.δὲ λεχθὲν καὶ τύπῳ τάχ᾽ ἂν ἱκανῶς ἔχοι. τοσοῦτόν γε καὶ τοιοῦτον ὥστε μὴ ποιεῖν εὐδαίμονας τοὺς μὴ ὄντας (5) μηδὲ τοὺς ὄντας ἀφαιρεῖσθαι τὸ μακάριον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως οἰκειότερον ἐξακριβοῦν (35) τοῖς περὶ τὰ ἐγκώμια πεπονημένοις· ἡμῖν δὲ δῆλον ἐκ τῶν εἰρημένων [1102a] (1) ὅτι ἐστὶν ἡ εὐδαιμονία τῶν τιμίων καὶ τελείων. ἀλλὰ μεῖζόν τι καὶ βέλτιον. δῆλον ὅτι τῶν ἀρίστων οὐκ ἔστιν ἔπαινος. ἀφαυρόν τι καὶ μικρὸν ἢ ἁπλῶς ἢ ἐκείνοις εἶναι. καὶ τὸν ἰσχυρὸν δὲ καὶ τὸν δρομικὸν καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον τῷ ποιόν τινα πεφυκέναι καὶ ἔχειν πως πρὸς ἀγαθόν τι καὶ σπουδαῖον. ἔοικε δ᾽ οὕτως ἔχειν καὶ διὰ τὸ εἶναι ἀρχή· ταύτης γὰρ χάριν τὰ λοιπὰ πάντα πάντες πράττομεν. εἰ δὲ μή. τοιοῦτον δ᾽ εἶναι τὸν θεὸν καὶ τἀγαθόν· πρὸς ταῦτα γὰρ καὶ τἆλλα ἀναφέρεσθαι. ὥσπερ εἴπομεν. ἀλλ᾽ ὡς θειότερόν τι καὶ βέλτιον μακαρίζει. εἰ δή. δῆλον δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν περὶ τοὺς θεοὺς ἐπαίνων· γελοῖοι γὰρ φαίνονται πρὸς ἡμᾶς ἀναφερόμενοι. ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἀγαθῶν· οὐδεὶς γὰρ τὴν εὐδαιμονίαν ἐπαινεῖ καθάπερ τὸ δίκαιον. ὁμοίως δὲ καὶ αἱ δυσπραξίαι. [1101b] (1) ἔοικε γὰρ ἐκ τούτων εἰ καὶ διικνεῖται πρὸς αὐτοὺς ὁτιοῦν. συμβάλλεσθαι μὲν οὖν τι φαίνονται τοῖς κεκμηκόσιν αἱ εὐπραξίαι τῶν φίλων. (10) Διωρισμένων δὲ τούτων ἐπισκεψώμεθα περὶ τῆς εὐδαιμονίας πότερα τῶν ἐπαινετῶν ἐστὶν ἢ μᾶλλον τῶν τιμίων· δῆλον γὰρ ὅτι τῶν γε δυνάμεων οὐκ ἔστιν. καθάπερ καὶ φαίνεται· τούς τε γὰρ θεοὺς μακαρίζομεν καὶ εὐδαιμονίζομεν καὶ τῶν ἀνδρῶν τοὺς θειοτάτους (25) [μακαρίζομεν]. (20) τοῦτο δὲ συμβαίνει διὰ τὸ γίνεσθαι τοὺς ἐπαίνους δι᾽ ἀναφορᾶς. ὁ μὲν γὰρ ἔπαινος τῆς ἀρετῆς· πρακτικοὶ γὰρ τῶν καλῶν ἀπὸ ταύτης· τὰ δ᾽ ἐγκώμια τῶν ἔργων ὁμοίως καὶ τῶν σωματικῶν καὶ τῶν ψυχικῶν. οὕτω καὶ τὰ περὶ τοὺς φίλους ὁμοίως ἅπαντας. εἴτ᾽ ἀγαθὸν εἴτε τοὐναντίον. τοιαῦτα δὲ καὶ τηλικαῦτα ὥστε μήτε τοὺς εὐδαίμονας μὴ εὐδαίμονας ποιεῖν μήτ᾽ ἄλλο τῶν τοιούτων μηδέν. καθάπερ καὶ τῶν περὶ αὑτὸν ἀτυχημάτων τὰ μὲν ἔχει τι βρῖθος καὶ ῥοπὴν πρὸς τὸν βίον τὰ (30) δ᾽ ἐλαφροτέροις ἔοικεν. μᾶλλον δ᾽ ἴσως (35) τὸ διαπορεῖσθαι περὶ τοὺς κεκμηκότας εἴ τινος ἀγαθοῦ κοινωνοῦσιν ἢ τῶν ἀντικειμένων. Δοκεῖ δὲ καὶ Εὔδοξος καλῶς συνηγορῆσαι περὶ τῶν ἀριστείων τῇ ἡδονῇ· τὸ γὰρ μὴ ἐπαινεῖσθαι τῶν ἀγαθῶν οὖσαν μηνύειν ᾤετο ὅτι κρεῖττόν ἐστι (30) τῶν ἐπαινετῶν. διαφέρει δὲ τῶν παθῶν ἕκαστον περὶ ζῶντας ἢ τελευτήσαντας συμβαίνειν πολὺ μᾶλλον ἢ τὰ παράνομα καὶ δεινὰ προϋπάρχειν ἐν ταῖς τραγῳδίαις ἢ πράττεσθαι. εἰ δ᾽ ἐστὶν ὁ ἔπαινος τῶν τοιούτων. φαίνεται δὴ πᾶν τὸ ἐπαινετὸν τῷ ποιόν τι εἶναι καὶ πρός τι πῶς ἔχειν ἐπαινεῖσθαι· τὸν γὰρ δίκαιον καὶ τὸν ἀνδρεῖον καὶ ὅλως τὸν (15) ἀγαθόν τε καὶ τὴν ἀρετὴν ἐπαινοῦμεν διὰ τὰς πράξεις καὶ τὰ ἔργα. συλλογιστέον δὴ καὶ ταύτην τὴν διαφοράν. .
εἰ δὲ τῆς πολιτικῆς ἐστὶν ἡ σκέψις αὕτη. περὶ ἀρετῆς δὲ ἐπισκεπτέον ἀνθρωπίνης δῆλον ὅτι· καὶ γὰρ τἀγαθὸν (15) ἀνθρώπινον ἐζητοῦμεν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν ἀνθρωπίνην. ὁ δ᾽ ἀγαθὸς καὶ κακὸς ἥκιστα διάδηλοι καθ᾽ ὕπνον (ὅθεν φασὶν οὐδὲν διαφέρειν τὸ ἥμισυ τοῦ βίου τοὺς εὐδαίμονας τῶν ἀθλίων· συμβαίνει δὲ τοῦτο εἰκότως· ἀργία γάρ ἐστιν ὁ ὕπνος τῆς ψυχῆς ᾗ λέγεται σπουδαία καὶ φαύλη). ἐπειδὴ τῆς ἀνθρωπικῆς ἀρετῆς ἄμοιρον πέφυκεν. ὥσπερ καὶ τὸν ὀφθαλμοὺς θεραπεύσοντα (20) καὶ πᾶν <τὸ> σῶμα. Λέγεται δὲ περὶ αὐτῆς καὶ ἐν τοῖς ἐξωτερικοῖς λόγοις ἀρκούντως ἔνια. θεωρητέον δὴ καὶ τῷ πολιτικῷ περὶ ψυχῆς. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις. τοῦ γὰρ ἐγκρατοῦς καὶ ἀκρατοῦς τὸν (15) λόγον καὶ τῆς ψυχῆς τὸ λόγον ἔχον ἐπαινοῦμεν· ὀρθῶς γὰρ καὶ ἐπὶ τὰ βέλτιστα παρακαλεῖ· φαίνεται δ᾽ ἐν αὐτοῖς καὶ ἄλλο τι παρὰ τὸν λόγον πεφυκός. ἢ τῷ λόγῳ δύο ἐστὶν ἀχώριστα πεφυκότα καθάπερ ἐν τῇ περιφερείᾳ τὸ κυρτὸν καὶ τὸ κοῖλον. τὸ δὲ λόγον ἔχον. τὴν αὐτὴν δὲ ταύτην καὶ ἐν τοῖς τελείοις· εὐλογώτερον γὰρ ἢ ἄλλην τινά. δῆλον ὅτι δεῖ τὸν πολιτικὸν εἰδέναι πως τὰ περὶ ψυχῆς. Ἔοικε δὲ καὶ ἄλλη τις φύσις τῆς ψυχῆς ἄλογος εἶναι. καὶ εἴ τινες ἕτεροι τοιοῦτοι γεγένηνται. περὶ ἀρετῆς ἐπισκεπτέον ἂν εἴη· τάχα γὰρ οὕτως ἂν βέλτιον καὶ περὶ τῆς εὐδαιμονίας θεωρήσαιμεν. μετέχουσα μέντοι πῃ λόγου. ἀτεχνῶς γὰρ καθάπερ τὰ παραλελυμένα τοῦ σώματος μόρια εἰς τὰ δεξιὰ . εἰ δὲ ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει. παράδειγμα δὲ τούτων ἔχομεν τοὺς Κρητῶν καὶ Λακεδαιμονίων νομοθέτας. Τοῦ ἀλόγου δὲ τὸ μὲν ἔοικε κοινῷ καὶ φυτικῷ. ἀρετὴν δὲ λέγομεν ἀνθρωπίνην οὐ τὴν τοῦ σώματος ἀλλὰ τὴν τῆς ψυχῆς· καὶ τὴν εὐδαιμονίαν δὲ ψυχῆς ἐνέργειαν λέγομεν. ὃ μάχεται καὶ ἀντιτείνει τῷ λόγῳ. καὶ χρηστέον αὐτοῖς· οἷον τὸ μὲν ἄλογον αὐτῆς εἶναι. δῆλον ὅτι γίνοιτ᾽ ἂν ἡ ζήτησις κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς προαίρεσιν. οὐθὲν διαφέρει πρὸς τὸ παρόν. ταύτης μὲν οὖν κοινή τις ἀρετὴ καὶ οὐκ ἀνθρωπίνη φαίνεται· δοκεῖ γὰρ ἐν τοῖς ὕπνοις ἐνεργεῖν μάλιστα τὸ μόριον τοῦτο καὶ (5) ἡ δύναμις αὕτη. δοκεῖ δὲ καὶ ὁ κατ᾽ ἀλήθειαν πολιτικὸς περὶ ταύτην μάλιστα πεπονῆσθαι· βούλεται γὰρ τοὺς πολίτας ἀγαθοὺς ποιεῖν καὶ τῶν (10) νόμων ὑπηκόους. καὶ ἐφ᾽ ὅσον ἱκανῶς ἔχει πρὸς τὰ ζητούμενα· (25) τὸ γὰρ ἐπὶ πλεῖον ἐξακριβοῦν ἐργωδέστερον ἴσως ἐστὶ τῶν προκειμένων. (10) καὶ ταύτῃ βελτίω γίνεται τὰ φαντάσματα τῶν ἐπιεικῶν ἢ τῶν τυχόντων.(5) Ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν ἡ εὐδαιμονία ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ᾽ ἀρετὴν τελείαν. πλὴν εἰ μὴ κατὰ μικρὸν καὶ διικνοῦνταί τινες τῶν κινήσεων. ταῦτα δὲ πότερον διώρισται καθάπερ τὰ τοῦ σώματος μόρια καὶ πᾶν τὸ (30) μεριστόν. θεωρητέον δὲ τούτων χάριν. λέγω δὲ τὸ αἴτιον τοῦ τρέφεσθαι καὶ αὔξεσθαι· τὴν τοιαύτην γὰρ δύναμιν τῆς ψυχῆς ἐν ἅπασι τοῖς τρεφομένοις θείη τις ἂν [1102b] (1) καὶ ἐν τοῖς ἐμβρύοις. καὶ τὸ θρεπτικὸν ἐατέον. καὶ μᾶλλον ὅσῳ τιμιωτέρα καὶ βελτίων ἡ πολιτικὴ τῆς ἰατρικῆς· τῶν δ᾽ ἰατρῶν οἱ χαρίεντες πολλὰ πραγματεύονται περὶ τὴν τοῦ σώματος γνῶσιν.
οὐδ᾽ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν. λόγου δὲ καὶ τοῦτο φαίνεται μετέχειν. Φαίνεται δὴ καὶ τὸ ἄλογον διττόν. σοφίαν μὲν καὶ σύνεσιν καὶ φρόνησιν διανοητικάς. τὸ μὲν γὰρ φυτικὸν οὐδαμῶς κοινωνεῖ (30) λόγου. διττὸν ἔσται καὶ τὸ λόγον ἔχον. μηνύει καὶ ἡ νουθέτησις καὶ πᾶσα ἐπιτίμησίς τε καὶ παράκλησις. ὅτι δὲ πείθεταί πως ὑπὸ λόγου τὸ ἄλογον. οὐδὲν διαφέρει. ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. τὸ δ᾽ ἐπιθυμητικὸν καὶ ὅλως ὀρεκτικὸν μετέχει πως. ἀλλ᾽ ἐν τοῖς σώμασι μὲν ὁρῶμεν τὸ παραφερόμενον. τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς (15) δὲ ἠθικῆς. Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Βιβλίον ΙΙ [1103α] (14) Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης. Διορίζεται δὲ καὶ ἡ ἀρετὴ κατὰ τὴν διαφορὰν ταύτην· λέγομεν γὰρ αὐτῶν τὰς (5) μὲν διανοητικὰς τὰς δὲ ἠθικάς. οὔτ᾽ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ . ἐλευθεριότητα δὲ καὶ σωφροσύνην ἠθικάς. οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω. τὸ δ᾽ ὥσπερ τοῦ πατρὸς ἀκουστικόν τι. τὸ μὲν κυρίως καὶ ἐν αὑτῷ. ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν. (25) πῶς δ᾽ ἕτερον.προαιρουμένων κινῆσαι (20) τοὐναντίον εἰς τὰ ἀριστερὰ παραφέρεται. ὥσπερ εἴπομεν· πειθαρχεῖ γοῦν τῷ λόγῳ τὸ τοῦ ἐγκρατοῦς--ἔτι δ᾽ ἴσως εὐηκοώτερόν ἐστι τὸ τοῦ σώφρονος καὶ ἀνδρείου· πάντα γὰρ ὁμοφωνεῖ τῷ λόγῳ. οὐδ᾽ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη. διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου. ἐναντιούμενον τούτῳ καὶ ἀντιβαῖνον. καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς οὕτως· ἐπὶ τἀναντία γὰρ αἱ ὁρμαὶ τῶν ἀκρατῶν. ἐπὶ δὲ τῆς ψυχῆς οὐχ ὁρῶμεν. ᾗ κατήκοόν ἐστιν αὐτοῦ καὶ πειθαρχικόν· οὕτω δὴ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν φίλων φαμὲν ἔχειν λόγον. λέγοντες γὰρ περὶ τοῦ ἤθους οὐ λέγομεν ὅτι σοφὸς ἢ συνετὸς ἀλλ᾽ ὅτι πρᾶος ἢ σώφρων· ἐπαινοῦμεν δὲ καὶ τὸν σοφὸν κατὰ τὴν ἕξιν· τῶν ἕξεων δὲ τὰς ἐπαινετὰς ἀρετὰς (10) λέγομεν. ἴσως δ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ ἐν τῇ ψυχῇ νομιστέον εἶναί τι παρὰ τὸν λόγον. ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν (20) γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται. οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι. καὶ οὐχὥσπερ τῶν μαθηματικῶν. [1103a] (1) εἰ δὲ χρὴ καὶ τοῦτο φάναι λόγον ἔχειν. ἡ δ᾽ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται.
τὰ δ᾽ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι. ἔτι μᾶλλον ὁ περὶ τῶν καθ᾽ ἕκαστα λόγος οὐκ ἔχει τἀκριβές· οὔτε γὰρ ὑπὸ τέχνην οὔθ᾽ ὑπὸ παραγγελίαν οὐδεμίαν πίπτει. οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)· τὰς δ᾽ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον. καὶ τί ἐστιν ὁ ὀρθὸς λόγος. ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν. καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης. τὰ δὲ σώφρονα σώφρονες. ἐπεὶ οὐδὲν ἂν ἦν ὄφελος αὐτῆς). Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται. οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος. τοιούτου δ᾽ ὄντος τοῦ καθόλου λόγου. ἀνάλογον (10) δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται. (25) ἀλλὰ πάμπολυ. ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν. ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. πῶς πρακτέον αὐτάς· αὗται γάρ εἰσι κύριαι καὶ τοῦ ποιὰς γενέσθαι τὰς ἕξεις. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς· οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται. τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους. εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν. καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται. οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι. ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν. καθάπερ εἰρήκαμεν.ἀρεταί. τὸ μὲν οὖν κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον πράττειν κοινὸν καὶ ὑποκείσθω--ῥηθήσεται δ᾽ ὕστερον περὶ αὐτοῦ. οἳ δ᾽ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι. ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἀγαθοὶ γενώμεθα. Ἔτι ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται. οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι (15) τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι. οἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί· [1103b] (1) οὕτω δὴ καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα. Ἐπεὶ οὖν ἡ παροῦσα πραγματεία οὐ θεωρίας ἕνεκά ἐστιν ὥσπερ αἱ ἄλλαι (οὐ γὰρ ἵνα εἰδῶμεν τί ἐστιν ἡ ἀρετὴ σκεπτόμεθα. (30) ἀλλ᾽ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα. ὥσπερ καὶ κατ᾽ ἀρχὰς εἴπομεν ὅτι κατὰ τὴν ὕλην οἱ λόγοι ἀπαιτητέοι· τὰ δ᾽ ἐν ταῖς πράξεσι καὶ τὰ συμφέροντα οὐδὲν ἑστηκὸς ἔχει. ἀλλὰ (25) πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς. καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου (5) τοῦτ᾽ ἐστίν. μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν. ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν (ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων δῆλον· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἢ πολλάκις ἀκοῦσαι τὰς αἰσθήσεις ἐλάβομεν. [1104a] (1) ἐκεῖνο δὲ προδιομολογείσθω. ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί. Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν· οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς. καὶ πῶς ἔχει πρὸς τὰς ἄλλας ἀρετάς. πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί. ὅτι πᾶς ὁ περὶ τῶν πρακτῶν λόγος τύπῳ καὶ οὐκ ἀκριβῶς ὀφείλει λέγεσθαι. δεῖ δ᾽ αὐτοὺς ἀεὶ τοὺς πράττοντας . ὥσπερ (5) οὐδὲ τὰ ὑγιεινά. οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί. (20) οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι. διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι· κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις. ἀναγκαῖον ἐπισκέψασθαι τὰ περὶ τὰς (30) πράξεις. τὰς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα. ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη· ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί.
διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ποτὰ καὶ τὰ σιτία πλείω καὶ ἐλάττω γινόμενα φθείρει τὴν ὑγίειαν. Ἀλλ᾽ οὐ μόνον αἱ γενέσεις καὶ αὐξήσεις καὶ αἱ φθοραὶ ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν γίνονται. ὑπὸ δὲ τῆς μεσότητος σῴζεται. καὶ διὰ τοῦτ᾽ ἂν εἴη ἡ ἀρετὴ περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας. ἀλλὰ καίπερ ὄντος τοιούτου τοῦ παρόντος λόγου πειρατέον βοηθεῖν. παντὶ δὲ πάθει καὶ πάσῃ πράξει ἕπεται (15) ἡδονὴ καὶ λύπη. ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ἔχει καὶ τῆς (10) κυβερνητικῆς. ἀλλὰ καὶ αἱ ἐνέργειαι ἐν τοῖς αὐτοῖς ἔσονται· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν (30) ἄλλων τῶν φανερωτέρων οὕτως ἔχει. ὅ τε μηδὲν ὅλως φοβούμενος ἀλλὰ πρὸς πάντα βαδίζων θρασύς· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ μὲν πάσης ἡδονῆς ἀπολαύων καὶ μηδεμιᾶς ἀπεχόμενος ἀκόλαστος. καὶ γενόμενοι (35) μάλιστα δυνάμεθα ἀπέχεσθαι αὐτῶν· [1104b] (1) ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῆς ἀνδρείας· ἐθιζόμενοι γὰρ καταφρονεῖν τῶν φοβερῶν καὶ ὑπομένειν αὐτὰ γινόμεθα ἀνδρεῖοι. ὅτι τὰ τοιαῦτα πέφυκεν ὑπ᾽ ἐνδείας καὶ ὑπερβολῆς φθείρεσθαι. ἢ ἃς μὴ δεῖ ἢ ὅτε οὐ δεῖ ἢ ὡς οὐ δεῖ ἢ ὁσαχῶς ἄλλως ὑπὸ τοῦ λόγου διορίζεται τὰ τοιαῦτα. ἀλλ᾽ οὐχ ὡς δεῖ καὶ ὡς οὐ δεῖ καὶ ὅτε. τῷ διώκειν ταύτας καὶ φεύγειν. ἀναίσθητός (25) τις· φθείρεται δὴ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀνδρεία ὑπὸ τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως. καὶ ὅσα ἄλλα . (20) ὅ τε γὰρ πάντα φεύγων καὶ φοβούμενος καὶ μηδὲν ὑπομένων δειλὸς γίνεται. διὰ δὲ τὴν λύπην τῶν καλῶν ἀπεχόμεθα.τὰ πρὸς τὸν καιρὸν σκοπεῖν. οὕτω δ᾽ ἔχει καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν· ἔκ τε γὰρ τοῦ ἀπέχεσθαι τῶν ἡδονῶν γινόμεθα σώφρονες. Ἔτι. καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ καὶ χαίρων ἢ μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος. τὰ δὲ σύμμετρα καὶ ποιεῖ καὶ αὔξει καὶ σῴζει. ὁ δ᾽ ἀχθόμενος ἀκόλαστος. πρὸς ταῦτα καὶ περὶ ταῦτα τὴν φύσιν ἔχει· δι᾽ ἡδονὰς δὲ καὶ λύπας φαῦλοι γίνονται. ὅτι ἁπλῶς λέγουσιν. ὁ δὲ πᾶσαν φεύγων. ὥσπερ οἱ ἄγροικοι. καὶ γενόμενοι μάλιστα δυνησόμεθα ὑπομένειν τὰ φοβερά. ὁ δὲ λυπούμενος δειλός. ὡς ὁ Πλάτων φησίν. καὶ μάλιστα ἂν δύναιτ᾽ αὐτὰ ποιεῖν ὁ ἰσχυρός. μηνύουσι δὲ καὶ αἱ κολάσεις γινόμεναι διὰ τούτων· ἰατρεῖαι γάρ τινές εἰσιν. ὥστε χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ· ἡ γὰρ ὀρθὴ παιδεία αὕτη ἐστίν. διὸ καὶ ὁρίζονται τὰς ἀρετὰς ἀπαθείας τινὰς (25) καὶ ἠρεμίας· οὐκ εὖ δέ. πρῶτον οὖν τοῦτο θεωρητέον. αἱ δὲ ἰατρεῖαι διὰ τῶν ἐναντίων πεφύκασι γίνεσθαι. οὕτως οὖν καὶ ἐπὶ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας ἔχει καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν. ὡς καὶ πρῴην εἴπομεν. περὶ ἡδονὰς γὰρ καὶ λύπας ἐστὶν ἡ ἠθικὴ ἀρετή· διὰ μὲν γὰρ (10) τὴν ἡδονὴν τὰ φαῦλα πράττομεν. πᾶσα ψυχῆς ἕξις. (δεῖ γὰρ ὑπὲρ τῶν ἀφανῶν τοῖς φανεροῖς μαρτυρίοις χρῆσθαι) ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ὑγιείας ὁρῶμεν· (15) τά τε γὰρ ὑπερβάλλοντα γυμνάσια καὶ τὰ ἐλλείποντα φθείρει τὴν ἰσχύν. οἷον ἐπὶ τῆς ἰσχύος· γίνεται γὰρ ἐκ τοῦ πολλὴν τροφὴν λαμβάνειν καὶ πολλοὺς πόνους ὑπομένειν. ὑφ᾽ οἵων πέφυκε γίνεσθαι (20) χείρων καὶ βελτίων. Σημεῖον δὲ δεῖ ποιεῖσθαι τῶν ἕξεων τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην (5) τοῖς ἔργοις· ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων. Ἔτι δ᾽ εἰ αἱ ἀρεταί εἰσι περὶ πράξεις καὶ πάθη.
γραμματικοὶ καὶ μουσικοί. εἰρήσθω. ὑπόκειται ἄρα ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τοιαύτη περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας τῶν βελτίστων πρακτική. Ἔτι οὐδ᾽ ὅμοιόν ἐστιν ἐπί τε τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἀρετῶν· τὰ μὲν γὰρ ὑπὸ τῶν τεχνῶν γινόμενα τὸ εὖ ἔχει ἐν αὑτοῖς· ἀρκεῖ οὖν ταῦτά πως ἔχοντα γενέσθαι· τὰ δὲ κατὰ τὰς ἀρετὰς γινόμενα οὐκ ἐὰν αὐτά πως ἔχῃ. ἀλλὰ καὶ [ὁ] οὕτω πράττων ὡς οἱ δίκαιοι καὶ σώφρονες πράττουσιν. ἔπειτ᾽ ἐὰν προαιρούμενος. καὶ προαιρούμενος δι᾽ αὐτά. Ἔτι δ᾽ ἐκ νηπίου πᾶσιν ἡμῖν συντέθραπται· διὸ χαλεπὸν ἀποτρίψασθαι τοῦτο τὸ πάθος ἐγκεχρωσμένον τῷ βίῳ. περὶ δὲ τὸ χαλεπώτερον ἀεὶ καὶ τέχνη γίνεται καὶ ἀρετή· (10) καὶ γὰρ τὸ εὖ βέλτιον ἐν τούτῳ. ὥσπερ εἰ τὰ γραμματικὰ καὶ τὰ μουσικά. τριῶν γὰρ ὄντων τῶν εἰς τὰς αἱρέσεις καὶ τριῶν τῶν εἰς τὰς φυγάς. (20) ἤδη εἰσὶ δίκαιοι καὶ σώφρονες. ἐνδέχεται γὰρ γραμματικόν τι ποιῆσαι καὶ ἀπὸ τύχης καὶ ἄλλου ὑποθεμένου. ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὁ πράττων πῶς ἔχων πράττῃ. (5) ἡδονῇ καὶ λύπῃ. ἅπερ ἐκ τοῦ πολλάκις πράττειν τὰ δίκαια καὶ (5) σώφρονα περιγίνεται. καὶ πᾶσι τοῖς ὑπὸ τὴν αἵρεσιν παρακολουθεῖ· [1105a] (1) καὶ γὰρ τὸ καλὸν καὶ τὸ συμφέρον ἡδὺ φαίνεται. καὶ ὅτι ἐξ ὧν ἐγένετο. κανονίζομεν δὲ καὶ τὰς πράξεις. Ἀπορήσειε δ᾽ ἄν τις πῶς λέγομεν ὅτι δεῖ τὰ μὲν δίκαια πράττοντας δικαίους γίνεσθαι. Ἔτι δὲ χαλεπώτερον ἡδονῇ μάχεσθαι ἢ θυμῷ. ἢ οὐδ᾽ ἐπὶ τῶν τεχνῶν οὕτως ἔχει. καλοῦ συμφέροντος ἡδέος. τὰ δὲ σώφρονα σώφρονας· εἰ γὰρ πράττουσι τὰ δίκαια καὶ σώφρονα. περὶ ταῦτα καὶ ἐνεργεῖ. μάλιστα δὲ περὶ τὴν ἡδονήν· κοινή τε γὰρ αὕτη (35) τοῖς ζῴοις. πλὴν αὐτὸ τὸ εἰδέναι· πρὸς δὲ τὸ τὰς ἀρετὰς τὸ μὲν εἰδέναι οὐδὲν ἢ μικρὸν ἰσχύει. περὶ ταῦτα μὲν πάντα ὁ ἀγαθὸς κατορθωτικός ἐστιν ὁ δὲ κακὸς ἁμαρτητικός. ὅταν ᾖ τοιαῦτα οἷα ἂν ὁ δίκαιος ἢ ὁ σώφρων πράξειεν· δίκαιος δὲ καὶ σώφρων ἐστὶν οὐχ ὁ ταῦτα πράττων. ὑπὸ τούτων καὶ αὔξεται (15) καὶ φθείρεται μὴ ὡσαύτως γινομένων. [1105b] (1) Ταῦτα δὲ πρὸς μὲν τὸ τὰς ἄλλας τέχνας ἔχειν οὐ συναριθμεῖται. διὰ τοῦτ᾽ οὖν ἀναγκαῖον εἶναι περὶ ταῦτα τὴν πᾶσαν πραγματείαν· οὐ γὰρ μικρὸν εἰς τὰς πράξεις εὖ ἢ κακῶς χαίρειν καὶ λυπεῖσθαι. οἳ μὲν μᾶλλον οἳ δ᾽ ἧττον. καὶ [τριῶν] τῶν ἐναντίων. τὸ δὲ τρίτον ἐὰν καὶ βεβαίως καὶ ἀμετακινήτως ἔχων πράττῃ. Ὅτι μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ἀρετὴ περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας. δικαίως (30) ἢ σωφρόνως πράττεται. ὁ δὲ κακῶς κακός. ὥστε καὶ διὰ τοῦτο περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας πᾶσα ἡ πραγματεία καὶ τῇ ἀρετῇ καὶ τῇ πολιτικῇ· ὁ μὲν γὰρ εὖ τούτοις χρώμενος ἀγαθὸς ἔσται. Τὰ μὲν οὖν πράγματα δίκαια καὶ σώφρονα λέγεται. τὰ δ᾽ ἄλλα οὐ μικρὸν ἀλλὰ τὸ πᾶν δύναται. ἡ δὲ κακία τοὐναντίον. καὶ ὅτι ἐξ ὧν γίνεται. πρῶτον μὲν ἐὰν εἰδώς.προστίθεται. ἐὰν καὶ γραμματικόν τι ποιήσῃ καὶ (25) γραμματικῶς· τοῦτο δ᾽ ἐστὶ τὸ κατὰ τὴν ἐν αὑτῷ γραμματικήν. εὖ οὖν λέγεται ὅτι ἐκ τοῦ τὰ δίκαια πράττειν . Γένοιτο δ᾽ ἂν ἡμῖν καὶ ἐκ τούτων φανερὸν ὅτι περὶ τῶν (30) αὐτῶν. καθάπερ φησὶν Ἡράκλειτος. τότε οὖν ἔσται γραμματικός. αἰσχροῦ βλαβεροῦ λυπηροῦ.
ἤδη μὲν εἰρήκαμεν. κακῶς ἔχομεν. καὶ ταῦτα ἢ κατ᾽ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς· τὸ δ᾽ ἴσον . εὖ· ὁμοίως δὲ καὶ πρὸς τἆλλα. ὅμοιόν τι ποιοῦντες τοῖς (15) κάμνουσιν. ὥσπερ οὖν οὐδ᾽ ἐκεῖνοι εὖ ἕξουσι τὸ σῶμα οὕτω θεραπευόμενοι. ὁμοίως ἡ τοῦ ἵππου ἀρετὴ ἵππον τε (20) σπουδαῖον ποιεῖ καὶ ἀγαθὸν δραμεῖν καὶ ἐνεγκεῖν τὸν ἐπιβάτην καὶ μεῖναι τοὺς πολεμίους. καὶ ὅτι κατὰ μὲν τὰ πάθη οὔτ᾽ ἐπαινούμεθα οὔτε ψεγόμεθα (οὐ γὰρ ἐπαινεῖται ὁ φοβούμενος οὐδὲ ὁ ὀργιζόμενος. Μετὰ δὲ ταῦτα τί ἐστιν ἡ ἀρετὴ σκεπτέον. ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη· δυνάμεις δὲ καθ᾽ ἃς παθητικοὶ τούτων λεγόμεθα. οὐδὲ ψέγεται ὁ ἁπλῶς ὀργιζόμενος ἀλλ᾽ ὁ πῶς). Ἔτι ὀργιζόμεθα μὲν καὶ φοβούμεθα ἀπροαιρέτως. οἷον καθ᾽ ἃς δυνατοὶ (25) ὀργισθῆναι ἢ λυπηθῆναι ἢ ἐλεῆσαι· ἕξεις δὲ καθ᾽ ἃς πρὸς τὰ πάθη ἔχομεν εὖ ἢ κακῶς. ἐπεὶ οὖν (20) τὰ ἐν τῇ ψυχῇ γινόμενα τρία ἐστί. εἴρηται. αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν. ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ᾽ ἔλαττον τὸ δ᾽ ἴσον. εἰ δὲ μέσως. ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσα ἀρετή. Πῶς δὲ τοῦτ᾽ ἔσται. ἐὰν θεωρήσωμεν ποία τίς ἐστιν ἡ φύσις αὐτῆς. Ἀλλ᾽ οἱ πολλοὶ ταῦτα μὲν οὐ πράττουσιν. καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις ἀφ᾽ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται καὶ ἀφ᾽ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον ἀποδώσει. Διὰ ταῦτα δὲ οὐδὲ δυνάμεις εἰσίν· οὔτε γὰρ ἀγαθοὶ λεγόμεθα τῷ δύνασθαι πάσχειν ἁπλῶς οὔτε κακοί. οὗ ἂν ᾖ ἀρετή. Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν. λείπεται ἕξεις αὐτὰς εἶναι. λέγω δὲ πάθη μὲν ἐπιθυμίαν ὀργὴν φόβον θάρσος φθόνον χαρὰν φιλίαν μῖσος πόθον ζῆλον ἔλεον. ὅτι ἕξις.(10) ὁ δίκαιος γίνεται καὶ ἐκ τοῦ τὰ σώφρονα ὁ σώφρων· ἐκ δὲ τοῦ μὴ πράττειν ταῦτα οὐδεὶς ἂν οὐδὲ μελλήσειε γίνεσθαι ἀγαθός. [1106a] (1) κατὰ δὲ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς κακίας ἐπαινούμεθα ἢ ψεγόμεθα. πρὸς δὲ τούτοις κατὰ μὲν τὰ πάθη (5) κινεῖσθαι λεγόμεθα. Πάθη μὲν οὖν οὐκ εἰσὶν οὔθ᾽ αἱ ἀρεταὶ οὔθ᾽ αἱ κακίαι. ἔτι (25) δὲ καὶ ὧδ᾽ ἔσται φανερόν. εἰ οὖν μήτε πάθη εἰσὶν αἱ ἀρεταὶ μήτε δυνάμεις. αἱ δ᾽ ἀρεταὶ προαιρέσεις τινὲς ἢ οὐκ ἄνευ προαιρέσεως. εἰ μὲν σφοδρῶς ἢ ἀνειμένως. πάθη δυνάμεις ἕξεις. εἰ δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχει. οἷον πρὸς τὸ ὀργισθῆναι. οἷον ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετὴ τόν τε ὀφθαλμὸν σπουδαῖον ποιεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ· τῇ γὰρ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετῇ εὖ ὁρῶμεν. οὐδ᾽ οὗτοι τὴν ψυχὴν οὕτω φιλοσοφοῦντες. ὅτι οὐ λεγόμεθα (30) κατὰ τὰ πάθη σπουδαῖοι ἢ φαῦλοι. ἀλλὰ καὶ (15) ποία τις. κατὰ δὲ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς κακίας λεγόμεθα. ἐπὶ δὲ τὸν λόγον καταφεύγοντες οἴονται φιλοσοφεῖν καὶ οὕτως ἔσεσθαι σπουδαῖοι. Ὅ τι μὲν οὖν ἐστὶ τῷ γένει ἡ ἀρετή. ἀγαθοὶ δὲ ἢ κακοὶ (10) οὐ γινόμεθα φύσει· εἴπομεν δὲ περὶ τούτου πρότερον. κατὰ δὲ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς κακίας οὐ κινεῖσθαι ἀλλὰ διακεῖσθαί πως. ποιοῦσι δ᾽ οὐδὲν τῶν προσταττομένων. οἳ τῶν ἰατρῶν ἀκούουσι μὲν ἐπιμελῶς. τούτων ἄν τι εἴη ἡ ἀρετή. οὔτ᾽ ἐπαινούμεθα οὔτε ψεγόμεθα· ἔτι δυνατοὶ μέν ἐσμεν φύσει.
οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν. παντοδαπῶς δὲ κακοί. ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική. μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή. Anon. τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ᾽ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν (5) ταῖς πράξεσι. τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται· ταῦτα δ᾽ ἄμφω τῆς ἀρετῆς. πρὸς τὸ μέσον βλέπουσα καὶ εἰς τοῦτο ἄγουσα τὰ ἔργα (ὅθεν εἰώθασιν (10) ἐπιλέγειν τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις ὅτι οὔτ᾽ ἀφελεῖν ἔστιν οὔτε προσθεῖναι. οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει. μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς. οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι καὶ ἐπιθυμῆσαι καὶ ὀργισθῆναι καὶ ἐλεῆσαι καὶ ὅλως ἡσθῆναι (20) καὶ λυπηθῆναι ἔστι καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον. τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική. ὡς λέγομεν. μεσότης δὲ δύο κακιῶν. τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἡ μεσότης· (35) ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς. στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου. τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα· ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ (35) ὑπερέχεται· τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. κατὰ δὲ τὸ ἄριστον καὶ τὸ εὖ ἀκρότης. Ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου. ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον. ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ. οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ τεχνῖται.μέσον τι ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως. [1107a] (1) ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πᾶσιν. τὸ δ᾽ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου). τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ᾽ αἱρεῖται. ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει· ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ τῷ ληψομένῳ ἢ ὀλίγον· Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον. λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος (30) μέσον τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ᾽ ἑκατέρου τῶν ἄκρων. μέσον τε καὶ ἄριστον. διὸ κατὰ μὲν τὴν οὐσίαν καὶ τὸν λόγον τὸν τὸ τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή. ἡ δ᾽ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ (25) πράξεις ἐστίν. πρὸς τοῦτο βλέποντες ἐργάζονται)· ἡ δ᾽ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ (15) ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις. ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς. χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)· καὶ διὰ ταῦτ᾽ οὖν τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις. ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ (5) πάλης. ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ. τὴν δ᾽ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι. τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον· [1106b] (1) οὐ γὰρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον. τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν. τῷ δὲ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. καὶ ἀμφότερα οὐκ εὖ· τὸ δ᾽ ὅτε δεῖ καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ. λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη καὶ πράξεις. πρὸς ἡμᾶς δὲ ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει· τοῦτο δ᾽ οὐχ ἕν. ὅπερ ἐστὶ τῆς ἀρετῆς. ὡς οἱ (30) Πυθαγόρειοι εἴκαζον. τῆς δὲ μεσότητος σῳζούσης. . ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ἡ ἔλλειψις [ψέγεται]. Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη οὕτω τὸ ἔργον εὖ ἐπιτελεῖ. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰς πράξεις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον. οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ τὰ δὲ δύο ὀλίγα.
Οὐ πᾶσα δ᾽ ἐπιδέχεται πρᾶξις οὐδὲ πᾶν πάθος τὴν μεσότητα· ἔνια γὰρ εὐθὺς ὠνόμασται (10) συνειλημμένα μετὰ τῆς φαυλότητος, οἷον ἐπιχαιρεκακία ἀναισχυντία φθόνος, καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων μοιχεία κλοπὴ ἀνδροφονία· πάντα γὰρ ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα λέγεται τῷ αὐτὰ φαῦλα εἶναι, ἀλλ᾽ οὐχ αἱ ὑπερβολαὶ αὐτῶν οὐδ᾽ αἱ ἐλλείψεις. οὐκ ἔστιν οὖν οὐδέποτε περὶ αὐτὰ κατορθοῦν, (15) ἀλλ᾽ ἀεὶ ἁμαρτάνειν· οὐδ᾽ ἔστι τὸ εὖ ἢ μὴ εὖ περὶ τὰ τοιαῦτα ἐν τῷ ἣν δεῖ καὶ ὅτε καὶ ὡς μοιχεύειν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς τὸ ποιεῖν ὁτιοῦν τούτων ἁμαρτάνειν ἐστίν. ὅμοιον οὖν τὸ ἀξιοῦν καὶ περὶ τὸ ἀδικεῖν καὶ δειλαίνειν καὶ ἀκολασταίνειν εἶναι μεσότητα καὶ ὑπερβολὴν καὶ ἔλλειψιν· (20) ἔσται γὰρ οὕτω γε ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως μεσότης καὶ ὑπερβολῆς ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις ἐλλείψεως. ὥσπερ δὲ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας οὐκ ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις διὰ τὸ τὸ μέσον εἶναί πως ἄκρον, οὕτως οὐδ᾽ ἐκείνων μεσότης οὐδ᾽ ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις, ἀλλ᾽ ὡς ἂν (25) πράττηται ἁμαρτάνεται· ὅλως γὰρ οὔθ᾽ ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως μεσότης ἔστιν, οὔτε μεσότητος ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις. Δεῖ δὲ τοῦτο μὴ μόνον καθόλου λέγεσθαι, ἀλλὰ καὶ τοῖς καθ᾽ ἕκαστα ἐφαρμόττειν. ἐν γὰρ τοῖς περὶ τὰς (30) πράξεις λόγοις οἱ μὲν καθόλου κοινότεροί εἰσιν, οἱ δ᾽ ἐπὶ μέρους ἀληθινώτεροι· περὶ γὰρ τὰ καθ᾽ ἕκαστα αἱ πράξεις, δέον δ᾽ ἐπὶ τούτων συμφωνεῖν. ληπτέον οὖν ταῦτα ἐκ τῆς διαγραφῆς. περὶ μὲν οὖν φόβους καὶ θάρρη ἀνδρεία μεσότης· [1107b] (1) τῶν δ᾽ ὑπερβαλλόντων ὁ μὲν τῇ ἀφοβίᾳ ἀνώνυμος (πολλὰ δ᾽ ἐστὶν ἀνώνυμα), ὁ δ᾽ ἐν τῷ θαρρεῖν ὑπερβάλλων θρασύς, ὁ δ᾽ ἐν τῷ μὲν φοβεῖσθαι ὑπερβάλλων τῷ δὲ θαρρεῖν ἐλλείπων δειλός. περὶ ἡδονὰς δὲ καὶ λύπας--οὐ (5) πάσας, ἧττον δὲ “καὶ” περὶ τὰς λύπας--μεσότης μὲν σωφροσύνη, ὑπερβολὴ δὲ ἀκολασία. ἐλλείποντες δὲ περὶ τὰς ἡδονὰς οὐ πάνυ γίνονται· διόπερ οὐδ᾽ ὀνόματος τετυχήκασιν οὐδ᾽ οἱ τοιοῦτοι, ἔστωσαν δὲ ἀναίσθητοι. Περὶ δὲ δόσιν χρημάτων καὶ λῆψιν μεσότης μὲν ἐλευθεριότης, ὑπερβολὴ (10) δὲ καὶ ἔλλειψις ἀσωτία καὶ ἀνελευθερία. ἐναντίως δ᾽ ἐν αὐταῖς ὑπερβάλλουσι καὶ ἐλλείπουσιν· ὁ μὲν γὰρ ἄσωτος ἐν μὲν προέσει ὑπερβάλλει ἐν δὲ λήψει ἐλλείπει, ὁ δ᾽ ἀνελεύθερος ἐν μὲν λήψει ὑπερβάλλει ἐν δὲ προέσει ἐλλείπει. νῦν μὲν οὖν τύπῳ καὶ ἐπὶ κεφαλαίου λέγομεν, (15) ἀρκούμενοι αὐτῷ τούτῳ· ὕστερον δὲ ἀκριβέστερον περὶ αὐτῶν διορισθήσεται. περὶ δὲ χρήματα καὶ ἄλλαι διαθέσεις εἰσί, μεσότης μὲν μεγαλοπρέπεια (ὁ γὰρ μεγαλοπρεπὴς διαφέρει ἐλευθερίου· ὃ μὲν γὰρ περὶ μεγάλα, ὃ δὲ περὶ μικρά), ὑπερβολὴ δὲ ἀπειροκαλία καὶ βαναυσία, ἔλλειψις (20) δὲ μικροπρέπεια· διαφέρουσι δ᾽ αὗται τῶν περὶ τὴν ἐλευθεριότητα, πῇ δὲ διαφέρουσιν, ὕστερον ῥηθήσεται. περὶ δὲ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν μεσότης μὲν μεγαλοψυχία, ὑπερβολὴ δὲ χαυνότης τις λεγομένη, ἔλλειψις δὲ μικροψυχία· ὡς δ᾽ ἐλέγομεν ἔχειν πρὸς τὴν μεγαλοπρέπειαν τὴν ἐλευθεριότητα, (25) <τῷ> περὶ μικρὰ διαφέρουσαν, οὕτως ἔχει τις καὶ πρὸς τὴν μεγαλοψυχίαν, περὶ τιμὴν οὖσαν μεγάλην, αὐτὴ περὶ μικρὰν οὖσα· ἔστι γὰρ ὡς δεῖ ὀρέγεσθαι τιμῆς καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ ἧττον, λέγεται δ᾽ ὁ μὲν ὑπερβάλλων
ταῖς ὀρέξεσι φιλότιμος, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἀφιλότιμος, ὁ δὲ (30) μέσος ἀνώνυμος. ἀνώνυμοι δὲ καὶ αἱ διαθέσεις, πλὴν ἡ τοῦ φιλοτίμου φιλοτιμία. ὅθεν ἐπιδικάζονται οἱ ἄκροι τῆς μέσης χώρας· καὶ ἡμεῖς δὲ ἔστι μὲν ὅτε τὸν μέσον φιλότιμον καλοῦμεν ἔστι δ᾽ ὅτε ἀφιλότιμον, [1108a] (1) καὶ ἔστι μὲν ὅτε ἐπαινοῦμεν τὸν φιλότιμον ἔστι δ᾽ ὅτε τὸν ἀφιλότιμον. διὰ τίνα δ᾽ αἰτίαν τοῦτο ποιοῦμεν, ἐν τοῖς ἑξῆς ῥηθήσεται· νῦν δὲ περὶ τῶν λοιπῶν λέγωμεν κατὰ τὸν ὑφηγημένον τρόπον. Ἔστι δὲ καὶ περὶ τὴν ὀργὴν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ (5) μεσότης, σχεδὸν δὲ ἀνωνύμων ὄντων αὐτῶν τὸν μέσον πρᾶον λέγοντες τὴν μεσότητα πραότητα καλέσωμεν· τῶν δ᾽ ἄκρων ὁ μὲν ὑπερβάλλων ὀργίλος ἔστω, ἡ δὲ κακία ὀργιλότης, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἀόργητός τις, ἡ δ᾽ ἔλλειψις ἀοργησία. Εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλαι τρεῖς μεσότητες, ἔχουσαι μέν (10) τινα ὁμοιότητα πρὸς ἀλλήλας, διαφέρουσαι δ᾽ ἀλλήλων· πᾶσαι μὲν γάρ εἰσι περὶ λόγων καὶ πράξεων κοινωνίαν, διαφέρουσι δὲ ὅτι ἣ μέν ἐστι περὶ τἀληθὲς τὸ ἐν αὐτοῖς, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ· τούτου δὲ τὸ μὲν ἐν παιδιᾷ τὸ δ᾽ ἐν πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν βίον. ῥητέον οὖν καὶ περὶ τούτων, ἵνα (15) μᾶλλον κατίδωμεν ὅτι ἐν πᾶσιν ἡ μεσότης ἐπαινετόν, τὰ δ᾽ ἄκρα οὔτ᾽ ἐπαινετὰ οὔτ᾽ ὀρθὰ ἀλλὰ ψεκτά. εἰσὶ μὲν οὖν καὶ τούτων τὰ πλείω ἀνώνυμα, πειρατέον δ᾽, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, αὐτοὺς ὀνοματοποιεῖν σαφηνείας ἕνεκα καὶ τοῦ εὐπαρακολουθήτου. περὶ μὲν οὖν τὸ ἀληθὲς (20) ὁ μὲν μέσος ἀληθής τις καὶ ἡ μεσότης ἀλήθεια λεγέσθω, ἡ δὲ προσποίησις ἡ μὲν ἐπὶ τὸ μεῖζον ἀλαζονεία καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν ἀλαζών, ἡ δ᾽ ἐπὶ τὸ ἔλαττον εἰρωνεία καὶ εἴρων <ὁ ἔχων>. περὶ δὲ τὸ ἡδὺ τὸ μὲν ἐν παιδιᾷ ὁ μὲν μέσος εὐτράπελος καὶ ἡ διάθεσις εὐτραπελία, ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ βωμολοχία (25) καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν βωμολόχος, ὁ δ᾽ ἐλλείπων ἄγροικός τις καὶ ἡ ἕξις ἀγροικία· περὶ δὲ τὸ λοιπὸν ἡδὺ τὸ ἐν τῷ βίῳ ὁ μὲν ὡς δεῖ ἡδὺς ὢν φίλος καὶ ἡ μεσότης φιλία, ὁ δ᾽ ὑπερβάλλων, εἰ μὲν οὐδενὸς ἕνεκα, ἄρεσκος, εἰ δ᾽ ὠφελείας τῆς αὑτοῦ, κόλαξ, ὁ δ᾽ ἐλλείπων (30) καὶ ἐν πᾶσιν ἀηδὴς δύσερίς τις καὶ δύσκολος. Εἰσὶ δὲ καὶ ἐν τοῖς παθήμασι καὶ περὶ τὰ πάθη μεσότητες· ἡ γὰρ αἰδὼς ἀρετὴ μὲν οὐκ ἔστιν, ἐπαινεῖται δὲ καὶ ὁ αἰδήμων. καὶ γὰρ ἐν τούτοις ὃ μὲν λέγεται μέσος, ὃ δ᾽ ὑπερβάλλων, ὡς ὁ καταπλὴξ ὁ πάντα αἰδούμενος· ὁ δ᾽ ἐλλείπων (35) ἢ μηδὲν ὅλως ἀναίσχυντος, ὁ δὲ μέσος αἰδήμων. [1108b] (1) νέμεσις δὲ μεσότης φθόνου καὶ ἐπιχαιρεκακίας, εἰσὶ δὲ περὶ λύπην καὶ ἡδονὴν τὰς ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσι τοῖς πέλας γινομένας· ὁ μὲν γὰρ νεμεσητικὸς λυπεῖται ἐπὶ τοῖς ἀναξίως εὖ πράττουσιν, ὁ δὲ φθονερὸς ὑπερβάλλων τοῦτον ἐπὶ (5) πᾶσι λυπεῖται, ὁ δ᾽ ἐπιχαιρέκακος τοσοῦτον ἐλλείπει τοῦ λυπεῖσθαι ὥστε καὶ χαίρειν. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων καὶ ἄλλοθι καιρὸς ἔσται· περὶ δὲ δικαιοσύνης, ἐπεὶ οὐχ ἁπλῶς λέγεται, μετὰ ταῦτα διελόμενοι περὶ ἑκατέρας ἐροῦμεν πῶς μεσότητές εἰσιν· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν λογικῶν (10) ἀρετῶν. Τριῶν δὴ διαθέσεων οὐσῶν, δύο μὲν κακιῶν, τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν, μιᾶς δ᾽ ἀρετῆς τῆς μεσότητος, πᾶσαι πάσαις ἀντίκεινταί πως· αἱ μὲν γὰρ ἄκραι καὶ τῇ μέσῃ καὶ
ἀλλήλαις ἐναντίαι εἰσίν, ἡ δὲ (15) μέση ταῖς ἄκραις· ὥσπερ γὰρ τὸ ἴσον πρὸς μὲν τὸ ἔλαττον μεῖζον πρὸς δὲ τὸ μεῖζον ἔλαττον, οὕτως αἱ μέσαι ἕξεις πρὸς μὲν τὰς ἐλλείψεις ὑπερβάλλουσι πρὸς δὲ τὰς ὑπερβολὰς ἐλλείπουσιν ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ταῖς πράξεσιν. ὁ γὰρ ἀνδρεῖος πρὸς μὲν τὸν δειλὸν θρασὺς φαίνεται, (20) πρὸς δὲ τὸν θρασὺν δειλός· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ σώφρων πρὸς μὲν τὸν ἀναίσθητον ἀκόλαστος, πρὸς δὲ τὸν ἀκόλαστον ἀναίσθητος, ὁ δ᾽ ἐλευθέριος πρὸς μὲν τὸν ἀνελεύθερον ἄσωτος, πρὸς δὲ τὸν ἄσωτον ἀνελεύθερος. διὸ καὶ ἀπωθοῦνται τὸν μέσον οἱ ἄκροι ἑκάτερος πρὸς ἑκάτερον, καὶ καλοῦσι (25) τὸν ἀνδρεῖον ὁ μὲν δειλὸς θρασὺν ὁ δὲ θρασὺς δειλόν, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀνάλογον. Οὕτω δ᾽ ἀντικειμένων ἀλλήλοις τούτων, πλείστη ἐναντιότης ἐστὶ τοῖς ἄκροις πρὸς ἄλληλα ἢ πρὸς τὸ μέσον· πορρωτέρω γὰρ ταῦτα ἀφέστηκεν ἀλλήλων ἢ τοῦ μέσου, ὥσπερ τὸ μέγα τοῦ μικροῦ καὶ τὸ μικρὸν (30) τοῦ μεγάλου ἢ ἄμφω τοῦ ἴσου. ἔτι πρὸς μὲν τὸ μέσον ἐνίοις ἄκροις ὁμοιότης τις φαίνεται, ὡς τῇ θρασύτητι πρὸς τὴν ἀνδρείαν καὶ τῇ ἀσωτίᾳ πρὸς τὴν ἐλευθεριότητα· τοῖς δὲ ἄκροις πρὸς ἄλληλα πλείστη ἀνομοιότης· τὰ δὲ πλεῖστον ἀπέχοντα ἀπ᾽ ἀλλήλων ἐναντία ὁρίζονται, ὥστε καὶ (35) μᾶλλον ἐναντία τὰ πλεῖον ἀπέχοντα. Πρὸς δὲ τὸ μέσον [1109a] (1) ἀντίκειται μᾶλλον ἐφ᾽ ὧν μὲν ἡ ἔλλειψις ἐφ᾽ ὧν δὲ ἡ ὑπερβολή, οἷον ἀνδρείᾳ μὲν οὐχ ἡ θρασύτης ὑπερβολὴ οὖσα, ἀλλ᾽ ἡ δειλία ἔλλειψις οὖσα, τῇ δὲ σωφροσύνῃ οὐχ ἡ ἀναισθησία ἔνδεια οὖσα, ἀλλ᾽ ἡ ἀκολασία ὑπερβολὴ (5) οὖσα. διὰ δύο δ᾽ αἰτίας τοῦτο συμβαίνει, μίαν μὲν τὴν ἐξ αὐτοῦ τοῦ πράγματος· τῷ γὰρ ἐγγύτερον εἶναι καὶ ὁμοιότερον τὸ ἕτερον ἄκρον τῷ μέσῳ, οὐ τοῦτο ἀλλὰ τοὐναντίον ἀντιτίθεμεν μᾶλλον· οἷον ἐπεὶ ὁμοιότερον εἶναι δοκεῖ τῇ ἀνδρείᾳ ἡ θρασύτης καὶ ἐγγύτερον, ἀνομοιότερον (10) δ᾽ ἡ δειλία, ταύτην μᾶλλον ἀντιτίθεμεν· τὰ γὰρ ἀπέχοντα πλεῖον τοῦ μέσου ἐναντιώτερα δοκεῖ εἶναι. μία μὲν οὖν αἰτία αὕτη, ἐξ αὐτοῦ τοῦ πράγματος· ἑτέρα δὲ ἐξ ἡμῶν αὐτῶν· πρὸς ἃ γὰρ αὐτοὶ μᾶλλον πεφύκαμέν πως, ταῦτα μᾶλλον ἐναντία τῷ μέσῳ φαίνεται. οἷον αὐτοὶ μᾶλλον (15) πεφύκαμεν πρὸς τὰς ἡδονάς, διὸ εὐκαταφορώτεροί ἐσμεν πρὸς ἀκολασίαν ἢ πρὸς κοσμιότητα. ταῦτ᾽ οὖν μᾶλλον ἐναντία λέγομεν, πρὸς ἃ ἡ ἐπίδοσις μᾶλλον γίνεται· καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀκολασία ὑπερβολὴ οὖσα ἐναντιωτέρα ἐστὶ τῇ σωφροσύνῃ. (20) Ὅτι μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ἀρετὴ ἡ ἠθικὴ μεσότης, καὶ πῶς, καὶ ὅτι μεσότης δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν, καὶ ὅτι τοιαύτη ἐστὶ διὰ τὸ στοχαστικὴ τοῦ μέσου εἶναι τοῦ ἐν τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσιν, ἱκανῶς εἴρηται. διὸ καὶ ἔργον ἐστὶ σπουδαῖον εἶναι. ἐν ἑκάστῳ (25) γὰρ τὸ μέσον λαβεῖν ἔργον, οἷον κύκλου τὸ μέσον οὐ παντὸς ἀλλὰ τοῦ εἰδότος· οὕτω δὲ καὶ τὸ μὲν ὀργισθῆναι παντὸς καὶ ῥᾴδιον, καὶ τὸ δοῦναι ἀργύριον καὶ δαπανῆσαι· τὸ δ᾽ ᾧ καὶ ὅσον καὶ ὅτε καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὥς, οὐκέτι παντὸς οὐδὲ ῥᾴδιον· διόπερ τὸ εὖ καὶ σπάνιον καὶ ἐπαινετὸν καὶ (30) καλόν. διὸ δεῖ τὸν στοχαζόμενον τοῦ μέσου πρῶτον μὲν ἀποχωρεῖν τοῦ μᾶλλον ἐναντίου, καθάπερ καὶ ἡ Καλυψὼ παραινεῖ
τούτου μὲν καπνοῦ καὶ κύματος ἐκτὸς ἔεργε νῆα. Hom. Od. 12.219 Τῶν γὰρ ἄκρων τὸ μέν ἐστιν ἁμαρτωλότερον τὸ δ᾽ ἧττον· ἐπεὶ οὖν τοῦ μέσου τυχεῖν ἄκρως χαλεπόν, κατὰ τὸν δεύτερον, (35) φασί, πλοῦν τὰ ἐλάχιστα ληπτέον τῶν κακῶν· τοῦτο δ᾽ ἔσται μάλιστα τοῦτον τὸν τρόπον ὃν λέγομεν. [1109b] (1) σκοπεῖν δὲ δεῖ πρὸς ἃ καὶ αὐτοὶ εὐκατάφοροί ἐσμεν· ἄλλοι γὰρ πρὸς ἄλλα πεφύκαμεν· τοῦτο δ᾽ ἔσται γνώριμον ἐκ τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς λύπης τῆς γινομένης περὶ ἡμᾶς. εἰς τοὐναντίον (5) δ᾽ ἑαυτοὺς ἀφέλκειν δεῖ· πολὺ γὰρ ἀπάγοντες τοῦ ἁμαρτάνειν εἰς τὸ μέσον ἥξομεν, ὅπερ οἱ τὰ διεστραμμένα τῶν ξύλων ὀρθοῦντες ποιοῦσιν. Ἐν παντὶ δὲ μάλιστα φυλακτέον τὸ ἡδὺ καὶ τὴν ἡδονήν· οὐ γὰρ ἀδέκαστοι κρίνομεν αὐτήν. ὅπερ οὖν οἱ δημογέροντες ἔπαθον πρὸς τὴν Ἑλένην, (10) τοῦτο δεῖ παθεῖν καὶ ἡμᾶς πρὸς τὴν ἡδονήν, καὶ ἐν πᾶσι τὴν ἐκείνων ἐπιλέγειν φωνήν· οὕτω γὰρ αὐτὴν ἀποπεμπόμενοι ἧττον ἁμαρτησόμεθα. ταῦτ᾽ οὖν ποιοῦντες, ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν, μάλιστα δυνησόμεθα τοῦ μέσου τυγχάνειν. Χαλεπὸν δ᾽ ἴσως τοῦτο, καὶ μάλιστ᾽ ἐν τοῖς καθ᾽ ἕκαστον· οὐ (15) γὰρ ῥᾴδιον διορίσαι καὶ πῶς καὶ τίσι καὶ ἐπὶ ποίοις καὶ πόσον χρόνον ὀργιστέον· καὶ γὰρ ἡμεῖς ὁτὲ μὲν τοὺς ἐλλείποντας ἐπαινοῦμεν καὶ πράους φαμέν, ὁτὲ δὲ τοὺς χαλεπαίνοντας ἀνδρώδεις ἀποκαλοῦντες. ἀλλ᾽ ὁ μὲν μικρὸν τοῦ εὖ παρεκβαίνων οὐ ψέγεται, οὔτ᾽ ἐπὶ τὸ μᾶλλον οὔτ᾽ ἐπὶ τὸ (20) ἧττον, ὁ δὲ πλέον· οὗτος γὰρ οὐ λανθάνει. ὁ δὲ μέχρι τίνος καὶ ἐπὶ πόσον ψεκτὸς οὐ ῥᾴδιον τῷ λόγῳ ἀφορίσαι· οὐδὲ γὰρ ἄλλο οὐδὲν τῶν αἰσθητῶν· τὰ δὲ τοιαῦτα ἐν τοῖς καθ᾽ ἕκαστα, καὶ ἐν τῇ αἰσθήσει ἡ κρίσις. τὸ μὲν ἄρα τοσοῦτο δηλοῖ ὅτι ἡ μέση ἕξις ἐν πᾶσιν ἐπαινετή, ἀποκλίνειν δὲ (25) δεῖ ὁτὲ μὲν ἐπὶ τὴν ὑπερβολὴν ὁτὲ δ᾽ ἐπὶ τὴν ἔλλειψιν· οὕτω γὰρ ῥᾷστα τοῦ μέσου καὶ τοῦ εὖ τευξόμεθα.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία IIΙ & ΙV (ed. J. Bywater, Aristotle's Ethica Nicomachea. Oxford, 1894)
Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια [ed. J. Bywater, Aristotle's Ethica Nicomachea. Oxford, 1894] Βιβλίον ΙΙΙ
[1109b] (30) τῆς ἀρετῆς δὴ περὶ πάθη τε καὶ πράξεις οὔσης, καὶ ἐπὶ μὲν τοῖς ἑκουσίοις ἐπαίνων καὶ ψόγων γινομένων, ἐπὶ δὲ τοῖς ἀκουσίοις συγγνώμης, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐλέου, τὸ ἑκούσιον καὶ τὸ ἀκούσιον ἀναγκαῖον ἴσως διορίσαι τοῖς περὶ ἀρετῆς ἐπισκοποῦσι, χρήσιμον δὲ καὶ τοῖς νομοθετοῦσι πρός τε τὰς (35) τιμὰς καὶ τὰς κολάσεις. δοκεῖ δὴ ἀκούσια εἶναι τὰ βίᾳ ἢ δι᾽ ἄγνοιαν γινόμενα· [1110a] (1) βίαιον δὲ οὗ ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν, τοιαύτη οὖσα ἐν ᾗ μηδὲν συμβάλλεται ὁ πράττων ἢ ὁ πάσχων, οἷον εἰ πνεῦμα κομίσαι ποι ἢ ἄνθρωποι κύριοι ὄντες. ὅσα δὲ διὰ φόβον μειζόνων κακῶν πράττεται ἢ διὰ (5) καλόν τι, οἷον εἰ τύραννος προστάττοι αἰσχρόν τι πρᾶξαι κύριος ὢν γονέων καὶ τέκνων, καὶ πράξαντος μὲν σῴζοιντο μὴ πράξαντος δ᾽ ἀποθνήσκοιεν, ἀμφισβήτησιν ἔχει πότερον ἀκούσιά ἐστιν ἢ ἑκούσια. τοιοῦτον δέ τι συμβαίνει καὶ περὶ τὰς ἐν τοῖς χειμῶσιν ἐκβολάς· ἁπλῶς μὲν γὰρ οὐδεὶς ἀποβάλλεται (10) ἑκών, ἐπὶ σωτηρίᾳ δ᾽ αὑτοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἅπαντες οἱ νοῦν ἔχοντες. μικταὶ μὲν οὖν εἰσιν αἱ τοιαῦται πράξεις, ἐοίκασι δὲ μᾶλλον ἑκουσίοις· αἱρεταὶ γάρ εἰσι τότε ὅτε πράττονται, τὸ δὲ τέλος τῆς πράξεως κατὰ τὸν καιρόν ἐστιν. καὶ τὸ ἑκούσιον δὴ καὶ τὸ ἀκούσιον, ὅτε πράττει, (15) λεκτέον. πράττει δὲ ἑκών· καὶ γὰρ ἡ ἀρχὴ τοῦ κινεῖν τὰ ὀργανικὰ μέρη ἐν ταῖς τοιαύταις πράξεσιν ἐν αὐτῷ ἐστίν· ὧν δ᾽ ἐν αὐτῷ ἡ ἀρχή, ἐπ᾽ αὐτῷ καὶ τὸ πράττειν καὶ μή. ἑκούσια δὴ τὰ τοιαῦτα, ἁπλῶς δ᾽ ἴσως ἀκούσια· οὐδεὶς γὰρ ἂν ἕλοιτο καθ᾽ αὑτὸ τῶν τοιούτων οὐδέν. (20) ἐπὶ ταῖς πράξεσι δὲ ταῖς τοιαύταις ἐνίοτε καὶ ἐπαινοῦνται, ὅταν αἰσχρόν τι ἢ λυπηρὸν ὑπομένωσιν ἀντὶ μεγάλων καὶ καλῶν· ἂν δ᾽ ἀνάπαλιν, ψέγονται· τὰ γὰρ αἴσχισθ᾽ ὑπομεῖναι ἐπὶ μηδενὶ καλῷ ἢ μετρίῳ φαύλου. ἐπ᾽ ἐνίοις δ᾽ ἔπαινος μὲν οὐ γίνεται, συγγνώμη δ᾽, ὅταν διὰ τοιαῦτα πράξῃ (25) τις ἃ μὴ δεῖ, ἃ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπερτείνει καὶ μηδεὶς ἂν ὑπομείναι. ἔνια δ᾽ ἴσως οὐκ ἔστιν ἀναγκασθῆναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποθανετέον παθόντι τὰ δεινότατα· καὶ γὰρ τὸν Εὐριπίδου Ἀλκμαίωνα γελοῖα φαίνεται τὰ ἀναγκάσαντα μητροκτονῆσαι. ἔστι δὲ χαλεπὸν ἐνίοτε διακρῖναι (30) ποῖον ἀντὶ ποίου αἱρετέον καὶ τί ἀντὶ τίνος ὑπομενετέον, ἔτι δὲ χαλεπώτερον ἐμμεῖναι τοῖς γνωσθεῖσιν· ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολύ ἐστι τὰ μὲν προσδοκώμενα λυπηρά, ἃ δ᾽ ἀναγκάζονται αἰσχρά, ὅθεν ἔπαινοι καὶ ψόγοι γίνονται περὶ τοὺς ἀναγκασθέντας ἢ μή. [1110b] (1) τὰ δὴ ποῖα φατέον βίαια; ἢ ἁπλῶς μέν, ὁπότ᾽ ἂν ἡ αἰτία ἐν τοῖς ἐκτὸς ᾖ καὶ ὁ πράττων μηδὲν συμβάλληται; ἃ δὲ καθ᾽ αὑτὰ μὲν ἀκούσιά ἐστι, νῦν δὲ καὶ ἀντὶ τῶνδε αἱρετά, καὶ ἡ ἀρχὴ ἐν τῷ πράττοντι, (5) καθ᾽ αὑτὰ μὲν ἀκούσιά ἐστι, νῦν δὲ καὶ ἀντὶ τῶνδε ἑκούσια. μᾶλλον δ᾽ ἔοικεν ἑκουσίοις· αἱ γὰρ πράξεις ἐν τοῖς καθ᾽ ἕκαστα, ταῦτα δ᾽ ἑκούσια. ποῖα δ᾽ ἀντὶ ποίων αἱρετέον, οὐ ῥᾴδιον ἀποδοῦναι· πολλαὶ γὰρ διαφοραί εἰσιν ἐν τοῖς καθ᾽ ἕκαστα. εἰ δέ τις τὰ ἡδέα καὶ τὰ καλὰ φαίη βίαια (10) εἶναι (ἀναγκάζειν γὰρ ἔξω ὄντα), πάντα ἂν εἴη αὐτῷ βίαια· τούτων γὰρ χάριν πάντες πάντα πράττουσιν. καὶ οἱ μὲν βίᾳ καὶ ἄκοντες λυπηρῶς, οἱ δὲ διὰ τὸ ἡδὺ καὶ καλὸν μεθ᾽ ἡδονῆς· γελοῖον δὲ τὸ αἰτιᾶσθαι τὰ ἐκτός, ἀλλὰ μὴ αὑτὸν εὐθήρατον ὄντα ὑπὸ τῶν τοιούτων, καὶ τῶν μὲν (15) καλῶν ἑαυτόν, τῶν δ᾽ αἰσχρῶν τὰ ἡδέα. ἔοικε δὴ τὸ βίαιον εἶναι οὗ ἔξωθεν ἡ ἀρχή, μηδὲν συμβαλλομένου τοῦ βιασθέντος. τὸ δὲ δι᾽ ἄγνοιαν οὐχ ἑκούσιον μὲν ἅπαν ἐστίν, ἀκούσιον δὲ τὸ ἐπίλυπον καὶ ἐν μεταμελείᾳ· ὁ γὰρ δι᾽ ἄγνοιαν (20) πράξας ὁτιοῦν, μηδέν τι δυσχεραίνων ἐπὶ τῇ πράξει, ἑκὼν μὲν οὐ πέπραχεν, ὅ γε μὴ ᾔδει, οὐδ᾽ αὖ ἄκων, μὴ λυπούμενός γε. τοῦ δὴ δι᾽ ἄγνοιαν ὁ μὲν ἐν μεταμελείᾳ ἄκων δοκεῖ, ὁ δὲ μὴ μεταμελόμενος, ἐπεὶ ἕτερος, ἔστω οὐχ ἑκών· ἐπεὶ γὰρ διαφέρει, βέλτιον ὄνομα ἔχειν ἴδιον.
ἕτερον δ᾽ (25) ἔοικε καὶ τὸ δι᾽ ἄγνοιαν πράττειν τοῦ ἀγνοοῦντα· ὁ γὰρ μεθύων ἢ ὀργιζόμενος οὐ δοκεῖ δι᾽ ἄγνοιαν πράττειν ἀλλὰ διά τι τῶν εἰρημένων, οὐκ εἰδὼς δὲ ἀλλ᾽ ἀγνοῶν. ἀγνοεῖ μὲν οὖν πᾶς ὁ μοχθηρὸς ἃ δεῖ πράττειν καὶ ὧν ἀφεκτέον, καὶ διὰ τὴν τοιαύτην ἁμαρτίαν ἄδικοι καὶ ὅλως (30) κακοὶ γίνονται· τὸ δ᾽ ἀκούσιον βούλεται λέγεσθαι οὐκ εἴ τις ἀγνοεῖ τὰ συμφέροντα· οὐ γὰρ ἡ ἐν τῇ προαιρέσει ἄγνοια αἰτία τοῦ ἀκουσίου ἀλλὰ τῆς μοχθηρίας, οὐδ᾽ ἡ καθόλου (ψέγονται γὰρ διά γε ταύτην) ἀλλ᾽ ἡ καθ᾽ ἕκαστα, ἐν οἷς καὶ περὶ ἃ ἡ πρᾶξις· [1111a] (1) ἐν τούτοις γὰρ καὶ ἔλεος καὶ συγγνώμη· ὁ γὰρ τούτων τι ἀγνοῶν ἀκουσίως πράττει. ἴσως οὖν οὐ χεῖρον διορίσαι αὐτά, τίνα καὶ πόσα ἐστί, τίς τε δὴ καὶ τί καὶ περὶ τί ἢ ἐν τίνι πράττει, ἐνίοτε δὲ καὶ (5) τίνι, οἷον ὀργάνῳ, καὶ ἕνεκα τίνος, οἷον σωτηρίας, καὶ πῶς, οἷον ἠρέμα ἢ σφόδρα. ἅπαντα μὲν οὖν ταῦτα οὐδεὶς ἂν ἀγνοήσειε μὴ μαινόμενος, δῆλον δ᾽ ὡς οὐδὲ τὸν πράττοντα· πῶς γὰρ ἑαυτόν γε; ὃ δὲ πράττει ἀγνοήσειεν ἄν τις, οἷον “λέγοντές φασιν ἐκπεσεῖν αὐτούς”, ἢ οὐκ εἰδέναι ὅτι ἀπόρρητα (10) ἦν, ὥσπερ Αἰσχύλος τὰ μυστικά, ἢ δεῖξαι βουλόμενος ἀφεῖναι, ὡς ὁ τὸν καταπέλτην. οἰηθείη δ᾽ ἄν τις καὶ τὸν υἱὸν πολέμιον εἶναι ὥσπερ ἡ Μερόπη, καὶ ἐσφαιρῶσθαι τὸ λελογχωμένον δόρυ, ἢ τὸν λίθον κίσηριν εἶναι· καὶ ἐπὶ σωτηρίᾳ πίσας ἀποκτείναι ἄν· καὶ θῖξαι βουλόμενος, (15) ὥσπερ οἱ ἀκροχειριζόμενοι, πατάξειεν ἄν. περὶ πάντα δὴ ταῦτα τῆς ἀγνοίας οὔσης, ἐν οἷς ἡ πρᾶξις, ὁ τούτων τι ἀγνοήσας ἄκων δοκεῖ πεπραχέναι, καὶ μάλιστα ἐν τοῖς κυριωτάτοις· κυριώτατα δ᾽ εἶναι δοκεῖ ἐν οἷς ἡ πρᾶξις καὶ οὗ ἕνεκα. τοῦ δὴ κατὰ τὴν τοιαύτην ἄγνοιαν ἀκουσίου λεγομένου (20) ἔτι δεῖ τὴν πρᾶξιν λυπηρὰν εἶναι καὶ ἐν μεταμελείᾳ. ὄντος δ᾽ ἀκουσίου τοῦ βίᾳ καὶ δι᾽ ἄγνοιαν, τὸ ἑκούσιον δόξειεν ἂν εἶναι οὗ ἡ ἀρχὴ ἐν αὐτῷ εἰδότι τὰ καθ᾽ ἕκαστα ἐν οἷς ἡ πρᾶξις. ἴσως γὰρ οὐ καλῶς λέγεται ἀκούσια (25) εἶναι τὰ διὰ θυμὸν ἢ ἐπιθυμίαν. πρῶτον μὲν γὰρ οὐδὲν ἔτι τῶν ἄλλων ζῴων ἑκουσίως πράξει, οὐδ᾽ οἱ παῖδες· εἶτα πότερον οὐδὲν ἑκουσίως πράττομεν τῶν δι᾽ ἐπιθυμίαν καὶ θυμόν, ἢ τὰ καλὰ μὲν ἑκουσίως τὰ δ᾽ αἰσχρὰ ἀκουσίως; ἢ γελοῖον ἑνός γε αἰτίου ὄντος; ἄτοπον δὲ ἴσως (30) ἀκούσια φάναι ὧν δεῖ ὀρέγεσθαι· δεῖ δὲ καὶ ὀργίζεσθαι ἐπί τισι καὶ ἐπιθυμεῖν τινῶν, οἷον ὑγιείας καὶ μαθήσεως. δοκεῖ δὲ καὶ τὰ μὲν ἀκούσια λυπηρὰ εἶναι, τὰ δὲ κατ᾽ ἐπιθυμίαν ἡδέα. ἔτι δὲ τί διαφέρει τῷ ἀκούσια εἶναι τὰ κατὰ λογισμὸν ἢ θυμὸν ἁμαρτηθέντα; φευκτὰ μὲν γὰρ ἄμφω, [1111b] (1) δοκεῖ δὲ οὐχ ἧττον ἀνθρωπικὰ εἶναι τὰ ἄλογα πάθη, ὥστε καὶ αἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου <αἱ> ἀπὸ θυμοῦ καὶ ἐπιθυμίας. ἄτοπον δὴ τὸ τιθέναι ἀκούσια ταῦτα. διωρισμένων δὲ τοῦ τε ἑκουσίου καὶ τοῦ ἀκουσίου, (5) περὶ προαιρέσεως ἕπεται διελθεῖν· οἰκειότατον γὰρ εἶναι δοκεῖ τῇ ἀρετῇ καὶ μᾶλλον τὰ ἤθη κρίνειν τῶν πράξεων. ἡ προαίρεσις δὴ ἑκούσιον μὲν φαίνεται, οὐ ταὐτὸν δέ, ἀλλ᾽ ἐπὶ πλέον τὸ ἑκούσιον· τοῦ μὲν γὰρ ἑκουσίου καὶ παῖδες καὶ τἆλλα ζῷα κοινωνεῖ, προαιρέσεως δ᾽ οὔ, καὶ τὰ ἐξαίφνης (10) ἑκούσια μὲν λέγομεν, κατὰ προαίρεσιν δ᾽ οὔ. οἱ δὲ λέγοντες αὐτὴν ἐπιθυμίαν ἢ θυμὸν ἢ βούλησιν ἤ τινα δόξαν οὐκ ἐοίκασιν ὀρθῶς λέγειν. οὐ γὰρ κοινὸν ἡ προαίρεσις καὶ τῶν ἀλόγων, ἐπιθυμία δὲ καὶ θυμός. καὶ ὁ ἀκρατὴς ἐπιθυμῶν μὲν πράττει, προαιρούμενος δ᾽ οὔ· ὁ ἐγκρατὴς δ᾽ ἀνάπαλιν (15) προαιρούμενος μέν, ἐπιθυμῶν δ᾽ οὔ. καὶ προαιρέσει μὲν ἐπιθυμία ἐναντιοῦται, ἐπιθυμία δ᾽ ἐπιθυμίᾳ οὔ. καὶ ἡ μὲν ἐπιθυμία ἡδέος καὶ ἐπιλύπου, ἡ προαίρεσις δ᾽ οὔτε λυπηροῦ οὔθ᾽ ἡδέος. θυμὸς δ᾽ ἔτι ἧττον· ἥκιστα γὰρ τὰ διὰ θυμὸν κατὰ προαίρεσιν εἶναι δοκεῖ.
ἀλλὰ μὴν οὐδὲ βούλησίς (20) γε, καίπερ σύνεγγυς φαινόμενον· προαίρεσις μὲν γὰρ οὐκ ἔστι τῶν ἀδυνάτων, καὶ εἴ τις φαίη προαιρεῖσθαι, δοκοίη ἂν ἠλίθιος εἶναι· βούλησις δ᾽ ἐστὶ <καὶ> τῶν ἀδυνάτων, οἷον ἀθανασίας. καὶ ἡ μὲν βούλησίς ἐστι καὶ περὶ τὰ μηδαμῶς δι᾽ αὑτοῦ πραχθέντα ἄν, οἷον ὑποκριτήν τινα νικᾶν ἢ ἀθλητήν· (25) προαιρεῖται δὲ τὰ τοιαῦτα οὐδείς, ἀλλ᾽ ὅσα οἴεται γενέσθαι ἂν δι᾽ αὑτοῦ. ἔτι δ᾽ ἡ μὲν βούλησις τοῦ τέλους ἐστὶ μᾶλλον, ἡ δὲ προαίρεσις τῶν πρὸς τὸ τέλος, οἷον ὑγιαίνειν βουλόμεθα, προαιρούμεθα δὲ δι᾽ ὧν ὑγιανοῦμεν, καὶ εὐδαιμονεῖν βουλόμεθα μὲν καὶ φαμέν, προαιρούμεθα δὲ λέγειν οὐχ ἁρμόζει· ὅλως (30) γὰρ ἔοικεν ἡ προαίρεσις περὶ τὰ ἐφ᾽ ἡμῖν εἶναι. οὐδὲ δὴ δόξα ἂν εἴη· ἡ μὲν γὰρ δόξα δοκεῖ περὶ πάντα εἶναι, καὶ οὐδὲν ἧττον περὶ τὰ ἀίδια καὶ τὰ ἀδύνατα ἢ τὰ ἐφ᾽ ἡμῖν· καὶ τῷ ψευδεῖ καὶ ἀληθεῖ διαιρεῖται, οὐ τῷ κακῷ καὶ ἀγαθῷ, ἡ προαίρεσις δὲ τούτοις μᾶλλον. [1112a] (1) ὅλως μὲν οὖν δόξῃ ταὐτὸν ἴσως οὐδὲ λέγει οὐδείς. ἀλλ᾽ οὐδὲ τινί· τῷ γὰρ προαιρεῖσθαι τἀγαθὰ ἢ τὰ κακὰ ποιοί τινές ἐσμεν, τῷ δὲ δοξάζειν οὔ. καὶ προαιρούμεθα μὲν λαβεῖν ἢ φυγεῖν [ἤ] τι τῶν τοιούτων, δοξάζομεν δὲ τί ἐστιν ἢ τίνι συμφέρει ἢ πῶς· (5) λαβεῖν δ᾽ ἢ φυγεῖν οὐ πάνυ δοξάζομεν. καὶ ἡ μὲν προαίρεσις ἐπαινεῖται τῷ εἶναι οὗ δεῖ μᾶλλον ἢ τῷ ὀρθῶς, ἡ δὲ δόξα τῷ ὡς ἀληθῶς. καὶ προαιρούμεθα μὲν ἃ μάλιστα ἴσμεν ἀγαθὰ ὄντα, δοξάζομεν δὲ ἃ οὐ πάνυ ἴσμεν· δοκοῦσι δὲ οὐχ οἱ αὐτοὶ προαιρεῖσθαί τε ἄριστα καὶ δοξάζειν, ἀλλ᾽ (10) ἔνιοι δοξάζειν μὲν ἄμεινον, διὰ κακίαν δ᾽ αἱρεῖσθαι οὐχ ἃ δεῖ. εἰ δὲ προγίνεται δόξα τῆς προαιρέσεως ἢ παρακολουθεῖ, οὐδὲν διαφέρει· οὐ τοῦτο γὰρ σκοποῦμεν, ἀλλ᾽ εἰ ταὐτόν ἐστι δόξῃ τινί. τί οὖν ἢ ποῖόν τι ἐστίν, ἐπειδὴ τῶν εἰρημένων οὐθέν; ἑκούσιον μὲν δὴ φαίνεται, τὸ δ᾽ ἑκούσιον οὐ πᾶν προαιρετόν. (15) ἀλλ᾽ ἆρά γε τὸ προβεβουλευμένον; ἡ γὰρ προαίρεσις μετὰ λόγου καὶ διανοίας. ὑποσημαίνειν δ᾽ ἔοικε καὶ τοὔνομα ὡς ὂν πρὸ ἑτέρων αἱρετόν. βουλεύονται δὲ πότερον περὶ πάντων, καὶ πᾶν βουλευτόν ἐστιν, ἢ περὶ ἐνίων οὐκ ἔστι βουλή; λεκτέον δ᾽ ἴσως βουλευτὸν (20) οὐχ ὑπὲρ οὗ βουλεύσαιτ᾽ ἄν τις ἠλίθιος ἢ μαινόμενος, ἀλλ᾽ ὑπὲρ ὧν ὁ νοῦν ἔχων. περὶ δὴ τῶν ἀιδίων οὐδεὶς βουλεύεται, οἷον περὶ τοῦ κόσμου ἢ τῆς διαμέτρου καὶ τῆς πλευρᾶς, ὅτι ἀσύμμετροι. ἀλλ᾽ οὐδὲ περὶ τῶν ἐν κινήσει, ἀεὶ δὲ κατὰ ταὐτὰ γινομένων, εἴτ᾽ ἐξ ἀνάγκης εἴτε καὶ (25) φύσει ἢ διά τινα αἰτίαν ἄλλην, οἷον τροπῶν καὶ ἀνατολῶν. οὐδὲ περὶ τῶν ἄλλοτε ἄλλως, οἷον αὐχμῶν καὶ ὄμβρων. οὐδὲ περὶ τῶν ἀπὸ τύχης, οἷον θησαυροῦ εὑρέσεως. ἀλλ᾽ οὐδὲ περὶ τῶν ἀνθρωπίνων ἁπάντων, οἷον πῶς ἂν Σκύθαι ἄριστα πολιτεύοιντο οὐδεὶς Λακεδαιμονίων βουλεύεται. (30) οὐ γὰρ γένοιτ᾽ ἂν τούτων οὐθὲν δι᾽ ἡμῶν. βουλευόμεθα δὲ περὶ τῶν ἐφ᾽ ἡμῖν καὶ πρακτῶν· ταῦτα δὲ καὶ ἔστι λοιπά. αἰτίαι γὰρ δοκοῦσιν εἶναι φύσις καὶ ἀνάγκη καὶ τύχη, ἔτι δὲ νοῦς καὶ πᾶν τὸ δι᾽ ἀνθρώπου. τῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἕκαστοι βουλεύονται περὶ τῶν δι᾽ αὑτῶν πρακτῶν. [1112b] (1) καὶ περὶ μὲν τὰς ἀκριβεῖς καὶ αὐτάρκεις τῶν ἐπιστημῶν οὐκ ἔστι βουλή, οἷον περὶ γραμμάτων (οὐ γὰρ διστάζομεν πῶς γραπτέον)· ἀλλ᾽ ὅσα γίνεται δι᾽ ἡμῶν, μὴ ὡσαύτως δ᾽ ἀεί, περὶ τούτων βουλευόμεθα, οἷον περὶ τῶν κατ᾽ ἰατρικὴν καὶ χρηματιστικήν, (5) καὶ περὶ κυβερνητικὴν μᾶλλον ἢ γυμναστικήν, ὅσῳ ἧττον διηκρίβωται, καὶ ἔτι περὶ τῶν λοιπῶν ὁμοίως, μᾶλλον δὲ καὶ περὶ τὰς τέχνας ἢ τὰς ἐπιστήμας· μᾶλλον γὰρ περὶ ταύτας διστάζομεν. τὸ βουλεύεσθαι δὲ ἐν τοῖς ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἀδήλοις δὲ πῶς ἀποβήσεται, καὶ ἐν οἷς ἀδιόριστον. (10) συμβούλους δὲ παραλαμβάνομεν εἰς τὰ μεγάλα, ἀπιστοῦντες ἡμῖν αὐτοῖς ὡς οὐχ ἱκανοῖς διαγνῶναι.
βουλευόμεθα δ᾽ οὐ περὶ τῶν τελῶν ἀλλὰ περὶ τῶν πρὸς τὰ τέλη. οὔτε γὰρ ἰατρὸς βουλεύεται εἰ ὑγιάσει, οὔτε ῥήτωρ εἰ πείσει, οὔτε πολιτικὸς εἰ εὐνομίαν ποιήσει, οὐδὲ τῶν λοιπῶν οὐδεὶς (15) περὶ τοῦ τέλους· ἀλλὰ θέμενοι τὸ τέλος τὸ πῶς καὶ διὰ τίνων ἔσται σκοποῦσι· καὶ διὰ πλειόνων μὲν φαινομένου γίνεσθαι διὰ τίνος ῥᾷστα καὶ κάλλιστα ἐπισκοποῦσι, δι᾽ ἑνὸς δ᾽ ἐπιτελουμένου πῶς διὰ τούτου ἔσται κἀκεῖνο διὰ τίνος, ἕως ἂν ἔλθωσιν ἐπὶ τὸ πρῶτον αἴτιον, ὃ ἐν τῇ εὑρέσει ἔσχατόν (20) ἐστιν. ὁ γὰρ βουλευόμενος ἔοικε ζητεῖν καὶ ἀναλύειν τὸν εἰρημένον τρόπον ὥσπερ διάγραμμα (φαίνεται δ᾽ ἡ μὲν ζήτησις οὐ πᾶσα εἶναι βούλευσις, οἷον αἱ μαθηματικαί, ἡ δὲ βούλευσις πᾶσα ζήτησις), καὶ τὸ ἔσχατον ἐν τῇ ἀναλύσει πρῶτον εἶναι ἐν τῇ γενέσει. κἂν μὲν ἀδυνάτῳ ἐντύχωσιν, (25) ἀφίστανται, οἷον εἰ χρημάτων δεῖ, ταῦτα δὲ μὴ οἷόν τε πορισθῆναι· ἐὰν δὲ δυνατὸν φαίνηται, ἐγχειροῦσι πράττειν. δυνατὰ δὲ ἃ δι᾽ ἡμῶν γένοιτ᾽ ἄν· τὰ γὰρ διὰ τῶν φίλων δι᾽ ἡμῶν πως ἐστίν· ἡ γὰρ ἀρχὴ ἐν ἡμῖν. ζητεῖται δ᾽ ὁτὲ μὲν τὰ ὄργανα ὁτὲ δ᾽ ἡ χρεία αὐτῶν· (30) ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς ὁτὲ μὲν δι᾽ οὗ ὁτὲ δὲ πῶς ἢ διὰ τίνος. ἔοικε δή, καθάπερ εἴρηται, ἄνθρωπος εἶναι ἀρχὴ τῶν πράξεων· ἡ δὲ βουλὴ περὶ τῶν αὑτῷ πρακτῶν, αἱ δὲ πράξεις ἄλλων ἕνεκα. οὐ γὰρ ἂν εἴη βουλευτὸν τὸ τέλος ἀλλὰ τὰ πρὸς τὰ τέλη· οὐδὲ δὴ τὰ καθ᾽ ἕκαστα, [1113a] (1) οἷον εἰ ἄρτος τοῦτο ἢ πέπεπται ὡς δεῖ· αἰσθήσεως γὰρ ταῦτα. εἰ δὲ ἀεὶ βουλεύσεται, εἰς ἄπειρον ἥξει. βουλευτὸν δὲ καὶ προαιρετὸν τὸ αὐτό, πλὴν ἀφωρισμένον ἤδη τὸ προαιρετόν· τὸ γὰρ ἐκ τῆς βουλῆς κριθὲν προαιρετόν (5) ἐστιν. παύεται γὰρ ἕκαστος ζητῶν πῶς πράξει, ὅταν εἰς αὑτὸν ἀναγάγῃ τὴν ἀρχήν, καὶ αὑτοῦ εἰς τὸ ἡγούμενον· τοῦτο γὰρ τὸ προαιρούμενον. δῆλον δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν ἀρχαίων πολιτειῶν, ἃς Ὅμηρος ἐμιμεῖτο· οἱ γὰρ βασιλεῖς ἃ προείλοντο ἀνήγγελλον τῷ δήμῳ. ὄντος δὲ τοῦ (10) προαιρετοῦ βουλευτοῦ ὀρεκτοῦ τῶν ἐφ᾽ ἡμῖν, καὶ ἡ προαίρεσις ἂν εἴη βουλευτικὴ ὄρεξις τῶν ἐφ᾽ ἡμῖν· ἐκ τοῦ βουλεύσασθαι γὰρ κρίναντες ὀρεγόμεθα κατὰ τὴν βούλευσιν. ἡ μὲν οὖν προαίρεσις τύπῳ εἰρήσθω, καὶ περὶ ποῖά ἐστι καὶ ὅτι τῶν πρὸς τὰ τέλη. (15) ἡ δὲ βούλησις ὅτι μὲν τοῦ τέλους ἐστὶν εἴρηται, δοκεῖ δὲ τοῖς μὲν τἀγαθοῦ εἶναι, τοῖς δὲ τοῦ φαινομένου ἀγαθοῦ. συμβαίνει δὲ τοῖς μὲν [τὸ] βουλητὸν τἀγαθὸν λέγουσι μὴ εἶναι βουλητὸν ὃ βούλεται ὁ μὴ ὀρθῶς αἱρούμενος (εἰ γὰρ ἔσται βουλητόν, καὶ ἀγαθόν· ἦν δ᾽, εἰ οὕτως ἔτυχε, κακόν), (20) τοῖς δ᾽ αὖ τὸ φαινόμενον ἀγαθὸν βουλητὸν λέγουσι μὴ εἶναι φύσει βουλητόν, ἀλλ᾽ ἑκάστῳ τὸ δοκοῦν· ἄλλο δ᾽ ἄλλῳ φαίνεται, καὶ εἰ οὕτως ἔτυχε, τἀναντία. εἰ δὲ δὴ ταῦτα μὴ ἀρέσκει, ἆρα φατέον ἁπλῶς μὲν καὶ κατ᾽ ἀλήθειαν βουλητὸν εἶναι τἀγαθόν, ἑκάστῳ δὲ τὸ φαινόμενον; (25) τῷ μὲν οὖν σπουδαίῳ τὸ κατ᾽ ἀλήθειαν εἶναι, τῷ δὲ φαύλῳ τὸ τυχόν, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν σωμάτων τοῖς μὲν εὖ διακειμένοις ὑγιεινά ἐστι τὰ κατ᾽ ἀλήθειαν τοιαῦτα ὄντα, τοῖς δ᾽ ἐπινόσοις ἕτερα, ὁμοίως δὲ καὶ πικρὰ καὶ γλυκέα καὶ θερμὰ καὶ βαρέα καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστα· ὁ σπουδαῖος γὰρ (30) ἕκαστα κρίνει ὀρθῶς, καὶ ἐν ἑκάστοις τἀληθὲς αὐτῷ φαίνεται. καθ᾽ ἑκάστην γὰρ ἕξιν ἴδιά ἐστι καλὰ καὶ ἡδέα, καὶ διαφέρει πλεῖστον ἴσως ὁ σπουδαῖος τῷ τἀληθὲς ἐν ἑκάστοις ὁρᾶν, ὥσπερ κανὼν καὶ μέτρον αὐτῶν ὤν. ἐν τοῖς πολλοῖς δὲ ἡ ἀπάτη διὰ τὴν ἡδονὴν ἔοικε γίνεσθαι· οὐ γὰρ οὖσα ἀγαθὸν φαίνεται. [1113b] (1) αἱροῦνται οὖν τὸ ἡδὺ ὡς ἀγαθόν, τὴν δὲ λύπην ὡς κακὸν φεύγουσιν. ὄντος δὴ βουλητοῦ μὲν τοῦ τέλους, βουλευτῶν δὲ καὶ προαιρετῶν τῶν πρὸς τὸ τέλος, αἱ περὶ ταῦτα πράξεις (5) κατὰ προαίρεσιν ἂν εἶεν καὶ ἑκούσιοι. αἱ δὲ τῶν ἀρετῶν ἐνέργειαι περὶ ταῦτα. ἐφ᾽ ἡμῖν δὴ καὶ ἡ ἀρετή, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ κακία. ἐν οἷς γὰρ ἐφ᾽ ἡμῖν τὸ πράττειν, καὶ τὸ μὴ πράττειν, καὶ ἐν οἷς τὸ μή, καὶ τὸ ναί·
ὥστ᾽ εἰ τὸ πράττειν καλὸν ὂν ἐφ᾽ ἡμῖν ἐστί, καὶ τὸ μὴ πράττειν ἐφ᾽ ἡμῖν (10) ἔσται αἰσχρὸν ὄν, καὶ εἰ τὸ μὴ πράττειν καλὸν ὂν ἐφ᾽ ἡμῖν, καὶ τὸ πράττειν αἰσχρὸν ὂν ἐφ᾽ ἡμῖν. εἰ δ᾽ ἐφ᾽ ἡμῖν τὰ καλὰ πράττειν καὶ τὰ αἰσχρά, ὁμοίως δὲ καὶ τὸ μὴ πράττειν, τοῦτο δ᾽ ἦν τὸ ἀγαθοῖς καὶ κακοῖς εἶναι, ἐφ᾽ ἡμῖν ἄρα τὸ ἐπιεικέσι καὶ φαύλοις εἶναι. τὸ δὲ λέγειν ὡς οὐδεὶς ἑκὼν (15) πονηρὸς οὐδ᾽ ἄκων μακάριος ἔοικε τὸ μὲν ψευδεῖ τὸ δ᾽ ἀληθεῖ· μακάριος μὲν γὰρ οὐδεὶς ἄκων, ἡ δὲ μοχθηρία ἑκούσιον. ἢ τοῖς γε νῦν εἰρημένοις ἀμφισβητητέον, καὶ τὸν ἄνθρωπον οὐ φατέον ἀρχὴν εἶναι οὐδὲ γεννητὴν τῶν πράξεων ὥσπερ καὶ τέκνων. εἰ δὲ ταῦτα φαίνεται καὶ μὴ ἔχομεν (20) εἰς ἄλλας ἀρχὰς ἀναγαγεῖν παρὰ τὰς ἐν ἡμῖν, ὧν καὶ αἱ ἀρχαὶ ἐν ἡμῖν, καὶ αὐτὰ ἐφ᾽ ἡμῖν καὶ ἑκούσια. τούτοις δ᾽ ἔοικε μαρτυρεῖσθαι καὶ ἰδίᾳ ὑφ᾽ ἑκάστων καὶ ὑπ᾽ αὐτῶν τῶν νομοθετῶν· κολάζουσι γὰρ καὶ τιμωροῦνται τοὺς δρῶντας μοχθηρά, ὅσοι μὴ βίᾳ ἢ δι᾽ ἄγνοιαν ἧς μὴ αὐτοὶ (25) αἴτιοι, τοὺς δὲ τὰ καλὰ πράττοντας τιμῶσιν, ὡς τοὺς μὲν προτρέψοντες τοὺς δὲ κωλύσοντες. καίτοι ὅσα μήτ᾽ ἐφ᾽ ἡμῖν ἐστὶ μήθ᾽ ἑκούσια, οὐδεὶς προτρέπεται πράττειν, ὡς οὐδὲν πρὸ ἔργου ὂν τὸ πεισθῆναι μὴ θερμαίνεσθαι ἢ ἀλγεῖν ἢ πεινῆν ἢ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν τῶν τοιούτων· οὐθὲν γὰρ ἧττον πεισόμεθα (30) αὐτά. καὶ γὰρ ἐπ᾽ αὐτῷ τῷ ἀγνοεῖν κολάζουσιν, ἐὰν αἴτιος εἶναι δοκῇ τῆς ἀγνοίας, οἷον τοῖς μεθύουσι διπλᾶ τὰ ἐπιτίμια· ἡ γὰρ ἀρχὴ ἐν αὐτῷ· κύριος γὰρ τοῦ μὴ μεθυσθῆναι, τοῦτο δ᾽ αἴτιον τῆς ἀγνοίας. καὶ τοὺς ἀγνοοῦντάς τι τῶν ἐν τοῖς νόμοις, ἃ δεῖ ἐπίστασθαι καὶ μὴ χαλεπά ἐστι, [1114a] (1) κολάζουσιν, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις, ὅσα δι᾽ ἀμέλειαν ἀγνοεῖν δοκοῦσιν, ὡς ἐπ᾽ αὐτοῖς ὂν τὸ μὴ ἀγνοεῖν· τοῦ γὰρ ἐπιμεληθῆναι κύριοι. ἀλλ᾽ ἴσως τοιοῦτός ἐστιν ὥστε μὴ ἐπιμεληθῆναι. ἀλλὰ τοῦ τοιούτους γενέσθαι αὐτοὶ αἴτιοι (5) ζῶντες ἀνειμένως, καὶ τοῦ ἀδίκους ἢ ἀκολάστους εἶναι, οἳ μὲν κακουργοῦντες, οἳ δὲ ἐν πότοις καὶ τοῖς τοιούτοις διάγοντες· αἱ γὰρ περὶ ἕκαστα ἐνέργειαι τοιούτους ποιοῦσιν. τοῦτο δὲ δῆλον ἐκ τῶν μελετώντων πρὸς ἡντινοῦν ἀγωνίαν ἢ πρᾶξιν· διατελοῦσι γὰρ ἐνεργοῦντες. τὸ μὲν οὖν ἀγνοεῖν ὅτι ἐκ τοῦ (10) ἐνεργεῖν περὶ ἕκαστα αἱ ἕξεις γίνονται, κομιδῇ ἀναισθήτου. ἔτι δ᾽ ἄλογον τὸν ἀδικοῦντα μὴ βούλεσθαι ἄδικον εἶναι ἢ τὂν ἀκολασταίνοντα ἀκόλαστον. εἰ δὲ μὴ ἀγνοῶν τις πράττει ἐξ ὧν ἔσται ἄδικος, ἑκὼν ἄδικος ἂν εἴη, οὐ μὴν ἐάν γε βούληται, ἄδικος ὢν παύσεται καὶ ἔσται δίκαιος. οὐδὲ γὰρ (15) ὁ νοσῶν ὑγιής. καὶ εἰ οὕτως ἔτυχεν, ἑκὼν νοσεῖ, ἀκρατῶς βιοτεύων καὶ ἀπειθῶν τοῖς ἰατροῖς. τότε μὲν οὖν ἐξῆν αὐτῷ μὴ νοσεῖν, προεμένῳ δ᾽ οὐκέτι, ὥσπερ οὐδ᾽ ἀφέντι λίθον ἔτ᾽ αὐτὸν δυνατὸν ἀναλαβεῖν· ἀλλ᾽ ὅμως ἐπ᾽ αὐτῷ τὸ βαλεῖν [καὶ ῥῖψαι]· ἡ γὰρ ἀρχὴ ἐν αὐτῷ. οὕτω δὲ καὶ τῷ ἀδίκῳ (20) καὶ τῷ ἀκολάστῳ ἐξ ἀρχῆς μὲν ἐξῆν τοιούτοις μὴ γενέσθαι, διὸ ἑκόντες εἰσίν· γενομένοις δ᾽ οὐκέτι ἔστι μὴ εἶναι. οὐ μόνον δ᾽ αἱ τῆς ψυχῆς κακίαι ἑκούσιοί εἰσιν, ἀλλ᾽ ἐνίοις καὶ αἱ τοῦ σώματος, οἷς καὶ ἐπιτιμῶμεν· τοῖς μὲν γὰρ διὰ φύσιν αἰσχροῖς οὐδεὶς ἐπιτιμᾷ, τοῖς δὲ δι᾽ ἀγυμνασίαν καὶ (25) ἀμέλειαν. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἀσθένειαν καὶ πήρωσιν· οὐθεὶς γὰρ ἂν ὀνειδίσειε τυφλῷ φύσει ἢ ἐκ νόσου ἢ ἐκ πληγῆς, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλεήσαι· τῷ δ᾽ ἐξ οἰνοφλυγίας ἢ ἄλλης ἀκολασίας πᾶς ἂν ἐπιτιμήσαι. τῶν δὴ περὶ τὸ σῶμα κακιῶν αἱ ἐφ᾽ ἡμῖν ἐπιτιμῶνται, αἱ δὲ μὴ ἐφ᾽ ἡμῖν οὔ. εἰ (30) δ᾽ οὕτω, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων αἱ ἐπιτιμώμεναι τῶν κακιῶν ἐφ᾽ ἡμῖν ἂν εἶεν. εἰ δέ τις λέγοι ὅτι πάντες ἐφίενται τοῦ φαινομένου ἀγαθοῦ, τῆς δὲ φαντασίας οὐ κύριοι, [1114b] (1) ἀλλ᾽ ὁποῖός ποθ᾽ ἕκαστός ἐστι, τοιοῦτο καὶ τὸ τέλος φαίνεται αὐτῷ· εἰ μὲν οὖν ἕκαστος ἑαυτῷ τῆς ἕξεώς ἐστί πως αἴτιος, καὶ τῆς φαντασίας ἔσται πως αὐτὸς αἴτιος· εἰ δὲ μή, οὐθεὶς αὑτῷ αἴτιος τοῦ κακοποιεῖν, ἀλλὰ δι᾽
ἄγνοιαν τοῦ τέλους ταῦτα (5) πράττει, διὰ τούτων οἰόμενος αὑτῷ τὸ ἄριστον ἔσεσθαι, ἡ δὲ τοῦ τέλους ἔφεσις οὐκ αὐθαίρετος, ἀλλὰ φῦναι δεῖ ὥσπερ ὄψιν ἔχοντα, ᾗ κρινεῖ καλῶς καὶ τὸ κατ᾽ ἀλήθειαν ἀγαθὸν αἱρήσεται, καὶ ἔστιν εὐφυὴς ᾧ τοῦτο καλῶς πέφυκεν· τὸ γὰρ μέγιστον καὶ κάλλιστον, καὶ ὃ παρ᾽ ἑτέρου μὴ οἷόν (10) τε λαβεῖν μηδὲ μαθεῖν, ἀλλ᾽ οἷον ἔφυ τοιοῦτον ἕξει, καὶ τὸ εὖ καὶ τὸ καλῶς τοῦτο πεφυκέναι ἡ τελεία καὶ ἀληθινὴ ἂν εἴη εὐφυΐα. εἰ δὴ ταῦτ᾽ ἐστὶν ἀληθῆ, τί μᾶλλον ἡ ἀρετὴ τῆς κακίας ἔσται ἑκούσιον; ἀμφοῖν γὰρ ὁμοίως, τῷ ἀγαθῷ καὶ τῷ κακῷ, τὸ τέλος φύσει ἢ ὁπωσδήποτε φαίνεται (15) καὶ κεῖται, τὰ δὲ λοιπὰ πρὸς τοῦτο ἀναφέροντες πράττουσιν ὁπωσδήποτε. εἴτε δὴ τὸ τέλος μὴ φύσει ἑκάστῳ φαίνεται οἱονδήποτε, ἀλλά τι καὶ παρ᾽ αὐτόν ἐστιν, εἴτε τὸ μὲν τέλος φυσικόν, τῷ δὲ τὰ λοιπὰ πράττειν ἑκουσίως τὸν σπουδαῖον ἡ ἀρετὴ ἑκούσιόν ἐστιν, οὐθὲν ἧττον καὶ ἡ κακία (20) ἑκούσιον ἂν εἴη· ὁμοίως γὰρ καὶ τῷ κακῷ ὑπάρχει τὸ δι᾽ αὐτὸν ἐν ταῖς πράξεσι καὶ εἰ μὴ ἐν τῷ τέλει. εἰ οὖν, ὥσπερ λέγεται, ἑκούσιοί εἰσιν αἱ ἀρεταί (καὶ γὰρ τῶν ἕξεων συναίτιοί πως αὐτοί ἐσμεν, καὶ τῷ ποιοί τινες εἶναι τὸ τέλος τοιόνδε τιθέμεθα), καὶ αἱ κακίαι ἑκούσιοι ἂν εἶεν· (25) ὁμοίως γάρ. κοινῇ μὲν οὖν περὶ τῶν ἀρετῶν εἴρηται ἡμῖν τό τε γένος τύπῳ, ὅτι μεσότητές εἰσιν καὶ ὅτι ἕξεις, ὑφ᾽ ὧν τε γίνονται, ὅτι τούτων πρακτικαὶ <καὶ> καθ᾽ αὑτάς, καὶ ὅτι ἐφ᾽ ἡμῖν καὶ ἑκούσιοι, καὶ οὕτως ὡς ἂν ὁ ὀρθὸς λόγος (30) προστάξῃ. οὐχ ὁμοίως δὲ αἱ πράξεις ἑκούσιοί εἰσι καὶ αἱ ἕξεις· τῶν μὲν γὰρ πράξεων ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους κύριοί ἐσμεν, εἰδότες τὰ καθ᾽ ἕκαστα, τῶν ἕξεων δὲ τῆς ἀρχῆς, [1115a] (1) καθ᾽ ἕκαστα δὲ ἡ πρόσθεσις οὐ γνώριμος, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἀρρωστιῶν· ἀλλ᾽ ὅτι ἐφ᾽ ἡμῖν ἦν οὕτως ἢ μὴ οὕτω χρήσασθαι, διὰ τοῦτο ἑκούσιοι. ἀναλαβόντες δὲ περὶ ἑκάστης εἴπωμεν τίνες εἰσὶ καὶ (5) περὶ ποῖα καὶ πῶς· ἅμα δ᾽ ἔσται δῆλον καὶ πόσαι εἰσίν. καὶ πρῶτον περὶ ἀνδρείας. ὅτι μὲν οὖν μεσότης ἐστὶ περὶ φόβους καὶ θάρρη, ἤδη φανερὸν γεγένηται· φοβούμεθα δὲ δῆλον ὅτι τὰ φοβερά, ταῦτα δ᾽ ἐστὶν ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν κακά· διὸ καὶ τὸν φόβον ὁρίζονται προσδοκίαν κακοῦ. (10) φοβούμεθα μὲν οὖν πάντα τὰ κακά, οἷον ἀδοξίαν πενίαν νόσον ἀφιλίαν θάνατον, ἀλλ᾽ οὐ περὶ πάντα δοκεῖ ὁ ἀνδρεῖος εἶναι· ἔνια γὰρ καὶ δεῖ φοβεῖσθαι καὶ καλόν, τὸ δὲ μὴ αἰσχρόν, οἷον ἀδοξίαν· ὁ μὲν γὰρ φοβούμενος ἐπιεικὴς καὶ αἰδήμων, ὁ δὲ μὴ φοβούμενος ἀναίσχυντος. λέγεται (15) δ᾽ ὑπό τινων ἀνδρεῖος κατὰ μεταφοράν· ἔχει γάρ τι ὅμοιον τῷ ἀνδρείῳ· ἄφοβος γάρ τις καὶ ὁ ἀνδρεῖος. πενίαν δ᾽ ἴσως οὐ δεῖ φοβεῖσθαι οὐδὲ νόσον, οὐδ᾽ ὅλως ὅσα μὴ ἀπὸ κακίας μηδὲ δι᾽ αὑτόν. ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁ περὶ ταῦτα ἄφοβος ἀνδρεῖος. λέγομεν δὲ καὶ τοῦτον καθ᾽ ὁμοιότητα· (20) ἔνιοι γὰρ ἐν τοῖς πολεμικοῖς κινδύνοις δειλοὶ ὄντες ἐλευθέριοί εἰσι καὶ πρὸς χρημάτων ἀποβολὴν εὐθαρσῶς ἔχουσιν. οὐδὲ δὴ εἴ τις ὕβριν περὶ παῖδας καὶ γυναῖκα φοβεῖται ἢ φθόνον ἤ τι τῶν τοιούτων, δειλός ἐστιν· οὐδ᾽ εἰ θαρρεῖ μέλλων μαστιγοῦσθαι, ἀνδρεῖος. περὶ ποῖα οὖν τῶν φοβερῶν (25) ὁ ἀνδρεῖος; ἢ περὶ τὰ μέγιστα; οὐθεὶς γὰρ ὑπομενετικώτερος τῶν δεινῶν. φοβερώτατον δ᾽ ὁ θάνατος· πέρας γάρ, καὶ οὐδὲν ἔτι τῷ τεθνεῶτι δοκεῖ οὔτ᾽ ἀγαθὸν οὔτε κακὸν εἶναι. δόξειε δ᾽ ἂν οὐδὲ περὶ θάνατον τὸν ἐν παντὶ ὁ ἀνδρεῖος εἶναι, οἷον ἐν θαλάττῃ ἢ νόσοις. ἐν τίσιν οὖν; ἢ ἐν (30) τοῖς καλλίστοις; τοιοῦτοι δὲ οἱ ἐν πολέμῳ· ἐν μεγίστῳ γὰρ καὶ καλλίστῳ κινδύνῳ. ὁμόλογοι δὲ τούτοις εἰσὶ καὶ αἱ τιμαὶ αἱ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ παρὰ τοῖς μονάρχοις. κυρίως δὴ λέγοιτ᾽ ἂν ἀνδρεῖος ὁ περὶ τὸν καλὸν θάνατον ἀδεής, καὶ ὅσα θάνατον ἐπιφέρει ὑπόγυια ὄντα· τοιαῦτα δὲ μάλιστα (35) τὰ κατὰ πόλεμον. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν θαλάττῃ καὶ ἐν νόσοις ἀδεὴς ὁ ἀνδρεῖος, [1115b]
(1) οὐχ οὕτω δὲ ὡς οἱ θαλάττιοι· οἳ μὲν γὰρ ἀπεγνώκασι τὴν σωτηρίαν καὶ τὸν θάνατον τὸν τοιοῦτον δυσχεραίνουσιν, οἳ δὲ εὐέλπιδές εἰσι παρὰ τὴν ἐμπειρίαν. ἅμα δὲ καὶ ἀνδρίζονται ἐν οἷς ἐστὶν ἀλκὴ (5) ἢ καλὸν τὸ ἀποθανεῖν· ἐν ταῖς τοιαύταις δὲ φθοραῖς οὐδέτερον ὑπάρχει. τὸ δὲ φοβερὸν οὐ πᾶσι μὲν τὸ αὐτό, λέγομεν δέ τι καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον. τοῦτο μὲν οὖν παντὶ φοβερὸν τῷ γε νοῦν ἔχοντι· τὰ δὲ κατ᾽ ἄνθρωπον διαφέρει μεγέθει καὶ τῷ (10) μᾶλλον καὶ ἧττον· ὁμοίως δὲ καὶ τὰ θαρραλέα. ὁ δὲ ἀνδρεῖος ἀνέκπληκτος ὡς ἄνθρωπος. φοβήσεται μὲν οὖν καὶ τὰ τοιαῦτα, ὡς δεῖ δὲ καὶ ὡς ὁ λόγος ὑπομενεῖ τοῦ καλοῦ ἕνεκα· τοῦτο γὰρ τέλος τῆς ἀρετῆς. ἔστι δὲ μᾶλλον καὶ ἧττον ταῦτα φοβεῖσθαι, καὶ ἔτι τὰ μὴ φοβερὰ ὡς τοιαῦτα (15) φοβεῖσθαι. γίνεται δὲ τῶν ἁμαρτιῶν ἣ μὲν ὅτι <ὃ> οὐ δεῖ, ἣ δὲ ὅτι οὐχ ὡς δεῖ, ἣ δὲ ὅτι οὐχ ὅτε, ἤ τι τῶν τοιούτων· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰ θαρραλέα. ὁ μὲν οὖν ἃ δεῖ καὶ οὗ ἕνεκα ὑπομένων καὶ φοβούμενος, καὶ ὡς δεῖ καὶ ὅτε, ὁμοίως δὲ καὶ θαρρῶν, ἀνδρεῖος· κατ᾽ ἀξίαν γάρ, καὶ ὡς ἂν ὁ λόγος, (20) πάσχει καὶ πράττει ὁ ἀνδρεῖος. τέλος δὲ πάσης ἐνεργείας ἐστὶ τὸ κατὰ τὴν ἕξιν. καὶ τῷ ἀνδρείῳ δὲ ἡ ἀνδρεία καλόν. τοιοῦτον δὴ καὶ τὸ τέλος· ὁρίζεται γὰρ ἕκαστον τῷ τέλει. καλοῦ δὴ ἕνεκα ὁ ἀνδρεῖος ὑπομένει καὶ πράττει τὰ κατὰ τὴν ἀνδρείαν. τῶν δ᾽ ὑπερβαλλόντων ὁ μὲν τῇ ἀφοβίᾳ (25) ἀνώνυμος (εἴρηται δ᾽ ἡμῖν ἐν τοῖς πρότερον ὅτι πολλά ἐστιν ἀνώνυμα), εἴη δ᾽ ἄν τις μαινόμενος ἢ ἀνάλγητος, εἰ μηδὲν φοβοῖτο, μήτε σεισμὸν μήτε κύματα, καθάπερ φασὶ τοὺς Κελτούς· ὁ δὲ τῷ θαρρεῖν ὑπερβάλλων περὶ τὰ φοβερὰ θρασύς. δοκεῖ δὲ καὶ ἀλαζὼν εἶναι ὁ θρασὺς καὶ (30) προσποιητικὸς ἀνδρείας· ὡς γοῦν ἐκεῖνος περὶ τὰ φοβερὰ ἔχει, οὗτος βούλεται φαίνεσθαι· ἐν οἷς οὖν δύναται, μιμεῖται. διὸ καὶ εἰσὶν οἱ πολλοὶ αὐτῶν θρασύδειλοι· ἐν τούτοις γὰρ θρασυνόμενοι τὰ φοβερὰ οὐχ ὑπομένουσιν. ὁ δὲ τῷ φοβεῖσθαι ὑπερβάλλων δειλός· καὶ γὰρ ἃ μὴ δεῖ (35) καὶ ὡς οὐ δεῖ, καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα ἀκολουθεῖ αὐτῷ. [1116a] (1) ἐλλείπει δὲ καὶ τῷ θαρρεῖν· ἀλλ᾽ ἐν ταῖς λύπαις ὑπερβάλλων μᾶλλον καταφανής ἐστιν. δύσελπις δή τις ὁ δειλός· πάντα γὰρ φοβεῖται. ὁ δ᾽ ἀνδρεῖος ἐναντίως· τὸ γὰρ θαρρεῖν εὐέλπιδος. περὶ ταὐτὰ μὲν οὖν ἐστὶν ὅ τε δειλὸς (5) καὶ ὁ θρασὺς καὶ ὁ ἀνδρεῖος, διαφόρως δ᾽ ἔχουσι πρὸς αὐτά· οἳ μὲν γὰρ ὑπερβάλλουσι καὶ ἐλλείπουσιν, ὃ δὲ μέσως ἔχει καὶ ὡς δεῖ· καὶ οἱ μὲν θρασεῖς προπετεῖς, καὶ βουλόμενοι πρὸ τῶν κινδύνων ἐν αὐτοῖς δ᾽ ἀφίστανται, οἱ δ᾽ ἀνδρεῖοι ἐν τοῖς ἔργοις ὀξεῖς, πρότερον δ᾽ ἡσύχιοι. (10) καθάπερ οὖν εἴρηται, ἡ ἀνδρεία μεσότης ἐστὶ περὶ θαρραλέα καὶ φοβερά, ἐν οἷς εἴρηται, καὶ ὅτι καλὸν αἱρεῖται καὶ ὑπομένει, ἢ ὅτι αἰσχρὸν τὸ μή. τὸ δ᾽ ἀποθνήσκειν φεύγοντα πενίαν ἢ ἔρωτα ἤ τι λυπηρὸν οὐκ ἀνδρείου, ἀλλὰ μᾶλλον δειλοῦ· μαλακία γὰρ τὸ φεύγειν τὰ ἐπίπονα, καὶ (15) οὐχ ὅτι καλὸν ὑπομένει, ἀλλὰ φεύγων κακόν. ἔστι μὲν οὖν ἡ ἀνδρεία τοιοῦτόν τι, λέγονται δὲ καὶ ἕτεραι κατὰ πέντε τρόπους· πρῶτον μὲν ἡ πολιτική· μάλιστα γὰρ ἔοικεν. δοκοῦσι γὰρ ὑπομένειν τοὺς κινδύνους οἱ πολῖται διὰ τὰ ἐκ τῶν νόμων ἐπιτίμια καὶ τὰ ὀνείδη καὶ διὰ τὰς τιμάς· (20) καὶ διὰ τοῦτο ἀνδρειότατοι δοκοῦσιν εἶναι παρ᾽ οἷς οἱ δειλοὶ ἄτιμοι καὶ οἱ ἀνδρεῖοι ἔντιμοι. τοιούτους δὲ καὶ Ὅμηρος ποιεῖ, οἷον τὸν Διομήδην καὶ τὸν Ἕκτορα· Πουλυδάμας μοι πρῶτος ἐλεγχείην ἀναθήσει· καὶ [Διομήδης] (25) Ἕκτωρ γάρ ποτε φήσει ἐνὶ Τρώεσσ᾽ ἀγορεύων Τυδείδης ὑπ᾽ ἐμεῖο.
ὡμοίωται δ᾽ αὕτη μάλιστα τῇ πρότερον εἰρημένῃ, ὅτι δι᾽ ἀρετὴν γίνεται· δι᾽ αἰδῶ γὰρ καὶ διὰ καλοῦ ὄρεξιν (τιμῆς γάρ) καὶ φυγὴν ὀνείδους, αἰσχροῦ ὄντος. τάξαι δ᾽ ἄν τις (30) καὶ τοὺς ὑπὸ τῶν ἀρχόντων ἀναγκαζομένους εἰς ταὐτό· χείρους δ᾽, ὅσῳ οὐ δι᾽ αἰδῶ ἀλλὰ διὰ φόβον αὐτὸ δρῶσι, καὶ φεύγοντες οὐ τὸ αἰσχρὸν ἀλλὰ τὸ λυπηρόν· ἀναγκάζουσι γὰρ οἱ κύριοι, ὥσπερ ὁ Ἕκτωρ ὃν δέ κ᾽ ἐγὼν ἀπάνευθε μάχης πτώσσοντα νοήσω, οὔ οἱ ἄρκιον ἐσσεῖται φυγέειν κύνας. καὶ οἱ προστάττοντες, κἂν ἀναχωρῶσι τύπτοντες, τὸ αὐτὸ δρῶσι, [1116b] (1) καὶ οἱ πρὸ τῶν τάφρων καὶ τῶν τοιούτων παρατάττοντες· πάντες γὰρ ἀναγκάζουσιν. δεῖ δ᾽ οὐ δι᾽ ἀνάγκην ἀνδρεῖον εἶναι, ἀλλ᾽ ὅτι καλόν. δοκεῖ δὲ καὶ ἡ ἐμπειρία ἡ περὶ ἕκαστα ἀνδρεία εἶναι· ὅθεν καὶ ὁ Σωκράτης ᾠήθη (5) ἐπιστήμην εἶναι τὴν ἀνδρείαν. τοιοῦτοι δὲ ἄλλοι μὲν ἐν ἄλλοις, ἐν τοῖς πολεμικοῖς δ᾽ οἱ στρατιῶται· δοκεῖ γὰρ εἶναι πολλὰ κενὰ τοῦ πολέμου, ἃ μάλιστα συνεωράκασιν οὗτοι· φαίνονται δὴ ἀνδρεῖοι, ὅτι οὐκ ἴσασιν οἱ ἄλλοι οἷά ἐστιν. εἶτα ποιῆσαι καὶ μὴ παθεῖν μάλιστα δύνανται ἐκ τῆς ἐμπειρίας, (10) δυνάμενοι χρῆσθαι τοῖς ὅπλοις καὶ τοιαῦτα ἔχοντες ὁποῖα ἂν εἴη καὶ πρὸς τὸ ποιῆσαι καὶ πρὸς τὸ μὴ παθεῖν κράτιστα· ὥσπερ οὖν ἀνόπλοις ὡπλισμένοι μάχονται καὶ ἀθληταὶ ἰδιώταις· καὶ γὰρ ἐν τοῖς τοιούτοις ἀγῶσιν οὐχ οἱ ἀνδρειότατοι μαχιμώτατοί εἰσιν, ἀλλ᾽ οἱ μάλιστα (15) ἰσχύοντες καὶ τὰ σώματα ἄριστα ἔχοντες. οἱ στρατιῶται δὲ δειλοὶ γίνονται, ὅταν ὑπερτείνῃ ὁ κίνδυνος καὶ λείπωνται τοῖς πλήθεσι καὶ ταῖς παρασκευαῖς· πρῶτοι γὰρ φεύγουσι, τὰ δὲ πολιτικὰ μένοντα ἀποθνήσκει, ὅπερ κἀπὶ τῷ Ἑρμαίῳ συνέβη. τοῖς μὲν γὰρ αἰσχρὸν τὸ φεύγειν (20) καὶ ὁ θάνατος τῆς τοιαύτης σωτηρίας αἱρετώτερος· οἳ δὲ καὶ ἐξ ἀρχῆς ἐκινδύνευον ὡς κρείττους ὄντες, γνόντες δὲ φεύγουσι, τὸν θάνατον μᾶλλον τοῦ αἰσχροῦ φοβούμενοι· ὁ δ᾽ ἀνδρεῖος οὐ τοιοῦτος. καὶ τὸν θυμὸν δ᾽ ἐπὶ τὴν ἀνδρείαν φέρουσιν· ἀνδρεῖοι γὰρ εἶναι δοκοῦσι καὶ οἱ διὰ θυμὸν (25) ὥσπερ τὰ θηρία ἐπὶ τοὺς τρώσαντας φερόμενα, ὅτι καὶ οἱ ἀνδρεῖοι θυμοειδεῖς· ἰτητικώτατον γὰρ ὁ θυμὸς πρὸς τοὺς κινδύνους, ὅθεν καὶ Ὅμηρος “σθένος ἔμβαλε θυμῷ” καὶ “μένος καὶ θυμὸν ἔγειρε” καὶ “δριμὺ δ᾽ ἀνὰ ῥῖνας μένος” καὶ “ἔζεσεν αἷμα”· πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα ἔοικε σημαίνειν (30) τὴν τοῦ θυμοῦ ἔγερσιν καὶ ὁρμήν. οἱ μὲν οὖν ἀνδρεῖοι διὰ τὸ καλὸν πράττουσιν, ὁ δὲ θυμὸς συνεργεῖ αὐτοῖς· τὰ θηρία δὲ διὰ λύπην· διὰ γὰρ τὸ πληγῆναι ἢ διὰ τὸ φοβεῖσθαι, ἐπεὶ ἐάν γε ἐν ὕλῃ [ἢ ἐν ἕλει] ᾖ, οὐ προσέρχονται. οὐ δή ἐστιν ἀνδρεῖα διὰ τὸ ὑπ᾽ ἀλγηδόνος καὶ θυμοῦ ἐξελαυνόμενα (35) πρὸς τὸν κίνδυνον ὁρμᾶν, οὐθὲν τῶν δεινῶν προορῶντα, ἐπεὶ οὕτω γε κἂν οἱ ὄνοι ἀνδρεῖοι εἶεν πεινῶντες· τυπτόμενοι γὰρ οὐκ ἀφίστανται τῆς νομῆς· [1117a] (1) καὶ οἱ μοιχοὶ δὲ διὰ τὴν ἐπιθυμίαν τολμηρὰ πολλὰ δρῶσιν. [οὐ δή ἐστιν ἀνδρεῖα τὰ δι᾽ ἀλγηδόνος ἢ θυμοῦ ἐξελαυνόμενα πρὸς τὸν κίνδυνον.] φυσικωτάτη δ᾽ ἔοικεν ἡ διὰ τὸν θυμὸν εἶναι, καὶ προσλαβοῦσα (5) προαίρεσιν καὶ τὸ οὗ ἕνεκα ἀνδρεία εἶναι. καὶ οἱ ἄνθρωποι δὴ ὀργιζόμενοι μὲν ἀλγοῦσι, τιμωρούμενοι δ᾽ ἥδονται· οἱ δὲ διὰ ταῦτα μαχόμενοι μάχιμοι μέν, οὐκ ἀνδρεῖοι δέ· οὐ γὰρ διὰ τὸ καλὸν οὐδ᾽ ὡς ὁ λόγος, ἀλλὰ διὰ πάθος· παραπλήσιον δ᾽ ἔχουσί τι. οὐδὲ δὴ οἱ εὐέλπιδες (10) ὄντες ἀνδρεῖοι· διὰ γὰρ τὸ πολλάκις καὶ πολλοὺς νενικηκέναι θαρροῦσιν ἐν τοῖς κινδύνοις· παρόμοιοι δέ, ὅτι ἄμφω θαρραλέοι· ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἀνδρεῖοι διὰ τὰ πρότερον εἰρημένα θαρραλέοι, οἳ δὲ διὰ τὸ οἴεσθαι κράτιστοι εἶναι καὶ μηθὲν ἂν παθεῖν. τοιοῦτον δὲ ποιοῦσι καὶ οἱ μεθυσκόμενοι· (15) εὐέλπιδες γὰρ γίνονται. ὅταν δὲ αὐτοῖς μὴ συμβῇ τὰ τοιαῦτα, φεύγουσιν· ἀνδρείου δ᾽ ἦν τὰ φοβερὰ ἀνθρώπῳ ὄντα καὶ φαινόμενα ὑπομένειν, ὅτι καλὸν
καὶ αἰσχρὸν τὸ μή. διὸ καὶ ἀνδρειοτέρου δοκεῖ εἶναι τὸ ἐν τοῖς αἰφνιδίοις φόβοις ἄφοβον καὶ ἀτάραχον εἶναι ἢ ἐν τοῖς προδήλοις· (20) ἀπὸ ἕξεως γὰρ μᾶλλον ἦν, ὅτι ἧττον ἐκ παρασκευῆς· τὰ προφανῆ μὲν γὰρ κἂν ἐκ λογισμοῦ καὶ λόγου τις προέλοιτο, τὰ δ᾽ ἐξαίφνης κατὰ τὴν ἕξιν. ἀνδρεῖοι δὲ φαίνονται καὶ οἱ ἀγνοοῦντες, καὶ εἰσὶν οὐ πόρρω τῶν εὐελπίδων, χείρους δ᾽ ὅσῳ ἀξίωμα οὐδὲν ἔχουσιν, ἐκεῖνοι δέ. διὸ καὶ μένουσί τινα (25) χρόνον· οἱ δ᾽ ἠπατημένοι, ἐὰν γνῶσιν ὅτι ἕτερον ἢ ὑποπτεύσωσι, φεύγουσιν· ὅπερ οἱ Ἀργεῖοι ἔπαθον περιπεσόντες τοῖς Λάκωσιν ὡς Σικυωνίοις. οἵ τε δὴ ἀνδρεῖοι εἴρηνται ποῖοί τινες, καὶ οἱ δοκοῦντες ἀνδρεῖοι. περὶ θάρρη δὲ καὶ φόβους ἡ ἀνδρεία οὖσα οὐχ ὁμοίως (30) περὶ ἄμφω ἐστίν, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ τὰ φοβερά· ὁ γὰρ ἐν τούτοις ἀτάραχος καὶ περὶ ταῦθ᾽ ὡς δεῖ ἔχων ἀνδρεῖος μᾶλλον ἢ ὁ περὶ τὰ θαρραλέα. τῷ δὴ τὰ λυπηρὰ ὑπομένειν, ὡς εἴρηται, ἀνδρεῖοι λέγονται. διὸ καὶ ἐπίλυπον ἡ ἀνδρεία, καὶ δικαίως ἐπαινεῖται· χαλεπώτερον γὰρ τὰ λυπηρὰ (35) ὑπομένειν ἢ τῶν ἡδέων ἀπέχεσθαι. [1117b] (1) οὐ μὴν ἀλλὰ δόξειεν ἂν εἶναι τὸ κατὰ τὴν ἀνδρείαν τέλος ἡδύ, ὑπὸ τῶν κύκλῳ δ᾽ ἀφανίζεσθαι, οἷον κἀν τοῖς γυμνικοῖς ἀγῶσι γίνεται· τοῖς γὰρ πύκταις τὸ μὲν τέλος ἡδύ, οὗ ἕνεκα, ὁ στέφανος καὶ αἱ τιμαί, τὸ δὲ τύπτεσθαι ἀλγεινόν, εἴπερ (5) σάρκινοι, καὶ λυπηρόν, καὶ πᾶς ὁ πόνος· διὰ δὲ τὸ πολλὰ ταῦτ᾽ εἶναι, μικρὸν ὂν τὸ οὗ ἕνεκα οὐδὲν ἡδὺ φαίνεται ἔχειν. εἰ δὴ τοιοῦτόν ἐστι καὶ τὸ περὶ τὴν ἀνδρείαν, ὁ μὲν θάνατος καὶ τὰ τραύματα λυπηρὰ τῷ ἀνδρείῳ καὶ ἄκοντι ἔσται, ὑπομενεῖ δὲ αὐτὰ ὅτι καλὸν ἢ ὅτι αἰσχρὸν τὸ μή. καὶ (10) ὅσῳ ἂν μᾶλλον τὴν ἀρετὴν ἔχῃ πᾶσαν καὶ εὐδαιμονέστερος ᾖ, μᾶλλον ἐπὶ τῷ θανάτῳ λυπήσεται· τῷ τοιούτῳ γὰρ μάλιστα ζῆν ἄξιον, καὶ οὗτος μεγίστων ἀγαθῶν ἀποστερεῖται εἰδώς, λυπηρὸν δὲ τοῦτο. ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον ἀνδρεῖος, ἴσως δὲ καὶ μᾶλλον, ὅτι τὸ ἐν τῷ πολέμῳ καλὸν ἀντ᾽ (15) ἐκείνων αἱρεῖται. οὐ δὴ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἀρεταῖς τὸ ἡδέως ἐνεργεῖν ὑπάρχει, πλὴν ἐφ᾽ ὅσον τοῦ τέλους ἐφάπτεται. στρατιώτας δ᾽ οὐδὲν ἴσως κωλύει μὴ τοὺς τοιούτους κρατίστους εἶναι, ἀλλὰ τοὺς ἧττον μὲν ἀνδρείους, ἄλλο δ᾽ ἀγαθὸν μηδὲν ἔχοντας· ἕτοιμοι γὰρ οὗτοι πρὸς τοὺς κινδύνους, καὶ τὸν (20) βίον πρὸς μικρὰ κέρδη καταλλάττονται. περὶ μὲν οὖν ἀνδρείας ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω· τί δ᾽ ἐστίν, οὐ χαλεπὸν τύπῳ γε περιλαβεῖν ἐκ τῶν εἰρημένων. μετὰ δὲ ταύτην περὶ σωφροσύνης λέγωμεν· δοκοῦσι γὰρ τῶν ἀλόγων μερῶν αὗται εἶναι αἱ ἀρεταί. ὅτι μὲν (25) οὖν μεσότης ἐστὶ περὶ ἡδονὰς ἡ σωφροσύνη, εἴρηται ἡμῖν· ἧττον γὰρ καὶ οὐχ ὁμοίως ἐστὶ περὶ τὰς λύπας· ἐν τοῖς αὐτοῖς δὲ καὶ ἡ ἀκολασία φαίνεται. περὶ ποίας οὖν τῶν ἡδονῶν, νῦν ἀφορίσωμεν. διῃρήσθωσαν δὴ αἱ ψυχικαὶ καὶ αἱ σωματικαί, οἷον φιλοτιμία φιλομάθεια· ἑκάτερος γὰρ (30) τούτων χαίρει, οὗ φιλητικός ἐστιν, οὐδὲν πάσχοντος τοῦ σώματος, ἀλλὰ μᾶλλον τῆς διανοίας· οἱ δὲ περὶ τὰς τοιαύτας ἡδονὰς οὔτε σώφρονες οὔτε ἀκόλαστοι λέγονται. ὁμοίως δ᾽ οὐδ᾽ οἱ περὶ τὰς ἄλλας ὅσαι μὴ σωματικαί εἰσιν· τοὺς γὰρ φιλομύθους καὶ διηγητικοὺς καὶ περὶ τῶν τυχόντων (35) κατατρίβοντας τὰς ἡμέρας ἀδολέσχας, ἀκολάστους δ᾽ οὐ λέγομεν, [1118a] (1) οὐδὲ τοὺς λυπουμένους ἐπὶ χρήμασιν ἢ φίλοις. περὶ δὲ τὰς σωματικὰς εἴη ἂν ἡ σωφροσύνη, οὐ πάσας δὲ οὐδὲ ταύτας· οἱ γὰρ χαίροντες τοῖς διὰ τῆς ὄψεως, οἷον χρώμασι καὶ σχήμασι καὶ γραφῇ, οὔτε σώφρονες οὔτε ἀκόλαστοι (5) λέγονται· καίτοι δόξειεν ἂν εἶναι καὶ ὡς δεῖ χαίρειν καὶ τούτοις, καὶ καθ᾽ ὑπερβολὴν καὶ ἔλλειψιν. ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς περὶ τὴν ἀκοήν· τοὺς γὰρ ὑπερβεβλημένως χαίροντας μέλεσιν ἢ ὑποκρίσει οὐθεὶς ἀκολάστους λέγει, οὐδὲ τοὺς ὡς δεῖ σώφρονας.
οὐδὲ τοὺς περὶ τὴν ὀσμήν, πλὴν κατὰ (10) συμβεβηκός· τοὺς γὰρ χαίροντας μήλων ἢ ῥόδων ἢ θυμιαμάτων ὀσμαῖς οὐ λέγομεν ἀκολάστους, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς μύρων ἢ ὄψων· χαίρουσι γὰρ τούτοις οἱ ἀκόλαστοι, ὅτι διὰ τούτων ἀνάμνησις γίνεται αὐτοῖς τῶν ἐπιθυμημάτων. ἴδοι δ᾽ ἄν τις καὶ τοὺς ἄλλους, ὅταν πεινῶσι, χαίροντας ταῖς (15) τῶν βρωμάτων ὀσμαῖς· τὸ δὲ τοιούτοις χαίρειν ἀκολάστου· τούτῳ γὰρ ἐπιθυμήματα ταῦτα. οὐκ ἔστι δὲ οὐδ᾽ ἐν τοῖς ἄλλοις ζῴοις κατὰ ταύτας τὰς αἰσθήσεις ἡδονὴ πλὴν κατὰ συμβεβηκός. οὐδὲ γὰρ ταῖς ὀσμαῖς τῶν λαγωῶν αἱ κύνες χαίρουσιν ἀλλὰ τῇ βρώσει, τὴν δ᾽ αἴσθησιν ἡ ὀσμὴ ἐποίησεν· (20) οὐδ᾽ ὁ λέων τῇ φωνῇ τοῦ βοὸς ἀλλὰ τῇ ἐδωδῇ· ὅτι δ᾽ ἐγγύς ἐστι, διὰ τῆς φωνῆς ᾔσθετο, καὶ χαίρειν δὴ ταύτῃ φαίνεται· ὁμοίως δ᾽ οὐδ᾽ ἰδὼν “ἢ [εὑρὼν] ἔλαφον ἢ ἄγριον αἶγα,” ἀλλ᾽ ὅτι βορὰν ἕξει. περὶ τὰς τοιαύτας δ᾽ ἡδονὰς ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀκολασία ἐστὶν ὧν καὶ τὰ λοιπὰ (25) ζῷα κοινωνεῖ, ὅθεν ἀνδραποδώδεις καὶ θηριώδεις φαίνονται· αὗται δ᾽ εἰσὶν ἁφὴ καὶ γεῦσις. φαίνονται δὲ καὶ τῇ γεύσει ἐπὶ μικρὸν ἢ οὐθὲν χρῆσθαι· τῆς γὰρ γεύσεώς ἐστιν ἡ κρίσις τῶν χυμῶν, ὅπερ ποιοῦσιν οἱ τοὺς οἴνους δοκιμάζοντες καὶ τὰ ὄψα ἀρτύοντες· οὐ πάνυ δὲ χαίρουσι τούτοις, ἢ οὐχ (30) οἵ γε ἀκόλαστοι, ἀλλὰ τῇ ἀπολαύσει, ἣ γίνεται πᾶσα δι᾽ ἁφῆς καὶ ἐν σιτίοις καὶ ἐν ποτοῖς καὶ τοῖς ἀφροδισίοις λεγομένοις. διὸ καὶ ηὔξατό τις ὀψοφάγος ὢν τὸν φάρυγγα αὑτῷ μακρότερον γεράνου γενέσθαι, ὡς ἡδόμενος τῇ ἁφῇ. [1118b] (1) κοινοτάτη δὴ τῶν αἰσθήσεων καθ᾽ ἣν ἡ ἀκολασία· καὶ δόξειεν ἂν δικαίως ἐπονείδιστος εἶναι, ὅτι οὐχ ᾗ ἄνθρωποί ἐσμεν ὑπάρχει, ἀλλ᾽ ᾗ ζῷα. τὸ δὴ τοιούτοις χαίρειν καὶ μάλιστα ἀγαπᾶν θηριῶδες. καὶ γὰρ αἱ ἐλευθεριώταται (5) τῶν διὰ τῆς ἁφῆς ἡδονῶν ἀφῄρηνται, οἷον αἱ ἐν τοῖς γυμνασίοις διὰ τρίψεως καὶ τῆς θερμασίας γινόμεναι· οὐ γὰρ περὶ πᾶν τὸ σῶμα ἡ τοῦ ἀκολάστου ἁφή, ἀλλὰ περί τινα μέρη. τῶν δ᾽ ἐπιθυμιῶν αἳ μὲν κοιναὶ δοκοῦσιν εἶναι, αἳ δ᾽ ἴδιοι καὶ ἐπίθετοι· οἷον ἡ μὲν τῆς τροφῆς φυσική· (10) πᾶς γὰρ ἐπιθυμεῖ ὁ ἐνδεὴς ξηρᾶς ἢ ὑγρᾶς τροφῆς, ὁτὲ δὲ ἀμφοῖν, καὶ εὐνῆς, φησὶν Ὅμηρος, ὁ νέος καὶ ἀκμάζων· τὸ δὲ τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε, οὐκέτι πᾶς, οὐδὲ τῶν αὐτῶν. διὸ φαίνεται ἡμέτερον εἶναι. οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἔχει γέ τι καὶ φυσικόν· ἕτερα γὰρ ἑτέροις ἐστὶν ἡδέα, καὶ ἔνια πᾶσιν ἡδίω (15) τῶν τυχόντων. ἐν μὲν οὖν ταῖς φυσικαῖς ἐπιθυμίαις ὀλίγοι ἁμαρτάνουσι καὶ ἐφ᾽ ἕν, ἐπὶ τὸ πλεῖον· τὸ γὰρ ἐσθίειν τὰ τυχόντα ἢ πίνειν ἕως ἂν ὑπερπλησθῇ, ὑπερβάλλειν ἐστὶ τὸ κατὰ φύσιν τῷ πλήθει· ἀναπλήρωσις γὰρ τῆς ἐνδείας ἡ φυσικὴ ἐπιθυμία. διὸ λέγονται οὗτοι γαστρίμαργοι, ὡς (20) παρὰ τὸ δέον πληροῦντες αὐτήν. τοιοῦτοι δὲ γίνονται οἱ λίαν ἀνδραποδώδεις. περὶ δὲ τὰς ἰδίας τῶν ἡδονῶν πολλοὶ καὶ πολλαχῶς ἁμαρτάνουσιν. τῶν γὰρ φιλοτοιούτων λεγομένων ἢ τῷ χαίρειν οἷς μὴ δεῖ, ἢ τῷ μᾶλλον ἢ ὡς οἱ πολλοί, ἢ μὴ ὡς δεῖ, κατὰ πάντα δ᾽ οἱ ἀκόλαστοι ὑπερβάλλουσιν· (25) καὶ γὰρ χαίρουσιν ἐνίοις οἷς οὐ δεῖ (μισητὰ γάρ), καὶ εἴ τισι δεῖ χαίρειν τῶν τοιούτων, μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ ἢ ὡς οἱ πολλοὶ χαίρουσιν. ἡ μὲν οὖν περὶ τὰς ἡδονὰς ὑπερβολὴ ὅτι ἀκολασία καὶ ψεκτόν, δῆλον· περὶ δὲ τὰς λύπας οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἀνδρείας τῷ ὑπομένειν λέγεται (30) σώφρων οὐδ᾽ ἀκόλαστος τῷ μή, ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἀκόλαστος τῷ λυπεῖσθαι μᾶλλον ἢ δεῖ ὅτι τῶν ἡδέων οὐ τυγχάνει (καὶ τὴν λύπην δὲ ποιεῖ αὐτῷ ἡ ἡδονή), ὁ δὲ σώφρων τῷ μὴ λυπεῖσθαι τῇ ἀπουσίᾳ καὶ τῷ ἀπέχεσθαι τοῦ ἡδέος. [1119a] (1) ὁ μὲν οὖν ἀκόλαστος ἐπιθυμεῖ τῶν ἡδέων πάντων ἢ τῶν μάλιστα, καὶ ἄγεται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας ὥστε ἀντὶ τῶν ἄλλων ταῦθ᾽ αἱρεῖσθαι· διὸ καὶ λυπεῖται καὶ ἀποτυγχάνων καὶ ἐπιθυμῶν· μετὰ λύπης γὰρ ἡ ἐπιθυμία· ἀτόπῳ (5) δ᾽ ἔοικε
τὸ δι᾽ ἡδονὴν λυπεῖσθαι. ἐλλείποντες δὲ τὰ περὶ τὰς ἡδονὰς καὶ ἧττον ἢ δεῖ χαίροντες οὐ πάνυ γίνονται· οὐ γὰρ ἀνθρωπική ἐστιν ἡ τοιαύτη ἀναισθησία· καὶ γὰρ τὰ λοιπὰ ζῷα διακρίνει τὰ βρώματα, καὶ τοῖς μὲν χαίρει τοῖς δ᾽ οὔ· εἰ δέ τῳ μηδέν ἐστιν ἡδὺ μηδὲ διαφέρει ἕτερον ἑτέρου, πόρρω (10) ἂν εἴη τοῦ ἄνθρωπος εἶναι· οὐ τέτευχε δ᾽ ὁ τοιοῦτος ὀνόματος διὰ τὸ μὴ πάνυ γίνεσθαι. ὁ δὲ σώφρων μέσως μὲν περὶ ταῦτ᾽ ἔχει· οὔτε γὰρ ἥδεται οἷς μάλιστα ὁ ἀκόλαστος, ἀλλὰ μᾶλλον δυσχεραίνει, οὐδ᾽ ὅλως οἷς μὴ δεῖ οὐδὲ σφόδρα τοιούτῳ οὐδενί, οὔτ᾽ ἀπόντων λυπεῖται οὐδ᾽ ἐπιθυμεῖ, ἢ μετρίως, οὐδὲ (15) μᾶλλον ἢ δεῖ, οὐδ᾽ ὅτε μὴ δεῖ, οὐδ᾽ ὅλως τῶν τοιούτων οὐδέν· ὅσα δὲ πρὸς ὑγίειάν ἐστιν ἢ πρὸς εὐεξίαν ἡδέα ὄντα, τούτων ὀρέξεται μετρίως καὶ ὡς δεῖ, καὶ τῶν ἄλλων ἡδέων μὴ ἐμποδίων τούτοις ὄντων ἢ παρὰ τὸ καλὸν ἢ ὑπὲρ τὴν οὐσίαν. ὁ γὰρ οὕτως ἔχων μᾶλλον ἀγαπᾷ τὰς τοιαύτας ἡδονὰς τῆς (20) ἀξίας· ὁ δὲ σώφρων οὐ τοιοῦτος, ἀλλ᾽ ὡς ὁ ὀρθὸς λόγος. ἑκουσίῳ δὲ μᾶλλον ἔοικεν ἡ ἀκολασία τῆς δειλίας. ἣ μὲν γὰρ δι᾽ ἡδονήν, ἣ δὲ διὰ λύπην, ὧν τὸ μὲν αἱρετόν, τὸ δὲ φευκτόν· καὶ ἡ μὲν λύπη ἐξίστησι καὶ φθείρει τὴν τοῦ ἔχοντος φύσιν, ἡ δὲ ἡδονὴ οὐδὲν τοιοῦτο ποιεῖ. μᾶλλον (25) δὴ ἑκούσιον. διὸ καὶ ἐπονειδιστότερον· καὶ γὰρ ἐθισθῆναι ῥᾷον πρὸς αὐτά· πολλὰ γὰρ ἐν τῷ βίῳ τὰ τοιαῦτα, καὶ οἱ ἐθισμοὶ ἀκίνδυνοι, ἐπὶ δὲ τῶν φοβερῶν ἀνάπαλιν. δόξειε δ᾽ ἂν οὐχ ὁμοίως ἑκούσιον ἡ δειλία εἶναι τοῖς καθ᾽ ἕκαστον· αὐτὴ μὲν γὰρ ἄλυπος, ταῦτα δὲ διὰ λύπην ἐξίστησιν, ὥστε (30) καὶ τὰ ὅπλα ῥιπτεῖν καὶ τἆλλα ἀσχημονεῖν· διὸ καὶ δοκεῖ βίαια εἶναι. τῷ δ᾽ ἀκολάστῳ ἀνάπαλιν τὰ μὲν καθ᾽ ἕκαστα ἑκούσια (ἐπιθυμοῦντι γὰρ καὶ ὀρεγομένῳ), τὸ δ᾽ ὅλον ἧττον· οὐθεὶς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἀκόλαστος εἶναι. τὸ δ᾽ ὄνομα τῆς ἀκολασίας καὶ ἐπὶ τὰς παιδικὰς ἁμαρτίας φέρομεν· [1119b] (1) ἔχουσι γάρ τινα ὁμοιότητα. πότερον δ᾽ ἀπὸ ποτέρου καλεῖται, οὐθὲν πρὸς τὰ νῦν διαφέρει, δῆλον δ᾽ ὅτι τὸ ὕστερον ἀπὸ τοῦ προτέρου. οὐ κακῶς δ᾽ ἔοικε μετενηνέχθαι· κεκολάσθαι γὰρ δεῖ τὸ τῶν αἰσχρῶν ὀρεγόμενον καὶ πολλὴν αὔξησιν ἔχον, τοιοῦτον (5) δὲ μάλιστα ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ παῖς· κατ᾽ ἐπιθυμίαν γὰρ ζῶσι καὶ τὰ παιδία, καὶ μάλιστα ἐν τούτοις ἡ τοῦ ἡδέος ὄρεξις. εἰ οὖν μὴ ἔσται εὐπειθὲς καὶ ὑπὸ τὸ ἄρχον, ἐπὶ πολὺ ἥξει· ἄπληστος γὰρ ἡ τοῦ ἡδέος ὄρεξις καὶ πανταχόθεν τῷ ἀνοήτῳ, καὶ ἡ τῆς ἐπιθυμίας ἐνέργεια αὔξει τὸ συγγενές, (10) κἂν μεγάλαι καὶ σφοδραὶ ὦσι, καὶ τὸν λογισμὸν ἐκκρούουσιν. διὸ δεῖ μετρίας εἶναι αὐτὰς καὶ ὀλίγας, καὶ τῷ λόγῳ μηθὲν ἐναντιοῦσθαι--τὸ δὲ τοιοῦτον εὐπειθὲς λέγομεν καὶ κεκολασμένον--ὥσπερ δὲ τὸν παῖδα δεῖ κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ παιδαγωγοῦ ζῆν, οὕτω καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸν κατὰ τὸν (15) λόγον. διὸ δεῖ τοῦ σώφρονος τὸ ἐπιθυμητικὸν συμφωνεῖν τῷ λόγῳ· σκοπὸς γὰρ ἀμφοῖν τὸ καλόν, καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ σώφρων ὧν δεῖ καὶ ὡς δεῖ καὶ ὅτε· οὕτω δὲ τάττει καὶ ὁ λόγος. ταῦτ᾽ οὖν ἡμῖν εἰρήσθω περὶ σωφροσύνης.
Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια [ed. J. Bywater, Aristotle's Ethica Nicomachea. Oxford, 1894]
Βιβλίον ΙV [1119b] λέγωμεν δ᾽ ἑξῆς περὶ ἐλευθεριότητος. δοκεῖ δὴ εἶναι ἡ περὶ χρήματα μεσότης· ἐπαινεῖται γὰρ ὁ ἐλευθέριος οὐκ ἐν τοῖς πολεμικοῖς, οὐδ᾽ ἐν οἷς ὁ σώφρων, οὐδ᾽ αὖ ἐν ταῖς κρίσεσιν, (25) ἀλλὰ περὶ δόσιν χρημάτων καὶ λῆψιν, μᾶλλον δ᾽ ἐν τῇ δόσει. χρήματα δὲ λέγομεν πάντα ὅσων ἡ ἀξία νομίσματι μετρεῖται. ἔστι δὲ καὶ ἡ ἀσωτία καὶ ἡ ἀνελευθερία περὶ χρήματα ὑπερβολαὶ καὶ ἐλλείψεις· καὶ τὴν μὲν ἀνελευθερίαν προσάπτομεν ἀεὶ τοῖς μᾶλλον ἢ δεῖ περὶ χρήματα (30) σπουδάζουσι, τὴν δ᾽ ἀσωτίαν ἐπιφέρομεν ἐνίοτε συμπλέκοντες· τοὺς γὰρ ἀκρατεῖς καὶ εἰς ἀκολασίαν δαπανηροὺς ἀσώτους καλοῦμεν. διὸ καὶ φαυλότατοι δοκοῦσιν εἶναι· πολλὰς γὰρ ἅμα κακίας ἔχουσιν. οὐ δὴ οἰκείως προσαγορεύονται· βούλεται γὰρ ἄσωτος εἶναι ὁ ἓν κακὸν ἔχων, [1120a] (1) τὸ φθείρειν τὴν οὐσίαν· ἄσωτος γὰρ ὁ δι᾽ αὑτὸν ἀπολλύμενος, δοκεῖ δ᾽ ἀπώλειά τις αὑτοῦ εἶναι καὶ ἡ τῆς οὐσίας φθορά, ὡς τοῦ ζῆν διὰ τούτων ὄντος. οὕτω δὴ τὴν ἀσωτίαν ἐκδεχόμεθα. ὧν δ᾽ ἐστὶ χρεία, ἔστι τούτοις χρῆσθαι καὶ εὖ καὶ κακῶς· (5) ὁ πλοῦτος δ᾽ ἐστὶ τῶν χρησίμων· ἑκάστῳ δ᾽ ἄριστα χρῆται ὁ ἔχων τὴν περὶ τοῦτο ἀρετήν· καὶ πλούτῳ δὴ χρήσεται ἄριστα ὁ ἔχων τὴν περὶ τὰ χρήματα ἀρετήν· οὗτος δ᾽ ἐστὶν ὁ ἐλευθέριος. χρῆσις δ᾽ εἶναι δοκεῖ χρημάτων δαπάνη καὶ δόσις· ἡ δὲ λῆψις καὶ ἡ φυλακὴ κτῆσις μᾶλλον. διὸ μᾶλλόν (10) ἐστι τοῦ ἐλευθερίου τὸ διδόναι οἷς δεῖ ἢ λαμβάνειν ὅθεν δεῖ καὶ μὴ λαμβάνειν ὅθεν οὐ δεῖ. τῆς γὰρ ἀρετῆς μᾶλλον τὸ εὖ ποιεῖν ἢ τὸ εὖ πάσχειν, καὶ τὰ καλὰ πράττειν μᾶλλον ἢ τὰ αἰσχρὰ μὴ πράττειν· οὐκ ἄδηλον δ᾽ ὅτι τῇ μὲν δόσει ἕπεται τὸ εὖ ποιεῖν καὶ τὸ καλὰ πράττειν, τῇ δὲ λήψει (15) τὸ εὖ πάσχειν ἢ μὴ αἰσχροπραγεῖν. καὶ ἡ χάρις τῷ διδόντι, οὐ τῷ μὴ λαμβάνοντι, καὶ ὁ ἔπαινος δὲ μᾶλλον. καὶ ῥᾷον δὲ τὸ μὴ λαβεῖν τοῦ δοῦναι· τὸ γὰρ οἰκεῖον ἧττον προΐενται μᾶλλον ἢ οὐ λαμβάνουσι τὸ ἀλλότριον. καὶ ἐλευθέριοι δὲ λέγονται οἱ διδόντες· οἱ δὲ μὴ λαμβάνοντες οὐκ (20) εἰς ἐλευθεριότητα ἐπαινοῦνται, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον εἰς δικαιοσύνην· οἱ δὲ λαμβάνοντες οὐδ᾽ ἐπαινοῦνται πάνυ. φιλοῦνται δὲ σχεδὸν μάλιστα οἱ ἐλευθέριοι τῶν ἀπ᾽ ἀρετῆς· ὠφέλιμοι γὰρ, τοῦτο δ᾽ ἐν τῇ δόσει. αἱ δὲ κατ᾽ ἀρετὴν πράξεις καλαὶ καὶ τοῦ καλοῦ ἕνεκα. καὶ ὁ ἐλευθέριος οὖν δώσει τοῦ καλοῦ ἕνεκα (25) καὶ ὀρθῶς· οἷς γὰρ δεῖ καὶ ὅσα καὶ ὅτε, καὶ τἆλλα ὅσα ἕπεται τῇ ὀρθῇ δόσει· καὶ ταῦτα ἡδέως ἢ ἀλύπως· τὸ γὰρ κατ᾽ ἀρετὴν ἡδὺ ἢ ἄλυπον, ἥκιστα δὲ λυπηρόν. ὁ δὲ διδοὺς οἷς μὴ δεῖ, ἢ μὴ τοῦ καλοῦ ἕνεκα ἀλλὰ διά τιν᾽ ἄλλην αἰτίαν, οὐκ ἐλευθέριος ἀλλ᾽ ἄλλος τις ῥηθήσεται. οὐδ᾽ ὁ λυπηρῶς· (30) μᾶλλον γὰρ ἕλοιτ᾽ ἂν τὰ χρήματα τῆς καλῆς πράξεως, τοῦτο δ᾽ οὐκ ἐλευθερίου. οὐδὲ λήψεται δὲ ὅθεν μὴ δεῖ· οὐ γάρ ἐστι τοῦ μὴ τιμῶντος τὰ χρήματα ἡ τοιαύτη λῆψις. οὐκ ἂν εἴη δὲ οὐδ᾽ αἰτητικός· οὐ γάρ ἐστι τοῦ εὖ ποιοῦντος εὐχερῶς εὐεργετεῖσθαι. ὅθεν δὲ δεῖ, λήψεται, [1120b] (1) οἷον ἀπὸ τῶν ἰδίων κτημάτων, οὐχ ὡς καλὸν ἀλλ᾽ ὡς ἀναγκαῖον, ὅπως ἔχῃ διδόναι. οὐδ᾽ ἀμελήσει τῶν ἰδίων, βουλόμενός γε διὰ τούτων τισὶν ἐπαρκεῖν. οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι δώσει, ἵνα ἔχῃ διδόναι οἷς δεῖ καὶ ὅτε καὶ οὗ καλόν. ἐλευθερίου δ᾽ ἐστὶ (5) σφόδρα καὶ τὸ ὑπερβάλλειν ἐν τῇ δόσει, ὥστε καταλείπειν ἑαυτῷ ἐλάττω· τὸ γὰρ μὴ βλέπειν ἐφ᾽ ἑαυτὸν ἐλευθερίου. κατὰ τὴν οὐσίαν δ᾽ ἡ ἐλευθεριότης λέγεται· οὐ γὰρ ἐν τῷ πλήθει τῶν διδομένων τὸ ἐλευθέριον, ἀλλ᾽ ἐν τῇ τοῦ διδόντος ἕξει, αὕτη δὲ κατὰ τὴν οὐσίαν δίδωσιν. οὐθὲν δὴ κωλύει (10) ἐλευθεριώτερον εἶναι τὸν τὰ ἐλάττω διδόντα, ἐὰν ἀπ᾽ ἐλαττόνων διδῷ. ἐλευθεριώτεροι δὲ εἶναι δοκοῦσιν οἱ μὴ κτησάμενοι ἀλλὰ παραλαβόντες τὴν οὐσίαν· ἄπειροί τε γὰρ τῆς ἐνδείας, καὶ πάντες ἀγαπῶσι μᾶλλον τὰ αὑτῶν ἔργα, ὥσπερ οἱ γονεῖς καὶ οἱ ποιηταί. πλουτεῖν δ᾽ οὐ ῥᾴδιον τὸν (15) ἐλευθέριον, μήτε ληπτικὸν ὄντα μήτε φυλακτικόν,
προετικὸν δὲ καὶ μὴ τιμῶντα δι᾽ αὐτὰ τὰ χρήματα ἀλλ᾽ ἕνεκα τῆς δόσεως. διὸ καὶ ἐγκαλεῖται τῇ τύχῃ ὅτι οἱ μάλιστα ἄξιοι ὄντες ἥκιστα πλουτοῦσιν. συμβαίνει δ᾽ οὐκ ἀλόγως τοῦτο· οὐ γὰρ οἷόν τε χρήματ᾽ ἔχειν μὴ ἐπιμελόμενον ὅπως ἔχῃ, ὥσπερ (20) οὐδ᾽ ἐπὶ τῶν ἄλλων. οὐ μὴν δώσει γε οἷς οὐ δεῖ οὐδ᾽ ὅτε μὴ δεῖ, οὐδ᾽ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα· οὐ γὰρ ἂν ἔτι πράττοι κατὰ τὴν ἐλευθεριότητα, καὶ εἰς ταῦτα ἀναλώσας οὐκ ἂν ἔχοι εἰς ἃ δεῖ ἀναλίσκειν. ὥσπερ γὰρ εἴρηται, ἐλευθέριός ἐστιν ὁ κατὰ τὴν οὐσίαν δαπανῶν καὶ εἰς ἃ δεῖ· ὁ δ᾽ ὑπερβάλλων (25) ἄσωτος. διὸ τοὺς τυράννους οὐ λέγομεν ἀσώτους· τὸ γὰρ πλῆθος τῆς κτήσεως οὐ δοκεῖ ῥᾴδιον εἶναι ταῖς δόσεσι καὶ ταῖς δαπάναις ὑπερβάλλειν. τῆς ἐλευθεριότητος δὴ μεσότητος οὔσης περὶ χρημάτων δόσιν καὶ λῆψιν, ὁ ἐλευθέριος καὶ δώσει καὶ δαπανήσει εἰς ἃ δεῖ καὶ ὅσα δεῖ, ὁμοίως ἐν μικροῖς (30) καὶ μεγάλοις, καὶ ταῦτα ἡδέως· καὶ λήψεται δ᾽ ὅθεν δεῖ καὶ ὅσα δεῖ. τῆς ἀρετῆς γὰρ περὶ ἄμφω οὔσης μεσότητος, ποιήσει ἀμφότερα ὡς δεῖ· ἕπεται γὰρ τῇ ἐπιεικεῖ δόσει ἡ τοιαύτη λῆψις, ἡ δὲ μὴ τοιαύτη ἐναντία ἐστίν. αἱ μὲν οὖν ἑπόμεναι γίνονται ἅμα ἐν τῷ αὐτῷ, αἱ δ᾽ ἐναντίαι δῆλον ὡς οὔ. [1121a] (1) ἐὰν δὲ παρὰ τὸ δέον καὶ τὸ καλῶς ἔχον συμβαίνῃ αὐτῷ ἀναλίσκειν, λυπήσεται, μετρίως δὲ καὶ ὡς δεῖ· τῆς ἀρετῆς γὰρ καὶ ἥδεσθαι καὶ λυπεῖσθαι ἐφ᾽ οἷς δεῖ καὶ ὡς δεῖ. καὶ εὐκοινώνητος δ᾽ ἐστὶν ὁ ἐλευθέριος εἰς χρήματα· (5) δύναται γὰρ ἀδικεῖσθαι, μὴ τιμῶν γε τὰ χρήματα, καὶ μᾶλλον ἀχθόμενος εἴ τι δέον μὴ ἀνάλωσεν ἢ λυπούμενος εἰ μὴ δέον τι ἀνάλωσεν, καὶ τῷ Σιμωνίδῃ οὐκ ἀρεσκόμενος. ὁ δ᾽ ἄσωτος καὶ ἐν τούτοις διαμαρτάνει· οὔτε γὰρ ἥδεται ἐφ᾽ οἷς δεῖ οὐδὲ ὡς δεῖ οὔτε λυπεῖται· ἔσται δὲ προϊοῦσι φανερώτερον. (10) εἴρηται δὴ ἡμῖν ὅτι ὑπερβολαὶ καὶ ἐλλείψεις εἰσὶν ἡ ἀσωτία καὶ ἡ ἀνελευθερία, καὶ ἐν δυσίν, ἐν δόσει καὶ λήψει· καὶ τὴν δαπάνην γὰρ εἰς τὴν δόσιν τίθεμεν. ἡ μὲν οὖν ἀσωτία τῷ διδόναι καὶ μὴ λαμβάνειν ὑπερβάλλει, τῷ δὲ λαμβάνειν ἐλλείπει, ἡ δ᾽ ἀνελευθερία τῷ διδόναι μὲν ἐλλείπει, (15) τῷ λαμβάνειν δ᾽ ὑπερβάλλει, πλὴν ἐν μικροῖς. τὰ μὲν οὖν τῆς ἀσωτίας οὐ πάνυ συνδυάζεται· οὐ γὰρ ῥᾴδιον μηδαμόθεν λαμβάνοντα πᾶσι διδόναι· ταχέως γὰρ ἐπιλείπει ἡ οὐσία τοὺς ἰδιώτας διδόντας, οἵπερ καὶ δοκοῦσιν ἄσωτοι εἶναι· ἐπεὶ ὅ γε τοιοῦτος δόξειεν ἂν οὐ μικρῷ βελτίων εἶναι (20) τοῦ ἀνελευθέρου. εὐίατός τε γάρ ἐστι καὶ ὑπὸ τῆς ἡλικίας καὶ ὑπὸ τῆς ἀπορίας, καὶ ἐπὶ τὸ μέσον δύναται ἐλθεῖν. ἔχει γὰρ τὰ τοῦ ἐλευθερίου· καὶ γὰρ δίδωσι καὶ οὐ λαμβάνει, οὐδέτερον δ᾽ ὡς δεῖ οὐδ᾽ εὖ. εἰ δὴ τοῦτο ἐθισθείη ἤ πως ἄλλως μεταβάλοι, εἴη ἂν ἐλευθέριος· δώσει γὰρ οἷς δεῖ, (25) καὶ οὐ λήψεται ὅθεν οὐ δεῖ. διὸ καὶ δοκεῖ οὐκ εἶναι φαῦλος τὸ ἦθος· οὐ γὰρ μοχθηροῦ οὐδ᾽ ἀγεννοῦς τὸ ὑπερβάλλειν διδόντα καὶ μὴ λαμβάνοντα, ἠλιθίου δέ. ὁ δὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἄσωτος πολὺ δοκεῖ βελτίων τοῦ ἀνελευθέρου εἶναι διά τε τὰ εἰρημένα, καὶ ὅτι ὃ μὲν ὠφελεῖ πολλούς, ὃ δὲ οὐθένα, (30) ἀλλ᾽ οὐδ᾽ αὑτόν. ἀλλ᾽ οἱ πολλοὶ τῶν ἀσώτων, καθάπερ εἴρηται, καὶ λαμβάνουσιν ὅθεν μὴ δεῖ, καὶ εἰσὶ κατὰ τοῦτο ἀνελεύθεροι. ληπτικοὶ δὲ γίνονται διὰ τὸ βούλεσθαι μὲν ἀναλίσκειν, εὐχερῶς δὲ τοῦτο ποιεῖν μὴ δύνασθαι· ταχὺ γὰρ ἐπιλείπει αὐτοὺς τὰ ὑπάρχοντα. ἀναγκάζονται οὖν ἑτέρωθεν πορίζειν. [1121b] (1) ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ μηδὲν τοῦ καλοῦ φροντίζειν ὀλιγώρως καὶ πάντοθεν λαμβάνουσιν· διδόναι γὰρ ἐπιθυμοῦσι, τὸ δὲ πῶς ἢ πόθεν οὐδὲν αὐτοῖς διαφέρει. διόπερ οὐδ᾽ ἐλευθέριοι αἱ δόσεις αὐτῶν εἰσίν· οὐ γὰρ καλαί, οὐδὲ τούτου (5) ἕνεκα, οὐδὲ ὡς δεῖ· ἀλλ᾽ ἐνίοτε οὓς δεῖ πένεσθαι, τούτους πλουσίους ποιοῦσι, καὶ τοῖς μὲν μετρίοις τὰ ἤθη οὐδὲν ἂν δοῖεν, τοῖς δὲ κόλαξιν ἤ τιν᾽ ἄλλην ἡδονὴν πορίζουσι πολλά. διὸ καὶ ἀκόλαστοι αὐτῶν εἰσὶν οἱ πολλοί· εὐχερῶς γὰρ ἀναλίσκοντες καὶ εἰς τὰς ἀκολασίας δαπανηροί εἰσι, καὶ διὰ τὸ μὴ πρὸς (10) τὸ καλὸν ζῆν πρὸς τὰς ἡδονὰς ἀποκλίνουσιν. ὁ μὲν οὖν ἄσωτος ἀπαιδαγώγητος γενόμενος εἰς ταῦτα μεταβαίνει, τυχὼν δ᾽ ἐπιμελείας εἰς τὸ μέσον καὶ εἰς τὸ δέον
ἀφίκοιτ᾽ ἄν. ἡ δ᾽ ἀνελευθερία ἀνίατός τ᾽ ἐστίν (δοκεῖ γὰρ τὸ γῆρας καὶ πᾶσα ἀδυναμία ἀνελευθέρους ποιεῖν), καὶ συμφυέστερον τοῖς ἀνθρώποις (15) τῆς ἀσωτίας· οἱ γὰρ πολλοὶ φιλοχρήματοι μᾶλλον ἢ δοτικοί. καὶ διατείνει δ᾽ ἐπὶ πολύ, καὶ πολυειδές ἐστιν· πολλοὶ γὰρ τρόποι δοκοῦσι τῆς ἀνελευθερίας εἶναι. ἐν δυσὶ γὰρ οὖσα, τῇ τ᾽ ἐλλείψει τῆς δόσεως καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῆς λήψεως, οὐ πᾶσιν ὁλόκληρος παραγίνεται, ἀλλ᾽ ἐνίοτε χωρίζεται, (20) καὶ οἳ μὲν τῇ λήψει ὑπερβάλλουσιν, οἳ δὲ τῇ δόσει ἐλλείπουσιν. οἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς τοιαύταις προσηγορίαις οἷον φειδωλοὶ γλίσχροι κίμβικες, πάντες τῇ δόσει ἐλλείπουσι, τῶν δ᾽ ἀλλοτρίων οὐκ ἐφίενται οὐδὲ βούλονται λαμβάνειν, οἳ μὲν διά τινα ἐπιείκειαν καὶ εὐλάβειαν τῶν αἰσχρῶν (25) (δοκοῦσι γὰρ ἔνιοι ἢ φασί γε διὰ τοῦτο φυλάττειν, ἵνα μή ποτ᾽ ἀναγκασθῶσιν αἰσχρόν τι πρᾶξαι· τούτων δὲ καὶ ὁ κυμινοπρίστης καὶ πᾶς ὁ τοιοῦτος· ὠνόμασται δ᾽ ἀπὸ τῆς ὑπερβολῆς τοῦ μηδὲν ἂν δοῦναι)· οἳ δ᾽ αὖ διὰ φόβον ἀπέχονται τῶν ἀλλοτρίων ὡς οὐ ῥᾴδιον αὐτὸν μὲν τὰ ἑτέρων (30) λαμβάνειν, τὰ δ᾽ αὐτοῦ ἑτέρους μή· ἀρέσκει οὖν αὐτοῖς τὸ μήτε λαμβάνειν μήτε διδόναι. οἳ δ᾽ αὖ κατὰ τὴν λῆψιν ὑπερβάλλουσι τῷ πάντοθεν λαμβάνειν καὶ πᾶν, οἷον οἱ τὰς ἀνελευθέρους ἐργασίας ἐργαζόμενοι, πορνοβοσκοὶ καὶ πάντες οἱ τοιοῦτοι, καὶ τοκισταὶ κατὰ μικρὰ καὶ ἐπὶ πολλῷ. [1122a] (1) πάντες γὰρ οὗτοι ὅθεν οὐ δεῖ λαμβάνουσι, καὶ ὁπόσον οὐ δεῖ. κοινὸν δ᾽ ἐπ᾽ αὐτοῖς ἡ αἰσχροκέρδεια φαίνεται· πάντες γὰρ ἕνεκα κέρδους, καὶ τούτου μικροῦ, ὀνείδη ὑπομένουσιν. τοὺς γὰρ τὰ μεγάλα μὴ ὅθεν δὲ δεῖ λαμβάνοντας, μηδὲ ἃ δεῖ, οὐ (5) λέγομεν ἀνελευθέρους, οἷον τοὺς τυράννους πόλεις πορθοῦντας καὶ ἱερὰ συλῶντας, ἀλλὰ πονηροὺς μᾶλλον καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀδίκους. ὁ μέντοι κυβευτὴς καὶ ὁ λωποδύτης καὶ ὁ λῃστὴς τῶν ἀνελευθέρων εἰσίν· αἰσχροκερδεῖς γάρ. κέρδους γὰρ ἕνεκα ἀμφότεροι πραγματεύονται καὶ ὀνείδη ὑπομένουσιν, καὶ (10) οἳ μὲν κινδύνους τοὺς μεγίστους ἕνεκα τοῦ λήμματος, οἳ δ᾽ ἀπὸ τῶν φίλων κερδαίνουσιν, οἷς δεῖ διδόναι. ἀμφότεροι δὴ ὅθεν οὐ δεῖ κερδαίνειν βουλόμενοι αἰσχροκερδεῖς· καὶ πᾶσαι δὴ αἱ τοιαῦται λήψεις ἀνελεύθεροι. εἰκότως δὲ τῇ ἐλευθεριότητι ἀνελευθερία ἐναντίον λέγεται· μεῖζόν τε γάρ ἐστι κακὸν τῆς (15) ἀσωτίας, καὶ μᾶλλον ἐπὶ ταύτην ἁμαρτάνουσιν ἢ κατὰ τὴν λεχθεῖσαν ἀσωτίαν. περὶ μὲν οὖν ἐλευθεριότητος καὶ τῶν ἀντικειμένων κακιῶν τοσαῦτ᾽ εἰρήσθω. δόξαι δ᾽ ἂν ἀκόλουθον εἶναι καὶ περὶ μεγαλοπρεπείας διελθεῖν. δοκεῖ γὰρ καὶ αὐτὴ περὶ χρήματά τις ἀρετὴ εἶναι· (20) οὐχ ὥσπερ δ᾽ ἡ ἐλευθεριότης διατείνει περὶ πάσας τὰς ἐν χρήμασι πράξεις, ἀλλὰ περὶ τὰς δαπανηρὰς μόνον· ἐν τούτοις δ᾽ ὑπερέχει τῆς ἐλευθεριότητος μεγέθει. καθάπερ γὰρ τοὔνομα αὐτὸ ὑποσημαίνει, ἐν μεγέθει πρέπουσα δαπάνη ἐστίν. τὸ δὲ μέγεθος πρός τι· οὐ γὰρ τὸ αὐτὸ δαπάνημα τριηράρχῳ (25) καὶ ἀρχιθεωρῷ. τὸ πρέπον δὴ πρὸς αὐτόν, καὶ ἐν ᾧ καὶ περὶ ὅ. ὁ δ᾽ ἐν μικροῖς ἢ ἐν μετρίοις κατ᾽ ἀξίαν δαπανῶν οὐ λέγεται μεγαλοπρεπής, οἷον τὸ πολλάκι δόσκον ἀλήτῃ, Hom. Od. 17.420 ἀλλ᾽ ὁ ἐν μεγάλοις οὕτως. ὁ μὲν γὰρ μεγαλοπρεπὴς ἐλευθέριος, ὁ δ᾽ ἐλευθέριος οὐδὲν μᾶλλον μεγαλοπρεπής. τῆς (30) τοιαύτης δ᾽ ἕξεως ἡ μὲν ἔλλειψις μικροπρέπεια καλεῖται, ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ βαναυσία καὶ ἀπειροκαλία καὶ ὅσαι τοιαῦται, οὐχ ὑπερβάλλουσαι τῷ μεγέθει περὶ ἃ δεῖ, ἀλλ᾽ ἐν οἷς οὐ δεῖ καὶ ὡς οὐ δεῖ λαμπρυνόμεναι· ὕστερον δ᾽ ὑπὲρ αὐτῶν ἐροῦμεν. ὁ δὲ μεγαλοπρεπὴς ἐπιστήμονι ἔοικεν· τὸ πρέπον γὰρ (35) δύναται θεωρῆσαι καὶ δαπανῆσαι μεγάλα
ἐμμελῶς. [1122b] (1) ὥσπερ γὰρ ἐν ἀρχῇ εἴπομεν, ἡ ἕξις ταῖς ἐνεργείαις ὁρίζεται, καὶ ὧν ἐστίν. αἱ δὴ τοῦ μεγαλοπρεποῦς δαπάναι μεγάλαι καὶ πρέπουσαι. τοιαῦτα δὴ καὶ τὰ ἔργα· οὕτω γὰρ ἔσται μέγα δαπάνημα καὶ πρέπον τῷ ἔργῳ. ὥστε τὸ μὲν ἔργον τῆς δαπάνης (5) ἄξιον δεῖ εἶναι, τὴν δὲ δαπάνην τοῦ ἔργου, ἢ καὶ ὑπερβάλλειν. δαπανήσει δὲ τὰ τοιαῦτα ὁ μεγαλοπρεπὴς τοῦ καλοῦ ἕνεκα· κοινὸν γὰρ τοῦτο ταῖς ἀρεταῖς. καὶ ἔτι ἡδέως καὶ προετικῶς· ἡ γὰρ ἀκριβολογία μικροπρεπές. καὶ πῶς κάλλιστον καὶ πρεπωδέστατον, σκέψαιτ᾽ ἂν μᾶλλον ἢ πόσου καὶ (10) πῶς ἐλαχίστου. ἀναγκαῖον δὴ καὶ ἐλευθέριον τὸν μεγαλοπρεπῆ εἶναι. καὶ γὰρ ὁ ἐλευθέριος δαπανήσει ἃ δεῖ καὶ ὡς δεῖ· ἐν τούτοις δὲ τὸ μέγα τοῦ μεγαλοπρεποῦς, οἷον μέγεθος, περὶ ταῦτα τῆς ἐλευθεριότητος οὔσης, καὶ ἀπὸ τῆς ἴσης δαπάνης τὸ ἔργον ποιήσει μεγαλοπρεπέστερον. οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ (15) ἀρετὴ κτήματος καὶ ἔργου. κτῆμα μὲν γὰρ τὸ πλείστου ἄξιον τιμιώτατον, οἷον χρυσός, ἔργον δὲ τὸ μέγα καὶ καλόν (τοῦ γὰρ τοιούτου ἡ θεωρία θαυμαστή, τὸ δὲ μεγαλοπρεπὲς θαυμαστόν)· καὶ ἔστιν ἔργου ἀρετή, μεγαλοπρέπεια, ἐν μεγέθει. ἔστι δὲ τῶν δαπανημάτων οἷα λέγομεν τὰ τίμια, οἷον τὰ (20) περὶ θεούς, ἀναθήματα καὶ κατασκευαὶ καὶ θυσίαι, ὁμοίως δὲ καὶ περὶ πᾶν τὸ δαιμόνιον, καὶ ὅσα πρὸς τὸ κοινὸν εὐφιλοτίμητά ἐστιν, οἷον εἴ που χορηγεῖν οἴονται δεῖν λαμπρῶς ἢ τριηραρχεῖν ἢ καὶ ἑστιᾶν τὴν πόλιν. ἐν ἅπασι δ᾽ ὥσπερ εἴρηται, καὶ πρὸς τὸν πράττοντα ἀναφέρεται τὸ τίς (25) ὢν καὶ τίνων ὑπαρχόντων· ἄξια γὰρ δεῖ τούτων εἶναι, καὶ μὴ μόνον τῷ ἔργῳ ἀλλὰ καὶ τῷ ποιοῦντι πρέπειν. διὸ πένης μὲν οὐκ ἂν εἴη μεγαλοπρεπής· οὐ γὰρ ἔστιν ἀφ᾽ ὧν πολλὰ δαπανήσει πρεπόντως· ὁ δ᾽ ἐπιχειρῶν ἠλίθιος· παρὰ τὴν ἀξίαν γὰρ καὶ τὸ δέον, κατ᾽ ἀρετὴν δὲ τὸ ὀρθῶς. πρέπει (30) δὲ [καὶ] οἷς τοιαῦτα προϋπάρχει δι᾽ αὐτῶν ἢ τῶν προγόνων ἢ ὧν αὐτοῖς μέτεστιν, καὶ τοῖς εὐγενέσι καὶ τοῖς ἐνδόξοις καὶ ὅσα τοιαῦτα· πάντα γὰρ ταῦτα μέγεθος ἔχει καὶ ἀξίωμα. μάλιστα μὲν οὖν τοιοῦτος ὁ μεγαλοπρεπής, καὶ ἐν τοῖς τοιούτοις δαπανήμασιν ἡ μεγαλοπρέπεια, ὥσπερ (35) εἴρηται· μέγιστα γὰρ καὶ ἐντιμότατα· τῶν δὲ ἰδίων ὅσα εἰσάπαξ γίνεται, [1123a] (1) οἷον γάμος καὶ εἴ τι τοιοῦτον, καὶ εἰ περί τι ἡ πᾶσα πόλις σπουδάζει ἢ οἱ ἐν ἀξιώματι, καὶ περὶ ξένων δὲ ὑποδοχὰς καὶ ἀποστολάς, καὶ δωρεὰς καὶ ἀντιδωρεάς· οὐ γὰρ εἰς ἑαυτὸν δαπανηρὸς ὁ μεγαλοπρεπὴς ἀλλ᾽ (5) εἰς τὰ κοινά, τὰ δὲ δῶρα τοῖς ἀναθήμασιν ἔχει τι ὅμοιον. μεγαλοπρεποῦς δὲ καὶ οἶκον κατασκευάσασθαι πρεπόντως τῷ πλούτῳ (κόσμος γάρ τις καὶ οὗτος), καὶ περὶ ταῦτα μᾶλλον δαπανᾶν ὅσα πολυχρόνια τῶν ἔργων (κάλλιστα γὰρ ταῦτα), καὶ ἐν ἑκάστοις τὸ πρέπον· οὐ γὰρ ταὐτὰ ἁρμόζει (10) θεοῖς καὶ ἀνθρώποις, οὐδ᾽ ἐν ἱερῷ καὶ τάφῳ. καὶ ἐπεὶ τῶν δαπανημάτων ἕκαστον μέγα ἐν τῷ γένει, καὶ μεγαλοπρεπέστατον <ἁπλῶς> μὲν τὸ ἐν μεγάλῳ μέγα, ἐνταῦθα δὲ τὸ ἐν τούτοις μέγα, καὶ διαφέρει τὸ ἐν τῷ ἔργῳ μέγα τοῦ ἐν τῷ δαπανήματι· σφαῖρα μὲν γὰρ ἡ καλλίστη ἢ λήκυθος μεγαλοπρέπειαν (15) ἔχει παιδικοῦ δώρου, ἡ δὲ τούτου τιμὴ μικρὸν καὶ ἀνελεύθερον· διὰ τοῦτό ἐστι τοῦ μεγαλοπρεποῦς, ἐν ᾧ ἂν ποιῇ γένει, μεγαλοπρεπῶς ποιεῖν (τὸ γὰρ τοιοῦτον οὐκ εὐπέρβλητον) καὶ ἔχον κατ᾽ ἀξίαν τοῦ δαπανήματος. τοιοῦτος μὲν οὖν ὁ μεγαλοπρεπής· ὁ δ᾽ ὑπερβάλλων καὶ βάναυσος τῷ (20) παρὰ τὸ δέον ἀναλίσκειν ὑπερβάλλει, ὥσπερ εἴρηται. ἐν γὰρ τοῖς μικροῖς τῶν δαπανημάτων πολλὰ ἀναλίσκει καὶ λαμπρύνεται παρὰ μέλος, οἷον ἐρανιστὰς γαμικῶς ἑστιῶν, καὶ κωμῳδοῖς χορηγῶν ἐν τῇ παρόδῳ πορφύραν εἰσφέρων, ὥσπερ οἱ Μεγαροῖ. καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα ποιήσει οὐ τοῦ (25) καλοῦ ἕνεκα, ἀλλὰ τὸν πλοῦτον ἐπιδεικνύμενος, καὶ διὰ ταῦτα οἰόμενος θαυμάζεσθαι, καὶ οὗ μὲν δεῖ πολλὰ ἀναλῶσαι, ὀλίγα δαπανῶν, οὗ δ᾽ ὀλίγα, πολλά. ὁ δὲ μικροπρεπὴς περὶ πάντα ἐλλείψει, καὶ τὰ μέγιστα ἀναλώσας ἐν μικρῷ τὸ καλὸν ἀπολεῖ, καὶ ὅ τι ἂν ποιῇ μέλλων καὶ (30) σκοπῶν πῶς ἂν ἐλάχιστον ἀναλώσαι, καὶ ταῦτ᾽
ὀδυρόμενος, καὶ πάντ᾽ οἰόμενος μείζω ποιεῖν ἢ δεῖ. εἰσὶ μὲν οὖν αἱ ἕξεις αὗται κακίαι, οὐ μὴν ὀνείδη γ᾽ ἐπιφέρουσι διὰ τὸ μήτε βλαβεραὶ τῷ πέλας εἶναι μήτε λίαν ἀσχήμονες. ἡ δὲ μεγαλοψυχία περὶ μεγάλα μὲν καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος (35) ἔοικεν εἶναι, περὶ ποῖα δ᾽ ἐστὶ πρῶτον λάβωμεν· [1123b] (1) διαφέρει δ᾽ οὐδὲν τὴν ἕξιν ἢ τὸν κατὰ τὴν ἕξιν σκοπεῖν. δοκεῖ δὴ μεγαλόψυχος εἶναι ὁ μεγάλων αὑτὸν ἀξιῶν ἄξιος ὤν· ὁ γὰρ μὴ κατ᾽ ἀξίαν αὐτὸ ποιῶν ἠλίθιος, τῶν δὲ κατ᾽ ἀρετὴν οὐδεὶς ἠλίθιος οὐδ᾽ ἀνόητος. μεγαλόψυχος μὲν οὖν ὁ εἰρημένος. (5) ὁ γὰρ μικρῶν ἄξιος καὶ τούτων ἀξιῶν ἑαυτὸν σώφρων, μεγαλόψυχος δ᾽ οὔ· ἐν μεγέθει γὰρ ἡ μεγαλοψυχία, ὥσπερ καὶ τὸ κάλλος ἐν μεγάλῳ σώματι, οἱ μικροὶ δ᾽ ἀστεῖοι καὶ σύμμετροι, καλοὶ δ᾽ οὔ. ὁ δὲ μεγάλων ἑαυτὸν ἀξιῶν ἀνάξιος ὢν χαῦνος· ὁ δὲ μειζόνων ἢ ἄξιος οὐ πᾶς χαῦνος. ὁ δ᾽ ἐλαττόνων (10) ἢ ἄξιος μικρόψυχος, ἐάν τε μεγάλων ἐάν τε μετρίων, ἐάν τε καὶ μικρῶν ἄξιος ὢν ἔτι ἐλαττόνων αὑτὸν ἀξιοῖ. καὶ μάλιστ᾽ ἂν δόξειεν ὁ μεγάλων ἄξιος· τί γὰρ ἂν ἐποίει, εἰ μὴ τοσούτων ἦν ἄξιος; ἔστι δὴ ὁ μεγαλόψυχος τῷ μὲν μεγέθει ἄκρος, τῷ δὲ ὡς δεῖ μέσος· τοῦ γὰρ κατ᾽ ἀξίαν αὑτὸν (15) ἀξιοῖ· οἳ δ᾽ ὑπερβάλλουσι καὶ ἐλλείπουσιν. εἰ δὴ μεγάλων ἑαυτὸν ἀξιοῖ ἄξιος ὤν, καὶ μάλιστα τῶν μεγίστων, περὶ ἓν μάλιστ᾽ ἂν εἴη. ἡ δ᾽ ἀξία λέγεται πρὸς τὰ ἐκτὸς ἀγαθά· μέγιστον δὲ τοῦτ᾽ ἂν θείημεν ὃ τοῖς θεοῖς ἀπονέμομεν, καὶ οὗ μάλιστ᾽ ἐφίενται οἱ ἐν ἀξιώματι, καὶ τὸ ἐπὶ τοῖς καλλίστοις (20) ἆθλον· τοιοῦτον δ᾽ ἡ τιμή· μέγιστον γὰρ δὴ τοῦτο τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν· περὶ τιμὰς δὴ καὶ ἀτιμίας ὁ μεγαλόψυχός ἐστιν ὡς δεῖ. καὶ ἄνευ δὲ λόγου φαίνονται οἱ μεγαλόψυχοι περὶ τιμὴν εἶναι· τιμῆς γὰρ μάλιστα [οἱ μεγάλοι] ἀξιοῦσιν ἑαυτούς, κατ᾽ ἀξίαν δέ. ὁ δὲ μικρόψυχος ἐλλείπει καὶ πρὸς ἑαυτὸν (25) καὶ πρὸς τὸ τοῦ μεγαλοψύχου ἀξίωμα. ὁ δὲ χαῦνος πρὸς ἑαυτὸν μὲν ὑπερβάλλει, οὐ μὴν τόν γε μεγαλόψυχον. ὁ δὲ μεγαλόψυχος, εἴπερ τῶν μεγίστων ἄξιος, ἄριστος ἂν εἴη· μείζονος γὰρ ἀεὶ ὁ βελτίων ἄξιος, καὶ μεγίστων ὁ ἄριστος. τὸν ὡς ἀληθῶς ἄρα μεγαλόψυχον δεῖ ἀγαθὸν εἶναι. καὶ (30) δόξειεν <ἂν> εἶναι μεγαλοψύχου τὸ ἐν ἑκάστῃ ἀρετῇ μέγα. οὐδαμῶς τ᾽ ἂν ἁρμόζοι μεγαλοψύχῳ φεύγειν παρασείσαντι, οὐδ᾽ ἀδικεῖν· τίνος γὰρ ἕνεκα πράξει αἰσχρὰ ᾧ γ᾽ οὐδὲν μέγα; καθ᾽ ἕκαστα δ᾽ ἐπισκοποῦντι πάμπαν γελοῖος φαίνοιτ᾽ ἂν ὁ μεγαλόψυχος μὴ ἀγαθὸς ὤν. οὐκ εἴη δ᾽ ἂν οὐδὲ τιμῆς ἄξιος (35) φαῦλος ὤν· τῆς ἀρετῆς γὰρ ἆθλον ἡ τιμή, καὶ ἀπονέμεται τοῖς ἀγαθοῖς. [1124a] (1) ἔοικε μὲν οὖν ἡ μεγαλοψυχία οἷον κόσμος τις εἶναι τῶν ἀρετῶν· μείζους γὰρ αὐτὰς ποιεῖ, καὶ οὐ γίνεται ἄνευ ἐκείνων. διὰ τοῦτο χαλεπὸν τῇ ἀληθείᾳ μεγαλόψυχον εἶναι· οὐ γὰρ οἷόν τε ἄνευ καλοκαγαθίας. μάλιστα (5) μὲν οὖν περὶ τιμὰς καὶ ἀτιμίας ὁ μεγαλόψυχός ἐστι· καὶ ἐπὶ μὲν ταῖς μεγάλαις καὶ ὑπὸ τῶν σπουδαίων μετρίως ἡσθήσεται, ὡς τῶν οἰκείων τυγχάνων ἢ καὶ ἐλαττόνων· ἀρετῆς γὰρ παντελοῦς οὐκ ἂν γένοιτο ἀξία τιμή, οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἀποδέξεταί γε τῷ μὴ ἔχειν αὐτοὺς μείζω αὐτῷ ἀπονέμειν· (10) τῆς δὲ παρὰ τῶν τυχόντων καὶ ἐπὶ μικροῖς πάμπαν ὀλιγωρήσει· οὐ γὰρ τούτων ἄξιος· ὁμοίως δὲ καὶ ἀτιμίας· οὐ γὰρ ἔσται δικαίως περὶ αὐτόν. μάλιστα μὲν οὖν ἐστίν, ὥσπερ εἴρηται, ὁ μεγαλόψυχος περὶ τιμάς, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ περὶ πλοῦτον καὶ δυναστείαν καὶ πᾶσαν εὐτυχίαν καὶ ἀτυχίαν (15) μετρίως ἕξει, ὅπως ἂν γίνηται, καὶ οὔτ᾽ εὐτυχῶν περιχαρὴς ἔσται οὔτ᾽ ἀτυχῶν περίλυπος. οὐδὲ γὰρ περὶ τιμὴν οὕτως ἔχει ὡς μέγιστον ὄν. αἱ γὰρ δυναστεῖαι καὶ ὁ πλοῦτος διὰ τὴν τιμήν ἐστιν αἱρετά· οἱ γοῦν ἔχοντες αὐτὰ τιμᾶσθαι δι᾽ αὐτῶν βούλονται· ᾧ δὲ καὶ ἡ τιμὴ μικρόν ἐστι, τούτῳ καὶ τἆλλα. (20) διὸ ὑπερόπται δοκοῦσιν εἶναι. δοκεῖ δὲ καὶ τὰ εὐτυχήματα συμβάλλεσθαι πρὸς μεγαλοψυχίαν. οἱ γὰρ εὐγενεῖς ἀξιοῦνται τιμῆς καὶ οἱ
δυναστεύοντες ἢ πλουτοῦντες· ἐν ὑπεροχῇ γάρ, τὸ δ᾽ ἀγαθῷ ὑπερέχον πᾶν ἐντιμότερον. διὸ καὶ τὰ τοιαῦτα μεγαλοψυχοτέρους ποιεῖ· τιμῶνται γὰρ ὑπὸ τινῶν· (25) κατ᾽ ἀλήθειαν δ᾽ ὁ ἀγαθὸς μόνος τιμητός· ᾧ δ᾽ ἄμφω ὑπάρχει, μᾶλλον ἀξιοῦται τιμῆς. οἱ δ᾽ ἄνευ ἀρετῆς τὰ τοιαῦτα ἀγαθὰ ἔχοντες οὔτε δικαίως ἑαυτοὺς μεγάλων ἀξιοῦσιν οὔτε ὀρθῶς μεγαλόψυχοι λέγονται· ἄνευ γὰρ ἀρετῆς παντελοῦς οὐκ ἔστι ταῦτα. ὑπερόπται δὲ καὶ ὑβρισταὶ καὶ οἱ (30) τὰ τοιαῦτα ἔχοντες ἀγαθὰ γίνονται. ἄνευ γὰρ ἀρετῆς οὐ ῥᾴδιον φέρειν ἐμμελῶς τὰ εὐτυχήματα· [1124b] (1) οὐ δυνάμενοι δὲφέρειν καὶ οἰόμενοι τῶν ἄλλων ὑπερέχειν ἐκείνων μὲν καταφρονοῦσιν, αὐτοὶ δ᾽ ὅ τι ἂν τύχωσι πράττουσιν. μιμοῦνται γὰρ τὸν μεγαλόψυχον οὐχ ὅμοιοι ὄντες, τοῦτο δὲ δρῶσιν ἐν οἷς δύνανται· τὰ μὲν οὖν κατ᾽ ἀρετὴν οὐ πράττουσι, καταφρονοῦσι (5) δὲ τῶν ἄλλων. ὁ μὲν γὰρ μεγαλόψυχος δικαίως καταφρονεῖ (δοξάζει γὰρ ἀληθῶς), οἱ δὲ πολλοὶ τυχόντως. οὐκ ἔστι δὲ μικροκίνδυνος οὐδὲ φιλοκίνδυνος διὰ τὸ ὀλίγα τιμᾶν, μεγαλοκίνδυνος δέ, καὶ ὅταν κινδυνεύῃ, ἀφειδὴς τοῦ βίου ὡς οὐκ ἄξιον ὂν πάντως ζῆν. καὶ οἷος εὖ ποιεῖν, εὐεργετούμενος (10) δ᾽ αἰσχύνεται· τὸ μὲν γὰρ ὑπερέχοντος, τὸ δ᾽ ὑπερεχομένου. καὶ ἀντευεργετικὸς πλειόνων· οὕτω γάρ οἱ προσοφλήσει ὁ ὑπάρξας καὶ ἔσται εὖ πεπονθώς. δοκοῦσι δὲ καὶ μνημονεύειν οὗ ἂν ποιήσωσιν εὖ, ὧν δ᾽ ἂν πάθωσιν οὔ (ἐλάττων γὰρ ὁ παθὼν εὖ τοῦ ποιήσαντος, βούλεται δ᾽ ὑπερέχειν), καὶ (15) τὰ μὲν ἡδέως ἀκούειν, τὰ δ᾽ ἀηδῶς· διὸ καὶ τὴν Θέτιν οὐ λέγειν τὰς εὐεργεσίας τῷ Διί, οὐδ᾽ οἱ Λάκωνες πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, ἀλλ᾽ ἃ πεπόνθεσαν εὖ. μεγαλοψύχου δὲ καὶ τὸ μηδενὸς δεῖσθαι ἢ μόλις, ὑπηρετεῖν δὲ προθύμως, καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἐν ἀξιώματι καὶ εὐτυχίαις μέγαν εἶναι, πρὸς δὲ (20) τοὺς μέσους μέτριον· τῶν μὲν γὰρ ὑπερέχειν χαλεπὸν καὶ σεμνόν, τῶν δὲ ῥᾴδιον, καὶ ἐπ᾽ ἐκείνοις μὲν σεμνύνεσθαι οὐκ ἀγεννές, ἐν δὲ τοῖς ταπεινοῖς φορτικόν, ὥσπερ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἰσχυρίζεσθαι· καὶ εἰς τὰ ἔντιμα μὴ ἰέναι, ἢ οὗ πρωτεύουσιν ἄλλοι· καὶ ἀργὸν εἶναι καὶ μελλητὴν ἀλλ᾽ ἢ ὅπου (25) τιμὴ μεγάλη ἢ ἔργον, καὶ ὀλίγων μὲν πρακτικόν, μεγάλων δὲ καὶ ὀνομαστῶν. ἀναγκαῖον δὲ καὶ φανερομισῆ εἶναι καὶ φανερόφιλον (τὸ γὰρ λανθάνειν φοβουμένου, καὶ ἀμελεῖν τῆς ἀληθείας μᾶλλον ἢ τῆς δόξης), καὶ λέγειν καὶ πράττειν φανερῶς (παρρησιαστὴς γὰρ διὰ τὸ καταφρονητικὸς εἶναι, (30) καὶ ἀληθευτικός, πλὴν ὅσα μὴ δι᾽ εἰρωνείαν [εἰρωνεία δὲ] πρὸς τοὺς πολλούς), καὶ πρὸς ἄλλον μὴ δύνασθαι ζῆν ἀλλ᾽ ἢ φίλον· [1125a] (1) δουλικὸν γάρ· διὸ καὶ πάντες οἱ κόλακες θητικοὶ καὶ οἱ ταπεινοὶ κόλακες. οὐδὲ θαυμαστικός· οὐδὲν γὰρ μέγα αὐτῷ ἐστίν. οὐδὲ μνησίκακος· οὐ γὰρ μεγαλοψύχου τὸ ἀπομνημονεύειν, ἄλλως τε καὶ κακά, ἀλλὰ (5) μᾶλλον παρορᾶν. οὐδ᾽ ἀνθρωπολόγος· οὔτε γὰρ περὶ αὑτοῦ ἐρεῖ οὔτε περὶ ἑτέρου· οὔτε γὰρ ἵνα ἐπαινῆται μέλει αὐτῷ οὔθ᾽ ὅπως οἱ ἄλλοι ψέγωνται· οὐδ᾽ αὖ ἐπαινετικός ἐστιν· διόπερ οὐδὲ κακολόγος, οὐδὲ τῶν ἐχθρῶν, εἰ μὴ δι᾽ ὕβριν. καὶ περὶ ἀναγκαίων ἢ μικρῶν ἥκιστα ὀλοφυρτικὸς (10) καὶ δεητικός· σπουδάζοντος γὰρ οὕτως ἔχειν περὶ ταῦτα. καὶ οἷος κεκτῆσθαι μᾶλλον τὰ καλὰ καὶ ἄκαρπα τῶν καρπίμων καὶ ὠφελίμων· αὐτάρκους γὰρ μᾶλλον. καὶ κίνησις δὲ βραδεῖα τοῦ μεγαλοψύχου δοκεῖ εἶναι, καὶ φωνὴ βαρεῖα, καὶ λέξις στάσιμος· οὐ γὰρ σπευστικὸς ὁ περὶ ὀλίγα (15) σπουδάζων, οὐδὲ σύντονος ὁ μηδὲν μέγα οἰόμενος· ἡ δ᾽ ὀξυφωνία καὶ ἡ ταχυτὴς διὰ τούτων. τοιοῦτος μὲν οὖν ὁ μεγαλόψυχος· ὁ δ᾽ ἐλλείπων μικρόψυχος, ὁ δ᾽ ὑπερβάλλων χαῦνος. οὐ κακοὶ μὲν οὖν δοκοῦσιν εἶναι οὐδ᾽ οὗτοι (οὐ γὰρ κακοποιοί εἰσιν), ἡμαρτημένοι δέ. ὁ μὲν γὰρ μικρόψυχος (20) ἄξιος ὢν ἀγαθῶν ἑαυτὸν ἀποστερεῖ ὧν ἄξιός ἐστι, καὶ ἔοικε κακὸν ἔχειν τι ἐκ τοῦ μὴ ἀξιοῦν ἑαυτὸν τῶν ἀγαθῶν, καὶ ἀγνοεῖν δ᾽ ἑαυτόν· ὠρέγετο γὰρ ἂν ὧν ἄξιος ἦν, ἀγαθῶν γε ὄντων. οὐ μὴν ἠλίθιοί γε οἱ τοιοῦτοι δοκοῦσιν εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον ὀκνηροί. ἡ τοιαύτη δὲ δόξα
δοκεῖ καὶ χείρους ποιεῖν· (25) ἕκαστοι γὰρ ἐφίενται τῶν κατ᾽ ἀξίαν, ἀφίστανται δὲ καὶ τῶν πράξεων τῶν καλῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ὡς ἀνάξιοι ὄντες, ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν. οἱ δὲ χαῦνοι ἠλίθιοι καὶ ἑαυτοὺς ἀγνοοῦντες, καὶ ταῦτ᾽ ἐπιφανῶς· οὐ γὰρ ἄξιοι ὄντες τοῖς ἐντίμοις ἐπιχειροῦσιν, εἶτα ἐξελέγχονται· (30) καὶ ἐσθῆτι κοσμοῦνται καὶ σχήματι καὶ τοῖς τοιούτοις, καὶ βούλονται τὰ εὐτυχήματα καὶ φανερὰ εἶναι αὑτῶν, καὶ λέγουσι περὶ αὐτῶν ὡς διὰ τούτων τιμηθησόμενοι. ἀντιτίθεται δὲ τῇ μεγαλοψυχίᾳ ἡ μικροψυχία μᾶλλον τῆς χαυνότητος· καὶ γὰρ γίνεται μᾶλλον καὶ χεῖρόν ἐστιν. ἡ μὲν οὖν μεγαλοψυχία (35) περὶ τιμήν ἐστι μεγάλην, ὥσπερ εἴρηται. [1125b] (1) ἔοικε δὲ καὶ περὶ ταύτην εἶναι ἀρετή τις, καθάπερ ἐν τοῖς πρώτοις ἐλέχθη, ἣ δόξειεν ἂν παραπλησίως ἔχειν πρὸς τὴν μεγαλοψυχίαν ὥσπερ καὶ ἡ ἐλευθεριότης πρὸς τὴν μεγαλοπρέπειαν. ἄμφω γὰρ αὗται τοῦ μὲν μεγάλου ἀφεστᾶσι, (5) περὶ δὲ τὰ μέτρια καὶ μικρὰ διατιθέασιν ἡμᾶς ὡς δεῖ· ὥσπερ δ᾽ ἐν λήψει καὶ δόσει χρημάτων μεσότης ἔστι καὶ ὑπερβολή τε καὶ ἔλλειψις, οὕτω καὶ ἐν τιμῆς ὀρέξει τὸ μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ ἧττον, καὶ τὸ ὅθεν δεῖ καὶ ὡς δεῖ. τόν τε γὰρ φιλότιμον ψέγομεν ὡς μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ ὅθεν οὐ δεῖ (10) τῆς τιμῆς ἐφιέμενον, τόν τε ἀφιλότιμον ὡς οὐδ᾽ ἐπὶ τοῖς καλοῖς προαιρούμενον τιμᾶσθαι. ἔστι δ᾽ ὅτε τὸν φιλότιμον ἐπαινοῦμεν ὡς ἀνδρώδη καὶ φιλόκαλον, τὸν δ᾽ ἀφιλότιμον ὡς μέτριον καὶ σώφρονα, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς πρώτοις εἴπομεν. δῆλον δ᾽ ὅτι πλεοναχῶς τοῦ φιλοτοιούτου λεγομένου οὐκ (15) ἐπὶ τὸ αὐτὸ φέρομεν ἀεὶ τὸ φιλότιμον, ἀλλ᾽ ἐπαινοῦντες μὲν ἐπὶ τὸ μᾶλλον ἢ οἱ πολλοί, ψέγοντες δ᾽ ἐπὶ τὸ μᾶλλον ἢ δεῖ. ἀνωνύμου δ᾽ οὔσης τῆς μεσότητος, ὡς ἐρήμης ἔοικεν ἀμφισβητεῖν τὰ ἄκρα. ἐν οἷς δ᾽ ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις, καὶ τὸ μέσον· ὀρέγονται δὲ τῆς τιμῆς καὶ μᾶλλον ἢ (20) δεῖ καὶ ἧττον· ἔστι δὴ καὶ ὡς δεῖ· ἐπαινεῖται δ᾽ οὖν ἡ ἕξις αὕτη, μεσότης οὖσα περὶ τιμὴν ἀνώνυμος. φαίνεται δὲ πρὸς μὲν τὴν φιλοτιμίαν ἀφιλοτιμία, πρὸς δὲ τὴν ἀφιλοτιμίαν φιλοτιμία, πρὸς ἀμφότερα δὲ ἀμφότερά πως. ἔοικε δὲ τοῦτ᾽ εἶναι καὶ περὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς. ἀντικεῖσθαι δ᾽ ἐνταῦθ᾽ (25) οἱ ἄκροι φαίνονται διὰ τὸ μὴ ὠνομάσθαι τὸν μέσον. πραότης δ᾽ ἐστὶ μεσότης περὶ ὀργάς· ἀνωνύμου δ᾽ ὄντος τοῦ μέσου, σχεδὸν δὲ καὶ τῶν ἄκρων, ἐπὶ τὸ μέσον τὴν πραότητα φέρομεν, πρὸς τὴν ἔλλειψιν ἀποκλίνουσαν, ἀνώνυμον οὖσαν. ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ ὀργιλότης τις λέγοιτ᾽ ἄν. (30) τὸ μὲν γὰρ πάθος ἐστὶν ὀργή, τὰ δ᾽ ἐμποιοῦντα πολλὰ καὶ διαφέροντα. ὁ μὲν οὖν ἐφ᾽ οἷς δεῖ καὶ οἷς δεῖ ὀργιζόμενος, ἔτι δὲ καὶ ὡς δεῖ καὶ ὅτε καὶ ὅσον χρόνον, ἐπαινεῖται· πρᾶος δὴ οὗτος ἂν εἴη, εἴπερ ἡ πραότης ἐπαινεῖται. βούλεται γὰρ ὁ πρᾶος ἀτάραχος εἶναι καὶ μὴ ἄγεσθαι ὑπὸ τοῦ πάθους, (35) ἀλλ᾽ ὡς ἂν ὁ λόγος τάξῃ, οὕτω καὶ ἐπὶ τούτοις καὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον χαλεπαίνειν· [1126a] (1) ἁμαρτάνειν δὲ δοκεῖ μᾶλλον ἐπὶ τὴν ἔλλειψιν· οὐ γὰρ τιμωρητικὸς ὁ πρᾶος, ἀλλὰ μᾶλλον συγγνωμονικός. ἡ δ᾽ ἔλλειψις, εἴτ᾽ ἀοργησία τίς ἐστιν εἴθ᾽ ὅ τι δή ποτε, ψέγεται. οἱ γὰρ μὴ ὀργιζόμενοι ἐφ᾽ οἷς (5) δεῖ ἠλίθιοι δοκοῦσιν εἶναι, καὶ οἱ μὴ ὡς δεῖ μηδ᾽ ὅτε μηδ᾽ οἷς δεῖ· δοκεῖ γὰρ οὐκ αἰσθάνεσθαι οὐδὲ λυπεῖσθαι, μὴ ὀργιζόμενός τε οὐκ εἶναι ἀμυντικός, τὸ δὲ προπηλακιζόμενον ἀνέχεσθαι καὶ τοὺς οἰκείους περιορᾶν ἀνδραποδῶδες. ἡ δ᾽ ὑπερβολὴ κατὰ πάντα μὲν γίνεται (καὶ γὰρ οἷς οὐ δεῖ, (10) καὶ ἐφ᾽ οἷς οὐ δεῖ, καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ, καὶ θᾶττον, καὶ πλείω χρόνον), οὐ μὴν ἅπαντά γε τῷ αὐτῷ ὑπάρχει. οὐ γὰρ ἂν δύναιτ᾽ εἶναι· τὸ γὰρ κακὸν καὶ ἑαυτὸ ἀπόλλυσι, κἂν ὁλόκληρον ᾖ, ἀφόρητον γίνεται. οἱ μὲν οὖν
ὀργίλοι ταχέως μὲν ὀργίζονται καὶ οἷς οὐ δεῖ καὶ ἐφ᾽ οἷς οὐ δεῖ καὶ μᾶλλον ἢ (15) δεῖ, παύονται δὲ ταχέως· ὃ καὶ βέλτιστον ἔχουσιν. συμβαίνει δ᾽ αὐτοῖς τοῦτο, ὅτι οὐ κατέχουσι τὴν ὀργὴν ἀλλ᾽ ἀνταποδιδόασιν ᾗ φανεροί εἰσι διὰ τὴν ὀξύτητα, εἶτ᾽ ἀποπαύονται. ὑπερβολῇ δ᾽ εἰσὶν οἱ ἀκρόχολοι ὀξεῖς καὶ πρὸς πᾶν ὀργίλοι καὶ ἐπὶ παντί· ὅθεν καὶ τοὔνομα. οἱ δὲ πικροὶ (20) δυσδιάλυτοι, καὶ πολὺν χρόνον ὀργίζονται· κατέχουσι γὰρ τὸν θυμόν. παῦλα δὲ γίνεται ὅταν ἀνταποδιδῷ· ἡ γὰρ τιμωρία παύει τῆς ὀργῆς, ἡδονὴν ἀντὶ τῆς λύπης ἐμποιοῦσα. τούτου δὲ μὴ γινομένου τὸ βάρος ἔχουσιν· διὰ γὰρ τὸ μὴ ἐπιφανὲς εἶναι οὐδὲ συμπείθει αὐτοὺς οὐδείς, ἐν αὑτῷ δὲ πέψαι (25) τὴν ὀργὴν χρόνου δεῖ. εἰσὶ δ᾽ οἱ τοιοῦτοι ἑαυτοῖς ὀχληρότατοι καὶ τοῖς μάλιστα φίλοις. χαλεποὺς δὲ λέγομεν τοὺς ἐφ᾽ οἷς τε μὴ δεῖ χαλεπαίνοντας καὶ μᾶλλον ἢ δεῖ καὶ πλείω χρόνον, καὶ μὴ διαλλαττομένους ἄνευ τιμωρίας ἢ κολάσεως. τῇ πραότητι δὲ μᾶλλον τὴν ὑπερβολὴν ἀντιτίθεμεν· καὶ (30) γὰρ μᾶλλον γίνεται· ἀνθρωπικώτερον γὰρ τὸ τιμωρεῖσθαι· καὶ πρὸς τὸ συμβιοῦν οἱ χαλεποὶ χείρους. ὃ δὲ καὶ ἐν τοῖς πρότερον εἴρηται, καὶ ἐκ τῶν λεγομένων δῆλον· οὐ γὰρ ῥᾴδιον διορίσαι τὸ πῶς καὶ τίσι καὶ ἐπὶ ποίοις καὶ πόσον χρόνον ὀργιστέον, καὶ τὸ μέχρι τίνος ὀρθῶς ποιεῖ τις ἢ ἁμαρτάνει. (35) ὁ μὲν γὰρ μικρὸν παρεκβαίνων οὐ ψέγεται, οὔτ᾽ ἐπὶ τὸ μᾶλλον οὔτ᾽ ἐπὶ τὸ ἧττον· ἐνίοτε γὰρ τοὺς ἐλλείποντας ἐπαινοῦμεν καὶ πράους φαμέν, [1126b] (1) καὶ τοὺς χαλεπαίνοντας ἀνδρώδεις ὡς δυναμένους ἄρχειν. ὁ δὴ πόσον καὶ πῶς παρεκβαίνων ψεκτός, οὐ ῥᾴδιον τῷ λόγῳ ἀποδοῦναι· ἐν γὰρ τοῖς καθ᾽ ἕκαστα κἀν τῇ αἰσθήσει ἡ κρίσις. ἀλλὰ τό γε τοσοῦτον (5) δῆλον, ὅτι ἡ μὲν μέση ἕξις ἐπαινετή, καθ᾽ ἣν οἷς δεῖ ὀργιζόμεθα καὶ ἐφ᾽ οἷς δεῖ καὶ ὡς δεῖ καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα, αἱ δ᾽ ὑπερβολαὶ καὶ ἐλλείψεις ψεκταί, καὶ ἐπὶ μικρὸν μὲν γινόμεναι ἠρέμα, ἐπὶ πλέον δὲ μᾶλλον, ἐπὶ πολὺ δὲ σφόδρα. δῆλον οὖν ὅτι τῆς μέσης ἕξεως ἀνθεκτέον. αἱ μὲν οὖν (10) περὶ τὴν ὀργὴν ἕξεις εἰρήσθωσαν. ἐν δὲ ταῖς ὁμιλίαις καὶ τῷ συζῆν καὶ λόγων καὶ πραγμάτων κοινωνεῖν οἳ μὲν ἄρεσκοι δοκοῦσιν εἶναι, οἱ πάντα πρὸς ἡδονὴν ἐπαινοῦντες καὶ οὐθὲν ἀντιτείνοντες, ἀλλ᾽ οἰόμενοι δεῖν ἄλυποι τοῖς ἐντυγχάνουσιν εἶναι· οἱ δ᾽ ἐξ ἐναντίας τούτοις (15) πρὸς πάντα ἀντιτείνοντες καὶ τοῦ λυπεῖν οὐδ᾽ ὁτιοῦν φροντίζοντες δύσκολοι καὶ δυσέριδες καλοῦνται. ὅτι μὲν οὖν αἱ εἰρημέναι ἕξεις ψεκταί εἰσιν, οὐκ ἄδηλον, καὶ ὅτι ἡ μέση τούτων ἐπαινετή, καθ᾽ ἣν ἀποδέξεται ἃ δεῖ καὶ ὡς δεῖ, ὁμοίως δὲ καὶ δυσχερανεῖ· ὄνομα δ᾽ οὐκ ἀποδέδοται αὐτῇ (20) τι, ἔοικε δὲ μάλιστα φιλίᾳ. τοιοῦτος γάρ ἐστιν ὁ κατὰ τὴν μέσην ἕξιν οἷον βουλόμεθα λέγειν τὸν ἐπιεικῆ φίλον, τὸ στέργειν προσλαβόντα. διαφέρει δὲ τῆς φιλίας, ὅτι ἄνευ πάθους ἐστὶ καὶ τοῦ στέργειν οἷς ὁμιλεῖ· οὐ γὰρ τῷ φιλεῖν ἢ ἐχθαίρειν ἀποδέχεται ἕκαστα ὡς δεῖ, ἀλλὰ τῷ τοιοῦτος (25) εἶναι. ὁμοίως γὰρ πρὸς ἀγνῶτας καὶ γνωρίμους καὶ συνήθεις καὶ ἀσυνήθεις αὐτὸ ποιήσει, πλὴν καὶ ἐν ἑκάστοις ὡς ἁρμόζει· οὐ γὰρ ὁμοίως προσήκει συνήθων καὶ ὀθνείων φροντίζειν, οὐδ᾽ αὖ λυπεῖν. καθόλου μὲν οὖν εἴρηται ὅτι ὡς δεῖ ὁμιλήσει, ἀναφέρων δὲ πρὸς τὸ καλὸν καὶ τὸ συμφέρον στοχάσεται (30) τοῦ μὴ λυπεῖν ἢ συνηδύνειν. ἔοικε μὲν γὰρ περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας εἶναι τὰς ἐν ταῖς ὁμιλίαις γινομένας· τούτων δ᾽ ὅσας μὲν αὐτῷ ἐστὶ μὴ καλὸν ἢ βλαβερὸν συνηδύνειν, δυσχερανεῖ, καὶ προαιρήσεται λυπεῖν· κἂν τῷ ποιοῦντι δ᾽ ἀσχημοσύνην φέρῃ, καὶ ταύτην μὴ μικράν, ἢ βλάβην, ἡ δ᾽ ἐναντίωσις (35) μικρὰν λύπην, οὐκ ἀποδέξεται ἀλλὰ δυσχερανεῖ. διαφερόντως δ᾽ ὁμιλήσει τοῖς ἐν ἀξιώμασι καὶ τοῖς τυχοῦσι, [1127a] (1) καὶ μᾶλλον ἢ ἧττον γνωρίμοις, ὁμοίως δὲ καὶ κατὰ τὰς ἄλλας διαφοράς, ἑκάστοις ἀπονέμων τὸ πρέπον, καὶ καθ᾽ αὑτὸ μὲν αἱρούμενος τὸ
συνηδύνειν, λυπεῖν δ᾽ εὐλαβούμενος, τοῖς δ᾽ ἀποβαίνουσιν, ἐὰν ᾖ μείζω, συνεπόμενος, λέγω δὲ (5) τῷ καλῷ καὶ τῷ συμφέροντι. καὶ ἡδονῆς δ᾽ ἕνεκα τῆς εἰσαῦθις μεγάλης μικρὰ λυπήσει. ὁ μὲν οὖν μέσος τοιοῦτός ἐστιν, οὐκ ὠνόμασται δέ· τοῦ δὲ συνηδύνοντος ὁ μὲν τοῦ ἡδὺς εἶναι στοχαζόμενος μὴ διά τι ἄλλο ἄρεσκος, ὁ δ᾽ ὅπως ὠφέλειά τις αὑτῷ γίνηται εἰς χρήματα καὶ ὅσα διὰ χρημάτων, (10) κόλαξ· ὁ δὲ πᾶσι δυσχεραίνων εἴρηται ὅτι δύσκολος καὶ δύσερις. ἀντικεῖσθαι δὲ φαίνεται τὰ ἄκρα ἑαυτοῖς διὰ τὸ ἀνώνυμον εἶναι τὸ μέσον. περὶ τὰ αὐτὰ δὲ σχεδόν ἐστι καὶ ἡ τῆς ἀλαζονείας <καὶ εἰρωνείας> μεσότης· ἀνώνυμος δὲ καὶ αὐτή. οὐ χεῖρον δὲ καὶ (15) τὰς τοιαύτας ἐπελθεῖν· μᾶλλόν τε γὰρ ἂν εἰδείημεν τὰ περὶ τὸ ἦθος, καθ᾽ ἕκαστον διελθόντες, καὶ μεσότητας εἶναι τὰς ἀρετὰς πιστεύσαιμεν ἄν, ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχον συνιδόντες. ἐν δὴ τῷ συζῆν οἱ μὲν πρὸς ἡδονὴν καὶ λύπην ὁμιλοῦντες εἴρηνται, περὶ δὲ τῶν ἀληθευόντων τε καὶ ψευδομένων εἴπωμεν (20) ὁμοίως ἐν λόγοις καὶ πράξεσι καὶ τῷ προσποιήματι. δοκεῖ δὴ ὁ μὲν ἀλαζὼν προσποιητικὸς τῶν ἐνδόξων εἶναι καὶ μὴ ὑπαρχόντων καὶ μειζόνων ἢ ὑπάρχει, ὁ δὲ εἴρων ἀνάπαλιν ἀρνεῖσθαι τὰ ὑπάρχοντα ἢ ἐλάττω ποιεῖν, ὁ δὲ μέσος αὐθέκαστός τις ὢν ἀληθευτικὸς καὶ τῷ βίῳ καὶ τῷ λόγῳ, τὰ (25) ὑπάρχοντα ὁμολογῶν εἶναι περὶ αὑτόν, καὶ οὔτε μείζω οὔτε ἐλάττω. ἔστι δὲ τούτων ἕκαστα καὶ ἕνεκά τινος ποιεῖν καὶ μηδενός. ἕκαστος δ᾽ οἷός ἐστι, τοιαῦτα λέγει καὶ πράττει καὶ οὕτω ζῇ, ἐὰν μή τινος ἕνεκα πράττῃ. καθ᾽ αὑτὸ δὲ τὸ μὲν ψεῦδος φαῦλον καὶ ψεκτόν, τὸ δ᾽ ἀληθὲς καλὸν καὶ (30) ἐπαινετόν. οὕτω δὲ καὶ ὁ μὲν ἀληθευτικὸς μέσος ὢν ἐπαινετός, οἱ δὲ ψευδόμενοι ἀμφότεροι μὲν ψεκτοί, μᾶλλον δ᾽ ὁ ἀλαζών. περὶ ἑκατέρου δ᾽ εἴπωμεν, πρότερον δὲ περὶ τοῦ ἀληθευτικοῦ. οὐ γὰρ περὶ τοῦ ἐν ταῖς ὁμολογίαις ἀληθεύοντος λέγομεν, οὐδ᾽ ὅσα εἰς ἀδικίαν ἢ δικαιοσύνην συντείνει [1127b] (1) (ἄλλης γὰρ ἂν εἴη ταῦτ᾽ ἀρετῆς), ἀλλ᾽ ἐν οἷς μηδενὸς τοιούτου διαφέροντος καὶ ἐν λόγῳ καὶ ἐν βίῳ ἀληθεύει τῷ τὴν ἕξιν τοιοῦτος εἶναι. δόξειε δ᾽ ἂν ὁ τοιοῦτος ἐπιεικὴς εἶναι. ὁ γὰρ φιλαλήθης, καὶ ἐν οἷς μὴ διαφέρει ἀληθεύων, ἀληθεύσει (5) καὶ ἐν οἷς διαφέρει ἔτι μᾶλλον· ὡς γὰρ αἰσχρὸν τὸ ψεῦδος εὐλαβήσεται, ὅ γε καὶ καθ᾽ αὑτὸ ηὐλαβεῖτο· ὁ δὲ τοιοῦτος ἐπαινετός. ἐπὶ τὸ ἔλαττον δὲ μᾶλλον τοῦ ἀληθοῦς ἀποκλίνει· ἐμμελέστερον γὰρ φαίνεται διὰ τὸ ἐπαχθεῖς τὰς ὑπερβολὰς εἶναι. ὁ δὲ μείζω τῶν ὑπαρχόντων προσποιούμενος (10) μηδενὸς ἕνεκα φαύλῳ μὲν ἔοικεν (οὐ γὰρ ἂν ἔχαιρε τῷ ψεύδει), μάταιος δὲ φαίνεται μᾶλλον ἢ κακός· εἰ δ᾽ ἕνεκά τινος, ὁ μὲν δόξης ἢ τιμῆς οὐ λίαν ψεκτός, “ὡς ὁ ἀλαζών”, ὁ δὲ ἀργυρίου, ἢ ὅσα εἰς ἀργύριον, ἀσχημονέστερος (οὐκ ἐν τῇ δυνάμει δ᾽ ἐστὶν ὁ ἀλαζών, ἀλλ᾽ ἐν τῇ προαιρέσει· (15) κατὰ τὴν ἕξιν γὰρ καὶ τῷ τοιόσδε εἶναι ἀλαζών ἐστιν)· ὥσπερ καὶ ψεύστης ὃ μὲν τῷ ψεύδει αὐτῷ χαίρων, ὃ δὲ δόξης ὀρεγόμενος ἢ κέρδους. οἱ μὲν οὖν δόξης χάριν ἀλαζονευόμενοι τὰ τοιαῦτα προσποιοῦνται ἐφ᾽ οἷς ἔπαινος ἢ εὐδαιμονισμός, οἱ δὲ κέρδους, ὧν καὶ ἀπόλαυσίς ἐστι τοῖς πέλας καὶ διαλαθεῖν (20) ἔστι μὴ ὄντα, οἷον μάντιν σοφὸν ἰατρόν. διὰ τοῦτο οἱ πλεῖστοι προσποιοῦνται τὰ τοιαῦτα καὶ ἀλαζονεύονται· ἔστι γὰρ ἐν αὐτοῖς τὰ εἰρημένα. οἱ δ᾽ εἴρωνες ἐπὶ τὸ ἔλαττον λέγοντες χαριέστεροι μὲν τὰ ἤθη φαίνονται· οὐ γὰρ κέρδους ἕνεκα δοκοῦσι λέγειν, ἀλλὰ φεύγοντες τὸ ὀγκηρόν· (25) μάλιστα δὲ καὶ οὗτοι τὰ ἔνδοξα ἀπαρνοῦνται, οἷον καὶ Σωκράτης ἐποίει. οἱ δὲ τὰ μικρὰ καὶ φανερὰ [προσποιούμενοι] βαυκοπανοῦργοι λέγονται καὶ εὐκαταφρονητότεροί εἰσιν· καὶ ἐνίοτε ἀλαζονεία φαίνεται, οἷον ἡ τῶν Λακώνων ἐσθής· καὶ γὰρ ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ λίαν ἔλλειψις ἀλαζονικόν. οἱ δὲ (30) μετρίως χρώμενοι τῇ εἰρωνείᾳ καὶ περὶ τὰ μὴ λίαν ἐμποδὼν καὶ φανερὰ εἰρωνευόμενοι χαρίεντες φαίνονται. ἀντικεῖσθαι δ᾽ ὁ ἀλαζὼν φαίνεται τῷ ἀληθευτικῷ· χείρων γάρ.
οὔσης δὲ καὶ ἀναπαύσεως ἐν τῷ βίῳ, καὶ ἐν ταύτῃ διαγωγῆς μετὰ παιδιᾶς, δοκεῖ καὶ ἐνταῦθα εἶναι ὁμιλία τις ἐμμελής, [1128a] (1) καὶ οἷα δεῖ λέγειν καὶ ὥς, ὁμοίως δὲ καὶ ἀκούειν. διοίσει δὲ καὶ τὸ ἐν τοιούτοις λέγειν ἢ τοιούτων ἀκούειν. δῆλον δ᾽ ὡς καὶ περὶ ταῦτ᾽ ἔστιν ὑπερβολή τε καὶ ἔλλειψις τοῦ μέσου. οἱ μὲν οὖν τῷ γελοίῳ ὑπερβάλλοντες βωμολόχοι (5) δοκοῦσιν εἶναι καὶ φορτικοί, γλιχόμενοι πάντως τοῦ γελοίου, καὶ μᾶλλον στοχαζόμενοι τοῦ γέλωτα ποιῆσαι ἢ τοῦ λέγειν εὐσχήμονα καὶ μὴ λυπεῖν τὸν σκωπτόμενον· οἱ δὲ μήτ᾽ αὐτοὶ ἂν εἰπόντες μηδὲν γελοῖον τοῖς τε λέγουσι δυσχεραίνοντες ἄγροικοι καὶ σκληροὶ δοκοῦσιν εἶναι. οἱ δ᾽ ἐμμελῶς (10) παίζοντες εὐτράπελοι προσαγορεύονται, οἷον εὔτροποι· τοῦ γὰρ ἤθους αἱ τοιαῦται δοκοῦσι κινήσεις εἶναι, ὥσπερ δὲ τὰ σώματα ἐκ τῶν κινήσεων κρίνεται, οὕτω καὶ τὰ ἤθη. ἐπιπολάζοντος δὲ τοῦ γελοίου, καὶ τῶν πλείστων χαιρόντων τῇ παιδιᾷ καὶ τῷ σκώπτειν μᾶλλον ἢ δεῖ, καὶ οἱ βωμολόχοι (15) εὐτράπελοι προσαγορεύονται ὡς χαρίεντες· ὅτι δὲ διαφέρουσι, καὶ οὐ μικρόν, ἐκ τῶν εἰρημένων δῆλον. τῇ μέσῃ δ᾽ ἕξει οἰκεῖον καὶ ἡ ἐπιδεξιότης ἐστίν· τοῦ δ᾽ ἐπιδεξίου ἐστὶ τοιαῦτα λέγειν καὶ ἀκούειν οἷα τῷ ἐπιεικεῖ καὶ ἐλευθερίῳ ἁρμόττει· ἔστι γάρ τινα πρέποντα τῷ τοιούτῳ λέγειν ἐν (20) παιδιᾶς μέρει καὶ ἀκούειν, καὶ ἡ τοῦ ἐλευθερίου παιδιὰ διαφέρει τῆς τοῦ ἀνδραποδώδους, καὶ πεπαιδευμένου καὶ ἀπαιδεύτου. ἴδοι δ᾽ ἄν τις καὶ ἐκ τῶν κωμῳδιῶν τῶν παλαιῶν καὶ τῶν καινῶν· τοῖς μὲν γὰρ ἦν γελοῖον ἡ αἰσχρολογία, τοῖς δὲ μᾶλλον ἡ ὑπόνοια· διαφέρει δ᾽ οὐ μικρὸν ταῦτα (25) πρὸς εὐσχημοσύνην. πότερον οὖν τὸν εὖ σκώπτοντα ὁριστέον τῷ λέγειν μὴ ἀπρεπῆ ἐλευθερίῳ, ἢ τῷ μὴ λυπεῖν τὸν ἀκούοντα ἢ καὶ τέρπειν; ἢ καὶ τό γε τοιοῦτον ἀόριστον; ἄλλο γὰρ ἄλλῳ μισητόν τε καὶ ἡδύ. τοιαῦτα δὲ καὶ ἀκούσεται· ἃ γὰρ ὑπομένει ἀκούων, ταῦτα καὶ ποιεῖν δοκεῖ. οὐ δὴ πᾶν ποιήσει· (30) τὸ γὰρ σκῶμμα λοιδόρημά τι ἐστίν, οἱ δὲ νομοθέται ἔνια λοιδορεῖν κωλύουσιν· ἔδει δ᾽ ἴσως καὶ σκώπτειν. ὁ δὴ χαρίεις καὶ ἐλευθέριος οὕτως ἕξει, οἷον νόμος ὢν ἑαυτῷ. τοιοῦτος μὲν οὖν ὁ μέσος ἐστίν, εἴτ᾽ ἐπιδέξιος εἴτ᾽ εὐτράπελος λέγεται. ὁ δὲ βωμολόχος ἥττων ἐστὶ τοῦ γελοίου, καὶ οὔτε ἑαυτοῦ οὔτε (35) τῶν ἄλλων ἀπεχόμενος εἰ γέλωτα ποιήσει, καὶ τοιαῦτα λέγων [1128b] (1) ὧν οὐδὲν ἂν εἴποι ὁ χαρίεις, ἔνια δ᾽ οὐδ᾽ ἂν ἀκούσαι. ὁ δ᾽ ἄγροικος εἰς τὰς τοιαύτας ὁμιλίας ἀχρεῖος· οὐθὲν γὰρ συμβαλλόμενος πᾶσι δυσχεραίνει. δοκεῖ δὲ ἡ ἀνάπαυσις καὶ ἡ παιδιὰ ἐν τῷ βίῳ εἶναι ἀναγκαῖον. τρεῖς οὖν αἱ εἰρημέναι (5) ἐν τῷ βίῳ μεσότητες, εἰσὶ δὲ πᾶσαι περὶ λόγων τινῶν καὶ πράξεων κοινωνίαν. διαφέρουσι δ᾽ ὅτι ἣ μὲν περὶ ἀλήθειάν ἐστιν, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ. τῶν δὲ περὶ τὴν ἡδονὴν ἣ μὲν ἐν ταῖς παιδιαῖς, ἣ δ᾽ ἐν ταῖς κατὰ τὸν ἄλλον βίον ὁμιλίαις. (10) περὶ δὲ αἰδοῦς ὥς τινος ἀρετῆς οὐ προσήκει λέγειν· πάθει γὰρ μᾶλλον ἔοικεν ἢ ἕξει. ὁρίζεται γοῦν φόβος τις ἀδοξίας, καὶ ἀποτελεῖται τῷ περὶ τὰ δεινὰ φόβῳ παραπλήσιον· ἐρυθραίνονται γὰρ οἱ αἰσχυνόμενοι, οἱ δὲ τὸν θάνατον φοβούμενοι ὠχριῶσιν. σωματικὰ δὴ φαίνεταί πως εἶναι (15) ἀμφότερα, ὅπερ δοκεῖ πάθους μᾶλλον ἢ ἕξεως εἶναι. οὐ πάσῃ δ᾽ ἡλικίᾳ τὸ πάθος ἁρμόζει, ἀλλὰ τῇ νέᾳ. οἰόμεθα γὰρ δεῖν τοὺς τηλικούτους αἰδήμονας εἶναι διὰ τὸ πάθει ζῶντας πολλὰ ἁμαρτάνειν, ὑπὸ τῆς αἰδοῦς δὲ κωλύεσθαι· καὶ ἐπαινοῦμεν τῶν μὲν νέων τοὺς αἰδήμονας, πρεσβύτερον δ᾽ (20) οὐδεὶς ἂν ἐπαινέσειεν ὅτι αἰσχυντηλός· οὐδὲν γὰρ οἰόμεθα δεῖν αὐτὸν πράττειν ἐφ᾽ οἷς ἐστὶν αἰσχύνη. οὐδὲ γὰρ ἐπιεικοῦς ἐστὶν ἡ αἰσχύνη, εἴπερ γίνεται ἐπὶ τοῖς φαύλοις (οὐ γὰρ πρακτέον τὰ τοιαῦτα· εἰ δ᾽ ἐστὶ τὰ μὲν κατ᾽ ἀλήθειαν αἰσχρὰ τὰ δὲ κατὰ δόξαν, οὐδὲν διαφέρει· οὐδέτερα γὰρ πρακτέα, (25) ὥστ᾽ οὐκ αἰσχυντέον)· φαύλου δὲ καὶ τὸ εἶναι τοιοῦτον οἷον
πράττειν τι τῶν αἰσχρῶν. τὸ δ᾽ οὕτως ἔχειν ὥστ᾽ εἰ πράξαι τι τῶν τοιούτων αἰσχύνεσθαι, καὶ διὰ τοῦτ᾽ οἴεσθαι ἐπιεικῆ εἶναι, ἄτοπον· ἐπὶ τοῖς ἑκουσίοις γὰρ ἡ αἰδώς, ἑκὼν δ᾽ ὁ ἐπιεικὴς οὐδέποτε πράξει τὰ φαῦλα. εἴη δ᾽ ἂν ἡ αἰδὼς ἐξ (30) ὑποθέσεως ἐπιεικές· εἰ γὰρ πράξαι, αἰσχύνοιτ᾽ ἄν· οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο περὶ τὰς ἀρετάς. εἰ δ᾽ ἡ ἀναισχυντία φαῦλον καὶ τὸ μὴ αἰδεῖσθαι τὰ αἰσχρὰ πράττειν, οὐδὲν μᾶλλον τὸν τὰ τοιαῦτα πράττοντα αἰσχύνεσθαι ἐπιεικές. οὐκ ἔστι δ᾽ οὐδ᾽ ἡ ἐγκράτεια ἀρετή, ἀλλά τις μικτή· δειχθήσεται δὲ περὶ (35) αὐτῆς ἐν τοῖς ὕστερον. νῦν δὲ περὶ δικαιοσύνης εἴπωμεν.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία V-X προσφορά του Σπύρου Μησιακούλη
Ἀριστοτέλους
Ἠθικὰ Νικομάχεια
Βιβλίον E [1129a] περὶ δὲ δικαιοσύνης καὶ ἀδικίας σκεπτέον, περὶ ποίας τε τυγχάνουσιν οὖσαι πράξεις, καὶ ποία μεσότης ἐστὶν ἡ (5) δικαιοσύνη, καὶ τὸ δίκαιον τίνων μέσον. ἡ δὲ σκέψις ἡμῖν ἔστω κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον τοῖς προειρημένοις. ὁρῶμεν δὴ πάντας τὴν τοιαύτην ἕξιν βουλομένους λέγειν δικαιοσύνην, ἀφ' ἧς πρακτικοὶ τῶν δικαίων εἰσὶ καὶ ἀφ' ἧς δικαιοπραγοῦσι καὶ βούλονται τὰ δίκαια· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ (10) περὶ ἀδικίας, ἀφ' ἧς ἀδικοῦσι καὶ βούλονται τὰ ἄδικα. διὸ καὶ ἡμῖν πρῶτον ὡς ἐν τύπῳ ὑποκείσθω ταῦτα. οὐδὲ γὰρ τὸν αὐτὸν ἔχει τρόπον ἐπί τε τῶν ἐπιστημῶν καὶ δυνάμεων καὶ ἐπὶ τῶν ἕξεων. δύναμις μὲν γὰρ καὶ ἐπιστήμη δοκεῖ τῶν ἐναντίων ἡ αὐτὴ εἶναι, ἕξις δ' ἡ ἐναντία τῶν ἐναντίων (15) οὔ, οἷον ἀπὸ τῆς ὑγιείας οὐ πράττεται τὰ ἐναντία, ἀλλὰ τὰ ὑγιεινὰ μόνον· λέγομεν γὰρ ὑγιεινῶς βαδίζειν, ὅταν βαδίζῃ ὡς ἂν ὁ ὑγιαίνων. πολλάκις μὲν οὖν γνωρίζεται ἡ ἐναντία ἕξις ἀπὸ τῆς ἐναντίας, πολλάκις δὲ αἱ ἕξεις ἀπὸ τῶν ὑποκειμένων· ἐάν τε γὰρ ἡ εὐεξία ᾖ φανερά, καὶ ἡ (20) καχεξία φανερὰ γίνεται, καὶ ἐκ τῶν εὐεκτικῶν ἡ εὐεξία καὶ ἐκ ταύτης τὰ εὐεκτικά. εἰ γάρ ἐστιν ἡ εὐεξία πυκνότης σαρκός, ἀνάγκη καὶ τὴν καχεξίαν εἶναι μανότητα σαρκὸς καὶ τὸ εὐεκτικὸν τὸ ποιητικὸν πυκνότητος ἐν σαρκί. ἀκολουθεῖ δ' ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐὰν θάτερον πλεοναχῶς λέγηται, (25) καὶ θάτερον πλεοναχῶς λέγεσθαι, οἷον εἰ τὸ δίκαιον, καὶ τὸ ἄδικον. ἔοικε δὲ πλεοναχῶς λέγεσθαι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀδικία, ἀλλὰ διὰ τὸ σύνεγγυς εἶναι τὴν ὁμωνυμίαν αὐτῶν λανθάνει καὶ οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν πόρρω δήλη μᾶλλον, (ἡ γὰρ διαφορὰ πολλὴ ἡ κατὰ τὴν ἰδέαν) οἷον ὅτι καλεῖται (30) κλεὶς ὁμωνύμως ἥ τε ὑπὸ τὸν αὐχένα τῶν ζῴων καὶ ᾗ τὰς θύρας κλείουσιν. εἰλήφθω δὴ ὁ ἄδικος ποσαχῶς λέγεται. δοκεῖ δὴ ὅ τε παράνομος ἄδικος εἶναι καὶ ὁ πλεονέκτης καὶ ἄνισος, ὥστε δῆλον ὅτι καὶ [ὁ] δίκαιος ἔσται ὅ τε νόμιμος καὶ ὁ ἴσος. τὸ μὲν δίκαιον ἄρα τὸ νόμιμον καὶ τὸ ἴσον, τὸ δ' ἄδικον τὸ
παράνομον καὶ τὸ ἄνισον. [1129b] (1) ἐπεὶ δὲ πλεονέκτης ὁ ἄδικος, περὶ τἀγαθὰ ἔσται, οὐ πάντα, ἀλλὰ περὶ ὅσα εὐτυχία καὶ ἀτυχία, ἃ ἐστὶ μὲν ἁπλῶς ἀεὶ ἀγαθά, τινὶ δ' οὐκ ἀεί. οἱ δ' ἄνθρωποι ταῦτα εὔχονται καὶ διώκουσιν· (5) δεῖ δ' οὔ, ἀλλ' εὔχεσθαι μὲν τὰ ἁπλῶς ἀγαθὰ καὶ αὑτοῖς ἀγαθὰ εἶναι, αἱρεῖσθαι δὲ τὰ αὑτοῖς ἀγαθά. ὁ δ' ἄδικος οὐκ ἀεὶ τὸ πλέον αἱρεῖται, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλαττον ἐπὶ τῶν ἁπλῶς κακῶν· ἀλλ' ὅτι δοκεῖ καὶ τὸ μεῖον κακὸν ἀγαθόν πως εἶναι, τοῦ δ' ἀγαθοῦ ἐστὶν ἡ πλεονεξία, διὰ τοῦτο δοκεῖ (10) πλεονέκτης εἶναι. ἔστι δ' ἄνισος· τοῦτο γὰρ περιέχει καὶ κοινόν. ἐπεὶ δ' ὁ παράνομος ἄδικος ἦν ὁ δὲ νόμιμος δίκαιος, δῆλον ὅτι πάντα τὰ νόμιμά ἐστί πως δίκαια· τά τε γὰρ ὡρισμένα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς νόμιμά ἐστι, καὶ ἕκαστον τούτων δίκαιον εἶναί φαμεν. οἱ δὲ νόμοι ἀγορεύουσι περὶ ἁπάντων, (15) στοχαζόμενοι ἢ τοῦ κοινῇ συμφέροντος πᾶσιν ἢ τοῖς ἀρίστοις ἢ τοῖς κυρίοις [κατ' ἀρετὴν] ἢ κατ' ἄλλον τινὰ τρόπον τοιοῦτον· ὥστε ἕνα μὲν τρόπον δίκαια λέγομεν τὰ ποιητικὰ καὶ φυλακτικὰ εὐδαιμονίας καὶ τῶν μορίων αὐτῆς τῇ πολιτικῇ κοινωνίᾳ. προστάττει δ' ὁ νόμος καὶ τὰ (20) τοῦ ἀνδρείου ἔργα ποιεῖν, οἷον μὴ λείπειν τὴν τάξιν μηδὲ φεύγειν μηδὲ ῥιπτεῖν τὰ ὅπλα, καὶ τὰ τοῦ σώφρονος, οἷον μὴ μοιχεύειν μηδ' ὑβρίζειν, καὶ τὰ τοῦ πράου, οἷον μὴ τύπτειν μηδὲ κακηγορεῖν, ὁμοίως δὲ καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ἀρετὰς καὶ μοχθηρίας τὰ μὲν κελεύων τὰ δ' ἀπαγορεύων, ὀρθῶς (25) μὲν ὁ κείμενος ὀρθῶς, χεῖρον δ' ὁ ἀπεσχεδιασμένος. αὕτη μὲν οὖν ἡ δικαιοσύνη ἀρετὴ μέν ἐστι τελεία, ἀλλ' οὐχ ἁπλῶς ἀλλὰ πρὸς ἕτερον. καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις κρατίστη τῶν ἀρετῶν εἶναι δοκεῖ ἡ δικαιοσύνη, καὶ οὔθ' ἕσπερος οὔθ' ἑῷος οὕτω θαυμαστός· καὶ παροιμιαζόμενοί φαμεν (30) ἐν δὲ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσ' ἀρετὴ ἔνι5 καὶ τελεία μάλιστα ἀρετή, ὅτι τῆς τελείας ἀρετῆς χρῆσίς ἐστιν. τελεία δ' ἐστίν, ὅτι ὁ ἔχων αὐτὴν καὶ πρὸς ἕτερον δύναται τῇ ἀρετῇ χρῆσθαι, ἀλλ' οὐ μόνον καθ' αὑτόν· πολλοὶ γὰρ ἐν μὲν τοῖς οἰκείοις τῇ ἀρετῇ δύνανται χρῆσθαι, ἐν δὲ τοῖς πρὸς ἕτερον ἀδυνατοῦσιν. [1130a] (1) καὶ διὰ τοῦτο εὖ δοκεῖ ἔχειν τὸ τοῦ Βίαντος, ὅτι ἀρχὴ ἄνδρα δείξει· πρὸς ἕτερον γὰρ καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἤδη ὁ ἄρχων. διὰ δὲ τὸ αὐτὸ τοῦτο καὶ ἀλλότριον ἀγαθὸν δοκεῖ εἶναι ἡ δικαιοσύνη μόνη τῶν ἀρετῶν, ὅτι πρὸς ἕτερόν ἐστιν· ἄλλῳ (5) γὰρ τὰ συμφέροντα πράττει, ἢ ἄρχοντι ἢ κοινωνῷ. κάκιστος μὲν οὖν ὁ καὶ πρὸς αὑτὸν καὶ πρὸς τοὺς φίλους χρώμενος τῇ μοχθηρίᾳ, ἄριστος δ' οὐχ ὁ πρὸς αὑτὸν τῇ ἀρετῇ ἀλλὰ πρὸς ἕτερον· τοῦτο γὰρ ἔργον χαλεπόν. αὕτη μὲν οὖν ἡ δικαιοσύνη οὐ μέρος ἀρετῆς ἀλλ' ὅλη ἀρετή ἐστιν, οὐδ' ἡ ἐναντία (10) ἀδικία μέρος κακίας ἀλλ' ὅλη κακία. τί δὲ διαφέρει ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη αὕτη, δῆλον ἐκ τῶν εἰρημένων· ἔστι μὲν γὰρ ἡ αὐτή, τὸ δ' εἶναι οὐ τὸ αὐτό, ἀλλ' ᾗ μὲν πρὸς ἕτερον, δικαιοσύνη, ᾗ δὲ τοιάδε ἕξις ἁπλῶς, ἀρετή. ζητοῦμεν δέ γε τὴν ἐν μέρει ἀρετῆς δικαιοσύνην· ἔστι (15) γάρ τις, ὡς φαμέν. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἀδικίας τῆς κατὰ μέρος. σημεῖον δ' ὅτι ἔστιν· κατὰ μὲν γὰρ τὰς ἄλλας μοχθηρίας ὁ ἐνεργῶν ἀδικεῖ μέν, πλεονεκτεῖ δ' οὐδέν, οἷον ὁ ῥίψας τὴν ἀσπίδα διὰ δειλίαν ἢ κακῶς εἰπὼν διὰ χαλεπότητα ἢ οὐ βοηθήσας χρήμασι δι' ἀνελευθερίαν· ὅταν δὲ (20) πλεονεκτῇ, πολλάκις κατ' οὐδεμίαν τῶν τοιούτων, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ κατὰ πάσας, κατὰ πονηρίαν δέ γε τινά (ψέγομεν γάρ) καὶ κατ' ἀδικίαν. ἔστιν ἄρ' ἄλλη τις ἀδικία ὡς μέρος τῆς ὅλης, καὶ ἄδικόν τι ἐν μέρει τοῦ ὅλου ἀδίκου τοῦ παρὰ τὸν νόμον. ἔτι εἰ ὃ μὲν τοῦ κερδαίνειν ἕνεκα μοιχεύει καὶ
5
Theog. 147
(25) προσλαμβάνων, ὃ δὲ προστιθεὶς καὶ ζημιούμενος δι' ἐπιθυμίαν, οὗτος μὲν ἀκόλαστος δόξειεν ἂν εἶναι μᾶλλον ἢ πλεονέκτης, ἐκεῖνος δ' ἄδικος, ἀκόλαστος δ' οὔ· δῆλον ἄρα ὅτι διὰ τὸ κερδαίνειν. ἔτι περὶ μὲν τἆλλα πάντα ἀδικήματα γίνεται ἡ ἐπαναφορὰ ἐπί τινα μοχθηρίαν ἀεί, οἷον εἰ ἐμοίχευσεν, (30) ἐπ' ἀκολασίαν, εἰ ἐγκατέλιπε τὸν παραστάτην, ἐπὶ δειλίαν, εἰ ἐπάταξεν, ἐπ' ὀργήν· εἰ δ' ἐκέρδανεν, ἐπ' οὐδεμίαν μοχθηρίαν ἀλλ' ἢ ἐπ' ἀδικίαν. ὥστε φανερὸν ὅτι ἔστι τις ἀδικία παρὰ τὴν ὅλην ἄλλη ἐν μέρει, συνώνυμος, ὅτι ὁ ὁρισμὸς ἐν τῷ αὐτῷ γένει· [1130b] (1) ἄμφω γὰρ ἐν τῷ πρὸς ἕτερον ἔχουσι τὴν δύναμιν, ἀλλ' ἣ μὲν περὶ τιμὴν ἢ χρήματα ἢ σωτηρίαν, ἢ εἴ τινι ἔχοιμεν ἑνὶ ὀνόματι περιλαβεῖν ταῦτα πάντα, καὶ δι' ἡδονὴν τὴν ἀπὸ τοῦ κέρδους, ἣ δὲ περὶ ἅπαντα περὶ ὅσα (5) ὁ σπουδαῖος. ὅτι μὲν οὖν εἰσὶν αἱ δικαιοσύναι πλείους, καὶ ὅτι ἔστι τις καὶ ἑτέρα παρὰ τὴν ὅλην ἀρετήν, δῆλον· τίς δὲ καὶ ποία τις, ληπτέον. διώρισται δὴ τὸ ἄδικον τό τε παράνομον καὶ τὸ ἄνισον, τὸ δὲ δίκαιον τό τε νόμιμον καὶ τὸ ἴσον. κατὰ (10) μὲν οὖν τὸ παράνομον ἡ πρότερον εἰρημένη ἀδικία ἐστίν. ἐπεὶ δὲ τὸ ἄνισον καὶ τὸ παράνομον οὐ ταὐτὸν ἀλλ' ἕτερον ὡς μέρος πρὸς ὅλον (τὸ μὲν γὰρ ἄνισον ἅπαν παράνομον, τὸ δὲ παράνομον οὐχ ἅπαν ἄνισον), καὶ τὸ ἄδικον καὶ ἡ ἀδικία οὐ ταὐτὰ ἀλλ' ἕτερα ἐκείνων, τὰ μὲν ὡς μέρη τὰ δ' ὡς ὅλα· μέρος γὰρ (15) αὕτη ἡ ἀδικία τῆς ὅλης ἀδικίας, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ δικαιοσύνη τῆς δικαιοσύνης. ὥστε καὶ περὶ τῆς ἐν μέρει δικαιοσύνης καὶ περὶ τῆς ἐν μέρει ἀδικίας λεκτέον, καὶ τοῦ δικαίου καὶ ἀδίκου ὡσαύτως. ἡ μὲν οὖν κατὰ τὴν ὅλην ἀρετὴν τεταγμένη δικαιοσύνη καὶ ἀδικία, ἣ μὲν τῆς ὅλης ἀρετῆς (20) οὖσα χρῆσις πρὸς ἄλλον ἣ δὲ τῆς κακίας, ἀφείσθω. καὶ τὸ δίκαιον δὲ καὶ τὸ ἄδικον τὸ κατὰ ταύτας φανερὸν ὡς διοριστέον· σχεδὸν γὰρ τὰ πολλὰ τῶν νομίμων τὰ ἀπὸ τῆς ὅλης ἀρετῆς προσταττόμενά ἐστιν· καθ' ἑκάστην γὰρ ἀρετὴν προστάττει ζῆν καὶ καθ' ἑκάστην μοχθηρίαν κωλύει ὁ νόμος. (25) τὰ δὲ ποιητικὰ τῆς ὅλης ἀρετῆς ἐστὶ τῶν νομίμων ὅσα νενομοθέτηται περὶ παιδείαν τὴν πρὸς τὸ κοινόν. περὶ δὲ τῆς καθ' ἕκαστον παιδείας, καθ' ἣν ἁπλῶς ἀνὴρ ἀγαθός ἐστι, πότερον τῆς πολιτικῆς ἐστὶν ἢ ἑτέρας, ὕστερον διοριστέον· οὐ γὰρ ἴσως ταὐτὸν ἀνδρί τ' ἀγαθῷ εἶναι καὶ πολίτῃ παντί. (30) τῆς δὲ κατὰ μέρος δικαιοσύνης καὶ τοῦ κατ' αὐτὴν δικαίου ἓν μέν ἐστιν εἶδος τὸ ἐν ταῖς διανομαῖς τιμῆς ἢ χρημάτων ἢ τῶν ἄλλων ὅσα μεριστὰ τοῖς κοινωνοῦσι τῆς πολιτείας (ἐν τούτοις γὰρ ἔστι καὶ ἄνισον ἔχειν καὶ ἴσον ἕτερον ἑτέρου), [1131a] (1) ἓν δὲ τὸ ἐν τοῖς συναλλάγμασι διορθωτικόν. τούτου δὲ μέρη δύο· τῶν γὰρ συναλλαγμάτων τὰ μὲν ἑκούσιά ἐστι τὰ δ' ἀκούσια, ἑκούσια μὲν τὰ τοιάδε οἷον πρᾶσις ὠνὴ δανεισμὸς ἐγγύη χρῆσις παρακαταθήκη μίσθωσις (ἑκούσια δὲ λέγεται, (5) ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν συναλλαγμάτων τούτων ἑκούσιος), τῶν δ' ἀκουσίων τὰ μὲν λαθραῖα, οἷον κλοπὴ μοιχεία φαρμακεία προαγωγεία δουλαπατία δολοφονία ψευδομαρτυρία, τὰ δὲ βίαια, οἷον αἰκία δεσμὸς θάνατος ἁρπαγὴ πήρωσις κακηγορία προπηλακισμός. (10) ἐπεὶ δ' ὅ τ' ἄδικος ἄνισος καὶ τὸ ἄδικον ἄνισον, δῆλον ὅτι καὶ μέσον τι ἔστι τοῦ ἀνίσου. τοῦτο δ' ἐστὶ τὸ ἴσον· ἐν ὁποίᾳ γὰρ πράξει ἔστι τὸ πλέον καὶ τὸ ἔλαττον, ἔστι καὶ τὸ ἴσον. εἰ οὖν τὸ ἄδικον ἄνισον, τὸ δίκαιον ἴσον· ὅπερ καὶ ἄνευ λόγου δοκεῖ πᾶσιν. ἐπεὶ δὲ τὸ ἴσον μέσον, τὸ δίκαιον μέσον τι ἂν (15) εἴη. ἔστι δὲ τὸ ἴσον ἐν ἐλαχίστοις δυσίν. ἀνάγκη τοίνυν τὸ δίκαιον μέσον τε καὶ ἴσον εἶναι καὶ πρός τι καὶ τισίν, καὶ ᾗ μὲν μέσον, τινῶν (ταῦτα δ' ἐστὶ πλεῖον καὶ ἔλαττον), ᾗ δ' ἴσον, δυοῖν, ᾗ δὲ δίκαιον, τισίν. ἀνάγκη ἄρα τὸ δίκαιον ἐν ἐλαχίστοις εἶναι τέτταρσιν· οἷς τε γὰρ δίκαιον τυγχάνει (20) ὄν, δύο ἐστί, καὶ ἐν οἷς, τὰ πράγματα,
τὸ μὲν οὖν δίκαιον τοῦτο. οἷον τῷ πατάξαντι. καὶ τὸ μᾶλλον μεῖζον. ὅπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων συμβαίνει· ὁ μὲν γὰρ ἀδικῶν πλέον ἔχει. ὥστε καὶ τὸ ὅλον πρὸς τὸ ὅλον· ὅπερ ἡ νομὴ συνδυάζει. ἀλλ' οἱ μὲν δημοκρατικοὶ ἐλευθερίαν. τὸ ἀνάλογον· τὸ δ' ἄδικον τὸ παρὰ τὸ ἀνάλογον. τὸ δ' ἐναντίον ζημία· ὧν ἦν μέσον τὸ ἴσον. ἀφαιρῶν τοῦ κέρδους. οὕτως ἡ τοῦ β πρὸς τὴν τοῦ γ. τέτταρα ἔσται τὰ ἀνάλογα. καὶ ἐναλλὰξ ἄρα. ὃ γίνεται ἐν τοῖς συναλλάγμασι καὶ τοῖς ἑκουσίοις καὶ τοῖς ἀκουσίοις. ἔτι ἐκ τοῦ κατ' ἀξίαν (25) τοῦτο δῆλον· τὸ γὰρ δίκαιον ἐν ταῖς νομαῖς ὁμολογοῦσι πάντες κατ' ἀξίαν τινὰ δεῖν εἶναι. ἀλλὰ καὶ ἡ συνεχής· τῷ γὰρ ἑνὶ ὡς δυσὶ χρῆται καὶ δὶς λέγει. οὐκ ἴσα ἕξουσιν. ἀλλ' ὅλως ἀριθμοῦ· ἡ γὰρ ἀναλογία ἰσότης ἐστὶ λόγων. δῆλον. ἡ μὲν οὖν διῃρημένη ὅτι ἐν τέτταρσι. ἔστιν ἄρα τὸ δίκαιον ἀνάλογόν τι. ἔσται ἄρα ὡς ὁ α ὅρος πρὸς τὸν β. ὥστε τὸ ἄδικον τοῦτο ἄνισον ὂν ἰσάζειν πειρᾶται ὁ δικαστής· καὶ γὰρ ὅταν ὃ μὲν πληγῇ ὃ δὲ πατάξῃ. τὴν μέντοι ἀξίαν οὐ τὴν αὐτὴν λέγουσι πάντες [ὑπάρχειν]. καὶ ἡ αὐτὴ ἔσται ἰσότης. τὸ δὲ κέρδος καὶ ἡ ζημία τὸ μὲν πλέον τὸ δ' ἔλαττον ἐναντίως. δικαίως συνδυάζει. ὅταν ἢ μὴ ἴσα ἴσοι ἢ μὴ ἴσοι ἴσα ἔχωσι καὶ νέμωνται. ὥστε τοῦ μὲν πλείονος καὶ ἐλάττονος τὸ ἴσον (15) μέσον. τὸ δ' αἱρετὸν ἀγαθόν. τὸ μὲν τοῦ ἀγαθοῦ πλέον τοῦ κακοῦ δ' ἔλαττον κέρδος. τὸ παρὰ τὸ ἀνάλογον· τὸ γὰρ ἀνάλογον μέσον. οἳ δ' εὐγένειαν. (25) τὸ δὲ λοιπὸν ἓν τὸ διορθωτικόν. τὸ μὲν οὖν ἓν εἶδος τοῦ δικαίου τοῦτ' ἐστίν. τὸ δ' ἐν τοῖς συναλλάγμασι δίκαιον ἐστὶ μὲν ἴσον τι. τὸ κέρδος. ὁ β πρὸς τὸν δ. (30) τὸ γὰρ ἀνάλογον οὐ μόνον ἐστὶ μοναδικοῦ ἀριθμοῦ ἴδιον. ἢ καὶ κτείνῃ ὃ δ' ἀποθάνῃ. καλεῖται τὸ μὲν ζημία τὸ δὲ κέρδος. τὰ ἐν οἷς. λέγεται γὰρ ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν ἐπὶ τοῖς τοιούτοις. ἔσται κατὰ τὸν λόγον τὸν αὐτὸν ὅνπερ ἔχουσι πρὸς ἄλληλα τὰ εἰσενεχθέντα· καὶ τὸ ἄδικον τὸ ἀντικείμενον τῷ δικαίῳ τούτῳ τὸ παρὰ τὸ ἀνάλογόν ἐστιν. εἰ ἐπιεικὴς φαῦλον ἀπεστέρησεν ἢ φαῦλος ἐπιεικῆ. καὶ χρῆται ὡς ἴσοις. διῄρηται τὸ πάθος καὶ ἡ πρᾶξις εἰς ἄνισα· ἀλλὰ πειρᾶται τῇ (10) ζημίᾳ ἰσάζειν. ἀλλ' ἐντεῦθεν αἱ μάχαι καὶ τὰ ἐγκλήματα. καὶ ὁ λόγος ὁ αὐτός· (5) διῄρηται γὰρ ὁμοίως οἷς τε καὶ ἅ. τὸ μὲν γὰρ διανεμητικὸν δίκαιον τῶν κοινῶν ἀεὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἐστὶ τὴν εἰρημένην· καὶ γὰρ ἀπὸ χρημάτων κοινῶν ἐὰν γίνηται (30) ἡ διανομή. [1132a] (1) ἀλλ' οὐ κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἐκείνην ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀριθμητικήν. οὐδὲν γὰρ διαφέρει. εἰ ὃ μὲν ἀδικεῖ ὃ δ' ἀδικεῖται. καὶ εἰ ἔβλαψεν ὃ δὲ βέβλαπται. καὶ μέσον τὸ δίκαιον τοῦτ' ἐστί. ὡς ὁ α πρὸς τὸν γ. οἷς καὶ ἐν οἷς· ὡς γὰρ ἐκεῖνα ἔχει. ᾧ καὶ ὅ. κἂν οὕτω συντεθῇ. καὶ τὸ ἄδικον ἄνισον.δύο. κἂν εἰ μή τισιν οἰκεῖον ὄνομα εἴη. οἱ δ' ἀριστοκρατικοὶ ἀρετήν. ὁ δ' ἀδικούμενος (20) ἔλαττον τοῦ ἀγαθοῦ. ἐπὶ δὲ τοῦ κακοῦ ἀνάπαλιν· ἐν ἀγαθοῦ γὰρ λόγῳ γίνεται τὸ ἔλαττον κακὸν πρὸς τὸ μεῖζον κακόν· ἔστι γὰρ τὸ ἔλαττον κακὸν μᾶλλον αἱρετὸν τοῦ μείζονος. τὸ δὲ δίκαιον ἀνάλογον. καὶ ἐν τέτταρσιν ἐλαχίστοις. καλοῦσι δὲ τὴν τοιαύτην ἀναλογίαν γεωμετρικὴν οἱ μαθηματικοί· ἐν γὰρ τῇ γεωμετρικῇ συμβαίνει καὶ τὸ ὅλον πρὸς τὸ ὅλον ὅπερ ἑκάτερον πρὸς ἑκάτερον. ἔστι δὲ καὶ τὸ δίκαιον ἐν τέτταρσιν ἐλαχίστοις. τοῦτο δὲ τὸ δίκαιον ἄλλο εἶδος ἔχει τοῦ πρότερον. δὶς οὖν ἡ τοῦ β εἴρηται· ὥστ' ἐὰν ἡ τοῦ β τεθῇ δίς. γίνεται ἄρα τὸ μὲν πλέον τὸ δ' ἔλαττον. οὕτω κἀκεῖνα ἔχει· εἰ γὰρ μὴ ἴσοι. ἡ ἄρα τοῦ α ὅρου τῷ γ καὶ ἡ τοῦ β τῷ δ σύζευξις (10) τὸ ἐν διανομῇ δίκαιόν ἐστι. οἱ δ' ὀλιγαρχικοὶ πλοῦτον. (15) ἔστι δ' οὐ συνεχὴς αὕτη ἡ ἀναλογία· οὐ γὰρ γίνεται εἷς ἀριθμῷ ὅρος. [1131b] (1) οἷον ὡς ἡ τοῦ α πρὸς τὴν τοῦ β. καὶ ἡ ζημία τῷ παθόντι· ἀλλ' ὅταν γε μετρηθῇ τὸ πάθος. οὐδ' εἰ ἐμοίχευσεν ἐπιεικὴς ἢ φαῦλος· ἀλλὰ πρὸς τοῦ βλάβους τὴν διαφορὰν μόνον βλέπει (5) ὁ νόμος. ὃ λέγομεν εἶναι δίκαιον· ὥστε τὸ ἐπανορθωτικὸν . οὕτως ὁ γ πρὸς τὸν δ.
ὥσπερ ἂν εἴ τις εἴποι δίχαιον. δοκεῖ δέ τισι καὶ τὸ ἀντιπεπονθὸς εἶναι ἁπλῶς δίκαιον. εἴπερ καὶ ὁ δικαστής. ὁ δὲ (25) δικαστὴς ἐπανισοῖ. δεῖ οὖν λαμβάνειν τὸν οἰκοδόμον παρὰ τοῦ σκυτοτόμου τὸ ἐκείνου ἔργον. ὅταν δὲ δίχα διαιρεθῇ τὸ ὅλον. ἔτι τὸ ἑκούσιον καὶ τὸ ἀκούσιον διαφέρει πολύ. τὸ ἴσον ἔχειν (20) καὶ πρότερον καὶ ὕστερον. (20) ἐπὶ τὸν δικαστὴν καταφεύγουσιν· τὸ δ' ἐπὶ τὸν δικαστὴν ἰέναι ἰέναι ἐστὶν ἐπὶ τὸ δίκαιον· ὁ γὰρ δικαστὴς βούλεται εἶναι οἷον δίκαιον ἔμψυχον· καὶ ζητοῦσι δικαστὴν μέσον. ὡς ἐὰν τοῦ μέσου τύχωσι. ὅτι δίχα ἐστίν. καὶ εἰ ἄρχοντα ἐπάταξεν. καὶ τί προσθεῖναι τῷ ἔλαττον ἔχοντι· ᾧ μὲν γὰρ τὸ μέσον ὑπερέχει. [1132b] (1) τοῦ μέσου ἄρα ἑνί. ἀφ' οὗ ἀφῃρέθη. ἥ τε ζημία καὶ τὸ κέρδος. ᾧ τὸ μεῖζον τμῆμα τῆς ἡμισείας ὑπερέχει. οἰκοδόμος ἐφ' ᾧ α. δυσὶ τούτοις ὑπερέχει θάτερον· εἰ γὰρ ἀφῃρέθη μέν. ὥσπερ οἱ Πυθαγόρειοι ἔφασαν· ὡρίζοντο γὰρ ἁπλῶς τὸ δίκαιον τὸ ἀντιπεπονθὸς ἄλλῳ. σκυτοτόμος ἐφ' ᾧ β. ἐὰν οὖν πρῶτον ᾖ τὸ κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἴσον. μετάδοσις οὐ γίνεται. τὸ δ' ἴσον μέσον ἐστὶ τῆς μείζονος καὶ (30) ἐλάττονος κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. τῇ μεταδόσει δὲ συμμένουσιν. καὶ καλοῦσιν ἔνιοι μεσιδίους. καὶ ὥσπερ γραμμῆς εἰς ἄνισα τετμημένης. καὶ αὐτὸν (10) ἐκείνῳ μεταδιδόναι τὸ αὑτοῦ. καὶ τὸ πάσχον ἔπασχε τοῦτο καὶ τοσοῦτον καὶ τοιοῦτον. τοῦτο προσθεῖναι (5) δεῖ τῷ ἔλαττον ἔχοντι. οὐκ ἴσον. τοῦτ' ἀφεῖλε καὶ τῷ ἐλάττονι τμήματι προσέθηκεν. τὸ δ' ἔλαττον τῶν ἐξ ἀρχῆς ζημιοῦσθαι. οὐδὲ συμμένει· . τὸ ἀντιπεπονθὸς κατ' ἀναλογίαν καὶ μὴ κατ' ἰσότητα. μέσον ἄρα τι τὸ δίκαιον. ὑπόδημα ἐφ' ᾧ δ. ᾧ δ' ὑπερέχεται.] ἐλήλυθε δὲ τὰ ὀνόματα ταῦτα. καὶ ὁ δικαστὴς διχαστής.δίκαιον ἂν εἴη τὸ μέσον ζημίας καὶ κέρδους. ἢ γὰρ τὸ κακῶς ζητοῦσιν· [1133a] (1) εἰ δὲ μή. ἑνί. (15) οἷον ἐν τῷ ὠνεῖσθαι καὶ πωλεῖν καὶ ἐν ὅσοις ἄλλοις ἄδειαν δέδωκεν ὁ νόμος· ὅταν δὲ μήτε πλέον μήτ' ἔλαττον ἀλλ' αὐτὰ δι' αὐτῶν γένηται. ἐκ τῆς ἑκουσίου ἀλλαγῆς· τὸ μὲν γὰρ πλέον ἔχειν ἢ τὰ αὑτοῦ κερδαίνειν λέγεται. δουλεία δοκεῖ εἶναι [εἰ μὴ ἀντιποιήσει]· ἢ τὸ εὖ· εἰ δὲ μή. τὰ αὑτῶν φασὶν ἔχειν καὶ οὔτε ζημιοῦσθαι οὔτε κερδαίνειν. διὸ καὶ Χαρίτων ἱερὸν ἐμποδὼν ποιοῦνται. δίκη κ' ἰθεῖα γένοιτο --πολλαχοῦ γὰρ διαφωνεῖ· οἷον εἰ ἀρχὴν ἔχων ἐπάταξεν. καὶ πάλιν αὐτὸν ἄρξαι χαριζόμενον. ἀφελεῖν ἀπὸ τοῦ μεγίστου. ὥστε ὅλη ἡ δγγ τῆς εα ὑπερέχει τῷ γδ καὶ τῷ γζ· τῆς ἄρα ββ τῷ γδ. οὐ δεῖ ἀντιπληγῆναι. ἑνὶ ἂν μόνον ὑπερεῖχεν. διὸ καὶ ὅταν ἀμφισβητῶσιν. ἐπὰν γὰρ δύο ἴσων ἀφαιρεθῇ ἀπὸ θατέρου. καὶ προσκείσθω τῇ γγ τὸ ἐφ' ᾧ γδ. ἀλλ' ἐν μὲν ταῖς κοινωνίαις ταῖς ἀλλακτικαῖς συνέχει τὸ τοιοῦτον δίκαιον. ἵν' ἀνταπόδοσις ᾖ· τοῦτο γὰρ ἴδιον χάριτος· ἀνθυπηρετῆσαι γὰρ δεῖ τῷ (5) χαρισαμένῳ. τούτῳ ἄρα γνωριοῦμεν τί τε ἀφελεῖν δεῖ ἀπὸ τοῦ πλέον ἔχοντος. οἰκία ἐφ' ᾧ γ. πρὸς θάτερον δὲ προστεθῇ. διὰ τοῦτο καὶ ὀνομάζεται δίκαιον. οὐ πληγῆναι (30) μόνον δεῖ ἀλλὰ καὶ κολασθῆναι. τὸ δ' ἀντιπεπονθὸς οὐκ ἐφαρμόττει οὔτ' ἐπὶ τὸ νεμητικὸν δίκαιον οὔτ' ἐπὶ τὸ διορθωτικόν--καίτοι (25) βούλονταί γε τοῦτο λέγειν καὶ τὸ Ῥαδαμάνθυος δίκαιον· εἴ κε πάθοι τά τ' ἔρεξε. ἴσαι αἱ ἐφ' ὧν αα ββ γγ ἀλλήλαις· ἀπὸ τῆς αα ἀφῃρήσθω τὸ αε. τοῦ δικαίου τευξόμενοι. καὶ τὸ μέσον. τότε φασὶν ἔχειν τὸ αὑτοῦ ὅταν λάβωσι τὸ ἴσον. τῷ ἀντιποιεῖν γὰρ ἀνάλογον συμμένει ἡ πόλις. [ἔστι δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· (10) ἀνῃροῦντο γὰρ ἄν. ὥστε κέρδους τινὸς καὶ ζημίας μέσον τὸ δίκαιόν ἐστι τῶν παρὰ τὸ ἑκούσιον. εἰ δὲ μή. ἔσται τὸ λεγόμενον. εἶτα τὸ ἀντιπεπονθὸς γένηται. εἰ μὴ ἐποίει τὸ ποιοῦν καὶ ὅσον καὶ οἷον. ποιεῖ δὲ τὴν ἀντίδοσιν τὴν κατ' ἀναλογίαν ἡ κατὰ διάμετρον σύζευξις. μὴ προσετέθη δέ.
ὅτι αὕτη ἡ ἰσότης δύναται ἐπ' αὐτῶν γίνεσθαι. πόσα ἄττα δὴ ὑποδήματ' ἴσον οἰκίᾳ ἢ τροφῇ.οὐθὲν γὰρ κωλύει κρεῖττον εἶναι τὸ θατέρου ἔργον ἢ τὸ θατέρου· δεῖ οὖν ταῦτα ἰσασθῆναι. γεωργὸς α. εἰ πέντε μνῶν ἀξία ἡ οἰκία. ἓν δή τι δεῖ εἶναι. τὸ α τοῦ β ἥμισυ. κλίνη γ. διὸ πάντα συμβλητὰ δεῖ πως εἶναι. τῇ μὲν οὖν ἀληθείᾳ ἀδύνατον τὰ τοσοῦτον διαφέροντα σύμμετρα (20) γενέσθαι. (20) ἐφ' ὃ τὸ νόμισμ' ἐλήλυθε. μναῖ δέκα β. τὸ ἔργον τὸ τοῦ σκυτοτόμου πρὸς τὸ τοῦ γεωργοῦ. εἰ νῦν μηδὲν δεῖται. ἢ ὅσου αἱ πέντε κλῖναι. τὸ γ τοῦ β· δῆλον τοίνυν πόσαι κλῖναι ἴσον οἰκίᾳ. ὥστε ὅπερ γεωργὸς πρὸς σκυτοτόμον. δῆλον· διαφέρει γὰρ οὐδὲν ἢ κλῖναι πέντε ἀντὶ οἰκίας. ἀλλ' ὅτι μέσου ἐστίν· ἡ δ' ἀδικία τῶν ἄκρων. οἰκία α. καὶ διανεμητικὸς καὶ αὑτῷ πρὸς ἄλλον καὶ ἑτέρῳ πρὸς ἕτερον οὐχ οὕτως ὥστε τοῦ μὲν αἱρετοῦ πλέον αὑτῷ ἔλαττον δὲ τῷ (5) πλησίον. [1134a] (1) καὶ ἡ μὲν δικαιοσύνη ἐστὶ καθ' ἣν ὁ δίκαιος λέγεται πρακτικὸς κατὰ προαίρεσιν τοῦ δικαίου. οἷον οἴνου. δεῖ ἄρα ἑνί τινι πάντα μετρεῖσθαι. ἔστι δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἀνῃροῦντο (15) γὰρ ἄν. οὐκ ἔσται. διὸ δεῖ πάντα (15) τετιμῆσθαι· οὕτω γὰρ ἀεὶ ἔσται ἀλλαγή. ἡ δ' ἀδικία τοὐναντίον τοῦ ἀδίκου. οὐκ ἔσται ἀλλαγὴ οὐδὲ κοινωνία. καὶ τὸ πάσχον ἔπασχε τοῦτο καὶ τοσοῦτον καὶ τοιοῦτον.† (10) δεῖ ἄρα τοῦτο ἰσασθῆναι. ὧν ἐστὶν ἀλλαγή. οὕτως ἴσοι καὶ κοινωνοί. τοσαδὶ ὑποδήματα πρὸς οἰκίαν ἢ τροφήν. εἰ μὴ ἐποίει τὸ ποιοῦν καὶ ὅσον καὶ οἷον. τοῦτο δ' ἐξ ὑποθέσεως· διὸ νόμισμα καλεῖται· τοῦτο γὰρ πάντα ποιεῖ σύμμετρα· μετρεῖται γὰρ πάντα νομίσματι. τοῦτο δ' ἐστὶν ὑπερβολὴ . τοῦτο δ' ἐστὶ τῇ μὲν ἀληθείᾳ ἡ χρεία. ὅτι ἔσται ἂν δεηθῇ. ὁμοίως δὲ καὶ ἄλλῳ πρὸς ἄλλον. οὐ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς. τί μὲν οὖν τὸ ἄδικον καὶ τί τὸ δίκαιόν ἐστιν. τὸ ἔργον αὐτοῦ τὸ ἰσασμένον δ. ὥσπερ ἐλέχθη πρότερον. τὸ νόμισμα οἷον ἐγγυητής ἐσθ' ἡμῖν· δεῖ γὰρ τοῦτο φέροντι εἶναι λαβεῖν. ἢ ἴσον· ἡ δὲ κλίνη δέκατον (25) μέρος. ὅταν ἀλλάξωνται (εἰ δὲ μή. (5) σκυτοτόμος β. οὐκ ἂν ἦν κοινωνία. ἀλλ' ὅταν ἔχωσι τὰ αὑτῶν. εἴρηται. ὥστε καὶ τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν ἔλλειψιν. ὅτι πέντε. ὅταν ἰσασθῇ. ἡ δὲ δικαιοσύνη μεσότης τίς ἐστιν. οὐκ ἀλλάττονται. (25) τοῦτο δ'. οὐ γὰρ ἐκ δύο ἰατρῶν γίνεται κοινωνία. ἀλλ' ἐξ ἰατροῦ καὶ γεωργοῦ. ἔσται δὴ ἀντιπεπονθός. (30) διωρισμένων δὲ τούτων δῆλον ὅτι ἡ δικαιοπραγία μέσον ἐστὶ τοῦ ἀδικεῖν καὶ ἀδικεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ πλέον ἔχειν τὸ δ' ἔλαττόν ἐστιν. εἰ μὴ ἴσα εἴη πως. ἢ οὐκ ἔσται ἀλλαγὴ ἢ οὐχ ἡ αὐτή· οἷον δ' ὑπάλλαγμα τῆς χρείας τὸ νόμισμα γέγονε κατὰ συνθήκην· (30) καὶ διὰ τοῦτο τοὔνομα ἔχει νόμισμα. δηλοῖ ὅτι ὅταν μὴ ἐν χρείᾳ ὦσιν ἀλλήλων. ὅτι δ' ἡ χρεία συνέχει ὥσπερ ἕν τι ὄν. ἀλλὰ τοῦ ἴσου τοῦ κατ' ἀναλογίαν. τὸ δὴ νόμισμα ὥσπερ μέτρον σύμμετρα ποιῆσαν ἰσάζει· οὔτε γὰρ ἂν μὴ οὔσης ἀλλαγῆς κοινωνία ἦν. ἢ ἀμφότεροι ἢ ἅτερος. καὶ ἐφ' ἡμῖν μεταβαλεῖν καὶ ποιῆσαι ἄχρηστον. ὅτι δ' οὕτως ἡ ἀλλαγὴ ἦν πρὶν τὸ νόμισμα εἶναι. εἰ γὰρ μὴ τοῦτο. διδόντες σίτου ἐξαγωγήν. ὅτι οὐ φύσει ἀλλὰ νόμῳ ἐστί. οὔτ' ἀλλαγὴ ἰσότητος μὴ οὔσης. [1133b] (1) εἰς σχῆμα δ' ἀναλογίας οὐ δεῖ ἄγειν. πρὸς δὲ τὴν χρείαν ἐνδέχεται ἱκανῶς. δεῖ τοίνυν ὅπερ οἰκοδόμος πρὸς σκυτοτόμον. εἰ δ' οὕτω μὴ ἦν ἀντιπεπονθέναι. κοινωνία. ἀμφοτέρας ἕξει τὰς ὑπεροχὰς τὸ ἕτερον ἄκρον). οὔτ' ἰσότης μὴ οὔσης συμμετρίας. ὑπὲρ δὲ τῆς μελλούσης ἀλλαγῆς. πάσχει μὲν οὖν καὶ τοῦτο τὸ αὐτό· οὐ γὰρ ἀεὶ ἴσον δύναται· ὅμως δὲ βούλεται μένειν μᾶλλον. καὶ γίνεταί πως μέσον· πάντα γὰρ μετρεῖ. τροφὴ γ. καὶ ὅλως ἑτέρων καὶ οὐκ ἴσων· ἀλλὰ τούτους δεῖ ἰσασθῆναι. τοῦ βλαβεροῦ δ' ἀνάπαλιν. ἣ πάντα συνέχει· εἰ γὰρ μηθὲν δέοιντο ἢ μὴ ὁμοίως. εἰ δὲ τοῦτο. †ὥσπερ ὅταν οὗ ἔχει αὐτὸς δέηταί τις.
ἐμοίχευσε δέ· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. ἀδικεῖ μὲν οὖν. ἀλλά τι δίκαιον καὶ καθ' (30) ὁμοιότητα. ἔτι ὅσα ἐπὶ τῶν καθ' ἕκαστα νομοθετοῦσιν. οἷς καὶ νόμος πρὸς αὑτούς· νόμος δ'. ὁ ποῖα ἀδικήματα ἀδικῶν ἤδη ἄδικός ἐστιν ἑκάστην ἀδικίαν. ἔστι δ' ὁ ἄρχων φύλαξ τοῦ δικαίου. δοκεῖ δ' ἐνίοις εἶναι πάντα (25) τοιαῦτα. (35) διὸ οὐκ ἐῶμεν ἄρχειν ἄνθρωπον. τοῦ δὲ ἀδικήματος τὸ μὲν ἔλαττον ἀδικεῖσθαί ἐστι. καὶ ἐν οἷς ἐπεφύκει εἶναι νόμος. ἐφ' (10) αὑτοῦ μὲν ὑπερβολῆς μὲν τοῦ ἁπλῶς ὠφελίμου. ἐν οἷς δ' ἀδικία. οἷον τὸ θύειν Βρασίδᾳ. εἴπερ ἄμφω κινητὰ ὁμοίως. περὶ μὲν οὖν δικαιοσύνης καὶ ἀδικίας. ἀλλ' ὅμως ἐστὶ τὸ μὲν φύσει τὸ δ' οὐ φύσει. ἔστι γὰρ δίκαιον. κινητὸν μέντοι (30) πᾶν. ὅτι ἑαυτῷ τοῦτο ποιεῖ [1134b] (1) καὶ γίνεται τύραννος. ποῖον δὲ φύσει τῶν ἐνδεχομένων καὶ ἄλλως ἔχειν. παρ' ἡμῖν δ' ἔστι μέν τι καὶ φύσει. εἴπερ δίκαιος (οὐ γὰρ νέμει πλέον τοῦ ἁπλῶς ἀγαθοῦ αὑτῷ. καὶ ποῖον οὒ ἀλλὰ νομικὸν καὶ συνθήκῃ. ἄδικος δ' οὐκ ἔστιν. δῆλον. τίς ἑκατέρας ἐστὶν (15) ἡ φύσις. πῶς μὲν οὖν ἔχει τὸ ἀντιπεπονθὸς πρὸς τὸ δίκαιον. ἐπεὶ δ' ἔστιν ἀδικοῦντα μήπω ἄδικον εἶναι. τὸ δὲ παρὰ τὸ ἀνάλογον. ἐλλείψεως δὲ τοῦ βλαβεροῦ· ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων τὸ μὲν ὅλον ὁμοίως. εἰ μὴ πρὸς αὐτὸν ἀνάλογόν ἐστιν· διὸ (5) ἑτέρῳ πονεῖ· καὶ διὰ τοῦτο ἀλλότριον εἶναί φασιν ἀγαθὸν τὴν δικαιοσύνην. καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὁ αὐτὸς ἁρμόσει διορισμός· φύσει γὰρ ἡ δεξιὰ κρείττων. (20) καὶ οὐ τῷ δοκεῖν ἢ μή. ὁποτέρως ἔτυχεν. ὅταν δὲ θῶνται. καίτοι ἐνδέχεται πάντας ἀμφιδεξίους (35) γενέσθαι. τοῦτο δ' οὐκ ἔστιν οὕτως ἔχον. οἷον κλέπτης ἢ μοιχὸς ἢ λῃστής. ἔκλεψε δέ. καὶ τοῦ ἴσου. ἐν οἷς ἀδικία· ἡ γὰρ δίκη κρίσις τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ἀδίκου. καὶ τὸ ἀδικεῖν ἐν τούτοις ̔ἐν οἷς δὲ τὸ ἀδικεῖν. οὐ πᾶσιν ἀδικίἀ. ἐλευθέρων καὶ ἴσων ἢ κατ' ἀναλογίαν ἢ κατ' ἀριθμόν· ὥστε ὅσοις μή ἐστι τοῦτο. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ δικαίου καὶ ἀδίκου καθόλου. ὅτι ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεώς ἐστιν. ἔλαττον δὲ τῶν ἁπλῶς κακῶν. αὑτὸν δ' οὐδεὶς προαιρεῖται βλάπτειν· διὸ οὐκ ἔστιν ἀδικία πρὸς αὑτόν· οὐδ' ἄρα ἄδικον οὐδὲ δίκαιον τὸ πολιτικόν· κατὰ νόμον γὰρ ἦν. φυσικὸν μὲν τὸ πανταχοῦ τὴν αὐτὴν ἔχον δύναμιν. καὶ γὰρ (20) ἂν συγγένοιτο γυναικὶ εἰδὼς τὸ ᾗ. οἷον οὐ κλέπτης. ἢ τὸ αἶγα θύειν ἀλλὰ μὴ δύο πρόβατα. τὰ δὲ δίκαια κινούμενα ὁρῶσιν. διὸ μᾶλλον πρὸς γυναῖκά ἐστι δίκαιον ἢ πρὸς τέκνα καὶ κτήματα· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ οἰκονομικὸν δίκαιον· ἕτερον δὲ καὶ τοῦτο τοῦ πολιτικοῦ. οὗτοι δ' ἦσαν (15) οἷς ὑπάρχει ἰσότης τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι. τὸ δὲ κτῆμα καὶ τὸ τέκνον. ἕως ἂν ᾖ πηλίκον καὶ χωρισθῇ. νομικὸν δὲ ὃ ἐξ ἀρχῆς μὲν οὐδὲν διαφέρει οὕτως ἢ ἄλλως. εἰ δὲ τοῦ δικαίου. ἀλλὰ τὸν λόγον. οἷον τὸ μνᾶς λυτροῦσθαι. ἀλλ' οὐ διὰ προαιρέσεως ἀρχὴν ἀλλὰ διὰ πάθος. τοῦ δὲ πολιτικοῦ δικαίου τὸ μὲν φυσικόν ἐστι τὸ δὲ νομικόν.καὶ ἔλλειψις τοῦ ὠφελίμου ἢ βλαβεροῦ παρὰ τὸ ἀνάλογον. ἀλλ' ἔστιν ὥς· καίτοι παρά γε τοῖς θεοῖς ἴσως οὐδαμῶς. τοῦτο δ' ἔστιν ἐπὶ κοινωνῶν βίου πρὸς τὸ εἶναι αὐτάρκειαν. ἐπεὶ δ' οὐθὲν αὐτῷ πλέον εἶναι δοκεῖ. ἢ οὕτω μὲν οὐδὲν διοίσει. τοῦτο δὲ τιμὴ καὶ γέρας· ὅτῳ δὲ μὴ ἱκανὰ τὰ τοιαῦτα. διὸ ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις ἡ ἀδικία. οὗτοι γίνονται τύραννοι. τὸ δὲ δεσποτικὸν δίκαιον καὶ τὸ πατρικὸν οὐ ταὐτὸν τούτοις ἀλλ' ὅμοιον· οὐ γὰρ ἔστιν (10) ἀδικία πρὸς τὰ αὑτοῦ ἁπλῶς. καθάπερ ἐλέχθη καὶ πρότερον)· μισθὸς ἄρα τις δοτέος. εἴρηται πρότερον· δεῖ δὲ μὴ λανθάνειν (25) ὅτι τὸ ζητούμενόν ἐστι καὶ τὸ ἁπλῶς δίκαιον καὶ τὸ πολιτικὸν δίκαιον. τὸ δὲ μεῖζον τὸ ἀδικεῖν. ὥσπερ μέρος αὑτοῦ. εἰρήσθω τοῦτον τὸν τρόπον. τοῦτο δ' ἐστὶ τὸ πλέον αὑτῷ νέμειν τῶν ἁπλῶς ἀγαθῶν. καὶ τὰ ψηφισματώδη. τὰ δὲ κατὰ συνθήκην καὶ τὸ συμφέρον τῶν δικαίων [1135a] (1) ὅμοιά . οὐδὲ μοιχός. ὥσπερ τὸ πῦρ καὶ ἐνθάδε καὶ ἐν Πέρσαις καίει. ὅτι τὸ μὲν φύσει ἀκίνητον καὶ πανταχοῦ τὴν αὐτὴν ἔχει δύναμιν. οὐκ ἔστι τούτοις πρὸς ἀλλήλους τὸ πολιτικὸν δίκαιον. διαφέρει.
οὔτ' ἀδικεῖ οὔτε δικαιοπραγεῖ ἀλλ' ἢ κατὰ συμβεβηκός· οἷς γὰρ συμβέβηκε δικαίοις εἶναι ἢ ἀδίκοις. οὐχ ἑκών· οὐ γὰρ ἐπ' αὐτῷ)· ἐνδέχεται δὲ τὸν τυπτόμενον πατέρα εἶναι. ἀλλ' οὗ μὲν ὠνοῦνται. ἀδίκημα. οὐ γὰρ ὥσπερ ἐν τοῖς συναλλάγμασι (30) περὶ τοῦ γενέσθαι ἀμφισβητοῦσιν. ὅταν μὲν οὖν παραλόγως ἡ βλάβη γένηται. δικαίωμα δὲ τὸ ἐπανόρθωμα τοῦ ἀδικήματος. ἔστι δ' ὁμοίως ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ τῶν δικαίων καὶ τὸ κατὰ συμβεβηκός· καὶ γὰρ ἂν τὴν παρακαταθήκην ἀποδοίη τις ἄκων καὶ διὰ (5) φόβον. ἀδικεῖ μὲν καὶ δικαιοπραγεῖ ὅταν ἑκών τις αὐτὰ πράττῃ· ὅταν δ' ἄκων. ὁμοίως δὲ καὶ δικαίωμα· καλεῖται δὲ μᾶλλον δικαιοπράγημα τὸ κοινόν.ἐστι τοῖς μέτροις· οὐ γὰρ πανταχοῦ ἴσα τὰ οἰνηρὰ καὶ σιτηρὰ μέτρα. τὸ δὴ ἀγνοούμενον. ψέγεται. τριῶν δὴ οὐσῶν βλαβῶν τῶν ἐν ταῖς κοινωνίαις. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ μὴ φυσικὰ ἀλλ' ἀνθρώπινα δίκαια οὐ ταὐτὰ πανταχοῦ. ἢ οὐχ ᾧ. τῶν δὲ ἑκουσίων τὰ μὲν προελόμενοι πράττομεν τὰ δ' οὐ προελόμενοι. ὥστε . διαφέρει δὲ τὸ ἀδίκημα καὶ τὸ ἄδικον καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ δίκαιον· ἄδικον μὲν γάρ (10) ἐστι τῇ φύσει ἢ τάξει· αὐτὸ δὲ τοῦτο. ἐπεὶ οὐδ' αἱ πολιτεῖαι. καὶ ἀδικήματά ἐστιν. ἁμάρτημα (ἁμαρτάνει μὲν γὰρ ὅταν ἡ ἀρχὴ ἐν αὐτῷ ᾖ τῆς αἰτίας. πράττουσιν. οὗ δὲ πωλοῦσιν. ὧν ἀνάγκη τὸν ἕτερον εἶναι μοχθηρόν. οἷον τὸ γηρᾶν ἢ ἀποθνήσκειν. ἀκούσιον. ἂν μὴ τὸ ἑκούσιον προσῇ. ἐκείνων δ' ἕκαστον ἕν· καθόλου γάρ. ἢ οὐχ ὅν. ὅτι δὲ πατὴρ ἀγνοεῖν· ὁμοίως δὲ τὸ τοιοῦτον διωρίσθω καὶ ἐπὶ τοῦ οὗ ἕνεκα. ποῖά τε εἴδη καὶ πόσα καὶ περὶ ποῖα (15) τυγχάνει ὄντα. καὶ περὶ τὴν πρᾶξιν ὅλην. οἷον ὅσα τε διὰ θυμὸν καὶ ἄλλα πάθη. ἀδίκημα δὲ καὶ (20) δικαιοπράγημα ὥρισται τῷ ἑκουσίῳ καὶ ἀκουσίῳ· ὅταν γὰρ ἑκούσιον ᾖ. ἢ μὴ ἀγνοούμενον μὲν μὴ ἐπ' αὐτῷ δ' ὄν. τῶν δὲ δικαίων καὶ νομίμων ἕκαστον ὡς τὰ καθόλου πρὸς τὰ καθ' ἕκαστα ἔχει· τὰ μὲν γὰρ πραττόμενα πολλά. οἷον τίνα τύπτει καὶ τίνι καὶ τίνος ἕνεκα. (5) ἀλλὰ μία μόνον πανταχοῦ κατὰ φύσιν ἡ ἀρίστη. ἀπροαίρετα δὲ ὅσ' ἀπροβούλευτα. ὃ ἄν τις τῶν ἐφ' αὑτῷ ὄντων εἰδὼς καὶ μὴ ἀγνοῶν πράττῃ (25) μήτε ὃν μήτε ᾧ μήτε οὗ . οἷον οὐχ ἵνα τρώσῃ ἀλλ' ἵνα κεντήσῃ. ὅταν μήτε ὃν μήτε ὃ μήτε ᾧ μήτε οὗ ἕνεκα ὑπέλαβε πράξῃ· ἢ γὰρ οὐ βάλλειν ἢ οὐ τούτῳ ἢ οὐ τοῦτον ἢ οὐ τούτου ἕνεκα ᾠήθη. τὰ μὲν μετ' ἀγνοίας ἁμαρτήματά ἐστιν. ἅμα δὲ καὶ ἀδίκημα τότ' ἐστίν· ὥστ' ἔσται τι ἄδικον μὲν ἀδίκημα δ' οὔπω. ἀτυχεῖ δ' ὅταν ἔξωθεν)· ὅταν δὲ (20) εἰδὼς μὲν μὴ προβουλεύσας δέ. πολλὰ γὰρ καὶ τῶν φύσει ὑπαρχόντων [1135b] (1) εἰδότες καὶ πράττομεν καὶ πάσχομεν. (15) ἀλλὰ συνέβη οὐχ οὗ ἕνεκα ᾠήθη. οὔπω. ὕστερον ἐπισκεπτέον. ἢ βίᾳ. περὶ δὲ τοῦ ποτέρως δίκαιον ἀμφισβητοῦσιν (ὁ δ' ἐπιβουλεύσας οὐκ ἀγνοεῖ). ἀλλ' ἄδικον. ὅταν πραχθῇ. ἔτι δὲ οὐδὲ περὶ τοῦ γενέσθαι ἢ μὴ ἀμφισβητεῖται. ἂν μὴ διὰ λήθην αὐτὸ δρῶσιν· ἀλλ' ὁμολογοῦντες περὶ τοῦ πράγματος. καθ' ἕκαστον δὲ αὐτῶν. ὄντων δὲ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων τῶν εἰρημένων. ἀτύχημα· ὅταν δὲ μὴ παραλόγως. (10) προελόμενοι μὲν ὅσα προβουλευσάμενοι. ἀλλὰ περὶ τοῦ δικαίου· ἐπὶ φαινομένῃ γὰρ ἀδικίᾳ ἡ ὀργή ἐστιν. ἄδικος καὶ μοχθηρός. ὃν οὔτε δίκαια πράττειν οὔτε δικαιοπραγεῖν φατέον ἀλλ' ἢ κατὰ συμβεβηκός. λέγω δ' ἑκούσιον μέν. ὥσπερ καὶ πρότερον εἴρηται. ἀδίκημά ἐστι. ὅσα ἀναγκαῖα ἢ φυσικὰ συμβαίνει τοῖς ἀνθρώποις· ταῦτα γὰρ βλάπτοντες καὶ ἁμαρτάνοντες ἀδικοῦσι μέν. οὐ μέντοι πω ἄδικοι διὰ ταῦτα οὐδὲ πονηροί· οὐ γὰρ διὰ μοχθηρίαν ἡ βλάβη· (25) ὅταν δ' ἐκ προαιρέσεως. ἐλάττω. ὁμοίως δὲ καὶ τὸν ἀναγκαζόμενον καὶ ἄκοντα τὴν παρακαταθήκην μὴ ἀποδιδόντα κατὰ συμβεβηκὸς φατέον ἀδικεῖν καὶ τὰ ἄδικα πράττειν. τὸν δ' ὅτι μὲν ἄνθρωπος ἢ τῶν παρόντων τις (30) γινώσκειν. μείζω. ὧν οὐθὲν οὔθ' ἑκούσιον οὔτ' ἀκούσιόν ἐστιν. πρὶν δὲ πραχθῆναι. ἀλλ' ὁ ὀργίσας. κἀκείνων ἕκαστον μὴ κατὰ συμβεβηκὸς μηδὲ βίᾳ (ὥσπερ εἴ τις λαβὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ τύπτοι ἕτερον. ἄνευ δὲ κακίας. διὸ καλῶς τὰ ἐκ θυμοῦ οὐκ ἐκ προνοίας κρίνεται· οὐ γὰρ ἄρχει ὁ θυμῷ ποιῶν.
ἢ ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῦ πράττειν. εἰ δ' ἐστὶν ἁπλῶς τὸ ἀδικεῖν τὸ βλάπτειν ἑκόντα τινά. ἔστι δὲ καὶ τοῦτο ἓν τῶν ἀπορουμένων. βλάπτεται μὲν οὖν τις ἑκὼν καὶ τἄδικα πάσχει. τῶν δ' ἀκουσίων τὰ μέν ἐστι συγγνωμονικὰ τὰ δ' οὐ συγγνωμονικά. ὁμοίως δὲ καὶ δίκαιος. 6. (15) ἔτι δ' ὧν προειλόμεθα δύ' ἔστιν εἰπεῖν. ὅσα δὲ μὴ δι' ἄγνοιαν. ὁ δὲ τὰ αὑτοῦ διδούς. (25) καὶ ἐπὶ τοῦ πάσχειν ἐστίν· κατὰ συμβεβηκὸς γὰρ ἐνδέχεται ἐπ' ἀμφοτέρων μεταλαμβάνειν τῶν δικαίων· ὁμοίως δὲ δῆλον ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἀδίκων· οὐ γὰρ ταὐτὸν τὸ τἄδικα πράττειν τῷ ἀδικεῖν οὐδὲ τὸ ἄδικα πάσχειν τῷ ἀδικεῖσθαι· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοπραγεῖν καὶ δικαιοῦσθαι· ἀδύνατον (30) γὰρ ἀδικεῖσθαι μὴ ἀδικοῦντος ἢ δικαιοῦσθαι μὴ δικαιοπραγοῦντος. [1136b] (1) εἰ ἐνδέχεται αὐτὸν αὑτὸν ἀδικεῖν. ἔτι ἑκὼν ἄν τις δι' ἀκρασίαν ὑπ' ἄλλου βλάπτοιτο ἑκόντος. ἑκὼν ἑκοῦσαν. βραχὺς λόγος. ἄτοπον δ' ἂν δόξειε καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοῦσθαι. συγγνωμονικά. οὐκ ἀδικεῖται· ἐπ' αὐτῷ γάρ ἐστι τὸ διδόναι.ὃ μὲν οἴεται ἀδικεῖσθαι. ὅταν παρὰ τὸ ἀνάλογον ᾖ ἢ παρὰ τὸ ἴσον. οὐδ' ὁ ἀκρατής. ἀλλ' ἀγνοοῦντες μὲν διὰ πάθος δὲ μήτε φυσικὸν μήτ' ἀνθρώπινον. ἂν μόνον ἑκὼν (5) πράττῃ. ὥσπερ Ὅμηρός φησι (10) δοῦναι τὸν Γλαῦκον τῷ Διομήδει χρύσεα χαλκείων.236 . τό τ' ἀδικεῖσθαι καὶ δικαιοῦσθαι ἢ ἑκούσιον ἢ ἀκούσιον εἶναι. καὶ ἆρα πᾶν οὕτως ἢ ἐκείνως. ἀλλὰ προσθετέον τῷ βλάπτειν εἰδότα καὶ ὃν καὶ ᾧ καὶ ὣς τὸ παρὰ τὴν ἐκείνου (5) βούλησιν. τὸ δ' ἑκόντα εἰδότα καὶ ὃν καὶ ᾧ καὶ ὥς. τὸ δ' ἀδικεῖσθαι οὐκ ἐπ' αὐτῷ. δῆλον. (15) πότερον γὰρ ὡς ἀληθῶς ἔστιν ἑκόντα ἀδικεῖσθαι. ὅτι οὐχ ἑκούσιον. πότερον ὁ τὸ ἄδικον πεπονθὼς ἀδικεῖται πᾶς. πότερόν ποτ' ἀδικεῖ ὁ νείμας παρὰ τὴν ἀξίαν τὸ πλέον ἢ ὁ ἔχων. ἀλλὰ παρὰ τὴν βούλησιν πράττει· οὔτε γὰρ βούλεται οὐδεὶς ὃ μὴ οἴεται εἶναι σπουδαῖον. λέγων ἀτόπως μητέρα κατέκταν τὴν ἐμήν. ἔπειτα καὶ τόδε διαπορήσειεν ἄν τις. ἀδικεῖται δ' οὐδεὶς ἑκών· οὐδεὶς γὰρ βούλεται. πρῶτον μὲν εἰ ἔστιν ὥσπερ Εὐριπίδης εἴρηκε. ἑκών τ' ἂν ἀδικοῖτο κἂν ἐνδέχοιτο αὐτὸς αὑτὸν ἀδικεῖν. περὶ μὲν οὖν τοῦ ἀδικεῖσθαι. εἰ γὰρ ἐνδέχεται τὸ 6 Hom. ὥσπερ καὶ τὸ ἀδικεῖν πᾶν ἑκούσιον. ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ δικαιοῦσθαι· τὸ γὰρ δικαιοπραγεῖν πᾶν ἑκούσιον· ὥστ' εὔλογον (20) ἀντικεῖσθαι ὁμοίως καθ' ἑκάτερον. ἢ <οὐχ> ἑκοῦσαν οὐχ ἑκών. ἢ οὒ ἀλλ' ἀκούσιον ἅπαν. ὅσα μὲν γὰρ μὴ μόνον ἀγνοοῦντες ἀλλὰ καὶ δι' ἄγνοιαν ἁμαρτάνουσι. (10) ἀπορήσειε δ' ἄν τις. ὃ δ' οὔ. ἢ οὐκ ὀρθὸς ὁ διορισμός. ὅταν προελόμενος δικαιοπραγῇ· δικαιοπραγεῖ δέ. ἀδικεῖ· καὶ κατὰ ταῦτ' ἤδη τὰ ἀδικήματα ὁ ἀδικῶν ἄδικος. ὅ τε ἀκρατὴς οὐχ ἃ οἴεται δεῖν πράττειν πράττει. εἰ πᾶν ἑκούσιον· ἔνιοι γὰρ δικαιοῦνται οὐχ ἑκόντες. [ὥσπερ καὶ τὸ ἀδικεῖν πᾶν ἑκούσιον. καὶ εἰ ἔστιν αὐτὸν αὑτὸν ἀδικεῖν. [1136a] (1) ἐὰν δ' ἐκ προαιρέσεως βλάψῃ. ἑκατόμβοι' ἐννεαβοίων6. Il. ὁ δ' ἀκρατὴς ἑκὼν βλάπτει αὐτὸς αὑτόν.] ἢ τὸ μὲν ἑκούσιον τὸ δ' ἀκούσιον. εἰ ἱκανῶς διώρισται περὶ τοῦ ἀδικεῖσθαι καὶ ἀδικεῖν. οὐ συγγνωμονικά. ἀλλὰ τὸν ἀδικοῦντα δεῖ ὑπάρχειν. ὥστ' εἴη ἂν ἑκόντ' ἀδικεῖσθαι.
ἀλλὰ τὸ ὡδὶ ἔχοντα ταῦτα ποιεῖν. τὸ δ' οὐκ ἔστιν· συγγενέσθαι μὲν γὰρ τῇ τοῦ γείτονος καὶ πατάξαι τὸν πλησίον καὶ δοῦναι τῇ χειρὶ τὸ ἀργύριον ῥᾴδιον καὶ ἐπ' αὐτοῖς. ἔχει δ' ἅπαντα τρόπον τινὰ ὀρθῶς καὶ οὐδὲν ὑπεναντίον ἑαυτοῖς· τό τε γὰρ ἐπιεικὲς δικαίου τινὸς ὂν βέλτιόν ἐστι δίκαιον. ἔτι λύεται κατὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀδικεῖν· οὐδὲν γὰρ παρὰ τὴν αὑτοῦ πάσχει βούλησιν. οὐκ ἀδικεῖ κατὰ τὸ νομικὸν δίκαιον οὐδ' ἄδικος ἡ κρίσις ἐστίν. ὥσπερ καὶ τὸ ἰατρεύειν καὶ τὸ ὑγιάζειν οὐ τὸ τέμνειν ἢ μὴ (25) τέμνειν ἢ φαρμακεύειν ἢ μὴ φαρμακεύειν ἐστίν. ὁμοίως δὲ καὶ τὸ (10) γνῶναι τὰ δίκαια καὶ τὰ ἄδικα οὐδὲν οἴονται σοφὸν εἶναι. ἔστι δ' ὡς ἄδικος· ἕτερον γὰρ τὸ νομικὸν δίκαιον καὶ τὸ πρῶτον· εἰ δὲ γινώσκων ἔκρινεν ἀδίκως. οὐκ ἀδικεῖ μέν. οἱ δ' (5) ἄνθρωποι ἐφ' ἑαυτοῖς οἴονται εἶναι τὸ ἀδικεῖν· διὸ καὶ τὸ δίκαιον εἶναι ῥᾴδιον. ποιεῖ δὲ τὰ ἄδικα. δι' αὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ τοῦ δικαίου οἴονται εἶναι οὐδὲν ἧττον τὸ ἀδικεῖν. ἀλλ' ἐπανόρθωμα νομίμου . καὶ οὐχ ὡς ἄλλο τι γένος ὂν βέλτιόν ἐστι τοῦ δικαίου. ἥ ἐστιν ἐν τῷ διανέμοντι ἀλλ' οὐκ ἐν τῷ λαμβάνοντι. οἷον ἴσως τοῖς θεοῖς. καὶ ὁ διὰ ταῦτα κρίνας ἀδίκως πλέον ἔχει· καὶ γὰρ ἐπ' ἐκείνῳ τὸν ἀγρὸν κρίνας οὐκ ἀγρὸν ἀλλ' ἀργύριον ἔλαβεν. ποιεῖ δὲ τὴν ἀπορίαν ὅτι τὸ ἐπιεικὲς δίκαιον μέν ἐστιν. [1137a] (1) πλεονεκτεῖ καὶ αὐτὸς ἢ χάριτος ἢ τιμωρίας. εἴ τις πλέον αὑτοῦ ἑτέρῳ νέμει εἰδὼς καὶ ἑκών. καὶ ἔστιν ὡς τὰ ἄψυχα κτείνει καὶ ἡ χεὶρ καὶ ὁ οἰκέτης ἐπιτάξαντος. ἀλλὰ τὸ ὡδί. ἢ οὐδὲ τοῦτο ἁπλοῦν. ἡ μὲν οὖν ἀπορία σχεδὸν συμβαίνει διὰ ταῦτα περὶ τὸ ἐπιεικές. εἰ ἔτυχεν. καὶ ἀμφοῖν σπουδαίοιν ὄντοιν κρεῖττον τὸ ἐπιεικές. πλεονεκτεῖ. τοῦτο δὴ πλέον ἔργον ἢ τὰ ὑγιεινὰ εἰδέναι· ἐπεὶ κἀκεῖ μέλι καὶ οἶνον καὶ (15) ἐλλέβορον καὶ καῦσιν καὶ τομὴν εἰδέναι ῥᾴδιον. ἐχόμενόν ἐστιν εἰπεῖν. ἀλλ' οὐχ ὁ τὸ πλέον ἔχων ἀεί· οὐ γὰρ ᾧ τὸ ἄδικον ὑπάρχει ἀδικεῖ. ἢ τὸ ἐπιεικὲς οὐ (5) δίκαιον. ἀλλὰ πάντα (30) βλάπτει. οὗτος αὐτὸς (20) αὑτὸν ἀδικεῖ· ὅπερ δοκοῦσιν οἱ μέτριοι ποιεῖν· ὁ γὰρ ἐπιεικὴς ἐλαττωτικός ἐστιν. οὐ τὸ κατὰ νόμον δέ. πῶς ἔχει ἡ μὲν ἐπιείκεια πρὸς δικαιοσύνην τὸ δ' ἐπιεικὲς πρὸς τὸ δίκαιον. τοῖς δὲ μέχρι τοῦ· διὰ τοῦτ' ἀνθρώπινόν ἐστιν. φανερὸν δὲ ὅτι καὶ ὁ διανέμων ἀδικεῖ. τοσοῦτον ἔργον ὅσον ἰατρὸν εἶναι. (25) ἀλλ' εἴπερ. ἔτι ἐπεὶ πολλαχῶς τὸ ποιεῖν (30) λέγεται. ἔχουσι δ' ὑπερβολὴν ἐν τούτοις καὶ ἔλλειψιν· τοῖς μὲν γὰρ οὐκ ἔστιν ὑπερβολὴ αὐτῶν. ὥστε οὐκ ἀδικεῖται διά γε τοῦτο. ἀλλὰ τὸ δειλαίνειν καὶ ἀδικεῖν οὐ τὸ ταῦτα ποιεῖν ἐστί. ἔστι δὲ τὰ δίκαια ἐν τούτοις οἷς μέτεστι τῶν ἁπλῶς ἀγαθῶν. ἀλλὰ πῶς δεῖ νεῖμαι πρὸς ὑγίειαν καὶ τίνι καὶ πότε. ἔτι εἰ μὲν ἀγνοῶν ἔκρινεν. οἷον δόξης ἢ τοῦ ἁπλῶς καλοῦ. ἀλλ' ᾧ τὸ ἑκόντα τοῦτο ποιεῖν· τοῦτο δ' ὅθεν ἡ ἀρχὴ τῆς πράξεως. ὥσπερ οὖν κἂν εἴ τις μερίσαιτο τοῦ ἀδικήματος. εἰ ἄλλο· ἢ εἰ ἄμφω σπουδαῖα. περὶ δὲ ἐπιεικείας καὶ τοῦ ἐπιεικοῦς.πρότερον λεχθὲν καὶ ὁ διανέμων ἀδικεῖ ἀλλ' οὐχ ὁ ἔχων τὸ πλέον. πλὴν κατὰ συμβεβηκός. ὥστε καὶ ἐπὶ τὰ ἄλλα [1137b] (1) ἐπαινοῦντες μεταφέρομεν ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ. ἑτέρου γὰρ ἀγαθοῦ. ὅτι οὐχ ἧττον ὁ δίκαιος ἀλλὰ καὶ μᾶλλον δύναιτ' ἂν ἕκαστον πρᾶξαι τούτων· καὶ γὰρ (20) συγγενέσθαι γυναικὶ καὶ πατάξαι· καὶ ὁ ἀνδρεῖος τὴν ἀσπίδα ἀφεῖναι καὶ στραφεὶς ἐφ' ὁποτεραοῦν τρέχειν. τοῖς δ' οὐδὲν μόριον ὠφέλιμον. ταὐτόν ἐστιν. βλάπτεται μόνον. τὸ ἐπιεικέστερον ὅτι βέλτιον δηλοῦντες· ὁτὲ δὲ τῷ λόγῳ ἀκολουθοῦσι φαίνεται ἄτοπον εἰ τὸ ἐπιεικὲς παρὰ τὸ δίκαιόν τι ὂν ἐπαινετόν ἐστιν· ἢ γὰρ τὸ δίκαιον οὐ σπουδαῖον. ἀλλὰ τὸ ὡδὶ ἔχοντας ταῦτα ποιεῖν οὔτε ῥᾴδιον οὔτ' ἐπ' αὐτοῖς. οὔτε γὰρ ὡς ταὐτὸν ἁπλῶς οὔθ' ὡς ἕτερον τῷ γένει φαίνεται σκοπουμένοις· καὶ ὁτὲ μὲν τὸ ἐπιεικὲς (35) ἐπαινοῦμεν καὶ ἄνδρα τὸν τοιοῦτον. τοῖς ἀνιάτως κακοῖς. (10) ταὐτὸν ἄρα δίκαιον καὶ ἐπιεικές. ὅτι περὶ ὧν οἱ νόμοι λέγουσιν οὐ χαλεπὸν συνιέναι (ἀλλ' οὐ ταῦτ' ἐστὶ τὰ δίκαια ἀλλ' ἢ κατὰ συμβεβηκός)· ἀλλὰ πῶς πραττόμενα καὶ πῶς νεμόμενα δίκαια.
ἀλλὰ πλευρῖτιν λέγει μείζω νόσον προσπταίσματος· καίτοι γένοιτ' ἄν ποτε θάτερον κατὰ συμβεβηκός. ἐν οἷς οὖν (15) ἀνάγκη μὲν εἰπεῖν καθόλου. οἷον οὐ κελεύει ἀποκτιννύναι ἑαυτὸν ὁ νόμος. καὶ βέλτιόν τινος δικαίου. ἢ τὴν πόλιν. [1138b] (1) κατὰ συμβεβηκὸς δ' οὐδὲν κωλύει μεῖζον εἶναι κακόν. καὶ εἰ ᾔδει. (20) ὅταν οὖν λέγῃ μὲν ὁ νόμος καθόλου. πότερον δ' ἐνδέχεται ἑαυτὸν ἀδικεῖν ἢ οὔ. μοιχεύει δ' οὐδεὶς τὴν ἑαυτοῦ οὐδὲ τοιχωρυχεῖ τὸν ἑαυτοῦ τοῖχον οὐδὲ κλέπτει τὰ αὑτοῦ. αὑτὸν δ' οὔ. καί τις ἀτιμία πρόσεστι τῷ ἑαυτὸν διαφθείραντι ὡς τὴν πόλιν ἀδικοῦντι. μὴ οἷόν τε δὲ ὀρθῶς. ἐπιεικής ἐστι. τὸ ὡς ἐπὶ τὸ πλέον λαμβάνει ὁ νόμος. διὸ δίκαιον μέν ἐστι. καὶ κακίας ἢ τῆς τελείας καὶ ἁπλῶς ἢ ἐγγύς (οὐ γὰρ ἅπαν τὸ ἑκούσιον μετὰ ἀδικίας). καὶ ἡ ἕξις αὕτη ἐπιείκεια. τοῦτο γὰρ αἴτιον καὶ τοῦ μὴ πάντα κατὰ νόμον εἶναι. ἀπαγορεύει. περὶ ἐνίων δ' οὐχ οἷόν τε ὀρθῶς εἰπεῖν καθόλου. ἀδικεῖ. ἔτι δὲ ἑκούσιόν τε καὶ ἐκ προαιρέσεως καὶ πρότερον· ὁ γὰρ διότι ἔπαθε καὶ τὸ αὐτὸ ἀντιποιῶν οὐ δοκεῖ ἀδικεῖν· αὐτὸς δ' αὑτόν. καὶ ἔστιν οὐδὲν ἧττον ὀρθός· τὸ γὰρ ἁμάρτημα οὐκ ἐν τῷ νόμῳ οὐδ' ἐν τῷ νομοθέτῃ ἀλλ' ἐν τῇ φύσει τοῦ πράγματός ἐστιν· εὐθὺς γὰρ τοιαύτη ἡ τῶν πρακτῶν ὕλη ἐστίν. διὸ καὶ ἡ πόλις ζημιοῖ. πρὸς δὲ τούτοις. οὐχ ὡς ὅλην ἔχων τὴν πονηρίαν. τί μὲν οὖν ἐστὶ τὸ ἐπιεικές. καίπερ ἔχων τὸν νόμον βοηθόν. εἰ προσπταίσαντα διὰ τὸ πεσεῖν συμβαίη (5) ὑπὸ τῶν πολεμίων ληφθῆναι ἢ ἀποθανεῖν. ταὐτὰ ἅμα καὶ πάσχει καὶ ποιεῖ. ἃ δὲ μὴ κελεύει. δικαιοσύνη τις οὖσα καὶ οὐχ ἑτέρα τις ἕξις. ἔτι ὅταν παρὰ τὸν νόμον βλάπτῃ μὴ ἀντιβλάπτων ἑκών. καὶ [1138a] (1) ὁ μὴ ἀκριβοδίκαιος ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀλλ' ἐλαττωτικός. φανερὸν ἐκ (5) τῶν εἰρημένων. φανερὸν δὲ καὶ ὅτι ἄμφω μὲν φαῦλα. συμβῇ δ' ἐπὶ τούτου παρὰ τὸ καθόλου. ὅλως δὲ λύεται τὸ αὑτὸν ἀδικεῖν καὶ κατὰ τὸν διορισμὸν τὸν περὶ τοῦ ἑκουσίως ἀδικεῖσθαι. ἐπανόρθωμα νόμου. ὃ οὐκ ἐᾷ ὁ νόμος· ἀδικεῖ ἄρα.δικαίου. ἑκὼν δὲ ὁ εἰδὼς καὶ ὃν καὶ ᾧ· ὁ δὲ δι' ὀργὴν ἑαυτὸν (10) σφάττων ἑκὼν τοῦτο δρᾷ παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον. καὶ ἔστιν αὕτη ἡ φύσις ἡ τοῦ ἐπιεικοῦς. ᾗ ἐλλείπει διὰ τὸ καθόλου. τὰ μὲν γάρ ἐστι τῶν δικαίων τὰ κατὰ πᾶσαν ἀρετὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένα. ἀλλὰ τίνα. καθ' αὑτὸ μὲν οὖν τὸ ἀδικεῖσθαι ἧττον φαῦλον. ᾗ παραλείπει ὁ νομοθέτης καὶ ἥμαρτεν ἁπλῶς εἰπών. ὥσπερ καὶ τῆς Λεσβίας οἰκοδομίας ὁ μολίβδινος κανών· πρὸς γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ λίθου μετακινεῖται καὶ οὐ μένει ὁ κανών. ἀλλ' οὐδὲν μέλει τῇ τέχνῃ. ἑκὼν γὰρ πάσχει. κατὰ μεταφορὰν δὲ καὶ ὁμοιότητα ἔστιν οὐκ . ἄνευ τῶν κατὰ μέρος ἀδικημάτων (25) οὐδεὶς ἀδικεῖ. ἀδικεῖται δ' οὐδεὶς ἑκών. οὐκ ἔστιν ἀδικῆσαι ἑαυτόν (τοῦτο γὰρ ἄλλος ἐκείνου· ἔστι γάρ πως ὁ ἄδικος οὕτω πονηρὸς ὥσπερ ὁ δειλός. ἔτι καθ' ὃ ἄδικος μόνον ὁ ἀδικῶν (15) καὶ μὴ ὅλως φαῦλος. ὃ κἂν ὁ νομοθέτης αὐτὸς ἂν εἶπεν ἐκεῖ παρών. εὐεκτικὸν δὲ ἐν γυμναστικῇ)· ἀλλ' ὅμως χεῖρον τὸ ἀδικεῖν· τὸ μὲν γὰρ ἀδικεῖν μετὰ κακίας καὶ ψεκτόν. τότε ὀρθῶς ἔχει. τοῦ γὰρ ἀορίστου ἀόριστος καὶ (30) ὁ κανών ἐστιν. καὶ ὅτι δίκαιον καὶ τινὸς βέλτιον δικαίου. ἐπανορθοῦν τὸ ἐλλειφθέν. αἴτιον δ' ὅτι ὁ μὲν νόμος καθόλου πᾶς. τὸ δ' ἀδικεῖσθαι ἄνευ κακίας καὶ (35) ἀδικίας. καὶ τὸ ἀδικεῖσθαι καὶ τὸ ἀδικεῖν (τὸ μὲν γὰρ ἔλαττον τὸ (30) δὲ πλέον ἔχειν ἐστὶ τοῦ μέσου καὶ ὥσπερ ὑγιεινὸν μὲν ἐν ἰατρικῇ. (25) οὐ τοῦ ἁπλῶς δὲ ἀλλὰ τοῦ διὰ τὸ ἁπλῶς ἁμαρτήματος. φανερὸν δ' ἐκ τούτου καὶ ὁ ἐπιεικὴς τίς (35) ἐστιν· ὁ γὰρ τῶν τοιούτων προαιρετικὸς καὶ πρακτικός. ὥστε ψηφίσματος δεῖ. οὐκ ἀγνοῶν τὸ ἁμαρτανόμενον. ὥστ' οὐδὲ κατὰ ταύτην ἀδικεῖ)· ἅμα γὰρ ἂν τῷ αὐτῷ εἴη ἀφῃρῆσθαι καὶ προσκεῖσθαι τὸ αὐτό· τοῦτο δὲ ἀδύνατον. καὶ τὸ ψήφισμα πρὸς τὰ πράγματα. ὅτι περὶ ἐνίων ἀδύνατον θέσθαι νόμον. δῆλον. ἐνομοθέτησεν. ἀλλ' ἀεὶ ἐν πλείοσιν (20) ἀνάγκη εἶναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον. ἔτι εἴη ἂν ἑκόντα ἀδικεῖσθαι.
Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Βιβλίον Ζ [1138b] ἐπεὶ δὲ τυγχάνομεν πρότερον εἰρηκότες ὅτι δεῖ τὸ μέσον αἱρεῖσθαι. διὸ δεῖ καὶ περὶ τὰς τῆς ψυχῆς ἕξεις μὴ μόνον ἀληθῶς εἶναι τοῦτ' εἰρημένον. ἔστι δ' ὅπερ ἐν διανοίᾳ κατάφασις καὶ ἀπόφασις. ἓν δὲ ᾧ τὰ ἐνδεχόμενα· πρὸς γὰρ τὰ τῷ γένει ἕτερα καὶ τῶν τῆς ψυχῆς μορίων ἕτερον τῷ (10) γένει τὸ πρὸς ἑκάτερον πεφυκός. αἴσθησις νοῦς ὄρεξις. οἷον ποῖα δεῖ προσφέρεσθαι πρὸς τὸ σῶμα. τὸ (20) δὲ μέσον ἐστὶν ὡς ὁ λόγος ὁ ὀρθὸς λέγει. (35) τὰς δὴ τῆς ψυχῆς ἀρετὰς διελόμενοι [1139a] (1) τὰς μὲν εἶναι τοῦ ἤθους ἔφαμεν τὰς δὲ τῆς διανοίας. διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον. δεῖ διὰ ταῦτα μὲν τόν τε λόγον ἀληθῆ εἶναι καὶ τὴν ὄρεξιν ὀρθήν. αὕτη μὲν οὖν ἡ διάνοια καὶ ἡ ἀλήθεια πρακτική· . ὅτι οὔτε πλείω οὔτε ἐλάττω δεῖ πονεῖν οὐδὲ ῥᾳθυμεῖν. τοῦτ' ἐν ὀρέξει δίωξις καὶ φυγή· ὥστ' ἐπειδὴ ἡ ἠθικὴ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική. περὶ μὲν οὖν τῶν ἠθικῶν διεληλύθαμεν. καί τις ἔστιν ὅρος τῶν μεσοτήτων. ἡ δ' ἀρετὴ πρὸς τὸ ἔργον τὸ οἰκεῖον. ὅτι ἐν τούτοις ἔστι πάσχειν τι παρὰ τὰς ἑαυτῶν ὀρέξεις· ὥσπερ οὖν ἄρχοντι καὶ ἀρχομένῳ εἶναι πρὸς ἄλληλα δίκαιόν τι καὶ τούτοις. ἔστι δὲ τὸ μὲν εἰπεῖν οὕτως ἀληθὲς μέν. καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. λέγωμεν οὕτως. εἴ τις εἴπειεν ὅτι ὅσα ἡ ἰατρικὴ κελεύει καὶ ὡς ὁ ταύτην ἔχων. λεγέσθω δὲ τούτων τὸ μὲν ἐπιστημονικὸν τὸ δὲ λογιστικόν· τὸ γὰρ βουλεύεσθαι καὶ λογίζεσθαι ταὐτόν. τοῦτο διέλωμεν. (25) εἴπερ ἡ προαίρεσις σπουδαία. (25) οὔσας κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον.αὐτῷ πρὸς αὑτὸν δίκαιον ἀλλὰ τῶν αὐτοῦ τισίν. ἀλλὰ καὶ διωρισμένον τίς ἐστιν ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ τούτου τίς ὅρος. ἔστι τις σκοπὸς πρὸς ὃν ἀποβλέπων ὁ τὸν λόγον ἔχων ἐπιτείνει καὶ ἀνίησιν. οὐ πᾶν δὲ δίκαιον ἀλλὰ τὸ δεσποτικὸν ἢ τὸ οἰκονομικόν. περὶ μὲν οὖν δικαιοσύνης καὶ τῶν ἄλλων. ἡ δὲ προαίρεσις ὄρεξις βουλευτική. περὶ ψυχῆς πρῶτον εἰπόντες. τό τε λόγον ἔχον καὶ τὸ ἄλογον· (5) νῦν δὲ περὶ τοῦ λόγον ἔχοντος τὸν αὐτὸν τρόπον διαιρετέον. περὶ δὲ τῶν λοιπῶν. ἐν πάσαις γὰρ ταῖς εἰρημέναις ἕξεσι. περὶ ὅσας ἐστὶν ἐπιστήμη. ὥστε τὸ λογιστικόν ἐστιν (15) ἕν τι μέρος τοῦ λόγον ἔχοντος. τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν. ἐν τούτοις γὰρ τοῖς λόγοις διέστηκε τὸ λόγον ἔχον μέρος τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ ἄλογον· εἰς (10) ἃ δὴ βλέπουσι καὶ δοκεῖ εἶναι ἀδικία πρὸς αὑτόν. εἴπερ καθ' ὁμοιότητά τινα καὶ οἰκειότητα ἡ γνῶσις ὑπάρχει αὐτοῖς. πρότερον μὲν οὖν ἐλέχθη δύ' εἶναι μέρη τῆς ψυχῆς. τρία δή ἐστιν ἐν τῇ ψυχῇ τὰ κύρια πράξεως καὶ ἀληθείας. καὶ τὰ αὐτὰ τὸν μὲν φάναι τὴν δὲ διώκειν. ἀλλὰ τὰ μέσα καὶ ὡς ὁ ὀρθὸς λόγος· τοῦτο δὲ μόνον ἔχων ἄν (30) τις οὐδὲν ἂν εἰδείη πλέον. οὐδεὶς δὲ βουλεύεται περὶ τῶν μὴ ἐνδεχομένων ἄλλως ἔχειν. ἓν μὲν ᾧ θεωροῦμεν τὰ τοιαῦτα τῶν ὄντων ὅσων αἱ ἀρχαὶ μὴ ἐνδέχονται ἄλλως ἔχειν. ληπτέον ἄρ' ἑκατέρου τούτων τίς ἡ βελτίστη ἕξις· αὕτη γὰρ ἀρετὴ ἑκατέρου. τοῦτ' ἀληθὲς μὲν εἰπεῖν. οὐθὲν δὲ σαφές· καὶ γὰρ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπιμελείαις. μὴ τὴν ὑπερβολὴν μηδὲ τὴν ἔλλειψιν. καὶ ὑποκείσθω δύο τὰ λόγον ἔχοντα. τούτων δ' ἡ αἴσθησις οὐδεμιᾶς ἀρχὴ πράξεως· δῆλον δὲ τῷ (20) τὰ θηρία αἴσθησιν μὲν ἔχειν πράξεως δὲ μὴ κοινωνεῖν. ἃς μεταξύ φαμεν εἶναι τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως.
οὐκ ἔστι δὲ προαιρετὸν οὐδὲν γεγονός. ἡ μὲν ἄρα ἐπιστήμη ἐστὶν ἕξις ἀποδεικτική. ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς λέγομεν· ἣ μὲν γὰρ δι' ἐπαγωγῆς. διὸ ἢ ὀρεκτικὸς νοῦς ἡ προαίρεσις (5) ἢ ὄρεξις διανοητική.τῆς δὲ θεωρητικῆς διανοίας καὶ μὴ πρακτικῆς μηδὲ ποιητικῆς τὸ εὖ καὶ κακῶς τἀληθές ἐστι καὶ ψεῦδος (τοῦτο γάρ ἐστι παντὸς διανοητικοῦ ἔργον)· τοῦ δὲ πρακτικοῦ (30) καὶ διανοητικοῦ ἀλήθεια ὁμολόγως ἔχουσα τῇ ὀρέξει τῇ ὀρθῇ. ἀίδιον ἄρα· τὰ γὰρ ἐξ ἀνάγκης ὄντα ἁπλῶς πάντα ἀίδια. (20) πάντες γὰρ ὑπολαμβάνομεν. καὶ ὅσα ἄλλα προσδιοριζόμεθα ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς· ὅταν γάρ πως πιστεύῃ καὶ γνώριμοι αὐτῷ ὦσιν αἱ ἀρχαί. οὔτε τοιαύτη ἣ οὐ τέχνη. ὧν οὐκ ἔστι συλλογισμός· ἐπαγωγὴ ἄρα. τὸ δὲ γεγονὸς οὐκ ἐνδέχεται μὴ γενέσθαι· διὸ ὀρθῶς Ἀγάθων (10) μόνου γὰρ αὐτοῦ καὶ θεὸς στερίσκεται. ἐντεῦθεν φανερόν. ἀγένητα ποιεῖν ἅσσ' ἂν ᾖ πεπραγμένα. (25) ἔτι διδακτὴ ἅπασα ἐπιστήμη δοκεῖ εἶναι. ὅταν ἔξω τοῦ θεωρεῖν γένηται. ἐπεὶ δ' ἡ οἰκοδομικὴ τέχνη τίς ἐστι καὶ ὅπερ ἕξις τις μετὰ λόγου ποιητική. αὗται ἀρεταὶ ἀμφοῖν. καθ' ἃς οὖν μάλιστα ἕξεις ἀληθεύσει ἑκάτερον. τὰ δ' ἀίδια ἀγένητα καὶ ἄφθαρτα. ἀμφοτέρων δὴ τῶν νοητικῶν μορίων ἀλήθεια τὸ ἔργον. εἰσὶν (30) ἄρα ἀρχαὶ ἐξ ὧν ὁ συλλογισμός. ἣ δὲ συλλογισμῷ. πέντε τὸν ἀριθμόν· ταῦτα δ' ἐστὶ τέχνη ἐπιστήμη φρόνησις σοφία νοῦς· ὑπολήψει γὰρ καὶ δόξῃ ἐνδέχεται διαψεύδεσθαι. ἐπιστήμη μὲν οὖν τί ἐστιν. καὶ οὐδεμία οὔτε τέχνη ἐστὶν ἥτις οὐ μετὰ λόγου ποιητικὴ ἕξις ἐστίν. εἰ δεῖ ἀκριβολογεῖσθαι καὶ μὴ ἀκολουθεῖν ταῖς ὁμοιότησιν. καὶ ἡ τοιαύτη ἀρχὴ ἄνθρωπος. οἷον οὐδεὶς προαιρεῖται Ἴλιον πεπορθηκέναι· οὐδὲ γὰρ βουλεύεται περὶ τοῦ γεγονότος ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐσομένου καὶ ἐνδεχομένου. ἀρξάμενοι οὖν ἄνωθεν περὶ αὐτῶν πάλιν λέγωμεν. ἐξ ἀνάγκης ἄρα ἐστὶ τὸ ἐπιστητόν. διὸ οὔτ' ἄνευ νοῦ καὶ διανοίας οὔτ' ἄνευ ἠθικῆς ἐστὶν ἕξεως ἡ προαίρεσις· εὐπραξία γὰρ καὶ τὸ (35) ἐναντίον ἐν πράξει ἄνευ διανοίας καὶ ἤθους οὐκ ἔστιν. διὸ οὐδὲ περιέχεται ὑπ' ἀλλήλων· οὔτε γὰρ ἡ πρᾶξις ποίησις οὔτε ἡ ποίησις πρᾶξίς ἐστιν. ὃ ἐπιστάμεθα. ἐπίσταται· εἰ γὰρ μὴ μᾶλλον τοῦ συμπεράσματος. καὶ οὐ τέλος ἁπλῶς (ἀλλὰ πρός τι καὶ τινός) τὸ ποιητόν. περὶ μὲν οὖν ἐπιστήμης διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον. διάνοια δ' αὐτὴ οὐθὲν κινεῖ. ἀλλὰ τὸ πρακτόν· ἡ γὰρ εὐπραξία τέλος. καὶ τὸ ἐπιστητὸν μαθητόν. [1140a] (1) τοῦ δ' ἐνδεχομένου ἄλλως ἔχειν ἔστι τι καὶ ποιητὸν καὶ πρακτόν· ἕτερον δ' ἐστὶ ποίησις καὶ πρᾶξις (πιστεύομεν δὲ περὶ αὐτῶν καὶ τοῖς ἐξωτερικοῖς λόγοις)· ὥστε καὶ ἡ μετὰ λόγου ἕξις πρακτικὴ ἕτερόν ἐστι τῆς μετὰ λόγου ποιητικῆς (5) ἕξεως. πράξεως μὲν οὖν ἀρχὴ προαίρεσις--ὅθεν ἡ κίνησις ἀλλ' οὐχ οὗ ἕνεκα-προαιρέσεως δὲ ὄρεξις καὶ λόγος ὁ ἕνεκά τινος. ἐκ προγινωσκομένων δὲ πᾶσα διδασκαλία. ὁ δὲ συλλογισμὸς ἐκ τῶν καθόλου. ταὐτὸν (10) ἂν εἴη τέχνη καὶ ἕξις μετὰ λόγου . ἡ μὲν δὴ ἐπαγωγὴ ἀρχή ἐστι καὶ τοῦ καθόλου. ἡ δ' ὄρεξις τούτου. μηδ' ἐνδέχεσθαι ἄλλως ἔχειν· τὰ δ' ἐνδεχόμενα ἄλλως. (35) κατὰ συμβεβηκὸς ἕξει τὴν ἐπιστήμην. λανθάνει εἰ ἔστιν ἢ μή. (15) ἔστω δὴ οἷς ἀληθεύει ἡ ψυχὴ τῷ καταφάναι ἢ ἀποφάναι. ἀλλ' ἡ ἕνεκά του καὶ πρακτική· [1139b] (1) αὕτη γὰρ καὶ τῆς ποιητικῆς ἄρχει· ἕνεκα γάρ του ποιεῖ πᾶς ὁ ποιῶν.
. ἕξις τις μετὰ λόγου ἀληθοῦς ποιητική ἐστιν. ἀνάγκη τὴν τέχνην ποιήσεως ἀλλ' οὐ πράξεως εἶναι. οὐκ ἂν εἴη ἡ φρόνησις ἐπιστήμη οὐδὲ τέχνη. πρὸς ἰσχύν. οὐ κατὰ μέρος. λείπεται ἄρα αὐτὴν εἶναι (5) ἕξιν ἀληθῆ μετὰ λόγου πρακτικὴν περὶ τὰ ἀνθρώπῳ ἀγαθὰ καὶ κακά. ἀλλὰ μὴν οὐδ' ἕξις μετὰ λόγου μόνον· σημεῖον δ' ὅτι λήθη μὲν τῆς τοιαύτης ἕξεως ἔστι. οὐ γὰρ ἅπασαν ὑπόληψιν διαφθείρει οὐδὲ διαστρέφει τὸ ἡδὺ καὶ λυπηρόν. βουλεύεται δ' οὐθεὶς περὶ τῶν ἀδυνάτων ἄλλως ἔχειν. περὶ τὸ ἐνδεχόμενον ἄλλως ἔχειν. δῆλον οὖν ὅτι ἀρετή (25) τις ἐστὶ καὶ οὐ τέχνη. ὥστ' ἀνάγκη τὴν φρόνησιν ἕξιν εἶναι μετὰ λόγου ἀληθῆ περὶ τὰ ἀνθρώπινα ἀγαθὰ πρακτικήν. οὐδὲ τῶν μὴ ἐνδεχομένων αὐτῷ πρᾶξαι. αἱ μὲν γὰρ ἀρχαὶ τῶν πρακτῶν τὸ οὗ ἕνεκα τὰ πρακτά· τῷ δὲ διεφθαρμένῳ δι' ἡδονὴν ἢ λύπην εὐθὺς οὐ φαίνεται ἀρχή. ὥστε καὶ ὅλως ἂν εἴη φρόνιμος ὁ βουλευτικός. καὶ τρόπον τινὰ περὶ τὰ αὐτά ἐστιν ἡ τύχη καὶ ἡ τέχνη. καὶ ὧν ἡ ἀρχὴ ἐν τῷ ποιοῦντι ἀλλὰ μὴ ἐν τῷ ποιουμένῳ· οὔτε γὰρ τῶν ἐξ ἀνάγκης ὄντων ἢ γινομένων ἡ (15) τέχνη ἐστίν. θατέρου ἂν εἴη ἀρετή. τῆς μὲν γὰρ ποιήσεως ἕτερον τὸ τέλος. τοῦ δοξαστικοῦ· ἥ τε γὰρ δόξα περὶ τὸ ἐνδεχόμενον ἄλλως ἔχειν καὶ ἡ φρόνησις. ὧν δ' αἱ ἀρχαὶ ἐνδέχονται ἄλλως ἔχειν. διὰ τοῦτο Περικλέα καὶ τοὺς τοιούτους φρονίμους οἰόμεθα εἶναι. ἔνθεν καὶ τὴν σωφροσύνην τούτῳ προσαγορεύομεν τῷ ὀνόματι. ἀλλὰ τὰς περὶ τὸ πρακτόν. φρονήσεως δ' οὐκ ἔστιν· καὶ ἐν μὲν τέχνῃ ὁ ἑκὼν ἁμαρτάνων αἱρετώτερος. ὅταν πρὸς τέλος τι σπουδαῖον (30) εὖ λογίσωνται. δοκεῖ δὴ φρονίμου εἶναι τὸ δύνασθαι καλῶς βουλεύσασθαι περὶ τὰ αὑτῷ ἀγαθὰ καὶ συμφέροντα. ἀλλὰ μὴν τέχνης μὲν ἔστιν ἀρετή. τούτων μή ἐστιν ἀπόδειξις (35) (πάντα γὰρ ἐνδέχεται καὶ ἄλλως ἔχειν). οἷον ὅτι τὸ τρίγωνον (15) δύο ὀρθὰς ἔχει ἢ οὐκ ἔχει. φρονήσεως δ' (30) οὐκ ἔστιν. ὥστ' εἴπερ ἐπιστήμη μὲν μετ' ἀποδείξεως. τῆς δὲ πράξεως οὐκ ἂν εἴη· ἔστι γὰρ αὐτὴ ἡ εὐπραξία τέλος. ὅτι τὰ αὑτοῖς ἀγαθὰ καὶ τὰ τοῖς ἀνθρώποις δύνανται θεωρεῖν· (10) εἶναι δὲ τοιούτους ἡγούμεθα τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ τοὺς πολιτικούς. ὥσπερ καὶ περὶ τὰς ἀρετάς. οὐδὲ δεῖν τούτου ἕνεκεν οὐδὲ διὰ τοῦθ' αἱρεῖσθαι πάντα καὶ πράττειν· ἔστι γὰρ ἡ κακία φθαρτικὴ (20) ἀρχῆς. οἷον ποῖα πρὸς ὑγίειαν. ἀλλὰ ποῖα πρὸς τὸ εὖ ζῆν ὅλως. δυοῖν δ' ὄντοιν μεροῖν τῆς ψυχῆς τῶν λόγον ἐχόντων. ὥσπερ εἴρηται. τέχνη δ' ὅτι ἄλλο τὸ γένος πράξεως καὶ ποιήσεως. ὧν μή ἐστι τέχνη.ἀληθοῦς ποιητική. [1140b] (1) καὶ οὐκ ἔστι βουλεύσασθαι περὶ τῶν ἐξ ἀνάγκης ὄντων. (20) ἡ μὲν οὖν τέχνη. ἐπιστήμη μὲν ὅτι ἐνδέχεται τὸ πρακτὸν ἄλλως ἔχειν. περὶ δὲ φρόνησιν ἧττον. ἡ δ' ἀτεχνία τοὐναντίον μετὰ λόγου ψευδοῦς ποιητικὴ ἕξις. περὶ δὲ φρονήσεως οὕτως ἂν λάβοιμεν. οὔτε τῶν κατὰ φύσιν· ἐν αὑτοῖς γὰρ ἔχουσι ταῦτα τὴν ἀρχήν. εἰσὶ δ' ἀρχαὶ τῶν ἀποδεικτῶν καὶ πάσης ἐπιστήμης (μετὰ λόγου γὰρ ἡ ἐπιστήμη). ἐπεὶ δὲ ποίησις καὶ πρᾶξις ἕτερον. σῴζει δὲ τὴν τοιαύτην ὑπόληψιν. ἔστι δὲ τέχνη πᾶσα περὶ γένεσιν καὶ τὸ τεχνάζειν καὶ θεωρεῖν ὅπως ἂν γένηταί τι τῶν ἐνδεχομένων καὶ εἶναι καὶ μὴ εἶναι. καθάπερ καὶ Ἀγάθων φησὶ τέχνη τύχην ἔστερξε καὶ τύχη τέχνην. ὡς σῴζουσαν τὴν φρόνησιν. θεωρήσαντες (25) τίνας λέγομεν τοὺς φρονίμους. ἐπεὶ δ' ἡ ἐπιστήμη περὶ τῶν καθόλου ἐστὶν ὑπόληψις καὶ τῶν ἐξ ἀνάγκης ὄντων. σημεῖον δ' ὅτι καὶ τοὺς περί τι φρονίμους λέγομεν.
οὐδὲν διαφέρει· καὶ γὰρ ἀνθρώπου ἄλλα πολὺ θειότερα τὴν φύσιν. εἰ δ' ὅτι βέλτιστον ἄνθρωπος τῶν ἄλλων ζῴων. εἰ δὴ οἷς ἀληθεύομεν καὶ μηδέποτε διαψευδόμεθα περὶ τὰ μὴ ἐνδεχόμενα ἢ καὶ ἐνδεχόμενα ἄλλως (5) ἔχειν. (20) ἀλλ' ὁ εἰδὼς ὅτι τὰ ὀρνίθεια [κοῦφα καὶ] ὑγιεινὰ ποιήσει μᾶλλον. ὥσπερ κεφαλὴν ἔχουσα ἐπιστήμη (20) τῶν τιμιωτάτων. ἡ δὲ φρόνησις πρακτική· ὥστε δεῖ ἄμφω ἔχειν. εἴη δ' ἄν τις καὶ ἐνταῦθα ἀρχιτεκτονική. ἀλλὰ καὶ περὶ τὰς ἀρχὰς ἀληθεύειν. διὸ Ἀναξαγόραν καὶ Θαλῆν καὶ τοὺς τοιούτους σοφοὺς μὲν φρονίμους (5) δ' οὔ φασιν εἶναι. διὸ καὶ τῶν θηρίων ἔνια φρόνιμά φασιν εἶναι. οὐ ποιήσει ὑγίειαν. οἷον Φειδίαν λιθουργὸν σοφὸν καὶ Πολύκλειτον ἀνδριαντοποιόν. τὸ εὖ βουλεύεσθαι. ποῖα δὲ κοῦφα ἀγνοοῖ. ἔστι δὲ καὶ ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ φρόνησις ἡ αὐτὴ μὲν ἕξις. φρόνιμον (25) δὲ ἕτερον· τὰ γὰρ περὶ αὑτὸ ἕκαστα τὸ εὖ θεωροῦν φησὶν εἶναι φρόνιμον. καὶ τὸ σοφὸν ταὐτὸ πάντες ἂν εἴποιεν. ὥσπερ Ὅμηρός φησιν ἐν τῷ Μαργίτῃ (15) τὸν δ' οὔτ' ἂρ σκαπτῆρα θεοὶ θέσαν οὔτ' ἀροτῆρα οὔτ' ἄλλως τι σοφόν. οὐδ' ὅσων μὴ τέλος τι ἔστι. ἐπιστήμη καὶ φρόνησίς ἐστι καὶ σοφία καὶ νοῦς. δεῖ ἄρα τὸν σοφὸν μὴ μόνον τὰ ἐκ τῶν ἀρχῶν εἰδέναι. ἄχρηστα δ'. ἡ δὲ φρόνησις περὶ τὰ ἀνθρώπινα καὶ περὶ ὧν ἔστι βουλεύσασθαι· τοῦ γὰρ φρονίμου (10) μάλιστα τοῦτ' ἔργον εἶναί φαμεν. ὥστε δῆλον ὅτι ἀκριβεστάτη ἂν τῶν ἐπιστημῶν εἴη ἡ σοφία. ἄτοπον γὰρ εἴ τις τὴν πολιτικὴν ἢ τὴν φρόνησιν σπουδαιοτάτην οἴεται εἶναι. βουλεύεται δ' οὐδεὶς περὶ τῶν ἀδυνάτων ἄλλως ἔχειν. ἀλλὰ δεῖ καὶ τὰ καθ' ἕκαστα γνωρίζειν· πρακτικὴ γάρ. φανερὸν δὲ καὶ ὅτι οὐκ ἂν εἴη ἡ σοφία καὶ ἡ πολιτικὴ ἡ αὐτή· εἰ γὰρ (30) τὴν περὶ τὰ ὠφέλιμα τὰ αὑτοῖς ἐροῦσι σοφίαν. ἢ ταύτην μᾶλλον. ὥστ' εἴη ἂν ἡ σοφία νοῦς καὶ ἐπιστήμη. ἐκ δὴ τῶν εἰρημένων δῆλον ὅτι ἡ σοφία ἐστὶ καὶ ἐπιστήμη καὶ νοῦς τῶν τιμιωτάτων τῇ φύσει. [1141a] (1) αἳ δὲ τυγχάνουσιν οὖσαι περὶ τὰ ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν. ἀλλ' ἑτέρα περὶ ἕκαστον. εἰ δὴ ὑγιεινὸν μὲν καὶ ἀγαθὸν ἕτερον ἀνθρώποις καὶ ἰχθύσι. τὸ μέντοι εἶναι οὐ ταὐτὸν αὐταῖς. καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις οἱ ἔμπειροι· εἰ γὰρ εἰδείη ὅτι τὰ κοῦφα εὔπεπτα κρέα καὶ ὑγιεινά. λείπεται νοῦν εἶναι τῶν ἀρχῶν. οὐδ' ἐστὶν ἡ φρόνησις τῶν (15) καθόλου μόνον. ἐνταῦθα μὲν οὖν οὐθὲν ἄλλο σημαίνοντες τὴν σοφίαν ἢ ὅτι ἀρετὴ τέχνης ἐστίν· εἶναι δέ τινας σοφοὺς οἰόμεθα ὅλως οὐ κατὰ μέρος οὐδ' ἄλλο τι σοφούς. τὸ δὲ λευκὸν καὶ εὐθὺ ταὐτὸν ἀεί. καὶ περιττὰ μὲν καὶ θαυμαστὰ καὶ χαλεπὰ καὶ δαιμόνια εἰδέναι αὐτούς φασιν. διὸ καὶ ἔνιοι οὐκ εἰδότες ἑτέρων εἰδότων πρακτικώτεροι. ὅσα περὶ τὸν αὑτῶν βίον ἔχοντα φαίνεται δύναμιν προνοητικήν. [1141b] (1) οἷον φανερώτατά γε ἐξ ὧν ὁ κόσμος συνέστηκεν.τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐπιστητοῦ οὔτ' ἂν ἐπιστήμη εἴη οὔτε τέχνη οὔτε (35) φρόνησις· τὸ μὲν γὰρ ἐπιστητὸν ἀποδεικτόν. εἰ μὴ καὶ ἰατρικὴ μία περὶ πάντων τῶν ὄντων. >οὐδὲ δὴ σοφία τούτων ἐστίν· τοῦ γὰρ σοφοῦ περὶ ἐνίων ἔχειν ἀπόδειξίν ἐστιν. ὅταν ἴδωσιν ἀγνοοῦντας τὰ συμφέροντα ἑαυτοῖς. καὶ τοῦτο πρακτὸν ἀγαθόν. . πολλαὶ ἔσονται σοφίαι· οὐ γὰρ μία περὶ τὸ ἁπάντων ἀγαθὸν τῶν ζῴων. τούτων δὲ τῶν τριῶν μηδὲν ἐνδέχεται εἶναι (λέγω δὲ τρία φρόνησιν ἐπιστήμην σοφίαν). καὶ τούτῳ ἐπιτρέψει αὐτά. τὴν δὲ σοφίαν ἔν τε ταῖς τέχναις τοῖς ἀκριβεστάτοις (10) τὰς τέχνας ἀποδίδομεν. ὅτι οὐ τὰ ἀνθρώπινα ἀγαθὰ ζητοῦσιν. εἰ μὴ τὸ ἄριστον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἄνθρωπός ἐστιν. ἡ δὲ πρᾶξις περὶ τὰ καθ' ἕκαστα. ὁ δ' ἁπλῶς εὔβουλος ὁ τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπῳ τῶν πρακτῶν στοχαστικὸς κατὰ τὸν λογισμόν.
ἄδηλον καὶ σκεπτέον.7 ζητοῦσι γὰρ τὸ αὑτοῖς ἀγαθόν. . φρόνιμος δ' οὐ δοκεῖ γίνεσθαι. δῆλον ὅτι ὀρθότης τις ἡ εὐβουλία ἐστίν. φανερόν· τοῦ γὰρ ἐσχάτου ἐστίν. δοκεῖ (30) δὲ καὶ φρόνησις μάλιστ' εἶναι ἡ περὶ αὐτὸν καὶ ἕνα· καὶ ἔχει αὕτη τὸ κοινὸν ὄνομα. ἔτι ἡ ἀγχίνοια ἕτερον καὶ ἡ εὐβουλία· ἔστι δ' εὐστοχία τις ἡ ἀγχίνοια. οἱ δὲ πολιτικοὶ πολυπράγμονες· διὸ Εὐριπίδης πῶς δ' ἂν φρονοίην. ἣ δὲ ὡς τὰ καθ' ἕκαστα τὸ κοινὸν ἔχει ὄνομα. ἢ ὅτι τὰ μὲν δι' ἀφαιρέσεώς ἐστιν. ἐπιστήμη μὲν δὴ οὐκ ἔστιν· οὐ γὰρ ζητοῦσι περὶ ὧν ἴσασιν. ἃ γίνεται (15) γνώριμα ἐξ ἐμπειρίας. ὅτι δ' ἡ φρόνησις οὐκ ἐπιστήμη. ἐκείνης δ' ἄλλο εἶδος.τῆς δὲ περὶ (25) πόλιν ἣ μὲν ὡς ἀρχιτεκτονικὴ φρόνησις νομοθετική. ἔτι ἡ ἁμαρτία ἢ περὶ τὸ καθόλου ἐν τῷ βουλεύσασθαι ἢ περὶ τὸ καθ' ἕκαστον· ἢ γὰρ ὅτι πάντα τὰ βαρύσταθμα ὕδατα φαῦλα. καὶ ταύτης ἣ μὲν βουλευτικὴ ἣ δὲ δικαστική. οὗ οὐκ ἔστιν ἐπιστήμη ἀλλ' αἴσθησις. ἀλλ' αὕτη μᾶλλον (30) αἴσθησις ἢ φρόνησις. ἔτι δὲ τὰ αὑτοῦ πῶς δεῖ διοικεῖν. πολιτική· αὕτη δὲ πρακτικὴ καὶ βουλευτική· τὸ γὰρ ψήφισμα πρακτὸν ὡς τὸ ἔσχατον. ἀλλ' οἵᾳ αἰσθανόμεθα ὅτι τὸ [ἐν τοῖς μαθηματικοῖς] ἔσχατον τρίγωνον· στήσεται γὰρ κἀκεῖ. ἢ ὅτι τοδὶ βαρύσταθμον. . νέος δ' ἔμπειρος οὐκ ἔστιν· πλῆθος γὰρ χρόνου ποιεῖ τὴν ἐμπειρίαν· ἐπεὶ καὶ τοῦτ' ἄν τις σκέψαιτο. οὐδὲ δὴ δόξα ἡ εὐβουλία οὐδεμία. ἀλλ' ἐπεὶ ὁ μὲν κακῶς βουλευόμενος ἁμαρτάνει. διὰ τί δὴ μαθηματικὸς μὲν παῖς γένοιτ' ἄν. εἶδος μὲν οὖν τι ἂν εἴη γνώσεως τὸ αὑτῷ εἰδέναι· ἀλλ' ἔχει διαφορὰν πολλήν· [1142a] (1) καὶ δοκεῖ ὁ τὰ περὶ αὑτὸν εἰδὼς καὶ διατρίβων φρόνιμος εἶναι. 785-6 (Dindorf) . καὶ φασὶ πράττειν μὲν δεῖν ταχὺ τὰ βουλευθέντα. αἴτιον δ' ὅτι καὶ τῶν καθ' ἕκαστά ἐστιν ἡ φρόνησις. ἐκ ταύτης οὖν τῆς δόξης ἐλήλυθε τὸ τούτους φρονίμους εἶναι· καίτοι ἴσως οὐκ ἔστι τὸ αὑτοῦ εὖ ἄνευ οἰκονομίας (10) οὐδ' ἄνευ πολιτείας. ᾧ παρῆν ἀπραγμόνως ἐν τοῖσι πολλοῖς ἠριθμημένον στρατοῦ ἴσον μετασχεῖν. διὸ πολιτεύεσθαι τούτους μόνον λέγουσιν· μόνοι γὰρ πράττουσιν οὗτοι ὥσπερ οἱ χειροτέχναι. καὶ οἴονται τοῦτο δεῖν πράττειν. ὧν οὐκ ἔστι λόγος. φρόνησις· ἐκείνων δὲ ἣ μὲν οἰκονομία ἣ δὲ νομοθεσία ἣ δὲ πολιτική. ὥσπερ εἴρηται· (25) τὸ γὰρ πρακτὸν τοιοῦτον. οὔτ' ἐπιστήμης δὲ οὔτε δόξης· (10) ἐπιστήμης μὲν γὰρ οὐκ ἔστιν ὀρθότης (οὐδὲ 7 Eur. οὐχ ἡ τῶν ἰδίων. σημεῖον δ' ἐστὶ τοῦ εἰρημένου καὶ διότι γεωμετρικοὶ μὲν νέοι καὶ μαθηματικοὶ γίνονται καὶ σοφοὶ τὰ τοιαῦτα. δεῖ δὲ λαβεῖν καὶ περὶ εὐβουλίας τί ἐστι. ἣ δὲ τοῦ ἐσχάτου. ἀλλὰ μὴν οὐδ' εὐστοχία· ἄνευ τε γὰρ λόγου καὶ ταχύ τι ἡ εὐστοχία. ὁ δ' εὖ ὀρθῶς βουλεύεται. τῶν δὲ τὸ τί ἐστιν οὐκ ἄδηλον. σοφὸς δ' ἢ φυσικὸς οὔ. τῶν δ' αἱ ἀρχαὶ ἐξ ἐμπειρίας· καὶ τὰ μὲν οὐ πιστεύουσιν (20) οἱ νέοι ἀλλὰ λέγουσιν. ἀντίκειται μὲν δὴ τῷ νῷ· ὁ μὲν γὰρ νοῦς τῶν ὅρων. τοὺς γὰρ περισσοὺς καί τι πράσσοντας πλέον . πότερον ἐπιστήμη τις ἢ δόξα ἢ εὐστοχία ἢ ἄλλο τι γένος. fr. τὸ ζητεῖν δὲ καὶ τὸ βουλεύεσθαι διαφέρει· τὸ γὰρ βουλεύεσθαι ζητεῖν τι ἐστίν. ὁ δὲ βουλευόμενος ζητεῖ καὶ λογίζεται. (5) βουλεύεσθαι δὲ βραδέως. βουλεύονται δὲ πολὺν χρόνον. [1142b] (1) ἡ δ' εὐβουλία βουλή τις.
διὸ περὶ τὰ αὐτὰ μὲν τῇ φρονήσει ἐστίν. οὐκοῦν οὐδ' ἐκείνη πω εὐβουλία. ἡ εὐβουλία εἴη ἂν ὀρθότης ἡ κατὰ τὸ συμφέρον πρὸς τὸ τέλος. ὅταν χρῆται τῇ ἐπιστήμῃ. τὶς δὲ ἡ πρός τι τέλος. οὔθ' ὅλως τὸ αὐτὸ ἐπιστήμῃ ἢ δόξῃ (πάντες γὰρ ἂν ἦσαν συνετοί) οὔτε τις μία τῶν κατὰ μέρος ἐπιστημῶν. καὶ ὁ νοῦς τῶν ἐσχάτων ἐπ' ἀμφότερα· καὶ γὰρ τῶν πρώτων ὅρων καὶ τῶν ἐσχάτων [1143b] (1) νοῦς ἐστὶ καὶ . [1143a] (1) καθ' ἃς λέγομεν συνετοὺς καὶ εὐσυνέτους. ἔτι ἔστι πολὺν χρόνον βουλευόμενον τυχεῖν. ἡ ἀγαθοῦ τευκτική. ἐάν (15) τε εὖ ἐάν τε καὶ κακῶς βουλεύηται. ἡ γεωμετρία περὶ μεγέθη· οὔτε γὰρ περὶ τῶν ἀεὶ ὄντων καὶ (5) ἀκινήτων ἡ σύνεσίς ἐστιν οὔτε περὶ τῶν γιγνομένων ὁτουοῦν. ἡ τοῦ ἐπιεικοῦς ἐστὶ κρίσις ὀρθή. οὐκ ἔστι δὲ τὸ αὐτὸ σύνεσις καὶ φρόνησις. ἄλλου λέγοντος. ὥστε ὀρθῶς ἔσται (20) βεβουλευμένος. καθ' ἣν εὐσύνετοι. ἀλλὰ περὶ ὧν ἀπορήσειεν ἄν τις καὶ βουλεύσαιτο. ταὐτὸ γὰρ σύνεσις καὶ εὐσυνεσία καὶ συνετοὶ καὶ εὐσύνετοι. ἀλλ' ὀρθότης τίς ἐστιν ἡ εὐβουλία βουλῆς· διὸ ἡ βουλὴ ζητητέα πρῶτον τί καὶ περὶ τί. πᾶσαι γὰρ αἱ δυνάμεις αὗται τῶν ἐσχάτων εἰσὶ καὶ τῶν καθ' ἕκαστον· καὶ ἐν μὲν τῷ (30) κριτικὸς εἶναι περὶ ὧν ὁ φρόνιμος. δῆλον ὅτι οὐ πᾶσα· ὁ γὰρ ἀκρατὴς καὶ ὁ φαῦλος ὃ προτίθεται †ἰδεῖν† ἐκ τοῦ λογισμοῦ τεύξεται. ζητεῖ τι καὶ λογίζεται. τὸ τέλος αὐτῆς ἐστίν· ἡ δὲ σύνεσις (10) κριτικὴ μόνον. ἔτι ἔστι καὶ ἁπλῶς εὖ βεβουλεῦσθαι καὶ πρός τι τέλος. δόξης δ' ὀρθότης ἀλήθεια· ἅμα δὲ καὶ ὥρισται ἤδη πᾶν οὗ δόξα ἐστίν. ἐπεὶ δ' ἡ ὀρθότης πλεοναχῶς. ἀλλὰ ψευδῆ τὸν μέσον ὅρον εἶναι· ὥστ' οὐδ' (25) αὕτη πω εὐβουλία. καὶ οὗ δεῖ καὶ ὣς καὶ ὅτε. καὶ ἐπιεικὲς τὸ ἔχειν περὶ ἔνια συγγνώμην. ἐκ τῆς ἐν τῷ μανθάνειν· λέγομεν γὰρ τὸ μανθάνειν συνιέναι πολλάκις. ἀλλὰ μὴν οὐδ' ἄνευ λόγου ἡ εὐβουλία. ἡ μὲν γὰρ φρόνησις ἐπιτακτική ἐστιν· τί γὰρ δεῖ πράττειν ἢ μή. ἔστι δὲ καὶ ἡ σύνεσις καὶ ἡ εὐσυνεσία. (25) εἰσὶ δὲ πᾶσαι αἱ ἕξεις εὐλόγως εἰς ταὐτὸ τείνουσαι· λέγομεν γὰρ γνώμην καὶ σύνεσιν καὶ φρόνησιν καὶ νοῦν ἐπὶ τοὺς αὐτοὺς ἐπιφέροντες γνώμην ἔχειν καὶ νοῦν ἤδη καὶ φρονίμους καὶ συνετούς. δοκεῖ δ' ἀγαθόν τι τὸ εὖ βεβουλεῦσθαι· ἡ γὰρ τοιαύτη ὀρθότης βουλῆς εὐβουλία. οὗ ἡ φρόνησις ἀληθὴς ὑπόληψίς ἐστιν. ἡ δὲ συγγνώμη γνώμη ἐστὶ κριτικὴ τοῦ ἐπιεικοῦς ὀρθή· ὀρθὴ δ' ἡ τοῦ ἀληθοῦς. ἔστι δ' οὔτε τὸ ἔχειν τὴν φρόνησιν οὔτε τὸ λαμβάνειν ἡ σύνεσις· ἀλλ' ὥσπερ τὸ μανθάνειν λέγεται συνιέναι. καὶ ἐντεῦθεν ἐλήλυθε τοὔνομα ἡ σύνεσις. ἣ μὲν (30) δὴ ἁπλῶς ἡ πρὸς τὸ τέλος τὸ ἁπλῶς κατορθοῦσα. ταῦτα δ' ἔσχατα. ἡ δὲ καλουμένη γνώμη. τὸν δὲ ταχύ. κακὸν δὲ μέγα εἰληφώς. εἰ δὴ τῶν φρονίμων τὸ εὖ βεβουλεῦσθαι. καθ' ἣν οὗ δεῖ μὲν τυγχάνει. ἀλλ' ὀρθότης ἡ κατὰ τὸ ὠφέλιμον. σημεῖον δέ· τὸν γὰρ ἐπιεικῆ μάλιστά φαμεν εἶναι συγγνωμονικόν. δι' οὗ δ' οὔ. ὁ δὲ βουλευόμενος. καθ' ἣν συγγνώμονας καὶ (20) ἔχειν φαμὲν γνώμην. οὕτως ἐν τῷ χρῆσθαι τῇ δόξῃ ἐπὶ τὸ κρίνειν περὶ τούτων περὶ ὧν ἡ (15) φρόνησίς ἐστιν. διανοίας ἄρα λείπεται· αὕτη γὰρ οὔπω φάσις· καὶ γὰρ ἡ δόξα οὐ ζήτησις ἀλλὰ φάσις τις ἤδη. συνετὸς καὶ εὐγνώμων ἢ συγγνώμων· τὰ γὰρ ἐπιεικῆ κοινὰ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων ἐστὶν ἐν τῷ πρὸς ἄλλον. καὶ ἡ σύνεσις καὶ ἡ γνώμη περὶ τὰ (35) πρακτά. ἀλλ' ἔστι καὶ τούτου ψευδεῖ συλλογισμῷ τυχεῖν. ἔστι δὲ τῶν καθ' ἕκαστα καὶ τῶν ἐσχάτων ἅπαντα τὰ πρακτά· καὶ γὰρ τὸν φρόνιμον δεῖ γινώσκειν αὐτά. καὶ ὃ μὲν δεῖ ποιῆσαι τυχεῖν. καὶ κρίνειν καλῶς· τὸ γὰρ εὖ τῷ καλῶς τὸ αὐτό.γὰρ ἁμαρτία). οὐ μέντοι δι' οὗ ἔδει. οἷον ἡ ἰατρικὴ περὶ ὑγιεινῶν.
ἀλλὰ τίνος ἕνεκα δεῖ αὐτῆς. αὕτη δ' ἐστὶ νοῦς. ἐπαινετή ἐστιν. ἔστι τὸ πῶς ἔχοντα πράττειν ἕκαστα ὥστ' εἶναι ἀγαθόν. ἱκανῶς τ' ἔχοι ἂν ἡμῖν ὥσπερ καὶ περὶ τὴν ὑγίειαν· βουλόμενοι γὰρ ὑγιαίνειν ὅμως οὐ μανθάνομεν ἰατρικήν.] ὥστε δεῖ προσέχειν τῶν ἐμπείρων καὶ πρεσβυτέρων ἢ φρονίμων ταῖς ἀναποδείκτοις φάσεσι καὶ δόξαις οὐχ ἧττον τῶν ἀποδείξεων· διὰ γὰρ τὸ ἔχειν ἐκ τῆς ἐμπειρίας ὄμμα ὁρῶσιν ὀρθῶς. τοῖς οὖσι σπουδαίοις οὐθὲν ἂν εἴη χρήσιμος· (30) ἔτι δ' οὐδὲ τοῖς μὴ ἔχουσιν· οὐδὲν γὰρ διοίσει αὐτοὺς ἔχειν ἢ ἄλλοις ἔχουσι πείθεσθαι. λεκτέον δ' ἐπιστήσασι σαφέστερον περὶ αὐτῶν. λαβόντας ἀρχὴν ταύτην. ἀλλ' ὡς ἡ ὑγίεια. εἰ δὲ μὴ τούτων χάριν φρόνιμον ῥητέον ἀλλὰ τοῦ γίνεσθαι. οὕτως. εἴπερ ἡ μὲν φρόνησίς ἐστιν ἡ περὶ τὰ δίκαια καὶ καλὰ καὶ ἀγαθὰ ἀνθρώπῳ. λέγω δ' οἷον διὰ προαίρεσιν καὶ αὐτῶν ἕνεκα τῶν (20) πραττομένων. μικρὸν ἄνωθεν ἀρκτέον. οὐδὲν δὲ πρακτικώτεροι τῷ εἰδέναι αὐτά ἐσμεν. ἡ μὲν γὰρ σοφία οὐδὲν θεωρήσει ἐξ ὧν ἔσται εὐδαίμων (20) ἄνθρωπος (οὐδεμιᾶς γάρ ἐστι γενέσεως). ἔπειτα καὶ ποιοῦσι μέν. ἀρετάς γ' οὔσας ἑκατέραν ἑκατέρου τοῦ μορίου. καὶ εἰ μὴ ποιοῦσι μηδὲν μηδετέρα αὐτῶν. διαπορήσειε δ' ἄν τις περὶ αὐτῶν τί χρήσιμοί εἰσιν. ἡ δ' ἕξις τῷ (30) ὄμματι τούτῳ γίνεται τῆς . οὐχ ὡς ἡ ἰατρικὴ δὲ ὑγίειαν. [διὸ (10) καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος νοῦς· ἐκ τούτων γὰρ αἱ ἀποδείξεις καὶ περὶ τούτων. ἡ δὲ φρόνησις τὰ πρὸς τοῦτον. [1144a] (1) πρῶτον μὲν οὖν λέγωμεν ὅτι καθ' αὑτὰς ἀναγκαῖον αἱρετὰς αὐτὰς εἶναι. εἴρηται. τί μὲν οὖν ἐστὶν ἡ (15) φρόνησις καὶ ἡ σοφία. ὁ δ' ἐν ταῖς πρακτικαῖς τοῦ ἐσχάτου καὶ ἐνδεχομένου καὶ τῆς ἑτέρας προτάσεως· ἀρχαὶ γὰρ τοῦ οὗ ἕνεκα αὗται· ἐκ τῶν καθ' ἕκαστα γὰρ (5) τὰ καθόλου· τούτων οὖν ἔχειν δεῖ αἴσθησιν.οὐ λόγος. ὡς ἔοικεν. τοῦ θρεπτικοῦ· οὐδὲν γὰρ ἐπ' αὐτῷ πράττειν ἢ μὴ πράττειν.† ἔτι τὸ ἔργον ἀποτελεῖται κατὰ τὴν φρόνησιν καὶ τὴν ἠθικὴν ἀρετήν· ἡ μὲν γὰρ ἀρετὴ τὸν σκοπὸν ποιεῖ ὀρθόν. ἔστι δὴ δύναμις ἣν καλοῦσι δεινότητα· αὕτη δ' ἐστὶ τοιαύτη ὥστε τὰ πρὸς τὸν ὑποτεθέντα (25) σκοπὸν συντείνοντα δύνασθαι ταῦτα πράττειν καὶ τυγχάνειν αὐτοῦ. καὶ φύσει σοφὸς μὲν οὐδείς. ταῦτα δ' ἐστὶν ἃ τοῦ ἀγαθοῦ ἐστὶν ἀνδρὸς πράττειν. ἡ δὲ φρόνησις τοῦτο μὲν ἔχει. ἔστι δ' ἡ φρόνησις οὐχ ἡ δύναμις. τὴν μὲν οὖν προαίρεσιν ὀρθὴν ποιεῖ ἡ ἀρετή. οἷον (15) τοὺς τὰ ὑπὸ τῶν νόμων τεταγμένα ποιοῦντας ἢ ἄκοντας ἢ δι' ἄγνοιαν ἢ δι' ἕτερόν τι καὶ μὴ δι' αὐτά (καίτοι πράττουσί γε ἃ δεῖ καὶ ὅσα χρὴ τὸν σπουδαῖον). καὶ ὅτι ἄλλου τῆς ψυχῆς μορίου ἀρετὴ ἑκατέρα. ὥσπερ γὰρ καὶ τὰ δίκαια λέγομεν πράττοντάς τινας οὔπω δικαίους εἶναι. οὕτως (5) ἡ σοφία εὐδαιμονίαν· μέρος γὰρ οὖσα τῆς ὅλης ἀρετῆς τῷ ἔχεσθαι ποιεῖ καὶ †τῷ ἐνεργεῖν εὐδαίμονα. πρὸς δὲ τούτοις ἄτοπον ἂν εἶναι δόξειεν. καὶ ἥδε ἡ ἡλικία νοῦν ἔχει καὶ γνώμην. εἴπερ ἕξεις (25) αἱ ἀρεταί εἰσιν. σημεῖον δ' ὅτι καὶ ταῖς ἡλικίαις οἰόμεθα ἀκολουθεῖν. περὶ δὴ τούτων λεκτέον· νῦν μὲν γὰρ ἠπόρηται περὶ αὐτῶν μόνον. ἐὰν δὲ φαῦλος. τοῦ δὲ τετάρτου μορίου τῆς ψυχῆς οὐκ ἔστιν (10) ἀρετὴ τοιαύτη. ὥσπερ οὐδὲ τὰ ὑγιεινὰ οὐδὲ τὰ εὐεκτικά. καὶ περὶ τί ἑκατέρα τυγχάνει οὖσα. διὸ καὶ φυσικὰ δοκεῖ εἶναι ταῦτα. τὸ δ' ὅσα ἐκείνης ἕνεκα πέφυκε πράττεσθαι οὐκ ἔστι τῆς ἀρετῆς ἀλλ' ἑτέρας δυνάμεως. γνώμην δ' ἔχειν καὶ σύνεσιν καὶ νοῦν. εἰ χείρων τῆς σοφίας οὖσα κυριωτέρα αὐτῆς ἔσται· (35) ἡ γὰρ ποιοῦσα ἄρχει καὶ ἐπιτάττει περὶ ἕκαστον. καὶ ὁ μὲν κατὰ τὰς ἀποδείξεις τῶν ἀκινήτων ὅρων καὶ πρώτων. περὶ δὲ τοῦ μηθὲν εἶναι πρακτικωτέρους διὰ τὴν φρόνησιν τῶν καλῶν καὶ δικαίων. ὡς τῆς φύσεως αἰτίας οὔσης. ἂν μὲν οὖν ὁ σκοπὸς ᾖ καλός. ὅσα μὴ τῷ ποιεῖν ἀλλὰ τῷ ἀπὸ τῆς ἕξεως εἶναι λέγεται· οὐθὲν γὰρ πρακτικώτεροι τῷ ἔχειν τὴν ἰατρικὴν καὶ γυμναστικήν ἐσμεν. πανουργία· διὸ καὶ τοὺς φρονίμους δεινοὺς καὶ πανούργους φαμὲν εἶναι. ἀλλ' οὐκ ἄνευ τῆς δυνάμεως ταύτης.
καὶ ὅτι οὐκ ἔσται ἡ προαίρεσις ὀρθὴ ἄνευ (5) φρονήσεως οὐδ' ἄνευ ἀρετῆς· ἣ μὲν γὰρ τὸ τέλος ἣ δὲ τὰ πρὸς τὸ τέλος ποιεῖ πράττειν. [1145a] (1) καθ' ἃς δὲ ἁπλῶς λέγεται ἀγαθός. δεινότης καὶ φρόνησις. ὥσπερ οὐδὲ τῆς ὑγιείας ἡ ἰατρική· οὐ γὰρ χρῆται αὐτῇ. ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος ταύτῃ λύοιτ' ἄν. οὐ φαίνεται· διαστρέφει γὰρ ἡ (35) μοχθηρία καὶ διαψεύδεσθαι ποιεῖ περὶ τὰς πρακτικὰς ἀρχάς. οὕτω καὶ ἐνταῦθα· ἐὰν δὲ λάβῃ νοῦν. (10) ἔτι ὅμοιον κἂν εἴ τις τὴν πολιτικὴν φαίη ἄρχειν τῶν θεῶν. ἀλλ' ὁρᾷ ὅπως γένηται· ἐκείνης οὖν ἕνεκα ἐπιτάττει.ψυχῆς οὐκ ἄνευ ἀρετῆς. ὥστε φανερὸν ὅτι ἀδύνατον φρόνιμον εἶναι μὴ ὄντα ἀγαθόν. κἂν εἰ μὴ πρακτικὴ ἦν. ᾧ διαλεχθείη τις ἂν ὅτι χωρίζονται ἀλλήλων αἱ ἀρεταί· οὐ γὰρ ὁ αὐτὸς εὐφυέστατος πρὸς ἁπάσας. δεῖ δὲ μικρὸν μεταβῆναι. ὅτι ὥσπερ σώματι ἰσχυρῷ ἄνευ ὄψεως κινουμένῳ συμβαίνει σφάλλεσθαι ἰσχυρῶς διὰ τὸ μὴ ἔχειν ὄψιν. ἀλλ' ἡ μετὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου ἕξις ἀρετή ἐστιν· ὀρθὸς δὲ λόγος περὶ τῶν τοιούτων ἡ φρόνησίς ἐστιν. ὅτι δ' οὐκ ἄνευ φρονήσεως. ὅταν ὁρίζωνται τὴν ἀρετήν. τὸ μὲν ἀρετὴ φυσικὴ τὸ δ' ἡ κυρία. πᾶσι γὰρ δοκεῖ ἕκαστα τῶν ἠθῶν ὑπάρχειν (5) φύσει πως· καὶ γὰρ δίκαιοι καὶ σωφρονικοὶ καὶ ἀνδρεῖοι καὶ τἆλλα ἔχομεν εὐθὺς ἐκ γενετῆς· ἀλλ' ὅμως ζητοῦμεν ἕτερόν τι τὸ κυρίως ἀγαθὸν καὶ τὰ τοιαῦτα ἄλλον τρόπον ὑπάρχειν. ὅτι ἔδει ἂν αὐτῆς διὰ τὸ τοῦ μορίου ἀρετὴν εἶναι. τὴν κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον· ὀρθὸς δ' ὁ κατὰ τὴν φρόνησιν. (35) ὥστε τὴν μὲν ἤδη τὴν δ' οὔπω εἰληφὼς ἔσται· τοῦτο γὰρ κατὰ μὲν τὰς φυσικὰς ἀρετὰς ἐνδέχεται. καὶ γὰρ παισὶ καὶ θηρίοις αἱ φυσικαὶ ὑπάρχουσιν ἕξεις. ἔστι γὰρ οὐ μόνον ἡ κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον. ἐπειδὴ τοιόνδε τὸ τέλος καὶ τὸ ἄριστον. προστιθέασι. Σωκράτης μὲν οὖν λόγους τὰς ἀρετὰς ᾤετο εἶναι (ἐπιστήμας γὰρ εἶναι (30) πάσας). ἡ κατὰ τὴν φρόνησιν. (10) πλὴν τοσοῦτον ἔοικεν ὁρᾶσθαι. ὡς εἴρηταί τε καὶ ἔστι δῆλον· οἱ γὰρ συλλογισμοὶ τῶν πρακτῶν ἀρχὴν ἔχοντές εἰσιν. ἡμάρτανεν. καὶ τούτων ἡ κυρία οὐ γίνεται ἄνευ φρονήσεως. δῆλον οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι οὐχ οἷόν τε ἀγαθὸν εἶναι κυρίως ἄνευ φρονήσεως. [1144b] (1) σκεπτέον δὴ πάλιν καὶ περὶ ἀρετῆς· καὶ γὰρ ἡ ἀρετὴ παραπλησίως ἔχει ὡς ἡ φρόνησις πρὸς τὴν δεινότητα --οὐ ταὐτὸ μέν. Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια . καλῶς ἔλεγεν. ἀλλ' ἄνευ νοῦ βλαβεραὶ φαίνονται οὖσαι. ὅτι ἐπιτάττει περὶ πάντα τὰ ἐν τῇ πόλει. ἀλλ' οὐκ ἐκείνῃ. διόπερ τινές φασι πάσας τὰς ἀρετὰς φρονήσεις εἶναι. ἀλλὰ μὴν οὐδὲ κυρία γ' ἐστὶ τῆς σοφίας οὐδὲ τοῦ βελτίονος μορίου. ἐοίκασι δὴ μαντεύεσθαί πως ἅπαντες (25) ὅτι ἡ τοιαύτη ἕξις ἀρετή ἐστιν. ὅμοιον δέ--οὕτω καὶ ἡ φυσικὴ ἀρετὴ πρὸς τὴν κυρίαν. ἐν τῷ πράττειν διαφέρει· ἡ δ' ἕξις ὁμοία οὖσα τότ' ἔσται κυρίως ἀρετή. οὐκ ἐνδέχεται· ἅμα γὰρ τῇ φρονήσει μιᾷ ὑπαρχούσῃ πᾶσαι ὑπάρξουσιν. δῆλον δέ. καὶ Σωκράτης τῇ μὲν ὀρθῶς ἐζήτει τῇ δ' ἡμάρτανεν· ὅτι μὲν γὰρ φρονήσεις ᾤετο (20) εἶναι πάσας τὰς ἀρετάς. ὥστε καθάπερ ἐπὶ τοῦ δοξαστικοῦ δύο ἐστὶν (15) εἴδη. οὐδὲ φρόνιμον ἄνευ τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς. ὁτιδήποτε ὄν (ἔστω γὰρ λόγου χάριν τὸ τυχόν)· τοῦτο δ' εἰ μὴ τῷ ἀγαθῷ. ἡμεῖς δὲ μετὰ λόγου. οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ δύο ἐστί. σημεῖον δέ· καὶ γὰρ νῦν πάντες. τὴν ἕξιν εἰπόντες καὶ πρὸς ἅ ἐστι.
ἐπιστάμενον μὲν οὖν οὔ φασί τινες οἷόν τε εἶναι· δεινὸν γὰρ ἐπιστήμης ἐνούσης. ὡς ᾤετο Σωκράτης. καθάπερ φασίν. περὶ δὲ κακίας (35) εἴρηται πρότερον· περὶ δὲ ἀκρασίας καὶ μαλακίας καὶ τρυφῆς λεκτέον. καὶ τὸν ἀκόλαστον ἀκρατῆ καὶ τὸν ἀκρατῆ ἀκόλαστον συγκεχυμένως. κακία ἀκρασία θηριότης. οἳ δ' ἑτέρους εἶναί φασιν. ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς διαθέσεως τῆς τοιαύτης ὕστερον ποιητέον τινὰ μνείαν. ὁ δ' ἐγκρατὴς εἰδὼς ὅτι φαῦλαι αἱ ἐπιθυμίαι οὐκ ἀκολουθεῖ διὰ τὸν λόγον. καὶ τὸν σώφρονα μὲν ἐγκρατῆ καὶ (15) καρτερικόν. ἀλλὰ δι' ἄγνοιαν. οὕτως οὐδὲ θεοῦ. ἣ δ' ἕτερόν τι γένος κακίας. ἀπορήσειε δ' ἄν τις πῶς ὑπολαμβάνων ὀρθῶς ἀκρατεύεταί τις.Βιβλίον Η [1145a] μετὰ δὲ ταῦτα λεκτέον. (20) ἡρωικήν τινα καὶ θείαν. οὗτος 8 Hom. ἀλλ' ἣ μὲν τιμιώτερον ἀρετῆς. οὔθ' ὡς ἕτερον γένος. οὕτω καὶ (30) ὁ θηριώδης ἐν τοῖς ἀνθρώποις σπάνιος· μάλιστα δ' ἐν τοῖς βαρβάροις ἐστίν. (25) Σωκράτης μὲν γὰρ ὅλως ἐμάχετο πρὸς τὸν λόγον ὡς οὐκ οὔσης ἀκρασίας· οὐθένα γὰρ ὑπολαμβάνοντα πράττειν παρὰ τὸ βέλτιστον. καὶ ἀκρατὴς καὶ ἐκστατικὸς τοῦ λογισμοῦ. καθάπερ οἱ Λάκωνες εἰώθασι προσαγορεύειν. γίνεται δ' ἔνια καὶ διὰ νόσους καὶ πηρώσεις· καὶ τοὺς διὰ κακίαν δὲ τῶν ἀνθρώπων ὑπερβάλλοντας οὕτως ἐπιδυσφημοῦμεν. τοιαύτη τις ἂν εἴη δῆλον ὅτι ἡ τῇ θηριώδει (25) ἀντιτιθεμένη ἕξις· καὶ γὰρ ὥσπερ οὐδὲ θηρίου ἐστὶ κακία οὐδ' ἀρετή.258 . τιθέντας τὰ φαινόμενα καὶ πρῶτον διαπορήσαντας οὕτω δεικνύναι μάλιστα μὲν πάντα τὰ (5) ἔνδοξα περὶ ταῦτα τὰ πάθη. ἐπεὶ δὲ σπάνιον καὶ τὸ θεῖον ἄνδρα εἶναι. ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων. σεῖος ἀνήρ φασιν. ἐξ ἀνθρώπων γίνονται θεοὶ δι' ἀρετῆς ὑπερβολήν. τὸν δὲ φρόνιμον ὁτὲ μὲν οὔ φασιν ἐνδέχεσθαι εἶναι ἀκρατῆ. ἡ δ' ἀκρασία τε καὶ μαλακία (10) τῶν φαύλων καὶ ψεκτῶν. τὰ πλεῖστα καὶ κυριώτατα· ἐὰν γὰρ λύηταί τε τὰ δυσχερῆ καὶ καταλείπηται τὰ ἔνδοξα. ὥστ' εἰ. τὰ μὲν οὖν λεγόμενα ταῦτ' ἐστίν. δοκεῖ δὴ ἥ τε ἐγκράτεια καὶ καρτερία τῶν σπουδαίων καὶ [τῶν] ἐπαινετῶν εἶναι. Il. ὅταν ἀγασθῶσι σφόδρα του. οὐδὲ ἐῴκει ἀνδρός γε θνητοῦ πάις ἔμμεναι ἀλλὰ θεοῖο8. εἰ δὲ μή. ὥσπερ Ὅμηρος περὶ Ἕκτορος πεποίηκε λέγοντα τὸν Πρίαμον ὅτι σφόδρα ἦν ἀγαθός. ὁτὲ δ' ἐνίους φρονίμους ὄντας καὶ δεινοὺς ἀκρατεῖς εἶναι. δεῖ δ'. τὸν δὲ τοιοῦτον οἳ μὲν πάντα σώφρονα οἳ δ' οὔ. τὰ δ' ἐναντία τοῖς μὲν δυσὶ δῆλα· τὸ μὲν γὰρ ἀρετὴν τὸ δ' ἐγκράτειαν καλοῦμεν· πρὸς δὲ τὴν θηριότητα μάλιστ' ἂν ἁρμόττοι λέγειν τὴν ὑπὲρ ἡμᾶς ἀρετήν. ἄλλο τι κρατεῖν καὶ περιέλκειν αὐτὴν ὥσπερ ἀνδράποδον. καὶ ὁ αὐτὸς ἐγκρατὴς καὶ ἐμμενετικὸς τῷ λογισμῷ. καὶ περὶ ἐγκρατείας καὶ καρτερίας· [1145b] (1) οὔτε γὰρ ὡς περὶ τῶν αὐτῶν ἕξεων τῇ ἀρετῇ καὶ τῇ μοχθηρίᾳ ἑκατέραν αὐτῶν ὑποληπτέον. δεδειγμένον ἂν εἴη ἱκανῶς. ὅτι τῶν περὶ τὰ ἤθη φευκτῶν τρία ἐστὶν εἴδη. καὶ ὁ μὲν ἀκρατὴς εἰδὼς ὅτι φαῦλα πράττει διὰ πάθος. ἔτι ἀκρατεῖς λέγονται καὶ (20) θυμοῦ καὶ τιμῆς καὶ κέρδους. ἄλλην ποιησαμένους ἀρχήν. 24.
φαύλη. οἷον ὁ Σοφοκλέους Νεοπτόλεμος ἐν (20) τῷ Φιλοκτήτῃ· ἐπαινετὸς γὰρ οὐκ ἐμμένων οἷς ἐπείσθη ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως διὰ τὸ λυπεῖσθαι ψευδόμενος. οἷον εἰ καὶ τῇ ψευδεῖ· καὶ εἰ πάσης δόξης ἡ ἀκρασία ἐκστατικόν. ὑπολαμβάνει δὲ τἀγαθὰ (30) κακὰ εἶναι καὶ οὐ δεῖν πράττειν. φανερόν. προϊέναι δὲ μὴ δύνηται διὰ τὸ λῦσαι μὴ ἔχειν τὸν λόγον. ἔτι ὁ σοφιστικὸς λόγος [ψευδόμενος] ἀπορία· διὰ γὰρ τὸ παράδοξα βούλεσθαι ἐλέγχειν. ἔτι εἰ περὶ πάντα ἀκρασία ἐστὶ καὶ ἐγκράτεια. φαύλη ἡ κωλύουσα ἕξις μὴ ἀκολουθεῖν. τὸ δὲ μηθένα πράττειν παρὰ τὸ δόξαν βέλτιον οὐχ ὁμολογοῦσιν. καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀκρατῆ φασὶν οὐκ ἐπιστήμην (35) ἔχοντα κρατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἡδονῶν ἀλλὰ δόξαν. ἢ οὒ ἀλλ' ἐξ ἀμφοῖν· ἔπειτ' εἰ περὶ πάντ' ἐστὶν ἀκρασία καὶ ἐγκράτεια ἢ οὔ. [1146b] (1) μεταπεισθεὶς ἂν ἐπαύσατο· νῦν δὲ πεπεισμένος οὐδὲν ἧττον [ἄλλα] πράττει. (30) ὅτι γὰρ οὐκ οἴεταί γε ὁ ἀκρατευόμενος πρὶν ἐν τῷ πάθει γενέσθαι. ὥστε τἀγαθὰ καὶ οὐ τὰ κακὰ πράξει. συγγνώμη τῷ μὴ μένειν ἐν αὐταῖς πρὸς ἐπιθυμίας ἰσχυράς· τῇ δὲ μοχθηρίᾳ οὐ συγγνώμη. οὐδεὶς γὰρ ἁπάσας ἔχει τὰς ἀκρασίας. καὶ δέον ζητεῖν περὶ τὸ πάθος. οὐδὲν μέγα. ὅταν μένειν μὴ βούληται διὰ τὸ μὴ ἀρέσκειν τὸ συμπερανθέν. ὁ γενόμενος συλλογισμὸς ἀπορία γίνεται· δέδεται γὰρ ἡ (25) διάνοια. καὶ τὸν ἐγκρατῆ καὶ τὸν καρτερικόν. πότερον (15) ὁ ἐγκρατὴς καὶ ὁ ἀκρατής εἰσι τῷ περὶ ἃ ἢ τῷ ὣς ἔχοντες τὴν διαφοράν. οὔτε τῷ πρὸς ταῦτα ἁπλῶς ἔχειν (ταὐτὸν γὰρ ἂν ἦν τῇ ἀκολασίᾳ). (20) ἀλλὰ περὶ ἅπερ ὁ ἀκόλαστος. λέγω δὲ πότερον τῷ περὶ ταδὶ εἶναι μόνον ἀκρατὴς ὁ ἀκρατής. ὥσθ' ἡ ἐγκράτεια οὐ πᾶσα (15) σπουδαία· εἰ δ' ἀσθενεῖς καὶ μὴ φαῦλαι. ἔστι δ' ἀρχὴ τῆς σκέψεως. ἵνα δεινοὶ ὦσιν ὅταν ἐπιτύχωσιν. πρὸς δὲ τούτοις δέδεικται πρότερον ὅτι πρακτικός γε ὁ φρόνιμος (τῶν γὰρ ἐσχάτων τις) καὶ τὰς ἄλλας ἔχων ἀρετάς. ἀλλὰ τῷ ὡδὶ ἔχειν. ἀλλὰ μὴν δεῖ γε· εἰ μὲν γὰρ χρησταὶ αἱ ἐπιθυμίαι. ἔτι εἰ πάσῃ δόξῃ ἐμμενετικὸν ποιεῖ ἡ ἐγκράτεια. φρονήσεως ἄρα ἀντιτεινούσης. καὶ πῶς εἰδότες· εἶτα περὶ ποῖα τὸν ἀκρατῆ (10) καὶ τὸν ἐγκρατῆ θετέον. ἔσται τις σπουδαία ἀκρασία. ἢ οὒ ἀλλὰ τῷ ὥς. οὔτε γὰρ περὶ ἅπαντ' ἐστὶν ὁ ἁπλῶς ἀκρατής. καθάπερ ἐν τοῖς διστάζουσι. (5) αὕτη γὰρ ἰσχυρότατον. πρῶτον μὲν οὖν σκεπτέον πότερον εἰδότες ἢ οὔ. τίς ὁ τρόπος γίνεται τῆς ἀγνοίας. οὐδὲ τῶν ἄλλων οὐδενὶ τῶν ψεκτῶν. νομίζων . φαμὲν δ' εἶναί τινας (5) ἁπλῶς.μὲν οὖν ὁ λόγος ἀμφισβητεῖ τοῖς φαινομένοις ἐναργῶς. ἀλλ' ἄτοπον· ἔσται γὰρ ὁ αὐτὸς ἅμα φρόνιμος καὶ ἀκρατής. ἀλλὰ μὴν εἴγε δόξα καὶ μὴ ἐπιστήμη. εἰ δι' ἄγνοιαν. ὃ μὲν γὰρ ἄγεται προαιρούμενος. οὐθὲν σεμνόν. οὐδ' εἰ φαῦλαι καὶ ἀσθενεῖς. εἰσὶ δέ τινες οἳ τὰ μὲν συγχωροῦσι τὰ δ' οὔ· τὸ μὲν γὰρ ἐπιστήμης μηθὲν εἶναι κρεῖττον ὁμολογοῦσιν. φήσειε δ' οὐδ' ἂν εἷς φρονίμου εἶναι τὸ πράττειν ἑκόντα τὰ φαυλότατα.” εἰ μὲν γὰρ ἐπέπειστο ἃ πράττει. ἔτι ὁ τῷ πεπεῖσθαι πράττων καὶ διώκων τὰ ἡδέα καὶ προαιρούμενος βελτίων ἂν δόξειεν τοῦ μὴ διὰ λογισμὸν ἀλλὰ δι' ἀκρασίαν· εὐιατότερος γὰρ διὰ τὸ μεταπεισθῆναι ἄν. πότερον ὁ αὐτὸς ἢ ἕτερός ἐστιν· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὅσα συγγενῆ τῆς θεωρίας ἐστὶ ταύτης. μηδ' ἰσχυρὰ ὑπόληψις [1146a] (1) ἡ ἀντιτείνουσα ἀλλ' ἠρεμαία. τί δεῖ ἐπιπίνειν. αἱ μὲν οὖν ἀπορίαι τοιαῦταί τινες συμβαίνουσιν. συμβαίνει δὴ ἔκ τινος λόγου ἡ ἀφροσύνη μετ' ἀκρασίας ἀρετή· τἀναντία γὰρ πράττει ὧν ὑπολαμβάνει διὰ τὴν ἀκρασίαν. λέγω δὲ πότερον περὶ πᾶσαν ἡδονὴν καὶ λύπην ἢ περί τινας ἀφωρισμένας. τούτων δὲ τὰ μὲν ἀνελεῖν δεῖ τὰ δὲ καταλιπεῖν· ἡ γὰρ λύσις τῆς ἀπορίας εὕρεσίς ἐστιν. ἔτι εἰ μὲν ἐν (10) τῷ ἐπιθυμίας ἔχειν ἰσχυρὰς καὶ φαύλας ὁ ἐγκρατής. ὁ δ' ἀκρατὴς ἔνοχος τῇ παροιμίᾳ ἐν ᾗ (35) φαμὲν “ὅταν τὸ ὕδωρ πνίγῃ. τίς ὁ ἁπλῶς ἀκρατής. οὐκ ἔσται ὁ σώφρων ἐγκρατὴς οὐδ' ὁ ἐγκρατὴς σώφρων· οὔτε γὰρ τὸ ἄγαν σώφρονος οὔτε τὸ φαύλας ἔχειν.
διώκει δέ. οὐδ' αὕτη περιέλκεται διὰ τὸ πάθος. εἰ παντὸς γλυκέος γεύεσθαι δεῖ. ἐνίοις δὲ καὶ μανίας ποιοῦσιν. (10) ἔτι τὸ ἔχειν τὴν ἐπιστήμην ἄλλον τρόπον τῶν νῦν ῥηθέντων ὑπάρχει τοῖς ἀνθρώποις· ἐν τῷ γὰρ ἔχειν μὲν μὴ χρῆσθαι δὲ διαφέρουσαν ὁρῶμεν τὴν ἕξιν. ὅτι πᾶν γλυκὺ ἡδύ. οὐδὲν διαφέρει πρὸς τὸν λόγον· ἔνιοι γὰρ τῶν δοξαζόντων οὐ διστάζουσιν. ἀλλὰ μὴν οὕτω διατίθενται οἵ γε ἐν (15) τοῖς πάθεσιν ὄντες· θυμοὶ γὰρ καὶ ἐπιθυμίαι ἀφροδισίων καὶ ἔνια τῶν τοιούτων ἐπιδήλως καὶ τὸ σῶμα μεθιστᾶσιν. οἷον τὸν καθεύδοντα καὶ μαινόμενον καὶ οἰνωμένον. ἀλλὰ τῆς αἰσθητικῆς. ἀλλ' οὐκ εἰ μὴ θεωρῶν. τουτὶ δὲ γλυκύ (αὕτη δὲ ἐνεργεῖ). περὶ μὲν οὖν τοῦ εἰδότα καὶ μή. καὶ οἱ πρῶτον μαθόντες συνείρουσι μὲν τοὺς λόγους. χρώμενον μέντοι τῇ καθόλου ἀλλὰ μὴ τῇ κατὰ μέρος· πρακτὰ γὰρ τὰ καθ' ἕκαστα. ὃν δεῖ παρὰ τῶν φυσιολόγων ἀκούειν. [1147a] (1) ἔτι ἐπεὶ δύο τρόποι τῶν προτάσεων. οὕτως ὑποληπτέον λέγειν καὶ τοὺς ἀκρατευομένους. οὐθὲν διοίσει ἐπιστήμη δόξης· ἔνιοι γὰρ πιστεύουσιν οὐδὲν (30) ἧττον οἷς δοξάζουσιν ἢ ἕτεροι οἷς ἐπίστανται· δηλοῖ δ' Ἡράκλειτος. ἀλλ' ἐπεὶ διχῶς λέγομεν τὸ ἐπίστασθαι ̔καὶ γὰρ ὁ ἔχων μὲν οὐ χρώμενος δὲ τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ὁ χρώμενος λέγεται ἐπίστασθαἰ. διαφέρει δὲ καὶ τὸ καθόλου· τὸ μὲν γὰρ ἐφ' ἑαυτοῦ (5) τὸ δ' ἐπὶ τοῦ πράγματός ἐστιν· οἷον ὅτι παντὶ ἀνθρώπῳ συμφέρει τὰ ξηρά. ἣ μὲν οὖν λέγει φεύγειν τοῦτο. ἢ οὕτως ἔχει ὡς οὐκ ἦν τὸ ἔχειν ἐπίστασθαι ἀλλὰ λέγειν ὥσπερ ὁ οἰνωμένος τὰ Ἐμπεδοκλέους. καὶ διὰ τὸ μὴ καθόλου μηδ' ἐπιστημονικὸν ὁμοίως εἶναι δοκεῖν τῷ καθόλου τὸν ἔσχατον ὅρον καὶ ἔοικεν ὃ ἐζήτει (15) Σωκράτης συμβαίνειν· οὐ γὰρ τῆς κυρίως ἐπιστήμης εἶναι δοκούσης παρούσης γίνεται τὸ πάθος. τὸ δὲ λέγειν τοὺς λόγους τοὺς ἀπὸ τῆς ἐπιστήμης οὐδὲν σημεῖον· καὶ γὰρ οἱ ἐν τοῖς πάθεσι (20) τούτοις ὄντες ἀποδείξεις καὶ ἔπη λέγουσιν Ἐμπεδοκλέους. ἡ δ' ἑτέρα περὶ τῶν καθ' ἕκαστά ἐστιν. ἣ δέ. ἢ οὐκ ἔχει ἢ οὐκ ἐνεργεῖ· κατά τε δὴ τούτους διοίσει τοὺς τρόπους ἀμήχανον ὅσον. τοσαῦτα εἰρήσθω. ὧν αἴσθησις ἤδη κυρία· ὅταν δὲ μία γένηται ἐξ αὐτῶν. δῆλον οὖν ὅτι ὁμοίως ἔχειν λεκτέον τοὺς ἀκρατεῖς τούτοις. ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός--ἡ γὰρ ἐπιθυμία ἐναντία. ἐν δὲ ταῖς ποιητικαῖς πράττειν εὐθύς· οἷον. ἣ μὲν γὰρ καθόλου δόξα. . πῶς δὲ λύεται ἡ ἄγνοια καὶ πάλιν γίνεται ἐπιστήμων ὁ ἀκρατής. ἐπεὶ δ' ἡ τελευταία πρότασις δόξα τε (10) αἰσθητοῦ καὶ κυρία τῶν πράξεων. περὶ μὲν οὖν τοῦ δόξαν ἀληθῆ ἀλλὰ μὴ ἐπιστήμην (25) εἶναι παρ' ἣν ἀκρατεύονται. ἴσασι δ' οὔπω· δεῖ γὰρ συμφυῆναι. ἀλλ' οἴονται ἀκριβῶς εἰδέναι. ἔτι καὶ ὧδε φυσικῶς ἄν τις ἐπιβλέψειε (25) τὴν αἰτίαν. οὐκ ἐναντίας δὲ καθ' αὑτήν. διοίσει τὸ ἔχοντα μὲν μὴ θεωροῦντα δὲ καὶ τὸ θεωροῦντα ἃ μὴ δεῖ πράττειν [τοῦ ἔχοντα καὶ θεωροῦντα]· (35) τοῦτο γὰρ δοκεῖ δεινόν. ἀνάγκη τὸν δυνάμενον καὶ μὴ κωλυόμενον ἅμα τοῦτο καὶ πράττειν. ὅτι οὐκ ἔχει καθόλου ὑπόληψιν (5) ἀλλὰ τῶν καθ' ἕκαστα φαντασίαν καὶ μνήμην. ἀνάγκη τὸ συμπερανθὲν ἔνθα μὲν φάναι τὴν ψυχήν. καὶ πῶς εἰδότα ἐνδέχεται ἀκρατεύεσθαι.ἀεὶ δεῖν τὸ παρὸν ἡδὺ διώκειν· ὃ δ' οὐκ οἴεται μέν. ἢ ὅτι ξηρὸν τὸ τοιόνδε· ἀλλ' εἰ τόδε τοιόνδε. ἡ δ' ἐπιθυμία ἄγει· (35) κινεῖν γὰρ ἕκαστον δύναται τῶν μορίων· [1147b] (1) ὥστε συμβαίνει ὑπὸ λόγου πως καὶ δόξης ἀκρατεύεσθαι. εἰ οὖν διὰ τὸ ἠρέμα πιστεύειν οἱ δοξάζοντες μᾶλλον τῶν ἐπισταμένων παρὰ τὴν ὑπόληψιν πράξουσιν. ἄλλως δὲ θαυμαστόν. ὁ αὐτὸς λόγος καὶ περὶ οἰνωμένου καὶ καθεύδοντος καὶ οὐκ ἴδιος τούτου τοῦ πάθους. τουτὶ δὲ γλυκὺ ὡς (30) ἕν τι τῶν καθ' ἕκαστον. ταύτην ἢ οὐκ ἔχει ἐν τῷ πάθει ὤν. ὥστε δοκεῖν οὕτω μὲν εἰδέναι μηδὲν ἄτοπον. ὅταν οὖν ἡ μὲν καθόλου ἐνῇ κωλύουσα γεύεσθαι. ὥστε καὶ ἔχειν πως καὶ μὴ ἔχειν. ἀλλ' οὐχ ἡ δόξα--τῷ ὀρθῷ λόγῳ· ὥστε καὶ διὰ τοῦτο τὰ θηρία οὐκ ἀκρατῆ. καὶ ὅτι αὐτὸς ἄνθρωπος. ἔχοντα μὲν ἀμφοτέρας οὐδὲν κωλύει πράττειν παρὰ τὴν ἐπιστήμην. τύχῃ δ' ἐπιθυμία ἐνοῦσα. τοῦτο δὲ χρόνου δεῖται· ὥστε καθάπερ τοὺς ὑποκρινομένους.
ἀλλ' οἳ μὲν προαιροῦνται οἳ δ' οὐ προαιροῦνται. ἐπεὶ δ' ἐστὶ τὰ μὲν ἀναγκαῖα τῶν ποιούντων ἡδονήν. ἀλλὰ τῷ πῶς καὶ ὑπερβάλλειν (διὸ ὅσοι μὲν παρὰ τὸν λόγον ἢ κρατοῦνται ἢ διώκουσι τῶν φύσει τι καλῶν (30) καὶ ἀγαθῶν. ὥσπερ ἄνθρωπος ὁ τὰ Ὀλύμπια νικῶν· [1148a] (1) ἐκείνῳ γὰρ ὁ κοινὸς λόγος τοῦ ἰδίου μικρὸν διέφερεν. περὶ ποῖά ἐστι. ὅτι μὲν οὖν περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας εἰσὶν οἵ τ' ἐγκρατεῖς καὶ καρτερικοὶ καὶ οἱ ἀκρατεῖς καὶ μαλακοί. ὁμοίως (5) δ' οὐδ' ἀκρασία· ἡ γὰρ ἀκρασία οὐ μόνον φευκτὸν ἀλλὰ καὶ τῶν ψεκτῶν ἐστίν· δι' ὁμοιότητα δὲ τοῦ πάθους προσεπιτιθέντες τὴν ἀκρασίαν περὶ ἕκαστον λέγουσιν. φαῦλαι δὲ καὶ φευκταὶ αὐτῶν εἰσὶν αἱ ὑπερβολαί. οὐ κατὰ πρόσθεσιν. ὅτι περὶ τάδε.(20) πότερον δ' ἐστί τις ἁπλῶς ἀκρατὴς ἢ πάντες κατὰ μέρος. ἀκρατὴς λέγεται. πείνης καὶ δίψης καὶ ἀλέας καὶ ψύχους καὶ πάντων τῶν περὶ ἁφὴν καὶ γεῦσιν--ἀλλὰ παρὰ τὴν προαίρεσιν καὶ τὴν (10) διάνοιαν. καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν σωματικῶν περὶ ἃ τὴν ἀκολασίαν ἔθεμεν καὶ τὴν σωφροσύνην). προστιθέντες δὲ τὸ χρημάτων ἀκρατεῖς καὶ κέρδους καὶ τιμῆς καὶ θυμοῦ. καὶ εἰ ἔστι. τούτων δ' οὐδείς. καὶ διὰ τοῦτ' εἰς ταὐτὸ τὸν ἀκρατῆ καὶ τὸν ἀκόλαστον τίθεμεν καὶ ἐγκρατῆ καὶ σώφρονα. τὰ δ' ἀναγκαῖα μὲν οὐχί. διὰ τὸ μὴ κακίαν εἶναι (10) ἑκάστην αὐτῶν ἀλλὰ τῷ ἀνάλογον ὁμοίαν. τῶν δὲ (5) περὶ τὰς σωματικὰς ἀπολαύσεις. τὰ δ' ἐναντία τούτων. ὥσπερ οὖν οὐδ' ἐνταῦθα. ἢ τοῦτον ὅστις διὰ (20) τὸ ἐπιθυμεῖν σφόδρα· τί γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιήσειεν. περὶ ἐκείνων δ' οὐδεμίαν. περὶ δὲ θυμοῦ καθ' ὁμοιότητα λέγομεν· διὸ καὶ προστιθέντες ἀκρατῆ θυμοῦ ὥσπερ τιμῆς καὶ κέρδους φαμέν. καὶ ἐπαινοῦνται οἱ περὶ ταῦτα σπουδάζοντες· ἀλλ' ὅμως ἔστι τις ὑπερβολὴ καὶ ἐν τούτοις. τά τε περὶ τὴν τροφὴν καὶ τὴν τῶν ἀφροδισίων χρείαν. οὕτω δῆλον ὅτι κἀκεῖ ὑποληπτέον μόνην ἀκρασίαν καὶ ἐγκράτειαν εἶναι ἥτις ἐστὶ περὶ ταὐτὰ τῇ σωφροσύνῃ καὶ ἀκολασίᾳ. ὃν ἁπλῶς οὐκ ἂν εἴποιεν κακόν. ὁ μὴ τῷ προαιρεῖσθαι τῶν ἡδέων διώκων τὰς ὑπερβολάς--καὶ τῶν λυπηρῶν φεύγων. ἢ ὥσπερ Σάτυρος [1148b] (1) ὁ φιλοπάτωρ ἐπικαλούμενος περὶ τὸν πατέρα· λίαν γὰρ ἐδόκει μωραίνειν)· μοχθηρία μὲν οὖν οὐδεμία περὶ ταῦτ' ἐστὶ διὰ τὸ εἰρημένον. ἀλλ' οὐχ ὡσαύτως εἰσίν. ἀλλ' οὐκ ἐκείνων (15) οὐδένα. ὡς ἑτέρους καὶ καθ' (35) ὁμοιότητα λεγομένους. ἀναγκαῖα μὲν τὰ σωματικά (λέγω δὲ τὰ τοιαῦτα. ὅτι φύσει τῶν αἱρετῶν ἕκαστόν ἐστι δι' αὑτό. αἱρετὰ δὲ καθ' αὑτά (λέγω δ' (30) οἷον νίκην τιμὴν πλοῦτον καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ἀγαθῶν καὶ ἡδέων)· τοὺς μὲν οὖν πρὸς ταῦτα παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον ὑπερβάλλοντας τὸν ἐν αὑτοῖς ἁπλῶς μὲν οὐ λέγομεν ἀκρατεῖς. εἴ τις ὥσπερ ἡ Νιόβη μάχοιτο καὶ πρὸς τοὺς θεούς. τὰ δ' αἱρετὰ μὲν (25) καθ' αὑτὰ ἔχοντα δ' ὑπερβολήν. ἀλλ' ὅμως ἕτερος ἦν. λεκτέον ἐφεξῆς. . εἰ προσγένοιτο ἐπιθυμία νεανικὴ καὶ περὶ τὰς τῶν ἀναγκαίων ἐνδείας λύπη ἰσχυρά. διὰ τὸ περὶ τὰς αὐτάς πως ἡδονὰς καὶ λύπας εἶναι· οἳ δ' εἰσὶ μὲν περὶ ταὐτά. ἀλλ' ἁπλῶς μόνον. σημεῖον δέ· ἡ μὲν γὰρ ἀκρασία ψέγεται οὐχ ὡς ἁμαρτία μόνον ἀλλὰ καὶ ὡς κακία τις ἢ ἁπλῶς οὖσα ἢ κατά τι μέρος. οἷον χρήματα καὶ κέρδος καὶ νίκη καὶ τιμή· πρὸς ἅπαντα δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τὰ μεταξὺ οὐ τῷ πάσχειν καὶ ἐπιθυμεῖν καὶ φιλεῖν ψέγονται. καθάπερ ὀργῆς. φανερόν. τὰ δὲ (25) μεταξύ. σημεῖον δέ· καὶ γὰρ μαλακοὶ λέγονται περὶ ταύτας. καθάπερ διείλομεν πρότερον. ἁπλῶς δ' οὔ. διὸ μᾶλλον ἀκόλαστον ἂν εἴποιμεν ὅστις μὴ ἐπιθυμῶν ἢ ἠρέμα διώκει τὰς ὑπερβολὰς καὶ φεύγει μετρίας λύπας. περὶ ἃς λέγομεν τὸν σώφρονα καὶ ἀκόλαστον. οἷον οἱ περὶ τιμὴν μᾶλλον ἢ δεῖ σπουδάζοντες ἢ περὶ τέκνα καὶ γονεῖς· καὶ γὰρ ταῦτα τῶν ἀγαθῶν. οἷον κακὸν ἰατρὸν καὶ κακὸν ὑποκριτήν. ἐπεὶ δὲ τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ἡδονῶν αἳ μέν εἰσι τῷ γένει καλῶν καὶ σπουδαίων (τῶν γὰρ ἡδέων ἔνια φύσει αἱρετά).
ἀκρατῆ δ' οὐ λεκτέον. τούτους μὲν οὐδεὶς ἂν εἴπειεν ἀκρατεῖς. εἶτα ἁμαρτάνουσι τῆς προστάξεως. ὁρμᾷ πρὸς τὴν ἀπόλαυσιν. ἐὰν (35) μόνον εἴπῃ ὅτι ἡδὺ ὁ λόγος ἢ ἡ αἴσθησις. θηριώδη δειλίαν δειλός. καὶ ὅτι περὶ τὰ ἄλλα ἐστὶν ἄλλο εἶδος ἀκρασίας. πᾶσα (5) γὰρ ὑπερβάλλουσα καὶ ἀφροσύνη καὶ δειλία καὶ ἀκολασία καὶ χαλεπότης αἳ μὲν θηριώδεις αἳ δὲ νοσηματώδεις εἰσίν· ὁ μὲν γὰρ φύσει τοιοῦτος οἷος δεδιέναι πάντα. ἔτι ταῖς φυσικαῖς μᾶλλον συγγνώμη ἀκολουθεῖν ὀρέξεσιν. θεωρήσωμεν. ἣ δὲ κατὰ πρόσθεσιν. τὰ δ' οὐκ ἔστιν. ὥσπερ ἔνια γένη τῶν πόρρω βαρβάρων. ὥσπερ ὁ ἀπολογούμενος ὅτι τὸν πατέρα τύπτοι “καὶ γὰρ οὗτος” ἔφη “τὸν ἑαυτοῦ κἀκεῖνος τὸν ἄνωθεν. καθάπερ καὶ τὸν περὶ τοὺς θυμοὺς ἔχοντα τοῦτον τὸν τρόπον τοῦ πάθους. ἀλλὰ τὰ μὲν διὰ πηρώσεις τὰ δὲ δι' ἔθη γίνεται. τὸν αὐτὸν τρόπον δῆλον ὅτι καὶ ἀκρασία ἐστὶν ἣ μὲν θηριώδης ἣ δὲ νοσηματώδης. οἳ πρὶν ἀκοῦσαι πᾶν τὸ λεγόμενον ἐκθέουσιν. ἁπλῶς (20) δὲ ἡ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀκολασίαν μόνη. οἷον τοῖς ὑβριζομένοις ἐκ παίδων. ἡ δ' ἐπιθυμία οὔ. λεγόμενον κατὰ μεταφορὰν καὶ οὐχ ἁπλῶς. ὥσπερ ὁ τὴν μητέρα καθιερεύσας καὶ φαγών. ὥσπερ οὐδὲ τὰς γυναῖκας. ὑλακτοῦσιν· οὕτως (30) ὁ θυμὸς διὰ θερμότητα καὶ ταχυτῆτα τῆς φύσεως ἀκούσας μέν. τὸ μὲν οὖν ἔχειν ἕκαστα τούτων [1149a] (1) ἔξω τῶν ὅρων ἐστὶ τῆς κακίας. ἁπλῶς δ' οὔ. μὴ μόνον ἔχειν· ὥσπερ οὖν καὶ μοχθηρίας ἡ μὲν κατ' ἄνθρωπον ἁπλῶς λέγεται μοχθηρία. [1149b] (1) ὥσθ' ὁ μὲν θυμὸς ἀκολουθεῖ τῷ λόγῳ πως. πρὶν σκέψασθαι εἰ φίλος. οἷον τὰς ἐπιληπτικάς. ἔστι καὶ περὶ τούτων ἕκαστα παραπλησίας ἰδεῖν ἕξεις· λέγω δὲ τὰς θηριώδεις.” . καὶ ὁ τοῦ συνδούλου τὸ ἧπαρ) αἳ δὲ νοσηματώδεις ἢ ἐξ ἔθους. ὅτι μὲν οὖν ἀκρασία καὶ ἐγκράτειά ἐστι μόνον περὶ ἅπερ ἀκολασία καὶ σωφροσύνη. πρὸς δὲ τούτοις ἡ τῶν ἀφροδισίων τοῖς ἄρρεσιν· τοῖς μὲν γὰρ φύσει (30) τοῖς δ' ἐξ ἔθους συμβαίνουσιν. ἂν μόνον ψοφήσῃ. ὃ δὲ τῆς ἐπιθυμίας καὶ οὐ τοῦ λόγου. τοὺς μὲν ὠμοῖς τοὺς δὲ ἀνθρώπων κρέασιν. οἷον τριχῶν τίλσεις καὶ ὀνύχων τρώξεις. ἔτι δ' ἀνθράκων καὶ γῆς. παρακούειν δέ. κἂν ψοφήσῃ μῦς. (25) αἳ δὲ διὰ νόσους γίνονται (καὶ διὰ μανίαν ἐνίοις. ὅτι δὲ καὶ ἧττον αἰσχρὰ ἀκρασία (25) ἡ τοῦ θυμοῦ ἢ ἡ τῶν ἐπιθυμιῶν. μὴ κρατεῖσθαι δέ. δῆλον. οἱ δὲ διὰ νόσους. αὗται μὲν θηριώδεις. καὶ ἐφ' ὅσον κοιναί· ὁ δὲ θυμὸς φυσικώτερον καὶ ἡ χαλεπότης τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῶν μὴ ἀναγκαίων. ὃ δὲ τὴν γαλῆν ἐδεδίει διὰ νόσον· καὶ τῶν ἀφρόνων οἱ μὲν ἐκ φύσεως ἀλόγιστοι (10) καὶ μόνον τῇ αἰσθήσει ζῶντες θηριώδεις. ἔοικε γὰρ ὁ θυμὸς ἀκούειν μέν τι τοῦ λόγου. ἢ τὸ περὶ Φάλαριν λεγόμενον. τὰ δὲ διὰ μοχθηρὰς φύσεις. ὅτι οὐκ ὀπύουσιν ἀλλ' ὀπύονται· ὡσαύτως δὲ καὶ ὅσοι νοσηματώδως ἔχουσι δι' ἔθος. αἰσχίων οὖν· ὁ μὲν γὰρ τοῦ θυμοῦ ἀκρατὴς τοῦ λόγου πως ἡττᾶται. ἢ οἵοις χαίρειν φασὶν ἐνίους τῶν ἀπηγριωμένων περὶ τὸν Πόντον. (20) οἷον τὴν ἄνθρωπον ἣν λέγουσι τὰς κυούσας ἀνασχίζουσαν τὰ παιδία κατεσθίειν. οὐκ ἐπίταγμα δ' ἀκούσας. ὁ μὲν γὰρ λόγος ἢ ἡ φαντασία ὅτι ὕβρις ἢ ὀλιγωρία ἐδήλωσεν. ὅτι θηριώδης ἢ νοσηματώδης. λέγω δὲ οἷον εἰ Φάλαρις κατεῖχεν ἐπιθυμῶν παιδίου φαγεῖν ἢ πρὸς ἀφροδισίων (15) ἄτοπον ἡδονήν· ἔστι δὲ καὶ κρατεῖσθαι. τούτων δ' ἔστι μὲν ἔχειν τινὰ ἐνίοτε μὲν μόνον. ὃ δ' ὥσπερ συλλογισάμενος ὅτι δεῖ τῷ τοιούτῳ πολεμεῖν χαλεπαίνει δὴ εὐθύς· ἡ δ' ἐπιθυμία. ὅσοις μὲν οὖν φύσις αἰτία. (5) ἐπεὶ καὶ ἐπιθυμίαις ταῖς τοιαύταις μᾶλλον ὅσαι κοιναὶ πᾶσι. καὶ οἱ κύνες. ὁρμᾷ πρὸς τὴν τιμωρίαν. καθάπερ οἱ ταχεῖς τῶν διακόνων.(15) ἐπεὶ δ' ἐστὶν ἔνια μὲν ἡδέα φύσει. τοὺς δὲ τὰ παιδία δανείζειν ἀλλήλοις εἰς εὐωχίαν. καθάπερ καὶ ἡ θηριότης· τὸν δ' ἔχοντα κρατεῖν ἢ κρατεῖσθαι οὐχ ἡ ἁπλῆ ἀκρασία ἀλλ' ἡ καθ' ὁμοιότητα. καὶ τούτων τὰ μὲν ἁπλῶς τὰ δὲ κατὰ γένη καὶ ζῴων καὶ ἀνθρώπων. ἢ μανίας νοσηματώδεις.
οὐδ' αἱ ἐλλείψεις. αἳ δὲ διὰ πηρώσεις καὶ νοσήματα. καὶ μέχρι τινός. αἳ μὲν ἀνθρώπιναί εἰσι καὶ φυσικαὶ καὶ τῷ γένει καὶ τῷ μεγέθει. ὁ μὲν τὰς ὑπερβολὰς διώκων τῶν ἡδέων †ἢ καθ' ὑπερβολὰς† (20) ἢ διὰ προαίρεσιν.(10) καὶ τὸ παιδίον δείξας “καὶ οὗτος ἐμέ” ἔφη. καὶ εἰ μὴ 9 Hom. ὥστε διαφέρουσιν ἀλλήλων. (15) ἀλλὰ φανερός· ἡ δ' ἐπιθυμία. περὶ δὲ τὰς δι' ἁφῆς καὶ γεύσεως ἡδονὰς καὶ λύπας (10) καὶ ἐπιθυμίας καὶ φυγάς. ἔτι ἀδικώτεροι οἱ ἐπιβουλότεροι. ταῦτα ἀδικώτερα. ὡς μὲν τοίνυν αἰσχίων ἡ περὶ ἐπιθυμίας ἀκρασία τῆς περὶ τὸν θυμόν. Il. παντὶ δ' ἂν δόξειε χείρων εἶναι. ὥστ' ἀνίατος· ὁ γὰρ ἀμεταμέλητος ἀνίατος. (25) τῶν δὲ μὴ προαιρουμένων ὃ μὲν ἄγεται διὰ τὴν ἡδονήν. ὁ δ' ἐλλείπων ὁ ἀντικείμενος. πότερον κάκιον· ἀσινεστέρα γὰρ ἡ (5) φαυλότης ἀεὶ ἡ τοῦ μὴ ἔχοντος ἀρχήν. ὃ δὲ διὰ τὸ φεύγειν τὴν λύπην τὴν ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας. καὶ ἡ ἀκρασία ἡ δι' ἐπιθυμίαν· οὐ γάρ ἐστιν ἐν θυμῷ ὕβρις. παραπλήσιον οὖν τὸ συμβάλλειν ἀδικίαν πρὸς ἄνθρωπον ἄδικον. (30) τούτων δὲ περὶ τὰς πρώτας σωφροσύνη καὶ ἀκολασία μόνον ἐστίν· διὸ καὶ τὰ θηρία οὔτε σώφρονα οὔτ' ἀκόλαστα λέγομεν ἀλλ' ἢ κατὰ μεταφορὰν καὶ εἴ τινι ὅλως ἄλλο πρὸς ἄλλο διαφέρει γένος τῶν ζῴων ὕβρει καὶ σιναμωρίᾳ καὶ τῷ παμφάγον εἶναι· οὐ γὰρ ἔχει προαίρεσιν (35) οὐδὲ λογισμόν. εἴ τις μὴ ἐπιθυμῶν ἢ ἠρέμα πράττοι τι αἰσχρόν. ἔστι μὲν οὕτως ἔχειν ὥστε ἡττᾶσθαι καὶ ὧν οἱ πολλοὶ κρείττους. (25) καὶ ὅτι ἔστιν ἐγκράτεια καὶ ἡ ἀκρασία περὶ ἐπιθυμίας καὶ ἡδονὰς σωματικάς. εἰ οὖν οἷς ὀργίζεσθαι μάλιστα δίκαιον. ὁ δὲ περὶ λύπας μαλακὸς ὃ δὲ καρτερικός. ὁ δ' ὀργῇ ποιῶν πᾶς ποιεῖ λυπούμενος. ὥσπερ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ. ἔστι γὰρ ὡς ἑκάτερον κάκιον· μυριοπλάσια γὰρ ἂν κακὰ ποιήσειεν ἄνθρωπος κακὸς θηρίου. ἔστι δὲ κρατεῖν καὶ ὧν οἱ πολλοὶ ἥττους· τούτων δ' ὁ μὲν περὶ ἡδονὰς ἀκρατὴς ὃ δ' ἐγκρατής. ὁ δ' ὑβρίζων μεθ' ἡδονῆς. ὁ δὲ μέσος σώφρων. ἢ εἰ σφόδρα ἐπιθυμῶν. καθάπερ τὴν Ἀφροδίτην φασίν· δολοπλόκου γὰρ κυπρογενοῦς· καὶ τὸν κεστὸν ἱμάντα Ὅμηρος· πάρφασις.217 . [1150a] (1) ἔλαττον δὲ θηριότης κακίας. ἀλλ' ἐξέστηκε τῆς φύσεως. ὁ μὲν οὖν θυμώδης οὐκ ἐπίβουλος. αἳ δὲ θηριώδεις. ὅμοιον οὖν ὥσπερ ἄψυχον συμβάλλειν πρὸς ἔμψυχον. περὶ ἃς ἥ τε ἀκολασία καὶ ἡ σωφροσύνη διωρίσθη πρότερον. ὥσπερ οἱ μαινόμενοι τῶν ἀνθρώπων. αἱ δ' ὑπερβολαὶ οὔ. δι' αὐτὰς καὶ μηδὲν δι' ἕτερον ἀποβαῖνον. ἀκόλαστος· ἀνάγκη γὰρ τοῦτον μὴ εἶναι μεταμελητικόν. (15) μεταξὺ δ' ἡ τῶν πλείστων ἕξις. ὁ δὲ νοῦς ἀρχή. οὐδ' ὁ θυμός. 14. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἐπιθυμίας ἔχει καὶ λύπας. ἔτι οὐδεὶς ὑβρίζει λυπούμενος. δῆλον· αὐτῶν δὲ τούτων τὰς διαφορὰς ληπτέον. “ὅταν ἀνὴρ γένηται· συγγενὲς γὰρ ἡμῖν·” καὶ ὁ ἑλκόμενος ὑπὸ τοῦ υἱοῦ παύεσθαι ἐκέλευε πρὸς ταῖς θύραις· καὶ γὰρ αὐτὸς ἑλκύσαι τὸν πατέρα μέχρις ἐνταῦθα. ἥ τ' ἔκλεψε νόον πύκα περ φρονέοντος9. φοβερώτερον δέ· οὐ γὰρ διέφθαρται τὸ βέλτιον. ὁμοίως δὲ καὶ ὁ φεύγων τὰς σωματικὰς λύπας μὴ δι' ἧτταν ἀλλὰ διὰ προαίρεσιν. ἀλλ' οὐκ ἔχει. ὥστ' εἴπερ ἀδικωτέρα καὶ αἰσχίων ἡ ἀκρασία αὕτη τῆς περὶ τὸν θυμόν ἐστι. ἐπεὶ δ' ἔνιαι τῶν ἡδονῶν ἀναγκαῖαί εἰσιν αἳ δ' οὔ. ὥσπερ γὰρ εἴρηται κατ' ἀρχάς. κἂν εἰ ῥέπουσι μᾶλλον πρὸς τὰς χείρους. καὶ ἁπλῶς ἀκρασία καὶ (20) κακία πως.
ἐπεὶ δ' ὃ μὲν τοιοῦτος οἷος μὴ διὰ τὸ πεπεῖσθαι διώκειν τὰς καθ' ὑπερβολὴν καὶ παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον σωματικὰς ἡδονάς. οὗτος δὲ οὔ· (15) ἡ γὰρ ἀρετὴ καὶ μοχθηρία τὴν ἀρχὴν ἣ μὲν . οὔτ' (25) ἂν ἡδὺ ᾖ οὔτ' ἂν λυπηρόν. διὸ ὁ ἀκόλαστος χείρων τοῦ ἀκρατοῦς. ἡ δ' ἀκρασία τοῖς ἐπιληπτικοῖς· ἣ μὲν γὰρ συνεχὴς ἣ δ' οὐ συνεχὴς (35) πονηρία. οἷον ἐν τοῖς Σκυθῶν βασιλεῦσιν (15) ἡ μαλακία διὰ τὸ γένος. εἴπερ ἀνάπαυσις· τῶν δὲ πρὸς ταύτην ὑπερβαλλόντων ὁ παιδιώδης ἐστίν. ὥσπερ τὸ Δημοδόκου εἰς Μιλησίους Μιλήσιοι ἀξύνετοι μὲν οὐκ εἰσίν.ὀργιζόμενος τύπτοι ἢ (30) εἰ ὀργιζόμενος· τί γὰρ ἂν ἐποίει ἐν πάθει ὤν. ὅτι μὲν οὖν κακία ἡ ἀκρασία οὐκ ἔστι. δοκεῖ δὲ καὶ ὁ παιδιώδης ἀκόλαστος εἶναι. ἔστι δὲ μαλακός. ἀλλὰ συγγνωμονικὸν εἰ ἀντιτείνων. οὗτος μαλακὸς καὶ τρυφῶν· καὶ γὰρ ἡ τρυφὴ μαλακία τίς ἐστιν· ὃς ἕλκει τὸ ἱμάτιον. τῷ δὲ μαλακῷ ὁ καρτερικός· τὸ μὲν γὰρ καρτερεῖν ἐστὶν ἐν τῷ ἀντέχειν. ἔστι δ' ὁ μὲν ἀκόλαστος. ἀθλίῳ ὅμοιος ὤν. ὥσπερ ὁ Θεοδέκτου Φιλοκτήτης ὑπὸ τοῦ ἔχεως πεπληγμένος ἢ ὁ (10) Καρκίνου ἐν τῇ Ἀλόπῃ Κερκύων. μὴ διὰ φύσιν τοῦ γένους ἢ διὰ νόσον. τῶν δὴ λεχθέντων τὸ μὲν μαλακίας εἶδος μᾶλλον. ἐκεῖνος μὲν οὖν εὐμετάπειστος. δρῶσιν δ' οἷάπερ ἀξύνετοι. ἀκρασίας δὲ τὸ μὲν προπέτεια τὸ δ' ἀσθένεια. διὰ τὸ ἀκολουθητικοὶ εἶναι τῇ φαντασίᾳ. καὶ ὡς τὸ θῆλυ πρὸς τὸ ἄρρεν διέστηκεν. ἀδικήσουσι δέ. ὥσπερ ἐλέχθη. (10) καὶ οἱ ἀκρατεῖς ἄδικοι μὲν οὐκ εἰσίν. ἵνα μὴ πονήσῃ τὴν ἀπὸ τοῦ αἴρειν λύπην. ἡ δ' ἐγκράτεια (35) ἐν τῷ κρατεῖν. φανερόν (ἀλλὰ πῇ ἴσως)· τὸ μὲν γὰρ παρὰ προαίρεσιν τὸ δὲ κατὰ τὴν προαίρεσίν ἐστιν· οὐ μὴν ἀλλ' ὅμοιόν γε κατὰ τὰς πράξεις. ὃ δ' ἀκόλαστος. ὥσπερ προγαργαλίσαντες οὐ γαργαλίζονται. ἕτερον δὲ τὸ ἀντέχειν καὶ κρατεῖν. (20) οἳ μὲν γὰρ βουλευσάμενοι οὐκ ἐμμένουσιν οἷς ἐβουλεύσαντο διὰ τὸ πάθος. θαυμαστόν. οὐ μεταμελητικός· (30) ἐμμένει γὰρ τῇ προαιρέσει· ὁ δ' ἀκρατὴς μεταμελητικὸς πᾶς. ἀλλ' ὃ μὲν ἀνίατος ὃ δ' ἰατός· ἔοικε γὰρ ἡ μὲν μοχθηρία τῶν νοσημάτων οἷον ὑδέρῳ καὶ φθίσει. [1150b] (1) ὁ δ' ἐλλείπων πρὸς ἃ οἱ πολλοὶ καὶ ἀντιτείνουσι καὶ δύνανται. ὃ δὲ πέπεισται διὰ τὸ τοιοῦτος εἶναι οἷος διώκειν αὐτάς. μάλιστα δ' οἱ ὀξεῖς καὶ μελαγχολικοὶ τὴν προπετῆ ἀκρασίαν εἰσὶν ἀκρατεῖς· οἳ μὲν γὰρ διὰ τὴν ταχυτῆτα οἳ δὲ διὰ τὴν σφοδρότητα οὐκ ἀναμένουσι τὸν λόγον. οὕτω καὶ ἔχει. ὁμοίως δ' ἔχει καὶ περὶ ἐγκράτειαν καὶ ἀκρασίαν. διὸ οὐχ ὥσπερ ἠπορήσαμεν. τούτων ἡττᾶται καὶ μὴ δύναται ἀντιτείνειν. καὶ ὅλως δ' ἕτερον τὸ γένος ἀκρασίας καὶ κακίας· ἡ μὲν γὰρ κακία λανθάνει. οἳ δὲ διὰ τὸ μὴ βουλεύσασθαι ἄγονται ὑπὸ τοῦ πάθους· ἔνιοι γάρ. καὶ μιμούμενος τὸν (5) κάμνοντα οὐκ οἴεται ἄθλιος εἶναι. οὕτω καὶ προαισθόμενοι καὶ προϊδόντες καὶ προεγείραντες ἑαυτοὺς καὶ τὸν λογισμὸν οὐχ ἡττῶνται ὑπὸ τοῦ πάθους. [1151a] (1) αὐτῶν δὲ τούτων βελτίους οἱ ἐκστατικοὶ ἢ οἱ τὸν λόγον ἔχοντες μέν. μὴ ἐμμένοντες δέ· ὑπ' ἐλάττονος γὰρ πάθους ἡττῶνται. καὶ ὥσπερ οἱ κατέχειν πειρώμενοι τὸν γέλωτα ἀθρόον ἐκκαγχάζουσιν. ἡ γὰρ παιδιὰ ἄνεσίς ἐστιν. ἡ δ' ἀκρασία οὐ λανθάνει. οἷον συνέπεσε Ξενοφάντῳ· ἀλλ' εἴ τις πρὸς ἃς οἱ πολλοὶ δύνανται ἀντέχειν. οὐ γὰρ εἴ τις ἰσχυρῶν καὶ ὑπερβαλλουσῶν ἡδονῶν ἡττᾶται ἢ λυπῶν. ἀντίκειται δὲ τῷ μὲν ἀκρατεῖ ὁ ἐγκρατής. καὶ οὐκ ἀπροβούλευτοι ὥσπερ ἅτεροι· ὅμοιος γὰρ ὁ ἀκρατής ἐστι τοῖς ταχὺ μεθυσκομένοις καὶ ὑπ' ὀλίγου (5) οἴνου καὶ ἐλάττονος ἢ ὡς οἱ πολλοί. ὥσπερ καὶ τὸ μὴ ἡττᾶσθαι τοῦ νικᾶν· διὸ καὶ αἱρετώτερον ἐγκράτεια καρτερίας ἐστίν.
ἕτεροι μὲν ὄντες. ἔστι δέ τις διὰ πάθος ἐκστατικὸς παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον. ὥσπερ καὶ φαίνονται· (30) ἀλλὰ διὰ τὸ τὴν ἑτέραν ἐν ὀλίγοις καὶ ὀλιγάκις εἶναι φανεράν. εἰ γάρ τις τοδὶ διὰ τοδὶ αἱρεῖται ἢ διώκει. εἰσὶ δέ τινες οἳ τοῖς δόξασιν οὐκ ἐμμένουσιν οὐ δι' ἀκρασίαν. κατὰ συμβεβηκὸς δὲ τὸ πρότερον. ἀλλὰ καλήν· (20) τὸ γὰρ ἀληθεύειν αὐτῷ καλὸν ἦν. (25) οὐδὲ φαῦλος ἁπλῶς· σῴζεται γὰρ τὸ βέλτιστον. σώφρων μὲν οὖν ὁ (20) τοιοῦτος. ὃ δ' οἷος ἥδεσθαι ἀλλὰ μὴ ἄγεσθαι. ἀμφοτέρας τὰς ἐναντίας ἕξεις φαύλας εἶναι. καὶ οὐκ ἐμμένων τῷ λόγῳ. ἐν δὲ ταῖς πράξεσι τὸ οὗ ἕνεκα ἀρχή. δεῖ δέ. ὃ μὲν γὰρ διὰ πάθος καὶ ἐπιθυμίαν οὐ μεταβάλλει [ὁ ἐγκρατής]. εἰσὶ δ' ἕτεροι κατὰ πολλά. [1152a] (1) ἀλλ' ὃ μὲν ἔχων ὃ δ' οὐκ ἔχων φαύλας ἐπιθυμίας. εἰσὶ δὲ ἰσχυρογνώμονες οἱ ἰδιογνώμονες καὶ οἱ ἀμαθεῖς καὶ οἱ ἄγροικοι. καὶ ἡ ἐγκράτεια ἡ τοῦ σώφρονος καθ' ὁμοιότητα ἠκολούθηκεν· ὅ τε γὰρ ἐγκρατὴς (35) οἷος μηδὲν παρὰ τὸν λόγον διὰ τὰς σωματικὰς ἡδονὰς ποιεῖν καὶ ὁ σώφρων. ἀλλ' ὁ δι' αἰσχράν.φθείρει ἣ δὲ σῴζει. ἔσται ὁ ἐγκρατής· οἳ δὲ οὐχ ὑπὸ λόγου. καὶ ἄγονται πολλοὶ ὑπὸ τῶν ἡδονῶν. ὃν ὥστε μὲν μὴ πράττειν κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον κρατεῖ τὸ πάθος. εἴπερ ἡ ἐγκράτεια σπουδαῖον. ἁπλῶς δὲ λέγομεν τὸ καθ' αὑτό. οἱ δύσπειστοι καὶ οὐκ εὐμετάπειστοι· οἳ ὅμοιον μέν τι ἔχουσι τῷ ἐγκρατεῖ. ἐπείσθη δ' ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως ψεύδεσθαι. ἢ κατὰ μὲν συμβεβηκὸς ὁποιᾳοῦν. ὥστε δ' εἶναι τοιοῦτον οἷον πεπεῖσθαι διώκειν ἀνέδην δεῖν τὰς τοιαύτας ἡδονὰς οὐ κρατεῖ· οὗτός ἐστιν ὁ ἀκρατής. ὁ [τοιοῦτος] (25) τούτου καὶ τοῦ ἀκρατοῦς μέσος ὁ ἐγκρατής· ὁ μὲν γὰρ ἀκρατὴς οὐκ ἐμμένει τῷ λόγῳ διὰ τὸ μᾶλλόν τι. καὶ ὃ μὲν τοιοῦτος οἷος μὴ ἥδεσθαι παρὰ τὸν λόγον. ὁ ἐμμενετικὸς καὶ οὐκ ἐκστατικὸς διά γε τὸ πάθος. φανερὸν δὴ ἐκ τούτων ὅτι ἣ μὲν σπουδαία ἕξις. [1151b] (1) καθ' αὑτὸ μὲν τοῦτο διώκει καὶ αἱρεῖται. ἐπεὶ (10) εὔπειστος. εἰσὶ δέ τινες οἳ (5) ἐμμενετικοὶ τῇ δόξῃ εἰσίν. ἡ ἀρχή. οἱ μὲν ἰδιογνώμονες δι' ἡδονὴν καὶ λύπην· χαίρουσι γὰρ νικῶντες ἐὰν μὴ μεταπείθωνται. ἐπεὶ ἐπιθυμίας γε λαμβάνουσι. ὥσπερ ἡ σωφροσύνη τῇ ἀκολασίᾳ δοκεῖ ἐναντίον εἶναι μόνον. καθ' αὑτὸ δὲ τῷ ἀληθεῖ λόγῳ καὶ τῇ ὀρθῇ προαιρέσει (35) ὃ μὲν ἐμμένει ὃ δ' οὐκ ἐμμένει. πότερον οὖν ἐγκρατής ἐστιν ὁ ὁποιῳοῦν λόγῳ καὶ ὁποιᾳοῦν (30) προαιρέσει ἐμμένων ἢ ὁ τῇ ὀρθῇ. ὅταν τύχῃ. ἐπεὶ δὲ καθ' ὁμοιότητα πολλὰ λέγεται. (5) ἀμφότεροι δὲ τὰ σωματικὰ ἡδέα διώκουσιν. ἐπεὶ δ' ἔστι τις καὶ τοιοῦτος οἷος ἧττον ἢ δεῖ τοῖς σωματικοῖς χαίρειν. ἣ δὲ φαύλη. ἄλλος δ' ἐναντίος. ὅμοιοι δὲ καὶ ὁ ἀκρατὴς καὶ ἀκόλαστος. (15) καὶ λυποῦνται ἐὰν ἄκυρα τὰ αὐτῶν ᾖ ὥσπερ ψηφίσματα· ὥστε μᾶλλον τῷ ἀκρατεῖ ἐοίκασιν ἢ τῷ ἐγκρατεῖ. ὥστε ἔστι μὲν ὡς ὁποιᾳοῦν δόξῃ ὃ μὲν ἐμμένει ὃ δ' ἐξίσταται. βελτίων τοῦ ἀκολάστου. οὕτω καὶ ἡ ἐγκράτεια τῇ ἀκρασίᾳ. ἀλλ' ἀρετὴ ἢ φυσικὴ ἢ ἐθιστὴ τοῦ ὀρθοδοξεῖν περὶ τὴν ἀρχήν. ὥσπερ ἠπορήθη πρότερον. οὐ γὰρ πᾶς ὁ δι' ἡδονήν τι πράττων οὔτ' ἀκόλαστος οὔτε φαῦλος οὔτ' ἀκρατής. καὶ ἀκρατὴς δὲ ὁ ὁποιᾳοῦν μὴ ἐμμένων προαιρέσει καὶ ὁποιῳοῦν λόγῳ ἢ ὁ τῷ μὴ ψευδεῖ λόγῳ καὶ τῇ προαιρέσει τῇ ὀρθῇ. ὥσπερ ἐν τοῖς μαθηματικοῖς αἱ ὑποθέσεις· οὔτε δὴ ἐκεῖ ὁ λόγος διδασκαλικὸς τῶν ἀρχῶν οὔτε ἐνταῦθα. ὥσπερ ὁ ἄσωτος τῷ ἐλευθερίῳ καὶ ὁ θρασὺς τῷ θαρραλέῳ. ἀκόλαστος δ' ὁ ἐναντίος. ἁπλῶς δὲ [ὁ] τῇ ἀληθεῖ. οἷον ἐν τῷ Φιλοκτήτῃ τῷ Σοφοκλέους ὁ Νεοπτόλεμος· καίτοι δι' ἡδονὴν οὐκ ἐνέμεινεν. οὓς καλοῦσιν ἰσχυρογνώμονας. . οὗτος δὲ διὰ τὸ ἧττόν τι· ὁ δ' ἐγκρατὴς ἐμμένει καὶ οὐδὲ δι' ἕτερον μεταβάλλει.
καὶ ὅσῳ μᾶλλον χαίρει. τοῦ δὲ μὴ πάσας σπουδαίας. καὶ κατὰ μὲν τὸν λόγον ἐγγὺς εἶναι. ὃ δὲ μελαγχολικὸς οὐδὲ βουλευτικὸς ὅλως.ἀλλ' ὃ μὲν καὶ οἰόμενος δεῖν. (25) ἔστι δ' ἀκρασία καὶ ἐγκράτεια περὶ τὸ ὑπερβάλλον τῆς τῶν πολλῶν ἕξεως· ὃ μὲν γὰρ ἐμμένει μᾶλλον ὃ δ' ἧττον τῆς τῶν πλείστων δυνάμεως. ὅτι οὐ τέλος ἀλλὰ γένεσις. οἷον οὐδεμία οἰκοδόμησις (15) οἰκίᾳ. οὐδεμία δὲ γένεσις συγγενὴς τοῖς τέλεσιν. ἔτι ἐμπόδιον τῷ φρονεῖν αἱ ἡδοναί. ὃ δ' οὐκ οἰόμενος. ὅτι τῇ φύσει ἔοικεν. πονηρὸς δ' οὔ· ἡ γὰρ προαίρεσις ἐπιεικής· ὥσθ' ἡμιπόνηρος. τῶν βουλευομένων μὲν μὴ ἐμμενόντων δέ. . χρῆται δὲ οὐδέν. ὅτι δ' οὐ τἄριστον ἡδονή. διὰ τὸ τὴν δεινότητα διαφέρειν τῆς φρονήσεως τὸν εἰρημένον τρόπον ἐν τοῖς πρώτοις λόγοις. ὅτι εἰσὶ καὶ αἰσχραὶ καὶ ὀνειδιζόμεναι. μᾶλλον. εὐιατοτέρα δὲ τῶν ἀκρασιῶν. ὥσπερ καὶ Εὔηνος λέγει φημὶ πολυχρόνιον μελέτην ἔμεναι. πρὸς ὃ βλέποντες ἕκαστον τὸ μὲν κακὸν τὸ δ' ἀγαθὸν ἁπλῶς λέγομεν. αἱ δὲ πολλαὶ φαῦλαι. ὥσπερ Ἀναξανδρίδης ἔσκωψεν ἡ πόλις ἐβούλεθ'. (20) καὶ ἔοικε δὴ ὁ ἀκρατὴς πόλει ἣ ψηφίζεται μὲν ἅπαντα τὰ δέοντα καὶ νόμους ἔχει σπουδαίους. οὐ τὸ ἡδύ. ὅλως μὲν οὖν οὐκ ἀγαθόν. πονηροῖς δὲ χρωμένῃ. ἣν οἱ μελαγχολικοὶ ἀκρατεύονται. φίλε. ἔτι τέχνη οὐδεμία ἡδονῆς· καίτοι πᾶν ἀγαθὸν τέχνης ἔργον. ἔτι παιδία (20) καὶ θηρία διώκει τὰς ἡδονάς. οἷον τῇ τῶν ἀφροδισίων· οὐδένα γὰρ ἂν δύνασθαι νοῆσαί τι ἐν αὐτῇ. οὔτε καθ' αὑτὸ οὔτε κατὰ συμβεβηκός· οὐ γὰρ εἶναι ταὐτὸ τὸ ἀγαθὸν (10) καὶ ἡδονήν· τοῖς δ' ἔνιαι μὲν εἶναι. εἰ καὶ πᾶσαι ἀγαθόν. (15) ἀλλ' ὡς ὁ καθεύδων ἢ οἰνωμένος. καὶ ἑκὼν μέν ̔τρόπον γάρ τινα εἰδὼς καὶ ὃ ποιεῖ καὶ οὗ ἕνεκἀ. ὅμως μὴ ἐνδέχεσθαι εἶναι τὸ ἄριστον ἡδονήν. τοῖς μὲν οὖν δοκεῖ οὐδεμία ἡδονὴ εἶναι ἀγαθόν. ἔτι ὁ φρόνιμος τὸ ἄλυπον διώκει. διαφέρειν δὲ κατὰ τὴν προαίρεσιν--οὐδὲ δὴ ὡς ὁ εἰδὼς καὶ θεωρῶν. τί μὲν οὖν ἐστὶν ἐγκράτεια καὶ τί ἀκρασία καὶ τί καρτερία (35) καὶ τί μαλακία. καὶ πῶς ἔχουσιν αἱ ἕξεις αὗται πρὸς ἀλλήλας. ὅτι πᾶσα ἡδονὴ γένεσίς ἐστιν εἰς φύσιν αἰσθητή. εἴρηται. τὰ μὲν οὖν λεγόμενα σχεδὸν ταῦτ' ἐστίν. καὶ δή ταύτην ἀνθρώποισι τελευτῶσαν φύσιν εἶναι. καὶ οἱ δι' ἐθισμοῦ ἀκρατεῖς τῶν φυσικῶν· ῥᾷον (30) γὰρ ἔθος μετακινῆσαι φύσεως· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τὸ ἔθος χαλεπόν. ἔτι δὲ τούτων τρίτον. [1152b] (1) περὶ δὲ ἡδονῆς καὶ λύπης θεωρῆσαι τοῦ τὴν πολιτικὴν φιλοσοφοῦντος· οὗτος γὰρ τοῦ τέλους ἀρχιτέκτων. καὶ οὐκ ἄδικος· οὐ γὰρ ἐπίβουλος· ὃ μὲν γὰρ αὐτῶν οὐκ ἐμμενετικὸς οἷς ἂν βουλεύσηται. καὶ τὴν εὐδαιμονίαν οἱ πλεῖστοι μεθ' ἡδονῆς εἶναί φασιν· διὸ καὶ τὸν μακάριον ὠνομάκασιν ἀπὸ τοῦ χαίρειν. οὐδ' ἅμα φρόνιμον καὶ ἀκρατῆ ἐνδέχεται εἶναι τὸν αὐτόν· ἅμα γὰρ φρόνιμος καὶ σπουδαῖος τὸ ἦθος δέδεικται ὤν. καὶ ὅτι βλαβεραί· νοσώδη γὰρ ἔνια τῶν ἡδέων. ἔτι οὐ τῷ εἰδέναι μόνον φρόνιμος ἀλλὰ καὶ τῷ πρακτικός· ὁ δ' ἀκρατὴς οὐ πρακτικός (10) --τὸν δὲ δεινὸν οὐδὲν κωλύει ἀκρατῆ εἶναι· διὸ καὶ δοκοῦσιν ἐνίοτε φρόνιμοι μὲν εἶναί τινες ἀκρατεῖς δέ. ᾗ νόμων οὐδὲν μέλει· ὁ δὲ πονηρὸς χρωμένῃ μὲν τοῖς νόμοις. ἔτι ὁ σώφρων φεύγει τὰς ἡδονάς. ἔτι δὲ καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐπισκέψασθαι περὶ αὐτῶν· τήν (5) τε γὰρ ἀρετὴν καὶ τὴν κακίαν τὴν ἠθικὴν περὶ λύπας καὶ ἡδονὰς ἔθεμεν.
ἔστι δ' ἕτερον. ἀλλὰ μᾶλλον λεκτέον ἐνέργειαν τῆς κατὰ φύσιν ἕξεως. ἀλλὰ καθεστηκυίας μὲν τοῖς ἁπλῶς ἡδέσιν. καὶ ἐμπλέκουσι τὴν . <ἁπλῶς> δ' οὔ· αἳ δ' οὐδ' ἡδοναί. εἰ ἔνιαι φαῦλαι ἡδοναί. κατὰ συμβεβηκὸς αἱ καθιστᾶσαι εἰς τὴν φυσικὴν ἕξιν ἡδεῖαί (35) εἰσιν· ἔστι δ' ἡ ἐνέργεια ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ὑπολοίπου ἕξεως καὶ φύσεως. εἴθ' ἡ πασῶν ἐνέργειά ἐστιν εὐδαιμονία εἴτε ἡ τινὸς αὐτῶν. εἰ ἔτυχεν. ἔτι οὐκ ἀνάγκη ἕτερόν τι εἶναι βέλτιον τῆς ἡδονῆς. ἀλλ' ἐνέργειαι καὶ τέλος· οὐδὲ γινομένων συμβαίνουσιν ἀλλὰ χρωμένων· καὶ τέλος οὐ πασῶν ἕτερόν τι. τῶν πολλῶν ἡδονῶν φαύλων οὐσῶν. ἀλλ' οὐ φαῦλα κατά γε τοῦτο. τὰς μετ' ἐπιθυμίας καὶ λύπης. (20) ἐπεὶ καὶ τὸ θεωρεῖν ποτὲ βλάπτει πρὸς ὑγίειαν. ἀλλὰ τῶν εἰς τὴν τελέωσιν ἀγομένων τῆς φύσεως. ἀλλὰ τῆς δυνάμεως· καίτοι καὶ ἡ μυρεψικὴ τέχνη καὶ ἡ ὀψοποιητικὴ δοκεῖ ἡδονῆς εἶναι. καὶ φευκτόν· ἣ μὲν γὰρ ἁπλῶς κακόν. ὥσπερ τινές φασι τὸ τέλος τῆς γενέσεως· οὐ γὰρ γενέσεις εἰσὶν οὐδὲ μετὰ γενέσεως (10) πᾶσαι. οἷον αἱ τῶν καμνόντων. ἐπεὶ τὸ ἀγαθὸν διχῶς (τὸ μὲν γὰρ ἁπλῶς τὸ δὲ τινί). ἔνιαι δ' οὐδὲ τῷδε ἀλλὰ ποτὲ καὶ ὀλίγον χρόνον αἱρεταί. ὥσπερ καὶ ἐπιστήμην τινὰ ἐνίων φαύλων οὐσῶν.(25) ὅτι δ' οὐ συμβαίνει διὰ ταῦτα μὴ εἶναι ἀγαθὸν μηδὲ τὸ ἄριστον. αἱρετωτάτην εἶναι· τοῦτο δ' ἐστὶν ἡδονή. ὅτι κυρίως ἀγαθόν· τὴν γὰρ ἐνέργειαν γένεσιν οἴονται εἶναι. ἴσως δὲ καὶ ἀναγκαῖον. [1153a] (1) οἷον αἱ τοῦ θεωρεῖν [ἐνέργειαι]. τῷ δὲ φευκτῷ τὸ ἐναντίον ᾗ φευκτόν τι καὶ κακόν. καὶ αἱ φαῦλαι δοκοῦσαι εἶναι αἳ μὲν ἁπλῶς φαῦλαι τινὶ (30) δ' οὒ ἀλλ' αἱρεταὶ τῷδε. διὸ ὁ σώφρων φεύγει ταύτας. τὰς τοιαύτας καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ παιδία διώκει. διὸ καὶ οὐ καλῶς ἔχει τὸ αἰσθητὴν γένεσιν φάναι εἶναι τὴν ἡδονήν. καθ' ἃς ὁ ἀκόλαστος ἀκόλαστος. ἐμποδίζει δὲ οὔτε φρονήσει οὔθ' ἕξει οὐδεμιᾷ ἡ ἀφ' ἑκάστης ἡδονή. τὸ αὐτὸ καὶ ὅτι ὑγιεινὰ ἔνια φαῦλα πρὸς χρηματισμόν. τὸ δὲ τὸν σώφρονα φεύγειν καὶ τὸν φρόνιμον διώκειν τὸν ἄλυπον βίον. τὸ δ' εἶναι φαύλας ὅτι νοσώδη ἔνια ἡδέα. ἔτι ἐπεὶ τοῦ ἀγαθοῦ τὸ μὲν ἐνέργεια τὸ δ' ἕξις. οὐ συμβαίνει ἡ λύσις. ἐπεὶ καὶ ἄνευ λύπης καὶ ἐπιθυμίας εἰσὶν ἡδοναί. ἐπεὶ γὰρ εἴρηται πῶς ἀγαθαὶ (30) ἁπλῶς καὶ πῶς οὐκ ἀγαθαὶ πᾶσαι αἱ ἡδοναί. καὶ διὰ τοῦτο πάντες τὸν εὐδαίμονα ἡδὺν οἴονται βίον (15) εἶναι. ἂν ᾖ ἀνεμπόδιστος. καὶ τὴν τούτων ἀλυπίαν ὁ φρόνιμος. ἀλλ' αἱ ἀλλότριαι. σημεῖον δ' ὅτι οὐ τῷ αὐτῷ ἡδεῖ χαίρουσιν ἀναπληρουμένης τε τῆς φύσεως καὶ καθεστηκυίας. ἁπλῶς. ἣ δὲ τῷ πῇ ἐμποδιστική. καὶ τὰς σωματικάς (τοιαῦται γὰρ αὗται) καὶ τὰς τούτων ὑπερβολάς. πρῶτον μέν. καὶ αἱ φύσεις καὶ αἱ ἕξεις ἀκολουθήσουσιν. (35) ἐπεὶ εἰσὶν ἡδοναὶ καὶ σώφρονος. ἀναπληρουμένης δὲ καὶ τοῖς ἐναντίοις· (5) καὶ γὰρ ὀξέσι καὶ πικροῖς χαίρουσιν. οὕτω καὶ αἱ ἡδοναὶ αἱ ἀπὸ τούτων. ὥστε εἴη ἄν τις ἡδονὴ τὸ ἄριστον. ὧν οὐδὲν οὔτε φύσει ἡδὺ οὔθ' ἁπλῶς ἡδύ. ὥστ' οὐδ' ἡδοναί· ὡς γὰρ τὰ ἡδέα πρὸς ἄλληλα διέστηκεν. τῷ αὐτῷ λύεται πάντα. ὥστε καὶ αἱ κινήσεις καὶ αἱ γενέσεις. τὸ δὲ τέχνης μὴ εἶναι ἔργον ἡδονὴν μηδεμίαν εὐλόγως συμβέβηκεν· οὐδὲ γὰρ ἄλλης (25) ἐνεργείας οὐδεμιᾶς τέχνη ἐστίν. (15) ἀντὶ δὲ τοῦ αἰσθητὴν ἀνεμπόδιστον. ὅσαι μετὰ λύπης καὶ ἰατρείας ἕνεκεν. ὁμολογεῖται. ὡς γὰρ (5) Σπεύσιππος ἔλυεν. ἐπεὶ αἱ ἀπὸ τοῦ θεωρεῖν καὶ μανθάνειν μᾶλλον ποιήσουσι θεωρεῖν καὶ μανθάνειν. τῆς φύσεως οὐκ ἐνδεοῦς οὔσης. ἀγαθόν. ἀλλὰ φαίνονται. [1153b] (1) ἀλλὰ μὴν ὅτι καὶ ἡ λύπη κακόν. καὶ τὸ τὰ παιδία καὶ τὰ θηρία διώκειν. δοκεῖ δὲ γένεσίς τισιν εἶναι. ἐκ τῶνδε δῆλον. ὥσπερ τὸ μεῖζον τῷ ἐλάττονι καὶ τῷ ἴσῳ ἐναντίον· οὐ γὰρ ἂν φαίη ὅπερ κακόν τι εἶναι τὴν ἡδονήν. ἀνάγκη οὖν τὴν ἡδονὴν ἀγαθόν τι εἶναι. τἄριστόν τ' οὐδὲν κωλύει ἡδονήν τινα εἶναι. εἴπερ ἑκάστης (10) ἕξεώς εἰσιν ἐνέργειαι ἀνεμπόδιστοι. ταύτῃ οὖν φαῦλα ἄμφω.
οὐδὲ τῆς ἡδονῆς· ὅσων (15) δ' ἔστι. οὐδὲ δὴ ἡδίων ὁ βίος ὁ τοῦ σπουδαίου. ἐὰν ᾖ ἀγαθός. διὰ δὲ τὸ προσδεῖσθαι τῆς τύχης δοκεῖ τισὶ ταὐτὸν εἶναι ἡ εὐτυχία τῇ εὐδαιμονίᾳ. ἀλλὰ τὴν αὐτήν· πάντα γὰρ φύσει ἔχει τι θεῖον. τὴν ἡδονὴν διώκουσι τὴν ὑπερβάλλουσαν καὶ ὅλως τὴν σωματικήν. ὥσπερ εἴρηται. ἀλλ' ὅλως· (20) οὐ γάρ ἐστι τῇ ὑπερβολῇ λύπη ἐναντία ἀλλ' ἢ τῷ διώκοντι τὴν ὑπερβολήν. καὶ τῆς ἡδονῆς. διὰ τί οὖν αἱ ἐναντίαι λῦπαι μοχθηραί. ἀλλὰ καὶ λυπηρῶς ἐνδέχεται ζῆν. τῶν μὲν γὰρ ἕξεων καὶ κινήσεων ὅσων μὴ ἔστι τοῦ βελτίονος ὑπερβολή. ἐναντίως δ' ἐπὶ τῆς λύπης· οὐ γὰρ τὴν ὑπερβολὴν φεύγει. ἴσως δὲ καὶ διώκουσιν οὐχ ἣν οἴονται οὐδ' ἣν ἂν φαῖεν. σφοδραὶ δὲ γίνονται (30) αἱ ἰατρεῖαι. οὔτε κακὸν γὰρ οὔτ' ἀγαθὸν ἡ (5) λύπη. ἥν τινα λαοί πολλοί. καὶ ἴσως οὐκέτι εὐτυχίαν καλεῖν δίκαιον· πρὸς γὰρ τὴν εὐδαιμονίαν (25) ὁ ὅρος αὐτῆς. [1154a] (1) φανερὸν δὲ καὶ ὅτι. καὶ τὸ διώκειν δ' ἅπαντα καὶ θηρία καὶ ἀνθρώπους τὴν ἡδονὴν σημεῖόν τι τοῦ εἶναί πως τὸ ἄριστον αὐτήν· φήμη δ' οὔτις πάμπαν ἀπόλλυται. ὅτι αἳ μὲν φαύλης φύσεώς εἰσι πράξεις (ἢ ἐκ γενετῆς. ὅτι καὶ τὸ μὴ κακὸν ἀγαθόν ἐστιν. ἡδονὴν μέντοι πάντες.10 ἀλλ' ἐπεὶ οὐχ ἡ αὐτὴ οὔτε φύσις οὔθ' ἕξις ἡ ἀρίστη οὔτ' ἔστιν (30) οὔτε δοκεῖ. WD 763 . ἀλλ' οὐχ ὡς δεῖ. ἀλλ' οὐ τὰς ἀναγκαίας· πάντες γὰρ χαίρουσί πως καὶ ὄψοις καὶ οἴνοις καὶ ἀφροδισίοις. ἡ δ' εὐδαιμονία τῶν τελείων· διὸ προσδεῖται ὁ εὐδαίμων τῶν ἐν σώματι ἀγαθῶν καὶ τῶν ἐκτὸς καὶ τῆς τύχης. ἐπεὶ καὶ αὐτὴ ὑπερβάλλουσα ἐμπόδιός ἐστιν. ἀλλ' εἰλήφασι τὴν τοῦ ὀνόματος κληρονομίαν αἱ σωματικαὶ ἡδοναὶ διὰ τὸ πλειστάκις τε παραβάλλειν εἰς αὐτὰς καὶ (35) πάντας μετέχειν αὐτῶν· διὰ τὸ μόνας οὖν γνωρίμους εἶναι ταύτας μόνας οἴονται εἶναι. οἷον αἱ καλαί. εἴπερ μηδ' ἡδονή· ὥστε διὰ τί ἂν φεύγοι. εἴπερ μὴ ἀγαθόν. ἢ δι' ἔθος. περὶ δὲ δὴ τῶν σωματικῶν ἡδονῶν ἐπισκεπτέον τοῖς λέγουσιν ὅτι ἔνιαί γε ἡδοναὶ αἱρεταὶ σφόδρα. . οὐκ ἔσται ζῆν ἡδέως τὸν εὐδαίμονα· τίνος γὰρ ἕνεκα δέοι ἂν αὐτῆς. πιστεύειν ποιεῖ τῷ ἀληθεῖ μᾶλλον· ὥστε λεκτέον διὰ τί φαίνονται αἱ σωματικαὶ ἡδοναὶ αἱρετώτεραι. . οὐκ οὖσα. διὸ καὶ διώκονται. εἰ μὴ καὶ αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ. καὶ ὁ φαῦλος τῷ διώκειν τὴν ὑπερβολήν ἐστιν. εὐλόγως· οὐδεμία γὰρ ἐνέργεια τέλειος ἐμποδιζομένη. ὥσπερ θηρίου. πρῶτον μὲν οὖν δὴ ὅτι ἐκκρούει τὴν λύπην· καὶ διὰ τὰς ὑπερβολὰς τῆς λύπης. καὶ οὐ σπουδαῖον δὴ δοκεῖ ἡ ἡδονὴ διὰ δύο ταῦτα. διὰ τὸ παρὰ τὸ ἐναντίον φαίνεσθαι. οἷον αἱ τῶν φαύλων 10 Hes. ἐπεὶ δ' οὐ μόνον δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν ἀλλὰ καὶ τὸ αἴτιον τοῦ ψεύδους· τοῦτο γὰρ συμβάλλεται πρὸς τὴν πίστιν· ὅταν γὰρ εὔλογον φανῇ τὸ διὰ τί φαίνεται ἀληθὲς οὐκ ὂν (25) ἀληθές. ὡς οὔσης ἰατρείας.ἡδονὴν εἰς τὴν εὐδαιμονίαν. ἢ οὕτως ἀγαθαὶ αἱ ἀναγκαῖαι. (10) ἀλλ' οὐχ αἱ σωματικαὶ καὶ περὶ ἃς ὁ ἀκόλαστος. οὐδ' ἡδονὴν διώκουσι τὴν αὐτὴν πάντες. εἰ μὴ ἡδονὴ ἀγαθὸν καὶ ἡ ἐνέργεια. ὅπως μὴ ἐμποδίζηται ταῦτα. οἱ δὲ τὸν τροχιζόμενον καὶ τὸν δυστυχίαις μεγάλαις (20) περιπίπτοντα εὐδαίμονα φάσκοντες εἶναι. κακῷ γὰρ ἀγαθὸν ἐναντίον. ἔστιν δὲ τῶν σωματικῶν ἀγαθῶν ὑπερβολή. ἢ ἑκόντες ἢ ἄκοντες οὐδὲν λέγουσιν. ἢ μέχρι του ἀγαθαί.
καὶ ἡδονὴ μᾶλλον ἐν ἠρεμίᾳ ἐστὶν ἢ ἐν κινήσει. ὁμοίως δ' ἐν μὲν τῇ (10) νεότητι διὰ τὴν αὔξησιν ὥσπερ οἱ οἰνωμένοι διάκεινται. ἔτι δ' ἀναγκαιότατον εἰς τὸν (5) βίον. ὅταν δ' ἰσάζῃ. καὶ ἀεὶ ἐν ὀρέξει σφοδρᾷ εἰσίν· ἐξελαύνει δὲ ἡδονὴ λύπην ἥ τ' ἐναντία καὶ ἡ τυχοῦσα. οὔτε λυπηρὸν δοκεῖ οὔθ' ἡδὺ τὸ πραττόμενον· ἐπεὶ (25) εἴ του ἡ φύσις ἁπλῆ εἴη. τοῦτο τῇ ἑτέρᾳ φύσει παρὰ φύσιν. ἃ ποιεῖ πρᾶξιν τῆς τοιᾶσδε φύσεως. αἱ δ' ἄνευ λυπῶν οὐκ ἔχουσιν ὑπερβολήν· αὗται δὲ τῶν φύσει ἡδέων καὶ μὴ κατὰ συμβεβηκός. τὸ ὁρᾶν. ἄνευ γὰρ φίλων οὐδεὶς ἕλοιτ' ἂν ζῆν. κατὰ τὸν ποιητήν. ὥσπερ καὶ οἱ φυσιολόγοι μαρτυροῦσι. ὡς φασίν. Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Βιβλίον Θ [1155a] μετὰ δὲ ταῦτα περὶ φιλίας ἕποιτ' ἂν διελθεῖν· ἔστι γὰρ ἀρετή τις ἢ μετ' ἀρετῆς. ἔτι διώκονται διὰ τὸ σφοδραὶ εἶναι ὑπὸ τῶν ἄλλαις μὴ δυναμένων χαίρειν· αὐτοὶ γοῦν αὑτοῖς δίψας τινὰς παρασκευάζουσιν. καὶ ἔχειν βέλτιον ἢ γίνεσθαι· [1154b] (1) αἳ δὲ συμβαίνουσι τελεουμένων· κατὰ συμβεβηκὸς οὖν σπουδαῖαι. τοσούτῳ ἐπισφαλεστέρα. ὅσῳ γὰρ πλείων. ὅταν μὲν οὖν ἀβλαβεῖς. φαῦλον. ἢ πῶς ἂν τηρηθείη (10) καὶ σῴζοιτ' ἄνευ φίλων. ἐὰν ᾖ ἰσχυρά· καὶ διὰ (15) ταῦτα ἀκόλαστοι καὶ φαῦλοι γίνονται. διὰ τοῦτο ἡδὺ δοκεῖ εἶναι· (20) φύσει δ' ἡδέα. ἐν πενίᾳ τε καὶ ταῖς λοιπαῖς δυστυχίαις μόνην οἴονται καταφυγὴν εἶναι τοὺς φίλους. καὶ τί ἕκαστον καὶ πῶς τὰ μὲν ἀγαθὰ αὐτῶν ἐστὶ τὰ δὲ κακά· λοιπὸν δὲ καὶ περὶ φιλίας ἐροῦμεν. ἀεὶ ἡ αὐτὴ πρᾶξις ἡδίστη ἔσται. οὐκ ἀεὶ δ' οὐθὲν ἡδὺ τὸ αὐτὸ διὰ τὸ μὴ ἁπλῆν ἡμῶν εἶναι τὴν φύσιν. αἳ δ' ἰατρεῖαι [ὅτι] ἐνδεοῦς. ἀεὶ γὰρ πονεῖ τὸ ζῷον. ἀνεπιτίμητον. οὔτε γὰρ ἔχουσιν ἕτερα ἐφ' οἷς χαίρουσιν.ἀνθρώπων). οἱ δὲ μελαγχολικοὶ τὴν φύσιν δέονται ἀεὶ ἰατρείας· καὶ γὰρ τὸ σῶμα δακνόμενον διατελεῖ διὰ τὴν κρᾶσιν. διὸ ὁ θεὸς ἀεὶ μίαν καὶ ἁπλῆν χαίρει ἡδονήν· οὐ γὰρ μόνον κινήσεώς ἐστιν ἐνέργεια ἀλλὰ καὶ ἀκινησίας. καθὸ φθαρτοί. μεταβολὴ δὲ πάντων γλυκύ. ἀλλ' ἐνεῖναί τι καὶ ἕτερον. ἔχων τὰ λοιπὰ ἀγαθὰ πάντα· καὶ γὰρ πλουτοῦσι καὶ ἀρχὰς καὶ δυναστείας κεκτημένοις δοκεῖ φίλων μάλιστ' εἶναι χρεία· τί γὰρ ὄφελος τῆς τοιαύτης εὐετηρίας ἀφαιρεθείσης εὐεργεσίας. τὸ ἀκούειν φάσκοντες εἶναι λυπηρόν· ἀλλ' ἤδη συνήθεις ἐσμέν. ὥστε ἄν τι θάτερον πράττῃ. καὶ ἡ φύσις ἡ δεομένη μεταβολῆς· οὐ γὰρ ἁπλῆ οὐδ' ἐπιεικής. καὶ ἡδὺ ἡ νεότης. τοῖς τ' ἐν ἀκμῇ (15) πρὸς τὰς καλὰς πράξεις· σύν τε δύ' ἐρχομένω·1 καὶ γὰρ νοῆσαι καὶ πρᾶξαι δυνατώτεροι. λέγω δὲ κατὰ συμβεβηκὸς ἡδέα τὰ ἰατρεύοντα· ὅτι γὰρ συμβαίνει ἰατρεύεσθαι τοῦ ὑπομένοντος ὑγιοῦς πράττοντός τι. καὶ νέοις δὲ πρὸς τὸ ἀναμάρτητον καὶ πρεσβυτέροις πρὸς θεραπείαν καὶ τὸ ἐλλεῖπον τῆς πράξεως δι' ἀσθένειαν βοηθείας. φύσει τ' ἐνυπάρχειν ἔοικε πρὸς τὸ γεγεννημένον τῷ γεννήσαντι καὶ . τό τε μηδέτερον πολλοῖς λυπηρὸν διὰ τὴν φύσιν. (5) ὅταν δὲ βλαβεράς. διὰ πονηρίαν τινά· ὥσπερ γὰρ (30) ἄνθρωπος εὐμετάβολος ὁ πονηρός. ἣ γίγνεται μάλιστα καὶ ἐπαινετωτάτη πρὸς φίλους. περὶ μὲν οὖν ἐγκρατείας καὶ ἀκρασίας καὶ περὶ ἡδονῆς καὶ λύπης εἴρηται.
καὶ κολοιὸν ποτὶ (35) κολοιόν. ὅθεν τὸν ὅμοιόν φασιν ὡς τὸν ὅμοιον. ταύτης δὲ μάλιστ' ἐφίενται καὶ τὴν στάσιν ἔχθραν οὖσαν μάλιστα ἐξελαύνουσιν· καὶ φίλων μὲν ὄντων οὐδὲν δεῖ δικαιοσύνης. εὖνοι μὲν οὖν οὗτοι φαίνονται ἀλλήλοις· φίλους δὲ πῶς ἄν τις εἴποι λανθάνοντας ὡς ἔχουσιν ἑαυτοῖς. καὶ οἱ νομοθέται μᾶλλον περὶ αὐτὴν σπουδάζειν ἢ τὴν δικαιοσύνην· ἡ γὰρ ὁμόνοια ὅμοιόν τι τῇ (25) φιλίᾳ ἔοικεν εἶναι.πρὸς τὸ γεννῆσαν τῷ γεννηθέντι. δοκεῖ δὲ τὸ αὑτῷ ἀγαθὸν φιλεῖν ἕκαστος. ἐπὶ μὲν τῇ τῶν ἀψύχων φιλήσει οὐ λέγεται φιλία· οὐ γάρ ἐστιν ἀντιφίλησις. [1155b] (1) καὶ περὶ αὐτῶν τούτων ἀνώτερον ἐπιζητοῦσι καὶ φυσικώτερον. οἳ μὲν γὰρ ὁμοιότητά τινα τιθέασιν αὐτὴν καὶ τοὺς ὁμοίους φίλους. ταῦτ' ἐπισκεψώμεθα. οὐχ ἱκανῷ πεπιστεύκασι σημείῳ· δέχεται γὰρ (15) τὸ μᾶλλον καὶ [τὸ] ἧττον καὶ τὰ ἕτερα τῷ εἴδει. διαμφισβητεῖται δὲ περὶ αὐτῆς οὐκ ὀλίγα. οὐ μόνον ἐν ἀνθρώποις ἀλλὰ καὶ ἐν ὄρνισι καὶ τοῖς πλείστοις τῶν ζῴων. ἀλλ' εἴπερ. ἴδοι δ' ἄν τις καὶ ἐν ταῖς πλάναις ὡς οἰκεῖον ἅπας ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ καὶ φίλον. ὥστε φιλητὰ ἂν εἴη τἀγαθόν τε καὶ τὸ ἡδὺ ὡς τέλη. (20) καὶ μάλιστα τοῖς ἀνθρώποις. ὅτι ἐπιδέχεται τὸ μᾶλλον καὶ [τὸ] ἧττον. διοίσει δ' οὐδέν· ἔσται γὰρ τὸ φιλητὸν φαινόμενον. τοὺς δὲ βουλομένους οὕτω τἀγαθὰ εὔνους λέγουσιν. ἐρᾶν δὲ σεμνὸν οὐρανὸν πληρούμενον ὄμβρου πεσεῖν ἐς γαῖαν. καὶ τὰ τοιαῦτα· οἳ δ' ἐξ ἐναντίας κεραμεῖς πάντας τοὺς τοιούτους ἀλλήλοις φασὶν εἶναι. οἱ μὲν γὰρ ἓν οἰόμενοι. οὐδὲ βούλησις ἐκείνῳ ἀγαθοῦ (γελοῖον γὰρ ἴσως τῷ οἴνῳ βούλεσθαι (30) τἀγαθά. ὑπολαμβάνουσι δὲ ἐπιεικεῖς εἶναι ἢ χρησίμους· [1156a] (1) τοῦτο δὲ τὸ αὐτὸ κἂν ἐκείνων τις πάθοι πρὸς τοῦτον. ὅθεν τοὺς φιλανθρώπους ἐπαινοῦμεν. εἴρηται δ' ὑπὲρ αὐτῶν ἔμπροσθεν. δοκεῖ γὰρ οὐ πᾶν φιλεῖσθαι ἀλλὰ τὸ φιλητόν. καὶ πότερον ἓν εἶδος τῆς φιλίας ἐστὶν ἢ πλείω. ἂν μὴ ταὐτὸ καὶ παρ' ἐκείνου γίνηται· εὔνοιαν γὰρ ἐν ἀντιπεπονθόσι φιλίαν εἶναι. καὶ Ἡράκλειτος τὸ (5) ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν καὶ πάντα κατ' ἔριν γίνεσθαι· ἐξ ἐναντίας δὲ τούτοις ἄλλοι τε καὶ Ἐμπεδοκλῆς· τὸ γὰρ ὅμοιον τοῦ ὁμοίου ἐφίεσθαι. καὶ τοῖς ὁμοεθνέσι πρὸς ἄλληλα. πότερον οὖν τἀγαθὸν φιλοῦσιν ἢ τὸ αὑτοῖς ἀγαθόν. . ἢ προσθετέον μὴ λανθάνουσαν. δεῖ ἄρα εὐνοεῖν ἀλλήλοις καὶ βούλεσθαι τἀγαθὰ μὴ λανθάνοντας (5) δι' ἕν τι τῶν εἰρημένων. καὶ τῶν δικαίων τὸ μάλιστα φιλικὸν εἶναι δοκεῖ. τοῦτο δ' εἶναι ἀγαθὸν ἢ ἡδὺ ἢ χρήσιμον· δόξειε δ' ἂν χρήσιμον (20) εἶναι δι' οὗ γίνεται ἀγαθόν τι ἢ ἡδονή. ἔοικε δὲ καὶ τὰς πόλεις συνέχειν ἡ φιλία. καὶ εἶναι ἁπλῶς μὲν τἀγαθὸν φιλητόν. ἥ τε πολυφιλία δοκεῖ τῶν καλῶν ἕν τι εἶναι· καὶ ἔτι τοὺς αὐτοὺς οἴονται ἄνδρας ἀγαθοὺς εἶναι καὶ φίλους. οἷον πότερον ἐν πᾶσι γίνεται φιλία ἢ οὐχ οἷόν τε μοχθηροὺς ὄντας φίλους εἶναι. τριῶν δ' ὄντων δι' ἃ φιλοῦσιν. τάχα δ' ἂν γένοιτο περὶ αὐτῶν φανερὸν γνωρισθέντος τοῦ φιλητοῦ. σῴζεσθαι βούλεται αὐτόν. ἵνα αὐτὸς ἔχῃ)· τῷ δὲ φίλῳ φασὶ δεῖν βούλεσθαι τἀγαθὰ ἐκείνου ἕνεκα. ἑκάστῳ (25) δὲ τὸ ἑκάστῳ· φιλεῖ δ' ἕκαστος οὐ τὸ ὂν αὑτῷ ἀγαθὸν ἀλλὰ τὸ φαινόμενον. τὰ μὲν οὖν φυσικὰ τῶν ἀπορημάτων ἀφείσθω (οὐ γὰρ οἰκεῖα τῆς παρούσης σκέψεως)· ὅσα δ' ἐστὶν ἀνθρωπικὰ καὶ (10) ἀνήκει εἰς τὰ ἤθη καὶ τὰ πάθη. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὸ ἡδύ. Εὐριπίδης μὲν φάσκων ἐρᾶν μὲν ὄμβρου γαῖαν ξηρανθεῖσαν. πολλοὶ γάρ (35) εἰσιν εὖνοι οἷς οὐχ ἑωράκασιν. οὐ μόνον δ' ἀναγκαῖόν ἐστιν ἀλλὰ καὶ καλόν· τοὺς γὰρ φιλοφίλους (30) ἐπαινοῦμεν. διαφωνεῖ γὰρ ἐνίοτε ταῦτα. δίκαιοι δ' ὄντες προσδέονται φιλίας.
ὁμοίως δὲ καὶ οἱ δι' ἡδονήν· οὐ γὰρ τῷ ποιούς τινας εἶναι ἀγαπῶσι τοὺς εὐτραπέλους. ἀπολυθέντος οὖν δι' ὃ φίλοι ἦσαν. διαλύεται καὶ ἡ φιλία. ἀλλ' ᾗ γίνεταί τι αὐτοῖς παρ' ἀλλήλων ἀγαθόν. μάλιστα δ' ἐν τοῖς πρεσβύταις ἡ τοιαύτη δοκεῖ (25) φιλία γίνεσθαι (οὐ γὰρ τὸ ἡδὺ οἱ τηλικοῦτοι διώκουσιν ἀλλὰ τὸ ὠφέλιμον). σπανίας δ' (25) εἰκὸς τὰς τοιαύτας εἶναι· ὀλίγοι γὰρ οἱ τοιοῦτοι. ἐὰν μὴ ὠφέλιμοι ὦσιν· ἐπὶ τοσοῦτον (30) γάρ εἰσιν ἡδεῖς ἐφ' ὅσον ἐλπίδας ἔχουσιν ἀγαθοῦ. εἰς ταύτας δὲ καὶ τὴν ξενικὴν τιθέασιν. ἀλλ' ἄλλοτε ἄλλο γίνεται. ἡ τοιαύτη δὲ φιλία μόνιμος εὐλόγως ἐστίν· συνάπτει γὰρ ἐν αὐτῇ πάνθ' ὅσα τοῖς φίλοις δεῖ ὑπάρχειν. ἔτι δὲ προσδεῖται χρόνου καὶ συνηθείας· κατὰ τὴν παροιμίαν γὰρ οὐκ ἔστιν εἰδῆσαι ἀλλήλους πρὶν τοὺς λεγομένους ἅλας συναναλῶσαι· οὐδ' ἀποδέξασθαι δὴ πρότερον οὐδ' εἶναι φίλους. ἡ δ' ἀρετὴ μόνιμον. οἱ μὲν οὖν διὰ τὸ χρήσιμον φιλοῦντες ἀλλήλους οὐ καθ' αὑτοὺς φιλοῦσιν. [1156b] (1) τῆς δὲ τοιαύτης ἡδονῆς ταχεῖα ἡ μεταβολή. καὶ οὐ κατὰ συμβεβηκός· διαμένει οὖν ἡ τούτων φιλία ἕως ἂν ἀγαθοὶ ὦσιν. πρὶν ἂν ἑκάτερος ἑκατέρῳ φανῇ φιλητὸς καὶ πιστευθῇ. ἀλλ' ὅτι ἡδεῖς αὑτοῖς. καὶ τῶν ἐν ἀκμῇ καὶ νέων ὅσοι τὸ συμφέρον διώκουσιν. ἢ ἁπλῶς ἢ τῷ φιλοῦντι. πολλάκις τῆς αὐτῆς ἡμέρας μεταπίπτοντες. τελεία δ' ἐστὶν ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία καὶ κατ' ἀρετὴν ὁμοίων· οὗτοι γὰρ τἀγαθὰ ὁμοίως βούλονται ἀλλήλοις ᾗ ἀγαθοί. καὶ μάλιστα διώκουσι τὸ ἡδὺ αὑτοῖς καὶ τὸ παρόν· τῆς ἡλικίας δὲ μεταπιπτούσης καὶ τὰ ἡδέα γίνεται ἕτερα. καὶ οἱ δι' ἡδονὴν διὰ τὸ αὑτοῖς ἡδύ. τὸ δὲ χρήσιμον οὐ διαμένει. οἵ τε δὴ διὰ τὸ χρήσιμον φιλοῦντες διὰ τὸ αὑτοῖς (15) ἀγαθὸν στέργουσι. ἀλλ' ᾗ χρήσιμος ἢ ἡδύς. ὡς οὔσης τῆς φιλίας πρὸς ἐκεῖνα. οἱ δὲ βουλόμενοι τἀγαθὰ (10) τοῖς φίλοις ἐκείνων ἕνεκα μάλιστα φίλοι· δι' αὑτοὺς γὰρ οὕτως ἔχουσι. ταύτῃ φιλεῖται. ἰσάριθμα τοῖς φιλητοῖς· καθ' ἕκαστον γάρ ἐστιν ἀντιφίλησις οὐ λανθάνουσα. ἀλλ' ᾗ πορίζουσιν οἳ μὲν ἀγαθόν τι οἳ δ' ἡδονήν. παύονται φιλοῦντες. καὶ ἔστιν ἑκάτερος ἁπλῶς ἀγαθὸς καὶ τῷ φίλῳ· οἱ γὰρ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλῶς ἀγαθοὶ καὶ ἀλλήλοις ὠφέλιμοι. οἱ δὲ φιλοῦντες ἀλλήλους βούλονται τἀγαθὰ ἀλλήλοις (10) ταύτῃ ᾗ φιλοῦσιν.διαφέρει δὲ ταῦτα ἀλλήλων εἴδει· καὶ αἱ φιλήσεις ἄρα καὶ αἱ φιλίαι. οὐ πάνυ δ' οἱ τοιοῦτοι οὐδὲ συζῶσι μετ' ἀλλήλων· ἐνίοτε γὰρ οὐδ' εἰσὶν ἡδεῖς· οὐδὲ δὴ προσδέονται τῆς τοιαύτης ὁμιλίας. ἀγαθοὶ δ' εἰσὶ καθ' αὑτούς. οἱ δὲ ταχέως (30) τὰ φιλικὰ . πᾶσα γὰρ φιλία δι' ἀγαθόν ἐστιν (20) ἢ δι' ἡδονήν. ἡ δὲ τῶν νέων φιλία δι' ἡδονὴν εἶναι δοκεῖ· κατὰ πάθος γὰρ οὗτοι ζῶσι. μὴ διαμενόντων αὐτῶν ὁμοίων· ἐὰν γὰρ μηκέτι ἡδεῖς ἢ χρήσιμοι ὦσι. ὁμοίως δὲ καὶ (15) ἡδεῖς· καὶ γὰρ ἁπλῶς οἱ ἀγαθοὶ ἡδεῖς καὶ ἀλλήλοις· ἑκάστῳ γὰρ καθ' ἡδονήν εἰσιν αἱ οἰκεῖαι πράξεις καὶ αἱ τοιαῦται. καὶ ἐρωτικοὶ δ' οἱ νέοι· κατὰ πάθος γὰρ καὶ δι' ἡδονὴν τὸ πολὺ τῆς ἐρωτικῆς· διόπερ φιλοῦσι καὶ ταχέως παύονται. καὶ οὐχ ᾗ ὁ φιλούμενός ἐστιν. εὐδιάλυτοι δὴ αἱ τοιαῦταί (20) εἰσι. διὸ ταχέως γίνονται (35) φίλοι καὶ παύονται· ἅμα γὰρ τῷ ἡδεῖ ἡ φιλία μεταπίπτει. τῶν ἀγαθῶν δὲ αἱ αὐταὶ ἢ ὅμοιαι. μάλιστα δὲ ταῦτα φιλητά· καὶ τὸ φιλεῖν δὴ καὶ ἡ φιλία ἐν τούτοις μάλιστα καὶ ἀρίστη. κατὰ συμβεβηκός τε δὴ αἱ φιλίαι αὗταί εἰσιν· οὐ γὰρ ᾗ ἐστὶν ὅσπερ ἐστὶν ὁ φιλούμενος. τρία δὴ τὰ τῆς φιλίας εἴδη. τό τε ἁπλῶς ἀγαθὸν καὶ ἡδὺ ἁπλῶς ἐστίν. καὶ καθ' ὁμοιότητά τινα· ταύτῃ δὲ πάνθ' ὑπάρχει τὰ εἰρημένα καθ' αὑτούς· †ταύτῃ γὰρ ὅμοια† καὶ τὰ λοιπά. συνημερεύειν δὲ καὶ (5) συζῆν οὗτοι βούλονται· γίνεται γὰρ αὐτοῖς τὸ κατὰ τὴν φιλίαν οὕτως.
οὐ γὰρ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἥδονται οὗτοι. ἐὰν ἐκ τῆς συνηθείας τὰ ἤθη στέρξωσιν. οὐ φαίνονται δ' οὔθ' οἱ πρεσβῦται οὔθ' οἱ στρυφνοὶ φιλικοὶ εἶναι· βραχὺ (15) γὰρ ἐν αὐτοῖς τὸ τῆς ἡδονῆς. οὕτω δ' ἔχουσιν ὥστ' (10) ἐνεργεῖν φιλικῶς· οἱ γὰρ τόποι οὐ διαλύουσι τὴν φιλίαν ἁπλῶς. οὐ πάνυ δ' αὗται συνάπτουσιν. καὶ μὴ ὡς ἐραστῇ καὶ ἐρωμένῳ. καὶ πρώτως μὲν καὶ κυρίως τὴν τῶν ἀγαθῶν ᾗ ἀγαθοί. οἱ δὲ καθεύδοντες ἢ κεχωρισμένοι τοῖς τόποις οὐκ ἐνεργοῦσι μέν. ἀλλ' ὃ μὲν ὁρῶν ἐκεῖνον. ταύτῃ φίλοι· καὶ γὰρ τὸ ἡδὺ ἀγαθὸν τοῖς φιληδέσιν. οἱ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ὄντες φίλοι ἅμα τῷ συμφέροντι (15) διαλύονται· οὐ γὰρ ἀλλήλων ἦσαν φίλοι ἀλλὰ τοῦ λυσιτελοῦς. ὁμοίως δὲ καὶ ἡ διὰ τὸ χρήσιμον· καὶ γὰρ τοιοῦτοι ἀλλήλοις οἱ ἀγαθοί. ὅταν τὸ αὐτὸ γίνηται παρ' ἀλλήλων. αὕτη μὲν οὖν καὶ κατὰ τὸν χρόνον καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ τελεία ἐστί. οἷον τοῖς εὐτραπέλοις. τῷ δ' οὐ γίνεται ἡ θεραπεία)· πολλοὶ δ' αὖ διαμένουσιν. ὥσπερ δ' ἐπὶ τῶν ἀρετῶν οἳ μὲν καθ' ἕξιν οἳ δὲ κατ' ἐνέργειαν ἀγαθοὶ λέγονται. οὐκ εἰσὶ δέ. οἷον (5) ἡδονή. δι' ἡδονὴν μὲν οὖν καὶ διὰ τὸ χρήσιμον καὶ φαύλους ἐνδέχεται φίλους ἀλλήλοις εἶναι καὶ ἐπιεικεῖς φαύλοις καὶ μηδέτερον ὁποιῳοῦν. καὶ τοῦτ' ἴσασιν· βούλησις μὲν γὰρ ταχεῖα φιλίας γίνεται. ταύτῃ ὅμοιοι ὄντες. δι' αὑτοὺς δὲ δῆλον ὅτι μόνους τοὺς ἀγαθούς· οἱ γὰρ κακοὶ οὐ χαίρουσιν ἑαυτοῖς. καὶ μόνη δὲ ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία ἀδιάβλητός ἐστιν· οὐ γὰρ ῥᾴδιον οὐδενὶ πιστεῦσαι περὶ τοῦ ἐν πολλῷ χρόνῳ ὑφ' αὑτοῦ δεδοκιμασμένου· καὶ τὸ πιστεύειν ἐν τούτοις. οὐδεὶς δὲ δύναται συνημερεύειν τῷ λυπηρῷ οὐδὲ τῷ μὴ ἡδεῖ· μάλιστα γὰρ ἡ φύσις . οὗτοι μὲν οὖν ἁπλῶς φίλοι. καὶ μὴ μόνον οὕτως ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ. φιλία δ' οὔ. ἀλλὰ τὴν ἐνέργειαν. καὶ τοὺς δι' ἡδονὴν ἀλλήλους στέργοντας. ὥσπερ αἱ πόλεις (δοκοῦσι γὰρ αἱ συμμαχίαι ταῖς πόλεσι γίνεσθαι ἕνεκα τοῦ συμφέροντος). ἴσως λέγειν μὲν δεῖ καὶ ἡμᾶς φίλους τοὺς (30) τοιούτους. τὰς δὲ λοιπὰς καθ' ὁμοιότητα· ᾗ γὰρ ἀγαθόν τι καὶ ὅμοιόν τι. [1157a] (1) ἡ δὲ διὰ τὸ ἡδὺ ὁμοίωμα ταύτης ἔχει· καὶ γὰρ οἱ ἀγαθοὶ ἡδεῖς ἀλλήλοις. καὶ τῆς φιλίας δοκεῖ λήθην ποιεῖν· ὅθεν εἴρηται πολλὰς δὴ φιλίας ἀπροσηγορία διέλυσεν. οἱ δ' ἀγαθοὶ δι' αὑτοὺς φίλοι· ᾗ γὰρ ἀγαθοί. ἐκεῖνοι δὲ κατὰ συμβεβηκὸς (5) καὶ τῷ ὡμοιῶσθαι τούτοις. καὶ ὅσα ἄλλα ἐν τῇ ὡς ἀληθῶς φιλίᾳ ἀξιοῦται. εἰ μὴ καὶ φιλητοί. ὃ δὲ θεραπευόμενος ὑπὸ τοῦ ἐραστοῦ· ληγούσης δὲ τῆς ὥρας ἐνίοτε καὶ ἡ φιλία λήγει (τῷ μὲν γὰρ οὐκ ἔστιν ἡδεῖα ἡ (10) ὄψις. ὅπερ δεῖ τοῖς φίλοις ὑπάρχειν. οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς φιλίας· οἱ μὲν γὰρ συζῶντες χαίρουσιν ἀλλήλοις καὶ πορίζουσι τἀγαθά. εἴδη δὲ τῆς φιλίας πλείω. ἐὰν δὲ χρόνιος ἡ ἀπουσία γίνηται. οἱ δὲ μὴ τὸ ἡδὺ ἀντικαταλλαττόμενοι ἀλλὰ τὸ χρήσιμον ἐν τοῖς ἐρωτικοῖς καὶ εἰσὶν ἧττον φίλοι καὶ διαμένουσιν. ἐπεὶ γὰρ οἱ ἄνθρωποι λέγουσι φίλους καὶ τοὺς διὰ τὸ χρήσιμον. καὶ τὸ μηδέποτ' ἂν ἀδικῆσαι. ἐν δὲ ταῖς ἑτέραις (25) οὐδὲν κωλύει τὰ τοιαῦτα γίνεσθαι. οὐδὲ γίνονται οἱ αὐτοὶ φίλοι διὰ τὸ χρήσιμον (35) καὶ διὰ τὸ ἡδύ· οὐ γὰρ πάνυ συνδυάζεται τὰ κατὰ συμβεβηκός. (20) εἰ μή τις ὠφέλεια γίνοιτο. καὶ κατὰ πάντα ταὐτὰ γίνεται καὶ ὅμοια ἑκατέρῳ (35) παρ' ἑκατέρου. μάλιστα δὲ καὶ ἐν τούτοις αἱ φιλίαι μένουσιν. ὁμοήθεις ὄντες. [1157b] (1) εἰς ταῦτα δὲ τὰ εἴδη τῆς φιλίας νενεμημένης οἱ μὲν φαῦλοι ἔσονται φίλοι δι' ἡδονὴν ἢ τὸ χρήσιμον. ὥσπερ οἱ παῖδες.πρὸς ἀλλήλους ποιοῦντες βούλονται μὲν φίλοι εἶναι.
ἑκάτερος (35) οὖν φιλεῖ τε τὸ αὑτῷ ἀγαθόν. διὰ τὸ χρήσιμον δὲ καὶ τὸ ἡδὺ πολλοῖς ἀρέσκειν ἐνδέχεται· πολλοὶ γὰρ οἱ τοιοῦτοι. ἡ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ἀγοραίων. ἀλλ' οἱ τοιοῦτοι εὖνοι μέν εἰσιν ἀλλήλοις· βούλονται γὰρ τἀγαθὰ καὶ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς χρείας· φίλοι δ' οὐ πάνυ εἰσὶ διὰ τὸ μὴ συνημερεύειν μηδὲ χαίρειν ἀλλήλοις. ἐφίεσθαι δὲ τοῦ ἡδέος. συνεχῶς δ' οὐδεὶς ἂν ὑπομείναι. ἄμφω δ' οἱ αὐτοὶ (30) οὐ πάνυ· οὔτε γὰρ ἡδεῖς μετ' ἀρετῆς ζητοῦσιν οὔτε χρησίμους εἰς τὰ καλά. καὶ οἱ μακάριοι δὲ χρησίμων μὲν οὐδὲν δέονται. ἡ δὲ προαίρεσις ἀφ' ἕξεως· καὶ τἀγαθὰ βούλονται τοῖς φιλουμένοις ἐκείνων ἕνεκα. ὅπερ ἡ ἑταιρικὴ δοκεῖ ἔχειν. (10) ἃ δὴ μάλιστ' εἶναι δοκεῖ φιλικά. οὐκ ἰσάζει ἀνάλογον ὑπερεχόμενος. εὔνοις ἐοίκασι μᾶλλον ἢ φίλοις. ἐν δὲ τοῖς στρυφνοῖς καὶ πρεσβυτικοῖς ἧττον γίνεται ἡ φιλία. καὶ τὸ ἴσον ἀνταποδίδωσι τῇ βουλήσει καὶ τῷ ἡδεῖ· λέγεται γὰρ φιλότης ἰσότης. οἷον ἡδονὴν ἀντ' ὠφελείας· ὅτι δὲ καὶ ἧττόν εἰσιν αὗται φιλίαι καὶ μένουσιν. τὸ δὲ λυπηρὸν ὀλίγον μὲν χρόνον φέρουσιν. ἀλλὰ τοὺς μὲν εὐτραπέλους τοῦ ἡδέος ἐφιέμενοι. πολλοῖς δ' εἶναι φίλον κατὰ τὴν τελείαν φιλίαν οὐκ ἐνδέχεται. ὅσῳ δυσκολώτεροί εἰσι καὶ ἧττον ταῖς ὁμιλίαις χαίρουσιν· ταῦτα γὰρ δοκεῖ μάλιστ' εἶναι φιλικὰ καὶ ποιητικὰ φιλίας. ἔοικε δ' ἡ μὲν φίλησις πάθει. ἡ δὲ φιλία ἕξει· ἡ γὰρ φίλησις οὐχ ἧττον (30) πρὸς τὰ ἄψυχά ἐστιν. εἴρηται. συνημερεύειν δὲ καὶ οἱ μακάριοι· μονώταις γὰρ εἶναι τούτοις ἥκιστα προσήκει)· συνδιάγειν δὲ μετ' ἀλλήλων οὐκ ἔστι μὴ ἡδεῖς ὄντας μηδὲ χαίροντας τοῖς αὐτοῖς. οἱ δ' ἀποδεχόμενοι ἀλλήλους. ταῦτα δ' οὐ πάνυ γίνεται ἐν τῷ αὐτῷ. τοὺς δὲ δεινοὺς πρᾶξαι τὸ ἐπιταχθέν. εἰ λυπηρὸν αὐτῷ εἴη· διὸ τοὺς φίλους ἡδεῖς ζητοῦσιν. (5) δοκοῦσι δὲ [καὶ] δι' ὁμοιότητα καὶ ἀνομοιότητα ταὐτοῦ εἶναί τε καὶ οὐκ εἶναι . πρεσβῦται δ' οὔ· οὐ γὰρ γίνονται φίλοι οἷς ἂν μὴ χαίρωσιν· ὁμοίως δ' οὐδ' οἱ στρυφνοί. ἡδέων δέ· συζῆν μὲν γὰρ βούλονταί τισι. οὐ κατὰ πάθος ἀλλὰ καθ' ἕξιν. καὶ φιλοῦντες τὸν φίλον τὸ αὑτοῖς ἀγαθὸν φιλοῦσιν· ὁ γὰρ ἀγαθὸς φίλος γινόμενος ἀγαθὸν γίνεται ᾧ φίλος.φαίνεται τὸ λυπηρὸν φεύγειν. ἢ ἕτερον ἀνθ' ἑτέρου καταλλάττονται. οὐ πάνυ δ' εἰώθασι τοιοῦτοι γίνεσθαι. καὶ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ αἱ ὑπηρεσίαι. ἡδὺς δὲ καὶ χρήσιμος ἅμα εἴρηται ὅτι ὁ σπουδαῖος· ἀλλ' ὑπερέχοντι οὐ γίνεται ὁ τοιοῦτος φίλος. ἴσως δ' οὐδ' ἀγαθοὺς εἶναι. τὸ τοιοῦτο δὲ πρὸς ἕνα πέφυκε γίνεσθαι)· πολλοὺς δ' ἅμα τῷ αὐτῷ ἀρέσκειν σφόδρα οὐ ῥᾴδιον. τούτων δὲ μᾶλλον ἔοικε φιλίᾳ ἡ διὰ τὸ ἡδύ. (25) μάλιστα μὲν οὖν ἐστὶ φιλία ἡ τῶν ἀγαθῶν. δεῖ δ' ἴσως καὶ ἀγαθοὺς τοιούτους ὄντας. οἷαι τῶν νέων εἰσὶν αἱ φιλίαι· μᾶλλον γὰρ ἐν ταύταις τὸ ἐλευθέριον. ὃ παγχάλεπον. ἑκάστῳ δὲ τὸ αὑτῷ τοιοῦτον· ὁ δ' ἀγαθὸς τῷ ἀγαθῷ δι' ἄμφω ταῦτα. ἐὰν μὴ (35) καὶ τῇ ἀρετῇ ὑπερέχηται· εἰ δὲ μή. οὐδὲν γὰρ οὕτως ἐστὶ φίλων ὡς τὸ συζῆν (20) (ὠφελείας μὲν γὰρ οἱ ἐνδεεῖς ὀρέγονται. [1158b] (1) εἰσὶ δ' οὖν αἱ εἰρημέναι φιλίαι ἐν ἰσότητι· τὰ γὰρ αὐτὰ γίνεται ἀπ' ἀμφοῖν καὶ βούλονται ἀλλήλοις. καὶ ἔτι αὑτοῖς· οὕτω γὰρ ὑπάρξει αὐτοῖς ὅσα δεῖ τοῖς φίλοις. οἱ δ' ἐν ταῖς ἐξουσίαις διῃρημένοις φαίνονται χρῆσθαι τοῖς φίλοις· ἄλλοι γὰρ αὐτοῖς εἰσὶ χρήσιμοι καὶ ἕτεροι ἡδεῖς. δεῖ δὲ καὶ ἐμπειρίαν (15) λαβεῖν καὶ ἐν συνηθείᾳ γενέσθαι. οὐδ' αὐτὸ (25) τὸ ἀγαθόν. [1158a] (1) μάλιστα δὲ τῇ τῶν ἀγαθῶν ταῦθ' ὑπάρχει. διὸ (5) νέοι μὲν γίνονται φίλοι ταχύ. ὅταν ταὐτὰ ἀπ' ἀμφοῖν γίνηται καὶ χαίρωσιν ἀλλήλοις ἢ τοῖς (20) αὐτοῖς. ἀντιφιλοῦσι δὲ μετὰ προαιρέσεως. καθάπερ πολλάκις εἴρηται· δοκεῖ γὰρ φιλητὸν μὲν καὶ αἱρετὸν τὸ ἁπλῶς ἀγαθὸν ἢ ἡδύ. ὥσπερ οὐδ' ἐρᾶν πολλῶν ἅμα (ἔοικε γὰρ ὑπερβολῇ. μὴ συζῶντες δέ.
καὶ φιλοῦσι μὲν εἰδυῖαι. μᾶλλον δὲ τῆς φιλίας οὔσης ἐν τῷ φιλεῖν. οὐ φαίνονται φιλίαι. ἐν δὲ τῇ φιλίᾳ τὸ μὲν κατὰ ποσὸν πρώτως. ἐὰν ἀμφότερα μὴ ἐνδέχηται. ἀνδρί τε πρὸς γυναῖκα καὶ παντὶ ἄρχοντι πρὸς ἀρχόμενον. διαφέρουσι δ' αὗται καὶ ἀλλήλων· (15) οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ γονεῦσι πρὸς τέκνα καὶ ἄρχουσι πρὸς ἀρχομένους. καὶ τὸν ὠφελιμώτερον. ἂν πολὺ διάστημα γένηται ἀρετῆς ἢ κακίας ἢ εὐπορίας ἤ τινος ἄλλου· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι εἰσὶν (35) ἀλλ' οὐδ' ἀξιοῦσιν. οὐδ' ἀνδρὶ πρὸς γυναῖκα καὶ γυναικὶ πρὸς ἄνδρα. ἢ προσποιεῖται τοιοῦτος καὶ μᾶλλον φιλεῖν ἢ φιλεῖσθαι· τὸ δὲ φιλεῖσθαι ἐγγὺς εἶναι δοκεῖ τοῦ τιμᾶσθαι. οἱ πολλοὶ δὲ δοκοῦσι διὰ φιλοτιμίαν βούλεσθαι φιλεῖσθαι μᾶλλον ἢ φιλεῖν· διὸ φιλοκόλακες οἱ πολλοί· ὑπερεχόμενος γὰρ (15) φίλος ὁ κόλαξ. (30) ἀντιφιλεῖσθαι δ' οὐ ζητοῦσιν. δι' ἀνομοιότητα ἐκείνης.φιλίαι· καθ' ὁμοιότητα γὰρ τῆς κατ' ἀρετὴν φαίνονται φιλίαι (ἣ μὲν γὰρ τὸ ἡδὺ ἔχει ἣ δὲ τὸ χρήσιμον. ἀκριβὴς μὲν οὖν ἐν τοῖς τοιούτοις οὐκ ἔστιν ὁρισμός. φίλων (35) ἀρετὴ τὸ . ἕως τίνος οἱ φίλοι· πολλῶν γὰρ ἀφαιρουμένων ἔτι (5) μένει. ταύτας δὲ ταχέως (10) μεταπίπτειν ἄλλοις τε διαφέρειν πολλοῖς. ἕτερον δ' ἐστὶ φιλίας εἶδος τὸ καθ' ὑπεροχήν. δοκεῖ δ' ἐν τῷ φιλεῖν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ φιλεῖσθαι εἶναι. ἑτέρα γὰρ ἑκάστου τούτων ἀρετὴ καὶ τὸ ἔργον. ὃ δὴ τῆς φιλίας εἶναι δοκεῖ. οἷον τὸν ἀμείνω μᾶλλον φιλεῖσθαι ἢ φιλεῖν. οὐχ ὁμοίως δὲ τὸ ἴσον ἔν τε τοῖς δικαίοις καὶ ἐν τῇ (30) φιλίᾳ φαίνεται ἔχειν· ἔστι γὰρ ἐν μὲν τοῖς δικαίοις ἴσον πρώτως τὸ κατ' ἀξίαν. ἀλλ' ἱκανὸν αὐταῖς ἔοικεν εἶναι ἐὰν ὁρῶσιν εὖ πράττοντας. γονεῖς δὲ [υἱέσιν] ἃ δεῖ τοῖς τέκνοις. ὅθεν καὶ ἀπορεῖται. (20) ταὐτὰ μὲν δὴ οὔτε γίνεται ἑκατέρῳ παρὰ θατέρου οὔτε δεῖ ζητεῖν· ὅταν δὲ γονεῦσι μὲν τέκνα ἀπονέμῃ ἃ δεῖ τοῖς γεννήσασι. ἀλλ' οὐδὲ πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ υἱῷ πρὸς πατέρα. οὐδὲ τοῖς ἀρίστοις ἢ σοφωτάτοις οἱ μηδενὸς ἄξιοι. ταῦτα δ' ὑπάρχει κἀκείνῃ). ἀνάλογον δ' ἐν πάσαις ταῖς καθ' ὑπεροχὴν οὔσαις φιλίαις καὶ τὴν φίλησιν (25) δεῖ γίνεσθαι. οἷον θεοὺς εἶναι· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι ἔσονται αὐτοῖς. οὐ δι' αὑτὸ δ' ἐοίκασιν αἱρεῖσθαι τὴν τιμήν. καὶ αὐταὶ φιλοῦσιν αὐτοὺς κἂν ἐκεῖνοι μηδὲν ὧν μητρὶ προσήκει ἀπονέμωσι διὰ τὴν ἄγνοιαν. σημεῖον δ' αἱ μητέρες τῷ φιλεῖν χαίρουσαι· ἔνιαι γὰρ διδόασι τὰ ἑαυτῶν τρέφεσθαι. τῷ δὲ τὴν μὲν ἀδιάβλητον καὶ μόνιμον εἶναι. εἰ δὴ καλῶς εἴρηται ὅτι ὁ φίλος τῷ φίλῳ βούλεται τἀγαθὰ (10) ἐκείνου ἕνεκα. ἄν του δέωνται· ὡς δὴ σημείῳ τῆς εὐπαθείας χαίρουσι τῇ τιμῇ)· οἱ δ' ὑπὸ τῶν ἐπιεικῶν καὶ εἰδότων ὀρεγόμενοι τιμῆς βεβαιῶσαι τὴν οἰκείαν δόξαν ἐφίενται περὶ αὑτῶν· χαίρουσι δή. ἐμφανέστατον δὲ τοῦτ' ἐπὶ τῶν θεῶν· πλεῖστον γὰρ οὗτοι πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς ὑπερέχουσιν. καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ὁμοίως· ὅταν γὰρ κατ' ἀξίαν ἡ φίλησις γίνηται. οὗ δὴ οἱ πολλοὶ ἐφίενται. ὅτι εἰσὶν ἀγαθοὶ πιστεύοντες τῇ τῶν λεγόντων κρίσει. ἕτερα δὲ καὶ δι' ἃ φιλοῦσιν· ἕτεραι οὖν καὶ αἱ φιλήσεις καὶ αἱ φιλίαι. τότε γίνεταί πως ἰσότης. ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός· χαίρουσι γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ ὑπὸ τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις τιμώμενοι (20) διὰ τὴν ἐλπίδα (οἴονται γὰρ τεύξεσθαι παρ' αὐτῶν. οἷον τοῦ θεοῦ. καὶ τῶν φιλοφίλων ἐπαινουμένων. ἴσως δ' οὐ πάντα· αὑτῷ γὰρ μάλισθ' ἕκαστος βούλεται τἀγαθά. μή ποτ' οὐ βούλονται οἱ φίλοι τοῖς φίλοις τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν. [1159a] (1) δῆλον δὲ καὶ ἐπὶ τῶν βασιλέων· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἀξιοῦσιν εἶναι φίλοι οἱ πολὺ καταδεέστεροι. μένειν ἂν δέοι οἷός ποτ' ἐστὶν ἐκεῖνος· ἀνθρώπῳ δὴ ὄντι βουλήσεται τὰ μέγιστα ἀγαθά. τὸ δὲ κατὰ ποσὸν δευτέρως. τὸ δὲ κατ' ἀξίαν δευτέρως. οἷον πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ ὅλως πρεσβυτέρῳ πρὸς νεώτερον. καὶ ἡ φιλία καθ' αὑτὴν αἱρετὴ εἶναι. οὐκέτι. πολὺ δὲ χωρισθέντος. δῆλον δ'. (25) τῷ φιλεῖσθαι δὲ καθ' αὑτὸ χαίρουσιν· διὸ δόξειεν ἂν κρεῖττον εἶναι τοῦ τιμᾶσθαι. οὐδὲ δὴ ἀγαθά· οἱ γὰρ φίλοι ἀγαθά. μόνιμος ἡ τῶν τοιούτων καὶ ἐπιεικὴς ἔσται φιλία.
καὶ πατάξαι πατέρα ἢ ὁντινοῦν ἄλλον. τούτου ἐφιέμενος ἀντιδωρεῖται (15) ἄλλο. . ἀλλ' εἰς ἅπαντα τὸν βίον . αἱ γὰρ ἀρχαῖαι θυσίαι καὶ σύνοδοι φαίνονται γίνεσθαι μετὰ τὰς τῶν καρπῶν συγκομιδὰς οἷον ἀπαρχαί· μάλιστα γὰρ ἐν τούτοις ἐσχόλαζον τοῖς καιροῖς. ἀξιοῦντες φιλεῖσθαι ὡς φιλοῦσιν· ὁμοίως δὴ φιλητοὺς ὄντας ἴσως ἀξιωτέον. διαφέρει δὲ καὶ τὰ δίκαια· [1160a] (1) οὐ γὰρ ταὐτὰ γονεῦσι πρὸς τέκνα καὶ ἀδελφοῖς πρὸς ἀλλήλους. ἴσως δὲ οὐδ' ἐφίεται τὸ ἐναντίον τοῦ ἐναντίου (20) καθ' αὑτό. θυσίας τε ποιοῦντες καὶ περὶ ταύτας συνόδους. ὁμοίως δὲ καὶ φυλέται καὶ δημόται. ἐξ ἐναντίων δὲ μάλιστα μὲν δοκεῖ ἡ διὰ τὸ χρήσιμον γίνεσθαι φιλία. καθ' (30) ὅσον δὲ κοινωνοῦσιν. ἕτερα δὴ καὶ τὰ ἄδικα πρὸς ἑκάστους τούτων. ἔστι δ' ἀδελφοῖς μὲν καὶ ἑταίροις πάντα κοινά. . καὶ τῷ θερμῷ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁμοίως. συστρατιῶται δὲ τοῦ κατὰ τὸν πόλεμον. ἀλλ' ὡς εἰπεῖν καὶ διακωλύουσιν· τῶν ἀγαθῶν γὰρ μήτ' αὐτοὺς ἁμαρτάνειν μήτε τοῖς φίλοις ἐπιτρέπειν. οἷον πλωτῆρες μὲν τοῦ κατὰ τὸν πλοῦν πρὸς ἐργασίαν χρημάτων ἤ τι τοιοῦτον. θιασωτῶν (20) καὶ ἐρανιστῶν· αὗται γὰρ θυσίας ἕνεκα καὶ συνουσίας. οἷον πένης πλουσίῳ. ἡ δ' ἰσότης καὶ ὁμοιότης φιλότης. ὡς ἐν τοῖς αὐτοῖς ὄντα καὶ ἐπ' ἴσον διήκοντα. εἴτε χρημάτων εἴτε νίκης ἢ πόλεως ὀρεγόμενοι. ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ἐν ταῖς ἄλλαις κοινωνίαις. καθάπερ ἐν ἀρχῇ εἴρηται. καὶ φιλία δέ· προσαγορεύουσι γοῦν ὡς φίλους τοὺς σύμπλους καὶ τοὺς συστρατιώτας. πᾶσαι . ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός. οἱ χρήσιμοι δὲ καὶ ἡδεῖς ἐπὶ πλεῖον διαμένουσιν· ἕως γὰρ ἂν πορίζωσιν ἡδονὰς ἢ ὠφελείας ἀλλήλοις. περὶ ταὐτὰ καὶ ἐν τοῖς αὐτοῖς εἶναι ἥ τε φιλία καὶ τὸ δίκαιον. καὶ καλὸν καὶ αἰσχρόν. ἐν ἁπάσῃ γὰρ κοινωνίᾳ δοκεῖ τι δίκαιον εἶναι. [1159b] (1) οὗτοι μόνιμοι φίλοι καὶ ἡ τούτων φιλία. οὕτω δ' ἂν καὶ οἱ ἄνισοι μάλιστ' εἶεν φίλοι· ἰσάζοιντο γὰρ ἄν. ἀμαθὴς εἰδότι· οὗ γὰρ τυγχάνει τις ἐνδεὴς ὤν. ταῦτα μὲν οὖν ἀφείσθω· καὶ γάρ ἐστιν ἀλλοτριώτερα. καὶ αὑτοῖς ἀναπαύσεις (25) πορίζοντες μεθ' ἡδονῆς. ὥστ' ἐν οἷς τοῦτο γίνεται κατ' ἀξίαν. καὶ ποριζόμενοί τι τῶν εἰς τὸν βίον· καὶ ἡ πολιτικὴ δὲ κοινωνία τοῦ συμφέροντος χάριν δοκεῖ καὶ ἐξ ἀρχῆς συνελθεῖν καὶ διαμένειν· τούτου γὰρ καὶ οἱ νομοθέται στοχάζονται. οἷον χρήματα (5) ἀποστερῆσαι ἑταῖρον δεινότερον ἢ πολίτην.φιλεῖν ἔοικεν. καὶ μὴ βοηθῆσαι ἀδελφῷ ἢ ὀθνείῳ. ἡ δ' ὄρεξις τοῦ μέσου ἐστίν· τοῦτο γὰρ ἀγαθόν. (10) χαίροντες τῇ ἀλλήλων μοχθηρίᾳ. καὶ ἡ παροιμία “κοινὰ τὰ φίλων. αἱ μὲν οὖν ἄλλαι κοινωνίαι κατὰ μέρη (15) τοῦ συμφέροντος ἐφίενται. μηδὲν δὲ τοιοῦτον ἔχοντας γελοῖον. ἐπὶ τοσοῦτόν ἐστι φιλία· καὶ γὰρ τὸ δίκαιον. ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων φιλιῶν. καὶ οὔτε δέονται φαύλων οὔθ' ὑπηρετοῦσι τοιαῦτα. οἱ δὲ μοχθηροὶ τὸ μὲν βέβαιον οὐκ ἔχουσιν· οὐδὲ γὰρ αὑτοῖς διαμένουσιν ὅμοιοι ὄντες· ἐπ' ὀλίγον δὲ χρόνον γίνονται φίλοι. καὶ τοῖς μὲν πλείω τοῖς δ' ἐλάττω· καὶ γὰρ τῶν φιλιῶν αἳ μὲν μᾶλλον (35) αἳ δ' ἧττον. [ἔνιαι δὲ τῶν κοινωνιῶν δι' ἡδονὴν δοκοῦσι γίνεσθαι. τιμάς ἀπονέμοντες τοῖς θεοῖς. ἐνταῦθα δ' ἄν τις ἕλκοι καὶ ἐραστὴν καὶ ἐρώμενον. οἷον τῷ ξηρῷ οὐχ ὑγρῷ γενέσθαι ἀλλ' ἐπὶ τὸ μέσον ἐλθεῖν. τοῖς δ' ἄλλοις ἀφωρισμένα. καὶ δίκαιόν φασιν εἶναι τὸ κοινῇ συμφέρον. καὶ αὔξησιν λαμβάνει τῷ μᾶλλον πρὸς φίλους εἶναι. καὶ μάλιστα μὲν ἡ τῶν κατ' ἀρετὴν ὁμοιότης· μόνιμοι γὰρ ὄντες καθ' αὑτοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους (5) μένουσι. διὸ φαίνονται καὶ οἱ ἐρασταὶ γελοῖοι ἐνίοτε. (25) ἔοικε δέ.] πᾶσαι δ' αὗται ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἐοίκασιν εἶναι· οὐ γὰρ τοῦ παρόντος συμφέροντος ἡ πολιτικὴ ἐφίεται. αὔξεσθαι δὲ πέφυκεν ἅμα τῇ φιλίᾳ καὶ τὸ δίκαιον. οὐδ' ἑταίροις καὶ πολίταις.” ὀρθῶς· ἐν κοινωνίᾳ γὰρ ἡ φιλία. αἱ δὲ κοινωνίαι πᾶσαι μορίοις ἐοίκασι τῆς πολιτικῆς· συμπορεύονται (10) γὰρ ἐπί τινι συμφέροντι.
χειρίστη δ' ἡ τιμοκρατία. πλὴν ἐφ' ὅσον (5) ταῖς ἡλικίαις διαλλάττουσιν· διόπερ ἂν πολὺ ταῖς ἡλικίαις διαφέρωσιν. καὶ ἐν αἷς ἀσθενὴς ὁ ἄρχων καὶ ἑκάστῳ ἐξουσία. καὶ φανερώτερον ἐπὶ ταύτης ὅτι χειρίστη· κάκιστον δὲ τὸ ἐναντίον τῷ βελτίστῳ. καὶ πάντα ἢ τὰ πλεῖστα τῶν ἀγαθῶν ἑαυτοῖς. ἐν Πέρσαις δ' ἡ τοῦ πατρὸς τυραννική· χρῶνται γὰρ ὡς δούλοις τοῖς υἱέσιν. οἷον φθοραὶ τούτων. αὕτη μὲν οὖν ὀρθὴ φαίνεται. πολιτείαν δ' αὐτὴν (35) εἰώθασιν οἱ πλεῖστοι καλεῖν. οὐ γάρ ἐστι βασιλεὺς ὁ μὴ αὐτάρκης καὶ πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς ὑπερέχων· ὁ δὲ (5) τοιοῦτος οὐδενὸς προσδεῖται· τὰ ὠφέλιμα οὖν αὑτῷ μὲν οὐκ ἂν σκοποίη. καθάπερ ἐν ταῖς ὀλιγαρχίαις. ἐκ δὲ τιμοκρατίας εἰς δημοκρατίαν· σύνοροι γάρ εἰσιν αὗται· πλήθους γὰρ βούλεται καὶ ἡ τιμοκρατία εἶναι. τυραννικὴ δὲ καὶ ἡ δεσπότου πρὸς δούλους· τὸ γὰρ (30) τοῦ δεσπότου συμφέρον ἐν αὐτῇ πράττεται. ἡ Περσικὴ δ' ἡμαρτημένη· τῶν διαφερόντων γὰρ αἱ ἀρχαὶ διάφοροι. (10) καθ' ἑκάστην δὲ τῶν πολιτειῶν φιλία φαίνεται. ἐφ' ὅσον καὶ τὸ δίκαιον. ἡ μὲν γὰρ πατρὸς πρὸς υἱεῖς κοινωνία βασιλείας (25) ἔχει σχῆμα· τῶν τέκνων γὰρ τῷ πατρὶ μέλει· ἐντεῦθεν δὲ καὶ Ὅμηρος τὸν Δία πατέρα προσαγορεύει· πατρικὴ γὰρ ἀρχὴ βούλεται ἡ βασιλεία εἶναι. εἰσὶ δ' αἱ μὲν πολιτεῖαι βασιλεία τε καὶ ἀριστοκρατία. περὶ πλείστου ποιούμενοι τὸ πλουτεῖν· ὀλίγοι δὴ ἄρχουσι καὶ μοχθηροὶ ἀντὶ τῶν ἐπιεικεστάτων. (35) ἐκείνῃ ἀποδίδωσιν. ὁ δὲ μοχθηρὸς βασιλεὺς τύραννος γίνεται. καὶ τοῖς προγόνοις δὲ ταῦτα προσνέμεται· φύσει τε ἀρχικὸν πατὴρ υἱῶν καὶ πρόγονοι ἐκγόνων καὶ . πολιτείας δ' ἐστὶν εἴδη τρία. τρίτη δὲ ἀπὸ τιμημάτων. ὁμοιώματα δ' αὐτῶν καὶ οἷον παραδείγματα λάβοι τις ἂν καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις. εἴπερ ἀγαθὸς ὢν ἐπιμελεῖται αὐτῶν. δημοκρατία δὲ μάλιστα μὲν ἐν ταῖς ἀδεσπότοις τῶν οἰκήσεων (ἐνταῦθα γὰρ πάντες ἐξ ἴσου). καὶ οὐχ ᾗ ἀμείνων. τούτων δὲ βελτίστη μὲν ἡ βασιλεία. ἡ δὲ τυραννὶς ἐξ ἐναντίας ταύτῃ· τὸ γὰρ ἑαυτῷ ἀγαθὸν διώκει.δὴ φαίνονται αἱ κοινωνίαι μόρια τῆς πολιτικῆς εἶναι· ἀκολουθήσουσι δὲ αἱ τοιαῦται φιλίαι ταῖς (30) τοιαύταις κοινωνίαις. ἐξ ἀριστοκρατίας δὲ εἰς ὀλιγαρχίαν κακίᾳ τῶν ἀρχόντων. ἥκιστα δὲ μοχθηρόν ἐστιν ἡ (20) δημοκρατία· ἐπὶ μικρὸν γὰρ παρεκβαίνει τὸ τῆς πολιτείας εἶδος. ἵν' εὖ πράττωσιν. οἳ νέμουσι τὰ τῆς πόλεως παρὰ τὴν ἀξίαν. καὶ τροφῆς καὶ παιδείας. καὶ ἴσοι πάντες οἱ ἐν τῷ τιμήματι. τιμοκρατικῇ δ' ἔοικεν ἡ τῶν ἀδελφῶν· ἴσοι γάρ. ἀλλὰ διὰ πλοῦτον καὶ δύναμιν. καὶ τὰς ἀρχὰς (15) ἀεὶ τοῖς αὐτοῖς. μεταβάλλουσι μὲν οὖν μάλισθ' οὕτως αἱ πολιτεῖαι· ἐλάχιστον γὰρ οὕτω καὶ ῥᾷστα μεταβαίνουσιν. διαφέρουσι δὲ πλεῖστον· ὁ μὲν γὰρ τύραννος τὸ αὑτῷ συμφέρον σκοπεῖ. δοκοῦντος μεγίστου. τοιαύτη δὲ καὶ ἡ πατρική. ἀνδρὸς δὲ καὶ γυναικὸς ἀριστοκρατικὴ φαίνεται· κατ' ἀξίαν γὰρ ὁ ἀνὴρ ἄρχει. καὶ περὶ ταῦτα ἃ δεῖ τὸν ἄνδρα· ὅσα δὲ γυναικὶ ἁρμόζει. ὥσπερ νομεὺς προβάτων· ὅθεν καὶ Ὅμηρος τὸν Ἀγαμέμνονα (15) ποιμένα λαῶν εἶπεν. τοῖς δ' ἀρχομένοις· ὁ γὰρ μὴ τοιοῦτος κληρωτὸς ἄν τις εἴη βασιλεύς. διαφέρει δὲ τῷ μεγέθει τῶν εὐεργετημάτων· αἴτιος γὰρ τοῦ εἶναι. ἣν τιμοκρατικὴν λέγειν οἰκεῖον φαίνεται. (10) μεταβαίνει δ' ἐκ βασιλείας εἰς τυραννίδα· φαυλότης γάρ ἐστι μοναρχίας ἡ τυραννίς. ὁ δὲ βασιλεὺς τὸ τῶν ἀρχομένων. οὐκέτι ἀδελφικὴ γίνεται ἡ φιλία. παρέκβασις δὲ βασιλείας μὲν τυραννίς· [1160b] (1) ἄμφω γὰρ μοναρχίαι. ἁπάντων δὲ κυριεύων ὁ ἀνὴρ εἰς ὀλιγαρχίαν μεθίστησιν· παρὰ τὴν ἀξίαν γὰρ αὐτὸ ποιεῖ. ἴσαι δὲ καὶ παρεκβάσεις. [1161a] (1) ἐνίοτε δὲ ἄρχουσιν αἱ γυναῖκες ἐπίκληροι οὖσαι· οὐ δὴ γίνονται κατ' ἀρετὴν αἱ ἀρχαί. βασιλεῖ μὲν πρὸς τοὺς βασιλευομένους ἐν ὑπεροχῇ εὐεργεσίας· εὖ γὰρ ποιεῖ τοὺς βασιλευομένους.
οὐδὲ πρὸς δοῦλον ᾗ δοῦλος. καθάπερ εἴρηται. οὕτω καὶ ἡ φιλία. ἢ ἧττον. εἰς ταύτας δὲ τάξειεν ἄν τις καὶ τὴν ξενικήν. ὡς πρὸς ἀγαθὸν καὶ ὑπερέχον· εὖ γὰρ πεποιήκασι τὰ μέγιστα· τοῦ γὰρ εἶναι καὶ τραφῆναι αἴτιοι. φιλία δ' οὐκ ἔστι πρὸς τὰ ἄψυχα οὐδὲ δίκαιον. καὶ τὸ ἁρμόζον ἑκάστῳ· (25) οὕτω δὲ καὶ τὸ δίκαιον. καὶ ἐξ ἴσου· οὕτω δὴ (30) καὶ ἡ φιλία. καὶ ὅλως ἐν τοῖς ὁμοίοις. ἔοικε δὲ ταύτῃ καὶ ἡ κατὰ τὴν τιμοκρατικήν· ἴσοι γὰρ οἱ πολῖται βούλονται καὶ ἐπιεικεῖς εἶναι· ἐν μέρει δὴ τὸ ἄρχειν. οὐκ ἔστι φιλία πρὸς αὐτόν. ἐν κοινωνίᾳ μὲν οὖν πᾶσα φιλία ἐστίν. γονεῖς μὲν οὖν τέκνα φιλοῦσιν ὡς ἑαυτούς (τὰ γὰρ ἐξ αὐτῶν οἷον ἕτεροι αὐτοὶ τῷ κεχωρίσθαι). σύνεσιν ἢ αἴσθησιν λαβόντα. ἐκ τούτων δὲ δῆλον καὶ δι' ἃ φιλοῦσι μᾶλλον αἱ μητέρες. καὶ γενομένοις τοῦ παιδευθῆναι· ἔχει δὲ καὶ τὸ ἡδὺ καὶ τὸ χρήσιμον ἡ τοιαύτη φιλία μᾶλλον τῶν ὀθνείων. ἐπὶ μικρὸν δὴ καὶ ἐν ταῖς τυραννίσιν αἱ φιλίαι καὶ τὸ δίκαιον. καὶ ὅσαι τοιαῦται.βασιλεὺς βασιλευομένων. [1162a] (1) ἀνεψιοὶ δὲ καὶ οἱ λοιποὶ συγγενεῖς ἐκ τούτων συνῳκείωνται· τῷ γὰρ ἀπὸ τῶν αὐτῶν εἶναι. (5) ᾗ μὲν οὖν δοῦλος. (30) ἀδελφοὶ δ' ἀλλήλους τῷ ἐκ τῶν αὐτῶν πεφυκέναι· ἡ γὰρ πρὸς ἐκεῖνα ταυτότης ἀλλήλοις ταὐτὸ ποιεῖ· ὅθεν φασὶ ταὐτὸν αἷμα καὶ ῥίζαν καὶ τὰ τοιαῦτα. καὶ ἥκιστα ἐν τῇ χειρίστῃ· ἐν τυραννίδι γὰρ οὐδὲν ἢ μικρὸν φιλίας. τὰ δὲ τέκνα τοὺς γονεῖς ὡς ἀπ' ἐκείνων τι ὄντα. κοινωνικαῖς ἐοίκασι μᾶλλον· οἷον γὰρ (15) καθ' ὁμολογίαν τινὰ φαίνονται εἶναι. οὐδὲν γὰρ κοινόν ἐστιν· ὁ γὰρ δοῦλος ἔμψυχον ὄργανον. ἀφορίσειε δ' ἄν τις τήν τε συγγενικὴν καὶ τὴν ἑταιρικήν. (20) μᾶλλον δ' ἴσασιν οἱ γονεῖς τὰ ἐξ αὑτῶν ἢ τὰ γεννηθέντα ὅτι ἐκ τούτων. ἡ δὲ τῶν ἀδελφῶν τῇ ἑταιρικῇ ἔοικεν· ἴσοι γὰρ καὶ ἡλικιῶται. εἰσὶ δὴ ταὐτό πως καὶ ἐν διῃρημένοις. καὶ τῷ ἀμείνονι πλέον ἀγαθόν. τέκνα δὲ γονεῖς ὡς ἀπ' ἐκείνων πεφυκότα. ἠρτῆσθαι δὲ πᾶσα ἐκ τῆς πατρικῆς· οἱ γονεῖς μὲν γὰρ στέργουσι τὰ τέκνα ὡς ἑαυτῶν τι ὄντα. οὐδὲ φιλία· οὐδὲ γὰρ δίκαιον· οἷον τεχνίτῃ πρὸς ὄργανον καὶ (35) ψυχῇ πρὸς σῶμα καὶ δεσπότῃ πρὸς δοῦλον· [1161b] (1) ὠφελεῖται μὲν γὰρ πάντα ταῦτα ὑπὸ τῶν χρωμένων. ἀλλ' οὐδὲ πρὸς ἵππον ἢ βοῦν. καὶ ἡ συγγενικὴ δὲ φαίνεται πολυειδὴς εἶναι. ἐν δὲ ταῖς παρεκβάσεσιν. (35) καὶ οἱ συνήθεις ἑταῖροι· διὸ καὶ ἡ ἀδελφικὴ τῇ ἑταιρικῇ ὁμοιοῦται. ὅσῳ καὶ κοινότερος ὁ βίος αὐτοῖς ἐστίν. (20) ἐν ὑπεροχῇ δὲ αἱ φιλίαι αὗται. τὰ δὲ προελθόντος χρόνου τοὺς γονεῖς. καὶ ὅσῳ ὁμοηθέστεροι οἱ ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ σύντροφοι καὶ παιδευθέντες ὁμοίως· καὶ ἡ κατὰ τὸν χρόνον δοκιμασία πλείστη καὶ . ὥσπερ καὶ τὸ δίκαιον ἐπὶ μικρόν ἐστιν. ἐν οἷς γὰρ μηδὲν κοινόν ἐστι τῷ ἄρχοντι καὶ ἀρχομένῳ. ἐν δὲ ταῖς δημοκρατίαις (10) ἐπὶ πλεῖον· πολλὰ γὰρ τὰ κοινὰ ἴσοις οὖσιν. (5) καὶ ἀνθρώποις πρὸς θεούς. ὅσῳ οἰκειότεροι καὶ ἐκ γενετῆς ὑπάρχουσι στέργοντες ἀλλήλους. καὶ μᾶλλον συνωκείωται τὸ ἀφ' οὗ τῷ γεννηθέντι ἢ τὸ γενόμενον τῷ ποιήσαντι· τὸ γὰρ ἐξ αὐτοῦ οἰκεῖον τῷ ἀφ' οὗ. μέγα δὲ πρὸς φιλίαν καὶ τὸ σύντροφον καὶ τὸ καθ' ἡλικίαν· ἧλιξ γὰρ ἥλικα. ᾗ δ' ἄνθρωπος· δοκεῖ γὰρ εἶναί τι δίκαιον παντὶ ἀνθρώπῳ πρὸς πάντα τὸν δυνάμενον κοινωνῆσαι νόμου καὶ συνθήκης· καὶ φιλία δή. οἱ τοιοῦτοι δ' ὁμοπαθεῖς καὶ ὁμοήθεις ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. αἱ δὲ πολιτικαὶ καὶ φυλετικαὶ καὶ συμπλοϊκαί. ἔστι δ' ἡ μὲν πρὸς γονεῖς φιλία τέκνοις. καὶ τὸ δίκαιον δὴ ἐν τούτοις οὐ ταὐτὸ ἀλλὰ τὸ κατ' ἀξίαν· οὕτω γὰρ καὶ ἡ φιλία. γίνονται δ' οἳ μὲν οἰκειότεροι οἳ δ' ἀλλοτριώτεροι τῷ σύνεγγυς ἢ πόρρω τὸν ἀρχηγὸν εἶναι. καθ' ὅσον ἄνθρωπος. διὸ καὶ τιμῶνται οἱ γονεῖς. οἷον ὀδοὺς θρὶξ ὁτιοῦν τῷ ἔχοντι· ἐκείνῳ δ' οὐδὲν τὸ ἀφ' οὗ. καὶ ἀνδρὸς δὲ πρὸς γυναῖκα ἡ αὐτὴ φιλία καὶ ἐν ἀριστοκρατίᾳ· κατ' ἀρετὴν γάρ. καὶ τῷ πλήθει δὲ τοῦ χρόνου· οἳ μὲν (25) γὰρ εὐθὺς γενόμενα στέργουσιν. τὸ δ' ὄργανον ἄψυχος δοῦλος. ἔστι δὲ καὶ ἐν τῇ (10) ἀδελφικῇ ἅπερ καὶ ἐν τῇ ἑταιρικῇ καὶ μᾶλλον ἐν τοῖς ἐπιεικέσι.
καθ' ὁμολογίαν δὲ τί ἀντὶ τίνος. (35) καὶ καθ' ἑκάστην τῶν μὲν ἐν ἰσότητι φίλων ὄντων τῶν δὲ καθ' ὑπεροχήν (καὶ γὰρ ὁμοίως ἀγαθοὶ φίλοι γίνονται καὶ ἀμείνων χείρονι. τὸ μὲν ἄγραφον τὸ δὲ κατὰ νόμον. εἰ ἐπιεικεῖς εἶεν· ἔστι γὰρ ἑκατέρου ἀρετή. καὶ χαίροιεν ἂν τῷ τοιούτῳ. ἀλλ' ἂν ᾖ χαρίεις. ὅσῳ πρότερον καὶ ἀναγκαιότερον οἰκία πόλεως. ἡ δ' ἠθικὴ οὐκ ἐπὶ ῥητοῖς. δυναμένῳ δὴ ἀνταποδοτέον τὴν ἀξίαν ὧν ἔπαθεν [καὶ ἑκόντι] (ἄκοντα γὰρ φίλον οὐ ποιητέον· ὡς δὴ διαμαρτόντα ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ εὖ παθόντα ὑφ' οὗ οὐκ ἔδει--οὐ γὰρ ὑπὸ φίλου. ἔστι δ' ἡ νομικὴ μὲν ἡ ἐπὶ ῥητοῖς. ὡς οὐ δεδωκὼς ἀλλὰ χρήσας· οὐχ ὁμοίως δὲ συναλλάξας καὶ διαλυόμενος ἐγκαλέσει. ἐξὸν μὴ συνημερεύειν. ἰσάζοντες ταῖς ὠφελείαις καὶ διαφέροντες). δῆλον δ' ἐν ταύτῃ τὸ ὀφείλημα κοὐκ ἀμφίλογον. οὐκ ἂν ἐγκαλοίη τῷ φίλῳ· ἕκαστος γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ ὀρέγεται. εἰ τῷ συνδιάγειν χαίρουσιν· γελοῖος (15) δ' ἂν φαίνοιτο καὶ ὁ ἐγκαλῶν τῷ μὴ τέρποντι. ἡ μὲν πάμπαν ἀγοραία ἐκ χειρὸς εἰς χεῖρα. καὶ ἔλαττον ἔχειν οἴονται τοῦ προσήκοντος. τοῦτο δὲ συμβαίνει (35) διὰ τὸ βούλεσθαι μὲν πάντας ἢ τοὺς πλείστους τὰ καλά. οὐ πάνυ δ' οὐδ' ἐν τοῖς δι' ἡδονήν· ἅμα γὰρ ἀμφοῖν γίνεται οὗ ὀρέγονται. γίνεται οὖν τὰ ἐγκλήματα μάλισθ' ὅταν μὴ κατὰ τὴν αὐτὴν συναλλάξωσι (25) καὶ διαλύωνται. [1162b] (1) ὁμοίως δὲ καὶ ἡδεῖς καὶ διὰ τὸ χρήσιμον. προαιρεῖσθαι δὲ τὰ ὠφέλιμα· καλὸν δὲ τὸ εὖ ποιεῖν μὴ ἵνα ἀντιπάθῃ. ἡ δὲ ἐλευθεριωτέρα εἰς χρόνον. τριττῶν δ' οὐσῶν φιλιῶν. καὶ μέμφονται ὅτι οὐχ ὅσων δέονται τοσούτων τυγχάνουσιν ἄξιοι ὄντες· (20) οἱ δ' εὖ ποιοῦντες οὐ δύνανται ἐπαρκεῖν τοσαῦτα ὅσων οἱ πάσχοντες δέονται. (5) γίνεται δὲ τὰ ἐγκλήματα καὶ αἱ μέμψεις ἐν τῇ κατὰ τὸ χρήσιμον φιλίᾳ ἢ μόνῃ ἢ μάλιστα. [1163a] (1) ὠφέλιμον δὲ τὸ εὐεργετεῖσθαι. τοὺς ἴσους μὲν κατ' ἰσότητα δεῖ τῷ φιλεῖν καὶ τοῖς λοιποῖς ἰσάζειν. ὁ δ' ὑπερβάλλων. καθάπερ τὸ δίκαιόν ἐστι διττόν. ἀνδρὶ δὲ καὶ γυναικὶ φιλία δοκεῖ κατὰ φύσιν ὑπάρχειν· ἄνθρωπος γὰρ τῇ φύσει συνδυαστικὸν μᾶλλον ἢ πολιτικόν. εὐλόγως. τοὺς δ' ἀνίσους τὸ ἀνάλογον ταῖς ὑπεροχαῖς ἀποδιδόναι. τυγχάνων οὗ ἐφίεται. ἡ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ἐγκληματική· ἐπ' ὠφελείᾳ γὰρ χρώμενοι ἀλλήλοις ἀεὶ τοῦ πλείονος δέονται. εἰς τὸ κοινὸν τιθέντες τὰ ἴδια. οὐδὲν ἕτερον φαίνεται ζητεῖσθαι ἢ πῶς δίκαιον· οὐ γὰρ ταὐτὸν φαίνεται τῷ φίλῳ πρὸς τὸν φίλον καὶ τὸν ὀθνεῖον καὶ τὸν ἑταῖρον καὶ τὸν συμφοιτητήν. σύνδεσμος δὲ τὰ τέκνα δοκεῖ εἶναι· διὸ θᾶττον οἱ ἄτεκνοι διαλύονται· τὰ γὰρ τέκνα κοινὸν ἀγαθὸν ἀμφοῖν. καὶ τῆς κατὰ τὸ χρήσιμον φιλίας ἣ μὲν ἠθικὴ ἣ δὲ νομικὴ εἶναι. πρὸς τοῦτο δ' ἁμιλλωμένων οὐκ ἔστιν ἐγκλήματα οὐδὲ μάχαι· τὸν γὰρ φιλοῦντα καὶ (10) εὖ ποιοῦντα οὐδεὶς δυσχεραίνει. ἀλλ' ὡς φίλῳ δωρεῖται ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο· κομίζεσθαι δὲ ἀξιοῖ τὸ ἴσον ἢ πλέον. ὥστ' εἰ . καὶ ἔστιν ἕτερα ἀνδρὸς καὶ γυναικός· ἐπαρκοῦσιν οὖν ἀλλήλοις. τοῖς μὲν οὖν (20) ἄλλοις ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κοινωνία ἐστίν. ἀλλ' οἴονται δεῖν στέργειν τοὺς κατὰ πίστιν συναλλάξαντας. καὶ τεκνοποιία κοινότερον τοῖς ζῴοις.(15) βεβαιοτάτη. διὰ ταῦτα δὲ καὶ τὸ χρήσιμον εἶναι δοκεῖ (25) καὶ τὸ ἡδὺ ἐν ταύτῃ τῇ φιλίᾳ. συνέχει δὲ τὸ κοινόν. ἀμύνεται εὖ δρῶν. ἔοικε δέ. καθάπερ ἐν ἀρχῇ εἴρηται. τὸ δὲ πῶς βιωτέον ἀνδρὶ (30) πρὸς γυναῖκα καὶ ὅλως φίλῳ πρὸς φίλον. οὐδὲ δι' (5) αὐτὸ τοῦτο δρῶντος--καθάπερ οὖν ἐπὶ ῥητοῖς εὐεργετηθέντα διαλυτέον)· καὶ †ὁμολογήσαι δ'† ἂν δυνάμενος ἀποδώσειν· ἀδυνατοῦντα δ' οὐδ' ὁ διδοὺς ἠξίωσεν ἄν. φιλικὸν δὲ τὴν ἀναβολὴν ἔχει· διόπερ ἐνίοις οὐκ εἰσὶ τούτων (30) δίκαι. οἱ δ' ἄνθρωποι οὐ μόνον τῆς τεκνοποιίας χάριν συνοικοῦσιν. οἱ μὲν γὰρ δι' ἀρετὴν φίλοι ὄντες εὖ δρᾶν ἀλλήλους προθυμοῦνται (τοῦτο γὰρ ἀρετῆς καὶ φιλίας). ἀνάλογον δὲ καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς τῶν συγγενῶν τὰ φιλικά. εἴη δ' ἂν καὶ δι' ἀρετήν. ἀλλὰ καὶ τῶν εἰς τὸν βίον· εὐθὺς γὰρ διῄρηται τὰ ἔργα.
οἴονται γάρ. καὶ τῷ εἰς χρήματα ὠφελουμένῳ ἢ εἰς ἀρετὴν τιμὴν ἀνταποδοτέον. ἀποδιδόντα τὰ ἐνδεχόμενα. οὕτω δ' ἔχειν τοῦτο καὶ ἐν ταῖς πολιτείαις φαίνεται· οὐ γὰρ τιμᾶται ὁ μηδὲν ἀγαθὸν τῷ κοινῷ πορίζων· τὸ κοινὸν γὰρ δίδοται τῷ τὸ κοινὸν εὐεργετοῦντι. οἴεται γὰρ ὅ τε βελτίων προσήκειν αὑτῷ πλέον ἔχειν· τῷ γὰρ ἀγαθῷ νέμεσθαι πλέον· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ὠφελιμώτερος· ἀχρεῖον γὰρ ὄντα οὔ φασι δεῖν ἴσον ἔχειν· λειτουργίαν τε γὰρ γίνεσθαι καὶ οὐ φιλίαν. ἡ τιμὴ δὲ κοινόν. οὐ γὰρ ἔστιν ἅμα χρηματίζεσθαι ἀπὸ τῶν κοινῶν καὶ τιμᾶσθαι.δυνατόν. καὶ ἐπαρκεῖ αὐτῷ ὡς κομιούμενος τὴν ἴσην· τοσαύτη οὖν γεγένηται ἡ ἐπικουρία ὅσον οὗτος ὠφέληται. ὄφελος σπουδαίῳ (35) ἢ δυνάστῃ φίλον εἶναι. εἰς δύναμιν δὲ ὁ θεραπεύων ἐπιεικὴς εἶναι δοκεῖ. τὸ δὲ ποιεῖν φεύγουσιν ὡς ἀλυσιτελές. διαφέρονται δὲ καὶ ἐν ταῖς καθ' ὑπεροχὴν φιλίαις· (25) ἀξιοῖ γὰρ ἑκάτερος πλέον ἔχειν. εἰ μὴ (30) κατ' ἀξίαν τῶν ἔργων ἔσται τὰ ἐκ τῆς φιλίας. καὶ ἐν κινδύνοις ἢ τοιαύταις χρείαις. ἐν πᾶσι γὰρ τὸ ἔλαττον οὐδεὶς ὑπομένει· (10) τῷ δὴ περὶ χρήματα ἐλαττουμένῳ τιμὴν ἀπονέμουσι καὶ τῷ δωροδόκῳ χρήματα· τὸ κατ' ἀξίαν γὰρ ἐπανισοῖ καὶ σῴζει τὴν φιλίαν. καθάπερ ἐν ταῖς πρὸς τοὺς θεοὺς τιμαῖς καὶ τοὺς γονεῖς· οὐδεὶς γὰρ τὴν ἀξίαν ποτ' ἂν ἀποδοίη. ἆρ' οὖν διὰ μὲν τὸ χρήσιμον τῆς φιλίας οὔσης ἡ τοῦ παθόντος ὠφέλεια μέτρον ἐστίν. οἷς δ' ὀφείλεται. οὐ τὸ κατ' ἀξίαν· οὐδὲ γὰρ ἔστιν ἐν πᾶσι. (20) καὶ ἀποδοτέον δὴ αὐτῷ ὅσον ἐπηύρετο. (15) τὸ δυνατὸν γὰρ ἡ φιλία ἐπιζητεῖ. τῆς δ' ἐνδείας ἐπικουρία (5) τὸ κέρδος. μηδέν γε μέλλοντα ἀπολαύειν. οὕτω δὴ καὶ τοῖς ἀνίσοις ὁμιλητέον. ὁ δ' ἐνδεὴς καὶ ὁ χείρων ἀνάπαλιν· φίλου γὰρ ἀγαθοῦ εἶναι τὸ ἐπαρκεῖν τοῖς ἐνδεέσιν· τί γάρ. ἐν δὲ ταῖς κατ' ἀρετὴν ἐγκλήματα μὲν οὐκ ἔστιν. ἀμφισβήτησιν (10) δ' ἔχει πότερα δεῖ τῇ τοῦ παθόντος ὠφελείᾳ μετρεῖν καὶ πρὸς ταύτην ποιεῖσθαι τὴν ἀνταπόδοσιν. φασίν. ὅπως ἐπὶ τούτοις ὑπομένῃ ἢ μή. μοχθηρῷ ὄντι· εὖ πάσχειν γὰρ οἱ πολλοὶ βούλονται. Ἀριστοτέλους . ἢ τῇ τοῦ δράσαντος εὐεργεσίᾳ. ἐν ἀρχῇ δ' ἐπισκεπτέον ὑφ' οὗ εὐεργετεῖται καὶ ἐπὶ τίνι. ἀποδοτέον. ὥστ' ἀεὶ ὀφείλει. οὐδὲν δὲ ποιήσας ἄξιον τῶν ὑπηργμένων δέδρακεν. καὶ ἃ παρ' ἄλλων οὐκ ἦν. ἐξουσία ἀφεῖναι· καὶ τῷ πατρὶ δή. ἀλλὰ τῷ μὲν ὑπερέχοντι τιμῆς τῷ δ' ἐνδεεῖ κέρδους· τῆς μὲν γὰρ ἀρετῆς καὶ τῆς εὐεργεσίας ἡ τιμὴ γέρας. καθάπερ εἴρηται. ἢ καὶ πλέον· κάλλιον γάρ. [1163b] (1) ἔοικε δ' οὖν ἑκάτερος ὀρθῶς ἀξιοῦν. οἱ μὲν γὰρ παθόντες τοιαῦτά φασι λαβεῖν παρὰ τῶν εὐεργετῶν ἃ μικρὰ ἦν ἐκείνοις καὶ ἐξῆν παρ' ἑτέρων λαβεῖν. κατασμικρίζοντες· οἳ δ' ἀνάπαλιν τὰ μέγιστα (15) τῶν παρ' αὑτοῖς. διαλύεται ἡ φιλία. πατρὶ δ' υἱόν· (20) ὀφείλοντα γὰρ ἀποδοτέον. οὗτος γὰρ ὁ δεόμενος. τῷ δὲ φευκτὸν ἢ οὐ σπουδαστὸν τὸ ἐπαρκεῖν. ὅταν δὲ τοῦτο γίνηται. οὐ τοῦ αὐτοῦ δέ. οὕτω δεῖν καὶ ἐν τῇ φιλίᾳ. μέτρῳ δ' ἔοικεν ἡ τοῦ δράσαντος προαίρεσις· τῆς ἀρετῆς γὰρ καὶ τοῦ ἤθους ἐν τῇ προαιρέσει τὸ κύριον. ἅμα δ' ἴσως οὐδείς ποτ' ἂν ἀποστῆναι δοκεῖ μὴ ὑπερβάλλοντος μοχθηρίᾳ· χωρὶς γὰρ τῆς φυσικῆς φιλίας τὴν ἐπικουρίαν ἀνθρωπικὸν μὴ (25) διωθεῖσθαι. καὶ δεῖν ἑκατέρῳ πλέον νέμειν ἐκ τῆς φιλίας. περὶ μὲν οὖν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω. διὸ κἂν δόξειεν οὐκ ἐξεῖναι υἱῷ πατέρα ἀπείπασθαι. καθάπερ ἐν χρημάτων κοινωνίᾳ πλεῖον λαμβάνουσιν οἱ συμβαλλόμενοι πλεῖον.
ὅπερ φασὶ καὶ Πρωταγόραν ποιεῖν· (25) ὅτε γὰρ διδάξειεν ἁδήποτε. τιμῆσαι τὸν μαθόντα ἐκέλευεν ὅσου δοκεῖ ἄξια ἐπίστασθαι. εἶτα μηδὲν ποιοῦντες ὧν ἔφασαν διὰ τὰς ὑπερβολὰς τῶν ἐπαγγελιῶν. εἰ μὲν οὖν ἑκάτερος τοῦτο ἐβούλετο. ὃ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον τὸν ἐραστήν. καὶ ὃ μὲν ἔχει (20) ὃ δὲ μή. [1164a] (1) ἐνταῦθα μὲν οὖν πεπόρισται κοινὸν μέτρον τὸ νόμισμα. διαφέρονται δ' ὅταν ἕτερα γίνηται αὐτοῖς καὶ μὴ ὧν ὀρέγονται· ὅμοιον γὰρ τῷ μηδὲν γίνεσθαι. καὶ ἐλάμβανε τοσοῦτον. ὅταν (15) οὗ ἐφίεται μὴ τυγχάνῃ. καθάπερ εἴρηται. καὶ ὅσῳ ἄμεινον ᾄσειεν. τὴν ἀξίαν δὲ ποτέρου τάξαι ἐστί. ἐπειδὰν (10) μὴ γίνηται ὧν ἕνεκα ἐφίλουν· οὐ γὰρ αὐτοὺς ἔστεργον ἀλλὰ τὰ ὑπάρχοντα. οἷον καὶ τῷ κιθαρῳδῷ ὁ ἐπαγγελλόμενος. ταῦτα δὲ μὴ ἀμφοῖν ὑπάρχῃ. διὰ ταῦτα γὰρ τῆς φιλίας οὔσης διάλυσις γίνεται. οὐκ ἂν εἴη τὰ κατὰ τὴν κοινωνίαν καλῶς· ὧν γὰρ δεόμενος τυγχάνει. τοσούτῳ πλείω· εἰς ἕω δ' ἀπαιτοῦντι τὰς ὑποσχέσεις ἀνθ' ἡδονῆς ἡδονὴν ἀποδεδωκέναι ἔφη. ἡ δὲ τῶν ἠθῶν καθ' αὑτὴν οὖσα μένει. τοῦτο δ' ἴσως ποιεῖν οἱ σοφισταὶ ἀναγκάζονται διὰ τὸ μηδένα ἂν δοῦναι ἀργύριον ὧν .Ἠθικὰ Νικομάχεια Βιβλίον Ι [1163b] ἐν πάσαις δὲ ταῖς ἀνομοιοειδέσι φιλίαις τὸ ἀνάλογον ἰσάζει καὶ σῴζει τὴν φιλίαν. τούτοις καὶ προσέχει. συμβαίνει δὲ τὰ τοιαῦτα. καθάπερ εἴρηται. ἱκανῶς ἂν εἶχεν· εἰ δ' ὃ μὲν τέρψιν ὃ δὲ κέρδος. εἰ οὕτως ἔτυχεν. οἷον καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ τῷ σκυτοτόμῳ ἀντὶ τῶν ὑποδημάτων ἀμοιβὴ (35) γίνεται κατ' ἀξίαν. καὶ τῷ ὑφάντῃ καὶ τοῖς λοιποῖς. (5) πολλάκις δ' ὁ ἐρώμενος ὅτι πρότερον ἐπαγγελλόμενος πάντα νῦν οὐδὲν ἐπιτελεῖ. ὁ γὰρ προϊέμενος ἔοικ' ἐπιτρέπειν ἐκείνῳ. καὶ πρὸς τοῦτο δὴ πάντα ἀναφέρεται καὶ τούτῳ μετρεῖται· ἐν δὲ τῇ ἐρωτικῇ ἐνίοτε μὲν ὁ ἐραστὴς ἐγκαλεῖ ὅτι ὑπερφιλῶν οὐκ ἀντιφιλεῖται. οὐ μόνιμα ὄντα· διὸ τοιαῦται καὶ αἱ φιλίαι. ἐν τοῖς τοιούτοις δ' ἐνίοις ἀρέσκει τὸ “μισθὸς δ' ἀνδρί. εἰκότως ἐν ἐγκλήμασι (30) γίνονται· οὐ γὰρ ἐπιτελοῦσιν ἃ ὡμολόγησαν.” οἱ δὲ προλαμβάνοντες τὸ ἀργύριον. οὐδὲν ἔχων φιλητόν. κἀκείνου γε χάριν ταῦτα δώσει. τοῦ προϊεμένου ἢ τοῦ προλαβόντος. ἐπειδὰν ὃ μὲν δι' ἡδονὴν τὸν ἐρώμενον φιλῇ.
μὴ ποιοῦντες εἰκότως ἐν ἐγκλήμασίν εἰσιν. [1164b] (1) τὴν ἀμοιβήν τε ποιητέον κατὰ τὴν προαίρεσιν (αὕτη γὰρ τοῦ φίλου καὶ τῆς ἀρετῆς)· οὕτω δ' ἔοικε καὶ τοῖς φιλοσοφίας κοινωνήσασιν· οὐ γὰρ πρὸς χρήμαθ' ἡ ἀξία μετρεῖται. στρατηγὸν δὲ χειροτονητέον τὸν πολεμικόν· (25) ὁμοίως δὲ φίλῳ μᾶλλον ἢ σπουδαίῳ ὑπηρετητέον. ἐν οἷς δὲ μὴ γίνεται διομολογία τῆς ὑπουργίας. τοσοῦτον ἀντιλαβὼν ἕξει τὴν παρὰ τούτου ἀξίαν. μάλιστα μὲν ἴσως δεῖ τὴν ἀνταπόδοσιν γίνεσθαι δοκοῦσαν ἀμφοῖν κατ' ἀξίαν εἶναι. ὅτι δ' οὐ πάντα τῷ αὐτῷ ἀποδοτέον. καὶ γὰρ ἐν τοῖς ὠνίοις οὕτω φαίνεται γινόμενον. μὴ τοιαύτης δ' οὔσης τῆς δόσεως ἀλλ' ἐπί τινι. ἀπορίαν δ' ἔχει καὶ τὰ τοιαῦτα. ἀλλ' (5) ἴσως ἱκανόν.ἐπίστανται. ἴσως δ' οὐδὲ τοῦτ' ἀεί. τὰ πολλὰ γὰρ οὐ τοῦ ἴσου τιμῶσιν οἱ ἔχοντες καὶ οἱ βουλόμενοι λαβεῖν· τὰ γὰρ οἰκεῖα καὶ ἃ διδόασιν ἑκάστοις φαίνεται πολλοῦ ἄξια· ἀλλ' ὅμως ἡ ἀμοιβὴ γίνεται πρὸς τοσοῦτον ὅσον ἂν τάττωσιν (20) οἱ λαμβάνοντες. δόξειε γὰρ ἂν καὶ ἑαυτοῦ μᾶλλον τὸν πατέρα. πρὸς ταῦτ' ἀποκλιτέον. εἰ δὲ τοῦτο μὴ συμβαίνοι. ᾧ ἐπίστευσε. τοῦτον οἴεται δικαιότερον εἶναι τάξαι τοῦ ἐπιτρέψαντος. καθάπερ καὶ πρὸς θεοὺς καὶ πρὸς γονεῖς. οὗτοι μὲν οὖν ὧν ἔλαβον τὸν μισθόν. τιμή τ' ἰσόρροπος οὐκ ἂν γένοιτο. ἐὰν δ' ὑπερτείνῃ ἡ δόσις τῷ καλῷ ἢ τῷ ἀναγκαίῳ. οὐ μόνον ἀναγκαῖον δόξειεν ἂν τὸν προέχοντα τάττειν. οἷον πότερον δεῖ πάντα τῷ πατρὶ ἀπονέμειν καὶ πείθεσθαι. ᾧ γὰρ ἐπετράφθη. οἷον τῷ λυτρωθέντι παρὰ λῃστῶν πότερα τὸν λυσάμενον (35) ἀντιλυτρωτέον. ἀλλ' ὅσου πρὶν ἔχειν ἐτίμα. καθόλου μὲν τὸ ὀφείλημα ἀποδοτέον. κἂν ὁστισοῦν ᾖ. ἆρ' οὖν πάντα τὰ τοιαῦτα ἀκριβῶς μὲν διορίσαι οὐ ῥᾴδιον. ὥσπερ καὶ δάνειον ᾧ ὀφείλει ἀποδοτέον μᾶλλον ἢ ἑταίρῳ δοτέον. τὸ ἐνδεχόμενον. οἱ μὲν δι' αὐτοὺς (35) προϊέμενοι εἴρηται ὅτι ἀνέγκλητοι (τοιαύτη γὰρ ἡ κατ' ἀρετὴν φιλία). ἐνιαχοῦ τ' εἰσὶ νόμοι τῶν ἑκουσίων συμβολαίων δίκας μὴ εἶναι. οὐκ ἄδηλον· καὶ τὰς μὲν εὐεργεσίας ἀνταποδοτέον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μᾶλλον ἢ χαριστέον ἑταίροις. (5) ἐνίοτε . πολλὰς γὰρ καὶ παντοίας ἔχει διαφορὰς καὶ μεγέθει καὶ μικρότητι καὶ τῷ καλῷ καὶ (30) ἀναγκαίῳ. διαλυθῆναι πρὸς τοῦτον (15) καθάπερ ἐκοινώνησεν. [1165a] (1) ἢ τὸν πατέρα λυτρωτέον. ἐὰν ἄμφω μὴ ἐνδέχηται. καὶ εὐεργέτῃ ἀνταποδοτέον χάριν μᾶλλον ἢ ἑταίρῳ προετέον. ἢ κάμνοντα μὲν ἰατρῷ πιστεύειν. δεῖ δ' ἴσως οὐ τοσούτου τιμᾶν ὅσου ἔχοντι φαίνεται ἄξιον. ὡς δέον. ἢ μὴ ἑαλωκότι ἀπαιτοῦντι δὲ ἀποδοτέον. ὅπερ οὖν εἴρηται. (10) ἀλλὰ καὶ δίκαιον· ὅσον γὰρ οὗτος ὠφελήθη ἢ ἀνθ' ὅσου τὴν ἡδονὴν εἵλετ' ἄν.
ἑαυτὸν (10) αἰτιῷτ' ἄν· ὅταν δ' ὑπὸ τῆς ἐκείνου προσποιήσεως ἀπατηθῇ. ὃ δ' οὐκ ἐλπίζει κομιεῖσθαι (10) παρὰ πονηροῦ. τῷ δὲ ἡ ἀνταπόδοσις γίνηται ὃν οἴεται μοχθηρὸν εἶναι. ὅταν μηκέτι ταῦτ' ἔχωσιν. οἱ περὶ τὰ πάθη καὶ τὰς πράξεις λόγοι ὁμοίως ἔχουσι τὸ ὡρισμένον τοῖς περὶ ἅ εἰσιν. τῶν δὲ διαφερόντων ἐργωδεστέρα. ὅταν μὴ ὁμοίως οἴωνται καὶ ὦσι φίλοι. ἀλλὰ τὴν πατρικήν. οὕτω δὲ καὶ ποιεῖν φαίνονται· εἰς γάμους μὲν γὰρ καλοῦσι τοὺς συγγενεῖς· τούτοις γὰρ κοινὸν τὸ γένος (20) καὶ αἱ περὶ τοῦτο δὴ πράξεις· καὶ εἰς τὰ κήδη δὲ μάλιστ' οἴονται δεῖν τοὺς συγγενεῖς ἀπαντᾶν διὰ ταὐτό. οὐκ ἂν δόξαιεν ἄτοπα ποιεῖν. καθάπερ οὐδὲ τῷ Διὶ θύεται. οὐ (25) πᾶσαν δέ· οὐδὲ γὰρ τὴν αὐτὴν πατρὶ καὶ μητρί. καὶ παντὶ δὲ τῷ πρεσβυτέρῳ τιμὴν καθ' ἡλικίαν. εἴτε τοίνυν τῇ ἀληθείᾳ οὕτως ἔχει. καὶ συγκρίνειν τὰ ἑκάστοις ὑπάρχοντα κατ' οἰκειότητα καὶ ἀρετὴν ἢ χρῆσιν. ἔχει δ' ἀπορίαν καὶ περὶ τοῦ διαλύεσθαι τὰς φιλίας [1165b] (1) ἢ μὴ πρὸς τοὺς μὴ διαμένοντας. ἐγκαλέσειε δ' ἄν τις. οὐκ ἴσον τὸ ἀξίωμα· εἴτ' ἔχει μὲν μὴ οὕτως οἴονται δέ. δίκαιον ἐγκαλεῖν τῷ ἀπατήσαντι. ἀλλ' ὡς ἂν ἐνδέχηται. ὁμοίως δὲ καὶ μητρικήν. μηδὲν τοιοῦτον ἐκείνου πράττοντος. καὶ τοῖς αἰτίοις τοῦ εἶναι κάλλιον ὂν ἢ ἑαυτοῖς εἰς ταῦτ' ἐπαρκεῖν· καὶ τιμὴν δὲ γονεῦσι καθάπερ θεοῖς. οὐκ ἄδηλον· ἐπεὶ δ' ἕτερα γονεῦσι καὶ ἀδελφοῖς καὶ ἑταίροις καὶ εὐεργέταις. ὅπερ οὖν πολλάκις εἴρηται. οὕτω διοριστέον.γὰρ οὐδ' ἐστὶν ἴσον τὸ τὴν προϋπαρχὴν ἀμείψασθαι. ὑπαναστάσει καὶ κατακλίσει καὶ τοῖς τοιούτοις· πρὸς ἑταίρους δ' αὖ καὶ ἀδελφοὺς παρρησίαν καὶ (30) ἁπάντων κοινότητα. ὃ γὰρ ἐν ἀρχῇ εἴπομεν. οὐδ' αὖ τὴν τοῦ σοφοῦ ἢ τὴν τοῦ στρατηγοῦ. ὅσῳ περὶ . πλεῖσται διαφοραὶ γίνονται τοῖς φίλοις. (5) εἰ διὰ τὸ χρήσιμον ἢ τὸ ἡδὺ ἀγαπῶν προσεποιεῖτο διὰ τὸ ἦθος. ἐπειδὰν ὃ μὲν σπουδαῖον εἰδὼς εὖ ποιήσῃ. ἐκείνων γὰρ ἦσαν φίλοι· ὧν ἀπολιπόντων εὔλογον τὸ μὴ φιλεῖν. καὶ μᾶλλον ἢ τοῖς τὸ νόμισμα κιβδηλεύουσιν. οὐδὲν ἄτοπον διαλύεσθαι. (15) οὐδὲ τῷ πατρὶ πάντα. ὅτι μὲν οὖν οὐ ταὐτὰ πᾶσιν ἀποδοτέον. οὐ μὴν διά (35) γε τοῦτο ἀποστατέον. ὡς ὀφείλοντας. δόξειε δ' ἂν τροφῆς μὲν γονεῦσι δεῖν μάλιστ' ἐπαρκεῖν. οὐδὲ γὰρ τῷ δανείσαντι ἐνίοτε ἀντιδανειστέον· ὃ μὲν γὰρ οἰόμενος κομιεῖσθαι ἐδάνεισεν ἐπιεικεῖ ὄντι. ἢ πρὸς μὲν τοὺς διὰ τὸ χρήσιμον ἢ τὸ ἡδὺ φίλους ὄντας. ὅταν μὲν οὖν διαψευσθῇ τις καὶ ὑπολάβῃ φιλεῖσθαι διὰ τὸ ἦθος. καὶ συγγενέσι δὲ καὶ φυλέταις καὶ πολίταις καὶ τοῖς λοιποῖς ἅπασιν ἀεὶ πειρατέον τὸ οἰκεῖον ἀπονέμειν. ἑκάστοις τὰ οἰκεῖα καὶ τὰ ἁρμόττοντα ἀπονεμητέον. τῶν μὲν οὖν ὁμογενῶν ῥᾴων ἡ σύγκρισις.
ἆρ' οὖν εὐθὺς διαλυτέον. καὶ καθάπερ φίλοις μᾶλλον ἢ ὀθνείοις οἰόμεθα δεῖν χαρίζεσθαι. ὅσῳ βέλτιον καὶ τῆς φιλίας οἰκειότερον. καὶ τῶν φίλων οἱ προσκεκρουκότες. ἀλλὰ τοῖς ἀνιάτοις κατὰ τὴν μοχθηρίαν. ἔοικεν ἐκ τῶν πρὸς ἑαυτὸν ἐληλυθέναι. πῶς ἂν εἶεν φίλοι μήτ' ἀρεσκόμενοι τοῖς αὐτοῖς μήτε χαίροντες καὶ λυπούμενοι. τούτων δέ τινι καὶ τὴν φιλίαν (10) ὁρίζονται. καθάπερ εἴρηται. οὐδ' ὁμοιοῦσθαι φαύλῳ· εἴρηται δ' ὅτι τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ φίλον. καὶ μάλιστα τοῦτο ᾧ φρονεῖ. μέτρον ἑκάστων ἡ ἀρετὴ καὶ ὁ σπουδαῖος εἶναι)· οὗτος γὰρ ὁμογνωμονεῖ ἑαυτῷ. οἳ δὲ τὸν συνδιάγοντα καὶ ταὐτὰ αἱρούμενον. ἆρα χρηστέον φίλῳ.τιμιώτερον ἡ κακουργία. τιθέασι γὰρ φίλον τὸν βουλόμενον καὶ πράττοντα τἀγαθὰ ἢ τὰ φαινόμενα ἐκείνου ἕνεκα. ἢ τὸν βουλόμενον εἶναι καὶ (5) ζῆν τὸν φίλον αὐτοῦ χάριν· ὅπερ αἱ μητέρες πρὸς τὰ τέκνα πεπόνθασι. [1166a] (1) τὰ φιλικὰ δὲ τὰ πρὸς τοὺς πέλας. πρὸς ἑαυτὸν δὲ τούτων ἕκαστον τῷ ἐπιεικεῖ ὑπάρχει (τοῖς δὲ λοιποῖς. ᾗ τοιοῦτοι ὑπολαμβάνουσιν εἶναι· ἔοικε δέ. γένηται δὲ μοχθηρὸς καὶ δοκῇ. ἐπανόρθωσιν δ' ἔχουσι μᾶλλον βοηθητέον εἰς τὸ ἦθος ἢ τὴν (20) οὐσίαν. ὅπερ ἕκαστος εἶναι δοκεῖ)· καὶ ζῆν δὲ βούλεται ἑαυτὸν καὶ σῴζεσθαι. εἴπερ μὴ πᾶν φιλητὸν (15) ἀλλὰ τἀγαθόν. ἐὰν δ' ἀποδέχηται ὡς ἀγαθόν. ἢ οὐκ ἐνδέχεται. ἆρ' οὖν οὐθὲν ἀλλοιότερον πρὸς αὐτὸν ἑκτέον ἢ εἰ μὴ ἐγεγόνει φίλος μηδέποτε. ἢ οὐ δυνατόν. καὶ οἷς αἱ φιλίαι ὁρίζονται. ἀγαθὸν γὰρ τῷ σπουδαίῳ τὸ εἶναι. οὐδὲ γὰρ περὶ ἀλλήλους ταῦθ' ὑπάρξει αὐτοῖς. εἴρηται δὲ περὶ τούτων. δόξειε δ' ἂν ὁ διαλυόμενος οὐδὲν ἄτοπον ποιεῖν· οὐ γὰρ τῷ τοιούτῳ φίλος ἦν· ἀλλοιωθέντα οὖν ἀδυνατῶν ἀνασῶσαι ἀφίσταται. οὕτω καὶ τοῖς (35) γενομένοις ἀπονεμητέον τι διὰ τὴν προγενομένην φιλίαν. . ὅταν μὴ δι' ὑπερβολὴν μοχθηρίας διάλυσις γένηται. εἰ δ' ὃ μὲν διαμένοι ὃ δ' ἐπιεικέστερος γίνοιτο καὶ πολὺ διαλλάττοι τῇ ἀρετῇ. (25) ἐν μεγάλῃ δὲ διαστάσει μάλιστα δῆλον γίνεται. ἢ οὐ πᾶσιν. ἕκαστος δ' (20) ἑαυτῷ βούλεται τἀγαθά. καὶ τῶν αὐτῶν ὀρέγεται κατὰ πᾶσαν τὴν ψυχήν· καὶ βούλεται (15) δὴ ἑαυτῷ τἀγαθὰ καὶ τὰ φαινόμενα καὶ πράττει (τοῦ γὰρ ἀγαθοῦ τἀγαθὸν διαπονεῖν) καὶ ἑαυτοῦ ἕνεκα (τοῦ γὰρ διανοητικοῦ χάριν. ἢ τὸν συναλγοῦντα καὶ συγχαίροντα τῷ φίλῳ· μάλιστα δὲ καὶ τοῦτο περὶ τὰς μητέρας συμβαίνει. ἆρ' ἔτι φιλητέον. ἄνευ (30) δὲ τούτων οὐκ ἦν φίλους εἶναι· συμβιοῦν γὰρ οὐχ οἷόν τε. ἢ δεῖ μνείαν ἔχειν τῆς γενομένης συνηθείας. οἷον ἐν ταῖς παιδικαῖς φιλίαις· εἰ γὰρ ὃ μὲν διαμένοι τὴν διάνοιαν παῖς ὃ δ' ἀνὴρ εἴη οἷος κράτιστος. οὔτε δὲ φιλητὸν πονηρὸν οὔτε δεῖ· φιλοπόνηρον γὰρ οὐ χρὴ εἶναι.
ἆρ' οὖν ᾗ τ' ἀρέσκουσιν ἑαυτοῖς καὶ ὑπολαμβάνουσιν ἐπιεικεῖς εἶναι. φαίνεται δὲ τὰ εἰρημένα καὶ τοῖς πολλοῖς ὑπάρχειν. οὐ δὴ φαίνεται ὁ φαῦλος οὐδὲ πρὸς ἑαυτὸν φιλικῶς διακεῖσθαι διὰ τὸ μηδὲν ἔχειν φιλητόν. καὶ οὐκ ἂν ἐβούλετο ἡδέα ταῦτα γενέσθαι αὑτῷ· μεταμελείας γὰρ (25) οἱ φαῦλοι γέμουσιν. [1166b] (1) καὶ ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῆς φιλίας τῇ πρὸς αὑτὸν ὁμοιοῦται. καὶ οὐκ ἄλλοτ' ἄλλο· ἀμεταμέλητος γὰρ ὡς εἰπεῖν. ζητοῦσί τε οἱ μοχθηροὶ μεθ' ὧν συνημερεύσουσιν. οὐδέν τε φιλητὸν ἔχοντες οὐδὲν φιλικὸν πάσχουσι πρὸς ἑαυτούς. συναλγεῖ τε καὶ συνήδεται μάλισθ' ἑαυτῷ· πάντοτε γάρ ἐστι τὸ αὐτὸ λυπηρόν τε καὶ ἡδύ. οἷς δὲ πολλὰ καὶ δεινὰ πέπρακται καὶ διὰ τὴν μοχθηρίαν μισοῦνται. ἀφείσθω ἐπὶ τοῦ παρόντος· δόξειε δ' ἂν (35) ταύτῃ εἶναι φιλία. ταύτῃ μετέχουσιν αὐτῶν. καὶ τῶν μελλόντων ἐλπίδες ἀγαθαί. οἷον οἱ ἀκρατεῖς· αἱροῦνται γὰρ ἀντὶ τῶν δοκούντων ἑαυτοῖς ἀγαθῶν εἶναι τὰ ἡδέα βλαβερὰ (10) ὄντα· οἳ δ' αὖ διὰ δειλίαν καὶ ἀργίαν ἀφίστανται τοῦ πράττειν ἃ οἴονται ἑαυτοῖς βέλτιστα εἶναι. καὶ φίλοι οἷς ταῦθ' ὑπάρχει. καθ' ἑαυτοὺς ὄντες. (5) ἐπεὶ τῶν γε κομιδῇ φαύλων καὶ ἀνοσιουργῶν οὐδενὶ ταῦθ' ὑπάρχει. καὶ ἡ φιλία τούτων εἶναί τι δοκεῖ. ἑαυτοὺς δὲ φεύγουσιν· (15) ἀναμιμνήσκονται γὰρ πολλῶν καὶ δυσχερῶν. τῷ δὴ πρὸς (30) αὑτὸν ἕκαστα τούτων ὑπάρχειν τῷ ἐπιεικεῖ. αἱ τοιαῦται δ' ἡδεῖαι. φευκτέον τὴν μοχθηρίαν διατεταμένως καὶ πειρατέον ἐπιεικῆ εἶναι· οὕτω γὰρ καὶ πρὸς ἑαυτὸν φιλικῶς ἂν ἔχοι καὶ ἑτέρῳ φίλος γένοιτο. συνδιάγειν τε ὁ τοιοῦτος ἑαυτῷ βούλεται· ἡδέως γὰρ αὐτὸ ποιεῖ· τῶν τε γὰρ πεπραγμένων (25) ἐπιτερπεῖς αἱ μνῆμαι. καὶ ἑτέρων μὲν ἐπιθυμοῦσιν ἄλλα δὲ βούλονται. καὶ θεωρημάτων δ' εὐπορεῖ τῇ διανοίᾳ. ἀλλὰ μετὰ μικρόν γε λυπεῖται ὅτι ἥσθη. πρὸς δὲ τὸν φίλον ἔχειν ὥσπερ πρὸς αὑτόν (ἔστι γὰρ ὁ φίλος ἄλλος αὐτός). (20) καὶ τὸ μὲν διὰ μοχθηρίαν ἀλγεῖ ἀπεχόμενόν τινων. ἀλλ' οὐδὲ φαίνεται. ᾗ ἐστὶ δύο ἢ πλείω. μεθ' ἑτέρων δ' ὄντες ἐπιλανθάνονται. οὐδὲ δὴ συγχαίρουσιν οὐδὲ συναλγοῦσιν οἱ τοιοῦτοι ἑαυτοῖς· στασιάζει γὰρ αὐτῶν ἡ ψυχή. τὸ δ' ἥδεται. πρὸς αὑτὸν δὲ πότερον ἔστιν ἢ οὐκ ἔστι φιλία. ἐκ τῶν εἰρημένων. καὶ φεύγουσι τὸ ζῆν καὶ ἀναιροῦσιν ἑαυτούς. εἰ δὲ μὴ οἷόν τε ἅμα λυπεῖσθαι καὶ ἥδεσθαι. σχεδὸν δὲ οὐδὲ τοῖς φαύλοις· διαφέρονται γὰρ ἑαυτοῖς. . εἰ δὴ τὸ οὕτως ἔχειν λίαν ἐστὶν ἄθλιον. καίπερ οὖσι φαύλοις. καὶ τοιαῦθ' ἕτερα ἐλπίζουσι. καὶ τὸ μὲν δεῦρο τὸ δ' ἐκεῖσε ἕλκει ὥσπερ διασπῶντα.γενόμενος δ' ἄλλος αἱρεῖται οὐδεὶς πάντ' ἔχειν [ἐκεῖνο τὸ γενόμενον] (ἔχει γὰρ καὶ νῦν ὁ θεὸς τἀγαθόν) ἀλλ' ὢν ὅ τι ποτ' ἐστίν· δόξειε δ' ἂν τὸ νοοῦν ἕκαστος εἶναι ἢ μάλιστα.
καθάπερ οὐδὲ φίλος. οὐ τὴν διὰ τὸ χρήσιμον οὐδὲ τὴν διὰ τὸ ἡδύ· οὐδὲ γὰρ εὔνοια ἐπὶ τούτοις γίνεται. χρονιζομένην δὲ καὶ εἰς συνήθειαν ἀφικνουμένην γίνεσθαι φιλίαν. ἀλλ' ὅταν καὶ ἀπόντα ποθῇ καὶ τῆς παρουσίας ἐπιθυμῇ· οὕτω δὴ καὶ φίλους οὐχ οἷόν τ' εἶναι μὴ εὔνους γενομένους. ὥσπερ τοῦ ἐρᾶν ἡ διὰ τῆς ὄψεως ἡδονή· μὴ γὰρ (5) προησθεὶς τῇ ἰδέᾳ οὐδεὶς ἐρᾷ. οἷον καὶ περὶ τοὺς ἀγωνιστὰς συμβαίνει· [1167a] (1) εὖνοι γὰρ αὐτοῖς γίνονται καὶ συνθέλουσιν. οὐδ' ὀχληθεῖεν ὑπὲρ αὐτῶν. ὅταν περὶ τῶν συμφερόντων ὁμογνωμονῶσι καὶ ταὐτὰ προαιρῶνται καὶ πράττωσι τὰ κοινῇ δόξαντα. προσπαίως εὖνοι γίνονται καὶ ἐπιπολαίως στέργουσιν. ὁ δὲ χαίρων τῷ εἴδει οὐδὲν μᾶλλον ἐρᾷ. οὐκ ἔοικ' εὔνους ἐκείνῳ εἶναι. ἢ ἄρχειν Πιττακὸν ὅτε καὶ αὐτὸς ἤθελεν. οἷον αἱ πόλεις. ἀλλὰ τὸ ἐν τῷ αὐτῷ.(30) ἡ δ' εὔνοια φιλικῷ μὲν ἔοικεν. φιλία δ' οὔ. περὶ τὰ πρακτὰ δὴ ὁμονοοῦσιν. ἐλπίδα ἔχων εὐπορίας δι' ἐκείνου. ὅλως δ' εὔνοια δι' ἀρετὴν καὶ ἐπιείκειάν τινα γίνεται. συμπράξαιεν δ' ἂν οὐδέν· ὅπερ γὰρ εἴπομεν. (25) οἷον τοὺς περὶ τῶν οὐρανίων (οὐ γὰρ φιλικὸν τὸ περὶ τούτων ὁμονοεῖν). συμπράξαιεν δ' (10) ἂν οὐδέν. διὸ μεταφέρων φαίη τις ἂν αὐτὴν ἀργὴν εἶναι φιλίαν. τῇ φιλήσει δὲ ταῦτ' ἀκολουθεῖ· καὶ ἡ μὲν φίλησις μετὰ συνηθείας. οἱ δ' εὖνοι οὐδὲν μᾶλλον φιλοῦσιν· βούλονται γὰρ μόνον τἀγαθὰ οἷς εἰσὶν εὖνοι. ἀλλὰ μᾶλλον ἑαυτῷ. καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἀγωνιστῶν εἴπομεν. διόπερ οὐκ ἔστιν ὁμοδοξία· τοῦτο μὲν γὰρ καὶ ἀγνοοῦσιν ἀλλήλους ὑπάρξειεν ἄν· οὐδὲ τοὺς περὶ ὁτουοῦν ὁμογνωμονοῦντας ὁμονοεῖν φασίν. στασιάζουσιν· οὐ γάρ ἐστιν ὁμονοεῖν τὸ αὐτὸ ἑκάτερον ἐννοεῖν (35) ὁδήποτε. ὁ μὲν γὰρ εὐεργετηθεὶς ἀνθ' ὧν πέπονθεν (15) ἀπονέμει τὴν εὔνοιαν. οὐ μὴν ἔστι γε φιλία· γίνεται γὰρ εὔνοια καὶ πρὸς ἀγνῶτας καὶ λανθάνουσα. ἡ (35) δ' εὔνοια καὶ ἐκ προσπαίου. εἰ θεραπεύει αὐτὸν διά τινα χρῆσιν. οἷον ὅταν καὶ ὁ δῆμος [1167b] (1) καὶ οἱ ἐπιεικεῖς τοὺς ἀρίστους ἄρχειν· οὕτω γὰρ πᾶσι γίνεται οὗ ἐφίενται. ἢ συμμαχεῖν Λακεδαιμονίοις. ὅταν δ' ἑκάτερος ἑαυτὸν βούληται. ὅταν πᾶσι δοκῇ τὰς ἀρχὰς αἱρετὰς εἶναι. οὐ γὰρ ἔχει διάτασιν οὐδ' ὄρεξιν. ἀλλ' οὐδὲ φίλησίς ἐστιν. ὅταν τῳ φανῇ (20) καλός τις ἢ ἀνδρεῖος ἤ τι τοιοῦτον. τὰ δίκαια δρῶν· ὁ δὲ βουλόμενός τιν' εὐπραγεῖν. καὶ πρότερον δὲ ταῦτ' εἴρηται. καὶ τούτων περὶ τὰ ἐν μεγέθει καὶ ἐνδεχόμενα (30) ἀμφοῖν ὑπάρχειν ἢ πᾶσιν. πολιτικὴ δὴ φιλία φαίνεται ἡ ὁμόνοια. ὥσπερ οἱ ἐν ταῖς Φοινίσσαις. φιλικὸν δὲ καὶ ἡ ὁμόνοια φαίνεται. καθάπερ καὶ λέγεται· περὶ τὰ συμφέροντα γάρ ἐστι καὶ τὰ . ἀλλὰ τὰς πόλεις ὁμονοεῖν φασίν. ἔοικε δὴ ἀρχὴ φιλίας εἶναι.
καὶ οὐδ' ὅμοιον τὸ περὶ τοὺς (30) δανείσαντας· οὐ γάρ ἐστι φίλησις περὶ ἐκείνους. οὕτω καὶ τοὺς εὐεργετήσαντας βούλεσθαι εἶναι τοὺς παθόντας ὡς κομιουμένους τὰς χάριτας. οἱ δὲ δανείσαντες καὶ ἐπιμελοῦνται τῆς τῶν ὀφειλόντων σωτηρίας. ἐσμὲν δ' ἐνεργείᾳ (τῷ ζῆν γὰρ καὶ πράττειν). ὅπερ καὶ ἐπὶ τῶν τεχνιτῶν συμβέβηκεν· πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ (35) μᾶλλον ἢ ἀγαπηθείη ἂν ὑπὸ τοῦ ἔργου ἐμψύχου γενομένου· [1168a] (1) μάλιστα δ' ἴσως τοῦτο περὶ τοὺς ποιητὰς συμβαίνει· ὑπεραγαπῶσι γὰρ οὗτοι τὰ οἰκεῖα ποιήματα. οἱ δ' εὐεργέται τοὺς εὐεργετηθέντας δοκοῦσι μᾶλλον φιλεῖν ἢ οἱ εὖ παθόντες τοὺς δράσαντας. πλεονεξίας ἐφιεμένους ἐν τοῖς ὠφελίμοις. καὶ ὡς παρὰ λόγον γινόμενον ἐπιζητεῖται. καὶ μᾶλλον εὖ πάσχειν ἢ ποιεῖν ἐφίενται. τοῦτο δὲ φυσικόν· ὃ γάρ ἐστι δυνάμει. συμβαίνει οὖν αὐτοῖς στασιάζειν. τοὺς δὲ φαύλους οὐχ οἷόν τε ὁμονοεῖν (10) πλὴν ἐπὶ μικρόν. ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὄντες ὡς εἰπεῖν τῶν τοιούτων γὰρ μένει τὰ βουλήματα καὶ οὐ μεταρρεῖ ̔ ὥσπερ εὔριποσ. αὐτοὺς δὲ μὴ βουλομένους τὰ δίκαια ποιεῖν. στέργοντες ὥσπερ τέκνα. ἔστι δ' ἡ τοιαύτη ὁμόνοια (5) ἐν τοῖς ἐπιεικέσιν· οὗτοι γὰρ καὶ ἑαυτοῖς ὁμονοοῦσι καὶ ἀλλήλοις. βούλονταί τε τὰ δίκαια καὶ τὰ συμφέροντα. τοῖς μὲν οὖν πλείστοις φαίνεται (20) ὅτι οἳ μὲν ὀφείλουσι τοῖς δὲ ὀφείλεται· καθάπερ οὖν ἐπὶ τῶν δανείων οἱ μὲν ὀφείλοντες βούλονται μὴ εἶναι οἷς ὀφείλουσιν. ἀλλήλους (15) μὲν ἐπαναγκάζοντας. ἐνεργείᾳ δὲ ὁ ποιήσας τὸ ἔργον ἔστι πως· στέργει δὴ τὸ ἔργον.εἰς τὸν βίον ἥκοντα. ἡδεῖα δ' ἐστὶ τοῦ μὲν παρόντος ἡ ἐνέργεια. δόξειε δ' ἂν φυσικώτερον εἶναι τὸ αἴτιον. συμφέρον· τοῦτο δ' ἧττον ἡδὺ καὶ φιλητόν. τούτων ̓ δὲ καὶ κοινῇ ἐφίενται. ἀλλ' εἴπερ. Ἐπίχαρμος μὲν οὖν τάχ' ἂν φαίη ταῦτα λέγειν αὐτοὺς ἐκ πονηροῦ θεωμένους. ὥστε χαίρειν ἐν ᾧ τοῦτο. (25) τοῖς δ' οὐκ εἶναι ἐπιμελὲς τὸ ἀνταποδοῦναι. διότι καὶ τὸ εἶναι. καθάπερ καὶ φίλους εἶναι. τοῦτο ἐνεργείᾳ τὸ ἔργον μηνύει. ἅμα δὲ καὶ (10) τῷ μὲν εὐεργέτῃ καλὸν τὸ κατὰ τὴν πρᾶξιν. ἔοικε δ' ἀνθρωπικῷ· ἀμνήμονες γὰρ οἱ πολλοί. ἀλλὰ τοῦ σῴζεσθαι βούλησις τῆς κομιδῆς ἕνεκα· οἱ δ' εὖ πεποιηκότες φιλοῦσι καὶ ἀγαπῶσι τοὺς πεπονθότας κἂν μηδὲν ὦσι χρήσιμοι μηδ' εἰς ὕστερον γένοιντ' ἄν. τοιούτῳ δὴ ἔοικε καὶ τὸ τῶν εὐεργετῶν· τὸ γὰρ εὖ πεπονθὸς ἔργον ἐστὶν αὐτῶν· τοῦτο δὴ ἀγαπῶσι μᾶλλον ἢ (5) τὸ ἔργον τὸν ποιήσαντα. τῷ δὲ παθόντι οὐδὲν καλὸν ἐν τῷ δράσαντι. ἐν δὲ τοῖς πόνοις καὶ ταῖς λειτουργίαις ἐλλείποντας· ἑαυτῷ δ' ἕκαστος βουλόμενος ταῦτα τὸν πέλας ἐξετάζει καὶ κωλύει· μὴ γὰρ τηρούντων τὸ κοινὸν ἀπόλλυται. . τούτου δ' αἴτιον ὅτι τὸ εἶναι πᾶσιν αἱρετὸν καὶ φιλητόν.
οἷον τὸ “μία ψυχή” καὶ “κοινὰ τὰ φίλων” καὶ “ἰσότης φιλότης” καὶ “γόνυ κνήμης ἔγγιον·” πάντα γὰρ ταῦτα πρὸς αὑτὸν μάλιστ' ἂν ὑπάρχοι· μάλιστα (10) γὰρ φίλος αὑτῷ· καὶ φιλητέον δὴ μάλισθ' ἑαυτόν. οἱ μὲν οὖν εἰς ὄνειδος ἄγοντες αὐτὸ φιλαύτους καλοῦσι τοὺς ἑαυτοῖς ἀπονέμοντας τὸ πλεῖον ἐν χρήμασι καὶ τιμαῖς καὶ ἡδοναῖς ταῖς σωματικαῖς· τούτων γὰρ οἱ πολλοὶ ὀρέγονται. τῷ δὲ παθόντι τὸ χρήσιμον παροίχεται. (35) τὸ δ' αὑτοῦ παρίησιν. δόξειε δ' ἂν τοῦτο καὶ τοῖς εὐεργέταις οἰκεῖον εἶναι. εἰ δὴ λάβοιμεν τὸ φίλαυτον πῶς ἑκάτεροι λέγουσιν. οἷον καὶ τὰ χρήματα οἱ κτησάμενοι τῶν παραλαβόντων· δοκεῖ δὲ τὸ μὲν εὖ πάσχειν ἄπονον εἶναι. τοσούτῳ μᾶλλον--ἐγκαλοῦσι δὴ αὐτῷ οἷον ὅτι οὐδὲν ἀφ' ἑαυτοῦ πράττει--ὁ δ' ἐπιεικὴς διὰ τὸ καλόν. τὸ δ' εὖ ποιεῖν ἐργῶδες. τῷ μὲν οὖν πεποιηκότι μένει τὸ ἔργον (τὸ καλὸν γὰρ πολυχρόνιον).τοῦ δὲ μέλλοντος ἡ ἐλπίς. τοῦ δὲ γεγενημένου ἡ μνήμη· ἥδιστον δὲ τὸ κατὰ (15) τὴν ἐνέργειαν. οἱ δὴ περὶ ταῦτα πλεονέκται χαρίζονται (20) ταῖς ἐπιθυμίαις καὶ ὅλως τοῖς πάθεσι καὶ τῷ ἀλόγῳ τῆς ψυχῆς· τοιοῦτοι δ' εἰσὶν οἱ πολλοί· διὸ καὶ ἡ προσηγορία γεγένηται ἀπὸ τοῦ πολλοῦ . φίλος δὲ μάλιστα ὁ βουλόμενος ᾧ βούλεται τἀγαθὰ ἐκείνου ἕνεκα. καὶ φιλητὸν ὁμοίως. καὶ αἱ παροιμίαι δὲ πᾶσαι ὁμογνωμονοῦσιν. ἀμφοῖν ἐχόντοιν τὸ πιστόν. ἥ τε μνήμη τῶν μὲν καλῶν ἡδεῖα. καὶ φίλου ἕνεκα. διὰ ταῦτα (25) δὲ καὶ αἱ μητέρες φιλοτεκνότεραι· ἐπιπονωτέρα γὰρ ἡ γέννησις. τάχ' ἂν γένοιτο (15) δῆλον. τοῖς λόγοις δὲ τούτοις τὰ ἔργα διαφωνεῖ. καὶ τὰ λοιπὰ δὴ πάνθ' (5) οἷς ὁ φίλος ὁρίζεται· εἴρηται γὰρ ὅτι ἀπ' αὐτοῦ πάντα τὰ φιλικὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους διήκει. [1168b] (1) φασὶ γὰρ δεῖν φιλεῖν μάλιστα τὸν μάλιστα φίλον. καὶ ἐσπουδάκασι περὶ αὐτὰ ὡς ἄριστα ὄντα. καὶ ὅσῳ ἂν βελτίων ᾖ. διὸ καὶ περιμάχητά ἐστιν. ἀπορεῖται δὲ καὶ πότερον δεῖ φιλεῖν ἑαυτὸν μάλιστα ἢ ἄλλον τινά. ἔτι δὲ τὰ ἐπιπόνως γενόμενα πάντες μᾶλλον στέργουσιν. ἀπορεῖται δὴ εἰκότως ποτέροις χρεὼν ἕπεσθαι. καὶ ὅσῳ ἂν μοχθηρότερος ᾖ. τῶν δὲ χρησίμων οὐ πάνυ ἢ ἧττον· ἡ προσδοκία δ' ἀνάπαλιν ἔχειν ἔοικεν. (20) τὸ φιλεῖσθαι δὲ τῷ πάσχειν· τοῖς ὑπερέχουσι δὲ περὶ τὴν πρᾶξιν ἕπεται τὸ φιλεῖν καὶ τὰ φιλικά. ἴσως οὖν τοὺς τοιούτους δεῖ τῶν λόγων διαιρεῖν καὶ διορίζειν ἐφ' ὅσον ἑκάτεροι καὶ πῇ ἀληθεύουσιν. (30) καὶ ὡς ἐν αἰσχρῷ φιλαύτους ἀποκαλοῦσι. καὶ εἰ μηδεὶς εἴσεται· ταῦτα δ' ὑπάρχει μάλιστ' αὐτῷ πρὸς αὑτόν. μᾶλλον διὰ τὸ καλόν. δοκεῖ τε ὁ μὲν φαῦλος ἑαυτοῦ χάριν πάντα πράττειν. οὐκ ἀλόγως. καὶ ἡ μὲν φίλησις ποιήσει ἔοικεν. καὶ μᾶλλον ἴσασιν ὅτι αὑτῶν. ἐπιτιμῶσι γὰρ τοῖς ἑαυτοὺς μάλιστ' ἀγαπῶσι.
ἀντὶ πάντων αἱρούμενος τὸ καλόν. ὥστε τὸν μὲν ἀγαθὸν δεῖ φίλαυτον εἶναι (καὶ γὰρ αὐτὸς ὀνήσεται τὰ καλὰ πράττων καὶ τοὺς ἄλλους ὠφελήσει). καὶ χαρίζεται ἑαυτοῦ τῷ κυριωτάτῳ. ταῦτα καὶ πράττει· πᾶς γὰρ νοῦς αἱρεῖται τὸ βέλτιστον ἑαυτῷ. διὸ φίλαυτος μάλιστ' ἂν εἴη. τοῖς δ' ὑπεραποθνήσκουσι τοῦτ' ἴσως συμβαίνει· αἱροῦνται δὴ μέγα καλὸν ἑαυτοῖς. καὶ ὀρέγεσθαι ἢ τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ δοκοῦντος συμφέρειν. ἃ δεῖ. καὶ περὶ τιμὰς δὲ καὶ ἀρχὰς ὁ (30) αὐτὸς τρόπος· πάντα γὰρ τῷ φίλῳ ταῦτα προήσεται· καλὸν γὰρ αὐτῷ τοῦτο καὶ ἐπαινετόν. οὐκ ἄδηλον· (25) εἰ γάρ τις ἀεὶ σπουδάζοι τὰ δίκαια πράττειν αὐτὸς μάλιστα πάντων ἢ τὰ σώφρονα ἢ ὁποιαοῦν ἄλλα τῶν κατὰ τὰς ἀρετάς. καὶ χρήματα προοῖντ' ἂν ἐφ' ᾧ πλείονα λήψονται οἱ φίλοι· γίνεται γὰρ τῷ μὲν φίλῳ χρήματα. καὶ ἐγκρατὴς δὲ καὶ ἀκρατὴς λέγεται (35) τῷ κρατεῖν τὸν νοῦν ἢ μή. ὅτι δὲ τοὺς τὰ τοιαῦθ' αὑτοῖς ἀπονέμοντας εἰώθασι λέγειν οἱ πολλοὶ φιλαύτους. τῷ μοχθηρῷ μὲν οὖν διαφωνεῖ ἃ δεῖ πράττειν καὶ ἃ πράττει· ὁ δ' ἐπιεικής.φαύλου ὄντος· δικαίως δὴ τοῖς οὕτω φιλαύτοις ὀνειδίζεται. οὕτω καὶ ἄνθρωπος· καὶ φίλαυτος δὴ μάλιστα ὁ τοῦτο ἀγαπῶν καὶ τούτῳ χαριζόμενος. δόξειε δ' ἂν ὁ τοιοῦτος μᾶλλον εἶναι φίλαυτος· ἀπονέμει γοῦν ἑαυτῷ τὰ κάλλιστα (30) καὶ μάλιστ' ἀγαθά. ὁ δ' ἐπιεικὴς πειθαρχεῖ τῷ νῷ. ἐνδέχεται δὲ καὶ πράξεις τῷ φίλῳ προΐεσθαι. ὅτι μὲν οὖν τοῦθ' ἕκαστός ἐστιν ἢ μάλιστα. τὸν δὲ μοχθηρὸν οὐ δεῖ· βλάψει γὰρ καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς πέλας. καὶ ὅλως ἀεὶ τὸ καλὸν ἑαυτῷ περιποιοῖτο. καὶ πάντα τούτῳ πείθεται· ὥσπερ δὲ καὶ πόλις τὸ κυριώτατον μάλιστ' εἶναι δοκεῖ καὶ πᾶν ἄλλο σύστημα. ἀληθὲς δὲ περὶ τοῦ σπουδαίου καὶ τὸ τῶν φίλων ἕνεκα πολλὰ πράττειν καὶ τῆς πατρίδος. καὶ εἶναι κάλλιον τοῦ αὐτὸν πρᾶξαι τὸ αἴτιον τῷ . περιποιούμενος ἑαυτῷ τὸ καλόν· ὀλίγον γὰρ χρόνον ἡσθῆναι σφόδρα μᾶλλον ἕλοιτ' ἂν ἢ πολὺν ἠρέμα. καὶ μίαν πρᾶξιν καλὴν καὶ μεγάλην ἢ πολλὰς (25) καὶ μικράς. καθ' ἕτερον εἶδος τοῦ ὀνειδιζομένου. καὶ βιῶσαι καλῶς ἐνιαυτὸν ἢ πόλλ' ἔτη τυχόντως. φαύλοις πάθεσιν (15) ἑπόμενος. εἰκότως δὴ δοκεῖ σπουδαῖος εἶναι. κἂν δέῃ (20) ὑπεραποθνήσκειν· προήσεται γὰρ καὶ χρήματα καὶ τιμὰς καὶ ὅλως τὰ περιμάχητα ἀγαθά. εἴπερ ἡ ἀρετὴ τοιοῦτόν ἐστιν. οὐδεὶς ἐρεῖ τοῦτον φίλαυτον οὐδὲ ψέξει. καὶ ὅτι ὁ ἐπιεικὴς μάλιστα τοῦτ' ἀγαπᾷ. καὶ διαφέρων (5) τοσοῦτον ὅσον τὸ κατὰ λόγον ζῆν τοῦ κατὰ πάθος. αὐτῷ δὲ τὸ καλόν· τὸ δὴ μεῖζον ἀγαθὸν ἑαυτῷ ἀπονέμει. τοὺς μὲν οὖν περὶ τὰς καλὰς πράξεις διαφερόντως σπουδάζοντας πάντες ἀποδέχονται καὶ ἐπαινοῦσιν· πάντων δὲ ἁμιλλωμένων πρὸς τὸ καλὸν καὶ διατεινομένων τὰ κάλλιστα πράττειν κοινῇ τ' (10) ἂν πάντ' εἴη τὰ δέοντα καὶ ἰδίᾳ ἑκάστῳ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν. οὐκ ἄδηλον. ὡς τούτου ἑκάστου ὄντος· [1169a] (1) καὶ πεπραγέναι δοκοῦσιν αὐτοὶ καὶ ἑκουσίως τὰ μετὰ λόγου μάλιστα.
δῆλον δ' ὡς μετὰ φίλων καὶ ἐπιεικῶν κρεῖττον ἢ μετ' ὀθνείων καὶ τῶν τυχόντων συνημερεύειν. ἐν πᾶσι δὴ τοῖς (35) ἐπαινετοῖς ὁ σπουδαῖος φαίνεται ἑαυτῷ τοῦ καλοῦ πλέον νέμων. οὐθὲν γάρ φασι δεῖν φίλων τοῖς μακαρίοις (5) καὶ αὐτάρκεσιν· ὑπάρχειν γὰρ αὐτοῖς τἀγαθά· αὐτάρκεις οὖν ὄντας οὐδενὸς προσδεῖσθαι. ἀμφισβητεῖται δὲ καὶ περὶ τὸν εὐδαίμονα. καθάπερ εἴρηται· ὡς δ' οἱ πολλοί. καὶ ἔστι τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς τὸ εὐεργετεῖν. ἐν ἀρχῇ γὰρ εἴρηται ὅτι ἡ εὐδαιμονία ἐνέργειά τις ἐστίν. διὸ καὶ ἐπιζητεῖται πότερον ἐν εὐτυχίαις μᾶλλον δεῖ φίλων ἢ ἐν ἀτυχίαις. ἔοικε δ' ἀτόπῳ τὸ πάντ' ἀπονέμοντας τἀγαθὰ τῷ εὐδαίμονι φίλους μὴ ἀποδιδόναι. τῶν τοιούτων μὲν οὖν οὐδὲν δεήσεται ὁ μακάριος. εἴ τε φίλου μᾶλλόν ἐστι τὸ εὖ ποιεῖν ἢ πάσχειν. ὃ (10) δοκεῖ τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν μέγιστον εἶναι. (15) ὡς καὶ τοῦ ἀτυχοῦντος δεομένου τῶν εὐεργετησόντων καὶ τῶν εὐτυχούντων οὓς εὖ ποιήσουσιν. (25) ἐπειδὴ τἀγαθὰ ὑπάρχει αὐτῷ· οὐδὲ δὴ τῶν διὰ τὸ ἡδύ. εἰ δεήσεται φίλων ἢ μή. ἄτοπον δ' ἴσως καὶ τὸ μονώτην ποιεῖν τὸν μακάριον· οὐδεὶς γὰρ ἕλοιτ' ἂν καθ' αὑτὸν τὰ πάντ' ἔχειν ἀγαθά· πολιτικὸν γὰρ ὁ ἄνθρωπος καὶ συζῆν πεφυκός. θεωρεῖν δὲ μᾶλλον τοὺς πέλας δυνάμεθα ἢ ἑαυτοὺς καὶ τὰς ἐκείνων πράξεις ἢ (35) τὰς οἰκείας. οὐ χρή. καθάπερ ἐν ἀρχῇ εἴρηται. δεῖ ἄρα τῷ εὐδαίμονι φίλων.φίλῳ γενέσθαι. καὶ πῇ ἀληθεύουσιν. ἡ δ' ἐνέργεια δῆλον ὅτι (30) γίνεται καὶ οὐχ ὑπάρχει ὥσπερ κτῆμά τι. τοῦ δ' ἀγαθοῦ ἡ ἐνέργεια σπουδαία καὶ ἡδεῖα καθ' αὑτήν. ἢ ὅτι οἱ πολλοὶ φίλους οἴονται τοὺς χρησίμους εἶναι. αἱ τῶν σπουδαίων δὲ πράξεις φίλων ὄντων ἡδεῖαι τοῖς ἀγαθοῖς [1170a] . [1169b] (1) οὕτω μὲν οὖν φίλαυτον εἶναι δεῖ. πορίζειν ἃ δι' αὑτοῦ ἀδυνατεῖ· ὅθεν ὅταν ὁ δαίμων εὖ διδῷ. ἕτερον αὐτὸν ὄντα. εἰ δὲ τὸ εὐδαιμονεῖν ἐστὶν ἐν τῷ ζῆν καὶ ἐνεργεῖν. ἔστι δὲ καὶ τὸ οἰκεῖον τῶν ἡδέων. τὸ δ' οὐκ ἔστιν ἴσως ἀληθές. τί δεῖ φίλων. τὸν δὲ φίλον. ἢ ἐπὶ μικρόν (ἡδὺς γὰρ ὁ βίος ὢν οὐδὲν δεῖται ἐπεισάκτου ἡδονῆς)· οὐ δεόμενος δὲ τῶν τοιούτων φίλων οὐ δοκεῖ δεῖσθαι φίλων. τῶν εὖ πεισομένων δεήσεται ὁ σπουδαῖος. καὶ τῷ εὐδαίμονι δὴ τοῦθ' ὑπάρχει· τὰ γὰρ (20) τῇ φύσει ἀγαθὰ ἔχει. κάλλιον δ' εὖ ποιεῖν φίλους ὀθνείων. τί οὖν λέγουσιν οἱ πρῶτοι.
ἔσται οὖν ἡ ἐνέργεια συνεχεστέρα. τὸ δ' ὡρισμένον τῆς τἀγαθοῦ φύσεως· τὸ δὲ τῇ φύσει ἀγαθὸν καὶ τῷ ἐπιεικεῖ· διόπερ ἔοικε πᾶσιν ἡδὺ εἶναι· οὐ δεῖ δὲ λαμβάνειν μοχθηρὰν ζωὴν καὶ διεφθαρμένην. καὶ ἡ τούτων μακαριωτάτη ζωή). τῶν ἡδέων καθ' αὑτό (φύσει γὰρ ἀγαθὸν ζωή. φυσικώτερον δ' ἐπισκοποῦσιν ἔοικεν ὁ σπουδαῖος φίλος τῷ σπουδαίῳ τῇ φύσει αἱρετὸς εἶναι. ταῖς δ' ἀπὸ κακίας δυσχεραίνει. ὃ δεῖ περὶ τὸν μακάριον εἶναι· ὁ γὰρ σπουδαῖος. καὶ οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν βοσκημάτων τὸ ἐν τῷ αὐτῷ νέμεσθαι. ὥστε ἂν αἰσθανώμεθ'. τὸ δ' εἶναι ἦν αἱρετὸν διὰ τὸ αἰσθάνεσθαι αὑτοῦ ἀγαθοῦ ὄντος. ἡδεῖα οὖσα καθ' αὑτήν. ὅτι νοοῦμεν. τὸ δ' ἀγαθὸν ὑπάρχον ἐν ἑαυτῷ αἰσθάνεσθαι ἡδύ). αἱρετὸν δὲ τὸ ζῆν καὶ μάλιστα τοῖς ἀγαθοῖς. οὐδ' ἐν λύπαις· ἀόριστος γὰρ ἡ τοιαύτη. ἐπὶ δὲ τοῖς φαύλοις λυπεῖται. (5) μονώτῃ μὲν οὖν χαλεπὸς ὁ βίος· οὐ γὰρ ῥᾴδιον καθ' αὑτὸν ἐνεργεῖν συνεχῶς. ἐν (25) τοῖς ἐχομένοις δὲ περὶ τῆς λύπης ἔσται φανερώτερον. καὶ μάλιστα τοὺς ἐπιεικεῖς καὶ μακαρίους· τούτοις γὰρ ὁ βίος αἱρετώτατος. εἰ δὴ τῷ μακαρίῳ τὸ εἶναι . τὸ γὰρ τῇ φύσει (15) ἀγαθὸν εἴρηται ὅτι τῷ σπουδαίῳ ἀγαθὸν καὶ ἡδύ ἐστι καθ' αὑτό.(1) (ἄμφω γὰρ ἔχουσι τὰ τῇ φύσει ἡδέα)· ὁ μακάριος δὴ φίλων τοιούτων δεήσεται. [1170b] (1) τὸ δ' αἰσθάνεσθαι ὅτι ζῇ. γίνοιτο δ' ἂν καὶ ἄσκησίς τις τῆς ἀρετῆς ἐκ τοῦ συζῆν τοῖς ἀγαθοῖς. εἴπερ θεωρεῖν προαιρεῖται πράξεις ἐπιεικεῖς καὶ οἰκείας. τοῦτο δὲ γίνοιτ' ἂν ἐν τῷ συζῆν καὶ κοινωνεῖν λόγων καὶ διανοίας· οὕτω γὰρ ἂν δόξειε τὸ συζῆν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων λέγεσθαι. ὡς δὲ πρὸς ἑαυτὸν ἔχει ὁ σπουδαῖος. μεθ' ἑτέρων δὲ καὶ πρὸς ἄλλους ῥᾷον. κἂν νοῶμεν. ὅτι αἰσθανόμεθα. ὁ δ' ὁρῶν ὅτι ὁρᾷ αἰσθάνεται καὶ ὁ ἀκούων ὅτι ἀκούει (30) καὶ ὁ βαδίζων ὅτι βαδίζει. συναισθάνεσθαι ἄρα δεῖ καὶ τοῦ φίλου ὅτι ἔστιν. τοιαῦται δ' αἱ τοῦ ἀγαθοῦ φίλου ὄντος. τὸ δ' ὅτι αἰσθανόμεθα ἢ νοοῦμεν. καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως ἔστι τι τὸ αἰσθανόμενον ὅτι ἐνεργοῦμεν. τὸ δὲ κύριον ἐν τῇ ἐνεργείᾳ· ἔοικε δὴ τὸ ζῆν εἶναι κυρίως τὸ αἰσθάνεσθαι ἢ νοεῖν. καὶ πρὸς τὸν φίλον (ἕτερος γὰρ αὐτὸς ὁ φίλος ἐστίν)· καθάπερ οὖν τὸ αὐτὸν εἶναι αἱρετόν ἐστιν ἑκάστῳ. ταῖς κατ' ἀρετὴν πράξεσι χαίρει. ἀνθρώποις δ' αἰσθήσεως ἢ νοήσεως· ἡ δὲ δύναμις εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀνάγεται. ᾗ σπουδαῖος. ὅτι ἐσμέν (τὸ γὰρ εἶναι ἦν αἰσθάνεσθαι ἢ νοεῖν). οὕτω καὶ τὸ τὸν φίλον. τὸ δὲ ζῆν ὁρίζονται τοῖς ζῴοις δυνάμει αἰσθήσεως. καθάπερ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῇ. (10) καθάπερ ὁ μουσικὸς τοῖς καλοῖς μέλεσιν ἥδεται. καθάπερ καὶ Θέογνίς φησιν. τὸ δὲ ζῆν τῶν (20) καθ' αὑτὸ ἀγαθῶν καὶ ἡδέων· ὡρισμένον γάρ. ὅτι τὸ εἶναι ἀγαθόν ἐστιν αὐτοῖς καὶ ἡδύ (συναισθανόμενοι (5) γὰρ τοῦ καθ' αὑτὸ ἀγαθοῦ ἥδονται). εἰ δ' αὐτὸ τὸ ζῆν ἀγαθὸν καὶ ἡδύ (ἔοικε δὲ καὶ ἐκ τοῦ πάντας ὀρέγεσθαι αὐτοῦ. ἢ παραπλησίως. οἴονταί τε δεῖν ἡδέως ζῆν τὸν εὐδαίμονα. ἡ δὲ τοιαύτη (10) αἴσθησις ἡδεῖα καθ' ἑαυτήν.
καὶ ἐπὶ τῆς φιλίας ἁρμόσει μήτ' ἄφιλον εἶναι μήτ' αὖ πολύφιλον καθ' ὑπερβολήν. κἂν ὁ φίλος τῶν αἱρετῶν εἴη. πλὴν πολιτικῶς. τοῖς μὲν δὴ πρὸς χρῆσιν κἂν πάνυ δόξειεν ἁρμόζειν τὸ λεχθέν· πολλοῖς γὰρ (25) ἀνθυπηρετεῖν ἐπίπονον. χαλεπὸν δὲ γίνεται καὶ τὸ συγχαίρειν καὶ τὸ συναλγεῖν οἰκείως πολλοῖς· εἰκὸς γὰρ συμπίπτειν ἅμα τῷ μὲν συνήδεσθαι τῷ δὲ συνάχθεσθαι. ἀλλ' ὡς ἀληθῶς ἐπιεικῆ· δι' ἀρετὴν δὲ καὶ δι' αὐτοὺς οὐκ ἔστι πρὸς (20) πολλούς. ἀγαπητὸν δὲ καὶ ὀλίγους εὑρεῖν τοιούτους. οὓς καὶ καλοῦσιν ἀρέσκους. παραπλήσιον δὲ καὶ τὸ τοῦ φίλου ἐστίν. δεήσει ἄρα τῷ εὐδαιμονήσοντι φίλων σπουδαίων. ἢ καθάπερ ἐπὶ τῆς ξενίας ἐμμελῶς εἰρῆσθαι δοκεῖ μήτε πολύξεινος μήτ' ἄξεινος . οἱ πλείους δὴ τῶν πρὸς τὸν οἰκεῖον βίον ἱκανῶν περίεργοι καὶ ἐμπόδιοι πρὸς τὸ καλῶς ζῆν· οὐθὲν οὖν δεῖ αὐτῶν. [1171a] (1) καὶ φίλων δή ἐστι πλῆθος ὡρισμένον. διόπερ οὐδ' ἐρᾶν πλειόνων· ὑπερβολὴ γάρ τις εἶναι βούλεται φιλίας. καὶ οἱ πρὸς ἡδονὴν δὲ ἀρκοῦσιν ὀλίγοι. πολιτικῶς μὲν οὖν ἔστι πολλοῖς εἶναι φίλον καὶ μὴ ἄρεσκον ὄντα. ἐν ἀμφοῖν γὰρ ἐπιζητοῦνται· οἵ τε γὰρ ἀτυχοῦντες δέονται ἐπικουρίας. καθάπερ ἐν τῇ τροφῇ τὸ ἥδυσμα. ἀλλὰ πᾶν τὸ μεταξὺ τινῶν ὡρισμένων. ὃ δ' ἐστὶν αὐτῷ αἱρετόν. (20) ἆρ' οὖν ὡς πλείστους φίλους ποιητέον. οἱ δὲ πολύφιλοι καὶ πᾶσιν οἰκείως ἐντυγχάνοντες οὐδενὶ δοκοῦσιν εἶναι φίλοι. ἔτι δὲ κἀκείνους δεῖ ἀλλήλοις φίλους εἶναι. τὸ δὲ ποσὸν οὐκ ἔστιν ἴσως ἕν τι. τοὺς δὲ σπουδαίους πότερον πλείστους (30) κατ' ἀριθμόν. ὥσπερ πόλεως. ἴσως οὖν εὖ ἔχει μὴ ζητεῖν ὡς πολυφιλώτατον εἶναι. ἀλλὰ τοσούτους ὅσοι εἰς τὸ (10) συζῆν ἱκανοί· οὐδὲ γὰρ ἐνδέχεσθαι δόξειεν ἂν πολλοῖς εἶναι φίλον σφόδρα. ἢ ἔστι τι μέτρον καὶ φιλικοῦ πλήθους. τοῦτο δεῖ ὑπάρχειν αὐτῷ. καὶ οὐχ ἱκανὸς ὁ βίος αὐτὸ [τοῦτο] πράττειν. πότερον δ' ἐν εὐτυχίαις μᾶλλον φίλων δεῖ ἢ ἐν δυστυχίαις. οὔτε γὰρ ἐκ δέκα ἀνθρώπων γένοιτ' ἂν πόλις. καὶ ἴσως οἱ πλεῖστοι μεθ' ὧν ἂν δύναιτό τις συζῆν τοῦτο γὰρ ἐδόκει ̔ φιλικώτατον εἶναἰ· ὅτι δ' οὐχ οἷόν τε πολλοῖς συζῆν καὶ διανέμειν ἑαυτόν. οὔτ' ἐκ δέκα μυριάδων ἔτι πόλις ἐστίν. οὕτω δ' ἔχειν ἔοικε καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων· οὐ γίνονται γὰρ φίλοι πολλοὶ κατὰ τὴν ἑταιρικὴν (15) φιλίαν. τοῦτο δὲ πρὸς ἕνα· καὶ τὸ σφόδρα δὴ πρὸς ὀλίγους.αἱρετόν (15) ἐστι καθ' αὑτό. οὐκ ἄδηλον. αἱ δ' ὑμνούμεναι ἐν δυσὶ λέγονται. ἢ ταύτῃ ἐνδεὴς ἔσται. ἀγαθὸν τῇ φύσει ὂν καὶ ἡδύ. οἵ τ' . εἰ μέλλουσι (5) πάντες μετ' ἀλλήλων συνημερεύειν· τοῦτο δ' ἐργῶδες ἐν πολλοῖς ὑπάρχειν.
ὅλως τε συνθρήνους οὐ προσίεται διὰ τὸ μηδ' αὐτὸς (10) εἶναι θρηνητικός· γύναια δὲ καὶ οἱ τοιοῦτοι ἄνδρες τοῖς συστένουσι χαίρουσι.εὐτυχοῦντες συμβίων καὶ οὓς εὖ ποιήσουσιν· βούλονται γὰρ εὖ δρᾶν. ἆρ' οὖν.” μάλιστα δὲ παρακλητέον ὅταν μέλλωσιν ὀλίγα ὀχληθέντες μεγάλ' αὐτὸν ὠφελήσειν. αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ ὁρᾶν τοὺς φίλους ἡδύ. ἔοικε δ' (35) ἡ παρουσία μικτή τις αὐτῶν εἶναι. ἐὰν ᾖ ἐπιδέξιος· οἶδε γὰρ τὸ ἦθος καὶ ἐφ' οἷς ἥδεται καὶ λυπεῖται)· τὸ δὲ λυπούμενον αἰσθάνεσθαι (5) ἐπὶ ταῖς αὑτοῦ ἀτυχίαις λυπηρόν· πᾶς γὰρ φεύγει λύπης αἴτιος εἶναι τοῖς φίλοις. δόξαν δ' ἀηδίας ἐν τῷ διωθεῖσθαι ἴσως εὐλαβητέον· ἐνίοτε γὰρ συμβαίνει. διὸ τῶν χρησίμων ἐνταῦθα δεῖ. ὥσπερ τοῖς ἐρῶσι τὸ ὁρᾶν ἀγαπητότατόν ἐστι (30) καὶ μᾶλλον αἱροῦνται ταύτην τὴν αἴσθησιν ἢ τὰς λοιπὰς ὡς κατὰ ταύτην . διόπερ οἱ μὲν ἀνδρώδεις τὴν φύσιν εὐλαβοῦνται συλλυπεῖν τοὺς φίλους αὑτοῖς. κουφίζονται γὰρ οἱ λυπούμενοι (30) συναλγούντων τῶν φίλων. (15) διὸ δόξειεν ἂν δεῖν εἰς μὲν τὰς εὐτυχίας καλεῖν τοὺς φίλους προθύμως (εὐεργετικὸν γὰρ εἶναι καλόν). ἔστι γὰρ καὶ ἡ παρουσία αὐτὴ τῶν φίλων ἡδεῖα καὶ ἐν ταῖς εὐτυχίαις καὶ ἐν ταῖς δυστυχίαις. ἡ παρουσία δ' αὐτῶν ἡδεῖα οὖσα καὶ ἡ ἔννοια τοῦ συναλγεῖν ἐλάττω τὴν λύπην ποιεῖ. διὸ καὶ τοὺς ἐπιεικεῖς ζητοῦσιν· τούτους γὰρ αἱρετώτερον εὐεργετεῖν καὶ μετὰ τούτων διάγειν.. ὅθεν τὸ “ἅλις ἐγὼ δυστυχῶν. ἡ παρουσία δὴ τῶν φίλων ἐν ἅπασιν αἱρετὴ φαίνεται. καὶ φιλοῦσιν ὡς φίλους καὶ συναλγοῦντας. ἀφείσθω· συμβαίνειν δ' οὖν φαίνεται τὸ λεχθέν. κάλλιον δ' ἐν ταῖς εὐτυχίαις. καὶ γίνεταί τις ἐπικουρία πρὸς τὸ μὴ λυπεῖσθαι (παραμυθητικὸν γὰρ ὁ φίλος καὶ τῇ ὄψει καὶ τῷ λόγῳ. διὸ κἂν ἀπορήσειέν τις πότερον ὥσπερ βάρους μεταλαμβάνουσιν. εἰς δὲ τὰς ἀτυχίας ὀκνοῦντα· μεταδιδόναι γὰρ ὡς ἥκιστα δεῖ τῶν κακῶν. πρὸς εὐπάθειαν δὲ σχολαίως· (25) οὐ γὰρ καλὸν τὸ προθυμεῖσθαι ὠφελεῖσθαι. κἂν μὴ ὑπερτείνῃ τῇ ἀλυπίᾳ. (20) ἰέναι δ' ἀνάπαλιν ἴσως ἁρμόζει πρὸς μὲν τοὺς ἀτυχοῦντας ἄκλητον καὶ προθύμως (φίλου γὰρ εὖ ποιεῖν. ἡ δ' ἐν ταῖς εὐτυχίαις τῶν φίλων παρουσία τήν τε διαγωγὴν ἡδεῖαν ἔχει καὶ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἥδονται ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ ἀγαθοῖς. ἀναγκαιότερον μὲν δὴ (25) ἐν ταῖς ἀτυχίαις. [1171b] (1) ἄλλως τε καὶ ἀτυχοῦντι. τὴν ἐκείνοις γινομένην λύπην οὐχ ὑπομένει. ἢ τοῦτο μὲν οὔ. εἰς δὲ τὰς εὐτυχίας συνεργοῦντα μὲν προθύμως (καὶ γὰρ εἰς ταῦτα χρεία φίλων). εἰ μὲν οὖν διὰ ταῦτα ἢ δι' ἄλλο τι κουφίζονται. καὶ μάλιστα τοὺς ἐν χρείᾳ καὶ [τὸ] μὴ ἀξιώσαντας· ἀμφοῖν γὰρ κάλλιον καὶ ἥδιον). μιμεῖσθαι δ' ἐν ἅπασι δεῖ δῆλον ὅτι τὸν βελτίω.
καὶ ὡς πρὸς ἑαυτὸν ἔχει. οἳ μὲν γὰρ τἀγαθὸν ἡδονὴν λέγουσιν. διατείνει γὰρ ταῦτα διὰ παντὸς τοῦ βίου. γίνεται οὖν ἡ μὲν τῶν φαύλων φιλία μοχθηρά (κοινωνοῦσι γὰρ φαύλων ἀβέβαιοι ὄντες. οὕτω καὶ τοῖς φίλοις αἱρετώτατόν ἐστι τὸ συζῆν. ῥοπὴν ἔχοντα καὶ δύναμιν πρὸς ἀρετήν τε καὶ τὸν εὐδαίμονα (25) βίον· τὰ μὲν γὰρ ἡδέα προαιροῦνται. ἕκαστοι ἐν τούτῳ συνημερεύοντες ὅ τι περ μάλιστ' ἀγαπῶσι τῶν ἐν τῷ βίῳ· συζῆν γὰρ βουλόμενοι μετὰ τῶν φίλων. καὶ μοχθηροὶ (10) δὲ γίνονται ὁμοιούμενοι ἀλλήλοις). τὰ δὲ λυπηρὰ φεύγουσιν· ὑπὲρ δὲ τῶν τοιούτων ἥκιστ' ἂν δόξειε παρετέον εἶναι. ἡ δὲ τῶν ἐπιεικῶν ἐπιεικής. [1172a] (1) ὥστ' εἰκότως τούτου ἐφίενται. (20) μάλιστα γὰρ δοκεῖ συνῳκειῶσθαι τῷ γένει ἡμῶν. μή ποτε δὲ οὐ καλῶς τοῦτο . διὸ δεῖν εἰς τοὐναντίον ἄγειν· ἐλθεῖν γὰρ ἂν οὕτως ἐπὶ τὸ μέσον.” περὶ μὲν οὖν φιλίας ἐπὶ τοσοῦτον (15) εἰρήσθω· ἑπόμενον δ' ἂν εἴη διελθεῖν περὶ ἡδονῆς. οἳ δ' ἐξ ἐναντίας κομιδῇ φαῦλον. κοινωνία γὰρ ἡ φιλία. οὕτω καὶ πρὸς τὸν φίλον· περὶ αὑτὸν δ' ἡ αἴσθησις ὅτι ἔστιν αἱρετή. οἳ μὲν ἴσως πεπεισμένοι οὕτω καὶ ἔχειν. οἳ δὲ οἰόμενοι βέλτιον (30) εἶναι πρὸς τὸν βίον ἡμῶν ἀποφαίνειν τὴν ἡδονὴν τῶν φαύλων. διὸ παιδεύουσι τοὺς νέους οἰακίζοντες ἡδονῇ καὶ λύπῃ· δοκεῖ δὲ καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἤθους ἀρετὴν μέγιστον εἶναι τὸ χαίρειν οἷς δεῖ καὶ μισεῖν ἃ δεῖ. ὅθεν “ἐσθλῶν μὲν γὰρ ἄπ' ἐσθλά. ἄλλως τε καὶ πολλὴν ἐχόντων ἀμφισβήτησιν. ταῦτα ποιοῦσι καὶ τούτων κοινωνοῦσιν οἷς οἴονται συζῆν. καὶ περὶ (35) τὸν φίλον δή· ἡ δ' ἐνέργεια γίνεται αὐτῆς ἐν τῷ συζῆν. οἳ δὲ συγκυβεύουσιν. ἄλλοι δὲ συγγυμνάζονται καὶ συγκυνηγοῦσιν (5) ἢ συμφιλοσοφοῦσιν. Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Βιβλίον Κ [1172a] μετὰ δὲ ταῦτα περὶ ἡδονῆς ἴσως ἕπεται διελθεῖν. συναυξανομένη ταῖς ὁμιλίαις· δοκοῦσι δὲ καὶ βελτίους γίνεσθαι ἐνεργοῦντες καὶ διορθοῦντες ἀλλήλους· ἀπομάττονται γὰρ παρ' ἀλλήλων οἷς ἀρέσκονται.μάλιστα τοῦ ἔρωτος ὄντος καὶ γινομένου. καὶ ὅ ποτ' ἐστὶν ἑκάστοις τὸ εἶναι ἢ οὗ χάριν αἱροῦνται τὸ ζῆν. καὶ εἰ μὴ ἐστίν· ῥέπειν γὰρ τοὺς πολλοὺς πρὸς αὐτὴν καὶ δουλεύειν ταῖς ἡδοναῖς. ἐν τούτῳ μετὰ τῶν φίλων βούλονται διάγειν· διόπερ οἳ μὲν συμπίνουσιν.
ἦν ἄν τι λεγόμενον. τἀγαθὸν (15) εἶναι. ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν βίον· συνῳδοὶ γὰρ ὄντες τοῖς ἔργοις πιστεύονται. ταῦτ' εἶναί φαμεν· ὁ δ' ἀναιρῶν ταύτην τὴν πίστιν οὐ πάνυ πιστότερα ἐρεῖ. δῆλον δ' ὡς οὐδ' ἄλλο οὐδὲν τἀγαθὸν ἂν εἴη. τὸ δὲ πᾶσιν ἀγαθόν. εἰ δὲ καὶ τὰ φρόνιμα. καὶ οὐδὲν μᾶλλον ἑτέρου· πᾶν γὰρ μεθ' ἑτέρου ἀγαθοῦ αἱρετώτερον ἢ μονούμενον. οὗ καὶ (35) ἡμεῖς κοινωνοῦμεν. ἐπιστεύοντο δ' οἱ λόγοι διὰ τὴν τοῦ ἤθους ἀρετὴν μᾶλλον ἢ δι' αὑτούς· διαφερόντως γὰρ ἐδόκει σώφρων εἶναι· οὐ δὴ ὡς φίλος τῆς ἡδονῆς ἐδόκει ταῦτα λέγειν. ἔοικε δὴ οὗτός γε ὁ λόγος τῶν ἀγαθῶν αὐτὴν ἀποφαίνειν. καταφρονούμενοι καὶ τἀληθὲς προσαναιροῦσιν· [1172b] (1) ὁ γὰρ ψέγων τὴν ἡδονήν. διὸ προτρέπονται τοὺς συνιέντας ζῆν κατ' αὐτούς. αὔξεσθαι δὲ τὸ ἀγαθὸν αὑτῷ. ὃ μετά τινος τῶν καθ' αὑτὸ ἀγαθῶν αἱρετώτερον γίνεται. ἀλλ' οὕτως ἔχειν κατ' ἀλήθειαν. οὐχ ἧττον δ' ᾤετ' εἶναι φανερὸν ἐκ τοῦ ἐναντίου· τὴν γὰρ λύπην καθ' αὑτὸ πᾶσι φευκτὸν εἶναι. προστιθεμένην τε ὁτῳοῦν τῶν ἀγαθῶν αἱρετώτερον ποιεῖν. ἴσως δὲ καὶ ἐν τοῖς φαύλοις ἔστι τι . εὔδοξος μὲν οὖν τὴν ἡδονὴν τἀγαθὸν ᾤετ' εἶναι διὰ τὸ (10) πάνθ' ὁρᾶν ἐφιέμενα αὐτῆς. ἀποκλίνειν δοκεῖ πρὸς αὐτὴν ὡς τοιαύτην οὖσαν ἅπασαν· τὸ διορίζειν γὰρ οὐκ ἔστι τῶν πολλῶν. τοιούτῳ δὴ λόγῳ καὶ Πλάτων ἀναιρεῖ ὅτι οὐκ ἔστιν ἡδονὴ τἀγαθόν· αἱρετώτερον γὰρ εἶναι (30) τὸν ἡδὺν βίον μετὰ φρονήσεως ἢ χωρίς. καὶ οὗ πάντ' ἐφίεται. μὴ οὐθὲν λέγουσιν. καὶ τὸ μάλιστα κράτιστον· τὸ δὴ πάντ' ἐπὶ ταὐτὸ φέρεσθαι μηνύειν ὡς πᾶσι τοῦτο ἄριστον ὄν (ἕκαστον γὰρ τὸ αὑτῷ ἀγαθὸν εὑρίσκειν. τοιοῦτον γὰρ ἐπιζητεῖται. ἐοίκασιν οὖν οἱ ἀληθεῖς τῶν λόγων οὐ μόνον πρὸς τὸ εἰδέναι (5) χρησιμώτατοι εἶναι. εἰ μὲν γὰρ τὰ ἀνόητα ὀρέγεται αὐτῶν. [1173a] (1) ἃ γὰρ πᾶσι δοκεῖ. οἱ γὰρ περὶ τῶν ἐν τοῖς πάθεσι καὶ (35) ταῖς πράξεσι λόγοι ἧττόν εἰσι πιστοὶ τῶν ἔργων· ὅταν οὖν διαφωνῶσι τοῖς κατὰ τὴν αἴσθησιν. ὡς καθ' αὑτὴν οὖσαν αἱρετὴν τὴν ἡδονήν. τῶν μὲν οὖν τοιούτων ἅλις· τὰ δ' εἰρημένα περὶ τῆς ἡδονῆς ἐπέλθωμεν. τί οὖν ἐστὶ τοιοῦτον.λέγεται. οἱ δ' ἐνιστάμενοι ὡς οὐκ ἀγαθὸν οὗ πάντ' ἐφίεται. ἐν πᾶσι δ' εἶναι τὸ αἱρετὸν τὸ ἐπιεικές. οἷον τῷ (25) δικαιοπραγεῖν καὶ σωφρονεῖν. ὥσπερ καὶ τροφήν). πῶς λέγοιεν ἄν τι. ὀφθείς ποτ' ἐφιέμενος. εἰ δὲ τὸ μικτὸν κρεῖττον. καὶ ἔλλογα καὶ ἄλογα. (20) ὁμοίως δὴ τοὐναντίον αἱρετόν· μάλιστα δ' εἶναι αἱρετὸν ὃ μὴ δι' ἕτερον μηδ' ἑτέρου χάριν αἱρούμεθα· τοιοῦτο δ' ὁμολογουμένως εἶναι τὴν ἡδονήν· οὐδένα γὰρ ἐπερωτᾶν τίνος ἕνεκα ἥδεται. οὐκ εἶναι τὴν ἡδονὴν τἀγαθόν· οὐδενὸς γὰρ προστεθέντος αὐτῷ τἀγαθὸν αἱρετώτερον γίνεσθαι.
πάσῃ γὰρ οἰκεῖον εἶναι δοκεῖ τάχος καὶ βραδυτής. οὐ γάρ φασιν. πρὸς ἄλλο· τῇ δ' ἡδονῇ τούτων οὐδέτερον ὑπάρχει. ἡ δόξα δ' αὕτη δοκεῖ γεγενῆσθαι ἐκ τῶν περὶ τὴν τροφὴν λυπῶν καὶ ἡδονῶν· ἐνδεεῖς γὰρ γενομένους (15) καὶ προλυπηθέντας ἥδεσθαι τῇ ἀναπληρώσει. (5) δοκεῖ γὰρ οὐκ ἐκ τοῦ τυχόντος τὸ τυχὸν γίνεσθαι. τὴν δ' ἡδονὴν ἀναπλήρωσιν. τούτου ἡ λύπη φθορά. τὴν ἡδονὴν κίνησιν καὶ γένεσιν ἀποφαίνειν πειρῶνται. ἀλλὰ γινομένης μὲν ἀναπληρώσεως ἥδοιτ' ἄν τις. τῶν μηδετέρων δὲ μηδέτερον ἢ ὁμοίως· νῦν δὲ φαίνονται τὴν μὲν φεύγοντες ὡς κακόν. καθ' ἃς ἐναργῶς φασὶ μᾶλλον καὶ ἧττον τοὺς ποιοὺς ὑπάρχειν (20) καὶ <πράττειν> κατὰ τὰς ἀρετάς. καὶ διαφέρει τῷ μᾶλλον καὶ ἧττον. τὴν δ' ἡδονὴν ἀόριστον εἶναι. ἐν ᾧ ἡ ἀναπλήρωσις. καθάπερ ὑγίεια ὡρισμένη οὖσα δέχεται τὸ μᾶλλον (25) καὶ [τὸ] ἧττον. οἷον τῇ τοῦ κόσμου. τὴν ἡδονὴν ἀγαθὸν εἶναι· ἀντικεῖσθαι γὰρ καὶ κακὸν κακῷ καὶ ἄμφω τῷ μηδετέρῳ--λέγοντες ταῦτα οὐ κακῶς. οὐκ ἔοικε δὲ οὐδὲ περὶ τοῦ ἐναντίου καλῶς λέγεσθαι. τοῦτ' ἂν καὶ ἥδοιτο· τὸ σῶμα ἄρα· οὐ δοκεῖ δέ· οὐδ' ἔστιν ἄρα ἡ ἀναπλήρωσις ἡδονή. ὃ ἐφίεται τοῦ οἰκείου ἀγαθοῦ. εἰ δὲ ταῖς ἡδοναῖς. μή ποτ' οὐ λέγουσι τὸ αἴτιον. ταῦτα δὲ σωματικά ἐστι τὰ πάθη. οὐ μὴν οὐδ' εἰ μὴ τῶν ποιοτήτων ἐστὶν ἡ ἡδονή. βαδίζειν δὲ καὶ αὔξεσθαι καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα. καὶ λέγουσι δὲ τὴν μὲν λύπην ἔνδειαν τοῦ κατὰ φύσιν εἶναι. εἰ δή ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν ἀναπλήρωσις (10) ἡ ἡδονή. οὐ καλῶς δ' ἐοίκασι λέγειν οὐδ' εἶναι κίνησιν. γένεσίς τε πῶς ἂν εἴη. [1173b] (1) ἥδεσθαι δ' οὔ. οὐ μὴν ἐπί γε τῶν εἰρημένων ἀληθεύοντες. οὐδ' ἐν τῷ αὐτῷ μία τις ἀεί. καὶ περὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς. οὕτω καὶ τὴν ἡδονήν. ἂν ὦσιν αἳ μὲν ἀμιγεῖς αἳ δὲ μικταί. τὴν δ' αἱρούμενοι ὡς ἀγαθόν· οὕτω δὴ καὶ ἀντίκειται. ἀλλ' ἐξ οὗ γίνεται. ἔστι δὲ καὶ δικαιοπραγεῖν καὶ σωφρονεῖν μᾶλλον καὶ ἧττον. (10) ἀμφοῖν γὰρ ὄντοιν <τῶν> κακῶν καὶ φευκτὰ ἔδει ἄμφω εἶναι. ἐνεργεῖν δὲ κατ' αὐτὴν οὐκ ἔστι ταχέως. τὰς δὲ κινήσεις καὶ τὰς γενέσεις (30) ἀτελεῖς. οὐδὲ πρὸς ἕτερον. ὅτι δέχεται τὸ μᾶλλον καὶ [τὸ] ἧττον. τέλειόν τε τἀγαθὸν τιθέντες. εἰς τοῦτο διαλύεσθαι· καὶ οὗ γένεσις ἡ ἡδονή. καὶ εἰ μὴ καθ' αὑτήν. οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ συμμετρία ἐν πᾶσίν ἐστιν. λέγω δ' ἥδεσθαι. εἰ ἡ λύπη κακόν ἐστι. καὶ τί κωλύει. εἰ μὲν οὖν ἐκ τοῦ ἥδεσθαι τοῦτο κρίνουσι. καὶ †τεμνόμενος† λυποῖτο. τοιοῦτον δὴ καὶ τὸ περὶ τὴν ἡδονὴν ἐνδέχεται εἶναι.φυσικὸν ἀγαθὸν (5) κρεῖττον ἢ καθ' αὑτά. τοῦτο δ' οὐ περὶ . ἀλλ' ἀνιεμένη διαμένει ἕως τινός. μεταβάλλειν μὲν οὖν εἰς τὴν ἡδονὴν ταχέως καὶ βραδέως ἔστιν. οὐδ' ἡ εὐδαιμονία. διὰ τοῦτ' οὐδὲ τῶν ἀγαθῶν· οὐδὲ γὰρ αἱ τῆς (15) ἀρετῆς ἐνέργειαι ποιότητές εἰσιν. λέγουσι δὲ τὸ μὲν ἀγαθὸν ὡρίσθαι. ἔσται ταὐτά· δίκαιοι γάρ εἰσι μᾶλλον καὶ ἀνδρεῖοι. ἡσθῆναι μὲν γὰρ ἔστι ταχέως ὥσπερ ὀργισθῆναι.
οὗ γένοιτ' ἂν ἀναπλήρωσις. οἷον ἡ οἰκοδομική. ὅλον γάρ τι ἐστί. τί δ' ἐστὶν ἢ ποῖόν τι. μνημονεύειν. καὶ τὸ ὑγιαίνειν. καὶ (10) ὅτι εἰσί τινες αἱρεταὶ καθ' αὑτὰς διαφέρουσαι τῷ εἴδει ἢ ἀφ' ὧν. [1174a] (1) οὐδείς τ' ἂν ἕλοιτο ζῆν παιδίου διάνοιαν ἔχων διὰ βίου. καὶ κατ' οὐδένα χρόνον λάβοι τις ἂν ἡδονὴν ἧς ἐπὶ πλείω χρόνον γινομένης τελειωθήσεται τὸ εἶδος. οἷον ὁρᾶν. τὰ μὲν οὖν λεγόμενα περὶ τῆς ἡδονῆς καὶ λύπης ἱκανῶς εἰρήσθω. δῆλον ἔοικεν εἶναι. ὅτι μὲν οὖν οὔτε τἀγαθὸν ἡ ἡδονὴ οὔτε πᾶσα αἱρετή. ὃ δὲ πρὸς ἡδονήν. καταφανέστερον γένοιτ' ἂν ἀπ' ἀρχῆς ἀναλαβοῦσιν. τὸν δ' ἐπαινοῦσιν ὡς πρὸς ἕτερα ὁμιλοῦντα. διόπερ οὐδὲ κίνησίς ἐστιν. καθάπερ οὐδὲ τὰ τοῖς κάμνουσιν ὑγιεινὰ ἢ γλυκέα ἢ πικρά. οὐδενὸς (20) γὰρ ἔνδεια γεγένηται. οὐδ' αὖ (25) λευκὰ τὰ φαινόμενα τοῖς ὀφθαλμιῶσιν)· ἢ οὕτω λέγοι τις ἄν. περὶ πολλά τε σπουδὴν ποιησαίμεθ' (5) ἂν καὶ εἰ μηδεμίαν ἐπιφέροι ἡδονήν. προδόντι δ' οὔ. εἰ δ' ἐξ ἀνάγκης ἕπονται τούτοις ἡδοναί. μηδέποτε μέλλων λυπηθῆναι.πάσας συμβαίνει τὰς ἡδονάς· ἄλυποι γάρ εἰσιν αἵ τε μαθηματικαὶ καὶ τῶν κατὰ τὰς αἰσθήσεις αἱ διὰ τῆς ὀσφρήσεως. τίνος οὖν αὗται γενέσεις ἔσονται. καὶ ἀκροάματα δὲ καὶ ὁράματα πολλὰ καὶ μνῆμαι καὶ ἐλπίδες. ἡδόμενος ἐφ' οἷς τὰ παιδία ὡς οἷόν τε μάλιστα. οὐ μὴν ἀπό γε τούτων. καὶ τῷ μὲν ὀνειδίζεται. ἐν δὲ τοῖς μέρεσι καὶ τῷ χρόνῳ πᾶσαι ἀτελεῖς. πρὸς δὲ τοὺς προφέροντας τὰς ἐπονειδίστους τῶν ἡδονῶν λέγοι τις ἂν ὅτι οὐκ ἔστι ταῦθ' ἡδέα (οὐ γὰρ εἰ τοῖς κακῶς διακειμένοις ἡδέα ἐστίν. οὐδὲ χαίρειν ποιῶν τι τῶν αἰσχίστων. ἢ ἐν ἅπαντι δὴ τῷ χρόνῳ ἢ τούτῳ. ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. καὶ . δοκεῖ γὰρ ἡ μὲν ὅρασις καθ' ὁντινοῦν (15) χρόνον τελεία εἶναι· οὐ γάρ ἐστιν ἐνδεὴς οὐδενὸς ὃ εἰς ὕστερον γινόμενον τελειώσει αὐτῆς τὸ εἶδος· τοιούτῳ δ' ἔοικε καὶ ἡ ἡδονή. ἐμφανίζειν δὲ δοκεῖ καὶ ὁ φίλος ἕτερος ὢν τοῦ κόλακος οὐκ οὖσαν ἀγαθὸν τὴν ἡδονὴν ἢ διαφόρους εἴδει· ὃ μὲν γὰρ πρὸς τἀγαθὸν ὁμιλεῖν δοκεῖ. ὅτι αἱ μὲν ἡδοναὶ αἱρεταί εἰσιν. οὐ μὴν ὁτιοῦν φαγόντι· ἢ τῷ εἴδει διαφέρουσιν αἱ ἡδοναί· ἕτεραι γὰρ αἱ ἀπὸ τῶν καλῶν τῶν ἀπὸ τῶν αἰσχρῶν. εἰδέναι. οἰητέον αὐτὰ καὶ ἡδέα εἶναι πλὴν τούτοις. ἐν χρόνῳ γὰρ πᾶσα κίνησις (20) καὶ τέλους τινός. ὥσπερ καὶ τὸ πλουτεῖν. τὰς ἀρετὰς ἔχειν. καὶ οὐκ ἔστιν ἡσθῆναι (30) τὴν τοῦ δικαίου μὴ ὄντα δίκαιον οὐδὲ τὴν τοῦ μουσικοῦ μὴ ὄντα μουσικόν. οὐδὲν διαφέρει· ἑλοίμεθα γὰρ ἂν ταῦτα καὶ εἰ μὴ γίνοιτ' ἀπ' αὐτῶν ἡδονή. καὶ τελεία ὅταν ποιήσῃ οὗ ἐφίεται.
ἀλλὰ καὶ ἐν τόπῳ οὖσαν. τῆς ἡδονῆς δ' ἐν ὁτῳοῦν χρόνῳ τέλειον τὸ εἶδος. αἰσθήσεως δὲ πάσης πρὸς τὸ αἰσθητὸν ἐνεργούσης. (15) τελείως δὲ τῆς εὖ διακειμένης πρὸς τὸ κάλλιστον τῶν ὑπὸ τὴν αἴσθησιν ̔τοιοῦτον γὰρ μάλιστ' εἶναι δοκεῖ ἡ τελεία ἐνέργεια· αὐτὴν δὲ λέγειν ἐνεργεῖν. καὶ ταύτης διαφοραὶ κατ' εἴδη. ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ βαδίσει· τὸ γὰρ πόθεν ποῖ οὐ τὸ αὐτὸ ἐν τῷ σταδίῳ καὶ ἐν τῷ μέρει. οὐ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἥ τε ἡδονὴ τελειοῖ καὶ τὸ αἰσθητόν τε (25) καὶ ἡ αἴσθησις. ἀλλὰ τῶν μεριστῶν καὶ μὴ ὅλων· οὐδὲ γὰρ ὁράσεώς ἐστι γένεσις οὐδὲ στιγμῆς οὐδὲ μονάδος. ὁμοίως δὲ καὶ διάνοιαν καὶ θεωρίαν. οὐδὲ τὸ διεξιέναι τὴν γραμμὴν τήνδε κἀκείνην· [1174b] (1) οὐ μόνον γὰρ γραμμὴν διαπορεύεται. δῆλον (φαμὲν γὰρ ὁράματα καὶ ἀκούσματα εἶναι ἡδέα)· δῆλον δὲ καὶ ὅτι μάλιστα. κατὰ πᾶσαν γὰρ αἴσθησίν ἐστιν ἡδονή. ἐπειδὰν ἥ τε αἴσθησις ᾖ κρατίστη καὶ πρὸς τοιοῦτον ἐνεργῇ· τοιούτων δ' (30) ὄντων τοῦ τε αἰσθητοῦ καὶ τοῦ αἰσθανομένου. καὶ ἐν ἑτέρῳ μέρει καὶ ἐν ἑτέρῳ.ἕτεραι τῷ εἴδει τῆς ὅλης καὶ ἀλλήλων. καὶ αὗται τῆς τοῦ ναοῦ ποιήσεως· καὶ (25) ἡ μὲν τοῦ ναοῦ τελεία (οὐδενὸς γὰρ ἐνδεὴς πρὸς τὸ προκείμενον). καὶ τῶν ὅλων τι καὶ τελείων ἡ ἡδονή. ἡδίστη δ' ἡ τελειοτάτη. καθ' ἑκάστην δ' αἴσθησιν ὅτι γίνεται ἡδονή. ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ βαδίσεως καὶ τῶν λοιπῶν. ἐκ τούτων δὲ δῆλον καὶ (10) ὅτι οὐ καλῶς λέγουσι κίνησιν ἢ γένεσιν εἶναι τὴν ἡδονήν. δι' ἀκριβείας μὲν οὖν περὶ κινήσεως ἐν ἄλλοις εἴρηται. εἰ (30) γάρ ἐστιν ἡ φορὰ κίνησις πόθεν ποῖ. οὐδὲ τούτων οὐθὲν κίνησις οὐδὲ γένεσις· οὐδὲ δὴ ἡδονῆς· ὅλον γάρ τι. ἔοικε δ' οὐκ ἐν ἅπαντι χρόνῳ τελεία εἶναι. πτῆσις βάδισις ἅλσις καὶ τὰ τοιαῦτα. καθ' ἑκάστην δὴ βελτίστη ἐστὶν ἡ ἐνέργεια τοῦ ἄριστα διακειμένου πρὸς τὸ κράτιστον τῶν ὑπ' αὐτήν. δόξειε δ' ἂν τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ μὴ ἐνδέχεσθαι κινεῖσθαι μὴ ἐν χρόνῳ. ἢ ἐν ᾧ ἐστί. οἷον τοῖς ἀκμαίοις ἡ ὥρα. τελειοῖ δὲ τὴν ἐνέργειαν ἡ ἡδονὴ οὐχ ὡς ἡ ἕξις ἐνυπάρχουσα. δῆλον οὖν ὡς ἕτεραί τ' ἂν εἶεν ἀλλήλων. τελειοτάτη δ' ἡ τοῦ εὖ ἔχοντος πρὸς τὸ σπουδαιότατον τῶν ὑπ' αὐτήν· τελειοῖ δὲ τὴν ἐνέργειαν ἡ ἡδονή. ἀλλ' εἴπερ. οὐ μόνον δ' οὕτως. ἐν ἑτέρῳ δ' αὕτη ἐκείνης. ἀλλ' αἱ πολλαὶ ἀτελεῖς καὶ διαφέρουσαι τῷ (5) εἴδει. εἴπερ τὸ πόθεν ποῖ εἰδοποιόν. ἡ γὰρ τῶν λίθων σύνθεσις ἑτέρα τῆς τοῦ κίονος ῥαβδώσεως. καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ὁτῳοῦν χρόνῳ λαβεῖν κίνησιν τελείαν τῷ εἴδει. τῷ εἴδει οὖν διαφέρουσι. αὕτη δ' ἂν (20) τελειοτάτη εἴη καὶ ἡδίστη. σπουδαῖα ὄντα. ἕως ἂν οὖν τό τε . ἡ δὲ τῆς κρηπῖδος καὶ τοῦ τριγλύφου ἀτελής· μέρους γὰρ ἑκατέρα. ἀλλ' ὡς ἐπιγινόμενόν τι τέλος. οὐ γὰρ πάντων ταῦτα λέγεται. ἥδεσθαι δέ· τὸ γὰρ ἐν τῷ νῦν ὅλον τι. ἐν τῷ ἅπαντι. μηθὲν διαφερέτὠ. ἀεὶ ἔσται ἡδονὴ ὑπάρχοντός γε τοῦ τε ποιήσοντος καὶ τοῦ πεισομένου. ὥσπερ οὐδ' ἡ ὑγίεια καὶ ὁ ἰατρὸς ὁμοίως αἰτία ἐστὶ τοῦ ὑγιαίνειν.
ὁ δὲ φιλομαθὴς τῇ διανοίᾳ περὶ τὰ (15) θεωρήματα. ἔνια δὲ τέρπει καινὰ ὄντα. οἷον ὁ μὲν μουσικὸς τῇ ἀκοῇ περὶ τὰ μέλη. πῶς οὖν οὐδεὶς συνεχῶς ἥδεται. ὥστε . ὅθεν δοκοῦσι καὶ τῷ εἴδει διαφέρειν. φανείη δ' ἂν τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ συνῳκειῶσθαι τῶν ἡδονῶν ἑκάστην (30) τῇ ἐνεργείᾳ ἣν τελειοῖ. μᾶλλον γὰρ ἕκαστα κρίνουσι καὶ ἐξακριβοῦσιν οἱ μεθ' ἡδονῆς ἐνεργοῦντες. ὁμοίως δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων συμβαίνει. οἷον γεωμετρικοὶ γίνονται οἱ χαίροντες τῷ γεωμετρεῖν. ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦτ' ἂν φανείη ἐκ τοῦ τὰς ἀφ' ἑτέρων ἡδονὰς ἐμποδίους ταῖς ἐνεργείαις εἶναι. ἢ κάμνει. διαφέρουσι δ' αἱ τῆς διανοίας τῶν κατὰ τὰς αἰσθήσεις καὶ αὐταὶ ἀλλήλων κατ' εἶδος· καὶ αἱ τελειοῦσαι δὴ ἡδοναί. ὀρέγεσθαι δὲ τῆς ἡδονῆς οἰηθείη τις ἂν ἅπαντας. πάντα γὰρ τὰ ἀνθρώπεια ἀδυνατεῖ (5) συνεχῶς ἐνεργεῖν. μᾶλλον. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ φιλόμουσοι καὶ φιλοικοδόμοι καὶ τῶν ἄλλων (35) ἕκαστοι ἐπιδιδόασιν εἰς τὸ οἰκεῖον ἔργον χαίροντες αὐτῷ· συναύξουσι δὲ αἱ ἡδοναί. συναύξει γὰρ τὴν ἐνέργειαν ἡ οἰκεία ἡδονή. [1175a] (1) ἔσται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἡ ἡδονή· ὁμοίων γὰρ ὄντων καὶ πρὸς ἄλληλα τὸν αὐτὸν τρόπον ἐχόντων τοῦ τε παθητικοῦ καὶ τοῦ ποιητικοῦ ταὐτὸ πέφυκε γίνεσθαι. οὗ ὀρέγονται. ὅταν ἅμα περὶ δύο ἐνεργῇ· ἡ γὰρ ἡδίων τὴν ἑτέραν ἐκκρούει. τὰ δὲ συναύξοντα οἰκεῖα· [1175b] (1) τοῖς ἑτέροις δὲ τῷ εἴδει καὶ τὰ οἰκεῖα ἕτερα τῷ εἴδει. τὰ γὰρ ἕτερα τῷ εἴδει ὑφ' ἑτέρων οἰόμεθα τελειοῦσθαι (οὕτω γὰρ φαίνεται καὶ τὰ φυσικὰ καὶ τὰ ὑπὸ τέχνης. αἱρετὸν ὄν. συνεζεῦχθαι μὲν γὰρ ταῦτα (20) φαίνεται καὶ χωρισμὸν οὐ δέχεσθαι· ἄνευ τε γὰρ ἐνεργείας οὐ γίνεται ἡδονή. οἷον ζῷα καὶ δένδρα καὶ γραφὴ καὶ ἄγαλμα (25) καὶ οἰκία καὶ σκεῦος)· ὁμοίως δὲ καὶ τὰς ἐνεργείας τὰς διαφερούσας τῷ εἴδει ὑπὸ διαφερόντων εἴδει τελειοῦσθαι. κἂν πολὺ διαφέρῃ κατὰ τὴν ἡδονήν. ἀφείσθω ἐν τῷ παρόντι. ὥσπερ κατὰ τὴν ὄψιν οἱ ἐμβλέποντες. μετέπειτα δ' οὐ τοιαύτη ἡ ἐνέργεια ἀλλὰ (10) παρημελημένη· διὸ καὶ ἡ ἡδονὴ ἀμαυροῦται. καὶ ἕκαστος περὶ ταῦτα καὶ τούτοις ἐνεργεῖ ἃ καὶ μάλιστ' ἀγαπᾷ. ἐὰν κατακούσωσιν αὐλοῦντος. καὶ τὸ ζῆν δή. οὐ γίνεται οὖν οὐδ' ἡδονή· ἕπεται γὰρ τῇ ἐνεργείᾳ. ὕστερον δὲ οὐχ ὁμοίως διὰ ταὐτό· τὸ μὲν γὰρ πρῶτον παρακέκληται ἡ διάνοια καὶ διατεταμένως περὶ αὐτὰ ἐνεργεῖ. οἱ γὰρ φίλαυλοι ἀδυνατοῦσι τοῖς λόγοις προσέχειν. ὅτι καὶ τοῦ ζῆν ἅπαντες ἐφίενται· ἡ δὲ ζωὴ ἐνέργειά τις ἐστί. μᾶλλον χαίροντες (5) αὐλητικῇ τῆς παρούσης ἐνεργείας· ἡ κατὰ τὴν αὐλητικὴν οὖν ἡδονὴ τὴν περὶ τὸν λόγον ἐνέργειαν φθείρει. εὐλόγως οὖν καὶ τῆς ἡδονῆς ἐφίενται· τελειοῖ γὰρ ἑκάστῳ τὸ ζῆν. πᾶσάν τε ἐνέργειαν τελειοῖ ἡ ἡδονή. πότερον δὲ διὰ τὴν ἡδονὴν τὸ ζῆν αἱρούμεθα ἢ διὰ τὸ ζῆν τὴν ἡδονήν. καὶ κατανοοῦσιν ἕκαστα μᾶλλον.νοητὸν ἢ αἰσθητὸν ᾖ οἷον δεῖ καὶ τὸ κρῖνον ἢ θεωροῦν. οὕτω δὲ καὶ τῶν λοιπῶν ἕκαστος· ἡ δ' ἡδονὴ τελειοῖ τὰς ἐνεργείας.
(30) οἰκειότεραι δὲ ταῖς ἐνεργείαις αἱ ἐν αὐταῖς ἡδοναὶ τῶν ὀρέξεων· αἳ μὲν γὰρ διωρισμέναι εἰσὶ καὶ τοῖς χρόνοις καὶ τῇ φύσει. οὐ μὴν ἔοικέ γε ἡ ἡδονὴ διάνοια εἶναι οὐδ' αἴσθησις (ἄτοπον (35) γάρ). διὸ χαίροντες ὁτῳοῦν σφόδρα οὐ πάνυ δρῶμεν ἕτερον. καὶ ἀκοὴ καὶ ὄσφρησις γεύσεως· ὁμοίως δὴ διαφέρουσι καὶ αἱ ἡδοναί. ὅταν φαῦλοι οἱ ἀγωνιζόμενοι ὦσι. πλὴν οὐχ ὁμοίως. καὶ τούτων αἱ περὶ τὴν διάνοιαν. καὶ τῶν μὲν αἱρετῶν οὐσῶν τῶν δὲ φευκτῶν τῶν δ' οὐδετέρων. ὥσπερ οὖν αἱ ἐνέργειαι ἕτεραι. τῶν δ' αἰσχρῶν ψεκταί.μηδ' ἐνεργεῖν κατὰ (10) τὴν ἑτέραν. καὶ ἔστιν ἑκάστου μέτρον ἡ ἀρετὴ καὶ ἁγαθός. ἡ μὲν οὖν τῇ σπουδαίᾳ οἰκεία ἐπιεικής. αἳ δὲ σύνεγγυς ταῖς ἐνεργείαις. (5) καὶ ἐφ' ἑκάστῳ δὲ θεωροῦντι τοῦτ' ἂν φανείη· ἑτέρα γὰρ ἵππου ἡδονὴ καὶ κυνὸς καὶ ἀνθρώπου. αἱ δ' ἀλλότριαι λυμαίνονται. ἀλλὰ διὰ τὸ μὴ χωρίζεσθαι φαίνεταί τισι ταὐτόν. καὶ ἀδιόριστοι οὕτως ὥστ' ἔχειν ἀμφισβήτησιν εἰ ταὐτόν ἐστιν ἡ ἐνέργεια τῇ ἡδονῇ. αἱ μὲν οὖν τῶν ἑτέρων τῷ εἴδει διαφέρουσιν εἴδει. εἰ δὲ τοῦτο καλῶς λέγεται. δοκεῖ δ' εἶναι ἑκάστῳ ζῴῳ καὶ ἡδονὴ οἰκεία. καθάπερ δοκεῖ. ὥσπερ καὶ ἔργον· ἡ γὰρ κατὰ τὴν ἐνέργειαν. σχεδὸν γὰρ αἱ ἀλλότριαι ἡδοναὶ ποιοῦσιν ὅπερ αἱ οἰκεῖαι λῦπαι· φθείρουσι γὰρ τὰς ἐνεργείας αἱ οἰκεῖαι λῦπαι. καὶ ἑκάτεραι ἀλλήλων. καὶ ἡδοναὶ εἶεν ἂν αἱ τούτῳ φαινόμεναι καὶ . καὶ τοῖς μὲν λυπηρὰ καὶ μισητά ἐστι τοῖς δὲ ἡδέα καὶ φιλητά. οἷον καὶ ἐν τοῖς θεάτροις οἱ τραγηματίζοντες. ἐπεὶ δ' ἡ μὲν οἰκεία ἡδονὴ ἐξακριβοῖ τὰς ἐνεργείας καὶ χρονιωτέρας καὶ (15) βελτίους ποιεῖ. δοκεῖ δ' ἐν ἅπασι τοῖς τοιούτοις εἶναι τὸ φαινόμενον τῷ σπουδαίῳ. [1176a] (1) διαφέρει δὲ ἡ ὄψις ἁφῆς καθαρειότητι. ὁμοίως ἔχουσι καὶ αἱ ἡδοναί· καθ' ἑκάστην γὰρ ἐνέργειαν οἰκεία ἡδονὴ ἔστιν. ὁμοίως δὲ τοῦτο καὶ ἐφ' ἑτέρων συμβαίνει. καθάπερ Ἡράκλειτός φησιν ὄνους σύρματ' ἂν ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ χρυσόν· ἥδιον γὰρ χρυσοῦ τροφὴ ὄνοις. ᾗ τοιοῦτος. τὰς δὲ τῶν αὐτῶν ἀδιαφόρους εὔλογον εἶναι. συμβαίνει δὴ περὶ τῆς ἐνεργείας τοὐναντίον ἀπὸ τῶν οἰκείων ἡδονῶν τε καὶ λυπῶν· οἰκεῖαι δ' εἰσὶν αἱ ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ καθ' αὑτὴν γινόμεναι. αἱ δ' ἀλλότριαι ἡδοναὶ εἴρηται ὅτι παραπλήσιόν τι τῇ λύπῃ ποιοῦσιν· φθείρουσι γάρ. καὶ ἐπὶ γλυκέων δὲ τοῦτο συμβαίνει· οὐ γὰρ τὰ αὐτὰ δοκεῖ τῷ πυρέττοντι καὶ τῷ ὑγιαίνοντι. καὶ αἱ ἡδοναί. ἡ δὲ τῇ φαύλῃ μοχθηρά· καὶ γὰρ αἱ ἐπιθυμίαι τῶν μὲν καλῶν ἐπαινεταί. διαφερουσῶν δὲ τῶν ἐνεργειῶν ἐπιεικείᾳ (25) καὶ φαυλότητι. (10) διαλλάττουσι δ' οὐ σμικρὸν ἐπί γε τῶν ἀνθρώπων· τὰ γὰρ αὐτὰ τοὺς μὲν τέρπει τοὺς δὲ λυπεῖ. δῆλον ὡς πολὺ διεστᾶσιν. οἷον εἴ τῳ τὸ γράφειν ἀηδὲς καὶ ἐπίλυπον ἢ τὸ λογίζεσθαι· ὃ μὲν γὰρ οὐ γράφει. καὶ ἄλλα ποιοῦμεν ἄλλοις ἠρέμα ἀρεσκόμενοι. λυπηρᾶς οὔσης τῆς (20) ἐνεργείας. ὃ δ' οὐ λογίζεται. οὐδὲ θερμὸν εἶναι τῷ ἀσθενεῖ καὶ τῷ (15) εὐεκτικῷ. τότε μάλιστ' αὐτὸ δρῶσιν.
καὶ τίμια καὶ ἡδέα ἐστὶ τὰ τῷ σπουδαίῳ τοιαῦτα ὄντα· ἑκάστῳ δ' ἡ κατὰ τὴν οἰκείαν ἕξιν . καθάπερ ἐν τοῖς πρότερον εἴρηται. οὐδὲν δ' ἴσως σημεῖον οἱ τοιοῦτοί εἰσιν· οὐ γὰρ ἐν τῷ δυναστεύειν ἡ ἀρετὴ οὐδ' ὁ νοῦς. ταύταις γὰρ ἕπονται αἱ ἡδοναί. πλὴν τοῖς διεφθαρμένοις· τῶν δ' ἐπιεικῶν εἶναι δοκουσῶν ποίαν ἢ (25) τίνα φατέον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι. ἐπειδὴ τέλος αὐτὴν τίθεμεν τῶν ἀνθρωπίνων. (20) τὰ δὲ τούτῳ δυσχερῆ εἴ τῳ φαίνεται ἡδέα. λοιπὸν περὶ εὐδαιμονίας τύπῳ διελθεῖν. τοιαῦται δ' εἶναι δοκοῦσιν αἱ κατ' ἀρετὴν πράξεις· τὰ γὰρ καλὰ καὶ σπουδαῖα πράττειν τῶν δι' αὑτὰ αἱρετῶν. ἢ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν δῆλον. αἱ ταύτας τελειοῦσαι ἡδοναὶ κυρίως λέγοιντ' ἂν ἀνθρώπου ἡδοναὶ εἶναι. τὰς μὲν οὖν ὁμολογουμένως αἰσχρὰς δῆλον ὡς οὐ φατέον ἡδονὰς εἶναι. καθ' αὑτὰς δ' εἰσὶν αἱρεταὶ ἀφ' ὧν μηδὲν ἐπιζητεῖται παρὰ τὴν ἐνέργειαν. ἀναλαβοῦσι δὴ τὰ προειρημένα συντομώτερος ἂν εἴη ὁ λόγος. τῶν δ' ἐνεργειῶν αἳ μέν εἰσιν ἀναγκαῖαι καὶ δι' ἕτερα αἱρεταὶ αἳ δὲ καθ' αὑτάς. ἀμελοῦντες τῶν σωμάτων καὶ τῆς κτήσεως. καθάπερ οὖν (25) πολλάκις εἴρηται. οὕτω καὶ φαύλοις καὶ ἐπιεικέσιν. οὐδὲν θαυμαστόν· πολλαὶ γὰρ φθοραὶ καὶ λῦμαι ἀνθρώπων γίνονται· ἡδέα δ' οὐκ ἔστιν. (15) ἐν τούτοις παρέχουσι σφᾶς αὐτοὺς ἡδεῖς. ἀφ' ὧν αἱ σπουδαῖαι ἐνέργειαι· οὐδ' εἰ ἄγευστοι οὗτοι ὄντες (20) ἡδονῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἐλευθερίου ἐπὶ τὰς σωματικὰς καταφεύγουσιν. ὥσπερ αἱ ἐνέργειαι. αἱ δὲ λοιπαὶ δευτέρως καὶ πολλοστῶς. ἀλλὰ τούτοις καὶ οὕτω διακειμένοις. δέονται δὲ τοιούτων. ὥσπερ παισὶ καὶ ἀνδράσιν ἕτερα φαίνεται τίμια. εἴτ' οὖν μία ἐστὶν εἴτε πλείους αἱ τοῦ τελείου καὶ μακαρίου ἀνδρός. εὔλογον δή. εἴπομεν δὴ ὅτι οὐκ ἔστιν ἕξις· καὶ γὰρ τῷ καθεύδοντι διὰ βίου ὑπάρχοι ἄν. καὶ τῷ δυστυχοῦντι τὰ μέγιστα. καταφεύγουσι δ' ἐπὶ τὰς τοιαύτας διαγωγὰς τῶν εὐδαιμονιζομένων οἱ πολλοί. διὰ τοῦτο ταύτας οἰητέον αἱρετωτέρας εἶναι· καὶ γὰρ οἱ παῖδες τὰ παρ' αὑτοῖς τιμώμενα κράτιστα οἴονται εἶναι. ἀλλὰ μᾶλλον εἰς ἐνέργειάν τινα θετέον. διὸ παρὰ τοῖς τυράννοις εὐδοκιμοῦσιν οἱ ἐν ταῖς τοιαύταις διαγωγαῖς εὐτράπελοι· ὧν γὰρ ἐφίενται. (30) εἰρημένων δὲ τῶν περὶ τὰς ἀρετάς τε καὶ φιλίας καὶ ἡδονάς. φυτῶν (35) ζῶντι βίον. δοκεῖ μὲν οὖν εὐδαιμονικὰ ταῦτα εἶναι διὰ τὸ τοὺς ἐν δυναστείαις ἐν τούτοις ἀποσχολάζειν. δῆλον ὅτι τὴν εὐδαιμονίαν τῶν καθ' αὑτὰς αἱρετῶν τινὰ θετέον καὶ (5) οὐ τῶν δι' ἄλλο· οὐδενὸς γὰρ ἐνδεὴς ἡ εὐδαιμονία ἀλλ' αὐτάρκης.ἡδέα οἷς οὗτος χαίρει. καὶ τῶν παιδιῶν δὲ αἱ ἡδεῖαι· οὐ γὰρ δι' (10) ἕτερα αὐτὰς αἱροῦνται· βλάπτονται γὰρ ἀπ' αὐτῶν μᾶλλον ἢ ὠφελοῦνται. [1176b] (1) εἰ δὴ ταῦτα μὴ ἀρέσκει.
οὐ γὰρ ἐν ταῖς τοιαύταις διαγωγαῖς ἡ (10) εὐδαιμονία. ἀδυνατοῦντες (35) δὲ συνεχῶς πονεῖν ἀναπαύσεως δέονται. παίζειν δ' ὅπως σπουδάζῃ. ἀλλ' ὅμως αὐταρκέστατος. (30) τοῖς δὲ τοιούτοις ἱκανῶς κεχορηγημένων ὁ μὲν δίκαιος δεῖται πρὸς οὓς δικαιοπραγήσει καὶ μεθ' ὧν. [1177b] . εἴτε θεῖον ὂν καὶ αὐτὸ εἴτε τῶν ἐν ἡμῖν τὸ θειότατον. οὐκ ἐν παιδιᾷ ἄρα ἡ εὐδαιμονία· καὶ γὰρ ἄτοπον τὸ τέλος εἶναι παιδιάν. ἥ τε λεγομένη αὐτάρκεια περὶ τὴν θεωρητικὴν μάλιστ' ἂν εἴη· τῶν μὲν γὰρ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων καὶ σοφὸς καὶ δίκαιος καὶ οἱ λοιποὶ δέονται. κατ' Ἀνάχαρσιν.αἱρετωτάτη ἐνέργεια. ὁμοίως δὲ καὶ ὁ σώφρων καὶ ὁ ἀνδρεῖος καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστος. ὁμολογούμενον δὲ τοῦτ' ἂν δόξειεν εἶναι καὶ τοῖς πρότερον καὶ τῷ ἀληθεῖ. περὶ ἃ ὁ νοῦς)· ἔτι δὲ συνεχεστάτη· θεωρεῖν [τε] γὰρ δυνάμεθα συνεχῶς μᾶλλον ἢ πράττειν ὁτιοῦν. καὶ τῶν γνωστῶν. κρατίστη τε γὰρ (20) αὕτη ἐστὶν ἡ ἐνέργεια (καὶ γὰρ ὁ νοῦς τῶν ἐν ἡμῖν. καθάπερ καὶ πρότερον εἴρηται. ἀλλ' οὐκ ἐν παιδιᾷ. εὔλογον δὲ τοῖς εἰδόσι τῶν ζητούντων ἡδίω τὴν διαγωγὴν εἶναι. καὶ τῷ σπουδαίῳ δὴ ἡ κατὰ τὴν ἀρετήν. εἰ δ' ἐστὶν ἡ εὐδαιμονία κατ' ἀρετὴν ἐνέργεια. ὃ δὴ κατὰ φύσιν δοκεῖ ἄρχειν καὶ ἡγεῖσθαι (15) καὶ ἔννοιαν ἔχειν περὶ καλῶν καὶ θείων. βελτίω τε λέγομεν τὰ σπουδαῖα τῶν γελοίων καὶ μετὰ παιδιᾶς. καὶ πραγματεύεσθαι καὶ κακοπαθεῖν τὸν βίον (30) ἅπαντα τοῦ παίζειν χάριν. ἡ τούτου ἐνέργεια κατὰ τὴν οἰκείαν ἀρετὴν εἴη ἂν ἡ τελεία εὐδαιμονία. ἅπαντα γὰρ ὡς εἰπεῖν ἑτέρου ἕνεκα αἱρούμεθα πλὴν τῆς εὐδαιμονίας· τέλος γὰρ αὕτη. καὶ τοῦ βελτίονος ἀεὶ καὶ (5) μορίου καὶ ἀνθρώπου σπουδαιοτέραν τὴν ἐνέργειαν· ἡ δὲ τοῦ βελτίονος κρείττων καὶ εὐδαιμονικωτέρα ἤδη. ὅτι δ' ἐστὶ θεωρητική. εὔλογον κατὰ τὴν κρατίστην· αὕτη δ' ἂν εἴη τοῦ ἀρίστου. ἡδίστη δὲ τῶν κατ' ἀρετὴν ἐνεργειῶν ἡ κατὰ τὴν σοφίαν ὁμολογουμένως (25) ἐστίν· δοκεῖ γοῦν ἡ φιλοσοφία θαυμαστὰς ἡδονὰς ἔχειν καθαρειότητι καὶ τῷ βεβαίῳ. σπουδάζειν δὲ καὶ πονεῖν παιδιᾶς χάριν ἠλίθιον φαίνεται καὶ λίαν παιδικόν. εἰ μὴ καὶ βίου. οἰόμεθά τε δεῖν ἡδονὴν παραμεμῖχθαι τῇ εὐδαιμονίᾳ. οὐ δὴ τέλος ἡ ἀνάπαυσις· [1177a] (1) γίνεται γὰρ ἕνεκα τῆς ἐνεργείας. εἴρηται. μᾶλλον· βέλτιον δ' ἴσως συνεργοὺς ἔχων. ἀπολαύσειέ τ' ἂν τῶν σωματικῶν ἡδονῶν ὁ τυχὼν καὶ ἀνδράποδον οὐχ ἧττον τοῦ ἀρίστου· εὐδαιμονίας δ' οὐδεὶς ἀνδραπόδῳ μεταδίδωσιν. ὁ δὲ σοφὸς καὶ καθ' αὑτὸν ὢν δύναται θεωρεῖν. ὀρθῶς ἔχειν δοκεῖ· ἀναπαύσει γὰρ ἔοικεν ἡ παιδιά. εἴτε δὴ νοῦς τοῦτο εἴτε ἄλλο τι. ἀλλ' ἐν ταῖς κατ' ἀρετὴν ἐνεργείαις. καὶ ὅσῳ ἂν σοφώτερος ᾖ. δοκεῖ δ' ὁ εὐδαίμων βίος κατ' ἀρετὴν εἶναι· οὗτος δὲ μετὰ σπουδῆς.
εἴπερ τοῦτο μάλιστα ἄνθρωπος. (25) λαβοῦσα μῆκος βίου τέλειον· οὐδὲν γὰρ ἀτελές ἐστι τῶν τῆς εὐδαιμονίας. εἰ μὴ τὸν αὑτοῦ βίον αἱροῖτο ἀλλά τινος ἄλλου. καὶ πολεμοῦμεν ἵν' εἰρήνην ἄγωμεν. δόξειε δ' ἂν καὶ εἶναι ἕκαστος τοῦτο. τὰ κατὰ ταύτην τὴν ἐνέργειαν φαίνεται ὄντα· ἡ τελεία δὴ εὐδαιμονία αὕτη ἂν εἴη ἀνθρώπου. ἀλλ' ᾗ θεῖόν τι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει· ὅσον δὲ διαφέρει τοῦτο τοῦ συνθέτου. αἱ μὲν πολεμικαὶ καὶ παντελῶς (οὐδεὶς γὰρ αἱρεῖται τὸ πολεμεῖν τοῦ πολεμεῖν ἕνεκα. τοσοῦτον καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς κατὰ τὴν ἄλλην ἀρετήν. εἴπερ τὸ κύριον καὶ ἄμεινον. ἀλλ' ἐφ' ὅσον ἐνδέχεται ἀθανατίζειν καὶ πάντα ποιεῖν πρὸς τὸ ζῆν κατὰ τὸ κράτιστον τῶν ἐν αὑτῷ· εἰ γὰρ καὶ τῷ ὄγκῳ μικρόν ἐστι. ὁ δὲ τοιοῦτος ἂν εἴη βίος κρείττων ἢ κατ' ἄνθρωπον· οὐ γὰρ ᾗ ἄνθρωπός ἐστιν οὕτω βιώσεται. καὶ ὅσα ἄλλα τῷ μακαρίῳ ἀπονέμεται. δοκεῖ τε ἡ εὐδαιμονία ἐν τῇ σχολῇ εἶναι· ἀσχολούμεθα (5) γὰρ ἵνα σχολάζωμεν. καὶ παρ' αὑτὴν οὐδενὸς ἐφίεσθαι τέλους. αὗται δ' ἄσχολοι καὶ τέλους τινὸς ἐφίενται καὶ οὐ δι' αὑτὰς αἱρεταί εἰσιν. ἣν καὶ ζητοῦμεν δῆλον ὡς ἑτέραν οὖσαν. [1178a] (1) δυνάμει καὶ τιμιότητι πολὺ μᾶλλον πάντων ὑπερέχει. καὶ τὸ αὔταρκες δὴ καὶ σχολαστικὸν καὶ ἄτρυτον ὡς ἀνθρώπῳ. καὶ ὁ κατὰ τοῦτον βίος θεῖος πρὸς τὸν ἀνθρώπινον βίον. οὐδὲ (10) παρασκευάζει πόλεμον· δόξαι γὰρ ἂν παντελῶς μιαιφόνος τις εἶναι. καὶ ἔχειν τὴν ἡδονὴν οἰκείαν (αὕτη δὲ συναύξει τὴν ἐνέργειαν). ἑτέραν (15) οὖσαν τῆς πολιτικῆς. ἡ δὲ τοῦ νοῦ ἐνέργεια σπουδῇ τε διαφέρειν δοκεῖ θεωρητικὴ (20) οὖσα. οὐ χρὴ δὲ κατὰ τοὺς παραινοῦντας ἀνθρώπινα φρονεῖν ἄνθρωπον ὄντα οὐδὲ θνητὰ τὸν θνητόν.(1) δόξαι τ' ἂν αὐτὴ μόνη δι' αὑτὴν ἀγαπᾶσθαι· οὐδὲν γὰρ ἀπ' αὐτῆς γίνεται παρὰ τὸ θεωρῆσαι. . οὗτος ἄρα καὶ εὐδαιμονέστατος. (30) εἰ δὴ θεῖον ὁ νοῦς πρὸς τὸν ἄνθρωπον. αἱ δὲ περὶ ταῦτα πράξεις δοκοῦσιν ἄσχολοι εἶναι. τῶν μὲν οὖν πρακτικῶν ἀρετῶν ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἢ ἐν τοῖς πολεμικοῖς ἡ ἐνέργεια. καὶ παρ' αὐτὸ τὸ πολιτεύεσθαι περιποιουμένη δυναστείας καὶ τιμὰς ἢ τήν γε εὐδαιμονίαν αὑτῷ καὶ τοῖς πολίταις. εἰ δὴ τῶν μὲν κατὰ τὰς ἀρετὰς πράξεων αἱ πολιτικαὶ καὶ πολεμικαὶ κάλλει καὶ μεγέθει προέχουσιν. ἄτοπον οὖν γίνοιτ' ἄν. τὸ λεχθέν τε πρότερον (5) ἁρμόσει καὶ νῦν· τὸ γὰρ οἰκεῖον ἑκάστῳ τῇ φύσει κράτιστον καὶ ἥδιστόν ἐστιν ἑκάστῳ· καὶ τῷ ἀνθρώπῳ δὴ ὁ κατὰ τὸν νοῦν βίος. εἰ τοὺς φίλους πολεμίους ποιοῖτο. ἀπὸ δὲ τῶν πρακτικῶν ἢ πλεῖον ἢ ἔλαττον περιποιούμεθα παρὰ τὴν πρᾶξιν. ἵνα μάχαι καὶ φόνοι γίνοιντο)· ἔστι δὲ καὶ ἡ τοῦ πολιτικοῦ ἄσχολος.
τῷ ἀνδρείῳ δὲ δυνάμεως. τῷ μὲν γὰρ ἐλευθερίῳ δεήσει χρημάτων πρὸς τὸ πράττειν τὰ ἐλευθέρια. προσποιοῦνται δὲ καὶ οἱ μὴ δίκαιοι βούλεσθαι δικαιοπραγεῖν). ἀλλὰ μὴν ζῆν γε πάντες ὑπειλήφασιν αὐτοὺς καὶ ἐνεργεῖν ἄρα· οὐ γὰρ δὴ καθεύδειν ὥσπερ τὸν (20) Ἐνδυμίωνα. καὶ τῷ (30) δικαίῳ δὴ εἰς τὰς ἀνταποδόσεις (αἱ γὰρ βουλήσεις ἄδηλοι. εἴπερ αἱ μὲν τῆς φρονήσεως ἀρχαὶ κατὰ τὰς ἠθικάς εἰσιν ἀρετάς. ἔνια δὲ καὶ συμβαίνειν ἀπὸ (15) τοῦ σώματος δοκεῖ. καὶ πολλὰ συνῳκειῶσθαι τοῖς πάθεσιν ἡ τοῦ ἤθους ἀρετή. συνέζευκται δὲ καὶ ἡ φρόνησις τῇ τοῦ ἤθους ἀρετῇ. ἀλλὰ τὰς ἀνδρείους . δίκαια γὰρ καὶ ἀνδρεῖα καὶ τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὰς ἀρετὰς πρὸς ἀλλήλους πράττομεν ἐν συναλλάγμασι καὶ χρείαις καὶ πράξεσι παντοίαις ἔν τε τοῖς πάθεσι διατηροῦντες τὸ πρέπον ἑκάστῳ· ταῦτα δ' εἶναι φαίνεται πάντα ἀνθρωπικά. ἢ τὰς ἐλευθερίους. . ὅτι οὐκ ἔχουσι φαύλας ἐπιθυμίας. τοὺς θεοὺς γὰρ μάλιστα ὑπειλήφαμεν μακαρίους καὶ εὐδαίμονας εἶναι· (10) πράξεις δὲ ποίας ἀπονεῖμαι χρεὼν αὐτοῖς. ὑπομένοντας τὰ φοβερὰ καὶ κινδυνεύοντας ὅτι καλόν. . καὶ ὅσα τοιαῦτα· μικρὸν γὰρ ἄν τι διαφέροι· πρὸς δὲ τὰς ἐνεργείας πολὺ διοίσει. ἢ γελοῖοι φανοῦνται συναλλάττοντες καὶ παρακαταθήκας ἀποδιδόντες καὶ ὅσα τοιαῦτα. ὡς ἐν ἀμφοῖν οὔσης· [1178b] (1) τὸ δὴ τέλειον δῆλον ὡς ἐν ἀμφοῖν ἂν εἴη· πρὸς δὲ τὰς πράξεις πολλῶν δεῖται. τῷ δὴ ζῶντι τοῦ πράττειν . δόξειε δ' ἂν καὶ τῆς ἐκτὸς χορηγίας ἐπὶ μικρὸν ἢ ἐπ' ἔλαττον δεῖσθαι (25) τῆς ἠθικῆς. αἱ δὲ σώφρονες τί ἂν εἶεν. καὶ τῷ σώφρονι ἐξουσίας· πῶς γὰρ δῆλος ἔσται ἢ οὗτος ἢ τῶν ἄλλων τις. τῷ δὲ θεωροῦντι οὐδενὸς τῶν τοιούτων πρός γε τὴν ἐνέργειαν χρεία.δευτέρως δ' ὁ κατὰ τὴν ἄλλην ἀρετήν· αἱ γὰρ κατὰ (10) ταύτην ἐνέργειαι ἀνθρωπικαί. ἢ φορτικὸς ὁ ἔπαινος. συνηρτημέναι δ' αὗται καὶ (20) τοῖς πάθεσι περὶ τὸ σύνθετον ἂν εἶεν· αἱ δὲ τοῦ συνθέτου ἀρεταὶ ἀνθρωπικαί· καὶ ὁ βίος δὴ ὁ κατὰ ταύτας καὶ ἡ εὐδαιμονία. ἄτοπον δ' εἰ καὶ ἔσται (15) αὐτοῖς νόμισμα ἤ τι τοιοῦτον. τῶν μὲν γὰρ ἀναγκαίων ἀμφοῖν χρεία καὶ ἐξ ἴσου ἔστω. ἡ δὲ τοῦ νοῦ κεχωρισμένη· τοσοῦτον γὰρ περὶ αὐτῆς εἰρήσθω· διακριβῶσαι γὰρ μεῖζον τοῦ προκειμένου ἐστίν. πλειόνων. καὶ ὅσῳ ἂν μείζους ὦσι καὶ καλλίους. εἰ καὶ μᾶλλον διαπονεῖ περὶ τὸ σῶμα ὁ πολιτικός. ἡ δὲ τελεία εὐδαιμονία ὅτι θεωρητική τις ἐστὶν ἐνέργεια. ἀμφισβητεῖταί τε πότερον κυριώτερον (35) τῆς ἀρετῆς ἡ προαίρεσις ἢ αἱ πράξεις. καὶ αὕτη τῇ φρονήσει. εἴπερ ἐπιτελεῖ τι τῶν κατὰ τὴν ἀρετήν. τὸ δ' ὀρθὸν τῶν ἠθικῶν κατὰ τὴν φρόνησιν. πότερα τὰς δικαίας. τίνι δὲ δώσουσιν. ἀλλ' ὡς εἰπεῖν καὶ ἐμπόδιά ἐστι (5) πρός γε τὴν θεωρίαν· ᾗ δ' ἄνθρωπός ἐστι καὶ πλείοσι συζῇ. αἱρεῖται τὰ κατὰ τὴν ἀρετὴν πράττειν· δεήσεται οὖν τῶν τοιούτων πρὸς τὸ ἀνθρωπεύεσθαι. διεξιοῦσι δὲ πάντα φαίνοιτ' ἂν τὰ περὶ τὰς πράξεις μικρὰ καὶ ἀνάξια θεῶν. καὶ ἐντεῦθεν ἂν φανείη.
[1179a] (1) οὐ μὴν οἰητέον γε πολλῶν καὶ μεγάλων δεήσεσθαι τὸν εὐδαιμονήσοντα. οὐ κατὰ συμβεβηκὸς ἀλλὰ κατὰ τὴν θεωρίαν· αὕτη γὰρ καθ' αὑτὴν τιμία. καὶ οἷς μᾶλλον (30) ὑπάρχει τὸ θεωρεῖν. καὶ Σόλων (10) δὲ τοὺς εὐδαίμονας ἴσως ἀπεφαίνετο καλῶς.ἀφαιρουμένου. πίστιν μὲν οὖν καὶ τὰ τοιαῦτα ἔχει τινά. σημεῖον δὲ καὶ τὸ μὴ μετέχειν τὰ λοιπὰ ζῷα εὐδαιμονίας. τοῖς δ' ἀνθρώποις. καὶ εὐδαιμονεῖν. διαφωνούντων δὲ λόγους ὑποληπτέον. τούτων αἰσθανόμενοι μόνον. τί λείπεται πλὴν θεωρία. ὥσπερ δοκεῖ. δυνατὸν δὲ καὶ μὴ ἄρχοντα γῆς καὶ θαλάττης πράττειν (5) τὰ καλά· καὶ γὰρ ἀπὸ μετρίων δύναιτ' ἄν τις πράττειν κατὰ τὴν ἀρετήν (τοῦτο δ' ἔστιν ἰδεῖν ἐναργῶς· οἱ γὰρ ἰδιῶται τῶν δυναστῶν οὐχ ἧττον δοκοῦσι τὰ ἐπιεικῆ πράττειν. εἰπὼν ὅτι (15) οὐκ ἂν θαυμάσειεν εἴ τις ἄτοπος φανείη τοῖς πολλοῖς· οὗτοι γὰρ κρίνουσι τοῖς ἐκτός. καὶ ἡ εὐδαιμονία. ὡς ᾤετο. ἀλλὰ καὶ μᾶλλον)· ἱκανὸν δὲ τοσαῦθ' ὑπάρχειν· ἔσται γὰρ ὁ βίος εὐδαίμων τοῦ κατὰ τὴν ἀρετὴν ἐνεργοῦντος. εἰ γάρ τις ἐπιμέλεια τῶν ἀνθρωπίνων (25) ὑπὸ θεῶν γίνεται. (25) τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἐστερημένα τελείως. συμφωνεῖν δὴ τοῖς λόγοις ἐοίκασιν αἱ τῶν σοφῶν δόξαι. μακαριότητι διαφέρουσα. καὶ συνᾳδόντων μὲν τοῖς ἔργοις ἀποδεκτέον. τὸ δ' ἀληθὲς ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκ τῶν ἔργων καὶ τοῦ βίου κρίνεται· ἐν τούτοις (20) γὰρ τὸ κύριον. καὶ βεβιωκότας σωφρόνως· ἐνδέχεται γὰρ μέτρια κεκτημένους πράττειν ἃ δεῖ. ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦ ποιεῖν. ὥστε ἡ τοῦ θεοῦ ἐνέργεια. ὥστ' εἴη ἂν ἡ εὐδαιμονία θεωρία τις. εἰπὼν μετρίως τοῖς ἐκτὸς κεχορηγημένους. θεωρητικὴ ἂν εἴη· καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δὴ ἡ ταύτῃ συγγενεστάτη εὐδαιμονικωτάτη. ἔοικε δὲ καὶ Ἀναξαγόρας οὐ πλούσιον οὐδὲ δυνάστην ὑπολαβεῖν τὸν εὐδαίμονα. δεήσει δὲ καὶ τῆς ἐκτὸς εὐημερίας ἀνθρώπῳ ὄντι· οὐ γὰρ αὐτάρκης ἡ φύσις πρὸς τὸ θεωρεῖν. σκοπεῖν δὴ τὰ προειρημένα χρὴ ἐπὶ τὰ ἔργα καὶ τὸν βίον φέροντας. ἐφ' ὅσον δὴ διατείνει ἡ θεωρία. ἐπειδὴ οὐδαμῇ κοινωνεῖ θεωρίας. ἀλλὰ δεῖ καὶ τὸ σῶμα (35) ὑγιαίνειν καὶ τροφὴν καὶ τὴν λοιπὴν θεραπείαν ὑπάρχειν. καὶ εἴη ἂν εὔλογον χαίρειν τε αὐτοὺς τῷ ἀρίστῳ καὶ συγγενεστάτῳ (τοῦτο δ' ἂν εἴη ὁ νοῦς) καὶ τοὺς ἀγαπῶντας μάλιστα . ὁ δὲ κατὰ νοῦν ἐνεργῶν καὶ τοῦτον θεραπεύων καὶ διακείμενος ἄριστα καὶ θεοφιλέστατος ἔοικεν. πεπραγότας δὲ τὰ κάλλισθ'. τοῖς μὲν γὰρ θεοῖς ἅπας ὁ βίος μακάριος. ἐφ' ὅσον ὁμοίωμά τι τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ὑπάρχει· τῶν δ' ἄλλων ζῴων οὐδὲν εὐδαιμονεῖ. εἰ μὴ ἐνδέχεται ἄνευ τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν μακάριον εἶναι· οὐ γὰρ ἐν τῇ ὑπερβολῇ τὸ αὔταρκες οὐδ' ἡ πρᾶξις.
οὐδ' ἀπέχεσθαι τῶν φαύλων διὰ τὸ αἰσχρὸν ἀλλὰ διὰ τὰς τιμωρίας· πάθει γὰρ ζῶντες τὰς οἰκείας ἡδονὰς διώκουσι καὶ δι' ὧν αὗται ἔσονται. ἢ εἴ πως ἄλλως ἀγαθοὶ γινόμεθα. [1179b] (1) οὐκ ἔστιν ἐν τοῖς πρακτοῖς τέλος τὸ θεωρῆσαι ἕκαστα καὶ γνῶναι. ὥσπερ γῆν τὴν θρέψουσαν τὸ σπέρμα. ἔτι δὲ καὶ φιλίας καὶ ἡδονῆς. οὐ γὰρ ἂν ἀκούσειε λόγου ἀποτρέποντος οὐδ' αὖ συνείη ὁ κατὰ πάθος ζῶν· τὸν δ' οὕτως ἔχοντα πῶς οἷόν τε μεταπεῖσαι. ὅτι δὲ πάντα ταῦτα (30) τῷ σοφῷ μάλισθ' ὑπάρχει. ἀλλὰ δεῖ προδιειργάσθαι τοῖς (25) ἔθεσι τὴν τοῦ ἀκροατοῦ ψυχὴν πρὸς τὸ καλῶς χαίρειν καὶ μισεῖν. ἄλλως τε καὶ νέοις. τέλος ἔχειν (35) οἰητέον τὴν προαίρεσιν. ἱκανῶς εἴρηται τοῖς τύποις. μεταλάβοιμεν (20) τῆς ἀρετῆς. τὸν αὐτὸν δ' εἰκὸς καὶ εὐδαιμονέστατον· ὥστε κἂν οὕτως εἴη ὁ σοφὸς μάλιστ' εὐδαίμων. στέργον τὸ καλὸν καὶ δυσχεραῖνον τὸ αἰσχρόν. οὐκ ἄδηλον. εἰ μὲν οὖν ἦσαν οἱ λόγοι αὐτάρκεις πρὸς (5) τὸ ποιῆσαι ἐπιεικεῖς. (10) τοὺς δὲ πολλοὺς ἀδυνατεῖν πρὸς καλοκαγαθίαν προτρέψασθαι· οὐ γὰρ πεφύκασιν αἰδοῖ πειθαρχεῖν ἀλλὰ φόβῳ. ὅλως τ' οὐ δοκεῖ λόγῳ ὑπείκειν τὸ πάθος ἀλλὰ βίᾳ. ἀλλ' ἔχειν καὶ χρῆσθαι πειρατέον. τοὺς δὴ τοιούτους τίς ἂν λόγος μεταρρυθμίσαι. ἦθός τ' εὐγενὲς καὶ ὡς ἀληθῶς φιλόκαλον ποιῆσαι ἂν κατοκώχιμον ἐκ τῆς ἀρετῆς. φεύγουσι δὲ τὰς ἀντικειμένας λύπας. ἢ καθάπερ λέγεται. καὶ ἔδει ἂν τούτους πορίσασθαι· νῦν δὲ φαίνονται προτρέψασθαι μὲν καὶ παρορμῆσαι τῶν νέων τοὺς ἐλευθερίους ἰσχύειν. θεοφιλέστατος ἄρα. (15) τοῦ δὲ καλοῦ καὶ ὡς ἀληθῶς ἡδέος οὐδ' ἔννοιαν ἔχουσιν. ἐκ νέου δ' ἀγωγῆς ὀρθῆς τυχεῖν πρὸς ἀρετὴν χαλεπὸν μὴ ὑπὸ τοιούτοις τραφέντα νόμοις· τὸ γὰρ σωφρόνως καὶ καρτερικῶς ζῆν οὐχ ἡδὺ τοῖς πολλοῖς. ἀλλὰ μᾶλλον τὸ πράττειν αὐτά· οὐδὲ δὴ περὶ ἀρετῆς ἱκανὸν τὸ εἰδέναι. ἀλλὰ διά τινας θείας αἰτίας τοῖς ὡς ἀληθῶς εὐτυχέσιν ὑπάρχει· ὁ δὲ λόγος καὶ ἡ διδαχὴ μή ποτ' οὐκ ἐν ἅπασιν ἰσχύει. ἆρ' οὖν εἰ περί τε τούτων καὶ τῶν ἀρετῶν. τὸ μὲν οὖν τῆς φύσεως δῆλον ὡς οὐκ ἐφ' ἡμῖν ὑπάρχει. διὸ νόμοις δεῖ τετάχθαι τὴν τροφὴν (35) καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα· οὐκ ἔσται γὰρ λυπηρὰ συνήθη . γίνεσθαι δ' ἀγαθοὺς οἴονται οἳ μὲν φύσει οἳ δ' ἔθει οἳ δὲ διδαχῇ. οὐ γὰρ οἷόν τε ἢ οὐ ῥᾴδιον τὰ ἐκ παλαιοῦ τοῖς ἤθεσι κατειλημμένα λόγῳ μεταστῆσαι· ἀγαπητὸν δ' ἴσως ἐστὶν εἰ πάντων ὑπαρχόντων δι' ὧν ἐπιεικεῖς δοκοῦμεν γίνεσθαι. πολλοὺς ἂν μισθοὺς καὶ μεγάλους δικαίως ἔφερον κατὰ τὸν Θέογνιν. δεῖ δὴ τὸ ἦθος (30) προϋπάρχειν πως οἰκεῖον τῆς ἀρετῆς.τοῦτο καὶ τιμῶντας ἀντευποιεῖν ὡς τῶν φίλων αὐτοῖς ἐπιμελουμένους καὶ ὀρθῶς τε καὶ καλῶς πράττοντας. ἄγευστοι ὄντες.
καὶ τῶν μὲν ἀνθρώπων ἐχθαίρουσι τοὺς ἐναντιουμένους ταῖς ὁρμαῖς. οὐδὲν ἂν δόξειε διαφέρειν. τὸν δὲ φαῦλον ἡδονῆς ὀρεγόμενον λύπῃ κολάζεσθαι ὥσπερ ὑποζύγιον. εἰ δ' οὖν. κυκλωπικῶς θεμιστεύων παίδων ἠδ' ἀλόχου. κἂν ὀρθῶς αὐτὸ δρῶσιν· ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐπαχθὴς τάττων τὸ ἐπιεικές. . ἀλλ' ἐπιεδὴ καὶ ἀνδρωθέντας δεῖ ἐπιτηδεύειν αὐτὰ καὶ ἐθίζεσθαι. (20) οὐδὲ δὴ ὅλως ἡ ἑνὸς ἀνδρός. . οὐδὲ δι' ὧν εἷς ἢ πολλοὶ παιδευθήσονται. διὸ καί φασι δεῖν τοιαύτας γίνεσθαι τὰς λύπας αἳ μάλιστ' ἐναντιοῦνται ταῖς ἀγαπωμέναις ἡδοναῖς. ὥσπερ γὰρ ἐν ταῖς πόλεσιν ἐνισχύει τὰ νόμιμα καὶ τὰ ἤθη. . καὶ ὅλως δὴ περὶ πάντα τὸν βίον· οἱ γὰρ πολλοὶ ἀνάγκῃ (5) μᾶλλον ἢ λόγῳ πειθαρχοῦσι καὶ ζημίαις ἢ τῷ καλῷ. μᾶλλον δ' ἂν τοῦτο δύνασθαι δόξειεν ἐκ τῶν εἰρημένων νομοθετικὸς γενόμενος. μὴ βασιλέως ὄντος ἤ τινος τοιούτου· ὁ δὲ νόμος ἀναγκαστικὴν ἔχει δύναμιν. ἐξακριβοῦσθαι δὴ δόξειεν ἂν . καθάπερ εἴρηται. (10) τινὶ δ' ἴσως οὔ. ἔχουσαν ἰσχύν· ἡ μὲν οὖν πατρικὴ πρόσταξις οὐκ ἔχει τὸ ἰσχυρὸν οὐδὲ [δὴ] τὸ ἀναγκαῖον. ἀπειθοῦσι δὲ καὶ ἀφυεστέροις οὖσι κολάσεις τε καὶ τιμωρίας ἐπιτιθέναι. καὶ περὶ ταῦτα δεοίμεθ' ἂν νόμων. διόπερ οἴονταί τινες τοὺς νομοθετοῦντας δεῖν μὲν παρακαλεῖν ἐπὶ τὴν ἀρετὴν καὶ προτρέπεσθαι τοῦ καλοῦ χάριν. [1180a] (1) οὐχ ἱκανὸν δ' ἴσως νέους ὄντας τροφῆς καὶ ἐπιμελείας τυχεῖν ὀρθῆς. αἱ μὲν γὰρ κοιναὶ ἐπιμέλειαι δῆλον ὅτι διὰ νόμων (35) γίνονται. ἢ προαιρεῖσθαί γε. τοὺς δ' ἀνιάτους (10) ὅλως ἐξορίζειν· τὸν μὲν γὰρ ἐπιεικῆ πρὸς τὸ καλὸν ζῶντα τῷ λόγῳ πειθαρχήσειν. ὅ τε πυκτικὸς ἴσως οὐ πᾶσι τὴν αὐτὴν μάχην περιτίθησιν. ὥσπερ οὐδ' ἐπὶ μουσικῆς ἢ γυμναστικῆς καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων. ὥσπερ ἐπ' ἰατρικῆς· καθόλου μὲν γὰρ τῷ πυρέττοντι συμφέρει ἡσυχία καὶ ἀσιτία. τὸν (15) ἐσόμενον ἀγαθὸν τραφῆναι καλῶς δεῖ καὶ ἐθισθῆναι. κράτιστον μὲν οὖν τὸ γίνεσθαι κοινὴν ἐπιμέλειαν καὶ (30) ὀρθὴν [καὶ δρᾶν αὐτὸ δύνασθαι]· κοινῇ δ' ἐξαμελουμένων ἑκάστῳ δόξειεν ἂν προσήκειν τοῖς σφετέροις τέκνοις καὶ φίλοις εἰς ἀρετὴν συμβάλλεσθαι. ταῦτα δὲ γίνοιτ' ἂν βιουμένοις κατά τινα νοῦν καὶ τάξιν ὀρθήν. καὶ ζῇ ἕκαστος ὡς βούλεται. εἶθ' οὕτως ἐν ἐπιτηδεύμασιν ἐπιεικέσι ζῆν καὶ μήτ' ἄκοντα μήθ' ἑκόντα πράττειν τὰ φαῦλα. λόγος ὢν ἀπό τινος φρονήσεως καὶ νοῦ. ἔτι δὲ καὶ διαφέρουσιν αἱ καθ' ἕκαστον παιδεῖαι τῶν κοινῶν.γενόμενα. οὕτω καὶ ἐν (5) οἰκίαις οἱ πατρικοὶ λόγοι καὶ τὰ ἔθη. ὡς ἐπακουσομένων τῶν ἐπιεικῶς τοῖς ἔθεσι προηγμένων. καὶ ἔτι μᾶλλον διὰ τὴν συγγένειαν καὶ τὰς εὐεργεσίας· προϋπάρχουσι γὰρ στέργοντες καὶ εὐπειθεῖς τῇ φύσει. ἐπιεικεῖς δ' αἱ διὰ τῶν σπουδαίων· [1180b] (1) γεγραμμένων δ' ἢ ἀγράφων. ἐν μόνῃ δὲ τῇ (25) Λακεδαιμονίων πόλει <ἢ> μετ' ὀλίγων ὁ νομοθέτης ἐπιμέλειαν δοκεῖ πεποιῆσθαι τροφῆς τε καὶ ἐπιτηδευμάτων· ἐν δὲ ταῖς πλείσταις τῶν πόλεων ἐξημέληται περὶ τῶν τοιούτων.
ὅντινα γὰρ οὖν καὶ τὸν προτεθέντα διαθεῖναι καλῶς οὐκ ἔστι τοῦ τυχόντος. ἀλλ' οἱ πολιτευόμενοι. ὥσπερ ἐν τοῖς κατὰ μουσικήν. τεθεαμένον δ' ἀκριβῶς τὰ συμβαίνοντα ἐφ' ἑκάστῳ δι' ἐμπειρίαν. ἐν μὲν γὰρ ταῖς ἄλλαις οἱ αὐτοὶ φαίνονται τάς τε δυνάμεις παραδιδόντες καὶ ἐνεργοῦντες ἀπ' αὐτῶν. ἢ καθάπερ (30) ἐπὶ τῶν ἄλλων. οὐδ' ἂν ᾤοντο ῥᾴδιον εἶναι τὸ νομοθετῆσαι συναγαγόντι τοὺς εὐδοκιμοῦντας τῶν νόμων· ἐκλέξασθαι γὰρ εἶναι τοὺς ἀρίστους. εἴπερ ἐδύναντο· οὔτε γὰρ ταῖς πόλεσιν ἄμεινον οὐδὲν κατέλιπον ἄν. οἷον ἰατροὶ γραφεῖς· (35) τὰ δὲ πολιτικὰ ἐπαγγέλλονται μὲν διδάσκειν οἱ σοφισταί. ἀλλ' εἴπερ τινός. εἴτε πολλοὺς εἴτ' ὀλίγους. μόριον γὰρ ἐδόκει τῆς πολιτικῆς εἶναι. εἰ διὰ νόμων ἀγαθοὶ γενοίμεθ' ἄν. ὥσπερ ἐπ' ἰατρικῆς καὶ τῶν λοιπῶν ὧν ἔστιν ἐπιμέλειά τις καὶ φρόνησις. τί (15) πᾶσιν ἢ τοῖς τοιοισδί (τοῦ κοινοῦ γὰρ αἱ ἐπιστῆμαι λέγονταί τε καὶ εἰσίν)· οὐ μὴν ἀλλ' ἑνός τινος οὐδὲν ἴσως κωλύει καλῶς ἐπιμεληθῆναι καὶ ἀνεπιστήμονα ὄντα. τάχα δὲ καὶ τῷ βουλομένῳ δι' ἐπιμελείας βελτίους ποιεῖν. οὐδὲ δὴ τοῖς φιλτάτοις. τῶν δὲ σοφιστῶν οἱ ἐπαγγελλόμενοι λίαν φαίνονται πόρρω εἶναι τοῦ διδάξαι. κἀκεῖνο γνωριστέον ὡς ἐνδέχεται· εἴρηται γὰρ ὅτι περὶ τοῦθ' αἱ ἐπιστῆμαι. οὐ μὴν μικρόν γε ἔοικεν (10) ἡ ἐμπειρία συμβάλλεσθαι· οὐδὲ γὰρ ἐγίνοντ' ἂν διὰ τῆς πολιτικῆς συνηθείας πολιτικοί· διὸ τοῖς ἐφιεμένοις περὶ πολιτικῆς εἰδέναι προσδεῖν ἔοικεν ἐμπειρίας. ἆρ' οὖν μετὰ τοῦτο ἐπισκεπτέον πόθεν ἢ πῶς νομοθετικὸς γένοιτ' ἄν τις. ὥσπερ οὐδὲ τὴν ἐκλογὴν οὖσαν συνέσεως καὶ τὸ κρῖναι ὀρθῶς μέγιστον. παρὰ τῶν πολιτικῶν. ἀλλ' ἐπιμεληθείη μὲν ἄριστα καθ' ἓν καὶ ἰατρὸς καὶ γυμναστὴς καὶ πᾶς ἄλλος ὁ καθόλου εἰδώς. οὐδὲν δ' ἧττον ἴσως τῷ γε βουλομένῳ τεχνικῷ γενέσθαι καὶ θεωρητικῷ ἐπὶ τὸ καθόλου βαδιστέον εἶναι δόξειεν ἄν. καὶ δι' ὧν ἢ πῶς ἐπιτελεῖται συνιᾶσιν. οὐδ' αὖ πολιτικοὺς πεποιηκότες τοὺς σφετέρους υἱεῖς ἤ τινας ἄλλους τῶν φίλων. ὅλως γὰρ οὐδὲ ποῖόν τι ἐστὶν ἢ περὶ ποῖα ἴσασιν· οὐ γὰρ ἂν (15) τὴν αὐτὴν τῇ ῥητορικῇ οὐδὲ χείρω ἐτίθεσαν. νομοθετικῷ πειρατέον (25) γενέσθαι. καθάπερ καὶ ἰατροὶ ἔνιοι δοκοῦσιν ἑαυτῶν ἄριστοι εἶναι. ἑτέρῳ οὐδὲν ἂν δυνάμενοι (20) ἐπαρκέσαι. οἱ γὰρ ἔμπειροι περὶ ἕκαστα (20) κρίνουσιν ὀρθῶς τὰ ἔργα. ἢ οὐχ ὅμοιον φαίνεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν λοιπῶν ἐπιστημῶν τε καὶ δυνάμεων. εὔλογον δ' ἦν. οἳ δόξαιεν ἂν δυνάμει τινὶ τοῦτο πράττειν καὶ ἐμπειρίᾳ μᾶλλον ἢ διανοίᾳ· οὔτε γὰρ γράφοντες οὔτε λέγοντες περὶ τῶν τοιούτων φαίνονται (καίτοι κάλλιον ἦν ἴσως ἢ λόγους δικανικούς τε (5) καὶ δημηγορικούς). τοῦ εἰδότος. [1181a] (1) πράττει δ' αὐτῶν οὐδείς. οὔθ' αὑτοῖς ὑπάρξαι προέλοιντ' ἂν μᾶλλον τῆς τοιαύτης δυνάμεως. καὶ ποῖα ποίοις συνᾴδει· .μᾶλλον τὸ καθ' ἕκαστον ἰδίας τῆς ἐπιμελείας γινομένης· μᾶλλον γὰρ τοῦ προσφόρου τυγχάνει ἕκαστος.
καὶ διὰ τίνας αἰτίας αἳ μὲν (20) καλῶς αἳ δὲ τοὐναντίον πολιτεύονται. φαίνεται δὲ τὰ μέγιστα͵ καὶ τὰ κοινὰ καὶ τὰ ἴδια τῶν ζῴων͵ κοινὰ τῆς τε ψυχῆς ὄντα καὶ τοῦ σώματος͵ οἷον αἴσθησις καὶ μνήμη καὶ θυμὸς καὶ ἐπιθυμία καὶ ὅλως ὄρεξις͵ καὶ πρὸς τούτοις ἡδονὴ καὶ λύπη· καὶ γὰρ ταῦτα σχεδὸν ὑπάρχει . ὥσπερ ἐπὶ γραφικῆς. εἶτα ἐκ τῶν συνηγμένων πολιτειῶν θεωρῆσαι τὰ ποῖα σῴζει καὶ φθείρει τὰς πόλεις καὶ τὰ ποῖα ἑκάστας τῶν πολιτειῶν. εὐσυνετώτεροι δ' εἰς ταῦτα τάχ' ἂν γένοιντο.τοῖς δ' ἀπείροις ἀγαπητὸν τὸ μὴ διαλανθάνειν εἰ εὖ ἢ κακῶς πεποίηται τὸ ἔργον. εἰ μὴ ἄρα αὐτόματον. Αριστοτέλης. D. οὐ γὰρ φαίνονται οὐδ' ἰατρικοὶ ἐκ τῶν συγγραμμάτων γίνεσθαι. ἢ τοὺς ἀρίστους κρίναι. καίτοι πειρῶνταί γε λέγειν οὐ μόνον τὰ θεραπεύματα. ὅπως εἰς δύναμιν (15) ἡ περὶ τὰ ἀνθρώπεια φιλοσοφία τελειωθῇ. καὶ τίσι νόμοις καὶ ἔθεσι χρωμένη. διελόμενοι τὰς ἕξεις· ταῦτα δὲ τοῖς μὲν ἐμπείροις ὠφέλιμα εἶναι δοκεῖ. λέγωμεν οὖν ἀρξάμενοι. πρῶτον μὲν οὖν εἴ τι κατὰ μέρος εἴρηται καλῶς ὑπὸ τῶν προγενεστέρων πειραθῶμεν ἐπελθεῖν. παραλιπόντων οὖν τῶν προτέρων ἀνερεύνητον τὸ περὶ τῆς νομοθεσίας. καὶ πῶς ἑκάστη ταχθεῖσα. τὰ μὲν οὖν εἰρημένα περὶ ψυχῆς ὑποκείσθω͵ περὶ δὲ τῶν λοιπῶν λέγωμεν͵ καὶ πρῶτον περὶ τῶν πρώτων. W. οἱ δὲ νόμοι τῆς πολιτικῆς ἔργοις ἐοίκασιν· [1181b] (1) πῶς οὖν ἐκ τούτων νομοθετικὸς γένοιτ' ἄν τις. καὶ ὅλως δὴ περὶ πολιτείας. ἴσως οὖν καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν πολιτειῶν αἱ συναγωγαὶ τοῖς μὲν δυναμένοις θεωρῆσαι καὶ κρῖναι τί καλῶς ἢ τοὐναντίον καὶ ποῖα ποίοις ἁρμόττει εὔχρηστ' ἂν εἴη· τοῖς δ' ἄνευ (10) ἕξεως τὰ τοιαῦτα διεξιοῦσι τὸ μὲν κρίνειν καλῶς οὐκ ἂν ὑπάρχοι. τοῖς δ' ἀνεπιστήμοσιν ἀχρεῖα. Oxford 1955) Ἀριστοτέλης Περὶ Αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν [ed. θεωρηθέντων γὰρ τούτων τάχ' ἂν μᾶλλον συνίδοιμεν καὶ ποία πολιτεία ἀρίστη. Ross. Ross. αὐτοὺς ἐπισκέψασθαι μᾶλλον βέλτιον ἴσως. D. Oxford 1955] [436a] Ἐπεὶ δὲ περὶ ψυχῆς καθ΄ αὑτὴν διώρισται πρότερον καὶ περὶ τῶν δυνάμεων ἑκάστης κατὰ μόριον αὐτῆς͵ ἐχόμενόν ἐστι ποιήσασθαι τὴν ἐπίσκεψιν περὶ τῶν ζῴων καὶ τῶν ζωὴν ἐχόντων ἁπάντων͵ τίνες εἰσὶν ἴδιαι καὶ τίνες κοιναὶ πράξεις αὐτῶν. ἀλλὰ καὶ ὡς ἰαθεῖεν ἂν καὶ ὡς δεῖ θεραπεύειν (5) ἑκάστους. Μικρά Φυσικά (ed. W.
πᾶσι τοῖς ζῴοις. ὅτι δὲ πάντα τὰ λεχθέντα κοινὰ τῆς τε ψυχῆς ἐστὶ καὶ τοῦ σώματος͵ οὐκ ἄδηλον. τοῦ δὲ σώματος ἐν οἷς ἐγγίγνεσθαι πέφυκεν αἰσθητηρίοις͵ ἔνιοι μὲν ζητοῦσι κατὰ τὰ στοιχεῖα τῶν σωμάτων· οὐκ εὐποροῦντες δὲ πρὸς τέτταρα πέντ΄ οὔσας συνάγειν͵ γλίχονται περὶ τῆς πέμπτης. διόπερ φρονιμώτεροι τῶν ἐκ γενετῆς ἐστερημένων εἰσὶν ἑκατέρας τῆς αἰσθήσεως οἱ τυφλοὶ τῶν ἐνεῶν καὶ κωφῶν. Περὶ μὲν οὖν τῆς δυνάμεως ἣν ἔχει τῶν αἰσθήσεων ἑκάστη͵ πρότερον εἴρηται. διαφορὰς μὲν γὰρ πολλὰς καὶ παντοδαπὰς ἡ τῆς ὄψεως εἰσαγγέλλει δύναμις διὰ τὸ πάντα τὰ σώματα μετέχειν χρώματος͵ ὥστε καὶ τὰ κοινὰ διὰ ταύτης αἰσθάνεσθαι μάλιστα (λέγω δὲ κοινὰ μέγεθος͵ σχῆμα͵ κίνησιν͵ ἀριθμόν)͵ ἡ δ΄ ἀκοὴ τὰς τοῦ ψόφου διαφορὰς μόνον͵ ὀλίγοις δὲ καὶ τὰς τῆς φωνῆς· κατὰ συμβεβηκὸς δὲ πρὸς φρόνησιν ἡ ἀκοὴ πλεῖστον συμβάλλεται μέρος. τοῖς δὲ ζῴοις͵ ᾗ μὲν ζῷον ἕκαστον͵ ἀνάγκη ὑπάρχειν αἴσθησιν· τούτῳ γὰρ τὸ ζῷον εἶναι καὶ μὴ ζῷον διορίζομεν. ἀλλὰ περὶ μὲν αἰσθήσεως καὶ τοῦ αἰσθάνεσθαι͵ τί ἐστι καὶ διὰ τί συμβαίνει τοῖς ζῴοις τοῦτο τὸ πάθος͵ εἴρηται πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς. πάντα γὰρ τὰ μὲν μετ΄ αἰσθήσεως συμβαίνει͵ τὰ δὲ δι΄ αἰσθήσεως͵ ἔνια δὲ τὰ μὲν πάθη ταύτης ὄντα τυγχάνει͵ τὰ δ΄ ἕξεις͵ τὰ δὲ φυλακαὶ καὶ σωτηρίαι͵ τὰ δὲ φθοραὶ καὶ στερήσεις· ἡ δ΄ αἴσθησις ὅτι διὰ σώματος γίγνεται τῇ ψυχῇ͵ δῆλον καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ λόγου χωρίς. πρὸς δὲ τούτοις τὰ μὲν πάντων ἐστὶ τῶν μετεχόντων ζωῆς κοινά͵ τὰ δὲ τῶν ζῴων ἐνίοις. τυγχάνουσι δὲ τούτων τὰ μέγιστα τέτταρες οὖσαι συζυγίαι τὸν ἀριθμόν͵ οἷον ἐγρήγορσις καὶ ὕπνος͵ καὶ νεότης καὶ γῆρας͵ καὶ ἀναπνοὴ καὶ ἐκπνοή͵ καὶ ζωὴ καὶ θάνατος· περὶ ὧν θεωρητέον͵ τί τε ἕκαστον αὐτῶν͵ καὶ διὰ τίνας αἰτίας συμβαίνει. ποιοῦσι δὲ πάντες τὴν ὄψιν πυρὸς διὰ τὸ πάθους . ἰδίᾳ δ΄ ἤδη καθ΄ ἕκαστον ἡ μὲν ἁφὴ καὶ γεῦσις ἀκολουθεῖ πᾶσιν ἐξ ἀνάγκης͵ ἡ μὲν ἁφὴ διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς͵ ἡ δὲ γεῦσις διὰ τὴν τροφήν· τὸ γὰρ ἡδὺ διακρίνει καὶ τὸ λυπηρὸν αὐτῇ περὶ τὴν τροφήν͵ ὥστε τὸ μὲν φεύγειν τὸ δὲ διώκειν͵ καὶ ὅλως ὁ χυμός ἐστι τοῦ θρεπτικοῦ πάθος. αἱ δὲ διὰ τῶν ἔξωθεν αἰσθήσεις τοῖς πορευτικοῖς αὐτῶν͵ οἷον ὄσφρησις καὶ ἀκοὴ καὶ ὄψις͵ πᾶσι μὲν τοῖς ἔχουσι σωτηρίας ἕνεκεν ὑπάρχουσιν͵ ὅπως διώκωσί τε προαισθανόμενα τὴν τροφὴν καὶ τὰ φαῦλα καὶ τὰ φθαρτικὰ [437a] φεύγωσι͵ τοῖς δὲ καὶ φρονήσεως τυγχάνουσι τοῦ εὖ ἕνεκα· πολλὰς γὰρ εἰσαγγέλλουσι διαφοράς͵ ἐξ ὧν ἥ τε τῶν νοητῶν ἐγγίνεται φρόνησις καὶ ἡ τῶν πρακτῶν. διὸ σχεδὸν τῶν περὶ φύσεως οἱ πλεῖστοι καὶ τῶν ἰατρῶν οἱ φιλοσοφωτέρως τὴν τέχνην μετιόντες͵ οἱ μὲν τελευτῶσιν εἰς τὰ περὶ ἰατρικῆς͵ [436b] οἱ δ΄ ἐκ τῶν περὶ φύσεως ἄρχονται [περὶ τῆς ἰατρικῆς]. αὐτῶν δὲ τούτων πρὸς μὲν τὰ ἀναγκαῖα κρείττων ἡ ὄψις καθ΄ αὑτήν͵ πρὸς δὲ νοῦν κατὰ συμβεβηκὸς ἡ ἀκοή. φυσικοῦ δὲ καὶ περὶ ὑγιείας καὶ νόσου τὰς πρώτας ἰδεῖν ἀρχάς· οὔτε γὰρ ὑγίειαν οὔτε νόσον οἷόν τε γίγνεσθαι τοῖς ἐστερημένοις ζωῆς. ὁ γὰρ λόγος αἴτιός ἐστι τῆς μαθήσεως ἀκουστὸς ὤν͵ οὐ καθ΄ αὑτὸν ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός· ἐξ ὀνομάτων γὰρ σύγκειται͵ τῶν δ΄ ὀνομάτων ἕκαστον σύμβολόν ἐστιν.
διὸ καὶ οὐ γίγνεται͵ ἐὰν μὴ ταχέως καὶ ἐν σκότει τοῦτο συμβῇ· τὸ γὰρ λεῖον ἐν τῷ σκότει πέφυκε λάμπειν (οἷον κεφαλαὶ ἰχθύων τινῶν καὶ ὁ τῆς σηπίας θολός)͵ καὶ βραδέως μεταβάλλοντος τοῦ ὄμματος οὐ συμβαίνει ὥστε δοκεῖν ἅμα ἓν καὶ δύο εἶναι τό θ΄ ὁρῶν καὶ τὸ ὁρώμενον. εἰ γὰρ μὴ ἔστι λανθάνειν μὴ αἰσθανόμενον καὶ ὁρῶντα͵ ἀνάγκη ἄρ΄ αὐτὸν ἑαυτὸν ὁρᾶν τὸν ὀφθαλμόν. ὁτὲ μὲν οὖν οὕτως ὁρᾶν φησίν͵ ὁτὲ δὲ ταῖς ἀπορροίαις ταῖς ἀπὸ τῶν ὁρωμένων.τινὸς ἀγνοεῖν τὴν αἰτίαν· θλιβομένου γὰρ καὶ κινουμένου τοῦ ὀφθαλμοῦ φαίνεται πῦρ ἐκλάμπειν· τοῦτο δ΄ ἐν τῷ σκότει πέφυκε συμβαίνειν͵ ἢ τῶν βλεφάρων ἐπικεκαλυμμένων· γίγνεται γὰρ καὶ τότε σκότος. ἐκείνως δ΄ αὐτὸς αὑτὸν ὁρᾷ ὁ ὀφθαλμός͵ ὥσπερ καὶ ἐν τῇ ἀνακλάσει· ἐπεὶ εἴ γε πῦρ ἦν͵ καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς φησὶ καὶ ἐν τῷ Τιμαίῳ γέγραπται͵ καὶ συνέβαινε τὸ ὁρᾶν ἐξιόντος ὥσπερ ἐκ λαμπτῆρος τοῦ φωτός͵ διὰ τί οὐ καὶ ἐν τῷ σκότει ἑώρα ἂν ἡ ὄψις; τὸ δ΄ ἀποσβέννυσθαι φάναι ἐν τῷ σκότει ἐξιοῦσαν͵ ὥσπερ ὁ Τίμαιος λέγει͵ κενόν ἐστι παντελῶς· τίς γὰρ ἀπόσβεσις φωτός ἐστιν; σβέννυται γὰρ ἢ ὑγρῷ ἢ ψυχρῷ τὸ θερμὸν καὶ ξηρόν (οἷον δοκεῖ τό τ΄ ἐν τοῖς ἀνθρακώδεσιν εἶναι πῦρ καὶ ἡ φλόξ)͵ ὧν τῷ φωτὶ οὐδέτερον φαίνεται ὑπάρχον. ἔχει δ΄ ἀπορίαν τοῦτο καὶ ἑτέραν. διὰ τί οὖν ἠρεμοῦντι τοῦτ΄ οὐ συμβαίνει; τὸ δ΄ αἴτιον τούτου͵ καὶ τῆς ἀπορίας καὶ τοῦ δοκεῖν πῦρ εἶναι τὴν ὄψιν͵ ἐντεῦθεν ληπτέον. τοῦτο δ΄ ἡ ταχυτὴς ποιεῖ τῆς κινήσεως͵ ὥστε δοκεῖν ἕτερον εἶναι τὸ ὁρῶν καὶ τὸ ὁρώμενον. Δημόκριτος δ΄ ὅτι μὲν ὕδωρ εἶναί φησι͵ λέγει καλῶς͵ ὅτι δ΄ οἴεται τὸ ὁρᾶν εἶναι τὴν ἔμφασιν͵ οὐ καλῶς· τοῦτο μὲν γὰρ συμβαίνει ὅτι τὸ ὄμμα λεῖον͵ καὶ ἔστιν οὐκ ἐν ἐκείνῳ ἀλλ΄ ἐν τῷ ὁρῶντι· ἀνάκλασις γὰρ τὸ πάθος͵ ἀλλὰ καθόλου περὶ τῶν ἐμφαινομένων καὶ ἀνακλάσεως οὐδέν πω δῆλον ἦν͵ ὡς ἔοικεν. εἰ δ΄ ἄρα ὑπάρχει μὲν ἀλλὰ διὰ τὸ ἠρέμα λανθάνει ἡμᾶς͵ ἔδει μεθ΄ ἡμέραν γε καὶ ἐν τῷ ὕδατι ἀποσβέννυσθαι τὸ φῶς καὶ ἐν τοῖς πάγοις μᾶλλον γίγνεσθαι σκότον· ἡ γοῦν φλὸξ καὶ τὰ πεπυρωμένα σώματα πάσχει τοῦτο· νῦν δ΄ οὐδὲν συμβαίνει τοιοῦτον. φαίνεται δὲ τοῦτο κινουμένου τοῦ ὄμματος διὰ τὸ συμβαίνειν ὥσπερ δύο γίγνεσθαι τὸ ἕν. τὰ γὰρ λεῖα πέφυκεν ἐν τῷ σκότει λάμπειν͵ οὐ μέντοι φῶς γε ποιεῖν͵ τοῦ δ΄ ὀφθαλμοῦ [437b] τὸ καλούμενον μέλαν καὶ μέσον λεῖον. Ἐμπεδοκλῆς δ΄ ἔοικε νομίζοντι ὁτὲ μὲν ἐξιόντος τοῦ φωτός͵ ὥσπερ εἴρηται πρότερον͵ βλέπειν· λέγει γοῦν οὕτως· ὡς δ΄ ὅτε τις πρόοδον νοέων ὡπλίσσατο λύχνον χειμερίην διὰ νύκατα͵ πυρὸς σέλας αἰθομένοιο͵ ἅψας παντοίων ἀνέμων λαμπτῆρας ἀμοργούς͵ οἵ τ΄ ἀνέμων μὲν πνεῦμα διασκιδνᾶσιν ἀέντων͵ πῦρ δ΄ ἔξω διαθρῷσκον͵ ὅσον ταναώτερον ἦεν͵ λάμπεσκεν κατὰ βηλὸν ἀτειρέσιν ἀκτίνεσσιν· ὣς δὲ τότ΄ ἐν μήνιγξιν ἐεργμένον ὠγύγιον πῦρ [438a] λεπτῇσιν τ΄ ὀθόνῃσι λοχεύσατο κύκλοπα κούρην· αἳ χοάνῃσι δίαντα τετρήατο θεσπεσίῃσιν· αἱ δ΄ ὕδατος μὲν βένθος ἀπέστεγον ἀμφιναέντος͵ πῦρ δ΄ ἔξω διίεσκον͵ ὅσον ταναώτερον ἦεν. ἄτοπον δὲ καὶ τὸ μὴ ἐπελθεῖν αὐτῷ ἀπορῆσαι διὰ τί ὁ ὀφθαλμὸς ὁρᾷ μόνον͵ τῶν δ΄ .
οὐ γὰρ ἐπὶ ἐσχάτου τοῦ ὄμματος ἡ ψυχὴ ἢ τῆς ψυχῆς τὸ αἰσθητικόν ἐστιν͵ ἀλλὰ δῆλον ὅτι ἐντός· διόπερ ἀνάγκη διαφανὲς εἶναι καὶ δεκτικὸν φωτὸς τὸ ἐντὸς τοῦ ὄμματος.ἄλλων οὐδὲν ἐν οἷς ἐμφαίνεται τὰ εἴδωλα. καὶ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν συμβαινόντων δῆλον· ἤδη γάρ τισι πληγεῖσιν ἐν πολέμῳ παρὰ τὸν κρόταφον οὕτως ὥστ΄ ἀποτμηθῆναι τοὺς πόρους τοῦ ὄμματος ἔδοξε γενέσθαι σκότος ὥσπερ λύχνου ἀποσβεσθέντος͵ διὰ τὸ οἷον λαμπτῆρά τινα ἀποτμηθῆναι τὸ διαφανές͵ τὴν καλουμένην κόρην. . καὶ εὐλόγως τὸ ἐντός ἐστιν ὕδατος· διαφανὲς γὰρ τὸ ὕδωρ͵ ὁρᾶται δὲ ὥσπερ καὶ ἔξω οὐκ ἄνευ φωτός͵ οὕτως καὶ ἐντός· διαφανὲς ἄρα δεῖ εἶναι· ἀνάγκη ἄρα ὕδωρ εἶναι͵ ἐπειδὴ οὐκ ἀήρ. τούτου μὲν γὰρ βέλτιον τὸ ἐν τῇ ἀρχῇ συμφύεσθαι τοῦ ὄμματος. ἀλλὰ καὶ τοῦτο εὔηθες· τό τε γὰρ συμφύεσθαι τί ἐστι φωτὶ πρὸς φῶς͵ ἢ πῶς οἷόν θ΄ ὑπάρχειν (οὐ γὰρ τῷ [438b] τυχόντι συμφύεται τὸ τυχόν)͵ τό τ΄ ἐντὸς τῷ ἐκτὸς πῶς; ἡ γὰρ μῆνιγξ μεταξύ ἐστιν. ἡ δ΄ ὀσμὴ καπνώδης τίς ἐστιν ἀναθυμίασις͵ ἡ δ΄ ἀναθυμίασις ἡ καπνώδης ἐκ πυρός. ἀλλ΄ εὐφυλακτότερον καὶ εὐπιλητότερον τὸ ὕδωρ τοῦ ἀέρος· διόπερ ἡ κόρη καὶ τὸ ὄμμα ὕδατός ἐστιν. περὶ μὲν οὖν τοῦ ἄνευ φωτὸς μὴ ὁρᾶν εἴρηται ἐν ἄλλοις· ἀλλ΄ εἴτε φῶς εἴτ΄ ἀήρ ἐστι τὸ μεταξὺ τοῦ ὁρωμένου καὶ τοῦ ὄμματος͵ ἡ διὰ τούτου κίνησίς ἐστιν ἡ ποιοῦσα τὸ ὁρᾶν. τὸ δ΄ ἁπτικὸν γῆς͵ τὸ δὲ [439a] γευστικὸν εἶδός τι ἁφῆς ἐστίν. καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τῇ καρδίᾳ τὸ αἰσθητήριον αὐτῶν͵ τῆς γεύσεως καὶ τῆς ἁφῆς· ἀντίκειται γὰρ τῷ ἐγκεφάλῳ αὕτη͵ καὶ ἔστι θερμότατον τῶν μορίων. ὥστ΄ εἴπερ ἐπὶ τούτων συμβαίνει καθάπερ λέγομεν͵ φανερὸν ὡς εἰ δεῖ τοῦτον τὸν τρόπον ἀποδιδόναι καὶ προσάπτειν ἕκαστον τῶν αἰσθητηρίων ἑνὶ τῶν στοιχείων͵ τοῦ μὲν ὄμματος τὸ ὁρατικὸν ὕδατος ὑποληπτέον͵ ἀέρος δὲ τὸ τῶν ψόφων αἰσθητικόν͵ πυρὸς δὲ τὴν ὄσφρησιν (ὃ γὰρ ἐνεργείᾳ ἡ ὄσφρησις͵ τοῦτο δυνάμει τὸ ὀσφραντικόν· τὸ γὰρ αἰσθητὸν ἐνεργεῖν ποιεῖ τὴν αἴ σθησιν͵ ὥσθ΄ ὑπάρχειν ἀναγκαῖον αὐτὴν δυνάμει πρότερον. τὸ μὲν οὖν τὴν ὄψιν εἶναι ὕδατος ἀληθὲς μέν͵ οὐ μέντοι συμβαίνει τὸ ὁρᾶν ᾗ ὕδωρ ἀλλ΄ ᾗ διαφανές· ὃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀέρος κοινόν ἐστιν. καὶ περὶ μὲν τῶν αἰσθητικῶν τοῦ σώματος μορίων ἔστω τοῦτον τὸν τρόπον διωρισμένα. τῶν δ΄ ἀναίμων σκληρόδερμοι οἱ ὀφθαλμοί εἰσι͵ καὶ τοῦτο ποιεῖ τὴν σκέπην. τοῦτο δὲ καὶ ἐπ΄ αὐτῶν τῶν ἔργων δῆλον· φαίνεται γὰρ ὕδωρ τὸ ἐκρέον διαφθειρομένων͵ καὶ ἔν γε τοῖς πάμπαν ἐμβρύοις τῇ ψυχρότητι ὑπερβάλλον καὶ τῇ λαμπρότητι͵ καὶ τὸ λευκὸν τοῦ ὄμματος ἐν τοῖς ἔχουσιν αἷμα πῖον καὶ λιπαρόν· ὅπερ διὰ τοῦτ΄ ἐστί͵ πρὸς τὸ διαμένειν τὸ ὑγρὸν ἄπηκτον͵ καὶ διὰ τοῦτο τοῦ σώματος ἀρριγότατον ὁ ὀφθαλμός ἐστιν· οὐδεὶς γάρ πω τὸ ἐντὸς τῶν βλεφάρων ἐρρίγωσεν. διὸ καὶ τῷ περὶ τὸν ἐγκέφαλον τόπῳ τὸ τῆς ὀσφρήσεως αἰσθητήριόν ἐστιν ἴδιον· δυνάμει γὰρ θερμὴ ἡ τοῦ ψυχροῦ ὕλη ἐστίν. καὶ ἡ τοῦ ὄμμα τος γένεσις τὸν αὐτὸν ἔχει τρόπον· ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου γὰρ συνέστηκεν· οὗτος γὰρ ὑγρότατος καὶ ψυχρότατος τῶν ἐν τῷ σώματι μορίων ἐστίν). ἄλογον δὲ ὅλως τὸ ἐξιόντι τινὶ τὴν ὄψιν ὁρᾶν͵ καὶ ἀποτείνεσθαι μέχρι τῶν ἄστρων͵ ἢ μέχρι τινὸς ἐξιοῦσαν συμφύεσθαι͵ καθάπερ λέγουσί τινες.
τὸ γὰρ χρῶμα ἢ ἐν τῷ πέρατί ἐστιν ἢ πέρας (διὸ καὶ οἱ Πυθαγόρειοι τὴν ἐπιφάνειαν χρόαν ἐκάλουν)· ἔστι μὲν γὰρ ἐν τῷ τοῦ σώματος πέρατι͵ ἀλλ΄ οὐ τὸ τοῦ σώματος πέρας͵ ἀλλὰ τὴν αὐτὴν φύσιν δεῖ νομίζειν ἥπερ καὶ ἔξω [439b] χρωματίζεται͵ ταύτην καὶ ἐντός. τί δέ ποτε δεῖ λέγειν ὁτιοῦν αὐτῶν͵ οἷον τί χρῶμα ἢ τί ψόφον ἢ τί ὀσμὴν ἢ χυμόν͵ ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἁφῆς͵ ἐπισκεπτέον͵ καὶ πρῶτον περὶ χρώματος.Περὶ δὲ τῶν αἰσθητῶν τῶν καθ΄ ἕκαστον αἰσθητήριον͵ οἷον λέγω χρώματος καὶ ψόφου καὶ ὀσμῆς καὶ χυμοῦ καὶ ἁφῆς͵ καθόλου μὲν εἴρηται ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς͵ τί τὸ ἔργον αὐτῶν καὶ τί τὸ ἐνεργεῖν καθ΄ ἕκαστον τῶν αἰσθητηρίων. ἐν δέχεται μὲν γὰρ παρ΄ ἄλληλα τιθέμενα τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵ ὥσθ΄ ἑκάτερον μὲν εἶναι ἀόρατον διὰ σμικρότητα͵ τὸ δ΄ ἐξ ἀμφοῖν ὁρατόν͵ οὕτω γίγνεσθαι. ἐπεὶ δ΄ ἐν πέρατι ἡ χρόα͵ τούτου ἂν ἐν πέρατι εἴη. φαίνεται δὲ καὶ ἀὴρ καὶ ὕδωρ χρωματιζόμενα· καὶ γὰρ ἡ αὐγὴ τοιοῦτόν ἐστιν. ἔστι μὲν οὖν ἐνεῖναι ἐν τῷ διαφανεῖ τοῦθ΄ ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἀέρι ποιεῖ φῶς͵ ἔστι δὲ μή͵ ἀλλ΄ ἐστερῆσθαι. τὸ μὲν οὖν ἐνεργείᾳ χρῶμα καὶ ψόφος πῶς ἐστὶ τὸ αὐτὸ ἢ ἕτερον ταῖς κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθήσεσιν͵ οἷον ὁράσει καὶ ἀκούσει͵ εἴρηται ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς· τί δὲ ἕκαστον αὐτῶν ὂν ποιήσει τὴν αἴσθησιν καὶ τὴν ἐνέργειαν͵ νῦν λέγωμεν. ὥστε χρῶμα ἂν εἴη τὸ τοῦ διαφανοῦς ἐν σώματι ὡρισμένῳ πέρας. περὶ δὲ τῶν ἄλλων χρωμάτων ἤδη͵ διελομένοις ποσαχῶς ἐνδέχεται γίγνεσθαι͵ λεκτέον. τοῦτο γὰρ οὔτε λευκὸν οἷόν τε φαίνεσθαι οὔτε μέλαν· ἐπεὶ δ΄ ἀνάγκη μέν τι ἔχειν χρῶμα͵ τούτων δ΄ οὐδέτερον δυνατόν͵ ἀνάγκη μεικτόν τι εἶναι καὶ εἶδός τι χρόας ἕτερον. ἔστι μὲν οὖν οὕτως ὑπολαβεῖν πλείους εἶναι χρόας παρὰ τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵ πολλὰς δὲ τῷ λόγῳ (τρία γὰρ πρὸς δύο͵ καὶ τρία πρὸς τέτταρα͵ καὶ κατ΄ ἄλλους ἀριθμοὺς ἔστι παρ΄ ἄλληλα κεῖσθαι· τὰ δ΄ ὅλως κατὰ . τὸ ἄρα διαφανὲς καθ΄ ὅσον ὑπάρχει ἐν τοῖς σώμασιν (ὑπάρχει δὲ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐν πᾶσι) χρώματος ποιεῖ μετέχειν. ἀλλ΄ ἐκεῖ μὲν διὰ τὸ ἐν ἀορίστῳ οὐ τὴν αὐτὴν ἐγγύθεν καὶ προσιοῦσι καὶ πόρρωθεν ἔχει χρόαν οὔθ΄ ὁ ἀὴρ οὔθ΄ ἡ θά λαττα· ἐν δὲ τοῖς σώμασιν͵ ἐὰν μὴ τὸ περιέχον ποιῇ μεταβάλλειν͵ ὥρισται καὶ ἡ φαντασία τῆς χρόας. ὥσπερ οὖν ἐκεῖ τὸ μὲν φῶς τὸ δὲ σκότος͵ οὕτως ἐν τοῖς σώμασιν ἐγγίγνεται τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν. δῆλον ἄρα ὅτι τὸ αὐτὸ κἀκεῖ κἀνθάδε δεκτικὸν τῆς χρόας ἐστίν. ἔστι μὲν οὖν ἕκα στον διχῶς λεγόμενον͵ τὸ μὲν ἐνεργείᾳ τὸ δὲ δυνάμει. καὶ αὐτῶν δὲ τῶν διαφανῶν͵ οἷον ὕδατος καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον͵ καὶ ὅσοις φαίνεται χρῶμα ἴδιον ὑπάρχειν͵ κατὰ τὸ ἔσχατον ὁμοίως πᾶσιν ὑπάρχει. ὥσπερ οὖν εἴρηται περὶ φωτὸς ἐν ἐκείνοις͵ ὅτι ἐστὶ χρῶμα τοῦ διαφανοῦς κατὰ συμβεβηκόςὅταν γὰρ ᾖ τι πυρῶδες ἐν διαφανεῖ͵ ἡ μὲν παρουσία φῶς͵ ἡ δὲ στέρησίς ἐστι σκότος· ὃ δὲ λέγομεν διαφανὲς οὐκ ἔστιν ἴδιον ἀέρος ἢ ὕδατος οὐδ΄ ἄλλου τῶν οὕτω λεγομένων σωμάτων͵ ἀλλά τίς ἐστι κοινὴ φύσις καὶ δύναμις͵ ἣ χωριστὴ μὲν οὐκ ἔστιν͵ ἐν τούτοις δ΄ ἔστι͵ καὶ τοῖς ἄλλοις σώμασιν ἐνυπάρχει͵ τοῖς μὲν μᾶλλον τοῖς δ΄ ἧττον· ὥσπερ οὖν καὶ τῶν σωμάτων ἀνάγκη τι εἶναι ἔσχατον͵ καὶ ταύτηςἡ μὲν οὖν τοῦ φωτὸς φύσις ἐν ἀορίστῳ τῷ διαφανεῖ ἐστίν· τοῦ δ΄ ἐν τοῖς σώμασι διαφανοῦς τὸ ἔσχατον ὅτι μὲν εἴη ἄν τι͵ δῆλον͵ ὅτι δὲ τοῦτ΄ ἐστὶ τὸ χρῶμα͵ ἐκ τῶν συμβαινόντων φανερόν.
τὸ μὲν οὖν͵ ὥσπερ οἱ ἀρχαῖοι͵ λέγειν ἀπόρροιαν εἶναι τὴν χρόαν καὶ ὁρᾶσθαι διὰ τοιαύτην αἰτίαν ἄτοπον· πάντως γὰρ δι΄ ἁφῆς ἀναγκαῖον αὐτοῖς ποιεῖν τὴν αἴσθησιν͵ ὥστ΄ εὐθὺς κρεῖττον φάναι τῷ κινεῖσθαι τὸ μεταξὺ τῆς αἰσθήσεως ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ γίγνεσθαι τὴν αἴσθησιν͵ ἁφῇ καὶ μὴ ταῖς ἀπορροίαις. εἷς μὲν οὖν τρόπος τῆς γενέσεως τῶν χρωμάτων οὗτος͵ εἷς δὲ τὸ φαίνεσθαι δι΄ ἀλλήλων͵ οἷον ἐνίοτε οἱ γραφεῖς ποιοῦσιν͵ ἑτέραν χρόαν ἐφ΄ ἑτέραν ἐναργεστέραν ἐπαλείφοντες͵ ὥσπερ ὅταν ἐν ὕδατί τι ἢ ἐν ἀέρι βούλωνται ποιῆσαι φαινόμενον͵ καὶ οἷον ὁ ἥλιος καθ΄ αὑτὸν μὲν λευκὸς φαίνεται͵ διὰ δ΄ ἀχλύος καὶ καπνοῦ φοινικοῦς. πολλαὶ δ΄ ἔσονται χρόαι διὰ τὸ κατὰ πολλοὺς λόγους ἐνδέχεσθαι . πολλαὶ δὲ καὶ οὕτως ἔσονται χρόαι τὸν αὐτὸν τρόπον τῷ πρότερον εἰρημένῳ· λόγος γὰρ ἂν εἴη τις τῶν ἐπιπολῆς πρὸς τὰ ἐν βάθει͵ τὰ δὲ καὶ ὅλως οὐκ ἐν λόγῳ. διὸ καὶ ἕτερον φαίνεται καὶ οὔτε λευκὸν οὔτε μέλαν.μὲν λόγον μηδένα͵ καθ΄ ὑπεροχὴν δέ τινα καὶ ἔλλειψιν ἀσύμμετρον)͵ καὶ τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον ἔχειν ταῦτα ταῖς συμφωνίαις· τὰ μὲν γὰρ ἐν ἀριθμοῖς εὐλογίστοις χρώματα͵ καθάπερ ἐκεῖ τὰς συμφωνίας͵ τὰ ἥδιστα τῶν χρωμάτων εἶναι δοκοῦντα͵ οἷον [440a] τὸ ἁλουργὸν καὶ τὸ φοινικοῦν καὶ ὀλίγ΄ ἄττα τοιαῦτα (δι΄ ἥνπερ αἰτίαν καὶ αἱ συμφωνίαι ὀλίγαι)͵ τὰ δὲ μὴ ἐν ἀριθμοῖς τἆλλα χρώματα· ἢ καὶ πάσας τὰς χρόας ἐν ἀριθμοῖς εἶναι͵ τὰς μὲν τεταγμένας τὰς δὲ ἀτάκτους͵ καὶ αὐτὰς ταύτας͵ ὅταν μὴ καθαραὶ ὦσι͵ διὰ τὸ μὴ ἐν ἀριθμοῖς εἶναι τοιαύτας γίγνεσθαι. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν παρ΄ ἄλληλα κειμένων ἀνάγκη ὥσπερ καὶ μέγεθος λαμβάνειν ἀόρατον͵ οὕτω καὶ χρόνον ἀναίσθητον͵ ἵνα λανθάνωσιν αἱ κινήσεις ἀφικνούμεναι καὶ ἓν δοκῇ εἶναι διὰ τὸ ἅμα φαίνεσθαι· ἐνταῦθα δὲ οὐδεμία ἀνάγκη͵ ἀλλὰ τὸ ἐπιπολῆς χρῶμα ἀκίνητον ὂν καὶ κινούμενον ὑπὸ τοῦ ὑποκειμένου οὐχ ὁμοίαν ποιήσει τὴν κίνησιν. ὥστ΄ εἰ μὴ ἐνδέχεται μηδὲν εἶναι μέγεθος ἀόρατον͵ ἀλλὰ πᾶν ἔκ τινος ἀποστήματος ὁρατόν͵ καίτοι αὕτη τις ἂν εἴη χρωμάτων μίξις. εἰ δ΄ ἔστι μίξις τῶν σωμάτων [440b] μὴ μόνον τὸν τρόπον τοῦτον ὅνπερ οἴονταί τινες͵ παρ΄ ἄλληλα τῶν ἐλαχίστων τιθεμένων͵ ἀδήλων δ΄ ἡμῖν διὰ τὴν αἴσθησιν͵ ἀλλ΄ ὅλως πάντη πάντως͵ ὥσπερ ἐν τοῖς περὶ μίξεως εἴρηται καθόλου περὶ πάντων (ἐκείνως μὲν γὰρ μείγνυται ταῦτα μόνον ὅσα ἐνδέχεται διελεῖν εἰς τὰ ἐλάχιστα͵ καθάπερ ἀνθρώπους ἢ ἵππους ἢ τὰ σπέρματα· τῶν μὲν γὰρ ἀνθρώπων ἄνθρωπος ἐλάχιστον͵ τῶν δ΄ ἵππων ἵππος· ὥστε τῇ τούτων παρ΄ ἄλληλα θέσει τὸ πλῆθος μέμεικται τῶν συναμφοτέρων· ἄνθρωπον δὲ ἕνα ἑνὶ ἵππῳ οὐ λέγομεν μεμεῖχθαι· ὅσα δὲ μὴ διαιρεῖται εἰς τὸ ἐλάχιστον͵ τούτων οὐκ ἐνδέχεται μίξιν γενέσθαι τὸν τρόπον τοῦτον ἀλλὰ τῷ πάντη μεμεῖχθαι͵ ἅπερ καὶ μάλιστα μείγνυσθαι πέφυκεν· πῶς δὲ τοῦτο γίγνεσθαι δυνατόν͵ ἐν τοῖς περὶ μίξεως εἴρηται πρότερον) ἀλλ΄ ὅτι ἀνάγκη μειγνυμένων καὶ τὰς χρόας μείγνυσθαι͵ δῆλον͵ καὶ ταύτην τὴν αἰτίαν εἶναι κυρίαν τοῦ πολλὰς εἶναι χρόας͵ ἀλλὰ μὴ τὴν ἐπιπόλασιν μηδὲ τὴν παρ΄ ἄλληλα θέσιν· οὐ γὰρ πόρρωθεν μὲν ἐγγύθεν δ΄ οὒ φαίνεται μία χρόα τῶν μεμειγμένων͵ ἀλλὰ πάντοθεν. κἀκείνως δ΄ οὐδὲν κωλύει φαίνεσθαί τινα χρόαν κοινὴν τοῖς πόρρωθεν· ὅτι γὰρ οὐκ ἔστιν οὐδὲν μέγεθος ἀόρατον͵ ἐν τοῖς ὕστερον ἐπισκεπτέον.
καὶ τοῦτο δῆλόν ἐστιν ἐπὶ τῶν ἁλμυρῶν ὑδάτων μάλιστα· οἱ γὰρ ἅλες γῆς τι εἶδός εἰσιν. καὶ τὰ διὰ τῆς τέφρας διηθούμενα πικρᾶς οὔσης πικρὸν ποιεῖ τὸν χυμόν͵ εἰσί τε κρῆναι πολλαὶ αἱ μὲν πικραί͵ αἱ δ΄ ὀξεῖαι͵ αἱ δὲ παντοδαποὺς ἔχουσαι χυμοὺς ἄλλους. ἡ μὲν οὖν τοῦ ὕδατος φύσις βούλεται ἄχυμος εἶναι· ἀνάγκη δ΄ ἢ ἐν αὑτῷ τὸ ὕδωρ ἔχειν τὰ γένη τῶν χυμῶν ἀναίσθητα διὰ μικρότητα͵ καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς φησίν͵ ἢ ὕλην τοιαύτην εἶναι οἷον πανσπερμίαν χυμῶν͵ καὶ ἅπαντα μὲν ἐξ ὕδατος γίγνεσθαι͵ ἄλλο δ΄ ἐξ ἄλλου μέρους͵ ἢ μηδεμίαν ἔχοντος διαφορὰν τοῦ ὕδατος τὸ ποιοῦν αἴτιον εἶναι͵ οἷον εἰ τὸ θερμὸν καὶ τὸν ἥλιον φαίη τις. ἐναργέστερον δ΄ ἡμῖν ἐστι τὸ τῶν χυμῶν γένος ἢ τὸ τῆς ὀσμῆς. τούτων δ΄ ὡς μὲν Ἐμπεδοκλῆς λέγει λίαν εὐσύνοπτον τὸ ψεῦδος· ὁρῶμεν γὰρ μεταβάλλοντας ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τοὺς χυμοὺς ἀφαιρουμένων τῶν περικαρπίων [εἰς τὸν ἥλιον] καὶ πυρουμένων͵ ὡς οὐ τῷ ἐκ τοῦ ὕδατος ἕλκειν τοιούτους γιγνομένους͵ ἀλλ΄ ἐν αὐτῷ τῷ περικαρπίῳ μεταβάλλοντας͵ καὶ ἐξικμαζομένους δὲ καὶ κειμένους διὰ τὸν χρόνον αὐστηροὺς ἐκ γλυκέων καὶ πικροὺς καὶ παντοδαποὺς γιγνομένους͵ καὶ ἑψομένους εἰς πάντα τὰ γένη τῶν χυμῶν ὡς εἰπεῖν μεταβάλλοντας. λείπεται δὴ τῷ πάσχειν τι τὸ ὕδωρ μεταβάλλειν. Τί μὲν οὖν ἐστὶ χρῶμα καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν πολλαὶ χρόαι εἰσίν͵ εἴρηται· [περὶ δὲ ψόφου καὶ φωνῆς εἴρηται πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς·] περὶ δὲ ὀσμῆς καὶ χυμοῦ λεκτέον. ὁμοίως δὲ καὶ τὸ πανσπερμίας εἶναι τὸ ὕδωρ ὕλην ἀδύνατον· ἐκ τοῦ αὐτοῦ γὰρ ὁρῶμεν ὡς [ἐκ τῆς αὐτῆς] τροφῆς γιγνομένους ἑτέρους χυμούς. πάσχειν γὰρ πέφυκε τὸ ὑγρόν͵ ὥσπερ καὶ τἆλλα͵ ὑπὸ τοῦ ἐναντίου· ἐναντίον δὲ τὸ ξηρόν.μείγνυσθαι ἀλλήλοις τὰ μειγνύμενα͵ καὶ τὰ μὲν ἐν ἀριθμοῖς τὰ δὲ καθ΄ ὑπεροχὴν μόνον. καὶ τἆλλα δὴ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅνπερ ἐπὶ τῶν παρ΄ ἄλληλα τιθεμένων χρωμάτων ἢ ἐπιπολῆς͵ ἐνδέχεται λέγειν καὶ περὶ τῶν μειγνυμένων. τούτου δ΄ αἴτιον ὅτι χειρίστην [441a] ἔχομεν τῶν ἄλλων ζῴων τὴν ὄσφρησιν καὶ τῶν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς αἰσθήσεων͵ τὴν δ΄ ἁφὴν ἀκριβεστάτην τῶν ἄλλων ζῴων· ἡ δὲ γεῦσις ἁφή τίς ἐστιν. διὸ καὶ πολλοί φασι τῶν ἀρχαίων φυσιολόγων τοιοῦτον εἶναι τὸ ὕδωρ δι΄ οἵας ἂν γῆς πορεύηται. ὅτι μὲν τοίνυν οὐχ ὑπὸ τῆς τοῦ θερμοῦ μόνον δυνάμεως λαμβάνει ταύτην τὴν δύναμιν ἣν καλοῦμεν χυμόν͵ φανερόν. σχεδὸν γάρ ἐστι τὸ αὐτὸ πάθος͵ οὐκ ἐν τοῖς αὐτοῖς δ΄ ἐστὶν ἑκάτερον αὐτῶν. διὸ καὶ . διὰ τίνα δ΄ αἰτίαν εἴδη τῶν χρωμάτων ἐστὶν ὡρισμένα καὶ οὐκ ἄπειρα͵ καὶ χυμῶν καὶ ψόφων͵ ὕστερον ἐπισκεπτέον. εὐλόγως δ΄ ἐν τοῖς φυομένοις τὸ τῶν χυμῶν γίγνεται γένος μάλιστα. λεπτότατον γὰρ πάντων τῶν οὕτως ὑγρῶν τὸ ὕδωρ ἐστί͵ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐλαίου (ἀλλ΄ ἐπεκτείνεται ἐπὶ πλέον τοῦ ὕδατος τὸ ἔλαιον διὰ τὴν γλισχρότητα· τὸ δ΄ ὕδωρ ψαθυρόν ἐστι͵ διὸ καὶ χαλεπώτερον φυλάξαι ἐν τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ ἤπερ ἔλαιον)͵ ἐπεὶ δὲ θερμαινόμενον οὐδὲν φαίνεται παχυνόμενον τὸ ὕδωρ αὐτὸ μόνον͵ δῆλον ὅτι ἑτέρα τις ἂν εἴη αἰτία· οἱ γὰρ χυμοὶ πάντες πάχος ἔχουσι μᾶλλον· τὸ δὲ θερμὸν συναίτιον. φαίνονται δ΄ οἱ χυμοὶ ὅσοιπερ καὶ ἐν τοῖς περικαρπίοις͵ [441b] οὗτοι ὑπάρχοντες καὶ ἐν τῇ γῇ.
ὃ δὴ ἐν τοῖς ἔξω σώμασι ποιεῖ τὸ ἔξω θερμόν͵ τοῦτο τὸ ἐν τῇ φύσει τῶν ζῴων καὶ φυτῶν· διὸ τρέφεται τῷ γλυκεῖ. διὸ καὶ ἡ τέφρα τῶν κατακαιομένων πικρὰ πάντων· ἐξίκμασται γὰρ τὸ πότιμον ἐξ αὐτῶν. Δημόκριτος δὲ καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φυσιολόγων͵ ὅσοι λέγουσι περὶ αἰσθήσεως͵ ἀτοπώτατόν τι [442b] ποιοῦσιν· πάντα γὰρ τὰ αἰσθητὰ ἁπτὰ ποιοῦσιν. δεῖ μὲν οὖν διορίζειν περὶ τούτων ἐν τοῖς περὶ γενέσεως͵ νῦν δ΄ ὅσον ἀναγκαῖον ἅψασθαι αὐτῶν. καὶ ἔστι τοῦτο χυμός͵ τὸ γιγνόμενον ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ξηροῦ πάθος ἐν τῷ ὑγρῷ͵ τῆς γεύσεως τῆς κατὰ δύναμιν ἀλλοιωτικὸν ὂν εἰς ἐνέργειαν· ἄγει γὰρ τὸ αἰσθητικὸν εἰς τοῦτο δυνάμει προϋπάρχον· οὐ γὰρ κατὰ τὸ μανθάνειν ἀλλὰ κατὰ τὸ θεωρεῖν ἐστι τὸ αἰσθάνεσθαι. σχεδὸν γὰρ ἴσα καὶ τὰ τῶν χυμῶν εἴδη καὶ τὰ τῶν χρωμάτων ἐστίν· ἑπτὰ γὰρ ἀμφοτέρων εἴδη͵ ἄν τις τιθῇ͵ ὥσπερ εὔλογον͵ τὸ φαιὸν μέλαν τι εἶναι· λείπεται γὰρ τὸ ξανθὸν μὲν τοῦ λευκοῦ εἶναι ὥσπερ τὸ λιπαρὸν τοῦ γλυκέος͵ τὸ φοινικοῦν δὲ καὶ ἁλουργὸν καὶ πράσινον καὶ κυανοῦν μεταξὺ τοῦ λευκοῦ καὶ μέλανος͵ τὰ δ΄ ἄλλα μεικτὰ ἐκ τούτων. ὥσπερ δὲ τὰ χρώματα ἐκ λευκοῦ καὶ μέλανος μίξεώς ἐστιν͵ οὕτως οἱ χυμοὶ ἐκ γλυκέος καὶ πικροῦ͵ καὶ κατὰ λόγον δ΄ ἢ τῷ μᾶλλον καὶ ἧττον ἕκαστοί εἰσιν͵ εἴτε κατ΄ ἀριθμούς τινας τῆς μίξεως καὶ κινήσεως͵ εἴτε καὶ ἀορίστως͵ οἱ δὲ τὴν ἡδονὴν ποιοῦντες μειγνύμενοι͵ οὗτοι ἐν ἀριθμοῖς μόνον· ὁ μὲν οὖν λιπαρὸς τοῦ γλυκέος ἐστὶ χυμός͵ τὸ δ΄ ἁλμυρὸν καὶ πικρὸν σχεδὸν τὸ αὐτό͵ ὁ δὲ δριμὺς καὶ αὐστηρὸς καὶ στρυφνὸς καὶ ὀξὺς ἀνὰ μέσον. συμμείγνυνται δ΄ οἱ ἄλλοι χυμοὶ εἰς τὴν τροφὴν τὸν αὐτὸν τρόπον τῷ ἁλμυρῷ καὶ ὀξεῖ͵ ἀντὶ ἡδύσματος͵ ταῦτα δὲ διὰ τὸ ἀντισπᾶν τῷ λίαν τρόφιμον εἶναι τὸ γλυκὺ καὶ ἐπιπολαστικόν. ὥσπερ οὖν οἱ ἐναποπλύνοντες ἐν τῷ ὑγρῷ τὰ χρώματα καὶ τοὺς χυμοὺς τοιοῦτον ἔχειν ποιοῦσι τὸ ὕδωρ͵ οὕτως καὶ ἡ φύσις τὸ ξηρὸν καὶ γεῶδες͵ καὶ διὰ τοῦ ξηροῦ καὶ γεώδους διηθοῦσα καὶ κινοῦσα τῷ θερμῷ ποιόν τι τὸ ὑγρὸν παρασκευάζει. καίτοι εἰ τοῦτο οὕτως ἔχει͵ δῆλον ὡς καὶ τῶν ἄλλων αἰσθήσεων ἑκάστη ἁφή τίς ἐστιν· τοῦτο δ΄ ὅτι ἀδύνατον͵ οὐ . ἀλλ΄ ἴδιον τοῦ πυρὸς τὸ θερμόν ἐστι͵ γῆς δὲ τὸ ξηρόν͵ ὥσπερ εἴρηται ἐν τοῖς περὶ στοιχείων. τὸ γὰρ θερμὸν αὐξάνει͵ καὶ δημιουργεῖ τὴν τροφήν͵ καὶ τὸ κοῦφον ἕλκει͵ τὸ δ΄ ἁλμυρὸν καὶ πικρὸν καταλείπει διὰ τὸ βάρος. καὶ ἔστι τῆς προσφερομένης τροφῆς τοῖς ζῴοις τὰ μὲν ἁπτὰ τῶν αἰσθητῶν αὔξησιν ποιοῦντα καὶ φθίσιν· τούτων μὲν γὰρ αἴτιον ᾗ θερμὸν καὶ ψυχρὸν τὸ προσφερόμενον (ταῦτα γὰρ ποιεῖ καὶ [442a] αὔξησιν καὶ φθίσιν)͵ τρέφει δὲ ᾗ γευστὸν τὸ προσφερόμενον (πάντα γὰρ τρέφεται τῷ γλυκεῖ͵ ἢ ἁπλῶς ἢ μεμειγμένῳ). καὶ ὥσπερ τὸ μέλαν στέρησις ἐν τῷ διαφανεῖ τοῦ λευκοῦ͵ οὕτω τὸ ἁλμυρὸν καὶ τὸ πικρὸν τοῦ γλυκέος ἐν τῷ τροφίμῳ ὑγρῷ. ὅτι δ΄ οὐ παντὸς ξηροῦ ἀλλὰ τοῦ τροφίμου οἱ χυμοὶ ἢ πάθος εἰσὶν ἢ στέρησις͵ δεῖ λαβεῖν ἐντεῦθεν͵ ὅτι οὔτε τὸ ξηρὸν ἄνευ τοῦ ὑγροῦ οὔτε τὸ ὑγρὸν ἄνευ τοῦ ξηροῦ· τροφὴ γὰρ οὐχ ἓν μόνον τοῖς ζῴοις͵ ἀλλὰ τὸ μεμειγμένον.ὑπὸ τοῦ πυρὸς πάσχει τι· ξηρὰ γὰρ ἡ τοῦ πυρὸς φύσις. ᾗ μὲν οὖν πῦρ καὶ ᾗ γῆ͵ οὐδὲν πέφυκε ποιεῖν καὶ πάσχειν͵ οὐδ΄ ἄλλο οὐδέν· ᾗ δ΄ ὑπάρχει ἐναντιότης ἐν ἑκάστῳ͵ ταύτῃ πάντα καὶ ποιοῦσι καὶ πάσχουσιν.
(κοινὸν δὲ κατὰ τούτων νῦν μὲν λέγομεν τὸ διαφανές͵ ἔστι δ΄ [443a] ὀσφραντὸν οὐχ ᾗ διαφανές͵ ἀλλ΄ ᾗ πλυτικὸν καὶ ῥυπτικὸν ἐγχύμου ξηρότητος. εἰ οὖν τις θείη καὶ τὸν ἀέρα καὶ τὸ ὕδωρ ἄμφω ὑγρά͵ εἴη ἂν ἡ ἐν ὑγρῷ τοῦ ἐγχύμου ξηροῦ φύσις ὀσμή͵ καὶ ὀσφραντὸν τὸ τοιοῦτον. ἔτι τὰ μὲν αἰσθητὰ πάντα ἔχει ἐναντίωσιν͵ οἷον ἐν χρώματι τῷ μέλανι τὸ λευκὸν καὶ ἐν χυμοῖς τῷ γλυκεῖ τὸ πικρόν· σχῆμα δὲ σχήματι οὐ δοκεῖ εἶναι ἐναντίον· τίνι γὰρ τῶν πολυγώνων τὸ περιφερὲς ἐναντίον; ἔτι ἀπείρων ὄντων τῶν σχημάτων ἀναγκαῖον καὶ τοὺς χυμοὺς εἶναι ἀπείρους· διὰ τί γὰρ ὁ μὲν τῶν χυμῶν αἴσθησιν ποιήσει͵ ὁ δ΄ οὐκ ἂν ποιήσειεν; καὶ περὶ μὲν τοῦ γευστοῦ καὶ χυμοῦ εἴρηται· τὰ γὰρ ἄλλα πάθη τῶν χυμῶν οἰκείαν ἔχει τὴν σκέψιν ἐν τῇ φυσιολογίᾳ τῇ περὶ τῶν φυτῶν. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον δεῖ νοῆσαι καὶ περὶ τὰς ὀσμάς· ὅπερ γὰρ ποιεῖ ἐν τῷ ὑγρῷ τὸ ξηρόν͵ τοῦτο ποιεῖ ἐν ἄλλῳ γένει τὸ ἔγχυμον ὑγρόν͵ ἐν ἀέρι καὶ ὕδατι ὁμοίως.χαλεπὸν συνιδεῖν. δοκεῖ δ΄ ἐνίοις ἡ καπνώδης ἀναθυμίασις εἶναι ὀσμή͵ οὖσα κοινὴ γῆς τε καὶ ἀέρος [καὶ πάντες ἐπιφέρονται ἐπὶ τοῦτο περὶ ὀσμῆς]· διὸ καὶ Ἡράκλειτος οὕτως εἴρηκεν͵ ὡς εἰ πάντα τὰ ὄντα καπνὸς γένοιτο͵ ῥῖνες ἂν διαγνοῖεν͵ καὶ πάντες ἐπιφέρονται ἐπὶ τοῦτο περὶ ὀσμῆς͵ οἱ μὲν ὡς ἀτμίδα͵ οἱ δ΄ ὡς ἀναθυμίασιν͵ οἱ δ΄ ὡς ἄμφω ταῦτα· ἔστι δ΄ ἡ μὲν ἀτμὶς . διὸ καὶ ἡ θάλαττα ἔχει ὀσμήν (ἔχει γὰρ χυμὸν καὶ ξηρότητα)͵ καὶ ἅλες μᾶλλον νίτρου ὀσμώδεις (δηλοῖ δὲ τὸ ἐξικμαζόμενον ἐξ αὐτῶν ἔλαιον)͵ τὸ δὲ νίτρον γῆς ἐστι μᾶλλον. ἔτι ἐπὶ τῶν μεταλλευομένων χρυσὸς ἄοσμον͵ ἄχυμον γάρ͵ ὁ δὲ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ὀσμώδη· ὅταν δ΄ ἐκκαυθῇ τὸ ὑγρόν͵ ἀοσμότεραι αἱ σκωρίαι γίγνονται πάντων· ἄργυρος δὲ καὶ καττίτερος τῶν μὲν μᾶλλον ὀσμώδη τῶν δ΄ ἧττον· ὑδατώδη γάρ.) οὐ γὰρ μόνον ἐν ἀέρι ἀλλὰ καὶ ἐν ὕδατι τὸ τῆς ὀσφρήσεώς ἐστιν. οἱ δὲ τὰ ἴδια εἰς ταῦτα ἀνάγουσιν͵ ὥσπερ Δημόκριτος· τὸ γὰρ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν τὸ μὲν τραχύ φησιν εἶναι τὸ δὲ λεῖον͵ εἰς δὲ τὰ σχήματα ἀνάγει τοὺς χυμούς. ὅτι δ΄ ἀπ΄ ἐγχύμου ἐστὶ τὸ πάθος͵ δῆ λον ἐκ τῶν ἐχόντων καὶ μὴ ἐχόντων ὀσμήν· τά τε γὰρ στοιχεῖα ἄοσμα͵ οἷον πῦρ ἀὴρ γῆ ὕδωρ͵ διὰ τὸ τά τε ξηρὰ αὐτῶν καὶ τὰ ὑγρὰ ἄχυμα εἶναι͵ ἂν μή τι μειγνύμενον ποιῇ. ἔτι δὲ τοῖς κοινοῖς τῶν αἰσθήσεων πασῶν χρῶνται ὡς ἰδίοις· μέγεθος γὰρ καὶ σχῆμα καὶ τὸ τραχὺ καὶ τὸ λεῖον͵ ἔτι δὲ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ ἀμβλὺ τὸ ἐν τοῖς ὄγκοις͵ κοινὰ τῶν αἰσθήσεών ἐστιν͵ εἰ δὲ μὴ πασῶν͵ ἀλλ΄ ὄψεώς γε καὶ ἁφῆς. δῆλον δ΄ ἐπὶ τῶν ἰχθύων καὶ τῶν ὀστρακοδέρμων· φαίνονται γὰρ ὀσφραινόμενα οὔτε ἀέρος ὄντος ἐν τῷ ὕδατι (ἐπιπολάζει γὰρ ὁ ἀήρ͵ ὅταν ἐγγένηται) οὔτ΄ αὐτὰ ἀναπνέοντα. ἔτι λίθος μὲν ἄοσμον͵ ἄχυμον γάρ͵ τὰ δὲ ξύλα ὀσμώδη͵ ἔγχυμα γάρ· καὶ τούτων τὰ ὑδατώδη ἧττον. διὸ καὶ περὶ μὲν τούτων ἀπατῶνται͵ περὶ δὲ τῶν ἰδίων οὐκ ἀπατῶνται͵ οἷον ἡ ὄψις περὶ χρώματος καὶ ἡ ἀκοὴ περὶ ψόφων. εἰ δ΄ ἄρα τῆς γεύσεως μᾶλλον͵ τὰ γοῦν ἐλάχιστα τῆς ἀκριβεστάτης ἐστὶν αἰσθήσεως διακρίνειν περὶ ἕκαστον γένος͵ ὥστε ἐχρῆν τὴν γεῦσιν καὶ τῶν ἄλλων κοινῶν αἰσθάνεσθαι μάλιστα καὶ τῶν σχημάτων εἶναι κριτικωτάτην. καίτοι ἢ οὐδεμιᾶς ἢ μᾶλλον τῆς ὄψεως τὰ κοινὰ γνωρίζειν.
οἱ δὲ νῦν μειγνύν [444a] τες εἰς τὰ πόματα τὰς τοιαύτας δυνάμεις βιάζονται τῇ συνηθείᾳ τὴν ἡδονήν͵ ἕως ἂν ἐκ δύ΄ αἰσθήσεων γένηται τὸ ἡδὺ ὡς ἂν καὶ ἀπὸ μιᾶς. ὅτι μὲν οὖν ἐνδέχεται ἀπολαύειν τὸ ὑγρόν͵ καὶ τὸ ἐν τῷ πνεύματι καὶ τὸ ἐν τῷ ὕδατι͵ καὶ πάσχειν τι ὑπὸ τῆς ἐγχύμου ξηρότητος͵ οὐκ ἄδηλον· καὶ γὰρ ὁ ἀὴρ ὑγρὸν τὴν φύσιν ἐστίν. ψυχροῦ γὰρ ὄντος τὴν φύσιν τοῦ ἐγκεφάλου͵ καὶ τοῦ αἵμα τος τοῦ περὶ αὐτὸν ἐν τοῖς φλεβίοις ὄντος λεπτοῦ μὲν καὶ καθαροῦ͵ εὐψύκτου δέ (διὸ καὶ ἡ τῆς τροφῆς ἀναθυμίασις ψυχομένη διὰ τὸν τόπον τὰ νοσηματικὰ ῥεύματα ποιεῖ)͵ τοῖς ἀνθρώποις πρὸς βοήθειαν ὑγιείας γέγονε τὸ τοιοῦτον εἶδος τῆς ὀσμῆς· οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἔργον ἐστὶν αὐτῆς ἢ τοῦτο. ἀλλ΄ οὐδέτερον τούτων ἔοικεν· ἡ μὲν γὰρ ἀτμίς ἐστιν ὕδατος͵ ἡ δὲ καπνώδης ἀναθυμίασις ἀδύνατος ἐν ὕδατι γενέσθαι· ὀσμᾶται δὲ καὶ τὰ ἐν τῷ ὕδατι͵ [443b] ὥσπερ εἴρηται πρότερον. ἀλλὰ μὴν τοῦτό γε ἐπ΄ ἐνίων συμβέβηκεν· καὶ γὰρ δριμεῖαι καὶ γλυκεῖαί εἰσιν ὀσμαὶ καὶ αὐστηραὶ καὶ στρυφναὶ καὶ λιπαραί͵ καὶ τοῖς πικροῖς τὰς σαπρὰς ἄν τις ἀνάλογον εἴποι· διὸ ὥσπερ ἐκεῖνα δυσκατάποτα͵ τὰ σαπρὰ δυσανάπνευστά ἐστιν. εἴδη δὲ τοῦ ὀσφραντοῦ δύο ἐστίν· οὐ γάρ͵ ὥσπερ τινές φασιν͵ οὐκ ἔστιν εἴδη τοῦ ὀσφραντοῦ͵ ἀλλ΄ ἔστιν. καὶ διὰ τοῦτο τὸ ψυχρὸν καὶ ἡ πῆξις καὶ τοὺς χυμοὺς ἀμβλύνει καὶ τὰς ὀσμὰς ἀφανίζει· τὸ γὰρ θερμὸν τὸ κινοῦν καὶ δημιουργοῦν ἀφανίζουσιν ἡ ψύξις καὶ ἡ πῆξις. αἴτιον δὲ τοῦ ἴδιον εἶναι ἀνθρώπου τὴν τοιαύτην ὀσμὴν διὰ τὴν ἕξιν τὴν περὶ τὸν ἐγκέφαλον. δῆλον ἄρα ὅτι ὅπερ ἐν τῷ ὕδατι ὁ χυμός͵ τοῦτ΄ ἐν τῷ ἀέρι καὶ ὕδατι ἡ ὀσμή.ὑγρότης τις͵ ἡ δὲ καπνώδης ἀναθυμίασις͵ ὥσπερ εἴρηται͵ κοινὸν ἀέρος καὶ γῆς· καὶ συνίσταται ἐκ μὲν ἐκείνης ὕδωρ͵ ἐκ δὲ ταύτης γῆς τι εἶδος. τοῦτο δὲ ποιεῖ φανερῶς· ἡ μὲν γὰρ τροφὴ ἡδεῖα οὖσα͵ καὶ ἡ ξηρὰ καὶ ἡ ὑγρά͵ πολλάκις νοσώδης ἐστίν͵ ἡ δ΄ ἀπὸ τῆς ὀσμῆς τῆς καθ΄ αὑτὴν ἡδείας εὐωδία ὁπωσοῦν ἔχουσιν ὠφέλιμος ὡς εἰπεῖν . διοριστέον δὲ πῶς ἔστι καὶ πῶς οὐκ ἔστιν· τὸ μὲν γάρ ἐστι κατὰ τοὺς χυμοὺς τεταγμένον αὐτῶν͵ ὥσπερ εἴπομεν͵ καὶ τὸ ἡδὺ καὶ τὸ λυπηρὸν κατὰ συμβεβηκὸς ἔχουσιν (διὰ γὰρ τὸ τοῦ θρεπτικοῦ πάθη εἶναι͵ ἐπιθυμούντων μὲν ἡδεῖαι αἱ ὀσμαὶ τούτων εἰσί͵ πεπληρωμένοις δὲ καὶ μηδὲν δεομένοις οὐχ ἡδεῖαι͵ οὐδ΄ ὅσοις μὴ καὶ ἡ τροφὴ ἡ ἔχουσα τὰς ὀσμὰς ἡδεῖα͵ οὐδὲ τούτοις)ὥστε αὗται μέν͵ καθάπερ εἴπομεν͵ κατὰ συμβεβηκὸς ἔχουσι τὸ ἡδὺ καὶ λυπηρόν͵ διὸ καὶ πάντων εἰσὶ κοιναὶ τῶν ζῴων· αἱ δὲ καθ΄ αὑτὰς ἡδεῖαι τῶν ὀσμῶν εἰσιν͵ οἷον αἱ τῶν ἀνθῶν· οὐδὲν γὰρ μᾶλλον οὐδ΄ ἧττον πρὸς τὴν τροφὴν παρακαλοῦσιν͵ οὐδὲ συμβάλλονται πρὸς ἐπιθυμίαν οὐδέν͵ ἀλλὰ τοὐναντίον μᾶλλον· ἀληθὲς γὰρ ὅπερ Εὐριπίδην σκώπτων εἶπε Στράττις͵ ὅταν φακῆν ἕψητε͵ μὴ ΄πιχεῖν μύρον. τοῦτο μὲν οὖν τὸ ὀσφραντὸν ἴδιον ἀνθρώπου ἐστίν͵ ἡ δὲ κατὰ τοὺς χυμοὺς τεταγμένη καὶ τῶν ἄλλων ζῴων͵ ὥσπερ εἴρηται πρότερον· κἀκείνων μέν͵ διὰ τὸ κατὰ συμβεβηκὸς ἔχειν τὸ ἡδύ͵ διῄρηται τὰ εἴδη κατὰ τοὺς χυμούς͵ ταύτης δ΄ οὐκέτι͵ διὰ τὸ τὴν φύσιν αὐτῆς εἶναι καθ΄ αὑτὴν ἡδεῖαν ἢ λυπηράν. ἔτι ἡ ἀναθυμίασις ὁμοίως λέγεται ταῖς ἀπορροίαις· εἰ οὖν μηδ΄ ἐκεῖναι καλῶς͵ οὐδ΄ αὕτη καλῶς. ἔτι δ΄ εἴπερ ὁμοίως ἐν τοῖς ὑγροῖς ποιεῖ καὶ ἐν τῷ ἀέρι οἷον ἀποπλυνόμενον τὸ ξηρόν͵ φανερὸν ὅτι δεῖ ἀνάλογον εἶναι τὰς ὀσμὰς τοῖς χυμοῖς.
ὅτῳ δὲ αἰσθάνεται͵ οὐχ ὁμοίως φανερόν. καὶ διὰ τοῦτο γίγνεται διὰ τῆς ἀναπνοῆς͵ οὐ πᾶσιν ἀλλὰ τοῖς ἀνθρώποις καὶ τῶν ἐναίμων οἷον τοῖς τετράποσι καὶ ὅσα μετέχει μᾶλλον τῆς τοῦ ἀέρος φύσεως· ἀναφερομένων γὰρ τῶν ὀσμῶν πρὸς τὸν ἐγκέφαλον διὰ τὴν ἐν αὐταῖς τῆς θερμότητος κουφότητα ὑγιεινοτέρως ἔχει τὰ περὶ τὸν τόπον τοῦτον· ἡ γὰρ τῆς ὀσμῆς δύναμις θερμὴ τὴν φύσιν ἐστίν. τὰ δὲ μὴ ἀναπνέοντα ὅτι μὲν ἔχει αἴσθησιν τοῦ ὀσφραντοῦ͵ φανερόν· καὶ γὰρ ἰχθύες καὶ τὸ τῶν ἐντόμων γένος πᾶν ἀκριβῶς καὶ πόρρωθεν αἰσθάνεται͵ διὰ τὸ θρεπτικὸν εἶδος τῆς ὀσμῆς͵ ἀπέχοντα πολὺ τῆς οἰκείας τροφῆς͵ οἷον αἵ τε μέλιτται [ποιοῦσι πρὸς τὸ μέλι] καὶ τὸ τῶν μικρῶν μυρμήκων γένος͵ οὓς καλοῦσί τινες κνῖπας͵ καὶ τῶν θαλαττίων αἱ πορφύραι͵ καὶ πολλὰ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων ζῴων ὀξέως αἰσθάνεται τῆς τροφῆς διὰ τὴν ὀσμήν. αὐτῆς δὲ καθ΄ αὑτὴν τῆς δυσωδίας οὐδὲν φροντίζουσιν (καίτοι πολλὰ τῶν φυομένων δυσώδεις ἔχει τὰς ὀσμάς)͵ ἐὰν μή τι συμβάλληται πρὸς τὴν γεῦσιν ἢ τὴν ἐδωδὴν αὐτοῖς. τοῖς δ΄ ἄλλοις ὅσα πνεύμονα ἔχει διὰ τοῦ ἀναπνεῖν τοῦ ἑτέρου γένους τῆς ὀσμῆς τὴν αἴσθησιν ἀποδέδωκεν ἡ φύσις͵ ὅπως μὴ δύο αἰσθητήρια ποιῇ· ἀπόχρη γάρ͵ ἐπείπερ καὶ ὣς ἀναπνέουσιν͵ ὥσπερ τοῖς ἀνθρώποις ἀμφοτέρων τῶν ὀσφραντῶν͵ τούτοις τῶν ἑτέρων μόνων ὑπάρχουσα ἡ αἴσθησις. ἴδιον δὲ τῆς τοῦ ἀνθρώπου φύσεώς ἐστι τὸ τῆς ὀσμῆς τῆς τοιαύτης γένος διὰ τὸ πλεῖστον ἐγκέφαλον καὶ ὑγρότατον ἔχειν τῶν ἄλλων ζῴων ὡς κατὰ μέγεθος· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ μόνον ὡς εἰπεῖν αἰσθάνεται τῶν ζῴων ἄνθρωπος καὶ χαίρει ταῖς τῶν ἀνθῶν καὶ τῶν τοιούτων ὀσμαῖς· σύμμετρος γὰρ αὐτῶν [444b] ἡ θερμότης καὶ ἡ κίνησις πρὸς τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἐν τῷ τό πῳ ὑγρότητος καὶ ψυχρότητός ἐστιν. ἔοικε δ΄ ἡ αἴσθησις ἡ τοῦ ὀσφραίνεσθαι͵ περιττῶν οὐσῶν τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ ἔχοντος μέσον τοῦ περιττοῦ͵ καὶ αὐτὴ μέση εἶναι τῶν . κατακέχρηται δ΄ ἡ φύσις τῇ ἀναπνοῇ ἐπὶ δύο͵ ὡς ἔργῳ μὲν ἐπὶ τὴν εἰς τὸν θώρακα βοή θειαν͵ ὡς παρέργῳ δ΄ ἐπὶ τὴν ὀσμήν· ἀναπνέοντος γὰρ ὥσπερ ἐκ παρόδου ποιεῖται διὰ τῶν μυκτήρων τὴν κίνησιν. διὸ κἂν ἀπορήσειέ τις τίνι αἰσθάνονται τῆς ὀσμῆς͵ εἴπερ ἀναπνέουσι μὲν γίγνεται τὸ ὀσμᾶσθαι μοναχῶς (τοῦτο γὰρ φαίνεται ἐπὶ τῶν ἀναπνεόντων συμβαῖνον πάντων)͵ ἐκείνων δ΄ οὐθὲν ἀναπνεῖ͵ αἰσθάνεται μέντοι͵ εἰ μή τις παρὰ τὰς πέντε αἰσθήσεις ἑτέρα. τοῦτο δ΄ ἀδύνατον· τοῦ γὰρ ὀσφραντοῦ ὄσφρησις͵ ἐκεῖνα δὲ τούτου αἰσθάνεται͵ ἀλλ΄ οὐ τὸν αὐτὸν ἴσως τρόπον͵ ἀλλὰ τοῖς μὲν ἀναπνέουσι τὸ πνεῦμα ἀφαιρεῖ τὸ ἐπικείμενον ὥσπερ πῶμά τι (διὸ οὐκ αἰσθάνεται μὴ ἀναπνέοντα)͵ τοῖς δὲ μὴ ἀναπνέουσιν ἀφῄρηται τοῦτο͵ καθάπερ ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ μὲν ἔχει βλέφαρα τῶν ζῴων͵ ὧν μὴ ἀνακαλυφθέντων οὐ δύναται ὁρᾶν͵ τὰ δὲ σκληρόφθαλμα οὐκ ἔχει͵ διόπερ οὐ προσδεῖται οὐδενὸς τοῦ ἀνακαλύψοντος͵ ἀλλ΄ ὁρᾷ ἐκ τοῦ δυνατοῦ ὄντος αὐτοῖς εὐθύς.αἰεί. ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ὁτιοῦν οὐδὲν δυσχεραίνει τῶν καθ΄ αὑτὰ δυσωδῶν τὴν ὀσμήν͵ ἂν μή τι τύχῃ φθαρτικὸν ὄν͵ ὑπὸ τούτων δ΄ ὁμοίως φθαρεῖται καθάπερ καὶ οἱ ἄνθρωποι ὑπὸ τῆς τῶν ἀνθράκων ἀτμίδος καρηβαροῦσι καὶ φθείρονται πολλάκις· οὕτως ὑπὸ τῆς τοῦ θείου δυνάμεως καὶ τῶν ἀσφαλτωδῶν φθείρεται [445a] τἆλλα ζῷα͵ καὶ φεύγει διὰ τὸ πάθος.
πῶς μὲν οὖν εἴδη δεῖ λέγειν καὶ πῶς οὐ δεῖ τοῦ ὀσφραντοῦ͵ ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω. Ἀπορήσειε δ΄ ἄν τις͵ εἰ πᾶν σῶμα εἰς ἄπειρον διαιρεῖται͵ ἆρα καὶ τὰ παθήματα τὰ αἰσθητά͵ οἷον χρῶμα καὶ χυμὸς καὶ ὀσμὴ καὶ ψόφος͵ καὶ βαρῦ καὶ κοῦφον͵ καὶ θερμὸν καὶ ψυχρόν͵ καὶ σκληρὸν καὶ μαλακόν͵ ἢ ἀδύνατον. ἔτι τίνι κρινοῦμεν ταῦτα καὶ γνωσόμεθα; ἢ τῷ νῷ; ἀλλ΄ οὐ νοητά͵ οὐδὲ νοεῖ ὁ νοῦς τὰ ἐκτὸς μὴ μετ΄ αἰσθήσεως. ὧν μὲν γάρ ἐστιν ἔσχατα͵ ἀνάγκη πεπεράνθαι τὰ ἐντός· τὰ δ΄ ἐναντία ἔσχατα͵ πᾶν δὲ τὸ αἰσθητὸν ἔχει ἐναντίωσιν͵ οἷον ἐν χρώματι τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵ ἐν χυμῷ γλυκὺ καὶ πικρόν· καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις δὴ πᾶσίν ἐστιν ἔσχατα τὰ ἐν αντία. τὸ μὲν οὖν συνεχὲς εἰς ἄπειρα τέμνεται ἄνισα͵ εἰς δ΄ ἴσα πεπερασμένα· τὸ δὲ μὴ καθ΄ αὑτὸ συνεχὲς εἰς πεπερασμένα εἴδη. καθ΄ ἕκαστον μὲν οὖν αἰσθητήριον διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον. ὥστ΄ ἐστὶ τὸ ὀσφραντὸν κοινόν τι τούτων ἀμφοτέρων͵ καὶ τῷ τε ἁπτῷ ὑπάρχει καὶ τῷ ἀκουστῷ καὶ τῷ διαφανεῖ· διὸ καὶ εὐλόγως παρείκασται ξηρότητος ἐν ὑγρῷ καὶ χυτῷ οἷον βαφή τις εἶναι καὶ πλύσις. ἐπεὶ οὖν τὰ μὲν πάθη ὡς εἴδη λεκτέον͵ ὑπάρχει .τε ἁπτικῶν͵ οἷον ἁφῆς καὶ γεύσεως͵ καὶ τῶν δι΄ ἄλλου αἰσθητικῶν͵ οἷον ὄψεως καὶ ἀκοῆς. ἅμα δ΄ εἰ ταῦτ΄ ἔχει οὕτως͵ ἔοικε μαρτυρεῖν τοῖς τὰ ἄτομα ποιοῦσι μεγέθη· οὕτω γὰρ ἂν λύοιτο ὁ λόγος. ποιητικὸν γάρ ἐστιν ἕκαστον αὐτῶν τῆς αἰσθήσεως (τῷ δύνασθαι γὰρ κινεῖν αὐτὴν λέγεται πάντα)͵ ὥστ΄ ἀνάγκη͵ εἰ ἡ δύναμις͵ καὶ τὴν αἴσθησιν εἰς ἄπειρα διαιρεῖσθαι καὶ πᾶν εἶναι μέ γεθος αἰσθητόν (ἀδύνατον γὰρ λευκὸν μὲν ὁρᾶν͵ μὴ ποσὸν δέ)· εἰ γὰρ μὴ οὕτως͵ ἐνδέχοιτ΄ ἂν εἶναί τι σῶμα μηδὲν ἔχον χρῶμα μηδὲ βάρος μηδ΄ ἄλλο τι τοιοῦτον πάθος͵ ὥστ΄ οὐδ΄ αἰσθητὸν ὅλως· ταῦτα γὰρ τὰ αἰσθητά. τὸ ἄρ΄ αἰσθητὸν ἔσται συγκείμενον οὐκ ἐξ αἰσθητῶν. ἀλλ΄ ἀδύνατα· εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς λόγοις τοῖς περὶ κινήσεως. ὃ δὲ λέγουσί τινες τῶν Πυθαγορείων͵ οὐκ ἔστιν εὔλογον· τρέφεσθαι γάρ φασιν ἔνια ζῷα ταῖς ὀσμαῖς. ἀλλ΄ ἀναγκαῖον· οὐ γὰρ δὴ ἔκ γε τῶν μαθηματικῶν. διὸ καὶ τὸ ὀσφραντὸν τῶν θρεπτικῶν ἐστὶ πάθος τι (ταῦτα δ΄ ἐν τῷ ἁπτῷ γένει)͵ καὶ τοῦ ἀκουστοῦ δὲ καὶ τοῦ ὁρατοῦ͵ διὸ καὶ ἐν ἀέρι καὶ ἐν ὕδατι ὀσμῶνται. πρῶτον μὲν γὰρ ὁρῶμεν ὅτι τὴν τροφὴν δεῖ εἶναι συνθετήν (καὶ γὰρ τὰ τρεφόμενα οὐχ ἁπλᾶ ἐστιν͵ διὸ καὶ περιττώματα γίγνεται τῆς τροφῆς͵ ἢ ἐν αὐτοῖς ἢ ἔξω͵ ὥσπερ τοῖς φυτοῖς͵ ἐπεὶ δ΄ οὐδὲ τὸ ὕδωρ ἐθέλει αὐτὸ μόνον ἄμεικτον ὂν τρέφεινσω ματῶδες γάρ τι δεῖ εἶναι τὸ συστησόμενονἔτι πολὺ ἧττον εὔλογον τὸν ἀέρα σωματοῦσθαι)· πρὸς δὲ τούτοις͵ ὅτι πᾶσιν ἔστι τοῖς ζῴοις τόπος δεκτικὸς τῆς τροφῆς͵ ἐξ οὗ ἕλκον λαμβάνει τὸ σῶμα· τοῦ δ΄ ὀσφραντοῦ ἐν τῇ κεφαλῇ τὸ αἰσθητήριον͵ καὶ μετὰ πνευματώδους εἰσέρχεται ἀναθυμιά σεως͵ ὥστ΄ εἰς τὸν ἀναπνευστικὸν βαδίζοι ἂν τόπον. ὅτι μὲν οὖν οὐ συμβάλλεται εἰς τροφὴν τὸ ὀσφραντόν͵ ᾗ ὀσφραντόν͵ δῆλον· ὅτι μέντοι εἰς ὑγίειαν͵ καὶ ἐκ τῆς αἰσθήσεως καὶ ἐκ τῶν εἰρημένων φανερόν͵ ὥστε ὅπερ ὁ χυμὸς ἐν τῷ θρεπτικῷ καὶ πρὸς τὰ τρεφόμενα͵ τοῦτ΄ ἐστὶ πρὸς ὑγίειαν τὸ [445b] ὀσφραντόν. περὶ δὲ τῆς λύσεως αὐτῶν ἅμα δῆλον ἔσται καὶ διὰ τί πεπέρανται τὰ εἴδη καὶ χρώματος καὶ χυμοῦ καὶ φθόγγων καὶ τῶν ἄλλων αἰσθητῶν.
ἀπορήσειε δ΄ ἄν τις͵ ἆρ΄ ἀφικνοῦν ται ἢ τὰ αἰσθητὰ ἢ αἱ κινήσεις αἱ ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν (ὁποτέρως ποτὲ γίγνεται ἡ αἴσθησις)͵ ὅταν ἐνεργῶσιν͵ εἰς τὸ μέσον πρῶτον͵ οἷον ἥ τε ὀσμὴ φαίνεται ποιοῦσα καὶ ὁ ψόφος· πρότερον γὰρ ὁ ἐγγὺς αἰσθάνεται τῆς ὀσμῆς͵ καὶ ὁ ψόφος ὕστερον ἀφικνεῖται τῆς πληγῆς. ἆρ΄ οὖν οὕτω καὶ τὸ ὁρώμενον καὶ τὸ φῶς͵ καθάπερ καὶ Ἐμπεδοκλῆς φησιν ἀφικνεῖσθαι πρότερον τὸ ἀπὸ τοῦ ἡλίου φῶς εἰς τὸ μεταξὺ πρὶν πρὸς τὴν ὄψιν ἢ ἐπὶ τὴν γῆν; δόξειε δ΄ ἂν εὐλόγως τοῦτο συμβαίνειν· τὸ γὰρ κινούμενον κινεῖταί ποθέν ποι͵ ὥστ΄ ἀνάγκη εἶναί τινα καὶ χρόνον ἐν ᾧ κινεῖται ἐκ θατέρου πρὸς θάτερον· ὁ δὲ [446b] χρόνος πᾶς διαιρετός͵ ὥστε ἦν ὅτε οὔ πω ἑωρᾶτο ἀλλ΄ ἔτ΄ ἐφέρετο ἡ ἀκτὶς ἐν τῷ μεταξύ.δὲ συνέχεια ἀεὶ ἐν τούτοις͵ ληπτέον ὅτι τὸ δυνάμει καὶ τὸ ἐνεργείᾳ ἕτερον· καὶ διὰ τοῦτο τὸ μυριοστημόριον λανθάνει [446a] τῆς κέγχρου ὁρωμένης͵ καίτοι ἡ ὄψις ἐπελήλυθεν͵ καὶ ὁ ἐν τῇ διέσει φθόγγος λανθάνει͵ καίτοι συνεχοῦς ὄντος ἀκούει τοῦ μέλους παντός· τὸ δὲ διάστημα τὸ τοῦ μεταξὺ πρὸς τοὺς ἐσχάτους λανθάνει. ἢ περὶ μὲν τὸν ψόφον καὶ τὴν ὀσμὴν τοῦτο συμβαίνειν εὔλογον· ὥσπερ γὰρ ὁ ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ͵ συνεχῆ μέν͵ μεμέρισται δ΄ ἀμφοτέρων ἡ κίνησις. οὐ μὴν ἀλλ΄ ἐπειδὴ οὐδ΄ ἡ τῆς αἰσθήσεως ὑπεροχὴ καθ΄ αὑτὴν αἰσθητὴ οὐδὲ χωριστή (δυνάμει γὰρ ἐνυπάρχει ἐν τῇ ἀκριβεστέρᾳ ἡ ὑπεροχή)͵ οὐδὲ τὸ τηλικοῦτον αἰσθητὸν χωριστὸν ἔσται ἐνεργείᾳ αἰσθάνεσθαι. ἢ τοῦ μὲν κινήσαντος πρώτου͵ οἷον τῆς κώδωνος ἢ λιβανωτοῦ ἢ πυρός͵ τοῦ . χωριζόμεναι δ΄ αἱ τηλικαῦται ὑπεροχαὶ εὐλόγως μὲν ἂν καὶ διαλύοιντο εἰς τὰ περιέχοντα͵ ὥσπερ καὶ ἀκαριαῖος χυμὸς εἰς τὴν θάλατταν ἐγχυθείς. ὅτι μὲν οὖν ἔνια μεγέθη καὶ πάθη λανθάνει͵ καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν͵ καὶ πῶς αἰσθητὰ καὶ πῶς οὔ͵ εἴρηται. ὅταν δὲ δὴ ἐνυπάρχῃ τούτῳ τοσαῦτα ὥστε καὶ ἐνεργείᾳ αἰ σθητὰ εἶναι͵ καὶ μὴ μόνον ὅτι ἐν τῷ ὅλῳ ἀλλὰ καὶ χωρίς͵ πεπερασμένα ἀνάγκη εἶναι τὸν ἀριθμόν͵ καὶ χρώματα καὶ χυμοὺς καὶ φθόγγους. καὶ εἰ καὶ ἅπαν ἅμα ἀκούει καὶ ἀκήκοε͵ καὶ ὅλως αἰσθάνεται καὶ ᾔσθηται͵ καὶ μή ἐστι γένεσις αὐτῶν͵ ἀλλ΄ εἰσὶν ἄνευ τοῦ γίγνεσθαι͵ ὅμως οὐδὲν ἧττον͵ ὥσπερ ὁ ψόφος ἤδη γεγενημένης τῆς πληγῆς οὔ πω πρὸς τῇ ἀκοῇδηλοῖ δὲ τοῦτο καὶ ἡ τῶν γραμμάτων μετασχημά τισις͵ ὡς γιγνομένης τῆς φορᾶς ἐν τῷ μεταξύ· οὐ γὰρ τὸ λεχθὲν φαίνονται ἀκηκοότες διὰ τὸ μετασχηματίζεσθαι φερόμενον τὸν ἀέραἆρ΄ οὖν οὕτω καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὸ φῶς; οὐ γὰρ δὴ τῷ πως ἔχειν τὸ μὲν ὁρᾷ τὸ δ΄ ὁρᾶται͵ ὥσπερ ἴσα ἐστίν· οὐθὲν γὰρ ἂν ἔδει που ἑκάτερον εἶναι· τοῖς γὰρ ἴσοις γιγνομένοις οὐδὲν διαφέρει ἢ ἐγγὺς ἢ πόρρω ἀλλήλων εἶναι. διὸ καὶ ἔστι μὲν ὡς τὸ αὐτὸ ἀκούει ὁ πρῶτος καὶ ὁ ὕστερος καὶ ὀσφραίνεται͵ ἔστι δ΄ ὡς οὔ. ἀλλ΄ ὅμως ἔσται αἰσθητόν· δυνάμει τε γάρ ἐστιν ἤδη͵ καὶ ἐνεργείᾳ ἔσται προσγενόμενον. ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις αἰσθητοῖς τὰ μικρὰ πάμπαν· δυνάμει γὰρ ὁρατά͵ ἐνεργείᾳ δ΄ οὔ͵ ὅταν μὴ χωρὶς ᾖ· καὶ γὰρ ἐνυπάρχει δυνάμει ἡ ποδιαία τῇ δίποδι͵ ἐνεργείᾳ δ΄ ἤδη ἀφαιρεθεῖσα. δοκεῖ δέ τισιν εἶναι ἀπορία καὶ περὶ τούτων· ἀδύνατον γάρ φασί τινες ἄλλον ἄλλῳ τὸ αὐτὸ ἀκούειν καὶ ὁρᾶν καὶ ὀσφραίνεσθαι· οὐ γὰρ οἷόν τ΄ εἶναι πολλοὺς καὶ χωρὶς ὄντας ἓν ἀκούειν καὶ ὀσφραίνεσθαι· τὸ γὰρ ἓν χωρὶς ἂν αὐτὸ αὑτοῦ εἶναι.
Ἔστι δ΄ ἀπορία καὶ ἄλλη τις τοιάδε περὶ τὰς αἰσθήσεις͵ πότερον ἐνδέχεται δυεῖν ἅμα αἰσθάνεσθαι ἐν τῷ αὐτῷ καὶ ἀτόμῳ χρόνῳ͵ ἢ οὔ. ἴσαι μὲν γὰρ οὖσαι αἱ κινήσεις ἀφανιοῦσιν ἀλλήλας͵ ἐπεὶ μία οὐ γίγνεται ἐξ αὐτῶν· ἂν δ΄ ἄνισοι͵ ἡ κρείττων αἴσθησιν ἐμποιήσει. ἐὰν ἄρα ἴσαι ὦσιν ἕτεραι οὖσαι͵ οὐδετέρας ἔσται αἴσθησις· ἀφανιεῖ γὰρ ἡ ἑτέρα ὁμοίως τὴν ἑτέραν͵ ἁπλῆς δ΄ οὐκ ἔστιν αἰσθάνεσθαι. οὐ μὴν ἀλλ΄ ἂν ᾖ πολὺ τὸ θερμαινόμενον ἢ πηγνύμενον͵ τὸ ἐχόμενον ὑπὸ τοῦ ἐχομένου πάσχει͵ τὸ δὲ πρῶτον ὑπ΄ αὐτοῦ τοῦ ἀλλοιοῦντος μεταβάλλει καὶ ἀνάγκη ἅμα ἀλλοιοῦσθαι καὶ ἀθρόον. περὶ δὲ τοῦ φωτὸς ἄλλος λόγος· τῷ ἐνεῖναι γάρ τι τὸ φῶς ἐστιν͵ ἀλλ΄ οὐ κίνησίς τις. εἰ δὴ ἀεὶ ἡ μείζων κίνησις τὴν ἐλάττω ἐκκρούειδιὸ ὑποφερομένων ὑπὸ τὰ ὄμματα οὐκ αἰσθάνονται͵ ἐὰν τύχωσι σφόδρα τι ἐννοῦντες ἢ φοβούμενοι ἢ ἀκούοντες πολὺν ψόφοντοῦτο δὴ ὑποκείσθω͵ καὶ ὅτι ἑκάστου μᾶλλον ἔστιν αἰσθάνεσθαι ἁπλοῦ ὄντος ἢ κεκραμένου͵ οἷον οἴνου ἀκράτου ἢ κεκραμένου͵ καὶ μέλιτος͵ καὶ χρόας͵ καὶ τῆς νήτης μόνης ἢ ἐν τῇ διὰ πασῶν͵ διὰ τὸ ἀφανίζειν ἄλληλα. ὅλως δὲ οὐδὲ ὁμοίως ἐπί τε ἀλλοιώσεως ἔχει καὶ φορᾶς· αἱ μὲν γὰρ φοραὶ εὐλόγως εἰς τὸ μεταξὺ πρῶτον ἀφικνοῦνται (δοκεῖ δ΄ ὁ ψόφος εἶναι φερομένου [447a] τινὸς κίνησις)͵ ὅσα δ΄ ἀλλοιοῦται͵ οὐκέτι ὁμοίως· ἐνδέχεται γὰρ ἀθρόον ἀλλοιοῦσθαι͵ καὶ μὴ τὸ ἥμισυ πρότερον͵ οἷον τὸ ὕδωρ ἅμα πᾶν πήγνυσθαι. ἦν δ΄ ἂν καὶ τὸ γεύεσθαι ὥσπερ ἡ ὀσμή͵ εἰ ἐν ὑγρῷ ἦμεν καὶ πορρωτέρωθεν πρὶν θιγεῖν αὐτοῦ ᾐσθανόμεθα. εὐλόγως δὴ ὧν ἐστι μεταξὺ τοῦ αἰσθητηρίου͵ οὐχ ἅμα πάντα πάσχει͵ πλὴν ἐπὶ τοῦ φωτὸς διὰ τὸ εἰρημένον͵ διὰ τὸ αὐτὸ δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁρᾶν· τὸ γὰρ φῶς ποιεῖ τὸ ὁρᾶν. τοῦτο δὲ ποιεῖ ἐξ ὧν ἕν τι γίγνεται. ἔτι μᾶλλον ἅμα δυοῖν αἴσθοιτ΄ ἂν ἡ ψυχὴ τῇ μιᾷ αἰσθήσει ὧν μία αἴσθησις͵ οἷον ὀξέος καὶ βαρέος (μᾶλλον γὰρ ἅμα ἡ κίνησις τῇ μιᾶς αὐτὴ ἑαυτῇ ἢ τοῖν δυοῖν͵ οἷον ὄψεως καὶ ἀκοῆς)͵ τῇ μιᾷ δὲ ἅμα δυοῖν οὐκ ἔστιν αἰσθάνεσθαι ἂν μὴ μειχθῇ (τὸ γὰρ μεῖγμα ἓν βούλεται εἶναι͵ τοῦ δ΄ ἑνὸς μία αἴσθησις͵ ἡ δὲ μία ἅμα αὑτῇ)͵ ὥστ΄ ἐξ ἀνάγκης τῶν μεμειγμένων ἅμα αἰσθάνεται͵ ὅτι μιᾷ αἰσθήσει κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθάνεται· ἑνὸς μὲν γὰρ ἀριθμῷ ἡ κατ΄ ἐνέργειαν μία͵ εἴδει δὲ ἡ κατὰ δύναμιν μία· καὶ εἰ μία τοίνυν ἡ . εἰ δὴ ἡ μείζων τὴν ἐλάττω κίνησιν ἐκκρούει͵ ἀνάγκη͵ ἂν ἅμα ὦσι͵ καὶ αὐτὴν ἧττον αἰσθητὴν εἶναι ἢ εἰ μόνη ἦν· ἀφαιρεῖται γάρ τι ἡ ἐλάττων μειγνυμένη͵ εἴπερ ἅπαντα τὰ ἁπλᾶ μᾶλλον αἰσθητά ἐστιν.αὐτοῦ καὶ ἑνὸς ἀριθμῷ αἰσθάνονται πάντες͵ τοῦ δὲ δὴ ἰδίου ἑτέρου ἀριθμῷ͵ εἴδει δὲ τοῦ αὐτοῦ͵ διὸ ἅμα πολλοὶ ὁρῶσι καὶ ὀσμῶνται καὶ ἀκούουσιν; ἔστι δ΄ οὔτε σώματα ταῦτα͵ ἀλλὰ πάθος καὶ κίνησίς τις (οὐ γὰρ ἂν τοῦτο συνέβαινεν)͵ οὔτ΄ ἄνευ σώματος. ἐπεὶ οὖν ἐκ μὲν ἐνίων γίγνεταί τι͵ ἐκ δ΄ ἐνίων οὐ γίγνεται͵ τοιαῦτα δὲ τὰ ὑφ΄ ἑτέραν αἴσθησιν (μείγνυνται γὰρ [447b] ὧν τὰ ἔσχατα ἐναντία· οὐκ ἔστι δ΄ ἐκ λευκοῦ καὶ ὀξέος ἓν γίγνεσθαι ἀλλ΄ ἢ κατὰ συμβεβηκός͵ ἀλλ΄ οὐχ ὡς ἐξ ὀξέος καὶ βαρέος συμφωνία)͵ οὐκ ἄρα οὐδ΄ αἰσθάνεσθαι ἐνδέχεται αὐτῶν ἅμα. ὥστε ἢ οὐδεμία ἔσται αἴσθησις͵ ἢ ἄλλη ἐξ ἀμφοῖν· ὅπερ καὶ γίγνεσθαι δοκεῖ ἐπὶ τῶν κεραννυμένων ἐν ᾧ ἂν μειχθῶσιν.
ἀλλὰ μὴν εἰ τὰ ὑπὸ τὴν αὐτὴν αἴσθησιν ἅμα ἀδύνατον͵ ἐὰν ᾗ δύο͵ δῆλον ὅτι ἧττον ἔτι τὰ κατὰ δύο αἰσθήσεις ἐνδέχεται ἅμα αἰσθάνεσθαι͵ οἷον λευκὸν καὶ γλυκύ. ὅταν ἄρα μὴ ᾖ μεμειγμένα͵ δύο ἔσονται αἰσθήσεις αἱ κατ΄ ἐνέργειαν. οὕτως δ΄ εἷς ὁ λόγος ὁ τῶν ἄκρων γίγνεται· ἄλλως δ΄ οὔ͵ ἔσται γὰρ ἅμα ὁ μὲν πολλοῦ πρὸς ὀλίγον ἢ περιττοῦ πρὸς ἄρτιον͵ ὁ δ΄ ὀλίγου πρὸς πολὺ ἢ ἀρτίου πρὸς περιττόν. οὐκοῦν ἐν ταύτης τινί ἢ ταύτης τι͵ ὥσπερ τὴν γῆν ὁρᾷ ὅλην͵ ὅτι τοδὶ αὐτῆς͵ καὶ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ βαδίζει͵ ὅτι ἐν τῳδὶ τῷ μέρει αὐτοῦ. ἀλλὰ κατὰ μίαν δύναμιν καὶ ἄτομον χρόνον μίαν ἀνάγκη εἶναι τὴν ἐνέργειαν· μιᾶς γὰρ ἡ εἰσάπαξ μία χρῆσις καὶ κίνησις͵ μία δὲ ἡ δύναμις. ὥστ΄ εἰ μὴ ταῦτα͵ οὐδ΄ ἐκεῖνα. οὐκ ἄρα ἐνδέχεται δυοῖν ἅμα αἰσθάνεσθαι τῇ μιᾷ αἰσθήσει. ἢ τοῦτ΄ οὐκ ἀληθές͵ οὐδ΄ ἐνδέχεται χρόνον εἶναι ἀναίσθητον οὐδένα οὐδὲ λανθάνειν͵ ἀλλὰ παντὸς ἐνδέχεται αἰσθάνεσθαι; εἰ γάρ͵ ὅτε αὐτὸς αὑτοῦ τις αἰσθάνεται ἢ ἄλλου ἐν συνεχεῖ χρόνῳ͵ μὴ ἐνδέχεται τότε λανθάνειν ὅτι ἔστιν͵ ἔστι δέ τις ἐν τῷ συνεχεῖ καὶ τοσοῦτος ὅσος ὅλως ἀναίσθητός ἐστι͵ δῆλον ὅτι τότε λανθάνοι ἂν εἰ ἔστιν αὐτὸς αὑτόν͵ καὶ εἰ ὁρᾷ καὶ αἰσθάνεται [καὶ εἰ αἰσθάνεται]. ἀλλὰ μὴν ἐν τῷ ΓΒ οὐδὲν αἰσθάνεται. οὐδὲ τὰ μεμειγμένα ἅμα (λόγοι γάρ εἰσιν ἀντικειμένων͵ οἷον τὸ διὰ πασῶν καὶ τὸ διὰ πέντε)͵ ἐὰν μὴ ὡς ἓν αἰσθάνηται. εἰ οὖν πλεῖον ἔτι ἀπέχει ἀλλήλων καὶ διαφέρει τὰ συστοίχως μὲν λεγόμενα ἐν ἄλλῳ δὲ γένει τῶν ἐν τῷ αὐτῷ γένει (λέγω δ΄ οἷον τὸ γλυκὺ καὶ τὸ λευκὸν καλῶ σύστοιχα͵ γένει δ΄ ἕτερα͵ τὸ γλυκὺ δὲ τοῦ λευκοῦ πλεῖον ἔτι τῷ εἴδει διαφέρει ἢ τὸ μέλαν)͵ ἔτι ἂν ἧττον ἅμα ἐνδέχοιτο αὐτὰ αἰσθάνεσθαι ἢ τὰ τῷ γένει ταὐτά. μεμεῖχθαι ἄρα ἀνάγκη αὐτά. ἔτι οὐκ ἂν εἴη [448b] οὔτε χρόνος οὔτε πρᾶγμα οὐδὲν ὃ αἰσθάνεται ἢ ἐν ᾧ͵ εἰ μὴ οὕτως͵ ὅτι ἐν τούτου τινὶ ἢ ὅτι τούτου τι ὁρᾷ͵ εἴπερ ἔστι τι μέγεθος καὶ χρόνου καὶ πράγματος ἀναίσθητον ὅλως διὰ μικρότητα· εἰ γὰρ τὴν ὅλην ὁρᾷ͵ καὶ αἰσθάνεται τὸν αὐτὸν συνεχῶς χρόνον͵ οὕτω͵ τῷ ἐν τούτου τινί͵ ἀφῃρήσθω τὸ ΓΒ͵ ἐν ᾧ οὐκ ᾐσθάνετο. φαίνεται γὰρ τὸ μὲν τῷ ἀριθμῷ ἓν ἡ ψυχὴ οὐδενὶ ἑτέρῳ λέγειν ἀλλ΄ ἢ τῷ ἅμα͵ τὸ δὲ τῷ εἴδει ἓν τῇ κρινούσῃ αἰσθήσει καὶ τῷ τρόπῳ. ὃ δὲ λέγουσί τινες τῶν περὶ τὰς συμφωνίας͵ ὅτι οὐχ ἅμα μὲν ἀφικνοῦνται οἱ ψόφοι͵ φαίνονται δέ͵ καὶ λανθάνει͵ ὅταν ὁ χρόνος ᾖ ἀναίσθητος͵ πότερον ὀρθῶς λέγεται ἢ οὔ; τάχα γὰρ ἂν φαίη τις καὶ νῦν παρὰ τοῦτο δοκεῖν ἅμα ὁρᾶν καὶ ἀκούειν͵ ὅτι οἱ μεταξὺ χρόνοι λανθάνουσιν.αἴσθησις ἡ κατ΄ ἐνέργειαν͵ ἓν ἐκεῖνα ἐρεῖ. ἔτι εἰ αἱ τῶν ἐναντίων κινήσεις ἐναντίαι͵ ἅμα δὲ τὰ ἐναντία ἐν τῷ αὐτῷ καὶ ἀτόμῳ οὐκ ἐνδέχεται ὑπάρχειν͵ ὑπὸ δὲ τὴν αἴ σθησιν τὴν μίαν ἐναντία ἐστίν͵ οἷον γλυκὺ πικρῷ͵ τούτων οὐκ ἂν ἐνδέχοιτο αἰσθάνεσθαι ἅμα. τῷ ἄρα ἐν τούτου τινὶ τοῦ ΑΒ αἰσθάνεσθαι . λέγω δὲ τοῦτο͵ ὅτι ἴσως τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵ ἕτερον τῷ εἴδει ὄν͵ ἡ αὐτὴ κρίνει͵ καὶ τὸ γλυκὺ καὶ τὸ πικρὸν ἡ αὐτὴ μὲν ἑαυτῇ͵ ἐκείνης δ΄ ἄλλη͵ ἀλλ΄ ἑτέρως ἑκάτερον τῶν ἐναντίων͵ ὡς δ΄ αὔτως ἑαυταῖς τὰ σύστοιχα͵ οἷον ὡς ἡ γεῦσις τὸ γλυκύ͵ οὕτως ἡ ὄψις τὸ [448a] λευκόν͵ ὡς δ΄ αὕτη τὸ μέλαν͵ οὕτως ἐκείνη τὸ πικρόν. ὁμοίως δὲ δῆλον ὅτι οὐδὲ τὰ μὴ ἐναντία· τὰ μὲν γὰρ τοῦ λευκοῦ τὰ δὲ τοῦ μέλανός ἐστιν͵ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ὁμοίως͵ οἷον τῶν χυμῶν οἱ μὲν τοῦ γλυκέος οἱ δὲ τοῦ πικροῦ.
τοῦτο δὴ ἀνάγκη ἀδιαίρετον εἶναι͵ οὗ ἐν μὲν τῷ ἐπέκεινα οὐκ ἐνδέχεται αἰσθάνεσθαι ὄντος͵ ἐν δὲ τῷ ἐπὶ τάδε ἀνάγκη αἰσθάνεσθαι. ἔστι γὰρ ὅθεν μὲν οὐκ ἂν ὀφθείη ἄπειρον τὸ ἀπόστημα͵ ὅθεν δὲ ὁρᾶται͵ πεπερασμένον· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ ὀσφραντὸν καὶ ἀκουστὸν καὶ ὅσων μὴ αὐτῶν ἁπτόμενοι αἰσθάνονται. [449b] περὶ μὲν οὖν τῶν αἰσθητηρίων καὶ τῶν αἰσθητῶν τίνα τρόπον ἔχει καὶ κοινῇ καὶ καθ΄ ἕκαστον . ἔστι δή τι ἔσχατον τοῦ ἀποστήματος ὅθεν οὐχ ὁρᾶται͵ καὶ πρῶτον ὅθεν ὁρᾶται. τὸ δ΄ ἅμα λέγω ἐν ἑνὶ καὶ ἀτόμῳ χρόνῳ πρὸς ἄλληλα. εἰ δή τι ἔστιν ἀδιαίρετον αἰσθητόν͵ ὅταν τεθῇ ἐπὶ τῷ ἐσχάτῳ ὅθεν ἐστὶν ὕστατον μὲν οὐκ αἰσθητὸν πρῶτον δ΄ αἰσθητόν͵ ἅμα συμβήσεται ὁρατὸν εἶναι καὶ ἀόρατον· τοῦτο δ΄ ἀδύνατον. ἀνάγκη ἄρα ἕν τι εἶναι τῆς ψυχῆς ᾧ ἅπαντα αἰσθάνεται͵ καθάπερ εἴρη ται πρότερον͵ ἄλλο δὲ γένος δι΄ ἄλλου. εἰ δὲ δὴ ἄλλῳ μὲν γλυκέος ἄλλῳ δὲ λευκοῦ αἰ σθάνεται ἡ ψυχὴ μέρει͵ ἤτοι τὸ ἐκ τούτων ἕν τί ἐστιν ἢ οὐχ ἕν. εἰ δέ͵ [ὅτι] ὡς ὄμματα δύο͵ φαίη τις οὐδὲν κωλύειν οὕτω καὶ ἐν τῇ ψυχῇ͵ [ὅτι] ἴσως ἐκ μὲν τούτων ἕν τι γίγνεται καὶ μία ἡ ἐνέργεια αὐτῶν· ἐκεῖ δέ͵ εἰ μὲν ἓν τὸ ἐξ ἀμφοῖν͵ ἐκεῖνο τὸ αἰσθανόμενον ἔσται͵ εἰ δὲ χωρίς͵ οὐχ ὁμοίως ἕξει. ἔτι αἰσθήσεις αἱ αὐταὶ πλείους ἔσονται͵ ὥσπερ εἴ τις ἐπιστήμας [449a] διαφόρους φαίη· οὔτε γὰρ ἡ ἐνέργεια ἄνευ τῆς κατ΄ αὐτὴν ἔσται δυνάμεως͵ οὔτ΄ ἄνευ ταύτης αἴσθησις ἔσται. τίνος οὖν ἐκεῖνο ἑνός; οὐδὲν γὰρ ἐκ τούτων ἕν.λέγεται τοῦ ὅλου αἰσθάνεσθαι καὶ τὴν ὅλην. ὁ δ΄ αὐτὸς λόγος καὶ ἐπὶ τῆς ΑΓ· ἀεὶ γὰρ ἐν τινὶ καὶ τινός͵ ὅλου δ΄ οὐκ ἔστιν αἰσθάνεσθαι. ὥστε καὶ αἰσθάνοιτ΄ ἂν ἅμα τῷ αὐτῷ καὶ ἑνί͵ λόγῳ δ΄ οὐ τῷ αὐτῷ. ὅτι δὲ τὸ αἰσθητὸν πᾶν ἐστι μέ γεθος καὶ οὐκ ἔστιν ἀδιαίρετον αἰσθητόν͵ δῆλον. ἀλλ΄ ἀνάγκη ἕν· ἓν γάρ τι τὸ αἰσθητικόν ἐστι μέρος. ὅτι μὲν οὖν οὐθείς ἐστι χρόνος ἀναίσθητος͵ ἐκ τούτων φανερόν· περὶ δὲ τῆς πρότερον λεχθείσης ἀπορίας σκεπτέον͵ πότερον ἐνδέχεται ἅμα πλειόνων αἰσθάνεσθαι ἢ οὐκ ἐνδέχεται. ἅπαντα μὲν οὖν αἰσθητά ἐστιν͵ ἀλλ΄ οὐ φαίνεται ὅσα ἐστίν· τοῦ γὰρ ἡλίου τὸ μέγεθος ὁρᾷ καὶ τὸ τετράπηχυ πόρρωθεν͵ ἀλλ΄ οὐ φαίνεται ὅσον͵ ἀλλ΄ ἐνίοτε ἀδιαίρετον͵ ὃ ὁρᾷ δ΄ οὐκ ἀδιαίρετον. ἆρ΄ οὖν ᾗ μὲν ἀδιαίρετόν ἐστι κατ΄ ἐνέργειαν͵ ἕν τί ἐστι τὸ αἰσθητικὸν γλυκέος καὶ λευκοῦ͵ ὅταν δὲ διαιρετὸν γένηται κατ΄ ἐνέργειαν͵ ἕτερον; ἢ ὥσπερ ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἐνδέχεται͵ οὕτως καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς; τὸ γὰρ αὐτὸ καὶ ἓν ἀριθμῷ λευκὸν καὶ γλυκύ ἐστι͵ καὶ ἄλλα πολλά· εἰ γὰρ μὴ χωριστὰ τὰ πάθη ἀλλήλων͵ ἀλλὰ τὸ εἶναι ἕτερον ἑκάστῳ. εἰ δὲ τούτων ἐν ἑνὶ καὶ ἀτόμῳ μὴ αἰσθάνεται͵ δῆλον ὅτι καὶ τῶν ἄλλων· μᾶλλον γὰρ ἐνεδέχετο τούτων ἅμα πλειόνων ἢ τῶν τῷ γένει ἑτέρων. ὁμοίως τοίνυν θετέον καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς τὸ αὐτὸ καὶ ἓν εἶναι ἀριθμῷ τὸ αἰσθητικὸν πάντων͵ τὸ μέντοι εἶναι ἕτερον καὶ ἕτερον τῶν μὲν γένει τῶν δὲ εἴδει. ἡ δ΄ αἰτία εἴρηται ἐν τοῖς ἔμπροσθεν περὶ τούτου. πρῶτον μὲν οὖν ἆρ΄ ὧδ΄ ἐνδέχεται͵ ἅμα μέν͵ ἑτέρῳ δὲ τῆς ψυχῆς αἰσθάνεσθαι͵ κἀν [οὐ τῷ ἀτόμῳ] οὕτως ἀτόμῳ ὡς παντὶ ὄντι συνεχεῖ; ἢ [ὅτι] πρῶτον μὲν κατὰ τὴν μίαν αἴσθησιν͵ οἷον λέγω ὄψιν͵ εἰ ἔσται ἄλλῳ αἰσθανομένη ἄλλου καὶ ἄλλου χρώματος͵ πλείω γε μέρη ἕξει εἴδει ταὐτά; καὶ γὰρ ἃ αἰσθάνεται ἐν τῷ αὐτῷ γένει ἐστίν.
ἀναπνοὴ γὰρ καλεῖται͵ ταύτης δὲ τὸ μέν ἐστιν εἰσπνοή͵ τὸ δ΄ ἐκπνοή͵ περὶ ἧς οὐθὲν λέγουσι͵ τίνα τρόπον ἐκπνέουσι τὰ τοιαῦτα τῶν ζῴων. Ross. Δημόκριτος μὲν οὖν ὁ Ἀβδηρίτης καί τινες ἄλλοι τῶν περὶ τῆς ἀναπνοῆς εἰρηκότων οὐδὲν περὶ τῶν ἄλλων διωρίκασι ζῴων͵ ἐοίκασι μέντοι λέγειν ὡς πάντων ἀναπνεόντων· Ἀναξαγόρας δὲ καὶ Διογένης͵ πάντα φάσκοντες ἀναπνεῖν͵ περὶ τῶν ἰχθύων καὶ τῶν ὀστρέων λέγουσι τίνα τρόπον ἀναπνέουσιν͵ καί φησιν Ἀναξαγόρας μέν͵ ὅταν ἀφῶσι τὸ ὕδωρ διὰ τῶν [471a] βραγχίων͵ τὸν ἐν τῷ στόματι γινόμενον ἀέρα ἕλκοντας ἀναπνεῖν τοὺς ἰχθῦς· οὐ γὰρ εἶναι κενὸν οὐδέν· Διογένης δ΄ ὅταν ἀφῶσι τὸ ὕδωρ διὰ τῶν βραγχίων͵ ἐκ τοῦ περὶ τὸ στόμα περιεστῶτος ὕδατος ἕλκειν τῷ κενῷ τῷ ἐν τῷ στόματι τὸν ἀέρα͵ ὡς ἐνόντος ἐν τῷ ὕδατι ἀέρος. ἀλλὰ καὶ τούτων αὐτῶν ὅσα μὲν ἄναιμον ἔχει τὸν πνεύμονα καὶ σομφὸν ἧττον δέονται τῆς ἀναπνοῆς· διὸ πολὺν χρόνον ἐν τοῖς ὕδασι δύνανται διαμένειν παρὰ τὴν τοῦ σώματος ἰσχύν. W. πρῶτον μὲν γὰρ τὸ ἥμισυ τοῦ πράγματος ἀφαιροῦσι͵ διὰ τὸ τὸ κοινὸν ἐπὶ θατέρου λέγεσθαι μόνον. ταῦτα δ΄ ἐστὶν ἀδύνατα. ἐὰν μέντοι βιάζηταί τις λίαν κατέχων πολὺν χρόνον͵ ἀποπνίγονται πάντα· οὐδὲν γὰρ τῶν τοιούτων δέχεται τὸ ὕδωρ ὥσπερ οἱ ἰχθύες. Oxford 1959] Περὶ γὰρ ἀναπνοῆς ὀλίγοι μέν τινες τῶν πρότερον φυσικῶν εἰρήκασιν· τίνος μέντοι χάριν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις͵ οἱ μὲν οὐδὲν ἀπεφήναντο͵ οἱ δὲ εἰρήκασι μέν͵ οὐ καλῶς δ΄ εἰρήκασιν ἀλλ΄ ἀπειροτέρως τῶν συμβαινόντων. ὅτι μὲν οὖν ὅσα πνεύμονα ἔχει τῶν ζῴων ἀναπνεῖ πάντα͵ φανερόν. ἔτι δὲ πάντα τὰ ζῷά φασιν ἀναπνεῖν· τοῦτο δ΄ οὐκ ἔστιν ἀληθές. ἔτι δὲ αἱ ἑμύδες τε καὶ χελῶναι πολὺν χρόνον μένουσιν ἐν τοῖς ὑγροῖς· ὁ γὰρ πνεύμων ὀλίγην ἔχει θερμότητα (ὀλίγαιμον γὰρ ἔχουσιν αὐτόν)· ἐμφυσώμενος οὖν αὐτὸς τῇ κινήσει καταψύχει καὶ ποιεῖ διαμένειν πολὺν χρόνον. Ἀριστοτέλους Περὶ ἀναπνοῆς [ed. οὐδ΄ ἐνδέχεται αὐτοῖς εἰπεῖν· ὅταν γὰρ ἀναπνεύσωσι͵ ταύτῃ ᾗ ἀνέπνευσαν πάλιν δεῖ ἐκπνεῖν͵ καὶ τοῦτο ποιεῖν ἀεὶ παραλλάξ͵ ὥστε συμβαίνει ἅμα δέχεσθαι τὸ ὕδωρ κατὰ τὸ στόμα καὶ ἐκπνεῖν. τὰ δ΄ ἔναιμον ἔχοντα πνεύμονα πάντα μᾶλλον δεῖται τῆς ἀναπνοῆς διὰ τὸ πλῆθος τῆς θερμότητος· τῶν δ΄ ἄλλων ὅσα μὴ ἔχει πνεύμονα οὐθὲν ἀναπνεῖ. τὸν δὲ πνεύμονα σομφὸν ἔχει πάντα τὰ ᾠοτοκοῦντα͵ οἷον τὸ τῶν βατράχων γένος.αἰσθητήριον εἴρη ται· τῶν δὲ λοιπῶν πρῶτον σκεπτέον περὶ μνήμης καὶ τοῦ μνημονεύειν. ἀνάγκη δ΄ ἀπαντῶντα ἐμποδίζειν θάτερον θατέρῳ. ὥστ΄ ἀναγκαῖον περὶ τούτων πρῶτον ἐπελθεῖν͵ ὅπως μὴ δοκῶμεν ἀπόντων κενὴν κατηγορεῖν. ὥστ΄ εἰ ἀνάγκη τὰ . ἅμα δ΄ ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν ἀδύνατον. εἶτα ὅταν ἀφῶσι τὸ ὕδωρ͵ τότε ἐκπνέουσι κατὰ τὸ στόμα ἢ κατὰ τὰ βράγχια͵ ὥστε συμβαίνει ἅμα ἐκπνεῖν καὶ ἀναπνεῖν· τότε γάρ φασιν αὐτὸ ἀναπνεῖν. D.
Δημόκριτος δ΄ ὅτι μὲν ἐκ τῆς ἀναπνοῆς συμβαίνει τι τοῖς ἀναπνέουσι λέγει͵ φάσκων κωλύειν ἐκθλίβεσθαι τὴν [472a] ψυχήν· οὐ μέντοι ὡς τούτου γ΄ ἕνεκα ποιήσασαν τοῦτο τὴν φύσιν οὐθὲν εἴρηκεν· ὅλως γὰρ ὥσπερ καὶ οἱ ἄλλοι φυσι κοί͵ καὶ οὗτος οὐθὲν ἅπτεται τῆς τοιαύτης αἰτίας. ὅν τε τρόπον λέγουσι γίνεσθαι τὴν ἀναπνοὴν αὐτοῖς͵ ἐνδέχεται καὶ τοῖς ἀνθρώποις οὖσιν ἐν τῷ ὑγρῷ συμβαίνειν· εἰ γὰρ καὶ οἱ ἰχθύες ἕλκουσιν ἐκ τοῦ πέριξ ὕδατος τῷ στόματι͵ διὰ τί τοῦτο οὐκ ἂν ποιοῖμεν καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τἆλλα ζῷα; καὶ τὸν ἐκ τοῦ στόματος δ΄ ἂν ἕλκοιεν ὁμοίως τοῖς ἰχθύσιν. καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν πεζῶν ἔδει δυνατὸν εἶναι τοῦτο συμβαίνειν· νῦν δ΄ οὐδὲν τῷ σφόδρα ἀναπνεῦσαι ἀποπνίγεται πεζὸν ζῷον. ἔτι πάντων τῶν ἀναπνεόντων καὶ ἑλκόντων τὸ πνεῦμα ὁρῶμεν γινομένην τινὰ κίνησιν τοῦ μορίου τοῦ ἕλκοντος͵ ἐπὶ δὲ τῶν ἰχθύων οὐ συμβαῖνον· οὐθὲν γὰρ φαίνονται κινοῦντες τῶν περὶ τὴν κοιλίαν ἀλλ΄ ἢ τὰ βράγχια μόνον͵ καὶ ἐν τῷ ὑγρῷ καὶ εἰς τὸ ξηρὸν ἐμπεσόντες͵ ὅταν ἀσπαρίζωσιν. ἔτι ὅταν ἀποθνήσκῃ πνιγόμενα ἐν τοῖς ὑγροῖς πάντα [471b] τὰ ἀναπνέοντα͵ γίνονται πομφόλυγες τοῦ πνεύματος ἐξιόντος βιαίως͵ οἷον ἐάν τις βιάζηται χελώνας ἢ βατράχους ἤ τι ἄλλο τῶν τοιούτων γενῶν· ἐπὶ δὲ τῶν ἰχθύων οὐ συμβαίνει πειρωμένοις πάντα τρόπον͵ ὡς οὐκ ἐχόντων πνεῦμα θύραθεν οὐθέν. ὥστ΄ εἴπερ κἀκεῖνα ἦν δυνατά͵ καὶ ταῦτ΄ ἂν ἦν· ἐπεὶ δ΄ οὐκ ἔστι͵ δῆλον ὡς οὐδ΄ ἐπ΄ ἐκείνων ἐστίν. πρὸς δὲ τούτοις διὰ τίν΄ αἰτίαν ἐν τῷ ἀέρι ἀποθνήσκουσι καὶ φαίνονται ἀσπαρίζοντα ὥσπερ τὰ πνιγόμενα͵ εἴπερ ἀναπνέουσιν; οὐ γὰρ δὴ τροφῆς γε ἐνδείᾳ τοῦτο πάσχουσιν. Ἔτι δὲ τὸ φάναι τὸν ἀέρα ἕλκειν ἐκ τοῦ στόματος ἢ ἐκ τοῦ ὕδατος διὰ τοῦ στόματος ἀδύνατον· οὐ γὰρ ἔχουσιν ἀρτηρίαν διὰ τὸ πνεύμονα μὴ ἔχειν͵ ἀλλ΄ εὐθὺς ἡ κοιλία πρὸς τῷ στόματί ἐστιν͵ ὥστ΄ ἀναγκαῖον τῇ κοιλίᾳ ἕλκειν.ἀναπνέοντα ἐκπνεῖν καὶ εἰσπνεῖν͵ ἐκπνεῖν δὲ μὴ ἐνδέχεται μηδὲν αὐτῶν͵ φανερὸν ὡς οὐδ΄ ἀναπνεῖ αὐτῶν οὐδέν. ἐκκρινομένων οὖν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ περιέχοντος ἐκθλίβοντος͵ βοήθειαν γίνεσθαι τὴν . ἔτι δ΄ εἰ πάντα ἀναπνεῖ͵ δῆλον ὅτι καὶ τὰ ἔντομα τῶν ζῴων ἀναπνεῖ· φαίνεται δ΄ αὐτῶν πολλὰ διατεμνόμενα ζῆν͵ οὐ μόνον εἰς δύο μέρη ἀλλὰ καὶ εἰς πλείω͵ οἷον αἱ καλούμεναι σκολόπενδραι· ἃ πῶς ἢ τίνι ἐνδέχεται ἀναπνεῖν; αἴτιον δὲ μάλιστα τοῦ μὴ λέγεσθαι περὶ αὐτῶν καλῶς τό τε τῶν μορίων ἀπείρους εἶναι τῶν ἐντός͵ καὶ τὸ μὴ λαμβάνειν ἕνεκά τινος τὴν φύσιν πάντα ποιεῖν· ζητοῦντες γὰρ τίνος ἕνεκα ἡ ἀναπνοὴ τοῖς ζῴοις ὑπάρχει͵ καὶ ἐπὶ τῶν μορίων τοῦτ΄ ἐπισκοποῦντες͵ οἷον ἐπὶ βραγχίων καὶ πνεύμονος͵ εὗρον ἂν θᾶττον τὴν αἰτίαν. λέγει δ΄ ὡς ἡ ψυχὴ καὶ τὸ θερμὸν ταὐτόν͵ τὰ πρῶτα σχήματα τῶν σφαιροειδῶν. κἂν ἐκεῖνα δ΄ ἔξω τοῦ ὑγροῦ ὄντα ἐπιδήλως ἂν αὐτὸ ἐποίει· φαίνεται δ΄ οὐ ποιοῦντ΄ αὐτό. τοῦτο δὲ κἂν τἆλλα ἐποίει ζῷα· νῦν δὲ οὐ ποιοῦσιν. ἣν γὰρ λέγει Διογένης αἰτίαν͵ εὐήθης· φησὶ γὰρ ὅτι τὸν ἀέρα πολὺν ἕλκουσι λίαν ἐν τῷ ἀέρι͵ ἐν δὲ τῷ ὕδατι μέτριον͵ καὶ διὰ τοῦτ΄ ἀποθνήσκειν.
οὐ λέγει δὲ οὐδὲ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀναπνεῖν τί τὸ αἴτιον͵ πότερον ἔσωθεν ἢ ἔξωθεν· οὐ γὰρ δὴ ὁ θύραθεν νοῦς τηρεῖ τὴν βοήθειαν͵ ἀλλ΄ ἔσωθεν ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναπνοῆς γίνεται καὶ τῆς κινήσεως͵ οὐχ ὡς βιαζομένου τοῦ περιέχοντος. ἐν γὰρ ταῖς ἀλέαις θερμαινόμενοι μᾶλλον καὶ τῆς ἀναπνοῆς μᾶλλον δεόμεθα καὶ πυκνότερον ἀναπνέομεν πάντες· ὅταν δὲ τὸ πέριξ ᾖ ψυχρὸν καὶ συνάγῃ καὶ συμπηγνύῃ τὸ σῶμα͵ κατέχειν συμβαίνει τὸ πνεῦμα. ἐν γὰρ τῷ ἀέρι πολὺν ἀριθμὸν εἶναι τῶν τοιούτων ἃ καλεῖ ἐκεῖνος νοῦν καὶ ψυχήν· ἀναπνέοντος οὖν καὶ εἰσιόντος τοῦ ἀέρος συνεισιόντα ταῦτα καὶ ἀνείργοντα τὴν θλίψιν κωλύειν τὴν ἐνοῦσαν ἐν τοῖς ζῴοις διιέναι ψυχήν͵ καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν εἶναι τὸ ζῆν καὶ ἀποθνήσκειν· ὅταν γὰρ κρατῇ τὸ περιέχον συνθλῖβον͵ καὶ μηκέτι τὸ θύραθεν εἰσιὸν δύνηται ἀνείργειν͵ μὴ δυναμένου ἀναπνεῖν͵ τότε συμβαίνειν τὸν θάνατον τοῖς ζῴοις· εἶναι γὰρ τὸν θάνατον τὴν τῶν τοιούτων σχημάτων ἐκ τοῦ σώματος ἔξοδον ἐκ τῆς τοῦ περιέχοντος ἐκθλίψεως.ἀναπνοήν φησιν. τὴν δ΄ αἰτίαν διὰ τί ποτε πᾶσι μὲν ἀναγκαῖον ἀποθανεῖν͵ οὐ μέντοι ὅτε ἔτυχεν ἀλλὰ κατὰ φύσιν μὲν γήρᾳ͵ βίᾳ δὲ παρὰ φύσιν͵ οὐθὲν δεδήλωκεν (καίτοι ἐχρῆν͵ ἐπεὶ ὁτὲ μὲν φαίνεται τοῦτο γινόμενον͵ ὁτὲ δ΄ οὐ φαίνεται)͵ πότερον τὸ αἴτιον ἔξωθέν ἐστιν ἢ ἐντός. ἐξιόντος γὰρ ἔξω τοῦ θερμοῦ διὰ τοῦ στόματος͵ τὸν περιέχοντα ὠθούμενον ἀέρα φερόμενον ἐμπίπτειν εἰς τὸν αὐτὸν τόπον φησὶ διὰ μανῶν οὐσῶν τῶν σαρκῶν͵ ὅθεν τὸ ἐντὸς ἐξῄει θερμόν͵ διὰ τὸ μηδὲν εἶναι κενὸν ἀντιπεριισταμένων ἀλλήλοις· θερμανθέντα δὲ πάλιν ἐξιέναι κατὰ τὸν αὐτὸν τόπον͵ καὶ περιωθεῖν εἴσω διὰ τοῦ στόματος τὸν ἀέρα τὸν ἐκπίπτοντα θερμόν· καὶ τοῦτο δὴ διατελεῖν ἀεὶ ποιοῦντας͵ ἀναπνέοντάς τε καὶ ἐκπνέοντας. ἄτοπον δὲ καὶ τὸ ἅμα τὸ περιέχον συνθλίβειν καὶ εἰσιὸν διαστέλλειν. καίτοι τότ΄ ἐχρῆν τὸ θύραθεν εἰσιὸν [472b] κωλύειν τὴν σύνθλιψιν. συμβαίνει δὲ τοῖς οὕτως οἰομένοις πρότερον τὴν ἐκπνοὴν γίνεσθαι τῆς εἰσπνοῆς. ἃ μὲν οὖν εἴρηκε καὶ ὥς͵ σχεδὸν ταῦτ΄ ἐστίν. Ἡ δ΄ ἐν τῷ Τιμαίῳ γεγραμμένη περίωσις περί τε τῶν ἄλλων ζῴων οὐδὲν διώρικε τίνα τρόπον αὐτοῖς ἡ τοῦ θερμοῦ γίνεται σωτηρία͵ πότερον τὸν αὐτὸν ἢ δι΄ ἄλλην τινὰ αἰτίαν (εἰ μὲν γὰρ μόνοις τὸ τῆς ἀναπνοῆς ὑπάρχει τοῖς πεζοῖς͵ λεκτέον τὴν αἰτίαν τοῦ μόνοις· εἰ δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις͵ ὁ δὲ τρόπος ἄλλος͵ καὶ περὶ τούτου διοριστέον͵ εἴπερ δυνατὸν ἀναπνεῖν πᾶσιν)· ἔτι δὲ καὶ πλασματώδης ὁ τρόπος τῆς αἰτίας. εἰ δὲ δεῖ νομίζειν ἀληθῆ εἶναι τὰ πρότερον λεχθέντα καὶ μὴ πάντα τὰ ζῷα ἀναπνεῖν͵ οὐ περὶ παντὸς θανάτου τὴν αἰτίαν ὑποληπτέον εἰρῆσθαι ταύτην͵ ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἀναπνεόντων. οὐ μὴν οὐδ΄ ἐπὶ τούτων καλῶς· δῆλον δ΄ ἐκ τῶν συμβαινόντων καὶ τῶν τοιούτων ὧν ἔχομεν πάντες πεῖραν. νῦν δὲ γίνεται τοὐναντίον· ὅταν γὰρ πολὺ λίαν ἀθροισθῇ τὸ θερμὸν μὴ ἐκπνεόντων͵ τότε δέονται τῆς ἀναπνοῆς· ἀναγκαῖον δ΄ εἰσπνεύσαντας ἀναπνεῖν. ἔστι δὲ τοὐναντίον· σημεῖον δέ· γίνεται μὲν γὰρ ἀλλήλοις ταῦτα παρ΄ ἄλληλα͵ τε λευτῶντες δὲ . ἀλεάζοντες δὲ πολλάκις ἀναπνέουσιν͵ ὡς ἀναψύξεως χάριν ἀναπνέοντες ὅτε τὸ λεγόμενον ποιεῖ πῦρ ἐπὶ πῦρ.
ταὐτὰ γὰρ ἐροῦμεν πάλιν καὶ πρὸς τοῦτον τὸν λόγον ἅπερ καὶ πρὸς τοὺς ἔμπροσθεν· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζῴων ἐχρῆν τοῦτο συμβαίνειν ἢ τὸ ἀνάλογον τούτῳ· πάντα γὰρ ἔχει θερμότητα ζωτικήν. ὧδε δ΄ ἀναπνεῖ πάντα καὶ ἐκπνεῖ· πᾶσι λίφαιμοι σαρκῶν σύριγγες πύματον κατὰ σῶμα τέτανται͵ καί σφιν ἐπὶ στομίοις πυκιναῖς τέτρηνται ἄλοξιν ῥινῶν ἔσχατα τέρθρα . καὶ περὶ τῆς διὰ τῶν μυκτήρων ἀναπνοῆς λέγων οἴεται καὶ περὶ τῆς κυρίας λέγειν ἀναπνοῆς. ὅταν δὲ θερμὸν ᾖ͵ ἀσθμαίνοντες [473a] ἀναπνέουσιν· διὰ γὰρ τὸ μὴ καταψύχειν ἱκανῶς τὸ εἰσιὸν πολλάκις τὸ πνεῦμα συμβαίνει σπᾶν. ἔτι δὲ τὸ τίνος ἕνεκα ταῦθ΄ ὑπάρχει τοῖς ζῴοις (λέγω δὲ τὸ ἀναπνεῖν καὶ τὸ ἐκπνεῖν) οὐθὲν εἰρήκασιν οἱ τοῦ τον τὸν τρόπον λέγοντες͵ ἀλλ΄ ὡς περὶ συμπτώματός τινος ἀποφαίνονται μόνον. ἔτι δὲ ἄτοπον τὸ τὴν μὲν τοῦ θερμοῦ διὰ τοῦ στόματος ἔξοδον καὶ πάλιν εἴσοδον μὴ λανθάνειν ἡμᾶς͵ τὴν δ΄ εἰς τὸν θώρακα τοῦ πνεύματος εἴσοδον καὶ πάλιν θερμανθέντος ἔξοδον λανθάνειν. καίτοι γε κύρια ταῦθ΄ ὁρῶμεν τοῦ ζῆν καὶ τελευτᾶν· ὅταν γὰρ ἀναπνεῖν μὴ δύνωνται͵ τότε συμβαίνει γίνεσθαι τὴν φθορὰν τοῖς ἀναπνέουσιν. ἄτοπον δὲ καὶ τοῦ θερμοῦ τὴν ἀναπνοὴν εἴσοδον εἶναι. Λέγει δὲ περὶ ἀναπνοῆς καὶ Ἐμπεδοκλῆς͵ οὐ μέντοι τίνος γ΄ ἕνεκα͵ οὐδὲ περὶ πάντων τῶν ζῴων οὐδὲν ποιεῖ δῆλον͵ εἴτε ἀναπνέουσιν εἴτε μή. καὶ τῆς μὲν διὰ τῶν μυκτήρων γινομένης ἀναπνοῆς στερισκόμενα τὰ ζῷα οὐδὲν πάσχουσι͵ τῆς δὲ κατὰ τὴν ἀρτηρίαν ἀποθνήσκουσιν. συμβαίνει τε κατὰ ταὐτὸ δέχεσθαι τὴν τροφὴν καὶ τὸ περίττωμα ἀφιέναι· τοῦτο δ΄ ἐπὶ τῶν ἄλλων οὐχ ὁρῶμεν γινόμενον. Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τροφῆς γε χάριν ὑποληπτέον γίνεσθαι τὴν ἀναπνοήν͵ ὡς τρεφομένου τῷ πνεύματι τοῦ ἐντὸς πυρός͵ καὶ ἀναπνέοντος μὲν ὥσπερ ἐπὶ πῦρ ὑπέκκαυμα ὑποβάλλεσθαι͵ τραφέντος δὲ τοῦ πυρὸς γίγνεσθαι τὴν ἐκπνοήν. ἔστι γὰρ καὶ διὰ τῆς ἀρτηρίας ἐκ τῶν στηθῶν ἀναπνοὴ καὶ ἡ διὰ τῶν μυκτήρων· αὐτοῖς δὲ χωρὶς ἐκείνης οὐκ ἔστιν ἀναπνεῦσαι τοῖς μυκτῆρσιν. ἔπειτα καὶ τὸ γίγνεσθαι τὸ θερμὸν ἐκ τοῦ πνεύματος τίνα χρὴ τρόπον λέγειν͵ πλασματῶδες ὄν; μᾶλλον γὰρ ἐκ τῆς τροφῆς τοῦτο γιγνόμενον ὁρῶμεν. εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν ἑτέροις [473b] σαφέστερον. καταχρῆται γὰρ ἡ φύσις ἐν παρέργῳ τῇ διὰ τῶν μυκτήρων ἀναπνοῇ πρὸς τὴν ὄσφρησιν ἐν ἐνίοις τῶν ζῴων· διόπερ ὀσφρήσεως μὲν σχεδὸν μετέχει πάντα τὰ ζῷα͵ ἔστι δ΄ οὐ πᾶσι τὸ αὐτὸ αἰσθητήριον. φαίνεται γὰρ τοὐναντίον· τὸ μὲν γὰρ ἐκπνεόμενον εἶναι θερμόν͵ τὸ δ΄ εἰσπνεόμενον ψυχρόν. γίγνεσθαι δέ φησι τὴν ἀναπνοὴν καὶ ἐκπνοὴν διὰ τὸ φλέβας εἶναί τινας ἐν αἷς ἔνεστι μὲν αἷμα͵ οὐ μέντοι πλήρεις εἰσὶν αἵματος͵ ἔχουσι δὲ πόρους εἰς τὸν ἔξω ἀέρα͵ τῶν μὲν τοῦ σώματος μορίων ἐλάττους͵ τῶν δὲ τοῦ ἀέρος μείζους· διὸ τοῦ αἵματος πεφυκότος κινεῖσθαι ἄνω καὶ κάτω͵ κάτω μὲν φερομένου εἰσρεῖν τὸν ἀέρα καὶ γίγνεσθαι ἀναπνοήν͵ ἄνω δ΄ ἰόντος ἐκπίπτειν θύραζε καὶ γίνεσθαι τὴν ἐκπνοήν͵ παρεικάζων τὸ συμβαῖνον ταῖς κλεψύδραις.ἐκπνέουσιν͵ ὥστ΄ ἀναγκαῖον εἶναι τὴν ἀρχὴν εἰσπνοήν.
ὡς δ΄ αὔτως͵ ὅθ΄ ὕδωρ μὲν ἔχῃ κάτα βένθεα χαλκοῦ πορθμοῦ χωσθέντος βροτέῳ χροῒ ἠδὲ πόροιο͵ αἰθὴρ δ΄ ἐκτὸς ἔσω λελιημένος ὄμβρον ἐρύκῃ ἀμφὶ πύλας ἠθμοῖο δυσηχέος ἄκρα κρατύνων͵ [474a] εἰσόκε χειρὶ μεθῇ͵ τότε δ΄ αὖ πάλιν͵ ἔμπαλιν ἢ πρίν͵ πνεύματος ἐμπίπτοντος ὑπεκθέει αἴσιμον ὕδωρ. Ἐπεὶ δὲ εἴρηται πρότερον ὅτι τὸ ζῆν καὶ ἡ τῆς ψυχῆς ἕξις μετὰ θερμότητός τινός ἐστιν (οὐδὲ γὰρ ἡ πέψις͵ δι΄ ἧς ἡ τροφὴ γίνεται τοῖς ζῴοις͵ οὔτ΄ ἄνευ ψυχῆς οὔτ΄ ἄνευ θερμότητός ἐστιν· πυρὶ γὰρ ἐργάζεται πάντα)͵ διόπερ ἐν ᾧ πρώτῳ τόπῳ τοῦ σώματος καὶ ἐν ᾧ πρώτῳ τοῦ τόπου τούτου μορίῳ τὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον εἶναι τὴν τοιαύτην͵ ἐνταῦθα καὶ τὴν πρώτην θρεπτικὴν ψυχὴν ἀναγκαῖον ὑπάρχειν͵ [474b] οὗτος δ΄ ἐστὶν ὁ μέσος τόπος τοῦ δεχομένου τὴν τροφὴν καὶ καθ΄ ὃν ἀφίησι τὸ περίττωμα͵ τοῖς μὲν οὖν ἀναίμοις ἀνώνυμον͵ τοῖς δ΄ ἐναίμοις ἡ καρδία τοῦτο τὸ μόριόν ἐστιν. λέγει μὲν οὖν ταῦτα περὶ τοῦ ἀναπνεῖν. ὡς δ΄ αὔτως τέρεν αἷμα κλαδασσόμενον διὰ γυίων ὁππότε μὲν παλίνορσον ἀπαΐξειε μυχόνδε͵ αἰθέρος εὐθὺς ῥεῦμα κατέρχεται οἴδματι θῦον͵ εὖτε δ΄ ἀναθρῴσκῃ͵ πάλιν ἐκπνέει ἶσον ὀπίσσω. ἀναπνεῖ δ΄͵ ὥσπερ εἴπομεν͵ τὰ φανερῶς ἀναπνέοντα διὰ τῆς ἀρτηρίας͵ διά τε τοῦ στόματος ἅμα καὶ διὰ τῶν μυκτήρων. ἔνθεν ἔπειθ΄ ὁπόταν μὲν ἀπαΐξῃ τέρεν αἷμα͵ αἰθὴρ παφλάζων καταΐσσεται οἴδματι μάργῳ͵ εὖτε δ΄ ἀναθρῴσκῃ͵ πάλιν ἐκπνέει͵ ὥσπερ ὅταν παῖς κλεψύδρῃ παίζῃσι διειπετέος χαλκοῖο εὖτε μὲν αὐλοῦ πορθμὸν ἐπ΄ εὐειδεῖ χερὶ θεῖσα εἰς ὕδατος βάπτῃσι τέρεν δέμας ἀργυφέοιο͵ οὐδεὶς ἄγγοσδ΄ ὄμβρος ἐσέρχεται͵ ἀλλά μιν εἴργει ἀέρος ὄγκος ἔσωθε πεσὼν ἐπὶ τρήματα πυκνά͵ εἰσόκ΄ ἀποστεγάσῃ πυκινὸν ῥόον· αὐτὰρ ἔπειτα πνεύματος ἐλλείποντος ἐσέρχεται αἴσιμον ὕδωρ. πλὴν ἐκεῖ μὲν οὐ κατὰ ταὐτὸν εἰσδέχονταί τε τὸν ἀέρα καὶ πάλιν ἐξιᾶσιν͵ οἱ δ΄ ἀναπνέοντες κατὰ ταὐτόν. ἄραντες μὲν γὰρ τὸν τόπον͵ καθάπερ τὰς φύσας ἐν τοῖς χαλκείοις͵ ἀναπνέουσιν (αἴρειν δὲ τὸ θερμὸν εὔλογον͵ ἔχειν δὲ τὸ αἷμα τὴν τοῦ θερμοῦ χώραν)· συνιζάνοντες δὲ καὶ καταπλήττοντες͵ ὥσπερ ἐκεῖ τὰς φύσας͵ ἐκπνέουσιν. εἰ δὲ περὶ τῆς κατὰ τοὺς μυκτῆρας λέγει μόνης͵ πολὺ διημάρτηκεν· οὐ γάρ ἐστιν ἀναπνοὴ μυκτήρων ἴδιος͵ ἀλλὰ παρὰ τὸν αὐλῶνα τὸν παρὰ τὸν γαργαρεῶνα͵ ᾗ τὸ ἔσχατον τοῦ ἐν τῷ στόματι οὐρανοῦ͵ συντετρημένων τῶν μυκτήρων χωρεῖ τὸ μὲν ταύτῃ τοῦ πνεύματος͵ τὸ δὲ διὰ τοῦ στόματος͵ ὁμοίως εἰσιόν τε καὶ ἐξιόν. ἀρχὴ δὲ τῶν φλεβῶν ἡ καρδία τοῖς ἐναίμοις· οὐ γὰρ διὰ ταύτης͵ ἀλλ΄ ἐκ ταύτης ἠρτημέναι πᾶσαι τυγχάνουσιν· δῆλον δ΄ . ἡ τροφὴ μὲν γὰρ ἐξ ἧς ἤδη γίνεται τὰ μόρια τοῖς ζῴοις ἡ τοῦ αἵμα τος φύσις ἐστίν. ὥστ΄ εἰ μὲν περὶ ταύτης λέγει τῆς ἀναπνοῆς͵ ἀναγκαῖον ζητεῖν πῶς ἐφαρμόσει ὁ εἰρημένος λόγος τῆς αἰτίας· φαίνεται γὰρ τοὐναντίον συμβαῖνον. τοῦ δ΄ αἵματος καὶ τῶν φλεβῶν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον εἶναι· θατέρου γὰρ ἕνεκα θάτερόν ἐστιν͵ ὡς ἀγγεῖον καὶ δεκτικόν. τὰ μὲν οὖν παρὰ τῶν ἄλλων εἰρημένα περὶ τοῦ ἀναπνεῖν τοιαύτας καὶ τοσαύτας ἔχει δυσχερείας.διαμπερές͵ ὥστε φόνον μέν κεύθειν͵ αἰθέρι δ΄ εὐπορίην διόδοισι τετμῆσθαι.
φθορὰ δὲ πυρός͵ ὥσπερ εἴρηται πρότερον͵ σβέσις καὶ μάρανσις͵ σβέσις μὲν ἡ ὑπὸ τῶν ἐναντίων (διόπερ ἀθρόον τε ὑπὸ τῆς τοῦ περιέχοντος ψυχρότητος καὶ θᾶττον σβέννυται διασπώμενον· αὕτη μὲν οὖν ἡ φθορὰ βίαιος ὁμοίως ἐπὶ τῶν ἐμψύχων καὶ τῶν ἀψύχων ἐστίν· καὶ γὰρ ὀργάνοις διαιρουμένου τοῦ ζῴου͵ καὶ πηγνυμένου διὰ ψύχους ὑπερβολήν͵ ἀποθνήσκουσιν)͵ ἡ δὲ μάρανσις διὰ πλῆθος θερμότητος· καὶ γὰρ ἂν ὑπερβάλλῃ τὸ πέριξ θερμόν͵ καὶ τροφὴν ἐὰν μὴ λαμβάνῃ͵ φθείρεται τὸ πυρούμενον͵ οὐ ψυχόμενον ἀλλὰ μαραινόμενον. παραπλήσιον γὰρ συμβαίνει κἂν εἴ τίς τινα τῶν ἀναπνεόντων πνίγοι͵ τὸ στόμα κατασχών· καὶ γὰρ ταῦτα ποιήσει τῷ πνεύμονι τὴν ἄρσιν ταύτην· ἀλλὰ τούτοις μὲν οὐχ ἱκανὴν ἡ τοιαύτη ποιεῖ κίνησις κατάψυξιν͵ ἐκείνοις δ΄ ἱκανήν. τέλος δ΄ οὐ δύναται͵ ἀλλ΄ ἀποπνίγεται μὴ ἀναπνεύσαντα͵ καθάπερ εἴρηται καὶ πρότερον· τῆς γὰρ μαράνσεως ἡ διὰ τὸ μὴ ψύχεσθαι φθορὰ καλεῖται πνίξις͵ καὶ τὰ οὕτω φθειρόμενα ἀποπνίγεσθαί φαμεν. καὶ τῇ τρίψει τῇ πρὸς τὸν ὑμένα ποιοῦσι τὸν βόμβον͵ ὥσπερ λέγομεν͵ οἷον διὰ τῶν καλάμων τῶν τετρυπημένων τὰ παιδία͵ ὅταν ἐπιθῶσιν ὑμένα λεπτόν. διὸ καὶ βραχύβια σχεδὸν πάντα τὰ τοιαῦτ΄ ἐστίν· ἐπ΄ ἀμφότερα γὰρ μικρὰ ὄντα μικρᾶς τυγχάνει ῥοπῆς. τὰς μὲν οὖν ἄλλας δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἀδύνατον ὑπάρχειν ἄνευ τῆς θρεπτικῆς (δι΄ ἣν δ΄ αἰτίαν͵ εἴρηται πρότερον ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς)͵ ταύτην δ΄ ἄνευ τοῦ φυσικοῦ πυρός· ἐν τούτῳ γὰρ ἡ φύσις ἐμπεπύρευκεν αὐτήν. ὅσα δὲ μακρο βιώτερα [475a] τῶν ἐντόμων (ἄναιμα γάρ ἐστι πάντα τὰ ἔντομα)͵ τούτοις ὑπὸ τὸ διάζωμα διέσχισται͵ ὅπως διὰ λεπτοτέρου ὄντος τοῦ ὑμένος ψύχηται· μᾶλλον γὰρ ὄντα θερμὰ πλείονος δεῖται τῆς καταψύξεως͵ οἷον αἱ μέλιτται (τῶν γὰρ μελιττῶν ἔνιαι ζῶσι καὶ ἑπτὰ ἔτη) καὶ τἆλλα δὲ ὅσα βομβεῖ͵ οἷον σφῆκες καὶ μηλολόνθαι καὶ τέττιγες. Ἐπεὶ δὲ τῶν ζῴων τὰ μὲν ἔνυδρα͵ τὰ δ΄ ἐν τῇ γῇ ποιεῖται τὴν διατριβήν͵ τούτων τοῖς μὲν μικροῖς πάμπαν καὶ τοῖς ἀναίμοις ἡ γινομένη ἐκ τοῦ περιέχοντος ἢ ὕδατος ἢ ἀέρος ψύξις ἱκανὴ πρὸς τὴν βοήθειαν τῆς φθορᾶς ταύτης· μικρὸν γὰρ ἔχοντα τὸ θερμὸν μικρᾶς δέονται τῆς βοηθείας. ὥστ΄ ἀνάγκη γίγνεσθαι κατάψυξιν͵ εἰ μέλλει τεύξεσθαι σωτηρίας· τοῦτο γὰρ βοηθεῖ πρὸς ταύτην τὴν φθοράν. καὶ τῶν ἀναίμων δὲ καὶ πνεύμονα ἐχόντων͵ ὀλίγαιμον δ΄ ἐχόντων καὶ σομφόν͵ ἔνια διὰ τοῦτο πολὺν χρόνον δύνανται ἀπνευστὶ ζῆν͵ ὅτι ὁ πνεύμων ἄρσιν ἔχει πολλήν͵ ὀλίγον ἔχων τὸ αἷμα καὶ τὸ ὑγρόν· ἡ γὰρ οἰκεία κίνησις ἐπὶ πολὺν χρόνον διαρκεῖ καταψύχουσα. διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τῶν τεττίγων οἱ ᾄδοντες ᾄδουσιν· θερμότεροι γάρ εἰσι͵ καὶ ἔσχισται αὐτοῖς ὑπὸ τὸ ὑπόζωμα· τοῖς δὲ μὴ ᾄδουσι τοῦτ΄ ἐστὶν ἄσχιστον. ὅτι δ΄ οὐκ ἀναπνεῖ τὰ ἔντομα τῶν ζῴων͵ εἴρηται μὲν καὶ πρότερον͵ φανερὸν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν .ἡμῖν τοῦτο ἐκ τῶν ἀνατομῶν. καὶ γὰρ τὸν ψόφον ποιοῦσι πνεύματι͵ οἷον ἀσθμαίνοντα· ἐν αὐτῷ γὰρ τῷ ὑποζώματι͵ τῷ ἐμφύτῳ πνεύματι αἰρομένῳ καὶ συνίζοντι͵ συμβαίνει πρὸς τὸν ὑμένα γίνεσθαι τρίψιν· κινοῦσι γὰρ τὸν τόπον τοῦτον͵ ὥσπερ τὰ ἀναπνέοντα ἔξωθεν τῷ πνεύμονι καὶ οἱ ἰχθύες τοῖς βραγχίοις.
ἐκεῖνα μὲν οὖν ἔναιμον͵ τούτων δὲ τὰ πλεῖστα τὸν πνεύμονα ἔχει σομφόν· διὸ καὶ τῇ ἀναπνοῇ χρῆται μανότερον͵ ὥσπερ εἴρηται καὶ πρότερον. καὶ τῶν ἐν τῷ ὑγρῷ δὲ ζώντων ὅσα ἄναιμα πλείω χρόνον ζῇ ἐν τῷ ἀέρι τῶν ἐναίμων καὶ δεχομένων τὴν θάλατταν͵ οἷον τῶν ἰχθύων· διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον ἔχειν τὸ θερμὸν ὁ ἀὴρ ἱκανός ἐστιν ἐπὶ πολὺν χρόνον καταψύχειν͵ οἷον τοῖς τε μαλακοστράκοις καὶ τοῖς πολύποσιν (οὐ μὴν εἰς τέλος γε διαρκεῖ πρὸς τὸ ζῆν [διὰ] τὸ ὀλιγόθερμα εἶναι)· ἐπεὶ καὶ τῶν ἰχθύων [οἱ] πολλοὶ ζῶσιν ἐν τῇ γῇ͵ ἀκινητίζοντες μέντοι͵ καὶ εὑρίσκονται ὀρυττόμενοι. ἓν δ΄ ἐφ΄ ἓν χρήσιμον ὄργανον͵ καὶ μία κατάψυξις ἱκανὴ πᾶσιν͵ ὥστ΄ ἐπεὶ μάτην οὐδὲν ὁρῶμεν ποιοῦσαν τὴν φύσιν͵ δυοῖν δ΄ ὄντοιν θάτερον ἂν ἦν μάτην͵ διὰ τοῦτο τὰ μὲν ἔχει βράγχια τὰ δὲ πνεύμονα͵ ἄμφω δ΄ οὐδέν. χρῆται δὲ πάντα͵ καὶ ὅσα διατρίβει καὶ ποιεῖται τὸν βίον ἐν τοῖς ὕδασιν͵ οἷον τὸ τῶν ὕδρων γένος καὶ βατράχων καὶ κροκοδείλων καὶ ἑμύδων καὶ χελῶναι αἵ τε θαλάττιαι καὶ αἱ χερσαῖαι καὶ φῶκαι· ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τίκτει ἐν τῷ ξηρῷ καὶ καθεύδει ἢ ἐν τῷ ξηρῷ͵ ἢ ἐν τῷ ὑγρῷ ὑπερέχοντα τὸ στόμα διὰ τὴν [476a] ἀναπνοήν. ἔχει δὲ πνεύμονα τά τε ζῳοτοκοῦντα ἐν αὑτοῖς καὶ μὴ θύραζε μόνον (τὰ γὰρ σελάχη ζῳοτοκεῖ μέν͵ ἀλλ΄ οὐκ ἐν αὑτοῖς) καὶ τῶν ᾠοτοκούν των τά τε πτερυγωτά͵ οἷον ὄρνιθες͵ καὶ τὰ φολιδωτά͵ οἷον χελῶναι καὶ σαῦραι καὶ ὄφεις. ἀλλὰ φθείρεται ταῦτα καὶ λέγεται ἀποπνίγεσθαι πληρουμένης τῆς κοιλίας καὶ φθειρομένου τοῦ ἐν τῷ ὑποζώματι θερμοῦ· διὸ καὶ ἐν τῇ τέφρᾳ χρονισθέντα ἀνίσταται. αἴτιον δ΄ ὅτι ὁ μὲν πνεύμων τῆς ὑπὸ τοῦ πνεύματος καταψύξεως ἕνεκέν ἐστιν (ἔοικε δὲ καὶ τοὔνομα εἰληφέναι ὁ πνεύμων διὰ τὴν τοῦ πνεύματος ὑποδοχήν)͵ τὰ δὲ βράγχια πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ ὕδατος κατάψυξιν. ἅμα δὲ πνεύμονα καὶ βράγχια οὐδὲν ὦπταί πω ἔχον. Περὶ μὲν οὖν τῶν ἀναίμων͵ ὅτι τοῖς μὲν ὁ περιέχων ἀὴρ τοῖς δὲ τὸ ὑγρὸν βοηθεῖ πρὸς τὴν ζωήν͵ εἴρηται· τοῖς δ΄ ἐναίμοις καὶ τοῖς ἔχουσι καρδίαν͵ ὅσα μὲν ἔχει πνεύμονα πάντα δέχεται τὸν ἀέρα καὶ τὴν κατάψυξιν ποιεῖται διὰ τοῦ ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν. ἄποδες δ΄ οἱ ἰχθύες πάντες· καὶ γὰρ ἃ ἔχει͵ καθ΄ ὁμοιότητα τῶν πτερύγων λέγεται. τῶν δὲ πόδας ἐχόντων ἓν ἔχει βράγχια μόνον τῶν τεθεωρημένων͵ ὁ καλούμενος κορδύλος.ἐστι ζῴων͵ οἷον μυιῶν καὶ μελιττῶν· ἐν γὰρ τοῖς ὑγροῖς πολὺν [475b] χρόνον ἀνανήχεται͵ ἂν μὴ λίαν ᾖ θερμὸν ἢ ψυχρόν· καίτοι τὰ μικρὰν ἔχοντα δύναμιν πυκνότερον ζητεῖ ἀναπνεῖν. Ἐπεὶ δὲ πρὸς μὲν τὸ εἶναι τροφῆς δεῖται τῶν ζῴων ἕκαστον͵ πρὸς δὲ τὴν σωτηρίαν τῆς καταψύξεως͵ τῷ αὐτῷ ὀργάνῳ χρῆται πρὸς ἄμφω ταῦτα ἡ φύσις͵ καθάπερ ἐνίοις τῇ γλώττῃ πρός τε τοὺς χυμοὺς καὶ πρὸς τὴν ἐρμηνείαν͵ οὕτω τοῖς ἔχουσι τὸν πνεύμονα τῷ . ὅσα γὰρ ἢ μηδ΄ ὅλως ἔχει πνεύμονα ἢ ἄναιμον͵ ἐλαττονάκις δεῖται καταψύξεως. ὅσα δὲ βράγχια ἔχει πάντα καταψύχεται δεχόμενα τὸ ὕδωρ· ἔχει δὲ βράγχια τὸ τῶν καλουμένων σελαχῶν γένος καὶ τῶν ἄλλων ἀπόδων.
ἀλλ΄ ἐπειδὴ ἀναγκαῖον ποιεῖσθαι τὴν τροφὴν ἐν ὑγρῷ͵ ἀναγκαῖον δεχόμενα τὸ ὑγρὸν ἀφιέναι͵ καὶ διὰ τοῦτ΄ ἔχουσι πάντα τὸν αὐλόν· δεξάμενα γὰρ τὸ ὕδωρ͵ ὥσπερ οἱ ἰχθύες κατὰ τὰ βράγχια͵ ταῦτα κατὰ τὸν αὐλὸν ἀνασπᾷ τὸ ὕδωρ. πῶς μὲν οὖν ἡ τῶν εἰρημένων ὀργάνων δύναμις ποιεῖ τὴν κατάψυξιν͵ ὕστερον ἐροῦμεν· πρὸς δὲ τὸ τὴν τροφὴν μὴ διακωλύειν παραπλησίως τοῖς τ΄ ἀναπνέουσι συμβαίνει καὶ τοῖς δεχομένοις τὸ ὑγρόν· οὔτε γὰρ ἀναπνέοντες ἅμα καταδέχονται τὴν τροφήν (εἰ δὲ μή͵ συμβαίνει πνίγεσθαι παρεισιούσης τῆς τροφῆς ἢ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς ὑγρᾶς ἐπὶ τὸν πνεύμονα διὰ τῆς ἀρτηρίας· προτέρα γὰρ κεῖται ἡ ἀρτηρία τοῦ οἰσοφάγου͵ δι΄ οὗ ἡ τροφὴ πορεύεται εἰς τὴν καλουμένην κοιλίαν· τοῖς μὲν οὖν τετράποσι καὶ ἐναίμοις ἔχει ἡ ἀρτηρία οἷον πῶμα τὴν ἐπιγλωττίδα· τοῖς δ΄ ὄρνισι καὶ [476b] τῶν τετραπόδων τοῖς ᾠοτόκοις οὐκ ἔπεστιν͵ ἀλλὰ τῇ συναγωγῇ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν· δεχόμενα γὰρ τὴν τροφὴν τὰ μὲν συνάγει͵ τὰ δ΄ ἐπιτίθησι τὴν ἐπιγλωττίδα· προελθούσης δὲ τὰ μὲν ἐπαίρει͵ τὰ δὲ διοίγει καὶ καταδέχεται τὸ πνεῦμα πρὸς τὴν κατάψυξιν)· τά τ΄ ἔχοντα βράγχια͵ ἀφέντα διὰ τούτων τὸ ὑγρόν͵ διὰ τοῦ στόματος καταδέχεται τὴν τροφήν· ἀρτηρίαν μὲν γὰρ οὐκ ἔχουσιν͵ ὥστε ταύτῃ μὲν οὐθὲν ἂν βλάπτοιντο ὑπὸ τῆς τοῦ ὑγροῦ παρεμπτώσεως͵ ἀλλ΄ εἰς τὴν κοιλίαν εἰσιόντος· διὸ ταχεῖαν ποιεῖται τὴν ἄφεσιν καὶ τὴν λῆψιν τῆς τροφῆς͵ καὶ τοὺς ὀδόντας ὀξεῖς ἔχουσι͵ καὶ καρχαρόδοντες σχεδὸν πάντες εἰσίν· οὐ γὰρ ἐνδέχεται λεαίνειν τὴν τροφήν. τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι πνεύμονα μηδ΄ ἀναπνέουσι τὸ μὲν στόμα πρὸς τὴν ἐργασίαν τῆς τροφῆς͵ πρὸς δὲ τὴν κατάψυξιν τοῖς δεομένοις καταψύξεως ἡ τῶν βραγχίων ὑπάρχει φύσις. τοῦτο μὲν γὰρ γίνεται αὐτοῖς ἀναπνέουσιν· ἔχουσι γὰρ πνεύμονα. σημεῖον δὲ καὶ ἡ θέσις τοῦ αὐλοῦ· πρὸς οὐθὲν γὰρ περαίνει τῶν ἐναίμων͵ ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐγκεφάλου τὴν θέσιν ἔχει [καὶ ἀφίησι τὸ ὕδωρ].καλουμένῳ στόματι πρός τε τὴν τῆς τροφῆς ἐργασίαν καὶ τὴν ἐκπνοὴν καὶ τὴν ἀναπνοήν. ἔτι δὲ κἂν ληφθῶσιν ἐν τοῖς δικτύοις͵ ταχὺ ἀποπνίγονται διὰ τὸ μὴ ἀναπνεῖν· διὸ καὶ ἐπιπολάζοντα φαίνεται τὰ τοιαῦτα ἐπὶ τῆς θαλάττης διὰ τὴν ἀναπνοήν. Περὶ δὲ τὰ κητώδη τῶν ἐνύδρων ἀπορήσειεν ἄν τις͵ ἔχει δὲ κἀκεῖνα κατὰ λόγον͵ οἷον περί τε τοὺς δελφῖνας καὶ τὰς φαλαίνας͵ καὶ τῶν ἄλλων ὅσα ἔχει τὸν καλούμενον αὐλόν. ταῦτα γὰρ ἄποδα μέν ἐστιν͵ ἔχοντα δὲ πνεύμονα δέχεται τὴν θάλατταν. καταψύξεως μὲν γὰρ αὐτῶν οὐδὲν τυγχάνει δεόμενον· ὀλιγόθερμον γάρ ἐστι καὶ ἄναιμον ἕκαστον αὐτῶν͵ ὥσθ΄ ἱκανῶς καταψύχεται ὑπὸ [477a] τοῦ περιέχοντος ὑγροῦ͵ ἀλλὰ διὰ τὴν τροφὴν ἀφίησι τὸ ὕδωρ͵ ὅπως μὴ ἅμα δεχομένοις εἰσρέῃ τὸ ὑγρόν. αἴτιον δὲ τούτου τὸ νῦν εἰρημένον· οὐ γὰρ καταψύξεως ἕνεκεν δέχεται τὸ ὑγρόν. . τὰ μὲν οὖν μαλακόστρακα͵ οἷον οἵ τε καρκίνοι καὶ οἱ κάραβοι͵ παρὰ τὰ δασέα ἀφιᾶσι τὸ ὕδωρ διὰ τῶν ἐπιπτυγμάτων͵ σηπίαι δὲ καὶ πολύποδες διὰ τοῦ κοίλου τοῦ ὑπὲρ τῆς καλουμένης κεφαλῆς. διὰ ταὐτὸ δὲ τοῦτο δέχεται καὶ τὰ μαλάκια τὸ ὕδωρ καὶ τὰ μαλακόστρακα͵ λέγω δ΄ οἷον τοὺς καλουμένους καράβους καὶ τοὺς καρκίνους. διὸ καὶ καθεύδουσιν ὑπερέχοντα τὸ στόμα͵ καὶ ῥέγχουσιν οἵ γε δελφῖνες.
οὐ γὰρ ταὐτὸν ἥ θ΄ ὕλη τῶν ζῴων ἐξ ἧς ἐστιν ἕκαστον͵ καὶ αἱ ἕξεις καὶ διαθέσεις αὐτῆς. διὸ καὶ τὰ μάλιστα ἔναιμον ἔχοντα τὸν πνεύμονα καὶ θερμὸν μείζονά τε τοῖς μεγέθεσι͵ καὶ τό γε καθαρωτάτῳ καὶ πλείστῳ κεχρημένον αἵματι τῶν ζῴων ὀρθότατόν ἐστιν͵ ὁ ἄνθρωπος͵ καὶ τὸ ἄνω πρὸς τὸ τοῦ ὅλου ἄνω ἔχει μόνον διὰ τὸ τοιοῦτον ἔχειν τοῦτο τὸ μόριον. τῶν μὲν γὰρ ἕξεων τοὺς τὰς ὑπερβολὰς ἔχοντας οἱ ἐναντίοι τόποι καὶ ὧραι σῴζουσιν͵ ἡ δὲ φύσις ἐν τοῖς οἰκείοις σῴζεται μάλιστα τό ποις. ἀλλὰ ποῖα μὲν δεῖ λέγειν θερμὰ καὶ ψυχρά͵ καθ΄ αὑτὰ τὴν ἐπίσκεψιν εἴληφεν· περὶ δ΄ ἧς αἰτίας εἴρηκεν Ἐμπεδοκλῆς͵ τῇ μὲν ἔχει τὸ ζητούμενον λόγον͵ οὐ μὴν ὅ γέ φησιν ἐκεῖνος ἀληθές. περὶ μὲν οὖν τοῦ δέχεσθαι τὸ ὑγρόν͵ εἴρηται ὅτι συμβαίνει διὰ κατάψυξιν καὶ διὰ τὸ δεῖν δέχεσθαι τὴν τροφὴν ἐκ τοῦ ὑγροῦ τὰ τὴν φύσιν ὄντα τῶν ζῴων ἔνυδρα. ὅλως μὲν οὖν ἄτοπον πῶς ἐνδέχεται γενόμενον ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ ξηρῷ μεταβάλλειν τὸν τόπον εἰς τὸ ὑγρόν (σχεδὸν γὰρ καὶ ἄποδα τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἐστιν)· ὁ δὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς αὐτῶν σύστασιν λέγων γενέσθαι μὲν ἐν τῷ ξηρῷ φησι͵ φεύγοντα δ΄ ἐλθεῖν εἰς τὸ ὕδωρ. ὥστε τῆς οὐσίας καὶ τούτῳ καὶ τοῖς ἄλλοις θετέον αἴτιον αὐτὸ καθάπερ ὁτιοῦν ἄλλο τῶν μορίων. τὴν δ΄ ἐξ ἀνάγκης καὶ τῆς κινήσεως αἰτίαν καὶ τὰ τοιαῦτα δεῖ νομίζειν συνιστάναι ζῷα καθάπερ καὶ μὴ τοιαῦτα πολλὰ συνέστηκεν· τὰ μὲν γὰρ ἐκ γῆς πλείονος συνέστηκεν͵ οἷον τὸ τῶν φυτῶν γένος͵ τὰ δ΄ ἐξ ὕδατος͵ οἷον τὸ τῶν ἐνύδρων· τῶν δὲ πτηνῶν καὶ πεζῶν τὰ μὲν ἐξ ἀέρος τὰ δ΄ ἐκ πυρός. ἔχει μὲν οὖν ἕνεκα τούτου. Ἐμπεδοκλῆς δ΄ οὐ καλῶς τοῦτ΄ εἴρηκε͵ φάσκων τὰ [477b] θερμότατα καὶ πῦρ ἔχοντα πλεῖστον τῶν ζῴων ἔνυδρα εἶναι͵ φεύγοντα τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἐν τῇ φύσει θερμότητος͵ ὅπως ἐπειδὴ τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ ὑγροῦ ἐλλείπει͵ κατὰ τὸν τόπον ἀνασῴζηται͵ ἐναντίον ὄντα· θερμὸν γὰρ εἶναι τὸ ὑγρὸν ἧττον τοῦ ἀέρος. Περὶ δὲ τῆς καταψύξεως͵ τίνα γίνεται τρόπον τοῖς τ΄ ἀναπνέουσι καὶ τοῖς ἔχουσι βράγχια͵ μετὰ ταῦτα λεκτέον. ἔτι δ΄ οὐδὲ φαίνεται θερμότερα ὄντα τῶν πεζῶν· τὰ μὲν γὰρ ἄναιμα πάμπαν͵ τὰ δ΄ ὀλίγαιμα αὐτῶν ἐστιν. ὅτι μὲν οὖν ἀναπνέουσιν ὅσα πνεύμονα τῶν ζῴων ἔχουσι͵ πρότερον εἴρηται. οὐδ΄ εἴ τι ἐξ ἁλὸς ἢ νίτρου συνέστησεν͵ οὐκ ἂν εἰς ὑγρὸν φέρουσα . ἕκαστα δ΄ ἐν τοῖς οἰκείοις τόποις ἔχει τὴν τάξιν αὐτῶν. λέγω δ΄ οἷον εἴ τι ἐκ κηροῦ συστήσειεν ἡ φύσις͵ οὐκ ἂν ἐν θερμῷ θεῖσα διέσωσεν͵ οὐδ΄ εἴ τι ἐκ κρυστάλλου· ἐφθάρη γὰρ ἂν ταχὺ διὰ τοὐναντίον· τήκει γὰρ τὸ θερμὸν τὸ ὑπὸ τοῦ ἐναντίου συστάν. διὰ τί δὲ τοῦτο τὸ μόριον ἔχουσιν ἔνια͵ καὶ διὰ τί τὰ ἔχοντα δεῖται τῆς ἀναπνοῆς͵ αἴτιον τοῦ μὲν ἔχειν ὅτι τὰ τιμιώτερα τῶν ζῴων πλείονος τετύχηκε θερμότητος· ἅμα γὰρ ἀνάγκη καὶ ψυχῆς τετυχηκέναι τιμιωτέρας· τιμιώτερα γὰρ ταῦτα τῆς φύσεως τῆς τῶν ψυχρῶν.γέγραπται δὲ περὶ αὐτῶν δι΄ ἀκριβείας μᾶλλον ἐν ταῖς περὶ τῶν ζῴων ἱστορίαις.
καὶ ἐναιμότατον δὴ μάλιστα τοῦτο τὸ μόριον τῶν καλουμένων σπλάγχνων. ὡς δ΄ ἡ θέσις ἔχει τῆς καρδίας πρὸς τὰ βράγχια͵ πρὸς μὲν τὴν ὄψιν ἐκ τῶν [478b] ἀνατομῶν δεῖ θεωρεῖν͵ πρὸς δ΄ ἀκρίβειαν ἐκ τῶν ἱστοριῶν· ὡς δ΄ ἐν κεφαλαίοις εἰπεῖν καὶ νῦν͵ ἔχει τόνδε τὸν τρόπον. τοῦτο μὲν οὖν δεῖ ζητεῖν ἐν τοῖς οἰκείοις τόποις ἑκάστης ὕλης καὶ κατὰ τὰς μεταβολὰς τῆς κοινῆς ὥρας· τὰς μὲν γὰρ ἕξεις ἐνδέχεται τοῖς τόποις ἐναντίας εἶναι͵ τὴν δ΄ ὕλην ἀδύνατον. ὅσα δὴ ἔχει ἔναιμον αὐτό͵ ταχείας μὲν δεῖται τῆς καταψύξεως διὰ τὸ μικρὰν εἶναι τὴν ῥοπὴν τοῦ ψυχικοῦ πυρός͵ εἴσω δ΄ εἰσιέναι διὰ παντὸς διὰ τὸ πλῆθος τοῦ αἵματος καὶ τῆς θερμότητος. ὅτι μὲν οὖν οὐ διὰ θερμότητα τῆς φύσεως τὰ μὲν ἔνυδρα τὰ δὲ πεζὰ τῶν ζῴων ἐστί͵ καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς φησιν͵ τοσαῦτ΄ εἰρήσθω͵ καὶ διότι τὰ μὲν οὐκ ἔχει πνεύμονα τὰ δὲ ἔχει.κατέθηκεν· φθείρει γὰρ τὰ ὑπὸ ξηροῦ συστάντα τὸ ὑγρόν. αἱ μὲν οὖν φύσεις τῆς ὕλης͵ ἐν οἵῳπερ τόπῳ εἰσί͵ τοιαῦται οὖσαι τυγχάνουσιν͵ αἱ μὲν ἐν ὕδατι ὑγραί͵ αἱ δ΄ ἐν τῇ γῇ ξηραί͵ αἱ δ΄ ἐν τῷ ἀέρι [478a] θερμαί· αἱ μέντοι ἕξεις αἱ μὲν ὑπερβάλλουσαι θερμότητι ἐν ψυχρῷ͵ αἱ δὲ τῇ ψυχρότητι ἐν θερμῷ τιθέμεναι σῴζονται μᾶλλον· ἐπανισοῖ γὰρ εἰς τὸ μέτριον ὁ τόπος τὴν τῆς ἕξεως ὑπερβολήν. διὰ τοῦτο τὰ δένδρα οὐκ ἐν ὕδατι φύεται͵ ἀλλ΄ ἐν γῇ. δόξειε μὲν γὰρ ἂν οὐχ ὡσαύτως ἔχειν τὴν θέσιν ἡ καρδία τοῖς τε πεζοῖς τῶν ζῴων καὶ τοῖς ἰχθύσιν͵ ἔχει δ΄ ὡσαύτως. ταῦτα δ΄ ἀμφότερα ὁ μὲν ἀὴρ δύναται ῥᾳδίως ποιεῖν· διὰ γὰρ τὸ λεπτὴν ἔχειν τὴν φύσιν διὰ παντός τε καὶ ταχέως διαδυόμενος διαψύχει· τὸ δ΄ ὕδωρ τοὐναντίον. εἰ οὖν ὕλη πᾶσι τοῖς σώμασι τὸ ὑγρὸν καὶ τὸ ξηρόν͵ εὐλόγως τὰ μὲν ἐξ ὑγροῦ [καὶ ψυχροῦ] συστάντα ἐν ὑγροῖς ἐστι [καὶ εἰ ψυχρά͵ ἔσται ἐν ψυχρῷ]͵ τὰ δ΄ ἐκ ξηροῦ ἐν ξηρῷ. Ὃν δὲ τρόπον ἡ καρδία τὴν σύντρησιν ἔχει πρὸς τὸν πνεύμονα͵ δεῖ θεωρεῖν ἔκ τε τῶν ἀνατεμνομένων καὶ τῶν ἱστοριῶν τῶν περὶ τὰ ζῷα γεγραμμένων. ᾗ γὰρ νεύουσι τὰς κεφαλάς͵ ἐνταῦθ΄ ἡ καρδία τὸ ὀξὺ ἔχει. τὰ δὲ καρδίαν μὲν ἔχοντα͵ πνεύμονα δὲ μή͵ καθάπερ οἱ ἰχθύες διὰ τὸ ἔνυδρον αὐτῶν τὴν φύσιν εἶναι͵ τῷ ὕδατι ποιοῦνται τὴν κατάψυξιν διὰ τῶν βραγχίων. καίτοι τοῦ αὐτοῦ λόγου ἐστὶν εἰς τὸ ὕδωρ͵ διὰ τὸ εἶναι αὐτὰ ὑπέρξηρα͵ ὥσπερ τὰ ὑπέρπυρά φησιν ἐκεῖνος· οὐ γὰρ διὰ τὸ ψυχρὸν ἂν ἦλθεν εἰς αὐτό͵ ἀλλ΄ ὅτι ὑγρόν. Διὰ τί δὲ τὰ ἔχοντα δέχεται τὸν ἀέρα καὶ ἀναπνέουσι͵ καὶ μάλιστ΄ αὐτῶν ὅσα ἔχουσιν ἔναιμον͵ αἴτιον τοῦ μὲν ἀναπνεῖν ὁ πνεύμων σομφὸς ὢν καὶ συρίγγων πλήρης. καὶ διότι δὴ μάλιστ΄ ἀναπνέουσι τὰ ἔχοντα τὸν πνεύμονα ἔναιμον͵ ἐκ τούτων δῆλον· τό τε γὰρ θερμότερον πλείονος δεῖται τῆς καταψύξεως͵ ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς θερμότητος τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ πορεύεται τὸ πνεῦμα ῥᾳδίως. καταψύξεως μὲν οὖν ὅλως ἡ τῶν ζῴων δεῖται φύσις διὰ τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς ψυχῆς ἐμπύρευσιν. ταύτην δὲ ποιεῖται διὰ τῆς ἀναπνοῆς ὅσα μὴ μόνον ἔχουσι καρδίαν ἀλλὰ καὶ πνεύμονα τῶν ζῴων. ἐπεὶ δὲ οὐχ ὡσαύτως αἱ κεφαλαὶ νεύουσι τοῖς .
ἔστι δὲ θά νατος καὶ ἡ φθορὰ πᾶσιν ὁμοίως τοῖς μὴ ἀτελέσιν· τούτοις δὲ παρομοίως μέν͵ ἄλλον δὲ τρόπον. τείνει δ΄ ἐξ ἄκρου τῆς καρδίας αὐλὸς φλεβονευρώδης εἰς τὸ μέσον͵ ᾗ συνάπτουσιν ἀλλήλοις πάντα τὰ βράγχια. ὡσαύτως δὲ τοῖς ἀναπνέουσιν ὁ θώραξ ἄνω καὶ κάτω κινεῖται πολλάκις δεχομένων τὸ πνεῦμα καὶ ἐξιέντων͵ ὡς τὰ βράγχια τοῖς ἰχθύσιν. θάνατος δ΄ ἐστὶν ὁ μὲν βίαιος ὁ δὲ κατὰ φύσιν͵ βίαιος μὲν ὅταν ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν ᾖ͵ κατὰ φύσιν δ΄ ὅταν ἐν αὐτῷ͵ καὶ ἡ τοῦ μορίου σύστασις ἐξ ἀρχῆς τοιαύτη͵ ἀλλὰ μὴ ἐπίκτητόν τι πάθος. μέγιστος μὲν οὖν οὗτός ἐστιν͵ ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν τῆς καρδίας καὶ ἕτεροι τείνουσιν εἰς ἄκρον ἑκάστου τῶν βραγχίων͵ δι΄ ὧν ἡ κατάψυξις γίνεται πρὸς τὴν καρδίαν͵ διαυλωνίζοντος ἀεὶ τοῦ ὕδατος διὰ τῶν βραγχίων. αὕτη δ΄ ἐστίν͵ ὥσπερ εἴρηται πρότερον͵ ἐν ᾧ τό τε ἄνω καὶ τὸ κάτω συνάπτει͵ τοῖς μὲν φυτοῖς μέσον βλαστοῦ καὶ ῥίζης͵ τῶν δὲ ζῴων τοῖς [479a] μὲν ἐναίμοις ἡ καρδία͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις τὸ ἀνάλογον. τούτων δ΄ ἔνια δυνάμει πολλὰς ἀρχὰς ἔχουσιν͵ οὐ μέντοι γε ἐνεργείᾳ. ἡ δ΄ ἀρχὴ τῆς ζωῆς ἐκλείπει τοῖς ἔχουσιν ὅταν μὴ καταψύχηται τὸ θερμὸν τὸ κοινωνοῦν αὐτῆς· καθάπερ γὰρ εἴρηται πολλάκις͵ συντήκεται αὐτὸ ὑφ΄ αὑτοῦ. διὸ καὶ τῶν ἐντόμων ἔνια διαιρούμενα ζῶσι͵ καὶ τῶν ἐναίμων ὅσα μὴ ζωτικὰ λίαν εἰσὶ πολὺν χρόνον ζῶσιν ἐξῃρημένης τῆς καρδίας͵ οἷον αἱ χελῶναι͵ καὶ κινοῦνται τοῖς ποσίν͵ ἐπόντων τῶν χελωνίων͵ διὰ τὸ μὴ συγκεῖσθαι τὴν φύσιν αὐτῶν εὖ͵ παραπλησίως δὲ τοῖς ἐντόμοις. καὶ τὰ μὲν ἀναπνέοντα ἐν ὀλίγῳ ἀέρι καὶ τῷ αὐτῷ ἀποπνίγονται· ταχέως γὰρ ἑκάτερον αὐτῶν γίνεται θερμόν (θερμαίνει γὰρ ἡ τοῦ αἵματος θίξις ἑκάτερον)͵ θερμὸν δ΄ ὂν [τὸ αἷμα] κωλύει τὴν κατάψυξιν· καὶ μὴ δυναμένων κινεῖν τῶν μὲν ἀναπνεόντων τὸν πνεύμονα τῶν δ΄ ἐνύδρων τὰ βράγχια διὰ πάθος ἢ διὰ γῆρας͵ τότε συμβαίνειν δεῖ τὴν τελευτήν. διὸ καὶ ἄλυπός ἐστιν ὁ ἐν τῷ γήρᾳ θάνατος· οὐδενὸς γὰρ βιαίου πάθους αὐτοῖς συμβαίνοντος τελευτῶσιν͵ ἀλλ΄ ἀναίσθητος ἡ τῆς ψυχῆς ἀπόλυσις γίνεται . πᾶσι μὲν οὖν ἡ φθορὰ γίνεται διὰ θερμοῦ τινος ἔκλειψιν͵ τοῖς δὲ τελείοις͵ ἐν ᾧ τῆς οὐσίας ἡ ἀρχή. ὅταν οὖν τοῖς μὲν ὁ πνεύμων τοῖς δὲ τὰ βράγχια σκληρύνηται͵ διὰ χρόνου μῆκος ξηραινομένων τοῖς μὲν τῶν βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πνεύμονος͵ καὶ γινομένων γεηρῶν͵ οὐ δύναται ταῦτα τὰ μόρια κινεῖν οὐδ΄ αἴρειν καὶ συνάγειν͵ τέλος δὲ γιγνομένης ἐπιτάσεως καταμαραίνεται τὸ πῦρ. τοῖς μὲν οὖν φυτοῖς αὔανσις͵ ἐν δὲ τοῖς ζῴοις καλεῖται τοῦτο γῆρας. Ἔστι μὲν οὖν πᾶσι τοῖς ζῴοις κοινὸν γένεσις καὶ θάνατος͵ οἱ δὲ τρόποι διαφέρουσι τῷ εἴδει· οὐ γὰρ ἀδιάφορος ἡ φθορά͵ ἀλλ΄ ἔχει τι κοινόν. ἀτελῆ δὲ λέγω οἷον τά τε ᾠὰ καὶ τὰ σπέρματα τῶν φυτῶν͵ ὅσα ἄρριζα.τε πεζοῖς τῶν ζῴων καὶ τοῖς ἰχθύσι͵ πρὸς τὸ στόμα ἡ καρδία τὸ ὀξὺ ἔχει. διὸ καὶ μικρῶν παθημάτων ἐπιγινομένων ἐν τῷ γήρᾳ ταχέως τελευτῶσιν· διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον εἶναι τὸ θερμόν͵ ἅτε τοῦ πλείστου διαπεπνευκότος ἐν τῷ πλήθει τῆς ζωῆς͵ ἥτις ἂν ἐπίτασις γένηται τοῦ μορίου͵ ταχέως ἀποσβέννυται· ὥσπερ γὰρ ἀκαριαίας καὶ μικρᾶς ἐν αὐτῷ φλογὸς ἐνούσης διὰ μικρὰν κίνησιν ἀποσβέννυται.
τί μὲν οὖν ἐστι γένεσις καὶ ζωὴ καὶ θάνατος͵ καὶ διὰ τίνας αἰτίας ὑπάρχουσι τοῖς ζῴοις͵ εἴρηται. Γένεσις μὲν οὖν ἐστιν ἡ πρώτη μέθεξις ἐν τῷ θερμῷ τῆς θρεπτικῆς ψυχῆς͵ ζωὴ δ΄ ἡ μονὴ ταύτης. παῦλα δ΄ ἐν μὲν τοῖς φύμασιν͵ ἐὰν μὴ διαπνεύσῃ͵ [480a] παχυτέρου γινομένου τοῦ ὑγροῦ͵ σῆψις͵ τῇ δὲ ζέσει ἡ ἔκπτωσις διὰ τῶν ὁριζόντων. τέλος δ΄͵ ὅταν μηκέτι δύνωνται κινεῖν͵ τελευτῶσιν ἀποπνεύσαντες. ἔστι δ΄ ὅμοιον ζέσει τοῦτο τὸ πάθος· ἡ γὰρ ζέσις γίνεται πνευματουμένου τοῦ ὑγροῦ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ· αἴρεται γὰρ διὰ τὸ πλείω γίνεσθαι τὸν ὄγκον. ἡ δὲ συμβαίνουσα σφύξις τῆς καρδίας͵ ἣν ἀεὶ φαίνεται ποιουμένη συνεχῶς͵ ὁμοία φύμασίν ἐστιν͵ ἣν ποιοῦνται κίνησιν μετ΄ ἀλγηδόνος διὰ τὸ παρὰ φύσιν εἶναι τῷ αἵματι τὴν μεταβολήν· γίνεται δὲ μέχρις οὗ ἂν πυωθῇ πεφθέν. καὶ τῶν νοσημάτων ὅσα ποιοῦσι τὸν πνεύμονα σκληρὸν ἢ φύμασιν ἢ περιττώμασιν ἢ θερμότητος νοσηματικῆς ὑπερβολῇ͵ καθάπερ ἐν τοῖς πυρετοῖς͵ πυκνὸν τὸ πνεῦμα ποιοῦσι διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τὸν πνεύμονα μακρὰν αἴρειν ἄνω καὶ συνίζειν. Δῆλον δ΄ ἐκ τούτων καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν τοῖς μὲν ἀναπνέουσι τῶν ζῴων ἀποπνίγεσθαι συμβαίνει ἐν τῷ ὑγρῷ͵ τοῖς δ΄ ἰχθύσιν ἐν τῷ ἀέρι· τοῖς μὲν γὰρ διὰ τοῦ ὕδατος ἡ κατάψυξις γίνεται͵ τοῖς δὲ διὰ τοῦ ἀέρος͵ ὧν ἑκάτερα στερίσκεται μεταβάλλοντα τοὺς τόπους. τούτου δ΄ ὁ μὲν ἐν γήρᾳ θάνατος μάρανσις τοῦ μορίου δι΄ ἀδυναμίαν τοῦ καταψύχειν ὑπὸ γήρως. ἡ δ΄ αἰτία τῆς κινήσεως τοῖς μὲν τῶν βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πνεύμονος͵ ὧν αἰρομένων καὶ συνιζόντων τὰ μὲν ἐκπνέουσι καὶ εἰσπνέουσι τὰ δὲ δέχονται τὸ ὑγρὸν καὶ ἐξιᾶσιν͵ ἔτι δ΄ ἡ σύστασις τοῦ ὀργάνου͵ τόνδ΄ ἔχει τὸν τρόπον.παντελῶς. Τρία δ΄ ἐστὶ τὰ συμβαίνοντα περὶ τὴν καρδίαν͵ ἃ δοκεῖ τὴν αὐτὴν φύσιν ἔχειν͵ ἔχει δ΄ οὐ τὴν αὐτήν͵ πήδησις καὶ σφυγμὸς καὶ ἀναπνοή. τελευτὴ δὲ καὶ φθορὰ βίαιος μὲν ἡ τοῦ θερμοῦ σβέσις καὶ μάρανσις (φθαρείη γὰρ [479b] ἂν δι΄ ἀμφοτέρας ταύτας τὰς αἰτίας)͵ ἡ δὲ κατὰ φύσιν τοῦ αὐτοῦ τούτου μάρανσις διὰ χρόνου μῆκος γινομένη καὶ τελειότητα· τοῖς μὲν οὖν φυτοῖς αὔανσις͵ ἐν δὲ τοῖς ζῴοις καλεῖται θάνατος. νεότης δ΄ ἐστὶν ἡ τοῦ πρώτου καταψυκτικοῦ μορίου αὔξησις͵ γῆρας δ΄ ἡ τούτου φθίσις͵ ἀκμὴ δὲ τὸ τούτων μέσον. πήδησις μὲν οὖν ἐστι σύνωσις τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐν αὐτῇ διὰ κατάψυξιν περιττωματικὴν ἢ συντηκτικήν͵ οἷον ἐν τῇ νόσῳ τῇ καλουμένῃ παλμῷ͵ καὶ ἐν ἄλλαις δὲ νόσοις͵ καὶ ἐν τοῖς φόβοις δέ· καὶ γὰρ οἱ φοβούμενοι καταψύχονται τὰ ἄνω͵ τὸ δὲ θερμὸν ὑποφεῦγον καὶ συστελλόμενον ποιεῖ τὴν πήδησιν͵ εἰς μικρὸν συνωθούμενον οὕτως ὥστ΄ ἐνίοτ΄ ἀποσβέννυσθαι τὰ ζῷα καὶ ἀποθνήσκειν διὰ φόβον καὶ διὰ πάθος νοσηματικόν. ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ ἡ τοῦ ἀεὶ προσιόντος ἐκ τῆς τροφῆς ὑγροῦ διὰ τῆς θερμότητος ὄγκωσις ποιεῖ σφυγμόν͵ αἰρομένη πρὸς τὸν ἔσχατον χιτῶνα τῆς καρδίας. καὶ .
πρῶτον γὰρ ἐν τῇ καρδίᾳ δημιουργεῖται· δῆλον δ΄ ἐν τῇ γενέσει ἐξ ἀρχῆς· οὔπω γὰρ διωρισμένων τῶν φλεβῶν φαίνεται ἔχουσα αἷμα. καλεῖται δ΄ ἡ μὲν εἴσοδος τοῦ ἀέρος ἀναπνοή͵ ἡ δ΄ ἔξοδος ἐκπνοή. αἴρεται μὲν οὖν πλεῖον γενόμενον͵ αἰρομένου δ΄ ἀναγκαῖον αἴρεσθαι καὶ τὸ περιέχον αὐτὸ μόριον. καὶ διὰ τοῦτο σφύζει μᾶλλον τοῖς νεωτέροις τῶν πρεσβυτέρων· γίνεται γὰρ ἡ ἀναθυμίασις πλείων τοῖς νεωτέροις. αἰρομένου γὰρ τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐν τῷ αἵματι διὰ τῶν μορίων αἴρονται καὶ τὰ βράγχια͵ καὶ διιᾶσι τὸ ὕδωρ· κατιόντος δὲ πρὸς τὴν καρδίαν διὰ τῶν πόρων καὶ καταψυχομένου συνίζουσι͵ καὶ ἀφιᾶσι τὸ ὕδωρ.τοῦτ΄ ἀεὶ γίνεται συνεχῶς· ἐπιρρεῖ γὰρ ἀεὶ τὸ ὑγρὸν συνεχῶς͵ ἐξ οὗ γίνεται ἡ τοῦ αἵματος φύσις. ᾗ δὲ διαφέρουσι καὶ ᾗ διαφέροντα θεωροῦσιν͵ οὐ δεῖ λανθάνειν͵ ἐπεὶ ὅτι γε σύνορος ἡ πραγματεία μέχρι τινός ἐστι͵ μαρτυρεῖ τὸ γινόμενον· τῶν τε γὰρ ἰατρῶν ὅσοι κομψοὶ καὶ . κινεῖ δ΄ ἀεί· ὥστε κἀκεῖναι ἀεί͵ καὶ ἅμα ἀλλήλαις͵ ὅτε κινεῖ. τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τοῖς ἰχθύσιν ἡ κίνησις γίνεται τῶν βραγχίων. δεῖ δ΄ ὑπολαβεῖν τὴν σύστασιν τοῦ ὀργάνου παραπλησίαν μὲν εἶναι ταῖς φύσαις ταῖς ἐν τοῖς χαλκείοις (οὐ πόρρω γὰρ οὔθ΄ ὁ πνεύμων οὔθ΄ ἡ καρδία τοῦ προσδέξασθαι σχῆμα τοιοῦτον)͵ διπλοῦν δ΄ εἶναι τὸ τοιοῦτον· δεῖ γὰρ ἐν τῷ μέσῳ τὸ θρεπτικὸν εἶναι τῆς ψυκτικῆς δυνάμεως. ὅπερ φαίνονται ποιεῖν οἱ ἀναπνέοντες· αἴρουσι γὰρ τὸν θώρακα διὰ τὸ τὴν ἀρχὴν τὴν ἐνοῦσαν αὐτῷ τοῦ τοιούτου μορίου ταὐτὸ τοῦτο ποιεῖν· αἰρομένου δέ͵ καθάπερ εἰς τὰς φύσας͵ ἀναγκαῖον εἰσφρεῖν τὸν ἀέρα τὸν θύραθεν ψυχρὸν ὄντα͵ καὶ καταψύχοντα [480b] σβεννύναι τὴν ὑπεροχὴν τὴν τοῦ πυρός. ἀναπήδησις μὲν οὖν ἐστιν ἡ γινομένη ἄντωσις πρὸς τὴν τοῦ ψυχροῦ σύνωσιν͵ σφύξις δ΄ ἡ τοῦ ὑγροῦ θερμαινομένου πνευμάτωσις. περὶ δὲ ὑγιείας καὶ νόσου οὐ μόνον ἐστὶν ἰατροῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ φυσικοῦ μέχρι του τὰς αἰτίας εἰπεῖν. καὶ σφύζουσιν αἱ φλέβες πᾶσαι͵ καὶ ἅμα ἀλλήλαις͵ διὰ τὸ ἠρτῆσθαι ἐκ τῆς καρδίας. διὸ κἀκείνοις τοῦ ζῆν καὶ μὴ ζῆν τὸ τέλος ἐστὶν ἐν τῷ ἀναπνεῖν͵ καὶ τούτοις ἐν τῷ δέχεσθαι τὸ ὑγρόν. ὥσπερ δ΄ αὐξανομένου ᾔρετο τοῦτο τὸ μόριον͵ καὶ φθίνοντος ἀναγκαῖον συνίζειν͵ καὶ συνίζοντος ἐξιέναι τὸν ἀέρα τὸν εἰσελθόντα πάλιν͵ εἰσιόντα μὲν ψυχρὸν ἐξιόντα δὲ θερμὸν διὰ τὴν ἁφὴν τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐνόντος ἐν τῷ μορίῳ τούτῳ͵ καὶ μάλιστα τοῖς τὸν πνεύμονα ἔναιμον ἔχουσιν· εἰς πολλοὺς γὰρ οἷον αὐλῶνας τὰς σύριγγας ἐμπίπτειν τὰς ἐν τῷ πνεύμονι͵ ὧν παρ΄ ἑκάστην παρατέτανται φλέβες͵ ὥστε δοκεῖν ὅλον εἶναι τὸν πνεύμονα πλήρη αἵματος. περὶ μὲν οὖν ζωῆς καὶ θανάτου καὶ τῶν συγγενῶν ταύτης τῆς σκέψεως σχεδὸν εἴρηται περὶ πάντων. ἀεὶ δ΄ αἰρομένου τοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ ἀεὶ δέχεται͵ καὶ ἀφίησι πάλιν καταψυχομένου. καθάπερ γὰρ καὶ τἆλλα δεῖται τροφῆς͵ κἀκεῖνο͵ καὶ τῶν ἄλλων μᾶλλον· καὶ γὰρ τοῖς ἄλλοις ἐκεῖνο τῆς τροφῆς αἴτιόν ἐστιν. καὶ ἀεὶ δὴ τοῦτο γίνεται συνεχῶς͵ ἕως περ ἂν ζῇ καὶ κινῇ τοῦτο τὸ μόριον συνεχῶς· καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν ἐστι τὸ ζῆν. Ἡ δ΄ ἀναπνοὴ γίνεται αὐξανομένου τοῦ θερμοῦ ἐν ᾧ ἡ ἀρχὴ ἡ θρεπτική. ἀνάγκη δὴ πλέον γινόμενον αἴρειν τὸ ὄργανον.
περὶ οὗ γὰρ αἰσθανόμεθα͵ πολλάκις καὶ διανοούμεθά τι· οὕτω καὶ ἐν τοῖς ὕπνοις παρὰ τὰ φαντάσματα ἐνίοτε ἄλλα ἐννοοῦμεν. ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῇ δόξῃ· οὐ γὰρ μόνον τὸ προσιόν φαμεν ἄνθρωπον ἢ ἵππον εἶναι͵ ἀλλὰ καὶ λευκὸν ἢ καλόν· ὧν ἡ δόξα ἄνευ αἰσθήσεως οὐδὲν ἂν φήσειεν͵ οὔτ΄ ἀληθῶς οὔτε ψευδῶς. D. ἐν δὲ τῷ ὕπνῳ ὑπόκειται μηδὲν ὁρᾶν μηδὲν ἀληθές͵ τὸ δὲ μηδὲν πάσχειν τὴν αἴσθησιν οὐκ ἀληθές͵ ἀλλ΄ ἐνδέχεται καὶ τὴν ὄψιν πάσχειν τι καὶ τὰς ἄλλας αἰσθήσεις͵ ἕκαστον δὲ τούτων ὥσπερ ἐγρηγορότος προσβάλλει μέν πως τῇ αἰσθήσει͵ οὐχ οὕτω δὲ ὥσπερ ἐγρηγορότος· καὶ ὁτὲ μὲν ἡ δόξα λέγει ὅτι ψεῦδος͵ ὥσπερ ἐγρηγορόσιν͵ ὁτὲ δὲ κατέχεται καὶ ἀκολουθεῖ τῷ φαντάσματι; ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἔστι τοῦ δοξάζοντος οὐδὲ τοῦ διανοουμένου τὸ πάθος τοῦτο ὃ καλοῦμεν ἐνυπνιάζειν͵ φανερόν. ἔτι παρὰ τὸ ἐνύπνιον ἐννοοῦμεν ἄλλο τι͵ καθάπερ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι αἰσθανόμενοί τι. καὶ ὑγιαίνουσι δὲ καὶ εἰδόσιν ὅμως ὁ ἥλιος ποδιαῖος εἶναι δοκεῖ. φανείη δ΄ ἄν τῳ τοῦτο͵ εἴ τις προσέχοι τὸν νοῦν καὶ πειρῷτο μνημονεύειν ἀναστάς. ἤδη δέ τινες καὶ ἑωράκασιν ἐνύπνια τοιαῦτα͵ οἷον οἱ δοκοῦντες κατὰ τὸ μνημονικὸν παράγγελμα τίθεσθαι τὰ προβαλλόμενα· συμβαίνει γὰρ αὐτοῖς πολλάκις ἄλλο τι παρὰ τὸ ἐνύπνιον τίθεσθαι πρὸ ὀμμάτων εἰς τὸν τόπον φάντασμα· ὥστε δῆλον ὅτι οὐκ ἐνύπνιον πᾶν τὸ ἐν ὕπνῳ φάντασμα͵ καὶ ὅτι ὃ ἐννοοῦμεν τῇ δόξῃ δοξάζομεν.περίεργοι λέγουσί τι περὶ φύσεως καὶ τὰς ἀρχὰς ἐκεῖθεν ἀξιοῦσι λαμβάνειν͵ καὶ τῶν περὶ φύσεως πραγματευθέντων οἱ χαριέστατοι σχεδὸν τελευτῶσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ἰατρικάς. δῆλον δὲ περὶ τούτων ἁπάντων τό γε τοσοῦτον͵ ὅτι τὸ αὐτὸ ᾧ καὶ ἐγρηγορότες ἐν ταῖς νόσοις ἀπατώμεθα͵ τοῦτ΄ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ ποιεῖ τὸ πάθος. ἀλλ΄ οὐδὲ τοῦ αἰσθανομένου ἁπλῶς· ὁρᾶν γὰρ ἂν ἦν καὶ ἀκούειν ἁπλῶς. Ἀριστοτέλης Περὶ Ἐνυπνίων [ed. ἀλλ΄ εἴτε δὴ ταὐτὸν εἴθ΄ ἕτερον τὸ φανταστικὸν τῆς ψυχῆς καὶ τὸ αἰσθητικόν͵ οὐδὲν ἧττον οὐ γίνεται ἄνευ τοῦ ὁρᾶν καὶ αἰσθάνεσθαί τι· τὸ γὰρ παρορᾶν καὶ παρακούειν ὁρῶντος ἀληθές τι καὶ ἀκούοντος͵ οὐ μέντοι τοῦτο ὃ οἴεται. εἰ δ΄ ἡ χρῆσις ὄψεως ὅρασις͵ καὶ ἀκοῆς τὸ ἀκούειν͵ καὶ ὅλως αἰσθήσεως τὸ αἰσθάνεσθαι͵ κοινὰ δ΄ ἐστὶ τῶν αἰσθήσεων οἷον σχῆμα καὶ μέγεθος καὶ κίνησις καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα͵ ἴδια δ΄ οἷον χρῶμα ψόφος χυμός͵ ἀδυνατεῖ δὲ πάντα μύοντα καὶ καθεύδοντα ὁρᾶν͵ ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν͵ δῆλον ὅτι οὐκ αἰσθανόμεθα οὐδὲν ἐν τοῖς ὕπνοις· οὐκ ἄρα γε τῇ αἰσθήσει τὸ ἐνύπνιον αἰσθανόμεθα. Ross. ἀλλὰ πῶς δὴ καὶ τίνα τρόπον͵ ἐπισκεπτέον. ἐν δὲ τοῖς ὕπνοις συμβαίνει τὴν ψυχὴν τοῦτο ποιεῖν· ὁμοίως γὰρ ὅτι ἄνθρωπος καὶ ὅτι λευκὸς ὁ προσιὼν δοκοῦ μεν ὁρᾶν. W. Oxford 1955] [458a33] Μετὰ δὲ ταῦτα περὶ ἐνυπνίου ἐπιζητητέον͵ καὶ πρῶτον [458b] τίνι τῶν τῆς ψυχῆς φαίνεται͵ καὶ πότερον τοῦ νοητικοῦ τὸ πάθος ἐστὶ τοῦτο ἢ τοῦ αἰσθητικοῦ· τούτοις γὰρ μόνοις τῶν ἐν ἡμῖν γνωρίζομέν τι. ὑποκείσθω μὲν οὖν͵ ὅπερ ἐστὶ καὶ φανερόν͵ ὅτι τοῦ αἰσθητικοῦ τὸ πάθος͵ εἴπερ καὶ ὁ ὕπνος· οὐ γὰρ ἄλλῳ μέν τινι τῶν ζῴων ὑπάρχει ὁ .
καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν φερομένων τοῦ κινήσαντος οὐκέτι θιγγάνοντος κινεῖται· τὸ γὰρ κινῆσαν ἐκίνησεν ἀέρα τινά͵ καὶ πάλιν οὗτος κινούμενος ἕτερον· καὶ τοῦ τον δὴ τὸν τρόπον͵ ἕως ἂν στῇ͵ ποιεῖται τὴν κίνησιν καὶ ἐν [459b] ἀέρι καὶ ἐν τοῖς ὑγροῖς. ὁμοίως δὲ ὑπολαβεῖν τοῦτο δεῖ καὶ ἐπ΄ ἀλλοιώσεως· τὸ γὰρ θερμανθὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τὸ πλησίον θερμαίνει͵ καὶ τοῦτο διαδίδωσιν ἕως τῆς ἀρχῆς. ὥστε καὶ ἐν τῷ αἰσθάνεσθαι͵ ἐπειδή ἐστιν ἀλλοίωσίς τις ἡ κατ΄ ἐνέργειαν αἴσθησις͵ ἀνάγκη τοῦτο συμβαίνειν. ἐπεὶ δὲ περὶ φαντασίας ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς εἴρηται͵ καὶ ἔστι μὲν τὸ αὐτὸ τῷ αἰσθητικῷ τὸ φανταστικόν͵ τὸ δ΄ εἶναι φανταστικῷ καὶ αἰσθητικῷ ἕτερον͵ ἔστι δὲ φαντασία ἡ ὑπὸ τῆς κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθήσεως γινομένη κίνησις͵ τὸ δ΄ ἐνύπνιον φάντασμά τι φαίνεται εἶναι (τὸ γὰρ ἐν ὕπνῳ φάντασμα ἐνύπνιον λέγομεν͵ εἴθ΄ ἁπλῶς εἴτε τρόπον τινὰ γινόμενον)͵ φανερὸν ὅτι τοῦ αἰσθητικοῦ μέν ἐστι τὸ ἐνυπνιάζειν͵ τούτου δ΄ ᾗ φανταστικόν. παραπλήσιον γὰρ τὸ πάθος ἐπί τε τούτων καὶ ἐπὶ τῶν φερομένων ἔοικεν εἶναι.ὕπνος͵ ἄλλῳ δὲ τὸ ἐνυπνιάζειν͵ ἀλλὰ τῷ αὐτῷ. καὶ ἀπὸ τῶν κινουμένων δὲ μεταβάλλου σιν͵ οἷον ἀπὸ τῶν ποταμῶν͵ μάλιστα δὲ ἀπὸ τῶν τάχιστα ῥεόντων͵ φαίνεται [γὰρ] τὰ ἠρεμοῦντα κινούμενα. ὅτι δὲ ταχὺ τὰ αἰσθητήρια καὶ μικρᾶς διαφορᾶς αἰσθάνεται͵ σημεῖον τὸ ἐπὶ τῶν ἐνόπτρων γινόμενον· περὶ οὗ καὶ αὐτοῦ ἐπιστήσας σκέψαιτό τις ἂν καὶ ἀπορήσειεν. αἴτιον δέ͵ ὥσπερ [460a] εἴπομεν͵ ὅτι οὐ μόνον πάσχει ἡ ὄψις ὑπὸ τοῦ ἀέρος͵ ἀλλὰ καὶ ποιεῖ τι . ταῦτά γε δὴ φανερῶς συμβαίνει τοῦτον τὸν τρόπον. Τί δ΄ ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον͵ καὶ πῶς γίνεται͵ ἐκ τῶν περὶ τὸν ὕπνον συμβαινόντων μάλιστ΄ ἂν θεωρήσαιμεν. γίνονται δὲ καὶ ἀπὸ τῶν μεγάλων ψόφων δύσκωφοι καὶ ἀπὸ τῶν ἰσχυρῶν ὀσμῶν δύσοσμοι͵ καὶ ἐπὶ τῶν ὁμοίων ὁμοίως. διὸ τὸ πάθος ἐστὶν οὐ μόνον ἐν αἰσθανομένοις τοῖς αἰσθητηρίοις͵ ἀλλὰ καὶ ἐν πεπαυμένοις͵ καὶ ἐν βάθει καὶ ἐπιπολῆς. ἅμα δ΄ ἐξ αὐτοῦ δῆλον ὅτι ὥσπερ καὶ ἡ ὄψις πάσχει͵ οὕτω καὶ ποιεῖ τι. ἐν γὰρ τοῖς ἐνόπτροις τοῖς σφόδρα καθαροῖς͵ ὅταν τῶν καταμηνίων ταῖς γυναιξὶ γινομένων ἐμβλέψωσιν εἰς τὸ κάτοπτρον͵ γίνεται τὸ ἐπιπολῆς τοῦ ἐνόπτρου οἷον νεφέλη αἱματώδης· κἂν μὲν καινὸν ᾖ τὸ κάτοπτρον͵ οὐ ῥᾴδιον ἐκμάξαι τὴν τοιαύτην κηλίδα͵ ἐὰν δὲ παλαιόν͵ ῥᾷον. κἂν πρὸς τὸν ἥλιον βλέψαντες ἢ ἄλλο τι λαμπρὸν μύσωμεν͵ παρατηρήσασι φαίνεται κατ΄ εὐθυωρίαν͵ ᾗ συμβαίνει τὴν ὄψιν ὁρᾶν͵ πρῶτον μὲν τοιοῦτον τὴν χρόαν͵ εἶτα μεταβάλλει εἰς φοινικοῦν κἄπειτα πορφυροῦν͵ ἕως ἂν εἰς τὴν μέλαιναν ἔλθῃ χρόαν καὶ ἀφανισθῇ. τὰ γὰρ αἰσθητὰ καθ΄ ἕκαστον αἰσθητήριον ἡμῖν ἐμποιοῦσιν αἴσθησιν͵ καὶ τὸ γινόμενον ὑπ΄ αὐτῶν πάθος οὐ μόνον ἐνυπάρχει ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις ἐνεργουσῶν τῶν αἰσθήσεων͵ ἀλλὰ καὶ ἀπελθουσῶν. κἂν πρὸς ἓν χρῶμα πολὺν χρόνον βλέψωμεν ἢ λευκὸν ἢ χλωρόν͵ τοιοῦτον φαίνεται ἐφ΄ ὅπερ ἂν τὴν ὄψιν μεταβάλωμεν. φανερὸν δὲ ὅταν συνεχῶς αἰσθανώμεθά τι· μεταφερόντων γὰρ τὴν αἴσθησιν ἀκολουθεῖ τὸ πάθος͵ οἷον ἐκ τοῦ ἡλίου εἰς τὸ σκότος· συμβαίνει γὰρ μηδὲν ὁρᾶν διὰ τὴν ἔτι ὑποῦσαν κίνησιν ἐν τοῖς ὄμμασιν ὑπὸ τοῦ φωτός.
καὶ τῇ ἐπαλλάξει τῶν δακτύλων τὸ ἓν δύο φαίνεται͵ ἀλλ΄ ὅμως οὔ φαμεν δύο· κυριωτέρα γὰρ τῆς ἁφῆς ἡ ὅψις. τοῦ δὲ μὴ ἀπιέναι ταχέως ἐκ τῶν καινῶν κατόπτρων αἴτιον τὸ καθαρὸν εἶναι καὶ λεῖον· διαδεύται γὰρ διὰ τῶν τοιούτων καὶ εἰς βάθος καὶ πάντῃ͵ διὰ μὲν τὸ καθαρὸν εἰς βάθος͵ διὰ δὲ τὸ λεῖον πάντῃ. τὰ μὲν οὖν ὄμματα εὐλόγως͵ ὅταν ᾖ τὰ καταμήνια͵ διακεῖται ὥσπερ καὶ ἕτερον μέρος ὁτιοῦν· καὶ γὰρ φύσει τυγχάνουσι φλεβώδεις ὄντες. αἴτιον δὲ τοῦ συμβαίνειν ταῦτα τὸ μὴ κατὰ τὴν αὐτὴν δύναμιν κρίνειν τό τε κύριον καὶ ᾧ τὰ φαντάσματα γίνεται. πρὸς δὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς [460b] σκέψιν ὑποκείσθω ἓν μέν͵ ὅπερ ἐκ τῶν εἰρημένων φανερόν͵ ὅτι καὶ ἀπελθόντος τοῦ θύραθεν αἰσθητοῦ ἐμμένει τὰ αἰσθήματα αἰσθητὰ ὄντα͵ πρὸς δὲ τούτοις ὅτι ῥᾳδίως ἀπατώμεθα περὶ τὰς αἰσθήσεις ἐν τοῖς πάθεσιν ὄντες͵ ἄλλοι δὲ ἐν ἄλλοις͵ οἷον ὁ δειλὸς ἐν φόβῳ͵ ὁ δ΄ ἐρωτικὸς ἐν ἔρωτι͵ ὥστε δοκεῖν ἀπὸ μικρᾶς ὁμοιότητος τὸν μὲν τοὺς πολεμίους ὁρᾶν͵ τὸν δὲ τὸν ἐρώμενον· καὶ ταῦτα ὅσῳ ἂν ἐμπαθέστερος ᾖ͵ τοσούτῳ ἀπ΄ ἐλάσσονος ὁμοιότητος φαίνεται. εἰ δ΄ ἦν ἡ ἁφὴ μόνη͵ κἂν ἐκρίνομεν τὸ ἓν δύο.καὶ κινεῖ͵ ὥσπερ καὶ τὰ λαμπρά· καὶ γὰρ ἡ ὄψις τῶν λαμπρῶν καὶ ἐχόντων χρῶμα. διὸ γινομένων τῶν καταμηνίων διὰ ταραχὴν καὶ φλεγμασίαν αἱματικὴν ἡμῖν μὲν ἡ ἐν τοῖς ὄμμασι διαφορὰ ἄδηλος͵ ἔνεστι δέ (ἡ γὰρ αὐτὴ φύσις σπέρματος καὶ καταμηνίων)͵ ὁ δ΄ ἀὴρ κινεῖται ὑπ΄ αὐτῶν͵ καὶ τὸν ἐπὶ τῶν κατόπτρων ἀέρα συνεχῆ ὄντα ποιόν τινα ποιεῖ καὶ τοιοῦτον οἷον αὐτὸς πάσχει· ὁ δὲ τοῦ κατόπτρου τὴν ἐπιφάνειαν. τούτου δὲ σημεῖον ὅτι φαίνεται μὲν ὁ ἥλιος ποδιαῖος͵ ἀντίφησι δὲ πολλάκις ἕτερόν τι πρὸς τὴν φαντασίαν. ὥσπερ δὲ τῶν ἱματίων͵ τὰ μάλιστα καθαρὰ τάχιστα κηλιδοῦται· τὸ γὰρ καθαρὸν ἀκριβῶς δηλοῖ ὅ τι ἂν δέξηται͵ καὶ τὸ μάλιστα τὰς ἐλαχίστας κινήσεις. τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐν ὀργαῖς καὶ ἐν πάσαις ἐπιθυμίαις εὐαπάτητοι γίνονται πάντες͵ καὶ μᾶλλον ὅσῳ ἂν μᾶλλον ἐν τοῖς πάθεσιν ὦσιν. μαρτυρεῖ δὲ τοῖς εἰρημένοις καὶ τὰ περὶ τοὺς οἴνους καὶ τὴν μυρεψίαν συμβαίνοντα. ἐν δὲ τοῖς παλαιοῖς οὐκ ἐμμένει͵ ὅτι οὐχ ὁμοίως εἰσδύεται ἡ κηλὶς ἀλλ΄ ἐπιπολαιότερον. τό τε γὰρ παρασκευασθὲν ἔλαιον ταχέως λαμβάνει τὰς τῶν πλησίον ὀσμάς͵ καὶ οἱ οἶνοι τὸ αὐτὸ τοῦτο πάσχουσιν· οὐ γὰρ μόνον τῶν ἐμβαλλομένων ἢ ὑποκιρναμένων ἀλλὰ καὶ τῶν πλησίον τοῖς ἀγγείοις τιθεμένων ἢ πεφυκότων ἀναλαμβάνουσι τὰς ὀσμάς. ὅτι μὲν οὖν καὶ ὑπὸ τῶν μικρῶν διαφορῶν γίνεται κίνησις͵ καὶ ὅτι ταχεῖα ἡ αἴσθησις͵ καὶ ὅτι οὐ μόνον πάσχει͵ ἀλλὰ καὶ ἀντιποιεῖ τὸ τῶν χρωμάτων αἰσθητήριον͵ φανερὸν ἐκ τούτων. καὶ ταῦτ΄ ἐνίοτε συνεπιτείνει τοῖς πάθεσιν οὕτως͵ ὥστε͵ ἂν μὲν μὴ σφόδρα κάμνωσι͵ μὴ λανθάνειν ὅτι ψεῦδος͵ ἐὰν δὲ μεῖζον ᾖ τὸ πάθος͵ καὶ κινεῖσθαι πρὸς αὐτά. ὁ δὲ χαλκὸς διὰ μὲν τὸ λεῖος εἶναι ὁποιασοῦν ἁφῆς αἰσθάνεται μάλιστα (δεῖ δὲ νοῆσαι οἷον τρίψιν οὖσαν τὴν τοῦ ἀέρος ἁφὴν καὶ ὥσπερ ἔκμαξιν καὶ ἀνάπλυσιν)͵ διὰ δὲ τὸ καθαρὸν ἔνδηλος γίνεται ὁπηλικηοῦν οὖσα. τοῦ δὲ διεψεῦσθαι αἴτιον ὅτι οὐ μόνον τοῦ αἰσθητοῦ κινοῦντος φαίνεται ἁδήποτε͵ ἀλλὰ καὶ τῆς αἰσθήσεως κινουμένης αὐτῆς͵ ἐὰν ὡσαύτως . διὸ καὶ τοῖς πυρέττουσιν ἐνίοτε φαίνεται ζῷα ἐν τοῖς τοίχοις ἀπὸ μικρᾶς ὁμοιότητος τῶν γραμμῶν συντιθεμένων.
οὕτω δ΄ ἔχουσιν ὥστε ἐν τῇ κινήσει τῃδὶ ἥδε ἐπιπολάσει ἐξ αὐτοῦ ἡ κίνησις͵ ἂν δ΄ αὕτη φθαρῇ͵ ἥδε. ὅταν γὰρ καθεύδῃ͵ κατιόντος τοῦ πλείστου αἵματος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν συγκατέρχονται αἱ ἐνοῦσαι κινήσεις͵ αἱ μὲν δυνάμει αἱ δὲ ἐνεργείᾳ. καθισταμένου δὲ καὶ διακρινομένου τοῦ αἵματος ἐν τοῖς ἐναίμοις͵ σῳζομένη τῶν αἰσθημάτων ἡ κίνησις ἀφ΄ ἑκάστου τῶν αἰσθητηρίων εἰρόμενά τε ποιεῖ τὰ ἐνύπνια͵ καὶ φαίνεσθαί τι καὶ δοκεῖν διὰ μὲν τὰ ἀπὸ τῆς ὄψεως καταφερόμενα ὁρᾶν͵ διὰ δὲ τὰ ἀπὸ τῆς ἀκοῆς ἀκούειν͵ ὁμοιοτρόπως δὲ καὶ ἀπὸ τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων· τῷ μὲν γὰρ ἐκεῖθεν ἀφικνεῖσθαι τὴν κίνησιν πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐγρηγορὼς [461b] δοκεῖ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν καὶ αἰσθάνεσθαι͵ καὶ διὰ τὸ τὴν ὄψιν ἐνίοτε κινεῖσθαι δοκεῖν͵ οὐ κινουμένην͵ ὁρᾶν φαμεν͵ καὶ τῷ τὴν ἁφὴν δύο κινήσεις εἰσαγγέλλειν τὸ ἓν δύο δοκεῖ. ὅλως γὰρ τὸ ἀφ΄ ἑκάστης αἰσθήσεώς φησιν ἡ ἀρχή͵ ἐὰν μὴ ἑτέρα κυριωτέρα ἀντιφῇ. Ἐκ δὴ τούτων φανερὸν ὅτι οὐ μόνον ἐγρηγορότων αἱ κινήσεις αἱ ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων γινόμεναι τῶν τε θύραθεν καὶ τῶν ἐκ τοῦ σώματος ἐνυπάρχουσιν͵ ἀλλὰ καὶ ὅταν γένηται τὸ πάθος τοῦτο ὃ καλεῖται ὕπνος͵ καὶ μᾶλλον τότε φαίνονται. φαίνεται μὲν οὖν πάντως͵ δοκεῖ δὲ οὐ πάντως τὸ φαινόμενον͵ ἀλλ΄ ἂν τὸ ἐπικρῖνον κατέχηται ἢ μὴ κινῆται τὴν οἰκείαν κίνησιν. ὥστε καθάπερ ἐν ὑγρῷ͵ ἐὰν σφόδρα κινῇ τις͵ ὁτὲ μὲν οὐθὲν φαίνεται εἴδωλον͵ ὁτὲ δὲ φαίνεται μέν͵ διεστραμμένον δὲ πάμπαν͵ ὥστε φαίνεσθαι ἀλλοῖον ἢ οἷόν ἐστιν͵ ἠρεμήσαντος δὲ καθαρὰ καὶ φανερά͵ οὕτω καὶ ἐν τῷ καθεύδειν τὰ φαντάσματα καὶ αἱ ὑπόλοιποι κινήσεις αἱ συμβαίνουσαι ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων ὁτὲ μὲν ὑπὸ μείζονος οὔσης τῆς εἰρημένης κινήσεως ἀφανίζονται πάμπαν͵ ὁτὲ δὲ τεταραγμέναι φαίνονται αἱ ὄψεις καὶ τερατώδεις͵ καὶ οὐκ εἰρόμενα τὰ ἐνύπνια͵ οἷον τοῖς μελαγχολικοῖς καὶ πυρέττουσι καὶ οἰνωμένοις· πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα πάθη πνευματώδη ὄντα πολλὴν ποιεῖ κίνησιν καὶ ταραχήν.κινῆται ὥσπερ καὶ ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ· λέγω δ΄ οἷον ἡ γῆ δοκεῖ τοῖς πλέουσι κινεῖσθαι κινουμένης τῆς ὄψεως ὑπ΄ ἄλλου. δεῖ δὲ ὑπολαβεῖν ὥσπερ τὰς μικρὰς δίνας τὰς ἐν τοῖς ποταμοῖς γινομένας͵ οὕτω τὴν κίνησιν ἑκάστην γίνεσθαι συνεχῶς͵ πολλάκις μὲν ὁμοίως͵ πολλάκις δὲ διαλυομένας εἰς ἄλλα σχήματα διὰ τὴν ἀντίκρουσιν. καὶ πρὸς ἀλλήλας δὴ ἔχουσιν ὥσπερ . διὸ καὶ μετὰ τὴν τροφὴν καὶ πάμπαν νέοις οὖσιν͵ οἷον τοῖς παιδίοις͵ οὐ γίνεται ἐνύπνια· πολλὴ γὰρ ἡ κίνησις διὰ τὴν ἀπὸ τῆς τροφῆς θερμότητα. μεθ΄ ἡμέραν μὲν γὰρ ἐκκρούονται ἐνεργουσῶν τῶν [461a] αἰσθήσεων καὶ τῆς διανοίας͵ καὶ ἀφανίζονται ὥσπερ παρὰ πολὺ πῦρ ἔλαττον καὶ λῦπαι καὶ ἡδοναὶ μικραὶ παρὰ μεγάλας͵ παυσαμένων δὲ ἐπιπολάζει καὶ τὰ μικρά· νύκτωρ δὲ δι΄ ἀργίαν τῶν κατὰ μόριον αἰσθήσεων καὶ ἀδυναμίαν τοῦ ἐνεργεῖν͵ διὰ τὸ ἐκ τῶν ἔξω εἰς τὸ ἐντὸς γίνεσθαι τὴν τοῦ θερμοῦ παλίρροιαν͵ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς αἰσθήσεως καταφέρονται καὶ γίνονται φανεραὶ καθισταμένης τῆς ταραχῆς. ὥσπερ δ΄ εἴπομεν ὅτι ἄλλοι δι΄ ἄλλο πάθος εὐαπάτητοι͵ οὕτως ὁ καθεύδων διὰ τὸν ὕπνον καὶ τὸ κινεῖσθαι τὰ αἰσθητήρια καὶ τἆλλα τὰ συμβαίνοντα περὶ τὴν αἴσθησιν͵ ὥστε τὸ μικρὰν ἔχον ὁμοιότητα φαίνεται ἐκεῖνο.
τὸ δ΄ αἴτιον τοῦ μὴ γίνεσθαι παραπλήσιον φαίνεται τῷ ἐπὶ τῶν παιδίων καὶ μετὰ τὴν τροφήν. ὅσοις γὰρ συνέστηκεν ἡ φύσις ὥστε πολλὴν ἀναθυμίασιν πρὸς τὸν ἄνω τόπον ἀναφέρεσθαι͵ ἣ πάλιν καταφερομένη ποιεῖ πλῆθος κινήσεως͵ εὐλόγως τούτοις . πρῶτον μὲν γὰρ ἐνίοις συμβαίνει καὶ αἰσθάνεσθαί πῃ καὶ ψόφων καὶ φωτὸς καὶ χυμοῦ καὶ ἁφῆς͵ ἀσθενικῶς μέντοι καὶ οἷον πόρρωθεν· ἤδη γὰρ ἐν τῷ καθεύδειν ὑποβλέποντες͵ ὃ ἠρέμα ἑώρων φῶς τοῦ λύχνου καθεύδοντες͵ ὡς ᾤοντο͵ ἐπεγερθέντες εὐθὺς ἐγνώρισαν τὸ τοῦ λύχνου ὄν͵ καὶ ἀλεκτρυόνων καὶ κυνῶν φωνὴν ἠρέμα ἀκούοντες ἐγερθέντες σαφῶς ἐγνώρισαν. ἔνιοι δὲ καὶ ἀποκρίνονται ἐρωτώμενοι· ἐνδέχεται γὰρ τοῦ ἐγρηγορέναι καὶ καθεύδειν ἁπλῶς θατέρου ὑπάρχοντος θάτερόν πῃ ὑπάρχειν. ἤδη δέ τισι συμβέβηκεν [462b] μηδὲν ἐνύπνιον ἑωρακέναι κατὰ τὸν βίον͵ τοῖς δὲ πόρρω που προελθούσης τῆς ἡλικίας ἰδεῖν πρότερον μὴ ἑωρακόσιν. ὅτε δὲ ᾐσθάνετο͵ οὐκ ἔλεγε Κορίσκον τὸ κύριον καὶ τὸ ἐπικρῖνον͵ ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐκεῖνον Κορίσκον τὸν ἀληθινόν. ὧν οὐθὲν ἐνύπνιον φατέον͵ οὐδ΄ ὅσαι δὴ ἐν τῷ ὕπνῳ γίνονται ἀληθεῖς ἔννοιαι παρὰ τὰ φαντάσματα͵ ἀλλὰ τὸ φάντασμα τὸ ἀπὸ τῆς κινήσεως τῶν αἰσθημάτων͵ ὅταν ἐν τῷ καθεύδειν ᾖ͵ ᾗ καθεύδει͵ τοῦτ΄ ἐστὶν ἐνύπνιον. τούτων δὲ ἕκαστόν ἐστιν͵ ὥσπερ εἴρηται͵ ὑπόλειμμα τοῦ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αἰσθήματος· καὶ ἀπελθόντος τοῦ ἀληθοῦς ἔνεστι͵ καὶ ἀληθὲς εἰπεῖν ὅτι τοιοῦτον οἷον Κορίσκος͵ ἀλλ΄ οὐ Κορίσκος. ἐκ δὴ τούτων ἁπάντων δεῖ συλλογίσασθαι ὅτι ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον φάντασμα μέν τι καὶ ἐν ὕπνῳ· τὰ γὰρ ἄρτι λεχθέντα εἴδωλα οὐκ ἔστιν ἐνύπνια͵ οὐδ΄ εἴ τι ἄλλο λελυμένων τῶν αἰσθήσεων φαίνεται· οὐδὲ τὸ ἐν ὕπνῳ φάντασμα πᾶν.οἱ πεπλασμένοι βάτραχοι οἱ ἀνιόντες ἐν τῷ ὕδατι τηκομένου τοῦ ἁλός οὕτως ἔνεισι δυνάμει͵ ἀνειμένου δὲ τοῦ κωλύοντος ἐνεργοῦσιν͵ καὶ λυόμεναι ἐν ὀλίγῳ τῷ λοιπῷ αἵματι τῷ ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις κινοῦνται͵ ἔχουσαι ὁμοιότητα ὥσπερ τὰ ἐν τοῖς νέφεσιν͵ ἃ παρεικάζουσιν ἀνθρώποις καὶ κενταύροις ταχέως μεταβάλλοντα. ὥσπερ οὖν εἴ τινα λανθάνοι ὑποβαλλόμενος ὁ δάκτυλος τῷ [462a] ὀφθαλμῷ͵ οὐ μόνον φανεῖται ἀλλὰ καὶ δόξει εἶναι δύο τὸ ἕν͵ ἂν δὲ μὴ λανθάνῃ͵ φανεῖται μὲν οὐ δόξει δέ͵ οὕτω καὶ ἐν τοῖς ὕπνοις͵ ἐὰν μὲν αἰσθάνηται ὅτι καθεύδει͵ καὶ τοῦ πάθους ἐν ᾧ ἡ αἴσθησις τοῦ ὑπνωτικοῦ͵ φαίνεται μέν͵ λέγει δέ τι ἐν αὐτῷ ὅτι φαίνεται μὲν Κορίσκος͵ οὐκ ἔστι δὲ ὁ Κορίσκος (πολλάκις γὰρ καθεύδοντος λέγει τι ἐν τῇ ψυχῇ ὅτι ἐνύπνιον τὸ φαινόμενον)· ἐὰν δὲ λανθάνῃ ὅτι καθεύδει͵ οὐδὲν ἀντιφήσει τῇ φαντασίᾳ. ὃ δὴ καὶ αἰσθανόμενον λέγει τοῦτο͵ ἐὰν μὴ παντελῶς κατέχηται ὑπὸ τοῦ αἵματος͵ ὥσπερ αἰσθανόμενον τοῦτο κινεῖται ὑπὸ τῶν κινήσεων τῶν ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις͵ καὶ δοκεῖ τὸ ὅμοιον αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθές· καὶ τοσαύτη τοῦ ὕπνου ἡ δύναμις ὥστε ποιεῖν τοῦτο λανθάνειν. ὅτι δὲ ἀληθῆ λέγομεν καὶ εἰσὶ κινήσεις φανταστικαὶ ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις͵ δῆλον͵ ἐάν τις προσέχων πειρᾶται μνημονεύειν ἃ πάσχομεν καταφερόμενοί τε καὶ ἐγειρόμενοι· ἐνίοτε γὰρ τὰ φαινόμενα εἴδωλα καθεύδοντι φωράσει ἐγειρόμενος κινήσεις οὔσας ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις· καὶ ἐνίοις γε τῶν νεωτέρων καὶ πάμπαν διαβλέπουσιν͵ ἐὰν ᾖ σκότος͵ φαίνεται εἴδωλα πολλὰ κινούμενα͵ ὥστ΄ ἐγκαλύπτεσθαι πολλά κις φοβουμένους.
περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἕτερος λόγος· εἰσὶ γὰρ ἴδιαι φθοραὶ πολλοῖς τῶν ὄντων͵ οἷον ἐπιστήμῃ καὶ ἀγνοίᾳ͵ καὶ ὑγιείᾳ καὶ νόσῳ· ταῦτα γὰρ φθείρεται καὶ μὴ φθειρομένων τῶν δεκτικῶν ἀλλὰ σῳζομένων͵ οἷον ἀγνοίας μὲν φθορὰ ἀνάμνησις καὶ μάθησις͵ ἐπιστήμης δὲ λήθη καὶ ἀπάτη.οὐδὲν φαίνεται φάντασμα. κατὰ συμβεβηκὸς δ΄ ἀκολουθοῦσι τοῖς φυσικοῖς αἱ τῶν ἄλλων φθοραί· φθειρομένων γὰρ τῶν ζῴων φθείρεται καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ὑγίεια ἡ ἐν τοῖς ζῴοις. πῦρ γὰρ καὶ ὕδωρ καὶ τὰ τούτοις συγγενῆ͵ οὐκ ἔχοντα τὴν αὐτὴν δύναμιν͵ τυγχάνει γενέσεως καὶ φθορᾶς αἴτια ἀλλήλοις͵ ὥστε καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ἐκ τούτων ὄντα καὶ συνεστῶτα μετέχειν τῆς τούτων φύσεως εὔλογον͵ ὅσα μὴ συνθέσει ἐκ πολλῶν ἐστιν͵ οἷον οἰκία. λέγω δὲ κατὰ γένος μὲν διαφέρειν οἷον ἄνθρωπον πρὸς ἵππον (μακροβιώτερον γὰρ τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος ἢ τὸ τῶν ἵππων)͵ κατ΄ εἶδος δ΄ ἄνθρωπον πρὸς ἄνθρωπον· εἰσὶ γὰρ καὶ ἄνθρωποι οἱ μὲν μακρόβιοι οἱ δὲ βραχύβιοι ἕτεροι καθ΄ ἑτέρους τόπους διεστῶτες (τὰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς θερμοῖς τῶν ἐθνῶν μακροβιώτερα͵ τὰ δ΄ ἐν τοῖς ψυχροῖς βραχυβιώτερα)͵ καὶ τῶν τὸν αὐτὸν δὲ τόπον οἰκούντων διαφέρουσιν ὁμοίως τινὲς ταύτην τὴν πρὸς ἀλλήλους διαφοράν. Ἀριστοτέλους Περὶ Μακροβιότητος καὶ Βραχυβιότητος [ed. οὐ γάρ ἐστι δῆλον πότερον ἕτερον ἢ τὸ αὐτὸ αἴτιον πᾶσι τοῖς ζῴοις καὶ φυτοῖς τοῦ τὰ μὲν εἶναι μακρόβια τὰ δὲ βραχύβια (καὶ γὰρ τῶν φυτῶν τὰ μὲν ἐπέτειον τὰ δὲ πολυχρόνιον ἔχει τὴν ζωήν)· ἔτι δὲ πότερον ταὐτὰ μακρόβια καὶ τὴν φύσιν ὑγιεινὰ τῶν φύσει συνεστώτων͵ ἢ κεχώρισται [καὶ] τὸ βραχύβιον καὶ τὸ νοσῶδες͵ ἢ κατ΄ ἐνίας μὲν νόσους ἐπαλλάττει τὰ νοσώδη τὴν φύσιν σώματα τοῖς βραχυβίοις͵ κατ΄ ἐνίας δ΄ οὐδὲν κωλύει νοσώδεις εἶναι μακροβίους ὄντας. D. W. περὶ μὲν οὖν ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως εἴρηται πρότερον͵ περὶ δὲ ζωῆς καὶ θανάτου λεκτέον ὕστερον͵ ὁμοίως δὲ καὶ περὶ νόσου καὶ ὑγιείας͵ ὅσον ἐπιβάλλει τῇ φυσικῇ φιλοσοφίᾳ· νῦν [465a] δὲ περὶ τὰς αἰτίας τοῦ τὰ μὲν εἶναι μακρόβια τὰ δὲ βραχύβια͵ καθάπερ εἴρηται πρότερον͵ θεωρητέον. προϊούσης δὲ τῆς ἡλικίας οὐδὲν ἄτοπον φανῆναι ἐνύπνιον· μεταβολῆς γάρ τινος γενομένης ἢ καθ΄ ἡλικίαν ἢ κατὰ πάθος ἀναγκαῖον συμβῆναι τὴν ἐναντίωσιν ταύτην. Oxford 1955] [464b19] Περὶ δὲ τοῦ τὰ μὲν εἶναι μακρόβια τῶν ζῴων τὰ δὲ βραχύβια͵ καὶ περὶ ζωῆς ὅλως μήκους καὶ βραχύτητος͵ ἐπισκεπτέον τὰς αἰτίας͵ ἀρχὴ δὲ τῆς σκέψεως ἀναγκαία πρῶτον ἐκ τοῦ διαπορῆσαι περὶ αὐτῶν. διὸ καὶ περὶ ψυχῆς λογίσαιτ΄ ἄν τις ἐκ τούτων· εἰ γάρ ἐστι μὴ φύσει ἀλλ΄ ὥσπερ ἐπιστήμη ἐν ψυχῇ͵ οὕτω καὶ ψυχὴ ἐν σώματι͵ εἴη ἄν τις αὐτῆς καὶ ἄλλη φθορὰ παρὰ τὴν φθορὰν ἣν φθείρεται φθειρομένου . Δεῖ δὴ λαβεῖν τί τὸ εὔφθαρτον ἐν τοῖς φύσει συνεστῶσι καὶ τί τὸ οὐκ εὔφθαρτον. Ross. ἔστι δ΄ ἔχοντα τὴν διαφορὰν ταύτην ὅλα τε πρὸς ὅλα γένη καὶ τῶν ὑφ΄ ἓν εἶδος ἕτερα πρὸς ἕτερα.
τὸ δὲ περιέχον ἢ συμπράττει ἢ ἀντιπράττει· καὶ διὰ τοῦτο μετατιθέμενα πολυχρονιώτερα μὲν γίνεται καὶ ὀλιγοχρονιώτερα τῆς φύσεως͵ ἀίδια δ΄ οὐδαμοῦ͵ ὅσοις ἐναντία ἔστιν· εὐθὺς γὰρ ἡ ὕλη τὸ ἐναντίον ἔχει͵ ὥστ΄ εἰ μὲν τοῦ ποῦ͵ κατὰ τόπον μεταβάλλει͵ εἰ δὲ τοῦ ποσοῦ͵ κατ΄ αὔξησιν καὶ φθίσιν͵ εἰ δὲ πάθους͵ ἀλλοιοῦται. ἔτι καὶ εἰ ἀνάγκη περίττωμα ποιεῖν͵ τὸ δὲ περίττωμα ἐναντίον· ἐξ ἐναντίου γὰρ ἀεὶ ἡ μεταβολή͵ τὸ δὲ περίττωμα ὑπόλειμμα τοῦ προτέρου.τοῦ σώματος. [466a] Ἔστι δ΄ οὔτε τὰ μέγιστα ἀφθαρτότερα (ἵππος γὰρ ἀνθρώπου βραχυβιώτερον) οὔτε τὰ μικρά (ἐπέτεια γὰρ τὰ πολλὰ τῶν ἐντόμων)͵ οὔτε τὰ φυτὰ ὅλως τῶν ζῴων (ἐπέτεια γὰρ ἔνια τῶν φυτῶν)͵ οὔτε τὰ ἔναιμα (μέλιττα γὰρ πολυχρονιώτερον ἐνίων ἐναίμων) οὔτε τὰ ἄναιμα (τὰ γὰρ μαλάκια ἐπέτεια μέν͵ ἄναιμα δέ)͵ οὔτε τὰ ἐν τῇ γῇ (καὶ γὰρ φυτὰ ἐπέτεια ἔστι καὶ ζῷα πεζά) οὔτε τὰ ἐν τῇ θαλάττῃ (καὶ γὰρ ἐκεῖ βραχύβια καὶ τὰ ὀστρακηρὰ καὶ τὰ μαλάκια). καὶ δὴ καὶ τὰ μείζω ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰπεῖν τῶν ἐλαττόνων μακροβιώτερα· καὶ γὰρ τοῖς ἄλλοις συμβέβηκε τοῖς μακροβιωτάτοις μέγεθος͵ ὥσπερ καὶ τοῖς εἰρημένοις. εἶτ΄ ἐν τοῖς ἐναίμοις ζῴοις μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς ἀναίμοις͵ καὶ ἐν τοῖς πεζοῖς ἢ ἐν τοῖς ἐνύδροις· ὥστε καὶ συνδυασθέντων ἐν τοῖς ἐναίμοις καὶ πεζοῖς τὰ μακροβιώτατα τῶν ζῴων ἐστίν͵ οἷον ἄνθρωπος καὶ ἐλέφας. ὅλως δὲ τὰ μακροβιώτατα ἐν τοῖς φυτοῖς ἐστιν͵ οἷον ὁ φοῖνιξ. ὥσθ΄ ᾧ μὴ ἔστιν ἐναντίον καὶ ὅπου μὴ ἔστιν͵ ἀδύνατον ἂν εἴη φθαρῆναι· τί γὰρ ἔσται τὸ φθεροῦν͵ εἴπερ ὑπ΄ ἐναντίων μὲν φθείρεσθαι συμβαίνει μόνων͵ τοῦτο δὲ μὴ ὑπάρχει͵ ἢ ὅλως ἢ ἐνταῦθα; ἢ τοῦτο τῇ μὲν ἀληθές ἐστι τῇ δ΄ οὔ; ἀδύνατον γὰρ τῷ ὕλην ἔχοντι μὴ ὑπάρχειν πως τὸ ἐναντίον. . φθείρεται γὰρ τὰ μὲν ὑπάρχοντα τοῖς ἐναντίοις κατὰ συμβεβηκός͵ τῷ ἐκεῖνα φθείρεσθαι (ἀναιρεῖται γὰρ τἀναντία ὑπ΄ ἀλλήλων)͵ κατὰ συμβεβηκὸς δ΄ οὐθὲν τῶν ἐν ταῖς οὐσίαις ἐναντίων φθείρεται͵ διὰ τὸ μηθενὸς ὑποκειμένου κατηγορεῖσθαι τὴν οὐσίαν. ὥστ΄ ἐπεὶ οὐ φαίνεται τοιαύτη οὖσα͵ ἄλλως ἂν ἔχοι πρὸς τὴν τοῦ σώματος κοινωνίαν. παντὶ μὲν γὰρ ἐνεῖναι τὸ θερμὸν ἢ τὸ εὐθὺ ἐνδέχεται͵ πᾶν δ΄ εἶναι ἀδύνατον ἢ θερμὸν ἢ εὐθὺ ἢ λευκόν· ἔσται γὰρ τὰ πάθη κεχωρισμένα. [διὸ ἡ ἐλάττων φλὸξ κατακαίεται ὑπὸ τῆς πολλῆς κατὰ συμβεβηκός͵ ὅτι ἡ τροφὴ ἣν ἐκείνη ἐν πολλῷ χρόνῳ ἀναλίσκει͵ τὸν καπνόν͵ ταύτην ἡ πολλὴ φλὸξ ταχύ. εἰ δὲ πᾶν ἐξελαύνει τὸ ἐνεργείᾳ ἐναντίον͵ κἂν ἐνταῦθ΄ ἄφθαρτον ἂν εἴη. [465b] Ἴσως δ΄ ἄν τις ἀπορήσειεν εὐλόγως͵ ἆρ΄ ἔστιν οὗ ἄφθαρτον ἔσται τὸ φθαρτόν͵ οἷον τὸ πῦρ ἄνω͵ οὗ μὴ ἔστι τὸ ἐναντίον.] διὸ πάντα ἀεὶ ἐν κινήσει ἐστί͵ καὶ γίνεται ἢ φθείρεται. ἢ οὔ͵ ἀλλ΄ ὑπὸ τοῦ περιέχοντος φθείρεται; εἰ μὲν οὖν͵ ἱκανὸν ἐκ τῶν εἰρημένων· εἰ δὲ μή͵ ὑποθέσθαι δεῖ ὅτι ἔνεστί τι ἐνεργείᾳ ἐναντίον͵ καὶ περίττωμα γίνεται. εἰ οὖν͵ ὅταν ἅμα ᾖ τὸ ποιητικὸν καὶ τὸ παθητικόν͵ ἀεὶ τὸ μὲν ποιεῖ τὸ δὲ πάσχει͵ ἀδύνατον μὴ μεταβάλλειν.
διὸ καὶ τὰ ὀχευτικὰ καὶ πολύσπερμα γηράσκει ταχύ· τὸ γὰρ σπέρμα περίττωμα͵ καὶ ἔτι ξηραίνει ἀπιόν. ἐν δὲ τοῖς ψυχροῖς τόποις ὑδατωδέστερον τὸ ὑγρὸν τὸ ἐν τοῖς ζῴοις ἐστίν· διὸ εὔπηκτον͵ ὥστε τὰ μὲν οὐ γίνεται ὅλως τῶν ζῴων τῶν ὀλιγαίμων ἢ ἀναίμων ἐν τοῖς πρὸς τὴν ἄρκτον τόποις͵ οὔτε τὰ πεζὰ ἐν τῇ γῇ οὔτε τὰ ἔνυδρα ἐν τῇ θαλάττῃ͵ τὰ δὲ γίνεται μέν͵ ἐλάττω δὲ καὶ βραχυβιώτερα· ἀφαιρεῖται γὰρ ὁ πάγος τὴν αὔξησιν. τὰ δ΄ αὐτὰ ἐν τοῖς ἀλεεινοῖς μακροβιώτερά ἐστιν ἢ ἐν τοῖς ψυχροῖς τόποις͵ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν δι΄ ἥνπερ καὶ μείζω. ἔτι δεῖ τὸ μέλλον εἶναι μὴ εὔφθαρτον μὴ περιττωματικὸν εἶναι. διὸ καὶ τὰ μεγάλα καὶ ζῷα καὶ φυτὰ ὡς ὅλως εἰπεῖν μακροβιώτερα͵ καθάπερ ἐλέχθη πρότερον· εὔλογον γὰρ τὰ μείζω πλέον ἔχειν ὑγρόν. ὕλη δὲ τῶν σωμάτων τοῖς ζῴοις ταῦτα͵ τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρόν͵ καὶ τὸ ξηρὸν καὶ τὸ ὑγρόν.Τὴν δ΄ αἰτίαν περὶ τούτων ἁπάντων ἐντεῦθεν ἄν τις θεωρήσειεν. οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο μακροβιώτερα· δύο γὰρ τὰ αἴτια͵ τό τε ποσὸν καὶ τὸ ποιόν͵ ὥστε δεῖ μὴ μόνον πλῆθος εἶναι ὑγροῦ͵ ἀλλὰ τοῦτο καὶ θερμόν͵ ἵνα μήτε εὔπηκτον μήτε εὐξήραντον ᾖ. τὰ δ΄ ἔνυδρα τῶν πεζῶν ἧττον μακρόβια οὐχ ὅτι [467a] ὑγρὰ ἁπλῶς͵ ἀλλ΄ ὅτι ὑδατώδη· τὸ δὲ τοιοῦτον ὑγρὸν εὔφθαρτον͵ ὅτι ψυχρὸν καὶ εὔπηκτον. καὶ διὰ τοῦτο ἡμίονος μακροβιώτερος καὶ ἵππου καὶ ὄνου͵ ἐξ ὧν ἐγένετο͵ καὶ τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων͵ ἐὰν ὀχευτικὰ ᾖ τὰ ἄρρενα· διὸ οἱ στρουθοὶ οἱ ἄρρενες βραχυβιώτεροι τῶν θηλειῶν. καὶ τὸ ἄναιμον διὰ τὸ αὐτό͵ ἐὰν μὴ μεγέθει ἀπαμύνηται· οὔτε γὰρ λίπος οὔτε γλυκὺ ἔχει. καὶ μάλιστ΄ ἐπίδηλον τὸ μέγεθος τῶν τὴν φύσιν ψυχρῶν ζῴων· διὸ οἵ τ΄ ὄφεις καὶ αἱ σαῦραι καὶ τὰ φολιδωτὰ μεγάλα ἐν τοῖς θερμοῖς τόποις͵ καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ τῇ ἐρυθρᾷ τὰ ὀστρακόδερμα· τῆς τε γὰρ αὐξήσεως ἡ θερμὴ ὑγρότης αἰτία καὶ τῆς ζωῆς. δεῖ γὰρ λαβεῖν ὅτι τὸ ζῷόν ἐστι φύσει ὑγρὸν καὶ θερμόν͵ καὶ τὸ ζῆν τοιοῦτον͵ τὸ δὲ γῆρας ξηρὸν καὶ ψυχρόν͵ καὶ τὸ τεθνηκός· φαίνεται γὰρ οὕτως. φύσει δὲ καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πᾶν εἰπεῖν τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν μακροβιώτερα· αἴτιον δ΄ ὅτι θερμότερον ζῷον τὸ ἄρρεν τοῦ θήλεος. ἔστι δ΄ ἐνίοις μὲν τὸ θερμὸν τὸ λιπαρόν͵ ὃ ἅμα ποιεῖ τό τε μὴ εὐξήραντον καὶ τὸ μὴ εὔψυκτον· ἐνίοις δ΄ ἄλλον ἔχει χυμόν. τροφὴν δὲ μὴ λαμβάνοντα καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῷα φθείρεται· συντήκει γὰρ αὐτὰ ἑαυτά· ὥσπερ γὰρ ἡ πολλὴ φλὸξ κατακαίει καὶ φθείρει τὴν ὀλίγην τῷ τὴν τροφὴν ἀναλίσκειν͵ οὕτω τὸ φυσικὸν θερμόν͵ τὸ πρῶτον πεπτικὸν ὄν͵ ἀναλίσκει τὴν ὕλην ἐν ᾗ ἐστιν. ἀναιρεῖ γὰρ τὸ τοιοῦτον ἢ νόσῳ ἢ φύσει· ἐναντία γὰρ ἡ τοῦ περιττώματος δύναμις καὶ φθαρτικὴ ἡ μὲν τῆς φύσεως ἡ δὲ μορίου. ἔτι δὲ καὶ ὅσα πονητικὰ τῶν ἀρρένων καὶ διὰ τὸν πόνον γηράσκει μᾶλλον· ξηραίνει γὰρ ὁ πόνος͵ τὸ δὲ γῆρας ξηρόν ἐστιν. ἀνάγκη τοίνυν γηράσκοντα ξηραίνεσθαι· διὸ δεῖ μὴ εὐξήραντον εἶναι τὸ ὑγρόν. καὶ διὰ τοῦτο τὰ λιπαρὰ ἄσηπτα· αἴτιον δ΄ ὅτι ἀέρος͵ ὁ δ΄ ἀὴρ πρὸς τἆλλα πῦρ͵ πῦρ δ΄ οὐ γίνεται σαπρόν. ἐν γὰρ ζῴῳ τὸ . οὐδ΄ αὖ ὀλίγον δεῖ εἶναι τὸ ὑγρόν· εὐξήραντον γὰρ καὶ τὸ ὀλίγον. καὶ διὰ τοῦτο ἄνθρωπος μακρόβιον μᾶλλον ἐνίων μειζόνων· μακροβιώτερα γὰρ τὰ λειπόμενα τῷ πλήθει τοῦ [466b] ὑγροῦ͵ ἐὰν πλείονι λόγῳ ὑπερέχῃ κατὰ τὸ ποιὸν ἢ λείπεται κατὰ τὸ ποσόν.
νέα γὰρ ἀεὶ τὰ φυτὰ γίνεται· διὸ πολυχρόνια. D. τὰ δ΄ ἔντομα μέχρι μὲν τοῦ ζῆν ἦλθεν͵ πολὺν δ΄ οὐ δύναται χρόνον· οὐ γὰρ ἔχει ὄργανα͵ οὐδὲ δύναται ποιεῖν αὐτὰ ἡ ἀρχὴ ἡ ἐν ἑκάστῳ. τοιαῦτα δὲ τὰ μὴ ἐπέτεια ἀλλὰ δενδρώδη· τὸ γὰρ ἄνω τοῦ φυτοῦ καὶ κεφαλὴ ἡ ῥίζα ἐστί͵ τὰ δ΄ ἐπέτεια ἐπὶ τὰ κάτω καὶ τὸν καρπὸν λαμβάνει τὴν αὔξησιν. λοιπὸν δ΄ ἡμῖν θεωρῆσαι περί τε νεότητος καὶ γήρως καὶ ζωῆς καὶ θανάτου· τούτων γὰρ διορισθέντων τέλος ἂν ἡ περὶ τῶν ζῴων ἔχοι μέθοδος. ἀλλ΄ οὐχ ἅμα͵ ἀλλ΄ ὁτὲ μὲν μόνον τὸ στέλεχος καὶ οἱ κλάδοι ἀπώλοντο͵ ἕτεροι δὲ παρεφύησαν· ὅταν δ΄ οὕτως ποιῶσιν͵ αἱ ῥίζαι ἄλλαι ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος γίνονται͵ καὶ οὕτως ἀεὶ διατελεῖ τὸ μὲν φθειρόμενον τὸ δὲ γινόμενον· διὸ καὶ μακρόβια. Ἐν δὲ τοῖς φυτοῖς ἐστι τὰ μακροβιώτατα͵ καὶ μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς ζῴοις͵ πρῶτον μὲν ὅτι ἧττον ὑδατώδη͵ ὥστ΄ οὐκ εὔπηκτα· εἶτ΄ ἔχει λιπαρότητα καὶ γλισχρότητα͵ διὸ καὶ ξηρὰ καὶ γεώδη ὄντα ὅμως οὐκ εὐξήραντον ἔχουσι τὸ ὑγρόν. ἡ δ΄ ἐν τῷ φυτῷ δύναται· πανταχῇ γὰρ ἔχει καὶ ῥίζαν καὶ καυλὸν δυνάμει. ἀεὶ γὰρ ἕτεροι οἱ πτόρθοι͵ οἱ δὲ γηράσκουσιν͵ καὶ αἱ ῥίζαι ὁμοίως. αἴτιον δ΄ ὅτι ἐνυπάρχει πάντῃ ἡ ἀρχὴ δυνάμει ἐνοῦσα. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων καὶ καθ΄ αὑτὰ ἐν τοῖς Περὶ φυτῶν διορισθήσεται· νῦν δὲ περὶ τῶν ἄλλων [ζῴων] εἴρηται τὸ αἴτιον περί τε μεγέθους ζωῆς καὶ βραχυβιότητος. Ἀριστοτέλους Περὶ τῆς καθ΄ ὕπνον μαντικῆς [ed. περὶ δὲ τοῦ πολυχρόνιον εἶναι τὴν τῶν δένδρων φύσιν δεῖ λαβεῖν τὴν αἰτίαν· ἔχει γὰρ ἰδίαν πρὸς τὰ ζῷα͵ πλὴν πρὸς τὰ ἔντομα. ἔν τε γὰρ τοῖς ζῴοις τὰ ἄρρενα μακροβιώτερα ὡς ἐπὶ τὸ πολύτούτων δὲ τὰ ἄνω μείζω ἢ τὰ κάτω (νανωδέστερον γὰρ τοῦ θήλεος τὸ ἄρρεν)͵ ἐν δὲ τῷ ἄνω τὸ θερμόν͵ καὶ τὸ ψυχρὸν ἐν τῷ κάτωκαὶ τῶν φυτῶν τὰ κεφαλοβαρῆ [467b] μακροβιώτερα. Ross.λιπαρὸν γλυκύ· διὸ αἱ μέλιτται μακροβιώτεραι ἑτέρων μειζόνων ζῴων. συμβαίνει δὲ ταὐτὸ ἐπί τε τῶν ζῴων καὶ φυτῶν. καὶ γὰρ ἐν τῇ ἀποφυτείᾳ τρόπον τινὰ φαίη ἄν τις ταὐτὰ συμβαίνειν· μόριον γάρ τι τὸ ἀποφυτευθέν. Oxford 1955] Περὶ δὲ τῆς μαντικῆς τῆς ἐν τοῖς ὕπνοις γινομένης καὶ λεγομένης συμβαίνειν ἀπὸ τῶν ἐνυπνίων͵ οὔτε καταφρονῆσαι ῥᾴδιον οὔτε πεισθῆναι. τὸ μὲν γὰρ πάντας ἢ πολλοὺς ὑπολαμβάνειν ἔχειν τι σημειῶδες τὰ ἐνύπνια παρέχεται πίστιν ὡς ἐξ ἐμπειρίας λεγόμενον͵ καὶ τὸ περὶ ἐνίων εἶναι τὴν μαντικὴν ἐν τοῖς ἐνυπνίοις οὐκ ἄπιστον· . ἐν μὲν οὖν τῇ ἀποφυτείᾳ χωριζομένων συμβαίνει τοῦτο͵ ἐκεῖ δὲ διὰ τοῦ συνεχοῦς. W. διὸ ἀπὸ ταύτης ἀεὶ προέρχεται τὸ μὲν νέον τὸ δὲ γηράσκον͵ μικρόν τι διαφέροντα τοῦ εἶναι μακρόβια οὕτως ὥσπερ τὰ ἀποφυτευόμενα. ἔοικε δὲ τὰ φυτὰ τοῖς ἐντόμοις͵ ὥσπερ εἴρηται πρότερον· διαιρούμενα γὰρ ζῇ͵ καὶ δύο καὶ πολλὰ γίνεται ἐξ ἑνός.
φανερὸν οὖν ὅτι ταῦτα ἀναγκαῖον ἐν τοῖς ὕπνοις εἶναι καταφανῆ μᾶλλον ἢ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι.ἔχει γάρ τινα λόγον· διὸ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐνυπνίων ὁμοίως ἄν τις οἰηθείη. αἱ γὰρ μεθ΄ ἡμέραν γινόμεναι κινήσεις͵ ἂν μὴ σφόδρα μεγάλαι ὦσι καὶ ἰσχυραί͵ λανθάνουσι παρὰ μείζους τὰς ἐγρηγορικὰς κινήσεις͵ ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὐναντίον· καὶ γὰρ αἱ μικραὶ μεγάλαι δοκοῦσιν εἶναι. ὥσπερ οὖν οὐδὲ τὸ μνησθῆναι περὶ τοῦδε σημεῖον οὐδὲ αἴτιον τοῦ παραγενέσθαι αὐτόν͵ οὕτως οὐδ΄ ἐκεῖ τοῦ ἀποβῆναι τὸ ἐνύπνιον τῷ ἰδόντι οὔτε . λέγω δ΄ αἴτιον μὲν οἷον τὴν σελήνην τοῦ ἐκλείπειν τὸν ἥλιον͵ καὶ τὸν κόπον τοῦ πυρετοῦ͵ σημεῖον δὲ τῆς ἐκλείψεως τὸ τὸν ἀστέρα εἰσελθεῖν͵ τὴν δὲ τραχύτητα τῆς γλώττης τοῦ πυρέττειν͵ σύμπτωμα δὲ τὸ βαδίζοντος ἐκλείπειν τὸν ἥλιον· οὔτε γὰρ [463a] σημεῖον τοῦ ἐκλείπειν τοῦτ΄ ἐστὶν οὔτ΄ αἴτιον͵ οὔθ΄ ἡ ἔκλειψις τοῦ βαδίζειν· διὸ τῶν συμπτωμάτων οὐδὲν οὔτε ἀεὶ γίνεται͵ οὔθ΄ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. ἆρ΄ οὖν ἐστι τῶν ἐνυπνίων τὰ μὲν αἴτια͵ τὰ δὲ σημεῖα͵ οἷον τῶν περὶ τὸ σῶμα συμβαινόντων; λέγουσι γοῦν καὶ τῶν ἰατρῶν οἱ χαρίεντες ὅτι δεῖ σφόδρα προσέχειν τοῖς ἐνυπνίοις· εὔλογον δὲ οὕτως ὑπολαβεῖν καὶ τοῖς μὴ τεχνίταις μέν͵ σκοπουμένοις δέ τι καὶ φιλοσοφοῦσιν. οὕτω μὲν οὖν ἐνδέχεται τῶν ἐνυπνίων ἔνια καὶ σημεῖα καὶ αἴτια εἶναι. ἀφαιρεθείσης δὲ τῆς ἀπὸ τοῦ θεοῦ αἰτίας οὐδεμία τῶν ἄλλων εὔλογος εἶναι φαίνεται αἰτία· τοῦ γὰρ περὶ τῶν ἐφ΄ Ἡρακλείαις στήλαις ἢ τῶν ἐν Βορυσθένει προορᾶν τινας ὑπὲρ τὴν ἡμετέραν εἶναι δόξειεν ἂν σύνεσιν εὑρεῖν τὴν ἀρχήν. τὸ δὲ μηδεμίαν αἰτίαν εὔλογον ὁρᾶν καθ΄ ἣν ἂν γίνοιτο͵ τοῦτο δὴ ἀπιστεῖν ποιεῖ· τό τε γὰρ θεὸν εἶναι τὸν πέμποντα͵ πρὸς τῇ ἄλλῃ ἀλογίᾳ͵ καὶ τὸ μὴ τοῖς βελτίστοις καὶ φρονιμωτάτοις ἀλλὰ τοῖς τυχοῦσι πέμπειν ἄτοπον. ἀνάγκη δ΄ οὖν τὰ ἐνύπνια ἢ αἴτια εἶναι ἢ σημεῖα τῶν γινομένων ἢ συμπτώματα͵ ἢ πάντα ἢ ἔνια τούτων ἢ ἓν μόνον. δῆλον δ΄ ἐπὶ τῶν συμβαινόντων κατὰ τοὺς ὕπνους πολλάκις· οἴονται γὰρ κεραυνοῦσθαι καὶ βροντᾶσθαι μικρῶν ἤχων ἐν τοῖς ὠσὶ γινομένων͵ καὶ μέλιτος καὶ γλυκέων χυμῶν ἀπολαύειν ἀκαριαίου φλέγματος καταρρέοντος͵ καὶ βαδίζειν διὰ πυρὸς καὶ θερμαίνεσθαι σφόδρα μικρᾶς θερμασίας περί τινα μέρη γινομένης͵ ἐπεγειρομένοις δὲ ταῦτα φανερὰ τοῦτον ἔχοντα τὸν τρόπον· ὥστ΄ ἐπεὶ μικραὶ πάντων αἱ ἀρχαί͵ δῆλον ὅτι καὶ τῶν νόσων καὶ τῶν ἄλλων παθημάτων τῶν ἐν τοῖς σώμασι μελλόντων γίνεσθαι. τὰ δὲ πολλὰ [463b] συμπτώμασιν ἔοικε͵ μάλιστα δὲ τά τε ὑπερβατὰ πάντα καὶ ὧν μὴ ἐν αὑτοῖς ἡ ἀρχή͵ ἀλλὰ περὶ ναυμαχίας καὶ τῶν πόρρω συμβαινόντων ἐστίν· περὶ γὰρ τούτων τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχειν εἰκὸς ὃν ὅταν μεμνημένῳ τινὶ περί τινος τυχῇ τοῦτο γιγνόμενον· τί γὰρ κωλύει καὶ ἐν τοῖς ὕπνοις οὕτως; μᾶλλον δ΄ εἰκὸς πολλὰ τοιαῦτα συμβαίνειν. ἀλλὰ μὴν καὶ ἔνιά γε τῶν καθ΄ ὕπνον φαντασμάτων αἴτια εἶναι τῶν οἰκείων ἑκάστῳ πράξεων οὐκ ἄλογον· ὥσπερ γὰρ μέλλοντες πράττειν ἢ ἐν ταῖς πράξεσιν ὄντες ἢ πεπραχότες πολλάκις εὐθυονειρίᾳ ταύταις σύνεσμεν καὶ πράττομεν (αἴτιον δ΄ ὅτι προωδοποιημένη τυγχάνει ἡ κίνησις ἀπὸ τῶν μεθ΄ ἡμέραν ἀρχῶν)͵ οὕτω πάλιν ἀναγκαῖον καὶ τὰς καθ΄ ὕπνον κινήσεις πολλάκις ἀρχὰς εἶναι τῶν μεθ΄ ἡμέραν πράξεων διὰ τὸ προωδοποιῆσθαι πάλιν καὶ τούτων τὴν διάνοιαν ἐν τοῖς φαντάσμασι τοῖς νυκτερινοῖς.
μεθ΄ ἡμέραν τε γὰρ ἐγίνετ΄ ἂν καὶ τοῖς σοφοῖς͵ εἰ θεὸς ἦν ὁ πέμπων· οὕτω δ΄ εἰκὸς τοὺς τυχόντας προορᾶν· ἡ γὰρ διάνοια τῶν τοιούτων οὐ φροντιστική͵ ἀλλ΄ ὥσπερ ἔρημος καὶ κενὴ πάντων͵ καὶ κινηθεῖσα κατὰ τὸ κινοῦν ἄγεται. τοῦ δ΄ ἐνίους τῶν ἐκστατικῶν προορᾶν αἴτιον ὅτι αἱ οἰκεῖαι κινήσεις οὐκ ἐνοχλοῦσιν ἀλλ΄ ἀπορραπίζονται· τῶν ξενικῶν οὖν μάλιστα αἰσθάνονται. σημεῖον δέ· πάνυ γὰρ εὐτελεῖς ἄνθρωποι προορατικοί εἰσι καὶ εὐθυόνειροι͵ ὡς οὐ θεοῦ πέμποντος͵ ἀλλ΄ ὅσων ὥσπερ ἂν εἰ λάλος ἡ φύσις ἐστὶ καὶ μελαγχολική͵ παντοδαπὰς ὄψεις ὁρῶσιν· διὰ γὰρ τὸ πολλὰ καὶ παντοδαπὰ κινεῖσθαι ἐπιτυγχάνουσιν ὁμοίοις θεωρήμασιν͵ ἐπιτυχεῖς ὄντες ἐν τούτοις ὥσπερ ἔνιοι ἀρτιάζοντες· ὥσπερ γὰρ καὶ λέγεται ἂν πολλὰ βάλλῃς͵ ἄλλοτ΄ ἀλλοῖον βαλεῖς͵ καὶ ἐπὶ τούτων τοῦτο συμβαίνει. ὥσπερ γὰρ ὅταν κινήσῃ τι τὸ ὕδωρ ἢ τὸν ἀέρα͵ τοῦθ΄ ἕτερον ἐκίνησε͵ καὶ παυσαμένου ἐκείνου συμβαίνει τὴν τοιαύτην κίνησιν προϊέναι μέχρι τινός͵ τοῦ κινήσαντος οὐ πάροντος͵ οὕτως οὐδὲν κωλύει κίνησίν τινα καὶ αἴσθησιν ἀφικνεῖσθαι πρὸς τὰς ψυχὰς τὰς ἐνυπνιαζούσας (ἀφ΄ ὧν ἐκεῖνος τὰ εἴδωλα ποιεῖ καὶ τὰς ἀπορροίας)͵ καὶ ὅποι δὴ ἔτυχεν ἀφικνουμένας μᾶλλον αἰσθητὰς εἶναι νύκτωρ διὰ τὸ μεθ΄ ἡμέραν φερομένας διαλύεσθαι μᾶλλον (ἀταραχωδέστερος γὰρ ὁ ἀὴρ τῆς νυκτὸς διὰ τὸ νηνεμωτέρας εἶναι τὰς νύκτας)͵ καὶ ἐν τῷ σώματι ποιεῖν αἴσθησιν διὰ τὸν ὕπνον͵ διὰ τὸ καὶ τῶν μικρῶν κινήσεων τῶν ἐντὸς αἰσθάνεσθαι καθεύδοντας μᾶλλον ἢ ἐγρηγορότας. ὅτι δ΄ οὐκ ἀποβαίνει πολλὰ τῶν ἐνυπνίων͵ οὐδὲν ἄτοπον· οὐδὲ γὰρ τῶν ἐν τοῖς σώμασι σημείων καὶ τῶν οὐρανίων͵ οἷον τὰ τῶν ὑδάτων καὶ τὰ τῶν πνευμάτων (ἂν γὰρ ἄλλη κυριωτέρα ταύτης συμβῇ κίνησις͵ ἀφ΄ ἧς μελλούσης ἐγένετο τὸ σημεῖον͵ οὐ γίνεται)͵ καὶ πολλὰ βουλευθέντα καλῶς τῶν πραχθῆναι δεόντων διελύθη δι΄ ἄλλας κυριωτέρας ἀρχάς. τὸ δέ τινας εὐθυονείρους εἶναι καὶ τὸ τοὺς γνωρίμους περὶ τῶν γνωρίμων μάλιστα προορᾶν συμβαίνει διὰ τὸ μάλιστα τοὺς γνωρίμους ὑπὲρ ἀλλήλων φροντίζειν· ὥσπερ γὰρ πόρρω ὄντων τάχιστα γνωρίζουσι καὶ . ὅλως γὰρ οὐ πᾶν γίνεται τὸ μελλῆσαν͵ οὐδὲ τὸ αὐτὸ τὸ ἐσόμενον καὶ τὸ μέλλον· ἀλλ΄ ὅμως ἀρχάς γέ τινας λεκτέον εἶναι ἀφ΄ ὧν οὐκ ἐπετελέσθη͵ καὶ σημεῖα πέφυκε ταῦτά τινων οὐ γενομένων.σημεῖον οὔτ΄ αἴτιον͵ ἀλλὰ σύμπτωμα. Ὅλως δὲ ἐπεὶ καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ὀνειρώττει τινά͵ θεόπεμπτα μὲν οὐκ ἂν εἴη τὰ ἐνύπνια͵ οὐδὲ γέγονε τούτου χάριν (δαιμόνια μέντοι· ἡ γὰρ φύσις δαιμονία͵ ἀλλ΄ οὐ θεία). περὶ δὲ τῶν μὴ τοιαύτας [464a] ἐχόντων ἀρχὰς ἐνυπνίων οἵας εἴπομεν͵ ἀλλ΄ ὑπερορίας ἢ τοῖς χρόνοις ἢ τοῖς τόποις ἢ τοῖς μεγέθεσιν͵ ἢ τούτων μὲν μηδέν͵ μὴ μέντοι γε ἐν αὑτοῖς ἐχόντων τὰς ἄρχας τῶν ἰδόντων τὸ ἐνύπνιον͵ εἰ μὴ γίνεται τὸ προορᾶν ἀπὸ συμπτώματος͵ τοιόνδ΄ ἂν εἴη μᾶλλον ἢ ὥσπερ λέγει Δημόκριτος εἴδωλα καὶ ἀπορροίας αἰτιώμενος. διὸ καὶ πολλὰ τῶν ἐνυπνίων οὐκ ἀποβαίνει· τὰ γὰρ συμπτώματα οὔτε ἀεὶ οὔθ΄ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίγνεται. αὗται δ΄ αἱ κινήσεις φαντάσματα ποιοῦσιν͵ ἐξ ὧν προορῶσι τὰ μέλλοντα καὶ περὶ τῶν τοιούτων͵ καὶ διὰ ταῦτα συμβαίνει τὸ πάθος τοῦτο τοῖς τυχοῦσι καὶ οὐ τοῖς φρονιμωτάτοις.
τί μὲν οὖν ἐστιν ὕπνος καὶ τί ἐνύπνιον͵ καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν ἑκάτερον αὐτῶν γίνεται͵ ἔτι δὲ περὶ τῆς ἐκ τῶν ἐνυπνίων μαντείας εἴρηται περὶ πάσης· [περὶ δὲ κινήσεως τῆς κοινῆς τῶν ζῴων λεκτέον. ἐκεῖ δέ͵ ἂν πολλὴ γίγνηται ἡ κίνησις͵ οὐδὲν ὁμοία γίνεται ἡ ἔμφασις καὶ τὰ εἴδωλα τοῖς ἀληθινοῖς. πρῶτον μὲν οὖν σκεπτέον ποῖά ἐστι τὰ μνημονευτά· πολλάκις γὰρ ἐξαπατᾷ τοῦτο. οὔτε γὰρ τὸ μέλλον ἐνδέχεται μνημονεύειν͵ ἀλλ΄ ἔστι δοξαστὸν καὶ ἐλπιστόν (εἴη δ΄ ἂν καὶ ἐπιστήμη τις ἐλπιστική͵ καθάπερ τινές φασι τὴν μαντικήν)͵ οὔτε τοῦ παρόντος͵ ἀλλ΄ αἴσθησις· ταύτῃ γὰρ οὔτε τὸ μέλλον οὔτε τὸ γενόμενον γνωρίζομεν͵ ἀλλὰ τὸ παρὸν μόνον. W. οἱ δὲ μελαγχολικοὶ διὰ τὸ σφοδρόν͵ ὥσπερ βάλλοντες πόρρωθεν͵ εὔστοχοί εἰσιν͵ καὶ διὰ τὸ [464b] μεταβλητικὸν ταχὺ τὸ ἐχόμενον φαντάζεται αὐτοῖς· ὥσπερ γὰρ τὰ Φιλαινίδος ποιήματα καὶ οἱ ἐμμανεῖς ἐχόμενα τοῦ ὁμοίου λέγουσι καὶ διανοοῦνται͵ οἷον Ἀφροδίτην φροδίτην͵ καὶ οὕτω συνείρουσιν εἰς τὸ πρόσω. ἔστι μὲν οὖν ἡ μνήμη οὔτε αἴσθησις οὔτε ὑπόληψις͵ ἀλλὰ τούτων τινὸς ἕξις ἢ πάθος͵ ὅταν γένηται χρόνος. τοῦ δὲ νῦν ἐν τῷ νῦν οὐκ ἔστι μνήμη͵ καθάπερ εἴρηται [καὶ πρότερον]͵ ἀλλὰ τοῦ μὲν παρόντος αἴσθησις͵ τοῦ δὲ μέλλοντος ἐλπίς͵ τοῦ δὲ γενομένου μνήμη· διὸ μετὰ χρόνου πᾶσα μνήμη.] Ἀριστοτέλης Περὶ μνήμης καὶ ἀναμνήσεως [ed. ἔτι δὲ διὰ τὴν σφοδρότητα οὐκ ἐκκρούεται αὐτῶν ἡ κίνησις ὑφ΄ ἑτέρας κινήσεως. δεινὸς δὴ τὰς ἐμφάσεις κρίνειν εἴη ἂν ὁ δυνάμενος ταχὺ διαισθάνεσθαι καὶ συνορᾶν τὰ διαπεφορημένα καὶ διεστραμμένα τῶν εἰδώλων͵ ὅτι ἐστὶν ἀνθρώπου ἢ ἵππου ἢ ὁτουδήποτε͵ κἀκεῖ δὴ ὁμοίως τί δύναται τὸ ἐνύπνιον τοῦτο. ὥσθ΄ ὅσα χρόνου αἰσθάνεται͵ ταῦτα μόνα τῶν ζῴων μνημονεύει͵ καὶ . Oxford 1955] [449b4] Περὶ μνήμης καὶ τοῦ μνημονεύειν λεκτέον τί ἐστι καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν γίγνεται καὶ τίνι τῶν τῆς ψυχῆς μορίων συμβαίνει τοῦτο τὸ πάθος καὶ τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι· οὐ γὰρ οἱ αὐτοί εἰσι μνημονικοὶ καὶ ἀναμνηστικοί͵ ἀλλ΄ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μνημονικώτεροι μὲν οἱ βραδεῖς͵ ἀναμνηστικώτεροι δὲ οἱ ταχεῖς καὶ εὐμαθεῖς. Ross. τεχνικώτατος δ΄ ἐστὶ κριτὴς ἐνυπνίων ὅστις δύναται τὰς ὁμοιότητας θεωρεῖν· τὰς γὰρ εὐθυονειρίας κρίνειν παντός ἐστιν.αἰσθάνον ται͵ οὕτω καὶ τῶν κινήσεων· αἱ γὰρ τῶν γνωρίμων γνωριμώτεραι. ἡ γὰρ κίνησις ἐκκόπτει τὴν εὐθυονειρίαν. λέγω δὲ τὰς ὁμοιότητας͵ ὅτι παραπλήσια συμβαίνει τὰ φαντάσματα τοῖς ἐν τοῖς ὕδασιν εἰδώλοις͵ καθάπερ καὶ πρότερον εἴπομεν. ἡ δὲ μνήμη τοῦ γενομένου· τὸ δὲ παρὸν ὅτε πάρεστιν͵ οἷον τοδὶ τὸ λευκὸν ὅτε ὁρᾷ͵ οὐδεὶς ἂν φαίη μνημονεύειν͵ οὐδὲ τὸ θεωρούμενον͵ ὅτε θεωρῶν τυγχάνει καὶ νοῶν͵ ἀλλὰ τὸ μὲν αἰσθάνεσθαί φησι͵ τὸ δ΄ ἐπίστασθαι μόνον· ὅταν δ΄ ἄνευ τῶν ἔργων σχῇ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν αἴσθησιν͵ οὕτω μέμνηται [τὰς τοῦ τριγώνου ὅτι δύο ὀρθαῖς ἴσαι]͵ τὸ μὲν ὅτι ἔμαθεν ἢ ἐθεώρησεν͵ τὸ δὲ ὅτι ἤκουσεν ἢ εἶδεν ἤ τι τοι οῦτον· ἀεὶ γὰρ ὅταν ἐνεργῇ κατὰ τὸ μνημονεύειν͵ οὕτως ἐν τῇ ψυχῇ λέγει͵ ὅτι πρότερον τοῦτο ἤκουσεν ἢ ᾔσθετο ἢ ἐνόησεν. D.
δῆλον γὰρ ὅτι δεῖ νοῆσαι τοιοῦτον τὸ γιγνόμενον διὰ τῆς αἰσθήσεως ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ μορίῳ τοῦ σώματος τῷ ἔχοντι αὐτήνοἷον ζωγράφημά τι [τὸ πάθος] οὗ φαμεν τὴν ἕξιν μνήμην εἶναι· ἡ γὰρ γιγνομένη κίνησις ἐνσημαίνεται οἷον τύπον τινὰ τοῦ αἰσθήματος͵ καθάπερ οἱ σφραγιζόμενοι τοῖς δακτυλίοις. ἀπορήσειε δ΄ ἄν τις πῶς ποτε τοῦ μὲν πάθους παρόντος τοῦ δὲ πράγματος ἀπόντος μνημονεύεται τὸ μὴ παρόν. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ λίαν ταχεῖς καὶ οἱ λίαν βραδεῖς οὐδέτεροι φαίνονται μνήμονες· οἱ μὲν γάρ εἰσιν ὑγρότεροι τοῦ δέοντος͵ οἱ δὲ σκληρότεροι· τοῖς μὲν οὖν οὐ μένει τὸ φάντασμα ἐν τῇ ψυχῇ͵ τῶν δ΄ οὐχ ἅπτεται. διόπερ οἵ τε σφόδρα νέοι καὶ οἱ γέροντες ἀμνήμονές εἰσιν· ῥέουσι γὰρ οἱ μὲν διὰ τὴν αὔξησιν͵ οἱ δὲ διὰ τὴν φθίσιν. ἀλλ΄ εἰ δὴ τοιοῦτόν ἐστι τὸ συμβαῖνον περὶ τὴν μνήμην͵ πότερον τοῦτο μνημονεύει τὸ πάθος͵ ἢ ἐκεῖνο ἀφ΄ οὗ ἐγένετο; εἰ μὲν γὰρ τοῦτο͵ τῶν ἀπόντων οὐδὲν ἂν μνημονεύοιμεν· εἰ δ΄ ἐκεῖνο͵ πῶς αἰσθανόμενοι τοῦτο μνημονεύομεν οὗ μὴ αἰσθανόμεθα͵ τὸ ἀπόν; εἴ τ΄ ἐστὶν ὅμοιον ὥσπερ τύπος ἢ γραφὴ ἐν ἡμῖν͵ ἡ τούτου αἴσθησις διὰ τί ἂν εἴη μνήμη ἑτέρου͵ ἀλλ΄ οὐκ αὐτοῦ τούτου; ὁ γὰρ ἐνεργῶν τῇ μνήμῃ θεωρεῖ τὸ πάθος τοῦτο καὶ αἰσθάνεται τούτου. εἰ δὲ τῶν νοητικῶν τι μορίων ἦν͵ οὐκ ἂν ὑπῆρχε πολλοῖς τῶν ἄλλων ζῴων͵ ἴσως δ΄ οὐδενὶ τῶν ἀνοήτων͵ ἐπεὶ οὐδὲ νῦν πᾶσι διὰ τὸ μὴ πάντα χρόνου αἴσθησιν ἔχειν· ἀεὶ γὰρ ὅταν ἐνεργῇ τῇ μνήμῃ͵ καθάπερ καὶ πρότερον εἴπομεν͵ ὅτι εἶδε τοῦτο ἢ ἤκουσεν ἢ ἔμαθε͵ προσαισθάνεται ὅτι πρότερον· τὸ δὲ πρότερον καὶ ὕστερον ἐν χρόνῳ ἐστίν. διὸ καὶ τοῖς [450b] μὲν ἐν κινήσει πολλῇ διὰ πάθος ἢ δι΄ ἡλικίαν οὖσιν οὐ γίγνεται μνήμη͵ καθάπερ ἂν εἰς ὕδωρ ῥέον ἐμπιπτούσης τῆς κι νήσεως καὶ τῆς σφραγῖδος· τοῖς δὲ διὰ τὸ ψήχεσθαι͵ καθάπερ τὰ παλαιὰ τῶν οἰκοδομημάτων͵ καὶ διὰ σκληρότητα τοῦ δεχομένου τὸ πάθος οὐκ ἐγγίγνεται ὁ τύπος.τούτῳ ᾧ αἰσθάνεται. ἐπεὶ δὲ περὶ φαντασίας εἴρηται πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς͵ καὶ νοεῖν οὐκ ἔστιν ἄνευ φαντάσματος [450a] συμβαίνει γὰρ τὸ αὐτὸ πάθος ἐν τῷ νοεῖν ὅπερ καὶ ἐν τῷ διαγράφειν· ἐκεῖ τε γὰρ οὐθὲν προσχρώμενοι τῷ τὸ ποσὸν ὡρισμένον εἶναι τοῦ τριγώνου͵ ὅμως γράφομεν ὡρισμένον κατὰ τὸ ποσόν͵ καὶ ὁ νοῶν ὡσαύτως͵ κἂν μὴ ποσὸν νοῇ͵ τίθεται πρὸ ὀμμάτων ποσόν͵ νοεῖ δ΄ οὐχ ᾗ ποσόν· ἂν δ΄ ἡ φύσις ᾖ τῶν ποσῶν͵ ἀορίστων δέ͵ τίθεται μὲν ποσὸν ὡρισμένον͵ νοεῖ δ΄ ᾗ ποσὸν μόνονδιὰ τίνα μὲν οὖν αἰτίαν οὐκ ἐν δέχεται νοεῖν οὐδὲν ἄνευ συνεχοῦς͵ οὐδ΄ ἄνευ χρόνου τὰ μὴ ἐν χρόνῳ ὄντα͵ ἄλλος λόγος· μέγεθος δ΄ ἀναγκαῖον γνωρίζειν καὶ κίνησιν ᾧ καὶ χρόνον· [καὶ τὸ φάντασμα τῆς κοινῆς αἰσθήσεως πάθος ἐστίν] ὥστε φανερὸν ὅτι τῷ πρώτῳ αἰσθητικῷ τούτων ἡ γνῶσίς ἐστιν· ἡ δὲ μνήμη͵ καὶ ἡ τῶν νοητῶν͵ οὐκ ἄνευ φαντάσματός ἐστιν͵ καὶ τὸ φάντασμα τῆς κοινῆς αἰσθήσεως πάθος ἐστίν· ὥστε τοῦ νοῦ μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ἂν εἴη͵ καθ΄ αὑτὸ δὲ τοῦ πρώτου αἰσθητικοῦ. τίνος μὲν οὖν τῶν τῆς ψυχῆς ἐστι μνήμη͵ φανερόν͵ ὅτι οὗπερ καὶ ἡ φαντασία· καί ἐστι μνημονευτὰ καθ΄ αὑτὰ μὲν ὧν ἐστι φαντασία͵ κατὰ συμβεβηκὸς δὲ ὅσα μὴ ἄνευ φαντασίας. πῶς οὖν τὸ μὴ παρὸν μνημονεύσει; εἴη γὰρ ἂν καὶ ὁρᾶν τὸ μὴ παρὸν καὶ . διὸ καὶ ἑτέροις τισὶν ὑπάρχει τῶν ζῴων͵ καὶ οὐ μόνον ἀνθρώποις καὶ τοῖς ἔχουσι δόξαν ἢ φρόνησιν.
οὐδὲ δὴ ταῦτα ἁπλῶς͵ ἐὰν ἔμπροσθεν ὑπάρξαντα πάλιν ἐγγένηται͵ ἀλλ΄ ἔστιν ὡς͵ ἔστι δ΄ ὡς οὔ. οὔτε γὰρ μνήμης ἐστὶν ἀνάληψις ἡ ἀνάμνησις οὔτε λῆψις· ὅταν γὰρ τὸ πρῶτον μάθῃ ἢ πάθῃ͵ οὔτ΄ ἀναλαμβάνει μνήμην οὐδεμίαν (οὐδεμία γὰρ προγέγονεν) οὔτ΄ ἐξ ἀρχῆς λαμβάνει· ὅταν γὰρ ἐγγένηται ἡ ἕξις ἢ τὸ πάθος͵ τότε μνήμη ἐστίν͵ ὥστε μετὰ τοῦ πάθους ἐγγινομένου οὐκ ἐγγίνεται. ᾗ μὲν οὖν καθ΄ αὑτό͵ θεώρημα ἢ φάντασμά ἐστιν͵ ᾗ δ΄ ἄλλου͵ οἷον εἰκὼν καὶ μνημόνευμα. ἢ ἔστιν ὡς ἐνδέχεται καὶ συμβαίνειν τοῦτο; οἷον γὰρ τὸ ἐν πίνακι γεγραμμένον ζῷον καὶ ζῷόν ἐστι καὶ εἰ κών͵ καὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἓν τοῦτ΄ ἐστὶν ἄμφω͵ τὸ μέντοι εἶναι οὐ ταὐτὸν ἀμφοῖν͵ καὶ ἔστι θεωρεῖν καὶ ὡς ζῷον καὶ ὡς εἰκόνα͵ οὕτω καὶ τὸ ἐν ἡμῖν φάντασμα δεῖ ὑπολαβεῖν καὶ αὐτό τι καθ΄ αὑτὸ εἶναι καὶ ἄλλου [φάντασμα]. ἔτι δὲ φανερὸν [451b] ὅτι μνημονεύειν ἔστι μὴ νῦν ἀναμνησθέντα͵ ἀλλ΄ ἐξ ἀρχῆς αἰσθόμενον ἢ παθόντα· ἀλλ΄ ὅταν ἀναλαμβάνῃ ἣν πρότερον εἶχεν ἐπιστήμην ἢ αἴσθησιν ἢ οὗ ποτε τὴν ἕξιν ἐλέγομεν μνήμην͵ τοῦτ΄ ἐστὶ καὶ τότε τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι τῶν εἰρημένων τι͵ τῷ δὲ μνημονεύειν συμβαίνει καὶ μνήμην ἀκολουθεῖν. ὥστε καὶ ὅταν ἐνεργῇ ἡ κίνησις αὐτοῦ͵ ἂν μὲν ᾗ καθ΄ αὑτό ἐστι͵ ταύτῃ αἰσθάνηται ἡ ψυχὴ αὐτοῦ͵ οἷον νόημά τι ἢ φάντασμα φαίνεται ἐπελθεῖν· ἂν δ΄ ᾗ ἄλλου καὶ ὥσπερ ἐν τῇ γραφῇ ὡς εἰκόνα θεωρεῖ καί͵ μὴ ἑωρακὼς τὸν Κορίσκον͵ ὡς Κορίσκου͵ ἐνταῦθά τε ἄλλο τὸ πάθος τῆς θεωρίας ταύτης καὶ ὅταν ὡς ζῷον γεγραμμένον [451a] θεωρῇ͵ ἔν τε τῇ ψυχῇ τὸ μὲν γίγνεται ὥσπερ νόημα μόνον͵ τὸ δ΄ ὡς ἐκεῖ ὅτι εἰκών͵ μνημόνευμα. τοῦτο δὲ γίγνεται ὅταν τις τὴν μὴ εἰκόνα ὡς εἰκόνα θεωρῇ.ἀκούειν. ἔτι δ΄ ὅτε τὸ πρῶτον ἐγγέγονε τῷ ἀτόμῳ καὶ ἐσχάτῳ͵ τὸ μὲν πάθος ἐνυπάρχει ἤδη τῷ παθόντι καὶ ἡ ἐπιστήμη͵ εἰ δεῖ καλεῖν ἐπιστήμην τὴν ἕξιν ἢ τὸ πάθος (οὐθὲν δὲ κωλύει κατὰ συμβεβηκὸς καὶ μνημονεύειν ἔνια ὧν ἐπιστάμεθα)· τὸ δὲ μνημονεύειν καθ΄ αὑτὸ οὐχ ὑπάρχει πρὶν χρονισθῆναι· μνημονεύει γὰρ νῦν ὃ εἶδεν ἢ ἔπαθε πρότερον͵ οὐχ ὃ νῦν ἔπαθε͵ νῦν μνημονεύει. τί μὲν οὖν ἐστι μνήμη καὶ τὸ μνημονεύειν͵ εἴρηται͵ ὅτι φαντάσματος͵ ὡς εἰκόνος οὗ φάντασμα͵ ἕξις͵ καὶ τίνος μορίου τῶν ἐν ἡμῖν͵ ὅτι τοῦ πρώτου αἰσθητικοῦ καὶ ᾧ χρόνου αἰσθανόμεθα. Περὶ δὲ τοῦ ἀναμιμνήσκεσθαι λοιπὸν εἰπεῖν. δὶς γὰρ μαθεῖν καὶ εὑρεῖν ἐνδέχεται τὸν αὐτὸν τὸ αὐτό· δεῖ οὖν διαφέρειν τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι τούτων͵ καὶ ἐνούσης πλείονος ἀρχῆς ἢ ἐξ ἧς μανθάνουσιν ἀναμιμνήσκεσθαι. τοῦτο δὲ συμβαίνει͵ ὅταν θεωρῶν ὡς αὐτὸ μεταβάλλῃ καὶ θεωρῇ ὡς ἄλλου. αἱ δὲ μελέται τὴν μνήμην σῴζουσι τῷ ἐπαναμιμνήσκειν· τοῦτο δ΄ ἐστὶν οὐδὲν ἕτερον ἢ τὸ θεωρεῖν πολλά κις ὡς εἰκόνα καὶ μὴ ὡς καθ΄ αὑτό. . πρῶτον μὲν οὖν ὅσα ἐν τοῖς ἐπιχειρηματικοῖς λόγοις ἐστὶν ἀληθῆ͵ δεῖ τι θέναι ὡς ὑπάρχοντα. καὶ διὰ τοῦτο ἐνίοτ΄ οὐκ ἴσμεν͵ ἐγγινομένων ἡμῖν ἐν τῇ ψυχῇ τοιούτων κινήσεων ἀπὸ τοῦ αἰσθέσθαι πρότερον͵ εἰ κατὰ τὸ ᾐσθῆσθαι συμβαίνει͵ καὶ εἰ ἔστι μνήμη ἢ οὔ͵ διστάζομεν· ὁτὲ δὲ συμβαίνει ἐννοῆσαι καὶ ἀναμνησθῆναι ὅτι ἠκούσαμέν τι πρότερον ἢ εἴδομεν. γίγνεται δὲ καὶ τοὐναντίον͵ οἷον συνέβη Ἀντιφέροντι τῷ Ὠρείτῃ καὶ ἄλλοις ἐξισταμένοις· τὰ γὰρ φαντάσματα ἔλεγον ὡς γενόμενα καὶ ὡς μνημονεύοντες.
[λέγω δὲ τὸ ἐφεξῆς οὐ προζητήσας οὐδ΄ ἀναμνησθείς. ἐπεὶ δ΄ ὥσπερ [452b] ἐν τοῖς φύσει γίγνεται καὶ παρὰ φύσιν καὶ ἀπὸ τύχης͵ ἔτι μᾶλλον ἐν τοῖς δι΄ ἔθος͵ οἷς ἡ φύσις γε μὴ ὁμοίως ὑπάρχει͵ ὥστε κινηθῆναι ἐνίοτε . δεῖ δὲ λαβέσθαι ἀρχῆς· διὸ ἀπὸ τόπων δοκοῦσιν ἀναμιμνήσκεσθαι ἐνίοτε. εἰ δὲ μὴ τούτων τι ἐζήτει͵ ἐπὶ τὸ Γ ἐλθὼν μνησθήσεται͵ εἰ τὸ Α ἢ τὸ Β ἐπιζητεῖ͵ εἰ δὲ μή͵ ἐπὶ τὸ Η· καὶ οὕτως ἀεί. διὰ τοῦτο γίγνεται ἡ ἀνάμνησις· αἱ γὰρ κινήσεις τούτων τῶν μὲν αἱ αὐταί͵ τῶν δ΄ ἅμα͵ τῶν δὲ μέρος ἔχουσιν͵ ὥστε τὸ λοιπὸν μικρὸν ὃ ἐκινήθη μετ΄ ἐκεῖνο. τοῦτο δὲ γίγνεται κινοῦντι πολλά͵ ἕως ἂν τοιαύτην κινήσῃ κίνησιν ᾗ ἀκολουθήσει τὸ πρᾶγμα. ὅταν δὲ μή͵ ἀλλὰ δι΄ ἄλλου͵ οὐκέτι μέμνηται. διὸ ἃ πολλάκις ἐννοοῦμεν͵ ταχὺ ἀναμιμνησκόμεθα· ὥσπερ γὰρ φύσει τόδε μετὰ τόδε ἐστίν͵ οὕτω καὶ ἐνεργείᾳ· τὸ δὲ πολλάκις φύσιν ποιεῖ. οὐδὲν δὲ δεῖ σκοπεῖν τὰ πόρρω͵ πῶς μεμνήμεθα͵ ἀλλὰ τὰ σύνεγγυς· δῆλον γὰρ ὅτι ὁ αὐτός ἐστι τρόπος. τὸ δ΄ αἴτιον ὅτι ταχὺ ἀπ΄ ἄλλου ἐπ΄ ἄλλο ἔρχονται͵ οἷον ἀπὸ γάλακτος ἐπὶ λευκόν͵ ἀπὸ λευκοῦ δ΄ ἐπ΄ ἀέρα͵ καὶ ἀπὸ τούτου ἐφ΄ ὑγρόν͵ ἀφ΄ οὗ ἐμνήσθη μετοπώρου͵ ταύτην ἐπιζητῶν τὴν ὥραν. τὸ γὰρ μεμνῆσθαί ἐστι τὸ ἐνεῖναι δύναμιν τὴν κινοῦσαν· τοῦτο δέ͵ ὥστ΄ ἐξ αὑτοῦ καὶ ὧν ἔχει κινήσεων κινηθῆναι͵ ὥσπερ εἴρηται. ἐὰν οὖν διὰ πολλοῦ κινηθῇ͵ ἐπὶ τὸ συνηθέστερον κινεῖται· ὥσπερ γὰρ φύσις ἤδη τὸ ἔθος. πολλάκις δ΄ ἤδη μὲν ἀδυνατεῖ ἀναμνησθῆναι͵ ζητῶν δὲ δύναται καὶ εὑρίσκει.] τῷ γὰρ ἔθει ἀκολουθοῦσιν αἱ κινήσεις ἀλλήλαις͵ ἥδε μετὰ τήνδε͵ καὶ ὅταν τοίνυν ἀναμιμνήσκεσθαι βούληται͵ τοῦτο ποιήσει· ζητήσει λαβεῖν ἀρχὴν κινήσεως͵ μεθ΄ ἣν ἐκείνη ἔσται. συμβαίνει δ΄ ἐνίας ἅπαξ ἐθισθῆναι μᾶλλον ἢ ἑτέρας πολλάκις κινουμένους· διὸ ἔνια ἅπαξ ἰδόντες μᾶλλον μνημονεύομεν ἢ ἕτερα πολλάκις. καὶ ἔστιν εὐμνημόνευτα ὅσα τάξιν τινὰ ἔχει͵ ὥσπερ τὰ μαθήματα· τὰ δὲ φαύλως καὶ χαλεπῶς. καὶ τούτῳ διαφέρει τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι τοῦ πάλιν μανθάνειν͵ ὅτι δυνήσεταί πως δι΄ αὑτοῦ κινηθῆναι ἐπὶ τὸ μετὰ τὴν ἀρχήν. διὸ καὶ τὸ ἐφεξῆς θηρεύομεν νοήσαντες ἀπὸ τοῦ νῦν ἢ ἄλλου τινός͵ καὶ ἀφ΄ ὁμοίου ἢ ἐναντίου ἢ τοῦ σύνεγγυς. ὅταν οὖν ἀναμιμνησκώμεθα͵ κινούμεθα τῶν προτέρων τινὰ κινήσεων͵ ἕως ἂν κινηθῶμεν μεθ΄ ἣν ἐκείνη εἴωθεν.συμβαίνουσι δ΄ αἱ ἀναμνήσεις ἐπειδὴ πέφυκεν ἡ κίνησις ἥδε γενέσθαι μετὰ τήνδε· εἰ μὲν ἐξ ἀνάγκης͵ δῆλον ὡς ὅταν ἐκείνην κινηθῇ͵ τήνδε κινηθήσεται· εἰ δὲ μὴ ἐξ ἀνάγκης ἀλλ΄ ἔθει͵ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κινηθήσεται. διὸ τάχιστα καὶ κάλλιστα [452a] γίνονται ἀπ΄ ἀρχῆς αἱ ἀναμνήσεις· ὡς γὰρ ἔχουσι τὰ πράγμα τα πρὸς ἄλληλα τῷ ἐφεξῆς͵ οὕτω καὶ αἱ κινήσεις. ἔοικε δὲ καθόλου ἀρχῇ καὶ τὸ μέσον πάντων· εἰ γὰρ μὴ πρότερον͵ ὅταν ἐπὶ τοῦτο ἔλθῃ μνησθήσεται͵ ἢ οὐκέτ΄ οὐδὲ ἄλλοθεν͵ οἷον εἴ τις νοήσειεν ἐφ΄ ὧν Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι· εἰ γὰρ μὴ ἐπὶ τοῦ Ι μέμνηται͵ ἐπὶ τοῦ Ε μνησθήσεται· ἐντεῦθεν γὰρ ἐπ΄ ἄμφω κινηθῆναι ἐνδέχεται͵ καὶ ἐπὶ τὸ Δ καὶ ἐπὶ τὸ Ζ. τοῦ δ΄ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐνίοτε μὲν μνησθῆναι͵ ἐνίοτε δὲ μή͵ αἴτιον ὅτι ἐπὶ πλείω ἐνδέχεται κινηθῆναι ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς͵ οἷον ἀπὸ τοῦ Γ ἐπὶ τὸ Β ἢ τὸ Δ. ζητοῦσι μὲν οὖν οὕτω͵ καὶ μὴ ζητοῦντες δ΄ οὕτως ἀναμιμνήσκονται͵ ὅταν μεθ΄ ἑτέραν κίνησιν ἐκείνη γένηται· ὡς δὲ τὰ πολλὰ ἑτέρων γενομένων κινήσεων οἵων εἴπομεν ἐγένετο ἐκείνη.
τί οὖν μᾶλλον τὴν Γ Δ ἢ τὴν Ζ Η ποιεῖ; ἢ ὡς ἡ Α Γ πρὸς τὴν Α Β ἔχει͵ οὕτως ἡ Θ πρὸς τὴν Ι ἔχει; ταύτας οὖν ἅμα κινεῖται. εἰώθασι δὲ λέγειν ὅτι μέμνηνται μέν͵ πότε μέντοι οὐκ ἴσασιν͵ ὅταν μὴ γνωρίζωσι τοῦ πότε τὸ ποσὸν μέτρῳ. ὅταν οὖν ἅμα ἥ τε τοῦ πράγματος γίγνηται κίνησις καὶ ἡ τοῦ χρόνου͵ τότε τῇ μνήμῃ ἐνεργεῖ. αἴτιον δὲ τοῦ μὴ ἐπ΄ αὐτοῖς εἶναι [τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι]͵ ὅτι καθάπερ τοῖς βάλλουσιν οὐκέτι ἐπ΄ αὐτοῖς τὸ στῆσαι͵ οὕτως καὶ ὁ ἀναμιμνησκόμενος καὶ θηρεύων σωματικόν τι κινεῖ͵ ἐν ᾧ τὸ πάθος. ὅτι μὲν οὖν οὐχ οἱ αὐτοὶ μνημονικοὶ καὶ ἀναμνηστικοί͵ ἐν τοῖς πρότερον εἴρηται. ὅτι δ΄ ἐστὶ σωματικόν τι τὸ πάθος͵ καὶ ἡ ἀνάμνησις ζήτησις ἐν τοιούτῳ φαντάσματος͵ σημεῖον τὸ παρενοχλεῖν ἐνίους ἐπειδὰν μὴ δύνωνται ἀναμνησθῆναι καὶ πάνυ ἐπέχοντες τὴν διάνοιαν͵ καὶ οὐκέτ΄ ἐπιχειροῦντας ἀναμιμνήσκεσθαι οὐδὲν ἧττον͵ καὶ μάλιστα τοὺς μελαγχολικούς· τούτους γὰρ φαντάσματα κινεῖ μάλιστα. τὸ δὲ μέγιστον͵ γνωρίζειν δεῖ τὸν χρόνον͵ ἢ μέτρῳ ἢ ἀορίστως. τὸ μὲν οὖν ἀναμιμνήσκεσθαι τοῦτον συμβαίνει τὸν τρόπον.κἀκεῖ καὶ ἄλλως͵ ἄλλως τε καὶ ὅταν ἀφέλκῃ τι ἐκεῖθεν αὐτόσε πῃ͵ διὰ τοῦτο καὶ ὅταν δέῃ ὄνομα μνημονεῦσαι͵ παρόμοιον εἰ ἴσμεν͵ εἰς ἐκεῖνο σολοικίζομεν. διαφέρει δὲ τοῦ μνημονεύειν τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι οὐ μόνον κατὰ τὸν χρόνον͵ ἀλλ΄ ὅτι τοῦ μὲν μνημονεύειν καὶ τῶν ἄλλων ζῴων μετέχει πολλά͵ τοῦ δ΄ ἀναμιμνήσκεσθαι οὐδὲν ὡς εἰπεῖν τῶν γνωριζομένων ζῴων͵ πλὴν ἄνθρωπος. ἐνεργοῦντα δὲ τῇ μνήμῃ μὴ οἴεσθαι ἀλλὰ λανθάνειν μεμνημένον οὐκ ἔστιν· τοῦτο γὰρ ἦν αὐτὸ τὸ μεμνῆσθαι. μάλιστα δ΄ ἐνοχλοῦνται οἷς ἂν ὑγρότης τύχῃ ὑπάρχουσα περὶ τὸν αἰσθητικὸν τόπον· οὐ γὰρ ῥᾳδίως παύεται κινηθεῖσα͵ ἕως ἂν ἐπανέλθῃ τὸ ζητούμενον καὶ εὐθυπορήσῃ ἡ κίνησις. τοῦτο δ΄ οἷς καὶ τὸ βουλευτικὸν ὑπάρχει͵ φύσει μόνοις συμβέβηκεν· καὶ γὰρ τὸ βουλεύεσθαι συλλογισμός τίς ἐστιν. ἡ δὲ τοῦ χρόνου διττή ἐστιν· ὁτὲ μὲν γὰρ μέτρῳ οὐ μέμνηται αὐτόν͵ [453a] οἷον ὅτι τρίτῃ ἡμέρᾳ ὁδήποτε ἐποίησεν͵ ὁτὲ δὲ καὶ μέτρῳ· ἀλλὰ μέμνηται καὶ ἐὰν μὴ μέτρῳ. ὥσπερ οὖν εἰ τὴν Α Β Β Ε κινεῖται͵ ποιεῖ τὴν Γ Δ· ἀνάλογον γὰρ ἡ Α Γ καὶ ἡ Γ Δ. ἂν δὲ τὴν Ζ Η βούληται νοῆσαι͵ τὴν μὲν Β Ε ὁμοίως νοεῖ͵ ἀντὶ δὲ τῶν Θ Ι τὰς Κ Λ νοεῖ· αὗται γὰρ ἔχουσιν ὡς Ζ Α πρὸς Β Α. ἔστι δ΄ ἴσως ὥσπερ καὶ τοῖς εἴδεσιν ἀνάλογον λαβεῖν ἄλλο ἐν αὑτῷ͵ οὕτως καὶ τοῖς ἀποστήμασιν. διὸ καὶ ὀργαὶ καὶ φόβοι͵ ὅταν τι κινήσωσιν͵ ἀντικινούντων πάλιν τούτων οὐ . ἔστω δέ τι ᾧ κρίνει τὸν πλείω καὶ ἐλάττω· εὔλογον δ΄ ὥσπερ τὰ μεγέθη· νοεῖ γὰρ τὰ μεγάλα καὶ πόρρω οὐ τῷ ἀποτείνειν ἐκεῖ τὴν διάνοιαν ὥσπερ τὴν ὄψιν φασί τινες (καὶ γὰρ μὴ ὄντων ὁμοίως νοήσει)͵ ἀλλὰ τῇ ἀνάλογον κινήσει· ἔστι γὰρ ἐν αὐτῇ τὰ ὅμοια σχήματα καὶ κινήσεις. τίνι οὖν διοίσει͵ ὅταν τὰ μείζω νοῇ͵ ὅτι ἐκεῖνα νοεῖ ἢ τὰ ἐλάττω; πάντα γὰρ τὰ ἐντὸς ἐλάττω͵ καὶ ἀνὰλόγον [καὶ τὰ ἐκτός]. ἂν δ΄ οἴηται μὴ ποιῶν͵ οἴε ται μνημονεύειν· οὐθὲν γὰρ κωλύει διαψευσθῆναί τινα καὶ δοκεῖν μνημονεύειν μὴ μνημονεύοντα. αἴτιον δ΄ ὅτι τὸ ἀναμιμνήσκεσθαί ἐστιν οἷον συλλογισμός τις· ὅτι γὰρ πρότερον εἶδεν ἢ ἤκουσεν ἤ τι τοιοῦτον ἔπαθε͵ συλλογίζεται ὁ ἀναμιμνησκόμενος͵ καὶ ἔστιν οἷον ζήτησίς τις. ἀλλ΄ ἐὰν ἡ τοῦ πράγματος γένηται χωρὶς τῆς τοῦ χρόνου ἢ αὕτη ἐκείνης͵ οὐ μέμνηται.
εἰσὶ δὲ καὶ οἱ τὰ ἄνω μείζω ἔχοντες καὶ οἱ [453b] νανώδεις ἀμνημονέστεροι τῶν ἐναντίων διὰ τὸ πολὺ βάρος ἔχειν ἐπὶ τῷ αἰσθητικῷ͵ καὶ μήτ΄ ἐξ ἀρχῆς τὰς κινήσεις δύνασθαι ἐμμένειν ἀλλὰ διαλύεσθαι μήτ΄ ἐν τῷ ἀναμιμνήσκεσθαι ῥᾳδίως εὐθυπορεῖν. ἔχει δ΄ ἐναντίως τοῖς φυτοῖς τοῦτο καὶ τοῖς ζῴοις· τῷ μὲν γὰρ ἀνθρώπῳ διὰ τὴν ὀρθότητα μάλιστα ὑπάρχει τοῦτο τῶν ζῴων͵ τὸ ἔχειν τὸ ἄνω μόριον πρὸς τὸ τοῦ παντὸς ἄνω͵ τοῖς δ΄ ἄλλοις μεταξύ· τοῖς δὲ φυτοῖς ἀκινήτοις οὖσι . οἱ δὲ πάμπαν νέοι καὶ λίαν γέρον τες ἀμνήμονες διὰ τὴν κίνησιν· οἱ μὲν γὰρ ἐν φθίσει͵ οἱ δ΄ ἐν αὐξήσει πολλῇ εἰσίν· ἔτι δὲ τά γε παιδία καὶ νανώδη ἐστὶ μέχρι πόρρω τῆς ἡλικίας. καὶ ἔοικε τὸ πάθος τοῖς ὀνόμασι καὶ μέλεσι καὶ λόγοις͵ ὅταν διὰ στόματος γένηταί τι αὐτῶν σφόδρα· παυσαμένοις γὰρ καὶ οὐ βουλομένοις ἐπέρχεται πάλιν ᾄδειν ἢ λέγειν. Ross. D. ἐπεὶ δὲ περὶ ψυχῆς ἐν ἑτέροις διώρισται͵ καὶ δῆλον ὅτι οὐχ οἷόν τ΄ εἶναι σῶμα τὴν οὐσίαν αὐτῆς͵ ἀλλ΄ ὅμως ὅτι γ΄ ἔν τινι τοῦ σώματος ὑπάρχει μορίῳ φανερόν͵ καὶ ἐν τούτῳ τινὶ τῶν ἐχόντων δύναμιν ἐν τοῖς μορίοις͵ τὰ μὲν οὖν ἄλλα τῆς ψυχῆς ἢ μόρια ἢ δυνάμεις͵ ὁποτέρως ποτὲ δεῖ καλεῖν͵ ἀφείσθω τὰ νῦν· ὅσα δὲ ζῷα λέγεται καὶ ζῆν͵ ἐν μὲν τοῖς ἀμφοτέρων τούτων τετυχηκόσι (λέγω δ΄ ἀμφοτέρων τοῦ τε ζῷον εἶναι καὶ τοῦ ζῆν) ἀνάγκη ταὐτὸν εἶναι καὶ ἓν μόριον καθ΄ ὅ τε ζῇ καὶ καθ΄ ὃ προσαγορεύομεν αὐτὸ ζῷον· τὸ μὲν γὰρ ζῷον ᾗ ζῷον ἀδύνατον μὴ ζῆν· ᾗ δὲ ζῇ͵ ταύτῃ ζῷον ὑπάρχειν οὐκ ἀναγκαῖον· τὰ γὰρ φυτὰ ζῇ μέν͵ οὐκ ἔχει δ΄ αἴσθησιν͵ τῷ δ΄ αἰσθάνεσθαι τὸ ζῷον πρὸς τὸ μὴ ζῷον διορίζομεν. περὶ μὲν οὖν μνήμης καὶ τοῦ μνημονεύειν͵ τίς ἡ φύσις αὐτῶν καὶ τίνι τῶν τῆς ψυχῆς μνημονεύει τὰ ζῷα͵ καὶ περὶ τοῦ ἀναμιμνήσκεσθαι͵ τί ἐστι καὶ πῶς γίγνεται καὶ διὰ τίνας αἰτίας͵ εἴρηται. W. Ἀριστοτέλης Περὶ Νεότητος καὶ Γήρως καὶ Ζωῆς καὶ Θανάτου [ed. ἐπεὶ οὖν τῶν ἰδίων αἰσθητηρίων ἕν τι κοινόν ἐστιν αἰσθητήριον͵ εἰς ὃ τὰς κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθήσεις ἀναγκαῖον ἀπαντᾶν͵ τοῦτο δ΄ ἂν εἴη μέσον τοῦ πρόσθεν καλουμένου καὶ ὄπισθεν (ἔμπροσθεν μὲν γὰρ λέγεται ἐφ΄ ὅ ἐστιν ἡμῖν ἡ αἴσθησις͵ ὄπισθεν δὲ τὸ ἀντικείμενον)͵ ἔτι δὲ διῃρημένου τοῦ σώματος τῶν ζώντων πάντων τῷ τ΄ ἄνω καὶ κάτω (πάντα γὰρ ἔχει τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω͵ ὥστε καὶ τὰ φυτά)͵ δῆλον ὅτι τὴν [468a] θρεπτικὴν ἀρχὴν ἔχοι ἂν ἐν μέσῳ τούτων· καθ΄ ὃ μὲν γὰρ εἰσέρχεται μόριον ἡ τροφή͵ ἄνω καλοῦμεν͵ πρὸς αὐτὸ βλέποντες ἀλλ΄ οὐ πρὸς τὸ περιέχον ὅλον͵ κάτω δὲ καθ΄ ὃ τὸ περίττωμα ἀφίησι τὸ πρῶτον.καθίστανται͵ ἀλλ΄ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀντικινοῦσιν. Oxford 1955] [467b10] Περὶ δὲ νεότητος καὶ γήρως καὶ περὶ ζωῆς καὶ θανάτου λεκτέον νῦν· ἅμα δὲ καὶ περὶ ἀναπνοῆς ἀναγκαῖον ἴσως τὰς αἰτίας εἰπεῖν· ἐνίοις γὰρ τῶν ζῴων διὰ τοῦτο συμβαίνει τὸ ζῆν καὶ τὸ μὴ ζῆν. ἀριθμῷ μὲν οὖν ἀναγκαῖον ἓν εἶναι καὶ τὸ αὐτὸ τοῦτο τὸ μόριον͵ τῷ δ΄ εἶναι πλείω καὶ ἕτερα· οὐ γὰρ ταὐτὸ τὸ ζῴῳ εἶναι καὶ τὸ ζῆν.
ἀλλὰ πρὸς τὸ σῴζεσθαι τὴν φύσιν͵ τὰ μὲν φυτὰ δύναται͵ ταῦτα δ΄ οὐ δύναται διὰ τὸ μὴ ἔχειν ὄργανα πρὸς σωτηρίαν͵ ἐνδεᾶ τ΄ εἶναι τὰ μὲν τοῦ ληψομένου τὰ δὲ τοῦ δεξομένου τὴν τροφήν͵ τὰ δ΄ ἄλλων τε καὶ τούτων ἀμφοτέρων. ἀνάλογον γάρ εἰσιν αἱ ῥίζαι τοῖς φυτοῖς καὶ τὸ καλούμενον στόμα τοῖς ζῴοις͵ δι΄ οὗ τὴν τροφὴν τὰ μὲν ἐκ τῆς γῆς λαμβάνει͵ τὰ δὲ δι΄ αὑτῶν. ἥ τε γὰρ ἐκ τῶν σπερμάτων γένεσις συμβαίνει πᾶσιν ἐκ τοῦ μέσου (διθύρων γὰρ ὄντων πάντων͵ ᾗ συμπέφυκεν καὶ τὸ μέσον ἔστιν ἑκατέρου τῶν μορίων͵ ἐντεῦθεν ὅ τε καυλὸς ἐκφύεται καὶ ἡ ῥίζα τῶν φυομένων͵ ἡ δ΄ ἀρχὴ τὸ μέσον αὐτῶν ἐστιν)͵ ἔν τε ταῖς ἐμφυτείαις καὶ ταῖς ἀποφυτείαις μάλιστα συμβαίνει τοῦτο περὶ τοὺς ὄζους· ἔστι γὰρ ἀρχή τις ὁ ὄζος τοῦ κλάδου͵ ἅμα δὲ καὶ μέσον͵ ὥστε ἢ τοῦτο ἀφαιροῦ σιν ἢ εἰς τοῦτο ἐμβάλλουσιν͵ ἵνα ἢ ὁ κλάδος ἢ αἱ ῥίζαι ἐκ τούτου γίνωνται͵ ὡς . δι΄ ἓν δ΄ αἰτίαν τὰ μὲν οὐ δύναται διαιρούμενα ζῆν͵ τὰ δ΄ ἀποφυτεύεται τῶν φυτῶν͵ ἕτερος [468b] ἔσται λόγος. ἀνάγκη δὲ καὶ τὴν θρεπτικὴν ψυχὴν ἐνεργείᾳ μὲν ἐν τοῖς ἔχουσιν εἶναι μίαν͵ δυνάμει δὲ πλείους͵ ὁμοίως δὲ καὶ τὴν αἰσθητικήν· φαίνεται γὰρ ἔχοντα αἴσθησιν τὰ διαιρούμενα αὐτῶν. Ἔτι δὲ ἐπί τε τῶν φυτῶν δῆλον καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων͵ τῶν μὲν φυτῶν τήν τ΄ ἐκ τῶν σπερμάτων γένεσιν ἐπισκοποῦσι καὶ τὰς ἐμφυτείας τε καὶ τὰς ἀποφυτείας. ὅσα δ΄ αὐτῶν ἐστι πορευτικά͵ πρόσκειται καὶ μόρια τὰ πρὸς ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν͵ οἷς τὸ πᾶν οἴσουσι κύτος͵ σκέλη τε καὶ πόδες καὶ τὰ τούτοις ἔχοντα τὴν αὐτὴν δύναμιν.καὶ λαμβάνουσιν ἐκ τῆς γῆς τὴν τροφὴν ἀναγκαῖον ἀεὶ κάτω τοῦτ΄ ἔχειν τὸ μόριον. διὸ καὶ μικρὰν αἴσθησιν ἔνια ποιεῖ διαιρούμενα τῶν μορίων ὅτι ἔχει τι ψυχικὸν πάθος· χωριζομένων γὰρ τῶν σπλάγχνων ποιεῖται κίνησιν͵ οἷον καὶ αἱ χελῶναι τῆς καρδίας ἀφῃρημένης. τὸ δὲ τοιοῦτον μόριον ἐνεργείᾳ μὲν ἔχει ἕν͵ δυνάμει δὲ πλείω· τὸν αὐτὸν γὰρ συνέστηκε τοῖς φυτοῖς τρόπον· καὶ γὰρ τὰ φυτὰ διαιρούμενα ζῇ χωρίς͵ καὶ γίνεται πολλὰ ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς δένδρα. ἐοίκασι γὰρ τὰ τοιαῦτα τῶν ζῴων πολλοῖς ζῴοις συμπεφυκόσιν (τὰ δ΄ ἄριστα συνεστηκότα τοῦτ΄ οὐ πάσχει τῶν ζῴων διὰ τὸ εἶναι τὴν φύσιν αὐτῶν ὡς ἐνδέχεται μάλιστα μίαν). ἀλλ΄ ὁμοίως ἔχει κατά γε τοῦτο τά τε φυτὰ καὶ τὸ τῶν ἐντόμων γένος. ἀλλ΄ ἥ γε τῆς θρεπτικῆς ἀρχὴ ψυχῆς ἐν τῷ μέσῳ τῶν τριῶν μορίων καὶ κατὰ τὴν αἴσθησιν οὖσα φαίνεται καὶ κατὰ τὸν λόγον· πολλὰ γὰρ τῶν ζῴων ἀφαιρουμένου ἑκατέρου τῶν μορίων͵ τῆς τε καλουμένης κεφαλῆς καὶ τοῦ δεκτικοῦ τῆς τροφῆς͵ ζῇ μεθ΄ οὗπερ ἂν ᾖ τὸ μέσον. δῆλον δ΄ ἐπὶ τῶν ἐντόμων͵ οἷον σφηκῶν τε καὶ μελιττῶν͵ τοῦτο συμβαῖνον· καὶ τῶν μὴ ἐντόμων δὲ πολλὰ διαιρούμενα δύναται ζῆν διὰ τὸ θρεπτικόν. Τριῶν δὲ μερῶν ὄντων εἰς ἃ διαιρεῖται πάντα τὰ τέλεια τῶν ζῴων͵ ἑνὸς μὲν ᾗ δέχεται τὴν τροφήν͵ ἑνὸς δ΄ ᾗ τὸ περίττωμα προΐεται͵ τρίτου δὲ τοῦ μέσου τούτων͵ τοῦτο ἐν μὲν τοῖς μεγίστοις τῶν ζῴων καλεῖται στῆθος͵ ἐν δὲ τοῖς ἄλλοις τὸ ἀνάλογον͵ διήρθρωται δὲ μᾶλλον ἑτέροις ἑτέρων.
φανερὸν τοίνυν ὅτι μίαν μέν τινα ἐργασίαν ἡ τοῦ στόματος λειτουργεῖ δύναμις͵ ἑτέραν δ΄ ἡ τῆς κοιλίας͵ περὶ τὴν τροφήν͵ ἡ δὲ καρδία κυριωτάτη͵ καὶ τὸ τέλος ἐπιτίθησιν. δύο δὲ φανερῶς ἐνταῦθα συντεινούσας ὁρῶμεν͵ τήν τε γεῦσιν καὶ τὴν ἁφήν͵ ὥστε καὶ τὰς ἄλλας ἀναγκαῖον· ἐν τούτῳ μὲν γὰρ τοῖς ἄλλοις αἰσθητηρίοις ἐνδέχεται ποιεῖσθαι τὴν κίνησιν͵ ταῦτα δ΄ οὐδὲν συντείνει πρὸς τὸν ἄνω τόπον. ἀλλὰ μὴν τό γε κύριον τῶν αἰσθήσεων ἐν ταύτῃ τοῖς ἐναίμοις πᾶσιν· ἐν τούτῳ γὰρ ἀναγκαῖον εἶναι τὸ πάντων τῶν αἰσθητηρίων κοινὸν αἰσθητήριον. εἴπερ οὖν τὸ ζῷον ὥρισται τῷ τὴν αἰσθητικὴν ἔχειν ψυχήν͵ τοῖς μὲν ἐναίμοις ἀναγκαῖον ἐν τῇ καρδίᾳ ταύτην ἔχειν τὴν ἀρχήν͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις ἐν τῷ ἀνάλογον μορίῳ. χωρὶς δὲ τούτων͵ εἰ τὸ ζῆν ἐν τούτῳ τῷ μορίῳ πᾶσίν ἐστι͵ δῆλον ὅτι καὶ τὴν αἰσθητικὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον· ᾗ μὲν γὰρ ζῷον͵ ταύτῃ καὶ ζῆν φαμεν͵ ᾗ δ΄ αἰσθητικόν͵ ταύτῃ τὸ σῶμα ζῷον εἶναι λέγομεν. διὰ τί δ΄ αἱ μὲν τῶν αἰσθήσεων φανερῶς συντείνουσι πρὸς τὴν καρδίαν͵ αἱ δ΄ εἰσὶν ἐν τῇ κεφαλῇ (διὸ καὶ δοκεῖ τισιν αἰσθάνεσθαι τὰ ζῷα διὰ τὸν ἐγκέφαλον)͵ τὸ αἴτιον τούτων ἐν ἑτέροις εἴρηται χωρίς. ἀναγκαῖον δὴ ταύτης τὴν ἀρχὴν τῆς θερμότητος ἐν τῇ καρδίᾳ τοῖς ἐναίμοις εἶναι͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις ἐν τῷ ἀνάλογον· ἐργάζεται γὰρ καὶ πέττει τῷ φυσικῷ θερμῷ τὴν τροφὴν πάντα͵ μάλιστα δὲ τὸ κυριώτατον. διὸ τῶν μὲν ἄλλων μορίων ψυχομένων ὑπομένει τὸ ζῆν͵ τοῦ δ΄ ἐν ταύτῃ φθείρεται πάμπαν͵ διὰ τὸ τὴν ἀρχὴν ἐντεῦθεν τῆς θερμότητος ἠρτῆσθαι πᾶσι͵ καὶ τῆς ψυχῆς ὥσπερ ἐμπεπυρευμένης ἐν τοῖς μορίοις τούτοις͵ τῶν . καὶ τῶν ζῴων τῶν ἐναίμων ἡ καρδία γίνεται πρῶτον· τοῦτο δὲ δῆλον ἐξ ὧν ἐν τοῖς ἐνδεχομένοις ἔτι γινομένοις ἰδεῖν τεθεωρήκαμεν. ὥστ΄ ἀνάγκη καὶ τῆς αἰσθητικῆς καὶ τῆς θρεπτικῆς ψυχῆς ἐν τῇ καρδίᾳ τὴν ἀρχὴν εἶναι τοῖς ἐναίμοις· τὰ γὰρ τῶν ἄλλων μορίων ἔργα περὶ τὴν τροφὴν τοῦ ταύτης ἔργου χάριν ἐστί· δεῖ μὲν γὰρ τὸ κύριον πρὸς τὸ οὗ ἕνεκα διατελεῖν͵ ἀλλ΄ οὐκ ἐν τοῖς τούτου ἕνεκα͵ οἷον ἰατρὸς πρὸς τὴν ὑγίειαν.οὔσης τῆς ἀρχῆς ἐκ τοῦ μέσου κλάδου καὶ ῥίζης. ὥστε καὶ ἐν τοῖς ἀναίμοις ἀναγκαῖον τὸ ἀνάλογον τῇ καρδίᾳ γίνεσθαι πρῶτον. ἔτι τὸ χρώμενον καὶ ᾧ χρῆται τὸ χρώμενον δεῖ διαφέρειν (ὥσπερ δὲ τὴν δύναμιν͵ οὕτως͵ ἂν ἐνδέχηται͵ καὶ τὸν τόπον)͵ ὥσπερ οἵ τ΄ αὐλοὶ καὶ τὸ κινοῦν τοὺς αὐλούς͵ ἡ χείρ. πάντα δὲ τὰ μόρια καὶ πᾶν τὸ σῶμα τῶν ζῴων ἔχει τινὰ σύμφυτον θερμότητα φυσικήν· διὸ ζῶντα μὲν φαίνεται θερμά͵ τελευτῶντα δὲ καὶ στερισκόμενα τοῦ ζῆν τοὐναντίον. ἡ δὲ καρδία ὅτι ἐστὶν ἀρχή͵ τῶν φλεβῶν ἐν τοῖς περὶ τὰ Πέρη τῶν ζῴων εἴρηται [469a] πρότερον· καὶ ὅτι τὸ αἷμα τοῖς ἐναίμοις ἐστὶ τελευταία τροφή͵ ἐξ οὗ γίνεται τὰ μόρια. κατὰ μὲν οὖν τὰ φαινόμενα δῆλον ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι ἐν τούτῳ τε καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σώματος τῶν τριῶν μορίων ἥ τε τῆς αἰσθητικῆς ψυχῆς ἀρχή ἐστι καὶ ἡ τῆς αὐξητικῆς καὶ θρεπτικῆς· κατὰ δὲ τὸν λόγον͵ ὅτι τὴν φύσιν ὁρῶμεν ἐν πᾶσιν ἐκ τῶν δυνατῶν ποιοῦσαν τὸ κάλλιστον· ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς οὐσίας τῆς ἀρχῆς οὔσης ἑκατέρας μάλιστα ἂν ἀποτελοῖ τῶν μορίων ἑκάτερον τὸ αὑτοῦ ἔργον͵ τό τε κατεργαζόμενον τὴν ἐσχάτην τροφὴν καὶ τὸ δεκτικόν· πρὸς ἑκατέρῳ γὰρ αὐτῶν οὕτως ἔσται͵ καὶ ἔστιν ἡ τοῦ τοιούτου μέσου χώρα ἄρχοντος [469b] χώρα.
παράδειγμα δὲ τούτου λαβεῖν ἔστι τὸ συμβαῖνον ἐπὶ τῶν καταπνιγομένων ἀνθράκων· ἂν μὲν γὰρ ὦσι περιπεπωμασμένοι τῷ καλουμένῳ πνιγεῖ συνεχῶς͵ ἀποσβέννυνται ταχέως· ἂν δὲ παρ΄ ἄλληλά τις ποιῇ πυκνὰ τὴν ἀφαίρεσιν καὶ τὴν ἐπίθεσιν͵ μένουσι πεπυρωμένοι πολὺν χρόνον. δῆλον τοίνυν ὡς εἴπερ δεῖ σῴζεσθαι τὸ θερμόν (τοῦτο δ΄ ἀναγκαῖον͵ εἴπερ μέλλει ζῆν)͵ δεῖ γίνεσθαί τινα τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐν τῇ ἀρχῇ κατάψυξιν. καλοῦμεν δὲ τὴν μὲν ὑφ΄ αὑτοῦ μάρανσιν͵ τὴν δ΄ ὑπὸ τῶν ἐναντίων σβέσιν͵ [τὴν μὲν γήρᾳ͵ τὴν δὲ βίαιον͵] συμβαίνει δ΄ ἀμφοτέρας διὰ ταὐτὸ γίνεσθαι τὰς φθοράς· ὑπολειπούσης γὰρ τῆς τροφῆς͵ οὐ δυναμένου λαμβάνειν τοῦ θερμοῦ τὴν τροφήν͵ φθορὰ γίνεται τοῦ πυρός. ἀνάγκη τοίνυν ἅμα τό τε ζῆν ὑπάρχειν καὶ τὴν τοῦ θερμοῦ τούτου σωτηρίαν͵ καὶ τὸν καλούμενον θάνατον εἶναι τὴν τούτου φθοράν. τὸ μὲν γὰρ ἐναντίον παῦον τὴν πέψιν κωλύει τρέφεσθαι· ὁτὲ δὲ μαραίνεσθαι συμβαίνει͵ πλείονος ἀθροιζομένου θερμοῦ διὰ τὸ μὴ ἀναπνεῖν μηδὲ καταψύχεσθαι· ταχὺ γὰρ καὶ οὕτω καταναλίσκει τὴν τροφὴν πολὺ συναθροιζόμενον τὸ θερμόν͵ καὶ φθάνει καταναλίσκον πρὶν ἐπιστῆναι τὴν ἀναθυμίασιν. διὸ καὶ γένη τινὰ λίθων ταῖς ῥίζαις ὑποβάλλουσι καὶ ὕδωρ ἐν [470b] ἀγγείοις͵ ὅπως αἱ ῥίζαι ψύχωνται τῶν φυτῶν. Ἀλλὰ μὴν πυρός γε δύο ὁρῶμεν φθοράς͵ μάρανσίν τε καὶ σβέσιν. καὶ γὰρ ἡ τροφὴ ποιεῖ κατάψυξιν εἰσιοῦσα͵ καθάπερ καὶ τοῖς ἀνθρώποις τὸ πρῶτον προσενεγκαμένοις͵ αἱ δὲ νηστεῖαι θερμαίνουσι καὶ δίψας ποιοῦσιν· ἀκίνητος γὰρ ὢν ὁ ἀὴρ ἀεὶ θερμαίνεται͵ τῆς δὲ τροφῆς εἰσιούσης καταψύχεται κινούμενος͵ ἕως ἂν λάβῃ τὴν πέψιν. διόπερ οὐ μόνον μαραίνεται τὸ ἔλαττον παρὰ τὸ πλεῖον πῦρ͵ ἀλλὰ καὶ αὐτὴ καθ΄ αὑτὴν ἡ τοῦ λύχνου φλὸξ ἐντιθεμένη πλείονι φλογὶ [470a] κατακαίεται͵ καθάπερ ὁτιοῦν ἄλλο τῶν καυστῶν. . Ἐπεὶ δὲ πᾶν ζῶν ἔχει ψυχήν͵ αὕτη δ΄ οὐκ ἄνευ φυσικῆς ὑπάρχει θερμότητος͵ ὥσπερ εἴπομεν͵ τοῖς μὲν φυτοῖς ἡ διὰ τῆς τροφῆς καὶ τοῦ περιέχοντος ἱκανὴ γίνεται βοήθεια πρὸς τὴν τοῦ φυσικοῦ θερμοῦ σωτηρίαν. ἡ δ΄ ἔγκρυψις σῴζει τὸ πῦρ· οὔτε γὰρ ἀποπνεῖν κωλύεται͵ διὰ μανότητα τῆς τέφρας͵ ἀντιφράττει τε τῷ πέριξ ἀέρι πρὸς τὸ μὴ σβεννύναι͵ τῷ πλήθει τῆς ἐνυπαρχούσης αὐτῷ θερμότητος.μὲν ἀναίμων ἐν τῷ ἀνάλογον͵ ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ τῶν ἐναίμων. αἴτιον δ΄ ὅτι τὴν μὲν οὖσαν ἐν τῇ φλογὶ τροφὴν φθάνει λαμβάνουσα ἡ μείζων φλὸξ πρὶν ἐπελθεῖν ἑτέραν͵ τὸ δὲ πῦρ ἀεὶ διατελεῖ γινόμενον καὶ ῥέον ὥσπερ ποταμός͵ ἀλλὰ λανθάνει διὰ τὸ τάχος. ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς αἰτίας ταύτης͵ ὅτι τὸ ἐναντίον συμβαίνει τῷ ἐγκρυπτομένῳ καὶ καταπνιγομένῳ πυρί (τὸ μὲν γὰρ μαραίνεται͵ τὸ δὲ διαμένει πλείω χρόνον)͵ εἴρηται ἐν τοῖς προβλήμασιν. ἐὰν δὲ τὸ περιέχον ὑπερβάλλῃ ψυχρότητι διὰ τὴν ὥραν͵ ἰσχυρῶν γινομένων πάγων͵ ἐξαυαίνεται ἡ τοῦ θερμοῦ ἰσχύς͵ ἂν δὲ συμβαίνῃ καύματα καὶ μὴ δύνηται τὸ σπώμενον ἐκ τῆς γῆς ὑγρὸν καταψύχειν͵ φθείρεται μαραινόμενον τὸ θερμόν͵ καὶ λέγεται σφακελίζειν καὶ ἀστρόβλητα γίνεσθαι τὰ δένδρα περὶ τοὺς καιροὺς τούτους.
Ross. εἰ τοίνυν τὸ ἐγρηγορέναι ἐν μηδενὶ ἄλλῳ ἐστὶν ἢ τῷ αἰσθάνεσθαι͵ δῆλον ὅτι ᾧ περ αἰσθάνεται͵ τούτῳ καὶ ἐγρήγορε τὰ ἐγρηγορότα καὶ καθεύδει τὰ καθεύδοντα. Oxford 1955] Περὶ δὲ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως ἐπισκεπτέον τίνα τε τυγχάνει ὄντα͵ καὶ πότερον ἴδια τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ σώματος ἢ κοινά͵ καὶ εἰ κοινά͵ τίνος μορίου τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ σώματος͵ καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις· καὶ πότερον ἅπαντα κεκοινώνηκεν ἀμφοτέρων͵ ἢ τὰ μὲν θατέρου τὰ δὲ θατέρου μόνον͵ ἢ τὰ μὲν οὐδετέρου τὰ δὲ ἀμφοτέρων· πρὸς δὲ τούτοις τί ἐστι τὸ ἐνύπνιον͵ καὶ διὰ τίνα αἰτίαν οἱ καθεύδοντες ὁτὲ μὲν ὀνειρώττουσιν ὁτὲ δὲ οὔ͵ ἢ συμβαίνει μὲν ἀεὶ τοῖς καθεύδουσιν ἐνυπνιάζειν͵ ἀλλ΄ οὐ μνημονεύουσιν͵ καὶ εἰ τοῦτο γίγνεται͵ διὰ τίνα αἰτίαν γίγνεται· καὶ πότερον ἐνδέχεται τὰ μέλλοντα προορᾶν ἢ οὐκ ἐνδέχεται͵ καὶ τίνα τρόπον εἰ ἐνδέχεται· καὶ πότερον τὰ μέλλοντα ὑπ΄ ἀνθρώπου πράσσεσθαι μόνον͵ ἢ καὶ ὧν τὸ δαιμόνιον ἔχει τὴν αἰτίαν͵ καὶ φύσει γίγνεται ἢ ἀπὸ ταὐτομάτου. W. ἐπεὶ δὲ οὔτε τῆς ψυχῆς ἴδιον τὸ αἰσθάνεσθαι οὔτε τοῦ σώματος (οὗ γὰρ ἡ δύναμις͵ τούτου καὶ ἡ ἐνέργεια· ἡ δὲ λεγομένη αἴσθησις ὡς ἐνέργεια κίνησίς τις διὰ τοῦ σώματος τῆς ψυχῆς ἐστι)͵ φανερὸν ὡς οὔτε τῆς ψυχῆς τὸ πάθος ἴδιον͵ οὔτ΄ ἄψυχον σῶμα δυνατὸν αἰσθάνεσθαι. διωρι σμένων δὲ πρότερον ἐν ἑτέροις περὶ τῶν λεγομένων ὡς μορίων τῆς ψυχῆς͵ καὶ τοῦ μὲν θρεπτικοῦ χωριζομένου τῶν ἄλλων ἐν τοῖς ἔχουσι σώμασι ζωήν͵ τῶν δ΄ ἄλλων οὐδενὸς ἄνευ τούτου͵ δῆλον ὡς ὅσα μὲν αὐξήσεως καὶ φθίσεως μετέχει μόνον τῶν ζώντων͵ [ὅτι] τούτοις οὐχ ὑπάρχει ὕπνος οὐδὲ ἐγρήγορσις͵ οἷον τοῖς φυτοῖς (οὐ γὰρ ἔχουσι τὸ αἰσθητικὸν μόριον͵ οὔτε εἰ χωριστόν ἐστιν οὔτε εἰ μὴ χωριστόν· τῇ γὰρ δυνάμει καὶ τῷ εἶναι χωριστόν ἐστιν)· ὁμοίως δὲ . ἔτι δὲ [454a] καὶ ἐκ τῶνδε δῆλον· ᾧ γὰρ τὸν ἐγρηγορότα γνωρίζομεν͵ τούτῳ καὶ τὸν καθυπνοῦντα· τὸν δὲ αἰσθανόμενον ἐγρηγορέναι νομίζομεν͵ καὶ τὸν ἐγρηγορότα πάντα ἢ τῶν ἔξωθέν τινος αἰσθάνεσθαι ἢ τῶν ἐν αὑτῷ κινήσεων. πρῶτον μὲν οὖν τοῦτό γε φανερόν͵ ὅτι τῷ αὐτῷ τοῦ ζῴου ἥ τε ἐγρήγορσις ὑπάρχει καὶ ὁ ὕπνος· ἀντίκεινται γάρ͵ καὶ φαίνεται στέρησίς τις ὁ ὕπνος τῆς ἐγρηγόρσεως· ἀεὶ γὰρ τὰ ἐναντία καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων καὶ ἐν τοῖς φυσικοῖς ἐν τῷ αὐτῷ δεκτικῷ φαίνεται γιγνόμενα͵ καὶ τοῦ αὐτοῦ ὄντα πάθη͵ λέγω δ΄ οἷον ὑγίεια καὶ νόσος͵ καὶ κάλλος καὶ αἶσχος͵ καὶ ἰσχὺς καὶ ἀσθένεια͵ καὶ ὄψις καὶ τυφλότης͵ καὶ ἀκοὴ καὶ κωφότης. τίνα δὲ τρόπον καὶ πῶς͵ λεκτέον ἐπιστήσασι τὸν λόγον μᾶλλον. D.τῶν δὲ ζῴων ἐπεὶ τὰ μέν ἐστιν ἔνυδρα τὰ δ΄ ἐν τῷ ἀέρι ποιεῖται τὴν δίαιταν͵ ἐκ τούτων καὶ διὰ τούτων πορίζεται τὴν κατά ψυξιν͵ τὰ μὲν τῷ ὕδατι τὰ δὲ τῷ ἀέρι. Ἀριστοτέλους Περὶ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως [ed.
σημεῖον δ΄ ὅτι καὶ τὸ ἔργον τὸ αὑτοῦ ποιεῖ τὸ [455a] θρεπτικὸν μόριον ἐν τῷ καθεύδειν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι· τρέφεται γὰρ καὶ αὐξάνεται τότε μᾶλλον͵ ὡς οὐδὲν προσδεόμενα πρὸς ταῦτα τῆς αἰσθήσεως. οὐ γάρ͵ εἴ τι ἔστι ζῷον μὴ ἔχον αἴσθησιν͵ τοῦτ΄ ἐνδέχεται οὔτε καθεύδειν οὔτε ἐγρηγορέναι (ἄμφω γάρ ἐστι τὰ πάθη ταῦτα περὶ αἴσθησιν τοῦ πρώτου αἰσθητικοῦ)· οὐκ ἐνδέχεται δὲ οὐδὲ θάτερον τούτων ἀεὶ ὑπάρχειν τῷ αὐτῷ͵ οἷον ἀεί τι γένος ζῴων καθεύδειν ἢ ἀεί τι ἐγρηγορέναι. ὅτι μὲν οὖν ὕπνου κοινωνεῖ τὰ ζῷα πάντα͵ φανερὸν ἐκ τούτων. τῶν δὲ φυτῶν οὐδὲν οἷόν τε κοινωνεῖν οὐδετέρου τούτων τῶν παθημάτων· ἄνευ μὲν γὰρ αἰσθήσεως οὐχ ὑπάρχει οὔτε ὕπνος οὔτε ἐγρήγορσις· οἷς δ΄ αἴσθησις ὑπάρχει͵ καὶ τὸ λυπεῖσθαι καὶ τὸ χαίρειν· οἷς δὲ ταῦτα͵ καὶ ἐπιθυμία· τοῖς δὲ φυτοῖς οὐδὲν ὑπάρχει τούτων. εἰ δή τινός ἐστιν ἔργον τὸ αἰσθάνεσθαι͵ καὶ τοῦτο͵ ἂν ὑπερβάλλῃ ὅσον ἦν χρόνον δυνάμενον αἰσθάνεσθαι συνεχῶς͵ ἀδυνατήσει καὶ οὐκέτι τοῦτο ποιήσει. ὁ γὰρ ὕπνος πάθος τι τοῦ αἰσθητικοῦ μορίου ἐστίν͵ οἷον δεσμός τις καὶ ἀκινησία͵ ὥστ΄ ἀνάγκη πᾶν τὸ καθεῦδον ἔχειν τὸ αἰσθητικὸν μόριον. αἰσθητικὸν δὲ τὸ δυνατὸν αἰσθάνεσθαι κατ΄ ἐνέργειαν· ἐνεργεῖν δὲ τῇ αἰσθήσει κυρίως καὶ ἁπλῶς ἀδύνατον καθεῦδον ἅμα· διὸ ἀναγκαῖον ὕπνον πάντα ἐγερτὸν εἶναι. τῶν δ΄ ὀστρακοδέρμων κατὰ μὲν τὴν αἴσθησιν οὐδέ πω γέγονε φανερὸν εἰ καθεύδουσιν· εἰ δέ τῳ πιθανὸς ὁ λεχθεὶς λόγος͵ τοῦτο πεισθήσεται.καὶ ὅτι οὐδέν ἐστιν ὃ ἀεὶ ἐγρήγορεν ἢ ἀεὶ καθεύδει͵ ἀλλὰ τοῖς αὐτοῖς ὑπάρχει τῶν ζῴων ἀμφότερα τὰ πάθη ταῦτα. Διὰ τί δὲ καθεύδει καὶ ἐγρήγορε καὶ διὰ ποίαν τινὰ αἴσθησιν ἢ ποίας͵ εἰ διὰ πλείους͵ σκεπτέον. ἐπεὶ δ΄ ἔνια μὲν τῶν ζῴων ἔχει τὰς αἰσθήσεις πάσας͵ ἔνια δ΄ οὐκ ἔχει͵ οἷον ὄψιν͵ τὴν δ΄ ἁφὴν καὶ τὴν . τῷ γὰρ αἴσθησιν ἔχειν ὥρισται τὸ ζῷον͵ τῆς δ΄ αἰσθήσεως τρόπον τινὰ τὴν μὲν ἀκινησίαν καὶ οἷον δεσμὸν τὸν ὕπνον εἶναί φαμεν͵ τὴν δὲ λύσιν καὶ τὴν ἄνεσιν ἐγρήγορσιν. εἰ τοίνυν τὸ ἐγρηγορέναι ὥρισται τῷ [454b] λελύσθαι τὴν αἴσθησιν͵ τῶν δ΄ ἐναντίων τῶν μὲν ἀνάγκη θάτερον ἀεὶ παρεῖναι τῶν δ΄ οὔ͵ τῷ δ΄ ἐγρηγορέναι τὸ καθεύδειν ἐναντίον͵ καὶ ἀναγκαῖον ἅπαντι θάτερον ὑπάρχειν͵ ἀναγκαῖον ἂν εἴη καθεύδειν. ὁμοίως δὲ οὐδὲ καθεύδειν οὐδὲν ἀεὶ ἐνδέχεται. εἰ οὖν τὸ τοιοῦτον πάθος ὕπνος͵ τοῦτο δ΄ ἐστὶν ἀδυναμία δι΄ ὑπερβολὴν τοῦ ἐγρηγορέναι͵ ἡ δὲ τοῦ ἐγρηγορέναι ὑπερβολὴ ὁτὲ μὲν νοσώδης ὁτὲ δὲ ἄνευ νόσου γίγνεται͵ ὥστε καὶ ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ διάλυσις ὡσαύτως ἔσται͵ ἀνάγκη πᾶν τὸ ἐγρηγορὸς ἐνδέχεσθαι καθεύδειν· ἀδύνατον γὰρ ἀεὶ ἐνεργεῖν. τὰ μὲν οὖν ἄλλα σχεδὸν ἅπαντα δῆλα κοινωνοῦνθ΄ ὕπνου͵ καὶ πλωτὰ καὶ πτηνὰ καὶ πεζά· καὶ γὰρ τὰ τῶν ἰχθύων γένη πάντα καὶ τὰ τῶν μαλακίων ὦπται καθεύδοντα͵ καὶ τἆλλα πάντα ὅσαπερ ἔχει ὀφθαλμούς· καὶ γὰρ τὰ σκληρόφθαλμα φανερὰ καὶ τὰ ἔντομα κοιμώμενα· βραχύυπνα δὲ τὰ τοιαῦτα πάντα͵ διὸ καὶ λάθοι ἄν τινα πολλάκις πότερον μετέχουσι τοῦ καθεύδειν ἢ οὔ. ἔτι ὅσων ἔστι τι ἔργον κατὰ φύσιν͵ ὅταν ὑπερβάλλῃ τὸν χρόνον ὅσον δύναταί τι ποιεῖν͵ ἀνάγκη ἀδυνατεῖν͵ οἷον τὰ ὄμματα ὁρῶντα͵ καὶ παύεσθαι τοῦτο ποιοῦντα͵ ὁμοίως δὲ καὶ χεῖρα καὶ ἄλλο πᾶν οὗ ἔστι τι ἔργον.
φανερὸν δὲ ἐκ πολλῶν ὅτι οὐκ ἐν τῷ τὰς αἰσθήσεις ἀργεῖν καὶ μὴ χρῆσθαι αὐταῖς ὁ ὕπνος͵ οὐδ΄ ἐν τῷ μὴ δύνασθαι αἰσθάνεσθαι (καὶ γὰρ ἐν ταῖς λειποψυχίαις τοιοῦτόν τι συμβαίνει· ἀδυναμία γὰρ αἰσθήσεως ἡ λειποψυχία͵ γίγνονται δὲ καὶ ἔκνοιαί τινες τοιαῦται· ἔτι δ΄ οἱ τὰς ἐν τῷ αὐχένι φλέβας καταλαμβανόμενοι ἀναίσθητοι γίγνονται)͵ ἀλλ΄ ὅταν ἡ ἀδυναμία τῆς χρήσεως μήτ΄ ἐν τῷ τυχόντι αἰσθητηρίῳ͵ μήτε δι΄ ἣν ἔτυχεν αἰτίαν͵ ἀλλά͵ καθάπερ εἴρηται νῦν͵ ἐν τῷ πρώτῳ ᾧ αἰσθάνεται πάντων· ὅταν μὲν γὰρ τοῦτ΄ ἀδυνατήσῃ͵ ἀνάγκη καὶ τοῖς αἰσθητηρίοις πᾶσιν ἀδυνατεῖν αἰσθέσθαι͵ ὅταν δ΄ ἐκείνων τι͵ οὐκ ἀνάγκη τούτῳ. ἐπεὶ δὲ τρόποι πλείους τῆς αἰτίας (καὶ γὰρ τὸ τίνος ἕνεκεν͵ καὶ ὅθεν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως͵ καὶ τὴν ὕλην καὶ τὸν λόγον αἴτιον εἶναί φαμεν)͵ πρῶτον μὲν οὖν ἐπειδὴ λέγομεν τὴν φύσιν ἕνεκά του ποιεῖν͵ τοῦτο δὲ ἀγαθόν τι͵ τὴν δ΄ ἀνάπαυσιν παντὶ τῷ πεφυκότι κινεῖσθαι͵ μὴ δυναμένῳ δ΄ ἀεὶ καὶ συνεχῶς κινεῖσθαι μεθ΄ ἡδονῆς͵ ἀναγκαῖον εἶναι καὶ ὠφέλιμον͵ τῷ δὲ ὕπνῳ αὐτῇ τῇ ἀληθείᾳ προσάπτουσι τὴν μεταφορὰν ταύτην ὡς ἀναπαύσει ὄντι ὥστε σωτηρίας ἕνεκα τῶν ζῴων ὑπάρχει. βέλτιστα γὰρ ταῦτα͵ τὸ δὲ τέλος βέλτιστον. δι΄ ἣν δ΄ αἰτίαν συμβαίνει τὸ καθεύδειν͵ καὶ ποῖόν τι τὸ πάθος ἐστί͵ λεκτέον. ὡς δὲ νῦν λέγομεν͵ εὐλόγως ἔχει καὶ περὶ τούτων· τοῦ γὰρ κυρίου τῶν ἄλλων πάντων αἰσθητηρίου͵ καὶ πρὸς ὃ συντείνει τἆλλα͵ πεπονθότος τι συμπάσχειν [455b] ἀναγκαῖον καὶ τὰ λοιπὰ πάντα͵ ἐκείνων δέ τινος ἀδυνατοῦν τος οὐκ ἀνάγκη τοῦτ΄ ἀδυνατεῖν. ἔτι δὲ ἀναγκαῖον ἑκάστῳ τῶν ζῴων ὑπάρχειν τὸν ὕπνον. διὸ καὶ πᾶσιν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις· καὶ γὰρ ἡ ἁφὴ μόνη πᾶσιν· εἰ γὰρ τῷ πάσας τι πεπονθέναι τὰς αἰσθήσεις ἐγίγνετο τὸ καθεύδειν͵ ἄτοπον εἰ αἷς οὔτε ἀνάγκη οὔτε δυνατὸν τρόπον τινὰ ἐνεργεῖν ἅμα͵ ταύτας ἀναγκαῖον ἀργεῖν ἅμα καὶ ἀκινητί ζειν· τοὐναντίον γὰρ εὐλογώτερον συνέβαινεν ἂν αὐταῖς͵ τὸ μὴ ἅμα ἠρεμεῖν. ἐπεὶ δ΄ ὑπάρχει καθ΄ ἑκάστην αἴσθησιν τὸ μέν τι ἴδιον͵ τὸ δέ τι κοινόν͵ ἴδιον μὲν οἷον τῇ ὄψει τὸ ὁρᾶν͵ τῇ δ΄ ἀκοῇ τὸ ἀκούειν͵ καὶ ταῖς ἄλλαις ἑκάστῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον͵ ἔστι δέ τις καὶ κοινὴ δύναμις ἀκολουθοῦσα πάσαις͵ ᾗ καὶ ὅτι ὁρᾷ καὶ ἀκούει αἰσθάνεται (οὐ γὰρ δὴ τῇ γε ὄψει ὁρᾷ ὅτι ὁρᾷ͵ καὶ κρίνει δὴ καὶ δύναται κρίνειν ὅτι ἕτερα τὰ γλυκέα τῶν λευκῶν οὔτε γεύσει οὔτε ὄψει οὔτε ἀμφοῖν͵ ἀλλά τινι κοινῷ μορίῳ τῶν αἰσθητηρίων ἁπάντων· ἔστι μὲν γὰρ μία αἴσθησις͵ καὶ τὸ κύριον αἰσθητήριον ἕν͵ τὸ δ΄ εἶναι αἰσθήσει τοῦ γένους ἑκάστου ἕτερον͵ οἷον ψόφου καὶ χρώματος)͵ τοῦτο δ΄ ἅμα τῷ ἁπτικῷ μάλιστα ὑπάρχει (τοῦτο μὲν γὰρ χωρίζεται τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων͵ τὰ δ΄ ἄλλα τούτου ἀχώριστα͵ εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς θεωρήμασιν)͵ φανερὸν τοίνυν ὅτι τούτου ἐστὶ πάθος ἡ ἐγρήγορσις καὶ ὁ ὕπνος. λέγω δ΄ ἐξ ὑποθέσεως τὴν ἀνάγκην͵ ὅτι εἰ ζῷον ἔσται ἔχον τὴν . ἡ δ΄ ἐγρήγορσις τέλος· τὸ γὰρ αἰσθάνεσθαι καὶ τὸ φρονεῖν πᾶσι τέλος οἷς ὑπάρχει θάτερον αὐτῶν.γεῦσιν ἅπαντα ἔχει͵ πλὴν εἴ τι τῶν ζῴων ἀτελές (εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς)͵ ἀδύνατον δ΄ ἐστὶν ἁπλῶς ὁποιανοῦν αἴσθησιν αἰσθάνεσθαι τὸ καθεῦδον ζῷον͵ φανερὸν ὅτι πάσαις ἀναγκαῖον ὑπάρχειν τὸ αὐτὸ πάθος ἐν τῷ καλουμένῳ ὕπνῳ· εἰ γὰρ τῇ μέν͵ τῇ δὲ μή͵ ταύτῃ καθεῦδον αἰσθήσεται͵ τοῦτο δ΄ ἀδύνατον.
εἴρηται δὲ περὶ τούτων ἐν τοῖς Περὶ τροφῆς· νῦν δὲ ἀναληπτέον ὑπὲρ αὐτῶν τούτου χάριν͵ ὅπως τὰς ἀρχὰς τῆς κινήσεως θεωρήσωμεν͵ καὶ τί πάσχοντος τοῦ μορίου τοῦ αἰσθητικοῦ συμβαίνει ἡ ἐγρήγορσις καὶ ὁ ὕπνος. δῆλον δὲ τοῦτο ἐπὶ τῶν ὁλοπτέρων͵ οἷον σφηκῶν καὶ μελιττῶν͵ καὶ ἐν ταῖς μυίαις καὶ ὅσα τοιαῦτα. οὐ γάρ ἐστιν ὁ ὕπνος ἡτισοῦν ἀδυναμία τοῦ αἰσθητικοῦ͵ . ὅτι μὲν οὖν ἡ τῆς αἰσθήσεως ἀρχὴ γίγνεται [456a] ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ μέρους τοῖς ζῴοις ἀφ΄ οὗπερ καὶ ἡ τῆς κινήσεως͵ διώρισται πρότερον ἐν ἑτέροις. διότι δὲ τὰ μὲν ἐνύπνια μνημονεύουσιν ἐγερθέντες͵ τὰς δ΄ ἐγρηγορικὰς πράξεις ἀμνημονοῦσιν͵ ἐν τοῖς Προβληματικοῖς εἴρηται. κινοῦνται δ΄ ἔνιοι καθεύδοντες καὶ ποιοῦσι πολλὰ ἐγρηγορικά͵ οὐ μέντοι ἄνευ φαντάσματος καὶ αἰσθήσεώς τινος· τὸ γὰρ ἐνύπνιόν ἐστιν αἴσθημα τρόπον τινά· λεκτέον δὲ περὶ αὐτῶν ὕστερον. τοῖς μὲν οὖν ἄλλοις ζῴοις καθάπερ τοῖς ἐναίμοις ὑποληπτέον εἶναι τὰ αἴτια τοῦ πάθους ἢ ταὐτὰ ἢ τὰ ἀνάλογον͵ τοῖς δ΄ ἐναίμοις ἅπερ τοῖς ἀνθρώποις· ὥστε ἐκ τούτων πάντα θεωρητέον. τοῖς μὲν οὖν ἐναίμοις τοῦτ΄ ἐστὶ τὸ περὶ τὴν καρδίαν μέρος. τῆς μὲν οὖν κινήσεως φανερὸν ὅτι καὶ ἡ τοῦ πνεύματος ἀρχὴ καὶ ὅλως ἡ τῆς καταψύξεώς ἐστιν ἐνταῦθα͵ καὶ τὸ ἀναπνεῖν τε καὶ τὸ τῷ ὑγρῷ καταψύχεσθαι πρός γε τὴν σωτηρίαν τοῦ ἐν τούτῳ μορίῳ θερμοῦ ἡ φύσις πεπόρικεν· ῥηθήσεται δὲ περὶ αὐτῆς ὕστερον καθ΄ αὑτήν. ἔτι δὲ ποίας κινήσεως καὶ πράξεως ἐν τοῖς σώμασι γιγνομένης συμβαίνει τότε ἐγρηγορέναι καὶ τὸ καθεύδειν τοῖς ζῴοις͵ μετὰ ταῦτα λεκτέον. Ἐχόμενον δὲ τῶν εἰρημένων ἐστὶν ἐπελθεῖν τίνων γιγνομένων καὶ πόθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ πάθους γίγνεται͵ τοῦ τ΄ ἐγρηγορέναι καὶ τοῦ καθεύδειν.αὑτοῦ φύσιν͵ ἐξ ἀνάγκης τινὰ ὑπάρχειν αὐτῷ δεῖ͵ καὶ τούτων ὑπαρχόντων ἕτερα ὑπάρχειν. ἐπεὶ δὲ κινεῖν μέν τι ἢ ποιεῖν ἄνευ ἰσχύος ἀδύνατον͵ ἰσχὺν δὲ ποιεῖ ἡ τοῦ πνεύματος κάθεξις͵ τοῖς μὲν εἰσφερομένοις ἡ θύραθεν͵ τοῖς δὲ μὴ ἀναπνέουσιν ἡ σύμφυτος (διὸ καὶ βομβοῦντα φαίνεται τὰ πτερωτά͵ ὅταν κινῆται͵ τῇ τρίψει τοῦ πνεύματος προσπίπτοντος πρὸς τὸ ὑπόζωμα τῶν ὁλοπτέρων)͵ κινεῖται δὲ πᾶν αἰσθήσεώς τινος γενομένης͵ ἢ οἰκείας ἢ ἀλλοτρίας͵ ἐν τῷ πρώτῳ αἰσθητηρίῳεἰ δή ἐστιν ὁ ὕπνος καὶ ἡ ἐγρήγορσις πάθη τοῦ μορίου τούτου͵ ἐν ᾧ μὲν τόπῳ καὶ ἐν ᾧ μορίῳ πρώτῳ γίγνεται ὁ ὕπνος καὶ ἡ ἐγρήγορσις͵ φανερόν. φανερὸν δὴ ὅτι ἐπεὶ ἀναγκαῖον τῷ ζῴῳ͵ ὅταν αἴσθησιν ἔχῃ͵ τότε πρῶτον τροφήν τε λαμβάνειν καὶ αὔξησιν͵ τροφὴ δ΄ ἐστὶ πᾶσιν ἡ ἐσχάτη τοῖς μὲν ἐναίμοις ἡ τοῦ αἵματος φύσις͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις τὸ ἀνάλογον͵ [456b] τόπος δὲ τοῦ αἵματος αἱ φλέβες͵ τούτων δ΄ ἀρχὴ ἡ καρδία (φανερὸν δὲ τὸ λεχθὲν ἐκ τῶν ἀνατομῶν)τῆς μὲν οὖν θύραθεν τροφῆς εἰσιούσης εἰς τοὺς δεκτικοὺς τόπους γίγνεται ἡ ἀναθυμίασις εἰς τὰς φλέβας͵ ἐκεῖ δὲ μεταβάλλουσα ἐξαιματοῦται καὶ πορεύεται ἐπὶ τὴν ἀρχήν. τοῖς δὲ ἀναίμοις καὶ τοῖς ἐντόμοις καὶ μὴ δεχομένοις πνεῦμα ἐν τῷ ἀνάλογον τὸ σύμφυτον πνεῦμα ἀναφυσώμενον καὶ συνιζάνον φαίνεται. πάντα γὰρ τὰ ἔναιμα καρδίαν ἔχει͵ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως καὶ τῆς αἰσθήσεως τῆς κυρίας ἐντεῦθέν ἐστιν. αὕτη δέ ἐστι τριῶν διωρισμένων τόπων ὁ μέσος κεφαλῆς καὶ τῆς κάτω κοιλίας.
σημεῖον δὲ τούτων καὶ τὰ ὑπνωτικά· πάντα γὰρ καρηβαρίαν ποιεῖ͵ καὶ τὰ ποτὰ καὶ τὰ βρωτά͵ μήκων͵ μανδραγόρας͵ οἶνος͵ αἶραι. οἱ δὲ φλεβώδεις οὐχ ὑπνωτικοὶ δι΄ εὔροιαν τῶν πόρων͵ ἂν μή τι ἄλλο πάθος ἔχωσιν ὑπεναντίον. διὰ τοῦτο γὰρ καὶ βρωτικοί͵ . οὕτω δὲ τὰ ἄνω πλήρη τροφῆς τοῖς παιδίοις͵ ὥστε πέντε μηνῶν οὐδὲ στρέφουσι τὸν αὐχένα· ὥσπερ γὰρ τοῖς σφόδρα μεθύουσιν͵ ὑγρότης ἀναφέρεται πολλή. ἔτι δ΄ ἐκ κόπων ἐνίων· ὁ μὲν γὰρ κόπος συντηκτικόν͵ τὸ δὲ σύντηγμα γίγνεται ὥσπερ τροφὴ [457a] ἄπεπτος͵ ἂν μὴ ψυχρὸν ᾖ. διὸ μάλιστα γίγνονται ὕπνοι ἀπὸ τῆς τροφῆς· ἀθρόον γὰρ πολὺ τό τε ὑγρὸν καὶ τὸ σωματῶδες ἀναφέρεται. τὸ δὲ θερ μὸν ἑκάστου τῶν ζῴων πρὸς τὸ ἄνω πέφυκε φέρεσθαι· ὅταν δ΄ ἐν τοῖς ἄνω τόποις γένηται͵ ἀθρόον πάλιν ἀντιστρέφει καὶ καταφέρεται.καθάπερ εἴρηται· καὶ γὰρ ἔκνοια καὶ πνιγμός τις καὶ λειποψυχία ποιεῖ τὴν τοιαύτην ἀδυναμίαν. διὸ τοῖς παιδίοις οὐ συμφέρουσιν οἱ οἶνοι͵ οὐδὲ ταῖς τίτθαις (διαφέρει γὰρ ἴσως οὐδὲν αὐτὰ πίνειν ἢ τὰς τίτθας)͵ ἀλλὰ δεῖ πίνειν ὑδαρῆ καὶ ὀλίγον· πνευματῶδες γὰρ ὁ οἶ νος καὶ τούτου μᾶλλον ὁ μέλας. πολλὰ δ΄ ἐστὶν ἃ λέγουσιν οἱ σφόδρα λειποψυχήσαντες καὶ δόξαντες τεθνάναι· περὶ ὧν τὸν αὐτὸν λόγον ὑποληπτέον εἶναι πάντων. καὶ τὸ ὅλον δὲ φίλυπνοι οἱ ἀδηλόφλεβοι καὶ οἱ νανώδεις καὶ οἱ μεγαλοκέφαλοι· τῶν μὲν γὰρ αἱ φλέβες στεναί͵ ὥστ΄ οὐ ῥᾴδιον διαρρεῖν κατιὸν τὸ ὑγρόν͵ τοῖς δὲ νανώδεσι καὶ μεγαλοκεφάλοις ἡ ἄνω ὁρμὴ πολλὴ καὶ ἀναθυμίασις. καὶ καταφερόμενοι καὶ νυστάζοντες τοῦτο δοκοῦσι πάσχειν͵ καὶ ἀδυνατοῦσιν αἴρειν τὴν κεφαλὴν καὶ τὰ βλέφαρα. καὶ μετὰ τὰ σιτία μάλιστα τοιοῦτος ὁ ὕπνος· πολλὴ γὰρ ἡ ἀπὸ τῶν σιτίων ἀναθυμίασις. οὐδ΄ οἱ μελαγχολικοί· κατέψυκται γὰρ ὁ εἴσω τόπος͵ ὥστ΄ οὐ γίγνεται πλῆθος αὐτοῖς ἀναθυμιάσεως. ἤδη δὲ γεγένηταί τισι καὶ φαντασία λειποψυχήσασιν ἰσχυρῶς. εὔλογον δὲ τοῦτ΄ εἶναι τὸ πάθος αἴτιον καὶ τοῦ ἠρεμεῖν ἐν ταῖς μήτραις τὰ ἔμβρυα τὸ πρῶτον. ἀλλὰ γάρ͵ ὥσπερ εἴπομεν͵ οὐκ ἔστιν ὁ ὕπνος ἀδυναμία πᾶσα τοῦ αἰσθητικοῦ͵ ἀλλ΄ ἐκ τῆς περὶ τὴν τροφὴν ἀναθυμιάσεως γίγνεται τὸ πάθος τοῦτο· ἀνάγκη γὰρ τὸ ἀναθυμιώμενον μέχρι του ὠθεῖσθαι͵ εἶτ΄ ἀντιστρέφειν καὶ μεταβάλλειν καθάπερ εὔριπον. ἔτι δ΄ ἡ πρώτη ἡλικία· τὰ γὰρ παιδία καθεύδει σφόδρα διὰ τὸ τὴν τροφὴν ἄνω φέρεσθαι πᾶσαν. σημεῖον δὲ τὸ ὑπερβάλλειν τὸ μέγεθος τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω κατὰ τὴν πρώτην ἡλικίαν͵ διὰ τὸ ἐπὶ ταῦτα γίγνεσθαι τὴν αὔξησιν. ἱστάμενον μὲν οὖν βαρύνει καὶ ποιεῖ νυστάζειν· ὅταν δὲ ῥέψῃ κάτω καὶ ἀντιστρέψαν ἀπώσῃ τὸ θερμόν͵ τότε γίγνεται ὁ ὕπνος καὶ τὸ ζῷον καθεύδει. διὸ καὶ συμβαίνει τισὶν ἡ ἀρχὴ τούτου τοῦ πάθους καθεύδουσιν͵ καὶ καθεύδοντες μὲν ἁλίσκονται͵ ἐγρηγορότες δ΄ οὔ· ὅταν γὰρ πολὺ φέρηται τὸ πνεῦμα ἄνω͵ καταβαῖνον πάλιν τὰς φλέβας ὀγκοῖ͵ καὶ συνθλίβει τὸν πόρον δι΄ οὗ ἡ ἀναπνοὴ γίγνεται. καὶ νόσοι δέ τινες τὸ αὐτὸ τοῦτο ποιοῦσιν͵ ὅσαι ἀπὸ περιττώματος ὑγροῦ καὶ θερμοῦ͵ οἷον συμβαίνει τοῖς πυρέττουσι καὶ ἐν τοῖς ληθάργοις. διὰ ταύτην δὲ τὴν αἰτίαν καὶ ἐπιληπτικὰ γίγνεται· ὅμοιον γὰρ ὁ ὕπνος ἐπιλήψει͵ καὶ ἔστιν τρόπον τινὰ ὁ ὕπνος ἐπίληψις. τοῦτο μὲν οὖν ἔχει τινὰ ἀπορίαν· εἰ γὰρ ἐνδέχεται καταδαρθεῖν τὸν λειποψυχήσαντα͵ ἐνδέχοιτ΄ ἂν ἐνύπνιον εἶναι καὶ τὸ φάντασμα.
ὥστε φανερὸν ἐκ [457b] τῶν εἰρημένων ὅτι ὁ ὕπνος ἐστὶ σύνοδός τις τοῦ θερμοῦ εἴσω καὶ ἀντιπερίστασις φυσικὴ διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν· διὸ πολλὴ ἡ κίνησις τοῦ ὑπνοῦντος. ὅθεν δ΄ ἐκλείπει͵ καταψύχε ται καὶ διὰ ψῦξιν καταπίπτει τὰ βλέφαρα͵ καὶ τὰ μὲν ἄνω κατέψυκται καὶ τὰ ἔξω͵ τὰ δ΄ ἔντος καὶ τὰ κάτω θερμά͵ οἷον τὰ περὶ τοὺς πόδας καὶ τὰ εἴσω. γίγνεται γὰρ ὁ ὕπνος͵ ὥσπερ εἴρηται͵ τοῦ σωματώδους ἀναφερομένου ὑπὸ τοῦ θερμοῦ διὰ τῶν φλεβῶν πρὸς τὴν κεφαλήν· ὅταν δὲ μηκέτι δύνηται͵ ἀλλὰ τῷ πλήθει ὑπερβάλλῃ τὸ ἀναχθέν͵ πάλιν ἀνταπωθεῖται καὶ κάτω ῥεῖ (διὸ καὶ πίπτουσί γε ὑποσπωμένου τοῦ θερμοῦ τοῦ ἀνάγοντος οἱ ἄνθρωποι· μόνον γὰρ ὀρθὸν τῶν ζῴων)͵ καὶ ἐπιπεσὸν μὲν ἔκνοιαν ποιεῖ͵ ὕστερον δὲ φαντασίαν. τῶν δ΄ ἐν τῇ καρδίᾳ ἑκατέρας τῆς θαλάμης κοινὴ ἡ μέση· ἐκείνων δ΄ ἑκατέρα δέχεται ἐξ ἑκατέρας τῆς φλεβός͵ .σκληφροὶ ὄντες· ὥσπερ γὰρ οὐδὲν ἀπολελαυκότα διάκειται τὰ σώματα αὐτοῖς. ἡ δὲ μέλαινα χολὴ φύσει ψυχρὰ οὖσα καὶ τὸν θρεπτικὸν τόπον ψυχρὸν ποιεῖ καὶ τὰ ἄλλα μόρια͵ ὅπου ἂν ὑπάρχῃ δυνάμει τὸ τοιοῦτον περίττωμα. ἔστι δὲ λεπτότατον μὲν αἷμα καὶ καθαρώτατον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ͵ παχύτατον δὲ καὶ θολερώτατον τὸ ἐν τοῖς κάτω μέρεσιν. ἐγείρεται δ΄ ὅταν πεφθῇ καὶ κρατήσῃ ἡ συνεωσμένη θερμότης ἐν ὀλίγῳ πολλὴ ἐκ τοῦ περιεστῶτος͵ καὶ διακριθῇ τό τε σωματωδέστερον αἷμα καὶ τὸ καθαρώτερον. ὥσπερ οὖν τὸ ἀπατμίζον ὑγρὸν ὑπὸ τῆς τοῦ ἡλίου θερμότητος͵ ὅταν ἔλθῃ εἰς τὸν ἄνω τόπον͵ διὰ τὴν ψυχρότητα αὐτοῦ καταψύχεται καὶ συστὰν καταφέρεται [458a] γενόμενον πάλιν ὕδωρ͵ οὕτως ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ θερμοῦ τῇ πρὸς τὸν ἐγκέφαλον ἡ μὲν περιττωματικὴ ἀναθυμίασις εἰς φλέγμα συνίσταται (διὸ καὶ οἱ κατάρροι φαίνονται γιγνόμενοι ἐκ τῆς κεφαλῆς)͵ ἡ δὲ τρόφιμος καὶ μὴ νοσώδης καταφέρεται συνισταμένη καὶ καταψύχει τὸ θερμόν. τῆς μὲν οὖν καταψύξεως τοῦτ΄ ἐστὶν αἴτιον͵ καίπερ τῆς ἀναθυμιάσεως ὑπερβαλλούσης τῇ θερμότητι. πρὸς δὲ τὸ καταψύχεσθαι καὶ μὴ δέχεσθαι ῥᾳδίως τὴν ἀναθυμίασιν συμβάλλεται καὶ ἡ λεπτότης καὶ [ἡ] στενότης τῶν περὶ τὸν ἐγκέφαλον φλεβῶν. παντὸς δὲ τοῦ αἵματος ἀρχή͵ ὥσπερ εἴρηται καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν ἄλλοις͵ ἡ καρδία. πάντων δ΄ ἐστὶ τῶν ἐν τῷ σώματι ψυχρότατον ὁ ἐγκέφαλος͵ τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι τὸ ἀνάλογον τούτῳ μόριον. πότερον οὖν τοῦτο συμβαίνει ὅτι ὥσπερ ἡ κοιλία κενὴ μὲν οὖσα θερμή ἐστιν͵ ἡ δὲ πλήρωσις αὐτὴν καταψύχει διὰ τὴν κίνησιν͵ οὕτω καὶ οἱ ἐν τῇ κεφαλῇ πόροι καὶ τόποι καταψύχονται ἀναφερομένης τῆς ἀναθυμιάσεως; ἢ ὥσπερ τοῖς προσχεομένοις τὸ θερμὸν ἐξαίφνης φρίκη γίγνεται͵ κἀκεῖ ἀνιόντος τοῦ θερμοῦ ἀθροιζόμενον τὸ ψυχρὸν καταψύχει͵ καὶ τὸ κατὰ φύσιν θερμὸν ποιεῖ ἐξαδυνατεῖν καὶ ὑποχωρεῖν; ἔτι δὲ πολλῆς ἐμπιπτούσης τροφῆς͵ ἣν ἀνάγει τὸ θερμόν͵ ὥσπερ τὸ πῦρ ἐπιτιθεμένων τῶν ξύλων͵ καταψύχεται͵ ἕως ἂν καταπεφθῇ. ἢ αἱ μὲν νῦν λεγόμεναι λύσεις ἐνδεχόμεναι μέν εἰσι τοῦ γίγνεσθαι τὴν κατάψυξιν͵ οὐ μὴν ἀλλὰ κύριός γ΄ ἐστὶν ὁ τόπος ὁ περὶ τὸν ἐγκέφαλον͵ ὥσπερ ἐν ἄλλοις εἴρηται. καίτοι τοῦτό τις ἀπορήσειεν ἄν͵ ὅτι μετὰ τὰ σιτία ἰσχυρότατος ὁ ὕπνος γίγνεται͵ καὶ ἔστιν ὑπνωτικὰ οἶνος καὶ ἄλλα θερμότητα ἔχοντα τοιαῦτα͵ ἔστι δ΄ οὐκ εὔλογον τὸν μὲν ὕπνον εἶναι κατάψυξιν͵ τὰ δ΄ αἴτια τοῦ καθεύδειν θερμά.
Αριστοτέλης. τοῦ δὲ ἐπιθυμητικοῦ ἥ τε σωφροσύνη καὶ ἡ ἐγκράτεια. τοῦ δὲ θυμοειδοῦς ἥ τε ὀργιλότης καὶ ἡ δειλία. κακία δ᾽ ἐστὶ τοῦ μὲν (30) λογιστικοῦ ἡ ἀφροσύνη. τριμεροῦς δὲ τῆς ψυχῆς λαμβανομένης κατὰ Πλάτωνα. ἐπαινετὰ δ᾽ ἐστὶ καὶ τὰ αἴτια τῶν ἀρετῶν καὶ τὰ παρεπόμενα ταῖς ἀρεταῖς καὶ τὰ γινόμενα ἀπ᾽ αὐτῶν καὶ (30) τὰ ἔργα αὐτῶν. τοῦ μὲν λογιστικοῦ [1249b] (26) ἀρετή ἐστιν ἡ φρόνησις. καὶ τῶν μὲν καλῶν ἡγοῦνται αἱ ἀρεταί. τοῦ δὲ θυμοειδοῦς ἥ τε πραότης καὶ ἡ ἀνδρεία. τοῦ δὲ ἐπιθυμητικοῦ ἥ τε ἀκολασία καὶ ἡ [1250a] (1) ἀκράτεια. ὅλης δὲ τῆς ψυχῆς ἥ τε ἀδικία καὶ ἀνελευθεριότης καὶ μικροψυχία.τῆς τε μεγάλης καλουμένης καὶ τῆς ἀορτῆς· ἐν δὲ τῇ μέσῃ γίγνεται ἡ διάκρισις. ψεκτὰ δὲ τὰ αἰσχρά. τῶν δ᾽ αἰσχρῶν αἱ κακίαι. ψεκτὰ δὲ τὰ ἐναντία. ὅλης δὲ τῆς ψυχῆς ἥ τε δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθεριότης καὶ ἡ μεγαλοψυχία. τί μὲν οὖν τὸ αἴτιον τοῦ καθεύδειν εἴρηται͵ ὅτι ἡ [ὑπὸ] τοῦ σωματώδους τοῦ ἀναφερομένου ὑπὸ τοῦ συμφύτου θερμοῦ ἀντιπερίστασις ἀθρόως ἐπὶ τὸ πρῶτον αἰσθητήριον· καὶ τί ἐστιν ὁ ὕπνος͵ ὅτι τοῦ πρώτου αἰσθητηρίου κατάληψις πρὸς τὸ μὴ δύνασθαι ἐνεργεῖν͵ ἐξ ἀνάγκης μὲν γινόμενος (οὐ γὰρ ἐνδέχεται ζῷον εἶναι μὴ συμβαινόντων τῶν ἀπεργαζομένων αὐτό)͵ ἕνεκα δὲ σωτηρίας· σῴζει γὰρ ἡ ἀνάπαυσις. . Περί Αρετών και Κακιών Ἀριστοτέλους Περὶ Ἀρετῶν καὶ Κακιῶν [1249a](26) ἐπαινετὰ μέν ἐστι τὰ καλά. ἀλλὰ τὸ μὲν διορίζειν περὶ τούτων ἑτέρων ἐστὶ λόγων οἰκειότερον· διὰ δὲ τὸ γίγνεσθαι ἀδιακριτώτερον τὸ αἷμα μετὰ τὴν τῆς τροφῆς προσφορὰν ὕπνος γίγνεται͵ ἕως ἂν διακριθῇ τοῦ αἵματος τὸ μὲν καθαρώτερον εἰς τὰ ἄνω͵ τὸ δὲ θολερώτερον εἰς τὰ κάτω· ὅταν δὲ τοῦτο συμβῇ͵ ἐγείρονται ἀπολυθέντα τοῦ ἐκ τῆς τροφῆς βάρους.
πραότης δ᾽ (5) ἐστὶν ἀρετὴ τοῦ θυμοειδοῦς. ἡ μνήμη δὲ καὶ ἐμπειρία καὶ ἀγχίνοια ἤτοι ἀπὸ τῆς φρονήσεως ἑκάστη αὐτῶν ἐστίν. ὀργιλότης δ᾽ ἐστὶ κακία τοῦ θυμοειδοῦς. τὸ ἀγχίνως χρήσασθαι καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ.] ἀκράτεια δ᾽ ἐστὶ κακία τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. (30) τῆς δὲ φρονήσεώς ἐστι τὸ βουλεύσασθαι. ἀκολασία δ᾽ ἐστὶ κακία τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. ἐλευθεριότης δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ ψυχῆς εὐδάπανος εἰς τὰ καλά. καθ᾽ ἣν δυσέκπληκτοί εἰσιν ὑπὸ φόβων τῶν περὶ θάνατον. ἀφροσύνη δ᾽ ἐστὶ κακία τοῦ λογιστικοῦ. τὸ ὁμιλῆσαι ὀρθῶς.ἔστι δὲ φρόνησις μὲν ἀρετὴ τοῦ λογιστικοῦ. καθ᾽ ἣν αἱροῦνται τὰς φαύλας ἡδονάς. δικαιοσύνη δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ ψυχῆς διανεμητικὴ τοῦ κατ᾽ ἀξίαν. σωφροσύνη δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. καθ᾽ ἣν κατέχουσι τῷ λογισμῷ τὴν ἐπιθυμίαν ὁρμῶσαν ἐπὶ τὰς φαύλας ἡδονάς. καὶ μάλιστα (20) τῶν περὶ θάνατον. καθάπερ ἐμπειρία καὶ ἡ μνήμη. αἰτία τοῦ ζῆν κακῶς. καθ᾽ ἣν ἀνόρεκτοι γίνονται περὶ τὰς ἀπολαύσεις τῶν φαύλων ἡδονῶν. τὰ δὲ οἷον μέρη αὐτῆς. (25) ἀδικία δ᾽ ἐστὶ κακία ψυχῆς. ἀνελευθερία δ᾽ ἐστὶ κακία ψυχῆς. μεγαλοψυχία δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ ψυχῆς. ἀνδρεία δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ τοῦ θυμοειδοῦς. καθ᾽ ἣν ὑπὸ ὀργῆς γίνονται δυσκίνητοι. ἢ παρέπεται τῇ φρονήσει· ἢ τὰ μὲν αὐτῶν οἷον συναίτια τῆς φρονήσεώς ἐστι. πραότητος . καθ᾽ ἣν ὀρέγονται τοῦ πανταχόθεν κέρδους. καθ᾽ ἣν εὐκίνητοι γίνονται πρὸς ὀργήν. τὸ κρῖναι τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ κακὰ καὶ πάντα τὰ ἐν τῷ βίῳ αἱρετὰ καὶ φευκτά. οἷον εὐβουλία καὶ ἀγχίνοια. καθ᾽ ἣν ἀδύνατοί εἰσι φέρειν εὐτυχίαν καὶ ἀτυχίαν καὶ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν. καθ᾽ ἣν δύναται φέρειν (15) εὐτυχίαν καὶ ἀτυχίαν καὶ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν. τὸ χρῆσθαι πᾶσι καλῶς τοῖς ὑπάρχουσιν ἀγαθοῖς. καθ᾽ ἣν παρασύρουσι τῇ ἀλογίᾳ τὴν ἐπιθυμίαν ὠθοῦσαν ἐπὶ τὰς τῶν φαύλων ἡδονῶν ἀπολαύσεις. καθ᾽ ἣν ἐκπλήττονται ὑπὸ φόβων. ἐγκράτεια (10) δ᾽ ἐστὶν ἀρετὴ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. παρασκευαστικὴ τῶν πρὸς εὐδαιμονίαν συντεινόντων. καθ᾽ ἣν πλεονεκτικοὶ γίνονται παρὰ τὴν ἀξίαν. δειλία δ᾽ ἐστὶ κακία τοῦ θυμοειδοῦς. [περὶ μὲν τῆς ἀκρατείας οὐδέν· οὕτω δὲ σὺ δύνασαι ὁρίζειν. τὸ συνιδεῖν τοὺς καιρούς. τὸ τὴν ἐμπειρίαν ἔχειν (35) τῶν χρησίμων πάντων. μικροψυχία δ᾽ ἐστὶ κακία ψυχῆς.
εἶτα πρὸς πατρίδα καὶ γονεῖς. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἐλευθεριότητι τοῦ ἤθους ὑγρότης καὶ εὐαγωγία καὶ . ἤτοι μέρος οὖσα δικαιοσύνης ἢ παρακολουθοῦσα. ἀνδρείας δ᾽ ἐστὶ τὸ δυσέκπληκτον ὑπὸ φόβων (45) τῶν περὶ θάνατον. ἔστι δὲ ὁ ἐλευθέριος καὶ περὶ ἐσθῆτα καθαρὸς καὶ περὶ οἴκησιν. καὶ τὸ διαφυλάττειν τὰς ὁμολογίας. καὶ τὸ σώζειν τοὺς γεγραμμένους νόμους. καὶ τὸ νίκης αἴτιον εἶναι. εὐλάβεια. καὶ (10) τὸ τετάσθαι περὶ τὸν βίον ὁμοίως ἔν τε μικροῖς καὶ μεγάλοις. καὶ θρεπτικὸς τῶν ζᾐων τῶν ἴδιον ἐχόντων τι ἢ θαυμαστόν. καὶ τὸ εἶναι πάσης ἀπολαύσεως αἰσχρᾶς ἡδονῆς ἀνόρεκτον. ἔτι δὲ καὶ ἡ φιλοπονία καὶ ἡ καρτερία. καὶ τὸ μὴ εὐκίνητον εἶναι πρὸς τὰς ὀργάς. αἰδώς. καὶ σώζειν τὰ πάτρια ἔθη καὶ τὰ νόμιμα. παρέπεται δὲ τῇ ἀνδρείᾳ καὶ (5) ἡ εὐτολμία καὶ ἡ εὐψυχία καὶ τὸ θάρσος καὶ τὸ θράσος. καὶ δαψιλῆ ἐπὶ τῷ εἰς τὰ δέοντα ἀναλωθῆναι. παρέπεται δὲ τῇ σωφροσύνῃ εὐταξία. καὶ τὸ [1250b] (1) εὔτολμον πρὸς τοὺς κινδύνους. δικαιοσύνης δ᾽ ἐστὶ τὸ διανεμητικὸν εἶναι τοῦ κατ᾽ ἀξίαν. καὶ τὸ καρτερεῖν. καὶ τὸ εὐθαρσῆ ἐν τοῖς δεινοῖς. καὶ κατασκευαστικὸς τῶν περιττῶν καὶ καλῶν καὶ (30) διαγωγὴν ἐχόντων ἡδεῖαν ἄνευ τοῦ λυσιτελοῦντος. καὶ τὸ μᾶλλον αἱρεῖσθαι τεθνάναι καλῶς ἢ αἰσχρῶς σωθῆναι. καὶ τὸ βοηθητικὸν εἶναι ἐν τῷ διαφόρῳ. ἐγκρατείας δ᾽ ἐστὶ τὸ δύνασθαι κατασχεῖν τῷ λογισμῷ τὴν ἐπιθυμίαν ὁρμῶσαν ἐπὶ φαύλας ἀπολαύσεις καὶ ἡδονάς. εἶτα πρὸς δαίμονας. ἔστι δὲ πρώτη τῶν δικαιοσυνῶν (20) πρὸς τοὺς θεούς. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότης καὶ ἀλήθεια καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ μισοπονηρία. ἐλευθεριότητος δ᾽ ἐστὶ (25) τὸ προετικὸν εἶναι χρημάτων εἰς τὰ ἐπαινετά. ἔχοντα τὸ ἠρεμαῖον ἐν τῇ ψυχῇ καὶ στάσιμον. εἶτα πρὸς τοὺς κατοιχομένους· ἐν οἷς ἐστὶν ἡ εὐσέβεια. ἄπικρον δὲ τῷ ἤθει καὶ ἀφιλόνεικον.(40) δ᾽ ἐστὶ τὸ δύνασθαι φέρειν μετρίως ἐγκλήματα καὶ ὀλιγωρίας. καὶ τὸ ἀληθεύειν ἐν τῷ διαφέροντι. καὶ τὸ μὴ λαβεῖν ὅθεν μὴ δεῖ. καὶ τὸ μὴ ταχέως ὁρμᾶν ἐπὶ τὰς τιμωρίας. κοσμιότης. καὶ τὸ φοβεῖσθαι καὶ τὴν δικαίαν ἄδειαν. καὶ τὸ ὑπομονητικὸν (15) εἶναι τῆς κατὰ φύσιν ἐνδείας καὶ λύπης. ἔτι δὲ ἀνδρείας ἐστὶ καὶ τὸ πονεῖν καὶ καρτερεῖν καὶ αἱρεῖσθαι ἀνδραγαθίζεσθαι. σωφροσύνης δ᾽ ἐστὶ τὸ μὴ θαυμάζειν τὰς ἀπολαύσεις τῶν σωματικῶν ἡδονῶν.
ῥᾳθυμία. ἀμνημοσύνη. ἀνανδρία. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀκολασίᾳ ἀταξία. καὶ τὸ θαυμάζειν μήτε τρυφὴν μήτε θεραπείαν μήτε ἐξουσίαν μήτε τὰς νίκας τὰς ἐναγωνίους. καὶ τὸ ἐπὶ μικροῖς λυπεῖσθαι. καὶ τὸ ὑπολαμβάνοντα (25) κρεῖττον . καὶ μάλιστα τῶν περὶ θάνατον καὶ τὰς σωματικὰς πηρώσεις. τὸ ὁμιλῆσαι κακῶς. καὶ ἡ πικρολογία. μεγαλοψυχίας δ᾽ ἐστὶ (35) τὸ καλῶς ἐνεγκεῖν καὶ εὐτυχίαν καὶ ἀτυχίαν καὶ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν. ὀλιγωρία. ἀναίδεια. ἔχειν δέ τι βάθος τῆς ψυχῆς καὶ μέγεθος. εἶναι δὲ κολαστικὸν καὶ τιμωρητικὸν καὶ εὐκίνητον πρὸς ὀργὴν καὶ ὑπὸ ἔργου καὶ ὑπὸ λόγου τοῦ τυχόντος. καὶ τὸ ῥᾳδιουργὸν εἶναι ἐν τοῖς λόγοις καὶ ἐν τοῖς ἔργοις. ἀκολασίας δ᾽ ἐστὶ τὸ αἱρεῖσθαι τὰς ἀπολαύσεις τῶν ἡδονῶν τῶν βλαβερῶν καὶ αἰσχρῶν. καὶ τὸ ὑπολαμβάνειν εὐδαιμονεῖν μάλιστα τοὺς ἐν ταῖς τοιαύταις ἡδοναῖς ὄντας. ἐπαριστερότης. (40) ἁπλοῦς δὲ τῷ ἤθει καὶ γενναῖος. ἔκλυσις. τὸ ψευδῶς δοξάζειν [1251a] (1) περὶ τῶν εἰς τὸν βίον καλῶν καὶ ἀγαθῶν. καὶ τὸ ὑπολαμβάνειν κρεῖττον εἶναι ὁπωσοῦν σωθῆναι ἢ τελευτῆσαι καλῶς. καὶ τὸ ταῦτα (10) πάσχειν ταχέως καὶ παρὰ βραχὺν καιρόν. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ μεγαλοψυχίᾳ ἁπλότης καὶ ἀλήθεια. καὶ τὸ φιλογέλοιον εἶναι καὶ τὸ φιλοσκώπτην (20) καὶ φιλευτράπελον. ἀκρασία. τὸ βουλεύσασθαι κακῶς. δειλίας δ᾽ ἐστὶ τὸ ὑπὸ τῶν τυχόντων φόβων εὐκίνητον εἶναι. ὕπεστι δέ τις εὐλάβεια καὶ τὸ ἀφιλόνεικον τοῦ ἤθους. (15) ἀπονία. τρυφή. ἀφροσύνης δ᾽ ἐστὶ τὸ κρίνειν κακῶς τὰ πράγματα.παρακολουθεῖ δὲ τῇ ἀφροσύνῃ ἀπειρία. ἀμαθία. ἀμέλεια. ἀκοσμία. ἔστι δὲ μεγαλόψυχος οὔθ᾽ ὁ τὸ ζῆν περὶ πολλοῦ ποιούμενος οὔθ᾽ ὁ φιλόζωος. ἀδικεῖσθαι δυνάμενος. φιλοψυχία. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ δειλίᾳ μαλακία. ἀκρασίας δ᾽ ἐστὶ τὸ κωλύοντος τοῦ λογισμοῦ τὰς ἀπολαύσεις τῶν ἡδονῶν αἱρεῖσθαι. ἔστι δὲ τοῦ ὀργίλου μὴ δύνασθαι φέρειν (5) μήτε τὰς μικρὰς ὀλιγωρήσεις μήτε ἐλαττώσεις. καὶ οὐ τιμωρητικός. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ὀργιλότητι τὸ παροξυντικὸν τοῦ ἤθους καὶ εὐμετάβολον. ὀργιλότητος δ᾽ ἐστὶν εἴδη τρία.φιλανθρωπία καὶ τὸ εἶναι ἐλεητικὸν καὶ φιλόφιλον καὶ φιλόξενον καὶ φιλόκαλον. τὸ χρήσασθαι (45) κακῶς τοῖς παροῦσιν ἀγαθοῖς. ἀκροχολία πικρία βαρυθυμία.
κακοήθεια. ἀτιμίαν δὲ μηδὲ τὴν ἐλαχίστην (20) ἐνεγκεῖν δύνασθαι. ἔτι δὲ τοιοῦτός ἐστιν ὁ μικρόψυχος οἷος πάντα . βίος θητικὸς καὶ δουλοπρεπὴς καὶ ῥυπαρός. αἰσχροκερδία φειδωλία (5) κιμβεία. πανουργία. μετέχειν δὲ μηδὲν ἧττον. ἀσέβεια μὲν ἡ περὶ θεοὺς πλημμέλεια καὶ περὶ δαίμονας ἢ καὶ περὶ τοὺς κατοιχομένους. (15) βαρυθυμία καὶ μικροψυχία. ὅθεν Εὔηνος περὶ αὐτῆς λέγει ἥτις κερδαίνουσ᾽ οὐδὲν ὅμως ἀδικεῖ. καὶ πλέον βλάπτονται (10) τῷ μὴ κατὰ καιρὸν ποιεῖσθαι τὸ διάφορον. ἀπότευγμα δ᾽ ἄτην καὶ ἀτυχίαν κρίνειν μεγάλην. καὶ περὶ γονεῖς καὶ περὶ πατρίδα· πλεονεξία δὲ περὶ τὰ συμβόλαια. εἰς ὄνειδος ἀγαγόντες ἑτέρους. τὸ ἐπιορκεῖν. ἀφίστασθαι δὲ αὐτῶν διὰ τὰς ἡδονάς. τὸ παραβαίνειν τὰς ὁμολογίας καὶ τὰς πίστεις. κατὰ μικρὸν δὲ καὶ κακῶς. καὶ τὸ οἴεσθαι μὲν δεῖν πράττειν καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ συμφέροντα. ἀλλὰ τιμώμενον μὲν χαυνοῦσθαι. ἔστι δὲ τῆς ἀδικίας τὸ παραβαίνειν τὰ πάτρια ἔθη καὶ τὰ νόμιμα. καὶ τὸ μηδὲν ὄνειδος ἡγεῖσθαι τῶν ποιούντων τὸ κέρδος. ἀλαζονεία. ἀγένεις. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀδικίᾳ συκοφαντία.εἶναι μὴ μετασχεῖν μὲν αὐτῶν. ἀνελευθερίας δ᾽ ἐστὶν εἴδη τρία. μικροψυχίας δ᾽ ἐστὶ τὸ μήτε τιμὴν μήτε ἀτιμίαν μήτε εὐτυχίαν μήτε ἀτυχίαν δύνασθαι φέρειν. ταπεινότης. φιλανθρωπία προσποίητος. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀνελευθεριότητι μικρολογία. ἀμετρία. φιλοτιμίας καὶ ἐλευθερίας ἀλλότριος. καὶ τὸ κέρδος τῆς αἰσχύνης περὶ πλείονος ποιοῦνται· φειδωλία δ᾽ ἐστὶ καθ᾽ ἣν ἀδάπανοι γίνονται τῶν χρημάτων εἰς τὸ δέον· κιμβεία δ᾽ ἐστὶ καθ᾽ ἣν δαπανῶσι μέν. καθ᾽ ἣν τὰς ἡδονὰς αὑτοῖς (35) παρασκευάζουσιν. μισανθρωπία. (30) ἀδικίας δ᾽ ἐστὶν εἴδη τρία. μικρὰ δὲ εὐτυχήσαντα ὑπεξαίρεσθαι. καθ᾽ ἣν κερδαίνειν ζητοῦσι πανταχόθεν. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀκρασίᾳ μαλακία καὶ μεταμέλεια καὶ τὰ πλεῖστα ταὐτὰ ἃ καὶ τῇ ἀκολασίᾳ. αἰσχροκερδία μέν. παρὰ τὴν ἀξίαν αἱρουμένη τὸ διάφορον· ὕβρις δέ. καὶ τὸ ἀπειθεῖν τοῖς νόμοις καὶ τοῖς ἄρχουσι. ὀδύρεσθαι δ᾽ ἐπὶ πᾶσι καὶ δυσφορεῖν. ἀσέβεια πλεονεξία ὕβρις. ἔστι δὲ τῆς ἀνελευθερίας τὸ περὶ πλείστου ποιεῖσθαι χρήματα. τὸ [1251b] (1) ψεύδεσθαι.
ἢ γὰρ τῷ ἐν ἑτέροις μιμεῖσθαι ἢ τῷ ἕτερα ἢ τῷ ἑτέρως καὶ μὴ τὸν αὐτὸν τρόπον. εὐγνωμοσύνη. ἐλπὶς ἀγαθή. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὅσα τῆς αὐτῆς ἐστι μεθόδου. Περί Ποιητικής Ἀριστοτέλους Περὶ Ποιητικῆς [1447a][8] 1. ἕτεροι δὲ διὰ τῆς φωνῆς. λέγωμεν ἀρξάμενοι κατὰ φύσιν πρῶτον ἀπὸ τῶν πρώτων. συμφωνοῦσαν κατὰ πάντα τὰ μέρη· διὸ καὶ δοκεῖ παράδειγμα πολιτείας ἀγαθῆς εἶναι ψυχῆς (30) σπουδαία διάθεσις. οἷον ἡ τῶν συρίγγων. φιλάνθρωπον καὶ φιλόκαλον· ἃ δὴ πάντα τῶν ἐπαινουμένων ἐστίν. καὶ τὸ μήτε κολαστικὸν εἶναι μήτε τιμωρητικόν. ἔστι δὲ ἀρετῆς καὶ τὸ εὐεργετεῖν τοὺς ἀξίους. ἔτι δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα οἷον (35) φίλοικον εἶναι καὶ φιλόφιλον. τῆς δὲ κακίας ἐστὶ τὰ ἐναντία. φιλέταιρον. ἀλλὰ ἵλεων καὶ εὐμενικὸν καὶ συγγνωμονικόν. ἐπιείκεια. ἠρεμαίαις καὶ τεταγμέναις κινήσεσι χρωμένην. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ μικροψυχίᾳ μικρολογία. δυσελπιστία. καθόλου δὲ τῆς μὲν ἀρετῆς ἐστὶ τὸ ποιεῖν σπουδαίαν τὴν διάθεσιν περὶ τὴν ψυχήν. ἔτι δὲ ἐκ πόσων καὶ ποίων ἐστὶ μορίων. Περὶ ποιητικῆς αὐτῆς τε καὶ τῶν εἰδῶν αὐτῆς. οὕτω κἀν ταῖς εἰρημέναις τέχναις ἅπασαι μὲν ποιοῦνται τὴν μίμησιν ἐν ῥυθμῷ καὶ λόγῳ καὶ ἁρμονίᾳ. καὶ τὰ δι᾽ ἄγνοιαν ἢ λήθην γιγνόμενα. Ὥσπερ γὰρ καὶ χρώμασι καὶ σχήμασι πολλὰ μιμοῦνταί τινες ἀπεικάζοντες (οἱ μὲν [20] διὰ τέχνης οἱ δὲ διὰ συνηθείας). τούτοις δ᾽ ἢ χωρὶς ἢ μεμιγμένοις· οἷον ἁρμονίᾳ μὲν καὶ ῥυθμῷ χρώμεναι μόνον ἥ τε αὐλητικὴ καὶ ἡ κιθαριστικὴ κἂν εἴ τινες [25] ἕτεραι τυγχάνωσιν οὖσαι τοιαῦται τὴν δύναμιν. ἥν τινα δύναμιν ἕκαστον ἔχει. Αριστοτέλης. καὶ πῶς δεῖ συνίστασθαι τοὺς μύθους [10] εἰ μέλλει καλῶς ἕξειν ἡ ποίησις. (25) μεμψιμοιρία. φιλόξενον. αὐτῷ δὲ τῷ . ταπεινότης. καὶ τὸ φιλεῖν τοὺς ἀγαθούς. ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀρετῇ χρηστότης. Ἐποποιία δὴ καὶ ἡ τῆς τραγῳδίας ποίησις ἔτι δὲ κωμῳδία καὶ ἡ διθυραμβοποιητικὴ καὶ τῆς [15] αὐλητικῆς ἡ πλείστη καὶ κιθαριστικῆς πᾶσαι τυγχάνουσιν οὖσαι μιμήσεις τὸ σύνολον· διαφέρουσι δὲ ἀλλήλων τρισίν.τὰ ὀλιγωρήματα καλεῖν ὕβριν καὶ ἀτιμίαν.
καὶ ποιητὴν προσαγορευτέον. Περὶ μὲν οὖν τούτων διωρίσθω τοῦτον τὸν τρόπον. Ἐν αὐτῇ δὲ τῇ διαφορᾷ καὶ ἡ τραγῳδία πρὸς τὴν κωμῳδίαν διέστηκεν· ἡ μὲν γὰρ χείρους ἡ δὲ βελτίους μιμεῖσθαι βούλεται τῶν νῦν. Κλεοφῶν δὲ ὁμοίους. καὶ [τὸ] περὶ τοὺς λόγους δὲ καὶ τὴν ψιλομετρίαν. διὸ τὸν μὲν ποιητὴν δίκαιον καλεῖν. ὥσπερ ἥ τε τῶν διθυραμβικῶν ποίησις καὶ ἡ τῶν νόμων καὶ ἥ τε τραγῳδία καὶ ἡ κωμῳδία· διαφέρουσι δὲ ὅτι αἱ μὲν ἅμα πᾶσιν αἱ δὲ κατὰ μέρος. Ἔτι δὲ τούτων τρίτη διαφορὰ τὸ ὡς ἕκαστα τούτων [20] μιμήσαιτο ἄν τις. [1448a][1] 2. οὕτω καλεῖν εἰώθασιν· οὐδὲν δὲ κοινόν ἐστιν Ὁμήρῳ καὶ Ἐμπεδοκλεῖ πλὴν τὸ μέτρον. τὸν δὲ φυσιολόγον μᾶλλον ἢ [20] ποιητήν· ὁμοίως δὲ κἂν εἴ τις ἅπαντα τὰ μέτρα μιγνύων ποιοῖτο τὴν μίμησιν καθάπερ Χαιρήμων ἐποίησε Κένταυρον μικτὴν ῥαψῳδίαν ἐξ ἁπάντων τῶν μέτρων. λέγω δὲ οἷον ῥυθμῷ καὶ μέλει καὶ μέτρῳ. Παύσων δὲ χείρους. ὥσπερ γᾶρ Κύκλωπας Τιμόθεος καὶ Φιλόξενος μιμήσαιτο ἄν τις. . ἤτοι βελτίονας ἢ καθ᾽ ἡμᾶς ἢ χείρονας [5] ἢ καὶ τοιούτους. 3. Δῆλον δὲ ὅτι καὶ τῶν λεχθεισῶν ἑκάστη μιμήσεων ἕξει ταύτας τὰς διαφορὰς καὶ ἔσται ἑτέρα τῷ ἕτερα μιμεῖσθαι τοῦτον τὸν τρόπον.ῥυθμῷ [μιμοῦνται] χωρὶς ἁρμονίας ἡ τῶν ὀρχηστῶν (καὶ γὰρ οὗτοι διὰ τῶν σχηματιζομένων ῥυθμῶν μιμοῦνται καὶ ἤθη καὶ πάθη καὶ πράξεις)· Ἡ δὲ [ἐποποιία] μόνον τοῖς λόγοις ψιλοῖς <καὶ> ἡ τοῖς [1447b][1] μέτροις καὶ τούτοις εἴτε μιγνῦσα μετ᾽ ἀλλήλων εἴθ᾽ ἑνί τινι γένει χρωμένη τῶν μέτρων ἀνώνυμοι τυγχάνουσι μέχρι τοῦ νῦν· οὐδὲν γὰρ ἂν [10] ἔχοιμεν ὀνομάσαι κοινὸν τοὺς Σώφρονος καὶ Ξενάρχου μίμους καὶ τοὺς Σωκρατικοὺς λόγους οὐδὲ εἴ τις διὰ τριμέτρων ἢ ἐλεγείων ἢ τῶν ἄλλων τινῶν τῶν τοιούτων ποιοῖτο τὴν μίμησιν. ὥσπερ οἱ γραφεῖς· Πολύγνωτος μὲν γὰρ κρείττους. οἷον Ὅμηρος μὲν βελτίους. Διονύσιος δὲ ὁμοίους εἴκαζεν. ἢ ἕτερόν τι γιγνόμενον ὥσπερ Ὅμηρος ποιεῖ ἢ ὡς τὸν αὐτὸν καὶ μὴ μεταβάλλοντα. Καὶ γὰρ ἐν ὀρχήσει καὶ αὐλήσει καὶ [10] κιθαρίσει ἔστι γενέσθαι ταύτας τὰς ἀνομοιότητας. Καὶ γὰρ ἐν τοῖς αὐτοῖς καὶ τὰ αὐτὰ μιμεῖσθαι ἔστιν ὁτὲ μὲν ἀπαγγέλλοντα. κακίᾳ γὰρ καὶ ἀρετῇ τὰ ἤθη διαφέρουσι πάντες). Εἰσὶ δέ τινες αἳ πᾶσι χρῶνται τοῖς [25] εἰρημένοις. Ἐπεὶ δὲ μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας. οὐχ ὡς [15] κατὰ τὴν μίμησιν ποιητὰς ἀλλὰ κοινῇ κατὰ τὸ μέτρον προσαγορεύοντες· καὶ γὰρ ἂν ἰατρικὸν ἢ φυσικόν τι διὰ τῶν μέτρων ἐκφέρωσιν. ἀνάγκη δὲ τούτους ἢ σπουδαίους ἢ φαύλους εἶναι (τὰ γὰρ ἤθη σχεδὸν ἀεὶ τούτοις ἀκολουθεῖ μόνοις. Ἡγήμων δὲ ὁ Θάσιος <ὁ> τὰς παρῳδίας ποιήσας πρῶτος καὶ Νικοχάρης ὁ τὴν Δειλιάδα χείρους· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τοὺς διθυράμβους καὶ περὶ τοὺς [15] νόμους. Πλὴν οἱ ἄνθρωποί γε συνάπτοντες τῷ μέτρῳ τὸ ποιεῖν ἐλεγειοποιοὺς τοὺς δὲ ἐποποιοὺς ὀνομάζουσιν. ἢ πάντας ὡς πράττοντας καὶ ἐνεργοῦντας [τοὺς] μιμουμένους. Ταύτας μὲν οὖν λέγω τὰς διαφορὰς τῶν τεχνῶν ἐν οἷς ποιοῦνται τὴν μίμησιν.
Ἐν τρισὶ δὴ ταύταις διαφοραῖς ἡ μίμησίς ἐστιν. Ὥστε τῇ μὲν ὁ αὐτὸς ἂν εἴη μιμητὴς Ὁμήρῳ Σοφοκλῆς. καὶ τὸ χαίρειν τοῖς μιμήμασι πάντας. Ἀθηναίους δὲ πράττειν προσαγορεύειν. ὥσπερ ἕτεροι ὕμνους καὶ ἐγκώμια. Ὅθεν καὶ δράματα καλεῖσθαί τινες αὐτά φασιν. ἐν οἷς τε <καὶ ἃ> καὶ ὥς. τούτων τὰς εἰκόνας τὰς μάλιστα ἠκριβωμένας χαίρομεν θεωροῦντες. Καὶ ἐγένοντο τῶν παλαιῶν οἱ μὲν ἡρωικῶν οἱ δὲ ἰάμβων ποιηταί. ἀλλ᾽ ἐπὶ βραχὺ [15] κοινωνοῦσιν αὐτοῦ. Ἀθηναίους δὲ δήμους. [25] ὡς εἴπομεν κατ᾽ ἀρχάς. οἷον ὅτι οὗτος ἐκεῖνος· ἐπεὶ ἐὰν μὴ τύχῃ προεωρακώς. Ἐοίκασι δὲ γεννῆσαι μὲν ὅλως τὴν ποιητικὴν αἰτίαι [5] δύο τινὲς καὶ αὗται φυσικαί. εἰκὸς δὲ εἶναι πολλούς. ὅτι ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἰάμβιζον ἀλλήλους. Ἐν οἷς κατὰ τὸ ἁρμόττον καὶ τὸ ἰαμβεῖον ἦλθε μέτρον_διὸ καὶ ἰαμβεῖον καλεῖται νῦν. μιμοῦνται γὰρ ἄμφω σπουδαίους. Αἴτιον δὲ καὶ τούτου. ἐκεῖθεν γὰρ ἦν Ἐπίχαρμος ὁ ποιητὴς πολλῷ πρότερος ὢν Χιωνίδου καὶ Μάγνητος· καὶ τῆς τραγῳδίας ἔνιοι [35] τῶν ἐν Πελοποννήσῳ) ποιούμενοι τὰ ὀνόματα σημεῖον· αὐτοὶ μὲν γὰρ κώμας τὰς περιοικίδας καλεῖν φασιν. ὅτι μανθάνειν οὐ μόνον τοῖς φιλοσόφοις ἥδιστον ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁμοίως. ὅτι συμβαίνει θεωροῦντας μανθάνειν καὶ συλλογίζεσθαι τί ἕκαστον. [20] Κατὰ φύσιν δὲ ὄντος ἡμῖν τοῦ μιμεῖσθαι καὶ τῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ ῥυθμοῦ (τὰ γὰρ μέτρα ὅτι μόρια τῶν ῥυθμῶν ἐστι φανερὸν) ἐξ ἀρχῆς οἱ πεφυκότες πρὸς αὐτὰ μάλιστα κατὰ μικρὸν προάγοντες ἐγέννησαν τὴν ποίησιν ἐκ τῶν αὐτοσχεδιασμάτων. οἷον ἐκείνου ὁ Μαργίτης καὶ τὰ τοιαῦτα. ὡς κωμῳδοὺς οὐκ ἀπὸ τοῦ κωμάζειν λεχθέντας ἀλλὰ τῇ κατὰ κώμας πλάνῃ ἀτιμαζομένους ἐκ τοῦ ἄστεως· [1448b][1] καὶ τὸ ποιεῖν αὐτοὶ μὲν δρᾶν. πράττοντας γὰρ μιμοῦνται καὶ δρῶντας ἄμφω. Σημεῖον δὲ τούτου τὸ συμβαῖνον [10] ἐπὶ τῶν ἔργων· ἃ γὰρ αὐτὰ λυπηρῶς ὁρῶμεν. Τῶν μὲν οὖν πρὸ Ὁμήρου οὐδενὸς ἔχομεν εἰπεῖν τοιοῦτον ποίημα. πρῶτον ψόγους ποιοῦντες. οὐχ ᾗ μίμημα ποιήσει τὴν ἡδονὴν ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπεργασίαν ἢ τὴν χροιὰν ἢ διὰ τοιαύτην τινὰ ἄλλην αἰτίαν. Διὸ καὶ [30] ἀντιποιοῦνται τῆς τε τραγῳδίας καὶ τῆς κωμῳδίας οἱ Δωριεῖς (τῆς μὲν γὰρ κωμῳδίας οἱ Μεγαρεῖς οἵ τε ἐνταῦθα ὡς ἐπὶ τῆς παρ᾽ αὐτοῖς δημοκρατίας γενομένης καὶ οἱ ἐκ Σικελίας. Περὶ μὲν οὖν τῶν διαφορῶν καὶ πόσαι καὶ τίνες τῆς μιμήσεως εἰρήσθω ταῦτα. 4. . Τό τε γὰρ μιμεῖσθαι σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις ἐκ παίδων ἐστὶ καὶ τούτῳ διαφέρουσι τῶν ἄλλων ζῴων ὅτι μιμητικώτατόν ἐστι καὶ τὰς μαθήσεις ποιεῖται διὰ μιμήσεως τὰς πρώτας. ἀπὸ δὲ Ὁμήρου ἀρξαμένοις [30] ἔστιν. οἷον θηρίων τε μορφὰς τῶν ἀτιμοτάτων καὶ νεκρῶν. Διὰ γὰρ τοῦτο χαίρουσι τὰς εἰκόνας ὁρῶντες. τῇ δὲ Ἀριστοφάνει. Διεσπάσθη δὲ κατὰ τὰ οἰκεῖα ἤθη ἡ ποίησις· [25] οἱ μὲν γὰρ σεμνότεροι τὰς καλὰς ἐμιμοῦντο πράξεις καὶ τὰς τῶν τοιούτων. οἱ δὲ εὐτελέστεροι τὰς τῶν φαύλων. ὅτι μιμοῦνται δρῶντας.
5. τῶν δὲ Ἀθήνησιν Κράτης πρῶτος ἦρξεν ἀφέμενος τῆς ἰαμβικῆς ἰδέας καθόλου ποιεῖν λόγους καὶ μύθους. λέξεως δὲ γενομένης αὐτὴ ἡ φύσις τὸ οἰκεῖον μέτρον εὗρε· μάλιστα γὰρ [25] λεκτικὸν τῶν μέτρων τὸ ἰαμβεῖόν ἐστιν· σημεῖον δὲ τούτου. Ἤδη δὲ σχήματά τινα αὐτῆς ἐχούσης οἱ λεγόμενοι αὐτῆς ποιηταὶ μνημονεύονται. Ἡ δὲ κωμῳδία ἐστὶν ὥσπερ εἴπομεν μίμησις φαυλοτέρων μέν. Τὸ μὲν γὰρ πρῶτον τετραμέτρῳ ἐχρῶντο διὰ τὸ σατυρικὴν καὶ ὀρχηστικωτέραν εἶναι τὴν ποίησιν. ἀλλὰ τοῦ αἰσχροῦ ἐστι τὸ γελοῖον μόριον. Ἔτι δὲ τὸ μέγεθος· ἐκ μικρῶν μύθων καὶ [20] λέξεως γελοίας διὰ τὸ ἐκ σατυρικοῦ μεταβαλεῖν ὀψὲ ἀπεσεμνύνθη. ἄλλος λόγος. .Ὥσπερ δὲ καὶ τὰ σπουδαῖα μάλιστα ποιητὴς Ὅμηρος [35] ἦν (μόνος γὰρ οὐχ ὅτι εὖ ἀλλὰ καὶ μιμήσεις δραματικὰς ἐποίησεν). Αἱ μὲν οὖν τῆς τραγῳδίας μεταβάσεις καὶ δι᾽ ὧν ἐγένοντο οὐ λελήθασιν. οὐ ψόγον ἀλλὰ τὸ γελοῖον δραματοποιήσας· ὁ γὰρ Μαργίτης ἀνάλογον ἔχει. ὥσπερ Ἰλιὰς καὶ ἡ Ὀδύσσεια πρὸς τὰς τραγῳδίας. ἠγνόηται. [1449a][1] οὕτω καὶ οὗτος πρὸς τὰς κωμῳδίας. οἱ δὲ ἀντὶ τῶν ἐπῶν τραγῳδοδιδάσκαλοι. διὰ τὸ μείζω καὶ ἐντιμότερα τὰ σχήματα εἶναι ταῦτα ἐκείνων. οὐ μέντοι κατὰ πᾶσαν κακίαν. αὐτό τε καθ᾽ αὑτὸ κρῖναι καὶ πρὸς τὰ θέατρα. Τὸ μὲν οὖν ἐπισκοπεῖν εἰ ἄρα ἔχει ἤδη ἡ τραγῳδία τοῖς εἴδεσιν ἱκανῶς ἢ οὔ. οἷον εὐθὺς τὸ γελοῖον πρόσωπον αἰσχρόν τι καὶ διεστραμμένον ἄνευ ὀδύνης. Καὶ τό τε τῶν ὑποκριτῶν πλῆθος ἐξ ἑνὸς εἰς δύο πρῶτος Αἰσχύλος ἤγαγε καὶ τὰ τοῦ χοροῦ ἠλάττωσε καὶ τὸν λόγον πρωταγωνιστεῖν παρεσκεύασεν· τρεῖς δὲ καὶ σκηνογραφίαν Σοφοκλῆς. τό τε μέτρον ἐκ τετραμέτρου ἰαμβεῖον ἐγένετο. πλεῖστα γὰρ ἰαμβεῖα λέγομεν ἐν τῇ διαλέκτῳ τῇ πρὸς ἀλλήλους. ἑξάμετρα δὲ ὀλιγάκις καὶ ἐκβαίνοντες τῆς λεκτικῆς ἁρμονίας. ἡ δὲ ἀπὸ τῶν τὰ φαλλικὰ ἃ ἔτι καὶ νῦν ἐν πολλαῖς τῶν πόλεων διαμένει νομιζόμενα--κατὰ μικρὸν ηὐξήθη προαγόντων ὅσον ἐγίγνετο φανερὸν αὐτῆς· καὶ πολλὰς μεταβολὰς μεταβαλοῦσα ἡ [15] τραγῳδία ἐπαύσατο. Τὸ γὰρ γελοῖόν ἐστιν [35] ἁμάρτημά τι καὶ αἶσχος ἀνώδυνον καὶ οὐ φθαρτικόν. Καὶ τὰ ἄλλ᾽ ὡς [30] ἕκαστα κοσμηθῆναι λέγεται ἔστω ἡμῖν εἰρημένα· πολὺ γὰρ ἂν ἴσως ἔργον εἴη διεξιέναι καθ᾽ ἕκαστον. Ἔτι δὲ ἐπεισοδίων πλήθη. Τίς δὲ πρόσωπα ἀπέδωκεν ἢ προλόγους ἢ [5] πλήθη ὑποκριτῶν καὶ ὅσα τοιαῦτα. οὕτως καὶ τὸ τῆς κωμῳδίας σχῆμα πρῶτος ὑπέδειξεν. Παραφανείσης δὲ τῆς τραγῳδίας καὶ κωμῳδίας οἱ ἐφ᾽ ἑκατέραν τὴν ποίησιν ὁρμῶντες κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν οἱ μὲν ἀντὶ τῶν ἰάμβων κωμῳδοποιοὶ [5] ἐγένοντο. Γενομένη δ᾽ οὖν ἀπ᾽ ἀρχῆς [10] αὐτοσχεδιαστικῆς--καὶ αὐτὴ καὶ ἡ κωμῳδία. καὶ ἡ μὲν ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον. ἐπεὶ ἔσχε τὴν αὑτῆς φύσιν. Τὸ δὲ μύθους ποιεῖν [Ἐπίχαρμος καὶ Φόρμις] τὸ μὲν ἐξ ἀρχῆς ἐκ Σικελίας ἦλθε. ἡ δὲ κωμῳδία διὰ τὸ μὴ σπουδάζεσθαι ἐξ ἀρχῆς ἔλαθεν· [1449b][1] καὶ γὰρ χορὸν κωμῳδῶν ὀψέ ποτε ὁ ἄρχων ἔδωκεν. ἀλλ᾽ ἐθελονταὶ ἦσαν.
ἃ δὲ μιμοῦνται. οὐ ποιότης· εἰσὶν δὲ κατὰ μὲν τὰ ἤθη ποιοί τινες. ἡ δὲ ἐποποιία ἀόριστος τῷ χρόνῳ καὶ τούτῳ διαφέρει. ἐν τούτοις γὰρ ποιοῦνται τὴν μίμησιν. καθ᾽ ὃ ποιούς τινας εἶναί φαμεν τοὺς πράττοντας. τὰ δὲ ἤθη. ὑπάρχει τῇ τραγῳδίᾳ. ταύτῃ διαφέρουσιν· ἔτι δὲ τῷ μήκει· ἡ μὲν ὅτι μάλιστα πειρᾶται ὑπὸ μίαν περίοδον ἡλίου εἶναι ἢ μικρὸν ἐξαλλάττειν. Λέγω δὲ λέξιν μὲν αὐτὴν τὴν τῶν [35] μέτρων σύνθεσιν. Ἔπεὶ δὲ πράττοντες ποιοῦνται τὴν μίμησιν. πράττεται δὲ ὑπὸ τινῶν πραττόντων. Μέρη δ᾽ ἐστὶ τὰ μὲν ταὐτά. Ἐπεὶ δὲ πράξεώς ἐστι μίμησις. ὡς δὲ μιμοῦνται. ἕν. δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν. κατὰ δὲ τὰς [20] πράξεις εὐδαίμονες ἢ τοὐναντίον]· οὔκουν ὅπως τὰ ἤθη μιμήσωνται πράττουσιν. οὐ πάντα ἐν τῇ [20] ἐποποιίᾳ. καὶ παρὰ ταῦτα οὐδέν. Ἡ γὰρ τραγῳδία μίμησίς ἐστιν οὐκ ἀνθρώπων ἀλλὰ πράξεων καὶ βίου [καὶ εὐδαιμονία καὶ κακοδαιμονία ἐν πράξει ἐστίν. Ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας [25] καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης. Τούτοις μὲν οὖν οὐκ ὀλίγοι αὐτῶν ὡς εἰπεῖν κέχρηνται τοῖς εἴδεσιν· καὶ γὰρ ὄψις ἔχει πᾶν καὶ ἦθος καὶ μῦθον καὶ λέξιν καὶ μέλος καὶ διάνοιαν ὡσαύτως. λέγω γὰρ μῦθον τοῦτον τὴν [5] σύνθεσιν τῶν πραγμάτων. Οἷς μὲν γὰρ μιμοῦνται. [15] Μέγιστον δὲ τούτων ἐστὶν ἡ τῶν πραγμάτων σύστασις. μελοποιίαν δὲ ὃ τὴν δύναμιν φανερὰν ἔχει πᾶσαν.Ἡ μὲν οὖν ἐποποιία τῇ τραγῳδίᾳ μέχρι μὲν τοῦ [10] μετὰ μέτρου λόγῳ μίμησις εἶναι σπουδαίων ἠκολούθησεν· τῷ δὲ τὸ μέτρον ἁπλοῦν ἔχειν καὶ ἀπαγγελίαν εἶναι. ἔστιν δὲ τῆς μὲν πράξεως ὁ μῦθος ἡ μίμησις. καθ᾽ ὃ ποιά τις ἐστὶν ἡ τραγῳδία· ταῦτα δ᾽ ἐστὶ μῦθος καὶ ἤθη καὶ λέξις καὶ [10] διάνοια καὶ ὄψις καὶ μελοποιία. καίτοι [15] τὸ πρῶτον ὁμοίως ἐν ταῖς τραγῳδίαις τοῦτο ἐποίουν καὶ ἐν τοῖς ἔπεσιν. ἀλλὰ τὰ . Περὶ μὲν οὖν τῆς ἐν ἑξαμέτροις μιμητικῆς καὶ περὶ κωμῳδίας ὕστερον ἐροῦμεν· περὶ δὲ τραγῳδίας λέγωμεν ἀναλαβόντες αὐτῆς ἐκ τῶν εἰρημένων τὸν γινόμενον ὅρον τῆς οὐσίας. ἐν ὅσοις λέγοντες ἀποδεικνύασίν τι ἢ καὶ ἀποφαίνονται γνώμην. 6. δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας. ἃ δὲ αὐτῇ. ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις. τρία. Ἀνάγκη οὖν πάσης τῆς τραγῳδίας μέρη εἶναι ἕξ. [1450a][1] [πέφυκεν αἴτια δύο τῶν πράξεων εἶναι. καὶ τὸ τέλος πρᾶξίς τις ἐστίν. τὰ δὲ ἴδια τῆς τραγῳδίας· διόπερ ὅστις περὶ τραγῳδίας οἶδε σπουδαίας καὶ φαύλης. πρῶτον μὲν ἐξ ἀνάγκης ἂν εἴη τι μόριον τραγῳδίας ὁ τῆς ὄψεως κόσμος· εἶτα μελοποιία καὶ λέξις. τὸ δὲ χωρὶς τοῖς [30] εἴδεσι τὸ διὰ μέτρων ἔνια μόνον περαίνεσθαι καὶ πάλιν ἕτερα διὰ μέλους. οἶδε καὶ περὶ ἐπῶν· ἃ μὲν γὰρ ἐποποιία ἔχει. οὓς ἀνάγκη ποιούς τινας εἶναι κατά τε τὸ ἦθος καὶ τὴν διάνοιαν (διὰ γὰρ τούτων καὶ τὰς πράξεις εἶναί φαμεν ποιάς τινας. δύο μέρη ἐστίν. Λέγω δὲ ἡδυσμένον μὲν λόγον τὸν ἔχοντα ῥυθμὸν καὶ ἁρμονίαν [καὶ μέλος]. διάνοιαν δέ. διάνοια καὶ ἦθος] καὶ κατὰ ταύτας καὶ τυγχάνουσι καὶ ἀποτυγχάνουσι πάντες).
Ἔστιν δὲ ἦθος μὲν τὸ τοιοῦτον ὃ δηλοῖ τὴν προαίρεσιν. Διωρισμένων δὲ τούτων. ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἡ καταδεεστέροις τούτοις κεχρημένη τραγῳδία. Τῶν δὲ λοιπῶν ἡ μελοποιία μέγιστον τῶν ἡδυσμάτων. Ὅλον δέ ἐστιν τὸ ἔχον ἀρχὴν καὶ μέσον καὶ τελευτήν. ἐπειδὴ τοῦτο καὶ πρῶτον καὶ μέγιστον τῆς τραγῳδίας ἐστίν. Ἔτι ἐάν τις ἐφεξῆς θῇ ῥήσεις ἠθικὰς καὶ λέξει [30] καὶ διανοίᾳ εὖ πεποιημένας. οὐ ποιήσει ὃ ἦν τῆς τραγῳδίας ἔργον. οἷον καὶ τῶν γραφέων Ζεῦξις πρὸς Πολύγνωτον πέπονθεν· ὁ μὲν γὰρ Πολύγνωτος ἀγαθὸς ἠθογράφος. ἄνευ δὲ ἠθῶν γέ [25] νοιτ᾽ ἄν· αἱ γὰρ τῶν νέων τῶν πλείστων ἀήθεις τραγῳδίαι εἰσίν. μετ᾽ ἐκεῖνο δ᾽ ἕτερον πέφυκεν εἶναι ἢ γίνεσθαι· τελευτὴ δὲ τοὐναντίον ὃ αὐτὸ μὲν μετ᾽ ἄλλο πέφυκεν εἶναι ἢ [30] ἐξ ἀνάγκης ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Δεῖ . Ἔτι σημεῖον ὅτι καὶ οἱ ἐγχειροῦντες ποιεῖν πρότερον δύνανται τῇ λέξει καὶ τοῖς ἤθεσιν ἀκριβοῦν ἢ τὰ πράγματα συνίστασθαι. δεύτερον δὲ τὰ ἤθη (παραπλήσιον γάρ ἐστιν καὶ ἐπὶ τῆς γραφικῆς· [1450b][1] εἰ γάρ τις ἐναλείψειε τοῖς καλλίστοις φαρμάκοις χύδην. μετὰ δὲ τοῦτο ἄλλο οὐδέν· μέσον δὲ ὃ καὶ αὐτὸ μετ᾽ ἄλλο καὶ μετ᾽ ἐκεῖνο ἕτερον. Πρὸς δὲ τούτοις τὰ μέγιστα οἷς ψυχαγωγεῖ ἡ τραγῳδία τοῦ μύθου μέρη ἐστίν. ἀτεχνότατον δὲ καὶ ἥκιστα οἰκεῖον τῆς ποιητικῆς· ἡ γὰρ τῆς τραγῳδίας δύναμις καὶ ἄνευ ἀγῶνος καὶ ὑποκριτῶν ἔστιν. Κεῖται δὴ ἡμῖν τὴν τραγῳδίαν τελείας καὶ ὅλης πράξεως εἶναι [25] μίμησιν ἐχούσης τι μέγεθος· ἔστιν γὰρ ὅλον καὶ μηδὲν ἔχον μέγεθος. Ἔτι ἄνευ μὲν πράξεως οὐκ ἂν γένοιτο τραγῳδία. Ἀρχὴ δέ ἐστιν ὃ αὐτὸ μὲν μὴ ἐξ ἀνάγκης μετ᾽ ἄλλο ἐστίν. ἔχουσα δὲ μῦθον καὶ σύστασιν πραγμάτων. ὥσπερ πρότερον εἴρηται. ἡ δὲ ὄψις ψυχαγωγικὸν μέν. αἵ τε περιπέτειαι καὶ [35] ἀναγνωρίσεις. οἱ δὲ νῦν ῥητορικῶς. ὅπερ ἐπὶ τῶν λόγων τῆς πολιτικῆς καὶ ῥητορικῆς ἔργον ἐστίν· οἱ μὲν γὰρ ἀρχαῖοι πολιτικῶς ἐποίουν λέγοντας. 7. Τρίτον δὲ ἡ διάνοια· τοῦτο δέ [5] ἐστιν τὸ λέγειν δύνασθαι τὰ ἐνόντα καὶ τὰ ἁρμόττοντα. Ἀρχὴ μὲν οὖν καὶ οἷον ψυχὴ ὁ μῦθος τῆς τραγῳδίας. οὐκ ἂν ὁμοίως εὐφράνειεν καὶ λευκογραφήσας εἰκόνα)· ἔστιν τε μίμησις πράξεως καὶ διὰ ταύτην μάλιστα τῶν πραττόντων. ὃ καὶ ἐπὶ τῶν ἐμμέτρων καὶ [15] ἐπὶ τῶν λόγων ἔχει τὴν αὐτὴν δύναμιν. Τέταρτον δὲ τῶν μὲν λόγων ἡ λέξις· λέγω δέ. ὁποία τις [ἐν οἷς οὐκ ἔστι δῆλον ἢ [10] προαιρεῖται ἢ φεύγει] διόπερ οὐκ ἔχουσιν ἦθος τῶν λόγων ἐν [10a] οἷς μηδ᾽ ὅλως ἔστιν ὅ τι προαιρεῖται ἢ φεύγει ὁ λέγων διάνοια δὲ ἐν οἷς ἀποδεικνύουσί τι ὡς ἔστιν ἢ ὡς οὐκ ἔστιν ἢ καθόλου τι ἀποφαίνονται. ἡ δὲ Ζεύξιδος γραφὴ οὐδὲν ἔχει ἦθος. ἔτι δὲ κυριωτέρα περὶ τὴν ἀπεργασίαν [20] τῶν ὄψεων ἡ τοῦ σκευοποιοῦ τέχνη τῆς τῶν ποιητῶν ἐστιν. λέξιν εἶναι τὴν διὰ τῆς ὀνομασίας ἑρμηνείαν.ἤθη συμπεριλαμβάνουσιν διὰ τὰς πράξεις· ὥστε τὰ πράγματα καὶ ὁ μῦθος τέλος τῆς τραγῳδίας. καὶ ὅλως ποιηταὶ πολλοὶ τοιοῦτοι. οἷον καὶ οἱ πρῶτοι ποιηταὶ σχεδὸν ἅπαντες. τὸ δὲ τέλος μέγιστον ἁπάντων. λέγωμεν μετὰ ταῦτα ποίαν τινὰ δεῖ τὴν σύστασιν εἶναι τῶν πραγμάτων.
ἐπεὶ εἷς ἦν ὁ Ἡρακλῆς. ἱκανὸς [15] ὅρος ἐστὶν τοῦ μεγέθους. τὸν δὲ οἷα ἂν γένοιτο.ἄρα τοὺς συνεστῶτας εὖ μύθους μήθ᾽ ὁπόθεν ἔτυχεν ἄρχεσθαι μήθ᾽ ὅπου ἔτυχε τελευτᾶν. Ὁ γὰρ ἱστορικὸς καὶ ὁ ποιητὴς οὐ τῷ ἢ ἔμμετρα λέγειν ἢ ἄμετρα διαφέρουσιν [1451b][1] (εἴη γὰρ ἂν τὰ Ἡροδότου εἰς μέτρα τεθῆναι καὶ οὐδὲν ἧττον ἂν εἴη ἱστορία τις μετὰ μέτρου ἢ ἄνευ μέτρων)· ἀλλὰ τούτῳ διαφέρει. τοῦτο ποιητοῦ ἔργον ἐστίν. ἀλλὰ κεχρῆσθαι ταῖς εἰρημέναις ἰδέαις. καὶ τὰ μέρη συνεστάναι τῶν πραγμάτων οὕτως ὥστε μετατιθεμένου τινὸς μέρους ἢ ἀφαιρουμένου διαφέρεσθαι καὶ κινεῖσθαι τὸ ὅλον· ὃ γὰρ προσὸν [35] ἢ μὴ προσὸν μηδὲν ποιεῖ ἐπίδηλον. μανῆναι δὲ προσποιήσασθαι ἐν τῷ ἀγερμῷ. οἷον πληγῆναι μὲν ἐν τῷ Παρνασσῷ. Φανερὸν δὲ ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ ὅτι οὐ τὸ τὰ γενόμενα λέγειν. διὸ οὔτε πάμμικρον ἄν τι γένοιτο καλὸν ζῷον (συγχεῖται γὰρ ἡ θεωρία ἐγγὺς τοῦ ἀναισθήτου χρόνου γινομένη) οὔτε παμμέγεθες [1451a][1] (οὐ γὰρ ἅμα ἡ θεωρία γίνεται ἀλλ᾽ οἴχεται τοῖς θεωροῦσι τὸ ἓν καὶ τὸ ὅλον ἐκ τῆς θεωρίας) οἷον εἰ μυρίων σταδίων εἴη ζῷον· ὥστε δεῖ καθάπερ ἐπὶ τῶν σωμάτων καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων ἔχειν μὲν μέγεθος. ἐπεὶ πράξεως μίμησίς ἐστι. ὥσπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτέ φασιν. Ἔτι δ᾽ ἐπεὶ τὸ καλὸν καὶ ζῷον καὶ ἅπαν [35] πρᾶγμα ὃ συνέστηκεν ἐκ τινῶν οὐ μόνον ταῦτα τεταγμένα δεῖ ἔχειν ἀλλὰ καὶ μέγεθος ὑπάρχειν μὴ τὸ τυχόν· τὸ γὰρ καλὸν ἐν μεγέθει καὶ τάξει ἐστίν. καθάπερ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις μιμητικαῖς ἡ μία μίμησις ἑνός ἐστιν. ἤτοι διὰ τέχνην ἢ διὰ φύσιν· Ὀδύσσειαν [25] γὰρ ποιῶν οὐκ ἐποίησεν ἅπαντα ὅσα αὐτῷ συνέβη. Ὁ δ᾽ Ὅμηρος ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα διαφέρει καὶ τοῦτ᾽ ἔοικεν καλῶς ἰδεῖν. ἐν ὅσῳ μεγέθει κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον ἐφεξῆς γιγνομένων συμβαίνει εἰς εὐτυχίαν ἐκ δυστυχίας ἢ ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν μεταβάλλειν. τοῦτο δὲ εὐμνημόνευτον εἶναι. ὧν οὐδὲν θατέρου γενομένου ἀναγκαῖον ἦν ἢ εἰκὸς θάτερον γενέσθαι. Διὸ πάντες ἐοίκασιν [20] ἁμαρτάνειν ὅσοι τῶν ποιητῶν Ἡρακληίδα Θησηίδα καὶ τὰ τοιαῦτα ποιήματα πεποιήκασιν· οἴονται γάρ. ἀλλὰ περὶ μίαν πρᾶξιν οἵαν λέγομεν τὴν Ὀδύσσειαν συνέστησεν. οὕτω καὶ τὸν μῦθον. Διὸ καὶ φιλοσοφώτερον . οὕτω [5] καὶ ἐπὶ τῶν μύθων ἔχειν μὲν μῆκος. 8. τοῦτο δὲ εὐσύνοπτον εἶναι. ἀλλ᾽ οἷα ἂν γένοιτο καὶ τὰ δυνατὰ κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον. Τοῦ δὲ μήκους ὅρος <ὁ> μὲν πρὸς τοὺς ἀγῶνας καὶ τὴν αἴσθησιν οὐ τῆς τέχνης ἐστίν· εἰ γὰρ ἔδει ἑκατὸν τραγῳδίας ἀγωνίζεσθαι. ὁμοίως δὲ καὶ τὴν [30] Ἰλιάδα. Χρὴ οὖν. πρὸς κλεψύδρας ἂν ἠγωνίζοντο. ἀεὶ μὲν ὁ μείζων μέχρι τοῦ σύνδηλος εἶναι καλλίων ἐστὶ κατὰ τὸ μέγεθος· ὡς δὲ ἁπλῶς διορίσαντας εἰπεῖν. οὐδὲν μόριον τοῦ ὅλου ἐστίν. ἐξ ὧν ἐνίων οὐδέν ἐστιν ἕν· οὕτως δὲ καὶ πράξεις ἑνὸς πολλαί εἰσιν. τῷ τὸν μὲν τὰ γενόμενα [5] λέγειν. Ὁ δὲ κατ᾽ αὐτὴν τὴν [10] φύσιν τοῦ πράγματος ὅρος. ἐξ ὧν μία οὐδεμία γίνεται πρᾶξις. ἕνα καὶ τὸν μῦθον εἶναι προσήκειν. Μῦθος δ᾽ ἐστὶν εἷς οὐχ ὥσπερ τινὲς οἴονται ἐὰν περὶ ἕνα ᾖ· πολλὰ γὰρ καὶ ἄπειρα τῷ ἑνὶ συμβαίνει. μιᾶς τε εἶναι καὶ ταύτης ὅλης.
πεπλεγμένην δὲ ἐξ ἧς μετὰ ἀναγνωρισμοῦ ἢ περιπετείας ἢ ἀμφοῖν ἡ μετάβασίς ἐστιν. Τοιαῦται δὲ ποιοῦνται ὑπὸ μὲν τῶν φαύλων ποιητῶν δι᾽ αὐτούς. οὐθὲν ἧττον ποιητής ἐστι· τῶν γὰρ γενομένων ἔνια οὐδὲν κωλύει τοιαῦτα εἶναι οἷα ἂν εἰκὸς γενέσθαι [καὶ δυνατὰ γενέσθαι]. ἡ δ᾽ ἱστορία τὰ καθ᾽ ἕκαστον λέγει. Ὥστ᾽ οὐ πάντως εἶναι ζητητέον τῶν παραδεδομένων μύθων. ἐν ἐνίαις δὲ οὐθέν. τὰ δὲ ἄλλα πεποιημένα.καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν· ἡ μὲν γὰρ ποίησις μᾶλλον τὰ καθόλου. Λέγω δὲ ἁπλῆν μὲν πρᾶξιν ἧς [15] γινομένης ὥσπερ ὥρισται συνεχοῦς καὶ μιᾶς ἄνευ περιπετείας ἢ ἀναγνωρισμοῦ ἡ μετάβασις γίνεται. Τῶν δὲ ἁπλῶν μύθων καὶ πράξεων αἱ ἐπεισοδιώδεις εἰσὶν χείρισται· λέγω δ᾽ ἐπεισοδιώδη μῦθον ἐν ᾧ τὰ [35] ἐπεισόδια μετ᾽ ἄλληλα οὔτ᾽ εἰκὸς οὔτ᾽ ἀνάγκη εἶναι. Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς κωμῳδίας ἤδη τοῦτο δῆλον γέγονεν· συστήσαντες γὰρ τὸν μῦθον διὰ τῶν εἰκότων οὕτω τὰ τυχόντα ὀνόματα ὑποτιθέασιν. τί Ἀλκιβιάδης ἔπραξεν ἢ τί ἔπαθεν. καθ᾽ ὃ ἐκεῖνος αὐτῶν ποιητής ἐστιν. Ἐπὶ δὲ τῆς τραγῳδίας τῶν γενομένων ὀνομάτων ἀντέχονται. οἷον ἐν τῷ Ἀγάθωνος Ἀνθεῖ· ὁμοίως γὰρ ἐν τούτῳ τά τε πράγματα καὶ τὰ ὀνόματα πεποίηται. Κἂν ἄρα συμβῇ [30] γενόμενα ποιεῖν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς τραγῳδίαις ἐν ἐνίαις μὲν ἓν [20] ἢ δύο τῶν γνωρίμων ἐστὶν ὀνομάτων. ἀλλ᾽ ὅμως εὐφραίνει πάντας. . οἷον ὡς ὁ ἀνδριὰς ὁ τοῦ Μίτυος ἐν Ἄργει ἀπέκτεινεν τὸν αἴτιον τοῦ θανάτου τῷ Μίτυι. θεωροῦντι ἐμπεσών· ἔοικε γὰρ τὰ τοιαῦτα [10] οὐκ εἰκῇ γίνεσθαι· ὥστε ἀνάγκη τοὺς τοιούτους εἶναι καλλίους μύθους. ταῦτα δὲ γίνεται καὶ μάλιστα [καὶ μᾶλλον] ὅταν γένηται παρὰ τὴν δόξαν δι᾽ ἄλληλα· τὸ γὰρ θαυ [5] μαστὸν οὕτως ἕξει μᾶλλον ἢ εἰ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου καὶ τῆς τύχης. Εἰσὶ δὲ τῶν μύθων οἱ μὲν ἁπλοῖ οἱ δὲ πεπλεγμένοι· καὶ γὰρ αἱ πράξεις ὧν μιμήσεις οἱ μῦθοί εἰσιν ὑπάρχουσιν εὐθὺς οὖσαι τοιαῦται. ὅσῳ ποιητὴς κατὰ τὴν μίμησίν ἐστιν. καὶ οὐχ ὥσπερ οἱ ἰαμβοποιοὶ περὶ τὸν καθ᾽ ἕκαστον [15] ποιοῦσιν. μιμεῖται δὲ τὰς πράξεις. τῷ ποίῳ τὰ ποῖα ἄττα συμβαίνει λέγειν ἢ πράττειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον. ὑπὸ δὲ τῶν ἀγαθῶν διὰ τοὺς ὑποκριτάς· ἀγωνίσματα γὰρ ποιοῦντες καὶ παρὰ τὴν δύναμιν παρατείνοντες τὸν μῦθον πολλάκις διαστρέφειν ἀναγκάζονται τὸ ἐφεξῆς. περὶ οὓς αἱ τραγῳδίαι εἰσίν. τὰ δὲ γενόμενα φανερὸν ὅτι δυνατά· οὐ γὰρ ἂν ἐγένετο. Δῆλον οὖν ἐκ τούτων ὅτι τὸν ποιητὴν μᾶλλον τῶν μύθων εἶναι δεῖ ποιητὴν ἢ τῶν μέτρων. Καὶ γὰρ γελοῖον τοῦτο ζητεῖν. Αἴτιον δ᾽ ὅτι πιθανόν ἐστι τὸ δυνατόν· τὰ μὲν οὖν μὴ γενόμενα οὔπω πιστεύομεν εἶναι δυνατά. καὶ οὐδὲν ἧττον εὐφραίνει. εἰ ἦν ἀδύνατα. [25] ἀντέχεσθαι. [1452a][1] Ἐπεὶ δὲ οὐ [2] μόνον τελείας ἐστὶ πράξεως ἡ μίμησις ἀλλὰ καὶ φοβερῶν καὶ ἐλεεινῶν. Ἔστιν δὲ καθόλου μέν. οὗ [10] στοχάζεται ἡ ποίησις ὀνόματα ἐπιτιθεμένη· τὸ δὲ καθ᾽ ἕκαστον. 10. ἐπεὶ καὶ τὰ γνώριμα ὀλίγοις γνώριμά ἐστιν. ἐπεὶ καὶ τῶν ἀπὸ τύχης ταῦτα θαυμασιώτατα δοκεῖ ὅσα ὥσπερ ἐπίτηδες φαίνεται γεγονέναι.
οἷον ἡ μὲν Ἰφιγένεια τῷ Ὀρέστῃ ἀνεγνωρίσθη ἐκ τῆς πέμψεως τῆς ἐπιστολῆς. οἷον ἐν τῷ/ [25] Οἰδιποδι ἐλθὼν ὡς εὐφρανῶν τὸν Οἰδίπουν καὶ ἀπαλλάξων τοῦ πρὸς τὴν μητέρα φόβου. ὥστε ἐκ τῶν προγεγενημένων συμβαίνειν [20] ἢ ἐξ ἀνάγκης ἢ κατὰ τὸ εἰκὸς γίγνεσθαι ταῦτα· διαφέρει γὰρ πολὺ τὸ γίγνεσθαι τάδε διὰ τάδε ἢ μετὰ τάδε. Ἀλλ᾽ ἡ μάλιστα τοῦ μύθου καὶ ἡ μάλιστα τῆς πράξεως ἡ εἰρημένη ἐστίν· ἡ γὰρ τοιαύτη ἀναγνώρισις καὶ περιπέτεια ἢ ἔλεον ἕξει ἢ φόβον [1452b][1] (οἵων πράξεων ἡ τραγῳδία μίμησις ὑπόκειται). ἐπειδὴ καὶ τὸ ἀτυχεῖν καὶ τὸ εὐτυχεῖν ἐπὶ τῶν τοιούτων συμβήσεται. καὶ τοῦτο δὲ ὥσπερ λέγομεν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ ἀναγκαῖον. ἢ εἰς φιλίαν ἢ εἰς ἔχθραν. Ἔστιν δὲ πρόλογος μὲν μέρος ὅλον τραγῳδίας τὸ πρὸ χοροῦ [20] παρόδου. κομμὸς δὲ θρῆνος κοινὸς χοροῦ καὶ [25] ἀπὸ σκηνῆς. ἐκείνου δὲ πρὸς τὴν Ἰφιγένειαν ἄλλης ἔδει ἀναγνωρίσεως. ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή.] . περιπέτεια [10] καὶ ἀναγνώρισις· τρίτον δὲ πάθος. 11. καὶ τούτου τὸ μὲν πάροδος τὸ δὲ στάσιμον. Ἐπεὶ δὴ ἡ ἀναγνώρισις τινῶν ἐστιν ἀναγνώρισις. 12. δηλώσας ὃς ἦν. κοινὰ μὲν ἁπάντων ταῦτα. [Μέρη δὲ τραγῳδίας οἷς μὲν <ὡς εἴδεσι> δεῖ χρῆσθαι πρότερον εἴπαμεν. Ἔστι δὲ περιπέτεια μὲν ἡ εἰς τὸ ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολὴ καθάπερ εἴρηται. οἷον ἔχει ἡ ἐν τῷ Οἰδίποδι. ὅταν ᾖ δῆλος ἅτερος [5] τίς ἐστιν. ὁ δὲ Δαναὸς ἀκολουθῶν ὡς ἀποκτενῶν. οἷον οἵ τε ἐν τῷ φανερῷ θάνατοι καὶ αἱ περιωδυνίαι καὶ τρώσεις καὶ ὅσα τοιαῦτα. αἱ μέν εἰσι θατέρου πρὸς τὸν ἕτερον μόνον. ὥσπερ καὶ τοὔνομα σημαίνει. τῶν πρὸς εὐτυχίαν ἢ δυστυχίαν ὡρισμένων· καλλίστη δὲ ἀναγνώρισις. Δύο μὲν οὖν τοῦ μύθου μέρη ταῦτ᾽ ἐστί. Τούτων δὲ περιπέτεια μὲν καὶ ἀναγνώρισις εἴρηται. κατὰ δὲ τὸ ποσὸν καὶ εἰς ἃ διαιρεῖται κεχωρισμένα ταῦτ᾽ ἐστίν. ὁτὲ δὲ ἀμφοτέρους δεῖ ἀναγνωρίσαι. πρόλογος ἐπεισόδιον ἔξοδος χορικόν. καὶ εἰ πέπραγέ τις ἢ μὴ πέπραγεν ἔστιν ἀναγνωρίσαι. ὅταν ἅμα περιπετείᾳ γένηται. τοὐναντίον ἐποίησεν· καὶ ἐν τῷ Λυγκεῖ ὁ μὲν ἀγόμενος ὡς ἀποθανούμενος. Εἰσὶν μὲν οὖν καὶ ἄλλαι ἀναγνωρίσεις· καὶ γὰρ πρὸς ἄψυχα καὶ [35] τὰ τυχόντα ἐστὶν ὥς<ὃ> περ εἴρηται συμβαίνει.Ταῦτα δὲ δεῖ γίνεσθαι ἐξ αὐτῆς τῆς συστάσεως τοῦ μύθου. ἔξοδος δὲ μέρος ὅλον τραγῳδίας μεθ᾽ ὃ οὐκ ἔστι χοροῦ μέλος· χορικοῦ δὲ πάροδος μὲν ἡ πρώτη λέξις ὅλη χοροῦ. Μέρη δὲ τραγῳδίας οἷς μὲν ὡς εἴδεσι δεῖ χρῆσθαι [15] πρότερον εἴπομεν. πάθος δέ ἐστι πρᾶξις φθαρτικὴ ἢ ὀδυνηρά. στάσιμον δὲ μέλος χοροῦ τὸ ἄνευ ἀναπαίστου καὶ τροχαίου. τὸν δὲ σωθῆναι. κατὰ δὲ τὸ ποσὸν καὶ εἰς ἃ διαιρεῖται κεχωρισμένα τάδε ἐστίν. τὸν μὲν συνέβη ἐκ τῶν πεπραγμένων ἀποθανεῖν. Ἀναγνώρισις [30] δέ. ἴδια δὲ τὰ ἀπὸ τῆς σκηνῆς καὶ κομμοί. ἐπεισόδιον δὲ μέρος ὅλον τραγῳδίας τὸ μεταξὺ ὅλων χορικῶν μελῶν.
ἐφεξῆς ἂν εἴη λεκτέον τοῖς νῦν εἰρημένοις. Ἔστιν μὲν οὖν τὸ φοβερὸν καὶ ἐλεεινὸν ἐκ τῆς ὄψεως γίγνεσθαι. φίλοι γενόμενοι ἐπὶ τελευτῆς ἐξέρχονται. καὶ ὁ Εὐριπίδης. Τοῦτο γάρ ἐστιν ὥσπερ εἴρηται ὀρθόν· σημεῖον δὲ μέγιστον· ἐπὶ γὰρ τῶν σκηνῶν καὶ τῶν ἀγώνων τραγικώταται αἱ τοιαῦται φαίνονται. εἰ καὶ τὰ ἄλλα μὴ εὖ οἰκονομεῖ. Ἀνάγκη ἄρα τὸν καλῶς ἔχοντα μῦθον ἁπλοῦν εἶναι μᾶλλον ἢ διπλοῦν. τῶν ἐν μεγάλῃ δόξῃ ὄντων καὶ εὐτυχίᾳ. ὁ δὲ [5] περὶ τὸν ὅμοιον. Σημεῖον δὲ καὶ τὸ γιγνόμενον· πρῶτον μὲν γὰρ οἱ ποιηταὶ τοὺς τυχόντας μύθους ἀπηρίθμουν. ἡ διπλῆν τε τὴν σύστασιν ἔχουσα καθάπερ ἡ Ὀδύσσεια καὶ τελευτῶσα ἐξ ἐναντίας τοῖς βελτίοσι καὶ χείροσιν. πρῶτον μὲν δῆλον ὅτι οὔτε τοὺς ἐπιεικεῖς ἄνδρας δεῖ [35] μεταβάλλοντας φαίνεσθαι ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν. Ἡ μὲν οὖν κατὰ τὴν τέχνην καλλίστη τραγῳδία ἐκ ταύτης τῆς συστάσεώς ἐστι. οὐδὲν γὰρ ἔχει ὧν δεῖ. ὁ μὲν γὰρ περὶ τὸν ἀνάξιόν ἐστιν δυστυχοῦντα. Δευτέρα δ᾽ ἡ πρώτη λεγομένη ὑπὸ τινῶν ἐστιν σύστασις. Ὁ μεταξὺ ἄρα τούτων λοιπός. φόβος δὲ περὶ τὸν ὅμοιον. καὶ μεταβάλλειν οὐκ εἰς εὐτυχίαν ἐκ δυστυχίας ἀλλὰ τοὐναντίον [15] ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν μὴ διὰ μοχθηρίαν ἀλλὰ δι᾽ ἁμαρτίαν μεγάλην ἢ οἵου εἴρηται ἢ βελτίονος μᾶλλον ἢ χείρονος. οἷον Οἰδίπους καὶ Θυέστης καὶ οἱ ἐκ τῶν τοιούτων γενῶν ἐπιφανεῖς ἄνδρες. [1453b][1] 14. οἷον Ὀρέστης καὶ Αἴγισθος. ἀτραγῳδότατον γὰρ τοῦτ᾽ ἐστὶ πάντων. οὐ γὰρ φοβερὸν οὐδὲ ἐλεεινὸν τοῦτο ἀλλὰ μιαρόν ἐστιν· οὔτε τοὺς μοχθηροὺς ἐξ ἀτυχίας εἰς εὐτυχίαν. Ὧν δὲ δεῖ στοχάζεσθαι καὶ ἃ δεῖ εὐλαβεῖσθαι συνιστάντας τοὺς μύθους καὶ πόθεν ἔσται τὸ τῆς τραγῳδίας [30] ἔργον. Ἔστι δὲ τοιοῦτος ὁ μήτε ἀρετῇ διαφέρων καὶ δικαιοσύνῃ μήτε διὰ κακίαν καὶ μοχθηρίαν μεταβάλλων εἰς τὴν δυστυχίαν ἀλλὰ δι᾽ [10] ἁμαρτίαν τινά. νῦν δὲ περὶ ὀλίγας οἰκίας αἱ κάλλισται τραγῳδίαι συντίθενται. Δοκεῖ δὲ εἶναι πρώτη διὰ τὴν τῶν θεάτρων ἀσθένειαν· ἀκολουθοῦσι γὰρ οἱ ποιηταὶ κατ᾽ [35] εὐχὴν ποιοῦντες τοῖς θεαταῖς. οἷον [20] περὶ Ἀλκμέωνα καὶ Οἰδίπουν καὶ Ὀρέστην καὶ Μελέαγρον καὶ Θυέστην καὶ Τήλεφον καὶ ὅσοις ἄλλοις συμβέβηκεν ἢ παθεῖν δεινὰ ἢ ποιῆσαι. ὥστε οὔτε ἐλεεινὸν οὔτε φοβερὸν ἔσται τὸ συμβαῖνον. Ἔστιν δὲ οὐχ αὕτη ἀπὸ τραγῳδίας ἡδονὴ ἀλλὰ μᾶλλον τῆς κωμῳδίας οἰκεία· ἐκεῖ γὰρ οἳ ἂν ἔχθιστοι ὦσιν ἐν τῷ μύθῳ. ὥσπερ τινές φασι. ἀλλὰ τραγι [30] κώτατός γε τῶν ποιητῶν φαίνεται. ἂν κατορθωθῶσιν. Ἐπειδὴ οὖν δεῖ τὴν σύνθεσιν εἶναι τῆς καλλίστης τραγῳδίας μὴ ἁπλῆν ἀλλὰ πεπλεγμένην καὶ ταύτην φοβερῶν καὶ ἐλεεινῶν εἶναι μιμητικήν (τοῦτο γὰρ ἴδιον τῆς τοιαύτης μιμήσεώς ἐστιν). ἔστιν δὲ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συστάσεως τῶν . Διὸ καὶ οἱ Εὐριπίδῃ ἐγκαλοῦντες τὸ αὐτὸ ἁμαρτάνουσιν ὅτι τοῦτο [25] δρᾷ ἐν ταῖς τραγῳδίαις καὶ αἱ πολλαὶ αὐτοῦ εἰς δυστυχίαν τελευτῶσιν. οὔτε γὰρ φιλάνθρωπον οὔτε ἐλεεινὸν οὔτε φοβερόν ἐστιν· [1453a][1] οὐδ᾽ αὖ τὸν σφόδρα πονηρὸν ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν μεταπίπτειν· τὸ μὲν γὰρ φιλάνθρωπον ἔχοι ἂν ἡ τοιαύτη σύστασις ἀλλ᾽ οὔτε ἔλεον οὔτε φόβον.13. καὶ ἀποθνῄσκει οὐδεὶς ὑπ᾽ οὐδενός. ἔλεος μὲν περὶ τὸν ἀνάξιον.
ἀλλ᾽ ἀνεγνώρισε. Κράτιστον δὲ [5] τὸ τελευταῖον. Ἂν μὲν οὖν ἐχθρὸς ἐχθρόν. Ἔστι μὲν γὰρ οὕτω γίνεσθαι τὴν πρᾶξιν. οἷον ἐν Ἀντιγόνῃ τὸν Κρέοντα ὁ Αἵμων. Βέλτιον δὲ τὸ ἀγνοοῦντα μὲν πρᾶξαι. πράξαντα δὲ ἀναγνωρίσαι· τό τε γὰρ μιαρὸν οὐ πρόσεστιν καὶ ἡ ἀναγνώρισις ἐκπληκτικόν. καὶ ἐν τῇ Ἰφιγενείᾳ ἡ ἀδελφὴ τὸν ἀδελφόν. Τούτων δὲ τὸ μὲν γινώσκοντα μελλῆσαι καὶ μὴ πρᾶξαι χείριστον· τό τε γὰρ μιαρὸν ἔχει. ἀγνοοῦντας δὲ πρᾶξαι τὸ δεινόν. αὐτὸν δὲ εὑρίσκειν δεῖ καὶ τοῖς παραδεδομένοις χρῆσθαι καλῶς. Ζητοῦντες γὰρ οὐκ ἀπὸ τέχνης ἀλλ᾽ ἀπὸ τύχης εὗρον τὸ τοιοῦτον παρασκευάζειν ἐν τοῖς μύθοις· ἀναγκάζονται οὖν ἐπὶ ταύτας τὰς οἰκίας ἀπαντᾶν ὅσαις τὰ τοιαῦτα συμβέβηκε πάθη. οὐ περὶ πολλὰ [10] γένη αἱ τραγῳδίαι εἰσίν. Ποῖα οὖν δεινὰ ἢ ποῖα οἰκτρὰ φαίνεται [15] τῶν συμπιπτόντων. Ἀνάγκη δὴ ἢ φίλων εἶναι πρὸς ἀλλήλους τὰς τοιαύτας πράξεις ἢ ἐχθρῶν ἢ μηδετέρων. λέγω δὲ οἷον ἐν τῷ Κρεσφόντῃ ἡ Μερόπη μέλλει τὸν υἱὸν ἀποκτείνειν. καὶ οὐ τραγικόν· ἀπαθὲς γάρ. Τὸ δὲ διὰ τῆς ὄψεως τοῦτο παρασκευάζειν ἀτεχνότερον καὶ χορηγίας δεόμενόν ἐστιν. ὥσπερ ὁ Σοφοκλέους Οἰδίπους· τοῦτο μὲν οὖν ἔξω τοῦ δράματος. [1454a][1] εἰ μὴ ὀλιγάκις. ὅπερ ἐστὶ πρότερον καὶ ποιητοῦ ἀμείνονος. Διόπερ οὐδεὶς ποιεῖ ὁμοίως. λέγω δὲ οἷον τὴν Κλυταιμήστραν ἀποθανοῦσαν ὑπὸ τοῦ Ὀρέστου καὶ τὴν Ἐριφύλην ὑπὸ τοῦ [25] Ἀλκμέωνος. ἐν δ᾽ αὐτῇ τῇ τραγῳδίᾳ οἷον ὁ Ἀλκμέων ὁ Ἀστυδάμαντος ἢ ὁ Τηλέγονος ὁ ἐν τῷ τραυματίᾳ Ὀδυσσεῖ. καὶ ἐν τῇ Ἕλλῃ ὁ υἱὸς τὴν μητέρα ἐκδιδόναι μέλλων ἀνεγνώρισεν. οὐδὲν ἐλεεινὸν οὔτε ποιῶν οὔτε μέλλων. Δεῖ γὰρ καὶ ἄνευ τοῦ ὁρᾶν οὕτω συνεστάναι τὸν μῦθον ὥστε τὸν [5] ἀκούοντα τὰ πράγματα γινόμενα καὶ φρίττειν καὶ ἐλεεῖν ἐκ τῶν συμβαινόντων· ἅπερ ἂν πάθοι τις ἀκούων τὸν τοῦ Οἰδίπου μῦθον. Περὶ μὲν οὖν τῆς τῶν πραγμάτων συστάσεως καὶ ποίους τινὰς εἶναι δεῖ τοὺς [15] μύθους εἴρηται ἱκανῶς. Τὸ δὲ καλῶς τί λέγομεν. ὅπερ πάλαι εἴρηται. πλὴν κατ᾽ αὐτὸ τὸ πάθος· οὐδ᾽ ἂν μηδετέρως ἔχοντες· ὅταν δ᾽ ἐν ταῖς φιλίαις ἐγγένηται τὰ [20] πάθη. . Τοὺς μὲν οὖν παρειλημμένους μύθους λύειν οὐκ ἔστιν. Τὸ δὲ πρᾶξαι δεύτερον. Καὶ παρὰ ταῦτα οὐκ ἔστιν ἄλλως. Ἐπεὶ δὲ τὴν ἀπὸ ἐλέου καὶ φόβου διὰ μιμήσεως δεῖ ἡδονὴν παρασκευάζειν τὸν ποιητήν. Οἱ δὲ μὴ τὸ [9] φοβερὸν διὰ τῆς ὄψεως ἀλλὰ τὸ τερατῶδες μόνον [10] παρασκευάζοντες οὐδὲν τραγῳδίᾳ κοινωνοῦσιν· οὐ γὰρ πᾶσαν δεῖ ζητεῖν ἡδονὴν ἀπὸ τραγῳδίας ἀλλὰ τὴν οἰκείαν. οἷον ἢ ἀδελφὸς ἀδελφὸν ἢ υἱὸς πατέρα ἢ μήτηρ υἱὸν ἢ υἱὸς μητέρα ἀποκτείνῃ ἢ μέλλῃ ἤ τι ἄλλο τοιοῦτον δρᾷ. εἴπωμεν σαφέστερον. Ἢ γὰρ πρᾶξαι ἀνάγκη ἢ μὴ καὶ εἰδότας ἢ μὴ εἰδότας. φανερὸν ὡς τοῦτο ἐν τοῖς πράγμασιν ἐμποιητέον. εἶθ᾽ ὕστερον ἀναγνωρίσαι τὴν φιλίαν. ὥσπερ οἱ παλαιοὶ ἐποίουν εἰδότας καὶ γιγνώσκοντας. Ἔτι δὲ τρίτον παρὰ ταῦτα τὸ [35] μέλλοντα ποιεῖν τι τῶν ἀνηκέστων δι᾽ ἄγνοιαν ἀναγνωρίσαι πρὶν ποιῆσαι. καθάπερ καὶ Εὐριπίδης ἐποίησεν ἀποκτείνουσαν τοὺς παῖδας τὴν Μήδειαν· ἔστιν δὲ [30] πρᾶξαι μέν. λάβωμεν.πραγμάτων. ταῦτα ζητητέον. Διὰ γὰρ τοῦτο. ἀποκτείνει δὲ οὔ.
Περὶ δὲ τὰ ἤθη τέτταρά ἐστιν ὧν δεῖ στοχάζεσθαι. Ἔστιν δὲ [20] ἐν ἑκάστῳ γένει· καὶ γὰρ γυνή ἐστιν χρηστὴ καὶ δοῦλος. ὅπως χρηστὰ ᾖ. Κἂν γὰρ ἀνώμαλός τις ᾖ ὁ τὴν μίμησιν παρέχων καὶ τοιοῦτον ἦθος ὑποτεθῇ. Ἀναγνώρισις δὲ τί μέν ἐστιν. ἃ [5] δεῖται προαγορεύσεως καὶ ἀγγελίας· ἅπαντα γὰρ ἀποδίδομεν τοῖς θεοῖς ὁρᾶν. Ἄλογον δὲ μηδὲν εἶναι ἐν τοῖς πράγμασιν.15. Τούτων δὲ τὰ μὲν σύμφυτα. ἢ ὅσα ὕστερον. ἢ ὅσα πρὸ τοῦ γέγονεν ἃ οὐχ οἷόν τε ἄνθρωπον εἰδέναι. ἀλλ᾽ οὐχ ἁρμόττον γυναικὶ οὕτως ἀνδρείαν ἢ δεινὴν εἶναι. οἷον ‘λόγχην ἣν φοροῦσι Γηγενεῖς’ ἢ ἀστέρας οἵους ἐν τῷ Θυέστῃ Καρκίνος. καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τὰς ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθούσας αἰσθήσεις τῇ ποιητικῇ· καὶ γὰρ κατ᾽ αὐτὰς ἔστιν ἁμαρτάνειν πολλάκις· εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς ἐκδεδομένοις λόγοις ἱκανῶς. Ἀλλὰ μηχανῇ χρηστέον ἐπὶ τὰ ἔξω τοῦ δράματος. Ἐπεὶ δὲ μίμησίς ἐστιν ἡ τραγῳδία βελτιόνων ἢ ἡμεῖς. τὰ δὲ ἐπίκτητα. οἷον τὰ [25] περιδέραια καὶ οἷον ἐν τῇ Τυροῖ διὰ τῆς σκάφης. Φανερὸν οὖν ὅτι καὶ τὰς λύσεις τῶν μύθων ἐξ αὐτοῦ δεῖ τοῦ μύθου συμβαίνειν. Ἔστιν δὲ παράδειγμα πονηρίας μὲν ἤθους μὴ ἀναγκαίας οἷον ὁ Μενέλαος ὁ ἐν τῷ Ὀρέστῃ. πρώτη μὲν ἡ ἀτεχνοτάτη καὶ ᾗ πλείστῃ χρῶνται δι᾽ ἀπορίαν. ἓν μὲν καὶ πρῶτον. Τρίτον δὲ τὸ ὅμοιον. τοῦ [30] δὲ ἀπρεποῦς καὶ μὴ ἁρμόττοντος ὅ τε θρῆνος Ὀδυσσέως ἐν τῇ Σκύλλῃ καὶ ἡ τῆς Μελανίππης ῥῆσις. ὅμως ὁμαλῶς ἀνώμαλον δεῖ εἶναι. [1454b][1] καὶ μὴ ὥσπερ ἐν τῇ Μηδείᾳ ἀπὸ μηχανῆς καὶ ἐν τῇ Ἰλιάδι τὰ περὶ τὸν ἀπόπλουν. καὶ τούτων τὰ μὲν ἐν τῷ σώματι. καίτοι γε ἴσως τούτων τὸ μὲν χεῖρον. . τὰ δὲ ἐκτός. [35] ὥστε τὸν τοιοῦτον τὰ τοιαῦτα λέγειν ἢ πράττειν ἢ ἀναγκαῖον ἢ εἰκὸς καὶ τοῦτο μετὰ τοῦτο γίνεσθαι ἢ ἀναγκαῖον ἢ εἰκός. Ἕξει δὲ ἦθος μὲν ἐὰν ὥσπερ ἐλέχθη ποιῇ φανερὸν ὁ λόγος ἢ ἡ πρᾶξις προαίρεσίν τινα <ἥ τις ἂν> ᾖ. τὸ δὲ ὅλως φαῦλόν ἐστιν. τοῦ δὲ ἀνωμάλου ἡ ἐν Αὐλίδι Ἰφιγένεια· οὐδὲν γὰρ ἔοικεν ἡ ἱκετεύουσα τῇ ὑστέρᾳ. Τέταρτον δὲ τὸ ὁμαλόν. ἔξω τῆς τραγῳδίας. 16. εἰ δὲ μή. χρηστὸν δὲ ἐὰν χρηστήν. Ταῦτα δὴ διατηρεῖν. Χρὴ δὲ καὶ ἐν τοῖς ἤθεσιν ὁμοίως ὥσπερ καὶ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων συστάσει ἀεὶ ζητεῖν ἢ τὸ ἀναγκαῖον ἢ τὸ εἰκός. εἴρηται πρότερον· εἴδη [20] δὲ ἀναγνωρίσεως. ἡ διὰ τῶν σημείων. παράδειγμα σκληρότητος οἷον τὸν Ἀχιλλέα ἀγαθὸν καὶ [15] Ὅμηρος. οἷον οὐλαί. Τοῦτο γὰρ ἕτερον τοῦ [25] χρηστὸν τὸ ἦθος καὶ ἁρμόττον ποιῆσαι ὡς προείρηται. Δεύτερον δὲ τὸ ἁρμόττοντα· ἔστιν γὰρ ἀνδρείαν μὲν τὸ ἦθος. οἷον τὸ ἐν τῷ Οἰδίποδι τῷ Σοφοκλέους. δεῖ μιμεῖσθαι τοὺς ἀγαθοὺς [10] εἰκονογράφους· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι ἀποδιδόντες τὴν ἰδίαν μορφὴν ὁμοίους ποιοῦντες καλλίους γράφουσιν· οὕτω καὶ τὸν ποιητὴν μιμούμενον καὶ ὀργίλους καὶ ῥᾳθύμους καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα ἔχοντας ἐπὶ τῶν ἠθῶν τοιούτους ὄντας ἐπιεικεῖς ποιεῖν.
Καὶ ἡ Πολυΐδου τοῦ σοφιστοῦ περὶ τῆς Ἰφιγενείας· εἰκὸς γὰρ ἔφη τὸν Ὀρέστην συλλογίσασθαι ὅτι ἥ τ᾽ ἀδελφὴ ἐτύθη καὶ αὐτῷ συμβαίνει θύεσθαι. Ὅσα δὲ δυνατὸν καὶ τοῖς σχήμασιν [30] συναπεργαζόμενον. διὸ ἄτεχνοι. καὶ γὰρ ἐξετέθησαν ἐνταῦθα. [1455a][1] ὥσπερ ἡ ἐν Κυπρίοις τοῖς Δικαιογένους. Καὶ ἐν τῷ Θεοδέκτου Τυδεῖ. [5] ὅτι ὅμοιός τις ἐλήλυθεν. ὃ μὴ ὁρῶντα [τὸν θεατὴν] ἐλάνθανεν. οἷον ἐν τῷ Ὀδυσσεῖ τῷ [14] ψευδαγγέλῳ· τὸ μὲν γὰρ τὸ τόξον ἐντείνειν.Ἔστιν δὲ καὶ τούτοις χρῆσθαι ἢ βέλτιον ἢ χεῖρον. καὶ αἱ τοιαῦται πᾶσαι. καὶ χειμαίνει ὁ χειμαζόμενος καὶ χαλεπαίνει ὁ ὀργιζόμενος ἀληθινώτατα. Ἔστιν δέ τις καὶ συνθετὴ ἐκ παραλογισμοῦ τοῦ θεάτρου. [30] ὥσπερ ἡ ἐν τοῖς Νίπτροις. ὅθεν ἀνεγνωρίσθησαν. οἷον Ὀδυσσεὺς διὰ τῆς οὐλῆς ἄλλως ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς τροφοῦ καὶ ἄλλως ὑπὸ τῶν συβοτῶν· εἰσὶ γὰρ αἱ μὲν πίστεως ἕνεκα ἀτεχνότεραι. ὅμοιος δὲ οὐθεὶς ἀλλ᾽ ἢ Ὀρέστης. οἷον ἐν Χοηφόροις. Δεύτεραι δὲ αἱ πεποιημέναι ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ. Ὁ γὰρ Ἀμφιάραος ἐξ ἱεροῦ ἀνῄει. Σημεῖον δὲ τούτου ὃ ἐπετιμᾶτο Καρκίνῳ. Τούς τε λόγους καὶ τοὺς πεποιημένους δεῖ καὶ αὐτὸν ποιοῦντα ἐκτίθεσθαι καθόλου. Πασῶν δὲ βελτίστη ἀναγνώρισις ἡ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καὶ ἡ ἐν τοῖς Φινείδαις· ἰδοῦσαι γὰρ τὸν τόπον συνελογίσαντο τὴν εἱμαρμένην ὅτι ἐν τούτῳ εἵμαρτο ἀποθανεῖν αὐταῖς. Οἷον [Ὀρέστης] ἐν τῇ Ἰφιγενείᾳ ἀνεγνώρισεν ὅτι Ὀρέστης· ἐκείνη μὲν γὰρ διὰ τῆς ἐπιστολῆς. ἄλλον [δὲ] [14a] μηδένα. Ἡ τρίτη διὰ μνήμης. οὗτος ἄρα ἐλήλυθεν. αἱ δὲ ἐκ περιπετείας. Δεύτεραι δὲ αἱ ἐκ συλλογισμοῦ. πεποιημένον ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ καὶ ὑπόθεσις. ἐπὶ δὲ τῆς σκηνῆς ἐξέπεσεν δυσχερανάντων τοῦτο τῶν θεατῶν. Διὸ εὐφυοῦς ἡ ποιητική ἐστιν ἢ μανικοῦ· τούτων γὰρ οἱ μὲν εὔπλαστοι οἱ δὲ ἐκστατικοί εἰσιν. Τετάρτη δὲ ἡ ἐκ συλλογισμοῦ. Πιθανώτατοι γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτῆς φύσεως οἱ ἐν τοῖς πάθεσίν εἰσιν. ἐξῆν γὰρ ἂν ἔνια καὶ ἐνεγκεῖν. 17. Αἱ γὰρ τοιαῦται μόναι [20] ἄνευ τῶν πεποιημένων σημείων καὶ περιδεραίων. τῷ αἰσθέσθαι τι ἰδόντα. Καὶ ἐν τῷ Σοφοκλέους Τηρεῖ ἡ τῆς κερκίδος φωνή. [14b] καὶ εἴ γε τὸ τόξον ἔφη γνώσεσθαι ὃ οὐχ ἑωράκει· [15] τὸ δὲ ὡς δι᾽ ἐκείνου ἀναγνωριοῦντος διὰ τούτου ποιῆσαι παραλογισμός. βελτίους. καὶ ἡ ἐν Ἀλκίνου ἀπολόγῳ. ἰδὼν γὰρ τὴν γραφὴν ἔκλαυσεν. οἷον ἐν τῷ Σοφοκλέους Οἰδίποδι καὶ τῇ Ἰφιγενείᾳ· εἰκὸς γὰρ βούλεσθαι ἐπιθεῖναι γράμματα. Δεῖ δὲ τοὺς μύθους συνιστάναι καὶ τῇ λέξει συναπεργάζεσθαι ὅτι μάλιστα πρὸ ὀμμάτων τιθέμενον· οὕτω γὰρ ἂν ἐναργέστατα [ὁ] ὁρῶν ὥσπερ παρ᾽ αὐτοῖς γιγνόμενος τοῖς [25] πραττομένοις εὑρίσκοι τὸ πρέπον καὶ ἥκιστα ἂν λανθάνοι [τὸ] τὰ ὑπεναντία]. ἀκούων γὰρ τοῦ κιθαριστοῦ καὶ μνησθεὶς ἐδάκρυσεν. [1455b][1] εἶθ᾽ οὕτως ἐπεισοδιοῦν καὶ . ἐκεῖνος δὲ αὐτὸς λέγει ἃ βούλεται ὁ ποιητὴς ἀλλ᾽ [35] οὐχ ὁ μῦθος· διὸ ἐγγύς τι τῆς εἰρημένης ἁμαρτίας ἐστίν. ὅτι ἐλθὼν ὡς εὑρήσων τὸν υἱὸν αὐτὸς [10] ἀπόλλυται. τῆς ἐκπλήξεως γιγνομένης δι᾽ εἰκότων.
ἐν [15] δὲ τοῖς δράμασι πολὺ παρὰ τὴν ὑπόληψιν ἀποβαίνει. ὅσοι πέρσιν Ἰλίου ὅλην ἐποίησαν καὶ μὴ κατὰ μέρος ὥσπερ Εὐριπίδης. οἷον ἐν τῷ Ὀρέστῃ ἡ μανία δι᾽ ἧς ἐλήφθη καὶ ἡ [15] σωτηρία διὰ τῆς καθάρσεως. οἷον αἵ τε Φορκίδες καὶ ὁ Προμηθεὺς καὶ ὅσα ἐν ᾍδου. ἄλλως τε [5] καὶ ὡς νῦν συκοφαντοῦσιν τοὺς ποιητάς· γεγονότων γὰρ καθ᾽ ἕκαστον μέρος ἀγαθῶν ποιητῶν. Ἔστι δὲ πάσης τραγῳδίας τὸ μὲν δέσις τὸ δὲ λύσις. ἱδρυνθείσης δὲ εἰς ἄλλην [5] χώραν. 18. Μάλιστα μὲν οὖν ἅπαντα δεῖ πειρᾶσθαι ἔχειν. οἷον οἵ τε Αἴαντες καὶ οἱ Ἰξίονες. οἷον αἱ Φθιώτιδες καὶ ὁ Πηλεύς· [1456a][1] τὸ δὲ τέταρτον ὄψις. Λέγω δὲ οὕτως ἂν θεωρεῖσθαι τὸ καθόλου. εἴθ᾽ ὡς [10] Εὐριπίδης εἴθ᾽ ὡς Πολύιδος ἐποίησεν. αὐτὸς δὲ ἀφικνεῖται χειμασθείς. καὶ ἀναγνωρίσας τινὰς ἐπιθέμενος αὐτὸς μὲν ἐσώθη τοὺς δ᾽ ἐχθροὺς διέφθειρε. ὧν ἡ αὐτὴ πλοκὴ καὶ λύσις. καὶ ἐντεῦθεν ἡ σωτηρία. τὰ μέγιστα καὶ πλεῖστα. ταύτην ἔσχε τὴν ἱερωσύνην· χρόνῳ δὲ ὕστερον τῷ ἀδελφῷ συνέβη ἐλθεῖν τῆς ἱερείας. τὰ [25] μὲν ἔξωθεν καὶ ἔνια τῶν ἔσωθεν πολλάκις ἡ δέσις. ἑκάστου τοῦ ἰδίου ἀγαθοῦ ἀξιοῦσι τὸν ἕνα ὑπερβάλλειν. οἷον εἴ τις τὸν τῆς Ἰλιάδος ὅλον ποιοῖ μῦθον. Τὸ μὲν οὖν ἴδιον τοῦτο. τὸ δὲ λοιπὸν ἡ λύσις· λέγω δὲ δέσιν μὲν εἶναι τὴν ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι τούτου τοῦ μέρους ὃ ἔσχατόν ἐστιν ἐξ οὗ μεταβαίνει εἰς εὐτυχίαν ἢ εἰς ἀτυχίαν. Σημεῖον δέ. <ἢ> Νιόβην καὶ μὴ . Χρὴ δὲ ὅπερ εἴρηται πολλάκις μεμνῆσθαι καὶ μὴ ποιεῖν ἐποποιικὸν σύστημα τραγῳδίαν. ἧς τὸ ὅλον ἐστὶν περιπέτεια καὶ ἀναγνώρισις. Ἐκεῖ μὲν γὰρ διὰ τὸ μῆκος λαμβάνει τὰ μέρη τὸ πρέπον μέγεθος. Τῆς γὰρ Ὀδυσσείας οὐ μακρὸς ὁ λόγος ἐστίν· ἀποδημοῦντός τινος ἔτη πολλὰ καὶ παραφυλαττομένου ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος καὶ μόνου ὄντος.παρατείνειν. ἐν ᾗ νόμος ἦν τοὺς ξένους θύειν τῇ θεῷ. οἷον τῆς Ἰφιγενείας· τυθείσης τινὸς κόρης καὶ ἀφανισθείσης ἀδήλως τοῖς θύσασιν. ἔτι δὲ τῶν οἴκοι οὕτως ἐχόντων ὥστε τὰ [20] χρήματα ὑπὸ μνηστήρων ἀναλίσκεσθαι καὶ τὸν υἱὸν ἐπιβουλεύεσθαι. εἰ δὲ μή. ἡ δὲ ἠθική. Πολλοὶ δὲ πλέξαντες εὖ [10] λύουσι κακῶς· δεῖ δὲ ἀμφότερα ἀρτικροτεῖσθαι. Ἐποποιικὸν δὲ λέγω τὸ πολύμυθον. κατὰ τὸ εἰκὸς εἰπὼν ὅτι οὐκ ἄρα μόνον τὴν ἀδελφὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἔδει τυθῆναι. ἡ δ᾽ ἐποποιία τούτοις μηκύνεται. ἡ μὲν πεπλεγμένη. Μετὰ ταῦτα δὲ ἤδη ὑποθέντα τὰ ὀνόματα ἐπεισοδιοῦν· ὅπως δὲ ἔσται οἰκεῖα τὰ ἐπεισόδια. τὰ δ᾽ ἄλλα ἐπεισόδια. Ἐν μὲν οὖν τοῖς δράμασιν τὰ ἐπεισόδια σύντομα. ἡ δὲ παθητική. Τραγῳδίας δὲ εἴδη εἰσὶ τέσσαρα (τοσαῦτα γὰρ καὶ τὰ μέρη ἐλέχθη). τὸ δὲ ὅτι ἀνεῖλεν ὁ θεὸς [διά τινα αἰτίαν ἔξω τοῦ καθόλου] ἐλθεῖν ἐκεῖ καὶ ἐφ᾽ ὅ τι δὲ ἔξω τοῦ μύθου· ἐλθὼν δὲ καὶ ληφθεὶς θύεσθαι μέλλων ἀνεγνώρισεν. Δίκαιον δὲ καὶ τραγῳδίαν ἄλλην καὶ τὴν αὐτὴν λέγειν οὐδενὶ ὡς τῷ μύθῳ· τοῦτο δέ. λύσιν δὲ τὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς μεταβάσεως μέχρι τέλους· ὥσπερ ἐν τῷ Λυγκεῖ τῷ Θεοδέκτου [30] δέσις μὲν τά τε προπεπραγμένα καὶ ἡ τοῦ παιδίου λῆψις καὶ πάλιν ἡ αὐτῶν <λύσις> δ᾽ ἡ ἀπὸ τῆς αἰτιάσεως τοῦ θανάτου μέχρι τοῦ τέλους.
Παρὰ γὰρ τὴν τούτων γνῶσιν ἢ ἄγνοιαν οὐδὲν εἰς τὴν ποιητικὴν ἐπιτίμημα φέρεται ὅ τι καὶ ἄξιον [15] σπουδῆς. Καὶ τὸν χορὸν δὲ ἕνα δεῖ ὑπολαμβάνειν τῶν ὑποκριτῶν. λοιπὸν δὲ περὶ λέξεως καὶ διανοίας εἰπεῖν. καὶ μόριον εἶναι τοῦ ὅλου καὶ συναγωνίζεσθαι μὴ ὥσπερ Εὐριπίδῃ ἀλλ᾽ ὥσπερ Σοφοκλεῖ.ὥσπερ Αἰσχύλος. Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων εἰδῶν εἴρηται. φησίν. Μέρη δὲ τούτων τό τε ἀποδεικνύναι καὶ τὸ λύειν καὶ τὸ πάθη παρασκευάζειν [1456b][1] (οἷον ἔλεον ἢ φόβον ἢ ὀργὴν καὶ ὅσα τοιαῦτα) καὶ ἔτι μέγεθος καὶ μικρότητας. στοιχεῖον συλλαβὴ σύνδεσμος ὄνομα ῥῆμα ἄρθρον πτῶσις λόγος. ἢ ἐκπίπτουσιν ἢ κακῶς ἀγωνίζονται. Τοῖς δὲ λοιποῖς τὰ ᾀδόμενα οὐδὲν μᾶλλον τοῦ μύθου ἢ ἄλλης τραγῳδίας ἐστίν· διὸ ἐμβόλιμα ᾄδουσιν πρώτου ἄρξαντος [30] Ἀγάθωνος τοῦ τοιούτου. [10] ἅ ἐστιν εἰδέναι τῆς ὑποκριτικῆς καὶ τοῦ τὴν τοιαύτην ἔχοντος ἀρχιτεκτονικήν. Ἔστιν δὲ τοῦτο καὶ εἰκὸς ὥσπερ Ἀγάθων λέγει. Ἔστιν δὲ τοῦτο. Ἔστιν δὲ ταῦτα φωνῆεν μὲν <τὸ> ἄνευ προσβολῆς ἔχον φωνὴν ἀκουστήν. ὧν οὐδεμίαν λέγω [25] στοιχεῖον. ὥσπερ Σίσυφος. ὅταν ὁ σοφὸς μὲν μετὰ πονηρίας <δ᾽> ἐξαπατηθῇ. οὐ πᾶσα δὲ ἀλλ᾽ ἐξ ἧς πέφυκε συνθετὴ γίγνεσθαι φωνή· καὶ γὰρ τῶν θηρίων εἰσὶν ἀδιαίρετοι φωναί. Ἔστι δὲ κατὰ τὴν διάνοιαν ταῦτα. οἷον τὸ Σ καὶ τὸ Ρ. Δῆλον δὲ ὅτι καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν δεῖ χρῆσθαι ὅταν ἢ ἐλεεινὰ ἢ δεινὰ ἢ μεγάλα ἢ εἰκότα δέῃ παρασκευάζειν· πλὴν τοσοῦτον [5] διαφέρει. ἄφωνον . Ταύτης δὲ μέρη τό τε φωνῆεν καὶ τὸ ἡμίφωνον καὶ ἄφωνον. Τί γὰρ ἄν τις ὑπολάβοι ἡμαρτῆσθαι ἃ Πρωταγόρας ἐπιτιμᾷ. ἡμίφωνον δὲ τὸ μετὰ προσβολῆς ἔχον φωνὴν ἀκουστήν. Διὸ παρείσθω ὡς ἄλλης καὶ οὐ τῆς ποιητικῆς ὂν θεώρημα. καὶ ὁ ἀνδρεῖος μὲν ἄδικος δὲ ἡττηθῇ. εἰ φαίνοιτο ᾗ δέοι καὶ μὴ διὰ τὸν λόγον; Τῶν δὲ περὶ τὴν λέξιν ἓν μέν ἐστιν εἶδος θεωρίας τὰ σχήματα τῆς λέξεως. ὅτι τὰ μὲν δεῖ φαίνεσθαι ἄνευ διδασκαλίας. Στοιχεῖον μὲν οὖν ἐστιν φωνὴ ἀδιαίρετος. ἐπεὶ καὶ Ἀγάθων ἐξέπεσεν ἐν τούτῳ μόνῳ. ὅτι εὔχεσθαι οἰόμενος ἐπιτάττει εἰπὼν ‘Μῆνιν ἄειδε θεά’; Τὸ γὰρ κελεῦσαι. Τὰ μὲν οὖν περὶ τὴν διάνοιαν ἐν [35] τοῖς περὶ ῥητορικῆς κείσθω· τοῦτο γὰρ ἴδιον μᾶλλον ἐκείνης τῆς μεθόδου. Ἐν δὲ ταῖς περιπετείαις καὶ ἐν τοῖς [20] ἁπλοῖς πράγμασι στοχάζονται ὧν βούλονται θαυμαστῶς· τραγικὸν γὰρ τοῦτο καὶ φιλάνθρωπον. οἷον τί ἐντολὴ καὶ τί εὐχὴ καὶ διήγησις καὶ ἀπειλὴ καὶ ἐρώτησις καὶ ἀπόκρισις καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον. εἰκὸς γὰρ γίνεσθαι πολλὰ [25] καὶ παρὰ τὸ εἰκός. Τί γὰρ ἂν εἴη τοῦ λέγοντος ἔργον. ποιεῖν τι ἢ μὴ ἐπίταξίς ἐστιν. τὰ δὲ ἐν τῷ λόγῳ ὑπὸ τοῦ λέγοντος παρασκευάζεσθαι καὶ παρὰ τὸν λόγον γίγνεσθαι. Καίτοι τί διαφέρει ἢ ἐμβόλιμα ᾄδειν ἢ εἰ ῥῆσιν ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλο ἁρμόττοι ἢ ἐπεισόδιον ὅλον; 19. [20] Τῆς δὲ λέξεως ἁπάσης τάδ᾽ ἐστὶ τὰ μέρη. 20. ὅσα ὑπὸ τοῦ λόγου δεῖ παρασκευασθῆναι.
τὸ δὲ ἐκ σημαινόντων σύγκειται. οἷον τὰ πολλὰ τῶν Μασσαλιωτῶν. πλὴν οὐκ ἐν τῷ [33a] ὀνόματι σημαίνοντος καὶ ἀσήμου. μέρος μέντοι ἀεί τι σημαῖνον ἕξει) οἷον ἐν τῷ ‘βαδίζει Κλέων ὁ Κλέων’. ‘ἤτοι’. Οἷον τὸ ‘ἀμφί’ καὶ τὸ ‘περί’ καὶ τὰ ἄλλα. τὸ δὲ ‘βαδίζει’ ἢ ‘βεβάδικεν’ προσσημαίνει τὸ μὲν τὸν παρόντα χρόνον τὸ δὲ τὸν παρεληλυθότα. Ῥῆμα δὲ φωνὴ συνθετὴ σημαντικὴ μετὰ [15] χρόνου ἧς οὐδὲν μέρος σημαίνει καθ᾽ αὑτό. ‘δέ’. ἡ δὲ κατὰ τὸ ἑνὶ ἢ πολλοῖς. 21. οἷον ‘μέν’. ἢ γὰρ ὁ ἓν σημαίνων. οἷον ὁ τοῦ ἀνθρώπου ὁρισμός. οἷον τὸ Γ καὶ τὸ Δ. οἷον κατ᾽ ἐρώτησιν ἐπίταξιν· τὸ γὰρ ‘ἐβάδισεν’ ἢ ‘βάδιζε’ πτῶσις ῥήματος κατὰ ταῦτα τὰ εἴδη ἐστίν. ἀλλ᾽ ἐνδέχεται ἄνευ ῥημάτων εἶναι λόγον. οἷον ἡ Ἰλιὰς μὲν [30] συνδέσμῳ εἷς.δὲ τὸ μετὰ προσβολῆς καθ᾽ αὑτὸ μὲν οὐδεμίαν ἔχον φωνήν. ἡ δὲ κατὰ τὰ ὑποκριτικά. ὁ δὲ τοῦ ἀνθρώπου τῷ ἓν σημαίνειν. οἷον τὸ ΓΡΑ. Συλλαβὴ [35] δέ ἐστιν φωνὴ ἄσημος συνθετὴ ἐξ ἀφώνου καὶ φωνὴν ἔχοντος· καὶ γὰρ τὸ ΓΡ ἄνευ τοῦ Α συλλαβὴ καὶ μετὰ τοῦ Α. ‘Ἑρμοκαϊκόξανθος’ . Εἴη δ᾽ ἂν καὶ τριπλοῦν καὶ τετραπλοῦν ὄνομα καὶ [35] πολλαπλοῦν.] Ὄνομα δέ ἐστι φωνὴ συνθετὴ σημαντικὴ ἄνευ χρόνου ἧς μέρος οὐδέν ἐστι καθ᾽ αὑτὸ σημαντικόν· ἐν γὰρ τοῖς διπλοῖς οὐ χρώμεθα ὡς καὶ αὐτὸ καθ᾽ αὑτὸ σημαῖνον. Ἄρθρον δ᾽ ἐστὶ φωνὴ ἄσημος ἣ λόγου ἀρχὴν ἢ τέλος ἢ διορισμὸν δηλοῖ. οἷον ἐν τῷ ‘Θεόδωρος τὸ δωρος’ οὐ σημαίνει. Ταῦτα δὲ διαφέρει σχήμασίν τε τοῦ στόματος καὶ τόποις καὶ δασύτητι καὶ ψιλότητι καὶ μήκει καὶ βραχύτητι ἔτι δὲ ὀξύτητι καὶ βαρύτητι καὶ τῷ μέσῳ· περὶ ὧν καθ᾽ ἕκαστον ἐν τοῖς μετρικοῖς προσήκει θεωρεῖν. Ὀνόματος δὲ εἴδη τὸ μὲν ἁπλοῦν. Λόγος δὲ φωνὴ συνθετὴ σημαντικὴ ἧς ἔνια μέρη καθ᾽ αὑτὰ σημαίνει τι (οὐ γὰρ [25] ἅπας λόγος ἐκ ῥημάτων καὶ ὀνομάτων σύγκειται. [Ἢ φωνὴ ἄσημος ἣ οὔτε κωλύει οὔτε ποιεῖ φωνὴν μίαν σημαντικὴν ἐκ πλειόνων φωνῶν πεφυκυῖα τίθεσθαι καὶ [10] ἐπὶ τῶν ἄκρων καὶ ἐπὶ τοῦ μέσου. Ἢ φωνὴ ἄσημος ἣ ἐκ πλειόνων μὲν [5] φωνῶν μιᾶς σημαντικῶν δὲ ποιεῖν πέφυκεν μίαν σημαντικὴν φωνήν. οἷον γῆ. Ἀλλὰ καὶ τούτων θεωρῆσαι τὰς διαφορὰς τῆς μετρικῆς ἐστιν. . . . οἷον ‘ἄνθρωποι’ ἢ ‘ἄνθρωπος’. μετὰ δὲ [30] τῶν ἐχόντων τινὰ φωνὴν γινόμενον ἀκουστόν. ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ὀνομάτων· τὸ μὲν γὰρ ‘ἄνθρωπος’ ἢ ‘λευκόν’ οὐ σημαίνει τὸ πότε. ἢ ὁ ἐκ πλειόνων συνδέσμῳ. Εἷς δέ ἐστι λόγος διχῶς. Πτῶσις δ᾽ ἐστὶν ὀνόματος ἢ ῥήματος ἡ μὲν κατὰ τὸ ‘τούτου ’ἢ ‘τούτῳ’ [20] σημαῖνον καὶ ὅσα τοιαῦτα. Σύνδεσμος δέ ἐστιν φωνὴ ἄσημος [1457a][1] ἣ οὔτε κωλύει οὔτε ποιεῖ φωνὴν μίαν σημαντικὴν ἐκ πλειόνων φωνῶν πεφυκυῖα συντίθεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν ἄκρων καὶ ἐπὶ τοῦ μέσου ἣν μὴ ἁρμόττει ἐν ἀρχῇ λόγου τιθέναι καθ᾽ αὑτήν. τὸ δὲ διπλοῦν· τούτου δὲ τὸ μὲν ἐκ σημαίνοντος καὶ ἀσήμου. ἁπλοῦν δὲ λέγω ὃ μὴ ἐκ σημαινόντων σύγκειται.
τὸ δὲ ταμεῖν ἀρύσαι εἴρηκεν· ἄμφω γὰρ ἀφελεῖν τί ἐστιν. Ἢ ὃ γῆρας πρὸς βίον. Τὸ δὲ ἀνάλογον λέγω. Ἀπ᾽ εἴδους δὲ ἐπὶ γένος ‘ἦ δὴ μυρί᾽ Ὀδυσσεὺς ἐσθλὰ ἔοργεν’· τὸ γὰρ μυρίον πολύ ἐστιν. γλῶτταν δὲ ᾧ ἕτεροι· ὥστε φανερὸν ὅτι καὶ [5] γλῶτταν καὶ κύριον εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτό. Μεταφορὰ δέ ἐστιν ὀνόματος ἀλλοτρίου ἐπιφορὰ ἢ ἀπὸ τοῦ γένους ἐπὶ εἶδος ἢ ἀπὸ τοῦ εἴδους ἐπὶ τὸ γένος ἢ ἀπὸ τοῦ εἴδους ἐπὶ εἶδος ἢ κατὰ τὸ ἀνάλογον. [1458a][1] τὸ μὲν ἐὰν φωνήεντι μακροτέρῳ κεχρημένον ᾖ τοῦ οἰκείου ἢ συλλαβῇ ἐμβεβλημένῃ. ὅταν ὁμοίως ἔχῃ τὸ δεύτερον πρὸς τὸ πρῶτον καὶ τὸ τέταρτον πρὸς τὸ τρίτον· ἐρεῖ γὰρ ἀντὶ τοῦ δευτέρου τὸ τέταρτον ἢ ἀντὶ τοῦ τετάρτου τὸ δεύτερον. μὴ τοῖς αὐτοῖς δέ· τὸ γὰρ ‘σίγυνον’ Κυπρίοις μὲν κύριον. Ἐνίοις δ᾽ οὐκ ἔστιν ὄνομα κείμενον τῶν ἀνάλογον. Ἐπεκτεταμένον δέ ἐστιν ἢ ἀφῃρημένον. ἐπεκτεταμένον μὲν οἷον τὸ πόλεως ‘πόληος’ καὶ τὸ Πηλείδου ‘Πηληιάδεω’. [35] οἷον τὰ κέρατα ‘ἔρνυγας’ καὶ τὸν ἱερέα ‘ἀρητῆρα’. Καὶ ἐνίοτε προστιθέασιν ἀνθ᾽ [20] οὗ λέγει πρὸς ὅ ἐστι. προσαγορεύσαντα τὸ ἀλλότριον ἀποφῆσαι τῶν οἰκείων τι. καὶ ἑσπέρα πρὸς ἡμέραν· ἐρεῖ τοίνυν τὴν ἑσπέραν ‘γῆρας ἡμέρας’ ἢ ὥσπερ Ἐμπεδοκλῆς. Ψ καὶ Ξ). Ἔστι δὲ τῷ τρόπῳ τούτῳ τῆς μεταφορᾶς χρῆσθαι καὶ ἄλλως. Λέγω δὲ κύριον μὲν ᾧ χρῶνται ἕκαστοι. οἷον εἰ τὴν ἀσπίδα εἴποι ‘φιάλην μὴ Ἄρεως ἀλλ᾽ ἄοινον’ . τὸ δὲ τὴν φλόγα ἀπὸ τοῦ ἡλίου ἀνώνυμον· ἀλλ᾽ ὁμοίως ἔχει τοῦτο πρὸς τὸν ἥλιον καὶ τὸ σπείρειν πρὸς τὸν καρπόν. Εἰς δὲ ἄφωνον οὐδὲν ὄνομα τελευτᾷ.[1457b][1] Ἅπαν δὲ ὄνομά ἐστιν ἢ κύριον ἢ γλῶττα ἢ μεταφορὰ ἢ κόσμος ἢ πεποιημένον ἢ ἐπεκτεταμένον ἢ ὑφῃρημένον ἢ ἐξηλλαγμένον. Λέγω δὲ ἀπὸ γένους μὲν [10] ἐπὶ εἶδος οἷον ‘νηῦς δέ μοι ἥδ᾽ ἕστηκεν’· τὸ γὰρ ὁρμεῖν ἐστιν ἑστάναι τι. καὶ τὸ γῆρας ‘ἑσπέραν βίου’ [25] ἢ ‘δυσμὰς βίου’. Αὐτῶν δὲ τῶν ὀνομάτων τὰ μὲν ἄρρενα τὰ δὲ θήλεα τὰ δὲ μεταξύ. Ἀπ᾽ εἴδους δὲ ἐπὶ εἶδος οἷον ‘χαλκῷ ἀπὸ ψυχὴν ἀρύσας’ καὶ ‘τεμὼν ταναήκεϊ χαλκῷ’· ἐνταῦθα [15] γὰρ τὸ μὲν ἀρύσαι ταμεῖν. ἀφῃρημένον δὲ οἷον τὸ [5] ‘κρῖ’ καὶ τὸ ‘δῶ’ καὶ ‘μία γίνεται ἀμφοτέρων ὄψ’. . ἄρρενα μὲν ὅσα τελευτᾷ εἰς τὸ Ν καὶ Ρ καὶ Σ καὶ [10] ὅσα ἐκ τούτου σύγκειται (ταῦτα δ᾽ ἐστὶν δύο. [15] οὐδὲ εἰς φωνῆεν βραχύ. οἷον εἰς Η καὶ Ω. Ἐξηλλαγμένον δ᾽ ἐστὶν ὅταν τοῦ ὀνομαζομένου τὸ μὲν καταλείπῃ τὸ δὲ ποιῇ. οἷον τὸ ‘δεξιτερὸν κατὰ μαζόν’ ἀντὶ τοῦ ‘δεξιόν’. καὶ τῶν ἐπεκτεινομένων εἰς Α· ὥστε ἴσα συμβαίνει πλήθει εἰς ὅσα τὰ ἄρρενα καὶ τὰ θήλεα· τὸ γὰρ Ψ καὶ τὸ Ξ σύνθετά ἐστιν. ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον ὁμοίως λεχθήσεται· οἷον τὸ τὸν καρπὸν μὲν ἀφιέναι σπείρειν. δοκεῖ γὰρ ἔνια εἶναι τοιαῦτα. Πεποιημένον δ᾽ ἐστὶν ὃ ὅλως μὴ καλούμενον ὑπὸ τινῶν αὐτὸς τίθεται ὁ ποιητής. . ἡμῖν δὲ γλῶττα. Εἰς δὲ τὸ Ι τρία . τὸ δὲ ἂν ἀφῃρημένον τι ᾖ αὐτοῦ. διὸ εἴρηται ‘σπείρων θεοκτίσταν [30] φλόγα’. θήλεα δὲ ὅσα ἐκ τῶν φωνηέντων εἴς τε τὰ ἀεὶ μακρά. ᾧ νῦν ἀντὶ τοῦ πολλοῦ κέχρηται. Λέγω δὲ οἷον ὁμοίως ἔχει φιάλη πρὸς Διόνυσον καὶ ἀσπὶς πρὸς Ἄρη· ἐρεῖ τοίνυν τὴν φιάλην ‘ἀσπίδα Διονύσου’ καὶ τὴν ἀσπίδα ‘φιάλην Ἄρεως’.
‘πέπερι’. Τὰ δὲ μεταξὺ εἰς ταῦτα καὶ Ν καὶ Σ. Τὸ μὲν οὖν φαίνεσθαί πως χρώμενον τούτῳ τῷ τρόπῳ γελοῖον· τὸ δὲ μέτρον κοινὸν ἁπάντων ἐστὶ τῶν μερῶν· καὶ γὰρ μεταφοραῖς καὶ γλώτταις καὶ τοῖς ἄλλοις εἴδεσι χρώμενος ἀπρεπῶς καὶ ἐπίτηδες ἐπὶ τὰ γελοῖα τὸ [15] αὐτὸ ἂν ἀπεργάσαιτο. οἷον ἡ γλῶττα καὶ ἡ μεταφορὰ καὶ ὁ κόσμος καὶ τἆλλα τὰ εἰρημένα [34] εἴδη. ἰαμβοποιήσας ἐν αὐτῇ τῇ λέξει Ἐπιχάρην εἶδον [10] Μαραθῶνάδε βαδίζοντα. τὸ ‘πῶυ’. ἐὰν δὲ ἐκ γλωττῶν. τὸ ‘ἄστυ’. ἓν δὲ μόνον ὄνομα μεταθέντος. Σεμνὴ δὲ καὶ ἐξαλλάττουσα τὸ ἰδιωτικὸν ἡ τοῖς ξενικοῖς κεχρημένη· ξενικὸν δὲ λέγω γλῶτταν καὶ μεταφορὰν καὶ ἐπέκτασιν καὶ πᾶν τὸ παρὰ τὸ κύριον. οἷον Εὐκλείδης ὁ ἀρχαῖος. τὸ ‘νᾶπυ’. ἀντὶ κυρίου εἰωθότος γλῶτταν. Εἰς δὲ τὸ Υ πέντε. τὸ δὲ κύριον τὴν σαφήνειαν. τὸ λέγοντα ὑπάρχοντα ἀδύνατα συνάψαι· κατὰ μὲν οὖν τὴν τῶν <ἄλλων> ὀνομάτων σύνθεσιν οὐχ οἷόν τε τοῦτο ποιῆσαι. 22. ὡς ῥᾴδιον ὂν ποιεῖν εἴ τις δώσει ἐκτείνειν ἐφ᾽ ὁπόσον βούλεται. καὶ οὐκ ἂν γεράμενος τὸν ἐκείνου ἐλλέβορον. κατὰ δὲ τὴν μεταφορῶν ἐνδέχεται. καὶ [25] νῦν δέ μ᾽ ἐὼν ὀλίγος τε καὶ οὐτιδανὸς καὶ ἀεικής. Τὰ δὲ ἐκ τῶν γλωττῶν βαρβαρισμός. Δεῖ ἄρα κεκρᾶσθαί πως τούτοις· τὸ μὲν γὰρ τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ποιήσει μηδὲ ταπεινόν. Αἰσχύλος μὲν γὰρ ἐν τῷ Φιλοκτήτῃ ἐποίησε φαγέδαιναν ἥ μου σάρκας ἐσθίει ποδός. Τὸ δὲ ἁρμόττον ὅσον διαφέρει ἐπὶ τῶν ἐπῶν θεωρείσθω ἐντιθεμένων τῶν ὀνομάτων εἰς τὸ μέτρον. τὸ μὲν φαίνεται καλὸν τὸ δ᾽ εὐτελές.μόνον. Ὥστε οὐκ ὀρθῶς ψέγουσιν οἱ ἐπιτιμῶντες τῷ τοιούτῳ τρόπῳ τῆς διαλέκτου καὶ διακωμῳδοῦντες τὸν ποιητήν. Λέξεως δὲ ἀρετὴ σαφῆ καὶ μὴ ταπεινὴν εἶναι. Αἰνίγματός τε γὰρ ἰδέα αὕτη ἐστί. ‘μέλι’. Ἀλλ᾽ ἄν τις ἅπαντα τοιαῦτα ποιήσῃ. Σαφεστάτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ ἐκ τῶν κυρίων ὀνομάτων. ‘κόμμι’. ἀλλὰ [20] ταπεινή· παράδειγμα δὲ ἡ Κλεοφῶντος ποίησις καὶ ἡ Σθενέλου. τὸ ‘γόνυ’. εἴ τις λέγοι τὰ κύρια μετατιθεὶς νῦν δέ μ᾽ ἐὼν μικρός τε καὶ ἀσθενικὸς καὶ ἀειδής· καὶ . ὁ δὲ ἀντὶ τοῦ ‘ἐσθίει’ τὸ ‘θοινᾶται’ μετέθηκεν. βαρβαρισμός. τὸ ‘δόρυ’. Οὐκ ἐλάχιστον δὲ μέρος συμβάλλεται [1458b][1] εἰς τὸ σαφὲς τῆς λέξεως καὶ μὴ ἰδιωτικὸν αἱ ἐπεκτάσεις καὶ ἀποκοπαὶ καὶ ἐξαλλαγαὶ τῶν ὀνομάτων· διὰ μὲν γὰρ τὸ ἄλλως ἔχειν ἢ ὡς τὸ κύριον παρὰ τὸ εἰωθὸς γιγνόμενον τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ποιήσει. οἷον ‘ἄνδρ᾽ εἶδον πυρὶ χαλκὸν [30] ἐπ᾽ ἀνέρι κολλήσαντα’. αἴνιγμα. Καὶ ἐπὶ τῆς γλώττης δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μεταφορῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἰδεῶν μετατιθεὶς ἄν τις τὰ κύρια ὀνόματα κατίδοι ὅτι ἀληθῆ λέγομεν· οἷον τὸ αὐτὸ ποιήσαντος [20] ἰαμβεῖον Αἰσχύλου καὶ Εὐριπίδου. διὰ δὲ τὸ [5] κοινωνεῖν τοῦ εἰωθότος τὸ σαφὲς ἔσται. καὶ τὰ τοιαῦτα. ἢ αἴνιγμα ἔσται ἢ [25] βαρβαρισμός· ἂν μὲν οὖν ἐκ μεταφορῶν.
οἷον ὅπλων κρίσις. Ἰλίου πέρσις καὶ ἀπόπλους [καὶ Σίνων καὶ Τρῳάδες]]. Τῶν δ᾽ ὀνομάτων τὰ μὲν διπλᾶ μάλιστα ἁρμόττει τοῖς διθυράμβοις. Σχεδὸν δὲ οἱ πολλοὶ τῶν ποιητῶν τοῦτο [30] δρῶσι. ἐκ δὲ Κυπρίων πολλαὶ καὶ τῆς μικρᾶς [5] Ἰλιάδος [[πλέον] ὀκτώ. ἵν᾽ ὥσπερ ζῷον ἓν ὅλον ποιῇ τὴν οἰκείαν ἡδονήν. 23. ἐν δὲ τοῖς ἰαμβείοις διὰ τὸ ὅτι μάλιστα λέξιν μιμεῖσθαι ταῦτα ἁρμόττει τῶν ὀνομάτων ὅσοις κἂν ἐν λόγοις τις χρήσαιτο· ἔστι δὲ τὰ τοιαῦτα τὸ κύριον καὶ μεταφορὰ καὶ κόσμος. [15] Περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ τῆς ἐν τῷ πράττειν μιμήσεως ἔστω ἡμῖν ἱκανὰ τὰ εἰρημένα. ἠιόνες κράζουσιν’. πολὺ δὲ μέγιστον τὸ μεταφορικὸν εἶναι. ἐν αἷς ἀνάγκη οὐχὶ μιᾶς πράξεως ποιεῖσθαι δήλωσιν ἀλλ᾽ ἑνὸς χρόνου. ὧν ἕκαστον ὡς ἔτυχεν ἔχει πρὸς ἄλληλα.δίφρον ἀεικέλιον καταθεὶς ὀλίγην τε τράπεζαν. Διὸ ὥσπερ εἴπομεν ἤδη καὶ ταύτῃ θεσπέσιος ἂν φανείη Ὅμηρος παρὰ τοὺς ἄλλους. Λάκαιναι. Εὐρύπυλος. καὶ μὴ ὁμοίας ἱστορίαις τὰς συνθέσεις εἶναι. οἷον νεῶν καταλόγῳ καὶ ἄλλοις ἐπεισοδίοις [δὶς] διαλαμβάνει τὴν ποίησιν. τῷ μηδὲ τὸν πόλεμον καίπερ ἔχοντα ἀρχὴν καὶ τέλος ἐπιχειρῆσαι ποιεῖν ὅλον· λίαν γὰρ ἂν μέγας καὶ οὐκ εὐσύνοπτος ἔμελλεν ἔσεσθαι ὁ μῦθος. ἢ τῷ μεγέθει μετριάζοντα καταπεπλεγμένον τῇ ποικιλίᾳ. Ἔστιν δὲ μέγα μὲν τὸ ἑκάστῳ τῶν εἰρημένων [5] πρεπόντως χρῆσθαι. καὶ διπλοῖς ὀνόμασι καὶ γλώτταις. Οἱ δ᾽ ἄλλοι περὶ ἕνα ποιοῦσι καὶ περὶ ἕνα χρόνον καὶ μίαν πρᾶξιν πολυμερῆ. ἐξ ὧν ἓν οὐδὲν γίνεται τέλος. Ὥσπερ [25] γὰρ κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἥ τ᾽ ἐν Σαλαμῖνι ἐγένετο ναυμαχία καὶ ἡ ἐν Σικελίᾳ Καρχηδονίων μάχη οὐδὲν πρὸς τὸ αὐτὸ συντείνουσαι τέλος. [35] Νῦν δ᾽ ἓν μέρος ἀπολαβὼν ἐπεισοδίοις κέχρηται αὐτῶν πολλοῖς. καὶ τὸ ‘σέθεν’ καὶ τὸ ‘ἐγὼ δέ νιν’ καὶ τὸ ‘Ἀχιλλέως πέρι’ ἀλλὰ μὴ ‘περὶ Ἀχιλλέως’. αἱ δὲ μεταφοραὶ τοῖς ἰαμβείοις. Τοιγαροῦν ἐκ μὲν Ἰλιάδος καὶ Ὀδυσσείας μία τραγῳδία ποιεῖται ἑκατέρας ἢ δύο μόναι. [1459b][1] Οἷον ὁ τὰ Κύπρια ποιήσας καὶ τὴν μικρὰν Ἰλιάδα. Φιλοκτήτης. Καὶ ἐν μὲν τοῖς ἡρωικοῖς ἅπαντα χρήσιμα τὰ εἰρημένα. Διὰ γὰρ τὸ μὴ εἶναι ἐν τοῖς κυρίοις ποιεῖ τὸ μὴ ἰδιωτικὸν ἐν τῇ λέξει ἅπαντα τὰ τοιαῦτα· ἐκεῖνος δὲ τοῦτο ἠγνόει. Περὶ δὲ τῆς διηγηματικῆς καὶ ἐν μέτρῳ μιμητικῆς. [30] δίφρον μοχθηρὸν καταθεὶς μικράν τε τράπεζαν· καὶ τὸ ‘ἠιόνες βοόωσιν. Νεοπτόλεμος. . οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς χρόνοις ἐνίοτε γίνεται θάτερον μετὰ θάτερον. οἷον τὸ ‘δωμάτων ἄπο’ ἀλλὰ μὴ ‘ἀπὸ δωμάτων’. ὅσα ἐν τούτῳ συνέβη περὶ ἕνα ἢ πλείους. Ἔτι δὲ Ἀριφράδης τοὺς τραγῳδοὺς ἐκωμῴδει ὅτι ἃ οὐδεὶς ἂν εἴπειεν ἐν τῇ διαλέκτῳ τούτοις χρῶνται. δῆλον. Μόνον γὰρ τοῦτο οὔτε παρ᾽ ἄλλου ἔστι λαβεῖν εὐφυΐας τε σημεῖόν ἐστι· τὸ γὰρ εὖ μεταφέρειν τὸ τὸ ὅμοιον θεωρεῖν ἐστιν. αἱ δὲ [10] γλῶτται τοῖς ἡρωικοῖς. [1459a][1] καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα. ὅτι δεῖ τοὺς μύθους καθάπερ ἐν ταῖς τραγῳδίαις συνιστάναι δραματικοὺς καὶ περὶ μίαν πρᾶξιν ὅλην καὶ τελείαν [20] ἔχουσαν ἀρχὴν καὶ μέσα καὶ τέλος. πτωχεία.
Εἴη δ᾽ ἂν τοῦτο. Τοῦ μὲν οὖν μήκους ὅρος ἱκανὸς ὁ εἰρημένος· δύνασθαι γὰρ δεῖ συνορᾶσθαι τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ [20] τέλος. Οἷς ἅπασιν Ὅμηρος κέχρηται καὶ πρῶτος καὶ ἱκανῶς. ἡ δὲ [15] Ὀδύσσεια πεπλεγμένον (ἀναγνώρισις γὰρ διόλου) καὶ ἠθική· πρὸς δὲ τούτοις λέξει καὶ διανοίᾳ πάντα ὑπερβέβληκεν.24. ἢ γὰρ ἁπλῆν ἢ πεπλεγμένην ἢ ἠθικὴν ἢ παθητικήν· καὶ τὰ [10] μέρη ἔξω μελοποιίας καὶ ὄψεως ταὐτά· καὶ γὰρ περιπετειῶν δεῖ καὶ ἀναγνωρίσεων καὶ παθημάτων· ἔτι τὰς διανοίας καὶ τὴν λέξιν ἔχειν καλῶς. εἰ τῶν μὲν ἀρχαίων ἐλάττους αἱ συστάσεις εἶεν. Τὸ δὲ μέτρον τὸ ἡρωικὸν ἀπὸ τῆς πείρας ἥρμοκεν. ὑφ᾽ ὧν οἰκείων ὄντων αὔξεται ὁ τοῦ ποιήματος ὄγκος. Ἔχει δὲ πρὸς τὸ ἐπεκτείνεσθαι τὸ μέγεθος πολύ τι ἡ ἐποποιία ἴδιον διὰ τὸ ἐν μὲν τῇ τραγῳδίᾳ μὴ . Καὶ γὰρ τῶν ποιημάτων ἑκάτερον συνέστηκεν ἡ μὲν Ἰλιὰς ἁπλοῦν καὶ παθητικόν. ἡ δὲ [15] Ὀδύσσεια πεπλεγμένον (ἀναγνώρισις γὰρ διόλου) καὶ ἠθική· πρὸς δὲ τούτοις λέξει καὶ διανοίᾳ πάντα ὑπερβέβληκεν. ἢ γὰρ ἁπλῆν ἢ πεπλεγμένην ἢ ἠθικὴν ἢ παθητικήν· καὶ τὰ [10] μέρη ἔξω μελοποιίας καὶ ὄψεως ταὐτά· καὶ γὰρ περιπετειῶν δεῖ καὶ ἀναγνωρίσεων καὶ παθημάτων· ἔτι τὰς διανοίας καὶ τὴν λέξιν ἔχειν καλῶς. εἰ τῶν μὲν ἀρχαίων ἐλάττους αἱ συστάσεις εἶεν. Διαφέρει δὲ κατά τε τῆς συστάσεως τὸ μῆκος ἡ ἐποποιία καὶ τὸ μέτρον. πρὸς δὲ τὸ πλῆθος τραγῳδιῶν τῶν εἰς μίαν ἀκρόασιν τιθεμένων παρήκοιεν. Ἰλίου πέρσις καὶ ἀπόπλους [καὶ Σίνων καὶ Τρῳάδες]]. Τοιγαροῦν ἐκ μὲν Ἰλιάδος καὶ Ὀδυσσείας μία τραγῳδία ποιεῖται ἑκατέρας ἢ δύο μόναι. πτωχεία. Τοῦ μὲν οὖν μήκους ὅρος ἱκανὸς ὁ εἰρημένος· δύνασθαι γὰρ δεῖ συνορᾶσθαι τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ [20] τέλος. ἐκ δὲ Κυπρίων πολλαὶ καὶ τῆς μικρᾶς [5] Ἰλιάδος [[πλέον] ὀκτώ. Ἔτι δὲ τὰ εἴδη ταὐτὰ δεῖ ἔχειν τὴν ἐποποιίαν τῇ τραγῳδίᾳ. Νεοπτόλεμος. Διαφέρει δὲ κατά τε τῆς συστάσεως τὸ μῆκος ἡ ἐποποιία καὶ τὸ μέτρον. Οἷς ἅπασιν Ὅμηρος κέχρηται καὶ πρῶτος καὶ ἱκανῶς. πρὸς δὲ τὸ πλῆθος τραγῳδιῶν τῶν εἰς μίαν ἀκρόασιν τιθεμένων παρήκοιεν. Ἔτι δὲ τὰ εἴδη ταὐτὰ δεῖ ἔχειν τὴν ἐποποιίαν τῇ τραγῳδίᾳ. Λάκαιναι. Εὐρύπυλος. Εἴη δ᾽ ἂν τοῦτο. τὸ δὲ ἰαμβεῖον καὶ τετράμετρον κινητικὰ καὶ τὸ μὲν ὀρχηστικὸν τὸ δὲ πρακτικόν. Ὥστε τοῦτ᾽ ἔχει τὸ ἀγαθὸν εἰς μεγαλοπρέπειαν καὶ τὸ μεταβάλλειν τὸν [30] ἀκούοντα καὶ ἐπεισοδιοῦν ἀνομοίοις ἐπεισοδίοις· τὸ γὰρ ὅμοιον ταχὺ πληροῦν ἐκπίπτειν ποιεῖ τὰς τραγῳδίας. ἀπρεπὲς ἂν φαίνοιτο· τὸ γὰρ ἡρωικὸν στασιμώτατον καὶ [35] ὀγκωδέστατον τῶν μέτρων ἐστίν (διὸ καὶ γλώττας καὶ μεταφορὰς δέχεται μάλιστα· περιττὴ γὰρ καὶ ἡ διηγηματικὴ μίμησις τῶν ἄλλων). Καὶ γὰρ τῶν ποιημάτων ἑκάτερον συνέστηκεν ἡ μὲν Ἰλιὰς ἁπλοῦν καὶ παθητικόν. Φιλοκτήτης. Εἰ γάρ τις ἐν ἄλλῳ τινὶ μέτρῳ διηγηματικὴν μίμησιν ποιοῖτο ἢ ἐν πολλοῖς. Ἔχει δὲ πρὸς τὸ ἐπεκτείνεσθαι τὸ μέγεθος πολύ τι ἡ ἐποποιία ἴδιον διὰ τὸ ἐν μὲν τῇ τραγῳδίᾳ μὴ ἐνδέχεσθαι ἅμα πραττόμενα [25] πολλὰ μέρη μιμεῖσθαι ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τῆς σκηνῆς καὶ τῶν ὑποκριτῶν μέρος μόνον· ἐν δὲ τῇ ἐποποιίᾳ διὰ τὸ διήγησιν εἶναι ἔστι πολλὰ μέρη ἅμα ποιεῖν περαινόμενα. [1459b][1] οἷον ὁ τὰ Κύπρια ποιήσας καὶ τὴν μικρὰν Ἰλιάδα. οἷον ὅπλων κρίσις.
οἱ μὲν ἑστῶτες καὶ οὐ διώκοντες. ἂν δὲ θῇ καὶ φαίνηται [35] εὐλογωτέρως ἐνδέχεσθαι καὶ ἄτοπον. πάντες γὰρ προστιθέντες ἀπαγγέλλουσιν ὡς χαριζόμενοι. Τὸ δὲ θαυμαστὸν ἡδύ· σημεῖον δέ. εἰ αὐτὰ φαῦλος ποιητὴς ποιήσειε· [1460b][1] νῦν δὲ τοῖς ἄλλοις ἀγαθοῖς ὁ ποιητὴς ἀφανίζει ἡδύνων τὸ ἄτοπον. μᾶλλον δ᾽ ἐνδέχεται ἐν [13] τῇ ἐποποιίᾳ τὸ ἄλογον. ἀλλὰ μὴ ἐν τῷ δράματι. μιμοῦνται δὲ ὀλίγα καὶ ὀλιγάκις· ὁ δὲ ὀλίγα [10] φροιμιασάμενος εὐθὺς εἰσάγει ἄνδρα ἢ γυναῖκα ἢ ἄλλο τι ἦθος. ἂν τὸ πρῶτον ψεῦδος. Τὸ δὲ μέτρον τὸ ἡρωικὸν ἀπὸ τῆς πείρας ἥρμοκεν. διὰ τὸ μὴ ὁρᾶν εἰς τὸν πράττοντα· ἐπεὶ τὰ περὶ [15] τὴν Ἕκτορος δίωξιν ἐπὶ σκηνῆς ὄντα γελοῖα ἂν φανείη. ὁ δὲ ἀνανεύων. ἔξω τοῦ μυθεύματος. ἀλλὰ μάλιστα μὲν μηδὲν ἔχειν ἄλογον. Ὥστε τοῦτ᾽ ἔχει τὸ ἀγαθὸν εἰς μεγαλοπρέπειαν καὶ τὸ μεταβάλλειν τὸν [30] ἀκούοντα καὶ ἐπεισοδιοῦν ἀνομοίοις ἐπεισοδίοις· τὸ γὰρ ὅμοιον ταχὺ πληροῦν ἐκπίπτειν ποιεῖ τὰς τραγῳδίας. Ὅμηρος δὲ ἄλλα τε πολλὰ ἄξιος ἐπαινεῖσθαι καὶ δὴ καὶ ὅτι μόνος τῶν ποιητῶν οὐκ ἀγνοεῖ ὃ δεῖ ποιεῖν αὐτόν. Δεδίδαχεν δὲ μάλιστα Ὅμηρος καὶ τοὺς ἄλλους ψευδῆ λέγειν ὡς δεῖ. Ὥστε τὸ λέγειν ὅτι ἀνῄρητο ἂν ὁ μῦθος γελοῖον· ἐξ ἀρχῆς γὰρ οὐ δεῖ συνίστασθαι τοιούτους. ἀλλ᾽ ὥσπερ εἴπομεν αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει τὸ ἁρμόττον αὐτῇ [5] αἱρεῖσθαι. ὥσπερ ἐν Ἠλέκτρᾳ οἱ τὰ Πύθια ἀπαγγέλλοντες ἢ ἐν Μυσοῖς ὁ ἄφωνος ἐκ Τεγέας εἰς τὴν Μυσίαν ἥκων. Δεῖ μὲν οὖν ἐν ταῖς τραγῳδίαις ποιεῖν τὸ θαυμαστόν. [20] Ἔστι δὲ τοῦτο παραλογισμός. . [1460a][1] Ἔτι δὲ ἀτοπώτερον εἰ μιγνύοι τις αὐτά. καὶ τὸ πρότερον εἶναι ἢ γίνεσθαι· τοῦτο δέ ἐστι ψεῦδος. ὥσπερ [30] Οἰδίπους τὸ μὴ εἰδέναι πῶς ὁ Λάιος ἀπέθανεν. ὥσπερ Χαιρήμων. Αὐτὸν γὰρ δεῖ τὸν ποιητὴν ἐλάχιστα λέγειν· οὐ γάρ ἐστι κατὰ ταῦτα μιμητής. εἰ τὸ ὕστερον ἔστιν. τὸ δὲ ἰαμβεῖον καὶ τετράμετρον κινητικὰ καὶ τὸ μὲν ὀρχηστικὸν τὸ δὲ πρακτικόν. καὶ οὐδέν᾽ ἀήθη ἀλλ᾽ ἔχοντα ἦθος. Διὸ δεῖ. Εἰ γάρ τις ἐν ἄλλῳ τινὶ μέτρῳ διηγηματικὴν μίμησιν ποιοῖτο ἢ ἐν πολλοῖς. ὑφ᾽ ὧν οἰκείων ὄντων αὔξεται ὁ τοῦ ποιήματος ὄγκος.ἐνδέχεσθαι ἅμα πραττόμενα [25] πολλὰ μέρη μιμεῖσθαι ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τῆς σκηνῆς καὶ τῶν ὑποκριτῶν μέρος μόνον· ἐν δὲ τῇ ἐποποιίᾳ διὰ τὸ διήγησιν εἶναι ἔστι πολλὰ μέρη ἅμα ποιεῖν περαινόμενα. ὅταν τουδὶ ὄντος τοδὶ ᾖ ἢ γινομένου γίνηται. Οἴονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι. δι᾽ ὃ συμβαίνει μάλιστα τὸ θαυμαστόν. Παράδειγμα δὲ τούτου τὸ ἐκ τῶν Νίπτρων. Διὸ οὐδεὶς μακρὰν σύστασιν ἐν ἄλλῳ πεποίηκεν ἢ τῷ ἡρῴῳ. Προαιρεῖσθαί τε δεῖ ἀδύνατα εἰκότα μᾶλλον ἢ δυνατὰ ἀπίθανα· τούς τε λόγους μὴ συνίστασθαι ἐκ μερῶν ἀλόγων. Οἱ μὲν οὖν ἄλλοι αὐτοὶ μὲν δι᾽ ὅλου ἀγωνίζονται. ἀπρεπὲς ἂν φαίνοιτο· τὸ γὰρ ἡρωικὸν στασιμώτατον καὶ [35] ὀγκωδέστατον τῶν μέτρων ἐστίν (διὸ καὶ γλώττας καὶ μεταφορὰς δέχεται μάλιστα· περιττὴ γὰρ καὶ ἡ διηγηματικὴ μίμησις τῶν ἄλλων). ἄλλο δὲ τούτου ὄντος ἀνάγκη εἶναι ἢ γενέσθαι ᾖ. ἐν δὲ τοῖς ἔπεσιν λανθάνει. προσθεῖναι· διὰ γὰρ τὸ τοῦτο εἰδέναι ἀληθὲς [25] ὂν παραλογίζεται ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ τὸ πρῶτον ὡς ὄν. Ἐπεὶ καὶ τὰ ἐν Ὀδυσσείᾳ ἄλογα τὰ περὶ τὴν ἔκθεσιν ὡς οὐκ ἂν ἦν ἀνεκτὰ δῆλον ἂν γένοιτο. εἰ δὲ μή.
Εἰ μέντοι τὸ τέλος ἢ μᾶλλον ἢ <μὴ> ἧττον ἐνεδέχετο ὑπάρχειν καὶ κατὰ τὴν περὶ τούτων τέχνην. ταύτῃ [35] λυτέον. ἀνάγκη μιμεῖσθαι τριῶν ὄντων τὸν [10] ἀριθμὸν ἕν τι ἀεί. Περὶ δὲ προβλημάτων καὶ λύσεων. τὸ γὰρ εὐειδὲς οἱ Κρῆτες τὸ εὐπρόσωπον καλοῦσι· καὶ τὸ [15] ‘ζωρότερον δὲ κέραιε ’οὐ τὸ ἄκρατον ὡς οἰνόφλυξιν ἀλλὰ τὸ θᾶττον. [20] οἷον τὸ κατ᾽ ἰατρικὴν ἢ ἄλλην τέχνην [ἢ ἀδύνατα πεποίηται] ὁποιανοῦν. Ὥστε δεῖ τὰ ἐπιτιμήματα ἐν τοῖς προβλήμασιν ἐκ τούτων ἐπισκοποῦντα λύειν. Πρῶτον μὲν τὰ πρὸς αὐτὴν τὴν τέχνην· ἀδύνατα πεποίηται. ἀδυναμίαν. ἢ γὰρ οἷα ἦν ἢ ἔστιν. οὐ μόνον σκεπτέον εἰς αὐτὸ τὸ πεπραγμένον ἢ εἰρημένον βλέποντα εἰ σπουδαῖον ἢ φαῦλον. ὥσπερ καὶ νῦν Ἰλλυριοί. ἀλλ᾽ ἴσως <ὡς> δεῖ. οἷον ‘πάντες μέν ῥα θεοί τε καὶ ἀνέρες εὗδον . εἰ τυγχάνει τοῦ τέλους τοῦ αὑτῆς (τὸ γὰρ [25] τέλος εἴρηται). ἢ οἷά φασιν καὶ δοκεῖ. ὅτι οὕτω φασίν.Τῇ δὲ λέξει δεῖ διαπονεῖν ἐν τοῖς ἀργοῖς μέρεσιν καὶ μήτε ἠθικοῖς μήτε διανοητικοῖς· ἀποκρύπτει γὰρ πάλιν ἡ λίαν λαμπρὰ [5] λέξις τά τε ἤθη καὶ τὰς διανοίας. Πρὸς δὲ τούτοις ἐὰν ἐπιτιμᾶται ὅτι οὐκ ἀληθῆ. Εὐριπίδην δὲ οἷοι εἰσίν. ἀλλὰ τὸν ἵππον <ἅμ᾽> ἄμφω τὰ δεξιὰ προβεβληκότα. εἰ οὕτως ἐκπληκτικώτερον ἢ αὐτὸ ἢ ἄλλο ποιεῖ μέρος. τῶν κατὰ τὴν τέχνην ἢ κατ᾽ ἄλλο συμβεβηκός; ἔλαττον γὰρ εἰ μὴ ᾔδει ὅτι ἔλαφος θήλεια κέρατα οὐκ ἔχει ἢ εἰ ἀμιμήτως ἔγραψεν. Ἔπεὶ γάρ ἐστι μιμητὴς ὁ ποιητὴς ὡσπερανεὶ ζωγράφος ἤ τις ἄλλος εἰκονοποιός. Αὐτῆς δὲ τῆς ποιητικῆς διττὴ ἁμαρτία. Τὸ δὲ κατὰ μεταφορὰν εἴρηται. οἷον γλώττῃ τὸ ‘οὐρῆας μὲν πρῶτον’· ἴσως γὰρ οὐ τοὺς ἡμιόνους λέγει ἀλλὰ τοὺς φύλακας· καὶ τὸν Δόλωνα. Παράδειγμα ἡ τοῦ Ἕκτορος δίωξις. ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν πράττοντα ἢ λέγοντα πρὸς ὃν ἢ ὅτε ἢ ὅτῳ ἢ οὗ ἕνεκεν. Πρὸς δὲ τούτοις οὐχ ἡ αὐτὴ ὀρθότης ἐστὶν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποιητικῆς οὐδὲ ἄλλης [15] τέχνης καὶ ποιητικῆς. ἐκ πόσων τε καὶ ποίων εἰδῶν ἐστιν. οὐ τὸ σῶμα ἀσύμμετρον ἀλλὰ τὸ πρόσωπον αἰσχρόν. ὧδ᾽ ἂν θεωροῦσιν γένοιτ᾽ ἂν φανερόν. . οἷον καὶ Σοφοκλῆς ἔφη αὐτὸς μὲν οἵους δεῖ ποιεῖν. ἀλλ᾽ εἰ ἔτυχεν ὥσπερ Ξενοφάνει· ἀλλ᾽ οὖν φασι. αὐτῆς ἡ ἁμαρτία· εἰ δὲ τὸ προελέσθαι μὴ ὀρθῶς. 25. Τὰ δὲ πρὸς τὴν [10] λέξιν ὁρῶντα δεῖ διαλύειν. οἷον τὰ περὶ τῶν ὅπλων. ἀλλ᾽ οὕτως εἶχεν. . οἷον εἰ μείζονος ἀγαθοῦ. ἵνα ἀπογένηται. ἢ οἷα εἶναι δεῖ. ἢ μείζονος κακοῦ. ‘ἔγχεα δέ σφιν ὄρθ᾽ ἐπὶ σαυρωτῆρος’· οὕτω γὰρ τότ᾽ ἐνόμιζον. Περὶ δὲ τοῦ καλῶς ἢ μὴ καλῶς [5] εἰ εἴρηταί τινι ἢ πέπρακται. Εἰ δὲ μηδετέρως. οὐ καθ᾽ ἑαυτήν. [ἡμαρτῆσθαι] οὐκ ὀρθῶς· δεῖ γὰρ εἰ ἐνδέχεται ὅλως μηδαμῇ ἡμαρτῆσθαι. ἵνα γένηται. ἡ μὲν γὰρ καθ᾽ αὑτήν. ἡμάρτηται· ἀλλ᾽ ὀρθῶς ἔχει. Ἔτι ποτέρων ἐστὶ τὸ [30] ἁμάρτημα. ἢ τὸ καθ᾽ ἑκάστην τέχνην ἁμάρτημα. οἷον τὰ περὶ θεῶν· ἴσως γὰρ οὔτε βέλτιον οὕτω λέγειν οὔτ᾽ ἀληθῆ. Εἰ μὲν γὰρ προείλετο μιμήσασθαι . ‘ὅς ῥ᾽ ἦ τοι εἶδος μὲν ἔην κακός’. ἡ δὲ κατὰ συμβεβηκός. Ταῦτα δ᾽ ἐξαγγέλλεται λέξει ἐν ᾗ καὶ γλῶτται καὶ μεταφοραὶ καὶ πολλὰ πάθη τῆς λέξεώς ἐστι· δίδομεν γὰρ ταῦτα τοῖς ποιηταῖς. [1461a][1] τὰ δὲ ἴσως οὐ βέλτιον μέν.
Εἴη δ᾽ ἂν τοῦτό γε <καὶ> κατὰ μεταφοράν. ἂν ὑπεναντίον ᾖ τῇ αὑτῶν οἰήσει. ἢ τῇ πονηρίᾳ. τοιούτους εἶναι οἷον Ζεῦξις ἔγραφεν. Κατὰ δὲ προσῳδίαν. οἷον οἱ φαῦλοι αὐληταὶ κυλιόμενοι ἂν δίσκον δέῃ . Τὸν κεκραμένον οἶνόν φασιν εἶναι. πολλὴν κίνησιν κινοῦνται. Καὶ τὸ ‘οἴη δ᾽ ἄμμορος’ κατὰ μεταφοράν. ὅθεν πεποίηται ‘κνημὶς νεοτεύκτου κασσιτέροιο’· καὶ χαλκέας τοὺς τὸν σίδηρον ἐργαζομένους. διαπορήσειεν ἄν τις. Εἰσὶν δὲ δώδεκα. 26. ὥσπερ ἐν Ὀρέστῃ <τῇ> τοῦ Μενελάου. οὐ πινόντων οἶνον. Τὰ δὲ ἀμφιβολίᾳ. τὸ γὰρ πᾶν πολύ τι. Οἴονται γὰρ αὐτὸν Λάκωνα [5] εἶναι· ἄτοπον οὖν τὸ μὴ ἐντυχεῖν τὸν Τηλέμαχον αὐτῷ εἰς Λακεδαίμονα ἐλθόντα. Πρὸς ἅ φασιν τἄλογα· οὕτω τε καὶ ὅτι ποτὲ οὐκ ἄλογόν [15] ἐστιν· εἰκὸς γὰρ καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς γίνεσθαι. τοιαύτη δ᾽ ἡ πρὸς βελτίους θεατάς ἐστιν ἀεί. τὸ ‘δίδομεν δέ οἱ εὖχος ἀρέσθαι’ καὶ ‘τὸ μὲν οὗ καταπύθεται ὄμβρῳ’. ὅθεν εἴρηται [30] ὁ Γανυμήδης ‘Διὶ οἰνοχοεύειν’. Ὅλως δὲ τὸ ἀδύνατον μὲν πρὸς τὴν [10] ποίησιν ἢ πρὸς τὸ βέλτιον ἢ πρὸς τὴν δόξαν δεῖ ἀνάγειν. ἐπισκοπεῖν ποσαχῶς ἂν σημήνειε τοῦτο ἐν τῷ εἰρημένῳ. ὡς μάλιστ᾽ ἄν τις ὑπολάβοι· κατὰ τὴν καταντικρὺ ἢ ὡς Γλαύκων λέγει. Τὰ μὲν οὖν ἐπιτιμήματα ἐκ πέντε εἰδῶν φέρουσιν· ἢ γὰρ ὡς ἀδύνατα ἢ ὡς ἄλογα ἢ ὡς βλαβερὰ ἢ ὡς ὑπεναντία ἢ ὡς παρὰ τὴν ὀρθότητα τὴν κατὰ τέχνην. Πρός τε γὰρ τὴν ποίησιν αἱρετώτερον πιθανὸν ἀδύνατον ἢ ἀπίθανον καὶ δυνατόν· . Πότερον δὲ βελτίων ἡ ἐποποιικὴ μίμησις ἢ ἡ τραγική. ὥσπερ Εὐριπίδης τῷ Αἰγεῖ. Τοῦτο δὲ πέπονθε τὰ περὶ Ἰκάριον. .παννύχιοι’· ἅμα δέ φησιν ‘ἦ τοι ὅτ᾽ ἐς πεδίον τὸ Τρωικὸν ἀθρήσειεν. ὡδὶ ἢ [35] ὡδί. τὸ γὰρ γνωριμώτατον μόνον. . ‘παρῴχηκεν δὲ πλέω νύξ’· τὸ γὰρ πλείω ἀμφίβολόν ἐστιν. ἀλλὰ βέλτιον· τὸ γὰρ παράδειγμα δεῖ ὑπερέχειν. Τὰ δὲ διαιρέσει. καὶ ὡς εἰρηκότος ὅ τι δοκεῖ ἐπιτιμῶσιν. οἷον Ἐμπεδοκλῆς ‘αἶψα δὲ θνήτ᾽ ἐφύοντο τὰ πρὶν [25] μάθον ἀθάνατ᾽ εἶναι ζωρά τε πρὶν κέκρητο’. οἷον τῷ ‘τῇ ῥ᾽ ἔσχετο χάλκεον ἔγχος’ τὸ ταύτῃ κωλυθῆναι ποσαχῶς ἐνδέχεται. αὐλῶν συρίγγων τε ὅμαδον’· τὸ γὰρ ‘πάντες’ ἀντὶ τοῦ πολλοί κατὰ [20] μεταφορὰν εἴρηται. Τὸ δ᾽ ἴσως ἔχει ὥσπερ οἱ Κεφαλλῆνές φασι· παρ᾽ αὑτῶν γὰρ γῆμαι λέγουσι τὸν Ὀδυσσέα καὶ εἶναι Ἰκάδιον ἀλλ᾽ οὐκ Ἰκάριον· δι᾽ ἁμάρτημα δὲ τὸ πρόβλημα εἰκός ἐστιν. Τὰ δ᾽ ὑπεναντίως εἰρημένα οὕτω σκοπεῖν ὥσπερ οἱ ἐν τοῖς λόγοις ἔλεγχοι εἰ τὸ αὐτὸ καὶ πρὸς τὸ αὐτὸ καὶ ὡσαύτως. [1461b][1] ὅτι ἔνιοι ἀλόγως προϋπολαμβάνουσί τι καὶ αὐτοὶ καταψηφισάμενοι συλλογίζονται. ὥστε καὶ αὐτὸν ἢ πρὸς ἃ αὐτὸς λέγει ἢ ὃ ἂν φρόνιμος ὑποθῆται. Ὀρθὴ δ᾽ ἐπιτίμησις καὶ ἀλογίᾳ καὶ μοχθηρίᾳ. Τὰ δὲ κατὰ τὸ ἔθος τῆς λέξεως. ὥσπερ Ἱππίας ἔλυεν ὁ Θάσιος. ὅταν μὴ [20] ἀνάγκης οὔσης μηθὲν χρήσηται τῷ ἀλόγῳ. λίαν δῆλον ὅτι ἡ ἅπαντα μιμουμένη φορτική· ὡς γὰρ οὐκ αἰσθανομένων [30] ἂν μὴ αὐτὸς προσθῇ. Δεῖ δὲ καὶ ὅταν ὄνομά τι ὑπεναντίωμά τι δοκῇ σημαίνειν. Εἰ γὰρ ἡ ἧττον φορτικὴ βελτίων. Αἱ δὲ λύσεις ἐκ τῶν [25] εἰρημένων ἀριθμῶν σκεπτέαι.
λέγω δ᾽ οἷον εἴ τις τὸν Οἰδίπουν θείη τὸν Σοφοκλέους ἐν ἔπεσιν ὅσοις ἡ Ἰλιάς)· ἔτι ἧττον μία ἡ μίμησις ἡ τῶν ἐποποιῶν (σημεῖον δέ. καὶ ἕλκοντες τὸν κορυφαῖον ἂν Σκύλλαν αὐλῶσιν. Ἔπειτα διότι πάντ᾽ ἔχει ὅσαπερ ἡ [15] ἐποποιία (καὶ γὰρ τῷ μέτρῳ ἔξεστι χρῆσθαι). ἢ βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι.μιμεῖσθαι. Ἔτι ἡ τραγῳδία καὶ ἄνευ κινήσεως ποιεῖ τὸ αὑτῆς. . τοιαύτη δὲ δόξα καὶ περὶ Πινδάρου ἦν· [1462a][1] ὡς δ᾽ οὗτοι ἔχουσι πρὸς αὐτούς. ἡ ὅλη τέχνη πρὸς τὴν ἐποποιίαν ἔχει. ἀλλ᾽ ἡ φαύλων. φανερὸν ὅτι κρείττων ἂν εἴη μᾶλλον τοῦ [15] τέλους τυγχάνουσα τῆς ἐποποιίας. ὅπερ καὶ Καλλιππίδῃ [10] ἐπετιμᾶτο καὶ νῦν ἄλλοις ὡς οὐκ ἐλευθέρας γυναῖκας μιμουμένων. δι᾽ ἧς αἱ ἡδοναὶ συνίστανται ἐναργέστατα· εἶτα καὶ τὸ ἐναργὲς ἔχει καὶ ἐν τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· [1462b][1] ἔτι τῷ ἐν ἐλάττονι μήκει τὸ τέλος τῆς μιμήσεως εἶναι (τὸ γὰρ ἀθροώτερον ἥδιον ἢ πολλῷ κεκραμένον τῷ χρόνῳ. ὅπερ ἐποίει Μνασίθεος ὁ Ὀπούντιος. χείρων δῆλον ὅτι ἂν εἴη. . ὥσπερ ἡ Ἰλιὰς ἔχει πολλὰ τοιαῦτα μέρη καὶ ἡ Ὀδύσσεια <ἃ> καὶ καθ᾽ ἑαυτὰ [10] ἔχει μέγεθος· καίτοι ταῦτα τὰ ποιήματα συνέστηκεν ὡς ἐνδέχεται ἄριστα καὶ ὅτι μάλιστα μιᾶς πράξεως μίμησις. καὶ αὐτῶν καὶ τῶν εἰδῶν καὶ τῶν μερῶν. Αριστοφάνης. εἰρήσθω τοσαῦτα. Περὶ δὲ ἰάμβων καὶ κωμῳδίας . καὶ τοῦ εὖ ἢ μὴ τίνες αἰτίαι. καὶ ἔτι οὐ μικρὸν μέρος τὴν μουσικήν [καὶ τὰς ὄψεις]. Ἀχαρνεῖς . ὡς καὶ οἱ πρότερον τοὺς ὑστέρους αὐτῶν ᾤοντο ὑποκριτάς· ὡς λίαν γὰρ ὑπερβάλλοντα πίθηκον ὁ Μυννίσκος [35] τὸν Καλλιππίδην ἐκάλει. Αχαρνείς Ἀριστοφάνης. ἐκ γὰρ ὁποιασοῦν [5] μιμήσεως πλείους τραγῳδίαι γίνονται). ἢ ἀκολουθοῦντα τῷ τοῦ μέτρου μήκει ὑδαρῆ· λέγω δὲ οἷον ἐὰν ἐκ πλειόνων πράξεων ᾖ συγκειμένη. ἐπεὶ ἔστι περιεργάζεσθαι τοῖς σημείοις καὶ ῥαψῳδοῦντα. Ἡ μὲν οὖν τραγῳδία τοιαύτη ἐστίν. Εἶτα οὐδὲ κίνησις ἅπασα ἀποδοκιμαστέα. τὴν δὲ τραγικὴν πρὸς φαύλους· εἰ οὖν φορτική. [5] Πρῶτον μὲν οὐ τῆς ποιητικῆς ἡ κατηγορία ἀλλὰ τῆς ὑποκριτικῆς. καὶ διᾴδοντα. Τὴν μὲν οὖν πρὸς θεατὰς ἐπιεικεῖς φασιν εἶναι <οἳ> οὐδὲν δέονται τῶν σχημάτων. Περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ ἐποποιίας. ὥστε ἐὰν μὲν ἕνα μῦθον ποιῶσιν. καὶ πόσα καὶ τί διαφέρει. τοῦτό γε οὐκ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὑπάρχειν. εἴπερ μηδ᾽ ὄρχησις. Εἰ οὖν τούτοις τε διαφέρει πᾶσιν καὶ ἔτι τῷ τῆς τέχνης ἔργῳ (δεῖ γὰρ οὐ τὴν τυχοῦσαν ἡδονὴν ποιεῖν αὐτὰς ἀλλὰ τὴν εἰρημένην). καὶ περὶ ἐπιτιμήσεων καὶ λύσεων. ὥσπερ ἡ ἐποποιία· διὰ γὰρ τοῦ ἀναγινώσκειν φανερὰ ὁποία τίς ἐστιν· εἰ οὖν ἐστι τά γ᾽ ἄλλα κρείττων. ὅπερ [ἐστὶ] Σωσίστρατος.
νῦν οὖν ἀτεχνῶς ἥκω παρεσκευασμένος βοᾶν ὑποκρούειν λοιδορεῖν τοὺς ῥήτορας. ἐγὼ δ᾽ ἀεὶ πρώτιστος εἰς ἐκκλησίαν νοστῶν κάθημαι· κᾆτ᾽ ἐπειδὰν ὦ μόνος. στυγῶν μὲν ἄστυ τὸν δ᾽ ἐμὸν δῆμον ποθῶν. ταῦθ᾽ ὡς ἐγανώθην. πάνυ δὲ βαιά. ἀλλ᾽ ἕτερον ἥσθην. οὐδ᾽ ᾔδει "πρίω. τῆτες δ᾽ ἀπέθανον καὶ διεστράφην ἰδών. τί δ᾽ ἥσθην ἄξιον χαιρηδόνος. ἁθρόοι καταρρέοντες· εἰρήνη δ᾽ ὅπως ἔσται προτιμῶσ᾽ οὐδέν· ὦ πόλις πόλις. ὅτε δὴ παρέκυψε Χαῖρις ἐπὶ τὸν ὄρθιον. ὃς οὐδεπώποτ᾽ εἶπεν. ὁπότ᾽ οὔσης κυρίας ἐκκλησίας ἑωθινῆς ἔρημος ἡ πνὺξ αὑτηί." ἀλλ᾽ αὐτὸς ἔφερε πάντα χὠ πρίων ἀπῆν. ὅτε δὴ ᾽κεχήνη προσδοκῶν τὸν Αἰσχύλον. ἀλλ᾽ ὠδυνήθην ἕτερον αὖ τραγῳδικόν. καὶ φιλῶ τοὺς ἱππέας διὰ τοῦτο τοὔργον· ἄξιον γὰρ Ἑλλάδι. φέρ᾽ ἴδω. ἀλλ᾽ οἱ πρυτάνεις γὰρ οὑτοιὶ μεσημβρινοί. τέτταρα· ἃ δ᾽ ὠδυνήθην. τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ οὑγὼ ᾽λεγον· ἐς τὴν προεδρίαν πᾶς ἀνὴρ ὠστίζεται. ἀπορῶ γράφω παρατίλλομαι λογίζομαι. εἶτα δ᾽ ὠστιοῦνται πῶς δοκεῖς ἐλθόντες ἀλλήλοισι περὶ πρώτου ξύλου. ἥσθην δὲ βαιά. πῶς τοῦτ᾽ ἔσεισέ μου δοκεῖς τὴν καρδίαν. εἴσαγ᾽ ὦ Θέογνι τὸν χορόν. ὁ δ᾽ ἀνεῖπεν. ἀλλ᾽ οὐδεπώποτ᾽ ἐξ ὅτου ᾽γὼ ῥύπτομαι οὕτως ἐδήχθην ὑπὸ κονίας τὰς ὀφρῦς ὡς νῦν. οὐκ ὄξος οὐκ ἔλαιον. στένω κέχηνα σκορδινῶμαι πέρδομαι.Δικαιόπολις ὅσα δὴ δέδηγμαι τὴν ἐμαυτοῦ καρδίαν. Κῆρυξ 5 10 15 20 25 30 35 40 . ἀλλ᾽ ἀωρίαν ἥκοντες. ἐάν τις ἄλλο πλὴν περὶ εἰρήνης λέγῃ. ἀποβλέπων ἐς τὸν ἀγρὸν εἰρήνης ἐρῶν. ψαμμακοσιογάργαρα. οὐκ ἠγόρευον. ἡνίκ᾽ ἐπὶ Μόσχῳ ποτὲ Δεξίθεος εἰσῆλθ᾽ ᾀσόμενος Βοιώτιον. οὐδ᾽ οἱ πρυτάνεις ἥκουσιν. ἐγᾦδ᾽ ἐφ᾽ ᾧ γε τὸ κέαρ ηὐφράνθην ἰδών. ἄνθρακας πρίω. τοῖς πέντε ταλάντοις οἷς Κλέων ἐξήμεσεν. οἱ δ᾽ ἐν ἀγορᾷ λαλοῦσι κἄνω καὶ κάτω τὸ σχοινίον φεύγουσι τὸ μεμιλτωμένον.
Κῆρ. Ἀμφίθεος ἤδη τις εἶπε. Πρ. τίς ὤν. οὐκ ἄνθρωπος. Πρ. Δικ. Ἀμφίθεος.: ξενιζόμενοι δὲ πρὸς βίαν ἐπίνομεν ἐξ ὑαλίνων ἐκπωμάτων καὶ χρυσίδων 45 50 55 60 65 70 . ἐγώ. ἐφ᾽ ἁρμαμαξῶν μαλθακῶς κατακείμενοι. Δικ. σίγα. ἀπολλύμενοι. Δικ.πάριτ᾽ ἐς τὸ πρόσθεν. ἀλλ᾽ ἀθάνατος. σῖγα. Κῆρ. τίς ἀγορεύειν βούλεται. ὁ γὰρ Ἀμφίθεος Δήμητρος ἦν καὶ Τριπτολέμου· τούτου δὲ Κελεὸς γίγνεται· γαμεῖ δὲ Κελεὸς Φαιναρέτην τήθην ἐμήν.: μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ. Ἀμφ. Κῆρ. ἢν μὴ περὶ εἰρήνης γε πρυτανεύσητέ μοι. Ἀμφ. κάθησο. Ἀμφ: ὦ Τριπτόλεμε καὶ Κελεὲ περιόψεσθέ με. Δικ. ὅστις ἡμῖν ἤθελε σπονδὰς ποιεῖσθαι καὶ κρεμάσαι τὰς ἀσπίδας. Κῆρ. ἀλλ᾽ ἀθάνατος ὢν ὦνδρες ἐφόδι᾽ οὐκ ἔχω· οὐ γὰρ διδόασιν οἱ πρυτάνεις. οὔ. Ἀμφ.: ποίου βασιλέως. ἄχθομαι ᾽γὼ πρέσβεσιν καὶ τοῖς ταὧσι τοῖς τ᾽ ἀλαζονεύμασιν. Δικ. οἱ τοξόται. Δικ. ὡς ἂν ἐντὸς ἦτε τοῦ καθάρματος.: βαβαιάξ.: σφόδρα γὰρ ἐσῳζόμην ἐγὼ παρὰ τὴν ἔπαλξιν ἐν φορυτῷ κατακείμενος.: καὶ δῆτ᾽ ἐτρυχόμεσθα διὰ Καϋστρίων πεδίων ὁδοιπλανοῦντες ἐσκηνημένοι. ὦκβάτανα τοῦ σχήματος.: ὦνδρες πρυτάνεις ἀδικεῖτε τὴν ἐκκλησίαν τὸν ἄνδρ᾽ ἀπάγοντες. Κῆρ. Κῆρ. πάριθ᾽. οἱ πρέσβεις οἱ παρὰ βασιλέως. ἐξ ἧς Λυκῖνος ἐγένε᾽· ἐκ τούτου δ᾽ ἐγὼ ἀθάνατός εἰμ᾽· ἐμοὶ δ᾽ ἐπέτρεψαν οἱ θεοὶ σπονδὰς ποιεῖσθαι πρὸς Λακεδαιμονίους μόνῳ.: οἴμοι τῶν δραχμῶν. Κῆρ. Πρέσβυς ἐπέμψαθ᾽ ἡμᾶς ὡς βασιλέα τὸν μέγαν μισθὸν φέροντας δύο δραχμὰς τῆς ἡμέρας ἐπ᾽ Εὐθυμένους ἄρχοντος.
Ψευδαρτάβας ἰαρταμὰν ἐξάρξαν ἀπισσόνα σάτρα. κἄχεζεν ὀκτὼ μῆνας ἐπὶ χρυσῶν ὀρῶν.: καὶ νῦν ἄγοντες ἥκομεν Ψευδαρτάβαν. Δικ. Πρ.: ἔτει τετάρτῳ δ᾽ ἐς τὰ βασίλει᾽ ἤλθομεν· ἀλλ᾽ εἰς ἀπόπατον ᾤχετο στρατιὰν λαβών. Δικ. Δικ. Ψευδαρτάβας οὐ λῆψι χρῦσο χαυνόπρωκτ᾽ Ἰαοναῦ.: πέμψειν βασιλέα φησὶν ὑμῖν χρυσίον.: καὶ τίς εἶδε πώποτε βοῦς κριβανίτας. εἰ προσδοκῶσι χρυσίον ἐκ τῶν βαρβάρων. Πρ.: τῇ πανσελήνῳ· κᾆτ᾽ ἀπῆλθεν οἴκαδε. Δικ. σὺ μὲν ἀλαζὼν εἶ μέγας. ὁ βασιλέως ὀφθαλμός. Δικ.: ὦ Κραναὰ πόλις ἆρ᾽ αἰσθάνει τὸν κατάγελων τῶν πρέσβεων. Πρ. Πρ. πρὸς τῶν θεῶν ἄνθρωπε ναύφαρκτον βλέπεις. Δικ.: ὦναξ Ἡράκλεις.: ἡμεῖς δὲ λαικαστάς τε καὶ καταπύγονας. Πρ. Δικ. Δικ. Πρ. ἢ περὶ ἄκραν κάμπτων νεώσοικον σκοπεῖς.: πόσου δὲ τὸν πρωκτὸν χρόνου ξυνήγαγεν. ἄγε δὴ σὺ φράσον ἐμοὶ σαφῶς πρὸς τουτονί. Πρ.: ἐκκόψειέ γε κόραξ πατάξας. Πρ. Δικ.: οἱ βάρβαροι γὰρ ἄνδρας ἡγοῦνται μόνους τοὺς πλεῖστα δυναμένους καταφαγεῖν καὶ πιεῖν.: ταῦτ᾽ ἄρ ἐφενάκιζες σὺ δύο δραχμὰς φέρων. ἀλλ᾽ ἀχάνας ὅδε γε χρυσίου λέγει.: ξυνήκαθ᾽ ὃ λέγει.: ποίας ἀχάνας.ἄκρατον οἶνον ἡδύν. τῶν ἀλαζονευμάτων. τόν τε σὸν τοῦ πρέσβεως. ἄσκωμ᾽ ἔχεις που περὶ τὸν ὀφθαλμὸν κάτω. Κῆρ. Δικ. Δικ.: ἄγε δὴ σὺ βασιλεὺς ἅττα σ᾽ ἀπέπεμψεν φράσον λέξοντ᾽ Ἀθηναίοισιν ὦ Ψευδαρτάβα. ἀλλ᾽ ἄπιθ᾽· ἐγὼ δὲ βασανιῶ τοῦτον μόνος. Πρ. 75 80 85 90 95 100 105 110 .: καὶ ναὶ μὰ Δί᾽ ὄρνιν τριπλάσιον Κλεωνύμου παρέθηκεν ἡμῖν· ὄνομα δ᾽ ἦν αὐτῷ φέναξ.: μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ. εἶτ᾽ ἐξένιζε· παρετίθει δ᾽ ἡμῖν ὅλους ἐκ κριβάνου βοῦς. τὸν βασιλέως ὀφθαλμόν.: ὅ τι.: οἴμοι κακοδαίμων ὡς σαφῶς. λέγε δὴ σὺ μεῖζον καὶ σαφῶς τὸ χρυσίον. Πρ. χαυνοπρώκτους τοὺς Ἰάονας λέγει.: τί δ᾽ αὖ λέγει.: οὔκ.
τὸν βασιλέως ὀφθαλμὸν ἡ βουλὴ καλεῖ ἐς τὸ πρυτανεῖον. προσίτω Θέωρος ὁ παρὰ Σιτάλκους. Κλεισθένης ὁ Σιβυρτίου.) Ἑλληνικόν γ᾽ ἐπένευσαν ἅνδρες οὑτοιί.: μὰ Δί᾽ οὐκ ἄν. ὅτ᾽ ἐνθαδὶ Θέογνις ἠγωνίζετο. 135 140 145 . τοὺς δὲ ξενίζειν οὐδέποτέ γ᾽ ἴσχει θύρα. ὁ δ᾽ υἱός.Κῆρ. ἀλλ᾽ Ἀμφίθεός μοι ποῦ ᾽στιν. οὑτοσὶ πάρα. Κῆρ. ὃν Ἀθηναῖον ἐπεποιήμεθα. καὶ τοῖν μὲν εὐνούχοιν τὸν ἕτερον τουτονὶ ἐγᾦδ᾽ ὅς ἐστι. εἰ μισθόν γε μὴ ᾽φερες πολύν. (ἐπινεύει. οὐ δήπου Στράτων.) ἄλλως ἄρ᾽ ἐξαπατώμεθ᾽ ὑπὸ τῶν πρέσβεων. (ἀνανεύει.: Ἀμφ: Δικ. κἄπειτ᾽ ἐγὼ δῆτ᾽ ἐνθαδὶ στραγγεύομαι. ὑπ᾽ αὐτὸν τὸν χρόνον. ὦ θερμόβουλον πρωκτὸν ἐξυρημένε. Ἀθηναῖοι καλοί. Δικ. κάθιζε. σίγα. Θέωρος ὁδί. Θέωρος χρόνον μὲν οὐκ ἂν ἦμεν ἐν Θρᾴκῃ πολύν-Δικ.: ἵνα μή σε βάψω βάμμα Σαρδιανικόν· βασιλεὺς ὁ μέγας ἡμῖν ἀποπέμψει χρυσίον. 125 ταῦτα δῆτ᾽ οὐχ ἀγχόνη. 115 κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ εἰσὶν ἐνθένδ᾽ αὐτόθεν. 120 ὁδὶ δὲ τίς ποτ᾽ ἐστίν. τοῦτον μετὰ Σιτάλκους ἔπινον τὸν χρόνον· καὶ δῆτα φιλαθήναιος ἦν ὑπερφυῶς.: ἕτερος ἀλαζὼν οὗτος ἐσκηρύττεται. ἤρα φαγεῖν ἀλλᾶντας ἐξ Ἀπατουρίων. Θέωρος εἰ μὴ κατένειψε χιόνι τὴν Θρᾴκην ὅλην καὶ τοὺς ποταμοὺς ἔπηξ᾽. ἐμοὶ σὺ ταυτασὶ λαβὼν ὀκτὼ δραχμὰς 130 σπονδὰς ποίησαι πρὸς Λακεδαιμονίους μόνῳ καὶ τοῖσι παιδίοισι καὶ τῇ πλάτιδι· ὑμεῖς δὲ πρεσβεύεσθε καὶ κεχήνετε. τοιόνδε γ᾽ ὦ πίθηκε τὸν πώγων᾽ ἔχων εὐνοῦχος ἡμῖν ἦλθες ἐσκευασμένος. ὑμῶν τ᾽ ἐραστὴς ἦν ἀληθὴς ὥστε καὶ ἐν τοῖσι τοίχοις ἔγραφ᾽. Δικ. ἀλλ᾽ ἐργάσομαί τι δεινὸν ἔργον καὶ μέγα. καὶ τὸν πατέρ᾽ ἠντεβόλει βοηθεῖν τῇ πάτρᾳ· ὁ δ᾽ ὤμοσε σπένδων βοηθήσειν ἔχων στρατιὰν τοσαύτην ὥστ᾽ Ἀθηναίους ἐρεῖν.
Θέωρος καὶ νῦν ὅπερ μαχιμώτατον Θρᾳκῶν ἔθνος ἔπεμψεν ὑμῖν. Δικ. κἀς τοὺς τρίβωνας ξυνελέγοντο τῶν λίθων· ἐγὼ δ᾽ ἔφευγον· οἱ δ᾽ ἐδίωκον κἀβόων. Δικ.ὅσον τὸ χρῆμα παρνόπων προσέρχεται.: ποίων Ὀδομάντων. ἔπειτ᾽ ἀνέκραγον πάντες. ὑποστένοι μέντἂν ὁ θρανίτης λεὼς ὁ σωσίπολις.: τουτὶ τί ἐστι τὸ κακόν. Θέωρος τούτοις ἐάν τις δύο δραχμὰς μισθὸν διδῷ. τίς τῶν Ὀδομάντων τὸ πέος ἀποτεθρίακεν. Δικ. Θέωρος ὦ μόχθηρε σὺ οὐ μὴ πρόσει τούτοισιν ἐσκοροδισμένοις.: κάκιστ᾽ ἀπολοίμην. εἴ τι τούτων πείθομαι ὧν εἶπας ἐνταυθοῖ σὺ πλὴν τῶν παρνόπων. ἀλλ᾽ ἀπαγορεύω μὴ ποιεῖν ἐκκλησίαν τοῖς Θρᾳξὶ περὶ μισθοῦ· λέγω δ᾽ ὑμῖν ὅτι διοσημία ᾽στὶ καὶ ῥανὶς βέβληκέ με. ὑπὸ τῶν Ὀδομάντων τὰ σκόροδα πορθούμενος. παρεῖναι δ᾽ εἰς ἔνην.: τοισδὶ δύο δραχμὰς τοῖς ἀπεψωλημένοις.: τί δ᾽ ἔστ᾽. χαῖρ᾽ Ἀμφίθεε. οἱ γὰρ πρυτάνεις λύουσι τὴν ἐκκλησίαν. στιπτοὶ γέροντες πρίνινοι ἀτεράμονες Μαραθωνομάχαι σφενδάμνινοι. Ἀμφ: ἐγὼ μὲν δεῦρό σοι σπονδὰς φέρων ἔσπευδον· οἱ δ᾽ ὤσφροντο πρεσβῦταί τινες Ἀχαρνικοί. Δικ. καταπελτάσονται τὴν Βοιωτίαν ὅλην. τοὺς Θρᾷκας ἀπιέναι. οἴμοι τάλας ἀπόλλυμαι. 150 155 160 165 170 175 180 185 . Κῆρ. Δικ. οἱ Θρᾷκες ἴτε δεῦρ᾽. Δικ. Θέωρος Ὀδομάντων στρατός.: οἴμοι τάλας μυττωτὸν ὅσον ἀπώλεσα. Δικ. ἀλλ᾽ ἐκ Λακεδαίμονος γὰρ Ἀμφίθεος ὁδί. οὐ καταβαλεῖτε τὰ σκόροδ᾽. οὓς Θέωρος ἤγαγεν. ὦ μιαρώτατε σπονδὰς φέρεις τῶν ἀμπέλων τετμημένων.: τοῦτο μέν γ᾽ ἤδη σαφές. Ἀμφ: μήπω γε πρίν γ᾽ ἂν στῶ τρέχων· δεῖ γάρ με φεύγοντ᾽ ἐκφυγεῖν Ἀχαρνέας. εἰπέ μοι τουτὶ τί ἦν. Δικ.: ταυτὶ περιείδεθ᾽ οἱ πρυτάνεις πάσχοντά με ἐν τῇ πατρίδι καὶ ταῦθ᾽ ὑπ᾽ ἀνδρῶν βαρβάρων. Κῆρ.
Ἀμφ: ἀλλ᾽ αὑταιὶ σπονδαὶ τριακοντούτιδες κατὰ γῆν τε καὶ θάλατταν. αὗται μέν εἰσι πεντέτεις. Ἀμφ: σὺ δ᾽ ἀλλὰ τασδὶ τὰς δεκέτεις γεῦσαι λαβών. Ἀμφ: ἐγὼ δὲ φευξοῦμαί γε τοὺς Ἀχαρνέας. ἀλλὰ δεῖ ζητεῖν τὸν ἄνδρα καὶ βλέπειν βαλληνάδε .: ὦ Διονύσια. ὅστις ὦ Ζεῦ πάτερ καὶ θεοὶ τοῖσιν ἐχθροῖσιν ἐσπείσατο. κἀν τῷ στόματι λέγουσι.: αἰβοῖ.Δικ. γεῦσαι λαβών. διωκτέος δέ· μὴ γὰρ ἐγχάνῃ ποτὲ μηδέ περ γέροντας ὄντας ἐκφυγὼν Ἀχαρνέας. 225 οἷσι παρ᾽ ἐμοῦ πόλεμος ἐχθοδοπὸς αὔξεται τῶν ἐμῶν χωρίων· κοὐκ ἀνήσω πρὶν ἂν σχοῖνος αὐτοῖσιν ἀντεμπαγῶ 230 ὀξὺς ὀδυνηρὸς . Ἀμφ: ἔγωγέ φημι. 220 οἴχεται. αὗται μὲν ὄζουσ᾽ ἀμβροσίας καὶ νέκταρος καὶ μὴ ᾽πιτηρεῖν σιτί᾽ ἡμερῶν τριῶν. ἐγὼ δὲ πολέμου καὶ κακῶν ἀπαλλαγεὶς ἄξω τὰ κατ᾽ ἀγροὺς εἰσιὼν Διονύσια. 190 195 200 Χορός τῇδε πᾶς ἕπου δίωκε καὶ τὸν ἄνδρα πυνθάνου τῶν ὁδοιπόρων ἁπάντων· τῇ πόλει γὰρ ἄξιον 205 ξυλλαβεῖν τὸν ἄνδρα τοῦτον.: οὐκ ἀρέσκουσίν μ᾽ ὅτι ὄζουσι πίττης καὶ παρασκευῆς νεῶν.. ἵνα μήποτε πατῶσιν ἔτι τὰς ἐμὰς ἀμπέλους. ταύτας δέχομαι καὶ σπένδομαι κἀκπίομαι. ἐπίκωπος. ἐκπέφευγ᾽. ὅτ᾽ ἐγὼ φέρων ἀνθράκων φορτίον ἠκολούθουν Φαΰλλῳ τρέχων. Δικ. εἴ τις οἶδ᾽ ὅποι τέτραπται γῆς ὁ τὰς σπονδὰς φέρων. Ἀμφ: τί ἔστιν. βαῖν᾽ ὅπῃ θέλεις. οἴχεται φροῦδος. οἴμοι τάλας τῶν ἐτῶν τῶν ἐμῶν· 210 οὐκ ἂν ἐπ᾽ ἐμῆς γε νεότητος. Δικ. Δικ.: οἱ δ᾽ οὖν βοώντων· ἀλλὰ τὰς σπονδὰς φέρεις. καὶ παλαιῷ Λακρατείδῃ τὸ σκέλος βαρύνεται. νῦν δ᾽ ἐπειδὴ στερρὸν ἤδη τοὐμὸν ἀντικνήμιον. χαίρειν κελεύων πολλὰ τοὺς Ἀχαρνέας. τρία γε ταυτὶ γεύματα.: ὄζουσι χαὖται πρέσβεων ἐς τὰς πόλεις ὀξύτατον ὥσπερ διατριβῆς τῶν ξυμμάχων. ἀλλά μοι μηνύσατε. Δικ.. ὧδε φαύλως ἂν ὁ 215 σπονδοφόρος οὗτος ὑπ᾽ ἐμοῦ τότε διωκόμενος ἐξέφυγεν οὐδ᾽ ἂν ἐλαφρῶς ἂν ἀπεπλίξατο.
ἕως ἂν εὑρεθῇ ποτέ· ὡς ἐγὼ βάλλων ἐκεῖνον οὐκ ἂν ἐμπλῄμην λίθοις.καὶ διώκειν γῆν πρὸ γῆς. εὐφημεῖτε. ἵν᾽ ἀπαρξώμεθα. Θυγάτηρ ὦ μῆτερ ἀνάδος δεῦρο τὴν ἐτνήρυσιν. πολλῷ γάρ ἐσθ᾽ ἥδιον. ἕκτῳ σ᾽ ἔτει προσεῖπον ἐς τὸν δῆμον ἐλθὼν ἄσμενος. ἐκ κραιπάλης ἕωθεν εἰρήνης ῥοφήσει τρύβλιον· 235 240 245 250 255 260 265 270 275 .: εὐφημεῖτε. ἠκούσατ᾽ ἄνδρες ἆρα τῆς εὐφημίας.: σῖγα πᾶς. σφῷν δ᾽ ἐστὶν ὀρθὸς ἑκτέος ὁ φαλλὸς ἐξόπισθε τῆς κανηφόρου· ἐγὼ δ᾽ ἀκολουθῶν ᾄσομαι τὸ φαλλικόν· σὺ δ᾽ ὦ γύναι θεῶ μ᾽ ἀπὸ τοῦ τέγους. ὦ Φαλῆς Φαλῆς. πρόβα. στρατιᾶς ἀπαλλαχθέντα· τὰς σπονδὰς δέ μοι καλῶς ξυνενεγκεῖν τὰς τριακοντούτιδας. Χορ. πραγμάτων τε καὶ μαχῶν καὶ Λαμάχων ἀπαλλαγείς. κἀν τὤχλῳ φυλάττεσθαι σφόδρα μή τις λαθών σου περιτράγῃ τὰ χρυσία.: καὶ μὴν καλόν γ᾽ ἔστ᾽· ὦ Διόνυσε δέσποτα κεχαρισμένως σοι τήνδε τὴν πομπὴν ἐμὲ πέμψαντα καὶ θύσαντα μετὰ τῶν οἰκετῶν ἀγαγεῖν τυχηρῶς τὰ κατ᾽ ἀγροὺς Διονύσια. κατάθου τὸ κανοῦν ὦ θύγατερ. Δικ. σπονδὰς ποιησάμενος ἐμαυτῷ. κλέπτουσαν εὑρόνθ᾽ ὡρικὴν ὑληφόρον τὴν Στρυμοδώρου Θρᾷτταν ἐκ τοῦ Φελλέως μέσην λαβόντ᾽ ἄραντα καταβαλόντα καταγιγαρτίσ᾽ ὦ Φαλῆς Φαλῆς. προΐτω σ᾽ τὸ πρόσθεν ὀλίγον ἡ κανηφόρος· ὁ Ξανθίας τὸν φαλλὸν ὀρθὸν στησάτω. Δικ. ἵν᾽ ἔτνος καταχέω τοὐλατῆρος τουτουί. Φαλῆς ἑταῖρε Βακχίου ξύγκωμε νυκτοπεριπλάνητε μοιχὲ παιδεραστά. πρόβαινε. Δικ. εὐφημεῖτε. ὡς μακάριος ὅστις σ᾽ ὀπύσει κἀκποιήσεται γαλᾶς σοῦ μηδὲν ἥττους βδεῖν. ἀλλὰ δεῦρο πᾶς ἐκποδών· θύσων γὰρ ἁνὴρ ὡς ἔοικ᾽ ἐξέρχεται. ἐὰν μεθ᾽ ἡμῶν ξυμπίῃς. ἄγ᾽ ὦ θύγατερ ὅπως τὸ κανοῦν καλὴ καλῶς οἴσεις βλέπουσα θυμβροφάγον.: εὐφημεῖτε. ὦ Ξανθία. οὗτος αὐτός ἐστιν ὃν ζητοῦμεν. ἐπειδὰν ὄρθρος ᾖ.
: δήξομἄρ᾽ ὑμᾶς ἐγώ. ἀναίσχυντος εἶ καὶ βδελυρὸς ὦ προδότα τῆς πατρίδος. οὐχ ἁπάντων· ἀλλ᾽ ἐγὼ λέγων ὁδὶ πόλλ᾽ ἂν ἀποφήναιμ᾽ ἐκείνους ἔσθ᾽ ἃ κἀδικουμένους.: οὐκ ἀκουσόμεσθα δῆτα.: σὲ μὲν οὖν καταλεύσομεν ὦ μιαρὰ κεφαλή. 310 Χορ.: οὗτος αὐτός ἐστιν.: ἐξολοίμην.: ὦγαθοὶ τοὺς μὲν Λάκωνας ἐκποδὼν ἐάσατε. Δικ.: οὐχ ἁπάντων.: τοῦτο τοὔπος δεινὸν ἤδη καὶ ταραξικάρδιον. Δικ. εἴπερ ἐσπείσω γ᾽ ἅπαξ οἷσιν οὔτε βωμὸς οὔτε πίστις οὔθ᾽ ὅρκος μένει.: κἄν γε μὴ λέγω δίκαια μηδὲ τῷ πλήθει δοκῶ. Δικ. 280 βάλλε βάλλε βάλλε βάλλε. Χορ. 320 Δικ. οὗτος. τὴν χύτραν συντρίψετε. οὐ βαλεῖς.: τοῦτ᾽ ἐρωτᾷς. Χορ.: οἶδ᾽ ἐγὼ καὶ τοὺς Λάκωνας.: οὐκ ἀνασχήσομαι· μηδὲ λέγε μοι σὺ λόγον· ὡς μεμίσηκά σε Κλέωνος ἔτι μᾶλλον.: οἷον αὖ μέλας τις ὑμῖν θυμάλωψ ἐπέζεσεν. Χορ.: πῶς δέ γ᾽ ἂν καλῶς λέγοις ἄν. τί τοῦτ᾽ ἀπειλεῖ τοὔπος ἄνδρες δημόται . σοῦ δ᾽ ἐγὼ λόγους λέγοντος οὐκ ἀκούσομαι μακρούς.: μηδαμῶς ὦχαρνικοί. οὐ βαλεῖς.: εἰπέ μοι τί φειδόμεσθα τῶν λίθων ὦ δημόται μὴ οὐ καταξαίνειν τὸν ἄνδρα τοῦτον ἐς φοινικίδα. ἀπολεῖ· κατά σε χώσομεν τοῖς λίθοις. Χορ. οὐκ ἀκούσεσθ᾽ ἐτεὸν ὦχαρνηίδαι.: οὐχ ἁπάντων ὦ πανοῦργε.: ὡς τεθνήξων ἴσθι νυνί.: ἀντὶ ποίας αἰτίας ὦχαρνέων γεραίτατοι. οὐχ ἁπάντων ὄντας ἡμῖν αἰτίους τῶν πραγμάτων. 315 εἰ σὺ τολμήσεις ὑπὲρ τῶν πολεμίων ἡμῖν λέγειν. Χορ. ἀνταποκτενῶ γὰρ ὑμῶν τῶν φίλων τοὺς φιλτάτους· ὡς ἔχω γ᾽ ὑμῶν ὁμήρους. 295 Δικ. Δικ.: μηδαμῶς πρὶν ἄν γ᾽ ἀκούσητ᾽· ἀλλ᾽ ἀνάσχεσθ᾽ ὦγαθοί. ὅστις ἡμῶν μόνος 290 σπεισάμενος εἶτα δύνασαι πρὸς ἔμ᾽ ἀποβλέπειν. 285 Δικ. Χορ. ὅστις ἐσπείσω Λάκωσιν. 305 τῶν δ᾽ ἐμῶν σπονδῶν ἀκούσατ᾽.: δεινά τἄρα πείσομαι.Χορ. Χορ.: σοῦ γ᾽ ἀκούσωμεν. ὑπὲρ ἐπιξήνου ᾽θελήσω τὴν κεφαλὴν ἔχων λέγειν. ὃν ἐγὼ 300 κατατεμῶ ποθ᾽ ἱππεῦσι καττύματα. Χορ. Χορ. 325 Δικ. ἢν ἀκούσω. Χορ. Δικ. οὓς ἀποσφάξω λαβών. Χορ. οἷς ἄγαν ἐγκείμεθα. ἀλλὰ τιμωρήσομαι. εἰ καλῶς ἐσπεισάμην. εἶτ᾽ ἐγώ σου φείσομαι. Δικ. ταῦτα δὴ τολμᾷς λέγειν ἐμφανῶς ἤδη πρὸς ἡμᾶς. οὐκ ἀκούσεσθ᾽. μἀλλα᾽ ἀκούσατε. παῖε παῖε τὸν μιαρόν.: ἀντὶ δ᾽ ὧν ἐσπεισάμην οὐκ ἴστε. Δικ.: εἰπέ μοι. Δικ.: Ἡράκλεις τουτὶ τί ἐστι.
θεὶς δεῦρο τοὐπίξηνον ἐγχείρει λέγειν. ἀμέλει μὰ τὸν Δἴ οὐκ ἐνασπιδώσομαι.: ἐκσέσεισται χαμᾶζ᾽· οὐχ ὁρᾷς σειόμενον. καὶ ταῦτα διὰ τὴν ἀτοπίαν τῶν δημοτῶν.: ὡς ἀποκτενῶ. ἀλλὰ μὴ δράσῃς ὃ μέλλεις· μηδαμῶς ὦ μηδαμῶς. εἴσομαι δ᾽ ὑμῶν τάχ᾽ ὅστις ἀνθράκων τι κήδεται. ἐάν τις αὐτοὺς εὐλογῇ καὶ τὴν πόλιν ἀνὴρ ἀλαζὼν καὶ δίκαια κἄδικα· κἀνταῦθα λανθάνουσ᾽ ἀπεμπολώμενοι· τῶν τ᾽ αὖ γερόντων οἶδα τὰς ψυχὰς ὅτι 375 οὐδὲν βλέπουσιν ἄλλο πλὴν ψηφηδακεῖν.: οὐδ᾽ ἐμοῦ λέγοντος ὑμεῖς ἀρτίως ἠκούσατε. Δικ. 340 Δικ. Χορ. καίτοι δέδοικα πολλά· τούς τε γὰρ τρόπους 370 τοὺς τῶν ἀγροίκων οἶδα χαίροντας σφόδρα. ἀλλὰ μή μοι πρόφασιν. ὑπὸ τοῦ δέους δὲ τῆς μαρίλης μοι συχνὴν 350 ὁ λάρκος ἐνετίλησεν ὥσπερ σηπία.τοῖς Ἀχαρνικοῖσιν ἡμῖν.: βάλλετ᾽ εἰ βούλεσθ᾽. 330 Δικ. καὶ σὺ κατάθου πάλιν τὸ ξίφος. μῶν ἔχει του παιδίον τῶν παρόντων ἔνδον εἵρξας.: ἰδοὺ θεᾶσθε.: τοὺς λίθους νύν μοι χαμᾶζε πρῶτον ἐξεράσατε. τόν τε Λακεδαιμόνιον αὐτὸν ὅτι τῷ τρόπῳ σοὐστὶ φίλος· ὡς τόδε τὸ λαρκίδιον οὐ προδώσω ποτέ. ἀλλὰ κατάθου τὸ βέλος. ἢ ᾽πὶ τῷ θρασύνεται. 335 Χορ. Δικ.: ὡς ἀπωλόμεσθ᾽. εἴ σοι δοκεῖ. ὁ δ᾽ ἀνὴρ ὁ λέξων οὑτοσὶ τυννουτοσί. ὁ λάρκος δημότης ὅδ᾽ ἔστ᾽ ἐμός.: οὑτοιί σοι χαμαί. ἐπίξηνον ἐξενεγκὼν θύραζ᾽. ὀλίγου τ᾽ ἀπέθανον ἄνθρακες Παρνήθιοι.: ἀλλ᾽ ὅπως μὴ ν᾽ τοῖς τρίβωσιν ἐγκάθηνταί που λίθοι. 365 Δικ. 360 πάνυ γὰρ ἔμεγε πόθος ὅ τι φρονεῖς ἔχει. ἀλλ᾽ ᾗπερ αὐτὸς τὴν δίκην διωρίσω.: ἀπολεῖς ἄρ᾽ ὁμήλικα τόνδε φιλανθρακέα. ἐγὼ γὰρ τουτονὶ διαφθερῶ. κέκραχθ᾽· ἐγὼ γὰρ οὐκ ἀκούσομαι.: ἐμέλλετ᾽ ἄρα πάντως ἀνήσειν τῆς βοῆς.: ἀλλὰ γὰρ νῦν λέγ᾽. Δικ. λέξω δ᾽ ὑπὲρ Λακεδαιμονίων ἅ μοι δοκεῖ. ἐμοῦ ᾽θέλοντος ὑπὲρ ἐπιξήνου λέγειν 355 ὑπὲρ Λακεδαιμονίων ἅπανθ᾽ ὅσ᾽ ἂν λέγω· καίτοι φιλῶ γε τὴν ἐμὴν ψυχὴν ἐγώ. 345 ὡς ὅδε γε σειστὸς ἅμα τῇ στροφῇ γίγνεται. τὸ μὲν ἐπίξηνον τοδί. Δικ. αὐτός τ᾽ ἐμαυτὸν ὑπὸ Κλέωνος ἅπαθον . Χορ. Χορ. Χορ.: τί οὖν οὐ λέγεις. ὅ τι ποτ᾽ ὦ σχέτλιε τὸ μέγα τοῦτ᾽ ἔχεις. Χορ. δεινὸν γὰρ οὕτως ὀμφακίαν πεφυκέναι τὸν θυμὸν ἀνδρῶν ὥστε βάλλειν καὶ βοᾶν ἐθέλειν τ᾽ ἀκοῦσαι μηδὲν ἴσον ἴσῳ φέρον.
εἴπερ τώποτ᾽ ἀνθρώπων τινί· Δικαιόπολις καλεῖ σε Χολλῄδης.: ὥρα ᾽στὶν ἤδη καρτερὰν ψυχὴν λαβεῖν. ἐγώ.: οὐκ ἔνδον ἔνδον ἐστίν.: Εὐριπίδη. Χορ. ἐξὸν καταβάδην.: ἀλλ᾽ ὅμως· οὐ γὰρ ἂν ἀπέλθοιμ᾽. Δικ.: ἀλλ᾽ ὅμως.: ἀναβάδην ποιεῖς.: ἀλλ᾽ ἐκκυκλήθητ᾽.: ἔνδον ἔστ᾽ Εὐριπίδης. Δικ. Ευριπίδης ἀλλ᾽ οὐ σχολή. Δικ. νῦν οὖν με πρῶτον πρὶν λέγειν ἐάσατε ἐνσκευάσασθαί μ᾽ οἷον ἀθλιώτατον. καί μοι βαδιστέ᾽ ἐστὶν ὡς Εὐριπίδην.: ἀλλ᾽ ἀδύνατον. λαβὲ δ᾽ ἐμοῦ γ᾽ ἓνεκα παρ᾽ Ἱερωνύμου σκοτοδασυπυκνότριχά τιν᾽ Ἄιδος κυνῆν· ἀλλ᾽ ἐξάνοιγε μηχανὰς τὰς Σισύφου. Κηφ. ὅθ᾽ ὁ δοῦλος οὑτωσὶ σαφῶς ἀπεκρίνατο. ὑπάκουσον. Εὐριπίδη. Κηφ. Κηφ.: πῶς ἔνδον εἶτ᾽ οὐκ ἔνδον. οὐκ ἐτὸς χωλοὺς ποιεῖς.: ὀρθῶς ὦ γέρον. 380 385 390 395 400 405 410 . Ευριπίδης ἀλλ᾽ ἀδύνατον. Κηφισόφων τίς οὗτος. Δικ. παῖ παῖ. ὥστ᾽ ὀλίγου πάνυ ἀπωλόμην μολυνοπραγμονούμενος.: ὦ τρισμακάρι᾽ Εὐριπίδη. Δικ.: τί ταῦτα στρέφει τεχνάζεις τε καὶ πορίζεις τριβάς. εἰσελκύσας γάρ μ᾽ ἐς τὸ βουλευτήριον διέβαλλε καὶ ψευδῆ κατεγλώττιζέ μου κἀκυκλοβόρει κἄπλυνεν. Ευριπίδης τί λέλακας. Δικ. ἐκκάλεσον αὐτόν. Εὐριπίδιον. εἰ γνώμην ἔχεις.ἐπίσταμαι διὰ τὴν πέρυσι κωμῳδίαν. Δικ. Ευριπίδης ἀλλ᾽ ἐκκυκλήσομαι· καταβαίνειν δ᾽ οὐ σχολή. Δικ. ὁ νοῦς μὲν ἔξω ξυλλέγων ἐπύλλια οὐκ ἔνδον. ἀλλὰ κόψω τὴν θύραν. αὐτὸς δ᾽ ἔνδον ἀναβάδην ποιεῖ τραγῳδίαν. ὡς σκῆψιν ἁγὼν οὗτος οὐκ ἐσδέξεται. Δικ.
ἃ Βελλεροφόντης εἶχ᾽ ὁ χωλὸς οὑτοσί. ἐσθῆτ᾽ ἐλεινήν. Ευριπίδης ἀλλ᾽ ἦ τὰ δυσπινῆ ᾽θέλεις πεπλώματα.: οὐ Βελλεροφόντης· ἀλλὰ κἀκεῖνος μὲν ἦν χωλὸς προσαιτῶν στωμύλος δεινὸς λέγειν. φέρει.: εὐδαιμονοίης. Δικ. ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἀθλιωτέρου. Δικ. ᾽πειδήπερ ἐχαρίσω ταδί. Ευριπίδης ποίας ποθ᾽ ἁνὴρ λακίδας αἰτεῖται πέπλων. ἢν κακῶς λέξω.: ναὶ Τήλεφον· τούτου δὸς ἀντιβολῶ σέ μοι τὰ σπάργανα. 415 420 425 430 435 440 445 . Ευριπίδης δώσω· πυκνῇ γὰρ λεπτὰ μηχανᾷ φρενί. οὐκ ἐτὸς πτωχοὺς ποιεῖς. Δικ. Ευριπίδης οἶδ᾽ ἄνδρα Μυσὸν Τήλεφον. εὖ γ᾽ οἷον ἤδη ῥηματίων ἐμπίμπλαμαι. οὔ· ἀλλ᾽ ἕτερος ἦν Φοίνικος ἀθλιώτερος. ὅπως ἂν αὐτοὺς ῥηματίοις σκιμαλίσω. Ευριπίδης ὦ παῖ δὸς αὐτῷ Τηλέφου ῥακώματα. δεῖ γάρ με δόξαι πτωχὸν εἶναι τήμερον. Κηφ. εἶναι μὲν ὅσπερ εἰμί.: οὐκ ἀλλὰ τούτου πολὺ πολὺ πτωχιστέρου. μῶν ἐν οἷς Οἰνεὺς ὁδὶ ὁ δύσποτμος γεραιὸς ἠγωνίζετο. Δικ. δός μοι ῥάκιόν τι τοῦ παλαιοῦ δράματος.: οὐκ Οἰνέως ἦν. κεῖται δ᾽ ἄνωθεν τῶν Θυεστείων ῥακῶν μεταξὺ τῶν Ἰνοῦς.: ἰδοὺ ταυτὶ λαβέ.ἀτὰρ τί τὰ ῥάκι᾽ ἐκ τραγῳδίας ἔχεις. τὸ πιλίδιον περὶ τὴν κεφαλὴν τὸ Μύσιον. Ευριπίδης τὰ τοῦ τυφλοῦ Φοίνικος. Δικ. ἐνσκευάσασθαί μ᾽ οἷον ἀθλιώτατον. Δικ. Δικ. δεῖ γάρ με λέξαι τῷ χορῷ ῥῆσιν μακράν· αὕτη δὲ θάνατον. ἀλλ᾽ ἦ Φιλοκτήτου τὰ τοῦ πτωχοῦ λέγεις. Τηλέφῳ δ᾽ ἁγὼ φρονῶ. Εὐριπίδη.: οὐ Φοίνικος. ἀλλ᾽ ἀντιβολῶ πρὸς τῶν γονάτων σ᾽ Εὐριπίδη. φαίνεσθαι δὲ μή· τοὺς μὲν θεατὰς εἰδέναι μ᾽ ὃς εἴμ᾽ ἐγώ.: ὦ Ζεῦ διόπτα καὶ κατόπτα πανταχῇ. Ευριπίδης τὰ ποῖα τρύχη. τοὺς δ᾽ αὖ χορευτὰς ἠλιθίους παρεστάναι. κἀκεῖνά μοι δὸς τἀκόλουθα τῶν ῥακῶν.
Ευριπίδης τί δ᾽ ὦ τάλας σε τοῦδ᾽ ἔχει πλέκους χρέος.: χρέος μὲν οὐδέν. Ευριπίδης φθείρου λαβὼν τόδ᾽· ἴσθ᾽ ὀχληρὸς ὢν δόμοις. βούλομαι δ᾽ ὅμως λαβεῖν. Δικ. Δικ. Ευριπίδης ἄπελθε νῦν μοι. ἀλλ᾽ ὦ γλυκύτατ᾽ Εὐριπίδη τουτὶ μόνον δός μοι χυτρίδιον σφογγίῳ βεβυσμένον. Δικ. πλὴν ἓν μόνον.: ὦ θύμ᾽ ἄνευ σκάνδικος ἐμπορευτέα. εἴ τί σ᾽ αἰτήσαιμ᾽ ἔτι. 450 455 460 465 470 475 480 . Ευριπίδης ἁνὴρ ὑβρίζει· κλῇε πηκτὰ δωμάτων.ἀτὰρ δέομαί γε πτωχικοῦ βακτηρίου.: ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽. ἐπελαθόμην ἐν ᾧπέρ ἐστι πάντα μοι τὰ πράγματα. οὐ δοκῶν με κοιράνους στυγεῖν. Δικ. καίτοι τί δράσω. τουτὶ μόνον τουτὶ μόνον.: ἀπέρχομαι. Δικ. Εὐριπίδιον ὦ φιλτάτιον καὶ γλυκύτατον. ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅσον τὸν ἀγῶν᾽ ἀγωνιεῖ τάχα. Ευριπίδης ὦνθρωπ᾽ ἀφαιρήσει με τὴν τραγῳδίαν· ἄπελθε ταυτηνὶ λαβών.: μἀλλά μοι δὸς ἓν μόνον κοτυλίσκιον τὸ χεῖλος ἀποκεκρουσμένον. κάκιστ᾽ ἀπολοίμην.: οὔπω μὰ Δί᾽· οἶσθ᾽ οἷ᾽ αὐτὸς ἐργάζει κακά. ἰδού σοι. ὁρᾷς γὰρ ὡς ἀπωθοῦμαι δόμων. οἴμοι κακοδαίμων. Δικ. Ευριπίδης λυπηρὸς ἴσθ᾽ ὢν κἀποχώρησον δόμων. σκάνδικά μοι δὸς μητρόθεν δεδεγμένος. Δικ. Ευριπίδης ἀπολεῖς μ᾽. ὡς ἀπόλωλ᾽. Ευριπίδης τουτὶ λαβὼν ἄπελθε λαΐνων σταθμῶν. μέλλων ὑπὲρ Λακεδαιμονίων ἀνδρῶν λέγειν. Εὐριπίδη δός μοι σπυρίδιον διακεκαυμένον λύχνῳ. φροῦδά μοι τὰ δράματα. ὥσπερ ἡ μήτηρ ποτέ. πολλῶν δεόμενος σκευαρίων· νῦν δὴ γενοῦ γλίσχρος προσαιτῶν λιπαρῶν τ᾽. ἄκουσον ὦ γλυκύτατ᾽ Εὐριπίδη· τουτὶ λαβὼν ἄπειμι κοὐ πρόσειμ᾽ ἔτι· ἐς τὸ σπυρίδιον ἰσχνά μοι φυλλεῖα δός. Δικ. δεῖ γὰρ ἑνὸς οὗ μὴ τυχὼν ἀπόλωλ᾽. καὶ γάρ εἰμ᾽ ἄγαν ὀχληρός.: φεῦ· εὐδαιμονοίης. ἀλλ᾽ ἄπειμι.: ὦ θύμ᾽.
εἶά νυν. τὸ γὰρ δίκαιον οἶδε καὶ τρυγῳδία. Χορ. ἄτιμα καὶ παράσημα καὶ παράξενα.πρόβαινέ νυν ὦ θυμέ· γραμμὴ δ᾽ αὑτηί. οὐ γάρ με νῦν γε διαβαλεῖ Κλέων ὅτι ξένων παρόντων τὴν πόλιν κακῶς λέγω. παρακεκομμένα. τί ταῦτα τοὺς Λάκωνας αἰτιώμεθα. ἐπειδήπερ αὐτὸς αἱρεῖ. ἐπῄνεσ᾽· ἄγε νυν ὦ τάλαινα καρδία ἄπελθ᾽ ἐκεῖσε. τρυγῳδίαν ποιῶν. λέγε. ἐγὼ δὲ λέξω δεινὰ μὲν δίκαια δέ. καὐτοῖς ὁ Ποσειδῶν οὑπὶ Ταινάρῳ θεὸς σείσας ἅπασιν ἐμβάλοι τὰς οἰκίας· κἀμοὶ γάρ ἐστ᾽ ἀμπέλια διακεκομμένα. αὐτοὶ γάρ ἐσμεν οὑπὶ Ληναίῳ τ᾽ ἀγών. εὖ ἴσθι νυν ἀναίσχυντος ὢν σιδηροῦς τ᾽ ἀνήρ. κοὔπω ξένοι πάρεισιν· οὔτε γὰρ φόροι ἥκουσιν οὔτ᾽ ἐκ τῶν πόλεων οἱ ξύμμαχοι· ἀλλ᾽ ἐσμὲν αὐτοὶ νῦν γε περιεπτισμένοι· τοὺς γὰρ μετοίκους ἄχυρα τῶν ἀστῶν λέγω. κᾆτα τὴν κεφαλὴν ἐκεῖ παράσχες εἰποῦσ᾽ ἅττ᾽ ἂν αὐτῇ σοι δοκῇ. εἰ πτωχὸς ὢν ἔπειτ᾽ ἐν Ἀθηναίοις λέγειν μέλλω περὶ τῆς πόλεως. ἁνὴρ οὐ τρέμει τὸ πρᾶγμ᾽. ἐσυκοφάντει Μεγαρέων τὰ χλανίσκια· κεἴ που σίκυον ἴδοιεν ἢ λαγᾐδιον ἢ χοιρίδιον ἢ σκόροδον ἢ χόνδρους ἅλας.: μή μοι φθονήσητ᾽ ἄνδρες οἱ θεώμενοι. ἄγαμαι καρδίας. Δικ. καὶ ταῦτα μὲν δὴ σμικρὰ κἀπιχώρια. πόρνην δὲ Σιμαίθαν ἰόντες Μεγαράδε νεανίαι κλέπτουσι μεθυσοκότταβοι· κᾆθ᾽ οἱ Μεγαρῆς ὀδύναις πεφυσιγγωμένοι ἀντεξέκλεψαν Ἀσπασίας πόρνα δύο· κἀντεῦθεν ἀρχὴ τοῦ πολέμου κατερράγη Ἕλλησι πᾶσιν ἐκ τριῶν λαικαστριῶν.: τί δράσεις. οὐκ εἶ καταπιὼν Εὐριπίδην. τόλμησον ἴθι χώρησον. ἀλλ᾽ ἀνδράρια μοχθηρά. ἕστηκας. κοὐχὶ τὴν πόλιν λέγω. ἐντεῦθεν ὀργῇ Περικλέης οὑλύμπιος 485 490 495 500 505 510 515 520 525 530 . ἡμῶν γὰρ ἄνδρες. τί φήσεις. ὅστις παρασχὼν τῇ πόλει τὸν αὐχένα ἅπασι μέλλεις εἷς λέγειν τἀναντία. ἐγὼ δὲ μισῶ μὲν Λακεδαιμονίους σφόδρα. ταῦτ᾽ ἦν Μεγαρικὰ κἀπέπρατ᾽ αὐθημερόν. ἀτὰρ φίλοι γὰρ οἱ παρόντες ἐν λόγῳ. μέμνησθε τοῦθ᾽ ὅτι οὐχὶ τὴν πόλιν λέγω.
οὐ χρῆν· ἀλλὰ τί ἐχρῆν. καθῆσθ᾽ ἂν ἐν δόμοισιν. ταῦτ᾽ οἶδ᾽ ὅτι ἂν ἐδρᾶτε· τὸν δὲ Τήλεφον οὐκ οἰόμεσθα. 535 540 545 550 555 560 565 570 .: φέρ᾽ εἰ Λακεδαιμονίων τις ἐκπλεύσας σκάφει ἀπέδοτο φήνας κυνίδιον Σεριφίων. ἐλαῶν. ἦν δ᾽ ἂν ἡ πόλις πλέα θορύβου στρατιωτῶν. βοηθησάτω τις ἀνύσας. παλλαδίων χρυσουμένων. ὑπωπίων· τὸ νεώριον δ᾽ αὖ κωπέων πλατουμένων. σιτίων μετρουμένων. νοῦς ἄρ᾽ ἡμῖν οὐκ ἔνι. ὡς εἰ θενεῖς τὸν ἄνδρα τοῦτον. ταυτὶ σὺ τολμᾷς πτωχὸς ὢν ἡμᾶς λέγειν. τοῦτον εἰπεῖν αὔτ᾽ ἐχρῆν. στεφάνων. κελευστῶν. Ἡμιχόριον Α ἄληθες ὦπίτριπτε καί μιαρώτατε. οὐ μενεῖς. τριχίδων. ἀλλ᾽ οὔτι χαίρων ταῦτα τολμήσει λέγειν. μισθοῦ διδομένου. περὶ τριηράρχου βοῆς. κἀντεῦθεν ἤδη πάταγος ἦν τῶν ἀσπίδων. ἐτίθει νόμους ὥσπερ σκόλια γεγραμμένους.ἤστραπτ᾽ ἐβρόντα ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα. σκορόδων. ἦ πολλοῦ γε δεῖ· καὶ κάρτα μέντἂν εὐθέως καθείλκετε τριακοσίας ναῦς. τύλων ψοφούντων. συριγμάτων. ἰὼ Λάμαχ᾽ ὦ φίλ᾽ ὦ φυλέτα· εἴτε τις ἔστι ταξίαρχος ἢ στρατηγὸς ἢ τειχομάχας ἀνήρ. Ἡμιχόριον Β οὗτος σὺ ποῖ θεῖς. νιγλάρων. ἐγὼ γὰρ ἔχομαι μέσος. ἐρεῖ τις. αὐτὸς ἀρθήσει τάχα. ἐντεῦθεν οἱ Μεγαρῆς. Λακεδαιμονίων ἐδέοντο τὸ ψήφισμ᾽ ὅπως μεταστραφείη τὸ διὰ τὰς λαικαστρίας· κοὐκ ἠθέλομεν ἡμεῖς δεομένων πολλάκις. Ἡμιχόριον Β νὴ τὸν Ποσειδῶ καὶ λέγει γ᾽ ἅπερ λέγει δίκαια πάντα κοὐδὲν αὐτῶν ψεύδεται. ὅτε δὴ ᾽πείνων βάδην. τροπωτήρων. βοήθησον ὦ γοργολόφα φανείς. κρομμύων ἐν δικτύοις. καὶ συκοφάντης εἴ τις ἦν ὠνείδισας. εἴπατε. ἀσκῶν. κάδους ὠνουμένων. ὡς χρὴ Μεγαρέας μήτε γῇ μήτ᾽ ἐν ἀγορᾷ μήτ᾽ ἐν θαλάττῃ μήτ᾽ ἐν οὐρανῷ μένειν. θαλαμιῶν τροπουμένων. Ἡμιχόριον Α εἶτ᾽ εἰ δίκαια. αὐλῶν. Δικ. Ἡμιχόριον Α ἰὼ Λάμαχ᾽ ὦ βλέπων ἀστραπάς. στοᾶς στεναχούσης. αὐλητρίδων.
: ὅστις. ἑτέρους δὲ παρὰ Χάρητι τοὺς δ᾽ ἐν Χάοσιν. Λάμ. Δικ. Δικ. 580 Λάμ. 595 ἀλλ᾽ ἐξ ὅτου περ ὁ πόλεμος. ποῖ χρὴ βοηθεῖν. Λάμ.: ὦ Λάμαχ᾽ ἥρως. Λάμ.:κεῖται. 600 νεανίας δ᾽ οἵους σὺ διαδεδρακότας. Δικ. ἆρα κομπολακύθου. τῶν λόφων καὶ τῶν λόχων. πολίτης χρηστός. ἀλλ᾽ ἀντιβολῶ σ᾽ ἀπένεγκέ μου τὴν μορμόνα.:ἰδού. Λάμ. Γερητοθεοδώρους Διομειαλαζόνας.: ἐγὼ γάρ εἰμι πτωχός.:οἴμ᾽ ὡς τεθνήξεις.:τουτὶ πτίλον σοι. τῷ πτίλῳ μέλλεις ἐμεῖν. οὐκ ἐρεῖς. 605 τοὺς δ᾽ ἐν Καμαρίνῃ κἀν Γέλα κἀν Καταγέλᾳ.: οὐκ οἶδά πω· ὑπὸ τοῦ δέους γὰρ τῶν ὅπλων εἰλιγγιῶ. Λάμ.Λάμαχος πόθεν βοῆς ἤκουσα πολεμιστηρίας. Δικ. 590 Δικ. μισθαρχίδης. οὐ γὰρ οὗτος ἅνθρωπος πάλαι ἅπασαν ἡμῶν τὴν πόλιν κακορροθεῖ. πτίλον γάρ ἐστιν-Δικ.:ταυτὶ λέγεις σὺ τὸν στρατηγὸν πτωχὸς ὤν.:τί δ᾽ εἶπας ἡμᾶς. εἰ πτωχὸς ὢν εἶπόν τι κἀστωμυλάμην. ποῖ κυδοιμὸν ἐμβαλεῖν.:ἐχειροτόνησαν γάρ με -Δικ.: μηδαμῶς ὦ Λάμαχε· οὐ γὰρ κατ᾽ ἰσχύν ἐστιν· εἰ δ᾽ ἰσχυρὸς εἶ. ταῦτ᾽ οὖν ἐγὼ βδελυττόμενος ἐσπεισάμην. τίς Γοργόν᾽ ἐξήγειρεν ἐκ τοῦ σάγματος. σὺ δ᾽ ἐξ ὅτου περ ὁ πόλεμος. Δικ.: παράθες νυν ὑπτίαν αὐτὴν ἐμοί.: φέρε νυν ἀπὸ τοῦ κράνους μοι τὸ πτερόν. ὁρῶν πολιοὺς μὲν ἄνδρας ἐν ταῖς τάξεσιν.: τῆς κεφαλῆς νύν μου λαβοῦ. 575 Ἡμιχόριον Α ὦ Λάμαχ᾽. Τεισαμενοφαινίππους Πανουργιππαρχίδας. Λάμ. τί μ᾽ οὐκ ἀπεψώλησας.: ὦ Λάμαχ᾽ ἥρως.:ἀλλὰ τίς γὰρ εἶ. εὔοπλος γὰρ εἶ. Δικ.:οὗτος τί δράσεις. τοὺς μὲν ἐπὶ Θρᾴκης μισθοφοροῦντας τρεῖς δραχμάς.: κόκκυγές γε τρεῖς. ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε. Δικ.: εἰπέ μοι τίνος ποτὲ ὄρνιθός ἐστιν. Λάμ. ἵν᾽ ἐξεμέσω· βδελύττομαι γὰρ τοὺς λόφους. 585 Δικ.:οὗτος σὺ τολμᾷς πτωχὸς ὢν λέγειν τάδε. Λάμ. . Λάμ. στρατωνίδης. οὐ σπουδαρχίδης.
Δικ. ἀφύων τιμὴν περιάψας. 630 ὡς κωμῳδεῖ τὴν πόλιν ἡμῶν καὶ τὸν δῆμον καθυβρίζει. 625 Χορ. ἀποκρίνασθαι δεῖται νυνὶ πρὸς Ἀθηναίους μεταβούλους. ἀλλ᾽ ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν. καὶ τὸν δῆμον μεταπείθει περὶ τῶν σπονδῶν. φησὶν δ᾽ εἶναι πολλῶν ἀγαθῶν ἄξιος ὑμῖν ὁ ποιητής. Λαμάχῳ δὲ μή. μήτ᾽ εἶναι χαυνοπολίτας. ἐξ οὗ γε χοροῖσιν ἐφέστηκεν τρυγικοῖς ὁ διδάσκαλος ἡμῶν.: ἁνὴρ νικᾷ τοῖσι λόγοισιν. οὔπω παρέβη πρὸς τὸ θέατρον λέξων ὡς δεξιός ἐστιν· διαβαλλόμενος δ᾽ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ἐν Ἀθηναίοις ταχυβούλοις.Λάμ. παύσας ὑμᾶς ξενικοῖσι λόγοις μὴ λίαν ἐξαπατᾶσθαι. εὐθὺς διὰ τοὺς στεφάνους ἐπ᾽ ἄκρων τῶν πυγιδίων ἐκάθησθε. Λάμ. καὶ τοὺς δήμους ἐν ταῖς πόλεσιν δείξας ὡς δημοκρατοῦνται. Λάμ. Δικ. τί δαὶ Δράκυλλος ἢ Εὐφορίδης ἢ Πρινίδης.: ἐγὼ δὲ κηρύττω γε Πελοποννησίοις ἅπασι καὶ Μεγαρεῦσι καὶ Βοιωτίοις πωλεῖν ἀγοράζειν πρὸς ἐμέ. 610 ἀνένευσε· καίτοι γ᾽ ἐστὶ σώφρων κἀργάτης. ἐτεὸν ὦ Μαριλάδη ἤδη πεπρέσβευκας σὺ πολιὸς ὢν ἓν ἢ. εἶδέν τις ὑμῶν τἀκβάταν᾽ ἢ τοὺς Χάονας. τωνδὶ δὲ μηδέν᾽. 635 πρότερον δ᾽ ὑμᾶς ἀπὸ τῶν πόλεων οἱ πρέσβεις ἐξαπατῶντες πρῶτον μὲν ἰοστεφάνους ἐκάλουν· κἀπειδὴ τοῦτό τις εἴποι. . οἷς ὑπ᾽ ἐράνου τε καὶ χρεῶν πρώην ποτέ. ηὕρετο πᾶν ἂν διὰ τὰς λιπαράς.: οὐ δῆτ᾽ ἐὰν μὴ μισθοφορῇ γε Λάμαχος. ἅπαντες ᾽ἐξίστω᾽ παρῄνουν οἱ φίλοι.:ἀλλ᾽ οὖν ἐγὼ μὲν πᾶσι Πελοποννησίοις 620 ἀεὶ πολεμήσω καὶ ταράξω πανταχῇ καὶ ναυσὶ καὶ πεζοῖσι κατὰ τὸ καρτερόν. οὔ φασιν.:ἐχειροτονήθησαν γάρ. 640 ταῦτα ποιήσας πολλῶν ἀγαθῶν αἴτιος ὑμῖν γεγένηται. 615 ὥσπερ ἀπόνιπτρον ἐκχέοντες ἑσπέρας. ἀλλ᾽ ὁ Κοισύρας καὶ Λάμαχος. μήθ᾽ ἥδεσθαι θωπευομένους. Δικ.: αἴτιον δὲ τί ὑμᾶς μὲν ἀεὶ μισθοφορεῖν ἁμῃγέπῃ. εἰ δέ τις ὑμᾶς ὑποθωπεύσας λιπαρὰς καλέσειεν Ἀθήνας.:ὦ δημοκρατία ταῦτα δῆτ᾽ ἀνασχετά.
ἀλλ᾽ ὑμεῖς τοι μή ποτ᾽ ἀφῆσθ᾽· ὡς κωμῳδήσει τὰ δίκαια· 655 φησὶν δ᾽ ὑμᾶς πολλὰ διδάξειν ἀγάθ᾽. 645 οὕτω δ᾽ αὐτοῦ περὶ τῆς τόλμης ἤδη πόρρω κλέος ἥκει. πρὸς ταῦτα Κλέων καὶ παλαμάσθω καὶ πᾶν ἐπ᾽ ἐμοὶ τεκταινέσθω. οὕτω σοβαρὸν ἐλθὲ μέλος ἔντονον ἀγροικότερον ὡς ἐμὲ λαβοῦσα τὸν δημότην. οἱ δὲ μάττωσιν. οἵτινες γέροντας ἄνδρας ἐμβαλόντες ἐς γραφὰς ὑπὸ νεανίσκων ἐᾶτε καταγελᾶσθαι ῥητόρων. ἡνίκ᾽ ἂν ἐπανθρακίδες ὦσι παρακείμεναι. ἀλλ᾽ ἵνα τοῦτον τὸν ποιητὴν ἀφέλωνται. ἀλλὰ κωφοὺς καὶ παρεξηυλημένους. ἀλλὰ δεινὰ πάσχομεν. 660 τὸ γὰρ εὖ μετ᾽ ἐμοῦ καὶ τὸ δίκαιον ξύμμαχον ἔσται. ὥστ᾽ εὐδαίμονας εἶναι. 665 οἷον ἐξ ἀνθράκων πρινίνων φέψαλος ἀνήλατ᾽ ἐρεθιζόμενος οὐρίᾳ ῥιπίδι. εἶτα δὲ τοῦτον τὸν ποιητὴν ποτέρους εἴποι κακὰ πολλά· τούτους γὰρ ἔφη τοὺς ἀνθρώπους πολὺ βελτίους γεγενῆσθαι 650 καὶ τῷ πολέμῳ πολὺ νικήσειν τοῦτον ξύμβουλον ἔχοντας. ἀλλὰ τὰ βέλτιστα διδάσκων. οἷς Ποσειδῶν ἀσφάλειός ἐστιν ἡ βακτηρία· τονθορύζοντες δὲ γήρᾳ τῷ λίθῳ προσέσταμεν. δεῦρο Μοῦσ᾽ ἐλθὲ φλεγυρὰ πυρὸς ἔχουσα μένος ἔντονος Ἀχαρνική. 675 οἱ γέροντες οἱ παλαιοὶ μεμφόμεσθα τῇ πόλει· οὐ γὰρ ἀξίως ἐκείνων ὧν ἐναυμαχήσαμεν γηροβοσκούμεσθ᾽ ὑφ᾽ ὑμῶν. διὰ ταῦθ᾽ ὑμᾶς Λακεδαιμόνιοι τὴν εἰρήνην προκαλοῦνται καὶ τὴν Αἴγιναν ἀπαιτοῦσιν· καὶ τῆς νήσου μὲν ἐκείνης οὐ φροντίζουσ᾽.τοιγάρτοι νῦν ἐκ τῶν πόλεων τὸν φόρον ὑμῖν ἀπάγοντες ἥξουσιν ἰδεῖν ἐπιθυμοῦντες τὸν ποιητὴν τὸν ἄριστον. 670 οἱ δὲ Θασίαν ἀνακυκῶσι λιπαράμπυκα. οὐ θωπεύων οὐδ᾽ ὑποτείνων μισθοὺς οὐδ᾽ ἐξαπατύλλων. κοὐ μή ποθ᾽ ἁλῶ περὶ τὴν πόλιν ὢν ὥσπερ ἐκεῖνος δειλὸς καὶ λακαταπύγων. 680 οὐδὲν ὄντας. οὐδὲ πανουργῶν οὐδὲ κατάρδων. . ὅτε καὶ βασιλεὺς Λακεδαιμονίων τὴν πρεσβείαν βασανίζων ἠρώτησεν πρῶτα μὲν αὐτοὺς πότεροι ταῖς ναυσὶ κρατοῦσιν. ὅστις παρεκινδύνευσ᾽ εἰπεῖν ἐν Ἀθηναίοις τὰ δίκαια.
κἀξελαύνειν χρὴ τὸ λοιπόν. . εἶτα Μαραθῶνι μὲν ὅτ᾽ ἦμεν ἐδιώκομεν. ἀλλὰ κατεπάλαισε μέντἂν πρῶτον Εὐάθλους δέκα. 715 τοῖς νέοισι δ᾽ εὐρύπρωκτος καὶ λάλος χὠ Κλεινίου. 685 ἐς τάχος παίει ξυνάπτων στρογγύλοις τοῖς ῥήμασιν· κᾆτ᾽ ἀνελκύσας ἐρωτᾷ σκανδάληθρ᾽ ἱστὰς ἐπῶν ἄνδρα Τιθωνὸν σπαράττων καὶ ταράττων καὶ κυκῶν. τὸν νέον δὲ τῷ νέῳ. ἵνα στήσω φανερὰν ἐν τἀγορᾷ. ἐκεῖνος ἡνίκ᾽ ἦν Θουκυδίδης.᾽ ταῦτα πῶς εἰκότα. Δικ. οὐδ᾽ ἂν αὐτὴν τὴν Ἀχαίαν ῥᾳδίως ἠνέσχετο. 705 ὥστ᾽ ἐγὼ μὲν ἠλέησα κἀπεμορξάμην ἰδὼν ἄνδρα πρεσβύτην ὑπ᾽ ἀνδρὸς τοξότου κυκώμενον. κᾆτ᾽ ὀφλὼν ἀπέρχεται. ἐγὼ δὲ τὴν στήλην καθ᾽ ἣν ἐσπεισάμην μέτειμ᾽. ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τοὺς γέροντας οὐκ ἐᾶθ᾽ ὕπνου τυχεῖν. τὸν γέροντα τῷ γέροντι. κἂν φύγῃ τις ζημιοῦν. ὁ δ᾽ ὑπὸ γήρως μασταρύζει. γέροντ᾽ ἀπολέσαι πολιὸν ἄνδρα περὶ κλεψύδραν. νεανίας ἑαυτῷ σπουδάσας ξυνηγορεῖν.οὐχ ὁρῶντες οὐδὲν εἰ μὴ τῆς δίκης τὴν ἠλύγην. Λαμάχῳ δὲ μή. πολλὰ δὴ ξυμπονήσαντα καὶ θερμὸν ἀπομορξάμενον ἀνδρικὸν ἱδρῶτα δὴ καὶ πολύν. ψηφίσασθε χωρὶς εἶναι τὰς γραφάς. ἐνταῦθα μήτε συκοφάντης εἰσίτω 725 μήτ᾽ ἄλλος ὅστις Φασιανός ἐστ᾽ ἀνήρ. εἶτα λύζει καὶ δακρύει καὶ λέγει πρὸς τοὺς φίλους. ὅπως ἂν ᾖ τῷ γέροντι μὲν γέρων καὶ νωδὸς ὁ ξυνήγορος. ἐνταῦθ᾽ ἀγοράζειν πᾶσι Πελοποννησίοις 720 ἔξεστι καὶ Μεγαρεῦσι καὶ Βοιωτίοις. 690 ᾽οὗ μ᾽ ἐχρῆν σορὸν πρίασθαι τοῦτ᾽ ὀφλὼν ἀπέρχομαι. κᾆτα προσαλισκόμεθα. τῷ γὰρ εἰκὸς ἄνδρα κυφὸν ἡλίκον Θουκυδίδην ἐξολέσθαι συμπλακέντα τῇ Σκυθῶν ἐρημίᾳ. ἄνδρ᾽ ἀγαθὸν ὄντα Μαραθῶνι περὶ τὴν πόλιν. ὁ δέ.: ὅροι μὲν ἀγορᾶς εἰσιν οἵδε τῆς ἐμῆς. 700 πρὸς τάδε τίς ἀντερεῖ Μαρψίας. Μεγαρεύς ἀγορὰ ν᾽ Ἀθάναις χαῖρε Μεγαρεῦσιν φίλα. ὃς μὰ τὴν Δήμητρ᾽. 695 νῦν δ᾽ ὑπ᾽ ἀνδρῶν πονηρῶν σφόδρα διωκόμεθα. ἐφ᾽ ᾧτε πωλεῖν πρὸς ἐμέ. περιετόξευσεν δ᾽ ἂν αὐτοῦ τοῦ πατρὸς τοὺς ξυγγενεῖς. ἀγορανόμους δὲ τῆς ἀγορᾶς καθίσταμαι τρεῖς τοὺς λαχόντας τούσδ᾽ ἱμάντας ἐκ Λεπρῶν. 710 κατεβόησε δ᾽ ἂν κεκραγὼς τοξότας τρισχιλίους. τῷδε τῷ Κηφισοδήμῳ τῷ λάλῳ ξυνηγόρῳ.
Μεγ.:ἀγορασοῦντες ἵκομες. ἐγὼν δὲ καρυξῶ Δικαιόπολιν ὅπᾳ· Δικαιόπολι. Δικ. ὅπως δὲ γρυλλιξεῖτε καὶ κοΐξετε χἠσεῖτε φωνὰν χοιρίων μυστηρικῶν. ἀλλ᾽ ἀμφίθεσθε καὶ ταδὶ τὰ ῥυγχία. ἄνδρες πρόβουλοι τοῦτ᾽ ἔπραττον τᾷ πόλει. Μεγ. ἀλλ᾽ ἔστι γάρ μοι Μεγαρικά τις μαχανά. αἴπερ ἱξεῖτ᾽ οἴκαδις ἄπρατα. Μεγ.:σά μάν. ἄντεινον αἰ λῇς· ὡς παχεῖα καὶ καλά.:οὐχ ὑμὲς αὐτῶν ἄρχετε.: ἅλας οὖν φέρεις. χοίρως γὰρ ὑμὲ σκευάσας φασῶ φέρειν.: τί δαὶ φέρεις. ὅπως δὲ δοξεῖτ᾽ εἶμεν ἐξ ἀγαθᾶς ὑός· ὡς ναὶ τὸν Ἑρμᾶν. Δικ. ὅκα μὲν ἐγὼν τηνῶθεν ἐμπορευόμαν.:ποῖα σκόροδ᾽. Δικ.: οὐδὲ σκόροδα.ἐπόθουν τυ ναὶ τὸν φίλιον περ ματέρα.: τί. ὅπως τάχιστα καὶ κάκιστ᾽ ἀπολοίμεθα. τίς δ᾽ οὕτως ἄνους ὃς ὑμέ κα πρίαιτο φανερὰν ζαμίαν. ἀνὴρ Μεγαρικός. Δικ. Μεγ.:ἀλλὰ μὰν καλαί.:διαπεινᾶμες ἀεὶ ποττὸ πῦρ.:παρ᾽ ἁμὶ πολυτίματος περ τοὶ θεοί. ποτέχετ᾽ ἐμὶν τὰν γαστέρα· πότερα πεπρᾶσθαι χρῄδδετ᾽ ἢ πεινῆν κακῶς. Μεγ. Δικ. περίθεσθε τάσδε τὰς ὁπλὰς τῶν χοιρίων.: αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ ἀπαλλάξεσθε πραγμάτων. ὑμὲς τῶν ἀεί. πειρασεῖσθε τᾶς λιμῶ κακῶς.: ἀλλ᾽ ἡδύ τοι νὴ τὸν Δἴ. πῶς ὁ σῖτος ὤνιος.:χοίρως ἐγώνγα μυστικάς. Μεγ. αἴ χ᾽ εὕρητέ πᾶ. ἀκούετε δή. 730 735 740 745 750 755 760 765 . Δικ. Δικ.:ἐγώνγα καὐτός φαμι. Μεγ. τὼς ἀρωραῖοι μύες πάσσακι τὰς ἄγλιθας ἐξορύσσετε. ὅκκ᾽ ἐσβάλητε. Δικ. Κόρα πεπρᾶσθαι πεπρᾶσθαι. ἄμβατε ποττὰν μᾶδδαν. κἤπειτεν ἐς τὸυ σάκκον ὧδ᾽ ἐσβαίνετε.:οἷα δή.: καλῶς λέγεις· ἐπίδειξον. Δικ. ἀλλ᾽ ὦ πόνηρα κώρι᾽ ἀθλίω πατρός. τί δ᾽ ἄλλο πράττεθ᾽ οἱ Μεγαρῆς νῦν.: πῶς ἔχετε.: τί δ᾽ ἄλλο Μεγαροῖ. Δικ. Μεγ.: τουτὶ τί ἦν τὸ πρᾶγμα. Μεγ. ἢν αὐλὸς παρῇ. ἦ λῇς πρίασθαι χοιρία. Μεγ.
: τί δ᾽ ἐσθίει μάλιστα. ἀλλὰ μάν.: νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε. περίδου μοι περὶ θυμιτιδᾶν ἁλῶν. Μεγ. Μεγ. Μεγ. Μεγ. Κόρα κοῒ κοΐ. σιγῇς ὦ κάκιστ᾽ ἀπολουμένα. 770 775 780 785 790 795 800 .:ναὶ τὸν Ποτειδᾶν καί κ᾽ ἄνις γα τῶ πατρός. ποττὰν ματέρ᾽ εἰκασθήσεται.: ἤδη δ᾽ ἄνευ τῆς μητρὸς ἐσθίοιεν ἄν. ἢ οὐ χοῖρός ἐσθ᾽ ἅδ᾽. ἀλλ᾽ αἰ τράφειν λῇς.: νῦν γε χοῖρος φαίνεται.:ναὶ τὸν Διοκλέα ἐμά γα.: χοῖρε χοῖρε.:ὁμοματρία γάρ ἐστι κἠκ τωὐτῶ πατρός. Κόρη κοῒ κοΐ. ἦ λῇς ἀκοῦσαι φθεγγομένας.:Μεγαρικά. αἰ λῇς. Δικ.:φώνει δὴ τὺ ταχέως χοιρίον.:νεαρὰ γάρ ἐστιν· ἀλλὰ δελφακουμένα ἑξεῖ μεγάλαν τε καὶ παχεῖαν κἠρυθράν. Δικ.: κέρκον οὐκ ἔχει. Δικ. Δικ.: τί λέγεις σύ. αἰ μή ᾽στιν οὗτος χοῖρος Ἑλλάνων νόμῳ. ποδαπὴ δή ᾽στι χοῖρος. πάλιν τυ ἀποισῶ ναὶ τὸν Ἑρμᾶν οἴκαδις. σάφ᾽ ἴσθι. Δικ. πᾷ δ᾽ οὐχὶ θύσιμός ἐστι.:σά μάν.Μεγ. αὐτὸς δ᾽ ἐρώτη.: ἀλλ᾽ οὐχὶ χοῖρος τἀφροδίτῃ θύεται. Μεγ. αἰ δ᾽ ἂν παχυνθῇ κἀναχνοιανθῇ τριχί.: ὡς ξυγγενὴς ὁ κύσθος αὐτῆς θατέρᾳ. Δικ. καὶ γίνεταί γα τᾶνδε τᾶν χοίρων τὸ κρῆς ἅδιστον ἂν τὸν ὀδελὸν ἐμπεπαρμένον.:οὐ χοῖρος Ἀφροδίτᾳ. τὺ δέ νιν εἴμεναι τίνος δοκεῖς. Δικ.:πάνθ᾽ ἅ κα διδῷς.:αὕτα ᾽στὶ χοῖρος. Μεγ. Μεγ.:χοῖρος ναὶ Δία.: ἀλλ᾽ οὐδὲ θύσιμός ἐστιν αὑτηγί. θᾶσθε τῶδε τὰς ἀπιστίας· οὔ φατι τάνδε χοῖρον εἶμεν. Μεγ. ἀτὰρ ἐκτραφείς γε κύσθος ἔσται. Δικ. κάλλιστος ἔσται χοῖρος Ἀφροδίτᾳ θύειν. οὐ χρῆσθα. Δικ. Δικ. ἅδε τοι χοῖρος καλά.: οὐκ ἔμοιγε φαίνεται.:οὐ δεινά. μόνᾳ γα δαιμόνων. Μεγ. Μεγ. Μεγ. Μεγ.: ἀλλ᾽ ἔστιν ἀνθρώπου γε. Δικ. Δικ.:πέντ᾽ ἑτῶν.
Ἑρμᾶ ᾽μπολαῖε τὰν γυναῖκα τὰν ἐμὰν οὕτω μ᾽ ἀποδόσθαι τάν τ᾽ ἐμωυτῶ τ᾽ ἐμωυτῶ ματέρα. Συκοφάντης κλάων μεγαριεῖς.: πολυπραγμοσύνη νυν ἐς κεφαλὴν τράποιτ᾽ ἐμοί.: ὑπὸ τοῦ. Δικ. Συκοφάντης τὰ χοιρίδια τοίνυν ἐγὼ φανῶ ταδὶ πολέμια καὶ σέ. τρώγοις ἄν.: ὡς ὀξὺ πρὸς τὰς ἰσχάδας κεκράγατε.:ταῦτα δή. Μεγ.: τρώγοις ἂν ἐρεβίνθους. αἰ λῇς. Κόρα κοῒ κοῒ κοΐ.Δικ. τίς ὁ φαίνων σ᾽ ἐστίν. οἷον ῥοθιάζουσ᾽ ὦ πολυτίμηθ᾽ Ἡράκλεις. Δικ. Συκοφάντης ὦνθρωπε ποδαπός. ἵκει πάλιν ὅθενπερ ἀρχὰ τῶν κακῶν ἁμῖν ἔφυ. Συκοφάντης οὐ γὰρ φανῶ τοὺς πολεμίους. Δικ. τοὺς συκοφάντας οὐ θύραζ᾽ ἐξείρξετε.: κλάων γε σύ.: ὠνήσομαί σοι· περίμεν᾽ αὐτοῦ. Μεγ. ἐγὼ γὰρ αὐτᾶν τάνδε μίαν ἀνειλόμαν. Δικ. καὶ χαῖρε πόλλ᾽.: τί δαὶ σύ. Κόρα κοῒ κοῒ κοΐ. 825 τί δὴ μαθὼν φαίνεις ἄνευ θρυαλλίδος. οὐκ ἀφήσεις τὸν σάκον. χοίνικος μόνας ἁλῶν. τὸ δ᾽ ἅτερον.: τί δαί. ποδαπὰ τὰ χοιρί᾽.:Δικαιόπολι Δικαιόπολι φαντάδδομαι. Μεγ. ἆρα τρώξονται.:ἀλλ᾽ οὔτι πάσας κατέτραγον τὰς ἰσχάδας.:οἷον τὸ κακὸν ἐν ταῖς Ἀθάναις τοῦτ᾽ ἔνι. βαβαί. Μεγ. 820 Μεγ. Δικ. φιβάλεως ἰσχάδας.:χοιροπώλας Μεγαρικός. 815 Μεγ.:τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽. ἁγορανόμοι.:τὸ μὲν ἅτερον τούτων σκορόδων τροπαλίδος. Δικ. Δικ. λέγε.: θάρρει Μεγαρίκ᾽· ἀλλ᾽ ἧς τὰ χοιρίδι᾽ ἀπέδου 830 τιμῆς. λαβὲ ταυτὶ τὰ σκόροδα καὶ τοὺς ἅλας.: νὴ τὸν Δἴ ἀστείω γε τὼ βοσκήματε· πόσου πρίωμαί σοι τὰ χοιρίδια. Μεγ. Μεγαρεύς . εἰ μὴ ᾽τέρωσε συκοφαντήσεις τρέχων. Κόρα κοῒ κοΐ. 810 Δικ.:ἀλλ᾽ ἁμὶν οὐκ ἐπιχώριον. Δικ. Μεγ. ὡς Τραγασαῖα φαίνεται. ἐνεγκάτω τις ἔνδοθεν τῶν ἰσχάδων 805 τοῖς χοιριδίοισιν.
: εὐδαιμονεῖ γ᾽ ἅνθρωπος. τί φέρεις. ὀρίγανον γλαχὼ ψιάθως θρυαλλίδας νάσσας κολοιὼς ἀτταγᾶς φαλαρίδας 835 840 845 850 855 860 865 870 875 . ὁ περιαλουργὸς τοῖς κακοῖς. οἱ σφῆκες οὐκ ἀπὸ τῶν θυρῶν. Βοιωτός ὅσ᾽ ἐστὶν ἀγαθὰ Βοιωτοῖς ἁπλῶς. οὐδ᾽ ἐξομόρξεται Πρέπις τὴν εὐρυπρωκτίαν σοι. πρίασο τῶν ἐγὼ φέρω τῶν ὀρταλίχων ἢ τῶν τετραπτερυλλίδων. οὐδ᾽ ὠστιεῖ Κλεωνύμῳ· χλαῖναν δ᾽ ἔχων φανὴν δίει κοὐ ξυντυχών σ᾽ Ὑπέρβολος δικῶν ἀναπλήσει· οὐδ᾽ ἐντυχὼν ἐν τἀγορᾷ πρόσεισί σοι βαδίζων Κρατῖνος ἀεὶ κεκαρμένος μοιχὸν μιᾷ μαχαίρᾳ. καρπώσεται γὰρ ἁνὴρ ἐν τἀγορᾷ καθήμενος· κἂν εἰσίῃ τις Κτησίας ἢ συκοφάντης ἄλλος. ἀλλ᾽ εἴ τι βούλει. ὁ ταχὺς ἄγαν τὴν μουσικήν. οἰμώζων καθεδεῖται· οὐδ᾽ ἄλλος ἀνθρώπων ὑποψωνῶν σε πημανεῖ τι. Χορ.: παῦ᾽ ἐς κόρακας. οὐκ ἤκουσας οἷ προβαίνει τὸ πρᾶγμα τοῦ βουλεύματος. ὁ περιπόνηρος Ἀρτέμων. ῥιγῶν τε καὶ πεινῶν ἀεὶ πλεῖν ἢ τριάκονθ᾽ ἡμέρας τοῦ μηνὸς ἑκάστου. Βοιωτός ἴττω Ἡρακλῆς ἔκαμόν γα τὰν τύλαν κακῶς· κατάθου τὺ τὰν γλάχων᾽ ἀτρέμας Ἰσμηνία· ὑμὲς δ᾽ ὅσοι Θείβαθεν αὐληταὶ πάρα τοῖς ὀστίνοις φυσῆτε τὸν πρωκτὸν κυνός.ὦ χοιρίδια πειρῆσθε κἄνις τῶ πατρὸς παίειν ἐφ᾽ ἁλὶ τὰν μᾶδδαν. πόθεν προσέπτονθ᾽ οἱ κακῶς ἀπολούμενοι ἐπὶ τὴν θύραν μοι Χαιριδῆς βομβαύλιοι. Χολαργέων ὄνειδος. Δικ. αἴκα τις διδῷ. Βοιωτός νεὶ τὸν Ἰόλαον ἐπεχαρίττα γ᾽ ὦ ξένε· Θείβαθε γὰρ φυσᾶντες ἐξόπισθέ μου τἄνθια τᾶς γλάχωνος ἀπέκιξαν χαμαί.: ὦ χαῖρε κολλικοφάγε Βοιωτίδιον. Δικ. ὄζων κακὸν τῶν μασχαλῶν πατρὸς Τραγασαίου· οὐδ᾽ αὖθις αὖ σε σκώψεται Παύσων ὁ παμπόνηρος Λυσίστρατός τ᾽ ἐν τἀγορᾷ.
ἢ φορτί᾽ ἕτερ᾽ ἐνθένδ᾽ ἐκεῖσ᾽ ἄξεις ἰών. Δικ. Δικ. Δικ. ἐν Βοιωτοῖσιν δὲ μή. περ πίθακον ἀλιτρίας πολλᾶς πλέων.: καὶ μὴν ὁδὶ Νίκαρχος ἔρχεται φανῶν. Βοιωτός ἐμοὶ δὲ τιμὰ τᾶσδε πᾷ γενήσεται. Δικ.: φέρε πόσου λέγεις.: ἀγορᾶς τέλος ταύτην γέ που δώσεις ἐμοί· ἀλλ᾽ εἴ τι πωλεῖς τῶνδε τῶν ἄλλων λέγε.: ὦ φιλτάτη σὺ καὶ πάλαι ποθουμένη. δός μοι προσειπεῖν. Βοιωτός καὶ μὰν φέρω χᾶνας λαγὼς ἀλώπεκας σκάλοπας ἐχίνως αἰελούρως πικτίδας ἰκτῖδας ἐνύδρως ἐγχέλεις Κωπαΐδας. τᾷδε δ᾽ αὖ πολύ. Βοιωτός μικκός γα μᾶκος οὗτος.: ἀφύας ἄρ᾽ ἄξεις πριάμενος Φαληρικὰς ἢ κέραμον.: ἐγᾦδα τοίνυν· συκοφάντην ἔξαγε.: ὡσπερεὶ χειμὼν ἄρα ὀρνιθίας ἐς τὴν ἀγορὰν ἐλήλυθας. ἦλθες ποθεινὴ μὲν τρυγῳδικοῖς χοροῖς. Δικ. εἰ φέρεις. Δικ.τροχίλως κολύμβως. Βοιωτός νεὶ τὼ θιὼ λάβοιμι μέντἂν κέρδος ἀγαγὼν καὶ πολύ. δμῶες ἐξενέγκατε τὴν ἐσχάραν μοι δεῦρο καὶ τὴν ῥιπίδα. 880 885 890 895 900 905 . ἔκβαθι τῶδε κἠπιχάριτται τῷ ξένῳ. Βοιωτός ἰώγα ταῦτα πάντα.: ὦ τερπνότατον σὺ τέμαχος ἀνθρώποις φέρων. Βοιωτός ὅ τι γ᾽ ἔστ᾽ Ἀθάναις. ὥσπερ κέραμον ἐνδησάμενος. ἀλλ᾽ ἔσφερ᾽ αὐτήν· μηδὲ γὰρ θανών ποτε σοῦ χωρὶς εἴην ἐντετευτλανωμένης. ἥκουσαν ἕκτῳ μόλις ἔτει ποθουμένην· προσείπατ᾽ αὐτὴν ὦ τέκν᾽· ἄνθρακας δ᾽ ἐγὼ ὑμῖν παρέξω τῆσδε τῆς ξένης χάριν. Βοιωτός πρέσβειρα πεντήκοντα Κωπᾴδων κορᾶν. ἀλλ᾽ ἔντ᾽ ἐκεῖ· ἀλλ᾽ ὅ τι παρ᾽ ἁμῖν μή ᾽στι. Βοιωτός ἀφύας ἢ κέραμον. Δικ. σκέψασθε παῖδες τὴν ἀρίστην ἔγχελυν. τὰς ἐγχέλεις. Δικ. φίλη δὲ Μορύχῳ.
φαίνειν ὑπευθύνους λυχνοῦχος καὶ κύλιξ-καὶ πράγματ᾽ ἐγκυκᾶσθαι.: πάγχρηστον ἄγγος ἔσται. τριπτὴρ δικῶν. ἐπεί τοι καὶ ψοφεῖ λάλον τι καὶ πυρορραγὲς κἄλλως θεοῖσιν ἐχθρόν. Δικ.: οἶμαι· Δικ. ἵν᾽ αὐτὸν ἐνδήσας φέρω ὥσπερ κέραμον ἵνα μὴ καταγῇ φερόμενος. σελαγοῖντ᾽ ἂν εὐθύς. Νίκ. κεἴπερ λάβοιτο τῶν νεῶν τὸ πῦρ ἅπαξ. Δικ. Δικ.: αὕτη γὰρ ἐμπρήσειεν ἂν τὸ νεώριον.: τί χρήσεταί ποτ᾽ αὐτῷ. Νίκ.: μαρτύρομαι. Δικ. κρατὴρ κακῶν.: τίνι τρόπῳ. Βοιωτός τί ἀδικείμενος.: ἀλλ᾽ ἅπαν κακόν. βορέαν ἐπιτηρήσας μέγαν. Νίκ. Νίκ.: νεώριον θρυαλλίς. Νίκ. Δικ.Δικ. σελαγοῖντ᾽ ἂν ὑπὸ τίφης τε καὶ θρυαλλίδος. Νίκ. Νίκαρχος ταυτὶ τίνος τὰ φορτί᾽ ἐστί.: ἐμοὶ μελήσει ταῦτ᾽.: ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενε. Δικ. Χορ.: ἐγὼ τοίνυν ὁδὶ φαίνω πολέμια ταῦτα. Βοιωτός τῶδ᾽ ἐμὰ Θείβαθεν. Νίκ. Βοιωτός τί δὲ κακὸν παθὼν ὀρναπετίοισι πόλεμον ἤρα καί μάχαν. 910 915 920 925 930 935 935 939β .: καὶ σέ γε φανῶ πρὸς τοῖσδε. ἴττω Δεύς.: ἐνθεὶς ἂν ἐς τίφην ἀνὴρ Βοιώτιος ἅψας ἄν ἐσπέμψειεν ἐς τὸ νεώριον δι᾽ ὑδρορρόας.: ξυλλάμβαν᾽ αὐτοῦ τὸ στόμα· δός μοι φορυτόν.: ἔνδησον ὦ βέλτιστε τῷ ξένῳ καλῶς τὴν ἐμπολὴν οὕτως ὅπως ἂν μὴ θέρων κατάξῃ. Χορ.: ἐγὼ φράσω σοι τῶν περιεστώτων χάριν· ἐκ τῶν πολεμίων γ᾽ εἰσάγεις θρυαλλίδας.: ἔπειτα φαίνεις δῆτα διὰ θρυαλλίδα.
Δικ. Χορ. αὐτόματα πάντ᾽ ἀγαθὰ τῷδέ γε πορίζεται. Βοιωτός ὑπόκυπτε τὰν τύλαν ἰὼν Ἰσμήνιχε. Χορ. Θεράπων Λαμάχου ὁ δεινός. Δικ. Δικ.: ἰσχυρόν ἐστιν ὦγάθ᾽. εἴπερ ἐκ ποδῶν κατωκάρα κρέμαιτο. πάντως μὲν οἴσεις οὐδὲν ὑγιές.: ἀλλ᾽ ὦ ξένων βέλτιστε συνθέριζε καὶ τοῦτον λαβὼν πρόσβαλλ᾽ ὅποι βούλει φέρων πρὸς πάντα συκοφάντην. ἀλλ᾽ ὅμως· κἂν τοῦτο κερδήνῃς ἄγων τὸ φορτίον. Βοιωτός μέλλω γά τοι θερίδδειν.: μόλις γ᾽ ἐνέδησα τὸν κακῶς ἀπολούμενον.: ὁ ποῖος οὗτος Λάμαχος τὴν ἔγχελυν. ἐκέλευε Λάμαχός σε ταυτησὶ δραχμῆς ἐς τοὺς Χοᾶς αὑτῷ μεταδοῦναι τῶν κιχλῶν. ἐγὼ δ᾽ ἐμαυτῷ τόδε λαβὼν τὸ φορτίον εἴσειμ᾽ ὑπαὶ πτερύγων κιχλᾶν καὶ κοψίχων. Θεράπων Λαμάχου ὅ τι. Δικ. οἷ᾽ ἔχει σπεισάμενος ἐμπορικὰ χρήματα διεμπολᾶν.Χορ. ὃς τὴν Γοργόνα πάλλει κραδαίνων τρισὶ κατάσκιος λόφοις. εὐδαιμονήσεις συκοφαντῶν γ᾽ οὕνεκα. 940 945 945 950 955 960 965 970 975 . ὁ ταλαύρινος.: πῶς δ᾽ ἂν πεποιθοίη τις ἀγγείῳ τοιούτῳ χρώμενος κατ᾽ οἰκίαν τοσόνδ᾽ ἀεὶ ψοφοῦντι. Χορ.: οὐκ ἂν μὰ Δί᾽ εἰ δοίη γέ μοι τὴν ἀσπίδα· ἀλλ᾽ ἐπὶ ταρίχει τοὺς λόφους κραδαινέτω· ἢν δ᾽ ἀπολιγαίνῃ. τί με βωστρεῖς. ὥστ᾽ οὐκ ἂν καταγείη ποτ᾽.: εἶδες ὦ εἶδες ὦ πᾶσα πόλι τὸν φρόνιμον ἄνδρα τὸν ὑπέρσοφον. Δικ.: χὤπως κατοίσεις αὐτὸν εὐλαβούμενος. τριῶν δραχμῶν δ᾽ ἐκέλευε Κωπᾷδ᾽ ἔγχελυν. ὧν τὰ μὲν ἐν οἰκίᾳ χρήσιμα. τὰ δ᾽ αὖ πρέπει χλιαρὰ κατεσθίειν. τοὺς ἀγορανόμους καλῶ. αἴρου λαβὼν τὸν κέραμον ὦ Βοιώτιε. Θεράπων Λαμάχου Δικαιόπολι.: ἤδη καλῶς ἔχει σοι.Δικαιόπολις τίς ἔστι.
: οἶμαί σε καὶ τοῦτ᾽ εὖ λέγειν.: τί δῆτ᾽ ἐπειδὰν τὰς κίχλας ὀπτωμένας ἴδητε. ὁ γέρων ὁδί. οὐδὲ παρ᾽ ἐμοί ποτε τὸν Ἁρμόδιον ᾄσεται 980 ξυγκατακλινείς. τοῦ κήρυκος οὐκ ἀκούετε.οὐδέποτ᾽ ἐγὼ Πόλεμον οἴκαδ᾽ ὑποδέξομαι. καὶ τὸ τρίτον ἡμερίδος ὄρχον. ἀσκὸν Κτησιφῶντος λήψεται. Χορ. κἀνέτρεπε κἀξέχει κἀμάχετο καὶ προσέτι πολλὰ προκαλουμένου ᾽πῖνε κατάκεισο λαβὲ τήνδε φιλοτησίαν᾽ 985 τὰς χάρακας ἧπτε πολὺ μᾶλλον ἐν τῷ πυρί. ἀκούετε λεᾐ· κατὰ τὰ πάτρια τοὺς Χοᾶς 1000 πίνειν ὑπὸ τῆς σάλπιγγος· ὃς δ᾽ ἂν ἐκπίῃ πρώτιστος. φέρε τοὺς ὀβελίσκους. Δικ. τοὺς στεφάνους ἀνείρετε. Δικ. Χορ.: ὦ Ἡράκλεις τίς οὑτοσί. ἐξέχει θ᾽ ἡμῶν βίᾳ τὸν οἶνον ἐκ τῶν ἀμπέλων. 990 ὡς καλὸν ἔχουσα τὸ πρόσωπον ἄρ᾽ ἐλάνθανες. Γεωργός . ὥστ᾽ ἀλείφεσθαί σ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν κἀμὲ ταῖς νουμηνίαις. καὶ περὶ τὸ χωρίον ἐλᾷδας ἅπαν ἐν κύκλῳ. τί δρᾶτε.: ἤκουσας ὡς μαγειρικῶς 1015 κομψῶς τε καὶ δειπνητικῶς αὑτῷ διακονεῖται. ὦ Κύπριδι τῇ καλῇ καὶ Χάρισι ταῖς φίλαις ξύντροφε Διαλλαγή.: ζηλῶ σε τῆς εὐβουλίας. μᾶλλον δὲ τῆς εὐωχίας 1010 ἄνθρωπε τῆς παρούσης. ὅτι παροινικὸς ἀνὴρ ἔφυ.: <οὑτοσὶ δ᾽> ἐπτέρωταί τ᾽ ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἅμα καὶ μεγάλα δὴ φρονεῖ. ἵν᾽ ἀναπείρω τὰς κίχλας. ὥσπερ ὁ γεγραμμένος ἔχων στέφανον ἀνθέμων. Χορ. πῶς ἂν ἐμὲ καὶ σέ τις Ἔρως ξυναγάγοι λαβών. ἀλλά σε λαβὼν τρία δοκῶ γ᾽ ἂν ἔτι προσβαλεῖν· πρῶτα μὲν ἂν ἀμπελίδος ὄρχον ἐλάσαι μακρόν. τοῦ βίου δ᾽ ἐξέβαλε δεῖγμα <τάδε> τὰ πτερὰ πρὸ τῶν θυρῶν. ἢ πάνυ γερόντιον ἴσως νενόμικάς με σύ. ὅστις ἐπὶ πάντ᾽ ἀγάθ᾽ ἔχοντας ἐπικωμάσας ἠργάσατο πάντα κακά. 995 εἶτα παρὰ τόνδε νέα μοσχίδια συκίδων.Δικαιόπολις τὸ πῦρ ὑποσκάλευε. Κῆρ. ἀναβράττετ᾽ ἐξοπτᾶτε τρέπετ᾽ ἀφέλκετε 1005 τὰ λαγῷα ταχέως. Γεωργός οἴμοι τάλας. Χορ.: ὦ παῖδες ὦ γυναῖκες οὐκ ἠκούσατε. Δικ.
Δικ. Χορ. Δικ. Δικ. Δικ.Δικαιόπολις ὀπτᾶτε τἀγχέλεια.: ἀλλ᾽ ὦ πόνηρ᾽ οὐ δημοσιεύων τυγχάνω. σπονδαὶ γάρ εἰσι σοὶ μόνῳ. κοὐκ ἔοικεν οὐδενὶ μεταδώσειν.:τίς οὑτοσί.: πόθεν.: τί δ᾽ ἔπαθες. Δικ. Χορ. 1020 μέτρησον εἰρήνης τί μοι. Γεωργός ὦ φίλτατε. ὑπάλειψον εἰρήνῃ με τὠφθαλμὼ ταχύ.: εἶτα νυνὶ τοῦ δέει. Γεωργός ἀπόλωλα τὠφθαλμὼ δακρύων τὼ βόε. κἂν πέντ᾽ ἔτη.: οὐκ ἔστιν.: κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου. Γεωργός ἐπετρίβην ἀπολέσας τὼ βόε. Γεωργός καὶ ταῦτα μέντοι νὴ Δἴ ὥπερ μ᾽ ἐτρεφέτην 1025 ἐν πᾶσι βολίτοις. Δικ.: ὦ τρισκακόδαιμον εἶτα λευκὸν ἀμπέχει. Δικ.: ἁνὴρ ἀνηύρηκέν τι ταῖς σπονδαῖσιν ἡδύ. Γεωργός ἀπὸ Φυλῆς ἔλαβον οἱ Βοιώτιοι.: ἀποκτενεῖς λιμῷ ᾽μὲ καὶ τοὺς γείτονας κνίσῃ τε καὶ 1045 φωνῇ τοιαῦτα λάσκων. ἤν πως κομίσωμαι τὼ βόε. ἀλλ᾽ εἴ τι κήδει Δερκέτου Φυλασίου.: οὐδ᾽ ἂν στριβιλικίγξ· ἀλλ᾽ ἀπιὼν οἴμωζέ ποι.1040 Χορ. τίς οὑτοσί. Δικ. Δικ. 1035 Γεωργός οἴμοι κακοδαίμων τοῖν γεωργοῖν βοιδίοιν. ἀλλὰ κλᾶε πρὸς τοὺς Πιττάλου. 1030 Γεωργός ἴθ᾽ ἀντιβολῶ σ᾽. Γεωργός σὺ δ᾽ ἀλλά μοι σταλαγμὸν εἰρήνης ἕνα ἐς τὸν καλαμίσκον ἐνστάλαξον τουτονί.: ἤκουσας ὀρθιασμάτων. Παράνυμφος ἔπεμψέ τίς σοι νυμφίος ταυτὶ κρέα .ἀνὴρ κακοδαίμων. Δικ.: κατάχει σὺ τῆς χορδῆς τὸ μέλι. τὰς σηπίας στάθευε. Παράνυμφος Δικαιόπολι.: ὀπτᾶτε ταυτὶ καὶ καλῶς ξανθίζετε. Δικ.
ἵν᾽ οἶνον ἐγχέω λαβὼν ἐς τοὺς Χοᾶς.:οἴμοι κακοδαίμων καταγελᾷς ἤδη σύ μου. Παράνυμφος ἐκέλευε δ᾽ ἐγχέαι σε τῶν κρεῶν χάριν. ὅπως ἂν οἰκουρῇ τὸ πέος τοῦ νυμφίου. Ἄγγελος Β 1050 1055 1060 1065 1070 1075 1080 1085 .: ἀπόφερ᾽ ἀπόφερε τὰ κρέα καὶ μή μοι δίδου. ὑπὸ τοὺς Χοᾶς γὰρ καὶ Χύτρους αὐτοῖσί τις ἤγγειλε λῃστὰς ἐμβαλεῖν Βοιωτίους. Λάμ.: καὶ μὴν ὁδί τις τὰς ὀφρῦς ἀνεσπακὼς· ὥσπερ τι δεινὸν ἀγγελῶν ἐπείγεται. Δικ. ὅταν στρατιώτας καταλέγωσι. Ἄγγελος Β Δικαιόπολι. Ἄγγελος Α ἰὼ πόνοι τε καὶ μάχαι καὶ Λάμαχοι.: φέρε δὴ τί σὺ λέγεις.: τί ἔστιν.ἐκ τῶν γάμων. τουτῳὶ νύκτωρ ἀλειφέτω τὸ πέος τοῦ νυμφίου. τοῦτο τῇ νύμφῃ φράσον.: ἰὼ στράτευμα πολεμολαμαχαϊκόν. Δικ.:ἰὼ στρατηγοὶ πλείονες ἢ βελτίονες. φέρε τὴν οἰνήρυσιν. ὡς οὐκ ἂν ἐγχέαιμι μυρίων δραχμῶν.:τίς ἀμφὶ χαλκοφάλαρα δώματα κτυπεῖ. Δικ. Δικ. Δικ. ἀπόφερε τὰς σπονδάς. ὁτιὴ γυνή ᾽στι τοῦ πολέμου τ᾽ οὐκ αἰτία. οἶσθ᾽ ὡς ποιεῖτε. Λάμ. Παράνυμφος ἡ νυμφεύτρια δεῖται παρὰ τῆς νύμφης τι σοὶ λέξαι μόνῳ. ὕπεχ᾽ ὧδε δεῦρο τοὐξάλειπτρον ὦ γύναι. ὡς γέλοιον ὦ θεοὶ τὸ δέημα τῆς νύμφης ὃ δεῖταί μου σφόδρα. οὐ δεινὰ μὴ ᾽ξεῖναί με μηδ᾽ ἑορτάσαι. φέρε δεῦρο τὰς σπονδάς. Λάμ. ἀλλ᾽ αὑτηὶ τίς ἔστιν.: αἰαῖ τίνα δ᾽ αὖ μοι προστρέχει τις ἀγγελῶν.:αἰαῖ οἵαν ὁ κῆρυξ ἀγγελίαν ἤγγειλέ μοι. Χορ. Δικ.: καλῶς γε ποιῶν ὅστις ἦν. ἐς τὸν ἀλάβαστον κύαθον εἰρήνης ἕνα. ἵνα μὴ στρατεύοιτ᾽ ἀλλὰ βινοίη μένων. Λάμ. ἵν᾽ αὐτῇ δῶ μόνῃ.: βούλει μάχεσθαι Γηρυόνῃ τετραπτίλῳ. Δικ. Ἄγγελος Α ἰέναι σ᾽ ἐκέλευον οἱ στρατηγοὶ τήμερον ταχέως λαβόντα τοὺς λόχους καὶ τοὺς λόφους· κἄπειτα τηρεῖν νειφόμενον τὰς ἐσβολάς.
ὀρχηστρίδες.:ἔνεγκε δεῦρο τὼ πτερὼ τὼ κ᾽ τοῦ κράνους.:ὦνθρωπε παῦσαι καταγελῶν μου τῶν ὅπλων.: ἀλλ᾽ ἤ πρὸ δείπνου τὴν μίμαρκυν κατέδομαι. Δικ.:τοὺς κιλλίβαντας οἶσε παῖ τῆς ἀσπίδος. Δικ. Λάμ. Λάμ. Δικ. καλαί.:οἴμ᾽ ὡς ὑβρίζεις. Δικ. Λάμ. Λάμ. αἱ πόρναι πάρα. κλῖναι τράπεζαι προσκεφάλαια στρώματα στέφανοι μύρον τραγήμαθ᾽. καὶ δεῖπνόν τις ἐνσκευαζέτω. Λάμ. Δικ. Δικ.: παῖ παῖ φέρ᾽ ἔξω δεῦρο τὴν κίστην ἐμοί. Δικ.: καὶ τῆς ἐμῆς τοὺς κριβανίτας ἔκφερε.:ὦνθρωπε βούλει μὴ προσαγορεύειν ἐμέ.:φέρε δεῦρο γοργόνωτον ἀσπίδος κύκλον.:καλόν γε καὶ λευκὸν τὸ τῆς στρούθου πτερόν.:ἅλας θυμίτας οἶσε παῖ καὶ κρόμμυα.:φέρε τοῦ δόρατος ἀφελκύσωμαι τοὔλυτρον. ἀλλ᾽ ἐγκόνει· δειπνεῖν κατακωλύεις πάλαι.: καλόν γε καὶ ξανθὸν τὸ τῆς φάττης κρέας.: οὐκ ἀλλ᾽ ἐγὼ χὠ παῖς ἐρίζομεν πάλαι.: κἀμοὶ σὺ δημοῦ θρῖον· ὀπρήσω δ᾽ ἐκεῖ.: ἐμοὶ δὲ τὰς φάττας γε φέρε καὶ τὰς κίχλας.ἐπὶ δεῖπνον ταχὺ βάδιζε τὴν κίστην λαβὼν καὶ τὸν χοᾶ. Δικ.: κἀμοὶ λεκάνιον τῶν λαγᾐων δὸς κρεῶν.: ὦνθρωπε βούλει μὴ βλέπειν ἐς τὰς κίχλας. Λάμ. Λάμ.: τὰς ἀκρίδας κρίνει πολύ.:ἀλλ᾽ ἢ τριχόβρωτες τοὺς λόφους που κατέφαγον.: ἐμοὶ δὲ τεμάχη· κρομμύοις γὰρ ἄχθομαι. ἀντέχου παῖ. Λάμ. Λάμ.:παῖ παῖ φέρ᾽ ἔξω δεῦρο τὸν γυλιὸν ἐμοί. Λάμ. Δικ.: κἀμοὶ πλακοῦντος τυρόνωτον δὸς κύκλον. Λάμ. ὁ τοῦ Διονύσου γάρ σ᾽ ἱερεὺς μεταπέμπεται.: καὶ σὺ παῖ τοῦδ᾽ ἀντέχου.:ταῦτ᾽ οὐ κατάγελώς ἐστιν ἀνθρώποις πλατύς. ἄμυλοι πλακοῦντες σησαμοῦντες ἴτρια. Δικ. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα σπεῦδε. Δικ. Δικ. Δικ.: καὶ γὰρ σὺ μεγάλην ἐπεγράφου τὴν Γοργόνα.:κακοδαίμων ἐγώ.: παῖ παῖ σὺ δ᾽ ἀφελὼν δεῦρο τὴν χορδὴν φέρε. Λάμ. τὰ φίλταθ᾽ Ἁρμοδίου. Λάμ. Λάμ.:παῖ παῖ καθελών μοι τὸ δόρυ δεῦρ᾽ ἔξω φέρε. Λάμ.: ταῦτ᾽ οὐ πλακοῦς δῆτ᾽ ἐστὶν ἀνθρώποις γλυκύς. σύγκλῃε. Λάμ. Δικ.:τὸ λοφεῖον ἐξένεγκε τῶν τριῶν λόφων. Δικ. βούλει περιδόσθαι κἀπιτρέψαι Λαμάχῳ. τὰ δ᾽ ἄλλα πάντ᾽ ἐστὶν παρεσκευασμένα. ἔχ᾽. 1090 1095 1100 1105 1110 1115 1120 1125 . Δικ. πότερον ἀκρίδες ἥδιόν ἐστιν ἤ κίχλαι.:θρῖον ταρίχους οἶσε δεῦρο παῖ σαπροῦ.
ὡς μὲν ἁπλῷ. κἄπειθ᾽ ἁμαρτὼν βάλοι Κρατῖνον. νείφει.: ἐγὼ δὲ θοἰμάτιον λαβὼν ἐξέρχομαι. Λάμ. Ἀντίμαχον τὸν ψακάδος τὸν ξυγγραφῆ τὸν μελέων ποιητήν.:ἐγὼ δ᾽ ἐμαυτῷ τὸν γυλιὸν οἴσω λαβών. ἡ δ᾽ ὠπτημένη σίζουσα πάραλος ἐπὶ τραπέζῃ κειμένη ὀκέλλοι· κᾆτα μέλλοντος λαβεῖν αὐτοῦ κύων ἁρπάσασα φεύγοι. Δικ.:φέρε δεῦρο παῖ θώρακα πολεμιστήριον. βαβαιάξ· χειμέρια τὰ πράγματα.: αἴρου τὸ δεῖπνον· συμποτικὰ τὰ πράγματα. Δικ. Λάμ. κἀνθάδ᾽ ἔνδηλος γέρων κλάειν κελεύων Λάμαχον τὸν Γοργάσου. ὃν ἔτ᾽ ἐπίδοιμι τευθίδος δεόμενον. Δικ. ὡς ἀνομοίαν ἔρχεσθον ὁδόν· τῷ μὲν πίνειν στεφανωσαμένῳ.: τὸ δεῖπνον ὦ παῖ δῆσον ἐκ τῆς κιστίδος.:τὴν ἀσπίδ᾽ αἴρου καὶ βάδιζ᾽ ὦ παῖ λαβών. 1165 εἶτα κατάξειέ τις αὐτοῦ μεθύων τῆς κεφαλῆς Ὀρέστης μαινόμενος· ὁ δὲ λίθον βαλεῖν βουλόμενος ἐν σκότῳ λάβοι τῇ χειρὶ πέλεθον ἀρτίως κεχεσμένον· 1170 ἐπᾴξειεν δ᾽ ἔχων τὸν μάρμαρον. σοὶ δὲ ῥιγῶν καὶ προφυλάττειν.: κατάχει σὺ τὸ μέλι. 1130 1135 1140 1145 1150 1155 1160 τοῦτο μὲν αὐτῷ κακὸν ἕν.Λάμ.: ἔξαιρε παῖ θώρακα κἀμοὶ τὸν χοᾶ. Λάμ. Δικ.:τὰ στρώματ᾽ ὦ παῖ δῆσον ἐκ τῆς ἀσπίδος. ἐν τῷ χαλκίῳ ἐνορῶ γέροντα δειλίας φευξούμενον.:ἐν τῷδε πρὸς τοὺς πολεμίους θωρήξομαι. Λάμ. κακῶς ἐξολέσειεν ὁ Ζεύς· ὅς γ᾽ ἐμὲ τὸν τλήμονα Λήναια χορηγῶν ἀπέλυσ᾽ ἄδειπνον.:κατάχει σὺ παῖ τοὔλαιον. Λάμ. Χορ. ἠπιαλῶν γὰρ οἴκαδ᾽ ἐξ ἱππασίας βαδίζων.: ἴτε δὴ χαίροντες ἐπὶ στρατιάν.: ἐν τῷδε πρὸς τοὺς συμπότας θωρήξομαι. Δικ. ἀνατριβομένῳ τε τὸ δεῖνα. Θεράπων Λαμάχου . Δικ. τῷ δὲ καθεύδειν μετὰ παιδίσκης ὡραιοτάτης. κᾆθ᾽ ἕτερον νυκτερινὸν γένοιτο.
:τάλας ἐγὼ ξυμβολῆς βαρείας. οὐκέτ᾽ εἰμ᾽ ἐγώ.:λάβεσθέ μου λάβεσθε τοῦ σκέλους παπαῖ. Λάμ. Λάμ.:εἰλιγγιῶ κάρα λίθῳ πεπληγμένος καὶ σκοτοδινιῶ. Δικ. Δικ.: τοῖς Χουσὶ γάρ τις ξυμβολὰς ἐπράττετο. τὸν γὰρ χοᾶ πρῶτος ἐκπέπωκα. Δικ. Λάμ. καὶ Γοργόν᾽ ἐξήγειρεν ἐκ τῆς ἀσπίδος. δεινὸν ἐξηύδα μέλος· ᾽ὦ κλεινὸν ὄμμα νῦν πανύστατόν σ᾽ ἰδὼν λείπω φάος γε τοὐμόν. κηρωτὴν παρασκευάζετε. ἁνὴρ τέτρωται χάρακι διαπηδῶν τάφρον. Δικ.:ὦ συμφορὰ τάλαινα τῶν ἐμῶν κακῶν. καὶ τὸ σφυρὸν παλίνορρον ἐξεκόκκισεν.:ἀτταταῖ ἀτταταῖ στυγερὰ τάδε γε κρυερὰ πάθεα· τάλας ἐγώ. ἰὼ ἰὼ τραυμάτων ἐπωδύνων. ὡς σκληρὰ καὶ κυδώνια. Λάμ. Λάμ.ὦ δμῶες οἳ κατ᾽ οἶκόν ἐστε Λαμάχου.: ἐμοῦ δέ γε σφὼ τοῦ πέους ἄμφω μέσου προσλάβεσθ᾽ ὦ φίλαι.: ἰὴ ἰὴ χαῖρε Λαμαχίππιον.: εἴ μ᾽ ἴδοι τετρωμένον κᾆτ᾽ ἐγχάνοι ταῖς ἐμαῖς τύχαισιν.: ἀλλ᾽ οὐχὶ νυνὶ τήμερον Παιώνια. ἔρι᾽ οἰσυπηρά.:ἰὼ ἰὼ Παιὰν Παιάν. διόλλυμαι δορὸς ὑπὸ πολεμίου τυπείς. ὕδωρ ὕδωρ ἐν χυτριδίῳ θερμαίνετε· ὀθόνια. Δικ. Λάμ. Δικ. ὁδὶ δὲ καὐτός· ἀλλ᾽ ἄνοιγε τὴν θύραν. φιλήσατόν με μαλθακῶς ὦ χρυσίω τὸ περιπεταστὸν κἀπιμανδαλωτόν.: τί με σὺ κυνεῖς.:στυγερὸς ἐγώ. προσλάβεσθ᾽ ὦ φίλοι. πτίλον δὲ τὸ μέγα κομπολακύθου πεσὸν πρὸς ταῖς πέτραισι. Δικ. Δικ.:μογερὸς ἐγώ. λαμπάδιον περὶ τὸ σφυρόν. Λάμ.: κἀγὼ καθεύδειν βούλομαι καὶ στύομαι καὶ σκοτοβινιῶ 1175 1180 1185 1190 1195 1200 1205 1210 1215 1220 . ἐκεῖνο δ᾽ οὖν αἰακτὸν ἂν γένοιτο. Λάμ.: ἀτταταῖ ἀτταταῖ τῶν τιτθίων.᾽ τοσαῦτα λέξας εἰς ὑδρορρόαν πεσὼν ἀνίσταταί τε καὶ ξυναντᾷ δραπέταις λῃστὰς ἐλαύνων καὶ κατασπέρχων δορί.: τί με σὺ δάκνεις. καὶ τῆς κεφαλῆς κατέαγε περὶ λίθῳ πεσών. Δικ.
Ξανθίας τὸ τί.:θύραζέ μ᾽ ἐξενέγκατ᾽ ἐς τοῦ Πιττάλου παιωνίαισι χερσίν. 6 . 1230 Δικ. Δικ. Βάτραχοι (ed.“ τοῦτο δὲ φύλαξαι· πάνυ γάρ ἐστ᾽ ἤδη χολή. τήνελλα καλλίνικος.M.: ὁρᾶτε τουτονὶ κενόν.: τήνελλα δῆτ᾽. Geldart. Αριστοφάνης.: ὡς τοὺς κριτάς με φέρετε· ποῦ ᾽στιν ὁ βασιλεύς. 1225 Λάμ. Δικ.M.: καὶ πρός γ᾽ ἄκρατον ἐγχέας ἄμυστιν ἐξέλαψα. τὸ πάνυ γέλοιον εἴπω. Διόνυσος μεταβαλλόμενος τἀνάφορον ὅτι ”χεζητιᾷς“.W. F. ἐφ᾽ οἷς ἀεὶ γελῶσιν οἱ θεώμενοι. Oxford. Διόνυσος νὴ Δία θαρρῶν γε· μόνον ἐκεῖν᾽ ὅπως μὴ ᾽ρεῖς. Geldart. Χορ. Ξανθίας μηδ᾽ ὅτι τοσοῦτον ἄχθος ἐπ᾽ ἐμαυτῷ φέρων. 1907) Ξανθίας Εἴπω τι τῶν εἰωθότων ὦ δέσποτα. 1907) Ἀριστοφάνους Βάτραχοι (ed. Διόνυσος νὴ τὸν Δί᾽ ὅ τι Βούλει γε. Hall and W. Ξανθίας τί δαί. Oxford.Λάμ. Διόνυσος πλήν γ᾽ ”ὡς θλίβομαι“. Χορ.: τήνελλά νυν ὦ γεννάδα· χώρει λαβὼν τὸν ἀσκόν.: ἀλλ᾽ ἑψόμεσθα σὴν χάριν τήνελλα καλλίνικος ᾄδοντες σὲ καὶ τὸν ἀσκόν. ὦ πρέσβυ. Ξανθίας μηδ᾽ ἕτερον ἀστεῖόν τι. ἀπόδοτέ μοι τὸν ἀσκόν. εἴπερ καλεῖς γ᾽. F. καλλίνικος.W. Δικ. Χορ.: ἕπεσθέ νυν ᾄδοντες ὦ τήνελλα καλλίνικος. πλὴν ”πιέζομαι.:λόγχη τις ἐμπέπηγέ μοι δι᾽ ὀστέων ὀδυρτά. Hall and W.
ὅς γ᾽ αὐτὸς ὑφ᾽ ἑτέρου φέρει. πλεῖν ἢ ᾽νιαυτῷ πρεσβύτερος ἀπέρχομαι. Ξανθίας φέρων γε ταυτί. Ξανθίας τί δῆτ᾽ ἔδει με ταῦτα τὰ σκεύη φέρειν. ἐν τῷ μέρει σὺ τὸν ὄνον ἀράμενος φέρε. Ἡρακλῆς τίς τὴν θύραν ἐπάταξεν. ὅταν τι τούτων τῶν σοφισμάτων ἴδω. Διόνυσος οὔκουν τὸ Βάρος τοῦθ᾽ ὃ σὺ φέρεις ὄνος φέρει. τὸ δὲ γέλοιον οὐκ ἐρεῖ. Ξανθίας οἴμοι κακοδαίμων· τί γὰρ ἐγὼ οὐκ ἐναυμάχουν. Διόνυσος εἶτ᾽ οὐχ ὕβρις ταῦτ᾽ ἐστὶ καὶ πολλὴ τρυφή. καὶ γὰρ ἐγγὺς τῆς θύρας ἤδη βαδίζων εἰμὶ τῆσδ᾽. ὅτι θλίβεται μέν. Διόνυσος κατάβα πανοῦργε. παῖ.εἰ μὴ καθαιρήσει τις. ἱκετεύω. πλήν γ᾽ ὅταν μέλλω ᾽ξεμεῖν. Ξανθίας οὐ γὰρ φέρω ᾽γώ. παῖ. παιδίον. οἷ πρῶτά με ἔδει τραπέσθαι. Διόνυσος πῶς γὰρ φέρεις. Ξανθίας ὢ τρισκακοδαίμων ἄρ᾽ ὁ τράχηλος οὑτοσί. ἵνα μὴ ταλαιπωροῖτο μηδ᾽ ἄχθος φέροι. τοῦτον δ᾽ ὀχῶ. Ξανθίας οὐ δῆθ᾽ ὅ γ᾽ ἔχω ᾽γὼ καὶ φέρω μὰ τὸν Δί᾽ οὔ. Διόνυσος μή νυν ποιήσῃς· ὡς ἐγὼ θεώμενος. Ξανθίας Βαρέως πάνυ. Ξανθίας οὐκ οἶδ᾽· ὁ δ᾽ ὦμος οὑτοσὶ πιέζεται. ἠμί. Διόνυσος μὴ δῆθ᾽. εἴπερ ποιήσω μηδὲν ὧνπερ Φρύνιχος εἴωθε ποιεῖν καὶ Λύκις κἀμειψίας. ὡς κενταυρικῶς 10 14 16 20 24 30 35 . Διόνυσος σὺ δ᾽ οὖν ἐπειδὴ τὸν ὄνον οὐ φῄς σ᾽ ὠφελεῖν. ὅτ᾽ ἐγὼ μὲν ὢν Διόνυσος υἱὸς Σταμνίου αὐτὸς βαδίζω καὶ πονῶ. ἀποπαρδήσομαι. ἦ τἄν σε κωκύειν ἂν ἐκέλευον μακρά. Διόνυσος πῶς φέρεις γὰρ ὅς γ᾽ ὀχεῖ. Διόνυσος τίνα τρόπον.
Διόνυσος ἐπεβάτευον ΚλεισθένειἩρακλῆς κἀναυμάχησας. Ξανθίας τί ἔστιν. Διόνυσος ὡς σφόδρα μ᾽ ἔδεισε. ποῖ γῆς ἀπεδήμεις. πόσος τις. Διόνυσος οὐ δῆτ᾽. Διόνυσος καὶ δῆτ᾽ ἐπὶ τῆς νεὼς ἀναγιγνώσκοντί μοι τὴν Ἀνδρομέδαν πρὸς ἐμαυτὸν ἐξαίφνης πόθος τὴν καρδίαν ἐπάταξε πῶς οἴει σφόδρα. Διόνυσος ὁ παῖς. Ἡρακλῆς γυναικός. Ξανθίας νὴ Δία μὴ μαίνοιό γε. Διόνυσος καὶ κατεδύσαμέν γε ναῦς τῶν πολεμίων ἢ δώδεκ᾽ ἢ τρεῖς καὶ δέκα. Ξανθίας κᾆτ᾽ ἔγωγ᾽ ἐξηγρόμην. τίς ὁ νοῦς. Ἡρακλῆς ἀλλ᾽ οὐχ οἷός τ᾽ εἴμ᾽ ἀποσοβῆσαι τὸν γέλων ὁρῶν λεοντῆν ἐπὶ κροκωτῷ κειμένην. Ἡρακλῆς πόθος. Διόνυσος μικρὸς ἡλίκος Μόλων. Ἡρακλῆς οὔ τοι μὰ τὴν Δήμητρα δύναμαι μὴ γελᾶν· καίτοι δάκνω γ᾽ ἐμαυτόν· ἀλλ᾽ ὅμως γελῶ. Ἡρακλῆς 40 45 50 55 . Ξανθίας τὸ τί. τί κόθορνος καὶ ῥόπαλον ξυνηλθέτην. Διόνυσος ὦ δαιμόνιε πρόσελθε· δέομαι γάρ τί σου.ἐνήλαθ᾽ ὅστις· εἰπέ μοι τουτὶ τί ἦν. Ἡρακλῆς σφώ. Διόνυσος οὐκ ἐνεθυμήθης. Διόνυσος νὴ τὸν Ἀπόλλω.
οὐκ Ἰοφῶν ζῇ. μυριάκις γ᾽ ἐν τῷ βίῳ. εἰ καὶ τοῦτ᾽ ἄρα· οὐ γὰρ σάφ᾽ οἶδ᾽ οὐδ᾽ αὐτὸ τοῦθ᾽ ὅπως ἔχει. Ἡρακλῆς ξυνεγένου τῷ Κλεισθένει. Ἡρακλῆς τί βουλόμενος. Διόνυσος κοὐδείς γέ μ᾽ ἂν πείσειεν ἀνθρώπων τὸ μὴ οὐκ ἐλθεῖν ἐπ᾽ ἐκεῖνον. Ἡρακλῆς μὴ δῆτα περὶ ἔτνους γε· πάνυ γὰρ μανθάνω. ἤδη ποτ᾽ ἐπεθύμησας ἐξαίφνης ἔτνους. οἱ μὲν γὰρ οὐκέτ᾽ εἰσίν. Διόνυσος καὶ νὴ Δί᾽ εἴ τί γ᾽ ἔστιν ἔτι κατωτέρω. Διόνυσος τοῦτο γάρ τοι καὶ μόνον ἔτ᾽ ἐστὶ λοιπὸν ἀγαθόν. Διόνυσος οὐδαμῶς. Ἡρακλῆς ἔτνους. Διόνυσος δέομαι ποιητοῦ δεξιοῦ. Διόνυσος ἀπαπαί. Ἡρακλῆς ποῖός τις ὦδελφίδιον. Διόνυσος τοιουτοσὶ τοίνυν με δαρδάπτει πόθος Εὐριπίδου. Ἡρακλῆς ἀλλ᾽ ἀνδρός. Διόνυσος οὐκ ἔχω φράσαι. Ἡρακλῆς καὶ ταῦτα τοῦ τεθνηκότος. Ἡρακλῆς εἶτ᾽ οὐχὶ Σοφοκλέα πρότερον Εὐριπίδου 60 65 70 75 . Διόνυσος μὴ σκῶπτέ μ᾽ ὦδέλφ᾽· οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ἔχω κακῶς· τοιοῦτος ἵμερός με διαλυμαίνεται. Ἡρακλῆς τί δ᾽.ἀλλὰ παιδός. Διόνυσος ἆρ᾽ ἐκδιδάσκω τὸ σαφὲς ἢ ᾽τέρᾳ φράσω. βαβαιάξ. ὅμως γε μέντοι σοι δι᾽ αἰνιγμῶν ἐρῶ. Ἡρακλῆς πότερον εἰς Ἅιδου κάτω. οἱ δ᾽ ὄντες κακοί.
ἀγαθὸς ποιητὴς καὶ ποθεινὸς τοῖς φίλοις. Διόνυσος μἀλλὰ πλεῖν ἢ μαίνομαι. Διόνυσος ὡδὶ γόνιμον. γόνιμον δὲ ποιητὴν ἂν οὐχ εὕροις ἔτι ζητῶν ἄν. Ξανθίας περὶ ἐμοῦ δ᾽ οὐδεὶς λόγος ἐπιτριβομένου τὸν ὦμον οὑτωσὶ σφόδρα. Διόνυσος ἀπολιπών μ᾽ ἀποίχεται. Ἡρακλῆς ποῖ γῆς ὁ τλήμων. χελιδόνων μουσεῖα. Ἡρακλῆς πῶς γόνιμον.μέλλεις ἀναγαγεῖν. ἃ φροῦδα θᾶττον. Ἡρακλῆς ὁ δὲ Σενοκλέης. Εὐριπίδου πλεῖν ἢ σταδίῳ λαλίστερα. Ἡρακλῆς οὔκουν ἕτερ᾽ ἔστ᾽ ἐνταῦθα μειρακύλλια τραγῳδίας ποιοῦντα πλεῖν ἢ μύρια. Ἡρακλῆς 80 85 90 95 100 . κἄλλως ὁ μέν γ᾽ Εὐριπίδης πανοῦργος ὢν κἂν ξυναποδρᾶναι δεῦρ᾽ ἐπιχειρήσειέ μοι· ὁ δ᾽ εὔκολος μὲν ἐνθάδ᾽ εὔκολος δ᾽ ἐκεῖ. Ἡρακλῆς Πυθάγγελος δέ. λωβηταὶ τέχνης. ἄνευ Σοφοκλέους ὅ τι ποιεῖ κωδωνίσω. αἰθέρα Διὸς δωμάτιον. γλῶτταν δ᾽ ἐπιορκήσασαν ἰδίᾳ τῆς φρενός. ἢν μόνον χορὸν λάβῃ. Διόνυσος οὐ πρίν γ᾽ ἂν Ἰοφῶντ᾽. Διόνυσος ἐπιφυλλίδες ταῦτ᾽ ἐστὶ καὶ στωμύλματα. ἅπαξ προσουρήσαντα τῇ τραγῳδίᾳ. ἀπολαβὼν αὐτὸν μόνον. Ἡρακλῆς σὲ δὲ ταῦτ᾽ ἀρέσκει. Διόνυσος ἐς Μακάρων εὐωχίαν. Ἡρακλῆς Ἀγάθων δὲ ποῦ ᾽στιν. ὅστις φθέγξεται τοιουτονί τι παρακεκινδυνευμένον. ὅστις ῥῆμα γενναῖον λάκοι. εἴπερ ἐκεῖθεν δεῖ σ᾽ ἄγειν. ἢ χρόνου πόδα. Διόνυσος ἐξόλοιτο νὴ Δία. ἢ φρένα μὲν οὐκ ἐθέλουσαν ὀμόσαι καθ᾽ ἱερῶν.
Διόνυσος ἆρα κώνειον λέγεις. εἰ δεοίμην. Ἡρακλῆς καὶ μὴν ἀτεχνῶς γε παμπόνηρα φαίνεται. Διόνυσος ψυχράν γε καὶ δυσχείμερον· εὐθὺς γὰρ ἀποπήγνυσι τἀντικνήμια. ὅπου κόρεις ὀλίγιστοι. ἀλλὰ φράζε τῶν ὁδῶν ὅπῃ τάχιστ᾽ ἀφιζόμεθ᾽ εἰς Ἅιδου κάτω· καὶ μήτε θερμὴν μήτ᾽ ἄγαν ψυχρὰν φράσῃς. τίνα. Ἡρακλῆς βούλει κατάντη καὶ ταχεῖαν σοι φράσω. κρεμάσαντι σαυτόν. Ἡρακλῆς φέρε δὴ τίν᾽ αὐτῶν σοι φράσω πρώτην. Διόνυσος μηδὲν ἔτι πρὸς ταῦτ᾽. Ξανθίας περὶ ἐμοῦ δ᾽ οὐδεὶς λόγος. Ἡρακλῆς μάλιστά γε. Διόνυσος ἀλλ᾽ ὦνπερ ἕνεκα τήνδε τὴν σκευὴν ἔχων ἦλθον κατὰ σὴν μίμησιν. Διόνυσος μὴ τὸν ἐμὸν οἴκει νοῦν· ἔχεις γὰρ οἰκίαν. Ἡρακλῆς ὦ σχέτλιε τολμήσεις γὰρ ἰέναι καὶ σύ γε. Διόνυσος δειπνεῖν με δίδασκε. πνιγηρὰν λέγεις. ἵνα μοι τοὺς ξένους τοὺς σοὺς φράσειας. Διόνυσος νὴ τὸν Δί᾽ ὡς ὄντος γε μὴ βαδιστικοῦ. Ἡρακλῆς καθέρπυσόν νυν ἐς Κεραμεικόν.ἦ μὴν κόβαλά γ᾽ ἐστίν. Διόνυσος παῦε. Διόνυσος 105 110 116 120 125 . οἷσι σὺ ἐχρῶ τόθ᾽. ἡνίκ᾽ ἐπὶ τὸν Κέρβερον. Ἡρακλῆς ἀλλ᾽ ἔστιν ἀτραπὸς ξύντομος τετριμμένη ἡ διὰ θυείας. τούτους φράσον μοι. ὡς καὶ σοὶ δοκεῖ. μία μὲν γὰρ ἔστιν ἀπὸ κάλω καὶ θρανίου. λιμένας ἀρτοπώλια πορνεῖ᾽ ἀναπαύλας ἐκτροπὰς κρήνας ὁδοὺς πόλεις διαίτας πανδοκευτρίας. Ξανθίας περὶ ἐμοῦ δ᾽ οὐδεὶς λόγος.
κᾆτα τί. Διόνυσος 131 134 140 146 150 . Ἡρακλῆς ἐν πλοιαρίῳ τυννουτῳί σ᾽ ἀνὴρ γέρων ναύτης διάξει δύ᾽ ὀβολὼ μισθὸν λαβών. ἢ μητέρ᾽ ἠλόασεν. Ἡρακλῆς τί δαί. Ἡρακλῆς Θησεὺς ἤγαγεν. Διόνυσος ἀλλ᾽ ἀπολέσαιμ᾽ ἂν ἐγκεφάλου θρίω δύο. Διόνυσος μή μ᾽ ἔκπληττε μηδὲ δειμάτου· οὐ γάρ μ᾽ ἀποτρέψεις. εἴ που ξένον τις ἠδίκησε πώποτε. ἢ πατρὸς γνάθον ἐπάταξεν. Διόνυσος ποῖ Ἡρακλῆς κάτω. ἢ παῖδα κινῶν τἀργύριον ὑφείλετο. πῶς ἠλθέτην κἀκεῖσε. Ἡρακλῆς ἀλλ᾽ ὁ πλοῦς πολύς. Ἡρακλῆς ἀφιεμένην τὴν λαμπάδ᾽ ἐντεῦθεν θεῶ. Διόνυσος ἥνπερ σὺ τότε κατῆλθες. κἄπειτ᾽ ἐπειδὰν θῶσιν οἱ θεώμενοι ”εἷναι“. ἢ ᾽πίορκον ὅρκον ὤμοσεν. ἢ Μορσίμου τις ῥῆσιν ἐξεγράψατο. ὡς μέγα δύνασθον πανταχοῦ τὼ δύ᾽ ὀβολώ. Ἡρακλῆς εἶτα βόρβορον πολὺν καὶ σκῶρ ἀείνων· ἐν δὲ τούτῳ κειμένους. Ἡρακλῆς ἀναβὰς ἐπὶ τὸν πύργον τὸν ὑψηλόν-Διόνυσος τί δρῶ. εὐθὺς γὰρ ἐπὶ λίμνην μεγάλην ἥξεις πάνυ ἄβυσσον. μετὰ ταῦτ᾽ ὄφεις καὶ θηρί᾽ ὄψει μυρία δεινότατα. τόθ᾽ εἷναι καὶ σὺ σαυτόν. οὐκ ἂν βαδίσαιμι τὴν ὁδὸν ταύτην. Διόνυσος φεῦ. Διόνυσος εἶτα πῶς περαιωθήσομαι.
σὺ δὲ τὰ στρώματ᾽ αὖθις λάμβανε. ἀλλὰ μίσθωσαί τινα τῶν ἐκφερομένων. Νέκρος δύο δραχμὰς μισθὸν τελεῖς. Ἡρακλῆς ἐντεῦθεν αὐλῶν τίς σε περίεισιν πνοή. Διόνυσος νὴ Δία καὶ σύ γε ὑγίαινε. Ἡρακλῆς οἵ σοι φράσουσ᾽ ἁπαξάπανθ᾽ ὧν ἂν δέῃ. ὅστις ἐπὶ τοῦτ᾽ ἔρχεται. Ἡρακλῆς οἱ μεμυημένοι-Ξανθίας νὴ τὸν Δί᾽ ἐγὼ γοῦν ὄνος ἄγω μυστήρια. Διόνυσος 155 160 165 170 . σὲ τὸν τεθνηκότα· ἄνθρωπε βούλει σκευάρι᾽ εἰς Ἅιδου φέρειν. καὶ μυρρινῶνας καὶ θιάσους εὐδαίμονας ἀνδρῶν γυναικῶν καὶ κρότον χειρῶν πολύν. σὲ λέγω μέντοι. Διόνυσος ἐὰν δὲ μὴ εὕρω. ἀτὰρ οὐ καθέξω ταῦτα τὸν πλείω χρόνον. οὗτοι γὰρ ἐγγύτατα παρ᾽ αὐτὴν τὴν ὁδὸν ἐπὶ ταῖσι τοῦ Πλούτωνος οἰκοῦσιν θύραις. καὶ γάρ τιν᾽ ἐκφέρουσι τουτονὶ νεκρόν.νὴ τοὺς θεοὺς ἐχρῆν γε πρὸς τούτοισι κεἰ τὴν πυρρίχην τις ἔμαθε τὴν Κινησίου. οὗτος. Ξανθίας πρὶν καὶ καταθέσθαι. Διόνυσος καὶ ταχέως μέντοι πάνυ. Διόνυσος καλῶς λέγεις. ὄψει τε φῶς κάλλιστον ὥσπερ ἐνθάδε. Νέκρος ὑπάγεθ᾽ ὑμεῖς τῆς ὁδοῦ. Διόνυσος μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἔλαττον. Ξανθίας τότε μ᾽ ἄγειν. Ξανθίας μὴ δῆθ᾽. Διόνυσος ταυτί. ἱκετεύω σ᾽. Διόνυσος οὗτοι δὲ δὴ τίνες εἰσίν. καὶ χαῖρε πόλλ᾽ ὦδελφέ. Νέκρος πόσ᾽ ἄττα.
Χάρων ὠὸπ παραβαλοῦ. Ξανθίας ὡς σεμνὸς ὁ κατάρατος· οὐκ οἰμώξεται. ἢ σ᾽ Κερβερίους. Χάρων ναὶ μὰ Δία σοῦ γ᾽ οὕνεκα.ἀνάμεινον ὦ δαιμόνι᾽. ἐγὼ βαδιοῦμαι. Διόνυσος ποῖ σχήσειν δοκεῖς. Νέκρος ἀναβιοίην νυν πάλιν. μὴ διαλέγου. Διόνυσος χαῖρ᾽ ὦ Χάρων. Διόνυσος ἐγώ. Νέκρος εἰ μὴ καταθήσεις δύο δραχμάς. Ξανθίας μὰ τὸν Δί᾽ οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ἔτυχον ὀφθαλμιῶν. ἔσβαινε δή. Ξανθίας ποῦ δῆτ᾽ ἀναμενῶ. Χάρων δοῦλον οὐκ ἄγω. ἢ σ᾽ κόρακας. Χάρων ταχέως ἔμβαινε. ἐς κόρακας ὄντως. χαῖρ᾽ ὦ Χάρων. Χάρων τίς εἰς ἀναπαύλας ἐκ κακῶν καὶ πραγμάτων. Ξανθίας τουτὶ τί ἔστι. λίμνη νὴ Δία αὕτη ᾽στὶν ἣν ἔφραζε. 175 180 185 190 . χαῖρ᾽ ὦ Χάρων. Ξανθίας νὴ τὸν Ποσειδῶ κἄστι γ᾽ ὁ Χάρων οὑτοσί. Διόνυσος τοῦτο. ἢ σ᾽ Ὄνου πόκας. Διόνυσος παῖ δεῦρο. ἢ ᾽πὶ Ταίναρον. χωρῶμεν ἐπὶ τὸ πλοῖον. Διόνυσος λάβ᾽ ἐννέ᾽ ὀβολούς. τίς ἐς τὸ Λήθης πεδίον. ἐὰν ξυμβῶ τί σοι. Χάρων οὔκουν περιθρέξει δῆτα τὴν λίμνην κύκλῳ. εἰ μὴ νεναυμάχηκε τὴν περὶ τῶν κρεῶν. Διόνυσος χρηστὸς εἶ καὶ γεννάδας. καὶ πλοῖόν γ᾽ ὁρῶ.
Χάρων οὐ μὴ φλυαρήσεις ἔχων ἀλλ᾽ ἀντιβὰς ἐλᾷς προθύμως. Χάρων ὦ ὀπὸπ ὦ ὀπόπ. οἴμοι κακοδαίμων. λιμναῖα κρηνῶν τέκνα. Ξανθίας πάνυ μανθάνω. ξύναυλον ὕμνων βοὰν φθεγξώμεθ᾽. Χάρων βατράχων κύκνων θαυμαστά. Χάρων οὔκουν καθεδεῖ δῆτ᾽ ἐνθαδὶ γάστρων. Διόνυσος κατακέλευε δή. ἐπειδὰν ἐμβάλῃς ἅπαξ. Χάρων ῥᾷστ᾽· ἀκούσει γὰρ μέλη κάλλιστ᾽. τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ ἵζω ᾽πὶ κώπην. εὔγηρυν ἐμὰν ἀοιδάν. ἣν ἀμφὶ Νυσήιον Διὸς Διόνυσον ἐν 195 199 204 210 215 . Διόνυσος κᾆτα πῶς δυνήσομαι ἄπειρος ἀθαλάττωτος ἀσαλαμίνιος ὢν εἶτ᾽ ἐλαύνειν. οὗπερ ἐκέλευές με σύ. εἴ τις ἔτι πλεῖ. Διόνυσος ἰδού. Χάρων οὔκουν προβαλεῖ τὼ χεῖρε κἀκτενεῖς. οὗτος τί ποιεῖς. τῷ ξυνέτυχον ἐξιών.Χάρων παρὰ τὸν Αὑαίνου λίθον ἐπὶ ταῖς ἀναπαύλαις. βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. κοὰξ κοάξ. σπευδέτω. Διόνυσος τίνων. Διόνυσος ἰδού. Χάρων κάθιζ᾽ ἐπὶ κώπην. Διόνυσος μανθάνεις. Διόνυσος ὅ τι ποιῶ. Βάτραχοι βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ.
χὠ πρωκτὸς ἰδίει πάλαι. κᾆτ᾽ αὐτίκ᾽ ἐκκύψας ἐρεῖ-Βάτραχοι βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. Βάτραχοι εἰκότως γ᾽ ὦ πολλὰ πράττων. ἢ Διὸς φεύγοντες ὄμβρον ἔνυδρον ἐν βυθῷ χορείαν αἰόλαν ἐφθεγξάμεσθα πομφολυγοπαφλάσμασιν. ἡνίχ᾽ ὁ κραιπαλόκωμος τοῖς ἱεροῖσι Χύτροισι χωρεῖ κατ᾽ ἐμὸν τέμενος λαῶν ὄχλος. Βάτραχοι δεινά τἄρα πεισόμεσθα. Διόνυσος ἀλλ᾽ ἐξόλοισθ᾽ αὐτῷ κοάξ· οὐδὲν γάρ ἐστ᾽ ἀλλ᾽ ἢ κοάξ. ἐλαύνων 220 225 230 235 240 245 249 251 . βρεκεκεκὲξ κοάξ κοάξ. ἐμὲ γὰρ ἔστερξαν εὔλυροί τε Μοῦσαι καὶ κεροβάτας Πὰν ὁ καλαμόφθογγα παίζων· προσεπιτέρπεται δ᾽ ὁ φορμικτὰς Ἀπόλλων. βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. χαίροντες ᾠδῆς πολυκολύμβοισι μέλεσιν. Διόνυσος ἐγὼ δὲ φλυκταίνας γ᾽ ἔχω. Βάτραχοι βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. Διόνυσος ἐγὼ δέ γ᾽ ἀλγεῖν ἄρχομαι τὸν ὄρρον ὦ κοὰξ κοάξ· ὑμῖν δ᾽ ἴσως οὐδὲν μέλει. Διόνυσος ἀλλ᾽ ὦ φιλῳδὸν γένος παύσασθε. Διόνυσος βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. Διόνυσος δεινότερα δ᾽ ἔγωγ᾽. εἰ δή ποτ᾽ εὐηλίοις ἐν ἁμέραισιν ἡλάμεσθα διὰ κυπείρου καὶ φλέω. ὃν ὑπολύριον ἔνυδρον ἐν λίμναις τρέφω. τουτὶ παρ᾽ ὑμῶν λαμβάνω. Βάτραχοι μᾶλλον μὲν οὖν φθεγξόμεσθ᾽.Λίμναισιν ἰαχήσαμεν. ἕνεκα δόνακος.
Ξανθίας σὺ δ᾽ οὔ. Διόνυσος οὐδὲ μὴν ὑμεῖς γ᾽ ἐμὲ οὐδέποτε· κεκράξομαι γὰρ κἂν δέῃ δι᾽ ἡμέρας <βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. Διόνυσος ἔχε δὴ τὠβολώ. Διόνυσος οἰμώζετ᾽· οὐ γάρ μοι μέλει. Βάτραχοι ἀλλὰ μὴν κεκραξόμεσθά γ᾽ ὁπόσον ἡ φάρυξ ἂν ἡμῶν χανδάνῃ δι᾽ ἡμέρας. Ξανθίας προϊέναι βέλτιστα νῷν. Βάτραχοι οὐδὲ μὴν ἡμᾶς σὺ πάντως. ἀπόδος τὸν ναῦλον. ἔκβαιν᾽.εἰ διαρραγήσομαι. Ξανθίας ἰαῦ. ὁ Ξανθίας. Χάρων ὢ παῦε παῦε. βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. Διόνυσος βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ.> ἕως ἂν ὑμῶν ἐπικρατήσω τῷ κοάξ. Διόνυσος ἔμελλον ἄρα παύσειν ποθ᾽ ὑμᾶς τοῦ κοάξ. Ξανθίας χαῖρ᾽ ὦ δέσποτα. Διόνυσος νὴ τὸν Ποσειδῶ ᾽γωγε. Ξανθίας σκότος καὶ βόρβορος. Βάτραχοι βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ. Διόνυσος κατεῖδες οὖν που τοὺς πατραλοίας αὐτόθι καὶ τοὺς ἐπιόρκους. τούτῳ γὰρ οὐ νικήσετε. οὓς ἔλεγεν ἡμῖν. καὶ νυνί γ᾽ ὁρῶ. 255 260 263 265 265β 270 275 . ποῦ Ξανθίας. Διόνυσος βάδιζε δεῦρο. ἦ Ξανθία. παραβαλοῦ τὼ κωπίω. Διόνυσος τί ἔστι τἀνταυθοῖ. ἄγε δὴ τί δρῶμεν.
σάφ᾽ ἴσθι. καὶ βολίτινον θάτερον. 280 285 290 295 . Ξανθίας νὴ τὸν Δία καὶ μὴν αἰσθάνομαι ψόφου τινός. Ξανθίας ἐξόπισθεν. ἵν᾽ ὦ σοι ξυμπότης. Ξανθίας πυρὶ γοῦν λάμπεται ἅπαν τὸ πρόσωπον. Διόνυσος ἐξόπισθ᾽ ἴθι. Ξανθίας νὴ τὸν Ποσειδῶ.ὡς οὗτος ὁ τόπος ἐστὶν οὗ τὰ θηρία τὰ δείν᾽ ἔφασκ᾽ ἐκεῖνος. Διόνυσος ποῦ ᾽στι. Διόνυσος καὶ σκέλος χαλκοῦν ἔχει. νυνὶ δ᾽ ὀρεύς. ἀλλ᾽ ἤδη κύων. Ξανθίας ἀλλ᾽ ἐστὶν ἐν τῷ πρόσθε. Διόνυσος Ἔμπουσα τοίνυν ἐστί. Διόνυσος ποῖ δῆτ᾽ ἂν τραποίμην. Διόνυσος ἱερεῦ διαφύλαξόν μ᾽. ἠλαζονεύεθ᾽ ἵνα φοβηθείην ἐγώ. ἐγὼ δέ γ᾽ εὐξαίμην ἂν ἐντυχεῖν τινι λαβεῖν τ᾽ ἀγώνισμ᾽ ἄξιόν τι τῆς ὁδοῦ. Ξανθίας δεινόν· παντοδαπὸν γοῦν γίγνεται τοτὲ μέν γε βοῦς. Διόνυσος ποῖόν τι. Διόνυσος ποῦ ποῦ ᾽στιν. φέρ᾽ ἐπ᾽ αὐτὴν ἴω. Διόνυσος πρόσθε νυν ἴθι. Ξανθίας ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ αὖ γυνή ᾽στιν. Ξανθίας καὶ μὴν ὁρῶ νὴ τὸν Δία θηρίον μέγα. εἰδώς με μάχιμον ὄντα φιλοτιμούμενος. Ξανθίας ποῖ δ᾽ ἐγώ. οὐδὲν γὰρ οὕτω γαῦρόν ἐσθ᾽ ὡς Ἡρακλῆς. τοτὲ δ᾽ αὖ γυνὴ ὡραιοτάτη τις. Διόνυσος ὡς οἰμώξεται.
ἴθ᾽ ᾗπερ ἔρχει. Ξανθίας τίνος. Ξανθίας δεῦρο δεῦρ᾽ ὦ δέσποτα. Διόνυσος ὄμοσον. αὐλεῖ τις ἔνδοθεν) Διόνυσος οὗτος. Διόνυσος τί δ᾽ ἔστι. τίν᾽ αἰτιάσομαι θεῶν μ᾽ ἀπολλύναι. Ξανθίας τί ἔστιν. Διόνυσος καὖθις κατόμοσον. Ξανθίας νὴ Δία. Ξανθίας νὴ Δί᾽. Διόνυσος οὐ μὴ καλεῖς μ᾽ ὦνθρωφ᾽. μηδὲ κατερεῖς τοὔνομα. Διόνυσος οὐ κατήκουσας. Διόνυσος κατόμοσον. ἱκετεύω. Ξανθίας αἰθέρα Διὸς δωμάτιον ἢ χρόνου πόδα. Ξανθίας θάρρει· πάντ᾽ ἀγαθὰ πεπράγαμεν. Ξανθίας νὴ τὸν Δία. ἥμπουσα φρούδη. Διόνυσος οἴμοι τάλας. Διόνυσος τοῦτό γ᾽ ἧττον θατέρου. πόθεν μοι τὰ κακὰ ταυτὶ προσέπεσεν. 300 305 310 . ”ἐκ κυμάτων γὰρ αὖθις αὖ γαλῆν ὁρῶ“. Διόνυσος οἴμοι. Ξανθίας ὁδὶ δὲ δείσας ὑπερεπυρρίασέ σου. Ξανθίας Διόνυσε τοίνυν. ἔξεστί θ᾽ ὥσπερ Ἡγέλοχος ἡμῖν λέγειν. ὡς ὠχρίασ᾽ αὐτὴν ἰδών.Ξανθίας ἀπολούμεθ᾽ ὦναξ Ἡράκλεις.
φλογὶ φέγγεται δὲ λειμών· γόνυ πάλλεται γερόντων· ἀποσείονται δὲ λύπας χρονίους τ᾽ ἐτῶν παλαιῶν ἐνιαυτοὺς ἱερᾶς ὑπὸ τιμᾶς. Ἴακχ᾽ ὦ Ἴακχε. Χορός ”ἔγειρε φλογέας λαμπάδας ἐν χερσὶ γὰρ ἥκει τινάσσων“. Ξανθίας ὦ πότνια πολυτίμητε Δήμητρος κόρη. Χορός Ἴακχ᾽ ὦ πολυτίμητ᾽ ἐν ἕδραις ἐνθάδε ναίων. Ἴακχ᾽ ὦ Ἴακχε. ὡς ἡδύ μοι προσέπνευσε χοιρείων κρεῶν. ἕως ἂν εἰδῶμεν σαφῶς. ᾄδουσι γοῦν τὸν Ἴακχον ὅνπερ Διαγόρας. ἢ γενναίων ὄργια Μουσῶν μήτ᾽ εἶδεν μήτ᾽ ἐχόρευσεν. Χορός Ἴακχ᾽ ὦ Ἴακχε. σὺ δὲ λαμπάδι ”φλέγων“ προβάδην ἔξαγ᾽ ἐπ᾽ ἀνθηρὸν ἕλειον δάπεδον χοροποιὸν μάκαρ ἥβαν. ὅστις ἄπειρος τοιῶνδε λόγων ἢ γνώμῃ μὴ καθαρεύει. οὓς ἔφραζε νῷν. Ἴακχ᾽ ὦ Ἴακχε. Διόνυσος ἀλλ᾽ ἠρεμὶ πτήξαντες ἀκροασώμεθα. ἡσυχίαν τοίνυν ἄγειν βέλτιστόν ἐσθ᾽. 315 320 325 330 335 341 345 350 355 . ἤν τι καὶ χορδῆς λάβῃς. πολύκαρπον μὲν τινάσσων περὶ κρατὶ σῷ βρύοντα στέφανον μύρτων. ἁγνάν. χαρίτων πλεῖστον ἔχουσαν μέρος. θρασεῖ δ᾽ ἐγκατακρούων ποδὶ τὰν ἀκόλαστον φιλοπαίγμονα τιμάν. Διόνυσος κἀμοὶ δοκοῦσιν. εὐφημεῖν χρὴ κἀξίστασθαι τοῖς ἡμετέροισι χοροῖσιν. ἱερὰν ὁσίοις μύσταις χορείαν. ἐλθὲ τόνδ᾽ ἀνὰ λειμῶνα χορεύσων ὁσίους ἐς θιασώτας. Διόνυσος οὔκουν ἀτρέμ᾽ ἕξεις.Διόνυσος αὐλῶν πνοῆς. νυκτέρου τελετῆς φωσφόρος ἀστήρ. Ξανθίας τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖν᾽ ὦ δέσποθ᾽· οἱ μεμυημένοι ἐνταῦθά που παίζουσιν. Ξανθίας ἔγωγε. καὶ δᾴδων γέ με αὔρα τις εἰσέπνευσε μυστικωτάτη.
ἄγ᾽ εἶα νῦν καὶ τὸν ὡραῖον θεὸν παρακαλεῖτε δεῦρο ᾠδαῖσι. ἢ τἀπόρρητ᾽ ἀποπέμπει ἐξ Αἰγίνης Θωρυκίων ὢν εἰκοστολόγος κακοδαίμων. τὸν ξυνέμπορον τῆσδε τῆς χορείας. ἀλλ᾽ ἀνεγείρει καὶ ῥιπίζει κερδῶν ἰδίων ἐπιθυμῶν. ἢ τοὺς μισθοὺς τῶν ποιητῶν ῥήτωρ ὢν εἶτ᾽ ἀποτρώγει. Ἴακχε πολυτίμητε. καὶ σῷζε τὸν σαυτῆς χορόν. δεῦρο συνακολούθει πρὸς τὴν θεὸν καὶ δεῖξον ὡς ἄνευ πόνου 360 365 370 375 380 387 390 395 400 . ἢ τῆς πόλεως χειμαζομένης ἄρχων καταδωροδοκεῖται. ἢ χρήματα ταῖς τῶν ἀντιπάλων ναυσὶν παρέχειν τινὰ πείθει. ἢ προδίδωσιν φρούριον ἢ ναῦς. πολλὰ δὲ σπουδαῖα. χώρει νυν πᾶς ἀνδρείως ἐς τοὺς εὐανθεῖς κόλπους λειμώνων ἐγκρούων κἀπισκώπτων καὶ παίζων καὶ χλευάζων. μέλος ἑορτῆς ἥδιστον εὑρών. ἢ στάσιν ἐχθρὰν μὴ καταλύει μηδ᾽ εὔκολός ἐστι πολίταις. ἢ βωμολόχοις ἔπεσιν χαίρει μὴ ν᾽ καιρῷ τοῦτο ποιοῦσιν. Δήμητερ ἁγνῶν ὀργίων ἄνασσα συμπαραστάτει. καὶ τῆς σῆς ἑορτῆς ἀξίως παίσαντα καὶ σκώψαντα νικήσαντα ταινιοῦσθαι. ἄγε νυν ἑτέραν ὕμνων ἰδέαν τὴν καρποφόρον βασίλειαν Δήμητρα θεὰν ἐπικοσμοῦντες ζαθέαις μολπαῖς κελαδεῖτε. κἂν Θωρυκίων μὴ βούληται. κωμῳδηθεὶς ἐν ταῖς πατρίοις τελεταῖς ταῖς τοῦ Διονύσου· τούτοις αὐδῶ καὖθις ἀπαυδῶ καὖθις τὸ τρίτον μάλ᾽ ἀπαυδῶ ἐξίστασθαι μύσταισι χοροῖς· ὑμεῖς δ᾽ ἀνεγείρετε μολπὴν καὶ παννυχίδας τὰς ἡμετέρας αἳ τῇδε πρέπουσιν ἑορτῇ. ἀσκώματα καὶ λίνα καὶ πίτταν διαπέμπων εἰς Ἐπίδαυρον. ἢ κατατιλᾷ τῶν Ἑκαταίων κυκλίοισι χοροῖσιν ὑπᾴδων. ἠρίστηται δ᾽ ἐξαρκούντως. ἣ τὴν χώραν σῴζειν φήσ᾽ ἐς τὰς ὥρας. ἀλλ᾽ ἔμβα χὤπως ἀρεῖς τὴν Σώτειραν γενναίως τῇ φωνῇ μολπάζων. καί μ᾽ ἀσφαλῶς πανήμερον παῖσαί τε καὶ χορεῦσαι· καὶ πολλὰ μὲν γέλοιά μ᾽ εἰπεῖν.μηδὲ Κρατίνου τοῦ ταυροφάγου γλώττης Βακχεῖ᾽ ἐτελέσθη.
Χορός βούλεσθε δῆτα κοινῇ σκώψωμεν Ἀρχέδημον. νυνὶ δὲ δημαγωγεῖ ἐν τοῖς ἄνω νεκροῖσι.πολλὴν ὁδὸν περαίνεις. ἀλλ᾽ ἴσθ᾽ ἐπ᾽ αὐτὴν θύραν ἀφιγμένος. καὶ γὰρ παραβλέψας τι μειρακίσκης νῦν δὴ κατεῖδον καὶ μάλ᾽ εὐπροσώπου συμπαιστρίας χιτωνίου παραρραγέντος τιτθίον προκύψαν. Διόνυσος ἔχοιτ᾽ ἂν οὖν φράσαι νῷν Πλούτων᾽ ὅπου ᾽νθάδ᾽ οἰκεῖ. ἀλλ᾽ ἢ Διὸς Κόρινθος ἐν τοῖς στρώμασιν. τὸν Κλεισθένους δ᾽ ἀκούω ἐν ταῖς ταφαῖσι πρωκτὸν τίλλειν ἑαυτοῦ καὶ σπαράττειν τὰς γνάθους· κἀκόπτετ᾽ ἐγκεκυφώς. Διόνυσος ἐγὼ δ᾽ ἀεί πως φιλακόλουθός εἰμι καὶ μετ᾽ αὐτῆς παίζων χορεύειν βούλομαι. καὶ Καλλίαν γέ φασι τοῦτον τὸν Ἱπποβίνου κύσθου λεοντῆν ναυμαχεῖν ἐνημμένον. ὃς ἑπτέτης ὢν οὐκ ἔφυσε φράτερας. ξένω γάρ ἐσμεν ἀρτίως ἀφιγμένω. 406 410 415 421 425 426 430 432 435 440 . Ἴακχε φιλοχορευτὰ συμπρόπεμπέ με. σὺ γὰρ κατεσχίσω μὲν ἐπὶ γέλωτι κἀπ᾽ εὐτελείᾳ τόδε τὸ σανδαλίσκον καὶ τὸ ῥάκος. Ἴακχε φιλοχορευτὰ συμπρόπεμπέ με. Διόνυσος αἴροι᾽ ἂν αὖθις ὦ παῖ. κἄκλαε κἀκεκράγει Σεβῖνον ὅστις ἐστὶν ἁναφλύστιος. κἀξηῦρες ὥστ᾽ ἀζημίους παίζειν τε καὶ χορεύειν. Ξανθίας τουτὶ τί ἦν τὸ πρᾶγμα. μηδ᾽ αὖθις ἐπανέρῃ με. Χορός μηδὲν μακρὰν ἀπέλθῃς. κἀστὶν τὰ πρῶτα τῆς ἐκεῖ μοχθηρίας. Ἴακχε φιλοχορευτὰ συμπρόπεμπέ με. Ξανθίας κἄγωγε πρός.
Διόνυσος ἐγκέχοδα· κάλει θεόν. ἀλλὰ γεύσει τῆς θύρας. Ξανθίας οὐ μὴ διατρίψεις. πῶς ἐνθάδ᾽ ἄρα κόπτουσιν οὑπιχώριοι. ἀλλὰ νῦν ἔχει μέσος· τοία Στυγός σε μελανοκάρδιος πέτρα Ἀχερόντιός τε σκόπελος αἱματοσταγὴς φρουροῦσι. ὃν ὄλβιαι Μοῖραι ξυνάγουσιν. Διόνυσος Ἡρακλῆς ὁ καρτερός. μόνοις γὰρ ἡμῖν ἥλιος καὶ φέγγος ἱλαρόν ἐστιν. καθ᾽ Ἡρακλέα τὸ σχῆμα καὶ τὸ λῆμ᾽ ἔχων. χωρῶμεν ἐς πολυρρόδους λειμῶνας ἀνθεμώδεις. ἐφ᾽ ἃς ἐγὼ δρομαῖον ὁρμήσω πόδα. ὃν ἐγὼ ᾽φύλαττον. πλευμόνων τ᾽ ἀνθάψεται Ταρτησία μύραινα· τὼ νεφρὼ δέ σου αὐτοῖσιν ἐντέροισιν ᾑματωμένω διασπάσονται Γοργόνες Τειθράσιαι. ὃς τὸν κύν᾽ ἡμῶν ἐξελάσας τὸν Κέρβερον ἀπῇξας ἄγχων κἀποδρὰς ᾤχου λαβών. τὸν ἡμέτερον τρόπον τὸν καλλιχορώτατον παίζοντες. Κωκυτοῦ τε περίδρομοι κύνες. ὅσοι μεμυήμεθ᾽ εὐσεβῆ τε διήγομεν τρόπον περὶ τοὺς ξένους καὶ τοὺς ἰδιώτας. Ξανθίας οὗτος τί δέδρακας. Διόνυσος ἄγε δὴ τίνα τρόπον τὴν θύραν κόψω. Διόνυσος παῖ παῖ. οὗ παννυχίζουσιν θεᾷ. ἔχιδνά θ᾽ ἑκατογκέφαλος. Ἄιακος ὦ βδελυρὲ κἀναίσχυντε καὶ τολμηρὲ σὺ καὶ μιαρὲ καὶ παμμίαρε καὶ μιαρώτατε. ἣ τὰ σπλάγχνα σου διασπαράξει. 445 450 455 457β 460 465 470 475 . φέγγος ἱερὸν οἴσων. τίνα. Ἄιακος τίς οὗτος.Χορός χωρεῖτε νῦν ἱερὸν ἀνὰ κύκλον θεᾶς. ἀνθοφόρον ἀν᾽ ἄλσος παίζοντες οἷς μετουσία θεοφιλοῦς ἑορτῆς· ἐγὼ δὲ σὺν ταῖσιν κόραις εἶμι καὶ γυναιξίν.
Διόνυσος ἴθι νυν ἐπειδὴ ληματίας κἀνδρεῖος εἶ. Ξανθίας φέρε δὴ ταχέως αὔτ᾽· οὐ γὰρ ἀλλὰ πειστέον· καὶ βλέψον ἐς τὸν Ἡρακλειοξανθίαν. σὺ δ᾽ οὐκ ἔδεισας τὸν ψόφον τῶν ῥημάτων καὶ τὰς ἀπειλάς. Διόνυσος ἀλλ᾽ ὡρακιῶ.Ξανθίας ὦ καταγέλαστ᾽ οὔκουν ἀναστήσει ταχὺ πρίν τινά σ᾽ ἰδεῖν ἀλλότριον. Ξανθίας ἀλλὰ τί. φέρε νυν ἐγὼ τὰ στρώματ᾽ αἴρωμαι ταδί. ἀλλ᾽ οἶσε πρὸς τὴν καρδίαν μου σφογγιάν. Ξανθίας οὐ μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐφρόντισα. Ξανθίας ἰδοὺ λαβέ. Διόνυσος ποῦ ᾽στιν. Διόνυσος μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἀληθῶς οὑκ Μελίτης μαστιγίας. προσθοῦ. Διόνυσος κατέκειτ᾽ ἂν ὀσφραινόμενος. εἴπερ δειλὸς ἦν· ἐγὼ δ᾽ ἀνέστην καὶ προσέτ᾽ ἀπεψησάμην. πῶς δειλὸς ὅστις σφογγιὰν ᾔτησά σε. Ξανθίας ὦ δειλότατε θεῶν σὺ κἀνθρώπων. 480 485 490 495 500 . Ξανθίας ἀνδρεῖά γ᾽ ὦ Πόσειδον. σὺ μὲν γενοῦ ᾽γὼ τὸ ῥόπαλον τουτὶ λαβὼν καὶ τὴν λεοντῆν. Ξανθίας ὦ χρυσοῖ θεοὶ ἐνταῦθ᾽ ἔχεις τὴν καρδίαν. οὐκ ἂν ἕτερός γ᾽ αὔτ᾽ ἠργάσατ᾽ ἀνήρ. Διόνυσος δείσασα γὰρ ἐς τὴν κάτω μου κοιλίαν καθείρπυσεν. Διόνυσος ἐγώ. εἴπερ ἀφοβόσπλαγχνος εἶ· ἐγὼ δ᾽ ἔσομαί σοι σκευοφόρος ἐν τῷ μέρει. εἰ δειλὸς ἔσομαι καὶ κατὰ σὲ τὸ λῆμ᾽ ἔχων. Θεράπαινα ὦ φίλταθ᾽ ἥκεις Ἡράκλεις. δεῦρ᾽ εἴσιθι. Διόνυσος οἶμαι νὴ Δία.
οὐ μὴ φλυαρήσεις ἔχων ὦ Ξανθία. Θεράπαινα ἡβυλλιῶσαι κἄρτι παρατετιλμέναι. Ξανθίας ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι καὶ τοῖς θεοῖσιν ἐπιτρέπω. ὀρχηστρίδες. πλακοῦντας ὤπτα κολλάβους. καὶ γὰρ αὐλητρίς γέ σοι ἥδ᾽ ἔνδον ἔσθ᾽ ὡραιοτάτη κὠρχηστρίδες ἕτεραι δύ᾽ ἢ τρεῖς. ἀλλ᾽ εἴσιθ᾽. ἀλλ᾽ ἤδη ποιῶ. ἐπεί τοι καὶ κρέα ἀνέβραττεν ὀρνίθεια. Ξανθίας τί δ᾽ ἔστιν. Διόνυσος ἐπίσχες οὗτος. ἀλλ᾽ εἴσιθ᾽ ἅμ᾽ ἐμοί. ἧψε κατερεικτῶν χύτρας ἔτνους δύ᾽ ἢ τρεῖς. καὶ τραγήματα ἔφρυγε. Διόνυσος οὐ τάχ᾽. οὔ τι πού μ᾽ ἀφελέσθαι διανοεῖ ἅδωκας αὐτός. Ξανθίας ἴθι νυν φράσον πρώτιστα ταῖς ὀρχηστρίσιν ταῖς ἔνδον οὔσαις αὐτὸς ὅτι εἰσέρχομαι. ὁ παῖς ἀκολούθει δεῦρο τὰ σκεύη φέρων. εὐθέως ἔπεττεν ἄρτους. Θεράπαινα μὰ τὸν Ἀπόλλω οὐ μή σ᾽ ἐγὼ περιόψομἀπελθόντ᾽. Θεράπαινα ληρεῖς ἔχων οὐ γάρ σ᾽ ἀφήσω. ὡς ὁ μάγειρος ἤδη τὰ τεμάχη ἔμελλ᾽ ἀφαιρεῖν χἠ τράπεζ᾽ εἰσῄρετο. Ξανθίας ἀμέλει καλῶς· ἔχ᾽ αὔτ᾽. ὁτιή σε παίζων Ἡρακλέα ᾽νεσκεύασα. βοῦν ἀπηνθράκιζ᾽ ὅλον. ἐπαινῶ. κατάθου τὸ δέρμα. τὸ δὲ προσδοκῆσαί σ᾽ οὐκ ἀνόητον καὶ κενὸν ὡς δοῦλος ὢν καὶ θνητὸς Ἀλκμήνης ἔσει. κᾦνον ἀνεκεράννυ γλυκύτατον. Διόνυσος ποίοις θεοῖς. Ξανθίας κάλλιστ᾽. οὔ τί που σπουδὴν ποιεῖ. ἀλλ᾽ εἴσιθι. Ξανθίας πάνυ καλῶς. ἴσως γάρ τοί ποτε 505 510 515 520 525 530 .ἡ γὰρ θεός <σ᾽> ὡς ἐπύθεθ᾽ ἥκοντ᾽. ἀλλ᾽ ἀράμενος οἴσεις πάλιν τὰ στρώματα. Ξανθίας πῶς λέγεις.
Πλαθάνη νὴ Δία ἐκεῖνος αὐτὸς δῆτα. Πλαθάνη. Πανδοκευτρία καὶ κρέα γε πρὸς τούτοισιν ἀνάβραστ᾽ εἴκοσιν ἀν᾽ ἡμιωβολιαῖα. Ξανθίας δώσει τις δίκην.ἐμοῦ δεηθείης ἄν. Ξανθίας κακὸν ἥκει τινί. Πανδοκευτρία οὐ μὲν οὖν με προσεδόκας. ὁ πανοῦργος οὑτοσί. κᾆτ᾽ ἐκ τῆς γνάθου πὺξ πατάξας μοὐξέκοψε τοῦ χοροῦ τοὺς προσθίους. ὃς ἐς τὸ πανδοκεῖον εἰσελθών ποτε ἑκκαίδεκ᾽ ἄρτους κατέφαγ᾽ ἡμῶν. εἰ θεὸς θέλοι. Χορός ταῦτα μὲν πρὸς ἀνδρός ἐστι νοῦν ἔχοντος καὶ φρένας καὶ πολλὰ περιπεπλευκότος. Διόνυσος οὐ γὰρ ἂν γέλοιον ἦν. Διόνυσος ληρεῖς ὦ γύναι κοὐκ οἶσθ᾽ ὅ τι λέγεις. ἂν γνῶναί σ᾽ ἔτι. Πανδοκευτρία Πλαθάνη Πλαθάνη δεῦρ᾽ ἔλθ᾽. τὸ πολὺ τάριχος οὐκ εἴρηκά πω. ἐγὼ δὲ πρὸς τοῦτον βλέπων τοὐρεβίνθου ᾽δραττόμην. εἰ Ξανθίας μὲν δοῦλος ὢν ἐν στρώμασιν Μιλησίοις ἀνατετραμμένος κυνῶν ὀρχηστρίδ᾽ εἶτ᾽ ᾔτησεν ἀμίδ᾽. Πανδοκευτρία καὶ τὰ σκόροδα τὰ πολλά. ὁτιὴ κοθόρνους εἶχες. τί δαί. οὗτος δ᾽ ἅτ᾽ ὢν αὐτὸς πανοῦργος εἶδε. μετακυλίνδειν αὑτὸν ἀεὶ πρὸς τὸν εὖ πράττοντα τοῖχον μᾶλλον ἢ γεγραμμένην εἰκόν᾽ ἑστάναι. λαβόνθ᾽ ἓν σχῆμα· τὸ δὲ μεταστρέφεσθαι πρὸς τὸ μαλθακώτερον δεξιοῦ πρὸς ἀνδρός ἐστι καὶ φύσει Θηραμένους. 535 540 545 548 550 555 .
ὃν οὗτος αὐτοῖς τοῖς ταλάροις κατήσθιεν Πανδοκευτρία κἄπειτ᾽ ἐπειδὴ τἀργύριον ἐπραττόμην. Διόνυσος μηδαμῶς ὦ Ξανθίδιον.μὰ Δί᾽ οὐδὲ τὸν τυρόν γε τὸν χλωρὸν τάλαν. Διόνυσος οἶδ᾽ οἶδ᾽ ὅτι θυμοῖ. ὃς αὐτοῦ τήμερον ἐκπηνιεῖται ταῦτα προσκαλούμενος. Πλαθάνη ἐγὼ δέ γ᾽ ἐς τὸ βάραθρον ἐμβάλοιμί σε. Πανδοκευτρία ἴθι δὴ κάλεσον τὸν προστάτην Κλέωνά μοι. Πανδοκευτρία καὶ τὸ ξίφος γ᾽ ἐσπᾶτο μαίνεσθαι δοκῶν. ὡς ἡδέως ἄν σου λίθῳ τοὺς γομφίους κόπτοιμ᾽ ἄν. Ξανθίας καὶ τοῦτο τούτου τοὔργον. Πλαθάνη σὺ δ᾽ ἔμοιγ᾽ ἐάνπερ ἐπιτύχῃς Ὑπέρβολον. ᾧ τὰς χόλικας κατέσπασας. Πανδοκευτρία ἐγὼ δὲ τὸν λάρυγγ᾽ ἂν ἐκτέμοιμί σου δρέπανον λαβοῦσ᾽. Ξανθίας τούτου πάνυ τοὔργον· οὗτος ὁ τρόπος πανταχοῦ. Ξανθίαν εἰ μὴ φιλῶ. ἔβλεψεν ἔς με δριμὺ κἀμυκᾶτό γε. ἵν᾽ αὐτὸν ἐπιτρίψωμεν. Διόνυσος κάκιστ᾽ ἀπολοίμην. Πλαθάνη νὴ Δία τάλαινα. Ξανθίας καὶ πῶς ἂν Ἀλκμήνης ἐγὼ υἱὸς γενοίμην δοῦλος ἅμα καὶ θνητὸς ὤν. οἷς μου κατέφαγες τὰ φορτία. οὐκ ἂν γενοίμην Ἡρακλῆς ἄν. καὶ δικαίως αὐτὸ δρᾷς· 560 565 570 575 580 . Πανδοκευτρία ὦ μιαρὰ φάρυξ. Ξανθίας οἶδ᾽ οἶδα τὸν νοῦν· παῦε παῦε τοῦ λόγου. Πλαθάνη. Πανδοκευτρία νὼ δὲ δεισάσα γέ που ἐπὶ τὴν κατήλιφ᾽ εὐθὺς ἀνεπηδήσαμεν· ὁ δ᾽ ᾤχετ᾽ ἐξᾴξας γε τὰς ψιάθους λαβών. Πλαθάνη ἀλλ᾽ ἐχρῆν τι δρᾶν. ἀλλ᾽ εἶμ᾽ ἐπὶ τὸν Κλέων᾽.
αὖθις αἴρεσθαί σ᾽ ἀνάγκη ᾽σται πάλιν τὰ στρώματα. ταῦτ᾽ ἀφαιρεῖσθαι πάλιν πειράσεταί μ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι. ἵνα δῷ δίκην· ἀνύετον. τύπτειν τουτονὶ κλέπτοντα πρὸς τἀλλότρια. τοῦ θεοῦ μεμνημένον ᾧπερ εἰκάζεις σεαυτόν. Διόνυσος σχέτλια μὲν οὖν καὶ δεινά. κἀρχέδημος ὁ γλάμων. Ξανθίας οὐκ ἐς κόρακας. ὁ Διτύλας χὠ Σκεβλύας χὠ Παρδόκας χωρεῖτε δευρὶ καὶ μάχεσθε τουτῳί. Διόνυσος εἶτ᾽ οὐχὶ δεινὰ ταῦτα. Ξανθίας δέχομαι τὸν ὅρκον κἀπὶ τούτοις λαμβάνω. Ἄιακος εἶεν. . ἢν χρηστὸν ᾖ τι. ὡς ἀκούω τῆς θύρας καὶ δὴ ψόφον. Ξανθίας οὐ κακῶς ὦνδρες παραινεῖτ᾽. ἐπειδὴ τὴν στολὴν εἴληφας ἥνπερ εἶχες ἐξ ἀρχῆς πάλιν. ἀλλ᾽ ὅμως ἐγὼ παρέξω ᾽μαυτὸν ἀνδρεῖον τὸ λῆμα καὶ βλέποντ᾽ ὀρίγανον. δεῖν δ᾽ ἔοικεν. πρόρριζος αὐτός. καὶ μάχει. Ἄιακος ξυνδεῖτε ταχέως τουτονὶ τὸν κυνοκλόπον. τὰ παιδία. Ἄιακος μἀλλ᾽ ὑπερφυᾶ. κάκιστ᾽ ἀπολοίμην. ἀλλ᾽ ἤν σε τοῦ λοιποῦ ποτ᾽ ἀφέλωμαι χρόνου. ὅτι μὲν οὖν. Ξανθίας 585 590 595 600 600β 604β 605 610 . καὶ βλέπειν αὖθις τὸ δεινόν. εἰ δὲ παραληρῶν ἁλώσει κἀκβαλεῖς τι μαλθακόν.κἂν εἴ με τύπτοις. ἡ γυνή. οὐκ ἂν ἀντείποιμί σοι. μὴ πρόσιτον. ἀνανεάζειν . . Χορός νῦν σὸν ἔργον ἔστ᾽. Διόνυσος ἥκει τῳ κακόν. ἀλλὰ καὐτὸς τυγχάνω ταῦτ᾽ ἄρτι συννοούμενος.
Ἄιακος λέγεις δὲ τί. τἀργύριόν σοι κείσεται. δέρων. εἶναι τοῦτον ἡγοῦ μὴ θεόν. αὐτὸς σεαυτὸν αἰτιῶ. Διόνυσος ἀθάνατος εἶναί φημι Διόνυσος Διός. ἀπόκτεινόν μ᾽ ἄγων. ἢ ᾽κλεψα τῶν σῶν ἄξιόν τι καὶ τριχός. πλίνθους ἐπιτιθείς. Διόνυσος ἀγορεύω τινὶ ἐμὲ μὴ βασανίζειν ἀθάνατον ὄντ᾽· εἰ δὲ μή. ἐπειδὴ καὶ σὺ φῂς εἶναι θεός. πλὴν πράσῳ μὴ τύπτε τοῦτον μηδὲ γητείῳ νέῳ. Ξανθίας δίκαιος ὁ λόγος· χὠπότερόν γ᾽ ἂν νῷν ἴδῃς κλαύσαντα πρότερον ἢ προτιμήσαντά τι τυπτόμενον. καὶ πολύ γε μᾶλλόν ἐστι μαστιγωτέος· εἴπερ θεὸς γάρ ἐστιν. χὤπως ἐρεῖς ἐνταῦθα μηδὲν ψεῦδος. στρεβλῶν. ἔτι δ᾽ ἐς τὰς ῥῖνας ὄξος ἐγχέων. Ἄιακος δίκαιος ὁ λόγος· κἄν τι πηρώσω γέ σου τὸν παῖδα τύπτων. οὕτω δὲ βασάνιζ᾽ ἀπαγαγών. Ξανθίας 615 620 625 630 635 640 . καί σοι ποιήσω πρᾶγμα γενναῖον πάνυ· βασάνιζε γὰρ τὸν παῖδα τουτονὶ λαβών. Ξανθίας μὴ δῆτ᾽ ἔμοιγ᾽. ἵνα σοὶ κατ᾽ ὀφθαλμοὺς λέγῃ. Ἄιακος ταῦτ᾽ ἀκούεις. Ξανθίας πάντα τρόπον. ἐθέλω τεθνηκέναι. τοῦτον δὲ δοῦλον. οὐ καὶ σὺ τύπτει τὰς ἴσας πληγὰς ἐμοί. κἄν ποτέ μ᾽ ἕλῃς ἀδικοῦντ᾽.καὶ μὴν νὴ Δία εἰ πώποτ᾽ ἦλθον δεῦρ᾽. οὐκ αἰσθήσεται. Ἄιακος οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ εἶ σὺ γεννάδας ἀνήρ· χωρεῖς γὰρ ἐς τὸ δίκαιον. Ἄιακος καὶ πῶς βασανίσω. Ἄιακος αὐτοῦ μὲν οὖν. ἀποδύεσθε δή. ἐν κλίμακι δήσας κρεμάσας ὑστριχίδι μαστιγῶν. Ξανθίας φήμ᾽ ἐγώ. Διόνυσος τί δῆτ᾽. κατάθου σὺ τὰ σκεύη ταχέως. πάντα τἄλλα.
Ἄιακος καὶ δὴ ᾽πάταξα. Διόνυσος ἰοὺ ἰού. Ξανθίας οὐ μὰ Δί᾽. Διόνυσος ἱππέας ὁρῶ. μῶν ὠδυνήθης. Ἄιακος τί ἔστιν. Ξανθίας οὔκουν ἀνύσεις τι. ἀτταταῖ. Ἄιακος ῥᾳδίως· πληγὴν παρὰ πληγὴν ἑκάτερον. δεῦρο πάλιν βαδιστέον. Ἄιακος ἰδού. ἀλλ᾽ εἶμ᾽ ἐπὶ τονδὶ καὶ πατάξω. Ἄιακος ἤδη ᾽πάταξά σ᾽. Ἄιακος τί τἀτταταῖ. Ἄιακος οὐδ᾽ ἐμοὶ δοκεῖς. Ἄιακος ἐπεὶ προτιμᾷς γ᾽ οὐδέν. 645 650 655 . Διόνυσος πηνίκα. Ξανθίας οὐ μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἐφρόντισα ὁπόθ᾽ Ἡράκλεια τἀν Διομείοις γίγνεται. Ἄιακος τί δῆτα κλάεις. Ἄιακος ἅνθρωπος ἱερός. Ξανθίας καλῶς λέγεις.πῶς οὖν βασανιεῖς νὼ δικαίως. Διόνυσος κρομμύων ὀσφραίνομαι. Ξανθίας σκόπει νυν ἤν μ᾽ ὑποκινήσαντ᾽ ἴδῃς. Ἄιακος οὐκ οἶδα· τουδὶ δ᾽ αὖθις ἀποπειράσομαι. Διόνυσος κᾆτα πῶς οὐκ ἔπταρον. Διόνυσος οὐδέν μοι μέλει.
Διόνυσος ὀρθῶς λέγεις· ἐβουλόμην δ᾽ ἂν τοῦτό σε πρότερον νοῆσαι. πρῶτον οὖν ἡμῖν δοκεῖ ἐξισῶσαι τοὺς πολίτας κἀφελεῖν τὰ δείματα. Διόνυσος οὐκ ἔγωγ᾽. Ἄιακος μὰ τὸν Δί᾽ ἀλλ᾽ ἤδη πάρεχε τὴν γαστέρα. ἅτ᾽ ὄντε κἀκείνω θεώ. Ξανθίας τὴν ἄκανθαν ἐξελε. ὡς ἀπολεῖται. τὸν πολὺν ὀψομένη λαῶν· ὄχλον. Ἄιακος τί ἔστι. κἂν ἴσαι γένωνται. δεῦρο πάλιν βαδιστέον. ἀλλ᾽ εἴσιτον· ὁ δεσπότης γὰρ αὐτὸς ὑμᾶς γνώσεται χἠ Φερρέφατθ᾽. τὸν ἱερὸν χορὸν δίκαιόν ἐστι χρηστὰ τῇ πόλει ξυμπαραινεῖν καὶ διδάσκειν. Ἄιακος τί τὸ πρᾶγμα τουτί. ἐφ᾽ οὗ δὴ χείλεσιν ἀμφιλάλοις δεινὸν ἐπιβρέμεται Θρῃκία χελιδὼν ”ἐπὶ βάρβαρον ἑζομένη πέταλον“· κελαδεῖ δ᾽ ἐπίκλαυτον ἀηδόνιον νόμον. πρὶν ἐμὲ τὰς πληγὰς λαβεῖν. οὗ σοφίαι μυρίαι κάθηνται φιλοτιμότεραι Κλεοφῶντος. Ξανθίας οὐδὲν ποιεῖς γάρ· ἀλλὰ τὰς λαγόνας σπόδει. Ξανθίας ἤλγησεν· οὐκ ἤκουσας. Ξανθίας οἴμοι. Διόνυσος Ἄπολλον--ὅς που Δῆλον ἢ Πυθῶν᾽ ἔχεις. ἐπεὶ ἴαμβον Ἱππώνακτος ἀνεμιμνῃσκόμην. Διόνυσος Πόσειδον Ξανθίας ἤλγησέν τις. Ἄιακος οὔ τοι μὰ τὴν Δήμητρα δύναμαί πω μαθεῖν ὁπότερος ὑμῶν ἐστι θεός. 660 665 668 670 675 680 685 . Διόνυσος ὃς Αἰγαίου πρῶνας ἢ γλαυκᾶς μέδεις ἁλὸς ἐν βένθεσιν. Χορός Μοῦσα χορῶν ἱερῶν· ἐπίβηθι καὶ ἔλθ᾽ ἐπὶ τέρψιν ἀοιδᾶς ἐμᾶς. κεἴ τις ἥμαρτε σφαλείς τι Φρυνίχου παλαίσμασιν.Ἄιακος βαδιστέον τἄρ᾽ ἐστὶν ἐπὶ τονδὶ πάλιν.
χρόνον ἐνδιατρίψει· ἰδὼν δὲ τάδ᾽ οὐκ εἰρηνικὸς ἔσθ᾽. πάσχειν τοῖς σοφοῖς δοκήσετε. κοὐδὲ ταῦτ᾽ ἔγωγ᾽ ἔχοιμ᾽ ἂν μὴ οὐ καλῶς φάσκειν ἔχειν. ἀλλὰ τῆς ὀργῆς ἀνέντες ὦ σοφώτατοι φύσει πάντας ἀνθρώπους ἑκόντες συγγενεῖς κτησώμεθα κἀπιτίμους καὶ πολίτας. προυσελοῦμεν. ἤν τι καὶ πάσχητε. πολλάκις γ᾽ ἡμῖν ἔδοξεν ἡ πόλις πεπονθέναι ταὐτὸν ἔς τε τῶν πολιτῶν τοὺς καλούς τε κἀγαθοὺς ἔς τε τἀρχαῖον νόμισμα καὶ τὸ καινὸν χρυσίον. ἀλλ᾽ ἐπαινῶ· μόνα γὰρ αὐτὰ νοῦν ἔχοντ᾽ ἐδράσατε. τοῖς δὲ χαλκοῖς καὶ ξένοις καὶ πυρρίαις καὶ πονηροῖς κἀκ πονηρῶν εἰς ἅπαντα χρώμεθα ὑστάτοις ἀφιγμένοισιν. πρὸς δὲ τούτοις εἰκὸς ὑμᾶς. ἀλλὰ τούτοις τοῖς πονηροῖς χαλκίοις χθές τε καὶ πρώην κοπεῖσι τῷ κακίστῳ κόμματι. ἐξ ἀξίου γοῦν τοῦ ξύλου. εἰ δ᾽ ἐγὼ ὀρθὸς ἰδεῖν βίον ἀνέρος ἢ τρόπον ὅστις ἔτ᾽ οἰμώξεται. νομισμάτων καὶ μόνοις ὀρθῶς κοπεῖσι καὶ κεκωδωνισμένοις ἔν τε τοῖς Ἕλλησι καὶ τοῖς βαρβάροισι πανταχοῦ χρώμεθ᾽ οὐδέν. ὡς δοκεῖ. ἵνα μή ποτε κἀποδυθῇ μεθύων ἄνευ ξύλου βαδίζων. τὴν πόλιν καὶ ταῦτ᾽ ἔχοντες κυμάτων ἐν ἀγκάλαις. ὁ πονηρότατος βαλανεὺς ὁπόσοι κρατοῦσι κυκησιτέφρου ψευδολίτρου κονίας καὶ Κιμωλίας γῆς. οὔτε γὰρ τούτοισιν οὖσιν οὐ κεκιβδηλευμένοις. οὐ πολὺν οὐδ᾽ ὁ πίθηκος οὗτος ὁ νῦν ἐνοχλῶν. Ἄιακος νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα γεννάδας ἀνὴρ ὁ δεσπότης σου. οἳ μεθ᾽ ὑμῶν πολλὰ δὴ χοἰ πατέρες ἐναυμάχησαν καὶ προσήκουσιν γένει. τὴν μίαν ταύτην παρεῖναι ξυμφορὰν αἰτουμένοις. ἀλλὰ καὶ νῦν ὦνόητοι μεταβαλόντες τοὺς τρόπους χρῆσθε τοῖς χρηστοῖσιν αὖθις· καὶ κατορθώσασι γὰρ εὔλογον. εἶτ᾽ ἄτιμόν φημι χρῆναι μηδέν᾽ εἶν᾽ ἐν τῇ πόλει· καὶ γὰρ αἰσχρόν ἐστι τοὺς μὲν ναυμαχήσαντας μίαν καὶ Πλαταιᾶς εὐθὺς εἶναι κἀντὶ δούλων δεσπότας.ἐγγενέσθαι φημὶ χρῆναι τοῖς ὀλισθοῦσιν τότε αἰτίαν ἐκθεῖσι λῦσαι τὰς πρότερον ἁμαρτίας. εἰ δὲ ταῦτ᾽ ὀγκωσόμεσθα κἀποσεμνυνούμεθα. ἀλλὰ καλλίστοις ἁπάντων. Κλειγένης ὁ μικρός. οἷσιν ἡ πόλις πρὸ τοῦ οὐδὲ φαρμακοῖσιν εἰκῇ ῥᾳδίως ἐχρήσατ᾽ ἄν. 690 697 700 705 711 715 720 726 731 735 . τῶν πολιτῶν θ᾽ οὓς μὲν ἴσμεν εὐγενεῖς καὶ σώφρονας ἄνδρας ὄντας καὶ δικαίους καὶ καλούς τε κἀγαθοὺς καὶ τραφέντας ἐν παλαίστραις καὶ χοροῖς καὶ μουσικῇ. ὅστις ἂν ξυνναυμαχῇ. ὑστέρῳ χρόνῳ ποτ᾽ αὖθις εὖ φρονεῖν οὐ δόξομεν. κἄν τι σφαλῆτ᾽.
Ἄιακος μἀλλ᾽ ἐποπτεύειν δοκῶ. Ἄιακος τοῦτο μέντοι δουλικὸν εὐθὺς πεποίηκας. Ἄιακος μἀλλὰ πλεῖν ἢ μαίνομαι. ὅπερ ἐγὼ χαίρω ποιῶν. Ἄιακος ὡς μὰ Δί᾽ οὐδὲν οἶδ᾽ ἐγώ. ὅστις γε πίνειν οἶδε καὶ βινεῖν μόνον. Ξανθίας τί δὲ τονθορύζων. καὶ δὸς κύσαι καὐτὸς κύσον. Ξανθίας ᾤμωξε μέντἄν. ὃς ἡμῖν ἐστιν ὁμομαστιγίας. ὅταν καταράσωμαι λάθρᾳ τῷ δεσπότῃ. τίς οὗτος οὕνδον ἐστὶ θόρυβος καὶ βοὴ χὠ λοιδορησμός. Ἄιακος τὸ δὲ μὴ πατάξαι σ᾽ ἐξελεγχθέντ᾽ ἄντικρυς. ἱκετεύω. Ἄιακος ἐγώ.Ξανθίας πῶς γὰρ οὐχὶ γεννάδας. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ὅταν δρῶ τοῦτο. κἀκμιαίνομαι. Ξανθίας ὁμόγνιε Ζεῦ· καὶ παρακούων δεσποτῶν ἅττ᾽ ἂν λαλῶσι. Ξανθίας τί δὲ τοῖς θύραζε ταῦτα καταλαλῶν. Ξανθίας 740 745 750 755 760 . Ξανθίας ἆ. ὅτι δοῦλος ὢν ἔφασκες εἶναι δεσπότης. ἡνίκ᾽ ἂν πληγὰς λαβὼν πολλὰς ἀπίῃς θύραζε. Ξανθίας χαίρεις. καί μοι φράσον πρὸς Διός. Ἄιακος καὶ τοῦθ᾽ ἥδομαι. Ξανθίας ὦ Φοῖβ᾽ Ἄπολλον ἔμβαλέ μοι τὴν δεξιάν. Ξανθίας τί δὲ πολλὰ πράττων. Ἄιακος πρᾶγμα πρᾶγμα μέγα κεκίνηται μέγα ἐν τοῖς νεκροῖσι καὶ στάσις πολλὴ πάνυ. Ἄιακος Αἰσχύλου κεὐριπίδου.
Ξανθίας μετ᾽ Αἰσχύλου δ᾽ οὐκ ἦσαν ἕτεροι σύμμαχοι. Ἄιακος ἐκεῖνος εἶχε τὸν τραγῳδικὸν θρόνον. Ἄιακος ἕως ἀφίκοιτο τὴν τέχνην σοφώτερος ἕτερός τις αὐτοῦ· τότε δὲ παραχωρεῖν ἔδει. Ἄιακος νόμος τις ἐνθάδ᾽ ἐστὶ κείμενος ἀπὸ τῶν τεχνῶν ὅσαι μεγάλαι καὶ δεξιαί. Ἄιακος νὴ Δί᾽ οὐράνιόν γ᾽ ὅσον. Ξανθίας τί δῆθ᾽ ὁ Πλούτων δρᾶν παρασκευάζεται. τὸν ἄριστον ὄντα τῶν ἑαυτοῦ συντέχνων σίτησιν αὐτὸν ἐν πρυτανείῳ λαμβάνειν θρόνον τε τοῦ Πλούτωνος ἑξῆς-Ξανθίας μανθάνω. ἐπεδείκνυτο τοῖς λωποδύταις καὶ τοῖσι βαλλαντιοτόμοις καὶ τοῖσι πατραλοίαισι καὶ τοιχωρύχοις. οἱ δ᾽ ἀκροώμενοι τῶν ἀντιλογιῶν καὶ λυγισμῶν καὶ στροφῶν ὑπερεμάνησαν κἀνόμισαν σοφώτατον· κἄπειτ᾽ ἐπαρθεὶς ἀντελάβετο τοῦ θρόνου. ἵν᾽ Αἰσχύλος καθῆστο. Ξανθίας τί δῆτα τουτὶ τεθορύβηκεν Αἰσχύλον. Ξανθίας κἄπειτα πῶς οὐ καὶ Σοφοκλέης ἀντελάβετο τοῦ θρόνου. Ξανθίας κοὐκ ἐβάλλετο. Ἄιακος ὀλίγον τὸ χρηστόν ἐστιν. Ἄιακος ἀγῶνα ποιεῖν αὐτίκα μάλα καὶ κρίσιν κἄλεγχον αὐτῶν τῆς τέχνης. 765 770 775 780 785 . Ἄιακος ὅτε δὴ κατῆλθ᾽ Εὐριπίδης. ὡς ὢν κράτιστος τὴν τέχνην.ἐκ τοῦ. Ξανθίας ὁ τῶν πανούργων. ὅπερ ἔστ᾽ ἐν Ἅιδου πλῆθος. Ἄιακος μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ὁ δῆμος ἀνεβόα κρίσιν ποιεῖν ὁπότερος εἴη τὴν τέχνην σοφώτερος. Ξανθίας νυνὶ δὲ τίς. ὥσπερ ἐνθάδε.
ἀλλ᾽ ἔκυσε μὲν Αἰσχύλον. Ἄιακος καὶ διαμέτρους καὶ σφῆνας. Ἄιακος τοῦτ᾽ ἦν δύσκολον· σοφῶν γὰρ ἀνδρῶν ἀπορίαν ηὑρισκέτην. ἀλλ᾽ εἰσίωμεν· ὡς ὅταν γ᾽ οἱ δεσπόται ἐσπουδάκωσι. Ἄιακος ἔβλεψε γοῦν ταυρηδὸν ἐγκύψας κάτω. Ἄιακος νὴ Δί᾽ ὀλίγον ὕστερον. κλαύμαθ᾽ ἡμῖν γίγνεται. ἔφεδρος καθεδεῖσθαι· κἂν μὲν Αἰσχύλος κρατῇ. ἔσται δ᾽ ἱππολόφων τε λόγων κορυθαίολα νείκη σχινδαλάμων τε παραξόνια σμιλεύματά τ᾽ ἔργων. ἡνίκ᾽ ἂν ὀξύλαλον παρίδῃ θήγοντος ὀδόντα ἀντιτέχνου· τότε δὴ μανίας ὑπὸ δεινῆς ὄμματα στροβήσεται. Χορός ἦ που δεινὸν ἐριβρεμέτας χόλον ἔνδοθεν ἕξει. Ξανθίας τὸ χρῆμ᾽ ἄρ᾽ ἔσται. Ἄιακος λῆρόν τε τἄλλ᾽ ἡγεῖτο τοῦ γνῶναι πέρι φύσεις ποιητῶν· εἶτα τῷ σῷ δεσπότῃ ἐπέτρεψαν. Ξανθίας ἦ που βαρέως οἶμαι τὸν Αἰσχύλον φέρειν. κἀνταῦθα δὴ τὰ δεινὰ κινηθήσεται. μειαγωγήσουσι τὴν τραγῳδίαν. κἀνέβαλε τὴν δεξιάν. ἕξειν κατὰ χώραν· εἰ δὲ μή. περὶ τῆς τέχνης διαγωνιεῖσθ᾽ ἔφασκε πρός γ᾽ Εὐριπίδην. κἀκεῖνος ὑπεχώρησεν αὐτῷ τοῦ θρόνου· νυνὶ δ᾽ ἔμελλεν.Ἄιακος μὰ Δί᾽ οὐκ ἐκεῖνος. οὔτε γὰρ Ἀθηναίοισι συνέβαιν᾽ Αἰσχύλος-Ξανθίας πολλοὺς ἴσως ἐνόμιζε τοὺς τοιχωρύχους. ὅτε δὴ κατῆλθε. καὶ γὰρ ταλάντῳ μουσικὴ σταθμήσεται-Ξανθίας τί δέ. ὡς ἔφη Κλειδημίδης. ὁ γὰρ Εὐριπίδης κατ᾽ ἔπος βασανιεῖν φησι τὰς τραγῳδίας. 790 795 800 805 810 815 . Ξανθίας κρινεῖ δὲ δὴ τίς ταῦτα. ὁτιὴ τῆς τέχνης ἔμπειρος ἦν. Ἄιακος καὶ κανόνας ἐξοίσουσι καὶ πήχεις ἐπῶν καὶ πλαίσια ξύμπτυκτα-Ξανθίας πλινθεύσουσι γάρ.
ἀλλ᾽ οὔ τι χαίρων αὔτ᾽ ἐρεῖς. Εὐριπίδης ἀποσεμνυνεῖται πρῶτον. Διόνυσος ἐπίσχες οὗτος ὦ πολυτίμητ᾽ Αἰσχύλε. Εὐριπίδης οὐκ ἂν μεθείμην τοῦ θρόνου. ἄνθρωπον ἀγριοποιὸν αὐθαδόστομον. ἵνα μὴ κεφαλαίῳ τὸν κρόταφόν σου ῥήματι θενὼν ὑπ᾽ ὀργῆς ἐκχέῃ τὸν Τήλεφον· σὺ δὲ μὴ πρὸς ὀργὴν Αἰσχύλ᾽ ἀλλὰ πρᾳόνως 820 825 830 835 840 845 850 855 . αἰσθάνει γὰρ τοῦ λόγου. κρείττων γὰρ εἶναί φημι τούτου τὴν τέχνην. ἅπερ ἑκάστοτε ἐν ταῖς τραγῳδίαισιν ἐτερατεύετο. ἔχοντ᾽ ἀχάλινον ἀκρατὲς ἀπύλωτον στόμα. Αἰσχύλος ἄληθες ὦ παῖ τῆς ἀρουραίας θεοῦ. εἰ σωφρονεῖς. Αἰσχύλος οὐ δῆτα πρίν γ᾽ ἂν τοῦτον ἀποφήνω σαφῶς τὸν χωλοποιὸν οἷος ὢν θρασύνεται. Διόνυσος ὦ δαιμόνι᾽ ἀνδρῶν μὴ μεγάλα λίαν λέγε.φωτὸς ἀμυνομένου φρενοτέκτονος ἀνδρὸς ῥήμαθ᾽ ἱπποβάμονα. φρίξας δ᾽ αὐτοκόμου λοφιᾶς λασιαύχενα χαίταν. καὶ μὴ πρὸς ὀργὴν σπλάγχνα θερμήνῃς κότῳ. δεινὸν ἐπισκύνιον ξυνάγων βρυχώμενος ἥσει ῥήματα γομφοπαγῆ πινακηδὸν ἀποσπῶν γηγενεῖ φυσήματι· ἔνθεν δὴ στοματουργὸς ἐπῶν βασανίστρια λίσφη γλῶσσ᾽ ἀνελισσομένη φθονεροὺς κινοῦσα χαλινοὺς ῥήματα δαιομένη καταλεπτολογήσει πλευμόνων πολὺν πόνον. Διόνυσος ἄρν᾽ ἄρνα μέλανα παῖδες ἐξενέγκατε· τυφὼς γὰρ ἐκβαίνειν παρασκευάζεται. Διόνυσος παῦ᾽ Αἰσχύλε. μὴ νουθέτει. ἀπὸ τῶν χαλαζῶν δ᾽ ὦ πόνηρ᾽ Εὐριπίδη ἄναγε σεαυτὸν ἐκποδών. ἀπεριλάλητον κομποφακελορρήμονα. Αἰσχύλος ὦ Κρητικὰς μὲν συλλέγων μονῳδίας. Διόνυσος Αἰσχύλε τί σιγᾷς. σὺ δή με ταῦτ᾽ ὦ στωμυλιοσυλλεκτάδη καὶ πτωχοποιὲ καὶ ῥακιοσυρραπτάδη. γάμους δ᾽ ἀνοσίους ἐσφέρων ἐς τὴν τέχνην. Εὐριπίδης ἐγᾦδα τοῦτον καὶ διέσκεμμαι πάλαι.
δρᾶν ταῦτα χρή. Διόνυσος 860 865 870 875 880 885 890 .ἔλεγχ᾽ ἐλέγχου· λοιδορεῖσθαι δ᾽ οὐ πρέπει ἄνδρας ποιητὰς ὥσπερ ἀρτοπώλιδας. σὺ δ᾽ εὐθὺς ὥσπερ πρῖνος ἐμπρησθεὶς βοᾷς. λεπτολόγους ξυνετὰς φρένας αἳ καθορᾶτε ἀνδρῶν γνωμοτύπων. Εὐριπίδης καὶ μάλα. κοὐκ ἀναδύομαι. Διόνυσος τί δαὶ σὺ βουλεύει ποιεῖν. Εὐριπίδης καλῶς· ἕτεροι γάρ εἰσιν οἷσιν εὔχομαι θεοῖς. Αἰσχύλος Δήμητερ ἡ θρέψασα τὴν ἐμὴν φρένα. ὥσθ᾽ ἕξει λέγειν. τὰ νεῦρα τῆς τραγῳδίας. καὶ νὴ Δία τὸν Πηλέα γε καὶ τὸν Αἴολον καὶ τὸν Μελέαγρον κἄτι μάλα τὸν Τήλεφον. Εὐριπίδης ἕτοιμός εἰμ᾽ ἔγωγε. κόμμα καινόν. Χορός ὦ Διὸς ἐννέα παρθένοι ἁγναὶ Μοῦσαι. ὅμως δ᾽ ἐπειδή σοι δοκεῖ. Αἰσχύλος ὅτι ἡ ποίησις οὐχὶ συντέθνηκέ μοι. τὰ μέλη. Διόνυσος ἐπίθες λαβὼν δὴ καὶ σὺ λιβανωτόν. Διόνυσος ἴθι νυν λιβανωτὸν δεῦρό τις καὶ πῦρ δότω. ἔλθετ᾽ ἐποψόμεναι δύναμιν δεινοτάτοιν στομάτοιν πορίσασθαι ῥήματα καὶ παραπρίσματ᾽ ἐπῶν. Διόνυσος ἴδιοί τινές σοι. δάκνειν δάκνεσθαι πρότερος. εἶναί με τῶν σῶν ἄξιον μυστηρίων. Διόνυσος εὔχεσθε δὴ καὶ σφώ τι πρὶν τἄπη λέγειν. τούτῳ δὲ συντέθνηκεν. λέγ᾽ Αἰσχύλε. ὅταν εἰς ἔριν ὀξυμερίμνοις ἔλθωσι στρεβλοῖσι παλαίσμασιν ἀντιλογοῦντες. ὅπως ἂν εὔξωμαι πρὸ τῶν σοφισμάτων ἀγῶνα κρῖναι τόνδε μουσικώτατα· ὑμεῖς δὲ ταῖς Μούσαις τι μέλος ὑπᾴσατε. Διόνυσος τί δαί. νῦν γὰρ ἀγὼν σοφίας ὁ μέγας χωρεῖ πρὸς ἔργον ἤδη. τἄπη. εἰ τούτῳ δοκεῖ. Αἰσχύλος ἐβουλόμην μὲν οὐκ ἐρίζειν ἐνθάδε· οὐκ ἐξ ἴσου γάρ ἐστιν ἁγὼν νῷν.
Διόνυσος ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα χρὴ λέγειν· οὕτω δ᾽ ὅπως ἐρεῖτον ἀστεῖα καὶ μήτ᾽ εἰκόνας μήθ᾽ οἷ᾽ ἂν ἄλλος εἴποι. τοῦτον δὲ πρῶτ᾽ ἐλέγξω. ὁπόθ᾽ ἡ Νιόβη τι φθέγξεται· τὸ δρᾶμα δ᾽ ἂν διῄει. ἵν᾽ ὁ θεατὴς προσδοκῶν καθοῖτο. οἷ᾽ ἄρ᾽ ἐφενακιζόμην ὑπ᾽ αὐτοῦ. Διόνυσος κἀμαυτῷ δοκῶ. Εὐριπίδης ἠλίθιος γὰρ ἦσθα. καί με τοῦτ᾽ ἔτερπεν οὐχ ἧττον ἢ νῦν οἱ λαλοῦντες. τὸ πρόσωπον οὐχὶ δεικνύς. Ἀχιλλέα τιν᾽ ἢ Νιόβην. ἐν τοῖσιν ὑστάτοις φράσω. γρύζοντας οὐδὲ τουτί. πρόσχημα τῆς τραγῳδίας. πρώτιστα μὲν γὰρ ἕνα τιν᾽ ἂν καθῖσεν ἐγκαλύψας.ἴθι δὴ προσεύχου τοῖσιν ἰδιώταις θεοῖς. Χορός καὶ μὴν ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν παρὰ σοφοῖν ἀνδροῖν ἀκοῦσαι τίνα λόγων ἐμμέλειαν ἔπιτε δαΐαν ὁδόν. Διόνυσος ἐγὼ δ᾽ ἔχαιρον τῇ σιωπῇ. Διόνυσος μὰ τὸν Δί᾽ οὐ δῆθ᾽. Εὐριπίδης ὁ δὲ χορός γ᾽ ἤρειδεν ὁρμαθοὺς ἂν μελῶν ἐφεξῆς τέτταρας ξυνεχῶς ἄν οἱ δ᾽ ἐσίγων. 894 900 903β 904β 905 910 915 920 . σάφ᾽ ἴσθι. Διόνυσος ὢ παμπόνηρος. τί δὲ ταῦτ᾽ ἔδρασ᾽ ὁ δεῖνα. ὀρθῶς μ᾽ ἐλέγχειν ὧν ἂν ἅπτωμαι λόγων. προσδοκᾶν οὖν εἰκός ἐστι τὸν μὲν ἀστεῖόν τι λέξειν καὶ κατερρινημένον. γλῶσσα μὲν γὰρ ἠγρίωται. Εὐριπίδης ὑπ᾽ ἀλαζονείας. ὡς ἦν ἀλαζὼν καὶ φέναξ οἵοις τε τοὺς θεατὰς ἐξηπάτα μώρους λαβὼν παρὰ Φρυνίχῳ τραφέντας. Εὐριπίδης καὶ μὴν ἐμαυτὸν μέν γε τὴν ποίησιν οἷός εἰμι. λῆμα δ᾽ οὐκ ἄτολμον ἀμφοῖν. οὐδ᾽ ἀκίνητοι φρένες. τὸν δ᾽ ἀνασπῶντ᾽ αὐτοπρέμνοις τοῖς λόγοισιν ἐμπεσόντα συσκεδᾶν πολλὰς ἀλινδήθρας ἐπῶν. Εὐριπίδης αἰθὴρ ἐμὸν βόσκημα καὶ γλώσσης στρόφιγξ καὶ ξύνεσι καὶ μυκτῆρες ὀσφραντήριοι.
Εὐριπίδης εἶτ᾽ οὐκ ἐλήρουν ὅ τι τύχοιμ᾽ οὐδ᾽ ἐμπεσὼν ἔφυρον. ἴσχνανα μὲν πρώτιστον αὐτὴν καὶ τὸ βάρος ἀφεῖλον ἐπυλλίοις καὶ περιπάτοις καὶ τευτλίοισι λευκοῖς. ἃν τοῖσι παραπετάσμασιν τοῖς Μηδικοῖς γράφουσιν· ἀλλ᾽ ὡς παρέλαβον τὴν τέχνην παρὰ σοῦ τὸ πρῶτον εὐθὺς οἰδοῦσαν ὑπὸ κομπασμάτων καὶ ῥημάτων ἐπαχθῶν. Αἰσχύλος σὺ δ᾽ ὦ θεοῖσιν ἐχθρὲ ποῖ᾽ ἄττ᾽ ἐστὶν ἅττ᾽ ἐποίεις. Εὐριπίδης ὅτι αὐτὸν ἐξελέγχω. Εὐριπίδης οὐχ ἱππαλεκτρυόνας μὰ Δί᾽ οὐδὲ τραγελάφους. Αἰσχύλος οἴμοι τάλας. Διόνυσος κρεῖττον γὰρ ἦν σοι νὴ Δί᾽ ἢ τὸ σαυτοῦ. Εὐριπίδης ἀλλ᾽ ἢ Σκαμάνδρους ἢ τάφρους ἢ ᾽π᾽ ἀσπίδων ἐπόντας γρυπαιέτους χαλκηλάτους καὶ ῥήμαθ᾽ ἱππόκρημνα. ἃ ξυμβαλεῖν οὐ ῥᾴδι᾽ ἦν. Διόνυσος νὴ τοὺς θεοὺς ἐγὼ γοῦν ἤδη ποτ᾽ ἐν μακρῷ χρόνῳ νυκτὸς διηγρύπνησα τὸν ξουθὸν ἱππαλεκτρυόνα ζητῶν τίς ἐστιν ὄρνις. ἀλλ᾽ οὑξιὼν πρώτιστα μέν μοι τὸ γένος εἶπ᾽ ἂν εὐθὺς τοῦ δράματος. κἄπειτ᾽ ἐπειδὴ ταῦτα ληρήσειε καὶ τὸ δρᾶμα ἤδη μεσοίη. Εὐριπίδης εἶτ᾽ ἐν τραγῳδίαις ἐχρῆν κἀλεκτρυόνα ποιῆσαι. χυλὸν διδοὺς στωμυλμάτων ἀπὸ βιβλίων ἀπηθῶν· εἶτ᾽ ἀνέτρεφον μονῳδίαις-Διόνυσος Κηφισοφῶντα μιγνύς. ἅπερ σύ. ῥήματ᾽ ἂν βόεια δώδεκ᾽ εἶπεν. ὀφρῦς ἔχοντα καὶ λόφους. Αἰσχύλος σημεῖον ἐν ταῖς ναυσὶν ὦμαθέστατ᾽ ἐνεγέγραπτο.τί σκορδινᾷ καὶ δυσφορεῖς. δείν᾽ ἄττα μορμορωπά. Διόνυσος σιώπα. Εὐριπίδης σαφὲς δ᾽ ἂν εἶπεν οὐδὲ ἕν-Διόνυσος μὴ πρῖε τοὺς ὀδόντας. ἄγνωτα τοῖς θεωμένοις. Εὐριπίδης 925 930 935 940 945 . Διόνυσος ἐγὼ δὲ τὸν Φιλοξένου γ᾽ ᾤμην Ἔρυξιν εἶναι.
ποῦ μοι τοδί.“ Διόνυσος νὴ τοὺς θεοὺς νῦν γοῦν Ἀθηναίων 950 955 960 965 970 975 980 . νοεῖν ὁρᾶν ξυνιέναι στρέφειν ἐρᾶν τεχνάζειν. κάχ᾽ ὑποτοπεῖσθαι. τουτουμενὶ Φορμίσιος Μεγαίνετός θ᾽ ὁ Μανῆς. ἀλλ᾽ ἔλεγεν ἡ γυνή τέ μοι χὠ δοῦλος οὐδὲν ἧττον. Διόνυσος τοῦτο μὲν ἔασον ὦ τᾶν. σαρκασμοπιτυοκάμπται. οὑμοὶ δὲ Κλειτοφῶν τε καὶ Θηραμένης ὁ κομψός. λογισμὸν ἐνθεὶς τῇ τέχνῃ καὶ σκέψιν. οὐ σοὶ γάρ ἐστι περίπατος κάλλιστα περί γε τούτου. ὃς ἢν κακοῖς που περιπέσῃ καὶ πλησίον παραστῇ. οἷς ξύνεσμεν. ”πῶς τοῦτ᾽ ἔχει. Εὐριπίδης οἰκεῖα πράγματ᾽ εἰσάγων. πέπτωκεν ἔξω τῶν κακῶν. οὐδ᾽ ἐξέπληττον αὐτούς. ἐξ ὧν γ᾽ ἂν ἐξηλεγχόμην· ξυνειδότες γὰρ οὗτοι ἤλεγχον ἄν μου τὴν τέχνην· ἀλλ᾽ οὐκ ἐκομπολάκουν ἀπὸ τοῦ φρονεῖν ἀποσπάσας. γνώσει δὲ τοὺς τούτου τε κἀμοὺς ἑκατέρου μαθητάς. Διόνυσος Θηραμένης. Εὐριπίδης μὰ τὸν Ἀπόλλω· δημοκρατικὸν γὰρ αὔτ᾽ ἔδρων. οἷς χρώμεθ᾽. Εὐριπίδης ἔπειτα τουτουσὶ λαλεῖν ἐδίδαξα-Αἰσχύλος φημὶ κἀγώ. χὠ δεσπότης χἠ παρθένος χἠ γραῦς ἄν. σαλπιγγολογχυπηνάδαι. ὡς πρὶν διδάξαι γ᾽ ὤφελες μέσος διαρραγῆναι. Εὐριπίδης τοιαῦτα μέντοὐγὼ φρονεῖν τούτοισιν εἰσηγησάμην. Εὐριπίδης λεπτῶν τε κανόνων ἐσβολὰς ἐπῶν τε γωνιασμούς. περινοεῖν ἅπαντα-Αἰσχύλος φημὶ κἀγώ. Κύκνους ποιῶν καὶ Μέμνονας κωδωνοφαλαροπώλους. τίς τοῦτ᾽ ἔλαβε.ἔπειτ᾽ ἀπὸ τῶν πρώτων ἐπῶν οὐδὲν παρῆκ᾽ ἂν ἀργόν. Αἰσχύλος εἶτα δῆτα οὐκ ἀποθανεῖν σε ταῦτ᾽ ἐχρῆν τολμῶντα. σοφός γ᾽ ἀνὴρ καὶ δεινὸς ἐς τὰ πάντα. οὐ Χῖος ἀλλὰ Κεῖος. ὥστ᾽ ἤδη νοεὶν ἅπαντα καὶ διειδέναι τά τ᾽ ἄλλα καὶ τὰς οἰκίας οἰκεῖν ἄμεινον ἢ πρὸ τοῦ κἀνασκοπεῖν.
Αἰσχύλος τοῦτ᾽ οὖν εἰ μὴ πεποίηκας. καὶ μου τὰ σπλάγχν᾽ ἀγανακτεῖ. ἀλλὰ πνέοντας δόρυ καὶ λόγχας καὶ λευκολόφους τρυφαλείας καὶ πήληκας καὶ κνημῖδας καὶ θυμοὺς ἑπταβοείους. θαρρῶν τὸν κρουνὸν ἀφίει. τίς τὴν κεφαλὴν ἀπεδήδοκεν τῆς μαινίδος. ”ποῦ ᾽στιν ἡ χύτρα. ὅτι βελτίους τε ποιοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους ἐν ταῖς πόλεσιν. ἀπόκριναί μοι.ἅπας τις εἰσιὼν κέκραγε πρὸς τοὺς οἰκέτας ζητεῖ τε. Διόνυσος ἀλλ᾽ ὦ πρῶτος τῶν Ἑλλήνων πυργώσας ῥήματα σεμνὰ καὶ κοσμήσας τραγικὸν λῆρον. Αἰσχύλος σκέψαι τοίνυν οἵους αὐτοὺς παρ᾽ ἐμοῦ παρεδέξατο πρῶτον. Εὐριπίδης δεξιότητος καὶ νουθεσίας. ἀλλὰ συστείλας ἄκροισι χρώμενος τοῖς ἱστίοις. . ἀλλ᾽ ἐκ χρηστῶν καὶ γενναίων μοχθηροτάτους ἀπέδειξας. εἶτα μᾶλλον μᾶλλον ἄξεις καὶ φυλάξεις. . Χορός τάδε μὲν λεύσσεις φαίδιμ᾽ Ἀχιλλεῦ· σὺ δὲ τί φέρε πρὸς ταῦτα λέξεις. τίς τῆς ἐλάας παρέτραγεν. τίνος οὕνεκα χρὴ θαυμάζειν ἄνδρα ποιητήν. Αἰσχύλος θυμοῦμαι μὲν τῇ ξυντυχίᾳ. τὸ τρύβλιον τὸ περυσινὸν τέθνηκέ μοι· ποῦ τὸ σκόροδον τὸ χθιζινόν. τί παθεῖν φήσεις ἄξιος εἶναι. Διόνυσος 985 990 995 1000 1003β 1005 1006 1010 1015 . μόνον ὅπως . καὶ μὴ διαδρασιπολίτας.“ τέως δ᾽ ἀβελτερώτατοι κεχηνότες Μαμμάκυθοι Μελιτίδαι καθῆντο. μηδ᾽ ἀγοραίους μηδὲ κοβάλους ὥσπερ νῦν μηδὲ πανούργους. ἀλλ᾽ ὅπως ὦ γεννάδα μὴ πρὸς ὀργὴν ἀντιλέξεις. ἡνίκ᾽ ἂν τὸ πνεῦμα λεῖον καὶ καθεστηκὸς λάβῃς. Διόνυσος τεθνάναι· μὴ τοῦτον ἐρώτα. μή σ᾽ ὁ θυμὸς ἁρπάσας ἐκτὸς οἴσει τῶν ἐλαῶν· δεινὰ γὰρ κατηγόρηκεν. εἰ πρὸς τοῦτον δεῖ μ᾽ ἀντιλέγειν· ἵνα μὴ φάσκῃ δ᾽ ἀπορεῖν με. εἰ γενναίους καὶ τετραπήχεις.
κοσμήσας ἔργον ἄριστον. Εὐριπίδης μὰ Δί᾽ οὐ γὰρ ἐπῆν τῆς Ἀφροδίτης οὐδέν σοι. ἡνίκ᾽ ἔπεμπεν. ”ἡνίκ᾽ ἤκουσα περὶ Δαρείου τεθνεῶτος“. Ἡσίοδος δὲ γῆς ἐργασίας. Διόνυσος νὴ τὸν Δία τοῦτό γέ τοι δή. τὸ κράνος πρῶτον περιδησάμενος τὸν λόφον ἤμελλ᾽ ἐπιδήσειν. Αἰσχύλος ἀλλ᾽ ἄλλους τοι πολλοὺς ἀγαθούς. εἶτα διδάξας Πέρσας μετὰ τοῦτ᾽ ἐπιθυμεῖν ἐξεδίδαξα νικᾶν ἀεὶ τοὺς ἀντιπάλους. Αἰσχύλος ταῦτα γὰρ ἄνδρας χρὴ ποιητὰς ἀσκεῖν. Τεύκρων θυμολεόντων. 1020 1025 1030 1035 1040 1045 . ἵν᾽ ἐπαίροιμ᾽ ἄνδρα πολίτην ἀντεκτείνειν αὑτὸν τούτοις. ὁ χορὸς δ᾽ εὐθὺς τὼ χεῖρ᾽ ὡδὶ συγκρούσας εἶπεν ”ἰαυοῖ“. καὶ τούτου γ᾽ οὕνεκα τύπτου. Μουσαῖος δ᾽ ἐξακέσεις τε νόσων καὶ χρησμούς. οὐδ᾽ οἶδ᾽ οὐδεὶς ἥντιν᾽ ἐρῶσαν πώποτ᾽ ἐποίησα γυναῖκα. ὧν ἦν καὶ Λάμαχος ἥρως· ὅθεν ἡμὴ φρὴν ἀπομαξαμένη πολλὰς ἀρετὰς ἐποίησεν. ἀλλ᾽ ἐπί τοι σοὶ καὶ τοῖς σοῖσιν πολλὴ πολλοῦ ᾽πικαθῆτο. Αἰσχύλος ἀλλ᾽ ὑμῖν αὔτ᾽ ἐξῆν ἀσκεῖν. ἀλλ᾽ οὐ μὰ Δί᾽ οὐ Φαίδρας ἐποίουν πόρνας οὐδὲ Σθενεβοίας. Διόνυσος τουτὶ μέν σοι κακὸν εἴργασται· Θηβαίους γὰρ πεποίηκας ἀνδρειοτέρους ἐς τὸν πόλεμον. Διόνυσος καὶ μὴν οὐ Παντακλέα γε ἐδίδαξεν ὅμως τὸν σκαιότατον· πρώην γοῦν. Ὀρφεὺς μὲν γὰρ τελετάς θ᾽ ἡμῖν κατέδειξε φόνων τ᾽ ἀπέχεσθαι. Εὐριπίδης καὶ τί σὺ δράσας οὕτως αὐτοὺς γενναίους ἐξεδίδαξας. Διόνυσος Αἰσχύλε λέξον. Διόνυσος ποῖον. Αἰσχύλος τοὺς ἕπτ᾽ ἐπὶ Θήβας· ὃ θεασάμενος πᾶς ἄν τις ἀνὴρ ἠράσθη δάιος εἶναι. Πατρόκλων. Διόνυσος ἐχάρην γοῦν. καρπῶν ὥρας. Αἰσχύλος δρᾶμα ποιήσας Ἄρεως μεστόν. σκέψαι γὰρ ἀπ᾽ ἀρχῆς ὡς ὠφέλιμοι τῶν ποιητῶν οἱ γενναῖοι γεγένηνται. μηδ᾽ αὐθάδως σεμνυνόμενος χαλέπαινε. ὥστε γε καὐτόν σε κατ᾽ οὖν ἔβαλεν.καὶ δὴ χωρεῖ τουτὶ τὸ κακόν· κρανοποιῶν αὖ μ᾽ ἐπιτρίψει. Αἰσχύλος μηδέ γ᾽ ἐπείη. ἀρότους· ὁ δὲ θεῖος Ὅμηρος ἀπὸ τοῦ τιμὴν καὶ κλέος ἔσχεν πλὴν τοῦδ᾽ ὅτι χρήστ᾽ ἐδίδαξεν. ἀλλ᾽ οὐκ ἐπὶ τοῦτ᾽ ἐτράπεσθε. τάξεις ἀρετὰς ὁπλίσεις ἀνδρῶν. ὁπόταν σάλπιγγος ἀκούσῃ.
αὐτὸς τούτοισιν ἐπλήγης. καίτοι τότε γ᾽ ἡνίκ᾽ ἐγὼ ᾽ζων. Εὐριπίδης τί δράσας. 1055 πάνυ δὴ δεῖ χρηστὰ λέγειν ἡμᾶς. καὶ μινθῶσαι τὸν ξύσσιτον κἀκβάς τινα λωποδυτῆσαι· 1074 νῦν δ᾽ ἀντιλέγει κοὐκέτ᾽ ἐλαύνων πλεῖ δευρὶ καὖθις ἐκεῖσε. κἄλλως εἰκὸς τοὺς ἡμιθέους τοῖς ῥήμασι μείζοσι χρῆσθαι· 1060 καὶ γὰρ τοῖς ἱματίοις ἡμῶν χρῶνται πολὺ σεμνοτέροισιν. τοῖσιν δ᾽ ἡβῶσι ποιηταί. παρὰ τοὺς ἰχθῦς ἀνέκυψεν.ἃ γὰρ ἐς τὰς ἀλλοτρίας ἐποίεις. Αἰσχύλος εἶτ᾽ αὖ λαλιὰν ἐπιτηδεῦσαι καὶ στωμυλίαν ἐδίδαξας. Αἰσχύλος οὔκουν ἐθέλει γε τριηραρχεῖν πλουτῶν οὐδεὶς διὰ ταῦτα. τοῦτ᾽ ἐστὶ τὸ χρηστὰ διδάσκειν. καὶ μὴ παράγειν μηδὲ διδάσκειν. Εὐριπίδης καὶ τί βλάπτουσ᾽ ὦ σχέτλι᾽ ἀνδρῶν τὴν πόλιν ἁμαὶ Σθενέβοιαι. ἵν᾽ ἐλεινοὶ τοῖς ἀνθρώποις φαίνοιντ᾽ εἶναι. Εὐριπίδης τοῦτ᾽ οὖν ἔβλαψά τι δράσας. καὶ τοὺς Παράλους ἀνέπεισεν ἀνταγορεύειν τοῖς ἄρχουσιν. οὐ προαγωγοὺς κατέδειξ᾽ οὗτος. Αἰσχύλος ὅτι γενναίας καὶ γενναίων ἀνδρῶν ἀλόχους ἀνέπεισας 1050 κώνεια πιεῖν αἰσχυνθείσας διὰ τοὺς σοὺς Βελλεροφόντας. Εὐριπίδης ἢν οὖν σὺ λέγῃς Λυκαβηττοὺς καὶ Παρνασσῶν ἡμῖν μεγέθη. ὃν χρῆν φράζειν ἀνθρωπείως. ἁμοῦ χρηστῶς καταδείξαντος διελυμήνω σύ. κἂν ταῦτα λέγων ἐξαπατήσῃ. καὶ προσπαρδεῖν γ᾽ ἐς τὸ στόμα τῷ θαλάμακι. 1065 ἀλλὰ ῥακίοις περιειλάμενος κλάει καὶ φησὶ πένεσθαι. . τοῖς μὲν γὰρ παιδαρίοισιν ἔστι διδάσκαλος ὅστις φράζει. Αἰσχύλος ἀλλ᾽ ὦ κακόδαιμον ἀνάγκη μεγάλων γνωμῶν καὶ διανοιῶν ἴσα καὶ τὰ ῥήματα τίκτειν. Εὐριπίδης πότερον δ᾽ οὐκ ὄντα λόγον τοῦτον περὶ τῆς Φαίδρας ξυνέθηκα. Διόνυσος νὴ τὴν Δήμητρα χιτῶνά γ᾽ ἔχων οὔλων ἐρίων ὑπένερθεν. Αἰσχύλος μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ὄντ᾽· ἀλλ᾽ ἀποκρύπτειν χρὴ τὸ πονηρὸν τόν γε ποιητήν. οὐκ ἠπίσταντ᾽ ἀλλ᾽ ἢ μᾶζαν καλέσαι καὶ ”ῥυππαπαῖ“ εἰπεῖν. Αἰσχύλος ποίων δὲ κακῶν οὐκ αἴτιός ἐστ᾽. Αἰσχύλος πρῶτον μὲν τοὺς βασιλεύοντας ῥάκι᾽ ἀμπισχών. Διόνυσος νὴ τὸν Ἀπόλλω. ἣ ᾽ξεκένωσεν τάς τε παλαίστρας καὶ τὰς πυγὰς ἐνέτριψεν 1070 τῶν μειρακίων στωμυλλομένων.
νῦν δὲ καὶ παρηκόνηνται. καὶ φασκούσας οὐ ζῆν τὸ ζῆν. λέγετον ἔπιτον ἀνά <τε> δέρετον τά τε παλαιὰ καὶ τὰ καινά. λαμπάδα δ᾽ οὐδεὶς οἷός τε φέρειν ὑπ᾽ ἀγυμνασίας ἔτι νυνί. ὥστ᾽ ἐπαφαυάνθην Παναθηναίοισι γελῶν. ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φράσει τῶν πραγμάτων. Διόνυσος καὶ ποῖον αὐτοῦ βασανιεῖς. μηδὲν ὀρρωδεῖτε τοῦθ᾽· ὡς οὐκέθ᾽ οὕτω ταῦτ᾽ ἔχει. εἰ δὲ τοῦτο καταφοβεῖσθον. χαλεπὸν οὖν ἔργον διαιρεῖν. ἁδρὸς ὁ πόλεμος ἔρχεται. ἀλλὰ μὴ ν᾽ ταὐτῷ κάθησθον· ἐσβολαὶ γάρ εἰσι πολλαὶ χἄτεραι σοφισμάτων. ὅ τι περ οὖν ἔχετον ἐρίζειν. ὁ δὲ τυπτόμενος ταῖσι πλατείαις ὑποπερδόμενος φυσῶν τὴν λαμπάδ᾽ ἔφευγεν.καὶ τικτούσας ἐν τοῖς ἱεροῖς. Εὐριπίδης καὶ μὴν ἐπ᾽ αὐτοὺς τοὺς προλόγους σου τρέψομαι. Εὐριπίδης 1080 1085 1090 1095 1100 1105 1110 1115 1120 . ὁ δ᾽ ἐπαναστρέφειν δύνηται κἀπερείδεσθαι τορῶς. ὡς τὰ λεπτὰ μὴ γνῶναι λεγόντοιν. μή τις ἀμαθία προσῇ τοῖς θεωμένοισιν. ὅτε δὴ βραδὺς ἄνθρωπός τις ἔθει κύψας λευκὸς πίων ὑπολειπόμενος καὶ δεινὰ ποιῶν· κᾆθ᾽ οἱ Κεραμῆς ἐν ταῖσι πύλαις παίουσ᾽ αὐτοῦ γαστέρα πλευρὰς λαγόνας πυγήν. κᾆτ᾽ ἐκ τούτων ἡ πόλις ἡμῶν ὑπογραμματέων ἀνεμεστώθη καὶ βωμολόχων δημοπιθήκων ἐξαπατώντων τὸν δῆμον ἀεί. κἀποκινδυνεύετον λεπτόν τι καὶ σοφὸν λέγειν. μηδὲν οὖν δείσητον. ἀλλὰ πάντ᾽ ἐπέξιτον θεατῶν γ᾽ οὕνεχ᾽ ὡς ὄντων σοφῶν. Διόνυσος μὰ Δί᾽ οὐ δῆθ᾽. ὅταν ὁ μὲν τείνῃ βιαίως. βιβλίον τ᾽ ἔχων ἕκαστος μανθάνει τὰ δεξιά· αἱ φύσεις τ᾽ ἄλλως κράτισται. πολὺ τὸ νεῖκος. ἐστρατευμένοι γάρ εἰσι. Χορός μέγα τὸ πρᾶγμα. καὶ μιγνυμένας τοῖσιν ἀδελφοῖς. ὅπως τὸ πρῶτον τῆς τραγῳδίας μέρος πρώτιστον αὐτοῦ βασανιῶ τοῦ δεξιοῦ.
Διόνυσος ἀλλ᾽ οὐδὲ πάντα ταῦτά γ᾽ ἔστ᾽ ἀλλ᾽ ἢ τρία. Εὐριπίδης πλεῖν ἢ δώδεκα. Διόνυσος ἐὰν πείθῃ γ᾽ ἐμοί. Διόνυσος Αἰσχύλε παραινῶ σοι σιωπᾶν· εἰ δὲ μή. Εὐριπίδης ἔχει δ᾽ ἕκαστον εἴκοσίν γ᾽ ἁμαρτίας. Εὐριπίδης πότερ᾽ οὖν τὸν Ἑρμῆν. Εὐριπίδης οὔκουν Ὀρέστης τοῦτ᾽ ἐπὶ τῷ τύμβῳ λέγει τῷ τοῦ πατρὸς τεθνεῶτος. Αἰσχύλος οὐ δῆτ᾽ ἐκεῖνον. Αἰσχύλος πῶς φῄς μ᾽ ἁμαρτεῖν. Εὐριπίδης αὖθις ἐξ ἀρχῆς λέγε. Αἰσχύλος οὐκ ἄλλως λέγω. Εὐριπίδης εὐθὺς γὰρ ἡμάρτηκεν οὐράνιόν γ᾽ ὅσον. Αἰσχύλος ”Ἑρμῆ χθόνιε πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη“. Διόνυσος ἄγε δὴ σιώπα πᾶς ἀνήρ. Διόνυσος τούτων ἔχεις ψέγειν τι. Αἰσχύλος ὁρᾷς ὅτι ληρεῖς. ταῦτ᾽ ”ἐποπτεύειν“ ἔφη. Αἰσχύλος ἐγὼ σιωπῶ τῷδ᾽. Αἰσχύλος ”Ἑρμῆ χθόνιε πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη. ὡς ὁ πατὴρ ἀπώλετο αὐτοῦ βιαίως ἐκ γυναικείας χερὸς δόλοις λαθραίοις. κἀδήλου λέγων ὁτιὴ πατρῷον τοῦτο κέκτηται γέρας-Εὐριπίδης 1125 1130 1135 1140 1145 . πρὸς τρισὶν ἰαμβείοισι προσοφείλων φανεῖ. ἀλλὰ τὸν Ἐριούνιον Ἑρμῆν χθόνιον προσεῖπε. ἥκω γὰρ ἐς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι“. λέγ᾽ Αἰσχύλε.πολλοὺς πάνυ. Διόνυσος ἀλλ᾽ ὀλίγον γέ μοι μέλει. πρῶτον δέ μοι τὸν ἐξ Ὀρεστείας λέγε. σωτὴρ γενοῦ μοι σύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ.
κάρδοπον“.ἔτι μεῖζον ἐξήμαρτες ἢ ᾽γὼ ᾽βουλόμην· εἰ γὰρ πατρῷον τὸ χθόνιον ἔχει γέρας-Διόνυσος οὕτω γ᾽ ἂν εἴη πρὸς πατρὸς τυμβωρύχος. Αἰσχύλος οὐ δῆτα τοῦτό γ᾽ ὦ κατεστωμυλμένε ἄνθρωπε ταὔτ᾽ ἔστ᾽. Αἰσχύλος Διόνυσε πίνεις οἶνον οὐκ ἀνθοσμίαν. Διόνυσος νὴ τὸν Δί᾽ ὥσπερ γ᾽ εἴ τις εἴποι γείτονι. Αἰσχύλος ”ἐλθεῖν“ μὲν ἐς γῆν ἔσθ᾽ ὅτῳ μετῇ πάτρας· χωρὶς γὰρ ἄλλης συμφορᾶς ἐλήλυθεν· φεύγων δ᾽ ἀνὴρ ”ἥκει“ τε καὶ ”κατέρχεται“. Εὐριπίδης οὐ φημὶ τὸν Ὀρέστην κατελθεῖν οἴκαδε· λάθρᾳ γὰρ ἦλθεν οὐ πιθὼν τοὺς κυρίους. Διόνυσος εὖ νὴ τὸν Ἑρμῆν· ὅ τι λέγεις δ᾽ οὐ μανθάνω. Διόνυσος ἴθι πέραινε σὺ Αἰσχύλ᾽ ἀνύσας· σὺ δ᾽ ἐς τὸ κακὸν ἀπόβλεπε. ”ἥκω γὰρ ἐς γῆν“. ἀλλ᾽ ἄριστ᾽ ἐπῶν ἔχον. ἥκω γὰρ ἐς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι--“ Εὐριπίδης δὶς ταὐτὸν ἡμῖν εἶπεν ὁ σοφὸς Αἰσχύλος. Αἰσχύλος ”σωτὴρ γενοῦ μοι σύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ. Αἰσχύλος ”τύμβου δ᾽ ἐπ᾽ ὄχθῳ τῷδε κηρύσσω πατρὶ κλύειν ἀκοῦσαι“. εἰ δὲ βούλει. ”κλύειν ἀκοῦσαι“. φησί. ταὐτὸν ὂν σαφέστατα. Διόνυσος λέγ᾽ ἕτερον αὐτῷ· σὺ δ᾽ ἐπιτήρει τὸ βλάβος. ”χρῆσον σὺ μάκτραν. δίδαξον γάρ με καθ᾽ ὅ τι δὴ λέγεις. 1150 1155 1160 1165 1170 . “καὶ κατέρχομαι“· ”ἥκω“ δὲ ταὐτόν ἐστι τῷ ”κατέρχομαι“. Εὐριπίδης πέραινε τοίνυν ἕτερον. Εὐριπίδης τοῦθ᾽ ἕτερον αὖθις λέγει. Διόνυσος πῶς δίς. Εὐριπίδης πῶς δή. Εὐριπίδης σκόπει τὸ ῥῆμ᾽· ἐγὼ δέ σοι φράσω. Διόνυσος εὖ νὴ τὸν Ἀπόλλω. τί σὺ λέγεις Εὐριπίδη.
πῶς γάρ. Αἰσχύλος 1175 1180 1185 1190 1195 1200 1205 . Εὐριπίδης ἐγὼ φράσω. ὅντινά γε πρὶν φῦναι μὲν Ἁπόλλων ἔφη ἀποκτενεῖν τὸν πατέρα. ποιεῖς γὰρ οὕτως ὥστ᾽ ἐναρμόττειν ἅπαν. ἵνα μὴ ᾽κτραφεὶς γένοιτο τοῦ πατρὸς φονεύς· εἶθ᾽ ὡς Πόλυβον ἤρρησεν οἰδῶν τὼ πόδε· ἔπειτα γραῦν ἔγημεν αὐτὸς ὢν νέος καὶ πρός γε τούτοις τὴν ἑαυτοῦ μητέρα· εἶτ᾽ ἐξετύφλωσεν αὑτόν. καὶ κῳδάριον καὶ ληκύθιον καὶ θύλακον. οἷς οὐδὲ τρὶς λέγοντες ἐξικνούμεθα. Εὐριπίδης ἰδού. κατάπτυσον. Αἰσχύλος καὶ μὴν μὰ τὸν Δί᾽ οὐ κατ᾽ ἔπος γέ σου κνίσω τὸ ῥῆμ᾽ ἕκαστον. Διόνυσος εὐδαίμων ἄρ᾽ ἦν. ἀλλὰ σὺν τοῖσιν θεοῖς ἀπὸ ληκυθίου σου τοὺς προλόγους διαφθερῶ. Αἰσχύλος μὰ τὸν Δί᾽ οὐ δῆτ᾽. Εὐριπίδης ληρεῖς· ἐγὼ δὲ τοὺς προλόγους καλοὺς ποιῶ. Εὐριπίδης ”ἦν Οἰδίπους τὸ πρῶτον εὐδαίμων ἀνήρ“-Αἰσχύλος μὰ τὸν Δί᾽ οὐ δῆτ᾽. ὅτε δὴ πρῶτον μὲν αὐτὸν γενόμενον χειμῶνος ὄντος ἐξέθεσαν ἐν ὀστράκῳ. δείξω δ᾽ αὐτίκα. Εὐριπίδης ἀπὸ ληκυθίου σὺ τοὺς ἐμούς. Αἰσχύλος ἑνὸς μόνου. ἀλλὰ κακοδαίμων φύσει. Αἰσχύλος σὺ δὲ πῶς ἐποίεις τοὺς προλόγους. ἐν τοῖς ἰαμβείοισι. Εὐριπίδης ”εἶτ᾽ ἐγένετ᾽ αὖθις ἀθλιώτατος βροτῶν“. πρὶν καὶ γεγονέναι· πῶς οὗτος ἦν τὸ πρῶτον εὐδαίμων ἀνήρ.Διόνυσος τεθνηκόσιν γὰρ ἔλεγεν ὦ μόχθηρε σύ. εἰ κἀστρατήγησέν γε μετ᾽ Ἐρασινίδου. κἄν που δὶς εἴπω ταὐτόν. Διόνυσος ἴθι δὴ λέγ᾽· οὐ γάρ μοὔστιν ἀλλ᾽ ἀκουστέα τῶν σῶν προλόγων τῆς ὀρθότητος τῶν ἐπῶν. σὺ δείξεις. οὐ μὲν οὖν ἐπαύσατο. ἢ στοιβὴν ἴδῃς ἐνοῦσαν ἔξω τοῦ λόγου.
Διόνυσος ἴθι δὴ λέγ᾽ ἕτερον κἀπέχου τῆς ληκύθου. Διόνυσος ὦ δαιμόνι᾽ ἀνδρῶν ἀποπρίω τὴν λήκυθον. ἢ δυσγενὴς ὤν“-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν. ξὺν παισὶ πεντήκοντα ναυτίλῳ πλάτῃ Ἄργος κατασχών-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν. Εὐριπίδης ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔσται πρᾶγμα· πρὸς γὰρ τουτονὶ τὸν πρόλογον οὐχ ἕξει προσάψαι λήκυθον. Διόνυσος Εὐριπίδη-Εὐριπίδης τί ἔσθ᾽. λέγ᾽ ἕτερον αὐτῷ πρόλογον. Διόνυσος ὑφέσθαι μοι δοκεῖ· τὸ ληκύθιον γὰρ τοῦτο πνευσεῖται πολύ. Εὐριπίδης ”Σιδώνιόν ποτ᾽ ἄστυ Κάδμος ἐκλιπὼν Ἀγήνορος παῖς“-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν. ὃς θύρσοισι καὶ νεβρῶν δοραῖς καθαπτὸς ἐν πεύκαισι Παρνασσὸν κάτα πηδᾷ χορεύων“-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν. Εὐριπίδης ”Διόνυσος. Εὐριπίδης ”Αἴγυπτος. οὐ κλαύσεται. ὡς ὁ πλεῖστος ἔσπαρται λόγος. Διόνυσος καὶ δὴ χρὴ λέγειν. ἵνα μὴ διακναίσῃ τοὺς προλόγους ἡμῶν. Εὐριπίδης 1210 1215 1220 1225 . ἵνα καὶ γνῶ πάλιν.φημί. Εὐριπίδης οὐδ᾽ ἂν μὰ τὴν Δήμητρα φροντίσαιμί γε· νυνὶ γὰρ αὐτοῦ τοῦτό γ᾽ ἐκκεκόψεται. Διόνυσος τουτὶ τί ἦν τὸ ληκύθιον. ”οὐκ ἔστιν ὅστις πάντ᾽ ἀνὴρ εὐδαιμονεῖ· ἢ γὰρ πεφυκὼς ἐσθλὸς οὐκ ἔχει βίον. Διόνυσος οἴμοι πεπλήγμεθ᾽ αὖθις ὑπὸ τῆς ληκύθου.
Εὐριπίδης οὐ δῆτ᾽. ἀλλ᾽ ἐς τὰ μέλη πρὸς τῶν θεῶν αὐτοῦ τραποῦ. Διόνυσος ἐὰν πείθῃ γ᾽ ἐμοί. ἀλλ᾽ ὦγάθ᾽ ἔτι καὶ νῦν ἀπόδος πάσῃ τέχνῃ· λήψει γὰρ ὀβολοῦ πάνυ καλήν τε κἀγαθήν. ὡς λέλεκται τῆς ἀληθείας ὕπο“-Διόνυσος ἀπολεῖ σ᾽· ἐρεῖ γάρ. 1230 1235 1240 1245 1250 1255 . ”ληκύθιον ἀπώλεσεν“. ”Ζεύς. Εὐριπίδης ἔασον εἰπεῖν πρῶθ᾽ ὅλον με τὸν στίχον. Εὐριπίδης ἔα αὐτὸν ὦ τᾶν· πρὸς τοδὶ γὰρ εἰπάτω. Εὐριπίδης καὶ μὴν ἔχω γ᾽ οἷς αὐτὸν ἀποδείξω κακὸν μελοποιὸν ὄντα καὶ ποιοῦντα ταὔτ᾽ ἀεί. Χορός τί ποτε πρᾶγμα γενήσεται. τὸ ληκύθιον γὰρ τοῦτ᾽ ἐπὶ τοῖς προλόγοισί σου ὥσπερ τὰ σῦκ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖς ἔφυ. ”Πέλοψ ὁ Ταντάλειος ἐς Πῖσαν μολὼν θοαῖσιν ἵπποις“-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν.τὸ τί. καὶ τίς αὔθ᾽ ὑφείλετο. ”Οἰνεύς ποτ᾽ ἐκ γῆς πολύμετρον λαβὼν στάχυν θύων ἀπαρχάς“-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν. φροντίζειν γὰρ ἔγωγ᾽ ἔχω. Διόνυσος ὁρᾷς. ”Οἰνεύς ποτ᾽ ἐκ γῆς“-Αἰσχύλος ληκύθιον ἀπώλεσεν. ἐπεὶ πολλοὺς προλόγους ἕξω λέγειν ἵν᾽ οὗτος οὐχ ἕξει προσάψαι ληκύθιον. Διόνυσος μεταξὺ θύων. θαυμάζω γὰρ ἔγωγ᾽ ὅπῃ μέμψεταί ποτε τοῦτον τὸν Βακχεῖον ἄνακτα. τίν᾽ ἄρα μέμψιν ἐποίσει ἀνδρὶ τῷ πολὺ πλεῖστα δὴ καὶ κάλλιστα μέλη ποιήσαντι τῶν μέχρι νυνί. ἐγὼ πρίωμαι τῷδ᾽. προσῆψεν αὖθις αὖ τὴν λήκυθον. Εὐριπίδης μὰ τὸν Δί᾽ οὔπω γ᾽· ἔτι γὰρ εἰσί μοι συχνοί.
τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ. 1295 Διόνυσος τί τὸ ”φλαττοθρατ“ τοῦτ᾽ ἐστίν. Σφίγγα δυσαμεριᾶν πρύτανιν κύνα. Εὐριπίδης κύδιστ᾽ Ἀχαιῶν Ἀτρέως πολυκοίρανε μάνθανέ μου παῖ. ἐγὼ μὲν οὖν ἐς τὸ βαλανεῖον βούλομαι· ὑπὸ τῶν κόπων γὰρ τὼ νεφρὼ βουβωνιῶ. σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι θούριος ὄρνις. 1285 τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ. 1265 Ἑρμᾶν μὲν πρόγονον τίομεν γένος οἱ περὶ λίμναν. 1290 κυρεῖν παρασχὼν ἰταμαῖς κυσὶν ἀεροφοίτοις. Αἰσχύλος ἀλλ᾽ οὖν ἐγὼ μὲν ἐς τὸ καλὸν ἐκ τοῦ καλοῦ ἤνεγκον αὔθ᾽. Διόνυσος καὶ μὴν λογιοῦμαι ταῦτα τῶν ψήφων λαβών· (διαύλιον προσαυλεῖ τις) Εὐριπίδης Φθιῶτ᾽ Ἀχιλλεῦ. Διόνυσος ἴθι δὴ πέραινε. Ἑλλάδος ἥβας. τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ. εἰς ἓν γὰρ αὐτοῦ πάντα τὰ μέλη ξυντεμῶ. 1270 ἰὴ κόπον οὐ πελάθεις ἐπ᾽ ἀρωγάν. τί ποτ᾽ ἀνδροδάικτον ἀκούων ἰὴ κόπον οὐ πελάθεις ἐπ᾽ ἀρωγάν. 1283 Εὐριπίδης ὅπως Ἀχαιῶν δίθρονον κράτος. 1275 κύριός εἰμι θροεῖν ὅδιον κράτος αἴσιον ἀνδρῶν. Διόνυσος ὦ Ζεῦ βασιλεῦ τὸ χρῆμα τῶν κόπων ὅσον. ἐκ Μαραθῶνος ἢ πόθεν συνέλεξας ἱμονιοστρόφου μέλη. πέμπει. 1280 Εὐριπίδης μὴ πρίν γ᾽ <ἂν> ἀκούσῃς χἀτέραν στάσιν μελῶν ἐκ τῶν κιθαρῳδικῶν νόμων εἰργασμένην. Διόνυσος δύο σοὶ κόπω Αἰσχύλε τούτω. ἰὴ κόπον οὐ πελάθεις ἐπ᾽ ἀρωγάν. Διόνυσος τρίτος ᾠσχύλε σοὶ κόπος οὗτος. ἰὴ κόπον οὐ πελάθεις ἐπ᾽ ἀρωγάν. καὶ κόπον μὴ προστίθει. τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ. Εὐριπίδης εὐφαμεῖτε· μελισσονόμοι δόμον Ἀρτέμιδος πέλας οἴγειν. ἵνα μὴ τὸν αὐτὸν Φρυνίχῳ . τὸ συγκλινές τ᾽ ἐπ᾽ Αἴαντι. ἰὴ κόπον οὐ πελάθεις ἐπ᾽ ἀρωγάν. 1260 Εὐριπίδης πάνυ γε μέλη θαυμαστά· δείξει δὴ τάχα.καὶ δέδοιχ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ. τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ.
σκολίων Μελήτου. δεῦρο Μοῦσ᾽ Εὐριπίδου. οἰνάνθας γάνος ἀμπέλου. ἀνὰ τὸ δωδεκαμήχανον Κυρήνης μελοποιῶν. ὁρᾷς τὸν πόδα τοῦτον. μελαίνας Νυκτὸς παῖδα. πορνιδίων“. μελανονεκυείμονα. Ἀίδα πρόμολον. Αἰσχύλος ἀλκυόνες. τὰ μὲν μέλη σου ταῦτα· βούλομαι δ᾽ ἔτι τὸν τῶν μονῳδιῶν διεξελθεῖν τρόπον. ἵν᾽ ὁ φίλαυλος ἔπαλλε δελφὶς πρῴραις κυανεμβόλοις μαντεῖα καὶ σταδίους.λειμῶνα Μουσῶν ἱερὸν ὀφθείην δρέπων· οὗτος δ᾽ ἀπὸ πάντων ”μὲν φέρει. θρήνων. τίνα μοι δύστανον ὄνειρον πέμπεις ἐξ ἀφανοῦς. περίβαλλ᾽ ὦ τέκνον ὠλένας. ὦ νυκτὸς κελαινοφαὴς ὄρφνα. χορειῶν. ψυχὰν ἄψυχον ἔχοντα. ἐνεγκάτω τις τὸ λύριον. 1300 1305 1310 1315 1320 1325 1330 1335 . Διόνυσος ὁρῶ. τοῦτον ὁρᾷς. Διόνυσος αὕτη ποθ᾽ ἡ Μοῦσ᾽ οὐκ ἐλεσβίαζεν. ποῦ ᾽στιν ἡ τοῖς ὀστράκοις αὕτη κροτοῦσα. φρικώδη δεινὰν ὄψιν. Διόνυσος ὁρῶ. Καρικῶν αὐλημάτων. Αἰσχύλος τί δαί. καίτοι τί δεῖ λύρας ἐπὶ τούτων. τάχα δὲ δηλωθήσεται. πρὸς ἥνπερ ἐπιτήδεια ταῦτ᾽ ᾄδειν μέλη. αἳ παρ᾽ ἀενάοις θαλάσσης κύμασι στωμύλλετε. τέγγουσαι νοτίοις πτερῶν ῥανίσι χρόα δροσιζόμεναι· αἵ θ᾽ ὑπωρόφιοι κατὰ γωνίας εἱειειειλίσσετε δακτύλοις φάλαγγες ἱστόπονα πηνίσματα. οὔ. βότρυος ἕλικα παυσίπονον. κερκίδος ἀοιδοῦ μελέτας. φόνια φόνια δερκόμενον. Αἰσχύλος τοιαυτὶ μέντοι σὺ ποιῶν τολμᾷς τἀμὰ μέλη ψέγειν.
τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽· ἰὼ ξύνοικοι.μεγάλους ὄνυχας ἔχοντα. Διόνυσος ἴτε δεῦρό νυν. τόδε γὰρ ἕτερον αὖ τέρας νεοχμόν. * μὰ τὸν ἐγὼ μὲν οὐδ᾽ ἂν εἴ τις 1340 1345 1350 1355 1360 1365 1370 . θέρμετε δ᾽ ὕδωρ. ὅπως κνεφαῖος εἰς ἀγορὰν φέρουσ᾽ ἀποδοίμαν· ὁ δ᾽ ἀνέπτατ᾽ ἀνέπτατ᾽ ἐς αἰθέρα κουφοτάταις πτερύγων ἀκμαῖς· ἐμοὶ δ᾽ ἄχε᾽ ἄχεα κατέλιπε. Διόνυσος παύσασθον ἤδη τῶν μελῶν. σὺ δ᾽ ὦ Διὸς διπύρους ἀνέχουσα λαμπάδας ὀξυτάτας χεροῖν Ἑκάτα παράφηνον ἐς Γλύκης. ὃ τίς ἂν ἐπενόησεν ἄλλος. τὰ κῶλά τ᾽ ἀμπάλλετε κυκλούμενοι τὴν οἰκίαν. δάκρυα δάκρυά τ᾽ ἀπ᾽ ὀμμάτων ἔβαλον ἔβαλον ἁ τλάμων. εἴπερ γε δεῖ καὶ τοῦτό με ἀνδρῶν ποιητῶν τυροπωλῆσαι τέχνην. τὸν ἀλεκτρυόνα μου συναρπάσασα φρούδη Γλύκη. ἀτοπίας πλέων. τὸ γὰρ βάρος νὼ βασανιεῖ τῶν ῥημάτων. ὅπερ ἐξελέγξει τὴν ποίησιν νῷν μόνον. ἐπὶ τὸν σταθμὸν γὰρ αὐτὸν ἀγαγεῖν βούλομαι. τάδε τέρα θεάσασθε. ἰὼ πόντιε δαῖμον. ὡς ἂν θεῖον ὄνειρον ἀποκλύσω. λίνου μεστὸν ἄτρακτον εἱειειειλίσσουσα χεροῖν κλωστῆρα ποιοῦσ᾽. Χορός ἐπίπονοί γ᾽ οἱ δεξιοί. ὅπως ἂν εἰσελθοῦσα φωράσω. ἀλλ᾽ ὦ Κρῆτες. Νύμφαι ὀρεσσίγονοι. τὰ τόξα λαβόντες ἐπαμύνατε. ἅμα δὲ Δίκτυννα παῖς Ἄρτεμις καλὰ τὰς κυνίσκας ἔχουσ᾽ ἐλθέτω διὰ δόμων πανταχῇ. ἐγὼ δ᾽ ἁ τάλαινα προσέχουσ᾽ ἔτυχον ἐμαυτῆς ἔργοισι. ὦ Μανία ξύλλαβε. ἀλλά μοι ἀμφίπολοι λύχνον ἅψατε κάλπισί τ᾽ ἐκ ποταμῶν δρόσον ἄρατε. Αἰσχύλος κἄμοιγ᾽ ἅλις. Ἴδας τέκνα.
Αἰσχύλος καί Εὐριπίδης ἰδού. Εὐριπίδης καὶ τί ποτ᾽ ἐστὶ ταἴτιον. σὺ δ᾽ εἰσέθηκας τοὔπος ἐπτερωμένον. Εὐριπίδης ”εἴθ᾽ ὤφελ᾽ Ἀργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος“. Διόνυσος ἴθι δὴ παρίστασθον παρὰ τὼ πλάστιγγ᾽. Διόνυσος καὶ λαβομένω τὸ ῥῆμ᾽ ἑκάτερος εἴπατον. Διόνυσος λάβεσθε τοίνυν αὖθις. Εὐριπίδης ἀλλ᾽ ἕτερον εἰπάτω τι κἀντιστησάτω.ἔλεγέ μοι τῶν ἐπιτυχόντων. Αἰσχύλος ”Σπερχειὲ ποταμὲ βουνόμοι τ᾽ ἐπιστροφαί“. Εὐριπίδης 1375 1380 1385 1390 1395 . Αἰσχύλος ”μόνος θεῶν γὰρ Θάνατος οὐ δώρων ἐρᾷ“. Διόνυσος τοὔπος νῦν λέγετον ἐς τὸν σταθμόν. Αἰσχύλος καί Εὐριπίδης ἢν ἰδού. μέθεσθε· καὶ πολύ γε κατωτέρω χωρεῖ τὸ τοῦδε. Διόνυσος κόκκυ. καρτερόν τε καὶ μέγα. ὅ τι σοι καθέλξει. πρὶν ἂν ἐγὼ σφῷν κοκκύσω. Αἰσχύλος καὶ Εὐριπίδης ἐχόμεθα. Εὐριπίδης ”οὐκ ἔστι Πειθοῦς ἱερὸν ἄλλο πλὴν λόγος“. Διόνυσος λέγε. Διόνυσος μέθεσθε μέθεσθε· καὶ τὸ τοῦδέ γ᾽ αὖ ῥέπει· θάνατον γὰρ εἰσέθηκε βαρύτατον κακόν. Διόνυσος πειθὼ δὲ κοῦφόν ἐστι καὶ νοῦν οὐκ ἔχον. καὶ μὴ μεθῆσθον. Διόνυσος ὅτι εἰσέθηκε ποταμόν. ἐριοπωλικῶς ὑγρὸν ποιήσας τοὔπος ὥσπερ τἄρια. ἀλλ᾽ ἕτερον αὖ ζήτει τι τῶν βαρυστάθμων. Εὐριπίδης ἐγὼ δὲ πειθώ γ᾽ ἔπος ἄριστ᾽ εἰρημένον. ἀλλ᾽ ᾠόμην ἂν αὐτὸν αὐτὰ ληρεῖν. ἐπιθόμην.
ὡς αὕτη ᾽στὶ λοιπὴ σφῷν στάσις. Διόνυσος φράσω· ”βέβληκ᾽ Ἀχιλλεὺς δύο κύβω καὶ τέτταρα“. ἀλλ᾽ ὅ τι νοεῖτον εἴπατον τούτου πέρι. λέγοιτ᾽ ἄν. ὅστις ὠφελεῖν πάτραν βραδὺς πέφυκε μεγάλα δὲ βλάπτειν ταχύς. Διόνυσος δύ᾽ ἅρματ᾽ εἰσέθηκε καὶ νεκρὼ δύο. ἵν᾽ ἡ πόλις σωθεῖσα τοὺς χοροὺς ἄγῃ. οὐ γὰρ δι᾽ ἔχθρας οὐδετέρῳ γενήσομαι. ὁπότερος οὖν ἂν τῇ πόλει παραινέσῃ μᾶλλόν τι χρηστόν. φέρε πύθεσθέ μου ταδί. τὸν μὲν γὰρ ἡγοῦμαι σοφὸν τῷ δ᾽ ἥδομαι. ἐχθαίρει δέ. ἡ πόλις γὰρ δυστοκεῖ. Διόνυσος ἐξηπάτηκεν αὖ σὲ καὶ νῦν.φέρε ποῦ τοιοῦτον δῆτά μοὐστί. τοῦτον ἄξειν μοι δοκῶ. Διόνυσος τίνα. 1400 1405 1410 1415 1420 1425 . βούλεται δ᾽ ἔχειν. ποῦ. Πλούτων οὐδὲν ἄρα πράξεις ὧνπερ ἦλθες οὕνεκα. Πλούτων τὸν ἕτερον λαβὼν ἄπει. ποθεῖ μέν. Αἰσχύλος ”ἐφ᾽ ἅρματος γὰρ ἅρμα καὶ νεκρῷ νεκρός“. Διόνυσος εὐδαιμονοίης. Εὐριπίδης ἔχει δὲ περὶ αὐτοῦ τίνα γνώμην. Εὐριπίδης μισῶ πολίτην. οὓς οὐκ ἂν ἄραιντ᾽ οὐδ᾽ ἑκατὸν Αἰγύπτιοι. συλλαβὼν τὰ βιβλία· ἐγὼ δὲ δύ᾽ ἔπη τῶν ἐμῶν ἐρῶ μόνον. Διόνυσος ἐὰν δὲ κρίνω. πρῶτον μὲν οὖν περὶ Ἀλκιβιάδου τίν᾽ ἔχετον γνώμην ἑκάτερος. ἵν᾽ ἔλθῃς μὴ μάτην. κἀγὼ μὲν αὐτοὺς οὐ κρινῶ. ἀλλ᾽ ἐς τὸν σταθμὸν αὐτὸς τὰ παιδί᾽ ἡ γυνὴ Κηφισοφῶν ἐμβὰς καθήσθω. Εὐριπίδης τῷ τρόπῳ. Αἰσχύλος καὶ μηκέτ᾽ ἔμοιγε κατ᾽ ἔπος. Εὐριπίδης ”σιδηροβριθές τ᾽ ἔλαβε δεξιᾷ ξύλον“. τοῦ χάριν. Διόνυσος ἅνδρες φίλοι. ὁπότερον ἂν κρίνῃς. ἐγὼ κατῆλθον ἐπὶ ποιητήν.
τοῖς τρόποις ὑπηρετεῖν. Διόνυσος πῶς. Διόνυσος πόθεν. τούτοις ἀπιστήσαιμεν. ἀμαθέστερόν πως εἰπὲ καὶ σαφέστερον. Δις. Εὐριπίδης ὅταν τὰ νῦν ἄπιστα πίσθ᾽ ἡγώμεθα. Εὐριπίδης ἐγὼ μόνος· τὰς δ᾽ ὀξίδας Κηφισοφῶν. μισεῖ κάκιστα. Εὐριπίδης εἴ τις πτερώσας Κλεόκριτον Κινησίᾳ. οὐ μανθάνω. οὐ χρὴ λέοντος σκύμνον ἐν πόλει τρέφειν. ἐγὼ μὲν οἶδα καὶ θέλω φράζειν. τὰ δ᾽ ὄντα πίστ᾽ ἄπιστα. ταυτὶ πότερ᾽ αὐτὸς ηὗρες ἢ Κηφισοφῶν. Διόνυσος εὖ γ᾽ ὦ Παλάμηδες. Διόνυσος λέγε. ὁ δ᾽ ἕτερος σαφῶς. Αἰσχύλος τὴν πόλιν νῦν μοι φράσον πρῶτον τίσι χρῆται· πότερα τοῖς χρηστοῖς. Αἰσχύλος τοῖς πονηροῖς δ᾽ ἥδεται. Διόνυσος εὖ γ᾽ ὦ Πόσειδον· σὺ δὲ τίνα γνώμην ἔχεις. ἀλλ᾽ ἔτι μίαν γνώμην ἑκάτερος εἴπατον περὶ τῆς πόλεως ἥντιν᾽ ἔχετον σωτηρίαν. Διόνυσος νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα δυσκρίτως γ᾽ ἔχω· ὁ μὲν σοφῶς γὰρ εἶπεν. οἷς δ᾽ οὐ χρώμεθα.καὶ πόριμον αὑτῷ τῇ πόλει δ᾽ ἀμήχανον. 1430 1435 1440 1445 1450 1456 . αἴροιεν αὖραι πελαγίαν ὑπὲρ πλάκα. τί λέγεις. ἴσως σωθεῖμεν ἄν. πῶς τἀναντί᾽ <ἂν> πράττοντες οὐ σῳζοίμεθ᾽ ἄν. Διόνυσος γέλοιον ἂν φαίνοιτο· νοῦν δ᾽ ἔχει τίνα.] ἢν δ᾽ ἐκτραφῇ τις. Εὐριπίδης εἰ ναυμαχοῖεν κᾆτ᾽ ἔχοντες ὀξίδας ῥαίνοιεν ἐς τὰ βλέφαρα τῶν ἐναντίων. [μάλιστα μὲν λέοντα μὴ ν᾽ πόλει τρέφειν. ὦ σοφωτάτη φύσις. Εὐριπίδης εἰ τῶν πολιτῶν οἷσι νῦν πιστεύομεν. τούτοισι χρησαίμεσθ᾽. τί δαὶ σύ. εἰ νῦν γε δυστυχοῦμεν ἐν τούτοισι.
Διόνυσος οὐ δῆτ᾽ ἐκείνη γ᾽, ἀλλὰ χρῆται πρὸς βίαν. Αἰσχύλος πῶς οὖν τις ἂν σώσειε τοιαύτην πόλιν, ᾗ μήτε χλαῖνα μήτε σισύρα συμφέρει; Διόνυσος εὕρισκε νὴ Δί᾽, εἴπερ ἀναδύσει πάλιν. Αἰσχύλος ἐκεῖ φράσαιμ᾽ ἄν· ἐνθαδὶ δ᾽ οὐ βούλομαι. Διόνυσος μὴ δῆτα σύ γ᾽, ἀλλ᾽ ἐνθένδ᾽ ἀνίει τἀγαθά. Αἰσχύλος τὴν γῆν ὅταν νομίσωσι τὴν τῶν πολεμίων εἶναι σφετέραν, τὴν δὲ σφετέραν τῶν πολεμίων, πόρον δὲ τὰς ναῦς ἀπορίαν δὲ τὸν πόρον. Διόνυσος εὖ, πλήν γ᾽ ὁ δικαστὴς αὐτὰ καταπίνει μόνος. Πλούτων κρίνοις ἄν. Διόνυσος αὕτη σφῷν κρίσις γενήσεται· αἱρήσομαι γὰρ ὅνπερ ἡ ψυχὴ θέλει. Εὐριπίδης μεμνημένος νυν τῶν θεῶν οὓς ὤμοσας ἦ μὴν ἀπάξειν μ᾽ οἴκαδ᾽, αἱροῦ τοὺς φίλους. Διόνυσος ”ἡ γλῶττ᾽ ὀμώμοκ᾽“, Αἰσχύλον δ᾽ αἱρήσομαι. Εὐριπίδης τί δέδρακας ὦ μιαρώτατ᾽ ἀνθρώπων; Διόνυσος ἐγώ; ἔκρινα νικᾶν Αἰσχύλον. τιὴ γὰρ οὔ; Εὐριπίδης αἴσχιστον ἔργον προσβλέπεις μ᾽ εἰργασμένος; Διόνυσος τί δ᾽ αἰσχρόν, ἢν μὴ τοῖς θεωμένοις δοκῇ; Εὐριπίδης ὦ σχέτλιε περιόψει με δὴ τεθνηκότα; Διόνυσος τίς οἶδεν εἰ τὸ ζῆν μέν ἐστι κατθανεῖν, τὸ πνεῖν δὲ δειπνεῖν, τὸ δὲ καθεύδειν κῴδιον; Πλούτων χωρεῖτε τοίνυν ὦ Διόνυσ᾽ εἴσω. Διόνυσος τί δαί; Πλούτων ἵνα ξενίσω <᾽γὼ> σφὼ πρὶν ἀποπλεῖν. Διόνυσος εὖ λέγεις
1460
1465
1470
1475
1480
νὴ τὸν Δί᾽· οὐ γὰρ ἄχθομαι τῷ πράγματι. Χορός μακάριός γ᾽ ἀνὴρ ἔχων ξύνεσιν ἠκριβωμένην. πάρα δὲ πολλοῖσιν μαθεῖν. ὅδε γὰρ εὖ φρονεῖν δοκήσας πάλιν ἄπεισιν οἴκαδ᾽ αὖ, ἐπ᾽ ἀγαθῶ μὲν τοῖς πολίταις, ἐπ᾽ ἀγαθῷ δὲ τοῖς ἑαυτοῦ ξυγγενέσι τε καὶ φίλοισι, διὰ τὸ συνετὸς εἶναι. χαρίεν οὖν μὴ Σωκράτει παρακαθήμενον λαλεῖν, ἀποβαλόντα μουσικὴν τά τε μέγιστα παραλιπόντα τῆς τραγῳδικῆς τέχνης. τὸ δ᾽ ἐπὶ σεμνοῖσιν λόγοισι καὶ σκαριφησμοῖσι λήρων διατριβὴν ἀργὸν ποιεῖσθαι, παραφρονοῦντος ἀνδρός. Πλούτων ἄγε δὴ χαίρων Αἰσχύλε χώρει, καὶ σῷζε πόλιν τὴν ἡμετέραν γνώμαις ἀγαθαῖς καὶ παίδευσον τοὺς ἀνοήτους· πολλοὶ δ᾽ εἰσίν· καὶ δὸς τουτὶ Κλεοφῶντι φέρων καὶ τουτὶ τοῖσι πορισταῖς Μύρμηκί θ᾽ ὁμοῦ καὶ Νικομάχῳ, τόδε δ᾽ Ἀρχενόμῳ· καὶ φράζ᾽ αὐτοῖς ταχέως ἥκειν ὡς ἐμὲ δευρὶ καὶ μὴ μέλλειν· κἂν μὴ ταχέως ἥκωσιν, ἐγὼ νὴ τὸν Ἀπόλλω στίξας αὐτοὺς καὶ συμποδίσας μετ᾽ Ἀδειμάντου τοῦ Λευκολόφου κατὰ γῆς ταχέως ἀποπέμψω. Αἰσχύλος ταῦτα ποιήσω· σὺ δὲ τὸν θᾶκον τὸν ἐμὸν παράδος Σοφοκλεῖ τηρεῖν καὶ διασῴζειν, ἢν ἄρ᾽ ἐγώ ποτε δεῦρ᾽ ἀφίκωμαι. τοῦτον γὰρ ἐγὼ σοφίᾳ κρίνω δεύτερον εἶναι. μέμνησο δ᾽ ὅπως ὁ πανοῦργος ἀνὴρ καὶ ψευδολόγος καὶ βωμολόχος μηδέποτ᾽ ἐς τὸν θᾶκον τὸν ἐμὸν μηδ᾽ ἄκων ἐγκαθεδεῖται. Πλούτων φαίνετε τοίνυν ὑμεῖς τούτῳ λαμπάδας ἱεράς, χἄμα προπέμπετε
1485
1490
1495
1500
1505
1510
1515
1520
1525
τοῖσιν τούτου τοῦτον μέλεσιν καὶ μολπαῖσιν κελαδοῦντες. Χορός πρῶτα μὲν εὐοδίαν ἀγαθὴν ἀπιόντι ποιητῇ ἐς φάος ὀρνυμένῳ δότε δαίμονες οἱ κατὰ γαίας, τῇ δὲ πόλει μεγάλων ἀγαθῶν ἀγαθὰς ἐπινοίας. πάγχυ γὰρ ἐκ μεγάλων ἀχέων παυσαίμεθ᾽ ἂν οὕτως ἀργαλέων τ᾽ ἐν ὅπλοις ξυνόδων. Κλεοφῶν δὲ μαχέσθω κἄλλος ὁ βουλόμενος τούτων πατρίοις ἐν ἀρούραις.
1530
Αριστοφάνης, Ειρήνη (ed. F.W. Hall and W.M. Geldart, Oxford. 1907)
Ἀριστοφάνους
Εἰρήνη
(ed. F.W. Hall and W.M. Geldart, Oxford 1907) Οἰκέτης Α αἶρ᾽ αἶρε μᾶζαν ὡς τάχιστα κανθάρῳ. Οἰκέτης Β ἰδού. δὸς αὐτῷ, τῷ κάκιστ᾽ ἀπολουμένῳ καὶ μήποτ᾽ αὐτῆς μᾶζαν ἡδίω φάγοι. Οἰκέτης Α δὸς μᾶζαν ἑτέραν, ἐξ ὀνίδων πεπλασμένην. Οἰκέτης Β ἰδοὺ μάλ᾽ αὖφις. ποῦ γὰρ ἣν νῦν δὴ ᾽φερες; κατέφαγεν; Οἰκέτης Α οὐ μὰ τὸν Δἴ ἀλλ᾽ ἐξαρπάσας ὅλην ἐνέκαψε περικυλίσας τοῖν ποδοῖν. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα τρῖβε πολλὰς καὶ πυκνάς. Οἰκέτης Β ἄνδρες κοπρολόγοι προσλάβεσθε πρὸς θεῶν, εἰ μή με βούλεσθ᾽ ἀποπνιγέντα περιιδεῖν. Οἰκέτης Α ἑτέραν ἑτέραν δός, παιδὸς ἡταιρηκότος· τετριμμένης γάρ φησιν ἐπιθυμεῖν. Οἰκέτης Β ἰδού. ἑνὸς μὲν ὦνδρες ἀπολελύσθαι μοι δοκῶ· οὐδεὶς γὰρ ἂν φαίη με μάττοντ᾽ ἐσθίειν. Οἰκέτης Α
5
10
αἰβοῖ, φέρ᾽ ἄλλην χἀτέραν μοι χἀτέραν, καὶ τρῖβ᾽ <ἔθ᾽> ἑτέρας. Οἰκέτης Β μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ· οὐ γὰρ ἔθ᾽ οἶός τ᾽ εἴμ᾽ ὑπερέχειν τῆς ἀντλίας. Οἰκέτης Α αὐτὴν ἄρ᾽ οἴσω συλλαβὼν τὴν ἀντλίαν. Οἰκέτης Β νὴ τὸν Δί᾽ ἐς κόρακάς γε καὶ σαυτόν γε πρός. ὑμῶν δέ γ᾽ εἴ τις οἶδ᾽ ἐμοὶ κατειπάτω, πόθεν ἂν πριαίμην ῥῖνα μὴ τετρημένην. οὐδὲν γὰρ ἔργον ἦν ἄρ᾽ ἀθλιώτερον ἢ κανθάρῳ μάττοντα παρέχειν ἐσθίειν. ὗς μὲν γάρ, ὥσπερ ἂν χέσῃ τις, ἢ κύων φαύλως ἐρείδει· τοῦτο δ᾽ ὑπὸ φρονήματος βρενθύεταί τε καὶ φαγεῖν οὐκ ἀξιοῖ, ἢν μὴ παραθῶ τρίψας δι᾽ ἡμέρας ὅλης ὥσπερ γυναικὶ γογγύλην μεμαγμένην. ἀλλ᾽ εἰ πέπαυται τῆς ἐδωδῆς σκέψομαι τῃδὶ παροίξας τῆς θύρας, ἵνα μή μ᾽ ἴδῃ. ἔρειδε, μὴ παύσαιο μηδέποτ᾽ ἐσθίων τέως ἕως σαυτὸν λάθοις διαρραγείς. οἷον δὲ κύψας ὁ κατάρατος ἐσθίει, ὥσπερ παλαιστής, παραβαλὼν τοὺς γομφίους, καὶ ταῦτα τὴν κεφαλήν τε καὶ τὼ χεῖρέ πως ὡδὶ περιάγων, ὥσπερ οἱ τὰ σχοινία τὰ παχέα συμβάλλοντες ἐς τὰς ὁλκάδας. μιαρὸν τὸ χρῆμα καὶ κάκοσμον καὶ βορόν· χὤτου ποτ᾽ ἐστὶ δαιμόνων ἡ προσβολὴ οὐκ οἶδ᾽. Ἀφροδίτης μὲν γὰρ οὔ μοι φαίνεται, οὐ μὴν Χαρίτων γε. Οἰκέτης Α τοῦ γάρ ἐστ᾽; Οἰκέτης Β οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως τοῦτ᾽ ἔστι τὸ τέρας οὐ Διὸς καταιβάτου. Οἰκέτης Α οὐκοῦν ἂν ἤδη τῶν θεατῶν τις λέγοι νεανίας δοκησίσοφος, “τὸ δὲ πρᾶγμα τί; ὁ κάνθαρος δὲ πρὸς τί;” κᾆτ᾽ αὐτῷ γ᾽ ἀνὴρ Ἰωνικός τίς φησι παρακαθήμενος· “δοκέω μέν, ἐς Κλέωνα τοῦτ᾽ αἰνίσσεται, ὡς κεῖνος ἀναιδέως τὴν σπατίλην ἐσθίει”. Οἰκέτης Β ἀλλ᾽ εἰσιὼν τῷ κανθάρῳ δώσω πιεῖν. Οἰκέτης Α ἐγὼ δὲ τὸν λόγον γε τοῖσι παιδίοις καὶ τοῖσιν ἀνδρίοισι καὶ τοῖς ἀνδράσιν καὶ τοῖς ὑπερτάτοισιν ἀνδράσιν φράσω
15
20
25
30
35
40
45
50
καὶ τοῖς ὑπερηνορέουσιν ἔτι τούτοις μάλα. ὁ δεσπότης μου μαίνεται καινὸν τρόπον, οὐχ ὅνπερ ὑμεῖς, ἀλλ᾽ ἕτερον καινὸν πάνυ. δι᾽ ἡμέρας γὰρ ἐς τὸν οὐρανὸν βλέπων ὡδὶ κεχηνὼς λοιδορεῖται τῷ Διὶ καί φησιν, “ὦ Ζεῦ τί ποτε βουλεύει ποιεῖν; κατάθου τὸ κόρημα· μὴ ᾽κκόρει τὴν Ἑλλάδα”. ἔα ἔα. σιγήσαθ᾽, ὡς φωνῆς ἀκούειν μοι δοκῶ. Τρυγαῖος ὦ Ζεῦ τί δρασείεις ποθ᾽ ἡμῶν τὸν λεών; λήσεις σεαυτὸν τὰς πόλεις ἐκκοκκίσας. Οἰκέτης Α τοῦτ᾽ ἔστι τουτὶ τὸ κακὸν αὔθ᾽ οὑγὼ ᾽λεγον. τὸ γὰρ παράδειγμα τῶν μανιῶν ἀκούετε· ἃ δ᾽ εἶπε πρῶτον ἡνίκ᾽ ἤρχεθ᾽ ἡ χολή, πεύσεσθ᾽. ἔφασκε γὰρ πρὸς αὑτὸν ἐνθαδί· “πῶς ἄν ποτ᾽ ἀφικοίμην ἂν εὐθὺ τοῦ Διός;” ἔπειτα λεπτὰ κλιμάκια ποιούμενος, πρὸς ταῦτ᾽ ἀνηρριχᾶτ᾽ ἂν ἐς τὸν οὐρανόν, ἕως ξυνετρίβη τῆς κεφαλῆς καταρρυείς. ἐχθὲς δὲ μετὰ ταῦτ᾽ ἐκφθαρεὶς οὐκ οἶδ᾽ ὅποι εἰσήγαγ᾽ Αἰτναῖον μέγιστον κάνθαρον, κἄπειτα τοῦτον ἱπποκομεῖν μ᾽ ἠνάγκασεν, καὐτὸς καταψῶν αὐτὸν ὥσπερ πωλίον, “ὦ Πηγάσειον”, φησί, “γενναῖον πτερόν, ὅπως πετήσει μ᾽ εὐθὺ τοῦ Διὸς λαβών”. ἀλλ᾽ ὅ τι ποιεῖ τῃδὶ διακύψας ὄψομαι. οἴμοι τάλας· ἴτε δεῦρο δεῦρ ὦ γείτονες· ὁ δεσπότης γάρ μου μετέωρος αἴρεται ἱππηδὸν ἐς τὸν ἀέρ᾽ ἐπὶ τοῦ κανθάρου. Τρυγαῖος ἥσυχος ἥσυχος, ἠρέμα, κάνθων· μή μοι σοβαρῶς χώρει λίαν εὐθὺς ἀπ᾽ ἀρχῆς ῥώμῃ πίσυνος, πρὶν ἂν ἰδίῃς καὶ διαλύσῃς ἄρθρων ἶνας πτερύγων ῥύμῃ. καὶ μὴ πνεῖ μοι κακόν, ἀντιβολῶ σ᾽· εἰ δὲ ποιήσεις τοῦτο, κατ᾽ οἴκους αὐτοῦ μεῖνον τοὺς ἡμετέρους. Οἰκέτης Α ὦ δέσποτ᾽ ἄναξ ὡς παραπαίεις. Τρυγαῖος σίγα σίγα. Οἰκέτης Α ποῖ δῆτ᾽ ἄλλως μετεωροκοπεῖς; Τρυγαῖος ὑπὲρ Ἑλλήνων πάντων πέτομαι τόλμημα νέον παλαμησάμενος.
55
60
65
70
75
80
85
90
Οἰκέτης Α τί πέτει; τί μάτην οὐχ ὑγιαίνεις; Τρυγαῖος εὐφημεῖν χρὴ καὶ μὴ φλαῦρον μηδὲν γρύζειν ἀλλ᾽ ὀλολύζειν· τοῖς τ᾽ ἀνθρώποισι φράσον σιγᾶν, τοὺς τε κοπρῶνας καὶ τὰς λαύρας καιναῖς πλίνθοισιν ἀνοικοδομεῖν καὶ τοὺς πρωκτοὺς ἐπικλῄειν. Οἰκέτης Α οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως σιγήσομ᾽, ἢν μή μοι φράσῃς ὅποι πέτεσθαι διανοεῖ. Τρυγαῖος τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ ὡς τὸν Δί᾽ ἐς τὸν οὐρανόν; Οἰκέτης Α τίνα νοῦν ἔχων; Τρυγαῖος ἐρησόμενος ἐκεῖνον Ἑλλήνων πέρι ἁπαξαπάντων ὅ τι ποιεῖν βουλεύεται. Οἰκέτης Α ἐὰν δὲ μή σοι καταγορεύῃ; Τρυγαῖος γράψομαι Μήδοισιν αὐτὸν προδιδόναι τὴν Ἑλλάδα. Οἰκέτης Α μὰ τὸν Διόνυσον οὐδέποτε ζῶντός γ᾽ ἐμοῦ. Τρυγαῖος οὐκ ἔστι παρὰ ταῦτ᾽ ἄλλ᾽. Οἰκέτης Α ἰοὺ ἰοὺ ἰού· ὦ παιδί᾽ ὁ πατὴρ ἀπολιπὼν ἀπέρχεται ὑμᾶς ἐρήμους ἐς τὸν οὐρανὸν λάθρᾳ. ἀλλ᾽ ἀντιβολεῖτε τὸν πατέρ ὦ κακοδαίμονα. Παιδίον ὦ πάτερ ὦ πάτερ ἆρ᾽ ἔτυμός γε δώμασιν ἡμετέροις φάτις ἥκει, ὡς σὺ μετ᾽ ὀρνίθων προλιρὼν ἐμὲ ἐς κόρακας βαδιεῖ μεταμώνιος; ἔστι τι τῶνδ᾽ ἐτύμως; εἴπ᾽ ὦ πάτερ, εἴ τι φιλεῖς με. Τρυγαῖος δοξάσαι ἔστι κόραι, τὸ δ᾽ ἐτήτυμον ἄχθομαι ὑμῖν, ἡνίκ᾽ ἂν αἰτίζητ᾽ ἄρτον πάππαν με καλοῦσαι, ἔνδον δ᾽ ἀργυρίου μηδὲ ψακὰς ᾖ πάνυ πάμπαν. ἢν δ᾽ ἐγὼ εὖ πράξας ἔλθω πάλιν, ἕξετ᾽ ἐν ὥρᾳ κολλύραν μεγάλην καὶ κόνδυλον ὄψον ἐρ᾽ αὐτῇ. Παιδίον καὶ τίς πόρος σοι τῆς ὁδοῦ γενήσεται; ναῦς μὲν γὰρ οὐκ ἄξει σε ταύτην τὴν ὁδόν.
95
100
105
110
115
120
125
Τρυγαῖος πτηνὸς πορεύσει πῶλος· οὐ ναυσθλώσομαι. Παιδίον τίς δ᾽ ἡ ᾽πίνοιά σοὐστὶν ὥστε κάνθαρον ζεύξαντ᾽ ἐλαύνειν ἐς θεοὺς ὦ παππία; Τρυγαῖος ἐν τοῖσιν Αἰσώπου λόγοις ἐξηυρέθη μόνος πετεινῶν ἐς θεοὺς ἀφιγμένος. Παιδίον ἄπιστον εἶπας μῦθον ὦ πάτερ πάτερ, ὅπως κάκοσμον ζῷον ἦλθεν ἐς θεούς. Τρυγαῖος ἦλθεν κατ᾽ ἔχθραν αἰετοῦ πάλαι ποτέ, ᾤ᾽ ἐκκυλίνδων κἀντιτιμωρούμενος. Παιδίον οὐκοῦν ἐχρῆν σε Πηγάσου ζεῦξαι πτερόν, ὅπως ἐφαίνου τοῖς θεοῖς τραγικώτερος. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ ἄν μοι σιτίων διπλῶν ἔδει· νῦν δ᾽ ἃττ᾽ ἂν αὐτὸς καταφάγω τὰ σιτία, τούτοισι τοῖς αὐτοῖσι τοῦτον χορτάσω. Παιδίον τί δ᾽ ἢν ἐς ὑγρὸν πόντιον πέσῃ βάθος; πῶς ἐξολισθεῖν πτηνὸς ὢν δυνήσεται; Τρυγαῖος ἐπίτηδες εἶχον πηδάλιον, ᾧ χρήσομαι· τὸ δὲ πλοῖον ἔσται Ναξιουργὴς κάνθαρος. Παιδίον λιμὴν δὲ τίς σε δέξεται φορούμενον; Τρυγαῖος ἐν Πειραιεῖ δήπου ᾽στὶ Κανθάρου λιμήν. Παιδίον ἐκεῖνο τήρει, μὴ σφαλεὶς καταρρυῇς ἐντεῦθεν, εἶτα χωλὸς ὢν Εὐριπίδῃ λόγον παράσχῃς καὶ τραγῳδία γένῃ. Τρυγαῖος ἐμοὶ μελήσει ταῦτά γ᾽. ἀλλὰ χαίρετε. ὑμεῖς δέ γ᾽, ὑπὲρ ὧν τοὺς πόνους ἐγὼ πονῶ, μὴ βδεῖτε μηδὲ χέζεθ᾽ ἡμερῶν τριῶν· ὡς εἰ μετέωρος οὗτος ὢν ὀσφρήσεται, κατωκάρα ῥίψας με βουκολήσεται. ἀλλ᾽ ἄγε Πήγασε χώρει χαίρων, χρυσοχάλινον πάταγον ψαλίων διακινήσας φαιδροῖς ὠσίν. τί ποιεῖς; τί ποιεῖς; ποῖ παρακλίνεις τοὺς μυκτῆρας; πρὸς τὰς λαύρας. ἵει σαυτὸν θαρρῶν ἀπὸ γῆς, κᾆτα δρομαίαν πτέρυγ᾽ ἐκτείνων ὀρθὸς χώρει Διὸς εἰς αὐλάς,
130
135
140
145
150
155
160
ἀπὸ μὲν κάκκης τὴν ῥῖν᾽ ἀπέχων, ἀπὸ δ᾽ ἡμερίων σίτων πάντων. ἄνθρωπε τί δρᾷς, οὗτος ὁ χέζων ἐν Πειραιεῖ παρὰ ταῖς πόρναις; ἀπολεῖς μ᾽ ἀπολεῖς. οὐ κατορύξεις κἀπιφορήσεις τῆς γῆς πολλήν, κἀπιφυτεύσεις ἕρπυλλον ἄνω καὶ μύρον ἐπιχεῖς; ὡς ἤν τι πεσὼν ἐνθένδε πάθω, τοὐμοῦ θανάτου πέντε τάλανθ᾽ ἡ πόλις ἡ Χίων διὰ τὸν σὸν πρωκτὸν ὀφλήσει. οἴμ᾽ ὡς δέδοικα, κοὐκέτι σκώπτων λέγω. ὦ μηχανοποιὲ πρόσεχε τὸν νοῦν ὡς ἐμέ· ἤδη στρέφει τι πνεῦμα περὶ τὸν ὀμφαλόν, κεἰ μὴ φυλάξει, χορτάσω τὸν κάνθαρον. ἀτὰρ ἐγγὺς εἶναι τῶν θεῶν ἐμοὶ δοκῶ, καὶ δὴ καθορῶ τὴν οἰκίαν τὴν τοῦ Διός. τίς ἐν Διὸς θύραισιν; οὐκ ἀνοίξετε; Ἑρμῆς πόθεν βροτοῦ με προσέβαλ᾽; ὦναξ Ἡράκλεις τουτὶ τί ἐστι τὸ κακόν; Τρυγαῖος ἱπποκάνθαρος. Ἑρμῆς ὦ βδελυρὲ καὶ τολμηρὲ κἀναίσχυντε σὺ καὶ μιαρὲ καὶ παμμίαρε καὶ μιαρώτατε, πῶς δεῦρ᾽ ἀνῆλθες ὦ μιαρῶν μιαρώτατε; τί σοί ποτ᾽ ἔστ᾽ ὄνομ᾽; οὐκ ἐρεῖς; Τρυγαῖος μιαρώτατος. Ἑρμῆς ποδαπὸς τὸ γένος δ᾽ εἶ; φράζε μοι. Τρυγαῖος μιαρώτατος. Ἑρμῆς πατὴρ δέ σοι τίς ἐστ᾽; Τρυγαῖος ἐμοί; μιαρώτατος. Ἑρμῆς οὔτοι μὰ τὴν γῆν ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἀποθανεῖ, εἰ μὴ κατερεῖς μοι τοὔνομ᾽ ὅ τι ποτ᾽ ἔστι σοι. Τρυγαῖος Τρυγαῖος Ἀθμονεύς, ἀμπελουργὸς δεξιός, οὐ συκοφάντης οὐδ᾽ ἐραστὴς πραγμάτων. Ἑρμῆς ἥκεις δὲ κατὰ τί; Τρυγαῖος τὰ κρέα ταυτί σοι φέρων. Ἑρμῆς
165
170
175
180
185
190
ὦ δειλακρίων πῶς ἦλθες; Τρυγαῖος ὦ γλίσχρων ὁρᾷς ὡς οὐκέτ᾽ εἶναί σοι δοκῶ μιαρώτατος; ἴθι νυν κάλεσόν μοι τὸν Δί᾽. Ἑρμῆς ἰὴ ἰὴ ἰή, ὅτι οὐδὲ μέλλεις ἐγγὺς εἶναι τῶν θεῶν· φροῦδοι γὰρ ἐχθές εἰσιν ἐξῳκισμένοι. Τρυγαῖος ποῖ γῆς; Ἑρμῆς ἰδοὺ γῆς. Τρυγαῖος ἀλλὰ ποῖ; Ἑρμῆς πόρρω πάνυ; ὑπ᾽ αὐτὸν ἀτεχνῶς τοὐρανοῦ τὸν κύτταρον. Τρυγαῖος πῶς οὖν σὺ δῆτ᾽ ἐνταῦθα κατελείφθης μόνος; Ἑρμῆς τὰ λοιπὰ τηρῶ σκευάρια τὰ τῶν θεῶν, χυτρίδια καὶ σανίδια κἀμφορείδια. Τρυγαῖος ἐξῳκίσαντο δ᾽ οἱ θεοὶ τίνος οὕνεκα; Ἑρμῆς Ἕλλησιν ὀργισθέντες. εἶτ᾽ ἐνταῦθα μὲν ἵν᾽ ἦσαν αὐτοὶ τὸν Πόλεμον κατῴκισαν, ὑμᾶς παραδόντες δρᾶν ἀτεχνῶς ὅ τι βούλεται· αὐτοὶ δ᾽ ἀνῳκίσανθ᾽ ὅπως ἀνωτάτω, ἵνα μὴ βλέποιεν μαχομένους ὑμᾶς ἔτι μηδ᾽ ἀντιβολούντων μηδὲν αἰσθανοίατο. Τρυγαῖος τοῦ δ᾽ οὕνεχ᾽ ἡμᾶς ταῦτ᾽ ἔδρασαν; εἰπέ μοι. Ἑρμῆς ὁτιὴ πολεμεῖν ᾑρεῖσθ᾽ ἐκείνων πολλάκις σπονδὰς ποιούντων· κεἰ μὲν οἱ Λακωνικοὶ ὑπερβάλοιντο μικρόν, ἔλεγον ἂν ταδί· “ναὶ τὼ σιὼ νῦν ὡττικίων δωσεῖ δίκαν”. εἰ δ᾽ αὖ τι πράξαιτ᾽ ἀγαθὸν ἁττικωνικοί κἄλθοιεν οἱ Λάκωνες εἰρήνης πέρι, ἐλέγετ᾽ ἂν ὑμεῖς εὐθύς· “ἐξαπατώμεθα νὴ τὴν Ἀθηνᾶν, νὴ Δί᾽, οὐχὶ πειστέον· ἥξουσι καὖθις, ἢν ἔχωμεν τὴν Πύλον”. Τρυγαῖος ὁ γοῦν χαρακτὴρ ἡμεδαπὸς τῶν ῥημάτων. Ἑρμῆς ὧν οὕνεκ᾽ οὐκ οἶδ᾽ εἴ ποτ᾽ Εἰρήνην ἔτι τὸ λοιπὸν ὄψεσθ᾽.
195
200
205
210
215
220
Τρυγαῖος ἀλλὰ ποῖ γὰρ οἴχεται; Ἑρμῆς ὁ Πόλεμος αὐτὴν ἐνέβαλ᾽ εἰς ἄντρον βαθύ. Τρυγαῖος ἐς ποῖον; Ἑρμῆς ἐς τουτὶ τὸ κάτω, κἄπειθ᾽ ὁρᾷς ὅσους ἄνωθεν ἐπεφόρησε τῶν λίθων, ἵνα μὴ λάβητε μηδέποτ᾽ αὐτήν. Τρυγαῖος εἰπέ μοι, ἡμᾶς δὲ δὴ τί δρᾶν παρασκευάζεται; Ἑρμῆς οὐκ οἶδα πλὴν ἕν, ὅτι θυείαν ἑσπέρας ὑπερφυᾶ τὸ μέγεθος εἰσηνέγκατο. Τρυγαῖος τί δῆτα ταύτῃ τῇ θυείᾳ χρήσεται; Ἑρμῆς τρίβειν ἐν αὐτῇ τὰς πόλεις βουλεύεται. ἀλλ᾽ εἶμι· καὶ γὰρ ἐξιέναι γνώμην ἐμὴν μέλλει· θορυβεῖ γοῦν ἔνδον. Τρυγαῖος οἴμοι δείλαιος. φέρ᾽ αὐτὸν ἀποδρῶ· καὶ γὰρ ὥσπερ ᾐσθόμην καὐτὸς θυείας φθέγμα πολεμιστηρίας. Πόλεμος ἰὼ βροτοὶ βροτοὶ βροτοὶ πολυτλήμονες, ὡς αὐτίκα μάλα τὰς γνάθους ἀλγήσετε. Τρυγαῖος ὦναξ Ἄπολλον τῆς θυείας τοῦ πλάτους, ὅσον κακόν, καὶ τοῦ Πολέμου τοῦ βλέμματος. ἆρ᾽ οὗτός ἐστ᾽ ἐκεῖνος ὃν καὶ φεύγομεν, ὁ δεινός, ὁ ταλαύρινος, ὁ κατὰ τοῖν σκελοῖν; Πόλεμος ἰὼ Πρασιαὶ τρὶς ἄθλιαι καὶ πεντάκις καὶ πολλοδεκάκις, ὡς ἀπολεῖσθε τήμερον. Τρυγαῖος τουτὶ μὲν ἄνδρες οὐδὲν ἡμῖν πρᾶγμά πω· τὸ γὰρ κακὸν τοῦτ᾽ ἐστὶ τῆς Λακωνικῆς. Πόλεμος ὦ Μέγαρα Μέγαρ᾽ ὡς ἐπιτετρίψεσθ᾽ αὐτίκα ἁπαξάπαντα καταμεμυττωτευμένα. Τρυγαῖος βαβαὶ βαβαιὰξ ὡς μεγάλα καὶ δριμέα τοῖσι Μεγαρεῦσιν ἐνέβαλεν τὰ κλαύματα. Πόλεμος ἰὼ Σικελία καὶ σὺ δ᾽ ὡς ἀπόλλυσαι. Τρυγαῖος
225
230
235
240
245
250
οἵα πόλις τάλαινα διακναισθήσεται. Πόλεμος φέρ᾽ ἐπιχέω καὶ τὸ μέλι τουτὶ τἀττικόν. Τρυγαῖος οὗτος παραινῶ σοι μέλιτι χρῆσθἀτέρῳ. τετρώβολον τοῦτ᾽ ἐστί· φείδου τἀττικοῦ. Πόλεμος παῖ παῖ Κυδοιμέ. Κύδοιμος τί με καλεῖς; Πόλεμος κλαύσει μακρά. ἕστηκας ἀργός; οὑτοσί σοι κόνδυλος. Κύδοιμος ὡς δριμύς. οἴμοι μοι τάλας ὦ δέσποτα. μῶν τῶν σκορόδων ἐνέβαλες ἐς τὸν κόνδυλον; Πόλεμος οἴσεις ἀλετρίβανον τρέχων; Κύδοιμος ἀλλ᾽ ὦ μέλε οὐκ ἔστιν ἡμῖν· ἐχθὲς εἰσῳκίσμεθα. Πόλεμος οὔκουν παρ᾽ Ἀθηναίων μεταθρέξει ταχὺ <πάνυ>; Κύδοιμος ἔγωγε νὴ Δί᾽· εἰ δὲ μή γε, κλαύσομαι. Τρυγαῖος ἄγε δὴ τί δρῶμεν ὦ πόνηρ᾽ ἀνθρώπια; ὁρᾶτε τὸν κίνδυνον ἡμῖν ὡς μέγας· εἴπερ γὰρ ἥξει τὸν ἀλετρίβανον φέρων, τούτῳ ταράξει τὰς πόλεις καθήμενος. ἀλλ᾽ ὦ Διόνυσ᾽ ἀπόλοιτο καὶ μὴ ᾽λθοι φέρων. Πόλεμος οὗτος. Κύδοιμος τί ἔστιν; Πόλεμος οὐ φέρεις; Κύδοιμος τὸ δεῖνα γὰρ ἀπόλωλ᾽ Ἀθηναίοισιν ἁλετρίβανος, ὁ βυρσοπώλης, ὃς ἐκύκα τὴν Ἑλλάδα. Τρυγαῖος εὖ γ᾽ ὦ πότνια δέσποιν᾽ Ἀθηναία ποιῶν ἀπόλωλ᾽ ἐκεῖνος κἀν δέοντι τῇ πόλει, ἢ πρίν γε τὸν μυττωτὸν ἡμῖν ἐγχέαι. Πόλεμος οὔκουν ἕτερον δῆτ᾽ ἐκ Λακεδαίμονος μέτει ἀνύσας τι; Κύδοιμος
255
260
265
270
275
ταῦτ᾽ ὦ δέσποθ᾽. Πόλεμος ἧκέ νυν ταχύ. Τρυγαῖος ὦνδρες τί πεισόμεσθα; νῦν ἀγὼν μέγας. ἀλλ᾽ εἴ τις ὑμῶν ἐν Σαμοθρᾴκῃ τυγχάνει μεμυημένος, νῦν ἐστιν εὔξασθαι καλὸν ἀποστραφῆναι τοῦ μετιόντος τὼ πόδε. Κύδοιμος οἴμοι τάλας, οἴμοι γε κἄτ᾽ οἴμοι μάλα. Πόλεμος τί ἔστι; μῶν οὐκ αὖ φέρεις; Κύδοιμος ἀπόλωλε γὰρ καὶ τοῖς Λακεδαιμονίοισιν ἁλετρίβανος. Πόλεμος πῶς ὦ πανοῦργ᾽; Κύδοιμος ἐς τἀπὶ Θρᾴκης χωρία χρήσαντες ἑτέροις αὐτὸν εἶτ᾽ ἀπώλεσαν. Τρυγαῖος εὖ γ᾽ εὖ γε ποιήσαντες ὦ Διοσκόρω. ἴσως ἂν εὖ γένοιτο· θαρρεῖτ᾽ ὦ βροτοί. Πόλεμος ἀπόφερε τὰ σκεύη λαβὼν ταυτὶ πάλιν· ἐγὼ δὲ δοίδυκ᾽ εἰσιὼν ποιήσομαι. Τρυγαῖος νῦν τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ ἥκει τὸ Δάτιδος μέλος, ὃ δεφόμενός ποτ᾽ ᾖδε τῆς μεσημβρίας, “ὡς ἥδομαι καὶ χαίρομαι κεὐφραίνομαι”. νῦν ἐστιν ἡμῖν ὦνδρες Ἕλληνες καλὸν ἀπαλλαγεῖσι πραγμάτων τε καὶ μαχῶν ἐξελκύσαι τὴν πᾶσιν Εἰρήνην φίλην, πρὶν ἕτερον αὖ δοίδυκα κωλῦσαί τινα. ἀλλ᾽ ὦ γεωργοὶ κἄμποροι καὶ τέκτονες καὶ δημιουργοὶ καὶ μέτοικοι καὶ ξένοι καὶ νησιῶται, δεῦρ᾽ ἴτ᾽ ὦ πάντες λεῴ, ὡς τάχιστ᾽ ἄμας λαβόντες καὶ μοχλοὺς καὶ σχοινία· νῦν γὰρ ἡμῖν ἁρπάσαι πάρεστιν ἀγαθοῦ δαίμονος. Χορός δεῦρο πᾶς χώρει προθύμως εὐθὺ τῆς σωτηρίας. ὦ Πανέλληνες βοηθήσωμεν, εἴπερ πώποτε, τάξεων ἀπαλλαγέντες καὶ κακῶν φοινικικῶν· ἡμέρα γὰρ ἐξέλαμψεν ἥδε μισολάμαχος. πρὸς τάδ᾽ ἡμῖν, εἴ τι χρὴ δρᾶν, φράζε κἀρχιτεκτόνει· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως ἀπειπεῖν ἂν δοκῶ μοι τήμερον, πρὶν μοχλοῖς καὶ μηχαναῖσιν ἐς τὸ φῶς ἀνελκύσαι τὴν θεῶν πασῶν μεγίστην καὶ φιλαμπελωτάτην. Τρυγαῖος
280
285
290
295
300
305
οὐ σιωπήσεσθ᾽, ὅπως μὴ περιχαρεῖς τῷ πράγματι τὸν Πόλεμον ἐκζωπυρήσετ᾽ ἔνδοθεν κεκραγότες; 310 Χορός ἀλλ᾽ ἀκούσαντες τοιούτου χαίρομεν κηρύγματος. οὐ γὰρ ἦν ἔχοντας ἥκειν σιτί᾽ ἡμερῶν τριῶν. Τρυγαῖος εὐλαβεῖσθέ νυν ἐκεῖνον τὸν κάτωθεν Κέρβερον, μὴ παφλάζων καὶ κεκραγὼς ὥσπερ ἡνίκ᾽ ἐνθάδ᾽ ἦν, ἐμποδὼν ἡμῖν γένηται τὴν θεὸν μὴ ᾽ξελκύσαι. 315 Χορός οὔτι καὶ νῦν ἔστιν αὐτὴν ὅστις ἐξαιρήσεται, ἢν ἅπαξ ἐς χεῖρας ἔλθῃ τὰς ἐμάς. ἰοῦ ἰοῦ. Τρυγαῖος ἐξολεῖτέ μ᾽ ὦνδρες, εἰ μὴ τῆς βοῆς ἀνήσετε· ἐκδραμὼν γὰρ πάντα ταυτὶ συνταράξει τοῖν ποδοῖν. Χορός ὡς κυκάτω καὶ πατείτω πάντα καὶ ταραττέτω, 320 οὐ γὰρ ἂν χαίροντες ἡμεῖς τήμερον παυσαίμεθ᾽ ἄν. Τρυγαῖος τί τὸ κακόν; τί πάσχετ᾽ ὦνδρες; μηδαμῶς πρὸς τῶν θεῶν πρᾶγμα κάλλιστον διαφθείρητε διὰ τὰ σχήματα. Χορός ἀλλ᾽ ἔγωγ᾽ οὐ σχηματίζειν βούλομ᾽, ἀλλ᾽ ὑφ᾽ ἡδονῆς οὐκ ἐμοῦ κινοῦντος αὐτὼ τὼ σκέλει χορεύετον. 325 Τρυγαῖος μή τι καὶ νυνί γ᾽ ἔτ᾽, ἀλλὰ παῦε παῦ᾽ ὀρχούμενος. Χορός ἢν ἰδοὺ καὶ δὴ πέπαυμαι. Τρυγαῖος φῄς γε, παύει δ᾽ οὐδέπω. Χορός ἓν μὲν οὖν τουτί μ᾽ ἔασον ἑλκύσαι, καὶ μηκέτι. Τρυγαῖος τοῦτό νυν, καὶ μηκέτ᾽ ἄλλο μηδὲν ὀρχήσησθ᾽ ἔτι. Χορός οὐκ ἂν ὀρχησαίμεθ᾽, εἴπερ ὠφελήσαιμέν τί σε. 330 Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὁρᾶτ᾽ οὔπω πέπαυσθε. Χορός τουτογὶ νὴ τὸν Δία τὸ σκέλος ῥίψαντες ἤδη λήγομεν τὸ δεξιόν. Τρυγαῖος ἐπιδίδωμι τοῦτό γ᾽ ὑμῖν ὥστε μὴ λυπεῖν ἔτι. Χορός ἀλλὰ καὶ τἀριστερόν τοί μ᾽ ἐστ᾽ ἀναγκαίως ἔχον. ἥδομαι γὰρ καὶ γέγηθα καὶ πέπορδα καὶ γελῶ 335 μᾶλλον ἢ τὸ γῆρας ἐκδὺς ἐκφυγὼν τὴν ἀσπίδα. Τρυγαῖος μή τι καὶ νυνί γε χαίρετ᾽· οὐ γὰρ ἴστε πω σαφῶς·
ἀλλ᾽ ὅταν λάβωμεν αὐτήν, τηνικαῦτα χαίρετε καὶ βοᾶτε καὶ γελᾶτ᾽· ἤδη γὰρ ἐξέσται τόθ᾽ ὑμῖν 340 πλεῖν μένειν βινεῖν καθεύδειν, ἐς πανηγύρεις θεωρεῖν, ἑστιᾶσθαι κοτταβίζειν, “συβαρίζειν” ἰοῦ ἰοῦ κεκραγέναι. 345 Χορός εἰ γὰρ ἐκγένοιτ᾽ ἰδεῖν ταύτην με τὴν ἡμέραν [ποτέ]. πολλὰ γὰρ ἀνεσχόμην πράγματά τε καὶ στιβάδας, ἃς ἔλαχε Φορμίων· κοὐκέτ᾽ ἄν μ᾽ εὕροις δικαστὴν δριμὺν οὐδὲ δύσκολον, οὐδὲ τοὺς τρόπους γε δήπου σκληρὸν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ, ἀλλ᾽ ἁπαλὸν ἄν μ᾽ ἴδοις καὶ πολὺ νεώτερον, 350 ἀπαλλαγέντα πραγμάτων. καὶ γὰρ ἱκανὸν χρόνον ἀπολλύμεθα καὶ κατατετρίμμεθα πλανώμενοι 355 ἐς Λύκειον κἀκ Λυκείου ξὺν δορὶ ξὺν ἀσπίδι. ἀλλ᾽ ὅ τι μάλιστα χαριούμεθα ποιοῦντες, ἄγε φράζε· σὲ γὰρ αὐτοκράτορ᾽ εἵλετ᾽ ἀγαθή τις ἡμῖν τύχη.360 Τρυγαῖος φέρε δὴ κατίδω ποῖ τοὺς λίθους ἀφέλξομεν. Ἑρμῆς ὦ μιαρὲ καὶ τολμηρὲ τί ποιεῖν διανοεῖ; Τρυγαῖος οὐδὲν πονηρόν, ἀλλ᾽ ὅπερ καὶ Κιλλικῶν. Ἑρμῆς ἀπόλωλας ὦ κακόδαιμον. Τρυγαῖος οὐκοῦν ἢν λάχω. Ἑρμῆς γὰρ ὢν κλήρῳ ποιήσεις οἶδ᾽ ὅτι. 365 Ἑρμῆς ἀπόλωλας, ἐξόλωλας. Τρυγαῖος ἐς τίν᾽ ἡμέραν; Ἑρμῆς εἰς αὐτίκα μάλ᾽. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ οὐδὲν ἠμπόληκά πω, οὔτ᾽ ἄλφιτ᾽ οὔτε τυρόν, ὡς ἀπολούμενος. Ἑρμῆς καὶ μὴν ἐπιτέτριψαί γε. Τρυγαῖος κᾆτα τῷ τρόπῳ οὐκ ᾐσθόμην ἀγαθὸν τοσουτονὶ λαβών; 370 Ἑρμῆς ἆρ᾽ οἶσθα θάνατον ὅτι προεῖφ᾽ ὁ Ζεὺς ὃς ἂν ταύτην ἀνορύττων εὑρεθῇ;
Τρυγαῖος νῦν ἆρά με ἅπασ᾽ ἀνάγκη ᾽στ᾽ ἀποθανεῖν; Ἑρμῆς εὖ ἴσθ᾽ ὅτι. Τρυγαῖος ἐς χοιρίδιόν μοί νυν δάνεισον τρεῖς δραχμάς· δεῖ γὰρ μυηθῆναί με πρὶν τεθνηκέναι. 375 Ἑρμῆς ὦ Ζεῦ κεραυνοβρόντα. Τρυγαῖος μὴ πρὸς τῶν θεῶν ἡμῶν κατείπῃς, ἀντιβολῶ σε δέσποτα. Ἑρμῆς οὐκ ἂν σιωπήσαιμι. Τρυγαῖος ναὶ πρὸς τῶν κρεῶν, ἁγὼ προθύμως σοι φέρων ἀφικόμην. Ἑρμῆς ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ ὑπὸ τοῦ Διὸς ἀμαλδυνθήσομαι, 380 εἰ μὴ τετορήσω ταῦτα καὶ λακήσομαι. Τρυγαῖος μή νυν λακήσῃς, λίσσομαί σ᾽ ὦρμῄδιον. εἰπέ μοι, τί πάσχετ᾽ ὦνδρες; ἕστατ᾽ ἐκπεπληγμένοι. ὦ πόνηροι μὴ σιωπᾶτ᾽· εἰ δὲ μή, λακήσεται. Χορός μηδαμῶς ὦ δέσποθ᾽ Ἑρμῆ, μηδαμῶς, μηδαμῶς, 385 εἴ τι κεχαρισμένον χοιρίδιον οἶσθα παρ᾽ ἐμοῦ γε κατεδηδοκώς, τοῦτο μὴ φαῦλον νόμιζ᾽ ἐν τῷδε τῷ <νῦν> πράγματι. Τρυγαῖος οὐκ ἀκούεις οἷα θωπεύουσί σ᾽ ὦναξ δέσποτα; Χορός “μὴ γένῃ παλίγκοτος ἀντιβολοῦσιν ἡμῖν”, 390 ὥστε τήνδε μὴ λαβεῖν· ἀλλὰ χάρισ᾽ ὦ φιλανθρωπότατε καὶ μεγαλοδωρότατε δαιμόνων, εἴ τι Πεισάνδρου βδελύττει τοὺς λόφους καὶ τὰς ὀφρῦς. 395 καί σε θυσίαισιν ἱεραῖσι προσόδοις τε μεγάλαισι διὰ παντὸς ὦ δέσποτ᾽ ἀγαλοῦμεν ἡμεῖς ἀεί. Τρυγαῖος ἴθ᾽, ἀντιβολῶ σ᾽, ἐλέησον αὐτῶν τὴν ὄπα, 400 ἐπεί σε καὶ τιμῶσι μᾶλλον ἢ πρὸ τοῦ. κλέπται γάρ εἰσι νῦν γε μᾶλλον ἢ πρὸ τοῦ. καί σοι φράσω τι πρᾶγμα δεινὸν καὶ μέγα, ὃ τοῖς θεοῖς ἅπασιν ἐπιβουλεύεται. Ἑρμῆς ἴθι δὴ κάτειπ᾽· ἴσως γὰρ ἂν πείσαις ἐμέ. 405 Τρυγαῖος ἡ γὰρ Σελήνη χὠ πανοῦργος Ἥλιος ὑμῖν ἐπιβουλεύοντε πολὺν ἤδη χρόνον
τοῖς βαρβάροισι προδίδοτον τὴν Ἑλλάδα. Ἑρμῆς ἵνα δὴ τί τοῦτο δρᾶτον; Τρυγαῖος ὁτιὴ νὴ Δία ἡμεῖς μὲν ὑμῖν θύομεν, τούτοισι δὲ οἱ βάρβαροι θύουσι. διὰ τοῦτ᾽ εἰκότως βούλοιντ᾽ ἂν ἡμᾶς πάντας ἐξολωλέναι, ἵνα τὰς τελετὰς λάβοιεν αὐτοὶ τῶν θεῶν. Ἑρμῆς ταῦτ᾽ ἄρα πάλαι τῶν ἡμερῶν παρεκλεπτέτην καὶ τοῦ κύκλου παρέτρωγον ὑφ᾽ ἁμαρτωλίας. Τρυγαῖος ναὶ μὰ Δία. πρὸς ταῦτ᾽ ὦ φίλ᾽ Ἑρμῆ ξύλλαβε ἡμῖν προθύμως τήνδε καὶ ξυνέλκυσον. καί σοι τὰ μεγάλ᾽ ἡμεῖς Παναθήναι᾽ ἄξομεν πάσας τε τὰς ἄλλας τελετὰς τὰς τῶν θεῶν, μυστήρι᾽ Ἑρμῇ, Διιπόλει᾽, Ἀδώνια· ἄλλαι τέ σοι πόλεις πεπαυμέναι κακῶν ἀλεξικάκῳ θύσουσιν Ἑρμῇ πανταχοῦ. χἄτερ᾽ ἔτι πόλλ᾽ ἕξεις ἀγαθά. πρῶτον δέ σοι δῶρον δίδωμι τήνδ᾽, ἵνα σπένδειν ἔχῃς. Ἑρμῆς οἴμ᾽ ὡς ἐλεήμων εἴμ᾽ ἀεὶ τῶν χρυσίδων. Τρυγαῖος ὑμέτερον ἐντεῦθεν ἔργον ὦνδρες. ἀλλὰ ταῖς ἄμαις εἰσιόντες ὡς τάχιστα τοὺς λίθους ἀφέλκετε. Χορός ταῦτα δράσομεν· σὺ δ᾽ ἡμῖν ὦ θεῶν σοφώτατε ἅττα χρὴ ποιεῖν ἐφεστὼς φράζε δημιουργικῶς· τἄλλα δ᾽ εὑρήσεις ὑπουργεῖν ὄντας ἡμᾶς οὐ κακούς. Τρυγαῖος ἄγε δὴ σὺ ταχέως ὕπεχε τὴν φιάλην, ὅπως ἔργῳ ᾽φιαλοῦμεν εὐξάμενοι τοῖσιν θεοῖς. Ἑρμῆς σπονδὴ σπονδή· εὐφημεῖτε εὐφημεῖτε. Τρυγαῖος σπένδοντες εὐχόμεσθα τὴν νῦν ἡμέραν Ἕλλησιν ἄρξαι πᾶσι πολλῶν κἀγαθῶν, χὤστις προθύμως ξυλλάβοι τῶν σχοινίων, τοῦτον τὸν ἄνδρα μὴ λαβεῖν ποτ᾽ ἀσπίδα. Χορός μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἐν εἰρήνῃ διαγαγεῖν τὸν βίον, ἔχονθ᾽ ἑταίραν καὶ σκαλεύοντ᾽ ἄνθρακας. Τρυγαῖος ὅστις δὲ πόλεμον μᾶλλον εἶναι βούλεται Χορός μηδέποτε παύσασθ᾽ αὐτὸν ὦ Διόνυσ᾽ ἄναξ
410
415
420
425
430
435
440
ἐκ τῶν ὀλεκράνων ἀκίδας ἐξαιρούμενον. Τρυγαῖος κεἴ τις ἐπιθυμῶν ταξιαρχεῖν σοὶ φθονεῖ ἐς φῶς ἀνελθεῖν ὦ πότνι᾽, ἐν ταῖσιν μάχαις Χορός πάσχοι γε τοιαῦθ᾽ οἷάπερ Κλεώνυμος. Τρυγαῖος κεἴ τις δορυξὸς ἢ κάπηλος ἀσπίδων, ἵν᾽ ἐμπολᾷ βέλτιον, ἐπιθυμεῖ μαχῶν Χορός ληφθεὶς ὑπὸ λῃστῶν ἐσθίοι κριθὰς μόνας. Τρυγαῖος κεἴ τις στρατηγεῖν βουλόμενος μὴ ξυλλάβοι, ἢ δοῦλος αὐτομολεῖν παρεσκευασμένος Χορός ἐπὶ τοῦ τροχοῦ γ᾽ ἕλκοιτο μαστιγούμενος. Τρυγαῖος ἡμῖν δ᾽ ἀγαθὰ γένοιτ᾽. ἰὴ παιὼν ἰή. Χορός ἄφελε τὸ παίειν ἀλλ᾽ ἰὴ μόνον λέγε. Τρυγαῖος ἰὴ ἰὴ τοίνυν, ἰὴ μόνον λέγω. Ἑρμῇ Χάρισιν Ὥραισιν Ἀφροδίτῃ Πόθῳ. Ἄρει δέ; Χορός μὴ μή. Τρυγαῖος μηδ᾽ Ἐνυαλίῳ γε; Χορός μή. Τρυγαῖος ὑπότεινε δὴ πᾶς καὶ κάταγε τοῖσιν κάλῳς. Ἑρμῆς ὦ εἶα. Χορός εἶα μάλα. Ἑρμῆς ὦ εἶα. Χορός εἶα ἔτι μάλα. Ἑρμῆς ὦ εἶα, ὦ εἶα. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ οὐχ ἕλκουσ᾽ ἅνδρες ὁμοίως. οὐ ξυλλήψεσθ᾽; οἷ᾽ ὀγκύλλεσθ᾽· οἰμώξεσθ᾽ οἱ Βοιωτοί. Ἑρμῆς εἶά νυν. Τρυγαῖος
445
450
455
460
465
εἶα ὦ. Χορός <ἀλλ᾽> ἄγετε ξυνανέλκετε καὶ σφώ. Τρυγαῖος οὔκουν ἕλκω κἀξαρτῶμαι κἀπεμπίπτω καὶ σπουδάζω; Χορός πῶς οὖν οὐ χωρεῖ τοὔργον; Τρυγαῖος ὦ Λάμαχ᾽ ἀδικεῖς ἐμποδὼν καθήμενος. οὐδὲν δεόμεθ᾽ ὦνθρωπε τῆς σῆς μορμόνος. Ἑρμῆς οὐδ᾽ οἵδε γ᾽ εἷλκον οὐδὲν ἁργεῖοι πάλαι ἀλλ᾽ ἢ κατεγέλων τῶν ταλαιπωρουμένων, καὶ ταῦτα διχόθεν μισθοφοροῦντες ἄλφιτα. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ οἱ Λάκωνες ὦγάθ᾽ ἕλκουσ᾽ ἀνδρικῶς. Χορός ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅσοι γ᾽ αὐτῶν ἔχονται τοῦ ξύλου, μόνοι προθυμοῦντ᾽· ἀλλ᾽ ὁ χαλκεὺς οὐκ ἐᾷ. Ἑρμῆς οὐδ᾽ οἱ Μεγαρῆς δρῶσ᾽ οὐδέν· ἕλκουσιν δ᾽ ὅμως γλισχρότατα σαρκάζοντες ὥσπερ κυνίδια, ὑπὸ τοῦ γε λιμοῦ νὴ Δἴ ἐξολωλότες. Τρυγαῖος οὐδὲν ποιοῦμεν ὦνδρες· ἀλλ ὁμοθυμαδὸν ἅπασιν ἡμῖν αὖθις ἀντιληπτέον. Ἑρμῆς ὦ εἶα. Τρυγαῖος εἶα μάλα. Ἑρμῆς ὦ εἶα. Τρυγαῖος εἶα νὴ Δία. Χορός μικρόν γε κινοῦμεν. Τρυγαῖος οὔκουν δεινὸν . . . τοὺς μὲν τείνειν τοὺς δ᾽ ἀντισπᾶν; πληγὰς λήψεσθ᾽ ὦργεῖοι. Ἑρμῆς εἶά νυν. Τρυγαῖος εἶα ὦ. Χορός ὡς κακόνοι τινές εἰσιν ἐν ἡμῖν. Τρυγαῖος ὑμεῖς μὲν γοῦν οἱ κιττῶντες
470
475
480
485
490
495
τῆς εἰρήνης σπᾶτ᾽ ἀνδρείως. Χορός ἀλλ᾽ εἴσ᾽ οἳ κωλύουσιν. Ἑρμῆς ἄνδρες Μεγαρῆς οὐκ ἐς κόρακας ἐρρήσετε; μισεῖ γὰρ ὑμᾶς ἡ θεὸς μεμνημένη· πρῶτοι γὰρ αὐτὴν τοῖς σκορόδοις ἠλείψατε. καὶ τοῖς Ἀθηναίοισι παύσασθαι λέγω ἐντεῦθεν ἐχομένοις ὅθεν νῦν ἕλκετε· οὐδὲν γὰρ ἄλλο δρᾶτε πλὴν δικάζετε. ἀλλ᾽ εἴπερ ἐπιθυμεῖτε τήνδ᾽ ἐξελκύσαι, πρὸς τὴν θάλατταν ὀλίγον ὑποχωρήσατε. Χορός ἄγ᾽ ὦνδρες αὐτοὶ δὴ μόνοι λαβώμεθ᾽ οἱ γεωργοί. Ἑρμῆς χωρεῖ γέ τοι τὸ πρᾶγμα πολλῷ μᾶλλον ὦνδρες ὑμῖν. Χορός χωρεῖν τὸ πρᾶγμά φησιν· ἀλλὰ πᾶς ἀνὴρ προθυμοῦ. Τρυγαῖος οἵ τοι γεωργοὶ τοὔργον ἐξέλκουσι κἄλλος οὐδείς. Χορός ἄγε νυν ἄγε πᾶς. Ἑρμῆς καὶ μὴν ὁμοῦ ᾽στιν ἤδη. Χορός μή νυν ἀνῶμεν ἀλλ᾽ ἐπεντείνωμεν ἀνδρικώτερον. Ἑρμῆς ἤδη ᾽στὶ τοῦτ᾽ ἐκεῖνο. Χορός ὦ εἶα νῦν, ὦ εἶα πᾶς. ὦ εἶα εἶα εἶα εἶα εἶα εἶα. ὦ εἶα εἶα εἶα εἶα εἶα πᾶς. Τρυγαῖος ὦ πότνια βοτρυόδωρε τί προσείπω σ᾽ ἔπος; πόθεν ἂν λάβοιμι ῥῆμα μυριάμφορον ὅτῳ προσείπω σ᾽; οὐ γὰρ εἶχον οἴκοθεν. ὦ χαῖρ᾽ Ὀπώρα, καὶ σὺ δ᾽ ὦ Θεωρία. οἷον δ᾽ ἔχεις τὸ πρόσωπον ὦ Θεωρία, οἷον δὲ πνεῖς, ὡς ἡδὺ κατὰ τῆς καρδίας, γλυκύτατον ὥσπερ ἀστρατείας καὶ μύρου. Ἑρμῆς μῶν οὖν ὅμοιον καὶ γυλιοῦ στρατιωτικοῦ; Τρυγαῖος ἀπέπτυσ᾽ ἐχθροῦ φωτὸς ἔχθιστον πλέκος. τοῦ μὲν γὰρ ὄζει κρομμυοξυρεγμίας, ταύτης δ᾽ ὀπώρας, ὑποδοχῆς, Διονυσίων, αὐλῶν, τραγῳδῶν, Σοφοκλέους μελῶν, κιχλῶν, ἐπυλλίων Εὐριπίδου--
500
505
510
515
520
525
530
Ἑρμῆς κλαύσἄρα σὺ ταύτης καταψευδόμενος· οὐ γὰρ ἥδεται αὕτη ποιητῇ ῥηματίων δικανικῶν. Τρυγαῖος κιττοῦ, τρυγοίπου, προβατίων βληχωμένων, “κόλπου” γυναικῶν διατρεχουσῶν εἰς ἀγρόν, δούλης μεθυούσης, ἀνατετραμμένου χοῶς, ἄλλων τε πολλῶν κἀγαθῶν-Ἑρμῆς ἴθι νυν ἄθρει οἷον πρὸς ἀλλήλας λαλοῦσιν αἱ πόλεις διαλλαγεῖσαι καὶ γελῶσιν ἄσμεναι, καὶ ταῦτα δαιμονίως ὑπωπιασμέναι ἁπαξάπασαι καὶ κυάθους προσκείμεναι. Τρυγαῖος καὶ τῶνδε τοίνυν τῶν θεωμένων σκόπει τὰ πρόσωφ᾽, ἵνα γνῷς τὰς τέχνας. Ἑρμῆς αἰβοῖ τάλας, Τρυγαῖος ἐκεινονὶ γοῦν τὸν λοφοποιὸν οὐχ ὁρᾷς τίλλονθ᾽ ἑαυτόν; Ἑρμῆς ὁ δέ γε τὰς σμινύας ποιῶν κατέπαρδεν ἄρτι τοῦ ξιφουργοῦ ᾽κεινουί. Τρυγαῖος ὁ δὲ δρεπανουργὸς οὐχ ὁρᾷς ὡς ἥδεται, καὶ τὸν δορυξὸν οἷον ἐσκιμάλισεν; Ἑρμῆς ἴθι νυν ἄνειπε τοὺς γεωργοὺς ἀπιέναι. Τρυγαῖος ἀκούετε λεῴ· τοὺς γεωργοὺς ἀπιέναι τὰ γεωργικὰ σκεύη λαβόντας εἰς ἀγρὸν ὡς τάχιστ᾽ ἄνευ δορατίου καὶ ξίφους κἀκοντίου· ὡς ἅπαντ᾽ ἤδη ᾽στὶ μεστὰ τἀνθάδ᾽ εἰρήνης σαπρᾶς. ἀλλὰ πᾶς χώρει πρὸς ἔργον εἰς ἀγρὸν παιωνίσας. Χορός ὦ ποθεινὴ τοῖς δικαίοις καὶ γεωργοῖς ἡμέρα, ἄσμενός σ᾽ ἰδὼν προσειπεῖν βούλομαι τὰς ἀμπέλους, τάς τε συκᾶς, ἃς ἐγὼ ᾽φύτευον ὢν νεώτερος, ἀσπάσασθαι θυμὸς ἡμῖν ἐστι πολλοστῷ χρόνῳ. Τρυγαῖος νῦν μὲν οὖν ὦνδρες προσευξώμεσθα πρῶτον τῇ θεῷ, ἥπερ ἡμῶν τοὺς λόφους ἀφεῖλε καὶ τὰς Γοργόνας· εἶθ᾽ ὅπως Λιταργιοῦμεν οἴκαδ᾽ ἐς τὰ χωρία, ἐμπολήσαντές τι χρηστὸν εἰς ἀγρὸν ταρίχιον. Ἑρμῆς ὦ Πόσειδον ὡς καλὸν τὸ στῖφος αὐτῶν φαίνεται
535
540
545
550
555
560
καὶ πυκνὸν καὶ γοργὸν ὥσπερ μᾶζα καὶ πανδαισία. 565 Τρυγαῖος νὴ Δἴ ἡ γὰρ σφῦρα λαμπρὸν ἦν ἄρ᾽ ἐξωπλισμένη, αἵ τε θρίνακες διαστίλβουσι πρὸς τὸν ἥλιον. ἦ καλῶς αὐτῶν ἀπαλλάξειεν ἂν μετόρχιον. ὥστ᾽ ἔγωγ᾽ ἤδη ᾽πιθυμῶ καὐτὸς ἐλθεῖν εἰς ἀγρὸν καὶ τριαινοῦν τῇ δικέλλῃ διὰ χρόνου τὸ γῄδιον. 570 ἀλλ᾽ ἀναμνησθέντες ὦνδρες τῆς διαίτης τῆς παλαιᾶς, ἣν παρεῖχ᾽ αὕτη ποθ᾽ ἡμῖν, τῶν τε παλασίων ἐκείνων τῶν τε σύκων τῶν τε μύρτων, 575 τῆς τρυγός τε τῆς γλυκείας τῆς ἰωνιᾶς τε τῆς πρὸς τῷ φρέατι τῶν τ᾽ ἐλαῶν ὧν ποθοῦμεν, ἀντὶ τούτων τήνδε νυνὶ 580 τὴν θεὸν προσείπατε. Χορός χαῖρε χαῖρ᾽, ὡς ἀσμένοισιν ἦλθες, ὦ φιλτάτη. σῷ γὰρ ἐδάμην πόθῳ, δαιμόνια βουλόμενος εἰς ἀγρὸν ἀνερπύσαι 585 * ἦσθα γὰρ μέγιστον ἡμῖν κέρδος ὦ ποθουμένη πᾶσιν ὁπόσοι γεωργὸν βίον ἐτρίβομεν. μόνη γὰρ ἡμᾶς ὠφέλεις. 590 πολλὰ γὰρ ἐπάσχομεν πρίν ποτ᾽ ἐπὶ σοῦ γλυκέα κἀδάπανα καὶ φίλα. τοῖς ἀγροίκοισιν γὰρ ἦσθα χῖδρα καὶ σωτηρία. 595 ὥστε σὲ τά τ᾽ ἀμπέλια καὶ τὰ νέα συκίδια τἄλλα θ᾽ ὁπόσ᾽ ἔστι φυτὰ προσγελάσεται λαβόντ᾽ ἄσμενα. 600 Χορός ἀλλὰ ποῦ ποτ᾽ ἦν ἀφ᾽ ἡμῶν τὸν πολὺν τοῦτον χρόνον ἥδε; τοῦθ᾽ ἡμᾶς δίδαξον ὦ θεῶν εὐνούστατε. Ἑρμῆς ὦ σοφώτατοι γεωργοί, τἀμὰ δὴ ξυνίετε ῥήματ᾽, εἰ βούλεσθ᾽ ἀκοῦσαι τήνδ᾽ ὅπως ἀπώλετο. πρῶτα μὲν γὰρ “αὐτῆς ἦρξεν” Φειδίας πράξας κακῶς· 605 εἶτα Περικλέης φοβηθεὶς μὴ μετάσχοι τῆς τύχης, τὰς φύσεις ὑμῶν δεδοικὼς καὶ τὸν αὐτοδὰξ τρόπον, πρὶν παθεῖν τι δεινὸν αὐτός, ἐξέφλεξε τὴν πόλιν. ἐμβαλὼν σπινθῆρα μικρὸν Μεγαρικοῦ ψηφίσματος, ἐξεφύσησεν τοσοῦτον πόλεμον ὥστε τῷ καπνῷ 610 πάντας Ἕλληνας δακρῦσαι, τούς τ᾽ ἐκεῖ τούς τ᾽ ἐνθάδε. ὡς δ᾽ ἅπαξ “τὸ πρῶτον ἄκουσ᾽” ἐψόφησεν ἄμπελος καὶ πίθος πληγεὶς ὑπ᾽ ὀργῆς ἀντελάκτισεν πίθῳ, οὐκέτ᾽ ἦν οὐδεὶς ὁ παύσων, ἥδε δ᾽ ἠφανίζετο. Τρυγαῖος ταῦτα τοίνυν μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ ᾽πεπύσμην οὐδενός, 615
οὐδ᾽ ὅπως αὐτῇ προσήκοι Φειδίας ἠκηκόη. Χορός οὐδ᾽ ἔγωγε πλήν γε νυνί. ταῦτ᾽ ἄρ᾽ εὐπρόσωπος ἦν, οὖσα συγγενὴς ἐκείνου. πολλά γ᾽ ἡμᾶς λανθάνει. Ἑρμῆς κᾆτ᾽ ἐπειδὴ ᾽γνωσαν ὑμᾶς αἱ πόλεις ὧν ἤρχετε ἠγριωμένους ἐπ᾽ ἀλλήλοισι καὶ σεσηρότας, πάντ᾽ ἐμηχανῶντ᾽ ἐφ᾽ ὑμῖν τοὺς φόρους φοβούμεναι, κἀνέπειθον τῶν Λακώνων τοὺς μεγίστους χρήμασιν. οἱ δ᾽ ἅτ᾽ ὄντες αἰσχροκερδεῖς καὶ διειρωνόξενοι τήνδ᾽ ἀπορρίψαντες αἰσχρῶς τὸν πόλεμον ἀνήρπασαν· κᾆτα τἀκείνων γε κέρδη τοῖς γεωργοῖς ἦν κακά· αἱ γὰρ ἐνθένδ᾽ αὖ τριήρεις ἀντιτιμωρούμεναι οὐδὲν αἰτίων ἂν ἀνδρῶν τὰς κράδας κατήσθιον. Τρυγαῖος ἐν δίκῃ μὲν οὖν, ἐπεί τοι τὴν κορώνεών γέ μου ἐξέκοψαν, ἣν ἐγὼ ᾽φύτευσα κἀξεθρεψάμην. Χορός νὴ Δί᾽ ὦ μέλ᾽ ἐνδίκως <γε> δῆτ᾽, ἐπεὶ κἀμοῦ λίθον ἐμβαλόντες ἑξμέδιμνον κυψέλην ἀπώλεσαν. Ἑρμῆς κᾆτα δ᾽ ὡς ἐκ τῶν ἀγρῶν ξυνῆλθεν οὑργάτης λεώς, τὸν τρόπον πωλούμενος τὸν αὐτὸν οὐκ ἐμάνθανεν, ἀλλ᾽ ἅτ᾽ ὢν ἄνευ γιγάρτων καὶ φιλῶν τὰς ἰσχάδας ἔβλεπεν πρὸς τοὺς λέγοντας· οἱ δὲ γιγνώσκοντες εὖ τοὺς πένητας ἀσθενοῦντας κἀποροῦντας ἀλφίτων, τήνδε μὲν δικροῖς ἐώθουν τὴν θεὸν κεκράγμασιν, πολλάκις φανεῖσαν αὐτὴν τῆσδε τῆς χώρας πόθῳ, τῶν δὲ συμμάχων ἔσειον τοὺς παχεῖς καὶ πλουσίους, αἰτίας ἂν προστιθέντες, ὡς φρονεῖ τὰ Βρασίδου. εἶτ᾽ ἂν ὑμεῖς τοῦτον ὥσπερ κυνίδι᾽ ἐσπαράττετε· ἡ πόλις γὰρ ὠχριῶσα κἀν φόβῳ καθημένη, ἅττα διαβάλοι τις αὐτῇ, ταῦτ᾽ ἂν ἥδιστ᾽ ἤσθιεν. οἳ δὲ τὰς πληγὰς ὁρῶντες ἃς ἐτύπτονθ᾽ οἱ ξένοι χρυσίῳ τῶν ταῦτα ποιούντων ἐβύνουν τὸ στόμα, ὥστ᾽ ἐκείνους μὲν ποιῆσαι πλουσίους, ἡ δ᾽ Ἑλλὰς ἂν ἐξερημωθεῖσ᾽ ἂν ὑμᾶς ἔλαθε. ταῦτα δ᾽ ἦν ὁ δρῶν βυρσοπώλης. Τρυγαῖος παῦε παῦ᾽ ὦ δέσποθ᾽ Ἑρμῆ, μὴ λέγε, ἀλλ᾽ ἔα τὸν ἄνδρ᾽ ἐκεῖνον οὗπερ ἔστ᾽ εἶναι κάτω· οὐ γὰρ ἡμέτερος ἔτ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖνος ἁνὴρ ἀλλὰ σός. ἅττ᾽ ἂν οὖν λέγῃς ἐκεῖνον, κεἰ πανοῦργος ἦν, ὅτ᾽ ἔζη, καὶ λάλος καὶ συκοφάντης καὶ κύκηθρον καὶ τάρακτρον, ταῦθ᾽ ἁπαξάπαντα νυνὶ τοὺς σεαυτοῦ λοιδορεῖς. Τρυγαῖος
620
625
630
635
640
645
650
655
ἀλλ᾽ ὅ τι σιωπᾷς ὦ πότνια κάτειπέ μοι. Ἑρμῆς ἀλλ᾽ οὐκ ἂν εἴποι πρός γε τοὺς θεωμένους· ὀργὴν γὰρ αὐτοῖς ὧν ἔπαθε πολλὴν ἔχει. Τρυγαῖος ἡ δ᾽ ἀλλὰ πρὸς σὲ μικρὸν εἰπάτω μόνον. Ἑρμῆς εἴφ᾽ ὅ τι νοεῖς αὐτοῖσι πρὸς ἔμ᾽ ὦ φιλτάτη. ἴθ᾽ ὦ γυναικῶν μισοπορπακιστάτη. εἶεν, ἀκούω. ταῦτ᾽ ἐπικαλεῖς; μανθάνω. ἀκούσαθ᾽ ὑμεῖς ὧν ἕνεκα μομφὴν ἔχει. ἐλθοῦσά φησιν αὐτομάτη μετὰ τἀν Πύλῳ σπονδῶν φέρουσα τῇ πόλει κίστην πλέαν ἀποχειροτονηθῆναι τρὶς ἐν τἠκκλησίᾳ. Τρυγαῖος ἡμάρτομεν ταῦτ᾽· ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε· ὁ νοῦς γὰρ ἡμῶν ἦν τότ᾽ ἐν τοῖς σκύτεσιν. Ἑρμῆς ἴθι νυν ἄκουσον οἷον ἄρτι μ᾽ ἤρετο, ὅστις κακόνους αὐτῇ μάλιστ᾽ ἦν ἐνθάδε, χὤστις φίλος κἄσπευδεν εἶναι μὴ μάχας. Τρυγαῖος εὐνούστατος μὲν ἦν μακρῷ Κλεώνυμος. Ἑρμῆς ποῖός τις οὖν εἶναι δοκεῖ τὰ πολεμικὰ ὁ Κλεώνυμος; Τρυγαῖος ψυχήν γ᾽ ἄριστος πλήν γ᾽ ὅτι οὐκ ἦν ἄρ᾽ οὗπέρ φησιν εἶναι τοῦ πατρός. εἰ γάρ ποτ᾽ ἐξέλθοι στρατιώτης, εὐθέως ἀποβολιμαῖος τῶν ὅπλων ἐγίγνετο. Ἑρμῆς ἔτι νῦν ἄκουσον οἷον ἄρτι μ᾽ ἤρετο, ὅστις κρατεῖ νῦν τοῦ λίθου τοῦ ᾽ν τῇ πυκνί. Τρυγαῖος Ὑπέρβολος νῦν τοῦτ᾽ ἔχει τὸ χωρίον. αὕτη τί ποιεῖς; τὴν κεφαλὴν ποῖ περιάγεις; Ἑρμῆς ἀποστρέφεται τὸν δῆμον ἀχθεσθεῖσ᾽ ὅτι αὑτῷ πονηρὸν προστάτην ἐπεγράψατο. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ αὐτῷ χρησόμεθ᾽ οὐδέν, ἀλλὰ νῦν ἀπορῶν ὁ δῆμος ἐπιτρόπου καὶ γυμνὸς ὢν τοῦτον τέως τὸν ἄνδρα περιεζώσατο. Ἑρμῆς πῶς οὖν ξυνοίσει ταῦτ᾽ ἐρωτᾷ τῇ πόλει. Τρυγαῖος εὐβουλότεροι γενησόμεθα. Ἑρμῆς
660
665
670
675
680
685
τρόπῳ τίνι; Τρυγαῖος ὅτι τυγχάνει λυχνοποιὸς ὤν. πρὸ τοῦ μὲν οὖν ἐψηλαφῶμεν ἐν σκότῳ τὰ πράγματα, νυνὶ δ᾽ ἅπαντα πρὸς λύχνον βουλεύσομεν. Ἑρμῆς ὢ ὤ, οἷά μ᾽ ἐκέλευσεν ἀναπυθέσθαι σου. Τρυγαῖος τὰ τί; Ἑρμῆς πάμπολλα καὶ τἀρχαῖ᾽ ἃ κατέλιπεν τότε· πρῶτον δ᾽ ὅ τι πράττει Σοφοκλέης ἀνήρετο. Τρυγαῖος εὐδαιμονεῖ, πάσχει δὲ θαυμαστόν. Ἑρμῆς τὸ τί; Τρυγαῖος ἐκ τοῦ Σοφοκλέους γίγνεται Σιμωνίδης. Ἑρμῆς Σιμωνίδης; πῶς; Τρυγαῖος ὅτι γέρων ὢν καὶ σαπρὸς κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι. Ἑρμῆς τί δαί; Κρατῖνος ὁ σοφὸς ἔστιν; Τρυγαῖος ἀπέθανεν ὅθ᾽ οἱ Λάκωνες ἐνέβαλον. Ἑρμῆς τί παθών; Τρυγαῖος ὅ τι; ὼρακιάσας· οὐ γὰρ ἐξηνέσχετο ἰδὼν πίθον καταγνύμενον οἴνου πλέων. χἄτερα πόσ᾽ ἄττ᾽ οἴει γεγενῆσθ᾽ ἐν τῇ πόλει; ὥστ᾽ οὐδέποτ᾽ ὦ δέσποιν᾽ ἀφησόμεσθά σου. Ἑρμῆς ἴθι νυν ἐπὶ τούτοις τὴν Ὀπώραν λάμβανε γυναῖκα σαυτῷ τήνδε· κᾆτ᾽ ἐν τοῖς ἀγροῖς ταύτῃ ξυνοικῶν ἐκποιοῦ σαυτῷ βότρυς. Τρυγαῖος ὦ φιλτάτη δεῦρ᾽ ἐλθὲ καὶ δός μοι κύσαι. ἆρ᾽ ἂν βλαβῆναι διὰ χρόνου τί σοι δοκῶ ὦ δέσποθ᾽ Ἑρμῆ τῆς Ὀπώρας κατελάσας; Ἑρμῆς οὐκ εἴ γε κυκεῶν᾽ ἐπιπίοις βληχωνίαν. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα τήνδε τὴν Θεωρίαν ἀπάγαγε τῇ βουλῇ λαβών, ἧσπέρ ποτ᾽ ἦν.
690
695
700
705
710
Τρυγαῖος ὦ μακαρία βουλὴ σὺ τῆς Θεωρίας, 715 ὅσον ῥοφήσει ζωμὸν ἡμερῶν τριῶν, ὅσας δὲ κατέδει ξόλικας ἑφθὰς καὶ κρέα. ἀλλ᾽ ὦ φίλ᾽ Ἑρμῆ χαῖρε πολλά. Ἑρμῆς ·καὶ σύ γε ὦνθρωπε χαίρων ἄπιθι καὶ μέμνησό μου. Τρυγαῖος ὦ κάνθαρ᾽ οἴκαδ᾽ οἴκαδ᾽ ἀποπετώμεθα. 720 Ἑρμῆς οὐκ ἐνθάδ᾽ ὦ τᾶν ἔστι. Τρυγαῖος ποῖ γὰρ οἴχεται; Ἑρμῆς ὑφ᾽ ἅρματ᾽ ἐλθὼν Ζηνὸς ἀστραπηφορεῖ. Τρυγαῖος πόθεν οὖν ὁ τλήμων ἐνθάδ᾽ ἕξει σιτία; Ἑρμῆς τὴν τοῦ Γανυμήδους ἀμβροσίαν σιτήσεται. Τρυγαῖος πῶς δῆτ᾽ ἐγὼ καταβήσομαι; 725 Ἑρμῆς θάρρει, καλῶς· τῃδὶ παρ᾽ αὐτὴν τὴν θεόν. Τρυγαῖος δεῦρ᾽ ὦ κόραι ἕπεσθον ἅμ᾽ ἐμοὶ θᾶττον, ὡς πολλοὶ πάνυ ποθοῦντες ὑμᾶς ἀναμένουσ᾽ ἐστυκότες. Χορός ἀλλ᾽ ἴθι χαίρων· ἡμεῖς δὲ τέως τάδε τὰ σκεύη παραδόντες τοῖς ἀκολούθοις δῶμεν σῴζειν, ὡς εἰώθασι μάλιστα 730 περὶ τὰς σκηνὰς πλεῖστοι κλέπται κυπτάζειν καὶ κακοποιεῖν. ἀλλὰ φυλάττετε ταῦτ᾽ ἀνδρείως· ἡμεῖς δ᾽ αὖ τοῖσι θεαταῖς ἣν ἔχομεν ὁδὸν λόγων εἴπωμεν ὅσα τε νοῦς ἔχει. Χορός χρῆν μὲν τύπτειν τοὺς ῥαβδούχους, εἴ τις κωμῳδοποιητὴς αὑτὸν ἐπῄνει πρὸς τὸ θέατρον παραβὰς ἐν τοῖς ἀναπαίστοις· 735 εἰ δ᾽ οὖν εἰκός τινα τιμῆσαι, θύγατερ Διός, ὅστις ἄριστος κωμῳδοδιδάσκαλος ἀνθρώπων καὶ κλεινότατος γεγένηται, ἄξιος εἶναί φησ᾽ εὐλογίας μεγάλης ὁ διδάσκαλος ἡμῶν. πρῶτον μὲν γὰρ τοὺς ἀντιπάλους μόνος ἀνθρώπων κατέπαυσεν ἐς τὰ ῥάκια σκώπτοντας ἀεὶ καὶ τοῖς φθειρσὶν πολεμοῦντας, 740 τούς θ᾽ Ἡρακλέας τοὺς μάττοντας καὶ τοὺς πεινῶντας ἐκείνους ἐξήλασ᾽ ἀτιμώσας πρῶτος, καὶ τοὺς δούλους παρέλυσεν τοὺς φεύγοντας κἀξαπατῶντας καὶ τυπτομένους ἐπίτηδες, οὓς ἐξῆγον κλάοντας ἀεί, καὶ τούτους οὕνεκα τουδί,
ἵν᾽ ὁ σύνδουλος σκώψας αὐτοῦ τὰς πληγὰς εἶτ᾽ ἀνέροιτο, 745 “ὦ κακόδαιμον τί τὸ δέρμ᾽ ἔπαθες; μῶν ὑστριχὶς εἰσέβαλέν σοι ἐς τὰς πλευρὰς πολλῇ στρατιᾷ κἀδενδροτόμησε τὸ νῶτον;” τοιαῦτ᾽ ἀφελὼν κακὰ καὶ φόρτον καὶ βωμολοχεύματ᾽ ἀγεννῆ ἐποίησε τέχνην μεγάλην ἡμῖν κἀπύργωσ᾽ οἰκοδομήσας ἔπεσιν μεγάλοις καὶ διανοίαις καὶ σκώμμασιν οὐκ ἀγοραίοις, 750 οὐκ ἰδιώτας ἀνθρωπίσκους κωμῳδῶν οὐδὲ γυναῖκας, ἀλλ᾽ Ἡρακλέους ὀργήν τιν᾽ ἔχων τοῖσι μεγίστοις ἐπεχείρει, διαβὰς βυρσῶν ὀσμὰς δεινὰς κἀπειλὰς βορβοροθύμους, καὶ πρῶτον μὲν μάχομαι πάντων αὐτῷ τῷ καρχαρόδοντι, οὗ δεινόταται μὲν ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν Κύννης ἀκτῖνες ἔλαμπον, 755 ἑκατὸν δὲ κύκλῳ κεφαλαὶ κολάκων οἰμωξομένων ἐλιχμῶντο περὶ τὴν κεφαλήν, φωνὴν δ᾽ εἶχεν χαράδρας ὄλεθρον τετοκυίας, φώκης δ᾽ ὀσμήν, Λαμίας ὄρχεις ἀπλύτους, πρωκτὸν δὲ καμήλου. τοιοῦτον ἰδὼν τέρας οὐ κατέδεισ᾽, ἀλλ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν πολεμίζων ἀντεῖχον ἀεὶ καὶ τῶν ἄλλων νήσων. ὧν οὕνεκα νυνὶ 760 ἀποδοῦναί μοι τὴν χάριν ὑμᾶς εἰκὸς καὶ μνήμονας εἶναι. καὶ γὰρ πρότερον πράξας κατὰ νοῦν οὐχὶ παλαίστρας περινοστῶν παῖδας ἐπείρων, ἀλλ᾽ ἀράμενος τὴν σκευὴν εὐθὺς ἐχώρουν, παῦρ᾽ ἀνιάσας, πόλλ᾽ εὐφράνας, πάντα παρασχὼν τὰ δέοντα. Χορός πρὸς ταῦτα χρεὼν εἶναι μετ᾽ ἐμοῦ 765 καὶ τοὺς ἄνδρας καὶ τοὺς παῖδας· καὶ τοῖς φαλακροῖσι παραινοῦμεν ξυσπουδάζειν περὶ τῆς νίκης. πᾶς γάρ τις ἐρεῖ νικῶντος ἐμοῦ κἀπὶ τραπέζῃ καὶ ξυμποσίοις, 770 “φέρε τῷ φαλακρῷ, δὸς τῷ φαλακρῷ τῶν τρωγαλίων, καὶ μἀφαίρει γενναιοτάτου τῶν ποιητῶν ἀνδρὸς τὸ μέτωπον ἔχοντος”. 773β Χορός Μοῦσα σὺ μὲν πολέμους ἀπωσαμένη μετ᾽ ἐμοῦ τοῦ φίλου χόρευσον, 775 κλείουσα θεῶν τε γάμους ἀνδρῶν τε δαῖτας καὶ θαλίας μακάρων· σοὶ γὰρ τάδ᾽ ἐξ ἀρχῆς μέλει. 780 ἢν δέ σε Καρκίνος ἐλθὼν ἀντιβολῇ μετὰ τῶν παίδων χορεῦσαι, μήθ᾽ ὑπάκουε μήτ᾽ ἔλθῃς 785 συνέριθος αὐτοῖς, ἀλλὰ νόμιζε πάντας ὄρτυγας οἰκογενεῖς γυλιαύχενας ὀρχηστὰς ναννοφυεῖς σφυράδων ἀποκνίσματα μηχανοδίφας. 790 καὶ γὰρ ἔφασχ᾽ ὁ πατὴρ ὃ παρ᾽ ἐλπίδας εἶχε τὸ δρᾶμα γαλῆν τῆς ἑσπέρας ἀπάγξαι. 795 Χορός τοιάδε χρὴ Χαρίτων δαμώματα καλλικόμων 797 τὸν σοφὸν ποιητὴν
ὑμνεῖν, ὅταν ἠρινὰ μὲν φωνῇ χελιδὼν ἑζομένη κελαδῇ, χορὸν δὲ μὴ ᾽χῃ Μόρσιμος μηδὲ Μελάνθιος, οὗ δὴ πικροτάτην ὄπα γηρύσαντος ἤκουσ᾽ ἡνίκα τῶν τραγῳδῶν τὸν χορὸν εἶχον ἁδελφός τε και αὐτός, ἄμφω Γοργόνες ὀψοφάγοι βατιδοσκόποι Ἅρπυιαι, γραοσόβαι μιαροὶ τραγομάσχαλοι ἰχθυολῦμαι· ὧν καταχρεμψαμένη μέγα καὶ πλατὺ Μοῦσα θεὰ μετ᾽ ἐμοῦ ξύμπαιζε τὴν ἑορτήν. Τρυγαῖος ὡς χαλεπὸν ἐλθεῖν ἦν ἄρ᾽ εὐθὺ τῶν θεῶν. ἔγωγέ τοι πεπόνηκα κομιδῇ τὼ σκέλει. μικροὶ δ᾽ ὁρᾶν ἄνωθεν ἦστ᾽. ἔμοιγέ τοι ἀπὸ τοὐρανοῦ ᾽φαίνεσθε κακοήθεις πάνυ, ἐντευθενὶ δὲ πολύ τι κακοηθέστεροι. Οἰκέτης ὦ δέσποθ᾽ ἥκεις; Τρυγαῖος ὡς ἐγὼ ᾽πυθόμην τινός. Οἰκέτης τί δ᾽ ἔπαθες; Τρυγαῖος ἤλγουν τὼ σκέλει μακρὰν ὁδὸν διεληλυθώς. Οἰκέτης ἴθι νυν κάτειπέ μοι-Τρυγαῖος τὸ τί; Οἰκέτης ἄλλον τιν᾽ εἶδες ἄνδρα κατὰ τὸν ἀέρα πλανώμενον πλὴν σαυτόν; Τρυγαῖος οὔκ, εἰ μή γέ που ψυχὰς δύ᾽ ἢ τρεῖς διθυραμβοδιδασκάλων. Οἰκέτης τί δ᾽ ἔδρων; Τρυγαῖος ξυνελέγοντ᾽ ἀναβολὰς ποτώμεναι τὰς ἐνδιαεριαυερινηχέτους τινάς. Οἰκέτης οὐκ ἦν ἄρ᾽ οὐδ᾽ ἃ λέγουσι, κατὰ τὸν ἀέρα ὡς ἀστέρες γιγνόμεθ᾽, ὅταν τις ἀποθάνῃ; Τρυγαῖος μάλιστα. Οἰκέτης καὶ τίς ἐστιν ἀστὴρ νῦν ἐκεῖ; Τρυγαῖος
800 805
810 815
820
825
830
Ἴων ὁ Χῖος, ὅσπερ ἐποίησεν πάλαι ἐνθάδε τὸν ἀοῖόν ποθ᾽· ὡς δ᾽ ἦλθ᾽, εὐθέως ἀοῖον αὐτὸν πάντες ἐκάλουν ἀστέρα. Οἰκέτης τίνες γάρ εἰσ᾽ οἱ διατρέχοντες ἀστέρες, οἳ καόμενοι θέουσιν; Τρυγαῖος ἀπὸ δείπνου τινὲς τῶν πλουσίων οὗτοι βαδίζουσ᾽ ἀστέρων, ἰπνοὺς ἔχοντες, ἐν δὲ τοῖς ἰπνοῖσι πῦρ. ἀλλ᾽ εἴσαγ᾽ ὡς τάχιστα ταυτηνὶ λαβών, καὶ τὴν πύελον κατάκλυζε καὶ θέρμαιν᾽ ὕδωρ, στόρνυ τ᾽ ἐμοὶ καὶ τῇδε κουρίδιον λέχος. καὶ ταῦτα δράσας ἧκε δεῦρ᾽ αὖθις πάλιν· ἐγὼ δ᾽ ἀποδώσω τήνδε τῇ βουλῇ τέως. Οἰκέτης πόθεν δ᾽ ἔλαβες ταύτας; Τρυγαῖος ὁπόθεν; ἐκ τοὐρανοῦ. Οἰκέτης οὐκ ἂν ἔτι δοίην τῶν θεῶν τριώβολον, εἰ πορνοβοσκοῦσ᾽ ὥσπερ ἡμεῖς οἱ βροτοί. Τρυγαῖος οὔκ, ἀλλὰ κἀκεῖ ζῶσιν ἀπὸ τούτων τινές. ἄγε νυν ἴωμεν. Οἰκέτης εἰπέ μοι, δῶ καταφαγεῖν ταύτῃ τι; Τρυγαῖος μηδέν· οὐ γὰρ ἐθελήσει θαγεῖν οὔτ᾽ ἄρτον οὔτε μᾶζαν, εἰωθυῖ᾽ ἀεὶ παρὰ τοῖς θεοῖσιν ἀμβροσίαν λείχειν ἄνω. Οἰκέτης λείχειν ἄρ᾽ αὐτῇ κἀνθάδε σκευαστέον. Χορός εὐδαιμονικῶς γ᾽ ὁ πρεσβύτης, ὅσα γ᾽ ὧδ᾽ ἰδεῖν, τὰ νῦν τάδε πράττει. Τρυγαῖος τί δῆτ᾽ ἐπειδὰν νυμφίον μ᾽ ὁρᾶτε λαμπρὸν ὄντα; Χορός ζηλωτὸς ἔσει, γέρον, αὖθις νέος ὢν πάλιν, μύρῳ κατάλειπτος. Τρυγαῖος οἶμαι. τί δῆθ᾽ ὅταν ξυνὼν τῶν τιτθίων ἔχωμαι; Χορός εὐδαιμονέστερος φανεῖ τῶν Καρκίνου στροβίλων. Τρυγαῖος
835
840
845
850
855
860
Τρυγαῖος εἶεν. σησαμῆ ξυμπλάττεται. ἄγε δὴ σὺ κατάθου πρῶτα τὰ σκεύη χαμαί. Τρυγαῖος οὔπω λέγεθ᾽ ὑμεῖς τίς ὁ φυλάξων. Οἰκέτης ὦ δέσποτα ὅσην ἔχει τὴν πρωκτοπεντετηρίδα. 865 865β 866β 867β 870 875 880 885 . ὥστ᾽ ἐν τοῖς ἀγροῖσιν αὐτοὺς ἅπαντας ὄντας ἀσφαλῶς βινεῖν τε καὶ καθεύδειν.οὔκουν δικαίως; ὅστις εἰς ὄχημα κανθάρου ᾽πιβὰς ἔσωσα τοὺς Ἕλληνας. κἀλήφθη γε μόλις. τίς ποτε; τίς διαφυλάξει τήνδε τῇ βουλῇ λαβών; οὗτος τί περιγράφεις; Οἰκέτης τὸ δεῖν᾽ εἰς Ἴσθμια σκηνὴν ἐμαυτοῦ τῷ πέει καταλαμβάνω. Οἰκέτης τίς αὑτηί; Τρυγαῖος τί φῄς; αὕτη Θεωρία ᾽στίν. Οἰκέτης ἣν ἡμεῖς ποτε ἐπαίομεν Βραυρωνάδ᾽ ὑποπεπωκότες; Τρυγαῖος σάφ᾽ ἴσθι. ὁρᾶτε τὴν Θεωρίαν. βουλή. Οἰκέτης ἐκεινοσὶ νεύει. καὶ τἄλλ᾽ ἁπαξάπαντα· τοῦ πέους δὲ δεῖ. σκέψασθ᾽ ὅσ᾽ ὑμῖν ἀγαθὰ παραδώσω φέρων. ἄγειν παρ᾽ αὑτὸν ἀντιβολῶν. δεῦρο σύ· καταθήσομαι γὰρ αὐτὸς ἐς μέσους ἄγων. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὦ μέλε τὸν ζωμὸν αὐτῆς προσπεσὼν ἐκλάψεται. πρυτάνεις. Τρυγαῖος τίς; Οἰκέτης ὅστις; Ἀριφράδης. Τρυγαῖος ἴθι νυν ἀποδῶμεν τήνδε τὴν Θεωρίαν ἀνύσαντε τῇ βουλῇ. Οἰκέτης ἡ παῖς λέλουται καὶ τὰ τῆς πυγῆς καλά· ὁ πλακοῦς πέπεπται. τίς ἐσθ᾽ ὑμῶν δίκαιος.
ἀλλ᾽ οὐκ ἂν εἴ τι προῖκα προσαγαγεῖν σ᾽ ἔδει. Τρυγαῖος πολλῶν γὰρ ὑμῖν ἄξιος Τρυγαῖος ἁθμονεὺς ἐγώ. δεινῶν ἀπαλλάξας πόνων τὸν δημότην ὅμιλον. Χορός ἦ χρηστὸς ἀνὴρ πολίτης ἐστὶν ἅπασιν ὅστις γ᾽ ἐστὶ τοιοῦτος. τετραποδηδὸν ἑστάναι. Οἰκέτης ἄγε δὴ τί νῷν ἐντευθενὶ ποιητέον; Τρυγαῖος τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ ταύτην χύτραις ἱδρυτέον; Χορός 890 895 900 905 910 915 920 920β 921β . ἵνα δὴ κέλης κέλητα παρακελητιεῖ.ὥστ᾽ εὐθέως ἄραντας ὑμᾶς τὼ σκέλει ταύτης μετέωρα καταγαγεῖν ἀνάρρυσιν. θέασ᾽ ὡς προθύμως ὁ πρύτανις παρεδέξατο. Τρυγαῖος ὅταν τρυγᾶτ᾽. Τρυγαῖος φήσεις ἐπειδὰν ἐκπίῃς οἴνου νέου λεπαστήν. ἐπὶ γῆς παλαίειν. ἅρματα δ᾽ ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἀνατετραμμένα φυσῶντα καὶ πνέοντα προσκινήσεται· ἕτεροι δὲ κείσονταί γ᾽ ἀπεψωλημένοι περὶ ταῖσι καμπαῖς ἡνίοχοι πεπτωκότες. Τρυγαῖος ἔπειτ᾽ ἀγῶνά γ᾽ εὐθὺς ἐξέσται ποιεῖν ταύτην ἔχουσιν αὔριον καλὸν πάνυ. ἀλλ᾽ ηὗρον ἄν σ᾽ ὑπέχοντα τὴν ἐκεχειρίαν. εἴσεσθε πολλῷ μᾶλλον οἷός εἰμι. τουτὶ δ᾽ ὁρᾶτ᾽ ὀπτάνιον ἡμῖν ὡς καλόν. ἀλλ᾽ ὦ πρυτάνεις δέχεσθε τὴν Θεωρίαν. καὶ τὸν γεωργικὸν λεὼν Ὑπέρβολόν τε παύσας. καὶ παγκράτιόν γ᾽ ὑπαλειψαμένοις νεανικῶς παίειν ὀρύττειν πὺξ ὁμοῦ καὶ τῷ πέει· τρίτῃ δὲ μετὰ ταῦθ᾽ ἱπποδρομίαν ἄξετε. Χορός καὶ πλήν γε τῶν θεῶν ἀεί σ᾽ ἡγησόμεσθα πρῶτον. Χορός καὶ νῦν σύ γε δῆλος εἶ· σωτὴρ γὰρ ἅπασιν ἀνθρώποις γεγένησαι. ἐς γόνατα κύβδ᾽ ἑστάναι. πλαγίαν καταβάλλειν. Οἰκέτης διὰ ταῦτα καὶ κεκάπνικ᾽ ἄρ᾽· ἐνταυθοῖ γὰρ <οὖν> πρὸ τοῦ πολέμου τὰ λάσανα τῇ βουλῇ ποτ᾽ ἦν.
ἵν᾽ <ὅταν> ἐν τἠκκλησίᾳ ὡς χρὴ πολεμεῖν λέγῃ τις. Χορός καὶ τἄλλα γ᾽ ὦσιν ἤπιοι. Τρυγαῖος τιή; Χορός ἵνα μὴ γένηται Θεογένους ὑηνία. Τρυγαῖος τῷ δὴ δοκεῖ σοι δῆτα τῶν λοιπῶν; Χορός ὀί. χωρεῖ κατὰ νοῦν. ἕτερον δ᾽ ἑτέρῳ τούτων κατὰ καιρὸν ἀπαντᾷ. ὥσπερ μεμφόμενον Ἑρμῄδιον; Τρυγαῖος τί δαὶ δοκεῖ; βούλεσθε λαρινῷ βοΐ; Χορός βοΐ; μηδαμῶς.χύτραισιν. ὥστ᾽ ἐσόμεθ᾽ ἀλλήλοισιν ἀμνοὶ τοὺς τρόπους καὶ τοῖσι συμμάχοισι πρᾳότεροι πολύ. Χορός ἐπείγετέ νυν ἐν ὅσῳ σοβαρὰ θεόθεν κατέχει πολέμου μετάτροπος αὔρα. 925 930 935 940 945 . Τρυγαῖος ἀλλὰ τοῦτό γ᾽ ἔστ᾽ Ἰωνικὸν τὸ ῥῆμ᾽. Χορός ἐπίτηδές γ᾽. Τρυγαῖος ὡς ταῦτα δῆλά γ᾽ ἔσθ᾽· ὁ γὰρ βωμὸς θύρασι καὶ δή. Χορός ὡς πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἂν θεὸς θέλῃ χἠ τύχη κατορθοῖ. νῦν γὰρ δαίμων φανερῶς εἰς ἀγαθὰ μεταβιβάζει. ἵνα μὴ βοηθεῖν ποι δέῃ. οἱ καθήμενοι ὑπὸ τοῦ δέους λέγωσ᾽ Ἰωνικῶς ὀὶ-Τρυγαῖος εὖ τοι λέγεις. Τρυγαῖος ἴθι νυν ἄγ᾽ ὡς τάχιστα τὸ πρόβατον λαβών· ἐγὼ δὲ ποριῶ βωμὸν ἐφ᾽ ὅτου θύσομεν. Τρυγαῖος ὀί; Χορός ναὶ μὰ Δί᾽. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὑὶ παχείᾳ καὶ μεγάλῃ; Χορός μὴ μή.
καὶ πῦρ γε τουτί. Οἰκέτης ἰδού. 965 Τρυγαῖος οὐχ αἱ γυναῖκές γ᾽ ἔλαβον. Χορός εὐχώμεσθα δή. τίς τῇδε; ποῦ ποτ᾽ εἰσὶ πολλοὶ κἀγαθοί; Οἰκέτης τοισδὶ φέρε δῶ· πολλοὶ γάρ εἰσι κἀγαθοί. Τρυγαῖος τούτους ἀγαθοὺς ἐνόμισας; 970 Οἰκέτης οὐ γάρ. καὶ τοῖς θεαταῖς ῥῖπτε τῶν κριθῶν. Οἰκέτης ἰδού· λεγοις ἂν ἄλλο· περιελήλυθα. Οἰκέτης ἀλλ᾽ εἰς ἑσπέραν δώσουσιν αὐταῖς ἅνδρες. κοὐδὲν ἴσχει πλὴν τὸ πρόβατον ὑμᾶς. Τρυγαῖος ἔδωκας ἤδη; Οἰκέτης νὴ τὸν Ἑρμῆν ὥστε γε τούτων ὅσοιπέρ εἰσι τῶν θεωμένων οὐκ ἔστιν οὐδεὶς ὅστις οὐ κριθὴν ἔχει. Τρυγαῖος φέρε δὴ τὸ δαλίον τόδ᾽ ἐμβάψω λαβών. πρόσεισιν αὐλήσων ἄκλητος. 960 καὐτός γε χερνίπτου παραδοὺς ταύτην ἐμοί. σείου σὺ ταχέως· σὺ δὲ πρότεινε τῶν ὀλῶν. κᾆτα τοῦτ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι φυσῶντι καὶ πονουμένῳ προσδώσετε δήπου. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ εὐχώμεθα. 955 Τρυγαῖος ἄγε δὴ τὸ κανοῦν λαβὼν σὺ καὶ τὴν χέρνιβα περίιθι τὸν βωμὸν ταχέως ἐπιδέξια.Τρυγαῖος τὸ κανοῦν πάρεστ᾽ ὀλὰς ἔχον καὶ στέμμα καὶ μάχαιραν. οἵτινες ἡμῶν καταχεόντων ὕδωρ τοσουτονὶ ἐς ταὐτὸ τοῦθ᾽ ἑστᾶσ᾽ ἰόντες χωρίον; Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὡς τάχιστ᾽ εὐχώμεθ᾽. Χορός οὔκουν ἁμιλλήσεσθον; ὡς 950 ἢν Χαῖρις ὑμᾶς ἴδῃ. Τρυγαῖος .
καὶ μὴ ποίει γ᾽ ἅπερ αἱ μοιχευόμεναι δρῶσι γυναῖκες. ἀποχηρωθεὶς τᾶς ἐν τεύτλοισι λοχευομένας”· τοὺς δ᾽ ἀνθρώπους ἐπιχαίρειν. δέξαι θυσίαν τὴν ἡμετέραν. τούτων σὺ ποίει μηδὲν ἔθ᾽ ἡμᾶς. μεγάλων σκορόδων. λῦσον δὲ μάχας καὶ κορκορυγάς. εἶτα μονῳδεῖν ἐκ Μηδείας. τὸν δ᾽ ὀτοτύζειν. καὶ γὰρ ἐκεῖναι παρακλίνασαι τῆς αὐλείας παρακύπτουσιν. δέσποινα χορῶν. ἄλλοις τένθαις πολλοῖς· κᾆτα Μελάνθιον ἥκειν ὕστερον ἐς τὴν ἀγοράν. Χορός δέξαι δῆτ᾽ ὦ πολυτιμήτη νὴ Δία. Τρυγαῖος ταῦτ᾽ ὦ πολυτίμητ᾽ εὐχομένοις ἡμῖν δίδου. μήλων. ἵνα Λυσιμάχην σε καλῶμεν.ὦ σεμνοτάτη βασίλεια θεὰ πότνι᾽ Εἰρήνη. κᾆτ᾽ ἢν ἀπίῃ παρακύπτουσιν. δέσποινα γάμων. παῦσον δ᾽ ἡμῶν τὰς ὑπονοίας τὰς περικόμψους. οἵ σου τρυχόμεθ᾽ ἤδη τρία καὶ δέκ᾽ ἔτη. σικύων πρῴων. Οἰκέτης λαβὲ τὴν μάχαιραν· εἶθ᾽ ὅπως μαγειρικῶς 975 980 985 990 995 1000 1005 1010 1015 1015 . δούλοισι χλανισκιδίων μικρῶν· κἀκ Βοιωτῶν γε φέροντας ἰδεῖν χῆνας νήττας φάττας τροχίλους· καὶ Κωπᾴδων ἐλθεῖν σπυρίδας. τὰς δὲ πεπρᾶσθαι. καὶ περὶ ταύτας ἡμᾶς ἁθρόους ὀψωνοῦντας τυρβάζεσθαι Μορύχῳ Τελέᾳ Γλαυκέτῃ. ῥοιῶν. αἷς στωμυλλόμεθ᾽ εἰς ἀλλήλους· μεῖξον δ᾽ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας πάλιν ἐξ ἀρχῆς φιλίας χυλῷ καὶ συγγνώμῃ τινὶ πρᾳοτέρᾳ κέρασον τὸν νοῦν· καὶ τὴν ἀγορὰν ἡμῖν ἀγαθῶν ἐμπλησθῆναι. κἄν τις προσέχῃ τὸν νοῦν αὐταῖς ἀναχωροῦσιν. Τρυγαῖος μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ἀπόφηνον ὅλην σαυτὴν γενναιοπρεπῶς τοῖσιν ἐρασταῖς ἡμῖν. “ὀλόμαν ὀλόμαν.
μῶν ἐπισχεῖν σοι δοκῶ; Τρυγαῖος ὄπτα καλῶς νυν αὐτά· καὶ γὰρ οὑτοσὶ προσέρχεται δάφνῃ τις ἐστεφανωμένος. τίθεσο τὼ μηρὼ λαβών. Τρυγαῖος οὔκουν δοκῶ σοι μαντικῶς τὸ φρύγανον τίθεσθαι; Χορός πῶς δ᾽ οὐχί; τί γάρ σε πέφευγ᾽ ὅσα χρὴ σοφὸν ἄνδρα; τί δ᾽ οὐ σὺ φρονεῖς ὁπόσα χρεών ἐστιν τόν γε σοφῇ δόκιμον φρενὶ πορίμῳ τε τόλμῃ; Τρυγαῖος ἡ σχίζα γοῦν ἐνημμένη τὸν Στιλβίδην πιέζει. 1020 1025 1030 1035 1040 1045 . Τρυγαῖος οὐ μὰ Δἴ ἀλλ᾽ Ἱεροκλέης οὗτός γέ πού ᾽σθ᾽ ὁ χρησμολόγος οὑξ Ὠρεοῦ. οὐδ᾽ αἱματοῦται βωμός. Χορός σέ τοι θύρασι χρὴ . καὶ παιδὸς οὐ δεήσει. τίς ἄρα ποτ᾽ ἐστίν; Οἰκέτης ὡς ἀλαζὼν φαίνεται· μάντις τίς ἐστιν. χοὔτω τὸ πρόβατον τῷ χορηγῷ σῴζεται. ὅστις πόλλ᾽ ἀνατλὰς ἔσωσε τὴν ἱερὰν πόλιν; ὥστ᾽ οὐχὶ μὴ παύσῃ ποτ᾽ ὢν ζηλωτὸς ἅπασιν. Χορός τίς οὖν ἂν οὐκ ἐπαινέσειεν ἄνδρα τοιοῦτον. καὶ τὴν τράπεζαν οἴσομαι.σφάξεις τὸν οἶν. ἀλλ᾽ εἴσω φέρων θύσας τὰ μηρἴ ἐξελὼν δεῦρ᾽ ἔκφερε. Τρυγαῖος ἐμοὶ μελήσει ταῦτά γ᾽· ἀλλ᾽ ἥκειν ἐχρῆν. Οἰκέτης ταυτὶ δέδραται. μένοντα τοίνυν σχίζας δευρὶ τιθέναι ταχέως τά τε πρόσφορα πάντ᾽ ἐπὶ τούτοις. . . ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ σπλάγχν᾽ εἶμι καὶ θυλήματα. Οἰκέτης τιὴ τί δή; Τρυγαῖος οὐχ ἥδεται δήπουθεν Εἰρήνη σφαγαῖς. Οἰκέτης ἰδοὺ πάρειμι. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ οὐ θέμις.
Οἰκέτης οὔκ. Ἱεροκλῆς ἄγε νυν ἀπάρχου κᾆτα δὸς τἀπάργματα. Ἱεροκλῆς ὅτῳ δὲ θύετ᾽ οὐ φράσεθ᾽; Τρυγαῖος ἡ κέρκος ποιεῖ καλῶς; Οἰκέτης καλῶς δῆτ᾽ ὦ πότνι᾽ Εἰρήνη φίλη. Ἱεροκλῆς ἡ γλῶττα χωρὶς τέμνεται. ποῦ τράπεζα; τὴν σπονδὴν φέρε. Τρυγαῖος μή νυν ὁρᾶν δοκῶμεν αὐτόν. ἀλλὰ κατὰ τὴν κνῖσαν εἰσελήλυθεν. ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὃ δρᾶσον; Ἱεροκλῆς ἢν φράσῃς. κατάτεμνε. Τρυγαῖος μὴ διαλέγου νῷν μηδέν· Εἰρήνῃ γὰρ ἱερὰ θύομεν. ὅστις εἶ. Ἱεροκλῆς ἀλλὰ ταυταγὶ ἤδη ᾽στὶν ὀπτά. Οἰκέτης εὖ λέγεις. Ἱεροκλῆς ὦ μέλεοι θνητοὶ καὶ νήπιοι. Τρυγαῖος μεμνήμεθα. Ἱεροκλῆς τίς ἡ θυσία ποθ᾽ αὑτηὶ καὶ τῷ θεῶν; Τρυγαῖος ὀπτα σὺ σιγῇ κἄπαγ᾽ ἀπὸ τῆς ὀσφύος.Οἰκέτης τί ποτ᾽ ἄρα λέξει; Τρυγαῖος δῆλός ἐσθ᾽ οὗτός γ᾽ ὅτι ἐναντιώσεταί τι ταῖς διαλλαγαῖς. Ἱεροκλῆς οἵτινες ἀφραδίῃσι θεῶν νόον οὐκ ἀίοντες συνθήκας πεποίησθ᾽ ἄνδρες χαροποῖσι πιθήκοις. 1050 1055 1060 1065 . Τρυγαῖος ὀπτᾶν ἄμεινον πρῶτον. Τρυγαῖος πολλὰ πράττεις. Τρυγαῖος ἐς κεφαλὴν σοί.
ἢ διακαυνιάσαι πότεροι κλαυσούμεθα μεῖζον. δόλιαι φρένες. οὐδ᾽ ἐπὶ τῷ πραχθέντι ποιήσεις ὕστερον οὐδέν. Ἱεροκλῆς καὶ κέπφοι τρήρωνες ἀλωπεκιδεῦσι πέπεισθε. Τρυγαῖος ἀλλὰ τί χρῆν ἡμᾶς; οὐ παύσασθαι πολεμοῦντας. εἰ μὴ παύσαιο βακίζων. Ἱεροκλῆς οὔπω θέσφατον ἦν Εἰρήνης δέσμ᾽ ἀναλῦσαι. “χἠ κώδων” ἀκαλανθὶς ἐπειγομένη τυφλὰ τίκτει. Ἱεροκλῆς οὐδέποτ᾽ ἂν θείης λεῖον τὸν τραχὺν ἐχῖνον. ἀλλὰ τόδε πρότερον-Τρυγαῖος τοῖσδ᾽ ἁλσί γε παστέα ταυτί. μηδὲ Βάκις θνητούς. Τρυγαῖος εἴθε σου εἶναι ὤφελεν ὦλαζὼν οὑτωσὶ θερμὸς ὁ πλεύμων. πρίν κεν λύκος οἶν ὑμεναιοῖ. Τρυγαῖος καὶ πῶς ὦ κατάρατε λύκος ποτ᾽ ἂν οἶν ὑμεναιοῖ; Ἱεροκλῆς ὡς ἡ σφονδύλη φεύγουσα πονηρότατον βδεῖ. ὧν δόλιαι ψυχαί. Τρυγαῖος ἆρα φενακίζων ποτ᾽ Ἀθηναίους ἔτι παύσει; Ἱεροκλῆς ποῖον γὰρ κατὰ χρησμὸν ἐκαύσατε μῆρα θεοῖσιν; Τρυγαῖος ὅνπερ κάλλιστον δήπου πεποίηκεν Ὅμηρος· “ὣς οἱ μὲν νέφος ἐχθρὸν ἀπωσάμενοι πολέμοιο 1070 1075 1080 1085 1090 . μηδ᾽ αὖ νύμφαι Βάκιν αὐτὸν-Τρυγαῖος ἐξώλης ἀπόλοι᾽. ἐξὸν σπεισαμένοις κοινῇ τῆς Ἑλλάδος ἄρχειν; Ἱεροκλῆς οὔποτε ποιήσεις τὸν καρκίνον ὀρθὰ βαδίζειν. Ἱεροκλῆς οὐ γάρ πω τοῦτ᾽ ἐστὶ φίλον μακάρεσσι θεοῖσιν.Τρυγαῖος αἰβοιβοῖ. Τρυγαῖος οὔποτε δειπνήσεις ἔτι τοῦ λοιποῦ ν᾽ πρυτανείῳ. Ἱεροκλῆς τί γελᾷς; Τρυγαῖος ἥσθην χαροποῖσι πιθήκοις. φυλόπιδος λῆξαι. τουτάκις οὔπω χρῆν τὴν εἰρήνην πεποιῆσθαι. Ἱεροκλῆς εἰ γὰρ μὴ νύμφαι γε θεαὶ Βάκιν ἐξαπάτασκον.
ὦ πότνι᾽ Εἰρήνη παράμεινον τὸν βίον ἡμῖν. Τρυγαῖος σὺ δὲ τὴν σαυτοῦ γ᾽ ἀπένεγκε. Ἱεροκλῆς τί δὴ ᾽γώ; 1095 1100 1105 1110 1115 . σπένδειν ἡμᾶς. ἔγχει δὴ σπονδὴν καὶ τῶν σπλάγχνων φέρε δευρί. Τρυγαῖος καὶ ταυτὶ μετὰ τῆς σπονδῆς λαβὲ θᾶττον. αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρ᾽ ἐκάη καὶ σπλάγχν᾽ ἐπάσαντο. ὃς πολέμου ἔραται ἐπιδημίου ὀκρυόεντος”. Τρυγαῖος ἄλλως ὦ τᾶν ἱκετεύεις· οὐ γὰρ ποιήσεις λεῖον τὸν τραχὺν ἐχῖνον. Ἱεροκλῆς ἔγχει δὴ κἀμοὶ καὶ σπλάγχνων μοῖραν ὄρεξον. Τρυγαῖος τουτὶ μέντοι σὺ φυλάττου. Ἱεροκλῆς φράζεο δὴ μή πώς σε δόλῳ φρένας ἐξαπατήσας ἰκτῖνος μάρψῃ. Ἱεροκλῆς πρόσφερε τὴν γλῶτταν. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ οὔπω τοῦτ᾽ ἐστὶ φίλον μακάρεσσι θεοῖσιν· ἀλλὰ τόδε πρότερον.Εἰρήνην εἵλοντο καὶ ἱδρύσανθ᾽ ἱερείῳ. Ἱεροκλῆς οὐ μετέχω τούτων· οὐ γὰρ ταῦτ᾽ εἶπε Σίβυλλα. ἄγε δὴ θεαταὶ δεῦρο συσπλαγχνεύετε μετὰ νῷν. Τρυγαῖος σπονδὴ σπονδή. κἀγὼ ᾽μαυτῷ βαλανεύσω. ὡς οὗτος φοβερὸς τοῖς σπλάγχνοις ἐστὶν ὁ χρησμός. ἔσπενδον δεπάεσσιν· ἐγὼ δ᾽ ὁδὸν ἡγεμόνευον”· χρησμολόγῳ δ᾽ οὐδεὶς ἐδίδου κώθωνα φαεινόν. Ἱεροκλῆς σπονδή. Ἱεροκλῆς ἀλλ᾽ εἰ ταῦτα δοκεῖ. πρίν κεν λύκος οἶν ὑμεναιοῖ. σὲ δ᾽ ἀπελθεῖν. Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὁ σοφός τοι νὴ Δί᾽ Ὅμηρος δεξιὸν εἶπεν· “ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιός ἐστιν ἐκεῖνος. Ἱεροκλῆς οὐδεὶς προσδώσει τῶν σπλάγχνων; Τρυγαῖος οὐ γὰρ οἷόν τε ἡμῖν προσδιδόναι. Ἱεροκλῆς ναὶ πρὸς τῶν γονάτων.
καὶ τιν᾽ εἰπεῖν γείτονα. ἁλάμβαν᾽ αὐτὸς ἐξαπατῶν. τόν τε Μανῆν ἡ Σύρα βωστρησάτω κ᾽ τοῦ χωρίου. τῶν τε σύκων ἔξελε. κἀξ ἐμοῦ δ᾽ ἐνεγκάτω τις τὴν κίχλην καὶ τὼ σπίνω· ἦν δὲ καὶ πυός τις ἔνδον καὶ λαγῷα τέτταρα. τὸν θεὸν δ᾽ ἐπιψακάζειν. Τρυγαῖος ὦ παῖε τὸν Βάκιν. παἶ αὐτὸν ἐπέχων τῷ ξύλῳ τὸν ἀλαζόνα. τῶν τε πυρῶν μεῖξον αὐτοῖς. εἴ τι μὴ ᾽ξήνεγκεν αὐτῶν ἡ γαλῆ τῆς ἑσπέρας· ἐψόφει γοῦν ἔνδον οὐκ οἶδ᾽ ἅττα κἀκυδοιδόπα· ὧν ἔνεγκ᾽ ὦ παῖ τρἴ ἡμῖν. κἀνθρακίζων τοὐρεβίνθου τήν τε φηγὸν ἐμπυρεύων. Ἱεροκλῆς μαρτύρομαι. Χορός οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ἥδιον ἢ τυχεῖν μὲν ἤδη ᾽σπαρμένα. ἀλλὰ πρὸς πῦρ διέλκων μετ᾽ ἀνδρῶν ἑταίρων φίλων. ἐκκέας τῶν ξύλων ἅττ᾽ ἂν ᾖ δανότατα τοῦ θέρους “ἐκπεπρισμένα”. ἀλλ᾽ ἄφευε τῶν φασήλων ὦ γύναι τρεῖς χοίνικας. οὐκ ἀποπετήσει θᾶττον εἰς Ἐλύμνιον; Χορός ἥδομαί γ᾽ ἥδομαι κράνους ἀπηλλαγμένος τυροῦ τε καὶ κρομμύων. Οἰκέτης σὺ μὲν οὖν· ἐγὼ δὲ τουτονὶ τῶν κῳδίων. ἐπειδὴ παρδακὸν τὸ χωρίον. οὐ γὰρ οἷόν τ᾽ ἐστὶ πάντως οἰναρίζειν τήμερον οὐδὲ τυντλάζειν. Τρυγαῖος κἄγωγ᾽ ὅτι τένθης εἶ σὺ κἀλαζὼν ἀνήρ. οὐ καταβαλεῖς τὰ κῴδι᾽ ὦ θυηπόλε; ἤκουσας; ὁ κόραξ οἷος ἦλθ᾽ ἐξ Ὠρεοῦ. ἐκβολβιῶ. εἰπέ μοι τί τηνικαῦτα δρῶμεν ὦ Κωμαρχίδη; ἐμπιεῖν ἔμοιγ᾽ ἀρέσκει τοῦ θεοῦ δρῶντος καλῶς. ἓν δὲ δοῦναι τῷ πατρί· μυρρίνας τ᾽ αἴτησον ἐξ Αἰσχινάδου τῶν καρπίμων· χἄμα τῆς αὐτῆς ὁδοῦ Χαρινάδην τις βωσάτω.Τρυγαῖος τὴν Σίβυλλαν ἔσθιε. Ἱεροκλῆς οὔτοι μὰ τὴν γῆν ταῦτα κατέδεσθον μόνω. χἄμα τὴν Θρᾷτταν κυνῶν τῆς γυναικὸς λουμένης. ἀλλ᾽ ἁρπάσομαι σφῷν αὐτά· κεῖται δ᾽ ἐν μέσῳ. οὐ γὰρ φιληδῶ μάχαις. 1120 1125 1130 1135 1140 1145 1150 1155 .
1160 διασκοπῶν ἥδομαι τὰς Λημυνίας ἀμπέλους. Χορός πολλὰ γὰρ δή μ᾽ ἠδίκησαν. ἔχ᾽ ἀποκάθαιρε τὰς τραπέζας ταυτῃί· πάντως γὰρ οὐδὲν ὄφελός ἐστ᾽ αὐτῆς ἔτι. οἱ θεοῖσιν οὗτοι κἀνδράσιν ῥιψάσπιδες. “ὧραι φίλαι”· καὶ τοῦ θύμου τρίβων κυκῶμαι· κᾆτα γίγνομαι παχὺς 1170 τηνικαῦτα τοῦ θέρους Χορός μᾶλλον ἢ θεοῖσιν ἐχθρὸν ταξίαρχον προσβλέπων τρεῖς λόφους ἔχοντα καὶ φοινικίδ᾽ ὀξεῖαν πάνυ. ἢν θεὸς θέλῃ. Δρεπανουργός ποῦ ποῦ Τρυγαῖός ἐστιν; Τρυγαῖος . ἐσθίω κἀπέχω χἄμα φήμ᾽. αὔριον δ᾽ ἔσθ᾽ ἡ ᾽ξοδος· τῷ δὲ σιτί᾽ οὐκ ἐώνητ᾽· οὐ γὰρ ᾔδειν ἐξιών· εἶτα προστὰς πρὸς τὸν ἀνδριάντα τὸν Πανδίονος εἶδεν αὑτόν. εἰ πεπαίνουσιν ἤδη (τὸ γὰρ φῖτυ πρῷον φύσει ). 1175 τηνικαῦτ᾽ αὐτὸς βέβαπται βάμμα Κυζικηνικόν· κᾆτα φεύγει πρῶτος ὥσπερ ξουθὸς ἱππαλεκτρυὼν τοὺς λόφους σείων· ἐγὼ δ᾽ ἕστηκα “λινοπτώμενος”. εὖ ποιοῦντος κὠφελοῦντος τοῦ φεοῦ τἀρώματα. κἀπορῶν θεῖ τῷ κακῷ βλέπων ὀπόν. ἔπειτ᾽ ἐπιφόρει τοὺς ἀμύλους καὶ τὰς κίχλας 1195 καὶ τῶν λαγῴων πολλὰ καὶ τοὺς κολλάβους. ταῦτα δ᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀγροίκους δρῶσι. δρῶσιν οὐκ ἀνασχετά. ἣν ἐκεῖνός φησιν εἶναι βάμμα Σαρδιανικόν· ἢν δέ που δέῃ μάχεσθ᾽ ἔχοντα τὴν φοινικίδα. 1190 Τρυγαῖος ἰοὺ ἰού. ἡνίκ᾽ ἂν δ᾽ οἴκοι γένωνται. τοὺς μὲν ἐγγράφοντες ἡμῶν τοὺς δ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω 1180 ἐξαλείφοντες δὶς ἢ τρίς. ὅσον τὸ χρῆμ᾽ ἐπὶ δεῖπνον ἦλθ᾽ ἐς τοὺς γάμους. τόν τε φήληχ᾽ ὁρῶν οἰδάνοντ᾽· 1165 εἶθ᾽ ὁπόταν ᾖ πέπων. ὄντες οἴκοι μὲν λέοντες ἐν μάχῃ δ᾽ ἀλώπεκες. τοὺς δ᾽ ἐξ ἄστεως 1185 ἧττον. ὧν ἔτ᾽ εὐθύνας ἐμοὶ δώσουσιν.Χορός ὡς ἂν ἐμπίῃ μεθ᾽ ἡμῶν. Χορός ἡνίκ᾽ ἂν δ᾽ ἀχέτας ᾄδῃ τὸν ἡδὺν νόμον.
ἵν᾽ ἀποκαθαίρω τὴν τράπεζαν τουτῳί. οὐκ ἂν πριαίμην οὐδ᾽ ἂν ἰσχάδος μιᾶς. καὶ τουτουὶ καὶ τοῦ δορυξοῦ ᾽κεινονί. τριχορρυεῖτον. οὐ δεξιῶς; 1200 1205 1210 1215 1220 1225 1230 . Λοφοποιός ἔνεγκε τοίνυν εἰσιὼν τὰς ἰσχάδας· κρεῖττον γὰρ ὦ τᾶν ἐστιν ἢ μηδὲν λαβεῖν. Λοφοποιός οἴμ᾽ ὡς προθέλυμνόν μ᾽ ὦ Τρυγαἶ ἀπώλεσας. οὐδέν ἐστον τὼ λόφω.ἀναβράττω κίχλας. νυνὶ δὲ πεντήκοντα δραχμῶν ἐμπολῶ· ὁδὶ δὲ τριδράχμους τοὺς κάδους ἐς τοὺς ἀγρούς. Τρυγαῖος ἀπόφερ᾽ ἀπόφερ᾽ ἐς κόρακας ἀπὸ τῆς οἰκίας. δοίην ἂν αὐτοῖν ἰσχάδων τρεῖς χοίνικας. Τρυγαῖος ὡδὶ παραθέντι τρεῖς λίθους. ὅμως δ᾽ ὅτι τὸ σφήκωμ᾽ ἔχει πόνον πολύν. Τρυγαῖος τί δ᾽ ἔστιν ὦ κακόδαιμον; οὔτι που λοφᾷς; Λοφοποιός ἀπώλεσάς μου τὴν τέχνην καὶ τὸν βίον. Δρεπανουργός ὦ φίλτατ᾽ ὦ Τρυγαῖ᾽ ὅσ᾽ ἡμᾶς τἀγαθὰ δέδρακας εἰρήνην ποιήσας· ὡς πρὸ τοῦ οὐδεὶς ἐπρίατ᾽ ἂν δρέπανον οὐδὲ κολλύβου. Τρυγαῖος τί δῆτα τουτοινὶ καταθῶ σοι τοῖν λόφοιν; Λοφοποιός αὐτὸς σὺ τί δίδως; Τρυγαῖος ὅ τι δίδωμ᾽; αἰσχύνομαι. ἀλλ᾽ αἶρέ μοι τοῦτόν γε τῆς ἰσωνίας· ἐναποπατεῖν γάρ ἐστ᾽ ἐπιτήδειος πάνυ-Θωρακοπώλης παῦσαί μ᾽ ὑβρίζων τοῖς ἐμοῖσι χρήμασιν. Θωρακοπώλης τί δαὶ δεκάμνῳ τῷδε θώρηκος κύτει ἐνημμένῳ κάλλιστα χρήσομαι τάλας; Τρυγαῖος οὗτος μὲν οὐ μή σοι ποιήσει ζημίαν. ἀλλ᾽ ὦ Τρυγαῖε τῶν δρεπάνων τε λάμβανε καὶ τῶνδ᾽ ὅ τι βούλει προῖκα· καὶ ταυτὶ δέχου· ἀφ᾽ ὧν γὰρ ἀπεδόμεσθα κἀκερδήναμεν τὰ δῶρα ταυτί σοι φέρομεν ἐς τοὺς γάμους. Τρυγαῖος ἴθι νυν καταθέμενοι παρ᾽ ἐμοὶ ταῦτ᾽ εἴσιτε ἐπὶ δεῖπνον ὡς τάχιστα· καὶ γὰρ οὑτοσὶ ὅπλων κάπηλος ἀχθόμενος προσέρχεται.
Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὦγαθὲ θλίβει τὸν ὄρρον. Τρυγαῖος οὗτος μὲν οὐ πέπονθεν οὐδέν. ὥσπερ εἶπον.Θωρακοπώλης ποίᾳ δ᾽ ἀποψήσει ποτ᾽ ὦμαθέστατε; Τρυγαῖος τῃδὶ διεὶς τὴν χεῖρα διὰ τῆς θαλαμιᾶς καὶ τῇδ᾽. ἣν ἐπριάμην δραχμῶν ποθ᾽ ἑξήκοντ᾽ ἐγώ; Τρυγαῖος μόλυβδον ἐς τουτὶ τὸ κοῖλον ἐγχέας ἔπειτ᾽ ἄνωθεν ῥάβδον ἐνθεὶς ὑπόμακρον. οἴει γὰρ ἂν τὸν πρωκτὸν ἀποδόσθαι με χιλιῶν δραχμῶν; Θωρακοπώλης ἴθι δὴ ᾽ξένεγκε τἀργύριον. γενήσεταί σοι τῶν κατακτῶν κοττάβων. ἐντευθενὶ δὲ σπαρτίοις ἠρτημένην πλάστιγγα πρόσθες. ἔγχεον. Σαλπιγγοποιός οἴμοι καταγελᾷς. Κρανοποιός ὦ δυσκάθαρτε δαῖμον ὥς μ᾽ ἀπώλεσας. Δορυξός ἀλλὰ τί ἔτ᾽ ἐστὶ τοῖσι κράνεσιν ὅ τι τις χρήσεται; 1235 1240 1245 1250 1255 . Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ἕτερον παραινέσω. Θωρακοπώλης ἅμ᾽ ἀμφοῖν δῆτ᾽; Τρυγαῖος ἔγωγε νὴ Δία. τὸν μὲν μόλυβδον. ἀπόφερ᾽. Δορυξός οἴμ᾽ ὦ κρανοποί᾽ ὡς ἀθλίως πεπράγαμεν. καὐτό σοι γενήσεται τὰ σῦκ᾽ ἐν ἀγρῷ τοῖς οἰκέταισιν ἱστάναι. ἵνα μή γ᾽ ἁλῶ τρύπημα κλέπτων τῆς νεώς. Σαλπιγγοποιός τί δ᾽ ἆρα τῇ σάλπιγγι τῇδε χρήσομαι. ὅτ᾽ ἀντέδωκά γ᾽ ἀντὶ τῶνδε μνᾶν ποτέ· καὶ νῦν τί δράσω; τίς γὰρ αὔτ᾽ ὠνήσεται; Τρυγαῖος πώλει βαδίζων αὐτὰ τοῖς Αἰγυπτίοις· ἔστιν γὰρ ἐπιτήδεια συρμαίαν μετρεῖν. οὐκ ὠνήσομαι. Θωρακοπώλης ἔπειτ᾽ ἐπὶ δεκάμνῳ χεσεῖ καθήμενος; Τρυγαῖος ἔγωγε νὴ Δί᾽ ὦπίτριπτ᾽.
Παῖς <Λαμάχου> ὣς οἱ μὲν δαίνυντο βοῶν κρέα. Παῖς <Λαμάχου> 1260 1265 1270 1275 1280 1285 . αὐτοῦ παρ᾽ ἐμὲ στὰν πρότερον ἀναβαλοῦ ᾽νθαδί. Κρανοποιός ἀπίωμεν ὦ δορυξέ. ταῦθ᾽. καὶ ταύτας ὀμφαλοέσσας. ταῦτ᾽ ᾆδε. λάβοιμ᾽ ἂν αὔτ᾽ ἐς χάρακας ἑκατὸν τῆς δραχμῆς. Τρυγαῖος ὣς οἱ μὲν δαίνυντο βοῶν κρέα. καὐχένας ἵππων ἔκλυον ἱδρώοντας. ὡς τὰ παιδί᾽ ἤδη ᾽ξέρχεται οὐρησόμενα τὰ τῶν ἐπικλήτων δεῦρ᾽. Τρυγαῖος ἀσπίδας; οὐ παύσει μεμνημένος ἀσπίδος ἡμῖν; Παῖς <Λαμάχου> ἔνθα δ᾽ ἅμ᾽ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν. Παῖς <Λαμάχου> οἱ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες. ἵνα ἅττ᾽ ᾄσεται προαναβάληταί μοι δοκεῖ. ἐπεὶ τούτῳ γ᾽ ἐγὼ τὰ δόρατα ταῦτ᾽ ὠνήσομαι. Δορυξός ὑβριζόμεθα. καὶ τὰ τοιαυτί· ἄριστον προτίθεντο καὶ ἅτθ᾽ ἥδιστα πάσασθαι. ὡς ἤσθιον κεκορημένοι. σύν ῥ᾽ ἔβαλον ῥινούς τε καὶ ἀσπίδας ὀμφαλοέσσας. Τρυγαῖος μηδαμῶς γ᾽. Τρυγαῖος νὴ τὸν Δί᾽. ἀλλ᾽ ὅ τι περ ᾄδειν ἐπινοεῖς ὦ παιδίον. Τρυγαῖος ἀνδρῶν οἰμωγή; κλαύσει νὴ τὸν Διόνυσον οἰμωγὰς ᾄδων. χωρῶμεν ὦ τᾶν ἐκποδών.Τρυγαῖος ἐὰν τοιαυτασὶ μάθῃ λαβὰς ποιεῖν. καὶ ταῦτ ὦ τρισκακόδαιμον εἰρήνης οὔσης· ἀμαθές γ᾽ εἶ καὶ κατάρατον. Τρυγαῖος εἶεν; ἐκόρεσθεν τοῦ πολέμου κᾆτ᾽ ἤσθιον. ἐπεὶ πολέμου ἐκόρεσθεν. Δορυξός πόσον δίδως δῆτ᾽; Τρυγαῖος εἰ διαπρισθεῖεν δίχα. ἄμεινον ἢ νῦν αὔτ᾽ ἀποδώσεται πολύ. Παῖς <Λαμάχου> ἀλλὰ τί δῆτ᾽ ᾄδω; σὺ γὰρ εἰπέ μοι οἷστισι χαίρεις. Παῖς <Λαμάχου> νῦν αὖθ᾽ ὁπλοτέρων ἀνδρῶν ἀρχώμεθα-Τρυγαῖος παῦσαι ὁπλοτέρους ᾆδον.
Τρυγαῖος ἀλλ᾽ ὦ πρὸ τοῦ πεινῶντες ἐμβάλλεσθε τῶν λαγῴων· ὡς οὐχὶ πᾶσαν ἡμέραν πλακοῦσιν ἔστιν ἐντυχεῖν πλανωμένοις ἐρήμοις. 1310 Χορός ἡμῖν μελήσει ταῦτά γ᾽· εὖ ποιεῖς δὲ καὶ σὺ φράζων. ἣν παρὰ θάμνῳ ἔντος ἀμώμητον κάλλιπον οὐκ ἐθέλων. Τρυγαῖος εἰπέ μοι ὦ πόσθων. τοῦ καί ποτ᾽ εἶ; Παῖς <Λαμάχου> ἐγώ; 1290 Τρυγαῖος σὺ μέντοι νὴ Δί᾽. ἢν μή τι καὶ μασῶνται. 1315 Χορός εὐφημεῖν χρὴ καὶ τὴν νύμφην ἔξω τινὰ δεῦρο κομίζειν . ἐς τὸν σαυτοῦ πατέρ᾽ ᾄδεις; 1300 Παῖς <Κλεωνύμου> ψυχὴν δ᾽ ἐξεσάωσα-Τρυγαῖος κατῄσχυνας δὲ τοκῆας. βοὴ δ᾽ ἄσβεστος ὀρώρει. καὶ μὴ κενὰς παρέλκειν. Παῖς <Λαμάχου> πύργων δ᾽ ἐξεχέοντο. ποῦ μοι τὸ τοῦ Κλεωνύμου ᾽στὶ παιδίον; 1295 ᾆσον πρὶν εἰσιέναι τι· σὺ γὰρ εὖ οἶδ᾽ ὅτι οὐ πράγματ᾽ ᾄσει· σώφρονος γὰρ εἶ πατρός. εὖ γὰρ οἶδ᾽ ἐγὼ σαφῶς ὅτι ταῦθ᾽ ὅσ᾽ ᾖσας ἄρτι περὶ τῆς ἀσπίδος οὐ μὴ ᾽πιλάθῃ ποτ᾽ ὢν ἐκείνου τοῦ πατρός. Παῖς <Λαμάχου> υἱὸς Λαμάχου. Παῖς <Κλεωνύμου> ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται. ἄπερρε καὶ τοῖς λογχοφόροισιν ᾆδ᾽ ἰών. Τρυγαῖος κάκιστ᾽ ἀπόλοιο παιδάριον αὐταῖς μάχαις· οὐδὲν γὰρ ᾄδεις πλὴν πολέμους.θωρήσσοντ᾽ ἄρ᾽ ὄτειτα πεπαυμένοι-Τρυγαῖος ἄσμενοι. οἶμαι. Τρυγαῖος αἰβοῖ· ἦ γὰρ ἐγὼ θαύμαζον ἀκούων. εἰ σὺ μὴ εἴης ἀνδρὸς βουλομάχου καὶ κλαυσιμάχου τινὸς υἱός. ἀλλ᾽ ἀνδρικῶς ἐμβάλλετε καὶ σμώχετ᾽ ἀμφοῖν τοῖν γνάθοιν· οὐδὲν γὰρ ὦ πόνηροι λευκῶν ὀδόντων ἔργον ἐστ᾽. Τρυγαῖος ὑμῶν τὸ λοιπὸν ἔργον ἤδη ᾽νταῦθα τῶν μενόντων 1305 φλᾶν ταῦτα πάντα καὶ σποδεῖν. πρὸς ταῦτα βρύκετ᾽ ἢ τάχ᾽ ἡμῖν φημι μεταμελήσειν. ἀλλ᾽ εἰσίωμεν.
σῦκά τε τρώγειν. χὤπως μετ᾽ ἐμοῦ καλὴ 1330 καλῶς κατακείσει. Χορός κἀπευξαμένους τοῖσι θεοῖσιν 1320 διδόναι πλοῦτον τοῖς Ἕλλησιν. Τρυγαῖος δεῦρ᾽ ὦ γύναι εἰς ἀγρόν.δᾷδάς τε φέρειν. λῆξαί τ᾽ αἴθωνα σίδηρον. . καὶ τὰ σκεύη πάλιν ἐς τὸν ἀγρὸν νυνὶ χρὴ πάντα κομίζειν ὀρχησαμένους καὶ σπείσαντας καὶ Ὑπέρβολον ἐξελάσαντας. Ἡμιχόριον Α ἀλλ᾽ ἀράμενοι φέρωμεν οἱ προτεταγμένοι 1340 τὸν νυμφίον ὦνδρες. καὶ πάντα λεὼν συγχαίρειν κἀπιχορεύειν. Ἡμιχόριον Β ὦ τρὶς μάκαρ ὡς δικαίως τἀγαθὰ νῦν ἔχεις. Ἡμιχόριον Β Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. ἀλλὰ 1345 συκολογοῦντες. Ἡμιχόριον Α τί δράσομεν αὐτήν; Ἡμιχόριον Β τί δράσομεν αὐτήν; Ἡμιχόριον Α τρυγήσομεν αὐτήν. κριθάς τε ποιεῖν ἡμᾶς πολλὰς πάντας ὁμοίως οἶνόν τε πολύν. Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. Ἡμιχόριον Β Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. Τρυγαῖος οἰκήσετε γοῦν καλῶς οὐ πράγματ᾽ ἔχοντες. 1325 καὶ τἀγαθὰ πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἀπωλέσαμεν συλλέξασθαι πάλιν ἐξ ἀρχῆς. Ἡμιχόριον Α Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. τάς τε γυναῖκας τίκτειν ἡμῖν. Ἡμιχόριον Β Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. Ἡμιχόριον Β τρυγήσομεν αὐτήν. 1335 Ἡμιχόριον Β Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. Ἡμιχόριον Α Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ.
ἐξ οὗ γὰρ εἰσήρρησεν ἐς τὴν οἰκίαν πληγὰς ἀεὶ προστρίβεται τοῖς οἰκέταις. Oxford 1907) Δημοσθένης ἰατταταιὰξ τῶν κακῶν. 1907) Ἀριστοφάνους Ἱππεῖς (ed. ἵνα ξυναυλίαν κλαύσωμεν Οὐλύμπου νόμον. 1350 1355 Αριστοφάνης. Hall and W. Τρυγαῖος ὦ χαίρετε χαίρετ᾽ ἄνδρες. Δημοσθένης ὦ κακόδαιμον πῶς ἔχεις; Νικίας κακῶς καθάπερ σύ. Τρυγαῖος φήσεις γ᾽ ὅταν ἐσθίῃς οἶνόν τε πίῃς πολύν. F. Geldart. κακῶς Παφλαγόνα τὸν νεώνητον κακὸν αὐταῖσι βουλαῖς ἀπολέσειαν οἱ θεοί.W. Ιππείς (ed. Oxford.M. Νικίας κάκιστα δῆθ᾽ οὗτός γε πρῶτος Παφλαγόνων αὐταῖς διαβολαῖς. κἂν ξυνέπησθέ μοι πλακοῦντας ἔδεσθε. Δημοσθένης δεῦρο δὴ πρόσελθ᾽.M.Ἡμιχόριον Β τοῦ μὲν μέγα καὶ παχύ. ἰατταταῖ.W. Hall and W. Δημοσθένης τί κινυρόμεθ᾽ ἄλλως; οὐκ ἐχρῆν ζητεῖν τινα 5 10 . Χορός Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. Δημοσθένης καὶ Νικίας μυμῦ μυμῦ μυμῦ μυμῦ μυμῦ μυμῦ. Ἡμιχόριον Α τῆς δ᾽ ἡδὺ τὸ σῦκον. Geldart. Ὑμὴν Ὑμέναι᾽ ὦ. F.
σωτηρίαν νῷν. Νικίας ἢν οὐχ ἡδύ; Δημοσθένης νὴ Δία· πλήν γε περὶ τῷ δέρματι δέδοικα τουτονὶ τὸν οἰωνόν. μὴ διασκανδικίσῃς· ἀλλ᾽ εὑρέ τιν᾽ ἀπόκινον ἀπὸ τοῦ δεσπότου. Νικίας πῶς ἂν σύ μοι λέξειας ἁμὲ χρὴ λέγειν; Δημοσθένης ἀλλ᾽ εἰπὲ θαρρῶν. εἶτα δ᾽ αὐτό. ὥσπερ δεφόμενος νῦν ἀτρέμα πρῶτον λέγε τὸ μόλωμεν. Νικίας πάνυ καλῶς. ἵνα μὴ μάχωμαι. Νικίας τί δαί; Δημοσθένης ὁτιὴ τὸ δέρμα δεφομένων ἀπέρχεται. κᾆτ᾽ ἐπάγων πυκνόν. Δημοσθένης μόλωμεν αὐτὸ μόλωμεν αὐτομολῶμεν. πῶς ἂν οὖν ποτε εἴποιμ᾽ ἂν αὐτὸ δῆτα κομψευριπικῶς; Δημοσθένης μὴ ᾽μοί γε. Δημοσθένης καὶ δὴ λέγω μόλωμεν. Νικίας ἀλλ᾽ οὐκ ἔνι μοι τὸ θρέττε. μὴ ᾽μοί. Δημοσθένης μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ. θεῶν ἰόντε προσπεσεῖν του πρὸς βρέτας. Δημοσθένης αὐτό. εἶτα κἀγὼ σοὶ φράσω. Νικίας ἐξόπισθε νῦν αὐτὸ φάθι τοῦ μόλωμεν. Νικίας σὺ μὲν οὖν μοι λέγε. Δημοσθένης 14 16 15 17 20 25 30 . ἀλλὰ μὴ κλάειν ἔτι; Νικίας τίς οὖν γένοιτ᾽ ἄν; Δημοσθένης λέγε σύ. Νικίας λέγε δὴ μόλωμεν ξυνεχὲς ὡδὶ ξυλλαβών. Νικίας κράτιστα τοίνυν τῶν παρόντων ἐστὶ νῷν.
ἢν τοῖς ἔπεσι χαίρωσι καὶ τοῖς πράγμασιν. πανουργότατον καὶ διαβολώτατόν τινα. τοὺς γὰρ ἔνδον ἄντικρυς ψευδῆ διαβάλλει· κᾆτα μαστιγούμεθα ἡμεῖς· Παφλαγὼν δὲ περιθέων τοὺς οἰκέτας αἰτεῖ ταράττει δωροδοκεῖ λέγων τάδε· “ὁρᾶτε τὸν Ὕλαν δι᾽ ἐμὲ μαστιγούμενον; εἰ μή μ᾽ ἀναπείσετ᾽. πανουργότατά πως περιδραμὼν ὑφαρπάσας αὐτὸς παρέθηκε τὴν ὑπ᾽ ἐμοῦ μεμαγμένην. ὑποπεσὼν τὸν δεσπότην ᾔκαλλ᾽ ἐθώπευ᾽ ἐκολάκευ᾽ ἐξηπάτα κοσκυλματίοις ἄκροισι τοιαυτὶ λέγων· ὦ Δῆμε λοῦσαι πρῶτον ἐκδικάσας μίαν. ἀλλ᾽ ἑτέρᾳ πῃ σκεπτέον. ἐνθοῦ ῥόφησον ἔντραγ᾽ ἔχε τριώβολον. ᾄδει δὲ χρησμούς· ὁ δὲ γέρων σιβυλλιᾷ. καὶ πρώην γ᾽ ἐμοῦ μᾶζαν μεμαχότος ἐν Πύλῳ Λακωνικήν. ἡμεῖς δὲ δίδομεν· εἰ δὲ μή. τῷ δεσπότῃ Παφλαγὼν κεχάρισται τοῦτο. Δῆμος πυκνίτης. τέχνην πεποίηται. Δημοσθένης λέγοιμ᾽ ἂν ἤδη. ποίαν ὁδὸν νὼ τρεπτέον καὶ πρὸς τίνα. δύσκολον γερόντιον ὑπόκωφον. ἡμᾶς δ᾽ ἀπελαύνει κοὐκ ἐᾷ τὸν δεσπότην ἄλλον θεραπεύειν. οὗτος καταγνοὺς τοῦ γέροντος τοὺς τρόπους. βυρσοδέψην Παφλαγόνα. νῦν οὖν ἀνύσαντε φροντίσωμεν ὦγαθέ. Νικίας 35 40 45 50 55 60 65 70 . ἐπίδηλον ἡμῖν τοῖς προσώποισιν ποιεῖν. οὗτος τῇ προτέρᾳ νουμηνίᾳ ἐπρίατο δοῦλον. οὐκ εἰκότως; Δημοσθένης εὖ προσβιβάζεις μ᾽. ἀποθανεῖσθε τήμερον”. βούλει τὸ πρᾶγμα τοῖς θεαταῖσιν φράσω; Νικίας οὐ χεῖρον· ἓν δ᾽ αὐτοὺς παραιτησώμεθα. νῷν γάρ ἐστι δεσπότης ἄγροικος ὀργὴν κυαμοτρὼξ ἀκράχολος. πατούμενοι ὑπὸ τοῦ γέροντος ὀκταπλάσιον χέζομεν.“ποῖον βρέτας;” ἐτεὸν ἡγεῖ γὰρ θεούς; Νικίας ἔγωγε. βούλει παραθῶ σοι δόρπον; εἶτ᾽ ἀναρπάσας ὅ τι ἄν τις ἡμῶν σκευάσῃ. ὁ δ᾽ αὐτὸν ὡς ὁρᾷ μεμακκοακότα. ἀλλὰ βυρσίνην ἔχων δειπνοῦντος ἑστὼς ἀποσοβεῖ τοὺς ῥήτορας. Δημοσθένης ποίῳ χρώμενος τεκμηρίῳ; Νικίας ὁτιὴ θεοῖσιν ἐχθρός εἰμ᾽. ὁ βυρσοπαφλαγών.
Δημοσθένης ἀλλ᾽ οὐχ οἷόν τε τὸν Παφλαγόν᾽ οὐδὲν λαθεῖν· ἐφορᾷ γὰρ οὗτος πάντ᾽. τὸν νοῦν ἵν᾽ ἄρδω καὶ λέγω τι δεξιόν. Νικίας πῶς δῆτα πῶς γένοιτ᾽ ἂν ἀνδρικώτατα; βέλτιστον ἡμῖν αἷμα ταύρειον πιεῖν. Νικίας κράτιστον οὖν νῷν ἀποθανεῖν. ἴσως γὰρ ἂν χρηστόν τι βουλευσαίμεθα. ὁ νοῦς δ᾽ ἐν Κλωπιδῶν. τοσόνδε δ᾽ αὐτοῦ βῆμα διαβεβηκότος ὁ πρωκτός ἐστιν αὐτόχρημ᾽ ἐν Χάοσιν. Δημοσθένης μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἄκρατον οἶνον ἀγαθοῦ δαίμονος. πάντα ταυτὶ καταπάσω βουλευματίων καὶ γνωμιδίων καὶ νοιδίων. ὁ Θεμιστοκλέους γὰρ θάνατος αἱρετώτερος. ἢν γὰρ μεθυσθῶ. Νικίας ὡς εὐτυχῶς ὅτι οὐκ ἐλήφθην ἔνδοθεν κλέπτων τὸν οἶνον. τὼ χεῖρ᾽ ἐν Αἰτωλοῖς. Δημοσθένης ἴθι νυν ἄκρατον ἐγκάναξόν μοι πολὺν σπονδήν. Νικίας οἴμοι τί ποθ᾽ ἡμᾶς ἐργάσει τῷ σῷ πότῳ; Δημοσθένης ἀγάθ᾽· ἀλλ᾽ ἔνεγκ᾽· ἐγὼ δὲ κατακλινήσομαι. Νικίας ἰδού γ᾽ ἄκρατον. 75 80 85 90 95 100 105 . ἔχει γὰρ τὸ σκέλος τὸ μὲν ἐν Πύλῳ. περὶ πότου γοῦν ἐστί σοι; πῶς δ᾽ ἂν μεθύων χρηστόν τι βουλεύσαιτ᾽ ἀνήρ; Δημοσθένης ἄληθες οὗτος; κρουνοχυτρολήραιον εἶ. ὅταν πίνωσιν ἄνθρωποι τότε πλουτοῦσι διαπράττουσι νικῶσιν δίκας εὐδαιμονοῦσιν ὠφελοῦσι τοὺς φίλους. τὸ δ᾽ ἓτερον ἐν τἠκκλησίᾳ. ἀλλ᾽ ἐξένεγκέ μοι ταχέως οἴνου χοᾶ. Δημοσθένης εἰπέ μοι Παφλαγὼν τί δρᾷ; Νικίας ἐπίπαστα λείξας δημιόπραθ᾽ ὁ βάσκανος ῥέγκει μεθύων ἐν ταῖσι βύρσαις ὕπτιος.κράτιστ᾽ ἐκείνην τὴν μόλωμεν ὦγαθέ. ὅπως ἂν ἀποθάνοιμεν ἀνδρικώτατα. Δημοσθένης ἀλλὰ σκόπει. οἶνον σὺ τολμᾷς εἰς ἐπίνοιαν λοιδορεῖν; οἴνου γὰρ εὕροις ἄν τι πρακτικώτερον; ὁρᾷς.
τὸν νοῦν ἵν᾽ ἄρδω καὶ λέγω τι δεξιόν. Νικίας εἴπ᾽. ὥστ᾽ ἔλαθον αὐτὸν τὸν ἱερὸν χρησμὸν λαβών. ὦ δαῖμον ἀγαθὲ σὸν τὸ βούλευμ᾽. φέρ᾽ αὐτὸν ἵν᾽ ἀναγνῶ· σὺ δ᾽ ἔγχεον πιεῖν ἀνύσας τι. Δημοσθένης φέρε νυν ἐγὼ μ᾽ αὐτῷ προσαγάγω τὸν χοᾶ. δός μοι δὸς τὸ ποτήριον ταχύ. τὸν περὶ σεαυτοῦ χρησμὸν ὀρρωδῶν; Νικίας τιή; Δημοσθένης ἐνταῦθ᾽ ἔνεστιν. αὐτὸς ὡς ἀπόλλυται. φέρ᾽ ἴδω τί ἄρ᾽ ἔνεστιν αὐτόθι. Δημοσθένης ὦ μιαρὲ Παφλαγὼν ταῦτ᾽ ἄρ᾽ ἐφυλάττου πάλαι.Νικίας λαβὲ δὴ καὶ σπεῖσον ἀγαθοῦ δαίμονος. Νικίας ἰδού. Νικίας ταῦτ᾽. ἀτὰρ τοῦ δαίμονος δέδοιχ᾽ ὅπως μὴ τεύξομαι κακοδαίμονος. ἕως καθεύδει. Νικίας ἐν τοῖς λογίοις ἔνεστιν “ἑτέραν ἔγχεον;” Δημοσθένης ὦ Βάκι. Νικίας τί ἔστι; Δημοσθένης δὸς τὸ ποτήριον ταχύ. Δημοσθένης ὦ σοφώτατε. ὅνπερ μάλιστ᾽ ἐφύλαττεν. τί φησ᾽ ὁ χρησμός; Δημοσθένης ἑτέραν ἔγχεον. Νικίας πολλῷ γ᾽ ὁ Βάκις ἐχρῆτο τῷ ποτηρίῳ. τί ἔστι; Δημοσθένης τοὺς χρησμοὺς ταχὺ κλέψας ἔνεγκε τοῦ Παφλαγόνος ἔνδοθεν. ὦ λόγια. Νικίας ὡς μεγάλ᾽ ὁ Παφλαγὼν πέρδεται καὶ ῥέγκεται. Νικίας καὶ πῶς; 110 115 120 125 . Δημοσθένης ἕλχ᾽ ἕλκε τὴν τοῦ δαίμονος τοῦ Πραμνίου. οὐκ ἐμόν. ἀντιβολῶ.
Δημοσθένης ἀλλαντοπώλης ἔσθ᾽ ὁ τοῦτον ἐξολῶν. πόθεν οὖν ἂν ἔτι γένοιτο πώλης εἶς μόνος; Δημοσθένης ἔτ᾽ ἐστὶν εἷς ὑπερφυᾶ τέχνην ἔχων. ἐπιγίγνεται γὰρ βυρσοπώλης ὁ Παφλαγών. Νικίας εἴπ᾽. τί τοὐντεῦθεν; λέγε. Νικίας τὸν προβατοπώλην ἦν ἄρ᾽ ἀπολέσθαι χρεὼν ὑπὸ βυρσοπώλου; Δημοσθένης νὴ Δί᾽. ἀντιβολῶ. δεῦρο δεῦρ᾽ ὦ φίλτατε ἀνάβαινε σωτὴρ τῇ πόλει καὶ νῷν φανείς. Νικίας εἷς οὑτοσὶ πώλης. ἅρπαξ κεκράκτης Κυκλοβόρου φωνὴν ἔχων. ἵνα πύθῃ 130 135 140 145 150 . Νικίας ἀλλαντοπώλης; ὦ Πόσειδον τῆς τέχνης. φέρε ποῦ τὸν ἄνδρα τοῦτον ἐξευρήσομεν; Δημοσθένης ζητῶμεν αὐτόν. ἕως ἕτερος ἀνὴρ βδελυρώτερος αὐτοῦ γένοιτο· μετὰ δὲ ταῦτ᾽ ἀπόλλυται. Νικίας ἀλλ᾽ ὁδὶ προσέρχεται ὥσπερ κατὰ θεὸν εἰς ἀγοράν. Νικίας οἴμοι δείλαιος. τίς ἐστιν; Δημοσθένης εἴπω; Νικίας νὴ Δία. Δημοσθένης μετὰ τοῦτον αὖθις προβατοπώλης δεύτερος. Ἀλλαντοπώλης τί ἔστι; τί με καλεῖτε; Δημοσθένης δεῦρ᾽ ἔλθ᾽. καὶ τί τόνδε χρὴ παθεῖν; Δημοσθένης κρατεῖν. Νικίας δύο τώδε πώλα. Δημοσθένης ὦ μακάριε ἀλλαντοπῶλα.Δημοσθένης ὅπως; ὁ χρησμὸς ἄντικρυς λέγει ὡς πρῶτα μὲν στυππειοπώλης γίγνεται. ὃς πρῶτος ἕξει τῆς πόλεως τὰ πράγματα.
δήσεις φυλάξεις. Ἀλλαντοπώλης ἐγώ; Δημοσθένης σὺ μέντοι· κοὐδέπω γε πάνθ᾽ ὁρᾷς. Νικίας ἴθι δὴ κάθελ᾽ αὐτοῦ τοὐλεὸν καὶ τοῦ θεοῦ τὸν χρησμὸν ἀναδίδαξον αὐτὸν ὡς ἔχει· ἐγὼ δ᾽ ἰὼν προσκέψομαι τὸν Παφλαγόνα. ἀλλ᾽ ἐπανάβηθι κἀπὶ τοὐλεὸν τοδὶ καὶ κάτιδε τὰς νήσους ἁπάσας ἐν κύκλῳ. γίγνει γάρ. 155 160 165 170 175 . Ἀλλαντοπώλης καθορῶ. Ἀλλαντοπώλης τί μ᾽ ὦγάθ᾽ οὐ πλύνειν ἐᾷς τὰς κοιλίας πωλεῖν τε τοὺς ἀλλᾶντας. τὰς στίχας ὁρᾷς τὰς τῶνδε τῶν λαῶν; Ἀλλαντοπώλης ὁρῶ. ἀλλὰ καταγελᾷς; Δημοσθένης ὦ μῶρε ποίας κοιλίας; δευρὶ βλέπε. ὡς ὁ χρησμὸς οὑτοσὶ λέγει. Δημοσθένης τί δαί; τἀμπόρια καὶ τὰς ὁλκάδας; Ἀλλαντοπώλης ἔγωγε. Δημοσθένης τούτων ἁπάντων αὐτὸς ἀρχέλας ἔσει.ὡς εὐτυχὴς εἶ καὶ μεγάλως εὐδαιμονεῖς. Ἀλλαντοπώλης ἰδού· τί ἔστιν; Δημοσθένης ὦ μακάρι᾽ ὦ πλούσιε. ἀνὴρ μέγιστος. τὸν δ᾽ ἕτερον ἐς Καρχηδόνα. Δημοσθένης ἄγε δὴ σὺ κατάθου πρῶτα τὰ σκεύη χαμαί· ἔπειτα τὴν γῆν πρόσκυσον καὶ τοὺς θεούς. Ἀλλαντοπώλης εὐδαιμονήσω δ᾽ εἰ διαστραφήσομαι; Δημοσθένης οὐκ ἀλλὰ διὰ σοῦ ταῦτα πάντα πέρναται. ἐν πρυτανείῳ λαικάσει. ὦ νῦν μὲν οὐδεὶς αὔριον δ᾽ ὑπέρμεγας. καὶ τῆς ἀγορᾶς καὶ τῶν λιμένων καὶ τῆς πυκνός· βουλὴν πατήσεις καὶ στρατηγοὺς κλαστάσεις. ὦ τῶν Ἀθηνῶν ταγὲ τῶν εὐδαιμόνων. Δημοσθένης πῶς οὖν οὐ μεγάλως εὐδαιμονεῖς; ἔτι νῦν τὸν ὀφθαλμὸν παράβαλλ᾽ ἐς Καρίαν τὸν δεξιόν.
Δημοσθένης τουτὶ μόνον σ᾽ ἔβλαψεν. Ἀλλαντοπώλης ὁ δράκων δὲ πρὸς τί; Δημοσθένης 180 185 190 195 200 205 . ὅτι ἀγκύλαις ταῖς χερσὶν ἁρπάζων φέρει. Ἀλλαντοπώλης ἀλλ᾽ ὦγάθ᾽ οὐδὲ μουσικὴν ἐπίσταμαι πλὴν γραμμάτων.Ἀλλαντοπώλης εἰπέ μοι καὶ πῶς ἐγὼ ἀλλαντοπώλης ὢν ἀνὴρ γενήσομαι; Δημοσθένης δι᾽ αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο καὶ γίγνει μέγας. ἡ δημαγωγία γὰρ οὐ πρὸς μουσικοῦ ἔτ᾽ ἐστὶν ἀνδρὸς οὐδὲ χρηστοῦ τοὺς τρόπους. Δημοσθένης ὦ μακάριε τῆς τύχης ὅσον πέπονθας ἀγαθὸν ἐς τὰ πράγματα. ὁτιὴ πονηρὸς κἀξ ἀγορᾶς εἶ καὶ θρασύς. καὶ ταῦτα μέντοι κακὰ κακῶς. Ἀλλαντοπώλης τί δ᾽ ἀγκυλοχήλης ἐστίν; Δημοσθένης αὐτό που λέγει. μῶν ἐκ καλῶν εἶ κἀγαθῶν; Ἀλλαντοπώλης μὰ τοὺς θεοὺς εἰ μὴ ᾽κ πονηρῶν γ᾽. Δημοσθένης βυρσαίετος μὲν ὁ Παφλαγών ἐσθ᾽ οὑτοσί. Δημοσθένης οἴμοι τί ποτ᾽ ἔσθ᾽ ὅτι σαυτὸν οὐ φῂς ἄξιον; ξυνειδέναι τί μοι δοκεῖς σαυτῷ καλόν. ὅτι καὶ κακὰ κακῶς. Ἀλλαντοπώλης πῶς οὖν πρὸς ἐμὲ ταῦτ᾽ ἐστίν; ἀναδίδασκέ με. δὴ τότε Παφλαγόνων μὲν ἀπόλλυται ἡ σκοροδάλμη. Ἀλλαντοπώλης οὐκ ἀξιῶ ᾽γὼ ᾽μαυτὸν ἰσχύειν μέγα. Ἀλλαντοπώλης πῶς δῆτά φησ᾽ ὁ χρησμός; Δημοσθένης εὖ νὴ τοὺς θεοὺς καὶ ποικίλως πως καὶ σοφῶς ᾐνιγμένος· ἀλλ᾽ ὁπόταν μάρψῃ βυρσαίετος ἀγκυλοχήλης γαμφηλῇσι δράκοντα κοάλεμον αἱματοπώτην. ἀλλ᾽ εἰς ἀμαθῆ καὶ βδελυρόν. ἀλλὰ μὴ παρῇς ἅ σοι διδόασ᾽ ἐν τοῖς λογίοισιν οἱ θεοί. αἴ κεν μὴ πωλεῖν ἀλλᾶντας μᾶλλον ἕλωνται. κοιλιοπώλῃσιν δὲ θεὸς μέγα κῦδος ὀπάζει.
Ἀλλαντοπώλης τὰ μὲν λόγι᾽ αἰκάλλει με· θαυμάζω δ᾽ ὅπως τὸν δῆμον οἷός τ᾽ ἐπιτροπεύειν εἴμ᾽ ἐγώ. ἀπολεῖσθον ἀποθανεῖσθον ὦ μιαρωτάτω. ὁ δράκων γάρ ἐστι μακρὸν ὅ τ᾽ ἀλλᾶς αὖ μακρόν. τουτὶ τί δρᾷ τὸ Χαλκιδικὸν ποτήριον; οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ Χαλκιδέας ἀφίστατον. Ἀλλαντοπώλης οἴμοι κακοδαίμων ὁ Παφλαγὼν ἐξέρχεται. Κλέων οὔτοι μὰ τοὺς δώδεκα θεοὺς χαιρήσετον. ὦ Σίμων. ὁ κονιορτὸς δῆλος αὐτῶν ὡς ὁμοῦ προσκειμένων. πάντως γε μὴν γνωσθήσεται· τὸ γὰρ θέατρον δεξιόν. Ἀλλαντοπώλης καὶ τίς ξύμμαχος γενήσεταί μοι; καὶ γὰρ οἵ τε πλούσιοι δεδίασιν αὐτὸν ὅ τε πένης βδύλλει λεώς. κἀγὼ μετ᾽ αὐτῶν χὠ θεὸς ξυλλήψεται. 210 215 220 225 230 235 240 245 . τὰ δ᾽ ἄλλα σοι πρόσεστι δημαγωγικά. Δημοσθένης ἀλλ᾽ εἰσὶν ἱππῆς ἄνδρες ἀγαθοὶ χίλιοι μισοῦντες αὐτόν. οἳ βοηθήσουσί σοι. καὶ τὸν δῆμον ἀεὶ προσποιοῦ ὑπογλυκαίνων ῥηματίοις μαγειρικοῖς. καὶ τῶν θεατῶν ὅστις ἐστὶ δεξιός. ὑπὸ τοῦ δέους γὰρ αὐτὸν οὐδεὶς ἤθελεν τῶν σκευοποιῶν εἰκάσαι. ἀγοραῖος εἶ· ἔχεις ἅπαντα πρὸς πολιτείαν ἃ δεῖ· χρησμοί τε συμβαίνουσι καὶ τὸ Πυθικόν. φωνὴ μιαρά. ὦ Παναίτι᾽ οὐκ ἐλᾶτε πρὸς τὸ δεξιὸν κέρας; ἅνδρες ἐγγύς. Δημοσθένης ἄνδρες ἱππῆς παραγένεσθε· νῦν ὁ καιρός. εἶθ᾽ αἱματοπώτης ἔσθ᾽ ὅ τ᾽ ἀλλᾶς χὠ δράκων· τὸν οὖν δράκοντά φησι τὸν βυρσαίετον ἤδη κρατήσειν. ἀλλ᾽ ἀμύνου κἀπαναστρέφου πάλιν.τοῦτο περιφανέστατον. καὶ μὴ δέδιθ᾽· οὐ γάρ ἐστιν ἐξῃκασμένος. γέγονας κακῶς. ὁτιὴ ᾽πὶ τῷ δήμῳ ξυνόμνυτον πάλαι. ἀλλὰ στεφανοῦ καὶ σπένδε τῷ Κοαλέμῳ· χὤπως ἀμυνεῖ τὸν ἄνδρα. αἴ κε μὴ θαλφθῇ λόγοις. καὶ τῶν πολιτῶν οἱ καλοί τε κἀγαθοί. Δημοσθένης φαυλότατον ἔργον· ταῦθ᾽ ἅπερ ποιεῖς ποίει· τάραττε καὶ χόρδευ᾽ ὁμοῦ τὰ πράγματα ἅπαντα. Δημοσθένης οὗτος τί φεύγεις; οὐ μενεῖς; ὦ γεννάδα ἀλλαντοπῶλα μὴ προδῷς τὰ πράγματα.
καὶ γὰρ ἡμεῖς. κἀποσυκάζεις πιέζων τοὺς ὑπευθύνους σκοπῶν. τήνελλος εἶ· ἢν δ᾽ ἀναιδείᾳ παρέλθῃ σ᾽. οὓς ἐγὼ βόσκω κεκραγὼς καὶ δίκαια κἄδικα. Κλέων ὦ γέροντες ἡλιασταί. ὥσπερ ἀεὶ τὴν πόλιν καταστρέφει; Κλέων ἀλλ᾽ ἐγώ σε τῇ βοῇ ταύτῃ γε πρῶτα τρέψομαι. ἅμ᾽ ἄρτον καὶ κρέας 250 255 260 265 270 275 280 . ὅστις αὐτῶν ὠμός ἐστιν ἢ πέπων ἢ μὴ πέπων. καταγαγὼν ἐκ Χερρονήσου διαβαλὼν ἀγκυρίσας εἶτ᾽ ἀποστρέψας τὸν ὦμον αὐτὸν ἐνεκολήβασας· καὶ σκοπεῖς γε τῶν πολιτῶν ὅστις ἐστὶν ἀμνοκῶν. Χορός ἐν δίκῃ γ᾽.ἀλλ᾽ ἀμύνου καὶ δίωκε καὶ τροπὴν αὐτοῦ ποιοῦ. Κλέων τουτονὶ τὸν ἄνδρ᾽ ἐγὼ ᾽νδείκνυμι. καὶ φήμ᾽ ἐξάγειν ταῖσι Πελοποννησίων τριήρεσι ζωμεύματα. Χορός ἀλλ᾽ ἐὰν μέντοι γε νικᾷς τῇ βοῇ. ἀλλὰ παῖε καὶ δίωκε καὶ τάραττε καὶ κύκα καὶ βδελύττου. ἐπεὶ τὰ κοινὰ πρὶν λαχεῖν κατεσθίεις. ὡς δὲ μάσθλης· εἶδες οἷ᾽ ὑπέρχεται ὡσπερεὶ γέροντας ἡμᾶς καὶ κοβαλικεύεται; ἀλλ᾽ ἐὰν ταύτῃ γε νικᾷ. καὶ γὰρ οὗτος ἦν πανοῦργος πολλάκις τῆς ἡμέρας. Κλέων ὦ πόλις καὶ δῆμ᾽ ὑφ᾽ οἵων θηρίων γαστρίζομαι. Κλέων ξυνεπίκεισθ᾽ ὑμεῖς; ἐγὼ δ᾽ ἄνδρες δι᾽ ὑμᾶς τύπτομαι. φράτερες τριωβόλου. παραβοηθεῖθ᾽. ταυτῃὶ πεπλήξεται· ἢν δ᾽ ὑπεκκλίνῃ γε δευρί. ἅσπερ Εὐκράτης ἔφευγεν εὐθὺ τῶν κυρηβίων. Χορός ὡς δ᾽ ἀλαζών. ὅτι κενῇ τῇ κοιλίᾳ ἐσδραμὼν ἐς τὸ πρυτανεῖον. πλούσιος καὶ μὴ πονηρὸς καὶ τρέμων τὰ πράγματα. ὡς ὑπ᾽ ἀνδρῶν τύπτομαι ξυνωμοτῶν. Χορός καὶ κέκραγας. τὸ σκέλος κυρηβάσει. κἀπικείμενος βόα· εὐλαβοῦ δὲ μὴ ᾽κφύγῃ σε· καὶ γὰρ οἶδε τὰς ὁδούς. κἄν τιν᾽ αὐτῶν γνῷς ἀπράγμον᾽ ὄντα καὶ κεχηνότα. Δημοσθένης νὴ Δί᾽ ἐξάγων γε τἀπόρρηθ᾽. Χορός Ἱππεῶν παῖε παῖε τὸν πανοῦργον καὶ ταραξιππόστρατον καὶ τελώνην καὶ φάραγγα καὶ Χάρυβδιν ἁρπαγῆς. εἶτα πάλιν ἐκθεῖ πλέᾳ. Ἀλλαντοπώλης ναὶ μὰ Δία κἄγωγε τοῦτον. ὅτι λέγειν γνώμην ἔμελλον ὡς δίκαιον ἐν πόλει ἑστάναι μνημεῖον ὑμῶν ἐστιν ἀνδρείας χάριν. καὶ πανοῦργον καὶ πανοῦργον· πολλάκις γὰρ αὔτ᾽ ἐρῶ. ἡμέτερος ὁ πυραμοῦς.
ὦ βορβοροτάραξι καὶ τὴν πόλιν ἅπασαν ἡμῶν ἀνατετυρβακώς. Ἀλλαντοπώλης κοπροφορήσω σ᾽ εἰ λαλήσεις. Ἀλλαντοπώλης εἰ δὲ μὴ σύ γ᾽ οἶσθα κάττυμ᾽. κἀπιορκῶ γε βλεπόντων. 285 290 295 300 305 310 313 315 . Κλέων ἀλλότρια τοίνυν σοφίζει. ὅστις ἡμῶν τὰς Ἀθήνας ἐκκεκώφωκας βοῶν. Ἀλλαντοπώλης νὴ τὸν Ἑρμῆν τὸν ἀγοραῖον. τοῦ σοῦ θράσους πᾶσα μὲν γῆ πλέα. Χορός ὦ μιαρὲ καὶ βδελυρὲ “καὶ κεκράκτα”. Κλέων διαβαλῶ σ᾽ ἐὰν στρατηγῇς. Κλέων ἀποθανεῖσθον αὐτίκα μάλα. Κλέων βλέψον ἔς μ᾽ ἀσκαρδάμυκτος. Ἀλλαντοπώλης ὑποτεμοῦμαι τὰς ὁδούς σου. οὐδ᾽ ἐγὼ χορδεύματα. πᾶσα δ᾽ ἐκκλησία. καὶ πρὶν ἡμέραν φορῆσαι μεῖζον ἦν δυοῖν δοχμαῖν. Κλέων διαφορήσω σ᾽ εἴ τι γρύξει. Ἀλλαντοπώλης κυνοκοπήσω σου τὸ νῶτον. Κλέων καταβοήσομαι βοῶν σε. Ἀλλαντοπώλης ἐν ἀγορᾷ κἀγὼ τέθραμμαι. Κλέων οἶδ᾽ ἐγὼ τὸ πρᾶγμα τοῦθ᾽ ὅθεν πάλαι καττύεται. καὶ φανῶ σε τοῖς πρυτάνεσιν ἀδεκατεύτους τῶν θεῶν ἱερὰς ἔχοντα κοιλίας. καὶ τέλη καὶ γραφαὶ καὶ δικαστήρι᾽. ὅστις ὑποτέμνων ἐπώλεις δέρμα μοχθηροῦ βοὸς τοῖς ἀγροίκοισιν πανούργως. ὥστε φαίνεσθαι παχύ. Κλέων περιελῶ σ᾽ ἀλαζονείαις. Κλέων ὁμολογῶ κλέπτειν· σὺ δ᾽ οὐχί. οὗ Περικλέης οὐκ ἠξιώθη πώποτε. Ἀλλαντοπώλης τριπλάσιον κεκράξομαί σου.καὶ τέμαχος. Ἀλλαντοπώλης κατακεκράξομαί σε κράζων. κἀπὸ τῶν πετρῶν ἄνωθεν τοὺς φόρους θυννοσκοπῶν.
Κλέων ναὶ μὰ Δία. τὴν νύκτα θρυλῶν καὶ λαλῶν ἐν ταῖς ὁδοῖς σεαυτῷ. 330 πανουργίᾳ τε καὶ θράσει καὶ κοβαλικεύμασιν. ὥστε με χαίρειν. δῆλός ἐστιν αὐτόθεν. Χορός ἐὰν δὲ μὴ ταύτῃ γ᾽ ὑπείκῃ. Κλέων οἴμοι διαρραγήσομαι.Δημοσθένης νὴ Δία κἀμὲ τοῦτ᾽ ἔδρασε ταὐτόν. νῦν δεῖξον ὡς οὐδὲν λέγει τὸ σωφρόνως τραφῆναι. Ἀλλαντοπώλης καὶ μὴν ἀκούσαθ᾽ οἷός ἐστιν οὑτοσὶ πολίτης. ὅς σε παύσει καὶ πάρεισι. Κλέων οὐκ αὖ μ᾽ ἐάσεις; Ἀλλαντοπώλης μὰ Δία. καλῶς γ᾽ ἂν οὖν σὺ πρᾶγμα προσπεσόν σοι ὠμοσπάρακτον παραλαβὼν μεταχειρίσαιο χρηστῶς. Ἀλλαντοπώλης μὰ τὸν Ποσειδῶ. λέγ᾽ ὅτι κἀκ πονηρῶν. ἀλλ᾽ ἐφάνη γὰρ ἀνὴρ ἕτερος πολὺ σοῦ μιαρώτερος. 340 Ἀλλαντοπώλης καὶ μὴν ἐγὼ οὐ παρήσω. 335 Κλέων οὐκ αὖ μ᾽ ἐάσεις; Ἀλλαντοπώλης μὰ Δί᾽ ἐπεὶ κἀγὼ πονηρός εἰμι. Χορός πάρες πάρες πρὸς τῶν θεῶν αὐτῷ διαρραγῆναι. εἴ που δικίδιον εἶπας εὖ κατὰ ξένου μετοίκου. ἀλλ᾽ αὐτὸ περὶ τοῦ πρότερος εἰπεῖν πρῶτα διαμαχοῦμαι. Κλέων τῷ καὶ πεποιθὼς ἀξιοῖς ἐμοῦ λέγειν ἔναντα; Ἀλλαντοπώλης ὁτιὴ λέγειν οἷός τε κἀγὼ καὶ καρυκοποιεῖν. . πρῶτος ὤν· ὁ δ᾽ Ἱπποδάμου λείβεται θεώμενος. ἥπερ μόνη προστατεῖ ῥητόρων; 325 ᾗ σὺ πιστεύων ἀμέλγεις τῶν ξένων τοὺς καρπίμους. Κλέων ἰδοὺ λέγειν. ὥστε κατάγελων πάμπολυν τοῖς δημόταισι καὶ φίλοις παρασχεθεῖν· 320 πρὶν γὰρ εἶναι Περγασῆσιν ἔνεον ἐν ταῖς ἐμβάσιν. 345 ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὅπερ πεπονθέναι δοκεῖς; ὅπερ τὸ πλῆθος. ἀλλ᾽ ὦ τραφεὶς ὅθενπέρ εἰσιν ἄνδρες οἵπερ εἰσίν. Χορός ἆρα δῆτ᾽ οὐκ ἀπ᾽ ἀρχῆς ἐδήλους ἀναίδειαν.
τῶν πραγμάτων ὁτιὴ μόνος τὸν ζωμὸν ἐκροφήσει. ὥστε νυνὶ ὑπὸ σοῦ μονωτάτου κατεγλωττισμένην σιωπᾶν; Κλέων ἐμοὶ γὰρ ἀντέθηκας ἀνθρώπων τίν᾽; ὅστις εὐθὺς θύννεια θερμὰ καταφαγών. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δέ γ᾽ ἤνυστρον βοὸς καὶ κοιλίαν ὑείαν καταβροχθίσας κᾆτ᾽ ἐπιπιὼν τὸν ζωμὸν ἀναπόνιπτος λαρυγγιῶ τοὺς ῥήτορας καὶ Νικίαν ταράξω. Ἀλλαντοπώλης δερῶ σε θύλακον κλοπῆς. Χορός τὰ μὲν ἄλλα μ᾽ ἤρεσας λέγων·. Κλέων ἐγὼ δέ γ᾽ ἐξέλξω σε τῆς πυγῆς θύραζε κύβδα. Κλέων οἷόν σε δήσω <᾽ν> τῷ ξύλῳ. Χορός νὴ τὸν Ποσειδῶ κἀμέ τἄρ᾽. Ἀλλαντοπώλης τί δαὶ σὺ πίνων τὴν πόλιν πεποίηκας. Κλέων διαπατταλευθήσει χαμαί. εἶτα δ᾽ ἔνδοθεν τὴν γλῶτταν ἐξείραντες αὐτοῦ 350 355 360 365 370 375 . Κλέων ἐγὼ δ᾽ ἐπεσπηδῶν γε τὴν βουλὴν βίᾳ κυκήσω. ᾤου δυνατὸς εἶναι λέγειν. ἤνπερ γε τοῦτον ἕλκῃς. κᾆτ᾽ ἐπιπιὼν ἀκράτου οἴνου χοᾶ κασαλβάσω τοὺς ἐν Πύλῳ στρατηγούς. ἓν δ᾽ οὐ προσίεταί με. Δημοσθένης καὶ νὴ Δί᾽ ἐμβαλόντες αὐτῷ πάτταλον μαγειρικῶς ἐς τὸ στόμ᾽. ὦ μῶρε τῆς ἀνοίας.ὕδωρ τε πίνων κἀπιδεικνὺς τοὺς φίλους τ᾽ ἀνιῶν. Ἀλλαντοπώλης τὸν πρηγορεῶνά σοὐκτεμῶ. Κλέων ἀλλ᾽ οὐ λάβρακας καταφαγὼν Μιλησίους κλονήσεις. Ἀλλαντοπώλης διώξομαί σε δειλίας. Ἀλλαντοπώλης περικόμματ᾽ ἔκ σου σκευάσω. Ἀλλαντοπώλης ἀλλὰ σχελίδας ἐδηδοκὼς ὠνήσομαι μέταλλα. Κλέων ἡ βύρσα σου θρανεύσεται. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ κινήσω γέ σου τὸν πρωκτὸν ἀντὶ φύσκης. Κλέων τὰς βλεφαρίδας σου παρατιλῶ.
νῦν γὰρ ἔχεται μέσος· ὡς ἐὰν νυνὶ μαλάξῃς αὐτὸν ἐν τῇ προσβολῇ. γενοίμην ἐν Κρατίνου κῴδιον. ᾄσαιμι γὰρ τότ᾽ ἂν μόνον. ἢ μάτην γ᾽ ἂν ἀπομαγδαλιὰς σιτούμενος τοσοῦτος ἐκτραφείην. οἱ δ᾽ ἔβλεπον. ἐν ξύλῳ δήσας ἀφαύει κἀποδόσθαι βούλεται. οὓς ἐκεῖθεν ἤγαγεν. εἴθε φαύλως ὥσπερ ηὗρες ἐκβάλοις τὴν ἔνθεσιν. εἴ σε μὴ μισῶ. τἀλλότριον ἀμῶν θέρος. καὶ διδασκοίμην προσᾴδειν Μορσίμου τραγῳδίᾳ. μηδὲν ὀλίγον ποίει. τὸν Ἰουλίου τ᾽ ἂν οἴομαι γέροντα πυροπίπην ἡσθέντ᾽ ἰηπαιωνίσαι καὶ βακχέβακχον ᾆσαι. Ἀλλαντοπώλης ἔγωγε νὴ τοὺς κονδύλους οὓς πολλὰ δὴ ᾽πὶ πολλοῖς ἠνεσχόμην ἐκ παιδίων. Ἀλλαντοπώλης ἀλλ᾽ ὅμως οὗτος τοιοῦτος ὢν ἅπαντα τὸν βίον. κᾆτ᾽ ἀνὴρ ἔδοξεν εἶναι. Κλέων ἀπομαγδαλιὰς ὥσπερ κύων; ὦ παμπόνηρε πῶς οὖν κυνὸς βορὰν σιτούμενος μαχεῖ σὺ κυνοκεφάλλῳ; Ἀλλαντοπώλης καὶ νὴ Δί᾽ ἄλλα γ᾽ ἐστί μου κόβαλα παιδὸς ὄντος. δειλὸν εὑρήσεις· ἐγὼ γὰρ τοὺς τρόπους ἐπίσταμαι. Κλέων οὐ δέδοιχ᾽ ὑμᾶς.σκεψόμεσθ᾽ εὖ κἀνδρικῶς κεχηνότος τὸν πρωκτὸν εἰ χαλαζᾷ. Χορός ὦ δεξιώτατον κρέας σοφῶς γε προὐνοήσω· ὥσπερ ἀκαλήφας ἐσθίων πρὸ χελιδόνων ἔκλεπτες. Χορός ὡς δὲ πρὸς πᾶν ἀναιδεύεται κοὐ μεθίστησι τοῦ χρώματος τοῦ παρεστηκότος. νῦν δὲ τοὺς στάχυς ἐκείνους. 380 385 390 395 400 405 410 415 420 . . Χορός ἦν ἄρα πυρός γ᾽ ἕτερα θερμότερα καὶ λόγων ἐν πόλει τῶν ἀναιδῶν ἀναιδέστεροι· καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἦν ἄρ᾽ οὐ φαῦλον ὧδ᾽. ἐξηπάτων γὰρ τοὺς μαγείρους ἐπιλέγων τοιαυτί· “σκέψασθε παῖδες· οὐχ ὁρᾶθ᾽; ὥρα νέα. χελιδών”. ὑπερβαλεῖσθαί σ᾽ οἴομαι τούτοισιν. “πῖνε πῖν᾽ ἐπὶ συμφοραῖς”. ἀλλ᾽ ἔπιθι καὶ στρόβει. ἢ μή ποτ᾽ ἀγοραίου Διὸς σπλάλχνοισι παραγενοίμην. ὦ περὶ πάντ᾽ ἐπὶ πᾶσί τε πράγμασι δωροδόκοισιν ἐπ᾽ ἄνθεσιν ἵζων. κἀγὼ ᾽ν τοσούτῳ τῶν κρεῶν ἔκλεπτον. μαχαιρίδων τε πληγάς. . Κλέων οὔτοί μ᾽ ὑπερβαλεῖσθ᾽ ἀναιδείᾳ μὰ τὸν Ποσειδῶ. ἕως ἂν ζῇ τὸ βουλευτήριον καὶ τὸ τοῦ δήμου πρόσωπον μακκοᾷ καθήμενον.
Κλέων ἐκ τῶν ἀλιτηρίων σέ φημι γεγονέναι τῶν τῆς θεοῦ. Κλέων φεύξει γραφὰς . Δημοσθένης κἄγωγ᾽. κλοπῆς δὲ πλεῖν ἢ χιλίας. Κλέων οὔτοι μὰ τὴν Δήμητρα καταπροίξει τάλαντα πολλὰ κλέψας Ἀθηναίων. κλάειν σε μακρὰ κελεύσας. Δημοσθένης ἄθρει καὶ τοῦ ποδὸς παρίει· ὡς οὗτος ἤδη καικίας καὶ συκοφαντίας πνεῖ. . . Ἀλλαντοπώλης τὸν πάππον εἶναί φημί σου τῶν δορυφόρων -Κλέων ποίων; φράσον. Ἀλλαντοπώλης τῶν Βυρσίνης τῆς Ἱππίου. ὁμοῦ ταράττων τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν εἰκῇ. Κλέων κόβαλος εἶ. τὴν ἀντλίαν φυλάξω. ἑκατονταλάντους τέτταρας. ἔξειμι γάρ σοι λαμπρὸς ἤδη καὶ μέγας καθιείς. οἶμαι δὲ μᾶλλον ἄμφω. Κλέων τί δῆτα; βούλει τῶν ταλάντων ἓν λαβὼν σιωπᾶν; Χορός ἁνὴρ ἂν ἡδέως λάβοι. Ἀλλαντοπώλης σὲ δ᾽ ἐκ Ποτειδαίας ἔχοντ᾽ εὖ οἶδα δέκα τάλαντα. Ἀλλαντοπώλης σὺ δ᾽ ἀστρατείας γ᾽ εἴκοσιν. Χορός εὖ γε ξυνέβαλεν αὔτ᾽· ἀτὰρ δῆλόν γ᾽ ἀφ᾽ οὗ ξυνέγνω· ὁτιὴ ᾽πιώρκεις θ᾽ ἡρπακὼς καὶ κρέας ὁ πρωκτὸς εἶχεν. τοὺς τερθρίους παρίει· τὸ πνεῦμ᾽ ἔλαττον γίγνεται. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ συστείλας γε τοὺς ἀλλᾶντας εἶτ᾽ ἀφήσω κατὰ κῦμ᾽ ἐμαυτὸν οὔριον.Ἀλλαντοπώλης καὶ ταῦτα δρῶν ἐλάνθανόν γ᾽· εἰ δ᾽ οὖν ἴδοι τις αὐτῶν. Ἀλλαντοπώλης 425 430 435 440 445 450 . Κλέων ἐγώ σε παύσω τοῦ θράσους. ἀποκρυπτόμενος ἐς τὼ κοχώνα τοὺς θεοὺς ἀπώμνυν· ὥστ᾽ εἶπ᾽ ἀνὴρ τῶν ῥητόρων ἰδών με τοῦτο δρῶντα· “οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ὁ παῖς ὅδ᾽ οὐ τὸν δῆμον ἐπιτροπεύσει”. ἐάν τι παραχαλᾷ.
Χορός ἄγε δὴ σὺ τίνα νοῦν ἢ τίνα ψυχὴν ἔχεις; νυνί γε δείξεις.πανοῦργος εἶ. ὡς εὖ τὸν ἄνδρα ποικίλως θ᾽ ὑπῆλθες ἐν λόγοισιν. Ἀλλαντοπώλης καὶ ξυγκροτοῦσιν ἄνδρες αὔτ᾽ ἐκεῖθεν αὖ. καὶ τἀκ Βοιωτῶν ταῦτα συντυρούμενα. χάλκεὐ ἀντὶ τῶν κολλωμένων. τύπτουσί μ᾽ οἱ ξυνωμόται. καὶ πάνθ᾽ ἃ Μήδοις καὶ βασιλεῖ ξυνόμνυτε. καὶ γάστριζε καὶ τοῖς ἐντέροις καὶ τοῖς κόλοις. ὅπως ἐγὼ ταῦτ᾽ οὐκ Ἀθηναίοις φράσω. καὶ ταῦτά μ᾽ οὔτ᾽ ἀργύριον οὔτε χρυσίον διδοὺς ἀναπείσεις οὔτε προσπέμπων φίλους. Χορός εὖ γ᾽ εὖ γε. ἰδίᾳ δ᾽ ἐκεῖ Λακεδαιμονίοις ξυγγίγνεται. καὶ ταῦτ᾽ ἐφ᾽ οἷσίν ἐστι συμφυσώμενα ἐγᾦδ᾽· ἐπὶ γὰρ τοῖς δεδεμένοις χαλκεύεται. Κλέων ἐγὼ μὲν οὖν αὐτίκα μάλ᾽ ἐς βουλὴν ἰὼν ὑμῶν ἁπάντων τὰς ξυνωμοσίας ἐρῶ. ἀλλ᾽ ἠπιστάμην γομφούμεν᾽ αὐτὰ πάντα καὶ κολλώμενα. εἴπερ ἀπεκρύψω τότε ἐς τὼ κοχώνα τὸ κρέας. πρόφασιν μὲν Ἀργείους φίλους ἡμῖν ποιεῖ. πῶς ἄν σ᾽ ἐπαινέσαιμεν οὕτως ὥσπερ ἡδόμεσθα; Κλέων ταυτὶ μὰ τὴν Δήμητρά μ᾽ οὐκ ἐλάνθανεν τεκταινόμενα τὰ πράγματ᾽. χὤπως κολᾷ τὸν ἄνδρα. Κλέων ἰοὺ ἰού. Ἀλλαντοπώλης πῶς οὖν ὁ τυρὸς ἐν Βοιωτοῖς ὤνιος; Κλέων ἐγώ σε νὴ τὸν Ἡρακλέα παραστορῶ. Χορός ὦ γεννικώτατον κρέας ψυχήν τ᾽ ἄριστε πάντων. Χορός παῖ᾽ ἀνδρικῶς. Χορός παῖ᾽ αὐτὸν ἀνδρειότατα. ὡς αὐτὸς λέγεις· 455 460 465 470 475 480 . καὶ τὰς ξυνόδους τὰς νυκτερινὰς τὰς ἐν πόλει. καὶ τῇ πόλει σωτὴρ φανεὶς ἡμῖν τε τοῖς πολίταις. Χορός οἴμοι σὺ δ᾽ οὐδὲν ἐξ ἁμαξουργοῦ λέγεις; Ἀλλαντοπώλης οὔκουν μ᾽ ἐν Ἄργει γ᾽ οἷα πράττεις λανθάνει.
Χορός ἄλλ᾽ ἴθι χαίρων. ὑμεῖς δ᾽ ἡμῖν προσέχετε τὸν νοῦν τοῖς ἀναπαίστοις. Ἀλλαντοπώλης ἀλλ᾽ εὖ λέγεις καὶ παιδοτριβικῶς ταυταγί.θεύσει γὰρ ᾄξας ἐς τὸ βουλευτήριον. 485 ὡς οὗτος ἐσπεσὼν ἐκεῖσε διαβαλεῖ ἡμᾶς ἅπαντας καὶ κράγον κεκράξεται. ἃ δὲ θαυμάζειν ὑμῶν φησιν πολλοὺς αὐτῷ προσιόντας καὶ βασανίζειν ὡς οὐχὶ πάλαι χορὸν αἰτοίη καθ᾽ ἑαυτόν. Χορός εἰ μέν τις ἀνὴρ τῶν ἀρχαίων κωμῳδοδιδάσκαλος ἡμᾶς ἠνάγκαζεν λέξοντας ἔπη πρὸς τὸ θέατρον παραβῆναι. 490 ἵν᾽ ἐξολισθάνειν δύνῃ τὰς διαβολάς. φησὶ γὰρ ἁνὴρ οὐχ ὑπ᾽ ἀνοίας τοῦτο πεπονθὼς διατρίβειν. ἀλλὰ νομίζων 515 κωμῳδοδιδασκαλίαν εἶναι χαλεπώτατον ἔργον ἁπάντων· πολλῶν γὰρ δὴ πειρασάντων αὐτὴν ὀλίγοις χαρίσασθαι· ὑμᾶς τε πάλαι διαγιγνώσκων ἐπετείους τὴν φύσιν ὄντας καὶ τοὺς προτέρους τῶν ποιητῶν ἅμα τῷ γήρᾳ προδιδόντας· . Δημοσθένης μέμνησό νυν δάκνειν διαβάλλειν. 495 Ἀλλαντοπώλης ταῦτα δρῶ. Ἀλλαντοπώλης τί δαί; Δημοσθένης ἵν᾽ ἄμεινον ὦ τᾶν ἐσκοροδισμένος μάχῃ. Δημοσθένης ἔχε νυν. οὐκ ἂν φαύλως ἔτυχεν τούτου· νῦν δ᾽ ἄξιός ἐσθ᾽ ὁ ποιητής. καὶ σπεῦδε ταχέως. τοὺς λόφους κατεσθίειν. ἄλειψον τὸν τράχηλον τουτῳί. καὶ πράξειας κατὰ νοῦν τὸν ἐμόν. Δημοσθένης ἔχε νυν. Ἀλλαντοπώλης ἀλλ᾽ εἶμι· πρῶτον δ᾽ ὡς ἔχω τὰς κοιλίας καὶ τὰς μαχαίρας ἐνθαδὶ καταθήσομαι. καί σε φυλάττοι Ζεὺς ἀγοραῖος· καὶ νικήσας 500 αὖθις ἐκεῖθεν πάλιν ὡς ἡμᾶς ἔλθοις στεφάνοις κατάπαστος. χὤπως τὰ κάλλαἰ ἀποφαγὼν ἥξεις πάλιν. 510 καὶ γενναίως πρὸς τὸν τυφῶ χωρεῖ καὶ τὴν ἐριώλην. ὅτι τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν μισεῖ τολμᾷ τε λέγειν τὰ δίκαια. ἡμᾶς ὑμῖν ἐκέλευε φράσαι περὶ τούτου. ἐπέγκαψον λαβὼν ταδί. ὦ παντοίας ἤδη Μούσης 505 πειραθέντες καθ᾽ ἑαυτούς.
κᾆτ᾽ ἐντεῦθεν πρῳρατεῦσαι καὶ τοὺς ἀνέμους διαθρῆσαι. καὶ τῆς στάσεως παρασύρων ἐφόρει τὰς δρῦς καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς ἐχθροὺς προθελύμνους· ᾆσαι δ᾽ οὐκ ἦν ἐν ξυμποσίῳ πλὴν “Δωροῖ συκοπέδιλε”. . φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ. 560 ὦ Γεραίστιε παῖ Κρόνου.τοῦτο μὲν εἰδὼς ἅπαθε Μάγνης ἅμα ταῖς πολιαῖς κατιούσαις. 540 ταῦτ᾽ ὀρρωδῶν διέτριβεν ἀεί. δεῦρ᾽ ἔλθ᾽ ἐς χορὸν ὦ χρυσοτρίαιν᾽ ὦ δελφίνων μεδέων Σουνιάρατε. ὃς πολλῷ ῥεύσας ποτ᾽ ἐπαίνῳ διὰ τῶν ἀφελῶν πεδίων ἔρρει. καὶ πρὸς τούτοισιν ἔφασκεν ἐρέτην χρῆναι πρῶτα γενέσθαι πρὶν πηδαλίοις ἐπιχειρεῖν. Φαρμίωνί τε φίλτατ᾽ ἐκ τῶν ἄλλων τε θεῶν Ἀθηναίοις πρὸς τὸ παρεστός. οὐ γὰρ ἐφ᾽ ἥβης. 530 νυνὶ δ᾽ ὑμεῖς αὐτὸν ὁρῶντες παραληροῦντ᾽ οὐκ ἐλεεῖτε. ὃν χρῆν διὰ τὰς προτέρας νίκας πίνειν ἐν τῷ πρυτανείῳ. ὥσπερ Κοννᾶς. ἐκπιπτουσῶν τῶν ἠλέκτρων καὶ τοῦ τόνου οὐκέτ᾽ ἐνόντος τῶν θ᾽ ἁρμονιῶν διαχασκουσῶν· ἀλλὰ γέρων ὢν περιέρρει. παραπέμψατ᾽ ἐφ᾽ ἕνδεκα κώπαις Χορός θόρυβον χρηστὸν ληναΐτην. τοτὲ μὲν πίπτων τοτὲ δ᾽ οὐχί. κᾆτα κυβερνᾶν αὐτὸν ἑαυτῷ. ἵν᾽ ὁ ποιητὴς ἀπίῃ χαίρων κατὰ νοῦν πράξας. 545 αἴρεσθ᾽ αὐτῷ πολὺ τὸ ῥόθιον. ᾧ χαλκοκρότων ἵππων κτύπος καὶ χρεμετισμὸς ἁνδάνει καὶ κυανέμβολοι θοαὶ μισθοφόροι τριήρεις. οἵας δὲ Κράτης ὀργὰς ὑμῶν ἠνέσχετο καὶ στυφελιγμούς. 550 Χορός ἵππι᾽ ἄναξ Πόσειδον. 535 καὶ μὴ ληρεῖν ἀλλὰ θεᾶσθαι λιπαρὸν παρὰ τῷ Διονύσῳ. 555 μειρακίων θ᾽ ἅμιλλα λαμπρυνομένων ἐν ἅρμασιν καὶ βαρυδαιμονούντων. καὶ “τέκτονες εὐπαλάμων ὕμνων”· οὕτως ἤνθησεν ἐκεῖνος. ὃς ἀπὸ σμικρᾶς δαπάνης ὑμᾶς ἀριστίζων ἀπέπεμπεν. τούτων οὖν οὕνεκα πάντων. ὅτι σωφρονικῶς κοὐκ ἀνοήτως ἐσπηδήσας ἐφλυάρει. 520 ὃς πλεῖστα χορῶν τῶν ἀντιπάλων νίκης ἔστησε τροπαῖα· πάσας δ᾽ ὑμῖν φωνὰς ἱεὶς καὶ ψάλλων καὶ πτερυγίζων καὶ λυδίζων καὶ ψηνίζων καὶ βαπτόμενος βατραχείοις οὐκ ἐξήρκεσεν. στέφανον μὲν ἔχων αὖον δίψῃ δ᾽ ἀπολωλώς. ὅτι τοῦ σκώπτειν ἀπελείφθη· 525 εἶτα Κρατίνου μεμνημένος. ἐξεβλήθη πρεσβύτης ὤν. ἀπὸ κραμβοτάτου στόματος μάττων ἀστειοτάτας ἐπινοίας· χοὖτος μέντοι μόνος ἀντήρκει. ἀλλὰ τελευτῶν ἐπὶ γήρως.
οἱ δὲ καὶ σκόροδα καὶ κρόμμυα· εἶτα τὰς κώπας λαβόντες ὥσπερ ἡμεῖς οἱ βροτοὶ ἐμβαλόντες ἀνεβρύαξαν. εἴ τις ἐξέρποι θύραζε κἀκ βυθοῦ θηρώμενοι· ὥστ᾽ ἔφη Θέωρος εἰπεῖν καρκίνον Κορίνθιον. ἐσβολάς τε καὶ μάχας. ὦ τῆς ἱερωτάτης ἁπασῶν πολέμῳ τε καὶ ποιηταῖς δυνάμει θ᾽ ὑπερφερούσης μεδέουσα χώρας. “ἱππαπαῖ.Χορός εὐλογῆσαι βουλόμεσθα τοὺς πατέρας ἡμῶν. ἀλλ᾽ ὁ θυμὸς εὐθὺς ἦν Ἀμυνίας· εἰ δέ που πέσοιεν ἐς τὸν ὦμον ἐν μάχῃ τινί. δεῦρ᾽ ἀφικοῦ λαβοῦσα τὴν ἐν στρατιαῖς τε καὶ μάχαις ἡμετέραν ξυνεργὸν Νίκην. πριάμενοι κώθωνας. οἵτινες πεζαῖς μάχαισιν ἔν τε ναυφάρκτῳ στρατῷ πανταχοῦ νικῶντες ἀεὶ τήνδ᾽ ἐκόσμησαν πόλιν· οὐ γὰρ οὐδεὶς πώποτ᾽ αὐτῶν τοῦς ἐναντίους ἰδὼν ἠρίθμησεν. καὶ στρατηγὸς οὐδ᾽ ἂν εἷς τῶν πρὸ τοῦ σίτησιν ᾔτησ᾽ ἐρόμενος Κλεαίνετον· νῦν δ᾽ ἐὰν μὴ προεδρίαν φέρωσι καὶ τὰ σιτία. “δεινά γ᾽ ὦ Πόσειδον εἰ μήτ᾽ ἐν βυθῷ δυνήσομαι μήτε γῇ μήτ᾽ ἐν θαλάττῃ διαφυγεῖν τοὺς ἱππέας”. τίς ἐμβαλεῖ; ληπτέον μᾶλλον. καὶ πρὸς οὐκ αἰτοῦμεν οὐδὲν πλὴν τοσουτονὶ μόνον· ἤν ποτ᾽ εἰρήνη γένηται καὶ πόνων παυσώμεθα. μὴ φθονεῖθ᾽ ἡμῖν κομῶσι μηδ᾽ ἀπεστλεγγισμένοις. 565 570 575 580 585 590 595 600 605 610 . ἡμεῖς δ᾽ ἀξιοῦμεν τῇ πόλει προῖκα γενναίως ἀμύνειν καὶ θεοῖς ἐγχωρίοις. εἶτ᾽ ἠρνοῦντο μὴ πεπτωκέναι. νῦν οὖν δεῦρο φάνηθι· δεῖ γὰρ τοῖς ἀνδράσι τοῖσδε πάσῃ τέχνῃ πορίσαι σε νίκην εἴπερ ποτὲ καὶ νῦν. ἀλλὰ διεπάλαιον αὖθις. ὅτι ἄνδρες ἦσαν τῆσδε τῆς γῆς ἄξιοι καὶ τοῦ πέπλου. βουλόμεσθ᾽ ἐπαινέσαι. ὡς ὅτ᾽ ἐς τὰς ἱππαγωγοὺς εἰσεπήδων ἀνδρικῶς. Χορός ἃ ξύνισμεν τοῖσιν ἵπποις. ἀλλὰ τἀν τῇ μὲν αὐτῶν οὐκ ἄγαν θαυμάζομεν. ἄξιοι δ᾽ εἴσ᾽ εὐλογεῖσθαι· πολλὰ γὰρ δὴ πάγματα ξυνδιήνεγκαν μεθ᾽ ἡμῶν. τί δρῶμεν; οὐκ ἐλᾷς ὦ σαμφόρα;” ἐξεπήδων τ᾽ ἐς Κόρινθον· εἶτα δ᾽ οἱ νεώτεροι ταῖς ὁπλαῖς ὤρυττον εὐνὰς καὶ μετῇσαν στρώματα· ἤσθιον δὲ τοὺς παγούρους ἀντὶ ποίας Μηδικῆς. Χορός Ὦ πολιοῦχε Παλλάς. ἣ χορικῶν ἐστιν ἑταίρα τοῖς τ᾽ ἐχθροῖσι μεθ᾽ ἡμῶν στασιάζει. τοῦτ᾽ ἀπεψήσαντ᾽ ἄν. οὐ μαχεῖσθαί φασιν.
ὁ δ᾽ ὑπονοήσας ὁ Παφλαγών. κἀγὼ προσέκυσα· κᾆτα τῷ πρωκτῷ θενὼν τὴν κιγκλίδ᾽ ἐξήραξα κἀναχανὼν μέγα ἀνέκραγον· “ὦ βουλὴ λόγους ἀγαθοὺς φέρων εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι· ἐξ οὗ γὰρ ἡμῖν ὁ πόλεμος κατερράγη. ταῦτα φροντίζοντί μοι ἐκ δεξιᾶς ἀπέπαρδε καταπύγων ἀνήρ. εὐθὺς γὰρ αὐτοῦ κατόπιν ἐνθένδ᾽ ἱέμην· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἔνδον ἐλασίβροντ᾽ ἀναρρηγνὺς ἔπη τερατευόμενος ἤρειδε κατὰ τῶν ἱππέων. γνώμην ἔλεξεν· “ἄνδρες. “ἄγε δὴ Σκίταλοι καὶ Φένακες”. Ἀλλαντοπώλης τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ εἰ μὴ Νικόβουλος ἐγενόμην; Χορός νῦν ἄρ᾽ ἄξιόν γε πᾶσίν ἐστιν ἐπολολύξαι. τῶν δημιουργῶν ξυλλαβεῖν τὰ τρύβλια. κἄγωγ᾽ ὅτε δὴ γ᾽νων ἐνδεχομένην τοὺς λόγους καὶ τοῖς φενακισμοῖσιν ἐξαπατωμένην. ἀγορά τ᾽ ἐν ᾗ παῖς ὢν ἐπαιδεύθην ἐγώ. ὦ καλὰ λέγων πολὺ δ᾽ ἀμείνον᾽ ἔτι τῶν λόγων ἐργασάμεν᾽. ὅσην ἀπὼν παρέσχες ἡμῖν φροντίδα· καὶ νῦν ἐπειδὴ σῶς ἐλήλυθας πάλιν. ἤδη μοι δοκεῖ 615 620 623β 625 630 635 640 645 650 . ἅπαντες ἡδόμεσθά σοι. πρὸς τάδ᾽ ὦ βέλτιστε θαρρήσας λέγ᾽.Χορός ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν καὶ νεανικώτατε. νῦν μοι φράσος καὶ γλῶτταν εὔπορον δότε φωνήν τ᾽ ἀναιδῆ”. ἵνα τὰς ἀφύας ὠνοῖντο πολλὰς τοὐβολοῦ. οἱ δ᾽ ἀνεκρότησαν καὶ πρὸς ἔμ᾽ ἐκεχήνεσαν. εἴθ᾽ ἐπέλθοις ἅπαντά μοι σαφῶς· ὡς ἐγώ μοι δοκῶ κἂν μακρὰν ὁδὸν διελθεῖν ὥστ᾽ ἀκοῦσαι. κἄβλεψε νᾶπυ καὶ τὰ μέτωπ᾽ ἀνέσπασεν. ἦν δ᾽ ἐγώ. “Βερέσχεθοί τε καὶ Κόβαλοι καὶ Μόθων. ὡς. Ἀλλαντοπώλης καὶ μὴν ἀκοῦσαί γ᾽ ἄξιον τῶν πραγμάτων. ἄγγειλον ἡμῖν πῶς τὸ πρᾶγμ᾽ ἠγωνίσω. οὐπώποτ᾽ ἀφύας εἶδον ἀξιωτέρας”. εἰδὼς ἄρα οἶς ἥδεθ᾽ ἡ βουλὴ μάλιστα ῥήμασιν. τῶν δ᾽ εὐθέως τὰ πρόσωπα διεγαλήνισεν· εἶτ᾽ ἐστεφάνουν μ᾽ εὐαγγέλια· κἀγὼ φρασα αὐτοῖς ἀπόρρητον ποιησάμενος ταχύ. κρημνοὺς “ἐρείδων” καὶ ξυνωμότας λέγων πιθανώταθ᾽· ἡ βουλὴ δ᾽ ἅπασ᾽ ἀκροωμένη ἐγένεθ᾽ ὑπ᾽ αὐτοῦ ψευδατραφάξυος πλέα.
ἀφῖκται γὰρ περὶ σπονδῶν”. ἐκαραδόκησεν εἰς ἔμ᾽ ἡ βουλὴ πάλιν. διακοσίαισι βουσὶν ὑπερηκόντισα. λέγων. διαπέσοιμι πανταχῇ. ὡς δὴ καταπιόμενός με. ὠθῶν κολόκυμα καὶ ταράττων καὶ κυκῶν. αἱ τριχίδες εἰ γενοίαθ᾽ ἑκατὸν τοὐβολοῦ. οἱ δ᾽ ἐθορύβουν περὶ τῶν ἀφύων ἑστηκότες· ὁ δ᾽ ἠντεβόλει γ᾽ αὐτοὺς ὀλίγον μεῖναι χρόνον. “ἵν᾽ ἅτθ᾽ ὁ κῆρυξ οὑκ Λακεδαίμονος λέγει πύθησθ᾽. ἐγὼ δὲ τὰ κορίανν᾽ ἐπριάμην ὑποδραμὼν ἅπαντα τά τε γήτεἰ ὅσ᾽ ἦν ἐν τἀγορᾷ· ἔπειτα ταῖς ἀφύαις ἐδίδουν ἡδύσματα ἀποροῦσιν αὐτοῖς προῖκα κἀχαριζόμην. ἐπένευσεν εἰς ἐκεῖνον ἡ βουλὴ πάλιν. Κλέων 655 660 665 670 675 680 685 690 695 . εἴ τι τῶν αὐτῶν ἐμοὶ ψευδῶν ἐνείη. ἐκεκράγεσάν τε τοὺς πρυτάνεις ἀφιέναι· εἶθ᾽ ὑπερεπήδων τοὺς δρυφάκτους πανταχῇ. μορμὼ τοῦ θράσους.ἐπὶ συμφοραῖς ἀγαθαῖσιν εἰσηγγελμέναις εὐαγγέλια θύειν ἑκατὸν βοῦς τῇ θεῷ”. τῇ δ᾽ Ἀγροτέρᾳ κατὰ χιλιῶν παρῄνεσα εὐχὴν ποιήσασθαι χιμάρων εἰς αὔριον. ἀπεπυδάρισα μόθωνα. Χορός πάντα τοι πέπραγας οἷα χρὴ τὸν εὐτυχοῦντα· ηὗρε δ᾽ ὁ πανοῦργος ἕτερον πολὺ πανουργίαις μείζοσι κεκασμένον καὶ δόλοισι ποικίλοις ῥήμασίν θ᾽ αἱμύλοις. οἱ δ᾽ ὑπερεπῄνουν ὑπερεπύππαζόν τέ με ἅπαντες οὕτως ὥστε τὴν βουλὴν ὅλην ὀβολοῦ κοριάννοις ἀναλαβὼν ἐλήλυθα. ἐγέλασα ψολοκομπίαις. Κλέων εἰ μή σ᾽ ἀπολέσαιμ᾽. Ἀλλαντοπώλης καὶ μὴν ὁ Παφλαγὼν οὑτοσὶ προσέρχεται. Ἀλλαντοπώλης ἥσθην ἀπειλαῖς. κἄγωγ᾽ ὅτε δὴ γ᾽νων τοῖς βολίτοις ἡττημένος. ὁ δὲ ταῦτ᾽ ἀκούσας ἐκπλαγεὶς ἐφληνάφα. περιεκόκκασα. οὐ δεόμεθα σπονδῶν· ὁ πόλεμος ἑρπέτω”. ἀλλ᾽ ὅπως ἀγωνιεῖ φρόντιζε τἀπίλοιπ᾽ ἄριστα· συμμάχους δ᾽ ἡμᾶς ἔχων εὔνους ἐπίστασαι πάλαι. κᾆθ᾽ εἷλκον αὐτὸν οἱ πρυτάνεις χοἰ τοξόται. οἱ δ᾽ ἐξ ἑνὸς στόματος ἅπαντες ἀνέκραγον· “νυνὶ περὶ σπονδῶν; ἐπειδή γ᾽ ὦ μέλε ᾔσθοντο τὰς ἀφύας παρ᾽ ἡμῖν ἀξίας.
ἵνα δῷς μοι δίκην. μηδὲν ἡμᾶς ἰσχέτω. φέρε τί σοι δῶ καταφαγεῖν; ἐπὶ τῷ φάγοις ἥδιστ᾽ ἄν; ἐπὶ βαλλαντίῳ; Κλέων ἐξαρπάσομαί σου τοῖς ὄνυξι τἄντερα. Κλέων ἀπολῶ σε νὴ τὴν προεδρίαν τὴν ἐκ Πύλου. Ἀλλαντοπώλης οὐδὲν κωλύει· ἰδοὺ βάδιζε. Ἀλλαντοπώλης ἰδοὺ προεδρίαν· οἷον ὅψομαί σ᾽ ἐγὼ ἐκ τῆς προεδρίας ἔσχατον θεώμενον. Ἀλλαντοπώλης ὡς σφόδρα σὺ τὸν δῆμον σεαυτοῦ νενόμικας.οὔτοι μὰ τὴν Δήμητρ᾽. οὐδέποτε βιώσομαι. Ἀλλαντοπώλης ἀπονυχιῶ σου τἀν πρυτανείῳ σιτία. ἢν μή σ᾽ ἐκπίω κἀπεκροφήσας αὐτὸς ἐπιδιαρραγῶ. Ἀλλαντοπώλης ἣν μὴ κ᾽φάγῃς; ἐγὼ δέ γ᾽. αὐτὸς δ᾽ ἐκείνου τριπλάσιον κατέσπακας. Ἀλλαντοπώλης νὴ Δί᾽ ὦ πάτερ 700 705 710 715 720 725 . Κλέων καὶ νὴ Δί᾽ ὑπό γε δεξιότητος τῆς ἐμῆς δύναμαι ποιεῖν τὸν δῆμον εὐρὺν καὶ στενόν. Ἀλλαντοπώλης κἀγὼ δέ σ᾽ ἕλξω καὶ διαβαλῶ πλείονα. ἐὰν μή σ᾽ ἐκφάγω ἐκ τῆσδε τῆς γῆς. μασώμενος γὰρ τῷ μὲν ὀλίγον ἐντίθης. ἴωμεν ἐς τὸν δῆμον. Κλέων ἐπίσταμαι γὰρ αὐτὸν οἷς ψωμίζεται. Ἀλλαντοπώλης χὠ πρωκτὸς οὑμὸς τουτογὶ σοφίζεται. Κλέων οὐκ ὦγάθ᾽ ἐν βουλῇ με δόξεις καθυβρίσαι. Κλέων ἀλλ᾽ ὦ πόνηρε σοὶ μὲν οὐδὲν πείθεται· ἐγὼ δ᾽ ἐκείνου καταγελῶ γ᾽ ὅσον θέλω. Ἀλλαντοπώλης κᾆθ᾽ ὥσπερ αἱ τίτθαι γε σιτίζεις κακῶς. Κλέων ὦ Δῆμε δεῦρ᾽ ἔξελθε. Κλέων ἐν τῷ ξύλῳ δήσω σε νὴ τὸν οὐρανόν. Ἀλλαντοπώλης ὡς ὀξύθυμος. Κλέων ἕλξω σε πρὸς τὸν δῆμον.
σὺ γὰρ ὅμοιος εἶ τοῖς παισὶ τοῖς ἐρωμένοις· τοὺς μὲν καλούς τε κἀγαθοὺς οὐ προσδέχει. Ἀλλαντοπώλης ναὶ ναὶ διάκρινον δῆτα.ἔξελθε δῆτ᾽. Κλέων ὦ Δημίδιον <ὦ> φίλτατον ἔξελθ᾽. ἵν᾽ εἰδῇς οἷα περιυβρίζομαι. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ περιπατῶν γ᾽ ἀπ᾽ ἐργαστηρίου ἕψοντος ἑτερου τὴν χύτραν ὑφειλόμην. 730 735 740 745 750 . τίς ὦ Παφλαγὼν ἀδικεῖ σε; Κλέων διὰ σὲ τύπτομαι ὑπὸ τουτουὶ καὶ τῶν νεανίσκων. ἵνα τοῦτον φιλῇς. Ἀλλαντοπώλης οἴμοι κακοδαίμων ὡς ἀπόλωλ᾽. Δῆμος οὐκ ἂν καθιζοίμην ἐν ἄλλῳ χωρίῳ. Δῆμος τίνες οἱ βοῶντες; οὐκ ἄπιτ᾽ ἀπὸ τῆς θύρας; τὴν εἰρεσιώνην μου κατεσπαράξατε. χρὴ παρεῖν᾽ ἐς τὴν πύκνα. ὁ γὰρ γέρων οἴκοι μὲν ἀνδρῶν ἐστι δεξιώτατος. Κλέων καὶ μὴν ποιήσας αὐτίκα μάλ᾽ ἐκκλησίαν ὦ Δῆμ᾽ ἵν᾽ εἰδῇς ὁπότερος νῷν ἐστί σοι εὐνούστερος.· Κλέων εὖ γὰρ ποιῶ τὸν δῆμον. ὅταν δ᾽ ἐπὶ ταυτησὶ καθῆται τῆς πέτρας. ἀλλ᾽ οὐχ οἷοί τ᾽ ἐσμὲν διὰ τουτονί. Δῆμος σὺ δ᾽ εἶ τίς ἐτεόν; Ἀλλαντοπώλης ἀντεραστὴς τουτουί. σαυτὸν δὲ λυχνοπώλαισι καὶ νευρορράφοις καὶ σκυτοτόμοις καὶ βυρσοπώλαισιν δίδως. ἐρῶν πάλαι σου βουλόμενός τέ σ᾽ εὖ ποιεῖν. διάκρινον. ἄλλοι τε πολλοὶ καὶ καλοί τε κἀγαθοί. ἀλλ᾽ ἐς τὸ πρόσθε. τοὺς Λάκωνας ἤγαγον. πλεύσας ἐκεῖσε. πλὴν μὴ ᾽ν τῇ πυκνί. Ἀλλαντοπώλης εἰπέ νυν τί δρῶν; Κλέων ὅ τι; “τῶν στρατηγῶν ὑποδραμὼν τῶν ἐκ Πύλου”. Δῆμος τιή; Κλέων ὁτιὴ φιλῶ σ᾽ ὦ Δῆμ᾽ ἐραστής τ᾽ εἰμὶ σός.
οὐχ ὥσπερ ἐγὼ ῥαψάμενός σοι τουτὶ φέρω. κᾆτα καθίζου μαλακῶς. Ἀλλαντοπώλης καὶ σὺ γὰρ αὐτὸν πολὺ μικροτέροις τούτων δελεάσμασιν εἷλες. εἰ σοὶ χαριοίμην. καὶ λῆμα θούριον φορεῖν καὶ λόγους ἀφύκτους ὅτοισι τόνδ᾽ ὑπερβαλεῖ. Κλέων καὶ μὴν εἴ πού τις ἀνὴρ ἐφάνη τῷ δήμῳ μᾶλλον ἀμύνων 790 ἢ μᾶλλον ἐμοῦ σε φιλῶν. ἵνα μὴ τρίβῃς τὴν ἐν Σαλαμῖνι. ποικίλος γὰρ ἁνὴρ κἀκ τῶν ἀμηχάνων πόρους εὐμήχανος πορίζειν. κατατμηθεὶς ἑψοίμην ἐν περικομματίοις· κεἰ μὴ τούτοισι πέποιθας. ὡς δ᾽ οὐχὶ φιλεῖ σ᾽ οὐδ᾽ ἔστ᾽ εὔνους. 765 ὥσπερ νυνὶ μηδὲν δράσας δειπνεῖν ἐν πρυτανείῳ· εἰ δέ σε μισῶ καὶ μὴ περὶ σοῦ μάχομαι μόνος ἀντιβεβηκώς. 775 οὐ φροντίζων τῶν ἰδιωτῶν οὐδενός.κέχηνεν ὥσπερ ἐμποδίζων ἰσχάδας. πρὸς ταῦθ᾽ ὅπως ἔξει πολὺς καὶ λαμπρὸς ἐς τὸν ἄνδρα. ἐθέλω περὶ τῆς κεφαλῆς περιδόσθαι. 755 Χορός νῦν δή σε πάντα δεῖ κάλων ἐξιέναι σεαυτοῦ. Κλέων καὶ πῶς ἂν ἐμοῦ μᾶλλόν σε φιλῶν ὦ Δῆμε γένοιτο πολίτης; ὃς πρῶτα μὲν ἡνίκ᾽ ἐβούλευον σοὶ χρήματα πλεῖστ᾽ ἀπέδειξα ἐν τῷ κοινῷ. καὶ νικήσας ἡμῖν μεγάλως ἐγγλωττοτυπεῖν παρέδωκας. καὶ τῇ κρεάγρᾳ τῶν ὀρχιπέδων ἑλκοίμην ἐς Κεραμεικόν. Ἀλλαντοπώλης . ἐπὶ ταῖσι πέτραις οὐ φροντίζει σκληρῶς σε καθήμενον οὕτως. τοὺς μὲν στρεβλῶν τοὺς δ᾽ ἄγχων τοὺς δὲ μεταιτῶν. Κλέων ὡς ἀπὸ μικρῶν εὔνους αὐτῷ θωπευματίων γεγένησαι. ἀπολοίμην καὶ διαπρισθείην κατατμηθείην τε λέπαδνα. 785 Δῆμος ἄνθρωπε τίς εἶ; μῶν ἔκγονος εἶ τῶν Ἁρμοδίου τις ἐκείνων; τοῦτό γέ τοί σου τοὔργον ἀληθῶς γενναῖον καὶ φιλόδημον. Ἀλλαντοπώλης κἄγωγ᾽ ὦ Δῆμ᾽. 780 σὲ γάρ. εἰ μὲν περὶ τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων γεγένημαι βέλτιστος ἀνὴρ μετὰ Λυσικλέα καὶ Κύνναν καὶ Σαλαβακχώ. Κλέων τῇ μὲν δεσποίνῃ Ἀθηναίᾳ τῇ τῆς πόλεως μεδεούσῃ εὔχομαι. 760 Χορός ἀλλὰ φυλάττου καὶ πρὶν ἐκεῖνον προσκεῖσθαί σοι πρότερος σὺ τοὺς δελφῖνας μετεωρίζου καὶ τὴν ἄκατον παραβάλλου. ἁρπάζων γὰρ τοὺς ἄρτους σοι τοὺς ἀλλοτρίους παραθήσω. ἀλλ᾽ ἐπαναίρου. 770 ἐπὶ ταυτησὶ κατακνησθείην ἐν μυττωτῷ μετὰ τυροῦ. ἀλλ᾽ ἢ διὰ τοῦτ᾽ αὔθ᾽ ὁτιή σου τῆς ἀνθρακιᾶς ἀπολαύει. Ἀλλαντοπώλης τοῦτο μὲν ὦ Δῆμ᾽ οὐδὲν σεμνόν· κἀγὼ γὰρ τοῦτό σε δράσω. ὃς Μήδοισι διεξιφίσω περὶ τῆς χώρας Μαραθῶνι. εἰ μή σε φιλῶ καὶ μὴ στέργω. τοῦτ᾽ αὐτό σε πρῶτα διδάξω.
815 ἀφελών τ᾽ οὐδὲν τῶν ἀρχαίων ἰχθῦς καινοὺς παρέθηκεν· σὺ δ᾽ Ἀθηναίους ἐζήτησας μικροπολίτας ἀποφῆναι διατειχίζων καὶ χρησμῳδῶν. 820 ὁτιή σε φιλῶ; Δῆμος παὖ ὦ οὗτος. πολλοῦ δὲ πολύν με χρόνον καὶ νῦν ἐλελήθης ἐγκρυφιάζων. ἔστι γὰρ ἐν τοῖς λογίοισιν ὡς τοῦτον δεῖ ποτ᾽ ἐν Ἀρκαδίᾳ πεντώβολον ἡλιάσασθαι. Κλέων ἵνα γ᾽ Ἑλλήνων ἄρξῃ πάντων. σὺ Θεμιστοκλεῖ ἀντιφερίζεις; ὃς ἐποίησεν τὴν πόλιν ἡμῶν μεστὴν εὑρὼν ἐπιχειλῆ. ἃ σὺ γιγνώσκων τόνδ᾽ ἐξαπατᾷς καὶ ὀνειροπολεῖς περὶ σαυτοῦ. ὁ Θεμιστοκλεῖ ἀντιφερίζων. καὶ πρὸς τούτοις ἀριστώσῃ τὸν Πειραιᾶ προσέμαξεν. καὶ πλεῖστα πανοῦργα δεδρακώς. καὶ τοὺς καυλοὺς τῶν εὐθυνῶν ἐκκαυλίζων 825 καταβροχθίζει. ἀλλά σε κλέπτονθ᾽ αἱρήσω γ᾽ὼ τρεῖς μυριάδας. 805 καὶ χῖδρα φαγὼν ἀναθαρρήσῃ καὶ στεμφύλῳ ἐς λόγον ἔλθῃ. κἀκεῖνος μὲν φεύγει τὴν γῆν σὺ δ᾽ Ἀχιλλείων ἀπομάττει. ἢν ἀναμείνῃ· πάντως δ᾽ αὐτὸν θρέψω γ᾽ὼ καὶ θεραπεύσω. ἀλλ᾽ ἵνα μᾶλλον σὺ μὲν ἁρπάζῃς καὶ δωροδοκῇς παρὰ τῶν πόλεων. ἀλλὰ καθείρξας αὐτὸν βλίττεις; Ἀρχεπτολέμου δὲ φέροντος τὴν εἰρήνην ἐξεσκέδασας. ὦ Δημακίδιον. πεποιηκότα πλείονα χρηστὰ νὴ τὴν Δήμητρα Θεμιστοκλέους πολλῷ περὶ τὴν πόλιν ἤδη; Ἀλλαντοπώλης ὦ πόλις Ἄργους κλύεθ᾽ οἷα λέγει.καὶ πῶς σὺ φιλεῖς. κἀμφοῖν χειροῖν μυστιλᾶται τῶν δημοσίων. ἢν δέ ποτ᾽ εἰς ἀγρὸν οὗτος ἀπελθὼν εἰρηναῖος διατρίψῃ. αἳ τὰς σπονδὰς προκαλοῦνται. . Κλέων οὐ χαιρήσεις. γνώσεται οἵων ἀγαθῶν αὐτὸν τῇ μισθοφορᾷ παρεκόπτου· εἶθ᾽ ἥξει σοι δριμὺς ἄγροικος κατὰ σοῦ τὴν ψῆφον ἰχνεύων. Ἀλλαντοπώλης μιαρώτατος. Κλέων οὔκουν ταυτὶ δεινὸν ἀκούειν ὦ Δῆμ᾽ ἐστίν μ᾽ ὑπὸ τούτου. 800 Ἀλλαντοπώλης οὐχ ἵνα γ᾽ ἄρξῃ μὰ Δί᾽ Ἀρκαδίας προνοούμενος. καὶ μὴ σκέρβολλε πονηρά. ὁ δὲ δῆμος ὑπὸ τοῦ πολέμου καὶ τῆς ὁμίχλης ἃ πανουργεῖς μὴ καθορᾷ σου. ὃς τοῦτον ὁρῶν οἰκοῦντ᾽ ἐν ταῖς φιδάκναισι καὶ γυπαρίοις καὶ πυργιδίοις ἔτος ὄγδοον οὐκ ἐλεαίρεις. ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀνάγκης ἅμα καὶ χρείας καὶ μισθοῦ πρός σε κεχήνῃ. Ἀλλαντοπώλης ὁπόταν χασμᾷ. ἐξευρίσκων εὖ καὶ μιαρῶς ὁπόθεν τὸ τριώβολον ἕξει. Κλέων οὔκουν δεινὸν ταυτί σε λέγειν δῆτ᾽ ἔστ᾽ ἐμὲ καὶ διαβάλλειν 810 πρὸς Ἀθηναίους καὶ τὸν δῆμον. τὰς πρεσβείας τ᾽ ἀπελαύνεις795 ἐκ τῆς πόλεως ῥαθαπυγίζων.
ὥστ᾽ εἰ σὺ βριμήσαιο καὶ βλέψειας ὀστρακίνδα. ἀλλ᾽ εὐθέως κέκραγα. Κλέων οὐκ ὦγαθοὶ ταῦτ᾽ ἐστί πω ταύτῃ μὰ τὸν Ποσειδῶ. Χορός καὶ μὴ μεθῇς τὸν ἄνδρ᾽. εἴπερ φιλεῖς τὸν δῆμον. μηδ᾽ οἰηθῇς ἐμοῦ ποθ᾽ εὑρήσειν φίλον βελτίον᾽· ὅστις εἷς ὢν ἔπαυσα τοὺς ξυνωμότας. ἕως ἂν ᾖ τῶν ἀσπίδων τῶν ἐκ Πύλου τι λοιπόν. δωροδοκήσαντ᾽ ἐκ Μυτιλήνης πλεῖν ἢ μνᾶς τετταράκοντα. ᾗ πολλὰ χρήματ᾽ ἐργάσει σείων τε καὶ ταράττων. ζηλῶ σε τῆς εὐγλωττίας. καί μ᾽ οὐ λέληθεν οὐδὲν ἐν τῇ πόλει ξυνιστάμενον. ἢν τὴν πόλιν ταράττῃς. καὶ μόνος καθέξεις τἀν τῇ πόλει τῶν ξυμμάχων τ᾽ ἄρξεις ἔχων τρίαιναν. αἱροῦσι· καὶ σὺ λαμβάνεις. οὐ γάρ σ᾽ ἐχρῆν. νύκτωρ καθαρπάσαντες ἂν τὰς ἀσπίδας θέοντες τὰς ἐσβολὰς τῶν ἀλφίτων ἂν καταλάβοιεν ἡμῶν.Ἀλλαντοπώλης τί θαλαττοκοπεῖς καὶ πλατυγίζεις. ἀλλ᾽ ἐστὶ τοῦτ᾽ ὦ Δῆμε μηχάνημ᾽. ἢ μὴ ζῴην. ἵν᾽ ἢν σὺ βούλῃ τὸν ἄνδρα κολάσαι τουτονί. Ἀλλαντοπώλης ἐπίσχες ἐν ταῖς ἀσπίσιν· λαβὴν γὰρ ἐνδέδωκας. εἰ γὰρ ὧδ᾽ ἐποίσεις. λαμβάνουσιν οὐδέν· ἐὰν δ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω τὸν βόρβορον κυκῶσιν. μέγιστος Ἑλλήνων ἔσει. ἓν δ᾽ εἰπέ μοι τοσουτονί· σκύτη τοσαῦτα πωλῶν ἔδωκας ἤδη τουτῳὶ κάττυμα παρὰ σεαυτοῦ ταῖς ἐμβάσιν φάσκων φιλεῖν; 830 835 840 845 850 855 860 865 870 . Χορός ὦ πᾶσιν ἀνθρώποις φανεὶς μέγιστον ὠφέλημα. Ἀλλαντοπώλης ὅπερ γὰρ οἱ τὰς ἐγχέλεις θηρώμενοι πέπονθας. ἐκ προνοίας ταύτας ἐᾶν αὐτοῖσι τοῖς πόρπαξιν ἀνατεθῆναι. ὁρᾷς γὰρ αὐτῷ στῖφος οἷόν ἐστι βυρσοπωλῶν νεανιῶν· τούτους δὲ περιοικοῦσι μελιτοπῶλαι καὶ τυροπῶλαι· τοῦτο δ᾽ εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός. σοὶ τοῦτο μὴ κ᾽γένηται. μιαρώτατος ὢν περὶ τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων; καί σ᾽ ἐπιδείξω νὴ τὴν Δήμητρ᾽. ὅταν μὲν ἡ λίμνη καταστῇ. ἐμοὶ γάρ ἐστ᾽ εἰργασμένον τοιοῦτον ἔργον ὥστε ἁπαξάπαντας τοὺς ἐμοὺς ἐχθροὺς ἐπιστομίζειν. Δῆμος οἴμοι τάλας· ἔχουσι γὰρ πόρπακας; ὦ πόνηρε ὅσον με παρεκόπτου χρόνον τοιαῦτα κρουσιδημῶν. ἐπειδή σοι λαβὴν δέδωκεν· κατεργάσει γὰρ ῥᾳδίως πλευρὰς ἔχων τοιαύτας. Κλέων ὦ δαιμόνιε μὴ τοῦ λέγοντος ἴσθι.
Ἀλλαντοπώλης οὔκ. Δῆμος ἰαιβοῖ. τὸν Γρύττον ἐξαλείψας. Ἀλλαντοπώλης οὐ γὰρ τόθ᾽ ὑμεῖς βδεόμενοι δήπου ᾽γένεσθε πυρροί; 900 Δῆμος . Ἀλλαντοπώλης οὔκουν σε δῆτα ταῦτα δεινόν ἐστι πρωκτοτηρεῖν παῦσαί τε τοὺς βινουμένους; κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἐκείνους οὐχὶ φθονῶν ἔπαυσας. Κλέων οἴμοι τάλας οἵοις πιθηκισμοῖς με περιελαύνεις. οὐκ ἐς κόρακας ἀποφθερεῖ βύρσης κάκιστον ὄζων; Ἀλλαντοπώλης καὶ τοῦτό <γ᾽> ἐπίτηδές σε περιήμπεσχ᾽. 880 τονδὶ δ᾽ ὁρῶν ἄνευ χιτῶνος ὄντα τηλικοῦτον οὐπώποτ᾽ ἀμφιμασχάλου τὸν Δῆμον ἠξίωσας χειμῶνος ὄντος· ἀλλ᾽ ἐγώ σοι τουτονὶ δίδωμι. ἵνα σ᾽ ἀποπνίξῃ· καὶ πρότερον ἐπεβούλευσέ σοι.Δῆμος οὐ δῆτα μὰ τὸν Ἀπόλλω. Δῆμος νὴ τὸν Ποσειδῶ καὶ πρὸς ἐμὲ τοῦτ᾽ εἶπ᾽ ἀνὴρ Κόπρειος. τοῖσιν τρόποις τοῖς σοῖσιν ὥσπερ βλαυτίοισι χρῶμαι. Δῆμος κρίνω σ᾽ ὅσων ἐγᾦδα περὶ τὸν δῆμον ἄνδρ᾽ ἄριστον εὐνούστατόν τε τῇ πόλει καὶ τοῖσι δακτύλοισιν. Κλέων ἀλλ᾽ οὐχ ὑπερβαλεῖ με θωπείαις· ἐγὼ γὰρ αὐτὸν 890 προσαμφιῶ τοδί· σὺ δ᾽ οἴμωζ᾽ ὦ πόνηρ᾽. Δῆμος τοιουτονὶ Θεμιστοκλῆς οὐπώποτ᾽ ἐπενόησεν. Ἀλλαντοπώλης ἐπίτηδες οὗτος αὐτὸν ἔσπευδ᾽ ἄξιον γενέσθαι. ἵνα μὴ ῥήτορες γένωνται. τὸν καυλὸν οἶσθ᾽ ἐκεῖνον τοῦ σιλφίου τὸν ἄξιον γενόμενον; 895 Δῆμος οἶδα μέντοι. ἀλλ᾽ ὅπερ πίνων ἀνὴρ πέπονθ᾽ ὅταν χεσείῃ. Ἀλλαντοπώλης ἔγνωκας οὖν δῆτ᾽ αὐτὸν οἷός ἐστιν; ἀλλ᾽ ἐγώ σοι ζεῦγος πριάμενος ἐμβάδων τουτὶ φορεῖν δίδωμι. ἵν᾽ ἐσθίοιτ᾽ ὠνούμενοι. Κλέων οὐ δεινὸν οὖν δῆτ᾽ ἐμβάδας τοσουτονὶ δύνασθαι. 875 ἐμοῦ δὲ μὴ μνείαν ἔχειν ὅσων πέπονθας; ὅστις ἔπαυσα τοὺς βινουμένους. κἄπειτ᾽ ἐν ἡλιαίᾳ βδέοντες ἀλλήλους ἀποκτείνειαν οἱ δικασταί. καίτοι σοφὸν κἀκεῖν᾽ ὁ Πειραιεύς· ἔμοιγε μέντοι 885 οὐ μεῖζον εἶναι φαίνετ᾽ ἐξεύρημα τοῦ χιτῶνος.
Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ κυλίχνιόν γέ σοι καὶ φάρμακον δίδωμι τἀν τοῖσιν ἀντικνημίοις ἑλκύδρια περιαλείφειν. Κλέων ἀλλ᾽ οὐχὶ νικήσεις. σπεύδειν ὅπως τῶν τευθίδων ἐμπλήμενος φθαίης ἔτ᾽ εἰς ἐκκλησίαν ἐλθών· ἔπειτα 905 910 915 920 925 930 935 .> παλαιὰν ναῦν ἔχοντ᾽. παῦε παῦ᾽. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δ᾽ ἀπειλήσω μὲν οὐδέν. εἰς ἣν ἀναλῶν οὐκ ἐφέξεις οὐδὲ ναυπηγούμενος· διαμηχανήσομαί θ᾽ ὅπως ἂν ἱστίον σαπρὸν λάβῃς. ὑπερζέων· ὑφελκτέον τῶν δᾳδίων ἀπαρυστέον τε τῶν ἀπειλῶν ταυτῃί. ἐγὼ γάρ φημί σοι παρέξειν ὦ Δῆμε μηδὲν δρῶντι μισθοῦ τρύβλιον ῥοφῆσαι. Κλέων ἐγὼ δὲ τὰς πολιάς γέ σοὐκλέγων νέον ποιήσω. Κλέων οἵοισί μ᾽ ὦ πανοῦργε βωμολοχεύμασιν ταράττεις. Χορός ἁνὴρ παφλάζει. Κλέων ἀπομυξάμενος ὦ Δῆμέ μου πρὸς τὴν κεφαλὴν ἀποψῶ. Ἀλλαντοπώλης ἐμοῦ μὲν οὖν. ἐγώ σε ποιήσω τριηραρχεῖν <ἀναλίσκοντα τῶν σαυτοῦ. Κλέων ἐμοῦ μὲν οὖν. Ἀλλαντοπώλης ἰδοὺ δέχου κέρκον λαγῶ τὠφθαλμιδίω περιψῆν.καὶ νὴ Δί᾽ ἦν γε τοῦτο Πυρράνδρου τὸ μηχάνημα. ἐγὼ γὰρ ἐς τοὺς πλουσίους σπεύσω σ᾽ ὅπως ἂν ἐγγραφῇς. ἢν κατεργάσῃ. Κλέων δώσεις ἐμοὶ καλὴν δίκην ἰπούμενος ταῖς ἐσφοραῖς. Ἀλλαντοπώλης ἡ γὰρ θεός μ᾽ ἐκέλευσε νικῆσαί σ᾽ ἀλαζονείαις. εὔχομαι δέ σοι ταδί· τὸ μὲν τάγηνον τευθίδων ἐφεστάναι σίζον· σὲ δὲ γνώμην ἐρεῖν μέλλοντα περὶ Μιλησίων καὶ κερδανεῖν τάλαντον.
πρὶν ἄν γε τῶν χρησμῶν ἀκούσῃς τῶν ἐμῶν. Χορός εὖ γε νὴ τὸν Δία καὶ τὸν Ἀπόλλω καὶ τὴν Δήμητρα. ἀντιβολῶ σ᾽ ἐγώ. Κλέων ἔχε· τοσοῦτον δ᾽ ἴσθ᾽ ὅτι. ἀλλ᾽ ἢ οὐ καθορῶ. Ἀλλαντοπώλης τί ἔστιν; Δῆμος ἀπόφερ᾽ ἐκποδών. σὺ δ᾽ ὦ Παφλαγὼν φάσκων φιλεῖν μ᾽ ἐσκορόδισας. 940 945 950 955 960 . Δῆμος αἰβοῖ τάλας. Ἀλλαντοπώλης οὐ τοῦτ᾽ ἔνεστιν. Ἀλλαντοπώλης κἄν γε τουτῳί. Δῆμος κἀμοὶ δοκεῖ· καὶ τἄλλα γ᾽ εἶναι καταφανῶς ἀγαθὸς πολίτης. Κλέων μὴ δῆτά πώ γ᾽ ὦ δέσποτ᾽. καὶ νῦν ἀπόδος τὸν δακτύλιον. ὡς οὐκέτι ἐμοὶ ταμιεύσεις. εἰ μή μ᾽ ἐάσεις ἐπιτροπεύειν. οὐ τὸν ἐμὸν εἶχεν ἀλλὰ τὸν Κλεωνύμου. Δῆμος οὐ τὸ θρῖον; ἀλλὰ τί; Ἀλλαντοπώλης λάρος κεχηνὼς ἐπὶ πέτρας δημηγορῶν. Δῆμος οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ὁ δακτύλιός ἐσθ᾽ οὑτοσὶ οὑμός· τὸ γοῦν σημεῖον ἕτερον φαίνεται. Ἀλλαντοπώλης καὶ τῶν ἐμῶν νυν. Κλέων ἀλλ᾽ ἐὰν τούτῳ πίθῃ. μολγὸν γενέσθαι δεῖ σε. παρ᾽ ἐμοῦ δὲ τουτονὶ λαβὼν ταμίευέ μοι. οἶος οὐδείς πω χρόνου ἀνὴρ γεγένηται τοῖσι πολλοῖς τοὐβολοῦ. καὶ σὺ τὸ τάλαντον λαβεῖν βουλόμενος ἐσθίων ἐναποπνιγείης.πρὶν φαγεῖν ἀνὴρ μεθήκοι. ἕτερος αὖ ἐμοῦ πανουργότερός τις ἀναφανήσεται. Ἀλλαντοπώλης φέρ᾽ ἴδω τί σοι σημεῖον ἦν; Δῆμος δημοῦ βοείου θρῖον ἐξωπτημένον.
καίτοι πρεσβυτέρων τινῶν οἵων ἀργαλεωτάτων ἐν τῷ δείγματι τῶν δικῶν ἤκουσ᾽ ἀντιλεγόντων. Χορός ἥδιστον φάος ἡμέρας ἔσται τοῖσι παροῦσι καὶ τοῖσι δεῦρ᾽ ἀφικνουμένοις. Ἀλλαντοπώλης ἰδοὺ νὴ τὸν Δί᾽· οὐδὲν κωλύει. κοὐχ ἅπαντας ἐκφέρω. δοῖδυξ οὐδὲ τορύνη. Κλέων ἰδού. Ἀλλαντοπώλης οἴμ᾽ ὡς χεσείω. ἢν Κλέων ἀπόληται. ὡς ἁρμονίαν ὁ παῖς οὗτος οὐ δύναται μαθεῖν ἢν μὴ Δωροδοκιστί. Χορός καὶ μὴν ἔνεγκ᾽ αὐτοὺς ἰών. Χορός ἀλλὰ καὶ τόδ᾽ ἔγωγε θαυμάζω τῆς ὑομουσίας αὐτοῦ· φασὶ γὰρ αὐτὸν οἱ παῖδες οἳ ξυνεφοίτων. Κλέων ἀλλ᾽ οἵ γ᾽ ἐμοὶ λέγουσιν ὡς ἄρξαι σε δεῖ χώρας ἁπάσης ἐστεφανωμένον ῥόδοις. κοὐχ ἅπαντας ἐκφέρω. ἵν᾽ οὑτοσὶ αὐτῶν ἀκούσῃ. καὶ σύ νυν φέρε. οὐκ ἂν ἤστην σκεύη δύο χρησίμω. Ἀλλαντοπώλης οὑμοὶ δέ γ᾽ αὖ λέγουσιν ὡς ἁλουργίδα ἔχων κατάπαστον καὶ στεφάνην ἐφ᾽ ἅρματος χρυσοῦ διώξει Σμικύθην καὶ κύριον. ἄλλην δ᾽ οὐκ ἐθέλειν μαθεῖν· κᾆτα τὸν κιθαριστὴν ὀργισθέντ᾽ ἀπάγειν κελεύειν. τὴν Δωριστὶ μόνην ἂν ἁρμόττεσθαι θαμὰ τὴν λύραν. Δῆμος πάνυ γε. Δῆμος ταυτὶ τί ἔστι; 965 970 975 980 985 990 995 . Κλέων ἰδοὺ θέασαι.ψωλὸν γενέσθαι δεῖ σε μέχρι τοῦ μυρρίνου. ὡς εἰ μὴ ᾽γένεθ᾽ οὗτος ἐν τῇ πόλει μέγας.
καὶ τὸν περὶ ἐμοῦ ᾽κεῖνον ᾧπερ ἥδομαι. περὶ σκόμβρων νέων. Δῆμος ταυτὶ μὰ τὴν Δήμητρ᾽ ἐγὼ οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι λέγει. κἂν μὴ δρᾷ ταῦτ᾽ ἀπολεῖται. περὶ σοῦ. ὃς πρὸ σέθεν λάσκων καὶ ὑπὲρ σοῦ δεινὰ κεκραγὼς σοὶ μισθὸν ποριεῖ. Κλέων ἄκουε δή νυν καὶ πρόσεχε τὸν νοῦν ἐμοί. τίνος γάρ εἰσιν οἱ χρησμοί ποτε; Κλέων οὑμοὶ μέν εἰσι Βάκιδος. σῴζεσθαί σ᾽ ἐκέλευσ᾽ ἱερὸν κύνα καρχαρόδοντα. Δῆμος πάντ᾽; Κλέων ἐθαύμασας; καὶ νὴ Δί᾽ ἔτι γέ μοὔστι κιβωτὸς πλέα. περὶ ἁπάντων πραγμάτων. ἥν σοι Ἀπόλλων ἴαχεν ἐξ ἀδύτοιο διὰ τριπόδων ἐριτίμων. Ἀλλαντοπώλης ἐμοὶ δ᾽ ὑπερῷον καὶ ξυνοικία δύο. περὶ τῶν μετρούντων τἄλφιτ᾽ ἐν ἀγορᾷ κακῶς. πολλοὶ γὰρ μίσει σφε κατακρώζουσι κολοιοί. περὶ Λακεδαιμονίων. Ἀλλαντοπώλης οὐ τοῦτό φησ᾽ ὁ χρησμός. Δῆμος εἰσὶν δὲ περὶ τοῦ; Κλέων περὶ Ἀθηνῶν. Δῆμος οἱ δὲ σοὶ τίνος; Ἀλλαντοπώλης Γλάνιδος. φράζευ Ἐρεχθεΐδη λογίων ὁδόν. περὶ φακῆς. Δῆμος οἱ σοὶ δὲ περὶ τοῦ; Ἀλλαντοπώλης περὶ Ἀθηνῶν. τί γάρ ἐστ᾽ Ἐρεχθεῖ καὶ κολοιοῖς καὶ κυνί; Κλέων ἐγὼ μέν εἰμ᾽ ὁ κύων· πρὸ σοῦ γὰρ ἀπύω· σοὶ δ᾽ εἶπε σῴζεσθαί μ᾽ ὁ Φοῖβος τὸν κύνα. περὶ Πύλου. περὶ ἁπάντων πραγμάτων.Κλέων λόγια. Δῆμος φέρ᾽ ἴδω. ἀδελφοῦ τοῦ Βάκιδος γεραιτέρου. Δῆμος ἄγε νυν ὅπως αὐτοὺς ἀναγνώσεσθέ μοι. ἀλλ᾽ ὁ κύων ὁδὶ 1000 1005 1010 1015 1020 1025 . ὡς ἐν νεφέλαισιν αἰετὸς γενήσομαι. περὶ ἐμοῦ. περὶ σοῦ. περὶ ἐμοῦ.
ἐπεί κεν ἀνὴρ ἀναθείη· ἀλλ᾽ οὐκ ἂν μαχέσαιτο· χέσαιτο γάρ. Δῆμος ταυτὶ τελεῖσθαι τὰ λόγι᾽ ἤδη μοι δοκεῖ. ἐμοὶ γάρ ἐστ᾽ ὀρθῶς περὶ τούτου τοῦ κυνός. Δῆμος καὶ πῶς μ᾽ ἐλελήθης Ἀντιλέων γεγενημένος; Ἀλλαντοπώλης ἓν οὐκ ἀναδιδάσκει σε τῶν λογίων ἑκών. Δῆμος λέγε νυν· ἐγὼ δὲ πρῶτα λήψομαι λίθον. Δῆμος πῶς δῆτα τοῦτ᾽ ἔφραζεν ὁ θεός; Ἀλλαντοπώλης τουτονὶ δῆσαί σ᾽ ἐκέλευ᾽ ἐν πεντεσυρίγγῳ ξύλῳ.ὥσπερ θύρας σοῦ τῶν λογίων παρεσθίει. ἔστι γυνή. ἵνα μή μ᾽ ὁ χρησμὸς τὸ πέος οὑτοσὶ δάκῃ. Κεκροπίδη κακόβουλε τί τοῦθ᾽ ἡγεῖ μέγα τοὔργον; καί κε γυνὴ φέροι ἄχθος. 1030 1035 1040 1045 1050 1055 . ὃς κέρκῴ σαίνων σ᾽ ὁπόταν δειπνῇς ἐπιτηρῶν ἐξέδεταί σου τοὔψον. Ἀλλαντοπώλης φράζευ Ἐρεχθεΐδη κύνα Κέρβερον ἀνδραποδιστήν. ὃς περὶ τοῦ δήμου πολλοῖς κώνωψι μαχεῖται ὥστε περὶ σκύμνοισι βεβηκώς· τὸν σὺ φυλάξαι. εἰ μαχέσαιτο. εἶτα διάκρινον τόδε. τέξει δὲ λέονθ᾽ ἱεραῖς ἐν Ἀθήναις. ταῦτ᾽ οἶσθ᾽ ὅ τι λέγει; Δῆμος μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ. ἐν ᾧ σε σῴζειν τόνδ᾽ ἐκέλευσ᾽ ὁ Λοξίας. Κλέων ὦ τᾶν ἄκουσον. Ἀλλαντοπώλης τοῦτό γέ τοι Παφλαγὼν παρεκινδύνευσε μεθυσθείς. πρὸ Πύλου Πύλον ἥν σοι ἔφραζεν. τεῖχος ποιήσας ξύλινον πύργους τε σιδηροῦς. ἀλλ᾽ ἱέρακα φίλει μεμνημένος ἐν φρεσὶν ὅς σοι ἤγαγε συνδήσας Λακεδαιμονίων κορακίνους. Κλέων μὴ πείθου· φθονεραὶ γὰρ ἐπικρώζουσι κορῶναι. Δῆμος νὴ τὸν Ποσειδῶ πολύ γ᾽ ἄμεινον ὦ Γλάνι. ὃ μόνον σιδηροῦν ἐστι τεῖχος καὶ ξύλον. Κλέων ἀλλὰ τόδε φράσσαι. Κλέων ἔφραζεν ὁ θεός σοι σαφῶς σῴζειν ἐμέ· ἐγὼ γὰρ ἀντὶ τοῦ λέοντός εἰμί σοι. ὅταν σύ ποι ἄλλοσε χάσκῃς· ἐσφοιτῶν τ᾽ ἐς τοὐπτάνιον λήσει σε κυνηδὸν νύκτωρ τὰς λοπάδας καὶ τὰς νήσους διαλείχων.
οἶσθ᾽ ὅ τι ἐστὶν τοῦτο; Δῆμος Φιλόστρατος ἡ κυναλώπηξ. καὶ τοῦτον ἡμερῶν τριῶν. ὃν εἶπέ σοι ἐξαλέασθαι χρησμὸν Λητοΐδης. ᾧ σε δεῖ προσέχειν τὸν νοῦν πάνυ. Δῆμος εἶεν· τούτοις ὁ μισθὸς τοῖς ἀλωπεκίοισι ποῦ; Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ ποριῶ. Δῆμος πῶς δὴ τριήρης ἐστὶ κυναλώπηξ; Ἀλλαντοπώλης ὅπως; ὅτι ἡ τριήρης ἐστὶ χὠ κύων ταχύ. Δῆμος προσέχω· σὺ δ᾽ ἀναγίγνωσκε. μή σε δολώσῃ. ὁτιή φησ᾽.ἔστι Πύλος πρὸ Πύλοιο-Δῆμος τί τοῦτο λέγει. Ἀλλαντοπώλης οὐ τοῦτό φησιν. Δῆμος πῶς οὖν ἀλώπηξ προσετέθη πρὸς τῷ κυνί; Ἀλλαντοπώλης ἀλωπεκίοισι τοὺς στρατιώτας ᾔκασεν. 1060 1065 1070 1075 1080 1085 . Ἀλλαντοπώλης Αἰγεΐδη φράσσαι κυναλώπεκα. μή σε δολώσῃ. πρὸ Πύλοιο; Ἀλλαντοπώλης τὰς πυέλους φησὶν καταλήψεσθ᾽ ἐν βαλανείῳ. Δῆμος ποίαν Κυλλήνην; Ἀλλαντοπώλης τὴν τούτου χεῖρ᾽ ἐποίησεν Κυλλήνην ὀρθῶς. δολίαν κερδὼ πολύιδριν. Κυλλήνην. ἀλλὰ ναῦς ἑκάστοτε αἰτεῖ ταχείας ἀργυρολόγους οὑτοσί· ταύτας ἀπαυδᾷ μὴ διδόναι σ᾽ ὁ Λοξίας. “ἔμβαλε κυλλῇ”. Κλέων οὐκ ὀρθῶς φράζει· τὴν Κυλλήνην γὰρ ὁ Φοῖβος ἐς τὴν χεῖρ᾽ ὀρθῶς ᾐνίξατο τὴν Διοπείθους. ὁτιὴ βότρυς τρώγουσιν ἐν τοῖς χωρίοις. λαίθαργον ταχύπουν. ἀλλ᾽ ἔτι τόνδ᾽ ἐπάκουσον. ἀλλ᾽ οὑτοσὶ γάρ ἐστι περὶ τοῦ ναυτικοῦ ὁ χρησμός. Δῆμος ἐγὼ δ᾽ ἄλουτος τήμερον γενήσομαι; Ἀλλαντοπώλης οὗτος γὰρ ἡμῶν τὰς πυέλους ἀφήρπασεν. τοῖς ναύταισί μου ὅπως ὁ μισθὸς πρῶτον ἀποδοθήσεται.
θωπευόμενός τε χαίρεις κἀξαπατώμενος. καί μοὐδόκει ἡ θεὸς αὐτὴ τοῦ δήμου καταχεῖν ἀρυταίνῃ πλουθυγίειαν. Κλέων ἀλλ᾽ ἐγὼ εἶδον ὄναρ. Δῆμος ἀνύσατέ νυν ὅ τι περ ποιήσεθ᾽· ὡς ἐγώ. ἀλλ᾽ ἀνάμεινον. Ἀλλαντοπώλης νὴ Δία καὶ γὰρ ἐγώ· καί μοὐδόκει ἡ θεὸς αὐτὴ ἐκ πόλεως ἐλθεῖν καὶ γλαῦξ αὐτῇ ᾽πικαθῆσθαι· εἶτα κατασπένδειν κατὰ τῆς κεφαλῆς ἀρυβάλλῳ ἀμβροσίαν κατὰ σοῦ. ὡς ἐγὼ κριθὰς ποριῶ σοι καὶ βίον καθ᾽ ἡμέραν.ἀλλὰ γάρ ἐστιν ἐμοὶ χρησμὸς περὶ σοῦ πτερυγωτός. ὁπότερος ἂν σφῷν νῦν με μᾶλλον εὖ ποιῇ. Δῆμος 1090 1095 1100 1105 1110 1115 1120 . Δῆμος ἰοὺ ἰού. Κλέων τρέχοιμ᾽ ἂν εἴσω πρότερος. κατὰ τούτου δὲ σκοροδάλμην. πρὸς τόν τε λέγοντ᾽ ἀεὶ κέχηνας· ὁ νοῦς δέ σου παρὼν ἀποδημεῖ. τούτῳ παραδώσω τῆς πυκνὸς τὰς ἡνίας. Χορός ὦ Δῆμε καλήν γ᾽ ἔχεις ἀρχήν. αἰετὸς ὡς γίγνει καὶ πάσης γῆς βασιλεύεις. Κλέων ἀλλ᾽ ἄλφιτ᾽ ἤδη σοι ποριῶ ᾽σκευασμένα. οὐκ ἦν ἄρ᾽ οὐδεὶς τοῦ Γλάνιδος σοφώτερος. χὤτι γ᾽ ἐν Ἐκβατάνοις δικάσεις. ἀλλ᾽ εὐπαράγωγος εἶ. Δῆμος οὐκ ἀνέχομαι κριθῶν ἀκούων· πολλάκις ἐξηπατήθην ὑπό τε σοῦ καὶ Θουφάνους. Κλέων μήπω γ᾽. λείχων ἐπίπαστα. καὶ νῦν ἐμαυτὸν ἐπιτρέπω σοι τουτονὶ γερονταγωγεῖν κἀναπαιδεύειν πάλιν. Ἀλλαντοπώλης καὶ γὰρ ἐμοί· καὶ γῆς καὶ τῆς ἐρυθρᾶς γε θαλάσσης. Ἀλλαντοπώλης οὐ δῆτ᾽ ἀλλ᾽ ἐγώ. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ μαζίσκας γε διαμεμαγμένας καὶ τοὔψον ὀπτόν· μηδὲν ἄλλ᾽ εἰ μὴ ᾽σθιε. ἱκετεύω σ᾽. ὅτε πάντες ἄνθρωποι δεδίασί σ᾽ ὥσπερ ἄνδρα τύραννον.
αὐτός τε γὰρ ἥδομαι βρύλλων τὸ καθ᾽ ἡμέραν. εἰ σοφῶς αὐτοὺς περιέρχομαι τοὺς οἰομένους φρονεῖν κἄμ᾽ ἐξαπατύλλειν. Κλέων ὦ Δῆμ᾽ ἐγὼ μέντοι παρεσκευασμένος τρίπαλαι κάθημαι βουλόμενός σ᾽ εὐεργετεῖν. Δῆμος σκέψασθε δέ μ᾽. Δῆμος ἐγὼ δὲ προσδοκῶν γε τρισμυριόπαλαι βδελύττομαί σφω καὶ προπαλαιπαλαίπαλαι. φράσεις γε σύ. εἴ σοι πυκνότης ἔνεστ᾽ ἐν τῷ τρόπῳ. ὡς λέγεις. Ἀλλαντοπώλης σύ γ᾽ ὦ φθόρε. 1125 1130 1135 1140 1145 1150 1155 . κλέπτοντά τε βούλομαι τρέφειν ἕνα προστάτην· τοῦτον δ᾽. τούτῳ πάνυ πολλή. Κλέων ἄπαγ᾽ ἐς μακαρίαν ἐκποδών.νοῦς οὐκ ἔνι ταῖς κόμαις ὑμῶν. Χορός χοὔτω μὲν ἂν εὖ ποιοῖς. ὅταν ᾖ πλέως. τηρῶ γὰρ ἑκάστοτ᾽ αὐτοὺς οὐδὲ δοκῶν ὁρᾶν κλέπτοντας· ἔπειτ᾽ ἀναγκάζω πάλιν ἐξεμεῖν ἅττ᾽ ἂν κεκλόφωσί μου. κημὸν καταμηλῶν. Ἀλλαντοπώλης οἶσθ᾽ οὖν ὃ δρᾶσον; Δῆμος εἰ δὲ μή. ὅτε μ᾽ οὐ φρονεῖν νομίζετ᾽· ἐγὼ δ᾽ ἑκὼν ταῦτ᾽ ἠλιθιάζω. κᾆθ᾽ ὅταν μή σοι τύχῃ ὄψον ὄν. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ δεκάπαλαί γε καὶ δωδεκάπαλαι καὶ χιλιόπαλαι καὶ προπαλαιπαλαίπαλαι. τούτων ὃς ἂν ᾖ παχύς. ἄρας ἐπάταξα. εἰ τούσδ᾽ ἐπίτηδες ὥσπερ δημοσίους τρέφεις ἐν τῇ πυκνί. θύσας ἐπιδειπνεῖς.
Κλέων ἐγὼ δ᾽ ἔτνος γε πίσινον εὔχρων καὶ καλόν· ἐτόρυνε δ᾽ αὔθ᾽ ἡ Παλλὰς ἡ Πυλαιμάχος. ἵνα τὰς ναῦς ἐλαύνωμεν καλῶς. Ἀλλαντοπώλης ὑποθεῖν οὐκ ἐῶ. Δῆμος 1160 1165 1170 1175 1180 . καὶ νῦν ὑπερέχει σου χύτραν ζωμοῦ πλέαν. Ἀλλαντοπώλης λαβὲ καὶ ταδί νυν.Ἀλλαντοπώλης ἄφες ἀπὸ βαλβίδων ἐμέ τε καὶ τουτονί. ἀλλ᾽ ἐγὼ προτεραίτερος. Δῆμος θέοιτ᾽ ἄν. Δῆμος ἀλλ᾽ ἢ μεγάλως εὐδαιμονήσω τήμερον ὑπὸ τῶν ἐραστῶν νὴ Δί᾽ ἢ ᾽γὼ θρύψομαι. Ἀλλαντοπώλης ἡ δ᾽ Ὀβριμοπάτρα γ᾽ ἑφθὸν ἐκ ζωμοῦ κρέας καὶ χόλικος ἠνύστρου τε καὶ γαστρὸς τόμον. Δῆμος δρᾶν ταῦτα χρή. Κλέων ἰδοὺ φέρω σοι τήνδε μαζίσκην ἐγὼ ἐκ τῶν ὀλῶν τῶν ἐκ Πύλου μεμαγμένην. Κλέων ὁρᾷς; ἐγώ σοι πρότερος ἐκφέρω δίφρον. Ἀλλαντοπώλης ἀλλ᾽ οὐ τράπεζαν. ἄπιτον. Δῆμος καλῶς γ᾽ ἐποίησε τοῦ πέπλου μεμνημένη. ἵνα σ᾽ εὖ ποιῶμεν ἐξ ἴσου. Κλέων ἡ Γοργολόφα σ᾽ ἐκέλευε τουτουὶ φαγεῖν ἐλατῆρος. εἰ μὴ φανερῶς ἡμῶν ὑπερεῖχε τὴν χύτραν; Κλέων τουτὶ τέμαχός σοὔδωκεν ἡ Φοβεσιστράτη. Δῆμος οἴει γὰρ οἰκεῖσθ᾽ ἂν ἔτι τήνδε τὴν πόλιν. Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ δὲ μυστίλας μεμυστιλημένας ὑπὸ τῆς θεοῦ τῇ χειρὶ τἠλεφαντίνῃ. Δῆμος ὡς μέγαν ἄρ᾽ εἶχες ὦ πότνια τὸν δάκτυλον. Ἀλλαντοπώλης ὦ Δῆμ᾽ ἐναργῶς ἡ θεός σ᾽ ἐπισκοπεῖ. Κλέων καὶ Ἀλλαντοπώλης ἰδού.
Κλέων ὁρᾷς τάδ᾽ ὦ κακόδαιμον; Ἀλλαντοπώλης ὀλίγον μοι μέλει· ἐκεινοιὶ γὰρ ὡς ἔμ᾽ ἔρχονταί τινες πρέσβεις ἔχοντες ἀργυρίου βαλλάντια. Δῆμος εἴπ᾽. Δῆμος ὡς ἡδὺς ὦ Ζεῦ καὶ τὰ τρία φέρων καλῶς. ὑπεραναιδευθήσομαι. πῶς ἐπενόησας ἁρπάσαι; Ἀλλαντοπώλης τὸ μὲν νόημα τῆς θεοῦ. Κλέων ἀλλ᾽ οὐ λαγῷ᾽ ἕξεις ὁπόθεν δῷς. ἀντιβολῶ. πόθεν λαγῷά μοι γενήσεται; ὦ θυμὲ νυνὶ βωμολόχον ἔξευρέ τι.καὶ τί τούτοις χρήσομαι τοῖς ἐντέροις; Ἀλλαντοπώλης ἐπίτηδες αὔτ᾽ ἔπεμψέ σοι ἐς τὰς τριήρεις ἐντερόνειαν ἡ θεός· ἐπισκοπεῖ γὰρ περιφανῶς τὸ ναυτικόν. Κλέων ποῦ ποῦ; Ἀλλαντοπώλης τί δέ σοι τοῦτ᾽; οὐκ ἐάσεις τοὺς ξένους; ὦ Δημίδιον ὁρᾷς τὰ λαγῷ᾽ ἅ σοι φέρω; Κλέων οἴμοι τάλας ἀδίκως γε τἄμ᾽ ὑφήρπασας. Ἀλλαντοπώλης οἴμοι. Δῆμος ἄπιθ᾽· οὐ γὰρ ἀλλὰ τοῦ παραθέντος ἡ χάρις. Κλέων ἐγὼ δ᾽ ἐκινδύνευσ᾽. Ἀλλαντοπώλης νὴ τὸν Ποσειδῶ καὶ σὺ γὰρ τοὺς ἐκ Πύλου. Κλέων λαβέ νυν πλακοῦντος πίονος παρ᾽ ἐμοῦ τόμον. Ἀλλαντοπώλης παρ᾽ ἐμοῦ δ᾽ ὅλον γε τὸν πλακοῦντα τουτονί. ἐγὼ δ᾽ ὤπτησά γε. Ἀλλαντοπώλης ἡ Τριτογενὴς γὰρ αὐτὸν ἐνετριτώνισεν. ἀλλ᾽ ἐγώ. Κλέων οἴμοι κακοδαίμων. Ἀλλαντοπώλης τί οὐ διακρίνεις Δῆμ᾽ ὁπότερός ἐστι νῷν ἀνὴρ ἀμείνων περὶ σὲ καὶ τὴν γαστέρα; Δῆμος 1185 1190 1195 1200 1205 . ἔχε καὶ πιεῖν κεκραμένον τρία καὶ δύο. τὸ δὲ κλέμμ᾽ ἐμόν.
Ἀλλαντοπώλης τοιαῦτα μέντοι καὶ πρότερόν σ᾽ ἠργάζετο· σοὶ μὲν προσεδίδου μικρὸν ὧν ἐλάμβανεν. αὐτὸς δ᾽ ἑαυτῷ παρετίθει τὰ μείζονα. 1210 1215 1220 1225 1230 1235 . ἵν᾽ ἐγὼ τουτῳὶ αὐτὸν περιθῶ. Ἀλλαντοπώλης βάδιζέ νυν καὶ δεῦρο πρὸς τὴν Παφλαγόνος. Κλέων οὐ δῆτ᾽. Δῆμος φέρ᾽ ἴδω τί οὖν ἔνεστιν; Ἀλλαντοπώλης οὐχ ὁρᾷς κενὴν ὦ παππίδιον; ἅπαντα γάρ σοι παρεφόρουν. εἶεν. ἐπεί μοι χρησμός ἐστι Πυθικὸς φράζων ὑφ᾽ οὗ “δεήσει μ᾽” ἡττᾶσθαι μόνου. ὅσον τὸ χρῆμα τοῦ πλακοῦντος ἀπέθετο· ἐμοὶ δ᾽ ἔδωκεν ἀποτεμὼν τυννουτονί. Δῆμος ὦ μιαρὲ κλέπτων δή με ταῦτ᾽ ἐξηπάτας; ἐγὼ δέ τυ ἐστεφάνιξα κἀδωρησάμαν. Κλέων καὶ μήν σ᾽ ἐλέγξαι βούλομαι τεκμηρίῳ. Ἀλλαντοπώλης κατάθου ταχέως μαστιγία. Κλέων πῶς εἶπας; ὥς μου χρησμὸς ἅπτεται φρενῶν. εἴ τι ξυνοίσεις τοῦ θεοῦ τοῖς θεσφάτοις. Κλέων ἐγὼ δ᾽ ἔκλεπτον ἐπ᾽ ἀγαθῷ γε τῇ πόλει. Δῆμος αὕτη μὲν ἡ κίστη τὰ τοῦ Δήμου φρονεῖ.τῷ δῆτ᾽ ἂν ὑμᾶς χρησάμενος τεκμηρίῳ δόξαιμι κρίνειν τοῖς θεαταῖσιν σοφῶς; Ἀλλαντοπώλης ἐγὼ φράσω σοι. Δῆμος κατάθου ταχέως τὸν στέφανον. ὁρᾷς <τάδ᾽;> Δῆμος οἴμοι τῶν ἀγαθῶν ὅσων πλέα. Ἀλλαντοπώλης τοὐμόν γε φράζων ὄνομα καὶ λίαν σαφῶς. καὶ τὴν Παφλαγόνος· κἀμέλει κρινεῖς καλῶς. καί σου τοσοῦτον πρῶτον ἐκπειράσομαι· παῖς ὢν ἐφοίτας ἐς τίνος διδασκάλου; Ἀλλαντοπώλης ἐν ταῖσιν εὕστραις κονδύλοις ἡρμοττόμην. τὴν ἐμὴν κίστην ἰὼν ξύλλαβε σιωπῇ καὶ βασάνισον ἅττ᾽ ἔνι.
οὗ τὸ τάριχος ὤνιον. λεπτή τις ἐλπίς ἐστ᾽ ἐφ᾽ ἧς ὀχούμεθα. Χορός τί κάλλιον ἀρχομένοισιν ἢ καταπαυομένοισιν 1265 ἢ θοᾶν ἵππων ἐλατῆρας ἀείδειν.ἐν παιδοτρίβου δὲ τίνα πάλην ἐμάνθανες; Ἀλλαντοπώλης κλέπτων ἐπιορκεῖν καὶ βλέπειν ἐναντίον· Κλέων ὦ Φοῖβ᾽ Ἄπολλον Λύκιε τί ποτέ μ᾽ ἐργάσει; 1240 τέχνην δὲ τίνα ποτ᾽ εἶχες ἐξανδρούμενος; Ἀλλαντοπώλης ἠλλαντοπώλουν καί τι καὶ βινεσκόμην. καί μοι τοσοῦτον εἰπέ· πότερον ἐν ἀγορᾷ 1245 ἠλλαντοπώλεις ἐτεὸν ἢ ᾽πὶ ταῖς πύλαις; Ἀλλαντοπώλης ἐπὶ ταῖς πύλαισιν. μηδὲ Θούμαντιν τὸν ἀνέστιον αὖ λυπεῖν ἑκούσῃ καρδίᾳ; καὶ γὰρ οὗτος ὦ φίλ᾽ Ἄπολλον <ἀεὶ> πεινῇ. 1260 Ἀλλαντοπώλης καὶ μὴν ἐγώ σ᾽ ὦ Δῆμε θεραπεύσω καλῶς. Ἀλλαντοπώλης Ἀγοράκριτος· ἐν τἀγορᾷ γὰρ κρινόμενος ἐβοσκόμην. ὥσθ᾽ ὁμολογεῖν σε μηδέν᾽ ἀνθρώπων ἐμοῦ ἰδεῖν ἀμείνω τῇ Κεχηναίων πόλει. Κλέων οἴμοι πέπρακται τοῦ θεοῦ τὸ θέσφατον. κεἴ σ᾽ ἄκων ἐγὼ 1250 λείπω· σὲ δ᾽ ἄλλος τις λαβὼν κεκτήσεται. Δῆμος ἐμοὶ δέ γ᾽ ὅ τι σοι τοὔνομ᾽ εἴπ᾽. Χορός ὦ χαῖρε καλλίνικε καὶ μέμνησ᾽ ὅτι ἀνὴρ γεγένησαι δι᾽ ἐμέ· καί σ᾽ αἰτῶ βραχύ. ἀλλὰ τιμὴ τοῖσι χρηστοῖς. “μηδὲν ἐς” Λυσίστρατον. ὅστις εὖ λογίζεται. 1275 . θαλεροῖς δακρύοις σᾶς ἁπτόμενος φαρέτρας Πυθῶνι δίᾳ μὴ κακῶς πένεσθαι. Ἀλλαντοπώλης Ἑλλάνιε Ζεῦ σὸν τὸ νικητήριον. ὦ στέφανε χαίρων ἄπιθι. 1273 Χορός λοιδορῆσαι τοὺς πονηροὺς οὐδέν ἐστ᾽ ἐπίφθονον. εὐτυχὴς δ᾽ ἴσως. κυλίνδετ᾽ εἴσω τόνδε τὸν δυσδαίμονα. καὶ τὸν Παφλαγόνα παραδίδωμι τουτονί. κλέπτης μὲν οὐκ ἂν μᾶλλον. Κλέων οἴμοι κακοδαίμων· οὐκέτ᾽ οὐδέν εἰμ᾽ ἐγώ. Δῆμος Ἀγορακρίτῳ τοίνυν ἐμαυτὸν ἐπιτρέπω. 1255 ὅπως ἔσομαί σοι Φανὸς ὑπογραφεὺς δικῶν.
καθῆσθαί μοι δοκεῖ ἐς τὸ Θησεῖον πλεούσαις ἢ ᾽πὶ τῶν σεμνῶν θεῶν. τίν᾽ ἔχων φήμην ἀγαθὴν ἥκεις. ὑπὸ τερηδόνων σαπεῖσ᾽ ἐνταῦθα καταγηράσομαι”· “οὐδὲ Ναυφάντης γε τῆς Ναύσωνος. Χορός καὶ ποῦ ᾽στιν νῦν ὦ θαυμαστὰς ἐξευρίσκων ἐπινοίας; . τὴν γὰρ αὑτοῦ γλῶτταν αἰσχραῖς ἡδοναῖς λυμαίνεται. ὃν δεῖ πόλλ᾽ ἀκοῦσαι καὶ κακά. 1300 καὶ μίαν λέξαι τιν᾽ αὐτῶν ἥτις ἦν γεραιτέρα· “οὐδὲ πυνθάνεσθε ταῦτ᾽ ὦ παρθένοι τἀν τῇ πόλει; φασὶν αἰτεῖσθαί τιν᾽ ἡμῶν ἑκατὸν ἐς Καρχηδόνα ἄνδρα μοχθηρὸν πολίτην ὀξίνην Ὑπέρβολον”· ταῖς δὲ δόξαι δεινὸν εἶναι τοῦτο κοὐκ ἀνασχετόν. 1294 φασὶ <μὲν> γὰρ αὐτὸν ἐρεπτόμενον τὰ τῶν ἐχόντων ἀνέρων οὐκ ἂν ἐξελθεῖν ἀπὸ τῆς σιπύης· τοὺς δ᾽ ἀντιβολεῖν ἂν ὅμως· “ἴθ᾽ ὦ ἄνα πρὸς γονάτων. οὐδὲ παμπόνηρος. οὐκ ἂν ἀνδρὸς ἐμνήσθην φίλου. Χορός ὦ ταῖς ἱεραῖς φέγγος Ἀθήναις καὶ ταῖς νήσοις ἐπίκουρε. οὔ ποτ᾽ ἐκ ταὐτοῦ μεθ᾽ ἡμῶν πίεται ποτηρίου. αὐτὸς ἦν ἔνδηλος. ἐπὶ καιναῖσιν δ᾽ εὐτυχίαισιν παιωνίζειν τὸ θέατρον. οὐ γὰρ οὐδ᾽ ἂν ᾐσθόμην. τὰς σκάφας. εἰ βούλεται. καὶ Πολυμνήστεια ποιῶν καὶ ξυνὼν Οἰωνίχῳ. 1285 καὶ μολύνων τὴν ὑπήνην καὶ κυκῶν τὰς ἐσχάρας. 1280 Ἀριφράδης πονηρός. καὶ διεζήτηχ᾽ ὁπόθεν ποτὲ φαύλως ἐσθίει Κλεώνυμος. οὐ γὰρ ἡμῶν γε στρατηγῶν ἐγχανεῖται τῇ πόλει· ἀλλὰ πλείτω χωρὶς αὐτὸς ἐς κόρακας. Χορός φασὶν ἀλλήλαις ξυνελθεῖν τὰς τριήρεις ἐς λόγον. ἐν κασωρείοισι λείχων τὴν ἀπόπτυστον δρόσον. εἴπερ ἐκ πεύκης γε κἀγὼ καὶ ξύλων ἐπηγνύμην. ἐν αἷς ἐπώλει τοὺς λύχνους. 1315 Ἀλλαντοπώλης εὐφημεῖν χρὴ καὶ στόμα κλῄειν καὶ μαρτυριῶν ἀπέχεσθαι. ὅστις οὖν τοιοῦτον ἄνδρα μὴ σφόδρα βδελύττεται. ἔξελθε καὶ σύγγνωθι τῇ τραπέζῃ”. ἔστιν οὖν ἀδελφὸς αὐτῷ τοὺς τρόπους οὐ συγγενής. ἀλλ᾽ ἐάν με χρῇ. οὐ δῆτ᾽ ὦ θεοί. ἀλλὰ καὶ προσεξηύρηκέ τι. Χορός ἦ πολλάκις ἐννυχίαισι 1290 φροντίσι συγγεγένημαι. ἐφ᾽ ὅτῳ κνισῶμεν ἀγυιάς; 1320 Ἀλλαντοπώλης τὸν Δῆμον ἀφεψήσας ὑμῖν καλὸν ἐξ αἰσχροῦ πεποίηκα. ἀλλὰ τοῦτο μὲν καὶ βούλεται· ἔστι δ᾽ οὐ μόνον πονηρός. ὅστις ἢ τὸ λευκὸν οἶδεν ἢ τὸν ὄρθιον νόμον. καθελκύσας”. 1305 καί τιν᾽ εἰπεῖν ἥτις ἀνδρῶν ἆσσον οὐκ ἐληλύθει· “ἀποτρόπαἰ οὐ δῆτ᾽ ἐμοῦ γ᾽ ἄρξει ποτ᾽.εἰ μὲν οὖν ἄνθρωπος. 1310 ἢν δ᾽ ἀρέσκῃ ταῦτ᾽ Ἀθηναίοις. νῦν δ᾽ Ἀρίγνωτον γὰρ οὐδεὶς ὅστις οὐκ ἐπίσταται. καὶ τὰ δικαστήρια συγκλῄειν οἷς ἡ πόλις ἥδε γέγηθεν.
1340 “ὦ Δῆμ᾽ ἐραστής εἰμι σὸς φιλῶ τέ σε καὶ κήδομαί σου καὶ προβουλεύω μόνος”. Χορός χαῖρ᾽ ὦ βασιλεῦ τῶν Ἑλλήνων· καί σοι ξυγχαίρομεν ἡμεῖς. Δῆμος τί δ᾽ ἔδρων. ἀλλ᾽ ὀλολύξατε φαινομέναισιν ταῖς ἀρχαίαισιν Ἀθήναις καὶ θαυμασταῖς καὶ πολυύμνοις. οὐ χοιρινῶν ὄζων ἀλλὰ σπονδῶν. πρὸ τοῦ; ποῖός τις ἦ; Ἀλλαντοπώλης πρῶτον μέν. κάτειπέ μοι. Δῆμος οὕτως ἀνόητος ἐγεγενήμην καὶ γέρων; Ἀλλαντοπώλης καὶ νὴ Δί᾽ εἴ γε δύο λεγοίτην ῥήτορε. δείξατε τὸν τῆς Ἑλλάδος ὑμῖν καὶ τῆς γῆς τῆσδε μόναρχον. οὐδ᾽ οἷ᾽ ἔδρας· ἐμὲ γὰρ νομίζοις ἂν θεόν. τούτοις ὁπότε χρήσαιτό τις προοιμίοις. Ἀλλαντοπώλης ἐγώ; ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ οὐκ οἶσθ᾽ οἷος ἦσθ᾽ αὐτὸς πάρος. ἀνωρτάλιζες κἀκερουτίας. Χορός ὦ ταὶ λιπαραὶ καὶ ἰοστέφανοι καὶ ἀριζήλωτοι Ἀθῆναι. 1325 ὄψεσθε δέ· καὶ γὰρ ἀνοιγνυμένων ψόφος ἤδη τῶν προπυλαίων.Ἀλλαντοπώλης ἐν ταῖσιν ἰοστεφάνοις οἰκεῖ ταῖς ἀρχαίαισιν Ἀθήναις. ὁπότ᾽ εἴποι τις ἐν τἠκκλησίᾳ. 1350 ὁ μὲν ποιεῖσθαι ναῦς μακρὰς ὁ δ᾽ ἕτερος αὖ . Δῆμος ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν ἐλθὲ δεῦρ᾽ Ἀγοράκριτε. Χορός πῶς ἂν ἴδοιμεν; ποίαν <τιν᾽> ἔχει σκευήν; ποῖος γεγένηται; Ἀλλαντοπώλης οἷός περ Ἀριστείδῃ πρότερον καὶ Μιλτιάδῃ ξυνεσίτει. 1330 Ἀλλαντοπώλης ὅδ᾽ ἐκεῖνος ὁρᾶν τεττιγοφόρας. σμύρνῃ κατάλειπτος. 1335 ὅσα με δέδρακας ἀγάθ᾽ ἀφεψήσας. ἀρχαίῳ σχήματι λαμπρός. Δῆμος ἐγώ; Ἀλλαντοπώλης εἶτ᾽ ἐξαπατήσας σ᾽ ἀντὶ τούτων ᾤχετο. ἵν᾽ ὁ κλεινὸς Δῆμος ἐνοικεῖ. τῆς γὰρ πόλεως ἄξια πράττεις καὶ τοῦ ᾽ν Μαραθῶνι τροπαίου. 1345 Δῆμος τί φῄς; ταυτί μ᾽ ἔδρων. ἐγὼ δὲ τοῦτ᾽ οὐκ ᾐσθόμην; Ἀλλαντοπώλης τὰ δ᾽ ὦτά γ᾽ ἄν σου νὴ Δί᾽ ἐξεπετάννυτο ὥσπερ σκιάδειον καὶ πάλιν ξυνήγετο.
μὴ φροντίσῃς. Δῆμος ἔπειθ᾽ ὁπλίτης ἐντεθεὶς ἐν καταλόγῳ οὐδεὶς κατὰ σπουδὰς μετεγγραφήσεται. Ἀλλαντοπώλης τοῦτ᾽ ἔδακε τὸν πόρπακα τὸν Κλεωνύμου. Δῆμος οὐδ᾽ ἀγοράσει γ᾽ ἀγένειος οὐδεὶς ἐν ἀγορᾷ. καὶ γνωμοτυπικὸς καὶ σαφὴς καὶ κρουστικός. ἀλλ᾽ ὥσπερ ἦν τὸ πρῶτον ἐγγεγράψεται.καταμισθοφορῆσαι τοῦθ᾽. πῶς πολιτεύσει φράσον. ἃ στωμυλεῖται τοιαδὶ καθήμενα· “σοφός γ᾽ ὁ Φαίαξ δεξιῶς τ᾽ οὐκ ἀπέθανεν. οὗτος τί κύπτεις; οὐχὶ κατὰ χώραν μενεῖς; Δῆμος αἰσχύνομαί τοι ταῖς πρότερον ἁμαρτίαις. καταληπτικός τ᾽ ἄριστα τοῦ θορυβητικοῦ”. νυνδὶ φράσον· ἐάν τις εἴπῃ βωμολόχος ξυνήγορος· “οὐκ ἔστιν ὑμῖν τοῖς δικασταῖς ἄλφιτα. Δῆμος πρῶτον μὲν ὁπόσοι ναῦς ἐλαύνουσιν μακράς. Ἀλλαντοπώλης ἔχε νυν ἐπὶ τούτοις τουτονὶ τὸν ὀκλαδίαν. ἀλλ᾽ οἵ σε ταῦτ᾽ ἐξηπάτων. Ἀλλαντοπώλης οὔκουν καταδακτυλικὸς σὺ τοῦ λαλητικοῦ; Δῆμος μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἀναγκάσω κυνηγετεῖν ἐγὼ τούτους ἅπαντας. Ἀλλαντοπώλης ποῦ δῆτα Κλεισθένης ἀγοράσει καὶ Στράτων; Δῆμος τὰ μειράκια ταυτὶ λέγω τἀν τῷ μύρῳ. τοῦτον ὀκλαδίαν ποίει. καὶ παῖδ᾽ ἐνόρχην. συνερτικὸς γάρ ἐστι καὶ περαντικός. 1355 1360 1365 1370 1375 1380 1385 . ὅσπερ οἴσει τόνδε σοι· κἄν που δοκῇ σοι. καταγομένοις τὸν μισθὸν ἀποδώσω ᾽ντελῆ. εἰ μὴ καταγνώσεσθε ταύτην τὴν δίκην”· τοῦτον τί δράσεις. Ἀλλαντοπώλης τουτὶ μὲν ὀρθῶς καὶ φρονίμως ἤδη λέγεις· τὰ δ᾽ ἄλλα. ἐκ τοῦ λάρυγγος ἐκκρεμάσας Ὑπέρβολον. παυσαμένους ψηφισμάτων. εἰπέ. Ἀλλαντοπώλης ἀλλ᾽ οὐ σὺ τούτων αἴτιος. τὸν ξυνήγορον; Δῆμος ἄρας μετέωρον ἐς τὸ βάραθρον ἐμβαλῶ. Ἀλλαντοπώλης πολλοῖς γ᾽ ὑπολίσφοις πυγιδίοισιν ἐχαρίσω. φέρ᾽ ἴδω. ὁ τὸν μισθὸν λέγων τὸν τὰς τριήρεις παραδραμὼν ἂν ᾤχετο.
καί σ᾽ ἀντὶ τούτων ἐς τὸ πρυτανεῖον καλῶ ἐς τὴν ἕδραν θ᾽. Geldart. * 1390 1395 1400 1405 Αριστοφάνης. Ἀλλαντοπώλης οὐδὲν μέγ᾽ ἀλλ᾽ ἢ τὴν ἐμὴν ἕξει τέχνην· ἐπὶ ταῖς πύλαις ἀλλαντοπωλήσει μόνος. τὰ κύνεια μιγνὺς τοῖς ὀνείοις πράγμασιν. Oxford. Δῆμος τὸν δὲ Παφλαγόνα. δεῦρ᾽ ἴθ᾽ αἱ Σπονδαὶ ταχύ. ἕπου δὲ ταυτηνὶ λαβὼν τὴν βατραχίδα· κἀκεῖνον ἐκφερέτω τις ὡς ἐπὶ τὴν τέχνην. ἐπειδὰν τὰς τριακοντούτιδας σπονδὰς παραδῶ σοι. ἔξεστιν αὐτῶν κατατριακοντουτίσαι; πῶς ἔλαβες αὐτὰς ἐτέον; Ἀλλαντοπώλης οὐ γὰρ ὁ Παφλαγὼν ἀπέκρυπτε ταύτας ἔνδον. ἵνα σὺ μὴ λάβῃς; νῦν οὖν ἐγώ σοι παραδίδωμ᾽ ἐς τοὺς ἀγροὺς αὐτὰς ἰέναι λαβόντα. ὃς ταῦτ᾽ ἔδρασεν. Clarendon Press. Ἀλλαντοπώλης φήσεις γ᾽. Λυσιστράτη Ἀριστοφάνους Λυσιστράτη (έκδοση F.Δῆμος μακάριος ἐς τἀρχαῖα δὴ καθίσταμαι. πόρναισι καὶ βαλανεῦσι διακεκραγέναι. εἴφ᾽ ὅ τι ποιήσεις κακόν.W. 1907) Λυσιστράτη ἀλλ᾽ εἴ τις ἐς Βακχεῖον αὐτὰς ἐκάλεσεν. μεθύων τε ταῖς πόρναισι λοιδορήσεται. ἢ ᾽ς Πανὸς ἢ ᾽πὶ Κωλιάδ᾽ ἢ ᾽ς Γενετυλλίδος. κἀκ τῶν βαλανείων πίεται τὸ λούτριον.M. Δῆμος ὦ Ζεῦ πολυτίμηθ᾽ ὡς καλαί· πρὸς τῶν θεῶν. . Hall . ἵν᾽ ἴδωσιν αὐτὸν οἷς ἐλωβᾶθ᾽ οἱ ξένοι. ἵν᾽ ἐκεῖνος ἦν ὁ φαρμακός. Δῆμος εὖ γ᾽ ἐπενόησας οὗπέρ ἐστιν ἄξιος.W.
οὐ γὰρ πρέπει σοι τοξοποιεῖν τὰς ὀφρῦς. πηλίκον τι. νῦν δ᾽ οὐδεμία πάρεστιν ἐνταυθοῖ γυνή· πλὴν ἥ γ᾽ ἐμὴ κωμῆτις ἥδ᾽ ἐξέρχεται. ἡ μὲν γὰρ ἡμῶν περὶ τὸν ἄνδρ᾽ ἐκύπτασεν. εὕδουσι κοὐχ ἥκουσιν. ἡ δ᾽ οἰκέτην ἤγειρεν. ἡ δ᾽ ἐψώμισεν. ἡ δ᾽ ἔλουσεν. Λυσιστράτη καὶ νὴ Δία παχύ. μὴ σκυθρώπαζ᾽ ὦ τέκνον. τί συντετάραξαι. 5 10 15 20 . ὁτιὴ παρὰ μὲν τοῖς ἀνδράσιν νενομίσμεθα εἶναι πανοῦργοι-Καλονίκη καὶ γάρ ἐσμεν νὴ Δία. χαῖρ᾽ ὦ Καλονίκη. καὶ πόλλ᾽ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν γυναικῶν ἄχθομαι. Λυσιστράτη μέγα. ἡ δὲ παιδίον κατέκλινεν. ἐφ᾽ ὅ τι ποθ᾽ ἡμᾶς τὰς γυναῖκας συγκαλεῖς.οὐδ᾽ ἂν διελθεῖν ἦν ἂν ὑπὸ τῶν τυμπάνων. Καλονίκη τί δ᾽ ἐστὶν ὦ φίλη Λυσιστράτη. τί τὸ πρᾶγμα. Καλονίκη ἀλλ᾽ ὦ φιλτάτη ἥξουσι· χαλεπή τοι γυναικῶν ἔξοδος. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ ὦ Καλονίκη κάομαι τὴν καρδίαν. Καλονίκη καὶ σύ γ᾽ ὦ Λυσιστράτη. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ ἕτερά τἄρ᾽ ἦν τῶνδε προὐργιαίτερα αὐταῖς. Λυσιστράτη εἰρημένον δ᾽ αὐταῖς ἀπαντᾶν ἐνθάδε βουλευσομέναισιν οὐ περὶ φαύλου πράγματος. Καλονίκη μῶν καὶ παχύ.
ἢ μηκέτ᾽ εἶναι μήτε Πελοποννησίους-Καλονίκη βέλτιστα τοίνυν μηκέτ᾽ εἶναι νὴ Δία. κροκωτοφοροῦσαι καὶ κεκαλλωπισμέναι καὶ Κιμμερίκ᾽ ὀρθοστάδια καὶ περιβαρίδας. Λυσιστράτη ταῦτ᾽ αὐτὰ γάρ τοι κἄσθ᾽ ἃ σώσειν προσδοκῶ. Καλονίκη ἐν ταῖς γυναιξίν. Λυσιστράτη ὡς ἔστ᾽ ἐν ἡμῖν τῆς πόλεως τὰ πράγματα. ἐπ᾽ ὀλίγου γ᾽ ὠχεῖτ᾽ ἄρα. κοινῇ σώσομεν τὴν Ἑλλάδα. τὰ κροκωτίδια καὶ τὰ μύρα χαἰ περιβαρίδες χἤγχουσα καὶ τὰ διαφανῆ χιτώνια. Λυσιστράτη Βοιωτίους τε πάντας ἐξολωλέναι. Λυσιστράτη περὶ τῶν Ἀθηνῶν δ᾽ οὐκ ἐπιγλωττήσομαι τοιοῦτον οὐδέν· ἀλλ᾽ ὑπονόησον σύ μοι. ἀλλ᾽ ἔστιν ὑπ᾽ ἐμοῦ πρᾶγμ᾽ ἀνεζητημένον πολλαῖσί τ᾽ ἀγρυπνίαισιν ἐρριπτασμένον. Καλονίκη μὴ δῆτα πάντας γ᾽. ἀλλ᾽ ἄφελε τὰς ἐγχέλεις. αἳ καθήμεθ᾽ ἐξηνθισμέναι.Καλονίκη κᾆτα πῶς οὐχ ἥκομεν. Λυσιστράτη οὐχ οὗτος ὁ τρόπος· ταχὺ γὰρ ἂν ξυνήλθομεν. 35 25 30 40 45 . Καλονίκη ἦ πού τι λεπτόν ἐστι τοὐρριπτασμένον. ἢν δὲ ξυνέλθωσ᾽ αἱ γυναῖκες ἐνθάδε αἵ τ᾽ ἐκ Βοιωτῶν αἵ τε Πελοποννησίων ἡμεῖς τε. Λυσιστράτη οὕτω γε λεπτὸν ὥσθ᾽ ὅλης τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς γυναιξίν ἐστιν ἡ σωτηρία. Καλονίκη τί δ᾽ ἂν γυναῖκες φρόνιμον ἐργασαίατο ἢ λαμπρόν.
Καλονίκη ἡ γοῦν Θεογένους ὡς δεῦρ᾽ ἰοῦσα θοὐκάταιον ἤρετο. ἀτὰρ αἵδε καὶ δή σοι προσέρχονταί τινες. Λυσιστράτη μηδ᾽ ἀσπίδα λαβεῖν-Καλονίκη Κιμμερικὸν ἐνδύσομαι. Λυσιστράτη οὐδ᾽ ἃς προσεδόκων κἀλογιζόμην ἐγὼ πρώτας παρέσεσθαι δεῦρο τὰς Ἀχαρνέων γυναῖκας. Καλονίκη κτήσομαι περιβαρίδας. ἅπαντα δρώσας τοῦ δέοντος ὕστερον. Λυσιστράτη ὥστε τῶν νῦν μηδένα ἀνδρῶν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἄρεσθαι δόρυ-Καλονίκη κροκωτὸν ἄρα νὴ τὼ θεὼ ᾽γὼ βάψομαι. ἀλλ᾽ οὐδὲ Παράλων οὐδεμία γυνὴ πάρα. οὐχ ἥκουσιν.Καλονίκη τίνα δὴ τρόπον ποθ᾽. Καλονίκη οὐ γὰρ μὰ Δί᾽ ἀλλὰ πετομένας ἥκειν πάλαι. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ ὄψει τοι σφόδρ᾽ αὐτὰς Ἀττικάς. οὐδ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος. Καλονίκη ἀλλ᾽ ἐκεῖναί γ᾽ οἶδ᾽ ὅτι ἐπὶ τῶν κελήτων διαβεβήκασ᾽ ὄρθριαι. Λυσιστράτη μηδὲ ξιφίδιον. Λυσιστράτη 55 50 60 65 . Λυσιστράτη ἆρ᾽ οὐ παρεῖναι τὰς γυναῖκας δῆτ᾽ ἐχρῆν.
Καλονίκη ἰοὺ ἰού. 70 75 80 .αἱδί θ᾽ ἕτεραι χωροῦσί τινες. κἂν ταῦρον ἄγχοις. Καλονίκη ὡς δὴ καλὸν τὸ χρῆμα τιτθίων ἔχεις. ὡς δὲ σφριγᾷ τὸ σῶμά σου. οἷον τὸ κάλλος γλυκυτάτη σου φαίνεται. τί σιγᾷς. Μυρρίνη μόλις γὰρ ηὗρον ἐν σκότῳ τὸ ζώνιον. Λυσιστράτη οὔ σ᾽ ἐπαινῶ Μυρρίνη ἥκουσαν ἄρτι περὶ τοιούτου πράγματος. ἡδὶ δὲ καὶ δὴ Λαμπιτὼ προσέρχεται. Μυρρίνη μῶν ὕστεραι πάρεσμεν ὦ Λυσιστράτη. Λαμπιτῶ μάλα γ᾽ οἰῶ ναὶ τὼ σιώ· γυμνάδδομαι γὰρ καὶ ποτὶ πυγὰν ἅλλομαι. πόθεν εἰσίν. τί φῄς. Λυσιστράτη ὦ φιλτάτη Λάκαινα χαῖρε Λαμπιτοῖ. ἀλλ᾽ εἴ τι πάνυ δεῖ. Καλονίκη νὴ τὸν Δία· ὁ γοῦν ἀνάγυρός μοι κεκινῆσθαι δοκεῖ. Λαμπιτῶ περ ἱερεῖόν τοί μ᾽ ὑποψαλάσσετε. Λυσιστράτη μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἐπαναμείνωμεν ὀλίγου γ᾽ οὕνεκα τάς τ᾽ ἐκ Βοιωτῶν τάς τε Πελοποννησίων γυναῖκας ἐλθεῖν. Μυρρίνη πολὺ σὺ κάλλιον λέγεις. ταῖς παρούσαισιν λέγε. Λυσιστράτη Ἀναγυρουντόθεν. ὡς δ᾽ εὐχροεῖς.
Καλονίκη ὅ τι βούλει γε σύ. Λαμπιτῶ μύσιδδέ τοι ὅ τι λῇς ποθ᾽ ἁμέ. Λυσιστράτη ἥδ᾽ ἐγώ. λέγε δῆτα τὸ σπουδαῖον ὅ τι τοῦτ᾽ ἐστί σοι. πρὶν λέγειν <δ᾽>. 85 90 95 . Λαμπιτῶ πρέσβειρά τοι ναὶ τὼ σιὼ Βοιωτία ἵκει ποθ᾽ ὑμέ. Κορινθία δ᾽ αὖ. καλόν γ᾽ ἔχουσα τὸ πεδίον. Λυσιστράτη τίς δ᾽ ἡτέρα παῖς. Λαμπιτῶ χαΐα ναὶ τὼ σιώ. Καλονίκη καὶ νὴ Δία κομψότατα τὴν βληχώ γε παρατετιλμένη. Μυρρίνη νὴ μὰ Δία Βοιωτία. Καλονίκη νὴ Δί᾽ ὦ φίλη γύναι. Καλονίκη χαΐα νὴ τὸν Δία δήλη ᾽στὶν οὖσα ταυταγὶ τἀντευθενί. Λυσιστράτη λέγοιμ᾽ ἂν ἤδη. ὑμᾶς τοδὶ ἐπερήσομαί τι μικρόν. Λαμπιτῶ τίς δ᾽ αὖ ξυναλίαξε τόνδε τὸν στόλον τὸν τᾶν γυναικῶν.Λυσιστράτη ἡδὶ δὲ ποδαπή ᾽σθ᾽ ἡ νεᾶνις ἡτέρα.
ὃς ἦν ἂν ἡμῖν σκυτίνη ᾽πικουρία. οὐκ εἶδον οὐδ᾽ ὄλισβον ὀκτωδάκτυλον. Λαμπιτῶ ἐγὼ δὲ καί κα ποττὸ Ταΰγετόν γ᾽ ἄνω ἔλσοιμ᾽ ὅπᾳ μέλλοιμί γ᾽ εἰράναν ἰδεῖν. Καλονίκη ὁ γοῦν ἐμὸς ἀνὴρ πέντε μῆνας ὦ τάλαν ἄπεστιν ἐπὶ Θρᾴκης φυλάττων Εὐκράτη. εἰ μηχανὴν εὕροιμ᾽ ἐγώ. εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι 100 πάσαισιν ὑμῖν ἐστιν ἀποδημῶν ἀνήρ.Λυσιστράτη τοὺς πατέρας οὐ ποθεῖτε τοὺς τῶν παιδίων ἐπὶ στρατιᾶς ἀπόντας. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ οὐδὲ μοιχοῦ καταλέλειπται φεψάλυξ. 110 ἐθέλοιτ᾽ ἂν οὖν. ἐξ οὗ γὰρ ἡμᾶς προὔδοσαν Μιλήσιοι. εἴπερ μέλλομεν . Καλονίκη νὴ τὼ θεώ· ἔγωγ᾽ ἂν <οὖν> κἂν εἴ με χρείη τοὔγκυκλον τουτὶ καταθεῖσαν ἐκπιεῖν αὐθημερόν. 105 πορπακισάμενος φροῦδος ἀμπτάμενος ἔβα. ἡμῖν γὰρ ὦ γυναῖκες. Μυρρίνη ἐγὼ δέ γ᾽ ἂν κἂν ὡσπερεὶ ψῆτταν δοκῶ 115 δοῦναι ἂν ἐμαυτῆς παρατεμοῦσα θἤμισυ. μετ᾽ ἐμοῦ καταλῦσαι τὸν πόλεμον. Λυσιστράτη λέγοιμ᾽ ἄν· οὐ δεῖ γὰρ κεκρύφθαι τὸν λόγον. Λαμπιτῶ ὁ δ᾽ ἐμός γα καἴ κ᾽ ἐκ τᾶς ταγᾶς ἔλσῃ ποκά. Μυρρίνη ὁ δ᾽ ἐμός γε τελέους ἑπτὰ μῆνας ἐν Πύλῳ.
φράσον. τί μοι μεταστρέφεσθε. 135 Λυσιστράτη τί δαὶ σύ. Καλονίκη ἄλλ᾽ ἄλλ᾽ ὅ τι βούλει· κἄν με χρῇ διὰ τοῦ πυρὸς ἐθέλω βαδίζειν· τοῦτο μᾶλλον τοῦ πέους. κἂν ἀποθανεῖν ἡμᾶς δέῃ. 125 αὗται τί μοιμυᾶτε κἀνανεύετε. Καλονίκη οὐκ ἂν ποιήσαιμ᾽. Λυσιστράτη ἀφεκτέα τοίνυν ἐστὶν ἡμῖν τοῦ πέους. καὶ μὴν ἄρτι γε ἔφησθα σαυτῆς κἂν παρατεμεῖν θἤμισυ. Καλονίκη ποιήσομεν. Ἄλλη κἀγὼ βούλομαι διὰ τοῦ πυρός. 130 Λυσιστράτη ταυτὶ σὺ λέγεις ὦ ψῆττα. ἀφεκτέ᾽ ἐστὶ-Καλονίκη τοῦ. Λυσιστράτη . Μυρρίνη μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐγὼ γάρ.120 ἀναγκάσειν τοὺς ἄνδρας εἰρήνην ἄγειν. ἢ τί μέλλετε. τί δάκρυον κατείβεται. οὐδὲν γὰρ οἷον ὦ φίλη Λυσιστράτη. Λυσιστράτη ποιήσετ᾽ οὖν. ποιήσετ᾽ ἢ οὐ ποιήσετ᾽. ἀλλ᾽ ὁ πόλεμος ἑρπέτω. ποῖ βαδίζετε. τί χρὼς τέτραπται. ἀλλ᾽ ὁ πόλεμος ἑρπέτω.
Καλονίκη τί δ᾽ ἢν ἀφιῶσ᾽ ἅνδρες ἡμᾶς ὦ μέλε. 145 Καλονίκη εἰ δ᾽ ὡς μάλιστ᾽ ἀπεχοίμεθ᾽ οὗ σὺ δὴ λέγεις. τὸ ξίφος.ὦ παγκατάπυγον θἠμέτερον ἅπαν γένος. . ἀλλ᾽ ὦ φίλη Λάκαινα. εἰ γὰρ καθοίμεθ᾽ ἔνδον ἐντετριμμέναι. σπονδὰς ποιήσαιντ᾽ ἂν ταχέως. κἀν τοῖς χιτωνίοισι τοῖς Ἀμοργίνοις 150 γυμναὶ παρίοιμεν δέλτα παρατετιλμέναι. Λυσιστράτη πολύ γε νὴ τὼ θεώ. Λαμπιτῶ ὁ γῶν Μενέλαος τᾶς Ἑλένας τὰ μᾶλά πᾳ 155 γυμνᾶς παραϊδὼν ἐξέβαλ᾽. τὸ πρᾶγμ᾽ ἀνασωσαίμεσθ᾽ ἔτ᾽ <ἄν>. στύοιντο δ᾽ ἅνδρες κἀπιθυμοῖεν σπλεκοῦν. ἡμεῖς δὲ μὴ προσίοιμεν ἀλλ᾽ ἀπεχοίμεθα. οὐκ ἐτὸς ἀφ᾽ ἡμῶν εἰσιν αἱ τραγῳδίαι. ὅμως γα μάν· δεῖ τᾶς γὰρ εἰράνας μάλ᾽ αὖ. Λυσιστράτη ὦ φιλτάτη σὺ καὶ μόνη τούτων γυνή. οὐδὲν γάρ ἐσμεν πλὴν Ποσειδῶν καὶ σκάφη. ὃ μὴ γένοιτο. οἰῶ. Λαμπιτῶ χαλεπὰ μὲν ναὶ τὼ σιὼ γυναῖκάς ἐσθ᾽ ὑπνῶν ἄνευ ψωλᾶς μόνας. κύνα δέρειν δεδαρμένην. Λυσιστράτη τὸ τοῦ Φερεκράτους. ξυμψήφισαί μοι. μᾶλλον ἂν διὰ τουτογὶ γένοιτ᾽ ἂν εἰρήνη. σὺ γὰρ ἐὰν γένῃ 140 μόνη μετ᾽ ἐμοῦ. εὖ οἶδ᾽ ὅτι.
Λυσιστράτη ἡμεῖς ἀμέλει σοι τά γε παρ᾽ ἡμῖν πείσομεν. Λυσιστράτη παρέχειν χρὴ κακὰ κακῶς. οὐ γὰρ οὐδέποτ᾽ εὐφρανθήσεται 165 ἀνήρ. χἠμῖν ξυνδοκεῖ. Λυσιστράτη ἀντέχου σὺ τῶν θυρῶν. Καλονίκη ἐὰν δὲ τύπτωσιν.Καλονίκη φλυαρία ταῦτ᾽ ἐστὶ τὰ μεμιμημένα. οὐ γὰρ ἔνι τούτοις ἡδονὴ τοῖς πρὸς βίαν. ἕως ἂν ἡμεῖς ταῦτα συντιθώμεθα. καὶ τὠργύριον τὤβυσσον ᾖ πὰρ τᾷ σιῷ. ἐὰν μὴ τῇ γυναικὶ συμφέρῃ. . ἐὰν λαβόντες δ᾽ ἐς τὸ δωμάτιον βίᾳ 160 ἕλκωσιν ἡμᾶς. Καλονίκη εἴ τοι δοκεῖ σφῷν ταῦτα. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ ἔστι καὶ τοῦτ᾽ εὖ παρεσκευασμένον· 175 καταληψόμεθα γὰρ τὴν ἀκρόπολιν τήμερον. ταῖς πρεσβυτάταις γὰρ προστέτακται τοῦτο δρᾶν. Λαμπιτῶ οὐχ ἇς πόδας κ᾽ ἔχωντι ταὶ τριήρεες. Λαμπιτῶ καὶ τὼς μὲν ἁμῶν ἄνδρας ἁμὲς πείσομες παντᾷ δικαίως ἄδολον εἰράναν ἄγειν· τὸν τῶν Ἀσαναίων γα μὰν ῥυάχετον 170 πᾷ κά τις ἀμπείσειεν αὖ μὴ πλαδδιῆν. κἄλλως ὀδυνᾶν χρή· κἀμέλει ταχέως πάνυ ἀπεροῦσιν.
ὅπως ἂν ἀρρήκτως ἔχῃ. Καλονίκη Λυσιστράτη τίν᾽ ὅρκον ὁρκώσεις ποθ᾽ ἡμᾶς. ποῖ βλέπεις. 190 Λυσιστράτη τίς ἂν οὖν γένοιτ᾽ ἂν ὅρκος. θὲς ἐς τὸ πρόσθεν ὑπτίαν τὴν ἀσπίδα. μηλοσφαγούσας. ὥσπερ φάσ᾽ ἐν Αἰσχύλῳ ποτέ. ποῦ ᾽σθ᾽ ἡ Σκύθαινα. 185 καί μοι δότω τὰ τόμιά τις. Λυσιστράτη ποῖ λευκὸν ἵππον. Λαμπιτῶ παντᾷ κ᾽ ἔχοι. καὶ τᾷδε γὰρ λέγεις καλῶς. Καλονίκη μὴ σύ γ᾽ ὦ Λυσιστράτη εἰς ἀσπίδ᾽ ὀμόσῃς μηδὲν εἰρήνης πέρι. 180 Λυσιστράτη τί δῆτα ταῦτ᾽ οὐχ ὡς τάχιστ᾽ ὦ Λαμπιτοῖ ξυνωμόσαμεν. Καλονίκη εἰ λευκόν ποθεν ἵππον λαβοῦσαι τόμιον ἐντεμοίμεθα. εἰς ἀσπίδ᾽. Λυσιστράτη ὅντινα.θύειν δοκούσαις καταλαβεῖν τὴν ἀκρόπολιν. ὡς ὀμιόμεθα. Λαμπιτῶ πάρφαινε μὰν τὸν ὅρκον. Καλονίκη . Λυσιστράτη καλῶς λέγεις.
Καλονίκη εὔχρων γε θαἶμα κἀποπυτίζει καλῶς. Λυσιστράτη λάζυσθε πᾶσαι τῆς κύλικος ὦ Λαμπιτοῖ· λεγέτω δ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν μί᾽ ἅπερ ἂν κἀγὼ λέγω· . Μυρρίνη ἐᾶτε πρώτην μ᾽ ὦ γυναῖκες ὀμνύναι. Λαμπιτῶ φεῦ δᾶ τὸν ὅρκον ἄφατον ὡς ἐπαινίω. δέσποινα Πειθοῖ καὶ κύλιξ φιλοτησία. <ὁ> κεραμεὼν ὅσος. 205 Λαμπιτῶ καὶ μὰν ποτόδδει γ᾽ ἁδὺ ναὶ τὸν Κάστορα. ἢν βούλῃ. ἐάν γε μὴ λάχῃς. τὰ σφάγια δέξαι ταῖς γυναιξὶν εὐμενής. Μυρρίνη ὦ φίλταται γυναῖκες. 195 μηλοσφαγοῦσαι Θάσιον οἴνου σταμνίον ὀμόσωμεν ἐς τὴν κύλικα μὴ ᾽πιχεῖν ὕδωρ. 200 Καλονίκη ταύτην μὲν ἄν τις εὐθὺς ἡσθείη λαβών. Λυσιστράτη ἐγώ σοι νὴ Δί᾽. Καλονίκη μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὔκ. Λυσιστράτη φερέτω κύλικά τις ἔνδοθεν καὶ σταμνίον. φράσω. θεῖσαι μέλαιναν κύλικα μεγάλην ὑπτίαν.ἀλλὰ πῶς ὀμούμεθα ἡμεῖς. Λυσιστράτη καταθεῖσα ταύτην προσλαβοῦ μοι τοῦ κάπρου.
παπαῖ 215 ὑπολύεταί μου τὰ γόνατ᾽ ὦ Λυσιστράτη. Καλονίκη ὅστις πρὸς ἐμὲ πρόσεισιν ἐστυκώς. Λυσιστράτη ἐὰν δέ μ᾽ ἄκουσαν βιάζηται βίᾳ.-225 . οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οὔτε μοιχὸς οὔτ᾽ ἀνήρ-Καλονίκη οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οὔτε μοιχὸς οὔτ᾽ ἀνήρ-Λυσιστράτη ὅστις πρὸς ἐμὲ πρόσεισιν ἐστυκώς. Λυσιστράτη οἴκοι δ᾽ ἀταυρώτη διάξω τὸν βίον-Καλονίκη οἴκοι δ᾽ ἀταυρώτη διάξω τὸν βίον-Λυσιστράτη κροκωτοφοροῦσα καὶ κεκαλλωπισμένη.-220 Λυσιστράτη ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου· Καλονίκη ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου· Λυσιστράτη κοὐδέποθ᾽ ἑκοῦσα τἀνδρὶ τὠμῷ πείσομαι.210 ὑμεῖς δ᾽ ἐπομεῖσθε ταὐτὰ κἀμπεδώσετε.-Καλονίκη κροκωτοφοροῦσα καὶ κεκαλλωπισμένη. λέγε. Καλονίκη κοὐδέποθ᾽ ἑκοῦσα τἀνδρὶ τὠμῷ πείσομαι.
230 Λυσιστράτη οὐ στήσομαι λέαιν᾽ ἐπὶ τυροκνήστιδος. ὕδατος ἐμπλῇθ᾽ ἡ κύλιξ. ὕδατος ἐμπλῇθ᾽ ἡ κύλιξ. Καλονίκη .Καλονίκη ἐὰν δέ μ᾽ ἄκουσαν βιάζηται βίᾳ.-Λυσιστράτη κακῶς παρέξω κοὐχὶ προσκινήσομαι. 235 Καλονίκη εἰ δὲ παραβαίην. Λυσιστράτη συνεπόμνυθ᾽ ὑμεῖς ταῦτα πᾶσαι. Λυσιστράτη ταῦτ᾽ ἐμπεδοῦσα μὲν πίοιμ᾽ ἐντευθενί· Καλονίκη ταῦτ᾽ ἐμπεδοῦσα μὲν πίοιμ᾽ ἐντευθενί· Λυσιστράτη εἰ δὲ παραβαίην. Καλονίκη κακῶς παρέξω κοὐχὶ προσκινήσομαι. Καλονίκη οὐ στήσομαι λέαιν᾽ ἐπὶ τυροκνήστιδος. Λυσιστράτη οὐ πρὸς τὸν ὄροφον ἀνατενῶ τὼ Περσικά. Λυσιστράτη φέρ᾽ ἐγὼ καθαγίσω τήνδε. Καλονίκη οὐ πρὸς τὸν ὄροφον ἀνατενῶ τὼ Περσικά. Πᾶσαι νὴ Δία.
Χορὸς Γερόντων χώρει Δράκης.τὸ μέρος γ᾽ ὦ φίλη. ἡγοῦ βάδην. 240 Λυσιστράτη τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ οὑγὼ ᾽λεγον· αἱ γὰρ γυναῖκες τὴν ἀκρόπολιν τῆς θεοῦ ἤδη κατειλήφασιν. εἰ καὶ τὸν ὦμον ἀλγεῖς κορμοῦ τοσουτονὶ βάρος χλωρᾶς φέρων ἐλάας. τασδὶ δ᾽ ὁμήρους κατάλιφ᾽ ἡμῖν ἐνθάδε· ἡμεῖς δὲ ταῖς ἄλλαισι ταῖσιν ἐν πόλει 245 ξυνεμβάλωμεν εἰσιοῦσαι τοὺς μοχλούς. Λαμπιτῶ τίς ὡλολυγά. ἐπεὶ τίς ἄν ποτ᾽ ἤλπισ᾽ ὦ Στρυμόδωρ᾽ ἀκοῦσαι γυναῖκας. ὅπως ἂν ὦμεν εὐθὺς ἀλλήλων φίλαι. Καλονίκη μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὐδέποτέ γ᾽· ἄλλως γὰρ ἂν ἄμαχοι γυναῖκες καὶ μιαραὶ κεκλῄμεθ᾽ ἄν. 255 Χορὸς Γερόντων ἦ πόλλ᾽ ἄελπτ᾽ ἔνεστιν ἐν τῷ μακρῷ βίῳ φεῦ. ἀλλ᾽ ὦ Λαμπιτοῖ σὺ μὲν βάδιζε καὶ τὰ παρ᾽ ὑμῶν εὖ τίθει. Λυσιστράτη ὀλίγον αὐτῶν μοι μέλει. οὐ γὰρ τοσαύτας οὔτ᾽ ἀπειλὰς οὔτε πῦρ ἥξουσ᾽ ἔχοντες ὥστ᾽ ἀνοῖξαι τὰς πύλας 250 ταύτας. Καλονίκη οὔκουν ἐφ᾽ ἡμᾶς ξυμβοηθήσειν οἴει τοὺς ἄνδρας εὐθύς. ἐὰν μὴ ᾽φ᾽ οἷσιν ἡμεῖς εἴπομεν. ἃς ἐβόσκομεν 260 .
ἀπῆθεν ἀψάλακτος. ὃς αὐτὴν κατέσχε πρῶτος. ἓξ ἐτῶν ἄλουτος. ὑπὸ ψήφου μιᾶς. 290 ὡς ἐμοῦ γε τὼ ξύλω τὸν ὦμον ἐξιπώκατον· . ἀλλ᾽ 275 ὅμως Λακωνικὸν πνέων ᾤχετο θὤπλα παραδοὺς ἐμοί. σμικρὸν ἔχων πάνυ τριβώνιον.κατ᾽ οἶκον ἐμφανὲς κακόν. 270 Χορὸς Γερόντων οὐ γὰρ μὰ τὴν Δήμητρ᾽ ἐμοῦ ζῶντος ἐγχανοῦνται· ἐπεὶ οὐδὲ Κλεομένης. τασδὶ δὲ τὰς Εὐριπίδῃ θεοῖς τε πᾶσιν ἐχθρὰς ἐγὼ οὐκ ἄρα σχήσω παρὼν τολμήματος τοσούτου. πινῶν ῥυπῶν ἀπαράτιλτος. κατὰ μὲν ἅγιον ἔχειν βρέτας. 285 Χορὸς Γερόντων ἀλλ᾽ αὐτὸ γάρ μοι τῆς ὁδοῦ λοιπόν ἐστι χωρίον τὸ πρὸς πόλιν τὸ σιμόν. αὐταῖς ἐν κύκλῳ θέντες τὰ πρέμνα ταυτί. μή νυν ἔτ᾽ ἐν <τῇ> τετραπόλει τοὐμὸν τροπαῖον εἴη. πρώτην δὲ τὴν Λύκωνος. 265 Χορὸς Γερόντων ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα πρὸς πόλιν σπεύσωμεν ὦ Φιλοῦργε. οἷ σπουδὴν ἔχω· χὤπως ποτ᾽ ἐξαμπρεύσομεν τοῦτ᾽ ἄνευ κανθηλίου. ὅσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτ᾽ ἐνεστήσαντο καὶ μετῆλθον. κατὰ δ᾽ ἀκρόπολιν ἐμὰν λαβεῖν μοχλοῖς δὲ καὶ κλῄθροισι τὰ προπύλαια πακτοῦν. 280 Χορὸς Γερόντων οὕτως ἐπολιόρκησ᾽ ἐγὼ τὸν ἄνδρ᾽ ἐκεῖνον ὠμῶς ἐφ᾽ ἑπτακαίδεκ᾽ ἀσπίδων πρὸς ταῖς πύλαις καθεύδων. ὅπως ἄν. μίαν πυρὰν νήσαντες ἐμπρήσωμεν αὐτόχειρες πάσας.
ἰοὺ ἰοὺ τοῦ καπνοῦ. 310 ἐμπιμπράναι χρὴ τὰς θύρας καὶ τῷ καπνῷ πιέζειν. σὸν δ᾽ ἔργον ἐστὶν ὦ χύτρα τὸν ἄνθρακ᾽ ἐξεγείρειν. φῦ φῦ. δέσποινα Νίκη ξυγγενοῦ τῶν τ᾽ ἐν πόλει γυναικῶν τοῦ νῦν παρεστῶτος θράσους θέσθαι τροπαῖον ἡμᾶς.ἀλλ᾽ ὅμως βαδιστέον. ἰοὺ ἰοὺ τοῦ καπνοῦ. 295 Χορὸς Γερόντων ὡς δεινὸν ὦναξ Ἡράκλεις προσπεσόν μ᾽ ἐκ τῆς χύτρας ὥσπερ κύων λυττῶσα τὠφθαλμὼ δάκνει· κἄστιν γε Λήμνιον τὸ πῦρ τοῦτο πάσῃ μηχανῇ. σπεῦδε πρόσθεν ἐς πόλιν καὶ βοήθει τῇ θεῷ. καὶ τὸ πῦρ φυσητέον. φεῦ τοῦ καπνοῦ βαβαιάξ. Χορὸς Γυναικῶν λιγνὺν δοκῶ μοι καθορᾶν καὶ καπνὸν ὦ γυναῖκες ὥσπερ πυρὸς καομένου· σπευστέον ἐστὶ θᾶττον. 305 Χορὸς Γερόντων τουτὶ τὸ πῦρ ἐγρήγορεν θεῶν ἕκατι καὶ ζῇ. μή μ᾽ ἀποσβεσθὲν λάθῃ πρὸς τῇ τελευτῇ τῆς ὁδοῦ. ταυτὶ μὲν ἤδη τὴν ῥάχιν θλίβοντά μου πέπαυται. οὔκουν ἄν. 315 τὴν λαμπάδ᾽ ἡμμένην ὅπως πρώτιστ᾽ ἐμοὶ προσοίσεις. τίς ξυλλάβοιτ᾽ ἂν τοῦ ξύλου τῶν ἐν Σάμῳ στρατη γῶν. θώμεσθα δὴ τὸ φορτίον. φῦ φῦ. 320 . ἢ πότ᾽ αὐτῇ μᾶλλον ἢ νῦν ὦ Λάχης ἀρήξομεν. τῆς ἀμπέλου δ᾽ ἐς τὴν χύτραν τὸν φανὸν ἐγκαθέντες ἅψαντες εἶτ᾽ ἐς τὴν θύραν κριηδὸν ἐμπέσοιμεν. εἰ τὼ μὲν ξύλω θείμεσθα πρῶτον αὐτοῦ. 300 οὐ γὰρ <ἄν> ποθ᾽ ὧδ᾽ ὀδὰξ ἔβρυκε τὰς λήμας ἐμοῦ. κἂν μὴ καλούντων τοὺς μοχλοὺς χαλῶσιν αἱ γυναῖκες.
Χορὸς Γυναικῶν πέτου πέτου Νικοδίκη. 325 ἀλλὰ φοβοῦμαι τόδε. τουτὶ τί ἦν. μῶν ὑστερόπους βοηθῶ. ἁρπαλέως ἀραμένη ταῖσιν ἐμαῖς δημότισιν καομέναις φέρουσ᾽ ὕδωρ βοηθῶ. εἴ τις ἐκείνας ὑποπίμπρησιν ἀνήρ. φέρειν ὕδωρ μεθ᾽ ἡμῶν. στελέχη 336 φέροντας ὥσπερ βαλανεύσοντας ἐς πόλιν ὡς τριτάλαντον βάρος. πρὶν ἐμπεπρῆσθαι Καλύκην τε καὶ Κρίτυλλαν περιφυσήτω ὑπό τε νόμων ἀργαλέων ὑπό τε γερόντων ὀλέθρων. ἀλλὰ πολέμου καὶ μανιῶν ῥυσαμένας Ἑλλάδα καὶ πολίτας. νῦν δὴ γὰρ ἐμπλησαμένη τὴν ὑδρίαν κνεφαία μόλις ἀπὸ κρήνης ὑπ᾽ ὄχλου καὶ θορύβου καὶ πατάγου χυτρείου. δεινότατ᾽ ἀπειλοῦντας ἐπῶν ὡς πυρὶ χρὴ τὰς μυσαρὰς γυναῖκας ἀνθρακεύειν· 340 ἃς ὦ θεὰ μή ποτ᾽ ἐγὼ πιμπραμένας ἴδοιμι. Χορὸς Γυναικῶν ἤκουσα γὰρ τυφογέροντας ἄνδρας ἔρρειν. ὦνδρες πόνῳ πόνηροι· 350 . ἐφ᾽ οἷσπερ ὦ χρυσολόφα πολιοῦχε σὰς ἔσχον ἕδρας. 345 καί σε καλῶ ξύμμαχον ὦ Τριτογένει᾽. Χορὸς Γυναικῶν ἔασον ὦ. δούλαισιν ὠστιζομένη 330 * στιγματίαις θ᾽.
Χορὸς Γερόντων εἰ νὴ Δἴ ἤδη τὰς γνάθους τούτων τις ἢ δὶς ἢ τρὶς 360 ἔκοψεν ὥσπερ Βουπάλου. 365 Χορὸς Γερόντων τί δ᾽ ἢν σποδῶ τοῖς κονδύλοις. Χορὸς Γερόντων εἰ μὴ σιωπήσει. Χορὸς Γυναικῶν ἅψαι μόνον Στρατυλλίδος τῷ δακτύλῳ προσελθών. Χορὸς Γερόντων οὐκ ἔστ᾽ ἀνὴρ Εὐριπίδου σοφώτερος ποιητής· οὐδὲν γὰρ οὕτω θρέμμ᾽ ἀναιδές ἐστιν ὡς γυναῖκες. ὅπως ἂν ἢν προσφέρῃ τὴν χεῖρά τις μὴ τοῦτό μ᾽ ἐμποδίζῃ. καὶ μὴν μέρος γ᾽ ἡμῶν ὁρᾶτ᾽ οὔπω τὸ μυριοστόν. Χορὸς Γυναικῶν βρύκουσά σου τοὺς πλεύμονας καὶ τἄντερ᾽ ἐξαμήσω. Χορὸς Γυναικῶν θώμεσθα δὴ τὰς κάλπιδας χἠμεῖς χαμᾶζ᾽. θενών σου ᾽κκοκκιῶ τὸ γῆρας.οὐ γάρ ποτ᾽ ἂν χρηστοί γ᾽ ἔδρων οὐδ᾽ εὐσεβεῖς τάδ᾽ ἄνδρες. οὔ τί που πολλαὶ δοκοῦμεν εἶναι. Χορὸς Γυναικῶν καὶ μὴν ἰδοὺ παταξάτω τις· στᾶσ᾽ ἐγὼ παρέξω. Χορὸς Γυναικῶν τί βδύλλεθ᾽ ἡμᾶς. φωνὴν ἂν οὐκ ἂν εἶχον. Χορὸς Γερόντων τουτὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἡμῖν ἰδεῖν ἀπροσδόκητον ἥκει· ἑσμὸς γυναικῶν οὑτοσὶ θύρασιν αὖ βοηθεῖ. 355 Χορὸς Γερόντων ὦ Φαιδρία ταύτας λαλεῖν ἐάσομεν τοσαυτί. κοὐ μή ποτ᾽ ἄλλη σου κύων τῶν ὄρχεων λάβητα. τί μ᾽ ἐργάσει τὸ δεινόν. οὐ περικατᾶξαι τὸ ξύλον τύπτοντ᾽ ἐχρῆν τιν᾽ αὐταῖς. Χορὸς Γυναικῶν .
375 Χορὸς Γυναικῶν τοὔργον τάχ᾽ αὐτὸ δείξει. . Χορὸς Γερόντων σχήσω σ᾽ ἐγὼ τῆς νῦν βοῆς. Χορὸς Γερόντων ἐμοὶ σὺ λουτρὸν ὦ σαπρά. Χορὸς Γερόντων ἤκουσας αὐτῆς τοῦ θράσους. Χορὸς Γερόντων τοὐμὸν σὺ πῦρ κατασβέσεις. Χορὸς Γυναικῶν τί δαὶ σὺ πῦρ ὦ τύμβ᾽ ἔχων. Χορὸς Γυναικῶν ἐγὼ δέ γ᾽ ἵνα τὴν σὴν πυρὰν τούτῳ κατασβέσαιμι. Χορὸς Γερόντων οὐκ οἶδά σ᾽ εἰ τῇδ᾽ ὡς ἔχω τῇ λαμπάδι σταθεύσω. Χορὸς Γυναικῶν ἐλευθέρα γάρ εἰμι. 370 Χορὸς Γερόντων τί δ᾽ ὦ θεοῖς ἐχθρὰ σὺ δεῦρ᾽ ὕδωρ ἔχουσ᾽ ἀφίκου. Χορὸς Γυναικῶν εἰ ῥύμμα τυγχάνεις ἔχων. Χορὸς Γερόντων ἐγὼ μὲν ἵνα νήσας πυρὰν τὰς σὰς φίλας ὑφάψω.αἰρώμεθ᾽ ἡμεῖς θοὔδατος τὴν κάλπιν ὦ ῾Ροδίππη. λουτρόν <γ᾽> ἐγὼ παρέξω. ὡς σαυτὸν ἐμπυρεύσων. Χορὸς Γυναικῶν καὶ ταῦτα νυμφικόν γε. 380 Χορὸς Γυναικῶν ἀλλ᾽ οὐκέθ᾽ ἡλιάζει.
Πρόβουλος ἆρ᾽ ἐξέλαμψε τῶν γυναικῶν ἡ τρυφὴ χὠ τυμπανισμὸς χοἰ πυκνοὶ Σαβάζιοι. ἡ γυνὴ δ᾽ ὀρχουμένη “αἰαῖ Ἄδωνιν” φησίν. σὺ χλιανεῖς σεαυτόν. οὗ ᾽γώ ποτ᾽ ὢν ἤκουον ἐν τἠκκλησίᾳ. τί δρᾷς.Χορὸς Γερόντων ἔμπρησον αὐτῆς τὰς κόμας. 385 Χορὸς Γυναικῶν οὐκοῦν ἐπειδὴ πῦρ ἔχεις. Χορὸς Γερόντων ἀλλ᾽ αὖός εἰμ᾽ ἤδη τρέμων. ὁ δὲ Δημόστρατος ἔλεγεν ὁπλίτας καταλέγειν Ζακυνθίων· ἡ δ᾽ ὑποπεπωκυῖ᾽ ἡ γυνὴ ᾽πὶ τοῦ τέγους 395 “κόπτεσθ᾽ Ἄδωνιν” φησίν· ὁ δ᾽ ἐβιάζετο ὁ θεοῖσιν ἐχθρὸς καὶ μιαρὸς Χολοζύγης. αἳ τἄλλα θ᾽ ὑβρίκασι κἀκ τῶν καλπίδων . Χορὸς Γερόντων τί δῆτ᾽ ἂν εἰ πύθοιο καὶ τὴν τῶνδ᾽ ὕβριν. Χορὸς Γυναικῶν σὸν ἔργον ὦχελῷε. ὅ τ᾽ Ἀδωνιασμὸς οὗτος οὑπὶ τῶν τεγῶν. Χορὸς Γερόντων ποῖ θερμόν. τοιαῦτ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν ἐστιν ἀκόλαστ᾽ ᾄσματα. οὐ παύσει. Χορὸς Γερόντων οἴμοι τάλας. Χορὸς Γυναικῶν μῶν θερμὸν ἦν. 390 ἔλεγε δ᾽ ὁ μὴ ὥρασι μὲν Δημόστρατος πλεῖν ἐς Σικελίαν. Χορὸς Γυναικῶν ἄρδω σ᾽ ὅπως ἂν βλαστάνῃς.
ὅπως ἂν αὐτὰς τῆς ὕβρεως ἐγὼ σχέθω. ὅταν γὰρ αὐτοὶ ξυμπονηρευώμεθα ταῖσιν γυναιξὶ καὶ διδάσκωμεν τρυφᾶν. ποῖ δ᾽ αὖ σὺ βλέπεις. ἐνθενδὶ δ᾽ ἐγὼ ξυνεκμοχλεύσω.” τοιαῦτ᾽ ἀπήντηκ᾽ ἐς τοιαυτὶ πράγματα. ὅπως ἂν εὐρυτέρως ἔχῃ. ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔργον ἑστάναι. 420 ὅτε γ᾽ ὢν ἐγὼ πρόβουλος. οὐχ ὑποβαλόντες τοὺς μοχλοὺς ὑπὸ τὰς πύλας ἐντεῦθεν ἐκμοχλεύσετ᾽. οὐδὲν ποιῶν ἀλλ᾽ ἢ καπηλεῖον σκοπῶν. ἐκπορίσας ὅπως κωπῆς ἔσονται. πάσῃ τέχνῃ πρὸς ἑσπέραν ἐλθὼν ἐκείνῃ τὴν βάλανον ἐνάρμοσον. ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἀποκέκλῃμαι ταῖς πύλαις. 405 τοιαῦτ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν βλαστάνει βουλεύματα. τἀργυρίου νυνὶ δέον.” ἕτερος δέ τις πρὸς σκυτοτόμον ταδὶ λέγει νεανίαν καὶ πέος ἔχοντ᾽ οὐ παιδικόν· 415 “ὦ σκυτοτόμε μου τῆς γυναικὸς τοῦ ποδὸς τὸ δακτυλίδιον ξυμπιέζει τὸ ζυγὸν ἅθ᾽ ἁπαλὸν ὄν· τοῦτ᾽ οὖν σὺ τῆς μεσημβρίας ἐλθὼν χάλασον. ὀρχουμένης μου τῆς γυναικὸς ἑσπέρας ἡ βάλανος ἐκπέπτωκεν ἐκ τοῦ τρήματος. 410 ἐμοὶ μὲν οὖν ἔστ᾽ ἐς Σαλαμῖνα πλευστέα· σὺ δ᾽ ἢν σχολάσῃς.400 ἔλουσαν ἡμᾶς. οἳ λέγομεν ἐν τῶν δημιουργῶν τοιαδί· “ὦ χρυσοχόε τὸν ορμον ὃν ἐπεσκεύασας. 430 Λυσιστράτη μηδὲν ἐκμοχλεύετε· . φέρε τοὺς μοχλούς. ὥστε θαἰματίδια σείειν πάρεστιν ὥσπερ ἐνεουρηκότας. 425 τί κέχηνας ὦ δύστηνε. Πρόβουλος νὴ τὸν Ποσειδῶ τὸν ἁλυκὸν δίκαιά γε.
Πρόβουλος ἄληθες ὦ μιαρὰ σύ. ποῦ τοξότης. οὐ ξυναρπάσει μέσην καὶ σὺ μετὰ τούτου κἀνύσαντε δήσετον. 445 παύσω τιν᾽ ὑμῶν τῆσδ᾽ ἐγὼ τῆς ἐξόδου. ξυλλάμβαν᾽ αὐτὴν κὠπίσω τὼ χεῖρε δεῖ. .ἐξέρχομαι γὰρ αὐτομάτη. ποῦ ᾽στιν ἕτερος τοξότης. Λυσιστράτη εἴ τἄρα νὴ τὴν Ἄρτεμιν τὴν χεῖρά μοι 435 ἄκραν προσοίσει δημόσιος ὤν. Γυνὴ Β εἴ τἄρα νὴ τὴν Φωσφόρον τὴν χεῖρ᾽ ἄκραν ταύτῃ προσοίσεις. ταύτην προτέραν ξύνδησον. Πρόβουλος τουτὶ τί ἦν. οὐ γὰρ μοχλῶν δεῖ μᾶλλον ἢ νοῦ καὶ φρενῶν. Πρόβουλος ἔδεισας οὗτος. 440 Πρόβουλος ἰδού γ᾽ἐπιχεσεῖ. κύαθον αἰτήσεις τάχα. Γυνὴ Α εἴ τἄρα νὴ τὴν Πάνδροσον ταύτῃ μόνον τὴν χεῖρ᾽ ἐπιβαλεῖς. ἀτὰρ οὐ γυναικῶν οὐδέποτ᾽ ἔσθ᾽ ἡττητέα 450 ἡμῖν· ὁμόσε χωρῶμεν αὐταῖς ὦ Σκύθαι ξυνταξάμενοι. ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ τοξότης. ἐπιχεσεῖ πατούμενος. ἐκκοκκιῶ σου τὰς στενοκωκύτους τρίχας. ὁτιὴ καὶ λαλεῖ. Γυνὴ Γ εἴ τἄρα νὴ τὴν Ταυροπόλον ταύτῃ πρόσει. ταύτης ἔχου. τί δεῖ μοχλῶν. κλαύσεται. Πρόβουλος οἴμοι κακοδαίμων· ἐπιλέλοιφ᾽ ὁ τοξότης.
455 Λυσιστράτη ὦ ξύμμαχοι γυναῖκες ἐκθεῖτ᾽ ἔνδοθεν. τί τοῖσδε σαυτὸν ἐς λόγους τοῖς θηρίοις συνάπτεις. μὴ σκυλεύετε. οὐκ οἶσθα λουτρὸν οἷον αἵδ᾽ ἡμᾶς ἔλουσαν ἄρτι ἐν τοῖσιν ἱματιδίοις. Χορὸς Γερόντων ὦ πόλλ᾽ ἀναλώσας ἔπη πρόβουλε τῆσδε <τῆς> γῆς. οὐκ ἀράξετε.Λυσιστράτη νὴ τὼ θεὼ γνώσεσθ᾽ ἄρα ὅτι καὶ παρ᾽ ἡμῖν εἰσι τέτταρες λόχοι μαχίμων γυναικῶν ἔνδον ἐξωπλισμένων. ἢ γυναιξὶν οὐκ οἴει χολὴν ἐνεῖναι. κυλοιδιᾶν ἀνάγκη. 470 Χορὸς Γυναικῶν ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ οὐ χρὴ προσφέρειν τοῖς πλησίοισιν εἰκῇ τὴν χεῖρ᾽· ἐὰν δὲ τοῦτο δρᾷς. οὐ παιήσετ᾽. . καὶ ταῦτ᾽ ἄνευ κονίας. οὐκ ἀναισχυντήσετε. Πρόβουλος ἀποστρέφετε τὰς χεῖρας αὐτῶν ὦ Σκύθαι. ὦ σκοροδοπανδοκευτριαρτοπώλιδες. οὐ λοιδορήσετ᾽. πότερον ἐπὶ δούλας τινὰς ἥκειν ἐνόμισας. 465 Πρόβουλος νὴ τὸν Ἀπόλλω καὶ μάλα πολλήν γ᾽. ἐπεὶ ᾽θέλω ᾽γὼ σωφρόνως ὥσπερ κόρη καθῆσθαι. ὦ σπερμαγοραιολεκιθολαχανοπώλιδες. Λυσιστράτη ἀλλὰ τί γὰρ ᾤου. Πρόβουλος οἴμ᾽ ὡς κακῶς πέπραγέ μου τὸ τοξικόν. ἐάνπερ πλησίον κάπηλος ᾖ. κινοῦσα μηδὲ κάρφος. ἐπαναχωρεῖτε. οὐχ ἕλξετ᾽. λυποῦσα μηδέν᾽ ἐνθαδί. 460 παύσασθ᾽. ἢν μή τις ὥσπερ σφηκιὰν βλίττῃ με κἀρεθίζῃ.
ἐφ᾽ ὅ τι τε μεγαλόπετρον ἄβατον ἀκρόπολιν ἱερὸν τέμενος. 490 ἀεί τινα κορκορυγὴν ἐκύκων. .475 Χορὸς Γερόντων ὦ Ζεῦ τί ποτε χρησόμεθα τοῖσδε τοῖς κνωδάλοις. Λυσιστράτη τοῦτό μ᾽ ἐρωτᾷς. οἱ δ᾽ οὖν τοῦδ᾽ οὕνεκα δρώντων ὅ τι βούλονται· τὸ γὰρ ἀργύριον τοῦτ᾽ οὐκέτι μὴ καθέλωσιν. Λυσιστράτη ἵνα τἀργύριον σῶν παρέχοιμεν καὶ μὴ πολεμοῖτε δι᾽ αὐτό. Πρόβουλος ὑμεῖς ταμιεύσετε τἀργύριον. Χορὸς Γερόντων ἀλλ᾽ ἀνερώτα καὶ μὴ πείθου καὶ πρόσφερε πάντας ἐλέγχους. Λυσιστράτη καὶ τἄλλα γε πάντ᾽ ἐκυκήθη. ἀλλὰ βασανιστέον τόδε σοι τὸ πάθος μετ᾽ ἐμοῦ ὅ τι βουλόμεναί ποτε τὴν 480 Κραναὰν κατέλαβον. ἡμεῖς ταμιεύσομεν αὐτό. ὅ τι βουλόμεναι τὴν πόλιν ἡμῶν ἀπεκλῄσατε τοῖσι μοχλοῖσιν. 485 Πρόβουλος καὶ μὴν αὐτῶν τοῦτ᾽ ἐπιθυμῶ νὴ τὸν Δία πρῶτα πυθέσθαι. Λυσιστράτη τί <δὲ> δεινὸν τοῦτο νομίζεις. Πρόβουλος διὰ τἀργύριον πολεμοῦμεν γάρ. Πρόβουλος ἀλλὰ τί δράσεις. ὡς αἰσχρὸν ἀκωδώνιστον ἐᾶν τὸ τοιοῦτον πρᾶγμα μεθέντας. ου᾽ γὰρ ἔτ᾽ ἀνεκτὰ τάδε γ᾽. ἵνα γὰρ Πείσανδρος ἔχοι κλέπτειν χοἰ ταῖς ἀρχαῖς ἐπέχοντες.
ἀλλὰ ποιητέα ταῦτ᾽ ἐστὶν ὅμως.οὐ καὶ τἄνδον χρήματα πάντως ἡμεῖς ταμιεύομεν ὑμῖν. Λυσιστράτη ἡμεῖς ὑμᾶς σώσομεν. 500 Πρόβουλος νὴ τὴν Δήμητρ᾽ ἄδικόν γε. 495 Πρόβουλος ἀλλ᾽ οὐ ταὐτόν. Πρόβουλος δεινόν <γε> λέγεις. Πρόβουλος πολεμητέον ἔστ᾽ ἀπὸ τούτου. κἂν μὴ βούλῃ. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ οὐδὲν δεῖ πρῶτον πολεμεῖν. Πρόβουλος πῶς γὰρ σωθησόμεθ᾽ ἄλλως. Πρόβουλος σχέτλιόν γε. Λυσιστράτη ὡς σωθήσει. Λυσιστράτη σωστέον ὦ τᾶν. Λυσιστράτη πῶς οὐ ταὐτόν. Λυσιστράτη ἡμεῖς μέντοι. Πρόβουλος ὑμεῖς. . Λυσιστράτη ἀγανακτεῖς.
. Λυσιστράτη ἡμεῖς φράσομεν. Λυσιστράτη ταῦτα ποιήσω. καὶ τὰς χεῖρας πειρῶ κατέχειν. Λυσιστράτη ἀκροῶ δή. 505 Γυνὴ Α. “οὐ σιγήσει;” κἀγὼ ἐσίγων. “τί βεβούλευται περὶ τῶν σπονδῶν ἐν τῇ στήλῃ παραγράψαι ἐν τῷ δήμῳ τήμερον ὑμῖν;” “τίδὲ σοὶ ταῦτ᾽;” ἦ δ᾽ ὃς ἂν ἁνήρ. ἡμεῖς τὸν μὲν πρότερον πόλεμον καὶ τὸν χρόνον ἠνεσχόμεθα ὑπὸ σωφροσύνης τῆς ἡμετέρας τῶν ἀνδρῶν ἅττ᾽ ἐποιεῖτε. Πρόβουλος λέγε δὴ ταχέως. Λυσιστράτη τοῦδ᾽ οὕνεκα καὶ πολὺ μᾶλλον. ἀλλ᾽ ᾐσθανόμεσθα καλῶς ὑμῶν. Πρόβουλος τοῦτο μὲν ὦ γραῦ σαυτῇ κρώξαις· σὺ δέ μοι λέγε. 515 Γυνὴ Β. καὶ πολλάκις ἔνδον ἂν οὖσαι 510 ἠκούσαμεν ἄν τι κακῶς ὑμᾶς βουλευσαμένους μέγα πρᾶγμα· εἶτ᾽ ἀλγοῦσαι τἄνδοθεν ὑμᾶς ἐπανηρόμεθ᾽ ἂν γελάσασαι. Πρόβουλος ὑμῖν δὲ πόθεν περὶ τοῦ πολέμου τῆς τ᾽ εἰρήνης ἐμέλησεν. κλαύσει τοίνυν πολὺ μᾶλλον.Πρόβουλος κεἰ μὴ δέομαι. Πρόβουλος ἀλλ᾽ οὐ δύναμαι· χαλεπὸν γὰρ ὑπὸ τῆς ὀργῆς αὐτὰς ἴσχειν. ἵνα μὴ κλάῃς. οὐ γὰρ γρύζειν εἰᾶθ᾽ ἡμᾶς. καίτοὐκ ἠρέσκετέ γ᾽ ἡμᾶς.
καὶ τοῦτον τὸν καλαθίσκον. εἰ μηδὲ κακῶς βουλευομένοις ἐξῆν ὑμῖν ὑποθέσθαι. Πρόβουλος σοί γ᾽ ὦ κατάρατε σιωπῶ ᾽γώ. “οὐκ ἔστιν ἀνὴρ ἐν τῇ χώρᾳ;“ “μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽. . 520 Λυσιστράτη πῶς ὀρθῶς ὦ κακόδαιμον. δεινόν γε λέγεις κοὐ τλητὸν ἔμοιγε. παρ᾽ ἐμοῦ τουτὶ τὸ κάλυμμα λαβὼν ἔχε καὶ περίθου περὶ τὴν κεφαλήν. Λυσιστράτη τοιγὰρ ἔγωγ᾽ ἔνδον ἐσίγων. .” <εἶφ᾽> ἕτερός τις· μετὰ ταῦθ᾽ ἡμῖν εὐθὺς ἔδοξεν σῶσαι τὴν Ἑλλάδα κοινῇ 525 ταῖσι γυναιξὶν συλλεχθείσαις.” Πρόβουλος ὀρθῶς γε λέγων νὴ Δί᾽ ἐκεῖνος. εἰ μὴ ᾽σίγας. . ποῖ γὰρ καὶ χρῆν ἀναμεῖναι. κᾆτα σιώπα Γυνὴ Γ. ὀτοτύξεσθαι μακρὰ τὴν κεφαλήν· “πόλεμος δ᾽ ἄνδρεσσι μελήσει. μή νυν ζῴην. ἔτερόν τι πονηρότερον βούλευμ᾽ ἐπεπύσμεθ᾽ ἂν ὑμῶν· εἶτ᾽ ἠρόμεθ᾽ ἄν· “πῶς ταῦτ᾽ ὦνερ διαπράττεσθ᾽ ὧδ᾽ ἀνοήτως;” ὁ δέ μ᾽ εὐθὺς ὑποβλέψας <ἂν> ἔφασκ᾽. ἢν οὖν ἡμῶν χρηστὰ λεγουσῶν ἐθελήσητ᾽ ἀντακροᾶσθαι κἀντισιωπᾶθ᾽ ὥσπερ χἠμεῖς. Πρόβουλος κἂν ᾤμωζές γ᾽. Πρόβουλος ὑμεῖς ἡμᾶς. Λυσιστράτη σιώπα. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ εἰ τοῦτ᾽ ἐμπόδιόν σοι. ὅτε δὴ δ᾽ ὑμῶν ἐν ταῖσιν ὁδοῖς φανερῶς ἠκούομεν ἤδη. καὶ ταῦτα κάλυμμα φορούσῃ 530 περὶ τὴν κεφαλήν.ἀλλ᾽ οὐκ ἂν ἐγώ ποτ᾽ ἐσίγων. ἐπανορθώσαιμεν ἂν ὑμᾶς. . εἰ μὴ τὸν στήμονα νήσω.
545 ἔνι δὲ σοφόν. 540 Χορὸς Γυναικῶν ἔγωγε γὰρ <ἂν> οὔποτε κάμοιμ᾽ ἂν ὀρχουμένη. 555 Λυσιστράτη ἢν παύσωμεν πρώτιστον μὲν ξὺν ὅπλοισιν ἀγοράζοντας καὶ μαινομένους. ἔνι θράσος. αἷς ἔνι φύσις. Πρόβουλος τί ποιησάσας. . χωρεῖτ᾽ ὀργῇ καὶ μὴ τέγγεσθ᾽· ἔτι γὰρ νῦν οὔρια θεῖτε. οὐδὲ τὰ γόνατα κόπος ἕλοι μου καματηρός· ἐθέλω δ᾽ ἐπὶ πᾶν ἰέναι μετὰ τῶνδ᾽ ἀρετῆς ἕνεχ᾽. κᾆτ᾽ ἐντήξῃ τέτανον τερπνὸν τοῖς ἀνδράσι καὶ ῥοπαλισμούς. ἔνι <δὲ> φιλόπολις ἀρετὴ φρόνιμος. Χορὸς Γυναικῶν αἰρώμεθ᾽ ὦ γυναῖκες ἀπὸ τῶν καλπίδων. Χορὸς Γυναικῶν ἀλλ᾽ ὦ τηθῶν ἀνδρειοτάτων καὶ μητριδίων ἀκαληφῶν. 550 Λυσιστράτη ἀλλ᾽ ἤνπερ ὅ <τε> γλυκύθυμος Ἔρως χἠ Κυπρογένει᾽ Ἀφροδίτη ἵμερον ἡμῶν κατὰ τῶν κόλπων καὶ τῶν μηρῶν καταπνεύσῃ. Γυνὴ Α. ἔνι χάρις. ὅπως ἂν ἐν τῷ μέρει χἠμεῖς τι ταῖς φίλαισι συλλάβωμεν.535 Λυσιστράτη κᾆτα ξαίνειν ξυζωσάμενος κυάμους τρώγων· πόλεμος δὲ γυναιξὶ μελήσει. νὴ τὴν Παφίαν Ἀφροδίτην. οἶμαί ποτε Λυσιμάχας ἡμᾶς ἐν τοῖς Ἕλλησι καλεῖσθαι.
Πρόβουλος . ὅταν ἀσπίδ᾽ ἔχων καὶ Γοργόνα τις κᾆτ᾽ ὠνῆται κορακίνους. Λυσιστράτη φαύλως πάνυ. ἀπόδειξον. ὑπενεγκοῦσαι τοῖσιν ἀτράκτοις τὸ μὲν ἐνταυθοῖ τὸ δ᾽ ἐκεῖσε. διενεγκοῦσαι διὰ πρεσβειῶν τὸ μὲν ἐνταυθοῖ τὸ δ᾽ ἐκεῖσε. ὅταν ἡμῖν ᾖ τεταραγμένος. Πρόβουλος πῶς οὖν ὑμεῖς δυναταὶ παῦσαι τεταραγμένα πράγματα πολλὰ 565 ἐν ταῖς χώραις καὶ διαλῦσαι. 560 Γυνὴ Β. Λυσιστράτη ὥσπερ κλωστῆρ᾽. ὧδε λαβοῦσαι. 570 Πρόβουλος ἐξ ἐρίων δὴ καὶ κλωστήρων καὶ ἀτράκτων πράγματα δεινὰ παύσειν οἴεσθ᾽ ὦ ἀνόητοι. Πρόβουλος πῶς. ἐκ τῶν ἐρίων τῶν ἡμετέρων ἐπολιτεύεσθ᾽ ἂν ἅπαντα. οὕτως καὶ τὸν πόλεμον τοῦτον διαλύσομεν. Λυσιστράτη κἂν ὑμῖν γ᾽ εἴ τις ἐνῆν νοῦς. Πρόβουλος νὴ Δία· χρὴ γὰρ τοὺς ἀνδρείους. Λυσιστράτη καὶ μὴν τό γε πρᾶγμα γέλοιον.Λυσιστράτη νῦν μὲν γὰρ δὴ κἀν ταῖσι χύτραις κἀν τοῖς λαχάνοισιν ὁμοίως περιέρχονται κατὰ τὴν ἀγορὰν ξὺν ὅπλοις ὥσπερ Κορύβαντες. ἐδεδίσκετο τὴν ἰσχαδόπωλιν καὶ τὰς δρυπεπεῖς κατέπινεν. ἤν τις ἐάσῃ. νὴ Δί᾽ ἐγὼ γοῦν ἄνδρα κομήτην φυλαρχοῦντ᾽ εἶδον ἐφ᾽ ἵππου ἐς τὸν χαλκοῦν ἐμβαλλόμενον πῖλον λέκιθον παρὰ γραός· ἕτερος δ᾽ <αὖ> Θρᾷξ πέλτην σείων κἀκόντιον ὥσπερ ὁ Τηρεύς.
κἂν ᾖ πολιός.πῶς δή. Λυσιστράτη καὶ μὴν ὦ παγκατάρατε πλεῖν ἤ γε διπλοῦν αὐτὸν φέρομεν. Λυσιστράτη μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ οὐκ εἶπας ὅμοιον. Πρόβουλος οὔκουν χἄνδρες γηράσκουσιν. ὁπόσαι τῆς γῆς τῆσδ᾽ εἰσὶν ἄποικοι. ὥσπερ πόκου ἐν βαλανείῳ ἐκπλύναντας τὴν οἰσπώτην. Πρόβουλος οὔκουν δεινὸν ταυτὶ ταύτας ῥαβδίξειν καὶ τολυπεύειν. κἄπειτα ποιῆσαι 585 τολύπην μεγάλην κᾆτ᾽ ἐκ ταύτης τῷ δήμῳ χλαῖναν ὑφῆναι. φέρ᾽ ἴδω. καὶ τούτους ἐγκαταμεῖξαι· καὶ νὴ Δία τάς γε πόλεις. καὶ θἠμέτερον μὲν ἐᾶτε. Λυσιστράτη πρῶτον μὲν ἐχρῆν. ταχὺ παῖδα κόρην γεγάμηκεν· . 590 Πρόβουλος σίγα. μονοκοιτοῦμεν διὰ τὰς στρατιάς. πρώτιστον μέν γε τεκοῦσαι κἀκπέμψασαι παῖδας ὁπλίτας. μὴ μνησικακήσῃς. ἐκ τῆς πόλεως ἐπὶ κλίνης 575 ἐκραβδίζειν τοὺς μοχθηροὺς καὶ τοὺς τριβόλους ἀπολέξαι. καὶ τούς γε συνισταμένους τούτους καὶ τοὺς πιλοῦντας ἑαυτοὺς ἐπὶ ταῖς ἀρχαῖσι διαξῆναι καὶ τὰς κεφαλὰς ἀποτῖλαι· εἶτα ξαίνειν ἐς καλαθίσκον κοινὴν εὔνοιαν. περὶ τῶν δὲ κορῶν ἐν τοῖς θαλάμοις γηρασκουσῶν ἀνιῶμαι. ὁ μὲν ἥκων γάρ. 580 κεἴ τις ὀφείλει τῷ δημοσίῳ. Λυσιστράτη εἶθ᾽ ἡνίκα χρῆν εὐφρανθῆναι καὶ τῆς ἥβης ἀπολαῦσαι. ἅπαντας καταμιγνύντας τούς τε μετοίκους κεἴ τις ξένος ἢ φίλος ὑμῖν. αἶς οὐδὲ μετῆν πάνυ τοῦ πολέμου. διαγιγνώσκειν ὅτι ταῦθ᾽ ἡμῖν ὥσπερ τὰ κατάγματα κεῖται χωρὶς ἕκαστον· κᾆτ᾽ ἀπὸ τούτων πάντων τὸ κάταγμα λαβόντας δεῦρο ξυνάγειν καὶ συναθροίξειν εἰς ἕν.
κἂν τούτου μὴ ᾽πιλάβηται. καὶ ταυτασὶ δέξαι παρ᾽ ἐμοῦ.595 τῆς δὲ γυναικὸς σμικρὸς ὁ καιρός. τί ποθεῖς. καὶ τουτονγὶ λαβὲ τὸν στέφανον. νὴ τὸν Δί᾽ ἀλλὰ τοῖς προβούλοις ἄντικρυς ἐμαυτὸν ἐπιδείξω βαδίζων ὡς ἔχω. 615 ἤδη γὰρ ὄζειν ταδὶ πλειόνων καὶ μειζόνων Χορὸς Γερόντων . ὀττευομένη δὲ κάθηται. Πρόβουλος εἶτ᾽ οὐχὶ ταῦτα δεινὰ πάσχειν ἔστ᾽ ἐμέ. οὐδεὶς ἐθέλει γῆμαι ταύτην. σὺ δὲ κωλύεις ἀνάγεσθαι. Πρόβουλος ἀλλ᾽ ὅστις ἔτι στῦσαι δυνατὸς-Λυσιστράτη σὺ δὲ δὴ τί μαθὼν οὐκ ἀποθνῄσκεις. ἀλλ᾽ ἐς τρίτην γοῦν ἡμέραν σοὶ πρῲ πάνυ ἥξει παρ᾽ ἡμῶν τὰ τρίτ᾽ ἐπεσκευασμένα. 610 Λυσιστράτη μῶν ἐγκαλεῖς ὅτι οὐχὶ προὐθέμεσθά σε. Γυνὴ Α. χώρει ᾽ς τὴν ναῦν· 605 ὁ Χάρων σε καλεῖ. χωρίον ἐστί· σορὸν ὠνήσει· 600 μελιτοῦτταν ἐγὼ καὶ δὴ μάξω. λαβὲ ταυτὶ καὶ στεφάνωσαι. ἀλλ᾽ ἐπαποδυώμεθ᾽ ἄνδρες τουτῳὶ τῷ πράγματι. Λυσιστράτη τοῦ δεῖ. Γυνὴ Ξ. Χορὸς Γερόντων οὐκέτ᾽ ἔργον ἐγκαθεύδειν ὅστις ἔστ᾽ ἐλεύθερος.
640 ἑπτὰ μὲν ἔτη γεγῶσ᾽ εὐθὺς ἠρρηφόρουν· εἶτ᾽ ἀλετρὶς ἦ δεκέτις οὖσα τἀρχηγέτι· κᾆτ᾽ ἔχουσα τὸν κροκωτὸν ἄρκτος ἦ Βραυρωνίοις· 645 κἀκανηφόρουν ποτ᾽ οὖσα παῖς καλὴ ᾽χουσ᾽ ἰσχάδων ὁρμαθόν· Χορὸς Γυναικῶν ἆρα προὐφείλω τι χρηστὸν τῇ πόλει παραινέσαι. εἰ δ᾽ ἐγὼ γυνὴ πέφυκα. καὶ διαλλάττειν πρὸς ἡμᾶς ἀνδράσιν Λακωνικοῖς. 635 Χορὸς Γυναικῶν οὐκ ἄρ᾽ εἰσιόντα σ᾽ οἴκαδ᾽ ἡ τεκοῦσα γνώσεται. 630 ἀλλ᾽ ἐμοῦ μὲν οὐ τυραννεύσουσ᾽. ἀλλὰ θώμεσθ᾽ ὦ φίλαι γρᾶες ταδί πρῶτον χαμαί. ἐπεὶ χλιδῶσαν ἀγλαῶς ἔθρεψέ με. τοῦτο μὴ φθονεῖτέ μοι.πραγμάτων μοι δοκεῖ. 625 Χορὸς Γερόντων δεινὰ γάρ τοι τάσδε γ᾽ ἤδη τοὺς πολίτας νουθετεῖν. . ἐπεὶ φυλάξομαι καὶ φορήσω τὸ ξίφος τὸ λοιπὸν ἐν μύρτου κλαδί. καὶ λαλεῖν γυναῖκας οὔσας ἀσπίδος χαλκῆς πέρι. ἀγοράσω τ᾽ ἐν τοῖς ὅπλοις ἑξῆς Ἀριστογείτονι. ἢν ἀμείνω γ᾽ εἰσενέγκω τῶν παρόντων πραγμάτων. οἷσι πιστὸν οὐδὲν εἰ μή περ λύκῳ κεχηνότι. ἀλλὰ ταῦθ᾽ ὕφηναν ἡμῖν ἄνδρες ἐπὶ τυραννίδι. ὧδέ θ᾽ ἑστήξω παρ᾽ αὐτόν· αὐτὸς γάρ μοι γίγνεται τῆς θεοῖς ἐχθρᾶς πατάξαι τῆσδε γραὸς τὴν γνάθον. ἔνθεν ἔζων ἐγώ. ἡμεῖς γὰρ ὦ πάντες ἀστοὶ λόγων κατάρχομεν τῇ πόλει χρησίμων· εἰκότως. καὶ μάλιστ᾽ ὀσφραίνομαι τῆς Ἱππίου τυραννίδος· καὶ πάνυ δέδοικα μὴ τῶν Λακώνων τινὲς 620 δεῦρο συνεληλυθότες ἄνδρες ἐς Κλεισθένους τὰς θεοῖς ἐχθρὰς γυναῖκας ἐξεπαίρωσιν δόλῳ καταλαβεῖν τὰ χρήμαθ᾽ ἡμῶν τόν τε μισθόν.
665 νῦν δεῖ νῦν ἀνηβῆσαι πάλιν κἀναπτερῶσαι πᾶν τὸ σῶμα κἀποσείσασθαι τὸ γῆρας τόδε. 675 ἢν δ᾽ ἐφ᾽ ἱππικὴν τράπωνται. ἀλλὰ τὴν ἐξωμίδ᾽ ἐκδυώμεθ᾽. ἀλλ᾽ οὐν ἐντεθριῶσθαι πρέπει. κἀπιδώσειν μοι δοκεῖ τὸ χρῆμα μᾶλλον. ἀλλὰ καὶ ναῦς τεκτανοῦνται. διαγράφω τοὺς ἱππέας. ἀλλὰ τούτων χρῆν ἁπασῶν ἐς τετρημένον ξύλον 680 ἐγκαθαρμόσαι λαβόντας τουτονὶ τὸν αὐχένα. Χορὸς Γυναικῶν εἰ νὴ τὼ θεώ με ζωπυρήσεις. 655 ἆρα γρυκτόν ἐστιν ὑμῖν. εἰ δὲ λυπήσεις τί με. ὡς τὸν ἄνδρα δεῖ ἀνδρὸς ὄζειν εὐθύς. οὐδὲν ἐλλείψουσιν αὗται λιπαροῦς χειρουργίας. . τοῖς δὲ δυστήνοις γέρουσιν οὐ μέτεσθ᾽ ὑμῖν. λύσω τὴν ἐμαυτῆς ὗν ἐγὼ δή. Ἀρτεμισία. ἃς Μίκων ἔγραψ᾽ ἐθ᾽ ἵππων μαχομένας τοῖς ἀνδράσιν. κοὐκ ἂν ἀπολίσθοι τρέχοντος· τὰς δ᾽ Ἀμαζόνας σκόπει. οἵπερ επὶ Λείψύδριον ἤλθομεν ὅτ᾽ ἦμεν ἔτι. ἱππικώτατον γάρ ἐστι χρῆμα κἄποχον γυνή. ἐπεὶ τὸν ἔρανον τὸν λεγόμενον παππῷον ἐκ τῶν Μηδικῶν εἶτ᾽ ἀναλώσαντες οὐκ ἀντεσφέρετε τὰς ἐσφοράς.650 τοὐράνου γάρ μοι μέτεστι· καὶ γὰρ ἄνδρας ἐσφέρω. κἀπιχειρήσουσ᾽ ἔτι ναυμαχεῖν καὶ πλεῖν ἐφ᾽ ἡμἁς ὥσπε. ἀλλ᾽ ὑφ᾽ ὑμῶν διαλυθῆναι προσέτι κινδυνεύομεν. τῷδέ γ᾽ ἀψήκτῳ πατάξω τῷ κοθόρνῳ τὴν γνάθον. 670 Χορὸς Γερόντων εἰ γὰρ ἐνδώσει τις ἡμῶν ταῖσδε κἂν σμικρὰν λαβήν. Χορὸς Γερόντων ταῦτ᾽ οὖν οὐχ ὕβρις τὰ πράγματ᾽ ἐστὶ πολλή. 660 ἀλλ᾽ ἀμυντέον τὸ πρᾶγμ᾽ ὅστις γ᾽ ἐνόρχης ἔστ᾽ ἀνήρ. καὶ ποιήσω τήμερον τοὺς δημότας βωστρεῖν σ᾽ ἐγὼ πεκτούμενον. ἀλλ᾽ ἄγετε λευκόποδες.
Λυσιστράτη κακῶν γυναικῶν ἔργα καὶ θήλεια φρὴν ποιεῖ μ᾽ ἄθυμον περιπατεῖν τ᾽ ἄνω κάτω. ἀληθῆ. ὑπερχολῶ γάρ. ὅστις ὦ δύστην᾽ ἀπήχθου πᾶσι καὶ τοῖς γείτοσιν. νῦν πρὸς ἔμ᾽ ἴτω τις. πρὶν ἂν τοῦ σκέλους ὑμᾶς λαβών τις ἐκτραχηλίσῃ φέρων. μηδὲ κυάμους μέλανας. τί φῄς. 690 ὡς εἰ καὶ μόνον κακῶς ἐρεῖς.685 ἀλλὰ χἠμεῖς ὦ γυναῖκες θᾶττον ἐκδυώμεθα. αἰετὸν τίκτοντα κάνθαρός σε μαιεύσομαι. οὐδ᾽ ἢν ἑπτάκις σὺ ψηφίσῃ. τί μοι σκυθρωπὸς ἐξελήλυθας δόμων. 705 Χορὸς Γυναικῶν ἄνασσα πράγους τοῦδε καὶ βουλεύματος. κοὐχὶ μὴ παύσησθε τῶν ψηφισμάτων τούτων. ἢν ἐμοὶ ζῇ Λαμπιτὼ ἥ τε Θηβαία φίλη παῖς εὐγενὴς Ἰσμηνία. ὡς ἂν ὄζωμεν γυναικῶν αὐτοδὰξ ὠργισμένων. οὐ γὰρ ἔσται δύναμις. Λυσιστράτη . 710 Λυσιστράτη ἀληθῆ. ὥστε κἀχθὲς θἠκάτῃ ποιοῦσα παιγνίαν ἐγὼ 700 τοῖσι παισὶ τὴν ἑταίραν ἐκάλεσ᾽ ἐκ τῶν γειτόνων. 695 Χορὸς Γυναικῶν οὐ γὰρ ὑμῶν φροντίσαιμ᾽ ἄν. Χορὸς Γυναικῶν τί δ᾽ ἐστὶ δεινόν. Χορὸς Γυναικῶν τί φῄς. παῖδα χρηστὴν κἀγαπητὴν ἐκ Βοιωτῶν ἔγχελυν· οἱ δὲ πέμψειν οὐκ ἔφασκον διὰ τὰ σὰ ψηφίσματα. φράζε ταῖς σαυτῆς φίλαις. ἵνα μή ποτε φάγῃ σκόροδα.
οἴκαδ᾽ ἐλθεῖν βούλομαι. τὴν δ᾽ ἐπὶ στρούθου μίαν ἤδη πέτεσθαι διανοουμένην κάτω ἐς Ὀρσιλόχου χθὲς τῶν τριχῶν κατέσπασα. 730 Λυσιστράτη ποίων σέων. τὴν δ᾽ ἐκ τροχιλείας αὖ κατειλυσπωμένην. τὴν μέν γε πρώτην διαλέγουσαν τὴν ὀπὴν 720 κατέλαβον ᾗ τοῦ Πανός ἐστι ταὐλίον. οὐκ εἶ πάλιν. μηδ᾽ ἀπέλθῃς μηδαμῇ. αὕτη σὺ ποῖ θεῖς. Γυνὴ Α.ἀλλ᾽ αἰσχρὸν εἰπεῖν καὶ σιωπῆσαι βαρύ. 725 πάσας τε προφάσεις ὥστ᾽ ἀπελθεῖν οἴκαδε ἕλκουσιν. Λυσιστράτη βινητιῶμεν. ταῦτα δ᾽ οὖν οὕτως ἔχει. ἐγὼ μὲν οὖν αὐτὰς ἀποσχεῖν οὐκέτι οἵα τ᾽ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν· διαδιδράσκουσι γάρ. Λυσιστράτη μὴ διαπετάννυ. Χορὸς Γυναικῶν μή νύν με κρύψῃς ὅ τι πεπόνθαμεν κακόν. Γυνὴ Α. τὴν δ᾽ αὐτομολοῦσαν. 715 Χορὸς Γυναικῶν ἰὼ Ζεῦ. ἀλλ᾽ ἥξω ταχέως νὴ τὼ θεὼ ὅσον διαπετάσασ᾽ ἐπὶ τῆς κλίνης μόνον. οἴκοι γάρ ἐστιν ἔριά μοι Μιλήσια ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα. . ᾗ βράχιστον τοῦ λόγου. Λυσιστράτη τί Ζῆν᾽ ἀυτεῖς. ἤδη γοῦν τις αὐτῶν ἔρχεται.
Λυσιστράτη αὕθἠτέρα ἐπὶ τὴν Ἄμοργιν τὴν ἄλοπον ἐξέρχεται. τάλαινα τῆς Ἀμοργίδος. 735 ἣν ἄλοπον οἴκοι καταλέλοιφ᾽. Λυσιστράτη μή μἀποδείρῃς. τάλαιν᾽ ἐγώ. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ οὐκ ἐκύεις σύ γ᾽ ἐχθές. 745 Γυνὴ Γ ἀλλὰ τήμερον. ἀλλ᾽ ἐῶ ᾽πολέσθαι τἄρι᾽. 740 ἑτέρα γυνὴ ταὐτὸν ποιεῖν βουλήσεται. χώρει πάλιν δεῦρ᾽. ἀλλὰ νὴ τὴν Φωσφόρον ἔγωγ᾽ ἀποδείρασ᾽ αὐτίκα μάλ᾽ ἀνέρχομαι. Γυνὴ Β. Γυνὴ Β. Λυσιστράτη τί ταῦτα ληρεῖς. Γυνὴ Γ ὦ πότνι᾽ Εἰλείθυι᾽ ἐπίσχες τοῦ τόκου. ἀλλ᾽ οἴκαδέ μ᾽ ὡς τὴν μαῖαν ὦ Λυσιστράτη ἀπόπεμψον ὡς τάχιστα. ἕως ἂν εἰς ὅσιον μόλω ᾽γὼ χωρίον. ἢν γὰρ ἄρξῃς τοῦτο σύ. Λυσιστράτη ἢν τούτου δέῃ. Γυνὴ Γ αὐτίκα μάλα τέξομαι. Λυσιστράτη .Γυνὴ Α.
Λυσιστράτη ὦ δαιμόνιαι παύσασθε τῶν τερατευμάτων. 765 καὶ προσταλαιπωρήσατ᾽ ἔτ᾽ ὀλίγον χρόνον. προφασίζει· περιφανῆ τὰ πράγματα. Γυνὴ Γ ἄρρεν παιδίον. 755 Λυσιστράτη τί λέγεις. τί τοῦτ᾽ ἔχεις τὸ σκληρόν. Γυνὴ Γ ἵνα μ᾽ εἰ καταλάβοι ὁ τόκος ἔτ᾽ ἐν πόλει.τίνα λόγον λέγεις. ἀλλ᾽ ἢ χαλκίον ἔχειν τι φαίνει κοῖλον· εἴσομαι δ᾽ ἐγώ. ὥσπερ αἱ περιστεραί. ἐξ οὗ τὸν ὄφιν εἶδον τὸν οἰκουρόν ποτε. Γυνὴ Γ ἀλλ᾽ οὐ δύναμαι ᾽γωγ᾽ οὐδὲ κοιμᾶσθ᾽ ἐν πόλει. ἀργαλέας γ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι ἄγουσι νύκτας. οὐ τἀμφιδρόμια τῆς κυνῆς αὐτοῦ μενεῖς. 750 ὦ καταγέλαστ᾽ ἔχουσα τὴν ἱερὰν κυνῆν κυεῖν ἔφασκες. ἀλλ᾽ ἀνάσχεσθ᾽ ὦγαθαί. Γυνὴ Δ ἐγὼ δ᾽ ὑπὸ τῶν γλαυκῶν γε τάλαιν᾽ ἀπόλλυμαι 760 ταῖς ἀγρυπνίαισι κακκαβαζουσῶν ἀεί. Γυνὴ Γ καὶ κυῶ γε νὴ Δία. Λυσιστράτη τί δῆτα ταύτην εἶχες. . ποθεῖτ᾽ ἴσως τοὺς ἄνδρας· ἡμᾶς δ᾽ οὐκ οἴει ποθεῖν ἐκείνους. τέκοιμ᾽ ἐς τὴν κυνῆν ἐσβᾶσα ταύτην. Λυσιστράτη μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὐ σύ γ᾽.
οὕτως ἦν νεανίσκος Μελανίων τις. μή νυν ἀπείπωμεν ταλαιπωρούμεναι. 780 Χορὸς Γερόντων μῦθον βούλομαι λέξαι τιν᾽ ὑμῖν. οὐκέτι δόξει 775 ὄρνεον οὐδ᾽ ὁτιοῦν καταπυγωνέστερον εἶναι. Λυσιστράτη σιγᾶτε δή. Γυνὴ Α λέγ᾽ αὐτὸν ἡμῖν ὅ τι λέγει. ἀπόσχωνταί τε φαλήτων. κἀν τοῖς ὄρεσιν ᾤκει· κᾆτ᾽ ἐλαγοθήρει πλεξάμενος ἄρκυς. Λυσιστράτη ὦ πάντες θεοί. ἀλλ᾽ εἰσίωμεν. τὰ δ᾽ ὑπέρτερα νέρτερα θήσει Ζεὺς ὑψιβρεμέτης-Γυνὴ Β ἐπάνω κατακεισόμεθ᾽ ἡμεῖς. 790 καὶ κύνα τιν᾽ εἶχεν. . ἀλλ᾽ ὁπόταν πτήξωσι χελιδόνες εἰς ἕνα χῶρον. Λυσιστράτη ἢν δὲ διαστῶσιν καὶ ἀναπτῶνται πτερύγεσσιν ἐξ ἱεροῦ ναοῖο χελιδόνες.ὡς χρησμὸς ἡμῖν ἐστιν ἐπικρατεῖν. ἐὰν μὴ στασιάσωμεν· ἔστι δ᾽ ὁ χρησμὸς οὑτοσί. 785 ὃς φεύγων γάμον ἀφίκετ᾽ ἐς ἐρημίαν. τὸν χρησμὸν εἰ προδώσομεν. Γυνὴ Α σαφής γ᾽ ὁ χρησμὸς νὴ Δί᾽. ὅν ποτ᾽ ἤκουσ᾽ αὐτὸς ἔτι παῖς ὤν. παῦλα κακῶν ἔσται. 770 τοὺς ἔποπας φεύγουσαι. καὶ γὰρ αἰσχρὸν τουτογὶ ὦ φίλταται.
οὕτω τὰς γυναῖκας ἐβδελύχθη ᾽κεῖνος. 820 . ὥς δὲ καὶ Φορμίων. 800 Χορὸς Γερόντων καὶ Μυρωνίδης γὰρ ἦν τραχὺς ἐντεῦθεν μελάμπυγός τε τοῖς ἐχθροῖς ἅπασιν. ἡμεῖς τ᾽ οὐδὲν ἧττον 795 τοῦ Μελανίωνος οἱ σώφρονες. Χορὸς Γυναικῶν κἀγὼ βούλομαι μῦθόν τιν᾽ ὑμῖν ἀντιλέξαι 805 τῷ Μελανίωνι. Γέρων κἀνατείνας λακτίσαι. 810 Ἐρινύων ἀπορρώξ. 815 οὕτω ᾽κεῖνος ὑμῶν ἀντεμίσει τοὺς πονηροὺς ἄνδρας ἀεί. Γέρων βούλομαί σε γραῦ κύσαι-Γυνή κρόμμυόν τἄρ᾽ οὐκ ἔδει.κοὐκέτι κατῆλθε πάλιν οἴκαδ᾽ ὑπὸ μίσους. οὗτος οὖν ὁ Τίμων * ᾤχεθ᾽ ὑπὸ μίσους πολλὰ καταρασάμενος ἀνδράσι πονηροῖς. ταῖσι δὲ γυναιξὶν ἦν φίλτατος. Γυνή τὴν λόχμην πολλὴν φορεῖς. Τίμων ἦν ἀίδρυτός τις ἀβάτοισιν ἐν σκώλοισι τὸ πρόσωπον περιειργμένος.
ἀλλ᾽ ἀπεψιλωμένον τῷ λύχνῳ.Γυνή τὴν γνάθον βούλει θένω. τίς κἀστίν ποτε. Λυσιστράτη ἄνδρ᾽ <ἄνδρ᾽> ὁρῶ προσιόντα παραπεπληγμένον. εἰπέ μοι τίς ἡ βοή. Γυνή ποῦ δ᾽ ἐστὶν ὅστις ἐστί. ἴθ᾽ ὀρθὴν ἥνπερ ἔρχι τὴν ὁδόν. Γέρων μηδαμῶς· ἔδεισά γε. Λυσιστράτη ἰοὺ ἰοὺ γυναῖκες ἴτε δεῦρ᾽ ὡς ἐμὲ ταχέως. Γυνὴ ὢ νὴ Δί᾽ ἔστι δῆτα. Γυνή ἀλλὰ κρούσω τῷ σκέλει. Λυσιστράτη ὁρᾶτε· γιγνώσκει τις ὑμῶν. τοῖς τῆς Ἀφροδίτης ὀργίοις εἰλημμένον. 830 Γυνή τί δ᾽ ἔστιν. 835 Λυσιστράτη παρὰ τὸ τῆς Χλόης. Μυρρίνη . ὦ πότνια Κύπρου καὶ Κυθήρων καὶ Πάφου μεδέουσ᾽. Χορὸς Γυναικῶν ἀλλ᾽ ὅμως ἂν οὐκ ἴδοις 825 καίπερ οὔσης γραὸς ὄντ᾽ αὐτὸν κομήτην. Γέρων τὸν σάκανδρον ἐκφανεῖς.
Κινησίας οἴμοι κακοδαίμων. 850 . Λυσιστράτη ἀνήρ. ἀλλ᾽ ἀπέλθετε. Κινησίας πρὸς τῶν θεῶν νυν ἐκκάλεσόν μοι Μυρρίνην.νὴ Δία ἔγωγε· κἀστὶν οὑμὸς ἀνὴρ Κινησίας. Λυσιστράτη οὐκ ἄπει δῆτ᾽ ἐκποδών. Λυσιστράτη καὶ μὴν ἐγὼ ξυνηπεροπεύσω <σοι> παραμένουσ᾽ ἐνθαδί. Λυσιστράτη τίς οὗτος οὑντὸς τῶν φυλάκων ἑστώς. Κινησίας ἐγώ. Λυσιστράτη ἡμεροσκόπος. καὶ ξυσταθεύσω τοῦτον. οἷος ὁ σπασμός μ᾽ ἔχει 845 χὠ τέτανος ὥσπερ ἐπὶ τροχοῦ στρεβλούμενον. Κινησίας σὺ δ᾽ εἶ τίς ἡκβάλλουσά μ᾽. 840 καὶ πάνθ᾽ ὑπέχειν πλὴν ὧν σύνοιδεν ἡ κύλιξ. Μυρρίνη ἀμέλει ποιήσω ταῦτ᾽ ἐγώ. Κινησίας ἀνὴρ δῆτ᾽. Λυσιστράτη σὸν ἔργον ἤδη τοῦτον ὀπτᾶν καὶ στρέφειν κἀξηπεροπεύειν καὶ φιλεῖν καὶ μὴ φιλεῖν.
Κινησίας ἔγωγέ <σοι> νὴ τὸν Δί᾽. Παιονίδης Κινησίας. Λυσιστράτη νὴ τὴν Ἀφροδίτην· κἂν περὶ ἀνδρῶν γ᾽ ἐμπέσῃ λόγος τις. ἔρημα δὲ εἶναι δοκεῖ μοι πάντα.Λυσιστράτη ἰδοὺ καλέσω ᾽γὼ Μυρρίνην σοι. σὺ δὲ τίς εἶ. Λυσιστράτη φέρε νυν καλέσω καταβᾶσά σοι. Κινησίας ἀνὴρ ἐκείνης. ἢν βούλῃ γε σύ· ἔχω δὲ τοῦθ᾽· ὅπερ οὖν ἔχω. Λυσιστράτη τί οὖν. “Κινησίᾳ τουτὶ γένοιτο. . 860 Κινησίας ἴθι νυν κάλεσον αὐτήν. Κινησίας ὢ πρὸς τῶν θεῶν. 855 κἂν ᾠὸν ἢ μῆλον λάβῃ.” φησίν. δίδωμί σοι. Κινησίας ταχύ νυν πάνυ. Λυσιστράτη ὦ χαῖρε φίλτατ᾽· οὐ γὰρ ἀκλεὲς τοὔνομ τὸ σὸν παρ᾽ ἡμῖν ἐστιν οὐδ᾽ ἀνώνυμον. ὡς οὐδεμίαν ἔχω γε τῷ βίῳ χάριν. δώσεις τί μοι. ἀεὶ γὰρ ἡ γυνή σ᾽ ἔχει διὰ στόμα. τοῖς δὲ σιτίοις χάριν οὐδεμίαν οἶδ᾽ ἐσθίων· ἔστυκα γάρ. 865 ἐξ οὗπερ αὕτη ᾽ξῆλθεν ἐκ τῆς οἰκίας· ἀλλ᾽ ἄχθομαι μὲν εἰσιών. εἴρηκ᾽ εὐθέως ἡ σὴ γυνὴ ὅτι λῆρός ἐστι τἄλλα πρὸς Κινησίαν.
Κινησίας ἐμοῦ καλοῦντος οὐ καταβήσει Μυρρίνη. κατάβηθι δεῦρο. Μυρρίνη ἄπειμι. Παῖς Κινησίου μαμμία. Μυρρίνη ἔγωγ᾽ ἐλεῶ δῆτ᾽· ἀλλ᾽ ἀμελὴς αὐτῷ πατὴρ ἔστιν. οὐδ᾽ ἐλεεῖς τὸ παιδίον 880 ἄλουτον ὂν κἄθηλον ἕκτην ἡμέραν. μαμμία. Μυρρίνη μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν αὐτόσ᾽ οὔ. ἐπιτετριμμένος μὲν οὖν. μαμμία. Μυρρίνη οὐ γὰρ δεόμενος οὐδὲν ἐκκαλεῖς ἐμέ. Κινησίας αὕτη τί πάσχεις. τί γὰρ πάθω. σὺ δ᾽ ἐμὲ τούτῳ μὴ κάλει. Κινησίας μὴ δῆτ᾽. 875 Κινησίας ἐγὼ οὐ δεόμενος. Κινησίας κατάβηθ᾽ ὦ δαιμονία τῷ παιδίῳ.Μυρρίνη φιλῶ φιλῶ ᾽γὼ τοῦτον· ἀλλ᾽ οὐ βούλεται 870 ὑπ᾽ ἐμοῦ φιλεῖσθαι. . Κινησίας ὦ γλυκύτατον Μυρρινίδιον τί ταῦτα δρᾷς. ἀλλὰ τῷ γοῦν παιδίῳ ὑπάκουσον· οὗτος οὐ καλεῖς τὴν μαμμίαν. Μυρρίνη οἷον τὸ τεκεῖν· καταβατέον.
Μυρρίνη μὴ πρόσαγε τὴν χεῖρά μοι. Μυρρίνη ἔμοιγε νὴ Δία. κἀμέ τ᾽ ἄχθεσθαι ποιεῖς αὐτή τε λυπεῖ. Μυρρίνη ὦ γλυκύτατον σὺ τεκνίδιον κακοῦ πατρός. φέρε σε φιλήσω γλυκύτατον τῇ μαμμίᾳ. Κινησίας τὰ δ᾽ ἔνδον ὄντα τἀμὰ καὶ σὰ χρήματα χεῖρον διατίθης. Κινησίας τὰ <δὲ> τῆς Ἀφροδίτης ἱέρ᾽ ἀνοργίαστά σοι χρόνον τοσοῦτόν ἐστιν. οὐ βαδιεῖ πάλιν. 895 Μυρρίνη ὀλίγον αὐτῶν μοι μέλει. ταῦτ᾽ αὐτὰ δή ᾽σθ᾽ ἃ κἄμ᾽ ἐπιτρίβει τῷ πόθῳ. Μυρρίνη μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽. ἢν μὴ διαλλαχθῆτέ γε 900 καὶ τοῦ πολέμου παύσησθε. Κινησίας ὀλίγον μέλει σοι τῆς κρόκης φορουμένης ὑπὸ τῶν ἀλεκτρυόνων. . 890 Κινησίας τί ὦ πονήρα ταῦτα ποιεῖς χἀτέραις πείθει γυναιξί.Κινησίας ἐμοὶ γὰρ αὕτη καὶ νεωτέρα δοκεῖ 885 πολλῷ γεγενῆσθαι κἀγανώτερον βλέπειν· χἂ δυσκολαίνει πρὸς ἐμὲ καὶ βρενθύεται.
τί οὖν οὐ κατεκλίνης ὦ Μύρριον. Κινησίας εἰς ἐμὲ τράποιτο· μηδὲν ὅρκου φροντίσῃς. ἰδοὺ τὸ μέν σοι παιδίον καὶ δὴ ᾽κποδών. τὸ τοῦ Πανὸς καλόν. Κινησίας σὺ δ᾽ ἀλλὰ κατακλίνηθι μετ᾽ ἐμοῦ διὰ χρόνου. ἢν δοκῇ. Κινησίας μὰ Δί᾽ ἀλλὰ τοῦτό γ᾽ οἴκαδ᾽ ὦ Μανῆ φέρε. Κινησίας ὅπου. 905 Κινησίας φιλεῖς. 915 . σὺ δ᾽ οὐ κατακλίνει.Κινησίας τοιγάρ. Κινησίας κάλλιστα δήπου λουσαμένη τῇ Κλεψύδρᾳ. Μυρρίνη καὶ πῶς ἔθ᾽ ἁγνὴ δῆτ᾽ ἂν ἔλθοιμ᾽ ἐς πόλιν. κἄγωγ᾽ ἄπειμ᾽ ἐκεῖσε· νῦν δ᾽ ἀπομώμοκα. ποιήσομεν καὶ ταῦτα. ἢν δοκῇ. Μυρρίνη τοιγάρ. Μυρρίνη ἔπειτ᾽ ὀμόσασα δῆτ᾽ ἐπιορκήσω τάλαν. Μυρρίνη οὐ δῆτα· καίτοι σ᾽ οὐκ ἐρῶ γ᾽ ὡς οὐ φιλῶ. 910 Μυρρίνη ποῦ γὰρ ἄν τις καὶ τάλαν δράσειε τοῦθ᾽. Μυρρίνη ὦ καταγέλαστ᾽ ἐναντίον τοῦ παιδίου.
αἰσχρὸν γὰρ ἐπὶ τόνου γε. 925 καίτοι. Μυρρίνη νὴ τὴν Ἄρτεμιν. 920 καίτοι. Μυρρίνη νὴ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἐγώ. Κινησίας δός μοί νυν κύσαι. κἀγὼ ᾽κδύομαι. τὸ δεῖνα. Μυρρίνη ἰδοὺ κατάκεισ᾽ ἀνύσας τι. Κινησίας ἀλλ᾽ οὐδὲ δέομ᾽ ἔγωγε.Μυρρίνη φέρε νυν ἐνέγκω κλινίδιον νῷν. Κινησίας ποία ψίαθος. Μυρρίνη μὰ τὸν Ἀπόλλω μή σ᾽ ἐγὼ καίπερ τοιοῦτον ὄντα κατακλινῶ χαμαί. τὸ δεῖνα. Κινησίας ἥ τοι γυνὴ φιλεῖ με. Κινησίας μηδαμῶς. Μυρρίνη ἰδοὺ ψίαθος· κατάκεισο. δήλη ᾽στὶν καλῶς. καὶ δὴ ᾽κδύομαι. προσκεφάλαιον οὐκ ἔχεις. μὴ μοί γε. ψίαθός ἐστ᾽ ἐξοιστέα. Κινησίας παπαιάξ· ἧκέ νυν ταχέως πάνυ. Μυρρίνη ἰδού. . ἀρκεῖ χαμαὶ νῷν.
. Κινησίας μὰ Δί᾽ οὐδὲ δέομαί γ᾽. ἤδη πάντ᾽ ἔχω. δεῦρό νυν ὦ χρύσιον. μέμνησό νυν· μή μ᾽ ἐξαπατήσῃς τὰ περὶ τῶν διαλλαγῶν. ἀλλὰ βινεῖν βούλομαι. Κινησίας εἴθ᾽ ἐκχυθείη τὸ μύρον ὦ Ζεῦ δέσποτα. Μυρρίνη βούλει μυρίσω σε. Κινησίας ἀλλ᾽ ἐπῆρται τοῦτό γε. Μυρρίνη ἔπαιρε σαυτόν. 935 Κινησίας ἅνθρωπος ἐπιτρίψει με διὰ τὰ στρώματα. Κινησίας νὴ Δί᾽ ἀπολοίμην ἆρα. 930 Μυρρίνη τὸ στρόφιον ἤδη λύομαι. Μυρρίνη νὴ τὴν Ἀφροδίτην ἤν τε βούλῃ γ᾽ ἤν τε μή. Κινησίας μὰ τὸν Ἀπόλλω μὴ μέ γε. Μυρρίνη ἀνίστασ᾽. Μυρρίνη ἀμέλει ποιήσεις τοῦτο· ταχὺ γὰρ ἔρχομαι.Κινησίας ἀλλ᾽ ἢ τὸ πέος τόδ᾽ Ἡρακλῆς ξενίζεται. ἀναπήδησον. Μυρρίνη σισύραν οὐκ ἔχεις. Κινησίας ἅπαντα δῆτα.
940 Μυρρίνη πρότεινέ νυν τὴν χεῖρα κἀλείφου λαβών. ἀπολώλεκέν με κἀπιτέτριφεν ἡ γυνὴ τά τ᾽ ἄλλα πάντα κἀποδείρασ᾽ οἴχεται. Κινησίας βουλεύσομαι. ὑπολύομαι γοῦν. τίνα βινήσω τῆς καλλίστης πασῶν ψευσθείς. Κινησίας ἀλλ᾽ ἕτερον ἔχω. ἀλλ᾽ ὅπως ὦ φίλτατε 950 σπονδὰς ποιεῖσθαι ψηφιεῖ. Μυρρίνη τάλαιν᾽ ἐγὼ τὸ ῾Ρόδιον ἤνεγκον μύρον. ἀλλ᾽ ᾠζυρὰ κατάκεισο καὶ μή μοι φέρε μηδέν. Μυρρίνη ποιήσω ταῦτα νὴ τὴν Ἄρτεμιν. Κινησίας κάκιστ᾽ ἀπόλοιθ᾽ ὁ πρῶτος ἑψήσας μύρον. εἰ μὴ διατριπτικόν γε κοὐκ ὄζον γάμων. Κινησίας οὐχ ἡδὺ τὸ μύρον μὰ τὸν Ἀπόλλω τουτογί. 955 . Κινησίας ἀγαθόν· ἔα αὔτ᾽ ὦ δαιμονία. 945 Μυρρίνη ληρεῖς ἔχων. Μυρρίνη λαβὲ τόνδε τὸν ἀλάβαστον. Κινησίας οἴμοι τί πάθω.
Κῆρυξ Λακεδαιμονίων πᾷ τᾶν Ἀσανᾶν ἐστιν ἁ γερωχία .πῶς ταυτηνὶ παιδοτροφήσω. Κινησίας ὦ Ζεῦ δεινῶν ἀντισπασμῶν. ποῖοι δ᾽ ὄρχεις. ποία δ᾽ ὀσφῦς. εἶτα μεθείης. 960 κἄγωγ᾽ οἰκτίρω σ᾽ αἰαῖ. κᾆτ᾽ ἐξαίφνης περὶ τὴν ψωλὴν περιβαίη. μίσθωσόν μοι τὴν τίτθην. Χορὸς Γερόντων ἐν δεινῷ γ᾽ ὦ δύστηνε κακῷ τείρει ψυχὴν ἐξαπατηθείς. μιαρὰ μιαρά. 970 Χορὸς Γερόντων ποία γλυκερά. Χορὸς Γερόντων ταυτὶ μέντοι νυνί σ᾽ ἐποίησ᾽ ἡ παμβδελυρὰ καὶ παμμυσαρά. Κινησίας <μιαρὰ> δῆτ᾽ ὦ Ζεῦ ὦ Ζεῦ· εἴθ᾽ αὐτὴν ὥσπερ τοὺς θωμοὺς μεγάλῳ τυφῷ καὶ πρηστῆρι ξυστρέψας καὶ ξυγγογγύλας 975 οἴχοιο φέρων. ποῖος δ᾽ ὄρρος κατατεινόμενος 965 καὶ μὴ βινῶν τοὺς ὄρθρους. ποῖος γὰρ ἂν ἢ νέφρος ἀντίσχοι. ποία ψυχή. ἡ δὲ φέροιτ᾽ αὖ πάλιν ἐς τὴν γῆν. ποῦ Κυναλώπηξ. Κινησίας μὰ Δί᾽ ἀλλὰ φίλη καὶ παγγλυκερά.
985 Κῆρυξ Λακεδαιμονίων οὐ τὸν Δί᾽ οὐκ ἐγών γα. Κινησίας ποῖ μεταστρέφει. ἢ βουβωνιᾷς ὑπὸ τῆς ὁδοῦ. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων σκυτάλα Λακωνικά. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων ὀρσὰ Λακεδαίμων πᾶα καὶ τοὶ σύμμαχοι . Κινησίας κἄπειτα δόρυ δῆθ᾽ ὑπὸ μάλης ἥκεις ἔχων. λῶ τι μυσίξαι νέον. 990 Κινησίας τί δ᾽ ἐστί σοι τοδί. ἀλλ᾽ ὡς πρὸς εἰδότ᾽ ἐμὲ σὺ τἀληθῆ λέγε. τί δὴ προβάλλει τὴν χλαμύδ᾽. Κινησίας εἴπερ γε χαὔτη ᾽στὶ σκυτάλη Λακωνική. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων κᾶρυξ ἐγὼν ὦ κυρσάνιε ναὶ τὼ σιὼ ἔμολον ἀπὸ Σπάρτας περὶ τᾶν διαλλαγᾶν. Κινησίας σὺ δ᾽ εἶ πότερον ἄνθρωπος ἢ κονίσαλος.980 ἢ τοὶ πρυτάνιες. Κινησίας ἀλλ᾽ ἔστυκας ὦ μιαρώτατε. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων οὐ τὸν Δί᾽ οὐκ ἐγών γα· μηδ᾽ αὖ πλαδδίη. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων παλαιόρ γα ναὶ τὸν Κάστορα ὥνθρωπος. τί τὰ πράγμαθ᾽ ὑμῖν ἐστι τἀν Λακεδαίμονι.
ταὶ γὰρ γυναῖκες οὐδὲ τῶ μύρτω σιγεῖν ἐῶντι. Κινησίας ἀπὸ τοῦ δὲ τουτὶ τὸ κακὸν ὑμῖν ἐνέπεσεν. ἀλλ᾽ ἆρχεν οἰῶ Λαμπιτώ. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα φράζε περὶ διαλλαγῶν αὐτοκράτορας πρέσβεις ἀποπέμπειν ἐνθαδί. 1010 ἐγὼ δ᾽ ἑτέρους ἐνθένδε τῇ βουλῇ φράσω πρέσβεις ἑλέσθαι τὸ πέος ἐπιδείξας τοδί. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων ποτάομαι· κράτιστα γὰρ παντᾷ λέγεις. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων οὔκ. Κῆρυξ Λακεδαιμονίων μογίομες. 1015 Χορὸς Γυναικῶν ταῦτα μέντοι <σὺ> ξυνιεὶς εἶτα πολεμεῖς ἐμοί. πρίν γ᾽ ἅπαντες ἐξ ἑνὸς λόγω 1005 σπονδὰς ποιησώμεσθα ποττὰν Ἑλλάδα.995 ἅπαντες ἐστύκαντι· Πελλάνας δὲ δεῖ. οὐδ᾽ ὧδ᾽ ἀναιδὴς οὐδεμία πόρδαλις. Χορὸς Γερόντων οὐδέν ἐστι θηρίον γυναικὸς ἀμαχώτερον. . Κινησίας τουτὶ τὸ πρᾶγμα πανταχόθεν ξυνομώμοται ὑπὸ τῶν γυναικῶν· ἄρτι νυνὶ μανθάνω. οὐδὲ πῦρ. ἔπειτα τἄλλαι ταὶ κατὰ Σπάρταν ἅμα γυναῖκες περ ἀπὸ μιᾶς ὑσπλαγίδος 1000 ἀπήλααν τὼς ἄνδρας ἀπὸ τῶν ὑσσάκων. ἂν γὰρ τὰν πόλιν περ λυχνοφορίοντες ἐπικεκύφαμες. Κινησίας πῶς οὖν ἔχετε. ἀπὸ Πανός.
Χορὸς Γερόντων τοῦτ᾽ ἄρ᾽ ἦν με τοὐπιτρῖβον. Χορὸς Γερόντων νὴ Δί᾽ ὤνησάς γέ μ᾽. Χορὸς Γυναικῶν ἀλλ᾽ ὅταν βούλῃ σύ· νῦν δ᾽ οὖν οὔ σε περιόψομαι γυμνὸν ὄνθ᾽ οὕτως. ὁρῶ γὰρ ὡς καταγέλαστος εἶ. Χορὸς Γερόντων μὴ φιλήσῃς.ἐξὸν ὦ πόνηρε σοὶ βέβαιον ἔμ᾽ ἔχειν φίλην. 1020 ἀλλὰ τὴν ἐξωμίδ᾽ ἐνδύσω σε προσιοῦσ᾽ ἐγώ. 1030 ἦ μέγ᾽ ὦ Ζεῦ χρῆμ᾽ ἰδεῖν τῆς ἐμπίδος ἔνεστί σοι. ὡς πάλαι γέ μ᾽ ἐφρεωρύχει. Χορὸς Γερόντων ὡς ἐγὼ μισῶν γυναῖκας οὐδέποτε παύσομαι. κᾆτα δεῖξον ἀφελοῦσά μοι· ὡς τὸν ὀφθαλμόν γέ μου νὴ τὸν Δία πάλαι δάκνει. 1035 καὶ φιλήσω. οὐχ ὁρᾷς. ῥεῖ μου τὸ δάκρυον πολύ. Χορὸς Γυναικῶν . Χορὸς Γυναικῶν ἀλλὰ δράσω ταῦτα· καίτοι δύσκολος ἔφυς ἀνήρ. εἶτ᾽ οὐ καταγέλαστος εἶ. καίτοι πάνυ πονηρὸς εἶ. δακτύλιος οὑτοσί· ἐκσκάλευσον αὐτό. οὐκ ἐμπίς ἐστιν ἥδε Τρικορυσία. Χορὸς Γυναικῶν πρῶτα μὲν φαίνει γ᾽ ἀνήρ. ἐγώ σου κἂν τόδε τὸ θηρίον 1025 τοὐπὶ τὠφθαλμῷ λαβοῦσ᾽ ἐξεῖλον ἂν ὃ νῦν ἔνι. κεἴ με μὴ ᾽λύπεις. Χορὸς Γυναικῶν ἀλλ᾽ ἀποψήσω σ᾽ ἐγώ. ὥστ᾽ ἐπειδὴ ᾽ξῃρέθη. Χορὸς Γερόντων τοῦτο μὲν μὰ τὸν Δί᾽ οὐ πονηρὸν ἐποιήσατε· ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ὀργῆς γὰρ πονηρᾶς καὶ τότ᾽ ἀπέδυν ἐγώ.
ἄνδρας καλούς τε κἀγαθούς. Χορός ἑστιᾶν δὲ μέλλομεν ξένους τινὰς Καρυστίους. κἄν ποτ᾽ εἰρήνη φανῇ. Χορός οὐ παρασκευαζόμεσθα τῶν πολιτῶν οὐδέν᾽ ὦνδρες φλαῦρον εἰπεῖν οὐδὲ ἕν. καὶ τὸ λοιπὸν οὐκέτι 1040 οὔτε δράσω φλαῦρον οὐδὲν οὔθ᾽ ὑφ᾽ ὑμῶν πείσομαι. ἀλλ᾽ ἐπαγγελλέτω πᾶς ἀνὴρ καὶ γυνή. εἴ τις ἀργυρίδιον δεῖται 1050 λαβεῖν μνᾶς ἢ δύ᾽ ἢ τρεῖς. 1065 μηδ᾽ ἐρέσθαι μηδένα. ἀλλὰ νυνὶ σπένδομαί σοι. οὔτε σὺν πανωλέθροισιν οὔτ᾽ ἄνευ πανωλέθρων. ἥκετ᾽ οὖν εἰς ἐμοῦ τήμερον· πρῲ δὲ χρὴ τοῦτο δρᾶν λελουμένους αὔτούς τε καὶ τὰ παιδί᾽. κἄστ᾽ ἐκεῖνο τοὔπος ὀρθῶς κοὐ κακῶς εἰρημένον. ὡς πόλλ᾽ ἔσω ᾽στὶν κἄχομεν βαλλάντια. . Χορὸς Γερόντων ἀλλὰ μὴ ὥρασ᾽ ἵκοισθ᾽· ὡς ἐστὲ θωπικαὶ φύσει. 1060 κἄστιν <ἔτ᾽> ἔτνος τι· καὶ δελφάκιον ἦν τί μοι.ἤν τε βούλῃ γ᾽ ἤν τε μή. ἀλλὰ κοινῇ συσταλέντες τοῦ μέλους ἀρξώμεθα. ὅστις ἂν νυνὶ δανείσηται 1055 παρ᾽ ἡμῶν. 1045 ἀλλὰ πολὺ τοὔμπαλιν πάντ᾽ ἀγαθὰ καὶ λέγειν καὶ δρᾶν· ἱκανὰ γὰρ τὰ κακὰ καὶ τὰ παρακείμενα. ὡς τὰ κρέ᾽ ἔδεσθ᾽ ἁπαλὰ καὶ καλά. καὶ τοῦτο τέθυχ᾽. εἶτ᾽ εἴσω βαδίζειν. ἃν λάβῃ μηκέτ᾽ ἀποδῷ.
Χορός χαὔτη ξυνᾴδει χἠτέρα ταύτῃ νόσῳ. τί κα λέγοι τις. Λάκων ἄφατα. ὡς 1070 ἡ θύρα κεκλῄσεται. ὁρῆν γὰρ ἔξεσθ᾽ ὡς ἔχοντες ἵκομες. ἦ που πρὸς ὄρθρον σπασμὸς ὑμᾶς λαμβάνει. εἶτ᾽ εἴπαθ᾽ ἡμῖν πῶς ἔχοντες ἥκετε. ἀλλ᾽ ὅπᾳ σέλει 1080 παντᾷ τις ἐλσὼν ἁμὶν εἰράναν σέτω. ὡς ἄνδρες ἡμεῖς οὑτοιὶ τοιουτοιί. Αθηναίος μὰ Δί᾽ ἀλλὰ ταυτὶ δρῶντες ἐπιτετρίμμεθα. Χορός καὶ μὴν ὁρῶ καὶ τούσδε τοὺς αὐτόχθονας ὥσπερ παλαιστὰς ἄνδρας ἀπὸ τῶν γαστέρων θαἰμάτι᾽ ἀποστέλλοντας· ὥστε φαίνεται ἀσκητικὸν τὸ χρῆμα τοῦ νοσήματος. 1075 Λάκων τί δεῖ ποθ᾽ ὑμὲ πολλὰ μυσίδδειν ἔπη. ὥσπερ χοιροκομεῖον περὶ τοῖς μηροῖσιν ἔχοντες.ἀλλὰ χωρεῖν ἄντικρυς ὥσπερ οἴκαδ᾽ εἰς ἑαυτῶν γεννικῶς. Χορός βαβαί· νενεύρωται μὲν ἥδε συμφορὰ δεινῶς. . Χορός καὶ μὴν ἀπὸ τῆς Σπάρτης οἱδὶ πρέσβεις ἕλκοντες ὑπήνας χωροῦσ᾽. ἄνδρες Λάκωνες πρῶτα μέν μοι χαίρετε. τεθερμῶσθαί γε χεῖρον φαίνεται. 1085 Αθηναίος τίς ἂν φράσεις ποῦ᾽ στιν ἡ Λυσιστράτη.
Αθηναίος ἄγε δὴ Λάκωνες αὔθ᾽ ἕκαστα χρὴ λέγειν. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ Κλεισθένη βινήσομεν. 1100 ἐπὶ τί πάρεστε δεῦρο. Αθηναίος καλῶς δὴ λέγετε· χἠμεῖς τουτογί. Λάκων περὶ διαλλαγᾶν πρέσβεις. 1095 Λάκων ναὶ τὼ σιὼ παντᾷ γα. τί οὐ καλοῦμεν δῆτα τὴν Λυσιστράην. Λάκων ὦ Πολυχαρείδα δεινά κ᾽ αὖ ᾽πεπόνθεμες. ἥδ᾽ ἐξέρχεται.1090 ὥστ᾽ εἴ τις ἡμᾶς μὴ διαλλάξει ταχύ. δεῖ καλεῖν· αὐτὴ γάρ. 1105 Αθηναίος ἀλλ᾽ οὐδὲν ἡμᾶς. ἥπερ διαλλάξειεν ἡμᾶς ἂν μόνη. Αθηναίος ὢ χαίρετ᾽ ὦ Λάκωνες· αἰσχρά γ᾽ ἐπάθομεν. Αθηναίος νὴ τὸν Δί᾽ εὖ μέντοι λέγεις. θαἰμάτια λήψεσθ᾽. Λάκων ναὶ τὼ σιὼ κἂν λῆτε τὸν Λυσίστρατον. φέρε τὸ ἔσθος ἀμβαλώμεθα. αἰ εἶδον ἁμὲ τὤνδρες ἀμπεφλασμένως. Χορός . Χορός εἰ σωφρονεῖτε. ὡς ἤκουσεν. ὅπως τῶν Ἑρμοκοπιδῶν μή τις ὑμᾶς ὄψεται. ὡς ἔοικε.
οἰκείως πάνυ. Λυσιστράτη ἀλλ᾽ οὐχὶ χαλεπὸν τοὔργον. ἐγὼ γυνὴ μέν εἰμι. οὐκ ἴσθ᾽ ὅτ᾽ ἐλθὼν δεῦρο Περικλείδας ποτὲ . ἴθι καὶ σὺ τούτους τοὺς Ἀθηναίους ἄγε. Πυθοῖ (πόσους εἴποιμ᾽ ἂν ἄλλους. 1120 οὗ δ᾽ ἂν διδῶσι πρόσαγε τούτους λαβομένη. αὐτὴ δ᾽ ἐμαυτῆς οὐ κακῶς γνώμης ἔχω. μηδ᾽ ὥσπερ ἡμῶν ἅνδρες ἀμαθῶς τοῦτ᾽ ἔδρων. πρόσαγε λαβοῦσα πρῶτα τοὺς Λακωνικούς. ἐν Πύλαις. νοῦς δ᾽ ἔνεστί μοι. εἴ με μηκύνειν δέοι. ἄνδρες Λάκωνες στῆτε παρ᾽ ἐμὲ πλησίον. ἀλλ᾽ ὡς γυναῖκας εἰκός. 1125 τοὺς δ᾽ ἐκ πατρός τε καὶ γεραιτέρων λόγους πολλοὺς ἀκούσασ᾽ οὐ μεμούσωμαι κακῶς. ποῦ ᾽στιν ἡ Διαλλαγή. πρὸς γὰρ ὑμᾶς τρέψομαι. ἐνθένδε δ᾽ ὑμεῖς. ἢν μὴ διδῷ τὴν χεῖρα. τάχα δ᾽ εἴσομαι ᾽γώ. 1115 καὶ μὴ χαλεπῇ τῇ χειρὶ μηδ᾽ αὐθαδικῇ. εἰ λάβοι γέ τις ὀργῶντας ἀλλήλων τε μὴ ᾽κπειρωμένους. 1135 Αθηναίος ἐγὼ δ᾽ ἀπόλλυμαί γ᾽ ἀπεψωλημένος. Λυσιστράτη εἶτ᾽ ὦ Λάκωνες. τῆς σάθης ἄγε. καὶ λόγων ἀκούσατε.χαῖρ᾽ ὦ πασῶν ἀνδρειοτάτη· δεῖ δὴ νυνί σε γενέσθαι δεινὴν <δειλὴν> ἀγαθὴν φαύλην σεμνὴν ἀγανὴν πολύπειρον· ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι 1110 συνεχώρησάν σοι καὶ κοινῇ τἀγκλήματα πάντ᾽ ἐπέτρεψαν. οἳ μιᾶς ἐκ χέρνιβος βωμοὺς περιρραίνοντες ὥσπερ ξυγγενεῖς 1130 Ὀλυμπίασιν. εἷς μὲν λόγος μοι δεῦρ᾽ ἀεὶ περαίνεται. λαβοῦσα δ᾽ ὑμᾶς λοιδορῆσαι βούλομαι κοινῇ δικαίως.) ἐχθρῶν παρόντων βαρβάρων στρατεύματι Ἕλληνας ἄνδρας καὶ πόλεις ἀπόλλυτε.
Λάκων ἁμές γε λῶμες.ὁ Λάκων Ἀθηναίων ἱκέτης καθέζετο ἐπὶ τοῖσι βωμοῖς ὠχρὸς ἐν φοινικίδι 1140 στρατιὰν προσαιτῶν. κἠλευθέρωσαν κἀντὶ τῆς κατωνάκης 1155 τὸν δῆμον ὑμῶν χλαῖναν ἠμπέσχον πάλιν. Λάκων ἀδικίομες· ἀλλ᾽ ὁ πρωκτὸς ἄφατον ὡς καλός. αἴ τις ἁμὶν τὤγκυκλον λῇ τοῦτ᾽ ἀποδόμεν. 1160 τί δ᾽ οὐ διηλλάγητε. ἐλθὼν δὲ σὺν ὁπλίταισι τετρακισχιλίοις Κίμων ὅλην ἔσωσε τὴν Λακεδαίμονα. Λάκων οὔπα γυναῖκ᾽ ὄπωπα χαϊωτεραν. ἧς ὑπ᾽ εὖ πεπόνθατε. ξυνεκμαχοῦντες τῇ τόθ᾽ ἡμέρᾳ μόνοι. . πολλοὺς δ᾽ ἑταίρους Ἱππίου καὶ ξυμμάχους. Αθηναίος ἐγὼ δὲ κύσθον γ᾽ οὐδέπω καλλίονα. Λυσιστράτη ὑμᾶς δ᾽ ἀφήσειν τοὺς Ἀθηναίους <μ᾽> οἴει. Αθηναίος ἀδικοῦσιν οὗτοι νὴ Δί᾽ ὦ Λυσιστράτη. οὐκ ἴσθ᾽ ὅθ᾽ ὑμᾶς οἱ Λάκωνες αὖθις αὖ 1150 κατωνάκας φοροῦντας ἐλθόντες δορὶ πολλοὺς μὲν ἄνδρας Θετταλῶν ἀπώλεσαν. φέρε τί τοὐμποδών. ἡ δὲ Μεσσήνη τότε ὑμῖν ἐπέκειτο χὠ θεὸς σείων ἅμα. ταυτὶ παθόντες τῶν Ἀθηναίων ὕπο 1145 δῃοῦτε χώραν. Λυσιστράτη τί δῆθ᾽ υπηργμένων γε πολλῶν κἀγαθῶν μάχεσθε κοὐ παύεσθε τῆς μοχθηρίας.
ταῦτα δράσετε. βουλεύσασθε καὶ τοῖς ξυμμάχοις ἐλθόντες ἀνακοινώσατε. μηδὲν διαφέρου περὶ σκελοῖν. 1175 ἀλλ᾽ εἰ δοκεῖ δρᾶν ταῦτα. 1170 Λάκων οὐ τὼ σιὼ οὐχὶ πάντα γ᾽ ὦ λισσάνιε. Λυσιστράτη ἕτερόν γ᾽ ἀπαιτεῖτ᾽ ἀντὶ τούτου χωρίον. Αθηναίος . Λυσιστράτη ἐπὴν διαλλαγῆτε. Αθηναίος ἤδη γεωργεῖν γυμνὸς ἀποδὺς βούλομαι. Αθηναίος μὰ τὸν Ποσειδῶ τοῦτο μέν γ᾽ οὐ δράσετε. Αθηναίος τὸ δεῖνα τοίνυν παράδοθ᾽ ἡμῖν τουτονὶ πρώτιστα τὸν Ἐχινοῦντα καὶ τὸν Μηλιᾶ κόλπον τὸν ὄπισθεν καὶ τὰ Μεγαρικὰ σκέλη. Λάκων ἐγὼ δὲ κοπραγωγεῖν γα πρῶτα ναὶ τὼ σιώ. 1165 Λυσιστράτη ἄφετ᾽ ὦγάθ᾽ αὐτοῖς. Αθηναίος κᾆτα τίνα κινήσομεν.Λυσιστράτη ποῖον ὦ τᾶν. Λάκων τὰν Πύλον. ἇσπερ πάλαι δεόμεθα καὶ βλιμάττομες. Λυσιστράτη ἐᾶτε.
ὁπόταν τε θυγάτηρ τινὶ κανηφορῇ. χἄττ᾽ <ἂν> ἔνδον ᾖ φορεῖν.ποίοισιν ὦ τᾶν ξυμμάχοις. οὐ φθόνος ἔνεστί μοι πᾶσι παρέχειν φέρειν τοῖς παισίν. Αθηναίος καὶ γὰρ ναὶ μὰ Δία Καρυστίοις. εἰ . καὶ 1195 μηδὲν οὕτως εὖ σεσημάνθαι τὸ μὴ οὐχὶ τοὺς ῥύπους ἀνασπάσαι. ὅπως ἂν αἱ γυναῖκες ὑμᾶς ἐν πόλει ξενίσωμεν ὧν ἐν ταῖσι κίσταις εἴχομεν. νῦν οὖν ὅπως ἁγνεύσετε. ὅσ᾽ ἐστί μοι. Αθηναίος ἀλλ᾽ ἴωμεν ὡς τάχος. Χορός στρωμάτων δὲ ποικίλων καὶ χλανιδίων καὶ ξυστίδων καὶ 1190 χρυσίων. 1180 Λάκων τοῖσι γῶν ναὶ τὼ σιὼ ἁμοῖσι. Λυσιστράτη καλῶς λέγετε. Λάκων ἄγ᾽ ὅπᾳ τυ λῇς. ὅρκους δ᾽ ἐκεῖ καὶ πίστιν ἀλλήλοις δότε. πᾶσιν ὑμῖν λέγω λαμβάνειν τῶν ἐμῶν χρημάτων νῦν ἔνδοθεν. ὄψεται δ᾽ οὐδὲν σκοπῶν. ἐστύκαμεν. οὐ ταὐτὰ δόξει τοῖσι συμμάχοισι νῷν βινεῖν ἅπασιν. Αθηναίος νὴ τὸν Δί᾽ ὡς τάχιστ᾽ ἄγε. 1185 κἄπειτα τὴν αὑτοῦ γυναῖχ᾽ ὑμῶν λαβὼν ἄπεισ᾽ ἕκαστος.
ὡς λήψεται πυ1210 ρούς· ὁ Μανῆς δ᾽ οὑμὸς αὐτοῖς ἐμβαλεῖ. οὐκ ἂν ποιήσαιμ᾽. οὔπω τοιοῦτον συμπόσιον ὄπωπ᾽ ἐγώ. βόσκει δ᾽ οἰκέτας καὶ σμικρὰ πολλὰ παιδία. 1205 ἔστι παρ᾽ ἐμοῦ λαβεῖν πυρίδια λεπτὰ μέν. ὑμῖν χαρίσασθαι. ὁ δ᾽ ἄρτος ἀπὸ χοίνικος ἰδεῖν μάλα νεανίας. φορτικὸν τὸ χωρίον. προσταλαιπωρήσομεν. Αθηναίος Α. 1215 Αθηναίος Α. κωκύσεσθε τὰς τρίχας μακρά. οὐκ ἄπιθ᾽. 1225 ἦ καὶ χαρίεντες ἦσαν οἱ Λακωνικοί· . ὑμεῖς τί κάθησθε. Χορός εἰ δέ τῳ μὴ σῖτος ὑμῶν ἔστι. 1220 Αθηναίος Β χἠμεῖς γε μετὰ σοῦ ξυνταλαιπωρήσομεν. Αθηναίος Β. εἰ δὲ πάνυ δεῖ τοῦτο δρᾶν. μῶν ἐγὼ τῇ λαμπάδι ὑμᾶς κατακαύσω.1200 μή τις ὑμῶν ὀξύτερον ἐμοῦ βλέπει. οὐκ ἄπιτε. πρός γε μέντοι τὴν θύραν προαγορεύω μὴ βαδίζειν τὴν ἐμήν. ἀλλ᾽ εὐλαβεῖσθαι τὴν κύνα. ὅπως ἂν οἱ Λάκωνες ἔνδοθεν καθ᾽ ἡσυχίαν ἀπίωσιν εὐωχημένοι. ἄνοιγε τὴν θύραν· παραχωρεῖν οὐ θέλεις. ὅστις οὖν βούλεται τῶν πενήτων ἴτω εἰς ἐμοῦ σάκκους ἔχων καὶ κωρύκους.
ἵν᾽ ἐγὼ διποδιάξω τε κἀείσω καλὸν ἐς τὼς Ἀσαναίως τε καὶ ἐς ἡμᾶς ἅμα. 1235 νυνὶ δ᾽ ἅπαντ᾽ ἤρεσκεν· ὥστ᾽ εἰ μέν γέ τις ᾄδοι Τελαμῶνος. οὐκ ἐρρήσετ᾽ ὦ μαστιγίαι. Αθηναίος λαβὲ δῆτα τὰς φυσαλλίδας πρὸς τῶν θεῶν. Λάκων ὦ Πολυχαρείδα λαβὲ τὰ φυσατήρια.ἡμεῖς δ᾽ ἐν οἴνῳ συμπόται σοφώτατοι. μεθύοντες ἀεὶ πανταχοῖ πρεσβεύσομεν. νὴ τὸν Δί᾽ ὡς ἤδη γε χωροῦσ᾽ ἔνδοθεν. ὁτιὴ νήφοντες οὐχ ὑγιαίνομεν· ἢν τοὺς Ἀθηναίους ἐγὼ πείσω λέγων. ἅτις οἶδεν ἁμὲ τώς τ᾽ Ἀσαναίως. ἐπῃνέσαμεν ἂν καὶ προσεπιωρκήσαμεν. Χορὸς Λακεδαιμονίων ὅρμαον τὼς κυρσανίως ὦ Μναμοΰνα τάν τ᾽ ἐμὰν Μῶαν. ὀρθῶς γ᾽. Κλειταγόρας ᾄδειν δέον. ἃ δ᾽ οὐ λέγουσι. 1230 νῦν μὲν γὰρ ὅταν ἔλθωμεν ἐς Λακεδαίμονα νήφοντες. 1250 ὅκα τοὶ μὲν ἐπ᾽ Ἀρταμιτίῳ πρὤκροον σιοείκελοι ποττὰ κᾶλα τὼς Μήδως τ᾽ ἐνίκων. 1245 ὡς ἥδομαί γ᾽ ὑμᾶς ὁρῶν ὀρχουμένους. Αθηναίος Α. ἁμὲ δ᾽ αὖ Λεωνίδας ἆγεν περ τὼς κάπρως . 1240 Αθηναίος Β. ταῦθ᾽ ὑπονενοήκαμεν. ἀγγέλλομεν δ᾽ οὐ ταὐτὰ τῶν αὐτῶν πέρι. ἀλλ᾽ οὑτοιὶ γὰρ αὖθις ἔρχονται πάλιν ἐς ταὐτόν. εὐθὺς βλέπομεν ὅ τι ταράξομεν· ὥσθ᾽ ὅ τι μὲν ἂν λέγωσιν οὐκ ἀκούομεν.
1255 θάγοντας οἰῶ τὸν ὀδόντα· πολὺς δ᾽ ἀμφὶ τὰς γένυας ἀφρὸς ἤνσει. ὃς μετὰ μαινάσι Βάκχιος ὄμμασι δαίεται. κᾆτ᾽ ἐπ᾽ ἀγαθαῖς συμφοραῖς ὀρχησάμενοι θεοῖσιν εὐλαβώμεθα τὸ λοιπὸν αὖθις μὴ ᾽ξαμαρτάνειν ἔτι. ἦν γὰρ τὤνδρες οὐκ ἐλάσσως 1260 τᾶς ψάμμας τοὶ Πέρσαι. 1280 ἐπὶ δὲ δίδυμον ἀγέχορον Ἰήιον εὔφρον᾽. ἐπὶ δὲ κάλεσον Ἄρτεμιν. ἐπί τε 1285 πότνιαν ἄλοχον ὀλβίαν· εἶτα δὲ δαίμονας. ὡς συνέχῃς πολὺν ἁμὲ χρόνον. καὶ τᾶν αἱμυλᾶν ἀλωπέκων παυσαίμεθα. . ἀπάγεσθε ταύτας ὦ Λάκωνες. 1265 νῦν δ᾽ αὖ φιλία τ᾽ αἰὲς εὔπορος εἴη ταῖς συνθήκαις. Χορὸς Αθηναίων πρόσαγε χορόν. τάσδε τε ὑμεῖς· ἀνὴρ δὲ παρὰ γυναῖκα καὶ γυνὴ 1275 στήτω παρ᾽ ἄνδρα. πολὺς δ᾽ ἁμᾷ καττῶν σκελῶν ἀφρὸς ἵετο. ἀγροτέρα σηροκτόνε μόλε δεῦρο παρσένε σιὰ ποττὰς σπονδάς. οἷς ἐπιμάρτυσι χρησόμεθ᾽ οὐκ ἐπιλήσμοσιν Ἡσυχίας πέρι τῆς ἀγανόφρονος. 1270 Αθηναίος ἄγε νυν ἐπειδὴ τἄλλα πεποίηται καλῶς. Δία τε πυρὶ φλεγόμενον. ἐπὶ δὲ Νύσιον. ὢ δεῦρ᾽ ἴθι δεῦρ᾽ ὦ κυναγὲ παρσένε. ἔπαγε <δὲ> Χάριτας.
ὡς ἐπὶ νίκῃ ἰαί. 1290 ἀλαλαὶ ἰὴ παιήων· αἴρεσθ᾽ ἄνω ἰαί. 1320 . εἶα μάλ᾽ ἔμβη ὢ εἶα κοῦφα πάλλων. τε πῶλοι ταὶ κόραι πὰρ τὸν Εὐρωταν ἀμπάλλοντι πυκνὰ ποδοῖν 1310 ἀγκονίωαι. 1300 Τυνδαρίδας τ᾽ ἀγασώς. 1315 ἀλλ᾽ ἄγε κόμαν παραμπύκιδδε χερί.ἣν ἐποίησε θεὰ Κύπρις. Αθηναίος πρόφαινε δὴ σὺ Μοῦσαν ἐπὶ νέᾳ νέαν. ὡς Σπάρταν ὑμνίωμες. ἁγεῖται δ᾽ ἁ Λήδας παῖς ἁγνὰ χοραγὸς εὐπρεπής. 1305 τᾷ σιῶν χοροὶ μέλοντι καὶ ποδῶν κτύπος. ποδοῖν τε πάδη τις ἔλαφος· κρότον δ᾽ ἁμᾷ ποίει χορωφελήταν. 1295 Χορὸς Λακεδαιμονίων Ταΰγετον αὖτ᾽ ἐραννὸν ἐκλιπῶα Μῶα μόλε Λάκαινα πρεπτὸν ἁμὶν κλέωα τὸν Ἀμύκλαις σιὸν καὶ χαλκίοικον Ἀσάναν. εὐαί εὐαί. τοὶ δὴ πὰρ Εὐρώταν ψιάδδοντι. καὶ τὰν σιὰν δ᾽ αὖ τὰν κρατίσταν Χαλκίοικον ὕμνει τὰν πάμμαχον. εὐοῖ εὐοῖ. ταὶ δὲ κόμαι σείονθ᾽ περ Βακχᾶν θυρσαδδωᾶν καὶ παιδδωᾶν.
Οὐδέποθ᾿ ἡμέρα γενήσεται ; Καὶ μὴν πάλαι γ᾿ ἀλεκτρυόνος ἤκουσ᾿ ἐγώ. Φε. Οἴμοι τάλας. Ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὁ χρηστὸς οὑτοσὶ νεανίας ἐγείρεται τῆς νυκτός. ὅτ᾿ οὐδὲ κολάσ᾿ ἔξεστί μοι τοὺς οἰκέτας. Ἐμὲ μὲν σὺ πολλοὺς τὸν πατέρ᾿ ἐλαύνεις δρόμους.Αριστοφάνης. πολλῶν οὕνεκα. Οἱ δ᾿ οἰκέται ῥέγκουσιν. Ἄπαγε τὸν ἵππον ἐξαλίσας οἴκαδε. Ἔλαυνε τὸν σαυτοῦ δρόμον. Ἀλλ᾿ οὐ δύναμαι δείλαιος εὕδειν δακνόμενος ὑπὸ τῆς δαπάνης καὶ τῆς φάτνης καὶ τῶν χρεῶν διὰ τουτονὶ τὸν υἱόν δὲ κόμην ἔχων ἱππάζεταί τε καὶ ξυνωρικεύεται ὀνειροπολεῖ θ᾿ ἵππους. ὦ πόλεμε. τὸ χρῆμα τῶν νυκτῶν ὅσον· ἀπέραντον. Ἅπτε παῖ λύχνον κἄκφερε τὸ γραμματεῖον. Ἁπόλοιο δῆτ᾿. τί ὀφείλω ; Δώδεκα μνᾶς Πασίᾳ. Ἐγὼ δ᾿ ἀπόλλυμαι ὁρῶν ἄγουσαν τὴν σελήνην εἰκάδας· οἱ γὰρ τόκοι χωροῦσιν. Φέρ᾿ ἴδω. Φε. Πόσους δρόμους ἐλᾷ τὰ πολεμιστήρια ; Στ. . Ἀλλ᾿ οὐκ ἂν πρὸ τοῦ. Ἀλλ᾿ ὦ μέλ᾿ ἐξήλικας ἐμέ γ᾿ ἐκ τῶν ἐμῶν. ὅτε καὶ δίκας ὤφληκα χἄτεροι τόκου ἐνεχυράσεσθαί φασιν. Νεφέλες ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ἰοὺ ἰού· ὦ Ζεῦ βασιλεῦ. Ατὰρ τί χρέος ἔβα με μετὰ τὸν Πασίαν ; Τρεῖς μναῖ διφρίσκου καὶ τροχοῖν Ἀμεινίᾳ. ἀλλὰ πέρδεται ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος. Τοῦ δώδεκα μνᾶς Πασίᾳ ; Τί ἐχρησάμην ; Ὅτ᾿ ἐπριάμην τὸν κοππατίαν. ῥέγκωμεν ἐγκεκαλυμμένοι. Στ. ἵν᾿ ἀναγνῶ λαβὼν ὁπόσοις ὀφείλω καὶ λογίσωμαι τοὺς τόκους. Ἀλλ᾿ εἰ δοκεῖ. Τοῦτ᾿ ἐστὶ τουτὶ τὸ κακὸν ὅ μ᾿ ἀπολώλεκεν· ὀνειροπολεῖ γὰρ καὶ καθεύδων ἱππικήν. ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ. εἴθ᾿ ἐξεκόπην πρότερον τὸν ὀφθαλμὸν λίθῳ. Στ. Φίλων. ἀδικεῖς.
Τί γάρ μοι τὸν πότην ἧπτες λύχνον ; Δεῦρ᾿ ἔλθ᾿ ἵνα κλάῃς. ἡ δ᾿ αὖ μύρου. ἀλλ᾿ ἐσπάθα. ξυστίδ᾿ ἔχων ἐγὼ δ᾿ ἔφην· ὅταν μὲν οὖν τὰς αἶγας ἐκ τοῦ φελλέως. Στ. δαπάνης. κρόκου. Φε. λίαν σπαθᾷς. Ἔασον ὦ δαιμόνιε καταδαρθεῖν τί με. ἀκόρητος. τρασιᾶς. Οἰ. Τέως μὲν οὖν ἐκρινόμεθ᾿· εἶτα τῷ χρόνῳ κοινῇ ξυνέβημεν κἀθέμεθα Φειδιππίδην. περιουσίας. Οἴμοι. ἐρίων. ἡ μὲν γὰρ ἵππον προσετίθει πρὸς τοὔνομα. ἐμοί τε δὴ καὶ τῇ γυναικὶ τἀγαθῇ. ΟΙΚΕΤΗΣ Ἔλαιον ἡμῖν οὐκ ἔνεστ᾿ ἐν τῷ λύχνῳ. διφθέραν ἐνημμένος. Ξάνθιππον ἢ Χάριππον ἢ Καλλιππίδην. σεμνήν. ὥσπερ Μεγακλέης. Φεῦ. εἰκῇ κείμενος. Τοῦτον τὸν υἱὸν λαμβάνουσ᾿ ἐκορίζετο· ὅταν σὺ μέγας ὢν ἅρμ᾿ ἐλαύνῃς πρὸς πόλιν. Εἴθ᾿ ὤφελ᾿ ἡ προμνήστρι᾿ ἀπολέσθαι κακῶς ἥτις με γῆμ᾿ ἐπῆρε τὴν σὴν μητέρα· ἐμοὶ γὰρ ἦν ἄγροικος ἥδιστος βίος. τί δυσκολαίνεις καὶ στρέφει τὴν νύχθ᾿ ὅλην ; Στ. περὶ τοὐνόματος δὴ ᾿ντεῦθεν ἐλοιδορούμεθα. λαφυγμοῦ. Ἐτεόν. Γενετυλλίδος. Οὐ μὴν ἐρῶ γ᾿ ὡς ἀργὸς ἦν.Φε. Σὺ δ᾿ οὖν κάθευδε. Δάκνει μέ τις δήμαρχος ἐκ τῶν στρωμάτων. Ἔπειτ᾿ ἔγημα Μεγακλέους τοῦ Μεγακλέους ἀδελφιδῆν ἄγροικος ὢν ἐξ ἄστεως. Κωλιάδος. Ἀλλ᾿ οὐκ ἐπείθετο τοῖς ἐμοῖς οὐδὲν λόγοις. ὥσπερ ὁ πατήρ σου. Στ. ὦ πάτερ. ἐγὼ δὲ τοῦ πάππου ᾿τιθέμην Φειδωνίδην. βρύων μελίτταις καὶ προβάτοις καὶ στεμφύλοις. Διὰ τί δῆτα κλαύσομαι ; Στ. Ὅτι τῶν παχειῶν ἐνετίθεις θρυαλλίδων. Μετὰ ταῦθ᾿. εὐρωτιῶν. συγκατεκλινόμην ἐγὼ ὄζων τρυγός. Τὰ δὲ χρέα ταῦτ᾿ ἴσθ᾿ ὅτι εἰς τὴν κεφαλὴν ἅπαντα τὴν σὴν τρέψεται. ὅπως νῷν ἐγένεθ᾿ υἱὸς οὑτοσί. τρυφῶσαν. ἐγκεκοισυρωμένην. . Ταύτην ὅτ᾿ ἐγάμουν. ἐγὼ δ᾿ ἂν αὐτῇ θοἰμάτιον δεικνὺς τοδὶ πρόφασιν ἔφασκον· ὦ γύναι. καταγλωττισμάτων.
Εἰπέ μοι. νὴ τὸν Διόνυσον. Στ. ἡμεῖς δ᾿ ἅνθρακες. Ὁρῶ. Ἐνταῦθ᾿ ἐνοικοῦσ᾿ ἄνδρες οἳ τὸν οὐρανὸν λέγοντες ἀναπείθουσιν ὡς ἔστιν πνιγεύς. Φε. Στ. Φειδιππίδιον. Φε. Φε. Δεῦρό νυν ἀπόβλεπε. Τί οὖν τοῦτ᾿ ἐστὶν ἐτεόν. Μή μοι γε τοῦτον μηδαμῶς τὸν ἵππιον· οὗτος γὰρ ὁ θεὸς αἴτιός μοι τῶν κακῶν. Τί οὖν πίθωμαι δῆτά σοι ; Στ. φιλεῖς ἐμέ ; Φε. Ψυχῶν σοφῶν τοῦτ᾿ ἐστὶ φροντιστήριον. πιθοῦ. Κύσον με καὶ τὴν χεῖρα δὸς τὴν δεξιάν. τί κελεύεις ; Στ. Τί. Νῦν οὖν ὅλην τὴν νύκτα φροντίζων ὁδοῦ μίαν ηὗρον ἀτραπὸν δαιμονίως ὑπερφυᾶ. Πῶς δῆτ᾿ ἂν ἥδιστ᾿ αὐτὸν ἐπεγείραιμι ; Πῶς ; Φειδιππίδη. λέγοντα νικᾶν καὶ δίκαια κἄδικα. Ἀλλ᾿ ἐξεγεῖραι πρῶτον αὐτὸν βούλομαι. ἀργύριον ἤν τις διδῷ. Ὁρᾷς τὸ θύριον τοῦτο καὶ τοἰκίδιον ; Φε. ὦ παῖ. Λέγε δή. Φε. κἄστιν περὶ ἡμᾶς οὗτος. ἰδού. ὦ πάτερ ; Στ. Φε. Εἰσὶν δὲ τίνες ; . Ἔκτρεψον ὡς τάχιστα τοὺς σαυτοῦ τρόπους καὶ μάνθαν᾿ ἐλθὼν ἃν ἐγὼ παραινέσω. Νὴ τὸν Ποσειδῶ τουτονὶ τὸν ἵππιον.ἀλλ᾿ ἵππερόν μου κατέχεεν τῶν χρημάτων. Πείσομαι. Καί τι πείσει ; Φε. Τί ἐστιν ; Στ. ἣν ἢν ἀναπείσω τουτονί. ὦ πάτερ ; Στ. Οὗτοι διδάσκουσ᾿. Ἀλλ᾿ εἴπερ ἐκ τῆς καρδίας μ᾿ ὄντως φιλεῖς. σωθήσομαι.
τὸν ἥττονα. Τίς ἐσθ᾿ ὁ κόψας τὴν θύραν ; Στ. Οὐκ οἶδ᾿ ἀκριβῶς τοὔνομα. Φε. ΜΑΘΗΤΗΣ. καὶ τὸν ἥττονα. . Εἶναι παρ᾿ αὐτοῖς φασὶν ἄμφω τὼ λόγω. Φε. Ἀλλ᾿ εἴ τι κήδει τῶν πατρῴων ἀλφίτων. τούτων γενοῦ μοι. Ἀλλ᾿ οὐ περιόψεταί μ᾿ ὁ θεῖος Μεγακλέης ἄνιππον. σοῦ δ᾿ οὐ φροντιῶ. Μεριμνοφροντισταὶ καλοί τε κἀγαθοί. Αἰβοῖ. Στ. Στ. νικᾶν λέγοντά φασι τἀδικώτερα. πονηροί γ᾿. Στ. ὧν ὁ κακοδαίμων Σωκράτης καὶ Χαιρεφῶν. Ἤ ἤ. ἀντιβολῶ σ᾿. Βάλλ᾿ εἰς κόρακας. Φε. Τοὺς ἀλαζόνας. Οὐκ ἂν μὰ τὸν Διόνυσον εἰ δοίης γέ μοι τοὺς Φασιανοὺς οὓς τρέφει Λεωγόρας. Τί ταῦτ᾿ ἔχων στραγγεύομαι ἀλλ᾿ οὐχὶ κόπτω τὴν θύραν ; Παῖ. Οὐκ ἄρα μὰ τὴν Δήμητρα τῶν γ᾿ ἐμῶν ἔδει οὔτ᾿ αὐτὸς οὔθ᾿ ὁ ζύγιος οὔθ᾿ ὁ σαμφόρας. Στ. τοὺς ἀνυποδήτους λέγεις. Ἴθ᾿. Φε. τὸν κρείττον᾿. Τούτοιν τὸν ἕτερον τοῖν λόγοιν. ἐλθὼν διδάσκου. Ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἐγὼ μέντοι πεσών γε κείσομαι. ὦ φίλτατ᾿ ἀνθρώπων ἐμοί. ὅστις ἐστί. Ἤν οὖν μάθῃς μοι τὸν ἄδικον τοῦτον λόγον. οἶδα. Οὐκ ἂν πιθοίμην· οὐ γὰρ ἂν τλαίην ἰδεῖν τοὺς ἱππέας τὸ χρῶμα διακεκναισμένος. Ἀλλ᾿ εἴσειμι.Στ. παιδίον. Φείδωνος υἱὸς Στρεψιάδης Κικυννόθεν. Μηδὲν εἴπῃς νήπιον. Φε. σχασάμενος τὴν ἱππικήν. ἀλλ᾿ ἐξελῶ σ᾿ εἰς κόρακας ἐκ τῆς οἰκίας. ἀλλ᾿ εὐξάμενος τοῖσιν θεοῖς διδάξομαι αὐτὸς βαδίζων εἰς τὸ φροντιστήριον. Καὶ τί σοι μαθήσομαι ; Στ. τοὺς ὠχριῶντας. Πῶς οὖν γέρων ὢν κἀπιλήσμων καὶ βραδὺς λόγων ἀκριβῶν σκινδαλάμους μαθήσομαι ; Ἰτητέον. ἃ νῦν ὀφείλω διὰ σέ. σιώπα. τούτων τῶν χρεῶν οὐκ ἂν ἀποδοίην οὐδ᾿ ἂν ὀβολὸν οὐδενί.
Μα. Ὦ Ζεῦ βασιλεῦ. Ἦ ῥᾳδίως φεύγων ἂν ἀποφύγοι δίκην ὅστις δίοιδε τοὔντερον τῆς ἐμπίδος. Λέγε νυν ἐμοὶ θαρρῶν· ἐγὼ γὰρ οὑτοσὶ ἥκω μαθητὴς εἰς τὸ φροντιστήριον. Δακοῦσα γὰρ τοῦ Χαιρεφῶντος τὴν ὀφρῦν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τὴν Σωκράτους ἀφήλατο. Στ. κάτειπέ μοι. Στ. τὰς ἐμπίδας κατὰ τὸ στόμ᾿ ᾄδειν ἢ κατὰ τοὐρροπύγιον. ὅστις οὑτωσὶ σφόδρα ἀπεριμερίμνως τὴν θύραν λελάκτικας καὶ φροντίδ᾿ ἐξήμβλωκας ἐξηυρημένην. Σύγγνωθί μοι· τηλοῦ γὰρ οἰκῶν τῶν ἀγρῶν. Ἐφασκεν εἶναι τοὔντερον τῆς ἐμπίδος στενόν. διὰ λεπτοῦ δ᾿ ὄντος αὐτοῦ τὴν πνοὴν βίᾳ βαδίζειν εὐθὺ τοὐρροπυγίου· ἔπειτα κοῖλον πρὸς στενῷ προσκείμενον τὸν πρωκτὸν ἠχεῖν ὑπὸ βίας τοῦ πνεύματος. Ποῖον ; Ἀντιβολῶ. Δεξιώτατα. Ἀνήρετ᾿ αὐτὸν Χαιρεφῶν ὁ Σφήττιος ὁπότερα τὴν γνώμην ἔχοι. Ὦ τρισμακάριος τοῦ διεντερεύματος. Στ. Μα. τῆς λεπτότητος τῶν φρενῶν. . Στ. νομίσαι δὲ ταῦτα χρὴ μυστήρια. Ἀλλ᾿ εἰπέ μοι τὸ πρᾶγμα τοὐξημβλωμένον. εἶτα τὴν ψύλλαν λαβὼν ἐνέβαψεν εἰς τὸν κηρὸν αὐτῆς τὼ πόδε. Σάλπιγξ ὁ πρωκτός ἐστιν ἄρα τῶν ἐμπίδων. Τί δῆτ᾿ ἄν. Λέξω. Ἀνήρετ᾿ ἄρτι Χαιρεφῶντα Σωκράτης ψύλλαν ὁπόσους ἅλλοιτο τοὺς αὑτῆς πόδας. κᾆτα ψυχείσῃ περιέφυσαν Περσικαί. Ἀμαθής γε νὴ Δί᾿. Κηρὸν διατήξας. ἕτερον εἰ πύθοιο Σωκράτους φρόντισμα ; Στ. Στ. Τί δῆτ᾿ ἐκεῖνος εἶπε περὶ τῆς ἐμπίδος ; Μα. Μα. Μα.Μα. Πῶς δῆτα διεμέτρησε ; ῎ Μα. Στ. Ταύτας ὑπολύσας ἀνεμέτρει τὸ χωρίον. Ἀλλ᾿ οὐ θέμις πλὴν τοῖς μαθηταῖσιν λέγειν.
Οὗτοι δ᾿ ἐρεβοδιφῶσιν ὑπὸ τὸν Τάρταρον. Ὦ Ἡράκλεις. Τί οὖν πρὸς τἄλφιτ᾿ ἐπαλαμήσατο ; Μα. εἶτα διαβήτην λαβών. Κατὰ τῆς τραπέζης καταπάσας λεπτὴν τέφραν. Εἶἑν. Ἀλλ᾿ εἴσιθ᾿. Στ. Τί δῆθ᾿ ὁ πρωκτὸς εἰς τὸν οὐρανὸν βλέπει ; Μα. Ἥσθην γαλεώτῃ καταχέσαντι Σωκράτους. Ἀτὰρ τί ποτ᾿ εἰς τὴν γῆν βλέπουσιν οὑτοι ; Μα. Ζητοῦντος αὐτοῦ τῆς σελήνης τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς περιφοράς. Μα. Ἀλλ᾿ οὐχ οἷόν τ᾿ αὐτοῖσι πρὸς τὸν ἀέρα . Ἐχθὲς δέ γ᾿ ἡμῖν δεῖπνον οὐκ ἦν ἑσπέρας. Τί δῆτ᾿ ἐκεῖνον τὸν Θαλῆν θαυμάζομεν ; Ἄνοιγ᾿ ἄνοιγ᾿ ἁνύσας τὸ φροντιστήριον καὶ δεῖξον ὡς τάχιστά μοι τὸν Σωκράτη. Στ. Στ. Μαθητιῶ γάρ. Μα. Τοῖς ἐκ Πύλου ληφθεῖσι. Ζητοῦσιν οὗτοι τὰ κατὰ γῆς. Στ. Στ.Μα. Τί ἐθαύμασας ; Τῷ σοι δοκοῦσιν εἰκέναι ; Στ. Στ. Μήπω γε μήπω γ᾿. τοῖς Λακωνικοῖς. Τίνα τρόπον ; Κάτειπέ μοι. Μα. ἵνα μὴ ᾿κεῖνος ὑμῖν ἐπιτύχῃ. εἶτ᾿ ἄνω κεχηνότος ἀπὸ τῆς ὀροφῆς νύκτωρ γαλεώτης κατέχεσεν. Αὐτὸς καθ᾿ αὑτὸν ἀστρονομεῖν διδάσκεται. ἐκ τῆς παλαίστρας θοἰμάτιον ὑφείλετο. Βολβοὺς ἄρα ζητοῦσι. ἵνα αὐτοῖσι κοινώσω τι πραγμάτιον ἐμόν. Πρῴην δέ γε γνώμην μεγάλην ἀφῃρέθη ὑπ᾿ ἀσκαλαβώτου. κάμψας ὀβελίσκον. ἀλλ᾿ ἐπιμεινάντων. Στ. Μή νυν τοῦτό γ᾿ ἔτι φροντίζετε· ἐγὼ γὰρ οἶδ᾿ ἵν᾿ εἰσὶ μεγάλοι καὶ καλοί. Ἀλλ᾿ ἄνοιγε τὴν θύραν. ταυτὶ ποδαπὰ τὰ θηρία ; Μα. Τί γὰρ οἵδε δρῶσιν οἱ σφόδρ᾿ ἐγκεκυφότες ; Μα.
Ἐνταῦθ᾿ ἔνεισιν. Πρὸς τῶν θεῶν. Μα. Στ. Ὅπου ᾿στίν ; Αὑτηί. Ὡς ἐγγὺς ἡμῶν. Μα. Στ. Στ. Αὕτη δέ σοι γῆς περίοδος πάσης. Μα. τί γὰρ τάδ᾿ ἐστίν ; Εἰπέ μοι. Τοῦτο μεταφροντίζετε. Οἶδ᾿· ὑπὸ γὰρ ἡμῶν παρετάθη καὶ Περικλέους. Στ. Φέρε τίς γὰρ οὗτος οὑπὶ τῆς κρεμάθρας ἀνήρ ; . Ἀστρονομία μὲν αὑτηί. Γεωμετρία. Ἡ δέ γ᾿ Εὔβοι᾿. ἐπεὶ δικαστὰς οὐχ ὁρῶ καθημένους. οὑμοὶ δημόται ; Μα. ταύτην ἀφ᾿ ἡμῶν ἀπαγαγεῖν πόρρω πάνυ. Οὔκ. Μα. Στ. Στ. Τουτὶ δὲ τί ; Μα. Νὴ Δί᾿. ἀστεῖον λέγεις· τὸ γὰρ σόφισμα δημοτικὸν καὶ χρήσιμον. Στ. Πότερα τὴν κληρουχικήν ; Μα. ἀλλ᾿ οὐχ οἷόν τε. Στ. Στ. ὡς ὁρᾷς. Γῆν ἀναμετρεῖσθαι. Τοῦτ᾿ οὖν τί ἐστι χρήσιμον ; Μα. Ἀλλ᾿ ἡ Λακεδαίμων ποῦ ᾿στίν ; Μα.ἔξω διατρίβειν πολὺν ἄγαν ἐστὶν χρόνον. Στ. Τί σὺ λέγεις ; Οὐ πείθομαι. ἡδὶ παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ. Ὀρᾷς ; Αἵδε μὲν Ἀθῆναι. οἰμώξεσθ᾿ ἄρα. Ὡς τοῦτ᾿ ἀληθῶς Ἀττικὸν τὸ χωρίον. ἀλλὰ τὴν σύμπασαν. Καὶ ποῦ Κικυννῆς εἰσίν.
κάτειπέ μοι. Πόθεν δ᾿ ὑπόχρεως σαυτὸν ἔλαθες γενόμενος ; Στ. ΣΩΚΡΑΤΗΣ Τί με καλεῖς. Σω. ἴθ᾿ οὗτος ἀναβόησον αὐτόν μοι μέγα. Τί φῄς ; Ἡ φροντὶς ἕλκει τὴν ἰκμάδ᾿ εἰς τὰ κάρδαμα ; Ἴθι νυν κατάβηθ᾿. ὦ Σωκρατίδιον. τὰ χρήματ᾿ ἐνεχυράζομαι. ἀλλ᾿ οὐκ ἀπὸ τῆς γῆς. εἴπερ ; Σω. λεπτὴν καταμείξας εἰς τὸν ὅμοιον ἀέρα. Αὐτός. Στ. Τίς αὐτός ; Μα. Στ. ὦφήμερε ; Στ. Στ. Μα. Σω. Σω. φέρομαι. Νόσος μ᾿ ἐπέτριψεν ἱππική. Στ. Μισθὸν δ᾿ ὅντιν᾿ ἂν . Ἀλλά με δίδαξον τὸν ἕτερον τοῖν σοῖν λόγοιν. Βουλόμενος μαθεῖν λέγειν· ὑπὸ γὰρ τόκων χρήστων τε δυσκολωτάτων ἄγομαι. ὡς ἐμέ. Ἦλθες δὲ κατὰ τί ; Στ. Ὦ Σωκράτης. Στ. Ἀεροβατῶ καὶ περιφρονῶ τὸν ἥλιον. Πάσχει δὲ ταὐτὸ τοῦτο καὶ τὰ κάρδαμα. Αὐτὸς μὲν οὖν σὺ κάλεσον· οὐ γάρ μοι σχολή. Οὐ γὰρ ἄν ποτε ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα εἰ μὴ κρεμάσας τὸ νόημα καὶ τὴν φροντίδα. ἵνα με διδάξῃς ὧνπερ ἕνεκ᾿ ἐλήλυθα. Σωκράτης. τὸν μηδὲν ἀποδιδόντα. Ὦ Σώκρατες. οὐκ ἄν ποθ᾿ ηὗρον· οὐ γὰρ ἀλλ᾿ ἡ γῆ βίᾳ ἕλκει πρὸς αὑτὴν τὴν ἰκμάδα τῆς φροντίδος. ἀντιβολῶ. Πρῶτον μὲν ὅ τι δρᾷς. ὦ Σωκρατίδιον.Μα. Ἐπειτ᾿ ἀπὸ ταρροῦ τοὺς θεοὺς ὑπερφρονεῖς. δεινὴ φαγεῖν. Εἰ δ᾿ ὢν χαμαὶ τἄνω κάτωθεν ἐσκόπουν.
Σω. Ἔλθετε δῆτ᾿. τῷ φροντιστῇ μετέωροι. πρὶν ἂν τουτὶ πτύξωμαι. Ἐπὶ τί στέφανον ; Οἴμοι. εἴτ᾿ Ὠκεανοῦ πατρὸς ἐν κήποις ἱερὸν χορὸν ἵστατε Νύμφαις. Ἰδού. Σω. ἀμέτρητ᾿ Ἀήρ. ἀλλὰ ταῦτα πάντα τοὺς τελουμένους ἡμεῖς ποιοῦμεν. Ποίους θεοὺς ὀμεῖ σύ ; Πρῶτον γὰρ θεοὶ ἡμῖν νόμισμ᾿ οὐκ ἔστι. ὥσπερ με τὸν Ἀθάμανθ᾿ ὅπως μὴ θύσετε. Σω. μὴ καταβρεχθῶ. . Βούλει τὰ θεῖα πράγματ᾿ εἰδέναι σαφῶς ἅττ᾿ ἐστὶν ὀρθῶς ; Στ. Οὔκ. Στ. ὃς ἔχεις τὴν γῆν μετέωρον. Νὴ Δί᾿. εἴπερ ἐστί γε. Ἀλλ᾿ ἔχ᾿ ἀτρεμεί. κάθημαι. Σω. τῷδ᾿ εἰς ἐπίδειξιν· εἴτ᾿ ἐπ᾿ Ὀλύμπου κορυφαῖς ἱεραῖς χιονοβλήτοισι κάθησθε. Σω. Μὰ τὸν Δί᾿ οὐ ψεύσει γέ με· καταπαττόμενος γὰρ παιπάλη γενήσομαι. λαμπρός τ᾿ Αἰθήρ. ὦ δέσποιναι. Εὐφημεῖν χρὴ τὸν πρεσβύτην καὶ τῆς εὐχῆς ἐπακούειν. σεμναί τε θεαὶ Νεφέλαι βροντησικέραυνοι. ἄρθητε. Μάλιστά γε. παιπάλη. Στ. Μήπω. φάνητ᾿. Στ. Καὶ συγγενέσθαι ταῖς Νεφέλαισιν εἰς λόγους. Τῷ γὰρ ὄμνυτε ; Σιδαρέοισιν. Σώκρατες. Στ. Λέγειν γενήσει τρῖμμα. ταῖς ἡμετέραισι δαίμοσιν ; Στ. Σω. Σω. Στ. Τὸ δὲ μηδὲ κυνῆν οἴκοθεν ἐλθεῖν ἐμὲ τὸν κακοδαίμον᾿ ἔχοντα. Τουτονὶ τοίνυν λαβὲ τὸν στέφανον. μήπω γε. Εἶτα δὴ τί κερδανῶ ; Σω.πράττῃ μ᾿. ὦ πολυτίμητοι Νεφέλαι. Ὦ δέσποτ᾿ ἄναξ. ὀμοῦμαί σοι καταθήσειν τοὺς θεούς. ὥσπερ ἐν Βυζαντίῳ ; Σω. κρόταλον. Κάθιζε τοίνυν ἐπὶ τὸν ἱερὸν σκίμποδα. Στ.
εἴτ᾿ ἄρα Νείλου προχοαῖς ὑδάτων χρυσέαις ἀρύτεσθε πρόχοισιν. Ὦ μέγα σεμναὶ Νεφέλαι. εὔανδρον γᾶν Κέκροπος ὀψόμεναι πολυήρατον· οὗ σέβας ἀρρήτων ἱερῶν. ἵνα μυστοδόκος δόμος ἐν τελεταῖς ἁγίαις ἀναδείκνυται· οὐρανίοις τε θεοῖς δωρήματα. ἔλθωμεν λιπαρὰν χθόνα Παλλάδος. χεσείω. Πρὸς τοῦ Διός. Ἤισθου φωνῆς ἅμα καὶ βροντῆς μυκησαμένης θεοσέπτου ; Στ. Οὐ μὴ σκώψει μηδὲ ποήσεις ἅπερ οἱ τρυγοδαίμονες οὗτοι. καὶ βούλομαι ἀνταποπαρδεῖν πρὸς τὰς βροντάς· οὕτως αὐτὰς τετραμαίνω καὶ πεφόβημαι. ἀλλ᾿ εὐφήμει· μέγα γάρ τι θεῶν κινεῖται σμῆνος ἀοιδαῖς. ἦρί τ᾿ ἐπερχομένῳ Βρομία χάρις εὐκελάδων τε χορῶν ἐρεθίσματα καὶ μοῦσα βαρύβρομος αὐλῶν. φράσον. ἀρθῶμεν φανεραὶ δροσερὰν φύσιν εὐάγητον πατρὸς ἀπ᾿ Ὠκεανοῦ βαρυαχέος ὑψηλῶν ὀρέων κορυφὰς ἔπι δενδροκόμους. νυνί γ᾿ ἤδη. ἀντιβολῶ σε. φανερῶς ἠκούσατέ μου καλέσαντος. ἢ Μαιῶτιν λίμνην ἔχετ᾿ ἢ σκόπελον νιφόεντα Μίμαντος· ὑπακούσατε δεξάμεναι θυσίαν καὶ τοῖς ἱεροῖσι χαρεῖσαι. ὦ πολυτίμητοι. ὦ Σώκρατες. Σω. Καὶ σέβομαί γ᾿. Χο. Στ. ΧΟΡΟΣ Ἀέναοι Νεφέλαι. Ἀλλ᾿ ἀποσεισάμεναι νέφος ὄμβριον ἀθανάτας ἰδέας ἐπιδώμεθα τηλεσκόπῳ ὄμματι γαῖαν. ἵνα τηλεφανεῖς σκοπιὰς ἀφορώμεθα καρπούς τ᾿ ἀρδομέναν ἱερὰν χθόνα καὶ ποταμῶν ζαθέων κελαδήματα καὶ πόντον κελάδοντα βαρύβρομον· ὄμμα γὰρ αἰθέρος ἀκάματον σελαγεῖται μαρμαρέαισιν αὐγαῖς. τίνες εἴσ᾿. αὗται . Παρθένοι ὀμβροφόροι. καὶ πρόσοδοι μακάρων ἱερώταται εὐστέφανοί τε θεῶν θυσίαι θαλίαι τε παντοδαπαῖσιν ὥραις. Κεἰ θέμις ἐστίν. ναοί θ᾿ ὑψερεφεῖς καὶ ἀγάλματα. Σω. κεἰ μὴ θέμις ἐστί.
Ταῦτ᾿ ἄρ᾿ ἐποίουν ὑγρᾶν Νεφελᾶν στρεπταίγλαν δάϊον ὁρμάν. ἀλλ᾿ οὐράνιαι Νεφέλαι. Νῦν γέ τοι ἤδη καθορᾷς αὐτάς. Ὀ πολυτίμητοι· πάντα γὰρ ἤδη κατέχουσιν. Φέρε ποῦ ; Δεῖξον. Στ. σφραγιδονυχαργοκομήτας· κυκλίων τε χορῶν ᾀσματοκάμπτας. μεγάλαι θεαὶ ἀνδράσιν ἀργοῖς. ἄνδρας μετεωροφένακας. Θουριομάντεις. Νὴ Δί᾿ ἔγωγ᾿. Μὰ Δί᾿. Σω.αἱ φθεγξάμεναι τοῦτο τὸ σεμνόν ; Μῶν ἡρῷναί τινές εἰσιν ; Σω. Οὐ γὰρ μὰ Δί᾿ οἶσθ᾿ ὁτιὴ πλείστους αὗται βόσκουσι σοφιστάς. Στ. ἀλλ᾿ ὁμίχλην καὶ δρόσον αὐτὰς ἡγούμην καὶ καπνὸν εἶναι. Στ. Στ. Ἤδη νυνὶ μόλις οὕτως. Σω. Στ. Σω. οὐδὲν δρῶντας βόσκουσ᾿ ἀργούς. Χωροῦσ᾿ αὗται πάνυ πολλαὶ διὰ τῶν κοίλων καὶ τῶν δασέων. Ταῦτ᾿ ἄρ᾿ ἀκούσασ᾿ αὐτῶν τὸ φθέγμ᾿ ἡ ψυχή μου πεπότηται καὶ λεπτολογεῖν ἤδη ζητεῖ καὶ περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν καὶ γνωμιδίῳ γνώμην νύξασ᾿ ἑτέρῳ λόγῳ ἀντιλογῆσαι· ὥστ᾿ εἴ πως ἐστίν. εἶτ᾿ ἀερίας διεράς γαμψούς τ᾿ οἰωνοὺς ἀερονηχεῖς . Ἥκιστ᾿. πλοκάμους θ᾿ ἑκατογκεφάλα Τυφῶ πρημαινούσας τε θυέλλας. Βλέπε νυν δευρὶ πρὸς τὴν Πάρνηθ᾿· ἤδη γὰρ ὁρῶ κατιούσας ἡσυχῇ αὐτάς. ἰδεῖν αὐτὰς ἤδη φανερῶς ἐπιθυμῶ. εἰ μὴ λημᾷς κολοκύνταις. ἰατροτέχνας. αὗται πλάγιαι. Παρὰ τὴν εἴσοδον. Σω. Στ. αἵπερ γνώμην καὶ διάλεξιν καὶ νοῦν ἡμῖν παρέχουσιν καὶ τερατείαν καὶ περίλεξιν καὶ κροῦσιν καὶ κατάληψιν. Ταύτας μέντοι σὺ θεὰς οὔσας οὐκ ᾔδεις οὐδ᾿ ἐνόμιζες ; Στ. Σω. Σω. Τί τὸ χρῆμα ; Ὡς οὐ καθορῶ. ὅτι ταύτας μουσοποοῦσιν.
ὦ πρεσβῦτα παλαιογενές. Φέρε. Σύ τε. ὦ δέσποιναι· καὶ νῦν. Ἀποφαίνουσαι τὴν φύσιν αὐτοῦ λύκοι ἐξαίφνης ἐγένοντο. μὰ Δί᾿. Οὐκ οἶδα σαφῶς· εἴξασιν δ᾿ οὖν ἐρίοισιν πεπταμένοισιν. τοῦ φθέγματος. κοὐχὶ γυναιξίν. οὐδ᾿ ὁτιοῦν· αὗται δὲ ῥῖνας ἔχουσιν. σκώπτουσαι τὴν μανίαν αὐτοῦ κενταύροις ᾔκασαν αὑτάς. Ὦ Γῆ. Νὴ Δί᾿ ἔγωγ᾿. Καὶ νῦν γ᾿ ὅτι Κλεισθένη εἶδον. θηρατὰ λόγων φιλομούσων. ὁρᾷς. Λέξον δή μοι. Τί γὰρ ἢν ἅρπαγα τῶν δημοσίων κατίδωσι Σίμωνα. ταῦτα Κλεώνυμον αὗται τὸν ῥίψασπιν χθὲς ἰδοῦσαι. . Στ. ὡς ἱερὸν καὶ σεμνὸν καὶ τερατῶδες. ὅτι δειλότατον τοῦτον ἑώρων. οὐρανομήκη ῥήξατε κἀμοὶ φωνήν. Ἀπόκριναί νυν ἅττ᾿ ἂν ἔρωμαι. Διὰ μέντοι τάσδ᾿. Σω. Σω. Σω. εἴπερ νεφέλαι γ᾿ εἰσὶν ἀληθῶς. Οὐχὶ δικαίως ; Στ. ἔλαφοι διὰ τοῦτ᾿ ἐγένοντο. εἴπερ τινὶ κἄλλῳ.ὄμβρους θ᾿ ὑδάτων δροσερᾶν νεφελᾶν· εἶτ᾿ ἀντ᾿ αὐτῶν κατέπινον κεστρᾶν τεμάχη μεγαλᾶν ἀγαθᾶν κρέα τ᾿ ὀρνίθεια κιχηλᾶν. τί ῖǃὒδρῶσιν ; Σω. Σω. λεπτοτάτων λήρων ἱερεῦ. ποῖαι γάρ τινές εἰσιν ; Στ. Ταῦτ᾿ ἄρα. Ἤδη ποτ᾿ ἀναβλέψας εἶδες νεφέλην κενταύρῳ ὁμοίαν ἢ παρδάλει ἢ λύκῳ ἢ ταύρῳ ; Στ. Εἶτα τί τοῦτο ; Σω. Σω. τί παθοῦσαι. Λέγε νυν ταχέως ὅτι βούλει. Χαίρετε τοίνυν. Στ. Χαῖρ᾿. διὰ τοῦτ᾿ ἐγένοντο γυναῖκες. θνηταῖς εἴξασι γυναιξίν ; Οὐ γὰρ ἐκεῖναί γ᾿ εἰσὶ τοιαῦται. ὦ παμβασίλειαι. Στ. φράζε πρὸς ἡμᾶς ὅτι χρῄζεις· οὐ γὰρ ἂν ἄλλῳ γ᾿ ὑπακούσαιμεν τῶν νῦν μετεωροσοφιστῶν πλὴν ἢ Προδίκῳ. οἷόνπερ τὸν Ξενοφάντου. Στ. σοὶ δὲ ὅτι βρενθύει τ᾿ ἐν ταῖσιν ὁδοῖς καὶ τὠφθαλμὼ παραβάλλεις κἀνυπόδητος κακὰ πόλλ᾿ ἀνέχει κἀφ᾿ ἡμῖν σεμνοπροσωπεῖς. Χο. Γίγνονται πάνθ᾿ ὅτι βούλονται· κᾆτ᾿ ἢν μὲν ἴδωσι κομήτην ἄγριόν τινα τῶν λασίων τούτων. Στ. τῷ μὲν σοφίας καὶ γνώμης οὕνεκα.
Ἀλλ᾿ ὅστις ὁ βροντῶν ἐστὶ φράσον. Ποῖος Ζεύς ; Οὐ μὴ ληρήσεις. τἄλλα δὲ πάντ᾿ ἐστὶ φλύαρος. Ὅταν ἐμπλησθῶσ᾿ ὕδατος πολλοῦ κἀναγκασθῶσι φέρεσθαι κατακριμνάμεναι πλήρεις ὄμβρου δι᾿ ἀνάγκην. Ὁ δ᾿ ἀναγκάζων ἐστὶ τίς αὐτάς οὐχ ὁ Ζεύς ; Ὥστε φέρεσθαι ; Σω. Αὗται βροντῶσι κυλινδόμεναι. Τῷ τρόπῳ. Ἀτὰρ οὐδέν πω περὶ τοῦ πατάγου καὶ τῆς βροντῆς μ᾿ ἐδίδαξας. Στ. Οὑλύμπιος οὐ θεός ἐστιν ; Σω. Αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί. Δῖνος ; Τουτί μ᾿ ἐλελήθει.Σω. ἀλλ᾿ αἰθέριος δῖνος. Στ. Οὐκ ἤκουσάς μου τὰς νεφέλας ὕδατος μεστὰς ὅτι φημὶ ἐμπιπτούσας εἰς ἀλλήλας παταγεῖν διὰ τὴν πυκνότητα ; Στ. Ἤδη ζωμοῦ Παναθηναίοις ἐμπλησθεὶς εἶτ᾿ ἐταράχθης τὴν γαστέρα καὶ κλόνος ἐξαίφνης αὐτὴν διεκορκορύγησεν ; . ποῦ γὰρ πώποτ᾿ ἄνευ νεφελῶν ὕοντ᾿ ἤδη τεθέασαι ; Καίτοι χρῆν αἰθρίας ὕειν αὐτόν. Ἥκιστ᾿. ὁ Ζεὺς οὐκ ὤν. Τί λέγεις σύ ; Ἀλλὰ τίς ὕει ; Τουτὶ γὰρ ἔμοιγ᾿ ἀπόφηναι πρῶτον ἁπάντων. Ἀπὸ σαυτοῦ ᾿γώ σε διδάξω. Στ. Νὴ τὸν Ἀπόλλω. τοῦθ᾿ ὅ με ποιεῖ τετρεμαίνειν. Ὁ Ζεὺς δ᾿ ὑμῖν. Φέρε. Φέρε. τουτὶ τῷ χρὴ πιστεύειν ; Σω. τοῦτό γε τοι τῷ νυνὶ λόγῳ εὖ προσέφυσας. ὦ πάντα σὺ τολμῶν ; Σω. Σω. Σω. Στ. Οὐδ᾿ ἐστὶ Ζεύς. ἀλλ᾿ ἀντ᾿ αὐτοῦ Δῖνος νυνὶ βασιλεύων. Αὗται δήπου· μεγάλοις δέ σ᾿ ἐγὼ σημείοις αὐτὸ διδάξω. φέρε. Στ. ταύτας δ᾿ ἀποδημεῖν. πρὸς τῆς Γῆς. Στ. Καίτοι πρότερον τὸν Δί᾿ ἀληθῶς ᾤμην διὰ κοσκίνου οὐρεῖν. εἶτα βαρεῖαι εἰς ἀλλήλας ἐμπίπτουσαι ῥήγνυνται καὶ παταγοῦσιν. Σω.
εἶτ᾿ ἐξαίφνης διαλακήσασα πρὸς αὐτὼ τὠφθαλμώ μου προσετίλησεν καὶ κατέκαυσεν τὸ πρόσωπον. Νὴ τὸν Ἀπόλλω. Στ. δῆτ᾿ οὐχὶ Σίμων᾿ ἐνέπρησεν οὐδὲ Κλεώνυμον οὐδὲ Θέωρον ; Καίτοι σφόδρα γ᾿ εἴσ᾿ ἐπίορκοι. Στ. ὦ μῶρε σὺ καὶ Κρονίων ὄζων καὶ βεκκεσέληνε. Ἀλλ᾿ εἵνεκα γε ψυχῆς στερρᾶς δυσκολοκοίτου τε μερίμνης καὶ φειδωλοῦ καὶ τρυσιβίου γαστρὸς καὶ θυμβρεπιδείπνου. Καὶ πῶς. ὀπτῶν γαστέρα τοῖς συγγένεσιν κᾆτ᾿ οὐκ ἔσχων ἀμελήσας. ἔνδοθεν αὐτὰς ὥσπερ κύστιν φυσᾷ. ὅπερ εἰκὸς δεξιὸν ἄνδρα. Τοῦτον γὰρ δὴ φανερῶς ὁ Ζεὺς ἵησ᾿ ἐπὶ τοὺς ἐπιόρκους. ἀτρέμας πρῶτον. Ἀλλὰ τὸν αὑτοῦ γε νεὼν βάλλει καὶ Σούνιον. κἄπειθ᾿ ὑπ᾿ ἀνάγκης ῥήξας αὐτὰς ἔξω φέρεται σοβαρὸς διὰ τὴν πυκνότητα. καὶ τὰς δρῦς τὰς μεγάλας. Τί γάρ ἐστιν δῆθ᾿ ὁ κεραυνός ; Σω. Ἀλλ᾿ ὁ κεραυνὸς πόθεν αὖ φέρεται λάμπων πυρί. καὶ καταφρύγει βάλλων ἡμᾶς. τί μαθών ; Οὐ γὰρ δὴ δρῦς γ᾿ ἐπίορκεῖ. ἀμέλει. κἄπειτ᾿ ἐπάγει παπαπαππάξ· χὤταν χέζω. Στ. βροντὴ καὶ πορδή. ὡς εὐδαίμων ἐν Ἀθηναίοις καὶ τοῖς Ἕλλησι γενήσει εἰ μνήμων εἶ καὶ φροντιστὴς καὶ τὸ ταλαίπωρον ἔνεστιν ἐν τῇ ψυχῇ καὶ μὴ κάμνεις μήθ᾿ ἑστὼς μήτε βαδίζων μήτε ῥιγῶν ἄχθει λίαν μήτ᾿ ἀριστᾶν ἐπιθυμεῖς οἴνου τ᾿ ἀπέχει καὶ γυμνασίων καὶ τῶν ἄλλων ἀνοήτων καὶ βέλτιστον τοῦτο νομίζεις. ἡ δ᾿ ἄρ᾿ ἐφυσᾶτ᾿. θαρρῶν εἵνεκα τούτων ἐπιχαλκεύειν παρέχοιμ᾿ ἄν. ἄκρον Ἀθηνέων. Σω. κομιδῇ βροντᾷ. ὑπὸ τοῦ ῥοίβδου καὶ τῆς ῥύμης αὐτὸς ἑαυτὸν κατακάων. νικᾶν πράττων καὶ βουλεύων καὶ τῇ γλώττῃ πολεμίζων. παππὰξ παππάξ. Χο. Στ. τοῦτο δίδαξον. Ὅταν εἰς ταύτας ἄνεμος ξηρὸς μετεωρισθεὶς κατακλεισθῇ. Σκέψαι τοίνυν ἀπὸ γαστριδίου τυννουτουὶ οἷα πέπορδας· τὸν δ᾿ ἀέρα τόνδ᾿ ὄντ᾿ ἀπέραντον πῶς οὐκ εἰκὸς μέγα βροντᾶν ; Ταῦτ᾿ ἄρα καὶ τὠνόματ᾿ ἀλλήλοιν. καὶ δεινὰ ποεῖ γ᾿ εὐθύς μοι καὶ τετάρακται. χὤσπερ βροντὴ τὸ ζωμίδιον παταγεῖ καὶ δεινὰ κέκραγεν.Στ. Νὴ Δί᾿ ἐγὼ γοῦν ἀτεχνῶς ἔπαθον τουτί ποτε Διασίοισιν. ὁμοίω. εἴπερ βάλλει τοὺς ἐπιόρκους. ὥσπερ ἐκεῖναι. Ὦ τῆς μεγάλης ἐπιθυμήσας σοφι´ας ἄνθρωπε παρ᾿ ἡμῶν. παπαπαππάξ. . τοὺς δὲ ζῶντας περιφλεύει. Σω. Οὐκ οἶδ᾿· ἀτὰρ εὖ σὺ λέγειν φαίνει.
δρώντων ἀτεχνῶς ὅτι χρῄζουσιν· κεἰ βούλονται. αὐχμεῖν. περίτριμμα δικῶν. ὡς οὐκ ἀτυχήσεις ἡμᾶς τιμῶν καὶ θαυμάζων καὶ ζητῶν δεξιὸς εἶναι. Νῦν οὖν [χρήσθων] ἀτεχνῶς ὅτι βούλονται τουτὶ τό γ᾿ ἐμὸν σῶμ᾿ αὐτοῖσιν παρέχω τύπτειν.Σω. . Τεύξει τοίνυν ὧν ἱμείρεις· οὐ γὰρ μεγάλων ἐπιθυμεῖς. ἴτης. γλοιός. Ταῦτ᾿ εἴ με καλοῦσ᾿ ἁπαντῶντες. Στ. Ἀλλ᾿ ἔσται σοι τοῦτο παρ᾿ ἡμῶν. ψευδῶν συγκολλητής. εὔγλωττος. Χο. Ἀλλὰ σεαυτὸν παράδος θαρρῶν τοῖς ἡμετέροις προπόλοισιν. ἀσκὸν δείρειν. μιαρός. ματιολοιχός. Ἴσθι δ᾿ ὡς ταῦτα μαθὼν παρ᾿ ἐμοῦ κλέος οὐρανόμηκες ἐν βροτοῖσιν ἕξεις. διψῆν. ὥστε τὸ λοιπόν γ᾿ ἀπὸ τουδὶ ἐν τῷ δήμῳ γνώμας οὐδεὶς νικήσει πλείονας ἢ σύ. ῥιγῶν. ἀλαζών. βδελυρός. Χο. Χο. Οὐδ᾿ ἂν διαλεχθείην γ᾿ ἀτεχνῶς τοῖς ἄλλοις οὐδ᾿ ἂν ἀπαντῶν. Δράσω ταῦθ᾿ ὑμῖν πιστεύσας· ἡ γὰρ ἀνάγκη με πιέζει διὰ τοὺς ἵππους τοὺς κοππατίας καὶ τὸν γάμον ὅς μ᾿ ἐπέτριψεν. Χο. Ὦ δέσποιναι. Μή μοι γε λέγειν γνώμας μεγάλας· οὐ γὰρ τούτων ἐπιθυμῶ. πεινῆν. Στ. οὐδ᾿ ἂν θύσαιμ᾿ οὐδ᾿ ἂν σπείσαιμ᾿ οὐδ᾿ ἐπιθείην λιβανωτόν. εἴρων. κύρβις. εὑρησιεπής. κρόταλον. ἀλλ᾿ ὅσ᾿ ἐμαυτῷ στρεψοδικῆσαι καὶ τοὺς χρήστας διολισθεῖν. τρύμη. κίναδος. τολμηρός. τὸ Χάος τουτὶ καὶ τὰς Νεφέλας καὶ τὴν Γλῶτταν. τῶν Ἑλλήνων εἶναί με λέγειν ἑκατὸν σταδίοισιν ἄριστον. εἴπερ τὰ χρέα διαφευξοῦμαι τοῖς τ᾿ ἀνθρώποις εἶναι δόξω θρασύς. Λῆμα μὲν πάρεστι τῷδέ γ᾿ οὐκ ἄτολμον ἀλλ᾿ ἕτοιμον. Λέγε νυν ἡμῖν ὅτι σοι δρῶμεν θαρρῶν. νὴ τὴν Δήμητρ᾿ ἔκ μου χορδὴν τοῖς φροντισταῖς παραθέντων. μάσθλης. Ἄλλο τι δῆτ᾿ οὐ νομιεῖς ἤδη θεὸν οὐδένα πλὴν ἅπερ ἡμεῖς. δέομαι τοίνυν ὑμῶν τουτὶ πάνυ μικρόν. τρία ταυτί ; Στ. στρόφις. Στ. ἀργαλέος. κέντρων.
Ἆρά γε τοῦτ᾿ ἄρ᾿ ἐγώ ποτ᾿ ὄψομαι ; Χο. Οὔκ. βουλομένους ἀνακοινοῦσθαι τε καὶ εἰς λόγον ἐλθεῖν πράγματα κἀντιγραφὰς πολλῶν ταλάντων. ἵν᾿ αὐτὸν εἰδὼς ὅστις ἐστὶ μηχανὰς ἤδη ᾿πὶ τούτοις πρὸς σὲ καινὰς προσφέρω. Ἴθι νυν κατάθου θοἰμάτιον. Ἀλλ᾿ ἐγχείρει τὸν πρεσβύτην ὅτιπερ μέλλεις προδιδάσκειν καὶ διακίνει τὸν νοῦν αὐτοῦ καὶ τῆς γνώμης ἀποπειρῶ. Στ. Πῶς οὖν δυνήσει μανθάνειν ; Στ. εἰ μνημονικὸς εἶ. τί δρᾷς ἤν τις σε τύπτῃ ; Στ. ἄξια σῇ φρενὶ συμβουλευσομένους μετὰ σοῦ. Στ. ἀλλὰ βραχέα σου πυθέσθαι βούλομαι. Λέγειν μὲν οὐκ ἔνεστ᾿. Ἄγε νυν ὅπως. ἐπιλήσμων πάνυ. Σω. Στ. Ἔνεστι δῆτά σοι λέγειν ἐν τῇ φύσει ; Στ. Τί πείσομαι ; Χο. εὐθέως ὑφαρπάσει. κἄπειτ᾿ ἐπισχὼν ὀλίγον ἐπιμαρτύρομαι· εἶτ᾿ αὖθις ἀκαρῆ διαλιπὼν δικάζομαι. Σω. Σω. ὅταν τι προβάλωμαι σοφὸν περὶ τῶν μετεώρων. μνήμων πάνυ. νὴ τὸν Δία. Δέδοικά σ᾿. Τί δέ ; Τειχομαχεῖν μοι διανοεῖ. πρὸς τῶν θεῶν ; Σω. Ἅνθρωπος ἀμαθὴς οὑτοσὶ καὶ βάρβαρος. Ἄγε δή. Στ. Σω. Τί δαί ; Κυνηδὸν τὴν σοφίαν σιτήσομαι ; Σω. Στ. Φέρ᾿ ἴδω. Ἤν μέν γ᾿ ὀφείληταί τι μοι. Ἠδίκηκά τι ; . καλῶς. μὴ πληγῶν δέει. Τύπτομαι. ὦ πρεσβῦτα. Σω. Δύο τρόπω. Ὥστε γέ σου πολλοὺς ἐπὶ ταῖσι θύραις ἀεὶ καθῆσθαι. Τὸν πάντα χρόνον μετ᾿ ἐμοῦ ζηλωτότατον βίον ἀνθρώπων διάξεις. ἐὰν δ᾿ ὀφείλω σχέτλιος. κάτειπέ μοι σὺ τὸν σαυτοῦ τρόπον.Στ. ἀποστ-ερεῖν δ᾿ ἔνι. Ἀμέλει.
νὴ τὸν Διόνυσον τὸν ἐκθρέψαντά με. Σω. ἀλλ᾿ ἀκολουθήσεις ἐμοὶ ἁνύσας τι δευρὶ θᾶττον. Οὔκ. Εἰπὲ δή νυν μοι τοδί· ἢν ἐπιμελὴς ὦ καὶ προθύμως μανθάνω. ἐξέθηκα. Τί κυπτάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν ; Χο. Οἴμοι κακοδαίμων. τῷ τῶν μαθητῶν ἐμφερὴς γενήσομαι ; Σω. Τί ληρεῖς ; Στ. οὓς ἡδὺ καὶ λέγειν. κἀγώ. παῖς δ᾿ ἑτέρα τις λαβοῦσ᾿ ἀνείλετο. παρθένος γὰρ ἔτ᾿ ἦν κοὐκ ἐξῆν πώ μοι τεκεῖν. Εἰς τὼ χεῖρέ νυν δός μοι μελιτοῦτταν πρότερον. κατερῶ πρὸς ὑμᾶς ἐλευθέρως τἀληθῆ. Στ. Σω. ὁ σώφρων τε χὠ καταπύγων ἄριστ᾿ ἠκουσάτην. Κατάθου. ἣ παρέσχε μοι ἔργον πλεῖστον· εἶτ᾿ ἀνεχώρουν ὑπ᾿ ἀνδρῶν φορτικῶν ἡττηθεὶς οὐκ ἄξιος ὤν. ἐκ τούτου μοι πιστὰ παρ᾿ ὑμῶν γνώμης ἔσθ᾿ ὅρκια. Ἐξ ὅτου γὰρ ἐνθάδ᾿ ὑπ᾿ ἀνδρῶν. Στ. Ἀλλ᾿ οὐχὶ φωράσων ἔγωγ᾿ εἰσέρχομαι. Ἀλλ᾿ ἴθι χαίρων τῆς ἀνδρείας εἵνεκα ταύτης. ὡς δέδοικ᾿ ἐγὼ εἴσω καταβαίνων ὥσπερ εἰς Τροφωνίου. Οὕτω νικήσαιμί τ᾿ ἐγὼ καὶ νομιζοίμην σοφὸς ὡς ὑμᾶς ἡγούμενος εἶναι θεατὰς δεξιοὺς καὶ ταύτην σοφώτατ᾿ ἔχειν τῶν ἐμῶν κωμῳδιῶν πρώτους ἠξίωσ᾿ ἀναγεῦσ᾿ ὑμᾶς. ἡμιθνὴς γενήσομαι. Σω. Ὦ θεώμενοι. Ταῦτ᾿ οὖν ὑμῖν μέμφομαι τοῖς σοφοῖς. Χώρει. ὑμεῖς δ᾿ ἐξεθρέψατε γενναίως κἀπαιδεύσατε. Στ. Οὐ μὴ λαλήσεις. ἀλλὰ γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται. Οὐδὲν διοίσεις Χαιρεφῶντος τὴν φύσιν. Ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ὑμῶν ποθ᾿ ἑκὼν προδώσω τοὺς δεξιούς. Εὐτυχία γένοιτο τἀνθρώπῳ ὅτι προήκων εἰς βαθὺ τῆς ἡλικίας νεωτέροις τὴν φύσιν αὑτοῦ πράγμασιν χρωτίζεται καὶ σοφίαν ἐπασκεῖ. ὧν οὕνεκ᾿ ἐγὼ ταῦτ᾿ ἐπραγματευόμην. .Σω.
Εὔπολις μὲν τὸν Μαρικᾶν πρώτιστον παρείλκυσεν ἐκστρέψας τοὺς ἡμετέρους Ἱππέας κακὸς κακῶς. τοῦτον δείλαιον κολετρῶσ᾿ ἀεὶ καὶ τὴν μητέρα. Γνώσεται γάρ. οὐδὲ κόρδαχ᾿ εἵλκυσεν· οὐδὲ πρεσβύτης ὁ λέγων τἄπη τῇ βακτηρίᾳ τύπτει τὸν παρόντ᾿. γῆς τε καὶ ἁλμυρᾶς θαλάσσης ἄγριον μοχλευτήν· καὶ μεγαλώνυμον ἡμέτερον πατέρ᾿ Αἰθέρα σεμνότατον. προσθεὶς αὐτῷ γραῦν μεθύσην τοῦ κόρδακος οὕνεχ᾿. ἥτις πρῶτα μὲν οὐδὲν ἦλθε ῥαψαμένη σκύτινον καθειμένον ἐρυθρὸν ἐξ ἄκρου. ἤνπερ ἴδῃ. μέγας ἐν θεοῖς ἐν θνητοῖσί τε δαίμων. βιοθρέμμονα πάντων· τόν θ᾿ ἱππονώμαν. Ἤν γὰρ ᾖ τις ἔξοδος μηδενὶ ξὺν νῷ. ἤν που ᾿πιτύχῃ θεαταῖς οὕτω σοφοῖς. παχύ. ἀφανίζων πονηρὰ σκώμματα· οὐδ᾿ εἰσῇξε δᾷδας ἔχουσ᾿ οὐδ᾿ ἰοὺ ἰού βοᾷ· ἀλλ᾿ αὑτῇ καὶ τοῖς ἔπεσιν πιστεύουσ᾿ ἐλήλυθεν. τοῖς ἐμοῖς μὴ χαιρέτω. ὡς δὲ σώφρων ἐστὶ φύσει σκέψασθ᾿. ἀλλ᾿ αἰεὶ καινὰς ἰδέας εἰσφέρων σοφίζομαι οὐδὲν ἀλλήλαισιν ὁμοίας καὶ πάσας δεξιάς· Ὅς μέγιστον ὄντα Κλέων᾿ ἔπαισ᾿ εἰς τὴν γαστέρα κοὐκ ἐτόλμησ᾿ αὖθις ἐπεμπηδῆσ᾿ αὐτῷ κειμένῳ. Εἶθ᾿ Ἕρμιππος αὖθις ἐποίησεν εἰς Ὑπέρβολον. ἣν τὸ κῆτος ἤσθιεν. τότ᾿ ἢ βροντῶμεν ἢ ψακάζομεν. ἣν Φρύνιχος πάλαι πεπόηχ᾿. Ὅστις οὖν τούτοισι γελᾷ. οὐδ᾿ ὑμᾶς ζητῶ ᾿ξαπατᾶν δὶς καὶ τρὶς ταὔτ᾿ εἰσάγων. τὰς εἰκοὺς τῶν ἐγχέλεων τὰς ἐμὰς μιμούμενοι. Εἶτα τὸν θεοῖσιν ἐχθρὸν βυρσοδέψην Παφλαγόνα . τοῖς παιδίοις ἵν᾿ ᾖ γέλως· οὐδ᾿ ἔσκωψεν τοὺς φαλακρούς. Ὤ σοφώτατοι θεαταί. ὡς ἅπαξ παρέδωκεν λαβὴν Ὑπέρβολος. εἰς τὰς ὥρας τὰς ε(τέρας εὖ φρονεῖν δοκήσετε. Ἤν δ᾿ ἐμοὶ καὶ τοῖσιν ἐμοῖς εὐφραίνησθ᾿ εὑρήμασιν.Νῦν οὖν Ἠλέκτραν κατ᾿ ἐκείνην ἥδ᾿ ἡ κωμῳδία ζητοῦσ᾿ ἦλθ᾿. ὃς ὑπερλάμπροις ἀκτῖσιν κατέχει γῆς πέδον. Οὗτοι δ᾿. ἅλλοι τ᾿ ἤδη πάντες ἐρείδουσιν εἰς Ὑπέρβολον. τἀδελφοῦ τὸν βόστρυχον. δεῦρο τὸν νοῦν προσέχετε· ἠδικημέναι γὰρ ὑμῖν μεμφόμεσθ᾿ ἐναντίον. αἵτινες τηροῦμεν ὑμᾶς. Ὑψιμέδοντα μὲν θεῶν Ζῆνα τύραννον εἰς χορὸν πρῶτα μέγαν κικλήσκω· τόν τε μεγασθενῆ τριαίνης ταμίαν. Κἀγὼ μὲν τοιοῦτος ἀνὴρ ὢν ποητὴς οὐ κομῶ. Πλεῖστα γὰρ θεῶν ἁπάντων ὠφελούσαις τὴν πόλιν δαιμόνων ἡμῖν μόναις οὐ θύετ᾿ οὐδὲ σπένδετε.
Ἀμφί μοι αὖτε Φοῖβ᾿ ἄναξ Δήλιε. Σω. στρεβλοῦτε καὶ δικάζετε. δᾷδ᾿. οὐκ εἶδον οὕτως ἄνδρ᾿ ἄγροικον οὐδαμοῦ . εἴ τι κἀξημάρτετε. ἅττ᾿ ἂν ὑμεῖς ἐξαμάρτητ᾿. πολλάκις δ᾿ ἡμῶν ἀγόντων τῶν θεῶν ἀπαστίαν. σπένδεθ᾿ ὑμεῖς καὶ γελᾶτ᾿· ἀνθ᾿ ὧν λαχὼν Ὑπέρβολος τῆτες ἱερομνημονεῖν κἄπειθ᾿ ὑφ᾿ ἡμῶν τῶν θεῶν τὸν στέφανον ἀφῃρέθη· μᾶλλον γὰρ οὕτως εἴσεται κατὰ σελήνην ὡς ἄγειν χρὴ τοῦ βίου τὰς ἡμέρας. ἡνίκ᾿ ἂν πενθῶμεν ἢ τὸν Μέμνον᾿ ἢ Σαρπηδόνα. Μὰ τὴν Ἀναπνοήν. τὰς ὀφρῦς ξυνήγομεν κἀποοῦμεν δεινά. αὖθις εἰς τἀρχαῖον ὑμῖν.ἡνίχ᾿ ᾑρεῖσθε στρατηγόν. βροντὴ δ᾿ ἐρράγη δι᾿ ἀστραπῆς. πολιοῦχος Ἀθάνα· Παρνασσίαν θ᾿ ὃς κατέχων πέτραν σὺν πεύκαις σελαγεῖ Βάκχαις Δελφίσιν ἐμπρέπων κωμαστὴς Διόνυσος. μὰ τὸν Ἀέρα. μὰ τὸ Χάος. » Ἄλλα τ᾿ εὖ δρᾶν φησίν. ἐπὶ τὸ βέλτιον τρέπειν. Κυνθίαν ἔχων ὑψικέρατα πέτραν· ἥ τ᾿ Ἐφέσου μάκαιρα πάγχρυσον ἔχεις οἶκον. Ἡνίχ᾿ ἡμεῖς δεῦρ᾿ ἀφορμᾶσθαι παρεσκευάσμεθα. ὥστε καὶ λέγειν ἅπαντας ἐξιόντας ἑσπέρας «μὴ πρίῃ. ὥστ᾿ ἀπειλεῖν φησὶν αὐτῇ τοὺς θεοὺς ἑκάστοτε. Ἤν Κλέωνα τὸν λάρον δώρων ἑλόντες καὶ κλοπῆς εἶτα φιμώσητε τούτου τῷ ξύλῳ τὸν αὐχένα. Ἡ σελήνη δ᾿ ἐξέλειπεν τὰς ὁδούς. παῖ. Ὡς δὲ καὶ τοῦτο ξυνοίσει. ἡνίκ᾿ ἂν ψευσθῶσι δείπνου κἀπίωσιν οἴκαδε τῆς ἑορτῆς μὴ τυχόντες κατὰ λόγον τῶν ἡμερῶν. ὁ δ᾿ ἥλιος τὴν θρυαλλίδ᾿ εἰς ἑαυτὸν εὐθέως ξυνελκύσας οὐ φανεῖν ἔφασκεν ὑμῖν εἰ στρατηγήσοι Κλέων. Δεινὰ γὰρ πεπονθέναι ὠφελοῦσ᾿ ὑμᾶς ἅπαντας οὐ λόγοις ἀλλ᾿ ἐμφανῶς· πρῶτα μὲν τοῦ μηνὸς εἰς δᾷδ᾿ οὐκ ἔλαττον ἢ δραχμήν. ἡ Σελήνη ξυντυχοῦσ᾿ ἡμῖν ἐπέστειλεν φράσαι πρῶτα μὲν χαίρειν Ἀθηναίοισι καὶ τοῖς ξυμμάχοις· εἶτα θυμαίνειν ἔφασκε. ἀλλ᾿ ἄνω τε καὶ κάτω κυδοιδοπᾶν. Ἀλλ᾿ ὅμως εἵλεσθε τοῦτον· φασὶ γὰρ δυσβουλίαν τῇδε τῇ πόλει προσεῖναι. ῥᾳδίως διδάξομεν. ἐπὶ τὸ βέλτιον τὸ πρᾶγμα τῇ πόλει ξυνοίσεται. Κᾆθ᾿ ὅταν θύειν δέῃ. ἐν ᾧ κόραι σε Λυδῶν μεγάλως σέβουσιν· ἥ τ᾿ ἐπιχώριος ἡμετέρα θεὸς αἰγίδος ἡνίοχος. ταῦτα μέντοι τοὺς θεούς. ὑμᾶς δ᾿ οὐκ ἄγειν τὰς ἡμέρας οὐδὲν ὀρθῶς. ἐπειδὴ φῶς Σεληναίης καλόν.
ἔτ᾿ ἐμοῦ παιδὸς ὄντος. Ποῦ Στρεψιάδης ; Ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών ; Στ. Περίδου νυν ἐμοὶ εἰ μὴ τετράμετρόν ἐστιν ἡμιέκτεων.οὐδ᾿ ἄπορον οὐδὲ σκαιὸν οὐδ᾿ ἐπιλήσμονα. Σω. ὅστις σκαλαθυρμάτι᾿ ἄττα μικρὰ μανθάνων ταῦτ᾿ ἐπιλέλησται πρὶν μαθεῖν. Σω. Σω. Τί δαί ; . Σω. Ὅμως γε μὴν αὐτὸν καλῶ θύραζε δεῦρο πρὸς τὸ φῶς. Ὡς ἄγροικος εἶ καὶ δυσμαθής. Πρὸ τοῦ μέν. Οὐ γὰρ ᾠζυρὲ τούτων ἐπιθυμῶ μανθάνειν οὐδέν. ἀλλ᾿ οἶδ᾿. Στ. ὤνθρωπε. Ἁνύσας τι κατάθου καὶ πρόσεχε τὸν νοῦν. Ἰδού. Οὐ τοῦτ᾿ ἐρωτῶ σ᾿. Στ. χὠποῖος αὖ κατὰ δάκτυλον. Σω. τίς ἄλλος ἀντὶ τουτουὶ τοῦ δακτύλου ; Στ. Τί δέ μ᾿ ὠφελήσουσ᾿ οἱ ῥυθμοὶ πρὸς τἄλφιτα ; Σω. Πρῶτον μὲν εἶναι κομψὸν ἐν συνουσίᾳ. Ἄγε δή. Σω. Κατὰ δάκτυλον ; Νὴ τὸν Δί᾿. Ἀγρεῖος εἶ καὶ σκαιός. Σω. Στ. Οὐδὲν λέγεις. Εἰς κόρακας. Πότερον περὶ μέτρων ἢ περὶ ἐπῶν ἢ ῥυθμῶν ; Στ. ἀλλ᾿ ὅτι κάλλιστον μέτρον ἡγεῖ. Ἀλλ᾿ οὐκ ἐῶσί μ᾿ ἐξενεγκεῖν οἱ κόρεις. Στ. Περὶ τῶν μέτρων ἔγωγ᾿· ἔναγχος γάρ ποτε ὑπ᾿ ἀλφιταμοιβοῦ παρεκόπην διχοινίκῳ. τί βούλει πρῶτα νυνὶ μανθάνειν ὧν οὐκ ἐδιδάχθης πώποτ᾿ οὐδέν ; Εἰπέ μοι. Σω. Ταχύ γ᾿ ἂν δύναιο μανθάνειν περὶ ῥυθμῶν. πότερον τὸ τρίμετρον ἢ τὸ τετράμετρον ; Στ. οὑτοσί. Ἐγὼ μὲν οὐδὲν πρότερον ἡμιέκτεω. ἐπαΐονθ᾿ ὁποῖός ἐστι τῶν ῥυθμῶν κατ᾿ ἐνόπλιον. Εἰπὲ δή. Στ.
Κλεωνύμη. Ὀρθῶς γὰρ λέγεις. Ἐκεῖνο δ᾿ ἦν ἄν· καρδόπη. Ἀλλ᾿ οἶδ᾿ ἔγωγε τἄρρεν᾿. Στ. Ἀλλ᾿ ὦ ᾿γάθ᾿. ταῦρος. Στ. Νῦν δὲ πῶς με χρὴ καλεῖν ; Σω. τὸν δ᾿ ἕτερον ἀλέκτορα. Στ. Ταὐτὸν δύναταί σοι κάρδοπος Κλεωνύμῳ. Στ. Ἀλλ᾿ ἕτερα δεῖ σε πρότερα τούτου μανθάνειν. Πῶς δή. Στ. ἀλλ᾿ ἐν θυείᾳ στρογγύλῃ γ᾿ ἀνεμάττετο. Ἰδοὺ μάλ᾿ αὖθις. τὸν ἀδικώτατον λόγον. Στ. Σω. Πῶς ; Ἀλεκτρυὼν κἀλεκτρυών. ἀλεκτρυών. οὐδ᾿ ἦν κάρδοπος Κλεωνύμῳ. Πῶς δή ; Φράσον. Στ. Ἀλεκτρύαιναν ; Εὖ γε νὴ τὸν Ἀέρα· ὥστ᾿ ἀντὶ τούτου τοῦ διδάγματος μόνου διαλφιτώσω σου κύκλῳ τὴν κάρδοπον. Στ. Τὴν καρδόπην θήλειαν ; Σω. Νὴ τὸν Ποσειδῶ. Ἀλεκτρύαιναν. Τὴν κάρδοπον ἄρρενα καλεῖς θήλειαν οὖσαν. τοῦθ᾿ ἕτερον. Ὅπως ; Τὴν καρδόπην. . Σω. κύων. Ἐκεῖν᾿ ἐκεῖνο. φέρε ; Σω. Σω. τράγος. Σω. ὥσπερ γε καὶ Κλεώνυμον. Ἔτι δέ γε περὶ τῶν ὀνομάτων μαθεῖν σε δεῖ. Σω.Στ. τῶν τετραπόδων ἅττ᾿ ἐστιν ὀρθῶς ἄρρενα. εἰ μὴ μαίνομαι· κριός. Ἀτὰρ τὸ λοιπὸν πῶς με χρὴ καλεῖν ; Σω. ὥσπερ καλεῖς τὴν Σωστράτην. Μάλιστά γε. Ὁρᾷς ἃ πάσχεις ; Τήν τε θήλειαν καλεῖς ἀλεκτρυόνα κατὰ ταὐτὸ καὶ τὸν ἄρρενα. Στ. Τῷ τρόπῳ ; Ἄρρενα καλῶ ᾿γὼ κάρδοπον ; Σω.
Στ. Ἀτταταῖ ἀτταταῖ. Στ. Κλειταγόρα. ἐπεὶ πῶς γ᾿ ἂν καλέσειας ἐντυχὼν Ἀμεινίᾳ ; Στ. Μὴ δῆθ᾿. Ταχὺς δ᾿. Σω. Στ. Σω. Μυρία. Οὐκ ἔστι παρὰ ταῦτ᾿ ἄλλα. Οὔκουν δικαίως. ὅταν εἰς ἄπορον πέσῃς. ἐπ᾿ ἄλλο πήδα νόημα φρενός· ὕπνος δ᾿ ἀπέστω γλυκύθυμος ὀμμάτων. Στ. ἀλλ᾿ εἴπερ γε χρή. Φιλόξενος. Οὐκ ἄρρεν᾿ ὑμῖν ἐστίν ; Σω. ἱκετεύω. ταῦτά γ᾿ ἔστ᾿ οὐκ ἄρρενα. Μελησίας. Σω. Χο. Ἐκφρόντισόν τι τῶν σεαυτοῦ πραγμάτων. Σω. Ἀμεινία. χαμαί μ᾿ ἔασον αὐτὰ ταῦτ᾿ ἐκφροντίσαι. Ἀλλ᾿ οἶδ᾿ ἔγωγ᾿ ἃ θήλε᾿ ἐστίν. Στ. ἥτις οὐ στρατεύεται ; Ἀτὰρ τί ταῦθ᾿ ἃ πάντες ἴσμεν μανθάνω ; Σω. ἅττα δ᾿ αὐτῶν θήλεα. Σω. Τί δρῶ ; Σω. Οὐδὲν μὰ Δί᾿. ᾿νταῦθά γ᾿. Ἀλλ᾿ ὦ πόνηρε. Ἄρρενα δὲ ποῖα τῶν ὀνομάτων ; Στ. Στ. Λύσιλλα.ἅττ᾿ ἄρρεν᾿ ἐστίν. Στ. Δημητρία. Ὅπως ἄν ; Ὡδί· δεῦρο δεῦρ᾿. Φρόντιζε δὴ καὶ διάθρει πάντα τρόπον τε σαυτὸν στρόβει πυκνώσας. Εἰπὲ δή. ἀλλὰ κατακλινεὶς δευρί Στ. Οἵαν δίκην τοῖς κόρεσι δώσω τήμερον. Ὁρᾷς ; Γυναῖκα τὴν Ἀμεινίαν καλεῖς. Ἀμεινίας. Κακοδαίμων ἐγώ. Φίλιννα. Οὐδαμῶς γ᾿. .
Σω. τουτονί. Χο. Στ. Σω. Μὰ Δί᾿ οὐ δῆτ᾿ ἔγωγ᾿. φρούδη ψυχή.Χο. Σω. Στ. Χο. φρούδη δ᾿ ἐμβάς. Σω. καὶ πρὸς τούτοις ἔτι τοῖσι κακοῖς φρουρᾶς ᾄδων ὀλίγου φροῦδος γεγένημαι. καὶ τὰς πλευρὰς δαρδάπτουσιν καὶ τὴν ψυχὴν ἐκπίνουσιν καὶ τοὺς ὄρχεις ἐξέλκουσιν καὶ τὸν πρωκτὸν διορύττουσιν. Μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾿γὼ μὲν οὔ. Οὐ μαλθακιστέ᾿ ἀλλὰ περικαλυπτέα. Ἐκ τοῦ σκίμποδος δάκνουσί μ᾿ ἐξέρποντες οἱ Κορίνθιοι. Καὶ πῶς ; Ὅτε μου φροῦδα τὰ χρήματα. Ὑπὸ τῶν κόρεων εἴ μου τι περιλειφθήσεται. Καὶ τί δῆτ᾿ ἐφρόντισας ; Στ. Στ. καί μ᾿ ἀπολοῦσιν. Ἀπόλλυμαι δείλαιος. ὅτι δρᾷ. Ἀπολεῖ κάκιστ᾿. Οἴμοι τίς ἂν δῆτ᾿ ἐπιβάλοι ἐξ ἀρνακίδων γνώμην ἀποστερητρίδα ; Σω. Σω. Ἐγώ ; Νὴ τὸν Ποσειδῶ. Οὐδὲν πάνυ ; . Οὗτος τί ποιεῖς ; Οὐχὶ φροντίζεις ; Στ. ἐξευρετέος γὰρ νοῦς ἀποστερητικός κἀπαιόλημ᾿. Οὗτος. Ἀλλ᾿ ὦ ᾿γάθ᾿ ἀπόλωλ᾿ ἀρτίως. φρούδη χροιά. Μή νυν βαρέως ἄλγει λίαν. Φέρε νυν ἀθρήσω πρῶτον. Τί πάσχεις ; τί κάμνεις ; Στ. Ἔχεις τι ; Στ. καθεύδεις ; Στ.
Σω. Στ. Στ. κᾆτα τῇ γνώμῃ πάλιν κίνησον αὖθις αὐτὸ καὶ ζυγώθρισον. Στ. Ὅ τι ; Εἰ μηκέτ᾿ ἀνατέλλοι σελήνη μηδαμοῦ.Στ. κᾆτα τηροίην ἔχων. Σω. Ἐπίδειξον αὐτήν. Σω. ὦ γέρον ; Στ. Εἰπὲ δή νυν μοι Σω. Ὁτιὴ κατὰ μῆνα τἀργύριον δανείζεται. Περὶ τοῦ ; Σὺ γάρ μοι τοῦτο φράσον. Σω. . Σω. Ἔχ᾿ ἀτρέμα· κἂν ἀπορῇς τι τῶν νοημάτων. Οὐκ ἐγκαλυψάμενος ταχέως τι φροντιεῖς ; Στ. Αὐτὸς ὅτι βούλει πρῶτος ἐξευρὼν λέγε. Ὁτιὴ τί δή ; Στ. Σω. Γυναῖκα φαρμακίδ᾿ εἰ πριάμενος Θετταλὴν καθέλοιμι νύκτωρ τὴν σελήνην. ὦ Σώκρατες. Ἀλλ᾿ ἕτερον αὖ σοι προβαλῶ τι δεξιόν. Τὸ τί ; Στ. Ὦ Σωκρατίδιον φίλτατον. Στ. οὐκ ἂν ἀποδοίην τοὺς τόκους. Οὐδέν γε πλὴν ἢ τὸ πέος ἐν τῇ δεξιᾷ. Σω. Ἀκήκοας μυριάκις ἁγὼ βούλομαι. καὶ σχάσας τὴν φροντίδα λεπτὴν κατὰ μικρὸν περιφρόνει τὰ πράγματα ὀρθῶς διαιρῶν καὶ σκοπῶν. Τί. Σω. Ἔχω τόκου γνώμην ἀποστερητικήν. Σω. Ἴθι νυν καλύπτου. Εὖ γ᾿. Τί δῆτα τοῦτ᾿ ἂν ὠφελήσειέν σ᾿ ; Στ. Οἴμοι τάλας. περὶ τῶν τόκων. ἀφεὶς ἄπελθε. ὅπως ἂν ἀποδῶ μηδενί. εἶτα δὴ αὐτὴν καθείρξαιμ᾿ εἰς λοφεῖον στρογγύλον ὥσπερ κάτροπτον.
τὴν διαφανῆ. Ὅπως ἀποστρέψαις ἂν ἀντιδικῶν δίκην. τί δῆτ᾿ ἄν. εἰ ταύτην λαβών. Ἔγωγε. . Σω. μέλλων ὀφλήσειν. Φέρε. Στ. ἀφ᾿ ἧς τὸ πῦρ ἅπτουσι ; Σω.Εἴ σοι γράφοιτο πεντετάλαντός τις δίκη. Σω. Ποίαν τινά ; Στ. Στ. Στ. Νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγ᾿. Ἀτὰρ ζητητέον. Ἤδη παρὰ τοῖσι φαρμακοπώλαις τὴν λίθον ταύτην ἑόρακας. ὡς ἥδομαι ὅτι πεντετάλαντος διαγέγραπταί μοι δίκη. Σω. Μή νυν περὶ σαυτὸν εἶλλε τὴν γνώμην ἀεί. ὁπότε γράφοιτο τὴν δίκην ὁ γραμματεύς. ὥστ᾿ αὐτὸν ὁμολογεῖν σέ μοι. Φαυλότατα καὶ ῥᾷστ᾿. Ὅπως ; Ὅπως ; Οὐκ οἶδ᾿. μὴ παρόντων μαρτύρων. Στ. Στ. ἐπεὶ οὐδεὶς κατ᾿ ἐμοῦ τεθνεῶτος εἰσάξει δίκην. Σοφῶς γε νὴ τὰς Χάριτας. Τὴν ὕαλον λέγεις ; Στ. ἀπωτέρω στὰς ὧδε πρὸς τὸν ἥλιον τὰ γράμματ᾿ ἐκτήξαιμι τῆς ἐμῆς δίκης ; Σω. Σω. Σω. Ἄγε δὴ ταχέως τουτὶ ξυνάρπασον. τὴν καλήν. ἀλλ᾿ ἀποχάλα τὴν φροντίδ᾿ εἰς τὸν ἀέρα λινόδετον ὥσπερ μηλολόνθην τοῦ ποδός. Ηὕρηκ᾿ ἀφάνισιν τῆς δίκης σοφωτάτην. Τὸ τί ; Σω. Στ. Εἰπὲ δή. Εἰ πρόσθεν ἔτι μιᾶς· ἐνεστώσης δίκης πρὶν τὴν ἐμὴν καλεῖσθ᾿ ἀπαγξαίμην τρέχων. Στ. ὅπως ἂν αὐτὴν ἀφανίσειας εἰπέ μοι. Οἴμ᾿. Καὶ δὴ λέγω. Οὐδὲν λέγεις.
Ἐπεὶ τί νυνὶ πρῶτον ἐδιδάχθης ; Λέγε. πέμπειν ἐκεῖνον ἀντὶ σαυτοῦ μανθάνειν. τί μέντοι πρῶτον ἦν ; Τί πρῶτον ἦν ; Τίς ἦν ἐν ᾗ ματτόμεθα μέντοι τἄλφιτα ; Οἴμοι. Ἀλλ᾿ ἔστ᾿ ἔμοιγ᾿ υἱὸς καλός τε κα)γαθός· ἀλλ᾿ οὐκ ἐθέλει γὰρ μανθάνειν. ἐπιλησμότατον καὶ σκαιότατον γερόντιον ; Στ. Στ. Σὺ δ᾿ ἀνδρὸς ἐκπεπληγμένου καὶ φανερῶς ἐπηρμένου γνοὺς ἀπολάψεις ὅτι πλεῖστον δύνασαι ῖἵᾁταχέως· φιλεῖ γάρ πως τὰ τοιαῦθ᾿ ἑτέρᾳ τρέπεσθαι. Ἡμεῖς μέν.Ὦ δαιμόνιε. Στ. Φέρ᾿ ἴδω. τίς ἦν ; Σω. ἀλλ᾿ ἔσθι᾿ ἐλθὼν τοὺς Μεγακλέους κίονας. Ἀλλ᾿ ὦ Νεφέλαι. οὐκ ἔσθ᾿ ὅπως οὐκ ἐξελῶ ᾿κ τῆς οἰκίας. Χο. Τῆς μωρίας· τὸν Δία νομίζειν ὄντα τηλικουτονί. Ἀλλ᾿ ἐπανάμεινόν μ᾿ ὀλίγον εἰσελθὼν χρόνον. συμβουλεύομεν. Ἀλλ᾿ εὐθὺς ἐπιλήθει σύ γ᾿ ἅττ᾿ ἂν καὶ μάθῃς. Στ. ὦ Σώκρατες. Ὁτιὴ τί ; Ναί. ὦ πρεσβῦτα. πρὸς τῶν θεῶν.Σω. Ἄπερρ᾿. μὰ τὸν Δία τὸν Ὀλύμπιον. Ὑθλεῖς. χρηστόν τι συμβουλεύσατε. Οὔτοι μὰ τὴν Ὁμίχλην ἔτ᾿ ἐνταυθοῖ μενεῖς. Φε. Σω. Στ. . εἴ σοι τις υἱός ἐστιν ἐκτεθραμμένος. Ἀτὰρ μέτειμί γ᾿ αὐτόν· ἢν δὲ μὴ θέλῃ. Σὺ δ᾿ ἐπιτρέπεις ; Στ. Χο. Οὐκ εἰς κόρακας ἀποφθερεῖ. Οἴμοι. Εὐσωματεῖ γὰρ καὶ σφριγᾷ. Ἰδού γ᾿ ἰδοὺ Δί᾿ Ὀλύμπιον. ὦ πάτερ ; Οὐκ εὖ φρονεῖς. Ἆρ᾿ αἰσθάνει πλεῖστα δι᾿ ἡμᾶς ἀγάθ᾿ αὐτίχ᾿ ἕξων μόνας θεῶν ; Ὡς ἕτοιμος ὅδ᾿ ἐστὶν ἅπαντα δρᾶν ὅσ᾿ ἂν κελεύῃς. Στ. κἄστ᾿ ἐκ γυναικῶν εὐπτέρων καὶ Κοισύρας. Οὐκ ἂν διδαξαίμην σ᾿ ἔτι. Τί οὖν δῆθ᾿ ὁ κακοδαίμων πείσομαι ; Ἀπὸ γὰρ ὀλοῦμαι μὴ μαθὼν γλωττοστροφεῖν. τί χρῆμα πάσχεις. τί ἐγὼ πάθω ; Χο.
Ἀλλ᾿ ἐπανάμεινόν μ᾿ ὀλίγον ἐνταυθοῖ χρόνον. Ἐνθυμούμενος ὅτι παιδάριον εἶ καὶ φρονεῖς ἀρχαιϊκά. Γνώσει δὲ σαυτὸν ὡς ἀμαθὴς εἶ καὶ παχύς. Τί δὲ τοῦτ᾿ ἐγέλασας ἐτεόν ; Στ. Ζεύς. Στ. Φε. ἢ τοῖς σοροπηγοῖς τὴν μανίαν αὐτοῦ φράσω ; . Οἴμοι· τί δράσω παραφρονοῦντος τοῦ πατρός ; Πότερον παρανοίας αὐτὸν εἰσαγαγὼν ἕλω. Φε. Ὅπως δὲ τοῦτο μὴ διδάξεις μηδένα. Φε. Τί δ᾿ ἂν παρ᾿ ἐκείνων καὶ μάθοι χρηστόν τις ἄν ; Στ. ὧν ὑπὸ τῆς φειδωλίας ἀπεκείρατ᾿ οὐδεὶς πώποτ᾿ οὐδ᾿ ἠλείψατο οὐδ᾿ εἰς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος· σὺ δὲ ὥσπερ τεθνεῶτος καταλόει μου τὸν βίον. Σὺ δ᾿ εἰς τοσοῦτον τῶν μανιῶν ἐλήλυθας ὥστ᾿ ἀνδράσιν πείθει χολῶσιν ; Στ. Φε. Ὤμοσας νυνὶ Δία. Ἄληθες ; Ὅσαπέρ ἐστιν ἀνθρώποις σοφά.Φε. Ἰδού. ὃς οἶδε τὰ ψυλλῶν ἴχνη. Εὐστόμει καὶ μηδὲν εἴπῃς φλαῦρον ἄνδρας δεξιοὺς καὶ νοῦν ἔχοντας. Δῖνος βασιλεύει τὸν Δί᾿ ἐξεληλακώς. Ὁρᾷς οὖν ὡς ἀγαθὸν τὸ μανθάνειν ; Οὐκ ἔστιν. Φε. ὅμως γε μὴν πρόσελθ᾿. Σωκράτης ὁ Μήλιος καὶ Χαιρεφῶν. Φε. ἵν᾿ εἰδῇς πλείονα. Φε. καί σοι φράσω τι πρᾶγμ᾿ ὃ μαθὼν ἀνὴρ ἔσει. ὦ Φειδιππίδη. Ἴσθι τοῦθ᾿ οὕτως ἔχον. Ἔγωγ᾿. Ἀλλὰ τίς ; Στ. Αἰβοῖ· τί ληρεῖς ; Στ. Φε. Τίς φησι ταῦτα ; Στ. Ἀλλ᾿ ὡς τάχιστ᾿ ἐλθὼν ὑπὲρ ἐμοῦ μάνθανε. Τί ἐστιν ; Στ.
Φε. Ἄμφω ταὐτό ; Καταγέλαστος εἶ. Στ. Νηπύτιος γάρ ἐστ᾿ ἔτι καὶ τῶν κρεμαστῶν οὐ τρίβων τῶν ἐνθάδε. Στ. Εἶτα τῷ πατρὶ πιθόμενος ἐξάμαρτε. Ἦ μὴν σὺ τούτοις τῷ χρόνῳ ποτ᾿ ἀχθέσει. Φε. Ἀλλ᾿ ἴθι. . τούτου ᾿πριάμην σοι Διασίοις ἁμαξίδα. ἔξελθ᾿· ἄγω γάρ σοι τὸν υἱὸν τουτονὶ ἄκοντ᾿ ἀναπείσας. σὺ τοῦτον τίνα νομίζεις ; Εἰπέ μοι. βάδιζ᾿. Χἄτερά γε πόλλ᾿· ἀλλ᾿ ὅτι μάθοιμ᾿ ἑκάστοτε ἐπελανθανόμην ἂν εὐθὺς ὑπὸ πλήθους ἐτῶν. Φε. Φε. Ἀλεκτρυόν᾿. Εὖ γ᾿ ὅτι ἐπείσθης. Φε. τουτονὶ δ᾿ ἀλέκτορα. Ταυτηνὶ δὲ τί ; Φε. Σω. Αὐτὸς τρίβων εἴης ἄν. Ἀλεκτρυόνα. Ὥσπερ Περικλέης.Στ. Οὐκ εἰς κόρακας ; Καταρᾷ σὺ τῷ διδασκάλῳ ; Σω. Ἰδοὺ κρέμαι᾿· ὡς ἠλίθιον ἐφθέγξατο καὶ τοῖσι χείλεσιν διερρυηκόσιν. εἰς τὸ δέον ἀπώλεσα. ἀλλὰ τήνδε μὲν καλεῖν ἀλεκτρύαιναν. Φέρ᾿ ἴδω. Ἀλεκτρύαιναν ; Ταῦτ᾿ ἔμαθες τὰ δεξιὰ εἴσω παρελθὼν ἄρτι παρὰ τοὺς γηγενεῖς ; Στ. Κἀγώ τοι ποτὲ οἶδ᾿ ἑξέτει σοι τραυλίσαντι πιθόμενος. ῎Καλῶς γε. Μή νυν τὸ λοιπόν. Ὃν πρῶτον ὀβολὸν ἔλαβον ἠλιαστικόν. ἴωμεν. εἰ κρέμαιό γε. ὦ ᾿νόητε σύ ; Στ. Στ. Δεῦρο δεῦρ᾿ ὦ Σώκρατες. Στ. Πῶς ἂν μάθοι ποθ᾿ οὗτος ἀπόφευξιν δίκης ἢ κλῆσιν ἢ χαύνωσιν ἀναπειστηρίαν ; Καίτοι ταλάντου τοῦτ᾿ ἔμαθεν Ὑπέρβολος. Φε. Διὰ ταῦτα δὴ καὶ θοἰμάτιον ἀπώλεσας ; Στ. Τὰς δ᾿ ἐμβάδας ποῖ τέτροφας. Ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολώλεκ᾿. ἀλλὰ καταπεφρόντικα.
Δι.Στ. Εὐθύς γε τοι παιδάριον ὂν τυννουτονὶ ἔπλαττεν ἔνδον οἰκίας ναῦς τ᾿ ἔγλυφεν ἁμαξίδας τε ϟ σκυτίνας ἠργάζετο κἀκ τῶν σιδίων βατράχους ἐποίει. ὅστις ἐστί. ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Ἴθ᾿ ὅποι χρῄζεις· πολὺ γὰρ μᾶλλόν σ᾿ ἐν τοῖς πολλοῖσι λέγων ἀπολῶ. ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ Χώρει δευρί· δεῖξον σαυτὸν τοῖσι θεαταῖς καίπερ θρασὺς ὤν. Δι. Οὔκ. Δι. πῶς δοκεῖς ; Ὃπως δ᾿ ἐκείνω τὼ λόγω μαθήσεται. Τί σοφὸν ποιῶν ; Αδ. Ἀλλά σε νικῶ τὸν ἐμοῦ κρείττω φάσκοντ᾿ εἶναι. ἀλλὰ σοφούς. Τὰ δίκαια λέγων. Γνώμας καινὰς ἐξευρίσκων. Ἥττων γ᾿ ὤν. Ταῦτα γὰρ ἀνθεῖ διὰ τουτουσὶ τοὺς ἀνοήτους. Αδ. τὸν γοῦν ἄδικον πάσῃ τέχνῃ. Δι. Τοῦτό νυν μέμνησ᾿. ὃς τἄδικα λέγων ἀνατρέπει τὸν κρείττονα· ἐὰν δὲ μή. Ἀμέλει δίδασκε. Σω. ὅπως πρὸς πάντα τὰ δίκαι᾿ ἀντιλέγειν δυνήσεται. Στ. Ἀλλ᾿ ἀνατρέψω ταῦτ᾿ ἀντιλέγων· οὐδὲ γὰρ εἶναι πάνυ φημὶ Δίκην. Δι. Θυμόσοφός ἐστιν φύσει. Ἀπολεῖς σύ ; Τίς ὤν ; Αδ. Ἀπολῶ σε κακῶς. Εἰπέ. τί ποιῶν ; Δι. Λόγος. καὶ τὸν ἥττονα. Αδ. Αδ. τὸν κρείττον᾿. Αδ. Αὐτὸς μαθήσεται παρ᾿ αὐτοῖν τοῖν λόγοιν· ἐγὼ δ᾿ ἀπέσομαι. .
Σὺ δέ γ᾿ ἀρχαῖος. Καὶ βωμολόχος. σὺ δέ γ᾿ εὖ πράττεις. Θρασὺς εἶ πολλοῦ. Παρὰ τοῖσι θεοῖς. Αδ. Καίτοι πρότερόν γ᾿ ἐπτώχευες. Χρυσῷ πάττων μ᾿ οὐ γιγνώσκεις. Καταπύγων εἶ κἀναίσχυντος. Αδ. Χωρεῖ τὸ κακόν. Δι. Τυφογέρων εἶ κἀνάρμοστος. Οὐκ εἶναι φῄς ; Αδ. Δι. Αὐχμεῖς αἰσχρῶς. Καὶ γνωσθήσει ποτ᾿ Ἀθηναίοις οἷα διδάσκεις τοὺς ἀνοήτους. Διὰ σὲ δὲ φοιτᾶν οὐδεὶς ἐθέλει τῶν μειρακίων. Ῥόδα μ᾿ εἴρηκας. Αδ. Νῦν δέ γε κόσμος τοῦτ᾿ ἐστὶν ἐμοί. Δότε μοι λεκάνην. ποῦ ᾿στίν ; Δι.Δι. Δι. Αδ. Πῶς δῆτα Δίκης οὔσης ὁ Ζεὺς οὐκ ἀπόλωλεν τὸν πατέρ᾿ αὑτοῦ δήσας ; Δι. Αδ. Φέρε γάρ. Κρίνεσι στεφανοῖς. Αἰβοῖ. Αδ. Αδ. Δι. τουτὶ καὶ δὴ. Καὶ πατραλοίας. Δι. . Αδ. Δι. Δι. Οὐ δῆτα πρὸ τοῦ γ᾿. ἀλλὰ μολύβδῳ. Τήλεφος εἶναι Μυσὸς φάσκων ἐκ πηριδίου γνώμας τρώγων Πανδελετείους.
Δι. τὴν χεῖρ᾿ ἢν ἐπιβάλλῃς. τοῦτον δ᾿ ἔα μαίνεσθαι. Φέρε δή. Δι. τὸ πρόσωπον ἅπαν καὶ τὠφθαλμὼ κεντούμενος ὥσπερ ὑπ᾿ ἀνθρηνῶν ὑπὸ τῶν γνωμῶν ἀπολεῖται. Δρᾶν ταῦτ᾿ ἐθέλω. Δεῦρ᾿ ἴθι. πότερος λέξει πρότερος ; Αδ. Τούτῳ δώσω· κᾆτ᾿ ἐκ τούτων ὧν ἂν λέξῃ ῥηματίοισιν καινοῖς αὐτὸν καὶ διανοίαις κατατοξεύσω. Ὤμοι σοφίας. Τῆς σῆς πόλεως θ᾿ ἥτις σε τρέφει λυμαινόμενον τοῖς μειρακίοις. Οὐχὶ διδάξεις τοῦτον Κρόνος ὤν. Νῦν δείξετον τὼ πισύνω τοῖς περιδεξίοισιν λόγοισι καὶ φροντίσι καὶ γνωμοτύποις μερίμναις ὁπότερος αὐτῶν ἀμείνων λέγων φανήσεται. ἢν ἀναγρύζῃ. Δι. Δι. Νῦν γὰρ ἅπας ἐνθάδε κίνδυνος ἀνεῖται σοφίας. Αδ. Ὤμοι μανίας Αδ. Χο. Αδ. Ἀλλ᾿ ἐπίδειξαι σύ τε τοὺς προτέρους ἅττ᾿ ἐδίδασκες. . ἧς πέρι τοῖς ἐμοῖς φίλοις ἐστὶν ἀγὼν μέγιστος. Αδ. Εἴπερ γ᾿ αὐτὸν σωθῆναι χρὴ καὶ μὴ λαλιὰν μόνον ἀσκῆσαι. σύ τε τὴν καινὴν παίδευσιν. Κλαύσει. ὅπως ἂν ἀκούσας σφῷν ἀντιλεγόντοιν κρίνας φοιτᾷ. Δι. Χο. Παύσασθε μάχης καὶ λοιδορίας. ῥῆξον φωνὴν ᾗτινι χαίρεις καὶ τὴν σαυτοῦ φύσιν εἰπέ. Ἧς ἐμνήσθης.Αδ. Κἄγωγ᾿ ἐθέλω. Ἀλλ᾿ ὦ πολλοῖς τοὺς πρεσβυτέρους ἤθεσι χρηστοῖς στεφανώσας. Χο. τὸ τελευταῖον δ᾿.
καὶ τῶν θάκων τοῖς πρεσβυτέροις ὑπανίστασθαι προσιοῦσιν. κεἰ κριμνώδη κατανείφοι. ὅπως τοῖς ἔξωθεν μηδὲν δείξειαν ἀπηνές· εἶτ᾿ αὖ πάλιν αὖθις ἀνιστάμενον συμψῆσαι καὶ προνοεῖσθαι εἴδωλον τοῖσιν ἐρασταῖσιν τῆς ἥβης μὴ καταλείπειν. Ἀρχαῖά γε καὶ Διπολιώδη καὶ τεττίγων ἀνάμεστα καὶ Κηκείδου καὶ Βουφονίων. Εν παιδοτρίβου δὲ καθίζοντας τὸν μηρὸν ἔδει προβαλέσθαι τοὺς παῖδας. ὅτ᾿ ἐγὼ τὰ δίκαια λέγων ἤνθουν καὶ σωφροσύνη ᾿νενόμιστο. Οὐδ᾿ ἀνελέσθαι δειπνοῦντ᾿ ἐξῆν κεφάλαιον τῆς ῥαφανῖδος.Δι. Αδ. καὶ μὴ περὶ τοὺς σαυτοῦ γονέας σκαιουργεῖν. Ἠλείψατο δ᾿ ἂν τοὐμφαλοῦ οὐδεὶς παῖς ὑπένερθεν τότ᾿ ἄν. μηδ᾿ ἀντειπεῖν τῷ πατρὶ μηδὲν μηδ᾿ Ἰαπετὸν καλέσαντα μνησικακῆσαι τὴν ἡλικίαν ἐξ ἧς ἐνεοττοτροφήθης. Εἶτ᾿ αὖ προμαθεῖν ᾆσμ᾿ ἐδίδασκεν τὼ μηρὼ μὴ ξυνέχοντας. Δι. Δι. Κἀπιστήσει μισεῖν ἀγορὰν καὶ βαλανείων ἀπέχεσθαι. Λέξω τοίνυν τὴν ἀρχαίαν παιδείαν ὡς διέκειτο. ὥστε μ᾿ ἀπάγχεσθ᾿ ὅταν ὀρχεῖσθαι Παναθηναίοις δέον αὐτοὺς τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς προέχων ἀμελῇ τις Τριτογενείης. Οὐδ᾿ ἂν μαλακὴν φυρασάμενος τὴν φωνὴν πρὸς τὸν ἐραστὴν αὐτὸς ἑαυτὸν προαγωγεύων τοῖν ὀφθαλμοῖν ἐβάδιζεν. ὥστε τοῖς αἰδοίοισι δρόσος καὶ χνοῦς ὥσπερ μήλοισιν ἐπήνθει. ἐπετρίβετο τυπτόμενος πολλὰς ὡς τὰς Μούσας ἀφανίζων. οὐδ᾿ ἄννηθον τῶν πρεσβυτέρων ἁρπάζειν οὐδὲ σέλινον. Εἰ ταῦτ᾿. ἐντειναμένους τὴν ἁρμονίαν ἣν οἱ πατέρες παρέδωκαν. ἢ Παλλάδα περσέπολιν δεινάν ἢ τηλέπορόν τι βόαμα. Εἰ δέ τις αὐτῶν βωμολοχεύσαιτ᾿ ἢ κάμψειέν τινα καμπὴν οἵας οἱ νῦν. οὐ στωμύλλων κατὰ τὴν ἀγορὰν τριβολεκτράπελ᾿. ἵνα μὴ πρὸς ταῦτα κεχηνὼς μήλῳ βληθεὶς ὑπὸ πορνιδίου τῆς εὐκλείας ἀποθραυσθῇς. . πείσει τούτῳ. Σὺ δὲ τοὺς νῦν εὐθὺς ἐν ἱματίοισι διδάσκεις ἐντετυλίχθαι. ὦ μειράκιον. Ἀλλ᾿ οὖν λιπαρός γε καὶ εὐανθὴς ἐν γυμνασίοις διατρίψεις. καὶ τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύνεσθαι κἂν σκώπτῃ τίς σε φλέγεσθαι. Ἀλλ᾿ οὖν ταῦτ᾿ ἐστὶν ἐκεῖνα ἐξ ὧν ἄνδρας Μαραθωνομάχας ἡμὴ παίδευσις ἔθρεψεν. Πρὸς ταῦτ᾿. νὴ τὸν Διόνυσον τοῖς Ἱπποκράτους υἱέσιν εἴξεις καί σε καλοῦσι βλιτομάμμαν. τὰς κατὰ Φρῦνιν ταύτας τὰς δυσκολοκάμπτους. Πρῶτον μὲν ἔδει παιδὸς φωνὴν γρύξαντος μηδέν᾿ ἀκοῦσαι· εἶτα βαδίζειν ἐν ταῖσιν ὁδοῖς εὐτάκτως εἰς κιθαριστοῦ τοὺς κωμήτας γυμνοὺς ἁθρόους. ὦ μειράκιον. οὐδ᾿ ὀψοφαγεῖν οὐδὲ κιχλίζειν οὐδ᾿ ἴσχειν τὼ πόδ᾿ ἐναλλάξ. θαρρῶν ἐμὲ τὸν κρείττω λόγον αἱροῦ. ἄλλο τε μηδὲν αἰσχρὸν ποιεῖν ὅτι τῆς Αἰδοῦς μέλλεις τἄγαλμ᾿ ἀναπλήσειν · μηδ᾿ εἰς ὀρχηστρίδος εἰσᾴττειν. οἷάπερ οἱ νῦν. Αδ.
ὦ κομψοπρεπῆ μοῦσαν ἔχων. αἱρούμενον τοὺς ἥττονας λόγους ἔπειτα νικᾶν. ὡς εὐδοκίμηκεν ἁνήρ. ψήφισμα μακρόν. Αδ. εἴπερ τὸν ἄνδρ᾿ ὑπερβαλεῖ καὶ μὴ γέλωτ᾿ ὀφλήσεις. τὸ καλὸν δ᾿ αἰσχρόν. Αδ. Καὶ τοῦτο πλεῖν ἢ μυρίων ἔστ᾿ ἄξιον στατήρων.οὐδ᾿ ἑλκόμενος περὶ πραγματίου γλισχραντιλογεξεπιτρίπτου. καί σ᾿ ἀναπείσει τὸ μὲν αἰσχρὸν ἅπαν καλὸν ἡγεῖσθαι. Ἐγὼ μὲν οὐδέν᾿ Ἡρακλέους βελτίον᾿ ἄνδρα κρίνω. ὅστις σε θερμῷ φησὶ λοῦσθαι πρῶτον οὐκ ἐάσειν. Καίτοι τίνα γνώμην ἔχων ψέγεις τὰ θερμὰ λουτρά ; Δι. Πρὸς τάδε σ᾿. ὡς ἐλέγξω. πυγὴν μεγάλην. Ἐγὼ γὰρ ἥττων μὲν λόγος δι᾿ αὐτὸ τοῦτ᾿ ἐκλήθην ἐν τοῖσι φροντισταῖσιν. ὤμους μικρούς. κωλῆν μικράν. Ὁτιὴ κάκιστόν ἐστι καὶ δειλὸν ποεῖ τὸν ἄνδρα. Καὶ μὴν πάλαι ᾿γὼ ᾿πνιγόμην τὰ σπλάγχνα κἀπεθύμουν ἅπαντα ταῦτ᾿ ἐναντίαις γνώμαισι συνταράξαι. γλῶτταν βαιάν. Εὐδαίμονες ἄρ᾿ ἦσαν οἱ ζῶντες τότ᾿ ἐπι τῶν προτέρων. Ποῦ ψυχρὰ δῆτα πώποτ᾿ εἶδες Ἡράκλεια λουτρά ; . χροιὰν λαμπράν. ἀλλ᾿ εἰς Ἀκαδήμειαν κατιὼν ὑπὸ ταῖς μορίαις ἀποθρέξει στεφανωσάμενος καλάμῳ λευκῷ μετὰ σώφρονος ἡλικιώτου. στῆθος λεπτόν. καὶ πλείστους πόνους πονῆσαι ; Δι. πόσθην μικράν· ἢν δ᾿ ἅπερ οἱ νῦν ἐπιτηδεύῃς. Σκέψαι δὲ τὴν παίδευσιν ᾗ πέποιθεν. ὤμους μεγάλους. εἰπέ. Ἐπίσχες· εὐθὺς γάρ σε μέσον ἔχω λαβὼν ἄφυκτον. πρῶτα μὲν ἕξεις χροιὰν ὠχράν. Δεινῶν δέ σοι βουλευμάτων ἔοικε δεῖν πρὸς αὐτόν. ἦρος ἐν ὥρᾳ. γλῶτταν μεγάλην. καὶ πρὸς τούτοις τῆς Ἀντιμάχου καταπυγοσύνης σ᾿ ἀναπλήσει. χαίρων ὁπόταν πλάτανος πτελέᾳ ψιθυρίζῃ. δεῖ σε λέγειν τι καινόν. Ἤν ταῦτα ποῇς ἁγὼ φράζω καὶ πρὸς τούτοις προσέχῃς τὸν νοῦν ἕξεις αἰεὶ στῆθος λιπαρόν. ὅτι πρώτιστος ἐπενόησα τοῖσιν νόμοις καὶ ταῖς δίκαις τἀναντί᾿ ἀντιλέξαι. Καί μοι φράσον· τῶν τοῦ Διὸς παίδων τίν᾿ ἄνδρ᾿ ἄριστον ψυχὴν νομίζεις. Χο. σμίλακος ὄζων καὶ ἀπραγμοσύνης καὶ λεύκης φυλλοβολούσης. ὡς ἡδύ σου τοῖσι λόγοις σῶφρον ἔπεστιν ἄνθος. Ὤ καλλίπυργον σοφίαν κλεινοτάτην ἐπασκῶν. Αδ.
ὡς οὐδὲν ἠδίκηκας· εἶτ᾿ εἰς τὸν Δί᾿ ἐπανενεγκεῖν. Σὺ δ᾿ εἶ Κρόνιππος. Δι. Τί δ᾿ ἢν ῥαφανιδωθῇ πιθόμενός σοι τέφρᾳ τε τιλθῇ ; Ἓξει τινὰ γνώμην λέγειν τὸ μὴ εὐρύπρωκτος εἶναι ; Αδ. Εἰ γὰρ πονηρὸν ἦν. Τί δῆτ᾿ ἐρεῖς. τούτων ἐὰν στερηθῇς ; Εἶἑν.Καίτοι τίς ἀνδρειότερος ἦν ; Δι. γυναικῶν. Αδ. Ἤν δ᾿ εὐρύπρωκτος ᾖ. νόμιζε μηδὲν αἰσχρόν. Ἐμοὶ δ᾿ ὁμιλῶν χρῶ τῇ φύσει. Ταῦτ᾿ ἐστί. Αδ. Ἂνειμι δῆτ᾿ ἐντεῦθεν εἰς τὴν γλῶτταν. ἠράσθης. ἐμοίχευσάς τι. κᾆτ᾿ ἐλήφθης. ὦ μειράκιον. Πάρειμ᾿ ἐντεῦθεν εἰς τὰς τῆς φύσεως ἀνάγκας. ἡδονῶν θ᾿ ὅσων μέλλεις ἀποστερεῖσθαι· παίδων. ἥμαρτες. Τί δ᾿ ἄλλο ; . Ἀπόλωλας· ἀδύνατος γὰρ εἶ λέγειν. Εἶτ᾿ ἐν ἀγορᾷ τὴν διατριβὴν ψέγεις. Καίτοι τί σοι ζῆν ἄξιον. Ὑπέρβολος δ᾿ οὑκ τῶν λύχνων πλεῖν ἢ τάλαντα πολλὰ εἴληφε διὰ πονηρίαν. ταῦτ᾿. Πολλοῖς. Μάχαιραν ; Ἀστεῖόν γε κέρδος ἔλαβεν ὁ κακοδαίμων. Ὅμηρος οὐδέποτ᾿ ἂν ἐποίει τὸν Νέστορ᾿ ἀγορητὴν ἄν. πότων. κοττάβων. τί πείσεται κακόν ; Δι. δύο κακὼ μεγίστω. Σκέψαι γάρ. Δι. Σιγήσομαι. σκίρτα. ἐγὼ δ᾿ ἐπαινῶ. ὄψων. Ὀ γοῦν Πηλεὺς ἔλαβε διὰ τοῦτο τὴν μάχαιραν. ἣν ὁδὶ μὲν οὔ φησι χρῆναι τοὺς νέους ἀσκεῖν. Καὶ τὴν Θέτιν γ᾿ ἔγημε διὰ τὸ σωφρονεῖν ὁ Πηλεύς. τάδ᾿ ἀντερεῖς πρὸς αὐτόν. ἐκεῖνα ἃ τῶν νεανίσκων ἀεὶ δι᾿ ἡμέρας λαλούντων πλῆρες τὸ βαλανεῖον ποιεῖ κενὰς δὲ τὰς παλαίστρας. ἀλλ᾿ οὐ μὰ Δί᾿ οὐ μάχαιραν. Κᾆτ᾿ ἀπολιποῦσά γ᾿ αὐτὸν ᾤχετ᾿· οὐ γὰρ ἦν ὑβριστὴς οὐδ᾿ ἡδὺς ἐν τοῖς στρώμασιν τὴν νύκτα παννυχίζειν· γυνὴ δὲ σιναμωρουμένη χαίρει. Αδ. οὐδὲ τοὺς σοφοὺς ἅπαντας. καχασμῶν. Ἐπεὶ σὺ διὰ τὸ σωφρονεῖν τῷ πώποτ᾿ εἶδες ἤδη ἀγαθόν τι γενόμενον ; Φράσον. γέλα. καί μ᾿ ἐξέλεγξον εἰπών. ἐν τῷ σωφρονεῖν ἅπαντα ἅνεστιν. ἢν τοῦτο νικηθῇς ἐμοῦ ; Δι. κἀκεῖνος ὡς ἥττων ἔρωτός ἐστι καὶ γυναικῶν· καίτοι σὺ θνητὸς ὢν θεοῦ πῶς μεῖζον ἂν δύναιο ; Δι. Τί μὲν οὖν ἂν ἔτι μεῖζον πάθοι τούτου ποτέ ; Αδ. Μοιχὸς γὰρ ἢν τύχῃς ἁλούς. ἐγὼ δέ φημι. Καὶ σωφρονεῖν αὖ φησὶ χρῆναι.
Ἡττήμεθ᾿. Αδ. Οἶμαι δὲ σοὶ ταῦτα μεταμελήσειν. ἐπὶ μὲν θάτερα οἷον δικιδίοις. Φε. Αδ. Δίδασκε καὶ κόλαζε καὶ μέμνησ᾿ ὅπως εὖ μοι στομώσεις αὐτόν. Εὖ λέγεις. ἢ διδάσκω σοι λέγειν ; Στ. Ἐξ εὐρυπρώκτων. Ὀ κινούμενοι. Αδ. Πολὺ πλείονας. Αδ. Ἐξ εὐρυπρώκτων. Τοὺς κριτὰς ἃ κερδανοῦσιν. τοὺς εὐρυπρώκτους. ἤν τι τόνδε τὸν χορὸν ὠφελῶσ᾿ ἐκ τῶν δικαίων. Ὠχρὸν μὲν οὖν οἶμαί γε καὶ κακοδαίμονα. Αδ. Πείθομαι. βουλόμεσθ᾿ ἡμεῖς φράσαι. Ἀμέλει. τὴν δ᾿ ἑτέραν αὐτοῦ γνάθον στόμωσον οἵαν εἰς τὰ μείζω πράγματα. Χο. Δι. Ἄρα δῆτ᾿ ἔγνωκας ὡς οὐδὲν λέγεις ; Καὶ τῶν θεατῶν ὁπότεροι πλείους σκόπει. Τί δῆθ᾿ ὁρᾷς ; Δι. Τί δῆτ᾿ ἐρεῖς ; Δι.Αδ. Τί δῆτα ; Πότερα τοῦτον ἀπάγεσθαι λαβὼν βούλει τὸν υἱόν. Καὶ δὴ σκοπῶ. κομιεῖ τοῦτον σοφιστὴν δεξιόν. Αδ. Τουτονὶ γοῦν οἶδ᾿ ἐγὼ κἀκεινονὶ καὶ τὸν κομήτην τουτονί. Ἐξ εὐρυπρώκτων. Φέρε δή μοι φράσον. . ὡς ἐξαυτομολῶ πρὸς ὑμᾶς. Τί δαί ; Τραγῳδοῦσ᾿ ἐκ τίνων ; Δι. νὴ τοὺς θεούς. συνηγοροῦσιν ἐκ τίνων ; Δι. Αδ. Δημηγοροῦσι δ᾿ ἐκ τίνων ; Δι. Χωρεῖτέ νυν. πρὸς τῶν θεῶν δέξασθέ μου θοἰμάτιον.
λαμβάνων οὔτ᾿ οἶνον οὔτ᾿ ἄλλ᾿ οὐδὲν ἐκ τοῦ χωρίου. Εἶτα τὸν καρπὸν τεκούσας ἀμπέλους φυλάξομεν. κἂν παρῶσι χίλιοι. Ὥστ᾿ ἀποφύγοις ἂν ἥντιν᾿ ἂν βούλῃ δίκην. Στ. παῖ. Στρεψιάδην ἀσπάζομαι. ὦ παμβασίλει᾿ Ἀπαιόλη. Σω. Πᾶς γάρ τις ὀμνύς. Σω. τὸ δ᾿ ἀναβαλοῦ μοι. καὶ δικάσεσθαί φασί μοι. εἴφ᾿. εἴπερ μεμάθηκεν εὖ λέγειν Φειδιππίδης. τὸ μέν τι νυνὶ μὴ λάβῃς. Ἤν δὲ πλινθεύοντ᾿ ἴδωμεν. Βοάσομαι τἄρα τὰν ὑπέρτονον . τὸ δ᾿ ἄφεσ. ὕσομεν τὴν νύκτα πᾶσαν. ἢν νεᾶν βούλησθ᾿ ἐν ὥρᾳ τοὺς ἀγρούς.Πρῶτα μὲν γάρ. Πολλῷ γε μᾶλλον. τρίτη· μετὰ ταύτην δευτέρα· εἶθ᾿ ἣν ἐγὼ μάλιστα πασῶν ἡμερῶν δέδοικα καὶ πέφρικα καὶ βδελύττομαι. Κἂν γαμῇ ποτ᾿ αὐτὸς ἢ τῶν ξυγγενῶν ἢ τῶν φίλων. θείς μοι πρυτανεῖ᾿ ἀπολεῖν μέ φησι κἀξολεῖν. παῖ. ἀποκεκόψονται· τοιαύταις σφενδόναις παιήσομεν. Χρὴ γὰρ ἐπιθαυμάζειν τι τὸν διδάσκαλον. ὕσομεν καὶ τοῦ τέγους τὸν κέραμον αὐτοῦ χαλάζαις στρογγύλαις συντρίψομεν. προσεχέτω τὸν νοῦν πρὸς ἡμῶν οἷα πείσεται κακά. ἠμί. ὃν ἀρτίως εἰσήγαγες. Ἡνίκ᾿ ἂν γὰρ αἵ τ᾿ ἐλαῖαι βλαστάνωσ᾿ αἵ τ᾿ ἄμπελοι. Εὖ γ᾿. Σω. Κεἰ μάρτυρες παρῆσαν ὅτ᾿ ἐδανειζόμην ; Σω. Παῖ. Κἄγωγέ σ᾿. Μεμάθηκεν. οἷς ὀφείλων τυγχάνω. οὔ φασίν ποτε οὕτως ἀπολήψεσθ᾿. ὥστε μήτ᾿ αὐχμὸν πιέζειν μήτ᾿ ἄγαν ἐπομβρίαν. Καί μοι τὸν υἱόν. Ἀλλὰ τουτονὶ πρῶτον λαβέ. τοῖσι δ᾿ ἄλλοις ὕστερον. Ὀλίγον γάρ μοι μέλει. ὥστ᾿ ἴσως βουλήσεται κἂν ἐν Αἰγύπτῳ τυχεῖν ὢν μᾶλλον ἢ κρῖναι κακῶς. εὐθὺς μετὰ ταύτην ἔσθ᾿ ἕνη τε καὶ νέα. Ἤν δ᾿ ἀτιμάσῃ τις ἡμᾶς θνητὸς ὢν οὔσας θεάς. ὦ δαιμόνιε. Στ. Στ. ἀλλὰ λοιδοροῦσί με ὡς ἄδικός εἰμι. εἰ μεμάθηκε τὸν λόγον ἐκεῖνον. Νῦν οὖν δικαζέσθων. Τάχα δ᾿ εἴσομαι κόψας τὸ φροντιστήριον. Πέμπτη. Στ. ὕσομεν πρώτοισιν ὑμῖν. Κἀμοῦ μέτριά τε καὶ δίκαι᾿ αἰτουμένου. τετράς. Στ.
Ἐπὶ τοῦ προσώπου τ᾿ ἐστὶν Ἀττικὸν βλέπος. Καὶ μὴν νενόμισταί γ᾿. ἄϊε σοῦ πατρός. Οὐκ ἂν γένοιτο ; Φε. Ὤ φίλος. Ὤ τέκνον. οἶδ᾿ ὅτι. Νῦν μέν γ᾿ ἰδεῖν εἶ πρῶτον ἐξαρνητικὸς κἀντιλογικός. πρόβολος ἐμός. εἰ μή περ γ᾿ ἅμα αὑτὴ γένοιτ᾿ ἂν γραῦς τε καὶ νέα γυνή. αὐτοί τε καὶ τἀρχαῖα καὶ τόκοι τόκων. Πῶς γάρ. κλάετ᾿ ὦβολοστάται. λυσανίας πατρῴων μεγάλων κακῶν· ͵ὃν κάλεσον τρέχων ἔνδοθεν ὡς ἐμέ. Νῦν οὖν ὅπως σώσεις μ᾿. Τὴν ἕνην τε καὶ νέαν. καὶ κακουργοῦντ᾿. ὦ φίλος. Ἰώ. Φε. Στ. Σω. ἰοῦ ἰοῦ. Ἰὼ ἰώ. σωτὴρ δόμοις. οἷος ἐμοὶ τρέφεται τοῖσδ᾿ ἐνὶ δώμασι παῖς ἀμφήκει γλώττῃ λάμπων. Στ. Εἰς ἥν γε θήσειν τὰ πρυτανεῖά φασί μοι. Ἰώ. ἐχθροῖς βλάβη. τέκνον.βοάν. Οὐ γάρ ἐσθ᾿ ὅπως μί᾿ ἡμέρα γένοιτ᾿ ἂν ἡμέραι δύο. Ἕνη γάρ ἐστι καὶ νέα τις ἡμέρα ; Στ. Οὐ γὰρ οἶμαι τὸν νόμον ἴσασιν ὀρθῶς ὅτι νοεῖ. ἔξελθ᾿ οἴκων. Φοβεῖ δὲ δὴ τί ; Στ. Ὡς ἥδομαί σου πρῶτα τὴν χροιὰν ἰδών. Ὅδ᾿ ἐκεῖνος ἀνήρ. Στ. Στ. Φε. Φε. Φε. Ἀπολοῦσ᾿ ἄρ᾿ αὔθ᾿ οἱ θέντες. Οὐδὲν γὰρ ἄν με φλαῦρον ἐργάσαισθ᾿ ἔτι. Σω. τὸ τί λέγεις σύ ; Καὶ δοκεῖν ἀδικοῦντ᾿ ἀδικεῖσθαι. Νοεῖ δὲ τί ; . καὶ τοῦτο τοὐπιχώριον ἀτεχνῶς ἐπανθεῖ. ὦ παῖ. Στ. ἐπεὶ κἀπώλεσας. Ἄπιθι λαβών.
ἕωθεν ὑπανιῷντο τῇ νουμηνίᾳ. ὁ Σόλων ὁ παλαιὸς ἦν φιλόδημος τὴν φύσιν. τί κάθησθ᾿ ἀβέλτεροι. Ἀλλ᾿ εἰσάγων σε βούλομαι πρῶτον ἑστιᾶσαι. ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ Α. χοἶον τὸν υἱὸν τρέφεις ». ἀμφορῆς νενησμένοι ; Ὣστ᾿ εἰς ἐμαυτὸν καὶ τὸν υἱὸν τουτονὶ ἐπ᾿ εὐτυχίαισιν ᾀστέον μοὐγκώμιον. ἀλλὰ καλοῦμαι Στρεψιάδην Στ. Εἰς τὴν ἕνην τε καὶ νέαν. « ῭Μάκαρ ὦ Στρεψίαδες αὐτός τ᾿ ἔφυς. Πῶς οὐ δέχονται δῆτα τῇ νουμηνίᾳ ἁρχαὶ τὰ πρυτανεῖ᾿. ἀλλ᾿ ἕνῃ τε καὶ νέᾳ ; Φε. Στ. ὡς σοφός. Εὖ γ᾿. ὦ μέλε. Ἳνα δὴ τί τὴν ἕνην προσέθηκεν ; Φε. Στ. πρόβατ᾿ ἄλλως. Ἵν᾿. Στ. Ὀ κακοδαίμονες. Ἀτὰρ οὐδέποτέ γε τὴν πατρίδα καταισχυνῶ ζῶν. . ὄντες λίθοι. Ὅπερ οἱ προτένθαι γὰρ δοκοῦσί μοι παθεῖν· ὅπως τάχιστα τὰ πρυτανεῖ᾿ ὑφελοίατο. ἡμέτερα κέρδη τῶν σοφῶν. ἀλλὰ κρεῖττον εὐθὺς ἦν τότε ἀπερυθριᾶσαι μᾶλλον ἢ σχεῖν πράγματα. Τίς οὑτοσί ; Δα Α. Ἐκεῖνος οὖν τὴν κλῆσιν εἰς δύ᾿ ἡμέρας ἔθηκεν. παρόντες οἱ φεύγοντες ἡμέρᾳ μιᾷ πρότερον ἀπαλλάττοινθ᾿ ἑκόντες· εἰ δὲ μή. εἴς γε τὴν ἕνην τε καὶ νέαν. φήσουσι δή μ᾿ οἱ φίλοι χοἰ δημόται ζηλοῦντες ἡνίκ᾿ ἂν σὺ νικᾷς λέγων τὰς δίκας. ἵν᾿ αἱ θέσεις γίγνοιντο τῇ νουμηνίᾳ. Φε. Εἶτ᾿ ἄνδρα τῶν αὑτοῦ τι χρὴ προϊέναι ; Οὐδέποτέ γ᾿. Τουτὶ μὲν οὐδέν πω πρὸς ἕνην τε καὶ νέαν. διὰ τοῦτο προυτένθευσαν ἡμέρᾳ μιᾷ. καὶ γενήσομαι ἐχθρὸς ἔτι πρὸς τούτοισιν ἀνδρὶ δημότῃ. Στ.Φε. ὅτε τῶν ἐμαυτοῦ γ᾿ ἕνεκα νυνὶ χρημάτων ἕλκω σε κλητεύσοντα. ἀριθμός.
κἂν προσκαταθείην γ᾿. Στ. ἀπόπεμψον ἀποκρινάμενος. Τοὺς ποίους θεούς ; Δα Α. Νὴ Δία. Δα Α. Καὶ νὴ Δί᾿ ἀποδώσειν γ᾿ ἐπώμνυς τοὺς θεούς. ὥστ᾿ ὀμόσαι. Δα Α. Ἀλλ᾿ εἴτ᾿ ἀποδώσεις μοι τὰ χρήματ᾿ εἴτε μή.Στ. Ἔχε νυν ἥσυχος· ἐγὼ γὰρ αὐτίκ᾿ ἀποκρινοῦμαί σοι σαφῶς. τὸν Ποσειδῶ. Στ. Δα Α. Στ. τριώβολον. Μὰ τὸν Δί᾿ οὐ γάρ πω τότ᾿ ἐξηπίστατο Φειδιππίδης μοι τὸν ἀκατάβλητον λόγον. καὶ Ζεὺς γελοῖος ὀμνύμενος τοῖς εἰδόσιν. Καὶ ταῦτ᾿ ἐθελήσεις ἀπομόσαι μοι τοὺς θεοὺς ἵν᾿ ἂν κελεύσω ᾿γώ σε ; Στ. Τὸν Δία. Ἀπόλοιο τοίνυν ἕνεκ᾿ ἀναιδείας ἔτι. Δα Α. Δα Α. Ἵππον ; Οὐκ ἀκούετε ; Ὃν πάντες ὑμεῖς ἴστε μισοῦνθ᾿ ἱππικήν. Ἁλσὶν διασμηχθεὶς ὄναιτ᾿ ἂν οὑτοσί. Στ. Ἦ μὴν σὺ τούτων τῷ χρόνῳ δώσεις δίκην. Στ. τὸν Ἑρμῆν. . Τί γὰρ ἄλλ᾿ ἂν ἀπολαύσαιμι τοῦ μαθήματος ; Δα Α. Νῦν δὲ διὰ τοῦτ᾿ ἔξαρνος εἶναι διανοεῖ ; Στ. Οἴμ᾿ ὡς καταγελᾷς. Τῶν δώδεκα μνῶν. Οὔ τοι μὰ τὸν Δία τὸν μέγαν καὶ τοὺς θεοὺς ἐμοῦ καταπροίξει. ἓξ χοᾶς χωρήσεται. Στ. Στ. Δα Α. Τοῦ χρήματος ; Δα Α. Θαυμασίως ἥσθην θεοῖς. ἃς ἔλαβες ὠνούμενος τὸν ψαρὸν ἵππον. Μαρτύρομαι ὅτι εἰς δύ᾿ εἶπεν ἡμέρας.
Στ. Οὐχ ὅσον γ᾿ ἔμ᾿ εἰδέναι. Στ. Τοῦθ᾿ ὅ τι ἐστί ; Κάρδοπος. ἀλλά μοι τὰ χρήματα τὸν υἱὸν ἀποδοῦναι κέλευσον ἅλαβεν. Καίτοι σε τοῦτό γ᾿ οὐχὶ βούλομαι παθεῖν ὁτιὴ ᾿κάλεσας εὐηθικῶς τὴν κάρδοπον.Δα Α. Προσαποβαλεῖς ἄρ᾿ αὐτὰ πρὸς ταῖς δώδεκα. τουτὶ τί ἐστι ; Δα Α. Ὤ σκληρὲ δαῖμον· ὦ τύχαι θραυσάντυγες ἵππων ἐμῶν· ὦ Παλλάς. ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ Β. Στ. ὅστις καλέσειε κάρδοπον τὴν καρδόπην. Ἒα· τίς οὑτος ἔσθ᾿ ὁ θρηνῶν ; Οὔ τι που τῶν Καρκίνου τις δαιμόνων ἐφθέγξατο ; Δα Α. Ἓπειτ᾿ ἀπαιτεῖς ἀργύριον τοιοῦτος ὤν ; Οὐκ ἂν ἀποδοίην οὐδ᾿ ἂν ὀβολὸν οὐδενὶ. Ἁδανείσατο. Ἄπειμι· καὶ τοῦτ᾿ ἴσθ᾿. ὥς μ᾿ ἀπώλεσας. Δα Α. Δα Α. ἵππους γ᾿ ἐλαύνων ἐξέπεσον νὴ τοὺς θεούς. ὥς γ᾿ ἐμοὶ δοκεῖς. Οὐκ ἄρ᾿ ἀποδώσεις ; Στ. Ἰώ μοι μοι. ὅτι θήσω πρυτανεῖ᾿. τοῦτο βούλεσθ᾿ εἰδέναι ; Ἀνὴρ κακοδαίμων. Κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου. Δα Α. Στ. ἢ μηκέτι ζῴην ἐγώ. Ποῦ ᾿σθ᾿ οὗτος ἁπαιτῶν με τἀργύριον ; Λέγε. ἄλλως τε μέντοι καὶ κακῶς πεπραγότι. ὅστις εἰμί. Τί δαί σε Τλημπόλεμός ποτ᾿ εἴργασται κακόν ; Δα Α. ὦ τᾶν. Κακῶς ἄρ᾿ ὄντως εἶχες. Μὴ σκῶπτέ μ᾿. Τί δ᾿. Τὰ ποῖα ταῦτα χρήμαθ᾿ ; Δα Α. Τί σοι δοκεῖ δράσειν ; Ἀποδώσειν σοι δοκεῖ ; Στ. Στ. Στ. Στ. Οὔκουν ἁνύσας τι θᾶττον ἀπολιταργιεῖς ἀπὸ τῆς θύρας ; Δα Α. .
Τοῦτο δ᾿ ἔσθ᾿. εἰ μὴ ᾿ποδώσεις τἀργύριον. οὐδὲν γίγνεται ἐπιρρεόντων τῶν ποταμῶν πλείων. οὐδέ μοι μέλει. τί θηρίον ; Δα Α. Οὐκ ἔσθ᾿ ὅπως σύ γ᾿ αὐτὸς ὑγιαίνεις. Τί δαί ; Στ. Τὸν ἐγκέφαλον ὥσπερ σεσεῖσθαί μοι δοκεῖς. Δα Α. Ἀλλ᾿ εἰ σπανίζεις τἀργυρίου μοι τὸν τόκον ἀπόδοτε. Τί δῆτα ; Τὴν θάλαττάν ἐσθ᾿ ὅτι πλείονα νυνὶ νομίζεις ἢ πρὸ τοῦ ; Δα Α. Πῶς οὖν ἀπολαβεῖν τἀργύριον δίκαιος εἶ. Καλῶς λέγεις. ὦ σαμφόρα ; . τὰ χρήματ᾿ ἀπολαβεῖν εἰ βούλομαι ; Στ. εἰ μηδὲν οἶσθα τῶν μετεώρων πραγμάτων ; Δα Α. σὺ δὲ ζητεῖς ποῆσαι τἀργύριον πλέον τὸ σόν ; Οὐκ ἀποδιώξει σαυτὸν ἀπὸ τῆς οἰκίας ; Φέρε μοι τὸ κέντρον. ὦ κακόδαιμον. Ὓπαγε. Ταῦτ᾿ ἐγὼ μαρτύρομαι. Τί δ᾿ ἄλλο γ᾿ ἢ κατὰ μῆνα καὶ καθ᾿ ἡμέραν πλέον πλέον τἀργύριον αἰεὶ γίγνεται ὑπορρέοντος τοῦ χρόνου ; Στ. Οὐκ οἶδ᾿ ἔγωγ᾿ ὁπότερον.Στ. Στ. Στ. Σὺ δὲ νὴ τὸν Ἑρμῆν προσκεκλήσεσθαί γ᾿ ἐμοί. Στ. Κάτειπέ νυν· Πότερα νομίζεις καινὸν αἰεὶ τὸν Δία ὕειν ὕδωρ ἑκάστοτ᾿. Στ. Τί δῆτα ληρεῖς ὥσπερ ἀπ᾿ ὄνου καταπεσών ; Δα Α. Μὰ Δί᾿. ἢ τὸν ἥλιον ἕλκειν κάτωθεν ταὐτὸ τοῦθ᾿ ὕδωρ πάλιν ; Δα Α. Δα Β. Οὐ γὰρ δίκαιον πλείον᾿ εἶναι. ἀλλ᾿ ἴσην. Ληρῶ. Δα Α. Στ. ὁ τόκος. Τί μέλλεις ; Οὐκ ἐλᾷς. Κᾆτα πῶς αὕτη μέν.
Φήμ᾿. οἵσπερ ἂν ξυγγένηται. Φεύγεις ; Ἔμελλόν σ᾿ ἆρα κινήσειν ἐγὼ αὐτοῖς τροχοῖς τοῖς σοῖσι καὶ ξυνωρίσιν. ὦ πάτερ. Ὦ μιαρέ. Φε. Αὖθίς με ταὐτὰ ταῦτα καὶ πλείω λέγε. Ἆρ᾿ οἶσθ᾿ ὅτι χαίρω πόλλ᾿ ἀκούων καὶ κακά ; Στ. Στ. κἂν λέγῃ παμπόνηρ᾿. τύπτεις τὸν πατέρα ; Φε. Χο. ἀμυνάθετέ μοι τυπτομένῳ πάσῃ τέχνῃ. εἶναι τὸν υἱὸν δεινόν οἱ γνώμας ἐναντίας λέγειν τοῖσιν δικαίοις. Ἄιξεις ; Ἐφιαλῶ κεντῶν ὑπὸ τὸν πρωκτόν σε τὸν σειραφόρον. Ὦ γείτονες καὶ ξυγγενεῖς καὶ δημόται. Ὁρᾶθ᾿ ὁμολογοῦνθ᾿ ὅτι με τύπτει ; Φε. Φε. Οἶμαι γὰρ αὐτὸν αὐτίχ᾿ εὑρήσειν ὅπερ πάλαι ποτ᾿ ἐζήτει. Στ. Ταῦτ᾿ οὐχ ὕβρις δῆτ᾿ ἐστίν ; Στ. Ὦ λακκόπρωκτε. Πάττε πολλοῖς τοῖς ῥόδοις. Οἷον τὸ πραγμάτων ἐρᾶν φλαύρων· ὁ γὰρ γέρων ὅδ᾿ ἐρασθεὶς ἀποστερῆσαι βούλεται τὰ χρήμαθ᾿ ἁδανείσατο. Κοὐκ ἔσθ᾿ ὅπως οὐ τήμερον λήψεταί τι πρᾶγμ᾿ ὃ τοῦτον ποήσει τὸν σοφιστὴν ὧν πανουργεῖν ἤρξατ᾿ ἐξαίφνης λαβεῖν κακὸν τι. Ἴσως δ᾿ ἴσως βουλήσεται κἄφωνον αὐτὸν εἶναι. Ἰοὺ ἰού. Στ. Οἴμοι κακοδαίμων τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς γνάθου. Καὶ μάλα.Δα Β. . ὥστε νικᾶν ἅπαντας. Ὦ μιαρὲ καὶ πατραλοῖα καὶ τοιχωρύχε.
Ἐδιδαξάμην μέντοι σε νὴ Δί᾿. τοῖσιν δικαίοις ἀντιλέγειν. ὦ μέλε. Τὸν κρείττον᾿ ἢ τὸν ἥττονα. Καὶ μὴν ὅτι καὶ λέξεις ἀκοῦσαι βούλομαι. Τοιαῦτα μέντοι καὶ τότ᾿ ἔλεγεν ἔνδον. Στ. Χο. ὡς ἐπέχθη. Ποίοιν λόγοιν ; Φε. οἷάπερ νῦν. ᾿πειδὴ γὰρ εἱστιώμεθ᾿. καὶ πῶς γένοιτ᾿ ἂν πατέρα τύπτειν ἐν δίκῃ ; Φε. Τουτὶ σὺ νικήσεις ; Φε. Στ. Ὁ δ᾿ εὐθέως ἀρχαῖον εἶν᾿ ἔφασκε τὸ κιθαρίζειν ᾄδειν τε πίνονθ᾿. πρῶτον μὲν αὐτὸν τὴν λύραν λαβόντ᾿ ἐγὼ ᾿κέλευσα ᾆσαι Σιμωνίδου μέλος. ἑλοῦ δ᾿ ὁπότερον τοῖν λόγοιν βούλει λέγειν. Στ. Πολύ γε καὶ ῥᾳδίως. Ἔγωγ᾿ ἀποδείξω καί σε νικήσω λέγων. Φε. ὥστε γε οὐδ᾿ αὐτὸς ἀκροασάμενος οὐδὲν ἀντερεῖς. ὡς οὗτος. οὐκ ἂν ἦν οὕτως ἀκόλαστος. ὥσπερ ἴστε. Τὸν πατέρα τύπτεις ; Φε. εἰ μή τῳ ᾿πεποίθειν. Κἀποφανῶ γε νὴ Δία ὡς ἐν δίκῃ σ᾿ ἔτυπτον. Ὦ μιαρώτατε. Ἀλλ᾿ οἴομαι μέντοι σ᾿ ἀναπείσειν. ᾄδειν κελεύονθ᾿. Φε. ὦ πρεσβῦτα. Σὸν ἔργον. . φροντίζειν ὅπῃ τὸν ἄνδρα κρατήσεις. Στ. Στ. τὸν Κριόν. Καὶ μὴν ὅθεν γε πρῶτον ἠρξάμεσθα λοιδορεῖσθαι ἐγὼ φράσω.Στ. ὡσπερεὶ κάχρυς γυναῖκ᾿ ἀλοῦσαν. Στ. Ἀλλ᾿ ἐξ ὅτου τὸ πρῶτον ἤρξαθ᾿ ἡ μάχη γενέσθαι ἤδη λέγειν χρὴ πρὸς χορόν· πάντως δὲ τοῦτο δράσεις. Οὐ γὰρ τότ᾿ εὐθὺς χρῆν σ᾿ ἀράττεσθαί τε καὶ πατεῖσθαι. ὡσπερεὶ τέττιγας ἑστιῶντα ; Στ. Ἀλλ᾿ ἔσθ᾿ ὅτῳ θρασύνεται· δῆλόν γε τἀνθρώπου᾿ στι τό λῆμα. εἰ ταῦτά γε μέλλεις ἀναπείσειν. ὡς δίκαιον καὶ καλὸν τὸν πατέρα τύπτεσθ᾿ ἐστὶν ὑπὸ τῶν υἱέων.
ὦ_τί σ᾿ εἴπω ; Ἀλλ᾿ αὖθις αὖ τυπτήσομαι. ὦ καινῶν ἐπῶν κινητὰ καὶ μοχλευτά. θύραζέ μ᾿. » Κἀνταῦθα πῶς οἴεσθέ μου τὴν καρδίαν ὀρεχθεῖν ; Ὅμως δὲ τὸν θυμὸν δακὼν ἔφην· « Σὺ δ᾿ ἀλλὰ τούτων λέξον τι τῶν νεωτέρων. ὅστις οὐκ Εὐριπίδην ἐπαινεῖς. Κἀγὼ οὐκέτ᾿ ἐξηνεσχόμην. ἧκόν σοι φέρων ἂν ἄρτον· κακκᾶν δ᾿ ἂν οὐκ ἔφθης φράσας. οὐκ ἔτλης ἔξω ᾿ξενεγκεῖν. Χο. Κᾆθ᾿ οὗτος εὐθὺς εἶπεν· « Ἐγὼ γὰρ Αἰσχύλον νομίζω πρῶτον ἐν ποηταῖς. Ἔπειτα δ᾿ ἐκέλευσ᾿ αὐτὸν ἀλλὰ μυρρίνην λαβόντα τῶν Αἰσχύλου λέξαι τί μοι. ἐγὼ γνοὺς ἂν πιεῖν ἐπέσχον· μαμμᾶν δ᾿ ἂν αἰτήσαντος. τὸ δέρμα τῶν γεραιτέρων λάβοιμεν ἂν ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἐρεβίνθου. Οἶμαί γε τῶν νεωτέρων τὰς καρδίας πηδᾶν ὅτι λέξει. Φε. ψόφου πλέων. Φε. Ἐγὼ γὰρ ὅτε μὲν ἱππικῇ τὸν νοῦν μόνῃ προσεῖχον. κἀγὼ λαβὼν θύραζε ἐξέφερον ἂν καὶ προυσχόμην σε. πειθώ τινα ζητεῖν. κρημνοποιόν. Εἰ μέν γε βρῦν εἴποις. στόμφακα. Καὶ πῶς δικαίως ; Ὅστις ὦ ᾿ναίσχυντέ σ᾿ ἐξέθρεψα αἰσθανόμενός σου πάντα τραυλίζοντος. Εἰ γὰρ τοιαῦτά γ᾿ οὗτος ἐξειργασμένος λαλῶν ἀναπείσει. Νὴ τὸν Δί᾿. ὡς ἐκίνει ἁδελφός. ὅπως δόξεις λέγειν δίκαια. Σὺ δέ με νῦν ἀπάγχων. Στ. τὴν ὁμομητρίαν ἀδελφήν. . σοφώτατον ; Στ. ὦ ᾿λεξίκακε. ὅτι νοοίης. οἷον εἰκός. κἄπειτ᾿ ἔφλα με κἀσπόδει κἄπνιγε κἀπέτριβεν. Φε. βοῶντα καὶ κεκραγόθ᾿ ὅτι χεζητιῴην. Σὸν ἔργον. ἀλλ᾿ ὅμως. ἀλλ᾿ εὐθέως ἀράττω πολλοῖς κακοῖς καἰσχροῖσι. ἔπος πρὸς ἔπος ἠρειδόμεσθ᾿· εἶθ᾿ οὗτος ἐπαναπηδᾷ. ἅττ᾿ ἐστὶ τὰ σοφὰ ταῦτα. ἀλλὰ πνιγόμενος αὐτοῦ ᾿πόησα κακκᾶν. » Ὁ δ᾿ εὐθὺς ἦγ᾿ Εὐριπίδου ῥῆσίν τιν᾿. Κἀγὼ μόλις μέν. Σοφώτατον γ᾿ ἐκεῖνον. ἐν δίκῃ γ᾿ ἄν. Ὡς ἡδὺ καινοῖς πράγμασιν καὶ δεξιοῖς ὁμιλεῖν καὶ τῶν καθεστώτων νόμων ὑπερφρονεῖν δύνασθαι.καὶ τὸν Σιμωνίδην ἔφασκ᾿ εἶναι κακὸν ποητήν. ἀξύστατον. ὦ μιαρέ. ἠνεσχόμην τὸ πρῶτον. Κᾆτ᾿ ἐντεῦθεν. Οὔκουν δικαίως.
ἐπειδὴ τοὺς ἀλεκτρυόνας ἅπαντα μιμεῖ. Πρὸς ταῦτα μὴ τύπτ᾿· εἰ δὲ μή. Φε. ὅσῳπερ ἐξαμαρτάνειν ἧττον δίκαιον αὐτούς. οἶμαι διδάξειν ὡς δίκαιον τὸν πατέρα κολάζειν. καὶ πρῶτ᾿ ἐρήσομαί σε τουτί· παῖδά μ᾿ ὄντ᾿ ἔτυπτες ; Στ. Φε. εὐνοῶν τε καὶ κηδόμενος. ἐστίν. Ἐπεὶ σὲ μὲν δίκαιός εἰμ᾿ ἐγὼ κολάζειν. Ἒγωγέ σ᾿. σὺ δ᾿ ἐγχανὼν τεθνήξεις. ὦ τᾶν. τὸ τύπτειν ; Πῶς γὰρ τὸ μὲν σὸν σῶμα χρὴ πληγῶν ἀθῷον εἶναι. Ἀλλ᾿ οὐδαμοῦ νομίζεται τὸν πατέρα τοῦτο πάσχειν. πατέρα δ᾿ οὐ κλάειν δοκεῖς ; » Φήσεις νομίζεσθαι σὺ παιδὸς τοῦτο τοὔργον εἶναι· ἐγὼ δέ γ᾿ ἀντείποιμ᾿ ἂν ὡς δὶς παῖδες οἱ γέροντες. γνώμαις δὲ λεπταῖς καὶ λόγοις ξύνειμι καὶ μερίμναις. καὶ δίδομεν αὐτοῖς προῖκα συγκεκόφθαι. οὐδ᾿ ἂν Σωκράτει δοκοίη. Ἐκεῖσε δ᾿ ὅθεν ἀπέσχισάς με τοῦ λόγου μέτειμι. ὡς τοὺς πατέρας ἀμύνεται· καίτοι τί διαφέρουσιν ἡμῶν ἐκεῖνοι. Στ. ὥσπερ σὺ κἀγώ. Τί δῆτ᾿. Σκέψαι δὲ τοὺς ἀλεκτρυόνας καὶ τἄλλα τὰ βοτὰ ταυτί. . Φε. σαυτόν ποτ᾿ αἰτιάσει. οὐ κἀμὲ σοὶ δίκαιόν ἐστιν εὐνοεῖν ὁμοίως τύπτειν τ᾿. Στ. Στ. Φε. πλήν γ᾿ ὅτι ψηφίσματ᾿ οὐ γράφουσιν ; Στ. « Κλάουσι παῖδες. ἢν γένηταί σοι.οὐδ᾿ ἂν τρί᾿ εἰπεῖν ῥήμαθ᾿ οἷός τ᾿ ἦν πρὶν ἐξαμαρτεῖν· νυνὶ δ᾿. τοὐμὸν δὲ μή ; Καὶ μὴν ἔφυν ἐλεύθερός γε κἀγώ. τὸν υἱόν. ὡς ἔμοιγε κρεῖττόν ἐστιν ἵππων τρέφειν τέθριππον ἢ τυπτόμενον ἐπιτριβῆναι. Εἰκός τε μᾶλλον τοὺς γέροντας ἢ νέους τι κλάειν. Φε. Εἰπὲ δή μοι. Ἤν δὲ μὴ γένηται. ἐπειδή μ᾿ οὑτοσὶ τούτων ἔπαυσεν αὐτός. μάτην ἐμοὶ κεκλαύσεται. οὐκ ἐσθίεις καὶ τὴν κόπρον κἀπὶ ξύλου καθεύδεις ; Φε. ἀφίεμεν. σὺ δ᾿. Καὶ πῶς ; Στ. τοὺς πατέρας ἀντιτύπτειν ; Ὅσας δὲ πληγὰς εἴχομεν πρὶν τὸν νόμον τεθῆναι. καὶ λέγων ἔπειθε τοὺς παλαιούς ; Ἧττόν τι δῆτ᾿ ἔξεστι κἀμοὶ καινὸν αὖ τὸ λοιπὸν θεῖναι νόμον τοῖς υἱέσιν. Οὐ ταὐτόν. Οὔκουν ἀνὴρ ὁ τὸν νόμον θεὶς τοῦτον ἦν τὸ πρῶτον. ἐπειδήπερ γε τοῦτ᾿ ἔστ᾿ εὐνοεῖν. Ἵππευε τοίνυν νὴ Δί᾿.
ὦ φίλτατε. πέπονθ᾿ ἐγώ. Τί δ᾿ ἄλλο γ᾿ ἤ. οἳ σὲ κἄμ᾿ ἐξηπάτων. Τὴν μητέρ᾿ ὥσπερ καὶ σὲ τυπτήσω. Ἡμεῖς ποιοῦμεν ταῦθ᾿ ἑκάστοθ᾿. ἕως ἂν αὐτὸν ἐμβάλωμεν εἰς κακόν. τί φῂς σύ ; Τοῦθ᾿ ἕτερον αὖ μεῖζον κακόν. Χο. Φε. Ἀπὸ γὰρ ὀλοῦμαι. Φε. ὦ Νεφέλαι. Ναὶ ναί. Στ. Στ. Σκέψαι δὲ χἀτέραν ἔτι γνώμην. Αὐτὸς μὲν οὖν σαυτῷ σὺ τούτων αἴτιος.Στ. Φε. ὑμῖν ἀναθεὶς ἅπαντα τἀμὰ πράγματα. ἀλλ᾿ ἄνδρ᾿ ἄγροικον καὶ γέροντ᾿ ἐπήρατε ; Χο. Ἐμοὶ μέν. Στ. κἄμοιγε συγχωρεῖν δοκεῖ τούτοισι τἀπιεικῆ· κλάειν γὰρ ἡμᾶς εἰκός ἐστ᾿. ὦ Νεφέλαι. Ὤμοι. Τί δ᾿ ἢν ἔχων τὸν ἥττω λόγον σε νικήσω λέγων τὴν μητέρ᾿ ὡς τύπτειν χρεών ; Στ. ὅντιν᾿ ἂν γνῶμεν πονηρῶν ὄντ᾿ ἐραστὴν πραγμάτων. Τί φῄς. Στ. ὅπως ἂν εἰδῇ τοὺς θεοὺς δεδοικέναι. ἢν μὴ δίκαια δρῶμεν. δοκεῖ λέγειν δίκαια. τὸν Χαιρεφῶντα τὸν μιαρὸν καὶ Σωκράτη ἀπολεῖς μετ᾿ ἐμοῦ ᾿λθών. Καὶ μὴν ἴσως γ᾿ οὐκ ἀχθέσει παθὼν ἃ νῦν πέπονθας. Στ. Ἀλλ᾿ οὐκ ἂν ἀδικήσαιμι τοὺς διδασκάλους. δίκαια δέ· οὐ γάρ με χρῆν τὰ χρήμαθ᾿ ἁδανεισάμην ἀποστερεῖν. Φε. Στ. Πῶς δή ; Δίδαξον γὰρ τί μ᾿ ἐκ τούτων ἐπωφελήσεις. πονηρά γ᾿. οὐδέν σε κωλύσει σεαυτὸν ἐμβαλεῖν εἰς τὸ βάραθρον μετὰ Σωκράτους καὶ τὸν λόγον τὸν ἥττω ; Ταυτὶ δι᾿ ὑμᾶς. . στρέψας σεαυτὸν εἰς πονηρὰ πράγματα. ταῦτ᾿ ἢν ποιῇς. Φε. Νῦν οὖν ὅπως. Τί δῆτα ταῦτ᾿ οὔ μοι τότ᾿ ἠγορεύετε. καταιδέσθητι πατρῷον Δία. ὦνδρες ἥλικες.
ΜΑΘΗΤΗΣ Α. Στ. κἄπειτ᾿ ἐπαναβὰς ἐπὶ τὸ φροντιστήριον τὸ τέγος κατάσκαπτ᾿. Κἀγώ τιν᾿ αὐτῶν τήμερον δοῦναι δίκην ἐμοὶ ποήσω. μηδέ μ᾿ ἐπιτρίψῃς. Ὅ τι ποιῶ ; Τί δ᾿ ἄλλο γ᾿ ἢ διαλεπτολογοῦμαι ταῖς δοκοῖς τῆς οἰκίας ; ΜΑΘΗΤΗΣ· Τίς ἡμῶν πυρπολεῖ τὴν οἰκίαν ; Στ. ὦ Ξανθία. ἀλλ᾿ ἐγὼ τοῦτ᾿ ᾠόμην διὰ τουτονὶ τὸν δῖνον. Σὸν ἔργον. . εἰ φιλεῖς τὸν δεσπότην. ἀπολεῖς. Ὀρθῶς παραινεῖς οὐκ ἐῶν δικορραφεῖν ἀλλ᾿ ὡς τάχιστ᾿ ἐμπιμπράναι τὴν οἰκίαν τῶν ἀδολεσχῶν. Ἰοὺ ἰού. κεἰ σφόδρ᾿ εἴσ᾿ ἀλαζόνες. Μα. Τοῦτ᾿ αὐτὸ γὰρ καὶ βούλομαι.Φε. Στ. Φε. τί ποεῖς ; Στ. ὅτε καὶ σὲ χυτρεοῦν ὄντα θεὸν ἡγησάμην. μηδαμῶς θύμαινέ μοι. Ἄνθρωπε. Ἐστίν. ὦ δᾷς. Ἰδού γε Δία πατρῷον. Οὐκ ἐξελήλακ᾿. ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε ἐμοῦ παρανοήσαντος ἀδολεσχίᾳ. Ὤμοι δείλαιος. Ἐκεῖνος οὗπερ θοἰμάτιον εἰλήφατε. οὔκ. Ὡς ἐμαινόμην ἄρα ὅτ᾿ ἐξέβαλον καὶ τοὺς θεοὺς διὰ Σωκράτη. Στ. Οἴμοι παρανοίας. Μοὶ δὲ δᾷδ᾿ ἐνεγκάτω τις ἡμμένην. ἕως ἂν αὐτοῖς ἐμβάλῃς τὴν οἰκίαν. Ἐνταῦθα σαυτῷ παραφρόνει καὶ φληνάφα. ἐπεὶ Δῖνος βασιλεύει. εἴτ᾿ αὐτοὺς γραφὴν διωκάθω γραψάμενος. ἱέναι πολλὴν φλόγα. κλίμακα λαβὼν ἔξελθε καὶ σμινύην φέρων. Δεῦρο δεῦρ᾿. Φε. Μα. Ζεὺς γάρ τις ἐστίν ; Στ. Ἀλλ᾿ ὦ φίλ᾿ Ἑρμῆ. Οὐκ ἔστ᾿. Ὡς ἀρχαῖος εἶ. Στ. εἴθ᾿ ὅτι σοι δοκεῖ. τὸν Δί᾿ ἐξεληλακώς. Ἀπολεῖς. Καί μοι γενοῦ ξύμβουλος.
ἆρ᾽ οἶσθά γ᾽ οἷον κνώδαλον φυλάττομεν; Ξανθίας οἶδ᾽. Σφήκες (ed.ἢν ἡ σμινύη μοι μὴ προδῷ τὰς ἐλπίδας ἢ ᾿γὼ πρότερόν πως ἐκτραχηλισθῶ πεσών.M. παῖε. Στ. Σω. Ἀεροβατῶ καὶ περιφρονῶ τὸν ἥλιον. Ξανθίας ἀλλ᾽ ἦ παραφρονεῖς ἐτεὸν ἢ κορυβαντιᾷς; Σωσίας οὔκ. Geldart. Ἐγὼ δὲ κακοδαίμων γε κατακαυθήσομαι.M. Ἡγεῖσθ᾿ ἔξω· κεχόρευται γὰρ μετρίως τό γε τήμερον ἡμῖν. 1907) Ἀριστοφάνους Σφῆκες (ed. Αριστοφάνης. Geldart. βάλλε. Oxford 1907) Σωσίας Οὗτος τί πάσχεις ὦ κακόδαιμον Ξανθία; Ξανθίας φυλακὴν καταλύειν νυκτερινὴν διδάσκομαι. Oxford. Οὗτος. Μα. Hall and W.W. F. ἐπεὶ καὐτοῦ γ᾽ ἐμοῦ κατὰ τοῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται γλυκύ. ἀλλ᾽ ὕπνος μ᾽ ἔχει τις ἐκ Σαβαζίου. Τί γὰρ μαθόντες τοὺς θεοὺς ὑβρίζετε καὶ τῆς σελήνης ἐσκοπεῖσθε τὴν ἕδραν ; Δίωκε.W. Hall and W. Ξανθίας 5 . τί ποιεῖς ἐτεόν. Χο. οὑπὶ τοῦ τέγους ; Στ. Σω. ἀποπνιγήσομαι. Οἴμοι τάλας δείλαιος. μάλιστα δ᾿ εἰδὼς τοὺς θεοὺς ὡς ἠδίκουν. F. πολλῶν οὕνεκα. Σωσίας κακὸν ἆρα ταῖς πλευραῖς τι προὐφείλεις μέγα. ἀλλ᾽ ἐπιθυμῶ σμικρὸν ἀπομερμηρίσαι. Σωσίας σὺ δ᾽ οὖν παρακινδύνευ᾽.
Σωσίας τί ἔστι; Ξανθίας παῦε παῦε. οὐδὲν γὰρ ἔσται δεινὸν οὐ μὰ τοὺς θεούς. λέγων “τί ταὐτὸν ἐν γῇ τ᾽ ἀπέβαλεν κἀν οὐρανῷ κἀν τῇ θαλάττῃ θηρίον τὴν ἀσπίδα;” Ξανθίας οἴμοι τί δῆτά μοι κακὸν γενήσεται ἰδόντι τοιοῦτον ἐνύπνιον; Σωσίας μὴ φροντίσῃς. Σωσίας ἀλλ᾽ ἐστὶν μέγα. Ξανθίας ἐδόκουν αἰετὸν καταπτόμενον ἐς τὴν ἀγορὰν μέγαν πάνυ ἀναρπάσαντα τοῖς ὄνυξιν ἀσπίδα φέρειν ἐπίχαλκον ἀνεκὰς ἐς τὸν οὐρανόν. Ξανθίας δεινόν γέ ποὔστ᾽ ἄνθρωπος ἀποβαλὼν ὅπλα. κἀμοὶ γὰρ ἀρτίως ἐπεστρατεύσατο Μῆδός τις ἐπὶ τὰ βλέφαρα νυστακτὴς ὕπνος· καὶ δῆτ᾽ ὄναρ θαυμαστὸν εἶδον ἀρτίως. Σωσίας κἄγωγ᾽ ἀληθῶς οἷον οὐδεπώποτε. Ξανθίας λέγε νυν ἀνύσας τι τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος.τὸν αὐτὸν ἄρ᾽ ἐμοὶ βουκολεῖς Σαβάζιον. 10 15 20 25 30 35 . περὶ τῆς πόλεως γάρ ἐστι τοῦ σκάφους ὅλου. Ξανθίας αἰβοῖ. βακτηρίας ἔχοντα καὶ τριβώνια· κἄπειτα τούτοις τοῖς προβάτοισι μοὐδόκει δημηγορεῖν φάλαινα πανδοκεύτρια. ἀτὰρ σὺ λέξον πρότερος. ἔχουσα φωνὴν ἐμπεπρησμένης ὑός. κἄπειτα ταύτην ἀποβαλεῖν Κλεώνυμον. ἀτὰρ σὺ τὸ σὸν αὖ λέξον. Σωσίας οὐδὲν ἄρα γρίφου διαφέρει Κλεώνυμος. μὴ λέγε· ὄζει κάκιστον τοὐνύπνιον βύρσης σαπρᾶς. Ξανθίας πῶς δή; Σωσίας προσερεῖ τις τοῖσι συμπόταις. Σωσίας ἔδοξέ μοι περὶ πρῶτον ὕπνον ἐν τῇ πυκνὶ ἐκκλησιάζειν πρόβατα συγκαθήμενα.
ὁ μέγας. Ξανθίας οἴμοι δείλαιος· τὸν δῆμον ἡμῶν βούλεται διιστάναι. ἡμῖν γὰρ οὐκ ἔστ᾽ οὔτε κάρυ᾽ ἐκ φορμίδος δούλω διαρριπτοῦντε τοῖς θεωμένοις.Σωσίας εἶθ᾽ ἡ μιαρὰ φάλαιν᾽ ἔχουσα τρυτάνην ἵστη βόειον δημόν. ἔνδον καθείρξας. 40 45 50 55 60 65 70 . Σωσίας ἐδόκει δέ μοι Θέωρος αὐτῆς πλησίον χαμαὶ καθῆσθαι τὴν κεφαλὴν κόρακος ἔχων. εἶτ᾽ Ἀλκιβιάδης εἶπε πρός με τραυλίσας. κωμῳδίας δὲ φορτικῆς σοφώτερον. αὖθις τὸν αὐτὸν ἄνδρα μυττωτεύσομεν. ὅτι ἀρθεὶς ἀφ᾽ ἡμῶν ἐς κόρακας οἰχήσεται; Σωσίας εἶτ᾽ οὐκ ἐγὼ δοὺς δύ᾽ ὀβολὼ μισθώσομαι οὕτως ὑποκρινόμενον σοφῶς ὀνείρατα; Ξανθίας φέρε νυν κατείπω τοῖς θεαταῖς τὸν λόγον. ὁ Θέωρος κόραξ γιγνόμενος; Ξανθίας ἥκιστ᾽. οὑπὶ τοῦ τέγους. Ξανθίας ὀρθῶς γε τοῦτ᾽ Ἀλκιβιάδης ἐτραύλισεν. ὀλίγ᾽ ἄτθ᾽ ὑπειπὼν πρῶτον αὐτοῖσιν ταδί. οὐδ᾽ αὖθις ἀνασελγαινόμενος Εὐριπίδης· οὐδ᾽ εἰ Κλέων γ᾽ ἔλαμψε τῆς τύχης χάριν. οὔθ᾽ Ἡρακλῆς τὸ δεῖπνον ἐξαπατώμενος. νόσον γὰρ ὁ πατὴρ ἀλλόκοτον αὐτοῦ νοσεῖ. Σωσίας οὔκουν ἐκεῖν᾽ ἀλλόκοτον. ἀλλ᾽ ἔστιν ἡμῖν λογίδιον γνώμην ἔχον. ἣν οὐδ᾽ ἂν εἷς γνοίη ποτ᾽ οὐδ᾽ ἂν ξυμβάλοι εἰ μὴ πύθοιθ᾽ ἡμῶν· ἐπεὶ τοπάζετε. ὑμῶν μὲν αὐτῶν οὐχὶ δεξιώτερον. ἔστιν γὰρ ἡμῖν δεσπότης ἐκεινοσὶ ἅνω καθεύδων. μηδ᾽ αὖ γέλωτα Μεγαρόθεν κεκλεμμένον. “ὁλᾷς; Θέωλος τὴν κεφαλὴν κόλακος ἔχει”. μηδὲν παρ᾽ ἡμῶν προσδοκᾶν λίαν μέγα. Σωσίας πῶς; Ξανθίας ὅπως; ἄνθρωπος ὢν εἶτ᾽ ἐγένετ᾽ ἐξαίφνης κόραξ· οὔκουν ἐναργὲς τοῦτο συμβαλεῖν. ἵνα θύραζε μὴ ᾽ξίῃ. οὗτος φυλάττειν τὸν πατέρ᾽ ἐπέταξε νῷν. ἀλλ᾽ ἄριστον.
ὅμως ἐκεῖ ὁ νοῦς πέτεται τὴν νύκτα περὶ τὴν κλεψύδραν. καὶ νὴ Δί᾽ ἢν ἴδῃ γέ που γεγραμμένον υἱὸν Πυριλάμπους ἐν θύρᾳ Δῆμον καλόν. ὥσπερ λιβανωτὸν ἐπιτιθεὶς νουμηνίᾳ. εἰ δὴ ᾽πιθυμεῖτ᾽ εἰδέναι. ὃς ᾖδ᾽ ἀφ᾽ ἑσπέρας. ἀλλ᾽ ἀφ᾽ αὑτοῦ τὴν νόσον τεκμαίρεται. ὡς ἂν μὴ ᾽ξίῃ. ὕπνου δ᾽ ὁρᾷ τῆς νυκτὸς οὐδὲ πασπάλην. ὥσπερ λεπὰς προσεχόμενος τῷ κίονι. παρὰ τῶν ὑπευθύνων ἔχοντα χρήματα. ἰὼν παρέγραψε πλησίον “κημὸς καλός”. Σωσίας μὰ τὸν κύν᾽ ὦ Νικόστρατ᾽ οὐ φιλόξενος. ὑπὸ δυσκολίας δ᾽ ἅπασι τιμῶν τὴν μακρὰν ὥσπερ μέλιττ᾽ ἢ βομβυλιὸς εἰσέρχεται ὑπὸ τοῖς ὄνυξι κηρὸν ἀναπεπλασμένος. ψήφων δὲ δείσας μὴ δεηθείη ποτέ. καὶ πρῶτα μὲν λόγοισι παραμυθούμενος 75 80 85 90 95 100 105 110 115 . Σωσίας μὰ Δί᾽. φιληλιαστής ἐστιν ὡς οὐδεὶς ἀνήρ. ἀλλὰ “φιλο” μέν ἐστιν ἀρχὴ τοῦ κακοῦ. σιγᾶτε νῦν. ἢν δ᾽ οὖν καταμύσῃ κἂν ἄχνην. τοῦτον οὖν φυλάττομεν μοχλοῖσιν ἐνδήσαντες. αἰγιαλὸν ἔνδον τρέφει. φράσω γὰρ ἤδη τὴν νόσον τοῦ δεσπότου. ἐπεὶ αὕτη γε χρηστῶν ἐστιν ἀνδρῶν ἡ νόσος. ὑπὸ τοῦ δὲ τὴν ψῆφόν γ᾽ ἔχειν εἰωθέναι τοὺς τρεῖς ξυνέχων τῶν δακτύλων ἀνίσταται. ὁ γὰρ υἱὸς αὐτοῦ τὴν νόσον βαρέως φέρει. ἐπεὶ καταπύγων ἐστὶν ὅ γε Φιλόξενος. τοῦ δικάζειν. καὶ στένει ἢν μὴ ᾽πὶ τοῦ πρώτου καθίζηται ξύλου. ἐρᾷ τε τούτου. Σωσίας οὐδαμῶς γ᾽. Ξανθίας ἄλλως φλυαρεῖτ᾽· οὐ γὰρ ἐξευρήσετε. Ξανθίας οὔκ. κἄπειτ᾽ ἐκεῖσ᾽ ἐλθὼν προκαθεύδει πρῲ πάνυ. ἵν᾽ ἔχοι δικάζειν.Ἀμυνίας μὲν ὁ Προνάπους φήσ᾽ οὑτοσὶ εἶναι φιλόκυβον αὐτόν· ἀλλ᾽ οὐδὲν λέγει. τὸν ἀλεκτρυόνα δ᾽. ἔφη ὄψ᾽ ἐξεγείρειν αὐτὸν ἀναπεπεισμένον. εὐθὺς δ᾽ ἀπὸ δορπηστοῦ κέκραγεν ἐμβάδας. Ξανθίας Νικόστρατος δ᾽ αὖ φησιν ὁ Σκαμβωνίδης εἶναι φιλοθύτην αὐτὸν ἢ φιλόξενον. ὁδὶ δέ φησι Σωσίας πρὸς Δερκύλον εἶναι φιλοπότην αὐτόν. τοιαῦτ᾽ ἀλύει· νουθετούμενος δ᾽ ἀεὶ μᾶλλον δικάζει.
ὁ δ᾽ ἐξεδίδρασκε διά τε τῶν ὑδρορροῶν καὶ τῶν ὀπῶν· ἡμεῖς δ᾽ ὅσ᾽ ἦν τετρημένα ἐνεβύσαμεν ῥακίοισι κἀπακτώσαμεν. ἐντεῦθεν οὐκέτ᾽ αὐτὸν ἐξεφρίεμεν.ἀνέπειθεν αὐτὸν μὴ φορεῖν τριβώνιον μηδ᾽ ἐξιέναι θύραζ᾽. Βδελυκλέων ὦ Ξανθία καὶ Σωσία. ἔχων τρόπους φρυαγμοσεμνάκους τίνας. Σωσίας τί ἔστι; Ξανθίας Βδελυκλέων ἀνίσταται. ἀλλ᾽ ἄθρει κατὰ τῆς πυέλου τὸ τρῆμ᾽ ὅπως μὴ ᾽κδύσεται· σὺ δὲ τῇ θύρᾳ πρόσκεισο. διέπλευσεν εἰς Αἴγιναν. Βδελυκλέων καπνός; φέρ᾽ ἴδω ξύλου τίνος σύ. Βδελυκλέων νὴ τὸν Δί᾽ ὅσπερ γ᾽ ἐστὶ δριμύτατος καπνῶν. ἀτὰρ οὐκέτ᾽ ἐρρήσεις γε. 120 125 130 135 140 145 . ὁ δ᾽ οὐ μάλα. τῷ δ᾽ υἱεῖ γε τῳδὶ Βδελυκλέων. ὁ δ᾽ ὡσπερεὶ κολοιὸς αὑτῷ παττάλους ἐνέκρουεν ἐς τὸν τοῖχον. ὁ δ᾽ ἀνεφάνη κνεφαῖος ἐπὶ τῇ κιγκλίδι. ἔστιν δ᾽ ὄνομα τῷ μὲν γέροντι Φιλοκλέων ναὶ μὰ Δία. Σωσίας ταῦτ᾽ ὦ δέσποτα. καθεύδετε; Ξανθίας οἴμοι. εἶτ᾽ ἐξήλλετο. εἶτα ξυλλαβὼν νύκτωρ κατέκλινεν αὐτὸν εἰς Ἀσκληπιοῦ. ὁ δ᾽ οὐκ ἐπείθετο. ἡμεῖς δὲ τὴν αὐλὴν ἅπασαν δικτύοις καταπετάσαντες ἐν κύκλῳ φυλάττομεν. Φιλοκλέων συκίνου. εἶτ᾽ αὐτὸν ἀπέλου κἀκάθαιρ᾽. Βδελυκλέων ἄναξ Πόσειδον τί ποτ᾽ ἄρ᾽ ἡ κάπνη ψοφεῖ; οὗτος τίς εἶ σύ; Φιλοκλέων καπνὸς ἔγωγ᾽ ἐξέρχομαι. ὅτε δῆτα ταύταις ταῖς τελεταῖς οὐκ ὠφέλει. ὁ δ᾽ αὐτῷ τυμπάνῳ ᾄξας ἐδίκαζεν ἐς τὸ καινὸν ἐμπεσών. ποῦ ᾽σθ᾽ ἡ τηλία; δύου πάλιν· φέρ᾽ ἐπαναθῶ σοι καὶ ξύλον. Βδελυκλέων οὐ περιδραμεῖται σφῷν ταχέως δεῦρ᾽ ἅτερος; ὁ γὰρ πατὴρ ἐς τὸν ἰπνὸν εἰσελήλυθε καὶ μυσπολεῖ τι καταδεδυκώς. μετὰ τοῦτ᾽ ἐκορυβάντιζ᾽.
ἀτὰρ ἄθλιός γ᾽ εἴιμ᾽ ὡς ἕτερός γ᾽ οὐδεὶς ἀνήρ. ἀλλ᾽ ἐκφεύξεται Δρακοντίδης; Βδελυκλέων σὺ δὲ τοῦτο βαρέως ἂν φέροις; Φιλοκλέων ὁ γὰρ θεὸς μαντευομένῳ μοὔχρησεν ἐν Δελφοῖς ποτέ. Βδελυκλέων ἅνθρωπος οὗτος μέγα τι δρασείει κακόν. Φιλοκλέων οἴμοι δείλαιος· τῶς ἄν σ᾽ ἀποκτείναιμι; πῶς; δότε μοι ξίφος ὅπως τάχιστ᾽. Σωσίας <ὅδε> τὴν θύραν ὠθεῖ· Βδελυκλέων πιέζέ νυν σφόδρα. Φιλοκλέων διατρώξομαι τοίνυν ὀδὰξ τὸ δίκτυον. ἀλλ᾽ ἀποδόσθαι βούλομαι τὸν ὄνον ἄγων αὐτοῖσι τοῖς κανθηλίοις· νουμηνία γάρ ἐστιν. Φιλοκλέων τί δράσετ᾽; οὐκ ἐκφρήσετ᾽ ὦ μιαρώτατοι δικάσοντά μ᾽. Φιλοκλέων ἴθ᾽ ἀντιβολῶ σ᾽ ἔκφρες με. Βδελυκλέων μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ἄμεινον. ὅστις πατρὸς νυνὶ Καπνίου κεκλήσομαι. Φιλοκλέων ἀλλὰ τὸν ὄνον ἔξαγε. Βδελυκλέων Ἄπολλον ἀποτρόπαιε τοῦ μαντεύματος. μὴ διαρραγῶ. Βδελυκλέων μὰ τὸν Ποσειδῶ Φιλοκλέων οὐδέποτέ γε. καὶ τῆς κατακλῇδος ἐπιμελοῦ. εὖ κἀνδρικῶς· κἀγὼ γὰρ ἐνταῦθ᾽ ἔρχομαι. καὶ τοῦ μοχλοῦ φύλατθ᾽ ὅπως μὴ τὴν βάλανον ἐκτρώξεται. Βδελυκλέων ἀλλ᾽ οὐκ ἔχεις ὀδόντας.ἐνταῦθά νυν ζήτει τιν᾽ ἀλλην μηχανήν. ἢ πινάκιον τιμητικόν. Βδελυκλέων οὔκουν κἂν ἐγὼ αὐτὸν ἀποδοίμην δῆτ᾽ ἄν; Φιλοκλέων οὐχ ὥσπερ γ᾽ ἐγώ. Σωσίας 150 155 160 165 170 . ὅταν τις ἐκφύγῃ μ᾽ ἀποσκλῆναι τότε. Φιλοκλέων μὰ τὸν Δί᾽ οὐ δῆτ᾽.
ἀλλ᾽ εἰσιών μοι τὸν ὄνον ἐξάγειν δοκῶ ὅπως ἂν ὁ γέρων μηδὲ παρακύψῃ πάλιν. τί στένεις. Βδελυκλέων ἔνδον κέκραχθι τῆς θύρας κεκλῃμένης. καὶ τὴν βάλανον ἔμβαλλε πάλιν ἐς τὸν μοχλόν. εἰ μὴ φέρεις Ὀδυσσέα τιν᾽; Σωσίας ἀλλὰ ναὶ μὰ Δία φέρει κάτω γε τουτονί τιν᾽ ὑποδεδυκότα. ὅταν φάγῃς ὑπογάστριον γέροντος ἡλιαστικοῦ. Βδελυκλέων πονηρὸς εἶ πόρρω τέχνης καὶ παράβολος. Φιλοκλέων ὦ ξυνδικασταὶ καὶ Κλέων ἀμύνατε. ὕφελκε θᾶττον αὐτόν. Βδελυκλέων ὤθει τὸν ὄνον καὶ σαυτὸν ἐς τὴν οἰκίαν. 175 180 185 190 195 200 . Βδελυκλέων ἀλλ᾽ οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ γ᾽· ἐγὼ γὰρ ᾐσθόμην τεχνωμένου. Βδελυκλέων περὶ τοῦ μαχεῖ νῷν δῆτα; Φιλοκλέων περὶ ὄνου σκιᾶς. Βδελυκλέων ποῖον; φέρ᾽ ἴδωμαι τουτονί. ὡς εἰρωνικῶς. Φιλοκλέων ἐγὼ πονηρός; οὐ μὰ Δἴ ἀλλ᾽ οὐκ οἶσθα σὺ νῦν μ᾽ ὄντ᾽ ἄριστον· ἀλλ᾽ ἴσως. Βδελυκλέων Οὖτις μὰ τὸν Δἴ οὔτι χαιρήσων γε σύ. μαχούμεθα. ἵν᾽ αὐτὸν ἐκπέμψειας. καὶ τῇ δοκῷ προσθεὶς τὸν ὅλμον τὸν μέγαν ἀνύσας τι προσκύλισον.οἵαν πρόφασιν καθῆκεν. Φιλοκλέων εἰ μή μ᾽ ἐάσεθ᾽ ἥσυχον. κάνθων τί κλάεις; ὅτι πεπράσει τήμερον; βάδιζε θᾶττον. τουτὶ τί ἦν; τίς εἶ ποτ᾽ ὦνθρωπ᾽ ἐτεόν; Φιλοκλέων Οὖτις νὴ Δία. Βδελυκλέων Οὖτις σύ; ποδαπός; Φιλοκλέων Ἴθακος Ἀποδρασιππίδου. ὤθει σὺ πολλοὺς τῶν λίθων πρὸς τὴν θύραν. ὦ μιαρώτατος ἵν᾽ ὑποδέδυκεν· ὥστ᾽ ἔμοιγ᾽ ἰνδάλλεται ὁμοιότατος κλητῆρος εἶναι πωλίῳ.
Χορός χώρει πρόβαιν᾽ ἐρρωμένως. βέλτιστε συνδικαστῶν. 210 Σωσίας ἄγε νυν. 230 μὰ τὸν Δἴ οὐ μέντοι πρὸ τοῦ γ᾽. 220 οἷς ἐκκαλοῦνται τοῦτον. λύχνους ἔχοντες καὶ μινυρίζοντες μέλη ἀρχαῖα μελισιδωνοφρυνιχήρατα. 235 ἥβης ἐκείνης ἡνίκ᾽ ἐν Βυζαντίῳ ξυνῆμεν .Σωσίας οἴμοι δείλαιος· πόθεν ποτ᾽ ἐμπέπτωκέ μοι τὸ βωλίον; Βδελυκλέων ἴσως ἄνωθεν μῦς ἐνέβαλέ σοί ποθεν. πολλῶν δικαστῶν σφηκιὰν διασκεδῶ. ἔχουσι γὰρ καὶ κέντρον ἐκ τῆς ὀσφύος 225 ὀξύτατον. τί οὐκ ἀπεκοιμήθημεν ὅσον ὅσον στίλην; Βδελυκλέων ἀλλ᾽ ὦ πόνηρ᾽ ἥξουσιν ὀλίγον ὕστερον οἱ ξυνδικασταὶ παρακαλοῦντες τουτονὶ 215 τὸν πατέρα. Σωσίας οὐκοῦν. κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως διαδὺς ἂν ἡμᾶς ἔτι λάθοι. ἢν δέῃ. ἀππαπαῖ παπαιάξ. ὦ Κωμία βραδύνεις. Βδελυκλέων νὴ τὸν Δἴ. ἀλλ᾽ ἦσθ᾽ ἱμὰς κύνειος· νυνὶ δὲ κρείττων ἐστί σου Χαρινάδης βαδίζειν. καὶ κεκραγότες πηδῶσι καὶ βάλλουσιν ὥσπερ φέψαλοι. ὦ Στρυμόδωρε Κονθυλεῦ. ὀψὲ γοῦν ἀνεστήκασι νῦν. ὡς ἀπὸ μέσων νυκτῶν γε παρακαλοῦσ᾽ ἀεί. ᾧ κεντοῦσι. Σωσίας μῦς; οὐ μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ὑποδυόμενός τις οὑτοσὶ 205 ὑπὸ τῶν κεραμίδων ἡλιαστὴς ὀροφίας. Βδελυκλέων οἴμοι κακοδαίμων. νὴ Δἴ ἦ μοι κρεῖττον ἦν τηρεῖν Σκιώνην ἀντὶ τούτου τοῦ πατρός. Εὐεργίδης ἆρ᾽ ἐστί που ᾽νταῦθ᾽ ἢ Χάβης ὁ Φλυεύς; πάρεσθ᾽ ὃ δὴ λοιπόν γ᾽ ἔτ᾽ ἐστίν. ἤδη ποτ᾽ αὐτοὺς τοῖς λίθοις βαλλήσομεν. ποῦ ποῦ ᾽στί μοι τὸ δίκτυον; σοῦ σοῦ. Σωσίας τίλέγεις; ἀλλὰ νῦν γ᾽ ὄρθρος βαθύς. ἔσθ᾽ ὅμοιον σφηκιᾷ. Βδελυκλέων ἀλλ᾽ ὦ πόνηρε τὸ γένος ἤν τις ὀργίσῃ τὸ τῶν γερόντων. στροῦθος ἁνὴρ γίγνεται· ἐκπτήσεται. ἐπειδὴ τουτονὶ σεσοβήκαμεν. πάλιν σοῦ. Σωσίας μὴ φροντίσῃς· ἐὰν ἐγὼ λίθους ἔχω.
ἀλλ᾽ ἐγκονῶμεν ὦνδρες. 250 Χορός τί δὴ μαθὼν τῷ δακτύλῳ τὴν θρυαλλίδ᾽ ὠθεῖς. Παίς εἰ νὴ Δί᾽ αὖθις κονδύλοις νουθετήσεθ᾽ ἡμᾶς. ἀλλὰ τῳδί μοι δοκῶ τὸν λύχνον προβύσειν. Χορός τί ποτ᾽ οὐ πρὸ θυρῶν φαίνετ᾽ ἄρ᾽ ἡμῖν ὁ γέρων οὐδ᾽ ὑπακούει; μῶν ἀπολώλεκε τὰς ἐμβάδας. ἀποσβέσαντες τοὺς λύχνους ἄπιμεν οἴκαδ᾽ αὐτοί· 255 κἄπειτ᾽ ἴσως ἐν τῷ σκότῳ τουτουὶ στερηθεὶς τὸν πηλὸν ὥσπερ ἀτταγᾶς τυρβάσεις βαδίζων. 265 τί χρῆμ᾽ ἄρ᾽ οὑκ τῆς οἰκίας τῆσδε συνδικαστὴς πέπονθεν.φρουροῦντ᾽ ἐγώ τε καὶ σύ· κᾆτα περιπατοῦντε νύκτωρ τῆς ἀρτοπώλιδος λαθόντ᾽ ἐκλέψαμεν τὸν ὅλμον. ἔπεισι γοῦν τοῖσιν λύχνοις οὑτοιὶ μύκητες· φιλεῖ δ᾽. δεῖται δὲ καὶ τῶν καρπίμων ἅττα μή ᾽στι πρῷα ὕδωρ γενέσθαι κἀπιπνεῦσαι βόρειον αὐτοῖς. Χορός κάρφος χαμᾶθέν νυν λαβὼν τὸν λύχνον πρόμυξον. 275β εἶτ᾽ ἐφλέγμηνεν αὐτοῦ τὸ σφυρὸν γέροντος ὄντος; 276β . ἀλλὰ σπεύδωμεν ὦνδρες ἥλικες πρὶν ἡμέραν γενέσθαι. ἢ προσέκοψ᾽ ἐν 275 τῷ σκότῳ τὸν δάκτυλόν που. ἀλλ᾽ οὑτοσί μοι βόρβορος φαίνεται πατοῦντι· κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐχ ἡμερῶν τεττάρων τὸ πλεῖστον 260 ὕδωρ ἀναγκαίως ἔχει τὸν θεὸν ποιῆσαι. ὅταν δέῃ τίμιον πρίασθαι. ὡς ἔσται Λάχητι νυνί· 240 σίμβλον δέ φασι χρημάτων ἔχειν ἅπαντες αὐτόν. Παίς οὔκ. καὶ ταῦτα τοὐλαίου σπανίζοντος ὦνόητε; οὐ γὰρ δάκνει σ᾽. ἀλλὰ πρῶτος ἡμῶν ἡγεῖτ᾽ ἂν ᾄδων Φρυνίχου· καὶ γάρ ἐστιν ἁνὴρ φιλῳδός. 245 χωρῶμεν ἅμα τε τῷ λύχνῳ πάντῃ διασκοπῶμεν. ἤν τί πως ἀκούσας τοὐμοῦ μέλους ὑφ᾽ ἡδονῆς ἑρπύσῃ θύραζε. ποιεῖν ὑετὸν μάλιστα. ἀλλά μοι δοκεῖ στάντας ἐνθάδ᾽ ὦνδρες 270 ᾄδοντας αὐτὸν ἐκκαλεῖν. κᾆθ᾽ ἥψομεν τοῦ κορκόρου κατασχίσαντες αὐτόν. χθὲς οὖν Κλέων ὁ κηδεμὼν ἡμῖν ἐφεῖτ᾽ ἐν ὥρᾳ ἥκειν ἔχοντας ἡμερῶν ὀργὴν τριῶν πονηρὰν ἐπ᾽ αὐτόν. Παίς τὸν πηλὸν ὦ πάτερ πάτερ τουτονὶ φύλαξαι. μή που λίθος τις ἐμποδὼν ἡμᾶς κακόν τι δράσῃ. ὡς οὐ φαίνεται δεῦρο πρὸς τὸ πλῆθος; οὐ μὴν πρὸ τοῦ γ᾽ ἐφολκὸς ἦν. Χορός ἦ μὴν ἐγὼ σοῦ χἀτέρους μείζονας κολάζω. ὡς κολωμένους ὧν ἠδίκησεν. ὅταν τοῦτ᾽ ᾖ.
καὶ τάχ᾽ ἂν βουβωνιῴη. διὰ τοῦτ᾽ ὀδυνηθεὶς εἶτ᾽ ἴσως κεῖται πυρέττων. τί βούλει με πρίασθαι καλόν; οἶμαι δέ σ᾽ ἐρεῖν ἀστραγάλους 295 δήπουθεν ὦ παῖ. ὃς ἡμᾶς διεδύετ᾽ ἐξαπατῶν καὶ λέγων ὡς φιλαθήναιος ἦν καὶ τἀν Σάμῳ πρῶτος κατείποι. ἔστι γὰρ τοιοῦτος ἁνήρ. 290 Παίς ἐθελήσεις τί μοι οὖν ὦ πάτερ. ὕπαγ᾽ ὦ παῖ ὕπαγε. ἀλλ᾽ εἰπέ. Παίς ἄγε νυν ὦ πάτερ ἢν μὴ τὸ δικαστήριον ἅρχων καθίσῃ νῦν. 285 ἀλλ᾽ ὦγάθ᾽ ἀνίστασο μηδ᾽ οὕτω σεαυτὸν ἔσθιε μηδ᾽ ἀγανάκτει. 280 τάχα δ᾽ ἂν διὰ τὸν χθιζινὸν ἄνθρωπον. ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἀντιβολοίη τις.> μὰ Δἴ οὐκ ἔγωγε νῷν οἶδ᾽ 310 . πόθεν ὠνησόμεθ᾽ 305 ἄριστον; ἔχεις ἐλπίδα χρηστήν τινα νῷν ἢ πόρον Ἕλλας ἱρὸν <εὑρεῖν>; Χορός ἀπαπαῖ φεῦ. ἤν σού τι δεηθῶ; Χορός πάνυ γ᾽ ὦ παιδίον. Παίς μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ἰσχάδας ὦ παππία· ἥδιον γάρ. καὶ γὰρ ἀνὴρ παχὺς ἥκει τῶν προδόντων τἀπὶ Θρᾴκης· ὃν ὅπως ἐγχυτριεῖς. 277β καὶ μόνος οὐκ ἂν ἐπείθετ᾽. ἔλεγεν. ἦ μὴν πολὺ δριμύτατός γ᾽ ἦν τῶν παρ᾽ ἡμῖν. Χορός οὐκ ἂν μὰ Δἴ. εἰ κρέμαισθέ γ᾽ ὑμεῖς. <ἀπαπαῖ φεῦ. κάτω κύπτων ἂν οὕτω 279β “λίθον ἕψεις”. Χορός ἀπὸ γὰρ τοῦδέ με τοῦ μισθαρίου 300 τρίτον αὐτὸν ἔχειν ἄλφιτα δεῖ καὶ ξύλα κὤψον· <ἒ ἔ.> σὺ δὲ σῦκά μ᾽ αἰτεῖς. Παίς μὰ Δἴ οὔ τἄρα προπέμψω σε τὸ λοιπόν.
Χορός τοῦτ᾽ ἐτόλμησ᾽ ὁ μιαρὸς χανεῖν ὁ Δημολογοκλέων <ὅδ᾽.> ὅτι λέγεις <σύ> τι περὶ τῶν νεῶν ἀληθές. κἄπειτ᾽ ἀνελών μ᾽ ἀποφυσήσας εἰς ὀξάλμην ἔμβαλε θερμήν· ἢ δῆτα λίθον με ποίησον ἐφ᾽ οὗ τὰς χοιρίνας ἀριθμοῦσι.ὁπόθεν γε δεῖπνον ἔσται. ἀλλὰ γὰρ οὐχ οἷός τ᾽ εἴμ᾽ ᾄδειν. Φιλοκλέων οὑμὸς υἱός. ἒ ἔ. ἐπεὶ βούλομαί γε πάλαι μεθ᾽ ὑμῶν ἐλθὼν ἐπὶ τοὺς καδίσκους κακόν τι ποιῆσαι. πάρα νῷν στενάζειν. Χορός τίς γάρ ἐσθ᾽ ὁ ταῦτά σ᾽ εἵργων κἀποκλῄων τῇ θύρᾳ; λέξον· πρὸς εὔνους γὰρ φράσεις. τήκομαι μὲν πάλαι διὰ τῆς ὀπῆς ὑμῶν ὑπακούων. ἀλλά μ᾽ εὐωχεῖν ἕτοιμός ἐστ᾽· ἐγὼ δ᾽ οὐ βούλομαι. Παίς τί με δῆτ᾽ ὦ μελέα μῆτερ ἔτικτες; Χορός ἵν᾽ ἐμοὶ πράγματα βόσκειν παρέχῃς. ἀλλ᾽ ὕφεσθε τοῦ τόνου. ἀλλὰ μὴ βοᾶτε· καὶ γὰρ τυγχάνει οὑτοσὶ πρόσθεν καθεύδων. Φιλοκλέων φίλοι. Παίς ἀνόνητον ἄρ᾽ ὦ θυλάκιόν σ᾽ εἶχον ἄγαλμα. οὐ γὰρ ἄν ποθ᾽ οὗτος ἁνὴρ τοῦτ᾽ ἐτόλμησεν λέγειν. πάθος οἰκτίρας· ἤ με κεραυνῷ διατινθαλέῳ σπόδισον ταχέως. Χορός τοῦ δ᾽ ἔφεξιν ὦ μάταιε ταῦτα δρᾶν σε βούλεται; <καὶ> τίνα πρόφασιν ἔχων; Φιλοκλέων οὐκ ἐᾷ μ᾽ ὦνδρες δικάζειν οὐδὲ δρᾶν οὐδὲν κακόν. τί ποιήσω; τηροῦμαι δ᾽ ὑπὸ τῶνδ᾽. ἀλλ᾽ ὦ Ζεῦ <Ζεῦ> μέγα βροντήσας ἤ με ποίησον καπνὸν ἐξαίφνης ἢ Προξενίδην ἢ τὸν Σέλλου τοῦτον τὸν ψευδαμάμαξυν. τόλμησον ἄναξ χαρίσασθαί μοι. εἰ 315 320 325 330 335 340 342β 343 343β 344β .
Χορός μηδὲν ὦ τᾶν δέδιθι. κοὐδείς μ᾽ ἐφύλαττ᾽. . ἡ δέ μοι Δίκτυννα συγγνώμην ἔχοι τοῦ δικτύου. 370 Φιλοκλέων διατέτρωκται τοῦτό γ᾽. ἀλλ᾽ ἐξάψας διὰ τῆς θυρίδος τὸ καλῴδιον εἶτα καθίμα 379 δήσας σαυτὸν καὶ τὴν ψυχὴν ἐμπλησάμενος Διοπείθους. ὅτ᾽ ἐπὶ στρατιᾶς κλέψας ποτὲ τοὺς ὀβελίσκους 354 ἵεις σαυτὸν κατὰ τοῦ τείχους ταχέως. ὅτε Νάξος ἑάλω. 350 εἶτ᾽ ἐκδῦναι ῥάκεσιν κρυφθεὶς ὥσπερ πολύμητις Ὀδυσσεύς; Φιλοκλέων πάντα πέφαρκται κοὐκ ἔστιν ὀπῆς οὐδ᾽ εἰ σέρφῳ διαδῦναι. Φιλοκλέων οἶδ᾽· ἀλλὰ τί τοῦτ᾽; οὐδὲν γὰρ τοῦτ᾽ ἐστὶν ἐκείνῳ προσόμοιον. Χορός ταῦτα μὲν πρὸς ἀνδρός ἐστ᾽ ἄνοντος ἐς σωτηρίαν. 345 ἀλλ᾽ ἐκ τούτων ὥρα τινά σοι ζητεῖν καινὴν ἐπίνοιαν. τὼ δὲ δύ᾽ αὐτῶν ἐπὶ ταῖσι θύραις ὥσπερ με γαλῆν κρέα κλέψασαν τηροῦσιν ἔχοντ᾽ ὀβελίσκους. ἐὰν γρύξῃ τι. ἥβων γὰρ κἀδυνάμην κλέπτειν. ὦ μελίττιον.μὴ ξυνωμότης τις ἦν. ἀλλ᾽ ἔπαγε τὴν γνάθον. 364 Χορός ἀλλὰ καὶ νῦν ἐκπόριζε 365 μηχανὴν ὅπως τάχισθ᾽· ἕως γάρ. ποιήσω δακεῖν τὴν καρδίαν καὶ τὸν περὶ ψυχῆς 375 δρόμον δραμεῖν. ὡς πᾶν <ἂν> ἔγωγε ποιοίην· οὕτω κιττῶ διὰ τῶν σανίδων μετὰ χοιρίνης περιελθεῖν. ἀλλ᾽ ἄλλο τι δεῖ ζητεῖν ὑμᾶς· ὀπίαν δ᾽ οὐκ ἔστι γενέσθαι. Χορός ἔστιν ὀπὴ δῆθ᾽ ἥντιν᾽ ἂν ἔνδοθεν οἷός τ᾽ εἴης διορύξαι. 346 ἥτις σε λάθρᾳ τἀνδρὸς τουδὶ καταβῆναι δεῦρο ποιήσει. ἀλλὰ τηρώμεσθ᾽ ὅπως μὴ Βδελυκλέων αἰσθήσεται. ἵν᾽ εἰδῇ μὴ πατεῖν τὰ τοῖν θεοῖν ψηφίσματα. Χορός μέμνησαι δῆθ᾽. ἴσχυόν τ᾽ αὐτὸς ἐμαυτοῦ. νῦν δὲ ξὺν ὅπλοις ἄνδρες ὁπλῖται διαταξάμενοι 360 κατὰ τὰς διόδους σκοπιωροῦνται. Φιλοκλέων τίς ἂν οὖν εἴη; ζητεῖθ᾽ ὑμεῖς. ἀλλὰ μὴ βοᾶτε μηδαμῶς. Φιλοκλέων διατραγεῖν τοίνυν κράτιστόν ἐστί μοι τὸ δίκτυον. μηδέν· ὡς ἐγὼ τοῦτόν γ᾽. ἀλλ᾽ ἐξῆν μοι φεύγειν ἀδεῶς.
Φιλοκλέων δράσω τοίνυν ὑμῖν πίσυνος. Χορός ἀμυνοῦμέν σοι τὸν πρινώδη θυμὸν ἅπαντες καλέσαντες ὥστ᾽ οὐ δυνατόν σ᾽ εἵργειν ἔσται· τοιαῦτα ποιήσομεν ἡμεῖς. καὶ -. 395 Ξανθίας τί τὸ πρᾶγμ᾽; Βδελυκλέων ὥσπερ φωνή μέ τις ἐγκεκύκλωται. ἥνπερ. ἤν πως πρύμνην ἀνακρούσηται πληγεὶς ταῖς εἰρεσιώναις. ἐπαρήξετέ μοι. Φιλοκλέων ὦ Λύκε δέσποτα. καὶ Κλέωνι ταῦτ᾽ ἀγγέλλετε. παιδία. κέντρον “ἐντέτατ᾽ ὀξύ”. 385 ἀνελόντες καὶ κατακλαύσαντες θεῖναί μ᾽ ὑπὸ τοῖσι δρυφάκτοις. κἀβουλήθης μόνος ἡρώων παρὰ τὸν κλάοντα καθῆσθαι. ὦ Σμικυθίων καὶ Τεισιάδη καὶ Χρήμων καὶ Φερέδειπνε; πότε δ᾽. ἀλλ᾽ ὦ βέλτιστε καθίει σαυτὸν θαρρῶν κἀπευξάμενος τοῖσι πατρῴοισι θεοῖσιν. .ἤν τι πάθω ᾽γώ. ἀλλὰ καθιμᾷ αὑτὸν δήσας. θεῖτε καὶ βοᾶτε. γείτων ἥρως· σὺ γὰρ οἷσπερ ἐγὼ κεχάρησαι. 389 τοῖς δακρύοισιν τῶν φευγόντων ἀεὶ καὶ τοῖς ὀλοφυρμοῖς· ᾤκησας γοῦν ἐπίτηδες ἰὼν ἐνταῦθ᾽ ἵνα ταῦτ᾽ ἀκροῷο. ἐλέησον καὶ σῶσον νυνὶ τὸν σαυτοῦ πλησιόχωρον· κοὐ μή ποτέ σου παρὰ τὰς κάννας οὐρήσω μηδ᾽ ἀποπάρδω. Χορός οὐδὲν πείσει· μηδὲν δείσῃς. ἡνίκ᾽ ἄν τις ἡμῶν ὀργίσῃ τὴν σφηκιάν; 404 νῦν ἐκεῖνο νῦν ἐκεῖνο τοὐξύθυμον. Ξανθίας ὦ μιαρώτατε τί ποιεῖς; οὐ μὴ καταβήσει; Βδελυκλέων ἀνάβαιν᾽ ἀνύσας κατὰ τὴν ἑτέραν καὶ ταῖσιν φυλλάσι παῖε. ἢν αἰσθομένω τούτω ζητῆτόν μ᾽ ἐσκαλαμᾶσθαι κἀνασπαστὸν ποιεῖν εἴσω. Ξανθίας μῶν ὁ γέρων πῃ διαδύεται <αὖ>; Βδελυκλέων μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽. ᾧ κολαζόμεσθα.Φιλοκλέων ἄγε νυν. πρίν μ᾽ εἴσω μᾶλλον ἄγεσθαι; Χορός εἰπέ μοι τί μέλλομεν κινεῖν ἐκείνην τὴν χολήν. εἰ μὴ νῦν. ἀλλὰ θαἰμάτια βαλόντες ὡς τάχιστα.μανθάνετ᾽; -. Φιλοκλέων οὐ ξυλλήψεσθ᾽ ὁπόσοισι δίκαι τῆτες μέλλουσιν ἔσεσθαι. τί ποιήσετε; φράζετε νυνί. Βδελυκλέων οὗτος ἐγείρου.
Βδελυκλέων ὦ Μίδα καὶ Φρὺξ βοήθει δεῦρο καὶ Μασιντύα. κεἴ τις ἄλλος προέστηκεν ἡμῶν κόλαξ.καὶ κελεύετ᾽ αὐτὸν ἥκειν ὡς ἐπ᾽ ἄνδρα μισόπολιν ὄντα κἀπολούμενον. οἱ μὲν ἐς τὸν πρωκτὸν αὐτῶν ἐσπέτεσθ᾽ ὠργισμένοι. περιορᾷς οὕτω μ᾽ ὑπ᾽ ἀνδρῶν βαρβάρων χειρούμενον. Φιλοκλέων ὦ Κέκροψ ἥρως ἄναξ τὰ πρὸς ποδῶν Δρακοντίδη. οὐχ ὁρᾷς ὦ δέσποτα; Βδελυκλέων οἷς γ᾽ ἀπώλεσαν Φίλιππον ἐν δίκῃ τὸν Γοργίου. οὐδὲν τῶν πάλαι μεμνημένοι 410 415 420 425 430 435 440 . Χορός νὴ Δί᾽ ἐς τὸν οὐρανόν γ᾽. ἔν τί σοι παγήσεται. οἱ δὲ τὠφθαλμὼ κύκλῳ κεντεῖτε καὶ τοὺς δακτύλους. ὅτι τόνδε λόγον ἐσφέρει. Φιλοκλέων εἶά νυν ὦ ξυνδικασταὶ σφῆκες ὀξυκάρδιοι. ὡς ἂν εὖ εἰδῇ τὸ λοιπὸν σμῆνος οἷον ὤργισεν. Χορός ἀλλ᾽ ἀφίει τὸν ἄνδρ᾽· εἰ δὲ μή. οὓς ἐγὼ ᾽δίδαξα κλάειν τέτταρ᾽ ἐς τὴν χοίνικα; Χορός εἶτα δῆτ᾽ οὐ πόλλ᾽ ἔνεστι δεινὰ τῷ γήρᾳ κακά; δηλαδή· καὶ νῦν γε τούτω τὸν παλαιὸν δεσπότην πρὸς βίαν χειροῦσιν. Βδελυκλέων ὡς τοῦδ᾽ ἐγὼ οὐ μεθήσομαι. Χορός ταῦτα δῆτ᾽ οὐ δεινὰ καὶ τυραννίς ἐστιν ἐμφανής; ὦ πόλις καὶ Θεώρου θεοισεχθρία. ὡς ἐγὼ πολλῶν ἀκούσας οἶδα θρίων τὸν ψόφον. φήμ᾽ ἐγὼ τὰς χελώνας μακαριεῖν σε τοῦ δέρματος. ξυσταλεὶς εὔτακτος ὀργῆς καὶ μένους ἐμπλήμενος. Χορός εἰ δὲ μὴ τοῦτον μεθήσεις. καὶ λάβεσθε τουτουὶ καὶ μὴ μεθῆσθε μηδενί· εἰ δὲ μή. μὴ δικάζειν δίκας. Χορός καὶ σέ γ᾽ αὐτοῖς ἐξολοῦμεν· ἀλλὰ πᾶς ἐπίστρεφε δεῦρο κἀξείρας τὸ κέντρον εἶτ᾽ ἐπ᾽ αὐτὸν ἵεσο. εἰ μαχούμεθα· ὡς ἔγωγ᾽ αὐτῶν ὁρῶν δέδοικα τὰς ἐγκεντρίδας. ᾽ν πέδαις παχείαις οὐδὲν ἀριστήσετε. Ξανθίας τοῦτο μέντοι δεινὸν ἤδη νὴ Δί᾽. Ξανθίας Ἡράκλεις καὶ κέντρ᾽ ἔχουσιν. ἀλλὰ μὴ κεκράγετε. Βδελυκλέων ὦγαθοὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἀκούσατ᾽.
455 Βδελυκλέων παῖε παἶ ὦ Ξανθία τοὺς σφῆκας ἀπὸ τῆς οἰκίας. Σωσίας οὐχὶ σοῦσθ᾽; οὐκ ἐς κόρακας; οὐκ ἄπιτε; παῖε τῷ ξύλῳ. Ξανθίας καὶ σὺ προσθεὶς Αἰσχίνην ἔντυφε τὸν Σελλαρτίου. 460 Βδελυκλέων ἀλλὰ μὰ Δί᾽ οὐ ῥᾳδίως οὕτως ἂν αὐτοὺς διέφυγες. οὐκέτ᾽ ἐς μακρὰν ἵν᾽ εἰδῆθ᾽ οἷός ἐστ᾽ ἀνδρῶν τρόπος ὀξυθύμων καὶ δικαίων καὶ βλεπόντων κάρδαμα. ἆρ᾽ ἐμέλλομέν ποθ᾽ ὑμᾶς ἀποσοβήσειν τῷ χρόνῳ. Χορός ἆρα δῆτ᾽ οὐκ αὐτὰ δῆλα τοῖς πένησιν. 465 εἰ σύ γ᾽ ὦ πόνῳ πόνηρε καὶ κομηταμυνία τῶν νόμων ἡμᾶς ἀπείργεις ὧν ἔθηκεν ἡ πόλις. πρὶν τὸν υἱὸν ἐκδραμεῖν. οὐδ᾽ ἀναμνησθεὶς ὅθ᾽ εὑρὼν τοὺς βότρυς κλέπτοντά σε προσαγαγὼν πρὸς τὴν ἐλάαν ἐξέδειρ᾽ εὖ κἀνδρικῶς. Χορός ἀλλὰ τούτων μὲν τάχ᾽ ἡμῖν δώσετον καλὴν δίκην. Χορός οὐδὲ μὴν οὐδ᾽ ἐν σελίνῳ σοὐστὶν οὐδ᾽ ἐν πηγάνῳ· 480 τοῦτο γὰρ παρεμβαλοῦμεν τῶν τριχοινίκων ἐπῶν. 445 ὥστε μὴ ῥιγῶν ἑκάστοτ᾽· ἀλλὰ τούτοις γ᾽ οὐκ ἔνι οὐδ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖσιν αἰδὼς τῶν παλαιῶν ἐμβάδων. 450 ὥστε σε ζηλωτὸν εἶναι; σὺ δ᾽ ἀχάριστος ἦσθ᾽ ἄρα. οὔτε τιν᾽ ἔχων πρόφασιν οὔτε λόγον εὐτράπελον. ἀλλ᾽ ὅταν ξυνήγορος . Φιλοκλέων οὐκ ἀφήσεις οὐδὲ νυνί μ᾽ ὦ κάκιστον θηρίον. ἀλλ᾽ ἄνες με καὶ σὺ καὶ σύ. ἡ τυραννὶς “ὡς λάθρᾳ γ᾽ ἐλάνθαν᾽ ὑπιοῦσά με”. καὶ κυνᾶς· καὶ τοὺς πόδας χειμῶνος ὄντος ὠφέλει. ἃς οὗτος αὐτοῖς ἠμπόλα. εἴπερ ἔτυχον τῶν μελῶν τῶν Φιλοκλέους βεβρωκότες. ἀλλὰ νῦν μὲν οὐδὲν ἀλγεῖς. καὶ ξυνὼν Βρασίδᾳ καὶ φορῶν κράσπεδα 475 στεμμάτων τήν θ᾽ ὑπήνην ἄκουρον τρέφων; Βδελυκλέων νὴ Δί᾽ ἦ μοι κρεῖττον ἐκστῆναι τὸ παράπαν τοῦ πατρὸς μᾶλλον ἢ κακοῖς τοσούτοις ναυμαχεῖν ὁσημέραι.διφθερῶν κἀξωμίδων. αὐτὸς ἄρχων μόνος; 470 Βδελυκλέων ἔσθ᾽ ὅπως ἄνευ μάχης καὶ τῆς κατοξείας βοῆς ἐς λόγους ἔλθοιμεν ἀλλήλοισι καὶ διαλλαγάς; Χορός σοὐς λόγους ὦ μισόδημε καὶ μοναρχίας ἐραστά. Ξανθίας ἀλλὰ δρῶ τοῦτ᾽· ἀλλὰ καὶ σὺ τῦφε πολλῷ τῷ καπνῷ.
οὐχ ἕως ἄν τί μου λοιπὸν ᾖ. ὅτι κελητίσαι ᾽κέλευον. οὓς σὺ μόνον οὐ προσκυνεῖς. ἀλλὰ δουλεύων λέληθας. γήτειον αἰτεῖς· πότερον ἐπὶ τυραννίδι. Φιλοκλέων νὴ Δἴ ἐν δίκῃ γ᾽· ἐγὼ γὰρ οὐδ᾽ ἂν ὀρνίθων γάλα ἀντὶ τοῦ βίου λάβοιμ᾽ ἂν οὗ με νῦν ἀποστερεῖς· οὐδὲ χαίρω βατίσιν οὐδ᾽ ἐγχέλεσιν. Βδελυκλέων 485 490 495 500 505 510 515 . ὅστις ἡμῶν ἐπὶ τυραννίδ᾽ ὧδ᾽ ἐστάλης. Φιλοκλέων ἐξαμαρτάνω δικάζων; Βδελυκλέων καταγελώμενος μὲν οὖν οὐκ ἐπαϊεις ὑπ᾽ ἀνδρῶν. ὅστις ἄρχω τῶν ἁπάντων. Βδελυκλέων ταῦτα γὰρ τούτοις ἀκούειν ἡδἔ. ἧς ἐγὼ οὐκ ἤκουσα τοὔνομ᾽ οὐδὲ πεντήκοντ᾽ ἐτῶν· νῦν δὲ πολλῷ τοῦ ταρίχους ἐστὶν ἀξιωτέρα. ἡ λαχανόπωλις παραβλέψασά φησι θατέρῳ· “εἰπέ μοι. ἀναδιδάξειν οἴομαί σ᾽ ὡς πάντα ταῦθ᾽ ἁμαρτάνεις. εἰ καὶ νῦν ἐγὼ τὸν πατέρ᾽ ὅτι βούλομαι τούτων ἀπαλλαχθέντα τῶν ὀρθροφοιτοσυκοφαντοδικοταλαιπώρων τρόπων ζῆν βίον γενναῖον ὥσπερ Μόρυχος. ἀλλ᾽ ἥδιον ἄν δικίδιον σμικρὸν φάγοιμ᾽ ἂν ἐν λοπάδι πεπνιγμένον. ὀξυθυμηθεῖσά μοι ἤρετ᾽ εἰ τὴν Ἱππίου καθίσταμαι τυραννίδα.᾽ ἢν δὲ γήτειον προσαιτῇ ταῖς ἀφύαις ἥδυσμά τι. εὐθέως εἴρηχ᾽ ὁ πωλῶν πλησίον τὰς μεμβράδας· ᾽οὗτος ὀψωνεῖν ἔοιχ᾽ ἅνθρωπος ἐπὶ τυραννίδι. ἢ νομίζεις τὰς Ἀθήνας σοὶ φέρειν ἡδύσματα;” Ξανθίας κἀμέ γ᾽ ἡ πόρνη χθὲς εἰσελθόντα τῆς μεσημβρίας. αἰτίαν ἔχω ταῦτα δρᾶν ξυνωμότης ὢν καὶ φρονῶν τυραννικά. ἤν τε μεῖζον ἤν τ᾽ ἔλαττον πρᾶγμά τις κατηγορῇ. ἢν μὲν ὠνῆταί τις ὀρφὼς μεμβράδας δὲ μὴ ᾽θέλῃ. Βδελυκλέων νὴ Δἴ εἰθίσθης γὰρ ἥδεσθαι τοιούτοις πράγμασιν· ἀλλ᾽ ἐὰν σιγῶν ἀνάσχῃ καὶ μάθῃς ἁγὼ λέγω. ὥστε καὶ δὴ τοὔνομ᾽ αὐτῆς ἐν ἀγορᾷ κυλίνδεται. Φιλοκλέων παῦε δουλείαν λέγων. Βδελυκλέων ὡς ἅπανθ᾽ ὑμῖν τυραννίς ἐστι καὶ ξυνωμόται.ταὐτὰ ταῦτα σου καταντλῇ καὶ ξυνωμότας καλῇ. Βδελυκλέων ἆρ᾽ ἂν ὦ πρὸς τῶν θεῶν ὑμεῖς ἀπαλλαχθεῖτέ μου; ἢ δέδοκταί μοι δέρεσθαι καὶ δέρειν δι᾽ ἡμέρας; Χορός οὐδέποτέ γ᾽.
ἀντωμοσιῶν κελύφη. 545 ἀλλ᾽ ὦ περὶ τῆς πάσης μέλλων βασιλείας ἀντιλογήσειν 546 τῆς ἡμετέρας. 550 ἢ τρυφερώτερον ἢ δεινότερον ζῷον. Βδελυκλέων καὶ μὴν ὅσ᾽ ἂν λέξῃ γ᾽ ἁπλῶς μνημόσυνα γράψομαι ᾽γώ. Φιλοκλέων καὶ μὴν εὐθύς γ᾽ ἀπὸ βαλβίδων περὶ τῆς ἀρχῆς ἀποδείξω τῆς ἡμετέρας ὡς οὐδεμιᾶς ἥττων ἐστὶν βασιλείας. νυνὶ θαρρῶν πᾶσαν γλῶτταν βασάνιζε. τί δ᾽ ἤν. 525 Χορός νῦν δὴ τὸν ἐκ θἠμετέρου γυμνασίου δεῖ τι λέγειν καινόν. οὗτός 535 <σ᾽> ἐθέλει κρατῆσαι. Βδελυκλέων εἰπέ μοι. ἀλλ᾽ ὑπηρετεῖς οἰόμενος ἄρχειν· ἐπεὶ δίδαξον ἡμᾶς ὦ πάτερ. ὃ μὴ γένοιθ᾽. ἢν ταῦτα παρακελεύῃ; 530 Χορός μὴ κατὰ τὸν νεανίαν τονδὶ λέγων. περιπεσοῦμαι τῷ ξίφει. εἴπερ. ἢν ὁδί με τῷ λόγῳ κρατήσῃ; Χορός οὐκέτι πρεσβυτῶν ὄχλος 540 χρήσιμος ἔστ᾽ οὐδ᾽ ἀκαρῆ· σκωπτόμενοι δ᾽ ἐν ταῖς ὁδοῖς θαλλοφόροι καλούμεθ᾽. ἄφετέ νυν ἅπαντες αὐτόν. ἀτὰρ φανεῖ ποῖός τις ὤν. Φιλοκλέων καὶ ξίφος γέ μοι δότε.οὐ σύ γ᾽. τὸ δεῖνα. ἥτις ἡ τιμή ᾽στί σοι καρπουμένῳ τὴν Ἑλλάδα. Φιλοκλέων τί γὰρ φάθ᾽ ὑμεῖς. καὶ ταῦτα γέροντος; ὃν πρῶτα μὲν ἕρποντ᾽ ἐξ εὐνῆς τηροῦσ᾽ ἐπὶ τοῖσι δρυφάκτοις ἄνδρες μεγάλοι καὶ τετραπήχεις· κἄπειτ᾽ εὐθὺς προσιόντι ἐμβάλλει μοι τὴν χεῖρ᾽ ἁπαλὴν τῶν δημοσίων κεκλοφυῖαν· . ὅπως φανήσει -Βδελυκλέων ἐνεγκάτω μοι δεῦρο τὴν κίστην τις ὡς τάχιστα. Βδελυκλέων καὶ μὴν ἐγώ. ὁρᾷς γὰρ ὥς σοι μέγας ἐστὶν ἁγὼν καὶ περὶ τῶν ἁπάντων. τῇ διαίτῃ μὴ ᾽μμένῃς; Φιλοκλέων μηδέποτε πίοιμ᾽ ἀκράτου μισθὸν ἀγαθοῦ δαίμονος. ἢν γὰρ ἡττηθῶ λέγων σου. 520 Φιλοκλέων πάνυ γε. τί γὰρ εὔδαιμον καὶ μακαριστὸν μᾶλλον νῦν ἐστὶ δικαστοῦ. καὶ τούτοισί γ᾽ ἐπιτρέψαι ᾽θέλω.
περὶ τοῦ πλήθους δὲ μαχεῖσθαι. 580 κἂν αὐλητής γε δίκην νικᾷ. τί γὰρ οὐκ ἔστιν ἀκοῦσαι θώπευμ᾽ ἐνταῦθα δικαστῇ; οἱ μέν γ᾽ ἀποκλάονται πενίαν αὑτῶν καὶ προστιθέασι κακὰ πρὸς τοῖς οὖσιν. τὰ παιδάρι᾽ εὐθὺς ἀνέλκει τὰς θηλείας καὶ τοὺς υἱεῖς τῆς χειρός. Φιλοκλέων παίδων τοίνυν δοκιμαζομένων αἰδοῖα πάρεστι θεᾶσθαι. “ ἕως ἀνιῶν ἂν ἰσώσῃ τοῖσιν ἐμοῖσιν”· 565 οἱ δὲ λέγουσιν μύθους ἡμῖν. ταύτης ἡμῖν ἐπίχειρα ἐν φορβειᾷ τοῖσι δικασταῖς ἔξοδον ηὔλησ᾽ ἀπιοῦσι. εἰ καὐτὸς πώποθ᾽ ὑφείλου ἀρχὴν ἄρξας ἢ ᾽πὶ στρατιᾶς τοῖς ξυσσίτοις ἀγοράζων·᾽ ὃς ἔμ᾽ οὐδ᾽ ἂν ζῶντ᾽ ᾔδειν εἰ μὴ διὰ τὴν προτέραν ἀπόφυξιν. τῶν δ᾽ ἄλλων οὐδεμἴ ἀρχή. παιδὸς φωνὴν ἐλεήσαις”· εἰ δ᾽ αὖ τοῖς χοιριδίοις χαίρω. κἂν Οἴαγρος εἰσέλθῃ φεύγων. καὶ ταῦτ᾽ ἀνυπεύθυνοι δρῶμεν. τούτων ὧν εἴρηκας μακαρίζω· τῆς δ᾽ ἐπικλήρου τὴν διαθήκην ἀδικεῖς ἀνακογχυλιάζων. κἀν τῷ δήμῳ γνώμην οὐδεὶς πώποτ᾽ ἐνίκησεν. ἐὰν μὴ . κἂν ἀποθνῄσκων ὁ πατήρ τῳ δῷ καταλείπων παῖδ᾽ ἐπίκληρον. ἀλλ᾽ ἀκροῶμαι πάσας φωνὰς ἱέντων εἰς ἀπόφυξιν.ἱκετεύουσίν θ᾽ ὑποκύπτοντες τὴν φωνὴν οἰκτροχοοῦντες· 555 ᾽οἴκτιρόν μ᾽ ὦ πάτερ. χἠμεῖς αὐτῷ τότε τῆς ὀργῆς ὀλίγον τὸν κόλλοπ᾽ ἀνεῖμεν. αἰτοῦμαί σ᾽. Βδελυκλέων τουτὶ περὶ τῶν ἀντιβολούντων ἔστω τὸ μνημόσυνόν μοι. κἂν μὴ τούτοις ἀναπειθώμεσθα. θυγατρὸς φωνῇ με πιθέσθαι. ἆρ᾽ οὐ μεγάλη τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἀρχὴ καὶ τοῦ πλούτου καταχήνη; 575 Βδελυκλέων δεύτερον αὖ σου τουτὶ γράφομαι. οἱ δ᾽ Αἰσώπου τι γέλοιον· οἱ δὲ σκώπτουσ᾽. 585 ἔδομεν ταύτην ὅστις ἂν ἡμᾶς ἀντιβολήσας ἀναπείσῃ. κλάειν ἡμεῖς μακρὰ τὴν κεφαλὴν εἰπόντες τῇ διαθήκῃ καὶ τῇ κόγχῃ τῇ πάνυ σεμνῶς τοῖς σημείοισιν ἐπούσῃ. οὐκ ἀποφεύγει πρὶν ἂν ἡμῖν ἐκ τῆς Νιόβης εἴπῃ ῥῆσιν τὴν καλλίστην ἀπολέξας. ἵν᾽ ἐγὼ γελάσω καὶ τὸν θυμὸν καταθῶμαι. Βδελυκλέων τουτὶ γάρ τοι σεμνόν. τὴν τοῦ πλούτου καταχήνην· καὶ τἀγαθά μοι μέμνησ᾽ ἅχεις φάσκων τῆς Ἑλλάδος ἄρχειν. ἐγὼ δ᾽ ἀκροῶμαι· τὰ δὲ συγκύψανθ᾽ ἅμα βληχᾶται· κἄπειθ᾽ ὁ πατὴρ ὑπὲρ αὐτῶν 570 ὥσπερ θεὸν ἀντιβολεῖ με τρέμων τῆς εὐθύνης ἀπολῦσαι· “εἰ μὲν χαίρεις ἀρνὸς φωνῇ. φέρ᾽ ἴδω. Φιλοκλέων ἔτι δ᾽ ἡ βουλὴ χὠ δῆμος ὅταν κρῖναι μέγα πρᾶγμ᾽ ἀπορήσῃ590 ἐψήφισται τοὺς ἀδικοῦντας τοῖσι δικασταῖς παραδοῦναι· εἶτ᾽ Εὔαθλος χὠ μέγας οὗτος Κολακώνυμος ἀσπιδαποβλὴς οὐχὶ προδώσειν ἡμᾶς φασίν. Φιλοκλέων εἶτ᾽ εἰσελθὼν ἀντιβοληθεὶς καὶ τὴν ὀργὴν ἀπομορχθεὶς 560 ἔνδον τούτων ὧν ἂν φάσκω πάντων οὐδὲν πεποίηκα.
ἀλλὰ Θέωρος. σκευὴν βελέων ἀλεωρήν. καὶ τὸ γύναιόν μ᾽ ὑποθωπεῦσαν φυστὴν μᾶζαν προσενέγκῃ. Φιλοκλέων οὔκ.εἴπῃ τὰ δικαστήρι᾽ ἀφεῖναι πρώτιστα μίαν δικάσαντας· αὐτὸς δὲ Κλέων ὁ κεκραξιδάμας μόνον ἡμᾶς οὐ περιτρώγει. Βδελυκλέων ἔμπλησο λέγων· πάντως γάρ τοι παύσει ποτὲ κἀναφανήσει πρωκτὸς λουτροῦ περιγιγνόμενος τῆς ἀρχῆς τῆς περισέμνου. κἄπειθ᾽ ἥκονθ᾽ ἅμα πάντες ἀσπάζωνται διὰ τἀργύριον. τάδε κέκτημαι πρόβλημα κακῶν. σὺ δὲ τὸν πατέρ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν τούτων τὸν σαυτοῦ πώποτ᾽ ἔδρασας. καίτοὐστὶν ἀνὴρ Εὐφημίου οὐδὲν ἐλάττων. . ἆρ᾽ οὐ μεγάλην ἀρχὴν ἄρχω καὶ τοῦ Διὸς οὐδὲν ἐλάττω. καὶ σὺ δέδοικάς με μάλιστ᾽ αὐτός· νὴ τὴν Δήμητρα δέδοικας. ᾽φάγε τουτί. ἀλλ᾽ ἐρήμας ᾤεθ᾽ οὕτω ῥᾳδίως τρυγήσειν. 610 κἄπειτα καθεζομένη παρ᾽ ἐμοὶ προσαναγκάζῃ. ἀλλ᾽ ἢν μή μοι ταχὺ μάξῃ. ἣν δουλείαν οὖσαν ἔφασκες καὶ ὑπηρεσίαν ἀποδείξειν. 600 σκέψαι μ᾽ ἀπὸ τῶν ἀγαθῶν οἵων ἀποκλῄεις καὶ κατερύκεις. 596 ἀλλὰ φυλάττει διὰ χειρὸς ἔχων καὶ τὰς μυίας ἀπαμύνει. κοὐ μή με δεήσῃ ἐς σὲ βλέψαι καὶ τὸν ταμίαν. κᾆτ᾽ ἐγχέομαι κλίνας· οὗτος δὲ κεχηνὼς βρωμησάμενος τοῦ σοῦ δίνου μέγα καὶ στράτιον κατέπαρδεν. οὗ ᾽γὼ ᾽πελελήσμην. Φιλοκλέων ὃ δέ γ᾽ ἥδιστον τούτων ἐστὶν πάντων. ὁπότ᾽ ἄριστον παραθήσει καταρασάμενος καὶ τονθορύσας. πᾶς τίς φησιν τῶν παριόντων. κἂν οἶνόν μοι μὴ ᾽γχῇς σὺ πιεῖν. τὸν ὄνον τόνδ᾽ ἐσκεκόμισμαι 616 οἴνου μεστόν. “οἷον βροντᾷ τὸ δικαστήριον. ἔντραγε τουτί·᾽ τούτοισιν ἐγὼ γάνυμαι. ποππύζουσιν κἀγκεχόδασίν μ᾽ οἱ πλουτοῦντες καὶ πάνυ σεμνοί. ὦ Ζεῦ βασιλεῦ”. τὸν σφόγγον ἔχων ἐκ τῆς λεκάνης τἀμβάδι᾽ ἡμῶν περικωνεῖ. καὶ πρῶτα μὲν ἡ θυγάτηρ με ἀπονίζῃ καὶ τὼ πόδ᾽ ἀλείφῃ καὶ προσκύψασα φιλήσῃ καὶ παππίζουσ᾽ ἅμα τῇ γλώττῃ <τὸ> τριώβολον ἐκκαλαμᾶται. 605 ὅταν οἴκαδ᾽ ἴω τὸν μισθὸν ἔχων. 620 Φιλοκλέων ὅστις ἀκούω ταὔθ᾽ ἅπερ ὁ Ζεύς; ἢν γοῦν ἡμεῖς θορυβήσωμεν. 630 Χορός οὐπώποθ᾽ οὕτω καθαρῶς οὐδενὸς ἠκούσαμεν οὐδὲ ξυνετῶς λέγοντος. ἐγὼ δ᾽ ἀπολοίμην εἴ σε δέδοικα. 625 κἂν ἀστράψω.
τούτων πλήρωμα τάλαντ᾽ ἐγγὺς δισχίλια γίγνεται ἡμῖν. Βδελυκλέων ἦ μὴν ἐγώ σε τήμερον σκύτη βλέπειν ποιήσω. τὸν φόρον ἡμῖν ἀπὸ τῶν πόλεων σνλλήβδην τὸν προσιόντα· κἄξω τούτου τὰ τέλη χωρὶς καὶ τὰς πολλὰς ἑκατοστάς. 645 τὴν γὰρ ἐμὴν ὀργὴν πεπᾶναι χαλεπὸν <νεανίᾳ> μὴ πρὸς ἐμοῦ λέγοντι. κἀν μακάρων δικάζειν αὐτὸς ἔδοξα νήσοις. πρὸς ταῦτα μύλην ἀγαθὴν ὥρα ζητεῖν σοι καὶ νεόκοπτον. ἀλλὰ μαχοῦμαι περὶ τοῦ πλήθους ἀεί”. κοὔπω πλείους ἐν τῇ χώρᾳ κατένασθεν. ἀτὰρ ὦ πάτερ ἡμέτερε Κρονίδη -Φιλοκλέων παῦσαι καὶ μὴ πατέριζε. Φιλοκλέων ὡς οὗτος ἤδη σκορδινᾶται κἄστιν οὐκ ἐν αὑτοῦ. ὥστ᾽ ἔγωγ᾽ ηὐξανόμην ἀκούων. 635 Χορός ὡς δ᾽ ἐπὶ πάντ᾽ ἐλήλυθεν κοὐδὲν παρῆλθεν. Βδελυκλέων μὰ Δί᾽ οὐ μέντοι. εἰ μὴ γὰρ ὅπως δουλεύω ᾽γώ. 648 ἢν μή τι λέγῃς. ἥτις δυνατὴ τὸν ἐμὸν θυμὸν κατερεῖξαι.καλῶς γὰρ ᾔδειν ὡς ἐγὼ ταύτῃ κράτιστός εἰμι. 660 ἀπὸ τούτου νυν κατάθες μισθὸν τοῖσι δικασταῖς ἐνιαυτοῦ ἓξ χιλιάσιν. κἂν χρῇ σπλάγχνων μ᾽ ἀπέχεσθαι. πρυτανεῖα μέταλλ᾽ ἀγορὰς λιμένας μεσθοὺς καὶ δημιόπρατα. 665 Φιλοκλέων καὶ ποῖ τρέπεται δὴ ᾽πειτα τὰ χρήματα τἄλλα; Βδελυκλέων ἐς τούτους τοὺς “οὐχὶ προδώσω τὸν Ἀθηναίων κολοσυρτόν. Χορός δεῖ δέ σε παντοίας πλέκειν εἰς ἀπόφυξιν παλάμας. τουτὶ ταχέως με διδάξεις. οὐκ ἔστιν ὅπως οὐχὶ τεθνήξεις. Βδελυκλέων ἀκρόασαί νυν ὦ παππίδιον χαλάσας ὀλίγον τὸ μέτωπον· 655 καὶ πρῶτον μὲν λόγισαι φαύλως. γίγνεται ἡμῖν ἑκατὸν δήπου καὶ πεντήκοντα τάλαντα. Βδελυκλέων χαλεπὸν μὲν καὶ δεινῆς γνώμης καὶ μείζονος ἢ ᾽πὶ τρυγῳδοῖς 650 ἰάσασθαι νόσον ἀρχαίαν ἐν τῇ πόλει ἐντετοκυῖαν. 640 ἡδόμενος λέγοντι. Φιλοκλέων οὐδ᾽ ἡ δεκάτη τῶν προσιόντων ἡμῖν ἄρ᾽ ἐγίγνεθ᾽ ὁ μισθός. . σὺ γὰρ ὦ πάτερ αὐτοὺς ἄρχειν αἱρεῖ σαυτοῦ τούτοις τοῖς ῥηματίοις περιπεφθείς. μὴ ψήφοις ἀλλ᾽ ἀπὸ χειρός.
κἂν ὕστερος ἔλθῃ· καὶ κοινωνῶν τῶν ἀρχόντων ἑτέρῳ τινὶ τῶν μεθ᾽ ἑαυτοῦ.κᾆθ᾽ οὗτοι μὲν δωροδοκοῦσιν κατὰ πεντήκοντα τάλαντα ἀπὸ τῶν πόλεων ἐπαπειλοῦντες τοιαυτὶ κἀναφοβοῦντες. δύο μυριάδ᾽ ἂν τῶν δημοτικῶν ἔζων ἐν πᾶσι λαγῴοις καὶ στεφάνοισιν παντοδαποῖσιν καὶ πυριάτῃ. οἱ δὲ ξύμμαχοι ὡς ᾔσθηνται τὸν μὲν σύρφακα τὸν ἄλλον ἐκ κηθαρίον λαγαριζόμενον καὶ τραγαλιζοντα τὸ μηδέν. ἀγαπᾷς· οὓς αὐτὸς ἐλαύνων καὶ πεζομαχῶν καὶ πολιορκῶν ἐκτήσω πολλὰ πονήτας. ἢ βροντήσας τὴν πόλιν ὑμῶν ἀνατρέψω”. τὸ τριώβολον οὐ κομιεῖται· 690 αὐτὸς δὲ φέρει τὸ συνηγορικὸν δραχμήν. ἵνα γιγνώσκῃς τὸν τιθασευτήν. Βδελυκλέων οὐ γὰρ μεγάλη δουλεία ᾽στὶν τούτους μὲν ἅπαντας ἐν ἀρχαῖς αὐτούς τ᾽ εἶναι καὶ τοὺς κόλακας τοὺς τούτων μισθοφοροῦντας; σοὶ δ᾽ ἤν τις δῷ τοὺς τρεῖς ὀβολούς. ὡς ὅστις ἂν ὑμῶν ὕστερος ἔλθῃ τοῦ σημείου. ὅστις πόλεων ἄρχων πλείστων ἀπὸ τοῦ Πόντου μέχρι Σαρδοῦς 700 οὐκ ἀπολαύεις πλὴν τοῦθ᾽ ὃ φέρεις ἀκαρῆ· καὶ τοῦτ᾽ ἐρίῳ σοι ἐνστάζουσιν κατὰ μικρὸν ἀεὶ τοῦ ζῆν ἕνεχ᾽ ὥσπερ ἔλαιον. 705 εἰ γὰρ ἐβούλοντο βίον πορίσαι τῷ δήμῳ. ἤν τίς τι διδῷ τῶν φευγόντων. 680 ἀλλ᾽ αὐτήν μοι τὴν δουλείαν οὐκ ἀποφαίνων ἀποκναίεις. Χαιρέου υἱός. ἀγρίως αὐτοῖς ἐπιπηδᾷς. σὺ δὲ τῆς ἀρχῆς ἀγαπᾷς τῆς σῆς τοὺς ἀργελόφους περιτρώγων. 670 “δώσετε τὸν φόρον. κοὐκ οἶδ᾽ ὅ τι χρῆμά με ποιεῖς. ἥκειν εἴπῃ πρῲ κἀν ὥρᾳ δικάσονθ᾽. σὲ μὲν ἡγοῦνται Κόννου ψῆφον. καὶ τὸν νοῦν μου προσάγεις μᾶλλον. ὡδὶ διαβὰς διακινηθεὶς τῷ σώματι καὶ τρυφερανθείς. ὃ μάλιστά μ᾽ ἀπάγχει. ὅταν εἰσελθὸν μειράκιόν σοι κατάπυγον. Φιλοκλέων μὰ Δί᾽ ἀλλὰ παρ᾽ Εὐχαρίδου καὐτὸς τρεῖς γ᾽ ἄγλιθας μετέπεμψα. κᾆθ᾽ ὅταν οὗτός γ᾽ ἐπισίξῃ ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν τιν᾽ ἐπιρρύξας. πολλὰ μὲν ἐν γῇ πολλὰ δ᾽ ἐφ᾽ ὑγρᾷ πιτυλεύσας. τὸ δὲ πραττόμενόν σε λέληθεν. τούτοισι δὲ δωροφοροῦσιν 675 ὕρχας οἶνον δάπιδας τυρὸν μέλι σήσαμα προσκεφάλαια φιάλας χλανίδας στεφάνους ὅρμους ἐκπώματα πλουθυγιείαν· σοὶ δ᾽ ὧν ἄρχεις. κᾆθ᾽ ὡς πρίονθ᾽ ὁ μὲν ἕλκει ὁ δ᾽ ἀντενέδωκε· σὺ δὲ χασκάζεις τὸν κωλακρέτην. ξυνθέντε τὸ πρᾶγμα δύ᾽ ὄντε ἐσπουδάκατον. βούλονται γάρ σε πένητ᾽ εἶναι· καὶ τοῦθ᾽ ὧν οὕνεκ᾽ ἐρῶ σοι. οὐδεὶς οὐδὲ σκορόδου κεφαλὴν τοῖς ἑψητοῖσι δίδωσιν. Βδελυκλέων σκέψαι τοίνυν ὡς ἐξόν σοι πλουτεῖν καὶ τοῖσιν ἅπασιν ὑπὸ τῶν ἀεὶ δημιζόντων οὐκ οἶδ᾽ ὅπῃ ἐγκεκύκλησαι. εἰσίν γε πόλεις χίλιαι αἳ νῦν τὸν φόρον ἡμῖν ἀπάγουσι· τούτων εἴκοσιν ἄνδρας βόσκειν εἴ τις προσέταξεν ἑκάστῃ. 695 Φιλοκλέων ταυτί με ποιοῦσ᾽; οἴμοι τί λέγεις; ὥς μου τὸν θῖνα ταράττεις. 685 καὶ πρὸς τούτοις ἐπιταττόμενος φοιτᾷς. 710 . ῥᾴδιον ἦν ἄν.
. 730 εἴθ᾽ ὤφελέν μοι κηδεμὼν ἢ ξυγγενὴς εἶναί τις ὅστις τοιαῦτ᾽ ἐνουθέτει. λογίζεταί τ᾽ ἐκεῖνα πάνθ᾽ ἁμαρτίας 745 ἃ σοῦ κελεύοντος οὐκ ἐπείθετο. Βδελυκλέων ἀλλ᾽ ὁπόταν μὲν δείσωσ᾽ αὐτοί. καὶ ταῦτα μόλις ξενίας φεύγων ἔλαβες κατὰ χοίνικα κριθῶν. χόνδρον λείχειν. ἀλλ᾽ ὦ τῆς ἡλικίας ἡμῖν τῆς αὐτῆς συνθιασῶτα. ἥτις τὸ πέος τρίψει καὶ τὴν ὀσφῦν. Φιλοκλέων οἴμοι τί πέπονθ᾽; ὡς νάρκη μου κατὰ τῆς χειρὸς καταχεῖται.ἄξια τῆς γῆς ἀπολαύοντες καὶ τοῦ ᾽ν Μαραθῶνι τροπαίου. οἶς τότ᾽ ἐπεμαίνετ᾽· ἔγνωκε γὰρ ἀρτίως. σὺ γὰρ οὖν νῦν μοι νικᾶν πολλῷ δεδόκησαι· ὥστ᾽ ἤδη τὴν ὀργὴν χαλάσας τοὺς σκίπωνας καταβάλλω. ἀλλ᾽ ἤδη μαλθακός εἰμι. τὴν Εὔβοιαν διδόασιν 715 ὑμῖν καὶ σῖτον ὑφίστανται κατὰ πεντήκοντα μεδίμνους ποριεῖν· ἔδοσαν δ᾽ οὐπώποτέ σοι πλὴν πρώην πέντε μεδίμνους. πρὶν ἂν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς. πιθοῦ πιθοῦ λόγοισι. Βδελυκλέων καὶ μὴν θρέψω γ᾽ αὐτὸν παρέχων ὅσα πρεσβύτῃ ξύμφορα. 725 οὐκ ἂν δικάσαις. καὶ νῦν ἀτεχνῶς ἐθέλω παρέχειν ὅ τι βούλει σοι. χλαῖναν μαλακήν. μηδ᾽ ἄφρων γένῃ μηδ᾽ ἀτενὴς ἄγαν ἀτεράμων τ᾽ ἀνήρ. Χορός ἦ που σοφὸς ἦν ὅστις ἔφασκεν. πλὴν κωλακρέτου γάλα πίνειν. καὶ τὸ ξίφος οὐ δύναμαι κατέχειν. 749 Φιλοκλέων ἰώ μοί μοι. νῦν δ᾽ ἴσως τοῖσι σοῖς λόγοις πείθεται καὶ σωφρονεῖ μέντοι μεθιστὰς ἐς τὸ λοιπὸν τὸν τρόπον πιθόμενός τέ σοι. πόρνην. ὧν οὕνεκ᾽ ἐγώ σ᾽ ἀπέκλῃον ἀεὶ βόσκειν ἐθέλων καὶ μὴ τούτους 720 ἐγχάσκειν σοι στομφάζοντας. σισύραν. Χορός νενουθέτηκεν αὑτὸν ἐς τὰ πράγμαθ᾽. νῦν δ᾽ ὥσπερ ἐλαολόγοι χωρεῖθ᾽ ἅμα τῷ τὸν μισθὸν ἔχοντι. σοὶ δὲ νῦν τις θεῶν παρὼν ἐμφανὴς ξυλλαμβάνει τοῦ πράγματος. τοῦτ᾽ οὐ δύναταί με προσέσθαι. καὶ δῆλός ἐστιν εὖ ποιῶν· 735 σὺ δὲ παρὼν δέχου. 740 ἀλλ᾽ ὅτι σιγᾷ κοὐδὲν γρύζει.
ἐπειδὴ τοῦτο κεχάρηκας ποιῶν.᾽ κἀπισταίην ἐπὶ τοῖς κημοῖς ψηφιζομένων ὁ τελευταῖος. μὰ τὸν Ἡρακλέα μή νυν ἔτ᾽ ἐγὼ ᾽ν τοῖσι δικασταῖς κλέπτοντα Κλέωνα λάβοιμι. Φιλοκλέων πῶς οὖν διαγιγνώσκειν καλῶς δυνήσομαι ὥσπερ πρότερον τὰ πράγματ᾽ ἔτι μασώμενος; Βδελυκλέων πολλῷ γ᾽ ἄμεινον· καὶ λέγεται γὰρ τουτογί. ἡλιάσει πρὸς ἥλιον· ἐὰν δὲ νείφῃ. ἢν ἐξέχῃ ἕλη κατ᾽ ὄρθρον. ᾽τίς ἀψήφιστος; ἀνιστάσθω. ἵν᾽ ὁ κῆρύξ φησι. ποῦ μοι ψυχή; πάρες ὦ σκιερά. Φιλοκλέων τοῦ μὴ δικάζειν. Βδελυκλέων ποίου; φέρ᾽ ἴδω. Φιλοκλέων τουτί μ᾽ ἀρέσκει. τοῦτο δὲ Ἅιδης διακρινεῖ πρότερον ἢ ᾽γὼ πείσομαι. σπεῦδ᾽ ὦ ψυχή. Βδελυκλέων σὺ δ᾽ οὖν. Βδελυκλέων πρὸς δὲ τούτοις γ᾽. καὶ ταῦτα μέν νυν εὐλόγως. ἐκεῖσε μὲν μηκέτι βάδιζ᾽. κεῖθι γενοίμαν. πάντως δὲ κἀκεῖ ταῦτ᾽ ἔδρας ἑκάστοτε. οὐχὶ πεινῶν ἀναμενεῖς δάκνων σεαυτὸν καὶ τὸν ἀπολογούμενον. ἀλλ᾽ ἐνθάδε αὐτοῦ μένων δίκαζε τοῖσιν οἰκέταις. πρὸς τὸ πῦρ καθήμενος· ὕοντος εἴσει· κἄν ἔγρῃ μεσημβρινός. ἢν δίκην λέγῃ μακράν τις. ταύτης ἐπιβολὴν ψηφιεῖ μίαν μόνην. οὐδείς σ᾽ ἀποκλῄσει θεσμοθέτης τῇ κιγκλίδι. κείνων ἔραμαι.Βδελυκλέων οὗτος τί βοᾷς; Φιλοκλέων μή μοι τούτων μηδὲν ὑπισχνοῦ. ὡς οἱ δικασταὶ ψευδομένων τῶν μαρτύρων 750 755 760 765 770 775 780 . Φιλοκλέων τί σοι πίθωμαι; λέγ᾽ ὅ τι βούλει πλὴν ἑνός. Φιλοκλέων περὶ τοῦ; τί ληρεῖς; Βδελυκλέων ταὔθ᾽ ἅπερ ἐκεῖ πράττεται· ὅτι τὴν θύραν ἀνέῳξεν ἡ σηκὶς λάθρᾳ. Βδελυκλέων ἴθ᾽ ὦ πάτερ πρὸς τῶν θεῶν ἐμοὶ πιθοῦ.
αὑτηὶ παρά σοι κρεμήσετ᾽ ἐγγὺς ἐπὶ τοῦ παττάλου. ἀλλ᾽ ἐκεῖν᾽ οὔπω λέγεις. ὥσπερ Ἑκάταιον. Βδελυκλέων καὶ πῦρ γε τουτί· καὶ προσέστηκεν φακῆ ῥοφεῖν. τί ἔτ᾽ ἐρεῖς; ὡς ἅπαντ᾽ ἐγὼ φέρω ὅσαπερ ἔφασκον. ὁτιὴ κατ᾽ ἐμαυτὸν κοὐ μεθ᾽ ἑτέρου λήψομαι. Βδελυκλέων ὁ δὲ τί πρὸς ταῦτ᾽ εἶφ᾽; Φιλοκλέων ὅ τι; ἀλεκτρυόνος μ᾽ ἔφασκε κοιλίαν ἔχειν· “ταχὺ γοῦν καθέψεις τἀργύριον”. αἴσχιστα γάρ τοί μ᾽ ἠργάσατο Λυσίστρατος ὁ σκωπτόλης. ἀλλ᾽ ὅπερ μέλλεις ποίει. τὰ λόγι᾽ ὡς περαίνεται. τὸν μισθὸν ὁπόθεν λήψομαι. 785 790 795 800 805 810 . Βδελυκλέων παρ᾽ ἐμοῦ. κἄπειτ᾽ ἐνέθηκε τρεῖς λοπίδας μοι κεστρέων· κἀγὼ ᾽νέκαψ᾽· ὀβολοὺς γὰρ ᾠόμην λαβεῖν· κᾆτα βδελυχθεὶς ὀσφρόμενος ἐξέπτυσα· κᾆθ᾽ εἷλκον αὐτόν. ἀμὶς μέν. Βδελυκλέων ἰδού. Φιλοκλέων τοῦτ᾽ αὖ δεξιόν· κἂν γὰρ πυρέττω. πανταχοῦ πρὸ τῶν θυρῶν. κἀν τοῖς προθύροις ἐνοικοδομήσοι πᾶς ἀνὴρ αὑτῷ δικαστηρίδιον μικρὸν πάνυ. Βδελυκλέων ὁρᾷς ὅσον καὶ τοῦτο δῆτα κερδανεῖς. Φιλοκλέων σοφόν γε τουτὶ καὶ γέροντι πρόσφορον ἐξηῦρες ἀτεχνῶς φάρμακον στραγγουρίας. Φιλοκλέων οὐ πάνυ τι μικρόν. Φιλοκλέων καλῶς. Φιλοκλέων ἀνά τό με πείθεις. κἄτι πολλῷ πλείονα. ἐὰν δέῃ τι. Φιλοκλέων ὅρα τὸ χρῆμα. τόν γε μισθὸν λήψομαι. ἠκηκόη γὰρ ὡς Ἀθηναῖοί ποτε δικάσοιεν ἐπὶ ταῖς οἰκίαισι τὰς δίκας. ἦ δ᾽ ὃς λέγων. Βδελυκλέων ἀνάμενέ νυν· ἐγὼ δὲ ταῦθ᾽ ἥξω φέρων. δραχμὴν μετ᾽ ἐμοῦ πρώην λαβὼν ἐλθὼν διεκερματίζετ᾽ ἐν τοῖς ἰχθύσιν.μόλις τὸ πρᾶγμ᾽ ἔγνωσαν ἀναμασώμενοι. ἢν οὐρητιάσῃς.
Φιλοκλέων ἀλλ᾽ ἐγὼ δραμὼν αὐτὸς κομιοῦμαι τό γε παραυτίκ᾽ ἔνδοθεν. Βδελυκλέων οἷόσπερ ἡμῖν φαίνεται Κλεώνυμος. Σωσίας βάλλ᾽ ἐς κόρακας. Φιλοκλέων κάλει νυν. ἢν καθεύδῃς ἀπολογουμένου τινός. τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἀρέσκει μοι. Βδελυκλέων εἰ θᾶττον ἐκαθίζου σύ. ὡς κάθημαι ᾽γὼ πάλαι. θᾶττον ἂν δίκην ἐκάλουν. Βδελυκλέων πάρεστι τουτί. ἀτὰρ τί τὸν ὄρνιν ὡς ἔμ᾽ ἐξηνέγκατε; Βδελυκλέων ἵνα γ᾽. Βδελυκλέων τί δ᾽ ἔστιν ἐτεόν; Σωσίας οὐ γὰρ ὁ Λάβης ἀρτίως ὁ κύων παρᾴξας ἐς τὸν ἰπνὸν ὑφαρπάσας τροφαλίδα τυροῦ Σικελικὴν κατεδήδοκεν; Βδελυκλέων τοῦτ᾽ ἆρα πρῶτον τἀδίκημα τῷ πατρὶ 815 820 825 830 835 . Φιλοκλέων οὔκουν ἔχει γ᾽ οὐδ᾽ αὐτὸς ἥρως ὢν ὅπλα.αὐτοῦ μένων γὰρ τὴν φακῆν ῥοφήσομαι. καὐτὸς ἅναξ οὑτοσί. ᾄδων ἄνωθεν ἐξεγείρῃ σ᾽ οὑτοσί. Βδελυκλέων τί ποτε τὸ χρῆμ᾽; ὡς δεινὸν ἡ φιλοχωρία. Φιλοκλέων ὦ δέσποθ᾽ ἥρως ὡς χαλεπὸς ἄρ᾽ ἦσθ᾽ ἰδεῖν. Βδελυκλέων τὸ τί; Φιλοκλέων θἠρῷον εἴ πως ἐκκομίσαις τὸ τοῦ Λύκου. Βδελυκλέων φέρε νυν τίν᾽ αὐτῷ πρῶτον εἰσαγάγω δίκην; τί τίς κακὸν δέδρακε τῶν ἐν τᾠκίᾳ; ἡ Θρᾷττα προσκαύσασα πρώην τὴν χύτραν -Φιλοκλέων ἐπίσχες οὗτος· ὡς ὀλίγου μ᾽ ἀπώλεσας. ἄνευ δρυφάκτου τὴν δίκην μέλλεις καλεῖν. τοιουτονὶ τρέφειν κύνα. Φιλοκλέων ἓν ἔτι ποθῶ. ὃ πρῶτον ἡμῖν τῶν ἱερῶν ἐφαίνετο; Βδελυκλέων μὰ τὸν Δί᾽ οὐ πάρεστιν.
ἀλλ᾽ ἵνα ἀφ᾽ Ἑστίας ἀρχόμενος ἐπιτρίψω τινά. ἐγὼ γὰρ εἶχον τούσδε τοὺς ἀρυστίχους. Φιλοκλέων οἴμοι διατρίβεις κἀπολεῖς τριψημερῶν· ἐγὼ δ᾽ ἀλοκίζειν ἐδεόμην τὸ χωρίον. πλήν γε δὴ τῆς κλεψύδρας. Βδελυκλέων οὗτος σὺ ποῖ θεῖς; Φιλοκλέων ἐπὶ καδίσκους. Βδελυκλέων ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα πῦρ τις ἐξενεγκάτω 840 845 850 855 860 . Βδελυκλέων φέρε νυν ἐνέγκω τὰς σανίδας καὶ τὰς γραφάς. Βδελυκλέων ἡδὶ δὲ δὴ τίς ἐστιν; οὐχὶ κλεψύδρα; Φιλοκλέων εὖ γ᾽ ἐκπορίζεις αὐτὰ κἀπιχωρίως. Βδελυκλέων τουτὶ τί ἔστι; Φιλοκλέων χοιροκομεῖον Ἑστίας. ἤν τις εἰσάγῃ γραφήν. ὡς ἄχθομαι ὁτιὴ ᾽πελαθόμην τοὺς καδίσκους ἐκφέρειν. Σωσίας ταῦτα χρὴ ποιεῖν. Φιλοκλέων κάλει νυν. Φιλοκλέων κάλλιστα τοίνυν· πάντα γὰρ πάρεστι νῷν ὅσων δεόμεθα.εἰσακτέον μοι· σὺ δὲ κατηγόρει παρών. Σωσίας μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽· ἀλλ᾽ ἅτερός φησιν κύων κατηγορήσειν. Βδελυκλέων ταῦτα δή. Βδελυκλέων ἴθι νυν ἄγ᾽ αὐτὼ δεῦρο. Βδελυκλέων ἰδού. Βδελυκλέων εἶθ᾽ ἱεροσυλήσας φέρεις; Φιλοκλέων οὔκ. τίς οὑτοσὶ ὁ πρῶτός ἐστιν; Φιλοκλέων ἐς κόρακας. ἀλλ᾽ εἴσαγ᾽ ἀνύσας· ὡς ἐγὼ τιμᾶν βλέπω. Βδελυκλέων μη δαμῶς.
ὅπως ἂν εὐξώμεσθα πρῶτα τοῖς θεοῖς. Χορός ὦ Φοῖβ᾽ Ἄπολλον Πύθι᾽ ἐπ᾽ ἀγαθῇ τύχῃ τὸ πρᾶγμ᾽ ὃ μηχανᾶται 870 ἔμπροσθεν οὗτος τῶν θυρῶν. ἅπασιν ἡμῖν ἁρμόσαι παυσαμένοις πλάνων. ἀντὶ σιραίου μέλιτος μικρὸν τῷ θυμιδίῳ παραμείξας· ἤδη δ᾽ εἶναι τοῖς ἀνθρώποις ἤπιον αὐτόν. Βδελυκλέων εὐφημία μὲν πρῶτα νῦν ὑπαρχέτω. Φιλοκλέων τίς ἆρ᾽ ὁ φεύγων; Βδελυκλέων οὗτος. καὶ παυσάμενον τῆς δυσκολίας ἀπὸ τῆς ὀργῆς τὴν ἀκαλήφην ἀφελέσθαι. ἐγράψατο . εἰσίτω· ὡς ἡνίκ᾽ ἂν λέγωσιν οὐκ ἐσφρήσομεν. ἰήιε Παιάν. εὖνοι γάρ ἐσμεν ἐξ οὗ τὸν δῆμον ᾐσθόμεσθά σου φιλοῦντος ὡς οὐδεὶς ἀνὴρ τῶν γε νεωτέρων. παῦσόν τ᾽ αὐτοῦ τοῦτο τὸ λίαν στρυφνὸν καὶ πρίνινον ἦθος. Χορός ξυνευχόμεσθα <ταὐτά> σοι κἀπᾴδομεν 885 νέαισιν ἀρχαῖς ἕνεκα τῶν προλελεγμένων. Χορός καὶ μὴν ἡμεῖς ἐπὶ ταῖς σπονδαῖς καὶ ταῖς εὐχαῖς φήμην ἀγαθὴν λέξομεν ὑμῖν. 865 ὅτι γενναίως ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τοῦ νείκους ξυνεβήτην. Βδελυκλέων ὦ δέσποτ᾽ ἄναξ γεῖτον ἀγυιεῦ προθύρου προπύλαιε.> Βδελυκλέων εἴ τις θύρασιν ἡλιαστής. 875 δέξαι τελετὴν καινὴν ὦναξ.καὶ μυρρίνας καὶ τὸν λιβανωτὸν ἔνδοθεν. τοὺς φεύγοντάς τ᾽ ἐλεεῖν μᾶλλον 880 τῶν γραψαμένων 880β κἀπιδακρύειν ἀντιβολούντων. Βδελυκλέων ἀκούετ᾽ ἤδη τῆς γραφῆς. 890 <ἰήιε Παιάν. ἣν τῷ πατρὶ καινοτομοῦμεν. Φιλοκλέων ὅσον ἁλώσεται.
Φιλοκλέων ἀλλ᾽ ὦγαθὲ τὸ πρᾶγμα φανερόν ἐστιν· αὐτὸ γὰρ βοᾷ. Φιλοκλέων θάνατος μὲν οὖν κύνειος. ποῦ δ᾽ <ἔσθ᾽> ὁ διώκων. ὡς ὄντ᾽ αὖ πολὺ κυνῶν ἁπάντων ἄνδρα μονοφαγίστατον. θερμὸς γὰρ ἁνὴρ οὐδὲν ἧττον τῆς φακῆς. κάθιζε· σὺ δ᾽ ἀναβὰς κατηγόρει. Βδελυκλέων ἀγαθός γ᾽ ὑλακτεῖν καὶ διαλείχειν τὰς χύτρας. Σωσίας τῆς μὲν γραφῆς ἠκούσαθ᾽ ἣν ἐγραψάμην ἄνδρες δικασταὶ τουτονί. Σωσίας κοὐ μετέδωκ᾽ αἰτοῦντί μοι. οἷον σεσηρὼς ἐξαπατήσειν μ᾽ οἴεται. Σωσίας μή νυν ἀφῆτέ γ᾽ αὐτόν. δεινότατα γὰρ ἔργων δέδρακε κἀμὲ καὶ τὸ ῥυππαπαῖ. Βδελυκλέων πρὸς τῶν θεῶν μὴ προκαταγίγνωσκ᾽ ὦ πάτερ. Φιλοκλέων φέρε νυν ἅμα τήνδ᾽ ἐγχεάμενος κἀγὼ ῥοφῶ. Βδελυκλέων καὶ μὴν ὁ φεύγων οὑτοσὶ Λάβης πάρα. πρὶν ἄν γ᾽ ἀκούσῃς ἀμφοτέρων. Βδελυκλέων πάρεστιν οὗτος. ὅστις περιπλεύσας τὴν θυείαν ἐν κύκλῳ 895 900 905 910 915 920 . σίγα. ἢν μή τι κἀμοί τις προβάλλῃ τῷ κυνί; Φιλοκλέων οὐδὲν μετέδωκεν οὐδὲ τῷ κοινῷ γ᾽ ἐμοί. Φιλοκλέων ὦ μιαρὸς οὗτος· ὡς δὲ καὶ κλέπτον βλέπει. ἀποδρὰς γὰρ ἐς τὴν γωνίαν τυρὸν πολὺν κατεσικέλιζε κἀνέπλητ᾽ ἐν τῷ σκότῳ -Φιλοκλέων νὴ τὸν Δί᾽ ἀλλὰ δῆλός ἐστ᾽· ἔμοιγέ τοι τυροῦ κάκιστον ἀρτίως ἐνήρυγεν ὁ βδελυρὸς οὗτος. τίμημα κλῳὸς σύκινος.κύων Κυδαθηναιεὺς Λάβητ᾽ Αἰξωνέα τὸν τυρὸν ἀδικεῖν ὅτι μόνος κατήσθιεν τὸν Σικελικόν. Φιλοκλέων ἕτερος οὗτος αὖ Λάβης. ὁ Κυδαθηναιεὺς κύων; Κύων αὗ αὗ. καίτοι τίς ὑμᾶς εὖ ποιεῖν δυνήσεται. ἢν ἅπαξ ἁλῷ.
ὁ θεσμοθέτης· ποῦ ᾽σθ᾽ οὗτος; ἀμίδα μοι δότω. καὶ ταῦτα τοῖς φεύγουσιν. τὸ λοιπὸν οὐ κεκλάγξομαι. ξύγγνωθι. χαλεπὸν μὲν ὦνδρες ἐστὶ διαβεβλημένου ὑπεραποκρίνεσθαι κυνός. τί σεσιώπηκας; λέγε. Φιλοκλέων τί οὖν ὄφελος. λέξω δ᾽ ὅμως. τὰ σκεύη τὰ προσκεκαυμένα. ἀλλ᾽ ἐκεῖνό μοι δοκεῖ πεπονθέναι. πάρεχ᾽ ἐκποδών. ἀπολογοῦ. κλέπτον τὸ χρῆμα τἀνδρός· οὐ καὶ σοὶ δοκεῖ ὦλεκτρυόν; νὴ τὸν Δί᾽ ἐπιμύει γέ τοι. ἐγὼ γὰρ ἀπολογήσομαι. Βδελυκλέων οὐκ αὖ σὺ παύσει χαλεπὸς ὢν καὶ δύσκολος. ἀλλ᾽ ἔτι σύ γ᾽ οὐρεῖς καὶ καθίζεις οὐδέπω; Φιλοκλέων τοῦτον δέ γ᾽ οἶμ᾽ ἐγὼ χεσεῖσθαι τήμερον. ὅπερ ποτὲ φεύγων ἔπαθε καὶ Θουκυδίδης· ἀπόπληκτος ἐξαίφνης ἐγένετο τὰς γνάθους.ἐκ τῶν πόλεων τὸ σκῖρον ἐξεδήδοκεν. Φιλοκλέων κλέπτης μὲν οὖν οὗτός γε καὶ ξυνωμότης. Φιλοκλέων ἀλλ᾽ οὐκ ἔχειν οὗτός γ᾽ ἔοικεν ὅ τι λέγῃ. Βδελυκλέων οὔκ. Βδελυκλέων μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ἄριστός ἐστι τῶν νυνὶ κυνῶν οἷός τε πολλοῖς προβατίοις ἐφεστάναι. ὅσας κατηγόρησε τὰς πανουργίας. Βδελυκλέων αὐτὸς καθελοῦ· τοὺς μάρτυρας γὰρ ἐσκαλῶ. 925 930 935 940 945 950 955 960 . Φιλοκλέων ἰοὺ ἰού. Φιλοκλέων ἐμοὶ δέ γ᾽ οὐκ ἔστ᾽ οὐδὲ τὴν ὑδρίαν πλάσαι. καὶ τἄλλα. ἀγαθὸς γάρ ἐστι καὶ διώκει τοὺς λύκους. τὸν τυρὸν εἰ κατεσθίει; Βδελυκλέων ὅ τι; σοῦ προμάχεται καὶ φυλάττει τὴν θύραν καὶ τἄλλ᾽ ἄριστός ἐστιν· εἰ δ᾽ ὑφείλετο. Φιλοκλέων ἐγὼ δ᾽ ἐβουλόμην ἂν οὐδὲ γράμματα. κιθαρίζειν γὰρ οὐκ ἐπίσταται. ἀλλ᾽ ὀδὰξ ἔχει; ἀνάβαιν᾽. Λάβητι μάρτυρας παρεῖναι τρύβλιον δοίδυκα τυρόκνηστιν ἐσχάραν χύτραν. Σωσίας πρὸς ταῦτα τοῦτον κολάσατ᾽· οὐ γὰρ ἄν ποτε τρέφειν δύναιτ᾽ ἂν μία λόχμη κλέπτα δύο· ἵνα μὴ κεκλάγγω διὰ κενῆς ἄλλως ἐγώ· ἐὰν δὲ μή.
εἰ μὴ κατέκνησας τοῖς στρατιώταις ἅλαβες. Βδελυκλέων φέρε νύν σε τῃδὶ τὴν ταχίστην περιάγω. Φιλοκλέων οὐ δῆτα· κιθαρίζειν γὰρ οὐκ ἐπίσταμαι. ὡς οὐκ ἀγαθόν ἐστι τὸ ῥοφεῖν. Βδελυκλέων καταβήσομαι. ἀτὰρ ὅμως καταβήσομαι. Βδελυκλέων ὦ δαιμόνι᾽ ἐλέει ταλαιπωρουμένους. ποῦ τὰ παιδία; ἀναβαίνετ᾽ ὦ πόνηρα καὶ κνυζούμενα αἰτεῖτε κἀντιβολεῖτε καὶ δακρύετε. Φιλοκλέων αἰβοῖ. Βδελυκλέων ἴθ᾽ ὦ πατρίδιον ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπου. δάκνει. καὶ μὴ διαφθείρητε. τηνδὶ λαβὼν τὴν ψῆφον ἐπὶ τὸν ὕστερον μύσας παρᾷξον κἀπόλυσον ὦ πάτερ. αὐτοῦ μένων γὰρ ἅττ᾽ ἂν εἴσω τις φέρῃ τούτων μεταιτεῖ τὸ μέρος· εἰ δὲ μή. Βδελυκλέων ἴθ᾽ ἀντιβολῶ σ᾽· οἰκτίρατ᾽ αὐτὸν ὦ πάτερε. καίτοι τὸ κατάβα τοῦτο πολλοὺς δὴ πάνυ ἐξηπάτηκεν. ἀπόκριναι σαφῶς. Φιλοκλέων νὴ Δἴ ἀλλὰ ψεύδεται.ἵνα μὴ κακουργῶν ἐνέγραφ᾽ ἡμῖν τὸν λόγον. κοὐδέποτ᾽ ἐν ταὐτῷ μένει. Φιλοκλέων κατάβα κατάβα κατάβα κατάβα. Βδελυκλέων οὔκουν ἀποφεύγει δῆτα; Φιλοκλέων χαλεπὸν εἰδέναι. ἐγὼ γὰρ ἀπεδάκρυσα νῦν γνώμην ἐμὴν οὐδέν ποτ᾽ ἀλλ᾽ ἢ τῆς φακῆς ἐμπλήμενος. Φιλοκλέων ὅδ᾽ ἔσθ᾽ ὁ πρότερος; Βδελυκλέων 965 970 975 980 985 990 . τί κακόν ποτ᾽ ἔσθ᾽ ὅτῳ μαλάττομαι; κακόν τι περιβαίνει με κἀναπείθομαι. φησὶ κατακνῆσαι. οὗτος γὰρ ὁ Λάβης καὶ τραχήλι᾽ ἐσθίει καὶ τὰς ἀκάνθας. Φιλοκλέων ἐς κόρακας. ἀνάβηθι τυρόκνηστι καὶ λέξον μέγα· σὺ γὰρ ταμιεύουσ᾽ ἔτυχες. ὁ δ᾽ ἕτερος οἷός ἐστιν οἰκουρὸς μόνον. Βδελυκλέων ἄκουσον ὦ δαιμόνιέ μου τῶν μαρτύρων.
ἐγὼ γάρ σ᾽ ὦ πάτερ θρέψω καλῶς. ἐπὶ δεῖπνον. Φιλοκλέων εἰπέ νυν ἐκεῖνό μοι. ὥσθ᾽ ἡδέως διάγειν σε τὸν λοιπὸν χρόνον· κοὐκ ἐγχανεῖταί σ᾽ ἐξαπατῶν Ὑπέρβολος. φέρ᾽ ἐξεράσω. νῦν αὖτε λεῲ προσέχετε τὸν νοῦν. φεύγοντ᾽ ἀπολύσας ἄνδρα; τί ποτε πείσομαι; ἀλλ᾽ ὦ πολυτίμητοι θεοὶ ξύγγνωτέ μοι· ἄκων γὰρ αὔτ᾽ ἔδρασα κοὐ τοὐμοῦ τρόπου. κοὐ πρὸς ὑμῶν. ἐπὶ θεωρίαν. εἴπερ δοκεῖ. ἐκπέφευγας ὦ Λάβης. ἀδικεῖσθαι γάρ φησιν πρότερος πόλλ᾽ αὐτοὺς εὖ πεποιηκώς. νῦν τὰ μέλλοντ᾽ εὖ λέγεσθαι μὴ πέσῃ φαύλως χαμᾶζ᾽ εὐλαβεῖσθε. 1015 μέμψασθαι γὰρ τοῖσι θεαταῖς ὁ ποιητὴς νῦν ἐπιθυμεῖ. Φιλοκλέων πῶς ἄρ᾽ ἠγωνίσμεθα; Βδελυκλέων δείξειν ἔοικεν.οὗτος· Φιλοκλέων αὕτη ᾽νταῦθ᾽ ἔνι. Φιλοκλέων ταῦτά νυν. Βδελυκλέων μὴ φροντίσῃς ὦ δαιμόνι᾽· ἀλλ᾽ ἀνίστασο. Χορός ἀλλ᾽ ἴτε χαίροντες ὅποι βούλεσθ᾽. ἄγων μετ᾽ ἐμαυτοῦ πανταχοῖ. πάτερ πάτερ τί πέπονθας; οἴμοι· ποῦ ᾽σθ᾽ ὕδωρ; ἔπαιρε σαυτόν. . 995 1000 1005 1010 1010β τοῦτο γὰρ σκαιῶν θεατῶν 1013β ἐστὶ πάσχειν. Βδελυκλέων καὶ μηδὲν ἀγανάκτει γ᾽. Βδελυκλέων ἐξηπάτηται κἀπολέλυκεν οὐχ ἑκών. ὄντως ἀπέφυγε; Βδελυκλέων νὴ Δἴ· Φιλοκλέων οὐδέν εἰμ᾽ ἄρα. ὑμεῖς δὲ τέως ὦ μυριάδες ἀναρίθμητοι. Φιλοκλέων πῶς οὖν ἐμαυτῷ τοῦτ᾽ ἐγὼ ξυνείσομαι. ἀλλ᾽ εἰσίωμεν. ἐς ξυμπόσιον. εἴπερ καθαρόν τι φιλεῖτε.
ἀλλ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν ἔτι καὶ νυνὶ πολεμεῖ· φησίν τε μετ᾽ αὐτὸν τοῖς ἠπιάλοις ἐπιχειρῆσαι πέρυσιν καὶ τοῖς πυρετοῖσιν. εἰ παρελαύνων τοὺς ἀντιπάλους τὴν ἐπίνοιαν ξυνέτριψεν. 1035 τοιοῦτον ἰδὼν τέρας οὔ φησιν δείσας καταδωροδοκῆσαι. 1044 ἃς ὑπὸ τοῦ μὴ γνῶναι καθαρῶς ὑμεῖς ἐποιήσατ᾽ ἀναλδεῖς· καίτοι σπένδων πόλλ᾽ ἐπὶ πολλοῖς ὄμνυσιν τὸν Διόνυσον μὴ πώποτ᾽ ἀμείνον᾽ ἔπη τούτων κωμῳδικὰ μηδέν᾽ ἀκοῦσαι. οὐκ ἀλλοτρίων ἀλλ᾽ οἰκείων Μουσῶν στόμαθ᾽ ἡνιοχήσας. οὐδενὶ πώποτέ φησι πιθέσθαι. 1048 ὁ δὲ ποιητὴς οὐδὲν χείρων παρὰ τοῖσι σοφοῖς νενόμισται. τοιόνδ᾽ εὑρόντες ἀλεξίκακον τῆς χώρας τῆσδε καθαρτήν. 1030 θρασέως ξυστὰς εὐθὺς ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτῷ τῷ καρχαρόδοντι. μιμησάμενος τὴν Εὐρυκλέους μαντείαν καὶ διάνοιαν. φωνὴν δ᾽ εἶχεν χαράδρας ὄλεθρον τετοκυίας. πέρυσιν καταπροὔδοτε καινοτάταις σπείραντ᾽ αὐτὸν διανοίαις. ἵνα τὰς Μούσας αἷσιν χρῆται μὴ προαγωγοὺς ἀποφήνῃ. ἀρθεὶς δὲ μέγας καὶ τιμηθεὶς ὡς οὐδεὶς πώποτ᾽ ἐν ὑμῖν. κατακλινόμενοί τ᾽ ἐπὶ ταῖς κοίταις ἐπὶ τοῖσιν ἀπράγμοσιν ὑμῶν 1040 ἀντωμοσίας καὶ προσκλήσεις καὶ μαρτυρίας συνεκόλλων. ἀλλ᾽ Ἡρακλέους ὀργήν τιν᾽ ἔχων τοῖσι μεγίστοις ἐπιχειρεῖν. τοῦτο μὲν οὖν ἔσθ᾽ ὑμῖν αἰσχρὸν τοῖς μὴ γνοῦσιν παραχρῆμα. ἀλλὰ τὸ λοιπὸν τῶν ποιητῶν ὦ δαιμόνιοι τοὺς ζητοῦντας καινόν τι λέγειν κἀξευρίσκειν στέργετε μᾶλλον καὶ θεραπεύετε. ἐσβάλλετέ τ᾽ ἐς τὰς κιβωτοὺς μετὰ τῶν μήλων. καὶ τὰ νοήματα σῴζεσθ᾽ αὐτῶν. οὐδ᾽ ὅτε πρῶτόν γ᾽ ἦρξε διδάσκειν. ἀνθρώποις φήσ᾽ ἐπιθέσθαι. ἑκατὸν δὲ κύκλῳ κεφαλαὶ κολάκων οἰμωξομένων ἐλιχμῶντο περὶ τὴν κεφαλήν. ὑμῖν δι᾽ ἔτους τῶν ἱματίων ὀζήσει δεξιότητος. 1055 . κἂν ταῦτα ποιῆθ᾽. εἰς ἀλλοτρίας γαστέρας ἐνδὺς κωμῳδικὰ πολλὰ χέασθαι· 1020 μετὰ τοῦτο δὲ καὶ φανερῶς ἤδη κινδυνεύων καθ᾽ ἑαυτόν. πρωκτὸν δὲ καμήλου. Λαμίας ὄρχεις ἀπλύτους.τὰ μὲν οὐ φανερῶς ἀλλ᾽ ἐπικουρῶν κρύβδην ἑτέροισι ποιηταῖς. φώκης δ᾽ ὀσμήν. οὐδὲ παλαίστρας περικωμάζειν πειρῶν· οὐδ᾽ εἴ τις ἐραστὴς 1025 κωμῳδεῖσθαι παιδίχ᾽ ἑαυτοῦ μισῶν ἔσπευσε πρὸς αὐτόν. οἳ τοὺς πατέρας τ᾽ ἦγχον νύκτωρ καὶ τοὺς πάππους ἀπέπνιγον. οὗ δεινόταται μὲν ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν Κύννης ἀκτῖνες ἔλαμπον. γνώμην τιν᾽ ἔχων ἐπιεικῆ. ὥστ᾽ ἀναπηδᾶν δειμαίνοντας πολλοὺς ὡς τὸν πολέμαρχον. οὐκ “ἐκτελέσαι” φησὶν ἐπαρθεὶς οὐδ᾽ ὀγκῶσαι τὸ φρόνημα.
πλέων ἐκεῖσε ταῖς τριήρεσιν; οὐ γὰρ ἦν ἡμῖν ὅπως ῥῆσιν εὖ λέξειν ἐμέλλομεν τότ᾽. οἷς πρόσεστι τοῦτο τοὐρροπύγιον.ὦ πάλαι ποτ᾽ ὄντες ἡμεῖς ἄλκιμοι μὲν ἐν χοροῖς. Ἀττικοὶ μόνοι δικαίως ἐγγενεῖς αὐτόχθονες. τῷ καπνῷ τύφων ἅπασαν τὴν πόλιν καὶ πυρπολῶν. ὑπ᾽ ὀργῆς τὴν χελύνην ἐσθίων· ὑπὸ δὲ τῶν τοξευμάτων οὐκ ἦν ἰδεῖν τὸν οὐρανόν. πολλαχοῦ σκοποῦντες ἡμᾶς εἰς ἅπανθ᾽ εὑρήσετε 1060 1065 1070 1075 1080 1085 1090 1095 1100 . γλαῦξ γὰρ ἡμῶν πρὶν μάχεσθαι τὸν στρατὸν διέπτετο· εἶτα δ᾽ εἱπόμεσθα θυννάζοντες ἐς τοὺς θυλάκους. ἐξελεῖν ἡμῶν μενοινῶν πρὸς βίαν τἀνθρήνια. καὶ κατ᾽ αὐτὸ δὴ τοῦτο μόνον ἄνδρες ἀλκιμώτατοι· πρίν ποτ᾽ ἦν πρὶν ταῦτα. στὰς ἀνὴρ παρ᾽ ἄνδρ᾽. ἆρα δεινὸς ἦ τόθ᾽ ὥστε πάντα μὴ δεδοικέναι. ἥτις ἡμῶν ἐστὶν ἡ ᾽πίνοια τῆς ἐγκεντρίδος. οἱ δ᾽ ἔφευγον τὰς γνάθους καὶ τὰς ὀφρῦς κεντούμενοι· ὥστε παρὰ τοῖς βαρβάροισι πανταχοῦ καὶ νῦν ἔτι μηδὲν Ἀττικοῦ καλεῖσθαι σφηκὸς ἀνδρικώτερον. ἐσμὲν ἡμεῖς. εὐθέως γὰρ ἐκδραμόντες ξὺν δορὶ ξὺν ἀσπίδι ἐμαχόμεσθ᾽ αὐτοῖσι. ἀλλ᾽ ὅστις ἐρέτης ἔσοιτ᾽ ἄριστος. καὶ κατεστρεψάμην τοὺς ἐναντίους. ἄλκιμοι δ᾽ ἐν μάχαις. ῥᾳδίως ἐγὼ διδάξω. ἀλλὰ κἀκ τῶν λειψάνων δεῖ τῶνδε ῥώμην νεανικὴν σχεῖν· ὡς ἐγὼ τοὐμὸν νομίζω γῆρας εἶναι κρεῖττον ἢ πολλῶν κικίννους νεανιῶν καὶ σχῆμα κεὐρυπρωκτίαν. οὐδὲ συκοφαντήσειν τινὰ φροντίς. ἡνίκ᾽ ἦλθ᾽ ὁ βάρβαρος. κύκνου τ᾽ <ἔτι> πολιώτεραι δὴ αἵδ᾽ ἐπανθοῦσιν τρίχες. νῦν δ᾽ οἴχεται. εἴ τις ὑμῶν ὦ θεαταὶ τὴν ἐμὴν ἰδὼν φύσιν εἶτα θαυμάζει μ᾽ ὁρῶν μέσον διεσφηκωμένον. ἀλλ᾽ ὅμως ἐωσάμεσθα ξὺν θεοῖς πρὸς ἑσπέραν. θυμὸν ὀξίνην πεπωκότες. ὃν κλέπτουσιν οἱ νεώτεροι. ἀνδρικώτατον γένος καὶ πλεῖστα τήνδε τὴν πόλιν ὠφελῆσαν ἐν μάχαισιν. κἂν ἄμουσος ᾖ τὸ πρίν. τοιγαροῦν πολλὰς πόλεις Μήδων ἑλόντες αἰτιώτατοι φέρεσθαι τὸν φόρον δεῦρ᾽ ἐσμέν.
Φιλοκλέων ἐγὼ δὲ σισύραν ᾠόμην Θυμαιτίδα. ἀλλ᾽ ἐμοὶ δοκεῖ τὸ λοιπὸν τῶν πολιτῶν ἔμβραχυ ὅστις ἂν μὴ ᾽χῃ τὸ κέντρον. τοῦτο δ᾽ ἔστ᾽ ἄλγιστον ἡμῖν. Φιλοκλέων ἔπειτα παῖδας χρὴ φυτεύειν καὶ τρέφειν. ὅθ᾽ ὁ βορέας ὁ μέγας ἐπεστρατεύσατο. ἐπεὶ μόνος μ᾽ ἔσωσε παρατεταγμένον. οἱ μὲν ἡμῶν οὗπερ ἅρχων. Βδελυκλέων ἀλλ᾽ οὖν πεπειράσθω γ᾽.τοὺς τρόπους καὶ τὴν δίαιταν σφηξὶν ἐμφερεστάτους. οὐ ταλαιπωρούμενοι. ἤν τις ἀστράτευτος ὢν ἐκροφῇ τὸν μισθὸν ἡμῶν. νεύοντες ἐς τὴν γῆν. ξυλλεγέντες γὰρ καθ᾽ ἑσμούς. Φιλοκλέων οὔτοι ποτὲ ζῶν τοῦτον ἀποδυθήσομαι. οἱ δὲ πρὸς τοῖς τειχίοις ξυμβεβυσμένοι πυκνόν. Βδελυκλέων ἀγαθὸν ἔοικας οὐδὲν ἐπιθυμεῖν παθεῖν. ἔς τε τὴν ἄλλην δίαιτάν ἐσμεν εὐπορώτατοι. οἱ δὲ παρὰ τοὺς ἕνδεκα. ὅθ᾽ οὑτοσί με νῦν ἀποπνῖξαι βούλεται; Βδελυκλέων ἔχ᾽ ἀναβαλοῦ τηνδὶ λαβὼν καὶ μὴ λάλει. τηνδὶ δὲ χλαῖναν ἀναβαλοῦ τριβωνικῶς. μόλις ὥσπερ οἱ σκώληκες ἐν τοῖς κυττάροις κινούμενοι. μὴ φέρειν τριώβολον. Φιλοκλέων τουτὶ τὸ κακὸν τί ἐστι πρὸς πάντων θεῶν; Βδελυκλέων οἱ μὲν καλοῦσι Περσίδ᾽ οἱ δὲ καυνάκην. ὡσπερεὶ τἀνθρήνια. οἱ δ᾽ ἐν ᾠδείῳ δικάζουσ᾽. οἳ μένοντες ἡμῶν τοῦ φόρου τὸν πόνον κατεσθίουσιν. τῆσδε τῆς χώρας ὕπερ μήτε κώπην μήτε λόγχην μήτε φλύκταιναν λαβών. ἐπειδήπερ γ᾽ ἅπαξ ἐμοὶ σεαυτὸν παραδέδωκας εὖ ποιεῖν. πάντα γὰρ κεντοῦμεν ἄνδρα κἀκπορίζομεν βίον. ἀλλὰ γὰρ κηφῆνες ἡμῖν εἰσιν ἐγκαθήμενοι οὐκ ἔχοντες κέντρον. Φιλοκλέων τί οὖν κελεύεις δρᾶν με; Βδελυκλέων τὸν τρίβων᾽ ἄφες. Βδελυκλέων 1105 1110 1115 1120 1125 1130 1135 . καὶ γὰρ πρότερον ἐπανθρακίδων ἐμπλήμενος ἀπέδωκ᾽ ὀφείλων τῷ κναφεῖ τριώβολον. πρῶτα μὲν γὰρ οὐδὲν ἡμῶν ζῷον ἠρεθισμένον μᾶλλον ὀξύθυμόν ἐστιν οὐδὲ δυσκολώτερον· εἶτα τἄλλ᾽ ὅμοια πάντα σφηξὶ μηχανώμεθα. Φιλοκλέων μὰ τὸν Δἴ οὐ γὰρ οὐδαμῶς μοι ξύμφορον.
Φιλοκλέων ἐν Ἐκβατάνοισι γίγνεται κρόκης χόλιξ; Βδελυκλέων πόθεν ὦγάθ᾽; ἀλλὰ τοῦτο τοῖσι βαρβάροις ὑφαίνεται πολλαῖς δαπάναις. τασδὶ δ᾽ ἀνύσας “ὑπόδυθι” τὰς Λακωνικάς. Βδελυκλέων οὐκ ἀναβαλεῖ; Φιλοκλέων μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽. Βδελυκλέων ἄγε νυν ὑπολύου τὰς καταράτους ἐμβάδας. Βδελυκλέων 1140 1145 1150 1155 1160 . αὕτη γέ τοι ἐρίων τάλαντον καταπέπωκε ῥᾳδίως. ἔγνως γὰρ ἄν· νῦν δ᾽ οὐχὶ γιγνώσκεις. ἀλλ᾽ ὦγαθέ. Βδελυκλέων τιὴ τί δή; Φιλοκλέων ἵν᾽ ἐξέλῃς με πρὶν διερρυηκέναι. εἴπερ γ᾽ ἀνάγκη. Φιλοκλέων ἐγὼ γὰρ ἂν τλαίην ὑποδήσασθαί ποτε ἐχθρῶν παρ᾽ ἀνδρῶν δυσμενῆ καττύματα; Βδελυκλέων ἔνθες ποτ᾽ ὦ τᾶν κἀπόβαιν᾽ ἐρρωμένως ἐς τὴν Λακωνικὴν ἀνύσας. κρίβανόν μ᾽ ἀμπίσχετε. Φιλοκλέων οἴμοι δείλαιος· ὡς θερμὸν ἡ μιαρά τί μου κατήρυγεν.κοὐ θαῦμά γ᾽· ἐς Σάρδεις γὰρ οὐκ ἐλήλυθας. Βδελυκλέων οὔκ. καὶ στῆθ᾽ ἀναμπισχόμενος. Φιλοκλέων οὔκουν ἐριώλην δῆτ᾽ ἐχρῆν αὐτὴν καλεῖν δικαιότερον ἢ καυνάκην; Βδελυκλέων ἔχ᾽ ὦγαθέ. ἀλλ᾽ ἐν Ἐκβατάνοισι ταῦθ᾽ ὑφαίνεται. Βδελυκλέων φέρ᾽ ἀλλ᾽ ἐγώ σε περιβαλῶ· σὺ δ᾽ οὖν ἴθι. Φιλοκλέων ἐγώ; μὰ τὸν Δἴ οὐ τοίνυν· ἀτὰρ δοκεῖ γέ μοι ἐοικέναι μάλιστα Μορύχου σάγματι. Φιλοκλέων ἀκικεῖς γέ με ἐς τὴν πολεμίαν ἀποβιβάζων τὸν πόδα. Φιλοκλέων παράθου γε μέντοι καὶ κρεάγραν.
καὶ σκέψαι μ᾽ ὅτῳ μάλιστ᾽ ἔοικα τὴν βάδισιν τῶν πλουσίων. Φιλοκλέων ἐγᾦδα τοίνυν τῶν γε πάνυ κατ᾽ οἰκίαν ἐκεῖνον ὡς “οὕτω ποτ᾽ ἦν μῦς καὶ γαλῆ”. ἀλλὰ τῶν ἀνθρωπίνων. Βδελυκλέων ὦ σκαιὲ κἀπαίδευτε. θεῶ τὸ σχῆμα. Βδελυκλέων 1165 1170 1175 1180 1185 . Φιλοκλέων μηδαμῶς τοῦτόν γ᾽. Βδελυκλέων ἄνυσόν ποθ᾽ ὑποδησάμενος· εἶτα πλουσίως ὡδὶ προβὰς τρυφερόν τι διασαλακώνισον. Βδελυκλέων τίνα δῆτ᾽ ἂν λέγοις; Φιλοκλέων πολλοὺς πάνυ. καὶ ταῦτα δὔ ὀβολὼ φέρων. Βδελυκλέων ἄγε νυν. Φιλοκλέων ἰδού. ὅστις ἐπὶ γήρως χίμετλον οὐδὲν λήψομαι. ἔπειτα δ᾽ ὡς ὁ Καρδοπίων τὴν μητέρα. Βδελυκλέων ὅτῳ; Δοθιῆνι σκόροδον ἠμφιεσμένῳ. Φιλοκλέων καὶ μὴν προθυμοῦμαί γε σαυλοπρωκτιᾶν. Θεογένης ἔφη τῷ κοπρολόγῳ καὶ ταῦτα λοιδορούμενος. Φιλοκλέων ἐγὼ δὲ τεθεώρηκα ποώποτ᾽ οὐδαμοῖ πλὴν ἐς Πάρον. μῦς καὶ γαλᾶς μέλλεις λέγειν ἐν ἀνδράσιν; Φιλοκλέων ποίους τινὰς δὲ χρὴ λέγειν; Βδελυκλέων μεγαλοπρεπεῖς. πρῶτον μὲν ὡς ἡ Λάμι᾽ ἁλοῦσ᾽ ἐπέρδετο. ἐπεὶ πάνυ μισολάκων αὐτοῦ ᾽στιν εἷς τῶν δακτύλων. Βδελυκλέων οὐκ ἔστι παρὰ ταῦτ᾽ ἄλλα. οἵους λέγομεν μάλιστα τοὺς κατ᾽ οἰκίαν.φέρε καὶ τὸν ἕτερον. Βδελυκλέων μή ᾽μοί γε μύθους. ὡς ξυνεθεώρεις Ἀνδροκλεῖ καὶ Κλεισθένει. Φιλοκλέων κακοδαίμων ἐγώ. ἐπιστήσει λόγους σεμνοὺς λέγειν ἀνδρῶν παρόντων πολυμαθῶν καὶ δεξιῶν; Φιλοκλέων ἔγωγε.
ἔπειτ᾽ ἐπαίνεσόν τι τῶν χαλκωμάτων. Φιλοκλέων ἐγᾦδα τοίνυν τό γε νεανικώτατον· ὅτε τὸν δρομέα Φάυλλον ὢν βούπαις ἔτι εἶλον διώκων λοιδορίας ψήφοιν δυοῖν. 1190 1195 1200 1205 1210 1215 1220 .ἀλλ᾽ οὖν λέγειν χρή σ᾽ ὡς ἐμάχετό γ᾽ αὐτίκα Ἐφουδίων παγκράτιον Ἀσκώνδᾳ καλῶς. ἤδη γέρων ὢν καὶ πολιός. Φιλοκλέων πῶς δαί; Βδελυκλέων τὰ γόνατ᾽ ἔκτεινε καὶ γυμναστικῶς ὑγρὸν χύτλασον σεαυτὸν ἐν τοῖς στρώμασιν. ἔχων δέ τοι πλευρὰν βαθυτάτην καὶ χέρας καὶ λαγόνα καὶ θώρακ᾽ ἄριστον. οὐδὲν λέγεις. ὀροφὴν θέασαι. Φιλοκλέων πῶς οὖν κατακλινῶ; φράζ᾽ ἀνύσας. ἀνευρὼν ὅ τι νεανικώτατον. κρεκάδι᾽ αὐλῆς θαύμασον· ὕδωρ κατὰ χειρός· τὰς τραπέζας ἐσφέρειν· δειπνοῦμεν· ἀπονενίμμεθ᾽· ἤδη σπένδομεν. Φιλοκλέων παῦε παῦ᾽. Βδελυκλέων ἀπολεῖς με. ὅτ᾽ Ἐργασίωνος τὰς χάρακας ὑφειλόμην. Βδελυκλέων εὐσχημόνως. πῶς ἂν μαχέσαιτο παγκράτιον θώρακ᾽ ἔχων; Βδελυκλέων οὕτω διηγεῖσθαι νομίζουσ᾽ οἱ σοφοί. ἀλλ᾽ ἕτερον εἰπέ μοι· παρ᾽ ἀνδράσι ξένοις πίνων σεαυτοῦ ποῖον ἂν λέξαι δοκεῖς ἐπὶ νεότητος ἔργον ἀνδρικώτατον; Φιλοκλέων ἐκεῖν᾽ ἐκεῖν᾽ ἀνδρειότατόν γε τῶν ἐμῶν. ποίας χάρακας; ἀλλ᾽ ὡς ἢ κάπρον ἐδιώκαθές ποτ᾽ ἢ λαγών. Φιλοκλέων ὡδὶ κελεύεις κατακλινῆναι; Βδελυκλέων μηδαμῶς. Βδελυκλέων παὖ· ἀλλὰ δευρὶ κατακλινεὶς προσμάνθανε ξυμποτικὸς εἶναι καὶ ξυνουσιαστικός. Φιλοκλέων πρὸς τῶν θεῶν ἐνύπνιον ἑστιώμεθα; Βδελυκλέων αὑλητρὶς ἐνεφύσησεν· οἱ δὲ συμπόται εἰσὶν Θέωρος Αἰσχίνης Φᾶνος Κλέων. ἢ λαμπάδα ἔδραμες.
Βδελυκλέων τί δ᾽ ὅταν Θέωρος πρὸς ποδῶν κατακείμενος ᾄδῃ Κλέωνος λαβόμενος τῆς δεξιᾶς· “Ἀδμήτου λόγον ὦταῖρε μαθὼν τοὺς ἀγαθοὺς φίλει”. τούτῳ τί λέξεις σκόλιον; Φιλοκλέων ᾠδικῶς ἐγώ. “οὐκ ἔστιν ἀλωπεκίζειν. Φιλοκλέων μηδαμῶς. ἵνα καὶ μεθυσθῶμεν διὰ χρόνου. Φιλοκλέων ἐγὼ δέ γε. κᾆτ᾽ ᾄσεται· “χρήματα καὶ βίαν Κλειταγόρᾳ τε κἀμοὶ μετὰ Θετταλῶν”-Φιλοκλέων πολλὰ δὴ διεκόμπασας σὺ κἀγώ. 1225 1230 1235 1240 1245 1250 1255 . παῖ παῖ. τούτοις ξυνὼν τὰ σκόλι᾽ ὅπως δέξει καλῶς. Βδελυκλέων οὔκ. Βδελυκλέων τουτὶ μὲν ἐπιεικῶς σύ γ᾽ ἐξεπίστασαι· ὅπως δ᾽ ἐπὶ δεῖπνον ἐς Φιλοκτήμονος ἴμεν. κακὸν τὸ πίνειν· ἀπὸ γὰρ οἴνου γίγνεται καὶ θυροκοπῆσαι καὶ πατάξαι καὶ βαλεῖν. οὐδ᾽ ἀμφοτέροισι γίγνεσθαι φίλον”. Βδελυκλέων μετὰ τοῦτον Αἰσχίνης ὁ Σέλλου δέξεται. Φιλοκλέων ἄληθες; ὡς οὐδεὶς Διακρίων δέξεται. ᾄδω δὲ πρῶτος Ἁρμοδίου· δέξαι δὲ σύ. Βδελυκλέων τουτὶ σὺ δράσεις; παραπολεῖ βοώμενος· φήσει γὰρ ἐξολεῖν σε καὶ διαφθερεῖν καὶ τῆσδε τῆς γῆς ἐξελᾶν.ξένος τις ἕτερος πρὸς κεφαλῆς Ἀκέστορος. ἢν ξυνῇς γ᾽ ἀνδράσι καλοῖς τε κἀγαθοῖς. νὴ Δἴ ἕτερ᾽ ἀντᾴσομαι· “ὦνθρωφ᾽. κἄπειτ᾽ ἀποτίνειν ἀργύριον ἐκ κραιπάλης. Βδελυκλέων ἐγὼ εἴσομαι· καὶ δὴ γάρ εἰμ᾽ ἐγὼ Κλέων. οὖτος ὁ μαιόμενος τὸ μέγα κράτος. ἀντρέψεις ἔτι τὰν πόλιν· ἁ δ᾽ ἔχεται ῥοπᾶς”. τὸ δεῖπνον Χρυσὲ συσκεύαζε νῷν. “οὐδεὶς πώποτ᾽ ἀνὴρ ἔγεντ᾽ Ἀθήναις”-Φιλοκλέων οὐχ οὕτω γε πανοῦργος <οὐδὲ> κλέπτης. ἐὰν ἀπειλῇ. ἢ γὰρ παρῃτήσαντο τὸν πεπονθότα. ἀυὴρ σοφὸς καὶ μουσικός.
1260 1265 1270 1275 1280 1285 1290 1295 . Χορός τί δ᾽ ἔστιν ὦ παῖ; παῖδα γάρ. τὸν κιφαραοιδότατον. Ξανθίας ἰὼ χελῶναι μακάριαι τοῦ δέρματος. κἂν ᾖ γέρων. ὦ μακάρι᾽ Αὐτόμενες ὥς σε μακαρίζομεν. ὡς εὖ κατηρέψασθε καὶ νουβυστικῶς κεράμῳ τὸ νῶτον ὥστε τὰς πληγὰς στέγειν. ἀλλ᾽ ἀπὸ σοφῆς φύσεος αὐτόματον ἐκμαθεῖν γλωττοποιεῖν ἐς τὰ πορνεῖ᾽ εἰσιόνθ᾽ ἑκάστοτε. ὥστ᾽ ἀφείς σ᾽ ἀποιχεται. οὑκτὸς ἐγέλων μέγα κεκραγότα θεώμενοι. * εἰσί τινες οἵ μ᾽ ἔλεγον ὡς καταδιηλλάγην. Χορός πολλάκις δὴ ᾽δοξ᾽ ἐμαυτῷ δεξειὸς πεφυκέναι καὶ σκαιὸς οὐδεπώποτε· ἀλλ᾽ Ἀμυνίας ὁ Σέλλου μᾶλλον οὑκ τῶν Κρωβύλων. Φιλοκλέων μαθητέον τἄρ᾽ ἐστὶ πολλοὺς τῶν λόγων. αὐτὸς πενέστης ὢν ἔλαττων οὐδενός. ταῦτα κατιδὼν ὑπό τι μικρὸν ἐπιθήκισα· εἶτα νῦν ἐξηπάτησεν ἡ χάραξ τὴν ἄμπελον. ὅντινά ποτ᾽ ὤμοσε μαθόντα παρὰ μηδενός. ὅσον δὲ μόνον εἰδέναι σκωμμάτιον εἴποτέ τι θλιβόμενος ἐκβαλῶ. ᾧ χάρις ἐφέσπετο· τὸν δ᾽ ὑποκριτὴν ἕτερον ἀργαλέον ὡς σοφόν· εἶτ᾽ Ἀριφράδην πολύ τι θυμοσοφικώτατον.ἢ λόγον ἔλεξας αὐτὸς ἀστεῖόν τινα. ἤν τι δρῶ κακόν. ἐγὼ δ᾽ ἀπόλωλα στιζόμενος βακτηρίᾳ. ἡνίκα Κλέων μ᾽ ὑπετάραττεν ἐπικείμενος “καί με κακίσταις” ἔκνισε· κᾆθ᾽ ὅτ᾽ ἀπεδειρόμην. Βδελυκλέων ἄγε νυν ἴωμεν· μηδὲν ἡμᾶς ἰσχέτω. οὐδὲν ἄρ᾽ ἐμοῦ μέλον. οὗτος ὅν γ᾽ ἐγώ ποτ᾽ εἶδον ἀντὶ μήλου καὶ ῥοᾶς δειπνοῦντα μετὰ Λεωγόρου· πεινῇ γὰρ ᾗπερ Ἀντιφῶν· ἀλλὰ πρεσβεύων γὰρ ἐς Φάρσαλον ᾤχετ᾽. παῖδας ἐφύτευσας ὅτι χειροτεχνικωτάτους· πρῶτα μὲν ἅπασι φίλον ἄνδρα τε σοφώτατον. καλεῖν δίκαιον ὅστις ἂν πληγὰς λάβῃ. Αἰσωπικὸν γέλοιον ἢ Συβαριτικόν. ὧν ἔμαθες ἐν τῷ συμποσίῳ· κᾆτ᾽ ἐς γέλων τὸ πρᾶγμ᾽ ἔτρεψας. εἶτ᾽ ἐκεῖ μόνος μόνοις τοῖς Πενέσταισι ξυνῆν τοῖς Θετταλῶν. καὶ τρὶς μακάριαι τοῦ ᾽πὶ ταῖς πλευραῖς τέγους. εἴπερ ἀποτείσω μηδέν.
εὐθὺς γὰρ ὡς ἐνέπλητο πολλῶν κἀγαθῶν. ὁ γέρων δὲ τὸν Θούφραστον ἤρετ᾽· ᾽εἰπέ μοι. οὐκ ἄπεισι; ποῦ ᾽στιν <ἡμῖν> ἡλιαστής; ἐκποδών. κωμῳδολοιχῶν περὶ τὸν εὖ πράττοντ᾽ ἀεί;᾽ τοιαῦτα περιύβριζεν αὐτοὺς ἐν μέρει. οἴκαδ᾽ ἔρχεται τύπτων ἅπαντας. ἤν τις αὐτῷ ξυντύχῃ. σκώπτων ἀγροίκως καὶ προσέτι λόγους λέγων ἀμαθέστατ᾽ οὐδὲν εἰκότας τῷ πράγματι. εἰ μὴ ᾽ρρήσεθ᾽. Φιλοκλέων ἄνεχε πάρεχε· κλαύσεταί τις τῶν ὄπισθεν ἐπακολουθούντων ἐμοί· οἷον. αἰβοῖ. ὁ δ᾽ ἀνακραγὼν ἀντῄκασ᾽ αὐτὸν πάρνοπι τὰ θρῖα τοῦ τρίβωνος ἀποβεβληκότι. εἶτ᾽ αὐτὸν ὡς εἶδ᾽ ᾔκασεν Λυσίστρατος· “ἔοικας ὦ πρεσβῦτα νεοπλούτῳ τρυγὶ κλητῆρί τ᾽ εἰς ἀχυρμὸν ἀποδεδρακότι”. τούτων ἁπάντων ἦν ὑβριστότατος μακρῷ. κεἰ σφόδρ᾽ εἶ νεανίας. ὑμᾶς ὦ πόνηροι ταυτῃὶ τῇ δᾳδὶ φρυκτοὺς σκευάσω. καλούμενοι.Ξανθίας οὐ γὰρ ὁ γέρων ἀτηρότατον ἄρ᾽ ἦν κακὸν καὶ τῶν ξυνόντων πολὺ παροινικώτατος; καίτοι παρῆν Ἵππυλλος Ἀντιφῶν Λύκων Λυσίστρατος Θούφραστος οἱ περὶ Φρύνιχον. ὁδὶ δὲ καὶ δὴ σφαλλόμενος προσέρχεται. ἀνάβαινε δεῦρο χρυσομηλολόνθιον. οἱ δ᾽ ἀνεκρότησαν. τῇ χειρὶ τουδὶ λαβομένη τοῦ σχοινίου. ἐνήλατ᾽ ἐσκίρτα ᾽πεπόρδει κατεγέλα ὥσπερ καχρύων ὀνίδιον εὐωχημένον κἄτυπτεν ἐμὲ νεανικῶς “παῖ παῖ” καλῶν. ἰὴ ἰεῦ. Ξυμότης τις ἦ μὴν σὺ δώσεις αὔριον τούτων δίκην ἡμῖν ἅπασι. 1300 1305 1310 1315 1320 1325 1330 1335 1340 . ἀρχαῖά γ᾽ ὑμῶν· ἆρά γ᾽ ἴσθ᾽ ὡς οὐδ᾽ ἀκούων ἀνέχομαι δικῶν; ἰαιβοῖ. ἁθρόοι γὰρ ἥξομέν σε προσκαλούμενοι. ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ ᾽μέθυεν. ἐπὶ τῷ κομᾷς καὶ κομψὸς εἶναι προσποιεῖ. Σθενέλῳ τε τὰ σκευάρια διακεκαρμένῳ. τάδε μ᾽ ἀρέσκει· βάλλε κημούς. ἀλλ᾽ ἐκποδὼν ἄπειμι πρὶν πληγὰς λαβεῖν. πλήν γε Θουφράστου μόνου· οὗτος δὲ διεμύλλαινεν ὡς δὴ δεξιός.
ποθεῖν ἐρᾶν τ᾽ ἔοικας ὡραίας σοροῦ. 1345 1350 1355 1360 1365 1370 1375 . Βδελυκλέων ὦ οὗτος οὗτος τυφεδανὲ καὶ χοιρόθλιψ. ἵν᾽ αὐτὸν τωθάσω νεανικῶς. ἀλλ᾽ ἐν ἀγορᾷ τοῖς θεοῖς δᾲς κάεται. πατὴρ γὰρ οὐδείς ἐστιν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα στῆθι τάσδε τὰς δετὰς λαβοῦσ᾽.ἔχου· φυλάττου δ᾽. ἀλλ᾽ ἐξαπατήσεις κἀγχανεῖ τούτῳ μέγα· πολλοῖς γὰρ ἤδη χἀτέροις αὔτ᾽ ἠργάσω. ἐὰν γένῃ δὲ μὴ κακὴ νυνὶ γυνή. κἄστι δύσκολον κἄλλως κυμινοπριστοκαρδαμογλύφον. νῦν δ᾽ οὐ κρατῶ ᾽γὼ τῶν ἐμαυτοῦ χρημάτων νέος γάρ εἰμι καὶ φυλάττομαι σφόδρα. οἵοις ποθ᾽ οὗτος ἐμὲ πρὸ τῶν μυστηρίων. τὸ γὰρ υἵδιον τηρεῖ με. ἐγώ σ᾽ ἐπειδὰν οὑμὸς υἱὸς ἀποθάνῃ. Φιλοκλέων οὔκ. ταῦτ᾽ οὖν περί μου δέδοικε μὴ διαφθαρῶ. ὡς σαπρὸν τὸ σχοινίον· ὅμως γε μέντοι τριβόμενον οὐκ ἄχθεται. λυσάμενος ἕξω παλλακὴν ὦ χοιρίον. οὐχ ὁρᾷς ἐστιγμένην; Βδελυκλέων τί δὲ τὸ μέλαν τοῦτ᾽ ἐστὶν αὐτῆς τοὐν μέσῳ; Φιλοκλέων ἡ πίττα δήπου καομένης ἐξέρχεται. Βδελυκλέων δᾲς ἥδε; Φιλοκλέων δᾲς δῆτ᾽. ὁδὶ δὲ καὐτὸς ἐπὶ σὲ κἄμ᾽ ἔοικε θεῖν. Βδελυκλέων οὐ δεινὰ τωθάζειν σε τὴν αὐλητρίδα τῶν ξυμποτῶν κλέψαντα; Φιλοκλέων ποίαν αὐλητρίδα; τί ταῦτα ληρεῖς ὥσπερ ἀπὸ τύμβου πεσών; Βδελυκλέων νὴ τὸν Δἴ αὕτη πού ᾽στί σοί γ᾽ ἡ Δαρδανίς. Βδελυκλέων ὁ δ᾽ ὄπισθεν οὐχὶ πρωκτός ἐστιν οὑτοσί; Φιλοκλέων ὄζος μὲν οὖν τῆς δᾳδὸς οὗτος ἐξέχει. Φιλοκλέων ὡς ἡδέως φάγοις ἂν ἐξ ὄξους δίκην. ὁρᾷς ἐγώ σ᾽ ὡς δεξιῶς ὑφειλόμην μέλλουσαν ἤδη λεσβιᾶν τοὺς ξυμπότας· ὧν οὕνεκ᾽ ἀπόδος τῷ πέει τῳδὶ χάριν. οὔτοι καταπροίξει μὰ τὸν Ἀπόλλω τοῦτο δρῶν. ἀλλ᾽ οὐκ ἀποδώσεις οὐδ᾽ ἐφιαλεῖς οἶδ᾽ ὅτι.
Ἀρτόπωλις ἴθι μοι παράστηθ᾽. ἀντιβολῶ πρὸς τῶν θεῶν. Βδελυκλέων νὴ τὸν Δἴ ἐξέμαθές γε τὴν Ὀλυμπίαν. Βδελυκλέων ὁρᾷς ἃ δέδρακας; πράγματ᾽ αὖ δεῖ καὶ δίκας ἔχειν διὰ τὸν σὸν οἶνον. Φιλοκλέων 1380 1385 1390 1395 1400 1405 .Βδελυκλέων τί λέγεις σύ; ποῖος ὄζος; οὐκ εἶ δεῦρο σύ; Φιλοκλέων ἆ ἆ τί μέλλεις δρᾶν; Βδελυκλέων ἄγειν ταύτην λαβὼν ἀφελόμενός σε καὶ νομίσας εἶναι σαπρὸν κοὐδὲν δύνασθαι δρᾶν. Φιλοκλέων ἄκουσον ὦ γύναι· λόγον σοι βούλομαι λέξαι χαρίεντα. Ἀρτόπωλις μὰ Δία μὴ ᾽μοί γ᾽ ὦ μέλε. πρὸς ταῦτα τηροῦ μὴ λάβῃς ὑπώπια. σωφρονεῖν ἄν μοι δοκεῖς”. κλητῆρ᾽ ἔχουσα Χαιρεφῶντα τουτονί. Ἀρτόπωλις καὶ καταγελᾷς μου; προσκαλοῦμαί σ᾽ ὅστις εἶ πρὸς τοὺς ἀγορανόμους βλάβης τῶν φορτίων. ἡνίκ᾽ ἐθεώρουν ἐγώ. κἄπειτ᾽ ἐκεῖνος εἶπεν. κἀξέβαλεν ἐντευθενὶ ἄρτους δέκ᾽ ὀβολῶν κἀπιθήκην τέτταρας. οὕτω διαφθείρας ἐμοῦ τὰ φορτία. ὁδὶ γὰρ ἁνήρ ἐστιν ὅς μ᾽ ἀπώλεσεν τῇ δᾳδὶ παίων. Ὀλυμπίασιν. Ἐφουδίων ἐμαχέσατ᾽ Ἀσκώνδᾳ καλῶς ἤδη γέρων ὤν· εἶτα τῇ πυγμῇ θενὼν ὁ πρεσβύτερος κατέβαλε τὸν νεώτερον. Φιλοκλέων οὐδαμῶς γ᾽. εἰ νὴ Δί᾽ ἀντὶ τῆς κακῆς γλώττης ποθὲν πυροὺς πρίαιο. ἐπεὶ λόγοι διαλλάξουσιν αὐτὰ δεξιοί· ὥστ᾽ οἶδ᾽ ὁτιὴ ταύτῃ διαλλαχθήσομαι. Φιλοκλέων ἄκουσόν νυν ἐμοῦ. “ὦ κύον κύον. Ἀρτόπωλις οὔτοι μὰ τὼ θεὼ καταπροίξει Μυρτίας τῆς Ἀγκυλίωνος θυγατέρος καὶ Σωστράτης. Φιλοκλέων Αἴσωπον ἀπὸ δείπνου βαδίζονθ᾽ ἑσπέρας θρασεῖα καὶ μεθύση τις ὑλάκτει κύων.
δικῶν γὰρ οὐ δέομ᾽ οὐδὲ πραγμάτων. Ἀρτόπωλις ἄληθες οὗτος; Φιλοκλέων καὶ σὺ δή μοι Χαιρεφῶν γυναικὶ “κλητεύειν ἐοικὼς” θαψίνῃ. Λᾶσός ποτ᾽ ἀντεδίδασκε καὶ Σιμωνίδης· ἔπειθ᾽ ὁ Λᾶσος εἶπεν.μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἄκουσον. ἔρχεται καλούμενός σε· τόν γέ τοι κλητῆρ᾽ ἔχει. Φιλοκλέων ἀνὴρ Συβαρίτης ἐξέπεσεν ἐξ ἅρματος. καί πως κατεάγη τῆς κεφαλῆς μέγα σφόδρα· ἐτύγχανεν γὰρ οὐ τρίβων ὢν ἱππικῆς. ἀλλ᾽ ἐλθὲ δευρί· πότερον ἐπιτρέπεις ἐμοί. Βδελυκλέων ὁδί τις ἕτερος. ὡς ἔοικεν. μὴ φεῦγ᾽. Φιλοκλέων οὑχῖνος οὖν ἔχων τιν᾽ ἐπεμαρτύρατο· εἶθ᾽ ἡ Συβαρῖτις εἶπεν. Κατήγορος 1410 1415 1420 1425 1430 1435 1440 . οὕτω δὲ καὶ σὺ παράτρεχ᾽ ἐς τὰ Πιττάλου. “ὀλίγον μοι μέλει”. κἄπειτ᾽ ἐπιστὰς εἶπ᾽ ἀνὴρ αὐτῷ φίλος· “ἔρδοι τις ἣν ἕκαστος εἰδείη τέχνην”. ὅ τι χρή μ᾽ ἀποτείσαντ᾽ ἀργύριον τοῦ πράγματος εἶναι φίλον τὸ λοιπόν. ἤν τί σοι δόξω λέγειν. νοῦν ἂν εἶχες πλείονα”. Φιλοκλέων ἄκουε. Φιλοκλέων ἐγὼ μὲν οὖν αὐτῷ διαλλαχθήσομαι ἑκών· ὁμολογῶ γὰρ πατάξαι καὶ βαλεῖν. Κατήγορος ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι. Βδελυκλέων οὕμοιά σου καὶ ταῦτα τοῖς ἄλλοις τρόποις. καὶ χάριν προσείσομαι. Ἰνοῖ κρεμαμένῃ πρὸς ποδῶν Εὐριπίδου. προσκαλοῦμαί σ᾽ ὦ γέρον ὕβρεως. Κατήγορος ἀλλ᾽ οὖν σὺ μέμνησ᾽ αὐτὸς ἁπεκρίνατο. “εἰ ναὶ τὰν κόραν τὴν μαρτυρίαν ταύτην ἐάσας ἐν τάχει ἐπίδεσμον ἐπρίω. Βδελυκλέων ὕβρεως; μὴ μὴ καλέσῃ πρὸς τῶν θεῶν· ἐγὼ γὰρ ὑπὲρ αὐτοῦ δίκην δίδωμί σοι ἣν ἂν σὺ τάξῃς. ἢ σύ μοι φράσεις; Κατήγορος σὺ λέγε. ἐν Συβάρει γυνή ποτε κατέαξ᾽ ἐχῖνον. Κατήγορος οἴμοι κακοδαίμων.
τάχα κλητῆρες ἐπιλείψουσι τοὺς καλουμένους. τί γὰρ ἐκεῖνος ἀντιλέγων οὐ κρείττων ἦν.ὕβριζ᾽ ἕως ἂν τὴν δίκην ἅρχων καλῇ. περιχαρὴς τῷ πράγματι 1445 1450 1455 1460 1465 1470 1475 . ὁ γὰρ γέρων ὡς ἔπιε διὰ πολλοῦ χρόνου ἤκουσέ τ᾽ αὐλοῦ. ὡς ὁ κάνθαρός ποτε -Βδελυκλέων οἴμ᾽ ὡς ἀπολῶ σ᾽ αὐτοῖσι τοῖσι κανθάροις. οὐδὲ τρόποις ἐπεμάνην οὐδ᾽ ἐξεχύθην. Χορός ζηλῶ γε τῆς εὐτυχίας τὸν πρέσβυν οἷ μετέστη ξηρῶν τρόπων καὶ βιοτῆς· ἕτερα δὲ νῦν ἀντιμαθὼν ἦ μέγα τι μεταπεσεῖται ἐπὶ τὸ τρυφῶν καὶ μαλακόν. Βδελυκλέων οὔτοι μὰ τὴν Δήμητρ᾽ ἔτ᾽ ἐνταυθοῖ μενεῖς. βουλόμενος τὸν φύσαντα σεμνοτέροις κατακοσμῆσαι πράγμασιν; Ξανθίας νὴ τὸν Διόνυσον ἄπορά γ᾽ ἡμῖν πράγματα δαίμων τις ἐσκεκύκληκεν ἐς τὴν οἰκίαν. τάχα δ᾽ ἂν ἴσως οὐκ ἐθέλοι. Φιλοκλέων Αἴσωπον οἱ Δελφοί ποτ᾽ -Βδελυκλέων ὀλίγον μοι μέλει. οὐδενὶ γὰρ οὕτως ἀγανῷ ξυνεγενόμην. ἀλλ᾽ ἀράμενος οἴσω σε -Φιλοκλέων τί ποιεῖς; Βδελυκλέων ὅ τι ποιῶ; εἴσω φέρω σ᾽ ἐντεῦθεν· εἰ δὲ μή. πολλοῦ δ᾽ ἐπαίνου παρ᾽ ἐμοὶ καὶ τοῖσιν εὖ φρονοῦσιν τυχὼν ἄπεισιν διὰ τὴν φιλοπατρίαν καὶ σοφίαν ὁ παῖς ὁ Φιλοκλέωνος. ἣν ἔχοι τις ἀεί. τὸ γὰρ ἀποστῆναι χαλεπὸν φύσεος. καίτοι πολλοὶ ταῦτ᾽ ἔπαθον· ξυνόντες γνώμαις ἑτέρων μετεβάλοντο τοὺς τρόπους. Φιλοκλέων φιάλην ἐπῃτιῶντο κλέψαι τοῦ θεοῦ· ὁ δ᾽ ἔλεξεν αὐτοῖς.
ἀλλὰ μανικὰ πράγματα. πρωκτὸς χάσκει. Φιλοκλέων τίς ἐπ᾽ αὐλείοισι θύραις θάσσει; Ξανθίας τουτὶ καὶ δὴ χωρεῖ τὸ κακόν. φησίν τις ἢ οὐδείς; Ξανθίας εἶς γ᾽ ἐκεινοσὶ μόνος. Φιλοκλέων ἀλλ᾽ οὗτός γε καταποθήσεται· ἀπολῶ γὰρ αὐτὸν ἐμμελείᾳ κονδύλου. εἴ τις τραγῳδός φησιν ὀρχεῖσθαι καλῶς. Ξανθίας κατὰ σαυτὸν ὅρα. καὶ δὴ γὰρ σχήματος ἀρχὴ -Ξανθίας μᾶλλον δέ γ᾽ ἴσως μανίας ἀρχή. ἐμοὶ διορχησόμενος ἐνθάδ᾽ εἰσίτω. Φιλοκλέων τίς ὁ κακοδαίμων ἐστίν; Ξανθίας υἱὸς Καρκίνου ὁ μέσατος.ὀρχούμενος τῆς νυκτὸς οὐδὲν παύεται τἀρχαἶ ἐκεῖν᾽ οἷς Θέσπις ἠγωνίζετο· καὶ τοὺς τραγῳδούς φησιν ἀποδείξειν κρόνους τοὺς νῦν διορχησάμενος ὀλίγον ὕστερον. οὐκ εὖ; Βδελυκλέων μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽. Φιλοκλέων κλῇθρα χαλάσθω τάδε. Ξανθίας πῖθ᾽ ἑλλέβορον. Φιλοκλέων σκέλος οὐράνιόν γ᾽ ἐκλακτίζων. 1480 1485 1490 1495 1500 . Φιλοκλέων πλευρὰν λυγίσαντος ὑπὸ ῥώμης· οἶον μυκτὴρ μυκᾶται καὶ σφόνδυλος ἀχεῖ. Φιλοκλέων θέρε νυν ἀνείπω κἀνταγωνιστὰς καλῶ. Φιλοκλέων πτήσσει Φρύνιχος ὥς τις ἀλέκτωρ -Ξανθίας τάχα βαλλήσεις. Φιλοκλέων νῦν γὰρ ἐν ἄρθροις τοῖς ἡμετέροις στρέφεται χαλαρὰ κοτυληδών.
καρίδων ἀδελφοί· ταχὺν πόδα κυκλοσοβεῖτε. Φιλοκλέων ὦ Καρκίν᾽ ὦ μακάριε τῆς εὐπαιδίας. 1505 ἀδελφὸς αὐτοῦ. καὐτὸς γὰρ ὁ ποντομέδων ἄναξ πατὴρ προσέρπει ἡσθεὶς ἐπὶ τοῖσιν ἑαυτοῦ παισὶ τοῖς τριόρχοις. στρόβει. Ξανθίας μὰ τὸν Δἴ οὐδέν γ᾽ ἄλλο πλήν γε καρκίνους· προσέρχεται γὰρ ἕτερος αὖ τῶν Καρκίνου. ἄγ᾽ ὦ μεγαλώνυμα τέκνα τοῦ θαλασσίου <θεοῦ>. 1515 Χορός φέρε νυν ἡμεῖς αὐτοῖς ὀλίγον ξυγχωρήσωμεν ἅπαντες. ἀλλ᾽ ἐξάγετ᾽. ὅπως ἰδόντες ἄνω σκέλος ὤζωσιν οἱ θεαταί. ὀρχούμενον ὅστις ἀπήλλαξεν χορὸν τρυγῳδῶν.ἐν τῷ ῥυθμῷ γὰρ οὐδέν ἐστ᾽. Ξανθίας ἀλλ᾽ ᾠζυρὲ ἕτερος τραγῳδὸς Καρκινίτης ἔρχεται. ὅσον τὸ πλῆθος κατέπεσεν τῶν ὀρχίλων. ὃς τὴν τραγῳδίαν ποιεῖ. εἴ τι φιλεῖτ᾽ ὀρχούμενοι. Φιλοκλέων νὴ Δί᾽ ὠψώνηκ᾽ ἄρα. ἀτὰρ καταβατέον γ᾽ ἐπ᾽ αὐτούς μ᾽· ᾠζυρέ. ἵν᾽ ἐφ᾽ ἡσυχίας ἡμῶν πρόσθεν βεμβικίζωσιν ἑαυτούς. 1510 ὁ σμικρότατος. ἢν ἐγὼ κρατῶ. Φιλοκλέων τουτὶ τί ἦν τὸ προσέρπον; ὀξὶς ἢ φάλαγξ; Ξανθίας ὁ πινοτήρης οὗτός ἐστι τοῦ γένους. καὶ τὸ Φρυνίχειον ἐκλακτισάτω τις. ἅλμην κύκα τούτοισιν. πηδᾶτε παρὰ ψάμαθον καὶ θῖν᾽ ἁλὸς ἀτρυγέτου. 1520 1525 1530 1535 Αρχίας. Επιγράμματα προσφορά του Slaven Skoko . ῥῖπτε σκέλος οὐράνιον· βέμβικες ἐγγενέσθων. παράβαινε κύκλῳ καὶ γάστρισον σεαυτόν. θύραζε ἡμᾶς ταχύ· τοῦτο γὰρ οὐδείς πω πάρος δέδρακεν.
τὸν δὲ κατὰ δρυόχους. ΑΡΧΙΟΥ 5. οἱ δὲ ΑΡΧΙΟΥ 5. ἁ τριτάτα δ' εἰροχαρῆ τάλαρον. 4. ΑΡΧΙΟΥ 6.59 Φεύγειν δὴ τὸν ῎Ερωτα· κενὸς πόνος· οὐ γὰρ ἀλύξω πεζὸς ὑπὸ πτηνοῦ πυκνὰ διωκόμενος. Πὰν σκοπιῆτα.16 Σοὶ τάδε. ταῦϑ' αἱ σαὶ σοὶ ϑέσαν ἐργάτιδες. Πίγρης δὲ πετηνῶν λαιμοπέδας. τὸ κρήγυον· εἴς με κένωσον πᾶν σὺ βέλος. Κύπρι. οἷς ἔσχον χερνῆτα βίον δηναιόν. Σατύρη τε καὶ ῾Ηράκλεια καὶ Εὐφρώ.58 Νήπι' ῎Ερως. τὸν δ' ἔτι ϑείης εὔστοχον ἐν πόντῳ. ΑΡΧΙΟΥ 6. ᾿Αϑάνα πότνια. παναίολα δῶρα σύναιμοι τρίζυγες ἐκ τρισσῆς ϑέντο λινοστασίης· δίκτυα μὲν Δᾶμις ϑηρῶν. ἄτρακτον. ὡς ἂν μοῦνον ἕλοις ἰοῖς ἐμὲ καί τινα χρῄζων ἄλλον ὀιστεῦσαι μηκέτ' ἔχοις ἀκίδα. Κλείτωρ δ' εἰναλίφοιτα λίνα· ὧν τὸν μὲν καὶ ἐσαῦϑις ἐν ἠέρι. ΑΡΧΙΟΥ 6. δολιχᾶς οὐκ ἄτερ ἀλακάτας. Πίγρης μὲν δειραχϑὲς ἐύβροχον ἅμμα πετηνῶν. τόξα καὶ εἰς σκοπὸν ἥσυχος ἐλϑὲ ἄλλον· ἐγὼ γὰρ ἔχω τραύματος οὐδὲ τόπον.98 ᾿Ωμίζευ. 6. ἄρκυν δ' εἰναλίων Κλείτωρ πόρεν· οἷς σὺ δι' αἴϑρας . Σάμιαι· ἁ μὲν ἀραχναίοιο μίτου πολυδινέα λάτριν. Δᾶμις δ' ὑλονόμων δίκτυα τετραπόδων. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ 5. ϑυγατέρες Ξούϑου καὶ Μελίτης. 5. AΔHΛON. 2. 3. ἁ δὲ πολυσπαϑέων μελεδήμονα κερκίδα πέπλων εὔϑροον.179 ᾿Αγραύλῳ τάδε Πανὶ βιαρκέος ἄλλος ἀπ' ἄλλης αὔϑαιμοι τρισσοὶ δῶρα λινοστασίης.39 Αἱ τρισσαί. λοιπὴν μηκέτ' ἀφεὶς γλυφίδα.1. πορϑεῖς με.
ἅμ' ἠερίῃσιν ἐν ἄγραις. οὐρεσίοικε. 8. καὶ δόνακα τριτάνυστον ἀβάπτιστόν τε καϑ' ὕδωρ φελλὸν ἀεί. τὸ δ' εὐνομίης.195 Τρῳάδι Παλλαναῖος ἀνηέρτησεν ᾿Αϑάνᾳ αὐλὸν ἐριβρεμέταν Μίκκος ᾿Ενυαλίου. ὡς πρίν. ΑΡΧΙΟΥ 6. καὶ τὰ μὲν ὀρνίϑων Πίγρης. ΑΡΧΙΟΥ 6. μογερῷ γήραϊ τειρόμενος. Πάν. κρυφίην εἰναλίοισι πάγην. 10. ὁ δ' ἐν πελάγει εὔστοχον ἄρκυν ἔχοι. ᾿Αγρεῦ. 7. ἅμ' ἐν πλωταῖς.192 Ταῦτα σαγηναίοιο λίνου δηναιὰ Πριήπῳ λείψανα καὶ κύρτους Φιντύλος ἐκρέμασεν καὶ γαμψὸν Χαίτῃσιν ἐφ' ἱππείῃσι πεδηϑὲν ἄγκιστρον. Δᾶμις τὰ τρίτα τετραπόδων· οἷς ἅμα χερσαίαισιν.180 Ταῦτά σοι ἔκ τ' ὀρέων ἔκ τ' αἰϑέρος ἔκ τε ϑαλάσσας τρεῖς γνωτοὶ τέχνας σύμβολα.207 Σάνδαλα ταῦτα Βίτιννα· πολυπλέκτου δὲ Φιλαινὶς πορφύρεον χαίτας ῥύτορα κεκρύφαλον· ξανϑὰ δ' ᾿Αντίκλεια νόϑον κεύϑουσαν ἄημα ῥιπίδα. τὰ δὲ δίκτυα ϑηρῶν Δᾶμις. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ 6. ὁ δὲ Κλείτωρ εἰναλίων ἔπορεν· τῶν ὁ μὲν ἐν ξυλόχοισιν. ἔϑεσαν· ταῦτα μὲν εἰναλίων Κλείτωρ λίνα. τὰν μαλερὸν ϑάλπος ἀμυνομέναν· λεπτὸν δ' ῾Ηράκλεια τόδε προκάλυμμα προσώπου. ΑΡΧΙΟΥ 6.181 Τρίζυγες. 9. ἔϑεσαν. κασίγνητοι τάδε τέχνας ἄλλος ἀπ' ἀλλοίας σοὶ λίνα. τευχϑὲν ἀραχναίῃς εἴκελον ἁρπεδόσιν· ἁ δὲ καλὸν σπείραμα περισφυρίοιο δράκοντος . κρυφίων σῆμα λαχόντα βόλων· οὐ γὰρ ἔτι στείβει ποσὶ χοιράδας οὐδ' ἐπιαύει ἠιόσιν. ᾧ ποτε καὶ ϑυμέλῃσι καὶ ἐν πολέμοισιν ἔμελψεν πρόσϑε τὸ μὲν στοναχᾶς σῆμα.καὶ πελάγευς καὶ γᾶς εὔστοχα πέμπε λίνα. Πάν. 11. ὁ δ' ἠερίῃσιν ἐν ἄγραις αἰέν. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ 6. κεῖνα δὲ Πίγρης οἰωνῶν. ἀρωγὸς ἴϑι.
140 Καὶ γενέταν τοῦ νέρϑε καὶ οὔνομα καὶ χϑόνα φώνει. – Γεννήτωρ Πρίαμος. γᾶ δ' ῎Ιλιον. ὑπὲρ πάτρας δ' ὤλετο μαρνάμενος. γαμοστόλε. 15.165 Εἰπέ. καὶ ποίᾳ κηρὶ δαμεὶς ἔϑανε.οὔνομ' ᾿Αριστοτέλεω πατρὸς ἐνεγκαμένα· ἅλικες ἀγλαὰ δῶρα. –Πρηξώ. ὤπασαν αἱ γυάλων Ναυκράτιδος ναέται. κεχαρμένε δάκρυσι πάντων.” –Πῶς δ' ἐδάμης; –῎Αλγεσιν ἐν λοχίοις. Μοιράων βουλῇσι τάδ' ἄμπλακεν. εἶχον· ὑπ' ἠελίου δ' οὔ τι λέλοιπα φάει. καὶ ζωὸς τάδε μοῦνον. ὅς με σύνευνον ἤγετο. 14. – Μνᾶμα δέ σου τίς ἔτευξε; –Θεόκριτος. οὔνομα δ' ῞Εκτωρ. ΑΡΧΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ 7. –Πάτρας δ' ἐκ τίνος ἐσσί; –Σάμου. –Καὶ σέο δοίη παντὶ Τύχη βιότῳ τερπνόν. στάλα. ὡς ἂν ὑπ' ἐχϑρῶν μή τινος. –Παῖδα δὲ λείπεις; – Νηπίαχον τρισσῶν Καλλιτέλην ἐτέων. οὐ νέφος ἰῶν. τέλος. – Εἰν ἔτεσιν τίσιν εὖσα; –Δὶς ἕνδεκα. ΑΡΧΙΟΥ 7. οὐ δοράτων. εἰ καί σοι βέβριϑεν ὑπ' εἰδώλοισι καμόντων ὁλκάς. [ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ ΣΙΔΩΝΙΟΥ. οὐ πῦρ. ὄλπην καὶ σκίπωνα φέρω καὶ διπλόον εἷμα καὶ πήρην καὶ σοὶ ναυτιλίης ὀβολόν. μὴ προλίπῃς Διογένη με κύνα. ΑΡΧΙΟΥ 7. 12. γύναι. ὃς βαϑὺ πορθμεύεις τοῦτ' ᾿Αχέροντος ὕδωρ. οὐ ξιφέων πάταγος· ἀλλ' αὔτως προβλής τε καὶ ἔμπεδος ὥς τις ἐρίπνα ἱδρυϑεὶς ἔτλης λαίλαπα δυσμενέων. Κύπρι. ὦνερ. οἱ δὲ] ΑΡΧΙΟΥ 7. εἰ δέ σε μὴ τεύχεσσιν ᾿Αχιλλέος ὥπλισεν ῾Ελλὰς ἄξιον ἀντ' ἀρετᾶς ὅπλα ποροῦσα γέρας. ὁδῖτα. ἃ καὶ νέκυς ὧδε κομίζω. 13. ΑΡΧΙΟΥ 7. ἔμεινας ἄρη· οὐδέ σε χερμαδίων ὦσεν κτύπος.147 Μοῦνος ἐναιρομένοισιν ὑπέρμαχος ἀσπίδα τείνας νηυσὶ βαρὺν Τρώων. ἀλλὰ σὺ σῇ πότμον ἕλῃς παλάμῃ. 16. σοὶ τάδε. τίς ἔφυς.191 ῾Α πάρος ἀντίφϑογγον ἀποκλάγξασα νομεῦσι . –Τίνος ἔπλεο πατρός; – Καλλιτέλευς. Αἶαν. – Ζωῆς τέρμαϑ' ἵκοιτο μετ' ἀνδράσι.68 ῎Αϊδος ὦ νεκυηγέ.
ἡνίκα μοῦνος οὐδὲ ϑανὼν λείῃ κέκλιμαι ἡσυχίῃ. μιμητὰν ζᾶλον ἀνηναμένα. νῦν δέ σε μυρμάκεσσιν ὑπ' εἰνοδίοισι δαμέντα ῎Αϊδος ἀπροϊδὴς ἀμφεκάλυψε μυχός. πολυψήφους ὦσέ σ' ἐπὶ ψαμάϑους. ἀγχόϑι πόντου δυσμενέος. ἀχέτα. καὶ ἐν νεκύεσσι. ἐν Φρυγίοις οὔρεσι πευσόμεϑα.696 Αἰωρῇ ϑήρειον ἱμασσόμενος δέμας αὔραις. συγγνωστόν. ξείνου χερσὶν ἔκυρσα τάφου· αἰεὶ δὲ βρομέοντα. νῦν εἰς γᾶν ἄγλωσσος ἀναύδητός τε πεσοῦσα κεῖμαι. ὁ πρὶν ὑπαὶ μίτραις κῶλα καϑαψάμενος. μόχϑων οὐδ' ᾿Αίδης με κατεύνασεν. ϑαλάσσης ὁ τλήμων ἀίω δοῦπον ἀπεχϑόμενον. 18. ἐπεὶ καὶ κοίρανος ὕμνων Μαιονίδας γρίφοις ἰχϑυβόλων ἔϑανεν. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ 7. 17.πολλάκι καὶ δρυτόμοις κίσσα καὶ ἰχϑυβόλοις. τέττιξ. 20. μολπάν. οἰονόμοις τερπνότερον χέλυος. τλᾶμον.214 Οὐκέτι παφλάζοντα διαΐσσων βυϑὸν ἅλμης. ΑΡΧΙΟΥ [ΜΙΤΥΛΗΝΑΙΟΥ] 9. 19. ἀορτηϑεὶς ἐκ λασίας πίτυος. ἀφρηστά. . δελφίς. ΑΡΧΙΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ 7.213 Πρὶν μὲν ἐπὶ χλωροῖς ἐριϑηλέος ἔρνεσι πεύκας ἥμενος ἢ σκιερᾶς ἀκροκόμου πίτυος ἔκρεκες εὐτάρσοιο δι' ἰξύος. ναυηγὸς ἐπὶ χθόνα Θῆρις ἐλασϑεὶς κύμασιν ἀγρύπνων λήσομαι ἠιόνων. σεῦ δὲ βοὰν αὐλοῖο μελίβρομον οὐκέτι Νύμφαι. πολλάκι δὲ κρέξασα πολύϑροον οἷά τις ἀχὼ κέρτομον ἀντῳδοῖς χείλεσιν ἁρμονίαν.19 ῾Ο πρὶν ἀελλοπόδων λάμψας πλέον Αἰετὸς ἵππων. ὡς πάρος. 21. ΑΡΧΙΟΥ 7. Σάτυρε. πτοιήσεις εἰναλίων ἀγέλας. ΑΡΧΙΟΥ [ΜΙΤΥΛΗΝΑΙΟΥ] 7. Νηρηίδας ὡς πρὶν ἀείρων νώτοις πορϑμεύσεις Τηϑύος εἰς πέρατα. ἦ γὰρ ἴσον πρηῶνι Μαλείης ὡς ἐκυκήϑη κῦμα. ἦ γὰρ ἁλιρρήκτοις ὑπὸ δειράσιν. εἰ δ' ἑάλως.278 Οὐδὲ νέκυς. οὐδὲ πολυτρήτοιο μέλος καλάμοιο χορεύων ὑγρὸν ἀναρρίψεις ἅλμα παρὰ σκαφίσιν· οὐδὲ σύ γ'. αἰωρῇ· Φοίβῳ γὰρ ἀνάρσιον εἰς ἔριν ἔστης πρῶνα Κελαινίτην ναιετάων.
Πῖσά τε καὶ δοιὰς ᾐόνας ᾿Ισϑμὸς ἔχων. ὁ πρὶν ἐπ' ᾿Ισϑμῷ πῶλος. καρπὸν ἀλεῖ Δηοῦς ὀκριόεντι λίϑῳ. 26. τὸ πτανοῦ πώλου πρόσϑεν ἔκοψεν ὄνυξ· οὗ σὺ κορεσσάμενος μακάρων γένος ἔργα τε μολπαῖς καὶ γένος ἀρχαίων ἔγραφες ἡμιϑέων. ὅσους αἰῶνα λιπόντας ἀπροϊδὴς Κηρῶν λάτρις ἔμαρψε Μόρος. ΑΡΧΙΟΥ. 24. καί σοι καλλιπέτηλον. ὃν σὺ λέγεις. ὤρεξαν δάφνας ἱερὸν ἀκρεμόνα. ῾Ερμῆ. ὁ πρὶν ἐγὼ Νεμέῃ βεβοημένος. οἱ δὲ ΑΡΧΙΟΥ 9. τίς ἐμεῦ γλῶσσα δικαιοτέρη; 23. ὁ τὸ πρὶν δισσάκι κηρυχϑεὶς Κασταλίης παρ' ὕδωρ. ῾Ησίοδε. εἰς σὲ γάρ.27 Εὔφημος γλώσσῃ παραμείβεο τὰν λάλον ᾿Ηχὼ κοὐ λάλον. καὶ λιτῇ προσγελάσαις ὁσίῃ. ἠνίδε. νῦν κλοιῷ δειρὴν πεπεδημένος. στρέψω λόγον· ἢν δὲ σιωπᾷς. ὅτι στοναχεῦσι μὲν υἷας μητέρος ἐκ κόλπων πρὸς φάος ἐρχομένους. σιγήσω. οἷα χαλινῷ. ΑΡΧΙΟΥ [ΜΙΤΥΛΗΝΑΙΟΥ] 9. τοὶ δὲ κακῶν εὗρον ἄκος φϑίμενοι. ἐλαυνόμενος. ὦνερ. 25. ἐρυσσάμεναι περὶ πᾶσαι.ὃν Φοίβου χρησμῳδὸς ἀέϑλιον ἔστεφε Πυϑώ. βλοσυροῖο τιϑηνήτειρα λέοντος. 22. νῦν ὅτε γηραιός. οἱ μὲν γὰρ ζώοντες ἀεὶ παντοῖα περῶσιν ἐς κακά.339 . ΑΡΧΙΟΥ [ΜΙΤΥΛΗΝΑΙΟΥ] 9. ἔμπαλι δ' ὀλβίζουσιν. πέτρον δινεύω. ὦ ἄνα. ΑΡΧΙΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ 9. ὁ πρὶν πτηνοῖς ἶσα δραμὼν ἀνέμοις. ὀρνύμενον πτανοῖς ὠκυπέταις ἴκελον. ἴσαν μοῖραν ἔχων ῾Ηρακλέι· καὶ γὰρ ἐκεῖνος τόσσ' ἀνύσας δούλαν ζεῦγλαν ἐφηρμόσατο. ἤν τι κλύω. ῾Ο πρὶν ἐπ' ᾿Αλφειῷ στεφανηφόρος. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ.91 ῾Ερμῆ Κωρυκίων ναίων πόλιν. στεφέων ὕβρις. οἱ δὲ ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ 9. καὶ Νεμέη. τοῦτ' ἀπαμειβομέναν.111 Θρήικας αἰνείτω τις. γυροδρόμον. χαίροις.64 Αὐταὶ ποιμαίνοντα μεσαμβρινὰ μῆλά σε Μοῦσαι ἔδρακον ἐν κραναοῖς οὔρεσιν. δῶκαν δὲ κράνας ῾Ελικωνίδος ἔνϑεον ὕδωρ.
ὃν ἔτευχεν ἐπ' ἄλλῳ. κατὰ πρύμνης ἡδὺν ἄγων Ζέφυρον. ἐκ κείνου τλήμων αὐτὸς ἔδεκτο μόρον.343 Αὐταῖς σὺν κίχλαισιν ὑπὲρ φραγμοῖο διωχϑεὶς κόσσυφος ἠερίης κόλπον ἔδυ νεφέλης· καὶ τὰς μὲν συνοχηδὸν ἀνέκδρομος ὤχμασε ϑώμιγξ. τὸν δὲ χλοηκομέειν.750 Τὰς βοῦς καὶ τὸν ἴασπιν ἰδὼν περὶ χειρὶ δοκήσεις τὰς μὲν ἀναπνείειν. λεύσσω καὶ τὰ ϑέοντα καϑ' ὕδατος· ἦ γὰρ ἀπ' ἔργων δαίμονες. 27. τὸν δὲ μόνον πλεκτῶν αὖϑι μεϑῆκε λίνων. αἰϑυίαις οὔποτ' ἐναντίβιος. ἱρὸν ἀοιδοπόλων ἔτυμον γένος· ἦ ἄρα πολλὴν καὶ κωφαὶ πτανῶν φροντίδ' ἔχουσι πάγαι.῎Εν ποτε παμφαίνοντι μέλαν πτερὸν αἰϑέρι νωμῶν σκορπίον ἐκ γαίης εἶδε ϑορόντα κόραξ. ΑΡΧΙΟΥ 10. ἀλλ' αἰεὶ ϑυόεντα καὶ ἔμπυρον· οὐδ' ἑκατόμβη τόσσον ὅσον τιμὴ δαίμοσιν ἁνδάνεται. 30. 29. οὐ μορφᾶς γνωστὸν ἔχουσι τύπον. ΑΡΧΙΟΥ 9. οὔτ' ἐπιδευῆ εἴαρος ἀϑρήσεις βωμὸν ἐμὸν στεφάνων. ὅπερ ϑέμις. ὡς. ἴδ'. πνοιῆς ἵεμαι ὀξύτερος. τοὔνεκεν οὔτ' ἄκνισον.7 Τοῦδέ με κυμοπλῆγος ἐπὶ σκοπέλοιο Πρίηπον ναῦται Θρηικίου ϑέντο πόρου φύλακα. ὃν μάρψων ὤρουσεν· ὁ δ' ἀίξαντος ἐπ' οὖδας οὐ βραδὺς εὐκέντρῳ πέζαν ἔτυψε βέλει καὶ ζωῆς μιν ἄμερσεν. ἄπους. 28. πολλάκις οἷς ἤιξα ταχὺς καλέουσιν ἀρωγός. ξεῖνε. φοξός. οἷόν κεν ἐρημαίῃσιν ἐπ' ἀκταῖς ξέσσειαν μογερῶν υἱέες ἰχϑυβόλων. . ΑΡΧΙΟΥ 9. ἀλλ' ἤν τις γριπεύς με βοηϑόον ἢ καλαμευτὴς φωνήσῃ.8 Βαιὸς ἰδεῖν ὁ Πρίηπος ἐπαιγιαλίτιδα ναίω χηλήν. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ 10.
γλαυκὸν ἐνιδρυνθέντα νάπῃ. ἀφρῷ χείλεα πάντα δεδευμένον· οὐκέτι ϑάμβος. 33. Πανὸς ἑταίρην. λεοντόχλαινε. ὑπὸ σχίνῳ με Πρίηπον στειλάμενοι κώπαις τὰν ὀλίγαν ἄκατον. εἰ λογάδα στρατιὴν ὤλεσεν ἡμιϑέων. ἐρημαίης ἐνναέτειρα νάπης. οἱ δὲ]ΑΡΧΙΟΥ 16. ἀντίτυπον φϑογγὴν ἔμπαλιν ᾀδομένην. φίλε. καὶ σύ. ποίμνας ἐξελάσασϑε· πάλιν μυκηϑμὸν ἀκούοι ᾿Ηχώ. ἀλλὰ παράπλει. ληινόμοι γειαρόται Νεμέης· ἦ γὰρ ὑφ' ῾Ηρακλῆος ἀριστάϑλοιο δέδουπεν αὐχένα ϑηροφόνοις ἀγχόμενος παλάμαις.9 Τὸν βραχύν. ποιμέσιν ἡδὺ παίγνιον. –δίκτυ' ἄγ' ἁπλώσασϑε–.179 . ὅσσα λέγεις. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ 10. οἱ γριπῆες ἔϑεντο· μέλω δ' ἐγὼ ἄλλοτε κύρτοις. γλήναις φρικτὸν ἱέντα σέλας. παντοίων στομάτων λάλον εἰκόνα. 35. σημάντορα ϑήρης τίετ' ἀπ' οὐκ ὀλίγων βαιὸν ἀπαρχόμενοι. ταῦτα κλύων ἄπιϑι.51 Χάλκεος. [ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ. ΑΡΧΙΟΥ [ΝΕΩΤΕΡΟΥ] 10.31. ἰχϑυβολῆες. ἀλλ' ἄϑρησον. 94 Μηκέτι ταυροβόροιο βαρὺ βρύχημα λέοντος πτήσσετε. ὅσον ϑράσος ἄνυσε κάπρου ὁ πλάστας ἔμπνουν ϑῆρα τυπωσάμενος χαίτας αὐχενίους πεφρικότα. ἄλλοτε δ' αἰγιαλοῦ τοῦδε σαγηνοβόλοις. αἰγιαλίτην Πᾶνα. πάλιν ϑωρήσσεο ῥινῷ ῞Ηρης πρηΰνων μισονόϑοιο χόλον. 154 ᾿Ηχὼ πετρήεσσαν ὁρᾷς. οὐ θρίσσης νόσφιν ἀρυσσάμενοι. ΑΡΧΙΟΥ 15. ΑΡΧΙΟΥ 16. τὸν εὐόρμων τῇδ' ἔφορον λιμένων. 32.10 Πᾶνά με τόνδ' ἱερῆς ἐπὶ λισσάδος. ϑηκτὸν ὀδόντα βρύχοντα. 34. πολὺν δ' ἁλινηχέα βῶκα καὶ σκάρον. 36. ξεῖνε· σέϑεν δ' ἐγὼ οὕνεκα ταύτης εὐποΐης πέμψω πρη¿ν ὄπισϑε νότον. ΑΡΧΙΟΥ 16.
ἐμποδισθήσῃ. Schenkl. Leipzig: Teubner.Αὐτὰν ἐκ πόντοιο τιϑηνητῆρος ᾿Απελλῆς τὰν Κύπριν γυμνὰν εἶδε λοχευομέναν καὶ τοίαν ἐτύπωσε διάβροχον ὕδατος ἀφρῷ ϑλίβουσαν ϑαλεραῖς χερσὶν ἔτι πλόκαμον. ἀλλότρια. Beckby.1 Τῶν ὄντων τὰ μέν ἐστιν ἐφ' ἡμῖν. πενθήσεις. δόξαι. ϑειοδόμου τείχευς ἕρκος ἐρυμνότερον.) 38.2 καὶ τὰ μὲν ἐφ' ἡμῖν ἐστι φύσει ἐλεύθερα.. ἐὰν δὲ τὸ σὸν μόνον οἰηθῇς σὸν εἶναι. δοκῶ δ' ἡμᾶς οὐχὶ τὰ δεύτερ' ἔχειν. Munich: Heimeran. ἀλλότριον. ἐὰν τὰ φύσει δοῦλα ἐλεύθερα οἰηθῇς καὶ τὰ ἀλλότρια ἴδια. ῞Εκτορ.139 ῞Εκτορ ῾Ομηρείῃσιν ἀεὶ βεβοημένε βίβλοις. H. Anthologia Graeca. H. Anthologia lyrica Graeca. τὸ δὲ ἀλλότριον. οὐκ ἐγκαλέσεις τινί. 37. ὥσπερ ἐστίν. ἡ κτῆσις. τὰ δὲ οὐκ ἐφ' ἡμῖν ἀσθενῆ. Anthologia Graeca. ἀκώλυτα. οὐ πάτραις ἄνδρες ἀγαλλόμεϑα.. ὅτι. 1. ἐσιγήϑη καὶ σελὶς ᾿Ιλιάδος. Ζεῦξις δ' ὄνομ'· εἰ δέ τις ἀνδρῶν ἡμετέρης τέχνης πείρατά φησιν ἔχειν. fasc. ὄρεξις. ὁρμή. Diehl. Teubner Leipzig 1916) 1.3 μέμνησο οὖν. 4 vols. ed. ed. 3-4:1968 Επίκτητος. ἀρχαὶ καὶ ἑνὶ λόγῳ ὅσα οὐχ ἡμέτερα ἔργα. δείξας νικάτω . 2nd edn. ἔκκλισις καὶ ἑνὶ λόγῳ ὅσα ἡμέτερα ἔργα· οὐκ ἐφ' ἡμῖν δὲ τὸ σῶμα. οὐδείς σε κωλύσει. πατρίδες ἆρα ἀνδράσιν. κωλυτά. οὐ μέμψῃ οὐδένα. AKHΡATOΥ ΓΡAMMATIKOΥ 7. Schenkl. 1.. H. ῞Εκτορι μὲν Τροία συγκάτϑανεν οὐδ' ἔτι χεῖρας ἀντῆρεν Δαναῶν παισὶν ἐπερχομένοις· Πέλλα δ' ᾿Αλεξάνδρῳ συναπώλετο. ταραχθήσῃ. οὐδείς σε ἀναγκάσει οὐδέποτε. 31949: 111-112. ἄκων . δοῦλα. ἐφ' ἡμῖν μὲν ὑπόληψις. ΑΡΧΙΟΥ ῾Ηράκλεια πατρίς. τὰ δὲ οὐκ ἐφ' ἡμῖν. 1-2:1965. ἀπαραπόδιστα. ἐν σοὶ Μαιονίδης ἀνεπαύσατο· σοῦ δὲ ϑανόντος. μέμψῃ καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους. Εγχειρίδιον (ed. 1. (Aulus Licinius ARCHIAS. E. Teubner Leipzig 1916) Ἐπικτήτου Ἐγχειρίδιον (ed.
ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν κατὰ φύσιν ἔχουσαν τηρῆσαι· οὐ τηρήσω δέ.4 τηλικούτων οὖν ἐφιέμενος μέμνησο. ὑπομίμνῃσκε σεαυτόν. καὶ ὁ μὲν <ἐν> ὀρέξει ἀποτυγχάνων ἀτυχής. ὅτι ἄνθρωπον καταφιλεῖς· ἀποθανόντος γὰρ οὐ ταραχθήσῃ. ἐκεῖνο τὸ δεινόν ἐστιν. οὗ ὀρέγῃ. οὐδενί. πρόβαλλε σεαυτῷ τὰ γινόμενα ἐν βαλανείῳ. 2. ὁποῖόν ἐστι τὸ ἔργον. οὕτω γὰρ ἄν τι πρὸς τὸ λούσασθαι γένηται ἐμποδών. ἐὰν ἐπιλέγῃς εὐθὺς ὅτι ‘λούσασθαι θέλω καὶ τὴν ἐμαυτοῦ προαίρεσιν κατὰ φύσιν ἔχουσαν τηρῆσαι’. ἔπειτα ἐξέταζε αὐτὴν καὶ δοκίμαζε τοῖς κανόσι τούτοις οἷς ἔχεις. ἀτυχεῖν ἀνάγκη τῶν τε ἐφ' ἡμῖν.πράξεις οὐδὲ ἕν. καὶ οὕτως ἀσφαλέστερον ἅψῃ τοῦ ἔργου. ὁ δὲ <ἐν> ἐκκλίσει περιπίπτων δυστυχής. τοὺς λοιδοροῦντας. δι' ὧν μόνων ἐλευθερία καὶ εὐδαιμονία περιγίνεται. ὅτι ‘χύτραν στέργω’. πρώτῳ δὲ τούτῳ καὶ μάλιστα. μηδέποτε ἄλλον αἰτιώμεθα. 1. οὐδὲ γὰρ βλαβερόν τι πείσῃ. διότι δεινόν. ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τοῦ θανάτου. τοὺς κλέπτοντας. 4.1 Ταράσσει τοὺς ἀνθρώπους οὐ τὰ πράγματα. πότερον περὶ τὰ ἐφ' ἡμῖν ἐστιν ἢ περὶ τὰ οὐκ ἐφ' ἡμῖν· κἂν περί τι τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν ᾖ. ὅτι ὀρέξεως ἐπαγγελία ἐπιτυχία. ἐὰν ἀγανακτῶ πρὸς τὰ γινόμενα. καὶ ὡσαύτως ἐφ' ἑκάστου ἔργου. ὅτι οὐ δεῖ μετρίως κεκινημένον ἅπτεσθαι αὐτῶν. ὃ ἐκκλίνεται. ὅσων ὀρέγεσθαι καλὸν ἄν. δυστυχήσεις. ἐκκλίσεως ἐπαγγελία τὸ μὴ περιπεσεῖν ἐκείνῳ. τὴν ὄρεξιν δὲ παντελῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος ἄνελε· ἄν τε γὰρ ὀρέγῃ τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν τινος. τυχὸν μὲν οὐδ' αὐτῶν τούτων τεύξῃ διὰ τὸ καὶ τῶν προτέρων ἐφίεσθαι. 3. τοὺς ἐγκρουομένους. ὁποῖόν ἐστιν. ὧν ἐκκλίνεις. περιπεσῇ· νόσον δ' ἂν ἐκκλίνῃς ἢ θάνατον ἢ πενίαν. ἐὰν λουσόμενος ἀπίῃς.1 Μέμνησο. ἀπὸ τῶν σμικροτάτων ἀρξάμενος· ἂν χύτραν στέργῃς. οὐδείς σε βλάψει. ἀλλ' . ἐὰν δὲ καὶ ταῦτ' ἐθέλῃς καὶ ἄρχειν καὶ πλουτεῖν. ἀλλὰ τὰ περὶ τῶν πραγμάτων δόγματα· οἷον ὁ θάνατος οὐδὲν δεινόν (ἐπεὶ καὶ Σωκράτει ἂν ἐφαίνετο). ὅταν οὖν ἐμποδιζώμεθα ἢ ταρασσώμεθα ἢ λυπώμεθα. μόνῳ δὲ τῷ ὁρμᾶν καὶ ἀφορμᾶν χρῶ. 1. ἀλλὰ τὰ μὲν ἀφιέναι παντελῶς.1 Ὅταν ἅπτεσθαί τινος ἔργου μέλλῃς. πρόχειρον ἔστω τὸ διότι ‘οὐδὲν πρὸς ἐμέ’ 2.’ 5. κούφως μέντοι καὶ μεθ' ὑπεξαιρέσεως καὶ ἀνειμένως.5 εὐθὺς οὖν πάσῃ φαντασίᾳ τραχείᾳ μελέτα ἐπιλέγειν ὅτι ‘φαντασία εἶ καὶ οὐ πάντως τὸ φαινόμενον’. τὰ δ' ὑπερτίθεσθαι πρὸς τὸ παρόν.1 Ἐφ' ἑκάστου τῶν ψυχαγωγούντων ἢ χρείαν παρεχόντων ἢ στεργομένων μέμνησο ἐπιλέγειν. ἐχθρὸν οὐχ ἕξεις. τοὺς ἀπορραίνοντας. ἂν μὲν οὖν μόνα ἐκκλίνῃς τὰ παρὰ φύσιν τῶν ἐπὶ σοί. κατεαγείσης γὰρ αὐτῆς οὐ ταραχθήσῃ· ἂν παιδίον σαυτοῦ καταφιλῇς ἢ γυναῖκα. πρόχειρον ἔσται διότι ‘ἀλλ' οὐ τοῦτο ἤθελον μόνον. πάντως γε μὴν ἐκείνων ἀποτεύξη. οὐδὲν οὐδέπω σοι πάρεστι.2 ἆρον οὖν τὴν ἔκκλισιν ἀπὸ πάντων τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν καὶ μετάθες ἐπὶ τὰ παρὰ φύσιν τῶν ἐφ' ἡμῖν.
ἀπαιδεύτου ἔργον τὸ ἄλλοις ἐγκαλεῖν.’ τί δὲ σοὶ μέλει. οὐδὲν κωλύσει· ἐὰν δὲ ὁ κυβερνήτης καλέσῃ. τίνα δύναμιν ἔχεις πρὸς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. ἄφες τοὺς τοιούτους ἐπιλογισμούς. ‘ἀλλὰ κακὸς ὁ ἀφελόμενος. μή ποτε ὁ κυβερνήτης καλέσῃ. χώλανσις σκέλους ἐστὶν ἐμπόδιον. διὰ τίνος σε ὁ δοὺς ἀπῄτησε; μέχρι δ' ἂν διδῷ. εὑρήσεις ἀνεξικακίαν. 10. τοῦτ' ἔστι τὰ ἑαυτῶν δόγματα.ἑαυτούς.2 ἄρξαι τοιγαροῦν ἀπὸ τῶν σμικρῶν. πονηρὸς ἔσται. ἐφ' οἷς αὐτὸς πράσσει κακῶς· ἠργμένου παιδεύεσθαι τὸ ἑαυτῷ· πεπαιδευμένου τὸ μήτε ἄλλῳ μήτε ἑαυτῷ. 12. τὸ παιδίον ἀπέθανεν; ἀπεδόθη. μή ποτε καλοῦντος ἐλλίπῃς. καὶ οὕτως ἐθιζόμενόν σε οὐ συναρπάσουσιν αἱ φαντασίαι. ἀλλ' ὅτι ‘ἀπέδωκα’. ὅτι ἐπὶ ἵππου ἀγαθῷ ἐπαίρῃ. οἰστὸν ἂν ἦν· σὺ δέ. ‘τὸ χωρίον ἀφῃρέθην. ὅταν δὲ καλῇς τὸν παῖδα. ἵνα μὴ δεδεμένος ἐμβληθῇς ὡς τὰ πρόβατα· οὕτω καὶ ἐν τῷ βίῳ. τί οὖν ἐστι σόν; χρῆσις φαντασιῶν.1 Μηδέποτε ἐπὶ μηδενὸς εἴπῃς ὅτι ‘ἀπώλεσα αὐτό’. 9. ὅταν λέγῃς ἐπαιρόμενος ὅτι ‘ἵππον καλὸν ἔχω’. οὐχ ἕξω διατροφάς’· ‘ἐὰν μὴ κολάσω τὸν παῖδα. ὅτι δύναται μὴ ὑπακοῦσαι καὶ ὑπακούσας μηδὲν ποιῆσαι .1 Καθάπερ ἐν πλῷ τοῦ πλοίου καθορμισθέντος εἰ ἐξέλθοις ὑθρεύσασθαι.1 Ἐφ' ἑκάστου τῶν προσπιπτόντων μέμνησο ἐπιστρέφων ἐπὶ σεαυτὸν ζητεῖν. ἐνθυμοῦ.1 Εἰ προκόψαι θέλεις. ἡ γυνὴ ἀπέθανεν; ἀπεδόθη. εἰ ὁ ἵππος ἐπαιρόμενος ἔλεγεν ὅτι ‘καλός εἰμι’. τρέχε ἐπὶ τὸ πλοῖον ἀφεὶς ἐκεῖνα ἅπαντα μηδὲ ἐπιστρεφόμενος. κρεῖττον δὲ τὸν παῖδα κακὸν εἶναι ἢ σὲ κακοδαίμονα. κἂν καλέσῃ. 6. τετάσθαι δὲ δεῖ τὴν διάνοιαν ἐπὶ τὸ πλοῖον καὶ συνεχῶς ἐπιστρέφεσθαι. προαιρέσεως δὲ οὔ. εὑρήσεις δύναμιν πρὸς ταῦτα ἐγκράτειαν· ἐὰν πόνος προσφέρηται. μηδὲ ἀπαλλαγῇς ποτε τοῦ πλοίου μακράν. ἴσθι.’ κρεῖσσον γὰρ λιμῷ ἀποθανεῖν ἄλυπον καὶ ἄφοβον γενόμενον ἢ ζῆν ἐν ἀφθόνοις ταρασσόμενον. ἐὰν διδῶται ἀντὶ βολβαρίου καὶ κοχλιδίου γυναικάριον καὶ παιδίον. 8. κλέπτεται τὸ οἰνάριον· ἐπίλεγε ὅτι ‘τοσούτου πωλεῖται ἀπάθεια. τηνικαῦτα ἐπάρθητι· τότε γὰρ ἐπὶ σῷ τινι ἀγαθῷ ἐπαρθήσῃ. ὥσθ'.1 Μὴ ζήτει τὰ γινόμενα γίνεσθαι ὡς θέλεις. ὡς τοῦ πανδοχείου οἱ παριόντες. ἀλλὰ θέλε τὰ γινόμενα ὡς γίνεται καὶ εὐροήσεις. πάντα ἐκεῖνα ἀφιέναι. 7. εὑρήσεις καρτερίαν· ἂν λοιδορία. ἐὰν καλὸν ἴδῃς ἢ καλήν. 12. προαιρέσεως δὲ οὔ. ἐκχεῖται τὸ ἐλάδιον. καὶ τοῦτο ἐφ' ἑκάστου τῶν ἐμπιπτόντων ἐπίλεγε· εὑρήσεις γὰρ αὐτὸ ἄλλου τινὸς ἐμπόδιον. ἐὰν δὲ γέρων ᾖς. 11.1 Νόσος σώματός ἐστιν ἐμπόδιον.’ οὐκοῦν καὶ τοῦτο ἀπεδόθη. ὡς ἀλλοτρίου αὐτοῦ ἐπιμελοῦ. ὁδοῦ μὲν πάρεργον καὶ κοχλίδιον ἀναλέξῃ καὶ βολβάριον. ἐὰν μὴ αὐτὴ θέλῃ. τοσούτου ἀταραξία’· προῖκα δὲ οὐδὲν περιγίνεται.1 Ἐπὶ μηδενὶ ἐπαρθῇς ἀλλοτρίῳ προτερήματι. ὅταν ἐν χρήσει φαντασιῶν κατὰ φύσιν σχῇς. ‘ἐὰν ἀμελήσω τᾶν ἐμῶν. σὸν δὲ οὔ.
οἵου ἂν θέλῃ ὁ διδάσκαλος· ἂν βραχύ. ἀλλὰ τοῦ ἑτέρου ἐπιμελούμενον τοῦ ἑτέρου ἀμελῆσαι πᾶσα ἀνάγκη. μωρὸς εἶ· θέλεις γὰρ τὴν κακίαν μὴ εἶναι κακίαν. ἐὰν δὲ θέλῃς ὀρεγόμενος μὴ ἀποτυγχάνειν. περιφερόμενον γέγονέ τι κατὰ σέ· ἐκτείνας τὴν χεῖρα κοσμίως μετάλαβε. πρόσεχε μή σε ἡ φαντασία συναρπάσῃ ὡς ἐν κακοῖς ὄντος αὐτοῦ τοῖς ἐκτός. ὅτι ὡς ἐν συμποσίῳ σε δεῖ ἀναστρέφεσθαι. ἐὰν εἰς μηδένα ἀγῶνα 19. οὕτω πρὸς γυναῖκα. ἀλλ' ἢ τῷ σωματίῳ μου ἢ τῷ κτησειδίῳ μου ἢ τῷ δοξαρίῳ μου ἢ τοῖς τέκνοις ἢ τῇ γυναικί. σὸν γὰρ τοῦτ' ἔστι.1 Ἐὰν θέλῃς τὰ τέκνα σου καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς φίλους σου πάντοτε ζῆν. 17. ἐμοὶ δὲ πάντα αἴσια σημαίνεται.2 κύριος ἑκάστου ἐστὶν ὁ τῶν ὑπ' ἐκείνου θελομένων ἢ μὴ θελομένων ἔχων τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ περιποιῆσαι ἢ ἀφελέσθαι. οὕτω πρὸς ἀρχάς. ἀλλὰ καὶ συνάρχων. ἀλλ' ὑπερίδῃς. οὕτω πρὸς τέκνα. μηδὲν βούλου δοκεῖν ἐπίστασθαι· κἂν δόξῃς τις εἶναί τισιν. κἂν οὕτω τύχῃ. ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτου’. 18.1 Κόραξ ὅταν μὴ αἴσιον κεκράγῃ. οὕτω γὰρ ποιῶν Διογένης καὶ Ἡράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι ἀξίως θεῖοί τε ἦσαν καὶ ἐλέγοντο. ἠλίθιος εἶ· τὰ γὰρ μὴ ἐπὶ σοὶ θέλεις ἐπὶ σοὶ εἶναι καὶ τὰ ἀλλότρια σὰ εἶναι.1 Εἰ προκόψαι θέλεις. οὕτω πρὸς πλοῦτον· καὶ ἔσῃ ποτὲ ἄξιος τῶν θεῶν συμπότης. ἂν ἰδιώτην. 14. ἀλλ' ἄλλο τι. καὶ συνεπιστενάξαι· πρόσεχε μέντοι μὴ καὶ ἔσωθεν στενάξῃς. τοῦτο δύνασαι. ἵνα καὶ τοῦτον εὐφυῶς ὑποκρίνῃ ἂν χωλόν. ὃ δύνασαι. 19.1 Ἀνίκητος εἶναι δύνασαι.ὧν θέλεις· ἀλλ' οὐχ οὕτως ἐστὶν αὐτῷ καλῶς.2 . μέχρις ἂν γένηται κατὰ σέ. τοῦτο οὖν ἄσκει.1 Μέμνησο. ἐπ' ἐμοί ἐστιν ὠφεληθῆναι ἀπ' αὐτοῦ’. ἀπίστει σεαυτῷ. παρέρχεται· μὴ κάτεχε. τότε οὐ μόνον συμπότης τῶν θεῶν ἔσῃ. μὴ συναρπαζέτω σε ἡ φαντασία· ἀλλ' εὐθὺς διαίρει παρὰ σεαυτῷ καὶ λέγε ὅτι ‘τούτων ἐμοὶ οὐδὲν ἐπισημαίνεται. 13. οὕτω κἂν τὸν παῖδα θέλῃς μὴ ἁμαρτάνειν.1 Μέμνησο. βραχέος· ἂν μακρόν. ὅτι ὑποκριτὴς εἶ δράματος. τὸ δοθὲν ὑποκρίνασθαι πρόσωπον καλῶς· ἐκλέξασθαι δ' αὐτὸ ἄλλου. ἴσθι γὰρ ὅτι οὐ ῥᾴδιον τὴν προαίρεσιν τὴν σεαυτοῦ κατὰ φύσιν ἔχουσαν φυλάξαι καὶ τὰ ἐκτός. ἐὰν ἐγὼ θέλω· ὅ τι γὰρ ἂν τούτων ἀποβαίνῃ. ὅστις οὖν ἐλεύθερος εἶναι βούλεται. ἂν ἄρχοντα. οὔπω ἥκει· μὴ ἐπίβαλλε πόρρω τὴν ὄρεξιν. 14. 16. δουλεύειν ἀνάγκη. μέχρι μέντοι λόγου μὴ ὄκνει συμπεριφέρεσθαι αὐτῷ. μήτε θελέτω τι μήτε φευγέτω τι τῶν ἐπ' ἄλλοις· εἰ δὲ μή. ὑπόμεινον ἕνεκα τῶν ἐκτὸς ἀνόητος δόξας καὶ ἠλίθιος.1 Ὅταν κλαίοντα ἴδῃς τινὰ ἐν πένθει ἢ ἀποδημοῦντος τέκνου ἢ ἀπολωλεκότα τὰ ἑαυτοῦ. 15. ἵνα ἐπ' ἐκείνῳ ᾖ τὸ σὲ μὴ ταραχθῆναι. ἀλλὰ περίμενε. ἀλλ' εὐθὺς ἔστω πρόχειρον ὅτι ‘τοῦτον θλίβει οὐ τὸ συμβεβηκός (ἄλλον γὰρ οὐ θλίβει). ἂν δὲ καὶ παρατεθέντων σοι μὴ λάβῃς. μακροῦ· ἂν πτωχὸν ὑποκρίνασθαί σε θέλῃ.
ὅτι ταῦτα τῶν ἐφ' ἡμῖν ἐστιν.καταβαίνῃς.1 Οὗτοί σε οἱ διαλογισμοὶ μὴ θλιβέτωσαν ‘ἄτιμος ἐγὼ βιώσομαι καὶ οὐδεὶς οὐδαμοῦ’.1 Εἰ φιλοσοφίας ἐπιθυμεῖς. ὁρᾶτε ὑμεῖς. ὃν οὐκ ἔστιν ἐπὶ σοὶ νικῆσαι. ὡς καταμωκησομένων σου πολλῶν. πῶς ἄνισοί ἐστε καὶ ἀγνώμονες. ‘ἵνα ἡμεῖς ἔχωμεν’. εἰ δ' ἐμὲ ἀξιοῦτε τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐμαυτοῦ ἀπολέσαι. οὐ πρύτανις ἢ ὕπατος εἶναι θελήσεις. δι' ὧν ἀποβαλῶ αὐτὰ ταῦτα. μία δὲ ὁδὸς πρὸς τοῦτο. εἰ γὰρ ἡ ἀτιμία ἐστὶ κακόν. σαυτῷ φαίνου καὶ ἱκανὸς ἔσῃ. ἀλλὰ τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτων ὡς ὑβριζόντων. δείκνυε τὴν ὁδὸν καὶ κτήσομαι.3 εἰ δύναμαι κτήσασθαι τηρῶν ἐμαυτὸν αἰδήμονα καὶ πιστὸν καὶ μεγαλόφρονα. καταφρόνησις τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν. 21. ὡς ὑπὸ τοῦ θεοῦ τεταγμένος εἰς ταύτην τὴν χώραν· μέμνησό τε διότι. οὐχὶ δὲ ἀλλότρια ἔργα; τίς δὲ δοῦναι δύναται ἑτέρῳ. ὅτι ἡ σή σε ὑπόληψις ἠρέθικε.1 Μέμνησο. οὐ μᾶλλον ἢ ἐν αἰσχρῷ· μή τι οὖν σόν ἐστιν ἔργον τὸ ἀρχῆς τυχεῖν ἢ παραληφθῆναι ἐφ' ἑστίασιν; οὐδαμῶς. τίς οὖν σοι εἶπεν. οὐ δύνασαι ἐν κακῷ εἶναι δι' ἄλλον. ἀρκοῦ οὖν ἐν παντὶ τῷ εἶναι φιλόσοφος εἰ δὲ καὶ δοκεῖν βούλει [τῷ εἶναι]. ἐὰν γὰρ ἐν τοῖς ἐφ' ἡμῖν ἡ οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ ᾖ. 22. οἱ καταγελῶντές σου τὸ πρότερον οὗτοί σε ὕστερον θαυμάσονται. 24. οὔτε φθόνος οὔτε ζηλοτυπία χώραν ἔχει· σύ τε αὐτὸς οὐ στρατηγός. τί λέγεις τὸ ἀβοήθητοι; οὐχ ἕξουσι παρὰ σοῦ κερμάτιον· οὐδὲ πολίτας Ῥωμαίων αὐτοὺς ποιήσεις. ὅταν οὖν ἐρεθίσῃ σέ τις. τοιγαροῦν ἐν πρώτοις πειρῶ ὑπὸ τῆς φαντασίας μὴ συναρπασθῆναι· ἂν γὰρ ἅπαξ χρόνου καὶ διατριβῆς τύχῃς. παρασκευάζου αὐτόθεν ὡς καταγελασθησόμενος. ἀλλ' ἐλεύθερος. ὅτι οὐχ ὁ λοιδορῶν ἢ ὁ τύπτων ὑβρίζει.4 . ἵνα ὑμεῖς τὰ μὴ ἀγαθὰ περιποιήσησθε. ὑπὸ τῆς φαντασίας συναρπασθείς. τί δὲ καὶ βούλεσθε μᾶλλον; ἀργύριον ἢ φίλον πιστὸν καὶ αἰδήμονα; εἰς τοῦτο οὖν μοι μᾶλλον συλλαμβάνετε καὶ μή. 24.1 Θάνατος καὶ φυγὴ καὶ πάντα τὰ δεινὰ φαινόμενα πρὸ ὀφθαλμῶν ἔστω σοι καθ' ἡμέραν.2 ἀλλά σοι οἱ φίλοι ἀβοήθητοι ἔσονται. ἴσθι. ὃν ἐν μόνοις εἶναί τινα δεῖ τοῖς ἐπὶ σοί. ἐὰν δὲ ἡττηθῇς αὐτῶν. φησίν. 23. ἃ μὴ ἔχει αὐτός; ‘κτῆσαι οὖν’. 20. ὡς ἐρούντων ὅτι ‘ἄφνω φιλόσοφος ἡμῖν ἐπανελήλυθε’ καὶ ‘πόθεν ἡμῖν αὕτη ἡ ὀφρύς;’ σὺ δὲ ὀφρὺν μὲν μὴ σχῇς· τῶν δὲ βελτίστων σοι φαινομένων οὕτως ἔχου. ἐὰν μὲν ἐμμείνῃς τοῖς αὐτοῖς.1 Ἐάν ποτέ σοι γένηται ἔξω στραφῆναι πρὸς τὸ βούλεσθαι ἀρέσαι τινί. ἐν οἷς ἔξεστί σοι εἶναι πλείστου ἀξίῳ; 24. 24. πῶς οὖν ἔτι τοῦτ' ἔστιν ἀτιμία; πῶς δὲ οὐδεὶς οὐδαμοῦ ἔσῃ. ὅρα μήποτε ἰδών τινα προτιμώμενον ἢ μέγα δυνάμενον ἢ ἄλλως εὐδοκιμοῦντα μακαρίσῃς. ἐκεῖνά με πράσσειν ἀξιοῦτε. μάλιστα δὲ πάντων ὁ θάνατος· καὶ οὐδὲν οὐδέποτε οὔτε ταπεινὸν ἐνθυμηθήσῃ οὔτε ἄγαν ἐπιθυμήσεις τινός. ἴσθι ὅτι ἀπώλεσας τὴν ἔνστασιν. διπλοῦν προσλήψῃ καταγέλωτα. ῥᾷον κρατήσεις σεαυτοῦ.
οὕτως οὐδὲ κακοῦ φύσις ἐν κόσμῳ γίνεται. ὅτι.2 πῶς γὰρ ἴσον ἔχειν δύναται ὁ μὴ φοιτῶν ἐπὶ θύρας τινὸς τῷ φοιτῶντι; ὁ μὴ παραπέμπων τῷ παραπέμποντι; ὁ μὴ ἐπαινῶν τῷ ἐπαινοῦντι. ὅσου πωλεῖται. ὅτι σὺ αὐτῶν οὐκ ἔτυχες· μέμνησο δέ. ποίαν καὶ ταύτην βοήθειαν; στοὰς οὐχ ἕξει διὰ σὲ οὔτε βαλανεῖα.1 Τὸ βούλημα τῆς φύσεως καταμαθεῖν ἔστιν ἐξ ὧν οὐ διαφερόμεθα πρὸς ἀλλήλους. ὃν οὐκ ἔδωκας. φησί. ὃν οὐκ ἤθελες. 25. εἰ δὲ ἐκείνην ὠφελεῖν βουλόμενος ἀποβαλεῖς ταῦτα. ὅταν ἄλλου παιδάριον κατεάξῃ τὸ ποτήριον. οὕτω μετατίθει καὶ ἐπὶ τὰ μείζονα. ἠγανάκτεις ἄν· ὅτι δὲ σὺ τὴν γνώμην τὴν σεαυτοῦ ἐπιτρέπεις τῷ τυχόντι. ἐὰν ἕκαστος ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον. εἰ σοι λυσιτελεῖ. 28. ὅσου πωλεῖ τὸ δεῖπνον.3 ἀλλὰ πόσου πιπράσκονται θρίδακες; ὀβολοῦ. εἰ μὴ προϊέμενος ταῦτα. τοιοῦτον εἶναί σε δεῖ. οἷον. ὅτι ἔτυχεν αὐτῶν ἐκεῖνος· εἰ δὲ κακά.1 Προετιμήθη σού τις ἐν ἑστιάσει ἢ ἐν προσαγορεύσει ἢ ἐν τῷ παραληφθῆναι εἰς συμβουλίαν; εἰ μὲν ἀγαθὰ ταῦτά ἐστι. χαίρειν σε δεῖ. ὅτι οὐ δύνασαι μὴ ταὐτὰ ποιῶν πρὸς τὸ τυγχάνειν τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν τῶν ἴσων ἀξιοῦσθαι. ἂν οὕτω τύχῃ. τάλας ἐγώ’. ἀνθ' ὧν ἐκεῖνα πιπράσκεται. ἴσθι οὖν. πάλιν. ‘χώραν ἐν τῇ πόλει;’ ἣν ἂν δύνῃ φυλάττων ἅμα τὸν πιστὸν καὶ αἰδήμονα.‘ἀλλ' ἡ πατρίς. ἐπαίνου δ' αὐτὸ πωλεῖ. θεραπείας πωλεῖ. ὁποῖον ὅτε καὶ τὸ τοῦ ἄλλου κατεάγη. 26. εἰ δὲ κἀκεῖνα θέλεις μὴ προΐεσθαι καὶ ταῦτα λαμβάνειν. μὴ οἴου ἔλαττον ἔχειν τοῦ λαβόντος.1 Ὥσπερ σκοπὸς πρὸς τὸ ἀποτυχεῖν οὐ τίθεται. τέκνον ἄλλου τέθνηκεν ἢ γυνή; οὐδείς ἐστιν ὃς οὐκ ἂν εἴποι ὅτι ‘ἀνθρώπινον’· ἀλλ' ὅταν τὸ αὐτοῦ τινος ἀποθάνῃ. καὶ τί τοῦτο; οὐδὲ γὰρ ὑποδήματα ἔχει διὰ τὸν χαλκέα οὐδ' ὅπλα διὰ τὸν σκυτέα· ἱκανὸν δέ. εὐθὺς ‘οἴμοι.5 ‘τίνα οὖν ἕξω’. ὡς γὰρ ἐκεῖνος ἔχει θρίδακας. ὅσον ἐπ' ἐμοί’. ‘ἀβοήθητος ἔσται’. προῖκα αὐτὰ βουλήσῃ λαμβάνειν.’ οὐκοῦν οὐδὲ σὺ αὐτὸς ἀνωφελὴς ἂν εἴης αὐτῇ.5 οὐδὲν οὖν ἔχεις ἀντὶ τοῦ δείπνου; ἔχεις μὲν οὖν τὸ μὴ ἐπαινέσαι τοῦτον. σὺ δὲ μὴ προέμενος μὴ λάβῃς. πρόχειρον εὐθὺς λέγειν ὅτι ‘τῶν γινομένων ἐστίν’. εἰ δὲ ἄλλον τινὰ αὐτῇ κατεσκεύαζες πολίτην πιστὸν καὶ αἰδήμονα. ἂν οὖν τις προέμενος τὸν ὀβολὸν λάβῃ θρίδακας.4 τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἐνταῦθα. ἐὰν . 25. ἄπληστος εἶ καὶ ἀβέλτερος. τί πάσχομεν περὶ ἄλλων αὐτὸ ἀκούσαντες. οὐ παρεκλήθης ἐφ' ἑστίασίν τινος; οὐ γὰρ ἔδωκας τῷ καλοῦντι.1 Εἰ μὲν τὸ σῶμά σού τις ἐπέτρεπε τῷ ἀπαντήσαντι. 25. ἄδικος οὖν ἔσῃ καὶ ἄπληστος. 27. τί ὄφελος ἂν αὐτῇ γένοιο ἀναιδὴς καὶ ἄπιστος ἀποτελεσθείς; 25. δὸς οὖν τὸ διάφορον. ἐχρῆν δὲ μεμνῆσθαι. 24. ἵνα. οὕτω σὺ τὸν ὀβολόν. μὴ ἄχθου. 25. φησίν. ὅταν καὶ τὸ σὸν κατεαγῇ. τὸ μὴ ἀνασχέσθαι αὐτοῦ τῶν ἐπὶ τῆς εἰσόδου. οὐδὲν ἂν αὐτὴν ὠφέλεις; ‘ναί.
εἶτα ῥήτωρ.4 οὕτω θεασάμενοί τινες φιλόσοφον καὶ ἀκούσαντες οὕτω τινὸς λέγοντος. ἐν παντὶ ἧττον ἔχειν. ἀπέχεσθαι πεμμάτων. μὴ ὡς τὰ παιδία νῦν φιλόσοφος.5 ἄνθρωπε. ἐν καύματι. ἐν ἀρχῇ. μὴ οἶνον. ‘ὁ ἀδελφὸς . 29. ὡσαύτως πίνειν. 29. τὴν ὀσφὺν κατάμαθε. τοὺς μηρούς. ὡς ἐκεῖνος;). νῦν δὲ σαλπίζει. ἐν τιμῇ. εἶτα ἐν τῷ ἀγῶνι παρορύσσεσθαι. ὑπὸ τῶν ἀπαντώντων καταγελασθῆναι. ἐν ὥρᾳ τεταγμένῃ. 30. μιμῇ καὶ ἄλλο ἐξ ἄλλου σοι ἀρέσκει. παίοντος. ὁμοίως δυσαρεστεῖν; ἀγρυπνῆσαι δεῖ. ἕνα σε δεῖ ἄνθρωπον ἢ ἀγαθὸν ἢ κακὸν εἶναι· ἢ τὸ ἡγεμονικόν σε δεῖ ἐξεργάζεσθαι τὸ σαυτοῦ ἢ τὸ ἐκτὸς ἢ περὶ τὰ ἔσω φιλοτεχνεῖν ἢ περὶ τὰ ἔξω· τοῦτ' ἔστιν ἢ φιλοσόφου τάξιν ἐπέχειν ἢ ἰδιώτου. μὴ ψυχρὸν πίνειν. νῦν δὲ μονομάχος. δοκεῖς. 29.λοιδορήσηταί σοι. ὁποῖόν ἐστι τὸ πρᾶγμα· εἶτα καὶ τὴν σεαυτοῦ φύσιν κατάμαθε. δεῖ σ' εὐτακτεῖν. πολλὴν ἁφὴν καταπιεῖν. γυμνάζεσθαι πρὸς ἀνάγκην. μὴ προσάγαγε. ὑπὸ παιδαρίου καταφρονηθῆναι. εἶτα φιλόσοφος. πατήρ ἐστιν· ὑπαγορεύεται ἐπιμελεῖσθαι.1 Τὰ καθήκοντα ὡς ἐπίπαν ταῖς σχέσεσι παραμετρεῖται. εἶτα τραγῳδεῖ· οὕτω καὶ σὺ νῦν μὲν ἀθλητής. ἀπὸ τῶν οἰκείων ἀπελθεῖν. 29. ἐν δίκῃ. ἐν ψύχει. ἐλευθερίαν. ὕστερον δὲ ἀναφανέντων δυσχερῶν τινων αἰσχρῶς ἀποστήσῃ. ἐν πραγματίῳ παντί. μή τι οὖν πρὸς ἀγαθὸν πατέρα φύσει ᾠκειώθης; ἀλλὰ πρὸς πατέρα. ὅτι ταῦτα ποιῶν ὡσαύτως δύνασαι ἐσθίειν. ἔσθ' ὅτε μαστιγωθῆναι καὶ μετὰ τούτων πάντων νικηθῆναι. εἰ δὲ μή. ὡς τὰ παιδία ἀναστραφήσῃ. ἀλλ' εἰκῇ καὶ κατὰ ψυχρὰν ἐπιθυμίαν. ὡς ἔτυχεν. ἣν ἂν ἴδῃς.7 ταῦτα ἐπίσκεψαι. ταῦτα οὐ συμφωνεῖ. ἃ νῦν μὲν παλαιστὰς παίζει. τὴν μὲν πρώτην προθύμως ἥξεις ἅτε μηδὲν τῶν ἑξῆς ἐντεθυμημένος. θέλουσι καὶ αὐτοὶ φιλοσοφεῖν.2 θέλεις Ὀλύμπια νικῆσαι; κἀγώ. ὁμοίως ὀρέγεσθαι. σφυρὸν στρέψαι. εἶτα ῥήτωρ. εἰ δὲ μή. πρῶτον ἐπίσκεψαι.6 ἄλλος γὰρ πρὸς ἄλλο πέφυκε. ἀταραξίαν· εἰ δὲ μή. ‘ἀλλὰ πατὴρ κακός ἐστι’. ἀνέχεσθαι λοιδοροῦντος. οὐκ αἰσχύνῃ τούτου ἕνεκα; 29.1 Ἑκάστου ἔργου σκόπει τὰ καθηγούμενα καὶ τὰ ἀκόλουθα αὐτοῦ καὶ οὕτως ἔρχου ἐπ' αὐτό. ταραχθῇ ἐκείνη καὶ συγχυθῇ. πένταθλος εἶναι βούλει ἢ παλαιστής; ἴδε σεαυτοῦ τοὺς βραχίονας. νὴ τοὺς θεούς· κομψὸν γάρ ἐστιν. 29. ὅλῃ δὲ τῇ ψυχῇ οὐδέν· ἀλλ' ὡς πίθηκος πᾶσαν θέαν. 29. ἂν ἔτι θέλῃς. εἰ δύνασαι βαστάσαι. νῦν δὲ μονομάχους. οὐ γὰρ μετὰ σκέψεως ἦλθες ἐπί τι οὐδὲ περιοδεύσας. ὕστερον δὲ τελώνης. εἶτα ἐπίτροπος Καίσαρος. ἀναγκοτροφεῖν. ἔστι δὲ ὅτε χεῖρα ἐκβαλεῖν.3 ταῦτα ἐπισκεψάμενος. ἁπλῶς ὡς ἰατρῷ παραδεδωκέναι σεαυτὸν τῷ ἐπιστάτῃ. ἔρχου ἐπὶ τὸ ἀθλεῖν. εἰ θέλεις ἀντικαταλλάξασθαι τούτων ἀπάθειαν. πονῆσαι. ὡς Εὐφράτης λέγει (καίτοι τίς οὕτω δύναται εἰπεῖν. ἀλλὰ σκόπει τὰ καθηγούμενα καὶ τὰ ἀκόλουθα καὶ οὕτως ἅπτου τοῦ ἔργου. παραχωρεῖν ἁπάντων.
ὡς. οὐκ οἶδας. μέμψασθαί σε καὶ μισεῖν τοὺς αἰτίους. ὅταν ἀποτυγχάνῃς ὧν θέλεις καὶ περιπίπτῃς οἷς μὴ θέλεις. ὅτι πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ἀδιάφορον καὶ οὐδὲν πρὸς σέ. εἰ γάρ ἐστί τι τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν.2 μὴ φέρε οὖν πρὸς τὸν μάντιν ὄρεξιν ἢ ἔκκλισιν μηδὲ τρέμων αὐτῷ πρόσει. 31. ἀπὸ τοῦ πολίτου. ἐπεῖ καὶ τὸ εὐσεβές. ἐὰν τὰς σχέσεις ἐθίζῃ θεωρεῖν. ἀμήχανον οὖν βλάπτεσθαί τινα οἰόμενον χαίρειν τῷ δοκοῦντι βλάπτειν. διὰ τοῦτο ὁ ναύτης. ἐὰν μὴ ἄρῃς ἀπὸ τῶν οὐκ ἐφ' ἡμῖν καὶ ἐν τοῖς ἐφ' ἡμῖν μόνοις θῇς τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν. τὰ δὲ ὠφέλιμα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν μετιέναι τε καὶ τεθηπέναι. ἐν τῷ αὐτῷ καὶ εὐσεβείας ἐπιμελεῖται. ἀλλὰ τί σοὶ ποιήσαντι κατὰ φύσιν ἡ σὴ ἕξει προαίρεσις· σὲ γὰρ ἄλλος οὐ βλάψει. διὰ τοῦτο ὁ ἔμπορος. 32.5 σπένδειν δὲ καὶ θύειν καὶ ἀπάρχεσθαι κατὰ τὰ πάτρια ἑκάστοτε προσήκει καθαρῶς καὶ μὴ ἐπισεσυρμένως μηδὲ ἀμελῶς μηδέ γε γλίσχρως μηδὲ ὑπὲρ δύναμιν. ἀλλὰ διεγνωκώς. ὅταν τί σοι συμβουλευθῇ. εἴπερ εἶ φιλόσοφος. ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ τὸ καθῆκον εὑρήσεις. 31. πᾶσα ἀνάγκη μήτε ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι μήτε κακόν. ὁποῖον δέ τι ἐστίν. ὅταν ὑπολάβῃς βλάπτεσθαι. ἐφ' ὧν ἡ πᾶσα σκέψις τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἔκβασιν ἔχει καὶ οὔτε ἐκ λόγου οὔτε ἐκ τέχνης τινὸς ἄλλης ἀφορμαὶ δίδονται πρὸς τὸ συνιδεῖν τὸ . πᾶσα ἀνάγκη. μέμνησο. 32. οὕτως οὖν ἀπὸ τοῦ γείτονος. ἄν γέ τι ἐκείνων ὑπολάβῃς ἀγαθὸν ἢ κακόν. ὅτι. ὅταν τῶν δοκούντων ἀγαθῶν εἶναι τῷ παιδὶ μὴ μεταδιδῷ· καὶ Πολυνείκην καὶ Ἐτεοκλέα τοῦτ' ἐποίησε πολεμίους ἀλλήλοις τὸ ἀγαθὸν οἴεσθαι τὴν τυραννίδα. 31. ὀρθὰς ὑπολήψεις περὶ αὐτῶν ἔχειν ὡς ὄντων καὶ διοικούντων τὰ ὅλα καλῶς καὶ δικαίως καὶ σαυτὸν εἰς τοῦτο κατατεταχέναι. τί ἐκεῖνος ποιεῖ.1 Ὅταν μαντικῇ προσίῃς. διὰ τοῦτο καὶ ὁ γεωργὸς λοιδορεῖ τοὺς θεούς. ὅστις ἐπιμελεῖται τοῦ ὀρέγεσθαι ὡς δεῖ καὶ ἐκκλίνειν. ὥστε. ὥσπερ καὶ τὸ αὐτῇ τῇ βλάβῃ χαίρειν ἀδύνατον. ἐλήλυθας εἰδώς.ἀδικεῖ.’ τήρει τοιγαροῦν τὴν τάξιν τὴν σεαυτοῦ πρὸς αὐτὸν μηδὲ σκόπει. οὕτω γὰρ οὐ μέμψῃ ποτὲ τοὺς θεοὺς οὔτε ἐγκαλέσεις ὡς ἀμελούμενος.4 ἔνθεν καὶ πατὴρ ὑπὸ υἱοῦ λοιδορεῖται. 31. ὁποῖον δ' ἂν ᾖ. ὅπου γὰρ τὸ συμφέρον.3 ἔρχου δὲ ἐπὶ τὸ μαντεύεσθαι. καθάπερ ἠξίου Σωκράτης. θαῤῥῶν οὖν ὡς ἐπὶ συμβούλους ἔρχου τοὺς θεούς· καὶ λοιπόν. τὸ πείθεσθαι αὐτοῖς καὶ εἴκειν πᾶσι τοῖς γινομένοις καὶ ἀκολουθεῖν ἑκόντα ὡς ὑπὸ τῆς ἀρίστης γνώμης ἐπιτελουμένοις. τί μὲν ἀποβήσεται.2 ἄλλως δὲ οὐχ οἷόν τε τοῦτο γίνεσθαι. 31. ἂν μὴ σὺ θέλῃς· τότε δὲ ἔσῃ βεβλαμμένος.1 Τῆς περὶ τοὺς θεοὺς εὐσεβείας ἴσθι ὅτι τὸ κυριώτατον ἐκεῖνό ἐστιν. διὰ τοῦτο οἱ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἀπολλύντες. ἔσται αὐτῷ χρήσασθαι καλῶς καὶ τοῦτο οὐθεὶς κωλύσει. ἀλλὰ ἥκεις ὡς παρὰ τοῦ μάντεως αὐτὸ πευσόμενος. 32.3 πέφυκε γὰρ πρὸς τοῦτο πᾶν ζῷον τὰ μὲν βλαβερὰ φαινόμενα καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν φεύγειν καὶ ἐκτρέπεσθαι. μέμνησο τίνας συμβούλους παρέλαβες καὶ τίνων παρακούσεις ἀπειθήσας.
εἰ δὲ ἐν ἀλλοφύλοις ἀποληφθεὶς τύχοις.2 καὶ σιωπὴ τὸ πολὺ ἔστω ἢ λαλείσθω τὰ ἀναγκαῖα καὶ δι' ὀλίγων. τῷ Πυθίῳ. 33. μὴ μέντοι ἐπαχθὴς γίνου τοῖς χρωμένοις μηδὲ ἐλεγκτικός· μηδὲ πολλαχοῦ τὸ ὅτι αὐτὸς οὐ χρῇ. ὃς ἐξέβαλε τοῦ ναοῦ τὸν οὐ βοηθήσαντα ἀναιρουμένῳ τῷ φίλῳ. 33. ὅταν δεήσῃ συγκινδυνεῦσαι φίλῳ ἢ πατρίδι. κἂν αὐτὸς ὢν τύχῃ καθαρός.11 εἰς ἀκροάσεις τινῶν μὴ εἰκῇ μηδὲ ῥᾳδίως πάριθι· παριὼν δὲ τὸ σεμνὸν καὶ τὸ εὐσταθὲς καὶ ἅμα ἀνεπαχθὲς φύλασσε. δῆλον ὅτι θάνατος σημαίνεται ἢ πήρωσις μέρους τινὸς τοῦ σώματος ἢ φυγή· ἀλλ' αἱρεῖ ὁ λόγος καὶ σὺν τούτοις παρίστασθαι τῷ φίλῳ καὶ τῇ πατρίδι συγκινδυνεύειν. θέλε γίνεσθαι μόνα τὰ γινόμενα καὶ νικᾶν μόνον τὸν νικῶντα· οὕτω γὰρ οὐκ ἐμποδισθήσῃ. 33. μὴ ἀπολογοῦ πρὸς τὰ λεχθέντα.6 ἑστιάσεις τὰς ἔξω καὶ ἰδιωτικὰς διακρούου· ἐὰν δέ ποτε γίνηται καιρός. οἰκετίαν· τὸ δὲ πρὸς δόξαν ἢ τρυφὴν ἅπαν περίγραφε. οἷον τροφάς. 33. οἰκίαν. μάλιστα δὲ μὴ περὶ ἀνθρώπων ψέγων ἢ ἐπαινῶν ἢ συγκρίνων. εἰ δὲ μή. καὶ γὰρ ἂν προείπῃ σοι ὁ μάντις φαῦλα γεγονέναι τὰ ἱερά. καὶ τὸν συνανατριβόμενον αὐτῷ συμμολύνεσθαι ἀνάγκη. ὅτι ἐθαύμασας τὴν θέαν. μὴ περὶ ἀθλητῶν. εἰ συγκινδυνευτέον. ἐπεὶ οὐκ ἂν ταῦτα μόνα ἔλεγεν’. ἀλλ' ἀποκρίνου διότι ‘ἠγνόει γὰρ τὰ ἄλλα τὰ προσόντα μοι κακά. ὃν φυλάξεις ἐπί τε σεαυτοῦ ὢν καὶ ἀνθρώποις ἐντυγχάνων. 33. εἰ μὲν οἷόν τε. τοιγαροῦν τῷ μείζονι μάντει πρόσεχε.προκείμενον· ὥστε. πόμα. . βοῆς δὲ καὶ τοῦ ἐπιγελᾶν τινι ἢ ἐπὶ πολὺ συγκινεῖσθαι παντελῶς ἀπέχου. ἐντετάσθω σοι ἡ προσοχή. τῶν ἑκασταχοῦ. σιώπα. ἴσθι γάρ. μηδενὶ σπουδάζων φαίνου ἢ σεαυτῷ. ἀμπεχόνην. σπανίως δέ ποτε καιροῦ παρακαλοῦντος ἐπὶ τὸ λέγειν λέξον μέν. εἰ δέ ποτε καιρὸς εἴη. μὴ μαντεύεσθαι. ἐκ τῶν ἐνόντων. 33. μήποτε ἄρα ὑπορρυῇς εἰς ἰδιωτισμόν. ἀλλὰ περὶ οὐδενὸς τῶν τυχόντων· μὴ περὶ μονομαχιῶν. μὴ περὶ βρωμάτων ἢ πομάτων. καὶ μετὰ τὸ ἀπαλλαγῆναι μὴ πολλὰ περὶ τῶν γεγενημένων διαλέγου. παράφερε. 33.9 ἐὰν τίς σοι ἀπαγγείλῃ ὅτι ὁ δεῖνά σε κακῶς λέγει. 33. 33.8 περὶ ἀφροδίσια εἰς δύναμιν πρὸ γάμου καθαρευτέον· ἁπτομένῳ δὲ ὧν νόμιμόν ἐστι μεταληπτέον.3 ἂν μὲν οὖν οἷός τε ᾖς. μετάγαγε τοῖς σοῖς λόγοις καὶ τοὺς τῶν συνόντων ἐπὶ τὸ προσῆκον. μὴ περὶ ἱπποδρομιῶν. τοῦτ' ἔστι.5 ὅρκον παραίτησαι.4 γέλως μὴ πολὺς ἔστω μηδὲ ἐπὶ πολλοῖς μηδὲ ἀνειμένος. ὅσα μὴ φέρει πρὸς τὴν σὴν ἐπανόρθωσιν· ἐμφαίνεται γὰρ ἐκ τοῦ τοιούτου.7 τὰ περὶ τὸ σῶμα μέχρι τῆς χρείας ψιλῆς παραλάμβανε.1 Τάξον τινὰ ἤδη χαρακτῆρα σαυτῷ καὶ τύπον. ἐὰν ὁ ἑταῖρος ᾖ μεμολυσμένος. ὅτι. 33. 33. εἰς ἅπαν.10 εἰς τὰ θέατρα τὸ πολὺ παριέναι οὐκ ἀναγκαῖον.
ὅταν οὖν τι συμβῇ τοιοῦτον. μέμνησο. μὴ μόνον τὴν πρὸς τὸ σῶμα ἀξίαν τῶν παρακειμένων ὁρᾶν. πρὸς δὲ <τὸ> τὸ κοινωνικὸν ἐν ἑστιάσει. εἰ μὲν γὰρ οὐκ ὀρθῶς ποιεῖς. καὶ ἀναβολήν τινα παρὰ σεαυτοῦ λάβε. μὴ ἡττήσῃ σε τὸ προσηνὲς αὐτοῦ καὶ ἡδὺ καὶ ἐπαγωγόν· ἀλλ' ἀντιτίθει. αὐτὸ τὸ ἔργον φεῦγε· εἰ δὲ ὀρθῶς. 33. φυλάξαι. 38.15 ἀπέστω δὲ καὶ τὸ γέλωτα κινεῖν· ὀλισθηρὸς γὰρ ὁ τρόπος εἰς ἰδιωτισμὸν καὶ ἅμα ἱκανὸς τὴν αἰδῶ τὴν πρὸς σὲ τῶν πλησίον ἀνιέναι. ὡς σοὶ ἡδύ ἐστι τὸ τῶν σῶν κινδύνων μεμνῆσθαι. ποιῇς. 33. ὅτι οὐχ εὑρήσεις αὐτὸν ἔνδον. 37. καὶ καθ' ὃν ἀπολαύσας ὕστερον μετανοήσεις καὶ αὐτὸς σεαυτῷ λοιδορήσῃ· καὶ τούτοις ἀντίθες ὅπως ἀποσχόμενος χαιρήσεις καὶ ἐπαινέσεις αὐτὸς σεαυτόν. μάλιστα τῶν ἐν ὑπεροχῇ δοκούντων. .16 ἐπισφαλὲς δὲ καὶ τὸ εἰς αἰσχρολογίαν προελθεῖν. ἐὰν δέ σοι καιρὸς φανῇ ἅψασθαι τοῦ ἔργου. κἂν σὺν τούτοις ἐλθεῖν καθήκῃ.1 Ὡς τὸ ‘ἡμέρα ἐστί’ καὶ ‘νύξ ἐστι’ πρὸς μὲν τὸ διεζευγμένον μεγάλην ἔχει ἀξίαν. οὕτω καὶ τὸ τὴν μείζω μερίδα ἐκλέξασθαι πρὸς μὲν τὸ σῶμα ἐχέτω ἀξίαν.1 Ἐὰν ὑπὲρ δύναμιν ἀναλάβῃς τι πρόσωπον. ὅτι ποιητέον ἐστί. ἔπειτα μνήσθητι ἀμφοτέρων τῶν χρόνων. 33. ἀπαξίαν ἔχει. ὅτι ἀποκλεισθήσῃ. οὐ γάρ. ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸς τὸν ἑστιάτορα αἰδῶ φυλάξαι. τί ἂν ἐποίησεν ἐν τούτῳ Σωκράτης ἢ Ζήνων. οὕτω καὶ τοῖς ἄλλοις ἡδύ ἐστι τὸ τῶν σοὶ συμβεβηκότων ἀκούειν.1 Ὅταν τι διαγνούς. πρόβαλε σαυτῷ. 33. πρόβαλε. 34. πόσῳ ἄμεινον τὸ συνειδέναι σεαυτῷ ταύτην τὴν νίκην νενικηκότι. τί φοβῇ τοὺς ἐπιπλήξοντας οὐκ ὀρθῶς; 36. καὶ οὐκ ἀπορήσεις τοῦ χρήσασθαι προσηκόντως τῷ ἐμπεσόντι.14 ἐν ταῖς ὁμιλίαις ἀπέστω τὸ ἑαυτοῦ τινων ἔργων ἢ κινδύνων ἐπὶ πολὺ καὶ ἀμέτρως μεμνῆσθαι. οἷον δεῖ. ὃ ἠδύνασο ἐκπληρῶσαι. παρέλιπες. πρὸς δὲ τὸ συμπεπλεγμένον ἀπαξίαν. μὴ συναρπασθῇς ὑπ' αὐτῆς· ἀλλ' ἐκδεξάσθω σε τὸ πρᾶγμα. μὴ ἐπιβῇς ἥλῳ ἢ στρέψῃς τὸν πόδα σου. καθάπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων.13 ὅταν φοιτᾷς πρός τινα τῶν μέγα δυναμένων. ἂν μὲν εὔκαιρον ᾖ. καὶ ἐπίπληξον τῷ προελθόντι· εἰ δὲ μή. καὶ ἐν τούτῳ ἠσχημόνησας καί. ἐλθὼν φέρε τὰ γινόμενα καὶ μηδέποτε εἴπῃς αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ὅτι ‘οὐκ ἦν τοσούτου’· ἰδιωτικὸν γὰρ καὶ διαβεβλημένον πρὸς τὰ ἐκτός. μηδέποτε φύγῃς ὀφθῆναι πράσσων αὐτό. ὅτι ἐντιναχθήσονταί σοι αἱ θύραι. πρόσεχε. μὴ καὶ τὸ ἡγεμονικὸν βλάψῃς τὸ σεαυτοῦ.12 ὅταν τινὶ μέλλῃς συμβαλεῖν. φύλασσε σαυτόν.1 Ἐν τῷ περιπατεῖν καθάπερ προσέχεις. οὕτω πρόσεχε. ὅταν οὖν συνεσθίῃς ἑτέρῳ. κἂν ἀλλοῖόν τι μέλλωσιν οἱ πολλοὶ περὶ αὐτοῦ ὑπολαμβάνειν. καθ' ὅν τε ἀπολαύσεις τῆς ἡδονῆς.1 Ὅταν ἡδονῆς τινος φαντασίαν λάβῃς. ὅτι οὐ φροντιεῖ σου. τῷ γε ἀποσιωπῆσαι καὶ ἐρυθριᾶσαι καὶ σκυθρωπάσαι δῆλος γίνου δυσχεραίνων τῷ λόγῳ.33. 35.
φυλάξεις τὸ μέτρον· ἐὰν δὲ ὑπερβῇς. ἐγώ σου ἄρα κρείσσων’· ‘ἐγώ σου λογιώτερος. προσέχειν οὖν ἄξιον. διότι ἐπ' οὐδενὶ ἄλλῳ τιμῶνται ἢ τῷ κόσμιαι φαίνεσθαι καὶ αἰδήμονες. τοῦ γὰρ ἅπαξ ὑπὲρ τὸ μέτρον ὅρος οὐθείς ἐστιν. καὶ γὰρ τὸ ἀληθὲς συμπεπλεγμένον ἄν τις ὑπολάβῃ ψεῦδος. 40. μέμνησο. ἐπὶ πολὺ πίνειν. κἀκεῖνος ἀπῆγεν 46. 41. ἄλλοις δὲ συγκατατίθεσθαι. ἐπιφθέγγου γὰρ ἐφ' ἑκάστῳ ὅτι ‘ἔδοξεν αὐτῷ’. ὡς κατὰ κρημνοῦ λοιπὸν ἀνάγκη φέρεσθαι· καθάπερ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑποδήματος. πῶς δεῖ ἐσθίειν. ἀλλ' ὅτι πολύν. 46. ἐὰν μὲν οὖν ἐπὶ τούτου στῇς.1 Πᾶν πρᾶγμα δύο ἔχει λαβάς. ἐντεῦθεν αὐτὸ μὴ λάμβανε.1 Αἱ γυναῖκες εὐθὺς ἀπὸ τεσσαρεσκαίδεκα ἐτῶν ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν κυρίαι καλοῦνται. 43. ἐκεῖνοι δὲ μᾶλλον συνακτικοί ‘ἐγώ σου πλουσιώτερός εἰμι. εἶτα πορφυροῦν. ὅτι καθήκειν αὐτῷ οἰόμενος ποιεῖ ἢ λέγει. εἰ κακῶς; οὕτως οὐ συμβήσεταί σοι ἄλλων μὲν φαντασίας καταληπτικὰς λαμβάνειν.1 Ἀφυΐας σημεῖον τὸ ἐνδιατρίβειν τοῖς περὶ τὸ σῶμα. ἀλλὰ ἐκεῖθεν μᾶλλον. ὅτι ἀδικεῖ (αὕτη γὰρ ἡ λαβή ἐστιν αὐτοῦ οὐ φορητή). ὅτι ἄλλο μὲν οὐδὲν αὐταῖς πρόσεστι. 45. ἐὰν ὑπὲρ τὸν πόδα ὑπερβῇς. πόθεν οἶσθα. τοιγαροῦν ὁρῶσαι.1 Λούεταί τις ταχέως· μὴ εἴπῃς ὅτι κακῶς. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν παρέργῳ ποιητέον· περὶ δὲ τὴν γνώμην ἡ πᾶσα ἔστω ἐπιστροφή.1 Μέτρον κτήσεως τὸ σῶμα ἑκάστῳ ὡς ὁ ποὺς ὑποδήματος. ἀπὸ τούτων οὖν ὁρμώμενος πρᾴως ἕξεις πρὸς τὸν λοιδοροῦντα. ὥστε. ὅτι οὕτως ἀφῃρήκει πανταχόθεν Σωκράτης τὸ ἐπιδεικτικόν. οὐ τὸ συμπεπλεγμένον βέβλαπται. 39. ὅτι ἀδελφός. μόνον δὲ συγκοιμῶνται τοῖς ἀνδράσι. ἀσφαλέστερον ἁψόμεθα τοῦ ἔργου.1 Μηδαμοῦ σεαυτὸν εἴπῃς φιλόσοφον μηδὲ λάλει τὸ πολὺ ἐν ἰδιώταις περὶ τῶν θεωρημάτων. ἐγώ σου ἄρα κρείσσων’. 42. ἀλλὰ τῷ ἑαυτῷ. ὁ ἀδελφὸς ἐὰν ἀδικῇ. γίνεται κατάχρυσον ὑπόδημα. ἀλλ' ὅτι ταχέως. κεντητόν.1 Οὗτοι οἱ λόγοι ἀσύνακτοι ‘ἐγώ σου πλουσιώτερός εἰμι. ὥστε ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν βουλόμενοι φιλοσόφοις ὑπ' αὐτοῦ συσταθῆναι. τὴν δὲ ἀφόρητον.1 Ὅταν σέ τις κακῶς ποιῇ ἢ κακῶς λέγῃ. ἐπὶ πολὺ ἀποπατεῖν. ἡ ἐμὴ ἄρα λέξις τῆς σῆς κρείσσων’. τὴν μὲν φορητήν. ἡ ἐμὴ ἄρα κτῆσις τῆς σῆς κρείσσων’· ‘ἐγώ σου λογιώτερος. ὡς δεῖ. ἀλλὰ ποίει τὸ ἀπὸ τῶν θεωρημάτων· οἷον ἐν συμποσίῳ μὴ λέγε. σὺ δέ γε οὔτε κτῆσις εἶ οὔτε λέξις. οἷον ἐπὶ πολὺ γυμνάζεσθαι. οὐχ οἷόν τε οὖν ἀκολουθεῖν αὐτὸν τῷ σοὶ φαινομένῳ. ἀλλ' ὁ ἐξαπατηθείς.2 . ἐκεῖνος βλάπτεται. ἵνα αἴσθωνται. πρὶν γὰρ διαγνῶναι τὸ δόγμα. καὶ λήψῃ αὐτὸ καθ' ὃ φορητόν. ὀχεύειν. ὅτι σύντροφος. πίνει τις πολὺν οἶνον· μὴ εἴπῃς ὅτι κακῶς. 44. ὅστις καὶ ἐξηπάτηται. ἐπὶ πολὺ ἐσθίειν. ἄρχονται καλλωπίζεσθαι καὶ ἐν τούτῳ πάσας ἔχειν τὰς ἐλπίδας. μέμνησο γάρ. εἰ κακῶς αὐτῷ φαίνεται. ἀλλ' ἔσθιε.καὶ τοῦτο ἐὰν ἐφ' ἑκάστου ἔργου παραφυλάσσωμεν.
ὅτι οὐδὲν οἶσθα. ἂν ἠλίθιος ἢ ἀμαθὴς δοκῇ.1 Ἰδιώτου στάσις καὶ χαρακτήρ· οὐδέποτε ἐξ ἑαυτοῦ προσδοκᾷ ὠφέλειαν ἢ βλάβην. 50. ὅ τι δ' ἂν ἐρῇ τις περὶ σοῦ.1 Εἰς ποῖον ἔτι χρόνον ἀναβάλλῃ τὸ τῶν βελτίστων ἀξιοῦν σεαυτὸν καὶ ἐν μηδενὶ παραβαίνειν τὸν διαιροῦντα λόγον; παρείληφας τὰ θεωρήματα. ὁρμῇ πρὸς ἅπαντα ἀνειμένῃ χρῆται. ἵνα εἰς ἐκεῖνον ὑπερθῇ τὴν ἐπανόρθωσιν .1 Ὅταν τις ἐπὶ τῷ νοεῖν καὶ ἐξηγεῖσθαι δύνασθαι τὰ Χρυσίππου βιβλία σεμνύνηται. ὡς ἀσεβήσων. μὴ καλλωπίζου ἐπὶ τούτῳ μήδ'. λέγε αὐτὸς πρὸς ἑαυτὸν ὅτι ‘εἰ μὴ Χρύσιππος ἀσαφῶς ἐγεγράφει. ἐφ' ᾧ ἐσεμνύνετο. τί ἄλλο ἢ γραμματικὸς ἀπετελέσθην ἀντὶ φιλοσόφου; πλήν γε δὴ ὅτι ἀντὶ Ὁμήρου Χρύσιππον ἐξηγούμενος. καταγελᾷ τοῦ ἐπαινοῦντος αὐτὸς παρ' ἑαυτῷ· κἂν ψέγῃ. ὅτι ἄρχῃ τοῦ ἔργου. τίς ἐστιν ὁ ἐξηγούμενος· καὶ ἀκούσας. ἔρχομαι πρὸς αὐτόν. ὅτι ὕδωρ πίνεις.αὐτούς. ὃ οὐκ ἔπεψας. οὐδὲν ἂν εἶχεν οὗτος. κἄν τις αὐτὸν ἐπαινῇ.1 Ὅταν εὐτελῶς ἡρμοσμένος ᾖς κατὰ τὸ σῶμα. καὶ μέχρι τούτων οὔπω σεμνὸν οὐδέν. ἀλλ' οὐ νοῶ τὰ γεγραμμένα· ζητῶ οὖν τὸν ἐξηγούμενον.2 σημεῖα προκόπτοντος· οὐδένα ψέγει. ἀλλ' ἀπ' αὐτῶν πεφθέντων τὰ ἔργα. καὶ ὅταν εἴπῃ σοί τις. ἐρυθριῶ. οὐδένα μέμφεται. 48. ἐκ πάσης ἀφορμῆς λέγε. οὕτως ἠνείχετο παρορώμενος. φιλοσόφου στάσις καὶ χαρακτήρ· πᾶσαν ὠφέλειαν καὶ βλάβην ἐξ ἑαυτοῦ προσδοκᾷ. ἀπολείπεται χρῆσθαι τοῖς παρηγγελμένοις· τοῦτο αὐτὸ μόνον σεμνόν ἐστιν. σεαυτῷ καὶ μὴ τοῖς ἔξω· μὴ τοὺς ἀνδριάντας περιλάμβανε· ἀλλὰ διψῶν ποτε σφοδρῶς ἐπίσπασαι ψυχροῦ ὕδατος καὶ ἔκπτυσον καὶ μηδενὶ εἴπῃς. ποῖον οὖν ἔτι διδάσκαλον προσδοκᾷς. ὅταν τις εἴπῃ μοι ‘ἐπανάγνωθί μοι Χρύσιππον’. ὅταν δὲ εὕρω τὸν ἐξηγούμενον. καὶ σὺ μὴ δηχθῇς. οὐδὲν περὶ ἑαυτοῦ λέγει ὡς ὄντος τινὸς ἢ εἰδότος τι.’ ἐγὼ δὲ τί βούλομαι; καταμαθεῖν τὴν φύσιν καὶ ταύτῃ ἕπεσθαι. μὴ ἐπιστρέφου· τοῦτο γὰρ οὐκ ἔτ' ἔστι σόν. καὶ συμβέβληκας. οἷς ἔδει σε συμβάλλειν. ἂν ὕδωρ πίνῃς. ἀλλ' ἀπὸ τῶν ἔξω.1 Ὅσα προτίθεται. 48. ἐνί τε λόγῳ. πρὶν πῆξιν λαβεῖν. εὐλαβούμενός τι κινῆσαι τῶν καθισταμένων. κἂν περὶ θεωρήματός τινος ἐν ἰδιώταις ἐμπίπτῃ λόγος. 48. ἑαυτῷ ἐγκαλεῖ. τότε ἴσθι. ἐπεὶ καὶ τὰ πρόβατα οὐ χόρτον φέροντα τοῖς ποιμέσιν ἐπιδεικνύει πόσον. οὐδενὶ ἐγκαλεῖ. ὅταν ἐμποδισθῇ τι ἢ κωλυθῇ. ἂν παραβῇς. μᾶλλον οὖν. 51. ἂν δὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐξηγεῖσθαι θαυμάσω. ὅταν μὴ δύνωμαι ὅμοια τὰ ἔργα καὶ σύμφωνα ἐπιδεικνύειν τοῖς λόγοις. ἀλλὰ τὴν νομὴν ἔσω πέψαντα ἔρια ἔξω φέρει καὶ γάλα· καὶ σὺ τοίνυν μὴ τὰ θεωρήματα τοῖς ἰδιώταις ἐπιδείκνυε. οὐδένα ἐπαινεῖ. 47. ἔμμενε. οὐκ ἀπολογεῖται. 49. ζητῶ οὖν. σιώπα τὸ πολύ· μέγας γὰρ ὁ κίνδυνος εὐθὺς ἐξεμέσαι. περίεισι δὲ καθάπερ οἱ ἄρρωστοι. κἂν ἀσκῆσαί ποτε πρὸς πόνον θέλῃς.3 ὄρεξιν ἅπασαν ἦρκεν ἐξ ἑαυτοῦ· τὴν δ' ἔκκλισιν εἰς μόνα τὰ παρὰ φύσιν τῶν ἐφ' ἡμῖν μετατέθεικεν. τούτοις ὡς νόμοις. ὡς ἐχθρὸν ἑαυτὸν παραφυλάσσει καὶ ἐπίβουλον. ὅτι Χρύσιππος. οὐ πεφρόντικεν. ἔφαγεν.
2 ἤδη οὖν ἀξίωσον σεαυτὸν βιοῦν ὡς τέλειον καὶ προκόπτοντα· καὶ πᾶν τὸ βέλτιστον φαινόμενον ἔστω σοι νόμος ἀπαράβατος. πρόχειρον ἔχομεν. τί μάχη. οἷον πόθεν ὅτι οὐ δεῖ ψεύδεσθαι· τρίτος ὁ αὐτῶν τούτων βεβαιωτικὸς καὶ διαρθρωτικός. οἷον τὸ μὴ ψεύδεσθαι· ὁ δεύτερος ὁ τῶν ἀποδείξεων. ὁ πρῶτος. τοιγαροῦν ψευδόμεθα μέν. τί ἀκολουθία.’ 53.1 Ἐπὶ παντὸς πρόχειρα ἑκτέον ταῦτα· ἄγου δέ μ'. καὶ σύ γ' ἡ Πεπρωμένη. Βάκχαι (ed. μεθ' ἃς προσέξεις σεαυτῷ. τί ἀληθές. πῶς δὲ ἀποδείκνυται ὅτι οὐ δεῖ ψεύδεσθαι. ἀλλὰ ἀνὴρ ἤδη τέλειος. ταύτῃ γενέσθω.4 ‘ἐμὲ δὲ Ἄνυτος καὶ Μέλιτος ἀποκτεῖναι μὲν δύνανται. βλάψαι δὲ οὔ. Oxford. οἷον πόθεν ὅτι τοῦτο ἀπόδειξις; τί γάρ ἐστιν ἀπόδειξις. ὅποι ποθ' ὑμῖν εἰμι διατεταγμένος· ὡς ἕψομαί γ' ἄοκνος· ἢν δέ γε μὴ θέλω. 53. κἂν ἐπίπονόν τι ἢ ἡδὺ ἢ ἔνδοξον ἢ ἄδοξον προσάγηται. Gilbert Murray.3 ‘ἀλλ'. καὶ τὰ θεῖ' ἐπίσταται. 1913) . ὦ Ζεῦ.3 Σωκράτης οὕτως ἀπετελέσθη. ὅτι νῦν ὁ ἀγὼν καὶ ἤδη πάρεστι τὰ Ὀλύμπια καὶ οὐκ ἔστιν ἀναβάλλεσθαι οὐκέτι καὶ ὅτι παρὰ μίαν ἡμέραν καὶ ἓν πρᾶγμα καὶ ἀπόλλυται προκοπὴ καὶ σῴζεται.2 οὐκοῦν ὁ μὲν τρίτος τόπος ἀναγκαῖος διὰ τὸν δεύτερον. ἡμεῖς δὲ ἔμπαλιν ποιοῦμεν· ἐν γὰρ τῷ τρίτῳ τόπῳ διατρίβομεν καὶ περὶ ἐκεῖνόν ἐστιν ἡμῖν ἡ πᾶσα σπουδή· τοῦ δὲ πρώτου παντελῶς ἀμελοῦμεν. λήσεις σεαυτὸν οὐ προκόψας. εἰ ταύτῃ τοῖς θεοῖς φίλον. ἀλλ' ἰδιώτης διατελέσεις καὶ ζῶν καὶ ἀποθνῄσκων.ποιῆσαι τὴν σεαυτοῦ; οὐκ ἔτι εἶ μειράκιον. ὁ δὲ δεύτερος διὰ τὸν πρῶτον· ὁ δὲ ἀναγκαιότατος καὶ ὅπου ἀναπαύεσθαι δεῖ.’ Ευριπίδης. ἐπὶ πάντων τῶν προσαγομένων αὐτῷ μηδενὶ ἄλλῳ προσέχων ἢ τῷ λόγῳ.’ 53. ὦ Κρίτων.1 Ὁ πρῶτος καὶ ἀναγκαιότατος τόπος ἐστὶν ἐν φιλοσοφίᾳ ὁ τῆς χρήσεως τῶν θεωρημάτων. 53. τί ψεῦδος; 52. κακὸς γενόμενος. σοφὸς παρ' ἡμῖν. 51. ἂν νῦν ἀμελήσῃς καὶ ῥᾳθυμήσῃς καὶ ἀεὶ προθέσεις ἐκ προθέσεως ποιῇ καὶ ἡμέρας ἄλλας ἐπ' ἄλλαις ὁρίζῃς. ὡς Σωκράτης γε εἶναι βουλόμενος ὀφείλεις βιοῦν. οὐδὲν ἧττον ἕψομαι. 52. μέμνησο.2 ‘ὅστις δ' ἀνάγκῃ συγκεχώρηκεν καλῶς. 51. σὺ δὲ εἰ καὶ μήπω εἶ Σωκράτης.
Διόνυσος Κάδμος μὲν οὖν γέρας τε καὶ τυραννίδα 5 10 15 20 25 30 35 40 .Εὐριπίδης Βάκχαι (ed. ἐς τήνδε πρῶτον ἦλθον Ἑλλήνων πόλιν. λιπὼν δὲ Λυδῶν τοὺς πολυχρύσους γύας Φρυγῶν τε. Κάδμου σοφίσμαθ᾽. Διόνυσον οὐκ ἔφασκον ἐκφῦναι Διός. Σεμέλην δὲ νυμφευθεῖσαν ἐκ θνητοῦ τινος ἐς Ζῆν᾽ ἀναφέρειν τὴν ἁμαρτίαν λέχους. κεἰ μὴ θέλει. πρώτας δὲ Θήβας τῆσδε γῆς Ἑλληνίδος ἀνωλόλυξα. κίσσινον βέλος· ἐπεί μ᾽ ἀδελφαὶ μητρός. 1913) Διόνυσος ἥκω Διὸς παῖς τήνδε Θηβαίων χθόνα Διόνυσος. ὄρος δ᾽ οἰκοῦσι παράκοποι φρενῶν· σκευήν τ᾽ ἔχειν ἠνάγκασ᾽ ὀργίων ἐμῶν. Σεμέλης τε μητρὸς ἀπολογήσασθαί μ᾽ ὕπερ φανέντα θνητοῖς δαίμον᾽ ὃν τίκτει Διί. ὅσαι γυναῖκες ἦσαν. Oxford. ἵν᾽ εἴην ἐμφανὴς δαίμων βροτοῖς. νεβρίδ᾽ ἐξάψας χροὸς θύρσον τε δοὺς ἐς χεῖρα. ἀθάνατον Ἥρας μητέρ᾽ εἰς ἐμὴν ὕβριν. τοιγάρ νιν αὐτὰς ἐκ δόμων ᾤστρησ᾽ ἐγὼ μανίαις. ὃν τίκτει ποθ᾽ ἡ Κάδμου κόρη Σεμέλη λοχευθεῖσ᾽ ἀστραπηφόρῳ πυρί· μορφὴν δ᾽ ἀμείψας ἐκ θεοῦ βροτησίαν πάρειμι Δίρκης νάματ᾽ Ἰσμηνοῦ θ᾽ ὕδωρ. ἀτέλεστον οὖσαν τῶν ἐμῶν βακχευμάτων. δεῖ γὰρ πόλιν τήνδ᾽ ἐκμαθεῖν. Gilbert Murray. ἃς ἥκιστα χρῆν. ἐξέμηνα δωμάτων· ὁμοῦ δὲ Κάδμου παισὶν ἀναμεμειγμέναι χλωραῖς ὑπ᾽ ἐλάταις ἀνορόφοις ἧνται πέτραις. θυγατρὸς σηκόν· ἀμπέλου δέ νιν πέριξ ἐγὼ ᾽κάλυψα βοτρυώδει χλόῃ. καὶ πᾶν τὸ θῆλυ σπέρμα Καδμείων. τἀκεῖ χορεύσας καὶ καταστήσας ἐμὰς τελετάς. Περσῶν θ᾽ ἡλιοβλήτους πλάκας Βάκτριά τε τείχη τήν τε δύσχιμον χθόνα Μήδων ἐπελθὼν Ἀραβίαν τ᾽ εὐδαίμονα Ἀσίαν τε πᾶσαν. ὅτι γάμους ἐψεύσατο. ἄβατον ὃς πέδον τόδε τίθησι. ἣ παρ᾽ ἁλμυρὰν ἅλα κεῖται μιγάσιν Ἕλλησι βαρβάροις θ᾽ ὁμοῦ πλήρεις ἔχουσα καλλιπυργώτους πόλεις. αἰνῶ δὲ Κάδμον. ὁρῶ δὲ μητρὸς μνῆμα τῆς κεραυνίας τόδ᾽ ἐγγὺς οἴκων καὶ δόμων ἐρείπια τυφόμενα Δίου πυρὸς ἔτι ζῶσαν φλόγα. ὧν νιν οὕνεκα κτανεῖν Ζῆν᾽ ἐξεκαυχῶνθ᾽.
ἐγὼ δὲ βάκχαις. ὧν οὕνεκ᾽ αὐτῷ θεὸς γεγὼς ἐνδείξομαι πᾶσίν τε Θηβαίοισιν. τἀνθένδε θέμενος εὖ. κισσῷ τε στεφανωθεὶς Διόνυσον θεραπεύει. στόμα τ᾽ εὔφημον ἅπας ἐξοσιούσθω· τὰ νομισθέντα γὰρ αᾇεὶ Διόνυσον ὑμνήσω. ἐν εὐχαῖς τ᾽ οὐδαμοῦ μνείαν ἔχει. ὧν οὕνεκ᾽ εἶδος θνητὸν ἀλλάξας ἔχω μορφήν τ᾽ ἐμὴν μετέβαλον εἰς ἀνδρὸς φύσιν. τά τε ματρὸς μεγάλας ὄργια Κυβέλας θεμιτεύων. ὦ μάκαρ. βασίλειά τ᾽ ἀμφὶ δώματ᾽ ἐλθοῦσαι τάδε κτυπεῖτε Πενθέως. γυναῖκες. Χορός Ἀσίας ἀπὸ γᾶς ἱερὸν Τμῶλον ἀμείψασα θοάζω Βρομίῳ πόνον ἡδὺν κάματόν τ᾽ εὐκάματον. δεικνὺς ἐμαυτόν· ἢν δὲ Θηβαίων πόλις ὀργῇ σὺν ὅπλοις ἐξ ὄρους βάκχας ἄγειν ζητῇ. ὃς θεομαχεῖ τὰ κατ᾽ ἐμὲ καὶ σπονδῶν ἄπο ὠθεῖ μ᾽. ἀλλ᾽. ὅστις εὐδαίμων τελετὰς θεῶν εἰδὼς βιοτὰν ἁγιστεύει καὶ θιασεύεται ψυχὰν ἐν ὄρεσσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν. ξυνάψω μαινάσι στρατηλατῶν. αἴρεσθε τἀπιχώρι᾽ ἐν πόλει Φρυγῶν τύμπανα. τὸν Βρόμιον· 45 50 55 60 65 70 73b 74b 75 80 85 87b . ἐς δ᾽ ἄλλην χθόνα. ὡς ὁρᾷ Κάδμου πόλις. ἃς ἐκ βαρβάρων ἐκόμισα παρέδρους καὶ ξυνεμπόρους ἐμοί. Βάκχιον εὐαζομένα. ἴτε βάκχαι. ἀνὰ θύρσον τε τινάσσων. ὦ λιποῦσαι Τμῶλον ἔρυμα Λυδίας. Βρόμιον παῖδα θεὸν θεοῦ Διόνυσον κατάγουσαι Φρυγίων ἐξ ὀρέων Ἑλλάδος εἰς εὐρυχόρους ἀγυιάς. τίς ὁδῷ τίς ὁδῷ; τίς; μελάθροις ἔκτοπος ἔστω. ῾Ρέας τε μητρὸς ἐμά θ᾽ εὑρήματα. ἴτε βάκχαι.Πενθεῖ δίδωσι θυγατρὸς ἐκπεφυκότι. μεταστήσω πόδα. ἐς Κιθαιρῶνος πτυχὰς ἐλθὼν ἵν᾽ εἰσί. θίασος ἐμός. συμμετασχήσω χορῶν.
ὅν ποτ᾽ ἔχουσ᾽ ἐν ὠδίνων λοχίαις ἀνάγκαισι πταμένας Διὸς βροντᾶς νηδύος ἔκβολον μάτηρ ἔτεκεν. αἷς χαίρει Διόνυσος. ἡδὺς ἐν ὄρεσιν. κτύπον εὐάσμασι Βακχᾶν· παρὰ δὲ μαινόμενοι Σάτυροι ματέρος ἐξανύσαντο θεᾶς. ἔνθα μένει θηλυγενὴς ὄχλος ἀφ᾽ ἱστῶν παρὰ κερκίδων τ᾽ οἰστρηθεὶς Διονύσῳ. ὦ Σεμέλας τροφοὶ Θῆβαι. ὦ θαλάμευμα Κουρήτων ζάθεοί τε Κρήτας Διογενέτορες ἔναυλοι. ὅταν ἐκ θιάσων δρομαί- 88b 90 95 100 105 110 115 120 125 130 135 . ἐς δὲ χορεύματα συνῆψαν τριετηρίδων. λιποῦσ᾽ αᾇῶνα κεραυνίῳ πληγᾷ· λοχίοις δ᾽ αὐτίκα νιν δέξατο θαλάμαις Κρονίδας Ζεύς. ταυρόκερων θεὸν στεφάνωσέν τε δρακόντων στεφάνοις. ἔτεκεν δ᾽. στικτῶν τ᾽ ἐνδυτὰ νεβρίδων στέφετε λευκοτρίχων πλοκάμων μαλλοῖς· ἀμφὶ δὲ νάρθηκας ὑβριστὰς ὁσιοῦσθ᾽· αὐτίκα γᾶ πᾶσα χορεύσει-Βρόμιος ὅστις ἄγῃ θιάσους-εἰς ὄρος εἰς ὄρος. ἔνθεν ἄγραν θηροτρόφον μαινάδες ἀμφιβάλλονται πλοκάμοις. κατὰ μηρῷ δὲ καλύψας χρυσέαισιν συνερείδει περόναις κρυπτὸν ἀφ᾽ Ἥρας. στεφανοῦσθε κισσῷ· βρύετε βρύετε χλοήρει μίλακι καλλικάρπῳ καὶ καταβακχιοῦσθε δρυὸς ἢ ἐλάτας κλάδοισι. ἔνθα τρικόρυθες ἄντροις βυρσότονον κύκλωμα τόδε μοι Κορύβαντες ηὗρον· βακχείᾳ δ᾽ ἀνὰ συντόνῳ κέρασαν ἁδυβόᾳ Φρυγίων αὐλῶν πνεύματι ματρός τε ῾Ρέας ἐς χέρα θῆκαν. ἁνίκα Μοῖραι τέλεσαν.
Συρίας δ᾽ ὡς λιβάνου καπνὸν ὁ Βακχεὺς ἀνέχων πυρσώδη φλόγα πεύκας ἐκ νάρθηκος ἀίσσει δρόμῳ καὶ χοροῖσιν πλανάτας ἐρεθίζων ἰαχαῖς τ᾽ ἀναπάλλων. ἱέμενος ἐς ὄρεα Φρύγια. ποῖ δεῖ χορεύειν. Λύδι᾽. εὐοἷ. τρυφερόν <τε> πλόκαμον εἰς αἰθέρα ῥίπτων. ὡς σὴν γῆρυν ᾐσθόμην κλύων σοφὴν σοφοῦ παρ᾽ ἀνδρός. Τειρεσίας τίς ἐν πύλαισι; Κάδμον ἐκκάλει δόμων. νεβρίδος ἔχων ἱερὸν ἐνδυτόν. ἀγρεύων αἷμα τραγοκτόνον. ἴτω τις. θύρσους ἀνάπτειν καὶ νεβρῶν δορὰς ἔχειν στεφανοῦν τε κρᾶτα κισσίνοις βλαστήμασιν. εἰσάγγελλε Τειρεσίας ὅτι ζητεῖ νιν· οἶδε δ᾽ αὐτὸς ὧν ἥκω πέρι ἅ τε ξυνεθέμην πρέσβυς ὢν γεραιτέρῳ. ὠμοφάγον χάριν.ων πέσῃ πεδόσε. [ὦ] ἴτε βάκχαι. ὃς πόλιν Σιδωνίαν λιπὼν ἐπύργωσ᾽ ἄστυ Θηβαίων τόδε. ἅμα δ᾽ εὐάσμασι τοιάδ᾽ ἐπιβρέμει· Ὦ ἴτε βάκχαι. κῶλον ἄγει ταχύπουν σκιρτήμασι βάκχα. εὔια τὸν εὔιον ἀγαλλόμεναι θεὸν ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε. σύνοχα φοιτάσιν εἰς ὄρος εἰς ὄρος· ἡδομένα δ᾽ ἄρα. Τειρεσία· σὺ γὰρ σοφός. ὁ δ᾽ ἔξαρχος Βρόμιος. ῥεῖ δ᾽ οἴνῳ. Κάδμος ὦ φίλταθ᾽. ποῖ καθιστάναι πόδα καὶ κρᾶτα σεῖσαι πολιόν; ἐξηγοῦ σύ μοι γέρων γέροντι. Ἀγήνορος παῖδ᾽. Τμώλου χρυσορόου χλιδᾷ μέλπετε τὸν Διόνυσον βαρυβρόμων ὑπὸ τυμπάνων. πῶλος ὅπως ἅμα ματέρι φορβάδι. ῥεῖ δὲ γάλακτι πέδον. ῥεῖ δὲ μελισσᾶν νέκταρι. ὡς οὐ κάμοιμ᾽ ἂν οὔτε νύκτ᾽ οὔθ᾽ ἡμέραν θύρσῳ κροτῶν γῆν· ἐπιλελήσμεθ᾽ ἡδέως 138 140 145 150 155 157 160 164 165 169 170 175 180 185 . λωτὸς ὅταν εὐκέλαδος ἱερὸς ἱερὰ παίγματα βρέμῃ. ἐν δόμοισιν ὤν· ἥκω δ᾽ ἕτοιμος τήνδ᾽ ἔχων σκευὴν θεοῦ· δεῖ γάρ νιν ὄντα παῖδα θυγατρὸς ἐξ ἐμῆς [Διόνυσον ὃς πέφηνεν ἀνθρώποις θεὸς] ὅσον καθ᾽ ἡμᾶς δυνατὸν αὔξεσθαι μέγαν.
Τειρεσίας ταὔτ᾽ ἐμοὶ πάσχεις ἄρα· κἀγὼ γὰρ ἡβῶ κἀπιχειρήσω χοροῖς. ἐν δὲ δασκίοις ὄρεσι θοάζειν. τιμώσας χοροῖς· πλήρεις δὲ θιάσοις ἐν μέσοισιν ἑστάναι κρατῆρας. μέλλων χορεύειν κρᾶτα κισσώσας ἐμόν; οὐ γὰρ διῄρηχ᾽ ὁ θεός. τόδ᾽ οὐχ ὁρᾷς. ᾧ κράτος δίδωμι γῆς. Ἐχίονος παῖς.γέροντες ὄντες. Κάδμος οὐκοῦν ὄχοισιν εἰς ὄρος περάσομεν; Τειρεσίας ἀλλ᾽ οὐχ ὁμοίως ἂν ὁ θεὸς τιμὴν ἔχοι. πατρίους παραδοχάς. ἐγὼ προφήτης σοι λόγων γενήσομαι. τὸν νεωστὶ δαίμονα Διόνυσον. Κάδμος μακρὸν τὸ μέλλειν· ἀλλ᾽ ἐμῆς ἔχου χερός. Κάδμος γέρων γέροντα παιδαγωγήσω σ᾽ ἐγώ. ὅστις ἔστι. Κάδμος οὐ καταφρονῶ ᾽γὼ τῶν θεῶν θνητὸς γεγώς. Τειρεσίας ὁ θεὸς ἀμοχθὶ κεῖσε νῷν ἡγήσεται. ξύναπτε καὶ ξυνωρίζου χέρα. Τειρεσίας ἰδού. ἀλλ᾽ ἐξ ἁπάντων βούλεται τιμὰς ἔχειν κοινάς. ἐρεῖ τις ὡς τὸ γῆρας οὐκ αἰσχύνομαι. οὐδ᾽ εἰ δι᾽ ἄκρων τὸ σοφὸν ηὕρηται φρενῶν. ἅς θ᾽ ὁμήλικας χρόνῳ κεκτήμεθ᾽. Πενθεὺς πρὸς οἴκους ὅδε διὰ σπουδῆς περᾷ. κλύω δὲ νεοχμὰ τήνδ᾽ ἀνὰ πτόλιν κακά. γυναῖκας ἡμῖν δώματ᾽ ἐκλελοιπέναι πλασταῖσι βακχείαισιν. 190 195 200 205 210 215 220 . οὔτε τὸν νέον εἰ χρὴ χορεύειν οὔτε τὸν γεραίτερον. διαριθμῶν δ᾽ οὐδέν᾽ αὔξεσθαι θέλει. οὐδεὶς αὐτὰ καταβαλεῖ λόγος. Τειρεσία. ὡς ἐπτόηται· τί ποτ᾽ ἐρεῖ νεώτερον; Πενθεύς ἔκδημος ὢν μὲν τῆσδ᾽ ἐτύγχανον χθονός. Τειρεσίας οὐδὲν σοφιζόμεσθα τοῖσι δαίμοσιν. ἄλλην δ᾽ ἄλλοσ᾽ εἰς ἐρημίαν πτώσσουσαν εὐναῖς ἀρσένων ὑπηρετεῖν. Κάδμος ἐπεὶ σὺ φέγγος. οἱ δ᾽ ἄλλοι κακῶς. Κάδμος μόνοι δὲ πόλεως Βακχίῳ χορεύσομεν; Τειρεσίας μόνοι γὰρ εὖ φρονοῦμεν.
τὸ γῆρας ὑμῶν εἰσορῶν νοῦν οὐκ ἔχον. οὐκ αἰδῇ θεοὺς Κάδμον τε τὸν σπείραντα γηγενῆ στάχυν.] καὶ σφᾶς σιδηραῖς ἁρμόσας ἐν ἄρκυσιν παύσω κακούργου τῆσδε βακχείας τάχα. τὸν τερασκόπον ἐν ποικίλαισι νεβρίσι Τειρεσίαν ὁρῶ πατέρα τε μητρὸς τῆς ἐμῆς--πολὺν γέλων-νάρθηκι βακχεύοντ᾽· ἀναίνομαι. Χορός τῆς δυσσεβείας. ἐν τοῖς λόγοισι δ᾽ οὐκ ἔνεισί σοι φρένες.πρόφασιν μὲν ὡς δὴ μαινάδας θυοσκόους. Ἐχίονος δ᾽ ὢν παῖς καταισχύνεις γένος; Τειρεσίας ὅταν λάβῃ τις τῶν λόγων ἀνὴρ σοφὸς καλὰς ἀφορμάς. ἐμῆς μητρὸς πάτερ; σὺ ταῦτ᾽ ἔπεισας. λέγουσι δ᾽ ὥς τις εἰσελήλυθε ξένος. ὅσας μὲν οὖν εἴληφα. οἰνῶπας ὄσσοις χάριτας Ἀφροδίτης ἔχων. δεσμίους χέρας σῴζουσι πανδήμοισι πρόσπολοι στέγαις· ὅσαι δ᾽ ἄπεισιν. θράσει δὲ δυνατὸς καὶ λέγειν οἷός τ᾽ ἀνὴρ 225 230 235 240 245 250 255 260 265 270 . ξανθοῖσι βοστρύχοισιν εὐοσμῶν κόμην. εἰ δ᾽ αὐτὸν εἴσω τῆσδε λήψομαι στέγης. Δίους ὅτι γάμους ἐψεύσατο. τὴν δ᾽ Ἀφροδίτην πρόσθ᾽ ἄγειν τοῦ Βακχίου. ὕβρεις ὑβρίζειν. πάτερ. παύσω κτυποῦντα θύρσον ἀνασείοντά τε κόμας. οὐχ ὑγιὲς οὐδὲν ἔτι λέγω τῶν ὀργίων. τράχηλον σώματος χωρὶς τεμών. τελετὰς πονηρὰς εἰσάγων· γυναιξὶ γὰρ ὅπου βότρυος ἐν δαιτὶ γίγνεται γάνος. ἥ μ᾽ ἔτικτ᾽ Ἐχίονι. ὃς ἡμέρας τε κεὐφρόνας συγγίγνεται τελετὰς προτείνων εὐίους νεάνισιν. ὃς ἐκπυροῦται λαμπάσιν κεραυνίαις σὺν μητρί. Τειρεσία· τόνδ᾽ αὖ θέλεις τὸν δαίμον᾽ ἀνθρώποισιν ἐσφέρων νέον σκοπεῖν πτερωτοὺς κἀμπύρων μισθοὺς φέρειν. γόης ἐπῳδὸς Λυδίας ἀπὸ χθονός. [Ἰνώ τ᾽ Ἀγαύην θ᾽. ἐξ ὄρους θηράσομαι. ταῦτ᾽ οὐχὶ δεινῆς ἀγχόνης ἔστ᾽ ἄξια. Ἀκταίονός τε μητέρ᾽. οὐκ ἀποτινάξεις κισσόν; οὐκ ἐλευθέραν θύρσου μεθήσεις χεῖρ᾽. καθῆσ᾽ ἂν ἐν βάκχαισι δέσμιος μέσαις. ὦ ξέν᾽. ἐκεῖνος ἐν μηρῷ ποτ᾽ ἐρράφθαι Διός. Αὐτονόην λέγω. ὅστις ἔστιν ὁ ξένος; ἀτὰρ τόδ᾽ ἄλλο θαῦμα. οὐ μέγ᾽ ἔργον εὖ λέγειν· σὺ δ᾽ εὔτροχον μὲν γλῶσσαν ὡς φρονῶν ἔχεις. ἐκεῖνος εἶναί φησι Διόνυσον θεόν. εἰ μή σε γῆρας πολιὸν ἐξερρύετο.
* Διόνυσον Ἥρας νεικέων· χρόνῳ δέ νιν βροτοὶ ῥαφῆναί φασιν ἐν μηρῷ Διός. ὕπνον τε λήθην τῶν καθ᾽ ἡμέραν κακῶν δίδωσιν. μανία δὲ καὶ τοῦτ᾽ ἐστὶ Διονύσου πάρα. ἀλλ᾽ ἐμοί. ἡ δὲ δόξα σου νοσῇ. ὄνομα δ᾽ ὁπότερον βούλῃ κάλει· αὕτη μὲν ἐν ξηροῖσιν ἐκτρέφει βροτούς· ὃς δ᾽ ἦλθ᾽ ἔπειτ᾽.κακὸς πολίτης γίγνεται νοῦν οὐκ ἔχων. ὄνομα μεταστήσαντες. ἔτ᾽ αὐτὸν ὄψῃ κἀπὶ Δελφίσιν πέτραις πηδῶντα σὺν πεύκαισι δικόρυφον πλάκα. τὰ πρῶτ᾽ ἐν ἀνθρώποισι· Δημήτηρ θεά-γῆ δ᾽ ἐστίν. καὶ καταγελᾷς νιν. οὗτος δ᾽ ὁ δαίμων ὁ νέος. ἀλλ᾽ ἐν τῇ φύσει [τὸ σωφρονεῖν ἔνεστιν εἰς τὰ πάντ᾽ ἀεί] τοῦτο σκοπεῖν χρή· καὶ γὰρ ἐν βακχεύμασιν 275 280 285 290 295 300 305 310 315 . δύο γάρ. ῥήξας μέρος τι τοῦ χθόν᾽ ἐγκυκλουμένου αἰθέρος. ὃ παύει τοὺς ταλαιπώρους βροτοὺς λύπης. συνθέντες λόγον. οὐχ ὁ Διόνυσος σωφρονεῖν ἀναγκάσει γυναῖκας ἐς τὴν Κύπριν. Ἄρεώς τε μοῖραν μεταλαβὼν ἔχει τινά· στρατὸν γὰρ ἐν ὅπλοις ὄντα κἀπὶ τάξεσιν φόβος διεπτόησε πρὶν λόγχης θιγεῖν. οὐδ᾽ ἔστ᾽ ἄλλο φάρμακον πόνων. Τειρεσίας μάντις δ᾽ ὁ δαίμων ὅδε· τὸ γὰρ βακχεύσιμον καὶ τὸ μανιῶδες μαντικὴν πολλὴν ἔχει· ὅταν γὰρ ὁ θεὸς ἐς τὸ σῶμ᾽ ἔλθῃ πολύς. ὦ νεανία. Πενθεῦ. οὐκ ἂν δυναίμην μέγεθος ἐξειπεῖν ὅσος καθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ἔσται. ὅτι θεᾷ θεὸς Ἥρᾳ ποθ᾽ ὡμήρευσε. πιθοῦ· μὴ τὸ κράτος αὔχει δύναμιν ἀνθρώποις ἔχειν. ὥστε διὰ τοῦτον τἀγάθ᾽ ἀνθρώπους ἔχειν. ὃν σὺ διαγελᾷς. ἀντίπαλον ὁ Σεμέλης γόνος βότρυος ὑγρὸν πῶμ᾽ ηὗρε κεἰσηνέγκατο θνητοῖς. οὗτος θεοῖσι σπένδεται θεὸς γεγώς. ἔθηκε τόνδ᾽ ὅμηρον ἐκδιδούς. φρονεῖν δόκει τι· τὸν θεὸν δ᾽ ἐς γῆν δέχου καὶ σπένδε καὶ βάκχευε καὶ στέφου κάρα. Ἥρα νιν ἤθελ᾽ ἐκβαλεῖν ἀπ᾽ οὐρανοῦ· Ζεὺς δ᾽ ἀντεμηχανήσαθ᾽ οἷα δὴ θεός. μέγαν τ᾽ ἀν᾽ Ἑλλάδα. ἐπεί νιν ἥρπασ᾽ ἐκ πυρὸς κεραυνίου Ζεύς. ὡς ἐνερράφη Διὸς μηρῷ; διδάξω σ᾽ ὡς καλῶς ἔχει τόδε. ἐς δ᾽ Ὄλυμπον βρέφος ἀνήγαγεν θεόν. ἢν δοκῇς μέν. πάλλοντα καὶ σείοντα βακχεῖον κλάδον. μηδ᾽. ὅταν πλησθῶσιν ἀμπέλου ῥοῆς. λέγειν τὸ μέλλον τοὺς μεμηνότας ποιεῖ.
ὅταν ἐφεστῶσιν πύλαις πολλοί. τὸ Πενθέως δ᾽ ὄνομα μεγαλύνῃ πόλις· κἀκεῖνος. μέμηνας ἤδη· καὶ πρὶν ἐξέστης φρενῶν. βακχεύσεις δ᾽ ἰών. μὴ θύραζε τῶν νόμων. κισσῷ τ᾽ ἐρεψόμεσθα καὶ χορεύσομεν. ὡς σὺ φῄς. μέγαν θεόν. οἴκει μεθ᾽ ἡμῶν. κοὔτε φαρμάκοις ἄκη λάβοις ἂν οὔτ᾽ ἄνευ τούτων νοσεῖς. καὶ στέμματ᾽ ἀνέμοις καὶ θυέλλαισιν μέθες. ὃς ἐσφέρει νόσον καινὴν γυναιξὶ καὶ λέχη λυμαίνεται. δέσμιον πορεύσατε δεῦρ᾽ αὐτόν. κοὐ θεομαχήσω σῶν λόγων πεισθεὶς ὕπο. ὡς οὐκ οἶσθα ποῦ ποτ᾽ εἶ λόγων. Κάδμος ὦ παῖ. νῦν γὰρ πέτῃ τε καὶ φρονῶν οὐδὲν φρονεῖς. ἐλθὼν δὲ θάκους τοῦδ᾽ ἵν᾽ οἰωνοσκοπεῖ μοχλοῖς τριαίνου κἀνάτρεψον ἔμπαλιν. παρὰ σοὶ λεγέσθω· καὶ καταψεύδου καλῶς ὡς ἔστι. μάλιστα γάρ νιν δήξομαι δράσας τάδε. ὃ μὴ πάθῃς σύ· δεῦρό σου στέψω κάρα κισσῷ· μεθ᾽ ἡμῶν τῷ θεῷ τιμὴν δίδου. ὃν σὺ διαγελᾷς. ἡμῖν τε τιμὴ παντὶ τῷ γένει προσῇ. κρείσσον᾽ ἐν κυναγίαις Ἀρτέμιδος εἶναι κομπάσαντ᾽. οἶμαι. Σεμέλη θ᾽ ἵνα δοκῇ θεὸν τεκεῖν. Τειρεσίας ὦ σχέτλι᾽. στείχωμεν ἡμεῖς. στειχέτω τις ὡς τάχος. ἐγὼ μὲν οὖν καὶ Κάδμος. οἳ δ᾽ ἀνὰ πόλιν στείχοντες ἐξιχνεύσατε τὸν θηλύμορφον ξένον. μηδ᾽ ἐξομόρξῃ μωρίαν τὴν σὴν ἐμοί; τῆς σῆς <δ᾽> ἀνοίας τόνδε τὸν διδάσκαλον δίκην μέτειμι. ὁρᾷς. κἀξαιτώμεθα ὑπέρ τε τούτου καίπερ ὄντος ἀγρίου ὑπέρ τε πόλεως τὸν θεὸν μηδὲν νέον 320 325 330 335 340 345 350 355 360 . ἐν ὀργάσιν. ὁρᾷς τὸν Ἀκτέωνος ἄθλιον μόρον. ὃν ὠμόσιτοι σκύλακες ἃς ἐθρέψατο διεσπάσαντο. Κάδμε.οὖσ᾽ ἥ γε σώφρων οὐ διαφθαρήσεται. Φοῖβόν τ᾽ οὐ καταισχύνεις λόγοις. πολιὰ ξυνωρίς. τιμῶν τε Βρόμιον σωφρονεῖς. πικρὰν βάκχευσιν ἐν Θήβαις ἰδών. κἄνπερ λάβητε. κεἰ μὴ γὰρ ἔστιν ὁ θεὸς οὗτος. μαίνῃ γὰρ ὡς ἄλγιστα. τέρπεται τιμώμενος. Πενθεύς οὐ μὴ προσοίσεις χεῖρα. καλῶς σοι Τειρεσίας παρῄνεσεν. ὡς ἂν λευσίμου δίκης τυχὼν θάνῃ. ἀλλ᾽ ὅμως χορευτέον. σὺ χαίρεις. ἄνω κάτω τὰ πάντα συγχέας ὁμοῦ. Χορός ὦ πρέσβυ.
νᾶσον τᾶς Ἀφροδίτας. Πενθεὺς δ᾽ ὅπως μὴ πένθος εἰσοίσει δόμοις τοῖς σοῖσι. τὸ σοφὸν δ᾽ οὐ σοφία τό τε μὴ θνητὰ φρονεῖν. Ὁσία δ᾽ ἃ κατὰ γᾶν χρυσέαν πτέρυγα φέρεις. πειρῶ δ᾽ ἀνορθοῦν σῶμ᾽ ἐμόν. ἀλλ᾽ ἕπου μοι κισσίνου βάκτρου μέτα. ὁπόταν βότρυος ἔλθῃ γάνος ἐν δαιτὶ θεῶν. μαινομένων οἵδε τρόποι καὶ κακοβούλων παρ᾽ ἔμοιγε φωτῶν. βραχὺς αἰών· ἐπὶ τούτῳ δέ τις ἂν μεγάλα διώκων τὰ παρόντ᾽ οὐχὶ φέροι. κἀγὼ τὸ σόν· γέροντε δ᾽ αἰσχρὸν δύο πεσεῖν· ἴτω δ᾽ ὅμως. θιασεύειν τε χοροῖς μετά τ᾽ αὐλοῦ γελάσαι ἀποπαῦσαί τε μερίμνας. ἀχαλίνων στομάτων ἀνόμου τ᾽ ἀφροσύνας τὸ τέλος δυστυχία· ὁ δὲ τᾶς ἡσυχίας βίοτος καὶ τὸ φρονεῖν ἀσάλευτόν τε μένει καὶ συνέχει δώματα· πόρσω γὰρ ὅμως αἰθέρα ναίοντες ὁρῶσιν τὰ βροτῶν οὐρανίδαι. τὸν παρὰ καλλιστεφάνοις εὐφροσύναις δαίμονα πρῶτον μακάρων; ὃς τάδ᾽ ἔχει. Κάδμε· μαντικῇ μὲν οὐ λέγω. τάδε Πενθέως ἀίεις; ἀίεις οὐχ ὁσίαν ὕβριν ἐς τὸν Βρόμιον. τοῖς πράγμασιν δέ· μῶρα γὰρ μῶρος λέγει. τῷ Βακχίῳ γὰρ τῷ Διὸς δουλευτέον.δρᾶν. 365 370 375 380 385 385b 390 395 400 401b 405 . Πάφον θ᾽ ἃν ἑκατόστομοι βαρβάρου ποταμοῦ ῥοαὶ καρπίζουσιν ἄνομβροι. τὸν Σεμέλας. ἱκοίμαν ποτὶ Κύπρον. Χορός Ὁσία πότνα θεῶν. ἵν᾽ οἱ θελξίφρονες νέμονται θνατοῖσιν Ἔρωτες. κισσοφόροις δ᾽ ἐν θαλίαις ἀνδράσι κρατὴρ ὕπνον ἀμφιβάλλῃ.
γελῶν δὲ καὶ δεῖν κἀπάγειν ἐφίετο ἔμενέ τε. ἃς δ᾽ αὖ σὺ βάκχας εἷρξας. τοὐμὸν εὐτρεπὲς ποιούμενος. ἴσαν δ᾽ ἔς τε τὸν ὄλβιον τόν τε χείρονα δῶκ᾽ ἔχειν οἴνου τέρψιν ἄλυπον· μισεῖ δ᾽ ᾧ μὴ ταῦτα μέλει. κουροτρόφον θεάν. οὐχ ἑκὼν ἄγω σε. τόδ᾽ ἂν δεχοίμαν. φιλεῖ δ᾽ ὀλβοδότειραν Εᾇρήναν. πρόβακχ᾽ εὔιε δαῖμον. Βρόμιε Βρόμιε. ἐκεῖ δὲ Πόθος· ἐκεῖ δὲ βάκχαις θέμις ὀργιάζειν. κατὰ φάος νύκτας τε φίλας εὐαίωνα διαζῆν. ὁ δαίμων ὁ Διὸς παῖς χαίρει μὲν θαλίαισιν. Θεράπων Πενθεῦ. φροῦδαί γ᾽ ἐκεῖναι λελυμέναι πρὸς ὀργάδας σκιρτῶσι Βρόμιον ἀνακαλούμεναι θεόν· αὐτόματα δ᾽ αὐταῖς δεσμὰ διελύθη ποδῶν κλῇδές τ᾽ ἀνῆκαν θύρετρ᾽ ἄνευ θνητῆς χερός. ἐκεῖσ᾽ ἄγε με. σεμνὰ κλιτὺς Ὀλύμπου. οὐδ᾽ ἄκρανθ᾽ ὡρμήσαμεν. ὡς ἐς γυναῖκας. πολλῶν δ᾽ ὅδ᾽ ἁνὴρ θαυμάτων ἥκει πλέως ἐς τάσδε Θήβας. κἀγὼ δι᾽ αἰδοῦς εἶπον· Ὦ ξέν᾽. ἀτὰρ τὸ μὲν σῶμ᾽ οὐκ ἄμορφος εἶ. 410 415 420 425 430 435 440 445 450 455 . ἃς συνήρπασας κἄδησας ἐν δεσμοῖσι πανδήμου στέγης. οὐδ᾽ ἤλλαξεν οἰνωπὸν γένυν. Πενθέως δ᾽ ὅς μ᾽ ἔπεμψ᾽ ἐπιστολαῖς. ὁ θὴρ δ᾽ ὅδ᾽ ἡμῖν πρᾶος οὐδ᾽ ὑπέσπασεν φυγῇ πόδ᾽. σοὶ δὲ τἄλλα χρὴ μέλειν. σοφὰν δ᾽ ἀπέχειν πραπίδα φρένα τε περισσῶν παρὰ φωτῶν· τὸ πλῆθος ὅ τι τὸ φαυλότερον ἐνόμισε χρῆταί τε. ξένε. γένυν παρ᾽ αὐτὴν κεχυμένος. Πενθεύς μέθεσθε χειρῶν τοῦδ᾽· ἐν ἄρκυσιν γὰρ ὢν οὐκ ἔστιν οὕτως ὠκὺς ὥστε μ᾽ ἐκφυγεῖν. πάρεσμεν τήνδ᾽ ἄγραν ἠγρευκότες ἐφ᾽ ἣν ἔπεμψας.οὗ δ᾽ ἁ καλλιστευομένα Πιερία μούσειος ἕδρα. οὐ πάλης ὕπο. ἐκεῖ Χάριτες. πόθου πλέως· λευκὴν δὲ χροιὰν ἐκ παρασκευῆς ἔχεις. ἀλλ᾽ ἔδωκεν οὐκ ἄκων χέρας οὐδ᾽ ὠχρός. ἐφ᾽ ὅπερ ἐς Θήβας πάρει· πλόκαμός τε γάρ σου ταναός.
Πενθεύς πότερα δὲ νύκτωρ σ᾽ ἢ κατ᾽ ὄμμ᾽ ἠνάγκασεν; Διόνυσος ὁρῶν ὁρῶντα. πρῶτον μὲν οὖν μοι λέξον ὅστις εἶ γένος. Πενθεύς τὰ δ᾽ ὄργι᾽ ἐστὶ τίν᾽ ἰδέαν ἔχοντά σοι; Διόνυσος ἄρρητ᾽ ἀβακχεύτοισιν εἰδέναι βροτῶν. ἀλλ᾽ ὑπὸ σκιᾶς. ὁ τοῦ Διός. τὸν ἀνθεμώδη Τμῶλον οἶσθά που κλύων. ποῖός τις ἦν; Διόνυσος ὁποῖος ἤθελ᾽· οὐκ ἐγὼ ᾽τασσον τόδε. Πενθεύς φρονοῦσι γὰρ κάκιον Ἑλλήνων πολύ. ἀλλ᾽ ὁ Σεμέλην ἐνθάδε ζεύξας γάμοις. ἔστι δ᾽ ἄξι᾽ εἰδέναι. Πενθεύς οἶδ᾽. Διόνυσος δόξει τις ἀμαθεῖ σοφὰ λέγων οὐκ εὖ φρονεῖν. Πενθεύς εὖ τοῦτ᾽ ἐκιβδήλευσας. ὃς τὸ Σάρδεων ἄστυ περιβάλλει κύκλῳ. ἵν᾽ ἀκοῦσαι θέλω. Πενθεύς πόθεν δὲ τελετὰς τάσδ᾽ ἄγεις ἐς Ἑλλάδα; Διόνυσος Διόνυσος ἡμᾶς εἰσέβησ᾽. Πενθεύς ἔχει δ᾽ ὄνησιν τοῖσι θύουσιν τίνα; Διόνυσος οὐ θέμις ἀκοῦσαί σ᾽. Πενθεύς τὸν θεὸν ὁρᾶν γὰρ φῂς σαφῶς. Διόνυσος 460 465 470 475 480 . Πενθεύς Ζεὺς δ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖ τις. Πενθεύς τοῦτ᾽ αὖ παρωχέτευσας εὖ κοὐδὲν λέγων. ὃς νέους τίκτει θεούς; Διόνυσος οὔκ. τὴν Ἀφροδίτην καλλονῇ θηρώμενος. Διόνυσος ἐντεῦθέν εἰμι.οὐχ ἡλίου βολαῖσιν. Διόνυσος ἀσέβειαν ἀσκοῦντ᾽ ὄργι᾽ ἐχθαίρει θεοῦ. Πενθεύς ἦλθες δὲ πρῶτα δεῦρ᾽ ἄγων τὸν δαίμονα; Διόνυσος πᾶς ἀναχορεύει βαρβάρων τάδ᾽ ὄργια. Λυδία δέ μοι πατρίς. καὶ δίδωσιν ὄργια. Διόνυσος οὐ κόμπος οὐδείς· ῥᾴδιον δ᾽ εἰπεῖν τόδε.
Πενθεύς δίκην σε δοῦναι δεῖ σοφισμάτων κακῶν. ὅταν ἐγὼ θέλω. Πενθεύς ὡς θρασὺς ὁ βάκχος κοὐκ ἀγύμναστος λόγων. Διόνυσος εἴφ᾽ ὅ τι παθεῖν δεῖ· τί με τὸ δεινὸν ἐργάσῃ; Πενθεύς πρῶτον μὲν ἁβρὸν βόστρυχον τεμῶ σέθεν. Ἀγαύης παῖς. οὐδ᾽ ὃ δρᾷς. πατρὸς δ᾽ Ἐχίονος. Πενθεύς λάζυσθε· καταφρονεῖ με καὶ Θήβας ὅδε. Πενθεύς εἱρκταῖσί τ᾽ ἔνδον σῶμα σὸν φυλάξομεν. Διόνυσος παρ᾽ ἐμοί· σὺ δ᾽ ἀσεβὴς αὐτὸς ὢν οὐκ εἰσορᾷς. Διόνυσος ἱερὸς ὁ πλόκαμος· τῷ θεῷ δ᾽ αὐτὸν τρέφω. Διόνυσος καὶ νῦν ἃ πάσχω πλησίον παρὼν ὁρᾷ. οὐδ᾽ ὅστις εἶ. Διόνυσος οὐκ οἶσθ᾽ ὅ τι ζῇς. Πενθεύς ἐγὼ δὲ δεῖν γε. 485 490 495 500 505 . Διόνυσος αὐτός μ᾽ ἀφαιροῦ· τόνδε Διονύσου φορῶ. Διόνυσος κἀν ἡμέρᾳ τό γ᾽ αἰσχρὸν ἐξεύροι τις ἄν. Διόνυσος σὲ δ᾽ ἀμαθίας γε κἀσεβοῦντ᾽ ἐς τὸν θεόν. κυριώτερος σέθεν. Διόνυσος λύσει μ᾽ ὁ δαίμων αὐτός. Πενθεύς Πενθεύς.τάδ᾽ εὖ γε μᾶλλον· οἱ νόμοι δὲ διάφοροι. Πενθεύς τὰ δ᾽ ἱερὰ νύκτωρ ἢ μεθ᾽ ἡμέραν τελεῖς; Διόνυσος νύκτωρ τὰ πολλά· σεμνότητ᾽ ἔχει σκότος. Πενθεύς ὅταν γε καλέσῃς αὐτὸν ἐν βάκχαις σταθείς. Πενθεύς καὶ ποῦ ᾽στιν; οὐ γὰρ φανερὸς ὄμμασίν γ᾽ ἐμοῖς. Πενθεύς τοῦτ᾽ ἐς γυναῖκας δόλιόν ἐστι καὶ σαθρόν. Πενθεύς ἔπειτα θύρσον τόνδε παράδος ἐκ χεροῖν. Διόνυσος ἐνδυστυχῆσαι τοὔνομ᾽ ἐπιτήδειος εἶ. Διόνυσος αὐδῶ με μὴ δεῖν σωφρονῶν οὐ σώφροσιν.
σὺ δέ μ᾽. Διθύραμβ᾽. ὃν Ἐχίων ἐφύτευσε χθόνιος. ἀτάρ τοι τῶνδ᾽ ἄποιν᾽ ὑβρισμάτων μέτεισι Διόνυσός σ᾽. Θήβαις ὀνομάζειν. ὦ Διὸς παῖ Διόνυσε. ὅτε μηρῷ πυρὸς ἐξ ἀθανάτου Ζεὺς ὁ τεκὼν ἥρπασέ νιν. Χορός * Ἀχελῴου θύγατερ. σὺ γὰρ ἐν σαῖς ποτε παγαῖς τὸ Διὸς βρέφος ἔλαβες. ἐμὰν ἄρσενα τάνδε βᾶθι νηδύν· ἀναφαίνω σε τόδ᾽. ἐσορᾷς τάδ᾽. τὸν ἐμὸν δ᾽ ἐντὸς ὰχει δώματος ἤδη θιασώταν σκοτίαις κρυπτὸν ἐν εἱρκταῖς. τί μ᾽ ἀναίνῃ; τί με φεύγεις; ἔτι ναὶ τὰν βοτρυώδη Διονύσου χάριν οἴνας. χρυσῶπα τινάσσων. ἔτι σοι τοῦ Βρομίου μελήσει. οὐ φῶτα βρότειον. ὃν οὐκ εἶναι λέγεις· ἡμᾶς γὰρ ἀδικῶν κεῖνον εἰς δεσμοὺς ἄγεις. 510 515 520 525 530 535 540 545 550 . ἀγριωπὸν τἑρας. ὦ Βάκχιε. ὡς ἂν σκότιον εἰσορᾷ κνέφας. ἐκεῖ χόρευε· τάσδε δ᾽ ἃς ἄγων πάρει κακῶν συνεργοὺς ἢ διεμπολήσομεν ἢ χεῖρα δούπου τοῦδε καὶ βύρσης κτύπου παύσας. πότνι᾽ εὐπάρθενε Δίρκα. Διόνυσος στείχοιμ᾽ ἄν· ὅ τι γὰρ μὴ χρεών. φόνιον δ᾽ ὥστε γίγαντ᾽ ἀντίπαλον θεοῖς· ὃς ὰμ᾽ ἐν βρόχοισι τὰν τοῦ Βρομίου τάχα ξυνάψει. ἐφ᾽ ἱστοῖς δμωίδας κεκτήσομαι. οὔτοι χρεὼν παθεῖν. στεφανηφόρους ἀπωθῇ θιάσους ἔχουσαν ἐν σοί. οἵαν οἵαν ὀργὰν ἀναφαίνει χθόνιον γἑνος ἐκφύς τε δράκοντός ποτε Πενθεύς.Πενθεύς χώρει· καθείρξατ᾽ αὐτὸν ἱππικαῖς πέλας φάτναισιν. ὦ μάκαιρα Δίρκα. τάδ᾽ ἀναβοάσας· Ἴθι. σοὺς προφἀτας ἐν ἁμίλλαισιν ἀνάγκας; μόλε.
σύναγεν θῆρας ἀγρώτας. θύρσον κατ᾽ Ὄλυμπον. ὦ Βρόμιε Βρόμιε. κλύετ᾽ ἐμᾶς κλύετ᾽ αὐδᾶς. φονίου δ᾽ ἀνδρὸς ὕβριν κατάσχες. τὸν τᾶς εὐδαιμονίας βροτοῖς ὀλβοδόταν. τὸν ἔκλυον εὔιππον χώραν ὕδασιν καλλίστοισι λιπαίνειν. Διόνυσος 555 560 565 570 575 580 585 590 . Διόνυσος ἰώ. Χορός ἰὼ ἰὼ δέσποτα δέσποτα. σέβεταί σ᾽ Εὔιος. τόν τ᾽ ὠκυρόαν διαβὰς Ἀξιὸν εἱλισσομένας Μαινάδας ἄξει. ἰὼ βάκχαι. μόλε νυν ἡμέτερον ἐς θίασον. μάκαρ ὦ Πιερία. Λυδίαν πατέρα τε. ἔνθα ποτ᾽ Ὀρφεὺς κιθαρίζων σύναγεν δένδρεα μούσαις. Χορός ἆ ἆ. ἢ κορυφαῖς Κωρυκίαις; τάχα δ᾽ ἐν ταῖς πολυδένδρεσσιν Ὀλύμπου θαλάμαις. τίς <ὅδε> πόθεν ὁ κέλαδος ἀνά μ᾽ ἐκάλεσεν Εὐίου; Διόνυσος ἰὼ ἰώ. ἥξει τε χορεύσων ἅμα βακχεύμασι. ὁ Διὸς παῖς. ἰὼ βάκχαι. πόθι Νύσας ἄρα τᾶς θηροτρόφου θυρσοφορεῖς θιάσους. ὁ Σεμέλας. --ὁ Διόνυσος ἀνὰ μέλαθρα· σέβετέ νιν. --σέβομεν ὤ. Διόνυσος <σεῖε> πέδον χθονὸς Ἔννοσι πότνια. Χορός τίς ὅδε. τάχα τὰ Πενθέως μέλαθρα διατινάξεται πεσήμασιν. πάλιν αὐδῶ. --εἴδετε λάινα κίοσιν ἔμβολα διάδρομα τάδε; Βρόμιος <ὅδ᾽> ἀλαλάζεται στέγας ἔσω. ὦ Διόνυσ᾽.ἄνα.
ἐν δὲ τῷδε τῷ χρόνῳ ἀνετίναξ᾽ ἐλθὼν ὁ Βάκχος δῶμα καὶ μητρὸς τάφῳ πῦρ ἀνῆψ᾽· ὃ δ᾽ ὡς ἐσεῖδε. ὡς ἔμοιγε φαίνεται. δόξαν λέγω. Βακχίου 605 διατινάξαντος ‘δῶμα Πενθέως· ἀλλ᾽ ἐξανίστατε’ σῶμα καὶ θαρσεῖτε σαρκὸς ἐξαμείψασαι τρόμον. μάτην πονῶν. ὅτι με δεσμεύειν δοκῶν οὔτ᾽ ἔθιγεν οὔθ᾽ ἥψαθ᾽ ἡμῶν. ἡνίκ᾽ εἰσεπεμπόμην. ἐλπίσιν δ᾽ ἐβόσκετο. Διόνυσος βάρβαροι γυναῖκες. ἅν ποτε κεραυνόβολος ἔλιπε φλόγα Δίου βροντᾶς; δίκετε πεδόσε τρομερὰ σώματα 600 δίκετε. ὡς ἔοικε. ὡς ἐμοῦ πεφευγότος. δμωσὶν Ἀχελῷον φέρειν 625 ἐννέπων. ἱδρῶτα σώματος στάζων ἄπο. πρὸς φάτναις δὲ ταῦρον εὑρών. ὡς ἐσεῖδον ἀσμένη σε. 595 Χορός ἆ ἆ. μονάδ᾽ ἔχουσ᾽ ἐρημίαν. ὡς σφάζων ἐμέ. φάσμ᾽ ἐποίησεν κατ᾽ αὐλήν· ὃ δ᾽ ἐπὶ τοῦθ᾽ ὡρμημένος 630 ᾖσσε κἀκέντει φαεννὸν <αἰθέρ᾽>. 620 χείλεσιν διδοὺς ὀδόντας· πλησίον δ᾽ ἐγὼ παρὼν ἥσυχος θάσσων ἔλευσσον. οὗ καθεῖρξ᾽ ἡμᾶς ἄγων. δώματ᾽ αἴθεσθαι δοκῶν. Χορός ὦ φάος μέγιστον ἡμῖν εὐίου βακχεύματος. διαμεθεὶς δὲ τόνδε μόχθον. θυμὸν ἐκπνέων. Σεμέλας ἱερὸν ἀμφὶ τάφον. Μαινάδες· ὁ γὰρ ἄναξ ἄνω κάτω τιθεὶς ἔπεισι μέλαθρα τάδε Διὸς γόνος. Διόνυσος εἰς ἀθυμίαν ἀφίκεσθ᾽. ᾖσσ᾽ ἐκεῖσε κᾆτ᾽ ἐκεῖσε. 610 Πενθέως ὡς ἐς σκοτεινὰς ὁρκάνας πεσούμενος; Χορός πῶς γὰρ οὔ; τίς μοι φύλαξ ἦν. κᾆθ᾽ ὁ Βρόμιος. εἰ σὺ συμφορᾶς τύχοις; ἀλλὰ πῶς ἠλευθερώθης ἀνδρὸς ἀνοσίου τυχών; Διόνυσος αὐτὸς ἐξέσῳσ᾽ ἐμαυτὸν ῥᾳδίως ἄνευ πόνου. οὐδ᾽ αὐγάζῃ. Χορός οὐδέ σου συνῆψε χεῖρε δεσμίοισιν ἐν βρόχοις; 615 Διόνυσος ταῦτα καὶ καθύβρισ᾽ αὐτόν. οὕτως ἐκπεπληγμέναι φόβῳ πρὸς πέδῳ πεπτώκατ᾽; ᾔσθησθ᾽. ἵεται ξίφος κελαινὸν ἁρπάσας δόμων ἔσω. ἅπας δ᾽ ἐν ἔργῳ δοῦλος ἦν. πῦρ οὐ λεύσσεις. τῷδε περὶ βρόχους ἔβαλλε γόνασι καὶ χηλαῖς ποδῶν.ἅπτε κεραύνιον αἴθοπα λαμπάδα· σύμφλεγε σύμφλεγε δώματα Πενθέος. πρὸς δὲ τοῖσδ᾽ αὐτῷ τάδ᾽ ἄλλα Βάκχιος λυμαίνεται· δώματ᾽ ἔρρηξεν χαμᾶζε· συντεθράνωται δ᾽ ἅπαν .
αἳ τῆσδε γῆς οἴστροισι λευκὸν κῶλον ἐξηκόντισαν. Διόνυσος ὃς τὴν πολύβοτρυν ἄμπελον φύει βροτοῖς. Πενθεύς πέπονθα δεινά· διαπέφευγέ μ᾽ ὁ ξένος. Διόνυσος τί δ᾽; οὐχ ὑπερβαίνουσι καὶ τείχη θεοί; Πενθεύς σοφὸς σοφὸς σύ. 635 640 645 650 655 660 665 . ἥκω φράσαι σοὶ καὶ πόλει χρῄζων. ἄναξ. ὡς δέ μοι δοκεῖ--ψοφεῖ γοῦν ἀρβύλη δόμων ἔσω-ἐς προνώπι᾽ αὐτίχ᾽ ἥξει. ἔα ἔα· ὅδ᾽ ἐστὶν ἁνήρ· τί τάδε; πῶς προνώπιος φαίνῃ πρὸς οἴκοις τοῖς ἐμοῖς. τί ποτ᾽ ἄρ᾽ ἐκ τούτων ἐρεῖ; ῥᾳδίως γὰρ αὐτὸν οἴσω. ἥσυχος δ᾽ ἐκβὰς ἐγὼ δωμάτων ἥκω πρὸς ὑμᾶς. Διόνυσος ἃ δεῖ μάλιστα. ταῦτ᾽ ἔγωγ᾽ ἔφυν σοφός. Πενθεύς πόθεν σὺ δεσμὰ διαφυγὼν ἔξω περᾷς; Διόνυσος οὐκ εἶπον--ἢ οὐκ ἤκουσας--ὅτι λύσει μέ τις; Πενθεύς τίς; τοὺς λόγους γὰρ ἐσφέρεις καινοὺς ἀεί. Πενθέως οὐ φροντίσας. πλὴν ἃ δεῖ σ᾽ εἶναι σοφόν. Ἄγγελος Πενθεῦ κρατύνων τῆσδε Θηβαίας χθονός. ἥκω Κιθαιρῶν᾽ ἐκλιπών. ὃς ἄρτι δεσμοῖς ἦν κατηναγκασμένος. ὃς ἐξ ὄρους πάρεστιν ἀγγελῶν τί σοι· ἡμεῖς δέ σοι μενοῦμεν. ἔξω βεβώς; Διόνυσος στῆσον πόδ᾽. Πενθεύς * Διόνυσος ὠνείδισας δὴ τοῦτο Διονύσῳ καλόν. ἵν᾽ οὔποτε λευκῆς χιόνος ἀνεῖσαν εὐαγεῖς βολαί. οὐ φευξούμεθα. Πενθεύς ἥκεις δὲ ποίαν προστιθεὶς σπουδὴν λόγου; Ἄγγελος βάκχας ποτνιάδας εἰσιδών. πρὸς σοφοῦ γὰρ ἀνδρὸς ἀσκεῖν σώφρον᾽ εὐοργησίαν. ὀργῇ δ᾽ ὑπόθες ἥσυχον πόδα. κείνου δ᾽ ἀκούσας πρῶτα τοὺς λόγους μάθε.πικροτάτους ἰδόντι δεσμοὺς τοὺς ἐμούς· κόπου δ᾽ ὕπο διαμεθεὶς ξίφος παρεῖται· πρὸς θεὸν γὰρ ὢν ἀνὴρ ἐς μάχην ἐλθεῖν ἐτόλμησε. κἂν πνέων ἔλθῃ μέγα. Πενθεύς κλῄειν κελεύω πάντα πύργον ἐν κύκλῳ.
ὅσαις νεοτόκοις μαστὸς ἦν σπαργῶν ἔτι βρέφη λιπούσαις· ἐπὶ δ᾽ ἔθεντο κισσίνους στεφάνους δρυός τε μίλακός τ᾽ ἀνθεσφόρου. Ἄγγελος ἀγελαῖα μὲν βοσκήματ᾽ ἄρτι πρὸς λέπας μόσχων ὑπεξήκριζον. αἳ δ᾽ ἀγκάλαισι δορκάδ᾽ ἢ σκύμνους λύκων ἀγρίους ἔχουσαι λευκὸν ἐδίδοσαν γάλα. καὶ τοὐξύθυμον καὶ τὸ βασιλικὸν λίαν. αἳ δ᾽ ἀποβαλοῦσαι θαλερὸν ὀμμάτων ὕπνον ἀνῇξαν ὀρθαί. ὥστ᾽. ἐξ ὕπνου κινεῖν δέμας.ὡς δεινὰ δρῶσι θαυμάτων τε κρείσσονα. ἡνίχ᾽ ἥλιος ἀκτῖνας ἐξίησι θερμαίνων χθόνα. μυκήμαθ᾽ ὡς ἤκουσε κεροφόρων βοῶν. τοῦ δευτέρου μήτηρ Ἀγαύη σή. ἄναξ. ὡς ἀθῷος ἐξ ἐμοῦ πάντως ἔσῃ. θύρσον δέ τις λαβοῦσ᾽ ἔπαισεν ἐς πέτραν. θαῦμ᾽ ἰδεῖν εὐκοσμίας. οὐχ ὡς σὺ φῂς ᾠνωμένας κρατῆρι καὶ λωτοῦ ψόφῳ θηρᾶν καθ᾽ ὕλην Κύπριν ἠρημωμένας. τοσῷδε μᾶλλον τὸν ὑποθέντα τὰς τέχνας γυναιξὶ τόνδε τῇ δίκῃ προσθήσομεν. ἡ σὴ δὲ μήτηρ ὠλόλυξεν ἐν μέσαις σταθεῖσα βάκχαις. Πενθεύς λέγ᾽. 670 675 680 685 690 695 700 705 710 . ἄκροισι δακτύλοισι διαμῶσαι χθόνα γάλακτος ἑσμοὺς εἶχον· ἐκ δὲ κισσίνων θύρσων γλυκεῖαι μέλιτος ἔσταζον ῥοαί. τὸν θεὸν τὸν νῦν ψέγεις εὐχαῖσιν ἂν μετῆλθες εἰσιδὼν τάδε. νέαι παλαιαὶ παρθένοι τ᾽ ἔτ᾽ ἄζυγες. τοῖς γὰρ δικαίοις οὐχὶ θυμοῦσθαι χρεών. θέλω δ᾽ ἀκοῦσαι. ηὗδον δὲ πᾶσαι σώμασιν παρειμέναι. καὶ τῇδε κρήνην ἐξανῆκ᾽ οἴνου θεός· ὅσαις δὲ λευκοῦ πώματος πόθος παρῆν. τρίτου δ᾽ Ἰνὼ χοροῦ. καὶ πρῶτα μὲν καθεῖσαν εἰς ὤμους κόμας νεβρίδας τ᾽ ἀνεστείλανθ᾽ ὅσαισιν ἁμμάτων σύνδεσμ᾽ ἐλέλυτο. ὁρῶ δὲ θιάσους τρεῖς γυναικείων χορῶν. καὶ καταστίκτους δορὰς ὄφεσι κατεζώσαντο λιχμῶσιν γένυν. αἳ δ᾽ ἐν δρυὸς φύλλοισι πρὸς πέδῳ κάρα εἰκῇ βαλοῦσαι σωφρόνως. ὅσῳ δ᾽ ἂν εἴπῃς δεινότερα βακχῶν πέρι. ὧν ἦρχ᾽ ἑνὸς μὲν Αὐτονόη. εἰ παρῆσθα. ὅθεν δροσώδης ὕδατος ἐκπηδᾷ νοτίς· ἄλλη δὲ νάρθηκ᾽ ἐς πέδον καθῆκε γῆς. αἳ μὲν πρὸς ἐλάτης νῶτ᾽ ἐρείσασαι φόβην. πότερά σοι παρρησίᾳ φράσω τὰ κεῖθεν ἢ λόγον στειλώμεθα· τὸ γὰρ τάχος σου τῶν φρενῶν δέδοικ᾽.
μυριάσι χειρῶν ἀγόμενοι νεανίδων. 715 720 725 730 735 740 745 750 755 760 .ξυνήλθομεν δὲ βουκόλοι καὶ ποιμένες. λόχμην κενώσας ἔνθ᾽ ἐκρυπτόμην δέμας. ἣ δ᾽ ἀνεβόησεν· Ὦ δρομάδες ἐμαὶ κύνες. ἡμεῖς μὲν οὖν φεύγοντες ἐξηλύξαμεν βακχῶν σπαραγμόν. αἳ δὲ νεμομέναις χλόην μόσχοις ἐπῆλθον χειρὸς ἀσιδήρου μέτα. θηρώμεθ᾽ ἀνδρῶν τῶνδ᾽ ὕπ᾽· ἀλλ᾽ ἕπεσθέ μοι. οἳ δ᾽ ὀργῆς ὕπο ἐς ὅπλ᾽ ἐχώρουν φερόμενοι βακχῶν ὕπο· οὗπερ τὸ δεινὸν ἦν θέαμ᾽ ἰδεῖν. ἄλλαι δὲ δαμάλας διεφόρουν σπαράγμασιν. οὐ σίδηρος· ἐπὶ δὲ βοστρύχοις πῦρ ἔφερον. αἳ Κιθαιρῶνος λέπας νέρθεν κατῳκήκασιν. οὐ δεσμῶν ὕπο προσείχετ᾽ οὐδ᾽ ἔπιπτεν ἐς μέλαν πέδον. ταῦροι δ᾽ ὑβρισταὶ κἀς κέρας θυμούμενοι τὸ πρόσθεν ἐσφάλλοντο πρὸς γαῖαν δέμας. χωροῦσι δ᾽ ὥστ᾽ ὄρνιθες ἀρθεῖσαι δρόμῳ πεδίων ὑποτάσεις. Ἴακχον ἀθρόῳ στόματι τὸν Διὸς γόνον Βρόμιον καλοῦσαι· πᾶν δὲ συνεβάκχευ᾽ ὄρος καὶ θῆρες. θέλετε θηρασώμεθα Πενθέως Ἀγαύην μητέρ᾽ ἐκ βακχευμάτων χάριν τ᾽ ἄνακτι θώμεθα; εὖ δ᾽ ἡμῖν λέγειν ἔδοξε. οὐ χαλκός. εἶδες δ᾽ ἂν ἢ πλεύρ᾽ ἢ δίχηλον ἔμβασιν ῥιπτόμεν᾽ ἄνω τε καὶ κάτω· κρεμαστὰ δὲ ἔσταζ᾽ ὑπ᾽ ἐλάταις ἀναπεφυρμέν᾽ αἵματι. οὐδ᾽ ἔκαιεν. ἄναξ. τοῖς μὲν γὰρ οὐχ ᾕμασσε λογχωτὸν βέλος. ἕπεσθε θύρσοις διὰ χερῶν ὡπλισμέναι. Ἄγγελος κυρεῖ δ᾽ Ἀγαύη πλησίον θρῴσκουσά μου· κἀγὼ ᾽ξεπήδησ᾽ ὡς συναρπάσαι θέλων. καὶ τὴν μὲν ἂν προσεῖδες εὔθηλον πόριν μυκωμένην ἔχουσαν ἐν χεροῖν δίχα. αἳ παρ᾽ Ἀσωποῦ ῥοαῖς εὔκαρπον ἐκβάλλουσι Θηβαίων στάχυν· Ὑσιάς τ᾽ Ἐρυθράς θ᾽. ὥστε πολέμιοι. ἐπεσπεσοῦσαι πάντ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω διέφερον· ἥρπαζον μὲν ἐκ δόμων τέκνα· ὁπόσα δ᾽ ἐπ᾽ ὤμοις ἔθεσαν. θάμνων δ᾽ ἐλλοχίζομεν φόβαις κρύψαντες αὑτούς· αἳ δὲ τὴν τεταγμένην ὥραν ἐκίνουν θύρσον ἐς βακχεύματα. οὐδὲν δ᾽ ἦν ἀκίνητον δρόμῳ. θᾶσσον δὲ διεφοροῦντο σαρκὸς ἐνδυτὰ ἢ σὲ ξυνάψαι βλέφαρα βασιλείοις κόραις. κοινῶν λόγων δώσοντες ἀλλήλοις ἔριν ὡς δεινὰ δρῶσι θαυμάτων τ᾽ ἐπάξια· καί τις πλάνης κατ᾽ ἄστυ καὶ τρίβων λόγων ἔλεξεν εἰς ἅπαντας· Ὦ σεμνὰς πλάκας ναίοντες ὀρέων.
Χορός ταρβῶ μὲν εἰπεῖν τοὺς λόγους ἐλευθέρους πρὸς τὸν τύραννον. ἀλλ᾽ οὐκ ὀκνεῖν δεῖ· στεῖχ᾽ ἐπ᾽ Ἠλέκτρας ἰὼν πύλας· κέλευε πάντας ἀσπιδηφόρους ἵππων τ᾽ ἀπαντᾶν ταχυπόδων ἐπεμβάτας πέλτας θ᾽ ὅσοι πάλλουσι καὶ τόξων χερὶ ψάλλουσι νευράς. ὃς οὔτε πάσχων οὔτε δρῶν σιγήσεται. πολὺν ταράξας ἐν Κιθαιρῶνος πτυχαῖς. ὥσπερ ἄξιαι. ἀλλ᾽ ἡσυχάζειν· Βρόμιος οὐκ ἀνέξεται κινοῦντα βάκχας <σ᾽> εὐίων ὀρῶν ἄπο. ὦ δέσποτα. Διόνυσος φεύξεσθε πάντες· καὶ τόδ᾽ αἰσχρόν. τῶν ἐμῶν λόγων κλύων. ἀλλὰ δέσμιος φυγὼν σῴσῃ τόδ᾽; ἢ σοὶ πάλιν ἀναστρέψω δίκην; Διόνυσος θύοιμ᾽ ἂν αὐτῷ μᾶλλον ἢ θυμούμενος πρὸς κέντρα λακτίζοιμι θνητὸς ὢν θεῷ. ἀλλ᾽ ὅμως εἰρήσεται· Διόνυσος ἥσσων οὐδενὸς θεῶν ἔφυ. ὡς ἐγὼ κλύω. ἀσπίδας θύρσοισι βακχῶν ἐκτρέπειν χαλκηλάτους Πενθεύς ἀπόρῳ γε τῷδε συμπεπλέγμεθα ξένῳ. τὸν δαίμον᾽ οὖν τόνδ᾽ ὅστις ἔστ᾽. Διόνυσος πείθῃ μὲν οὐδέν. Διόνυσος 765 770 775 780 785 790 795 800 . πάλιν δ᾽ ἐχώρουν ὅθεν ἐκίνησαν πόδα. φόνον γε θῆλυν. σταγόνα δ᾽ ἐκ παρηίδων γλώσσῃ δράκοντες ἐξεφαίδρυνον χροός. τὴν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοῖς. Πενθεύς ἤδη τόδ᾽ ἐγγὺς ὥστε πῦρ ὑφάπτεται ὕβρισμα βακχῶν. κἀκεῖνό φασιν αὐτόν. Πενθεῦ· κακῶς δὲ πρὸς σέθεν πάσχων ὅμως οὔ φημι χρῆναί σ᾽ ὅπλ᾽ ἐπαίρεσθαι θεῷ. ὡς ἐπιστρατεύσομεν βάκχαισιν· οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ὑπερβάλλει τάδε. οὐκ ἄνευ θεῶν τινος. εἰ πρὸς γυναικῶν πεισόμεσθ᾽ ἃ πάσχομεν.κεῖναι δὲ θύρσους ἐξανιεῖσαι χερῶν ἐτραυμάτιζον κἀπενώτιζον φυγῇ γυναῖκες ἄνδρας. ψόγος ἐς Ἕλληνας μέγας. κρήνας ἐπ᾽ αὐτὰς ἃς ἀνῆκ᾽ αὐταῖς θεός. Πενθεύς θύσω. δέχου πόλει τῇδ᾽· ὡς τά τ᾽ ἄλλ᾽ ἐστὶν μέγας. οἴνου δὲ μηκέτ᾽ ὄντος οὐκ ἔστιν Κύπρις οὐδ᾽ ἄλλο τερπνὸν οὐδὲν ἀνθρώποις ἔτι. Πενθεύς οὐ μὴ φρενώσεις μ᾽. νίψαντο δ᾽ αἷμα.
τοῦ χρόνου δέ σοι φθονῶ. Διόνυσος καὶ μὴν ξυνεθέμην--τοῦτό γ᾽ ἔστι--τῷ θεῷ. Διόνυσος ὅμως δ᾽ ἴδοις ἂν ἡδέως ἅ σοι πικρά; Πενθεύς σάφ᾽ ἴσθι. Διόνυσος ποῖόν τι. ἵνα βακχεύητ᾽ ἀεί. Διόνυσος Διόνυσος ἡμᾶς ἐξεμούσωσεν τάδε. βούλῃ σφ᾽ ἐν ὄρεσι συγκαθημένας ἰδεῖν; Πενθεύς μάλιστα. Πενθεύς πῶς οὖν γένοιτ᾽ ἂν ἃ σύ με νουθετεῖς καλῶς; Διόνυσος 805 810 815 820 825 . Πενθεύς τί δὴ τόδ᾽; ἐς γυναῖκας ἐξ ἀνδρὸς τελῶ; Διόνυσος μή σε κτάνωσιν. Πενθεύς οἴμοι· τόδ᾽ ἤδη δόλιον ἔς με μηχανᾷ. ἔτ᾽ ἔστιν εὖ καταστῆσαι τάδε. σιγῇ γ᾽ ὑπ᾽ ἐλάταις καθήμενος. Διόνυσος ἆ. μυρίον γε δοὺς χρυσοῦ σταθμόν. Διόνυσος ἀλλ᾽ ἐξιχνεύσουσίν σε. σῷσαί σ᾽ εἰ θέλω τέχναις ἐμαῖς; Πενθεύς ξυνέθεσθε κοινῇ τάδ᾽. ἢν ἀνὴρ ὀφθῇς ἐκεῖ. Διόνυσος ἄγωμεν οὖν σε κἀπιχειρήσεις ὁδῷ; Πενθεύς ἄγ᾽ ὡς τάχιστα. Πενθεύς ἀλλ᾽ ἐμφανῶς· καλῶς γὰρ ἐξεῖπας τάδε. Πενθεύς εὖ γ᾽ εἶπας αὖ τόδ᾽· ὥς τις εἶ πάλαι σοφός. Διόνυσος τί δ᾽ εἰς ἔρωτα τοῦδε πέπτωκας μέγαν; Πενθεύς λυπρῶς νιν εἰσίδοιμ᾽ ἂν ἐξῳνωμένας. σὺ δὲ παῦσαι λέγων. Πενθεύς ἐκφέρετέ μοι δεῦρ᾽ ὅπλα. Διόνυσος στεῖλαί νυν ἀμφὶ χρωτὶ βυσσίνους πέπλους. κἂν ἔλθῃς λάθρᾳ.ὦ τᾶν. Πενθεύς τί δρῶντα; δουλεύοντα δουλείαις ἐμαῖς; Διόνυσος ἐγὼ γυναῖκας δεῦρ᾽ ὅπλων ἄξω δίχα.
χρῄζω δέ νιν γέλωτα Θηβαίοις ὀφλεῖν γυναικόμορφον ἀγόμενον δι᾽ ἄστεως ἐκ τῶν ἀπειλῶν τῶν πρίν. ἔξω δ᾽ ἐλαύνων τοῦ φρονεῖν ἐνδύσεται. Πενθεύς ἦ καί τι πρὸς τοῖσδ᾽ ἄλλο προσθήσεις ἐμοί; Διόνυσος θύρσον γε χειρὶ καὶ νεβροῦ στικτὸν δέρας. Πενθεύς τίνα στολήν; ἦ θῆλυν; ἀλλ᾽ αἰδώς μ᾽ ἔχει. ἥξει δὲ βάκχας. Πενθεύς στολὴν δὲ τίνα φῂς ἀμφὶ χρῶτ᾽ ἐμὸν βαλεῖν; Διόνυσος κόμην μὲν ἐπὶ σῷ κρατὶ ταναὸν ἐκτενῶ. Διόνυσος οὐκέτι θεατὴς μαινάδων πρόθυμος εἶ. πρῶτα δ᾽ ἔκστησον φρενῶν. ἀλλ᾽ εἶμι κόσμον ὅνπερ εἰς Ἅιδου λαβὼν 830 835 840 845 848 847 849 850 855 . νῦν σὸν ἔργον· οὐ γὰρ εἶ πρόσω· τεισώμεθ᾽ αὐτόν. ἃν δοκῇ βουλεύσομαι. αἷσι δεινὸς ἦν. . Πενθεύς οὐκ ἂν δυναίμην θῆλυν ἐνδῦναι στολήν. οὗ θανὼν δώσει δίκην. Πενθεύς πᾶν κρεῖσσον ὥστε μὴ ᾽γγελᾶν βάκχας ἐμοί. Διόνυσος γυναῖκες. ἐνεὶς ἐλαφρὰν λύσσαν· ὡς φρονῶν μὲν εὖ οὐ μὴ θελήσῃ θῆλυν ἐνδῦναι στολήν. . ἁνὴρ ἐς βόλον καθίσταται. Διόνυσος ἀλλ᾽ αἷμα θήσεις συμβαλὼν βάκχαις μάχην. Διόνυσος ἔξεστι· πάντῃ τό γ᾽ ἐμὸν εὐτρεπὲς πάρα. Πενθεύς τὸ δεύτερον δὲ σχῆμα τοῦ κόσμου τί μοι; Διόνυσος πέπλοι ποδήρεις· ἐπὶ κάρᾳ δ᾽ ἔσται μίτρα. Πενθεύς ὀρθῶς· μολεῖν χρὴ πρῶτον εἰς κατασκοπήν. Πενθεύς στείχοιμ᾽ ἄν· ἢ γὰρ ὅπλ᾽ ἔχων πορεύσομαι ἢ τοῖσι σοῖσι πείσομαι βουλεύμασιν. Πενθεύς καὶ πῶς δι᾽ ἄστεως εἶμι Καδμείους λαθών; Διόνυσος ὁδοὺς ἐρήμους ἴμεν· ἐγὼ δ᾽ ἡγήσομαι. Διόνυσε.ἐγὼ στελῶ σε δωμάτων ἔσω μολών. Διόνυσος σοφώτερον γοῦν ἢ κακοῖς θηρᾶν κακά. ἐλθόντ᾽ ἐς οἴκους .
ὃς πέφυκεν ἐν τέλει θεός. Χορός ἆρ᾽ ἐν παννυχίοις χοροῖς θήσω ποτὲ λευκὸν πόδ᾽ ἀναβακχεύουσα. τί τὸ σοφόν; ἢ τί τὸ κάλλιον παρὰ θεῶν γέρας ἐν βροτοῖς ἢ χεῖρ᾽ ὑπὲρ κορυφᾶς τῶν ἐχθρῶν κρείσσω κατέχειν; ὅ τι καλὸν φίλον ἀεί. ἡνίκ᾽ ἂν φοβερὰν φύγῃ θήραν ἔξω φυλακᾶς εὐπλέκτων ὑπὲρ ἀρκύων. λιμένα δ᾽ ἔκιχεν· 860 865 870 875 880 885 890 895 900 . εὐδαίμων μὲν ὃς ἐκ θαλάσσας ἔφυγε χεῖμα. ἀνθρώποισι δ᾽ ἠπιώτατος. Πενθεῖ προσάψων· γνώσεται δὲ τὸν Διὸς Διόνυσον. κούφα γὰρ δαπάνα νομίζειν ᾇσχὺν τόδ᾽ ἔχειν. ὁρμᾶται μόλις. δέραν εἰς αἰθέρα δροσερὸν ῥίπτουσ᾽. ἡδομένα βροτῶν ἐρημίαις σκιαροκόμοιό τ᾽ ἔρνεσιν ὕλας. οὐ γὰρ κρεῖσσόν ποτε τῶν νόμων γιγνώσκειν χρὴ καὶ μελετᾶν. τό τ᾽ ἐν χρόνῳ μακρῷ νόμιμον ἀεὶ φύσει τε πεφυκός. δεινότατος. τί τὸ σοφόν; ἢ τί τὸ κάλλιον παρὰ θεῶν γέρας ἐν βροτοῖς ἢ χεῖρ᾽ ὑπὲρ κορυφᾶς τῶν ἐχθρῶν κρείσσω κατέχειν; ὅ τι καλὸν φίλον ἀεί.ἄπεισι μητρὸς ἐκ χεροῖν κατασφαγείς. κρυπτεύουσι δὲ ποικίλως δαρὸν χρόνου πόδα καὶ θηρῶσιν τὸν ἄσεπτον. ὡς νεβρὸς χλοεραῖς ἐμπαίζουσα λείμακος ἡδοναῖς. ἀλλ᾽ ὅμως πιστόν <τι> τὸ θεῖον σθένος· ἀπευθύνει δὲ βροτῶν τούς τ᾽ ἀγνωμοσύναν τιμῶντας καὶ μὴ τὰ θεῶν αὔξοντας σὺν μαινομένᾳ δόξᾳ. ὅ τι ποτ᾽ ἄρα τὸ δαιμόνιον. θωΰσσων δὲ κυναγέτας συντείνῃ δράμημα κυνῶν· μόχθοις τ᾽ ὠκυδρόμοις τ᾽ ἀέλλαις θρῴσκει πεδίον παραποτάμιον.
Πενθεύς ἔνδον προσείων αὐτὸν ἀνασείων τ᾽ ἐγὼ καὶ βακχιάζων ἐξ ἕδρας μεθώρμισα. μητρός γ᾽ ἐμῆς; Διόνυσος αὐτὰς ἐκείνας εἰσορᾶν δοκῶ σ᾽ ὁρῶν. αἳ δ᾽ ἀπέβησαν· τὸ δὲ κατ᾽ ἦμαρ ὅτῳ βίοτος εὐδαίμων. σκευὴν γυναικὸς μαινάδος βάκχης ἔχων. Διόνυσος ἦ πού με τῶν σῶν πρῶτον ἡγήσῃ φίλων. ἀλλ᾽ ἦ ποτ᾽ ἦσθα θήρ; τεταύρωσαι γὰρ οὖν. δισσὰς δὲ Θήβας καὶ πόλισμ᾽ ἑπτάστομον· καὶ ταῦρος ἡμῖν πρόσθεν ἡγεῖσθαι δοκεῖς καὶ σῷ κέρατα κρατὶ προσπεφυκέναι. μητρός τε τῆς σῆς καὶ λόχου κατάσκοπος· πρέπεις δὲ Κάδμου θυγατέρων μορφὴν μιᾷ. οἷς σε θεραπεύειν μέλει. πάλιν καταστελοῦμεν· ἀλλ᾽ ὄρθου κάρα. ἔξιθι πάροιθε δωμάτων. ὅταν παρὰ λόγον σώφρονας βάκχας ἴδῃς.εὐδαίμων δ᾽ ὃς ὕπερθε μόχθων ἐγένεθ᾽· ἑτέρᾳ δ᾽ ἕτερος ἕτερον ὄλβῳ καὶ δυνάμει παρῆλθεν. Διόνυσος ὁ θεὸς ὁμαρτεῖ. Πενθέα λέγω. Διόνυσος σὲ τὸν πρόθυμον ὄνθ᾽ ἃ μὴ χρεὼν ὁρᾶν σπεύδοντά τ᾽ ἀσπούδαστα. Πενθεύς ἰδού. μυρίαι δ᾽ ἔτι μυρίοις εἰσὶν ἐλπίδες· αἳ μὲν τελευτῶσιν ἐν ὄλβῳ βροτοῖς. ἀλλ᾽ ἐξ ἕδρας σοι πλόκαμος ἐξέστηχ᾽ ὅδε. Διόνυσος ζῶναί τέ σοι χαλῶσι κοὐχ ἑξῆς πέπλων στολίδες ὑπὸ σφυροῖσι τείνουσιν σέθεν. σὺ κόσμει· σοὶ γὰρ ἀνακείμεσθα δή. πρόσθεν ὢν οὐκ εὐμενής. Πενθεύς καὶ μὴν ὁρᾶν μοι δύο μὲν ἡλίους δοκῶ. ὄφθητί μοι. 905 910 915 920 925 930 935 940 . οὐχ ὡς ἐγώ νιν ὑπὸ μίτρᾳ καθήρμοσα. Πενθεύς τί φαίνομαι δῆτ᾽; οὐχὶ τὴν Ἰνοῦς στάσιν ἢ τὴν Ἀγαύης ἑστάναι. ἔνσπονδος ἡμῖν· νῦν δ᾽ ὁρᾷς ἃ χρή σ᾽ ὁρᾶν. μακαρίζω. Πενθεύς κἀμοὶ δοκοῦσι παρά γε δεξιὸν πόδα· τἀνθένδε δ᾽ ὀρθῶς παρὰ τένοντ᾽ ἔχει πέπλος. Διόνυσος ἀλλ᾽ αὐτὸν ἡμεῖς.
Διόνυσος οὐκοῦν ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτ᾽ ἀποστέλλῃ φύλαξ· λήψῃ δ᾽ ἴσως σφᾶς. εἰ βούλοιο· τὰς δὲ πρὶν φρένας οὐκ εἶχες ὑγιεῖς. Πενθεύς ἐπὶ τόδ᾽ ἔρχομαι. Πενθεύς ἡ τεκοῦσά γε. Διόνυσος μόνος σὺ πόλεως τῆσδ᾽ ὑπερκάμνεις.Πενθεύς πότερα δὲ θύρσον δεξιᾷ λαβὼν χερὶ ἢ τῇδε. . Διόνυσος κρύψῃ σὺ κρύψιν ἥν σε κρυφθῆναι χρεών. Πενθεύς καλῶς ἔλεξας· οὐ σθένει νικητέον γυναῖκας· ἐλάταισιν δ᾽ ἐμὸν κρύψω δέμας. βάκχῃ μᾶλλον εἰκασθήσομαι; Διόνυσος ἐν δεξιᾷ χρὴ χἅμα δεξιῷ ποδὶ αἴρειν νιν· αἰνῶ δ᾽ ὅτι μεθέστηκας φρενῶν. ἐλθόντα δόλιον μαινάδων κατάσκοπον. ἕπου δέ· πομπὸς [δ᾽] εἶμ᾽ ἐγὼ σωτήριος. Διόνυσος ἐπίσημον ὄντα πᾶσιν. ἢν σὺ μὴ ληφθῇς πάρος. Πενθεύς ἆρ᾽ ἂν δυναίμην τὰς Κιθαιρῶνος πτυχὰς αὐταῖσι βάκχαις τοῖς ἐμοῖς ὤμοις φέρειν; Διόνυσος δύναι᾽ ἄν. Διόνυσος 945 950 955 960 965 . Πενθεύς καὶ μὴν δοκῶ σφᾶς ἐν λόχμαις ὄρνιθας ὣς λέκτρων ἔχεσθαι φιλτάτοις ἐν ἕρκεσιν. νῦν δ᾽ ἔχεις οἵας σε δεῖ. . μόνος· τοιγάρ σ᾽ ἀγῶνες ἀναμένουσιν οὓς ἐχρῆν. Πενθεύς κόμιζε διὰ μέσης με Θηβαίας χθονός· μόνος γὰρ αὐτῶν εἰμ᾽ ἀνὴρ τολμῶν τόδε. Πενθεύς ἁβρότητ᾽ ἐμὴν λέγεις. Διόνυσος φερόμενος ἥξεις . Πενθεύς μοχλοὺς φέρωμεν; ἢ χεροῖν ἀνασπάσω κορυφαῖς ὑποβαλὼν ὦμον ἢ βραχίονα; Διόνυσος μὴ σύ γε τὰ Νυμφῶν διολέσῃς ἱδρύματα καὶ Πανὸς ἕδρας ἔνθ᾽ ἔχει συρίγματα. κεῖθεν δ᾽ ἀπάξει σ᾽ ἄλλος.
ὥστ᾽ οὐρανῷ στηρίζον εὑρήσεις κλέος. λεαίνας δέ τινος ὅδ᾽ ἢ Γοργόνων Λιβυσσᾶν γένος. ἴτω ξιφηφόρος φονεύουσα λαιμῶν διαμπὰξ τὸν ἄθεον ἄνομον ἄδικον Ἐχίονος γόνον γηγενῆ. Χορός ἴτε θοαὶ Λύσσας κύνες ἴτ᾽ εἰς ὄρος.ἐν χερσὶ μητρός. τἄλλα δ᾽ αὐτὸ σημανεῖ. Πενθεύς ἀξίων μὲν ἅπτομαι. γνωμᾶν σωφρόνα θάνατος ἀπροφάσιστος ἐς τὰ θεῶν ἔφυ· βροτείως τ᾽ ἔχειν ἄλυπος βίος. τἀνίκατον ὡς κρατήσων βίᾳ. ὁ νικήσων δ᾽ ἐγὼ καὶ Βρόμιος ἔσται. χεῖρας αἵ θ᾽ ὁμόσποροι Κάδμου θυγατέρες· τὸν νεανίαν ἄγω τόνδ᾽ εἰς ἀγῶνα μέγαν. μαινάσιν δ᾽ ἀπύσει· Τίς ὅδ᾽ ὀρειδρόμων μαστὴρ Καδμείων ἐς ὄρος ἐς ὄρος ἔμολ᾽ ἔμολεν. ἔκτειν᾽. νάει<ν> ἐπὶ τὰ καλὰ βίον. ἀνοιστρήσατέ νιν ἐπὶ τὸν ἐν γυναικομίμῳ στολᾷ λυσσώδη κατάσκοπον μαινάδων. ἴτω δίκα φανερός. Διόνυσος δεινὸς σὺ δεινὸς κἀπὶ δείν᾽ ἔρχῃ πάθη. ἦμαρ ἐς νύκτα τ᾽ εὐαγοῦντ᾽ εὐσεβεῖν. τὰ δ᾽ ἔξω νόμιμα δίκας ἐκβαλόντα τιμᾶν θεούς. Διόνυσος τρυφάς γε τοιάσδε. ὄργια ματρός τε σᾶς μανείσᾳ πραπίδι παρακόπῳ τε λήματι στέλλεται. Πενθεύς καὶ τρυφᾶν μ᾽ ἀναγκάσεις. ἴτω δίκα φανερός. ὦ βάκχαι; τίς ἄρα νιν ἔτεκεν; οὐ γὰρ ἐξ αἵματος γυναικῶν ἔφυ. ἴτω ξιφηφόρος φονεύουσα λαιμῶν διαμπὰξ 970 975 980 985 990 992 995 1000 1005 1010 1013 . ὃς ἀδίκῳ γνώμᾳ παρανόμῳ τ᾽ ὀργᾷ περὶ <σὰ> Βάκχι᾽. μάτηρ πρῶτά νιν λευρᾶς ἀπὸ πέτρας ἢ σκόλοπος ὄψεται δοκεύοντα. θίασον ἔνθ᾽ ἔχουσι Κάδμου κόραι. τὸ σοφὸν οὐ φθονῶ· χαίρω θηρεύουσα· τὰ δ᾽ ἕτερα μεγάλα φανερά τ᾽· ὤ. Ἀγαύη.
Σιδωνίου γέροντος. πλὴν ἐπ᾽ ἐξειργασμένοις κακοῖσι χαίρειν. φράσον. ἔνθα μαινάδες 1015 1018 1020 1025 1030 1035 1040 1045 1050 . Χορός ὦναξ Βρόμιε.τὸν ἄθεον ἄνομον ἄδικον Ἐχίονος τόκον γηγενῆ. * Χορός ὁ Διόνυσος ὁ Διόνυσος. παῖς Ἐχίονος πατρός. ὡς ὁρῷμεν οὐχ ὁρώμενοι. . τά τ᾽ ἐκ ποδῶν σιγηλὰ καὶ γλώσσης ἄπο σῴζοντες. οὐ Θῆβαι κράτος ἔχουσ᾽ ἐμόν. λέπας Κιθαιρώνειον εἰσεβάλλομεν Πενθεύς τε κἀγώ--δεσπότῃ γὰρ εἱπόμην-ξένος θ᾽ ὃς ἡμῖν πομπὸς ἦν θεωρίας. ὕδασι διάβροχον. πεύκαισι συσκιάζον. Χορός ἔννεπέ μοι. Χορός τί δ᾽ ἔστιν; ἐκ βακχῶν τι μηνύεις νέον; Ἄγγελος Πενθεὺς ὄλωλεν. Ἄγγελος συγγνωστὰ μέν σοι. ἦν δ᾽ ἄγκος ἀμφίκρημνον. τίνι μόρῳ θνῄσκει ἄδικος ἄδικά τ᾽ ἐκπορίζων ἀνήρ; Ἄγγελος ἐπεὶ θεράπνας τῆσδε Θηβαίας χθονὸς λιπόντες ἐξέβημεν Ἀσωποῦ ῥοάς. ὦ γυναῖκες. . ἴθ᾽. γύναι; Χορός εὐάζω ξένα μέλεσι βαρβάροις· οὐκέτι γὰρ δεσμῶν ὑπὸ φόβῳ πτήσσω. ὦ Βάκχε. δοῦλος ὢν μέν. οὐ καλόν. πρῶτον μὲν οὖν ποιηρὸν ἵζομεν νάπος. Ἄγγελος πῶς φῄς; τί τοῦτ᾽ ἔλεξας; ἦ ᾽πὶ τοῖς ἐμοῖς χαίρεις κακῶς πράσσουσι δεσπόταις. Ἄγγελος Β ὦ δῶμ᾽ ὃ πρίν ποτ᾽ εὐτύχεις ἀν᾽ Ἑλλάδα. θηραγρευτᾷ βακχᾶν γελῶντι προσώπῳ περίβαλε βρόχον θανάσιμον ὑπ᾽ ἀγέλαν πεσόντι τὰν μαινάδων. ὃς τὸ γηγενὲς δράκοντος ἔσπειρ᾽ Ὄφεος ἐν γαίᾳ θέρος. φάνηθι ταῦρος ἢ πολύκρανος ἰδεῖν δράκων ἢ πυριφλέγων ὁρᾶσθαι λέων. θεὸς φαίνῃ μέγας. Ἄγγελος Θήβας δ᾽ ἀνάνδρους ὧδ᾽ ἄγεις . ὥς σε στενάζω. ἀλλ᾽ ὅμως [χρηστοῖσι δούλοις συμφορὰ τὰ δεσποτῶν].
αἳ δ᾽. ἄγω τὸν ὑμᾶς κἀμὲ τἀμά τ᾽ ὄργια γέλων τιθέμενον· ἀλλὰ τιμωρεῖσθέ νιν. ἦγεν ἐς μέλαν πέδον· κυκλοῦτο δ᾽ ὥστε τόξον ἢ κυρτὸς τροχὸς τόρνῳ γραφόμενος περιφορὰν ἕλκει δρόμον· ὣς κλῶν᾽ ὄρειον ὁ ξένος χεροῖν ἄγων ἔκαμπτεν ἐς γῆν. ἔργματ᾽ οὐχὶ θνητὰ δρῶν. ὡς μὲν εἰκάσαι Διόνυσος. ἄλλαι δὲ θύρσους ἵεσαν δι᾽ αἰθέρος Πενθέως. κρεῖσσον γὰρ ὕψος τῆς προθυμίας ἔχων 1055 1060 1065 1070 1075 1080 1085 1090 1095 1100 . ἦγεν. βακχεῖον ἀντέκλαζον ἀλλήλαις μέλος. ἴδοιμ᾽ ἂν ὀρθῶς μαινάδων αἰσχρουργίαν. στόχον δύστηνον· ἀλλ᾽ οὐκ ἤνυτον. ὀρθὸν μεθίει διὰ χερῶν βλάστημ᾽ ἄνω ἀτρέμα. οὗ μὲν ἕσταμεν. θηρῶν δ᾽ οὐκ ἂν ἤκουσας βοήν. αἳ μὲν γὰρ αὐτῶν θύρσον ἐκλελοιπότα κισσῷ κομήτην αὖθις ἐξανέστεφον. Πενθεὺς δ᾽ ὁ τλήμων θῆλυν οὐχ ὁρῶν ὄχλον ἔλεξε τοιάδ᾽· Ὦ ξέν᾽. πρῶτον μὲν αὐτοῦ χερμάδας κραταιβόλους ἔρριπτον. μήτηρ Ἀγαύη σύγγονοί θ᾽ ὁμόσποροι πᾶσαί τε βάκχαι· διὰ δὲ χειμάρρου νάπης ἀγμῶν τ᾽ ἐπήδων θεοῦ πνοαῖσιν ἐμμανεῖς. ὀρθὴ δ᾽ ἐς ὀρθὸν αἰθέρ᾽ ἐστηρίζετο. Πενθέα δ᾽ ἱδρύσας ἐλατίνων ὄζων ἔπι. ἐκ δ᾽ αἰθέρος φωνή τις. ἀνεβόησεν· Ὦ νεάνιδες. ἀμβὰς ἐς ἐλάτην ὑψαύχενα. σῖγα δ᾽ ὕλιμος νάπη φύλλ᾽ εἶχε. ἔχουσα νώτοις δεσπότην ἐφήμενον· ὤφθη δὲ μᾶλλον ἢ κατεῖδε μαινάδας. ἀντίπυργον ἐπιβᾶσαι πέτραν. ἐκλιποῦσαι ποικίλ᾽ ὡς πῶλοι ζυγά. τοὐντεῦθεν ἤδη τοῦ ξένου <τὸ> θαῦμ᾽ ὁρῶ· λαβὼν γὰρ ἐλάτης οὐράνιον ἄκρον κλάδον κατῆγεν. φυλάσσων μὴ ἀναχαιτίσειέ νιν. ὡς δ᾽ εἶδον ἐλάτῃ δεσπότην ἐφήμενον. καὶ ταῦθ᾽ ἅμ᾽ ἠγόρευε καὶ πρὸς οὐρανὸν καὶ γαῖαν ἐστήριξε φῶς σεμνοῦ πυρός.καθῆντ᾽ ἔχουσαι χεῖρας ἐν τερπνοῖς πόνοις. αἳ δ᾽ ὠσὶν ἠχὴν οὐ σαφῶς δεδεγμέναι ἔστησαν ὀρθαὶ καὶ διήνεγκαν κόρας. ὃ δ᾽ αὖθις ἐπεκέλευσεν· ὡς δ᾽ ἐγνώρισαν σαφῆ κελευσμὸν Βακχίου Κάδμου κόραι. ᾖξαν πελείας ὠκύτητ᾽ οὐχ ἥσσονες ποδῶν τρέχουσαι συντόνοις δραμήμασι. οὐκ ἐξικνοῦμαι μαινάδων ὄσσοις νόθων· ὄχθων δ᾽ ἔπ᾽. ὅσον γὰρ οὔπω δῆλος ἦν θάσσων ἄνω. καὶ τὸν ξένον μὲν οὐκέτ᾽ εἰσορᾶν παρῆν. σίγησε δ᾽ αἰθήρ. ὄζοισί τ᾽ ἐλατίνοισιν ἠκοντίζετο.
πλευραῖσιν ἀντιβᾶσα τοῦ δυσδαίμονος ἀπεσπάραξεν ὦμον. ἀνακαλοῦσα Βάκχιον τὸν ξυγκύναγον. ᾧ δάκρυα νικηφορεῖ. ἐγὼ μὲν οὖν <τῇδ᾽> ἐκποδὼν τῇ ξυμφορᾷ ἄπειμ᾽. εἰμί. τὸ δ᾽ ὕλης ἐν βαθυξύλῳ φόβῃ. λαβοῦσα δ᾽ ὠλένης ἀριστερὰν χέρα. τὸ σωφρονεῖν δὲ καὶ σέβειν τὰ τῶν θεῶν 1105 1110 1115 1120 1125 1130 1135 1140 1145 1150 . παῖς σέθεν Πενθεύς. τὸν καλλίνικον. οὐ φρονοῦσ᾽ ἃ χρὴ φρονεῖν. Αὐτονόη τ᾽ ὄχλος τε πᾶς ἐπεῖχε βακχῶν· ἦν δὲ πᾶσ᾽ ὁμοῦ βοή. ἀπορίᾳ λελημμένος. πρώτη δὲ μήτηρ ἦρξεν ἱερέα φόνου καὶ προσπίτνει νιν· ὃ δὲ μίτραν κόμης ἄπο ἔρριψεν. τὸ μὲν ὑπὸ στύφλοις πέτραις. λιποῦσ᾽ ἀδελφὰς ἐν χοροῖσι μαινάδων. ἣ δ᾽ ἀφρὸν ἐξιεῖσα καὶ διαστρόφους κόρας ἑλίσσουσ᾽. μηδὲ ταῖς ἐμαῖς ἁμαρτίαισι παῖδα σὸν κατακτάνῃς. ἀλλ᾽ ὁ θεὸς εὐμάρειαν ἐπεδίδου χεροῖν· Ἰνὼ δὲ τἀπὶ θάτερ᾽ ἐξειργάζετο. οὐδ᾽ ἔπειθέ νιν. ὃν ἔτεκες ἐν δόμοις Ἐχίονος· οἴκτιρε δ᾽ ὦ μῆτέρ με. πήξασ᾽ ἐπ᾽ ἄκρον θύρσον ὡς ὀρεστέρου φέρει λέοντος διὰ Κιθαιρῶνος μέσου. αἳ δὲ μυρίαν χέρα προσέθεσαν ἐλάτῃ κἀξανέσπασαν χθονός· ὑψοῦ δὲ θάσσων ὑψόθεν χαμαιριφὴς πίπτει πρὸς οὖδας μυρίοις οἰμώγμασιν Πενθεύς· κακοῦ γὰρ ἐγγὺς ὢν ἐμάνθανεν. ἐκ Βακχίου κατείχετ᾽. μῆτερ. ὅπερ λαβοῦσα τυγχάνει μήτηρ χεροῖν. μηδ᾽ ἀπαγγείλῃ θεοῦ χοροὺς κρυφαίους. ῥηγνῦσα σάρκας. ἔφερε δ᾽ ἣ μὲν ὠλένην. χωρεῖ δὲ θήρᾳ δυσπότμῳ γαυρουμένη τειχέων ἔσω τῶνδ᾽. οὐ ῥᾴδιον ζήτημα· κρᾶτα δ᾽ ἄθλιον. ὥς νιν γνωρίσασα μὴ κτάνοι τλήμων Ἀγαύη. μαινάδες. οὐχ ὑπὸ σθένους. κεῖται δὲ χωρὶς σῶμα. ἔλεξ᾽ Ἀγαύη· Φέρε. περιστᾶσαι κύκλῳ πτόρθου λάβεσθε. τὸν ξυνεργάτην ἄγρας. καὶ λέγει. αἳ δ᾽ ἠλάλαζον. τέλος δὲ δρυΐνους συγκεραυνοῦσαι κλάδους ῥίζας ἀνεσπάρασσον ἀσιδήροις μοχλοῖς.καθῆσθ᾽ ὁ τλήμων. ἐπεὶ δὲ μόχθων τέρματ᾽ οὐκ ἐξήνυτον. ἣ δ᾽ ἴχνος αὐταῖς ἀρβύλαις· γυμνοῦντο δὲ πλευραὶ σπαραγμοῖς· πᾶσα δ᾽ ᾑματωμένη χεῖρας διεσφαίριζε σάρκα Πενθέως. τὸν ἀμβάτην θῆρ᾽ ὡς ἕλωμεν. ὃ μὲν στενάζων ὅσον ἐτύγχαν᾽ ἐμπνέων. παρηίδος ψαύων· Ἐγώ τοι. Ἀγαύην πρὶν μολεῖν πρὸς δώματα.
πιστὸν Ἅιδαν. Ἀγαύη Ἀσιάδες βάκχαι-Χορός τί μ᾽ ὀροθύνεις. καλὸς ἀγών. Χορός Κιθαιρών; Ἀγαύη κατεφόνευσέ νιν. Χορός ἀναχορεύσωμεν Βάκχιον. τὸν καλλίνικον κλεινὸν ἐξεπράξατε ἐς στόνον. . χέρ᾽ αἵματι στάζουσαν περιβαλεῖν τέκνου. δέχεσθε κῶμον εὐίου θεοῦ. ἔλαβεν εὔθυρσον. .κάλλιστον· οἶμαι δ᾽ αὐτὸ καὶ σοφώτατον θνητοῖσιν εἶναι κτῆμα τοῖσι χρωμένοις. 1155 1160 1165 1170 1175 1180 . ἐς δάκρυα. Ἀγαύη ἔμαρψα τόνδ᾽ ἄνευ βρόχων <λέοντος ἀγροτέρου> νέον ἶνιν· ὡς ὁρᾶν πάρα. ταῦρον προηγητῆρα συμφορᾶς ἔχων. μάκαιρ᾽ Ἀγαύη κλῃζόμεθ᾽ ἐν θιάσοις. ἀλλ᾽. . Χορός πόθεν ἐρημίας; Ἀγαύη Κιθαιρὼν . Χορός τίς ἄλλα; Ἀγαύη τὰ Κάδμου . εἰσορῶ γὰρ ἐς δόμους ὁρμωμένην Πενθέως Ἀγαύην μητέρ᾽ ἐν διαστρόφοις ὄσσοις. Χορός ὁρῶ καί σε δέξομαι σύγκωμον. μακάριον θήραν. ἀναβοάσωμεν ξυμφορὰν τὰν τοῦ δράκοντος Πενθέος ἐκγενέτα· ὃς τὰν θηλυγενῆ στολὰν νάρθηκά τε. ὤ; Ἀγαύη φέρομεν ἐξ ὀρέων ἕλικα νεότομον ἐπὶ μέλαθρα. . βάκχαι Καδμεῖαι. Χορός τίς ἁ βαλοῦσα; Ἀγαύη πρῶτον ἐμὸν τὸ γέρας.
ὦ τάλαινα. Ἀγαύη ἐπαινεῖς; Χορός ἐπαινῶ. τλᾶμον; Ἀγαύη νέος ὁ μόσχος ἄρτι γένυν ὑπὸ κόρυθ᾽ ἁπαλότριχα κατάκομον θάλλει. μεγάλα μεγάλα καὶ φανερὰ τᾷδ᾽ ἄγρᾳ κατειργασμένα. Ἀγαύη 1182b 1185 1190 1195 1198b 1200 . Χορός περισσάν. Χορός ἀγάλλῃ; Ἀγαύη γέγηθα. . Ἀγαύη ὁ Βάκχιος κυναγέτας σοφὸς σοφῶς ἀνέπηλ᾽ ἐπὶ θῆρα τόνδε μαινάδας. λαβοῦσαν ἄγραν τάνδε λεοντοφυῆ. . Χορός καὶ παῖς γε Πενθεὺς . Χορός τί; μετέχω. Ἀγαύη περισσῶς. . Ἀγαύη ματέρ᾽ ἐπαινέσεται. Χορός ὁ γὰρ ἄναξ ἀγρεύς. Ἀγαύη τάχα δὲ Καδμεῖοι . σὴν νικηφόρον ἀστοῖσιν ἄγραν ἣν φέρουσ᾽ ἐλήλυθας. Χορός * Ἀγαύη μέτεχέ νυν θοίνας. Χορός πρέπει γ᾽ ὥστε θὴρ ἄγραυλος φόβῃ.Χορός τί Κάδμου; Ἀγαύη γένεθλα μετ᾽ ἐμὲ μετ᾽ ἐμὲ τοῦδ᾽ ἔθιγε θηρός· εὐτυχής γ᾽ ἅδ᾽ ἄγρα. Χορός δεῖξόν νυν. .
ἣ τὰς παρ᾽ ἱστοῖς ἐκλιποῦσα κερκίδας ἐς μείζον᾽ ἥκω. ἤδη κατ᾽ ἄστυ τειχέων ἔσω βεβὼς σὺν τῷ γέροντι Τειρεσίᾳ Βακχῶν πάρα· πάλιν δὲ κάμψας εἰς ὄρος κομίζομαι τὸν κατθανόντα παῖδα Μαινάδων ὕπο. μακάριος. τάδε λαβοῦσα τἀριστεῖα. Πενθεύς τ᾽ ἐμὸς παῖς ποῦ ᾽στιν; αἰρέσθω λαβὼν πηκτῶν πρὸς οἴκους κλιμάκων προσαμβάσεις. ποῦ μοι πατὴρ ὁ πρέσβυς; ἐλθέτω πέλας. ἐν ὕλῃ κείμενον δυσευρέτῳ. ὡς ὁρᾷς. πάτερ. ἡμῶν τοιάδ᾽ ἐξειργασμένων. καὶ τὴν μὲν Ἀκτέων᾽ Ἀρισταίῳ ποτὲ τεκοῦσαν εἶδον Αὐτονόην Ἰνώ θ᾽ ἅμα ἔτ᾽ ἀμφὶ δρυμοὺς οἰστροπλῆγας ἀθλίας. πάντων ἀρίστας θυγατέρας σπεῖραι μακρῷ θνητῶν· ἁπάσας εἶπον. 1205 1210 1215 1220 1225 1230 1235 1240 1245 . κᾆτα κομπάζειν χρεὼν καὶ λογχοποιῶν ὄργανα κτᾶσθαι μάτην; ἡμεῖς δέ γ᾽ αὐτῇ χειρὶ τόνδε θ᾽ εἵλομεν. ὡς πασσαλεύσῃ κρᾶτα τριγλύφοις τόδε λέοντος ὃν πάρειμι θηράσασ᾽ ἐγώ. φόνον ταλαίναις χερσὶν ἐξειργασμένων. πρόσπολοι. Κάδμος ὦ πένθος οὐ μετρητὸν οὐδ᾽ οἷόν τ᾽ ἰδεῖν. δόμων πάρος. οὗ σῶμα μοχθῶν μυρίοις ζητήμασιν φέρω τόδ᾽. Ἀγαύη πάτερ. σοῖσι πρὸς δόμοις ὡς ἀγκρεμασθῇ· σὺ δέ. οὐκ ἀγκυλητοῖς Θεσσαλῶν στοχάσμασιν. ἤκουσα γάρ του θυγατέρων τολμήματα. τὴν δ᾽ εἶπέ τίς μοι δεῦρο βακχείῳ ποδὶ στείχειν Ἀγαύην. ἔλθεθ᾽ ὡς ἴδητε τήνδ᾽ ἄγραν. ἐξόχως δ᾽ ἐμέ. οὐ δικτύοισιν. θῆρας ἀγρεύειν χεροῖν. φέρω δ᾽ ἐν ὠλέναισιν. ἕπεσθε.ὦ καλλίπυργον ἄστυ Θηβαίας χθονὸς ναίοντες. κοὐδὲν ἐν ταὐτῷ πέδῳ λαβών. εὑρὼν ἐν Κιθαιρῶνος πτυχαῖς διασπαρακτόν. Κάδμος ἕπεσθέ μοι φέροντες ἄθλιον βάρος Πενθέως. ὄψιν οὐκ εὐδαίμονα. οὐδ᾽ ἄκραντ᾽ ἠκούσαμεν· λεύσσω γὰρ αὐτήν. μέγιστον κομπάσαι πάρεστί σοι. Κάδμου θυγατέρες θηρὸς ἣν ἠγρεύσαμεν. χωρίς τε θηρὸς ἄρθρα διεφορήσαμεν. καλὸν τὸ θῦμα καταβαλοῦσα δαίμοσιν ἐπὶ δαῖτα Θήβας τάσδε κἀμὲ παρακαλεῖς. δέξαι χεροῖν· γαυρούμενος δὲ τοῖς ἐμοῖς ἀγρεύμασιν κάλει φίλους ἐς δαῖτα· μακάριος γὰρ εἶ. ἀλλὰ λευκοπήχεσι χειρῶν ἀκμαῖσιν.
ὡς λέγουσ᾽. Κάδμος 1250 1255 1260 1265 1270 1275 . ἀλλ᾽ ἄγαν. πάτερ. Κάδμος τίς οὖν ἐν οἴκοις παῖς ἐγένετο σῷ πόσει; Ἀγαύη Πενθεύς. ἐμῇ τε καὶ πατρὸς κοινωνίᾳ. πάτερ. ὥς γ᾽ ἔφασκον αἱ θηρώμεναι. μητρὸς εἰκασθεὶς τρόποις. Κάδμος τίνος πρόσωπον δῆτ᾽ ἐν ἀγκάλαις ἔχεις; Ἀγαύη λέοντος. οὐκ εὐτυχοῦσαι δόξετ᾽ οὐχὶ δυστυχεῖν. Ἀγαύη ἰδού· τί μοι τόνδ᾽ ἐξυπεῖπας εἰσορᾶν; Κάδμος ἔθ᾽ αὑτὸς ἤ σοι μεταβολὰς ἔχειν δοκεῖ; Ἀγαύη λαμπρότερος ἢ πρὶν καὶ διειπετέστερος. σοὐστίν. μετασταθεῖσα τῶν πάρος φρενῶν. Κάδμος τὸ δὲ πτοηθὲν τόδ᾽ ἔτι σῇ ψυχῇ πάρα; Ἀγαύη οὐκ οἶδα τοὔπος τοῦτο. γίγνομαι δέ πως ἔννους. νουθετητέος.οἴμοι κακῶν μὲν πρῶτα σῶν. Ἀγαύη ὡς δύσκολον τὸ γῆρας ἀνθρώποις ἔφυ ἔν τ᾽ ὄμμασι σκυθρωπόν. Βρόμιος ἄναξ ἀπώλεσ᾽ οἰκεῖος γεγώς. ἔπειτ᾽ ἐμῶν· ὡς ὁ θεὸς ἡμᾶς ἐνδίκως μέν. Ἀγαύη τί δ᾽ οὐ καλῶς τῶνδ᾽ ἢ τί λυπηρῶς ἔχει; Κάδμος πρῶτον μὲν ἐς τόνδ᾽ αἰθέρ᾽ ὄμμα σὸν μέθες. ὅτ᾽ ἐν νεανίαισι Θηβαίοις ἅμα θηρῶν ὀριγνῷτ᾽· ἀλλὰ θεομαχεῖν μόνον οἷός τ᾽ ἐκεῖνος. Ἐχίονι. Κάδμος κλύοις ἂν οὖν τι κἀποκρίναι᾽ ἂν σαφῶς; Ἀγαύη ὡς ἐκλέλησμαί γ᾽ ἃ πάρος εἴπομεν. ὡς ἴδῃ με τὴν εὐδαίμονα; Κάδμος φεῦ φεῦ· φρονήσασαι μὲν οἷ᾽ ἐδράσατε ἀλγήσετ᾽ ἄλγος δεινόν· εἰ δὲ διὰ τέλους ἐν τῷδ᾽ ἀεὶ μενεῖτ᾽ ἐν ᾧ καθέστατε. τίς αὐτὸν δεῦρ᾽ ἂν ὄψιν εἰς ἐμὴν καλέσειεν. εἴθε παῖς ἐμὸς εὔθηρος εἴη. Κάδμος ἐς ποῖον ἦλθες οἶκον ὑμεναίων μέτα; Ἀγαύη Σπαρτῷ μ᾽ ἔδωκας.
Ἀγαύη τίς ἔκτανέν νιν; --πῶς ἐμὰς ἦλθεν χέρας; Κάδμος δύστην᾽ ἀλήθει᾽. Κάδμος μῶν σοι λέοντι φαίνεται προσεικέναι; Ἀγαύη οὔκ. Κάδμος σύ νιν κατέκτας καὶ κασίγνηται σέθεν.σκέψαι νυν ὀρθῶς· βραχὺς ὁ μόχθος εἰσιδεῖν. ἀλλὰ Πενθέως ἡ τάλαιν᾽ ἔχω κάρα. Κάδμος ᾠμωγμένον γε πρόσθεν ἢ σὲ γνωρίσαι. Ἀγαύη ἦ πᾶν ἐν ἄρθροις συγκεκλῃμένον καλῶς; Κάδμος * Ἀγαύη Πενθεῖ δὲ τί μέρος ἀφροσύνης προσῆκ᾽ ἐμῆς; Κάδμος ὑμῖν ἐγένεθ᾽ ὅμοιος. Ἀγαύη τί δ᾽ ἐς Κιθαιρῶν᾽ ἦλθε δυσδαίμων ὅδε; Κάδμος ἐκερτόμει θεὸν σάς τε βακχείας μολών. οὐ σέβων θεόν. Κάδμος ὕβριν <γ᾽> ὑβρισθείς· θεὸν γὰρ οὐχ ἡγεῖσθέ νιν. πάτερ; Κάδμος ἐγὼ μόλις τόδ᾽ ἐξερευνήσας φέρω. Ἀγαύη ποῦ δ᾽ ὤλετ᾽; ἦ κατ᾽ οἶκον; ἢ ποίοις τόποις; Κάδμος οὗπερ πρὶν Ἀκτέωνα διέλαχον κύνες. Ἀγαύη ἡμεῖς δ᾽ ἐκεῖσε τίνι τρόπῳ κατήραμεν; Κάδμος ἐμάνητε. 1280 1285 1290 1295 1300 . Ἀγαύη λέγ᾽. Ἀγαύη ὁρῶ μέγιστον ἄλγος ἡ τάλαιν᾽ ἐγώ. Ἀγαύη ἔα. ὡς ἐν οὐ καιρῷ πάρει. ἄρτι μανθάνω. πᾶσά τ᾽ ἐξεβακχεύθη πόλις. τί λεύσσω; τί φέρομαι τόδ᾽ ἐν χεροῖν; Κάδμος ἄθρησον αὐτὸ καὶ σαφέστερον μάθε. Ἀγαύη Διόνυσος ἡμᾶς ὤλεσ᾽. Ἀγαύη τὸ φίλτατον δὲ σῶμα ποῦ παιδός. ὡς τὸ μέλλον καρδία πήδημ᾽ ἔχει.
ἀλγεινὴν δὲ σοί. ἣν Ἄρεος ἔσχες Ἁρμονίαν θνητὸς γεγώς. ὅστις ἄτεκνος ἀρσένων παίδων γεγὼς τῆς σῆς τόδ᾽ ἔρνος. γέρον; τίς σὴν ταράσσει καρδίαν λυπηρὸς ὤν; λέγ᾽. οἰκτρὰ δὲ μήτηρ. τὸν Διὸς γόνον εὐδαιμονεῖτ᾽ ἂν σύμμαχον κεκτημένοι. χρησμὸς ὡς λέγει Διός. ἀλλὰ Ζηνός· εἰ δὲ σωφρονεῖν ἔγνωθ᾽. τέκνον-οὐκέτι γενείου τοῦδε θιγγάνων χερί. τλήμων δὲ σύ. οὐκ ᾔδετε. Χορός τὸ μὲν σὸν ἀλγῶ. νῦν δ᾽ ἄθλιος μέν εἰμ᾽ ἐγώ. τοὐμὸν μέλαθρον.. ὃς τὸ Θηβαίων γένος ἔσπειρα κἀξήμησα κάλλιστον θέρος. ὑμᾶς τε τόνδε θ᾽. Κάδμε· σὸς δ᾽ ἔχει δίκην παῖς παιδὸς ἀξίαν μέν. βαρβάρων ἡγούμενος. πόλει τε τάρβος ἦσθα· τὸν γέροντα δὲ οὐδεὶς ὑβρίζειν ἤθελ᾽ εἰσορῶν τὸ σὸν κάρα· δίκην γὰρ ἀξίαν ἐλάμβανες. ὦ πάτερ. πολλὰς δὲ πέρσεις ἀναρίθμῳ στρατεύματι πόλεις· ὅταν δὲ Λοξίου χρηστήριον διαρπάσωσι. νόστον ἄθλιον πάλιν σχήσουσι· σὲ δ᾽ Ἄρης Ἁρμονίαν τε ῥύσεται μακάρων τ᾽ ἐς αἶαν σὸν καθιδρύσει βίον. ὦ τέκνον. ὅτ᾽ οὐκ ἠθέλετε. ὡς κολάζω τὸν ἀδικοῦντά σ᾽. ὄχον δὲ μόσχων. ὅτε δὲ χρῆν. τλήμονες δὲ σύγγονοι. τέκνον. ὦ τάλαινα. Διόνυσος ὄψ᾽ ἐμάθεθ᾽ ἡμᾶς..τοιγὰρ συνῆψε πάντας ἐς μίαν βλάβην. τίς σ᾽ ἀτιμάζει. λισσόμεσθά σ᾽. εἰ δ᾽ ἔστιν ὅστις δαιμόνων ὑπερφρονεῖ. νῦν δ᾽ ἐκ δόμων ἄτιμος ἐκβεβλήσομαι ὁ Κάδμος ὁ μέγας. λέγων· Τίς ἀδικεῖ. νηδύος αἴσχιστα καὶ κάκιστα κατθανόνθ᾽ ὁρῶ. ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν--καὶ γὰρ οὐκέτ᾽ ὢν ὅμως τῶν φιλτάτων ἔμοιγ᾽ ἀριθμήσῃ. ἠδικήκαμεν. ταῦτ᾽ οὐχὶ θνητοῦ πατρὸς ἐκγεγὼς λέγω Διόνυσος. δάμαρ τε σὴ ἐκθηριωθεῖσ᾽ ὄφεος ἀλλάξει τύπον. Ἀγαύη ὦ πάτερ. Κάδμος Διόνυσε. ὁρᾷς γὰρ τἄμ᾽ ὅσῳ μετεστράφη . παιδὸς ἐξ ἐμῆς γεγώς. 1305 1310 1315 1320 1325 1330 1335 1340 1345 . τὸν <μητρὸς> αὐδῶν <πατέρα> προσπτύξῃ. ἐς τοῦδ᾽ ἀθρήσας θάνατον ἡγείσθω θεούς. ᾧ δῶμ᾽ ἀνέβλεφ᾽--ὃς συνεῖχες. ὥστε διολέσαι δόμους κἄμ᾽. ἐλᾷς μετ᾽ ἀλόχου. * Διόνυσος δράκων γενήσῃ μεταβαλών.
ὡς ἐς δεινὸν ἤλθομεν κακὸν <πάντες.> σύ θ᾽ ἡ τάλαινα σύγγονοί τε σαί. δέδοκται. ὦ τάλαινα παῖ.Κάδμος ἐγνώκαμεν ταῦτ᾽· ἀλλ᾽ ἐπεξέρχῃ λίαν. * Ἀγαύη στένομαί σε. ὦ μέλαθρον. ἡγούμενος λόγχαισιν· οὐδὲ παύσομαι κακῶν ὁ τλήμων. Κάδμος τί μ᾽ ἀμφιβάλλεις χερσίν. 1350 1355 1360 1365 1370 1375 . καὶ σὰς ἐδάκρυσα κασιγνήτας. Κάδμος στεῖχέ νυν. Διόνυσος καὶ γὰρ πρὸς ὑμῶν θεὸς γεγὼς ὑβριζόμην.. Διόνυσος πάλαι τάδε Ζεὺς οὑμὸς ἐπένευσεν πατήρ. ὦ παῖ. ὦ πατρία πόλις· ἐκλείπω σ᾽ ἐπὶ δυστυχίᾳ φυγὰς ἐκ θαλάμων. Κάδμος ὀργὰς πρέπει θεοὺς οὐχ ὁμοιοῦσθαι βροτοῖς. πάτερ. χαῖρ᾽. Ἀγαύη δεινῶς γὰρ τάνδ᾽ αἰκείαν Διόνυσος ἄναξ τοὺς σοὺς εἰς οἴκους ἔφερεν. ὄρνις ὅπως κηφῆνα πολιόχρων κύκνος; Ἀγαύη ποῖ γὰρ τράπωμαι πατρίδος ἐκβεβλημένη; Κάδμος οὐκ οἶδα. οὐδὲ τὸν καταιβάτην Ἀχέροντα πλεύσας ἥσυχος γενήσομαι. δάμαρτ᾽ ἐμήν. τέκνον· μικρὸς ἐπίκουρος πατήρ. πρέσβυ. ἐγὼ δὲ σοῦ στερεῖσα φεύξομαι. Ἀγαύη ὦ πάτερ.. τέκνον. ἐγώ θ᾽ ὁ τλήμων· βαρβάρους ἀφίξομαι γέρων μέτοικος· ἔτι δέ μοι τὸ θέσφατον ἐς Ἑλλάδ᾽ ἀγαγεῖν μιγάδα βάρβαρον στρατόν. τὸν Ἀρισταίου . Διόνυσος τί δῆτα μέλλεθ᾽ ἅπερ ἀναγκαίως ἔχει; Κάδμος ὦ τέκνον. καὶ τὴν Ἄρεως παῖδ᾽ Ἁρμονίαν. Ἀγαύη χαῖρ᾽. τλήμονες φυγαί. Κάδμος κἀγὼ <σέ>. Ἀγαύη αἰαῖ. δράκων δρακαίνης <φύσιν> ἔχουσαν ἀγρίαν ἄξω ᾽πὶ βωμοὺς καὶ τάφους Ἑλληνικούς.
G. ὅθεν ποτ' ἄρας ναυσὶ χιλίαις Ἄρη ἐς γῆν ἔπλευσε Τρῳάδ' Ἀγαμέμνων ἄναξ. ὑψηλῶν δ' ἐπὶ ναῶν ἔθηκε σκῦλα πλεῖστα βαρβάρων. Ἀγαύη ἄγετ᾽. χὣ μὲν παλαιὰ σκῆπτρα Ταντάλου λιπὼν . G. Murray. ἀφίκετ' ἐς τόδ' Ἄργος. κτείνας δὲ τὸν κρατοῦντ' ἐν Ἰλιάδι χθονὶ Πρίαμον. Ηλέκτρα (ed. χαλεπῶς <δ᾽> ἐς τόδ᾽ ἂν ἥκοις. Χορός πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων. ἀγέραστον ἔχων ὄνομ᾽ ἐν Θήβαις. τῶν δ᾽ ἀδοκήτων πόρον ηὗρε θεός. τοιόνδ᾽ ἀπέβη τόδε πρᾶγμα. 1380 1385 1390 Ευριπίδης. με κασιγνήτας ἵνα συμφυγάδας ληψόμεθ᾽ οἰκτράς. Κάδμος χαῖρ᾽. Oxford 1913) Εὐριπίδη ΗΛΕΚΤΡΑ [ed. κἀκεῖ μὲν εὐτύχησεν· ἐν δὲ δώμασι θνῄσκει γυναικὸς πρὸς Κλυταιμήστρας δόλῳ καὶ τοῦ Θυέστου παιδὸς Αἰγίσθου χερί. Oxford 1913] {ΑΥΤΟΥΡΓΟΣ} Ὦ γῆς παλαιὸν ἄργος. Ἀγαύη χαῖρε.Διόνυσος καὶ γὰρ ἔπασχον δεινὰ πρὸς ὑμῶν. μοι. μήθ᾽ ὅθι θύρσου μνῆμ᾽ ἀνάκειται· Βάκχαις δ᾽ ἄλλαισι μέλοιεν. πολλὰ δ᾽ ἀέλπτως κραίνουσι θεοί· καὶ τὰ δοκηθέντ᾽ οὐκ ἐτελέσθη. ὦ πομποί. ὦ μελέα θύγατερ. Murray. Ἰνάχου ῥοαί. ἑλών τε Δαρδάνου κλεινὴν πόλιν. ἔλθοιμι δ᾽ ὅπου μήτε Κιθαιρὼν <ἔμ᾽ ἴδοι> μιαρὸς μήτε Κιθαιρῶν᾽ ὄσσοισιν ἐγώ. πάτερ.
δείσας δὲ μή τῳ παῖδ' ἀριστέων τέκοι Ἀγαμέμνονος ποινάτορ'. ἴστω καὐτὸς αὖ τοιοῦτος ὤν. κτανεῖν σφε βουλεύσαντος. ἡμῖν δὲ δὴ δίδωσιν Ἠλέκτραν ἔχειν δάμαρτα. ἄρσενά τ' Ὀρέστην θῆλύ τ' Ἠλέκτρας θάλος. στένω δὲ τὸν λόγοισι κηδεύοντ' ἐμοὶ ἄθλιον Ὀρέστην. ὅστις δέ μ' εἶναί φησι μῶρον. χρυσὸν εἶφ' ὃς ἂν κτάνῃ. ἔνθεν ηὑγένει' ἀπόλλυταιὡς ἀσθενεῖ δοὺς ἀσθενῆ λάβοι φόβον. ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦτ' ἦν φόβου πολλοῦ πλέων. παίδων δ' ἔδεισε μὴ φθονηθείη φόνῳ. . μνηστῆρες ᾔτουν Ἑλλάδος πρῶτοι χθονός.ὄλωλεν. τὸν μὲν πατρὸς γεραιὸς ἐκκλέπτει τροφεὺς μέλλοντ' Ὀρέστην χερὸς ὑπ' Αἰγίσθου θανεῖν Στροφίῳ τ' ἔδωκε Φωκέων ἐς γῆν τρέφειν· ἣ δ' ἐν δόμοις ἔμεινεν Ἠλέκτρα πατρός. εἴ ποτ' εἰς Ἄργος μολὼν γάμους ἀδελφῆς δυστυχεῖς ἐσόψεται. οὓς δ' ἐν δόμοισιν ἔλιφ' ὅτ' ἐς Τροίαν ἔπλει. αἰσχύνομαι γὰρ ὀλβίων ἀνδρῶν τέκνα λαβὼν ὑβρίζειν. χρημάτων δὲ δὴ πένητες. ἐς μὲν γὰρ ἄνδρα σκῆψιν εἶχ' ὀλωλότα. πατέρων μὲν Μυκηναίων ἄπο γεγῶσιν-οὐ δὴ τοῦτό γ' ἐξελέγχομαι· λαμπροὶ γὰρ ἐς γένος γε. εἶχεν ἐν δόμοις Αἴγισθος οὐδ' ἥρμοζε νυμφίῳ τινί. μή τῳ λαθραίως τέκνα γενναίῳ τέκοι. εἰ λαβὼν νέαν ἐς οἴκους παρθένον μὴ θιγγάνω. χρυσέων ἄστρων τροφέ. ἐν ᾗ τόδ' ἄγγος τῷδ' ἐφεδρεῦον κάρᾳ φέρουσα πηγὰς ποταμίας μετέρχομαιοὐ δή τι χρείας ἐς τοσόνδ' ἀφιγμένη. εἰ γάρ νιν ἔσχεν ἀξίωμ' ἔχων ἀνήρ. {ΗΛΕΚΤΡΑ} [54] ὦ νὺξ μέλαινα. ἄλοχον ἐκείνου Τυνδαρίδα κόρην ἔχων. ὠμόφρων ὅμως μήτηρ νιν ἐξέσῳσεν Αἰγίσθου χερός. ἣν οὔποθ' ἁνὴρ ὅδε-σύνοιδέ μοι Κύπριςᾔσχυνεν εὐνῇ· παρθένος δ' ἔτ' ἐστὶ δή. ταύτην ἐπειδὴ θαλερὸς εἶχ' ἥβης χρόνος. γνώμης πονηροῖς κανόσιν ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον. οὐ κατάξιος γεγώς. Αἴγισθος δὲ βασιλεύει χθονός. ἐκ τῶνδε δὴ τοιόνδ' ἐμηχανήσατο Αἴγισθος· ὃς μὲν γῆς ἀπηλλάχθη φυγὰς Ἀγαμέμνονος παῖς. εὕδοντ' ἂν ἐξήγειρε τὸν Ἀγαμέμνονος φόνον δίκη τ' ἂν ἦλθεν Αἰγίσθῳ τότε. ἀλλ' ὡς ὕβριν δείξωμεν Αἰγίσθου θεοῖςγόους τ' ἀφίημ' αἰθέρ' ἐς μέγαν πατρί.
πράσσονθ' ἃ πράσσω δείν' ὑπ' Αἰγίσθου παθών. καὶ ταῦτ' ἐμοῦ λέγοντος οὐκ ἀφίστασαι; {Ηλ. ἐμὴν μοχθεῖς χάριν πόνους ἔχουσα. ὅς μου κατέκτα πατέρα . ἥντιν' ἱστορήσομεν εἰ τούσδε ναίει σύγγονος τόπους ἐμή. ἅλις δ' ἔχεις τἄξωθεν ἔργα· τἀν δόμοις δ' ἡμᾶς χρεὼν ἐξευτρεπίζειν. . ἀλλ'-εἰσορῶ γὰρ τήνδε προσπόλον τινά.} εἴ τοι δοκεῖ σοι.} τί γὰρ τάδ'. {Αυ. φόνον φονεῦσι πατρὸς ἀλλάξων ἐμοῦ. ἐγὼ δ' ἅμ' ἡμέρᾳ βοῦς εἰς ἀρούρας ἐσβαλὼν σπερῶ γύας. . χἡ πανώλεθρος μήτηρ. . . ἀφῖγμαι δ' ἐκ θεοῦ μυστηρίων Ἀργεῖον οὖδας οὐδενὸς ξυνειδότος. {Αυ. ὡς ἐγὼ σὲ λαμβάνω.} ἐγώ σ' ἴσον θεοῖσιν ἡγοῦμαι φίλον· ἐν τοῖς ἐμοῖς γὰρ οὐκ ἐνύβρισας κακοῖς. πρόσθεν εὖ τεθραμμένη. συνεκκομίζειν σοι πόνους. σὲ γὰρ δὴ πρῶτον ἀνθρώπων ἐγὼ πιστὸν νομίζω καὶ φίλον ξένον τ' ἐμοί· μόνος δ' Ὀρέστην τόνδ' ἐθαύμαζες φίλων. ἵν' ἐκβάλω ποδὶ ἄλλην ἐπ' αἶαν. καὶ τειχέων μὲν ἐντὸς οὐ βαίνω πόδα. ζητῶν τ' ἀδελφήν· φασὶ γάρ νιν ἐν γάμοις ζευχθεῖσαν οἰκεῖν οὐδὲ παρθένον μένειν· ὡς συγγένωμαι καὶ φόνου ξυνεργάτιν λαβὼν τά γ' εἴσω τειχέων σαφῶς μάθω. δεῖ δή με κἀκέλευστον εἰς ὅσον σθένω μόχθου 'πικουφίζουσαν. ἀργὸς γὰρ οὐδεὶς θεοὺς ἔχων ἀνὰ στόμα βίον δύναιτ' ἂν ξυλλέγειν ἄνευ πόνου. ὡς ῥᾷον φέρῃς. νῦν οὖν-Ἕως γὰρ λευκὸν ὄμμ' ἀναίρεταιἔξω τρίβου τοῦδ' ἴχνος ἀλλαξώμεθα. ἢ γάρ τις ἀροτὴρ ἤ τις οἰκέτις γυνὴ φανήσεται νῷν. δυοῖν δ' ἅμιλλαν ξυντιθεὶς ἀφικόμην πρὸς τέρμονας γῆς τῆσδ'. στεῖχε· καὶ γὰρ οὐ πρόσω πηγαὶ μελάθρων τῶνδ'. μήτηρ ἐμή. {ΟΡΕΣΤΗΣ} [82] Πυλάδη. λαθὼν τυράννους οἳ κρατοῦσι τῆσδε γῆς. ἐξέβαλέ μ' οἴκων.ἡ γὰρ πανώλης Τυνδαρίς. νυκτὸς δὲ τῆσδε πρὸς τάφον μολὼν πατρὸς δάκρυά τ' ἔδωκα καὶ κόμης ἀπηρξάμην πυρᾷ τ' ἐπέσφαξ' αἷμα μηλείου φόνου. εἰσιόντι δ' ἐργάτῃ θύραθεν ἡδὺ τἄνδον εὑρίσκειν καλῶς. εἴ μέ τις γνοίη σκοπῶν. μεγάλη δὲ θνητοῖς μοῖρα συμφορᾶς κακῆς ἰατρὸν εὑρεῖν. . χάριτα τιθεμένη πόσει· τεκοῦσα δ' ἄλλους παῖδας Αἰγίσθῳ πάρα πάρεργ' Ὀρέστην κἀμὲ ποιεῖται δόμων . ὦ δύστην'.
[126] σύντειν'-ὥρα-ποδὸς ὁρμάν· ὤ.πηγαῖον ἄχθος ἐν κεκαρμένῳ κάρᾳ φέρουσαν-ἑζώμεσθα κἀκπυθώμεθα δούλης γυναικός. κατακλαίουσα· ἰώ μοί μοι. ὦ τλᾶμον σύγγον'. ἄναγε πολύδακρυν ἁδονάν. πάτερ. σὺ δ' ἐν Ἀΐδα κεῖσαι. ἤν τι δεξώμεσθ' ἔπος ἐφ' οἷσι. σᾶς ἀλόχου σφαγαῖς Αἰγίσθου τ'. κατὰ μὲν φίλαν ὄνυχι τεμνομένα δέραν χέρα τε κρᾶτ' ἐπὶ κούριμον .} σύντειν'-ὥρα-ποδὸς ὁρμάν· ὤ. ἰαχάν. Ἄργει κέλσας πόδ' ἀλάταν. σοι κατὰ γᾶς ἐνέπω γόους οἷς ἀεὶ τὸ κατ' ἦμαρ διέπομαι. [124] ἴθι τὸν αὐτὸν ἔγειρε γόον.} ἔμβα. κικλήσκουσι δέ μ' ἀθλίαν Ἠλέκτραν πολιῆται. Ἀγάμεμνον. ἐγενόμαν Ἀγαμέμνονος καί μ' ἔτεκεν Κλυταιμήστρα στυγνὰ Τυνδάρεω κόρα. πατρί θ' αἱμάτων ἐχθίστων ἐπίκουρος. ἵνα πατρὶ γόους νυχίους ἐπορθροβοάσω. Πυλάδη. [111] {Ηλ. [139] θὲς τόδε τεῦχος ἐμῆς ἀπὸ κρατὸς ἑ{[στρ. [143] Ἀΐδα. {[ἀντ. ἀλατεύεις οἰκτρὰν ἐν θαλάμοις λιπὼν πατρῴοις ἐπὶ συμφοραῖς ἀλγίσταισιν ἀδελφάν; ἔλθοις τῶνδε πόνων ἐμοὶ τᾷ μελέᾳ λυτήρ. τίνα δ' οἶκον. φεῦ φεῦ σχετλίων πόνων καὶ στυγερᾶς ζόας. τίνα πόλιν. ἔμβα. ἔμβα κατακλαίουσα· ἰώ μοί μοι. τήνδ' ἀφίγμεθα χθόνα. Ἀΐδα μέλος. {[στρ.} ἔμβα. ὦ Ζεῦ Ζεῦ.} λοῦσ'. ὦ πάτερ.
{ΧΟΡΟΣ} [167] Ἀγαμέμνονος ὦ κόρα. ὣς σὲ τὸν ἄθλιον. ἔμολέ τις ἔμολεν γαλακτοπότας ἀνὴρ Μυκηναῖος ὀρειβάτας· ἀγγέλλει δ' ὅτι νῦν τριταίαν καρύσσουσιν θυσίαν Ἀργεῖοι.τιθεμένα θανάτῳ σῷ. φίλαι. πάτερ. ἰώ μοι. [149] αἶ αἶ. ξίφεσι δ' ἀμφιτόμοις λυγρὰν Αἰγίσθου λώβαν θεμένα [166] δόλιον ἔσχεν ἀκοίταν.} οὐκ ἐπ' ἀγλαΐαις. δρύπτε κάρα· οἷα δέ τις κύκνος ἀχέτας ποταμίοις παρὰ χεύμασιν πατέρα φίλτατον καλεῖ. [156] λουτρὰ πανύσταθ' ὑδρανάμενον χροῒ {[ἀντ. ποτὶ σὰν ἀγρότειραν αὐλάν.} [167] ἤλυθον.} κοίτᾳ ἐν οἰκτροτάτᾳ θανάτου. {[στρ. ἐγὼ κατακλαίομαι. πᾶσαι δὲ παρ' Ἥραν μέλλουσιν παρθενικαὶ στείχειν. πάτερ. {Ηλ. δάκρυσι νυχεύω. ἃ 'μοῦ πατέρος μέμναταί ποθ' ἁλοῦσα. <ἰώ> μοι πικρᾶς μὲν πελέκεως τομᾶς σᾶς. πικρᾶς δ' ἐκ Τροΐας ὁδίου βουλᾶς· [162] οὐ μίτραισι γυνή σε δέξατ' οὐδ' ἐπὶ στεφάνοις. Ἠλέκτρα. δακρύων δέ μοι μέλει δειλαίᾳ τὸ κατ' ἦμαρ. ὀλόμενον δολίοις βρόχων ἕρκεσιν. εἰ πρέποντ' Ἀγαμέμνονος κούρᾳ 'σται βασιλείᾳ τᾷ Τροίᾳ θ'. οὐδ' ἱστᾶσα χοροὺς Ἀργείαις ἅμα νύμφαις εἱλικτὸν κρούσω πόδ' ἐμόν. [189] . θυμὸν οὐδ' ἐπὶ χρυσέοις ὅρμοις ἐκπεπόταμαι τάλαιν'. σκέψαι μου πιναρὰν κόμαν καὶ τρύχη τάδ' ἐμῶν πέπλων.
αὐτὰ δ' ἐν χερνῆσι δόμοις ναίω ψυχὰν τακομένα δωμάτων πατρίων φυγάς.} οὐχ ἕνα νομίζων φθείρεται πόλεως νόμον. οὐ παλαιῶν πατρὸς σφαγιασμῶν. {Ηλ.} εὐδαιμονοίης.} ζῇ· πρῶτα γάρ σοι τἀγάθ' ἀγγέλλειν θέλω.} μέν'. ὅς που γᾶν ἄλλαν κατέχει. ξένοι τινὲς παρ' οἶκον οἵδ' ἐφεστίους εὐνὰς ἔχοντες ἐξανίστανται λόχου· φυγῇ σὺ μὲν κατ' οἶμον.} κοινῇ δίδωμι τοῦτο νῷν ἀμφοῖν ἔχειν.} ὦ φίλτατ'. {Ηλ.} ἄλλους κτάνοιμι μᾶλλον ἐχθίους σέθεν.} {[ἀντ. τοῦ κλεινοῦ πατρὸς ἐκφύς. μάτηρ δ' ἐν λέκτροις φονίοις ἄλλῳ σύγγαμος οἰκεῖ.} μεγάλα θεός· ἀλλ' ἴθι.} ποῦ γῆς ὁ τλήμων τλήμονας φυγὰς ἔχων; {Ορ. οἴμοι τοῦ καταφθιμένου τοῦ τε ζῶντος ἀλάτα. {Ορ. . χρύσεά τε-χαρίσαι-προσθήματ' ἀγλαΐας. {Ηλ.{Χο. καὶ παρ' ἐμοῦ χρῆσαι πολύ[191] πηνα φάρεα δῦναι.} οὐδεὶς θεῶν ἐνοπᾶς κλύει τᾶς δυσδαίμονος.} ἕστηκα· πάντως δ' εἰμὶ σή· κρείσσων γὰρ εἶ.} μείνασ' ἄκουσον. {Ορ. καὶ τάχ' οὐκ ἄλλως ἐρεῖς. [214] {Ηλ.} οὐκ ἔσθ' ὅτου θίγοιμ' ἂν ἐνδικώτερον.} ὦ Φοῖβ' Ἄπολλον· προσπίτνω σε μὴ θανεῖν. {Ορ. ὦ παῖ. ὦ τάλαινα· μὴ τρέσῃς ἐμὴν χέρα. {Ορ. {Ηλ. δοκεῖς τοῖσι σοῖς δακρύοις μὴ τιμῶσα θεούς. {Ορ.} ἄπελθε. ἆρα ζῶντος ἢ τεθνηκότος; {Ορ. {Ηλ.} καὶ πῶς ξιφήρης πρὸς δόμοις λοχᾷς ἐμοῖς; {Ορ. μέλεος ἀλαίνων ποτὶ θῆσσαν ἑστίαν. ἐς δόμους δ' ἐγὼ φῶτας κακούργους ἐξαλύξωμεν ποδί. οὐρείας ἀν' ἐρίπνας. μισθὸν ἡδίστων λόγων. [212] {Χο. κρατήσειν ἐχθρῶν; οὔτοι στοναχαῖς. γυναῖκες.} οἴμοι. {Ηλ. {Ηλ. μὴ ψαῦ' ὧν σε μὴ ψαύειν χρεών.} πολλῶν κακῶν Ἕλλησιν αἰτίαν ἔχει σῆς μητρὸς Ἑλένη σύγγονος δόμοις τε σοῖς.} ἥκω φέρων σοι σοῦ κασιγνήτου λόγους. ἐξέβην θρηνημάτων. ἀλλ' εὐχαῖσι θεοὺς σεβίζουσ' ἕξεις εὐαμερίαν. {Ηλ.
ὅπου τε ζῶσα συμφορᾶς ἔχεις.} {Ορ. καὶ πῶς γάμον τοιοῦτον οὐχ ἥσθη λαβών; οὐ κύριον τὸν δόντα μ' ἡγεῖται. οὐ παρὼν ἡμῖν φίλος. οὐκοῦν ὁρᾷς μου πρῶτον ὡς ξηρὸν δέμας. καὶ βέβαια τἀπὸ σοῦ; θάνοιμι μητρὸς αἷμ' ἐπισφάξασ' ἐμῆς.} {Ηλ.} {Ηλ. θανάσιμον γάμον.} {Ορ. τίνος δέ σ' οὕνεχ' ὕβρισ' Αἴγισθος τάδε; τεκεῖν μ' ἐβούλετ' ἀσθενῆ.} {Ηλ.} {Ηλ.} {Ηλ. ἐκ τοῦ δὲ ναίεις ἐνθάδ' ἄστεως ἑκάς; ἐγημάμεσθ'.} {Ηλ. λόγον δὲ δὴ τίν' ἦλθες ἐκ κείνου φέρων; εἰ ζῇς. οἴμοι. ὥστε με στένειν.} {Ορ. λέγω τάδ' αὐτῷ. ὦ ξέν'. εἴφ'.} {Ορ.} {Ορ. ἅγνευμ' ἔχων τι θεῖον ἤ σ' ἀπαξιῶν; γονέας ὑβρίζειν τοὺς ἐμοὺς οὐκ ἠξίου.} {Ηλ. φεῦ· .} {Ηλ. σκαφεύς τις ἢ βουφορβὸς ἄξιος δόμων.{Ηλ. λύπαις γε συντετηκός.} {Ορ. εἰ δή ποθ' ἥξει γ' ἐς δόμους ὁ νῦν ἀπών.} {Ηλ.} {Ορ.} {Ηλ.} {Ορ. Μυκηναίων τίνι; οὐχ ᾧ πατήρ μ' ἤλπιζεν ἐκδώσειν ποτέ. ἡ δ' εὐσέβεια τίς πρόσεστι σῷ πόσει; οὐπώποτ' εὐνῆς τῆς ἐμῆς ἔτλη θιγεῖν.} {Ορ. εὖ τε δραστέον.} οὔ που σπανίζων τοῦ καθ' ἡμέραν βίου; ἔχει μέν.} {Ηλ. ᾤμωξ' ἀδελφὸν σόν.} {Ηλ. ὡς δῆθε παῖδας μὴ τέκοις ποινάτορας; τοιαῦτ' ἐβούλευσ'· ὧν ἐμοὶ δοίη δίκην.} {Ηλ. δοκεῖς; ἀπὼν ἐκεῖνος.} {Ορ. ξυνῆκ'· Ὀρέστῃ μή ποτ' ἐκτείσῃ δίκην.} {Ορ.} {Ορ.} {Ηλ. τί δῆτ' Ὀρέστης πρὸς τόδ'.} {Ηλ. ξένε.} {Ορ.} {Ορ. τοῦτ' αὐτὸ ταρβῶν.} {Ορ.} {Ορ.} {Ορ.} {Ηλ. φεῦ· γενναῖον ἄνδρ' ἔλεξας.} {Ορ.} {Ηλ. Ἄργος ἢν μόλῃ; ἤρου τόδ'; αἰσχρόν γ' εἶπας· οὐ γὰρ νῦν ἀκμή; ἐλθὼν δὲ δὴ πῶς φονέας ἂν κτάνοι πατρός; τολμῶν ὑπ' ἐχθρῶν οἷ' ἐτολμήθη πατήρ. ὦ ξεῖνε.} {Ορ. ὡς ἀκούσας σῷ κασιγνήτῳ λέγω.} {Ορ. μήτηρ δέ σ' ἡ τεκοῦσα ταῦτ' ἠνέσχετο; γυναῖκες ἀνδρῶν.} {Ορ.} {Ορ. οἶδεν δέ σ' οὖσαν παρθένον μητρὸς πόσις; οὐκ οἶδε· σιγῇ τοῦθ' ὑφαιρούμεσθά νιν. πρὸς δὲ καὶ σώφρων ἔφυ. ἀσθενὴς δὲ δὴ φεύγων ἀνήρ. οὐ παίδων φίλαι.} {Ηλ.} {Ηλ.} {Ηλ. αἵδ' οὖν φίλαι σοι τούσδ' ἀκούουσιν λόγους; ὥστε στέγειν γε τἀμὰ καὶ σ' ἔπη καλῶς.} {Ορ. δάκνει σ' ἀδελφὸς ὅ τε θανὼν ἴσως πατήρ. καὶ κρᾶτα πλόκαμόν τ' ἐσκυθισμένον ξυρῷ. ἐν τοῖσδ' ἐκείνου τηλορὸς ναίω δόμοις. τί γάρ μοι τῶνδέ γ' ἐστὶ φίλτερον; φεῦ φεῦ· τί δαὶ σὺ σῷ κασιγνήτῳ.} {Ορ.} {Ηλ. τοιῷδε δούς.} {Ηλ.} [262] {Ηλ. ἦ καὶ μετ' αὐτοῦ μητέρ' ἂν τλαίης κτανεῖν; ταὐτῷ γε πελέκει τῷ πατὴρ ἀπώλετο. πένης ἀνὴρ γενναῖος ἔς τ' ἔμ' εὐσεβής.
ἱκετεύω. {Χο. ἀπεζεύχθης νέου.} ἔκυρσεν ὡς ἔκυρσεν. {Ορ.} εἷς ἂν μόνος νιν τῶν ἐμῶν γνοίη φίλων. ἄγγελλ' Ὀρέστῃ τἀμὰ καὶ κείνου κακά. πρὸς δ' ἕδραισιν Ἀσίδες δμωαὶ στατίζουσ'. ἵν' εἰδὼς σῷ κασιγνήτῳ φέρω λόγους ἀτερπεῖς. ἢ γυμνὸν ἕξω σῶμα κἀστερήσομαι. εἰ χρή-χρὴ δὲ πρὸς φίλον λέγειντύχας βαρείας τὰς ἐμὰς κἀμοῦ πατρός. {Ορ. πίνῳ θ' ὅσῳ βέβριθ'. {Ηλ. πρῶτον μὲν οἵοις ἐν πέπλοις αὐλίζομαι. αὐτὴ δὲ πηγὰς ποταμίους φορουμένη. μήτηρ δ' ἐμὴ Φρυγίοισιν ἐν σκυλεύμασιν θρόνῳ κάθηται. αἷμα δ' ἔτι πατρὸς κατὰ στέγας μέλαν σέσηπεν. οὖσαν ἐγγενῆ. τόδ' οἷον εἶπας· . ᾧ πρὶν ἐς θεοὺς ἐλθεῖν ἔμ' ἐμνήστευον. αἴσθησις γὰρ οὖν κἀκ τῶν θυραίων πημάτων δάκνει βροτούς. Ἰδαῖα φάρη χρυσέαις ἐζευγμέναι πόρπαισιν. ἀλλ' ἀναγκαίους κλύειν. {Ηλ. νῦν δὲ βούλομαι κἀγὼ μαθεῖν. πυρὰ δὲ χέρσος ἀγλαϊσμάτων. Ἀγαμέμνονος δὲ τύμβος ἠτιμασμένος οὔπω χοάς ποτ' οὐδὲ κλῶνα μυρσίνης [325] ἔλαβε. . ὑπὸ στέγαισί τε οἵαισι ναίω βασιλικῶν ἐκ δωμάτων. μέθῃ δὲ βρεχθεὶς τῆς ἐμῆς μητρὸς πόσις ὁ κλεινός.} ἆρ' ὃν λέγουσιν αὐτὸν ἐκκλέψαι φόνου; {Ηλ. ὡς λέγουσιν. ἀναίνομαι γυναῖκας οὖσα παρθένος. οὐ γνοίην ἂν εἰσιδοῦσά νιν. ἀναίνομαι δὲ Κάστορ'.} οἴμοι. . σοφοῖσι δ' ἀνδρῶν· καὶ γὰρ οὐδ' ἀζήμιον γνώμην ἐνεῖναι τοῖς σοφοῖς λίαν σοφήν.} λέγοιμ' ἄν. ξένε. καὶ τοῦτο τολμᾷ τοὔπος εἰς ἡμᾶς λέγειν· Ποῦ παῖς Ὀρέστης; ἆρά σοι τύμβῳ καλῶς . ἀνέορτος ἱερῶν καὶ χορῶν τητωμένη. ὦ ξέν'.} ἀλλ'. ἐκβληθεὶς δόμων.} πατρός γε παιδαγωγὸς ἀρχαῖος γέρων. ἐπεὶ δὲ κινεῖς μῦθον. ἔνεστι δ' οἶκτος ἀμαθίᾳ μὲν οὐδαμοῦ. οὐδὲν θαῦμ'. ἐς ταὐτὰ βαίνων ἅρματ' ἐκφοιτᾷ πατρί. {Ορ. ὃς δ' ἐκεῖνον ἔκτανεν. πρόσω γὰρ ἄστεως οὖσα τἀν πόλει κακὰ οὐκ οἶδα.[282] εἴθ' ἦν Ὀρέστης πλησίον κλύων τάδε. αὐτὴ μὲν ἐκμοχθοῦσα κερκίσιν πέπλους.} κἀγὼ τὸν αὐτὸν τῷδ' ἔρον ψυχῆς ἔχω. λέξον δ'. καὶ σκῆπτρ' ἐν οἷς Ἕλλησιν ἐστρατηλάτει μιαιφόνοισι χερσὶ γαυροῦται λαβών. {Ορ. ἃς ἔπερσ' ἐμὸς πατήρ.} νέα γάρ. ἐνθρῴσκει τάφῳ πέτροις τε λεύει μνῆμα λάινον πατρός.} ὁ κατθανὼν δὲ σὸς πατὴρ τύμβου κυρεῖ; {Ηλ. {Ηλ.
ἤδη γὰρ εἶδον ἄνδρα γενναίου πατρὸς τὸ μηδὲν ὄντα. διδάσκει δ' ἄνδρα τῇ χρείᾳ κακόν.} οὗτος κέκληται πόσις ἐμὸς τῆς ἀθλίας. καὶ μηδὲν ἀντείπητε.} οὐκοῦν τὰ μὲν λεύσσουσι. αἱ χεῖρες ἡ γλῶσσ' ἡ ταλαίπωρός τε φρήν. ὅ τ' ἐκεῖνον τεκών. ὦ ξέν'. οὔτοι τό γ' ἦθος δυσγενὲς παρέξομαι.} ἦ καί τι πατρὸς σῶν τε μέμνηται κακῶν; {Ηλ. πολλοὶ δ' ἐπιστέλλουσιν.} τί φασίν; ἁνὴρ ἔστι καὶ λεύσσει φάος; {Ηλ. κάρα τ' ἐμὸν ξυρῆκες. ἢ τοῖς ἔχουσι μηδέν; ἀλλ' ἔχει νόσον πενία. οὐδὲν τῶνδ' ἔχουσιν ἐνδεές.} ἦλθον δ' Ὀρέστου τίν' ἀγορεύοντες λόγον; {Ηλ. τὰ δὲ σύ που λέγεις. πῶς οὖν τις αὐτὰ διαλαβὼν ὀρθῶς κρινεῖ; πλούτῳ; πονηρῷ τἄρα χρήσεται κριτῇ. εἰ πατὴρ μὲν ἐξεῖλεν Φρύγας. {Ορ. αἴρεσθ'.} ὦ φίλτατ'.} ἴσασιν. {Αυ.} καὶ μὴν δέδορκα τόνδε. {Χο. χρηστά τ' ἐκ κακῶν τέκνα. Ὀρέστην οὐ καταισχύνειν θέλων; {Ηλ. ἑρμηνεὺς δ' ἐγώ. νέος πεφυκὼς κἀξ ἀμείνονος πατρός.} ἔστιν λόγῳ γοῦν. ἀπάγγειλον τάδε. λήξαντα μόχθου πρὸς δόμους ὡρμημένον. ὅδ' ἁνὴρ ὃς συνεκκλέπτει γάμους τοὺς σούς. αἰσχρὸν γάρ. {Αυ. {Αυ.} ἔα· τίνας τούσδ' ἐν πύλαις ὁρῶ ξένους; τίνος δ' ἕκατι τάσδ' ἐπ' ἀγραύλους πύλας προσῆλθον; ἦ 'μοῦ δεόμενοι; γυναικί τοι αἰσχρὸν μετ' ἀνδρῶν ἑστάναι νεανιῶν.} οὐκοῦν πάλαι χρῆν τοῖσδ' ἀνεπτύχθαι πύλας; χωρεῖτ' ἐς οἴκους· ἀντὶ γὰρ χρηστῶν λόγων ξενίων κυρήσεθ'. {Ορ. οἷ' ἐμὸς κεύθει δόμος. σὸν λέγω πόσιν. {Αυ. παρὰ φίλου φίλοι μολόντες ἀνδρός· καὶ γὰρ εἰ πένης ἔφυν. {Αυ. γνώμην τε μεγάλην ἐν πένητι σώματι. σύγγνωτε τοῖς εἰρημένοις. φασὶ δ' οὐκ ἄπιστ' ἐμοί. ἀλλ'.} πρὸς θεῶν. εἰς ὕποπτα μὴ μόλῃς ἐμοί· τὸν ὄντα δ' εἴσῃ μῦθον· οἵδε γὰρ ξένοι ἥκουσ' Ὀρέστου πρός με κήρυκες λόγων. ἱκετεύω σ'. {Ηλ. ὁ δ' ἄνδρ' ἕν' εἷς ὢν οὐ δυνήσεται κτανεῖν. {Ηλ. ὦ ξένοι. τῶνδ' ἔσω τεύχη δόμων. ὀπαδοί.παρὼν ἀμύνει; -ταῦτ' ἀπὼν ὑβρίζεται.} σκοποὺς ἔπεμψε τούσδε τῶν ἐμῶν κακῶν. {Αυ. ἀλλ' εἰς ὅπλ' ἔλθω; τίς δὲ πρὸς λόγχην βλέπων μάρτυς γένοιτ' ἂν ὅστις ἐστὶν ἁγαθός; . λιμόν τ' ἐν ἀνδρὸς πλουσίου φρονήματι.} φεῦ· [367] οὐκ ἔστ' ἀκριβὲς οὐδὲν εἰς εὐανδρίαν· ἔχουσι γὰρ ταραγμὸν αἱ φύσεις βροτῶν.} ἐν ἐλπίσιν ταῦτ'· ἀσθενὴς φεύγων ἀνήρ. ἀλλ'.
εἰ δοκεῖ σοι. ἐν τοῖς δὲ πολλοῖς ὤν. εἰδὼς δωμάτων χρείαν σέθεν τί τούσδ' ἐδέξω μείζονας σαυτοῦ ξένους; {Αυ. ἀλλ'-ἄξιος γὰρ ὅ τε παρὼν ὅ τ' οὐ παρὼν Ἀγαμέμνονος παῖς. {Χο.} τί δ'; εἴπερ εἰσὶν ὡς δοκοῦσιν εὐγενεῖς. {Αυ. χαρᾷ θερμαινόμεσθα καρδίαν· ἴσως γὰρ ἂν μόλις προβαίνουσ' ἡ τύχη σταίη καλῶς. ἐβουλόμην δ' ἄν. ἄριστος ηὑρέθη. {Ηλ. ἡσθήσεταί τοι καὶ προσεύξεται θεοῖς. . τούσδ' ἀπαγγελῶ λόγους γέροντι· χώρει δ' ἐς δόμους ὅσον τάχος καὶ τἄνδον ἐξάρτυε. ἴσως δ' ἂν ἔλθοι· Λοξίου γὰρ ἔμπεδοι χρησμοί. οἳ κενῶν δοξασμάτων πλήρεις πλανᾶσθε. εἰ ζῶντ' Ὀρέστην ἡ τάλαιν' αἴσθοιτ' ἔτι. αἰνῶ μὲν οὖν τοῦδ' ἀνδρὸς ἐσδοχὰς δόμων.κράτιστον εἰκῇ ταῦτ' ἐᾶν ἀφειμένα. ξένων τ' ἐς δαῖτα πορσῦναί τινα. οὐ μὴ φρονήσεθ'. ἐν τοῖς τοιούτοις δ' ἡνίκ' ἂν γνώμης πέσω. εἰ κασίγνητός με σὸς ἐς εὐτυχοῦντας ἦγεν εὐτυχῶν δόμους. ἔλθ' ὡς παλαιὸν τροφὸν ἐμοῦ φίλον πατρός. τῇ δ' ὁμιλίᾳ βροτοὺς κρινεῖτε καὶ τοῖς ἤθεσιν τοὺς εὐγενεῖς; οἱ γὰρ τοιοῦτοι καὶ πόλεις οἰκοῦσιν εὖ καὶ δώμαθ'· αἱ δὲ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν ἀγάλματ' ἀγορᾶς εἰσιν. ὡς ἐμοὶ πένης εἴη πρόθυμος πλουσίου μᾶλλον ξένος. δμῶες. ὃς ἀμφὶ ποταμὸν Τάναον Ἀργείας ὅρους τέμνοντα γαίας Σπαρτιάτιδός τε γῆς ποίμναις ὁμαρτεῖ πόλεος ἐκβεβλημένος· κέλευε δ' αὐτὸν τῶνδ' ἐμοὐσαφιγμένων ἐλθεῖν. οὗπερ οὕνεχ' ἥκομενδεξώμεθ' οἴκων καταλύσεις. οὐκ ἔν τε μικροῖς ἔν τε μὴ στέρξουσ' ὁμῶς; {Ηλ. σκοπῶ τὰ χρήμαθ' ὡς ἔχει μέγα σθένος. οὐ γὰρ πατρῴων ἐκ δόμων μητρὸς πάρα λάβοιμεν ἄν τι· πικρὰ δ' ἀγγείλαιμεν ἄν. χωρεῖν χρεών. ὥσθ' ἕν γ' ἐπ' ἦμαρ τούσδε πληρῶσαι βορᾶς. οὗτος γὰρ ἁνὴρ οὔτ' ἐν Ἀργείοις μέγας οὔτ' αὖ δοκήσει δωμάτων ὠγκωμένος. πολλά τοι γυνὴ χρῄζουσ' ἂν εὕροι δαιτὶ προσφορήματα.} ὦ τλῆμον. Ἠλέκτρα. βροτῶν δὲ μαντικὴν χαίρειν ἐῶ. δόμων τῶνδ' ἐντός. οὐδὲ γὰρ δόρυ μᾶλλον βραχίων σθεναρὸς ἀσθενοῦς μένει· ἐν τῇ φύσει δὲ τοῦτο κἀν εὐψυχίᾳ. ζῶντ' εἰσακούσας παῖδ' ὃν ἐκσῴζει ποτέ.} νῦν ἢ πάροιθεν μᾶλλον.} ἐπεί νυν ἐξήμαρτες ἐν σμικροῖσιν ὤν. ἔστιν δὲ δὴ τοσαῦτά γ' ἐν δόμοις ἔτι.} ἀλλ'.
[431] {Χο. ἀνά τε Πήλιον ἀνά τε πρυμνὰς Ὄσσας ἱερᾶς νάπας † Νυμφαίας σκοπιὰς κόρας μάτευσ'. Ὑάδες. ἵν' ὁ φίλαυλος ἔπαλλε δελφὶς πρῴραις κυανεμβόλοισιν εἱλισσόμενος. Πλειάδες. τῷ Μαί[463] ας ἀγροτῆρι κούρῳ· [463] ἐν δὲ μέσῳ κατέλαμπε σάκει φαέθων {[ἀντ. † ἔνθα πατὴρ ἱππότας τρέφεν Ἑλλάδι φῶς Θέτιδος εἰνάλιον γόνον ταχύπορον πόδ' Ἀτρείδαις. αἵ ποτ' ἔβατε Τροίαν {[στρ. Ἰλιόθεν δ' ἔκλυόν τινος ἐν λιμέσιν {[στρ. κλεινᾶς ἀσπίδος ἐν κύκλῳ τοιάδε σήματα. Ἕκτορος . τετύχθαι· περιδρόμῳ μὲν ἴτυος ἕδρᾳ Περσέα λαιμοτόμαν ὑπὲρ ἁλὸς ποτανοῖσι πεδίλοισι φυὰν Γοργόνος ἴσχειν.ξένοις τε δοῦναι σῶμά τ' ἐς νόσους πεσὸν δαπάναισι σῷσαι· τῆς δ' ἐφ' ἡμέραν βορᾶς ἐς σμικρὸν ἥκει· πᾶς γὰρ ἐμπλησθεὶς ἀνὴρ ὁ πλούσιός τε χὡ πένης ἴσον φέρει.} κύκλος ἀελίοιο ἵπποις ἂμ πτεροέσσαις ἄστρων τ' αἰθέριοι χοροί.} τοῖς ἀμετρήτοις ἐρετμοῖς πέμπουσαι χοροὺς μετὰ Νηρῄδων.} κλειναὶ νᾶες. [441] Νηρῇδες δ' Εὐβοῖδας ἄκρας λιποῦσαι {[ἀντ.} Ναυπλίοισι βεβῶτος τᾶς σᾶς. ὦ Θέτιδος παῖ. Διὸς ἀγγέλῳ σὺν Ἑρμᾷ. δείματα Φρύγια.} μόχθους ἀσπιστὰς ἀκμόνων Ἡφαίστου χρυσέων ἔφερον τευχέων. πορεύων τὸν τᾶς Θέτιδος κοῦφον ἅλμα ποδῶν Ἀχιλῆ σὺν Ἀγαμέμνονι Τρωίας ἐπὶ Σιμουντίδας ἀκτάς.
ἀλλ' ἐπεσβαλεῖν ἡδὺ σκύφον τοῦδ' ἀσθενεστέρῳ ποτῷ. [483] τοιγάρ σέ ποτ' οὐρανίδαι πέμψουσιν θανάτοις· ἦ σὰν ἔτ' ἔτι φόνιον ὑπὸ δέραν ὄψομαι αἷμα χυθὲν σιδάρῳ. ὦ γεραιέ. μικρόν. παλαιόν τε θησαύρισμα Διονύσου τόδε ὀσμῇ κατῆρες. ἄορι δ' ἐν φονίῳ τετραβάμονες ἵπποι ἔπαλλον. ὅν ποτ' ἐν χεροῖν ἔχων ἀνόνητ' ἔθρεψας σοί τε καὶ τοῖς σοῖς φίλοις; {Πρ. . σπονδάς τε. κακόφρων κούρα. ἔσπεισα. [479] τοιῶνδ' ἄνακτα δοριπόνων ἔκανεν ἀνδρῶν. ὅν ποτ' ἐξέθρεψ' ἐγώ; ὡς πρόσβασιν τῶνδ' ὀρθίαν οἴκων ἔχει ῥυσῷ γέροντι τῷδε προσβῆναι ποδί. {Ηλ. τύμβῳ δ' ἀμφέθηκα μυρσίνας. διάβροχον τόδ' ὄμμ' ἔχεις; μῶν τἀμὰ διὰ χρόνου σ' ἀνέμνησεν κακά; ἢ τὰς Ὀρέστου τλήμονας φυγὰς στένεις καὶ πατέρα τὸν ἐμόν. ὅμως δὲ πρός γε τοὺς φίλους ἐξελκτέον διπλῆν ἄκανθαν καὶ παλίρροπον γόνυ. Τυνδαρίς.[474] [475] ὄμμασι τροπαῖοι· ἐπὶ δὲ χρυσοτύπῳ κράνει Σφίγγες ὄνυξιν ἀοίδιμον ἄγραν φέρουσαι· περιπλεύρῳ δὲ κύτει πύρπνοος ἔσπευδε δρόμῳ λέαινα χαλαῖς Πειρηναῖον ὁρῶσα πῶλον. [486] {ΠΡΕΣΒΥΣ} [487] ποῦ ποῦ νεᾶνις πότνι' ἐμὴ δέσποινά τε. πυρᾶς δ' ἐπ' αὐτῆς οἶν μελάγχιμον πόκῳ σφάγιον ἐσεῖδον αἷμά τ' οὐ πάλαι χυθὲν ξανθῆς τε χαίτης βοστρύχους κεκαρμένους.} τί δ'. κελαινὰ δ' ἀμφὶ νῶθ' ἵετο κόνις. σὰ λέχεα. ἴτω φέρων τις τοῖς ξένοις τάδ' ἐς δόμους· ἐγὼ δὲ τρύχει τῷδ' ἐμῶν πέπλων κόρας δακρύοισι τέγξας ἐξομόρξασθαι θέλω. Ἀγαμέμνονος παῖς. ὦ θύγατερ-ἄρτι γάρ σε πρὸς δόμοις ὁρῶἥκω φέρων σοι τῶν ἐμῶν βοσκημάτων ποίμνης νεογνὸν θρέμμ' ὑποσπάσας τόδε [496] στεφάνους τε τευχέων τ' ἐξελὼν τυρεύματα. ἦλθον γὰρ αὐτοῦ πρὸς τάφον πάρεργ' ὁδοῦ καὶ προσπεσὼν ἔκλαυσ' ἐρημίας τυχών.} ἀνόνηθ'· ὅμως δ' οὖν τοῦτό γ' οὐκ ἠνεσχόμην. λύσας ἀσκὸν ὃν φέρω ξένοις.
{Ορ. τὰ πόλλ' ὅμοια σώματος πεφυκέναι.} πῶς δ' ἂν γένοιτ' ἂν ἐν κραταιλέῳ πέδῳ γαίας ποδῶν ἔκμακτρον; εἰ δ' ἔστιν τόδε. ὁ μὲν παλαίστραις ἀνδρὸς εὐγενοῦς τραφείς. ὅμως δέ.κἀθαύμασ'. Ὀρέστης ἡνίκ' ἐκπίπτει χθονός. {Ορ. ὦ ξένε. τόδε παλαιὸν ἀνδρὸς λείψανον φίλων κυρεῖ; {Ηλ.} ἔα· [558] τί μ' ἐσδέδορκεν ὥσπερ ἀργύρου σκοπῶν λαμπρὸν χαρακτῆρ'; ἢ προσεικάζει μέ τῳ; {Ηλ. {Πρ. . εἰ χρῶμα ταὐτὸν κουρίμης ἔσται τριχός· φιλεῖ γάρ. μολὼν δ' ἐθαύμασ' ἄθλιον τύμβον πατρός.} σὺ δ' εἰς ἴχνος βᾶσ' ἀρβύλης σκέψαι βάσιν εἰ σύμμετρος σῷ ποδὶ γενήσεται.} ὅδ' ἔσθ' ὁ σώσας κεῖνον.} φίλου γε φωτός.} καὐτὴ τόδ' εἰσορῶσα θαυμάζω.} ἀλλ' εὐγενεῖς μέν. εἰ καὶ γῆν κασίγνητος μολών. εἰ μὴ ξυναύξοινθ' οἱ πέπλοι τῷ σώματι; ἀλλ' ἤ τις αὐτοῦ τάφον ἐποικτίρας ξένος † ἐκείρατ'. ὁ δὲ κτενισμοῖς θῆλυς; ἀλλ' ἀμήχανον. εἴπερ ἔστ' ἔτι. ἐν δὲ κιβδήλῳ τόδε· πολλοὶ γὰρ ὄντες εὐγενεῖς εἰσιν κακοί. -τοῦ ποτ'. ὦ παῖ.} οὗτος τὸν ἁμὸν πατέρ' ἔθρεψεν. . . {Ηλ. ἢ τῆσδε σκοποὺς λαβὼν χθονὸς † . . {Ηλ. πολλοῖς δ' ἂν εὕροις βοστρύχους ὁμοπτέρους καὶ μὴ γεγῶσιν αἵματος ταὐτοῦ. τέκνον. . τίς ποτ' ἀνθρώπων ἔτλη πρὸς τύμβον ἐλθεῖν· οὐ γὰρ Ἀργείων γέ τις. .} οἱ δὲ ξένοι ποῦ; βούλομαι γὰρ εἰσιδὼν αὐτοὺς ἔρεσθαι σοῦ κασιγνήτου πέρι. {Ορ. -χαίρειν τοὺς ξένους προσεννέπω. ἀλλ' ἦλθ' ἴσως που σὸς κασίγνητος λάθρᾳ. ξένε. κερκίδος ὅτῳ γνοίης ἂν ἐξύφασμα σῆς.} χαῖρ'. {Πρ. ἐν ᾧ ποτ' αὐτὸν ἐξέκλεψα μὴ θανεῖν; {Ηλ. . νέαν μ' ἔτ' οὖσαν; εἰ δὲ κἄκρεκον πέπλους.} οὐκ ἔστιν. ὦ γεραιέ.} οἵδ' ἐκ δόμων βαίνουσι λαιψηρῷ ποδί. ὦ γέρον. . Ἠλέκτρα.} ἴσως Ὀρέστου σ' ἥλιχ' ἥδεται βλέπων. {Πρ.} οὐκ ἄξι' ἀνδρός. [538] . εἰ κρυπτὸν ἐς γῆν τήνδ' ἂν Αἰγίσθου φόβῳ δοκεῖς ἀδελφὸν τὸν ἐμὸν εὐθαρσῆ μολεῖν. ἔπειτα χαίτης πῶς συνοίσεται πλόκος.} οὐκ οἶσθ'. {Ορ. {Ηλ. ἀλλ' ἅρσην κρατεῖ. {Πρ. γέρον. σοφοῦ λέγεις.} τί φῄς; ὅδ' ὃς σὸν ἐξέκλεψε σύγγονον; {Ηλ. τί δὲ κυκλεῖ πέριξ πόδα; {Ηλ. . πῶς ἂν τότ' ὢν παῖς ταὐτὰ νῦν ἔχοι φάρη. αἷμα ταὐτὸν οἷς ἂν ᾖ πατρός. δυοῖν ἀδελφοῖν ποὺς ἂν οὐ γένοιτ' ἴσος ἀνδρός τε καὶ γυναικός. σκέψαι δὲ χαίτην προστιθεῖσα σῇ κόμῃ.
ὃς παλαιᾷ φυγᾷ πατρίων ἀπὸ δωμάτων τάλας ἀλαίνων ἔβα.} λαβεῖν φίλον θησαυρόν. -ὦ χρόνῳ φανείς. {Ηλ. {Ορ. ἢν δ' ἀνσπάσωμαί γ' ὃν μετέρχομαι βόλον . {Ηλ. {Πρ. ἀνέλπιστον λόγον; {Πρ. τί δρῶν ἂν φονέα τεισαίμην πατρός; [μητέρα τε κοινωνὸν ἀνοσίων γάμων;] ἔστιν τί μοι κατ' Ἄργος εὐμενὲς φίλων; ἢ πάντ' ἀνεσκευάσμεθ'. εἰ τἄδικ' ἔσται τῆς δίκης ὑπέρτερα. ἔχω σ' ἀέλπτως . ὦ φίλα.} πάλαι δέδορκα. ἢ τί δὴ λέγεις.} ἀλλ' οὐκέτ'.} πῶς εἶπας. μὴ σύ γ' οὐκέτ' εὖ φρονῇς. γέρον; {Πρ.} ἐκεῖνος εἶ σύ; {Ορ.} ποῖον χαρακτῆρ' εἰσιδών. . ἔδειξας ἐμφανῆ πόλει πυρσόν. ἐν χειρὶ τῇ σῇ πάντ' ἔχεις καὶ τῇ τύχῃ. τύχᾳ σοι τύχᾳ κασίγνητον ἐμβατεῦσαι πόλιν.} βλέψον νυν ἐς τόνδ'. εὔχου.} πῶς φῄς; ὁρῶ μὲν πτώματος τεκμήριον. θεὸς αὖ θεὸς ἁμετέραν τις ἄγει νίκαν.} οὐδ' ἐγὼ γὰρ ἤλπισα. χρόνιος ἁμέρα. ὦ γεραί'. ὥσπερ αἱ τύχαι; τῷ ξυγγένωμαι; νύχιος ἢ καθ' ἡμέραν; ποίαν ὁδὸν τραπώμεθ' εἰς ἐχθροὺς ἐμούς; {Πρ. θύγατερ Ἠλέκτρα.} ἔμολες ἔμολες. {Ορ. πέποιθα δ'· ἢ χρὴ μηκέθ' ἡγεῖσθαι θεούς.} εἶἑν· φίλας μὲν ἡδονὰς ἀσπασμάτων ἔχω.} σύμμαχός γέ σοι μόνος. . ὦ τέκνον. [594] ἄνεχε χέρας. {Ηλ. κατέλαμψας. {Ορ. θεοῖς. . ἵει λιτὰς [594] ἐς θεούς. οὐδεὶς δυστυχοῦντί σοι φίλος. ἄνεχε λόγον. χρόνῳ δὲ καὖθις αὐτὰ δώσομεν. σὺ δ'-ἐκ βάθρων γὰρ πᾶς ἀνῄρησαι φίλοις οὐδ' ἐλλέλοιπας ἐλπίδ'-ἴσθι μου κλύων. πατρῷον οἶκον καὶ πόλιν λαβεῖν σέθεν. ὤ. {Πρ.} ἔπειτα μέλλεις προσπίτνειν τοῖς φιλτάτοις; {Ηλ.} οὐλὴν παρ' ὀφρύν. τὸν φίλτατον. κοινῇ μετασχεῖν τἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. ὃν φαίνει θεός. {Ηλ.} ὦ τέκνον.} τί τῶν ἀπόντων ἢ τί τῶν ὄντων πέρι; {Πρ. {Χο.{Πρ. .} ὦ πότνι'. {Ηλ. εὕρημα γάρ τοι χρῆμα γίγνεται τόδε.} κἀξ ἐμοῦ γ' ἔχῃ χρόνῳ.} τί δῆτα δρῶντες τοῦδ' ἂν ἐξικοίμεθα; .} οὐκ εὖ φρονῶ 'γὼ σὸν κασίγνητον βλέπων; {Ηλ. ἥν ποτ' ἐν πατρὸς δόμοις νεβρὸν διώκων σοῦ μέθ' ᾑμάχθη πεσών.} ὁρᾶν Ὀρέστην τόνδε τὸν Ἀγαμέμνονος.} ἰδού· καλῶ θεούς. ὦ γεραιέ-καίριος γὰρ ἤλυθεςλέξον. {Ηλ. ὦ γεραιέ· συμβόλοισι γὰρ τοῖς σοῖς πέπεισμαι θυμόν.} οὐδέποτε δόξασα. σὺ δ'. ᾧ πείσομαι; {Πρ. {Ηλ. {Ορ.
} ναί· καὶ δακρύσει γ' ἀξίωμ' ἐμῶν τόκων. {Ορ. -ἡ τεκοῦσα δ' ἐστὶ ποῦ; {Πρ. {Πρ. {Ορ. ἢν θεὸς θέλῃ. .} ἔσται τάδ'· εὑρίσκεις δὲ μητρὶ πῶς φόνον; {Ηλ.} πόσων μετ' ἀνδρῶν; ἢ μόνος δμώων μέτα; {Πρ.} ἔγνως· φοβεῖται γάρ σε κοὐχ εὕδει σαφῶς. {Πρ. {Πρ. {Πρ.} ξυνῆχ'· ὕποπτος οὖσα γιγνώσκει πόλει. γέρον; {Πρ.} φρουραῖς κέκασται δεξιαῖς τε δορυφόρων; {Πρ. {Ορ. ὦ γεραιέ.} τροφεῖα παίδων ἢ πρὸ μέλλοντος τόκου; {Πρ. {Ορ.} πόθεν; τί δ' αὐτῇ σοῦ μέλειν δοκεῖς. ἀγροὺς ἔχει; {Πρ.} ἀγρῶν πέλας τῶνδ' ἱπποφορβίων ἔπι. {Πρ. γέρον.} λέγ'.} πῶς οὖν ἂν αὐτῷ πλησιασθείην ποτέ; {Πρ. ὡς ἔδοξέ μοι. ὡς ἔοικ'. τάδε Κλυταιμήστρᾳ μολών· λεχώ μ' ἀπάγγελλ' οὖσαν ἄρσενος τόκῳ. {Πρ. {Ορ. τέκνον; {Ηλ.} τοὐνθένδε πρὸς τὸ πῖπτον αὐτὸς ἐννόει.} ἐλθοῦσα μέντοι δῆλον ὡς ἀπόλλυται.} Νύμφαις ἐπόρσυν' ἔροτιν. εὐμενεῖς; {Πρ.} εἶἑν· σὺ δὴ τοὐνθένδε βούλευσον.} Ἄργει· παρέσται δ' οὖν πόσει θοίνην ἔπι.} ἡμῖν ἂν εἶεν. {Ορ. {Ορ.} ὅθεν γ' ἰδών σε δαιτὶ κοινωνὸν καλεῖ.} ἥκω 'πὶ τόνδε στέφανον· ἀλλὰ πῶς λάβω; {Πρ.{Πρ.} οὐκ οἶδα πλὴν ἕν· βουσφαγεῖν ὡπλίζετο. {Ορ.} ἐγὼ φόνον γε μητρὸς ἐξαρτύσομαι.} οὐδεὶς παρῆν Ἀργεῖος. οἳ σέ γ' οὐκ εἶδόν ποτε. σοὶ δὲ σύμφορον.} ἴσως· πάλιν τοι μῦθον ἐς καμπὴν ἄγε. {Ορ.} τειχέων μὲν ἐλθὼν ἐντὸς οὐδ' ἂν εἰ θέλοις. οἰκεία δὲ χείρ. {Ορ. {Ορ.} πότερα πάλαι τεκοῦσαν ἢ νεωστὶ δή; {Ηλ. ἡνίχ' εἷρπον ἐνθάδε. {Ορ.} πῶς οὖν ἐκείνην τόνδε τ' ἐν ταὐτῷ κτενῶ; {Ηλ.} δέχ' ἡλίους.} στείχων ὅθεν σε βουθυτῶν ἐσόψεται.} καὶ μὴν ἐκεῖνά γ' ἡ τύχη θήσει καλῶς.} δμῶες μέν εἰσιν. {Ορ.} ἐσθλόν τι μηνύσειας. ἐν ποίοις τόποις; {Πρ.} πικρόν γε συνθοινάτορ'. {Ορ. {Ορ.} κἀμοῦ γ' ἄκουσον· ἄρτι γάρ μ' ἐσῆλθέ τι. {Πρ.} καὶ δὴ τί τοῦτο μητρὶ προσβάλλει φόνον; {Ηλ. {Ορ.} Αἴγισθον εἶδον. {Πρ.} τί δρῶνθ'; ὁρῶ γὰρ ἐλπίδ' ἐξ ἀμηχάνων.} τί δ' οὐχ ἅμ' ἐξωρμᾶτ' ἐμὴ μήτηρ πόσει; [643] {Πρ.} καλῶς ἔλεξας.} ἥξει κλύουσα λόχιά μου νοσήματα.} ψόγον τρέμουσα δημοτῶν ἐλείπετο.} κτανὼν Θυέστου παῖδα σήν τε μητέρα.} δούλων γὰρ ἴδιον τοῦτο. εἰ κρατοῖμεν.} οὔ πού τις ὅστις γνωριεῖ μ' ἰδών. αἰσθοίμην δ' ἐγώ. {Ηλ. {Πρ.} ὁδὸν παρ' αὐτήν. {Ορ. ἐν οἷσιν ἁγνεύει λεχώ. {Πρ.} προσηκάμην τὸ ῥηθέν. {Ορ. {Ηλ.} ὑπηρετείτω μὲν δυοῖν ὄντοιν ὅδε.} καὶ μὴν ἐπ' αὐτάς γ' εἶσι σῶν δόμων πύλας.} τοιαῦτα· μισεῖται γὰρ ἀνόσιος γυνή. {Πρ.
εὖ πυρσεύετε κραυγὴν ἀγῶνος τοῦδε· φρουρήσω δ' ἐγὼ πρόχειρον ἔγχος χειρὶ βαστάζουσ' ἐμῇ. {Πρ.} οὐκοῦν τραπέσθαι σμικρὸν εἰς Ἅιδου τόδε; {Πρ.} οἴκτιρε δῆτα σούς γε φύντας ἐκγόνους. {Πρ. . {Πρ. . σῶμ' ἐμὸν καθυβρίσαι.} σὸν ἔργον ἤδη· πρόσθεν εἴληχας φόνου. εἴ τις ἡγεμὼν γίγνοιθ' ὁδοῦ. ὡς ἢν μὲν ἔλθῃ πύστις εὐτυχὴς σέθεν. {Ηλ. {Ηλ. {Ηλ.} πάντ'.} Αἴγισθος ἔνθα νῦν θυηπολεῖ θεοῖς; {Ηλ. ὑμεῖς δέ μοι.} Ἥρα τε. [698] {Χο. . .} νῦν πάντα νεκρὸν ἐλθὲ σύμμαχον λαβών.} [699] Ἀργείων ὀρέων ποτὲ κληδὼν ἐν πολιαῖσι μένει φήμαις εὐαρμόστοις ἐν καλάμοις Πᾶνα μοῦσαν ἡδύθροον πνέοντ'. [682] {Ηλ.} οἵπερ γε σὺν σοὶ Φρύγας ἀνήλωσαν δορὶ . {Πρ. {Ηλ. χεῖρας ᾗ δίδωμ' ἐμὰς .} ὥστ' αὐτά γ' ἐκ σοῦ στόματος εἰρῆσθαι δοκεῖν. {Ηλ.} πάντ' οἶδα. μηδέ με ζῶσαν λέγε· παίσω γὰρ ἧπαρ τοὐμὸν ἀμφήκει ξίφει. . . πετρίνοις δ' ἐπιστὰς κᾶρυξ ἰάχει βάθροις· . . καὶ Τροπαῖ' ἐχθρῶν γενοῦ .{Ηλ. {Ορ. .} νίκην δὸς ἡμῖν.} πρώτιστα μέν νυν τῷδ' ὑφήγησαι. ἀγρῶν ταμίαν. {Ορ. οἶδ'. {Ορ. εἰ δίκαι' αἰτούμεθα. {Πρ.} καὶ Γαῖ' ἄνασσα.} σύ τ'. {Ηλ. οὐ γάρ ποτ' ἐχθροῖς τοῖς ἐμοῖς νικωμένη δίκην ὑφέξω. ὦ δείν' ἐξ ἐμῆς μητρὸς παθών; [684] {Πρ. {Ηλ. {Ορ. χρυσέαν καλλιπλόκαμον πορεῦσαι.} οἴκτιρέ θ' ἡμᾶς· οἰκτρὰ γὰρ πεπόνθαμεν . {Ορ. βωμῶν ἣ Μυκηναίων κρατεῖς . .} ἔπειτ' ἀπαντῶν μητρὶ τἀπ' ἐμοῦ φράσον. ὀλολύξεται πᾶν δῶμα· θνῄσκοντος δέ σου τἀναντί' ἔσται τῶνδε· ταῦτά σοι λέγω. . ὦ κάτω γῆς ἀνοσίως οἰκῶν πάτερ . γυναῖκες. ἀκούει τάδε πατήρ· στείχειν δ' ἀκμή. δόμων ἔσω βᾶσ' εὐτρεπὲς ποήσομαι.} ὦ Ζεῦ Πατρῷε.} δὸς δῆτα πατρὸς τοῖσδε τιμωρὸν δίκην.} καί σοι προφωνῶ πρὸς τάδ' Α ἴ γ ι σ θ ο ν θ α ν ε ῖ ν · ὡς εἰ παλαισθεὶς πτῶμα θανάσιμον πεσῇ.} ἤκουσας. {Ηλ. . τέθνηκα κἀγώ. .} πρὸς τάδ' ἄνδρα γίγνεσθαί σε χρή.} ἄμυν' ἄμυνε τοῖσδε φιλτάτοις τέκνοις.} στείχοιμ' ἄν.} εἰ γὰρ θάνοιμι τοῦτ' ἰδὼν ἐγώ ποτε. γέρον . . {Πρ.} ἀταλᾶς ὑπὸ ματρὸς <ἄρν'> {[στρ.} καὶ μὴν ἐγὼ πέμποιμ' ἂν οὐκ ἀκουσίως.} χὥσοι στυγοῦσιν ἀνοσίους μιάστορας. . {Ορ. [683] {Πρ.
Μυκηναῖοι. . [725] τότε δὴ τότε φαεν{[στρ.Ἀγορὰν ἀγοράν. κλεινῶν συγγενέτειρ' ἀδελφῶν. στείχετε μακαρίων ὀψόμενοι τυράννων φάσματα † δείματα. φοβεροὶ δὲ βροτοῖσι μῦθοι κέρδος πρὸς θεῶν θεραπείαν.} νὰς ἄστρων μετέβασ' ὁδοὺς Ζεὺς καὶ φέγγος ἀελίου [730] λευκόν τε πρόσωπον ἀοῦς.} [713] σήλατοι. βοῆς ἠκούσατ'-ἢ δοκὼ κενὴ . ξηραί τ' Ἀμμωνίδες ἕδραι φθίνουσ' ἀπειρόδροσοι. . καλλίστων ὄμβρων Διόθεν στερεῖσαι. τέρας ἐκκομίζει πρὸς δώματα· νεόμενος δ' εἰς ἀγόρους ἀυτεῖ τὰν κερόεσσαν ἔχειν χρυσεόμαλλον κατὰ δῶμα ποίμναν. [746] {-} ἔα ἔα· [747] φίλαι. . στρέψαι θερμὰν ἀέλιον χρυσωπὸν ἕδραν ἀλλάξαντα δυστυχίᾳ βροτείῳ θνατᾶς ἕνεκεν δίκας. [736] λέγεται. Μουσᾶν θεράπων· μολπαὶ δ' ηὔξοντ' ἐραταί. χρυσέας ἀρνὸς ἐπίλογοι. χοροὶ δ' Ἀτρειδᾶν † ἐγέραιρον οἴκους· [712] θυμέλαι δ' ἐπίτναντο χρυ{[ἀντ. τὰ δ' ἕσπερα νῶτ' ἐλαύνει θερμᾷ φλογὶ θεοπύρῳ. Θυέστου· κρυφίαις γὰρ εὐ[720] ναῖς πείσας ἄλοχον φίλαν Ἀτρέως. τὰν δὲ πί{[ἀντ.} στιν σμικρὰν παρ' ἔμοιγ' ἔχει. νεφέλαι δ' ἔνυδροι πρὸς ἄρκτον. σελαγεῖτο δ' ἀν' ἄστυ πῦρ ἐπιβώμιον Ἀργείων· λωτὸς δὲ φθόγγον κελάδει κάλλιστον. ὧν οὐ μνασθεῖσα πόσιν κτείνεις.
} οὐκ οἶσθ' ἀδελφοῦ μ' εἰσορῶσα πρόσπολον; {Ηλ.} οὐκ ἔστι· νικώμεσθα· ποῦ γὰρ ἄγγελοι; {Χο. {Ηλ.} τέθνηκε· δίς σοι ταὔθ'. {Ηλ.} ἤκουσα κἀγώ.} ἔπισχε. {Αγ. ἐννέπει τάδε·] λούτρ' ὡς τάχιστα τοῖς ξένοις τις αἰρέτω.} ἐπεὶ μελάθρων τῶνδ' ἀπήραμεν πόδα. ὡς ἀμφὶ βωμὸν στῶσι χερνίβων πέλας.} τίς δ' εἶ σύ; πῶς μοι πιστὰ σημαίνεις τάδε; {Αγ.} οὐκ οἶδα πλὴν ἕν· φόνιον οἰμωγὴν κλύω. τάδ' οὐκ ἄσημα πνεύματ' αἴρεται· δέσποιν'. ἦλθές ποτε. ἄμειψον δώματ'. τί χρῆμα; πῶς ἀγῶνος ἥκομεν; {Χο. Ἀγαμέμνονος δὲ φονέα κείμενον πέδῳ Αἴγισθον· ἀλλὰ θεοῖσιν εὔχεσθαι χρεών.} ὦ φίλτατ'. {Ηλ. ἀλλ' εἶπ' Ὀρέστης· Ἀρτίως ἡγνίσμεθα λουτροῖσι καθαροῖς ποταμίων ῥείθρων ἄπο. τρανῶς ὡς μάθῃς τύχας σέθεν. ἃ γοῦν βούλῃ.ὑπῆλθέ μ'; -ὥστε νερτέρα βροντὴ Διός; ἰδού. {Ηλ. Δίκη τε πάνθ' ὁρῶσ'. κλύων δὲ ταῦτ' Αἴγισθος ἐννέπει τάδε· Νῦν μὲν παρ' ἡμῖν χρὴ συνεστίους ἐμοὶ θοίνης γενέσθαι· τυγχάνω δὲ βουθυτῶν Νύμφαις· ἑῷοι δ' ἐξαναστάντες λέχους ἐς ταὐτὸν ἥξετ'. τηλόθεν μέν.} Ἀργεῖος ὁ στεναγμός· ἦ φίλων ἐμῶν; {Χο. δρέπων τερείνης μυρσίνης κάρᾳ πλόκους· ἰδών τ' ἀυτεῖ· Χαίρετ'. . ἀλλ' ὅμως. ἐσβάντες ᾖμεν δίκροτον εἰς ἁμαξιτὸν ἔνθ' ἦν ὁ κλεινὸς τῶν Μυκηναίων ἄναξ. {Ηλ.} φίλαι.} σφαγὴν ἀυτεῖς τήνδε μοι· τί μέλλομεν; {Χο. κυρεῖ δὲ κήποις ἐν καταρρύτοις βεβώς. νικῶντ' Ὀρέστην πᾶσιν ἀγγέλλω φίλοις.} ἥξουσιν· οὔτοι βασιλέα φαῦλον κτανεῖν.} ὦ θεοί.} οὐκ οἶδα· πᾶν γὰρ μείγνυται μέλος βοῆς. Ἠλέκτρα. τί φῄς; τέθνηκε πατρὸς ἐμοῦ στυγνὸς φονεύς; {Αγ.} μακρὰν γὰρ ἕρπει γῆρυς. τάδε. ἀλλ' ἴωμεν ἐς δόμουςκαὶ ταῦθ' ἅμ' ἠγόρευε καὶ χερὸς λαβὼν παρῆγεν ἡμᾶς-οὐδ' ἀπαρνεῖσθαι χρεών· [ἐπεὶ δ' ἐν οἴκοις ἦμεν. εἰ δὲ ξένους ἀστοῖσι συνθύειν χρεών. {Ηλ. {Χο. ἔκ τοι δείματος δυσγνωσίαν εἶχον προσώπου· νῦν δὲ γιγνώσκω σε δή. ποίῳ τρόπῳ δὲ καὶ τίνι ῥυθμῷ φόνου κτείνει Θυέστου παῖδα; βούλομαι μαθεῖν. λέγω. ὦ ξένοι· τίνες πόθεν πορεύεσθ'; ἔστε τ' ἐκ ποίας χθονός; ὁ δ' εἶπ' Ὀρέστης· Θεσσαλοί· πρὸς δ' Ἀλφεὸν θύσοντες ἐρχόμεσθ' Ὀλυμπίῳ Διί. ἐμφανής γε μήν. {ΑΓΓΕΛΟΣ} [761] ὦ καλλίνικοι παρθένοι Μυκηνίδες. {Ηλ.
ῥίψας ἀπ' ὤμων εὐπρεπῆ πορπάματα. τοῦ δὲ νεύοντος κάτω ὄνυχας ἐπ' ἄκρους στὰς κασίγνητος σέθεν ἐς σφονδύλους ἔπαισε. δμῶες δ' ἰδόντες εὐθὺς ᾖξαν ἐς δόρυ. μοσχείαν τρίχα τεμὼν ἐφ' ἁγνὸν πῦρ ἔθηκε δεξιᾷ. λαβεῖν πατρῷα δώματ'. οὐ γεγωνίσκων λόγους. λευκὰς ἐγύμνου σάρκας ἐκτείνων χέρα· θᾶσσον δὲ βύρσαν ἐξέδειρεν ἢ δρομεὺς δισσοὺς διαύλους ἵππιος διήνυσε. ἄλλοι δὲ πῦρ ἀνῆπτον ἀμφί τ' ἐσχάρας λέβητας ὤρθουν· πᾶσα δ' ἐκτύπει στέγη. κἄσφαξ' ἐπ' ὤμων μόσχον ὡς ἦραν χεροῖν δμῶες. λέγει δὲ σῷ κασιγνήτῳ τάδε· Ἐκ τῶν καλῶν κομποῦσι τοῖσι Θεσσαλοῖς εἶναι τόδ'. Φθιάδ' ἀντὶ Δωρικῆς οἴσει τις ἡμῖν κοπίδ'. ἐκ κανοῦ δ' ἑλὼν Αἴγισθος ὀρθὴν σφαγίδα. ὀρρωδῶ τινα δόλον θυραῖον. καὶ λοβὸς μὲν οὐ προσῆν σπλάγχνοις. . οἳ δ' ᾖρον κανᾶ. δεσπότης δ' ἀνιστορεῖ· Τί χρῆμ' ἀθυμεῖς; -Ὦ ξέν'. ἱερὰ δ' ἐς χεῖρας λαβὼν Αἴγισθος ἤθρει. ἄναξ. Πυλάδην μὲν εἵλετ' ἐν πόνοις ὑπηρέτην. ὦ ξένε. λαβὼν δὲ προχύτας μητρὸς εὐνέτης σέθεν [804] ἔβαλλε βωμούς. δεσπότης δ' ἐμὸς τἀναντί' ηὔχετ'.Αἴγισθ'. ὅπως παστήρια θοινασόμεσθα. δμῶας δ' ἀπωθεῖ· καὶ λαβὼν μόσχου πόδα. τοιάδ' ἐννέπων ἔπη· Νύμφαι πετραῖαι. χὣ μὲν σκυθράζει. νωτιαῖα δὲ ἔρρηξεν ἄρθρα· πᾶν δὲ σῶμ' ἄνω κάτω ἤσπαιρεν ἠλάλαζε δυσθνῄσκων φόνῳ. δεῖξόν τε φήμην ἔτυμον ἀμφὶ Θεσσαλῶν. τοῦτον μὲν οὖν μεθεῖσαν ἐκ μέσου λόγον· λόγχας δὲ θέντες δεσπότου φρουρήματα δμῶες πρὸς ἔργον πάντες ἵεσαν χέρας· οἳ μὲν σφαγεῖον ἔφερον. ἔστι δ' ἔχθιστος βροτῶν Ἀγαμέμνονος παῖς πολέμιός τ' ἐμοῖς δόμοις· ὃ δ' εἶπε· Φυγάδος δῆτα δειμαίνεις δόλον. ὁ δ' εὐκρότητον Δωρίδ' ἁρπάσας χεροῖν. τοὺς δ' ἐμοὺς ἐχθροὺς κακῶς -λέγων Ὀρέστην καὶ σέ. πύλαι δὲ καὶ δοχαὶ χολῆς πέλας κακὰς ἔφαινον τῷ σκοποῦντι προσβολάς. πόλεως ἀνάσσων; οὐχ. ἕτοιμοι κοὐκ ἀπαρνούμεσθ'. σπλάγχνα δ' Αἴγισθος λαβὼν ἤθρει διαιρῶν. πολλάκις με βουθυτεῖν καὶ τὴν κατ' οἴκους Τυνδαρίδα δάμαρτ' ἐμὴν πράσσοντας ὡς νῦν. κἀνεῖτο λαγόνας. ὅστις ταῦρον ἀρταμεῖ καλῶς ἵππους τ' ὀχμάζει· λαβὲ σίδηρον. ἀπορρήξω χέλυν; λαβὼν δὲ κόπτει.
} ὦ φέγγος.πολλοὶ μάχεσθαι πρὸς δύ'· ἀνδρείας δ' ὕπο ἔστησαν ἀντίπρῳρα σείοντες βέλη Πυλάδης Ὀρέστης τ'. ἴχνος.} θὲς ἐς χορόν. πατρὸς παλαιοὶ δμῶες. φέρ'. ἀλλ' ὃν στυγεῖς Αἴγισθον· αἷμα δ' αἵματος πικρὸς δανεισμὸς ἦλθε τῷ θανόντι νῦν. φίλαι.} σὺ μέν νυν ἀγάλματ' ἄειρε {[ἀντ. φονέα δὲ πατρὸς ἀντετιμωρησάμην τλήμων Ὀρέστης· ἀλλὰ μή με καίνετε. σύ τ'. νῦν οἱ πάρος ἁμέτεροι γαίας τυραννεύσουσι φίλοι βασιλῆες. δικαίως . πατρὸς ἐκ νικηφόρου γεγώς. [865] {Ηλ. . νῦν ὄμμα τοὐμὸν ἀμπτυχαί τ' ἐλεύθεροι. νικᾷ στεφαναφορίαν † κρείσσω τοῖς † παρ' Ἀλφειοῦ ῥεέθροισι τελέσσας κασίγνητος σέθεν· ἀλλ' ἐπάειδε καλλίνικον ᾠδὰν ἐμῷ χορῷ. ἀλλὰ πολέμιον κτανὼν Αἴγισθον. Ὀρέστα. ὦ φίλα. στέψω τ' ἀδελφοῦ κρᾶτα τοῦ νικηφόρου. ὦ τέθριππον ἡλίου σέλας. τοὺς δ' ἀδίκως καθελόντες. ἀνδρὸς εὐσεβεστάτου παίδευμα Πυλάδη. ἐπεὶ πατρὸς πέπτωκεν Αἴγισθος φονεύς. εἶπε δ'· Οὐχὶ δυσμενὴς ἥκω πόλει τῇδ' οὐδ' ἐμοῖς ὀπάοσιν. . ἔρχεται δὲ σοὶ κάρα 'πιδείξων οὐχὶ Γοργόνος φέρων. δέξαι κόμης σῆς βοστρύχων ἀνδήματα. στέφανον ἐξ ἐμῆς χερὸς δέχου· φέρῃ γὰρ καὶ σὺ τῷδ' ἴσον μέρος . ἔσχον κάμακας· ἐγνώσθη δ' ὑπὸ γέροντος ἐν δόμοισιν ἀρχαίου τινός. ὦ παρασπίστ'. [858] {Χο. τῆς ὑπ' Ἰλίῳ μάχης. ὃς σὸν πατέρα κἀμὸν ὤλεσε. {Ηλ. οἳ δ'.} ὦ καλλίνικε. [872] {Χο. στέφουσι δ' εὐθὺς σοῦ κασιγνήτου κάρα χαίροντες ἀλαλάζοντες. ἀλλ' ἴτω ξύναυλος βοὰ χαρᾷ. ἐπεὶ λόγων ἤκουσαν. οἷα δὴ '´χω καὶ δόμοι κεύθουσί μου κόμης ἀγάλματ' ἐξενέγκωμαι. ὦ γαῖα καὶ νὺξ ἣν ἐδερκόμην πάρος. ἥκεις γὰρ οὐκ ἀχρεῖον ἔκπλεθρον δραμὼν ἀγῶν' ἐς οἴκους.} κρατί· τὸ δ' ἁμέτερον χωρήσεται Μούσαισι χόρευμα φίλον. {[στρ.} ὡς νεβρὸς οὐράνιον πήδημα κουφίζουσα σὺν ἀγλαΐᾳ.
{Ορ.} αἰσχύνομαι μέν. μήτηρ δὲ σ' ἄνδρα δυσσεβῆ κεκτημένη. εἰ δοκεῖ τὸ σωφρονεῖν ἐκεῖ μὲν αὐτὴν οὐκ ἔχειν. τῆς δὲ μητρὸς ἐν πόλει. . αὐτὸν τὸν θανόντα σοι φέρω.} δυσάρεστος ἡμῶν καὶ φιλόψογος πόλις. τύχης ἀρχηγέτας τῆσδ'. {Ηλ.] {Ηλ. προστατεῖν γε δωμάτων γυναῖκα. πήξασ' ἔρεισον σκόλοπι· σὸς γάρ ἐστι νῦν [δοῦλος. τῶν δὲ θηλειῶν λόγος. {Ορ. ἥκω γὰρ οὐ λόγοισιν ἀλλ' ἔργοις κτανὼν Αἴγισθον· ὡς δὲ τῷ σάφ' εἰδέναι τάδε προσθῶμεν. αἰθέρος τέκνοις. μή μέ τις φθόνῳ βάλῃ. εἰ δὴ γενοίμην δειμάτων ἐλευθέρα τῶν πρόσθε. οὐκ ἐλθὼν Φρύγας. {Ηλ. κἄγημας αἰσχρῶς μητέρ' ἄνδρα τ' ἔκτανες στρατηλατοῦνθ' Ἕλλησιν.ἀγῶνος· αἰεὶ δ' εὐτυχεῖς φαίνοισθέ μοι. εἶτα κἄμ' ἐπαίνεσον τὸν τῶν θεῶν τε τῆς τύχης θ' ὑπηρέτην. {Ορ. † πᾶσιν δ' ἐν Ἀργείοισιν ἤκουες τάδε· Ὁ τῆς γυναικός-οὐχὶ τἀνδρὸς ἡ γυνή. μὴ τὸν ἄνδρα· κἀκείνους στυγῶ τοὺς παῖδας.} λέγ'. καίτοι τόδ' αἰσχρόν. ἴστω δ'. οὐδὲν ἠδικημένος. ἢ σκῦλον οἰωνοῖσιν. ἄλγιστα δ' ᾤκεις. ἐπίσημα γὰρ γήμαντι καὶ μείζω λέχη τἀνδρὸς μὲν οὐδείς. ἐς τοῦτο δ' ἦλθες ἀμαθίας ὥστ' ἤλπισας ὡς ἐς σὲ ἐμὴν δὴ μητέρ' οὐχ ἕξοις κακὴν γήμας. νῦν οὖν ἐσμεν· ἀποδώσω δέ σοι ἐκεῖν' ἅ σε ζῶντ' ἤθελον λέξαι κακά. {Ηλ. ὅταν τις διολέσας δάμαρτά του κρυπταῖσιν εὐναῖς εἶτ' ἀναγκασθῇ λαβεῖν. παρ' οἷ δ' ἔχειν. Ἠλέκτρα. σύγγον'· ἀσπόνδοισι γὰρ νόμοισιν ἔχθραν τῷδε συμβεβλήκαμεν.} τί χρῆμα; λέξον· ὡς φόβου γ' ἔξωθεν εἶ. ἐμοῦ δὲ πατρὸς ἠδίκεις λέχη. δύστηνός ἐστιν.} νεκροὺς ὑβρίζειν. ἀπώλεσάς με κὠρφανὴν φίλου πατρὸς καὶ τόνδ' ἔθηκας. ποίας τελευτάς; τίνα μέσον τάξω λόγον; καὶ μὴν δι' ὄρθρων γ' οὔποτ' ἐξελίμπανον θρυλοῦσ' ἅ γ' εἰπεῖν ἤθελον κατ' ὄμμα σόν. πάροιθε δεσπότης κεκλημένος. οὐ δοκῶν οἰκεῖν κακῶς· ᾔδησθα γὰρ δῆτ' ἀνόσιον γήμας γάμον.} εἶἑν· τίν' ἀρχὴν πρῶτά σ' ἐξείπω κακῶν.} θεοὺς μὲν ἡγοῦ πρῶτον. ὃν εἴτε χρῄζεις θηρσὶν ἁρπαγὴν πρόθες. ὅστις τοῦ μὲν ἄρσενος πατρὸς οὐκ ὠνόμασται. εἴ τι χρῄζεις. ἄμφω πονηρὼ δ' ὄντ' ἀφαιρεῖσθον τύχην † κείνη τε τὴν σὴν καὶ σὺ τοὐκείνης κακόν.} οὐκ ἔστιν οὐδεὶς ὅστις ἂν μέμψαιτό σε. βούλομαι δ' εἰπεῖν ὅμως. {Ορ.
{Ηλ. γνωρίμως δ' αἰνίξομαι. {Ορ. ἥ μ' ἔθρεψε κἄτεκεν; {Ηλ. ὡς. ἔρρ'.} ὥσπερ πατέρα σὸν ἥδε κἀμὸν ὤλεσεν.} εἶἑν· κομίζειν τοῦδε σῶμ' ἔσω χρεὼν σκότῳ τε δοῦναι.} μητροκτόνος νῦν φεύξομαι. δεινὰ δ' ἀντέδωκε σοὶ καὶ τῷδ'· ἔχει γὰρ ἡ Δίκη μέγα σθένος.} τί δῆτα δρῶμεν μητέρ'; ἦ φονεύσομεν; {Ηλ. τόθ' ἁγνὸς ὤν.} ἀλλ' ἦ τὸν αὐτὸν τῇδ' ὑποστήσω δόλον; {Ηλ. τὰ δ' εὐπρεπῆ δὴ κόσμος ἐν χοροῖς μόνον.} ἐγὼ δὲ μητρὸς-; τῷ φόνου δώσω δίκας; {Ηλ. ὅταν μόλῃ μήτηρ. {Ορ. .} οὐδ' ἂν πιθοίμην εὖ μεμαντεῦσθαι τάδε.} ἔσειμι· δεινοῦ δ' ἄρχομαι προβλήματος .ὃ δ' ἠπάτα σε πλεῖστον οὐκ ἐγνωκότα.} καλῶς ἄρ' ἄρκυν ἐς μέσην πορεύεται . . οὐ τὰ χρήματα.} ἐπίσχες· ἐμβάλωμεν εἰς ἄλλον λόγον.} βλάπτῃ δὲ δὴ τί πατρὶ τιμωρῶν σέθεν; {Ορ. τὰ γὰρ τέκν' αὐτῶν Ἄρεος ἐκκρεμάννυται. {Ηλ.} ᾧ καὶ πόσιν καθεῖλες. {Ηλ. μητρὸς ὡς εἶδες δέμας; {Ορ. {Ηλ. ἣν οὐ χρῆν.} μῶν σ' οἶκτος εἷλε. καὶ μὴν ὄχοις γε καὶ στολῇ λαμπρύνεται. {Ορ. πολλήν γ' ἀμαθίαν ἐθέσπισας . ἀλλὰ τὴν τεκοῦσαν ἥ μ' ἐγείνατο. {Ηλ.} ἔπραξε δεινά. σμικρὸν ἀνθήσας χρόνον.} φεῦ· [969] πῶς γὰρ κτάνω νιν. τίνες σοφοί; {Ορ. ἣ μὲν γὰρ αἰεὶ παραμένουσ' αἴρει κακά· ὁ δ' ὄλβος ἀδίκως καὶ μετὰ σκαιῶν ξυνὼν ἐξέπτατ' οἴκων. . {Ορ. δμῶες.} τί δ'; ἐκ Μυκηνῶν μῶν βοηδρόμους ὁρῶ; [964] {Ορ. ηὔχεις τις εἶναι τοῖσι χρήμασι σθένων· τὰ δ' οὐδὲν εἰ μὴ βραχὺν ὁμιλῆσαι χρόνον. {Ορ. πρὶν ἂν πέλας γραμμῆς ἵκηται καὶ τέλος κάμψῃ βίου. -ὧδέ τις κακοῦργος ὢν μή μοι τὸ πρῶτον βῆμ' ἐὰν δράμῃ καλῶς.} τῷ δ' ἢν πατρῴαν διαμεθῇς τιμωρίαν; {Ορ. {Ορ. ἃ δ' ἐς γυναῖκας-παρθένῳ γὰρ οὐ καλὸν λέγειν-σιωπῶ.} καὶ μή γ' ἀμύνων πατρὶ δυσσεβὴς ἔσῃ.} οὔκ. οὐδὲν εἰδὼς ὧν ἐφευρεθεὶς χρόνῳ δίκην δέδωκας. {Ηλ. κτανεῖν. Αἴγισθον κτανών. {Ηλ. σφαγῆς πάροιθε μὴ εἰσίδῃ νεκρόν. ὡς δὴ βασιλικοὺς ἔχων δόμους κάλλει τ' ἀραρώς. {Χο. . ἡ γὰρ φύσις βέβαιος.} ὅπου δ' Ἀπόλλων σκαιὸς ᾖ. ὕβριζες.} ἆρ' αὔτ' ἀλάστωρ εἶπ' ἀπεικασθεὶς θεῷ; {Ηλ. ἀλλ' ἔμοιγ' εἴη πόσις μὴ παρθενωπός.} οὐ μὴ κακισθεὶς εἰς ἀνανδρίαν πεσῇ. {Ορ. νικᾶν δοκείτω τὴν Δίκην.} ὅστις μ' ἔχρησας μητέρ'. ἀλλὰ τἀνδρείου τρόπου.} ἱερὸν καθίζων τρίποδ'; ἐγὼ μὲν οὐ δοκῶ.} ὦ Φοῖβε.
{ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ} [998] ἔκβητ' ἀπήνης. καλὸν δὲ κέκτημαι δόμοις. οὐδ' ἃ γειναίμην ἐγώ. σεβίζω σ' ἴσα καὶ μάκαρας πλούτου μεγάλης τ' εὐδαιμονίας. κεῖνος δὲ παῖδα τὴν ἐμὴν Ἀχιλλέως λέκτροισι πείσας ᾤχετ' ἐκ δόμων ἄγων πρυμνοῦχον Αὖλιν. πατρὸς ὀρφαναὶ λελειμμέναι. οἳ φλογερὰν αἰθέρ' ἐν ἄστροις ναίουσι.] [988] βασίλεια γύναι χθονὸς Ἀργείας. συγγνώστ' ἂν ἦν· νῦν δ' οὕνεχ' Ἑλένη μάργος ἦν ὅ τ' αὖ λαβὼν ἄλοχον κολάζειν προδότιν οὐκ ἠπίστατο. ἔστω· πικρὸν δὲ χἡδὺ τἀγώνισμά μοι. ἔνθ' ὑπερτείνας πυρᾶς λευκὴν διήμησ' Ἰφιγόνης παρηΐδα.} δοῦλαι πάρεισιν αἵδε. σκύλοισι μὲν γὰρ θεῶν κεκόσμηνται δόμοι Φρυγίοις. Τρῳάδες. {Ηλ. καίτοι δόξ' ὅταν λάβῃ κακὴ γυναῖκα. <χαῖρ'. ὡς αἵδε.} τί δ'; αἰχμάλωτόν τοί μ' ἀπῴκισας δόμων. καὶ τοῖν ἀγαθοῖν ξύγγονε κούροιν Διός. γλώσσῃ πικρότης ἔνεστί τις. . ἢ δῶμ' ὀνήσων τἄλλα τ' ἐκσῴζων τέκνα. λέξω δὲ . ἢν μὲν ἀξίως μισεῖν ἔχῃς.} τοιαῦτα μέντοι σὸς πατὴρ βουλεύματα ἐς οὓς ἐχρῆν ἥκιστ' ἐβούλευσεν φίλων. μὴ σύ μοι πόνει. {Κλ. ᾑρημένων δὲ δωμάτων ᾑρήμεθα. βροτῶν ἐν ἁλὸς ῥοθίοις τιμὰς σωτῆρας ἔχοντες· χαῖρε. τί δεῖ στυγεῖν; ἡμᾶς ἔδωκε Τυνδάρεως τῷ σῷ πατρί. ἀντὶ παιδὸς ἣν ἀπώλεσα σμικρὸν γέρας. [987] {Χο. οὐ καλῶς· τὸ πρᾶγμα δὲ μαθόντας. {Ηλ. παῖ Τυνδάρεω. .> ὦ βασίλεια. ἐπὶ τοῖσδε τοίνυν καίπερ ἠδικημένη οὐκ ἠγριώμην οὐδ' ἂν ἔκτανον πόσιν· . τούτων ἕκατι παῖδ' ἐμὴν διώλεσεν.} [ἰώ. ἐγὼ δὲ τάσδε.καὶ δεινὰ δράσω γε-εἰ θεοῖς δοκεῖ τάδε. ἵν' ἔξω τοῦδ' ὄχου στήσω πόδα. Τρῳάδος χθονὸς ἐξαίρετ'. στυγεῖν δίκαιον· εἰ δὲ μή. ἔκτεινε πολλῶν μίαν ὕπερ. λάβωμαι μακαρίας τῆς σῆς χερός; {Κλ. ὡς μὲν παρ' ἡμῖν. κεἰ μὲν πόλεως ἅλωσιν ἐξιώμενος.} οὔκουν ἐγώ-δούλη γὰρ ἐκβεβλημένη δόμων πατρῴων δυστυχεῖς οἰκῶ δόμουςμῆτερ. χειρὸς δ' ἐμῆς λάβεσθ'. οὐχ ὥστε θνῄσκειν. τὰς σὰς δὲ τύχας θεραπεύεσθαι καιρός.
κἀντίθες παρρησίᾳ. ὡς ὑπὲρ τέκνου πόσιν ἔκτεινας· οὐ γάρ σ' ὡς ἔγωγ' ἴσασιν εὖ. δύο δ' ἔφυτε συγγόνω. ἁμαρτάνῃ πόσις τἄνδον παρώσας λέκτρα. μῶρον μὲν οὖν γυναῖκες. ἄμφω ματαίω Κάστορός τ' οὐκ ἀξίω. μῆτερ. ὅπως τέθνηκε σὸς πατὴρ οὐκ ἐνδίκως. εἰ δ' ἥσσον' εἴη. μιμεῖσθαι θέλει γυνὴ τὸν ἄνδρα χἅτερον κτᾶσθαι φίλον. κἄπειτ' ἐν ἡμῖν ὁ ψόγος λαμπρύνεται. τὸ μὲν γὰρ εἶδος αἶνον ἄξιον φέρειν Ἑλένης τε καὶ σοῦ. τῇ σῇ δ' ἡδὺ προσθήσω φρενί.} καὶ νῦν γέ φημι κοὐκ ἀπαρνοῦμαι. οὐκ ἄλλως λέγω· ὅταν δ'. ἤν τι μὴ ζητῇ κακόν. μόνη δὲ πασῶν οἶδ' ἐγὼ σ' Ἑλληνίδων. οὓς ἔλεξας ὑστάτους λόγους. μῆτερ. ἐτρέφθην ἥνπερ ἦν πορεύσιμον πρὸς τοὺς ἐκείνῳ πολεμίους. ἥτις φρενήρης· ᾗ δὲ μὴ δοκεῖ τάδε. κεχαρμένην. βελτίους φρένας. εἴ τι χρῄζεις.} μέμνησο. {Χο. οὐδὲν γὰρ αὐτὴν δεῖ θύρασιν εὐπρεπὲς φαίνειν πρόσωπον.ἀλλ' ἦλθ' ἔχων μοι μαινάδ' ἔνθεον κόρην λέκτροις τ' ἐπεισέφρηκε. σκῆψιν προτείνουσ'.} † ἆρα † κλύουσα. ἥτις. τέκνον. ὑπόντος τοῦδ'. ξανθὸν κατόπτρῳ πλόκαμον ἐξήσκεις κόμης. {Κλ. {Ηλ. διάγραφ' ὡς οὖσαν κακήν. σὺ δ' ἄνδρ' ἄριστον Ἑλλάδος διώλεσας. κτανεῖν μ' Ὀρέστην χρῆν. οὐδ' εἰς ἀριθμὸν τῶν ἐμῶν ἥκει λόγων. ἥτις ἐκ δόμων ἐς κάλλος ἀσκεῖ. φίλων γὰρ ἂν τίς ἂν πατρὸς σοῦ φόνον ἐκοινώνησέ μοι; λέγ'. ἀπόντος ἀνδρός. ἐμὲ δὲ πρὸς κείνου παθεῖν; ἔκτειν'. νέον τ' ἀπ' οἴκων ἀνδρὸς ἐξωρμημένου. {Ηλ. εἰ δ' ἐκ δόμων ἥρπαστο Μενέλεως λάθρᾳ.} οὐκ ἔστι. θυγατρὸς πρὶν κεκυρῶσθαι σφαγάς. εἰ μὲν τὰ Τρώων εὐτυχοῖ. γυναῖκα γὰρ χρὴ πάντα συγχωρεῖν πόσει.} λέγοιμ' ἄν· ἀρχὴ δ' ἥδε μοι προοιμίου· εἴθ' εἶχες. {Ηλ. Ἀγαμέμνον' οὐ χρῄζουσαν ἐκ Τροίας μολεῖν. γυνὴ δ'. ὦ τεκοῦσα. ἣ μὲν γὰρ ἁρπασθεῖσ' ἑκοῦσ' ἀπώλετο. συννεφοῦσαν ὄμματα. διδοῦσα πρὸς σέ μοι παρρησίαν. οἱ δ' αἴτιοι τῶνδ' οὐ κλύουσ' ἄνδρες κακῶς. εἶτ' ἔρξεις κακῶς; {Κλ. καὶ νύμφα δύο ἐν τοῖσιν αὐτοῖς δώμασιν κατείχομεν. κασιγνήτης πόσιν Μενέλαον ὡς σώσαιμι; σὸς δὲ πῶς πατὴρ ἠνέσχετ' ἂν ταῦτ'; εἶτα τὸν μὲν οὐ θανεῖν κτείνοντα χρῆν τἄμ'.} δίκαι' ἔλεξας· ἡ δίκη δ' αἰσχρῶς ἔχει. καίτοι καλῶς γε σωφρονεῖν παρεῖχέ σοι· .
οἶμαι. τῶν ἐμῶν λοχευμάτων· τούτων ὕπερ μοι θῦσον-οὐ γὰρ οἶδ' ἐγώδεκάτῃ σελήνῃ παιδὸς ὡς νομίζεται· τρίβων γὰρ οὐκ εἴμ'.} σιγῶ· δέδοικα γάρ νιν ὡς δέδοικ' ἐγώ. [ὅστις δὲ πλοῦτον ἢ εὐγένειαν εἰσιδὼν γαμεῖ πονηράν. πατὴρ μὲν οὖν τέθνηκε· τὸν δ' ἔξω χθονὸς πῶς οὐ κομίζῃ παῖδ' ἀλητεύοντα σόν; {Κλ.] {Κλ.} αὐτὴ 'λόχευον κἄτεκον μόνη βρέφος.} ἀλγῶ γάρ· ἀλλὰ παύσομαι θυμουμένη. μῶρός ἐστι· μικρὰ γὰρ μεγάλων ἀμείνω σώφρον' ἐν δόμοις λέχη.} παῦσαι λόγων τῶνδε. ὡς λέγεις. ἀποκτενῶ σ' ἐγὼ καὶ παῖς Ὀρέστης πατρὶ τιμωρούμενοι· εἰ γὰρ δίκαι' ἐκεῖνα. {Κλ. πέφυκας πατέρα σὸν στέργειν ἀεί· ἔστιν δὲ καὶ τόδ'· οἳ μέν εἰσιν ἀρσένων.} ὀψὲ στενάζεις.} ὦ παῖ.} ἤκουσας. σκοπῶ. θυμοῦται φόνῳ. {Ηλ. εἰ δ'. {Ηλ. ἀλλὰ τί μ' ἐκάλεις. ἥ σ' ἔλυσεν ἐκ τόκων. {Ηλ.} δέδοικα· τοὐμὸν δ'.} καὶ μὴν ἐκεῖνος οὐκέτ' ἔσται σοι βαρύς. ὃν Ἑλλὰς αὑτῆς εἵλετο στρατηλάτην· Ἑλένης δ' ἀδελφῆς τοιάδ' ἐξειργασμένης ἐξῆν κλέος σοι μέγα λαβεῖν· τὰ γὰρ κακὰ παράδειγμα τοῖς ἐσθλοῖσιν εἴσοψίν τ' ἔχει. οὔτ' ἀντ' ἐμοῦ τέθνηκε. ὡς λέγουσι. οἳ δ' αὖ φιλοῦσι μητέρας μᾶλλον πατρός. {Χο.} φρονεῖ μέγ'· ἐν γὰρ τοῖς ἐμοῖς ναίει δόμοις. ἀλλ' ἐπηνέγκω λέχει τἀλλότρια. ἡνίκ' οὐκ ἔχεις ἄκη. {Ηλ. {Ηλ. οὐχὶ τοὐκείνου. εἰ δ' ἀμείψεται φόνον δικάζων φόνος.} ὁρᾷς; ἀν' αὖ σὺ ζωπυρεῖς νείκη νέα. τοῖς δεδραμένοις ἐμοί. τέκνον; {Ηλ. τὰ δ' οὐ καλῶς πίπτοντα δέρκομαι βροτῶν.} τρόποι τοιοῦτοι· καὶ σὺ δ' αὐθάδης ἔφυς. ἄτοκος οὖσ' ἐν τῷ πάρος.} τί δαὶ πόσιν σὸν ἄγριον εἰς ἡμᾶς ἔχεις; [1117] {Κλ. συγγνώσομαί σοι· καὶ γὰρ οὐχ οὕτως ἄγαν χαίρω τι. δὶς τόσως ἐμὲ κτείνας ἀδελφῆς ζῶσαν.} ἄλλης τόδ' ἔργον. καὶ τάδ' ἔνδικα. ἐγὼ τί σ' ἠδίκησ' ἐμός τε σύγγονος; πῶς οὐ πόσιν κτείνασα πατρῴους δόμους ἡμῖν προσῆψας. τὰ μὲν γὰρ εὖ. τέκνον. σὴν θυγατέρ' ἔκτεινεν πατήρ. πατρὸς γάρ. {Κλ.} τύχη γυναικῶν ἐς γάμους.ἄνδρ' εἶχες οὐ κακίον' Αἰγίσθου πόσιν. σὺ δ' ὧδ' ἄλουτος καὶ δυσείματος χρόα λεχὼ νεογνῶν ἐκ τόκων πεπαυμένη; οἴμοι τάλαινα τῶν ἐμῶν βουλευμάτων· ὡς μᾶλλον ἢ χρῆν ἤλασ' εἰς ὀργὴν πόσιν. {Κλ. . {Ηλ. {Κλ. μισθοῦ τοὺς γάμους ὠνουμένη; κοὔτ' ἀντιφεύγει παιδὸς ἀντὶ σοῦ πόσις.
πέλεκυν ἐν χεροῖν λαβοῦσ'· ἆ τλάμων πόσις.} {<ἔσωθεν>} ὦ τέκνα. ἰάχησε δὲ στέγα λάινοί τε θριγκοὶ δόμων. . πάρεστε· δεῖ γὰρ καὶ πόσει δοῦναι χάριν. . . {Χο. κανοῦν δ' ἐνῆρκται καὶ τεθηγμένη σφαγίς. οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οἶκος ἀθλιώτερος . .} σιν αὖραι δόμων. πρὸς θεῶν. παλίρρους δὲ τάνδ' ὑπάγεται δίκαν {[ἀντ. .} ἀλλ' εἶμι. ὅ τί ποτε τὰν τάλαιναν ἔσχεν κακόν; {-} ὀρεία τις ὡς λέαιν' ὀργάδων δρύοχα νεμομένα.} ἰώ μοί μοι. {Κλ.{Κλ. . . φάτναις ἄγοντες πρόσθεθ'· ἡνίκ' ἂν δέ με δοκῆτε θυσίας τῆσδ' ἀπηλλάχθαι θεοῖς. μὴ κτάνητε μητέρα. ἥπερ καθεῖλε ταῦρον. .} χώρει πένητας ἐς δόμους· φρούρει δέ μοι μή σ' αἰθαλώσῃ πολύκαπνον στέγος πέπλους.} οὕτως ἀγείτων οἶκος ἵδρυται φίλων; {Ηλ. {Χο. ὀπάονες. . εὐνέταν. ἃ πόσιν χρόνιον ἱκόμενον εἰς οἴκους [1158-1159] Κυκλώπειά τ' οὐράνια τείχε' ὀξυθήκτου βέλους [1160] ἔκανεν αὐτόχειρ.} ἀμοιβαὶ κακῶν· μετάτροποι πνέου{[στρ. . θύσεις γὰρ οἷα χρή σε δαίμοσιν θύη. .} διαδρόμου λέχους μέλεον. τότε μὲν <ἐν> λουτροῖς ἔπεσεν ἐμὸς ἐμὸς ἀρχέτας. τάδε κατήνυσεν. ἀλλὰ τούσδ' ὄχους. τροπαῖα δείγματ' ἀθλίων προσφθεγμάτων.} κλύεις ὑπώροφον βοάν; {Κλ. [1146] {Χο. φονεύσεις φίλαν πατρίδα δεκέτεσιν σποραῖσιν ἐλθόντ' ἐμάν; {-} . οὗ πέλας πεσῇ πληγεῖσα· νυμφεύσῃ δὲ κἀν Ἅιδου δόμοις ᾧπερ ξυνηῦδες ἐν φάει. παιδὸς ἀριθμὸν ὡς τελεσφόρον θύσω θεοῖσι· σοὶ δ' ὅταν πράξω χάριν τήνδ'.} ᾤμωξα κἀγὼ πρὸς τέκνων χειρουμένης. . γύναι. [1171] {-} ἀλλ' οἵδε μητρὸς νεοφόνοις ἐν αἵμασι πεφυρμένοι βαίνουσιν ἐξ οἴκων πόδα. τάδ' ἐνέποντος· Ὦ σχέτλια· τί με. ἀνόσια δ' εἰργάσω. {Κλ.} πένητας οὐδεὶς βούλεται κτᾶσθαι φίλους. εἶμ' ἐπ' ἀγρὸν οὗ πόσις θυηπολεῖ Νύμφαισιν. . . ὅταν τύχῃ· σχέτλια μὲν ἔπαθες. τάλαιν'. σὺ δὲ δίκην ἐμοὶ πατρός. . {-} νέμει τοι δίκαν θεός. {Ηλ. τοσήνδ' ἐγὼ δώσω χάριν σοι.
.} πάλιν. [1211] [1214] {Ορ.τῶν Τανταλείων οὐδ' ἔφυ ποτ' ἐκγόνων. πατρὸς δ' ἔτεισας φόνον δικαίως.} τιθεῖσα χεῖρα· Τέκος ἐμόν.} δακρύτ' ἄγαν. δεινὰ δ' εἰργάσω. [1176] {Ορ. ἅ μ' ἔτικτε κούραν. δίγονα σώματ' ἐν χθονὶ κείμενα πλαγᾷ χερὸς ὑπ' ἐμᾶς. ἰώ μοι. φόνια δ' ὤπασας λάχε' ἀπὸ γᾶς [τᾶς] Ἑλλανίδος. . {Χο. πρὸς πέδῳ τιθεῖσα γόνιμα μέλεα; τὰν κόμαν δ' ἐγὼ .} ἔβαλεν. μᾶτερ τεκοῦσ' <ἄλαστα>. ἰήιον κλύων γόον [1211] ματρός. . ἅ σ' ἔτικτε. κασίγνητον οὐ θέλοντα.} ἄφαντα. δι' ὀδύνας ἔβας. φίλα. ἄποιν' ἐμῶν [1181] πημάτων. λιταίνω· . . ἴδετε τάδ' ἔργα φόνια μυσαρά. διὰ πυρὸς ἔμολον ἁ τάλαινα ματρὶ τᾷδ'. τίνα γάμον εἶμι; τίς πόσις με δέξεται νυμφικὰς ἐς εὐνάς; {Χο. {Χο.} σάφ' οἶδα. αἰτία δ' ἐγώ. φανερὰ δ' ἐξέπραξας ἄχεα. οἷον ἁ τάλαιν' ἔξω πέπλων {[στρ. τίνα δ' ἑτέραν μόλω πόλιν; τίς ξένος. σᾶς τύχας. τότ' οὐ φρονοῦσα.} βροτῶν. ἔδειξε μαστὸν ἐν φοναῖσιν. . [1205] {Ορ. [1189] {Ορ. .} ἰὼ ἰώ μοι. .} κατεῖδες.} ἰὼ τύχας.} ἰὼ Φοῖβ'. . [1181] . ὦ σύγγον'. τίν' ἐς χορόν. πρὸς γένυν ἐμὰν {[ἀντ. ἀνύμνησας δίκαι' {[ἀντ. πάλιν φρόνημα σὸν μετεστάθη πρὸς αὔραν· φρονεῖς γὰρ ὅσια νῦν.} ἰὼ Γᾶ καὶ Ζεῦ πανδερκέτα {[στρ. {Ηλ. τίς εὐσεβὴς ἐμὸν κάρα προσόψεται ματέρα κτανόντος; {Ηλ. . ποῖ δ' ἐγώ.} βοὰν δ' ἔλασκε τάνδε. ἄλαστα μέλεα καὶ πέρα παθοῦσα σῶν τέκνων ὑπαί.
} τέρμα κακῶν μεγάλων δόμοισιν. Κάστωρ κασίγνητός τε Πολυδεύκης ὅδε. ὡς ἐσείδομεν σφαγὰς ἀδελφῆς τῆσδε.} δεινότατον παθέων ἔρεξας. φίλᾳ τε κοὐ φίλᾳ φάρεα τάδ' ἀμφιβάλλομεν. . οὗ πρῶτον θεοὶ ἕζοντ' ἐπὶ ψήφοισιν αἵματος πέρι.} τάλαινα· πῶς ἔτλας φόνον δι' ὀμμάτων ἰδεῖν σέθεν ματρὸς ἐκπνεούσας; {Ορ.} φασγάνῳ κατηρξάμαν ματέρος ἔσω δέρας μεθείς.} ἐγὼ μὲν ἐπιβαλὼν φάρη κόραις ἐμαῖς {[στρ. δίκαια μέν νυν ἥδ' ἔχει. σὺ δ' οὐχὶ δρᾷς· Φοῖβός τε. μητέρος δὲ σῆς. [1232] {-} ἀλλ' οἵδε δόμων ὑπὲρ ἀκροτάτων φαίνουσι τίνες-δαίμονες ἢ θεῶν τῶν οὐρανίων; οὐ γὰρ θνητῶν γ' ἥδε κέλευθος· τί ποτ' ἐς φανερὰν ὄψιν βαίνουσι βροτοῖσιν; {ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ} [1238] Ἀγαμέμνονος παῖ. φονέας ἔτικτες ἆρά σοι. {Χο. Πυλάδῃ μὲν Ἠλέκτραν δὸς ἄλοχον ἐς δόμους. {Χο. ὥστε χέρας ἐμὰς λιπεῖν βέλος. κλῦθι· δίπτυχοι δέ σε καλοῦσι μητρὸς σύγγονοι Διόσκοροι.} <καὶ> καθάρμοσον σφαγάς. σὺ δ' Ἄργος ἔκλιπ'· οὐ γὰρ ἔστι σοι πόλιν τήνδ' ἐμβατεύειν.} ἐγὼ δ' ἐπεγκέλευσά σοι ξίφους τ' ἐφηψάμαν ἅμα. {Ηλ. μητέρα κτείναντι σήν. ἔστιν δ' Ἄρεώς τις ὄχθος. κάλυπτε μέλεα ματέρος πέπλοις {[ἀντ. ἐλθὼν δ' Ἀθήνας Παλλάδος σεμνὸν βρέτας πρόσπτυξον· εἵρξει γάρ νιν ἐπτοημένας δεινοῖς δράκουσιν ὥστε μὴ ψαύειν σέθεν. {Χο. σιγῶ· σοφὸς δ' ὢν οὐκ ἔχρησέ σοι σοφά.παρῄδων τ' ἐξ ἐμᾶν ἐκρίμναθ'. Φοῖβος-ἀλλ' ἄναξ γάρ ἐστ' ἐμός.} λαβοῦ. δειναὶ δὲ κῆρές <σ'> αἱ κυνώπιδες θεαὶ τροχηλατήσουσ' ἐμμανῆ πλανώμενον. δεινὸν δὲ ναὸς ἀρτίως πόντου σάλον παύσαντ' ἀφίγμεθ' Ἄργος. αἰνεῖν δ' ἀνάγκη ταῦτα· τἀντεῦθεν δὲ χρὴ πράσσειν ἃ Μοῖρα Ζεύς τ' ἔκρανε σοῦ πέρι. [1226] {Ορ. γοργῶφ' ὑπερτείνουσα σῷ κάρᾳ κύκλον.} ἰδού. {Ηλ.
νικᾶν ἴσαις ψήφοισι τὸν φεύγοντ' ἀεί. εἴδωλον Ἑλένης ἐξέπεμψ' ἐς Ἴλιον. μητέρος χρήσας φόνον.} θέμις. {Χο. Ἑλένη τε θάψει· Πρωτέως γὰρ ἐκ δόμων ἥκει λιποῦσ' Αἴγυπτον οὐδ' ἦλθεν Φρύγας· Ζεὺς δ'. μητέρα δὲ τὴν σὴν ἄρτι Ναυπλίαν παρὼν Μενέλαος. καὶ τὸν λόγῳ σὸν πενθερὸν κομιζέτω Φωκέων ἐς αἶαν καὶ δότω πλούτου βάρος· σὺ δ' Ἰσθμίας γῆς αὐχέν' ἐμβαίνω ποδὶ χώρει πρὸς ὄχθον Κεκροπίας εὐδαίμονα.} καὶ σοί· Φοίβῳ τήνδ' ἀναθήσω πρᾶξιν φονίαν.} τίς δ' ἔμ' Ἀπόλλων. ὡς ἔρις γένοιτο καὶ φόνος βροτῶν. σοὶ μὲν τάδ' εἶπον· τόνδε δ' Αἰγίσθου νέκυν Ἄργους πολῖται γῆς καλύψουσιν τάφῳ.} ὦ παῖδε Διός. μία δ' ἀμφοτέρους ἄτη πατέρων διέκναισεν.Ἁλιρρόθιον ὅτ' ἔκταν' ὠμόφρων Ἄρης. οὐ μυσαραῖς τοῖσδε σφαγίοις. κοινοὶ δὲ πότμοι. θέμις ἐς φθογγὰς τὰς ὑμετέρας ἡμῖν πελάθειν; {Δι. σεμνὸν βροτοῖσιν εὐσεβὲς χρηστήριον· σὲ δ' Ἀρκάδων χρὴ πόλιν ἐπ' Ἀλφειοῦ ῥοαῖς οἰκεῖν Λυκαίου πλησίον σηκώματος· ἐπώνυμος δὲ σοῦ πόλις κεκλήσεται. Φοίβου τ' ἄσοφοι γλώσσης ἐνοπαί. μῆνιν θυγατρὸς ἀνοσίων νυμφευμάτων.} μοῖρά τ' ἀνάγκης ἦγ' ᾗ τὸ χρεών.} πῶς ὄντε θεὼ τῆσδέ τ' ἀδελφὼ τῆς καπφθιμένης οὐκ ἠρκέσατον κῆρας μελάθροις; {Δι. πόντου κρέοντος παῖδ'. {Ηλ. . {Ηλ. Πυλάδης μὲν οὖν κόρην τε καὶ δάμαρτ' ἔχων [1285] Ἀχαιίδος γῆς οἴκαδ' ἐσπορευέτω. ἐξ οὗ Τρωικὴν εἷλε χθόνα. καὶ τοῖσι λοιποῖς ὅδε νόμος τεθήσεται. ἵν' εὐσεβεστάτη ψῆφος βεβαία τ' ἐστὶν † ἔκ τε τοῦ † θεοῖς. ἴσαι δέ σ' ἐκσῴζουσι μὴ θανεῖν δίκῃ ψῆφοι τεθεῖσαι· Λοξίας γὰρ αἰτίαν ἐς αὑτὸν οἴσει. πεπρωμένην γὰρ μοῖραν ἐκπλήσας φόνου εὐδαιμονήσεις τῶνδ' ἀπαλλαχθεὶς πόνων. δειναὶ μὲν οὖν θεαὶ τῷδ' ἄχει πεπληγμέναι πάγον παρ' αὐτὸν χάσμα δύσονται χθονός.} κοιναὶ πράξεις. [1291] {Χο. ποῖοι χρησμοὶ φονίαν ἔδοσαν μητρὶ γενέσθαι; {Δι. ἐνταῦθα καὶ σὲ δεῖ δραμεῖν φόνου πέρι.} κἀμοὶ μύθου μέτα. Τυνδαρίδαι; {Δι.
} πόσις ἔστ' αὐτῇ καὶ δόμος· οὐχ ἥδ' οἰκτρὰ πέπονθεν.} τάδε λοίσθιά μοι προσφθέγματά σου. νυμφεύου δέμας Ἠλέκτρας. {Ορ. {Δι. ἔνι γὰρ κἀμοὶ τοῖς τ' οὐρανίδαις οἶκτοι θνητῶν πολυμόχθων.} Πυλάδη. χαίρων ἴθι. {Ορ. πρόσπτυξον σῶμα· θανόντος δ' ὡς ἐπὶ τύμβῳ καταθρήνησον. {Ηλ. {Ηλ.} θάρσει· Παλλάδος ὁσίαν ἥξεις πόλιν· ἀλλ' ἀνέχου. σύγγονε φίλτατε· διὰ γὰρ ζευγνῦσ' ἡμᾶς πατρίων μελάθρων μητρὸς φόνιοι κατάραι.} ὦ χαῖρε. {Ηλ. τούτους χαλεπῶν ἐκλύοντες μόχθων σῴζομεν.} ἀλλ' ἐγὼ οἴκων ἔξειμι πατρὸς καὶ ἐπ' ἀλλοτρίαις ψήφοισι φόνον μητρὸς ὑφέξω. {Δι. [1341] {Δι.} τοῖσδε μελήσει γάμος· ἀλλὰ κύνας τάσδ' ὑποφεύγων στεῖχ' ἐπ' Ἀθηνῶν· δεινὸν γὰρ ἴχνος βάλλουσ' ἐπὶ σοὶ χειροδράκοντες χρῶτα κελαιναί. πόλις· χαίρετε δ' ὑμεῖς πολλά. οὕτως ἀδικεῖν μηδεὶς θελέτω μηδ' ἐπιόρκων μέτα συμπλείτω· θεὸς ὢν θνητοῖς ἀγορεύω.} φεῦ φεῦ· δεινὸν τόδ' ἐγηρύσω καὶ θεοῖσι κλύειν. πολίτιδες.} καὶ τίνες ἄλλαι στοναχαὶ μείζους ἢ γῆς πατρίας ὅρον ἐκλείπειν; {Ορ.} περί μοι στέρνοις στέρνα πρόσαψον. {Ορ. {Ορ.} οὐδ' ἐγὼ ἐς σὸν βλέφαρον πελάσω.} βάλε.} στείχω βλέφαρον τέγγουσ' ἁπαλόν. {Ορ. στείχεις ἤδη; {Ηλ. δεινῶν ὀδυνῶν καρπὸν ἔχουσαι· νὼ δ' ἐπὶ πόντον Σικελὸν σπουδῇ σῴσοντε νεῶν πρῴρας ἐνάλους.} οὐκέτι σ' ὄψομαι.} ὦ πιστοτάτη. [1340] {Ορ.} . οἷσιν δ' ὅσιον καὶ τὸ δίκαιον φίλον ἐν βιότῳ.ὦ σύγγονέ μοι. χρονίαν σ' ἐσιδὼν τῶν σῶν εὐθὺς φίλτρων στέρομαι καὶ σ' ἀπολείψω σοῦ λειπόμενος. {Δι. πλὴν ὅτι λείπει πόλιν Ἀργείων. διὰ δ' αἰθερίας στείχοντε πλακὸς τοῖς μὲν μυσαροῖς οὐκ ἐπαρήγομεν. {Ηλ.
ἐξ ἧς Ἀτρεὺς ἔβλαστεν· Ἀτρέως δὲ παῖς Μενέλαος Ἀγαμέμνων τε· τοῦ δ᾽ ἔφυν ἐγώ τῆς Τυνδαρείας θυγατρὸς Ἰφιγένεια παῖς.} χαίρετε· χαίρειν δ' ὅστις δύναται καὶ ξυντυχίᾳ μή τινι κάμνει θνητῶν. ηὔξω φωσφόρῳ θύσειν θεᾷ. Ιφιγένεια εν Ταύροις Εὐριπίδη Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις Ἰφιγένεια Πέλοψ ὁ Ταντάλειος ἐς Πῖσαν μολὼν θοαῖσιν ἵπποις Οἰνομάου γαμεῖ κόρην.{Χο. ἔσφαξεν Ἑλένης οὕνεχ᾽. ἣν ἀμφὶ δίναις ἃς θάμ᾽ Εὔριπος πυκναῖς αὔραις ἑλίσσων κυανέαν ἅλα στρέφει. παῖδ᾽ οὖν ἐν οἴκοις σὴ Κλυταιμήστρα δάμαρ τίκτει--τὸ καλλιστεῖον εἰς ἔμ᾽ ἀναφέρων-ἣν χρή σε θῦσαι. εὐδαίμονα πράσσει. καί μ᾽ Ὀδυσσέως τέχναις μητρὸς παρείλοντ᾽ ἐπὶ γάμοις Ἀχιλλέως. ἐλθοῦσα δ᾽ Αὐλίδ᾽ ἡ τάλαιν᾽ ὑπὲρ πυρᾶς μεταρσία ληφθεῖσ᾽ ἐκαινόμην ξίφει· ἀλλ᾽ ἐξέκλεψεν ἔλαφον ἀντιδοῦσά μου Ἄρτεμις Ἀχαιοῖς. πατὴρ Ἀρτέμιδι κλειναῖς ἐν πτυχαῖσιν Αὐλίδος. Μενέλεῳ χάριν φέρων. διὰ δὲ λαμπρὸν αἰθέρα πέμψασά μ᾽ ἐς τήνδ᾽ ᾤκισεν Ταύρων χθόνα. Ἀγάμεμνον. τὸν καλλίνικον στέφανον Ἰλίου θέλων λαβεῖν Ἀχαιοῖς τούς θ᾽ ὑβρισθέντας γάμους Ἑλένης μετελθεῖν. ὃς ὠκὺν πόδα τιθεὶς ἴσον πτεροῖς ἐς τοὔνομ᾽ ἦλθε τόδε ποδωκείας χάριν. ὡς δοκεῖ. πρὶν ἂν κόρην σὴν Ἰφιγένειαν Ἄρτεμις λάβῃ σφαγεῖσαν· ὅ τι γὰρ ἐνιαυτὸς τέκοι κάλλιστον. καὶ λέγει Κάλχας τάδε· ὦ τῆσδ᾽ ἀνάσσων Ἑλλάδος στρατηγίας. ναοῖσι δ᾽ ἐν τοῖσδ᾽ ἱερέαν τίθησί με· 5 10 15 20 25 30 . ἐς ἔμπυρ᾽ ἦλθε. δεινῆς δ᾽ ἀπλοίας πνευμάτων τε τυγχάνων. ἐνταῦθα γὰρ δὴ χιλίων ναῶν στόλον Ἑλληνικὸν συνήγαγ᾽ Ἀγαμέμνων ἄναξ. οὗ γῆς ἀνάσσει βαρβάροισι βάρβαρος Θόας. οὐ μὴ ναῦς ἀφορμίσῃ χθονός. Ευριπίδης.
ὃς ἂν κατέλθῃ τήνδε γῆν Ἕλλην ἀνήρ. ὅτ᾽ ὠλλύμην ἐγώ. ἐκ δ᾽ ἐπικράνων κόμας ξανθὰς καθεῖναι. ἃς ἔδωχ᾽ ἡμῖν ἄναξ Ἑλληνίδας γυναῖκας. [οὐδ᾽ αὖ συνάψαι τοὔναρ ἐς φίλους ἔχω· Στροφίῳ γὰρ οὐκ ἦν παῖς.] νῦν οὖν ἀδελφῷ βούλομαι δοῦναι χοὰς παροῦσ᾽ ἀπόντι--ταῦτα γὰρ δυναίμεθ᾽ ἄν-σὺν προσπόλοισιν. σκοποῦμαι δ᾽ ὄμμα πανταχῆ στρέφων. φθέγμα δ᾽ ἀνθρώπου λαβεῖν. στῦλοι γὰρ οἴκων παῖδές εἰσιν ἄρσενες· θνῄσκουσι δ᾽ οὓς ἂν χέρνιβες βάλωσ᾽ ἐμαί. Ὀρέστα· σοὶ δὲ συνδοκεῖν χρεών. ἃ καινὰ δ᾽ ἥκει νὺξ φέρουσα φάσματα. φεύγειν δὲ κἄξω στᾶσα θριγκὸν εἰσιδεῖν δόμων πίτνοντα. σφάγια δ᾽ ἄλλοισιν μέλει ἄρρητ᾽ ἔσωθεν τῶνδ᾽ ἀνακτόρων θεᾶς. τὴν θεὸν φοβουμένη-[θύω γὰρ ὄντος τοῦ νόμου καὶ πρὶν πόλει. Πυλάδης ἔμοιγ᾽. οὗ κατηρξάμην ἐγώ. τοὔναρ δ᾽ ὧδε συμβάλλω τόδε· τέθνηκ᾽ Ὀρέστης. παρθένοισι δ᾽ ἐν μέσαις εὕδειν. πᾶν δ᾽ ἐρείψιμον στέγος βεβλημένον πρὸς οὖδας ἐξ ἄκρων σταθμῶν.ὅθεν νόμοισι τοῖσιν ἥδεται θεὰ Ἄρτεμις. 35 40 45 50 55 60 65 70 . Ὀρέστης καὶ βωμός. ἀλλ᾽ ἐξ αἰτίας οὔπω τίνος πάρεισιν. κἀγὼ τέχνην τήνδ᾽ ἣν ἔχω ξενοκτόνον τιμῶσ᾽ ὑδραίνειν αὐτὸν ὡς θανούμενον. χθονὸς δὲ νῶτα σεισθῆναι σάλῳ. δοκεῖ σοι μέλαθρα ταῦτ᾽ εἶναι θεᾶς ἔνθ᾽ Ἀργόθεν ναῦν ποντίαν ἐστείλαμεν. ἑορτῆς. τοὔνομ᾽ ἧς καλὸν μόνον-τὰ δ᾽ ἄλλα σιγῶ. Ὀρέστης ὅρα. Πυλάδης ὁρῶ. εἴ τι δὴ τόδ᾽ ἔστ᾽ ἄκος. λέξω πρὸς αἰθέρ᾽. εἶμ᾽ ἔσω δόμων ἐν οἷσι ναίω τῶνδ᾽ ἀνακτόρων θεᾶς. μόνος λελεῖφθαι στῦλος εἷς ἔδοξέ μοι δόμων πατρῴων.] κατάρχομαι μέν. Ἕλλην οὗ καταστάζει φόνος. ἔδοξ᾽ ἐν ὕπνῳ τῆσδ᾽ ἀπαλλαχθεῖσα γῆς οἰκεῖν ἐν Ἄργει. κλαίουσα. φυλάσσου μή τις ἐν στίβῳ βροτῶν. Ὀρέστης Πυλάδη.
τὸν τοῦ θεοῦ δὲ χρησμὸν οὐ κακιστέον· ναοῦ δ᾽ ἀπαλλαχθέντε κρύψωμεν δέμας κατ᾽ ἄντρ᾽ ἃ πόντος νοτίδι διακλύζει μέλας-νεὼς ἄπωθεν. ἀλλ᾽ ἐγκυκλοῦντ᾽ ὀφθαλμὸν εὖ σκοπεῖν χρεών. διαδοχαῖς δ᾽ Ἐρινύων ἠλαυνόμεσθα φυγάδες ἔξεδροι χθονὸς δρόμους τε πολλοὺς ἐξέπλησα καμπίμους. ὅ φασιν ἐνθάδε ἐς τούσδε ναοὺς οὐρανοῦ πεσεῖν ἄπο· λαβόντα δ᾽ ἢ τέχναισιν ἢ τύχῃ τινί. νεὼς ἔπι φεύγωμεν. 75 80 85 90 95 100 105 . Ὀρέστης ἥκω δὲ πεισθεὶς σοῖς λόγοισιν ἐνθάδε ἄγνωστον ἐς γῆν. Ὀρέστης ὦ Φοῖβε. ἢ χαλκότευκτα κλῇθρα λύσαντες μοχλοῖς-ὧν οὐδὲν ἴσμεν. πῶς ἂν οὖν λάθοιμεν ἄν. ἐπειδὴ πατρὸς αἷμ᾽ ἐτεισάμην. σὲ δ᾽ ἱστορῶ. θανούμεθ᾽. ἄξενον. ἔνθ᾽ Ἄρτεμίς σοι σύγγονος βωμοὺς ἔχοι. κίνδυνον ἐκπλήσαντ᾽. οὓς ἐξεμόχθουν περιπολῶν καθ᾽ Ἑλλάδα-σὺ δ᾽ εἶπας ἐλθεῖν Ταυρικῆς μ᾽ ὅρους χθονός. ἀμφίβληστρα γὰρ τοίχων ὁρᾷς ὑψηλά· πότερα δωμάτων προσαμβάσεις ἐκβησόμεσθα. Πυλάδη--σὺ γάρ μοι τοῦδε συλλήπτωρ πόνου-τί δρῶμεν. μή τις εἰσιδὼν σκάφος βασιλεῦσιν εἴπῃ κᾆτα ληφθῶμεν βίᾳ. Ἀθηναίων χθονὶ δοῦναι--τὸ δ᾽ ἐνθένδ᾽ οὐδὲν ἐρρήθη πέρα-καὶ ταῦτα δράσαντ᾽ ἀμπνοὰς ἕξειν πόνων. ἀλλὰ πρὶν θανεῖν.Πυλάδης ἐξ αἱμάτων γοῦν ξάνθ᾽ ἔχει τριχώματα. ἐλθὼν δέ σ᾽ ἠρώτησα πῶς τροχηλάτου μανίας ἂν ἔλθοιμ᾽ ἐς τέλος πόνων τ᾽ ἐμῶν. Πυλάδης φεύγειν μὲν οὐκ ἀνεκτὸν οὐδ᾽ εἰώθαμεν. Πυλάδης τῶν κατθανόντων γ᾽ ἀκροθίνια ξένων. ἢν δ᾽ ἀνοίγοντες πύλας ληφθῶμεν ἐσβάσεις τε μηχανώμενοι. λαβεῖν τ᾽ ἄγαλμα θεᾶς. ποῖ μ᾽ αὖ τήνδ᾽ ἐς ἄρκυν ἤγαγες χρήσας. μητέρα κατακτάς. Ὀρέστης θριγκοῖς δ᾽ ὑπ᾽ αὐτοῖς σκῦλ᾽ ὁρᾷς ἠρτημένα. ᾗπερ δεῦρ᾽ ἐναυστολήσαμεν.
ὅταν δὲ νυκτὸς ὄμμα λυγαίας μόλῃ. ὅρα δέ γ᾽ εἴσω τριγλύφων ὅποι κενὸν δέμας καθεῖναι· τοὺς πόνους γὰρ ἁγαθοὶ τολμῶσι. Ὀρέστης οὔ τοι μακρὸν μὲν ἤλθομεν κώπῃ πόρον. ὀλόμαν ὀλόμαν· 110 115 120 125 130 134 135 140 145 150 . κηδείοις οἴκτοισιν· αἵ μοι συμβαίνουσ᾽ ἆται. [τῶν κλεινῶν. ἔμολον· τί νέον. τολμητέον τοι ξεστὸν ἐκ ναοῦ λαβεῖν ἄγαλμα πάσας προσφέροντε μηχανάς. Ἑλλάδος εὐίππου πύργους καὶ τείχη χόρτων τ᾽ εὐδένδρων ἐξαλλάξασ᾽ Εὐρώπαν. πατρῴων οἴκων ἕδρας. τᾶς οὐκ εὐμούσου μολπᾶς [βοὰν] ἀλύροις ἐλέγοις. οὐ γὰρ τὸ τοῦ θεοῦ γ᾽ αἴτιον γενήσεται πεσεῖν ἄχρηστον θέσφατον· τολμητέον· μόχθος γὰρ οὐδεὶς τοῖς νέοις σκῆψιν φέρει. εὐστύλων ναῶν χρυσήρεις θριγκούς. ὦ πόντου δισσὰς συγχωρούσας πέτρας Ἀξείνου ναίοντες. αἰαῖ. ἀλλ᾽ εὖ γὰρ εἶπας. τᾶς ἐξῆλθ᾽ ὄρφνα. Δίκτυνν᾽ οὐρεία. ἐκ τερμάτων δὲ νόστον ἀροῦμεν πάλιν. σύγγονον ἁμὸν κατακλαιομένα ζωᾶς. ὦ παῖ τᾶς Λατοῦς. αἰαῖ.] Ἰφιγένεια ἰὼ δμωαί. οἵαν <οἵαν> ἰδόμαν ὄψιν ὀνείρων νυκτός. τί με πρὸς ναοὺς ἄγαγες ἄγαγες. δειλοὶ δ᾽ εἰσὶν οὐδὲν οὐδαμοῦ. ὦ παῖ τοῦ τᾶς Τροίας πύργους ἐλθόντος κλεινᾷ σὺν κώπᾳ χιλιοναύτα μυριοτευχοῦς Ἀτρείδα. πόδα παρθένιον ὅσιον ὁσίας κλῃδούχου δούλα πέμπω. πειστέον· χωρεῖν χρεὼν ὅποι χθονὸς κρύψαντε λήσομεν δέμας. Χορός εὐφαμεῖτ᾽. δυσθρηνήτοις ὡς θρήνοις ἔγκειμαι. πρὸς σὰν αὐλάν. τίνα φροντίδ᾽ ἔχεις.
πατρῴων οἴκων. ἃ νεκροῖς θελκτήρια κεῖται. ἄχεα ἄχεσιν ἔνθεν τῶν πρόσθεν δμαθέντων Τανταλιδᾶν ἐκβαίνει ποινά γ᾽ εἰς οἴκους. ἦν ἐκ τῶν εὐόλβων Ἄργει βασιλέων ἀρχά. φόνος ἐπὶ φόνῳ. τὰν ἐν θρήνοισιν μοῦσαν νέκυσι μελομέναν. οἴμοι. σπεύδει δ᾽ ἀσπούδαστ᾽ ἐπὶ σοὶ δαίμων. ἔνθα δοκήμασι κεῖμαι σφαχθεῖσ᾽ ἁ τλάμων. ἄλλαις δ᾽ ἄλλα προσέβα χρυσέας ἀρνὸς μελάθροις ὀδύνα. ἰὼ δαῖμον. ἀλλ᾽ ἔνδος μοι πάγχρυσον τεῦχος καὶ λοιβὰν Ἅιδα. Χορός ἀντιψάλμους ᾠδὰς ὕμνων τ᾽ Ἀσιητᾶν σοι βάρβαρον ἀχὰν δεσποίνᾳ γ᾽ ἐξαυδάσω. τὰν ἐν μολπαῖς Ἅιδας ὑμνεῖ δίχα παιάνων. τηλόσε γὰρ δὴ σᾶς ἀπενάσθην πατρίδος καὶ ἐμᾶς. μόχθος δ᾽ ἐκ μόχθων ᾄσσει· δινευούσαις ἵπποισι <ῥιφαὶ Πέλοπος> πταναῖς· ἀλλάξας δ᾽ ἐξ ἕδρας ἱερὸν <ἱερὸν> ὄμμ᾽ αὐγᾶς ἅλιος. μόνον ὅς με κασίγνητον συλᾷς Ἀίδᾳ πέμψας. οἴμοι. ᾧ τάσδε χοὰς μέλλω κρατῆρά τε τὸν φθιμένων ὑδραίνειν γαίας ἐν νώτοις πηγάς τ᾽ οὐρείων ἐκ μόσχων Βάκχου τ᾽ οἰνηρὰς λοιβὰς ξουθᾶν τε πόνημα μελισσᾶν.οὐκ εἴσ᾽ οἶκοι πατρῷοι· οἴμοι <μοι> φροῦδος γέννα. τῶν Ἀτρειδᾶν οἴκων· ἔρρει φῶς σκήπτρων. ὦ κατὰ γαίας Ἀγαμεμνόνιον θάλος. οὐ δάκρυ᾽ οἴσω. φεῦ φεῦ τῶν Ἄργει μόχθων. Ἰφιγένεια ἐξ ἀρχᾶς μοι δυσδαίμων 155 159 160 164 165 168 170 175 180 183 185 190 195 199 200 . ὡς φθιμένῳ τάδε σοι πέμπω· δέξαι δ᾽· οὐ γὰρ πρὸς τύμβον σοι ξανθὰν χαίταν.
ἔτι νέον. δύσνυμφον τῷ τᾶς Νηρέως κούρας. ἄγαμος ἄτεκνος ἄπολις ἄφιλος. οὐ τὰν Ἄργει μέλπουσ᾽ Ἥραν οὐδ᾽ ἱστοῖς ἐν καλλιφθόγγοις κερκίδι Παλλάδος Ἀτθίδος εἰκὼ <καὶ> Τιτάνων ποικίλλουσ᾽. θεᾷ φίλον πρόσφαγμα καὶ θυτήριον Ἀρτέμιδι. Βουκόλος Ἀγαμέμνονός τε καὶ Κλυταιμήστρας τέκνον. Χορός καὶ μὴν ὅδ᾽ ἀκτὰς ἐκλιπὼν θαλασσίους βουφορβὸς ἥκει σημανῶν τί σοι νέον. 205 210 215 220 225 230 232 235 240 245 . ἔτι θάλος ἐν χερσὶν ματρὸς πρὸς στέρνοις τ᾽ Ἄργει σκηπτοῦχον Ὀρέσταν. τᾷ μναστευθείσᾳ ᾽ξ Ἑλλάνων.δαίμων τᾶς ματρὸς ζώνας καὶ νυκτὸς κείνας· ἐξ ἀρχᾶς λόχιαι στερρὰν παιδείαν Μοῖραι ξυντείνουσιν θεαί. τὸν δ᾽ Ἄργει δμαθέντα κλαίω σύγγονον. καὶ νῦν κείνων μέν μοι λάθα. ἄκουε καινῶν ἐξ ἐμοῦ κηρυγμάτων. οἴμοι. δίπτυχοι νεανίαι. οἰκτράν τ᾽ αἰαζόντων αὐδὰν οἰκτρόν τ᾽ ἐκβαλλόντων δάκρυον. ἔτρεφεν εὐκταίαν· ἱππείοις δ᾽ ἐν δίφροισι ψαμάθων Αὐλίδος ἐπέβασαν νύμφαιον. αἰαῖ. χέρνιβας δὲ καὶ κατάργματα οὐκ ἂν φθάνοις ἂν εὐτρεπῆ ποιουμένη. νῦν δ᾽ ἀξείνου πόντου ξείνα δυσχόρτους οἴκους ναίω. Βουκόλος ἥκουσιν ἐς γῆν. ἀλλ᾽ αἱμόρραντον δυσφόρμιγγα ξείνων αἱμάσσουσ᾽ ἄταν βωμούς. ἃν πρωτόγονον θάλος ἐν θαλάμοις Λήδας ἁ τλάμων κούρα σφάγιον πατρῴᾳ λώβᾳ καὶ θῦμ᾽ οὐκ εὐγάθητον ἔτεκεν. ἔτι βρέφος. Ἰφιγένεια τί δ᾽ ἔστι τοῦ παρόντος ἐκπλῆσσον λόγου. κυανέαν Συμπληγάδα πλάτῃ φυγόντες. ὃν ἔλιπον ἐπιμαστίδιον.
τίνος γῆς σχῆμ᾽ ἔχουσιν οἱ ξένοι. Βουκόλος ἄκραις ἐπὶ ῥηγμῖσιν ἀξένου πόρου-Ἰφιγένεια καὶ τίς θαλάσσης βουκόλοις κοινωνία. πῶς νιν εἵλετε τρόπῳ θ᾽ ὁποίῳ· τοῦτο γὰρ μαθεῖν θέλω. Ἰφιγένεια τοῦ ξυζύγου δὲ τοῦ ξένου τί τοὔνομ᾽ ἦν. Βουκόλος Πυλάδης ἐκλῄζεθ᾽ ἅτερος πρὸς θατέρου. νεῶν φύλαξ. Βουκόλος βοῦς ἤλθομεν νίψοντες ἐναλίᾳ δρόσῳ. δαίμονές τινες θάσσουσιν οἵδε. Ἰφιγένεια πῶς δ᾽ εἴδετ᾽ αὐτοὺς κἀντυχόντες εἵλετε. Βουκόλος οὐδεὶς τόδ᾽ οἶδεν· οὐ γὰρ εἰσηκούσαμεν. ἦν τις διαρρὼξ κυμάτων πολλῷ σάλῳ κοιλωπὸς ἀγμός. 260 255 250 265 270 . Ἰφιγένεια οὐδ᾽ ὄνομ᾽ ἀκούσας οἶσθα τῶν ξένων φράσαι. Ἰφιγένεια ἐκεῖσε δὴ ᾽πάνελθε.Ἰφιγένεια ποδαποί. χρόνιοι γὰρ ἥκουσ᾽· οὐδέ πω βωμὸς θεᾶς Ἑλληνικαῖσιν ἐξεφοινίχθη ῥοαῖς. ἐνταῦθα δισσοὺς εἶδέ τις νεανίας βουφορβὸς ἡμῶν. Βουκόλος ἐπεὶ τὸν ἐσρέοντα διὰ Συμπληγάδων βοῦς ὑλοφορβοὺς πόντον εἰσεβάλλομεν. κἀπεχώρησεν πάλιν ἄκροισι δακτύλοισι πορθμεύων ἴχνος. --θεοσεβὴς δ᾽ ἡμῶν τις ὢν ἀνέσχε χεῖρα καὶ προσηύξατ᾽ εἰσιδών· ὦ ποντίας παῖ Λευκοθέας. πορφυρευτικαὶ στέγαι. ἔλεξε δ᾽· Οὐχ ὁρᾶτε. Βουκόλος Ἕλληνες· ἓν τοῦτ᾽ οἶδα κοὐ περαιτέρω.
ἡμεῖς δὲ συσταλέντες.δέσποτα Παλαῖμον. ὡς ὁρᾷ βουφόρβια πίπτοντα καὶ πορθούμεν᾽. ἣ δ᾽ ἐκ χιτώνων πῦρ πνέουσα καὶ φόνον πτεροῖς ἐρέσσει. ἔδοξε δ᾽ ἡμῶν εὖ λέγειν τοῖς πλείοσι. ἔμφρων δ᾽ ἀνᾴξας ὁ ξένος πεσήματος ἔγνω κλύδωνα πολεμίων προσκείμενον 275 280 285 290 295 300 305 310 315 . εἴτ᾽ οὖν ἐπ᾽ ἀκταῖς θάσσετον Διοσκόρω. μόσχους ὀρούσας ἐς μέσας λέων ὅπως. δοκῶν Ἐρινῦς θεὰς ἀμύνεσθαι τάδε. τήνδε δ᾽ οὐχ ὁρᾷς Ἅιδου δράκαιναν. ἃς φᾶσ᾽ Ἐρινῦς ἱέναι μιμήματα. μητέρ᾽ ἀγκάλαις ἐμὴν ἔχουσα--πέτρινον ὄχθον. ἵλεως ἡμῖν γενοῦ. παίει σιδήρῳ λαγόνας ἐς πλευράς θ᾽ ἱείς. κἀν τῷδε πέτραν ἅτερος λιπὼν ξένοιν ἔστη κάρα τε διετίναξ᾽ ἄνω κάτω κἀπεστέναξεν ὠλένας τρέμων ἄκρας. δέδορκας τήνδε. πίπτει δὲ μανίας πίτυλον ὁ ξένος μεθείς. σιγῇ καθήμεθ᾽· ὃ δὲ χερὶ σπάσας ξίφος. φίλον δὲ θεραπείαισιν ἄνδρ᾽ εὐεργετῶν. ἄλλος δέ τις μάταιος. παρῆν δ᾽ ὁρᾶν 291a οὐ ταῦτα μορφῆς σχήματ᾽. οἴμοι. στάζων ἀφρῷ γένειον· ὡς δ᾽ ἐσείδομεν προύργου πεσόντα. ἀλλ᾽ ἠλλάσσετο φθογγάς τε μόσχων καὶ κυνῶν ὑλάγματα. ναυτίλους δ᾽ ἐφθαρμένους θάσσειν φάραγγ᾽ ἔφασκε τοῦ νόμου φόβῳ. καραδοκῶν μὲν τἀπιόντα τραύματα. κἀν τῷδε πᾶς τις. ὥς με βούλεται κτανεῖν δειναῖς ἐχίδναις εἰς ἔμ᾽ ἐστομωμένη. ὡς θαμβούμενοι. κτενεῖ με· ποῖ φύγω. ὃς τὸν εὐγενῆ ἔτικτε πεντήκοντα Νηρῄδων χορόν. θηρᾶν τε τῇ θεῷ σφάγια τἀπιχώρια. πολλοὶ δ᾽ ἐπληρώθημεν ἐν μακρῷ χρόνῳ. ἅτερος δὲ τοῖν ξένοιν ἀφρόν τ᾽ ἀπέψη σώματός τ᾽ ἐτημέλει πέπλων τε προυκάλυπτεν εὐπήνους ὑφάς. πᾶς ἀνὴρ ἔσχεν πόνον βάλλων ἀράσσων. ἐγέλασεν εὐχαῖς. κόχλους τε φυσῶν συλλέγων τ᾽ ἐγχωρίους· πρὸς εὐτραφεῖς γὰρ καὶ νεανίας ξένους φαύλους μάχεσθαι βουκόλους ἡγούμεθα. ἀνομίᾳ θρασύς. κλύοντας ὡς θύοιμεν ἐνθάδε ξένους. καὶ βοᾷ κυναγὸς ὥς· Πυλάδη. ἢ Νηρέως ἀγάλμαθ᾽. ὡς ἐπεμβάλῃ. μανίαις ἀλαίνων. ἐξωπλίζετο. ὡς αἱματηρὸν πέλαγος ἐξανθεῖν ἁλός.
οὗ δὴ τὸ δεινὸν παρακέλευσμ᾽ ἠκούσαμεν· Πυλάδη. μόλις δέ νιν τόλμῃ μὲν οὐ χειρούμεθα. οὐ πορθμίς. καὶ τοῦτ᾽ ἄρ᾽ ἦν ἀληθές. φυγῇ λεπαίας ἐξεπίμπλαμεν νάπας. ἵν᾽ αὐτοὺς ἀντετιμωρησάμην. τὴν ἐνθάδ᾽ Αὖλιν ἀντιθεῖσα τῆς ἐκεῖ. φίλαι· οἱ δυστυχεῖς γὰρ τοῖσι δυστυχεστέροις αὐτοὶ κακῶς πράξαντες οὐ φρονοῦσιν εὖ. ὅστις ποτὲ Ἕλληνος ἐκ γῆς πόντον ἦλθεν ἄξενον. ἐς δὲ γῆν γόνυ καμάτῳ καθεῖσαν. ἐς θοὑμόφυλον ἀναμετρουμένη δάκρυ. οὗ μ᾽ ὥστε μόσχον Δαναΐδαι χειρούμενοι ἔσφαζον. ᾐσθόμην. φάσγανον σπάσας χερί. ηὔχου δὲ τοιάδ᾽. δύσνουν με λήψεσθ᾽. ἥτις διὰ πέτρας Συμπληγάδας Ἑλένην ἀπήγαγ᾽ ἐνθάδ᾽. ὦ νεᾶνί. ἥ μ᾽ ἀπώλεσεν. ἅτεροι προσκείμενοι ἔβαλλον αὐτούς· εἰ δὲ τούσδ᾽ ὠσαίατο.καὶ τὴν παροῦσαν συμφορὰν αὐτοῖν πέλας. πρὸς δ᾽ ἄνακτα τῆσδε γῆς κομίζομέν νιν. ἀλλ᾽ ὅπως θανούμεθα κάλλισθ᾽· ἕπου μοι. ᾤμωξέ θ᾽· ἡμεῖς δ᾽ οὐκ ἀνίεμεν πέτροις βάλλοντες. σοι ξένων σφάγια παρεῖναι· κἂν ἀναλίσκῃς ξένους τοιούσδε. ἄλλος ἄλλοθεν προσκείμενοι. ἀλλ᾽ οὔτε πνεῦμα Διόθεν ἦλθε πώποτε. Μενέλεών θ᾽. πρὶν μὲν ἐς ξένους γαληνὸς ἦσθα καὶ φιλοικτίρμων ἀεί. ἀλλ᾽ ἦν ἄπιστον· μυρίων γὰρ ἐκ χερῶν οὐδεὶς τὰ τῆς θεοῦ θύματ᾽ εὐτύχει βαλών. ἀλλ᾽. εἰ φύγοι τις. Ἰφιγένεια εἶἑν· σὺ μὲν κόμιζε τοὺς ξένους μολών. Χορός θαυμάστ᾽ ἔλεξας τὸν μανένθ᾽. οἴμοι--κακῶν γὰρ τῶν τότ᾽ οὐκ ἀμνημονῶ-- 320 325 330 335 340 350 355 360 . ἱερεὺς δ᾽ ἦν ὁ γεννήσας πατήρ. -ὡς δ᾽ εἴδομεν δίπαλτα πολεμίων ξίφη. νῦν δ᾽ ἐξ ὀνείρων οἷσιν ἠγριώμεθα. Ἕλληνας ἄνδρας ἡνίκ᾽ ἐς χέρας λάβοις. τὰ δ᾽ ἐνθάδ᾽ ἡμεῖς ὅσια φροντιούμεθα-ὦ καρδία τάλαινα. τὸν σὸν Ἑλλὰς ἀποτείσει φόνον δίκας τίνουσα τῆς ἐν Αὐλίδι σφαγῆς. δοκοῦσ᾽ Ὀρέστην μηκέθ᾽ ἥλιον βλέπειν. ὃ δ᾽ ἐσιδὼν ὅσον τάχος ἐς χέρνιβάς τε καὶ σφαγεῖ᾽ ἔπεμπέ σοι. θανούμεθ᾽. κύκλῳ δὲ περιβαλόντες ἐξεκλέψαμεν πέτροισι χειρῶν φάσγαν᾽. αὖθις τὸ νῦν ὑπεῖκον ἤρασσεν πέτροις. οἵτινές ποθ᾽ ἥκετε.
ἐξαρτωμένη. βωμῶν ἀπείργει. . ἐγὼ δὲ λεπτῶν ὄμμα διὰ καλυμμάτων ἔχουσ᾽. Ἅιδης Ἀχιλλεὺς ἦν ἄρ᾽. τίνες ποτ᾽ ἄρα τὸν εὔυδρον δονακόχλοα λιπόντες Εὐρώταν ἢ ῥεύματα σεμνὰ Δίρκας ἔβασαν ἔβασαν ἄμεικτον αἶαν. 365 370 375 380 385 390 395 399 400 405 410 . . ὦ τλῆμον. νυμφεύομαι νυμφεύματ᾽ αἰσχρὰ πρὸς σέθεν· μήτηρ δ᾽ ἐμὲ σέθεν κατακτείνοντος Ἀργεῖαί τε νῦν ὑμνοῦσιν ὑμεναίοισιν. ἵν᾽ οἶστρος ὁ πετόμενος Ἀργόθεν ἄξενον ἐπ᾽ οἶδμα διεπέρασεν . οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἔτεκεν ἂν ἡ Διὸς δάμαρ Λητὼ τοσαύτην ἀμαθίαν. νάιον ὄχημα λινοπόροις αὔραις. ἐν ἁρμάτων ὄχοις ἐς αἱματηρὸν γάμον ἐπόρθμευσας δόλῳ. Χορός κυάνεαι κυάνεαι σύνοδοι θαλάσσας. οὐχ ὁ Πηλέως. καὶ πατρὸς ζηλωμάτων-τὰ τῆς θεοῦ δὲ μέμφομαι σοφίσματα. ἐγὼ μὲν οὖν τὰ Ταντάλου θεοῖσιν ἑστιάματα ἄπιστα κρίνω. ἀδελφόν τ᾽ οὐκ ἀνειλόμην χεροῖν. ἐς τὴν θεὸν τὸ φαῦλον ἀναφέρειν δοκῶ· οὐδένα γὰρ οἶμαι δαιμόνων εἶναι κακόν. αὐτὴ δὲ θυσίαις ἥδεται βροτοκτόνοις. ἥτις βροτῶν μὲν ἤν τις ἅψηται φόνου. ἐξ οἵων καλῶν ἔρρεις. αὐτοὺς ὄντας ἀνθρωποκτόνους. τοὺς δ᾽ ἐνθάδ᾽. μυσαρὸν ὡς ἡγουμένη. ἔνθα κούρᾳ δίᾳ τέγγει βωμοὺς καὶ περικίονας ναοὺς αἷμα βρότειον. ἢ καὶ λοχείας ἢ νεκροῦ θίγῃ χεροῖν. ἦ ῥοθίοις εἰλατίνας δικρότοισι κώπας ἔπλευσαν ἐπὶ πόντια κύματα. ὡς ἰοῦσ᾽ ἐς Πηλέως μέλαθρα· πολλὰ δ᾽ ἀπεθέμην ἀσπάσματα ἐς αὖθις. αὐλεῖται δὲ πᾶν μέλαθρον· ἡμεῖς δ᾽ ὀλλύμεσθα πρὸς σέθεν.ὅσας γενείου χεῖρας ἐξηκόντισα γονάτων τε τοῦ τεκόντος. Ὀρέστα. --ὃς νῦν ὄλωλεν--οὐ κασιγνήτῃ στόμα συνῆψ᾽ ὑπ᾽ αἰδοῦς. ὡς ἥξουσ᾽ ἐς Ἄργος αὖ πάλιν. εἰ τέθνηκας. παιδὸς ἡσθῆναι βορᾷ. λέγουσα τοιάδ᾽· ὦ πάτερ. Ἀσιήτιδα γαῖαν Εὐρώπας διαμείψας. ὅν μοι προσείσας πόσιν.
ἄξεινον κατὰ πόντον.φιλόπλουτον ἅμιλλαν αὔξοντες μελάθροισιν. τοῖς δ᾽ ἐς μέσον ἥκει. χοροὶ μέλπουσιν ἐγκύκλιοι. πλησιστίοισι πνοαῖς συριζόντων κατὰ πρύμναν εὐναίων πηδαλίων αὔραις <σὺν> νοτίαις ἢ πνεύμασι Ζεφύρου. δουλείας ἐμέθεν δειλαίας παυσίπονος· κἀν γὰρ ὀνείροισι συνείην δόμοις πόλει τε πατρῴᾳ. . φίλαι. ἀλλ᾽ οἵδε χέρας δεσμοῖς δίδυμοι συνερεισθέντες χωροῦσι. κοινᾷ δόξᾳ· γνώμα δ᾽ οἷς μὲν ἄκαιρος ὄλβου. . ἵν᾽ ἀμφὶ χαίτᾳ δρόσον αἱματηρὰν ἑλιχθεῖσα λαιμοτόμῳ δεσποίνας χειρὶ θάνοι ποινὰς δοῦσ᾽ ἀντιπάλους. ἁδίσταν δ᾽ ἀγγελίαν δεξαίμεσθ᾽. ἐπί τε πήμασιν βροτῶν ἄπληστος ἀνθρώποις. πῶς Φινεϊδᾶν ἀΰπνους ἀκτὰς ἐπέρασαν παρ᾽ ἅλιον αἰγιαλὸν ἐπ᾽ Ἀμφιτρίτας ῥοθίῳ δραμόντες. ὄλβου βάρος οἳ φέρονται πλάνητες ἐπ᾽ οἶδμα πόλεις τε βαρβάρους περῶντες. λευκὰν ἀκτάν. . τὰν πολυόρνιθον ἐπ᾽ αἶαν. νέον πρόσφαγμα θεᾶς· σιγᾶτε. εἴθ᾽ εὐχαῖσιν δεσποσύνοις Λήδας Ἑλένα φίλα παῖς ἐλθοῦσα τύχοι τὰν Τρῳάδα λιποῦσα πόλιν. Ἑλλάδος ἐκ γᾶς πλωτήρων εἴ τις ἔβα. Ἀχιλῆος δρόμους καλλισταδίους. ὅπου πεντήκοντα κορᾶν Νηρῄδων . τερπνῶν ὕπνων ἀπόλαυσιν. πῶς πέτρας τὰς συνδρομάδας. κοινὰν χάριν ὄλβου. φίλα γὰρ ἐλπίς γ᾽. τὰ γὰρ Ἑλλήνων ἀκροθίνια δὴ 410 415 420 425 430 435 440 445 450 455 .
460 465 470 475 480 485 490 495 . ὦ πότνι᾽. ὦ ταλαίπωροι ξένοι. Ἰφιγένεια πότερος ἄρ᾽ ὑμῶν ἐνθάδ᾽ ὠνομασμένος Πυλάδης κέκληται. ἀδελφή τ᾽. ὡς διὰ μακροῦ μὲν τήνδ᾽ ἐπλεύσατε χθόνα. Ὀρέστης ὅδ᾽. ὡς ὄντες ἱεροὶ μηκέτ᾽ ὦσι δέσμιοι. φεῦ· τίς ἆρα μήτηρ ἡ τεκοῦσ᾽ ὑμᾶς ποτε πατήρ τ᾽. τόδε μαθεῖν πρῶτον θέλω. κἀπὶ τοῖς μέλλουσι νῷν κακοῖσι λυπεῖς. οἵων στερεῖσα διπτύχων νεανιῶν ἀνάδελφος ἔσται. δέξαι θυσίας. . κοὐδὲν οἶδ᾽ οὐδεὶς κακὸν <*> ἡ γὰρ τύχη παρήγαγ᾽ ἐς τὸ δυσμαθές. πάντα γὰρ τὰ τῶν θεῶν ἐς ἀφανὲς ἕρπει.ναοῖσι πέλας τάδε βαίνει· οὐδ᾽ ἀγγελίας ψευδεῖς ἔλακεν βουφορβὸς ἀνήρ. μέθετε τῶν ξένων χέρας. ὃς ἂν μέλλων κτενεῖν οἴκτῳ τὸ δεῖμα τοὐλέθρου νικᾶν θέλῃ. εἰ γεγῶσα τυγχάνει . εἴ σοι τάδ᾽ ἀρεσκόντως πόλις ἥδε τελεῖ. --τὰς τύχας τίς οἶδ᾽ ὅτῳ τοιαίδ᾽ ἔσονται. οὔτοι νομίζω σοφόν. ναοῦ δ᾽ ἔσω στείχοντες εὐτρεπίζετε ἃ χρὴ ᾽πὶ τοῖς παροῦσι καὶ νομίζεται. ἃς ὁ παρ᾽ ἡμῖν νόμος οὐχ ὁσίας [Ἕλλησι διδοὺς] ἀναφαίνει. ἡμᾶς δὲ μὴ θρήνει σύ· τὰς γὰρ ἐνθάδε θυσίας ἐπιστάμεσθα καὶ γιγνώσκομεν. μωρίαν τ᾽ ὀφλισκάνει θνῄσκει θ᾽ ὁμοίως· τὴν τύχην δ᾽ ἐᾶν χρεών. εἴ τι δή σοι τοῦτ᾽ ἐν ἡδονῇ μαθεῖν. πόθεν ποθ᾽ ἥκετ᾽. . ἥτις εἶ ποτ᾽. ὦ γύναι. Ἰφιγένεια ποίας πολίτης πατρίδος Ἕλληνος γεγώς. μακρὸν δ᾽ ἀπ᾽ οἴκων χρόνον ἔσεσθ᾽ ἀεὶ κάτω. οὐχ ὅστις Ἅιδην ἐγγὺς ὄντ᾽ οἰκτίζεται σωτηρίας ἄνελπις· ὡς δύ᾽ ἐξ ἑνὸς κακὼ συνάπτει. Ἰφιγένεια εἶἑν· τὰ τῆς θεοῦ μὲν πρῶτον ὡς καλῶς ἔχῃ φροντιστέον μοι. Ὀρέστης τί ταῦτ᾽ ὀδύρῃ.
Ἰφιγένεια πότερον ἀδελφὼ μητρός ἐστον ἐκ μιᾶς. Ὀρέστης ζητεῖς γὰρ οὐδὲν κέρδος. αἵ ποτ᾽ ἦσαν ὄλβιαι. Ὀρέστης ἀνώνυμοι θανόντες οὐ γελῴμεθ᾽ ἄν. εἶ κεῖθεν γεγώς. Ἰφιγένεια τί δὲ φθονεῖς τοῦτο. Ὀρέστης φεύγω τρόπον γε δή τιν᾽ οὐχ ἑκὼν ἑκών. 510 505 500 . γύναι. ἢ ποίᾳ τύχῃ. Ἰφιγένεια πρὸς θεῶν. Ὀρέστης τὸ σῶμα θύσεις τοὐμόν. ὦ ξέν᾽. Ἰφιγένεια χάριν δὲ δοῦναι τήνδε κωλύει τί σε. Ὀρέστης τὸ μὲν δίκαιον Δυστυχὴς καλοίμεθ᾽ ἄν. οὐχὶ τοὔνομα. Ὀρέστης τὸ κλεινὸν Ἄργος πατρίδ᾽ ἐμὴν ἐπεύχομαι. ἦ φρονεῖς οὕτω μέγα. ἀληθῶς. Ὀρέστης ἐκ τῶν Μυκηνῶν <γ᾽>. Ὀρέστης φιλότητί γ᾽· ἐσμὲν δ᾽ οὐ κασιγνήτω. Ἰφιγένεια σοὶ δ᾽ ὄνομα ποῖον ἔθεθ᾽ ὁ γεννήσας πατήρ.Ὀρέστης τί δ᾽ ἂν μαθοῦσα τόδε πλέον λάβοις. Ἰφιγένεια φυγὰς <δ᾽> ἀπῆρας πατρίδος. ὡς θανουμένῳ. Ἰφιγένεια οὐδ᾽ ἂν πόλιν φράσειας ἥτις ἐστί σοι. γύναι. Ἰφιγένεια οὐ τοῦτ᾽ ἐρωτῶ· τοῦτο μὲν δὸς τῇ τύχῃ.
Ὀρέστης Σπάρτῃ ξυνοικεῖ τῷ πάρος ξυνευνέτῃ. νόστου μήποτ᾽ ἐς πάτραν τυχών. ὡς ἦν ἐν Μυκηναίοις λόγος. Ὀρέστης ὡς ἐν παρέργῳ τῆς ἐμῆς δυσπραξίας. Ἰφιγένεια φασίν νιν οὐκέτ᾽ οὖσαν οἴχεσθαι δορί. ὡς λόγος. Ὀρέστης ἥκει. Ἰφιγένεια ὦ μῖσος εἰς Ἕλληνας. Ἰφιγένεια πρὶν γὰρ θανεῖν σε. Ἰφιγένεια ὦ πότνι᾽. κακῶς γ᾽ ἐλθοῦσα τῶν ἐμῶν τινι. Ἰφιγένεια Τροίαν ἴσως οἶσθ᾽. Ὀρέστης μηδὲν κατεύχου· πάντα τἀκείνου νοσεῖ. Ὀρέστης ἀπέλαυσα κἀγὼ δή τι τῶν κείνης γάμων. Ὀρέστης ἔλεγχ᾽. τοῦδ᾽ ἐπαυρέσθαι θέλω. --τί γὰρ ὁ Λαέρτου γόνος.Ἰφιγένεια ἆρ᾽ ἄν τί μοι φράσειας ὧν ἐγὼ θέλω. Ἰφιγένεια Κάλχας τις ἦλθε μάντις ἐκ Τροίας πάλιν. οὐκ ἐμοὶ μόνῃ. Ὀρέστης ὡς πάνθ᾽ ἅπαξ με συλλαβοῦσ᾽ ἀνιστορεῖς. Ἰφιγένεια καὶ μὴν ποθεινός γ᾽ ἦλθες ἐξ Ἄργους μολών. Ὀρέστης οὔκουν ἐμαυτῷ γ᾽· εἰ δὲ σοί. ἧς ἁπανταχοῦ λόγος. Ὀρέστης ὡς μήποτ᾽ ὤφελόν γε μηδ᾽ ἰδὼν ὄναρ. Ὀρέστης ὄλωλεν. ὡς εὖ. Ἰφιγένεια ὄλοιτο. Ὀρέστης οὔπω νενόστηκ᾽ οἶκον. κἀμοὶ γάρ τι προυφείλει κακόν. Ἰφιγένεια Ἑλένη δ᾽ ἀφῖκται δῶμα Μενέλεω πάλιν. Ἰφιγένεια 515 520 525 530 535 . ἔστι δ᾽. Ἰφιγένεια καὶ ποῦ ᾽στι. ὡς κηρύσσεται. ἐπειδὴ τοῦδ᾽ ἐρᾷς· λέξω δ᾽ ἐγώ. Ὀρέστης ἔστιν γὰρ οὕτως οὐδ᾽ ἄκραντ᾽ ἠκούσατε. Ἰφιγένεια νόστος δ᾽ Ἀχαιῶν ἐγένεθ᾽. σὺ τοῦτ᾽ ἔρα.
Ἰφιγένεια 540 545 550 555 560 . ὃν λέγουσ᾽ εὐδαιμονεῖν. γύναι. Ἰφιγένεια τέθνηκε. τάλαιν᾽ ἐγώ. ὡς τί δὴ θέλων. Ὀρέστης οὐκ ἔστι· παῖς νιν ὃν ἔτεχ᾽. Ὀρέστης τί δ᾽ ἐστέναξας τοῦτο. Ἰφιγένεια ὦ πανδάκρυτος ἡ κτανοῦσα . Ὀρέστης οὐκ οἶδ᾽· ἄπελθε τοῦ λόγου τούτου. πρὸς δ᾽ ἀπώλεσέν τινα. ξένε. Ἰφιγένεια ἐκεῖθέν εἰμι· παῖς ἔτ᾽ οὖσ᾽ ἀπωλόμην. Ἰφιγένεια ὦ συνταραχθεὶς οἶκος. Ὀρέστης τίς. οὐ γὰρ ὅν γ᾽ ἐγᾦδα τῶν εὐδαιμόνων. Ὀρέστης πατρὸς θανόντος τήνδε τιμωρούμενος. οὗτος ὤλεσεν. Ἰφιγένεια τί δ᾽ ὁ στρατηγός. ὡς εὖ πυνθάνῃ τἀφ᾽ Ἑλλάδος. ποίᾳ συμφορᾷ. Ὀρέστης ἀλλ᾽ οὐ τὰ πρὸς θεῶν εὐτυχεῖ δίκαιος ὤν. Ὀρέστης τέθνηχ᾽ ὁ τλήμων. ὡς ἴσασιν οἱ πεπονθότες. Ὀρέστης τίς εἶ ποθ᾽. . . εἰ ζῇ τοῦ ταλαιπώρου δάμαρ. χὡ κτανών.Θέτιδος δ᾽ ὁ τῆς Νηρῇδος ἔστι παῖς ἔτι. Ὀρέστης παῦσαί νυν ἤδη μηδ᾽ ἐρωτήσῃς πέρα. ἵν᾽ εὐφρανθῶ. Ἰφιγένεια δόλια γάρ. Ἰφιγένεια τὸν ὄλβον αὐτοῦ τὸν πάροιθ᾽ ἀναστένω. Ὀρέστης ὀρθῶς ποθεῖς ἄρ᾽ εἰδέναι τἀκεῖ. Ἰφιγένεια φεῦ· ὡς εὖ κακὸν δίκαιον εἰσεπράξατο. Ὀρέστης οὐκ ἔστιν· ἄλλως λέκτρ᾽ ἔγημ᾽ ἐν Αὐλίδι. Ἰφιγένεια τοσόνδε γ᾽. γύναι. Ὀρέστης δεινῶς γὰρ ἐκ γυναικὸς οἴχεται σφαγείς. Ἰφιγένεια μὴ πρὸς θεῶν. Ἰφιγένεια Ἀτρέως ἐλέγετο δή τις Ἀγαμέμνων ἄναξ. ἀλλ᾽ εἴφ᾽. μῶν προσῆκέ σοι.
ἐπείπερ πόλις ἀναγκάζει τάδε. χαίρετ᾽· οὐδὲν ἦτ᾽ ἄρα. ἄθλιός γε.λείπει δ᾽ ἐν οἴκοις ἄλλον Ἀγαμέμνων γόνον. Ὀρέστης οὐδείς γε. 565 570 575 580 585 590 595 . Ὀρέστης ἔστ᾽. Ὀρέστης λέλοιπεν Ἠλέκτραν γε παρθένον μίαν. Ἰφιγένεια τάλαιν᾽ ἐκείνη χὡ κτανὼν αὐτὴν πατήρ. Χορός φεῦ φεῦ· τί δ᾽ ἡμεῖς οἵ τ᾽ ἐμοὶ γεννήτορες. Ἰφιγένεια ἀκούσατ᾽· ἐς γὰρ δή τιν᾽ ἥκομεν λόγον. ἆρ᾽ οὐκ εἰσί. ἆρ᾽ εἰσίν. κοὐδαμοῦ καὶ πανταχοῦ. ὑμῖν τ᾽ ὄνησιν. τοῦ νόμου δ᾽ ὕπο θνῄσκειν τὰ τῆς θεοῦ. δέλτον τ᾽ ἐνεγκεῖν. θέλοις ἄν. Ὀρέστης οὐδ᾽ οἱ σοφοί γε δαίμονες κεκλημένοι πτηνῶν ὀνείρων εἰσὶν ἀψευδέστεροι. πολὺς ταραγμὸς ἔν τε τοῖς θείοις ἔνι κἀν τοῖς βροτείοις· ἓν δὲ λυπεῖται μόνον. καὶ σὺ μισθὸν οὐκ αἰσχρὸν λαβών. τάδε δίκαι᾽ ἡγουμένης. τὸ δ᾽ εὖ μάλιστά γ᾽ οὕτω γίγνεται. ὃς οὐκ ἄφρων ὢν μάντεων πεισθεὶς λόγοις ὄλωλεν--ὡς ὄλωλε τοῖσιν εἰδόσιν. οὐδένα γὰρ εἶχον ὅστις ἀγγείλαι μολὼν ἐς Ἄργος αὖθις. οὗτος δ᾽. κούφων ἕκατι γραμμάτων σωτηρίαν. εἰ πᾶσι ταὐτὸν πρᾶγμ᾽ ἀρεσκόντως ἔχει. Ἰφιγένεια ὁ τοῦ θανόντος δ᾽ ἔστι παῖς Ἄργει πατρός. τίς φράσειεν ἄν. θεᾷ γενέσθω θῦμα χωρισθεὶς σέθεν. σπουδῆς ἅμα κἀμοί. οὐχὶ τὴν ἐμὴν φονέα νομίζων χεῖρα. ὡς ἔοικας. τάς <τ᾽> ἐμὰς ἐπιστολὰς πέμψειε σωθεὶς τῶν ἐμῶν φίλων τινί. πλὴν θανοῦσαν οὐχ ὁρᾶν φάος. Ἰφιγένεια ψευδεῖς ὄνειροι. σὺ δ᾽--εἶ γάρ. Ὀρέστης κακῆς γυναικὸς χάριν ἄχαριν ἀπώλετο. Ἰφιγένεια τί δέ. ὦ ξένοι. οὔτε δυσμενὴς καὶ τὰς Μυκήνας οἶσθα χοὓς κἀγὼ θέλω-σώθητι. ἀγγεῖλαί τί μοι πρὸς Ἄργος ἐλθὼν τοῖς ἐμοῖς ἐκεῖ φίλοις. σφαγείσης θυγατρὸς ἔστι τις λόγος. ἥν τις οἰκτίρας ἐμὲ ἔγραψεν αἰχμάλωτος. εἰ σῴσαιμί σ᾽.
ὦ ξένη· τὸ γὰρ σφαγῆναι τόνδε μοι βάρος μέγα. Ἰφιγένεια πῦρ ἱερὸν ἔνδον χάσμα τ᾽ εὐρωπὸν πέτρας. ἀνάδελφός εἰμι. Ἰφιγένεια ἀλλ᾽ εἰς ἀνάγκην κείμεθ᾽. ὦ τάλας. οὗτος δὲ συμπλεῖ τῶν ἐμῶν μόχθων χάριν. εἰ τάδ᾽ ἱστορεῖν με χρή. Ἰφιγένεια ἔσω δόμων τῶνδ᾽ εἰσὶν οἷς μέλει τάδε. ὅταν θάνω. ἀλλὰ χαίτην ἀμφὶ σὴν χερνίψομαι. ὃν οὐδὲν ἧσσον ἢ ᾽μὲ φῶς ὁρᾶν θέλω. σὺ δὲ θανῇ· πολλὴ δέ τις προθυμία σε τοῦδ᾽ ἔχουσα τυγχάνει. ξένοι. τοιοῦτος εἴη τῶν ἐμῶν ὁμοσπόρων ὅσπερ λέλειπται. Ὀρέστης ὁ δὲ σφαγεὺς τίς. ὅστις ποτ᾽ εἶ. Ἰφιγένεια ὦ λῆμ᾽ ἄριστον. ηὔξω· μακρὰν γὰρ βαρβάρου ναίει χθονός. ὁ ναυστολῶν γάρ εἰμ᾽ ἐγὼ τὰς συμφοράς. καὶ γὰρ οὐδ᾽ ἐγώ.Ὀρέστης καλῶς ἔλεξας τἄλλα πλὴν ἕν. Ὀρέστης φεῦ· πῶς ἄν μ᾽ ἀδελφῆς χεὶρ περιστείλειεν ἄν. ἐπεὶ δὲ βούλῃ ταῦτα. ὦ νεᾶνι. 600 605 610 615 620 625 . ἣν φυλακτέον. πλὴν ὅσ᾽ οὐχ ὁρῶσά νιν. κοὐκ εὐδαίμονα. τὰ τῶν φίλων αἴσχιστον ὅστις καταβαλὼν ἐς ξυμφορὰς αὐτὸς σέσῳσται. Ἰφιγένεια οὔκ. Ἰφιγένεια ἐγώ· θεᾶς γὰρ τῆσδε προστροπὴν ἔχω. Ὀρέστης θύσει δὲ τίς με καὶ τὰ δεινὰ τλήσεται. ὡς ἀπ᾽ εὐγενοῦς τινος ῥίζης πέφυκας τοῖς φίλοις τ᾽ ὀρθῶς φίλος. οὔκουν δίκαιον ἐπ᾽ ὀλέθρῳ τῷ τοῦδ᾽ ἐμὲ χάριν τίθεσθαι καὐτὸν ἐκδῦναι κακῶν. τυγχάνει δ᾽ ὅδ᾽ ὢν φίλος. ὥστε σοι καλῶς ἔχειν· ἡμᾶς δ᾽ ὁ χρῄζων κτεινέτω. Ὀρέστης τάφος δὲ ποῖος δέξεταί μ᾽. τόνδε πέμψομεν δέλτον φέροντα. Ὀρέστης ἄζηλά γ᾽. ἀλλ᾽ ὣς γενέσθω· τῷδε μὲν δέλτον δίδου· πέμψει γὰρ Ἄργος. Ἰφιγένεια μάταιον εὐχήν. Ὀρέστης αὐτὴ ξίφει θύουσα θῆλυς ἄρσενας.
αἰαῖ αἰαῖ. ὃν μάλιστ᾽ ἐγὼ φιλῶ. 630 635 640 645 650 655 658 660 665 670 . Ὀρέστης τίς ἐστὶν ἡ νεᾶνις. φυλάσσετ᾽ αὐτούς. ὦ νεανία. πολύν τε γάρ σοι κόσμον ἐνθήσω τάφῳ. Ὀρέστης Πυλάδη. πέπονθας ταὐτὸ πρὸς θεῶν ἐμοί. καὶ τὸν ἄθλιον Ἀγαμέμνον᾽ ὡς ᾤκτιρ᾽ ἀνηρώτα τέ με γυναῖκα παῖδάς τε. ἀλλ᾽ ὧν γε δυνατὸν οὐδ᾽ ἐγὼ λείψω χάριν. σὲ πάρος ἢ σὲ ἀναστενάξω γόοις. Πυλάδης ἔφθης με μικρόν· ταὐτὰ δὲ φθάσας λέγεις. πότερος ὁ μᾶλλον. Πυλάδης οὐκ οἶδ᾽· ἐρωτᾷς οὐ λέγειν ἔχοντά με. ὡς κοινὰ πράσσουσ᾽. ἐς πάτραν ὅτι ποτ᾽ ἐπεμβάσῃ. ὧν ἐπιστροφή τις ἦν. καὶ δέλτος αὐτῷ ζῶντας οὓς δοκεῖ θανεῖν λέγουσα πιστὰς ἡδονὰς ἀπαγγελεῖ. ξανθῷ τ᾽ ἐλαίῳ σῶμα σὸν κατασβέσω. διόλλυσαι. καὶ τῆς ὀρείας ἀνθεμόρρυτον γάνος ξουθῆς μελίσσης ἐς πυρὰν βαλῶ σέθεν. Ὀρέστης οἶκτος γὰρ οὐ ταῦτ᾽. ἔστιν ἡ ξένη γένος ἐκεῖθεν Ἀργεία τις· οὐ γὰρ ἄν ποτε δέλτον τ᾽ ἔπεμπε καὶ τάδ᾽ ἐξεμάνθανεν. θνῃσκόντων φίλων. ἀλλ᾽ εἶμι δέλτον τ᾽ ἐκ θεᾶς ἀνακτόρων οἴσω· τὸ μέντοι δυσμενὲς μὴ ᾽μοὶ λάβῃς. ἔτι γὰρ ἀμφίλογα δίδυμα μέμονε φρήν.οὐ μήν. Χορός κατολοφύρομαι σὲ τὸν χερνίβων ῥανίσι μελόμενον αἱμακταῖς. δεσμῶν ἄτερ-ἴσως ἄελπτα τῶν ἐμῶν φίλων τινὶ πέμψω πρὸς Ἄργος. Χορός σὲ δὲ τύχας μάκαρος. ἐπειδὴ τυγχάνεις Ἀργεῖος ὤν. Ἄργος εἰ πράσσει καλῶς. σεβόμεθ᾽. πρόσπολοι. ὡς Ἑλληνικῶς ἀνήρεθ᾽ ἡμᾶς τούς τ᾽ ἐν Ἰλίῳ πόνους νόστον τ᾽ Ἀχαιῶν τόν τ᾽ ἐν οἰωνοῖς σοφὸν Κάλχαντ᾽ Ἀχιλλέως τ᾽ ὄνομα. φεῦ φεῦ. ἀλλὰ χαίρετ᾽. πλὴν ἕν· τὰ γὰρ τῶν βασιλέων παθήματα ἴσασι πάντες. Χορός ὦ σχέτλιοι πομπαί. Πυλάδης ἄζηλά τοι φίλοισι. ὦ ξέναι.
Ὀρέστης εὔφημα φώνει· τἀμὰ δεῖ φέρειν κακά. ἀλλ᾽ ἕρπε καὶ ζῆ καὶ δόμους οἴκει πατρός. καὶ δάκρυ᾽ ἀδελφὴ καὶ κόμας δότω τάφῳ. καὶ δειλίαν γὰρ καὶ κάκην κεκτήσομαι Ἄργει τε Φωκέων τ᾽ ἐν πολυπτύχῳ χθονί. καὶ μὴ προδῷς μου τὴν κασιγνήτην ποτέ. . 675 680 685 690 695 700 705 710 . ἀμφὶ βωμὸν ἁγνισθεὶς φόνῳ. ἐγὼ δὲ δυσσεβῆ καὶ δυστυχῆ. ἔρημα κήδη καὶ δόμους ὁρῶν πατρός. ἔγκληρον ὡς δὴ σὴν κασιγνήτην γαμῶν. σωθεὶς δέ. ὅταν δ᾽ ἐς Ἑλλάδ᾽ ἵππιόν τ᾽ Ἄργος μόλῃς.ἀτὰρ διῆλθον χἅτερον λόγον τινά. ταῦτ᾽ οὖν φοβοῦμαι καὶ δι᾽ αἰσχύνης ἔχω. καθαρά τ᾽. ἣν ἔδωκά σοι δάμαρτ᾽ ἔχειν-ὄνομά τ᾽ ἐμοῦ γένοιτ᾽ ἄν. ὦ συγκυναγὲ καὶ συνεκτραφεὶς ἐμοί. καὶ χαῖρ᾽· ἐμῶν γὰρ φίλτατόν σ᾽ ηὗρον φίλων. πρὸς δεξιᾶς σε τῆσδ᾽ ἐπισκήπτω τάδε· τύμβον τε χῶσον κἀπίθες μνημεῖά μοι. ἔχεις μέλαθρ᾽. ἁπλᾶς δὲ λύπας ἐξόν. ὃ γὰρ σὺ λυπρὸν κἀπονείδιστον λέγεις. παῖδας ἐξ ἐμῆς ὁμοσπόρου κτησάμενος. λῦσαι βίον. σὺ δ᾽ ὄλβιός τ᾽ εἶ. δεῖ με καὶ κοινῇ θανεῖν. εἴ σε συμμοχθοῦντ᾽ ἐμοὶ κτενῶ· τὸ μὲν γὰρ εἰς ἔμ᾽ οὐ κακῶς ἔχει. ἡμᾶς δ᾽ ὁ Φοῖβος μάντις ὢν ἐψεύσατο· τέχνην δὲ θέμενος ὡς προσώταθ᾽ Ἑλλάδος ἀπήλασ᾽. οὐ νοσοῦντ᾽. δόξω δὲ τοῖς πολλοῖσι--πολλοὶ γὰρ κακοί-προδοὺς σεσῷσθαί σ᾽ αὐτὸς εἰς οἴκους μόνος ἢ καὶ φονεύσας ἐπὶ νοσοῦσι δώμασι ῥάψαι μόρον σοι σῆς τυραννίδος χάριν. οὐδ᾽ ἄπαις δόμος πατρῷος οὑμὸς ἐξαλειφθείη ποτ᾽ ἄν. κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ χρὴ συνεκπνεῦσαί μέ σοι καὶ σὺν σφαγῆναι καὶ πυρωθῆναι δέμας. ᾧ πάντ᾽ ἐγὼ δοὺς τἀμὰ καὶ πεισθεὶς λόγοις. Πυλάδης αἰσχρὸν θανόντος σοῦ βλέπειν ἡμᾶς φάος· κοινῇ τ᾽ ἔπλευσα . ἐς τὸ κοινὸν δοὺς ἄμεινον ἂν μάθοις. ὦ πόλλ᾽ ἐνεγκὼν τῶν ἐμῶν ἄχθη κακῶν. ταὔτ᾽ ἔστιν ἡμῖν. πράσσονθ᾽ ἃ πράσσω πρὸς θεῶν. φίλον γεγῶτα καὶ φοβούμενον ψόγον. ἄγγελλε δ᾽ ὡς ὄλωλ᾽ ὑπ᾽ Ἀργείας τινὸς γυναικός. . οὐκ οἴσω διπλᾶς. Ὀρέστης τίν᾽. αἰδοῖ τῶν πάρος μαντευμάτων.
Ἰφιγένεια ὅρκον δότω μοι τάσδε πορθμεύσειν γραφὰς πρὸς Ἄργος. δέλτου μὲν αἵδε πολύθυροι διαπτυχαί. ἐπεί σ᾽ ἐγὼ θανόντα μᾶλλον ἢ βλέπονθ᾽ ἕξω φίλον. Ὀρέστης ἦ καὶ τύραννος ταῦτα συγχωρήσεται. καὶ κασιγνήτης λέχος οὐκ ἂν προδοίην. πάρεισιν· ἃ δ᾽ ἐπὶ τοῖσδε βούλομαι. Ὀρέστης σίγα· τὰ Φοίβου δ᾽ οὐδὲν ὠφελεῖ μ᾽ ἔπη· γυνὴ γὰρ ἥδε δωμάτων ἔξω περᾷ. τίνος ἀμηχανεῖς πέρι. Ἰφιγένεια 715 720 725 730 735 740 . ἀκούσατ᾽. ἐγὼ δὲ ταρβῶ μὴ ἀπονοστήσας χθονὸς θῆται παρ᾽ οὐδὲν τὰς ἐμὰς ἐπιστολὰς ὁ τήνδε μέλλων δέλτον εἰς Ἄργος φέρειν. ξένοι. Ἰφιγένεια δίκαιον εἶπας· πῶς γὰρ ἀγγείλειεν ἄν.μητέρα κατακτὰς αὐτὸς ἀνταπόλλυμαι. λέγε. καὐτὴ ναὸς εἰσβήσω σκάφος. Ἰφιγένεια τί χρῆμα δράσειν ἢ τί μὴ δράσειν. Ὀρέστης ἦ κἀντιδώσεις τῷδε τοὺς αὐτοὺς λόγους. οἷσι βούλομαι πέμψαι φίλων. Πυλάδης ἔσται τάφος σοι. πείσω σφε. ἀλλ᾽ ἔστιν. ὦ τάλας. ὅταν τύχῃ. Ὀρέστης τί δῆτα βούλῃ. Ἰφιγένεια ἀπέλθεθ᾽ ὑμεῖς καὶ παρευτρεπίζετε τἄνδον μολόντες τοῖς ἐφεστῶσι σφαγῇ. ἔστιν. ἡ λίαν δυσπραξία λίαν διδοῦσα μεταβολάς. Ἰφιγένεια ναί. οὐδεὶς αὑτὸς ἐν πόνοις <τ᾽> ἀνὴρ ὅταν τε πρὸς τὸ θάρσος ἐκ φόβου πέσῃ. Ὀρέστης ἐκ γῆς ἀφήσειν μὴ θανόντα βαρβάρου. ἀτὰρ τὸ τοῦ θεοῦ σ᾽ οὐ διέφθορέν γέ πω μάντευμα· καίτοι γ᾽ ἐγγὺς ἕστηκας φόνου. Ὀρέστης ὄμνυ· σὺ δ᾽ ἔξαρχ᾽ ὅρκον ὅστις εὐσεβής.
Πυλάδης τοῖς σοῖς φίλοισι γράμματ᾽ ἀποδώσω τάδε. Ἰφιγένεια εἰ δ᾽ ἐκλιπὼν τὸν ὅρκον ἀδικοίης ἐμέ. χἡ δέλτος ἐν κλύδωνι χρημάτων μέτα ἀφανὴς γένηται. τὸν ὅρκον εἶναι τόνδε μηκέτ᾽ ἔμπεδον. σεμνὸν Δία. παιδὶ τῷ Ἀγαμέμνονος· Ἡ ᾽ν Αὐλίδι σφαγεῖσ᾽ ἐπιστέλλει τάδε ζῶσ᾽ Ἰφιγένεια. τοῖς ἐκεῖ δ᾽ οὐ ζῶσ᾽ ἔτι-Ὀρέστης ποῦ δ᾽ ἔστ᾽ ἐκείνη. Ἰφιγένεια ἄγγελλ᾽ Ὀρέστῃ. Ἰφιγένεια Ἄρτεμιν. Πυλάδης ἄνοστος εἴην· τί δὲ σύ. κατθανοῦσ᾽ ἥκει πάλιν. Ἰφιγένεια μήποτε κατ᾽ Ἄργος ζῶσ᾽ ἴχνος θείην ποδός. Ἰφιγένεια ἥδ᾽ ἣν ὁρᾷς σύ· μὴ λόγοις ἔκπλησσέ με. Πυλάδης καλῶς ἔλεξας τῶν θεῶν ἐμοῦ θ᾽ ὕπερ. ἐν ἀσφαλεῖ γάρ· ἢν μὲν ἐκσῴσῃς γραφήν.δώσω. τὸ σῶμα σῴσας τοὺς λόγους σῴσεις ἐμοί. σῶμα δ᾽ ἐκσῴσω μόνον. τήνδε τοῖσι σοῖς φίλοις. 745 750 755 760 765 770 . Ἰφιγένεια ἀλλ᾽ αὖθις ἔσται καινός. Ἰφιγένεια κἀγὼ σὲ σώσω κυανέας ἔξω πέτρας. αὐτὴν φράσει σιγῶσα τἀγγεγραμμένα· ἢν δ᾽ ἐν θαλάσσῃ γράμματ᾽ ἀφανισθῇ τάδε. Πυλάδης ἐξαίρετόν μοι δὸς τόδ᾽. ἢν καλῶς ἔχῃ. ἤν τι ναῦς πάθῃ. ἐν ἧσπερ δώμασιν τιμὰς ἔχω. λέγειν χρή. Πυλάδης ἐγὼ δ᾽ ἄνακτά γ᾽ οὐρανοῦ. Πυλάδης τίν᾽ οὖν ἐπόμνυς τοισίδ᾽ ὅρκιον θεῶν. Ἰφιγένεια ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὃ δράσω. Πυλάδης ἄκουε δή νυν ὃν παρήλθομεν λόγον. μὴ σῴσασά με. πολλὰ γὰρ πολλῶν κυρεῖ· τἀνόντα κἀγγεγραμμέν᾽ ἐν δέλτου πτυχαῖς λόγῳ φράσω σοι πάντ᾽ ἀναγγεῖλαι φίλοις. σήμαινε δ᾽ ᾧ χρὴ τάσδ᾽ ἐπιστολὰς φέρειν πρὸς Ἄργος ὅ τι τε χρὴ κλύοντα σοῦ λέγειν.
ποῦ ποτ᾽ ὄνθ᾽ ηὑρήμεθα. Πυλάδης Ὀρέστα--. τάδ᾽ ἐστὶ τἀν δέλτοισιν ἐγγεγραμμένα. οὐ παύσῃ λέγων. Ἰφιγένεια λέγ᾽ οὕνεκ᾽ ἔλαφον ἀντιδοῦσά μου θεὰ Ἄρτεμις ἔσῳσέ μ᾽. Ὀρέστης δέχομαι· παρεὶς δὲ γραμμάτων διαπτυχὰς τὴν ἡδονὴν πρῶτ᾽ οὐ λόγοις αἱρήσομαι. ὦ φιλτάτη μοι σύγγον᾽. οὐ δικαίως τῆς θεοῦ τὴν πρόσπολον χραίνεις ἀθίκτοις περιβαλὼν πέπλοις χέρα. Ὀρέστα. τάχ᾽ οὐκ ἐρωτῶν σ᾽ εἰς ἄπιστ᾽ ἀφίξομαι. οὐ δοκοῦσ᾽ ἕξειν ποτέ. πρὶν θανεῖν. τὸν δ᾽ ὅρκον ὃν κατώμοσ᾽ ἐμπεδώσομεν. ἰδού. Ἰφιγένεια ἢ σοῖς ἀραία δώμασιν γενήσομαι. ἣν ἔθυσ᾽ ἐμὸς πατήρ. ἐκπεπληγμένος ὅμως σ᾽ ἀπίστῳ περιβαλὼν βραχίονι ἐς τέρψιν εἶμι. οὐ πολὺν σχήσω χρόνον. ἐφ᾽ οἷσι ξενοφόνους τιμὰς ἔχω. 775 780 785 790 795 800 .Κόμισαί μ᾽ ἐς Ἄργος. Πυλάδης οὐδέν· πέραινε δ᾽· ἐξέβην γὰρ ἄλλοσε. Ἰφιγένεια ἐγώ σ᾽ ἀδελφὸν τὸν ἐμόν. φέρω σοι δέλτον ἀποδίδωμί τε. Πυλάδης ὦ ῥᾳδίοις ὅρκοισι περιβαλοῦσά με. Χορός ξέν᾽. μή μ᾽ ἀποστρέφου. ἐκ βαρβάρου γῆς καὶ μετάστησον θεᾶς σφαγίων. Πυλάδης ὦ θεοί. Ὀρέστης ὦ συγκασιγνήτη τε κἀκ ταὐτοῦ πατρὸς Ἀγαμέμνονος γεγῶσα. Ἰφιγένεια τί τοὺς θεοὺς ἀνακαλεῖς ἐν τοῖς ἐμοῖς. τί λέξω. Ὀρέστης Πυλάδη. τῆσδε σῆς κασιγνήτης πάρα. Ἰφιγένεια ἵν᾽ αὖθις ὄνομα δὶς κλύων μάθῃς. πυθόμενος θαυμάστ᾽ ἐμοί. δοκῶν ἐς ἡμᾶς ὀξὺ φάσγανον βαλεῖν. ὦ σύναιμε. ἔχουσ᾽ ἀδελφόν. κάλλιστα δ᾽ ὀμόσασ᾽. αἵδ᾽ ἐπιστολαί. ἐς τήνδε δ᾽ ᾤκισ᾽ αἶαν.
Ὀρέστης ἃ δ᾽ εἶδον αὐτός. Ἰφιγένεια ὦ φίλτατ᾽. τηλύγετον [χθονὸς] ἀπὸ πατρίδος Ἀργόθεν. Ὀρέστης καὶ λούτρ᾽ ἐς Αὖλιν μητρὸς ἀνεδέξω πάρα. κατὰ δὲ δάκρυ. Ἰφιγένεια μνημεῖά γ᾽ ἀντὶ σώματος τοὐμοῦ τάφῳ. Ἰφιγένεια οἶδ᾽· οὐ γὰρ ὁ γάμος ἐσθλὸς ὤν μ᾽ ἀφείλετο. φίλτατος γὰρ εἶ. κατὰ δὲ γόος ἅμα χαρᾷ 805 810 815 820 825 830 . κόμας σὰς μητρὶ δοῦσα σῇ φέρειν. μανθάνειν δ᾽ ἐμέ. Ὀρέστης οὐκ ἔστ᾽ ἐκεῖ σός. ἔχεις τι τῶνδέ μοι τεκμήριον. ἣν χερσὶ πάλλων παρθένον Πισάτιδα ἐκτήσαθ᾽ Ἱπποδάμειαν. Ὀρέστης ἔχω· πατρῴων ἐκ δόμων τι πυνθάνου. Ἰφιγένεια ὕφηνα καὶ τόδ᾽ εἶδος εὐμίτοις πλοκαῖς. τάδε φράσω τεκμήρια· Πέλοπος παλαιὰν ἐν δόμοις λόγχην πατρός. Ὀρέστης κἀγώ σε τὴν θανοῦσαν. Ἰφιγένεια τί φῄς. Ὀρέστης τί γάρ. Ἰφιγένεια ὦ φίλτατ᾽. ὦ φίλος. ἔχω σ᾽. Ὀρέστης λέγοιμ᾽ ἄν. Ἰφιγένεια ἀλλ᾽ ἡ Λάκαινα Τυνδαρίς σ᾽ ἐγείνατο. σύγγονος. Οἰνόμαον κτανών. Ἰφιγένεια οὐκοῦν λέγειν μὲν χρὴ σέ. ἀκοῇ πρῶτον Ἠλέκτρας τάδε· Ἀτρέως Θυέστου τ᾽ οἶσθα γενομένην ἔριν. ἐν παρθενῶσι τοῖσι σοῖς κεκρυμμένην. ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν. Ὀρέστης Πέλοπός γε παιδὶ παιδός. ὡς δοξάζεται.τὸ δ᾽ Ἄργος αὐτοῦ μεστὸν ἥ τε Ναυπλία. Ὀρέστης ταῦτ᾽ οὖν ὑφήνασ᾽ οἶσθ᾽ ἐν εὐπήνοις ὑφαῖς. Ὀρέστης εἰκώ τ᾽ ἐν ἱστοῖς ἡλίου μετάστασιν. οὐδὲν ἄλλο. Ἰφιγένεια ἤκουσα· χρυσῆς ἀρνὸς ἦν νείκη πέρι. ὦ τάλαινα. Ὀρέστα. οὗ ᾽κπέφυκ᾽ ἐγώ.
Μυκήνα φίλα. οἶδ᾽. ὦ τάλαιν᾽. Ὀρέστης ᾤμωξα κἀγὼ τόλμαν ἣν ἔτλη πατήρ. Ὀρέστης οἴμοι. Ἰφιγένεια ἄτοπον ἁδονὰν ἔλαβον. Ἰφιγένεια ἀπάτορ᾽ ἀπάτορα πότμον ἔλαχον. <ὦ> σύγγον᾽. χάριν ἔχω ζόας. φεῦ φεῦ χερνίβων <τῶν> ἐκεῖ. χάριν ἔχω τροφᾶς. Ἰφιγένεια ἀνυμέναιος. δοκῶ γὰρ οὐ παρών σ᾽ ὁρᾶν ἐκεῖ. Ἰφιγένεια ἐγᾦδ᾽ ἁ μέλεος. ἐς δὲ συμφοράς. ἡμῶν δυστυχὴς ἔφυ βίος. Ὀρέστης εἰ σόν γ᾽ ἀδελφόν. Ὀρέστης γένει μὲν εὐτυχοῦμεν. Ἰφιγένεια ὦ μελέα δεινᾶς τόλμας.τὸ σὸν νοτίζει βλέφαρον. Ἀχιλλέως ἐς κλισίαν λέκτρων δολίαν ὅτ᾽ ἀγόμαν· παρὰ δὲ βωμὸν ἦν δάκρυα καὶ γόοι. ὤμοι σύγγονε. θαυμάτων πέρα καὶ λόγου πρόσω τάδ᾽ ἐπέβα. ὦ κρεῖσσον ἢ λόγοισιν εὐτυχοῦσά μου ψυχά. Ἰφιγένεια τόδ᾽ ἔτι βρέφος ἔλιπον ἀγκάλαισι νεαρὸν τροφοῦ νεαρὸν ἐν δόμοις. Ὀρέστης τὸ λοιπὸν εὐτυχοῖμεν ἀλλήλων μέτα. ὅτι μοι συνομαίμονα τόνδε δόμοις ἐξεθρέψω φάος. ἀπώλεσας. ὦ φίλαι· δέδοικα δ᾽ ἐκ χερῶν με μὴ πρὸς αἰθέρα ἀμπτάμενος φύγῃ· ἰὼ Κυκλωπὶς ἑστία· ἰὼ πατρίς. ὦ σύγγον᾽. ὡσαύτως δ᾽ ἐμόν. παρὰ δ᾽ ὀλίγον ἀπέφυγες ὄλεθρον ἀνόσιον ἐξ ἐμᾶν δαϊχθεὶς χερῶν. δείν᾽ ἔτλαν δείν᾽ ἔτλαν. ὅτε φάσγανον δέρᾳ θῆκέ μοι μελεόφρων πατήρ. 835 839 840 845 850 854 855 859 860 864 865 867 866 868 870 . ἄλλα δ᾽ ἐξ ἄλλων κυρεῖ δαίμονος τύχᾳ τινός. τί φῶ.
Πυλάδης τὸ μὲν φίλους ἐλθόντας εἰς ὄψιν φίλων. Χορός ἐν τοῖσι θαυμαστοῖσι καὶ μύθων πέρα τάδ᾽ εἶδον αὐτὴ κοὐ κλύουσ᾽ ἀπαγγελῶ. τίνα σοι πόρον εὑρομένα-πάλιν ἀπὸ πόλεως. ὅπως τὸ κλεινὸν ὄνομα τῆς σωτηρίας λαβόντες ἐκ γῆς βησόμεσθα βαρβάρου. Ἰφιγένεια οὗτος δὲ ποδαπὸς καὶ τίνος πέφυκε παῖς. χειρῶν περιβολὰς εἰκὸς λαβεῖν· λήξαντα δ᾽ οἴκτων κἀπ᾽ ἐκεῖν᾽ ἐλθεῖν χρεών. Ὀρέστης καλῶς ἔλεξας· τῇ τύχῃ δ᾽ οἶμαι μέλειν τοῦδε ξὺν ἡμῖν· ἢν δέ τις πρόθυμος ᾖ. τόδε τόδε σόν. τίς ἂν οὖν τάδ᾽ ἂν ἢ θεὸς ἢ βροτὸς ἢ τί τῶν ἀδοκήτων. ἡδονὰς ἄλλας λαβεῖν. ἀπὸ φόνου πέμψω πατρίδ᾽ ἐς Ἀργείαν. Ὀρέστης Στρόφιος ὁ Φωκεὺς τοῦδε κλῄζεται πατήρ. ἀλλὰ ποδῶν ῥιπᾷ θανάτῳ πελάσεις ἄρα βάρβαρα φῦλα καὶ δι᾽ ὁδοὺς ἀνόδους στείχων· διὰ κυανέας μὴν στενοπόρου πέτρας μακρὰ κέλευθα ναΐοισιν δρασμοῖς. καιρὸν λαβόντας. Ὀρέστης τῷδε ξυνοικεῖ βίον ἔχουσ᾽ εὐδαίμονα. τάλαινα. πρῶτον πυθέσθαι τίνα ποτ᾽ Ἠλέκτρα πότμον εἴληχε βιότου· φίλα γὰρ ἔστε πάντ᾽ ἐμοί. Ἰφιγένεια μηδέν μ᾽ ἐπίσχῃ γ᾽· οὐδ᾽ ἀποστήσει λόγου. πρὶν ἐπὶ ξίφος αἵματι σῷ πελάσαι. σθένειν τὸ θεῖον μᾶλλον εἰκότως ἔχει. Ὀρέστα. σοφῶν γὰρ ἀνδρῶν ταῦτα. χρέος ἀνευρίσκειν. μὴ ᾽κβάντας τύχης. οὐχὶ ναΐ--.ἁ δ᾽ ἐπ᾽ αὐτοῖσι τίς τελευτά. ὦ μελέα ψυχά. πόρον ἄπορον ἐξανύσας. τίς τύχα μοι συγχωρήσει. πότερον κατὰ χέρσον. τάλαινα. 875 878 880 884 885 890 894 895 900 905 910 915 . δυοῖν τοῖν μόνοιν Ἀτρείδαιν <φαίνοι> κακῶν ἔκλυσιν.
Ὀρέστης σιγῶμεν αὐτά· πατρὶ τιμωρῶν ἐμῷ. Ἰφιγένεια σιγῶ· τὸ δ᾽ Ἄργος πρὸς σὲ νῦν ἀποβλέπει. Ἰφιγένεια τί χρῆμα δράσειν. Ὀρέστης ὤφθημεν οὐ νῦν πρῶτον ὄντες ἄθλιοι. Ὀρέστης οὐκ ἦν· χρόνον γὰρ Στρόφιος ἦν ἄπαις τινά. ἀλλ᾽ Ἐρινύων δεῖμά μ᾽ ἐκβάλλει χθονός. Ὀρέστης Μενέλαος ἄρχει· φυγάδες ἐσμὲν ἐκ πάτρας. μεταδρομαῖς Ἐρινύων 920 925 930 935 940 . Ἰφιγένεια οὐκ ἦν τόθ᾽ οὗτος ὅτε πατὴρ ἔκτεινέ με. ἐπεὶ τὰ μητρὸς ταῦθ᾽ ἃ σιγῶμεν κακὰ ἐς χεῖρας ἦλθε. Ἰφιγένεια ταῦτ᾽ ἆρ᾽ ἐπ᾽ ἀκταῖς κἀνθάδ᾽ ἠγγέλης μανείς. Ὀρέστης ἔα τὰ μητρός· οὐδὲ σοὶ κλύειν καλόν.Ἰφιγένεια ὁ δ᾽ ἐστί γ᾽ Ἀτρέως θυγατρός. ὁμογενὴς ἐμός. ῥητὸν ἢ σιγώμενον. Ὀρέστης οὔκ. Ἰφιγένεια τὰ δεινὰ δ᾽ ἔργα πῶς ἔτλης μητρὸς πέρι. Ὀρέστης κἀμός γε σωτήρ. Ἰφιγένεια τί γάρ ποτ᾽ ἐς γῆν τήνδ᾽ ἐπόρθμευσας πόδα. Ὀρέστης ὥσθ᾽ αἱματηρὰ στόμι᾽ ἐπεμβαλεῖν ἐμοί. Ἰφιγένεια ἡ δ᾽ αἰτία τίς ἀνθ᾽ ὅτου κτείνει πόσιν. Ἰφιγένεια οὔ που νοσοῦντας θεῖος ὕβρισεν δόμους. Ὀρέστης Φοίβου κελευσθεὶς θεσφάτοις ἀφικόμην. Ἰφιγένεια χαῖρ᾽ ὦ πόσις μοι τῆς ἐμῆς ὁμοσπόρου. οὐχὶ συγγενὴς μόνον. Ὀρέστης λέγοιμ᾽ ἄν· ἀρχαὶ δ᾽ αἵδε μοι πολλῶν πόνων. Ὀρέστης ἀνεψιός γε. μόνος ἐμοὶ σαφὴς φίλος. Ἰφιγένεια ἔγνωκα· μητρός σ᾽ οὕνεκ᾽ ἠλάστρουν θεαί.
ἐγὼ μὲν θάτερον λαβὼν βάθρον. 945 950 955 960 965 970 975 980 985 . Φοῖβός μ᾽ ἔσῳσε μαρτυρῶν. ἐπώμοσ᾽ αὐτοῦ βίον ἀπορρήξειν θανών. κλύω δ᾽ Ἀθηναίοισι τἀμὰ δυστυχῆ τελετὴν γενέσθαι.ἠλαυνόμεσθα φυγάδες. ἕως ἐς ἁγνὸν ἦλθον αὖ Φοίβου πέδον. χοῆρες ἄγγος Παλλάδος τιμᾶν λεών. κἀγὼ ᾽ξελέγξαι μὲν ξένους οὐκ ἠξίουν. ὅσαι μὲν οὖν ἕζοντο πεισθεῖσαι δίκῃ. εἰπὼν <δ᾽> ἀκούσας θ᾽ αἵματος μητρὸς πέρι. νῆστις βορᾶς. ἐς δ᾽ ἄγγος ἴδιον ἴσον ἅπασι βακχίου μέτρημα πληρώσαντες εἶχον ἡδονήν. ὡς δ᾽ εἰς Ἄρειον ὄχθον ἧκον. ἣν Ἄρει ποτὲ Ζεὺς εἵσατ᾽ ἔκ του δὴ χερῶν μιάσματος. ὦ κασίγνητον κάρα. σύμπραξον· ἢν γὰρ θεᾶς κατάσχωμεν βρέτας. ἔνθεν μοι πόδα ἐς τὰς Ἀθήνας δῆτ᾽ ἔπεμψε Λοξίας. ἀλλ᾽ ἥνπερ ἡμῖν ὥρισεν σωτηρίαν. Χορός δεινή τις ὀργὴ δαιμόνων ἐπέζεσε τὸ Ταντάλειον σπέρμα διὰ πόνων τ᾽ ἄγει. ἤλγουν δὲ σιγῇ κἀδόκουν οὐκ εἰδέναι. ψῆφον παρ᾽ αὐτὴν ἱερὸν ὡρίσαντ᾽ ἔχειν· ὅσαι δ᾽ Ἐρινύων οὐκ ἐπείσθησαν νόμῳ. σιγῇ δ᾽ ἐτεκτήναντ᾽ ἀπόφθεγκτόν μ᾽. ἔστιν γὰρ ὁσία ψῆφος. ἔκσῳσον δ᾽ ἐμέ· ὡς τἄμ᾽ ὄλωλε πάντα καὶ τὰ Πελοπιδῶν. οἴκων ὄντες ἐν ταὐτῷ στέγει. δρόμοις ἀνιδρύτοισιν ἠλάστρουν μ᾽ ἀεί. ἐς δίκην ἔστην. ἐλθὼν δ᾽ ἐκεῖσε--πρῶτα μέν μ᾽ οὐδεὶς ξένων ἑκὼν ἐδέξαθ᾽. ἐντεῦθεν αὐδὴν τρίποδος ἐκ χρυσοῦ λακὼν Φοῖβός μ᾽ ἔπεμψε δεῦρο. ξένια μονοτράπεζά μοι παρέσχον. τὸ δ᾽ ἄλλο πρέσβειρ᾽ ἥπερ ἦν Ἐρινύων. διοπετὲς λαβεῖν ἄγαλμ᾽ Ἀθηνῶν τ᾽ ἐγκαθιδρῦσαι χθονί. μανιῶν τε λήξω καὶ σὲ πολυκώπῳ σκάφει στείλας Μυκήναις ἐγκαταστήσω πάλιν. ὦ φιληθεῖσ᾽. εἰ μή με σώσει Φοῖβος. ὅπως δαιτὸς γενοίμην πώματός τ᾽ αὐτοῖς δίχα. μέγα στενάζων οὕνεκ᾽ ἦ μητρὸς φονεύς. δίκην παρασχεῖν ταῖς ἀνωνύμοις θεαῖς. κἄτι τὸν νόμον μένειν. ἴσας δέ μοι ψήφους διηρίθμησε Παλλὰς ὠλένῃ· νικῶν δ᾽ ἀπῆρα φόνια πειρατήρια. ὡς θεοῖς στυγούμενον· οἳ δ᾽ ἔσχον αἰδῶ. καὶ πρόσθεν ἀδύτων ἐκταθείς. ὅς μ᾽ ἀπώλεσεν. οὐράνιον εἰ μὴ ληψόμεσθα θεᾶς βρέτας. σῷσον πατρῷον οἶκον. ἀλλ᾽.
τὰ δὲ γυναικὸς ἀσθενῆ. τίς δ᾽ ἔνεστί μοι λόγος. θέλω δ᾽ ἅπερ σύ. σύγγον᾽. ἄξω δέ γ᾽. Ὀρέστης ἆρ᾽ ἂν τύραννον διολέσαι δυναίμεθ᾽ ἄν. εἰσιδεῖν. λαβεῖν θ᾽ ἃ βουλόμεσθα. ἤνπερ καὐτὸς ἐνταυθοῖ περῶ. πῶς ἂν Λοξίας ἐθέσπισε κομίσαι μ᾽ ἄγαλμα θεᾶς πόλισμ᾽ ἐς Παλλάδος <*> καὶ σὸν πρόσωπον εἰσιδεῖν.Ἰφιγένεια τὸ μὲν πρόθυμον. σὺ δ᾽ ἂν τὸ σαυτοῦ θέμενος εὖ νόστου τύχοις. τῇδε γὰρ νοσεῖ νόστος πρὸς οἴκους· ἡ δὲ βούλησις πάρα. ἄγαλμά τ᾽ οἴσεις κἄμ᾽ ἐπ᾽ εὐπρύμνου νεὼς 1000 ἄξεις. οὐ μήν τι φεύγω γ᾽. οὐχὶ τῷ κτανόντι με θυμουμένη. 1020 990 995 . πρίν σε δεῦρ᾽ ἐλθεῖν. ἡνίκ᾽ ἂν κενὰς κρηπῖδας εὕρῃ λαΐνας ἀγάλματος. γνώμης δ᾽ ἄκουσον· εἰ πρόσαντες ἦν τόδε Ἀρτέμιδι. Ὀρέστης οὐκ ἂν γενοίμην σοῦ τε καὶ μητρὸς φονεύς· ἅλις τὸ κείνης αἷμα· κοινόφρων δὲ σοὶ καὶ ζῆν θέλοιμ᾽ ἂν καὶ θανὼν λαχεῖν ἴσον. πατρῷον ὀρθῶσαι· θέλω· σφαγῆς τε γὰρ σῆς χεῖρ᾽ ἀπαλλάξαιμεν ἂν σῴσαιμί τ᾽ οἴκους. πῶς δ᾽ οὐ θανοῦμαι. 1010 πρὸς οἶκον. εἰ μὲν--ἕν τι--τοῦθ᾽ ὁμοῦ γενήσεται. τὸ κινδύνευμα γίγνεται καλόν· τούτου δὲ χωρισθεῖσ᾽--ἐγὼ μὲν ὄλλυμαι. Ἰφιγένεια πῶς οὖν γένοιτ᾽ ἂν ὥστε μήθ᾽ ἡμᾶς θανεῖν. τὴν θεὸν δ᾽ ὅπως λάθω δέδοικα καὶ τύραννον. ἢ σοῦ κατθανὼν μενῶ μέτα. οὐδέ σ᾽ εἰ θανεῖν χρεὼν σῴσασαν· οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ἀνὴρ μὲν ἐκ δόμων 1005 θανὼν ποθεινός. ἔχω Ἄργει γενέσθαι καὶ σέ. σέ τε μεταστῆσαι πόνων νοσοῦντά τ᾽ οἶκον. ἀλλ᾽. ἅπαντα γὰρ 1015 συνθεὶς τάδ᾽ εἰς ἓν νόστον ἐλπίζω λαβεῖν.
εἴ με ναῷ τῷδε κρύψειας λάθρα. ξενοφονεῖν ἐπήλυδας. ἐφ᾽ ᾧ πεπλεύκαμεν. Ὀρέστης δειναὶ γὰρ αἱ γυναῖκες εὑρίσκειν τέχνας. δόξης μετάδος. Ὀρέστης τί δῆτα μᾶλλον θεᾶς ἄγαλμ᾽ ἁλίσκεται. εἰ κερδανεῖς. διεφθάρμεσθα· πῶς σωθεῖμεν ἄν. 1035 Ὀρέστης τίν᾽ αἰτίαν ἔχουσ᾽. Ὀρέστης ἀλλ᾽. Ἰφιγένεια εἴσ᾽ ἔνδον ἱεροὶ φύλακες. κινδυνευτέον. Ἰφιγένεια ὡς δὴ σκότον λαβόντες ἐκσωθεῖμεν ἄν. εἰ σὲ σώσει κἀμέ. Ἰφιγένεια ὡς οὐ θέμις γε λέξομεν θύειν θεᾷ. Ὀρέστης ποῖόν τι. τῆς δ᾽ ἀληθείας τὸ φῶς. ὑποπτεύω τι γάρ.Ἰφιγένεια δεινὸν τόδ᾽ εἶπας. Ὀρέστης ἔτ᾽ ἐν δόμοισι βρέτας. Ὀρέστης τί δ᾽. ὡς κἀγὼ μάθω. Ὀρέστης οἴμοι. Ἰφιγένεια οὐκ ἂν δυναίμην· τὸ δὲ πρόθυμον ᾔνεσα. Ὀρέστης χρῆσαι κακοῖσι τοῖς ἐμοῖς. 1025 Ὀρέστης κλεπτῶν γὰρ ἡ νύξ. οὓς οὐ λήσομεν. 1030 Ἰφιγένεια ταῖς σαῖς ἀνίαις χρήσομαι σοφίσμασι. 1040 Ἰφιγένεια . Ἰφιγένεια ἔχειν δοκῶ μοι καινὸν ἐξεύρημά τι. Ἰφιγένεια φονέα σε φήσω μητρὸς ἐξ Ἄργους μολεῖν. Ἰφιγένεια οὐ καθαρὸν ὄντα· τὸ δ᾽ ὅσιον δώσω φόβῳ. Ἰφιγένεια πόντου σε πηγαῖς ἁγνίσαι βουλήσομαι.
ἅπαντα συμβαίη καλῶς. 1050 Ἰφιγένεια σοὶ δὴ μέλειν χρὴ τἄλλ᾽ ὅπως ἕξει καλῶς. πόντου νοτερὸν εἶπας ἔκβολον. σωθεῖσα δ᾽. ἐρῶ. καλόν τοι γλῶσσ᾽ ὅτῳ πιστὴ παρῇ. Ὀρέστης ποῖ δῆτα. ὁρᾶτε δ᾽ ὡς τρεῖς μία τύχη τοὺς φιλτάτους. καὶ τἄμ᾽ ἐν ὑμῖν ἐστιν ἢ καλῶς ἔχειν ἢ μηδὲν εἶναι καὶ στερηθῆναι πάτρας φίλου τ᾽ ἀδελφοῦ φιλτάτης τε συγγόνου. εἰς ὑμᾶς βλέπω. ὡς ἂν καὶ σὺ κοινωνῇς τύχης. 1065 ἢ γῆς πατρῴας νόστον ἢ θανεῖν ἔχει. Ὀρέστης λάθρα δ᾽ ἄνακτος ἢ εἰδότος δράσεις τάδε.κἀκεῖνο νίψαι. Ὀρέστης καὶ μὴν νεώς γε πίτυλος εὐήρης πάρα. σοῦ θιγόντος ὥς. Ὀρέστης σὺ δ᾽ ἤ τις ἄλλος ἐν χεροῖν οἴσει βρέτας. σιγήσαθ᾽ ἡμῖν καὶ συνεκπονήσατε φυγάς. 1055 Ἰφιγένεια ὦ φίλταται γυναῖκες. Ἰφιγένεια ταὐτὸν χεροῖν σοὶ λέξεται μίασμ᾽ ἔχων. 1045 Ὀρέστης Πυλάδης δ᾽ ὅδ᾽ ἡμῖν ποῦ τετάξεται πόνου. καὶ πρῶτα μέν μοι τοῦ λόγου τάδ᾽ ἀρχέτω· 1060 γυναῖκές ἐσμεν. φιλόφρον ἀλλήλαις γένος σῴζειν τε κοινὰ πράγματ᾽ ἀσφαλέσταται. Ἰφιγένεια πείσασα μύθοις· οὐ γὰρ ἂν λάθοιμί γε. Ἰφιγένεια ἐγώ· θιγεῖν γὰρ ὅσιόν ἐστ᾽ ἐμοὶ μόνῃ. τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἴσως--. ἀλλ᾽ ἀντίαζε καὶ λόγους πειστηρίους εὕρισκ᾽· ἔχει τοι δύναμιν εἰς οἶκτον γυνή. Ἰφιγένεια οὗ ναῦς χαλινοῖς λινοδέτοις ὁρμεῖ σέθεν. Ὀρέστης ἑνὸς μόνου δεῖ. . τάσδε συγκρύψαι τάδε.
τίς ὑμῶν φησιν ἢ τίς οὐ θέλειν-φθέγξασθε--ταῦτα. σῶσόν με καὶ νῦν τούσδε τ᾽· ἢ τὸ Λοξίου οὐκέτι βροτοῖσι διὰ σὲ ἐτήτυμον στόμα. σὸν ἔργον ἤδη καὶ σὸν ἐσβαίνειν δόμους· ὡς αὐτίχ᾽ ἥξει τῆσδε κοίρανος χθονός. καὶ σῴζου μόνον· 1075 ὡς ἔκ γ᾽ ἐμοῦ σοι πάντα σιγηθήσεται-ἴστω μέγας Ζεύς--ὧν ἐπισκήπτεις πέρι. ἀλλὰ πρός σε δεξιᾶς σὲ καὶ σὲ ἱκνοῦμαι. μὴ γὰρ αἰνουσῶν λόγους ὄλωλα κἀγὼ καὶ κασίγνητος τάλας. παρόν σοι πόλιν ἔχειν εὐδαίμονα. ἃ παρὰ πετρίνας πόντου δειράδας. ὦ πότνι᾽. 1095 ποθοῦσ᾽ Ἑλλάνων ἀγόρους. ἐγώ σοι παραβάλλομαι θρήνους. εὐξύνετον ξυνετοῖς βοάν. 1080 θυσίαν ἐλέγχων εἰ κατείργασται ξένων. ἥπερ μ᾽ Αὐλίδος κατὰ πτυχὰς δεινῆς ἔσωσας ἐκ πατροκτόνου χερός. Χορός ὄρνις. τί φατέ. 1090 ἔλεγον οἶτον ἀείδεις. Χορός θάρσει. φίλη δέσποινα. ποθοῦσ᾽ Ἄρτεμιν λοχίαν. ἀλκυών. γονάτων τε καὶ τῶν ἐν δόμοισι φιλτάτων 1070 μητρὸς πατρός τε καὶ τέκνων ὅτῳ κυρεῖ. ἄπτερος ὅρνις. σὲ δὲ φίλης παρηίδος.σώσω σ᾽ ἐς Ἑλλάδ᾽. ὅτι πόσιν κελαδεῖς ἀεὶ μολπαῖς. 1085 ἀλλ᾽ εὐμενὴς ἔκβηθι βαρβάρου χθονὸς ἐς τὰς Ἀθήνας· καὶ γὰρ ἐνθάδ᾽ οὐ πρέπει ναίειν. ἃ παρὰ Κύνθιον ὄχθον οἰκεῖ φοίνικά θ᾽ ἁβροκόμαν δάφναν τ᾽ εὐερνέα καὶ . Ἰφιγένεια ὄναισθε μύθων καὶ γένοισθ᾽ εὐδαίμονες.
πότνι᾽. αἳ παρηίδας εἰς ἐμὰς ἔπεσον. μεταβάλλει δυσδαιμονία· 1120 τὸ δὲ μετ᾽ εὐτυχίας κακοῦσθαι θνατοῖς βαρὺς αἰών. λίμναν θ᾽ εἱλίσσουσαν ὕδωρ κύκλιον. 1110 ζαχρύσου δὲ δι᾽ ἐμπολᾶς νόστον βάρβαρον ἦλθον. καὶ σὲ μέν. ἐμὲ δ᾽ αὐτοῦ λιποῦσα βήσῃ ῥοθίοισι πλάταις· ἀέρι δὲ [ἱστία] πρότονοι κατὰ πρῷραν ὑ- . ἁνίκα πύργων ὀλομένων ἐν ναυσὶν ἔβαν πολεμίων ἐρετμοῖσι καὶ λόγχαις. ζηλοῦσ᾽ ἄταν διὰ παντὸς δυσδαίμον᾽· ἐν γὰρ ἀνάγκαις οὐ κάμνεις σύντροφος ὤν. Λατοῦς ὠδῖνα φίλαν.1100 γλαυκᾶς θαλλὸν ἱερὸν ἐλαίας. 1105 ὦ πολλαὶ δακρύων λιβάδες. ὁ Φοῖβός θ᾽ ὁ μάντις ἔχων κέλαδον ἑπτατόνου λύρας ἀείδων ἄξει λιπαρὰν 1130 εὖ σ᾽ Ἀθηναίων ἐπὶ γᾶν. ἔνθα κύκνος μελῳδὸς Μούσας θεραπεύει. ἔνθα τᾶς ἐλαφοκτόνου θεᾶς ἀμφίπολον κόραν παῖδ᾽ Ἀγαμεμνονίαν λατρεύ1115 ω βωμούς τ᾽ οὐ μηλοθύτας. Ἀργεία πεντηκόντορος οἶκον ἄξει· συρίζων θ᾽ ὁ κηροδέτας 1125 κάλαμος οὐρείου Πανὸς κώπαις ἐπιθωΰξει.
πὲρ στόλον ἐκπετάσουσι πόδα 1135 ναὸς ὠκυπόμπου. ἤδη τῶν ξένων κατήρξατο. Θόας τί φροιμιάζῃ νεοχμόν. ἐξαύδα σαφῶς. Θόας ἔα· τί τόδε μεταίρεις ἐξ ἀκινήτων βάθρων. χαίτας ἁβρόπλουτον ἔριν. καινὸν ἐν δόμοις. ὀρνυμένα. 1155 Χορός ἥδ᾽ ἐστίν. ὅθι καὶ παρθένος. χαρίτων εἰς ἁμίλλας. ἔνθ᾽ εὐάλιον ἔρχεται πῦρ· οἰκείων δ᾽ ὑπὲρ θαλάμων 1140 πτέρυγας ἐν νώτοις ἁμοῖς λήξαιμι θοάζουσα· χοροῖς δ᾽ ἑσταίην. Ἀγαμέμνονος παῖ. ἄναξ. εὐδοκίμων γάμων. ἥ σοι πάντ᾽. πολυποίκιλα φάρεα καὶ πλοκάμους περιβαλλομένα 1150 γένυσιν ἐσκίαζον. ἀδύτοις ἐν ἁγνοῖς σῶμα λάμπονται πυρί. 1160 Ἰφιγένεια ἀπέπτυσ᾽· Ὁσίᾳ γὰρ δίδωμ᾽ ἔπος τόδε. Ἰφιγένεια ἄναξ. Θόας τί δ᾽ ἔστιν. θεᾶς ἄγαλμ᾽ ἐν ὠλέναις. . παρὰ πόδ᾽ εἱλίσσουσα φίλας 1145 ματρὸς ἡλίκων θιάσους. Ἰφιγένεια. λαμπροὺς ἱπποδρόμους βαίην. ἔχ᾽ αὐτοῦ πόδα σὸν ἐν παραστάσιν. ἐρεῖ σαφῶς. Θόας ποῦ ᾽σθ᾽ ἡ πυλωρὸς τῶνδε δωμάτων γυνὴ 1153 Ἑλληνίς.
Θόας μίασμα δ᾽ ἔγνως τοῖν ξένοιν ποίῳ τρόπῳ. 1180 Ἰφιγένεια καὶ μὴν καθεῖσαν δέλεαρ ἡδύ μοι φρενῶν. 1175 Θόας ἦ τῶνδ᾽ ἕκατι δῆτ᾽ ἄγαλμ᾽ ἔξω φέρεις. Θόας ἀλλ᾽ ἦ τιν᾽ ἔκανον βαρβάρων ἀκτῆς ἔπι. ἄναξ. ὡς θεᾶς βρέτας ἀπεστράφη πάλιν. 1170 Ἰφιγένεια οἰκεῖον ἦλθον τὸν φόνον κεκτημένοι. Ἰφιγένεια μητέρα κατειργάσαντο κοινωνῷ ξίφει. Θόας τί τοὐκδιδάξαν τοῦτό σ᾽. ἢ δόξαν λέγεις. Ἰφιγένεια ἥδ᾽. 1165 Θόας αὐτόματον. Ἰφιγένεια βρέτας τὸ τῆς θεοῦ πάλιν ἕδρας ἀπεστράφη. Ἰφιγένεια . Θόας Ἄπολλον. ἤ νιν σεισμὸς ἔστρεψε χθονός. Ἰφιγένεια πάσης διωγμοῖς ἠλάθησαν Ἑλλάδος. ἦ τὸ τῶν ξένων μύσος. Θόας ἡ δ᾽ αἰτία τίς. Ἰφιγένεια ἤλεγχον. ὡς ᾔσθου καλῶς. ὡς μεταστήσω φόνου. Θόας τίν᾽. εἰς ἔρον γὰρ τοῦ μαθεῖν πεπτώκαμεν. οὐδὲν ἄλλο· δεινὰ γὰρ δεδράκατον.Ἰφιγένεια οὐ καθαρά μοι τὰ θύματ᾽ ἠγρεύσασθ᾽. Ἰφιγένεια σεμνόν γ᾽ ὑπ᾽ αἰθέρ᾽. οὐδ᾽ ἐν βαρβάροις ἔτλη τις ἄν. Θόας τῶν Ἀργόθεν τι φίλτρον ἀγγέλλοντέ σοι. Θόας σοφήν σ᾽ ἔθρεψεν Ἑλλάς. Ἰφιγένεια αὐτόματον· ὄψιν δ᾽ ὀμμάτων ξυνήρμοσεν.
Ἰφιγένεια πᾶσάν γε μισοῦσ᾽ Ἑλλάδ᾽. φράζε. Ἰφιγένεια ἁγνιστέον μοι καὶ τὸ τῆς θεοῦ βρέτας. 1200 Ἰφιγένεια οὐ γάρ ποτ᾽ ἄν νιν ἠράμην βάθρων ἄπο. Θόας δίκαιος ηὑσέβεια καὶ προμηθία. 1190 Ἰφιγένεια ἁγνοῖς καθαρμοῖς πρῶτά νιν νίψαι θέλω. ἥ μ᾽ ἀπώλεσεν. Ἰφιγένεια καὶ τἀμά γ᾽ οὕτω μᾶλλον ἂν καλῶς ἔχοι. Ἰφιγένεια οἶσθά νυν ἅ μοι γενέσθω. 1185 Θόας σὺ δ᾽ ἐς τὸ τῆς θεοῦ γ᾽ ἐξένευσας εἰκότως. Ἰφιγένεια ἐρημίας δεῖ· καὶ γὰρ ἄλλα δράσομεν. Θόας ἄγ᾽ ἔνθα χρῄζεις· οὐ φιλῶ τἄρρηθ᾽ ὁρᾶν. 1195 Θόας οὔκουν πρὸς αὐτὸν ναὸν ἐκπίπτει κλύδων. Θόας πηγαῖσιν ὑδάτων ἢ θαλασσίᾳ δρόσῳ. Ἰφιγένεια θάλασσα κλύζει πάντα τἀνθρώπων κακά. τοῖν ξένοιν πέρι. Θόας ὁσιώτερον γοῦν τῇ θεῷ πέσοιεν ἄν. . Θόας οὔκουν ἐν ἔργῳ χέρνιβες ξίφος τε σόν. Θόας τί δῆτα δρῶμεν. Ἰφιγένεια καὶ πατέρα γε ζῆν καὶ καλῶς πράσσειν ἐμόν. Θόας ὡς δή σφε σῴσαις ἡδοναῖς ἀγγελμάτων. Θόας εἴπερ γε κηλὶς ἔβαλέ νιν μητροκτόνος. Ἰφιγένεια τὸν νόμον ἀνάγκη τὸν προκείμενον σέβειν.τὸν μόνον Ὀρέστην ἐμὸν ἀδελφὸν εὐτυχεῖν.
Ἰφιγένεια κρᾶτα κρύψαντες πέπλοισιν. Θόας εὖ γε κηδεύεις πόλιν. Ἰφιγένεια καὶ φίλων γ᾽ οὓς δεῖ μάλιστα.Θόας σὸν τὸ σημαίνειν τόδε. Ἰφιγένεια καὶ πόλει πέμψον τιν᾽ ὅστις σημανεῖ-Θόας ποίας τύχας. Ἰφιγένεια μυσαρὰ γὰρ τὰ τοιάδ᾽ ἐστί. 1210 Θόας μὴ συναντῷεν φόνῳ.. Θόας οἵδ᾽ ὁμαρτήσουσί σοι. 1205 Θόας ἴτ᾽ ἐπὶ δεσμά. Ἰφιγένεια σῶν τέ μοι σύμπεμπ᾽ ὀπαδῶν. Θόας . Θόας στεῖχε καὶ σήμαινε σύ-Ἰφιγένεια μηδέν᾽ εἰς ὄψιν πελάζειν. πρόσπολοι. Θόας ποῖ δέ σ᾽ ἐκφύγοιεν ἄν. Θόας τοῦτ᾽ ἔλεξας εἰς ἐμέ. Θόας ἡλίου πρόσθεν φλογός. Ἰφιγένεια ἐν δόμοις μίμνειν ἅπαντας. Ἰφιγένεια . Ἰφιγένεια δεσμὰ τοῖς ξένοισι πρόσθες. Ἰφιγένεια κἀκκομιζόντων δὲ δεῦρο τοὺς ξένους-Θόας ἔσται τάδε. Ἰφιγένεια πιστὸν Ἑλλὰς οἶδεν οὐδέν..
τἄλλα δ᾽ οὐ λέγουσ᾽. μή τῳ προσπέσῃ μύσος τόδε. ὡς φόνῳ φόνον μυσαρὸν ἐκνίψω. ἐξίστασθε. Ἰφιγένεια τούσδ᾽ ἄρ᾽ ἐκβαίνοντας ἤδη δωμάτων ὁρῶ ξένους καὶ θεᾶς κόσμους νεογνούς τ᾽ ἄρνας. καθαρὸν οἰκήσεις δόμον. 1220 Θόας τὰ τῆς θεοῦ πρᾶσσ᾽--ἐπεὶ σχολή--καλῶς. Ἰφιγένεια πέπλον ὀμμάτων προθέσθαι. Θόας μὴ παλαμναῖον λάβω. εὐτυχεῖς δ᾽ ἡμεῖς ἐσόμεθα. 1225 ἐκποδὼν δ᾽ αὐδῶ πολίταις τοῦδ᾽ ἔχειν μιάσματος. Ἰφιγένεια ἡνίκ᾽ ἂν δ᾽ ἔξω περῶσιν οἱ ξένοι-Θόας τί χρή με δρᾶν. φεύγετ᾽. εἴ τις ἢ ναῶν πυλωρὸς χεῖρας ἁγνεύει θεοῖς ἢ γάμον στείχει συνάψων ἢ τόκοις βαρύνεται. Ἰφιγένεια εἰ γὰρ ὡς θέλω καθαρμὸς ὅδε πέσοι. σέλας τε λαμπάδων τά τ᾽ ἄλλ᾽ ὅσα προυθέμην ἐγὼ ξένοισι καὶ θεᾷ καθάρσια. Θόας καθαρὸν ὡς μόλῃς πάλιν. ὅμως . Θόας συνεύχομαι.ὡς εἰκότως σε πᾶσα θαυμάζει πόλις. Ἰφιγένεια ἢν δ᾽ ἄγαν δοκῶ χρονίζειν-Θόας τοῦδ᾽ ὅρος τίς ἐστί μοι. Ἰφιγένεια θαυμάσῃς μηδέν. Ἰφιγένεια ἅγνισον πυρσῷ μέλαθρον. ὦ Διὸς Λητοῦς τ᾽ ἄνασσα παρθέν᾽. ἢν νίψω φόνον 1230 τῶνδε καὶ θύσωμεν οὗ χρή. Ἰφιγένεια σὺ δὲ μένων αὐτοῦ πρὸ ναῶν τῇ θεῷ-1215 Θόας τί χρῆμα δρῶ.
θεά. Κασταλίας ῥεέθρων γείτων. ἐν ἀψευδεῖ θρόνῳ 1254 μαντείας βροτοῖς θεσφάτων νέμων 1255 ἀδύτων ὕπο. τόν ποτε Δηλιὰς ἐν καρποφόροις γυάλοις 1235 <ἔτικτε. Χορός εὔπαις ὁ Λατοῦς γόνος.> χρυσοκόμαν ἐν κιθάρᾳ σοφόν. τά τ᾽ . ἔτι φίλας ἐπὶ ματέρος ἀγκάλαισι θρῴσκων 1250 ἔκανες. νύχια Χθὼν ἐτεκνώσατο φάσματ᾽ ὀ<νείρων>. ἔτι μιν ἔτι βρέφος.τοῖς τὰ πλείον᾽ εἰδόσιν θεοῖς σοί τε σημαίνω. ὦ Φοῖβε. 1240 λοχεῖα κλεινὰ λιποῦσα μάτηρ. ἄμφεπε μαντεῖον Χθόνιον. μέσον 1257 γᾶς ἔχων μέλαθρον. ἅ τ᾽ ἐπὶ τόξων 1238 εὐστοχίᾳ γάνυται· φέρε <δ᾽ αὐτά> νιν ἀπὸ δειράδος εἰναλίας. 1245 σκιερᾷ κατάχαλκος εὐφύλλῳ δάφνᾳ. τρίποδί τ᾽ ἐν χρυσέῳ θάσσεις. οἳ πολέσιν μερόπων τά τε πρῶτα. Θέμιν δ᾽ ἐπεὶ γᾶς ἰὼν παῖδ᾽ ἀπενάσσατο <Πυθῶνος> ἀπὸ ζαθέων 1260 χρηστηρίων. γᾶς πελώριον τέρας. τὰν ἀστάκτων ὑδάτων βακχεύουσαν Διονύσῳ Παρνάσιον κορυφάν· ὅθι ποικιλόνωτος οἰνωπὸς δράκων. μαντείων δ᾽ ἐπέβας ζαθέων.
ἔπειθ᾽. ταχύπους δ᾽ ἐς Ὄλυμπον ὁρ1270 μαθεὶς ἄναξ χέρα παιδνὸν ἕλιξεν ἐκ Διὸς θρόνων Πυθίων δόμων χθονίαν ἀφελεῖν μῆνιν θεᾶς. [νυχίους τ᾽ ἐνοπὰς. φθόνῳ θυγατρός. 1280 πολυάνορι δ᾽ ἐν ξενόεντι θρόνῳ θάρση βροτοῖς θεσφάτων ἀοιδαῖς. Χορός ἄπιστον εἶπας μῦθον· ὃν δ᾽ ἰδεῖν θέλεις ἄνακτα χώρας. Χορός τί δ᾽ ἔστιν. 1265 ὕπνου κατὰ δνοφερὰς γᾶς εὐνὰς ἔφραζον· Γαῖα δὲ τὰν μαντεῖον ἀφείλετο τιμὰν Φοῖβον. φροῦδος ἐκ ναοῦ συθείς. 1285 καλεῖτ᾽ ἀναπτύξαντες εὐγόμφους πύλας ἔξω μελάθρων τῶνδε κοίρανον χθονός. καὶ τιμὰς πάλιν θῆκε Λοξίᾳ.] γέλασε δ᾽. Ἄγγελος ποῖ. ἀπὸ δ᾽ ἀλαθοσύναν νυκτωπὸν ἐξεῖλεν βροτῶν. ὅτι τέκος ἄφαρ ἔβα πολύχρυσα θέλων λατρεύματα σχεῖν· 1275 ἐπὶ δ᾽ ἔσεισεν κόμαν. . Θόας ἄναξ γῆς τῆσδε ποῦ κυρεῖ βεβώς. ὅσσα τ᾽ ἔμελλε τυχεῖν. Ἄγγελος ὦ ναοφύλακες βώμιοί τ᾽ ἐπιστάται. δεῖ γὰρ αὐτὸν εἰδέναι τὰ δρώμενα. εἰ χρὴ μὴ κελευσθεῖσαν λέγειν. Ἄγγελος βεβᾶσι φροῦδοι δίπτυχοι νεανίαι Ἀγαμεμνονείας παιδὸς ἐκ βουλευμάτων 1290 φεύγοντες ἐκ γῆς τῆσδε καὶ σεμνὸν βρέτας λαβόντες ἐν κόλποισιν Ἑλλάδος νεώς. παῦσαι νυχίους ἐνοπάς.
Ἄγγελος οὔ. Ἄγγελος φεῦ· πῶς ἔλεγον αἵδε. 1310 Θόας τί προσδοκῶσαι κέρδος ἢ θηρώμεναι. Ἄγγελος σῴζουσ᾽ Ὀρέστην· τοῦτο γὰρ σὺ θαυμάσῃ. Ἄγγελος αὖθις τὰ τῶνδε σημανῶ· τὰ δ᾽ ἐν ποσὶ παρόντ᾽ ἄκουσον. καινῶν φόρτον ἀγγέλλων κακῶν. εἴτ᾽ ἔνδον εἴτ᾽ οὐκ ἔνδον ἀρχηγὸς χθονός. ἆρ᾽ ὃν Τυνδαρὶς τίκτει κόρη. ὡς ἐκτὸς εἴης· σὺ δὲ κατ᾽ οἶκον ἦσθ᾽ ἄρα. Θόας τὸν ποῖον. τοῖς ἔνδον λέγω. ἄπιστον ὡς γυναικεῖον γένος· μέτεστι χὑμῖν τῶν πεπραγμένων μέρος. Ἄγγελος ὁρᾶτ᾽. ἡ νεᾶνις ἣ ᾽νθάδε βωμοῖς παρίστατ᾽. Θόας τίς ἀμφὶ δῶμα θεᾶς τόδ᾽ ἵστησιν βοήν. Ἄγγελος ὃν τοῖσδε βωμοῖς θεὰ καθωσιώσατο. ὠή. πύλας ἀράξας καὶ ψόφον πέμψας ἔσω. 1300 οὐκ εἶ κρατούντων πρὸς πύλας ὅσον τάχος. καί μ᾽ ἀπήλαυνον δόμων. πρίν γ᾽ ἂν εἴπῃ τοὔπος ἑρμηνεὺς ὅδε. Χορός μαίνῃ· τί δ᾽ ἡμῖν τῶν ξένων δρασμοῦ μέτα. Θόας πῶς φῄς. Ἰφιγένει᾽.1295 Χορός οὐκ ἴσμεν· ἀλλὰ στεῖχε καὶ δίωκέ νιν ὅπου κυρήσας τούσδ᾽ ἀπαγγελεῖς λόγους. σεμνὸν θεᾶς 1315 ἄγαλμ᾽ ἔχουσα· δόλια δ᾽ ἦν καθάρματα. χαλᾶτε κλῇθρα. καὶ δεσπότῃ σημήναθ᾽ οὕνεκ᾽ ἐν πύλαις 1305 πάρειμι. ἔξω χθονὸς σὺν τοῖς ξένοισιν οἴχεται. . τί πνεῦμα συμφορᾶς κεκτημένη.
ἵν᾽ ἡμῖν δρᾶν τι δὴ δοκοῖ πλέον. ἀνωλόλυξε καὶ κατῇδε βάρβαρα μέλη μαγεύουσ᾽. ἐκ δεσμῶν δὲ τοὺς νεανίας ἐλευθέρους πρύμνηθεν ἑστῶτας νεώς. ὡς ἀπόρρητον φλόγα θύουσα καὶ καθαρμὸν ὃν μετῴχετο. οὗ ναῦς Ὀρέστου κρύφιος ἦν ὡρμισμένη. ναύτας τε πεντήκοντ᾽ ἐπὶ σκαλμῶν πλάτας ἔχοντας. ἄναξ. κλίμακας . φόβῳ δ᾽ ἃ μὴ χρῆν εἰσορᾶν καθήμεθα σιγῇ· τέλος δὲ πᾶσιν ἦν αὑτὸς λόγος στείχειν ἵν᾽ ἦσαν. ἀλλ᾽ ἄκουέ μου· σαφῶς δ᾽ ἀθρήσας καὶ κλύων ἐκφρόντισον διωγμὸς ὅστις τοὺς ξένους θηράσεται. Θόας λέγ᾽· εὖ γὰρ εἶπας· οὐ γὰρ ἀγχίπλουν πόρον 1325 φεύγουσιν. Ἄγγελος ἐπεὶ πρὸς ἀκτὰς ἤλθομεν θαλασσίας. αὐτὴ δ᾽ ὄπισθε δέσμ᾽ ἔχουσα τοῖν ξένοιν ἔστειχε χερσί. οἳ δ᾽ ἐπωτίδων 1350 ἄγκυραν ἐξανῆπτον· οἳ δέ. κοντοῖς δὲ πρῷραν εἶχον. ἐπεὶ δὲ δαρὸν ἦμεν ἥμενοι χρόνον. 1335 χρόνῳ δ᾽. καὶ τάδ᾽ ἦν ὕποπτα μέν. ἐσῆλθεν ἡμᾶς μὴ λυθέντες οἱ ξένοι 1340 κτάνοιεν αὐτὴν δραπέται τ᾽ οἰχοίατο. οὓς σὺ δεσμὰ συμπέμπεις ξένων ἔχοντας. ἐξένευσ᾽ ἀποστῆναι πρόσω 1330 Ἀγαμέμνονος παῖς. καίπερ οὐκ ἐωμένοις. κἀνταῦθ᾽ ὁρῶμεν Ἑλλάδος νεὼς σκάφος 1345 ταρσῷ κατήρει πίτυλον ἐπτερωμένον. ὡς φόνον νίζουσα δή. ἡμᾶς μέν.1320 Θόας ὦ θαῦμα--πῶς σε μεῖζον ὀνομάσας τύχω. ἤρεσκε μέντοι σοῖσι προσπόλοις. Ἄγγελος μὴ ᾽νταῦθα τρέψῃς σὴν φρέν᾽. ὥστε διαφυγεῖν τοὐμὸν δόρυ.
τό τ᾽ οὐρανοῦ πέσημα. εἰχόμεσθα τῆς ξένης 1355 πρυμνησίων τε. ἦγον διὰ χερῶν πρυμνήσια. ὡς μάθῃς. λόγοι δ᾽ ἐχώρουν· Τίνι λόγῳ πορθμεύετε κλέπτοντες ἐκ γῆς ξόανα καὶ θυηπόλους.σπεύδοντες. ἀλλ᾽ εἶργον ἡμᾶς τοξόται πρύμνης ἔπι σταθέντες ἰοῖς. ἡμεῖς δ᾽ ἀφειδήσαντες. φόβος δ᾽ ἦν <παρθένῳ> τέγξαι πόδα-1380 λαβὼν Ὀρέστης ὦμον εἰς ἀριστερόν. ὡς ἐσείδομεν δόλια τεχνήματ᾽. καὶ κῶλ᾽ ἀπ᾽ ἀμφοῖν τοῖν νεανίαιν ἅμα ἐς πλευρὰ καὶ πρὸς ἧπαρ ἠκοντίζετο. τῆσδ᾽ ὅμαιμος. πόντῳ δὲ δόντες τοῖν ξένοιν καθίεσαν. ἔθηκ᾽ ἀδελφὴν ἐντὸς εὐσήμου νεώς. καὶ δι᾽ εὐθυντηρίας οἴακας ἐξῃροῦμεν εὐπρύμνου νεώς. Ἀγαμέμνονος παῖς. οἳ μὲν ἐν κάρᾳ κάθαιμ᾽ ἔχοντες τραύμαθ᾽. τῆς Διὸς κόρης ἄγαλμα. 1370 ὡς τῷ ξυνάπτειν καὶ συναποκαμεῖν μέλη. Ἄγγελος ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧσσον εἰχόμεσθα τῆς ξένης καὶ πρὸς σὲ ἕπεσθαι διεβιαζόμεσθά νιν· 1365 ὅθεν τὰ δεινὰ πλήγματ᾽ ἦν γενειάδων. ἣν ἀπώλεσ᾽ ἐκ δόμων. 1360 ὁ δ᾽ εἶπ᾽· Ὀρέστης. ὥστ᾽ ἀναστεῖλαι πρόσω. δεινοῖς δὲ σημάντροισιν ἐσφραγισμένοι ἐφεύγομεν πρὸς κρημνόν. οἳ δ᾽ ἐν ὄμμασιν· ὄχθοις δ᾽ ἐπισταθέντες εὐλαβεστέρως 1375 ἐμαρνάμεσθα καὶ πέτρους ἐβάλλομεν. κεῖνοί τε γὰρ σίδηρον οὐκ εἶχον χεροῖν ἡμεῖς τε· πυγμαί τ᾽ ἦσαν ἐγκροτούμεναι. ναὸς <δ᾽> ἐκ μέσης ἐφθέγξατο . βὰς ἐς θάλασσαν κἀπὶ κλίμακος θορών. τήνδ᾽ ἐμὴν κομίζομαι λαβὼν ἀδελφήν. τίνος τίς ὢν σὺ τήνδ᾽ ἀπεμπολᾷς χθονός. κἀν τῷδε--δεινὸς γὰρ κλύδων ὤκειλε ναῦν πρὸς γῆν.
ἐν χεροῖν λαβεῖν. διαπερῶσα δὲ λάβρῳ κλύδωνι συμπεσοῦσ᾽ ἠπείγετο· δεινὸς γὰρ ἐλθὼν ἄνεμος ἐξαίφνης νεὼς ὠθεῖ παλίμπρυμν᾽ ἱστί᾽· οἳ δ᾽ ἐκαρτέρουν 1395 πρὸς κῦμα λακτίζοντες· ἐς δὲ γῆν πάλιν κλύδων παλίρρους ἦγε ναῦν. 1415 καὶ νῦν παρέξει τὸν Ἀγαμέμνονος γόνον σοὶ καὶ πολίταις. ἣ φόνον τὸν Αὐλίδι . ναῦται δ᾽ ἐπευφήμησαν εὐχαῖσιν κόρης παιᾶνα. τύχας. Πελοπίδαις ἐναντίος. ναῦς δ᾽. ἄλλος δὲ πλεκτὰς ἐξανῆπτεν ἀγκύλας. 1405 μᾶλλον δὲ μᾶλλον πρὸς πέτρας ᾔει σκάφος· χὣ μέν τις ἐς θάλασσαν ὡρμήθη ποσίν.1385 βοή τις· ὦ γῆς Ἑλλάδος ναῦται. ἐχώρει στόμια. 1400 φιλεῖς δὲ καὶ σὺ σὸν κασίγνητον. ἄναξ. οὐκ ἔστιν ἐλπὶς τοῖς ξένοις σωτηρίας. γυμνὰς ἐκ <πέπλων> ἐπωμίδας κώπῃ προσαρμόσαντες ἐκ κελεύσματος. θεά· φιλεῖν δὲ κἀμὲ τοὺς ὁμαίμονας δόκει. πόντου δ᾽ ἀνάκτωρ Ἴλιόν τ᾽ ἐπισκοπεῖ σεμνὸς Ποσειδῶν. ἕως μὲν ἐντὸς ἦν λιμένος. σοὶ τὰς ἐκεῖθεν σημανῶν. ὡς ἔοικεν. σταθεῖσα δὲ Ἀγαμέμνονος παῖς ηὔξατ᾽· ὦ Λητοῦς κόρη σῷσόν με τὴν σὴν ἱερέαν πρὸς Ἑλλάδα ἐκ βαρβάρου γῆς καὶ κλοπαῖς σύγγνωθ᾽ ἐμαῖς. ἀδελφήν θ᾽. νεὼς λάβεσθε κώπαις ῥόθιά τ᾽ ἐκλευκαίνετε· ἔχομεν γὰρ ὧνπερ οὕνεκ᾽ ἄξενον πόρον Συμπληγάδων ἔσωθεν εἰσεπλεύσαμεν. Ἄγγελος οἳ δὲ στεναγμὸν ἡδὺν ἐκβρυχώμενοι 1390 ἔπαισαν ἅλμην. κἀγὼ μὲν εὐθὺς πρὸς σὲ δεῦρ᾽ ἀπεστάλην. δεσμὰ καὶ βρόχους λαβὼν χεροῖν· εἰ μὴ γὰρ οἶδμα νήνεμον γενήσεται. 1410 ἀλλ᾽ ἕρπε.
ἢ σκόλοψι πήξωμεν δέμας. γυναῖκες. ποινασόμεσθα· νῦν δὲ τὴν προκειμένην σπουδὴν ἔχοντες οὐ μενοῦμεν ἥσυχοι. τῶν νῦν παρόντων πημάτων ἀναψυχάς. ἡνίκ᾽ ἂν σχολὴν λάβω. σὺν δὲ τῇ θεῷ 1425 σπεύδοντες ἄνδρας δυσσεβεῖς θηράσετε. 1441a πρὸς μὲν σὲ ὅδ᾽ ἡμῖν μῦθος· ὃν δ᾽ ἀποκτενεῖν 1442 δοκεῖς Ὀρέστην ποντίῳ λαβὼν σάλῳ. τόν τ᾽ Ἐρινύων χόλον φεύγων ἀδελφῆς τ᾽ Ἄργος ἐσπέμψων δέμας 1440 ἄγαλμά θ᾽ ἱερὸν εἰς ἐμὴν ἄξων χθόνα. συγγόνου μέτα 1420 θανῇ πάλιν μολοῦσα δεσποτῶν χέρας. ἄκουσον τῆσδ᾽ Ἀθηναίας λόγους. οἳ δ᾽ ὠκυπομποὺς ἕλξετ᾽ ἐς πόντον πλάτας. 1445 . 1430 ὑμᾶς δὲ τὰς τῶνδ᾽ ἴστορας βουλευμάτων. Θόας ὦ πάντες ἀστοὶ τῆσδε βαρβάρου χθονός.ἀμνημόνευτον θεᾷ προδοῦσ᾽ ἁλίσκεται. παῦσαι διώκων ῥεῦμά τ᾽ ἐξορμῶν στρατοῦ· πεπρωμένος γὰρ θεσφάτοισι Λοξίου δεῦρ᾽ ἦλθ᾽ Ὀρέστης. Ἀθήνα ποῖ ποῖ διωγμὸν τόνδε πορθμεύεις. ἤδη Ποσειδῶν χάριν ἐμὴν ἀκύμονα πόντου τίθησι νῶτα πορθμεύειν πλάτῃ. ὡς ἐκ θαλάσσης ἔκ τε γῆς ἱππεύμασι λαβόντες αὐτοὺς ἢ κατὰ στύφλου πέτρας ῥίψωμεν. ἄναξ 1435 Θόας. Χορός ὦ τλῆμον Ἰφιγένεια. οὐκ εἶα πώλοις ἐμβαλόντες ἡνίας παράκτιοι δραμεῖσθε κἀκβολὰς νεὼς Ἑλληνίδος δέξεσθε. αὖθις.
Ὀρέστα. γείτων δειράδος Καρυστίας. Ἄρτεμιν δέ νιν βροτοὶ τὸ λοιπὸν ὑμνήσουσι Ταυροπόλον θεάν. Ἰφιγένεια. τὰς ἐμὰς ἐπιστολάς-κλύεις γὰρ αὐδὴν καίπερ οὐ παρὼν θεᾶς-χώρει λαβὼν ἄγαλμα σύγγονόν τε σήν. τάσδε δ᾽ ἐκπέμπειν χθονὸς Ἑλληνίδας γυναῖκας ἐξεφίεμαι γνώμης δικαίας οὕνεκ᾽ <*> ἐκσῴσασα δὲ καὶ πρίν σ᾽ Ἀρείοις ἐν πάγοις ψήφους ἴσας 1470 κρίνασ᾽. Ἁλάς νιν οὑμὸς ὀνομάζει λεώς· ἐνταῦθα τεύξας ναὸν ἵδρυσαι βρέτας. --καὶ σὺ μὴ θυμοῦ. νόμον τε θὲς τόνδ᾽· ὅταν ἑορτάζῃ λεώς. οὐκ ὀρθῶς φρονεῖ. ἱερός. εἰ φέρων βρέτας θεᾶς βέβηκ᾽. ἀδελφῇ τ᾽ οὐχὶ θυμοῦμαι· τί γὰρ . καὶ πέπλων ἄγαλμά σοι θήσουσιν εὐπήνους ὑφάς. ἀλλ᾽ ἐκκομίζου σὴν κασιγνήτην χθονός. κλίμακας Βραυρωνίας δεῖ τῇδε κλῃδουχεῖν θεᾷ· οὗ καὶ τεθάψῃ κατθανοῦσα. Θόας ἄνασσ᾽ Ἀθάνα. ἐπώνυμον γῆς Ταυρικῆς πόνων τε σῶν. νικᾶν ἰσήρεις ὅστις ἂν ψήφους λάβῃ. Ἀγαμέμνονος παῖ.μαθὼν δ᾽. 1460 ὁσίας ἕκατι θεά θ᾽ ὅπως τιμὰς ἔχῃ. Θόας. τῆς σῆς σφαγῆς ἄποιν᾽ ἐπισχέτω ξίφος δέρῃ πρὸς ἀνδρὸς αἷμά τ᾽ ἐξανιέτω. ὅταν δ᾽ Ἀθήνας τὰς θεοδμήτους μόλῃς. τοῖσι τῶν θεῶν λόγοις 1475 ὅστις κλύων ἄπιστος. Ὀρέστα· καὶ νόμισμ᾽ ἔσται τόδε. σὲ δ᾽ ἀμφὶ σεμνάς. ἐγὼ δ᾽ Ὀρέστῃ τ᾽. οὓς ἐξεμόχθεις περιπολῶν καθ᾽ Ἑλλάδα 1455 οἴστροις Ἐρινύων. 1465 ἃς ἂν γυναῖκες ἐν τόκοις ψυχορραγεῖς λίπωσ᾽ ἐν οἴκοις. χῶρός τις ἔστιν Ἀτθίδος πρὸς ἐσχάτοις 1450 ὅροισι.
σοὶ τάδ᾽ ὡς δοκεῖ. καθιδρύσαιντό τ᾽ εὐτυχῶς βρέτας. Χορός ἴτ᾽ ἐπ᾽ εὐτυχίᾳ τῆς σῳζομένης 1490 μοίρας εὐδαίμονες ὄντες. 1485 Ἀθήνα αἰνῶ· τὸ γὰρ χρεὼν σοῦ τε καὶ θεῶν κρατεῖ. ἀλλ᾽. ὦ πνοαί.-ὦ μέγα σεμνὴ Νίκη. ἴτωσαν ἐς σὴν σὺν θεᾶς ἀγάλματι 1480 γαῖαν. παύσω δὲ λόγχην ἣν ἐπαίρομαι ξένοις ναῶν τ᾽ ἐρετμά. πέμψω δὲ καὶ τάσδ᾽ Ἑλλάδ᾽ εἰς εὐδαίμονα γυναῖκας.-. μάλα γὰρ τερπνὴν κἀνέλπιστον 1495 φήμην ἀκοαῖσι δέδεγμαι. θεά. ναυσθλοῦσθε τὸν Ἀγαμέμνονος παῖδ᾽ εἰς Ἀθήνας· συμπορεύσομαι δ᾽ ἐγὼ σῴζουσ᾽ ἀδελφῆς τῆς ἐμῆς σεμνὸν βρέτας. δράσομεν οὕτως ὡς σὺ κελεύεις. ὦ σεμνὴ παρά τ᾽ ἀθανάτοις καὶ παρὰ θνητοῖς. τὸν ἐμὸν βίοτον κατέχοις καὶ μὴ λήγοις στεφανοῦσα. -. ὥσπερ σὸν κέλευσμ᾽ ἐφίεται. Παλλὰς Ἀθάνα. Ευριπίδης. Μήδεια Εὐριπίδης Μήδεια ΤΡΟΦΟΣ .πρὸς τοὺς σθένοντας θεοὺς ἁμιλλᾶσθαι καλόν. ἴτ᾽.
προδοὺς γὰρ αὑτοῦ τέκνα δεσπότιν τ΄ ἐμὴν γάμοις Ἰάσων βασιλικοῖς εὐνάζεται͵ γήμας Κρέοντος παῖδ΄͵ ὃς αἰσυμνᾷ χθονός· Μήδεια δ΄ ἡ δύστηνος ἠτιμασμένη 20 βοᾷ μὲν ὅρκους͵ ἀνακαλεῖ δὲ δεξιάς͵ πίστιν μεγίστην͵ καὶ θεοὺς μαρτύρεται οἵας ἀμοιβῆς ἐξ Ἰάσονος κυρεῖ. ἔγνωκε δ΄ ἡ τάλαινα συμφορᾶς ὕπο οἷον πατρῴας μὴ ἀπολείπεσθαι χθονός. νῦν δ΄ ἐχθρὰ πάντα͵ καὶ νοσεῖ τὰ φίλτατα. στυγεῖ δὲ παῖδας οὐδ΄ ὁρῶσ΄ εὐφραίνεται. δεινὴ γάρ· οὔτοι ῥᾳδίως γε συμβαλὼν ἔχθραν τις αὐτῇ καλλίνικον οἴσεται. δέδοικα δ΄ αὐτὴν μή τι βουλεύσῃ νέον· βαρεῖα γὰρ φρήν͵ οὐδ΄ ἀνέξεται κακῶς πάσχουσ΄· ἐγᾦδα τήνδε͵ δειμαίνω τέ νιν μὴ θηκτὸν ὤσῃ φάσγανον δι΄ ἥπατος͵ 40 σιγῇ δόμους εἰσβᾶσ΄͵ ἵν΄ ἔστρωται λέχος͵ ἢ καὶ τύραννον τόν τε γήμαντα κτάνῃ͵ κἄπειτα μείζω συμφορὰν λάβῃ τινά. οὐ γὰρ ἂν δέσποιν΄ ἐμὴ Μήδεια πύργους γῆς ἔπλευσ΄ Ἰωλκίας ἔρωτι θυμὸν ἐκπλαγεῖσ΄ Ἰάσονος· οὐδ΄ ἂν κτανεῖν πείσασα Πελιάδας κόρας πατέρα κατῴκει τήνδε γῆν Κορινθίαν 10 ξὺν ἀνδρὶ καὶ τέκνοισιν͵ ἁνδάνουσα μὲν φυγῇ πολιτῶν ὧν ἀφίκετο χθόνα͵ αὐτή τε πάντα ξυμφέρουσ΄ Ἰάσονι· ἥπερ μεγίστη γίγνεται σωτηρία͵ ὅταν γυνὴ πρὸς ἄνδρα μὴ διχοστατῇ. κεῖται δ΄ ἄσιτος͵ σῶμ΄ ὑφεῖσ΄ ἀλγηδόσι͵ τὸν πάντα συντήκουσα δακρύοις χρόνον͵ ἐπεὶ πρὸς ἀνδρὸς ᾔσθετ΄ ἠδικημένη͵ οὔτ΄ ὄμμ΄ ἐπαίρουσ΄ οὔτ΄ ἀπαλλάσσουσα γῆς πρόσωπον· ὡς δὲ πέτρος ἢ θαλάσσιος κλύδων ἀκούει νουθετουμένη φίλων· ἢν μή ποτε στρέψασα πάλλευκον δέρην 30 αὐτὴ πρὸς αὑτὴν πατέρ΄ ἀποιμώξῃ φίλον καὶ γαῖαν οἴκους θ΄͵ οὓς προδοῦσ΄ ἀφίκετο μετ΄ ἀνδρὸς ὅς σφε νῦν ἀτιμάσας ἔχει. ἀλλ΄ οἵδε παῖδες ἐκ τρόχων πεπαυμένοι στείχουσι͵ μητρὸς οὐδὲν ἐννοούμενοι κακῶν· νέα γὰρ φροντὶς οὐκ ἀλγεῖν φιλεῖ. ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ .Εἴθ΄ ὤφελ΄ Ἀργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος Κόλχων ἐς αἶαν κυανέας Συμπληγάδας͵ μηδ΄ ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε τμηθεῖσα πεύκη͵ μηδ΄ ἐρετμῶσαι χέρας ἀνδρῶν ἀρίστων. οἳ τὸ πάγχρυσον δέρας Πελίᾳ μετῆλθον.
60 Πα. Πα. ὦ τέκν΄͵ ἀκούεθ΄ οἷος εἰς ὑμᾶς πατήρ; ὄλοιτο μὲν μή· δεσπότης γάρ ἐστ΄ ἐμός· ἀτὰρ κακός γ΄ ὢν ἐς φίλους ἁλίσκεται. οὔπω γὰρ ἡ τάλαινα παύεται γόων; Τρ. ἴτ΄—εὖ γὰρ ἔσται—δωμάτων ἔσω͵ τέκνα. ὦ μῶρος—εἰ χρὴ δεσπότας εἰπεῖν τόδε· ὡς οὐδὲν οἶδε τῶν νεωτέρων κακῶν. ἤδη γὰρ εἶδον ὄμμα νιν ταυρουμένην τοῖσδ΄͵ ὥς τι δρασείουσαν· οὐδὲ παύσεται χόλου͵ σάφ΄ οἶδα͵ πρὶν κατασκῆψαί τινα . Τρ. Πα. τί δ΄ ἔστιν͵ ὦ γεραιέ; μὴ φθόνει φράσαι. ἀτὰρ σύ γ΄—οὐ γὰρ καιρὸς εἰδέναι τόδε 80 δέσποιναν—ἡσύχαζε καὶ σίγα λόγον. .παλαιὸν οἴκων κτῆμα δεσποίνης ἐμῆς͵ τί πρὸς πύλαισι τήνδ΄ ἄγουσ΄ ἐρημίαν 50 ἕστηκας͵ αὐτὴ θρεομένη σαυτῇ κακά; πῶς σοῦ μόνη Μήδεια λείπεσθαι θέλει; Τρ. . τίς δ΄ οὐχὶ θνητῶν; ἄρτι γιγνώσκεις τόδε͵ ὡς πᾶς τις αὑτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ͵ οἳ μὲν δικαίως͵ οἳ δὲ καὶ κέρδους χάριν͵ εἰ τούσδε γ΄ εὐνῆς οὕνεκ΄ οὐ στέργει πατήρ. ἐγὼ γὰρ ἐς τοῦτ΄ ἐκβέβηκ΄ ἀλγηδόνος͵ ὥσθ΄ ἵμερός μ΄ ὑπῆλθε γῇ τε κοὐρανῷ λέξαι μολούσῃ δεῦρο δεσποίνης τύχας. ἀπωλόμεσθ΄ ἄρ΄͵ εἰ κακὸν προσοίσομεν νέον παλαιῷ͵ πρὶν τόδ΄ ἐξηντληκέναι. καὶ ταῦτ΄ Ἰάσων παῖδας ἐξανέξεται πάσχοντας͵ εἰ καὶ μητρὶ διαφορὰν ἔχει; Πα. μή͵ πρὸς γενείου͵ κρύπτε σύνδουλον σέθεν· σιγὴν γάρ͵ εἰ χρή͵ τῶνδε θήσομαι πέρι. τέκνων ὀπαδὲ πρέσβυ τῶν Ἰάσονος͵ χρηστοῖσι δούλοις ξυμφορὰ τὰ δεσποτῶν κακῶς πίτνοντα͵ καὶ φρενῶν ἀνθάπτεται. παλαιὰ καινῶν λείπεται κηδευμάτων͵ κοὐκ ἔστ΄ ἐκεῖνος τοῖσδε δώμασιν φίλος. ὁ μέντοι μῦθος εἰ σαφὴς ὅδε οὐκ οἶδα· βουλοίμην δ΄ ἂν οὐκ εἶναι τόδε. οὐδέν· μετέγνων καὶ τὰ πρόσθ΄ εἰρημένα. Πα. ἤκουσά του λέγοντος͵ οὐ δοκῶν κλύειν͵ πεσσοὺς προσελθών͵ ἔνθα δὴ παλαίτατοι θάσσουσι͵ σεμνὸν ἀμφὶ Πειρήνης ὕδωρ͵ ὡς τούσδε παῖδας γῆς ἐλᾶν Κορινθίας 70 σὺν μητρὶ μέλλοι τῆσδε κοίρανος χθονὸς Κρέων. ΜΗΔΕΙΑ <ἔνδοθεν> . ζηλῶ σ΄· ἐν ἀρχῇ πῆμα κοὐδέπω μεσοῖ. Πα. σὺ δ΄ ὡς μάλιστα τούσδ΄ ἐρημώσας ἔχε 90 καὶ μὴ πέλαζε μητρὶ δυσθυμουμένῃ. Τρ. Τρ. ἐχθρούς γε μέντοι͵ μὴ φίλους͵ δράσειέ τι. Τρ. Τρ. Πα. Τρ.
— δῆλον δ΄ ἀρχῆς ἐξαιρόμενον νέφος οἰμωγῆς ὡς τάχ΄ ἀνάψει μείζονι θυμῷ· τί ποτ΄ ἐργάσεται μεγαλόσπλαγχνος δυσκατάπαυστος ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσιν; Μη.— ἴτε νῦν͵ χωρεῖθ΄ ὡς τάχος εἴσω.ἰώ͵ δύστανος ἐγὼ μελέα τε πόνων͵ ἰώ μοί μοι͵ πῶς ἂν ὀλοίμαν; Τρ. δεινὰ τυράννων λήματα καί πως ὀλίγ΄ ἀρχόμενοι͵ πολλὰ κρατοῦντες χαλεπῶς ὀργὰς μεταβάλλουσιν. τὸν μὲν γὰρ ἔχει λέκτρα τυράννων͵ 140 ἃ δ΄ ἐν θαλάμοις τάκει βιοτὰν δέσποινα͵ φίλων οὐδενὸς οὐδὲν . Τρ. οὐκ εἰσὶ δόμοι· φροῦδα τάδ΄ ἤδη. τόδ΄ ἐκεῖνο͵ φίλοι παῖδες· μήτηρ κινεῖ κραδίαν͵ κινεῖ δὲ χόλον. αἰαῖ͵ ἔπαθον τλάμων ἔπαθον μεγάλων ἄξι΄ ὀδυρμῶν· ὦ κατάρατοι παῖδες ὄλοισθε στυγερᾶς ματρὸς σὺν πατρί͵ καὶ πᾶς δόμος ἔρροι. τί δέ σοι παῖδες πατρὸς ἀμπλακίας μετέχουσι; τί τούσδ΄ ἔχθεις; οἴμοι͵ τέκνα͵ μή τι πάθηθ΄ ὡς ὑπεραλγῶ. τὸ γὰρ εἰθίσθαι ζῆν ἐπ΄ ἴσοισιν κρεῖσσον· ἐμοὶ γοῦν ἐν μὴ μεγάλοις ὀχυρῶς γ΄ εἴη καταγηράσκειν. ἰώ μοί μοι͵ ἰὼ τλήμων. σπεύσατε θᾶσσον δώματος εἴσω καὶ μὴ πελάσητ΄ ὄμματος ἐγγύς͵ μηδὲ προσέλθητ΄͵ ἀλλὰ φυλάσσεσθ΄ ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν φρενὸς αὐθάδους. Τρ. τῶν γὰρ μετρίων πρῶτα μὲν εἰπεῖν τοὔνομα νικᾷ͵ χρῆσθαί τε μακρῷ λῷστα βροτοῖσιν· τὰ δ΄ ὑπερβάλλοντ΄ οὐδένα καιρὸν δύναται θνητοῖς· μείζους δ΄ ἄτας͵ ὅταν ὀργισθῇ δαίμων οἴκοις͵ ἀπέδωκεν. 100 110 120 130 ΧΟΡΟΣ ἔκλυον φωνάν͵ ἔκλυον δὲ βοὰν τᾶς δυστάνου Κολχίδος͵ οὐδέ πω ἤπιος· ἀλλ΄ ὦ γηραιά͵ λέξον· ἐπ΄ ἀμφιπύλου γὰρ ἔσω μελάθρου βοὰν ἔκλυον· οὐδὲ συνήδομαι͵ ὦ γύναι͵ ἄλγεσιν δώματος· ἐπεί μοι φίλον κέκρανται.
πῶς ἂν ἐς ὄψιν τὰν ἁμετέραν [ἀντ. Τρ. ὦ μεγάλα Θέμι καὶ πότνι΄ Ἄρτεμι λεύσσεθ΄ ἃ πάσχω͵ μεγάλοις ὅρκοις ἐνδησαμένα τὸν κατάρατον πόσιν; ὅν ποτ΄ ἐγὼ νύμφαν τ΄ ἐσίδοιμ΄ αὐτοῖς μελάθροις διακναιομένους͵ οἷ΄ ἐμὲ πρόσθεν τολμῶσ΄ ἀδικεῖν. ἀχὰν οἵαν ἁ δύστανος μέλπει νύμφα; — τίς σοί ποτε τᾶς ἀπλάτου κοίτας ἔρος͵ ὦ ματαία; σπεύσει θανάτου τελευτά· μηδὲν τόδε λίσσου. Μη. δράσω τάδ΄· ἀτὰρ φόβος εἰ πείσω 150 160 170 180 . — σπεῦσον πρίν τι κακῶσαι τοὺς εἴσω· πένθος γὰρ μεγάλως τόδ΄ ὁρμᾶται. μὴ λίαν τάκου δυρομένα σὸν εὐνάταν. Τρ. κλύεθ΄ οἷα λέγει κἀπιβοᾶται Θέμιν εὐκταίαν Ζῆνά θ΄͵ ὃς ὅρκων θνητοῖς ταμίας νενόμισται; οὐκ ἔστιν ὅπως ἔν τινι μικρῷ δέσποινα χόλον καταπαύσει.παραθαλπομένα φρένα μύθοις. ὦ πάτερ͵ ὦ πόλις͵ ὧν ἀπενάσθην αἰσχρῶς τὸν ἐμὸν κτείνασα κάσιν. — εἰ δὲ σὸς πόσις καινὰ λέχη σεβίζει͵ κείνῳ τόδε· μὴ χαράσσου· — Ζεύς σοι τάδε συνδικήσει. ἄιες· ὦ Ζεῦ καὶ γᾶ καὶ φῶς· [στρ. ἔλθοι μύθων τ΄ αὐδαθέντων δέξαιτ΄ ὀμφάν; — εἴ πως βαρύθυμον ὀργὰν καὶ λῆμα φρενῶν μεθείη͵ μήτοι τό γ΄ ἐμὸν πρόθυμον φίλοισιν ἀπέστω. Χο. Μη. αἰαῖ· ὦ Ζεῦ καὶ Γᾶ καὶ Φῶς· διά μου κεφαλᾶς φλὸξ οὐρανία βαίη· τί δέ μοι ζῆν ἔτι κέρδος; φεῦ φεῦ· θανάτῳ καταλυσαίμαν βιοτὰν στυγερὰν προλιποῦσα. — ἀλλὰ βᾶσά νιν δεῦρο πόρευσον οἴκων ἔξω· φίλα καὶ τάδ΄ αὔδα. Χο.
ἰαχὰν ἄιον πολύστονον γόων͵ λιγυρὰ δ΄ ἄχεα μογερὰ βοᾷ τὸν ἐν λέχει προδόταν κακόνυμφον· θεοκλυτεῖ δ΄ ἄδικα παθοῦσα τὰν Ζηνὸς ὁρκίαν Θέμιν͵ ἅ νιν ἔβασεν Ἑλλάδ΄ ἐς ἀντίπορον δι΄ ἅλα νύχιον ἐφ΄ ἁλμυρὰν πόντου κλῇδ΄ ἀπέραντον. . . σκαιοὺς δὲ λέγων κοὐδέν τι σοφοὺς τοὺς πρόσθε βροτοὺς οὐκ ἂν ἁμάρτοις͵ οἵτινες ὕμνους ἐπὶ μὲν θαλίαις ἐπί τ΄ εἰλαπίναις καὶ παρὰ δείπνοις ηὕροντο βίου τερπνὰς ἀκοάς· στυγίους δὲ βροτῶν οὐδεὶς λύπας ηὕρετο μούσῃ καὶ πολυχόρδοις ᾠδαῖς παύειν͵ ἐξ ὧν θάνατοι δειναί τε τύχαι σφάλλουσι δόμους. ἐν ᾧ γὰρ ἦν μοι πάντα γιγνώσκειν καλῶς͵ κάκιστος ἀνδρῶν ἐκβέβηχ΄ οὑμὸς πόσις. δίκη γὰρ οὐκ ἔνεστ΄ ἐν ὀφθαλμοῖς βροτῶν͵ ὅστις πρὶν ἀνδρὸς σπλάγχνον ἐκμαθεῖν σαφῶς 220 στυγεῖ δεδορκώς͵ οὐδὲν ἠδικημένος. ἐμοὶ δ΄ ἄελπτον πρᾶγμα προσπεσὸν τόδε ψυχὴν διέφθαρκ΄· οἴχομαι δὲ καὶ βίου χάριν μεθεῖσα κατθανεῖν χρῄζω͵ φίλαι. . . χρὴ δὲ ξένον μὲν κάρτα προσχωρεῖν πόλει . οὐδ΄ ἀστὸν ᾔνεσ΄ ὅστις αὐθάδης γεγὼς πικρὸς πολίταις ἐστὶν ἀμαθίας ὕπο. πάντων δ΄ ὅσ΄ ἔστ΄ ἔμψυχα καὶ γνώμην ἔχει 230 γυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν· . 190 200 210 ΜΗΔΕΙΑ Κορίνθιαι γυναῖκες͵ ἐξῆλθον δόμων͵ μή μοί τι μέμφησθ΄· οἶδα γὰρ πολλοὺς βροτῶν σεμνοὺς γεγῶτας͵ τοὺς μὲν ὀμμάτων ἄπο͵ τοὺς δ΄ ἐν θυραίοις· οἱ δ΄ ἀφ΄ ἡσύχου ποδὸς δύσκλειαν ἐκτήσαντο καὶ ῥᾳθυμίαν.δέσποιναν ἐμήν· μόχθου δὲ χάριν τήνδ΄ ἐπιδώσω. καίτοι τοκάδος δέργμα λεαίνης ἀποταυροῦται δμωσίν͵ ὅταν τις μῦθον προφέρων πέλας ὁρμηθῇ. καίτοι τάδε μὲν κέρδος ἀκεῖσθαι μολπαῖσι βροτούς· ἵνα δ΄ εὔδειπνοι δαῖτες͵ τί μάτην τείνουσι βοήν; τὸ παρὸν γὰρ ἔχει τέρψιν ἀφ΄ αὑτοῦ δαιτὸς πλήρωμα βροτοῖσιν. Χο.
γυνὴ γὰρ τἄλλα μὲν φόβου πλέα κακή τ΄ ἐς ἀλκὴν καὶ σίδηρον εἰσορᾶν· ὅταν δ΄ ἐς εὐνὴν ἠδικημένη κυρῇ͵ οὐκ ἔστιν ἄλλη φρὴν μιαιφονωτέρα. κἂν μὲν τάδ΄ ἡμῖν ἐκπονουμέναισιν εὖ πόσις ξυνοικῇ μὴ βίᾳ φέρων ζυγόν͵ ζηλωτὸς αἰών· εἰ δὲ μή͵ θανεῖν χρεών. δράσω τάδ΄· ἐνδίκως γὰρ ἐκτείσῃ πόσιν͵ Μήδεια. ἀλλ΄ οὐ γὰρ αὑτὸς πρὸς σὲ κἄμ΄ ἥκει λόγος· σοὶ μὲν πόλις θ΄ ἥδ΄ ἐστὶ καὶ πατρὸς δόμοι βίου τ΄ ὄνησις καὶ φίλων συνουσία͵ ἐγὼ δ΄ ἔρημος ἄπολις οὖσ΄ ὑβρίζομαι πρὸς ἀνδρός͵ ἐκ γῆς βαρβάρου λελῃσμένη͵ οὐ μητέρ΄͵ οὐκ ἀδελφόν͵ οὐχὶ συγγενῆ μεθορμίσασθαι τῆσδ΄ ἔχουσα συμφορᾶς. Χο. ἐς καινὰ δ΄ ἤθη καὶ νόμους ἀφιγμένην δεῖ μάντιν εἶναι͵ μὴ μαθοῦσαν οἴκοθεν͵ ὅτῳ μάλιστα χρήσεται ξυνευνέτῃ. ἐχθροὶ γὰρ ἐξιᾶσι πάντα δὴ κάλων͵ 240 250 260 270 . ἀνὴρ δ΄͵ ὅταν τοῖς ἔνδον ἄχθηται ξυνών͵ ἔξω μολὼν ἔπαυσε καρδίαν ἄσης· [ἢ πρὸς φίλον τιν΄ ἢ πρὸς ἥλικα τραπείς·] ἡμῖν δ΄ ἀνάγκη πρὸς μίαν ψυχὴν βλέπειν. ΚΡΕΩΝ σὲ τὴν σκυθρωπὸν καὶ πόσει θυμουμένην͵ Μήδειαν͵ εἶπον τῆσδε γῆς ἔξω περᾶν φυγάδα͵ λαβοῦσαν δισσὰ σὺν σαυτῇ τέκνα· καὶ μή τι μέλλειν· ὡς ἐγὼ βραβεὺς λόγου τοῦδ΄ εἰμί͵ κοὐκ ἄπειμι πρὸς δόμους πάλιν͵ πρὶν ἄν σε γαίας τερμόνων ἔξω βάλω. αἰαῖ· πανώλης ἡ τάλαιν΄ ἀπόλλυμαι. ὁρῶ δὲ καὶ Κρέοντα͵ τῆσδ΄ ἄνακτα γῆς͵ στείχοντα͵ καινῶν ἄγγελον βουλευμάτων. κἀν τῷδ΄ ἀγὼν μέγιστος͵ ἢ κακὸν λαβεῖν ἢ χρηστόν. οὐ γὰρ εὐκλεεῖς ἀπαλλαγαὶ γυναιξίν͵ οὐδ΄ οἷόν τ΄ ἀνήνασθαι πόσιν.ἃς πρῶτα μὲν δεῖ χρημάτων ὑπερβολῇ πόσιν πρίασθαι͵ δεσπότην τε σώματος λαβεῖν· κακοῦ γὰρ τοῦτ΄ ἔτ΄ ἄλγιον κακόν. λέγουσι δ΄ ἡμᾶς ὡς ἀκίνδυνον βίον ζῶμεν κατ΄ οἴκους͵ οἳ δὲ μάρνανται δορί· κακῶς φρονοῦντες· ὡς τρὶς ἂν παρ΄ ἀσπίδα στῆναι θέλοιμ΄ ἂν μᾶλλον ἢ τεκεῖν ἅπαξ. τοσοῦτον οὖν σου τυγχάνειν βουλήσομαι͵ ἤν μοι πόρος τις μηχανή τ΄ ἐξευρεθῇ πόσιν δίκην τῶνδ΄ ἀντιτείσασθαι κακῶν͵ [τὸν δόντα τ΄ αὐτῷ θυγατέρ΄ ἥ τ΄ ἐγήματο] σιγᾶν. Μη. πενθεῖν δ΄ οὔ σε θαυμάζω τύχας.
δέδοικά σ΄—οὐδὲν δεῖ παραμπίσχειν λόγους— μή μοί τι δράσῃς παῖδ΄ ἀνήκεστον κακόν. ἐρήσομαι δὲ καὶ κακῶς πάσχουσ΄ ὅμως· 280 τίνος μ΄ ἕκατι γῆς ἀποστέλλεις͵ Κρέον; Κρ. καὶ γὰρ ἠδικημένοι σιγησόμεσθα͵ κρεισσόνων νικώμενοι. χρὴ δ΄ οὔποθ΄ ὅστις ἀρτίφρων πέφυκ΄ ἀνὴρ παῖδας περισσῶς ἐκδιδάσκεσθαι σοφούς· χωρὶς γὰρ ἄλλης ἧς ἔχουσιν ἀργίας φθόνον πρὸς ἀστῶν ἀλφάνουσι δυσμενῆ. καὶ νῦν τὸ μὲν σὸν οὐ φθονῶ καλῶς ἔχειν· νυμφεύετ΄͵ εὖ πράσσοιτε· τήνδε δὲ χθόνα ἐᾶτέ μ΄ οἰκεῖν. ταῦτ΄ οὖν πρὶν παθεῖν φυλάξομαι. Μη. κλύω δ΄ ἀπειλεῖν σ΄͵ ὡς ἀπαγγέλλουσί μοι͵ τὸν δόντα καὶ γήμαντα καὶ γαμουμένην δράσειν τι. Κρ. ἀλλ΄ ἐμὸν πόσιν 310 μισῶ· σὺ δ΄͵ οἶμαι͵ σωφρονῶν ἔδρας τάδε. λέγεις ἀκοῦσαι μαλθάκ΄͵ ἀλλ΄ ἔσω φρενῶν ὀρρωδία μοι μή τι βουλεύσῃς κακόν͵ τόσῳ δέ γ΄ ἧσσον ἢ πάρος πέποιθά σοι· γυνὴ γὰρ ὀξύθυμος͵ ὡς δ΄ αὔτως ἀνήρ͵ ῥᾴων φυλάσσειν ἢ σιωπηλὸς σοφός. λόγους ἀναλοῖς· οὐ γὰρ ἂν πείσαις ποτέ. σὺ γὰρ τί μ΄ ἠδίκηκας; ἐξέδου κόρην ὅτῳ σε θυμὸς ἦγεν. φεῦ φεῦ. συμβάλλεται δὲ πολλὰ τοῦδε δείματος· σοφὴ πέφυκας καὶ κακῶν πολλῶν ἴδρις͵ λυπῇ δὲ λέκτρων ἀνδρὸς ἐστερημένη. μή͵ πρός σε γονάτων τῆς τε νεογάμου κόρης. Μη. 320 ἀλλ΄ ἔξιθ΄ ὡς τάχιστα͵ μὴ λόγους λέγε· ὡς ταῦτ΄ ἄραρε͵ κοὐκ ἔχεις τέχνην ὅπως μενεῖς παρ΄ ἡμῖν οὖσα δυσμενὴς ἐμοί. Μη.κοὐκ ἔστιν ἄτης εὐπρόσοιστος ἔκβασις. σκαιοῖσι μὲν γὰρ καινὰ προσφέρων σοφὰ δόξεις ἀχρεῖος κοὐ σοφὸς πεφυκέναι· τῶν δ΄ αὖ δοκούντων εἰδέναι τι ποικίλον 300 κρείσσων νομισθεὶς ἐν πόλει λυπρὸς φανῇ. σοφὴ γὰρ οὖσα͵ τοῖς μέν εἰμ΄ ἐπίφθονος͵ τοῖς δ΄ ἡσυχαία͵ τοῖς δὲ θατέρου τρόπου͵ τοῖς δ΄ αὖ προσάντης· εἰμὶ δ΄ οὐκ ἄγαν σοφή. κρεῖσσον δέ μοι νῦν πρός σ΄ ἀπεχθέσθαι͵ γύναι͵ ἢ μαλθακισθένθ΄ ὕστερον μέγα στένειν. ἀλλ΄ ἐξελᾷς με κοὐδὲν αἰδέσῃ λιτάς; 290 . Κρ. ἐγὼ δὲ καὐτὴ τῆσδε κοινωνῶ τύχης. οὐ νῦν με πρῶτον͵ ἀλλὰ πολλάκις͵ Κρέον͵ ἔβλαψε δόξα μεγάλα τ΄ εἴργασται κακά. σὺ δ΄ οὖν φοβῇ με· μὴ τί πλημμελὲς πάθῃς; οὐχ ὧδ΄ ἔχει μοιμὴ τρέσῃς ἡμᾶς͵ Κρέον ὥστ΄ ἐς τυράννους ἄνδρας ἐξαμαρτάνειν.
Κρ. Κρ. τοὐμοῦ γὰρ οὔ μοι φροντίς͵ εἰ φευξούμεθα͵ κείνους δὲ κλαίω συμφορᾷ κεχρημένους. Χο. φευξούμεθ΄· οὐ τοῦθ΄ ἱκέτευσα σοῦ τυχεῖν. ὦ πατρίς͵ ὥς σου κάρτα νῦν μνείαν ἔχω. φιλῶ γὰρ οὐ σὲ μᾶλλον ἢ δόμους ἐμούς. ὅπως ἄν͵ οἶμαι͵ καὶ παραστῶσιν τύχαι. δοκεῖς γὰρ ἄν με τόνδε θωπεῦσαί ποτε͵ εἰ μή τι κερδαίνουσαν ἢ τεχνωμένην; οὐδ΄ ἂν προσεῖπον οὐδ΄ ἂν ἡψάμην χεροῖν. Κρ. Ζεῦ͵ μὴ λάθοι σε τῶνδ΄ ὃς αἴτιος κακῶν. φεῦ φεῦ͵ βροτοῖς ἔρωτες ὡς κακὸν μέγα. Κρ. 330 Κρ. πλὴν γὰρ τέκνων ἔμοιγε φίλτατον πολύ. νῦν δ΄͵ εἰ μένειν δεῖ͵ μίμν΄ ἐφ΄ ἡμέραν μίαν· οὐ γάρ τι δράσεις δεινὸν ὧν φόβος μ΄ ἔχει. [δύστανε γύναι͵] φεῦ φεῦ͵ μελέα τῶν σῶν ἀχέων. ἥκιστα τοὐμὸν λῆμ΄ ἔφυ τυραννικόν͵ αἰδούμενος δὲ πολλὰ δὴ διέφθορα· καὶ νῦν ὁρῶ μὲν ἐξαμαρτάνων͵ γύναι͵ 350 ὅμως δὲ τεύξῃ τοῦδε· προυννέπω δέ σοι͵ εἴ σ΄ ἡ ΄πιοῦσα λαμπὰς ὄψεται θεοῦ καὶ παῖδας ἐντὸς τῆσδε τερμόνων χθονός͵ θανῇ· λέλεκται μῦθος ἀψευδὴς ὅδε. μὴ δῆτα τοῦτό γ΄͵ ἀλλά σ΄ αἰτοῦμαι͵ Κρέον . κακῶς πέπρακται πανταχῇ· τίς ἀντερεῖ; ἀλλ΄ οὔτι ταύτῃ ταῦτα͵ μὴ δοκεῖτέ πω. Μη. Μη. πονοῦμεν ἡμεῖς κοὐ πόνων κεχρήμεθα. ποῖ ποτε τρέψῃ; τίνα πρὸς ξενίαν; ἦ δόμον ἢ χθόνα σωτῆρα κακῶν 360 ἐξευρήσεις; ὡς εἰς ἄπορόν σε κλύδωνα θεός͵ Μήδεια͵ κακῶν ἐπόρευσε. Μη. Μη. 370 ὃ δ΄ ἐς τοσοῦτον μωρίας ἀφίκετο͵ ὥστ΄ ἐξὸν αὐτῷ τἄμ΄ ἑλεῖν βουλεύματα γῆς ἐκβαλόντι͵ τήνδ΄ ἀφῆκεν ἡμέραν μεῖναί μ΄͵ ἐν ᾗ τρεῖς τῶν ἐμῶν ἐχθρῶν νεκροὺς θήσω͵ πατέρα τε καὶ κόρην πόσιν τ΄ ἐμόν. Κρ. ἕρπ΄͵ ὦ ματαία͵ καί μ΄ ἀπάλλαξον πόνων. ἔτ΄ εἴσ΄ ἀγῶνες τοῖς νεωστὶ νυμφίοις καὶ τοῖσι κηδεύσασιν οὐ σμικροὶ πόνοι. Μη. . ὄχλον παρέξεις͵ ὡς ἔοικας͵ ὦ γύναι. Κρ.Κρ. τάχ΄ ἐξ ὀπαδῶν χειρὸς ὠσθήσῃ βίᾳ. οἴκτιρε δ΄ αὐτούς· καὶ σύ τοι παίδων πατὴρ πέφυκας· εἰκὸς δ΄ ἐστὶν εὔνοιάν σ΄ ἔχειν. μίαν με μεῖναι τήνδ΄ ἔασον ἡμέραν 340 καὶ ξυμπερᾶναι φροντίδ΄ ᾗ φευξούμεθα͵ παισίν τ΄ ἀφορμὴν τοῖς ἐμοῖς͵ ἐπεὶ πατὴρ οὐδὲν προτιμᾷ μηχανήσασθαι τέκνοις. Μη. Μη. τί δαὶ βιάζῃ κοὐκ ἀπαλλάσσῃ χερός; Μη. .
οὐ γὰρ ἐν ἁμετέρᾳ γνώμᾳ λύρας ὤπασε θέσπιν ἀοιδὰν Φοῖβος͵ ἁγήτωρ μελέων· ἐπεὶ ἀντάχησ΄ ἂν ὕμνον . ἀνδράσι μὲν δόλιαι βουλαί͵ θεῶν δ΄ οὐκέτι πίστις ἄραρε· τὰν δ΄ ἐμὰν εὔκλειαν ἔχειν βιοτὰν στρέψουσι φᾶμαι· ἔρχεται τιμὰ γυναικείῳ γένει· οὐκέτι δυσκέλαδος φάμα γυναῖκας ἕξει. καὶ δίκα καὶ πάντα πάλιν στρέφεται. κράτιστα τὴν εὐθεῖαν͵ ᾗ πεφύκαμεν σοφαὶ μάλιστα͵ φαρμάκοις αὐτοὺς ἑλεῖν.πολλὰς δ΄ ἔχουσα θανασίμους αὐτοῖς ὁδούς͵ οὐκ οἶδ΄ ὁποίᾳ πρῶτον ἐγχειρῶ͵ φίλαι· πότερον ὑφάψω δῶμα νυμφικὸν πυρί͵ ἢ θηκτὸν ὤσω φάσγανον δι΄ ἥπατος͵ σιγῇ δόμους ἐσβᾶσ΄͵ ἵν΄ ἔστρωται λέχος. οὐ γὰρ μὰ τὴν δέσποιναν ἣν ἐγὼ σέβω μάλιστα πάντων καὶ ξυνεργὸν εἱλόμην͵ Ἑκάτην͵ μυχοῖς ναίουσαν ἑστίας ἐμῆς͵ χαίρων τις αὐτῶν τοὐμὸν ἀλγυνεῖ κέαρ. μείνασ΄ οὖν ἔτι σμικρὸν χρόνον͵ ἢν μέν τις ἡμῖν πύργος ἀσφαλὴς φανῇ͵ 390 δόλῳ μέτειμι τόνδε καὶ σιγῇ φόνον· ἢν δ΄ ἐξελαύνῃ ξυμφορά μ΄ ἀμήχανος͵ αὐτὴ ξίφος λαβοῦσα͵ κεἰ μέλλω θανεῖν͵ κτενῶ σφε͵ τόλμης δ΄ εἶμι πρὸς τὸ καρτερόν. 420 μοῦσαι δὲ παλαιγενέων λήξουσ΄ ἀοιδῶν [ἀντ. ὁρᾷς ἃ πάσχεις· οὐ γέλωτα δεῖ σ΄ ὀφλεῖν τοῖς Σισυφείοις τοῖς τ΄ Ἰάσονος γάμοις͵ γεγῶσαν ἐσθλοῦ πατρὸς Ἡλίου τ΄ ἄπο. τὰν ἐμὰν ὑμνεῦσαι ἀπιστοσύναν. 409 Χο. πικροὺς δ΄ ἐγώ σφιν καὶ λυγροὺς θήσω γάμους͵ πικρὸν δὲ κῆδος καὶ φυγὰς ἐμὰς χθονός. ἐπίστασαι δέ· πρὸς δὲ καὶ πεφύκαμεν γυναῖκες͵ ἐς μὲν ἔσθλ΄ ἀμηχανώταται͵ κακῶν δὲ πάντων τέκτονες σοφώταται. 380 ἀλλ΄ ἕν τί μοι πρόσαντες· εἰ ληφθήσομαι δόμους ὑπεσβαίνουσα καὶ τεχνωμένη͵ θανοῦσα θήσω τοῖς ἐμοῖς ἐχθροῖς γέλων. εἶἑν· καὶ δὴ τεθνᾶσι· τίς με δέξεται πόλις; τίς γῆν ἄσυλον καὶ δόμους ἐχεγγύους ξένος παρασχὼν ῥύσεται τοὐμὸν δέμας; οὐκ ἔστι. ἄνω ποταμῶν ἱερῶν χωροῦσι παγαί͵ [στρ. 400 ἀλλ΄ εἶα· φείδου μηδὲν ὧν ἐπίστασαι͵ Μήδεια͵ βουλεύουσα καὶ τεχνωμένη· ἕρπ΄ ἐς τὸ δεινόν· νῦν ἀγὼν εὐψυχίας.
ἀρσένων γέννᾳ. 450 κἀμοὶ μὲν οὐδὲν πρᾶγμα· μὴ παύσῃ ποτὲ λέγουσ΄ Ἰάσον΄ ὡς κάκιστός ἐστ΄ ἀνήρ· ἃ δ΄ ἐς τυράννους ἐστί σοι λελεγμένα͵ πᾶν κέρδος ἡγοῦ ζημιουμένη φυγῇ. μαινομένᾳ κραδίᾳ͵ διδύμους ὁρίσασα πόντου πέτρας· ἐπὶ δὲ ξένᾳ ναίεις χθονί͵ τᾶς ἀνάνδρου κοίτας ὀλέσασα λέκτρον͵ τάλαινα͵ φυγὰς δὲ χώρας ἄτιμος ἐλαύνῃ. . Μη. σοὶ γὰρ παρὸν γῆν τήνδε καὶ δόμους ἔχειν κούφως φερούσῃ κρεισσόνων βουλεύματα͵ λόγων ματαίων οὕνεκ΄ ἐκπεσῇ χθονός. μακρὸς δ΄ αἰὼν ἔχει πολλὰ μὲν ἁμετέραν ἀνδρῶν τε μοῖραν εἰπεῖν. 430 σὺ δ΄ ἐκ μὲν οἴκων πατρίων ἔπλευσας [στρ. κἀγὼ μὲν αἰεὶ βασιλέων θυμουμένων ὀργὰς ἀφῄρουν καί σ΄ ἐβουλόμην μένειν· σὺ δ΄ οὐκ ἀνίεις μωρίας͵ λέγουσ΄ ἀεὶ κακῶς τυράννους· τοιγὰρ ἐκπεσῇ χθονός. Ἑλλάδι τᾷ μεγάλᾳ μένει͵ αἰθερία δ΄ ἀνέπτα. βέβακε δ΄ ὅρκων χάρις͵ οὐδ΄ ἔτ΄ αἰδὼς [ἀντ. 440 σοὶ δ΄ οὔτε πατρὸς δόμοι͵ δύστανε͵ μεθορμίσασθαι μόχθων πάρα͵ τῶν τε λέκτρων ἄλλα βασίλεια κρείσσων δόμοισιν ἐπέστα. ΙΑΣΩΝ οὐ νῦν κατεῖδον πρῶτον ἀλλὰ πολλάκις τραχεῖαν ὀργὴν ὡς ἀμήχανον κακόν. καὶ γὰρ εἰ σύ με στυγεῖς͵ οὐκ ἂν δυναίμην σοὶ κακῶς φρονεῖν ποτε. ὦ παγκάκιστε͵ τοῦτο γάρ σ΄ εἰπεῖν ἔχω͵ γλώσσῃ μέγιστον εἰς ἀνανδρίαν κακόν· ἦλθες πρὸς ἡμᾶς͵ ἦλθες ἔχθιστος γεγώς; [θεοῖς τε κἀμοὶ παντί τ΄ ἀνθρώπων γένει;] οὔτοι θράσος τόδ΄ ἐστὶν οὐδ΄ εὐτολμία͵ φίλους κακῶς δράσαντ΄ ἐναντίον βλέπειν͵ 470 ἀλλ΄ ἡ μεγίστη τῶν ἐν ἀνθρώποις νόσων πασῶν͵ ἀναίδει΄· εὖ δ΄ ἐποίησας μολών· ἐγώ τε γὰρ λέξασα κουφισθήσομαι ψυχὴν κακῶς σε καὶ σὺ λυπήσῃ κλύων. ὅμως δὲ κἀκ τῶνδ΄ οὐκ ἀπειρηκὼς φίλοις ἥκω͵ τὸ σὸν δὲ προσκοπούμενος͵ γύναι͵ 460 ὡς μήτ΄ ἀχρήμων σὺν τέκνοισιν ἐκπέσῃς μήτ΄ ἐνδεής του· πόλλ΄ ἐφέλκεται φυγὴ κακὰ ξὺν αὑτῇ.
δεῖ μ΄͵ ὡς ἔοικε͵ μὴ κακὸν φῦναι λέγειν͵ ἀλλ΄ ὥστε ναὸς κεδνὸν οἰακοστρόφον . φεῦ δεξιὰ χείρ͵ ἧς σὺ πόλλ΄ ἐλαμβάνου͵ καὶ τῶνδε γονάτων͵ ὡς μάτην κεχρῴσμεθα κακοῦ πρὸς ἀνδρός͵ ἐλπίδων δ΄ ἡμάρτομεν. ἄγ΄· ὡς φίλῳ γὰρ ὄντι σοι κοινώσομαι —δοκοῦσα μὲν τί πρός γε σοῦ πράξειν καλῶς; 500 ὅμως δ΄· ἐρωτηθεὶς γὰρ αἰσχίων φανῇ— νῦν ποῖ τράπωμαι; πότερα πρὸς πατρὸς δόμους͵ οὓς σοὶ προδοῦσα καὶ πάτραν ἀφικόμην; ἢ πρὸς ταλαίνας Πελιάδας; καλῶς γ΄ ἂν οὖν δέξαιντό μ΄ οἴκοις ὧν πατέρα κατέκτανον. ἔσῳσά σ΄͵ ὡς ἴσασιν Ἑλλήνων ὅσοι ταὐτὸν συνεισέβησαν Ἀργῷον σκάφος͵ πεμφθέντα ταύρων πυρπνόων ἐπιστάτην ζεύγλῃσι καὶ σπεροῦντα θανάσιμον γύην· δράκοντά θ΄͵ ὃς πάγχρυσον ἀμπέχων δέρας 480 σπείραις ἔσῳζε πολυπλόκοις ἄυπνος ὤν͵ κτείνασ΄ ἀνέσχον σοὶ φάος σωτήριον. δεινή τις ὀργὴ καὶ δυσίατος πέλει͵ 520 ὅταν φίλοι φίλοισι συμβάλωσ΄ ἔριν. καὶ ταῦθ΄ ὑφ΄ ἡμῶν͵ ὦ κάκιστ΄ ἀνδρῶν͵ παθὼν προύδωκας ἡμᾶς͵ καινὰ δ΄ ἐκτήσω λέχη— παίδων γεγώτων· εἰ γὰρ ἦσθ΄ ἄπαις ἔτι͵ 490 συγγνώστ΄ ἂν ἦν σοι τοῦδ΄ ἐρασθῆναι λέχους. αὐτὴ δὲ πατέρα καὶ δόμους προδοῦσ΄ ἐμοὺς τὴν Πηλιῶτιν εἰς Ἰωλκὸν ἱκόμην σὺν σοί͵ πρόθυμος μᾶλλον ἢ σοφωτέρα· Πελίαν τ΄ ἀπέκτειν΄͵ ὥσπερ ἄλγιστον θανεῖν͵ παίδων ὑπ΄ αὐτοῦ͵ πάντα τ΄ ἐξεῖλον δόμον. ὦ Ζεῦ͵ τί δὴ χρυσοῦ μὲν ὃς κίβδηλος ᾖ τεκμήρι΄ ἀνθρώποισιν ὤπασας σαφῆ͵ ἀνδρῶν δ΄ ὅτῳ χρὴ τὸν κακὸν διειδέναι͵ οὐδεὶς χαρακτὴρ ἐμπέφυκε σώματι; Χο. ὅρκων δὲ φρούδη πίστις͵ οὐδ΄ ἔχω μαθεῖν ἦ θεοὺς νομίζεις τοὺς τότ΄ οὐκ ἄρχειν ἔτι͵ ἢ καινὰ κεῖσθαι θέσμι΄ ἀνθρώποις τὰ νῦν͵ ἐπεὶ σύνοισθά γ΄ εἰς ἔμ΄ οὐκ εὔορκος ὤν. Ια. ἔχει γὰρ οὕτω· τοῖς μὲν οἴκοθεν φίλοις ἐχθρὰ καθέστηχ΄͵ οὓς δέ μ΄ οὐκ ἐχρῆν κακῶς δρᾶν͵ σοὶ χάριν φέρουσα πολεμίους ἔχω. τοιγάρ με πολλαῖς μακαρίαν Ἑλληνίδων ἔθηκας ἀντὶ τῶνδε· θαυμαστὸν δέ σε 510 ἔχω πόσιν καὶ πιστὸν ἡ τάλαιν΄ ἐγώ͵ εἰ φεύξομαί γε γαῖαν ἐκβεβλημένη͵ φίλων ἔρημος͵ σὺν τέκνοις μόνη μόνοις— καλόν γ΄ ὄνειδος τῷ νεωστὶ νυμφίῳ͵ πτωχοὺς ἀλᾶσθαι παῖδας ἥ τ΄ ἔσῳσά σε.ἐκ τῶν δὲ πρώτων πρῶτον ἄρξομαι λέγειν.
550 ἐπεὶ μετέστην δεῦρ΄ Ἰωλκίας χθονὸς πολλὰς ἐφέλκων συμφορὰς ἀμηχάνους͵ τί τοῦδ΄ ἂν εὕρημ΄ ηὗρον εὐτυχέστερον ἢ παῖδα γῆμαι βασιλέως φυγὰς γεγώς; οὐχ͵ ᾗ σὺ κνίζῃ͵ σὸν μὲν ἐχθαίρων λέχος͵ καινῆς δὲ νύμφης ἱμέρῳ πεπληγμένος͵ οὐδ΄ εἰς ἅμιλλαν πολύτεκνον σπουδὴν ἔχων· ἅλις γὰρ οἱ γεγῶτες οὐδὲ μέμφομαι· ἀλλ΄ ὡς͵ τὸ μὲν μέγιστον͵ οἰκοῖμεν καλῶς καὶ μὴ σπανιζοίμεσθα͵ γιγνώσκων ὅτι 560 πένητα φεύγει πᾶς τις ἐκποδὼν φίλος͵ παῖδας δὲ θρέψαιμ΄ ἀξίως δόμων ἐμῶν σπείρας τ΄ ἀδελφοὺς τοῖσιν ἐκ σέθεν τέκνοις ἐς ταὐτὸ θείην͵ καὶ ξυναρτήσας γένος εὐδαιμονοῖμεν.ἄκροισι λαίφους κρασπέδοις ὑπεκδραμεῖν τὴν σὴν στόμαργον͵ ὦ γύναι͵ γλωσσαλγίαν. μῶν βεβούλευμαι κακῶς; οὐδ΄ ἂν σὺ φαίης͵ εἴ σε μὴ κνίζοι λέχος. ἃ δ΄ ἐς γάμους μοι βασιλικοὺς ὠνείδισας͵ ἐν τῷδε δείξω πρῶτα μὲν σοφὸς γεγώς͵ ἔπειτα σώφρων͵ εἶτα σοὶ μέγας φίλος καὶ παισὶ τοῖς ἐμοῖσιν—ἀλλ΄ ἔχ΄ ἥσυχος. πρῶτον μὲν Ἑλλάδ΄ ἀντὶ βαρβάρου χθονὸς γαῖαν κατοικεῖς καὶ δίκην ἐπίστασαι νόμοις τε χρῆσθαι μὴ πρὸς ἰσχύος χάριν· πάντες δέ σ΄ ᾔσθοντ΄ οὖσαν Ἕλληνες σοφὴν καὶ δόξαν ἔσχες· εἰ δὲ γῆς ἐπ΄ ἐσχάτοις 540 ὅροισιν ᾤκεις͵ οὐκ ἂν ἦν λόγος σέθεν. εἴη δ΄ ἔμοιγε μήτε χρυσὸς ἐν δόμοις μήτ΄ Ὀρφέως κάλλιον ὑμνῆσαι μέλος͵ εἰ μὴ ΄πίσημος ἡ τύχη γένοιτό μοι. σοί τε γὰρ παίδων τί δεῖ; ἐμοί τε λύει τοῖσι μέλλουσιν τέκνοις τὰ ζῶντ΄ ὀνῆσαι. σοὶ δ΄ ἔστι μὲν νοῦς λεπτός—ἀλλ΄ ἐπίφθονος λόγος διελθεῖν͵ ὡς Ἔρως σ΄ ἠνάγκασε 530 τόξοις ἀφύκτοις τοὐμὸν ἐκσῷσαι δέμας. τοσαῦτα μέν σοι τῶν ἐμῶν πόνων πέρι ἔλεξ΄· ἅμιλλαν γὰρ σὺ προύθηκας λόγων. ἀλλ΄ οὐκ ἀκριβῶς αὐτὸ θήσομαι λίαν· ὅπῃ γὰρ οὖν ὤνησας͵ οὐ κακῶς ἔχει. μείζω γε μέντοι τῆς ἐμῆς σωτηρίας εἴληφας ἢ δέδωκας͵ ὡς ἐγὼ φράσω. ἐγὼ δ΄͵ ἐπειδὴ καὶ λίαν πυργοῖς χάριν͵ Κύπριν νομίζω τῆς ἐμῆς ναυκληρίας σώτειραν εἶναι θεῶν τε κἀνθρώπων μόνην. ἀλλ΄ ἐς τοσοῦτον ἥκεθ΄ ὥστ΄ ὀρθουμένης εὐνῆς γυναῖκες πάντ΄ ἔχειν νομίζετε͵ 570 ἢν δ΄ αὖ γένηται ξυμφορά τις ἐς λέχος͵ τὰ λῷστα καὶ κάλλιστα πολεμιώτατα .
μή μοι γένοιτο λυπρὸς εὐδαίμων βίος μηδ΄ ὄλβος ὅστις τὴν ἐμὴν κνίζοι φρένα. καλῶς γ΄ ἄν͵ οἶμαι͵ τῷδ΄ ὑπηρέτεις λόγῳ͵ εἴ σοι γάμον κατεῖπον͵ ἥτις οὐδὲ νῦν τολμᾷς μεθεῖναι καρδίας μέγαν χόλον. ἦ πολλὰ πολλοῖς εἰμι διάφορος βροτῶν. ἀλλ΄͵ εἴ τι βούλῃ παισὶν ἢ σαυτῆς φυγῇ 610 προσωφέλημα χρημάτων ἐμῶν λαβεῖν͵ λέγ΄· ὡς ἕτοιμος ἀφθόνῳ δοῦναι χερὶ ξένοις τε πέμπειν σύμβολ΄͵ οἳ δράσουσί σ΄ εὖ. ἓν γὰρ ἐκτενεῖ σ΄ ἔπος· χρῆν σ΄͵ εἴπερ ἦσθα μὴ κακός͵ πείσαντά με γαμεῖν γάμον τόνδ΄͵ ἀλλὰ μὴ σιγῇ φίλων.τίθεσθε. Μη. Ια. Μη. οὔτ΄ ἂν ξένοισι τοῖσι σοῖς χρησαίμεθ΄ ἄν͵ οὔτ΄ ἄν τι δεξαίμεσθα͵ μηδ΄ ἡμῖν δίδου· κακοῦ γὰρ ἀνδρὸς δῶρ΄ ὄνησιν οὐκ ἔχει. 590 Μη. καὶ σοῖς ἀραία γ΄ οὖσα τυγχάνω δόμοις. ἀλλ΄ οὖν ἐγὼ μὲν δαίμονας μαρτύρομαι͵ ὡς πάνθ΄ ὑπουργεῖν σοί τε καὶ τέκνοις θέλω· 620 σοὶ δ΄ οὐκ ἀρέσκει τἀγάθ΄͵ ἀλλ΄ αὐθαδίᾳ . Χο. Μη. ἐμοὶ γὰρ ὅστις ἄδικος ὢν σοφὸς λέγειν 580 πέφυκε͵ πλείστην ζημίαν ὀφλισκάνει· γλώσσῃ γὰρ αὐχῶν τἄδικ΄ εὖ περιστελεῖν͵ τολμᾷ πανουργεῖν· ἔστι δ΄ οὐκ ἄγαν σοφός. Μη. χρῆν γὰρ ἄλλοθέν ποθεν βροτοὺς παῖδας τεκνοῦσθαι͵ θῆλυ δ΄ οὐκ εἶναι γένος· χοὕτως ἂν οὐκ ἦν οὐδὲν ἀνθρώποις κακόν. Ια. Ια. τί δρῶσα; μῶν γαμοῦσα καὶ προδοῦσά σε; Ια. Ια. ὡς καὶ σὺ μή νυν εἰς ἔμ΄ εὐσχήμων γένῃ λέγειν τε δεινός. Ια. Μη. Μη. Ἰᾶσον͵ εὖ μὲν τούσδ΄ ἐκόσμησας λόγους· ὅμως δ΄ ἔμοιγε͵ κεἰ παρὰ γνώμην ἐρῶ͵ δοκεῖς προδοὺς σὴν ἄλοχον οὐ δίκαια δρᾶν. καὶ ταῦτα μὴ θέλουσα μωρανεῖς͵ γύναι· λήξασα δ΄ ὀργῆς κερδανεῖς ἀμείνονα. ὡς οὐ κρινοῦμαι τῶνδέ σοι τὰ πλείονα. αὐτὴ τάδ΄ εἵλου· μηδέν΄ ἄλλον αἰτιῶ. ἀρὰς τυράννοις ἀνοσίους ἀρωμένη. ὕβριζ΄͵ ἐπειδὴ σοὶ μὲν ἔστ΄ ἀποστροφή͵ ἐγὼ δ΄ ἔρημος τήνδε φευξοῦμαι χθόνα. οἶσθ΄ ὡς μέτευξαι͵ καὶ σοφωτέρα φανῇ; 600 τὰ χρηστὰ μή σοι λυπρὰ φαίνεσθαι ποτέ͵ μηδ΄ εὐτυχοῦσα δυστυχὴς εἶναι δοκεῖν. εὖ νῦν τόδ΄ ἴσθι͵ μὴ γυναικὸς οὕνεκα γῆμαί με λέκτρα βασιλέων ἃ νῦν ἔχω͵ ἀλλ΄͵ ὥσπερ εἶπον καὶ πάρος͵ σῷσαι θέλων σέ͵ καὶ τέκνοισι τοῖς ἐμοῖς ὁμοσπόρους φῦσαι τυράννους παῖδας͵ ἔρυμα δώμασι. Ια. οὐ τοῦτό σ΄ εἶχεν͵ ἀλλὰ βάρβαρον λέχος πρὸς γῆρας οὐκ εὔδοξον ἐξέβαινέ σοι.
640 650 660 . μήποτ΄͵ ὦ δέσποιν΄͵ ἐπ΄ ἐμοὶ χρυσέων τόξων ἐφείης ἱμέρῳ χρίσασ΄ ἄφυκτον οἰστόν. πόθεν γῆς τῆσδ΄ ἐπιστρωφᾷ πέδον; Αι. ἔρωτες ὑπὲρ μὲν ἄγαν [στρ. Φοίβου παλαιὸν ἐκλιπὼν χρηστήριον. δώρημα κάλλιστον θεῶν· μηδέ ποτ΄ ἀμφιλόγους ὀρ γὰς ἀκόρεστά τε νείκη θυμὸν ἐκπλήξασ΄ ἑτέροις ἐπὶ λέκτροις προσβάλοι δεινὰ Κύπρις͵ ἀπτολέμους δ΄ εὐνὰς σεβίζουσ΄ ὀξύφρων κρίνοι λέχη γυναικῶν. εἴδομεν͵ οὐκ ἐξ ἑτέρων [ἀντ. ἐλθόντες οὐκ εὐδοξίαν οὐδ΄ ἀρετὰν παρέδωκαν ἀνδράσιν· εἰ δ΄ ἅλις ἔλθοι 630 Κύπρις͵ οὐκ ἄλλα θεὸς εὔχαρις οὕτως. μῦθον ἔχω φράσασθαι· σὲ γὰρ οὐ πόλις͵ οὐ φίλων τις ᾤκτισεν παθοῦσαν δεινότατον παθέων. Χο. χώρει· πόθῳ γὰρ τῆς νεοδμήτου κόρης αἱρῇ χρονίζων δωμάτων ἐξώπιος. νύμφευ΄· ἴσως γάρ—σὺν θεῷ δ΄ εἰρήσεται— γαμεῖς τοιοῦτον ὥστε σ΄ ἀρνεῖσθαι γάμον.φίλους ἀπωθῇ· τοιγὰρ ἀλγυνῇ πλέον. στέργοι δέ με σωφροσύνα͵ [ἀντ. Μη. ἀχάριστος ὄλοιθ΄͵ ὅτῳ πάρεστιν μὴ φίλους τιμᾶν καθαρᾶν ἀνοίξαντα κλῇδα φρενῶν· ἐμοὶ μὲν φίλος οὔποτ΄ ἔσται. δῆτ΄ ἄπολις γενοίμαν τὸν ἀμηχανίας ἔχουσα δυσπέρατον αἰῶν΄͵ οἰκτροτάτων ἀχέων. θανάτῳ θανάτῳ πάρος δαμείην ἁμέραν τάνδ΄ ἐξανύσασα· μό χθων δ΄ οὐκ ἄλλος ὕπερθεν ἢ γᾶς πατρίας στέρεσθαι. ὦ χαῖρε καὶ σύ͵ παῖ σοφοῦ Πανδίονος͵ Αἰγεῦ. ΑΙΓΕΥΣ Μήδεια͵ χαῖρε· τοῦδε γὰρ προοίμιον κάλλιον οὐδεὶς οἶδε προσφωνεῖν φίλους. Μη. ὦ πατρίς͵ ὦ δώματα͵ μὴ [στρ.
Μη. Αι. 690 Αι. Αἰγεῦ͵ κάκιστός ἐστί μοι πάντων πόσις. δίδωσι δ΄ αὐτῷ τίς; πέραινέ μοι λόγον. γυναῖκ΄ ἐφ΄ ἡμῖν δεσπότιν δόμων ἔχει. ἀνδρῶν τυράννων κῆδος ἠράσθη λαβεῖν. Αι. Αι. Μη. Αι. Αι. πρὶν ἂν πατρῴαν αὖθις ἑστίαν μόλω. δάμαρτος οὔσης͵ ἢ λέχους ἄπειρος ὤν; Αι. Αι. οὕτως ἔρως σοὶ πρὸς θεῶν τελεσφόρος γένοιτο παίδων͵ καὐτὸς ὄλβιος θάνοις. Μη. . Μη. Μη. σοφώτερ΄ ἢ κατ΄ ἄνδρα συμβαλεῖν ἔπη. . πρὸς θεῶν—ἄπαις γὰρ δεῦρ΄ ἀεὶ τείνεις βίον; Αι. τί χρῆμα δράσας; φράζε μοι σαφέστερον. Μη. Μη. ἐᾷ δ΄ Ἰάσων; οὐδὲ ταῦτ΄ ἐπῄνεσα. μέγαν γ΄ ἔρωτα πιστὸς οὐκ ἔφυ φίλοις. πρὸς τοῦ; τόδ΄ ἄλλο καινὸν αὖ λέγεις κακόν. κἀμοί γε πάντων φίλτατος δορυξένων. Μη. ἀδικεῖ μ΄ Ἰάσων οὐδὲν ἐξ ἐμοῦ παθών. Μη. θέμις μὲν ἡμᾶς χρησμὸν εἰδέναι θεοῦ; Αι. συγγνωστὰ μέν τἄρ΄ ἦν σε λυπεῖσθαι͵ γύναι. Μη. Μη. Κρέων͵ ὃς ἄρχει τῆσδε γῆς Κορινθίας. πρὶν ἂν τί δράσῃς ἢ τίν΄ ἐξίκῃ χθόνα; 680 Αι. τί δ΄ ὀμφαλὸν γῆς θεσπιῳδὸν ἐστάλης; Αι. τί γὰρ σὸν ὄμμα χρώς τε συντέτηχ΄ ὅδε; Μη. Πιτθεύς τις ἔστι͵ γῆς ἄναξ Τροζηνίας. σὺ δ΄ ὡς τί χρῄζων τήνδε ναυστολεῖς χθόνα; Αι. τί δῆτα Φοῖβος εἶπέ σοι παίδων πέρι; Αι. ἀσκοῦ με τὸν προύχοντα μὴ λῦσαι πόδα— Μη. Αι. παίδων ἐρευνῶν σπέρμ΄ ὅπως γένοιτό μοι. Μη. ἴτω νυν͵ εἴπερ͵ ὡς λέγεις͵ ἐστὶν κακός. ἄπαιδές ἐσμεν δαίμονός τινος τύχῃ.Μη. εὕρημα δ΄ οὐκ οἶσθ΄ οἷον ηὕρηκας τόδε· . Αι. σάφ΄ ἴσθ΄· ἄτιμοι δ΄ ἐσμὲν οἱ πρὸ τοῦ φίλοι. 700 Αι. Αι. Αι. σοφὸς γὰρ ἁνὴρ καὶ τρίβων τὰ τοιάδε. Κρέων μ΄ ἐλαύνει φυγάδα γῆς Κορινθίας. Μη. Μη. ἀλλ΄ εὐτυχοίης καὶ τύχοις ὅσων ἐρᾷς. παῖς͵ ὡς λέγουσι͵ Πέλοπος͵ εὐσεβέστατος. ὄλωλα· καὶ πρός γ΄ ἐξελαύνομαι χθονός. μάλιστ΄͵ ἐπεί τοι καὶ σοφῆς δεῖται φρενός. οὔ που τετόλμηκ΄ ἔργον αἴσχιστον τόδε; Μη. ἀλλ΄ ἄντομαί σε τῆσδε πρὸς γενειάδος γονάτων τε τῶν σῶν ἱκεσία τε γίγνομαι͵ 710 οἴκτιρον οἴκτιρόν με τὴν δυσδαίμονα καὶ μή μ΄ ἔρημον ἐκπεσοῦσαν εἰσίδῃς͵ δέξαι δὲ χώρᾳ καὶ δόμοις ἐφέστιον. πότερον ἐρασθεὶς ἢ σὸν ἐχθαίρων λέχος; Μη. Μη. Αι. τούτῳ θεοῦ μάντευμα κοινῶσαι θέλω. τί φῄς; σαφῶς μοι σὰς φράσον δυσθυμίας. Μη. . λόγῳ μὲν οὐχί͵ καρτερεῖν δὲ βούλεται. τί δῆτ΄ ἔχρησε; λέξον͵ εἰ θέμις κλύειν. οὐκ ἐσμὲν εὐνῆς ἄζυγες γαμηλίου.
Αι. πολλὴν ἔλεξας ἐν λόγοις προμηθίαν· ἀλλ΄͵ εἰ δοκεῖ σοι͵ δρᾶν τάδ΄ οὐκ ἀφίσταμαι. ὄμνυ πέδον Γῆς͵ πατέρα θ΄ ῞Ηλιον πατρὸς τοὐμοῦ͵ θεῶν τε συντιθεὶς ἅπαν γένος. πολλῶν ἕκατι τήνδε σοι δοῦναι χάριν͵ γύναι͵ πρόθυμός εἰμι͵ πρῶτα μὲν θεῶν͵ 720 ἔπειτα παίδων ὧν ἐπαγγέλλῃ γονάς· ἐς τοῦτο γὰρ δὴ φροῦδός εἰμι πᾶς ἐγώ. Μη. Αι. τούτοις δ΄ ὁρκίοισι μὲν ζυγεὶς ἄγουσιν οὐ μεθεῖ΄ ἂν ἐκ γαίας ἐμέ· λόγοις δὲ συμβὰς καὶ θεῶν ἀνώμοτος φίλος γένοι΄ ἂν τἀπικηρυκεύματα·— οὐκ ἂν πίθοιο· τἀμὰ μὲν γὰρ ἀσθενῆ͵ τοῖς δ΄ ὄλβος ἐστὶ καὶ δόμος τυραννικός. οὕτω δ΄ ἔχει μοι· σοῦ μὲν ἐλθούσης χθόνα͵ πειράσομαί σου προξενεῖν δίκαιος ὤν. 740 Αι. ἃ τοῖσι δυσσεβοῦσι γίγνεται βροτῶν. κἀγὼ πόλιν σὴν ὡς τάχιστ΄ ἀφίξομαι͵ πράξασ΄ ἃ μέλλω καὶ τυχοῦσ΄ ἃ βούλομαι. Χο. ὄμνυμι Γαῖαν Ἡλίου θ΄ ἁγνὸν σέβας θεούς τε πάντας ἐμμενεῖν ἅ σου κλύω. Μη. τόσον γε μέντοι σοι προσημαίνω͵ γύναι· ἐκ τῆσδε μὲν γῆς οὔ σ΄ ἄγειν βουλήσομαι͵ αὐτὴ δ΄ ἐάνπερ εἰς ἐμοὺς ἔλθῃς δόμους͵ μενεῖς ἄσυλος κοὔ σε μὴ μεθῶ τινι. μήτ΄ αὐτὸς ἐκ γῆς σῆς ἔμ΄ ἐκβαλεῖν ποτε͵ μήτ΄ ἄλλος ἤν τις τῶν ἐμῶν ἐχθρῶν ἄγειν 750 χρῄζῃ͵ μεθήσειν ζῶν ἑκουσίῳ τρόπῳ.παύσω δέ σ΄ ὄντ΄ ἄπαιδα καὶ παίδων γονὰς σπεῖραί σε θήσω· τοιάδ΄ οἶδα φάρμακα. ἐκ τῆσδε δ΄ αὐτὴ γῆς ἀπαλλάσσου πόδα· ἀναίτιος γὰρ καὶ ξένοις εἶναι θέλω. ἀλλά σ΄ ὁ Μαίας πομπαῖος ἄναξ πελάσειε δόμοις͵ ὧν τ΄ ἐπίνοιαν 760 σπεύδεις κατέχων πράξειας͵ ἐπεὶ γενναῖος ἀνήρ͵ Αἰγεῦ͵ παρ΄ ἐμοὶ δεδόκησαι. Μη. Αι. 730 Μη. Μη. ὦ Ζεῦ Δίκη τε Ζηνὸς Ἡλίου τε φῶς͵ νῦν καλλίνικοι τῶν ἐμῶν ἐχθρῶν͵ φίλαι͵ . ἀρκεῖ· τί δ΄ ὅρκῳ τῷδε μὴ ΄μμένων πάθοις; Αι. χαίρων πορεύου· πάντα γὰρ καλῶς ἔχει. μῶν οὐ πέποιθας; ἢ τί σοι τὸ δυσχερές; Μη. ἐμοί τε γὰρ τάδ΄ ἐστὶν ἀσφαλέστατα͵ σκῆψίν τιν΄ ἐχθροῖς σοῖς ἔχοντα δεικνύναι͵ τὸ σόν τ΄ ἄραρε μᾶλλον· ἐξηγοῦ θεούς. Μη. ἔσται τάδ΄· ἀλλὰ πίστις εἰ γένοιτό μοι τούτων͵ ἔχοιμ΄ ἂν πάντα πρὸς σέθεν καλῶς. Αι. τί χρῆμα δράσειν ἢ τί μὴ δράσειν; λέγε. πέποιθα· Πελίου δ΄ ἐχθρός ἐστί μοι δόμος Κρέων τε.
810 Χο. οὗτος γὰρ ἁνὴρ ᾗ μάλιστ΄ ἐκάμνομεν λιμὴν πέφανται τῶν ἐμῶν βουλευμάτων· ἐκ τοῦδ΄ ἀναψόμεσθα πρυμνήτην κάλων͵ 770 μολόντες ἄστυ καὶ πόλισμα Παλλάδος. οὐκ ἔστιν ἄλλως· σοὶ δὲ συγγνώμη λέγειν . οὔτ΄ ἐξ ἐμοῦ γὰρ παῖδας ὄψεταί ποτε ζῶντας τὸ λοιπὸν οὔτε τῆς νεοζύγου νύμφης τεκνώσει παῖδ΄͵ ἐπεὶ κακῶς κακὴν θανεῖν σφ΄ ἀνάγκη τοῖς ἐμοῖσι φαρμάκοις. οὐ γὰρ γελᾶσθαι τλητὸν ἐξ ἐχθρῶν͵ φίλαι. Μη. ἐπείπερ ἡμῖν τόνδ΄ ἐκοίνωσας λόγον͵ σέ τ΄ ὠφελεῖν θέλουσα͵ καὶ νόμοις βροτῶν ξυλλαμβάνουσα͵ δρᾶν σ΄ ἀπεννέπω τάδε. πέμψω γὰρ αὐτοὺς δῶρ΄ ἔχοντας ἐν χεροῖν͵ νύμφῃ φέροντας͵ τήνδε μὴ φυγεῖν χθόνα͵ λεπτόν τε πέπλον καὶ πλόκον χρυσήλατον· κἄνπερ λαβοῦσα κόσμον ἀμφιθῇ χροΐ͵ κακῶς ὀλεῖται πᾶς θ΄ ὃς ἂν θίγῃ κόρης· τοιοῖσδε χρίσω φαρμάκοις δωρήματα. ἴτω· τί μοι ζῆν κέρδος; οὔτε μοι πατρὶς οὔτ΄ οἶκος ἔστιν οὔτ΄ ἀποστροφὴ κακῶν. μηδείς με φαύλην κἀσθενῆ νομιζέτω μηδ΄ ἡσυχαίαν͵ ἀλλὰ θατέρου τρόπου͵ βαρεῖαν ἐχθροῖς καὶ φίλοισιν εὐμενῆ· τῶν γὰρ τοιούτων εὐκλεέστατος βίος. παῖδας δὲ μεῖναι τοὺς ἐμοὺς αἰτήσομαι͵ 780 οὐχ ὡς λιποῦσ΄ ἂν πολεμίας ἐπὶ χθονὸς ἐχθροῖσι παῖδας τοὺς ἐμοὺς καθυβρίσαι͵ ἀλλ΄ ὡς δόλοισι παῖδα βασιλέως κτάνω. πέμψασ΄ ἐμῶν τιν΄ οἰκετῶν Ἰάσονα ἐς ὄψιν ἐλθεῖν τὴν ἐμὴν αἰτήσομαι· μολόντι δ΄ αὐτῷ μαλθακοὺς λέξω λόγους͵ ὡς καὶ δοκεῖ μοι ταὐτά͵ καὶ καλῶς ἔχειν γάμους τυράννων οὓς προδοὺς ἡμᾶς ἔχει· καὶ ξύμφορ΄ εἶναι καὶ καλῶς ἐγνωσμένα. ἡμάρτανον τόθ΄ ἡνίκ΄ ἐξελίμπανον 800 δόμους πατρῴους͵ ἀνδρὸς Ἕλληνος λόγοις πεισθεῖσ΄͵ ὃς ἡμῖν σὺν θεῷ τείσει δίκην.γενησόμεσθα κεἰς ὁδὸν βεβήκαμεν· νῦν [δ΄] ἐλπὶς ἐχθροὺς τοὺς ἐμοὺς τείσειν δίκην. ἤδη δὲ πάντα τἀμά σοι βουλεύματα λέξω· δέχου δὲ μὴ πρὸς ἡδονὴν λόγους. ἐνταῦθα μέντοι τόνδ΄ ἀπαλλάσσω λόγον· 790 ᾤμωξα δ΄ οἷον ἔργον ἔστ΄ ἐργαστέον τοὐντεῦθεν ἡμῖν· τέκνα γὰρ κατακτενῶ τἄμ΄· οὔτις ἔστιν ὅστις ἐξαιρήσεται· δόμον τε πάντα συγχέασ΄ Ἰάσονος ἔξειμι γαίας͵ φιλτάτων παίδων φόνον φεύγουσα καὶ τλᾶσ΄ ἔργον ἀνοσιώτατον.
Χο. τὰν Κύπριν κλῄζουσιν ἀφυσσαμέναν χώραν καταπνεῦσαι μετρίας ἀνέμων ἡδυπνόους αὔρας· αἰεὶ δ΄ ἐπιβαλλομέναν χαίταισιν εὐώδη ῥοδέων πλόκον ἀνθέων τᾷ Σοφίᾳ παρέδρους πέμπειν Ἔρωτας͵ παντοίας ἀρετᾶς ξυνεργούς. σὺ δ΄ ἂν γένοιό γ΄ ἀθλιωτάτη γυνή. πόθεν θράσος ἢ φρενὸς ἢ [ἀντ. ἴτω· περισσοὶ πάντες οὑν μέσῳ λόγοι. Μη. ἢ πόλις; ἦ φίλων πόμπιμός σε χώρα τὰν παιδολέτειραν ἕξει͵ τὰν οὐχ ὁσίαν μετ΄ ἄλλων; σκέψαι τεκέων πλαγάν͵ σκέψαι φόνον οἷον αἴρῃ. λέξῃς δὲ μηδὲν τῶν ἐμοὶ δεδογμένων͵ εἴπερ φρονεῖς εὖ δεσπόταις γυνή τ΄ ἔφυς. καὶ θεῶν παῖδες μακάρων͵ ἱερᾶς χώρας ἀπορθήτου τ΄ ἄπο͵ φερβόμενοι κλεινοτάταν σοφίαν͵ αἰεὶ διὰ λαμπροτάτου βαίνοντες ἁβρῶς αἰθέρος͵ ἔνθα ποθ΄ ἁγνὰς 830 ἐννέα Πιερίδας Μούσας λέγουσι ξανθὰν Ἁρμονίαν φυτεῦσαι· τοῦ καλλινάου τ΄ ἐπὶ Κηφισοῦ ῥοαῖς [ἀντ. Χο.τάδ΄ ἐστί͵ μὴ πάσχουσαν͵ ὡς ἐγώ͵ κακῶς. Ια. μή͵ πρὸς γονάτων σε πάντη πάντως ἱκετεύομεν͵ τέκνα φονεύσῃς. Ἐρεχθεΐδαι τὸ παλαιὸν ὄλβιοι [στρ. χειρὶ τέκνων σέθεν καρδίᾳ τε λήψῃ δεινὰν προσάγουσα τόλμαν; πῶς δ΄ ὄμματα προσβαλοῦσα τέκνοις ἄδακρυν μοῖραν σχήσεις φόνου; οὐ δυνάσῃ͵ παίδων ἱκετᾶν πιτνόντων͵ τέγξαι χέρα φοινίαν τλάμονι θυμῷ. ἥκω κελευσθείς· καὶ γὰρ οὖσα δυσμενὴς 840 850 860 . πῶς οὖν ἱερῶν ποταμῶν [στρ. ἀλλὰ κτανεῖν σὸν σπέρμα τολμήσεις͵ γύναι; Μη. ἀλλ΄ εἶα χώρει καὶ κόμιζ΄ Ἰάσονα· 820 ἐς πάντα γὰρ δὴ σοὶ τὰ πιστὰ χρώμεθα. Χο. οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα δηχθείη πόσις.
Ἰᾶσον͵ αἰτοῦμαί σε τῶν εἰρημένων συγγνώμον΄ εἶναι· τὰς δ΄ ἐμὰς ὀργὰς φέρειν 870 εἰκός σ΄͵ ἐπεὶ νῷν πόλλ΄ ὑπείργασται φίλα. ἀλλ΄ ἐσμὲν οἷόν ἐσμεν͵ οὐκ ἐρῶ κακόν͵ γυναῖκες· οὔκουν χρῆν σ΄ ὁμοιοῦσθαι κακοῖς͵ 890 οὐδ΄ ἀντιτείνειν νήπι΄ ἀντὶ νηπίων. παριέμεσθα͵ καί φαμεν κακῶς φρονεῖν τότ΄͵ ἀλλ΄ ἄμεινον νῦν βεβούλευμαι τάδε· ὦ τέκνα τέκνα͵ δεῦτε͵ λείπετε στέγας͵ ἐξέλθετ΄͵ ἀσπάσασθε καὶ προσείπατε πατέρα μεθ΄ ἡμῶν͵ καὶ διαλλάχθηθ΄ ἅμα τῆς πρόσθεν ἔχθρας ἐς φίλους μητρὸς μέτα· σπονδαὶ γὰρ ἡμῖν καὶ μεθέστηκεν χόλος. λάβεσθε χειρὸς δεξιᾶς· οἴμοι͵ κακῶν ὡς ἐννοοῦμαι δή τι τῶν κεκρυμμένων. Ια. 900 ἆρ΄͵ ὦ τέκν΄͵ οὕτω καὶ πολὺν ζῶντες χρόνον φίλην ὀρέξετ΄ ὠλένην; τάλαιν΄ ἐγώ͵ ὡς ἀρτίδακρύς εἰμι καὶ φόβου πλέα. 910 ἀλλ΄ ἐς τὸ λῷον σὸν μεθέστηκεν κέαρ͵ ἔγνως δὲ τὴν νικῶσαν͵ ἀλλὰ τῷ χρόνῳ͵ βουλήν· γυναικὸς ἔργα ταῦτα σώφρονος. κἀμοὶ κατ΄ ὄσσων χλωρὸν ὡρμήθη δάκρυ· καὶ μὴ προβαίη μεῖζον ἢ τὸ νῦν κακόν. Χο. νῦν οὖν ἐπαινῶ· σωφρονεῖν τ΄ ἐμοὶ δοκεῖς κῆδος τόδ΄ ἡμῖν προσλαβών͵ ἐγὼ δ΄ ἄφρων͵ ᾗ χρῆν μετεῖναι τῶνδε τῶν βουλευμάτων͵ καὶ ξυγγαμεῖν σοι͵ καὶ παρεστάναι λέχει νύμφην τε κηδεύουσαν ἥδεσθαι σέθεν. Μη. αἰνῶ͵ γύναι͵ τάδ΄͵ οὐδ΄ ἐκεῖνα μέμφομαι· εἰκὸς γὰρ ὀργὰς θῆλυ ποιεῖσθαι γένος γάμου παρεμπολῶντος ἀλλοίου πόσει. ἐγὼ δ΄ ἐμαυτῇ διὰ λόγων ἀφικόμην κἀλοιδόρησα· Σχετλία͵ τί μαίνομαι καὶ δυσμεναίνω τοῖσι βουλεύουσιν εὖ͵ ἐχθρὰ δὲ γαίας κοιράνοις καθίσταμαι πόσει θ΄͵ ὃς ἡμῖν δρᾷ τὰ συμφορώτατα͵ γήμας τύραννον καὶ κασιγνήτους τέκνοις ἐμοῖς φυτεύων; οὐκ ἀπαλλαχθήσομαι θυμοῦ—τί πάσχω;— θεῶν ποριζόντων καλῶς; οὐκ εἰσὶ μέν μοι παῖδες͵ οἶδα δὲ χθόνα 880 φεύγοντας ἡμᾶς καὶ σπανίζοντας φίλων; ταῦτ΄ ἐννοήσασ΄ ᾐσθόμην ἀβουλίαν πολλὴν ἔχουσα καὶ μάτην θυμουμένη. ὑμῖν δέ͵ παῖδες͵ οὐκ ἀφροντίστως πατὴρ πολλὴν ἔθηκε σὺν θεοῖς σωτηρίαν· . χρόνῳ δὲ νεῖκος πατρὸς ἐξαιρουμένη ὄψιν τέρειναν τήνδ΄ ἔπλησα δακρύων.οὔ τἂν ἁμάρτοις τοῦδέ γ΄͵ ἀλλ΄ ἀκούσομαι τί χρῆμα βούλῃ καινὸν ἐξ ἐμοῦ͵ γύναι.
αὕτη͵ τί χλωροῖς δακρύοις τέγγεις κόρας͵ στρέψασα λευκὴν ἔμπαλιν παρηίδα; κοὐκ ἀσμένη τόνδ΄ ἐξ ἐμοῦ δέχῃ λόγον; 920 Μη. τί δῆτα λίαν τοῖσδ΄ ἐπιστένεις τέκνοις; Μη. 940 Ια. οὐδέν. Μη. Μη. λάζυσθε φερνὰς τάσδε͵ παῖδες͵ ἐς χέρας καὶ τῇ τυράννῳ μακαρίᾳ νύμφῃ δότε φέροντες· οὔτοι δῶρα μεμπτὰ δέξεται. ἀλλ΄ ὧνπερ οὕνεκ΄ εἰς ἐμοὺς ἥκεις λόγους͵ τὰ μὲν λέλεκται͵ τῶν δ΄ ἐγὼ μνησθήσομαι. Ια. Μη. ἀλλ΄ ὅσον τάχος χρεὼν 950 κόσμον κομίζειν δεῦρο προσπόλων τινά. Ια. εἴπερ γυναικῶν ἐστι τῶν ἄλλων μία. μάλιστα͵ καὶ πείσειν γε δοξάζω σφ΄ ἐγώ. σὺ δ΄ ἀλλὰ σὴν κέλευσον αἰτεῖσθαι πατρὸς γυναῖκα παῖδας τήνδε μὴ φεύγειν χθόνα. ἀλλ΄ αὐξάνεσθε· τἄλλα δ΄ ἐξεργάζεται πατήρ τε καὶ θεῶν ὅστις ἐστὶν εὐμενής· ἴδοιμι δ΄ ὑμᾶς εὐτραφεῖς ἥβης τέλος μολόντας͵ ἐχθρῶν τῶν ἐμῶν ὑπερτέρους. εἴπερ γὰρ ἡμᾶς ἀξιοῖ λόγου τινὸς γυνή͵ προθήσει χρημάτων͵ σάφ΄ οἶδ΄ ἐγώ. 930 . Ια. τί δ΄͵ ὦ ματαία͵ τῶνδε σὰς κενοῖς χέρας; δοκεῖς σπανίζειν δῶμα βασίλειον πέπλων͵ 960 δοκεῖς δὲ χρυσοῦ; σῷζε͵ μὴ δίδου τάδε. θάρσει νυν· εὖ γὰρ τῶνδ΄ ἐγὼ θήσω πέρι. Ια. συλλήψομαι δὲ τοῦδέ σοι κἀγὼ πόνου· πέμψω γὰρ αὐτῇ δῶρ΄ ἃ καλλιστεύεται τῶν νῦν ἐν ἀνθρώποισιν͵ οἶδ΄ ἐγώ͵ πολύ͵ λεπτόν τε πέπλον καὶ πλόκον χρυσήλατον παῖδας φέροντας. τέκνων τῶνδ΄ ἐννοουμένη πέρι. ἔτικτον αὐτούς· ζῆν δ΄ ὅτ΄ ἐξηύχου τέκνα͵ ἐσῆλθέ μ΄ οἶκτος εἰ γενήσεται τάδε.οἶμαι γὰρ ὑμᾶς τῆσδε γῆς Κορινθίας τὰ πρῶτ΄ ἔσεσθαι σὺν κασιγνήτοις ἔτι. δράσω τάδ΄· οὔτοι σοῖς ἀπιστήσω λόγοις· γυνὴ δὲ θῆλυ κἀπὶ δακρύοις ἔφυ. ἐπεὶ τυράννοις γῆς μ΄ ἀποστεῖλαι δοκεῖ κἀμοὶ τάδ΄ ἐστὶ λῷστα͵ γιγνώσκω καλῶς͵ μήτ΄ ἐμποδὼν σοὶ μήτε κοιράνοις χθονὸς ναίειν· δοκῶ γὰρ δυσμενὴς εἶναι δόμοις— ἡμεῖς μὲν ἐκ γῆς τῆσδ΄ ἀπαίρομεν φυγῇ͵ παῖδες δ΄ ὅπως ἂν ἐκτραφῶσι σῇ χερί͵ αἰτοῦ Κρέοντα τήνδε μὴ φεύγειν χθόνα. οὐκ οἶδ΄ ἂν εἰ πείσαιμι͵ πειρᾶσθαι δὲ χρή. εὐδαιμονήσει δ΄ οὐχ ἕν͵ ἀλλὰ μυρία͵ ἀνδρός τ΄ ἀρίστου σοῦ τυχοῦσ΄ ὁμευνέτου κεκτημένη τε κόσμον ὅν ποθ΄ ῞Ηλιος πατρὸς πατὴρ δίδωσιν ἐκγόνοισιν οἷς.
μᾶτερ͵ ἃ φονεύσεις τέκνα νυμφιδίων ἕνεκεν λεχέων͵ ἅ σοι προλιπὼν ἀνόμως 1000 ἄλλᾳ ξυνοικεῖ πόσις συνεύνῳ. ἔα. τάδ΄ οὐ ξυνῳδὰ τοῖσιν ἐξηγγελμένοις. δύστανε μοίρας ὅσον παροίχῃ.Μη. ἀλλ΄͵ ὦ τέκν΄͵ εἰσελθόντε πλουσίους δόμους πατρὸς νέαν γυναῖκα͵ δεσπότιν δ΄ ἐμήν͵ 970 ἱκετεύετ΄͵ ἐξαιτεῖσθε μὴ φυγεῖν χθόνα͵ κόσμον διδόντες—τοῦδε γὰρ μάλιστα δεῖ— ἐς χεῖρ΄ ἐκείνης δῶρα δέξασθαι τάδε. μή μοι σύ· πείθειν δῶρα καὶ θεοὺς λόγος· χρυσὸς δὲ κρείσσων μυρίων λόγων βροτοῖς. δέξεται νύμφα χρυσέων ἀναδεσμῶν δέξεται δύστανος ἄταν· ξανθᾷ δ΄ ἀμφὶ κόμᾳ θήσει τὸν Ἅιδα 980 κόσμον αὐτὰ χεροῖν. χρυσέων τευκτὸν στέφανον περιθέσθαι· νερτέροις δ΄ ἤδη πάρα νυμφοκομήσει. Μη. οὐκέτι· στείχουσι γὰρ ἐς φόνον ἤδη. κείνης ὁ δαίμων͵ κεῖνα νῦν αὔξει θεός͵ νέα τυραννεῖ· τῶν δ΄ ἐμῶν παίδων φυγὰς ψυχῆς ἂν ἀλλαξαίμεθ΄͵ οὐ χρυσοῦ μόνον. Πα. αἰαῖ.] πείσει χάρις ἀμβρόσιός τ΄ αὐγὰ πέπλων [ἀντ. παισὶν οὐ κατειδὼς 990 ὄλεθρον βιοτᾷ προσάγεις ἀλόχῳ τε σᾷ στυγερὸν θάνατον. αἰαῖ μάλ΄ αὖθις. μῶν τιν΄ ἀγγέλλων τύχην . τί συγχυθεῖσ΄ ἕστηκας ἡνίκ΄ εὐτυχεῖς; [τί σὴν ἔστρεψας ἔμπαλιν παρηίδα κοὐκ ἀσμένη τόνδ΄ ἐξ ἐμοῦ δέχῃ λόγον;] Μη. ἴθ΄ ὡς τάχιστα· μητρὶ δ΄ ὧν ἐρᾷ τυχεῖν εὐάγγελοι γένοισθε πράξαντες καλῶς. [λαβοῦσα. μεταστένομαι δὲ σὸν ἄλγος͵ ὦ τάλαινα παίδων [ἀντ. τοῖον εἰς ἕρκος πεσεῖται καὶ μοῖραν θανάτου δύστανος· ἄταν δ΄ οὐχ ὑπεκφεύξεται. Πα. δέσποιν΄͵ ἀφεῖνται παῖδες οἵδε σοὶ φυγῆς͵ καὶ δῶρα νύμφη βασιλὶς ἀσμένη χεροῖν ἐδέξατ΄· εἰρήνη δὲ τἀκεῖθεν τέκνοις. Χο. Πα. νῦν ἐλπίδες οὐκέτι μοι παίδων ζόας͵ [στρ. σὺ δ΄͵ ὦ τάλαν͵ ὦ κακόνυμφε κηδεμὼν τυράννων͵ [στρ.
ἆ ἆ. τί δεῖ με πατέρα τῶνδε τοῖς τούτων κακοῖς λυποῦσαν αὐτὴν δὶς τόσα κτᾶσθαι κακά; οὐ δῆτ΄ ἔγωγε.οὐκ οἶδα͵ δόξης δ΄ ἐσφάλην εὐαγγέλου; 1010 Μη. Πα. 1020 ὦ τέκνα τέκνα͵ σφῷν μὲν ἔστι δὴ πόλις καὶ δῶμ΄͵ ἐν ᾧ͵ λιπόντες ἀθλίαν ἐμέ͵ οἰκήσετ΄ αἰεὶ μητρὸς ἐστερημένοι· ἐγὼ δ΄ ἐς ἄλλην γαῖαν εἶμι δὴ φυγάς͵ πρὶν σφῷν ὀνάσθαι κἀπιδεῖν εὐδαίμονας͵ πρὶν λέκτρα καὶ γυναῖκα καὶ γαμηλίους εὐνὰς ἀγῆλαι λαμπάδας τ΄ ἀνασχεθεῖν. σφῷν γὰρ ἐστερημένη λυπρὸν διάξω βίοτον ἀλγεινόν τ΄ ἐμοί. ἄλλως ἄρ΄ ὑμᾶς͵ ὦ τέκν΄͵ ἐξεθρεψάμην͵ ἄλλως δ΄ ἐμόχθουν καὶ κατεξάνθην πόνοις͵ 1030 στερρὰς ἐνεγκοῦσ΄ ἐν τόκοις ἀλγηδόνας. ἦ μήν ποθ΄ ἡ δύστηνος εἶχον ἐλπίδας πολλὰς ἐν ὑμῖν͵ γηροβοσκήσειν τ΄ ἐμὲ καὶ κατθανοῦσαν χερσὶν εὖ περιστελεῖν͵ ζηλωτὸν ἀνθρώποισι· νῦν δ΄ ὄλωλε δὴ γλυκεῖα φροντίς. ἀλλὰ τῆς ἐμῆς κάκης͵ τὸ καὶ προσέσθαι μαλθακοὺς λόγους φρενί. τί δαὶ κατηφεῖς ὄμμα καὶ δακρυρροεῖς; Μη. Μη. Πα. μὴ δῆτα͵ θυμέ͵ μὴ σύ γ΄ ἐργάσῃ τάδε· ἔασον αὐτούς͵ ὦ τάλαν͵ φεῖσαι τέκνων· . Πα. χαιρέτω βουλεύματα. ὅτῳ δὲ μὴ θέμις παρεῖναι τοῖς ἐμοῖσι θύμασιν͵ αὐτῷ μελήσει· χεῖρα δ΄ οὐ διαφθερῶ. θάρσει· κάτει τοι καὶ σὺ πρὸς τέκνων ἔτι. πολλή μ΄ ἀνάγκη͵ πρέσβυ· ταῦτα γὰρ θεοὶ κἀγὼ κακῶς φρονοῦσ΄ ἐμηχανησάμην. φεῦ φεῦ· τί προσδέρκεσθέ μ΄ ὄμμασιν͵ τέκνα; 1040 τί προσγελᾶτε τὸν πανύστατον γέλων; αἰαῖ· τί δράσω; καρδία γὰρ οἴχεται͵ γυναῖκες͵ ὄμμα φαιδρὸν ὡς εἶδον τέκνων. δράσω τάδ΄. ἀλλὰ βαῖνε δωμάτων ἔσω καὶ παισὶ πόρσυν΄ οἷα χρὴ καθ΄ ἡμέραν. οὔτοι μόνη σὺ σῶν ἀπεζύγης τέκνων· κούφως φέρειν χρὴ θνητὸν ὄντα συμφοράς. χωρεῖτε͵ παῖδες͵ ἐς δόμους. καίτοι τί πάσχω; βούλομαι γέλωτ΄ ὀφλεῖν ἐχθροὺς μεθεῖσα τοὺς ἐμοὺς ἀζημίους; 1050 τολμητέον τάδ΄. οὐκ ἂν δυναίμην· χαιρέτω βουλεύματα τὰ πρόσθεν· ἄξω παῖδας ἐκ γαίας ἐμούς. Μη. ἄλλους κατάξω πρόσθεν ἡ τάλαιν΄ ἐγώ. ὦ δυστάλαινα τῆς ἐμῆς αὐθαδίας. ὑμεῖς δὲ μητέρ΄ οὐκέτ΄ ὄμμασιν φίλοις ὄψεσθ΄͵ ἐς ἄλλο σχῆμ΄ ἀποστάντες βίου. ἤγγειλας οἷ΄ ἤγγειλας· οὐ σὲ μέμφομαι.
ἐκεῖ μεθ΄ ἡμῶν ζῶντες εὐφρανοῦσί σε. καί φημι βροτῶν οἵτινές εἰσιν 1090 πάμπαν ἄπειροι μηδ΄ ἐφύτευσαν παῖδας͵ προφέρειν εἰς εὐτυχίαν τῶν γειναμένων. ἀλλ΄͵ εἶμι γὰρ δὴ τλημονεστάτην ὁδόν͵ καὶ τούσδε πέμψω τλημονεστέραν ἔτι͵ παῖδας προσειπεῖν βούλομαι. 1070 ὦ φιλτάτη χείρ͵ φίλτατον δέ μοι στόμα καὶ σχῆμα καὶ πρόσωπον εὐγενὲς τέκνων͵ εὐδαιμονοῖτον͵ ἀλλ΄ ἐκεῖ· τὰ δ΄ ἐνθάδε πατὴρ ἀφείλετ΄. [πάντως σφ΄ ἀνάγκη κατθανεῖν· ἐπεὶ δὲ χρή͵ ἡμεῖς κτενοῦμεν οἵπερ ἐξεφύσαμεν. καὶ μανθάνω μὲν οἷα δρᾶν μέλλω κακά͵ θυμὸς δὲ κρείσσων τῶν ἐμῶν βουλευμάτων͵ ὅσπερ μεγίστων αἴτιος κακῶν βροτοῖς. ὦ γλυκεῖα προσβολή͵ ὦ μαλθακὸς χρὼς πνεῦμά θ΄ ἥδιστον τέκνων. ἓν δὲ τὸ πάντων λοίσθιον ἤδη .] πάντως πέπρακται ταῦτα κοὐκ ἐκφεύξεται. 1080 Χο. μὰ τοὺς παρ΄ Ἅιδῃ νερτέρους ἀλάστορας͵ οὔτοι ποτ΄ ἔσται τοῦθ΄ ὅπως ἐχθροῖς ἐγὼ 1060 παῖδας παρήσω τοὺς ἐμοὺς καθυβρίσαι. καὶ δὴ ΄πὶ κρατὶ στέφανος͵ ἐν πέπλοισι δὲ νύμφη τύραννος ὄλλυται͵ σάφ΄ οἶδ΄ ἐγώ. χωρεῖτε χωρεῖτ΄· οὐκέτ΄ εἰμὶ προσβλέπειν οἵα τε πρὸς ὑμᾶς͵ ἀλλὰ νικῶμαι κακοῖς. οἱ μὲν ἄτεκνοι δι΄ ἀπειροσύνην εἴθ΄ ἡδὺ βροτοῖς εἴτ΄ ἀνιαρὸν παῖδες τελέθουσ΄ οὐχὶ τυχόντες πολλῶν μόχθων ἀπέχονται· οἷσι δὲ τέκνων ἔστιν ἐν οἴκοις γλυκερὸν βλάστημ΄͵ ὁρῶ μελέτῃ κατατρυχομένους τὸν ἅπαντα χρόνον͵ 1100 πρῶτον μὲν ὅπως θρέψουσι καλῶς βίοτόν θ΄ ὁπόθεν λείψουσι τέκνοις· ἔτι δ΄ ἐκ τούτων εἴτ΄ ἐπὶ φλαύροις εἴτ΄ ἐπὶ χρηστοῖς μοχθοῦσι͵ τόδ΄ ἐστὶν ἄδηλον. —δότ΄͵ ὦ τέκνα͵ δότ΄ ἀσπάσασθαι μητρὶ δεξιὰν χέρα. πολλάκις ἤδη διὰ λεπτοτέρων μύθων ἔμολον καὶ πρὸς ἁμίλλας ἦλθον μείζους ἢ χρὴ γενεὰν θῆλυν ἐρευνᾶν· ἀλλὰ γὰρ ἔστιν μοῦσα καὶ ἡμῖν͵ ἣ προσομιλεῖ σοφίας ἕνεκεν· πάσαισι μὲν οὔ· παῦρον δὲ δὴ γένος ἐν πολλαῖς εὕροις ἂν ἴσως κοὐκ ἀπόμουσον τὸ γυναικῶν.
ὄλωλεν ἡ τύραννος ἀρτίως κόρη Κρέων θ΄ ὁ φύσας φαρμάκων τῶν σῶν ὕπο. 1140 κυνεῖ δ΄ ὃ μέν τις χεῖρ΄͵ ὃ δὲ ξανθὸν κάρα παίδων· ἐγὼ δὲ καὐτὸς ἡδονῆς ὕπο στέγας γυναικῶν σὺν τέκνοις ἅμ΄ ἑσπόμην. κάλλιστον εἶπας μῦθον͵ ἐν δ΄ εὐεργέταις τὸ λοιπὸν ἤδη καὶ φίλοις ἐμοῖς ἔσῃ. καὶ δὴ δέδορκα τόνδε τῶν Ἰάσονος στείχοντ΄ ὀπαδῶν· πνεῦμα δ΄ ἠρεθισμένον δείκνυσιν ὥς τι καινὸν ἀγγελεῖ κακόν. Μη. Αγ. Μη. Αγ. τί φῄς; φρονεῖς μὲν ὀρθὰ κοὐ μαίνῃ͵ γύναι͵ ἥτις͵ τυράννων ἑστίαν ᾐκισμένη͵ 1130 χαίρεις κλύουσα κοὐ φοβῇ τὰ τοιάδε; Μη. πῶς οὖν λύει πρὸς τοῖς ἄλλοις τήνδ΄ ἔτι λύπην ἀνιαροτάτην παίδων ἕνεκεν θνητοῖσι θεοὺς ἐπιβάλλειν; 1110 Μη. δέσποινα δ΄ ἣν νῦν ἀντὶ σοῦ θαυμάζομεν͵ πρὶν μὲν τέκνων σῶν εἰσιδεῖν ξυνωρίδα͵ πρόθυμον εἶχ΄ ὀφθαλμὸν εἰς Ἰάσονα· ἔπειτα μέντοι προὐκαλύψατ΄ ὄμματα λευκήν τ΄ ἀπέστρεψ΄ ἔμπαλιν παρηίδα͵ παίδων μυσαχθεῖσ΄ εἰσόδους· πόσις δὲ σὸς ὀργάς τ΄ ἀφῄρει καὶ χόλον νεάνιδος 1150 λέγων τάδ΄· Οὐ μὴ δυσμενὴς ἔσῃ φίλοις͵ . 1120 ΑΓΓΕΛΟΣ ὦ δεινὸν ἔργον παρανόμως εἰργασμένη͵ Μήδεια͵ φεῦγε φεῦγε͵ μήτε ναΐαν λιποῦσ΄ ἀπήνην μήτ΄ ὄχον πεδοστιβῆ. ἔχω τι κἀγὼ τοῖς γε σοῖς ἐναντίον λόγοισιν εἰπεῖν· ἀλλὰ μὴ σπέρχου͵ φίλος͵ λέξον δέ· πῶς ὤλοντο; δὶς τόσον γὰρ ἂν τέρψειας ἡμᾶς͵ εἰ τεθνᾶσι παγκάκως. ἐπεὶ τέκνων σῶν ἦλθε δίπτυχος γονὴ σὺν πατρί͵ καὶ παρῆλθε νυμφικοὺς δόμους͵ ἥσθημεν οἵπερ σοῖς ἐκάμνομεν κακοῖς δμῶες· δι΄ ὤτων δ΄ εὐθὺς ἦν πολὺς λόγος σὲ καὶ πόσιν σὸν νεῖκος ἐσπεῖσθαι τὸ πρίν.πᾶσιν κατερῶ θνητοῖσι κακόν· καὶ δὴ γὰρ ἅλις βίοτόν θ΄ ηὗρον σῶμά τ΄ ἐς ἥβην ἤλυθε τέκνων χρηστοί τ΄ ἐγένοντ΄· εἰ δὲ κυρήσαι δαίμων οὕτως͵ φροῦδος ἐς Ἅιδην θάνατος προφέρων σώματα τέκνων. τί δ΄ ἄξιόν μοι τῆσδε τυγχάνει φυγῆς; Αγ. φίλαι͵ πάλαι τοι προσμένουσα τὴν τύχην καραδοκῶ τἀκεῖθεν οἷ προβήσεται.
παύσῃ δὲ θυμοῦ καὶ πάλιν στρέψεις κάρα͵ φίλους νομίζουσ΄ οὕσπερ ἂν πόσις σέθεν͵ δέξῃ δὲ δῶρα καὶ παραιτήσῃ πατρὸς φυγὰς ἀφεῖναι παισὶ τοῖσδ΄͵ ἐμὴν χάριν; ἣ δ΄ ὡς ἐσεῖδε κόσμον͵ οὐκ ἠνέσχετο͵ ἀλλ΄ ᾔνεσ΄ ἀνδρὶ πάντα͵ καὶ πρὶν ἐκ δόμων μακρὰν ἀπεῖναι πατέρα καὶ παῖδας͵ [σέθεν] λαβοῦσα πέπλους ποικίλους ἠμπέσχετο͵ χρυσοῦν τε θεῖσα στέφανον ἀμφὶ βοστρύχοις λαμπρῷ κατόπτρῳ σχηματίζεται κόμην͵ ἄψυχον εἰκὼ προσγελῶσα σώματος. πίτνει δ΄ ἐς οὖδας συμφορᾷ νικωμένη͵ πλὴν τῷ τεκόντι κάρτα δυσμαθὴς ἰδεῖν· οὔτ΄ ὀμμάτων γὰρ δῆλος ἦν κατάστασις οὔτ΄ εὐφυὲς πρόσωπον͵ αἷμα δ΄ ἐξ ἄκρου ἔσταζε κρατὸς συμπεφυρμένον πυρί͵ σάρκες δ΄ ἀπ΄ ὀστέων ὥστε πεύκινον δάκρυ 1160 1170 1180 1190 1200 . ἤδη δ΄ ἀνέλκων κῶλον ἔκπλεθρον δρόμου ταχὺς βαδιστὴς τερμόνων ἂν ἥπτετο͵ ἣ δ΄ ἐξ ἀναύδου καὶ μύσαντος ὄμματος δεινὸν στενάξασ΄ ἡ τάλαιν΄ ἠγείρετο. διπλοῦν γὰρ αὐτῇ πῆμ΄ ἐπεστρατεύετο· χρυσοῦς μὲν ἀμφὶ κρατὶ κείμενος πλόκος θαυμαστὸν ἵει νᾶμα παμφάγου πυρός͵ πέπλοι δὲ λεπτοί͵ σῶν τέκνων δωρήματα͵ λεπτὴν ἔδαπτον σάρκα τῆς δυσδαίμονος. τοὐνθένδε μέντοι δεινὸν ἦν θέαμ΄ ἰδεῖν· χροιὰν γὰρ ἀλλάξασα λεχρία πάλιν χωρεῖ τρέμουσα κῶλα καὶ μόλις φθάνει θρόνοισιν ἐμπεσοῦσα μὴ χαμαὶ πεσεῖν. κἄπειτ΄ ἀναστᾶσ΄ ἐκ θρόνων διέρχεται στέγας͵ ἁβρὸν βαίνουσα παλλεύκῳ ποδί͵ δώροις ὑπερχαίρουσα͵ πολλὰ πολλάκις τένοντ΄ ἐς ὀρθὸν ὄμμασι σκοπουμένη. φεύγει δ΄ ἀναστᾶσ΄ ἐκ θρόνων πυρουμένη͵ σείουσα χαίτην κρᾶτά τ΄ ἄλλοτ΄ ἄλλοσε͵ ῥῖψαι θέλουσα στέφανον· ἀλλ΄ ἀραρότως σύνδεσμα χρυσὸς εἶχε͵ πῦρ δ΄͵ ἐπεὶ κόμην ἔσεισε͵ μᾶλλον δὶς τόσως ἐλάμπετο. καί τις γεραιὰ προσπόλων͵ δόξασά που ἢ Πανὸς ὀργὰς ἤ τινος θεῶν μολεῖν͵ ἀνωλόλυξε͵ πρίν γ΄ ὁρᾷ διὰ στόμα χωροῦντα λευκὸν ἀφρόν͵ ὀμμάτων τ΄ ἄπο κόρας στρέφουσαν͵ αἷμά τ΄ οὐκ ἐνὸν χροΐ· εἶτ΄ ἀντίμολπον ἧκεν ὀλολυγῆς μέγαν κωκυτόν. εὐθὺς δ΄ ἣ μὲν ἐς πατρὸς δόμους ὥρμησεν͵ ἣ δὲ πρὸς τὸν ἀρτίως πόσιν͵ φράσουσα νύμφης συμφοράν· ἅπασα δὲ στέγη πυκνοῖσιν ἐκτύπει δρομήμασιν.
ἔοιχ΄ ὁ δαίμων πολλὰ τῇδ΄ ἐν ἡμέρᾳ κακὰ ξυνάπτειν ἐνδίκως Ἰάσονι. φίλαι͵ δέδοκται τοὔργον ὡς τάχιστά μοι παῖδας κτανούσῃ τῆσδ΄ ἀφορμᾶσθαι χθονός͵ καὶ μὴ σχολὴν ἄγουσαν ἐκδοῦναι τέκνα ἄλλῃ φονεῦσαι δυσμενεστέρᾳ χερί. πατὴρ δ΄ ὁ τλήμων συμφορᾶς ἀγνωσίᾳ ἄφνω προσελθὼν δῶμα προσπίτνει νεκρῷ· ᾤμωξε δ΄ εὐθύς͵ καὶ περιπτύξας χέρας κυνεῖ προσαυδῶν τοιάδ΄· Ὦ δύστηνε παῖ͵ τίς σ΄ ὧδ΄ ἀτίμως δαιμόνων ἀπώλεσε; τίς τὸν γέροντα τύμβον ὀρφανὸν σέθεν τίθησιν; οἴμοι͵ συνθάνοιμί σοι͵ τέκνον. θνητῶν γὰρ οὐδείς ἐστιν εὐδαίμων ἀνήρ· ὄλβου δ΄ ἐπιρρυέντος εὐτυχέστερος ἄλλου γένοιτ΄ ἂν ἄλλος͵ εὐδαίμων δ΄ ἂν οὔ. Μη. ἀλλ΄ εἶ΄ ὁπλίζου͵ καρδία. ὦ τλῆμον͵ ὥς σου συμφορὰς οἰκτίρομεν͵ κόρη Κρέοντος͵ ἥτις εἰς Ἅιδου δόμους οἴχῃ γάμων ἕκατι τῶν Ἰάσονος. χρόνῳ δ΄ ἀπέσβη καὶ μεθῆχ΄ ὁ δύσμορος ψυχήν· κακοῦ γὰρ οὐκέτ΄ ἦν ὑπέρτερος. πάντως σφ΄ ἀνάγκη κατθανεῖν· ἐπεὶ δὲ χρή͵ ἡμεῖς κτενοῦμεν͵ οἵπερ ἐξεφύσαμεν. Χο.γναθμοῖς ἀδήλοις φαρμάκων ἀπέρρεον͵ δεινὸν θέαμα· πᾶσι δ΄ ἦν φόβος θιγεῖν νεκροῦ· τύχην γὰρ εἴχομεν διδάσκαλον. κεῖνται δὲ νεκροὶ παῖς τε καὶ γέρων πατὴρ πέλας͵ ποθεινὴ δακρύοισι συμφορά. ἐπεὶ δὲ θρήνων καὶ γόων ἐπαύσατο͵ χρῄζων γεραιὸν ἐξαναστῆσαι δέμας προσείχεθ΄ ὥστε κισσὸς ἔρνεσιν δάφνης λεπτοῖσι πέπλοις͵ δεινὰ δ΄ ἦν παλαίσματα· ὃ μὲν γὰρ ἤθελ΄ ἐξαναστῆσαι γόνυ͵ ἣ δ΄ ἀντελάζυτ΄. τὰ θνητὰ δ΄ οὐ νῦν πρῶτον ἡγοῦμαι σκιάν͵ οὐδ΄ ἂν τρέσας εἴποιμι τοὺς σοφοὺς βροτῶν δοκοῦντας εἶναι καὶ μεριμνητὰς λόγων τούτους μεγίστην ζημίαν ὀφλισκάνειν. τί μέλλομεν τὰ δεινὰ κἀναγκαῖα μὴ πράσσειν κακά; ἄγ΄͵ ὦ τάλαινα χεὶρ ἐμή͵ λαβὲ ξίφος͵ λάβ΄͵ ἕρπε πρὸς βαλβῖδα λυπηρὰν βίου͵ καὶ μὴ κακισθῇς μηδ΄ ἀναμνησθῇς τέκνων͵ ὡς φίλταθ΄͵ ὡς ἔτικτες· ἀλλὰ τήνδε γε λαθοῦ βραχεῖαν ἡμέραν παίδων σέθεν͵ κἄπειτα θρήνει· καὶ γὰρ εἰ κτενεῖς σφ΄͵ ὅμως 1210 1220 1230 1240 . καί μοι τὸ μὲν σὸν ἐκποδὼν ἔστω λόγου· γνώσῃ γὰρ αὐτὴ ζημίας ἀποστροφήν. εἰ δὲ πρὸς βίαν ἄγοι͵ σάρκας γεραιὰς ἐσπάρασσ΄ ἀπ΄ ὀστέων.
αἰαῖ. 1272 Χο. Χο. 1273 — ἰὼ τλᾶμον͵ ὦ κακοτυχὲς γύναι. Πα. παρέλθω δόμους; ἀρῆξαι φόνον 1275 δοκεῖ μοι τέκνοις. ἀκούεις βοὰν ἀκούεις τέκνων; [στρ. Χο. 1290 . ἰὼ Γᾶ τε καὶ παμφαὴς [στρ. — μίαν δὴ κλύω μίαν τῶν πάρος [ἀντ. — ὡς ἐγγὺς ἤδη γ΄ ἐσμὲν ἀρκύων ξίφους. 1250 1260 1270 <ΠΑΙΔΕΣ ἔνδοθεν. ἆρα μάταν γένος φίλιον ἔτεκες͵ ὦ κυανεᾶν λιποῦσα Συμπληγάδων πετρᾶν ἀξενωτάταν ἐσβολάν; δειλαία͵ τί σοι φρενῶν βαρὺς χόλος προσπίτνει καὶ δυσμενὴς φόνος; ἀμείβεται χαλεπὰ γὰρ βροτοῖς ὁμογενῆ μιά σματα ἐπὶ γαῖαν αὐτοφόνταις ξυνῳ δὰ θεόθεν πίτνοντ΄ ἐπὶ δόμοις ἄχη.> Χο.φίλοι γ΄ ἔφυσαν—δυστυχὴς δ΄ ἐγὼ γυνή. μάταν μόχθος ἔρρει τέκνων͵ [ἀντ. τάλαιν΄͵ ὡς ἄρ΄ ἦσθα πέτρος ἢ σίδαρος͵ ἅτις τέκνων 1280 ὃν ἔτεκες ἄροτον αὐτόχειρι μοίρᾳ κτενεῖς. οἴμοι͵ τί δράσω; ποῖ φύγω μητρὸς χέρας; 1271 — οὐκ οἶδ΄͵ ἄδελφε φίλτατ΄· ὀλλύμεσθα γάρ. ἀκτὶς Ἀελίου͵ κατίδετ΄ ἴδετε τὰν ὀλομέναν γυναῖκα͵ πρὶν φοινίαν τέκνοις προσβαλεῖν χέρ΄ αὐτοκτόνον· τεᾶς γὰρ ἀπὸ χρυσέας γονᾶς ἔβλαστεν͵ θεοῦ δ΄ αἷμά τι πίτνειν φόβος ὑπ΄ ἀνέρων. γυναῖκ΄ ἐν φίλοις χέρα βαλεῖν τέκνοις· Ἰνὼ μανεῖσαν ἐκ θεῶν͵ ὅθ΄ ἡ Διὸς δάμαρ νιν ἐξέπεμψε δωμάτων ἄλῃ· πίτνει δ΄ ἁ τάλαιν΄ ἐς ἅλμαν φόνῳ τέκνων δυσσεβεῖ͵ ἀκτῆς ὑπερτείνασα ποντίας πόδα͵ δυοῖν τε παίδοιν συνθανοῦσ΄ ἀπόλλυται. τί δῆτ΄ οὖν γένοιτ΄ ἂν ἔτι δεινόν; ὦ γυναικῶν λέχος πολύπονον͵ ὅσα βροτοῖς ἔρεξας ἤδη κακά. 1274 Πα. ναί͵ πρὸς θεῶν͵ ἀρήξατ΄· ἐν δέοντι γάρ. ἀλλά νιν͵ ὦ φάος διογενές͵ κάτειργε κατάπαυσον͵ ἔξελ΄ οἴκων φονίαν τάλαινάν τ΄ Ἐρινὺν ὑπ΄ ἀλαστόρων.
Μη. εἰ δ΄ ἐμοῦ χρείαν ἔχεις͵ λέγ΄͵ εἴ τι βούλῃ͵ χειρὶ δ΄ οὐ ψαύσεις ποτέ. τί δ΄ ἔστιν; ἦ που κἄμ΄ ἀποκτεῖναι θέλει; Χο. οἴμοι τί λέξεις; ὥς μ΄ ἀπώλεσας͵ γύναι. τί τάσδε κινεῖς κἀναμοχλεύεις πύλας͵ νεκροὺς ἐρευνῶν κἀμὲ τὴν εἰργασμένην; παῦσαι πόνου τοῦδ΄.Ια. 1310 Χο. 1320 τοιόνδ΄ ὄχημα πατρὸς ῞Ηλιος πατὴρ δίδωσιν ἡμῖν͵ ἔρυμα πολεμίας χερός. Ια. ὡς οὐκέτ΄ ὄντων σῶν τέκνων φρόντιζε δή. τὸν σὸν δ΄ ἀλάστορ΄ εἰς ἔμ΄ ἔσκηψαν θεοί· κτανοῦσα γὰρ δὴ σὸν κάσιν παρέστιον τὸ καλλίπρῳρον εἰσέβης Ἀργοῦς σκάφος. Ια. παῖδες τεθνᾶσι χειρὶ μητρῴᾳ σέθεν. χαλᾶτε κλῇδας ὡς τάχιστα͵ πρόσπολοι͵ ἐκλύεθ΄ ἁρμούς͵ ὡς ἴδω διπλοῦν κακόν͵ τοὺς μὲν θανόντας—τὴν δὲ τείσωμαι δίκην. πύλας ἀνοίξας σῶν τέκνων ὄψῃ φόνον. ὦ μῖσος͵ ὦ μέγιστον ἐχθίστη γύναι θεοῖς τε κἀμοὶ παντί τ΄ ἀνθρώπων γένει͵ ἥτις τέκνοισι σοῖσιν ἐμβαλεῖν ξίφος ἔτλης τεκοῦσα͵ κἄμ΄ ἄπαιδ΄ ἀπώλεσας· καὶ ταῦτα δράσασ΄ ἥλιόν τε προσβλέπεις καὶ γαῖαν͵ ἔργον τλᾶσα δυσσεβέστατον· ὄλοι΄· ἐγὼ δὲ νῦν φρονῶ͵ τότ΄ οὐ φρονῶν͵ ὅτ΄ ἐκ δόμων σε βαρβάρου τ΄ ἀπὸ χθονὸς 1330 Ἕλλην΄ ἐς οἶκον ἠγόμην͵ κακὸν μέγα͵ πατρός τε καὶ γῆς προδότιν ἥ σ΄ ἐθρέψατο. Ια. Χο. γυναῖκες͵ αἳ τῆσδ΄ ἐγγὺς ἕστατε στέγης͵ ἆρ΄ ἐν δόμοισιν ἡ τὰ δείν΄ εἰργασμένη Μήδεια τοῖσδ΄ ἔτ΄͵ ἢ μεθέστηκεν φυγῇ; δεῖ γάρ νιν ἤτοι γῆς γε κρυφθῆναι κάτω͵ ἢ πτηνὸν ἆραι σῶμ΄ ἐς αἰθέρος βάθος͵ εἰ μὴ τυράννων δώμασιν δώσει δίκην· πέποιθ΄ ἀποκτείνασα κοιράνους χθονὸς ἀθῷος αὐτὴ τῶνδε φεύξεσθαι δόμων; 1300 ἀλλ΄ οὐ γὰρ αὐτῆς φροντίδ΄ ὡς τέκνων ἔχω· κείνην μὲν οὓς ἔδρασεν ἔρξουσιν κακῶς͵ ἐμῶν δὲ παίδων ἦλθον ἐκσῴσων βίον͵ μή μοί τι δράσωσ΄ οἱ προσήκοντες γένει͵ μητρῷον ἐκπράσσοντες ἀνόσιον φόνον. ποῦ γάρ νιν ἔκτειν΄; ἐντὸς ἢ ἔξωθεν δόμων; Χο. ὦ τλῆμον͵ οὐκ οἶσθ΄ οἷ κακῶν ἐλήλυθας͵ Ἰᾶσον· οὐ γὰρ τούσδ΄ ἂν ἐφθέγξω λόγους. Ια. οὐκ ἔστιν ἥτις τοῦτ΄ ἂν Ἑλληνὶς γυνὴ . ἤρξω μὲν ἐκ τοιῶνδε· νυμφευθεῖσα δὲ παρ΄ ἀνδρὶ τῷδε καὶ τεκοῦσά μοι τέκνα͵ εὐνῆς ἕκατι καὶ λέχους σφ΄ ἀπώλεσας. Ια.
πῶς οὖν; τί δράσω; κάρτα γὰρ κἀγὼ θέλω. αὐτὴ δὲ γαῖαν εἶμι τὴν Ἐρεχθέως͵ Αἰγεῖ συνοικήσουσα τῷ Πανδίονος. στύγει· πικρὰν δὲ βάξιν ἐχθαίρω σέθεν. Μη. Μη. ἴσασιν ὅστις ἦρξε πημονῆς θεοί. Ια. Ια. Μη. ἀλλ΄ ὕβρις͵ οἵ τε σοὶ νεοδμῆτες γάμοι. Ια. Μη. λέχους σφε κἠξίωσας οὕνεκα κτανεῖν. Ια. οἵδ΄ εἰσίν͵ οἴμοι͵ σῷ κάρᾳ μιάστορες. σὺ δ΄͵ ὥσπερ εἰκός͵ κατθανῇ κακὸς κακῶς͵ Ἀργοῦς κάρα σὸν λειψάνῳ πεπληγμένος͵ πικρὰς τελευτὰς τῶν ἐμῶν γάμων ἰδών. ἀλλ΄ οὐ γὰρ ἄν σε μυρίοις ὀνείδεσι δάκοιμι· τοιόνδ΄ ἐμπέφυκέ σοι θράσος· ἔρρ΄͵ αἰσχροποιὲ καὶ τέκνων μιαιφόνε· ἐμοὶ δὲ τὸν ἐμὸν δαίμον΄ αἰάζειν πάρα͵ ὃς οὔτε λέκτρων νεογάμων ὀνήσομαι͵ οὐ παῖδας οὓς ἔφυσα κἀξεθρεψάμην ἕξω προσειπεῖν ζῶντας͵ ἀλλ΄ ἀπώλεσα. Μη. Ια. οἵδ΄ οὐκέτ΄ εἰσί· τοῦτο γάρ σε δήξεται. Ια.ἔτλη ποθ΄͵ ὧν γε πρόσθεν ἠξίουν ἐγὼ 1340 γῆμαι σέ͵ κῆδος ἐχθρὸν ὀλέθριόν τ΄ ἐμοί͵ λέαιναν͵ οὐ γυναῖκα͵ τῆς Τυρσηνίδος Σκύλλης ἔχουσαν ἀγριωτέραν φύσιν. ὦ παῖδες͵ ὡς ὤλεσθε πατρῴᾳ νόσῳ. ὦ τέκνα͵ μητρὸς ὡς κακῆς ἐκύρσατε. . σάφ΄ ἴσθι· λύει δ΄ ἄλγος͵ ἢν σὺ μὴ ΄γγελᾷς. οὔτοι νυν ἡμὴ δεξιά σφ΄ ἀπώλεσεν. σμικρὸν γυναικὶ πῆμα τοῦτ΄ εἶναι δοκεῖς; Ια. 1360 Ια. καὶ μὴν ἐγὼ σήν· ῥᾴδιον δ΄ ἀπαλλαγαί. οὐ δῆτ΄͵ ἐπεί σφας τῇδ΄ ἐγὼ θάψω χερί͵ φέρουσ΄ ἐς ῞Ηρας τέμενος Ἀκραίας θεοῦ͵ ὡς μή τις αὐτοὺς πολεμίων καθυβρίσῃ͵ 1380 τύμβους ἀνασπῶν· γῇ δὲ τῇδε Σισύφου σεμνὴν ἑορτὴν καὶ τέλη προσάψομεν τὸ λοιπὸν ἀντὶ τοῦδε δυσσεβοῦς φόνου. ἥτις γε σώφρων· σοὶ δὲ πάντ΄ ἐστὶν κακά. 1350 Μη. Ια. Μη. μακρὰν ἂν ἐξέτεινα τοῖσδ΄ ἐναντίον λόγοισιν͵ εἰ μὴ Ζεὺς πατὴρ ἠπίστατο οἷ΄ ἐξ ἐμοῦ πέπονθας οἷά τ΄ εἰργάσω· σὺ δ΄ οὐκ ἔμελλες τἄμ΄ ἀτιμάσας λέχη τερπνὸν διάξειν βίοτον ἐγγελῶν ἐμοί· οὐδ΄ ἡ τύραννος͵ οὐδ΄ ὁ σοὶ προσθεὶς γάμους Κρέων ἀνατεὶ τῆσδέ μ΄ ἐκβαλεῖν χθονός. Μη. καὐτή γε λυπῇ καὶ κακῶν κοινωνὸς εἶ. πρὸς ταῦτα καὶ λέαιναν͵ εἰ βούλῃ͵ κάλει καὶ Σκύλλαν ἣ Τυρσηνὸν ᾤκησεν πέδον· τῆς σῆς γὰρ ὡς χρὴ καρδίας ἀνθηψάμην. θάψαι νεκρούς μοι τούσδε καὶ κλαῦσαι πάρες. ἴσασι δῆτα σήν γ΄ ἀπόπτυστον φρένα. Μη. Μη.
ὦ τέκνα φίλτατα. Μη. φεῦ φεῦ͵ μυσαρὰ καὶ παιδολέτορ. Ια. Ια. Επίκουρος. δός μοι πρὸς θεῶν μαλακοῦ χρωτὸς ψαῦσαι τέκνων. ὤμοι͵ φιλίου χρῄζω στόματος παίδων ὁ τάλας προσπτύξασθαι. Κύριαι Δόξαι Ἐπίκουρος ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ 1 Τὸ μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει· ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνέχεται· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ πᾶν τὸ τοιοῦτον.Ια. σέ γε πημαίνουσ΄. Ια. 1390 Μη. Μη. οὔπω θρηνεῖς· μένε καὶ γῆρας. τίς δὲ κλύει σοῦ θεὸς ἢ δαίμων͵ τοῦ ψευδόρκου καὶ ξειναπάτου; Ια. κἄπειτ΄ ἔκανες; Μη. νῦν σφε προσαυδᾷς͵ νῦν ἀσπάζῃ͵ τότ΄ ἀπωσάμενος. ἀλλά σ΄ Ἐρινὺς ὀλέσειε τέκνων φονία τε Δίκη. (ἐν ἄλλοις δέ φησι τοὺς θεοὺς λόγῳ θεωρητούς͵ οὓς μὲν κατ΄ ἀριθμὸν ὑφεστῶτας͵ οὓς δὲ κατὰ ὁμοείδειαν͵ ἐκ τῆς . πολλῶν ταμίας Ζεὺς ἐν Ὀλύμπῳ͵ πολλὰ δ΄ ἀέλπτως κραίνουσι θεοί· καὶ τὰ δοκηθέντ΄ οὐκ ἐτελέσθη͵ τῶν δ΄ ἀδοκήτων πόρον ηὗρε θεός. μητρί γε͵ σοὶ δ΄ οὔ. Μη. οὐκ ἔστι· μάτην ἔπος ἔρριπται. Μη. Ια. στεῖχε πρὸς οἴκους καὶ θάπτ΄ ἄλοχον. 1400 Μη. Ζεῦ͵ τάδ΄ ἀκούεις ὡς ἀπελαυνόμεθ΄͵ οἷά τε πάσχομεν ἐκ τῆς μυσαρᾶς καὶ παιδοφόνου τῆσδε λεαίνης; ἀλλ΄ ὁπόσον γοῦν πάρα καὶ δύναμαι τάδε καὶ θρηνῶ κἀπιθεάζω͵ μαρτυρόμενος δαίμονας ὥς μοι 1410 τέκνα κτείνασ΄ ἀποκωλύεις ψαῦσαί τε χεροῖν θάψαι τε νεκρούς͵ οὓς μήποτ΄ ἐγὼ φύσας ὄφελον πρὸς σοῦ φθιμένους ἐπιδέσθαι. στείχω͵ δισσῶν γ΄ ἄμορος τέκνων. Χο. τοιόνδ΄ ἀπέβη τόδε πρᾶγμα. Ια. Ια.
ὅπου δ΄ ἂν τὸ ἡδόμενον ἐνῇ͵ καθ΄ ὃν ἂν χρόνον ᾖ͵ οὐκ ἔστι τὸ ἀλγοῦν ἢ λυπούμενον ἢ τὸ συναμφότερον. 6 Ἕνεκα τοῦ θαρρεῖν ἐξ ἀνθρώπων ἦν κατὰ φύσιν ἀρχῆς καὶ βασιλείας ἀγαθόν͵ ἐξ ὧν ἄν ποτε τοῦτο οἷός τ΄ ᾖ παρασκευάζεσθαι. 8 Οὐδεμία ἡδονὴ καθ΄ ἑαυτὴν κακόν· ἀλλὰ τὰ τινῶν ἡδονῶν ποιητικὰ πολλαπλασίους ἐπιφέρει τὰς ὀχλήσεις τῶν ἡδονῶν. 1 τῷ αὐτῷ 10 Εἰ τὰ ποιητικὰ τῶν περὶ τοὺς ἀσώτους ἡδονῶν ἔλυε τοὺς φόβους τῆς διανοίας τούς τε περὶ μετεώρων καὶ θανάτου καὶ ἀλγηδόνων͵ ἔτι τε τὸ πέρας τῶν ἐπιθυμιῶν (καὶ τῶν ἀλγηδόνων) .) 2 Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς. 7 Ἔνδοξοι καὶ περίβλεπτοί τινες ἐβουλήθησαν γενέσθαι͵ τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἀσφάλειαν οὕτω νομίζοντες περιποιήσεσθαι ὥστε͵ εἰ μὲν ἀσφαλὴς ὁ τῶν τοιούτων βίος͵ ἀπέλαβον τὸ τῆς φύσεως ἀγαθόν· εἰ δὲ μὴ ἀσφαλής͵ οὐκ ἔχουσιν οὗ ἕνεκα ἐξ ἀρχῆς κατὰ τὸ τῆς φύσεως οἰκεῖον ὠρέχθησαν. 4 Οὐ χρονίζει τὸ ἀλγοῦν συνεχῶς ἐν τῇ σαρκί͵ ἀλλὰ τὸ μὲν ἄκρον τὸν ἐλάχιστον χρόνον πάρεστι͵ τὸ δὲ μόνον ὑπερτεῖνον τὸ ἡδόμενον κατὰ σάρκα οὐ πολλὰς ἡμέρας συμβαίνει· αἱ δὲ πολυχρόνιοι τῶν ἀρρωστιῶν πλεονάζον ἔχουσι τὸ ἡδόμενον ἐν τῇ σαρκὶ ἤπερ τὸ ἀλγοῦν. 5 Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως· ὅτῳ δὲ τοῦτο μὴ ὑπάρχει͵ οὐκ ἔστι τοῦτον ἡδέως ζῆν.συνεχοῦς ἐπιρρύσεως τῶν ὁμοίων εἰδώλων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀποτετελεσμένων͵ ἀνθρωποειδεῖς. 9 Εἰ κατεπυκνοῦτο πᾶσα ἡδονὴ τόπῳ καὶ χρόνῳ1 καὶ περὶ ὅλον τὸ ἄθροισμα ὑπῆρχεν ἢ τὰ κυριώτατα μέρη τῆς φύσεως͵ οὐκ ἄν ποτε διέφερον ἀλλήλων αἱ ἡδοναί. 3 Ὅρος τοῦ μεγέθους τῶν ἡδονῶν ἡ παντὸς τοῦ ἀλγοῦντος ὑπεξαίρεσις.
ἐδίδασκεν͵ οὐκ ἄν ποτε εἴχομεν ὅ τι μεμψαίμεθα αὐτοῖς πανταχόθεν ἐκπληρουμένοις τῶν ἡδονῶν καὶ οὐδαμόθεν οὔτε τὸ ἀλγοῦν οὔτε τὸ λυπούμενον ἔχουσιν͵ ὅπερ ἐστὶ τὸ κακόν. 16 Βραχέα σοφῷ τύχη παρεμπίπτει͵ τὰ δὲ μέγιστα καὶ κυριώτατα ὁ λογισμὸς διῴκηκε καὶ κατὰ τὸν συνεχῆ χρόνον τοῦ βίου διοικεῖ καὶ διοικήσει. 19 Ὁ ἄπειρος χρόνος ἴσην ἔχει τὴν ἡδονὴν καὶ ὁ πεπερασμένος͵ ἐάν τις αὐτῆς τὰ πέρατα καταμετρήσῃ τῷ λογισμῷ. 15 Ὁ τῆς φύσεως πλοῦτος καὶ ὥρισται καὶ εὐπόριστός ἐστιν͵ ὁ δὲ τῶν κενῶν δοξῶν εἰς ἄπειρον ἐκπίπτει. 14 Τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐξ ἀνθρώπων γενομένης μέχρι τινὸς δυνάμει τε ἐξερειστικῇ καὶ εὐπορίᾳ͵ εἰλικρινεστάτη γίνεται ἡ ἐκ τῆς ἡσυχίας καὶ ἐκχωρήσεως τῶν πολλῶν ἀσφάλεια. 13 Οὐθὲν ὄφελος ἦν τὴν κατὰ ἀνθρώπους ἀσφάλειαν παρασκευάζεσθαι τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων καὶ τῶν ὑπὸ γῆς καὶ ἁπλῶς τῶν ἐν τῷ ἀπείρῳ. . 12 Οὐκ ἦν τὸ φοβούμενον λύειν ὑπὲρ τῶν κυριωτάτων μὴ κατειδότα τίς ἡ τοῦ σύμπαντος φύσις͵ ἀλλ΄ ὑποπτεύοντά τι τῶν κατὰ τοὺς μύθους· ὥστε οὐκ ἦν ἄνευ φυσιολογίας ἀκεραίους τὰς ἡδονὰς ἀπολαμβάνειν. τῆς δὲ διανοίας τὸ πέρας τὸ κατὰ τὴν ἡδονὴν ἀπεγέννησεν ἥ τε τούτων αὐτῶν ἐκλόγισις καὶ τῶν ὁμογενῶν τούτοις͵ ὅσα τοὺς μεγίστους φόβους παρεσκεύαζε τῇ διανοίᾳ. 18 Οὐκ ἀπαύξεται ἐν τῇ σαρκὶ ἡ ἡδονή͵ ἐπειδὰν ἅπαξ τὸ κατ΄ ἔνδειαν ἀλγοῦν ἐξαιρεθῇ͵ ἀλλὰ μόνον ποικίλλεται. 11 Εἰ μηθὲν ἡμᾶς αἱ τῶν μετεώρων ὑποψίαι ἠνώχλουν καὶ αἱ περὶ θανάτου͵ μήποτε πρὸς ἡμᾶς ᾖ τι͵ ἔτι τε τὸ μὴ κατανοεῖν τοὺς ὅρους τῶν ἀλγηδόνων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν͵ οὐκ ἂν προσεδεόμεθα φυσιολογίας. 17 Ὁ δίκαιος ἀταρακτότατος͵ ὁ δ΄ ἄδικος πλείστης ταραχῆς γέμων.
24 Εἰ τιν΄ ἐκβαλεῖς ἁπλῶς αἴσθησιν καὶ μὴ διαιρήσεις τὸ δοξαζόμενον καὶ τὸ προσμένον καὶ τὸ παρὸν ἤδη κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ τὰ πάθη καὶ πᾶσαν φανταστικὴν ἐπιβολὴν τῆς διανοίας͵ συνταράξεις καὶ τὰς λοιπὰς αἰσθήσεις τῇ ματαίῳ δόξῃ͵ ὥστε τὸ κριτήριον ἅπαν ἐκβαλεῖς· εἰ δὲ βεβαιώσεις καὶ τὸ προσμένον1 ἅπαν ἐν ταῖς δοξαστικαῖς ἐννοίαις καὶ τὸ μὴ τὴν ἐπιμαρτύρησιν (ἔχον)͵ οὐκ ἐκλείψεις τὸ διεψευσμένον͵ ὡς τετηρηκὼς ἔσῃ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν κατὰ πᾶσαν κρίσιν τοῦ ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς. 22 Τὸ ὑφεστηκὸς δεῖ τέλος ἐπιλογίζεσθαι καὶ πᾶσαν τὴν ἐνάργειαν͵ ἐφ΄ ἣν τὰ δοξαζόμενα ἀνάγομεν· εἰ δὲ μὴ πάντα ἀκρισίας καὶ ταραχῆς ἔσται μεστά.20 Ἡ μὲν σὰρξ ἀπέλαβε τὰ πέρατα τῆς ἡδονῆς ἄπειρα καὶ ἄπειρος αὐτὴν χρόνος παρεσκεύασεν· ἡ δὲ διάνοια τοῦ τῆς σαρκὸς τέλους καὶ πέρατος λαβοῦσα τὸν ἐπιλογισμὸν καὶ τοὺς ὑπὲρ τοῦ αἰῶνος φόβους ἐκλύσασα τὸν παντελῆ βίον παρεσκεύασε͵ καὶ οὐθὲν ἔτι τοῦ ἀπείρου χρόνου προσεδεήθη· ἀλλ΄ οὔτε ἔφυγε τὴν ἡδονὴν οὐδ΄ ἡνίκα τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ ζῆν τὰ πράγματα παρεσκεύαζεν͵ ὡς ἐλλείπουσά τι τοῦ ἀρίστου βίου κατέστρεψεν. 26 Τῶν ἐπιθυμιῶν ὅσαι μὴ ἐπ΄ ἀλγοῦν ἐπανάγουσιν ἐὰν μὴ συμπληρωθῶσιν͵ οὐκ εἰσὶν . 23 Εἰ μαχῇ πάσαις ταῖς αἰσθήσεσιν͵ οὐχ ἕξεις οὐδ΄ ἃς ἂν φῇς αὐτῶν διεψεῦσθαι πρὸς τί ποιούμενος τὴν ἀγωγὴν κρίνῃς. 21 Ὁ τὰ πέρατα τοῦ βίου κατειδὼς οἶδεν ὡς εὐπόριστόν ἐστι τὸ (τὸ) ἀλγοῦν κατ΄ ἔνδειαν ἐξαιροῦν καὶ τὸ τὸν ὅλον βίον παντελῆ καθιστάν· ὥστε οὐδὲν προσδεῖται πραγμάτων ἀγῶνας κεκτημένων. 1 προσμενόμενενον 25 Εἰ μὴ παρὰ πάντα καιρὸν ἐπανοίσεις ἕκαστον τῶν πραττομένων ἐπὶ τὸ τέλος τῆς φύσεως͵ ἀλλὰ προκαταστρέψεις εἴτε φυγὴν εἴτε δίωξιν ποιούμενος εἰς ἄλλο τι͵ οὐκ ἔσονταί σοι τοῖς λόγοις αἱ πράξεις ἀκόλουθοι.
28 Ἡ αὐτὴ (γνώμη) θαρρεῖν τε ἐποίησεν ὑπὲρ τοῦ μηθὲν αἰώνιον εἶναι δεινὸν μηδὲ πολυχρόνιον καὶ τὴν ἐν αὐτοῖς τοῖς ὡρισμένοις ἀσφάλειαν φιλίας μάλιστα κατεῖδε συντελουμένην. (φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας ἡγεῖται ὁ Ἐπίκουρος τὰς ἀλγηδόνος ἀπολυούσας͵ ὡς ποτὸν ἐπὶ δίψους· φυσικὰς δὲ οὐκ ἀναγκαίας δὲ τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονὴν͵ μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸν ἄλγημα͵ ὡς πολυτελῆ σιτία· οὔτε δὲ φυσικὰς οὔτε ἀναγκαίας͵ ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις). 31 Τὸ τῆς φύσεως δίκαιόν ἐστι σύμβολον τοῦ συμφέροντος εἰς τὸ μὴ βλάπτειν ἀλλήλους μηδὲ βλάπτεσθαι. . 32 Ὅσα τῶν ζῴων μὴ ἐδύνατο συνθήκας ποιεῖσθαι τὰς ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν ἄλληλα μηδὲ βλάπτεσθαι͵ πρὸς ταῦτα οὐθὲν ἦν δίκαιον οὐδὲ ἄδικον· ὡσαύτως δὲ καὶ τῶν ἐθνῶν ὅσα μὴ ἐδύνατο ἢ μὴ ἐβούλετο τὰς συνθήκας ποιεῖσθαι τὰς ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν μηδὲ βλάπτεσθαι. 27 Ὧν ἡ σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς φιλίας κτῆσις. 30 Ἐν αἷς τῶν φυσικῶν ἐπιθυμιῶν μὴ ἐπ΄ ἀλγοῦν δὲ ἐπαναγουσῶν ἐὰν μὴ συντελεσθῶσιν͵ ὑπάρχει ἡ σπουδὴ σύντονος͵ παρὰ κενὴν δόξαν αὗται γίνονται͵ καὶ οὐ παρὰ τὴν ἑαυτῶν φύσιν οὐ διαχέονται ἀλλὰ παρὰ τὴν τοῦ ἀνθρώπου κενοδοξίαν. 29 Τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ καὶ (ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσικαὶ καὶ) οὐκ ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ οὔτε φυσικαὶ οὔτε ἀναγκαῖαι͵ ἀλλὰ παρὰ κενὴν δόξαν γινόμεναι.ἀναγκαῖαι͵ ἀλλ΄ εὐδιάχυτον τὴν ὄρεξιν ἔχουσιν͵ ὅταν δυσπορίστων ἢ βλάβης ἀπεργαστικαὶ δόξωσιν εἶναι. 33 Οὐκ ἦν τι καθ΄ ἑαυτὸ δικαιοσύνη͵ ἀλλ΄ ἐν ταῖς μετ΄ ἀλλήλων συστροφαῖς καθ΄ ὁπηλίκους δήποτε ἀεὶ τόπους συνθήκη τις ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν ἢ βλάπτεσθαι.
37 Τὸ μὲν ἐπιμαρτυρούμενον ὅτι συμφέρει ἐν ταῖς χρείαις τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας τῶν νομισθέντων εἶναι δικαίων ἔχειν τοῦ δικαίου χώραν (δ)εῖ͵ ἐάν τε τὸ αὐτὸ πᾶσι γένηται ἐάν τε μὴ τὸ αὐτό· ἐὰν δὲ (νόμον) μόνον θῆταί τις͵ μὴ ἀποβαίνῃ δὲ κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας͵ οὐκέτι τοῦτο τὴν τοῦ δικαίου φύσιν ἔχει· κἂν μεταπίπτῃ τὸ κατὰ τὸ δίκαιον συμφέρον͵ χρόνον δέ τινα εἰς τὴν πρόληψιν ἐναρμόττῃ͵ οὐδὲν ἧττον ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἦν δίκαιον τοῖς μὴ φωναῖς κεναῖς ἑαυτοὺς συνταράττουσιν ἀλλ΄ εἰς τὰ πράγματα βλέπουσιν.34 Ἡ ἀδικία οὐ καθ΄ ἑαυτὴν κακόν͵ ἀλλ΄ ἐν τῷ κατὰ τὴν ὑποψίαν φόβῳ͵ εἰ μὴ λήσει τοὺς ὑπὲρ τῶν τοιούτων ἐφεστηκότας κολαστάς. 35 Οὐκ ἔστι τὸν λάθρα τι ποιοῦντα ὧν συ νέθεντο πρὸς ἀλλήλους εἰς τὸ μὴ βλάπτειν μηδὲ βλάπτεσθαι πιστεύειν ὅτι λήσει͵ κἂν μυριάκις ἐπὶ τοῦ παρόντος λανθάνῃ· μέχρι γὰρ καταστροφῆς ἄδηλον εἰ καὶ λήσει. 38 Ἔνθα μὴ καινῶν γενομένων τῶν περιεστώτων πραγμάτων ἀνεφάνη μὴ ἁρμόττοντα εἰς τὴν πρόληψιν τὰ νομισθέντα δίκαια ἐπ΄ αὐτῶν τῶν ἔργων͵ οὐκ ἦν ταῦτα δίκαια· ἔνθα δὲ καινῶν γενομένων τῶν πραγμάτων οὐκέτι συνέφερε τὰ αὐτὰ δίκαια κείμενα͵ ἐνταῦθα δὴ τότε μὲν ἦν δίκαια ὅτε συνέφερεν εἰς τὴν πρὸς ἀλλήλους κοινωνίαν τῶν συμπολιτευομένων͵ ὕστερον δ΄ οὐκ ἦν ἔτι δίκαια ὅτε μὴ συνέφερεν. 36 Κατὰ μὲν (τὸ) κοινὸν πᾶσι τὸ δίκαιον τὸ αὐτό· συμφέρον γάρ τι ἦν ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνίᾳ· κατὰ δὲ τὸ ἴδιον χώρας καὶ ὅσων δήποτε αἰτίων οὐ πᾶσι συνέπεται τὸ αὐτὸ δίκαιον εἶναι. 40 Ὅσοι τὴν δύναμιν ἔσχον τοῦ τὸ θαρρεῖν μάλιστα ἐκ τῶν ὁμορρούντων παρασκευάσασθαι͵ . 39 Ὁ (τὰ ἑαυτοῦ πρὸς) τὸ μὴ θαρροῦν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν ἄριστα συστησάμενος͵ οὗτος τὰ μὲν δυνατὰ ὁμόφυλα κατε σκευάσατο͵ τὰ δὲ μὴ δυνατὰ οὐκ ἀλλόφυλά γε· ὅσα δὲ μηδὲ τοῦτο δυνατὸς ἦν͵ ἀνεπίμεικτος ἐγένετο καὶ ἐξηρείσατο ὅσα πρὸς τοῦτ΄ ἐλυσιτέλει πράττειν.
Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος. ὁ δὲ λέγων ἢ μήπω τοῦ φιλοσοφεῖν ὑπάρχειν ὥραν ἢ παρεληλυθέναι τὴν ὥραν ὅμοιός ἐστι τῷ λέγοντι πρὸς εὐδαιμονίαν ἢ μὴ παρεῖναι τὴν ὥραν ἢ μηκέτι εἶναι. ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν͵ [124] ἀλλ΄ ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων. Επιστολή προς Μενοικέα Ἐπίκουρος ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ Ἐπίκουρος Μενοικεῖ χαίρειν. ἔνθεν αἱ μέγισται βλάβαι αἴτιαι τοῖς κακοῖς ἐκ θεῶν ἐπάγονται καὶ ὠφέλειαι.οὗτοι καὶ ἐβίωσαν μετ΄ ἀλλήλων ἥδιστα τὸ βεβαιότατον πίστωμα ἔχοντες͵ καὶ πληρεστάτην οἰκειότητα ἀπολαβόντες οὐκ ὠδύραντο ὡς πρὸς ἔλεον τὴν τοῦ τελευτήσαντος προκαταστροφήν. οὐ γὰρ προ λήψεις εἰσὶν ἀλλ΄ ὑπολήψεις ψευδεῖς αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις. θεοὶ μὲν γὰρ εἰσίν· ἐναργὴς γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἡ γνῶσις· οἵους δ΄ αὐτοὺς οἱ πολλοὶ νομίζουσιν͵ οὐκ εἰσίν· οὐ γὰρ φυλάττουσιν αὐτοὺς οἵους νομίζουσιν. [123] Ἃ δέ σοι συνεχῶς παρήγγελλον͵ ταῦτα καὶ πρᾶττε καὶ μελέτα͵ στοιχεῖα τοῦ καλῶς ζῆν ταῦτ΄ εἶναι διαλαμβάνων. Επίκουρος. οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι͵ τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων͵ τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων· μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν͵ εἴπερ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν͵ ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν. ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών͵ ἀλλ΄ ὅτι λυπεῖ . ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται͵ πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες. Πρῶτον μὲν τὸν θεὸν ζῷον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων͵ ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη͵ μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῷ πρόσαπτε· πᾶν δὲ τὸ φυλάττειν αὐτοῦ δυνάμενον τὴν μετὰ ἀφθαρσίας μακαριότητα περὶ αὐτὸν δόξαζε. [125] οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν͵ οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον͵ ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον. [122] Μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν͵ μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν.
Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν. [129] ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν͵ καὶ ἀπὸ ταύτης καταρχόμεθα πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς͵ καὶ ἐπὶ ταύτην καταντῶμεν ὡς κανόνι τῷ πάθει πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες. ὅταν δὲ ἅπαξ τοῦτο περὶ ἡμᾶς γένηται͵ λύεται πᾶς ὁ τῆς ψυχῆς χειμών͵ οὐκ ἔχοντος τοῦ ζῴου βαδίζειν ὡς πρὸς ἐνδέον τι καὶ ζητεῖν ἕτερον ᾧ τὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀγαθὸν συμπληρώσεται. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ͵ προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. Ἀναλογιστέον δὲ ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαί͵ αἱ δὲ κεναί͵ καὶ τῶν φυσικῶν αἱ μὲν ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσι καὶ μόνον· τῶν δὲ ἀναγκαίων αἱ μὲν πρὸς εὐδαιμονίαν εἰσὶν ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ πρὸς τὴν τοῦ σώματος ἀοχλησίαν͵ αἱ δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ ζῆν. πᾶσα οὖν ἡδονὴ διὰ τὸ φύσιν ἔχειν οἰκείαν ἀγαθόν͵ οὐ πᾶσα μέντοι . ὥσπερ δὲ τὸ σιτίον οὐ τὸ πλεῖον πάντως ἀλλὰ τὸ ἥδιστον αἱρεῖται͵ οὕτω καὶ χρόνον οὐ τὸν μήκιστον ἀλλὰ τὸν ἥδιστον καρπίζεται.μέλλων. Μνημονευτέον δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε πάντως ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον͵ ἵνα μήτε πάντως προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον. [127] Εἰ μὲν γὰρ πεποιθὼς τοῦτό φησιν͵ πῶς οὐκ ἀπέρχεται ἐκ τοῦ ζῆν; ἐν ἑτοίμῳ γὰρ αὐτῷ τοῦτ΄ ἐστίν͵ εἴπερ ἦν βεβουλευ μένον αὐτῷ βεβαίως· εἰ δὲ μωκώμενος͵ μάταιος ἐν τοῖς οὐκ ἐπιδεχομένοις. [128] τούτων γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν͵ ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος. τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. ὁ δὲ σοφὸς οὔτε παραιτεῖται τὸ ζῆν) [126] οὔτε φοβεῖται τὸ μὴ ζῆν· οὔτε γὰρ αὐτῷ προσίσταται τὸ ζῆν οὔτε δοξάζει κακὸν εἶναί τι τὸ μὴ ζῆν. τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν͵ ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν· ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν͵ οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα. πολὺ δὲ χείρων καὶ ὁ λέγων καλὸν μὲν μὴ φῦναι͵ φύντα δ΄ ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀίδαο περῆσαι. Ὁ δὲ παραγγέλλων τὸν μὲν νέον καλῶς ζῆν͵ τὸν δὲ γέροντα καλῶς καταστρέφειν͵ εὐήθης ἐστὶν οὐ μόνον διὰ τὸ τῆς ζωῆς ἀσπαστόν͵ ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τὴν αὐτὴν εἶναι μελέτην τοῦ καλῶς ζῆν καὶ τοῦ καλῶς ἀποθνῄσκειν. Καὶ ἐπεὶ πρῶτον ἀγαθὸν τοῦτο καὶ σύμφυτον͵ διὰ τοῦτο καὶ οὐ πᾶσαν ἡδονὴν αἱρούμεθα͵ ἀλλ΄ ἔστιν ὅτε πολλὰς ἡδονὰς ὑπερβαίνομεν͵ ὅταν πλεῖον ἡμῖν τὸ δυσχερὲς ἐκ τούτων ἕπηται· καὶ πολλὰς ἀλγηδόνας ἡδονῶν κρείττους νομίζομεν͵ ἐπειδὰν μείζων ἡμῖν ἡδονὴ παρακολουθῇ πολὺν χρόνον ὑπομείνασι τὰς ἀλγηδόνας. Ἀλλ΄ οἱ πολλοὶ τὸν θάνατον ὁτὲ μὲν ὡς μέγιστον τῶν κακῶν φεύγουσιν͵ ὁτὲ δὲ ὡς ἀνάπαυσιν τῶν ἐν τῷ ζῆν (κακῶν αἱροῦνται. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν. τούτου γὰρ χάριν πάντα πράττομεν͵ ὅπως μήτε ἀλγῶμεν μήτε ταρβῶμεν.
συμπεφύ κασι γὰρ αἱ ἀρεταὶ τῷ ζῆν ἡδέως͵ καὶ τὸ ζῆν ἡδέως τούτων ἐστὶν ἀχώριστον. Τούτων δὲ πάντων ἀρχὴ καὶ τὸ μέγιστον ἀγαθὸν φρόνησις. διὸ καὶ φιλοσοφίας τιμιώτερον ὑπάρχει φρόνησις͵ ἐξ ἧς αἱ λοιπαὶ πᾶσαι πεφύκασιν ἀρεταί͵ διδάσκουσα ὡς οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως. —οὐθὲν γὰρ ἀτάκτως θεῷ πράττεται— οὔτε ἀβέβαιον αἰτίαν. τὸ συνεθίζειν οὖν ἐν ταῖς ἁπλαῖς καὶ οὐ πολυτελέσι διαίταις καὶ ὑγιείας ἐστὶ συμπληρωτικὸν καὶ πρὸς τὰς ἀναγκαίας τοῦ βίου χρήσεις ἄοκνον ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον καὶ τοῖς πολυτελέσιν ἐκ διαλειμμάτων προσερχομένοις κρεῖττον ἡμᾶς διατίθησι καὶ πρὸς τὴν τύχην ἀφόβους παρασκευάζει. Καὶ τὴν αὐτάρκειαν δὲ ἀγαθὸν μέγα νομίζομεν͵ οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα͵ ἀλλ΄ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά͵ τοῖς ὀλίγοις ἀρκώμεθα͵ πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι͵ καὶ ὅτι τὸ μὲν φυσικὸν πᾶν εὐπόριστόν ἐστι͵ τὸ δὲ κενὸν δυσπόριστον͵ ὅτι τε λιτοὶ χυλοὶ ἴσην πολυτελεῖ διαίτῃ τὴν ἡδονὴν ἐπιφέρουσιν͵ ὅταν ἅπαν τὸ ἀλγοῦν κατ΄ ἔνδειαν ἐξαιρεθῇ͵ [131] καὶ μᾶζα καὶ ὕδωρ τὴν ἀκροτάτην ἀποδίδωσιν ἡδονήν͵ ἐπειδὰν ἐνδέων τις αὐτὰ προσενέγκηται.αἱρετή· καθάπερ καὶ ἀλγηδὼν πᾶσα κακόν͵ οὐ πᾶσα δὲ ἀεὶ φευκτὴ πεφυκυῖα. τὴν δὲ τύχην οὔτε θεὸν ὡς οἱ πολλοὶ νομίζουσιν ὑπολαμβάνων. [133] Ἐπεὶ τίνα νομίζεις εἶναι κρείττονα τοῦ καὶ περὶ θεῶν ὅσια δοξάζοντος καὶ περὶ θανάτου διὰ παντὸς ἀφόβως ἔχοντος καὶ τὸ τῆς φύσεως ἐπιλελογισμένου τέλος͵ καὶ τὸ μὲν τῶν ἀγαθῶν πέρας ὡς ἔστιν εὐσυμπλήρωτόν τε καὶ εὐπόριστον διαλαμβάνοντος͵ τὸ δὲ τῶν κακῶν ὡς ἢ χρόνους ἢ πόνους ἔχει βραχεῖς; τὴν δὲ ὑπό τινων δεσπότιν εἰσαγομένην πάντων ἀγγέλλοντος (λέγει ἐν ἄλλοις γίνεσθαι ἃ μὲν κατ΄ ἀνάγκην͵ ἃ δὲ ἀπὸ τύχης͵ ἃ δὲ παρ΄ ἡμᾶς͵ διὰ τὸ τὴν μὲν ἀνάγκην ἀνυπεύθυνον εἶναι͵ τὴν δὲ τύχην ἄστατον ὁρᾶν͵ τὸ δὲ παρ΄ ἡμᾶς ἀδέσποτον͵ ᾧ καὶ τὸ μεμπτὸν καὶ τὸ ἐναντίον παρακολουθεῖν πέφυκεν). [130] τῇ μέντοι συμμετρήσει καὶ συμφερόντων καὶ ἀσυμφόρων βλέψει ταῦτα πάντα κρίνειν καθήκει. χρώμεθα γὰρ τῷ μὲν ἀγαθῷ κατά τινας χρόνους ὡς κακῷ͵ τῷ δὲ κακῷ τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθῷ. (οὐκ) οἴεται μὲν γὰρ ἀγαθὸν ἢ κακὸν ἐκ ταύτης πρὸς τὸ μακαρίως ζῆν ἀνθρώποις δίδοσθαι͵ ἀρχὰς μέντοι μεγάλων . Ὅταν οὖν λέγωμεν ἡδονὴν τέλος ὑπάρχειν͵ οὐ τὰς τῶν ἀσώτων ἡδονὰς καὶ τὰς ἐν ἀπολαύσει κειμένας λέγομεν͵ ὥς τινες ἀγνοοῦντες καὶ οὐχ ὁμολογοῦντες ἢ κακῶς ἐκδεχόμενοι νομίζουσιν͵ ἀλλὰ τὸ μήτε ἀλγεῖν κατὰ σῶμα μήτε ταράττεσθαι κατὰ ψυχήν· [132] οὐ γὰρ πότοι καὶ κῶμοι συνείροντες οὐδ΄ ἀπολαύσεις παίδων καὶ γυναικῶν οὐδ΄ ἰχθύων καὶ τῶν ἄλλων͵ ὅσα φέρει πολυτελὴς τράπεζα͵ τὸν ἡδὺν γεννᾷ βίον͵ ἀλλὰ νήφων λογισμὸς καὶ τὰς αἰτίας ἐξερευνῶν πάσης αἱρέ σεως καὶ φυγῆς καὶ τὰς δόξας ἐξελαύνων͵ ἐξ ὧν πλεῖστος τὰς ψυχὰς καταλαμβάνει θόρυβος. [134] ἐπεὶ κρεῖττον ἦν τῷ περὶ θεῶν μύθῳ κατακολουθεῖν ἢ τῇ τῶν φυσικῶν εἱμαρμένῃ δουλεύειν· ὁ μὲν γὰρ ἐλπίδα παραιτήσεως ὑπογράφει θεῶν διὰ τιμῆς͵ ἣ δὲ ἀπαραίτητον ἔχει τὴν ἀνάγκην.
ἁρπάσαι τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα Μηδείην. μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά. καὶ τῶν ἀδικημάτων πρῶτον τοῦτο ἄρξαι· μετὰ δὲ ταῦτα Ἑλλήνων τινάς (οὐ γὰρ ἔχουσι τοὔνομα ἀπηγήσασθαι) φασὶ τῆς Φοινίκης ἐς Τύρον προσσχόντας ἁρπάσαι τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα Εὐρώπην. οὐκ ὡς Ἕλληνες. τά τε ἄλλα καὶ δι᾽ ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι. ἀπικομένους δὲ τούς Φοίνικας ἐς δὴ τὸ Ἄργος τοῦτο διατίθεσθαι τὸν φόρτον. Ταῦτα οὖν καὶ τὰ τούτοις συγγενῆ μελέτα πρὸς σεαυτὸν ἡμέρας καὶ νυκτὸς πρός τε τὸν ὅμοιον σεαυτῷ͵ καὶ οὐδέποτε οὔθ΄ ὕπαρ οὔτ΄ ὄναρ διαταραχθήσῃ͵ ζήσῃ δὲ ὡς θεὸς ἐν ἀνθρώποις. ἐσβαλομένους δὲ ἐς τὴν νέα οἴχεσθαι ἀποπλέοντας ἐπ᾽ Αἰγύπτου. [3] πέμψαντά δὲ τὸν Κόλχων βασιλέα ἐς τὴν Ἑλλάδα κήρυκα αἰτέειν τε δίκας τῆς ἁρπαγῆς καὶ ἀπαιτέειν τὴν θυγατέρα. τὴν δὲ Ἰοῦν σὺν ἄλλῃσι ἁρπασθῆναι. εἴησαν δ᾽ ἄν οὗτοι Κρῆτες. Ηρόδοτος. . τὰς μὲν δὴ πλεῦνας τῶν γυναικῶν ἀποφυγεῖν. αὐτίκα ναυτιλίῃσι μακρῇσι ἐπιθέσθαι. μετὰ δὲ ταῦτα Ἕλληνας αἰτίους τῆς δευτέρης ἀδικίης γενέσθαι· [2] καταπλώσαντας γὰρ μακρῇ νηί ἐς Αἶάν τε τὴν Κολχίδα καὶ ἐπὶ Φᾶσιν ποταμόν. καὶ οἰκήσαντας τοῦτον τὸν χῶρον τὸν καὶ νῦν οἰκέουσι. ἐνθεῦτεν. [2] τὸ δὲ Ἄργος τοῦτον τὸν χρόνον προεῖχε ἅπασι τῶν ἐν τῇ νῦν Ἑλλάδι καλεομένῃ χωρῇ. ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται. Κλειώ (Ιστοριών α') Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν πρώτη ἐπιγραφόμενη Κλειὼ Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε. ἀκλεᾶ γένηται. ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν θάλασσαν γυναῖκας ἄλλας τε πολλάς καὶ δὴ καὶ τοῦ βασιλέος θυγατέρα· τὸ δέ οἱ οὔνομα εἶναι. [3] πέμπτῃ δὲ ἢ ἕκτῃ ἡμέρῃ ἀπ᾽ ἧς ἀπίκοντο. κατὰ τὠυτὸ τὸ καὶ Ἕλληνές λέγουσι. ἐξεμπολημένων σφι σχεδόν πάντων. ταῦτα μὲν δὴ ἴσα πρὸς ἴσα σφι γενέσθαι. τοὺς δὲ ὑποκρίνασθαι ὡς οὐδὲ ἐκεῖνοι Ἰοῦς τῆς Ἀργείης ἔδοσάν σφι δίκας τῆς ἁρπαγῆς· οὐδὲ ὤν αὐτοὶ δώσειν ἐκείνοισι. οὐθὲν γὰρ ἔοικε θνητῷ ζῴῳ ζῶν ἄνθρωπος ἐν ἀθανάτοις ἀγαθοῖς. διαπρηξαμένους καὶ τἄλλα τῶν εἵνεκεν ἀπίκατο. 2.ἀγαθῶν ἢ κακῶν ὑπὸ ταύτης χορηγεῖσθαι· [135] κρεῖττον εἶναι νομίζων εὐλογίστως ἀτυχεῖν ἢ ἀλογίστως εὐτυχεῖν· βέλτιον· γὰρ ἐν ταῖς πράξεσι τὸ καλῶς κριθὲν (μὴ ὀρθωθῆναι ἢ τὸ μὴ καλῶς κριθὲν) ὀρθωθῆναι διὰ ταύτην. τούτους γὰρ ἀπό τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης ἀπικομένους ἐπὶ τήνδε τὴν θάλασσαν. Ἰοῦν τὴν Ἰνάχου· [4] ταύτας στάσας κατά πρύμνην τῆς νεὸς ὠνέεσθαι τῶν φορτίων τῶν σφι ἦν θυμός μάλιστα· καὶ τοὺς Φοίνικας διακελευσαμένους ὁρμῆσαι ἐπ᾽ αὐτάς. τὰ μὲν Ἕλλησι τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα. ἀπαγινέοντας δὲ φορτία Αἰγύπτιά τε καὶ Ἀσσύρια τῇ τε ἄλλῃ ἐσαπικνέεσθαι καὶ δὴ καὶ ἐς Ἄργος. Περσέων μέν νυν οἱ λόγιοι Φοίνικας αἰτίους φασί γενέσθαι τῆς διαφορῆς. 1. Οὕτω μὲν Ἰοῦν ἐς Αἴγυπτον ἀπικέσθαι λέγουσι Πέρσαι.
ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται. Μέχρι μὲν ὦν τούτου ἁρπαγάς μούνας εἶναι παρ᾽ ἀλλήλων. τοὺς δὲ φίλους προσεποιήσατο. τύραννος Σαρδίων. φίλους δὲ προσεποιήσατο Λακεδαιμονίους. τὸν δὲ οἶδα αὐτὸς πρῶτον ὑπάρξαντα ἀδίκων ἔργων ἐς τοὺς Ἕλληνας. [3] ταῦτα μέν νυν Πέρσαι τε καὶ Φοίνικες λέγουσι· ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τούτων οὐκ ἔρχομαι ἐρέων ὡς οὕτω ἢ ἄλλως κως ταῦτα ἐγένετο. κατεστρέψατο μὲν Ἴωνάς τε καὶ Αἰολέας καὶ Δωριέας τοὺς ἐν τῇ Ἀσίῃ. τὰ πολλὰ σμικρὰ αὐτῶν γέγονε· τὰ δὲ ἐπ᾽ ἐμεῦ ἦν μεγάλα. ἐοῦσα Ἡρακλειδέων. οὐκ ἂν ἡρπάζοντο. καὶ διὰ τὴν Ἰλίου ἅλωσιν εὑρίσκουσι σφίσι ἐοῦσαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἔχθρης τῆς ἐς τοὺς Ἕλληνας. Οὕτω μὲν Πέρσαι λέγουσι γενέσθαι. ὡς οὐ δόντες αὐτοὶ δίκας οὐδὲ ἐκδόντες ἀπαιτεόντων βουλοίατό σφι παρ᾽ ἄλλων δίκας γίνεσθαι. τὴν δὲ Εὐρώπην καὶ τὸ Ἑλληνικόν ἥγηνται κεχωρίσθαι. [2] οὗτος ὁ Κροῖσος βαρβάρων πρῶτος τῶν ἡμεῖς ἴδμεν τοὺς μὲν κατεστρέψατο Ἑλλήνων ἐς φόρου ἀπαγωγήν. ἐθελῆσαί οἱ ἐκ τῆς Ἑλλάδος δι᾽ ἁρπαγῆς γενέσθαι γυναῖκα. [3] πρὸ δὲ τῆς Κροίσου ἀρχῆς πάντες Ἕλληνες ἦσαν ἐλεύθεροι· τὸ γὰρ Κιμμερίων στράτευμα τὸ ἐπὶ τὴν Ἰωνίην ἀπικόμενον. πρότερον Μηίων καλεόμενος. Ἡ δὲ ἡγεμονίη οὕτω περιῆλθε. [2] ἦν Κανδαύλης. τὸ δὲ ἁρπασθεισέων σπουδήν ποιήσασθαι τιμωρέειν ἀνοήτων. Κανδαύλης δὲ ὁ Μύρσου ὕστατος. Κροῖσος ἦν Λυδὸς μὲν γένος. τοὺς δέ προϊσχομένων ταῦτα. ἐπιμνήσομαι ἀμφοτέρων ὁμοίως. ἀπόγονος δὲ Ἀλκαίου τοῦ Ἡρακλέος. παῖς δὲ Ἀλυάττεω. τὴν γὰρ Ἀσίην καὶ τὰ ἐνοικέοντα ἔθνεα βάρβαρα οἰκηιεῦνται οἱ Πέρσαι. [4] τὰ γὰρ τὸ πάλαι μεγάλα ἦν. Ἄγρων μὲν γὰρ ὁ Νίνου τοῦ Βήλου τοῦ Ἀλκαίου πρῶτος Ἡρακλειδέων βασιλεὺς ἐγένετο Σαρδίων. [3] σφέας μὲν δὴ τοὺς ἐκ τῆς Ἀσίης λέγουσι Πέρσαι ἁρπαζομενέων τῶν γυναικῶν λόγον οὐδένα ποιήσασθαι. Δευτέρῃ δὲ λέγουσι γενεῇ μετὰ ταῦτα Ἀλέξανδρον τὸν Πριάμου. τοῖσι Ἕλλησι δόξαι πρῶτον πέμψαντας ἀγγέλους ἀπαιτέειν τε Ἑλένην καὶ δίκας τῆς ἁρπαγῆς αἰτέειν. ἀλλ᾽ ὡς ἐν τῷ Ἄργει ἐμίσγετο τῷ ναυκλήρῳ τῆς νέος· ἐπεὶ δ᾽ ἔμαθε ἔγκυος ἐοῦσα. τὴν ἀνθρωπηίην ὦν ἐπιστάμενος εὐδαιμονίην οὐδαμὰ ἐν τὠυτῷ μένουσαν. 5. ἐκ δούλης τε τῆς . 6. 4. ἐς τὸ γένος τὸ Κροίσου. τύραννος δὲ ἐθνέων τῶν ἐντός Ἅλυος ποταμοῦ. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου Ἕλληνας δὴ μεγάλως αἰτίους γενέσθαι· προτέρους γὰρ ἄρξαι στρατεύεσθαι ἐς τὴν Ἀσίην ἢ σφέας ἐς τὴν Εὐρώπην. [2] οὕτω δὴ ἁρπάσαντος αὐτοῦ Ἑλένην. ἀκηκοότα ταῦτα. πρότερον ἦν σμικρά. ὁμοίως σμικρὰ καὶ μεγάλα ἄστεα ἀνθρώπων ἐπεξιών. Ἕλληνας δὲ Λακεδαιμονίης εἵνεκεν γυναικὸς στόλον μέγαν συναγεῖραι καὶ ἔπειτα ἐλθόντας ἐς τὴν Ἀσίην τὴν Πριάμου δύναμιν κατελεῖν. ἀπ᾽ ὅτευ ὁ δῆμος Λύδιος ἐκλήθη ὁ πᾶς οὗτος. εἰ μὴ αὐταὶ ἐβούλοντο. τὸ δὲ μηδεμίαν ὤρην ἔχειν ἁρπασθεισέων σωφρόνων· δῆλα γὰρ δὴ ὅτι. ὃς ῥέων ἀπὸ μεσαμβρίης μεταξὺ Συρίων τε καὶ Παφλαγόνων ἐξιεῖ πρὸς βορέην ἄνεμον ἐς τὸν Εὔξεινον καλεόμενον πόντον. ἐπιστάμενον πάντως ὅτι οὐ δώσει δίκας· οὐδὲ γὰρ ἐκείνους διδόναι. [4] ἀπὸ τούτου αἰεὶ ἡγήσασθαι τὸ Ἑλληνικὸν σφίσι εἶναι πολέμιον. καλεομένους δὲ Μερμνάδας. [4] παρὰ τούτων Ἡρακλεῖδαι ἐπιτραφθέντες ἔσχον τὴν ἀρχήν ἐκ θεοπροπίου. αἰδεομένη τοὺς τοκέας οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι συνεκπλῶσαι. Κροίσου ἐὸν πρεσβύτερον. 7. προφέρειν σφι Μηδείης τὴν ἁρπαγήν.3. οὐ καταστροφὴ ἐγένετο τῶν πολίων ἀλλ᾽ ἐξ ἐπιδρομῆς ἁρπαγή. τοῦτον σημήνας προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου. [3] οἱ δὲ πρότερον Ἄγρωνος βασιλεύσαντες ταύτης τῆς χώρης ἦσαν ἀπόγονοὶ Λυδοῦ τοῦ Ἄτυος. [2] τὸ μέν νυν ἁρπάζειν γυναῖκας ἀνδρῶν ἀδίκων νομίζειν ἔργον εἶναι. [2] περὶ δὲ τῆς Ἰοῦς οὐκ ὁμολογέουσι Πέρσῃσι οὕτω Φοίνικες· οὐ γὰρ ἁρπαγῇ σφέας χρησαμένους λέγουσι ἀγαγεῖν αὐτήν ἐς Αἴγυπτον. τὸν οἱ Ἕλληνές Μυρσίλον ὀνομάζουσι.
ποίεε ὅκως ἐκείνην θεήσεαι γυμνήν. [2] ὡς δὲ ὁ Γύγης ἀπίκετο.Ἰαρδάνου γεγονότες καὶ Ἡρακλέος. ὁκοτέρην βούλεαι τραπέσθαι. τούτῳ τῷ Γύγῃ καὶ τὰ σπουδαιέστερα τῶν πρηγμάτων ὑπερετίθετο ὁ Κανδαύλης καὶ δὴ καὶ τὸ εἶδος τῆς γυναικὸς ὑπερεπαινέων. κελεύων με δέσποιναν τὴν ἐμὴν θεήσασθαι γυμνήν. κεῖται δὲ ἀγχοῦ τῆς ἐσόδου θρόνος· ἐπὶ τοῦτον τῶν ἱματίων κατὰ ἕν ἕκαστον ἐκδύνουσα θήσει. ὥστε δὲ ταῦτα νομίζων. παῖς παρὰ πατρὸς ἐκδεκόμενος τὴν ἀρχήν. οὐ γὰρ σε δοκέω πείθεσθαι μοι λέγοντι περὶ τοῦ εἴδεος τῆς γυναικός (ὦτα γὰρ τυγχάνει ἀνθρώποισι ἐόντα ἀπιστότερα ὀφθαλμῶν). μαθοῦσὰ δὲ τὸ ποιηθέν ἐκ τοῦ ἀνδρὸς οὔτε ἀνέβωσε αἰσχυνθεῖσα οὔτε ἔδοξε μαθεῖν. "Γύγη. καὶ σέο δέομαι μὴ δέεσθαι ἀνόμων. ἑτοίμους ποιησαμένη ἐκάλεε τὸν Γύγεα. ἐρασθεὶς δὲ ἐνόμιζέ οἱ εἶναι γυναῖκα πολλὸν πασέων καλλίστην. Ὃ μὲν δὴ λέγων τοιαῦτα ἀπεμάχετο." 9. καὶ μὴ φοβεῦ μήτε ἐμέ. καὶ κατ᾽ ἡσυχίην πολλὴν παρέξει τοι θεήσασθαι. σκοπέειν τινὰ τὰ ἑωυτοῦ. καὶ μετὰ ταῦτα αὐτίκα παρῆν καὶ ἡ γυνή. 11. οὗτος δὴ ὦν ὁ Κανδαύλης ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ γυναικός. φοιτᾶν. καὶ ἡ γυνὴ ἐπορᾷ μιν ἐξιόντα. ἢ σε τὸν ἐμὲ γυμνήν θεησάμενον καὶ ποιήσαντα οὐ νομιζόμενα. Ὃ μὲν δὴ ὡς οὐκ ἐδύνατο διαφυγεῖν. "νῦν τοί δυῶν ὁδῶν παρεουσέων Γύγη δίδωμί αἵρεσιν. ἀρχήν γὰρ ἐγὼ μηχανήσομαι οὕτω ὥστε μηδέ μαθεῖν μιν ὀφθεῖσαν ὑπὸ σεῦ. [3] ἀλλ᾽ ἤτοι κεῖνόν γε τὸν ταῦτα βουλεύσαντα δεῖ ἀπόλλυσθαι. ἦν γάρ οἱ τῶν αἰχμοφόρων Γύγης ὁ Δασκύλου ἀρεσκόμενος μάλιστα. ἐγὼ δὲ πείθομαι ἐκείνην εἶναι πασέων γυναικῶν καλλίστην. ἦν ἕτοιμος· ὁ δὲ Κανδαύλης. σχεδὸν δὲ καὶ παρὰ τοῖσι ἄλλοισι βαρβάροισι καὶ ἄνδρα ὀφθῆναι γυμνόν ἐς αἰσχύνην μεγάλην φέρει." ὁ δὲ Γύγης τέως μὲν ἀπεθώμαζε τὰ λεγόμενα. ἀλλ᾽ ὥρα ἀναγκαίην ἀληθέως προκειμένην ἢ τὸν δεσπότεα ἀπολλύναι ἢ αὐτὸν ὑπ᾽ ἄλλων ἀπόλλυσθαι· αἱρέεται αὐτὸς περιεῖναι." [5] ἣ . ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. ὁ δὲ οὐδὲν δοκέων αὐτήν τῶν πρηχθέντων ἐπίστασθαι ἦλθε καλεόμενος· ἐώθεε γὰρ καὶ πρόσθε. [2] ἐγὼ γάρ σε ἐς τὸ οἴκημα ἐν τῷ κοιμώμεθα ὄπισθε τῆς ἀνοιγομένης θύρης στήσω. [2] ὡς δὲ κατὰ νώτου ἐγένετο ἰούσης τῆς γυναικός ἐς τὴν κοίτην. ὡς δὲ ἡμέρη τάχιστα ἐγεγόνεε. ἐπεὶ ἐδόκεε ὥρη τῆς κοίτης εἶναι. "θάρσεε. ἔλεγε ἡ γυνὴ τάδε. μετὰ δ᾽ ἐμὲ ἐσελθόντα παρέσται καὶ ἡ γυνὴ ἡ ἐμὴ ἐς κοῖτον. μέχρι Κανδαύλεω τοῦ Μύρσου. [3] παρὰ γὰρ τοῖσι Λυδοῖσι. ὡς ἂν μὴ πάντα πειθόμενος Κανδαύλῃ τοῦ λοιποῦ ἴδῃς τὰ μὴ σε δεῖ. ὅκως ἡ βασίλεια καλέοι. ἄρξαντες μὲν ἐπὶ δύο τε καὶ εἴκοσι γενεᾶς ἀνδρῶν ἔτεα πέντε τε καὶ πεντακόσια. ἐσελθοῦσαν δὲ καὶ τιθεῖσαν τὰ εἵματα ἐθηεῖτο ὁ Γύγης. τότε μὲν δὴ οὕτω οὐδέν δηλώσασα ἡσυχίην εἶχε. ἢ αὐτόν σε αὐτίκα οὕτω ἀποθνήσκειν δεῖ. [3] ἐπεὰν δέ ἀπὸ τοῦ θρόνου στείχῃ ἐπὶ τὴν εὐνήν κατὰ νώτου τε αὐτῆς γένῃ. [4] πάλαι δὲ τὰ καλὰ ἀνθρώποισι ἐξεύρηται. τῶν οἰκετέων τοὺς μάλιστα ὥρα πιστοὺς ἐόντας ἑωυτῇ. ὡς σέο πειρώμενος λέγω λόγον τόνδε. μήτε γυναῖκα τὴν ἐμήν. "ἐπεί με ἀναγκάζεις δεσπότεα τὸν ἐμὸν κτείνειν οὐκ ἐθέλοντα. [4] οὔκων δὴ ἔπειθε. ὑπεκδὺς ἐχώρεε ἔξω. τίνα λέγεις λόγον οὐκ ὑγιέα. μετὰ δὲ ἱκέτευε μὴ μιν ἀναγκαίῃ ἐνδέειν διακρῖναι τοιαύτην αἵρεσιν. [2] χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διελθόντος (χρῆν γὰρ Κανδαύλῃ γενέσθαι κακῶς) ἔλεγε πρὸς τὸν Γύγην τοιάδε. ἀρρωδέων μὴ τί οἱ ἐξ αὐτῶν γένηται κακόν. ἐν νοῶ ἔχουσα τίσεσθαι τὸν Κανδαύλεα." 10. ἤγαγε τὸν Γύγεα ἐς τὸ οἴκημα. ἢ γὰρ Κανδαύλεα ἀποκτείνας ἐμέ τε καὶ τὴν βασιληίην ἔχε τὴν Λυδῶν. ἐκ τῶν μανθάνειν δεῖ· ἐν τοῖσι ἓν τόδε ἐστί. Γύγη. ἅμα δὲ κιθῶνι ἐκδυομένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή. 8. φέρε ἀκούσω τέῳ καὶ τρόπῳ ἐπιχειρήσομεν αὐτῷ. μὴ τὶ τοι ἐξ αὐτῆς γένηται βλάβος." [3] ὃ δ᾽ ἀμβώσας εἶπε "δέσποτα. ἐπειρώτα δὴ λέγων τάδε. σοὶ μελέτω τὸ ἐνθεῦτεν ὅκως μὴ σε ὄψεται ἰόντα διὰ θυρέων.
14. τόν δὲ βασιλεύειν. ἐγχειρίδιον δοῦσα. 17. [2] ἑστᾶσι δὲ οὗτοι ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ. ἔστι οἱ πλεῖστα ἐν Δελφοῖσι. τοσόνδε μέντοι εἶπε ἡ Πυθίη. ἐπελαύνων γὰρ ἐπολιόρκεε τὴν Μίλητον τρόπῳ τοιῷδε· ὅκως μὲν εἴη ἐν τῇ γῇ καρπὸς ἁδρός. [2] καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου Κανδαύλεω ὑπεκδύς τε καὶ ἀποκτείνας αὐτὸν ἔσχε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην Γύγης τοῦ καὶ Ἀρχίλοχος ὁ Πάριος κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον γενόμενος ἐν ἰάμβῳ τριμέτρῳ ἐπεμνήσθη. Ἄρδυος δὲ βασιλεύσαντος ἑνὸς δέοντα πεντήκοντα ἔτεα ἐξεδέξατο Σαδυάττης ὁ Ἄρδυος. ὡς δὲ ἤρτυσαν τὴν ἐπιβουλήν. ἤν δὲ μή. [2] ἀνεῖλέ τε δὴ τὸ χρηστήριον καὶ ἐβασίλευσε οὕτω Γύγης.δὲ ὑπολαβοῦσα ἔφη "ἐκ τοῦ αὐτοῦ μὲν χωρίου ἡ ὁρμή ἔσται ὅθεν περ καὶ ἐκεῖνος ἐμέ ἐπεδέξατο γυμνήν. ἐσέβαλε μέν νυν στρατιὴν καὶ οὗτος ἐπείτε ἦρξε ἔς τε Μίλητον καὶ ἐς Σμύρνην. [3] ἀνέθηκε γὰρ δὴ καὶ Μίδης τὸν βασιλήιον θρόνον ἐς τὸν προκατίζων ἐδίκαζε. ἐπολέμησε Μιλησίοισι. 15. τηνικαῦτα ἐσέβαλλε τὴν στρατιήν· ἐστρατεύετο δὲ ὑπὸ συρίγγων τε καὶ πηκτίδων καὶ αὐλοῦ γυναικηίου τε καὶ ἀνδρηίου. 13. ἀλλ᾽ ὅσα μὲν ἀργύρου ἀναθήματα. ἐς Κλαζομενάς τε ἐσέβαλε. ἀποδοῦναι ὀπίσω ἐς Ἡρακλείδας τὴν ἀρχήν. ἀλλὰ προσπταίσας μεγάλως· ἄλλα δὲ ἔργα ἀπεδέξατο ἐὼν ἐν τῇ ἀρχῇ ἀξιαπηγητότατα τάδε. ἀπὸ μέν νυν τούτων οὐκ ὡς ἤθελε ἀπήλλαξε." 12. Ἄρδυος δὲ τοῦ Γύγεω μετὰ Γύγην βασιλεύσαντος μνήμην ποιήσομαι. ἐόντα ἀξιοθέητον· κεῖται δὲ ὁ θρόνος οὗτος ἔνθα περ οἱ τοῦ Γύγεω κρητῆρες. οὗτος δὲ Πριηνέας τε εἷλε ἐς Μίλητόν τε ἐσέβαλε. [2] οὗτος δὲ Κυαξάρῃ τε τῷ Δηιόκεω ἀπογόνῳ ἐπολέμησε καὶ Μήδοισι. κρητῆρες οἱ ἀριθμὸν ἓξ χρύσεοι ἀνακέαται. ἀλλ᾽ ἔδεε ἤ αὐτὸν ἀπολωλέναι ἢ Κανδαύλεα) εἵπετο ἐς τὸν θάλαμον τῇ γυναικί. σταθμὸν ἔχοντες τριήκοντα τάλαντα· ἀληθέι δὲ λόγῳ χρεωμένῳ οὐ Κορινθίων τοῦ δημοσίου ἐστὶ ὁ θησαυρός. Κιμμερίους τε ἐκ τῆς Ἀσίης ἐξήλασε. οὐδέ οἱ ἦν ἀπαλλαγὴ οὐδεμία. τὴν μὲν δὴ τυραννίδα οὕτω ἔσχον οἱ Μερμνάδαι τοὺς Ἡρακλείδας ἀπελόμενοι. ἔσχε δὲ τὴν βασιληίην καὶ ἐκρατύνθη ἐκ τοῦ ἐν Δελφοῖσι χρηστηρίου. [2] ὡς δὲ ἐς τὴν Μιλησίην . Σμύρνην τε τὴν ἀπὸ Κολοφῶνος κτισθεῖσαν εἷλε. Γύγης δὲ τυραννεύσας ἀπέπεμψε ἀναθήματα ἐς Δελφοὺς οὐκ ὀλίγα. νυκτὸς γενομένης (οὐ γὰρ ἐμετίετο ὁ Γύγης. ὑπὸ Δελφῶν καλέεται Γυγάδας ἐπὶ τοῦ ἀναθέντος ἐπωνυμίην. κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. ὡς γὰρ δὴ οἱ Λυδοὶ δεινόν ἐποιεῦντο τὸ Κανδαύλεω πάθος καὶ ἐν ὅπλοισι ἦσαν. ὑπνωμένῳ δὲ ἡ ἐπιχείρησις ἔσται. ὁ δὲ χρυσός οὗτος καὶ ὁ ἄργυρος τὸν ὁ Γύγης ἀνέθηκε. καὶ Κολοφῶνος τὸ ἄστυ εἷλε· ἀλλ᾽ οὐδὲν γὰρ μέγα ἀπ᾽ αὐτοῦ ἄλλο ἔργον ἐγένετο βασιλεύσαντος δυῶν δέοντα τεσσεράκοντα ἔτεα. συνέβησαν ἐς τὠυτὸ οἳ τε τοῦ Γύγεω στασιῶται καί οἱ λοιποὶ Λυδοί. ἐπὶ τούτου τε τυραννεύοντος Σαρδίων Κιμμέριοι ἐξ ἠθέων ὑπὸ Σκυθέων τῶν νομάδων ἐξαναστάντες ἀπίκοντο ἐς τὴν Ἀσίην καὶ Σάρδις πλὴν τῆς ἀκροπόλιος εἷλον. παραδεξάμενος τὸν πόλεμον παρὰ τοῦ πατρός. οὗτος δὲ ὁ Γύγης πρῶτος βαρβάρων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἐς Δελφοὺς ἀνέθηκε ἀναθήματα μετὰ Μίδην τὸν Γορδίεω Φρυγίης βασιλέα. καὶ ἐβασίλευσε ἔτεα δυώδεκα. ὡς Ἡρακλείδῃσι τίσις ἥξει ἐς τὸν πέμπτον ἀπόγονον Γύγεω. 16. τούτου τοῦ ἔπεος Λυδοί τε καί οἱ βασιλέες αὐτῶν λόγον οὐδένα ἐποιεῦντο. τοῦτον μὲν παρήσομεν τοσαῦτα ἐπιμνησθέντες. πρὶν δὴ ἐπετελέσθη. Σαδυάττεω δὲ Ἀλυάττης. καί μιν ἐκείνη. πάρεξ δὲ τοῦ ἀργύρου χρυσὸν ἄπλετον ἀνέθηκε ἄλλον τε καὶ τοῦ μάλιστα μνήμην ἄξιον ἔχειν ἐστί. ἤν μὲν τὸ χρηστήριον ἀνέλῃ μιν βασιλέα εἶναι Λυδῶν. ἀλλὰ Κυψέλου τοῦ Ἠετίωνος.
[3] ἐλπίζων γὰρ ὁ Ἀλυάττης σιτοδείην τε εἶναι ἰσχυρὴν ἐν τῇ Μιλήτῳ καὶ τὸν λεὼν τετρῦσθαι ἐς τὸ ἔσχατον κακοῦ. ἐν τοῖσι τρώματα μεγάλα διφάσια Μιλησίων ἐγένετο. ὅκως ἄν τι προειδὼς πρὸς τὸ παρεὸν βουλεύηται. μηχανᾶται τοιάδε· [2] ὅσος ἦν ἐν τῷ ἄστεϊ σῖτος καὶ ἑωυτοῦ καὶ ἰδιωτικός. ἔα δὲ κατὰ χώρην ἑστάναι· ὁ δὲ τὰ τε δένδρεα καὶ τὸν καρπὸν τὸν ἐν τῇ γῇ ὅκως διαφθείρειε. ταῦτα ποιέων ἐπολέμεε ἔτεα ἕνδεκα. πέμψαντα ἄγγελον κατειπεῖν. τῷ δὲ δυωδεκάτῳ ἔτεϊ ληίου ἐμπιπραμένου ὑπὸ τῆς στρατιῆς συνηνείχθη τι τοιόνδε γενέσθαι πρῆγμα· ὡς ἅφθη τάχιστα τὸ λήιον.ἀπίκοιτο. ὡς καὶ πρότερον μοι δεδήλωται. [3] τοῖσι δὲ Μιλησίοισι οὐδαμοὶ Ἰώνων τὸν πόλεμον τοῦτον συνεπελάφρυνον ὅτι μὴ Χῖοι μοῦνοι. τὸν ἐνέπρησαν χώρης τῆς Μιλησίης ἐν Ἀσσησῷ. ταῦτα δὲ ἐποίεέ τε καὶ προηγόρευε Θρασύβουλος τῶνδε εἵνεκεν. Δελφῶν οἶδα ἐγὼ οὕτω ἀκούσας γενέσθαι· Μιλήσιοι δὲ τάδε προστιθεῖσι τούτοισι. [3] τοῖσι δὲ ἡ Πυθίη ἀπικομένοισι ἐς Δελφοὺς οὐκ ἔφη χρήσειν πρὶν ἢ τὸν νηὸν τῆς Ἀθηναίης ἀνορθώσωσι. αὐτίκα ἔπεμπε κήρυκα ἐς Μίλητον βουλόμενος σπονδὰς ποιήσασθαι Θρασυβούλῳ τε καὶ Μιλησίοισι χρόνον ὅσον ἂν τὸν νηὸν οἰκοδομέῃ. 22. τὰς δὲ οἰκίας οὐ κατέβαλλε ὁ Λυδὸς τῶνδε εἵνεκα. ἤκουε τοῦ κήρυκος νοστήσαντος ἐκ τῆς Μιλήτου τοὺς ἐναντίους λόγους ἢ ὡς αὐτὸς κατεδόκεε. 19. Μιλήσιοι μέν νυν οὕτω λέγουσι γενέσθαι. αὐτός τε ἐκ . παρὰ τοῦ πατρὸς τὸν πόλεμον προσεῖχε ἐντεταμένως. αὐτὸς δὲ ἐκείνων ἐργαζομένων ἔχοι τι καὶ σίνεσθαι ἐσβάλλων. Ἀλυάττης δέ. Περίανδρον τὸν Κυψέλου ἐόντα Θρασυβούλῳ τῷ τότε Μιλήτου τυραννεύοντι ξεῖνον ἐς τὰ μάλιστα. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. ἀνέμῳ βιώμενον ἅψατο νηοῦ Ἀθηναίης ἐπίκλησιν Ἀσσησίης. ὃς παραδεξάμενος. ὡς γὰρ δὴ ἰδών τε ἐκεῖνα ὁ κῆρυξ καὶ εἶπας πρὸς Θρασύβουλον τοῦ Λυδοῦ τὰς ἐντολὰς ἀπῆλθε ἐς τὰς Σάρδις. οἰκήματα μὲν τὰ ἐπὶ τῶν ἀγρῶν οὔτε κατέβαλλε οὔτε ἐνεπίμπρη οὔτε θύρας ἀπέσπα. 21. 20. ὅκως ἔχοιεν ἐνθεῦτεν ὁρμώμενοι τὴν γῆν σπείρειν τε καὶ ἐργάζεσθαι οἱ Μιλήσιοι. εἴτε δὴ συμβουλεύσαντός τευ. Θρασύβουλος δὲ σαφέως προπεπυσμένος πάντα λόγον. [2] τὰ μέν νυν ἓξ ἔτεα τῶν ἕνδεκα Σαδυάττης ὁ Ἄρδυος ἔτι Λυδῶν ἦρχε. ἔν τε Λιμενηίῳ χώρης τῆς σφετέρης μαχεσαμένων καὶ ἐν Μαιάνδρου πεδίῳ. ἀπαλλάσσετο ὀπίσω. καὶ εἰδὼς τὰ Ἀλυάττης μέλλοι ποιήσειν. ὥστε ἐπέδρης μὴ εἶναι ἔργον τῇ στρατιῇ. ὁ καὶ ἐσβάλλων τηνικαῦτα ἐς τὴν Μιλησίην τὴν στρατιήν· Σαδυάττης οὗτος γὰρ καὶ ὁ τὸν πόλεμον ἦν συνάψας· τὰ δὲ πέντε τῶν ἐτέων τὰ ἑπόμενα τοῖσι ἓξ Ἀλυάττης ὁ Σαδυάττεω ἐπολέμεε. πυθόμενον τὸ χρηστήριον τὸ τῷ Ἀλυάττῃ γενόμενον. ἁφθεὶς δὲ ὁ νηὸς κατεκαύθη. [3] τῆς γὰρ θαλάσσης οἱ Μιλήσιοι ἐπεκράτεον. [4] μετὰ δὲ ἥ τε διαλλαγή σφι ἐγένετο ἐπ᾽ ᾧ τε ξείνους ἀλλήλοισι εἶναι καὶ συμμάχους. δι᾽ οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο ἡ διαλλαγή. εἴτε καὶ αὐτῷ ἔδοξε πέμψαντα τὸν θεὸν ἐπειρέσθαι περὶ τῆς νούσου. [2] καὶ τὸ παραυτίκα μὲν λόγος οὐδεὶς ἐγένετο. ὡς οἱ ταῦτα ἐξαγγέλθη. τοῦτον πάντα συγκομίσας ἐς τὴν ἀγορὴν προεῖπε Μιλησίοισι. μετὰ δὲ τῆς στρατιῆς ἀπικομένης ἐς Σάρδις ἐνόσησε ὁ Ἀλυάττης. τότε πίνειν τε πάντας καὶ κώμῳ χρᾶσθαι ἐς ἀλλήλους. 18. μακροτέρης δέ οἱ γινομένης τῆς νούσου πέμπει ἐς Δελφοὺς θεοπρόπους. οὗτοι δὲ τὸ ὅμοιον ἀνταποδιδόντες ἐτιμώρεον· καὶ γὰρ δὴ πρότερον οἱ Μιλήσιοι τοῖσι Χίοισι τὸν πρὸς Ἐρυθραίους πόλεμον συνδιήνεικαν. ὃ μὲν δὴ ἀπόστολος ἐς τὴν Μίλητον ἦν. καὶ δύο τε ἀντὶ ἑνὸς νηοὺς τῇ Ἀθηναίῃ οἰκοδόμησε ὁ Ἀλυάττης ἐν τῇ Ἀσσησῷ. ἐπεὰν αὐτὸς σημήνῃ. ὅκως ἂν δὴ ὁ κῆρυξ ὁ Σαρδιηνὸς ἰδών τε σωρὸν μέγαν σίτου κεχυμένον καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐν εὐπαθείῃσι ἐόντας ἀγγείλῃ Ἀλυάττῃ· [2] τὰ δὴ καὶ ἐγένετο.
ἢ ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν τὴν ταχίστην· [4] ἀπειληθέντα δὴ τὸν Ἀρίονα ἐς ἀπορίην παραιτήσασθαι. τὸ ἐνθεῦτεν ἐπενόεε νέας ποιησάμενος ἐπιχειρέειν τοῖσι νησιώτῃσι. ἀποβάντα δέ αὐτὸν χωρέειν ἐς Κόρινθον σὺν τῇ σκευῇ. περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι· ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσασθαι. [7] Περίανδρον δὲ ὑπὸ ἀπιστίης Ἀρίονα μὲν ἐν φυλακῇ ἔχειν οὐδαμῇ μετιέντα. θέης ἄξιον διὰ πάντων τῶν ἐν Δελφοῖσι ἀναθημάτων. Ἀλυάττης δὲ ὁ Λυδὸς τὸν πρὸς Μιλησίους πόλεμον διενείκας μετέπειτα τελευτᾷ. καὶ τοῦ νηοῦ ἑπτὰ στάδιοι. τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. ἐτέων ἐὼν ἡλικίην πέντε καὶ τριήκοντα· ὃς δὴ Ἑλλήνων πρώτοισι ἐπεθήκατο Ἐφεσίοισι. [2] ὁρμᾶσθαι μέν νυν ἐκ Τάραντος. ἐργασάμενον δὲ χρήματα μεγάλα θελῆσαι ὀπίσω ἐς Κόρινθον ἀπικέσθαι. στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον. τῶν μὲν ἐδύνατο μέζονας παρευρίσκειν. [3] πρώτοισι μὲν δὴ τούτοισι ἐπεχείρησε ὁ Κροῖσος. 23. ἐπὶ δελφῖνος ἐπὲων ἄνθρωπος. καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ. ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην νέα. ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. ὡς δὲ ἄρα παρεῖναι αὐτούς. τὸν δὲ δελφῖνα λέγουσι ὑπολαβόντα ἐξενεῖκαι ἐπὶ Ταίναρον. μετὰ δὲ ἐν μέρεϊ ἑκάστοισι Ἰώνων τε καὶ Αἰολέων. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην. ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον.τῆς νούσου ἀνέστη. ἀνακῶς δὲ ἔχειν τῶν πορθμέων. ἐπειδή σφι οὕτω δοκέοι. βασιλεύσας ἔτεα ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα. χρήματα μὲν σφι προϊέντα. κατὰ μέν τὸν πρὸς Μιλησίους τε καὶ Θρασύβουλον πόλεμον Ἀλυάττῃ ὧδε ἔσχε. [2] ἐόντων δέ οἱ . [6] καὶ τοὺς μὲν ἀποπλέειν ἐς Κόρινθον. τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα. ἀλλὰ κελεύειν τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν διαχρᾶσθαί μιν. τελευτήσαντος δὲ Ἀλυάττεω ἐξεδέξατο τὴν βασιληίην Κροῖσος ὁ Ἀλυάττεω. Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον. ὡς δὲ ἄρα οἱ ἐν τῇ Ἀσίῃ Ἕλληνες κατεστράφατο ἐς φόρου ἀπαγωγήν. κληθέντας ἱστορέεσθαι εἴ τι λέγοιεν περὶ Ἀρίονος. ἐπιφανῆναί σφι τὸν Ἀρίονα ὥσπερ ἔχων ἐξεπήδησε· καὶ τοὺς ἐκπλαγέντας οὐκ ἔχειν ἔτι ἐλεγχομένους ἀρνέεσθαι. τὸν πολλὸν τοῦ χρόνου διατρίβοντα παρὰ Περιάνδρῳ ἐπιθυμῆσαι πλῶσαι ἐς Ἰταλίην τε καὶ Σικελίην. [8] ταῦτα μέν νυν Κορίνθιοί τε καὶ Λέσβιοι λέγουσι. ἣ τότε ἐπολιορκέετο. ἐξάψαντες ἐκ τοῦ νηοῦ σχοινίον ἐς τὸ τεῖχος. μέζονα ἐπαιτιώμενος. καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός. Γλαύκου τοῦ Χίου ποίημα. ἔστι δὲ μεταξὺ τῆς τε παλαιῆς πόλιος. [5] καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ. ὡς ἂν ταφῆς ἐν γῇ τύχῃ. ὃς μοῦνος δὴ πάντων ἀνθρώπων σιδήρου κόλλησιν ἐξεῦρε. 26. [2] ἀνέθηκε δὲ ἐκφυγὼν τὴν νοῦσον δεύτερος οὗτος τῆς οἰκίης ταύτης ἐς Δελφοὺς κρητῆρά τε ἀργύρεον μέγαν καὶ ὑποκρητηρίδιον σιδήρεον κολλητόν. φαμένων δὲ ἐκείνων ὡς εἴη τε σῶς περὶ Ἰταλίην καί μιν εὖ πρήσσοντα λίποιεν ἐν Τάραντι. 27. τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι. πιστεύοντα δὲ οὐδαμοῖσι μᾶλλον ἢ Κορινθίοισι μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων. τοῖσι δὲ αὐτῶν καὶ φαῦλα ἐπιφέρων. 25. ἄλλοισι ἄλλας αἰτίας ἐπιφέρων. [2] ἔνθα δὴ οἱ Ἐφέσιοι πολιορκεόμενοι ὑπ᾽ αὐτοῦ ἀνέθεσαν τὴν πόλιν τῇ Ἀρτέμιδι. 24. καὶ Ἀρίονος ἐστὶ ἀνάθημα χάλκεον οὐ μέγα ἐπὶ Ταινάρῳ. [3] οὔκων δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι. τοῦτον τὸν Ἀρίονα λέγουσι. Περίανδρος δὲ ἦν Κυψέλου παῖς οὗτος ὁ τῷ Θρασυβούλῳ τὸ χρηστήριον μηνύσας· ἐτυράννευε δὲ ὁ Περίανδρος Κορίνθου· τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι.
οἳ τοῦτον τὸν χρόνον ἐτύγχανον ἐόντες. αὐτῶν δὴ ὦν τούτων καὶ τῆς θεωρίης ἐκδημήσας ὁ Σόλων εἵνεκεν ἐς Αἴγυπτον ἀπίκετο παρὰ Ἄμασιν καὶ δὴ καὶ ἐς Σάρδις παρὰ Κροῖσον. ἐπείτε τάχιστα ἐπύθοντό σε μέλλοντα ἐπὶ σφίσι ναυπηγέεσθαι νέας." [3] ὃ μὲν ἐλπίζων εἶναι ἀνθρώπων ὀλβιώτατος ταῦτα ἐπειρώτα· Σόλων δὲ οὐδὲν ὑποθωπεύσας ἀλλὰ τῷ ἐόντι χρησάμενος λέγει "ὦ βασιλεῦ. εἴρετο ὁ Κροῖσος τάδε. βοηθήσας καὶ τροπὴν ποιήσας τῶν πολεμίων ἀπέθανε κάλλιστα. ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία.πάντων ἑτοίμων ἐς τὴν ναυπηγίην. Δωριέες." [5] κάρτα τε ἡσθῆναι Κροῖσον τῷ ἐπιλόγῳ καί οἱ. [4] τὸν δὲ ὑπολαβόντα φάναι "ὦ βασιλεῦ. λῦσαι τῶν ἔθετο. Φρύγες." 31. Μυσοί. Ἴωνες. ὃς Ἀθηναίοισι νόμους κελεύσασι ποιήσας ἀπεδήμησε ἔτεα δέκα κατά θεωρίης πρόφασιν ἐκπλώσας. ὃ δ᾽ εἶπε "Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα. Τέλλον Ἀθηναῖον. "ξεῖνε Ἀθηναῖε. 30. ὡς φιλοσοφέων γῆν πολλὴν θεωρίης εἵνεκεν ἐπελήλυθας· νῦν ὦν ἐπειρέσθαι με ἵμερος ἐπῆλθέ σε εἴ τινα ἤδη πάντων εἶδες ὀλβιώτατον. χρόνου δὲ ἐπιγινομένου καὶ κατεστραμμένων σχεδὸν πάντων τῶν ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ οἰκημένων· πλὴν γὰρ Κιλίκων καὶ Λυκίων τοὺς ἄλλους πάντας ὑπ᾽ ἑωυτῷ εἶχε καταστρεψάμενος ὁ Κροῖσος. νησιώτας δὲ τί δοκέεις εὔχεσθαι ἄλλο ἤ. προθύμως μοι φαίνεαι εὔξασθαι νησιώτας ἱππευομένους λαβεῖν ἐν ἠπείρῳ. Θρήικες οἱ Θυνοί τε καὶ Βιθυνοί. Παφλαγόνες. Μαριανδυνοί.ἵνα δὴ μή τινα τῶν νόμων ἀναγκασθῇ. εἰσὶ δὲ οἵδε. Χάλυβες. καὶ οὕτω τοῖσι τὰς νήσους οἰκημένοισι Ἴωσι ξεινίην συνεθήκατο. 29. 28. [2] θεησάμενον δέ μιν τὰ πάντα καὶ σκεψάμενον ὥς οἱ κατὰ καιρὸν ἦν. [2] αὐτοὶ γὰρ οὐκ οἷοί τε ἦσαν αὐτὸ ποιῆσαι Ἀθηναῖοι· ὁρκίοισι γὰρ μεγάλοισι κατείχοντο δέκα ἔτεα χρήσεσθαι νόμοισι τοὺς ἄν σφι Σόλων θῆται. δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. καὶ δὴ καὶ Σόλων ἀνὴρ Ἀθηναῖος. πειθόμενον παύσασθαι τῆς ναυπηγίης. ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι. οἳ δὲ Πιττακὸν τὸν Μυτιληναῖον. Λυδοί. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος . εἰρομένου Κροίσου εἴ τι εἴη νεώτερον περὶ τὴν Ἑλλάδα. ἀπικόμενος δὲ ἐξεινίζετο ἐν τοῖσι βασιληίοισι ὑπὸ τοῦ Κροίσου· μετὰ δὲ ἡμέρῃ τρίτῃ ἢ τετάρτῃ κελεύσαντος Κροίσου τὸν Σόλωνα θεράποντες περιῆγον κατὰ τοὺς θησαυρούς. καί μιν Ἀθηναῖοι δημοσίῃ τε ἔθαψαν αὐτοῦ τῇ περ ἔπεσε καὶ ἐτίμησαν μεγάλως. νησιῶται ἵππον συνωνέονται μυρίην. εἰπόντα τάδε καταπαῦσαι τὴν ναυπηγίην· [3] "ὦ βασιλεῦ. τοὺς σὺ δουλώσας ἔχεις. Κᾶρες. προσφυέως γὰρ δόξαι λέγειν. ἐς Σάρδις τε καὶ ἐπὶ σὲ ἐν νόῳ ἔχοντες στρατεύεσθαι. ἀπικνέονται ἐς Σάρδις ἀκμαζούσας πλούτῳ ἄλλοι τε οἱ πάντες ἐκ τῆς Ἑλλάδος σοφισταί. λαβεῖν ἀρώμενοι Λυδούς ἐν θαλάσσῃ. ἐλθεῖν ἐπὶ Λυδῶν παῖδας σὺν ἵπποισι." Κροῖσον δὲ ἐλπίσαντα λέγειν ἐκεῖνον ἀληθέα εἰπεῖν "αἲ γὰρ τοῦτο θεοὶ ποιήσειαν ἐπὶ νόον νησιώτῃσι. Πάμφυλοι κατεστραμμένων δὲ τούτων καὶ προσεπικτωμένου Κροίσου Λυδοῖσι. Αἰολέες. ὡς τὰ παρ᾽ ἡμῖν. ἵνα ὓπερ τῶν ἐν τῇ ἠπείρῳ οἰκημένων Ἑλλήνων τίσωνταί σε. καὶ ἐπεδείκνυσαν πάντα ἐόντα μεγάλα τε καὶ ὄλβια. ὡς ἕκαστος αὐτῶν ἀπικνέοιτο. παρ᾽ ἡμέας γὰρ περὶ σέο λόγος ἀπῖκται πολλὸς καὶ σοφίης εἵνεκεν τῆς σῆς καὶ πλάνης. οἳ μὲν Βίαντα λέγουσι τὸν Πριηνέα ἀπικόμενον ἐς Σάρδις." ὁ δὲ εἶπε Τέλλῳ τοῦτο μὲν τῆς πόλιος εὖ ἡκούσης παῖδες ἦσαν καλοί τε κἀγαθοί. καί σφι εἶδε ἅπασι τέκνα ἐκγενόμενα καὶ πάντα παραμείναντα· τοῦτο δὲ τοῦ βίου εὖ ἥκοντι. τελευτὴ τοῦ βίου λαμπροτάτη ἐπεγένετο· [5] γενομένης γὰρ Ἀθηναίοισι μάχης πρὸς τοὺς ἀστυγείτονας ἐν Ἐλευσῖνι. οἰκότα ἐλπίζων." [4] ἀποθωμάσας δὲ Κροῖσος τὸ λεχθὲν εἴρετο ἐπιστρεφέως· "κοίῃ δὴ κρίνεις Τέλλον εἶναι ὀλβιώτατον.
μῆνες μὲν παρὰ τὰ ἑβδομήκοντα ἔτεα οἱ ἐμβόλιμοι γίνονται τριήκοντα πέντε. [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν. οὗτος ἐκεῖνος τὸν σὺ ζητέεις. [2] ἐν γὰρ τῷ μακρῷ χρόνῳ πολλὰ μὲν ἐστὶ ἰδεῖν τὰ μή τις ἐθέλει. ἄνουσος. ἵνα δὴ αἱ ὧραι συμβαίνωσι παραγινόμεναι ἐς τὸ δέον. αὕτη ἀρίστη. τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί. [3] οὗτοι ἐόντες ἐνιαυτοὶ ἑβδομήκοντα παρέχονται ἡμέρας διηκοσίας καὶ πεντακισχιλίας καὶ δισμυρίας. ἐουσέων πεντήκοντα καὶ διηκοσιέων καὶ ἑξακισχιλιέων καὶ δισμυριέων. Κροῖσος δὲ σπερχθεὶς εἶπε "ὦ ξεῖνε Ἀθηναῖε. ἐπισχεῖν. ὁ δὲ τοῖσιδε προέχει ἐκείνου· ἄτην μὲν καὶ ἐπιθυμίην οὐκ ὁμοίως δυνατὸς ἐκείνῳ ἐνεῖκαι.Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν. εὔπαις. πολλὰ δὲ καὶ παθεῖν. ἐπιστάμενόν με τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ ταραχῶδες ἐπειρωτᾷς ἀνθρωπηίων πρηγμάτων πέρι. καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. ἐμβολίμου μηνὸς μὴ γινομένου· εἰ δὲ δὴ ἐθελήσει τοὔτερον τῶν ἐτέων μηνὶ μακρότερον γίνεσθαι. ἄπηρος δὲ ἐστί. πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοι εἰσί. πολλοὶ δὲ μετρίως ἔχοντες βίου εὐτυχέες. [8] τὰ πάντα μέν νυν ταῦτα συλλαβεῖν ἄνθρωπον ἐόντα ἀδύνατον ἐστί. κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων. στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι. αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν." ὁ δὲ εἶπε "ὦ Κροῖσε. ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην. εὐειδής. [5] ἐμοὶ δὲ σὺ καὶ πλουτέειν μέγα φαίνεαι καὶ βασιλεὺς πολλῶν εἶναι ἀνθρώπων· ἐκεῖνο δὲ τὸ εἴρεό με. Σόλων μὲν δὴ εὐδαιμονίης δευτερεῖα ἔνεμε τούτοισι. οὔκω σε ἐγὼ λέγω. καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν. οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως. ἄλλου δὲ ἐνδεές ἐστι· [9] ὃς δ᾽ ἂν αὐτῶν πλεῖστα ἔχων διατελέῃ καὶ ἔπειτα τελευτήσῃ εὐχαρίστως τὸν βίον. πρὶν τελευτήσαντα καλῶς τὸν αἰῶνα πύθωμαι. εἰ μή οἱ τύχη ἐπίσποιτο πάντα καλὰ ἔχοντα εὖ τελευτῆσαὶ τὸν βίον. ἀπαθὴς κακῶν. [4] τουτέων τῶν ἁπασέων ἡμερέων τῶν ἐς τὰ ἑβδομήκοντα ἔτεα. οὕτω ὦν Κροῖσε πᾶν ἐστὶ ἄνθρωπος συμφορή. οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν. ἐς γὰρ ἑβδομήκοντα ἔτεα οὖρον τῆς ζόης ἀνθρώπῳ προτίθημι. μηδὲ καλέειν κω ὄλβιον ἀλλ᾽ εὐτυχέα. ἡ ἑτέρη αὐτέων τῇ ἑτέρῃ ἡμέρῃ τὸ παράπαν οὐδὲν ὅμοιον προσάγει πρῆγμα. ἀλλὰ ἄλλο μὲν ἔχει ἑτέρου δὲ ἐπιδέεται· ἣ δὲ ἂν τὰ πλεῖστα ἔχῃ. ὣς δὲ καὶ ἀνθρώπου σῶμα ἓν οὐδὲν αὔταρκες ἐστί· τὸ μὲν γὰρ ἔχει. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν. οὐ γάρ τι ὁ μέγα πλούσιος μᾶλλον τοῦ ἐπ᾽ ἡμέρην ἔχοντος ὀλβιώτερος ἐστί. ἡμέραι δὲ ἐκ τῶν μηνῶν τούτων χίλιαι πεντήκοντα. ταῦτα δὲ ἡ εὐτυχίη οἱ ἀπερύκει. σκοπέειν δὲ χρὴ παντὸς χρήματος . ὥσπερ χωρῇ οὐδεμία καταρκέει πάντα ἑωυτῇ παρέχουσα." 32. ὁ ὄλβιος κεκλῆσθαι ἄξιος ἐστί· πρὶν δ᾽ ἂν τελευτήσῃ. [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο. οὗτος παρ᾽ ἐμοὶ τὸ οὔνομα τοῦτο ὦ βασιλεῦ δίκαιος ἐστὶ φέρεσθαι. ἡ δ᾽ ἡμετέρη εὐδαιμονίη οὕτω τοι ἀπέρριπται ἐς τὸ μηδὲν ὥστε οὐδὲ ἰδιωτέων ἀνδρῶν ἀξίους ἡμέας ἐποίησας. διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. [6] ὁ μὲν δὴ μέγα πλούσιος ἀνόλβιος δὲ δυοῖσι προέχει τοῦ εὐτυχέος μοῦνον. οὗτος δὲ τοῦ πλουσίου καὶ ἀνόλβου πολλοῖσι· ὃ μὲν ἐπιθυμίην ἐκτελέσαι καί ἄτην μεγάλην προσπεσοῦσαν ἐνεῖκαι δυνατώτερος. [7] εἰ δὲ πρὸς τούτοισι ἔτι τελευτήσῃ τὸν βίον εὖ.
ἔπασχον δὲ πρὸς αὐτοῦ." 36. ὀνομάζομαι δὲ Ἄδρηστος. καταρρωδήσας τὸν ὄνειρον ἄγεται μὲν τῷ παιδὶ γυναῖκα. [2] ἦσαν δὲ τῷ Κροίσῳ δύο παῖδες. [2] τέλος δὲ ἀπικόμενοι παρὰ τὸν Κροῖσον τῶν Μυσῶν ἄγγελοι ἔλεγον τάδε. Κροῖσος δὲ μνημονεύων τοῦ ὀνείρου τὰ ἔπεα ἔλεγέ σφι τάδε. Κροῖσος δέ μιν ἐκάθηρε. ἐωθότα δὲ στρατηγέειν μιν τῶν Λυδῶν οὐδαμῇ ἔτι ἐπὶ τοιοῦτο πρῆγμα ἐξέπεμπε· ἀκόντια δὲ καὶ δοράτια καὶ τά τοιαῦτα πάντα τοῖσι χρέωνται ἐς πόλεμον ἄνθρωποι. [2] ἔστι δὲ παραπλησίη ἡ κάθαρσις τοῖσι Λυδοῖσι καὶ τοῖσι Ἕλλησι. [2] "ὦ πάτερ." ὁ δὲ ἀμείβετο "ὦ βασιλεῦ. παρελθὼν δὲ οὗτος ἐς τὰ Κροίσου οἰκία κατὰ νόμους τοὺς ἐπιχωρίους καθαρσίου ἐδέετο κυρῆσαι." [4] Κροῖσος δέ μιν ἀμείβετο τοῖσιδε· "ἀνδρῶν τε φίλων τυγχάνεις ἔκγονος ἐὼν καὶ ἐλήλυθας ἐς φίλους. ἐν δὲ τῷ αὐτῷ χρόνῳ τούτῳ ἐν τῷ Μυσίῳ Ὀλύμπῳ ὑὸς χρῆμα γίνεται μέγα· ὁρμώμενος δὲ οὗτος ἐκ τοῦ ὄρεος τούτου τὰ τῶν Μυσῶν ἔργα διαφθείρεσκε. ὡς εἰκάσαι. ἐπυνθάνετο ὁκόθεν τε καὶ τίς εἴη. ταῦτα ἀμείψατο· ἀποχρεωμένων δὲ τούτοισι τῶν Μυσῶν. ἔχοντι δέ οἱ ἐν χερσὶ τοῦ παιδὸς τὸν γάμον. τοῦτον δὴ ὦν τὸν Ἄτυν σημαίνει τῷ Κροίσῳ ὁ ὄνειρος. μετὰ δὲ Σόλωνα οἰχόμενον ἔλαβέ ἐκ θεοῦ νέμεσις μεγάλη Κροῖσον." 33." [3] οἳ μὲν δὴ τούτων ἐδέοντο. ἔνθα ἀμηχανήσεις χρήματος οὐδενὸς μένων ἐν ἡμετέρου. ὡς ἄν μιν ἐξέλωμεν ἐκ τῆς χώρης. συμφορήν τε ταύτην ὡς κουφότατα φέρων κερδανέεις πλεῖστον. ὡς ἀπολέει μιν αἰχμῇ σιδηρέῃ βληθέντα. τῶν οὕτερος μὲν διέφθαρτο. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ νεηνίης τάδε. Γορδίεω μὲν τοῦ Μίδεω εἰμὶ παῖς. τίνα τε ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν ἐφόνευσας. κάρτα δόξας ἀμαθέα εἶναι. νῦν ὦν προσδεόμεθά σευ τὸν παῖδα καὶ λογάδας νεηνίας καὶ κύνας συμπέμψαι ἡμῖν. ἐπείτε δὲ τὰ νομιζόμενα ἐποίησε ὁ Κροῖσος. ὃς τὰ ἔργα διαφθείρει. καὶ διακελεύσομαι τοῖσι ἰοῦσι εἶναι ὡς προθυμοτάτοισι συνεξελεῖν ὑμῖν τὸ θηρίον ἐκ τῆς χώρης. ἐκ τῶν ἀνδρεώνων ἐκκομίσας ἐς τοὺς θαλάμους συνένησε. τὰ κάλλιστα πρότερον κοτὲ καὶ γενναιότατα ἡμῖν ἦν ἔς τε πολέμους καὶ ἐς ἄγρας φοιτέοντας εὐδοκιμέειν· νῦν δὲ ἀμφοτέρων με τούτων ἀποκληίσας ἔχεις. ἀπικνέεται ἐς τὰς Σάρδις ἀνὴρ συμφορῇ ἐχόμενος καὶ οὐ καθαρὸς χεῖρας. τίς τε ἐὼν καὶ κόθεν τῆς Φρυγίης ἥκων ἐπίστιός μοι ἐγένεο. ὅς οἱ τὴν ἀληθείην ἔφαινε τῶν μελλόντων γενέσθαι κακῶν κατὰ τὸν παῖδα. "παιδὸς μὲν πέρι τοῦ ἐμοῦ μὴ μνησθῆτε ἔτι· οὐ γὰρ ἂν ὑμῖν συμπέμψαιμι· νεόγαμός τε γὰρ ἐστὶ καὶ ταῦτά οἱ νῦν μέλει. ἐπεσέρχεται ὁ τοῦ Κροίσου παῖς ἀκηκοὼς τῶν ἐδέοντο οἱ Μυσοί. ἐὼν Φρὺξ μὲν γενεῇ." 37. ὃ μὲν δὴ δίαιταν εἶχε ἐν Κροίσου. μή τί οἱ κρεμάμενον τῷ παιδὶ ἐμπέσῃ. οὔτε λόγου μιν ποιησάμενος οὐδενὸς ἀποπέμπεται. πολλάκις δὲ οἱ Μυσοὶ ἐπ᾽ αὐτὸν ἐξελθόντες ποιέεσκον μὲν κακὸν οὐδέν. 34. κῇ ἀποβήσεται· πολλοῖσι γὰρ δὴ ὑποδέξας ὄλβον ὁ θεὸς προρρίζους ἀνέτρεψε. ὁ δὲ ἕτερος τῶν ἡλίκων μακρῷ τὰ πάντα πρῶτος· οὔνομα δέ οἱ ἦν Ἄτυς. λέγων τάδε· [3] "ὤνθρωπε. ὅτι ἐνόμισε ἑωυτὸν εἶναι ἀνθρώπων ἁπάντων ὀλβιώτατον. οὐ φαμένου δὲ τοῦ Κροίσου τόν γε παῖδά σφι συμπέμψειν. ὃς τὰ παρεόντα ἀγαθὰ μετεὶς τὴν τελευτὴν παντὸς χρήματος ὁρᾶν ἐκέλευε. φονεύσας δὲ ἀδελφεὸν ἐμεωυτοῦ ἀέκων πάρειμι ἐξεληλαμένος τε ὑπὸ τοῦ πατρὸς καὶ ἐστερημένος πάντων. [3] ὃ δ᾽ ἐπείτε ἐξηγέρθη καὶ ἑωυτῷ λόγον ἔδωκε. αὐτίκα δέ οἱ εὕδοντι ἐπέστη ὄνειρος. οὔτε τινὰ δειλίην μοι παριδὼν οὔτε ἀθυμίην νῦν τε τέοισί με χρὴ ὄμμασι ἔς τε ἀγορὴν καὶ .τὴν τελευτήν. γένεος δὲ τοῦ βασιληίου. ὑὸς χρῆμα μέγιστον ἀνεφάνη ἡμῖν ἐν τῇ χώρῃ. Λυδῶν μέντοι λογάδας καὶ τὸ κυνηγέσιον πᾶν συμπέμψω. τοῦτον προθυμεόμενοι ἑλεῖν οὐ δυνάμεθα. ταῦτα λέγων τῷ Κροίσῳ οὔ κως οὔτε ἐχαρίζετο. ἦν γὰρ δὴ κωφός. "ὦ βασιλεῦ. 35.
πολλαχῇ τε ἂν ἶσχον ἐμεωυτόν. τὸν μὲν ἐπίστιον καλέων. "ὦ παῖ. ἀκοντίζων τὸν ὗν τοῦ μὲν ἁμαρτάνει. παρέχων πᾶσαν δαπάνην. ἐμὲ ὦν σὺ ἢ μέτες ἰέναι ἐπὶ τὴν θήρην. ἀμείβεται ὁ νεηνίης τοῖσιδε. ἐμέ τοί δίκαιον ἐστί φράζειν." 39." 40. μετίημί τε σὲ ἰέναι ἐπὶ τὴν ἄγρην. [3] ὃ μὲν δὴ βληθεὶς τῇ αἰχμῇ ἐξέπλησε τοῦ ὀνείρου τὴν φήμην. μέτες με. ἄλλως μὲν ἔγωγε ἂν οὐκ ἤια ἐς ἄεθλον τοιόνδε· οὔτε γὰρ συμφορῇ τοιῇδε κεχρημένον οἰκός ἐστι ἐς ὁμήλικας εὖ πρήσσοντας ἰέναι. ἀμείβεται Κροῖσος τοῖσιδε. ἀπικομένῳ δέ οἱ λέγει τάδε. παῖδα τε σόν. ἐπείτε ὦν οὐ πρὸς ἄνδρας ἡμῖν γίνεται ἡ μάχη. ὡς ὦν νενικημένος ὑπὸ σέο μεταγινώσκω. εὑρόντες δὲ καὶ περιστάντες αὐτὸ κύκλῳ ἐσηκόντιζον. ἐγώ σε συμφορῇ. μή τινες κατ᾽ ὁδὸν κλῶπες κακοῦργοι ἐπὶ δηλήσι φανέωσι ὑμῖν." 38. τοι ποιέω ταῦτα. πεπληγμένον ἀχάρι." 41. [2] νῦν ὤν (ὀφείλεις γὰρ ἐμοῦ προποιήσαντος χρηστὰ ἐς σὲ χρηστοῖσί με ἀμείβεσθαι) φύλακα παιδός σε τοῦ ἐμοῦ χρηίζω γενέσθαι ἐς ἄγρην ὁρμωμένου. "συγγνώμη μὲν ὦ πάτερ τοι. οὗτος δὴ ὁ καθαρθεὶς τὸν φόνον. τήν τοι οὐκ ὀνειδίζω. [2] πρὸς ὧν τὴν ὄψιν ταύτην τόν τε γάμον τοι τοῦτον ἔσπευσα καὶ ἐπὶ τὰ παραλαμβανόμενα οὐκ ἀποπέμπω. διότι δὴ οἰκίοισι ὑποδεξάμενος τὸν ξεῖνον φονέα . ἀπήμονα τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν προσδόκα τοι ἀπονοστήσειν. [2] ἔνθα δὴ ὁ ξεῖνος. ὁ δὲ Κροῖσος τῳ θανάτῳ τοῦ παιδὸς συντεταραγμένος μᾶλλον τι ἐδεινολογέετο ὅτι μιν ἀπέκτεινε τὸν αὐτὸς φόνου ἐκάθηρε· [2] περιημεκτέων δὲ τῇ συμφορῇ δεινῶς ἐκάλεε μὲν Δία καθάρσιον μαρτυρόμενος τὰ ὑπὸ τοῦ ξείνου πεπονθὼς εἴη ἐκάλεε δὲ ἐπίστιόν τε καὶ ἑταιρήιον." 43. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὸν Ὄλυμπον τὸ ὄρος ἐζήτεον τὸ θηρίον." 42. ἢ λόγῳ ἀνάπεισον ὅκως μοι ἀμείνω ἐστὶ ταῦτα οὕτω ποιεόμενα. [2] φής τοι τὸ ὄνειρον ὑπὸ αἰχμῆς σιδηρέης φάναι ἐμὲ τελευτήσειν. ἀπικόμενος δὲ ἐς τὰς Σάρδις τὴν τε μάχην καὶ τὸν τοῦ παιδὸς μόρον ἐσήμηνέ οἱ. οὔτε δειλίην οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἄχαρι παριδών. ἰδόντι γε ὄψιν τοιαύτην. τὸν αὐτὸν τοῦτον ὀνομάζων θεόν.ἐξ ἀγορῆς φοιτέοντα φαίνεσθαι. κοῖος δέ τις τῇ νεογάμῳ γυναικί. τυγχάνει δὲ τοῦ Κροίσου παιδός. τὸν διακελεύεαι φυλάσσειν. εἴπας δὲ ταῦτα ὁ Κροῖσος μεταπέμπεται τὸν Φρύγα Ἄδρηστον. χρῆν δή σε ποιέειν τὰ ποιέεις· νῦν δὲ ὑπὸ αἰχμῆς. τοιούτοισι ἐπείτε οὗτος ἀμείψατο Κροῖσον. 44. κοίη δὲ αἰχμὴ σιδηρέη τὴν σὺ φοβέαι. [3] κοῖος μέν τις τοῖσι πολιήτῃσι δόξω εἶναι. [2] νῦν δέ. ἐκάθηρα καὶ οἰκίοισι ὑποδεξάμενος ἔχω. ἔστι τῇ με νικᾷς γνώμην ἀποφαίνων περὶ τοῦ ἐνυπνίου. ἢ ἄλλου τευ ὅ τι τούτῳ ἔοικε. εἷς γὰρ μοι μοῦνος τυγχάνεις ἐὼν παῖς· τὸν γὰρ δὴ ἕτερον διεφθαρμένον τὴν ἀκοὴν οὐκ εἶναί μοι λογίζομαι. κοίῳ δὲ ἐκείνη δόξει ἀνδρὶ συνοικέειν. [3] πρὸς δὲ τούτῳ καὶ σέ τοι χρεόν ἐστι ἰέναι ἔνθα ἀπολαμπρυνέαι τοῖσι χρεόν πατρώιόν τε γάρ τοι ἐστὶ καὶ προσέτι ῥώμη ὑπάρχει. ἀμείβεται ὁ Ἄδρηστος "ὦ βασιλεῦ. ἤισαν μετὰ ταῦτα ἐξηρτυμένοι λογάσι τε νεηνίῃσι καὶ κυσί. ἐπείτε σὺ σπεύδεις καὶ δεῖ τοί χαρίζεσθαι (ὀφείλω γάρ σε ἀμείβεσθαι χρηστοῖσι). εἴ κως δυναίμην ἐπὶ τῆς ἐμῆς σε ζόης διακλέψαι. ἔθεε δέ τις ἀγγελέων τῷ Κροίσῳ τὸ γεγονός. περὶ ἐμὲ φυλακὴν ἔχειν· τὸ δὲ οὐ μανθάνεις ἀλλὰ λέληθέ σε τὸ ὄνειρον. οὔτε τὸ βούλεσθαι πάρα. φυλακὴν ἔχων. εἰ μὲν γὰρ ὑπὸ ὀδόντος τοι εἶπε τελευτήσειν με. ποιέειν εἰμὶ ἕτοιμος ταῦτα. ἀμείβεται Κροῖσος "ὦ παῖ. ἀλλά μοι ὄψις ὀνείρου ἐν τῷ ὕπνῳ ἐπιστᾶσα ἔφη σε ὀλιγοχρόνιον ἔσεσθαι· ὑπὸ γὰρ αἰχμῆς σιδηρέης ἀπολέεσθαι. ὑὸς δὲ κοῖαι μὲν εἰσὶ χεῖρες. καλεόμενος δὲ Ἄδρηστος. "Ἄδρηστε.
ταῦτα οἱ Λυδοὶ θεσπισάσης τῆς Πυθίης συγγραψάμενοι οἴχοντο ἀπιόντες ἐς τὰς Σάρδις. ἐνθαῦτα ὁ Κροῖσος ἕκαστα ἀναπτύσσων ἐπώρα τῶν συγγραμμάτων. ἐπειδὴ σεωυτοῦ καταδικάζεις θάνατον. [2] ὅ τι μέν νυν τὰ λοιπὰ τῶν χρηστηρίων ἐθέσπισε. διέπεμπε δὲ πειρώμενος τῶν μαντηίων ὅ τι φρονέοιεν. Κροῖσος δὲ ἐπὶ δύο ἔτεα ἐν πένθεϊ μεγάλῳ κατῆστο τοῦ παιδὸς ἐστερημένος. καταλαβεῖν αὐτῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν. εἰ μὴ ὅσον ἀέκων ἐξεργάσαο. [3] ταῦτα μέν νυν τὰ Ἑλληνικὰ μαντήια ἐς τὰ ἀπέπεμψε μαντευσόμενος Κροῖσος· Λιβύης δὲ παρὰ Ἄμμωνα ἀπέστελλε ἄλλους χρησομένους." [3] Κροῖσος μέν νυν ἔθαψε ὡς οἰκὸς ἦν τὸν ἑωυτοῦ παῖδα· Ἄδρηστος δὲ ὁ Γορδίεω τοῦ Μίδεω. τὸν δὲ ἑταιρήιον. ἐντειλάμενος δὲ τοῖσι Λυδοῖσι τάδε ἀπέπεμπε ἐς τὴν διάπειραν τῶν χρηστηρίων. καὶ ὡς ἐπ᾽ ἐκείνῃ τὸν καθήραντα ἀπολωλεκὼς εἴη. καὶ οὐ φωνεῦντος ἀκούω. 47. αὐτίκα προσεύχετό τε καὶ προσεδέξατο. 46. ὄπισθε δὲ εἵπετό οἱ ὁ φονεύς. οὗτος δὴ ὁ φονεὺς μὲν τοῦ ἑωυτοῦ ἀδελφεοῦ γενόμενος φονεὺς δὲ τοῦ καθήραντος. ὡς εἰ φρονέοντα τὴν ἀληθείην εὑρεθείη. ὡς φύλακα συμπέμψας αὐτὸν εὑρήκοι πολεμιώτατον. ὅτι οἱ ἐξευρήκεε τὰ αὐτὸς ἐποίησε. ἀπ᾽ ἧς ἂν ἡμέρης ὁρμηθέωσι ἐκ Σαρδίων. [2] ἐπείτε γὰρ δὴ διέπεμψε παρὰ τὰ χρηστήρια τοὺς θεοπρόπους. οὐδέ οἱ εἴη βιώσιμον. 45. φυλάξας τὴν κυρίην τῶν ἡμερέων ἐμηχανᾶτο τοιάδε· . καίπερ ἐὼν ἐν κακῷ οἰκηίῳ τοσούτῳ καὶ λέγει πρὸς αὐτόν "ἔχω ὦ ξεῖνε παρὰ σεῦ πᾶσαν τὴν δίκην. στὰς δὲ οὗτος πρὸ τοῦ νεκροῦ παρεδίδου ἑωυτὸν Κροίσῳ προτείνων τὰς χεῖρας. ἐπείτε ἡσυχίη τῶν ἀνθρώπων ἐγένετο περὶ τὸ σῆμα. μετὰ δὲ ἡ Ἀστυάγεος τοῦ Κυαξάρεω ἡγεμονίη καταιρεθεῖσα ὑπὸ Κύρου τοῦ Καμβύσεω καὶ τὰ τῶν Περσέων πρήγματα αὐξανόμενα πένθεος μὲν Κροῖσον ἀπέπαυσε. καὶ κωφοῦ συνίημι. ἡ Πυθίη ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ λέγει τάδε. εἶς δὲ οὐ σύ μοι τοῦδε τοῦ κακοῦ αἴτιος. πρὶν μεγάλους γενέσθαι τοὺς Πέρσας. ὅς μοι καὶ πάλαι προεσήμαινε τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι. ἐπικατασφάζει τῷ τύμβῳ ἑωυτόν. λέγων τήν τε προτέρην ἑωυτοῦ συμφορήν. ἐπικατασφάξαι μιν κελεύων τῷ νεκρῷ. παρῆσαν δὲ μετὰ τοῦτο οἱ Λυδοὶ φέροντες τὸν νεκρόν. συγγινωσκόμενος ἀνθρώπων εἶναι τῶν αὐτὸς ᾔδεε βαρυσυμφορώτατος. 48. τῶν μὲν δὴ οὐδὲν προσίετό μιν· ὁ δὲ ὡς τὸ ἐκ Δελφῶν ἤκουσε. ἐνέβησε δὲ ἐς φροντίδα. εἴ κως δύναιτο. διαπέμψας ἄλλους ἄλλῃ. οὐ λέγεται πρὸς οὐδαμῶν· ἐν δὲ Δελφοῖσι ὡς ἐσῆλθον τάχιστα ἐς τὸ μέγαρον οἱ Λυδοὶ χρησόμενοι τῷ θεῷ καὶ ἐπειρώτων τὸ ἐντεταλμένον. ἀπὸ ταύτης ἡμερολογέοντας τὸν λοιπὸν χρόνον ἑκατοστῇ ἡμέρῃ χρᾶσθαι τοῖσι χρηστηρίοισι. ᾗ χαλκὸς μὲν ὑπέστρωται. τοὺς δὲ ἐς Δωδώνην· οἳ δὲ τινὲς ἐπέμποντο παρὰ τε Ἀμφιάρεων καὶ παρὰ Τροφώνιον. τοὺς μὲν ἐς Δελφοὺς ἰέναι. [2] μετὰ ὦν τὴν διάνοιαν ταύτην αὐτίκα ἀπεπειρᾶτο τῶν μαντείων τῶν τε ἐν Ἕλλησι καὶ τοῦ ἐν Λιβύῃ. [3] οἶδα δ᾽ ἐγὼ ψάμμου τ᾽ ἀριθμὸν καὶ μέτρα θαλάσσης. ἀλλὰ θεῶν κού τις. χαλκὸν δ᾽ ἐπιέσται. ἐπείρηται σφέα δεύτερα πέμπων εἰ ἐπιχειρέοι ἐπὶ Πέρσας στρατεύεσθαι. ὀδμή μ᾽ ἐς φρένας ἦλθε κραταιρίνοιο χελώνης ἑψομένης ἐν χαλκῷ ἅμ᾽ ἀρνείοισι κρέεσσιν. οἳ δὲ τῆς Μιλησίης ἐς Βραγχίδας. ἐπειρωτῶντας ὅ τι ποιέων τυγχάνοι ὁ Λυδῶν βασιλεὺς Κροῖσος ὁ Ἀλυάττεω· ἅσσα δ᾽ ἂν ἕκαστα τῶν χρηστηρίων θεσπίσῃ. τοὺς δὲ ἐς Ἄβας τὰς Φωκέων.τοῦ παιδὸς ἐλάνθανε βόσκων. ὡς δὲ καὶ ὧλλοι οἱ περιπεμφθέντες παρῆσαν φέροντες τοὺς χροησμούς. συγγραψαμένους ἀναφέρειν παρ᾽ ἑωυτόν. [2] Κροῖσος δὲ τούτων ἀκούσας τόν τε Ἄδρηστον κατοικτείρει. νομίσας μοῦνον εἶναι μαντήιον τὸ ἐν Δελφοῖσι.
τὸ Δελφοὶ τῆς ἀρτοκόπου τῆς Κροίσου εἰκόνα λέγουσι εἶναι. οὐκ ἔχω εἰπεῖν ὅ τι τοῖσι Λυδοῖσι ἔχρησε ποιήσασι περὶ τὸ ἱρὸν τὰ νομιζόμενα (οὐ γὰρ ὦν οὐδὲ τοῦτο λέγεται). [2] ὡς δὲ ἀπικόμενοι ἐς τὰ ἀπεπέμφθησαν. ἀνέθηκε σάκος τε χρύσεον πᾶν ὁμοίως καὶ αἰχμὴν στερεὴν πᾶσαν χρυσέην. τῶν ὁ μὲν χρύσεος ἔκειτο ἐπὶ δεξιὰ ἐσιόντι ἐς τὸν νηόν. τὰ μὲν δὴ ἐκ Δελφῶν οὕτω τῷ. ἐπιτελέσας δὲ ὁ Κροῖσος ταῦτα ἀπέπεμπε ἐς Δελφούς. πυθόμενος αὐτοῦ τήν τε ἀρετὴν καὶ τὴν πάθην. τῶν τῷ χρυσέῳ ἐπιγέγραπται Λακεδαιμονίων φαμένων εἶναι ἀνάθημα. [2] ὡς δὲ ἐκ τῆς θυσίης ἐγένετο. χρύσεον καὶ ἀργύρεον. Λακεδαιμονίων ἐστί. ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπὶ τοῦ προνηίου τῆς γωνίης. οὐκ ὀρθῶς λέγοντες· [4] ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο Κροίσου. νομίσας τάδε μαντήια εἶναι μοῦνα ἐν . [3] φασὶ δὲ μιν Δελφοὶ Θεοδώρου τοῦ Σαμίου ἔργον εἶναι. οἳ ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ ἑστᾶσι. [2] μετεκινήθησαν δὲ καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν νηὸν κατακαέντα καὶ ὁ μὲν χρύσεος κεῖται ἐν τῷ Κλαζομενίων θησαυρῷ. ταῦτα μὲν ἐς Δελφοὺς ἀπέπεμψε. ἐχρέωντο τοῖσι χρηστηρίοισι λέγοντες "Κροῖσος ὁ Λυδῶν τε καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς. μετὰ δὲ ταῦτα θυσίῃσι μεγάλῃσι τὸν ἐν Δελφοῖσι θεὸν ἱλάσκετο· κτήνεά τε γὰρ τὰ θύσιμα πάντα τρισχίλια ἔθυσε. ἐπὶ δὲ τὰ βραχύτερα τριπάλαιστα. ἐπείτε κατεκαίετο ὁ ἐν Δελφοῖσι νηός. σταθμὸν διτάλαντα. 49. ἕλκων σταθμὸν εἴνατον ἡμιτάλαντον καὶ ἔτι δυώδεκα μνέας. κρητῆρας δύο μεγάθεϊ μεγάλους. καὶ δὴ καὶ γυναικὸς εἴδωλον χρύσεον τρίπηχυ. οἱ Λυδοὶ ἀνέθεσαν τὰ ἀναθήματα.ἐπινοήσας τὰ ἦν ἀμήχανον ἐξευρεῖν τε καὶ ἐπιφράσασθαι. 52. καὶ νῦν κεῖται ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ. τρίτον ἡμιτάλαντον ἕκαστον ἕλκοντα. ἀλλ᾽ ὁ μὲν παῖς. καὶ περιρραντήρια δύο ἀνέθηκε. ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπ᾽ ἀριστερά. Κροίσῳ ἐχρήσθη· κατὰ δὲ τὴν Ἀμφιάρεω τοῦ μαντηίου ὑπόκρισιν. κλίνας τε ἐπιχρύσους καὶ ἐπαργύρους καὶ φιάλας χρυσέας καὶ εἵματα πορφύρεα καὶ κιθῶνας. ἐπὶ μὰν τὰ μακρότερα ποιέων ἑξαπάλαιστα. κατέκαιε. [5] ἄλλα τε ἀναθήματα οὐκ ἐπίσημα πολλὰ ἀπέπεμψε ἅμα τούτοισι ὁ Κροῖσος. κατέπεσε ἀπὸ τῶν ἡμιπλινθίων (ἐπὶ γὰρ τούτοισι ἵδρυτο). ἄλλο γε ἢ ὅτι καὶ τοῦτο ἐνόμισε μαντήιον ἀψευδὲς ἐκτῆσθαι. 51. καὶ πίθους τε ἀργυρέους τέσσερας ἀπέπεμψε. καὶ τάδε ἄλλα ἅμα τοῖσι. δι᾽ οὗ τῆς χειρὸς ῥέει τὸ ὕδωρ. ἀριθμὸν δὲ ἑπτακαίδεκα καὶ ἑκατόν. ὕψος δὲ παλαιστιαῖα. 53. πρὸς δὲ καὶ τῆς ἑωυτοῦ γυναικὸς τὰ ἀπὸ τῆς δειρῆς ἀνέθηκε ὁ Κροῖσος καὶ τὰς ζώνας. τὰ δὲ ἄλλα ἡμιπλίνθια λευκοῦ χρυσοῦ. [3] ἐποιέετο δὲ καὶ λέοντος εἰκόνα χρυσοῦ ἀπέφθου ἕλκουσαν σταθμὸν τάλαντα δέκα. 50. καὶ χεύματα ἀργύρεα κυκλοτερέα. χρύσεόν τε καὶ ἀργύρεον. χελώνην καὶ ἄρνα κατακόψας ὁμοῦ ἧψε αὐτὸς ἐν λέβητι χαλκέῳ. τοῦ ἐπιστάμενος τὸ οὔνομα οὐκ ἐπιμνήσομαι. τὸ ξυστὸν τῇσι λόγχῃσι ἐὸν ὁμοίως χρύσεον· τὰ ἔτι καὶ ἀμφότερα ἐς ἐμὲ ἦν κείμενα ἐν Θήβῃσι καὶ Θηβέων ἐν τῳ νηῷ τοῦ Ἰσμηνίου Ἀπόλλωνος. ἐλπίζων τὸν θεὸν μᾶλλον τι τούτοισι ἀνακτήσεσθαι· Λυδοῖσι τε πᾶσι προεῖπε θύειν πάντα τινὰ αὐτῶν τούτῳ ὅ τι ἔχοι ἕκαστος. οὗτος ὁ λέων. χάλκεον ἐπίθημα ἐπιθείς. ἕλκων σταθμὸν ἕβδομον ἡμιτάλαντον· ἀπετάκη γὰρ αὐτοῦ τέταρτον ἡμιτάλαντον. νήσας πυρὴν μεγάλην. καὶ τούτων ἀπέφθου χρυσοῦ τέσσερα. καὶ ἐγὼ δοκέω· οὐ γὰρ τὸ συντυχὸν φαίνεταί μοι ἔργον εἶναι. τῷ δὲ Ἀμφιάρεῳ. οὐ μέντοι τῶν γε περιρραντηρίων οὐδέτερον. ἐπέγραψε δὲ τῶν τις Δελφῶν Λακεδαιμονίοισι βουλόμενος χαρίζεσθαι. χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους· ἐπικίρναται γὰρ ὑπὸ Δελφῶν Θεοφανίοισι. καταχεάμενος χρυσὸν ἄπλετον ἡμιπλίνθια ἐξ αὐτοῦ ἐξήλαυνε. τοῖσι δὲ ἄγειν μέλλουσι τῶν Λυδῶν ταῦτα τὰ δῶρα ἐς τὰ ἱρὰ ἐνετέλλετο ὁ Κροῖσος ἐπειρωτᾶν τὰ χρηστήρια εἰ στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας Κροῖσος καὶ εἴ τινα στρατὸν ἀνδρῶν προσθέοιτο φίλον.
προλέγουσαι Κροίσῳ. καὶ τότε. [2] ἡ δὲ Πυθίη οἱ χρᾷ τάδε. τὸ δὲ Ἑλληνικὸν γλώσσῃ μὲν ἐπείτε ἐγένετο αἰεί κοτε τῇ αὐτῇ διαχρᾶται. καὶ νῦν ὑμέας ἐπειρωτᾷ εἰ στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας καὶ εἴ τινα στρατὸν ἀνδρῶν προσθέοιτο σύμμαχον. τῶν δὲ μαντηίων ἀμφοτέρων ἐς τὠυτὸ αἱ γνῶμαι συνέδραμον. 55. [2] καὶ τῶν Πλακίην τε καὶ Σκυλάκην Πελασγῶν οἰκησάντων ἐν Ἑλλησπόντῳ. [3] ἐπὶ μὲν γὰρ Δευκαλίωνος βασιλέος οἴκεε γῆν τὴν Φθιῶτιν. 56. πέμψας αὖτις ἐς Πυθὼ Δελφοὺς δωρέεται. Πελασγῶν μάλιστα προσκεχωρηκότων αὐτῷ καὶ ἄλλων ἐθνέων βαρβάρων . κατ᾽ ἄνδρα δύο στατῆρσι ἕκαστον χρυσοῦ. ἀλλ᾽ ὅταν ἡμίονος βασιλεὺς Μήδοισι γένηται. τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα. καλεομένην δὲ Ἱστιαιῶτιν· ἐκ δὲ τῆς Ἱστιαιώτιδος ὡς ἐξανέστη ὑπὸ Καδμείων. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα. [2] Δελφοὶ δὲ ἀντὶ τούτων ἔδοσαν Κροίσῳ καὶ Λυδοῖσι προμαντηίην καὶ ἀτελείην καὶ προεδρίην." [3] οἳ μὲν ταῦτα ἐπειρώτων. οὐδ᾽ ὦν αὐτὸς οὐδὲ οἱ ἐξ αὐτοῦ παύσεσθαι κοτὲ τῆς ἀρχῆς. ἥντινα δὲ γλῶσσαν ἵεσαν οἱ Πελασγοί. μεγάλην ἀρχὴν μιν καταλύσειν· τοὺς δὲ Ἑλλήνων δυνατωτάτους συνεβούλευόν οἱ ἐξευρόντα φίλους προσθέσθαι. οἴκεε ἐν Πίνδῳ Μακεδνὸν καλεόμενον· ἐνθεῦτεν δὲ αὖτις ἐς τὴν Δρυοπίδα μετέβη καὶ ἐκ τῆς Δρυοπίδος οὕτω ἐς Πελοπόννησον ἐλθὸν Δωρικὸν ἐκλήθη. οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν. ὡς ἐμοὶ καταφαίνεται εἶναι· ἀποσχισθὲν μέντοι ἀπὸ τοῦ Πελασγικοῦ ἐόν ἀσθενές. ἐλπίζων ἡμίονον οὐδαμὰ ἀντ᾽ ἀνδρὸς βασιλεύσειν Μήδων. πάγχυ τε ἐλπίσας καταλύσειν τὴν Κύρου βασιληίην. Λυδὲ ποδαβρέ. καὶ γὰρ δὴ οὔτε οἱ Κρηστωνιῆται οὐδαμοῖσι τῶν νῦν σφέας περιοικεόντων εἰσὶ ὁμόγλωσσοι οὔτε οἱ Πλακιηνοί. ὑπερήσθη τε τοῖσι χρηστηρίοισι. σφίσι δὲ ὁμόγλωσσοι· δηλοῦσί τε ὅτι τὸν ἠνείκαντο γλώσσης χαρακτῆρα μεταβαίνοντες ἐς ταῦτα τὰ χωρία. ἐπειρώτα δὲ τάδε χρηστηριαζόμενος. ἦσαν οἱ Πελασγοὶ βάρβαρον γλῶσσαν ἱέντες. ἐνεφορέετο αὐτοῦ. ἐπὶ δὲ Δώρου τοῦ Ἕλληνος τὴν ὑπὸ τὴν Ὄσσαν τε καὶ τὸν Ὄλυμπον χώρην. εἰ δὲ χρεόν ἐστι τεκμαιρόμενον λέγειν τοῖσι νῦν ἔτι ἐοῦσι Πελασγῶν τῶν ὑπὲρ Τυρσηνῶν Κρηστῶνα πόλιν οἰκεόντων. εἴ οἱ πολυχρόνιος ἔσται ἡ μουναρχίη. ἢν στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας. πυθόμενος αὐτῶν τὸ πλῆθος. πολυψήφιδα παρ᾽ Ἕρμον φεύγειν μηδὲ μένειν μηδ᾽ αἰδεῖσθαι κακός εἶναι. 54. δωρησάμενος δὲ τοὺς Δελφοὺς ὁ Κροῖσος ἐχρηστηριάζετο τὸ τρίτον· ἐπείτε γὰρ δὴ παρέλαβε τοῦ μαντείου ἀληθείην. τοῦτον ἔχουσι ἐν φυλακῇ. ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος. ὑμῖν τε ἄξια δῶρα ἔδωκε τῶν ἐξευρημάτων. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε.ἀνθρώποισι. 57. ἀπό σμικροῦ τεο τὴν ἀρχὴν ὁρμώμενον αὔξηται ἐς πλῆθος τῶν ἐθνέων. τὸ Ἀττικὸν ἔθνος ἐὸν Πελασγικὸν ἅμα τῇ μεταβολῇ τῇ ἐς Ἕλληνας καὶ τὴν γλῶσσαν μετέμαθε. ἐπείτε δὲ ἀνενειχθέντα τὰ θεοπρόπια ἐπύθετο ὁ Κροῖσος. τούτοισι ἐλθοῦσι τοῖσι ἔπεσι ὁ Κροῖσος πολλόν τι μάλιστα πάντων ἥσθη. καὶ ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ αὐτῶν γίνεσθαι Δελφὸν ἐς τὸν αἰεὶ χρόνον. [2] ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. [3] εἰ τοίνυν ἦν καὶ πᾶν τοιοῦτο τὸ Πελασγικόν. οἳ ὅμουροι κοτὲ ἦσαν τοῖσι νῦν Δωριεῦσι καλεομένοισι (οἴκεον δὲ τηνικαῦτα γῆν τὴν νῦν Θεσσαλιῶτιν καλεομένην). μετὰ δὲ ταῦτα ἐφρόντιζε ἱστορέων τοὺς ἂν Ἑλλήνων δυνατωτάτους ἐόντας προσκτήσαιτο φίλους. 58. καὶ ὅσα ἄλλα Πελασγικὰ ἐόντα πολίσματα τὸ οὔνομα μετέβαλε· εἰ τούτοισι τεκμαιρόμενον δεῖ λέγειν. οἳ σύνοικοι ἐγένοντο Ἀθηναίοισι.
ἀπολαβὼν δὲ τὴν τυραννίδα τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ὁ Πεισίστρατος κατὰ τὴν ὁμολογίην τὴν πρὸς Μεγακλέα γενομένην γαμέει τοῦ Μεγακλέος τὴν θυγατέρα. εἰ καὶ τότε γε οὗτοι ἐν Ἀθηναίοισι τοῖσι πρώτοισι λεγομένοισι εἶναι Ἑλλήνων σοφίην μηχανῶνται τοιάδε. οἳ μὲν δὴ ταῦτα διαφοιτέοντες ἔλεγον· αὐτίκα δὲ ἔς τε τοὺς δήμους φάτις ἀπίκετο ὡς Ἀθηναίη Πεισίστρατον κατάγει. καὶ εἴ τίς οἱ τυγχάνει ἐὼν παῖς. οὐδαμὰ μεγάλως αὐξηθῆναι. εἰ βούλοιτό οἱ τὴν θυγατέρα ἔχειν γυναῖκα ἐπὶ τῇ τυραννίδι. πρόσθε δὲ ὦν ἔμοιγε δοκέει οὐδὲ τὸ Πελασγικὸν ἔθνος. καταφρονήσας τὴν τυραννίδα ἤγειρε τρίτην στάσιν· συλλέξας δὲ στασιώτας καὶ τῷ λόγῳ τῶν ὑπερακρίων προστὰς μηχανᾶται τοιάδε. ἐὸν βάρβαρον. μέγαθος ἀπὸ τεσσέρων πηχέων ἀπολείπουσα τρεῖς δακτύλους καὶ ἄλλως εὐειδής· ταύτην τὴν γυναῖκα σκευάσαντες πανοπλίῃ. 61. ὡς ἐγὼ εὑρίσκω.συχνῶν. [2] Χίλων δὲ ὁ Λακεδαιμόνιος παρατυχὼν καὶ θεησάμενος τὸ τέρας συνεβούλευε Ἱπποκράτεϊ πρῶτα μὲν γυναῖκα μὴ ἄγεσθαι τεκνοποιὸν ἐς τὰ οἰκία. καὶ τῶν μὲν προεστεῶτος Μεγακλέος τοῦ Ἀλκμέωνος. εἰ δὲ τυγχάνει ἔχων. [3] ἐνδεξαμένου δὲ τὸν λόγον καὶ ὁμολογήσαντος ἐπὶ τούτοισι Πεισιστράτου. [5] ὁ δὲ δῆμος ὁ τῶν Ἀθηναίων ἐξαπατηθεὶς ἔδωκέ οἱ τῶν ἀστῶν καταλέξας ἄνδρας τούτους οἳ δορυφόροι μὲν οὐκ ἐγένοντο Πεισιστράτου. Ἱπποκράτεϊ γὰρ ἐόντι ἰδιώτῃ καὶ θεωρέοντι τὰ Ὀλύμπια τέρας ἐγένετο μέγα· θύσαντος γὰρ αὐτοῦ τὰ ἱρὰ οἱ λέβητες ἐπεστεῶτες καὶ κρεῶν τε ἐόντες ἔμπλεοι καὶ ὕδατος ἄνευ πυρὸς ἔζεσαν καὶ ὑπερέβαλον. ἐπεί γε ἀπεκρίθη ἐκ παλαιτέρου τοῦ βαρβάρου ἔθνεος τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν καὶ δεξιώτερον καὶ εὐηθείης ἠλιθίου ἀπηλλαγμένον μᾶλλον. [2] περιελαυνόμενος δὲ τῇ στάσι ὁ Μεγακλέης ἐπεκηρυκεύετο Πεισιστράτῳ. ἐπί τε τοῖσι κατεστεῶσι ἔνεμε τὴν πόλιν κοσμέων καλῶς τε καὶ εὖ. ἐς ἅρμα ἐσβιβάσαντες καὶ προδέξαντες σχῆμα οἷόν τι ἔμελλε εὐπρεπέστατον φανέεσθαι ἔχουσα. οἵ μιν ἐλαύνοντα ἐς ἀγρὸν ἠθέλησαν ἀπολέσαι δῆθεν. [6] συνεπαναστάντες δὲ οὗτοι ἅμα Πεισιστράτῳ ἔσχον τὴν ἀκρόπολιν. οὕτω μὲν Πεισίστρατος ἔσχε τὸ πρῶτον Ἀθήνας. Νίσαιάν τε ἑλὼν καὶ ἄλλα ἀποδεξάμενος μεγάλα ἔργα. ἤλαυνον ἐς τὸ ἄστυ. τούτων δὴ ὦν τῶν ἐθνέων τὸ μὲν Ἀττικὸν κατεχόμενόν τε καὶ διεσπασμένον ἐπυνθάνετο ὁ Κροῖσος ὑπὸ Πεισιστράτου τοῦ Ἱπποκράτεος τοῦτον τὸν χρόνον τυραννεύοντος Ἀθηναίων. ἐδέετό τε τοῦ δήμου φυλακῆς τινος πρὸς αὐτοῦ κυρῆσαι. προδρόμους κήρυκας προπέμψαντες· οἳ τὰ ἐντεταλμένα ἠγόρευον ἀπικόμενοι ἐς τὸ ἄστυ. ἔνθα δὴ ὁ Πεισίστρατος ἦρχε Ἀθηναίων. [3] οὔκων ταῦτα παραινέσαντος Χίλωνος πείθεσθαι θέλειν τὸν Ἱπποκράτεα· γενέσθαι οἱ μετὰ ταῦτα τὸν Πεισίστρατον τοῦτον. μηχανῶνται δὴ ἐπὶ τῇ κατόδῳ πρῆγμα εὐηθέστατον. μακρῷ. λέγοντες τοιάδε· [5] "ὦ Ἀθηναῖοι. . 60. τὸν αὐτὴ ἡ Ἀηθναίη τιμήσασα ἀνθρώπων μάλιστα κατάγει ἐς τὴν ἑωυτῆς ἀκρόπολιν. δέκεσθε ἀγαθῷ νόῳ Πεισίστρατον. κορυνηφόροι δέ· ξύλων γὰρ κορύνας ἔχοντες εἵποντό οἱ ὄπισθε. τῶν δὲ ἐκ τοῦ πεδίου Λυκούργου Ἀριστολαΐδεω. οἳ δὲ ἐξελάσαντες Πεισίστρατον αὖτις ἐκ νέης ἐπ᾽ ἀλλήλοισι ἐστασίασαν. καὶ τὴν τυραννίδα οὔκω κάρτα ἐρριζωμένην ἔχων ἀπέβαλε. μετὰ δὲ οὐ πολλὸν χρόνον τὠυτὸ φρονήσαντες οἵ τε τοῦ Μεγακλέος στασιῶται καὶ οἱ τοῦ Λυκούργου ἐξελαύνουσί μιν. πρότερον εὐδοκιμήσας ἐν τῇ πρὸς Μεγαρέας γενομένῃ στρατηγίῃ. [4] ἐν τῷ δήμῳ τῷ Παιανιέι ἦν γυνὴ τῇ οὔνομα ἦν Φύη. καὶ οἱ ἐν τῷ ἄστεϊ πειθόμενοι τὴν γυναῖκα εἶναι αὐτὴν τὴν θεὸν προσεύχοντό τε τὴν ἄνθρωπον καὶ ἐδέκοντο Πεισίστρατον. οὔτε τιμὰς τὰς ἐούσας συνταράξας οὔτε θέσμια μεταλλάξας. τοῦτον ἀπείπασθαι. ὃς στασιαζόντων τῶν παράλων καὶ τῶν ἐκ τοῦ πεδίου Ἀθηναίων. [4] τρωματίσας ἑωυτόν τε καὶ ἡμιόνους ἤλασε ἐς τὴν ἀγορὴν τὸ ζεῦγος ὡς ἐκπεφευγὼς τοὺς ἐχθρούς. δευτέρα τὴν γυναῖκα ἐκπέμπειν. 59.
χρόνος διέφυ καὶ πάντα σφι ἐξήρτυτο ἐς τὴν κάτοδον· καὶ γὰρ Ἀργεῖοι μισθωτοὶ ἀπίκοντο ἐκ Πελοποννήσου. οἳ δὲ αὐτῶν μετ᾽ Ἀλκμεωνιδέων ἔφευγον ἐκ τῆς οἰκηίης. θαρσέειν τε κελεύοντες καὶ ἀπιέναι ἕκαστον ἐπὶ τὰ ἑωυτοῦ. ὅκως μήτε ἁλισθεῖεν ἔτι οἱ Ἀθηναῖοι διεσκεδασμένοι τε εἶεν· ἀναβιβάσας τοὺς παῖδας ἐπὶ ἵππους προέπεμπε. Ἀθηναῖοι δὲ οἱ ἐκ τοῦ ἄστεος πρὸς ἄριστον τετραμμένοι ἦσαν δὴ τηνικαῦτα. 62. πολλῶν δὲ μεγάλα παρασχόντων χρήματα. οὐ πολλῷ λόγῳ εἰπεῖν. ἐν δὲ τούτῳ τῷ χώρῳ σφι στρατοπεδευομένοισι οἵ τε ἐκ τοῦ ἄστεος στασιῶται ἀπίκοντο ἄλλοι τε ἐκ τῶν δήμων προσέρρεον. τῷ οὔνομα ἦν Λύγδαμις. τὸ δὲ δίκτυον ἐκπεπέτασται. [4] μετὰ δέ. [3] καὶ Πεισίστρατος μὲν ἐτυράννευε Ἀθηνέων. ὀργῇ δὲ ὡς εἶχε καταλλάσσετο τὴν ἔχθρην τοῖσι στασιώτῃσι. λόγον οὐδένα εἶχον· ἐπείτε δὲ ἐπύθοντο ἐκ τοῦ Μαραθῶνος αὐτὸν πορεύεσθαι ἐπὶ τὸ ἄστυ. ὃ μὲν δή οἱ ἐνθεάζων χρᾷ τάδε. ὡς ὁρμηθέντες ἐκ Μαραθῶνος ἤισαν ἐπὶ τὸ ἄστυ. καὶ ἀντία ἔθεντο τὰ ὅπλα. ὁμήρους τε τῶν παραμεινάντων Ἀθηναίων καὶ μὴ αὐτίκα φυγόντων παῖδας λαβὼν καὶ καταστήσας ἐς Νάξον [2] (καὶ γὰρ ταύτην ὁ Πεισίστρατος κατεστρέψατο πολέμῳ καὶ ἐπέτρεψε Λυγδάμι) πρὸς τε ἔτι τούτοισι τὴν νῆσον Δῆλον καθήρας ἐκ τῶν λογίων καθήρας δὲ ὧδε· ἐπ᾽ ὅσον ἔποψις τοῦ ἱροῦ εἶχε. προθυμίην πλείστην παρείχετο. πειθομένων δὲ τῶν Ἀθηναίων. Ἀθηναίων δὲ οἱ ἐκ τοῦ ἄστεος. καὶ πρῶτον τῆς Ἀττικῆς ἴσχουσι Μαραθῶνα. οἳ δὲ καταλαμβάνοντες τοὺς φεύγοντας ἔλεγον τὰ ἐντεταλμένα ὑπὸ Πεισιστράτου. ἕως μὲν Πεισίστρατος τὰ χρήματα ἤγειρε. [2] τὰ μέν νυν πρῶτα ἔκρυπτε ταῦτα ἡ γυνή." 63. ἐνθαῦτα ἤγειρον δωτίνας ἐκ τῶν πολίων αἵτινές σφι προαιδέοντό κού τι. οὐ βουλόμενός οἱ γενέσθαι ἐκ τῆς νεογάμου γυναικὸς τέκνα ἐμίσγετό οἱ οὐ κατὰ νόμον. μετὰ δὲ εἴτε ἱστορεύσῃ εἴτε καὶ οὒ φράζει τῇ ἑωυτῆς μητρί. 64. [4] ἐνθαῦτα θείῃ πομπῇ χρεώμενος παρίσταται Πεισιστράτῳ Ἀμφίλυτος ὁ Ἀκαρνὰν χρησμολόγος ἀνήρ. θύννοι δ᾽ οἰμήσουσι σεληναίης διὰ νυκτός. Θηβαῖοι ὑπερεβάλοντο τῇ δόσι τῶν χρημάτων. [2] φευγόντων δὲ τούτων βουλὴν ἐνθαῦτα σοφωτάτην Πεισίστρατος ἐπιτεχνᾶται. [3] καὶ οὗτοί τε πανστρατιῇ ἤισαν ἐπὶ τοὺς κατιόντας καὶ οἱ ἀμφὶ Πεισίστρατον. οὕτω δὴ Πεισίστρατος τὸ τρίτον σχὼν Ἀθήνας ἐρρίζωσε τὴν τυραννίδα ἐπικούροισί τε πολλοῖσι καὶ χρημάτων συνόδοισι. [2] οὗτοι μὲν δὴ συνηλίζοντο. τοὺς δὲ Λακεδαιμονίους ἐκ κακῶν τε μεγάλων πεφευγότας καὶ ἐόντας . κομίσας καὶ χρήματα καὶ ἄνδρας. ἣ δὲ τῷ ἀνδρί. Πεισίστρατος δὲ συλλαβὼν τὸ χρηστήριον καὶ φὰς δέκεσθαι τὸ χρησθὲν ἐπῆγε τὴν στρατιήν. Ἀθηναίων δὲ οἳ μὲν ἐν τῇ μάχη ἐπεπτώκεσαν. τῶν μὲν αὐτόθεν τῶν δὲ ἀπὸ Στρυμόνος ποταμοῦ συνιόντων. τοῖσι ἡ τυραννὶς πρὸ ἐλευθερίης ἦν ἀσπαστότερον. ὅς οἱ προσιὼν χρᾷ ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ τάδε λέγων· "ἔρριπται δ᾽ ὁ βόλος. 65. τοὺς μέν νυν Ἀθηναίους τοιαῦτα τὸν χρόνον τοῦτον ἐπυνθάνετο ὁ Κροῖσος κατέχοντα. μαθὼν δὲ ὁ Πεισίστρατος τὰ ποιεύμενα ἐπ᾽ ἑωυτῷ ἀπαλλάσσετο ἐκ τῆς χώρης τὸ παράπαν. καὶ Νάξιός σφι ἀνὴρ ἀπιγμένος ἐθελοντής. ἐς τὠυτὸ συνιόντες ἀπικνέονται ἐπὶ Παλληνίδος Ἀθηναίης ἱρόν. καὶ μεταῦτις ὡς ἔσχε Μαραθῶνα. ἀπικόμενος δὲ ἐς Ἐρέτριαν ἐβουλεύετο ἅμα τοῖσι παισί. οἱ δὲ ἀμφὶ Πεισίστρατον ἐσπεσόντες τοὺς Ἀθηναίους τρέπουσι. καὶ μετὰ τὸ ἄριστον μετεξέτεροι αὐτῶν οἳ μὲν πρὸς κύβους οἳ δὲ πρὸς ὕπνον. ἐξ Ἐρετρίης δὲ ὁρμηθέντες διὰ ἑνδεκάτου ἔτεος ἀπίκοντο ὀπίσω. ἐκ τούτου τοῦ χώρου παντὸς ἐξορύξας τοὺς νεκροὺς μετεφόρεε ἐς ἄλλον χῶρον τῆς Δήλου. [3] Ἱππίεω δὲ γνώμῃ νικήσαντος ἀνακτᾶσθαι ὀπίσω τὴν τυραννίδα.οἷα δὲ παίδων τέ οἱ ὑπαρχόντων νεηνιέων καὶ λεγομένων ἐναγέων εἶναι τῶν Ἀλκμεωνιδέων. οὕτω δὴ βοηθέουσι ἐπ᾽ αὐτόν.
αἱ δὲ πέδαι αὗται ἐν τῇσι ἐδεδέατο ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦσαν σόαι ἐν Τεγέῃ περὶ τὸν νηὸν τῆς Ἀλέης Ἀθηναίης κρεμάμεναι. . κατὰ δὲ τὸν κατὰ Κροῖσον χρόνον καὶ τὴν Ἀναξανδρίδεώ τε καὶ Ἀρίστωνος βασιληίην ἐν Λακεδαίμονι ἤδη οἱ Σπαρτιῆται κατυπέρτεροι τῷ πολέμῳ ἐγεγόνεσαν. [5] ὡς γὰρ ἐπετρόπευσε τάχιστα. τῷ δὲ Λυκούργῳ τελευτήσαντι ἱρὸν εἱσάμενοι σέβονται μεγάλως. ἔνθ᾽ ἄνεμοι πνείουσι δύω κρατερῆς ὑπ᾽ ἀνάγκης. ὡς δὴ ἐξανδραποδιούμενοι τοὺς Τεγεήτας." [3] ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Λακεδαιμόνιοι.ἤδη τῷ πολέμῳ κατυπερτέρους Τεγεητέων. 67. δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι ἢ ἄνθρωπον. "Ἀρκαδίην μ᾽ αἰτεῖς· μέγα μ᾽ αἰτεῖς· οὐ τοι δώσω. ἀνά τε ἔδραμον αὐτίκα καὶ εὐθηνήθησαν. 66. Λυκοῦργον ἐπιτροπεύσαντα Λεωβώτεω. πρός τε τούτοισι τοὺς ἐφόρους καὶ γέροντας ἔστησε Λυκοῦργος. κατὰ μὲν δὴ τὸν πρότερον πόλεμον συνεχέως αἰεὶ κακῶς ἀέθλεον πρὸς τοὺς Τεγεήτας. ἀλλὰ καταφρονήσαντες Ἀρκάδων κρέσσονες εἶναι ἐχρηστηριάζοντο ἐν Δελφοῖσι ἐπὶ πάσῃ τῇ Ἀρκάδων χωρῇ. χρησμῷ κιβδήλῳ πίσυνοι. [2] ἐπειδὴ αἰεὶ τῷ πολέμῳ ἑσσοῦντο ὑπὸ Τεγεητέων. Λυκούργου τῶν Σπαρτιητέων δοκίμου ἀνδρὸς ἐλθόντος ἐς Δελφοὺς ἐπὶ τὸ χρηστήριον. ἀλλ᾽ ἔτι καὶ μᾶλλον θεὸν ἔλπομαι. οὕτω μὲν μεταβαλόντες εὐνομήθησαν. πέμψαντες θεοπρόπους ἐς Δελφοὺς ἐπειρώτων τίνα ἂν θεῶν ἱλασάμενοι κατύπερθε τῷ πολέμῳ Τεγεητέων γενοίατο. ἡ δὲ Πυθίη σφι ἔχρησε τὰ Ὀρέστεω τοῦ Ἀγαμέμνονος ὀστέα ἐπαγαγομένους. [4] ἑσσωθέντες δὲ τῇ συμβολῇ. πολλοὶ ἐν Ἀρκαδίῃ βαλανηφάγοι ἄνδρες ἔασιν." [4] οἳ μὲν δή τινες πρὸς τούτοισι λέγουσι καὶ φράσαι αὐτῷ τὴν Πυθίην τὸν νῦν κατεστεῶτα κόσμον Σπαρτιήτῃσι. μετέστησε τὰ νόμιμα πάντα. ὅσοι αὐτῶν ἐζωγρήθησαν. ὡς δ᾽ αὐτοὶ Λακεδαιμόνιοι λέγουσι. [2] ἡ δὲ Πυθίη σφι χρᾷ τάδε. ὡς ἐσήιε ἐς τὸ μέγαρον. ἐνωμοτίας καὶ τριηκάδας καὶ συσσίτια. [3] "ἥκεις ὦ Λυκόοργε ἐμὸν ποτὶ πίονα νηόν Ζηνὶ φίλος καὶ πᾶσιν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσι. [2] τὸ δὲ ἔτι πρότερον τούτων καί κακονομώτατοι ἦσαν σχεδὸν πάντων Ἑλλήνων κατά τε σφέας αὐτοὺς καὶ ξείνοισι ἀπρόσμικτοι· μετέβαλον δὲ ὧδε ἐς εὐνομίην. καὶ δή σφι οὐκέτι ἀπέχρα ἡσυχίην ἄγειν. πέδας τε ἔχοντες τὰς ἐφέροντο αὐτοὶ καὶ σχοίνῳ διαμετρησάμενοι τὸ πεδίον τὸ Τεγεητέων ἐργάζοντο. ἐκ Κρήτης ἀγαγέσθαι ταῦτα. οἵ σ᾽ ἀποκωλύσουσιν. ἐγὼ δὲ τοι οὔτι μεγαίρω· δώσω τοί Τεγέην ποσσίκροτον ὀρχήσασθαι καὶ καλὸν πεδίον σχοίνῳ διαμετρήσασθαι. ἀδελφιδέου μὲν ἑωυτοῦ βασιλεύοντος δὲ Σπαρτιητέων. οἳ δὲ πέδας φερόμενοι ἐπὶ Τεγεήτας ἐστρατεύοντο. τρόπῳ τοιῷδε γενόμενοι. [4] "ἔστι τις Ἀρκαδίης Τεγέη λευρῷ ἐνὶ χώρῳ. εἰρωτῶσι δὲ ταῦτα τοῖσι θεοπρόποισι λέγει ἡ Πυθίη τάδε. οἷα δὲ ἐν τε χώρῃ ἀγαθῇ καὶ πλήθεϊ οὐκ ὀλίγων ἀνδρῶν. εὐθὺς ἡ Πυθίη λέγει τάδε. καὶ πῆμ᾽ ἐπὶ πήματι κεῖται. ὦ Λυκόοργε. καὶ ἐφύλαξε ταῦτα μὴ παραβαίνειν· μετὰ δὲ τὰ ἐς πόλεμον ἔχοντα. [3] ὡς δὲ ἀνευρεῖν οὐκ οἷοί τε ἐγίνοντο τὴν θήκην τοῦ Ὀρέστεω ἔπεμπον αὖτις τὴν ἐς θεὸν ἐπειρησομένους τὸν χῶρον ἐν τῷ κέοιτο Ὀρέστης.Ἀρκάδων μὲν τῶν ἄλλων ἀπείχοντο. ἐπὶ γὰρ Λέοντος βασιλεύοντος καὶ Ἡγησικλέος ἐν Σπάρτῃ τοὺς ἄλλους πολέμους εὐτυχέοντες οἱ Λακεδαιμόνιοι πρὸς Τεγεήτας μούνους προσέπταιον. καὶ τύπος ἀντίτυπος.
τοῦτο δὲ ποιησάμενοι κρητῆρα χάλκεον ζῳδίων τε ἔξωθεν πλήσαντες περὶ τὸ χεῖλος καὶ μεγάθεϊ τριηκοσίους ἀμφορέας χωρέοντα ἦγον. ὅκου νῦν οὕτω τυγχάνεις θῶμα ποιεύμενος τὴν ἐργασίην τοῦ σιδήρου. ὑμέας ὦν κατὰ τὸ χρηστήριον προσκαλέομαι φίλος τε θέλων γενέσθαι καὶ σύμμαχος ἄνευ τε δόλου καὶ ἀπάτης. οἳ δὲ ἐκ λόγου πλαστοῦ ἐπενείκαντὲς οἱ αἰτίην ἐδίωξαν. ἐνοικίσθη." [5] ὡς δὲ καὶ ταῦτα ἤκουσαν οἱ Λακεδαιμόνιοι. τὸν σὺ κομισσάμενος Τεγέης ἐπιτάρροθος ἔσσῃ. ὑμέας γὰρ πυνθάνομαι προεστάναι τῆς Ἑλλάδος. ὡς ἐπὶ κακῷ ἀνθρώπου σίδηρος ἀνεύρηται. ἀνορύξας δὲ τὸν τάφον καὶ τὰ ὀστέα συλλέξας οἴχετο φέρων ἐς Σπάρτην. καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου.ἔνθ᾽ Ἀγαμεμνονίδην κατέχει φυσίζοος αἶα. τούτων τε ὦν εἵνεκεν οἱ Λακεδαιμόνιοι τὴν συμμαχίην ἐδέξαντο. ὦ Λακεδαιμόνιοι. [2] μαθὼν. τὸν ἂν ἐξίωσι ἐκ τῶν ἱππέων. κάρτα ἂν ἐθώμαζες. ταῦτα δὴ ὦν πάντα πυνθανόμενος ὁ Κροῖσος ἔπεμπε ἐς Σπάρτην ἀγγέλους δῶρά τε φέροντας καὶ δεησομένους συμμαχίης. καὶ ἐν θώματι ἦν ὀρέων τὸ ποιεόμενον. ἐούσης γὰρ τοῦτον τὸν χρόνον ἐπιμιξίης πρὸς τοὺς Τεγεήτας. [4] πέμψαντες γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐς Σάρδις χρυσὸν ὠνέοντο. 69. τὸν δὲ ἐξελαυνόμενον σίδηρον τὸ πῆμα ἐπὶ πήματι κείμενον." ὃ μὲν δή οἱ ἔλεγε τά περ ὀπώπεε. ὅκως πειρῴατο ἀλλήλων. ὦ ξεῖνε Λάκων εἴ περ εἶδες τό περ ἐγώ. ὀρύσσων ἐπέτυχον σορῷ ἑπταπήχεϊ· ὑπὸ δὲ ἀπιστίης μὴ μὲν γενέσθαι μηδαμὰ μέζονας ἀνθρώπους τῶν νῦν ἄνοιξα αὐτὴν καὶ εἶδον τὸν νεκρὸν μήκεϊ ἴσον ἐόντα τῇ σορῷ· μετρήσας δὲ συνέχωσα ὀπίσω. ὁ δὲ ἐννώσας τὰ λεγόμενα συνεβάλλετο τὸν Ὀρέστεα κατὰ τὸ θεοπρόπιον τοῦτον εἶναι. τὸν δὲ ἄκμονα καὶ τὴν σφῦραν τόν τε τύπον καὶ τὸν ἀντίτυπον. ἀπεῖχον τῆς ἐξευρέσιος οὐδὲν ἔλασσον. οἱ δὲ ἀγαθοεργοὶ εἰσὶ τῶν ἀστῶν. λέγων τάδε. 70. πέντε ἔτεος ἑκάστου· τοὺς δεῖ τοῦτὸν τὸν ἐνιαυτόν. οἳ δὲ ἐλθόντες ἔλεγον [2] "ἔπεμψε ἡμέας Κροῖσος ὁ Λυδῶν τε καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς. χρήσαντος τοῦ θεοῦ τὸν Ἕλληνα φίλον προσθέσθαι. Σπαρτιητέων τῷ κοινῷ διαπεμπομένους μὴ ἐλινύειν ἄλλους ἄλλῃ. τῇδε συμβαλλόμενος· [4] τοῦ χαλκέος δύο ὁρέων φύσας τοὺς ἀνέμους εὕρισκε ἐόντας. πάντα διζήμενοι." [3] Κροῖσος μὲν δὴ ταῦτα δι᾽ ἀγγέλων ἐπεκηρυκεύετο. [2] οὗτος ὁ κρητὴρ οὐκ ἀπίκετο ἐς Σάρδις δι᾽ αἰτίας διφασίας λεγομένας τάσδε· οἱ μὲν Λακεδαιμόνιοι λέγουσι ὡς ἐπείτε . πολλῷ κατυπέρτεροι τῷ πολέμῳ ἐγίνοντο οἱ Λακεδαιμόνιοι· ἤδη δέ σφι καὶ ἡ πολλὴ τῆς Πελοποννήσου ἦν κατεστραμμένη. ἐς οὗ δὴ Λίχης τῶν ἀγαθοεργῶν καλεομένων Σπαρτιητέων ἀνεῦρε. ὁ δὲ ἀπικόμενος ἐς Τεγέην καὶ φράζων τὴν ἑωυτοῦ συμφορὴν πρὸς τὸν χαλκέα ἐμισθοῦτο παρ᾽ οὐκ ἐκδιδόντος τὴν αὐλήν· [6] χρόνῳ δὲ ὡς ἀνέγνωσε. ἐντειλάμενός τε τὰ λέγειν χρῆν. δέ μιν ὁ χαλκεὺς ἀποθωμάζοντα εἶπε παυσάμενος τοῦ ἔργου "ἦ κου ἄν. τούτων ὦν τῶν ἀνδρῶν Λίχης ἀνεῦρε ἐν Τεγέῃ καὶ συντυχίῃ χρησάμενος καὶ σοφίῃ. [3] ἐγὼ γὰρ ἐν τῇδε θέλων τῇ αὐλῇ φρέαρ ποιήσασθαι. [5] συμβαλόμενος δὲ ταῦτα καὶ ἀπελθὼν ἐς Σπάρτην ἔφραζε Λακεδαιμονίοσσι πᾶν τὸ πρῆγμα. δῶρον βουλόμενοι ἀντιδοῦναι Κροίσῳ. καὶ ὅτι ἐκ πάντων σφέας προκρίνας Ἑλλήνων αἱρέετο φίλους. Λακεδαιμόνιοι δὲ ἀκηκοότες καὶ αὐτοὶ τὸ θεοπρόπιον τὸ Κροίσῳ γενόμενον ἥσθησάν τε τῇ ἀπίξι τῶν Λυδῶν καὶ ἐποιήσαντο ὅρκια ξεινίης πέρι καὶ συμμαχίης· καὶ γὰρ τινὲς αὐτοὺς εὐεργεσίαι εἶχον ἐκ Κροίσου πρότερον ἔτι γεγονυῖαι. καὶ τοῦτο μὲν αὐτοὶ ἦσαν ἕτοιμοι ἐπαγγείλαντι. κατὰ τοιόνδε τι εἰκάζων. 68. ἐς ἄγαλμα βουλόμενοι χρήσασθαι τοῦτο τὸ νῦν τῆς Λακωνικῆς ἐν Θόρνακι ἵδρυται Ἀπόλλωνος· Κροῖσος δέ σφι ὠνεομένοισι ἔδωκε δωτίνην. ἐξιόντες ἐκ τῶν ἱππέων αἰεὶ οἱ πρεσβύτατοι. ἐλθὼν ἐς χαλκήιον ἐθηεῖτο σίδηρον ἐξελαυνόμενον.
[3] Σκυθέων τῶν νομάδων εἴλῃ ἀνδρῶν στασιάσασα ὑπεξῆλθε ἐς γῆν τὴν Μηδικήν· ἐτυράννευε δὲ τὸν χρόνον τοῦτον Μήδων Κυαξάρης ὁ Φραόρτεω τοῦ Δηιόκεω. χώρην ἔχοντες τρηχέαν. ἐλπίσας καταιρήσειν Κῦρόν τε καὶ τὴν Περσέων δύναμιν. ἐόντα Κροίσου μὲν γαμβρὸν Μήδων δὲ βασιλέα. οἳ οὐκ ἐπὶ νόον ποιέουσι Πέρσῃσι στρατεύεσθαι ἐπὶ Λυδούς. σκευάσαντες δὲ αὐτὸν ὥσπερ ἐώθεσαν καὶ τὰ θηρία σκευάζειν. Κροῖσος δὲ ἁμαρτὼν τοῦ χρησμοῦ ἐποιέετο στρατηίην ἐς Καππαδοκίην. ἢν νικηθῇς. [2] παρασκευαζομένου δὲ Κροίσου στρατεύεσθαι ἐπὶ Πέρσας. πρὶν Λυδοὺς καταστρέψασθαι. καὶ αἰεὶ φοιτεόντων τῶν Σκυθέων ἐπ᾽ ἄγρην καὶ αἰεί τι φερόντων. οὐ σῦκα δὲ ἔχουσι τρώγειν. 72. ἐπ᾽ ἄνδρας τοιούτους στρατεύεσθαι παρασκευάζεαι. Κῦρος ὁ Καμβύσεω καταστρεψάμενος εἶχε. 71. τοῖσί γε μὴ ἔστι μηδέν. ἰδιώτας δὲ ἄνδρας πριαμένους ἀναθεῖναί μιν ἐς τὸ Ἥραιον. [5] οἳ δὲ ταῦτα πρὸς Κυαξάρεω παθόντες. ὀργὴν ἄκρος) τρηχέως κάρτα περιέσπε ἀεικείῃ. τότε δὲ Κύρου. ὥστε ἀνάξια σφέων αὐτῶν πεπονθότες. καὶ γὰρ Κυαξάρης καὶ οἱ παρεόντες δαιτυμόνες τῶν κρεῶν τούτων ἐπάσαντο. [2] ὁ γὰρ οὖρος ἦν τῆς τε Μηδικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς Λυδικῆς ὁ Ἅλυς ποταμός. δόντες δὲ τὴν ταχίστην κομίζεσθαι παρὰ Ἀλυάττεα τὸν Σαδυάττεω ἐς Σάρδις. [4] ἐγὼ μέν νυν θεοῖσι ἔχω χάριν. σιτέονται δὲ οὐκ ὅσα ἐθέλουσι ἀλλ᾽ ὅσα ἔχουσι. ὃς τοὺς Σκύθας τούτους τὸ μὲν πρῶτον περιεῖπε εὖ ὡς ἐόντας ἱκέτας· ὥστε δὲ περὶ πολλοῦ ποιεόμενος αὐτούς. [6] ταῦτα καὶ ἐγένετο. γενόμενον γαμβρὸν Κροίσῳ ὧδε. ὃς ῥέει ἐξ Ἀρμενίου ὄρεος διὰ Κιλίκων. ἐπυνθάνοντο δὲ Σάρδις τε καὶ Κροῖσον ἡλωκέναι. καὶ κοτε συνήνεικε ἑλεῖν σφεας μηδέν· νοστήσαντας δὲ αὐτοὺς κεινῇσι χερσὶ ὁ Κυαξάρης (ἦν γάρ. ἐστρατεύετο δὲ ὁ Κροῖσος ἐπὶ τὴν Καππαδοκίην τῶνδε εἵνεκα. εἰ νικήσεις. τάχα δὲ ἂν καὶ οἱ ἀποδόμενοι λέγοιεν ἀπικόμενοι ἐς Σπάρτην ὡς ἀπαιρεθείησαν ὑπὸ Σαμίων. [2] Ἀστυάγεα γὰρ τὸν Κυαξάρεω. καὶ οἱ Σκύθαι ταῦτα ποιήσαντες Ἀλυάττεω ἱκέται ἐγένοντο. ἀπέδοντο τὸν κρητῆρα ἐν Σάμῳ. [3] πρὸς δὲ οὐκ οἴνῳ διαχρέωνται ἀλλὰ ὑδροποτέουσι. πυθόμενοι Σάμιοι ἀπελοίατο αὐτὸν νηυσὶ μακρῇσι ἐπιπλώσαντες· [3] αὐτοὶ δὲ Σάμιοι λέγουσι ὡς ἐπείτε ὑστέρησαν οἱ ἄγοντες τῶν Λακεδαιμονίων τὸν κρητῆρα. Πέρσῃσι γάρ. μετὰ δὲ Ματιηνοὺς μὲν ἐν δεξιῇ ἔχει ῥέων. οἱ δὲ Καππαδόκαι ὑπὸ Ἑλλήνων Σύριοι ὀνομάζονται· ἦσαν δὲ οἱ Σύριοι οὗτοι τὸ μὲν πρότερον ἢ Πέρσας ἄρξαι Μήδων κατήκοοι. Κυαξάρῃ δοῦναι φέροντες ὡς ἄγρην δῆθεν. . συνεβούλευσε Κροίσῳ τάδε· οὔνομά οἱ ἦν Σάνδανις. ἐξ εὐωνύμου δὲ Παφλαγόνας. οἳ σκυτίνας μὲν ἀναξυρίδας σκυτίνην δὲ τὴν ἄλλην ἐσθῆτα φορέουσι. ἐκ δὲ τοῦ ἑτέρου Φρύγας· παραμειβόμενος δὲ τούτους καὶ ῥέων ἄνω πρὸς βορέην ἄνεμον ἔνθεν μὲν Συρίους Καππαδόκας ἀπέργει. μάθε ὅσα ἀγαθὰ ἀποβαλέεις· γευσάμενοι γὰρ τῶν ἡμετέρων ἀγαθῶν περιέξονται οὐδὲ ἀπωστοὶ ἔσονται. τί σφέας ἀπαιρήσεαι.ἀγόμενος ἐς τὰς Σάρδις ὁ κρητὴρ ἐγίνετο κατὰ τὴν Σαμίην. [4] χρόνου δὲ γενομένου. κατὰ μέν νυν τὸν κρητῆρα οὕτω ἔσχε. ὡς διέδεξε." ταῦτα λέγων οὐκ ἔπειθε τὸν Κροῖσον. "ὦ βασιλεῦ. καὶ μάλιστα τῷ χρηστηρίῳ πίσυνος ἐὼν καὶ τίσασθαι θέλων ὑπὲρ Ἀστυάγεος Κῦρον. ἦν οὔτε ἁβρὸν οὔτε ἀγαθὸν οὐδέν. οὐκ ἄλλο ἀγαθὸν οὐδέν. ἐβούλευσαν τῶν παρὰ σφίσι διδασκομένων παίδων ἕνα κατακόψαι. τοῦτο δέ. 73. παῖδάς σφι παρέδωκε τὴν γλῶσσάν τε ἐκμαθεῖν καὶ τὴν τέχνην τῶν τόξων. [3] οὕτω ὁ Ἅλυς ποταμὸς ἀποτάμνει σχεδὸν πάντα τῆς Ἀσίης τὰ κάτω ἐκ θαλάσσης τῆς ἀντίον Κύπρου ἐς τὸν Εὔξεινον πόντον. ἔστι δὲ αὐχὴν οὗτος τῆς χώρης ταύτης ἁπάσης· μῆκος ὁδοῦ εὐζώνῳ ἀνδρὶ πέντε ἡμέραι ἀναισιμοῦνται. καὶ γῆς ἱμέρῳ προσκτήσασθαι πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μοῖραν βουλόμενος. τῶν τις Λυδῶν νομιζόμενος καὶ πρόσθε εἶναι σοφός. ἀπὸ δὲ ταύτης τῆς γνώμης καὶ τὸ κάρτα οὔνομα ἐν Λυδοῖσι ἔχων. τοῦτο μὲν δή.
οὖρον προθέμενος ἐνιαυτὸν τοῦτον ἐν τῷ δὴ καὶ ἐγένετο ἡ μεταβολή. [4] μάχης δὲ καρτερῆς γενομένης καὶ πεσόντων ἀμφοτέρων πολλῶν. ἄγοντα μηνοειδέα. Κῦρος δὲ ἀγείρας τὸν ἑωυτοῦ στρατὸν καὶ παραλαβὼν τοὺς μεταξὺ οἰκέοντας πάντας ἠντιοῦτο Κροίσῳ. ποιῆσαι δὲ ὧδε· [5] ἄνωθεν τοῦ στρατοπέδου ἀρξάμενον διώρυχα βαθέαν ὀρύσσειν. [3] οἱ δὲ Λυδοί τε καὶ οἱ Μῆδοι ἐπείτε εἶδον νύκτα ἀντὶ ἡμέρης γενομένην.74. ἀμφοτέρῃ διαβατὸς ἐγένετο. ἐν δὲ καὶ νυκτομαχίην τινὰ ἐποιήσαντο· [2] διαφέρουσι δέ σφι ἐπὶ ἴσης τὸν πόλεμον τῷ ἕκτῳ ἔτεϊ συμβολῆς γενομένης συνήνεικε ὥστε τῆς μάχης συνεστεώσης τὴν ἡμέρην ἐξαπίνης νύκτα γενέσθαι. [4] οὗτοί σφι καὶ τὸ ὅρκιον οἱ σπεύσαντες γενέσθαι ἦσαν καὶ γάμων ἐπαλλαγὴν ἐποίησαν· Ἀλυάττεα γὰρ ἔγνωσαν δοῦναι τὴν θυγατέρα Ἀρύηνιν Ἀστυάγεϊ τῷ Κυαξάρεω παιδί· ἄνευ γὰρ ἀναγκαίης ἰσχυρῆς συμβάσιες ἰσχυραὶ οὐκ ἐθέλουσι συμμένειν. ἐνθαῦτα ἐστρατοπεδεύετο φθείρων τῶν Συρίων τοὺς κλήρους· [2] καὶ εἷλε μὲν τῶν Πτερίων τὴν πόλιν καὶ ἠνδραποδίσατο. τῆς μάχης τε ἐπαύσαντο καὶ μᾶλλόν τι ἔσπευσαν καὶ ἀμφότεροι εἰρήνην ἑωυτοῖσι γενέσθαι. εἷλε δὲ τὰς περιοικίδας αὐτῆς πάσας. Κῦρος δὲ ὡς ἀπίκετο καὶ ἀντεστρατοπεδεύσατο Κροίσῳ. καὶ τὰ μὲν στρατόπεδα ἀμφότερα οὕτω ἠγωνίσατο. [5] ὅρκια δὲ ποιέεται ταῦτα τὰ ἔθνεα τὰ πέρ τε Ἕλληνες. κατὰ τὰς ἐούσας γεφύρας διεβίβασε τὸν στρατόν. Συρίους τε οὐδὲν ἐόντας αἰτίους ἀναστάτους ἐποίησε. τὸ ἐνθεῦτεν. ὡς δὲ ὁ πολλὸς λόγος Ἑλλήνων. ἐν τοῖσι πολλάκις μὲν οἱ Μῆδοι τοὺς Λυδοὺς ἐνίκησαν. ἐνθαῦτα ἐν τῇ Πτερίῃ χωρῇ ἐπειρῶντο κατὰ τὸ ἰσχυρὸν ἀλλήλων. οἱ δὲ συμβιβάσαντες αὐτοὺς ἦσαν οἵδε. [3] πρὶν δὲ ἐξελαύνειν ὁρμῆσαι τὸν στρατόν. Ἴωνες μέν νυν οὐκ ἐπείθοντο. ἐλπίσας πρὸς ἑωυτοῦ τὸν χρησμὸν εἶναι. τέλος οὐδέτεροι νικήσαντες διέστησαν νυκτὸς ἐπελθούσης. πέμψας κήρυκας ἐς τοὺς Ἴωνας ἐπειρᾶτο σφέας ἀπὸ Κροίσου ἀπιστάναι. ὡς μὲν ἐγὼ λέγω. Συέννεσίς τε ὁ Κίλιξ καὶ Λαβύνητος ὁ Βαβυλώνιος. 75. ἐπεὰν τοὺς βραχίονας ἐπιτάμωνται ἐς τὴν ὁμοχροίην. πόλεμος τοῖσι Λυδοῖσι καὶ τοῖσι Μήδοισι ἐγεγόνεε ἐπ᾽ ἔτεα πέντε. τοῦτον δὴ ὦν τὸν Ἀστυάγεα Κῦρος ἐόντα ἑωυτοῦ μητροπάτορα καταστρεψάμενος ἔσχε δι᾽ αἰτίην τὴν ἐγὼ ἐν τοῖσι ὀπίσω λόγοισι σημανέω· [2] τὰ Κροῖσος ἐπιμεμφόμενος τῷ Κύρῳ ἔς τε τὰ χρηστήρια ἔπεμπε εἰ στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας. [4] ἀπορέοντος γὰρ Κροίσου ὅκως οἱ διαβήσεται τὸν ποταμὸν ὁ στρατός (οὐ γὰρ δὴ εἶναι κω τοῦτον τὸν χρόνον τὰς γεφύρας ταύτας) λέγεται παρεόντα τὸν Θαλῆν ἐν τῷ στρατοπέδῳ ποιῆσαι αὐτῷ τὸν ποταμὸν ἐξ ἀριστερῆς χειρὸς ῥέοντα τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ δεξιῆς ῥέειν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν οὐ προσίεμαι· κῶς γὰρ ὀπίσω πορευόμενοι διέβησαν αὐτόν. 76. τὴν δὲ μεταλλαγὴν ταύτην τῇ ἡμέρης Θαλῆς ὁ Μιλήσιος τοῖσι Ἴωσι προηγόρευσε ἔσεσθαι. ταύτῃ κατὰ τὴν διώρυχα ἐκτραπόμενος ἐκ τῶν ἀρχαίων ῥεέθρων. καὶ πρὸς τούτοισι. ἐστρατεύετο ἐς τὴν Περσέων μοῖραν. Θαλῆς οἱ ὁ Μιλήσιος διεβίβασε. Κροῖσος δὲ ἐπείτε διαβὰς σὺν τῷ στρατῷ ἀπίκετο τῆς Καππαδοκίης ἐς τὴν Πτερίην καλεομένην (ἡ δὲ Πτερίη ἐστὶ τῆς χώρης ταύτης τὸ ἰσχυρότατον. πολλάκις δὲ οἱ Λυδοὶ τοὺς Μήδους. [3] ὡς δὲ ἀπίκετο ἐπὶ τὸν Ἅλυν ποταμὸν ὁ Κροῖσος. ὅκως ἂν τὸ στρατόπεδον ἱδρυμένον κατὰ νώτου λάβοι. [6] οἳ δὲ καὶ τὸ παράπαν λέγουσι καὶ τὸ ἀρχαῖον ῥέεθρον ἀποξηρανθῆναι. κατὰ Σινώπην πόλιν τὴν ἐν Εὐξείνῳ πόντῳ μάλιστά κῃ κειμένη). οὐ γὰρ δὴ ὁ Ἀλυάττης ἐξεδίδου τοὺς Σκύθας ἐξαιτέοντι Κυαξάρῃ. . τὸ αἷμα ἀναλείχουσι ἀλλήλων. μετὰ δὲ ταῦτα. καὶ αὖτις παραμειβόμενος τὸ στρατόπεδον ἐς τὰ ἀρχαῖα ἐσβάλλοι· ὥστε ἐπείτε καὶ ἐσχίσθη τάχιστα ὁ ποταμός. καὶ δὴ καὶ ἀπικομένου χρησμοῦ κιβδήλου.
ὅμως τοὺς Λυδοὺς ἐξῆγε ἐς μάχην. μεταπεμψάμενος δὲ καὶ Βαβυλωνίους (καὶ γὰρ πρὸς τούτους αὐτῷ ἐπεποίητο συμμαχίη. τῇ δὲ καμήλῳ ἕπεσθαι τὸν πεζὸν στρατὸν ἐκέλευσε. ἰδόντι δὲ τοῦτο Κροίσῳ. Κροῖσον δὲ αὐτὸν μὴ κτείνειν.77. καλεόμενον δὲ Ἕρμον. ἡ δὲ μάχη σφέων ἦν ἀπ᾽ ἵππων. βουλευόμενος εὕρισκε πρῆγμά οἷ εἶναι ἐλαύνειν ὡς δύναιτο τάχιστα ἐπὶ τὰς Σάρδις. ὃς ἦν αὐτοῦ ξεινικός. ἀπήλαυνε ἐς τὰς Σάρδις ἐν νόῳ ἔχων παρακαλέσας μὲν Αἰγυπτίους κατὰ τὸ ὅρκιον [2] (ἐποιήσατο γὰρ καὶ πρὸς Ἄμασιν βασιλεύοντα Αἰγύπτου συμμαχίην πρότερον ἤ περ πρὸς Λακεδαιμονίους). ὃς ἐξ ὄρεος ἱροῦ μητρὸς Δινδυμήνης ῥέων ἐκδιδοῖ ἐς θάλασσαν κατὰ Φωκαίην πόλιν). λέγοντες ὄφιν εἶναι γῆς παῖδα. τὰς δὲ καμήλους ἔταξε ἀντία τῆς ἵππου τῶνδε εἵνεκεν· κάμηλον ἵππος . [3] ὡς δέ οἱ πάντες διετετάχατο. [3] ἦν δὲ τοῦτον τὸν χρόνον ἔθνος οὐδὲν ἐν τῇ Ἀσίῃ οὔτε ἀνδρηιότερον οὔτε ἀλκιμώτερον τοῦ Λυδίου. Τελμησσέες μέν νυν ταῦτα ὑπεκρίναντο Κροίσῳ ἤδη ἡλωκότι. πρὶν ἢ τὸ δεύτερον ἁλισθῆναι τῶν Λυδῶν τὴν δύναμιν. πάντα ἀπεὶς διεσκέδασε οὐδαμὰ ἐλπίσας μὴ κοτε ἄρα ἀγωνισάμενος οὕτω παραπλησίως Κῦρος ἐλάσῃ ἐπὶ Σάρδις. ὥς οἱ παρὰ δόξαν ἔσχε τὰ πρήγματα ἢ ὡς αὐτὸς κατεδόκεε. καὶ ἐποίεε κατὰ τάχος· ἐλάσας γὰρ τὸν στρατὸν ἐς τὴν Λυδίην αὐτὸς ἄγγελος Κροίσῳ ἐληλύθεε. ὡς ἀπίκετο ἐς τὰς Σάρδις. Κροῖσος δὲ μεμφθεὶς κατὰ τὸ πλῆθος τὸ ἑωυτοῦ στράτευμα (ἦν γάρ οἱ ὁ συμβαλὼν στρατὸς πολλὸν ἐλάσσων ἢ ὁ Κύρου). ἔπεμπε κήρυκας κατὰ τὰς συμμαχίας προερέοντας ἐς πέμπτον μῆνα συλλέγεσθαι ἐς Σάρδις· τὸν δὲ παρεόντα καὶ μαχεσάμενον στρατὸν Πέρσῃσι. καταρρωδήσας τὴν ἵππον ἐποίησε Ἁρπάγου ὑποθεμένου ἀνδρὸς Μήδου τοιόνδε· ὅσαι τῷ στρατῷ τῷ ἑωυτοῦ εἵποντο σιτοφόροι τε καὶ σκευοφόροι κάμηλοι. ἵππον δὲ πολέμιόν τε καὶ ἐπήλυδα. [2] ἐνθαῦτα ὁ Κῦρος ὡς εἶδε τοὺς Λυδοὺς ἐς μάχην τασσομένους. Κῦρος δὲ αὐτίκα ἀπελαύνοντος Κροίσου μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην ἐν τῇ Πτερίῃ. σκευάσας δὲ αὐτοὺς προσέταξε τῆς ἄλλης στρατιῆς προϊέναι πρὸς τὴν Κροίσου ἵππον. ἐὸν μέγα τε καὶ ψιλὸν (διὰ δὲ αὐτοῦ ποταμοὶ ῥέοντες καὶ ἄλλοι καὶ Ὕλλος συρρηγνῦσι ἐς τὸν μέγιστον. δόρατά τε ἐφόρεον μεγάλα. [3] ἐπαγγείλας δὲ καὶ Λακεδαιμονίοισι παρεῖναι ἐς χρόνον ῥητόν ἁλίσας τε δὴ τούτους καὶ τὴν ἑωυτοῦ συλλέξας στρατιὴν ἐνένωτο τὸν χειμῶνα παρείς. ἐνθαῦτα Κροῖσος ἐς ἀπορίην πολλὴν ἀπιγμένος. ταύτας πάσας ἁλίσας καὶ ἀπελὼν τὰ ἄχθεα ἄνδρας ἐπ᾽ αὐτὰς ἀνέβησε ἱππάδα στολὴν ἐνεσταλμένους. 79. 80. ταῦτα ἐπιλεγομένῳ Κροίσῳ τὸ προάστειον πᾶν ὀφίων ἐνεπλήσθη· φανέντων δὲ αὐτῶν οἱ ἵπποι μετιέντες τὰς νομὰς νέμεσθαι φοιτέοντες κατήσθιον. ὄπισθε δὲ τοῦ πεζοῦ ἐπέταξε τὴν πᾶσαν ἵππον. οὐκ ἐξεγένετο Κροίσῳ ἀπαγγεῖλαι· πρὶν γὰρ ἢ ὀπίσω σφέας ἀναπλῶσαι ἐς τὰς Σάρδις ἥλω ὁ Κροῖσος. [2] ὡς δέ οἱ ταῦτα ἔδοξε. 78. μαθὼν ὡς ἀπελάσας μέλλοι Κροῖσος διασκεδᾶν τὸν στρατόν. τοῦτο μεμφθείς. ἅμα τῷ ἔαρι στρατεύειν ἐπὶ τοὺς Πέρσας. [4] ταῦτα μὲν παραίνεσε. ὡς τῇ ὑστεραίῃ οὐκ ἐπειρᾶτο ἐπιὼν ὁ Κῦρος. [4] καὶ ὃ μὲν ταῦτα φρονέων. ἀπικόμενον δὲ τοῦτον καταστρέψεσθαι τοὺς ἐπιχωρίους. ὥσπερ καὶ ἦν ἔδοξε τέρας εἶναι· [2] αὐτίκα δὲ ἔπεμπε θεοπρόπους ἐς τῶν ἐξηγητέων Τελμησσέων. μηδὲ ἢν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται. στρατὸν ἀλλόθροον προσδόκιμον εἶναι Κροίσῳ ἐπὶ τὴν χώρην. ἐτυράννευε δὲ τὸν χρόνον τοῦτον τῶν Βαβυλωνίων Λαβύνητος). ἐς τὸ πεδίον δὲ συνελθόντων τοῦτο τὸ πρὸ τοῦ ἄστεος ἐστὶ τοῦ Σαρδιηνοῦ. παραίνεσε τῶν μὲν ἄλλων Λυδῶν μὴ φειδομένους κτείνειν πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον. οὐδὲν κω εἰδότες τῶν ἦν περὶ Σάρδις τε καὶ αὐτὸν Κροῖσον. [3] Τελμησσέες μέντοι τάδε ἔγνωσαν. καὶ αὐτοὶ ἦσαν ἱππεύεσθαι ἀγαθοί. ἀπικομένοισι δὲ τοῖσι θεοπρόποισι καὶ μαθοῦσι πρὸς Τελμησσέων τὸ θέλει σημαίνειν τὸ τέρας.
[5] ὡς δὲ καὶ συνήισαν ἐς τὴν μάχην. [8] Λακεδαιμόνιοι δὲ τὰ ἐναντία τούτων ἔθεντο νόμον· οὐ γὰρ κομῶντες πρὸ τούτου ἀπὸ τούτου κομᾶν. καί σφι ἤδη παρεσκευασμένοισι καὶ νεῶν ἐουσέων ἑτοίμων ἦλθε ἄλλη ἀγγελίη. 81. [3] βοηθησάντων δὲ Ἀργείων τῇ σφετέρῃ ἀποταμνομένῃ. Κροῖσος δὲ δοκέων οἱ χρόνον ἐπὶ μακρὸν ἔσεσθαι τὴν πολιορκίην ἔπεμπε ἐκ τοῦ τείχεος ἄλλους ἀγγέλους ἐς τὰς συμμαχίας. αἰσχυνόμενον ἀπονοστέειν ἐς Σπάρτην τῶν οἱ συλλοχιτέων διεφθαρμένων. αὐτοῦ μιν ἐν τῇσι Θυρέῃσι καταχρήσασθαι ἑωυτόν. ἔς τε δὴ ὦν τὰς ἄλλας ἔπεμπε συμμαχίας καὶ δὴ καὶ ἐς Λακεδαίμονα. πρότερον ἐπάναγκες κομῶντες. τῷ δή τι καὶ ἐπεῖχε ἐλλάμψεσθαι ὁ Λυδός. πρὶν Θυρέας ἀνασώσωνται. 83. [6] τέως μὲν δὴ αὐτοὶ ἑκάτεροι ἔφασαν νικᾶν. τοῖσι μὲν δὴ κατεστήκεε πολιορκίη. λογάδες δὲ ἑκατέρων ὑπολειφθέντες συνέβαλον. χρόνῳ δὲ πεσόντων ἀμφοτέρων πολλῶν ἐτράποντο οἱ Λυδοί. οἳ δὲ ὅμως. κατειληθέντες δὲ ἐς τὸ τεῖχος ἐπολιορκέοντο ὑπὸ τῶν Περσέων. Λακεδαιμονίων δὲ Ὀθρυάδης· ὑπελείφθησαν δὲ οὗτοι νυκτὸς ἐπελθούσης. ὡς ἡλώκοι τὸ τεῖχος τῶν Λυδῶν καὶ ἔχοιτο . τούτους δὲ ἐξέπεμπε τὴν ταχίστην δέεσθαι βοηθέειν ὡς πολιορκεομένου Κροίσου. ἡμέρῃ δὲ δευτέρῃ παρῆσαν πυνθανόμενοι ἀμφότεροι. οἱ μὲν γὰρ πρότεροι διεπέμποντο ἐς πέμπτον μῆνα προερέοντες συλλέγεσθαι ἐς Σάρδις. ἐπείτε ἐπύθοντο τοῦ κήρυκος. ἥ τε ἐν τῇ ἠπείρῳ χώρῇ καὶ ἡ Κυθηρίη νῆσος καὶ αἱ λοιπαὶ τῶν νήσων. τοιούτων δὲ τοῖσι Σπαρτιήτῃσι ἐνεστεώτων πρηγμάτων ἧκε ὁ Σαρδιηνὸς κῆρυξ δεόμενος Κροίσῳ βοηθέειν πολιορκεομένῳ. διέφθαρτό τε τῷ Κροίσῳ ἡ ἐλπίς. ὁ δὲ τῶν Λακεδαιμονίων Ὀθρυάδης σκυλεύσας τοὺς Ἀργείων νεκροὺς καὶ προσφορήσας τὰ ὅπλα πρὸς τὸ ἑωυτοῦ στρατόπεδον ἐν τῇ τάξι εἶχε ἑωυτόν. μαχομένων δὲ σφέων καὶ γινομένων ἰσοπαλέων ὑπελείποντο ἐξ ἀνδρῶν ἑξακοσίων τρεῖς. 82. ἐνθαῦτα ὡς ὤσφροντο τάχιστα τῶν καμήλων οἱ ἵπποι καὶ εἶδον αὐτάς. λέγοντες οἳ μὲν ὡς ἑωυτῶν πλεῦνες περιγεγόνασι. ἐνθαῦτα συνέβησαν ἐς λόγους συνελθόντες ὥστε τριηκοσίους ἑκατέρων μαχέσασθαι. τῶνδε εἵνεκεν ἵνα μὴ παρεόντων τῶν στρατοπέδων ὁρῶντες οἱ ἕτεροι ἑσσουμένους τοὺς σφετέρους ἀπαμύνοιεν. [4] συνθέμενοι ταῦτα ἀπαλλάσσοντο. ὁρμέατο βοηθέειν. Ἀργείων μὲν Ἀλκήνωρ τε καὶ Χρομίος. πεσόντων δὲ καὶ ἀμφοτέρων πολλῶν ἐνίκων Λακεδαιμόνιοι. καὶ οὐκ ἀνέχεται οὔτε τὴν ἰδέην αὐτοῦ ὁρέων οὔτε τὴν ὀδμὴν ὀσφραινόμενος. ἐποιήσαντο νόμον τε καὶ κατάρην μὴ πρότερον θρέψειν κόμην Ἀργείων μηδένα. [5] οἱ μὲν δὴ δύο τῶν Ἀργείων ὡς νενικηκότες ἔθεον ἐς τὸ Ἄργος. ἀποθορόντες ἀπὸ τῶν ἵππων πεζοὶ τοῖσι Πέρσῃσι συνέβαλλον. ἦν δὲ καὶ ἡ μέχρι Μαλέων ἡ πρὸς ἑσπέρην Ἀργείων. ὀπίσω ἀνέστρεφον. οἳ δὲ τοὺς μὲν ἀποφαίνοντες πεφευγότας. τὸν δὲ σφέτερον παραμείναντα καὶ σκυλεύσαντα τοὺς ἐκείνων νεκρούς· [7] τέλος δὲ ἐκ τῆς ἔριδος συμπεσόντες ἐμάχοντο. μηδὲ τὰς γυναῖκάς σφι χρυσοφορήσειν. ἵνα τῷ Κροίσῳ ἄχρηστον ᾖ τὸ ἱππικόν. [6] οὐ μέντοι οἵ γε Λυδοὶ τὸ ἐνθεῦτεν δειλοὶ ἦσαν. αὐτοῦ δὴ ὦν τούτου εἵνεκεν ἐσεσόφιστο. τοῖσι δὲ καὶ αὐτοῖσι τοῖσι Σπαρτιήτῃσι κατ᾽ αὐτὸν τοῦτον τὸν χρόνον συνεπεπτώκεε ἔρις ἐοῦσα πρὸς Ἀργείους περὶ χώρου καλεομένου Θυρέης· [2] τὰς γὰρ Θυρέας ταύτας ἐοῦσα τῆς Ἀργολίδος μοίρης ἀποταμόμενοι ἔσχον οἱ Λακεδαιμόνιοι.φοβέεται. τούτων εἶναι τὸν χῶρον· τὸ δὲ πλῆθος τοῦ στρατοῦ ἀπαλλάσσεσθαι ἑκάτερον ἐς τὴν ἑωυτοῦ μηδὲ παραμένειν ἀγωνιζομένων. Ἀργεῖοι μέν νυν ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου κατακειράμενοι τὰς κεφαλάς. ἀλλ᾽ ὡς ἔμαθον τὸ γινόμενον. ὁκότεροι δ᾽ ἂν περιγένωνται. τὸν δὲ ἕνα λέγουσι τὸν περιλειφθέντα τῶν τριηκοσίων Ὀθρυάδην.
Σάρδιες δὲ ἥλωσαν ὧδε. κατ᾽ αὐτὸν δὲ Κροῖσον τάδε ἐγίνετο. ἐπειδὴ τεσσερεσκαιδεκάτη ἐγένετο ἡμέρη πολιορκεομένῳ Κροίσῳ. τῷ οὔνομα ἦν Ὑροιάδης. 86. κατὰ τοῦτο τῆς ἀκροπόλιος τῇ οὐδεὶς ἐτέτακτο φύλακος· οὐ γὰρ ἦν δεινὸν κατὰ τοῦτο μὴ ἁλῷ κοτέ. 85. μέγα νήπιε Κροῖσε. [3] ἀπότομός τε γὰρ ἐστι\ ταύτῃ ἡ ἀκρόπολις καὶ ἄμαχος· τῇ οὐδὲ Μήλης ὁ πρότερον βασιλεὺς Σαρδίων μούνῃ οὐ περιήνεικε τὸν λέοντα τὸν οἱ ἡ παλλακὴ ἔτεκε. κατηλόγησε τοῦτο ὡς ἐὸν ἄμαχόν τε καὶ ἀπότομον· ἔστι δὲ πρὸς τοῦ Τμώλου τετραμμένον τῆς πόλιος. εἰπεῖν "τὸν ἂν ἐγὼ πᾶσι τυράννοισι προετίμησα μεγάλων χρημάτων . ἄλλα τε ἐπιφραζόμενος.Κροῖσος ζωγρηθείς. ἄρξαντα ἔτεα τεσσερεσκαίδεκα καὶ τεσσερεσκαίδεκα ἡμέρας πολιορκηθέντα. [2] ἡ δὲ Πυθίη οἱ εἶπε τάδε. καὶ δὴ καὶ ἐς Δελφοὺς περὶ αὐτοῦ ἐπεπόμφεε χρησομένους. καίπερ ἐν κακῷ ἐόντι τοσούτῳ. ἐνθαῦτα τῶν ἄλλων πεπαυμένων ἀνὴρ Μάρδος ἐπειρᾶτο προσβαίνων. Κροῖσος μέν νυν ὁρέων ἐπιόντα ὑπὸ τῆς παρεούσης συμφορῆς παρημελήκεε. ἀνενεικάμενόν τε καὶ ἀναστενάξαντα ἐκ πολλῆς ἡσυχίης ἐς τρὶς ὀνομάσαι "Σόλων. Τελμησσέων δικασάντων ὡς περιενειχθέντος τοῦ λέοντος τὸ τεῖχος ἔσονται Σάρδιες ἀνάλωτοι. ὡς δὲ ἄρα μιν προσστῆναι τοῦτο. [4] ὁ ὦν δὴ Ὑροιάδης οὗτος ὁ Μάρδος ἰδὼν τῇ προτεραίῃ τῶν τινα Λυδῶν κατὰ τοῦτο τῆς ἀκροπόλιος καταβάντα ἐπὶ κυνέην ἄνωθεν κατακυλισθεῖσαν καὶ ἀνελόμενον. βουλόμενος εἰδέναι εἴ τίς μιν δαιμόνων ῥύσεται τοῦ μὴ ζῶντα κατακαυθῆναι. τὸ μηδένα εἶναι τῶν ζωόντων ὄλβιον. κατὰ τὸ χρηστήριόν τε καταπαύσαντα τὴν ἑωυτοῦ μεγάλην ἀρχήν. Κῦρος τῇ στρατιῇ τῇ ἑωυτοῦ διαπέμψας ἱππέας προεῖπε τῷ πρώτῳ ἐπιβάντι τοῦ τείχεος δῶρα δώσειν. τῇ ἦν ἐπίμαχον τὸ χωρίον τῆς ἀκροπόλιος. καὶ τοὺς προσελθόντας ἐπειρωτᾶν· Κροῖσον δὲ τέως μὲν σιγὴν ἔχειν εἰρωτώμενον. [2] μετὰ δὲ τοῦτο πειρησαμένης τῆς στρατιῆς ὡς οὐ προεχώρεε. εἶπε δὲ "ὤνθρώπε. εἴτε καὶ πυθόμενος τὸν Κροῖσον εἶναι θεοσεβέα τοῦδε εἵνεκεν ἀνεβίβασε ἐπὶ τὴν πυρήν. ἐν τῇ ὦν παρελθούσῃ εὐεστοῖ ὁ Κροῖσος τὸ πᾶν ἐς αὐτὸν ἐπεποιήκεε. [3] ἁλισκομένου δὴ τοῦ τείχεος. οἱ δὲ Πέρσαι τάς τε δὴ Σάρδις ἔσχον καὶ αὐτὸν Κροῖσον ἐζώγρησαν." οὗτος μὲν δὴ τοῦτο πρῶτον ἐφθέγξατο. μετὰ δὲ ὡς ἠναγκάζετο. οὕτω δὴ οὗτοι μὲν συμφορὴν ποιησάμενοι μεγάλην ἐπέπαυντο. τοῦ καὶ πρότερον ἐπεμνήσθην. οὐδὲ τί οἱ διέφερε πληγέντι ἀποθανεῖν· [4] ὁ δὲ παῖς οὗτος ὁ ἄφωνος ὡς εἶδε ἐπιόντα τὸν Πέρσην. μὴ κτεῖνε Κροῖσον. μετὰ δὲ τοῦτο ἤδη ἐφώνεε τὸν πάντα χρόνον τῆς ζόης. λαβόντες δὲ αὐτὸν οἱ Πέρσαι ἤγαγον παρὰ Κῦρον. Λυδὲ γένος. μὴ βούλου πολύευκτον ἰὴν ἀνὰ δώματ᾽ ἀκούειν παιδὸς φθεγγομένου. ὁ δὲ Μήλης κατὰ τὸ ἄλλο τεῖχος περιενείκας. ἐφράσθη καὶ ἐς θυμὸν ἐβάλετο· [5] τότε δὲ δὴ αὐτός τε ἀναβεβήκεε καὶ κατ᾽ αὐτὸν ἄλλοι Περσέων ἀνέβαινον· προσβάντων δὲ συχνῶν οὕτω δὴ Σάρδιές τε ἡλώκεσαν καὶ πᾶν τὸ ἄστυ ἐπορθέετο. [2] ὁ δὲ συννήσας πυρὴν μεγάλην ἀνεβίβασε ἐπ᾽ αὐτὴν τὸν Κροῖσόν τε ἐν πέδῃσι δεδεμένον καὶ δὶς ἑπτὰ Λυδῶν παρ᾽ αὐτὸν παῖδας. ἐν νόῳ ἔχων εἴτε δὴ ἀκροθίνια ταῦτα καταγιεῖν θεῶν ὅτεῳ δή. 84. ἦν οἱ παῖς. ἤιε γὰρ τῶν τις Περσέων ἀλλογνώσας Κροῖσον ὡς ἀποκτενέων. τὸ τοῦ Σόλωνος ὥς οἱ εἴη σὺν θεῷ εἰρημένον. τὸ δέ σοι πολὺ λώιον ἀμφὶς ἔμμεναι· αὐδήσει γὰρ ἐν ἤματι πρῶτον ἀνόλβῳ. εἴτε καὶ εὐχὴν ἐπιτελέσαι θέλων. πολλῶν βασιλεῦ." [4] καὶ τὸν Κῦρον ἀκούσαντα κελεῦσαι τοὺς ἑρμηνέας ἐπειρέσθαι τὸν Κροῖσον τίνα τοῦτον ἐπικαλέοιτο. ἄφωνος δέ. [3] τὸν μὲν δὴ ποιέειν ταῦτα· τῷ δὲ Κροίσῳ ἑστεῶτι ἐπὶ τῆς πυρῆς ἐσελθεῖν. τὰ μὲν ἄλλα ἐπιεικής. ὑπὸ δέους τε καὶ κακοῦ ἔρρηξε φωνήν.
εἴ τι ἐνορέω πλέον." Κῦρος δέ μιν θαρσέοντα ἐκέλευε λέγειν ὅ τι βούλοιτο. [2] Πέρσαι φύσιν ἐόντες ὑβρισταὶ εἰσὶ ἀχρήματοι. ἀλλὰ ταῦτα δαίμοσί κου φίλον ἦν οὕτω γενέσθαι. τοῦτον προσδέκεσθαί τοι ἐπαναστησόμενον. καὶ ἐκεῖνοι συγγνόντες ποιέειν σε δίκαια ἑκόντες προήσουσι. κελεύειν σβεννύναι τὴν ταχίστην τὸ καιόμενον πῦρ καὶ καταβιβάζειν Κροῖσόν τε καὶ τοὺς μετὰ Κροίσου. δυναμένους δὲ οὐκέτι καταλαβεῖν. οὐδέν τι μᾶλλον ἐς ἑωυτὸν λέγων ἢ οὐκ ἐς ἅπαν τὸ ἀνθρώπινον καὶ μάλιστα τοὺς παρὰ σφίσι αὐτοῖσι ὀλβίους δοκέοντας εἶναι. τὸν μὲν Κροῖσον ταῦτα ἀπηγέεσθαι. Κύρῳ δὲ ἐπιμελὲς ἐγένετο τὰ Κροῖσος εἶπε· μεταστησάμενος δὲ τοὺς ἄλλους. ἐν δὲ τῷ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας. ἐνθαῦτα λέγεται ὑπὸ Λυδῶν Κροῖσον μαθόντα τὴν Κύρου μετάγνωσιν." Κροῖσος δὲ ἀμείβετο "οὔτε πόλιν τὴν ἐμὴν οὔτε χρήματα τὰ ἐμὰ διαρπάζει· οὐδὲν γὰρ ἐμοὶ ἔτι τούτων μέτα· ἀλλὰ φέρουσί τε καὶ ἄγουσι τὰ σά. οἳ λεγόντων πρὸς τοὺς ἐκφέροντας τὰ χρήματα ἀπαιρεόμενοι ὡς σφέα ἀναγκαίως ἔχει δεκατευθῆναι τῷ Διί. γενόμενον ἑωυτοῦ εὐδαιμονίῃ οὐκ ἐλάσσω. ὥς τε αὐτῷ πάντα ἀποβεβήκοι τῇ περ ἐκεῖνος εἶπε.ἐς λόγους ἐλθεῖν. πρός τε τούτοισι δείσαντα τὴν τίσιν καὶ ἐπιλεξάμενον ὡς οὐδὲν εἴη τῶν ἐν ἀνθρώποισι ἀσφαλέως ἔχον. ἐγὼ ταῦτα ἔπρηξα τῇ σῇ μὲν εὐδαιμονίῃ." ὁ δὲ εἶπε "πόλιν τε τὴν σὴν διαρπάζει καὶ χρήματα τὰ σὰ διαφορέει. εἴρετο Κροῖσον ὅ τι οἱ ἐνορῴη ἐν τοῖσι ποιευμένοισι. τίς σε ἀνθρώπων ἀνέγνωσε ἐπὶ γῆν τὴν ἐμὴν στρατευσάμενον πολέμιον ἀντὶ φίλου ἐμοὶ καταστῆναι. ζῶντα πυρὶ διδοίη. τάδε τοὶ ἐξ αὐτῶν ἐπίδοξα γενέσθαι. δικαιῶ. [3] "Κροῖσε. παραστῆναι καὶ ῥύσασθαι αὐτὸν ἐκ τοῦ παρεόντος κακοῦ. ὁ δὲ αὐτὸν εἰρώτα λέγων [3] "οὗτος ὁ πολλὸς ὅμιλος τί ταῦτα πολλῇ σπουδῇ ἐργάζεται. μεταγνόντα τε καὶ ἐννώσαντα ὅτι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος ἐὼν ἄλλον ἄνθρωπον. ὁ δὲ εἶπε "ὦ βασιλεῦ. [4] οὐδεὶς γὰρ οὕτω ἀνόητος ἐστὶ ὅστις πόλεμον πρὸ εἰρήνης αἱρέεται· ἐν μὲν γὰρ τῇ οἱ παῖδες τοὺς πατέρας θάπτουσι. ἢν ὦν σὺ τούτους περιίδῃς διαρπάσαντας καὶ κατασχόντας χρήματα μεγάλα. [6] καὶ τὸν Κῦρον ἀκούσαντα τῶν ἑρμηνέων τὰ Κροῖσος εἶπε. Κῦρος δὲ αὐτὸν λύσας κατεῖσέ τε ἐγγὺς ἑωυτοῦ καὶ κάρτα ἐν πολλῇ προμηθίῃ εἶχε. καταβιβάσαντα αὐτὸν ἀπὸ τῆς πυρῆς εἰρέσθαι τάδε. καὶ σύ τέ σφι οὐκ ἀπεχθήσεαι βίῃ ἀπαιρεόμενος τὰ χρήματα. καὶ θεησάμενος πάντα τὸν ἑωυτοῦ ὄλβον ἀποφλαυρίσειε οἷα δὴ εἶπας. 87. ἀπεθώμαζέ τε ὁρέων καὶ αὐτὸς καὶ οἱ περὶ ἐκεῖνον ἐόντες πάντες. [5] λιπαρεόντων δὲ αὐτῶν καὶ ὄχλον παρεχόντων." . αἴτιος δὲ τούτων ἐγένετο ὁ Ἑλλήνων θεὸς ἐπαείρας ἐμὲ στρατεύεσθαι. τῆς δὲ πυρῆς ἤδη ἁμμένης καίεσθαι τὰ περιέσχατα. ἔλεγε δὴ ὡς ἦλθε ἀρχὴν ὁ Σόλων ἐὼν Ἀθηναῖος. κατασβεσθῆναί τε τὴν πυρήν. εἴ τί οἱ κεχαρισμένον ἐξ αὐτοῦ ἐδωρήθη. ὡς ὥρα πάντα μὲν ἄνδρα σβεννύντα τὸ πῦρ. ὁ δὲ εἶπε "ἐπείτε με θεοὶ ἔδωκαν δοῦλον σοί. κότερον λέγειν πρὸς σὲ τὰ νοέων τυγχάνω ἢ σιγᾶν ἐν τῷ παρεόντι χρή. ὅ μὲν ταῦτα ἔλεγε. ἐπιβώσασθαι τὸν Ἀπόλλωνα ἐπικαλεόμενον. ἐκ δὲ αἰθρίης τε καὶ νηνεμίης συνδραμεῖν ἐξαπίνης νέφεα καὶ χειμῶνά τε καταρραγῆναι καὶ ὗσαι ὕδατι λαβροτάτῳ. καὶ τοὺς πειρωμένους οὐ δύνασθαι ἔτι τοῦ πυρὸς ἐπικρατῆσαι." ὡς δέ σφι ἄσημα ἔφραζε. σημαίνειν σοί." 88. νῦν ὦν ποίησον ὧδε. [2] τὸν μὲν δακρύοντα ἐπικαλέεσθαι τὸν θεόν." 89. τῇ ἐμεωυτοῦ δὲ κακοδαιμονίῃ. εἲ τοι ἀρέσκει τὰ ἐγὼ λέγω· [3] κάτισον τῶν δορυφόρων ἐπὶ πάσῃσι τῇσι πύλῃσι φυλάκους. ὁ δὲ συννοίῃ ἐχόμενος ἥσυχος ἦν· [2] μετὰ δὲ ἐπιστραφείς τε καὶ ἰδόμενος τοὺς Πέρσας τὸ τῶν Λυδῶν ἄστυ κεραΐζοντας εἶπε "ὦ βασιλεῦ. πάλιν ἐπειρώτων τὰ λεγόμενα. ὃς ἂν αὐτῶν πλεῖστα κατάσχῃ. οὕτω δὴ μαθόντα τὸν Κῦρον ὡς εἴη ὁ Κροῖσος καὶ θεοφιλὴς καὶ ἀνὴρ ἀγαθός.
ἐν δὲ Προνηίης τῆς ἐν Δελφοῖσι ἀσπὶς χρυσέη μεγάλη. οὐ συλλαβὼν δὲ τὸ ῥηθὲν οὐδ᾽ ἐπανειρόμενος ἑωυτὸν αἴτιον ἀποφαινέτω· [5] τῷ καὶ τὸ τελευταῖον χρηστηριαζομένῳ εἶπε Λοξίης περὶ ἡμιόνου. ἐν μὲν γὰρ Θήβῃσι τῇσι Βοιωτῶν τρίπους χρύσεος.. ὥς οἱ ἐδόκεε εὖ ὑποτίθεσθαι· αἰνέσας δὲ πολλά. Κροῖσε." [2] ὁ δὲ εἶπε "ὦ δέσποτα." [4] ὡς δὲ ταῦτα ἤκουσε ὁ Κροῖσος." Κῦρος δὲ εἴρετο ὅ τι οἱ τοῦτο ἐπηγορέων παραιτέοιτο. ὁ δὲ ἀκούσας συνέγνω ἑωυτοῦ εἶναι τὴν ἁμαρτάδα καὶ οὐ τοῦ θεοῦ. οἳ δὲ ἀνήνεικαν ἐς Σάρδις καὶ ἀπήγγειλαν Κροίσῳ. μεγάλην ἀρχὴν αὐτὸν καταλύσειν. "τὴν πεπρωμένην μοῖραν ἀδύνατα ἐστὶ ἀποφυγεῖν καὶ θεῷ· Κροῖσος δὲ πέμπτου γονέος ἁμαρτάδα ἐξέπλησε. 92." ταῦτα μὲν ἡ Πυθίη ὑπεκρίνατο τοῖσι Λυδοῖσι. δόλῳ γυναικηίῳ ἐπισπόμενος ἐφόνευσε τὸν δεσπότεα καὶ ἔσχε τὴν ἐκείνου τιμὴν οὐδέν οἱ προσήκουσαν. προηγόρευε γὰρ οἱ Λοξίης. ὅς οἱ πρὶν ἢ βασιλεῦσαι . καὶ ἐντειλάμενος τοῖσι δορυφόροισι τὰ Κροῖσος ὑπεθήκατο ἐπιτελέειν. [3] ὅσον δὲ ἐνέδωκαν αὗται. ὁ δὲ Πέρσης τε ἦν καὶ ἀρχόμενος ὑπ᾽ ἐκείνοισι καὶ ἔνερθε ἐὼν τοῖσι ἅπασι δεσποίνῃ τῇ ἑωυτοῦ συνοίκεε. αἰτέο δόσιν ἥντινα βούλεαί τοι γενέσθαι παραυτίκα. τὸν ἀνέθηκέ τῷ Ἀπόλλωνι τῷ Ἰσμηνίῳ. πατρὸς δὲ ὑποδεεστέρου· [6] ἣ μὲν γὰρ ἦν Μηδὶς καὶ Ἀστυάγεος θυγάτηρ τοῦ Μήδων βασιλέος. ἀναρτημένου σεῦ ἀνδρὸς βασιλέος χρηστὰ ἔργα καὶ ἔπεα ποιέειν. ἦν γὰρ δὴ ὁ Κῦρος οὗτος ἡμίονος· ἐκ γὰρ δυῶν οὐκ ὁμοεθνέων ἐγεγόνεε. ἀπικομένοισι δὲ τοῖσι Λυδοῖσι καὶ λέγουσι τὰ ἐντεταλμένα τὴν Πυθίην λέγεται εἰπεῖν τάδε. τὸν ἐγὼ ἐτίμησα θεῶν μάλιστα. 91. δεικνύντας τὰς πέδας· ταῦτά τε ἐπειρωτᾶν. [4] κατὰ δὲ τὸ μαντήιον τὸ γενόμενον οὐκ ὀρθῶς Κροῖσος μέμφεται. ἴσα τε σταθμὸν καὶ ὅμοια τοῖσι ἐν Δελφοῖσι . ἢν στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας. καὶ τοῦτο ἐπιστάσθω Κροῖσος ὡς ὕστερον τοῖσι ἔτεσι τούτοισι ἁλοὺς τῆς πεπρωμένης. ταῦτα μὲν καὶ ἔτι ἐς ἐμὲ ἦν περιεόντα. ὃς ἐὼν δορυφόρος Ἡρακλειδέων. καὶ ὡς ἐπαερθεὶς τῷ μαντηίῳ ἐστρατεύσατο ἐπὶ Πέρσας· λέγων δὲ ταῦτα κατέβαινε αὖτις παραιτεόμενος ἐπεῖναί οἱ τῷ θεῷ τοῦτο ὀνειδίσαι. ἀπ᾽ ἧς οἱ ἀκροθίνια τοιαῦτα γενέσθαι. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. ἤνυσέ τε καὶ ἐχαρίσατό οἱ· τρία γὰρ ἔτεα ἐπανεβάλετο τὴν Σαρδίων ἅλωσιν. τὰ δ᾽ ἐξαπόλωλε τῶν ἀναθημάτων· [2] τὰ δ᾽ ἐν Βραγχίδῃσι τῇσι Μιλησίων ἀναθήματα Κροίσῳ.90. ἐν δὲ Ἐφέσῳ αἵ τε βόες αἱ χρύσεαι καὶ τῶν κιόνων αἱ πολλαί. οὐκ οἷόν τε ἐγίνετο παραγαγεῖν μοίρας. [2] προθυμεομένου δὲ Λοξίεω ὅκως ἂν κατὰ τοὺς παῖδας τοῦ Κροίσου γένοιτο τὸ Σαρδίων πάθος καὶ μὴ κατ᾽ αὐτὸν Κροῖσον. τὰ μέν νυν ἔς τε Δελφοὺς καὶ ἐς τοῦ Ἀμφιάρεω ἀνέθηκε οἰκήιά τε ἐόντα καὶ τῶν πατρωίων χρημάτων ἀπαρχήν· τὰ δὲ ἄλλα ἀναθήματα ἐξ ἀνδρὸς ἐγένετο οὐσίης ἐχθροῦ. ἐπειρέσθαι πέμψαντα τάσδε τὰς πέδας. "Κροῖσε. ταῦτα ἀκούων ὁ Κῦρος ὑπερήδετο.. καὶ ἄλλου παντὸς τοῦ ἂν ἑκάστοτε δέῃ. Κροίσῳ δὲ ἐστὶ ἄλλα ἀναθήματα ἐν τῇ Ἑλλάδι πολλὰ καὶ οὐ τὰ εἰρημένα μοῦνα. εἶπε πρὸς Κροῖσον τάδε. κατὰ μὲν δὴ τὴν Κροίσου τε ἀρχὴν καὶ Ἰωνίης τὴν πρώτην καταστροφὴν ἔσχε οὕτω. καὶ εἰ ἀχαρίστοισι νόμος εἶναι τοῖσι Ἑλληνικοῖσι θεοῖσι. πέμπων τῶν Λυδῶν ἐς Δελφοὺς ἐνετέλλετο τιθέντας τὰς πέδας ἐπὶ τοῦ νηοῦ τὸν οὐδὸν εἰρωτᾶν εἰ οὔ τι ἐπαισχύνεται τοῖσι μαντηίοισι ἐπαείρας Κροῖσον στρατεύεσθαι ἐπὶ Πέρσας ὡς καταπαύσοντα τὴν Κύρου δύναμιν. [3] Κροῖσος δέ οἱ ἐπαλιλλόγησε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ διάνοιαν καὶ τῶν χρηστηρίων τὰς ὑποκρίσιας καὶ μάλιστα τὰ ἀναθήματα.. τὸν δὲ πρὸς ταῦτα χρῆν εὖ μέλλοντα βουλεύεσθαι ἐπειρέσθαι πέμψαντα κότερα τὴν ἑωυτοῦ ἢ τὴν Κύρου λέγοι ἀρχήν. δευτέρα δὲ τούτων καιομένῳ αὐτῷ ἐπήρκεσε. οὐδὲ τοῦτο συνέλαβε. ἐάσας με χαριεῖ μάλιστα τὸν θεὸν τῶν Ἑλλήνων. Κῦρος δὲ γελάσας εἶπε "καὶ τούτου τεύξεαι παρ᾽ ἐμεῦ. μητρὸς ἀμείνονος. εἰ ἐξαπατᾶν τοὺς εὖ ποιεῦντας νόμος ἐστί οἱ.
[4] ἐπείτε δὲ δόντος τοῦ πατρὸς ἐκράτησε τῆς ἀρχῆς ὁ Κροῖσος. χωρὶς ἢ ὅτι τὰ θήλεα τέκνα καταπορνεύουσι. [2] ἓν δὲ ἔργον πολλὸν μέγιστον παρέχεται χωρὶς τῶν τε Αἰγυπτίων ἔργων καὶ τῶν Βαβυλωνίων· ἔστι αὐτόθι Ἀλυάττεω τοῦ Κροίσου πατρὸς σῆμα. οἷά τε καὶ ἄλλη χώρη. πρῶτοι δὲ ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν νόμισμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου κοψάμενοι ἐχρήσαντο. 94. ὧδε περὶ αὐτῶν λέγοντες. πάρεξ τοῦ ἐκ τοῦ Τμώλου καταφερομένου ψήγματος. Κροίσου δὲ ἀδελφεὸς οὐκ ὁμομήτριος· Κροῖσος μὲν γὰρ ἐκ Καείρης ἦν γυναικὸς Ἀλυάττῃ. ἐξευρεθῆναι δὴ ὦν τότε καὶ τῶν κύβων καὶ τῶν ἀστραγάλων καὶ τῆς σφαίρης καὶ τῶν ἀλλέων πασέων παιγνιέων τὰ εἴδεα. τὴν δὲ ἑτέρην σιτέεσθαι παυομένους τῶν παιγνιέων. θώματα δὲ γῆ (ἡ) Λυδίη ἐς συγγραφὴν οὐ μάλα ἔχει. τὴν δὲ οὐσίην αὐτοῦ ἔτι πρότερον κατιρώσας τότε τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ἀνέθηκε ἐς τὰ εἴρηται. τὸν ἄνθρωπον τὸν ἀντιπρήσσοντα ἐπὶ κνάφου ἕλκων διέφθειρε. ἐπὶ δὲ τῇ ἀπαλλασσομένῃ τὸν ἑωυτοῦ παῖδα. ἔνθα σφέας ἐνιδρύσασθαι πόλιας καὶ οἰκέειν τὸ μέχρι τοῦδε. μετὰ δὲ ὡς οὐ παύεσθαι. καὶ ἐπὶ μὲν τῇ μένειν αὐτοῦ λαγχανούσῃ τῶν μοιρέων ἑωυτὸν τὸν βασιλέα προστάσσειν.ἀντιστασιώτης κατεστήκεε. ἐπιστάμενος περὶ Κύρου καὶ . Πανταλέων δὲ ἐξ Ἰάδος. ὅς σφεας ἀνήγαγε. ἐξεργάσαντο δέ μιν οἱ ἀγοραῖοι ἄνθρωποι καὶ οἱ χειρώνακτες καὶ αἱ ἐνεργαζόμεναι παιδίσκαι. [4] τοῦ γὰρ δὴ Λυδῶν δήμου αἱ θυγατέρες πορνεύονται πᾶσαι. [7] ἀντὶ δὲ Λυδῶν μετονομασθῆναι αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ βασιλέος τοῦ παιδός. λίμνη δὲ ἔχεται τοῦ σήματος μεγάλη. ἐς ὃ ἂν συνοικήσωσι τοῦτο ποιέουσαι· ἐκδιδοῦσι δὲ αὐταὶ ἑωυτάς. καὶ τοὺς Λυδοὺς τέως μὲν διάγειν λιπαρέοντας. [6] λαχόντας δὲ αὐτῶν τοὺς ἑτέρους ἐξιέναι ἐκ τῆς χώρης καταβῆναι ἐς Σμύρνην καὶ μηχανήσασθαι πλοῖα. ἵνα δὴ μὴ ζητέοιεν σιτία. καὶ τοὺς Πέρσας ὅτεῳ τρόπῳ ἡγήσαντο τῆς Ἀσίης. πλὴν πεσσῶν τούτων γὰρ ὦν τὴν ἐξεύρεσιν οὐκ οἰκηιοῦνται Λυδοί. [3] ἐπὶ Ἄτυος τοῦ Μάνεω βασιλέος σιτοδείην ἰσχυρὴν ἀνὰ τὴν Λυδίην πᾶσαν γενέσθαι. τοῦ ἡ κρηπὶς μὲν ἐστὶ λίθων μεγάλων. καὶ περὶ μὲν ἀναθημάτων τοσαῦτα εἰρήσθω. τὴν λέγουσι Λυδοὶ ἀείναον εἶναι· καλέεται δὲ αὕτη Γυγαίη. ἀποπλέειν κατὰ βίου τε καὶ γῆς ζήτησιν. ἄλλον δὲ ἄλλο ἐπιμηχανᾶσθαι αὐτῶν. ἐς ὃ ἔθνεα πολλὰ παραμειψαμένους ἀπικέσθαι ἐς Ὀμβρικούς. Λυδοὶ μὲν δὴ ὑπὸ Πέρσῃσι ἐδεδούλωντο. τὴν μὲν ἑτέρην τῶν ἡμερέων παίζειν πᾶσαν. τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτο ἐστί. [3] οὖροι δὲ πέντε ἐόντες ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦσαν ἐπὶ τοῦ σήματος ἄνω. οἱ μὴ βουλόμενοι σεμνοῦν τὰ περὶ Κῦρον ἀλλὰ τὸν ἐόντα λέγειν λόγον. καί σφι γράμματα ἐνεκεκόλαπτο τὰ ἕκαστοι ἐξεργάσαντο. ἐπὶ τούτου τὴν ἐπωνυμίην ποιευμένους ὀνομασθῆναι Τυρσηνούς. Λυδοὶ δὲ νόμοισι μὲν παραπλησίοισι χρέωνται καὶ Ἕλληνές. ἄκεα δίζησθαι. [2] φασὶ δὲ αὐτοὶ Λυδοὶ καὶ τὰς παιγνίας τὰς νῦν σφίσι τε καὶ Ἕλλησι κατεστεώσας ἑωυτῶν ἐξεύρημα γενέσθαι· ἅμα δὲ ταύτας τε ἐξευρεθῆναι παρὰ σφίσι λέγουσι καὶ Τυρσηνίην ἀποικίσαι. καὶ ἐφαίνετο μετρεόμενον τὸ τῶν παιδισκέων ἔργον ἐὸν μέγιστον. 93. τοιούτῳ τρόπῳ διάγειν ἐπ᾽ ἔτεα δυῶν δέοντα εἴκοσι. συλλέγουσαι σφίσι φερνάς. πρῶτοι δὲ καὶ κάπηλοι ἐγένοντο. [5] ἐπείτε δὲ οὐκ ἀνιέναι τὸ κακὸν ἀλλ᾽ ἔτι ἐπὶ μᾶλλον βιάζεσθαι οὕτω δὴ τὸν βασιλέα αὐτῶν δύο μοίρας διελόντα Λυδῶν πάντων κληρῶσαι τὴν μὲν ἐπὶ μόνῃ τὴν δὲ ἐπὶ ἐξόδῳ ἐκ τῆς χώρης. συσπεύδων Πανταλέοντι γενέσθαι τὴν Λυδῶν ἀρχήν. τὸ δὲ ἄλλο σῆμα χῶμα γῆς. [5] ἡ μὲν δὴ περίοδος τοῦ σήματός εἰσὶ στάδιοι ἓξ καὶ δύο πλέθρα. [4] ποιέειν δὲ ὧδε πρὸς τὸν λιμὸν ἐξευρόντας. ὡς ὦν Περσέων μετεξέτεροι λέγουσι. ἐπιδίζηται δὲ δὴ τὸ ἐνθεῦτεν ἡμῖν ὁ λόγος τόν τε Κῦρον ὅστις ἐὼν τὴν Κροίσου ἀρχὴν κατεῖλε. [3] ὁ δὲ Πανταλέων ἦν Ἀλυάττεω μὲν παῖς. 95. τὸ δὲ εὖρος ἐστὶ πλέθρα τρία καὶ δέκα. κατὰ ταῦτα γράψω. ἐς τὰ ἐσθεμένους τὰ πάντα ὅσα σφι ἦν χρηστὰ ἐπίπλοα. τῷ οὔνομα εἶναι Τυρσηνόν.
ἰθύς τε καὶ δίκαιος ἦν. [2] οὗτος ὁ Δηιόκης ἐρασθεὶς τυραννίδος ἐποίεε τοιάδε. ὁ δὲ δή. [3] ὁ δὲ ὡς ἔσχε τὴν ἀρχήν. φέρε στήσωμεν ἡμέων αὐτῶν βασιλέα· καὶ οὕτω ἥ τε χωρῇ εὐνομήσεται καὶ αὐτοὶ πρὸς ἔργα τρεψόμεθα. συνελέχθησαν οἱ Μῆδοι ἐς τὠυτὸ καὶ ἐδίδοσαν σφίσι λόγον. 98. οὕτω ὥστε πυνθανόμενοι οἱ ἐν τῇσι ἄλλῃσι κώμῃσι ὡς Δηιόκης εἴη ἀνὴρ μοῦνος κατὰ τὸ ὀρθὸν δικάζων. τὸ δ᾽ αὐτῶν μέγιστον ἐστὶ τεῖχος κατὰ τὸν Ἀθηνέων κύκλον μάλιστά κῃ τὸ μέγαθος. μετὰ δὲ τούτους καὶ τὰ ἄλλα ἔθνεα ἐποίεε τὠυτὸ τοῖσι Μήδοισι. τοῦ μὲν δὴ πρώτου κύκλου οἱ προμαχεῶνες εἰσὶ λευκοί. [4] μεμηχάνηται δὲ οὕτω τοῦτο τὸ τεῖχος ὥστε ὁ ἕτερος τοῦ ἑτέρου κύκλος τοῖσι προμαχεῶσι μούνοισι ἐστι ὑψηλότερος. [3] ποιέων τε ταῦτα ἔπαινον εἶχε οὐκ ὀλίγον πρὸς τῶν πολιητέων. οὔτ᾽ ἔφη δίκαν ἔτι· οὐ γὰρ οἱ λυσιτελέειν τῶν ἑωυτοῦ ἐξημεληκότα τοῖσι πέλας δι᾽ ἡμέρης δικάζειν. πλεῦνος δὲ αἰεὶ γινομένου τοῦ ἐπιφοιτέοντος. παῖς δ᾽ ἦν Φραόρτεω. ὡς δ᾽ ἐγὼ δοκέω. τοὺς Μήδους ἠνάγκασε ἓν πόλισμα ποιήσασθαι καὶ τοῦτο περιστέλλοντας τῶν ἄλλων ἧσσον ἐπιμέλεσθαι. ὁ Δηιόκης ἦν πολλὸς ὑπὸ παντὸς ἀνδρὸς καὶ προβαλλόμενος καὶ αἰνεόμενος. [2] Ἀσσυρίων ἀρχόντων τῆς ἄνω Ἀσίης ἐπ᾽ ἔτεα εἴκοσι καὶ πεντακόσια. πειθομένων δὲ καὶ ταῦτα τῶν Μήδων οἰκοδομέει τείχεα μεγάλα τε καὶ καρτερὰ ταῦτα τὰ νῦν Ἀγβάτανα κέκληται. . ἵνα αὐτὸς ἔφρασε τῆς χώρης. ὧδε αὖτις ἐς τυραννίδα περιῆλθον.τριφασίας ἄλλας λόγων ὁδοὺς φῆναι. τοῦ δὲ δευτέρου μέλανες. ἐς ὃ τοῦτον καταινέουσι βασιλέα σφίσι εἶναι. οὐδὲ ὑπ᾽ ἀνομίης ἀνάστατοι ἐσόμεθα. μάλιστα ἔλεγον οἱ τοῦ Δηιόκεω φίλοι [3] "οὐ γὰρ δὴ τρόπῳ τῷ παρεόντι χρεώμενοι δυνατοὶ εἰμὲν οἰκέειν τὴν χώρην. καὶ κως οὗτοι περὶ τῆς ἐλευθερίης μαχεσάμενοι τοῖσι Ἀσσυρίοισι ἐγένοντο ἄνδρες ἀγαθοί." ταῦτά κῃ λέγοντες πείθουσι ἑωυτοὺς βασιλεύεσθαι. κατοικημένων τῶν Μήδων κατὰ κώμας. πέμπτου δὲ σανδαράκινοι. τὸ μέν κού τι καὶ τὸ χωρίον συμμαχέει κολωνὸς ἐὼν ὥστε τοιοῦτο εἶναι. τρίτου δὲ κύκλου φοινίκεοι. γνοὺς ὁ Δηιόκης ἐς ἑωυτὸν πᾶν ἀνακείμενον οὔτε κατίζειν ἔτι ἤθελε ἔνθα περ πρότερον προκατίζων ἐδίκαζε. τὸ δὲ καὶ μᾶλλόν τι ἐπετηδεύθη. [2] ἐούσης ὦν ἁρπαγῆς καὶ ἀνομίης ἔτι πολλῷ μᾶλλον ἀνὰ τὰς κώμας ἢ πρότερον ἦν. οἱ δ᾽ ἐκ τῆς αὐτῆς κώμης Μῆδοι ὁρῶντες αὐτοῦ τοὺς τρόπους δικαστήν μιν ἑωυτῶν αἱρέοντο. οἷα μνώμενος ἀρχήν. ἐν τῇ ἑωυτοῦ ἐὼν καὶ πρότερον δόκιμος καὶ μᾶλλόν τι καὶ προθυμότερον δικαιοσύνην ἐπιθέμενος ἤσκεε· καὶ ταῦτα μέντοι ἐούσης ἀνομίης πολλῆς ἀνὰ πᾶσαν τὴν Μηδικὴν ἐποίεε. πρῶτοι ἀπ᾽ αὐτῶν Μῆδοι ἤρξαντο ἀπίστασθαι. [2] ὃ δ᾽ ἐκέλευε αὐτοὺς οἰκία τε ἑωυτῷ ἄξια τῆς βασιληίης οἰκοδομῆσαι καὶ κρατῦναι αὐτὸν δορυφόροισι· ποιεῦσι δὴ ταῦτα οἱ Μῆδοι. ἕτερον ἑτέρῳ κύκλῳ ἐνεστεῶτα. 97. τέλος δὲ οὐδενὶ ἄλλῳ ἐπετράποντο. οἰκοδομέουσί τε γὰρ αὐτῷ οἰκία μεγάλα τε καὶ ἰσχυρά. πρότερον περιπίπτοντες ἀδίκοισι γνώμῃσι. λέγοντες περὶ τῶν κατηκόντων. ἐφοίτων παρὰ τὸν Δηιόκεα καὶ αὐτοὶ δικασόμενοι. οἷα πυνθανομένων τὰς δίκας ἀποβαίνειν κατὰ τὸ ἐόν. ἐόντων δὲ αὐτονόμων πάντων ἀνὰ τὴν ἤπειρον. 96. καὶ δορυφόρους αὐτῷ ἐπιτρέπουσι ἐκ πάντων Μήδων καταλέξασθαι. ἀνὴρ ἐν τοῖσι Μήδοισι ἐγένετο σοφὸς τῷ οὔνομα ἦν Δηιόκης. καὶ ἀπωσάμενοι τὴν δουλοσύνην ἐλευθερώθησαν. ἐπιστάμενος ὅτι τῷ δικαίῳ τὸ ἄδικον πολέμιον ἐστί. τετάρτου δὲ κυάνεοι. [6] οὕτω τῶν πέντε κύκλων οἱ προμαχεῶνες ἠνθισμένοι εἰσὶ φαρμάκοισι· δύο δὲ οἱ τελευταῖοί εἰσὶ ὃ μὲν καταργυρωμένους ὁ δὲ κατακεχρυσωμένους ἔχων τοὺς προμαχεῶνας. [5] κύκλων δ᾽ ἐόντων τῶν συναπάντων ἑπτά. αὐτίκα δὲ προβαλλομένων ὅντινα στήσονται βασιλέα. ἐν δὴ τῷ τελευταίῳ τὰ βασιλήια ἔνεστι καὶ οἱ θησαυροί. τότε ἐπείτε ἤκουσαν ἄσμενοι.
οἱ δὲ Σκύθαι τὴν Ἀσίην πᾶσαν ἐπέσχον. Σάσπειρες. ὁρᾶσθαι τε βασιλέα ὑπὸ μηδενός. ὅκως ἂν μὴ ὁρῶντες οἱ ὁμήλικες. λυπεοίατο καὶ ἐπιβουλεύοιεν. ἦν τὸ δίκαιον φυλάσσων χαλεπός· καὶ τάς τε δίκας γράφοντες ἔσω παρ᾽ ἐκεῖνον ἐσπέμπεσκον. μήτε ἐσιέναι παρὰ βασιλέα μηδένα. καὶ ἐκεῖνος διακρίνων τὰς ἐσφερομένας ἐκπέμπεσκε. πρός τε τούτοισι ἔτι γελᾶν τε καὶ ἀντίον πτύειν καὶ ἅπασι εἶναι τοῦτό γε αἰσχρόν. ἀλλὰ στρατευσάμενος ἐπὶ τοὺς Πέρσας πρώτοισί τε τούτοισι ἐπεθήκατο καὶ πρώτους Μήδων ὑπηκόους ἐποίησε. οὗτος λέγεται πολλὸν ἔτι γενέσθαι ἀλκιμώτερος τῶν προγόνων. τὸν δὲ ἄλλον δῆμον πέριξ ἐκέλευε τὸ τεῖχος οἰκέειν. ἀλλὰ τὴν κατύπερθε ὁδὸν πολλῷ μακροτέρην ἐκτραπόμενοι. ἐπὶ τούτους δὴ στρατευσάμενος ὁ Φραόρτης αὐτός τε διεφθάρη. καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ ὁ πολλός. ἀλλ᾽ ἓν τὸ διὰ μέσου ἔθνος αὐτῶν ἐστι. ἀλλ᾽ ἑτεροῖός σφι δοκέοι εἶναι μὴ ὁρῶσι. [3] καί οἱ. Ἀσίῃ καὶ πρῶτος διέταξε χωρὶς ἑκάστους εἶναι. ἐπείτε δὲ ταῦτα διεκόσμησε καὶ ἐκράτυνε ἑωυτὸν τῇ τυραννίδι. ἐνθαῦτα οἱ μὲν Μῆδοι συμβαλόντες τοῖσι Σκύθῃσι καὶ ἑσσωθέντες τῇ μάχῃ τῆς ἀρχῆς κατελύθησαν. κατεστρέφετο τὴν Ἀσίην ἀπ᾽ ἄλλου ἐπ᾽ ἄλλο ἰὼν ἔθνος. 102. καὶ οἱ κατάσκοποί τε καὶ κατήκοοι ἦσαν ἀνὰ πᾶσαν τὴν χώρην τῆς ἦρχε. ἦγε δὲ αὐτοὺς βασιλεὺς ὁ Σκυθέων Μαδύης Προτοθύεω παῖς· οἳ ἐσέβαλον μὲν ἐς τὴν Ἀσίην Κιμμερίους ἐκβαλόντες ἐκ τῆς Εὐρώπης. ἐν δεξιῇ ἔχοντες τὸ Καυκάσιον ὄρος. ἄλλως μέντοι ἑωυτῶν εὖ ἥκοντες. ἐόντες σύντροφοί τε ἐκείνῳ καὶ οἰκίης οὐ φλαυροτέρης οὐδὲ ἐς ἀνδραγαθίην λειπόμενοι. 100. τοῦτον ὅκως μεταπέμψαιτο κατ᾽ ἀξίην ἑκάστου ἀδικήματος ἐδικαίευ. τούς τε αἰχμοφόρους καὶ τοὺς τοξοφόρους καὶ τοὺς ἱππέας· πρὸ τοῦ δὲ ἀναμὶξ ἦν πάντα ὁμοίως ἀναπεφυρμένα. τάδε δὲ ἄλλα ἐκεκοσμέατὸ οἱ· εἴ τινα πυνθάνοιτο ὑβρίζοντα. [2] οὗτος ὁ τοῖσι Λυδοῖσι ἐστὶ μαχεσάμενος ὅτε νὺξ ἡ ἡμέρη ἐγένετό σφι μαχομένοισι. συλλέξας δὲ τοὺς ὑπ᾽ ἑωυτῷ ἀρχομένους πάντας ἐστρατεύετο ἐπὶ τὴν Νίνον. δι᾽ ἀγγέλων δὲ πάντα χρᾶσθαι. Φραόρτεω δὲ τελευτήσαντος ἐξεδέξατο Κυαξάρης ὁ Φραόρτεω τοῦ Δηιόκεω παῖς. παραδεξάμενος δὲ οὐκ ἀπεχρᾶτο μούνων Μήδων ἄρχειν. οἰκοδομηθέντων δὲ πάντων κόσμον τόνδε Δηιόκης πρῶτος ἐστὶ ὁ καταστησάμενος. Βοῦσαι Παρητακηνοὶ Στρούχατες Ἀριζαντοὶ Βούδιοι Μάγοι. γένεα μὲν δὴ Μήδων ἐστὶ τοσάδε. βασιλεύσαντος τρία καὶ πεντήκοντα ἔτεα. 104. τιμωρέων τε τῷ πατρὶ καὶ τὴν πόλιν ταύτην θέλων ἐξελεῖν. Δηιόκης μέν νυν τὸ Μηδικὸν ἔθνος συνέστρεψε μοῦνον καὶ τοῦτον ἦρξε· ἔστι δὲ Μήδων τοσάδε γένεα. παρεδέξατο τὴν ἀρχήν. 103. καὶ πρῶτός τε ἐλόχισε κατὰ τέλεα τοὺς ἐν τῇ.99. ἄρξας δύο καὶ εἴκοσι ἔτεα. τούτοισι δὲ ἐπισπόμενοι φεύγουσι οὕτω ἐς τὴν Μηδικὴν χώρην ἀπίκοντο. [2] μετὰ δὲ ἔχων δύο ταῦτα ἔθνεα καὶ ἀμφότερα ἰσχυρά. τοῦτο δὲ παραμειβομένοισι εἶναι ἐν τῇ Μηδικῇ. 101. ὃς τελευτήσαντος Δηιόκεω. ὡς συμβαλὼν ἐνίκησε τοὺς Ἀσσυρίους. Δηιόκεω δὲ παῖς γίνεται Φραόρτης. ἐκ δὲ τῆς Κολχίδος οὐ πολλὸν ὑπερβῆναι ἐς τὴν Μηδικήν. ταῦτα μὲν δὴ ὁ Δηιόκης ἑωυτῷ τε ἐτείχεε καὶ περὶ τὰ ἑωυτοῦ οἰκία. καὶ ὁ τὴν Ἅλυος ποταμοῦ ἄνω Ἀσίην πᾶσαν συστήσας ἑωυτῷ. . [2] ταῦτα δὲ περὶ ἑωυτὸν ἐσέμνυνε τῶνδε εἵνεκεν. ἔστι δὲ ἀπὸ τῆς λίμνης τῆς Μαιήτιδος ἐπὶ Φᾶσιν ποταμὸν καὶ ἐς Κόλχους τριήκοντα ἡμερέων εὐζώνῳ ὁδός. ἐς ὃ στρατευσάμενος ἐπὶ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ Ἀσσυρίων. τούτους οἳ Νίνον εἶχον καὶ ἦρχον πρότερον πάντων. [2] ταῦτα μὲν κατὰ τὰς δίκας ἐποίεε. τότε δὲ ἦσαν μεμουνωμένοι μὲν συμμάχων ἅτε ἀπεστεώτων. περικατημένῳ τὴν Νίνον ἐπῆλθε Σκυθέων στρατὸς μέγας. [2] οὐ μέντοι οἵ γε Σκύθαι ταύτῃ ἐσέβαλον.
ἀπικομένην δὲ ἐφύλασσε βουλόμενος τὸ γενόμενον ἐξ αὐτῆς διαφθεῖραι· ἐκ γάρ οἱ τῆς ὄψιος οἱ τῶν Μάγων ὀνειροπόλοι ἐσήμαινον ὅτι μέλλοι ὁ τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ γόνος βασιλεύσειν ἀντὶ ἐκείνου. καὶ τήν τε Νίνον εἷλον (ὡς δὲ εἷλον ἐν ἑτέροισι λόγοισι δηλώσω) καὶ τοὺς Ἀσσυρίους ὑποχειρίους ἐποιήσαντο πλὴν τῆς Βαβυλωνίης μοίρης. [4] "Ἅρπαγε. πολλῷ ἔνερθε ἄγων αὐτὸν μέσου ἀνδρὸς Μήδου. [4] τοῖσι δὲ τῶν Σκυθέων συλήσασι τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Ἀσκάλωνι καὶ τοῖσι τούτων αἰεὶ ἐκγόνοισι ἐνέσκηψε ὁ θεὸς θήλεαν νοῦσον· ὥστε ἅμα λέγουσί τε οἱ Σκύθαι διὰ τοῦτο σφέας νοσέειν." [5] ὁ δὲ ἀμείβεται "ὦ βασιλεῦ. ἀλλ᾽ εἲ τοι φίλον τοῦτο οὕτω γίνεσθαι. Ψαμμήτιχος σφέας Αἰγύπτου βασιλεὺς ἀντιάσας δώροισί τε καὶ λιτῇσι ἀποτράπει τὸ προσωτέρω μὴ πορεύεσθαι. καὶ ὁρᾶν παρ᾽ ἑωυτοῖσι τοὺς ἀπικνεομένους ἐς τὴν Σκυθικὴν χώρην ὡς διακέαται τοὺς καλέουσι Ἐνάρεας οἱ Σκύθαι. [2] μετὰ δὲ τὴν Μανδάνην ταύτην ἐοῦσαν ἤδη ἀνδρὸς ὡραίην Μήδων μὲν τῶν ἑωυτοῦ ἀξίων οὐδενὶ διδοῖ γυναῖκα. 106. μηδὲ ἐμέ τε παραβάλῃ καὶ ἄλλους ἑλόμενος ἐξ ὑστέρης σοὶ αὐτῷ περιπέσῃς· λάβε τὸν Μανδάνη ἔτεκε παῖδα. πάντων ἀρχαιότατον ἱρῶν ὅσα ταύτης τῆς θεοῦ· καὶ γὰρ τὸ ἐν Κύπρῳ ἱρὸν ἐνθεῦτεν ἐγένετο. τὴν δὲ ἄμπελον ἐπισχεῖν τὴν Ἀσίην πᾶσαν. τούτοισι ἀμειψάμενος ὁ Ἅρπαγος. ἐδόκεε δέ οἱ ἐκ τῶν αἰδοίων τῆς θυγατρὸς ταύτης φῦναι ἄμπελον. συνοικεούσης δὲ τῷ Καμβύσῃ τῆς Μανδάνης. μετεπέμψατο ἐκ τῶν Περσέων τὴν θυγατέρα ἐπίτεκα ἐοῦσαν. μηδαμῶς παραχρήσῃ. χρὴ δὴ τό γε ἐμὸν ὑπηρετέεσθαι ἐπιτηδέως. βασιλεύσας τεσσεράκοντα ἔτεα σὺν τοῖσι Σκύθαι ἦρξαν. ἔλεγὲ οἱ τοιάδε. χωρὶς δὲ τοῦ φόρου ἥρπαζον περιελαύνοντες τοῦτο ὅ τι ἔχοιεν ἕκαστοι. [2] οἳ δὲ ἐπείτε ἀναχωρέοντες ὀπίσω ἐγένοντο τῆς Συρίης ἐν Ἀσκάλωνι πόλι. καὶ οὕτω ἀνεσώσαντο τὴν ἀρχὴν Μῆδοι καὶ ἐπεκράτεον τῶν περ καὶ πρότερον. μετὰ δὲ ταῦτα Κυαξάρης μέν. ἐπικατακλύσαι δὲ καὶ τὴν Ἀσίην πᾶσαν. φέρων δὲ ἐς σεωυτοῦ ἀπόκτεινον. [2] καὶ τούτων μὲν τοὺς πλεῦνας Κυαξάρης τε καὶ Μῆδοι ξεινίσαντες καὶ καταμεθύσαντες κατεφόνευσαν. ὑπερθέμενος δὲ τῶν Μάγων τοῖσι ὀνειροπόλοισι τὸ ἐνύπνιον. 108. καὶ τὰ πάντα σφι ὑπό τε ὕβριος καὶ ὀλιγωρίης ἀνάστατα ἦν· χωρὶς μὲν γὰρ φόρον ἔπρησσον παρ᾽ ἑκάστων τὸν ἑκάστοισι ἐπέβαλλον. [3] ἔστι δὲ τοῦτο τὸ ἱρόν. 107. ὡς αὐτοὶ Κύπριοι λέγουσι. ὁ Ἀστυάγης τῷ πρώτῳ ἔτεϊ εἶδε ἄλλην ὄψιν. καὶ ἐπείτε ἐγένοντο ἐν τῇ Παλαιστίνῃ Συρίῃ. ἐφοβήθη παρ᾽ αὐτῶν αὐτὰ ἕκαστα μαθών. δεδοικὼς τὴν ὄψιν· ὁ δὲ Πέρσῃ διδοῖ τῷ οὔνομα ἦν Καμβύσης. μετὰ δὲ θάψον τρόπῳ ὅτεῳ αὐτὸς βούλεαι. [2] ἰδὼν δὲ τοῦτο καὶ ὑπερθέμενος τοῖσι ὀνειροπόλοισι. καὶ τὸ ἐν Κυθήροισι Φοίνικές εἰσὶ οἱ ἱδρυσάμενοι ἐκ ταύτης τῆς Συρίης ἐόντες. ὡς ἐγὼ πυνθανόμενος εὑρίσκω. πρῆγμα τὸ ἄν τοι προσθέω. ἐπὶ μέν νυν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι ἔτεα ἦρχον τῆς Ἀσίης οἱ Σκύθαι. τελευτᾷ.105. τῶν πλεόνων Σκυθέων παρεξελθόντων ἀσινέων. τὸν εὕρισκε οἰκίης μὲν ἐόντα ἀγαθῆς τρόπου δὲ ἡσυχίου. [3] ταῦτα δὴ ὦν φυλασσόμενος ὁ Ἀστυάγης. ὥς οἱ παρεδόθη τὸ παιδίον κεκοσμημένον τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἤιε κλαίων ἐς τὰ οἰκία· παρελθὼν δὲ ἔφραζε τῇ . οὔτε ἄλλοτε κω παρεῖδες ἀνδρὶ τῷδε ἄχαρι οὐδέν. ἐνθεῦτεν δὲ ἤισαν ἐπ᾽ Αἴγυπτον. φυλασσόμεθα δὲ ἐς σὲ καὶ ἐς τὸν μετέπειτα χρόνον μηδὲν ἐξαμαρτεῖν. καλέσας Ἅρπαγον ἄνδρα οἰκήιον καὶ πιστότατόν τε Μήδων καὶ πάντων ἐπίτροπον τῶν ἑωυτοῦ." 109. ὡς ἐγένετο ὁ Κῦρος. ὀλίγοι τινὲς αὐτῶν ὑπολειφθέντες ἐσύλησαν τῆς οὐρανίης Ἀφροδίτης τὸ ἱρόν. ἐκδέκεται δὲ Ἀστυάγης Κυαξάρεω παῖς τὴν βασιληίην. καὶ οἱ ἐγένετο θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἔθετο Μανδάνην· τὴν ἐδόκεε Ἀστυάγης ἐν τῷ ὕπνῳ οὐρῆσαι τοσοῦτον ὥστε πλῆσαι μὲν τὴν ἑωυτοῦ πόλιν.
τῷ δ᾽ ἄρα καὶ αὐτῷ ἡ γυνή. ὃ μὲν τοῦ τόκου τῆς γυναικὸς ἀρρωδέων. ἄλλο τι ἢ λείπεται τὸ ἐνθεῦτεν ἐμοὶ κινδύνων ὁ μέγιστος. εἶδόν τε ἐς πόλιν ἐλθὼν καὶ ἤκουσα τὸ μήτε ἰδεῖν ὄφελον μήτε κοτὲ γενέσθαι ἐς δεσπότας τοὺς ἡμετέρους. κεκοσμημένον χρυσῷ τε καὶ ἐσθῆτι ποικίλῃ. . ἔλεγε ὁ Ἅρπαγος τάδε. [2] ὁ δὲ οὐκ ἔφη οἷός τ᾽ εἶναι ἄλλως αὐτὰ ποιέειν· ἐπιφοιτήσειν γὰρ κατασκόπους ἐξ Ἁρπάγου ἐποψομένους. δεῖ μέντοι τῶν τινα Ἀστυάγεος αὐτοῦ φονέα γενέσθαι καὶ μὴ τῶν ἐμῶν. ὃς ἐμὲ προπέμπων ἔξω πόλιος ἐνεχείρισε τὸ βρέφος. καί μιν Ἀστυάγης ἐντέλλεται ἀποκτεῖναι. ἐπορᾶν δὲ ἐκκείμενον τέταγμαι ἐγώ. ἐγὼ δὲ ἐκπλαγεὶς ἤια ἔσω." 110. ἡ δὲ ἄλλη Μηδικὴ χωρῇ ἐστὶ πᾶσα ἄπεδος. [5] καὶ πρόκατε δὴ κατ᾽ ὁδὸν πυνθάνομαι τὸν πάντα λόγον θεράποντος. ὁ δὲ εἶπε "ὤ γύναι. οὔνομα δὲ τῇ γυναικὶ ἦν τῇ συνοίκεε Κυνὼ κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν. δοκέων τῶν τινος οἰκετέων εἶναι· οὐ γὰρ ἂν κοτὲ κατέδοξα ἔνθεν γε ἦν." 111." 112. ἀλλὰ τοῦ μὲν ἀσφαλέος εἵνεκα ἐμοὶ δεῖ τοῦτον τελευτᾶν τὸν παῖδα. ἐπίτεξ ἐοῦσα πᾶσαν ἡμέρην. οἷα ἐξ ἀέλπτου ἰδοῦσα ἡ γυνὴ εἴρετο προτέρη ὅ τι μιν οὕτω προθύμως Ἅρπαγος μετεπέμψατο. ὁρέω παιδίον προκείμενον ἀσπαῖρόν τε καὶ κραυγανόμενον. ἐθάμβεον δὲ ὁρέων χρυσῷ τε καὶ εἵμασι κεκοσμημένον." ὁ δὲ ἀμείβεται "οὐ τῇ ἐνετέλλετο Ἀστυάγης. δακρύσασα καὶ λαβομένη τῶν γουνάτων τοῦ ἀνδρὸς ἐχρήιζε μηδεμιῇ τέχνῃ ἐκθεῖναί μιν. ὀλέθρῳ τῷ κακίστῳ σε διαχρήσεσθαι. ταῦτα εἶπε καὶ αὐτίκα ἄγγελον ἔπεμπε ἐπὶ τῶν βουκόλων τῶν Ἀστυάγεος τὸν ἠπίστατο νομάς τε ἐπιτηδεοτάτας νέμοντα καὶ ὄρεα θηριωδέστατα· τῷ οὔνομα ἦν Μιτραδάτης. τότε κως κατὰ δαίμονα τίκτει οἰχομένου τοῦ βουκόλου ἐς πόλιν. ἣ δὲ ὡς εἶδε τὸ παιδίον μέγα τε καὶ εὐειδὲς ἐόν. ἔνθα τὰς νομὰς τῶν βοῶν εἶχε οὗτος δὴ ὁ βουκόλος. [3] πολλῶν δὲ εἵνεκα οὐ φονεύσω μιν. τῆς νῦν τὸν υἱὸν κτείνει δι᾽ ἐμεῦ. καὶ ὅτι αὐτῷ μοι συγγενής ἐστὶ ὁ παῖς. [4] καὶ ἐγὼ ἀναλαβὼν ἔφερον. οὐδ᾽ εἰ παραφρονήσει τε καὶ μανέεται κάκιον ἢ νῦν μαίνεται. φὰς Ἀστυάγεα εἶναι τὸν ταῦτα ἐπιθέμενόν μοι. ἀπολέεσθαί τε κάκιστα ἢν μὴ σφεα ποιήσῃ. Ἅρπαγος δὲ ὡς εἶδέ με. ὡς δὲ οὐκ ἔπειθε ἄρα τὸν ἄνδρα. ὅκως ἂν τάχιστα διαφθαρείη· καὶ τάδε τοὶ ἐκέλευσε εἰπεῖν. [2] ἣ δὲ πρὸς αὐτὸν λέγει "νῦν ὦν τί σοὶ ἐν νόῳ ἐστὶ ποιέειν. πρὸς δὲ καὶ κλαυθμὸν κατεστεῶτα ἐμφανέα ἐν Ἁρπάγου. ἡ δὲ γυνὴ ὅ τι οὐκ ἐωθὼς ὁ Ἅρπαγος μεταπέμψαιτο αὐτῆς τὸν ἄνδρα. [3] ὡς δὲ τάχιστα ἐσῆλθον. πόλλ᾽ ἀπειλήσας εἰ μή σφεα ποιήσαιμι. συνοίκεε δὲ ἑωυτοῦ συνδούλῃ. οὔ οἱ ἔγωγε προσθήσομαι τῇ γνώμῃ οὐδὲ ἐς φόνον τοιοῦτον ὑπηρετήσω. [2] αἱ δὲ ὑπώρεαί εἰσὶ τῶν ὀρέων. ταῦτα ἀκούσας ὁ βουκόλος καὶ ἀναλαβὼν τὸ παιδίον ἤιε τὴν αὐτὴν ὀπίσω ὁδὸν καὶ ἀπικνέεται ἐς τὴν ἔπαυλιν.ἑωυτοῦ γυναικὶ τὸν πάντα Ἀστυάγεος ῥηθέντα λόγον. κατὰ δὲ τὴν Μηδικὴν Σπακώ· τὴν γὰρ κύνα καλέουσι σπάκα Μῆδοι. ἢν μὴ ἀποκτείνῃς αὐτὸ ἀλλὰ τεῷ τρόπῳ περιποιήσῃς. ἅμα δὲ ταῦτα ἔλεγε ὁ βουκόλος καὶ ἐκκαλύψας ἀπεδείκνυε. ὡς ἄρα Μανδάνης τε εἴη παῖς τῆς Ἀστυάγεος θυγατρὸς καὶ Καμβύσεω τοῦ Κύρου. καὶ ὅτι Ἀστυάγης μὲν ἐστὶ γέρων καὶ ἅπαις ἔρσενος γόνου· [4] εἰ δ᾽ ἐθελήσει τούτου τελευτήσαντος ἐς τὴν θυγατέρα ταύτην ἀναβῆναι ἡ τυραννίς. πρὸς βορέω τε ἀνέμου τῶν Ἀγβατάνων καὶ πρὸς τοῦ πόντου τοῦ Εὐξείνου· ταύτῃ μὲν γὰρ ἡ Μηδικὴ χωρῇ πρὸς Σασπείρων ὀρεινή ἐστι κάρτα καὶ ὑψηλή τε καὶ ἴδῃσι συνηρεφής. [3] ἐπεὶ ὦν ὁ βουκόλος σπουδῇ πολλῇ καλεόμενος ἀπίκετο. ἐκέλευε τὴν ταχίστην ἀναλαβόντα τὸ παιδίον οἴχεσθαι φέροντα καὶ θεῖναι ἔνθα θηριωδέστατον εἴη τῶν ὀρέων. [2] ἐπείτε δὲ ἀπονοστήσας ἐπέστη. ἦσαν δὲ ἐν φροντίδι ἀμφότεροι ἀλλήλων πέρι. νῦν τε ὅδε ἐστί. οἶκος μὲν πᾶς Ἁρπάγου κλαυθμῷ κατείχετο. "κελεύει σε Ἀστυάγης τὸ παιδίον τοῦτο λαβόντα θεῖναι ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων.
ἤιε ἐς πόλιν ὁ βουκόλος. τοῦτον μὲν παραδιδοῖ τῇ ἑωυτοῦ γυναικί. λέγων "ὦ βασιλεῦ. τὸν δὲ τῆς Ἀστυάγεος θυγατρὸς παῖδα ὡς ἐξ ἡμέων ἐόντα τρέφωμεν. ἔπαιζε δὲ μετ᾽ ἄλλων ἡλίκων ἐν ὁδῷ.δευτέρα λέγει ἡ γυνὴ τάδε. ὡς γε δὴ ἀνάξια ἑωυτοῦ παθών. ὡς ἑκάστῳ ἔργον προστάσσων. τὸν δέ κου τινὰ αὐτῶν ὀφθαλμὸν βασιλέος εἶναι. [4] ὁ δὲ ἐπείτε μετείθη τάχιστα. ἔπαιζε ἐν τῇ κώμῃ ταύτῃ ἐν τῇ ἦσαν καὶ αἱ βουκολίαι αὗται. βλέψας πρὸς τὸν Κῦρον ὁ Ἀστυάγης ἔφη [2] "σὺ δὴ ἐὼν τοῦδε τοιούτου ἐόντος παῖς ἐτόλμησας τὸν τοῦδε παῖδα ἐόντος πρώτου παρ᾽ ἐμοὶ ἀεικείῃ τοιῇδε περισπεῖν. ἀκούσας δὲ καὶ ἰδὼν Ἀστυάγης. οὔνομα ἄλλο κού τι καὶ οὐ Κῦρον θεμένη. καὶ οἱ ὅ τε χαρακτὴρ τοῦ προσώπου προσφέρεσθαι ἐδόκεε ἐς ἑωυτὸν καὶ ἡ ὑπόκρισις ἐλευθερωτέρη εἶναι. ταῦτα λέγοντος τοῦ παιδὸς τὸν Ἀστυάγεα ἐσήιε ἀνάγνωσις αὐτοῦ. [5] ὁ δὲ Ἀρτεμβάρης ὀργῇ ὡς εἶχε ἐλθὼν παρὰ τὸν Ἀστυάγεα καὶ ἅμα ἀγόμενος τὸν παῖδα ἀνάρσια πρήγματα ἔφη πεπονθέναι." ὁ δὲ ἀμείβετο ὧδε. 114. πρῆγμα ἐς αὑτὸν τοιόνδε γενόμενον ἐξέφηνέ μιν. κάρτα τε ἔδοξε τῷ. βουκόλῳ πρὸς τὰ παρεόντα εὖ λέγειν ἡ γυνή. [3] οἱ μέν νυν ἄλλοι παῖδες τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον. οὐ γὰρ δὴ ἐποίησε τὸ προσταχθὲν ἐκ τοῦ Κύρου. ὅ τε χρόνος τῆς ἐκθέσιος τῇ ἡλικίῃ τοῦ παιδὸς ἐδόκεε συμβαίνειν. τὸν δὲ ὕστερον τούτων Κῦρον ὀνομασθέντα παραλαβοῦσα ἔτρεφε ἡ γυνὴ τοῦ βουκόλου. ἐπείτε δὲ παρῆσαν ἀμφότεροι." 113. οὗτος δὲ ἀνηκούστεέ τε καὶ λόγον εἶχε οὐδένα. σὺ δὲ ὧδε ποίησον. οἱ γάρ με ἐκ τῆς κώμης παῖδες. 115. [2] ἐκπλαγεὶς δὲ τούτοισι ἐπὶ χρόνον ἄφθογγος ἦν· μόγις δὲ δή κοτε ἀνενειχθεὶς εἶπε. ἀλλὰ πρὸς τοῦ βουκόλου τοῦ Ἀστυάγεος παιδός." δεικνὺς τοῦ παιδὸς τοὺς ὤμους. βουκόλου δὲ παιδὸς ὧδε περιυβρίσμεθα. θέλων τιμωρῆσαι τῷ παιδὶ τιμῆς τῆς Ἀρτεμβάρεος εἵνεκα. μᾶλλόν τι περιημέκτεε. λέγων δὲ οὐ Κύρου (οὐ γάρ κω ἦν τοῦτο τοὔνομα). εἰ ὦν δὴ τοῦδε εἵνεκα ἄξιός τευ κακοῦ εἰμί. ὑπὸ τοῦ σοῦ δούλου. εἰ δὴ πᾶσα ἀνάγκη ὀφθῆναι ἐκκείμενον. [3] τοῦτο μὲν φέρων πρόθες. ὡς δὲ τρίτη ἡμέρη τῷ παιδίῳ ἐκκειμένῳ ἐγένετο. ἐὼν Ἀρτεμβάρεος παῖς ἀνδρὸς δοκίμου ἐν Μήδοισι. καὶ τὸ μὲν ἐτέθαπτο. ἐς ὃ ἔλαβὲ τὴν δίκην. ἐγὼ ταῦτα τοῦτον ἐποίησα σὺν δίκῃ. ἐγὼ ταῦτα ποιήσω ὥστε σὲ καὶ τὸν παῖδα τὸν . [3] πέμψας δὲ ὅ Ἅρπαγος τῶν ἑωυτοῦ δορυφόρων τοὺς πιστοτάτους εἶδέ τε διὰ τούτων καὶ ἔθαψε τοῦ βουκόλου τὸ παιδίον. θέλων ἐκπέμψαι τὸν Ἀρτεμβάρεα. καὶ οἱ παῖδες παίζοντες εἵλοντο ἑωυτῶν βασιλέα εἶναι τοῦτον δὴ τὸν τοῦ βουκόλου ἐπίκλησιν παῖδα. ἐκέλευε αὐτὸν τοὺς ἄλλους παῖδας διαλαβεῖν. ὅδε τοὶ πάρειμι. [3] εἷς δὴ τούτων τῶν παίδων συμπαίζων. ἵνα τὸν βουκόλον μοῦνον λαβὼν βασανίσῃ. τῷ δὲ τινὶ τὰς ἀγγελίας φέρειν ἐδίδου γέρας. "ἐπεὶ τοίνυν οὐ δύναμαί σε πείθειν μὴ ἐκθεῖναι. κατελθὼν δὲ ἐς πόλιν πρὸς τὸν πατέρα ἀποικτίζετο τῶν ὑπὸ Κύρου ἤντησε." 116. καὶ αὐτίκα ἐποίεε ταῦτα· τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων παῖδα. τέτοκα γὰρ καὶ ἐγώ. τέτοκα δὲ τεθνεός. φέρων ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων τίθει. καὶ ὅτε ἦν δεκαέτης ὁ παῖς. ἐλθὼν δὲ ἐς τοῦ Ἁρπάγου ἀποδεικνύναι ἔφη ἕτοιμος εἶναι τοῦ παιδίου τὸν νέκυν. [2] ὁ δὲ αὐτῶν διέταξε τοὺς μὲν οἰκίας οἰκοδομέειν. παίζοντες σφέων αὐτῶν ἐστήσαντο βασιλέα· ἐδόκεον γὰρ σφι εἶναι ἐς τοῦτο ἐπιτηδεότατος. τῶν τινα προβοσκῶν φύλακον αὐτοῦ καταλιπών. τῶν καὶ ὅδε ἦν. πειθομένων δὲ τῶν παίδων ὁ Κῦρος τὸν παῖδα τρηχέως κάρτα περιέσπε μαστιγέων. μετεπέμπετο τόν τε βουκόλον καὶ τὸν παῖδα. καὶ οὕτω οὔτε σὺ ἁλώσεαι ἀδικέων τοὺς δεσπότας οὔτε ἡμῖν κακῶς βεβουλευμένα ἔσται· ὅ τε γὰρ τεθνεὼς βασιληίης ταφῆς κυρήσει καὶ ὁ περιεὼν οὐκ ἀπολέει τὴν ψυχήν. "ὦ δέσποτα. τὸν δὲ ἑωυτοῦ ἐόντα νεκρὸν λαβὼν ἔθηκε ἐς τὸ ἄγγος ἐν τῷ ἔφερε τὸν ἕτερον· [2] κοσμήσας δὲ τῷ κόσμῳ παντὶ τοῦ ἑτέρου παιδός. "Ἀρτέμβαρες. τοὺς δὲ δορυφόρους εἶναι.
πέμψας τῶν εὐνούχων τοὺς πιστοτάτους καὶ εἶδον δι᾽ ἐκείνων καὶ ἔθαψά μιν." 118. πρῶτα μέν. τοῦτο δὲ (σῶστρα γὰρ τοῦ παιδὸς μέλλω θύειν τοῖσι θεῶν τιμὴ αὕτη προσκέεται) πάρισθί μοι ἐπὶ δεῖπνον.σὸν μηδὲν ἐπιμέμφεσθαι." ὁ δὲ Ἅρπαγος ὡς εἶδε τὸν βουκόλον ἔνδον ἐόντα. ἐβούλευον σκοπέων ὅκως σοί τε ποιήσω κατὰ νόον. [4] ποιέω δὴ ὧδε· καλέσας τὸν βουκόλον τόνδε παραδίδωμι τὸ παιδίον. 117. πάλιν ἀπηγέετο τῷ Ἁρπάγῳ. ὡς ὦν τῆς τύχης εὖ μετεστεώσης. κατέβαινε λέγων ὡς περίεστί τε ὁ παῖς καὶ τὸ γεγονὸς ἔχει καλῶς· [2] "τῷ τε γὰρ πεποιημένῳ" ἔφη λέγων "ἐς τὸν παῖδα τοῦτον ἔκαμνον μεγάλως. Ἅρπαγον δὲ ἐκέλευον . καὶ θυγατρὶ τῇ ἐμῇ διαβεβλημένος οὐκ ἐν ἐλαφρῷ ἐποιεύμην. Ἀστυάγης δὲ τοῦ μὲν βουκόλου τὴν ἀληθείην ἐκφήναντος λόγον ἤδη καὶ ἐλάσσω ἐποιέετο. θεῖναὶ μιν ἐς ἔρημον ὄρος καὶ παραμένοντα φυλάσσειν ἄχρι οὗ τελευτήσῃ. [3] Ἀστυάγης δέ. [4] ἐπείτε δὲ τῆς ὥρης γινομένης τοῦ δείπνου παρῆσαν οἵ τε ἄλλοι δαιτυμόνες καὶ ὁ Ἅρπαγος. φὰς σέ τε εἶναι τὸν κελεύοντα ἀποκτεῖναι αὐτό. καὶ κατέβαινε ἐς λιτάς τε καὶ συγγνώμην ἑωυτῷ κελεύων ἔχειν αὐτόν. τοῦτον ἐκπέμπεν ἰέναι τε κελεύων ἐς Ἀστυάγεος καὶ ποιέειν ὅ τι ἂν ἐκεῖνος κελεύῃ." 119. κόθεν λάβοι τὸν παῖδα καὶ τίς εἴη ὁ παραδούς. Ἁρπάγῳ δὲ τοῦ παιδὸς τοῦ ἑωυτοῦ. προσκυνήσας καὶ μεγάλα ποιησάμενος ὅτι τε ἡ ἁμαρτὰς οἱ ἐς δέον ἐγεγόνεε καὶ ὅτι ἐπὶ τύχῃσι χρηστῇσι ἐπὶ δεῖπνον ἐκέκλητο. παρέφερον τοῖσι προσέκειτο τὴν κεφαλὴν τοῦ παιδὸς κατακεκαλυμμένην καὶ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. εἴρετό μιν ὁ Ἀστυάγης "Ἅρπαγε. φαμένου δὲ Ἁρπάγου καὶ κάρτα ἡσθῆναι. ἦν γὰρ οἱ παῖς εἷς μοῦνος ἔτεα τρία καὶ δέκα κου μάλιστα γεγονώς. ἐπεὶ δὲ ὑπελέλειπτο ὁ βουκόλος μοῦνος μουνόθεν. τὸν δὲ Κῦρον ἦγον ἔσω οἱ θεράποντες κελεύσαντος τοῦ Ἀστυάγεος. ἐπείτε παρέλαβον τὸ παιδίον. οὕτω ἔσχε ὦ βασιλεῦ περὶ τοῦ πρήγματος τούτου. τοῖσι μὲν ἄλλοισι καὶ αὐτῷ Ἀστυάγεϊ παρετιθέατο τράπεζαι ἐπίπλεαι μηλέων κρεῶν. Ἁρπάγῳ δὲ καὶ μεγάλως μεμφόμενος καλέειν αὐτὸν τοὺς δορυφόρους ἐκέλευε. [5] ὡς δὲ τῷ Ἁρπάγῳ ἐδόκεε ἅλις ἔχειν τῆς βορῆς. τάδε αὐτὸν εἴρετο ὁ Ἀστυάγεος. ἀλλὰ λέγει τάδε." [3] τὸν μὲν δὴ Ἀρτεμβάρεα πέμπει. [2] ἐσελθὼν δὲ τὴν ταχίστην. τἄλλα πάντα· ταῦτα δὲ χωρὶς ἔκειτο ἐπὶ κανέῳ κατακεκαλυμμένα. Ἅρπαγος μὲν δὴ τὸν ἰθὺν ἔφαινε λόγον· Ἀστυάγης δὲ κρύπτων τὸν οἱ ἐνεῖχε χόλον διὰ τὸ γεγονός. παραδίδωμι μέντοι τῷδε κατὰ τάδε ἐντειλάμενος. [5] ὁ δὲ ἀγόμενος ἐς τὰς ἀνάγκας οὕτω δὴ ἔφαινε τὸν ἐόντα λόγον· ἀρχόμενος δὲ ἀπ᾽ ἀρχῆς διεξήιε τῇ ἀληθείῃ χρεώμενος. ἅμα τε λέγων ταῦτα ἐσήμαινε τοῖσι δορυφόροισι λαμβάνειν αὐτόν. καὶ λέγων τοῦτό γε οὐκ ἐψευδόμην· σὺ γὰρ ἐνετέλλεο οὕτω. ἀπειλήσας παντοῖα τῷδε ἢν μὴ τάδε ἐπιτελέα ποιήσῃ. αὐτὸς δὲ περιχαρὴς ἐὼν φράζει τῇ γυναικὶ τὰ συγκυρήσαντα. [2] ὡς δέ οἱ παρῆν ὁ Ἅρπαγος. εὔτυκα δὲ ποιησάμενος εἶχε ἕτοιμα. οὐ τρέπεται ἐπὶ ψευδέα ὁδόν. σφάξας αὐτὸν καὶ κατὰ μέλεα διελὼν τὰ μὲν ὤπτησε τὰ δὲ ἥψησε τῶν κρεῶν. πλὴν κεφαλῆς τε καὶ ἄκρων χειρῶν τε καὶ ποδῶν. καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ γινόμενος ἀναμάρτητος μήτε θυγατρὶ τῇ σῇ μήτε αὐτῷ σοὶ εἴην αὐθέντης. ἤιε ἐς τὰ οἰκία. Ἀστυάγης δὲ μιν οὐκ εὖ βουλεύεσθαι ἔφη ἐπιθυμέοντα ἐς ἀνάγκας μεγάλας ἀπικνέεσθαι. [4] ὁ δὲ ἐξ ἑωυτοῦ τε ἔφη γεγονέναι καὶ τὴν τεκοῦσαν αὐτὸν εἶναι ἔτι παρ᾽ ἑωυτῷ. μετὰ δὲ ὣς οἱ ἐπαλιλλόγητο. ὥς οἱ ἀπίκετο ὁ Ἁρπάγου παῖς. Ἅρπαγος μὲν ὡς ἤκουσε ταῦτα. τοῦτο μὲν τὸν σεωυτοῦ παῖδα ἀπόπεμψον παρὰ τὸν παῖδα τὸν νεήλυδα. τέῳ δὴ μόρῳ τὸν παῖδα κατεχρήσαο τόν τοι παρέδωκα ἐκ θυγατρὸς γεγονότα τῆς ἐμῆς. [5] ἐπείτε δὲ ποιήσαντος τούτου τὰ κελευόμενα ἐτελεύτησε τὸ παιδίον. κατά περ ἤκουσε αὐτὸς πρὸς τοῦ βουκόλου τὸ πρῆγμα. [3] "ὦ βασιλεῦ. ἵνα μὴ ἐλεγχόμενος ἁλίσκηται. καὶ τοιούτῳ μόρῳ ἐχρήσατο ὁ παῖς. Ἀστυάγης εἴρετό μιν εἰ ἡσθείη τι τῇ θοίνῃ.
ταῦτα εἶπας ὁ Ἀστυάγης ἀποπέμπει τὸν Κῦρον. ἐνθεῦτεν δὲ ἔμελλε. οἱ δὲ τοκέες παραλαβόντες τὸ οὔνομα τοῦτο. καὶ αὐτοῖσι ἡμῖν περὶ πολλοῦ ἐστι κατορθοῦσθαι ἀρχὴν τὴν σήν. [2] ὁ δὲ ἀμείβεται αὐτοὺς τοῖσιδε. 120. ἐόντες ξεῖνοι· σέο δ᾽ ἐνεστεῶτος βασιλέος. ὁ δὲ πάντα ὅσα περ οἱ ἀληθέι λόγῳ βασιλέες ἐτελέωσε ποιήσας· καὶ γὰρ δορυφόρους καὶ θυρωροὺς καὶ ἀγγελιηφόρους καὶ τὰ λοιπὰ πάντα διατάξας ἦρχε. τούτοισι δὲ ἀμειψάμενος καὶ ἀναλαβὼν τὰ λοιπὰ τῶν κρεῶν ἤιε ἐς τὰ οἰκία. ἐόντος πολιήτεω. τὸν δὲ παῖδα τοῦτον ἐξ ὀφθαλμῶν ἀπόπεμψαι ἐς Πέρσας τε καὶ τοὺς γειναμένους. [6] οὕτω ὦν πάντως ἡμῖν σέο καὶ τῆς σῆς ἀρχῆς προοπτέον ἐστί. καὶ δεξάμενοι ὡς ἐπύθοντο." 121. Κύπου δὲ πέρι βουλεύων ἐκάλεε τοὺς αὐτοὺς τῶν Μάγων οἳ τὸ ἐνύπνιὸν οἱ ταύτῃ ἔκριναν. καὶ ἡμεῖς ἐόντες Μῆδοι δουλούμεθά τε καὶ λόγου οὐδενὸς γινόμεθα πρὸς Περσέων. ἁλίσας θάψειν τὰ πάντα. ἰδὼν δὲ οὔτε ἐξεπλάγη ἐντός τε ἑωυτοῦ γίνεται. ὡς ἐγὼ δοκέω. καὶ τά γε τῶν ὀνειράτων ἐχόμενα τελέως ἐς ἀσθενὲς ἔρχεται. [6] πειθόμενος δὲ ὁ Ἅρπαγος καὶ ἀποκαλύπτων ὁρᾷ τοῦ παιδὸς τὰ λείμματα. βασιλέος ὀνομασθέντος τοῦ παιδὸς ἐξήκειν τε τὸν ὄνειρον καί μοι τὸν παῖδα τοῦτον εἶναι δεινὸν ἔτι οὐδέν.προσστάντες ἀποκαλύπτειν τε καὶ λαβεῖν τὸ βούλεται αὐτῶν. τίσασθαι Ἀστυάγεα ἐπιθυμέων· ἀπ᾽ ἑωυτοῦ γὰρ ἐόντος ἰδιώτεω οὐκ . ἤιέ τε ταύτην αἰνέων διὰ παντός. ἀπικομένους δὲ εἴρετο ὁ Ἁστυάγης τῇ ἔκρινάν οἱ τὴν ὄψιν. Ἁρπάγῳ μὲν Ἀστυάγης δίκην ταύτην ἐπέθηκε. "καὶ αὐτὸς ὦ Μάγοι ταύτῃ πλεῖστος γνώμην εἰμί. ὅμως μέν γέ τοι συμβουλεύσατέ μοι εὖ περισκεψάμενοι τὰ μέλλει ἀσφαλέστατα εἶναι οἴκῳ τε τῷ ἐμῷ καὶ ὑμῖν. ἀπὸ δὲ τῆς κεῖθεν ὁδοῦ τὸν πάντα λόγον τῶν πομπῶν πυθέσθαι. "ὦ παῖ. πᾶν ἂν σοὶ προεφράζομεν. [3] τραφῆναι δὲ ἔλεγε ὑπὸ τῆς τοῦ βουκόλου γυναικός. ἵνα θειοτέρως δοκέῃ τοῖσι Πέρσῃσι περιεῖναί σφι ὁ παῖς. κατέβαλον φάτιν ὡς ἐκκείμενον Κῦρον κύων ἐξέθρεψε. ἦν τέ οἱ ἐν τῷ λόγῳ τὰ πάντα ἡ Κυνώ. παρὰ σμικρὰ γὰρ καὶ τῶν λογίων ἡμῖν ἔνια κεχώρηκε." [4] ἀμείβεται ὁ Ἀστυάγης τοῖσιδε. "ἔστι τε ὁ παῖς καὶ περίεστι. Κύρῳ δὲ ἀνδρευμένῳ καὶ ἐόντι τῶν ἡλίκων ἀνδρηιοτάτῳ καὶ προσφιλεστάτῳ προσέκειτο ὁ Ἅρπαγος δῶρα πέμπων. τῇ σεωυτοῦ δὲ μοίρῃ περίεις· νῦν ὦν ἴθι χαίρων ἐς Πέρσας. ἐνθεῦτεν μὲν ἡ φάτις αὕτη κεχώρηκε. [2] ὁ δέ σφι ἔλεγε. ἀκούσας ταῦτα ὁ Ἀστυάγης ἐχάρη τε καὶ καλέσας τὸν Κῦρον ἔλεγέ οἱ τάδε. εἴρετο δὲ αὐτὸν ὁ Ἀστυάγης εἰ γινώσκοι ὅτευ θηρίου κρέα βεβρώκοι. [7] ὁ δὲ καὶ γινώσκειν ἔφη καὶ ἀρεστὸν εἶναι πᾶν τὸ ἂν βασιλεὺς ἔρδῃ. πομποὺς δὲ ἐγὼ ἅμα πέμψω. κείνως μὲν γὰρ ἀλλοτριοῦται ἐς τὸν παῖδα τοῦτον περιιοῦσα ἐόντα Πέρσην." [5] εἶπαν πρὸς ταῦτα οἱ Μάγοι "ὦ βασιλεῦ. 123. καί μιν ἐπ᾽ ἀγροῦ διαιτώμενον οἱ ἐκ τῆς κώμης παῖδες ἐστήσαντο βασιλέα. νῦν δὲ ἀποσκήψαντος τοῦ ἐνυπνίου ἐς φαῦλον. καὶ νῦν εἰ φοβερόν τι ἐνωρῶμεν. αὐτοί τε θαρσέομεν καὶ σοὶ ἕτερα τοιαῦτα παρακελευόμεθα. ἱστόρεόν τε ὅτεῳ τρόπῳ περιγένοιτο. θάρσεέ τε τούτου εἵνεκα καὶ θυμὸν ἔχε ἀγαθόν· οὐ γὰρ ἔτι τὸ δεύτερον ἄρχει. κατ᾽ ὁδὸν δὲ πυθέσθαι πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ πάθην· ἐπίστασθαι μὲν γὰρ ὡς βουκόλου τοῦ Ἀστυάγεος εἴη παῖς. σὲ γὰρ ἐγὼ δι᾽ ὄψιν ὀνείρου οὐ τελέην ἠδίκεον. ἐλθὼν δὲ ἐκεῖ πατέρα τε καὶ μητέρα εὑρήσεις οὐ κατὰ Μιτραδάτην τε τὸν βουκόλον καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ. [3] καὶ νῦν ἐς τί ὑμῖν ταῦτα φαίνεται φέρειν. φὰς πρὸ τοῦ μὲν οὐκ εἰδέναι ἀλλ᾽ ἡμαρτηκέναι πλεῖστον. μεγάλως ἀσπάζοντο οἷα δὴ ἐπιστάμενοι αὐτίκα τότε τελευτῆσαι." 122." εἶπαν οἱ Μάγοι "εἰ μὲν περίεστί τε καὶ ἐβασίλευσε ὁ παῖς μὴ ἐκ προνοίης τινός. νοστήσαντα δέ μιν ἐς τοῦ Καμβύσεω τὰ οἰκία ἐδέξαντο οἱ γεινάμενοι. καὶ ἄρχομεν τὸ μέρος καὶ τιμὰς πρὸς σέο μεγάλας ἔχομεν. οἳ δὲ κατὰ ταὐτὰ εἶπαν λέγοντες ὡς βασιλεῦσαι χρῆν τὸν παῖδα. εἰ ἐπέζωσε καὶ μὴ ἀπέθανε πρότερον.
" ἔφη λέγων. 124. τὴν . τὰς πάθας τὰς Κύρου τῇσι ἑωυτοῦ ὁμοιούμενος. οἱ δὲ ἄλλοι νομάδες. συμμίσγων ἑνὶ ἑκάστῳ ὁ Ἅρπαγος τῶν πρώτων Μήδων ἀνέπειθε ὡς χρὴ Κῦρον προστησαμένους Ἀστυάγεα παῦσαι τῆς βασιληίης. [2] πρὸ δ᾽ ἔτι τούτου τάδε οἱ κατέργαστο· ἐόντος τοῦ Ἀστυάγεος πικροῦ ἐς τοὺς Μήδους. μετὰ δὲ ἀναπτύξας τὸ βυβλίον καὶ ἐπιλεγόμενος ἔφη Ἀστυάγεά μιν στρατηγὸν Περσέων ἀποδεικνύναι. ποίεε ταῦτα καὶ ποίεε κατὰ τάχος. εἴρετο σφέας ὁ Κῦρος κότερα τὰ τῇ προτεραίῃ εἶχον ἢ τὰ παρεόντα σφι εἴη αἱρετώτερα. [3] ἀπικομένους δὲ τῇ ὑστεραίῃ τοὺς Πέρσας κατακλίνας ἐς λειμῶνα εὐώχεε. σὲ γὰρ θεοὶ ἐπορῶσι· οὐ γὰρ ἂν κοτὲ ἐς τοσοῦτο τύχης ἀπίκευ· σύ νυν Ἀστυάγεα τὸν σεωυτοῦ φονέα τῖσαι. [3] κατεργασμένου δέ οἱ τούτου καὶ ἐόντος ἑτοίμου. "ὦ Πέρσαι.ἐνώρα τιμωρίην ἐσομένην ἐς Ἀστυάγεα. ὡς δὲ παρῆσαν ἅπαντες ἔχοντες τὸ προειρημένον. [2] γράψας ἐς βυβλίον τὰ ἐβούλετο. [3] ἔστι δὲ τάδε. τῆς περ Ἀστυάγης ἄρχει χώρης. ἤν τε τῶν τις δοκίμων ἄλλος Μήδων· πρῶτοι γὰρ οὗτοι ἀποστάντες ἀπ᾽ ἐκείνου καὶ γενόμενοι πρὸς σέο Ἀστυάγεα καταιρέειν πειρήσονται. ἐπείτε δὲ ἀπὸ δείπνου ἦσαν. ὅτι σε οὐκ ἀπέκτεινα ἀλλὰ ἔδωκα τῷ βουκόλῳ. πρὸς δὲ οἴνῳ τε καὶ σιτίοισι ὡς ἐπιτηδεοτάτοισι. ἐντειλάμενὸς οἱ ἀπὸ γλώσσης διδόντα τὸν λαγὸν Κύρῳ ἐπειπεῖν αὐτοχειρίῃ μιν διελεῖν καὶ μηδένα οἱ ταῦτα ποιεῦντι παρεῖναι. ἐνθαῦτα ὁ Κῦρος. καὶ τὰ μὲν αὐτῶν ὁ Κῦρος συνάλισε καὶ ἀνέπεισε ἀπίστασθαι ἀπὸ Μήδων. ἐν δὲ τούτῳ τά τε αἰπόλια καὶ τὰς ποίμνας καὶ τὰ βουκόλια ὁ Κῦρος πάντα τοῦ πατρὸς συναλίσας ἐς τὠυτὸ ἔθυσε καὶ παρεσκεύαζε ὡς δεξόμενος τὸν Περσέων στρατόν. τοῦτον σφι τὸν χῶρον προεῖπε ἐξημερῶσαι ἐν ἡμέρῃ. καὶ δίκτυα δοὺς ἅτε θηρευτῇ τῶν οἰκετέων τῷ πιστοτάτῳ. 126. οὗτοι μὲν πάντες ἀροτῆρες εἰσί. σύ νυν. Πασαργάδαι Μαράφιοι Μάσπιοι. ἁλίην τῶν Περσέων ἐποιήσατο. [4] οἳ δὲ ἔφασαν πολλὸν εἶναι αὐτῶν τὸ μέσον· τὴν μὲν γὰρ προτέρην ἡμέρην πάντα σφι κακὰ ἔχειν. Πέρσας γὰρ ἀναπείσας ἀπίστασθαι στρατηλάτεε ἐπὶ Μήδους· [3] καὶ ἤν τε ἐγὼ ὑπὸ Ἀστυάγεος ἀποδεχθέω στρατηγὸς ἀντία σεῦ. Πανθιαλαῖοι Δηρουσιαῖοι Γερμάνιοι. ἐν τοῖσι καὶ Ἀχαιμενίδαι εἰσὶ φρήτρη. σέο τε αὐτοῦ περὶ ὡς ἐπρήχθη. ἔστι δὲ Πέρσεων συχνὰ γένεα. καὶ οἷα ἐγὼ ὑπὸ Ἀστυάγεος πέπονθα. ἀπέστελλε ἐς τοὺς Πέρσας. ταῦτά τε δὴ ὦν ἐπιτελέα ἐγίνετο καὶ ὁ Κῦρος παραλαβὼν τὸν λαγὸν ἀνέσχισε· εὑρὼν δὲ ἐν αὐτῷ τὸ βυβλίον ἐνεὸν λαβὼν ἐπελέγετο. ἢν βούλῃ ἐμοὶ πείθεσθαι. ἦν γάρ τις χῶρος τῆς Περσικῆς ἀκανθώδης ὅσον τε ἐπὶ ὀκτωκαίδεκα σταδίους ἢ εἴκοσι πάντῃ. ὡς ὦν ἑτοίμου τοῦ γε ἐνθάδε ἐόντος. προαγορεύω ὑμῖν παρεῖναι ἕκαστον ἔχοντα δρέπανον. δεύτερα σφι προεῖπε ἐς τὴν ὑστεραίην παρεῖναι λελουμένους. οὕτω δὴ τῷ Κύρῳ διαιτωμένῳ ἐν Πέρσῃσι βουλόμενος Ἅρπαγος δηλῶσαι τὴν ἑωυτοῦ γνώμην ἄλλως μὲν οὐδαμῶς εἶχε ἅτε τῶν ὁδῶν φυλασσομενέων. ὡς δὲ εἶχε οὕτω ἐσέθηκε βυβλίον. καὶ ἀνασχίσας τούτου τὴν γαστέρα καὶ οὐδὲν ἀποτίλας. Δάοι Μάρδοι Δροπικοὶ Σαγάρτιοι. τούτων Πασαργάδαι εἰσὶ ἄριστοι. γράψας τά οἱ ἐδόκεε· ἀπορράψας δὲ τοῦ λαγοῦ τὴν γαστέρα. ταύτης ἁπάσης ἄρξεις. ἔστι τοι τὰ σὺ βούλεαι. Κῦρον δὲ ὁρέων ἐπιτρεφόμενον ἐποιέετο σύμμαχον. τὰ δὲ γράμματα ἔλεγε τάδε. τὸ δὲ κατὰ θεούς τε καὶ ἐμὲ περίεις· τά σε καὶ πάλαι δοκέω πάντα ἐκμεμαθηκέναι. ἔνθεν οἱ βασιλέες οἱ Περσεῖδαι γεγόνασι. [4] ἄλλοι δὲ Πέρσαι εἰσὶ οἵδε. "ὦ παῖ Καμβύσεω. [2] κατὰ μὲν γὰρ τὴν τούτου προθυμίην τέθνηκας." 125. ἀκούσας ταῦτα ὁ Κῦρος ἐφρόντιζε ὅτεῳ τρόπῳ σοφωτάτῳ Πέρσας ἀναπείσει ἀπίστασθαι. Κῦρος μὲν ταῦτα προηγόρευσε. ἐξ ὧν ὧλλοι πάντες ἀρτέαται Πέρσαι. ὁ δὲ ἐπιτεχνᾶται τοιόνδε· [4] λαγὸν μηχανησάμενος. φροντίζων δὲ εὑρίσκεται ταῦτα καιριώτατα εἶναι· ἐποίεε δὴ ταῦτα. "νῦν τε. [2] ἐπιτελεσάντων δὲ τῶν Περσέων τὸν προκείμενον ἄεθλον.
οὕτω ὑμῖν ἔχει. λήθην ποιεύμενος τά μιν ἐόργεε.] . οἵ μιν ἀνέγνωσαν μετεῖναι τὸν Κῦρον. δικαιότερον εἶναι Μήδων τεῷ περιβαλεῖν τοῦτο τὸ ἀγαθὸν ἢ Περσέων. ἔφη ἀπειλέων τῷ Κύρῳ "ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς Κῦρός γε χαιρήσει. 130. 129. καὶ ὑμέας ἥγημαι ἄνδρας Μήδων εἶναι οὐ φαυλοτέρους οὔτε τἄλλα οὔτε τὰ πολέμια. καὶ ἄλλα λέγων ἐς αὐτὸν θυμαλγέα ἔπεα. παραλαβὼν δὲ τοῦτο τὸ ἔπος ὁ Κῦρος παρεγύμνου τὸν πάντα λόγον. τὸ μιν ἐκεῖνος σαρξὶ τοῦ παιδὸς ἐθοίνησε. ἐς ὃ ἐτελεύτησε. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἀστυάγης Μήδους τε ὥπλισε πάντας. [2] ὁ δέ μιν προσιδὼν ἀντείρετο εἰ ἑωυτοῦ ποιέεται τὸ Κύρου ἔργον. ἄρξαντες τῆς ἄνω Ἅλυος ποταμοῦ Ἀσίης ἐπ᾽ ἔτεα τριήκοντα καὶ ἑκατὸν δυῶν δέοντα. ὡς εἴρηταί μοι πρότερον. βουλομένοισι μὲν ἐμέο πείθεσθαί ἔστι τάδε τε καὶ ἄλλα μυρία ἀγαθά. τὸ πρῆγμα ἑωυτοῦ δὴ δικαίως εἶναι. νῦν δὲ Μήδους μὲν ἀναιτίους τούτου ἐόντας δούλους ἀντὶ δεσποτέων γεγονέναι. σκαιότατον μέν γε. [3] Ἀστυάγεα δὲ Κῦρος κακὸν οὐδὲν ἄλλο ποιήσας εἶχε παρ᾽ ἑωυτῷ. αὐτός τε γὰρ δοκέω θείῃ τύχῃ γεγονὼς τάδε ἐς χεῖρας ἄγεσθαι." [2] τοσαῦτα εἶπας πρῶτον μὲν τῶν Μάγων τοὺς ὀνειροπόλους. ὅ τι εἴη ἡ ἐκείνου δουλοσύνη ἀντὶ τῆς βασιληίης. οὐδένα πόνον δουλοπρεπέα ἔχουσι. αὐτὸς γὰρ γράψαι. [3] ὡς δὲ οἱ Μῆδοι στρατευσάμενοι τοῖσι Πέρσῃσι συνέμισγον. ἐόντι δὲ αἰχμαλώτῳ τῷ Ἀστυάγεϊ προσστὰς ὁ Ἅρπαγος κατέχαιρέ τε καὶ κατεκερτόμεε. διαλυθέντος δὲ τοῦ Μηδικοῦ. οἳ μέν τινὲς αὐτῶν ἐμάχοντο. νέους τε καὶ πρεσβύτας ἄνδρας. ὡς ἐπύθετο τάχιστα ὁ Ἀστυάγης. καὶ στρατηγὸν αὐτῶν ὥστε θεοβλαβὴς ἐὼν Ἅρπαγον ἀπέδεξε. [4] εἰ γὰρ δὴ δεῖν πάντως περιθεῖναι ἄλλῳ τεῷ τὴν βασιληίην καὶ μὴ αὐτὸν ἔχειν. [3] ἐξαγαγὼν δὲ τούτους καὶ συμβαλὼν τοῖσι Πέρῃσι ἑσσώθη. ἄλλῳ περιέθηκε τὸ κράτος. Ἀστυάγης δὲ ὡς ἐπύθετο Κῦρον ταῦτα πρήσσοντα. 128. [6] νῦν ὦν ἐμέο πειθόμενοι γίνεσθε ἐλεύθεροι. πάρεξ ἢ ὅσον οἱ Σκύθαι ἦρχον. [2] ὁ δὲ Κῦρος ἐκέλευε τὸν ἄγγελον ἀπαγγέλλειν ὅτι πρότερον ἥξοι παρ᾽ ἐκεῖνον ἢ Ἀστυάγης αὐτὸς βουλήσεται. ὡς ὦν ἐχόντων ὧδε. καὶ δὴ καὶ εἴρετό μιν πρὸς τὸ ἑωυτοῦ δεῖπνον. [Οὕτω δὴ Κῦρος γενόμενός τε καὶ τραφεὶς καὶ ἐβασίλευσε καὶ Κροῖσον ὕστερον τούτων ἄρξαντα ἀδικίης κατεστρέψατο. εἰ παρεὸν αὐτῷ βασιλέα γενέσθαι. Ἅρπαγος δὲ ἔφη. τότε δὲ ἐπὶ Ἀστυάγεος οἱ Πέρσαι τε καὶ ὁ Κῦρος ἐπαναστάντες τοῖσι Μήδοισι ἦρχον τὸ ἀπὸ τούτου τῆς Ἀσίης." 127. πέμψας ἄγγελον ἐκάλεε αὐτόν. ἀποστάντες δὲ ὀπίσω κατεστράφθησαν μάχῃ νικηθέντες. [2] ὑστέρῳ μέντοι χρόνῳ μετεμέλησέ τέ σφι ταῦτα ποιήσασι καὶ ἀπέστησαν ἀπὸ Δαρείου. τούτους ἀνεσκολόπισε. μετὰ δὲ ὥπλισε τοὺς ὑπολειφθέντας ἐν τῷ ἄστεϊ τῶν Μήδων. ὅτι τοῦ δείπνου εἵνεκεν Μήδους κατεδούλωσε. Ἀστυάγης μέν νυν βασιλεύσας ἐπ᾽ ἔτεα πέντε καὶ τριήκοντα οὕτω τῆς βασιληίης κατεπαύσθη. μὴ βουλομένοισι δὲ ἐμέο πείθεσθαι εἰσὶ ὑμῖν πόνοι τῷ χθιζῷ παραπλήσιοι ἀναρίθμητοι. [3] Ἀστυάγης δέ μιν ἀπέφαινε τῷ λόγῳ σκαιότατόν τε καὶ ἀδικώτατον ἐόντα πάντων ἀνθρώπων. Τοῦτον δὲ καταστρεψάμενος οὕτῳ πάσης τῆς Ἀσίης ἤρξε. εἰ δὴ δι᾽ ἑωυτοῦ γε ἐπρήχθη τὰ παρεόντα. καὶ αὐτός τε Ἀστυάγης ἐζωγρήθη καὶ τοὺς ἐξήγαγε τῶν Μήδων ἀπέβαλε. ἀδικώτατον δέ. Μῆδοι δὲ ὑπέκυψαν Πέρσῃσι διὰ τὴν τούτου πικρότητα. ὅσοι μὴ τοῦ λόγου μετέσχον. ἀπίστασθε ἀπ᾽ Ἀστυάγεος τὴν ταχίστην. Πέρσαι μέν νυν προστάτεω ἐπιλαβόμενοι ἄσμενοὶ ἐλευθεροῦντο.δὲ τότε παρεοῦσαν πάντα ἀγαθά. Πέρσας δὲ δούλους ἐόντας τὸ πρὶν Μήδων νῦν γεγονέναι δεσπότας. καὶ πάλαι δεινὸν ποιεύμενοι ὑπὸ Μήδων ἄρχεσθαι. στρατεύματος αἰσχρῶς. οἳ δὲ αὐτομόλεον πρὸς τοὺς Πέρσας. λέγων [5] "ἄνδρες Πέρσαι. οἱ δὲ πλεῖστοι ἐθελοκάκεόν τε καὶ ἔφευγον.
ἐσθίοντας ἂν οὐ παύεσθαι. ταῦτα μέν νυν οὕτω φυλάσσεται. οὐκὶ οὐλῇσι· τῶν δὲ ὡς ἑκάστῳ θύειν θέλῃ. τὰς παρειὰς φιλέονται· ἢν δὲ πολλῷ ᾖ οὕτερος ἀγεννέστερος. 133. καλέουσι δὲ Ἀσσύριοι τὴν Ἀφροδίτην Μύλιττα. καί σφι οὐκ ἐμέσαι ἔξεστι. [3] τούτοισι μὲν δὴ θύουσι μούνοισι ἀρχῆθεν. τὰ δ᾽ ἂν νήφοντες προβουλεύσωνται. [2] σίτοισι δὲ ὀλίγοισι χρέωνται. μεθυσκόμενοι δὲ ἐώθασι βουλεύεσθαι τὰ σπουδαιέστατα τῶν πρηγμάτων· [4] τὸ δ᾽ ἂν ἅδῃ σφι βουλευομένοισι. παρά τε Ἀσσυρίων μαθόντες καὶ Ἀραβίων. ἐπεὰν δὲ διαμιστύλας κατὰ μέλεα τὸ ἱρήιον ἑψήσῃ τὰ κρέα ὑποπάσας ποίην ὡς ἁπαλωτάτην. ἐντυγχάνοντες δ᾽ ἀλλήλοισι ἐν τῇσι ὁδοῖσι. ἐπιμεμαθήκασι δὲ καὶ τῇ Οὐρανίῃ θύειν. [2] τιμῶσι δὲ ἐκ πάντων τοὺς ἄγχιστα ἑωυτῶν οἰκέοντας μετά γε ἑωυτούς. ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν. μάλιστα δὲ τὸ τρίφυλλον. ἐς χῶρον καθαρὸν ἀγαγὼν τὸ κτῆνος καλέει τὸν θεόν. οὐκὶ αὐλῷ. οὐκὶ οὐρῆσαι ἀντίον ἄλλου. προσπίπτων προσκυνέει τὸν ἕτερον. ἐστεφανωμένος τὸν τιάραν μυρσίνῃ μάλιστα. ἀγάλματα μὲν καὶ νηοὺς καὶ βωμοὺς οὐκ ἐν νόμῳ ποιευμένους ἱδρύεσθαι. 135. ἡμέρην δὲ ἁπασέων μάλιστα ἐκείνην τιμᾶν νομίζουσι τῇ ἕκαστος ἐγένετο. 134. [3] ἐπὶ δὲ Μήδων ἀρχὸν τῶν καὶ ἦρχε τὰ ἔθνεα ἀλλήλων. καὶ γὰρ δὴ τὴν Μηδικὴν ἐσθῆτα νομίσαντες τῆς ἑωυτῶν εἶναι καλλίω φορέουσι. ἐπισχὼν δὲ ὀλίγον χρόνον ἀποφέρεται ὁ θύσας τὰ κρέα καὶ χρᾶται ὅ τι μιν λόγος αἱρέει. ὅτι σφι ἀπὸ δείπνου παραφορέεται οὐδὲν λόγου ἄξιον· εἰ δέ τι παραφέροιτο.131. οἵην δὴ ἐκεῖνοι λέγουσι εἶναι τὴν ἐπαοιδήν· ἄνευ γὰρ δὴ Μάγου οὔ σφι νόμος ἐστὶ θυσίας ποιέεσθαι. ἐπιφορήμασι δὲ πολλοῖσι καὶ οὐκ ἁλέσι· καὶ διὰ τοῦτο φασὶ Πέρσαι τοὺς Ἕλληνας σιτεομένους πεινῶντας παύεσθαι. οὐ στέμμασι. Πέρσαι δὲ Μίτραν. τὸν κύκλον πάντα τοῦ οὐρανοῦ Δία καλέοντες· θύουσι δὲ ἡλίῳ τε καὶ σελήνῃ καὶ γῇ καὶ πυρὶ καὶ ὕδατι καὶ ἀνέμοισι. συναπάντων μὲν Μῆδοι καὶ τῶν ἄγχιστα οἰκεόντων σφίσι. ὁ δὲ τοῖσι πᾶσι Πέρσῃσι κατεύχεται εὖ γίνεσθαι καὶ τῷ βασιλέι· ἐν γὰρ δὴ τοῖσι ἅπασι Πέρσῃσι καὶ αὐτὸς γίνεται. τοὺς δὲ ἑκαστάτω οἰκέοντας ἀπὸ ἑωυτῶν κακίστους εἶναι. μετιεῖσι. μεθυσκόμενοι ἐπιδιαγινώσκουσι. δευτέρα δὲ τοὺς δευτέρους· μετὰ δὲ κατὰ λόγον προβαίνοντες τιμῶσι· ἥκιστα δὲ τοὺς ἑωυτῶν ἑκαστάτω οἰκημένους ἐν τιμῇ ἄγονται. τοῦτο τῇ ὑστεραίῃ νήφουσι προτιθεῖ ὁ στέγαρχος. ὅτι οὐκ ἀνθρωποφυέας ἐνόμισαν τοὺς θεοὺς κατά περ οἱ Ἕλληνες εἶναι· [2] οἳ δὲ νομίζουσι Διὶ μὲν ἐπὶ τὰ ὑψηλότατα τῶν ὀρέων ἀναβαίνοντες θυσίας ἔρδειν. Ἀράβιοι δὲ Ἀλιλάτ. 132. οἱ δὲ πένητες αὐτῶν τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων προτιθέαται. [2] ἑωυτῷ μὲν δὴ τῷ θύοντι ἰδίῃ μούνῳ οὔ οἱ ἐγγίνεται ἀρᾶσθαι ἀγαθά. χρέωνται αὐτῷ. ἀλλὰ καὶ τοῖσι ποιεῦσι μωρίην ἐπιφέρουσι. οὐ σπονδῇ χρέωνται. ἐν τοῦ ἂν ἐόντες βουλεύωνται. Πέρσας δὲ οἶδα νόμοισι τοιοῖσιδε χρεωμένους. ἢν δὲμὴ ἅδῃ. [3] οἴνῳ δὲ κάρτα προσκέαται. ξεινικὰ δὲ νόμαια Πέρσαι προσίενται ἀνδρῶν μάλιστα. [3] διαθέντος δὲ αὐτοῦ Μάγος ἀνὴρ παρεστεὼς ἐπαείδει θεογονίην. ἐν ταύτῃ δὲ πλέω δαῖτα τῶν ἀλλέων δικαιεῦσι προτίθεσθαι· ἐν τῇ οἱ εὐδαίμονες αὐτῶν βοῦν καὶ ἵππον καὶ κάμηλον καὶ ὄνον προτιθέαται ὅλους ὀπτοὺς ἐν καμίνοισι. κατὰ τὸν αὐτὸν δὴ λόγον καὶ οἱ Πέρσαι τιμῶσι· προέβαινε γὰρ δὴ τὸ ἔθνος ἄρχον τε καὶ ἐπιτροπεῦον. τοὺς δὲ ἄλλους κατὰ λόγον τῆς ἀρετῆς ἀντέχεσθαι. τῷδε ἄν τις διαγνοίη εἰ ὅμοιοί εἰσὶ οἱ συντυγχάνοντες· ἀντὶ γὰρ τοῦ προσαγορεύειν ἀλλήλους φιλέουσι τοῖσι στόμασι· ἢν δὲ ᾖ οὕτερος ὑποδεέστερος ὀλίγῳ. καὶ ἢν μὲν ἅδῃ καὶ νήφουσι. νομίζοντες ἑωυτοὺς εἶναι ἀνθρώπων μακρῷ τὰ πάντα ἀρίστους. οὗτοι δὲ καὶ τῶν ὁμούρων. καὶ ἐς τοὺς . οἳ δὲ μάλα τῶν ἐχομένων. ἐπὶ ταύτης ἔθηκε ὦν πάντα τὰ κρέα. θυσίη δὲ τοῖσι Πέρσῃσι περὶ τοὺς εἰρημένους θεοὺς ἥδε κατέστηκε· οὔτε βωμοὺς ποιεῦνται οὔτε πῦρ ἀνακαίουσι μέλλοντες θύειν.
οὐδὲ ἄλλον οὐδένα περιορῶσι. ταῦτα οὐδὲ λέγειν ἔξεστι. ἐς ποταμὸν δὲ οὔτε ἐνουρέουσι οὔτε ἐμπτύουσι. [2] Μάγους μὲν γὰρ ἀτρεκέως οἶδα ταῦτα ποιέοντας· ἐμφανέως γὰρ δὴ ποιεῦσι. καὶ τὰς λευκὰς περιστεράς. ἐθέλοντες ἐπὶ τοῖσι αὐτοῖσι εἶναι τοῖσι καὶ Κροίσῳ ἦσαν κατήκοοι. οὐ χεῖρας ἐναπονίζονται. κτείνοντες ὁμοίως μύρμηκάς τε καὶ ὄφις καὶ τἆλλα ἑρπετὰ καὶ πετεινά. κατακηρώσαντες δὲ ὦν τὸν νέκυν Πέρσαι γῆ κρύπτουσι. ἰχνεύειν καὶ τοξεύειν καὶ ἀληθίζεσθαι. ὡς οὐ πρότερον θάπτεται ἀνδρὸς Πέρσεω ὁ νέκυς πρὶν ἂν ὑπ᾽ ὄρνιθος ἢ κυνὸς ἑλκυσθῇ. 137. καὶ ἀγώνισμα μέγα τοῦτο ποιεῦνται. ἑωυτοῦ παιδὸς ἀποθνήσκειν. ἀλλὰ παρὰ τῇσι γυναιξὶ δίαιταν ἔχει. τὸ Πέρσας μὲν αὐτοὺς λέληθε. αἴσχιστον δὲ αὐτοῖσι τὸ ψεύδεσθαι νενόμισται. 138. ἐς πόλιν οὗτος οὐ κατέρχεται οὐδὲ συμμίσγεται τοῖσι ἄλλοισι Πέρσῃσι· φασὶ δέ μιν ἐς τὸν ἥλιον ἁμαρτόντα τι ταῦτα ἔχειν. καὶ ἀμφὶ μὲν τῷ νόμῳ τούτῳ ἐχέτω ὡς καὶ ἀρχὴν ἐνομίσθη. δεύτερα δὲ τὸ ὀφείλειν χρέος. τὸ μὴ μιῆς αἰτίης εἵνεκα μήτε αὐτὸν τὸν βασιλέα μηδένα φονεύειν. τὸ Δωριέες μὲν σὰν καλέουσι. οὐ τὰ μὲν τὰ δ᾽ οὔ. οὕτω τῷ θυμῷ χρᾶται. πολλῶν μὲν καὶ ἄλλων εἵνεκα. ἵνα ἢν ἀποθάνῃ τρεφόμενος. ὃς ἂν δὲ τῶν ἀστῶν λέπρην ἢ λεύκην ἔχῃ. μήτε τῶν ἄλλων Περσέων μηδένα τῶν ἑωυτοῦ οἰκετέων ἐπὶ μιῇ αἰτίῃ ἀνήκεστον πάθος ἔρδειν· ἀλλὰ λογισάμενος ἢν εὑρίσκῃ πλέω τε καὶ μέζω τὰ ἀδικήματα ἐόντα τῶν ὑπουργημάτων. 139. [3] οἳ μὲν γὰρ ἁγνεύουσι ἔμψυχον μηδὲν κτείνειν. αἰνέω μέν νυν τόνδε τὸν νόμον. δοκέοντα σφέας . ταῦτα μὲν ἀτρεκέως ἔχω περὶ αὐτῶν εἰδὼς εἰπεῖν· τάδε μέντοι ὡς κρυπτόμενα λέγεται καὶ οὐ σαφηνέως περὶ τοῦ ἀποθανόντος. τοῦδε δὲ εἵνεκα τοῦτο οὕτω ποιέεται. ἄνειμι δὲ ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον. ἀλλὰ ὁκόσα ἤδη τοιαῦτα ἐγένετο. [2] παιδεύουσι δὲ τοὺς παῖδας ἀπὸ πενταέτεος ἀρξάμενοι μέχρι εἰκοσαέτεος τρία μοῦνα.πολέμους τοὺς Αἰγυπτίους θώρηκας· καὶ εὐπαθείας τε παντοδαπὰς πυνθανόμενοι ἐπιτηδεύουσι. τὸ πολλὸν δ᾽ ἡγέαται ἰσχυρὸν εἶναι. [2] ἀποκτεῖναι δὲ οὐδένα κω λέγουσι τὸν ἑωυτοῦ πατέρα οὐδὲ μητέρα. ὁ δὲ ἀκούσας αὐτῶν τὰ προΐσχοντο ἔλεξέ σφι λόγον. αἰνέω δὲ καὶ τόνδε. πρὶν δὲ ἢ πενταέτης γένηται. Ἴωνες δὲ σίγμα· ἐς τοῦτο διζήμενος εὑρήσεις τελευτῶντα τῶν Περσέων τὰ οὐνόματα. ἔπεμπον ἀγγέλους ἐς Σάρδις παρὰ Κῦρον. οὐκ ἀπικνέεται ἐς ὄψιν τῷ πατρί. ὃς ἂν πολλοὺς ἀποδέξῃ παῖδας· τῷ δὲ τοὺς πλείστους ἀποδεικνύντι δῶρα ἐκπέμπει βασιλεὺς ἀνὰ πᾶν ἔτος. μετὰ τὸ μάχεσθαι εἶναι ἀγαθόν. πᾶσαν ἀνάγκην φασὶ ἀναζητεόμενα ταῦτα ἀνευρεθῆναι ἤτοι ὑποβολιμαῖα ἐόντα ἢ μοιχίδια· οὐ γὰρ δή φασι οἰκὸς εἶναι τόν γε ἀληθέως τοκέα ὑπὸ τοῦ. πολλῷ δ᾽ ἔτι πλεῦνας παλλακὰς κτῶνται. ἅσσα δέ σφι ποιέειν οὐκ ἔξεστι. γαμέουσι δὲ ἕκαστος αὐτῶν πολλὰς μὲν κουριδίας γυναῖκας. καὶ τόδε ἄλλο σφι ὧδε συμπέπτωκε γίνεσθαι. ἄνδρα φὰς αὐλητὴν ἰδόντα ἰχθῦς ἐν τῇ θαλάσσῃ αὐλέειν. τὴν αὐτὴν αἰτίην ἐπιφέροντες. καὶ δὴ καὶ ἀπ᾽ Ἑλλήνων μαθόντες παισὶ μίσγονται. εἰ μὴ ὅσα θύουσι· οἱ δὲ δὴ Μάγοι αὐτοχειρίῃ πάντα πλὴν κυνὸς καὶ ἀνθρώπου κτείνουσι. 140. ἡμέας μέντοι οὔ· τὰ οὐνόματά σφι ἐόντα ὅμοια τοῖσι σώμασι καὶ τῇ μεγαλοπρεπείῃ τελευτῶσι πάντα ἐς τὠυτὸ γράμμα. μηδεμίαν ἄσην τῷ πατρὶ προσβάλῃ. 141. [2] ξεῖνον δὲ πάντα τὸν λαμβανόμενον ὑπὸ τουτέων πολλοὶ ἐξελαύνουσι ἐκ τῆς χώρης. μάλιστα δὲ ἀναγκαίην φασὶ εἶναι τὸν ὀφείλοντα καί τι ψεῦδος λέγειν. ὡς οἱ Λυδοὶ τάχιστα κατεστράφατο ὑπὸ Περσέων. ἀλλὰ πάντα ὁμοίως. ἀλλὰ σέβονται ποταμοὺς μάλιστα. Ἴωνες δὲ καὶ Αἰολέες. Μάγοι δὲ κεχωρίδαται πολλὸν τῶν τε ἄλλων ἀνθρώπων καὶ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἱρέων. ἀνδραγαθίη δὲ αὕτη ἀποδέδεκται. 136.
οὗτοι χαρακτῆρες γλώσσης τέσσερες γίνονται. πρότερον δὲ ἑξαπόλιος τῆς αὐτῆς ταύτης καλεομένης. [3] γλῶσσαν δὲ οὐ τὴν αὐτὴν οὗτοι νενομίκασι. Σάμιοι δὲ ἐπ᾽ ἑωυτῶν μοῦνοι. τούτων δὴ ὦν τῶν Ἰώνων οἱ Μιλήσιοι μὲν ἦσαν ἐν σκέπῃ τοῦ φόβου. τὰ δὲ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τε καὶ αὐχμώδεος. [2] ἐν γὰρ τῷ ἀγῶνι τοῦ Τριοπίου Ἀπόλλωνος ἐτίθεσαν τὸ πάλαι τρίποδας χαλκέους τοῖσι νικῶσι. τῷ οὔνομα ἦν Ἀγασικλέης. τῶν αἱ δύο μὲν νήσους οἰκέαται. ἰδόντα δὲ παλλομένους εἰπεῖν ἄρα αὐτὸν πρὸς τοὺς ἰχθῦς "παύεσθέ μοι ὀρχεόμενοι. ἦν οὐδὲν ἄλλο πόλισμα λόγιμον. . [3] οἱ μέν νυν ἄλλοι Ἴωνες καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἔφυγον τὸ οὔνομα. οἱ δὲ Ἴωνες οὗτοι. ἡ δὲ μία ἐν τῇ ἠπείρῳ ἵδρυται. ἐπεῖ οὐδ᾽ ἐμέο αὐλέοντος ἠθέλετε ἐκβαίνειν ὀρχεόμενοι. τὰ μὲν ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ τε καὶ ὑγροῦ πιεζόμενα. πολλῷ δὴ ἦν ἀσθενέστατον τῶν ἐθνέων τὸ Ἰωνικὸν καὶ λόγου ἐλαχίστου· ὅτι γὰρ μὴ Ἀθῆναι.ἐξελεύσεσθαι ἐς γῆν· [2] ὡς δὲ ψευσθῆναι τῆς ἐλπίδος. ὅτι δὴ οἱ Ἴωνες πρότερον αὐτοῦ Κύρου δεηθέντος δι᾽ ἀγγέλων ἀπίστασθαι σφέας ἀπὸ Κροίσου οὐκ ἐπείθοντο. ἀλλὰ καὶ νῦν φαίνονταί μοι οἱ πολλοὶ αὐτῶν ἐπαισχύνεσθαι τῷ οὐνόματι· αἱ δὲ δυώδεκα πόλιες αὗται τῷ τε οὐνόματι ἠγάλλοντο καὶ ἱρὸν ἱδρύσαντο ἐπὶ σφέων αὐτέων. μετὰ δὲ Μυοῦς τε καὶ Πριήνη. Ἐρυθραί. διὰ ταύτην τὴν αἰτίην αἱ πέντε πόλιες. Μίλητος μὲν αὐτέων πρώτη κέεται πόλις πρὸς μεσαμβρίην. [4] αὗται μὲν ἐν τῇ Καρίῃ κατοίκηνται κατὰ ταὐτὰ διαλεγόμεναι σφίσι. Σάμον τε καὶ Χίον. τῶν καὶ τὸ Πανιώνιον ἐστί. κατά περ οἱ ἐκ τῆς πενταπόλιος νῦν χώρης Δωριέες. τοῦ μὲν οὐρανοῦ καὶ τῶν ὡρέων ἐν τῷ καλλίστῳ ἐτύγχανον ἱδρυσάμενοι πόλιας πάντων ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· [2] οὔτε γὰρ τὰ ἄνω αὐτῆς χωρία τὠυτὸ ποιέει τῇ Ἰωνίῃ οὔτε τὰ κάτω οὔτε τὰ πρὸς τὴν ἠῶ οὔτε τὰ πρὸς τὴν ἑσπέρην. φέρων δὲ πρὸς τὰ ἑωυτοῦ οἰκία προσεπασσάλευσε τὸν τρίποδα. τῷ οὔνομα ἔθεντο Πανιώνιον. νικήσας τὸν νόμον κατηλόγησε. ἐβουλεύσαντο δὲ αὐτοῦ μεταδοῦναι μηδαμοῖσι ἄλλοισι Ἰώνων (οὐδ᾽ ἐδεήθησαν δὲ οὐδαμοὶ μετασχεῖν ὅτι μὴ Σμυρναῖοι)· 144. 143. αἵδε δὲ ἐν τῇ Λυδίῃ. Λίνδος καὶ Ἰήλυσός τε καὶ Κάμειρος καὶ Κῶς τε καὶ Κνίδος ἐξεκλήισαν τῆς μετοχῆς τὴν ἕκτην πόλιν Ἁλικαρνησσόν. [4] ὃ μὲν δὴ ὀργῇ ἐχόμενος ἔλεγέ σφι τάδε· Ἴωνες δὲ ὡς ἤκουσαν τούτων ἀνενειχθέντων ἐς τὰς πόλιας. σφισι δὲ ὁμοφωνέουσι. καὶ τούτους χρῆν τοὺς λαμβάνοντας ἐκ τοῦ ἱροῦ μὴ ἐκφέρειν ἀλλ᾽ αὐτοῦ ἀνατιθέναι τῷ θεῷ. ἔτι δὲ τρεῖς ὑπόλοιποι Ἰάδες πόλιες. φυλάσσονται [ὦν] μηδαμοὺς ἐσδέξασθαι τῶν προσοίκων Δωριέων ἐς τὸ Τριοπικὸν ἱρόν. τοῖσι δὲ λοιποῖσι Ἴωσι ἔδοξε κοινῷ λόγῳ πέμπειν ἀγγέλους ἐς Σπάρτην δεησομένους Ἴωσι τιμωρέειν. ἀλλὰ τρόπους τέσσερας παραγωγέων. λαβεῖν ἀμφίβληστρον καὶ περιβαλεῖν τε πλῆθος πολλὸν τῶν ἰχθύων καὶ ἐξειρύσαι. Χῖοι μέν νυν καὶ Ἐρυθραῖοι κατὰ τὠυτὸ διαλέγονται. Ἔφεσος Κολοφὼν Λέβεδος Τέως Κλαζομεναὶ Φώκαια· αὗται δὲ αἱ πόλιες τῇσι πρότερον λεχθείσῃσι ὁμολογέουσι κατὰ γλῶσσαν οὐδέν. ἀσθενέος δὲ ἐόντος τοῦ παντὸς τότε Ἑλληνικοῦ γένεος. οὐ βουλόμενοι Ἴωνες κεκλῆσθαι." [3] Κῦρος μὲν τοῦτον τὸν λόγον τοῖσι Ἴωσι καὶ τοῖσι Αἰολεῦσι τῶνδε εἵνεκα ἔλεξε. τούτοισι μέν νυν οὗτοι ταύτην τὴν ζημίην ἐπέθηκαν. ὅρκιον ποιησάμενοι. τείχεά τε περιεβάλοντο ἕκαστοι καὶ συνελέγοντο ἐς Πανιώνιον οἱ ἄλλοι. ἀλλὰ καὶ σφέων αὐτῶν τοὺς περὶ τὸ ἱρόν ἀνομήσαντας ἐξεκλήισαν τῆς μετοχῆς. [2] ἀπεσχίσθησαν δὲ ἀπὸ τῶν ἄλλων Ἰώνων οὗτοι κατ᾽ ἄλλο μὲν οὐδέν. πλὴν Μιλησίων· πρὸς μούνους γὰρ τούτους ὅρκιον Κῦρος ἐποιήσατο ἐπ᾽ οἷσί περ ὁ Λυδός. τοῖσι δὲ αὐτῶν νησιώτῃσι ἦν δεινὸν οὐδέν· οὔτε γὰρ Φοίνικες ἦσαν κω Περσέων κατήκοοι οὔτε αὐτοὶ οἱ Πέρσαι ναυβάται. 142. τότε δὲ κατεργασμένων τῶν πρηγμάτων ἦσαν ἕτοιμοι πείθεσθαι Κύρῳ. [3] ἀνὴρ ὦν Ἁλικαρνησσεύς.
καὶ οὗτοι κατὰ φόνου τινὰ σκῆψιν. οὗτοι δὲ οὐ γυναῖκας ἠγάγοντο ἐς τὴν ἀποικίην ἀλλὰ Καείρας ἔσχον. μή κοτε ὁμοσιτῆσαι τοῖσι ἀνδράσι μηδὲ οὐνόματι βῶσαι τὸν ἑωυτῆς ἄνδρα. τὸ δὲ Πανιώνιον ἐστὶ τῆς Μυκάλης χῶρος ἱρὸς πρὸς ἄρκτον τετραμμένος. ἀπ᾽ ὅτευ ὁ ἐν Ἰταλίῃ ποταμὸς τὸ οὔνομα ἔσχε. Κίλλα. δυώδεκα δὲ μοι δοκέουσι πόλιας ποιήσασθαι οἱ Ἴωνες καὶ οὐκ ἐθελῆσαι πλεῦνας ἐσδέξασθαι τοῦδε εἵνεκα.145. Κολοφωνίους ἄνδρας στάσι ἑσσωθέντας καὶ ἐκπεσόντας ἐκ τῆς πατρίδος ὑπεδέξαντο. ὅτι καὶ ὅτε ἐν Πελοποννήσῳ οἴκεον. δυώδεκα ἦν αὐτῶν μέρεα. αὗται μὲν αἱ Ἰάδες πόλιες εἰσί. οἳ δὲ καὶ συναμφοτέρους. καὶ Βοῦρα καὶ Ἑλίκη. Τῆμνος. Πελλήνη μέν γε πρώτη πρὸς Σικυῶνος. ἀλλὰ γὰρ περιέχονται τοῦ οὐνόματος μᾶλλόν τι τῶν ἄλλων Ἰώνων. ἐν τῷ Πεῖρος ποταμὸς μέγας ἐστί. ἔστωσαν δὴ καὶ οἱ καθαρῶς γεγονότες Ἴωνες. Αἰγιρόεσσα. βασιλέας δὲ ἐστήσαντο οἳ μὲν αὐτῶν Λυκίους ἀπὸ Γλαύκου τοῦ Ἱππολόχου γεγονότας. οἳ δὲ Καύκωνας Πυλίους ἀπὸ Κόδρου τοῦ Μελάνθου. Κύμη ἡ Φρικωνὶς καλεομένη. ταῦτα δυώδεκα μέρεα νῦν Ἀχαιῶν ἐστὶ καὶ τότε γε Ἰώνων ἦν. ἄλλα τε ἔθνεα πολλὰ ἀναμεμίχαται· [2] οἱ δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ πρυτανηίου τοῦ Ἀθηναίων ὁρμηθέντες καὶ νομίζοντες γενναιότατοι εἶναι Ἰώνων. κατά περ νῦν Ἀχαιῶν τῶν ἐξελασάντων Ἴωνας δυώδεκα ἐστὶ μέρεα. τὰς πύλας ἀποκληίσαντες ἔσχον τὴν πόλιν. Γρύνεια. 146. 147. τῶν ἐφόνευσαν τοὺς γονέας. ἐς τὴν συλλεγόμενοι ἀπὸ τῶν πολίων Ἴωνες ἄγεσκον ὁρτὴν τῇ ἔθεντο οὔνομα Πανιώνια. ἄγουσι δὲ πάντες πλὴν Ἐφεσίων καὶ Κολοφωνίων· οὗτοι γὰρ μοῦνοι Ἰώνων οὐκ ἄγουσι Ἀπατούρια. οἳ μοῦνοι τούτων μεσόγαιοι οἰκέουσι. καὶ Αἴγίον καὶ ῾Ρύπες καὶ Πατρέες καὶ Φαρέες καὶ Ὤλενος. Μινύαι δὲ Ὀρχομένιοί σφι ἀναμεμίχαται καὶ Καδμεῖοι καὶ Δρύοπες καὶ Φωκέες ἀποδάσμιοι καὶ Μολοσσοὶ καὶ Ἀρκάδες Πελασγοὶ καὶ Δωριέες Ἐπιδαύριοι. σμύρνην δὲ ὧδε ἀπέβαλον Αἰολέες. αὗται ἕνδεκα Αἰολέων πόλιες αἱ ἀρχαῖαι· μία γὰρ σφέων παρελύθη Σμύρνη ὑπὸ Ἰώνων· ἦσαν γὰρ καὶ αὗται δυώδεκα αἱ ἐν τῆ ἠπείρῳ. ἡ δὲ Μυκάλη ἐστὶ τῆς ἠπείρου ἄκρη πρὸς ζέφυρον ἄνεμον κατήκουσα Σάμῳ καταντίον. Νέον τεῖχος. . Νότιον. [2] βοηθησάντων δὲ πάντων Αἰολέων. [3] διὰ τοῦτὸν δὲ τὸν φόνον αἱ γυναῖκες αὗται νόμον θέμεναι σφίσι αὐτῇσι ὅρκους ἐπήλασαν καὶ παρέδοσαν τῇσι θυγατράσι. ταῦτα δὲ ἦν γινόμενα ἐν Μιλήτῳ. Μύρινα. τοῦδε εἵνεκα ὅτι ἐφόνευσαν σφέων τοὺς πατέρας καὶ ἄνδρας καὶ παῖδας καὶ ἔπειτα ταῦτα ποιήσαντες αὐτῇσι συνοίκεον. μετὰ δὲ οἱ φυγάδες τῶν Κολοφωνίων φυλάξαντες τοὺς Σμυρναίους ὁρτὴν ἔξω τείχεος ποιευμένους Διονύσῳ. ὡρέων δὲ ἥκουσαν οὐκ ὁμοίως. μετὰ δὲ Αἴγειρα καὶ Αἰγαί. τοῖσι Ἰωνίης μέτα οὐδὲ τοῦ οὐνόματος οὐδέν. μωρίη πολλὴ λέγειν· τῶν Ἄβαντες μὲν ἐξ Εὐβοίες εἰσὶ οὐκ ἐλαχίστη μοῖρα. ἐς τὴν κατέφυγον Ἴωνες ὑπὸ Ἀχαιῶν μάχῃ ἑσσωθέντες. κοινῇ ἐξαραιρημένος ὑπὸ Ἰώνων Ποσειδέωνι Ἑλικωνίῳ. [2] [πεπόνθασι δὲ οὔτι μοῦναι αἱ Ἰώνων ὁρταὶ τοῦτο. καὶ Δύμη καὶ Τριταιέες. [2] εἰσὶ δὲ πάντες Ἴωνες ὅσοι ἀπ᾽ Ἀθηνέων γεγόνασι καὶ Ἀπατούρια ἄγουσι ὁρτήν. κατά περ τῶν Περσέων τὰ οὐνόματα. Λήρισαι. Πιτάνη. ἀλλὰ καὶ Ἑλλήνων πάντων ὁμοίως πᾶσαι ἐς τὠυτὸ γράμμα τελευτῶσι. 150. ὁμολογίῃ ἐχρήσαντο τὰ ἔπιπλα ἀποδόντων τῶν Ἰώνων ἐκλιπεῖν Σμύρνην Αἰολέας. αἵδε δὲ αἱ Αἰολίδες. ποιησάντων δὲ ταῦτα Σμυρναίων ἐπιδιείλοντο σφέας αἱ ἕνδεκα πόλιες καὶ ἐποιήσαντο σφέων αὐτέων πολιήτας. ἐν τῇ Κρᾶθις ποταμὸς ἀείναος ἐστί. Αἰγαῖαι. [2] οὗτοι δὲ οἱ Αἰολέες χώρην μὲν ἔτυχον κτίσαντες ἀμείνω Ἰώνων. τούτων δὴ εἵνεκα καὶ οἱ Ἴωνες δυώδεκα πόλιας ἐποιήσαντο· ἐπεὶ ὥς γέ τι μᾶλλον οὗτοι Ἴωνες εἰσὶ τῶν ἄλλων Ἰώνων ἢ κάλλιόν τι γεγόνασι.] 149. 148.
ἐπὶ δὲ Ἴωνας ἄλλον πέμπειν στρατηγόν. [3] ἀπικόμενοι δὲ οὗτοι ἐς Φώκαιαν ἔπεμπον ἐς Σάρδις σφέων αὐτῶν τὸν δοκιμώτατον. Λακεδαιμόνιοι δὲ ἀπωσάμενοι τῶν Ἰώνων τοὺς ἀγγέλους ὅμως ἀπέστειλαν πεντηκοντέρῳ ἄνδρας. ἐπ᾽ οὓς ἐπεῖχέ τε στρατηλατέειν αὐτός. ὡς αὐτῶν οὐ περιοψομένων. καταβὰς δὲ ἐπὶ θάλασσαν. μηδὲ πόλιν ἀρχαίην ἐξαναστήσῃς ἀναμάρτητον ἐοῦσαν καὶ τῶν πρότερον καὶ τῶν νῦν ἑστεώτων." ὃ μὲν δὴ τά περ ἐνόεε ἔλεγε. ἀπήλαυνε αὐτὸς ἐς Ἀγβάτανα. αὗται μέν νυν αἱ ἠπειρώτιδες Αἰολίδες πόλιες. ἅτε τὸν χρυσὸν ἔχων πάντα τὸν ἐκ τῶν Σαρδίων. αὐτοῖσι δὲ Λυδοῖσι τὴν πόλιν παρέδωκα. 152. τοῖσι ἐστι χῶρος ἐν μέση τῇ πόλι ἀποδεδεγμένος ἐς τὸν συλλεγόμενοι ἀλλήλους ὀμνύντες ἐξαπατῶσι· τοῖσι. τοὺς Λυδοὺς ἀπέστησε ὁ Πακτύης ἀπό τε Ταβάλου καὶ Κύρου. τὸν δὲ χρυσὸν τόν τε Κροίσου καὶ τὸν τῶν ἄλλων Λυδῶν Πακτύῃ ἀνδρὶ Λυδῷ κομίζειν. οὐ τὰ Ἰώνων πάθεα ἔσται ἔλλεσχα ἀλλὰ τὰ οἰκήια. γῆς τῆς Ἑλλάδος μηδεμίαν πόλιν σιναμωρέειν. [2] Λακεδαιμόνιοι δὲ οὔ κως ἐσήκουον. ἐλάσας δὲ ἐπὶ τὰς Σάρδις ἐπολιόρκεε Τάβαλον ἀπεργμένον ἐν τῇ ἀκροπόλι. [3] μετὰ ταῦτα ἐπιτρέψας τὰς μὲν Σάρδις Ταβάλῳ ἀνδρὶ Πέρσῃ. ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέει. ἢν ἐγὼ ὑγιαίνω. ἔξω τῶν ἐν τῇ Ἴδῃ οἰκημενέων· κεχωρίδαται γὰρ αὗται. [3] "ὦ βασιλεῦ. οὗτος δότω τοι δίκην. τί ἔσται τέλος τῶν γινομένων τούτων ἐμοί. [3] Λεσβίοισι μέν νῦν καὶ Τενεδίοισι. "Κροῖσε. ἐν Τενέδῳ δὲ μία οἴκηται πόλις. ἦν δεινὸν οὐδέν· τῇσι δὲ λοιπῇσι πόλισι ἕαδε κοινῇ Ἴωσι ἕπεσθαι τῇ ἂν οὗτοι ἐξηγέωνται. ταῦτα εἰπόντος τοῦ κήρυκος. πυθόμενος δὲ κατ᾽ ὁδὸν ταῦτα ὁ Κῦρος εἶπε πρὸς Κροῖσον τάδε. τὰ μὲν γὰρ πρότερον ἐγώ τε ἔπρηξα καὶ ἐγὼ κεφαλῇ ἀναμάξας φέρω· τὰ δὲ νῦν παρεόντα Πακτύης γὰρ ἐστὶ ὁ ἀδικέων. τῷ οὔνομα ἦν Λακρίνης. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. [4] . κατασκόπους τῶν τε Κύρου πρηγμάτων καὶ Ἰωνίης. [4] ἡ τε γὰρ Βαβυλών οἱ ἦν ἐμπόδιος καὶ τὸ Βάκτριον ἔθνος καὶ Σάκαι τε καὶ Αἰγύπτιοι. οὐ παύσονται Λυδοί. τῷ σὺ ἐπέτρεψας Σάρδις. ὡς ἂν πυνθανόμενοι πλεῖστοι συνέλθοιεν Σπαρτιητέων. τὰ μὲν οἰκότα εἴρηκας. ἀπερέοντα Κύρῳ Λακεδαιμονίων ῥῆσιν." [2] ταῦτα ἐς τοὺς πάντας Ἕλληνας ἀπέρριψε ὁ Κῦρος τὰ ἔπεα. 155. Κροῖσόν τε ἅμα ἀγόμενος καὶ τοὺς Ἴωνας ἐν οὐδενὶ λόγῳ ποιησάμενος τὴν πρώτην εἶναι. ὡς δὲ ἀπίκοντο ἐς τὴν Σπάρτην τῶν Ἰώνων καὶ Αἰολέων οἱ ἄγγελοι (κατὰ γὰρ δὴ τάχος ἦν ταῦτα πρησσόμενα). σὺ μέντοι μὴ πάντα θυμῷ χρέο.151. οἳ μὲν δὴ ἀπαλλάσσοντο. 154. ὅτι ἀγορὰς στησάμενοι ὠνῇ τε καὶ πρήσι χρέωνται· αὐτοὶ γὰρ οἱ Πέρσαι ἀγορῇσι οὐδὲν ἐώθασι χρᾶσθαι. τῷ οὔνομα ἦν Πύθερμος. ὁμοίως γὰρ μοι νῦν γε φαίνομαι πεποιηκέναι ὡς εἴ τις πατέρα ἀποκτείνας τῶν παίδων αὐτοῦ φείσατο· [2] ὡς δὲ καὶ ἐγὼ Λυδῶν τὸν μὲν πλέον τι ἢ πατέρα ἐόντα σὲ λαβὼν ἄγω. φροντίζω μὴ ἄριστον ᾖ ἐξανδραποδίσασθαι σφέας. λέγεται Κῦρον ἐπειρέσθαι τοὺς παρεόντας οἱ Ἑλλήνων τινες ἐόντες ἄνθρωποι Λακεδαιμόνιοι καὶ κόσοι πλῆθος ταῦτα ἑωυτῷ προαγορεύουσι· πυνθανόμενον δέ μιν εἰπεῖν ἄνθρωποι Λακεδαιμόνιοι καὶ κόσοι "οὐκ ἔδεισά κω ἄνδρας τοιούτους. ὁ δὲ πορφύρεόν τε εἷμα περιβαλόμενος. [2] αἱ δὲ τὰς νήσους ἔχουσαι πέντε μὲν πόλιες τὴν Λέσβον νέμονται (τὴν γὰρ ἕκτην ἐν τῇ Λέσβῳ οἰκημένην Ἀρίσβαν ἠνδραπόδισαν Μηθυμναῖοι ἐόντας ὁμαίμους). πρήγμάτα παρέχοντες καὶ αὐτοὶ ἔχοντες. καὶ καταστὰς ἔλεγε πολλὰ τιμωρέειν ἑωυτοῖσι χρηίζων. κατά περ Ἰώνων τοῖσι τὰς νήσους ἔχουσι. ἀλλ᾽ ἀπέδοξέ σφι μὴ τιμωρέειν Ἴωσι. καὶ ἐν τῇσι Ἑκατὸν νήσοισι καλεομένῃσι ἄλλη μία. ὡς δὲ ἀπήλασε ὁ Κῦρος ἐκ τῶν Σαρδίων. ὡς οἴκασι. δείσας μὴ ἀναστάτους ποιήσῃ τὰς Σάρδις. οὐδέ σφι ἐστὶ τὸ παράπαν ἀγορή. εἵλοντο πρὸ πάντων λέγειν τὸν Φωκαέα. καὶ ἔπειτα θωμάζω εἰ μοι ἀπεστᾶσι. 153. ἐπικούρους τε ἐμισθοῦτο καὶ τοὺς ἐπιθαλασσίους ἀνθρώπους ἔπειθε σὺν ἑωυτῷ στρατεύεσθαι.
πρῶτα μὲν τοὺς Λυδοὺς ἠνάγκασε τὰς Κύρου ἐντολὰς ἐπιτελέειν. "ὦναξ. ἢν τὸ παρεὸν ὑπεκδράμωσι. ταῦτα δὲ ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Κυμαῖοι. ὃ μὲν δὴ ταῦτα ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐντειλάμενος ἀπήλαυνε ἐς ἤθεα τὰ Περσέων. ὁρμέατο ἐκδιδόναι· [2] ὁρμημένου δὲ ταύτῃ τοῦ πλήθεος. ἦλθε παρ᾽ ἡμέας ἱκέτης Πακτύης ὁ Λυδός. ἐπιστάμενος ὅτι ἢν μὴ ἀξιόχρεον πρόφασιν προτείνῃ. ὃ δ᾽ αὖτις τὸν αὐτόν σφι χρησμὸν ἔφαινε. ποιέοντος δὲ αὐτοῦ ταῦτα λέγεται φωνὴν ἐκ τοῦ ἀδύτου γενέσθαι φέρουσαν μὲν πρὸς τὸν Ἀριστόδικον. ὡς μήτε ἀποστέωσι μήτε δεινοί τοι ἔωσι· ἄπειπε μέν σφι πέμψας ὅπλα ἀρήια μὴ ἐκτῆσθαι. οὐκ ἀναπείσει μιν μεταβουλεύσασθαι. καὶ ταχέως σφέας ὦ βασιλεῦ γυναῖκας ἀντ᾽ ἀνδρῶν ὄψεαι γεγονότας. φεύγων θάνατον βίαιον πρὸς Περσέων· οἳ δέ μιν ἐξαιτέονται. πέμψαντες ὦν οἱ Κυμαῖοι ἐς τοὺς Βραγχίδας θεοπρόπους εἰρώτευν περὶ Πακτύην ὁκοῖόν τι ποιέοντες θεοῖσι μέλλοιεν χαριεῖσθαι. ἀρρωδέων δὲ μὴ καὶ ὕστερον κοτὲ οἱ Λυδοί. ἐς ὃ τὸ δεύτερον περὶ Πακτύεω ἐπειρησόμενοι ἤισαν ἄλλοι θεοπρόποι. λέγουσαν δὲ τάδε "ἀνοσιώτατε ἀνθρώπων. [3] πρὸς ταῦτα ὁ Ἀριστόδικος ἐκ προνοίης ἐποίεε τάδε· περιιὼν τὸν νηὸν κύκλῳ ἐξαίρεε τοὺς στρουθοὺς καὶ ἄλλα ὅσα ἦν νενοσσευμένα ὀρνίθων γένεα ἐν τῷ νηῷ. ὥστε οὐδὲν δεινοί τοι ἔσονται μὴ ἀποστέωσι. οἱ δὲ Κυμαῖοι ἔγνωσαν συμβουλῆς περὶ ἐς θεὸν ἀνοῖσαι τὸν ἐν Βραγχίδῃσι· ἦν γὰρ αὐτόθι μαντήιον ἐκ παλαιοῦ ἱδρυμένον. ἀποστάντες ἀπὸ τῶν Περσέων ἀπόλωνται." ὃ μὲν ταῦτα ἐπειρώτα. Ἀριστόδικος ὁ Ἡρακλείδεω ἀνὴρ τῶν ἀστῶν ἐὼν δόκιμος ἔσχε μὴ ποιῆσαι ταῦτα Κυμαίους. ἀπικομένων δὲ ἐς Βραγχίδας ἐχρηστηριάζετο ἐκ πάντων Ἀριστόδικος ἐπειρωτῶν τάδε." [4] Ἀριστόδικον δὲ οὐκ ἀπορήσαντα πρὸς ταῦτα εἰπεῖν "ὦναξ." 156. τοὺς ἱκέτας μου ἐκ τοῦ νηοῦ κεραΐζεις. προεῖναι Κυμαίους κελεύοντες. 158. ἐπειρωτῶσι δέ σφι ταῦτα χρηστήριον ἐγένετο ἐκδιδόναι Πακτύην Πέρσῃσι. τῶν καὶ Ἀριστόδικος ἦν. καὶ πρὸς ἐξανδραποδίσασθαι τοὺς ἄλλους πάντας οἳ μετὰ Λυδῶν ἐπὶ Σάρδις ἐστρατεύσαντο. ταῦτά τέ οἱ ἐνετείλατο προειπεῖν Λυδοῖσι τὰ ὁ Κροῖσος ὑπετίθετο. Πακτύης δὲ πυθόμενος ἀγχοῦ εἶναι στρατὸν ἐπ᾽ ἑωυτὸν ἰόντα δείσας οἴχετο φεύγων ἐς Κύμην. Κροῖσος μὲν δὴ ταῦτά οἱ ὑπετίθετο. Κυμαίους δὲ κελεύεις τὸν ἱκέτην ἐκδιδόναι. ὁ δὲ χῶρος οὗτος ἐστὶ τῆς Μιλησίης ὑπὲρ Πανόρμου λιμένος. καλέσας δὲ Μαζάρεα ἄνδρα Μῆδον. [2] ἡμεῖς δὲ δειμαίνοντες τὴν Περσέων δύναμιν τὸν ἱκέτην ἐς τόδε οὐ τετολμήκαμεν ἐκδιδόναι. ἐκ τούτου δὲ κελευσμοσύνης Λυδοὶ τὴν πᾶσαν δίαιταν τῆς ζόης μετέβαλον. ἀπιστέων τε τῷ χρησμῷ καὶ δοκέων τοὺς θεοπρόπους οὐ λέγειν ἀληθέως. [2] Κῦρος δὲ ἡσθεὶς τῇ ὑποθήκῃ καὶ ὑπεὶς τῆς ὀργῆς ἔφη οἱ πείθεσθαι. [3] Μαζάρης δὲ μετὰ τοῦτο ἔπεμπε ἐς τὴν Κύμην ἀγγέλους ἐκδιδόναι κελεύων Πακτύην. 157. πρὶν ἂν τὸ ἀπὸ σεῦ ἡμῖν δηλωθῇ ἀτρεκέως ὁκότερα ποιέωμεν. ὡς οὐκ εὗρε ἔτι ἐόντας τοὺς ἀμφὶ Πακτύην ἐν Σάρδισι. αὐτὸν δὲ Πακτύην πάντως ζῶντα ἀγαγεῖν παρ᾽ ἑωυτόν. κέλευε δὲ σφέας κιθῶνάς τε ὑποδύνειν τοῖσι εἵμασι καὶ κοθόρνους ὑποδέεσθαι. τί τάδε τολμᾷς ποιέειν. τῷ Ἴωνές τε πάντες καὶ Αἰολέες ἐώθεσαν χρᾶσθαι. πρόειπε δ᾽ αὐτοῖσι κιθαρίζειν τε καὶ ψάλλειν καὶ καπηλεύειν παιδεύειν τοὺς παῖδας. τὸν δὲ αὖτις ἀμείψασθαι τοῖσιδε "ναὶ κελεύω. 159. αἱρετώτερα ταῦτα εὑρίσκων Λυδοῖσι ἢ ἀνδραποδισθέντας πρηθῆναι σφέας. [2] Μαζάρης δὲ ὁ Μῆδος ἐλάσας ἐπὶ τὰς Σάρδις τοῦ Κύρου στρατοῦ μοῖραν ὅσην δή κοτε ἔχων. αὐτὸς μὲν οὕτω τοῖσι ἱκέτῃσι βοηθέεις. ἵνα γε ἀσεβήσαντες . κελεύων ἐκδιδόναι Πακτύην Πέρσῃσι.Λυδοῖσι δὲ συγγνώμην ἔχων τάδε αὐτοῖσι ἐπίταξον.
161. ὁ δὲ πυθόμενος τὸν Μῆδον παρ᾽ αὐτῶν ὡς αὔξοιτο. καὶ τοῦτο μὲν Πριηνέας ἐξηνδραποδίσατο. Ἀργανθώνιος. οἱ δὲ Φωκαιέες οὗτοι ναυτιλίῃσι μακρῇσι πρῶτοι Ἑλλήνων ἐχρήσαντο. [5] ἦν δὲ χρόνος οὗτος οὐκ ὀλίγος γινόμενος. μετὰ δὲ ταῦτα αὐτίκα νούσῳ τελευτᾷ. καὶ τὸν τε Ἀδρίην καὶ τὴν Τυρσηνίην καὶ τὴν Ἰβηρίην καὶ τὸν Ταρτησσὸν οὗτοι εἰσὶ οἱ καταδέξαντες· [2] ἐναυτίλλοντο δὲ οὐ στρογγύλῃσι νηυσὶ ἀλλὰ πεντηκοντέροισι. ἐβίωσε δὲ πάντα εἴκοσι καὶ ἑκατόν. Χῖοι μέν νυν Πακτύην ἐξέδοσαν. ἐτυράννευσε δὲ Ταρτησσοῦ ὀγδώκοντα ἔτεα. ἀπείχετο τε τῶν πάντων ἱρῶν τὰ πάντα ἐκ τῆς χώρης ταύτης γινόμενα. Μαγνησίην τε ὡσαύτως. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὸν Ταρτησσὸν προσφιλέες ἐγένοντο τῷ βασιλέι τῶν Ταρτησσίων. θέλοντες Κύρῳ ἀποδέξαι.θᾶσσον ἀπόλησθε. [2] οἱ δὲ Μυτιληναῖοι ἐπιπέμποντος τοῦ Μαζάρεος ἀγγελίας ἐκδιδόναι τὸν Πακτύην παρεσκευάζοντο ἐπὶ μισθῷ ὅσῳ δή· οὐ γὰρ ἔχω τοῦτό γε εἰπεῖν ἀτρεκέως· οὐ γὰρ ἐτελεώθη. Λέσβου ἀντίος. ἐδίδου σφι χρήματα τεῖχος περιβαλέσθαι τὴν πόλιν. Μαζάρης δὲ μετὰ ταῦτα ἐστρατεύετο ἐπὶ τοὺς συμπολιορκήσαντας Τάβαλον. Πακτύην μέν νυν παραδεξάμενοι οἱ Πέρσαι εἶχον ἐν φυλακῇ. [3] Κυμαῖοι γὰρ ὡς ἔμαθον ταῦτα πρησσόμενα ἐκ τῶν Μυτιληναίων. ὡς τοῦτό γε οὐκ ἔπειθε τοὺς Φωκαιέας. πρώτῃ δὲ Φωκαίῃ Ἰωνίης ἐπεχείρησε. ἐκπέμπουσι αὐτὸν ἐς Μυτιλήνην. πρώτῃ δὲ Φωκαίῃ Ἰωνίης ἐπεχείρησε. [3] τούτῳ δὴ τῷ ἀνδρὶ προσφιλέες οἱ Φωκαιέες οὕτω δή τι ἐγένοντο ὡς τὰ μὲν πρῶτα σφέας ἐκλιπόντας Ἰωνίην ἐκέλευε τῆς ἑωυτοῦ χώρης οἰκῆσαι ὅκου βούλονται· μετὰ δέ. τοῦτο δὲ πᾶν λίθων μεγάλων καὶ εὖ συναρμοσμένων. ἐβίωσε δὲ πάντα εἴκοσι καὶ ἑκατόν. 162. γένος καὶ αὐτὸς ἐὼν Μῆδος. αἵρεε τὰς πόλιας χώμασι· ὅκως γὰρ τειχήρεας ποιήσειε. τῷ οὔνομα μὲν ἦν. ἐτυράννευσε δὲ Ταρτησσοῦ ὀγδώκοντα ἔτεα. [3] τούτῳ δὴ τῷ ἀνδρὶ προσφιλέες οἱ Φωκαιέες οὕτω δή τι ἐγένοντο ὡς τὰ μὲν πρῶτα σφέας ἐκλιπόντας Ἰωνίην ἐκέλευε τῆς ἑωυτοῦ χώρης οἰκῆσαι ὅκου βούλονται· μετὰ δέ. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὸν Ταρτησσὸν προσφιλέες ἐγένοντο τῷ βασιλέι τῶν Ταρτησσίων. οἱ δὲ Φωκαιέες οὗτοι ναυτιλίῃσι μακρῇσι πρῶτοι Ἑλλήνων ἐχρήσαντο. ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Κυμαῖοι. τὸ ἐνθεῦτεν χώματα χῶν πρὸς τὰ τείχεα ἐπόρθεε. τῷ οὔνομα μὲν ἦν. Ἀργανθώνιος. ἐδίδου σφι χρήματα τεῖχος περιβαλέσθαι τὴν πόλιν." 160. ὡς μὴ τὸ λοιπὸν περὶ ἱκετέων ἐκδόσιος ἔλθητε ἐπὶ τὸ χρηστήριον. τὸν ὁ Μήδων βασιλεὺς Ἀστυάγης ἀνόμῳ τραπέζῃ ἔδαισε. καὶ τὸν τε Ἀδρίην καὶ τὴν Τυρσηνίην καὶ τὴν Ἰβηρίην καὶ τὸν Ταρτησσὸν οὗτοι εἰσὶ οἱ καταδέξαντες· [2] ἐναυτίλλοντο δὲ οὐ στρογγύλῃσι νηυσὶ ἀλλὰ πεντηκοντέροισι. ὅτε Χίων οὐδεὶς ἐκ τοῦ Ἀταρνέος τούτου οὔτε οὐλὰς κριθέων πρόχυσιν ἐποιέετο θεῶν οὐδενὶ οὔτε πέμματα ἐπέσσετο καρποῦ τοῦ ἐνθεῦτεν. [4] ἐδίδου δὲ ἀφειδέως· καὶ γὰρ καὶ ἡ περίοδος τοῦ . ὡς τοῦτό γε οὐκ ἔπειθε τοὺς Φωκαιέας. [4] ἐδίδου δὲ ἀφειδέως· καὶ γὰρ καὶ ἡ περίοδος τοῦ τείχεος οὐκ ὀλίγοι στάδιοι εἰσί. οὐ βουλόμενοι οὔτε ἐκδόντες ἀπολέσθαι οὔτε παρ᾽ ἑωυτοῖσι ἔχοντες πολιορκέεσθαι. Ἅρπαγος κατέβη διάδοχος τῆς στρατηγίης. [2] οὗτος ὡνὴρ τότε ὑπὸ Κύρου στρατηγὸς ἀποδεχθεὶς ὡς ἀπίκετο ἐς τὴν Ἰωνίην. 163. ἀποθανόντος δὲ τούτου. πέμψαντες πλοῖον ἐς Λέσβον ἐκκομίζουσι Πακτύην ἐς Χίον. ἐνθεῦτεν δὲ ἐξ ἱροῦ Ἀθηναίης πολιούχου ἀποσπασθεὶς ὑπὸ Χίων ἐξεδόθη· ἐξέδοσαν δὲ οἱ Χῖοι ἐπὶ τῷ Ἀταρνέι μισθῷ· [4] τοῦ δὲ Ἀταρνέος τούτου ἐστὶ χῶρος τῆς Μυσίης. ὁ τῷ Κύρῳ τὴν βασιληίην συγκατεργασάμενος. 163. τοῦτο δὲ Μαιάνδρου πεδίον πᾶν ἐπέδραμε ληίην ποιεύμενος τῷ στρατῷ. ὁ δὲ πυθόμενος τὸν Μῆδον παρ᾽ αὐτῶν ὡς αὔξοιτο.
ἡ δὲ Πυθίη σφέας ἐκέλευσε ποιέειν τὰ καὶ νῦν οἱ Ἀγυλλαῖοι ἔτι ἐπιτελέουσι· καὶ γὰρ ἐναγίζουσί σφι μεγάλως καὶ ἀγῶνα γυμνικὸν καὶ ἱππικὸν ἐπιστᾶσι. τῶν δὲ Τυρσηνῶν οἱ Ἀγυλλαῖοι] ἔλαχόν τε αὐτῶν πολλῷ πλείστους καὶ τούτους ἐξαγαγόντες κατέλευσαν. τὴν δὲ Φωκαίην ἐρημωθεῖσαν ἀνδρῶν ἔσχον οἱ Πέρσαι. χωρὶς ὅ τι χαλκὸς ἢ λίθος ἢ γραφὴ ἦν. καὶ ἱρὰ ἐνιδρύσαντο. ἡ δὲ αὐτῶν νῆσος ἀποκληισθῇ τούτου εἵνεκα. ἐποιήσαντο ἰσχυρὰς κατάρας τῷ ὑπολειπομένῳ ἑωυτῶν τοῦ στόλου. πρὸς ταῦτα οἱ Φωκαίες ἐστέλλοντο ἐς Κύρνον· ἐν γὰρ τῇ Κύρνῳ εἴκοσι ἔτεσι πρότερον τούτων ἐκ θεοπροπίου ἀνεστήσαντο πόλιν. οἴκεον κοινῇ μετὰ τῶν πρότερον ἀπικομένων ἐπ᾽ ἔτεα πέντε. [2] Ἀργανθώνιος δὲ τηνικαῦτα ἤδη τετελευτήκεε. [2] οἱ δὲ Φωκαιέες πληρώσαντες καὶ αὐτοὶ τὰ πλοῖα. ἐν τῶ οἱ Φωκαιέες καταλευσθέντες ἐκέατο. ὑπερημίσεας τῶν ἀστῶν ἔλαβε πόθος τε καὶ οἶκτος τῆς πόλιος καὶ τῶν ἠθέων τῆς χώρης. καὶ ἔπειτα ἀπέντες τὴν Κύρνον ἔπλεον ἐς ῾Ρήγιον. ἐόντα ἀριθμὸν ἑξήκοντα. τῇ οὔνομα ἦν Ἀλαλίη. [3] πρὸς δὲ ταύτῃσι καὶ μύδρον σιδήρεον κατεπόντωσαν καὶ ὤμοσαν μὴ πρὶν ἐς Φωκαίην ἥξειν πρὶν ἢ τὸν μύδρον τοῦτον ἀναφανῆναι. ἀπαγαγεῖν ἐκεῖνον ἐκέλευον τὴν στρατιὴν ἀπὸ τοῦ τείχεος. ἐπείτε σφι Χῖοι τὰς νήσους τὰς Οἰνούσσας καλεομένας οὐκ ἐβούλοντο ὠνευμένοισι πωλέειν. ὁ δ᾽ Ἅρπαγος ἔφη εἰδέναι μὲν εὖ τὰ ἐκεῖνοι μέλλοιεν ποιέειν. στελλομένων δὲ αὐτῶν ἐπὶ τὴν Κύρνον. οἱ Φωκαιέες ἐν τούτῳ κατασπάσαντες τὰς πεντηκοντέρους. 164. 167. προισχόμενος ἔπεα ὥς οἱ καταχρᾷ εἰ βούλονται Φωκαιέες προμαχεῶνα ἕνα μοῦνον τοῦ τείχεος ἐρεῖψαι καὶ οἴκημα ἓν κατιρῶσαι. τοῦτο δὲ πᾶν λίθων μεγάλων καὶ εὖ συναρμοσμένων. νηυσὶ ἑκάτεροι ἑξήκόντα. ἣ ἐφρούρεε παραδεξαμένη παρὰ Ἁρπάγου τὴν πόλιν. 166. ἐν ᾧ ὦν ὁ Ἅρπαγος ἀπὸ τοῦ τείχεος ἀπήγαγε τὴν. καὶ ἦγον γὰρ δὴ καὶ ἔφερον τοὺς περιοίκους ἅπαντας. δειμαίνοντες μὴ αἳ μὲν ἐμπόριον γένωνται. ψευδόρκιοι δὲ γενόμενοι ἀπέπλεον ὀπίσω ἐς τὴν Φωκαίην. ἐγίνετο διάστροφα καὶ ἔμπηρα καὶ ἀπόπληκτα. οἳ δὲ αὐτῶν τὸ ὅρκιον ἐφύλασσον. [3] καταπλώσαντες δὲ ἐς τὴν Ἀλαλίην ἀνέλαβον τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὴν ἄλλην κτῆσιν ὅσην οἷαι τε ἐγίνοντο αἱ νέες σφι ἄγειν. ἐπολιόρκεε αὐτούς. πρὸς δὲ καὶ τὰ ἀγάλματα τὰ ἐν τῶν ἱρῶν καὶ τὰ ἄλλα ἀναθήματα. ὁμοίως πρόβατα καὶ ὑποζύγια καὶ ἄνθρωποι. στρατεύονται ὦν ἐπ᾽ αὐτοὺς κοινῷ λόγω χρησάμενοι Τυρσηνοὶ καὶ Καρχηδόνιοι. οἱ δὲ Φωκαιέες. τὰ δὲ ἄλλα πάντα ἐσθέντες καὶ αὐτοὶ εἰσβάντες ἔπλεον ἐπὶ Χίου. [3] καὶ οὗτοι μὲν τῶν Φωκαιέων τοιούτῳ μόρῳ διεχρήσαντο.τείχεος οὐκ ὀλίγοι στάδιοι εἰσί. ἀερθέντες ἐκ τῶν Οἰνουσσέων ἔπλεον. τὸ μὲν δὴ τεῖχος τοῖσι Φωκαιεῦσι τρόπῳ τοιῶδε ἐξεποιήθη. μετὰ δέ. οἱ δὲ . αἱ δὲ εἴκοσι αἱ περιεοῦσαι ἦσαν ἄχρηστοι· ἀπεστράφατο γὰρ τοὺς ἐμβόλους. τῶν δὲ διαφθαρεισέων νεῶν τοὺς ἄνδρας οἱ τε Καρχηδόνιοι καὶ οἱ Τυρσηνοὶ [διέλαχον. ὁ δὲ Ἅρπαγος ὡς ἐπήλασε τὴν στρατιήν. ἐπείτε δὲ ἐς τὴν Κύρνον ἀπίκοντο. [2] οἱ δὲ Ἀγυλλαῖοι ἐς Δελφοὺς ἔπεμπον βουλόμενοι ἀκέσασθαι τὴν ἁμαρτάδα. 165. ὅμως δὲ σφι παριέναι βουλεύσασθαι. στρατιήν. πρῶτα καταπλεύσαντες ἐς τὴν Φωκαίην κατεφόνευσαν τῶν Περσέων τὴν φυλακήν. ἀντίαζον ἐς τὸ Σαρδόνιον καλεόμενον πέλαγος. συμμισγόντων δὲ τῇ ναυμαχίῃ Καδμείη τις νίκη τοῖσι Φωκαιεῦσι ἐγένετο· αἱ μὲν γὰρ τεσσεράκοντά σφι νέες διεφθάρησαν. στελλόμενοι δὲ ἐπὶ τὴν Κύρνον. ἐσθέμενοι τέκνα καὶ γυναῖκας καὶ ἔπιπλα πάντα. [2] οἱ δὲ Φωκαιέες περιημεκτέοντες τῇ δουλοσύνη ἔφασαν θέλειν βουλεύσασθαι ἡμέρην μίαν καὶ ἔπειτα ὑποκρινέεσθαι· [3] ἐν ᾧ δὲ βουλεύονται αὐτοί. ὡς τοῦτο σφι ἐξέργαστο. μετὰ δὲ Ἀγυλλαίοισι πάντα τὰ παριόντα τὸν χῶρον.
[3] ἅτε δὴ Μίνω τε κατεστραμμένου γῆν πολλὴν καὶ εὐτυχέοντος τῷ πολέμῳ. κατὰ μὲν δὴ Κᾶρας οὕτω Κρῆτες λέγουσι γενέσθαι· οὐ μέντοι αὐτοί γε ὁμολογέουσι τούτοισι οἱ Κᾶρες. φόρον μὲν οὐδένα ὑποτελέοντες. ἐπλήρουν οἱ τὰς νέας. τὴν πρότερος τούτων Κλαζομένιος Τιμήσιος κτίσας οὐκ ἀπόνητο. τὸ δὲ εἶναι ἐν Τέῳ (Τέων γὰρ μέσον εἶναι Ἰωνίης). Φωκαίης μέν νυν πέρι τῆς ἐν Ἰωνίῃ οὕτω ἔσχε παραπλήσια δὲ τούτοισι καὶ Τήιοι ἐποίησαν. καὶ οὕτω ἀπαλλαχθέντας σφέας δουλοσύνης εὐδαιμονήσειν. [2] εἰσὶ δὲ τούτων Κᾶρες μὲν ἀπιγμένοι ἐς τὴν ἤπειρον ἐκ τῶν νήσων. αὐτῷ Κύρῳ ὅρκιον ποιησάμενοι ἡσυχίην ἦγον. [4] καί σφι τριξὰ ἐξευρήματα ἐγένετο. τὸ γὰρ παλαιὸν ἐόντες Μίνω κατήκοοι καὶ καλεόμενοι Λέλεγες εἶχον τὰς νήσους. ἀλλὰ νομίζουσι αὐτοὶ ἑωυτοὺς εἶναι αὐτόχθονας ἠπειρώτας. Ἅρπαγος δὲ καταστρεψάμενος Ἰωνίην ἐποιέετο στρατηίην ἐπὶ Κᾶρας καὶ Καυνίους καὶ Λυκίους. ὡς καὶ πρότερόν μοι ἔρηται. ἐπείτε γὰρ σφέων εἷλε χώματι τὸ τεῖχος Ἅρπαγος. 170. ἅμα ἀγόμενος καὶ Ἴωνας καὶ Αἰολέας. ὅσον καὶ ἐγὼ δυνατός εἰμι ἐπὶ μακρότατον ἐξικέσθαι ἀκοῇ· οἳ δέ. καὶ ὄχανα ἀσπίσι οὗτοι εἰσὶ οἱ ποιησάμενοι πρῶτοι· τέως δὲ ἄνευ ὀχάνων ἐφόρεον τὰς ἀσπίδας πάντες οἳ περ ἐώθεσαν ἀσπίσι χρᾶσθαι.αὐτῶν ἐς τὸ ῾Ρήγιον καταφυγόντες ἐνθεῦτεν ὁρμώμενοι ἐκτήσαντο πόλιν γῆς τῆς Οἰνωτπίης ταύτην ἥτις νῦν Ὑέλη καλέεται· [4] ἔκτισαν δὲ ταύτην πρὸς ἀνδρὸς Ποσειδωνιήτεω μαθόντες ὡς τὸν Κύρνον σφι ἡ Πυθίη ἔχρησε κτίσαι ἥρων ἐόντα. νήσων τε ἁπασέων μεγίστην νεμομένους καὶ ἄρχοντας ἄλλων· μένουσι δέ σφι ἐν τῇ Ἰωνίῃ οὐκ ἔφη ἐνορᾶν ἐλευθερίην ἔτι ἐσομένην. [6] ἀποδείκνῦσι δὲ ἐν Μυλάσοισι Διὸς Καρίου ἱρὸν ἀρχαῖον. [2] Μιλήσιοι δέ. 171. παρεῖχε ἂν σφι εὐδαιμονέειν Ἑλλήνων μάλιστα· [2] ὃς ἐκέλευε κοινῷ στόλῳ Ἴωνας ἀερθέντας πλέειν ἐς Σαρδὼ καὶ ἔπειτα πόλιν μίαν κτίζειν πάντων Ἰώνων. τῇ εἰ ἐπείθοντο. ἐσβάντες πάντες ἐς τὰ πλοῖα οἴχοντο πλέοντες ἐπὶ τῆς Θρηίκης. ὅκως Μίνως δέοιτο. τὸ ἀνέκαθεν γένος ἐόντος Φοίνικος. τὸ Καρικὸν ἦν ἔθνος λογιμώτατον τῶν ἐθνέων ἁπάντων κατὰ τοῦτον ἅμα τὸν χρόνον μακρῷ μάλιστα. [5] μετὰ δὲ τοὺς Κᾶρας χρόνῳ ὕστερον πολλῷ Δωριέες τε καὶ Ἴωνες ἐξανέστησαν ἐκ τῶν νήσων. [3] αὕτη μὲν Βίαντος τοῦ Πριηνέος γνώμη ἐπὶ διεφθαρμένοισι Ἴωσι γενομένη. πυνθάνομαι γνώμην Βίαντα ἄνδρα Πριηνέα ἀποδέξασθαι Ἴωσι χρησιμωτάτην. 169. καὶ ἐνθαῦτα ἔκτισαν πόλιν Ἄβδηρα. ἀλλ᾽ ὑπὸ Θρηίκων ἐξελασθεὶς τιμὰς νῦν ὑπὸ Τηίων τῶν ἐν Ἀβδήροισι ὡς ἥρως ἔχει. καὶ τῷ οὐνόματι τῷ αὐτῷ αἰεὶ διαχρεωμένους τῷ περ νῦν. κεκακωμένων δὲ Ἰώνων καὶ συλλεγομένων οὐδὲν ἧσσον ἐς τὸ Πανιώνιον. τελαμῶσι σκυτίνοισι οἰηκίζοντες. τοῦ Μυσοῖσι μὲν καὶ Λυδοῖσι μέτεστι ὡς κασιγνήτοισι ἐοῦσι τοῖσι Καρσί· τὸν γὰρ Λυδὸν καὶ τὸν Μυσὸν λέγουσι εἶναι . καὶ οὕτω ἐς τὴν ἤπειρον ἀπίκοντο. τοῖσι οἱ Ἕλληνες ἐχρήσαντο· καὶ γὰρ ἐπὶ τὰ κράνεα λόφους ἐπιδέεσθαι Κᾶρες εἰσὶ οἱ καταδέξαντες καὶ ἐπὶ τὰς ἀσπίδας τὰ σημήια ποιέεσθαι. ἑσσωθέντες δὲ καὶ ἁλόντες ἔμενον κατὰ χώρην ἕκαστοι καὶ τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον. οὗτοὶ μέν νυν Ἰώνων μοῦνοι τὴν δουλοσύνην οὐκ ἀνεχόμενοι ἐξέλιπον τὰς πατρίδας· οἱ δ᾽ ἄλλοι Ἴωνες πλὴν Μιλησίων διὰ μάχης μὲν ἀπίκοντο Ἁρπάγῳ κατά περ οἱ ἐκλιπόντες. 168. ὡς δὲ τοὺς ἐν τῇ ἠπείρῳ Ἴωνας ἐχειρώσατο Ἅρπαγος. χρηστὴ δὲ καὶ πρὶν ἢ διαφθαρῆναι Ἰωνίην Θάλεω ἀνδρὸς Μιλησίου ἐγένετο. ὃς ἐκέλευε ἓν βουλευτήριον Ἴωνας ἐκτῆσθαι. τὰς δὲ ἄλλας πόλιας οἰκεομένας μηδὲν ἧσσον νομίζεσθαι κατά περ ἐς δῆμοι εἶεν· οὗτοι μὲν δή σφι γνώμας τοιάσδε ἀπεδέξαντο. ἀλλ᾽ οὐ τὴν νῆσον. οἱ τὰς νήσους ἔχοντες Ἴωνες καταρρωδήσαντες ταῦτα σφέας αὐτοὺς ἔδοσαν Κύρῳ. περὶ τοῖσι αὐχέσι τε καὶ τοῖσι ἀριστεροῖσι ὤμοισι περικείμενοι. οὕτω δὴ τὸ δεύτερον Ἰωνίη ἐδεδούλωτο. καὶ ἄνδρες ἐγένοντο ἀγαθοὶ περὶ τῆς ἑωυτοῦ ἕκαστος μαχόμενοι.
Ἰσθμὸν δὲ μὴ πυργοῦτε μηδ᾽ ὀρύσσετε· Ζεὺς γάρ κ᾽ ἔθηκε νῆσον. ἔδοξέ δὲ τοῖσι πατρίοισι μοῦνον. ἀπίκετο ἐς τοὺς Τερμίλας παρὰ Σαρπηδόνα. αὕτη τὸ παλαιὸν ἦν Μιλυάς. ἔπεμπον ἐς Δελφοὺς θεοπρόπους ἐπειρησομένους τὸ ἀντίξοον. . τούτοισι μὲν δὴ μέτεστι. χέασθαι θεοῖσι. οἱ δὲ Καύνιοι αὐτόχθονες δοκέειν ἐμοὶ εἰσί. οὕτω δὴ κατὰ τοῦ Λύκου τὴν ἐπωνυμίην Λύκιοι ἀνὰ χρόνον ἐκλήθησαν. μετέπειτα ὥς σφι ἀπέδοξε. [5] ἡ δὲ Πυθίη σφι. [3] ἕως μὲν δὴ αὐτῶν Σαρπηδὼν ἦρχε. χρᾷ ἐν τριμέτρῳ τόνῳ τάδε. [4] νόμοισι δὲ τὰ μὲν Κρητικοῖσι τὰ δὲ Καρικοῖσι χρέωνται. ὡς ἐπεκράτησε τῇ στάσι Μίνως. χειρὶ ἐργαζομένων τῶν Κνιδίων. 173. ὅσοι δὲ ἐόντες ἄλλου ἔθνεος ὁμόγλωσσοι τοῖσι Καρσὶ ἐγένοντο. 174. οἳ δὲ ἀπωσθέντες ἀπίκοντο τῆς Ἀσίης ἐς γῆν τὴν Μιλυάδα· τὴν γὰρ νῦν Λύκιοι νέμονται. ἐνδύντες τὰ ὅπλα ἅπαντες Καύνιοι ἡβηδόν. τὰ δὲ πρὸς νότον ἡ κατὰ Σύμην τε καὶ ῾Ρόδον θάλασσα). γενναῖα τὰ τέκνα νενόμισται· ἢν δὲ ἀνὴρ ἀστὸς καὶ ὁ πρῶτος αὐτῶν γυναῖκα ξείνην ἢ παλλακὴν ἔχῃ. οἳ δὲ ἐκαλέοντο τό πέρ τε ἠνείκαντο οὔνομα καὶ νυν ἔτι καλέονται ὑπὸ τῶν περιοίκων οἱ Λύκιοι Τερμίλαι· ὡς δὲ ἐξ Ἀθηνέων Λύκος ὁ Πανδίονος. ἐντὸς δὲ πᾶσά σφι ἐγίνετο· τῇ γὰρ ἡ Κνιδίη χώρη ἐς τὴν ἤπειρον τελευτᾷ. οἳ τῆς χώρης τῆς σφετέρης τετραμμένης ἐς πόντον. ὤρυσσον οἱ Κνίδιοι ἐν ὅσῳ Ἅρπαγος τὴν Ἰωνίην κατεστρέφετο. 172. καταλέξει ἑωυτὸν μητρόθεν καὶ τῆς μητρὸς ἀνανεμέεται τὰς μητέρας. ἄτιμα τὰ τέκνα γίνεται. [4] καὶ δὴ πολλῇ. τύπτοντες δόρασι τὸν ἠέρα. νόμοισι δὲ χρέωνται κεχωρισμένοισι πολλὸν τῶν τε ἄλλων ἀνθρώπων καὶ Καρῶν. ἐὸν ὅσον τε ἐπὶ πέντε στάδια. ἢ οἱ Κᾶρες πρὸς τὸ Καυνικόν (τοῦτο γὰρ οὐκ ἔχω ἀτρεκέως διακρῖναι). τοῖσι γὰρ κάλλιστον ἐστὶ κατ᾽ ἡλικίην τε καὶ φιλότητα εἰλαδὸν συγγίνεσθαι ἐς πόσιν. οὔτε αὐτοὶ οἱ Κᾶρες ἀποδεξάμενοι οὐδέν. ἐξελασθεὶς καὶ οὗτος ὑπὸ τοῦ ἀδελφεοῦ Αἰγέος. οἱ δὲ Λύκιοι ἐκ Κρήτης τὠρχαῖον γεγόνασι (τὴν γὰρ Κρήτην εἶχον τὸ παλαιὸν πᾶσαν βάρβαροι)· [2] διενειχθέντων δὲ ἐν Κρήτῃ περὶ τῆς βασιληίης τῶν Εὐρώπης παίδων Σαρπηδόνος τε καὶ Μίνω. βουλόμενοι νῆσον τὴν χώρην ποιῆσαι. καὶ ἀνδράσι καὶ γυναιξὶ καὶ παισί. ταύτῃ ὁ ἰσθμός ἐστι τὸν ὤρυσσον. προσκεχωρήκασι δὲ γλῶσσαν μὲν πρὸς τὸ Καρικὸν ἔθνος. οἱ μέν νυν Κᾶρες οὐδὲν λαμπρὸν ἔργον ἀποδεξάμενοι ἐδουλώθησαν ὑπὸ Ἁρπάγου. ἐούσης τε πάσης τῆς Κνιδίης πλὴν ὀλίγης περιρρόου [3] (τὰ μὲν γὰρ αὐτῆς πρὸς βορέην ἄνεμον ὁ Κεραμεικὸς κόλπος ἀπέργει. ἓν δὲ τόδε ἴδιον νενομίκασι καὶ οὐδαμοῖσι ἄλλοισι συμφέρονται ἀνθρώπων· καλέουσι ἀπὸ τῶν μητέρων ἑωυτοὺς καὶ οὐκὶ ἀπὸ τῶν πατέρων· [5] εἰρομένου δὲ ἑτέρου τὸν πλησίον τίς εἴη. αὐτοὶ μέντοι ἐκ Κρήτης φασὶ εἶναι. ὡς αὐτοὶ Κνίδιοι λέγουσι. [2] ἱδρυθέντων δέ σφι ἱρῶν ξεινικῶν. ἀργμένης δὲ ἐκ τῆς Χερσονήσου τῆς Βυβασσίης. [6] Κνίδιοι μὲν ταῦτα τῆς Πυθίης χρησάσης τοῦ τε ὀρύγματος ἐπαύσαντο καὶ Ἁρπάγῳ ἐπιόντι σὺν τῷ στρατῷ ἀμαχητὶ σφέας αὐτοὺς παρέδοσαν.Καρὸς ἀδελφεούς. τὸ δὴ Τριόπιον καλέεται. τούτοισι δὲ οὐ μέτα. καὶ οὗτοι μὲν τρόποισι τοιούτοισι χρέωνται. εἴ κ᾽ ἐβούλετο. τὸ ὦν δὴ ὀλίγον τοῦτο. καὶ ἔφασαν ἐκβάλλειν τοὺς ξεινικοὺς θεούς. ἐξήλασε αὐτόν τε Σαρπηδόνα καὶ τοὺς στασιώτας αὐτοῦ. οὔτε ὅσοι Ἑλλήνων ταύτην τὴν χώρην οἰκέουσι· [2] οἰκέουσι δὲ καὶ ἄλλοι καὶ Λακεδαιμονίων ἄποικοι Κνίδιοι. μᾶλλον γάρ τι καὶ θειότερον ἐφαίνοντο τιτρώσκεσθαι οἱ ἐργαζόμενοι τοῦ οἰκότος τά τε ἄλλα τοῦ σώματος καὶ μάλιστα τὰ περὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς θραυομένης τῆς πέτρης. μέχρι οὔρων τῶν Καλυνδικῶν εἵποντο. καὶ ἢν μέν γε γυνὴ ἀστὴ δούλῳ συνοικήσῃ. οἱ δὲ Μιλύαι τότε Σόλυμοι ἐκαλέοντο.
τῆς δὲ Ἀσσυρίης ἐστὶ μὲν κου καὶ ἄλλα πολίσματα μεγάλα πολλά. ὄρος τειχίσαντες τῷ οὔνομα ἐστὶ Λίδη. ἐπεξελθόντες ἀπέθανον πάντες Ξάνθιοι μαχόμενοι. παραπλησίως δὲ καὶ τὴν Καῦνον ἔσχε· καὶ γὰρ οἱ Καύνιοι τοὺς Λυκίους ἐμιμήσαντο τὰ πλέω. Λύκιοι δέ. ἐπεξιόντες καὶ μαχόμενοι ὀλίγοι πρὸς πολλοὺς ἀρετᾶς ἀπεδείκνυντο. ἔνθα ἐστὶ ποταμὸς οὐ μέγας· Ἲς καὶ τῷ ποταμῷ τὸ οὔνομα· ἐσβάλλει δὲ οὗτος ἐς τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν τὸ ῥέεθρον. μετὰ δὲ τεῖχος πεντήκοντα μὲν πηχέων βασιληίων ἐὸν τὸ εὖρος. ἐοῦσα τοιαύτη δή τις πόλις. πᾶν ἔθνος καταστρεφόμενος καὶ οὐδὲν παριείς. μέγαθος ἐοῦσα μέτωπον ἕκαστον εἴκοσι καὶ ἑκατὸν σταδίων. τὸ γὰρ μέσον αὐτῆς ποταμὸς διέργει. Πηδασέες μέν νυν χρόνῳ ἐξαιρέθησαν. ἔστι δὲ δύο φάρσεα τῆς πόλιος. χάλκεαι πᾶσαι. καὶ τὸ τεῖχος ὅντινα τρόπον ἔργαστο. αὐτοῖσί τε καὶ τοῖσι περιοίκοισι. τὰ μέν νυν κάτω τῆς Ἀσίης Ἅρπαγος ἀνάστατα ἐποίεε.175. [4] ἔστι δὲ ἄλλη πόλις ἀπέχουσα ὀκτὼ ἡμερέων ὁδὸν ἀπὸ Βαβυλῶνος· Ἲς οὔνομα αὐτῇ. εἰσὶ ἐπήλυδες· αἱ δὲ ὀγδώκοντα ἱστίαι αὗται ἔτυχον τηνικαῦτα ἐκδημέουσι καὶ οὕτω περιεγένοντο. δευτέρα δὲ αὐτὸ τὸ τεῖχος τὸν αὐτὸν τρόπον. πύλαι δὲ ἐνεστᾶσι πέριξ τοῦ τείχεος ἑκατόν. ἦσαν δὲ Πηδασέες οἰκέοντες ὑπὲρ Ἁλικαρνησσοῦ μεσόγαιαν· τοῖσι ὅκως τι μέλλοι ἀνεπιτήδεον ἔσεσθαι. ἑλκύσαντες δὲ πλίνθους ἱκανὰς ὤπτησαν αὐτὰς ἐν καμίνοισι· [2] μετὰ δὲ τέλματι χρεώμενοι ἀσφάλτῳ θερμῇ καὶ διὰ τριήκοντα δόμων πλίνθου ταρσοὺς καλάμων διαστοιβάζοντες. ἐὼν μέγας καὶ βαθὺς καὶ ταχύς· ἐξιεῖ δὲ οὗτος ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν. ὡς ἐς τὸ Ξάνθιον πεδίον ἤλασε ὁ Ἅρπαγος τὸν στρατόν. δεῖ δή με πρὸς τούτοισι ἔτι φράσαι ἵνα τε ἐκ τῆς τάφρου ἡ γῆ ἀναισιμώθη. ἦν Βαβυλών. καὶ ἔπειτα ὑπῆψαν τὴν ἀκρόπολιν πᾶσαν ταύτην καίεσθαι. καὶ σταθμοί τε καὶ ὑπέρθυρα ὡσαύτως. ὀρύσσοντες ἅμα τὴν τάφρον ἐπλίνθευον τὴν γῆν τὴν ἐκ τοῦ ὀρύγματος ἐκφερομένην. ἐτετείχιστο μέν νυν ἡ Βαβυλὼν τρόπῳ τοιῷδε. Ἀσσυρίοισι ἐπετίθετο. ἐκεκόσμητο δὲ ὡς οὐδὲν ἄλλο πόλισμα τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. ἡ ἱρείη τῆς Ἀθηναίης πώγωνα μέγαν ἴσχε. τὰ μέν νυν αὐτῶν πλέω παρήσομεν· τὰ δὲ οἱ παρέσχε τε πόνον πλεῖστον καὶ ἀξιαπηγητότατα ἐστί. 179. [2] κέεται ἐν πεδίῳ μεγάλῳ. τετραμμένα ἐς ἄλληλα· τὸ μέσον δὲ τῶν οἰκημάτων ἔλιπον τεθρίππῳ περιέλασιν. ἑσσωθέντες δὲ καὶ κατειληθέντες ἐς τὸ ἄστυ συνήλισαν ἐς τὴν ἀκρόπολιν τάς τε γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα καὶ τὰ χρήματα καὶ τοὺς οἰκέτας. τῷ οὔνομα ἐστὶ Εὐφρήτης· ῥέει δὲ ἐξ Ἀρμενίων. 178. τούτων ἐπιμνήσομαι. ὕψος δὲ διηκοσίων πηχέων· ὁ δὲ βασιλήιος πῆχυς τοῦ μετρίου ἐστὶ πήχεος μέζων τρισὶ δακτύλοισι. τὴν μὲν δὴ Ξάνθον οὕτω ἔσχε ὁ Ἅρπαγος. [3] τάφρος μὲν πρῶτά μιν βαθέα τε καὶ εὐρέα καὶ πλέη ὕδατος περιθέει. πλὴν ὀγδώκοντα ἱστιέων. ὕδατι θρόμβους ἀσφάλτου ἀναδιδοῖ πολλούς. [2] τὸ ὦν δὴ τεῖχος ἑκάτερον τοὺς ἀγκῶνας ἐς τὸν ποταμὸν ἐλήλαται· . ἔδειμαν πρῶτα μὲν τῆς τάφου τὰ χείλεα. 180. [3] τῶν δὲ νῦν Λυκίων φαμένων Ξανθίων εἶναι οἱ πολλοί. τρὶς σφι τοῦτο ἐγένετο. οὗτοι τῶν περὶ Καρίην ἀνδρῶν μοῦνοί τε ἀντέσχον χρόνον Ἁρπάγῳ καὶ πρήγματα παρέσχον πλεῖστα. Κῦρος ἐπείτε τὰ πάντα τῆς ἠπείρου ὑποχείρια ἐποιήσατο. τὸ μέν νυν μέγαθος τοσοῦτον ἐστὶ τοῦ ἄστεος τοῦ Βαβυλωνίου. [3] ἐπάνω δὲ τοῦ τείχεος παρὰ τὰ ἔσχατα οἰκήματα μουνόκωλα ἔδειμαν. οὗτος ὦν ὁ Ἲς ποταμὸς ἅμα τῷ. τὰ δὲ ἄνω αὐτῆς αὐτὸς Κῦρος. [2] ταῦτα δὲ ποιήσαντες καὶ συνομόσαντες ὅρκους δεινούς. 176. ἐούσης τετραγώνου· οὗτοι στάδιοι τῆς περιόδου τῆς πόλιος γίνονται συνάπαντες ὀγδώκοντα καὶ τετρακόσιοι. 177. τὸ δὲ ὀνομαστότατον καὶ ἰσχυρότατον καὶ ἔνθα σφι Νίνου ἀναστάτου γενομένης τὰ βασιλήια κατεστήκεε. ἔνθεν ἡ ἄσφαλτος ἐς τὸ ἐν Βαβυλῶνι τεῖχος ἐκομίσθη.
181. ἄγαλμα δὲ οὐκ ἔνι οὐδὲν αὐτόθι ἐνιδρυμένον. ἦν δὲ ἐν τῷ τεμένεϊ τούτῳ ἔτι τὸν χρόνον ἐκεῖνον καὶ ἀνδριὰς δυώδεκα πηχέων χρύσεος στερεός· [3] ἐγὼ μέν μιν οὐκ εἶδον. ἔστι δὲ καὶ ἄλλος βωμὸς μέγας. καὶ οἱ τράπεζα παρακέεται χρυσέη. καὶ ἐς ἐμὲ ἔτι τοῦτο ἐόν. 185.. ἡ δὲ δὴ δεύτερον γενομένη ταύτης βασίλεια. τῆς ὕστερον γενεῇσι πέντε πρότερον γενομένη. τὸν θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηὸν καὶ ἀμπαύεσθαι ἐπὶ τῆς κλίνης. ἐὸν πλῆρες οἰκιέων τριωρόφων καὶ τετρωρόφων. στεινότερον δέ. φέρουσαι [καὶ αὐταὶ] ἐς αὐτὸν τὸν ποταμόν. [3] ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἱροῦ πύργος στερεὸς οἰκοδόμηται. Χέρξης δὲ ὁ Δαρείου ἔλαβε καὶ τὸν ἱρέα ἀπέκτεινε ἀπαγορεύοντα μὴ κινέειν τὸν ἀνδριάντα. οὐδὲ νύκτα οὐδεὶς ἐναυλίζεται ἀνθρώπων ὅτι μὴ γυνὴ μούνη τῶν ἐπιχωρίων. οὐ πολλῷ τεῳ ἀσθενέστερον τοῦ ἑτέρου τείχεος.. καὶ τὸ βάθρον οἱ καὶ ὁ θρόνος χρύσεος ἐστί· καὶ ὡς ἔλεγον οἱ Χαλδαῖοι. τὴν ἂν ὁ θεὸς ἕληται ἐκ πασέων. ταῦτα λέγω. τὰ δὲ λέγεται ὑπὸ Χαλδαίων. ἔστι δὲ καὶ ἴδια ἀναθήματα πολλά. [5] ἐν δὲ τῷ τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ κλίνη μεγάλη κέεται εὖ ἐστρωμένη. κατατέτμηται τὰς ὁδοὺς ἰθέας τάς τε ἄλλας καὶ τὰς ἐπικαρσίας τὰς ἐπὶ τὸν ποταμὸν ἐχούσας. τούτῳ τῷ ἀνδριάντι Δαρεῖος μὲν ὁ Ὑστάσπεος ἐπιβουλεύσας οὐκ ἐτόλμησε λαβεῖν. ὡς λέγουσι οἱ Χαλδαῖοι ἐόντες ἱρέες τούτου τοῦ θεοῦ. 182. αὕτη δὲ συνετωτέρη γενομένη τῆς πρότερον ἀρξάσης τοῦτο μὲν μνημόσυνα ἐλίπετο τὰ . ἔστι δὲ τοῦ ἐν Βαβύλῶνι ἱροῦ καὶ ἄλλος κάτω νηός. καὶ ἕτερος μάλα ἐπὶ τούτῳ. [4] κατὰ δὴ ὦν ἑκάστην ὁδὸν ἐν τῇ αἱμασιῇ τῇ παρὰ τὸν ποταμὸν πυλίδες ἐπῆσαν. δύο σταδίων πάντῃ. ἐν δὲ τῷ ἑτέρῳ Διὸς Βήλου ἱρὸν χαλκόπυλον. τῆς δὲ Βαβυλῶνος ταύτης πολλοὶ μέν κου καὶ ἄλλοι ἐγένοντο βασιλέες. κατά περ ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. ἐπὶ δὲ τοῦ μέζονος βωμοῦ καὶ καταγίζουσι λιβανωτοῦ χίλια τάλαντα ἔτεος ἑκάστου οἱ Χαλδαῖοι τότε ἐπεὰν τὴν ὁρτὴν ἄγωσι τῷ θεῷ τούτῳ.τὸ δὲ ἀπὸ τούτου αἱ ἐπικαμπαὶ παρὰ χεῖλος ἑκάτερον τοῦ ποταμοῦ αἱμασιὴ πλίνθων ὀπτέων παρατείνει. ταλάντων ὀκτακοσίων χρυσίου πεποίηται ταῦτα. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες. τῇ οὔνομα ἦν Σεμίραμις. τῶν ἐν τοῖσι Ἀσσυρίοισι λόγοισι μνήμην ποιήσομαι. οἳ τὰ τείχεά τε ἐπεκόσμησαν καὶ τὰ ἱρά. ἐὸν τετράγωνον. ἐπ᾽ οὗ θύεται τὰ τέλεα τῶν προβάτων· ἐπὶ γὰρ τοῦ χρυσέου βωμοῦ οὐκ ἔξεστι θύειν ὅτι μὴ γαλαθηνὰ μούνᾳ. 184. καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ πύργῳ ἄλλος πύργος ἐπιβέβηκε. ὡς λέγουσι οἱ Αἰγύπτιοι· [2] καὶ γὰρ δὴ ἐκεῖθι κοιμᾶται ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Θηβαιέος γυνή. ὅσαι περ αἱ λαῦραι. ἀμφότεραι δὲ αὗται λέγονται ἀνδρῶν οὐδαμῶν ἐς ὁμιλίην φοιτᾶν· καὶ κατά περ ἐν Πατάροισι τῆς Λυκίης ἡ πρόμαντις τοῦ θεοῦ. τοσαῦται ἀριθμόν· ἦσαν δὲ καὶ αὗται χάλκεαι . τῇ οὔνομα ἦν Νίτωκρις. καὶ οἱ τράπεζα μεγάλη παρακέεται χρυσέη. φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι. μεσοῦντι δέ κου τῆς ἀναβάσιος ἐστὶ καταγωγή τε καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι. ἡ μὲν πρότερον ἄρξασα. [2] ἐν δὲ φάρσεϊ ἑκατέρῳ τῆς πόλιος ἐτετείχιστο ἐν μέσῳ ἐν τῷ μὲν τὰ βασιλήια περιβόλῳ μεγάλῳ τε καὶ ἰσχυρῷ.. αὕτη μὲν ἀπεδέξατο χώματα ἀνὰ τὸ πεδίον ἐόντα ἀξιοθέητα· πρότερον δὲ ἐώθεε ὁ ποταμὸς ἀνὰ τὸ πεδίον πᾶν πελαγίζειν. τὸ μὲν δὴ ἱρὸν τοῦτο οὕτω κεκόσμηται. ἐν τοῖσι κατίζοντες ἀμπαύονται οἱ ἀναβαίνοντες. 183. μέχρι οὗ ὀκτὼ πύργων. ἕτερον δὲ ἔσωθεν τεῖχος περιθέει. [2] ἔξω δὲ τοῦ νηοῦ βωμός ἐστι χρύσεος. [4] ἀνάβασις δὲ ἐς αὐτοὺς ἔξωθεν κύκλῳ περὶ πάντας τοὺς πύργους ἔχουσα πεποίηται. ἐπεὰν γένηται· οὐ γὰρ ὦν αἰεί ἐστι χρηστήριον αὐτόθι· ἐπεὰν δὲ γένηται τότε ὦν συγκατακληίεται τὰς νύκτας ἔσω ἐν τῷ νηῷ. [3] τὸ δὲ ἄστυ αὐτό. σταδίου καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ εὖρος. ἔνθα ἄγαλμα μέγα τοῦ Διὸς ἔνι κατήμενον χρύσεον. ἐν δὲ δὴ καὶ γυναῖκες δύο. τοῦτο μὲν δὴ τὸ τεῖχος θώρηξ ἐστί.
τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν ἐς τὰ ἀρχαῖα ῥέεθρα ἐκ τῆς λίμνης ἐξήγαγε. καὶ χρημάτων κειμένων καὶ αὐτῶν τῶν . ἐπὶ τῶν πρότερον βασιλέων ὅκως τις ἐθέλοι ἐκ τοῦ ἑτέρου φάρσεος ἐς τοὔτερον διαβῆναι. ἐπείτε γὰρ ὤρυσσε τὸ ἔλυτρον τῇ λίμνῃ. τόν τε ποταμὸν σκολιὸν καὶ τὸ ὄρυγμα πᾶν ἕλος. ἐν ᾧ ἐπίμπλατο τοῦτο. ἔκ τε τῶν πλόων ἐκδέκηται περίοδος τῆς λίμνης μακρή. ἀλλ᾽ ἄλλα τε ἀραιρημένα ἄστεα αὐτοῖσι. ἀνοίξας τὸν τάφον λαβέτω ὁκόσα βούλεται χρήματα· μὴ μέντοι γε μὴ σπανίσας γε ἄλλως ἀνοίξῃ· οὐ γὰρ ἄμεινον·" [3] οὗτος ὁ τάφος ἦν ἀκίνητος μέχρι οὗ ἐς Δαρεῖον περιῆλθε ἡ βασιληίη· Δαρείῳ δὲ καὶ δεινὸν ἐδόκεε εἶναι τῇσι πύλῃσι ταύτῃσι μηδὲν χρᾶσθαι. καὶ οὕτω τὸ ὀρυχθὲν ἕλος γενόμενον ἐς δέον ἐδόκεε γεγονέναι καὶ τοῖσι πολιήτῃσι γέφυρα ἦν κατεσκευασμένη. ἐν τούτω ἀπεξηρασμένου τοῦ ἀρχαίου ῥεέθρου τοῦτο μὲν τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὰς καταβάσιας τὰς ἐκ τῶν πυλίδων ἐς τὸν ποταμὸν φερούσας ἀνοικοδόμησε πλίνθοισι ὀπτῇσι κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῷ τείχεϊ. χῶμα δὲ παρέχωσε παρ᾽ ἑκάτερον τοῦ ποταμοῦ τὸ χεῖλος ἄξιον θώματος μέγαθος καὶ ὕψος ὅσον τι ἐστί. [2] πρῶτα μὲν τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν ῥέοντα πρότερον ἰθύν. ἐν δὲ δὴ καὶ τὴν Νίνον. καταπλέοντες τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν τρίς τε ἐς τὴν αὐτὴν ταύτην κώμην παραγίνονται καὶ ἐν τρισὶ ἡμέρῃσι. [6] ἐποίεε δὲ ἀμφότερα ταῦτα. Ἀρδέρικκα. τοῦτον ἄνωθεν διώρυχας ὀρύξασα οὕτω δή τι ἐποίησε σκολιὸν ὥστε δὴ τρὶς ἐς τῶν τινα κωμέων τῶν ἐν τῇ Ἀσσυρίῃ ἀπικνέεται ῥέων· τῇ δὲ κώμῃ οὔνομα ἐστί. ὅκως μὲν ἡμέρη γίνοιτο. βάθος μὲν ἐς τὸ ὕδωρ αἰεὶ ὀρύσσουσα. μνημόσυνον τόδε ἄλλο ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἔργου ἐλίπετο· [2] ἐτάμνετο λίθους περιμήκεας. [3] τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτον ἐποίησε. ταῦτα μὲν δὴ ἐκ βάθεος περιεβάλετο. ὀλίγον τι παρατείνουσα ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ. εὖρος δὲ τὸ περίμετρον αὐτοῦ ποιεῦσα εἴκοσί τε καὶ τετρακοσίων σταδίων· τὸν δὲ ὀρυσσόμενον χοῦν ἐκ τούτου τοῦ ὀρύγματος ἀναισίμου παρὰ τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ παραχέουσα. ξύλα τετράγωνα. τῆς πόλιος ἐούσης δύο φαρσέων. ἡ δ᾽ αὐτὴ αὕτη βασίλεια καὶ ἀπάτην τοιήνδε τινὰ ἐμηχανήσατο· ὕπερ τῶν μάλιστα λεωφόρων πυλέων τοῦ ἄστεος τάφον ἑωυτῇ κατεσκευάσατο μετέωρον ἐπιπολῆς αὐτέων τῶν πυλέων. τοῦτο δὲ κατὰ μέσην κου μάλιστα τὴν πόλιν τοῖσι λίθοισι τοὺς ὠρύξατο οἰκοδόμεε γέφυραν. χρῆν πλοίῳ διαβαίνειν. ἵνα μὴ διαφοιτέοντες τὰς νύκτας κλέπτοιεν παρ᾽ ἀλλήλων. λίθους ἀγαγομένη κρηπῖδα κύκλῳ περὶ αὐτὴν ἤλασε. [4] ὡς δὲ τό τε ὀρυχθὲν λίμνη πλήρης ἐγεγόνεε ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ τὰ περὶ τὴν γέφυραν ἐκεκόσμητο. ὡς δέ οἱ ἦσαν οἱ λίθοι ἕτοιμοι καὶ τὸ χωρίον ὀρώρυκτο. αὕτη δὲ καὶ τοῦτο προεῖδε. τοιήνδε δὲ ἐξ αὐτῶν παρενθήκην ἐποιήσατο. καὶ ἦν. ἵνα μὴ ἐπιμισγόμενοι οἱ Μῆδοι ἐκμανθάνοιεν αὐτῆς τὰ πρήγματα. [3] ἐπιτείνεσκε δὲ ἐπ᾽ αὐτήν. [4] κατύπερθε δὲ πολλῷ Βαβυλῶνος ὤρυσσε ἔλυτρον λίμνῃ. ἐπ᾽ ὧν τὴν διάβασιν ἐποιεῦντο οἱ Βαβυλώνιοι· τὰς δὲ νύκτας τὰ ξύλα ταῦτα ἀπαιρέεσκον τοῦδε εἵνεκα. ὀχληρὸν τοῦτο.ἐγὼ ἀπηγήσομαι. ὡς ὅ τε ποταμὸς βραδύτερος εἴη περὶ καμπὰς πολλὰς ἀγνύμενος. [2] "τῶν τις ἐμεῦ ὕστερον γινομένων Βαβυλῶνος βασιλέων ἢν σπανίσῃ χρημάτων. ἐκτρέψασα τοῦ ποταμοῦ τὸ ῥέεθρον πᾶν ἐς τὸ ὤρυσσε χωρίον. ὅς σφι διὰ τῆς πόλιος μέσης ῥέει. [5] ἐπείτε δέ οἱ ὀρώρυκτο. ἐνεκόλαψε δὲ ἐς τὸν τάφον γράμματα λέγοντα τάδε. τοῦ δὲ ποταμοῦ μέσον ἔχοντος. 187. 186. ὡς ἐγὼ δοκέω. προεφυλάξατο ὅσα ἐδύνατο μάλιστα. καὶ νῦν οἳ ἂν κομίζωνται ἀπὸ τῆσδε τῆς θαλάσσης ἐς Βαβυλῶνα. καὶ οἱ πλόοι ἔωσι σκολιοὶ ἐς τὴν Βαβυλῶνα. [7] κατὰ τοῦτο δὲ ἐργάζετο τῆς χώρης τῇ αἵ τε ἐσβολαὶ ἦσαν καὶ τὰ σύντομα τῆς ἐκ Μήδων ὁδοῦ. τοῦτο δὲ τὴν Μήδων ὁρῶσα ἀρχὴν μεγάλην τε καὶ οὐκ ἀτρεμίζουσαν. ἐς τὴν ἀπικνέεται ὁ Εὐφρήτης. δέουσα τοὺς λίθους σιδήρῳ τε καὶ μολύβδῳ.
[5] ἀνοίξας δὲ τὸν τάφον εὗρε χρήματα μὲν οὔ. [4] οἷα δὲ ὁμίλου πολλοῦ ἐργαζομένου ἤνετο μὲν τὸ ἔργον. τὸ ἀρχαῖον ῥέεθρον διαβατὸν εἶναι ἐποίησε. [2] τούτου δὲ τοῦ Χοάσπεω τοῦ ὕδατος ἀπεψημένου πολλαὶ κάρτα ἅμαξαι τετράκυκλοι ἡμιόνεαι κομίζουσαι ἐν ἀγγηίοισι ἀργυρέοισι ἕπονται. ὅμως μέντοι τὴν θερείην πᾶσαν αὐτοῦ ταύτῃ διέτριψαν ἐργαζόμενοι. τοῦ αἱ μὲν πηγαὶ ἐν Ματιηνοῖσι ὄρεσι. κατὰ τοῦτο ἐσήισαν ἐς τὴν Βαβυλῶνα. οὕτω δὴ ἤλαυνε ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα. [3] μετὰ δὲ τὴν ἀπειλὴν μετεὶς τὴν ἐπὶ Βαβυλῶνα στράτευσιν διαίρεε τὴν στρατιὴν δίχα. ἐνθαῦτα οὗτοι μὲν λόγον εἶχον τῆς πολιορκίης οὐδένα." αὕτη μέν νυν ἡ βασίλεια τοιαύτη τις λέγεται γενέσθαι. [5] εἰ μέν νυν προεπύθοντο ἢ ἔμαθον οἱ Βαβυλώνιοι . ὑπονοστήσαντος τοῦ ποταμοῦ. ἐπείτε δὲ ὁ Κῦρος πορευόμενος ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα ἐγίνετο ἐπὶ Γύνδῃ ποταμῷ. εἴτε δὴ ὦν ἄλλος οἱ ἀπορέοντι ὑπεθήκατο. ὅκῃ ἂν ἐλαύνῃ ἑκάστοτε. καὶ τὸ δεύτερον ἔαρ ὑπέλαμπε. μὴ οὐ λαβεῖν αὐτά· [4] τῇσι δὲ πύλῃσι ταύτῃσι οὐδὲν ἐχρᾶτο τοῦδε εἵνεκα. ἐποίεε καὶ ὁ Κῦρος ἕτερα τοιαῦτα· τὸν γὰρ ποταμὸν διώρυχι ἐσαγαγὼν ἐς τὴν λίμνην ἐοῦσαν ἕλος. οὕτω τε δὴ τάξας καὶ κατὰ ταῦτα παραινέσας ἀπήλαυνε αὐτὸς σὺν τῷ ἀχρηίῳ τοῦ στρατοῦ. οἱ Πέρσαι οἵ περ ἐτετάχατο ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ κατὰ τὸ ῥέεθρον τοῦ Εὐφρήτεω ποταμοῦ ὑπονενοστηκότος ἀνδρὶ ὡς ἐς μέσον μηρὸν μάλιστά κῃ. [4] γενομένου δὲ τούτου τοιούτου. εἴτε καὶ αὐτὸς ἔμαθε τὸ ποιητέον οἱ ἦν. 191. [3] ἀπικόμενος δὲ ἐπὶ τὴν λίμνην. τοῦ μούνου πίνει βασιλεὺς καὶ ἄλλου οὐδενὸς ποταμοῦ. ὅταν διαβατὸν τὸ ῥέεθρον ἴδωνται γενόμενον. καί οἱ ἐπηπείλησε οὕτω δή μιν ἀσθενέα ποιήσειν ὥστε τοῦ λοιποῦ καὶ γυναῖκας μιν εὐπετέως τὸ γόνυ οὐ βρεχούσας διαβήσεσθαι. ἐνθαῦτά οἱ τῶν τις ἱρῶν ἵππων τῶν λευκῶν ὑπὸ ὕβριος ἐσβὰς ἐς τὸν ποταμὸν διαβαίνειν ἐπειρᾶτο. 190. οὐκ ἂν νεκρῶν θήκας ἀνέῳγες. ῥέει δὲ διὰ Δαρδανέων. τὸν δὲ νεκρὸν καὶ γράμματα λέγοντα τάδε· "εἰ μὴ ἄπληστός τε ἔας χρημάτων καὶ αἰσχροκερδής. στρατεύεται δὲ δὴ βασιλεὺς ὁ μέγας καὶ σιτίοισι εὖ ἐσκευασμένος ἐξ οἴκου καὶ προβάτοῖσι. οἱ δὲ Βαβυλώνιοι ἐκστρατευσάμενοι ἔμενον αὐτόν. ἀλλ᾽ ὁρέοντες αὐτὸν παντὶ ἔθνεϊ ὁμοίως ἐπιχειρέοντα. [2] κάρτα τε δὴ ἐχαλέπαινε τῷ ποταμῷ ὁ Κῦρος τοῦτο ὑβρίσαντι.γραμμάτων ἐπικαλεομένων. προεῖπε τῷ στρατῷ. καὶ ὄπισθε αὖτις τῆς πόλιος τάξας ἑτέρους. διελὼν δὲ κατέτεινε σχοινοτενέας ὑποδέξας διώρυχας ὀγδώκοντα καὶ ἑκατὸν παρ᾽ ἑκάτερον τὸ χεῖλος τοῦ Γύνδεω τετραμμένας πάντα τρόπον. ἔχοντά τε τοῦ πατρὸς τοῦ ἑωυτοῦ τοὔνομα Λαβυνήτου καὶ τὴν Ἀσσυρίων ἀρχήν. ὁ δὲ παρὰ Ὦπιν πόλιν ῥέων ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν ἐκδιδοῖ. διατάξας δὲ τὸν στρατὸν ὀρύσσειν ἐκέλευε. προεσάξαντο σιτία ἐτέων κάρτα πολλῶν. τοῦτον δὴ τὸν Γύνδην ποταμὸν ὡς διαβαίνειν ἐπειρᾶτο ὁ Κῦρος ἐόντα νηυσιπέρητον. τά περ ἡ τῶν Βαβυλωνίων βασίλεια ἐποίησε κατά τε τὸν ποταμὸν καὶ κατὰ τὴν λίμνην. Κῦρος δὲ ἀπορίῃσι ἐνείχετο. ἐσιέναι ταύτῃ ἐς τὴν πόλιν. [2] οἷα δὲ ἐξεπιστάμενοι ἔτι πρότερον τὸν Κῦρον οὐκ ἀτρεμίζοντα. ὅτι ὕπερ κεφαλῆς οἱ ἐγίνετο ὁ νεκρὸς διεξελαύνοντι. [2] τάξας τὴν στρατιὴν ἅπασαν ἐξ ἐμβολῆς τοῦ ποταμοῦ. 189. 188. ὁ δὲ δὴ Κῦρος ἐπὶ ταύτης τῆς γυναικὸς τὸν παῖδα ἐστρατεύετο. καὶ δὴ καὶ ὕδωρ ἀπὸ τοῦ Χοάσπεω ποταμοῦ ἅμα ἄγεται τοῦ παρὰ Σοῦσα ῥέοντος. ἐποίεε δὴ τοιόνδε. ἐπεὶ δὲ ἐγένετο ἐλαύνων ἀγχοῦ τῆς πόλιος. συνέβαλόν τε οἱ Βαβυλώνιοι καὶ ἑσσωθέντες τῇ μάχῃ κατειλήθησαν ἐς τὸ ἄστυ. τῇ ἐς τὴν πόλιν ἐσβάλλει. ὡς δὲ τὸν Γύνδην ποταμὸν ἐτίσατο Κῦρος ἐς τριηκοσίας καὶ ἑξήκοντα διώρυχάς μιν διαλαβών. ὁ δέ μιν συμψήσας ὑποβρύχιον οἰχώκεε φέρων. ἅτε χρόνου τε ἐγγινομένου συχνοῦ ἀνωτέρω τε οὐδὲν τῶν πρηγμάτων προκοπτομένων. ἐκδιδοῖ δὲ ἐς ἕτερον ποταμὸν Τίγρην. τῇ ἐξιεῖ ἐκ τῆς πόλιος ὁ ποταμός.
192. εἰσὶ δέ σφι φοίνικες πεφυκότες ἀνὰ πᾶν τὸ πεδίον. οἳ δ᾽ ἂν περιιδόντες τοὺς Πέρσας ἐσελθεῖν ἐς τὴν πόλιν διέφθειραν ἂν κάκιστα· κατακληίσαντες γὰρ ἂν πάσας τὰς ἐς τὸν ποταμὸν πυλίδας ἐχούσας καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τὰς αἱμασιὰς ἀναβάντες τὰς παρὰ τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ ἐληλαμένας. ἔλαβον ἂν σφέας ὡς ἐν κύρτῃ. ὅκου Τριτανταίχμῃ τῷ Ἀρταβάζου ἐκ βασιλέος ἔχοντι τὸν νομὸν τοῦτον ἀργυρίου μὲν προσήιε ἑκάστης ἡμέρης ἀρτάβη μεστή. καὶ Βαβυλὼν μὲν οὕτω τότε πρῶτον ἀραίρητο. ἐκ τῶν καὶ σιτία καὶ οἶνον καὶ μέλι ποιεῦνται· [5] τοὺς συκέων τρόπον θεραπεύουσι τά τε ἄλλα καὶ φοινίκων τοὺς ἔρσενας Ἕλληνὲς καλέουσι. ἔστι δὲ χωρέων αὕτη πασέων μακρῷ ἀρίστη τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Δήμητρος καρπὸν ἐκφέρειν . πρὸς ἥλιον τετραμμένη τὸν χειμερινόν.τὸ ἐκ τοῦ Κύρου ποιεύμενον. οἱ πλεῦνες αὐτῶν καρποφόροι. βασιλέι τῷ μεγάλῳ ἐς τροφὴν αὐτοῦ τε καὶ τῆς στρατιῆς διαραίρηται. ὡς λέγεται ὑπὸ τῶν ταύτῃ οἰκημένων. τὴν οἱ Πέρσαι σατραπηίην καλέουσι. εὖ εἰδὼς ὅτι τοῖσι μὴ ἀπιγμένοισι ἐς τὴν Βαβυλωνίην χώρην καὶ τὰ εἰρημένα καρπῶν ἐχόμενα ἐς ἀπιστίην πολλὴν ἀπῖκται. . χωρέει μεδίμνου Ἀττικοῦ πλέον χοίνιξι τρισὶ Ἀττικῇσι. τῶν περὶ τὰ ἔσχατα τῆς πόλιος ἑαλωκότων τοὺς τὸ μέσον οἰκέοντας τῶν Βαβυλωνίων οὐ μανθάνειν ἑαλωκότας. τοὺς δὲ ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἡ λοιπὴ πᾶσα Ἀσίη. τὸν δὲ τῆς Δήμητρος καρπὸν ὧδε ἀγαθὴ ἐκφέρειν ἐστὶ ὥστε ἐπὶ διηκόσια μὲν τὸ παράπαν ἀποδιδοῖ. οἱ μὲν ἀναβαίνοντες τὰς θηλέας ὀκτακόσιοι. ἐξεπιστάμενος μνήμην οὐ ποιήσομαι. ἐν δὲ δὴ καὶ τῷδε. τοιαῦτα μὲν τῷ ἄρχοντι τῆς Βαβυλῶνος ὑπῆρχε ἐόντα. πάρεξ τῶν πολεμιστηρίων. ἀλλὰ τυχεῖν γάρ σφι ἐοῦσαν ὁρτήν. 193. καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς χώρης ταύτης. κατατέτμηται ἐς διώρυχας· καὶ ἡ μεγίστη τῶν διωρύχων ἐστὶ νηυσιπέρητος. [6] νῦν δὲ ἐξ ἀπροσδοκήτου σφι παρέστησαν οἱ Πέρσαι. ἡ δὲ γῆ τῶν Ἀσσυρίων ὕεται μὲν ὀλίγῳ. ἐς τὸν Τίγρην. τὴν δὲ δύναμιν τῶν Βαβυλωνίων πολλοῖσι μὲν καὶ ἄλλοισι δηλώσω ὅση τις ἐστί. [2] ἡ γὰρ Βαβυλωνίη χώρη πᾶσα. [4] κυνῶν δὲ Ἰνδικῶν τοσοῦτο δή τι πλῆθος ἐτρέφετο ὥστε τέσσερες τῶν ἐν τῷ πεδίῳ κῶμαι μεγάλαι. ἐπὶ τριηκόσια ἐκφέρει. γῆ πᾶσα ὅσης ἄρχει· δυώδεκα ὦν μηνῶν ἐόντων ἐς τὸν ἐνιαυτὸν τοὺς τέσσερας μῆνας τρέφει μιν ἡ Βαβυλωνίη χωρῇ. [4] ἐκ δὲ κέγχρου καὶ σησάμου ὅσον τι δένδρον μέγαθος γίνεται. παρ᾽ ὃν Νίνος πόλις οἴκητο. τῶν ἄλλων ἐοῦσαι ἀτελέες. [2] οὕτω τριτημορίη ἡ Ἀσσυρίη χώρη τῇ δυνάμι τῆς ἄλλης Ἀσίης.. [3] ἡ δὲ ἀρτάβη.. ἐς ὃ δὴ καὶ τὸ κάρτα ἐπύθοντο. ἵνα πεπαίνῃ τε σφι ὁ ψὴν τὴν βάλανον ἐσδύνων καὶ μὴ ἀπορρέῃ ὁ καρπὸς τοῦ φοίνικος· ψῆνας γὰρ δὴ φέρουσι ἐν τῷ καρπῷ οἱ ἔρσενες κατά περ δὴ οἱ ὄλυνθοι. ὑπὸ δὲ μεγάθεος τῆς πόλιος. κατά περ ἡ Αἰγυπτίη. αἱ δὲ βαινόμεναι ἑξακισχίλιαι καὶ μυρίαι· ἀνέβαινε γὰρ ἕκαστος τῶν ἐρσένων τούτων εἴκοσι ἵππους. ἐστὶ ἁπασέων τῶν ἀρχέων πολλόν τι κρατίστη. [3] τὰ γὰρ δὴ ἄλλα δένδρεα οὐδὲ πειρᾶται ἀρχὴν φέρειν. τοῖσι κυσὶ προσετετάχατο σιτία παρέχειν. οὐ κατὰ περ ἐν Αἰγύπτῳ αὐτοῦ τοῦ ποταμοῦ ἀναβαίνοντος ἐς τὰς ἀρούρας. ἵπποι δὲ οἱ αὐτοῦ ἦσαν ἰδίῃ. ἀλλὰ χερσί τε καὶ κηλωνηίοισι ἀρδόμενος. μέτρον ἐὸν Περσικόν. ἐπειδὰν δὲ ἄριστα αὐτὴ ἑωυτῆς ἐνείκῃ. τὰ δὲ φύλλα αὐτόθι τῶν τε πυρῶν καὶ τῶν κριθέων τὸ πλάτος γίνεται τεσσέρων εὐπετέως δακτύλων. πάρεξ τοῦ φόρου. ἐσέχει δὲ ἐς ἄλλον ποταμὸν ἐκ τοῦ Εὐφρήτεω. χορεύειν τε τοῦτον τὸν χρόνον καὶ ἐν εὐπαθείῃσι εἶναι. οὔτε συκέην οὔτε ἄμπελον οὔτε ἐλαίην. χρέωνται δὲ οὐδὲν ἐλαίῳ ἀλλ᾽ ἢ ἐκ τῶν σησάμων ποιεῦντες. καὶ τὸ ἐκτρέφον τὴν ῥίζαν τοῦ σίτου ἐστὶ τοῦτο· ἀρδόμενον μέντοι ἐκ τοῦ ποταμοῦ ἁδρύνεταί τε τὸ λήιον καὶ παραγίνεται ὁ σῖτος. τούτων τὸν καρπὸν περιδέουσι τῇσι βαλανηφόροισι τὸν φοινίκων.
[5] ὁ μέν νυν κάλλιστος νόμος οὗτός σφι ἦν. καὶ ἐπὶ τοῦτον ἄλλον εἰρίνεον κιθῶνα ἐπενδύνει καὶ χλανίδιον λευκὸν περιβαλλόμενος. οὕτω ἀπάγεσθαι. ἐν δὲ τοῖσι μέζοσι πλεῦνες. τὰ μὲν δὴ πλοῖα αὐτοῖσι ἐστὶ τοιαῦτα· ἐσθῆτι δὲ τοιῇδε χρέωνται. καὶ ταύτην ἂν ἐκήρυσσε.194. οὐδὲ ἄνευ ἐγγυητέω ἀπάγεσθαι τὴν παρθένον πριάμενον. [2] ἐπεὰν γὰρ ἐν τοῖσι Ἀρμενίοισι τοῖσι κατύπερθε Ἀσσυρίων οἰκημένοισι νομέας ἰτέης ταμόμενοι ποιήσωνται. ἢ εἴ τις αὐτέων ἔμπηρος εἴη. ἄλλην ἂν ἐκήρυσσε ἣ μετ᾽ ἐκείνην ἔσκε εὐειδεστάτη· ἐπωλέοντο δὲ ἐπὶ συνοικήσι. οὔτε πρύμνην ἀποκρίνοντες οὔτε πρῴρην συνάγοντες. πρῶτα μὲν τὴν εὐειδεστάτην ἐκ πασέων· μετὰ δέ. [2] ἀνιστὰς δὲ κατὰ μίαν ἑκάστην κῆρυξ πωλέεσκε. αὕτη μὲν δή σφι ἄρτισις περὶ τὸ σῶμα ἐστί· νόμοι δὲ αὐτοῖσι ὧδε κατεστᾶσι. τὸ δὲ ἂν χρυσίον ἐγίνετο ἀπὸ τῶν εὐειδέων παρθένων καὶ οὕτω αἱ εὔμορφοι τὰς ἀμόρφους καὶ ἐμπήρους ἐξεδίδοσαν. πάντα σκύτινα. κομῶντες δὲ τὰς κεφαλὰς μίτρῃσι ἀναδέονται. οἳ δ᾽ ἂν χρήματά τε καὶ αἰσχίονας παρθένους ἐλάμβανον. τῷ καὶ Ἰλλυριῶν Ἐνετοὺς πυνθάνομαι χρᾶσθαι. καὶ ὃ μὲν ἔσω ἕλκει τὸ πλῆκτρον ὁ δὲ ἔξω ὠθέει. οὐ μέντοι νῦν γε διατελέει ἐών. ἐξῆν δὲ καὶ ἐξ ἄλλης ἐλθόντα κώμης τὸν βουλόμενον ὠνέεσθαι. κιθῶνι ποδηνεκέι λινέῳ. παραπλήσια τῇσι Βοιωτίῃσι ἐμβάσι. ἄλλο δέ τι ἐξευρήκασι νεωστὶ γενέσθαι [ἵνα μὴ ἀδικοῖεν αὐτὰς μηδ᾽ εἰς ἑτέραν πόλιν ἄγωνται]· ἐπείτε γὰρ ἁλόντες . [3] ἰθύνεται δὲ ὑπό τε δύο πλήκτρων καὶ δύο ἀνδρῶν ὀρθῶν ἑστεώτων. ἐν ἑκάστῳ δὲ πλοίῳ ὄνος ζωὸς ἔνεστι. πέριξ δὲ αὐτὰς ἵστατο ὅμιλος ἀνδρῶν. νομέας μὲν τοῦ πλοίου καὶ τὴν καλάμην πᾶσαν ἀπ᾽ ὦν ἐκήρυξαν. [5] ἀνὰ τὸν ποταμὸν γὰρ δὴ οὐκ οἷά τε ἐστὶ πλέειν οὐδενὶ τρόπῳ ὑπὸ τάχεος τοῦ ποταμοῦ· διὰ γὰρ ταῦτα καὶ οὐκ ἐκ ξύλων ποιεῦνται τὰ πλοῖα ἀλλ᾽ ἐκ διφθερέων. οὗτοι δὲ εἴδεος μὲν οὐδὲν ἐδέοντο χρηστοῦ. ὅσοι μὲν δὴ ἔσκον εὐδαίμονες τῶν Βαβυλωνίων ἐπίγαμοι. ἐκδοῦναι δὲ τὴν ἑωυτοῦ θυγατέρα ὅτεῳ βούλοιτο ἕκαστος οὐκ ἐξῆν. ποιέεται δὲ καὶ κάρτα μεγάλα ταῦτα τὰ πλοῖα καὶ ἐλάσσω· τὰ δὲ μέγιστα αὐτῶν καὶ πεντακισχιλίων ταλάντων γόμον ἔχει. μεμυρισμένοι πᾶν τὸ σῶμα. ἔρχομαι φράσων· τὰ πλοῖα αὐτοῖσι ἐστὶ τὰ κατὰ τὸν ποταμὸν πορευόμενα ἐς τὴν Βαβυλῶνα. φορτίων πλήσαντες· μάλιστα δὲ βίκους φοινικηίους κατάγουσι οἴνου πλέους. τὸ δὲ ἁπάντων θῶμα μέγιστόν μοι ἐστὶ τῶν ταύτῃ μετά γε αὐτὴν τὴν πόλιν. ἐς ὃ τῷ τὸ ἐλάχιστον ὑπισταμένῳ προσέκειτο. ἀλλ᾽ ἐγγυητὰς χρῆν καταστήσαντα ἡ μὲν συνοικήσειν αὐτῇ. ὑποδήματα ἔχων ἐπιχώρια. ὅκως αὕτη εὑροῦσα πολλὸν χρυσίον πρηθείη. ἐόντα κυκλοτερέα. περιτείνουσι τούτοισι διφθέρας στεγαστρίδας ἔξωθεν ἐδάφεος τρόπον. ἀλλ᾽ ἀσπίδος τρόπον κυκλοτερέα ποιήσαντες καὶ καλάμης πλήσαντες πᾶν τὸ πλοῖον τοῦτο ἀπιεῖσι κατὰ τὸν ποταμὸν φέρεσθαι. τὰς δὲ διφθέρας ἐπισάξαντες ἐπὶ τοὺς ὄνους ἀπελαύνουσι ἐς τοὺς Ἀρμενίους. ἐς ἓν χωρίον ἐσάγεσκον ἁλέας. [3] ὡς γὰρ δὴ διεξέλθοι ὁ κῆρυξ πωλέων τὰς εὐειδεστάτας τῶν παρθένων ἀνίστη ἂν τὴν ἀμορφεστάτην. ὅστις θέλοι ἐλάχιστον χρυσίον λαβὼν συνοικέειν αὐτῇ. κατὰ κώμας ἑκάστας ἅπαξ τοῦ ἔτεος ἑκάστου ἐποιέετο τάδε· ὡς ἂν αἱ παρθένοι γενοίατο γάμων ὡραῖαι. ἀποφέρειν τὸ χρυσίον ἔκειτο νόμος. ἄλλα τρόπῳ τῷ αὐτῷ ποιεῦνται πλοῖα. [4] ἐπεὰν ὦν ἀπίκωνται πλέοντες ἐς τὴν Βαβυλῶνα καὶ διαθέωνται τὸν φόρτον. [4] εἰ δὲ μὴ συμφεροίατο. [2] σφρηγῖδα δὲ ἕκαστος ἔχει καὶ σκῆπτρον χειροποίητον· ἐπ᾽ ἑκάστῳ δὲ σκήπτρῳ ἔπεστι πεποιημένον ἢ μῆλον ἢ ῥόδον ἢ κρίνον ἢ αἰετὸς ἢ ἄλλο τι· ἄνευ γὰρ ἐπισήμου οὔ σφι νόμος ἐστὶ ἔχειν σκῆπτρον. ἐπεὰν δὲ τοὺς ὄνους ἐλαύνοντες ἀπίκωνται ὀπίσω ἐς τοὺς Ἀρμενίους. ταύτας ὅκως συναγάγοιεν πάσας. 195. ὑπερβάλλοντες ἀλλήλους ἐξωνέοντο τὰς καλλιστευούσας· ὅσοι δὲ τοῦ δήμου ἔσκον ἐπίγαμοι. ὁ μὲν σοφώτατος ὅδε κατὰ γνώμην τὴν ἡμετέρην. 196.
πολλαὶ δὲ καὶ οὐκ ἀξιούμεναι ἀναμίσγεσθαι τῇσι ἄλλῃσι. χρόνον πολλὸν προσμένουσι οὐ δυνάμεναι τὸν νόμον ἐκπλῆσαι· καὶ γὰρ τριέτεα καὶ τετραέτεα μετεξέτεραι χρόνον μένουσι. ἐπεὰν δὲ μιχθῇ. [4] τὸ δὲ ἀργύριον μέγαθος ἐστὶ ὅσον ὦν· οὐ γὰρ μὴ ἀπώσηται· οὐ γάρ οἱ θέμις ἐστί· γίνεται γὰρ ἱρὸν τοῦτο τὸ ἀργύριον. πέρην τοῦ Ἀράξεω ποταμοῦ. τοὺς ἐπείτε ἂν θηρεύσαντες αὐήνωσι πρὸς ἥλιον. 199. πρὶν ἂν ἐπείρηται ἥντινα νοῦσον ἔχει. ἀποσιωσαμένη τῇ θεῷ ἀπαλλάσσεται ἐς τὰ οἰκία. οἷα πλούτῳ ὑπερφρονέουσαι. περὶ θυμίημα καταγιζόμενον ἵζει. ἑτέρωθι δὲ ἡ γυνὴ τὠυτὸ τοῦτο ποιέει. καὶ τούτους σιτέεσθαι τὴν χειμερινήν. ταὐτὰ δὲ ταῦτα καὶ Ἀράβιοι ποιεῦσι. ὁ δὲ ἄρτου τρόπον ὀπτήσας. ταφαὶ δέ σφι ἐν μέλιτι. ἀντίον δὲ Ἰσσηδόνων ἀνδρῶν. ταχὺ ἀπαλλάσσονται. νόμοι μὲν δὴ τοῖσι Βαβυλωνίοισι οὗτοι κατεστᾶσι· εἰσὶ δὲ αὐτῶν πατριαὶ τρεῖς αἳ οὐδὲν ἄλλο σιτέονται εἰ μὴ ἰχθὺς μοῦνον. σιγῇ δὲ παρεξελθεῖν τὸν κάμνοντα οὔ σφι ἔξεστι. θρῆνοι δὲ παραπλήσιοι τοῖσι ἐν Αἰγύπτῳ. ὁσάκις δ᾽ ἂν μιχθῇ γυναικὶ τῇ ἑωυτοῦ ἀνὴρ Βαβυλώνιος. καὶ τὠπὸ τούτου οὐκ οὕτω μέγα τί οἱ δώσεις ὥς μιν λάμψεαι. τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο καὶ μέγα λέγεται εἶναι καὶ ἄλκιμον. προσιόντες ὦν πρὸς τὸν κάμνοντα συμβουλεύουσι περὶ τῆς νούσου. δεύτερος δὲ σοφίῃ ὅδε ἄλλος σφι νόμος κατέστηκε· τοὺς κάμνοντας ἐς τὴν ἀγορὴν ἐκφορέουσι· οὐ γὰρ δὴ χρέωνται ἰητροῖσι. [5] ὅσσαι μέν νυν εἴδεός τε ἐπαμμέναι εἰσὶ καὶ μεγάθεος. εἴ τις καὶ αὐτὸς τοιοῦτο ἔπαθε ὁκοῖον ἂν ἔχῃ ὁ κάμνων ἢ ἄλλον εἶδε παθόντα. ὁ δὲ Ἀράξης λέγεται καὶ μέζων καὶ ἐλάσσων εἶναι τοῦ Ἴστρου· νήσους δὲ ἐν αὐτῷ Λέσβῳ μεγάθεα παραπλησίας συχνάς φασι εἶναι. [2] αἱ δὲ πλεῦνες ποιεῦσι ὧδε· ἐν τεμένεϊ Ἀφροδίτης κατέαται στέφανον περὶ τῇσι κεφαλῇσι ἔχουσαι θώμιγγος πολλαὶ γυναῖκες· αἳ μὲν γὰρ προσέρχονται. οἰκημένον δὲ πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολάς. ὁ δὲ δὴ αἴσχιστος τῶν νόμων ἐστὶ τοῖσι Βαβυλωνίοισι ὅδε· δεῖ πᾶσαν γυναῖκα ἐπιχωρίην ἱζομένην ἐς ἱρὸν Ἀφροδίτης ἅπαξ ἐν τῇ ζόῃ μιχθῆναι ἀνδρὶ ξείνῳ. πᾶς τις τοῦ δήμου βίου σπανίζων καταπορνεύει τὰ θήλεα τέκνα. δι᾽ ὧν οἱ ξεῖνοι διεξιόντες ἐκλέγονται· [3] ἔνθα ἐπεὰν ἵζηται γυνή. τῷ δὲ πρώτῳ ἐμβαλόντι ἕπεται οὐδὲ ἀποδοκιμᾷ οὐδένα. αἳ δὲ ἀπέρχονται. 200. ἐπεθύμησε Μασσαγέτας ὑπ᾽ ἑωυτῷ ποιήσασθαι. σχοινοτενέες δὲ διέξοδοι πάντα τρόπον ὁδῶν ἔχουσι διὰ τῶν γυναικῶν." Μύλιττα δὲ καλέουσι τὴν Ἀφροδίτην Ἀσσύριοι.ἐκακώθησαν καὶ οἰκοφθορήθησαν. ὡς δὲ τῷ Κύρῳ καὶ τοῦτο τὸ ἔθνος κατέργαστο. ταῦτα προσιόντες συμβουλεύουσι καὶ παραινέουσι ἅσσα αὐτὸς ποιήσας ἐξέφυγε ὁμοίην νοῦσον ἢ ἄλλον εἶδε ἐκφυγόντα. καὶ ὃς μὲν ἂν βούληται αὐτῶν ἅτε μᾶζαν μαξάμενος ἔχει. οὐ πρότερον ἀπαλλάσσεται ἐς τὰ οἰκία ἤ τίς οἱ ξείνων ἀργύριον ἐμβαλὼν ἐς τὰ γούνατα μιχθῇ ἔξω τοῦ ἱροῦ· ἐμβαλόντα δὲ δεῖ εἰπεῖν τοσόνδε· "ἐπικαλέω τοι τὴν θεὸν Μύλιττα. εἰσὶ δὲ οἵτινες καὶ Σκυθικὸν λέγουσι τοῦτο τὸ ἔθνος εἶναι. [2] ἄλλα δέ σφι ἐξευρῆσθαι δένδρεα καρποὺς τοιούσδε . 197. ἐν δὲ αὐτῇσι ἀνθρώπους οἳ σιτέονται μὲν ῥίζας τὸ θέρος ὀρύσσοντες παντοίας· καρποὺς δὲ ἀπὸ δενδρέων ἐξευρημένους σφι ἐς φορβὴν κατατίθεσθαι ὡραίους. ἐπὶ ζευγέων ἐν καμάρῃσι ἐλάσασαι πρὸς τὸ ἱρὸν ἑστᾶσι· θεραπηίη δέ σφι ὄπισθε ἕπεται πολλή. 201. ὄρθρου δὲ γενομένου λοῦνται καὶ ἀμφότεροι· ἄγγεος γὰρ οὐδενὸς ἅψονται πρὶν ἂν λούσωνται. ἐνιαχῇ δὲ καὶ τῆς Κύπρου ἐστὶ παραπλήσιος τούτῳ νόμος. ὅσαι δὲ ἄμορφοι αὐτέων εἰσί. ποιεῦσι τάδε· ἐσβάλλουσι ἐς ὅλμον καὶ λεήναντες ὑπέροισι σῶσι διὰ σινδόνος. 198. 202.
ἀμήχανον ἦν ἐκεῖνο τὸ ἔθνος διαφυγεῖν. ἐσθῆτι δὲ νομίζοντας χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι. ἐς ὃ ἐς ὄρχησίν τε ἀνίστασθαι καὶ ἐς ἀοιδὴν ἀπικνέεσθαι. ἀλλὰ πάντως μᾶλλον ἢ δι᾽ ἡσυχίης εἶναι· σὺ δὴ εἰ μεγάλως προθυμέαι Μασσαγετέων πειρηθῆναι. ὥς οἱ δόλῳ οὐ προεχώρεε. 204. 203. καὶ τὰ μὲν πρὸς τὴν ἑσπέρην φέροντα τῆς θαλάσσης ταύτης ὁ Καύκασος παρατείνει. πρῶτον μὲν ἡ γένεσις. τὰ τρίβοντάς τε καὶ παραμίσγοντας ὕδωρ ζῷα ἑωυτοῖσι ἐς τὴν ἐσθῆτα ἐγγράφειν· τὰ δὲ ζῷα οὐκ ἐκπλύνεσθαι. ἡ δὲ Κασπίη θάλασσα ἐστὶ ἐπ᾽ ἑωυτῆς. σὺ δὲ ἡμέων ἀναχωρησάντων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τριῶν ἡμερέων ὁδὸν διάβαινε ἐς τὴν ἡμετέρην· [3] εἰ δ᾽ ἡμέας βούλεαι ἐσδέξασθαι μᾶλλον ἐς τὴν ὑμετέρην. ταύτην πέμπων ὁ Κῦρος ἐμνᾶτο τῷ λόγῳ θέλων γυναῖκα ἣν ἔχειν. ἡ δὲ Τόμυρις συνιεῖσα οὐκ αὐτήν μιν μνώμενον ἀλλὰ τὴν Μασαγετέων βασιληίην. ἔχοντι δέ οἱ τοῦτον τὸν πόνον πέμψασα ἡ Τόμυρις κήρυκα ἔλεγε τάδε. ἦν δὲ τοῦ ἀνδρὸς ἀποθανόντος γυνὴ τῶν Μασσαγετέων βασίλεια. τὸ δοκέειν πλέον τι εἶναι ἀνθρώπου. τὴν μὲν γὰρ Ἕλληνὲς ναυτίλλονται πᾶσα καὶ ἡ ἔξω στηλέων θάλασσα ἡ Ἀτλαντὶς καλεομένη καὶ ἡ Ἐρυθρὴ μία ἐοῦσα τυγχάνει. ὀκτὼ ἡμερέων.τινὰς φέροντα. τὰ πολλὰ πάντα ἀπ᾽ ὕλης ἀγρίης ζώοντα· [2] ἐν τοῖσι καὶ δένδρεα φύλλα τοιῆσδε ἰδέης παρεχόμενα εἶναι λέγεται. καὶ πύργους ἐπὶ πλοίων τῶν διαπορθμευόντων τὸν ποταμὸν οἰκοδομεόμενος. [2] Κῦρος δὲ μετὰ τοῦτο. τὰ δὲ πρὸς ἠῶ τε καὶ ἥλιον ἀνατέλλοντα πεδίον ἐκδέκεται πλῆθος ἄπειρον ἐς ἄποψιν. ἐπ᾽ οὓς ὁ Κῦρος ἔσχε προθυμίην στρατεύσασθαι. παῦσαι σπεύδων τὰ σπεύδεις· οὐ γὰρ ἂν εἰδείης εἴ τοι ἐς καιρὸν ἔσται ταῦτα τελεόμενα· παυσάμενος δὲ βασίλευε τῶν σεωυτοῦ. τῶν τὰ πάντα πλὴν ἑνὸς ἐς ἕλεά τε καὶ τενάγεα ἐκδιδοῖ· ἐν τοῖσι ἀνθρώπους κατοικῆσθαι λέγουσι ἰχθῦς ὠμοὺς σιτεομένους. οὐ συμμίσγουσα τῇ ἑτέρῃ θαλάσσῃ. ἀπείπατο τὴν πρόσοδον. ὀσφραινομένους δὲ καταγιζομένου τοῦ καρποῦ τοῦ ἐπιβαλλομένου μεθύσκεσθαι τῇ ὀσμῇ κατά περ Ἕλληνας τῷ οἴνῳ πλεῦνος δὲ ἐπιβαλλομένου τοῦ καρποῦ μᾶλλον μεθύσκεσθαι. Τόμυρίς οἱ ἦν οὔνομα. στόμασι δὲ ἐξερεύγεται τεσσεράκοντα. τοὺς ἐπείτε ἂν ἐς τὠυτὸ συνέλθωσι κατὰ εἴλας καὶ πῦρ ἀνακαύσωνται κύκλῳ περιιζομένους ἐπιβάλλειν ἐπὶ τὸ πῦρ. ἐλάσας ἐπὶ τὸν Ἀράξεα ἐποιέετο ἐκ τοῦ ἐμφανέος ἐπὶ τοὺς Μασσαγέτας στρατηίην. [3] ὁ δὲ Ἀράξης ποταμὸς ῥέει μὲν ἐκ Ματιηνῶν. τοῦ ὦν δὴ πεδίου τούτου τοῦ μεγάλου οὐκ ἐλαχίστην μοῖραν μετέχουσι οἱ Μασσαγέται. εὖρος δέ. "ὦ βασιλεῦ Μήδων. γεφύρας τε ζευγνύων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ διάβασιν τῷ στρατῷ. ἐὸν ὀρέων καὶ πλήθεϊ μέγιστον καὶ μεγάθεϊ ὑψηλότατον. ὅθεν περ ὁ Γύνδης τὸν ἐς τὰς διώρυχας τὰς ἑξήκοντά τε καὶ τριηκοσίας διέλαβε ὁ Κῦρος. ἡ δὲ Κασπίη ἐστὶ ἑτέρη ἐπ᾽ ἑωυτῆς. [2] οὔκων ἐθελήσεις ὑποθήκῃσι τῇσιδε χρᾶσθαι. 205. τούτων μὲν αὕτη λέγεται δίαιτᾳ εἶναι. ἔθνεα δὲ ἀνθρώπων πολλὰ καὶ παντοῖα ἐν ἑωυτῷ ἔχει ὁ Καύκασος. δευτέρα δὲ ἡ εὐτυχίη ἡ κατὰ τοὺς πολέμους γενομένη· ὅκῃ γὰρ ἰθύσειε στρατεύεσθαι Κῦρος. [2] πολλά τε γάρ μιν καὶ μεγάλα τὰ ἐπαείροντα καὶ ἐποτρύνοντα ἦν. καὶ ἡμέας ἀνέχευ ὁρέων ἄρχοντας τῶν περ ἄρχομεν. 206. φέρε μόχθον μὲν τὸν ἔχεις ζευγνὺς τὸν ποταμὸν ἄπες. σὺ τὠυτὸ τοῦτο ποίεε. τὰ μὲν δὴ πρὸς ἑσπέρην τῆς θαλάσσης ταύτης τῆς Κασπίης καλεομένης ὁ Καύκασος ἀπέργει. τῇ εὐρυτάτη ἐστὶ αὐτὴ ἑωυτῆς. μῖξιν δὲ τούτων τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἐμφανέα κατὰ περ τοῖσι προβάτοισι. ταῦτα δὲ ἀκούσας ὁ Κῦρος συνεκάλεσε Περσέων τοὺς . ἐοῦσα μῆκος μὲν πλόου εἰρεσίῃ χρεωμένῳ πεντεκαίδεκα ἡμερέων. [4] τὸ δὲ ἓν τῶν στομάτων τοῦ Ἀράξεω ῥέει διὰ καθαροῦ ἐς τὴν Κασπίην θάλασσαν. ἀλλὰ συγκαταγηράσκειν τῷ ἄλλῳ εἰρίῳ κατὰ περ ἐνυφανθέντα ἀρχήν.
συναγείρας δὲ τούτους ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ πρῆγμα. [2] Ὑστάσπεϊ δὲ τῷ Ἀρσάμεος ἐόντι ἀνδρὶ Ἀχαιμενίδῃ ἦν τῶν παίδων Δαρεῖος πρεσβύτατος. ἢν ἡ διάβασις ἡ ἐπὶ Μασσαγέτας μὴ ὀρθωθῇ. πρὸς δὲ καὶ κρητῆρας ἀφειδέως οἴνου ἀκρήτου καὶ σιτία παντοῖα· [7] ποιήσαντας δὲ ταῦτα. κεῖνοι ἰδόμενοι ἀγαθὰ πολλὰ τρέψονταί τε πρὸς αὐτὰ καὶ ἡμῖν τὸ ἐνθεῦτεν λείπεται ἀπόδεξις ἔργων μεγάλων." 208. συμβουλευόμενος ὁκότερα ποιέῃ. ἐπείτε δὲ ἐπεραιώθη τὸν Ἀράξεα. ὅδε τοι ἐν αὐτῷ κίνδυνος ἔνι· ἑσσωθεὶς μὲν προσαπολλύεις πᾶσαν τὴν ἀρχήν. εἰ γὰρ ἐθελήσομεν ἐσδέξασθαι τοὺς πολεμίους ἐς τὴν χώρην. ὡς δέ οἱ ἐδόκεε μεγάλη εἶναι ἡ ὄψις. παῖς σὸς ἐπιβουλεύων ἐμοί τε καὶ τῇ ἐμῇ ἀρχῇ ἑάλωκε. δῆλα γὰρ δὴ ὅτι νικῶντες Μασσαγέται οὐ τὸ ὀπίσω φεύξονται ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἀρχὰς τὰς σὰς ἐλῶσι. ταῦτα ἐντειλάμενος καὶ ἀποστείλας τούτους ἐς Πέρσας. τοὺς λοιποὺς αὖτις ἐξαναχωρέειν ἐπὶ τὸν ποταμόν. παρεὼν δὲ καὶ μεμφόμενος τὴν γνώμην ταύτην Κροῖσος ὁ Λυδὸς ἀπεδείκνυτο ἐναντίην τῇ προκειμένῃ γνώμῃ. Μασσαγέται εἰσὶ ἀγαθῶν τε Περσικῶν ἄπειροι καὶ καλῶν μεγάλων ἀπαθέες. τὴν Κροίσου δὲ ἑλόμενος. ὡς δὲ ταῦτα ἀτρεκέως οἶδα. [5] χωρίς τε τοῦ ἀπηγημένου αἰσχρὸν καὶ οὐκ ἀνασχετὸν Κῦρόν γε τὸν Καμβύσεω γυναικὶ εἴξαντα ὑποχωρῆσαι τῆς χώρης. τὸ ἂν ὁρῶ σφάλμα ἐὸν οἴκῳ τῷ σῷ κατὰ δύναμιν ἀποτρέψειν· τὰ δὲ μοι παθήματα ἐόντα ἀχάριτα μαθήματα γέγονε. καὶ πολλὰ ἐντειλάμενὸς οἱ τιμᾶν τε αὐτὸν καὶ εὖ ποιέειν. ὡς κύκλος τῶν ἀνθρωπηίων ἐστὶ πρηγμάτων. ἐνθεῦτεν δὲ τάδε ποιεῦντας πειρᾶσθαι ἐκείνων περιγενέσθαι. οὐδὲν ἂν εἴη πρῆγμα γνώμας ἐμὲ σοὶ ἀποφαίνεσθαι· εἰ δ᾽ ἔγνωκας ὅτι ἄνθρωπος καὶ σὺ εἶς καὶ ἑτέρων τοιῶνδε ἄρχεις. νικῶν Μασσαγέτας. [3] ἤδη ὦν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ προκειμένου πρήγματος τὰ ἔμπαλιν ἢ οὗτοι.πρώτους. γνῶμαι μὲν αὗται συνέστασαν· Κῦρος δὲ μετεὶς τὴν προτέρην γνώμην. ὅτι νικήσας τοὺς ἀντιουμένους ἐλᾷς ἰθὺ τῆς ἀρχῆς τῆς Τομύριος. ἐὼν τότε ἡλικίην ἐς εἴκοσί κου μάλιστα ἔτεα. [6] ὡς γὰρ ἐγὼ πυνθάνομαι. [4] νικῶν δὲ οὐ νικᾷς τοσοῦτον ὅσον εἰ διαβὰς ἐς τὴν ἐκείνων. αὐτὸς διέβαινε τὸν ποταμὸν καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ. ἐκεῖνο πρῶτον μάθε. καὶ οὗτος κατελέλειπτο ἐν Πέρσῃσι· οὐ γὰρ εἶχέ κω ἡλικίην στρατεύεσθαι. [5] οὔκων ἐστὶ μηχανὴ ἀπὸ τῆς ὄψιος ταύτης οὐδεμία τὸ μὴ ἐκεῖνον ἐπιβουλεύειν ἐμοί· σύ νυν . λέγων τάδε. περιφερόμενος δὲ οὐκ ἐᾷ αἰεὶ τοὺς αὐτοὺς. [3] ἐπεὶ ὦν δὴ ἐξηγέρθη ὁ Κῦρος. ἐδίδου λόγον ἑωυτῷ περὶ τῆς ὄψιος. 209. εὐτυχέειν. [2] εἰ μὲν ἀθάνατος δοκέεις εἶναι καὶ στρατιῆς τοιαύτης ἄρχειν. ἐγὼ σημανέω· [4] ἐμεῦ θεοὶ κήδονται καί μοι πάντα προδεικνύουσι τὰ ἐπιφερόμενα. ἕποιο φεύγουσι. τούτοισι ὦν τοῖσι ἀνδράσι τῶν προβάτων ἀφειδέως πολλὰ κατακόψαντας καὶ σκευάσαντας προθεῖναι ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῷ ἡμετέρῳ δαῖτα. "ὦ βασιλεῦ. νῦν ὦν μοι δοκέει διαβάντας προελθεῖν ὅσον ἂν ἐκεῖνοι ὑπεξίωσι. τῷ περ τὴν βασιληίην ἐδίδου. τὠυτὸ γὰρ ἀντιθήσω ἐκείνῳ. ἤδη ὦν ἐν τῇ παροιχομένῃ νυκτὶ εὕδων εἶδον τῶν σῶν παίδων τὸν πρεσβύτατον ἔχοντα ἐπὶ τῶν ὤμων πτέρυγας καὶ τουτέων τῇ μὲν τὴν Ἀσίην τῇ δὲ τὴν Εὐρώπην ἐπισκιάζειν. ἣ μὲν δὴ ἐξανεχώρεε κατὰ ὑπέσχετο πρῶτα· Κῦρος δὲ Κροῖσον ἐς τὰς χεῖρας ἐσθεὶς τῷ ἑωυτοῦ παιδὶ Καμβύσῃ. εἶπον μὲν καὶ πρότερόν τοι ὅτι ἐπεί με Ζεὺς ἔδωκέ τοι. προηγόρευε Τομύρι ἐξαναχωρέειν ὡς αὐτοῦ διαβησομένου ἐπ᾽ ἐκείνην. καλέσας Ὑστάσπεα καὶ ἀπολαβὼν μοῦνον εἶπε "Ὕστασπες. 207. ἢν γὰρ ἐγὼ γνώμης μὴ ἁμάρτω. νυκτὸς ἐπελθούσης εἶδε ὄψιν εὕδων ἐν τῶν Μασσαγετέων τῇ χωρῇ τοιήνδε· ἐδόκεε ὁ Κῦρος ἐν τῷ ὕπνῳ ὁρᾶν τῶν Ὑστάσπεος παίδων τὸν πρεσβύτατον ἔχοντα ἐπὶ τῶν ὤμων πτέρυγας καὶ τουτέων τῇ μὲν τὴν Ἀσίην τῇ δὲ τὴν Εὐρώπην ἐπισκιάζειν. τῶν δὲ κατὰ τὠυτὸ αἱ γνῶμαι συνεξέπιπτον κελευόντων ἐσδέκεσθαι Τόμυρίν τε καὶ τὸν στρατὸν αὐτῆς ἐς τὴν χώρην. ὑπολιπομένους τῆς στρατιῆς τὸ φλαυρότατον.
κλιθέντες ἐδαίνυντο. [2] μετὰ δὲ ταῦτα Κύρου τε καὶ Περσέων τοῦ καθαροῦ στρατοῦ ἀπελάσαντος ὀπίσω ἐπὶ τὸν Ἀράξεα. μὴ εἴη ἀνὴρ Πέρσης γεγονὼς ὅστις τοὶ ἐπιβουλεύσειε. 212. ὥς μοι καταστήσεις τὸν παῖδα ἐς ἔλεγχον. ταύτην τὴν μάχην. αἵματος κορέσω." τὰ μὲν δὴ κατὰ τὴν Κύρου τελευτὴν τοῦ βίου. διεργάζεται ἑωυτόν." 211. καὶ δὴ καὶ πυνθάνομαι οὕτω τοῦτο γενόμενον. λειφθέντος δὲ τοῦ ἀχρηίου. [2] ἀμείβεται δὴ ὦν ὁ Ὑστάσπης τοῖσιδε. Κῦρος μὲν ἐπέων οὐδένα τούτων ἀνενειχθέντων ἐποιέετο λόγον· ὁ δὲ τῆς βασιλείης Τομύριος παῖς Σπαργαπίσης. ἥλιον ἐπόμνυμί τοι τὸν Μασσαγετέων δεσπότην. [2] πρῶτα μὲν γὰρ λέγεται αὐτοὺς διαστάντας ἐς ἀλλήλους τοξεύειν. χρόνον τε δὴ ἐπὶ πολλὸν συνεστάναι μαχομένους καὶ οὐδετέρους ἐθέλειν φεύγειν. παῖδα τὸν ἐμὸν ἑλὼν δόλῳ· σὲ δ᾽ ἐγώ. πολλῶν λόγων λεγομένων." 213. ὡς δὲ ἐλύθη τε τάχιστα καὶ τῶν χειρῶν ἐκράτησε. εἰ δὲ ταῦτα οὐ ποιήσεις. Μασσαγετέων τριτημορίδι τοῦ στρατοῦ κατυβρίσας. πληρωθέντες δὲ φορβῆς καὶ οἴνου ηὗδον. Ὑστάσπης μὲν τούτοισι ἀμειψάμενος καὶ διαβὰς τὸν Ἀράξεα ἤιε ἐς Πέρσας φυλάξων Κύρῳ τὸν παῖδα Δαρεῖον. [4] ἀσκὸν δὲ πλήσασα αἵματος ἀνθρωπηίου Τόμυρις ἐδίζητο ἐν τοῖσι τεθνεῶσι τῶν Περσέων τὸν Κύρου νέκυν. . ἐγώ τοι παραδίδωμι χρᾶσθαι αὐτῷ τοῦτο ὅ τι σὺ βούλεαι. [3] ἥ τε δὴ πολλὴ τῆς Περσικῆς στρατιῆς αὐτοῦ ταύτῃ διεφθάρη καὶ δὴ καὶ αὐτὸς Κῦρος τελευτᾷ. ἀπόλοιτο ὡς τάχιστα· ὃς ἀντὶ μὲν δούλων ἐποίησας ἐλευθέρους Πέρσας εἶναι. βασιλεύσας τὰ πάντα ἑνὸς δέοντα τριήκοντα ἔτεα. κρίνω ἰσχυροτάτην γενέσθαι. [2] "ἄπληστε αἵματος Κῦρε. τῷ περ αὐτοὶ ἐμπιπλάμενοι μαίνεσθε οὕτω ὥστε κατιόντος τοῦ οἴνου ἐς τὸ σῶμα ἐπαναπλέειν ὑμῖν ἔπεα κακά. πολλῷ δ᾽ ἔτι πλεῦνας ἐζώγρησαν καὶ ἄλλους καὶ τὸν τῆς βασιλείης Τομύριος παῖδα στρατηγέοντα Μασσαγετέων. ὡς ἐχειρώσαντο τοὺς ἐναντίους.τὴν ταχίστην πορεύεο ὀπίσω ἐς Πέρσας καὶ ποίεε ὅκως. 214. καὶ δὴ οὗτος μὲν τρόπῳ τοιούτῳ τελευτᾷ· Τόμυρις δέ. συμπεσόντας τῇσι αἰχμῇσί τε καὶ τοῖσι ἐγχειριδίοισι συνέχεσθαι. ἣ δὲ πυθομένη τά τε περὶ τὴν στρατιὴν γεγονότα καὶ τὰ περὶ τὸν παῖδα. ἦ μέν σε ἐγὼ καὶ ἄπληστον ἐόντα αἵματος κορέσω. μετὰ δὲ ὥς σφι τὰ βέλεα ἐξετετόξευτο. εἰ δ᾽ ἐστί. λυμαινομένη δὲ τῷ νεκρῷ ἐπέλεγε τάδε· [5] "σὺ μὲν ἐμὲ ζῶσάν τε καὶ νικῶσάν σε μάχῃ ἀπώλεσας. Κῦρος δὲ προελθὼν ἀπὸ τοῦ Ἀράξεω ἡμέρης ὁδὸν ἐποίεε κατὰ τὰς Κροίσου ὑποθήκας. "ὦ βασιλεῦ. δεηθεὶς Κύρου ἐκ τῶν δεσμῶν λυθῆναι ἔτυχε. ἀλλ᾽ οὐ μάχῃ κατὰ τὸ καρτερόν. ὡς δὲ εὗρε. [3] εἰ δέ τις τοὶ ὄψις ἀπαγγέλλει παῖδα τὸν ἐμὸν νεώτερα βουλεύειν περὶ σέο. ἀντὶ δὲ ἄρχεσθαι ὑπ᾽ ἄλλων ἄρχειν ἁπάντων. [3] νῦν ὦν μευ εὖ παραινεούσης ὑπόλαβε τὸν λόγον· ἀποδούς μοι τὸν παῖδα ἄπιθι ἐκ τῆσδε τῆς χώρης ἀζήμιος. ὥς οἱ Κῦρος οὐκ ἐσήκουσε. ὅδε μοι ὁ πιθανώτατος εἴρηται. [3] οἱ δὲ Πέρσαι ἐπελθόντες πολλοὺς μὲν σφέων ἐφόνευσαν. τέλος δὲ οἱ Μασσαγέται περιεγένοντο. ὥς μιν ὅ τε οἶνος ἀνῆκε καὶ ἔμαθε ἵνα ἦν κακοῦ. Κῦρος μὲν δοκέων οἱ Δαρεῖον ἐπιβουλεύειν ἔλεγε τάδε· τῷ δὲ ὁ δαίμων προέφαινε ὡς αὐτὸς μὲν τελευτήσειν αὐτοῦ ταύτῃ μέλλοι. μηδὲν ἐπαερθῇς τῷ γεγονότι τῷδε πρήγματι. ἡ δὲ βασιληίη αὐτοῦ περιχωρέοι ἐς Δαρεῖον. τοιούτῳ φαρμάκῳ δολώσας ἐκράτησας παιδὸς τοῦ ἐμοῦ. ὅσαι δὴ βαρβάρων ἀνδρῶν μάχαι ἐγένοντο." 210. ἐπεὰν ἐγὼ τάδε καταστρεψάμενος ἔλθω ἐκεῖ. ἐπελθοῦσα τῶν Μασσαγετέων τριτημορὶς τοῦ στρατοῦ τούς τε λειφθέντας τῆς Κύρου στρατιῆς ἐφόνευε ἀλεξομένους καὶ τὴν προκειμένην ἰδόντες δαῖτα. τῷ οὔνομα ἦν Σπαργαπίσης. ἐναπῆκε αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν ἐς τὸν ἀσκόν. εἰ ἀμπελίνῳ καρπῷ. πέμπουσα κήρυκα παρὰ Κῦρον ἔλεγε τάδε. συλλέξασα πᾶσαν τὴν ἑωυτῆς δύναμιν συνέβαλε Κύρῳ. κατά περ ἠπείλησα.
χρυσῷ δὲ καὶ χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται· ὅσα μὲν γὰρ ἐς αἰχμὰς καὶ ἄρδις καὶ σαγάρις. νόμοισι δὲ χρέωνται τοιοῖσιδε. αὐτίκα ναυτιλίῃσι μακρῇσι ἐπιθέσθαι. καὶ οἰκήσαντας τοῦτον τὸν χῶρον τὸν καὶ νῦν οἰκέουσι. Ἰοῦν τὴν Ἰνάχου· [4] ταύτας στάσας κατά πρύμνην τῆς νεὸς ὠνέεσθαι τῶν φορτίων τῶν σφι ἦν θυμός μάλιστα· καὶ τοὺς Φοίνικας διακελευσαμένους ὁρμῆσαι ἐπ᾽ αὐτάς. ἀπαγινέοντας δὲ φορτία Αἰγύπτιά τε καὶ Ἀσσύρια τῇ τε ἄλλῃ ἐσαπικνέεσθαι καὶ δὴ καὶ ἐς Ἄργος. ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται. ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν θάλασσαν γυναῖκας ἄλλας τε πολλάς καὶ δὴ καὶ τοῦ βασιλέος θυγατέρα· τὸ δέ οἱ οὔνομα εἶναι. [2] οὖρος δὲ ἡλικίης σφι πρόκειται ἄλλος μὲν οὐδείς· ἐπεὰν δὲ γέρων γένηται κάρτα. τά τε ἄλλα καὶ δι᾽ ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι. ἑψήσαντες δὲ τὰ κρέα κατευωχέονται. γυναῖκα μὲν γαμέει ἕκαστος. 1. χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται. [2] ὣς δ᾽ αὕτως τῶν ἵππων τὰ μὲν περὶ τὰ στέρνα χαλκέους θώρηκας περιβάλλουσι. τὰς μὲν δὴ πλεῦνας τῶν γυναικῶν ἀποφυγεῖν. ταύτῃσι δὲ ἐπίκοινα χρέωνται· τὸ γὰρ Σκύθας φασὶ Ἕλληνες ποιέειν. οἱ προσήκοντές οἱ πάντες συνελθόντες θύουσί μιν καὶ ἄλλα πρόβατα ἅμα αὐτῷ. κατὰ τὠυτὸ τὸ καὶ Ἕλληνές λέγουσι. . [3] ταῦτα μὲν τὰ ὀλβιώτατά σφι νενόμισται. ἐξεμπολημένων σφι σχεδόν πάντων. ἐσβαλομένους δὲ ἐς τὴν νέα οἴχεσθαι ἀποπλέοντας ἐπ᾽ Αἰγύπτου. σπείρουσι δὲ οὐδέν. χρυσῷ κοσμέονται. νόος δὲ οὗτος τῆς θυσίης· τῶν θεῶν τῷ ταχίστῳ πάντων τῶν θνητῶν τὸ τάχιστον δατέονται. ἱππόται δὲ εἰσὶ καὶ ἄνιπποι (ἀμφοτέρων γὰρ μετέχουσι) καὶ τοξόται τε καὶ αἰχμοφόροι. [3] πέμπτῃ δὲ ἢ ἕκτῃ ἡμέρῃ ἀπ᾽ ἧς ἀπίκοντο. τούτους γὰρ ἀπό τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης ἀπικομένους ἐπὶ τήνδε τὴν θάλασσαν. τὸν φαρετρεῶνα ἀποκρεμάσας πρὸ τῆς ἁμάξης μίσγεται ἀδεῶς. ἀπικομένους δὲ τούς Φοίνικας ἐς δὴ τὸ Ἄργος τοῦτο διατίθεσθαι τὸν φόρτον. Περσέων μέν νυν οἱ λόγιοι Φοίνικας αἰτίους φασί γενέσθαι τῆς διαφορῆς. [2] τὸ δὲ Ἄργος τοῦτον τὸν χρόνον προεῖχε ἅπασι τῶν ἐν τῇ νῦν Ἑλλάδι καλεομένῃ χωρῇ. τὰ μὲν Ἕλλησι τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα. συμφορὴν ποιεύμενοι ὅτι οὐκ ἵκετο ἐς τὸ τυθῆναι. 216. Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν πρώτη ἐπιγραφόμενη Κλειὼ Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε.215. οὐ Σκύθαι εἰσὶ οἱ ποιέοντες ἀλλὰ Μασσαγέται· τῆς γὰρ ἐπιθυμήσῃ γυναικὸς Μασσαγέτης ἀνήρ. θεῶν δὲ μοῦνον ἥλιον σέβονται. Μασσαγέται δὲ ἐσθῆτά τε ὁμοίην τῇ Σκυθικῇ φορέουσι καὶ δίαιταν ἔχουσι. τὰ δὲ περὶ τοὺς χαλινοὺς καὶ στόμια καὶ φάλαρα χρυσῷ. τῷ θύουσι ἵππους. σαγάρις νομίζοντες ἔχειν. ὁ δὲ χρυσὸς καὶ ὁ χαλκὸς ἄπλετος. τὴν δὲ Ἰοῦν σὺν ἄλλῃσι ἁρπασθῆναι. τὸν δὲ νούσῳ τελευτήσαντα οὐ κατασιτέονται ἀλλ᾽ γῇ κρύπτουσι. ἀλλ᾽ ἀπὸ κτηνέων ζώουσι καὶ ἰχθύων· οἳ δὲ ἄφθονοί σφι ἐκ τοῦ Ἀράξεω ποταμοῦ παραγίνονται· [4] γαλακτοπόται δ᾽ εἰσί. σιδήρῳ δὲ οὐδ᾽ ἀργύρῳ χρέωνται οὐδέν· οὐδὲ γὰρ οὐδέ σφι ἐστὶ ἐν τῇ χωρῇ. μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά. ἀκλεᾶ γένηται. ὅσα δὲ περὶ κεφαλὴν καὶ ζωστῆρας καὶ μασχαλιστῆρας.
εἴησαν δ᾽ ἄν οὗτοι Κρῆτες. Οὕτω μὲν Πέρσαι λέγουσι γενέσθαι. τοὺς δὲ ὑποκρίνασθαι ὡς οὐδὲ ἐκεῖνοι Ἰοῦς τῆς Ἀργείης ἔδοσάν σφι δίκας τῆς ἁρπαγῆς· οὐδὲ ὤν αὐτοὶ δώσειν ἐκείνοισι. Οὕτω μὲν Ἰοῦν ἐς Αἴγυπτον ἀπικέσθαι λέγουσι Πέρσαι. [2] τὸ μέν νυν ἁρπάζειν γυναῖκας ἀνδρῶν ἀδίκων νομίζειν ἔργον εἶναι. 5. τὸ δὲ μηδεμίαν ὤρην ἔχειν ἁρπασθεισέων σωφρόνων· δῆλα γὰρ δὴ ὅτι. καὶ διὰ τὴν Ἰλίου ἅλωσιν εὑρίσκουσι σφίσι ἐοῦσαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἔχθρης τῆς ἐς τοὺς Ἕλληνας. τοῖσι Ἕλλησι δόξαι πρῶτον πέμψαντας ἀγγέλους ἀπαιτέειν τε Ἑλένην καὶ δίκας τῆς ἁρπαγῆς αἰτέειν. εἰ μὴ αὐταὶ ἐβούλοντο. Κροῖσος ἦν Λυδὸς μὲν γένος.2. ὡς οὐ δόντες αὐτοὶ δίκας οὐδὲ ἐκδόντες ἀπαιτεόντων βουλοίατό σφι παρ᾽ ἄλλων δίκας γίνεσθαι. τοῦτον σημήνας προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου. ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται. [2] περὶ δὲ τῆς Ἰοῦς οὐκ ὁμολογέουσι Πέρσῃσι οὕτω Φοίνικες· οὐ γὰρ ἁρπαγῇ σφέας χρησαμένους λέγουσι ἀγαγεῖν αὐτήν ἐς Αἴγυπτον. ἀκηκοότα ταῦτα. Δευτέρῃ δὲ λέγουσι γενεῇ μετὰ ταῦτα Ἀλέξανδρον τὸν Πριάμου. τοὺς δὲ φίλους προσεποιήσατο. οὐκ ὡς Ἕλληνες. 6. 3. προφέρειν σφι Μηδείης τὴν ἁρπαγήν. [3] ταῦτα μέν νυν Πέρσαι τε καὶ Φοίνικες λέγουσι· ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τούτων οὐκ ἔρχομαι ἐρέων ὡς οὕτω ἢ ἄλλως κως ταῦτα ἐγένετο. τὴν δὲ Εὐρώπην καὶ τὸ Ἑλληνικόν ἥγηνται κεχωρίσθαι. τὴν ἀνθρωπηίην ὦν ἐπιστάμενος εὐδαιμονίην οὐδαμὰ ἐν τὠυτῷ μένουσαν. τὸ δὲ ἁρπασθεισέων σπουδήν ποιήσασθαι τιμωρέειν ἀνοήτων. οὐκ ἂν ἡρπάζοντο. 4. τύραννος δὲ ἐθνέων τῶν ἐντός Ἅλυος ποταμοῦ. ταῦτα μὲν δὴ ἴσα πρὸς ἴσα σφι γενέσθαι. φίλους δὲ προσεποιήσατο . ἐπιμνήσομαι ἀμφοτέρων ὁμοίως. αἰδεομένη τοὺς τοκέας οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι συνεκπλῶσαι. ἀλλ᾽ ὡς ἐν τῷ Ἄργει ἐμίσγετο τῷ ναυκλήρῳ τῆς νέος· ἐπεὶ δ᾽ ἔμαθε ἔγκυος ἐοῦσα. μετὰ δὲ ταῦτα Ἕλληνας αἰτίους τῆς δευτέρης ἀδικίης γενέσθαι· [2] καταπλώσαντας γὰρ μακρῇ νηί ἐς Αἶάν τε τὴν Κολχίδα καὶ ἐπὶ Φᾶσιν ποταμόν. [2] οὗτος ὁ Κροῖσος βαρβάρων πρῶτος τῶν ἡμεῖς ἴδμεν τοὺς μὲν κατεστρέψατο Ἑλλήνων ἐς φόρου ἀπαγωγήν. κατεστρέψατο μὲν Ἴωνάς τε καὶ Αἰολέας καὶ Δωριέας τοὺς ἐν τῇ Ἀσίῃ. [4] τὰ γὰρ τὸ πάλαι μεγάλα ἦν. ἁρπάσαι τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα Μηδείην. ἐνθεῦτεν. παῖς δὲ Ἀλυάττεω. Μέχρι μὲν ὦν τούτου ἁρπαγάς μούνας εἶναι παρ᾽ ἀλλήλων. ὃς ῥέων ἀπὸ μεσαμβρίης μεταξὺ Συρίων τε καὶ Παφλαγόνων ἐξιεῖ πρὸς βορέην ἄνεμον ἐς τὸν Εὔξεινον καλεόμενον πόντον. πρότερον ἦν σμικρά. τοὺς δέ προϊσχομένων ταῦτα. διαπρηξαμένους καὶ τἄλλα τῶν εἵνεκεν ἀπίκατο. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου Ἕλληνας δὴ μεγάλως αἰτίους γενέσθαι· προτέρους γὰρ ἄρξαι στρατεύεσθαι ἐς τὴν Ἀσίην ἢ σφέας ἐς τὴν Εὐρώπην. [3] σφέας μὲν δὴ τοὺς ἐκ τῆς Ἀσίης λέγουσι Πέρσαι ἁρπαζομενέων τῶν γυναικῶν λόγον οὐδένα ποιήσασθαι. τὸν δὲ οἶδα αὐτὸς πρῶτον ὑπάρξαντα ἀδίκων ἔργων ἐς τοὺς Ἕλληνας. Ἕλληνας δὲ Λακεδαιμονίης εἵνεκεν γυναικὸς στόλον μέγαν συναγεῖραι καὶ ἔπειτα ἐλθόντας ἐς τὴν Ἀσίην τὴν Πριάμου δύναμιν κατελεῖν. τὰ πολλὰ σμικρὰ αὐτῶν γέγονε· τὰ δὲ ἐπ᾽ ἐμεῦ ἦν μεγάλα. ὁμοίως σμικρὰ καὶ μεγάλα ἄστεα ἀνθρώπων ἐπεξιών. [2] οὕτω δὴ ἁρπάσαντος αὐτοῦ Ἑλένην. ἐπιστάμενον πάντως ὅτι οὐ δώσει δίκας· οὐδὲ γὰρ ἐκείνους διδόναι. [4] ἀπὸ τούτου αἰεὶ ἡγήσασθαι τὸ Ἑλληνικὸν σφίσι εἶναι πολέμιον. τὴν γὰρ Ἀσίην καὶ τὰ ἐνοικέοντα ἔθνεα βάρβαρα οἰκηιεῦνται οἱ Πέρσαι. καὶ τῶν ἀδικημάτων πρῶτον τοῦτο ἄρξαι· μετὰ δὲ ταῦτα Ἑλλήνων τινάς (οὐ γὰρ ἔχουσι τοὔνομα ἀπηγήσασθαι) φασὶ τῆς Φοινίκης ἐς Τύρον προσσχόντας ἁρπάσαι τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα Εὐρώπην. [3] πέμψαντά δὲ τὸν Κόλχων βασιλέα ἐς τὴν Ἑλλάδα κήρυκα αἰτέειν τε δίκας τῆς ἁρπαγῆς καὶ ἀπαιτέειν τὴν θυγατέρα. ἐθελῆσαί οἱ ἐκ τῆς Ἑλλάδος δι᾽ ἁρπαγῆς γενέσθαι γυναῖκα.
" 9. ἄρξαντες μὲν ἐπὶ δύο τε καὶ εἴκοσι γενεᾶς ἀνδρῶν ἔτεα πέντε τε καὶ πεντακόσια. ὁ δὲ οὐδὲν δοκέων αὐτήν τῶν πρηχθέντων ἐπίστασθαι ἦλθε καλεόμενος· ἐώθεε γὰρ καὶ πρόσθε. ποίεε ὅκως ἐκείνην θεήσεαι γυμνήν. κελεύων με δέσποιναν τὴν ἐμὴν θεήσασθαι γυμνήν. ὡς σέο πειρώμενος λέγω λόγον τόνδε. σκοπέειν τινὰ τὰ ἑωυτοῦ. ἐκ δούλης τε τῆς Ἰαρδάνου γεγονότες καὶ Ἡρακλέος. [3] παρὰ γὰρ τοῖσι Λυδοῖσι. ἐκ τῶν μανθάνειν δεῖ· ἐν τοῖσι ἓν τόδε ἐστί. ὑπεκδὺς ἐχώρεε ἔξω. ἀρχήν γὰρ ἐγὼ μηχανήσομαι οὕτω ὥστε μηδέ μαθεῖν μιν ὀφθεῖσαν ὑπὸ σεῦ. οὐ καταστροφὴ ἐγένετο τῶν πολίων ἀλλ᾽ ἐξ ἐπιδρομῆς ἁρπαγή. Ὃ μὲν δὴ ὡς οὐκ ἐδύνατο διαφυγεῖν. [3] πρὸ δὲ τῆς Κροίσου ἀρχῆς πάντες Ἕλληνες ἦσαν ἐλεύθεροι· τὸ γὰρ Κιμμερίων στράτευμα τὸ ἐπὶ τὴν Ἰωνίην ἀπικόμενον. οὐ γὰρ σε δοκέω πείθεσθαι μοι λέγοντι περὶ τοῦ εἴδεος τῆς γυναικός (ὦτα γὰρ τυγχάνει ἀνθρώποισι ἐόντα ἀπιστότερα ὀφθαλμῶν). [4] πάλαι δὲ τὰ καλὰ ἀνθρώποισι ἐξεύρηται. παῖς παρὰ πατρὸς ἐκδεκόμενος τὴν ἀρχήν. ἐγὼ δὲ πείθομαι ἐκείνην εἶναι πασέων γυναικῶν καλλίστην. τὸν οἱ Ἕλληνές Μυρσίλον ὀνομάζουσι. ἀπ᾽ ὅτευ ὁ δῆμος Λύδιος ἐκλήθη ὁ πᾶς οὗτος. Κροίσου ἐὸν πρεσβύτερον. "θάρσεε. ἤγαγε τὸν Γύγεα ἐς τὸ οἴκημα. ἅμα δὲ κιθῶνι ἐκδυομένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή. σοὶ μελέτω τὸ ἐνθεῦτεν ὅκως μὴ σε ὄψεται ἰόντα διὰ θυρέων. πρότερον Μηίων καλεόμενος. καὶ σέο δέομαι μὴ δέεσθαι ἀνόμων. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. ἀπόγονος δὲ Ἀλκαίου τοῦ Ἡρακλέος. ἐοῦσα Ἡρακλειδέων. καὶ κατ᾽ ἡσυχίην πολλὴν παρέξει τοι θεήσασθαι. ἐπεὶ ἐδόκεε ὥρη τῆς κοίτης εἶναι. κεῖται δὲ ἀγχοῦ τῆς ἐσόδου θρόνος· ἐπὶ τοῦτον τῶν ἱματίων κατὰ ἕν ἕκαστον ἐκδύνουσα θήσει. 7.Λακεδαιμονίους. Γύγη. [2] ἐγὼ γάρ σε ἐς τὸ οἴκημα ἐν τῷ κοιμώμεθα ὄπισθε τῆς ἀνοιγομένης θύρης στήσω. "Γύγη. ἦν γάρ οἱ τῶν αἰχμοφόρων Γύγης ὁ Δασκύλου ἀρεσκόμενος μάλιστα. 8. τῶν οἰκετέων τοὺς μάλιστα ὥρα πιστοὺς ἐόντας ἑωυτῇ. ἑτοίμους ποιησαμένη ἐκάλεε τὸν Γύγεα. μὴ τὶ τοι ἐξ αὐτῆς γένηται βλάβος. Ἄγρων μὲν γὰρ ὁ Νίνου τοῦ Βήλου τοῦ Ἀλκαίου πρῶτος Ἡρακλειδέων βασιλεὺς ἐγένετο Σαρδίων. ἐν νοῶ ἔχουσα τίσεσθαι τὸν Κανδαύλεα. Ἡ δὲ ἡγεμονίη οὕτω περιῆλθε. Κανδαύλης δὲ ὁ Μύρσου ὕστατος. τότε μὲν δὴ οὕτω οὐδέν δηλώσασα ἡσυχίην εἶχε. Ὃ μὲν δὴ λέγων τοιαῦτα ἀπεμάχετο. μαθοῦσὰ δὲ τὸ ποιηθέν ἐκ τοῦ ἀνδρὸς οὔτε ἀνέβωσε αἰσχυνθεῖσα οὔτε ἔδοξε μαθεῖν. [2] ἦν Κανδαύλης. καλεομένους δὲ Μερμνάδας. [3] οἱ δὲ πρότερον Ἄγρωνος βασιλεύσαντες ταύτης τῆς χώρης ἦσαν ἀπόγονοὶ Λυδοῦ τοῦ Ἄτυος. [2] χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διελθόντος (χρῆν γὰρ Κανδαύλῃ γενέσθαι κακῶς) ἔλεγε πρὸς τὸν Γύγην τοιάδε. καὶ ἡ γυνὴ ἐπορᾷ μιν ἐξιόντα. [2] ὡς δὲ κατὰ νώτου ἐγένετο ἰούσης τῆς γυναικός ἐς τὴν κοίτην. οὗτος δὴ ὦν ὁ Κανδαύλης ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ γυναικός. μέχρι Κανδαύλεω τοῦ Μύρσου. ἐρασθεὶς δὲ ἐνόμιζέ οἱ εἶναι γυναῖκα πολλὸν πασέων καλλίστην. . [3] ἐπεὰν δέ ἀπὸ τοῦ θρόνου στείχῃ ἐπὶ τὴν εὐνήν κατὰ νώτου τε αὐτῆς γένῃ. ἦν ἕτοιμος· ὁ δὲ Κανδαύλης. σχεδὸν δὲ καὶ παρὰ τοῖσι ἄλλοισι βαρβάροισι καὶ ἄνδρα ὀφθῆναι γυμνόν ἐς αἰσχύνην μεγάλην φέρει. [4] παρὰ τούτων Ἡρακλεῖδαι ἐπιτραφθέντες ἔσχον τὴν ἀρχήν ἐκ θεοπροπίου. τίνα λέγεις λόγον οὐκ ὑγιέα. μήτε γυναῖκα τὴν ἐμήν. ὡς δὲ ἡμέρη τάχιστα ἐγεγόνεε. τύραννος Σαρδίων. μετὰ δ᾽ ἐμὲ ἐσελθόντα παρέσται καὶ ἡ γυνὴ ἡ ἐμὴ ἐς κοῖτον. ἐς τὸ γένος τὸ Κροίσου." [3] ὃ δ᾽ ἀμβώσας εἶπε "δέσποτα. ὅκως ἡ βασίλεια καλέοι. τούτῳ τῷ Γύγῃ καὶ τὰ σπουδαιέστερα τῶν πρηγμάτων ὑπερετίθετο ὁ Κανδαύλης καὶ δὴ καὶ τὸ εἶδος τῆς γυναικὸς ὑπερεπαινέων." 10. καὶ μὴ φοβεῦ μήτε ἐμέ. ἐσελθοῦσαν δὲ καὶ τιθεῖσαν τὰ εἵματα ἐθηεῖτο ὁ Γύγης. ὥστε δὲ ταῦτα νομίζων. 11. καὶ μετὰ ταῦτα αὐτίκα παρῆν καὶ ἡ γυνή. ἀρρωδέων μὴ τί οἱ ἐξ αὐτῶν γένηται κακόν.
καί μιν ἐκείνη. πρὶν δὴ ἐπετελέσθη. ἢ αὐτόν σε αὐτίκα οὕτω ἀποθνήσκειν δεῖ. τὴν μὲν δὴ τυραννίδα οὕτω ἔσχον οἱ Μερμνάδαι τοὺς Ἡρακλείδας ἀπελόμενοι. τοσόνδε μέντοι εἶπε ἡ Πυθίη. ἀλλ᾽ ὅσα μὲν ἀργύρου ἀναθήματα. . ὡς δὲ ἤρτυσαν τὴν ἐπιβουλήν. ὡς ἂν μὴ πάντα πειθόμενος Κανδαύλῃ τοῦ λοιποῦ ἴδῃς τὰ μὴ σε δεῖ." ὁ δὲ Γύγης τέως μὲν ἀπεθώμαζε τὰ λεγόμενα. ἐσέβαλε μέν νυν στρατιὴν καὶ οὗτος ἐπείτε ἦρξε ἔς τε Μίλητον καὶ ἐς Σμύρνην. [2] ἑστᾶσι δὲ οὗτοι ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ. 14. "ἐπεί με ἀναγκάζεις δεσπότεα τὸν ἐμὸν κτείνειν οὐκ ἐθέλοντα. Γύγης δὲ τυραννεύσας ἀπέπεμψε ἀναθήματα ἐς Δελφοὺς οὐκ ὀλίγα. [4] οὔκων δὴ ἔπειθε. σταθμὸν ἔχοντες τριήκοντα τάλαντα· ἀληθέι δὲ λόγῳ χρεωμένῳ οὐ Κορινθίων τοῦ δημοσίου ἐστὶ ὁ θησαυρός. οὐδέ οἱ ἦν ἀπαλλαγὴ οὐδεμία. 13. [3] ἀνέθηκε γὰρ δὴ καὶ Μίδης τὸν βασιλήιον θρόνον ἐς τὸν προκατίζων ἐδίκαζε." [5] ἣ δὲ ὑπολαβοῦσα ἔφη "ἐκ τοῦ αὐτοῦ μὲν χωρίου ἡ ὁρμή ἔσται ὅθεν περ καὶ ἐκεῖνος ἐμέ ἐπεδέξατο γυμνήν." 12. ἐόντα ἀξιοθέητον· κεῖται δὲ ὁ θρόνος οὗτος ἔνθα περ οἱ τοῦ Γύγεω κρητῆρες. ἐγχειρίδιον δοῦσα. ἢ γὰρ Κανδαύλεα ἀποκτείνας ἐμέ τε καὶ τὴν βασιληίην ἔχε τὴν Λυδῶν. συνέβησαν ἐς τὠυτὸ οἳ τε τοῦ Γύγεω στασιῶται καί οἱ λοιποὶ Λυδοί. ἤν δὲ μή. τούτου τοῦ ἔπεος Λυδοί τε καί οἱ βασιλέες αὐτῶν λόγον οὐδένα ἐποιεῦντο. ὡς Ἡρακλείδῃσι τίσις ἥξει ἐς τὸν πέμπτον ἀπόγονον Γύγεω. ὑπνωμένῳ δὲ ἡ ἐπιχείρησις ἔσται. ὑπὸ Δελφῶν καλέεται Γυγάδας ἐπὶ τοῦ ἀναθέντος ἐπωνυμίην. ἔστι οἱ πλεῖστα ἐν Δελφοῖσι. ὡς γὰρ δὴ οἱ Λυδοὶ δεινόν ἐποιεῦντο τὸ Κανδαύλεω πάθος καὶ ἐν ὅπλοισι ἦσαν. οὗτος δὲ ὁ Γύγης πρῶτος βαρβάρων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἐς Δελφοὺς ἀνέθηκε ἀναθήματα μετὰ Μίδην τὸν Γορδίεω Φρυγίης βασιλέα. μετὰ δὲ ἱκέτευε μὴ μιν ἀναγκαίῃ ἐνδέειν διακρῖναι τοιαύτην αἵρεσιν. τόν δὲ βασιλεύειν. ὁκοτέρην βούλεαι τραπέσθαι. 15. οὗτος δὲ Πριηνέας τε εἷλε ἐς Μίλητόν τε ἐσέβαλε. φέρε ἀκούσω τέῳ καὶ τρόπῳ ἐπιχειρήσομεν αὐτῷ. ἐπὶ τούτου τε τυραννεύοντος Σαρδίων Κιμμέριοι ἐξ ἠθέων ὑπὸ Σκυθέων τῶν νομάδων ἐξαναστάντες ἀπίκοντο ἐς τὴν Ἀσίην καὶ Σάρδις πλὴν τῆς ἀκροπόλιος εἷλον. νυκτὸς γενομένης (οὐ γὰρ ἐμετίετο ὁ Γύγης. "νῦν τοί δυῶν ὁδῶν παρεουσέων Γύγη δίδωμί αἵρεσιν. πάρεξ δὲ τοῦ ἀργύρου χρυσὸν ἄπλετον ἀνέθηκε ἄλλον τε καὶ τοῦ μάλιστα μνήμην ἄξιον ἔχειν ἐστί. καὶ Κολοφῶνος τὸ ἄστυ εἷλε· ἀλλ᾽ οὐδὲν γὰρ μέγα ἀπ᾽ αὐτοῦ ἄλλο ἔργον ἐγένετο βασιλεύσαντος δυῶν δέοντα τεσσεράκοντα ἔτεα. ἢ σε τὸν ἐμὲ γυμνήν θεησάμενον καὶ ποιήσαντα οὐ νομιζόμενα. ἀλλ᾽ ἔδεε ἤ αὐτὸν ἀπολωλέναι ἢ Κανδαύλεα) εἵπετο ἐς τὸν θάλαμον τῇ γυναικί. [2] καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου Κανδαύλεω ὑπεκδύς τε καὶ ἀποκτείνας αὐτὸν ἔσχε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην Γύγης τοῦ καὶ Ἀρχίλοχος ὁ Πάριος κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον γενόμενος ἐν ἰάμβῳ τριμέτρῳ ἐπεμνήσθη. [2] ἀνεῖλέ τε δὴ τὸ χρηστήριον καὶ ἐβασίλευσε οὕτω Γύγης. τοῦτον μὲν παρήσομεν τοσαῦτα ἐπιμνησθέντες. ἤν μὲν τὸ χρηστήριον ἀνέλῃ μιν βασιλέα εἶναι Λυδῶν. [3] ἀλλ᾽ ἤτοι κεῖνόν γε τὸν ταῦτα βουλεύσαντα δεῖ ἀπόλλυσθαι. ἀλλ᾽ ὥρα ἀναγκαίην ἀληθέως προκειμένην ἢ τὸν δεσπότεα ἀπολλύναι ἢ αὐτὸν ὑπ᾽ ἄλλων ἀπόλλυσθαι· αἱρέεται αὐτὸς περιεῖναι. [2] ὡς δὲ ὁ Γύγης ἀπίκετο. ἔσχε δὲ τὴν βασιληίην καὶ ἐκρατύνθη ἐκ τοῦ ἐν Δελφοῖσι χρηστηρίου. ἐπειρώτα δὴ λέγων τάδε. ἀλλὰ Κυψέλου τοῦ Ἠετίωνος.φοιτᾶν. κρητῆρες οἱ ἀριθμὸν ἓξ χρύσεοι ἀνακέαται. ἀποδοῦναι ὀπίσω ἐς Ἡρακλείδας τὴν ἀρχήν. κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. ἔλεγε ἡ γυνὴ τάδε. ὁ δὲ χρυσός οὗτος καὶ ὁ ἄργυρος τὸν ὁ Γύγης ἀνέθηκε. Ἄρδυος δὲ τοῦ Γύγεω μετὰ Γύγην βασιλεύσαντος μνήμην ποιήσομαι.
[2] τὰ μέν νυν ἓξ ἔτεα τῶν ἕνδεκα Σαδυάττης ὁ Ἄρδυος ἔτι Λυδῶν ἦρχε. ἔν τε Λιμενηίῳ χώρης τῆς σφετέρης μαχεσαμένων καὶ ἐν Μαιάνδρου πεδίῳ. εἴτε καὶ αὐτῷ ἔδοξε πέμψαντα τὸν θεὸν ἐπειρέσθαι περὶ τῆς νούσου. [2] οὗτος δὲ Κυαξάρῃ τε τῷ Δηιόκεω ἀπογόνῳ ἐπολέμησε καὶ Μήδοισι. ταῦτα ποιέων ἐπολέμεε ἔτεα ἕνδεκα. [3] τῆς γὰρ θαλάσσης οἱ Μιλήσιοι ἐπεκράτεον. Θρασύβουλος δὲ σαφέως προπεπυσμένος πάντα λόγον. ὥστε ἐπέδρης μὴ εἶναι ἔργον τῇ στρατιῇ. ὅκως ἄν τι προειδὼς πρὸς τὸ παρεὸν βουλεύηται. τηνικαῦτα ἐσέβαλλε τὴν στρατιήν· ἐστρατεύετο δὲ ὑπὸ συρίγγων τε καὶ πηκτίδων καὶ αὐλοῦ γυναικηίου τε καὶ ἀνδρηίου. 19. ἀνέμῳ βιώμενον ἅψατο νηοῦ Ἀθηναίης ἐπίκλησιν Ἀσσησίης.16. μακροτέρης δέ οἱ γινομένης τῆς νούσου πέμπει ἐς Δελφοὺς θεοπρόπους. εἴτε δὴ συμβουλεύσαντός τευ. ἀπὸ μέν νυν τούτων οὐκ ὡς ἤθελε ἀπήλλαξε. μηχανᾶται τοιάδε· [2] ὅσος ἦν ἐν τῷ ἄστεϊ σῖτος καὶ ἑωυτοῦ καὶ ἰδιωτικός. ὃ μὲν δὴ ἀπόστολος ἐς τὴν Μίλητον ἦν. ἁφθεὶς δὲ ὁ νηὸς κατεκαύθη. τοῦτον πάντα συγκομίσας ἐς τὴν ἀγορὴν . τὰς δὲ οἰκίας οὐ κατέβαλλε ὁ Λυδὸς τῶνδε εἵνεκα. οἰκήματα μὲν τὰ ἐπὶ τῶν ἀγρῶν οὔτε κατέβαλλε οὔτε ἐνεπίμπρη οὔτε θύρας ἀπέσπα. Σμύρνην τε τὴν ἀπὸ Κολοφῶνος κτισθεῖσαν εἷλε. ἀλλὰ προσπταίσας μεγάλως· ἄλλα δὲ ἔργα ἀπεδέξατο ἐὼν ἐν τῇ ἀρχῇ ἀξιαπηγητότατα τάδε. Περίανδρον τὸν Κυψέλου ἐόντα Θρασυβούλῳ τῷ τότε Μιλήτου τυραννεύοντι ξεῖνον ἐς τὰ μάλιστα. [2] ὡς δὲ ἐς τὴν Μιλησίην ἀπίκοιτο. οὗτοι δὲ τὸ ὅμοιον ἀνταποδιδόντες ἐτιμώρεον· καὶ γὰρ δὴ πρότερον οἱ Μιλήσιοι τοῖσι Χίοισι τὸν πρὸς Ἐρυθραίους πόλεμον συνδιήνεικαν. παραδεξάμενος τὸν πόλεμον παρὰ τοῦ πατρός. [3] τοῖσι δὲ ἡ Πυθίη ἀπικομένοισι ἐς Δελφοὺς οὐκ ἔφη χρήσειν πρὶν ἢ τὸν νηὸν τῆς Ἀθηναίης ἀνορθώσωσι. Σαδυάττεω δὲ Ἀλυάττης. ἐν τοῖσι τρώματα μεγάλα διφάσια Μιλησίων ἐγένετο. ὁ καὶ ἐσβάλλων τηνικαῦτα ἐς τὴν Μιλησίην τὴν στρατιήν· Σαδυάττης οὗτος γὰρ καὶ ὁ τὸν πόλεμον ἦν συνάψας· τὰ δὲ πέντε τῶν ἐτέων τὰ ἑπόμενα τοῖσι ἓξ Ἀλυάττης ὁ Σαδυάττεω ἐπολέμεε. ὅκως ἔχοιεν ἐνθεῦτεν ὁρμώμενοι τὴν γῆν σπείρειν τε καὶ ἐργάζεσθαι οἱ Μιλήσιοι. [3] τοῖσι δὲ Μιλησίοισι οὐδαμοὶ Ἰώνων τὸν πόλεμον τοῦτον συνεπελάφρυνον ὅτι μὴ Χῖοι μοῦνοι. Κιμμερίους τε ἐκ τῆς Ἀσίης ἐξήλασε. τὸν ἐνέπρησαν χώρης τῆς Μιλησίης ἐν Ἀσσησῷ. 20. πέμψαντα ἄγγελον κατειπεῖν. Δελφῶν οἶδα ἐγὼ οὕτω ἀκούσας γενέσθαι· Μιλήσιοι δὲ τάδε προστιθεῖσι τούτοισι. ὡς οἱ ταῦτα ἐξαγγέλθη. [2] καὶ τὸ παραυτίκα μὲν λόγος οὐδεὶς ἐγένετο. ἐς Κλαζομενάς τε ἐσέβαλε. 17. 21. ὡς καὶ πρότερον μοι δεδήλωται. αὐτίκα ἔπεμπε κήρυκα ἐς Μίλητον βουλόμενος σπονδὰς ποιήσασθαι Θρασυβούλῳ τε καὶ Μιλησίοισι χρόνον ὅσον ἂν τὸν νηὸν οἰκοδομέῃ. αὐτὸς δὲ ἐκείνων ἐργαζομένων ἔχοι τι καὶ σίνεσθαι ἐσβάλλων. ἐπελαύνων γὰρ ἐπολιόρκεε τὴν Μίλητον τρόπῳ τοιῷδε· ὅκως μὲν εἴη ἐν τῇ γῇ καρπὸς ἁδρός. Μιλήσιοι μέν νυν οὕτω λέγουσι γενέσθαι. ἔα δὲ κατὰ χώρην ἑστάναι· ὁ δὲ τὰ τε δένδρεα καὶ τὸν καρπὸν τὸν ἐν τῇ γῇ ὅκως διαφθείρειε. Ἄρδυος δὲ βασιλεύσαντος ἑνὸς δέοντα πεντήκοντα ἔτεα ἐξεδέξατο Σαδυάττης ὁ Ἄρδυος. μετὰ δὲ τῆς στρατιῆς ἀπικομένης ἐς Σάρδις ἐνόσησε ὁ Ἀλυάττης. καὶ εἰδὼς τὰ Ἀλυάττης μέλλοι ποιήσειν. ὃς παραδεξάμενος. ἀπαλλάσσετο ὀπίσω. πυθόμενον τὸ χρηστήριον τὸ τῷ Ἀλυάττῃ γενόμενον. 18. τῷ δὲ δυωδεκάτῳ ἔτεϊ ληίου ἐμπιπραμένου ὑπὸ τῆς στρατιῆς συνηνείχθη τι τοιόνδε γενέσθαι πρῆγμα· ὡς ἅφθη τάχιστα τὸ λήιον. παρὰ τοῦ πατρὸς τὸν πόλεμον προσεῖχε ἐντεταμένως. ἐπολέμησε Μιλησίοισι. Ἀλυάττης δέ. καὶ ἐβασίλευσε ἔτεα δυώδεκα.
θέης ἄξιον διὰ πάντων τῶν ἐν Δελφοῖσι . βασιλεύσας ἔτεα ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. ἐπεὰν αὐτὸς σημήνῃ. φαμένων δὲ ἐκείνων ὡς εἴη τε σῶς περὶ Ἰταλίην καί μιν εὖ πρήσσοντα λίποιεν ἐν Τάραντι. Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον. [3] ἐλπίζων γὰρ ὁ Ἀλυάττης σιτοδείην τε εἶναι ἰσχυρὴν ἐν τῇ Μιλήτῳ καὶ τὸν λεὼν τετρῦσθαι ἐς τὸ ἔσχατον κακοῦ. στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον. 25. πιστεύοντα δὲ οὐδαμοῖσι μᾶλλον ἢ Κορινθίοισι μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων. ἀνακῶς δὲ ἔχειν τῶν πορθμέων. Περίανδρος δὲ ἦν Κυψέλου παῖς οὗτος ὁ τῷ Θρασυβούλῳ τὸ χρηστήριον μηνύσας· ἐτυράννευε δὲ ὁ Περίανδρος Κορίνθου· τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι. χρήματα μὲν σφι προϊέντα. ἐπὶ δελφῖνος ἐπὲων ἄνθρωπος. καὶ Ἀρίονος ἐστὶ ἀνάθημα χάλκεον οὐ μέγα ἐπὶ Ταινάρῳ. δι᾽ οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο ἡ διαλλαγή. αὐτός τε ἐκ τῆς νούσου ἀνέστη. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην. περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι· ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσασθαι. 23. [3] οὔκων δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι. τὸν πολλὸν τοῦ χρόνου διατρίβοντα παρὰ Περιάνδρῳ ἐπιθυμῆσαι πλῶσαι ἐς Ἰταλίην τε καὶ Σικελίην. τότε πίνειν τε πάντας καὶ κώμῳ χρᾶσθαι ἐς ἀλλήλους. καὶ δύο τε ἀντὶ ἑνὸς νηοὺς τῇ Ἀθηναίῃ οἰκοδόμησε ὁ Ἀλυάττης ἐν τῇ Ἀσσησῷ.προεῖπε Μιλησίοισι. [7] Περίανδρον δὲ ὑπὸ ἀπιστίης Ἀρίονα μὲν ἐν φυλακῇ ἔχειν οὐδαμῇ μετιέντα. κατὰ μέν τὸν πρὸς Μιλησίους τε καὶ Θρασύβουλον πόλεμον Ἀλυάττῃ ὧδε ἔσχε. ἀποβάντα δέ αὐτὸν χωρέειν ἐς Κόρινθον σὺν τῇ σκευῇ. 24. [4] μετὰ δὲ ἥ τε διαλλαγή σφι ἐγένετο ἐπ᾽ ᾧ τε ξείνους ἀλλήλοισι εἶναι καὶ συμμάχους. τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα. [2] ἀνέθηκε δὲ ἐκφυγὼν τὴν νοῦσον δεύτερος οὗτος τῆς οἰκίης ταύτης ἐς Δελφοὺς κρητῆρά τε ἀργύρεον μέγαν καὶ ὑποκρητηρίδιον σιδήρεον κολλητόν. ἐπιφανῆναί σφι τὸν Ἀρίονα ὥσπερ ἔχων ἐξεπήδησε· καὶ τοὺς ἐκπλαγέντας οὐκ ἔχειν ἔτι ἐλεγχομένους ἀρνέεσθαι. καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός. καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ. ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. ὅκως ἂν δὴ ὁ κῆρυξ ὁ Σαρδιηνὸς ἰδών τε σωρὸν μέγαν σίτου κεχυμένον καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐν εὐπαθείῃσι ἐόντας ἀγγείλῃ Ἀλυάττῃ· [2] τὰ δὴ καὶ ἐγένετο. ὡς δὲ ἄρα παρεῖναι αὐτούς. ὡς γὰρ δὴ ἰδών τε ἐκεῖνα ὁ κῆρυξ καὶ εἶπας πρὸς Θρασύβουλον τοῦ Λυδοῦ τὰς ἐντολὰς ἀπῆλθε ἐς τὰς Σάρδις. κληθέντας ἱστορέεσθαι εἴ τι λέγοιεν περὶ Ἀρίονος. τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. ἐπειδή σφι οὕτω δοκέοι. ἀλλὰ κελεύειν τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν διαχρᾶσθαί μιν. ἤκουε τοῦ κήρυκος νοστήσαντος ἐκ τῆς Μιλήτου τοὺς ἐναντίους λόγους ἢ ὡς αὐτὸς κατεδόκεε. [6] καὶ τοὺς μὲν ἀποπλέειν ἐς Κόρινθον. 22. τὸν δὲ δελφῖνα λέγουσι ὑπολαβόντα ἐξενεῖκαι ἐπὶ Ταίναρον. Ἀλυάττης δὲ ὁ Λυδὸς τὸν πρὸς Μιλησίους πόλεμον διενείκας μετέπειτα τελευτᾷ. ἐργασάμενον δὲ χρήματα μεγάλα θελῆσαι ὀπίσω ἐς Κόρινθον ἀπικέσθαι. ταῦτα δὲ ἐποίεέ τε καὶ προηγόρευε Θρασύβουλος τῶνδε εἵνεκεν. τοῦτον τὸν Ἀρίονα λέγουσι. ὡς ἂν ταφῆς ἐν γῇ τύχῃ. [8] ταῦτα μέν νυν Κορίνθιοί τε καὶ Λέσβιοι λέγουσι. [2] ὁρμᾶσθαι μέν νυν ἐκ Τάραντος. [5] καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ. ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην νέα. ἢ ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν τὴν ταχίστην· [4] ἀπειληθέντα δὴ τὸν Ἀρίονα ἐς ἀπορίην παραιτήσασθαι. ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον. τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι.
Μυσοί. παρ᾽ ἡμέας γὰρ περὶ σέο λόγος ἀπῖκται πολλὸς καὶ σοφίης εἵνεκεν τῆς σῆς καὶ πλάνης. οἳ δὲ Πιττακὸν τὸν Μυτιληναῖον. ὃς μοῦνος δὴ πάντων ἀνθρώπων σιδήρου κόλλησιν ἐξεῦρε. 29. πειθόμενον παύσασθαι τῆς ναυπηγίης. προσφυέως γὰρ δόξαι λέγειν. ἀπικνέονται ἐς Σάρδις ἀκμαζούσας πλούτῳ ἄλλοι τε οἱ πάντες ἐκ τῆς Ἑλλάδος σοφισταί. ὡς δὲ ἄρα οἱ ἐν τῇ Ἀσίῃ Ἕλληνες κατεστράφατο ἐς φόρου ἀπαγωγήν. προθύμως μοι φαίνεαι εὔξασθαι νησιώτας ἱππευομένους λαβεῖν ἐν ἠπείρῳ. αὐτῶν δὴ ὦν τούτων καὶ τῆς θεωρίης ἐκδημήσας ὁ Σόλων εἵνεκεν ἐς Αἴγυπτον ἀπίκετο παρὰ Ἄμασιν καὶ δὴ καὶ ἐς Σάρδις παρὰ Κροῖσον. καὶ ἐπεδείκνυσαν πάντα ἐόντα μεγάλα τε καὶ ὄλβια. [2] ἔνθα δὴ οἱ Ἐφέσιοι πολιορκεόμενοι ὑπ᾽ αὐτοῦ ἀνέθεσαν τὴν πόλιν τῇ Ἀρτέμιδι. ἐπείτε τάχιστα ἐπύθοντό σε μέλλοντα ἐπὶ σφίσι ναυπηγέεσθαι νέας. χρόνου δὲ ἐπιγινομένου καὶ κατεστραμμένων σχεδὸν πάντων τῶν ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ οἰκημένων· πλὴν γὰρ Κιλίκων καὶ Λυκίων τοὺς ἄλλους πάντας ὑπ᾽ ἑωυτῷ εἶχε καταστρεψάμενος ὁ Κροῖσος. Μαριανδυνοί. Αἰολέες. νησιώτας δὲ τί δοκέεις εὔχεσθαι ἄλλο ἤ." [3] ὃ μὲν ἐλπίζων εἶναι ἀνθρώπων ὀλβιώτατος ταῦτα ἐπειρώτα· . τοὺς σὺ δουλώσας ἔχεις. ὡς φιλοσοφέων γῆν πολλὴν θεωρίης εἵνεκεν ἐπελήλυθας· νῦν ὦν ἐπειρέσθαι με ἵμερος ἐπῆλθέ σε εἴ τινα ἤδη πάντων εἶδες ὀλβιώτατον. νησιῶται ἵππον συνωνέονται μυρίην. τελευτήσαντος δὲ Ἀλυάττεω ἐξεδέξατο τὴν βασιληίην Κροῖσος ὁ Ἀλυάττεω. καὶ δὴ καὶ Σόλων ἀνὴρ Ἀθηναῖος." [5] κάρτα τε ἡσθῆναι Κροῖσον τῷ ἐπιλόγῳ καί οἱ. οἳ μὲν Βίαντα λέγουσι τὸν Πριηνέα ἀπικόμενον ἐς Σάρδις. [4] τὸν δὲ ὑπολαβόντα φάναι "ὦ βασιλεῦ. 27. ἣ τότε ἐπολιορκέετο. [3] πρώτοισι μὲν δὴ τούτοισι ἐπεχείρησε ὁ Κροῖσος. ὡς ἕκαστος αὐτῶν ἀπικνέοιτο. καὶ τοῦ νηοῦ ἑπτὰ στάδιοι. λῦσαι τῶν ἔθετο. Δωριέες. ἔστι δὲ μεταξὺ τῆς τε παλαιῆς πόλιος. Λυδοί. μετὰ δὲ ἐν μέρεϊ ἑκάστοισι Ἰώνων τε καὶ Αἰολέων. εἴρετο ὁ Κροῖσος τάδε. 30. Θρήικες οἱ Θυνοί τε καὶ Βιθυνοί. Παφλαγόνες. τὸ ἐνθεῦτεν ἐπενόεε νέας ποιησάμενος ἐπιχειρέειν τοῖσι νησιώτῃσι. καὶ οὕτω τοῖσι τὰς νήσους οἰκημένοισι Ἴωσι ξεινίην συνεθήκατο." Κροῖσον δὲ ἐλπίσαντα λέγειν ἐκεῖνον ἀληθέα εἰπεῖν "αἲ γὰρ τοῦτο θεοὶ ποιήσειαν ἐπὶ νόον νησιώτῃσι. 26. [2] ἐόντων δέ οἱ πάντων ἑτοίμων ἐς τὴν ναυπηγίην.ἀναθημάτων. ἐλθεῖν ἐπὶ Λυδῶν παῖδας σὺν ἵπποισι. "ξεῖνε Ἀθηναῖε.ἵνα δὴ μή τινα τῶν νόμων ἀναγκασθῇ. [2] αὐτοὶ γὰρ οὐκ οἷοί τε ἦσαν αὐτὸ ποιῆσαι Ἀθηναῖοι· ὁρκίοισι γὰρ μεγάλοισι κατείχοντο δέκα ἔτεα χρήσεσθαι νόμοισι τοὺς ἄν σφι Σόλων θῆται. [2] θεησάμενον δέ μιν τὰ πάντα καὶ σκεψάμενον ὥς οἱ κατὰ καιρὸν ἦν. ἵνα ὓπερ τῶν ἐν τῇ ἠπείρῳ οἰκημένων Ἑλλήνων τίσωνταί σε. Φρύγες. τῶν μὲν ἐδύνατο μέζονας παρευρίσκειν. εἰρομένου Κροίσου εἴ τι εἴη νεώτερον περὶ τὴν Ἑλλάδα. ἐς Σάρδις τε καὶ ἐπὶ σὲ ἐν νόῳ ἔχοντες στρατεύεσθαι. Κᾶρες. Πάμφυλοι κατεστραμμένων δὲ τούτων καὶ προσεπικτωμένου Κροίσου Λυδοῖσι. Γλαύκου τοῦ Χίου ποίημα. οἰκότα ἐλπίζων. 28. τοῖσι δὲ αὐτῶν καὶ φαῦλα ἐπιφέρων. μέζονα ἐπαιτιώμενος. ὃς Ἀθηναίοισι νόμους κελεύσασι ποιήσας ἀπεδήμησε ἔτεα δέκα κατά θεωρίης πρόφασιν ἐκπλώσας. οἳ τοῦτον τὸν χρόνον ἐτύγχανον ἐόντες. ἐτέων ἐὼν ἡλικίην πέντε καὶ τριήκοντα· ὃς δὴ Ἑλλήνων πρώτοισι ἐπεθήκατο Ἐφεσίοισι. λαβεῖν ἀρώμενοι Λυδούς ἐν θαλάσσῃ. ἐξάψαντες ἐκ τοῦ νηοῦ σχοινίον ἐς τὸ τεῖχος. Ἴωνες. ἄλλοισι ἄλλας αἰτίας ἐπιφέρων. εἰσὶ δὲ οἵδε. ἀπικόμενος δὲ ἐξεινίζετο ἐν τοῖσι βασιληίοισι ὑπὸ τοῦ Κροίσου· μετὰ δὲ ἡμέρῃ τρίτῃ ἢ τετάρτῃ κελεύσαντος Κροίσου τὸν Σόλωνα θεράποντες περιῆγον κατὰ τοὺς θησαυρούς. εἰπόντα τάδε καταπαῦσαι τὴν ναυπηγίην· [3] "ὦ βασιλεῦ. Χάλυβες.
" [4] ἀποθωμάσας δὲ Κροῖσος τὸ λεχθὲν εἴρετο ἐπιστρεφέως· "κοίῃ δὴ κρίνεις Τέλλον εἶναι ὀλβιώτατον. [4] τουτέων τῶν ἁπασέων ἡμερέων τῶν ἐς τὰ ἑβδομήκοντα ἔτεα. καί σφι εἶδε ἅπασι τέκνα ἐκγενόμενα καὶ πάντα παραμείναντα· τοῦτο δὲ τοῦ βίου εὖ ἥκοντι. πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοι εἰσί. οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν. ἐς γὰρ ἑβδομήκοντα ἔτεα οὖρον τῆς ζόης ἀνθρώπῳ προτίθημι. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν. ἡ ἑτέρη αὐτέων τῇ ἑτέρῃ ἡμέρῃ τὸ παράπαν οὐδὲν ὅμοιον προσάγει πρῆγμα. μῆνες μὲν παρὰ τὰ ἑβδομήκοντα ἔτεα οἱ ἐμβόλιμοι γίνονται τριήκοντα πέντε. διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. [5] ἐμοὶ δὲ σὺ καὶ πλουτέειν μέγα φαίνεαι καὶ βασιλεὺς πολλῶν εἶναι ἀνθρώπων· ἐκεῖνο δὲ τὸ εἴρεό με. εἰ μή οἱ τύχη ἐπίσποιτο πάντα καλὰ ἔχοντα εὖ τελευτῆσαὶ τὸν βίον. οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ. οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως. Σόλων μὲν δὴ εὐδαιμονίης δευτερεῖα ἔνεμε τούτοισι. [2] ἐν γὰρ τῷ μακρῷ χρόνῳ πολλὰ μὲν ἐστὶ ἰδεῖν τὰ μή τις ἐθέλει. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων. πρὶν τελευτήσαντα καλῶς τὸν αἰῶνα πύθωμαι. στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι. [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν. ἐμβολίμου μηνὸς μὴ γινομένου· εἰ δὲ δὴ ἐθελήσει τοὔτερον τῶν ἐτέων μηνὶ μακρότερον γίνεσθαι. βοηθήσας καὶ τροπὴν ποιήσας τῶν πολεμίων ἀπέθανε κάλλιστα. οὔκω σε ἐγὼ λέγω. ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν. Κροῖσος δὲ σπερχθεὶς εἶπε "ὦ ξεῖνε Ἀθηναῖε. δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὃ δ᾽ εἶπε "Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα.Σόλων δὲ οὐδὲν ὑποθωπεύσας ἀλλὰ τῷ ἐόντι χρησάμενος λέγει "ὦ βασιλεῦ. τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί. καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην." ὁ δὲ εἶπε Τέλλῳ τοῦτο μὲν τῆς πόλιος εὖ ἡκούσης παῖδες ἦσαν καλοί τε κἀγαθοί. πολλὰ δὲ καὶ παθεῖν. [6] ὁ μὲν δὴ μέγα πλούσιος ἀνόλβιος δὲ δυοῖσι προέχει τοῦ εὐτυχέος μοῦνον. ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι." 32. [3] οὗτοι ἐόντες ἐνιαυτοὶ ἑβδομήκοντα παρέχονται ἡμέρας διηκοσίας καὶ πεντακισχιλίας καὶ δισμυρίας. τελευτὴ τοῦ βίου λαμπροτάτη ἐπεγένετο· [5] γενομένης γὰρ Ἀθηναίοισι μάχης πρὸς τοὺς ἀστυγείτονας ἐν Ἐλευσῖνι. ἵνα δὴ αἱ ὧραι συμβαίνωσι παραγινόμεναι ἐς τὸ δέον. [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο. πολλοὶ δὲ μετρίως ἔχοντες βίου εὐτυχέες. ὡς τὰ παρ᾽ ἡμῖν. ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία." 31. ἡ δ᾽ ἡμετέρη εὐδαιμονίη οὕτω τοι ἀπέρριπται ἐς τὸ μηδὲν ὥστε οὐδὲ ἰδιωτέων ἀνδρῶν ἀξίους ἡμέας ἐποίησας. ἐπιστάμενόν με τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ ταραχῶδες ἐπειρωτᾷς ἀνθρωπηίων πρηγμάτων πέρι. ἡμέραι δὲ ἐκ τῶν μηνῶν τούτων χίλιαι πεντήκοντα. καί μιν Ἀθηναῖοι δημοσίῃ τε ἔθαψαν αὐτοῦ τῇ περ ἔπεσε καὶ ἐτίμησαν μεγάλως. οὕτω ὦν Κροῖσε πᾶν ἐστὶ ἄνθρωπος συμφορή. Τέλλον Ἀθηναῖον. ἐουσέων πεντήκοντα καὶ διηκοσιέων καὶ ἑξακισχιλιέων καὶ δισμυριέων. οὗτος δὲ τοῦ πλουσίου καὶ . καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν. αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν. οὐ γάρ τι ὁ μέγα πλούσιος μᾶλλον τοῦ ἐπ᾽ ἡμέρην ἔχοντος ὀλβιώτερος ἐστί." ὁ δὲ εἶπε "ὦ Κροῖσε.
ὣς δὲ καὶ ἀνθρώπου σῶμα ἓν οὐδὲν αὔταρκες ἐστί· τὸ μὲν γὰρ ἔχει. πολλάκις δὲ οἱ Μυσοὶ ἐπ᾽ αὐτὸν ἐξελθόντες ποιέεσκον μὲν κακὸν οὐδέν. ἐπείτε δὲ τὰ νομιζόμενα ἐποίησε ὁ Κροῖσος. ἔπασχον δὲ πρὸς αὐτοῦ. οὔτε λόγου μιν ποιησάμενος οὐδενὸς ἀποπέμπεται. νῦν ὦν προσδεόμεθά σευ τὸν παῖδα καὶ . ἐκ τῶν ἀνδρεώνων ἐκκομίσας ἐς τοὺς θαλάμους συνένησε. ταῦτα λέγων τῷ Κροίσῳ οὔ κως οὔτε ἐχαρίζετο. παρελθὼν δὲ οὗτος ἐς τὰ Κροίσου οἰκία κατὰ νόμους τοὺς ἐπιχωρίους καθαρσίου ἐδέετο κυρῆσαι. ὃ μὲν δὴ δίαιταν εἶχε ἐν Κροίσου. αὐτίκα δέ οἱ εὕδοντι ἐπέστη ὄνειρος. ὑὸς χρῆμα μέγιστον ἀνεφάνη ἡμῖν ἐν τῇ χώρῃ. ὡς ἀπολέει μιν αἰχμῇ σιδηρέῃ βληθέντα. ἐπυνθάνετο ὁκόθεν τε καὶ τίς εἴη. αὕτη ἀρίστη. ἄπηρος δὲ ἐστί. τῶν οὕτερος μὲν διέφθαρτο. τοῦτον δὴ ὦν τὸν Ἄτυν σημαίνει τῷ Κροίσῳ ὁ ὄνειρος. τοῦτον προθυμεόμενοι ἑλεῖν οὐ δυνάμεθα. [3] ὃ δ᾽ ἐπείτε ἐξηγέρθη καὶ ἑωυτῷ λόγον ἔδωκε. [8] τὰ πάντα μέν νυν ταῦτα συλλαβεῖν ἄνθρωπον ἐόντα ἀδύνατον ἐστί. ὁ ὄλβιος κεκλῆσθαι ἄξιος ἐστί· πρὶν δ᾽ ἂν τελευτήσῃ. καταρρωδήσας τὸν ὄνειρον ἄγεται μὲν τῷ παιδὶ γυναῖκα. ἐωθότα δὲ στρατηγέειν μιν τῶν Λυδῶν οὐδαμῇ ἔτι ἐπὶ τοιοῦτο πρῆγμα ἐξέπεμπε· ἀκόντια δὲ καὶ δοράτια καὶ τά τοιαῦτα πάντα τοῖσι χρέωνται ἐς πόλεμον ἄνθρωποι. ἐν δὲ τῷ αὐτῷ χρόνῳ τούτῳ ἐν τῷ Μυσίῳ Ὀλύμπῳ ὑὸς χρῆμα γίνεται μέγα· ὁρμώμενος δὲ οὗτος ἐκ τοῦ ὄρεος τούτου τὰ τῶν Μυσῶν ἔργα διαφθείρεσκε. Κροῖσος δέ μιν ἐκάθηρε. μηδὲ καλέειν κω ὄλβιον ἀλλ᾽ εὐτυχέα." 36. ὥσπερ χωρῇ οὐδεμία καταρκέει πάντα ἑωυτῇ παρέχουσα. ἄνουσος. [2] ἦσαν δὲ τῷ Κροίσῳ δύο παῖδες. ὅς οἱ τὴν ἀληθείην ἔφαινε τῶν μελλόντων γενέσθαι κακῶν κατὰ τὸν παῖδα. ἄλλου δὲ ἐνδεές ἐστι· [9] ὃς δ᾽ ἂν αὐτῶν πλεῖστα ἔχων διατελέῃ καὶ ἔπειτα τελευτήσῃ εὐχαρίστως τὸν βίον. [2] ἔστι δὲ παραπλησίη ἡ κάθαρσις τοῖσι Λυδοῖσι καὶ τοῖσι Ἕλλησι. γένεος δὲ τοῦ βασιληίου. ἐπισχεῖν. ὃς τὰ ἔργα διαφθείρει. εὔπαις. τίς τε ἐὼν καὶ κόθεν τῆς Φρυγίης ἥκων ἐπίστιός μοι ἐγένεο." 33. ἀπικνέεται ἐς τὰς Σάρδις ἀνὴρ συμφορῇ ἐχόμενος καὶ οὐ καθαρὸς χεῖρας. λέγων τάδε· [3] "ὤνθρωπε. ἔνθα ἀμηχανήσεις χρήματος οὐδενὸς μένων ἐν ἡμετέρου. φονεύσας δὲ ἀδελφεὸν ἐμεωυτοῦ ἀέκων πάρειμι ἐξεληλαμένος τε ὑπὸ τοῦ πατρὸς καὶ ἐστερημένος πάντων. ὃς τὰ παρεόντα ἀγαθὰ μετεὶς τὴν τελευτὴν παντὸς χρήματος ὁρᾶν ἐκέλευε. [2] τέλος δὲ ἀπικόμενοι παρὰ τὸν Κροῖσον τῶν Μυσῶν ἄγγελοι ἔλεγον τάδε." ὁ δὲ ἀμείβετο "ὦ βασιλεῦ." [4] Κροῖσος δέ μιν ἀμείβετο τοῖσιδε· "ἀνδρῶν τε φίλων τυγχάνεις ἔκγονος ἐὼν καὶ ἐλήλυθας ἐς φίλους. ὀνομάζομαι δὲ Ἄδρηστος. συμφορήν τε ταύτην ὡς κουφότατα φέρων κερδανέεις πλεῖστον. ταῦτα δὲ ἡ εὐτυχίη οἱ ἀπερύκει. σκοπέειν δὲ χρὴ παντὸς χρήματος τὴν τελευτήν. ἀλλὰ ἄλλο μὲν ἔχει ἑτέρου δὲ ἐπιδέεται· ἣ δὲ ἂν τὰ πλεῖστα ἔχῃ. "ὦ βασιλεῦ. ἔχοντι δέ οἱ ἐν χερσὶ τοῦ παιδὸς τὸν γάμον. 34. ἀπαθὴς κακῶν. οὗτος παρ᾽ ἐμοὶ τὸ οὔνομα τοῦτο ὦ βασιλεῦ δίκαιος ἐστὶ φέρεσθαι.ἀνόλβου πολλοῖσι· ὃ μὲν ἐπιθυμίην ἐκτελέσαι καί ἄτην μεγάλην προσπεσοῦσαν ἐνεῖκαι δυνατώτερος. μετὰ δὲ Σόλωνα οἰχόμενον ἔλαβέ ἐκ θεοῦ νέμεσις μεγάλη Κροῖσον. τίνα τε ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν ἐφόνευσας. ἦν γὰρ δὴ κωφός. οὗτος ἐκεῖνος τὸν σὺ ζητέεις. κῇ ἀποβήσεται· πολλοῖσι γὰρ δὴ ὑποδέξας ὄλβον ὁ θεὸς προρρίζους ἀνέτρεψε. Γορδίεω μὲν τοῦ Μίδεω εἰμὶ παῖς. ὁ δὲ τοῖσιδε προέχει ἐκείνου· ἄτην μὲν καὶ ἐπιθυμίην οὐκ ὁμοίως δυνατὸς ἐκείνῳ ἐνεῖκαι. μή τί οἱ κρεμάμενον τῷ παιδὶ ἐμπέσῃ. ὁ δὲ ἕτερος τῶν ἡλίκων μακρῷ τὰ πάντα πρῶτος· οὔνομα δέ οἱ ἦν Ἄτυς. ἐὼν Φρὺξ μὲν γενεῇ. ὡς εἰκάσαι. εὐειδής. [7] εἰ δὲ πρὸς τούτοισι ἔτι τελευτήσῃ τὸν βίον εὖ. ὅτι ἐνόμισε ἑωυτὸν εἶναι ἀνθρώπων ἁπάντων ὀλβιώτατον. 35. κάρτα δόξας ἀμαθέα εἶναι.
εἴπας δὲ ταῦτα ὁ Κροῖσος μεταπέμπεται τὸν Φρύγα Ἄδρηστον. ἢ λόγῳ ἀνάπεισον ὅκως μοι ἀμείνω ἐστὶ ταῦτα οὕτω ποιεόμενα. [2] νῦν ὤν (ὀφείλεις γὰρ ἐμοῦ προποιήσαντος χρηστὰ ἐς σὲ χρηστοῖσί με ἀμείβεσθαι) φύλακα παιδός σε τοῦ ἐμοῦ χρηίζω γενέσθαι ἐς ἄγρην ὁρμωμένου. χρῆν δή σε ποιέειν τὰ ποιέεις· νῦν δὲ ὑπὸ αἰχμῆς. ἰδόντι γε ὄψιν τοιαύτην. ἄλλως μὲν ἔγωγε ἂν οὐκ ἤια ἐς ἄεθλον τοιόνδε· οὔτε γὰρ συμφορῇ τοιῇδε κεχρημένον οἰκός ἐστι ἐς ὁμήλικας εὖ πρήσσοντας ἰέναι. παῖδα τε σόν. ὡς ἄν μιν ἐξέλωμεν ἐκ τῆς χώρης. μετίημί τε σὲ ἰέναι ἐπὶ τὴν ἄγρην. οὔτε δειλίην οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἄχαρι παριδών. ἐκάθηρα καὶ οἰκίοισι ὑποδεξάμενος ἔχω. ἐγώ σε συμφορῇ." 43. [2] φής τοι τὸ ὄνειρον ὑπὸ αἰχμῆς σιδηρέης φάναι ἐμὲ τελευτήσειν. "συγγνώμη μὲν ὦ πάτερ τοι. οὔτε τινὰ δειλίην μοι παριδὼν οὔτε ἀθυμίην νῦν τε τέοισί με χρὴ ὄμμασι ἔς τε ἀγορὴν καὶ ἐξ ἀγορῆς φοιτέοντα φαίνεσθαι. εἴ κως δυναίμην ἐπὶ τῆς ἐμῆς σε ζόης διακλέψαι. ἤισαν μετὰ ταῦτα ἐξηρτυμένοι λογάσι τε νεηνίῃσι καὶ κυσί. "παιδὸς μὲν πέρι τοῦ ἐμοῦ μὴ μνησθῆτε ἔτι· οὐ γὰρ ἂν ὑμῖν συμπέμψαιμι· νεόγαμός τε γὰρ ἐστὶ καὶ ταῦτά οἱ νῦν μέλει. παρέχων πᾶσαν δαπάνην." 41." 42. ἀλλά μοι ὄψις ὀνείρου ἐν τῷ ὕπνῳ ἐπιστᾶσα ἔφη σε ὀλιγοχρόνιον ἔσεσθαι· ὑπὸ γὰρ αἰχμῆς σιδηρέης ἀπολέεσθαι. Κροῖσος δὲ μνημονεύων τοῦ ὀνείρου τὰ ἔπεα ἔλεγέ σφι τάδε. ἀπήμονα τοῦ φυλάσσοντος εἵνεκεν προσδόκα τοι ἀπονοστήσειν. καὶ διακελεύσομαι τοῖσι ἰοῦσι εἶναι ὡς προθυμοτάτοισι συνεξελεῖν ὑμῖν τὸ θηρίον ἐκ τῆς χώρης. κοίῳ δὲ ἐκείνη δόξει ἀνδρὶ συνοικέειν. ἀμείβεται ὁ νεηνίης τοῖσιδε.λογάδας νεηνίας καὶ κύνας συμπέμψαι ἡμῖν. ἀμείβεται ὁ Ἄδρηστος "ὦ βασιλεῦ. οὔτε τὸ βούλεσθαι πάρα." 38. ἔστι τῇ με νικᾷς γνώμην ἀποφαίνων περὶ τοῦ ἐνυπνίου. ἐπείτε σὺ σπεύδεις καὶ δεῖ τοί χαρίζεσθαι (ὀφείλω γάρ σε ἀμείβεσθαι χρηστοῖσι). περὶ ἐμὲ φυλακὴν ἔχειν· τὸ δὲ οὐ μανθάνεις ἀλλὰ λέληθέ σε τὸ ὄνειρον. πεπληγμένον ἀχάρι. [2] "ὦ πάτερ. ἀμείβεται Κροῖσος τοῖσιδε. "ὦ παῖ. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ νεηνίης τάδε. εἷς γὰρ μοι μοῦνος τυγχάνεις ἐὼν παῖς· τὸν γὰρ δὴ ἕτερον διεφθαρμένον τὴν ἀκοὴν οὐκ εἶναί μοι λογίζομαι." [3] οἳ μὲν δὴ τούτων ἐδέοντο. ταῦτα ἀμείψατο· ἀποχρεωμένων δὲ τούτοισι τῶν Μυσῶν. ὡς ὦν νενικημένος ὑπὸ σέο μεταγινώσκω. τὰ κάλλιστα πρότερον κοτὲ καὶ γενναιότατα ἡμῖν ἦν ἔς τε πολέμους καὶ ἐς ἄγρας φοιτέοντας εὐδοκιμέειν· νῦν δὲ ἀμφοτέρων με τούτων ἀποκληίσας ἔχεις. Λυδῶν μέντοι λογάδας καὶ τὸ κυνηγέσιον πᾶν συμπέμψω. εἰ μὲν γὰρ ὑπὸ ὀδόντος τοι εἶπε τελευτήσειν με." 40. ἐπεσέρχεται ὁ τοῦ Κροίσου παῖς ἀκηκοὼς τῶν ἐδέοντο οἱ Μυσοί. [3] πρὸς δὲ τούτῳ καὶ σέ τοι χρεόν ἐστι ἰέναι ἔνθα ἀπολαμπρυνέαι τοῖσι χρεόν πατρώιόν τε γάρ τοι ἐστὶ καὶ προσέτι ῥώμη ὑπάρχει. πολλαχῇ τε ἂν ἶσχον ἐμεωυτόν. ἀπικομένῳ δέ οἱ λέγει τάδε. ποιέειν εἰμὶ ἕτοιμος ταῦτα. ἢ ἄλλου τευ ὅ τι τούτῳ ἔοικε." 37." 39. ὑὸς δὲ κοῖαι μὲν εἰσὶ χεῖρες. τοιούτοισι ἐπείτε οὗτος ἀμείψατο Κροῖσον. μέτες με. κοίη δὲ αἰχμὴ σιδηρέη τὴν σὺ φοβέαι. φυλακὴν ἔχων. ἐμέ τοί δίκαιον ἐστί φράζειν. κοῖος δέ τις τῇ νεογάμῳ γυναικί. [2] νῦν δέ. "Ἄδρηστε. ἐμὲ ὦν σὺ ἢ μέτες ἰέναι ἐπὶ τὴν θήρην. μή τινες κατ᾽ ὁδὸν κλῶπες κακοῦργοι ἐπὶ δηλήσι φανέωσι ὑμῖν. οὐ φαμένου δὲ τοῦ Κροίσου τόν γε παῖδά σφι συμπέμψειν. ἐπείτε ὦν οὐ πρὸς ἄνδρας ἡμῖν γίνεται ἡ μάχη. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὸν Ὄλυμπον τὸ ὄρος ἐζήτεον τὸ . τήν τοι οὐκ ὀνειδίζω. τοι ποιέω ταῦτα. [2] πρὸς ὧν τὴν ὄψιν ταύτην τόν τε γάμον τοι τοῦτον ἔσπευσα καὶ ἐπὶ τὰ παραλαμβανόμενα οὐκ ἀποπέμπω. τὸν διακελεύεαι φυλάσσειν. [3] κοῖος μέν τις τοῖσι πολιήτῃσι δόξω εἶναι. ἀμείβεται Κροῖσος "ὦ παῖ.
ὅς μοι καὶ πάλαι προεσήμαινε τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι. ἐντειλάμενος δὲ τοῖσι Λυδοῖσι τάδε ἀπέπεμπε ἐς τὴν διάπειραν τῶν χρηστηρίων. ἐπείρηται σφέα δεύτερα πέμπων εἰ ἐπιχειρέοι ἐπὶ Πέρσας στρατεύεσθαι. συγγραψαμένους ἀναφέρειν παρ᾽ ἑωυτόν. συγγινωσκόμενος ἀνθρώπων εἶναι τῶν αὐτὸς ᾔδεε βαρυσυμφορώτατος. τὸν αὐτὸν τοῦτον ὀνομάζων θεόν. 47. οἳ δὲ τῆς Μιλησίης ἐς Βραγχίδας. [3] οἶδα δ᾽ ἐγὼ ψάμμου τ᾽ ἀριθμὸν καὶ μέτρα θαλάσσης. ἐπικατασφάξαι μιν κελεύων τῷ νεκρῷ. διότι δὴ οἰκίοισι ὑποδεξάμενος τὸν ξεῖνον φονέα τοῦ παιδὸς ἐλάνθανε βόσκων. ἡ Πυθίη ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ λέγει τάδε. τὸν μὲν ἐπίστιον καλέων. τοὺς μὲν ἐς Δελφοὺς ἰέναι. ἐπειδὴ σεωυτοῦ καταδικάζεις θάνατον. ἐνέβησε δὲ ἐς φροντίδα. παρῆσαν δὲ μετὰ τοῦτο οἱ Λυδοὶ φέροντες τὸν νεκρόν. τυγχάνει δὲ τοῦ Κροίσου παιδός. [2] ἔνθα δὴ ὁ ξεῖνος. διέπεμπε δὲ πειρώμενος τῶν μαντηίων ὅ τι φρονέοιεν. [3] ὃ μὲν δὴ βληθεὶς τῇ αἰχμῇ ἐξέπλησε τοῦ ὀνείρου τὴν φήμην. τὸν δὲ ἑταιρήιον. εἶς δὲ οὐ σύ μοι τοῦδε τοῦ κακοῦ αἴτιος." [3] Κροῖσος μέν νυν ἔθαψε ὡς οἰκὸς ἦν τὸν ἑωυτοῦ παῖδα· Ἄδρηστος δὲ ὁ Γορδίεω τοῦ Μίδεω. Κροῖσος δὲ ἐπὶ δύο ἔτεα ἐν πένθεϊ μεγάλῳ κατῆστο τοῦ παιδὸς ἐστερημένος. ἀλλὰ θεῶν κού τις. ὁ δὲ Κροῖσος τῳ θανάτῳ τοῦ παιδὸς συντεταραγμένος μᾶλλον τι ἐδεινολογέετο ὅτι μιν ἀπέκτεινε τὸν αὐτὸς φόνου ἐκάθηρε· [2] περιημεκτέων δὲ τῇ συμφορῇ δεινῶς ἐκάλεε μὲν Δία καθάρσιον μαρτυρόμενος τὰ ὑπὸ τοῦ ξείνου πεπονθὼς εἴη ἐκάλεε δὲ ἐπίστιόν τε καὶ ἑταιρήιον. ὡς φύλακα συμπέμψας αὐτὸν εὑρήκοι πολεμιώτατον. ὄπισθε δὲ εἵπετό οἱ ὁ φονεύς. ἀπ᾽ ἧς ἂν ἡμέρης ὁρμηθέωσι ἐκ Σαρδίων. διαπέμψας ἄλλους ἄλλῃ. ὡς εἰ φρονέοντα τὴν ἀληθείην εὑρεθείη. καίπερ ἐὼν ἐν κακῷ οἰκηίῳ τοσούτῳ καὶ λέγει πρὸς αὐτόν "ἔχω ὦ ξεῖνε παρὰ σεῦ πᾶσαν τὴν δίκην. καταλαβεῖν αὐτῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν. καλεόμενος δὲ Ἄδρηστος. οὐδέ οἱ εἴη βιώσιμον. ἐπειρωτῶντας ὅ τι ποιέων τυγχάνοι ὁ Λυδῶν βασιλεὺς Κροῖσος ὁ Ἀλυάττεω· ἅσσα δ᾽ ἂν ἕκαστα τῶν χρηστηρίων θεσπίσῃ. [3] ταῦτα μέν νυν τὰ Ἑλληνικὰ μαντήια ἐς τὰ ἀπέπεμψε μαντευσόμενος Κροῖσος· Λιβύης δὲ παρὰ Ἄμμωνα ἀπέστελλε ἄλλους χρησομένους. εἰ μὴ ὅσον ἀέκων ἐξεργάσαο. ἀπὸ ταύτης ἡμερολογέοντας τὸν λοιπὸν χρόνον ἑκατοστῇ ἡμέρῃ χρᾶσθαι τοῖσι χρηστηρίοισι. [2] μετὰ ὦν τὴν διάνοιαν ταύτην αὐτίκα ἀπεπειρᾶτο τῶν μαντείων τῶν τε ἐν Ἕλλησι καὶ τοῦ ἐν Λιβύῃ. εἴ κως δύναιτο. καὶ ὡς ἐπ᾽ ἐκείνῃ τὸν καθήραντα ἀπολωλεκὼς εἴη. ἐπείτε ἡσυχίη τῶν ἀνθρώπων ἐγένετο περὶ τὸ σῆμα. τοὺς δὲ ἐς Δωδώνην· οἳ δὲ τινὲς ἐπέμποντο παρὰ τε Ἀμφιάρεων καὶ παρὰ Τροφώνιον. [2] ὅ τι μέν νυν τὰ λοιπὰ τῶν χρηστηρίων ἐθέσπισε. εὑρόντες δὲ καὶ περιστάντες αὐτὸ κύκλῳ ἐσηκόντιζον. μετὰ δὲ ἡ Ἀστυάγεος τοῦ Κυαξάρεω ἡγεμονίη καταιρεθεῖσα ὑπὸ Κύρου τοῦ Καμβύσεω καὶ τὰ τῶν Περσέων πρήγματα αὐξανόμενα πένθεος μὲν Κροῖσον ἀπέπαυσε. στὰς δὲ οὗτος πρὸ τοῦ νεκροῦ παρεδίδου ἑωυτὸν Κροίσῳ προτείνων τὰς χεῖρας. 45. οὐ λέγεται πρὸς οὐδαμῶν· ἐν δὲ Δελφοῖσι ὡς ἐσῆλθον τάχιστα ἐς τὸ μέγαρον οἱ Λυδοὶ χρησόμενοι τῷ θεῷ καὶ ἐπειρώτων τὸ ἐντεταλμένον. λέγων τήν τε προτέρην ἑωυτοῦ συμφορήν. . 44. ἐπικατασφάζει τῷ τύμβῳ ἑωυτόν. οὗτος δὴ ὁ καθαρθεὶς τὸν φόνον. [2] Κροῖσος δὲ τούτων ἀκούσας τόν τε Ἄδρηστον κατοικτείρει. τοὺς δὲ ἐς Ἄβας τὰς Φωκέων. πρὶν μεγάλους γενέσθαι τοὺς Πέρσας. ἀπικόμενος δὲ ἐς τὰς Σάρδις τὴν τε μάχην καὶ τὸν τοῦ παιδὸς μόρον ἐσήμηνέ οἱ.θηρίον. ἔθεε δέ τις ἀγγελέων τῷ Κροίσῳ τὸ γεγονός. ἀκοντίζων τὸν ὗν τοῦ μὲν ἁμαρτάνει. οὗτος δὴ ὁ φονεὺς μὲν τοῦ ἑωυτοῦ ἀδελφεοῦ γενόμενος φονεὺς δὲ τοῦ καθήραντος. 46.
φυλάξας τὴν κυρίην τῶν ἡμερέων ἐμηχανᾶτο τοιάδε· ἐπινοήσας τὰ ἦν ἀμήχανον ἐξευρεῖν τε καὶ ἐπιφράσασθαι. καὶ πίθους τε ἀργυρέους τέσσερας ἀπέπεμψε. ὀδμή μ᾽ ἐς φρένας ἦλθε κραταιρίνοιο χελώνης ἑψομένης ἐν χαλκῷ ἅμ᾽ ἀρνείοισι κρέεσσιν. χάλκεον ἐπίθημα ἐπιθείς. καὶ τάδε ἄλλα ἅμα τοῖσι. καὶ οὐ φωνεῦντος ἀκούω. κρητῆρας δύο μεγάθεϊ μεγάλους. ἐπὶ μὰν τὰ μακρότερα ποιέων ἑξαπάλαιστα. σταθμὸν διτάλαντα. νομίσας μοῦνον εἶναι μαντήιον τὸ ἐν Δελφοῖσι. τῶν τῷ χρυσέῳ ἐπιγέγραπται Λακεδαιμονίων φαμένων εἶναι ἀνάθημα. καὶ νῦν κεῖται ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ. τοῦ ἐπιστάμενος τὸ οὔνομα οὐκ ἐπιμνήσομαι. τὸ Δελφοὶ τῆς . ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπὶ τοῦ προνηίου τῆς γωνίης. ἀλλ᾽ ὁ μὲν παῖς. χελώνην καὶ ἄρνα κατακόψας ὁμοῦ ἧψε αὐτὸς ἐν λέβητι χαλκέῳ. ταῦτα οἱ Λυδοὶ θεσπισάσης τῆς Πυθίης συγγραψάμενοι οἴχοντο ἀπιόντες ἐς τὰς Σάρδις. οὐκ ὀρθῶς λέγοντες· [4] ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο Κροίσου. τὰ μὲν δὴ ἐκ Δελφῶν οὕτω τῷ. 48. καὶ δὴ καὶ γυναικὸς εἴδωλον χρύσεον τρίπηχυ. μετὰ δὲ ταῦτα θυσίῃσι μεγάλῃσι τὸν ἐν Δελφοῖσι θεὸν ἱλάσκετο· κτήνεά τε γὰρ τὰ θύσιμα πάντα τρισχίλια ἔθυσε. Κροίσῳ ἐχρήσθη· κατὰ δὲ τὴν Ἀμφιάρεω τοῦ μαντηίου ὑπόκρισιν. δι᾽ οὗ τῆς χειρὸς ῥέει τὸ ὕδωρ. καὶ χεύματα ἀργύρεα κυκλοτερέα. ἐπιτελέσας δὲ ὁ Κροῖσος ταῦτα ἀπέπεμπε ἐς Δελφούς. χαλκὸν δ᾽ ἐπιέσται. χρύσεον καὶ ἀργύρεον. καὶ ἐγὼ δοκέω· οὐ γὰρ τὸ συντυχὸν φαίνεταί μοι ἔργον εἶναι. [2] ὡς δὲ ἐκ τῆς θυσίης ἐγένετο. οὐκ ἔχω εἰπεῖν ὅ τι τοῖσι Λυδοῖσι ἔχρησε ποιήσασι περὶ τὸ ἱρὸν τὰ νομιζόμενα (οὐ γὰρ ὦν οὐδὲ τοῦτο λέγεται).καὶ κωφοῦ συνίημι. ἄλλο γε ἢ ὅτι καὶ τοῦτο ἐνόμισε μαντήιον ἀψευδὲς ἐκτῆσθαι. Λακεδαιμονίων ἐστί. ὕψος δὲ παλαιστιαῖα. ἐνθαῦτα ὁ Κροῖσος ἕκαστα ἀναπτύσσων ἐπώρα τῶν συγγραμμάτων. καταχεάμενος χρυσὸν ἄπλετον ἡμιπλίνθια ἐξ αὐτοῦ ἐξήλαυνε. οἳ ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ ἑστᾶσι. καὶ περιρραντήρια δύο ἀνέθηκε. καὶ τούτων ἀπέφθου χρυσοῦ τέσσερα. ὅτι οἱ ἐξευρήκεε τὰ αὐτὸς ἐποίησε. ἕλκων σταθμὸν εἴνατον ἡμιτάλαντον καὶ ἔτι δυώδεκα μνέας. 51. αὐτίκα προσεύχετό τε καὶ προσεδέξατο. [3] ἐποιέετο δὲ καὶ λέοντος εἰκόνα χρυσοῦ ἀπέφθου ἕλκουσαν σταθμὸν τάλαντα δέκα. [3] φασὶ δὲ μιν Δελφοὶ Θεοδώρου τοῦ Σαμίου ἔργον εἶναι. ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπ᾽ ἀριστερά. κατέπεσε ἀπὸ τῶν ἡμιπλινθίων (ἐπὶ γὰρ τούτοισι ἵδρυτο). ἀριθμὸν δὲ ἑπτακαίδεκα καὶ ἑκατόν. νήσας πυρὴν μεγάλην. ἐπὶ δὲ τὰ βραχύτερα τριπάλαιστα. χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους· ἐπικίρναται γὰρ ὑπὸ Δελφῶν Θεοφανίοισι. κλίνας τε ἐπιχρύσους καὶ ἐπαργύρους καὶ φιάλας χρυσέας καὶ εἵματα πορφύρεα καὶ κιθῶνας. τὰ δὲ ἄλλα ἡμιπλίνθια λευκοῦ χρυσοῦ. ἐπείτε κατεκαίετο ὁ ἐν Δελφοῖσι νηός. χρύσεόν τε καὶ ἀργύρεον. [2] μετεκινήθησαν δὲ καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν νηὸν κατακαέντα καὶ ὁ μὲν χρύσεος κεῖται ἐν τῷ Κλαζομενίων θησαυρῷ. κατέκαιε. ὡς δὲ καὶ ὧλλοι οἱ περιπεμφθέντες παρῆσαν φέροντες τοὺς χροησμούς. τῶν μὲν δὴ οὐδὲν προσίετό μιν· ὁ δὲ ὡς τὸ ἐκ Δελφῶν ἤκουσε. [5] ἄλλα τε ἀναθήματα οὐκ ἐπίσημα πολλὰ ἀπέπεμψε ἅμα τούτοισι ὁ Κροῖσος. 50. οὐ μέντοι τῶν γε περιρραντηρίων οὐδέτερον. οὗτος ὁ λέων. ᾗ χαλκὸς μὲν ὑπέστρωται. ἕλκων σταθμὸν ἕβδομον ἡμιτάλαντον· ἀπετάκη γὰρ αὐτοῦ τέταρτον ἡμιτάλαντον. τῶν ὁ μὲν χρύσεος ἔκειτο ἐπὶ δεξιὰ ἐσιόντι ἐς τὸν νηόν. 49. τρίτον ἡμιτάλαντον ἕκαστον ἕλκοντα. [2] ἐπείτε γὰρ δὴ διέπεμψε παρὰ τὰ χρηστήρια τοὺς θεοπρόπους. ἐλπίζων τὸν θεὸν μᾶλλον τι τούτοισι ἀνακτήσεσθαι· Λυδοῖσι τε πᾶσι προεῖπε θύειν πάντα τινὰ αὐτῶν τούτῳ ὅ τι ἔχοι ἕκαστος. ἐπέγραψε δὲ τῶν τις Δελφῶν Λακεδαιμονίοισι βουλόμενος χαρίζεσθαι.
πολυψήφιδα παρ᾽ Ἕρμον φεύγειν μηδὲ μένειν μηδ᾽ αἰδεῖσθαι κακός εἶναι. εἰ δὲ χρεόν ἐστι τεκμαιρόμενον λέγειν τοῖσι νῦν ἔτι ἐοῦσι Πελασγῶν τῶν ὑπὲρ Τυρσηνῶν Κρηστῶνα πόλιν οἰκεόντων. ἐπειρώτα δὲ τάδε χρηστηριαζόμενος. 54. 52. 55. μεγάλην ἀρχὴν μιν καταλύσειν· τοὺς δὲ Ἑλλήνων δυνατωτάτους συνεβούλευόν οἱ ἐξευρόντα φίλους προσθέσθαι. [2] ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. τῷ δὲ Ἀμφιάρεῳ. [2] ὡς δὲ ἀπικόμενοι ἐς τὰ ἀπεπέμφθησαν. καὶ τότε. μετὰ δὲ ταῦτα ἐφρόντιζε ἱστορέων τοὺς ἂν Ἑλλήνων δυνατωτάτους ἐόντας προσκτήσαιτο φίλους. ἐλπίζων ἡμίονον οὐδαμὰ ἀντ᾽ ἀνδρὸς βασιλεύσειν Μήδων. 56. ἥντινα δὲ γλῶσσαν ἵεσαν οἱ Πελασγοί. οἱ Λυδοὶ ἀνέθεσαν τὰ ἀναθήματα. καὶ ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ αὐτῶν γίνεσθαι Δελφὸν ἐς τὸν αἰεὶ χρόνον. τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα. πέμψας αὖτις ἐς Πυθὼ Δελφοὺς δωρέεται. ὑμῖν τε ἄξια δῶρα ἔδωκε τῶν ἐξευρημάτων. τούτοισι ἐλθοῦσι τοῖσι ἔπεσι ὁ Κροῖσος πολλόν τι μάλιστα πάντων ἥσθη. τῶν δὲ μαντηίων ἀμφοτέρων ἐς τὠυτὸ αἱ γνῶμαι συνέδραμον. ἢν στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας. καλεομένην δὲ Ἱστιαιῶτιν· ἐκ δὲ τῆς Ἱστιαιώτιδος ὡς ἐξανέστη ὑπὸ Καδμείων. εἴ οἱ πολυχρόνιος ἔσται ἡ μουναρχίη. 53. καὶ νῦν ὑμέας ἐπειρωτᾷ εἰ στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας καὶ εἴ τινα στρατὸν ἀνδρῶν προσθέοιτο σύμμαχον. τοῖσι δὲ ἄγειν μέλλουσι τῶν Λυδῶν ταῦτα τὰ δῶρα ἐς τὰ ἱρὰ ἐνετέλλετο ὁ Κροῖσος ἐπειρωτᾶν τὰ χρηστήρια εἰ στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας Κροῖσος καὶ εἴ τινα στρατὸν ἀνδρῶν προσθέοιτο φίλον. προλέγουσαι Κροίσῳ. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε. νομίσας τάδε μαντήια εἶναι μοῦνα ἐν ἀνθρώποισι. 57. Λυδὲ ποδαβρέ. πυθόμενος αὐτῶν τὸ πλῆθος. κατ᾽ ἄνδρα δύο στατῆρσι ἕκαστον χρυσοῦ. ἐχρέωντο τοῖσι χρηστηρίοισι λέγοντες "Κροῖσος ὁ Λυδῶν τε καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς. πάγχυ τε ἐλπίσας καταλύσειν τὴν Κύρου βασιληίην. οἳ ὅμουροι κοτὲ ἦσαν τοῖσι νῦν Δωριεῦσι καλεομένοισι (οἴκεον δὲ τηνικαῦτα γῆν τὴν νῦν Θεσσαλιῶτιν καλεομένην). δωρησάμενος δὲ τοὺς Δελφοὺς ὁ Κροῖσος ἐχρηστηριάζετο τὸ τρίτον· ἐπείτε γὰρ δὴ παρέλαβε τοῦ μαντείου ἀληθείην. οἴκεε ἐν Πίνδῳ Μακεδνὸν καλεόμενον· ἐνθεῦτεν δὲ αὖτις ἐς τὴν Δρυοπίδα μετέβη καὶ ἐκ τῆς Δρυοπίδος οὕτω ἐς Πελοπόννησον ἐλθὸν Δωρικὸν ἐκλήθη. οὐδ᾽ ὦν αὐτὸς οὐδὲ οἱ ἐξ αὐτοῦ παύσεσθαι κοτὲ τῆς ἀρχῆς. τὸ ξυστὸν τῇσι λόγχῃσι ἐὸν ὁμοίως χρύσεον· τὰ ἔτι καὶ ἀμφότερα ἐς ἐμὲ ἦν κείμενα ἐν Θήβῃσι καὶ Θηβέων ἐν τῳ νηῷ τοῦ Ἰσμηνίου Ἀπόλλωνος. ἀλλ᾽ ὅταν ἡμίονος βασιλεὺς Μήδοισι γένηται. ὑπερήσθη τε τοῖσι χρηστηρίοισι. ἀνέθηκε σάκος τε χρύσεον πᾶν ὁμοίως καὶ αἰχμὴν στερεὴν πᾶσαν χρυσέην. [2] καὶ τῶν Πλακίην τε καὶ Σκυλάκην Πελασγῶν οἰκησάντων ἐν Ἑλλησπόντῳ. πρὸς δὲ καὶ τῆς ἑωυτοῦ γυναικὸς τὰ ἀπὸ τῆς δειρῆς ἀνέθηκε ὁ Κροῖσος καὶ τὰς ζώνας. πυθόμενος αὐτοῦ τήν τε ἀρετὴν καὶ τὴν πάθην. ἐπείτε δὲ ἀνενειχθέντα τὰ θεοπρόπια ἐπύθετο ὁ Κροῖσος. ἐπὶ δὲ Δώρου τοῦ Ἕλληνος τὴν ὑπὸ τὴν Ὄσσαν τε καὶ τὸν Ὄλυμπον χώρην." [3] οἳ μὲν ταῦτα ἐπειρώτων. ταῦτα μὲν ἐς Δελφοὺς ἀπέπεμψε. [3] ἐπὶ μὲν γὰρ Δευκαλίωνος βασιλέος οἴκεε γῆν τὴν Φθιῶτιν. ἐνεφορέετο αὐτοῦ. οἳ . οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν. [2] ἡ δὲ Πυθίη οἱ χρᾷ τάδε. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα.ἀρτοκόπου τῆς Κροίσου εἰκόνα λέγουσι εἶναι. [2] Δελφοὶ δὲ ἀντὶ τούτων ἔδοσαν Κροίσῳ καὶ Λυδοῖσι προμαντηίην καὶ ἀτελείην καὶ προεδρίην. ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος.
τοῦτον ἔχουσι ἐν φυλακῇ. μετὰ δὲ οὐ πολλὸν χρόνον τὠυτὸ φρονήσαντες οἵ τε τοῦ Μεγακλέος στασιῶται καὶ οἱ τοῦ Λυκούργου ἐξελαύνουσί μιν. τὸ δὲ Ἑλληνικὸν γλώσσῃ μὲν ἐπείτε ἐγένετο αἰεί κοτε τῇ αὐτῇ διαχρᾶται. Πελασγῶν μάλιστα προσκεχωρηκότων αὐτῷ καὶ ἄλλων ἐθνέων βαρβάρων συχνῶν. δευτέρα τὴν γυναῖκα ἐκπέμπειν. ἐὸν βάρβαρον. καὶ γὰρ δὴ οὔτε οἱ Κρηστωνιῆται οὐδαμοῖσι τῶν νῦν σφέας περιοικεόντων εἰσὶ ὁμόγλωσσοι οὔτε οἱ Πλακιηνοί. [3] εἰ τοίνυν ἦν καὶ πᾶν τοιοῦτο τὸ Πελασγικόν.σύνοικοι ἐγένοντο Ἀθηναίοισι. ἔνθα δὴ ὁ Πεισίστρατος ἦρχε Ἀθηναίων. ὡς ἐγὼ εὑρίσκω. πρότερον εὐδοκιμήσας ἐν τῇ πρὸς Μεγαρέας γενομένῃ στρατηγίῃ. οἳ δὲ ἐξελάσαντες Πεισίστρατον αὖτις ἐκ νέης ἐπ᾽ ἀλλήλοισι ἐστασίασαν. ἐπεί γε ἀπεκρίθη ἐκ παλαιτέρου τοῦ βαρβάρου ἔθνεος τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν καὶ δεξιώτερον καὶ εὐηθείης ἠλιθίου ἀπηλλαγμένον μᾶλλον. [3] οὔκων ταῦτα παραινέσαντος Χίλωνος πείθεσθαι θέλειν τὸν Ἱπποκράτεα· γενέσθαι οἱ μετὰ ταῦτα τὸν Πεισίστρατον τοῦτον. καὶ τῶν μὲν προεστεῶτος Μεγακλέος τοῦ Ἀλκμέωνος. εἰ δὲ τυγχάνει ἔχων. ἦσαν οἱ Πελασγοὶ βάρβαρον γλῶσσαν ἱέντες. 60. μακρῷ. τῶν δὲ ἐκ τοῦ πεδίου Λυκούργου Ἀριστολαΐδεω. [6] συνεπαναστάντες δὲ οὗτοι ἅμα Πεισιστράτῳ ἔσχον τὴν ἀκρόπολιν. καὶ εἴ τίς οἱ τυγχάνει ἐὼν παῖς. 58. τὸ Ἀττικὸν ἔθνος ἐὸν Πελασγικὸν ἅμα τῇ μεταβολῇ τῇ ἐς Ἕλληνας καὶ τὴν γλῶσσαν μετέμαθε. [3] ἐνδεξαμένου δὲ τὸν λόγον καὶ ὁμολογήσαντος ἐπὶ τούτοισι Πεισιστράτου. πρόσθε δὲ ὦν ἔμοιγε δοκέει οὐδὲ τὸ Πελασγικὸν ἔθνος. ὡς ἐμοὶ καταφαίνεται εἶναι· ἀποσχισθὲν μέντοι ἀπὸ τοῦ Πελασγικοῦ ἐόν ἀσθενές. [2] Χίλων δὲ ὁ Λακεδαιμόνιος παρατυχὼν καὶ θεησάμενος τὸ τέρας συνεβούλευε Ἱπποκράτεϊ πρῶτα μὲν γυναῖκα μὴ ἄγεσθαι τεκνοποιὸν ἐς τὰ οἰκία. ἐπί τε τοῖσι κατεστεῶσι ἔνεμε τὴν πόλιν κοσμέων καλῶς τε καὶ εὖ. [5] ὁ δὲ δῆμος ὁ τῶν Ἀθηναίων ἐξαπατηθεὶς ἔδωκέ οἱ τῶν ἀστῶν καταλέξας ἄνδρας τούτους οἳ δορυφόροι μὲν οὐκ ἐγένοντο Πεισιστράτου. οἵ μιν ἐλαύνοντα ἐς ἀγρὸν ἠθέλησαν ἀπολέσαι δῆθεν. καὶ τὴν τυραννίδα οὔκω κάρτα ἐρριζωμένην ἔχων ἀπέβαλε. σφίσι δὲ ὁμόγλωσσοι· δηλοῦσί τε ὅτι τὸν ἠνείκαντο γλώσσης χαρακτῆρα μεταβαίνοντες ἐς ταῦτα τὰ χωρία. εἰ καὶ τότε γε οὗτοι ἐν Ἀθηναίοισι τοῖσι πρώτοισι λεγομένοισι εἶναι Ἑλλήνων σοφίην μηχανῶνται τοιάδε. οὔτε τιμὰς τὰς ἐούσας συνταράξας οὔτε θέσμια μεταλλάξας. 59. Νίσαιάν τε ἑλὼν καὶ ἄλλα ἀποδεξάμενος μεγάλα ἔργα. τούτων δὴ ὦν τῶν ἐθνέων τὸ μὲν Ἀττικὸν κατεχόμενόν τε καὶ διεσπασμένον ἐπυνθάνετο ὁ Κροῖσος ὑπὸ Πεισιστράτου τοῦ Ἱπποκράτεος τοῦτον τὸν χρόνον τυραννεύοντος Ἀθηναίων. οὐδαμὰ μεγάλως αὐξηθῆναι. ἀπό σμικροῦ τεο τὴν ἀρχὴν ὁρμώμενον αὔξηται ἐς πλῆθος τῶν ἐθνέων. εἰ βούλοιτό οἱ τὴν θυγατέρα ἔχειν γυναῖκα ἐπὶ τῇ τυραννίδι. μηχανῶνται δὴ ἐπὶ τῇ κατόδῳ πρῆγμα εὐηθέστατον. οὕτω μὲν Πεισίστρατος ἔσχε τὸ πρῶτον Ἀθήνας. κορυνηφόροι δέ· ξύλων γὰρ κορύνας ἔχοντες εἵποντό οἱ ὄπισθε. [4] ἐν τῷ δήμῳ τῷ . ὃς στασιαζόντων τῶν παράλων καὶ τῶν ἐκ τοῦ πεδίου Ἀθηναίων. καὶ ὅσα ἄλλα Πελασγικὰ ἐόντα πολίσματα τὸ οὔνομα μετέβαλε· εἰ τούτοισι τεκμαιρόμενον δεῖ λέγειν. Ἱπποκράτεϊ γὰρ ἐόντι ἰδιώτῃ καὶ θεωρέοντι τὰ Ὀλύμπια τέρας ἐγένετο μέγα· θύσαντος γὰρ αὐτοῦ τὰ ἱρὰ οἱ λέβητες ἐπεστεῶτες καὶ κρεῶν τε ἐόντες ἔμπλεοι καὶ ὕδατος ἄνευ πυρὸς ἔζεσαν καὶ ὑπερέβαλον. τοῦτον ἀπείπασθαι. καταφρονήσας τὴν τυραννίδα ἤγειρε τρίτην στάσιν· συλλέξας δὲ στασιώτας καὶ τῷ λόγῳ τῶν ὑπερακρίων προστὰς μηχανᾶται τοιάδε. [2] περιελαυνόμενος δὲ τῇ στάσι ὁ Μεγακλέης ἐπεκηρυκεύετο Πεισιστράτῳ. ἐδέετό τε τοῦ δήμου φυλακῆς τινος πρὸς αὐτοῦ κυρῆσαι. [4] τρωματίσας ἑωυτόν τε καὶ ἡμιόνους ἤλασε ἐς τὴν ἀγορὴν τὸ ζεῦγος ὡς ἐκπεφευγὼς τοὺς ἐχθρούς.
ἐνθαῦτα ἤγειρον δωτίνας ἐκ τῶν πολίων αἵτινές σφι προαιδέοντό κού τι. θύννοι δ᾽ οἰμήσουσι σεληναίης διὰ νυκτός. τὸν αὐτὴ ἡ Ἀηθναίη τιμήσασα ἀνθρώπων μάλιστα κατάγει ἐς τὴν ἑωυτῆς ἀκρόπολιν. οὐ βουλόμενός οἱ γενέσθαι ἐκ τῆς νεογάμου γυναικὸς τέκνα ἐμίσγετό οἱ οὐ κατὰ νόμον. [2] τὰ μέν νυν πρῶτα ἔκρυπτε ταῦτα ἡ γυνή. 62. [4] ἐνθαῦτα θείῃ πομπῇ χρεώμενος παρίσταται Πεισιστράτῳ Ἀμφίλυτος ὁ Ἀκαρνὰν χρησμολόγος ἀνήρ. ἐς ἅρμα ἐσβιβάσαντες καὶ προδέξαντες σχῆμα οἷόν τι ἔμελλε εὐπρεπέστατον φανέεσθαι ἔχουσα. ἀπολαβὼν δὲ τὴν τυραννίδα τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ὁ Πεισίστρατος κατὰ τὴν ὁμολογίην τὴν πρὸς Μεγακλέα γενομένην γαμέει τοῦ Μεγακλέος τὴν θυγατέρα. λέγοντες τοιάδε· [5] "ὦ Ἀθηναῖοι. μαθὼν δὲ ὁ Πεισίστρατος τὰ ποιεύμενα ἐπ᾽ ἑωυτῷ ἀπαλλάσσετο ἐκ τῆς χώρης τὸ παράπαν. . ὡς ὁρμηθέντες ἐκ Μαραθῶνος ἤισαν ἐπὶ τὸ ἄστυ. 61. ὅκως μήτε ἁλισθεῖεν ἔτι οἱ Ἀθηναῖοι διεσκεδασμένοι τε εἶεν· ἀναβιβάσας τοὺς παῖδας ἐπὶ ἵππους προέπεμπε. καὶ μετὰ τὸ ἄριστον μετεξέτεροι αὐτῶν οἳ μὲν πρὸς κύβους οἳ δὲ πρὸς ὕπνον. Πεισίστρατος δὲ συλλαβὼν τὸ χρηστήριον καὶ φὰς δέκεσθαι τὸ χρησθὲν ἐπῆγε τὴν στρατιήν. χρόνος διέφυ καὶ πάντα σφι ἐξήρτυτο ἐς τὴν κάτοδον· καὶ γὰρ Ἀργεῖοι μισθωτοὶ ἀπίκοντο ἐκ Πελοποννήσου. οἳ δὲ καταλαμβάνοντες τοὺς φεύγοντας ἔλεγον τὰ ἐντεταλμένα ὑπὸ Πεισιστράτου. ἤλαυνον ἐς τὸ ἄστυ. τοῖσι ἡ τυραννὶς πρὸ ἐλευθερίης ἦν ἀσπαστότερον. οἷα δὲ παίδων τέ οἱ ὑπαρχόντων νεηνιέων καὶ λεγομένων ἐναγέων εἶναι τῶν Ἀλκμεωνιδέων. δέκεσθε ἀγαθῷ νόῳ Πεισίστρατον. καὶ ἀντία ἔθεντο τὰ ὅπλα. θαρσέειν τε κελεύοντες καὶ ἀπιέναι ἕκαστον ἐπὶ τὰ ἑωυτοῦ. ὀργῇ δὲ ὡς εἶχε καταλλάσσετο τὴν ἔχθρην τοῖσι στασιώτῃσι. ἕως μὲν Πεισίστρατος τὰ χρήματα ἤγειρε. [4] μετὰ δέ. ὃ μὲν δή οἱ ἐνθεάζων χρᾷ τάδε. οἱ δὲ ἀμφὶ Πεισίστρατον ἐσπεσόντες τοὺς Ἀθηναίους τρέπουσι. τῷ οὔνομα ἦν Λύγδαμις. Θηβαῖοι ὑπερεβάλοντο τῇ δόσι τῶν χρημάτων. καὶ πρῶτον τῆς Ἀττικῆς ἴσχουσι Μαραθῶνα. οὐ πολλῷ λόγῳ εἰπεῖν. καὶ μεταῦτις ὡς ἔσχε Μαραθῶνα. μετὰ δὲ εἴτε ἱστορεύσῃ εἴτε καὶ οὒ φράζει τῇ ἑωυτῆς μητρί. [3] Ἱππίεω δὲ γνώμῃ νικήσαντος ἀνακτᾶσθαι ὀπίσω τὴν τυραννίδα. κομίσας καὶ χρήματα καὶ ἄνδρας. οἳ μὲν δὴ ταῦτα διαφοιτέοντες ἔλεγον· αὐτίκα δὲ ἔς τε τοὺς δήμους φάτις ἀπίκετο ὡς Ἀθηναίη Πεισίστρατον κατάγει. Ἀθηναῖοι δὲ οἱ ἐκ τοῦ ἄστεος πρὸς ἄριστον τετραμμένοι ἦσαν δὴ τηνικαῦτα. πολλῶν δὲ μεγάλα παρασχόντων χρήματα. [2] φευγόντων δὲ τούτων βουλὴν ἐνθαῦτα σοφωτάτην Πεισίστρατος ἐπιτεχνᾶται. λόγον οὐδένα εἶχον· ἐπείτε δὲ ἐπύθοντο ἐκ τοῦ Μαραθῶνος αὐτὸν πορεύεσθαι ἐπὶ τὸ ἄστυ. ἐξ Ἐρετρίης δὲ ὁρμηθέντες διὰ ἑνδεκάτου ἔτεος ἀπίκοντο ὀπίσω. ἐν δὲ τούτῳ τῷ χώρῳ σφι στρατοπεδευομένοισι οἵ τε ἐκ τοῦ ἄστεος στασιῶται ἀπίκοντο ἄλλοι τε ἐκ τῶν δήμων προσέρρεον. ἀπικόμενος δὲ ἐς Ἐρέτριαν ἐβουλεύετο ἅμα τοῖσι παισί. [2] οὗτοι μὲν δὴ συνηλίζοντο. τὸ δὲ δίκτυον ἐκπεπέτασται." 63. ἐς τὠυτὸ συνιόντες ἀπικνέονται ἐπὶ Παλληνίδος Ἀθηναίης ἱρόν. προδρόμους κήρυκας προπέμψαντες· οἳ τὰ ἐντεταλμένα ἠγόρευον ἀπικόμενοι ἐς τὸ ἄστυ. ἣ δὲ τῷ ἀνδρί. προθυμίην πλείστην παρείχετο. μέγαθος ἀπὸ τεσσέρων πηχέων ἀπολείπουσα τρεῖς δακτύλους καὶ ἄλλως εὐειδής· ταύτην τὴν γυναῖκα σκευάσαντες πανοπλίῃ. [3] καὶ οὗτοί τε πανστρατιῇ ἤισαν ἐπὶ τοὺς κατιόντας καὶ οἱ ἀμφὶ Πεισίστρατον. καὶ Νάξιός σφι ἀνὴρ ἀπιγμένος ἐθελοντής. οὕτω δὴ βοηθέουσι ἐπ᾽ αὐτόν. ὅς οἱ προσιὼν χρᾷ ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ τάδε λέγων· "ἔρριπται δ᾽ ὁ βόλος. Ἀθηναίων δὲ οἱ ἐκ τοῦ ἄστεος. καὶ οἱ ἐν τῷ ἄστεϊ πειθόμενοι τὴν γυναῖκα εἶναι αὐτὴν τὴν θεὸν προσεύχοντό τε τὴν ἄνθρωπον καὶ ἐδέκοντο Πεισίστρατον.Παιανιέι ἦν γυνὴ τῇ οὔνομα ἦν Φύη.
[3] καὶ Πεισίστρατος μὲν ἐτυράννευε Ἀθηνέων. οὕτω μὲν μεταβαλόντες εὐνομήθησαν. δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι ἢ ἄνθρωπον. ἐπὶ γὰρ Λέοντος βασιλεύοντος καὶ Ἡγησικλέος ἐν Σπάρτῃ τοὺς ἄλλους πολέμους εὐτυχέοντες οἱ Λακεδαιμόνιοι πρὸς Τεγεήτας μούνους προσέπταιον. ἀλλ᾽ ἔτι καὶ μᾶλλον θεὸν ἔλπομαι. ἐκ τούτου τοῦ χώρου παντὸς ἐξορύξας τοὺς νεκροὺς μετεφόρεε ἐς ἄλλον χῶρον τῆς Δήλου." [4] οἳ μὲν δή τινες πρὸς τούτοισι λέγουσι καὶ φράσαι αὐτῷ τὴν Πυθίην τὸν νῦν κατεστεῶτα κόσμον Σπαρτιήτῃσι. [2] ἡ δὲ Πυθίη σφι χρᾷ τάδε. πρός τε τούτοισι τοὺς ἐφόρους καὶ γέροντας ἔστησε Λυκοῦργος. ἀνά τε ἔδραμον αὐτίκα καὶ εὐθηνήθησαν. Λυκοῦργον ἐπιτροπεύσαντα Λεωβώτεω. οἷα δὲ ἐν τε χώρῃ ἀγαθῇ καὶ πλήθεϊ οὐκ ὀλίγων ἀνδρῶν. [2] τὸ δὲ ἔτι πρότερον τούτων καί κακονομώτατοι ἦσαν σχεδὸν πάντων Ἑλλήνων κατά τε σφέας αὐτοὺς καὶ ξείνοισι ἀπρόσμικτοι· μετέβαλον δὲ ὧδε ἐς εὐνομίην. ἀλλὰ καταφρονήσαντες Ἀρκάδων κρέσσονες εἶναι ἐχρηστηριάζοντο ἐν Δελφοῖσι ἐπὶ πάσῃ τῇ Ἀρκάδων χωρῇ. 65. ἀδελφιδέου μὲν ἑωυτοῦ βασιλεύοντος δὲ Σπαρτιητέων. [3] "ἥκεις ὦ Λυκόοργε ἐμὸν ποτὶ πίονα νηόν Ζηνὶ φίλος καὶ πᾶσιν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσι. καὶ δή σφι οὐκέτι ἀπέχρα ἡσυχίην ἄγειν. μετέστησε τὰ νόμιμα πάντα. ὦ Λυκόοργε. ὡς ἐσήιε ἐς τὸ μέγαρον. ὅσοι αὐτῶν ἐζωγρήθησαν. οἵ σ᾽ ἀποκωλύσουσιν. [5] ὡς γὰρ ἐπετρόπευσε τάχιστα. οἳ δὲ πέδας φερόμενοι ἐπὶ Τεγεήτας ἐστρατεύοντο. οἳ δὲ αὐτῶν μετ᾽ Ἀλκμεωνιδέων ἔφευγον ἐκ τῆς οἰκηίης. ὡς δὴ ἐξανδραποδιούμενοι τοὺς Τεγεήτας. ἐνωμοτίας καὶ τριηκάδας καὶ συσσίτια. ἐκ Κρήτης ἀγαγέσθαι ταῦτα. τοὺς μέν νυν Ἀθηναίους τοιαῦτα τὸν χρόνον τοῦτον ἐπυνθάνετο ὁ Κροῖσος κατέχοντα. χρησμῷ κιβδήλῳ πίσυνοι." [3] ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Λακεδαιμόνιοι. καὶ ἐφύλαξε ταῦτα μὴ παραβαίνειν· μετὰ δὲ τὰ ἐς πόλεμον ἔχοντα. πολλοὶ ἐν Ἀρκαδίῃ βαλανηφάγοι ἄνδρες ἔασιν. ἐγὼ δὲ τοι οὔτι μεγαίρω· δώσω τοί Τεγέην ποσσίκροτον ὀρχήσασθαι καὶ καλὸν πεδίον σχοίνῳ διαμετρήσασθαι. .Ἀρκάδων μὲν τῶν ἄλλων ἀπείχοντο.64. οὕτω δὴ Πεισίστρατος τὸ τρίτον σχὼν Ἀθήνας ἐρρίζωσε τὴν τυραννίδα ἐπικούροισί τε πολλοῖσι καὶ χρημάτων συνόδοισι. εὐθὺς ἡ Πυθίη λέγει τάδε. Λυκούργου τῶν Σπαρτιητέων δοκίμου ἀνδρὸς ἐλθόντος ἐς Δελφοὺς ἐπὶ τὸ χρηστήριον. Ἀθηναίων δὲ οἳ μὲν ἐν τῇ μάχη ἐπεπτώκεσαν. πέδας τε ἔχοντες τὰς ἐφέροντο αὐτοὶ καὶ σχοίνῳ διαμετρησάμενοι τὸ πεδίον τὸ Τεγεητέων ἐργάζοντο. ὡς δ᾽ αὐτοὶ Λακεδαιμόνιοι λέγουσι. τῶν μὲν αὐτόθεν τῶν δὲ ἀπὸ Στρυμόνος ποταμοῦ συνιόντων. αἱ δὲ πέδαι αὗται ἐν τῇσι ἐδεδέατο ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦσαν σόαι ἐν Τεγέῃ περὶ τὸν νηὸν τῆς Ἀλέης Ἀθηναίης κρεμάμεναι. τῷ δὲ Λυκούργῳ τελευτήσαντι ἱρὸν εἱσάμενοι σέβονται μεγάλως. 66. "Ἀρκαδίην μ᾽ αἰτεῖς· μέγα μ᾽ αἰτεῖς· οὐ τοι δώσω. τοὺς δὲ Λακεδαιμονίους ἐκ κακῶν τε μεγάλων πεφευγότας καὶ ἐόντας ἤδη τῷ πολέμῳ κατυπερτέρους Τεγεητέων. πειθομένων δὲ τῶν Ἀθηναίων. [4] ἑσσωθέντες δὲ τῇ συμβολῇ. ὁμήρους τε τῶν παραμεινάντων Ἀθηναίων καὶ μὴ αὐτίκα φυγόντων παῖδας λαβὼν καὶ καταστήσας ἐς Νάξον [2] (καὶ γὰρ ταύτην ὁ Πεισίστρατος κατεστρέψατο πολέμῳ καὶ ἐπέτρεψε Λυγδάμι) πρὸς τε ἔτι τούτοισι τὴν νῆσον Δῆλον καθήρας ἐκ τῶν λογίων καθήρας δὲ ὧδε· ἐπ᾽ ὅσον ἔποψις τοῦ ἱροῦ εἶχε.
κάρτα ἂν ἐθώμαζες. ὅκου νῦν οὕτω τυγχάνεις θῶμα ποιεύμενος τὴν ἐργασίην τοῦ σιδήρου. χρήσαντος τοῦ θεοῦ τὸν Ἕλληνα φίλον προσθέσθαι. τούτων ὦν τῶν ἀνδρῶν Λίχης ἀνεῦρε ἐν Τεγέῃ καὶ συντυχίῃ χρησάμενος καὶ σοφίῃ. ὑμέας γὰρ πυνθάνομαι προεστάναι τῆς Ἑλλάδος. ὅκως πειρῴατο ἀλλήλων. ὑμέας ὦν κατὰ τὸ χρηστήριον προσκαλέομαι φίλος τε θέλων γενέσθαι καὶ σύμμαχος ἄνευ τε δόλου . κατὰ μὲν δὴ τὸν πρότερον πόλεμον συνεχέως αἰεὶ κακῶς ἀέθλεον πρὸς τοὺς Τεγεήτας. καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου. [2] μαθὼν. εἰρωτῶσι δὲ ταῦτα τοῖσι θεοπρόποισι λέγει ἡ Πυθίη τάδε. οἳ δὲ ἐκ λόγου πλαστοῦ ἐπενείκαντὲς οἱ αἰτίην ἐδίωξαν. ἐντειλάμενός τε τὰ λέγειν χρῆν. 69.67. ἐξιόντες ἐκ τῶν ἱππέων αἰεὶ οἱ πρεσβύτατοι. [5] συμβαλόμενος δὲ ταῦτα καὶ ἀπελθὼν ἐς Σπάρτην ἔφραζε Λακεδαιμονίοσσι πᾶν τὸ πρῆγμα. ἀπεῖχον τῆς ἐξευρέσιος οὐδὲν ἔλασσον. ἐς οὗ δὴ Λίχης τῶν ἀγαθοεργῶν καλεομένων Σπαρτιητέων ἀνεῦρε. [2] ἐπειδὴ αἰεὶ τῷ πολέμῳ ἑσσοῦντο ὑπὸ Τεγεητέων." [5] ὡς δὲ καὶ ταῦτα ἤκουσαν οἱ Λακεδαιμόνιοι. ἔνθ᾽ ἄνεμοι πνείουσι δύω κρατερῆς ὑπ᾽ ἀνάγκης. οἳ δὲ ἐλθόντες ἔλεγον [2] "ἔπεμψε ἡμέας Κροῖσος ὁ Λυδῶν τε καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς. ἀνορύξας δὲ τὸν τάφον καὶ τὰ ὀστέα συλλέξας οἴχετο φέρων ἐς Σπάρτην." ὃ μὲν δή οἱ ἔλεγε τά περ ὀπώπεε. ἐούσης γὰρ τοῦτον τὸν χρόνον ἐπιμιξίης πρὸς τοὺς Τεγεήτας. ὀρύσσων ἐπέτυχον σορῷ ἑπταπήχεϊ· ὑπὸ δὲ ἀπιστίης μὴ μὲν γενέσθαι μηδαμὰ μέζονας ἀνθρώπους τῶν νῦν ἄνοιξα αὐτὴν καὶ εἶδον τὸν νεκρὸν μήκεϊ ἴσον ἐόντα τῇ σορῷ· μετρήσας δὲ συνέχωσα ὀπίσω. τῇδε συμβαλλόμενος· [4] τοῦ χαλκέος δύο ὁρέων φύσας τοὺς ἀνέμους εὕρισκε ἐόντας. [3] ἐγὼ γὰρ ἐν τῇδε θέλων τῇ αὐλῇ φρέαρ ποιήσασθαι. ὁ δὲ ἀπικόμενος ἐς Τεγέην καὶ φράζων τὴν ἑωυτοῦ συμφορὴν πρὸς τὸν χαλκέα ἐμισθοῦτο παρ᾽ οὐκ ἐκδιδόντος τὴν αὐλήν· [6] χρόνῳ δὲ ὡς ἀνέγνωσε. καὶ πῆμ᾽ ἐπὶ πήματι κεῖται. ἐνοικίσθη. ὦ ξεῖνε Λάκων εἴ περ εἶδες τό περ ἐγώ. κατὰ δὲ τὸν κατὰ Κροῖσον χρόνον καὶ τὴν Ἀναξανδρίδεώ τε καὶ Ἀρίστωνος βασιληίην ἐν Λακεδαίμονι ἤδη οἱ Σπαρτιῆται κατυπέρτεροι τῷ πολέμῳ ἐγεγόνεσαν. 68. πάντα διζήμενοι. ἔνθ᾽ Ἀγαμεμνονίδην κατέχει φυσίζοος αἶα. Σπαρτιητέων τῷ κοινῷ διαπεμπομένους μὴ ἐλινύειν ἄλλους ἄλλῃ. ταῦτα δὴ ὦν πάντα πυνθανόμενος ὁ Κροῖσος ἔπεμπε ἐς Σπάρτην ἀγγέλους δῶρά τε φέροντας καὶ δεησομένους συμμαχίης. [3] ὡς δὲ ἀνευρεῖν οὐκ οἷοί τε ἐγίνοντο τὴν θήκην τοῦ Ὀρέστεω ἔπεμπον αὖτις τὴν ἐς θεὸν ἐπειρησομένους τὸν χῶρον ἐν τῷ κέοιτο Ὀρέστης. ὦ Λακεδαιμόνιοι. πέμψαντες θεοπρόπους ἐς Δελφοὺς ἐπειρώτων τίνα ἂν θεῶν ἱλασάμενοι κατύπερθε τῷ πολέμῳ Τεγεητέων γενοίατο. δέ μιν ὁ χαλκεὺς ἀποθωμάζοντα εἶπε παυσάμενος τοῦ ἔργου "ἦ κου ἄν. [4] "ἔστι τις Ἀρκαδίης Τεγέη λευρῷ ἐνὶ χώρῳ. οἱ δὲ ἀγαθοεργοὶ εἰσὶ τῶν ἀστῶν. καὶ ἐν θώματι ἦν ὀρέων τὸ ποιεόμενον. πέντε ἔτεος ἑκάστου· τοὺς δεῖ τοῦτὸν τὸν ἐνιαυτόν. ἡ δὲ Πυθίη σφι ἔχρησε τὰ Ὀρέστεω τοῦ Ἀγαμέμνονος ὀστέα ἐπαγαγομένους. ὡς ἐπὶ κακῷ ἀνθρώπου σίδηρος ἀνεύρηται. λέγων τάδε. κατὰ τοιόνδε τι εἰκάζων. ὁ δὲ ἐννώσας τὰ λεγόμενα συνεβάλλετο τὸν Ὀρέστεα κατὰ τὸ θεοπρόπιον τοῦτον εἶναι. τὸν δὲ ἄκμονα καὶ τὴν σφῦραν τόν τε τύπον καὶ τὸν ἀντίτυπον. καὶ τύπος ἀντίτυπος. τρόπῳ τοιῷδε γενόμενοι. ἐλθὼν ἐς χαλκήιον ἐθηεῖτο σίδηρον ἐξελαυνόμενον. τὸν σὺ κομισσάμενος Τεγέης ἐπιτάρροθος ἔσσῃ. πολλῷ κατυπέρτεροι τῷ πολέμῳ ἐγίνοντο οἱ Λακεδαιμόνιοι· ἤδη δέ σφι καὶ ἡ πολλὴ τῆς Πελοποννήσου ἦν κατεστραμμένη. τὸν δὲ ἐξελαυνόμενον σίδηρον τὸ πῆμα ἐπὶ πήματι κείμενον. τὸν ἂν ἐξίωσι ἐκ τῶν ἱππέων.
[3] Σκυθέων τῶν νομάδων εἴλῃ ἀνδρῶν στασιάσασα ὑπεξῆλθε ἐς γῆν τὴν Μηδικήν· . ἰδιώτας δὲ ἄνδρας πριαμένους ἀναθεῖναί μιν ἐς τὸ Ἥραιον. τοῦτο μὲν δή. πρὶν Λυδοὺς καταστρέψασθαι. [2] οὗτος ὁ κρητὴρ οὐκ ἀπίκετο ἐς Σάρδις δι᾽ αἰτίας διφασίας λεγομένας τάσδε· οἱ μὲν Λακεδαιμόνιοι λέγουσι ὡς ἐπείτε ἀγόμενος ἐς τὰς Σάρδις ὁ κρητὴρ ἐγίνετο κατὰ τὴν Σαμίην. γενόμενον γαμβρὸν Κροίσῳ ὧδε. ὃς ῥέει ἐξ Ἀρμενίου ὄρεος διὰ Κιλίκων. ἔστι δὲ αὐχὴν οὗτος τῆς χώρης ταύτης ἁπάσης· μῆκος ὁδοῦ εὐζώνῳ ἀνδρὶ πέντε ἡμέραι ἀναισιμοῦνται. κατὰ μέν νυν τὸν κρητῆρα οὕτω ἔσχε. οἱ δὲ Καππαδόκαι ὑπὸ Ἑλλήνων Σύριοι ὀνομάζονται· ἦσαν δὲ οἱ Σύριοι οὗτοι τὸ μὲν πρότερον ἢ Πέρσας ἄρξαι Μήδων κατήκοοι. τί σφέας ἀπαιρήσεαι. τοῖσί γε μὴ ἔστι μηδέν. 70. ἐπ᾽ ἄνδρας τοιούτους στρατεύεσθαι παρασκευάζεαι. καὶ γῆς ἱμέρῳ προσκτήσασθαι πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μοῖραν βουλόμενος. τότε δὲ Κύρου. "ὦ βασιλεῦ. ἀπέδοντο τὸν κρητῆρα ἐν Σάμῳ. ἐόντα Κροίσου μὲν γαμβρὸν Μήδων δὲ βασιλέα. τούτων τε ὦν εἵνεκεν οἱ Λακεδαιμόνιοι τὴν συμμαχίην ἐδέξαντο. ἦν οὔτε ἁβρὸν οὔτε ἀγαθὸν οὐδέν. τοῦτο δέ. [4] πέμψαντες γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐς Σάρδις χρυσὸν ὠνέοντο. οἳ οὐκ ἐπὶ νόον ποιέουσι Πέρσῃσι στρατεύεσθαι ἐπὶ Λυδούς. οὐκ ἄλλο ἀγαθὸν οὐδέν.καὶ ἀπάτης. συνεβούλευσε Κροίσῳ τάδε· οὔνομά οἱ ἦν Σάνδανις. 71. ἐξ εὐωνύμου δὲ Παφλαγόνας. ἐπυνθάνοντο δὲ Σάρδις τε καὶ Κροῖσον ἡλωκέναι. Κροῖσος δὲ ἁμαρτὼν τοῦ χρησμοῦ ἐποιέετο στρατηίην ἐς Καππαδοκίην. οὐ σῦκα δὲ ἔχουσι τρώγειν. ἐστρατεύετο δὲ ὁ Κροῖσος ἐπὶ τὴν Καππαδοκίην τῶνδε εἵνεκα. δῶρον βουλόμενοι ἀντιδοῦναι Κροίσῳ. [3] πρὸς δὲ οὐκ οἴνῳ διαχρέωνται ἀλλὰ ὑδροποτέουσι. μάθε ὅσα ἀγαθὰ ἀποβαλέεις· γευσάμενοι γὰρ τῶν ἡμετέρων ἀγαθῶν περιέξονται οὐδὲ ἀπωστοὶ ἔσονται. [2] παρασκευαζομένου δὲ Κροίσου στρατεύεσθαι ἐπὶ Πέρσας. καὶ ὅτι ἐκ πάντων σφέας προκρίνας Ἑλλήνων αἱρέετο φίλους. καὶ μάλιστα τῷ χρηστηρίῳ πίσυνος ἐὼν καὶ τίσασθαι θέλων ὑπὲρ Ἀστυάγεος Κῦρον. [2] Ἀστυάγεα γὰρ τὸν Κυαξάρεω. πυθόμενοι Σάμιοι ἀπελοίατο αὐτὸν νηυσὶ μακρῇσι ἐπιπλώσαντες· [3] αὐτοὶ δὲ Σάμιοι λέγουσι ὡς ἐπείτε ὑστέρησαν οἱ ἄγοντες τῶν Λακεδαιμονίων τὸν κρητῆρα. μετὰ δὲ Ματιηνοὺς μὲν ἐν δεξιῇ ἔχει ῥέων. Πέρσῃσι γάρ." ταῦτα λέγων οὐκ ἔπειθε τὸν Κροῖσον. τοῦτο δὲ ποιησάμενοι κρητῆρα χάλκεον ζῳδίων τε ἔξωθεν πλήσαντες περὶ τὸ χεῖλος καὶ μεγάθεϊ τριηκοσίους ἀμφορέας χωρέοντα ἦγον. 72. ἐκ δὲ τοῦ ἑτέρου Φρύγας· παραμειβόμενος δὲ τούτους καὶ ῥέων ἄνω πρὸς βορέην ἄνεμον ἔνθεν μὲν Συρίους Καππαδόκας ἀπέργει. τῶν τις Λυδῶν νομιζόμενος καὶ πρόσθε εἶναι σοφός. χώρην ἔχοντες τρηχέαν. [4] ἐγὼ μέν νυν θεοῖσι ἔχω χάριν. [3] οὕτω ὁ Ἅλυς ποταμὸς ἀποτάμνει σχεδὸν πάντα τῆς Ἀσίης τὰ κάτω ἐκ θαλάσσης τῆς ἀντίον Κύπρου ἐς τὸν Εὔξεινον πόντον. ἢν νικηθῇς. εἰ νικήσεις. Λακεδαιμόνιοι δὲ ἀκηκοότες καὶ αὐτοὶ τὸ θεοπρόπιον τὸ Κροίσῳ γενόμενον ἥσθησάν τε τῇ ἀπίξι τῶν Λυδῶν καὶ ἐποιήσαντο ὅρκια ξεινίης πέρι καὶ συμμαχίης· καὶ γὰρ τινὲς αὐτοὺς εὐεργεσίαι εἶχον ἐκ Κροίσου πρότερον ἔτι γεγονυῖαι. σιτέονται δὲ οὐκ ὅσα ἐθέλουσι ἀλλ᾽ ὅσα ἔχουσι. 73. Κῦρος ὁ Καμβύσεω καταστρεψάμενος εἶχε. τάχα δὲ ἂν καὶ οἱ ἀποδόμενοι λέγοιεν ἀπικόμενοι ἐς Σπάρτην ὡς ἀπαιρεθείησαν ὑπὸ Σαμίων." [3] Κροῖσος μὲν δὴ ταῦτα δι᾽ ἀγγέλων ἐπεκηρυκεύετο. ἐλπίσας καταιρήσειν Κῦρόν τε καὶ τὴν Περσέων δύναμιν. οἳ σκυτίνας μὲν ἀναξυρίδας σκυτίνην δὲ τὴν ἄλλην ἐσθῆτα φορέουσι. [2] ὁ γὰρ οὖρος ἦν τῆς τε Μηδικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς Λυδικῆς ὁ Ἅλυς ποταμός. ἐς ἄγαλμα βουλόμενοι χρήσασθαι τοῦτο τὸ νῦν τῆς Λακωνικῆς ἐν Θόρνακι ἵδρυται Ἀπόλλωνος· Κροῖσος δέ σφι ὠνεομένοισι ἔδωκε δωτίνην. ἀπὸ δὲ ταύτης τῆς γνώμης καὶ τὸ κάρτα οὔνομα ἐν Λυδοῖσι ἔχων. καὶ τοῦτο μὲν αὐτοὶ ἦσαν ἕτοιμοι ἐπαγγείλαντι.
τὸ ἐνθεῦτεν. ὀργὴν ἄκρος) τρηχέως κάρτα περιέσπε ἀεικείῃ. ἄγοντα μηνοειδέα. μετὰ δὲ ταῦτα. ἐν τοῖσι πολλάκις μὲν οἱ Μῆδοι τοὺς Λυδοὺς ἐνίκησαν. . καὶ αἰεὶ φοιτεόντων τῶν Σκυθέων ἐπ᾽ ἄγρην καὶ αἰεί τι φερόντων. ποιῆσαι δὲ ὧδε· [5] ἄνωθεν τοῦ στρατοπέδου ἀρξάμενον διώρυχα βαθέαν ὀρύσσειν. ἐν δὲ καὶ νυκτομαχίην τινὰ ἐποιήσαντο· [2] διαφέρουσι δέ σφι ἐπὶ ἴσης τὸν πόλεμον τῷ ἕκτῳ ἔτεϊ συμβολῆς γενομένης συνήνεικε ὥστε τῆς μάχης συνεστεώσης τὴν ἡμέρην ἐξαπίνης νύκτα γενέσθαι. τὸ αἷμα ἀναλείχουσι ἀλλήλων. δόντες δὲ τὴν ταχίστην κομίζεσθαι παρὰ Ἀλυάττεα τὸν Σαδυάττεω ἐς Σάρδις. ὡς διέδεξε. πόλεμος τοῖσι Λυδοῖσι καὶ τοῖσι Μήδοισι ἐγεγόνεε ἐπ᾽ ἔτεα πέντε. [4] οὗτοί σφι καὶ τὸ ὅρκιον οἱ σπεύσαντες γενέσθαι ἦσαν καὶ γάμων ἐπαλλαγὴν ἐποίησαν· Ἀλυάττεα γὰρ ἔγνωσαν δοῦναι τὴν θυγατέρα Ἀρύηνιν Ἀστυάγεϊ τῷ Κυαξάρεω παιδί· ἄνευ γὰρ ἀναγκαίης ἰσχυρῆς συμβάσιες ἰσχυραὶ οὐκ ἐθέλουσι συμμένειν. ὥστε ἀνάξια σφέων αὐτῶν πεπονθότες. Θαλῆς οἱ ὁ Μιλήσιος διεβίβασε. ἀμφοτέρῃ διαβατὸς ἐγένετο. ὅκως ἂν τὸ στρατόπεδον ἱδρυμένον κατὰ νώτου λάβοι. [3] οἱ δὲ Λυδοί τε καὶ οἱ Μῆδοι ἐπείτε εἶδον νύκτα ἀντὶ ἡμέρης γενομένην. καὶ κοτε συνήνεικε ἑλεῖν σφεας μηδέν· νοστήσαντας δὲ αὐτοὺς κεινῇσι χερσὶ ὁ Κυαξάρης (ἦν γάρ. ἐπεὰν τοὺς βραχίονας ἐπιτάμωνται ἐς τὴν ὁμοχροίην. καὶ δὴ καὶ ἀπικομένου χρησμοῦ κιβδήλου. [6] οἳ δὲ καὶ τὸ παράπαν λέγουσι καὶ τὸ ἀρχαῖον ῥέεθρον ἀποξηρανθῆναι. [5] οἳ δὲ ταῦτα πρὸς Κυαξάρεω παθόντες. [3] ὡς δὲ ἀπίκετο ἐπὶ τὸν Ἅλυν ποταμὸν ὁ Κροῖσος. πολλάκις δὲ οἱ Λυδοὶ τοὺς Μήδους. Κυαξάρῃ δοῦναι φέροντες ὡς ἄγρην δῆθεν. ὡς μὲν ἐγὼ λέγω. ἐστρατεύετο ἐς τὴν Περσέων μοῖραν. σκευάσαντες δὲ αὐτὸν ὥσπερ ἐώθεσαν καὶ τὰ θηρία σκευάζειν. καὶ αὖτις παραμειβόμενος τὸ στρατόπεδον ἐς τὰ ἀρχαῖα ἐσβάλλοι· ὥστε ἐπείτε καὶ ἐσχίσθη τάχιστα ὁ ποταμός. οὖρον προθέμενος ἐνιαυτὸν τοῦτον ἐν τῷ δὴ καὶ ἐγένετο ἡ μεταβολή. τὴν δὲ μεταλλαγὴν ταύτην τῇ ἡμέρης Θαλῆς ὁ Μιλήσιος τοῖσι Ἴωσι προηγόρευσε ἔσεσθαι. παῖδάς σφι παρέδωκε τὴν γλῶσσάν τε ἐκμαθεῖν καὶ τὴν τέχνην τῶν τόξων. [6] ταῦτα καὶ ἐγένετο. οἱ δὲ συμβιβάσαντες αὐτοὺς ἦσαν οἵδε. 74. [4] ἀπορέοντος γὰρ Κροίσου ὅκως οἱ διαβήσεται τὸν ποταμὸν ὁ στρατός (οὐ γὰρ δὴ εἶναι κω τοῦτον τὸν χρόνον τὰς γεφύρας ταύτας) λέγεται παρεόντα τὸν Θαλῆν ἐν τῷ στρατοπέδῳ ποιῆσαι αὐτῷ τὸν ποταμὸν ἐξ ἀριστερῆς χειρὸς ῥέοντα τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ δεξιῆς ῥέειν. Συέννεσίς τε ὁ Κίλιξ καὶ Λαβύνητος ὁ Βαβυλώνιος.ἐτυράννευε δὲ τὸν χρόνον τοῦτον Μήδων Κυαξάρης ὁ Φραόρτεω τοῦ Δηιόκεω. οὐ γὰρ δὴ ὁ Ἀλυάττης ἐξεδίδου τοὺς Σκύθας ἐξαιτέοντι Κυαξάρῃ. τοῦτον δὴ ὦν τὸν Ἀστυάγεα Κῦρος ἐόντα ἑωυτοῦ μητροπάτορα καταστρεψάμενος ἔσχε δι᾽ αἰτίην τὴν ἐγὼ ἐν τοῖσι ὀπίσω λόγοισι σημανέω· [2] τὰ Κροῖσος ἐπιμεμφόμενος τῷ Κύρῳ ἔς τε τὰ χρηστήρια ἔπεμπε εἰ στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας. ἐλπίσας πρὸς ἑωυτοῦ τὸν χρησμὸν εἶναι. ὃς τοὺς Σκύθας τούτους τὸ μὲν πρῶτον περιεῖπε εὖ ὡς ἐόντας ἱκέτας· ὥστε δὲ περὶ πολλοῦ ποιεόμενος αὐτούς. καὶ πρὸς τούτοισι. ἐβούλευσαν τῶν παρὰ σφίσι διδασκομένων παίδων ἕνα κατακόψαι. κατὰ τὰς ἐούσας γεφύρας διεβίβασε τὸν στρατόν. 75. καὶ γὰρ Κυαξάρης καὶ οἱ παρεόντες δαιτυμόνες τῶν κρεῶν τούτων ἐπάσαντο. ταύτῃ κατὰ τὴν διώρυχα ἐκτραπόμενος ἐκ τῶν ἀρχαίων ῥεέθρων. ἀλλὰ τοῦτο μὲν οὐ προσίεμαι· κῶς γὰρ ὀπίσω πορευόμενοι διέβησαν αὐτόν. ὡς δὲ ὁ πολλὸς λόγος Ἑλλήνων. [4] χρόνου δὲ γενομένου. τῆς μάχης τε ἐπαύσαντο καὶ μᾶλλόν τι ἔσπευσαν καὶ ἀμφότεροι εἰρήνην ἑωυτοῖσι γενέσθαι. καὶ οἱ Σκύθαι ταῦτα ποιήσαντες Ἀλυάττεω ἱκέται ἐγένοντο. [5] ὅρκια δὲ ποιέεται ταῦτα τὰ ἔθνεα τὰ πέρ τε Ἕλληνες.
ὥς οἱ παρὰ δόξαν ἔσχε τὰ πρήγματα ἢ ὡς αὐτὸς κατεδόκεε.76. ὥσπερ καὶ ἦν ἔδοξε τέρας εἶναι· [2] αὐτίκα δὲ ἔπεμπε θεοπρόπους ἐς τῶν ἐξηγητέων Τελμησσέων. ἐνθαῦτα ἐν τῇ Πτερίῃ χωρῇ ἐπειρῶντο κατὰ τὸ ἰσχυρὸν ἀλλήλων. ἔπεμπε κήρυκας κατὰ τὰς συμμαχίας προερέοντας ἐς πέμπτον μῆνα συλλέγεσθαι ἐς Σάρδις· τὸν δὲ παρεόντα καὶ μαχεσάμενον στρατὸν Πέρσῃσι. [2] ὡς δέ οἱ ταῦτα ἔδοξε. τέλος οὐδέτεροι νικήσαντες διέστησαν νυκτὸς ἐπελθούσης. ἐνθαῦτα Κροῖσος ἐς ἀπορίην πολλὴν ἀπιγμένος. ὡς τῇ ὑστεραίῃ οὐκ ἐπειρᾶτο ἐπιὼν ὁ Κῦρος. ἵππον δὲ πολέμιόν τε καὶ ἐπήλυδα. Κῦρος δὲ ἀγείρας τὸν ἑωυτοῦ στρατὸν καὶ παραλαβὼν τοὺς μεταξὺ οἰκέοντας πάντας ἠντιοῦτο Κροίσῳ. [3] ἐπαγγείλας δὲ καὶ Λακεδαιμονίοισι παρεῖναι ἐς χρόνον ῥητόν ἁλίσας τε δὴ τούτους καὶ τὴν ἑωυτοῦ συλλέξας στρατιὴν ἐνένωτο τὸν χειμῶνα παρείς. πάντα ἀπεὶς διεσκέδασε οὐδαμὰ ἐλπίσας μὴ κοτε ἄρα ἀγωνισάμενος οὕτω παραπλησίως Κῦρος ἐλάσῃ ἐπὶ Σάρδις. [4] μάχης δὲ καρτερῆς γενομένης καὶ πεσόντων ἀμφοτέρων πολλῶν. πρὶν ἢ τὸ δεύτερον ἁλισθῆναι τῶν Λυδῶν τὴν δύναμιν. πέμψας κήρυκας ἐς τοὺς Ἴωνας ἐπειρᾶτο σφέας ἀπὸ Κροίσου ἀπιστάναι. οὐκ ἐξεγένετο Κροίσῳ ἀπαγγεῖλαι· πρὶν γὰρ ἢ ὀπίσω σφέας ἀναπλῶσαι ἐς τὰς Σάρδις ἥλω ὁ Κροῖσος. λέγοντες ὄφιν εἶναι γῆς παῖδα. καὶ αὐτοὶ ἦσαν ἱππεύεσθαι ἀγαθοί. ἐτυράννευε δὲ τὸν χρόνον τοῦτον τῶν Βαβυλωνίων Λαβύνητος). ἰδόντι δὲ τοῦτο Κροίσῳ. Κῦρος δὲ ὡς ἀπίκετο καὶ ἀντεστρατοπεδεύσατο Κροίσῳ. δόρατά τε ἐφόρεον μεγάλα. ἅμα τῷ ἔαρι στρατεύειν ἐπὶ τοὺς Πέρσας. βουλευόμενος εὕρισκε πρῆγμά οἷ εἶναι ἐλαύνειν ὡς δύναιτο τάχιστα ἐπὶ τὰς Σάρδις. ἀπικομένοισι δὲ τοῖσι θεοπρόποισι καὶ μαθοῦσι πρὸς Τελμησσέων τὸ θέλει σημαίνειν τὸ τέρας. Συρίους τε οὐδὲν ἐόντας αἰτίους ἀναστάτους ἐποίησε. ἡ δὲ μάχη σφέων ἦν ἀπ᾽ ἵππων. ὃς ἦν αὐτοῦ ξεινικός. οὐδὲν κω εἰδότες τῶν ἦν περὶ Σάρδις τε καὶ αὐτὸν Κροῖσον. ἐνθαῦτα ἐστρατοπεδεύετο φθείρων τῶν Συρίων τοὺς κλήρους· [2] καὶ εἷλε μὲν τῶν Πτερίων τὴν πόλιν καὶ ἠνδραποδίσατο. στρατὸν ἀλλόθροον προσδόκιμον εἶναι Κροίσῳ ἐπὶ τὴν χώρην. Ἴωνες μέν νυν οὐκ ἐπείθοντο. τοῦτο μεμφθείς. ὡς ἀπίκετο ἐς τὰς Σάρδις. [3] Τελμησσέες μέντοι τάδε ἔγνωσαν. ἀπήλαυνε ἐς τὰς Σάρδις ἐν νόῳ ἔχων παρακαλέσας μὲν Αἰγυπτίους κατὰ τὸ ὅρκιον [2] (ἐποιήσατο γὰρ καὶ πρὸς Ἄμασιν βασιλεύοντα Αἰγύπτου συμμαχίην πρότερον ἤ περ πρὸς Λακεδαιμονίους). μαθὼν ὡς ἀπελάσας μέλλοι Κροῖσος διασκεδᾶν τὸν στρατόν. Κροῖσος δὲ ἐπείτε διαβὰς σὺν τῷ στρατῷ ἀπίκετο τῆς Καππαδοκίης ἐς τὴν Πτερίην καλεομένην (ἡ δὲ Πτερίη ἐστὶ τῆς χώρης ταύτης τὸ ἰσχυρότατον. μεταπεμψάμενος δὲ καὶ Βαβυλωνίους (καὶ γὰρ πρὸς τούτους αὐτῷ ἐπεποίητο συμμαχίη. ταῦτα ἐπιλεγομένῳ Κροίσῳ τὸ προάστειον πᾶν ὀφίων ἐνεπλήσθη· φανέντων δὲ αὐτῶν οἱ ἵπποι μετιέντες τὰς νομὰς νέμεσθαι φοιτέοντες κατήσθιον. ὅμως τοὺς Λυδοὺς ἐξῆγε ἐς μάχην. Τελμησσέες μέν νυν ταῦτα ὑπεκρίναντο Κροίσῳ ἤδη ἡλωκότι. 79. ἀπικόμενον δὲ τοῦτον καταστρέψεσθαι τοὺς ἐπιχωρίους. [3] ἦν δὲ τοῦτον τὸν χρόνον ἔθνος οὐδὲν ἐν τῇ Ἀσίῃ οὔτε ἀνδρηιότερον οὔτε ἀλκιμώτερον τοῦ Λυδίου. [4] καὶ ὃ μὲν ταῦτα φρονέων. Κροῖσος δὲ μεμφθεὶς κατὰ τὸ πλῆθος τὸ ἑωυτοῦ στράτευμα (ἦν γάρ οἱ ὁ συμβαλὼν στρατὸς πολλὸν ἐλάσσων ἢ ὁ Κύρου). καὶ τὰ μὲν στρατόπεδα ἀμφότερα οὕτω ἠγωνίσατο. καὶ ἐποίεε κατὰ τάχος· ἐλάσας γὰρ τὸν στρατὸν ἐς τὴν Λυδίην αὐτὸς ἄγγελος Κροίσῳ ἐληλύθεε. . 78. Κῦρος δὲ αὐτίκα ἀπελαύνοντος Κροίσου μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην ἐν τῇ Πτερίῃ. [3] πρὶν δὲ ἐξελαύνειν ὁρμῆσαι τὸν στρατόν. εἷλε δὲ τὰς περιοικίδας αὐτῆς πάσας. 77. κατὰ Σινώπην πόλιν τὴν ἐν Εὐξείνῳ πόντῳ μάλιστά κῃ κειμένη).
ὄπισθε δὲ τοῦ πεζοῦ ἐπέταξε τὴν πᾶσαν ἵππον. ὀπίσω ἀνέστρεφον. ἥ τε ἐν τῇ ἠπείρῳ χώρῇ καὶ ἡ Κυθηρίη νῆσος καὶ αἱ λοιπαὶ τῶν νήσων. καὶ οὐκ ἀνέχεται οὔτε τὴν ἰδέην αὐτοῦ ὁρέων οὔτε τὴν ὀδμὴν ὀσφραινόμενος. μηδὲ ἢν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται. ἀποθορόντες ἀπὸ τῶν ἵππων πεζοὶ τοῖσι Πέρσῃσι συνέβαλλον. χρόνῳ δὲ πεσόντων ἀμφοτέρων πολλῶν ἐτράποντο οἱ Λυδοί. ἐὸν μέγα τε καὶ ψιλὸν (διὰ δὲ αὐτοῦ ποταμοὶ ῥέοντες καὶ ἄλλοι καὶ Ὕλλος συρρηγνῦσι ἐς τὸν μέγιστον. τοῖσι μὲν δὴ κατεστήκεε πολιορκίη. καλεόμενον δὲ Ἕρμον. διέφθαρτό τε τῷ Κροίσῳ ἡ ἐλπίς. 81. ὁ δὲ τῶν Λακεδαιμονίων Ὀθρυάδης σκυλεύσας τοὺς Ἀργείων νεκροὺς καὶ προσφορήσας τὰ ὅπλα πρὸς τὸ ἑωυτοῦ στρατόπεδον ἐν τῇ τάξι εἶχε ἑωυτόν. οἱ μὲν γὰρ πρότεροι διεπέμποντο ἐς πέμπτον μῆνα προερέοντες συλλέγεσθαι ἐς Σάρδις. τὸν δὲ σφέτερον παραμείναντα καὶ σκυλεύσαντα τοὺς ἐκείνων νεκρούς· [7] τέλος δὲ ἐκ τῆς ἔριδος . [4] συνθέμενοι ταῦτα ἀπαλλάσσοντο. λογάδες δὲ ἑκατέρων ὑπολειφθέντες συνέβαλον. ἡμέρῃ δὲ δευτέρῃ παρῆσαν πυνθανόμενοι ἀμφότεροι. τῷ δή τι καὶ ἐπεῖχε ἐλλάμψεσθαι ὁ Λυδός. [3] ὡς δέ οἱ πάντες διετετάχατο. λέγοντες οἳ μὲν ὡς ἑωυτῶν πλεῦνες περιγεγόνασι. [2] ἐνθαῦτα ὁ Κῦρος ὡς εἶδε τοὺς Λυδοὺς ἐς μάχην τασσομένους. οἳ δὲ τοὺς μὲν ἀποφαίνοντες πεφευγότας. ἀλλ᾽ ὡς ἔμαθον τὸ γινόμενον. κατειληθέντες δὲ ἐς τὸ τεῖχος ἐπολιορκέοντο ὑπὸ τῶν Περσέων. ὃς ἐξ ὄρεος ἱροῦ μητρὸς Δινδυμήνης ῥέων ἐκδιδοῖ ἐς θάλασσαν κατὰ Φωκαίην πόλιν). καταρρωδήσας τὴν ἵππον ἐποίησε Ἁρπάγου ὑποθεμένου ἀνδρὸς Μήδου τοιόνδε· ὅσαι τῷ στρατῷ τῷ ἑωυτοῦ εἵποντο σιτοφόροι τε καὶ σκευοφόροι κάμηλοι. [6] οὐ μέντοι οἵ γε Λυδοὶ τὸ ἐνθεῦτεν δειλοὶ ἦσαν. ὁκότεροι δ᾽ ἂν περιγένωνται. τὰς δὲ καμήλους ἔταξε ἀντία τῆς ἵππου τῶνδε εἵνεκεν· κάμηλον ἵππος φοβέεται. [4] ταῦτα μὲν παραίνεσε. τοῖσι δὲ καὶ αὐτοῖσι τοῖσι Σπαρτιήτῃσι κατ᾽ αὐτὸν τοῦτον τὸν χρόνον συνεπεπτώκεε ἔρις ἐοῦσα πρὸς Ἀργείους περὶ χώρου καλεομένου Θυρέης· [2] τὰς γὰρ Θυρέας ταύτας ἐοῦσα τῆς Ἀργολίδος μοίρης ἀποταμόμενοι ἔσχον οἱ Λακεδαιμόνιοι. αὐτοῦ δὴ ὦν τούτου εἵνεκεν ἐσεσόφιστο. ταύτας πάσας ἁλίσας καὶ ἀπελὼν τὰ ἄχθεα ἄνδρας ἐπ᾽ αὐτὰς ἀνέβησε ἱππάδα στολὴν ἐνεσταλμένους. τούτους δὲ ἐξέπεμπε τὴν ταχίστην δέεσθαι βοηθέειν ὡς πολιορκεομένου Κροίσου. Κροῖσον δὲ αὐτὸν μὴ κτείνειν. ἵνα τῷ Κροίσῳ ἄχρηστον ᾖ τὸ ἱππικόν. 82. Λακεδαιμονίων δὲ Ὀθρυάδης· ὑπελείφθησαν δὲ οὗτοι νυκτὸς ἐπελθούσης. ἔς τε δὴ ὦν τὰς ἄλλας ἔπεμπε συμμαχίας καὶ δὴ καὶ ἐς Λακεδαίμονα. μαχομένων δὲ σφέων καὶ γινομένων ἰσοπαλέων ὑπελείποντο ἐξ ἀνδρῶν ἑξακοσίων τρεῖς. [6] τέως μὲν δὴ αὐτοὶ ἑκάτεροι ἔφασαν νικᾶν. [5] ὡς δὲ καὶ συνήισαν ἐς τὴν μάχην. ἐς τὸ πεδίον δὲ συνελθόντων τοῦτο τὸ πρὸ τοῦ ἄστεος ἐστὶ τοῦ Σαρδιηνοῦ. ἦν δὲ καὶ ἡ μέχρι Μαλέων ἡ πρὸς ἑσπέρην Ἀργείων. παραίνεσε τῶν μὲν ἄλλων Λυδῶν μὴ φειδομένους κτείνειν πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον. Κροῖσος δὲ δοκέων οἱ χρόνον ἐπὶ μακρὸν ἔσεσθαι τὴν πολιορκίην ἔπεμπε ἐκ τοῦ τείχεος ἄλλους ἀγγέλους ἐς τὰς συμμαχίας. [3] βοηθησάντων δὲ Ἀργείων τῇ σφετέρῃ ἀποταμνομένῃ. ἐνθαῦτα ὡς ὤσφροντο τάχιστα τῶν καμήλων οἱ ἵπποι καὶ εἶδον αὐτάς. τῇ δὲ καμήλῳ ἕπεσθαι τὸν πεζὸν στρατὸν ἐκέλευσε. ἐνθαῦτα συνέβησαν ἐς λόγους συνελθόντες ὥστε τριηκοσίους ἑκατέρων μαχέσασθαι. [5] οἱ μὲν δὴ δύο τῶν Ἀργείων ὡς νενικηκότες ἔθεον ἐς τὸ Ἄργος. τούτων εἶναι τὸν χῶρον· τὸ δὲ πλῆθος τοῦ στρατοῦ ἀπαλλάσσεσθαι ἑκάτερον ἐς τὴν ἑωυτοῦ μηδὲ παραμένειν ἀγωνιζομένων. σκευάσας δὲ αὐτοὺς προσέταξε τῆς ἄλλης στρατιῆς προϊέναι πρὸς τὴν Κροίσου ἵππον. τῶνδε εἵνεκεν ἵνα μὴ παρεόντων τῶν στρατοπέδων ὁρῶντες οἱ ἕτεροι ἑσσουμένους τοὺς σφετέρους ἀπαμύνοιεν. Ἀργείων μὲν Ἀλκήνωρ τε καὶ Χρομίος.80.
τοιούτων δὲ τοῖσι Σπαρτιήτῃσι ἐνεστεώτων πρηγμάτων ἧκε ὁ Σαρδιηνὸς κῆρυξ δεόμενος Κροίσῳ βοηθέειν πολιορκεομένῳ. [8] Λακεδαιμόνιοι δὲ τὰ ἐναντία τούτων ἔθεντο νόμον· οὐ γὰρ κομῶντες πρὸ τούτου ἀπὸ τούτου κομᾶν. πεσόντων δὲ καὶ ἀμφοτέρων πολλῶν ἐνίκων Λακεδαιμόνιοι. καί σφι ἤδη παρεσκευασμένοισι καὶ νεῶν ἐουσέων ἑτοίμων ἦλθε ἄλλη ἀγγελίη. [2] μετὰ δὲ τοῦτο πειρησαμένης τῆς στρατιῆς ὡς οὐ προεχώρεε. αἰσχυνόμενον ἀπονοστέειν ἐς Σπάρτην τῶν οἱ συλλοχιτέων διεφθαρμένων. ἄλλα τε ἐπιφραζόμενος. τῇ ἦν ἐπίμαχον τὸ χωρίον τῆς ἀκροπόλιος. ἦν οἱ παῖς. ἐν τῇ ὦν παρελθούσῃ εὐεστοῖ ὁ Κροῖσος τὸ πᾶν ἐς αὐτὸν ἐπεποιήκεε. Ἀργεῖοι μέν νυν ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου κατακειράμενοι τὰς κεφαλάς. ἄρξαντα ἔτεα τεσσερεσκαίδεκα καὶ τεσσερεσκαίδεκα ἡμέρας πολιορκηθέντα. οὐδὲ τί οἱ διέφερε πληγέντι ἀποθανεῖν· [4] ὁ δὲ παῖς οὗτος ὁ ἄφωνος ὡς εἶδε ἐπιόντα τὸν Πέρσην. 86. ὡς ἡλώκοι τὸ τεῖχος τῶν Λυδῶν καὶ ἔχοιτο Κροῖσος ζωγρηθείς. κατηλόγησε τοῦτο ὡς ἐὸν ἄμαχόν τε καὶ ἀπότομον· ἔστι δὲ πρὸς τοῦ Τμώλου τετραμμένον τῆς πόλιος. ὁ δὲ Μήλης κατὰ τὸ ἄλλο τεῖχος περιενείκας. Σάρδιες δὲ ἥλωσαν ὧδε. μὴ βούλου πολύευκτον ἰὴν ἀνὰ δώματ᾽ ἀκούειν παιδὸς φθεγγομένου. μὴ κτεῖνε Κροῖσον. [4] ὁ ὦν δὴ Ὑροιάδης οὗτος ὁ Μάρδος ἰδὼν τῇ προτεραίῃ τῶν τινα Λυδῶν κατὰ τοῦτο τῆς ἀκροπόλιος καταβάντα ἐπὶ κυνέην ἄνωθεν κατακυλισθεῖσαν καὶ ἀνελόμενον. μηδὲ τὰς γυναῖκάς σφι χρυσοφορήσειν. οἱ δὲ Πέρσαι τάς τε δὴ Σάρδις ἔσχον καὶ αὐτὸν Κροῖσον ἐζώγρησαν.συμπεσόντες ἐμάχοντο. κατὰ τοῦτο τῆς ἀκροπόλιος τῇ οὐδεὶς ἐτέτακτο φύλακος· οὐ γὰρ ἦν δεινὸν κατὰ τοῦτο μὴ ἁλῷ κοτέ. ἤιε γὰρ τῶν τις Περσέων ἀλλογνώσας Κροῖσον ὡς ἀποκτενέων. 83. τὰ μὲν ἄλλα ἐπιεικής. Λυδὲ γένος. ὁρμέατο βοηθέειν. ὑπὸ δέους τε καὶ κακοῦ ἔρρηξε φωνήν. ἐπειδὴ τεσσερεσκαιδεκάτη ἐγένετο ἡμέρη πολιορκεομένῳ Κροίσῳ." οὗτος μὲν δὴ τοῦτο πρῶτον ἐφθέγξατο. 85. κατὰ τὸ χρηστήριόν τε καταπαύσαντα τὴν ἑωυτοῦ μεγάλην ἀρχήν. Κροῖσος μέν νυν ὁρέων ἐπιόντα ὑπὸ τῆς παρεούσης συμφορῆς παρημελήκεε. μέγα νήπιε Κροῖσε. καὶ δὴ καὶ ἐς Δελφοὺς περὶ αὐτοῦ ἐπεπόμφεε χρησομένους. [3] ἀπότομός τε γὰρ ἐστι\ ταύτῃ ἡ ἀκρόπολις καὶ ἄμαχος· τῇ οὐδὲ Μήλης ὁ πρότερον βασιλεὺς Σαρδίων μούνῃ οὐ περιήνεικε τὸν λέοντα τὸν οἱ ἡ παλλακὴ ἔτεκε. τὸ δέ σοι πολὺ λώιον ἀμφὶς ἔμμεναι· αὐδήσει γὰρ ἐν ἤματι πρῶτον ἀνόλβῳ. πολλῶν βασιλεῦ. οἳ δὲ ὅμως. ἄφωνος δέ. πρότερον ἐπάναγκες κομῶντες. [2] ἡ δὲ Πυθίη οἱ εἶπε τάδε. Κῦρος τῇ στρατιῇ τῇ ἑωυτοῦ διαπέμψας ἱππέας προεῖπε τῷ πρώτῳ ἐπιβάντι τοῦ τείχεος δῶρα δώσειν. ἐπείτε ἐπύθοντο τοῦ κήρυκος. πρὶν Θυρέας ἀνασώσωνται. ἐφράσθη καὶ ἐς θυμὸν ἐβάλετο· [5] τότε δὲ δὴ αὐτός τε ἀναβεβήκεε καὶ κατ᾽ αὐτὸν ἄλλοι Περσέων ἀνέβαινον· προσβάντων δὲ συχνῶν οὕτω δὴ Σάρδιές τε ἡλώκεσαν καὶ πᾶν τὸ ἄστυ ἐπορθέετο. τὸν δὲ ἕνα λέγουσι τὸν περιλειφθέντα τῶν τριηκοσίων Ὀθρυάδην. οὕτω δὴ οὗτοι μὲν συμφορὴν ποιησάμενοι μεγάλην ἐπέπαυντο. Τελμησσέων δικασάντων ὡς περιενειχθέντος τοῦ λέοντος τὸ τεῖχος ἔσονται Σάρδιες ἀνάλωτοι. 84. ἐποιήσαντο νόμον τε καὶ κατάρην μὴ πρότερον θρέψειν κόμην Ἀργείων μηδένα. τοῦ καὶ πρότερον ἐπεμνήσθην. αὐτοῦ μιν ἐν τῇσι Θυρέῃσι καταχρήσασθαι ἑωυτόν. [3] ἁλισκομένου δὴ τοῦ τείχεος. ἐνθαῦτα τῶν ἄλλων πεπαυμένων ἀνὴρ Μάρδος ἐπειρᾶτο προσβαίνων. λαβόντες δὲ αὐτὸν . μετὰ δὲ τοῦτο ἤδη ἐφώνεε τὸν πάντα χρόνον τῆς ζόης. εἶπε δὲ "ὤνθρώπε. τῷ οὔνομα ἦν Ὑροιάδης. κατ᾽ αὐτὸν δὲ Κροῖσον τάδε ἐγίνετο.
" Κροῖσος δὲ ἀμείβετο . εἴτε καὶ πυθόμενος τὸν Κροῖσον εἶναι θεοσεβέα τοῦδε εἵνεκεν ἀνεβίβασε ἐπὶ τὴν πυρήν. τὸ μηδένα εἶναι τῶν ζωόντων ὄλβιον. [2] τὸν μὲν δακρύοντα ἐπικαλέεσθαι τὸν θεόν. Κῦρος δὲ αὐτὸν λύσας κατεῖσέ τε ἐγγὺς ἑωυτοῦ καὶ κάρτα ἐν πολλῇ προμηθίῃ εἶχε. αἴτιος δὲ τούτων ἐγένετο ὁ Ἑλλήνων θεὸς ἐπαείρας ἐμὲ στρατεύεσθαι. κελεύειν σβεννύναι τὴν ταχίστην τὸ καιόμενον πῦρ καὶ καταβιβάζειν Κροῖσόν τε καὶ τοὺς μετὰ Κροίσου. [2] ὁ δὲ συννήσας πυρὴν μεγάλην ἀνεβίβασε ἐπ᾽ αὐτὴν τὸν Κροῖσόν τε ἐν πέδῃσι δεδεμένον καὶ δὶς ἑπτὰ Λυδῶν παρ᾽ αὐτὸν παῖδας. βουλόμενος εἰδέναι εἴ τίς μιν δαιμόνων ῥύσεται τοῦ μὴ ζῶντα κατακαυθῆναι. ἔλεγε δὴ ὡς ἦλθε ἀρχὴν ὁ Σόλων ἐὼν Ἀθηναῖος. ὥς τε αὐτῷ πάντα ἀποβεβήκοι τῇ περ ἐκεῖνος εἶπε. ἐνθαῦτα λέγεται ὑπὸ Λυδῶν Κροῖσον μαθόντα τὴν Κύρου μετάγνωσιν." [4] καὶ τὸν Κῦρον ἀκούσαντα κελεῦσαι τοὺς ἑρμηνέας ἐπειρέσθαι τὸν Κροῖσον τίνα τοῦτον ἐπικαλέοιτο. μετὰ δὲ ὡς ἠναγκάζετο. καὶ τοὺς προσελθόντας ἐπειρωτᾶν· Κροῖσον δὲ τέως μὲν σιγὴν ἔχειν εἰρωτώμενον. εἴ τί οἱ κεχαρισμένον ἐξ αὐτοῦ ἐδωρήθη. καὶ θεησάμενος πάντα τὸν ἑωυτοῦ ὄλβον ἀποφλαυρίσειε οἷα δὴ εἶπας.οἱ Πέρσαι ἤγαγον παρὰ Κῦρον. [4] οὐδεὶς γὰρ οὕτω ἀνόητος ἐστὶ ὅστις πόλεμον πρὸ εἰρήνης αἱρέεται· ἐν μὲν γὰρ τῇ οἱ παῖδες τοὺς πατέρας θάπτουσι. εἰπεῖν "τὸν ἂν ἐγὼ πᾶσι τυράννοισι προετίμησα μεγάλων χρημάτων ἐς λόγους ἐλθεῖν. πρός τε τούτοισι δείσαντα τὴν τίσιν καὶ ἐπιλεξάμενον ὡς οὐδὲν εἴη τῶν ἐν ἀνθρώποισι ἀσφαλέως ἔχον." Κῦρος δέ μιν θαρσέοντα ἐκέλευε λέγειν ὅ τι βούλοιτο." ὁ δὲ εἶπε "πόλιν τε τὴν σὴν διαρπάζει καὶ χρήματα τὰ σὰ διαφορέει. ὡς δὲ ἄρα μιν προσστῆναι τοῦτο. ἐν δὲ τῷ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας. ἀπεθώμαζέ τε ὁρέων καὶ αὐτὸς καὶ οἱ περὶ ἐκεῖνον ἐόντες πάντες. [3] τὸν μὲν δὴ ποιέειν ταῦτα· τῷ δὲ Κροίσῳ ἑστεῶτι ἐπὶ τῆς πυρῆς ἐσελθεῖν. κατασβεσθῆναί τε τὴν πυρήν. καταβιβάσαντα αὐτὸν ἀπὸ τῆς πυρῆς εἰρέσθαι τάδε. 87. ὅ μὲν ταῦτα ἔλεγε. ἐπιβώσασθαι τὸν Ἀπόλλωνα ἐπικαλεόμενον." ὡς δέ σφι ἄσημα ἔφραζε. ὁ δὲ αὐτὸν εἰρώτα λέγων [3] "οὗτος ὁ πολλὸς ὅμιλος τί ταῦτα πολλῇ σπουδῇ ἐργάζεται. εἴτε καὶ εὐχὴν ἐπιτελέσαι θέλων. τὸν μὲν Κροῖσον ταῦτα ἀπηγέεσθαι. παραστῆναι καὶ ῥύσασθαι αὐτὸν ἐκ τοῦ παρεόντος κακοῦ. ὁ δὲ εἶπε "ὦ βασιλεῦ. μεταγνόντα τε καὶ ἐννώσαντα ὅτι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος ἐὼν ἄλλον ἄνθρωπον. οὐδέν τι μᾶλλον ἐς ἑωυτὸν λέγων ἢ οὐκ ἐς ἅπαν τὸ ἀνθρώπινον καὶ μάλιστα τοὺς παρὰ σφίσι αὐτοῖσι ὀλβίους δοκέοντας εἶναι. τὸ τοῦ Σόλωνος ὥς οἱ εἴη σὺν θεῷ εἰρημένον. τῆς δὲ πυρῆς ἤδη ἁμμένης καίεσθαι τὰ περιέσχατα. ἐγὼ ταῦτα ἔπρηξα τῇ σῇ μὲν εὐδαιμονίῃ. ὁ δὲ συννοίῃ ἐχόμενος ἥσυχος ἦν· [2] μετὰ δὲ ἐπιστραφείς τε καὶ ἰδόμενος τοὺς Πέρσας τὸ τῶν Λυδῶν ἄστυ κεραΐζοντας εἶπε "ὦ βασιλεῦ. ζῶντα πυρὶ διδοίη. καίπερ ἐν κακῷ ἐόντι τοσούτῳ. ἀλλὰ ταῦτα δαίμοσί κου φίλον ἦν οὕτω γενέσθαι. ἐν νόῳ ἔχων εἴτε δὴ ἀκροθίνια ταῦτα καταγιεῖν θεῶν ὅτεῳ δή. [3] "Κροῖσε. κότερον λέγειν πρὸς σὲ τὰ νοέων τυγχάνω ἢ σιγᾶν ἐν τῷ παρεόντι χρή. γενόμενον ἑωυτοῦ εὐδαιμονίῃ οὐκ ἐλάσσω. οὕτω δὴ μαθόντα τὸν Κῦρον ὡς εἴη ὁ Κροῖσος καὶ θεοφιλὴς καὶ ἀνὴρ ἀγαθός. δυναμένους δὲ οὐκέτι καταλαβεῖν. καὶ τοὺς πειρωμένους οὐ δύνασθαι ἔτι τοῦ πυρὸς ἐπικρατῆσαι. πάλιν ἐπειρώτων τὰ λεγόμενα. ἀνενεικάμενόν τε καὶ ἀναστενάξαντα ἐκ πολλῆς ἡσυχίης ἐς τρὶς ὀνομάσαι "Σόλων. τῇ ἐμεωυτοῦ δὲ κακοδαιμονίῃ." 88. [6] καὶ τὸν Κῦρον ἀκούσαντα τῶν ἑρμηνέων τὰ Κροῖσος εἶπε. ὡς ὥρα πάντα μὲν ἄνδρα σβεννύντα τὸ πῦρ. [5] λιπαρεόντων δὲ αὐτῶν καὶ ὄχλον παρεχόντων. τίς σε ἀνθρώπων ἀνέγνωσε ἐπὶ γῆν τὴν ἐμὴν στρατευσάμενον πολέμιον ἀντὶ φίλου ἐμοὶ καταστῆναι. ἐκ δὲ αἰθρίης τε καὶ νηνεμίης συνδραμεῖν ἐξαπίνης νέφεα καὶ χειμῶνά τε καταρραγῆναι καὶ ὗσαι ὕδατι λαβροτάτῳ.
Κῦρος δὲ γελάσας εἶπε "καὶ τούτου τεύξεαι παρ᾽ ἐμεῦ. [2] προθυμεομένου δὲ Λοξίεω ὅκως ἂν κατὰ τοὺς παῖδας τοῦ Κροίσου γένοιτο τὸ Σαρδίων πάθος καὶ μὴ κατ᾽ αὐτὸν Κροῖσον. [3] Κροῖσος δέ οἱ ἐπαλιλλόγησε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ διάνοιαν καὶ τῶν χρηστηρίων τὰς ὑποκρίσιας καὶ μάλιστα τὰ ἀναθήματα. ἦν γὰρ δὴ ὁ Κῦρος οὗτος ἡμίονος· ἐκ γὰρ δυῶν οὐκ ὁμοεθνέων ἐγεγόνεε." [2] ὁ δὲ εἶπε "ὦ δέσποτα. Κροῖσε. εἶπε πρὸς Κροῖσον τάδε. εἴ τι ἐνορέω πλέον. οὐκ οἷόν τε ἐγίνετο παραγαγεῖν μοίρας. οἳ λεγόντων πρὸς τοὺς ἐκφέροντας τὰ χρήματα ἀπαιρεόμενοι ὡς σφέα ἀναγκαίως ἔχει δεκατευθῆναι τῷ Διί. καὶ ὡς ἐπαερθεὶς τῷ μαντηίῳ ἐστρατεύσατο ἐπὶ Πέρσας· λέγων δὲ ταῦτα κατέβαινε αὖτις παραιτεόμενος ἐπεῖναί οἱ τῷ θεῷ τοῦτο ὀνειδίσαι. "Κροῖσε. καὶ ἐκεῖνοι συγγνόντες ποιέειν σε δίκαια ἑκόντες προήσουσι. πέμπων τῶν Λυδῶν ἐς Δελφοὺς ἐνετέλλετο τιθέντας τὰς πέδας ἐπὶ τοῦ νηοῦ τὸν οὐδὸν εἰρωτᾶν εἰ οὔ τι ἐπαισχύνεται τοῖσι μαντηίοισι ἐπαείρας Κροῖσον στρατεύεσθαι ἐπὶ Πέρσας ὡς καταπαύσοντα τὴν Κύρου δύναμιν. ἀναρτημένου σεῦ ἀνδρὸς βασιλέος χρηστὰ ἔργα καὶ ἔπεα ποιέειν. μητρὸς ἀμείνονος. ἐπειρέσθαι πέμψαντα τάσδε τὰς πέδας. τὸν ἐγὼ ἐτίμησα θεῶν μάλιστα. τοῦτον προσδέκεσθαί τοι ἐπαναστησόμενον. ὃς ἐὼν δορυφόρος Ἡρακλειδέων. ἀπ᾽ ἧς οἱ ἀκροθίνια τοιαῦτα γενέσθαι. ἤνυσέ τε καὶ ἐχαρίσατό οἱ· τρία γὰρ ἔτεα ἐπανεβάλετο τὴν Σαρδίων ἅλωσιν. τάδε τοὶ ἐξ αὐτῶν ἐπίδοξα γενέσθαι. ὁ δὲ Πέρσης τε ἦν καὶ ἀρχόμενος ὑπ᾽ ἐκείνοισι καὶ ἔνερθε ἐὼν τοῖσι ἅπασι δεσποίνῃ τῇ ἑωυτοῦ . ἐάσας με χαριεῖ μάλιστα τὸν θεὸν τῶν Ἑλλήνων. [2] Πέρσαι φύσιν ἐόντες ὑβρισταὶ εἰσὶ ἀχρήματοι. προηγόρευε γὰρ οἱ Λοξίης. τὸν δὲ πρὸς ταῦτα χρῆν εὖ μέλλοντα βουλεύεσθαι ἐπειρέσθαι πέμψαντα κότερα τὴν ἑωυτοῦ ἢ τὴν Κύρου λέγοι ἀρχήν." 90. καὶ τοῦτο ἐπιστάσθω Κροῖσος ὡς ὕστερον τοῖσι ἔτεσι τούτοισι ἁλοὺς τῆς πεπρωμένης." 89. οὐ συλλαβὼν δὲ τὸ ῥηθὲν οὐδ᾽ ἐπανειρόμενος ἑωυτὸν αἴτιον ἀποφαινέτω· [5] τῷ καὶ τὸ τελευταῖον χρηστηριαζομένῳ εἶπε Λοξίης περὶ ἡμιόνου. δεικνύντας τὰς πέδας· ταῦτά τε ἐπειρωτᾶν. εἲ τοι ἀρέσκει τὰ ἐγὼ λέγω· [3] κάτισον τῶν δορυφόρων ἐπὶ πάσῃσι τῇσι πύλῃσι φυλάκους. καὶ ἐντειλάμενος τοῖσι δορυφόροισι τὰ Κροῖσος ὑπεθήκατο ἐπιτελέειν. δικαιῶ. ὃς ἂν αὐτῶν πλεῖστα κατάσχῃ. 91. "τὴν πεπρωμένην μοῖραν ἀδύνατα ἐστὶ ἀποφυγεῖν καὶ θεῷ· Κροῖσος δὲ πέμπτου γονέος ἁμαρτάδα ἐξέπλησε. καὶ σύ τέ σφι οὐκ ἀπεχθήσεαι βίῃ ἀπαιρεόμενος τὰ χρήματα. καὶ ἄλλου παντὸς τοῦ ἂν ἑκάστοτε δέῃ." Κῦρος δὲ εἴρετο ὅ τι οἱ τοῦτο ἐπηγορέων παραιτέοιτο. Κύρῳ δὲ ἐπιμελὲς ἐγένετο τὰ Κροῖσος εἶπε· μεταστησάμενος δὲ τοὺς ἄλλους. μεγάλην ἀρχὴν αὐτὸν καταλύσειν. οὐδὲ τοῦτο συνέλαβε. καὶ εἰ ἀχαρίστοισι νόμος εἶναι τοῖσι Ἑλληνικοῖσι θεοῖσι. πατρὸς δὲ ὑποδεεστέρου· [6] ἣ μὲν γὰρ ἦν Μηδὶς καὶ Ἀστυάγεος θυγάτηρ τοῦ Μήδων βασιλέος. αἰτέο δόσιν ἥντινα βούλεαί τοι γενέσθαι παραυτίκα. εἴρετο Κροῖσον ὅ τι οἱ ἐνορῴη ἐν τοῖσι ποιευμένοισι. σημαίνειν σοί. νῦν ὦν ποίησον ὧδε."οὔτε πόλιν τὴν ἐμὴν οὔτε χρήματα τὰ ἐμὰ διαρπάζει· οὐδὲν γὰρ ἐμοὶ ἔτι τούτων μέτα· ἀλλὰ φέρουσί τε καὶ ἄγουσι τὰ σά. εἰ ἐξαπατᾶν τοὺς εὖ ποιεῦντας νόμος ἐστί οἱ. ἀπικομένοισι δὲ τοῖσι Λυδοῖσι καὶ λέγουσι τὰ ἐντεταλμένα τὴν Πυθίην λέγεται εἰπεῖν τάδε. ὁ δὲ εἶπε "ἐπείτε με θεοὶ ἔδωκαν δοῦλον σοί." [4] ὡς δὲ ταῦτα ἤκουσε ὁ Κροῖσος. [4] κατὰ δὲ τὸ μαντήιον τὸ γενόμενον οὐκ ὀρθῶς Κροῖσος μέμφεται. ὥς οἱ ἐδόκεε εὖ ὑποτίθεσθαι· αἰνέσας δὲ πολλά. ἢν ὦν σὺ τούτους περιίδῃς διαρπάσαντας καὶ κατασχόντας χρήματα μεγάλα. ἢν στρατεύηται ἐπὶ Πέρσας. [3] ὅσον δὲ ἐνέδωκαν αὗται. δευτέρα δὲ τούτων καιομένῳ αὐτῷ ἐπήρκεσε. ταῦτα ἀκούων ὁ Κῦρος ὑπερήδετο. δόλῳ γυναικηίῳ ἐπισπόμενος ἐφόνευσε τὸν δεσπότεα καὶ ἔσχε τὴν ἐκείνου τιμὴν οὐδέν οἱ προσήκουσαν.
τὰ δ᾽ ἐξαπόλωλε τῶν ἀναθημάτων· [2] τὰ δ᾽ ἐν Βραγχίδῃσι τῇσι Μιλησίων ἀναθήματα Κροίσῳ. [4] ἐπείτε δὲ δόντος τοῦ πατρὸς ἐκράτησε τῆς ἀρχῆς ὁ Κροῖσος. τὴν μὲν ἑτέρην τῶν ἡμερέων παίζειν πᾶσαν. λίμνη δὲ ἔχεται τοῦ σήματος μεγάλη. χωρὶς ἢ ὅτι τὰ θήλεα τέκνα καταπορνεύουσι. οἳ δὲ ἀνήνεικαν ἐς Σάρδις καὶ ἀπήγγειλαν Κροίσῳ. 92. τοῦ ἡ κρηπὶς μὲν ἐστὶ λίθων μεγάλων." ταῦτα μὲν ἡ Πυθίη ὑπεκρίνατο τοῖσι Λυδοῖσι. πλὴν πεσσῶν τούτων γὰρ ὦν τὴν ἐξεύρεσιν οὐκ οἰκηιοῦνται Λυδοί. ὁ δὲ ἀκούσας συνέγνω ἑωυτοῦ εἶναι τὴν ἁμαρτάδα καὶ οὐ τοῦ θεοῦ. καὶ . τὰ μέν νυν ἔς τε Δελφοὺς καὶ ἐς τοῦ Ἀμφιάρεω ἀνέθηκε οἰκήιά τε ἐόντα καὶ τῶν πατρωίων χρημάτων ἀπαρχήν· τὰ δὲ ἄλλα ἀναθήματα ἐξ ἀνδρὸς ἐγένετο οὐσίης ἐχθροῦ. ἴσα τε σταθμὸν καὶ ὅμοια τοῖσι ἐν Δελφοῖσι . Λυδοὶ δὲ νόμοισι μὲν παραπλησίοισι χρέωνται καὶ Ἕλληνές. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. Κροίσῳ δὲ ἐστὶ ἄλλα ἀναθήματα ἐν τῇ Ἑλλάδι πολλὰ καὶ οὐ τὰ εἰρημένα μοῦνα. τὴν λέγουσι Λυδοὶ ἀείναον εἶναι· καλέεται δὲ αὕτη Γυγαίη. καὶ ἐφαίνετο μετρεόμενον τὸ τῶν παιδισκέων ἔργον ἐὸν μέγιστον. τὴν δὲ ἑτέρην σιτέεσθαι παυομένους τῶν παιγνιέων. οἷά τε καὶ ἄλλη χώρη. ταῦτα μὲν καὶ ἔτι ἐς ἐμὲ ἦν περιεόντα. θώματα δὲ γῆ (ἡ) Λυδίη ἐς συγγραφὴν οὐ μάλα ἔχει. τὴν δὲ οὐσίην αὐτοῦ ἔτι πρότερον κατιρώσας τότε τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ἀνέθηκε ἐς τὰ εἴρηται. τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτο ἐστί. ὅς οἱ πρὶν ἢ βασιλεῦσαι ἀντιστασιώτης κατεστήκεε. καὶ τοὺς Λυδοὺς τέως μὲν διάγειν λιπαρέοντας. μετὰ δὲ ὡς οὐ παύεσθαι. Πανταλέων δὲ ἐξ Ἰάδος. [3] ὁ δὲ Πανταλέων ἦν Ἀλυάττεω μὲν παῖς. τὸ δὲ ἄλλο σῆμα χῶμα γῆς. ἐξευρεθῆναι δὴ ὦν τότε καὶ τῶν κύβων καὶ τῶν ἀστραγάλων καὶ τῆς σφαίρης καὶ τῶν ἀλλέων πασέων παιγνιέων τὰ εἴδεα. ἐν μὲν γὰρ Θήβῃσι τῇσι Βοιωτῶν τρίπους χρύσεος. 94. ἄλλον δὲ ἄλλο ἐπιμηχανᾶσθαι αὐτῶν. ἄκεα δίζησθαι. ἐξεργάσαντο δέ μιν οἱ ἀγοραῖοι ἄνθρωποι καὶ οἱ χειρώνακτες καὶ αἱ ἐνεργαζόμεναι παιδίσκαι. Κροίσου δὲ ἀδελφεὸς οὐκ ὁμομήτριος· Κροῖσος μὲν γὰρ ἐκ Καείρης ἦν γυναικὸς Ἀλυάττῃ. καὶ περὶ μὲν ἀναθημάτων τοσαῦτα εἰρήσθω. [3] οὖροι δὲ πέντε ἐόντες ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦσαν ἐπὶ τοῦ σήματος ἄνω. [5] ἡ μὲν δὴ περίοδος τοῦ σήματός εἰσὶ στάδιοι ἓξ καὶ δύο πλέθρα. κατὰ μὲν δὴ τὴν Κροίσου τε ἀρχὴν καὶ Ἰωνίης τὴν πρώτην καταστροφὴν ἔσχε οὕτω. ἐν δὲ Προνηίης τῆς ἐν Δελφοῖσι ἀσπὶς χρυσέη μεγάλη.. ἐς ὃ ἂν συνοικήσωσι τοῦτο ποιέουσαι· ἐκδιδοῦσι δὲ αὐταὶ ἑωυτάς.συνοίκεε... [2] ἓν δὲ ἔργον πολλὸν μέγιστον παρέχεται χωρὶς τῶν τε Αἰγυπτίων ἔργων καὶ τῶν Βαβυλωνίων· ἔστι αὐτόθι Ἀλυάττεω τοῦ Κροίσου πατρὸς σῆμα. τὸν ἀνέθηκέ τῷ Ἀπόλλωνι τῷ Ἰσμηνίῳ. [4] τοῦ γὰρ δὴ Λυδῶν δήμου αἱ θυγατέρες πορνεύονται πᾶσαι. [5] ἐπείτε δὲ οὐκ ἀνιέναι τὸ κακὸν ἀλλ᾽ ἔτι ἐπὶ μᾶλλον βιάζεσθαι οὕτω δὴ τὸν βασιλέα αὐτῶν δύο μοίρας διελόντα Λυδῶν πάντων κληρῶσαι τὴν μὲν ἐπὶ μόνῃ τὴν δὲ ἐπὶ ἐξόδῳ ἐκ τῆς χώρης. τὸν ἄνθρωπον τὸν ἀντιπρήσσοντα ἐπὶ κνάφου ἕλκων διέφθειρε. πάρεξ τοῦ ἐκ τοῦ Τμώλου καταφερομένου ψήγματος. ὧδε περὶ αὐτῶν λέγοντες. πρῶτοι δὲ καὶ κάπηλοι ἐγένοντο. συσπεύδων Πανταλέοντι γενέσθαι τὴν Λυδῶν ἀρχήν. [4] ποιέειν δὲ ὧδε πρὸς τὸν λιμὸν ἐξευρόντας. 93. τὸ δὲ εὖρος ἐστὶ πλέθρα τρία καὶ δέκα. πρῶτοι δὲ ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν νόμισμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου κοψάμενοι ἐχρήσαντο. [2] φασὶ δὲ αὐτοὶ Λυδοὶ καὶ τὰς παιγνίας τὰς νῦν σφίσι τε καὶ Ἕλλησι κατεστεώσας ἑωυτῶν ἐξεύρημα γενέσθαι· ἅμα δὲ ταύτας τε ἐξευρεθῆναι παρὰ σφίσι λέγουσι καὶ Τυρσηνίην ἀποικίσαι. συλλέγουσαι σφίσι φερνάς. ἐν δὲ Ἐφέσῳ αἵ τε βόες αἱ χρύσεαι καὶ τῶν κιόνων αἱ πολλαί. καί σφι γράμματα ἐνεκεκόλαπτο τὰ ἕκαστοι ἐξεργάσαντο. ἵνα δὴ μὴ ζητέοιεν σιτία. [3] ἐπὶ Ἄτυος τοῦ Μάνεω βασιλέος σιτοδείην ἰσχυρὴν ἀνὰ τὴν Λυδίην πᾶσαν γενέσθαι. τοιούτῳ τρόπῳ διάγειν ἐπ᾽ ἔτεα δυῶν δέοντα εἴκοσι.
κατοικημένων τῶν Μήδων κατὰ κώμας. κατὰ ταῦτα γράψω. καὶ δορυφόρους αὐτῷ ἐπιτρέπουσι ἐκ πάντων Μήδων καταλέξασθαι. ὧδε αὖτις ἐς τυραννίδα περιῆλθον. [7] ἀντὶ δὲ Λυδῶν μετονομασθῆναι αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ βασιλέος τοῦ παιδός. τότε ἐπείτε ἤκουσαν ἄσμενοι. [2] ὃ δ᾽ ἐκέλευε αὐτοὺς οἰκία τε ἑωυτῷ ἄξια τῆς βασιληίης οἰκοδομῆσαι καὶ κρατῦναι αὐτὸν δορυφόροισι· ποιεῦσι δὴ ταῦτα οἱ Μῆδοι. ὁ Δηιόκης ἦν πολλὸς ὑπὸ παντὸς ἀνδρὸς καὶ προβαλλόμενος καὶ αἰνεόμενος. ἀνὴρ ἐν τοῖσι Μήδοισι ἐγένετο σοφὸς τῷ οὔνομα ἦν Δηιόκης. οἷα πυνθανομένων τὰς δίκας ἀποβαίνειν κατὰ τὸ ἐόν. ὡς δ᾽ ἐγὼ δοκέω. Λυδοὶ μὲν δὴ ὑπὸ Πέρσῃσι ἐδεδούλωντο. [2] οὗτος ὁ Δηιόκης ἐρασθεὶς τυραννίδος ἐποίεε τοιάδε. ἐπιδίζηται δὲ δὴ τὸ ἐνθεῦτεν ἡμῖν ὁ λόγος τόν τε Κῦρον ὅστις ἐὼν τὴν Κροίσου ἀρχὴν κατεῖλε. ἐπιστάμενος περὶ Κύρου καὶ τριφασίας ἄλλας λόγων ὁδοὺς φῆναι. ἐόντων δὲ αὐτονόμων πάντων ἀνὰ τὴν ἤπειρον. 98. πρῶτοι ἀπ᾽ αὐτῶν Μῆδοι ἤρξαντο ἀπίστασθαι. παῖς δ᾽ ἦν Φραόρτεω. [3] ὁ δὲ ὡς ἔσχε τὴν ἀρχήν. ὡς ὦν Περσέων μετεξέτεροι λέγουσι. πρότερον περιπίπτοντες ἀδίκοισι γνώμῃσι. ἐς τὰ ἐσθεμένους τὰ πάντα ὅσα σφι ἦν χρηστὰ ἐπίπλοα. ὅς σφεας ἀνήγαγε. πλεῦνος δὲ αἰεὶ γινομένου τοῦ ἐπιφοιτέοντος. [6] λαχόντας δὲ αὐτῶν τοὺς ἑτέρους ἐξιέναι ἐκ τῆς χώρης καταβῆναι ἐς Σμύρνην καὶ μηχανήσασθαι πλοῖα. καὶ τοὺς Πέρσας ὅτεῳ τρόπῳ ἡγήσαντο τῆς Ἀσίης. 96. 97. οὐδὲ ὑπ᾽ ἀνομίης ἀνάστατοι ἐσόμεθα. καὶ ἀπωσάμενοι τὴν δουλοσύνην ἐλευθερώθησαν. ἐπὶ τούτου τὴν ἐπωνυμίην ποιευμένους ὀνομασθῆναι Τυρσηνούς. ἀποπλέειν κατὰ βίου τε καὶ γῆς ζήτησιν. συνελέχθησαν οἱ Μῆδοι ἐς τὠυτὸ καὶ ἐδίδοσαν σφίσι λόγον. μάλιστα ἔλεγον οἱ τοῦ Δηιόκεω φίλοι [3] "οὐ γὰρ δὴ τρόπῳ τῷ παρεόντι χρεώμενοι δυνατοὶ εἰμὲν οἰκέειν τὴν χώρην. ἐς ὃ ἔθνεα πολλὰ παραμειψαμένους ἀπικέσθαι ἐς Ὀμβρικούς. ὁ δὲ δή. ἐπὶ δὲ τῇ ἀπαλλασσομένῃ τὸν ἑωυτοῦ παῖδα. [3] ποιέων τε ταῦτα ἔπαινον εἶχε οὐκ ὀλίγον πρὸς τῶν πολιητέων. τῷ οὔνομα εἶναι Τυρσηνόν. ἐπιστάμενος ὅτι τῷ δικαίῳ τὸ ἄδικον πολέμιον ἐστί. οἷα μνώμενος ἀρχήν. οἰκοδομέουσί τε γὰρ αὐτῷ οἰκία μεγάλα τε καὶ ἰσχυρά. μετὰ δὲ τούτους καὶ τὰ ἄλλα ἔθνεα ἐποίεε τὠυτὸ τοῖσι Μήδοισι. ἐς ὃ τοῦτον καταινέουσι βασιλέα σφίσι εἶναι. γνοὺς ὁ Δηιόκης ἐς ἑωυτὸν πᾶν ἀνακείμενον οὔτε κατίζειν ἔτι ἤθελε ἔνθα περ πρότερον προκατίζων ἐδίκαζε." ταῦτά κῃ λέγοντες πείθουσι ἑωυτοὺς βασιλεύεσθαι. [2] ἐούσης ὦν ἁρπαγῆς καὶ ἀνομίης ἔτι πολλῷ μᾶλλον ἀνὰ τὰς κώμας ἢ πρότερον ἦν. καὶ κως οὗτοι περὶ τῆς ἐλευθερίης μαχεσάμενοι τοῖσι Ἀσσυρίοισι ἐγένοντο ἄνδρες ἀγαθοί. [2] Ἀσσυρίων ἀρχόντων τῆς ἄνω Ἀσίης ἐπ᾽ ἔτεα εἴκοσι καὶ πεντακόσια. ἔνθα σφέας ἐνιδρύσασθαι πόλιας καὶ οἰκέειν τὸ μέχρι τοῦδε. ἐφοίτων παρὰ τὸν Δηιόκεα καὶ αὐτοὶ δικασόμενοι. οὔτ᾽ ἔφη δίκαν ἔτι· οὐ γὰρ οἱ λυσιτελέειν τῶν ἑωυτοῦ ἐξημεληκότα τοῖσι πέλας δι᾽ ἡμέρης δικάζειν. οἱ δ᾽ ἐκ τῆς αὐτῆς κώμης Μῆδοι ὁρῶντες αὐτοῦ τοὺς τρόπους δικαστήν μιν ἑωυτῶν αἱρέοντο. οἱ μὴ βουλόμενοι σεμνοῦν τὰ περὶ Κῦρον ἀλλὰ τὸν ἐόντα λέγειν λόγον. ἵνα αὐτὸς ἔφρασε τῆς χώρης. τέλος δὲ οὐδενὶ ἄλλῳ ἐπετράποντο. φέρε στήσωμεν ἡμέων αὐτῶν βασιλέα· καὶ οὕτω ἥ τε χωρῇ εὐνομήσεται καὶ αὐτοὶ πρὸς ἔργα τρεψόμεθα. οὕτω ὥστε πυνθανόμενοι οἱ ἐν τῇσι ἄλλῃσι κώμῃσι ὡς Δηιόκης εἴη ἀνὴρ μοῦνος κατὰ τὸ ὀρθὸν δικάζων. τοὺς Μήδους ἠνάγκασε ἓν πόλισμα ποιήσασθαι καὶ τοῦτο . ἐν τῇ ἑωυτοῦ ἐὼν καὶ πρότερον δόκιμος καὶ μᾶλλόν τι καὶ προθυμότερον δικαιοσύνην ἐπιθέμενος ἤσκεε· καὶ ταῦτα μέντοι ἐούσης ἀνομίης πολλῆς ἀνὰ πᾶσαν τὴν Μηδικὴν ἐποίεε. 95.ἐπὶ μὲν τῇ μένειν αὐτοῦ λαγχανούσῃ τῶν μοιρέων ἑωυτὸν τὸν βασιλέα προστάσσειν. λέγοντες περὶ τῶν κατηκόντων. ἰθύς τε καὶ δίκαιος ἦν. αὐτίκα δὲ προβαλλομένων ὅντινα στήσονται βασιλέα.
[4] μεμηχάνηται δὲ οὕτω τοῦτο τὸ τεῖχος ὥστε ὁ ἕτερος τοῦ ἑτέρου κύκλος τοῖσι προμαχεῶσι μούνοισι ἐστι ὑψηλότερος. 101. συλλέξας δὲ τοὺς ὑπ᾽ ἑωυτῷ ἀρχομένους πάντας ἐστρατεύετο ἐπὶ τὴν Νίνον. τοῦτον ὅκως μεταπέμψαιτο κατ᾽ ἀξίην ἑκάστου ἀδικήματος ἐδικαίευ. γένεα μὲν δὴ Μήδων ἐστὶ τοσάδε. ἄρξας δύο καὶ εἴκοσι ἔτεα. Φραόρτεω δὲ τελευτήσαντος ἐξεδέξατο Κυαξάρης ὁ Φραόρτεω τοῦ Δηιόκεω παῖς. τὸ δὲ καὶ μᾶλλόν τι ἐπετηδεύθη. καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ ὁ πολλός. Δηιόκης μέν νυν τὸ Μηδικὸν ἔθνος συνέστρεψε μοῦνον καὶ τοῦτον ἦρξε· ἔστι δὲ Μήδων τοσάδε γένεα. τὸ μέν κού τι καὶ τὸ χωρίον συμμαχέει κολωνὸς ἐὼν ὥστε τοιοῦτο εἶναι. [5] κύκλων δ᾽ ἐόντων τῶν συναπάντων ἑπτά. 99. 102. πρός τε τούτοισι ἔτι γελᾶν τε καὶ ἀντίον πτύειν καὶ ἅπασι εἶναι τοῦτό γε αἰσχρόν. τιμωρέων τε τῷ πατρὶ καὶ τὴν πόλιν ταύτην . ἐπὶ τούτους δὴ στρατευσάμενος ὁ Φραόρτης αὐτός τε διεφθάρη. καὶ ὁ τὴν Ἅλυος ποταμοῦ ἄνω Ἀσίην πᾶσαν συστήσας ἑωυτῷ. τότε δὲ ἦσαν μεμουνωμένοι μὲν συμμάχων ἅτε ἀπεστεώτων. δι᾽ ἀγγέλων δὲ πάντα χρᾶσθαι. καὶ πρῶτός τε ἐλόχισε κατὰ τέλεα τοὺς ἐν τῇ. ἐς ὃ στρατευσάμενος ἐπὶ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ Ἀσσυρίων. ἄλλως μέντοι ἑωυτῶν εὖ ἥκοντες. [2] μετὰ δὲ ἔχων δύο ταῦτα ἔθνεα καὶ ἀμφότερα ἰσχυρά. ὃς τελευτήσαντος Δηιόκεω. καὶ ἐκεῖνος διακρίνων τὰς ἐσφερομένας ἐκπέμπεσκε. 103. ἦν τὸ δίκαιον φυλάσσων χαλεπός· καὶ τάς τε δίκας γράφοντες ἔσω παρ᾽ ἐκεῖνον ἐσπέμπεσκον. ὁρᾶσθαι τε βασιλέα ὑπὸ μηδενός. λυπεοίατο καὶ ἐπιβουλεύοιεν. παρεδέξατο τὴν ἀρχήν. τὸ δ᾽ αὐτῶν μέγιστον ἐστὶ τεῖχος κατὰ τὸν Ἀθηνέων κύκλον μάλιστά κῃ τὸ μέγαθος. τούτους οἳ Νίνον εἶχον καὶ ἦρχον πρότερον πάντων. Δηιόκεω δὲ παῖς γίνεται Φραόρτης. πέμπτου δὲ σανδαράκινοι. οὗτος λέγεται πολλὸν ἔτι γενέσθαι ἀλκιμώτερος τῶν προγόνων. ἐπείτε δὲ ταῦτα διεκόσμησε καὶ ἐκράτυνε ἑωυτὸν τῇ τυραννίδι. τετάρτου δὲ κυάνεοι. [6] οὕτω τῶν πέντε κύκλων οἱ προμαχεῶνες ἠνθισμένοι εἰσὶ φαρμάκοισι· δύο δὲ οἱ τελευταῖοί εἰσὶ ὃ μὲν καταργυρωμένους ὁ δὲ κατακεχρυσωμένους ἔχων τοὺς προμαχεῶνας. οἰκοδομηθέντων δὲ πάντων κόσμον τόνδε Δηιόκης πρῶτος ἐστὶ ὁ καταστησάμενος. τρίτου δὲ κύκλου φοινίκεοι. [2] ταῦτα δὲ περὶ ἑωυτὸν ἐσέμνυνε τῶνδε εἵνεκεν.περιστέλλοντας τῶν ἄλλων ἧσσον ἐπιμέλεσθαι. μήτε ἐσιέναι παρὰ βασιλέα μηδένα. τάδε δὲ ἄλλα ἐκεκοσμέατὸ οἱ· εἴ τινα πυνθάνοιτο ὑβρίζοντα. βασιλεύσαντος τρία καὶ πεντήκοντα ἔτεα. καὶ οἱ κατάσκοποί τε καὶ κατήκοοι ἦσαν ἀνὰ πᾶσαν τὴν χώρην τῆς ἦρχε. 100. ἐόντες σύντροφοί τε ἐκείνῳ καὶ οἰκίης οὐ φλαυροτέρης οὐδὲ ἐς ἀνδραγαθίην λειπόμενοι. ὅκως ἂν μὴ ὁρῶντες οἱ ὁμήλικες. [2] οὗτος ὁ τοῖσι Λυδοῖσι ἐστὶ μαχεσάμενος ὅτε νὺξ ἡ ἡμέρη ἐγένετό σφι μαχομένοισι. τοῦ μὲν δὴ πρώτου κύκλου οἱ προμαχεῶνες εἰσὶ λευκοί. ἀλλ᾽ ἑτεροῖός σφι δοκέοι εἶναι μὴ ὁρῶσι. ταῦτα μὲν δὴ ὁ Δηιόκης ἑωυτῷ τε ἐτείχεε καὶ περὶ τὰ ἑωυτοῦ οἰκία. τοῦ δὲ δευτέρου μέλανες. ἀλλὰ στρατευσάμενος ἐπὶ τοὺς Πέρσας πρώτοισί τε τούτοισι ἐπεθήκατο καὶ πρώτους Μήδων ὑπηκόους ἐποίησε. Ἀσίῃ καὶ πρῶτος διέταξε χωρὶς ἑκάστους εἶναι. παραδεξάμενος δὲ οὐκ ἀπεχρᾶτο μούνων Μήδων ἄρχειν. [2] ταῦτα μὲν κατὰ τὰς δίκας ἐποίεε. τούς τε αἰχμοφόρους καὶ τοὺς τοξοφόρους καὶ τοὺς ἱππέας· πρὸ τοῦ δὲ ἀναμὶξ ἦν πάντα ὁμοίως ἀναπεφυρμένα. τὸν δὲ ἄλλον δῆμον πέριξ ἐκέλευε τὸ τεῖχος οἰκέειν. ἕτερον ἑτέρῳ κύκλῳ ἐνεστεῶτα. Βοῦσαι Παρητακηνοὶ Στρούχατες Ἀριζαντοὶ Βούδιοι Μάγοι. πειθομένων δὲ καὶ ταῦτα τῶν Μήδων οἰκοδομέει τείχεα μεγάλα τε καὶ καρτερὰ ταῦτα τὰ νῦν Ἀγβάτανα κέκληται. κατεστρέφετο τὴν Ἀσίην ἀπ᾽ ἄλλου ἐπ᾽ ἄλλο ἰὼν ἔθνος. ἐν δὴ τῷ τελευταίῳ τὰ βασιλήια ἔνεστι καὶ οἱ θησαυροί.
καὶ τήν τε Νίνον εἷλον (ὡς δὲ εἷλον ἐν ἑτέροισι λόγοισι δηλώσω) καὶ τοὺς Ἀσσυρίους ὑποχειρίους ἐποιήσαντο πλὴν τῆς Βαβυλωνίης μοίρης. μετεπέμψατο ἐκ τῶν Περσέων τὴν θυγατέρα ἐπίτεκα ἐοῦσαν. ὡς ἐγὼ πυνθανόμενος εὑρίσκω. ἐκδέκεται δὲ Ἀστυάγης Κυαξάρεω παῖς τὴν βασιληίην. καὶ ἐπείτε ἐγένοντο ἐν τῇ Παλαιστίνῃ Συρίῃ. [2] καὶ τούτων μὲν τοὺς πλεῦνας Κυαξάρης τε καὶ Μῆδοι ξεινίσαντες καὶ καταμεθύσαντες κατεφόνευσαν. [2] μετὰ δὲ τὴν Μανδάνην ταύτην ἐοῦσαν ἤδη ἀνδρὸς ὡραίην Μήδων μὲν τῶν ἑωυτοῦ ἀξίων οὐδενὶ διδοῖ γυναῖκα. 105. [2] οἳ δὲ ἐπείτε ἀναχωρέοντες ὀπίσω ἐγένοντο τῆς Συρίης ἐν Ἀσκάλωνι πόλι. [3] ἔστι δὲ τοῦτο τὸ ἱρόν. 107. τούτοισι δὲ ἐπισπόμενοι φεύγουσι οὕτω ἐς τὴν Μηδικὴν χώρην ἀπίκοντο. τῶν πλεόνων Σκυθέων παρεξελθόντων ἀσινέων. καὶ ὁρᾶν παρ᾽ ἑωυτοῖσι τοὺς ἀπικνεομένους ἐς τὴν Σκυθικὴν χώρην ὡς διακέαται τοὺς καλέουσι Ἐνάρεας οἱ Σκύθαι. τὸν εὕρισκε οἰκίης μὲν ἐόντα ἀγαθῆς τρόπου δὲ ἡσυχίου. καὶ τὸ ἐν Κυθήροισι Φοίνικές εἰσὶ οἱ ἱδρυσάμενοι ἐκ ταύτης τῆς Συρίης ἐόντες. πολλῷ ἔνερθε ἄγων αὐτὸν μέσου ἀνδρὸς Μήδου. [4] τοῖσι δὲ τῶν Σκυθέων συλήσασι τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Ἀσκάλωνι καὶ τοῖσι τούτων αἰεὶ ἐκγόνοισι ἐνέσκηψε ὁ θεὸς θήλεαν νοῦσον· ὥστε ἅμα λέγουσί τε οἱ Σκύθαι διὰ τοῦτο σφέας νοσέειν. ἐνθεῦτεν δὲ ἤισαν ἐπ᾽ Αἴγυπτον. ὁ Ἀστυάγης τῷ πρώτῳ ἔτεϊ εἶδε ἄλλην ὄψιν. τὴν δὲ ἄμπελον ἐπισχεῖν τὴν Ἀσίην πᾶσαν. τελευτᾷ. καὶ οἱ ἐγένετο θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἔθετο Μανδάνην· τὴν ἐδόκεε Ἀστυάγης ἐν τῷ ὕπνῳ οὐρῆσαι τοσοῦτον ὥστε πλῆσαι μὲν τὴν ἑωυτοῦ πόλιν. [2] ἰδὼν δὲ τοῦτο καὶ ὑπερθέμενος τοῖσι ὀνειροπόλοισι. πάντων ἀρχαιότατον ἱρῶν ὅσα ταύτης τῆς θεοῦ· καὶ γὰρ τὸ ἐν Κύπρῳ ἱρὸν ἐνθεῦτεν ἐγένετο. περικατημένῳ τὴν Νίνον ἐπῆλθε Σκυθέων στρατὸς μέγας. ἀλλ᾽ ἓν τὸ διὰ μέσου ἔθνος αὐτῶν ἐστι. ὡς συμβαλὼν ἐνίκησε τοὺς Ἀσσυρίους. ἦγε δὲ αὐτοὺς βασιλεὺς ὁ Σκυθέων Μαδύης Προτοθύεω παῖς· οἳ ἐσέβαλον μὲν ἐς τὴν Ἀσίην Κιμμερίους ἐκβαλόντες ἐκ τῆς Εὐρώπης. [3] καί οἱ. 104. 106. Σάσπειρες. δεδοικὼς τὴν ὄψιν· ὁ δὲ Πέρσῃ διδοῖ τῷ οὔνομα ἦν Καμβύσης. οἱ δὲ Σκύθαι τὴν Ἀσίην πᾶσαν ἐπέσχον. [2] οὐ μέντοι οἵ γε Σκύθαι ταύτῃ ἐσέβαλον. ὑπερθέμενος δὲ τῶν Μάγων τοῖσι ὀνειροπόλοισι τὸ ἐνύπνιον. ἐπὶ μέν νυν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι ἔτεα ἦρχον τῆς Ἀσίης οἱ Σκύθαι. ἐνθαῦτα οἱ μὲν Μῆδοι συμβαλόντες τοῖσι Σκύθῃσι καὶ ἑσσωθέντες τῇ μάχῃ τῆς ἀρχῆς κατελύθησαν. τοῦτο δὲ παραμειβομένοισι εἶναι ἐν τῇ Μηδικῇ. χωρὶς δὲ τοῦ φόρου ἥρπαζον περιελαύνοντες τοῦτο ὅ τι ἔχοιεν ἕκαστοι. συνοικεούσης δὲ τῷ Καμβύσῃ τῆς Μανδάνης. ἀλλὰ τὴν κατύπερθε ὁδὸν πολλῷ μακροτέρην ἐκτραπόμενοι. ἐκ δὲ τῆς Κολχίδος οὐ πολλὸν ὑπερβῆναι ἐς τὴν Μηδικήν. Ψαμμήτιχος σφέας Αἰγύπτου βασιλεὺς ἀντιάσας δώροισί τε καὶ λιτῇσι ἀποτράπει τὸ προσωτέρω μὴ πορεύεσθαι. ἀπικομένην δὲ ἐφύλασσε βουλόμενος τὸ γενόμενον ἐξ αὐτῆς . ἐφοβήθη παρ᾽ αὐτῶν αὐτὰ ἕκαστα μαθών. ἐδόκεε δέ οἱ ἐκ τῶν αἰδοίων τῆς θυγατρὸς ταύτης φῦναι ἄμπελον. βασιλεύσας τεσσεράκοντα ἔτεα σὺν τοῖσι Σκύθαι ἦρξαν. ἐπικατακλύσαι δὲ καὶ τὴν Ἀσίην πᾶσαν. καὶ τὰ πάντα σφι ὑπό τε ὕβριος καὶ ὀλιγωρίης ἀνάστατα ἦν· χωρὶς μὲν γὰρ φόρον ἔπρησσον παρ᾽ ἑκάστων τὸν ἑκάστοισι ἐπέβαλλον. ἔστι δὲ ἀπὸ τῆς λίμνης τῆς Μαιήτιδος ἐπὶ Φᾶσιν ποταμὸν καὶ ἐς Κόλχους τριήκοντα ἡμερέων εὐζώνῳ ὁδός. μετὰ δὲ ταῦτα Κυαξάρης μέν. ὀλίγοι τινὲς αὐτῶν ὑπολειφθέντες ἐσύλησαν τῆς οὐρανίης Ἀφροδίτης τὸ ἱρόν. ἐν δεξιῇ ἔχοντες τὸ Καυκάσιον ὄρος. ὡς αὐτοὶ Κύπριοι λέγουσι. καὶ οὕτω ἀνεσώσαντο τὴν ἀρχὴν Μῆδοι καὶ ἐπεκράτεον τῶν περ καὶ πρότερον. 108.θέλων ἐξελεῖν.
ὁ δὲ εἶπε "ὤ γύναι. ἡ δὲ ἄλλη Μηδικὴ χωρῇ ἐστὶ πᾶσα ἄπεδος. οὔ οἱ ἔγωγε προσθήσομαι τῇ γνώμῃ οὐδὲ ἐς φόνον τοιοῦτον ὑπηρετήσω. φέρων δὲ ἐς σεωυτοῦ ἀπόκτεινον. μετὰ δὲ θάψον τρόπῳ ὅτεῳ αὐτὸς βούλεαι. ἐπορᾶν δὲ ἐκκείμενον τέταγμαι ἐγώ. ὀλέθρῳ τῷ κακίστῳ σε διαχρήσεσθαι. συνοίκεε δὲ ἑωυτοῦ συνδούλῃ. ἢν μὴ ἀποκτείνῃς αὐτὸ ἀλλὰ τεῷ τρόπῳ περιποιήσῃς. πρῆγμα τὸ ἄν τοι προσθέω. [3] ἐπεὶ ὦν ὁ βουκόλος σπουδῇ πολλῇ καλεόμενος ἀπίκετο." 111. οὔτε ἄλλοτε κω παρεῖδες ἀνδρὶ τῷδε ἄχαρι οὐδέν. κατὰ δὲ τὴν Μηδικὴν Σπακώ· τὴν γὰρ κύνα καλέουσι σπάκα Μῆδοι. ὡς ἐγένετο ὁ Κῦρος. [2] ἣ δὲ πρὸς αὐτὸν λέγει "νῦν ὦν τί σοὶ ἐν νόῳ ἐστὶ ποιέειν. μηδὲ ἐμέ τε παραβάλῃ καὶ ἄλλους ἑλόμενος ἐξ ὑστέρης σοὶ αὐτῷ περιπέσῃς· λάβε τὸν Μανδάνη ἔτεκε παῖδα. ἀλλ᾽ εἲ τοι φίλον τοῦτο οὕτω γίνεσθαι. [3] ταῦτα δὴ ὦν φυλασσόμενος ὁ Ἀστυάγης. Ἅρπαγος δὲ ὡς εἶδέ με. ἔνθα τὰς νομὰς τῶν βοῶν εἶχε οὗτος δὴ ὁ βουκόλος. [3] ὡς δὲ τάχιστα ἐσῆλθον. [4] "Ἅρπαγε. ἔλεγὲ οἱ τοιάδε. δεῖ μέντοι τῶν τινα Ἀστυάγεος αὐτοῦ φονέα γενέσθαι καὶ μὴ τῶν ἐμῶν. τούτοισι ἀμειψάμενος ὁ Ἅρπαγος. κεκοσμημένον χρυσῷ τε καὶ ἐσθῆτι ποικίλῃ. ἐκέλευε τὴν ταχίστην ἀναλαβόντα τὸ παιδίον οἴχεσθαι . ἦσαν δὲ ἐν φροντίδι ἀμφότεροι ἀλλήλων πέρι. οἶκος μὲν πᾶς Ἁρπάγου κλαυθμῷ κατείχετο. [2] αἱ δὲ ὑπώρεαί εἰσὶ τῶν ὀρέων. ὥς οἱ παρεδόθη τὸ παιδίον κεκοσμημένον τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἤιε κλαίων ἐς τὰ οἰκία· παρελθὼν δὲ ἔφραζε τῇ ἑωυτοῦ γυναικὶ τὸν πάντα Ἀστυάγεος ῥηθέντα λόγον. οὔνομα δὲ τῇ γυναικὶ ἦν τῇ συνοίκεε Κυνὼ κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν. ταῦτα εἶπε καὶ αὐτίκα ἄγγελον ἔπεμπε ἐπὶ τῶν βουκόλων τῶν Ἀστυάγεος τὸν ἠπίστατο νομάς τε ἐπιτηδεοτάτας νέμοντα καὶ ὄρεα θηριωδέστατα· τῷ οὔνομα ἦν Μιτραδάτης. οὐδ᾽ εἰ παραφρονήσει τε καὶ μανέεται κάκιον ἢ νῦν μαίνεται. ταῦτα ἀκούσας ὁ βουκόλος καὶ ἀναλαβὼν τὸ παιδίον ἤιε τὴν αὐτὴν ὀπίσω ὁδὸν καὶ ἀπικνέεται ἐς τὴν ἔπαυλιν. τότε κως κατὰ δαίμονα τίκτει οἰχομένου τοῦ βουκόλου ἐς πόλιν. οἷα ἐξ ἀέλπτου ἰδοῦσα ἡ γυνὴ εἴρετο προτέρη ὅ τι μιν οὕτω προθύμως Ἅρπαγος μετεπέμψατο. ἔλεγε ὁ Ἅρπαγος τάδε. τῷ δ᾽ ἄρα καὶ αὐτῷ ἡ γυνή. ὁρέω παιδίον προκείμενον ἀσπαῖρόν τε καὶ κραυγανόμενον. ἀλλὰ τοῦ μὲν ἀσφαλέος εἵνεκα ἐμοὶ δεῖ τοῦτον τελευτᾶν τὸν παῖδα." 110. ἐπίτεξ ἐοῦσα πᾶσαν ἡμέρην. "κελεύει σε Ἀστυάγης τὸ παιδίον τοῦτο λαβόντα θεῖναι ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων. καὶ ὅτι αὐτῷ μοι συγγενής ἐστὶ ὁ παῖς. χρὴ δὴ τό γε ἐμὸν ὑπηρετέεσθαι ἐπιτηδέως. ὅκως ἂν τάχιστα διαφθαρείη· καὶ τάδε τοὶ ἐκέλευσε εἰπεῖν." 109. ἡ δὲ γυνὴ ὅ τι οὐκ ἐωθὼς ὁ Ἅρπαγος μεταπέμψαιτο αὐτῆς τὸν ἄνδρα. φυλασσόμεθα δὲ ἐς σὲ καὶ ἐς τὸν μετέπειτα χρόνον μηδὲν ἐξαμαρτεῖν. μηδαμῶς παραχρήσῃ.διαφθεῖραι· ἐκ γάρ οἱ τῆς ὄψιος οἱ τῶν Μάγων ὀνειροπόλοι ἐσήμαινον ὅτι μέλλοι ὁ τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ γόνος βασιλεύσειν ἀντὶ ἐκείνου. ὃ μὲν τοῦ τόκου τῆς γυναικὸς ἀρρωδέων. καλέσας Ἅρπαγον ἄνδρα οἰκήιον καὶ πιστότατόν τε Μήδων καὶ πάντων ἐπίτροπον τῶν ἑωυτοῦ. πρὸς βορέω τε ἀνέμου τῶν Ἀγβατάνων καὶ πρὸς τοῦ πόντου τοῦ Εὐξείνου· ταύτῃ μὲν γὰρ ἡ Μηδικὴ χωρῇ πρὸς Σασπείρων ὀρεινή ἐστι κάρτα καὶ ὑψηλή τε καὶ ἴδῃσι συνηρεφής." ὁ δὲ ἀμείβεται "οὐ τῇ ἐνετέλλετο Ἀστυάγης. εἶδόν τε ἐς πόλιν ἐλθὼν καὶ ἤκουσα τὸ μήτε ἰδεῖν ὄφελον μήτε κοτὲ γενέσθαι ἐς δεσπότας τοὺς ἡμετέρους. [2] ἐπείτε δὲ ἀπονοστήσας ἐπέστη. ἄλλο τι ἢ λείπεται τὸ ἐνθεῦτεν ἐμοὶ κινδύνων ὁ μέγιστος. [3] πολλῶν δὲ εἵνεκα οὐ φονεύσω μιν. ἐγὼ δὲ ἐκπλαγεὶς ἤια ἔσω." [5] ὁ δὲ ἀμείβεται "ὦ βασιλεῦ. τῆς νῦν τὸν υἱὸν κτείνει δι᾽ ἐμεῦ. καὶ ὅτι Ἀστυάγης μὲν ἐστὶ γέρων καὶ ἅπαις ἔρσενος γόνου· [4] εἰ δ᾽ ἐθελήσει τούτου τελευτήσαντος ἐς τὴν θυγατέρα ταύτην ἀναβῆναι ἡ τυραννίς.
ὡς δὲ οὐκ ἔπειθε ἄρα τὸν ἄνδρα. δοκέων τῶν τινος οἰκετέων εἶναι· οὐ γὰρ ἂν κοτὲ κατέδοξα ἔνθεν γε ἦν." δεικνὺς τοῦ παιδὸς τοὺς ὤμους. "ἐπεὶ τοίνυν οὐ δύναμαί σε πείθειν μὴ ἐκθεῖναι. ὑπὸ τοῦ σοῦ δούλου." 113. βλέψας πρὸς τὸν Κῦρον ὁ Ἀστυάγης ἔφη [2] "σὺ δὴ ἐὼν . [4] καὶ ἐγὼ ἀναλαβὼν ἔφερον. λέγων δὲ οὐ Κύρου (οὐ γάρ κω ἦν τοῦτο τοὔνομα). ἐὼν Ἀρτεμβάρεος παῖς ἀνδρὸς δοκίμου ἐν Μήδοισι. ὡς δὲ τρίτη ἡμέρη τῷ παιδίῳ ἐκκειμένῳ ἐγένετο. λέγων "ὦ βασιλεῦ. φέρων ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων τίθει. τέτοκα γὰρ καὶ ἐγώ. [3] εἷς δὴ τούτων τῶν παίδων συμπαίζων. 115. οὐ γὰρ δὴ ἐποίησε τὸ προσταχθὲν ἐκ τοῦ Κύρου. φὰς Ἀστυάγεα εἶναι τὸν ταῦτα ἐπιθέμενόν μοι. ἔπαιζε δὲ μετ᾽ ἄλλων ἡλίκων ἐν ὁδῷ. μᾶλλόν τι περιημέκτεε. νῦν τε ὅδε ἐστί. μετεπέμπετο τόν τε βουκόλον καὶ τὸν παῖδα. ἔπαιζε ἐν τῇ κώμῃ ταύτῃ ἐν τῇ ἦσαν καὶ αἱ βουκολίαι αὗται. ὡς ἄρα Μανδάνης τε εἴη παῖς τῆς Ἀστυάγεος θυγατρὸς καὶ Καμβύσεω τοῦ Κύρου. τέτοκα δὲ τεθνεός. τοῦτον μὲν παραδιδοῖ τῇ ἑωυτοῦ γυναικί. ἀπολέεσθαί τε κάκιστα ἢν μὴ σφεα ποιήσῃ. ὡς γε δὴ ἀνάξια ἑωυτοῦ παθών. καὶ οὕτω οὔτε σὺ ἁλώσεαι ἀδικέων τοὺς δεσπότας οὔτε ἡμῖν κακῶς βεβουλευμένα ἔσται· ὅ τε γὰρ τεθνεὼς βασιληίης ταφῆς κυρήσει καὶ ὁ περιεὼν οὐκ ἀπολέει τὴν ψυχήν. πρὸς δὲ καὶ κλαυθμὸν κατεστεῶτα ἐμφανέα ἐν Ἁρπάγου. βουκόλῳ πρὸς τὰ παρεόντα εὖ λέγειν ἡ γυνή. εἰ δὴ πᾶσα ἀνάγκη ὀφθῆναι ἐκκείμενον. σὺ δὲ ὧδε ποίησον. τῷ δὲ τινὶ τὰς ἀγγελίας φέρειν ἐδίδου γέρας. δακρύσασα καὶ λαβομένη τῶν γουνάτων τοῦ ἀνδρὸς ἐχρήιζε μηδεμιῇ τέχνῃ ἐκθεῖναί μιν. [3] πέμψας δὲ ὅ Ἅρπαγος τῶν ἑωυτοῦ δορυφόρων τοὺς πιστοτάτους εἶδέ τε διὰ τούτων καὶ ἔθαψε τοῦ βουκόλου τὸ παιδίον. καὶ ὅτε ἦν δεκαέτης ὁ παῖς. ἐπείτε δὲ παρῆσαν ἀμφότεροι. ἐκέλευε αὐτὸν τοὺς ἄλλους παῖδας διαλαβεῖν. πόλλ᾽ ἀπειλήσας εἰ μή σφεα ποιήσαιμι. [2] ὁ δὲ αὐτῶν διέταξε τοὺς μὲν οἰκίας οἰκοδομέειν. ὡς ἑκάστῳ ἔργον προστάσσων. ἤιε ἐς πόλιν ὁ βουκόλος. βουκόλου δὲ παιδὸς ὧδε περιυβρίσμεθα. ἅμα δὲ ταῦτα ἔλεγε ὁ βουκόλος καὶ ἐκκαλύψας ἀπεδείκνυε. ὃς ἐμὲ προπέμπων ἔξω πόλιος ἐνεχείρισε τὸ βρέφος. τὸν δὲ ὕστερον τούτων Κῦρον ὀνομασθέντα παραλαβοῦσα ἔτρεφε ἡ γυνὴ τοῦ βουκόλου. [5] καὶ πρόκατε δὴ κατ᾽ ὁδὸν πυνθάνομαι τὸν πάντα λόγον θεράποντος. θέλων τιμωρῆσαι τῷ παιδὶ τιμῆς τῆς Ἀρτεμβάρεος εἵνεκα. τὸν δέ κου τινὰ αὐτῶν ὀφθαλμὸν βασιλέος εἶναι. κάρτα τε ἔδοξε τῷ. ἐλθὼν δὲ ἐς τοῦ Ἁρπάγου ἀποδεικνύναι ἔφη ἕτοιμος εἶναι τοῦ παιδίου τὸν νέκυν. καὶ τὸ μὲν ἐτέθαπτο. δευτέρα λέγει ἡ γυνὴ τάδε. καὶ οἱ παῖδες παίζοντες εἵλοντο ἑωυτῶν βασιλέα εἶναι τοῦτον δὴ τὸν τοῦ βουκόλου ἐπίκλησιν παῖδα. τοὺς δὲ δορυφόρους εἶναι. ἣ δὲ ὡς εἶδε τὸ παιδίον μέγα τε καὶ εὐειδὲς ἐόν. [4] ὁ δὲ ἐπείτε μετείθη τάχιστα. οὔνομα ἄλλο κού τι καὶ οὐ Κῦρον θεμένη. τὸν δὲ ἑωυτοῦ ἐόντα νεκρὸν λαβὼν ἔθηκε ἐς τὸ ἄγγος ἐν τῷ ἔφερε τὸν ἕτερον· [2] κοσμήσας δὲ τῷ κόσμῳ παντὶ τοῦ ἑτέρου παιδός. 114. ἐθάμβεον δὲ ὁρέων χρυσῷ τε καὶ εἵμασι κεκοσμημένον. [2] ὁ δὲ οὐκ ἔφη οἷός τ᾽ εἶναι ἄλλως αὐτὰ ποιέειν· ἐπιφοιτήσειν γὰρ κατασκόπους ἐξ Ἁρπάγου ἐποψομένους. καί μιν Ἀστυάγης ἐντέλλεται ἀποκτεῖναι. καὶ αὐτίκα ἐποίεε ταῦτα· τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων παῖδα. ἀλλὰ πρὸς τοῦ βουκόλου τοῦ Ἀστυάγεος παιδός. τῶν τινα προβοσκῶν φύλακον αὐτοῦ καταλιπών. [5] ὁ δὲ Ἀρτεμβάρης ὀργῇ ὡς εἶχε ἐλθὼν παρὰ τὸν Ἀστυάγεα καὶ ἅμα ἀγόμενος τὸν παῖδα ἀνάρσια πρήγματα ἔφη πεπονθέναι. πειθομένων δὲ τῶν παίδων ὁ Κῦρος τὸν παῖδα τρηχέως κάρτα περιέσπε μαστιγέων. κατελθὼν δὲ ἐς πόλιν πρὸς τὸν πατέρα ἀποικτίζετο τῶν ὑπὸ Κύρου ἤντησε. πρῆγμα ἐς αὑτὸν τοιόνδε γενόμενον ἐξέφηνέ μιν. τὸν δὲ τῆς Ἀστυάγεος θυγατρὸς παῖδα ὡς ἐξ ἡμέων ἐόντα τρέφωμεν.φέροντα καὶ θεῖναι ἔνθα θηριωδέστατον εἴη τῶν ὀρέων. [3] τοῦτο μὲν φέρων πρόθες." 112. ἀκούσας δὲ καὶ ἰδὼν Ἀστυάγης.
[3] οἱ μέν νυν ἄλλοι παῖδες τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον. ταῦτα λέγοντος τοῦ παιδὸς τὸν Ἀστυάγεα ἐσήιε ἀνάγνωσις αὐτοῦ. Ἀστυάγης δὲ τοῦ μὲν βουκόλου τὴν ἀληθείην ἐκφήναντος λόγον ἤδη καὶ ἐλάσσω ἐποιέετο.τοῦδε τοιούτου ἐόντος παῖς ἐτόλμησας τὸν τοῦδε παῖδα ἐόντος πρώτου παρ᾽ ἐμοὶ ἀεικείῃ τοιῇδε περισπεῖν. παίζοντες σφέων αὐτῶν ἐστήσαντο βασιλέα· ἐδόκεον γὰρ σφι εἶναι ἐς τοῦτο ἐπιτηδεότατος. ἵνα τὸν βουκόλον μοῦνον λαβὼν βασανίσῃ. πάλιν ἀπηγέετο τῷ Ἁρπάγῳ. [3] "ὦ βασιλεῦ." 118. ἐς ὃ ἔλαβὲ τὴν δίκην. ἐγὼ ταῦτα ποιήσω ὥστε σὲ καὶ τὸν παῖδα τὸν σὸν μηδὲν ἐπιμέμφεσθαι. εἰ ὦν δὴ τοῦδε εἵνεκα ἄξιός τευ κακοῦ εἰμί. ἀλλὰ λέγει τάδε. οὕτω ἔσχε ὦ βασιλεῦ περὶ τοῦ πρήγματος τούτου. τῶν καὶ ὅδε ἦν. ἐπείτε παρέλαβον τὸ παιδίον. τάδε αὐτὸν εἴρετο ὁ Ἀστυάγεος. καὶ κατέβαινε ἐς λιτάς τε καὶ συγγνώμην ἑωυτῷ κελεύων ἔχειν αὐτόν. ἵνα μὴ ἐλεγχόμενος ἁλίσκηται. Ἁρπάγῳ δὲ καὶ μεγάλως μεμφόμενος καλέειν αὐτὸν τοὺς δορυφόρους ἐκέλευε. ὅδε τοὶ πάρειμι. προσκυνήσας καὶ μεγάλα ποιησάμενος ὅτι τε ἡ ἁμαρτὰς οἱ ἐς δέον ἐγεγόνεε καὶ ὅτι ἐπὶ τύχῃσι χρηστῇσι ἐπὶ δεῖπνον . ἐγὼ ταῦτα τοῦτον ἐποίησα σὺν δίκῃ. ἐπεὶ δὲ ὑπελέλειπτο ὁ βουκόλος μοῦνος μουνόθεν." ὁ δὲ ἀμείβετο ὧδε. οὗτος δὲ ἀνηκούστεέ τε καὶ λόγον εἶχε οὐδένα." 119. [2] ἐκπλαγεὶς δὲ τούτοισι ἐπὶ χρόνον ἄφθογγος ἦν· μόγις δὲ δή κοτε ἀνενειχθεὶς εἶπε. καὶ λέγων τοῦτό γε οὐκ ἐψευδόμην· σὺ γὰρ ἐνετέλλεο οὕτω. φὰς σέ τε εἶναι τὸν κελεύοντα ἀποκτεῖναι αὐτό. Ἀστυάγης δὲ μιν οὐκ εὖ βουλεύεσθαι ἔφη ἐπιθυμέοντα ἐς ἀνάγκας μεγάλας ἀπικνέεσθαι. κατέβαινε λέγων ὡς περίεστί τε ὁ παῖς καὶ τὸ γεγονὸς ἔχει καλῶς· [2] "τῷ τε γὰρ πεποιημένῳ" ἔφη λέγων "ἐς τὸν παῖδα τοῦτον ἔκαμνον μεγάλως. ὅ τε χρόνος τῆς ἐκθέσιος τῇ ἡλικίῃ τοῦ παιδὸς ἐδόκεε συμβαίνειν. οὐ τρέπεται ἐπὶ ψευδέα ὁδόν. 117." [3] τὸν μὲν δὴ Ἀρτεμβάρεα πέμπει. τοῦτο δὲ (σῶστρα γὰρ τοῦ παιδὸς μέλλω θύειν τοῖσι θεῶν τιμὴ αὕτη προσκέεται) πάρισθί μοι ἐπὶ δεῖπνον. [5] ἐπείτε δὲ ποιήσαντος τούτου τὰ κελευόμενα ἐτελεύτησε τὸ παιδίον. "Ἀρτέμβαρες." 116. ἅμα τε λέγων ταῦτα ἐσήμαινε τοῖσι δορυφόροισι λαμβάνειν αὐτόν. Ἅρπαγος μὲν ὡς ἤκουσε ταῦτα. παραδίδωμι μέντοι τῷδε κατὰ τάδε ἐντειλάμενος. πέμψας τῶν εὐνούχων τοὺς πιστοτάτους καὶ εἶδον δι᾽ ἐκείνων καὶ ἔθαψά μιν. κατά περ ἤκουσε αὐτὸς πρὸς τοῦ βουκόλου τὸ πρῆγμα. καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ γινόμενος ἀναμάρτητος μήτε θυγατρὶ τῇ σῇ μήτε αὐτῷ σοὶ εἴην αὐθέντης." ὁ δὲ Ἅρπαγος ὡς εἶδε τὸν βουκόλον ἔνδον ἐόντα. "ὦ δέσποτα. εἴρετό μιν ὁ Ἀστυάγης "Ἅρπαγε. τοῦτο μὲν τὸν σεωυτοῦ παῖδα ἀπόπεμψον παρὰ τὸν παῖδα τὸν νεήλυδα. τὸν δὲ Κῦρον ἦγον ἔσω οἱ θεράποντες κελεύσαντος τοῦ Ἀστυάγεος. ὡς ὦν τῆς τύχης εὖ μετεστεώσης. ἐβούλευον σκοπέων ὅκως σοί τε ποιήσω κατὰ νόον. τέῳ δὴ μόρῳ τὸν παῖδα κατεχρήσαο τόν τοι παρέδωκα ἐκ θυγατρὸς γεγονότα τῆς ἐμῆς. πρῶτα μέν. ἀπειλήσας παντοῖα τῷδε ἢν μὴ τάδε ἐπιτελέα ποιήσῃ. Ἅρπαγος μὲν δὴ τὸν ἰθὺν ἔφαινε λόγον· Ἀστυάγης δὲ κρύπτων τὸν οἱ ἐνεῖχε χόλον διὰ τὸ γεγονός. [4] ὁ δὲ ἐξ ἑωυτοῦ τε ἔφη γεγονέναι καὶ τὴν τεκοῦσαν αὐτὸν εἶναι ἔτι παρ᾽ ἑωυτῷ. καὶ θυγατρὶ τῇ ἐμῇ διαβεβλημένος οὐκ ἐν ἐλαφρῷ ἐποιεύμην. [4] ποιέω δὴ ὧδε· καλέσας τὸν βουκόλον τόνδε παραδίδωμι τὸ παιδίον. [2] ὡς δέ οἱ παρῆν ὁ Ἅρπαγος. μετὰ δὲ ὣς οἱ ἐπαλιλλόγητο. θέλων ἐκπέμψαι τὸν Ἀρτεμβάρεα. καὶ οἱ ὅ τε χαρακτὴρ τοῦ προσώπου προσφέρεσθαι ἐδόκεε ἐς ἑωυτὸν καὶ ἡ ὑπόκρισις ἐλευθερωτέρη εἶναι. κόθεν λάβοι τὸν παῖδα καὶ τίς εἴη ὁ παραδούς. θεῖναὶ μιν ἐς ἔρημον ὄρος καὶ παραμένοντα φυλάσσειν ἄχρι οὗ τελευτήσῃ. οἱ γάρ με ἐκ τῆς κώμης παῖδες. καὶ τοιούτῳ μόρῳ ἐχρήσατο ὁ παῖς. [5] ὁ δὲ ἀγόμενος ἐς τὰς ἀνάγκας οὕτω δὴ ἔφαινε τὸν ἐόντα λόγον· ἀρχόμενος δὲ ἀπ᾽ ἀρχῆς διεξήιε τῇ ἀληθείῃ χρεώμενος.
[5] ὡς δὲ τῷ Ἁρπάγῳ ἐδόκεε ἅλις ἔχειν τῆς βορῆς. ἤιε ἐς τὰ οἰκία." [5] εἶπαν πρὸς ταῦτα οἱ Μάγοι "ὦ βασιλεῦ. [4] ἐπείτε δὲ τῆς ὥρης γινομένης τοῦ δείπνου παρῆσαν οἵ τε ἄλλοι δαιτυμόνες καὶ ὁ Ἅρπαγος. εἰ ἐπέζωσε καὶ μὴ ἀπέθανε πρότερον. αὐτοί τε θαρσέομεν καὶ σοὶ ἕτερα τοιαῦτα παρακελευόμεθα.ἐκέκλητο. καὶ νῦν εἰ φοβερόν τι ἐνωρῶμεν. σὲ γὰρ ἐγὼ δι᾽ ὄψιν ὀνείρου οὐ τελέην ἠδίκεον. Ἁρπάγῳ δὲ τοῦ παιδὸς τοῦ ἑωυτοῦ. ἐλθὼν δὲ ἐκεῖ πατέρα τε καὶ μητέρα εὑρήσεις οὐ κατὰ Μιτραδάτην τε τὸν βουκόλον καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ." 121. καὶ ἡμεῖς ἐόντες Μῆδοι δουλούμεθά τε καὶ λόγου οὐδενὸς γινόμεθα πρὸς Περσέων. τὸν δὲ παῖδα τοῦτον ἐξ ὀφθαλμῶν ἀπόπεμψαι ἐς Πέρσας τε καὶ τοὺς γειναμένους. κείνως μὲν γὰρ ἀλλοτριοῦται ἐς τὸν παῖδα τοῦτον περιιοῦσα ἐόντα Πέρσην. ἦν γὰρ οἱ παῖς εἷς μοῦνος ἔτεα τρία καὶ δέκα κου μάλιστα γεγονώς. παρέφερον τοῖσι προσέκειτο τὴν κεφαλὴν τοῦ παιδὸς κατακεκαλυμμένην καὶ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. ἐόντος πολιήτεω." . "ἔστι τε ὁ παῖς καὶ περίεστι. ἰδὼν δὲ οὔτε ἐξεπλάγη ἐντός τε ἑωυτοῦ γίνεται. καὶ αὐτοῖσι ἡμῖν περὶ πολλοῦ ἐστι κατορθοῦσθαι ἀρχὴν τὴν σήν. [2] ὁ δὲ ἀμείβεται αὐτοὺς τοῖσιδε. σφάξας αὐτὸν καὶ κατὰ μέλεα διελὼν τὰ μὲν ὤπτησε τὰ δὲ ἥψησε τῶν κρεῶν. Κύπου δὲ πέρι βουλεύων ἐκάλεε τοὺς αὐτοὺς τῶν Μάγων οἳ τὸ ἐνύπνιὸν οἱ ταύτῃ ἔκριναν. [3] καὶ νῦν ἐς τί ὑμῖν ταῦτα φαίνεται φέρειν. τοῖσι μὲν ἄλλοισι καὶ αὐτῷ Ἀστυάγεϊ παρετιθέατο τράπεζαι ἐπίπλεαι μηλέων κρεῶν. καὶ ἄρχομεν τὸ μέρος καὶ τιμὰς πρὸς σέο μεγάλας ἔχομεν. φαμένου δὲ Ἁρπάγου καὶ κάρτα ἡσθῆναι. πομποὺς δὲ ἐγὼ ἅμα πέμψω. εὔτυκα δὲ ποιησάμενος εἶχε ἕτοιμα. θάρσεέ τε τούτου εἵνεκα καὶ θυμὸν ἔχε ἀγαθόν· οὐ γὰρ ἔτι τὸ δεύτερον ἄρχει. [2] ἐσελθὼν δὲ τὴν ταχίστην. [7] ὁ δὲ καὶ γινώσκειν ἔφη καὶ ἀρεστὸν εἶναι πᾶν τὸ ἂν βασιλεὺς ἔρδῃ. τἄλλα πάντα· ταῦτα δὲ χωρὶς ἔκειτο ἐπὶ κανέῳ κατακεκαλυμμένα. Ἅρπαγον δὲ ἐκέλευον προσστάντες ἀποκαλύπτειν τε καὶ λαβεῖν τὸ βούλεται αὐτῶν. καὶ τά γε τῶν ὀνειράτων ἐχόμενα τελέως ἐς ἀσθενὲς ἔρχεται. 120. Ἁρπάγῳ μὲν Ἀστυάγης δίκην ταύτην ἐπέθηκε. [6] πειθόμενος δὲ ὁ Ἅρπαγος καὶ ἀποκαλύπτων ὁρᾷ τοῦ παιδὸς τὰ λείμματα. Ἀστυάγης εἴρετό μιν εἰ ἡσθείη τι τῇ θοίνῃ." [4] ἀμείβεται ὁ Ἀστυάγης τοῖσιδε. [3] Ἀστυάγης δέ. πᾶν ἂν σοὶ προεφράζομεν. εἴρετο δὲ αὐτὸν ὁ Ἀστυάγης εἰ γινώσκοι ὅτευ θηρίου κρέα βεβρώκοι. [6] οὕτω ὦν πάντως ἡμῖν σέο καὶ τῆς σῆς ἀρχῆς προοπτέον ἐστί. τούτοισι δὲ ἀμειψάμενος καὶ ἀναλαβὼν τὰ λοιπὰ τῶν κρεῶν ἤιε ἐς τὰ οἰκία." εἶπαν οἱ Μάγοι "εἰ μὲν περίεστί τε καὶ ἐβασίλευσε ὁ παῖς μὴ ἐκ προνοίης τινός. ὅμως μέν γέ τοι συμβουλεύσατέ μοι εὖ περισκεψάμενοι τὰ μέλλει ἀσφαλέστατα εἶναι οἴκῳ τε τῷ ἐμῷ καὶ ὑμῖν. πλὴν κεφαλῆς τε καὶ ἄκρων χειρῶν τε καὶ ποδῶν. ἁλίσας θάψειν τὰ πάντα. τοῦτον ἐκπέμπεν ἰέναι τε κελεύων ἐς Ἀστυάγεος καὶ ποιέειν ὅ τι ἂν ἐκεῖνος κελεύῃ. ὁ δὲ πάντα ὅσα περ οἱ ἀληθέι λόγῳ βασιλέες ἐτελέωσε ποιήσας· καὶ γὰρ δορυφόρους καὶ θυρωροὺς καὶ ἀγγελιηφόρους καὶ τὰ λοιπὰ πάντα διατάξας ἦρχε. ἐόντες ξεῖνοι· σέο δ᾽ ἐνεστεῶτος βασιλέος. καί μιν ἐπ᾽ ἀγροῦ διαιτώμενον οἱ ἐκ τῆς κώμης παῖδες ἐστήσαντο βασιλέα. ὥς οἱ ἀπίκετο ὁ Ἁρπάγου παῖς. "καὶ αὐτὸς ὦ Μάγοι ταύτῃ πλεῖστος γνώμην εἰμί. τῇ σεωυτοῦ δὲ μοίρῃ περίεις· νῦν ὦν ἴθι χαίρων ἐς Πέρσας. ἐνθεῦτεν δὲ ἔμελλε. βασιλέος ὀνομασθέντος τοῦ παιδὸς ἐξήκειν τε τὸν ὄνειρον καί μοι τὸν παῖδα τοῦτον εἶναι δεινὸν ἔτι οὐδέν. αὐτὸς δὲ περιχαρὴς ἐὼν φράζει τῇ γυναικὶ τὰ συγκυρήσαντα. ὡς ἐγὼ δοκέω. νῦν δὲ ἀποσκήψαντος τοῦ ἐνυπνίου ἐς φαῦλον. οἳ δὲ κατὰ ταὐτὰ εἶπαν λέγοντες ὡς βασιλεῦσαι χρῆν τὸν παῖδα. παρὰ σμικρὰ γὰρ καὶ τῶν λογίων ἡμῖν ἔνια κεχώρηκε. ἀκούσας ταῦτα ὁ Ἀστυάγης ἐχάρη τε καὶ καλέσας τὸν Κῦρον ἔλεγέ οἱ τάδε. ἀπικομένους δὲ εἴρετο ὁ Ἁστυάγης τῇ ἔκρινάν οἱ τὴν ὄψιν. "ὦ παῖ.
ἱστόρεόν τε ὅτεῳ τρόπῳ περιγένοιτο. οἱ δὲ τοκέες παραλαβόντες τὸ οὔνομα τοῦτο. [3] ἔστι δὲ τάδε. τίσασθαι Ἀστυάγεα ἐπιθυμέων· ἀπ᾽ ἑωυτοῦ γὰρ ἐόντος ἰδιώτεω οὐκ ἐνώρα τιμωρίην ἐσομένην ἐς Ἀστυάγεα. ἐν τοῖσι καὶ Ἀχαιμενίδαι εἰσὶ φρήτρη. ὁ δὲ ἐπιτεχνᾶται τοιόνδε· [4] λαγὸν μηχανησάμενος. ὅτι σε οὐκ ἀπέκτεινα ἀλλὰ ἔδωκα τῷ βουκόλῳ. τὰ δὲ γράμματα ἔλεγε τάδε. Κύρῳ δὲ ἀνδρευμένῳ καὶ ἐόντι τῶν ἡλίκων ἀνδρηιοτάτῳ καὶ προσφιλεστάτῳ προσέκειτο ὁ Ἅρπαγος δῶρα πέμπων. φὰς πρὸ τοῦ μὲν οὐκ εἰδέναι ἀλλ᾽ ἡμαρτηκέναι πλεῖστον. τῆς περ Ἀστυάγης ἄρχει χώρης. καὶ δεξάμενοι ὡς ἐπύθοντο. καὶ τὰ μὲν αὐτῶν ὁ Κῦρος συνάλισε καὶ ἀνέπεισε ἀπίστασθαι ἀπὸ Μήδων. μεγάλως ἀσπάζοντο οἷα δὴ ἐπιστάμενοι αὐτίκα τότε τελευτῆσαι. ἤιέ τε ταύτην αἰνέων διὰ παντός. Πασαργάδαι Μαράφιοι Μάσπιοι. γράψας τά οἱ ἐδόκεε· ἀπορράψας δὲ τοῦ λαγοῦ τὴν γαστέρα. φροντίζων δὲ εὑρίσκεται ταῦτα καιριώτατα εἶναι· ἐποίεε δὴ ταῦτα. σύ νυν.122. 124. ἔνθεν οἱ βασιλέες οἱ Περσεῖδαι γεγόνασι. ἁλίην τῶν Περσέων ἐποιήσατο. [3] τραφῆναι δὲ ἔλεγε ὑπὸ τῆς τοῦ βουκόλου γυναικός. "νῦν τε. [3] κατεργασμένου δέ οἱ τούτου καὶ ἐόντος ἑτοίμου. Πέρσας γὰρ ἀναπείσας ἀπίστασθαι στρατηλάτεε ἐπὶ Μήδους· [3] καὶ ἤν τε ἐγὼ ὑπὸ Ἀστυάγεος ἀποδεχθέω στρατηγὸς ἀντία σεῦ. κατέβαλον φάτιν ὡς ἐκκείμενον Κῦρον κύων ἐξέθρεψε. τούτων Πασαργάδαι εἰσὶ ἄριστοι. ἐξ ὧν ὧλλοι πάντες ἀρτέαται Πέρσαι. 123. προαγορεύω ὑμῖν παρεῖναι ἕκαστον ἔχοντα δρέπανον. ταῦτα εἶπας ὁ Ἀστυάγης ἀποπέμπει τὸν Κῦρον. τὰς πάθας τὰς Κύρου τῇσι ἑωυτοῦ ὁμοιούμενος. ἀπέστελλε ἐς τοὺς Πέρσας. ταῦτά τε δὴ ὦν ἐπιτελέα ἐγίνετο καὶ ὁ Κῦρος παραλαβὼν τὸν λαγὸν ἀνέσχισε· εὑρὼν δὲ ἐν αὐτῷ τὸ βυβλίον ἐνεὸν λαβὼν ἐπελέγετο. ποίεε ταῦτα καὶ ποίεε κατὰ τάχος. οὕτω δὴ τῷ Κύρῳ διαιτωμένῳ ἐν Πέρσῃσι βουλόμενος Ἅρπαγος δηλῶσαι τὴν ἑωυτοῦ γνώμην ἄλλως μὲν οὐδαμῶς εἶχε ἅτε τῶν ὁδῶν φυλασσομενέων. [2] ὁ δέ σφι ἔλεγε. ἤν τε τῶν τις δοκίμων ἄλλος Μήδων· πρῶτοι γὰρ οὗτοι ἀποστάντες ἀπ᾽ ἐκείνου καὶ γενόμενοι πρὸς σέο Ἀστυάγεα καταιρέειν πειρήσονται. καὶ οἷα ἐγὼ ὑπὸ Ἀστυάγεος πέπονθα. Κῦρον δὲ ὁρέων ἐπιτρεφόμενον ἐποιέετο σύμμαχον. καὶ δίκτυα δοὺς ἅτε θηρευτῇ τῶν οἰκετέων τῷ πιστοτάτῳ. συμμίσγων ἑνὶ ἑκάστῳ ὁ Ἅρπαγος τῶν πρώτων Μήδων ἀνέπειθε ὡς χρὴ Κῦρον προστησαμένους Ἀστυάγεα παῦσαι τῆς βασιληίης. ἢν βούλῃ ἐμοὶ πείθεσθαι. καὶ ἀνασχίσας τούτου τὴν γαστέρα καὶ οὐδὲν ἀποτίλας. μετὰ δὲ ἀναπτύξας τὸ βυβλίον καὶ ἐπιλεγόμενος ἔφη Ἀστυάγεά μιν στρατηγὸν Περσέων ἀποδεικνύναι." ἔφη λέγων." 125. κατ᾽ ὁδὸν δὲ πυθέσθαι πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ πάθην· ἐπίστασθαι μὲν γὰρ ὡς βουκόλου τοῦ Ἀστυάγεος εἴη παῖς. ἦν τέ οἱ ἐν τῷ λόγῳ τὰ πάντα ἡ Κυνώ. ἐντειλάμενὸς οἱ ἀπὸ γλώσσης διδόντα τὸν λαγὸν Κύρῳ ἐπειπεῖν αὐτοχειρίῃ μιν διελεῖν καὶ μηδένα οἱ ταῦτα ποιεῦντι παρεῖναι. ἀπὸ δὲ τῆς κεῖθεν ὁδοῦ τὸν πάντα λόγον τῶν πομπῶν πυθέσθαι. "ὦ Πέρσαι. ὡς ὦν ἑτοίμου τοῦ γε ἐνθάδε ἐόντος. νοστήσαντα δέ μιν ἐς τοῦ Καμβύσεω τὰ οἰκία ἐδέξαντο οἱ γεινάμενοι. [4] ἄλλοι δὲ . σὲ γὰρ θεοὶ ἐπορῶσι· οὐ γὰρ ἂν κοτὲ ἐς τοσοῦτο τύχης ἀπίκευ· σύ νυν Ἀστυάγεα τὸν σεωυτοῦ φονέα τῖσαι. "ὦ παῖ Καμβύσεω. ἔστι τοι τὰ σὺ βούλεαι. ἔστι δὲ Πέρσεων συχνὰ γένεα. Κῦρος μὲν ταῦτα προηγόρευσε. ταύτης ἁπάσης ἄρξεις. ἀκούσας ταῦτα ὁ Κῦρος ἐφρόντιζε ὅτεῳ τρόπῳ σοφωτάτῳ Πέρσας ἀναπείσει ἀπίστασθαι. [2] πρὸ δ᾽ ἔτι τούτου τάδε οἱ κατέργαστο· ἐόντος τοῦ Ἀστυάγεος πικροῦ ἐς τοὺς Μήδους. [2] γράψας ἐς βυβλίον τὰ ἐβούλετο. ἵνα θειοτέρως δοκέῃ τοῖσι Πέρσῃσι περιεῖναί σφι ὁ παῖς. τὸ δὲ κατὰ θεούς τε καὶ ἐμὲ περίεις· τά σε καὶ πάλαι δοκέω πάντα ἐκμεμαθηκέναι. [2] κατὰ μὲν γὰρ τὴν τούτου προθυμίην τέθνηκας. ὡς δὲ εἶχε οὕτω ἐσέθηκε βυβλίον. σέο τε αὐτοῦ περὶ ὡς ἐπρήχθη. ἐνθεῦτεν μὲν ἡ φάτις αὕτη κεχώρηκε.
καὶ αὐτός τε Ἀστυάγης ἐζωγρήθη καὶ τοὺς ἐξήγαγε τῶν Μήδων ἀπέβαλε.Πέρσαι εἰσὶ οἵδε. ὅσοι μὴ τοῦ λόγου μετέσχον. [2] ὁ δέ μιν προσιδὼν ἀντείρετο εἰ ἑωυτοῦ ποιέεται τὸ Κύρου ἔργον. Ἅρπαγος δὲ ἔφη. ὡς ἐπύθετο τάχιστα ὁ Ἀστυάγης. καὶ ἄλλα λέγων ἐς αὐτὸν θυμαλγέα ἔπεα. μετὰ δὲ ὥπλισε τοὺς ὑπολειφθέντας ἐν τῷ ἄστεϊ τῶν Μήδων. ἐόντι δὲ αἰχμαλώτῳ τῷ Ἀστυάγεϊ προσστὰς ὁ Ἅρπαγος κατέχαιρέ τε καὶ κατεκερτόμεε. ἐν δὲ τούτῳ τά τε αἰπόλια καὶ τὰς ποίμνας καὶ τὰ βουκόλια ὁ Κῦρος πάντα τοῦ πατρὸς συναλίσας ἐς τὠυτὸ ἔθυσε καὶ παρεσκεύαζε ὡς δεξόμενος τὸν Περσέων στρατόν. εἴρετο σφέας ὁ Κῦρος κότερα τὰ τῇ προτεραίῃ εἶχον ἢ τὰ παρεόντα σφι εἴη αἱρετώτερα. ἐπείτε δὲ ἀπὸ δείπνου ἦσαν. [6] νῦν ὦν ἐμέο πειθόμενοι γίνεσθε ἐλεύθεροι. τὴν δὲ τότε παρεοῦσαν πάντα ἀγαθά. [3] ἀπικομένους δὲ τῇ ὑστεραίῃ τοὺς Πέρσας κατακλίνας ἐς λειμῶνα εὐώχεε. καὶ στρατηγὸν αὐτῶν ὥστε θεοβλαβὴς ἐὼν Ἅρπαγον ἀπέδεξε." [2] τοσαῦτα εἶπας πρῶτον μὲν τῶν Μάγων τοὺς ὀνειροπόλους. ἔφη ἀπειλέων τῷ Κύρῳ "ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς Κῦρός γε χαιρήσει. ὡς δὲ παρῆσαν ἅπαντες ἔχοντες τὸ προειρημένον. ἐνθαῦτα ὁ Κῦρος. οἳ μέν τινὲς αὐτῶν ἐμάχοντο. [4] εἰ γὰρ δὴ δεῖν πάντως περιθεῖναι ἄλλῳ τεῷ τὴν βασιληίην καὶ μὴ αὐτὸν ἔχειν. διαλυθέντος δὲ τοῦ Μηδικοῦ. αὐτὸς γὰρ γράψαι. ἄλλῳ περιέθηκε τὸ κράτος. οἵ μιν ἀνέγνωσαν μετεῖναι τὸν Κῦρον. οἱ δὲ ἄλλοι νομάδες. Ἀστυάγης δὲ ὡς ἐπύθετο Κῦρον ταῦτα πρήσσοντα. οἱ δὲ πλεῖστοι ἐθελοκάκεόν τε καὶ ἔφευγον. νῦν δὲ . νέους τε καὶ πρεσβύτας ἄνδρας. λήθην ποιεύμενος τά μιν ἐόργεε. οἳ δὲ αὐτομόλεον πρὸς τοὺς Πέρσας. οὗτοι μὲν πάντες ἀροτῆρες εἰσί. Πανθιαλαῖοι Δηρουσιαῖοι Γερμάνιοι. δικαιότερον εἶναι Μήδων τεῷ περιβαλεῖν τοῦτο τὸ ἀγαθὸν ἢ Περσέων. αὐτός τε γὰρ δοκέω θείῃ τύχῃ γεγονὼς τάδε ἐς χεῖρας ἄγεσθαι. εἰ παρεὸν αὐτῷ βασιλέα γενέσθαι. ὅτι τοῦ δείπνου εἵνεκεν Μήδους κατεδούλωσε. 129. μὴ βουλομένοισι δὲ ἐμέο πείθεσθαι εἰσὶ ὑμῖν πόνοι τῷ χθιζῷ παραπλήσιοι ἀναρίθμητοι. τούτους ἀνεσκολόπισε. ὡς ὦν ἐχόντων ὧδε. πρὸς δὲ οἴνῳ τε καὶ σιτίοισι ὡς ἐπιτηδεοτάτοισι. βουλομένοισι μὲν ἐμέο πείθεσθαί ἔστι τάδε τε καὶ ἄλλα μυρία ἀγαθά. εἰ δὴ δι᾽ ἑωυτοῦ γε ἐπρήχθη τὰ παρεόντα. καὶ ὑμέας ἥγημαι ἄνδρας Μήδων εἶναι οὐ φαυλοτέρους οὔτε τἄλλα οὔτε τὰ πολέμια. 128. [2] ἐπιτελεσάντων δὲ τῶν Περσέων τὸν προκείμενον ἄεθλον. Πέρσαι μέν νυν προστάτεω ἐπιλαβόμενοι ἄσμενοὶ ἐλευθεροῦντο. ἦν γάρ τις χῶρος τῆς Περσικῆς ἀκανθώδης ὅσον τε ἐπὶ ὀκτωκαίδεκα σταδίους ἢ εἴκοσι πάντῃ. τὸ πρῆγμα ἑωυτοῦ δὴ δικαίως εἶναι. τοῦτον σφι τὸν χῶρον προεῖπε ἐξημερῶσαι ἐν ἡμέρῃ. [3] Ἀστυάγης δέ μιν ἀπέφαινε τῷ λόγῳ σκαιότατόν τε καὶ ἀδικώτατον ἐόντα πάντων ἀνθρώπων. δεύτερα σφι προεῖπε ἐς τὴν ὑστεραίην παρεῖναι λελουμένους. ἀπίστασθε ἀπ᾽ Ἀστυάγεος τὴν ταχίστην. [3] ἐξαγαγὼν δὲ τούτους καὶ συμβαλὼν τοῖσι Πέρῃσι ἑσσώθη. παραλαβὼν δὲ τοῦτο τὸ ἔπος ὁ Κῦρος παρεγύμνου τὸν πάντα λόγον. λέγων [5] "ἄνδρες Πέρσαι. [4] οἳ δὲ ἔφασαν πολλὸν εἶναι αὐτῶν τὸ μέσον· τὴν μὲν γὰρ προτέρην ἡμέρην πάντα σφι κακὰ ἔχειν. πέμψας ἄγγελον ἐκάλεε αὐτόν. σκαιότατον μέν γε." 127. οὕτω ὑμῖν ἔχει. [3] ὡς δὲ οἱ Μῆδοι στρατευσάμενοι τοῖσι Πέρσῃσι συνέμισγον. ὅ τι εἴη ἡ ἐκείνου δουλοσύνη ἀντὶ τῆς βασιληίης. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἀστυάγης Μήδους τε ὥπλισε πάντας. οὐδένα πόνον δουλοπρεπέα ἔχουσι. στρατεύματος αἰσχρῶς. [2] ὁ δὲ Κῦρος ἐκέλευε τὸν ἄγγελον ἀπαγγέλλειν ὅτι πρότερον ἥξοι παρ᾽ ἐκεῖνον ἢ Ἀστυάγης αὐτὸς βουλήσεται. 126. ἀδικώτατον δέ. καὶ πάλαι δεινὸν ποιεύμενοι ὑπὸ Μήδων ἄρχεσθαι. καὶ δὴ καὶ εἴρετό μιν πρὸς τὸ ἑωυτοῦ δεῖπνον. τὸ μιν ἐκεῖνος σαρξὶ τοῦ παιδὸς ἐθοίνησε. Δάοι Μάρδοι Δροπικοὶ Σαγάρτιοι.
ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν. οὐ στέμμασι. οὐκὶ αὐλῷ. οὐκὶ οὐρῆσαι ἀντίον ἄλλου. πάρεξ ἢ ὅσον οἱ Σκύθαι ἦρχον. ἐπεὰν δὲ διαμιστύλας κατὰ μέλεα τὸ ἱρήιον ἑψήσῃ τὰ κρέα ὑποπάσας ποίην ὡς ἁπαλωτάτην. ταῦτα μέν νυν οὕτω φυλάσσεται. [3] διαθέντος δὲ αὐτοῦ Μάγος ἀνὴρ παρεστεὼς ἐπαείδει θεογονίην. τὸν κύκλον πάντα τοῦ οὐρανοῦ Δία καλέοντες· θύουσι δὲ ἡλίῳ τε καὶ σελήνῃ καὶ γῇ καὶ πυρὶ καὶ ὕδατι καὶ ἀνέμοισι. [3] οἴνῳ δὲ κάρτα προσκέαται. Ἀστυάγης μέν νυν βασιλεύσας ἐπ᾽ ἔτεα πέντε καὶ τριήκοντα οὕτω τῆς βασιληίης κατεπαύσθη. ἐπὶ ταύτης ἔθηκε ὦν πάντα τὰ κρέα. καὶ ἢν μὲν ἅδῃ καὶ νήφουσι. ἐπισχὼν δὲ ὀλίγον χρόνον ἀποφέρεται ὁ θύσας τὰ κρέα καὶ χρᾶται ὅ τι μιν λόγος αἱρέει. ἀλλὰ καὶ τοῖσι ποιεῦσι μωρίην ἐπιφέρουσι. Τοῦτον δὲ καταστρεψάμενος οὕτῳ πάσης τῆς Ἀσίης ἤρξε. οἵην δὴ ἐκεῖνοι λέγουσι εἶναι τὴν ἐπαοιδήν· ἄνευ γὰρ δὴ Μάγου οὔ σφι νόμος ἐστὶ θυσίας ποιέεσθαι. χρέωνται αὐτῷ. [2] σίτοισι δὲ ὀλίγοισι χρέωνται. οὐ σπονδῇ χρέωνται. οἱ δὲ πένητες αὐτῶν τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων προτιθέαται. ἐντυγχάνοντες δ᾽ ἀλλήλοισι ἐν τῇσι ὁδοῖσι. [Οὕτω δὴ Κῦρος γενόμενός τε καὶ τραφεὶς καὶ ἐβασίλευσε καὶ Κροῖσον ὕστερον τούτων ἄρξαντα ἀδικίης κατεστρέψατο. 133. τότε δὲ ἐπὶ Ἀστυάγεος οἱ Πέρσαι τε καὶ ὁ Κῦρος ἐπαναστάντες τοῖσι Μήδοισι ἦρχον τὸ ἀπὸ τούτου τῆς Ἀσίης. ἢν δὲμὴ ἅδῃ. ἄρξαντες τῆς ἄνω Ἅλυος ποταμοῦ Ἀσίης ἐπ᾽ ἔτεα τριήκοντα καὶ ἑκατὸν δυῶν δέοντα. θυσίη δὲ τοῖσι Πέρσῃσι περὶ τοὺς εἰρημένους θεοὺς ἥδε κατέστηκε· οὔτε βωμοὺς ποιεῦνται οὔτε πῦρ ἀνακαίουσι μέλλοντες θύειν. [2] ἑωυτῷ μὲν δὴ τῷ θύοντι ἰδίῃ μούνῳ οὔ οἱ ἐγγίνεται ἀρᾶσθαι ἀγαθά. μεθυσκόμενοι ἐπιδιαγινώσκουσι. 132.] 131. ἐν ταύτῃ δὲ πλέω δαῖτα τῶν ἀλλέων δικαιεῦσι προτίθεσθαι· ἐν τῇ οἱ εὐδαίμονες αὐτῶν βοῦν καὶ ἵππον καὶ κάμηλον καὶ ὄνον προτιθέαται ὅλους ὀπτοὺς ἐν καμίνοισι. Πέρσαι δὲ Μίτραν. τῷδε ἄν τις διαγνοίη εἰ ὅμοιοί εἰσὶ οἱ συντυγχάνοντες· ἀντὶ γὰρ τοῦ προσαγορεύειν ἀλλήλους φιλέουσι τοῖσι . ἀποστάντες δὲ ὀπίσω κατεστράφθησαν μάχῃ νικηθέντες. ἀγάλματα μὲν καὶ νηοὺς καὶ βωμοὺς οὐκ ἐν νόμῳ ποιευμένους ἱδρύεσθαι. μεθυσκόμενοι δὲ ἐώθασι βουλεύεσθαι τὰ σπουδαιέστατα τῶν πρηγμάτων· [4] τὸ δ᾽ ἂν ἅδῃ σφι βουλευομένοισι. 130. ἐστεφανωμένος τὸν τιάραν μυρσίνῃ μάλιστα. μάλιστα δὲ τὸ τρίφυλλον. καί σφι οὐκ ἐμέσαι ἔξεστι. ἐσθίοντας ἂν οὐ παύεσθαι. [3] τούτοισι μὲν δὴ θύουσι μούνοισι ἀρχῆθεν. ὅτι οὐκ ἀνθρωποφυέας ἐνόμισαν τοὺς θεοὺς κατά περ οἱ Ἕλληνες εἶναι· [2] οἳ δὲ νομίζουσι Διὶ μὲν ἐπὶ τὰ ὑψηλότατα τῶν ὀρέων ἀναβαίνοντες θυσίας ἔρδειν. ἐς χῶρον καθαρὸν ἀγαγὼν τὸ κτῆνος καλέει τὸν θεόν. ὁ δὲ τοῖσι πᾶσι Πέρσῃσι κατεύχεται εὖ γίνεσθαι καὶ τῷ βασιλέι· ἐν γὰρ δὴ τοῖσι ἅπασι Πέρσῃσι καὶ αὐτὸς γίνεται. ἐς ὃ ἐτελεύτησε. ἡμέρην δὲ ἁπασέων μάλιστα ἐκείνην τιμᾶν νομίζουσι τῇ ἕκαστος ἐγένετο. Ἀράβιοι δὲ Ἀλιλάτ. παρά τε Ἀσσυρίων μαθόντες καὶ Ἀραβίων. ἐπιφορήμασι δὲ πολλοῖσι καὶ οὐκ ἁλέσι· καὶ διὰ τοῦτο φασὶ Πέρσαι τοὺς Ἕλληνας σιτεομένους πεινῶντας παύεσθαι. ἐν τοῦ ἂν ἐόντες βουλεύωνται. [3] Ἀστυάγεα δὲ Κῦρος κακὸν οὐδὲν ἄλλο ποιήσας εἶχε παρ᾽ ἑωυτῷ. μετιεῖσι. τὰ δ᾽ ἂν νήφοντες προβουλεύσωνται. καλέουσι δὲ Ἀσσύριοι τὴν Ἀφροδίτην Μύλιττα. ὡς εἴρηταί μοι πρότερον. τοῦτο τῇ ὑστεραίῃ νήφουσι προτιθεῖ ὁ στέγαρχος. Πέρσας δὲ δούλους ἐόντας τὸ πρὶν Μήδων νῦν γεγονέναι δεσπότας. [2] ὑστέρῳ μέντοι χρόνῳ μετεμέλησέ τέ σφι ταῦτα ποιήσασι καὶ ἀπέστησαν ἀπὸ Δαρείου. Μῆδοι δὲ ὑπέκυψαν Πέρσῃσι διὰ τὴν τούτου πικρότητα.Μήδους μὲν ἀναιτίους τούτου ἐόντας δούλους ἀντὶ δεσποτέων γεγονέναι. Πέρσας δὲ οἶδα νόμοισι τοιοῖσιδε χρεωμένους. οὐκὶ οὐλῇσι· τῶν δὲ ὡς ἑκάστῳ θύειν θέλῃ. 134. ὅτι σφι ἀπὸ δείπνου παραφορέεται οὐδὲν λόγου ἄξιον· εἰ δέ τι παραφέροιτο. ἐπιμεμαθήκασι δὲ καὶ τῇ Οὐρανίῃ θύειν.
137. τὴν αὐτὴν αἰτίην ἐπιφέροντες. οὐ χεῖρας ἐναπονίζονται. τὸ Δωριέες μὲν σὰν καλέουσι. ἐς πόλιν οὗτος οὐ κατέρχεται οὐδὲ συμμίσγεται τοῖσι ἄλλοισι Πέρσῃσι· φασὶ δέ μιν ἐς τὸν ἥλιον ἁμαρτόντα τι ταῦτα ἔχειν. 139. πᾶσαν ἀνάγκην φασὶ ἀναζητεόμενα ταῦτα ἀνευρεθῆναι ἤτοι ὑποβολιμαῖα ἐόντα ἢ μοιχίδια· οὐ γὰρ δή φασι οἰκὸς εἶναι τόν γε ἀληθέως τοκέα ὑπὸ τοῦ. ἅσσα δέ σφι ποιέειν οὐκ ἔξεστι. δευτέρα δὲ τοὺς δευτέρους· μετὰ δὲ κατὰ λόγον προβαίνοντες τιμῶσι· ἥκιστα δὲ τοὺς ἑωυτῶν ἑκαστάτω οἰκημένους ἐν τιμῇ ἄγονται. [2] ξεῖνον δὲ πάντα τὸν λαμβανόμενον ὑπὸ τουτέων πολλοὶ ἐξελαύνουσι ἐκ τῆς χώρης. 135. ἡμέας μέντοι οὔ· τὰ οὐνόματά σφι ἐόντα ὅμοια τοῖσι σώμασι καὶ τῇ μεγαλοπρεπείῃ τελευτῶσι πάντα ἐς τὠυτὸ γράμμα. Ἴωνες δὲ σίγμα· ἐς τοῦτο διζήμενος εὑρήσεις τελευτῶντα τῶν Περσέων τὰ οὐνόματα. ὡς οὐ πρότερον .στόμασι· ἢν δὲ ᾖ οὕτερος ὑποδεέστερος ὀλίγῳ. τοῦδε δὲ εἵνεκα τοῦτο οὕτω ποιέεται. οὐδὲ ἄλλον οὐδένα περιορῶσι. ἀλλὰ ὁκόσα ἤδη τοιαῦτα ἐγένετο. ὃς ἂν πολλοὺς ἀποδέξῃ παῖδας· τῷ δὲ τοὺς πλείστους ἀποδεικνύντι δῶρα ἐκπέμπει βασιλεὺς ἀνὰ πᾶν ἔτος. 136. [2] παιδεύουσι δὲ τοὺς παῖδας ἀπὸ πενταέτεος ἀρξάμενοι μέχρι εἰκοσαέτεος τρία μοῦνα. 138. μετὰ τὸ μάχεσθαι εἶναι ἀγαθόν. πρὶν δὲ ἢ πενταέτης γένηται. τοὺς δὲ ἄλλους κατὰ λόγον τῆς ἀρετῆς ἀντέχεσθαι. ταῦτα μὲν ἀτρεκέως ἔχω περὶ αὐτῶν εἰδὼς εἰπεῖν· τάδε μέντοι ὡς κρυπτόμενα λέγεται καὶ οὐ σαφηνέως περὶ τοῦ ἀποθανόντος. μηδεμίαν ἄσην τῷ πατρὶ προσβάλῃ. ἐς ποταμὸν δὲ οὔτε ἐνουρέουσι οὔτε ἐμπτύουσι. ἀνδραγαθίη δὲ αὕτη ἀποδέδεκται. καὶ ἐς τοὺς πολέμους τοὺς Αἰγυπτίους θώρηκας· καὶ εὐπαθείας τε παντοδαπὰς πυνθανόμενοι ἐπιτηδεύουσι. τὸ πολλὸν δ᾽ ἡγέαται ἰσχυρὸν εἶναι. προσπίπτων προσκυνέει τὸν ἕτερον. οὗτοι δὲ καὶ τῶν ὁμούρων. [3] ἐπὶ δὲ Μήδων ἀρχὸν τῶν καὶ ἦρχε τὰ ἔθνεα ἀλλήλων. ἀλλὰ παρὰ τῇσι γυναιξὶ δίαιταν ἔχει. οὐ τὰ μὲν τὰ δ᾽ οὔ. καὶ τὰς λευκὰς περιστεράς. γαμέουσι δὲ ἕκαστος αὐτῶν πολλὰς μὲν κουριδίας γυναῖκας. 140. ἵνα ἢν ἀποθάνῃ τρεφόμενος. [2] τιμῶσι δὲ ἐκ πάντων τοὺς ἄγχιστα ἑωυτῶν οἰκέοντας μετά γε ἑωυτούς. τοὺς δὲ ἑκαστάτω οἰκέοντας ἀπὸ ἑωυτῶν κακίστους εἶναι. δεύτερα δὲ τὸ ὀφείλειν χρέος. κατὰ τὸν αὐτὸν δὴ λόγον καὶ οἱ Πέρσαι τιμῶσι· προέβαινε γὰρ δὴ τὸ ἔθνος ἄρχον τε καὶ ἐπιτροπεῦον. καὶ δὴ καὶ ἀπ᾽ Ἑλλήνων μαθόντες παισὶ μίσγονται. συναπάντων μὲν Μῆδοι καὶ τῶν ἄγχιστα οἰκεόντων σφίσι. ἀλλὰ σέβονται ποταμοὺς μάλιστα. οὕτω τῷ θυμῷ χρᾶται. [2] ἀποκτεῖναι δὲ οὐδένα κω λέγουσι τὸν ἑωυτοῦ πατέρα οὐδὲ μητέρα. αἴσχιστον δὲ αὐτοῖσι τὸ ψεύδεσθαι νενόμισται. πολλῶν μὲν καὶ ἄλλων εἵνεκα. τὸ Πέρσας μὲν αὐτοὺς λέληθε. πολλῷ δ᾽ ἔτι πλεῦνας παλλακὰς κτῶνται. ὃς ἂν δὲ τῶν ἀστῶν λέπρην ἢ λεύκην ἔχῃ. αἰνέω δὲ καὶ τόνδε. τὸ μὴ μιῆς αἰτίης εἵνεκα μήτε αὐτὸν τὸν βασιλέα μηδένα φονεύειν. ταῦτα οὐδὲ λέγειν ἔξεστι. νομίζοντες ἑωυτοὺς εἶναι ἀνθρώπων μακρῷ τὰ πάντα ἀρίστους. ἰχνεύειν καὶ τοξεύειν καὶ ἀληθίζεσθαι. ἑωυτοῦ παιδὸς ἀποθνήσκειν. καὶ γὰρ δὴ τὴν Μηδικὴν ἐσθῆτα νομίσαντες τῆς ἑωυτῶν εἶναι καλλίω φορέουσι. ἀλλὰ πάντα ὁμοίως. τὰς παρειὰς φιλέονται· ἢν δὲ πολλῷ ᾖ οὕτερος ἀγεννέστερος. οἳ δὲ μάλα τῶν ἐχομένων. ξεινικὰ δὲ νόμαια Πέρσαι προσίενται ἀνδρῶν μάλιστα. καὶ τόδε ἄλλο σφι ὧδε συμπέπτωκε γίνεσθαι. μάλιστα δὲ ἀναγκαίην φασὶ εἶναι τὸν ὀφείλοντα καί τι ψεῦδος λέγειν. αἰνέω μέν νυν τόνδε τὸν νόμον. μήτε τῶν ἄλλων Περσέων μηδένα τῶν ἑωυτοῦ οἰκετέων ἐπὶ μιῇ αἰτίῃ ἀνήκεστον πάθος ἔρδειν· ἀλλὰ λογισάμενος ἢν εὑρίσκῃ πλέω τε καὶ μέζω τὰ ἀδικήματα ἐόντα τῶν ὑπουργημάτων. οὐκ ἀπικνέεται ἐς ὄψιν τῷ πατρί.
ὅρκιον ποιησάμενοι. τὰ μὲν ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ τε καὶ ὑγροῦ πιεζόμενα. μετὰ δὲ Μυοῦς τε καὶ Πριήνη. τῷ οὔνομα ἔθεντο Πανιώνιον. ὡς οἱ Λυδοὶ τάχιστα κατεστράφατο ὑπὸ Περσέων. ἀσθενέος δὲ ἐόντος τοῦ παντὸς τότε Ἑλληνικοῦ γένεος. [2] Μάγους μὲν γὰρ ἀτρεκέως οἶδα ταῦτα ποιέοντας· ἐμφανέως γὰρ δὴ ποιεῦσι. εἰ μὴ ὅσα θύουσι· οἱ δὲ δὴ Μάγοι αὐτοχειρίῃ πάντα πλὴν κυνὸς καὶ ἀνθρώπου κτείνουσι. καὶ ἀμφὶ μὲν τῷ νόμῳ τούτῳ ἐχέτω ὡς καὶ ἀρχὴν ἐνομίσθη. ἡ δὲ μία ἐν τῇ ἠπείρῳ ἵδρυται. Σάμιοι δὲ ἐπ᾽ ἑωυτῶν μοῦνοι. [4] αὗται μὲν ἐν τῇ Καρίῃ κατοίκηνται κατὰ ταὐτὰ διαλεγόμεναι σφίσι. οὐ βουλόμενοι Ἴωνες κεκλῆσθαι. τείχεά τε περιεβάλοντο ἕκαστοι καὶ συνελέγοντο ἐς Πανιώνιον οἱ ἄλλοι. ἄνδρα φὰς αὐλητὴν ἰδόντα ἰχθῦς ἐν τῇ θαλάσσῃ αὐλέειν. 142. τοῦ μὲν οὐρανοῦ καὶ τῶν ὡρέων ἐν τῷ καλλίστῳ ἐτύγχανον ἱδρυσάμενοι πόλιας πάντων ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· [2] οὔτε γὰρ τὰ ἄνω αὐτῆς χωρία τὠυτὸ ποιέει τῇ Ἰωνίῃ οὔτε τὰ κάτω οὔτε τὰ πρὸς τὴν ἠῶ οὔτε τὰ πρὸς τὴν ἑσπέρην. Ἐρυθραί. καὶ ἀγώνισμα μέγα τοῦτο ποιεῦνται. τότε δὲ κατεργασμένων τῶν πρηγμάτων ἦσαν ἕτοιμοι πείθεσθαι Κύρῳ. ἀλλὰ τρόπους τέσσερας παραγωγέων. αἵδε δὲ ἐν τῇ Λυδίῃ. [3] οἳ μὲν γὰρ ἁγνεύουσι ἔμψυχον μηδὲν κτείνειν. [2] ἀπεσχίσθησαν δὲ ἀπὸ τῶν ἄλλων Ἰώνων οὗτοι κατ᾽ ἄλλο μὲν οὐδέν. οὗτοι χαρακτῆρες γλώσσης τέσσερες γίνονται. οἱ δὲ Ἴωνες οὗτοι. ἀλλὰ καὶ νῦν φαίνονταί μοι οἱ πολλοὶ αὐτῶν ἐπαισχύνεσθαι τῷ οὐνόματι· αἱ δὲ δυώδεκα πόλιες αὗται τῷ τε οὐνόματι ἠγάλλοντο καὶ ἱρὸν ἱδρύσαντο ἐπὶ σφέων αὐτέων. . ἔπεμπον ἀγγέλους ἐς Σάρδις παρὰ Κῦρον. ἔτι δὲ τρεῖς ὑπόλοιποι Ἰάδες πόλιες. κατακηρώσαντες δὲ ὦν τὸν νέκυν Πέρσαι γῆ κρύπτουσι. Χῖοι μέν νυν καὶ Ἐρυθραῖοι κατὰ τὠυτὸ διαλέγονται. Ἔφεσος Κολοφὼν Λέβεδος Τέως Κλαζομεναὶ Φώκαια· αὗται δὲ αἱ πόλιες τῇσι πρότερον λεχθείσῃσι ὁμολογέουσι κατὰ γλῶσσαν οὐδέν.θάπτεται ἀνδρὸς Πέρσεω ὁ νέκυς πρὶν ἂν ὑπ᾽ ὄρνιθος ἢ κυνὸς ἑλκυσθῇ. τὰ δὲ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τε καὶ αὐχμώδεος. 141. ὅτι δὴ οἱ Ἴωνες πρότερον αὐτοῦ Κύρου δεηθέντος δι᾽ ἀγγέλων ἀπίστασθαι σφέας ἀπὸ Κροίσου οὐκ ἐπείθοντο. [3] οἱ μέν νυν ἄλλοι Ἴωνες καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἔφυγον τὸ οὔνομα. 143. Μίλητος μὲν αὐτέων πρώτη κέεται πόλις πρὸς μεσαμβρίην. ἐπεῖ οὐδ᾽ ἐμέο αὐλέοντος ἠθέλετε ἐκβαίνειν ὀρχεόμενοι. σφισι δὲ ὁμοφωνέουσι. ἄνειμι δὲ ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον. λαβεῖν ἀμφίβληστρον καὶ περιβαλεῖν τε πλῆθος πολλὸν τῶν ἰχθύων καὶ ἐξειρύσαι. τοῖσι δὲ αὐτῶν νησιώτῃσι ἦν δεινὸν οὐδέν· οὔτε γὰρ Φοίνικες ἦσαν κω Περσέων κατήκοοι οὔτε αὐτοὶ οἱ Πέρσαι ναυβάται. τούτων δὴ ὦν τῶν Ἰώνων οἱ Μιλήσιοι μὲν ἦσαν ἐν σκέπῃ τοῦ φόβου. ἰδόντα δὲ παλλομένους εἰπεῖν ἄρα αὐτὸν πρὸς τοὺς ἰχθῦς "παύεσθέ μοι ὀρχεόμενοι. ὁ δὲ ἀκούσας αὐτῶν τὰ προΐσχοντο ἔλεξέ σφι λόγον. τῶν καὶ τὸ Πανιώνιον ἐστί. [3] γλῶσσαν δὲ οὐ τὴν αὐτὴν οὗτοι νενομίκασι. ἐθέλοντες ἐπὶ τοῖσι αὐτοῖσι εἶναι τοῖσι καὶ Κροίσῳ ἦσαν κατήκοοι. Σάμον τε καὶ Χίον. δοκέοντα σφέας ἐξελεύσεσθαι ἐς γῆν· [2] ὡς δὲ ψευσθῆναι τῆς ἐλπίδος. [4] ὃ μὲν δὴ ὀργῇ ἐχόμενος ἔλεγέ σφι τάδε· Ἴωνες δὲ ὡς ἤκουσαν τούτων ἀνενειχθέντων ἐς τὰς πόλιας. ἦν οὐδὲν ἄλλο πόλισμα λόγιμον. Μάγοι δὲ κεχωρίδαται πολλὸν τῶν τε ἄλλων ἀνθρώπων καὶ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἱρέων. Ἴωνες δὲ καὶ Αἰολέες. τῶν αἱ δύο μὲν νήσους οἰκέαται." [3] Κῦρος μὲν τοῦτον τὸν λόγον τοῖσι Ἴωσι καὶ τοῖσι Αἰολεῦσι τῶνδε εἵνεκα ἔλεξε. πλὴν Μιλησίων· πρὸς μούνους γὰρ τούτους ὅρκιον Κῦρος ἐποιήσατο ἐπ᾽ οἷσί περ ὁ Λυδός. πολλῷ δὴ ἦν ἀσθενέστατον τῶν ἐθνέων τὸ Ἰωνικὸν καὶ λόγου ἐλαχίστου· ὅτι γὰρ μὴ Ἀθῆναι. κτείνοντες ὁμοίως μύρμηκάς τε καὶ ὄφις καὶ τἆλλα ἑρπετὰ καὶ πετεινά. τοῖσι δὲ λοιποῖσι Ἴωσι ἔδοξε κοινῷ λόγῳ πέμπειν ἀγγέλους ἐς Σπάρτην δεησομένους Ἴωσι τιμωρέειν.
Μινύαι δὲ Ὀρχομένιοί σφι ἀναμεμίχαται καὶ Καδμεῖοι καὶ Δρύοπες καὶ Φωκέες ἀποδάσμιοι καὶ Μολοσσοὶ καὶ Ἀρκάδες Πελασγοὶ καὶ Δωριέες Ἐπιδαύριοι. τῶν ἐφόνευσαν τοὺς γονέας. ἀλλὰ γὰρ περιέχονται τοῦ οὐνόματος μᾶλλόν τι τῶν ἄλλων Ἰώνων. κατά περ οἱ ἐκ τῆς πενταπόλιος νῦν χώρης Δωριέες. ταῦτα δυώδεκα μέρεα νῦν Ἀχαιῶν ἐστὶ καὶ τότε γε Ἰώνων ἦν. φυλάσσονται [ὦν] μηδαμοὺς ἐσδέξασθαι τῶν προσοίκων Δωριέων ἐς τὸ Τριοπικὸν ἱρόν. καὶ Δύμη καὶ Τριταιέες. [3] διὰ τοῦτὸν δὲ τὸν φόνον αἱ γυναῖκες αὗται νόμον θέμεναι σφίσι αὐτῇσι ὅρκους ἐπήλασαν καὶ παρέδοσαν τῇσι θυγατράσι. ἐν τῇ Κρᾶθις ποταμὸς ἀείναος ἐστί. [3] ἀνὴρ ὦν Ἁλικαρνησσεύς. ἔστωσαν δὴ καὶ οἱ καθαρῶς γεγονότες Ἴωνες. κατά περ τῶν Περσέων τὰ οὐνόματα. 146. μετὰ δὲ Αἴγειρα καὶ Αἰγαί. κατά περ νῦν Ἀχαιῶν τῶν ἐξελασάντων Ἴωνας δυώδεκα ἐστὶ μέρεα. οἳ μοῦνοι τούτων μεσόγαιοι οἰκέουσι. καὶ τούτους χρῆν τοὺς λαμβάνοντας ἐκ τοῦ ἱροῦ μὴ ἐκφέρειν ἀλλ᾽ αὐτοῦ ἀνατιθέναι τῷ θεῷ.ἐβουλεύσαντο δὲ αὐτοῦ μεταδοῦναι μηδαμοῖσι ἄλλοισι Ἰώνων (οὐδ᾽ ἐδεήθησαν δὲ οὐδαμοὶ μετασχεῖν ὅτι μὴ Σμυρναῖοι)· 144. φέρων δὲ πρὸς τὰ ἑωυτοῦ οἰκία προσεπασσάλευσε τὸν τρίποδα. 145. τοῖσι Ἰωνίης μέτα οὐδὲ τοῦ οὐνόματος οὐδέν.] . [2] [πεπόνθασι δὲ οὔτι μοῦναι αἱ Ἰώνων ὁρταὶ τοῦτο. ἐς τὴν συλλεγόμενοι ἀπὸ τῶν πολίων Ἴωνες ἄγεσκον ὁρτὴν τῇ ἔθεντο οὔνομα Πανιώνια. ἐν τῷ Πεῖρος ποταμὸς μέγας ἐστί. μή κοτε ὁμοσιτῆσαι τοῖσι ἀνδράσι μηδὲ οὐνόματι βῶσαι τὸν ἑωυτῆς ἄνδρα. ἄλλα τε ἔθνεα πολλὰ ἀναμεμίχαται· [2] οἱ δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ πρυτανηίου τοῦ Ἀθηναίων ὁρμηθέντες καὶ νομίζοντες γενναιότατοι εἶναι Ἰώνων. ἐς τὴν κατέφυγον Ἴωνες ὑπὸ Ἀχαιῶν μάχῃ ἑσσωθέντες. ἀλλὰ καὶ σφέων αὐτῶν τοὺς περὶ τὸ ἱρόν ἀνομήσαντας ἐξεκλήισαν τῆς μετοχῆς. ἀπ᾽ ὅτευ ὁ ἐν Ἰταλίῃ ποταμὸς τὸ οὔνομα ἔσχε. νικήσας τὸν νόμον κατηλόγησε. [2] ἐν γὰρ τῷ ἀγῶνι τοῦ Τριοπίου Ἀπόλλωνος ἐτίθεσαν τὸ πάλαι τρίποδας χαλκέους τοῖσι νικῶσι. ἀλλὰ καὶ Ἑλλήνων πάντων ὁμοίως πᾶσαι ἐς τὠυτὸ γράμμα τελευτῶσι. 148. οἳ δὲ καὶ συναμφοτέρους. τούτοισι μέν νυν οὗτοι ταύτην τὴν ζημίην ἐπέθηκαν. καὶ Αἴγίον καὶ ῾Ρύπες καὶ Πατρέες καὶ Φαρέες καὶ Ὤλενος. καὶ Βοῦρα καὶ Ἑλίκη. κοινῇ ἐξαραιρημένος ὑπὸ Ἰώνων Ποσειδέωνι Ἑλικωνίῳ. πρότερον δὲ ἑξαπόλιος τῆς αὐτῆς ταύτης καλεομένης. τούτων δὴ εἵνεκα καὶ οἱ Ἴωνες δυώδεκα πόλιας ἐποιήσαντο· ἐπεὶ ὥς γέ τι μᾶλλον οὗτοι Ἴωνες εἰσὶ τῶν ἄλλων Ἰώνων ἢ κάλλιόν τι γεγόνασι. ταῦτα δὲ ἦν γινόμενα ἐν Μιλήτῳ. καὶ οὗτοι κατὰ φόνου τινὰ σκῆψιν. βασιλέας δὲ ἐστήσαντο οἳ μὲν αὐτῶν Λυκίους ἀπὸ Γλαύκου τοῦ Ἱππολόχου γεγονότας. οὗτοι δὲ οὐ γυναῖκας ἠγάγοντο ἐς τὴν ἀποικίην ἀλλὰ Καείρας ἔσχον. 147. τῷ οὔνομα ἦν Ἀγασικλέης. τοῦδε εἵνεκα ὅτι ἐφόνευσαν σφέων τοὺς πατέρας καὶ ἄνδρας καὶ παῖδας καὶ ἔπειτα ταῦτα ποιήσαντες αὐτῇσι συνοίκεον. οἳ δὲ Καύκωνας Πυλίους ἀπὸ Κόδρου τοῦ Μελάνθου. Πελλήνη μέν γε πρώτη πρὸς Σικυῶνος. μωρίη πολλὴ λέγειν· τῶν Ἄβαντες μὲν ἐξ Εὐβοίες εἰσὶ οὐκ ἐλαχίστη μοῖρα. δυώδεκα ἦν αὐτῶν μέρεα. ἡ δὲ Μυκάλη ἐστὶ τῆς ἠπείρου ἄκρη πρὸς ζέφυρον ἄνεμον κατήκουσα Σάμῳ καταντίον. διὰ ταύτην τὴν αἰτίην αἱ πέντε πόλιες. τὸ δὲ Πανιώνιον ἐστὶ τῆς Μυκάλης χῶρος ἱρὸς πρὸς ἄρκτον τετραμμένος. Λίνδος καὶ Ἰήλυσός τε καὶ Κάμειρος καὶ Κῶς τε καὶ Κνίδος ἐξεκλήισαν τῆς μετοχῆς τὴν ἕκτην πόλιν Ἁλικαρνησσόν. ὅτι καὶ ὅτε ἐν Πελοποννήσῳ οἴκεον. δυώδεκα δὲ μοι δοκέουσι πόλιας ποιήσασθαι οἱ Ἴωνες καὶ οὐκ ἐθελῆσαι πλεῦνας ἐσδέξασθαι τοῦδε εἵνεκα. ἄγουσι δὲ πάντες πλὴν Ἐφεσίων καὶ Κολοφωνίων· οὗτοι γὰρ μοῦνοι Ἰώνων οὐκ ἄγουσι Ἀπατούρια. [2] εἰσὶ δὲ πάντες Ἴωνες ὅσοι ἀπ᾽ Ἀθηνέων γεγόνασι καὶ Ἀπατούρια ἄγουσι ὁρτήν.
ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέει. αὗται μὲν αἱ Ἰάδες πόλιες εἰσί. Μύρινα. ὁμολογίῃ ἐχρήσαντο τὰ ἔπιπλα ἀποδόντων τῶν Ἰώνων ἐκλιπεῖν Σμύρνην Αἰολέας. αὗται μέν νυν αἱ ἠπειρώτιδες Αἰολίδες πόλιες. οὐ τὰ Ἰώνων πάθεα ἔσται ἔλλεσχα ἀλλὰ τὰ οἰκήια. ἢν ἐγὼ ὑγιαίνω. [2] Λακεδαιμόνιοι δὲ οὔ κως ἐσήκουον. τοὺς Λυδοὺς ἀπέστησε ὁ Πακτύης ἀπό τε Ταβάλου καὶ Κύρου. εἵλοντο πρὸ πάντων λέγειν τὸν Φωκαέα. Λήρισαι. τῷ οὔνομα ἦν Λακρίνης. ὅτι ἀγορὰς στησάμενοι ὠνῇ τε καὶ πρήσι χρέωνται· αὐτοὶ γὰρ οἱ Πέρσαι ἀγορῇσι οὐδὲν ἐώθασι χρᾶσθαι. Γρύνεια. ὡρέων δὲ ἥκουσαν οὐκ ὁμοίως. ταῦτα εἰπόντος τοῦ κήρυκος. ὡς ἂν πυνθανόμενοι πλεῖστοι συνέλθοιεν Σπαρτιητέων. ἦν δεινὸν οὐδέν· τῇσι δὲ λοιπῇσι πόλισι ἕαδε κοινῇ Ἴωσι ἕπεσθαι τῇ ἂν οὗτοι ἐξηγέωνται. ποιησάντων δὲ ταῦτα Σμυρναίων ἐπιδιείλοντο σφέας αἱ ἕνδεκα πόλιες καὶ ἐποιήσαντο σφέων αὐτέων πολιήτας. ὡς δὲ ἀπίκοντο ἐς τὴν Σπάρτην τῶν Ἰώνων καὶ Αἰολέων οἱ ἄγγελοι (κατὰ γὰρ δὴ τάχος ἦν ταῦτα πρησσόμενα). ἐν Τενέδῳ δὲ μία οἴκηται πόλις. σμύρνην δὲ ὧδε ἀπέβαλον Αἰολέες. 154. Κίλλα. αὗται ἕνδεκα Αἰολέων πόλιες αἱ ἀρχαῖαι· μία γὰρ σφέων παρελύθη Σμύρνη ὑπὸ Ἰώνων· ἦσαν γὰρ καὶ αὗται δυώδεκα αἱ ἐν τῆ ἠπείρῳ. τὸν δὲ χρυσὸν τόν τε Κροίσου καὶ τὸν τῶν ἄλλων Λυδῶν Πακτύῃ ἀνδρὶ Λυδῷ κομίζειν. λέγεται Κῦρον ἐπειρέσθαι τοὺς παρεόντας οἱ Ἑλλήνων τινες ἐόντες ἄνθρωποι Λακεδαιμόνιοι καὶ κόσοι πλῆθος ταῦτα ἑωυτῷ προαγορεύουσι· πυνθανόμενον δέ μιν εἰπεῖν ἄνθρωποι Λακεδαιμόνιοι καὶ κόσοι "οὐκ ἔδεισά κω ἄνδρας τοιούτους. Κροῖσόν τε ἅμα ἀγόμενος καὶ τοὺς Ἴωνας ἐν οὐδενὶ λόγῳ ποιησάμενος τὴν πρώτην εἶναι. Τῆμνος. [3] ἀπικόμενοι δὲ οὗτοι ἐς Φώκαιαν ἔπεμπον ἐς Σάρδις σφέων αὐτῶν τὸν δοκιμώτατον. κατασκόπους τῶν τε Κύρου πρηγμάτων καὶ Ἰωνίης. [3] Λεσβίοισι μέν νῦν καὶ Τενεδίοισι. Λακεδαιμόνιοι δὲ ἀπωσάμενοι τῶν Ἰώνων τοὺς ἀγγέλους ὅμως ἀπέστειλαν πεντηκοντέρῳ ἄνδρας. ἀπερέοντα Κύρῳ Λακεδαιμονίων ῥῆσιν. οἳ μὲν δὴ ἀπαλλάσσοντο. ἀλλ᾽ ἀπέδοξέ σφι μὴ τιμωρέειν Ἴωσι. [4] ἡ τε γὰρ Βαβυλών οἱ ἦν ἐμπόδιος καὶ τὸ Βάκτριον ἔθνος καὶ Σάκαι τε καὶ Αἰγύπτιοι. αἵδε δὲ αἱ Αἰολίδες. Κολοφωνίους ἄνδρας στάσι ἑσσωθέντας καὶ ἐκπεσόντας ἐκ τῆς πατρίδος ὑπεδέξαντο. τὰς πύλας ἀποκληίσαντες ἔσχον τὴν πόλιν. τοῖσι ἐστι χῶρος ἐν μέση τῇ πόλι ἀποδεδεγμένος ἐς τὸν συλλεγόμενοι ἀλλήλους ὀμνύντες ἐξαπατῶσι· τοῖσι. ὡς αὐτῶν οὐ περιοψομένων. Νέον τεῖχος. ἐπὶ δὲ Ἴωνας ἄλλον πέμπειν στρατηγόν. Αἰγιρόεσσα. τῷ οὔνομα ἦν Πύθερμος. [2] οὗτοι δὲ οἱ Αἰολέες χώρην μὲν ἔτυχον κτίσαντες ἀμείνω Ἰώνων. Πιτάνη. 150. Αἰγαῖαι. ἀπήλαυνε αὐτὸς ἐς Ἀγβάτανα. 153. Νότιον. καὶ καταστὰς ἔλεγε πολλὰ τιμωρέειν ἑωυτοῖσι χρηίζων. ὡς δὲ ἀπήλασε ὁ Κῦρος ἐκ τῶν Σαρδίων. κατά περ Ἰώνων τοῖσι τὰς νήσους ἔχουσι." [2] ταῦτα ἐς τοὺς πάντας Ἕλληνας ἀπέρριψε ὁ Κῦρος τὰ ἔπεα. μετὰ δὲ οἱ φυγάδες τῶν Κολοφωνίων φυλάξαντες τοὺς Σμυρναίους ὁρτὴν ἔξω τείχεος ποιευμένους Διονύσῳ. [2] αἱ δὲ τὰς νήσους ἔχουσαι πέντε μὲν πόλιες τὴν Λέσβον νέμονται (τὴν γὰρ ἕκτην ἐν τῇ Λέσβῳ οἰκημένην Ἀρίσβαν ἠνδραπόδισαν Μηθυμναῖοι ἐόντας ὁμαίμους). ὁ δὲ πορφύρεόν τε εἷμα περιβαλόμενος. 151. καὶ ἐν τῇσι Ἑκατὸν νήσοισι καλεομένῃσι ἄλλη μία. Κύμη ἡ Φρικωνὶς καλεομένη. 152. ἔξω τῶν ἐν τῇ Ἴδῃ οἰκημενέων· κεχωρίδαται γὰρ αὗται.149. ἐπικούρους τε ἐμισθοῦτο καὶ τοὺς . ἐπ᾽ οὓς ἐπεῖχέ τε στρατηλατέειν αὐτός. οὐδέ σφι ἐστὶ τὸ παράπαν ἀγορή. γῆς τῆς Ἑλλάδος μηδεμίαν πόλιν σιναμωρέειν. ἅτε τὸν χρυσὸν ἔχων πάντα τὸν ἐκ τῶν Σαρδίων. [2] βοηθησάντων δὲ πάντων Αἰολέων. [3] μετὰ ταῦτα ἐπιτρέψας τὰς μὲν Σάρδις Ταβάλῳ ἀνδρὶ Πέρσῃ. καταβὰς δὲ ἐπὶ θάλασσαν.
αἱρετώτερα ταῦτα εὑρίσκων Λυδοῖσι ἢ ἀνδραποδισθέντας πρηθῆναι σφέας. καὶ πρὸς ἐξανδραποδίσασθαι τοὺς ἄλλους πάντας οἳ μετὰ Λυδῶν ἐπὶ Σάρδις ἐστρατεύσαντο. αὐτὸν δὲ Πακτύην πάντως ζῶντα ἀγαγεῖν παρ᾽ ἑωυτόν. [2] Κῦρος δὲ ἡσθεὶς τῇ ὑποθήκῃ καὶ ὑπεὶς τῆς ὀργῆς ἔφη οἱ πείθεσθαι." 156. καὶ ἔπειτα θωμάζω εἰ μοι ἀπεστᾶσι. ὥστε οὐδὲν δεινοί τοι ἔσονται μὴ ἀποστέωσι. 158. [2] Μαζάρης δὲ ὁ Μῆδος ἐλάσας ἐπὶ τὰς Σάρδις τοῦ Κύρου στρατοῦ μοῖραν ὅσην δή κοτε ἔχων. Ἀριστόδικος ὁ Ἡρακλείδεω ἀνὴρ τῶν ἀστῶν ἐὼν δόκιμος ἔσχε μὴ ποιῆσαι ταῦτα Κυμαίους. ὃ μὲν δὴ ταῦτα ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐντειλάμενος ἀπήλαυνε ἐς ἤθεα τὰ Περσέων. ὁρμέατο ἐκδιδόναι· [2] ὁρμημένου δὲ ταύτῃ τοῦ πλήθεος. αὐτοῖσι δὲ Λυδοῖσι τὴν πόλιν παρέδωκα. σὺ μέντοι μὴ πάντα θυμῷ χρέο. οἱ δὲ Κυμαῖοι ἔγνωσαν συμβουλῆς περὶ ἐς θεὸν ἀνοῖσαι τὸν ἐν Βραγχίδῃσι· ἦν γὰρ αὐτόθι μαντήιον ἐκ παλαιοῦ ἱδρυμένον. ἢν τὸ παρεὸν ὑπεκδράμωσι. ὡς οὐκ εὗρε ἔτι ἐόντας τοὺς ἀμφὶ Πακτύην ἐν Σάρδισι. ὁμοίως γὰρ μοι νῦν γε φαίνομαι πεποιηκέναι ὡς εἴ τις πατέρα ἀποκτείνας τῶν παίδων αὐτοῦ φείσατο· [2] ὡς δὲ καὶ ἐγὼ Λυδῶν τὸν μὲν πλέον τι ἢ πατέρα ἐόντα σὲ λαβὼν ἄγω. ἀπιστέων τε τῷ χρησμῷ καὶ δοκέων τοὺς θεοπρόπους οὐ λέγειν ἀληθέως.ἐπιθαλασσίους ἀνθρώπους ἔπειθε σὺν ἑωυτῷ στρατεύεσθαι. κέλευε δὲ σφέας κιθῶνάς τε ὑποδύνειν τοῖσι εἵμασι καὶ κοθόρνους ὑποδέεσθαι. οὗτος δότω τοι δίκην. [3] Μαζάρης δὲ μετὰ τοῦτο ἔπεμπε ἐς τὴν Κύμην ἀγγέλους ἐκδιδόναι κελεύων Πακτύην." ὃ μὲν δὴ τά περ ἐνόεε ἔλεγε. [3] "ὦ βασιλεῦ. οὐκ ἀναπείσει μιν μεταβουλεύσασθαι. τῶν καὶ Ἀριστόδικος ἦν. ἐς ὃ τὸ δεύτερον περὶ Πακτύεω ἐπειρησόμενοι ἤισαν ἄλλοι θεοπρόποι. ὡς οἴκασι. ἐλάσας δὲ ἐπὶ τὰς Σάρδις ἐπολιόρκεε Τάβαλον ἀπεργμένον ἐν τῇ ἀκροπόλι. Κροῖσος μὲν δὴ ταῦτά οἱ ὑπετίθετο. τὰ μὲν γὰρ πρότερον ἐγώ τε ἔπρηξα καὶ ἐγὼ κεφαλῇ ἀναμάξας φέρω· τὰ δὲ νῦν παρεόντα Πακτύης γὰρ ἐστὶ ὁ ἀδικέων. ἐπιστάμενος ὅτι ἢν μὴ ἀξιόχρεον πρόφασιν προτείνῃ. ταῦτά τέ οἱ ἐνετείλατο προειπεῖν Λυδοῖσι τὰ ὁ Κροῖσος ὑπετίθετο. φροντίζω μὴ ἄριστον ᾖ ἐξανδραποδίσασθαι σφέας. . Πακτύης δὲ πυθόμενος ἀγχοῦ εἶναι στρατὸν ἐπ᾽ ἑωυτὸν ἰόντα δείσας οἴχετο φεύγων ἐς Κύμην. τί ἔσται τέλος τῶν γινομένων τούτων ἐμοί. "Κροῖσε. πέμψαντες ὦν οἱ Κυμαῖοι ἐς τοὺς Βραγχίδας θεοπρόπους εἰρώτευν περὶ Πακτύην ὁκοῖόν τι ποιέοντες θεοῖσι μέλλοιεν χαριεῖσθαι. τὰ μὲν οἰκότα εἴρηκας. ἀρρωδέων δὲ μὴ καὶ ὕστερον κοτὲ οἱ Λυδοί. 157. 155. πυθόμενος δὲ κατ᾽ ὁδὸν ταῦτα ὁ Κῦρος εἶπε πρὸς Κροῖσον τάδε. τῷ σὺ ἐπέτρεψας Σάρδις. καλέσας δὲ Μαζάρεα ἄνδρα Μῆδον. ὁ δὲ χῶρος οὗτος ἐστὶ τῆς Μιλησίης ὑπὲρ Πανόρμου λιμένος. ταῦτα δὲ ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Κυμαῖοι. ἀποστάντες ἀπὸ τῶν Περσέων ἀπόλωνται. καὶ ταχέως σφέας ὦ βασιλεῦ γυναῖκας ἀντ᾽ ἀνδρῶν ὄψεαι γεγονότας. πρήγμάτα παρέχοντες καὶ αὐτοὶ ἔχοντες. ἐπειρωτῶσι δέ σφι ταῦτα χρηστήριον ἐγένετο ἐκδιδόναι Πακτύην Πέρσῃσι. ἐκ τούτου δὲ κελευσμοσύνης Λυδοὶ τὴν πᾶσαν δίαιταν τῆς ζόης μετέβαλον. μηδὲ πόλιν ἀρχαίην ἐξαναστήσῃς ἀναμάρτητον ἐοῦσαν καὶ τῶν πρότερον καὶ τῶν νῦν ἑστεώτων. πρῶτα μὲν τοὺς Λυδοὺς ἠνάγκασε τὰς Κύρου ἐντολὰς ἐπιτελέειν. οὐ παύσονται Λυδοί. [4] Λυδοῖσι δὲ συγγνώμην ἔχων τάδε αὐτοῖσι ἐπίταξον. τῷ Ἴωνές τε πάντες καὶ Αἰολέες ἐώθεσαν χρᾶσθαι. πρόειπε δ᾽ αὐτοῖσι κιθαρίζειν τε καὶ ψάλλειν καὶ καπηλεύειν παιδεύειν τοὺς παῖδας. ὡς μήτε ἀποστέωσι μήτε δεινοί τοι ἔωσι· ἄπειπε μέν σφι πέμψας ὅπλα ἀρήια μὴ ἐκτῆσθαι. δείσας μὴ ἀναστάτους ποιήσῃ τὰς Σάρδις. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε.
ἀπικομένων δὲ ἐς Βραγχίδας ἐχρηστηριάζετο ἐκ πάντων Ἀριστόδικος ἐπειρωτῶν τάδε. πρὶν ἂν τὸ ἀπὸ σεῦ ἡμῖν δηλωθῇ ἀτρεκέως ὁκότερα ποιέωμεν. Μαζάρης δὲ μετὰ ταῦτα ἐστρατεύετο ἐπὶ τοὺς συμπολιορκήσαντας Τάβαλον. ἦλθε παρ᾽ ἡμέας ἱκέτης Πακτύης ὁ Λυδός. τοὺς ἱκέτας μου ἐκ τοῦ νηοῦ κεραΐζεις. ὡς μὴ τὸ λοιπὸν περὶ ἱκετέων ἐκδόσιος ἔλθητε ἐπὶ τὸ χρηστήριον. μετὰ δὲ ταῦτα αὐτίκα νούσῳ τελευτᾷ. [2] οὗτος ὡνὴρ τότε ὑπὸ Κύρου στρατηγὸς ἀποδεχθεὶς ὡς ἀπίκετο ἐς τὴν Ἰωνίην. τί τάδε τολμᾷς ποιέειν. καὶ τὸν τε Ἀδρίην καὶ τὴν Τυρσηνίην καὶ τὴν Ἰβηρίην καὶ τὸν Ταρτησσὸν οὗτοι εἰσὶ οἱ καταδέξαντες· [2] ἐναυτίλλοντο δὲ οὐ στρογγύλῃσι νηυσὶ ἀλλὰ πεντηκοντέροισι. ἐβίωσε δὲ πάντα εἴκοσι καὶ ἑκατόν. Χῖοι μέν νυν Πακτύην ἐξέδοσαν. ἐνθεῦτεν δὲ ἐξ ἱροῦ Ἀθηναίης πολιούχου ἀποσπασθεὶς ὑπὸ Χίων ἐξεδόθη· ἐξέδοσαν δὲ οἱ Χῖοι ἐπὶ τῷ Ἀταρνέι μισθῷ· [4] τοῦ δὲ Ἀταρνέος τούτου ἐστὶ χῶρος τῆς Μυσίης. 162. [3] τούτῳ δὴ τῷ ἀνδρὶ προσφιλέες οἱ Φωκαιέες οὕτω δή τι ἐγένοντο ὡς τὰ μὲν πρῶτα σφέας ἐκλιπόντας Ἰωνίην ἐκέλευε τῆς ἑωυτοῦ χώρης οἰκῆσαι ὅκου βούλονται· μετὰ δέ. ποιέοντος δὲ αὐτοῦ ταῦτα λέγεται φωνὴν ἐκ τοῦ ἀδύτου γενέσθαι φέρουσαν μὲν πρὸς τὸν Ἀριστόδικον. τὸ ἐνθεῦτεν χώματα χῶν πρὸς τὰ τείχεα ἐπόρθεε. αἵρεε τὰς πόλιας χώμασι· ὅκως γὰρ τειχήρεας ποιήσειε. [5] ἦν δὲ χρόνος οὗτος οὐκ ὀλίγος γινόμενος. φεύγων θάνατον βίαιον πρὸς Περσέων· οἳ δέ μιν ἐξαιτέονται. 163. προεῖναι Κυμαίους κελεύοντες. ὃ δ᾽ αὖτις τὸν αὐτόν σφι χρησμὸν ἔφαινε. πρώτῃ δὲ Φωκαίῃ Ἰωνίης ἐπεχείρησε. Λέσβου ἀντίος. ἐτυράννευσε δὲ Ταρτησσοῦ ὀγδώκοντα ἔτεα. [4] ἐδίδου δὲ ἀφειδέως· καὶ γὰρ καὶ ἡ περίοδος τοῦ . Μαγνησίην τε ὡσαύτως. Πακτύην μέν νυν παραδεξάμενοι οἱ Πέρσαι εἶχον ἐν φυλακῇ. ἐδίδου σφι χρήματα τεῖχος περιβαλέσθαι τὴν πόλιν. [2] ἡμεῖς δὲ δειμαίνοντες τὴν Περσέων δύναμιν τὸν ἱκέτην ἐς τόδε οὐ τετολμήκαμεν ἐκδιδόναι. ὡς τοῦτό γε οὐκ ἔπειθε τοὺς Φωκαιέας. οἱ δὲ Φωκαιέες οὗτοι ναυτιλίῃσι μακρῇσι πρῶτοι Ἑλλήνων ἐχρήσαντο. 161. ἵνα γε ἀσεβήσαντες θᾶσσον ἀπόλησθε. κελεύων ἐκδιδόναι Πακτύην Πέρσῃσι. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὸν Ταρτησσὸν προσφιλέες ἐγένοντο τῷ βασιλέι τῶν Ταρτησσίων. [2] οἱ δὲ Μυτιληναῖοι ἐπιπέμποντος τοῦ Μαζάρεος ἀγγελίας ἐκδιδόναι τὸν Πακτύην παρεσκευάζοντο ἐπὶ μισθῷ ὅσῳ δή· οὐ γὰρ ἔχω τοῦτό γε εἰπεῖν ἀτρεκέως· οὐ γὰρ ἐτελεώθη. τῷ οὔνομα μὲν ἦν." [4] Ἀριστόδικον δὲ οὐκ ἀπορήσαντα πρὸς ταῦτα εἰπεῖν "ὦναξ. καὶ τοῦτο μὲν Πριηνέας ἐξηνδραποδίσατο. οὐ βουλόμενοι οὔτε ἐκδόντες ἀπολέσθαι οὔτε παρ᾽ ἑωυτοῖσι ἔχοντες πολιορκέεσθαι. Ἀργανθώνιος. τοῦτο δὲ Μαιάνδρου πεδίον πᾶν ἐπέδραμε ληίην ποιεύμενος τῷ στρατῷ. γένος καὶ αὐτὸς ἐὼν Μῆδος. ὅτε Χίων οὐδεὶς ἐκ τοῦ Ἀταρνέος τούτου οὔτε οὐλὰς κριθέων πρόχυσιν ἐποιέετο θεῶν οὐδενὶ οὔτε πέμματα ἐπέσσετο καρποῦ τοῦ ἐνθεῦτεν. Ἅρπαγος κατέβη διάδοχος τῆς στρατηγίης. [3] πρὸς ταῦτα ὁ Ἀριστόδικος ἐκ προνοίης ἐποίεε τάδε· περιιὼν τὸν νηὸν κύκλῳ ἐξαίρεε τοὺς στρουθοὺς καὶ ἄλλα ὅσα ἦν νενοσσευμένα ὀρνίθων γένεα ἐν τῷ νηῷ. ἀπείχετο τε τῶν πάντων ἱρῶν τὰ πάντα ἐκ τῆς χώρης ταύτης γινόμενα. θέλοντες Κύρῳ ἀποδέξαι. πέμψαντες πλοῖον ἐς Λέσβον ἐκκομίζουσι Πακτύην ἐς Χίον. ὁ δὲ πυθόμενος τὸν Μῆδον παρ᾽ αὐτῶν ὡς αὔξοιτο. "ὦναξ. ἀποθανόντος δὲ τούτου. τὸν ὁ Μήδων βασιλεὺς Ἀστυάγης ἀνόμῳ τραπέζῃ ἔδαισε. ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Κυμαῖοι." ὃ μὲν ταῦτα ἐπειρώτα. [3] Κυμαῖοι γὰρ ὡς ἔμαθον ταῦτα πρησσόμενα ἐκ τῶν Μυτιληναίων. αὐτὸς μὲν οὕτω τοῖσι ἱκέτῃσι βοηθέεις." 160. τὸν δὲ αὖτις ἀμείψασθαι τοῖσιδε "ναὶ κελεύω. ἐκπέμπουσι αὐτὸν ἐς Μυτιλήνην. λέγουσαν δὲ τάδε "ἀνοσιώτατε ἀνθρώπων. Κυμαίους δὲ κελεύεις τὸν ἱκέτην ἐκδιδόναι. ὁ τῷ Κύρῳ τὴν βασιληίην συγκατεργασάμενος.159.
ψευδόρκιοι δὲ γενόμενοι ἀπέπλεον ὀπίσω ἐς τὴν Φωκαίην. ἐπείτε σφι Χῖοι τὰς νήσους τὰς Οἰνούσσας καλεομένας οὐκ ἐβούλοντο ὠνευμένοισι πωλέειν. ὑπερημίσεας τῶν ἀστῶν ἔλαβε πόθος τε καὶ οἶκτος τῆς πόλιος καὶ τῶν ἠθέων τῆς χώρης. πρῶτα καταπλεύσαντες ἐς τὴν Φωκαίην κατεφόνευσαν τῶν Περσέων τὴν φυλακήν. ἐτυράννευσε δὲ Ταρτησσοῦ ὀγδώκοντα ἔτεα. πρὸς δὲ καὶ τὰ ἀγάλματα τὰ ἐν τῶν ἱρῶν καὶ τὰ ἄλλα ἀναθήματα. ὅμως δὲ σφι παριέναι βουλεύσασθαι.τείχεος οὐκ ὀλίγοι στάδιοι εἰσί. ἐν ᾧ ὦν ὁ Ἅρπαγος ἀπὸ τοῦ τείχεος ἀπήγαγε τὴν. Ἀργανθώνιος. τῇ οὔνομα ἦν Ἀλαλίη. ἐβίωσε δὲ πάντα εἴκοσι καὶ ἑκατόν. 164. [2] οἱ δὲ Φωκαιέες περιημεκτέοντες τῇ δουλοσύνη ἔφασαν θέλειν βουλεύσασθαι ἡμέρην μίαν καὶ ἔπειτα ὑποκρινέεσθαι· [3] ἐν ᾧ δὲ βουλεύονται αὐτοί. ἀερθέντες ἐκ τῶν Οἰνουσσέων ἔπλεον. δειμαίνοντες μὴ αἳ μὲν ἐμπόριον γένωνται. στρατιήν. πρὸς ταῦτα οἱ Φωκαίες ἐστέλλοντο ἐς Κύρνον· ἐν γὰρ τῇ Κύρνῳ εἴκοσι ἔτεσι πρότερον τούτων ἐκ θεοπροπίου ἀνεστήσαντο πόλιν. 166. ὁ δὲ πυθόμενος τὸν Μῆδον παρ᾽ αὐτῶν ὡς αὔξοιτο. καὶ τὸν τε Ἀδρίην καὶ τὴν Τυρσηνίην καὶ τὴν Ἰβηρίην καὶ τὸν Ταρτησσὸν οὗτοι εἰσὶ οἱ καταδέξαντες· [2] ἐναυτίλλοντο δὲ οὐ στρογγύλῃσι νηυσὶ ἀλλὰ πεντηκοντέροισι. [2] Ἀργανθώνιος δὲ τηνικαῦτα ἤδη τετελευτήκεε. τὴν δὲ Φωκαίην ἐρημωθεῖσαν ἀνδρῶν ἔσχον οἱ Πέρσαι. τῷ οὔνομα μὲν ἦν. ἣ ἐφρούρεε παραδεξαμένη παρὰ Ἁρπάγου τὴν πόλιν. πρώτῃ δὲ Φωκαίῃ Ἰωνίης ἐπεχείρησε. ἐπείτε δὲ ἐς τὴν Κύρνον ἀπίκοντο. ἐδίδου σφι χρήματα τεῖχος περιβαλέσθαι τὴν πόλιν. στελλομένων δὲ αὐτῶν ἐπὶ τὴν Κύρνον. τὰ δὲ ἄλλα πάντα ἐσθέντες καὶ αὐτοὶ εἰσβάντες ἔπλεον ἐπὶ Χίου. συμμισγόντων δὲ τῇ ναυμαχίῃ Καδμείη τις νίκη τοῖσι Φωκαιεῦσι ἐγένετο· αἱ μὲν γὰρ τεσσεράκοντά σφι νέες διεφθάρησαν. ἐποιήσαντο ἰσχυρὰς κατάρας τῷ ὑπολειπομένῳ ἑωυτῶν τοῦ στόλου. ἀντίαζον ἐς τὸ Σαρδόνιον καλεόμενον πέλαγος. στελλόμενοι δὲ ἐπὶ τὴν Κύρνον. οἱ δὲ Φωκαιέες. καὶ ἦγον γὰρ δὴ καὶ ἔφερον τοὺς περιοίκους ἅπαντας. ὡς τοῦτό γε οὐκ ἔπειθε τοὺς Φωκαιέας. χωρὶς ὅ τι χαλκὸς ἢ λίθος ἢ γραφὴ ἦν. [3] τούτῳ δὴ τῷ ἀνδρὶ προσφιλέες οἱ Φωκαιέες οὕτω δή τι ἐγένοντο ὡς τὰ μὲν πρῶτα σφέας ἐκλιπόντας Ἰωνίην ἐκέλευε τῆς ἑωυτοῦ χώρης οἰκῆσαι ὅκου βούλονται· μετὰ δέ. ὡς τοῦτο σφι ἐξέργαστο. ἀπαγαγεῖν ἐκεῖνον ἐκέλευον τὴν στρατιὴν ἀπὸ τοῦ τείχεος. αἱ δὲ . νηυσὶ ἑκάτεροι ἑξήκόντα. μετὰ δέ. [4] ἐδίδου δὲ ἀφειδέως· καὶ γὰρ καὶ ἡ περίοδος τοῦ τείχεος οὐκ ὀλίγοι στάδιοι εἰσί. καὶ ἱρὰ ἐνιδρύσαντο. οἱ Φωκαιέες ἐν τούτῳ κατασπάσαντες τὰς πεντηκοντέρους. οἱ δὲ Φωκαιέες οὗτοι ναυτιλίῃσι μακρῇσι πρῶτοι Ἑλλήνων ἐχρήσαντο. ὁ δὲ Ἅρπαγος ὡς ἐπήλασε τὴν στρατιήν. τοῦτο δὲ πᾶν λίθων μεγάλων καὶ εὖ συναρμοσμένων. ἡ δὲ αὐτῶν νῆσος ἀποκληισθῇ τούτου εἵνεκα. ἐπολιόρκεε αὐτούς. στρατεύονται ὦν ἐπ᾽ αὐτοὺς κοινῷ λόγω χρησάμενοι Τυρσηνοὶ καὶ Καρχηδόνιοι. τοῦτο δὲ πᾶν λίθων μεγάλων καὶ εὖ συναρμοσμένων. οἳ δὲ αὐτῶν τὸ ὅρκιον ἐφύλασσον. προισχόμενος ἔπεα ὥς οἱ καταχρᾷ εἰ βούλονται Φωκαιέες προμαχεῶνα ἕνα μοῦνον τοῦ τείχεος ἐρεῖψαι καὶ οἴκημα ἓν κατιρῶσαι. ὁ δ᾽ Ἅρπαγος ἔφη εἰδέναι μὲν εὖ τὰ ἐκεῖνοι μέλλοιεν ποιέειν. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὸν Ταρτησσὸν προσφιλέες ἐγένοντο τῷ βασιλέι τῶν Ταρτησσίων. ἐσθέμενοι τέκνα καὶ γυναῖκας καὶ ἔπιπλα πάντα. οἴκεον κοινῇ μετὰ τῶν πρότερον ἀπικομένων ἐπ᾽ ἔτεα πέντε. 163. τὸ μὲν δὴ τεῖχος τοῖσι Φωκαιεῦσι τρόπῳ τοιῶδε ἐξεποιήθη. [2] οἱ δὲ Φωκαιέες πληρώσαντες καὶ αὐτοὶ τὰ πλοῖα. [3] πρὸς δὲ ταύτῃσι καὶ μύδρον σιδήρεον κατεπόντωσαν καὶ ὤμοσαν μὴ πρὶν ἐς Φωκαίην ἥξειν πρὶν ἢ τὸν μύδρον τοῦτον ἀναφανῆναι. ἐόντα ἀριθμὸν ἑξήκοντα. 165.
167. νήσων τε ἁπασέων μεγίστην νεμομένους καὶ ἄρχοντας ἄλλων· μένουσι δέ σφι ἐν τῇ Ἰωνίῃ οὐκ ἔφη ἐνορᾶν ἐλευθερίην ἔτι ἐσομένην. πυνθάνομαι γνώμην Βίαντα ἄνδρα Πριηνέα ἀποδέξασθαι Ἴωσι χρησιμωτάτην. μετὰ δὲ Ἀγυλλαίοισι πάντα τὰ παριόντα τὸν χῶρον. ἀλλ᾽ οὐ τὴν νῆσον. τῶν δὲ Τυρσηνῶν οἱ Ἀγυλλαῖοι] ἔλαχόν τε αὐτῶν πολλῷ πλείστους καὶ τούτους ἐξαγαγόντες κατέλευσαν. 168. καὶ οὕτω ἀπαλλαχθέντας σφέας δουλοσύνης εὐδαιμονήσειν. οἱ τὰς νήσους ἔχοντες Ἴωνες καταρρωδήσαντες ταῦτα σφέας αὐτοὺς ἔδοσαν Κύρῳ. τὸ Καρικὸν ἦν ἔθνος λογιμώτατον τῶν . ὅσον καὶ ἐγὼ δυνατός εἰμι ἐπὶ μακρότατον ἐξικέσθαι ἀκοῇ· οἳ δέ. οἱ δὲ αὐτῶν ἐς τὸ ῾Ρήγιον καταφυγόντες ἐνθεῦτεν ὁρμώμενοι ἐκτήσαντο πόλιν γῆς τῆς Οἰνωτπίης ταύτην ἥτις νῦν Ὑέλη καλέεται· [4] ἔκτισαν δὲ ταύτην πρὸς ἀνδρὸς Ποσειδωνιήτεω μαθόντες ὡς τὸν Κύρνον σφι ἡ Πυθίη ἔχρησε κτίσαι ἥρων ἐόντα. αὐτῷ Κύρῳ ὅρκιον ποιησάμενοι ἡσυχίην ἦγον. ἐπλήρουν οἱ τὰς νέας. ἡ δὲ Πυθίη σφέας ἐκέλευσε ποιέειν τὰ καὶ νῦν οἱ Ἀγυλλαῖοι ἔτι ἐπιτελέουσι· καὶ γὰρ ἐναγίζουσί σφι μεγάλως καὶ ἀγῶνα γυμνικὸν καὶ ἱππικὸν ἐπιστᾶσι. ὃς ἐκέλευε ἓν βουλευτήριον Ἴωνας ἐκτῆσθαι. φόρον μὲν οὐδένα ὑποτελέοντες. τὰς δὲ ἄλλας πόλιας οἰκεομένας μηδὲν ἧσσον νομίζεσθαι κατά περ ἐς δῆμοι εἶεν· οὗτοι μὲν δή σφι γνώμας τοιάσδε ἀπεδέξαντο. καὶ ἐνθαῦτα ἔκτισαν πόλιν Ἄβδηρα. ἐν τῶ οἱ Φωκαιέες καταλευσθέντες ἐκέατο. χρηστὴ δὲ καὶ πρὶν ἢ διαφθαρῆναι Ἰωνίην Θάλεω ἀνδρὸς Μιλησίου ἐγένετο. ἐγίνετο διάστροφα καὶ ἔμπηρα καὶ ἀπόπληκτα. ὁμοίως πρόβατα καὶ ὑποζύγια καὶ ἄνθρωποι. [2] οἱ δὲ Ἀγυλλαῖοι ἐς Δελφοὺς ἔπεμπον βουλόμενοι ἀκέσασθαι τὴν ἁμαρτάδα. τῶν δὲ διαφθαρεισέων νεῶν τοὺς ἄνδρας οἱ τε Καρχηδόνιοι καὶ οἱ Τυρσηνοὶ [διέλαχον. 171. [3] ἅτε δὴ Μίνω τε κατεστραμμένου γῆν πολλὴν καὶ εὐτυχέοντος τῷ πολέμῳ. [3] αὕτη μὲν Βίαντος τοῦ Πριηνέος γνώμη ἐπὶ διεφθαρμένοισι Ἴωσι γενομένη.εἴκοσι αἱ περιεοῦσαι ἦσαν ἄχρηστοι· ἀπεστράφατο γὰρ τοὺς ἐμβόλους. ἅμα ἀγόμενος καὶ Ἴωνας καὶ Αἰολέας. 169. καὶ ἔπειτα ἀπέντες τὴν Κύρνον ἔπλεον ἐς ῾Ρήγιον. τῇ εἰ ἐπείθοντο. [3] καὶ οὗτοι μὲν τῶν Φωκαιέων τοιούτῳ μόρῳ διεχρήσαντο. [2] Μιλήσιοι δέ. τὸ γὰρ παλαιὸν ἐόντες Μίνω κατήκοοι καὶ καλεόμενοι Λέλεγες εἶχον τὰς νήσους. ἀλλ᾽ ὑπὸ Θρηίκων ἐξελασθεὶς τιμὰς νῦν ὑπὸ Τηίων τῶν ἐν Ἀβδήροισι ὡς ἥρως ἔχει. 170. Φωκαίης μέν νυν πέρι τῆς ἐν Ἰωνίῃ οὕτω ἔσχε παραπλήσια δὲ τούτοισι καὶ Τήιοι ἐποίησαν. καὶ ἄνδρες ἐγένοντο ἀγαθοὶ περὶ τῆς ἑωυτοῦ ἕκαστος μαχόμενοι. ἐσβάντες πάντες ἐς τὰ πλοῖα οἴχοντο πλέοντες ἐπὶ τῆς Θρηίκης. οὕτω δὴ τὸ δεύτερον Ἰωνίη ἐδεδούλωτο. [2] εἰσὶ δὲ τούτων Κᾶρες μὲν ἀπιγμένοι ἐς τὴν ἤπειρον ἐκ τῶν νήσων. κεκακωμένων δὲ Ἰώνων καὶ συλλεγομένων οὐδὲν ἧσσον ἐς τὸ Πανιώνιον. ὡς δὲ τοὺς ἐν τῇ ἠπείρῳ Ἴωνας ἐχειρώσατο Ἅρπαγος. [3] καταπλώσαντες δὲ ἐς τὴν Ἀλαλίην ἀνέλαβον τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὴν ἄλλην κτῆσιν ὅσην οἷαι τε ἐγίνοντο αἱ νέες σφι ἄγειν. ἐπείτε γὰρ σφέων εἷλε χώματι τὸ τεῖχος Ἅρπαγος. ὡς καὶ πρότερόν μοι ἔρηται. οὗτοὶ μέν νυν Ἰώνων μοῦνοι τὴν δουλοσύνην οὐκ ἀνεχόμενοι ἐξέλιπον τὰς πατρίδας· οἱ δ᾽ ἄλλοι Ἴωνες πλὴν Μιλησίων διὰ μάχης μὲν ἀπίκοντο Ἁρπάγῳ κατά περ οἱ ἐκλιπόντες. τὴν πρότερος τούτων Κλαζομένιος Τιμήσιος κτίσας οὐκ ἀπόνητο. τὸ δὲ εἶναι ἐν Τέῳ (Τέων γὰρ μέσον εἶναι Ἰωνίης). ὅκως Μίνως δέοιτο. τὸ ἀνέκαθεν γένος ἐόντος Φοίνικος. Ἅρπαγος δὲ καταστρεψάμενος Ἰωνίην ἐποιέετο στρατηίην ἐπὶ Κᾶρας καὶ Καυνίους καὶ Λυκίους. παρεῖχε ἂν σφι εὐδαιμονέειν Ἑλλήνων μάλιστα· [2] ὃς ἐκέλευε κοινῷ στόλῳ Ἴωνας ἀερθέντας πλέειν ἐς Σαρδὼ καὶ ἔπειτα πόλιν μίαν κτίζειν πάντων Ἰώνων. ἑσσωθέντες δὲ καὶ ἁλόντες ἔμενον κατὰ χώρην ἕκαστοι καὶ τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον.
καὶ τῷ οὐνόματι τῷ αὐτῷ αἰεὶ διαχρεωμένους τῷ περ νῦν. οἱ δὲ Μιλύαι τότε Σόλυμοι ἐκαλέοντο. ὤρυσσον οἱ . οἱ μέν νυν Κᾶρες οὐδὲν λαμπρὸν ἔργον ἀποδεξάμενοι ἐδουλώθησαν ὑπὸ Ἁρπάγου. χέασθαι θεοῖσι. τοῦ Μυσοῖσι μὲν καὶ Λυδοῖσι μέτεστι ὡς κασιγνήτοισι ἐοῦσι τοῖσι Καρσί· τὸν γὰρ Λυδὸν καὶ τὸν Μυσὸν λέγουσι εἶναι Καρὸς ἀδελφεούς. ἐὸν ὅσον τε ἐπὶ πέντε στάδια. ἢ οἱ Κᾶρες πρὸς τὸ Καυνικόν (τοῦτο γὰρ οὐκ ἔχω ἀτρεκέως διακρῖναι). ἀργμένης δὲ ἐκ τῆς Χερσονήσου τῆς Βυβασσίης. τελαμῶσι σκυτίνοισι οἰηκίζοντες. προσκεχωρήκασι δὲ γλῶσσαν μὲν πρὸς τὸ Καρικὸν ἔθνος. νόμοισι δὲ χρέωνται κεχωρισμένοισι πολλὸν τῶν τε ἄλλων ἀνθρώπων καὶ Καρῶν. τούτοισι μὲν δὴ μέτεστι. περὶ τοῖσι αὐχέσι τε καὶ τοῖσι ἀριστεροῖσι ὤμοισι περικείμενοι. αὐτοὶ μέντοι ἐκ Κρήτης φασὶ εἶναι. οἳ δὲ ἐκαλέοντο τό πέρ τε ἠνείκαντο οὔνομα καὶ νυν ἔτι καλέονται ὑπὸ τῶν περιοίκων οἱ Λύκιοι Τερμίλαι· ὡς δὲ ἐξ Ἀθηνέων Λύκος ὁ Πανδίονος. ἀπίκετο ἐς τοὺς Τερμίλας παρὰ Σαρπηδόνα. [3] ἕως μὲν δὴ αὐτῶν Σαρπηδὼν ἦρχε.ἐθνέων ἁπάντων κατὰ τοῦτον ἅμα τὸν χρόνον μακρῷ μάλιστα. καὶ ἢν μέν γε γυνὴ ἀστὴ δούλῳ συνοικήσῃ. μέχρι οὔρων τῶν Καλυνδικῶν εἵποντο. ἐνδύντες τὰ ὅπλα ἅπαντες Καύνιοι ἡβηδόν. 174. αὕτη τὸ παλαιὸν ἦν Μιλυάς. καὶ ἔφασαν ἐκβάλλειν τοὺς ξεινικοὺς θεούς. οἳ δὲ ἀπωσθέντες ἀπίκοντο τῆς Ἀσίης ἐς γῆν τὴν Μιλυάδα· τὴν γὰρ νῦν Λύκιοι νέμονται. τὰ δὲ πρὸς νότον ἡ κατὰ Σύμην τε καὶ ῾Ρόδον θάλασσα). ἓν δὲ τόδε ἴδιον νενομίκασι καὶ οὐδαμοῖσι ἄλλοισι συμφέρονται ἀνθρώπων· καλέουσι ἀπὸ τῶν μητέρων ἑωυτοὺς καὶ οὐκὶ ἀπὸ τῶν πατέρων· [5] εἰρομένου δὲ ἑτέρου τὸν πλησίον τίς εἴη. [2] ἱδρυθέντων δέ σφι ἱρῶν ξεινικῶν. καὶ ἀνδράσι καὶ γυναιξὶ καὶ παισί. τύπτοντες δόρασι τὸν ἠέρα. οἱ δὲ Καύνιοι αὐτόχθονες δοκέειν ἐμοὶ εἰσί. ἐούσης τε πάσης τῆς Κνιδίης πλὴν ὀλίγης περιρρόου [3] (τὰ μὲν γὰρ αὐτῆς πρὸς βορέην ἄνεμον ὁ Κεραμεικὸς κόλπος ἀπέργει. τοῖσι οἱ Ἕλληνες ἐχρήσαντο· καὶ γὰρ ἐπὶ τὰ κράνεα λόφους ἐπιδέεσθαι Κᾶρες εἰσὶ οἱ καταδέξαντες καὶ ἐπὶ τὰς ἀσπίδας τὰ σημήια ποιέεσθαι. 172. 173. ἐξελασθεὶς καὶ οὗτος ὑπὸ τοῦ ἀδελφεοῦ Αἰγέος. τὸ δὴ Τριόπιον καλέεται. καταλέξει ἑωυτὸν μητρόθεν καὶ τῆς μητρὸς ἀνανεμέεται τὰς μητέρας. τὸ ὦν δὴ ὀλίγον τοῦτο. οὔτε ὅσοι Ἑλλήνων ταύτην τὴν χώρην οἰκέουσι· [2] οἰκέουσι δὲ καὶ ἄλλοι καὶ Λακεδαιμονίων ἄποικοι Κνίδιοι. μετέπειτα ὥς σφι ἀπέδοξε. οἳ τῆς χώρης τῆς σφετέρης τετραμμένης ἐς πόντον. οἱ δὲ Λύκιοι ἐκ Κρήτης τὠρχαῖον γεγόνασι (τὴν γὰρ Κρήτην εἶχον τὸ παλαιὸν πᾶσαν βάρβαροι)· [2] διενειχθέντων δὲ ἐν Κρήτῃ περὶ τῆς βασιληίης τῶν Εὐρώπης παίδων Σαρπηδόνος τε καὶ Μίνω. γενναῖα τὰ τέκνα νενόμισται· ἢν δὲ ἀνὴρ ἀστὸς καὶ ὁ πρῶτος αὐτῶν γυναῖκα ξείνην ἢ παλλακὴν ἔχῃ. τούτοισι δὲ οὐ μέτα. ἀλλὰ νομίζουσι αὐτοὶ ἑωυτοὺς εἶναι αὐτόχθονας ἠπειρώτας. ὅσοι δὲ ἐόντες ἄλλου ἔθνεος ὁμόγλωσσοι τοῖσι Καρσὶ ἐγένοντο. τοῖσι γὰρ κάλλιστον ἐστὶ κατ᾽ ἡλικίην τε καὶ φιλότητα εἰλαδὸν συγγίνεσθαι ἐς πόσιν. ἐξήλασε αὐτόν τε Σαρπηδόνα καὶ τοὺς στασιώτας αὐτοῦ. [6] ἀποδείκνῦσι δὲ ἐν Μυλάσοισι Διὸς Καρίου ἱρὸν ἀρχαῖον. καὶ οὕτω ἐς τὴν ἤπειρον ἀπίκοντο. κατὰ μὲν δὴ Κᾶρας οὕτω Κρῆτες λέγουσι γενέσθαι· οὐ μέντοι αὐτοί γε ὁμολογέουσι τούτοισι οἱ Κᾶρες. οὕτω δὴ κατὰ τοῦ Λύκου τὴν ἐπωνυμίην Λύκιοι ἀνὰ χρόνον ἐκλήθησαν. [5] μετὰ δὲ τοὺς Κᾶρας χρόνῳ ὕστερον πολλῷ Δωριέες τε καὶ Ἴωνες ἐξανέστησαν ἐκ τῶν νήσων. [4] καί σφι τριξὰ ἐξευρήματα ἐγένετο. ἄτιμα τὰ τέκνα γίνεται. καὶ οὗτοι μὲν τρόποισι τοιούτοισι χρέωνται. καὶ ὄχανα ἀσπίσι οὗτοι εἰσὶ οἱ ποιησάμενοι πρῶτοι· τέως δὲ ἄνευ ὀχάνων ἐφόρεον τὰς ἀσπίδας πάντες οἳ περ ἐώθεσαν ἀσπίσι χρᾶσθαι. οὔτε αὐτοὶ οἱ Κᾶρες ἀποδεξάμενοι οὐδέν. [4] νόμοισι δὲ τὰ μὲν Κρητικοῖσι τὰ δὲ Καρικοῖσι χρέωνται. ἔδοξέ δὲ τοῖσι πατρίοισι μοῦνον. ὡς ἐπεκράτησε τῇ στάσι Μίνως.
ἐκεκόσμητο δὲ ὡς οὐδὲν ἄλλο πόλισμα τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. εἴ κ᾽ ἐβούλετο. τὰ δὲ ἄνω αὐτῆς αὐτὸς Κῦρος. καὶ ἔπειτα ὑπῆψαν τὴν ἀκρόπολιν πᾶσαν ταύτην καίεσθαι.Κνίδιοι ἐν ὅσῳ Ἅρπαγος τὴν Ἰωνίην κατεστρέφετο. [5] ἡ δὲ Πυθίη σφι. [2] ταῦτα δὲ ποιήσαντες καὶ συνομόσαντες ὅρκους δεινούς. τὰ μέν νυν αὐτῶν πλέω παρήσομεν· τὰ δὲ οἱ παρέσχε τε πόνον πλεῖστον καὶ ἀξιαπηγητότατα ἐστί. [4] καὶ δὴ πολλῇ. ὡς αὐτοὶ Κνίδιοι λέγουσι. τῆς δὲ Ἀσσυρίης ἐστὶ μὲν κου καὶ ἄλλα πολίσματα μεγάλα πολλά. τούτων ἐπιμνήσομαι. Πηδασέες μέν νυν χρόνῳ ἐξαιρέθησαν. ἔδειμαν πρῶτα μὲν τῆς τάφου τὰ χείλεα. τὸ μέν νυν μέγαθος τοσοῦτον ἐστὶ τοῦ ἄστεος τοῦ Βαβυλωνίου. 178. τὸ δὲ ὀνομαστότατον καὶ ἰσχυρότατον καὶ ἔνθα σφι Νίνου ἀναστάτου γενομένης τὰ βασιλήια κατεστήκεε. [3] τάφρος μὲν πρῶτά μιν βαθέα τε καὶ εὐρέα καὶ πλέη ὕδατος περιθέει. 177. ἐούσης τετραγώνου· οὗτοι στάδιοι τῆς περιόδου τῆς πόλιος γίνονται συνάπαντες ὀγδώκοντα καὶ τετρακόσιοι. παραπλησίως δὲ καὶ τὴν Καῦνον ἔσχε· καὶ γὰρ οἱ Καύνιοι τοὺς Λυκίους ἐμιμήσαντο τὰ πλέω. πλὴν ὀγδώκοντα ἱστιέων. ὕψος δὲ διηκοσίων πηχέων· ὁ δὲ βασιλήιος πῆχυς τοῦ μετρίου ἐστὶ πήχεος μέζων τρισὶ δακτύλοισι. μᾶλλον γάρ τι καὶ θειότερον ἐφαίνοντο τιτρώσκεσθαι οἱ ἐργαζόμενοι τοῦ οἰκότος τά τε ἄλλα τοῦ σώματος καὶ μάλιστα τὰ περὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς θραυομένης τῆς πέτρης. ἐπεξελθόντες ἀπέθανον πάντες Ξάνθιοι μαχόμενοι. ἑλκύσαντες δὲ πλίνθους ἱκανὰς ὤπτησαν αὐτὰς ἐν καμίνοισι· [2] μετὰ δὲ τέλματι χρεώμενοι ἀσφάλτῳ θερμῇ καὶ διὰ τριήκοντα δόμων πλίνθου ταρσοὺς καλάμων διαστοιβάζοντες. Λύκιοι δέ. 176. τρὶς σφι τοῦτο ἐγένετο. χειρὶ ἐργαζομένων τῶν Κνιδίων. ἐπεξιόντες καὶ μαχόμενοι ὀλίγοι πρὸς πολλοὺς ἀρετᾶς ἀπεδείκνυντο. χρᾷ ἐν τριμέτρῳ τόνῳ τάδε. 175. ἦσαν δὲ Πηδασέες οἰκέοντες ὑπὲρ Ἁλικαρνησσοῦ μεσόγαιαν· τοῖσι ὅκως τι μέλλοι ἀνεπιτήδεον ἔσεσθαι. Κῦρος ἐπείτε τὰ πάντα τῆς ἠπείρου ὑποχείρια ἐποιήσατο. οὗτοι τῶν περὶ Καρίην ἀνδρῶν μοῦνοί τε ἀντέσχον χρόνον Ἁρπάγῳ καὶ πρήγματα παρέσχον πλεῖστα. πᾶν ἔθνος καταστρεφόμενος καὶ οὐδὲν παριείς. ὀρύσσοντες ἅμα τὴν τάφρον ἐπλίνθευον τὴν γῆν τὴν ἐκ τοῦ ὀρύγματος ἐκφερομένην. [2] κέεται ἐν πεδίῳ μεγάλῳ. αὐτοῖσί τε καὶ τοῖσι περιοίκοισι. δεῖ δή με πρὸς τούτοισι ἔτι φράσαι ἵνα τε ἐκ τῆς τάφρου ἡ γῆ ἀναισιμώθη. μετὰ δὲ τεῖχος πεντήκοντα μὲν πηχέων βασιληίων ἐὸν τὸ εὖρος. εἰσὶ ἐπήλυδες· αἱ δὲ ὀγδώκοντα ἱστίαι αὗται ἔτυχον τηνικαῦτα ἐκδημέουσι καὶ οὕτω περιεγένοντο. ἐντὸς δὲ πᾶσά σφι ἐγίνετο· τῇ γὰρ ἡ Κνιδίη χώρη ἐς τὴν ἤπειρον τελευτᾷ. [6] Κνίδιοι μὲν ταῦτα τῆς Πυθίης χρησάσης τοῦ τε ὀρύγματος ἐπαύσαντο καὶ Ἁρπάγῳ ἐπιόντι σὺν τῷ στρατῷ ἀμαχητὶ σφέας αὐτοὺς παρέδοσαν. ἡ ἱρείη τῆς Ἀθηναίης πώγωνα μέγαν ἴσχε. Ἰσθμὸν δὲ μὴ πυργοῦτε μηδ᾽ ὀρύσσετε· Ζεὺς γάρ κ᾽ ἔθηκε νῆσον. καὶ τὸ τεῖχος ὅντινα τρόπον ἔργαστο. [3] τῶν δὲ νῦν Λυκίων φαμένων Ξανθίων εἶναι οἱ πολλοί. 179. ἑσσωθέντες δὲ καὶ κατειληθέντες ἐς τὸ ἄστυ συνήλισαν ἐς τὴν ἀκρόπολιν τάς τε γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα καὶ τὰ χρήματα καὶ τοὺς οἰκέτας. ἐοῦσα τοιαύτη δή τις πόλις. ἦν Βαβυλών. ὄρος τειχίσαντες τῷ οὔνομα ἐστὶ Λίδη. δευτέρα δὲ αὐτὸ τὸ τεῖχος τὸν αὐτὸν τρόπον. ὡς ἐς τὸ Ξάνθιον πεδίον ἤλασε ὁ Ἅρπαγος τὸν στρατόν. ἔπεμπον ἐς Δελφοὺς θεοπρόπους ἐπειρησομένους τὸ ἀντίξοον. μέγαθος ἐοῦσα μέτωπον ἕκαστον εἴκοσι καὶ ἑκατὸν σταδίων. [3] ἐπάνω δὲ . βουλόμενοι νῆσον τὴν χώρην ποιῆσαι. Ἀσσυρίοισι ἐπετίθετο. τὴν μὲν δὴ Ξάνθον οὕτω ἔσχε ὁ Ἅρπαγος. τὰ μέν νυν κάτω τῆς Ἀσίης Ἅρπαγος ἀνάστατα ἐποίεε. ταύτῃ ὁ ἰσθμός ἐστι τὸν ὤρυσσον.
[4] ἀνάβασις δὲ ἐς αὐτοὺς ἔξωθεν κύκλῳ περὶ πάντας τοὺς πύργους ἔχουσα πεποίηται. ἔνθα ἄγαλμα μέγα τοῦ Διὸς ἔνι κατήμενον χρύσεον. μέχρι οὗ ὀκτὼ πύργων. ἐν δὲ τῷ ἑτέρῳ Διὸς Βήλου ἱρὸν χαλκόπυλον. ἀμφότεραι δὲ αὗται λέγονται ἀνδρῶν οὐδαμῶν ἐς ὁμιλίην φοιτᾶν· καὶ κατά περ ἐν Πατάροισι τῆς Λυκίης ἡ πρόμαντις τοῦ θεοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλος βωμὸς μέγας. τὸ γὰρ μέσον αὐτῆς ποταμὸς διέργει.. κατατέτμηται τὰς ὁδοὺς ἰθέας τάς τε ἄλλας καὶ τὰς ἐπικαρσίας τὰς ἐπὶ τὸν ποταμὸν ἐχούσας. φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι. [2] ἐν δὲ φάρσεϊ ἑκατέρῳ τῆς πόλιος ἐτετείχιστο ἐν μέσῳ ἐν τῷ μὲν τὰ βασιλήια περιβόλῳ μεγάλῳ τε καὶ ἰσχυρῷ. ἕτερον δὲ ἔσωθεν τεῖχος περιθέει. τετραμμένα ἐς ἄλληλα· τὸ μέσον δὲ τῶν οἰκημάτων ἔλιπον τεθρίππῳ περιέλασιν. ἐπὶ δὲ τοῦ μέζονος βωμοῦ καὶ καταγίζουσι λιβανωτοῦ χίλια τάλαντα ἔτεος ἑκάστου οἱ Χαλδαῖοι τότε ἐπεὰν τὴν ὁρτὴν ἄγωσι τῷ θεῷ τούτῳ. καὶ σταθμοί τε καὶ ὑπέρθυρα ὡσαύτως.τοῦ τείχεος παρὰ τὰ ἔσχατα οἰκήματα μουνόκωλα ἔδειμαν. πύλαι δὲ ἐνεστᾶσι πέριξ τοῦ τείχεος ἑκατόν. καὶ οἱ τράπεζα μεγάλη παρακέεται χρυσέη. τὴν ἂν ὁ θεὸς ἕληται ἐκ πασέων. τοσαῦται ἀριθμόν· ἦσαν δὲ καὶ αὗται χάλκεαι . ἔστι δὲ δύο φάρσεα τῆς πόλιος. ἔστι δὲ τοῦ ἐν Βαβύλῶνι ἱροῦ καὶ ἄλλος κάτω νηός. ταλάντων ὀκτακοσίων χρυσίου πεποίηται ταῦτα. καὶ ἐς ἐμὲ ἔτι τοῦτο ἐόν. τῷ οὔνομα ἐστὶ Εὐφρήτης· ῥέει δὲ ἐξ Ἀρμενίων. οὐδὲ νύκτα οὐδεὶς ἐναυλίζεται ἀνθρώπων ὅτι μὴ γυνὴ μούνη τῶν ἐπιχωρίων. φέρουσαι [καὶ αὐταὶ] ἐς αὐτὸν τὸν ποταμόν. ἐὼν μέγας καὶ βαθὺς καὶ ταχύς· ἐξιεῖ δὲ οὗτος ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν. ἦν δὲ ἐν τῷ τεμένεϊ τούτῳ ἔτι τὸν χρόνον ἐκεῖνον καὶ ἀνδριὰς δυώδεκα πηχέων χρύσεος στερεός· [3] ἐγὼ μέν μιν . ὡς λέγουσι οἱ Χαλδαῖοι ἐόντες ἱρέες τούτου τοῦ θεοῦ.. καὶ τὸ βάθρον οἱ καὶ ὁ θρόνος χρύσεος ἐστί· καὶ ὡς ἔλεγον οἱ Χαλδαῖοι. ἔνθα ἐστὶ ποταμὸς οὐ μέγας· Ἲς καὶ τῷ ποταμῷ τὸ οὔνομα· ἐσβάλλει δὲ οὗτος ἐς τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν τὸ ῥέεθρον. [2] ἔξω δὲ τοῦ νηοῦ βωμός ἐστι χρύσεος. σταδίου καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ εὖρος. ἐπ᾽ οὗ θύεται τὰ τέλεα τῶν προβάτων· ἐπὶ γὰρ τοῦ χρυσέου βωμοῦ οὐκ ἔξεστι θύειν ὅτι μὴ γαλαθηνὰ μούνᾳ. τοῦτο μὲν δὴ τὸ τεῖχος θώρηξ ἐστί. ἐὸν πλῆρες οἰκιέων τριωρόφων καὶ τετρωρόφων. ἐπεὰν γένηται· οὐ γὰρ ὦν αἰεί ἐστι χρηστήριον αὐτόθι· ἐπεὰν δὲ γένηται τότε ὦν συγκατακληίεται τὰς νύκτας ἔσω ἐν τῷ νηῷ. κατά περ ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. καὶ οἱ τράπεζα παρακέεται χρυσέη. ὡς λέγουσι οἱ Αἰγύπτιοι· [2] καὶ γὰρ δὴ ἐκεῖθι κοιμᾶται ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Θηβαιέος γυνή. ἐτετείχιστο μέν νυν ἡ Βαβυλὼν τρόπῳ τοιῷδε. [5] ἐν δὲ τῷ τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ κλίνη μεγάλη κέεται εὖ ἐστρωμένη. καὶ ἕτερος μάλα ἐπὶ τούτῳ. 183. [2] τὸ ὦν δὴ τεῖχος ἑκάτερον τοὺς ἀγκῶνας ἐς τὸν ποταμὸν ἐλήλαται· τὸ δὲ ἀπὸ τούτου αἱ ἐπικαμπαὶ παρὰ χεῖλος ἑκάτερον τοῦ ποταμοῦ αἱμασιὴ πλίνθων ὀπτέων παρατείνει. [3] ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἱροῦ πύργος στερεὸς οἰκοδόμηται. 181. ἔνθεν ἡ ἄσφαλτος ἐς τὸ ἐν Βαβυλῶνι τεῖχος ἐκομίσθη. τὸν θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηὸν καὶ ἀμπαύεσθαι ἐπὶ τῆς κλίνης. οὗτος ὦν ὁ Ἲς ποταμὸς ἅμα τῷ. μεσοῦντι δέ κου τῆς ἀναβάσιος ἐστὶ καταγωγή τε καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ πύργῳ ἄλλος πύργος ἐπιβέβηκε. [3] τὸ δὲ ἄστυ αὐτό. οὐ πολλῷ τεῳ ἀσθενέστερον τοῦ ἑτέρου τείχεος. ὕδατι θρόμβους ἀσφάλτου ἀναδιδοῖ πολλούς.. 180. [4] ἔστι δὲ ἄλλη πόλις ἀπέχουσα ὀκτὼ ἡμερέων ὁδὸν ἀπὸ Βαβυλῶνος· Ἲς οὔνομα αὐτῇ. ἐὸν τετράγωνον. 182. ἐν τοῖσι κατίζοντες ἀμπαύονται οἱ ἀναβαίνοντες. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες. ἄγαλμα δὲ οὐκ ἔνι οὐδὲν αὐτόθι ἐνιδρυμένον. δύο σταδίων πάντῃ. χάλκεαι πᾶσαι. στεινότερον δέ. [4] κατὰ δὴ ὦν ἑκάστην ὁδὸν ἐν τῇ αἱμασιῇ τῇ παρὰ τὸν ποταμὸν πυλίδες ἐπῆσαν. ὅσαι περ αἱ λαῦραι.
δέουσα τοὺς λίθους σιδήρῳ τε καὶ μολύβδῳ. ἐκτρέψασα τοῦ ποταμοῦ τὸ ῥέεθρον πᾶν ἐς τὸ ὤρυσσε χωρίον. τοῦτο δὲ κατὰ μέσην κου μάλιστα τὴν πόλιν τοῖσι λίθοισι τοὺς ὠρύξατο οἰκοδόμεε γέφυραν. [4] κατύπερθε δὲ πολλῷ Βαβυλῶνος ὤρυσσε ἔλυτρον λίμνῃ. ἐπείτε γὰρ ὤρυσσε τὸ ἔλυτρον τῇ λίμνῃ. χῶμα δὲ παρέχωσε παρ᾽ ἑκάτερον τοῦ ποταμοῦ τὸ χεῖλος ἄξιον θώματος μέγαθος καὶ ὕψος ὅσον τι ἐστί. ὡς δέ οἱ ἦσαν οἱ λίθοι ἕτοιμοι καὶ τὸ χωρίον ὀρώρυκτο. τόν τε ποταμὸν σκολιὸν καὶ τὸ ὄρυγμα πᾶν ἕλος. ἔκ τε τῶν πλόων ἐκδέκηται περίοδος τῆς λίμνης μακρή. ἡ μὲν πρότερον ἄρξασα. τῇ οὔνομα ἦν Σεμίραμις. καὶ ἦν. [7] κατὰ τοῦτο δὲ ἐργάζετο τῆς χώρης τῇ αἵ τε ἐσβολαὶ ἦσαν καὶ τὰ σύντομα τῆς ἐκ Μήδων ὁδοῦ. ἡ δὲ δὴ δεύτερον γενομένη ταύτης βασίλεια. ἐν τούτω ἀπεξηρασμένου τοῦ ἀρχαίου ῥεέθρου τοῦτο μὲν τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὰς καταβάσιας τὰς ἐκ τῶν πυλίδων ἐς τὸν ποταμὸν φερούσας ἀνοικοδόμησε πλίνθοισι ὀπτῇσι κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῷ τείχεϊ. ὅς σφι διὰ τῆς πόλιος μέσης ῥέει. καὶ οἱ πλόοι ἔωσι σκολιοὶ ἐς τὴν Βαβυλῶνα. ἐς τὴν ἀπικνέεται ὁ Εὐφρήτης. [2] πρῶτα μὲν τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν ῥέοντα πρότερον ἰθύν. λίθους ἀγαγομένη κρηπῖδα κύκλῳ περὶ αὐτὴν ἤλασε. τούτῳ τῷ ἀνδριάντι Δαρεῖος μὲν ὁ Ὑστάσπεος ἐπιβουλεύσας οὐκ ἐτόλμησε λαβεῖν. τοῦτο δὲ τὴν Μήδων ὁρῶσα ἀρχὴν μεγάλην τε καὶ οὐκ ἀτρεμίζουσαν. ταῦτα μὲν δὴ ἐκ βάθεος περιεβάλετο. προεφυλάξατο ὅσα ἐδύνατο μάλιστα. [3] τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτον ἐποίησε. 185. ὡς ἐγὼ δοκέω. μνημόσυνον τόδε ἄλλο ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἔργου ἐλίπετο· [2] ἐτάμνετο λίθους περιμήκεας. ἐν δὲ δὴ καὶ τὴν Νίνον. ἀλλ᾽ ἄλλα τε ἀραιρημένα ἄστεα αὐτοῖσι. εὖρος δὲ τὸ περίμετρον αὐτοῦ ποιεῦσα εἴκοσί τε καὶ τετρακοσίων σταδίων· τὸν δὲ ὀρυσσόμενον χοῦν ἐκ τούτου τοῦ ὀρύγματος ἀναισίμου παρὰ τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ παραχέουσα. ταῦτα λέγω. ἐν δὲ δὴ καὶ γυναῖκες δύο. τῆς πόλιος ἐούσης δύο φαρσέων. χρῆν πλοίῳ διαβαίνειν. τὸ μὲν δὴ ἱρὸν τοῦτο οὕτω κεκόσμηται. τῆς δὲ Βαβυλῶνος ταύτης πολλοὶ μέν κου καὶ ἄλλοι ἐγένοντο βασιλέες. ἔστι δὲ καὶ ἴδια ἀναθήματα πολλά.οὐκ εἶδον. [4] ὡς δὲ τό τε ὀρυχθὲν λίμνη . τοῦτον ἄνωθεν διώρυχας ὀρύξασα οὕτω δή τι ἐποίησε σκολιὸν ὥστε δὴ τρὶς ἐς τῶν τινα κωμέων τῶν ἐν τῇ Ἀσσυρίῃ ἀπικνέεται ῥέων· τῇ δὲ κώμῃ οὔνομα ἐστί. τὰ δὲ λέγεται ὑπὸ Χαλδαίων. [5] ἐπείτε δέ οἱ ὀρώρυκτο. τοῦ δὲ ποταμοῦ μέσον ἔχοντος. Ἀρδέρικκα. αὕτη δὲ καὶ τοῦτο προεῖδε. ὀλίγον τι παρατείνουσα ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ. [6] ἐποίεε δὲ ἀμφότερα ταῦτα. τῶν ἐν τοῖσι Ἀσσυρίοισι λόγοισι μνήμην ποιήσομαι. ὅκως μὲν ἡμέρη γίνοιτο. καὶ νῦν οἳ ἂν κομίζωνται ἀπὸ τῆσδε τῆς θαλάσσης ἐς Βαβυλῶνα. ὡς ὅ τε ποταμὸς βραδύτερος εἴη περὶ καμπὰς πολλὰς ἀγνύμενος. ξύλα τετράγωνα. ἵνα μὴ ἐπιμισγόμενοι οἱ Μῆδοι ἐκμανθάνοιεν αὐτῆς τὰ πρήγματα. ἐπὶ τῶν πρότερον βασιλέων ὅκως τις ἐθέλοι ἐκ τοῦ ἑτέρου φάρσεος ἐς τοὔτερον διαβῆναι. ἐν ᾧ ἐπίμπλατο τοῦτο. τῆς ὕστερον γενεῇσι πέντε πρότερον γενομένη. βάθος μὲν ἐς τὸ ὕδωρ αἰεὶ ὀρύσσουσα. 184. τῇ οὔνομα ἦν Νίτωκρις. ὀχληρὸν τοῦτο. καταπλέοντες τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν τρίς τε ἐς τὴν αὐτὴν ταύτην κώμην παραγίνονται καὶ ἐν τρισὶ ἡμέρῃσι. ἵνα μὴ διαφοιτέοντες τὰς νύκτας κλέπτοιεν παρ᾽ ἀλλήλων. [3] ἐπιτείνεσκε δὲ ἐπ᾽ αὐτήν. 186. Χέρξης δὲ ὁ Δαρείου ἔλαβε καὶ τὸν ἱρέα ἀπέκτεινε ἀπαγορεύοντα μὴ κινέειν τὸν ἀνδριάντα. αὕτη μὲν ἀπεδέξατο χώματα ἀνὰ τὸ πεδίον ἐόντα ἀξιοθέητα· πρότερον δὲ ἐώθεε ὁ ποταμὸς ἀνὰ τὸ πεδίον πᾶν πελαγίζειν. ἐπ᾽ ὧν τὴν διάβασιν ἐποιεῦντο οἱ Βαβυλώνιοι· τὰς δὲ νύκτας τὰ ξύλα ταῦτα ἀπαιρέεσκον τοῦδε εἵνεκα. οἳ τὰ τείχεά τε ἐπεκόσμησαν καὶ τὰ ἱρά. αὕτη δὲ συνετωτέρη γενομένη τῆς πρότερον ἀρξάσης τοῦτο μὲν μνημόσυνα ἐλίπετο τὰ ἐγὼ ἀπηγήσομαι. τοιήνδε δὲ ἐξ αὐτῶν παρενθήκην ἐποιήσατο.
διατάξας δὲ τὸν στρατὸν ὀρύσσειν ἐκέλευε. [2] τούτου δὲ τοῦ Χοάσπεω τοῦ ὕδατος ἀπεψημένου πολλαὶ κάρτα ἅμαξαι τετράκυκλοι ἡμιόνεαι κομίζουσαι ἐν ἀγγηίοισι ἀργυρέοισι ἕπονται." αὕτη μέν νυν ἡ βασίλεια τοιαύτη τις λέγεται γενέσθαι. τοῦ μούνου πίνει βασιλεὺς καὶ ἄλλου οὐδενὸς ποταμοῦ. οὕτω δὴ ἤλαυνε ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα. ἐπεὶ δὲ ἐγένετο ἐλαύνων ἀγχοῦ τῆς πόλιος. ὁ δὲ παρὰ Ὦπιν πόλιν ῥέων ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν ἐκδιδοῖ. ῥέει δὲ διὰ Δαρδανέων. [3] μετὰ δὲ τὴν ἀπειλὴν μετεὶς τὴν ἐπὶ Βαβυλῶνα στράτευσιν διαίρεε τὴν στρατιὴν δίχα. τὸν Εὐφρήτην ποταμὸν ἐς τὰ ἀρχαῖα ῥέεθρα ἐκ τῆς λίμνης ἐξήγαγε.πλήρης ἐγεγόνεε ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ τὰ περὶ τὴν γέφυραν ἐκεκόσμητο. τοῦτον δὴ τὸν Γύνδην ποταμὸν ὡς διαβαίνειν ἐπειρᾶτο ὁ Κῦρος ἐόντα νηυσιπέρητον. οὐκ ἂν νεκρῶν θήκας ἀνέῳγες. μὴ οὐ λαβεῖν αὐτά· [4] τῇσι δὲ πύλῃσι ταύτῃσι οὐδὲν ἐχρᾶτο τοῦδε εἵνεκα. διελὼν δὲ κατέτεινε σχοινοτενέας ὑποδέξας διώρυχας ὀγδώκοντα καὶ ἑκατὸν παρ᾽ ἑκάτερον τὸ χεῖλος τοῦ Γύνδεω τετραμμένας πάντα τρόπον. [4] οἷα δὲ ὁμίλου πολλοῦ ἐργαζομένου ἤνετο μὲν τὸ ἔργον. συνέβαλόν τε οἱ Βαβυλώνιοι καὶ ἑσσωθέντες τῇ μάχῃ κατειλήθησαν ἐς τὸ ἄστυ. ἐπείτε δὲ ὁ Κῦρος πορευόμενος ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα ἐγίνετο ἐπὶ Γύνδῃ ποταμῷ. καὶ οὕτω τὸ ὀρυχθὲν ἕλος γενόμενον ἐς δέον ἐδόκεε γεγονέναι καὶ τοῖσι πολιήτῃσι γέφυρα ἦν κατεσκευασμένη. . προεσάξαντο σιτία ἐτέων κάρτα πολλῶν. καὶ τὸ δεύτερον ἔαρ ὑπέλαμπε. [2] οἷα δὲ ἐξεπιστάμενοι ἔτι πρότερον τὸν Κῦρον οὐκ ἀτρεμίζοντα. τὸν δὲ νεκρὸν καὶ γράμματα λέγοντα τάδε· "εἰ μὴ ἄπληστός τε ἔας χρημάτων καὶ αἰσχροκερδής. ὅμως μέντοι τὴν θερείην πᾶσαν αὐτοῦ ταύτῃ διέτριψαν ἐργαζόμενοι. ὅκῃ ἂν ἐλαύνῃ ἑκάστοτε. ἐνθαῦτα οὗτοι μὲν λόγον εἶχον τῆς πολιορκίης οὐδένα. ὅτι ὕπερ κεφαλῆς οἱ ἐγίνετο ὁ νεκρὸς διεξελαύνοντι. [5] ἀνοίξας δὲ τὸν τάφον εὗρε χρήματα μὲν οὔ. 189. 190. ὁ δέ μιν συμψήσας ὑποβρύχιον οἰχώκεε φέρων. 187. Κῦρος δὲ ἀπορίῃσι ἐνείχετο. στρατεύεται δὲ δὴ βασιλεὺς ὁ μέγας καὶ σιτίοισι εὖ ἐσκευασμένος ἐξ οἴκου καὶ προβάτοῖσι. ἔχοντά τε τοῦ πατρὸς τοῦ ἑωυτοῦ τοὔνομα Λαβυνήτου καὶ τὴν Ἀσσυρίων ἀρχήν. ἀνοίξας τὸν τάφον λαβέτω ὁκόσα βούλεται χρήματα· μὴ μέντοι γε μὴ σπανίσας γε ἄλλως ἀνοίξῃ· οὐ γὰρ ἄμεινον·" [3] οὗτος ὁ τάφος ἦν ἀκίνητος μέχρι οὗ ἐς Δαρεῖον περιῆλθε ἡ βασιληίη· Δαρείῳ δὲ καὶ δεινὸν ἐδόκεε εἶναι τῇσι πύλῃσι ταύτῃσι μηδὲν χρᾶσθαι. [2] "τῶν τις ἐμεῦ ὕστερον γινομένων Βαβυλῶνος βασιλέων ἢν σπανίσῃ χρημάτων. τοῦ αἱ μὲν πηγαὶ ἐν Ματιηνοῖσι ὄρεσι. καὶ δὴ καὶ ὕδωρ ἀπὸ τοῦ Χοάσπεω ποταμοῦ ἅμα ἄγεται τοῦ παρὰ Σοῦσα ῥέοντος. οἱ δὲ Βαβυλώνιοι ἐκστρατευσάμενοι ἔμενον αὐτόν. ὡς δὲ τὸν Γύνδην ποταμὸν ἐτίσατο Κῦρος ἐς τριηκοσίας καὶ ἑξήκοντα διώρυχάς μιν διαλαβών. καί οἱ ἐπηπείλησε οὕτω δή μιν ἀσθενέα ποιήσειν ὥστε τοῦ λοιποῦ καὶ γυναῖκας μιν εὐπετέως τὸ γόνυ οὐ βρεχούσας διαβήσεσθαι. ἐνθαῦτά οἱ τῶν τις ἱρῶν ἵππων τῶν λευκῶν ὑπὸ ὕβριος ἐσβὰς ἐς τὸν ποταμὸν διαβαίνειν ἐπειρᾶτο. ἅτε χρόνου τε ἐγγινομένου συχνοῦ ἀνωτέρω τε οὐδὲν τῶν πρηγμάτων προκοπτομένων. ἀλλ᾽ ὁρέοντες αὐτὸν παντὶ ἔθνεϊ ὁμοίως ἐπιχειρέοντα. καὶ χρημάτων κειμένων καὶ αὐτῶν τῶν γραμμάτων ἐπικαλεομένων. ὁ δὲ δὴ Κῦρος ἐπὶ ταύτης τῆς γυναικὸς τὸν παῖδα ἐστρατεύετο. ἐνεκόλαψε δὲ ἐς τὸν τάφον γράμματα λέγοντα τάδε. ἡ δ᾽ αὐτὴ αὕτη βασίλεια καὶ ἀπάτην τοιήνδε τινὰ ἐμηχανήσατο· ὕπερ τῶν μάλιστα λεωφόρων πυλέων τοῦ ἄστεος τάφον ἑωυτῇ κατεσκευάσατο μετέωρον ἐπιπολῆς αὐτέων τῶν πυλέων. ἐκδιδοῖ δὲ ἐς ἕτερον ποταμὸν Τίγρην. 188. [2] κάρτα τε δὴ ἐχαλέπαινε τῷ ποταμῷ ὁ Κῦρος τοῦτο ὑβρίσαντι.
οἱ Πέρσαι οἵ περ ἐτετάχατο ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ κατὰ τὸ ῥέεθρον τοῦ Εὐφρήτεω ποταμοῦ ὑπονενοστηκότος ἀνδρὶ ὡς ἐς μέσον μηρὸν μάλιστά κῃ. [3] τὰ γὰρ δὴ ἄλλα δένδρεα οὐδὲ πειρᾶται ἀρχὴν φέρειν. οἱ μὲν ἀναβαίνοντες τὰς θηλέας ὀκτακόσιοι. τὴν δὲ δύναμιν τῶν Βαβυλωνίων πολλοῖσι μὲν καὶ ἄλλοισι δηλώσω ὅση τις ἐστί. τοὺς δὲ ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἡ λοιπὴ πᾶσα Ἀσίη. πάρεξ τοῦ φόρου. τά περ ἡ τῶν Βαβυλωνίων βασίλεια ἐποίησε κατά τε τὸν ποταμὸν καὶ κατὰ τὴν λίμνην. ὅταν διαβατὸν τὸ ῥέεθρον ἴδωνται γενόμενον. χορεύειν τε τοῦτον τὸν χρόνον καὶ ἐν εὐπαθείῃσι εἶναι. ἐσιέναι ταύτῃ ἐς τὴν πόλιν. καὶ τὸ ἐκτρέφον τὴν ῥίζαν τοῦ σίτου ἐστὶ τοῦτο· ἀρδόμενον μέντοι ἐκ τοῦ ποταμοῦ ἁδρύνεταί τε τὸ λήιον καὶ παραγίνεται ὁ σῖτος. τοῖσι κυσὶ προσετετάχατο σιτία παρέχειν. τὴν οἱ Πέρσαι σατραπηίην καλέουσι. τὸν δὲ τῆς Δήμητρος καρπὸν ὧδε ἀγαθὴ ἐκφέρειν ἐστὶ ὥστε ἐπὶ διηκόσια μὲν τὸ παράπαν ἀποδιδοῖ. ἔλαβον ἂν σφέας ὡς ἐν κύρτῃ. τῇ ἐξιεῖ ἐκ τῆς πόλιος ὁ ποταμός. ἐποίεε καὶ ὁ Κῦρος ἕτερα τοιαῦτα· τὸν γὰρ ποταμὸν διώρυχι ἐσαγαγὼν ἐς τὴν λίμνην ἐοῦσαν ἕλος. ὡς λέγεται ὑπὸ τῶν ταύτῃ οἰκημένων.191. ἔστι δὲ χωρέων αὕτη πασέων μακρῷ ἀρίστη τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Δήμητρος καρπὸν ἐκφέρειν . [3] ἀπικόμενος δὲ ἐπὶ τὴν λίμνην. 192. γῆ πᾶσα ὅσης ἄρχει· δυώδεκα ὦν μηνῶν ἐόντων ἐς τὸν ἐνιαυτὸν τοὺς τέσσερας μῆνας τρέφει μιν ἡ Βαβυλωνίη χωρῇ. ἐστὶ ἁπασέων τῶν ἀρχέων πολλόν τι κρατίστη. 193. [4] κυνῶν δὲ Ἰνδικῶν τοσοῦτο δή τι πλῆθος ἐτρέφετο ὥστε τέσσερες τῶν ἐν τῷ πεδίῳ κῶμαι μεγάλαι. ὑπονοστήσαντος τοῦ ποταμοῦ. πάρεξ τῶν πολεμιστηρίων. [4] γενομένου δὲ τούτου τοιούτου.. τῇ ἐς τὴν πόλιν ἐσβάλλει. ἡ δὲ γῆ τῶν Ἀσσυρίων ὕεται μὲν ὀλίγῳ. κατά περ ἡ Αἰγυπτίη. ἐν δὲ δὴ καὶ τῷδε. [2] οὕτω τριτημορίη ἡ Ἀσσυρίη χώρη τῇ δυνάμι τῆς ἄλλης Ἀσίης. εἴτε δὴ ὦν ἄλλος οἱ ἀπορέοντι ὑπεθήκατο. [2] τάξας τὴν στρατιὴν ἅπασαν ἐξ ἐμβολῆς τοῦ ποταμοῦ. προεῖπε τῷ στρατῷ.. οὕτω τε δὴ τάξας καὶ κατὰ ταῦτα παραινέσας ἀπήλαυνε αὐτὸς σὺν τῷ ἀχρηίῳ τοῦ στρατοῦ. [2] ἡ γὰρ Βαβυλωνίη χώρη πᾶσα. [3] ἡ δὲ ἀρτάβη. τῶν περὶ τὰ ἔσχατα τῆς πόλιος ἑαλωκότων τοὺς τὸ μέσον οἰκέοντας τῶν Βαβυλωνίων οὐ μανθάνειν ἑαλωκότας. μέτρον ἐὸν Περσικόν. αἱ δὲ βαινόμεναι ἑξακισχίλιαι καὶ μυρίαι· ἀνέβαινε γὰρ ἕκαστος τῶν ἐρσένων τούτων εἴκοσι ἵππους. κατὰ τοῦτο ἐσήισαν ἐς τὴν Βαβυλῶνα. καὶ Βαβυλὼν μὲν οὕτω τότε πρῶτον ἀραίρητο. ἐς ὃ δὴ καὶ τὸ κάρτα ἐπύθοντο. οἳ δ᾽ ἂν περιιδόντες τοὺς Πέρσας ἐσελθεῖν ἐς τὴν πόλιν διέφθειραν ἂν κάκιστα· κατακληίσαντες γὰρ ἂν πάσας τὰς ἐς τὸν ποταμὸν πυλίδας ἐχούσας καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τὰς αἱμασιὰς ἀναβάντες τὰς παρὰ τὰ χείλεα τοῦ ποταμοῦ ἐληλαμένας. [5] εἰ μέν νυν προεπύθοντο ἢ ἔμαθον οἱ Βαβυλώνιοι τὸ ἐκ τοῦ Κύρου ποιεύμενον. ἐς τὸν Τίγρην. ἐποίεε δὴ τοιόνδε. ἵπποι δὲ οἱ αὐτοῦ ἦσαν ἰδίῃ. καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς χώρης ταύτης. οὐ κατὰ περ ἐν Αἰγύπτῳ αὐτοῦ τοῦ ποταμοῦ ἀναβαίνοντος ἐς τὰς ἀρούρας. ἐσέχει δὲ ἐς ἄλλον ποταμὸν ἐκ τοῦ Εὐφρήτεω. βασιλέι τῷ μεγάλῳ ἐς τροφὴν αὐτοῦ τε καὶ τῆς στρατιῆς διαραίρηται. ὑπὸ δὲ μεγάθεος τῆς πόλιος. τῶν ἄλλων ἐοῦσαι ἀτελέες. ἐπειδὰν δὲ ἄριστα αὐτὴ . καὶ ὄπισθε αὖτις τῆς πόλιος τάξας ἑτέρους. χωρέει μεδίμνου Ἀττικοῦ πλέον χοίνιξι τρισὶ Ἀττικῇσι. κατατέτμηται ἐς διώρυχας· καὶ ἡ μεγίστη τῶν διωρύχων ἐστὶ νηυσιπέρητος. ὅκου Τριτανταίχμῃ τῷ Ἀρταβάζου ἐκ βασιλέος ἔχοντι τὸν νομὸν τοῦτον ἀργυρίου μὲν προσήιε ἑκάστης ἡμέρης ἀρτάβη μεστή. ἀλλὰ τυχεῖν γάρ σφι ἐοῦσαν ὁρτήν. παρ᾽ ὃν Νίνος πόλις οἴκητο. ἀλλὰ χερσί τε καὶ κηλωνηίοισι ἀρδόμενος. τοιαῦτα μὲν τῷ ἄρχοντι τῆς Βαβυλῶνος ὑπῆρχε ἐόντα. οὔτε συκέην οὔτε ἄμπελον οὔτε ἐλαίην. εἴτε καὶ αὐτὸς ἔμαθε τὸ ποιητέον οἱ ἦν. τὸ ἀρχαῖον ῥέεθρον διαβατὸν εἶναι ἐποίησε. πρὸς ἥλιον τετραμμένη τὸν χειμερινόν. [6] νῦν δὲ ἐξ ἀπροσδοκήτου σφι παρέστησαν οἱ Πέρσαι.
τὸ δὲ ἁπάντων θῶμα μέγιστόν μοι ἐστὶ τῶν ταύτῃ μετά γε αὐτὴν τὴν πόλιν. εἰσὶ δέ σφι φοίνικες πεφυκότες ἀνὰ πᾶν τὸ πεδίον. χρέωνται δὲ οὐδὲν ἐλαίῳ ἀλλ᾽ ἢ ἐκ τῶν σησάμων ποιεῦντες. πάντα σκύτινα. ἐπὶ τριηκόσια ἐκφέρει. οὗτοι δὲ εἴδεος μὲν οὐδὲν ἐδέοντο χρηστοῦ. ἐξεπιστάμενος μνήμην οὐ ποιήσομαι. [4] ἐπεὰν ὦν ἀπίκωνται πλέοντες ἐς τὴν Βαβυλῶνα καὶ διαθέωνται τὸν φόρτον. ποιέεται δὲ καὶ κάρτα μεγάλα ταῦτα τὰ πλοῖα καὶ ἐλάσσω· τὰ δὲ μέγιστα αὐτῶν καὶ πεντακισχιλίων ταλάντων γόμον ἔχει. ἐπεὰν δὲ τοὺς ὄνους ἐλαύνοντες ἀπίκωνται ὀπίσω ἐς τοὺς Ἀρμενίους. ταύτας ὅκως συναγάγοιεν πάσας. [5] ἀνὰ τὸν ποταμὸν γὰρ δὴ οὐκ οἷά τε ἐστὶ πλέειν οὐδενὶ τρόπῳ ὑπὸ τάχεος τοῦ ποταμοῦ· διὰ γὰρ ταῦτα καὶ οὐκ ἐκ ξύλων ποιεῦνται τὰ πλοῖα ἀλλ᾽ ἐκ διφθερέων. τὰ δὲ φύλλα αὐτόθι τῶν τε πυρῶν καὶ τῶν κριθέων τὸ πλάτος γίνεται τεσσέρων εὐπετέως δακτύλων. [2] ἐπεὰν γὰρ ἐν τοῖσι Ἀρμενίοισι τοῖσι κατύπερθε Ἀσσυρίων οἰκημένοισι νομέας ἰτέης ταμόμενοι ποιήσωνται. [4] ἐκ δὲ κέγχρου καὶ σησάμου ὅσον τι δένδρον μέγαθος γίνεται. ἐν ἑκάστῳ δὲ πλοίῳ ὄνος ζωὸς ἔνεστι. [2] ἀνιστὰς δὲ κατὰ μίαν ἑκάστην κῆρυξ πωλέεσκε. περιτείνουσι τούτοισι διφθέρας στεγαστρίδας ἔξωθεν ἐδάφεος τρόπον. αὕτη μὲν δή σφι ἄρτισις περὶ τὸ σῶμα ἐστί· νόμοι δὲ αὐτοῖσι ὧδε κατεστᾶσι. ἄλλα τρόπῳ τῷ αὐτῷ ποιεῦνται πλοῖα. φορτίων πλήσαντες· μάλιστα δὲ βίκους φοινικηίους κατάγουσι οἴνου πλέους.ἑωυτῆς ἐνείκῃ. παραπλήσια τῇσι Βοιωτίῃσι ἐμβάσι. κατὰ κώμας ἑκάστας ἅπαξ τοῦ ἔτεος ἑκάστου ἐποιέετο τάδε· ὡς ἂν αἱ παρθένοι γενοίατο γάμων ὡραῖαι. 194. ἵνα πεπαίνῃ τε σφι ὁ ψὴν τὴν βάλανον ἐσδύνων καὶ μὴ ἀπορρέῃ ὁ καρπὸς τοῦ φοίνικος· ψῆνας γὰρ δὴ φέρουσι ἐν τῷ καρπῷ οἱ ἔρσενες κατά περ δὴ οἱ ὄλυνθοι. ἐόντα κυκλοτερέα. μεμυρισμένοι πᾶν τὸ σῶμα. 196. [2] σφρηγῖδα δὲ ἕκαστος ἔχει καὶ σκῆπτρον χειροποίητον· ἐπ᾽ ἑκάστῳ δὲ σκήπτρῳ ἔπεστι πεποιημένον ἢ μῆλον ἢ ῥόδον ἢ κρίνον ἢ αἰετὸς ἢ ἄλλο τι· ἄνευ γὰρ ἐπισήμου οὔ σφι νόμος ἐστὶ ἔχειν σκῆπτρον. ὅκως αὕτη εὑροῦσα πολλὸν χρυσίον πρηθείη. οἱ πλεῦνες αὐτῶν καρποφόροι. τούτων τὸν καρπὸν περιδέουσι τῇσι βαλανηφόροισι τὸν φοινίκων. ἔρχομαι φράσων· τὰ πλοῖα αὐτοῖσι ἐστὶ τὰ κατὰ τὸν ποταμὸν πορευόμενα ἐς τὴν Βαβυλῶνα. ἐς ἓν χωρίον ἐσάγεσκον ἁλέας. πέριξ δὲ αὐτὰς ἵστατο ὅμιλος ἀνδρῶν. ἄλλην ἂν ἐκήρυσσε ἣ μετ᾽ ἐκείνην ἔσκε εὐειδεστάτη· ἐπωλέοντο δὲ ἐπὶ συνοικήσι. εὖ εἰδὼς ὅτι τοῖσι μὴ ἀπιγμένοισι ἐς τὴν Βαβυλωνίην χώρην καὶ τὰ εἰρημένα καρπῶν ἐχόμενα ἐς ἀπιστίην πολλὴν ἀπῖκται. ὑποδήματα ἔχων ἐπιχώρια. ἐν δὲ τοῖσι μέζοσι πλεῦνες. ὅσοι μὲν δὴ ἔσκον εὐδαίμονες τῶν Βαβυλωνίων ἐπίγαμοι. τὰς δὲ διφθέρας ἐπισάξαντες ἐπὶ τοὺς ὄνους ἀπελαύνουσι ἐς τοὺς Ἀρμενίους. καὶ ὃ μὲν ἔσω ἕλκει τὸ πλῆκτρον ὁ δὲ ἔξω ὠθέει. 195. ὁ μὲν σοφώτατος ὅδε κατὰ γνώμην τὴν ἡμετέρην. [3] ἰθύνεται δὲ ὑπό τε δύο πλήκτρων καὶ δύο ἀνδρῶν ὀρθῶν ἑστεώτων. οἳ δ᾽ ἂν χρήματά τε . τὰ μὲν δὴ πλοῖα αὐτοῖσι ἐστὶ τοιαῦτα· ἐσθῆτι δὲ τοιῇδε χρέωνται. κιθῶνι ποδηνεκέι λινέῳ. ἐκ τῶν καὶ σιτία καὶ οἶνον καὶ μέλι ποιεῦνται· [5] τοὺς συκέων τρόπον θεραπεύουσι τά τε ἄλλα καὶ φοινίκων τοὺς ἔρσενας Ἕλληνὲς καλέουσι. κομῶντες δὲ τὰς κεφαλὰς μίτρῃσι ἀναδέονται. οὔτε πρύμνην ἀποκρίνοντες οὔτε πρῴρην συνάγοντες. καὶ ἐπὶ τοῦτον ἄλλον εἰρίνεον κιθῶνα ἐπενδύνει καὶ χλανίδιον λευκὸν περιβαλλόμενος. τῷ καὶ Ἰλλυριῶν Ἐνετοὺς πυνθάνομαι χρᾶσθαι. ὑπερβάλλοντες ἀλλήλους ἐξωνέοντο τὰς καλλιστευούσας· ὅσοι δὲ τοῦ δήμου ἔσκον ἐπίγαμοι. ἀλλ᾽ ἀσπίδος τρόπον κυκλοτερέα ποιήσαντες καὶ καλάμης πλήσαντες πᾶν τὸ πλοῖον τοῦτο ἀπιεῖσι κατὰ τὸν ποταμὸν φέρεσθαι. νομέας μὲν τοῦ πλοίου καὶ τὴν καλάμην πᾶσαν ἀπ᾽ ὦν ἐκήρυξαν. πρῶτα μὲν τὴν εὐειδεστάτην ἐκ πασέων· μετὰ δέ.
ἐπὶ ζευγέων ἐν καμάρῃσι ἐλάσασαι πρὸς τὸ ἱρὸν ἑστᾶσι· θεραπηίη δέ σφι ὄπισθε ἕπεται πολλή. ταχὺ ἀπαλλάσσονται. αἳ δὲ ἀπέρχονται. τῷ δὲ πρώτῳ ἐμβαλόντι ἕπεται οὐδὲ ἀποδοκιμᾷ οὐδένα. καὶ ταύτην ἂν ἐκήρυσσε. δι᾽ ὧν οἱ ξεῖνοι διεξιόντες ἐκλέγονται· [3] ἔνθα ἐπεὰν ἵζηται γυνή. ὅστις θέλοι ἐλάχιστον χρυσίον λαβὼν συνοικέειν αὐτῇ. ἄλλο δέ τι ἐξευρήκασι νεωστὶ γενέσθαι [ἵνα μὴ ἀδικοῖεν αὐτὰς μηδ᾽ εἰς ἑτέραν πόλιν ἄγωνται]· ἐπείτε γὰρ ἁλόντες ἐκακώθησαν καὶ οἰκοφθορήθησαν. 200. πρὶν ἂν ἐπείρηται ἥντινα νοῦσον ἔχει. ταφαὶ δέ σφι ἐν μέλιτι. σιγῇ δὲ παρεξελθεῖν τὸν κάμνοντα οὔ σφι ἔξεστι. ὁσάκις δ᾽ ἂν μιχθῇ γυναικὶ τῇ ἑωυτοῦ ἀνὴρ Βαβυλώνιος. οὕτω ἀπάγεσθαι. [3] ὡς γὰρ δὴ διεξέλθοι ὁ κῆρυξ πωλέων τὰς εὐειδεστάτας τῶν παρθένων ἀνίστη ἂν τὴν ἀμορφεστάτην. [5] ὁ μέν νυν κάλλιστος νόμος οὗτός σφι ἦν. δεύτερος δὲ σοφίῃ ὅδε ἄλλος σφι νόμος κατέστηκε· τοὺς κάμνοντας ἐς τὴν ἀγορὴν ἐκφορέουσι· οὐ γὰρ δὴ χρέωνται ἰητροῖσι. τοὺς ἐπείτε ἂν θηρεύσαντες αὐήνωσι πρὸς ἥλιον. ἐς ὃ τῷ τὸ ἐλάχιστον ὑπισταμένῳ προσέκειτο. οὐδὲ ἄνευ ἐγγυητέω ἀπάγεσθαι τὴν παρθένον πριάμενον. 198. ὄρθρου δὲ γενομένου λοῦνται καὶ ἀμφότεροι· ἄγγεος γὰρ οὐδενὸς ἅψονται πρὶν ἂν λούσωνται. ἢ εἴ τις αὐτέων ἔμπηρος εἴη. ἀλλ᾽ ἐγγυητὰς χρῆν καταστήσαντα ἡ μὲν συνοικήσειν αὐτῇ. σχοινοτενέες δὲ διέξοδοι πάντα τρόπον ὁδῶν ἔχουσι διὰ τῶν γυναικῶν. καὶ τὠπὸ τούτου οὐκ οὕτω μέγα τί οἱ δώσεις ὥς μιν λάμψεαι. ποιεῦσι τάδε· ἐσβάλλουσι ἐς ὅλμον καὶ λεήναντες ὑπέροισι . ἐνιαχῇ δὲ καὶ τῆς Κύπρου ἐστὶ παραπλήσιος τούτῳ νόμος. ἐκδοῦναι δὲ τὴν ἑωυτοῦ θυγατέρα ὅτεῳ βούλοιτο ἕκαστος οὐκ ἐξῆν. ἐπεὰν δὲ μιχθῇ. οὐ μέντοι νῦν γε διατελέει ἐών. τὸ δὲ ἂν χρυσίον ἐγίνετο ἀπὸ τῶν εὐειδέων παρθένων καὶ οὕτω αἱ εὔμορφοι τὰς ἀμόρφους καὶ ἐμπήρους ἐξεδίδοσαν. εἴ τις καὶ αὐτὸς τοιοῦτο ἔπαθε ὁκοῖον ἂν ἔχῃ ὁ κάμνων ἢ ἄλλον εἶδε παθόντα.καὶ αἰσχίονας παρθένους ἐλάμβανον. [2] αἱ δὲ πλεῦνες ποιεῦσι ὧδε· ἐν τεμένεϊ Ἀφροδίτης κατέαται στέφανον περὶ τῇσι κεφαλῇσι ἔχουσαι θώμιγγος πολλαὶ γυναῖκες· αἳ μὲν γὰρ προσέρχονται. 197. ταῦτα προσιόντες συμβουλεύουσι καὶ παραινέουσι ἅσσα αὐτὸς ποιήσας ἐξέφυγε ὁμοίην νοῦσον ἢ ἄλλον εἶδε ἐκφυγόντα. πολλαὶ δὲ καὶ οὐκ ἀξιούμεναι ἀναμίσγεσθαι τῇσι ἄλλῃσι. ἐξῆν δὲ καὶ ἐξ ἄλλης ἐλθόντα κώμης τὸν βουλόμενον ὠνέεσθαι. περὶ θυμίημα καταγιζόμενον ἵζει. ὅσαι δὲ ἄμορφοι αὐτέων εἰσί. ἑτέρωθι δὲ ἡ γυνὴ τὠυτὸ τοῦτο ποιέει. ὁ δὲ δὴ αἴσχιστος τῶν νόμων ἐστὶ τοῖσι Βαβυλωνίοισι ὅδε· δεῖ πᾶσαν γυναῖκα ἐπιχωρίην ἱζομένην ἐς ἱρὸν Ἀφροδίτης ἅπαξ ἐν τῇ ζόῃ μιχθῆναι ἀνδρὶ ξείνῳ. ἀποσιωσαμένη τῇ θεῷ ἀπαλλάσσεται ἐς τὰ οἰκία. [5] ὅσσαι μέν νυν εἴδεός τε ἐπαμμέναι εἰσὶ καὶ μεγάθεος. ταὐτὰ δὲ ταῦτα καὶ Ἀράβιοι ποιεῦσι. χρόνον πολλὸν προσμένουσι οὐ δυνάμεναι τὸν νόμον ἐκπλῆσαι· καὶ γὰρ τριέτεα καὶ τετραέτεα μετεξέτεραι χρόνον μένουσι. νόμοι μὲν δὴ τοῖσι Βαβυλωνίοισι οὗτοι κατεστᾶσι· εἰσὶ δὲ αὐτῶν πατριαὶ τρεῖς αἳ οὐδὲν ἄλλο σιτέονται εἰ μὴ ἰχθὺς μοῦνον. οἷα πλούτῳ ὑπερφρονέουσαι. 199. οὐ πρότερον ἀπαλλάσσεται ἐς τὰ οἰκία ἤ τίς οἱ ξείνων ἀργύριον ἐμβαλὼν ἐς τὰ γούνατα μιχθῇ ἔξω τοῦ ἱροῦ· ἐμβαλόντα δὲ δεῖ εἰπεῖν τοσόνδε· "ἐπικαλέω τοι τὴν θεὸν Μύλιττα. [4] εἰ δὲ μὴ συμφεροίατο. [4] τὸ δὲ ἀργύριον μέγαθος ἐστὶ ὅσον ὦν· οὐ γὰρ μὴ ἀπώσηται· οὐ γάρ οἱ θέμις ἐστί· γίνεται γὰρ ἱρὸν τοῦτο τὸ ἀργύριον." Μύλιττα δὲ καλέουσι τὴν Ἀφροδίτην Ἀσσύριοι. ἀποφέρειν τὸ χρυσίον ἔκειτο νόμος. πᾶς τις τοῦ δήμου βίου σπανίζων καταπορνεύει τὰ θήλεα τέκνα. θρῆνοι δὲ παραπλήσιοι τοῖσι ἐν Αἰγύπτῳ. προσιόντες ὦν πρὸς τὸν κάμνοντα συμβουλεύουσι περὶ τῆς νούσου.
τὰ δὲ πρὸς ἠῶ τε καὶ ἥλιον ἀνατέλλοντα πεδίον ἐκδέκεται πλῆθος ἄπειρον ἐς ἄποψιν. ὀσφραινομένους δὲ καταγιζομένου τοῦ καρποῦ τοῦ ἐπιβαλλομένου μεθύσκεσθαι τῇ ὀσμῇ κατά περ Ἕλληνας τῷ οἴνῳ πλεῦνος δὲ ἐπιβαλλομένου τοῦ καρποῦ μᾶλλον μεθύσκεσθαι. πέρην τοῦ Ἀράξεω ποταμοῦ. τὰ πολλὰ πάντα ἀπ᾽ ὕλης ἀγρίης ζώοντα· [2] ἐν τοῖσι καὶ δένδρεα φύλλα τοιῆσδε ἰδέης παρεχόμενα εἶναι λέγεται. ἀπείπατο τὴν πρόσοδον. 202. ἐὸν ὀρέων καὶ πλήθεϊ μέγιστον καὶ μεγάθεϊ ὑψηλότατον. ὥς οἱ δόλῳ οὐ προεχώρεε. ὅθεν περ ὁ Γύνδης τὸν ἐς τὰς διώρυχας τὰς ἑξήκοντά τε καὶ τριηκοσίας διέλαβε ὁ Κῦρος. τὴν μὲν γὰρ Ἕλληνὲς ναυτίλλονται πᾶσα καὶ ἡ ἔξω στηλέων θάλασσα ἡ Ἀτλαντὶς καλεομένη καὶ ἡ Ἐρυθρὴ μία ἐοῦσα τυγχάνει. 205. Τόμυρίς οἱ ἦν οὔνομα. εἰσὶ δὲ οἵτινες καὶ Σκυθικὸν λέγουσι τοῦτο τὸ ἔθνος εἶναι. [2] Κῦρος δὲ μετὰ τοῦτο. τοῦ ὦν δὴ πεδίου τούτου τοῦ μεγάλου οὐκ ἐλαχίστην μοῖραν μετέχουσι οἱ Μασσαγέται. [3] ὁ δὲ Ἀράξης ποταμὸς ῥέει μὲν ἐκ Ματιηνῶν. ταύτην πέμπων ὁ Κῦρος ἐμνᾶτο τῷ λόγῳ θέλων γυναῖκα ἣν ἔχειν. τοὺς ἐπείτε ἂν ἐς τὠυτὸ συνέλθωσι κατὰ εἴλας καὶ πῦρ ἀνακαύσωνται κύκλῳ περιιζομένους ἐπιβάλλειν ἐπὶ τὸ πῦρ. ἀντίον δὲ Ἰσσηδόνων ἀνδρῶν.σῶσι διὰ σινδόνος. τῇ εὐρυτάτη ἐστὶ αὐτὴ ἑωυτῆς. καὶ τούτους σιτέεσθαι τὴν χειμερινήν. ἡ δὲ Κασπίη ἐστὶ ἑτέρη ἐπ᾽ ἑωυτῆς. μῖξιν δὲ τούτων τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἐμφανέα κατὰ περ τοῖσι προβάτοισι. τὰ τρίβοντάς τε καὶ παραμίσγοντας ὕδωρ ζῷα ἑωυτοῖσι ἐς τὴν ἐσθῆτα ἐγγράφειν· τὰ δὲ ζῷα οὐκ ἐκπλύνεσθαι. καὶ ὃς μὲν ἂν βούληται αὐτῶν ἅτε μᾶζαν μαξάμενος ἔχει. στόμασι δὲ ἐξερεύγεται τεσσεράκοντα. 203. ὁ δὲ Ἀράξης λέγεται καὶ μέζων καὶ ἐλάσσων εἶναι τοῦ Ἴστρου· νήσους δὲ ἐν αὐτῷ Λέσβῳ μεγάθεα παραπλησίας συχνάς φασι εἶναι. τὸ δοκέειν πλέον τι εἶναι ἀνθρώπου. ἐπεθύμησε Μασσαγέτας ὑπ᾽ ἑωυτῷ ποιήσασθαι. ἡ δὲ Κασπίη θάλασσα ἐστὶ ἐπ᾽ ἑωυτῆς. ἦν δὲ τοῦ ἀνδρὸς ἀποθανόντος γυνὴ τῶν Μασσαγετέων βασίλεια. ἔθνεα δὲ ἀνθρώπων πολλὰ καὶ παντοῖα ἐν ἑωυτῷ ἔχει ὁ Καύκασος. ἐοῦσα μῆκος μὲν πλόου εἰρεσίῃ χρεωμένῳ πεντεκαίδεκα ἡμερέων. ἐπ᾽ οὓς ὁ Κῦρος ἔσχε προθυμίην στρατεύσασθαι. [4] τὸ δὲ ἓν τῶν στομάτων τοῦ Ἀράξεω ῥέει διὰ καθαροῦ ἐς τὴν Κασπίην θάλασσαν. ἐσθῆτι δὲ νομίζοντας χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι. ἐς ὃ ἐς ὄρχησίν τε ἀνίστασθαι καὶ ἐς ἀοιδὴν ἀπικνέεσθαι. ὡς δὲ τῷ Κύρῳ καὶ τοῦτο τὸ ἔθνος κατέργαστο. οὐ συμμίσγουσα τῇ ἑτέρῃ θαλάσσῃ. ὀκτὼ ἡμερέων. 201. ἐν δὲ αὐτῇσι ἀνθρώπους οἳ σιτέονται μὲν ῥίζας τὸ θέρος ὀρύσσοντες παντοίας· καρποὺς δὲ ἀπὸ δενδρέων ἐξευρημένους σφι ἐς φορβὴν κατατίθεσθαι ὡραίους. [2] ἄλλα δέ σφι ἐξευρῆσθαι δένδρεα καρποὺς τοιούσδε τινὰς φέροντα. [2] πολλά τε γάρ μιν καὶ μεγάλα τὰ ἐπαείροντα καὶ ἐποτρύνοντα ἦν. πρῶτον μὲν ἡ γένεσις. τούτων μὲν αὕτη λέγεται δίαιτᾳ εἶναι. δευτέρα δὲ ἡ εὐτυχίη ἡ κατὰ τοὺς πολέμους γενομένη· ὅκῃ γὰρ ἰθύσειε στρατεύεσθαι Κῦρος. ἡ δὲ Τόμυρις συνιεῖσα οὐκ αὐτήν μιν μνώμενον ἀλλὰ τὴν Μασαγετέων βασιληίην. ἀλλὰ συγκαταγηράσκειν τῷ ἄλλῳ εἰρίῳ κατὰ περ ἐνυφανθέντα ἀρχήν. εὖρος δέ. οἰκημένον δὲ πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολάς. ἀμήχανον ἦν ἐκεῖνο τὸ ἔθνος διαφυγεῖν. 204. τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο καὶ μέγα λέγεται εἶναι καὶ ἄλκιμον. τὰ μὲν δὴ πρὸς ἑσπέρην τῆς θαλάσσης ταύτης τῆς Κασπίης καλεομένης ὁ Καύκασος ἀπέργει. ὁ δὲ ἄρτου τρόπον ὀπτήσας. καὶ τὰ μὲν πρὸς τὴν ἑσπέρην φέροντα τῆς θαλάσσης ταύτης ὁ Καύκασος παρατείνει. ἐλάσας ἐπὶ τὸν Ἀράξεα ἐποιέετο ἐκ τοῦ ἐμφανέος ἐπὶ τοὺς . τῶν τὰ πάντα πλὴν ἑνὸς ἐς ἕλεά τε καὶ τενάγεα ἐκδιδοῖ· ἐν τοῖσι ἀνθρώπους κατοικῆσθαι λέγουσι ἰχθῦς ὠμοὺς σιτεομένους.
"ὦ βασιλεῦ Μήδων. ἔχοντι δέ οἱ τοῦτον τὸν πόνον πέμψασα ἡ Τόμυρις κήρυκα ἔλεγε τάδε. [2] εἰ μὲν ἀθάνατος δοκέεις εἶναι καὶ στρατιῆς τοιαύτης ἄρχειν. αὐτὸς διέβαινε τὸν ποταμὸν καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ. ὅτι νικήσας τοὺς ἀντιουμένους ἐλᾷς ἰθὺ τῆς ἀρχῆς τῆς Τομύριος. ἢν ἡ διάβασις ἡ ἐπὶ Μασσαγέτας μὴ ὀρθωθῇ. ὅδε τοι ἐν αὐτῷ κίνδυνος ἔνι· ἑσσωθεὶς μὲν προσαπολλύεις πᾶσαν τὴν ἀρχήν. εἶπον μὲν καὶ πρότερόν τοι ὅτι ἐπεί με Ζεὺς ἔδωκέ τοι. τὠυτὸ γὰρ ἀντιθήσω ἐκείνῳ. παρεὼν δὲ καὶ μεμφόμενος τὴν γνώμην ταύτην Κροῖσος ὁ Λυδὸς ἀπεδείκνυτο ἐναντίην τῇ προκειμένῃ γνώμῃ. ἢν γὰρ ἐγὼ γνώμης μὴ ἁμάρτω. ἀλλὰ πάντως μᾶλλον ἢ δι᾽ ἡσυχίης εἶναι· σὺ δὴ εἰ μεγάλως προθυμέαι Μασσαγετέων πειρηθῆναι. ὑπολιπομένους τῆς στρατιῆς τὸ φλαυρότατον. ἐνθεῦτεν δὲ τάδε ποιεῦντας πειρᾶσθαι ἐκείνων περιγενέσθαι. λέγων τάδε. [4] νικῶν δὲ οὐ νικᾷς τοσοῦτον ὅσον εἰ διαβὰς ἐς τὴν ἐκείνων. παῦσαι σπεύδων τὰ σπεύδεις· οὐ γὰρ ἂν εἰδείης εἴ τοι ἐς καιρὸν ἔσται ταῦτα τελεόμενα· παυσάμενος δὲ βασίλευε τῶν σεωυτοῦ. [5] χωρίς τε τοῦ ἀπηγημένου αἰσχρὸν καὶ οὐκ ἀνασχετὸν Κῦρόν γε τὸν Καμβύσεω γυναικὶ εἴξαντα ὑποχωρῆσαι τῆς χώρης. προηγόρευε Τομύρι ἐξαναχωρέειν ὡς αὐτοῦ διαβησομένου ἐπ᾽ ἐκείνην. ἣ μὲν δὴ ἐξανεχώρεε κατὰ ὑπέσχετο πρῶτα· Κῦρος δὲ Κροῖσον ἐς τὰς χεῖρας ἐσθεὶς τῷ ἑωυτοῦ παιδὶ Καμβύσῃ. τῷ περ τὴν βασιληίην ἐδίδου. τὸ ἂν ὁρῶ σφάλμα ἐὸν οἴκῳ τῷ σῷ κατὰ δύναμιν ἀποτρέψειν· τὰ δὲ μοι παθήματα ἐόντα ἀχάριτα μαθήματα γέγονε. τὴν Κροίσου δὲ ἑλόμενος." 208. συμβουλευόμενος ὁκότερα ποιέῃ. Μασσαγέται εἰσὶ ἀγαθῶν τε Περσικῶν ἄπειροι καὶ καλῶν μεγάλων ἀπαθέες. νικῶν Μασσαγέτας. ἐκεῖνο πρῶτον μάθε. φέρε μόχθον μὲν τὸν ἔχεις ζευγνὺς τὸν ποταμὸν ἄπες. [3] ἤδη ὦν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ προκειμένου πρήγματος τὰ ἔμπαλιν ἢ οὗτοι. γνῶμαι μὲν αὗται συνέστασαν· Κῦρος δὲ μετεὶς τὴν προτέρην γνώμην. κεῖνοι ἰδόμενοι ἀγαθὰ πολλὰ τρέψονταί τε πρὸς αὐτὰ καὶ ἡμῖν τὸ ἐνθεῦτεν λείπεται ἀπόδεξις ἔργων μεγάλων. νῦν ὦν μοι δοκέει διαβάντας προελθεῖν ὅσον ἂν ἐκεῖνοι ὑπεξίωσι. ἕποιο φεύγουσι. νυκτὸς ἐπελθούσης εἶδε ὄψιν εὕδων ἐν τῶν Μασσαγετέων τῇ χωρῇ τοιήνδε· ἐδόκεε ὁ Κῦρος ἐν τῷ ὕπνῳ ὁρᾶν τῶν . εὐτυχέειν. "ὦ βασιλεῦ. [2] οὔκων ἐθελήσεις ὑποθήκῃσι τῇσιδε χρᾶσθαι. τοὺς λοιποὺς αὖτις ἐξαναχωρέειν ἐπὶ τὸν ποταμόν. 209. ὡς κύκλος τῶν ἀνθρωπηίων ἐστὶ πρηγμάτων. ταῦτα ἐντειλάμενος καὶ ἀποστείλας τούτους ἐς Πέρσας. εἰ γὰρ ἐθελήσομεν ἐσδέξασθαι τοὺς πολεμίους ἐς τὴν χώρην. δῆλα γὰρ δὴ ὅτι νικῶντες Μασσαγέται οὐ τὸ ὀπίσω φεύξονται ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἀρχὰς τὰς σὰς ἐλῶσι. περιφερόμενος δὲ οὐκ ἐᾷ αἰεὶ τοὺς αὐτοὺς. καὶ πολλὰ ἐντειλάμενὸς οἱ τιμᾶν τε αὐτὸν καὶ εὖ ποιέειν. ταῦτα δὲ ἀκούσας ὁ Κῦρος συνεκάλεσε Περσέων τοὺς πρώτους.Μασσαγέτας στρατηίην. καὶ πύργους ἐπὶ πλοίων τῶν διαπορθμευόντων τὸν ποταμὸν οἰκοδομεόμενος. πρὸς δὲ καὶ κρητῆρας ἀφειδέως οἴνου ἀκρήτου καὶ σιτία παντοῖα· [7] ποιήσαντας δὲ ταῦτα. σὺ δὲ ἡμέων ἀναχωρησάντων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τριῶν ἡμερέων ὁδὸν διάβαινε ἐς τὴν ἡμετέρην· [3] εἰ δ᾽ ἡμέας βούλεαι ἐσδέξασθαι μᾶλλον ἐς τὴν ὑμετέρην. συναγείρας δὲ τούτους ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ πρῆγμα. σὺ τὠυτὸ τοῦτο ποίεε. [6] ὡς γὰρ ἐγὼ πυνθάνομαι. ἐπείτε δὲ ἐπεραιώθη τὸν Ἀράξεα. γεφύρας τε ζευγνύων ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ διάβασιν τῷ στρατῷ. οὐδὲν ἂν εἴη πρῆγμα γνώμας ἐμὲ σοὶ ἀποφαίνεσθαι· εἰ δ᾽ ἔγνωκας ὅτι ἄνθρωπος καὶ σὺ εἶς καὶ ἑτέρων τοιῶνδε ἄρχεις. 207. καὶ ἡμέας ἀνέχευ ὁρέων ἄρχοντας τῶν περ ἄρχομεν. 206. τούτοισι ὦν τοῖσι ἀνδράσι τῶν προβάτων ἀφειδέως πολλὰ κατακόψαντας καὶ σκευάσαντας προθεῖναι ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῷ ἡμετέρῳ δαῖτα. τῶν δὲ κατὰ τὠυτὸ αἱ γνῶμαι συνεξέπιπτον κελευόντων ἐσδέκεσθαι Τόμυρίν τε καὶ τὸν στρατὸν αὐτῆς ἐς τὴν χώρην.
ἡ δὲ βασιληίη αὐτοῦ περιχωρέοι ἐς Δαρεῖον. διεργάζεται ἑωυτόν. κλιθέντες ἐδαίνυντο." 210. πληρωθέντες δὲ φορβῆς καὶ οἴνου ηὗδον. ἐπεὰν ἐγὼ τάδε καταστρεψάμενος ἔλθω ἐκεῖ. ὡς δέ οἱ ἐδόκεε μεγάλη εἶναι ἡ ὄψις. καὶ δὴ καὶ πυνθάνομαι οὕτω τοῦτο γενόμενον. μηδὲν ἐπαερθῇς τῷ γεγονότι τῷδε πρήγματι. ἦ μέν σε ἐγὼ καὶ ἄπληστον ἐόντα αἵματος κορέσω. ἀλλ᾽ οὐ μάχῃ κατὰ τὸ καρτερόν. λειφθέντος δὲ τοῦ ἀχρηίου. [3] ἐπεὶ ὦν δὴ ἐξηγέρθη ὁ Κῦρος. τοιούτῳ φαρμάκῳ δολώσας ἐκράτησας παιδὸς τοῦ ἐμοῦ. ἐδίδου λόγον ἑωυτῷ περὶ τῆς ὄψιος. ταύτην τὴν μάχην. [2] Ὑστάσπεϊ δὲ τῷ Ἀρσάμεος ἐόντι ἀνδρὶ Ἀχαιμενίδῃ ἦν τῶν παίδων Δαρεῖος πρεσβύτατος. ὡς ἐχειρώσαντο τοὺς ἐναντίους. εἰ ἀμπελίνῳ καρπῷ. [2] πρῶτα μὲν γὰρ λέγεται αὐτοὺς . Κῦρος μὲν δοκέων οἱ Δαρεῖον ἐπιβουλεύειν ἔλεγε τάδε· τῷ δὲ ὁ δαίμων προέφαινε ὡς αὐτὸς μὲν τελευτήσειν αὐτοῦ ταύτῃ μέλλοι. ὡς δὲ ἐλύθη τε τάχιστα καὶ τῶν χειρῶν ἐκράτησε. πέμπουσα κήρυκα παρὰ Κῦρον ἔλεγε τάδε. ἐγώ τοι παραδίδωμι χρᾶσθαι αὐτῷ τοῦτο ὅ τι σὺ βούλεαι. Μασσαγετέων τριτημορίδι τοῦ στρατοῦ κατυβρίσας. εἰ δ᾽ ἐστί. 212. ἣ δὲ πυθομένη τά τε περὶ τὴν στρατιὴν γεγονότα καὶ τὰ περὶ τὸν παῖδα. [3] εἰ δέ τις τοὶ ὄψις ἀπαγγέλλει παῖδα τὸν ἐμὸν νεώτερα βουλεύειν περὶ σέο. καλέσας Ὑστάσπεα καὶ ἀπολαβὼν μοῦνον εἶπε "Ὕστασπες. ἀντὶ δὲ ἄρχεσθαι ὑπ᾽ ἄλλων ἄρχειν ἁπάντων. ἐπελθοῦσα τῶν Μασσαγετέων τριτημορὶς τοῦ στρατοῦ τούς τε λειφθέντας τῆς Κύρου στρατιῆς ἐφόνευε ἀλεξομένους καὶ τὴν προκειμένην ἰδόντες δαῖτα. Ὑστάσπης μὲν τούτοισι ἀμειψάμενος καὶ διαβὰς τὸν Ἀράξεα ἤιε ἐς Πέρσας φυλάξων Κύρῳ τὸν παῖδα Δαρεῖον. "ὦ βασιλεῦ. Κῦρος μὲν ἐπέων οὐδένα τούτων ἀνενειχθέντων ἐποιέετο λόγον· ὁ δὲ τῆς βασιλείης Τομύριος παῖς Σπαργαπίσης. ἥλιον ἐπόμνυμί τοι τὸν Μασσαγετέων δεσπότην. μὴ εἴη ἀνὴρ Πέρσης γεγονὼς ὅστις τοὶ ἐπιβουλεύσειε. ὥς οἱ Κῦρος οὐκ ἐσήκουσε. παῖς σὸς ἐπιβουλεύων ἐμοί τε καὶ τῇ ἐμῇ ἀρχῇ ἑάλωκε. [5] οὔκων ἐστὶ μηχανὴ ἀπὸ τῆς ὄψιος ταύτης οὐδεμία τὸ μὴ ἐκεῖνον ἐπιβουλεύειν ἐμοί· σύ νυν τὴν ταχίστην πορεύεο ὀπίσω ἐς Πέρσας καὶ ποίεε ὅκως. ἐγὼ σημανέω· [4] ἐμεῦ θεοὶ κήδονται καί μοι πάντα προδεικνύουσι τὰ ἐπιφερόμενα. καὶ οὗτος κατελέλειπτο ἐν Πέρσῃσι· οὐ γὰρ εἶχέ κω ἡλικίην στρατεύεσθαι. Κῦρος δὲ προελθὼν ἀπὸ τοῦ Ἀράξεω ἡμέρης ὁδὸν ἐποίεε κατὰ τὰς Κροίσου ὑποθήκας. [2] "ἄπληστε αἵματος Κῦρε. [2] ἀμείβεται δὴ ὦν ὁ Ὑστάσπης τοῖσιδε. καὶ δὴ οὗτος μὲν τρόπῳ τοιούτῳ τελευτᾷ· Τόμυρις δέ. 214. πολλῷ δ᾽ ἔτι πλεῦνας ἐζώγρησαν καὶ ἄλλους καὶ τὸν τῆς βασιλείης Τομύριος παῖδα στρατηγέοντα Μασσαγετέων. συλλέξασα πᾶσαν τὴν ἑωυτῆς δύναμιν συνέβαλε Κύρῳ.Ὑστάσπεος παίδων τὸν πρεσβύτατον ἔχοντα ἐπὶ τῶν ὤμων πτέρυγας καὶ τουτέων τῇ μὲν τὴν Ἀσίην τῇ δὲ τὴν Εὐρώπην ἐπισκιάζειν." 211. δεηθεὶς Κύρου ἐκ τῶν δεσμῶν λυθῆναι ἔτυχε. ὥς μοι καταστήσεις τὸν παῖδα ἐς ἔλεγχον. ἀπόλοιτο ὡς τάχιστα· ὃς ἀντὶ μὲν δούλων ἐποίησας ἐλευθέρους Πέρσας εἶναι. ἐὼν τότε ἡλικίην ἐς εἴκοσί κου μάλιστα ἔτεα. κρίνω ἰσχυροτάτην γενέσθαι." 213. ὡς δὲ ταῦτα ἀτρεκέως οἶδα. τῷ οὔνομα ἦν Σπαργαπίσης. ὅσαι δὴ βαρβάρων ἀνδρῶν μάχαι ἐγένοντο. [3] οἱ δὲ Πέρσαι ἐπελθόντες πολλοὺς μὲν σφέων ἐφόνευσαν. ὥς μιν ὅ τε οἶνος ἀνῆκε καὶ ἔμαθε ἵνα ἦν κακοῦ. εἰ δὲ ταῦτα οὐ ποιήσεις. ἤδη ὦν ἐν τῇ παροιχομένῃ νυκτὶ εὕδων εἶδον τῶν σῶν παίδων τὸν πρεσβύτατον ἔχοντα ἐπὶ τῶν ὤμων πτέρυγας καὶ τουτέων τῇ μὲν τὴν Ἀσίην τῇ δὲ τὴν Εὐρώπην ἐπισκιάζειν. [2] μετὰ δὲ ταῦτα Κύρου τε καὶ Περσέων τοῦ καθαροῦ στρατοῦ ἀπελάσαντος ὀπίσω ἐπὶ τὸν Ἀράξεα. τῷ περ αὐτοὶ ἐμπιπλάμενοι μαίνεσθε οὕτω ὥστε κατιόντος τοῦ οἴνου ἐς τὸ σῶμα ἐπαναπλέειν ὑμῖν ἔπεα κακά. [3] νῦν ὦν μευ εὖ παραινεούσης ὑπόλαβε τὸν λόγον· ἀποδούς μοι τὸν παῖδα ἄπιθι ἐκ τῆσδε τῆς χώρης ἀζήμιος.
[3] ταῦτα μὲν τὰ ὀλβιώτατά σφι νενόμισται. σιδήρῳ δὲ οὐδ᾽ ἀργύρῳ χρέωνται οὐδέν· οὐδὲ γὰρ οὐδέ σφι ἐστὶ ἐν τῇ χωρῇ. παῖδα τὸν ἐμὸν ἑλὼν δόλῳ· σὲ δ᾽ ἐγώ. θεῶν δὲ μοῦνον ἥλιον σέβονται. τῆς προαποθανούσης Κῦρος αὐτός τε μέγα πένθος ἐποιήσατο καὶ τοῖσι ἄλλοισι προεῖπε πᾶσι τῶν ἦρχε πένθος ποιέεσθαι. χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται. [2] ταύτης δὴ τῆς γυναικὸς ἐὼν παῖς καὶ Κύρου Καμβύσης Ἴωνας μὲν καὶ Αἰολέας ὡς δούλους πατρωίους ἐόντας ἐνόμιζε. συμφορὴν ποιεύμενοι ὅτι οὐκ ἵκετο ἐς τὸ τυθῆναι. [4] ἀσκὸν δὲ πλήσασα αἵματος ἀνθρωπηίου Τόμυρις ἐδίζητο ἐν τοῖσι τεθνεῶσι τῶν Περσέων τὸν Κύρου νέκυν. ταύτῃσι δὲ ἐπίκοινα χρέωνται· τὸ γὰρ Σκύθας φασὶ Ἕλληνες ποιέειν. λυμαινομένη δὲ τῷ νεκρῷ ἐπέλεγε τάδε· [5] "σὺ μὲν ἐμὲ ζῶσάν τε καὶ νικῶσάν σε μάχῃ ἀπώλεσας. 215. βασιλεύσας τὰ πάντα ἑνὸς δέοντα τριήκοντα ἔτεα. κατά περ ἠπείλησα." τὰ μὲν δὴ κατὰ τὴν Κύρου τελευτὴν τοῦ βίου. [2] οὖρος δὲ ἡλικίης σφι πρόκειται ἄλλος μὲν οὐδείς· ἐπεὰν δὲ γέρων γένηται κάρτα. χρυσῷ κοσμέονται. τελευτήσαντος δὲ Κύρου παρέλαβε τὴν βασιληίην Καμβύσης. ὁ δὲ χρυσὸς καὶ ὁ χαλκὸς ἄπλετος. Κύρου ἐὼν παῖς καὶ Κασσανδάνης τῆς Φαρνάσπεω θυγατρός. οἱ προσήκοντές οἱ πάντες συνελθόντες θύουσί μιν καὶ ἄλλα πρόβατα ἅμα αὐτῷ. γυναῖκα μὲν γαμέει ἕκαστος. [3] ἥ τε δὴ πολλὴ τῆς Περσικῆς στρατιῆς αὐτοῦ ταύτῃ διεφθάρη καὶ δὴ καὶ αὐτὸς Κῦρος τελευτᾷ. νόμοισι δὲ χρέωνται τοιοῖσιδε. Μασσαγέται δὲ ἐσθῆτά τε ὁμοίην τῇ Σκυθικῇ φορέουσι καὶ δίαιταν ἔχουσι. Ηρόδοτος. τὸν δὲ νούσῳ τελευτήσαντα οὐ κατασιτέονται ἀλλ᾽ γῇ κρύπτουσι. σπείρουσι δὲ οὐδέν. ἀλλ᾽ ἀπὸ κτηνέων ζώουσι καὶ ἰχθύων· οἳ δὲ ἄφθονοί σφι ἐκ τοῦ Ἀράξεω ποταμοῦ παραγίνονται· [4] γαλακτοπόται δ᾽ εἰσί. ἐναπῆκε αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν ἐς τὸν ἀσκόν. μετὰ δὲ ὥς σφι τὰ βέλεα ἐξετετόξευτο. ὡς δὲ εὗρε. χρυσῷ δὲ καὶ χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται· ὅσα μὲν γὰρ ἐς αἰχμὰς καὶ ἄρδις καὶ σαγάρις. τέλος δὲ οἱ Μασσαγέται περιεγένοντο. αἵματος κορέσω. ἱππόται δὲ εἰσὶ καὶ ἄνιπποι (ἀμφοτέρων γὰρ μετέχουσι) καὶ τοξόται τε καὶ αἰχμοφόροι. ἑψήσαντες δὲ τὰ κρέα κατευωχέονται. ἐπὶ δὲ Αἴγυπτον ἐποιέετο στρατηλασίην ἄλλους τε παραλαβὼν τῶν ἦρχε καὶ δὴ καὶ Ἑλλήνων τῶν ἐπεκράτεε. [2] ὣς δ᾽ αὕτως τῶν ἵππων τὰ μὲν περὶ τὰ στέρνα χαλκέους θώρηκας περιβάλλουσι. οὐ Σκύθαι εἰσὶ οἱ ποιέοντες ἀλλὰ Μασσαγέται· τῆς γὰρ ἐπιθυμήσῃ γυναικὸς Μασσαγέτης ἀνήρ. πολλῶν λόγων λεγομένων. σαγάρις νομίζοντες ἔχειν. 216. τὰ δὲ περὶ τοὺς χαλινοὺς καὶ στόμια καὶ φάλαρα χρυσῷ. ὅδε μοι ὁ πιθανώτατος εἴρηται. νόος δὲ οὗτος τῆς θυσίης· τῶν θεῶν τῷ ταχίστῳ πάντων τῶν θνητῶν τὸ τάχιστον δατέονται. ὅσα δὲ περὶ κεφαλὴν καὶ ζωστῆρας καὶ μασχαλιστῆρας. συμπεσόντας τῇσι αἰχμῇσί τε καὶ τοῖσι ἐγχειριδίοισι συνέχεσθαι. . Ευτέρπη (Ιστοριών β') Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν δεύτερη ἐπιγραφόμενη Εὐτέρπη 1. τὸν φαρετρεῶνα ἀποκρεμάσας πρὸ τῆς ἁμάξης μίσγεται ἀδεῶς. τῷ θύουσι ἵππους. χρόνον τε δὴ ἐπὶ πολλὸν συνεστάναι μαχομένους καὶ οὐδετέρους ἐθέλειν φεύγειν.διαστάντας ἐς ἀλλήλους τοξεύειν.
ἐθέλων εἰδέναι εἰ συμβήσονται τοῖσι λόγοισι τοῖσι ἐν Μέμφι· οἱ γὰρ Ἡλιοπολῖται λέγονται Αἰγυπτίων εἶναι λογιώτατοι. ὀρέγοντα τὰς χεῖρας. [2] τὰ μέν νυν θεῖα τῶν ἀπηγημάτων οἷα ἤκουον οὐκ εἰμὶ πρόθυμος ἐξηγέεσθαι. οἳ γενοίατο πρῶτοι ἀνθρώπων. [5] οὕτω συνεχώρησαν Αἰγύπτιοι καὶ τοιούτῳ σταθμησάμενοι πρήγματι τοὺς Φρύγας πρεσβυτέρους εἶναι ἑωυτῶν. οὕτω δὴ σημήνας τῷ δεσπότῃ ἤγαγε τὰ παιδία κελεύσαντος ἐς ὄψιν τὴν ἐκείνου. ἐπιτεχνᾶται τοιόνδε. ὡς γὰρ διέτης χρόνος ἐγεγόνεε ταῦτα τῷ ποιμένι πρήσσοντι. ἤκουσα δὲ καὶ ἄλλα ἐν Μέμφι ἐλθὼν ἐς λόγους τοῖσι ἱρεῦσι τοῦ Ἡφαίστου. τῶν δὲ ἄλλων ἑωυτούς. ὧδε μὲν γενέσθαι τῶν ἱρέων τοῦ Ἡφαίστουτοῦ ἐν Μέμφι ἤκουον· Ἕλληνες δὲ λέγουσι ἄλλα τε μάταια πολλὰ καὶ ὡς γυναικῶν τὰς γλώσσας ὁ Ψαμμήτιχος ἐκταμὼν τὴν δίαιταν οὕτω ἐποιήσατο τῶν παίδων παρὰ ταύτῃσι τῇσι γυναιξί. ὑπὸ τοῦ λόγου ἐξαναγκαζόμενος ἐπιμνησθήσομαι. 4. πυνθανόμενος δὲ εὕρισκε Φρύγας καλέοντας τὸν ἄρτον. ἀκούσας δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Ψαμμήτιχος ἐπυνθάνετο οἵτινες ἀνθρώπων βεκός τι καλέουσι. ἀνοίγοντι τὴν θύρην καὶ ἐσιόντι τὰ παιδία ἀμφότερα προσπίπτοντα βεκὸς ἐφώνεον. Αἰγύπτιοι δὲ τριηκοντημέρους ἄγοντες τοὺς δυώδεκα μῆνας ἐπάγουσι ἀνὰ πᾶν ἔτος πέντε ἡμέρας πάρεξ τοῦ ἀριθμοῦ. ἔξω ἢ τὰ οὐνόματα αὐτῶν μοῦνον. ὅσῳ Ἕλληνες μὲν διὰ τρίτου ἔτεος ἐμβόλιμον ἐπεμβάλλουσι τῶν ὡρέων εἵνεκεν. νομίζων πάντας ἀνθρώπους ἴσον περὶ αὐτῶν ἐπίστασθαι· τὰ δ᾽ ἂν ἐπιμνησθέω αὐτῶν. [2] δυώδεκά τε θεῶν ἐπωνυμίας . [2] Ψαμμήτιχος δὲ ὡς οὐκ ἐδύνατο πυνθανόμενος πόρον οὐδένα τούτου ἀνευρεῖν. δυώδεκα μέρεα δασαμένους τῶν ὡρέων ἐς αὐτόν· ταῦτα δὲ ἐξευρεῖν ἐκ τῶν ἀστέρων ἔλεγον· ἄγουσι δὲ τοσῷδε σοφώτερον Ἑλλήνων. ὅσα δὲ ἀνθρωπήια πρήγματα. καὶ δὴ καὶ ἐς Θήβας τε καὶ ἐς Ἡλίου πόλιν αὐτῶν τούτων εἵνεκεν ἐτραπόμην. ἥντινα φωνὴν ῥήξουσι πρώτην· τά περ ὦν καὶ ἐγένετο.2. [4] τὰ μὲν δὴ πρῶτα ἀκούσας ἥσυχος ἦν ὁ ποιμήν· ὡς δὲ πολλάκις φοιτέοντι καὶ ἐπιμελομένῳ πολλὸν ἦν τοῦτο τὸ ἔπος. καί σφι ὁ κύκλος τῶν ὡρέων ἐς τὠυτὸ περιιὼν παραγίνεται. καὶ τὴν ὥρην ἐπαγινέειν σφι αἶγας. κατὰ μὲν δὴ τὴν τροφὴν τῶν παίδων τοσαῦτα ἔλεγον. πρὶν μὲν ἢ Ψαμμήτιχον σφέων βασιλεῦσαι. ἐνόμιζον ἑωυτοὺς πρώτους γενέσθαι πάντων ἀνθρώπων· ἐπειδὴ δὲ Ψαμμήτιχος βασιλεύσας ἠθέλησε εἰδέναι οἵτινες γενοίατο πρῶτοι. ἐντειλάμενος μηδένα ἀντίον αὐτῶν μηδεμίαν φωνὴν ἱέναι. 3. ἐμοὶ δοκέειν. ἐν στέγῃ δὲ ἐρήμῃ ἐπ᾽ ἑωυτῶν κέεσθαι αὐτά. παιδία δύο νεογνὰ ἀνθρώπων τῶν ἐπιτυχόντων δίδωσι ποιμένι τρέφειν ἐς τὰ ποίμνια τροφήν τινα τοιήνδε. ἀπαλλαχθέντων τῶν ἀσήμων κνυζημάτων. πρώτους Αἰγυπτίους ἀνθρώπων ἁπάντων ἐξευρεῖν τὸν ἐνιαυτόν. οἱ δὲ Αἰγύπτιοι. ἀπὸ τούτου νομίζουσι Φρύγας προτέρους γενέσθαι ἑωυτῶν. πλήσαντα δὲ γάλακτος τἆλλα διαπρήσσεσθαι· [3] ταῦτα δὲ ἐποίεέ τε καὶ ἐνετέλλετο Ψαμμήτιχος θέλων ἀκοῦσαι τῶν παιδίων. ὧδε ἔλεγον ὁμολογέοντες σφίσι.
8. ἔστι δὲ ἕτερον τοιόνδε. καὶ εὖ μοι ἐδόκεον λέγειν περὶ τῆς χώρης· δῆλα γὰρ δὴ καὶ μὴ προακούσαντι ἰδόντι δέ. τοῦτο μὲν ἐπὶ τοσοῦτο δηλοῖ πρόχυσιν τῆς γῆς ἐοῦσαν. καὶ αὐτῆς εἶναι οὐδὲν ὑπερέχον τῶν νῦν ἔνερθε λίμνης τῆς Μοίριος ἐόντων. 5. ὅτι Αἴγυπτος. μέτρον ἐὸν Αἰγύπτιον. πᾶσαν Αἴγυπτον εἶναι ἕλος. καὶ τὰ κατύπερθε ἔτι τῆς λίμνης ταύτης μέχρι τριῶν ἡμερέων πλόου. παρ᾽ ἣν τὸ Κάσιον ὄρος τείνει· ταύτης ὦν ἄπο οἱ ἑξήκοντα σχοῖνοι εἰσί. σχοίνοισι. ἡ δὲ ἐς Ἡλίου πόλιν ἀπὸ θαλάσσης πληροῖ ἐς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον. πρῶτα μὲν προσπλέων ἔτι καὶ ἡμέρης δρόμον ἀπέχων ἀπὸ γῆς. κατὰ ἡμεῖς διαιρέομεν εἶναι Αἴγυπτον ἀπὸ τοῦ Πλινθινήτεω κόλπου μέχρι Σερβωνίδος λίμνης. παρασάγγῃσι. δύο μηνῶν αὐτὸ εἶναι τῆς ὁδοῦ ἀπὸ ἠοῦς πρὸς ἑσπέρην. τῇ μὲν γὰρ τῆς Ἀραβίης ὄρος παρατέταται. ὁ δὲ σχοῖνος. ἔστι δὲ ὁδὸς ἐς Ἡλίου πόλιν ἀπὸ θαλάσσης ἄνω ἰόντι παραπλησίη τὸ μῆκος τῇ ἐξ Ἀθηνέων ὁδῷ τῇ ἀπὸ τῶν δυώδεκα θεῶν τοῦ βωμοῦ φερούσῃ ἔς τε Πῖσαν καὶ ἐπὶ τὸν νηὸν τοῦ Διὸς τοῦ Ὀλυμπίου. ἐοῦσα πᾶσα ὑπτίη τε καὶ ἔνυδρος καὶ ἰλύς. ἐστὶ Αἰγυπτίοισι ἐπίκτητός τε γῆ καὶ δῶρον τοῦ ποταμοῦ. οἳ δὲ ἄφθονον λίην. [3] δύναται δὲ ὁ παρασάγγης τριήκοντα στάδια. ὡς ἐγὼ ἐπυνθανόμην. τῆς πέρι ἐκεῖνοι οὐδὲν ἔτι τοιόνδε ἔλεγον. βασιλεῦσαι δὲ πρῶτον Αἰγύπτου ἄνθρωπον ἔλεγον Μῖνα· [3] ἐπὶ τούτου. αὖτις δὲ αὐτῆς ἐστι Αἰγύπτου μῆκος τὸ παρὰ θάλασσαν ἑξήκοντα σχοῖνοι. βωμούς τε καὶ ἀγάλματα καὶ νηοὺς θεοῖσι ἀπονεῖμαι σφέας πρώτους καὶ ζῷα ἐν λίθοισι ἐγγλύψαι. ἐς τὴν Ἕλληνες ναυτίλλονται. κατεὶς καταπειρητηρίην πηλόν τε ἀνοίσεις καὶ ἐν ἕνδεκα ὀργυιῇσι ἔσεαι. 7. φέρον ἀπ᾽ ἄρκτου πρὸς μεσαμβρίην τε καὶ νότον. αἰεὶ ἄνω τεῖνον ἐς τὴν Ἐρυθρὴν καλεομένην θάλασσαν· ἐν τῷ αἱ λιθοτομίαι ἔνεισι αἱ ἐς τὰς πυραμίδας κατατμηθεῖσαι τὰς ἐν Μέμφι. 6. πλὴν τοῦ Θηβαϊκοῦ νομοῦ. οὐ πλέον πεντεκαίδεκα σταδίων· ἡ μὲν γὰρ ἐς Πῖσαν ἐξ Ἀθηνέων καταδεῖ πεντεκαίδεκα σταδίων μὴ εἶναι πεντακοσίων καὶ χιλίων. τὰ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ λιβανωτοφόρα αὐτοῦ τὰ . οἳ δὲ πολλὴν ἔχουσι. ὅσοι δὲ ἧσσον γεωπεῖναι. οὕτω ἂν εἴησαν Αἰγύπτου στάδιοι ἑξακόσιοι καὶ τρισχίλιοι τὸ παρὰ θάλασσαν. ἐνθεῦτεν μὲν καὶ μέχρι Ἡλίου πόλιος ἐς τὴν μεσόγαιαν ἐστὶ εὐρέα Αἴγυπτος. [2] Αἰγύπτου γὰρ φύσις ἐστὶ τῆς χώρης τοιήδε. ὅστις γε σύνεσιν ἔχει. [2] σμικρόν τι τὸ διάφορον εὕροι τις ἂν λογιζόμενος τῶν ὁδῶν τουτέων τὸ μὴ ἴσας μῆκος εἶναι. σταδίοισι. ἀπὸ δὲ Ἡλίου πόλιος ἄνω ἰόντι στεινή ἐστι Αἴγυπτος. ἑξήκοντα στάδια. [2] ὅσοι μὲν γὰρ γεωπεῖναι εἰσὶ ἀνθρώπων. ἐς τὴν ἀνάπλοος ἀπὸ θαλάσσης ἑπτὰ ἡμερέων ἐστὶ ἀνὰ τὸν ποταμόν. ὀργυιῇσι μεμετρήκασι τὴν χώρην.ἔλεγον πρώτους Αἰγυπτίους νομίσαι καὶ Ἕλληνας παρὰ σφέων ἀναλαβεῖν. ταύτῃ μὲν λῆγον ἀνακάμπτει ἐς τὰ εἴρηται τὸ ὄρος· τῇ δὲ αὐτὸ ἑωυτοῦ ἐστι μακρότατον. καὶ τούτων μέν νυν τὰ πλέω ἔργῳ ἐδήλουν οὕτω γενόμενα.
[2] τοῦτο μέν νυν τὸ ὄρος τοιοῦτο ἐστί. 11. τὸ δ᾽ ἐνθεῦτεν αὖτις εὐρέα Αἴγυπτος ἐστί. τὸν μὲν ἐκ τῆς βορηίης θαλάσσης κόλπον ἐσέχοντα ἐπ᾽ Αἰθιοπίης. ἔστι δὲ τῆς Ἀραβίης χώρης. κόλπος θαλάσσης ἐσέχων ἐκ τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης. ῥηχίη δ᾽ ἐν αὐτῷ καὶ ἄμπωτις ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην γίνεται. 9. τὸν ἔρχομαι λέξων. ἀλλ᾽ ὅσον τε ἡμερέων τεσσέρων καὶ δέκα1 ἀναπλόου ἐστὶ στεινὴ Αἴγυπτος. ἐόντος πενταστόμου. μακρὸς οὕτω δή τι καὶ στεινὸς ὡς ἔρχομαι φράσων· [2] μῆκος μὲν πλόου ἀρξαμένῳ ἐκ μυχοῦ διεκπλῶσαι ἐς τὴν εὐρέαν θάλασσαν ἡμέραι ἀναισιμοῦνται τεσσεράκοντα εἰρεσίῃ χρεωμένῳ· εὖρος δέ. οὐ κατὰ τὸν Νεῖλον ἐόντες μεγάθεα. τὸ δὲ ἀπὸ Θηβέων ἐς Ἐλεφαντίνην καλεομένην πόλιν στάδιοι χίλιοι καὶ ὀκτακόσιοι εἰσί. ἀπὸ δὲ Ἡλίου πόλιος ἐς Θήβας ἐστὶ ἀνάπλοος ἐννέα ἡμερέων. ἐοῦσα τῶν ὀρέων τῶν εἰρημένων τὸ μεταξὺ πεδιὰς μὲν γῆ.τέρματα εἶναι. ἐκ τῆς νοτίης φέροντα ἐπὶ Συρίης. ἥμισυ ἡμέρης πλόου. τῇ στεινότατον ἐστί. κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τοῦ Ἀραβίου τὰ πρὸς μεσαμβρίην φέροντα. ὃς ῥέων δι᾽ Ἀκαρνανίης καὶ ἐξιεὶς ἐς θάλασσαν τῶν Ἐχινάδων νήσων τὰς ἡμισέας ἤδη ἤπειρον πεποίηκε. τὸν δὲ Ἀράβιον. ὀλίγον δέ τι παραλλάσσοντας τῆς χώρης. [3] ἕτερον τοιοῦτον κόλπον καὶ τὴν Αἴγυπτον δοκέω γενέσθαι κοτέ. [4] εἰ ὦν ἐθελήσει ἐκτρέψαι τὸ ῥέεθρον ὁ Νεῖλος ἐς τοῦτον τὸν Ἀράβιον κόλπον. ψάμμῳ κατειλυμένον. κατά περ οἱ ἱρέες ἔλεγον. πέφυκε μέν νυν ἡ χώρη αὕτη οὕτω. σχεδὸν μὲν ἀλλήλοισι συντετραίνοντας τοὺς μυχούς. τί μιν κωλύει . [3] τὸ ὦν δὴ ἀπὸ Ἡλίου πόλιος οὐκέτι πολλὸν χωρίον ὡς εἶναι Αἰγύπτου. [2] οὗτοι συντιθέμενοι οἱ στάδιοι Αἰγύπτου τὸ μὲν παρὰ θάλασσαν ἤδη μοι καὶ πρότερον δεδήλωται ὅτι ἑξακοσίων τε ἐστὶ σταδίων καὶ τρισχιλίων. ταύτης ὦν τῆς χώρης τῆς εἰρημένης ἡ πολλή. ὥς γε εἶναι σμικρὰ ταῦτα μεγάλοισι συμβαλεῖν· [2] τῶν γὰρ ταῦτα τὰ χωρία προσχωσάντων ποταμῶν ἑνὶ τῶν στομάτων τοῦ Νείλου. διηκοσίων οὐ πλέους ἐκ τοῦ Ἀραβίου ὄρεος ἐς τὸ Λιβυκὸν καλεόμενον. τὸ δὲ πρὸς Λιβύης τῆς Αἰγύπτου ὄρος ἄλλο πέτρινον τείνει. ἐν τῷ αἱ πυραμίδες ἔνεισι. ἐδόκεε καὶ αὐτῷ μοι εἶναι ἐπίκτητος Αἰγυπτίοισι. σημανέω· στάδιοι γὰρ εἰσὶ εἴκοσι καὶ ἑκατὸν καὶ ἑξακισχίλιοι. σχοίνων ἑνὸς καὶ ὀγδώκοντα ἐόντων. ὅσον δέ τι ἀπὸ θαλάσσης ἐς μεσόγαιαν μέχρι Θηβέων ἐστί. τῇ εὐρύτατος ἐστὶ ὁ κόλπος. ὥσπερ γε τὰ περὶ Ἴλιον καὶ Τευθρανίην καὶ Ἔφεσόν τε καὶ Μαιάνδρου πεδίον. τῶν γὰρ ὀρέων τῶν εἰρημένων τῶν ὑπὲρ Μέμφιν πόλιν κειμένων τὸ μεταξὺ ἐφαίνετό μοι εἶναι κοτὲ κόλπος θαλάσσης. στάδιοι δὲ τῆς ὁδοῦ ἑξήκοντα καὶ ὀκτακόσιοι καὶ τετρακισχίλιοι. οἵτινες ἔργα ἀποδεξάμενοι μεγάλα εἰσί· τῶν ἐγὼ φράσαι ἔχω οὐνόματα καὶ ἄλλων καὶ οὐκ ἥκιστα Ἀχελῴου. οὐδεὶς αὐτῶν πλήθεος πέρι ἄξιος συμβληθῆναι ἐστί. Αἰγύπτου δὲ οὐ πρόσω. 10. [3] εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλοι ποταμοί. στάδιοι δὲ μάλιστα ἐδόκεόν μοι εἶναι.
νῦν δὲ εἰ μὴ ἐπ᾽ ἑκκαίδεκα ἢ πεντεκαίδεκα πήχεας ἀναβῇ τὸ ἐλάχιστον ὁ ποταμός.ῥέοντος τούτου ἐκχωσθῆναι ἐντός γε δισμυρίων ἐτέων; ἐγὼ μὲν γὰρ ἔλπομαί γε καὶ μυρίων ἐντὸς χωσθῆναι ἄν· κοῦ γε δὴ ἐν τῷ προαναισιμωμένῳ χρόνῳ πρότερον ἢ ἐμὲ γενέσθαι οὐκ ἂν χωσθείη κόλπος καὶ πολλῷ μέζων ἔτι τούτου ὑπὸ τοσούτου τε ποταμοῦ καὶ οὕτω ἐργατικοῦ; 12. ἄρδεσκε Αἴγυπτον τὴν ἔνερθε Μέμφιος· καὶ Μοίρι οὔκω ἦν ἔτεα εἰνακόσια τετελευτηκότι ὅτε τῶν ἱρέων ταῦτα ἐγὼ ἤκουον. εἰ μὴ ἐθελήσει σφι ὕειν ὁ θεὸς ἀλλὰ αὐχμῷ διαχρᾶσθαι. ἡ χώρη ἡ ἔνερθε Μέμφιος (αὕτη γὰρ ἐστὶ ἡ αὐξανομένη) κατὰ λόγον τοῦ παροιχομένου χρόνου ἐς ὕψος αὐξάνεσθαι. ἀλλ᾽ ἐπεάν σφι ὁ ποταμὸς αὐτόματος ἐπελθὼν ἄρσῃ τὰς ἀρούρας. ἰδών τε τὴν Αἴγυπτον προκειμένην τῆς ἐχομένης γῆς κογχύλιά τε φαινόμενα ἐπὶ τοῖσι ὄρεσι καὶ ἅλμην ἐπανθέουσαν. ἀλλὰ μελάγγαιόν τε καὶ καταρρηγνυμένην. ἢν οὕτω ἡ χώρη αὕτη κατὰ λόγον ἐπιδιδῷ ἐς ὕψος καὶ τὸ ὅμοιον ἀποδιδῷ ἐς αὔξησιν. 14. οὐ μὲν οὐδὲ τῇ Συρίῃ (τῆς γὰρ Ἀραβίης τὰ παρὰ θάλασσαν Σύροι νέμονται). [2] δοκέουσί τέ μοι Αἰγυπτίων οἱ ἔνερθε λίμνης τῆς Μοίριος οἰκέοντες τά τε ἄλλα χωρία καὶ τὸ καλεόμενον Δέλτα. . ἄλλο τι ἢ οἱ ταύτῃ οἰκέοντες Αἰγυπτίων πεινήσουσι; εἰ μήτε γε ὕσεταί σφι ἡ χώρη μήτε ὁ ποταμὸς οἷός τ᾽ ἔσται ἐς τὰς ἀρούρας ὑπερβαίνειν. [2] πρὸς δὲ τῇ χώρῃ οὔτε τῇ Ἀραβίῃ προσούρῳ ἐούσῃ τὴν Αἴγυπτον προσεικέλην οὔτε τῇ Λιβύῃ. τὰ περὶ Αἴγυπτον ὦν καὶ τοῖσι λέγουσι αὐτὰ πείθομαι καὶ αὐτὸς οὕτω κάρτα δοκέω εἶναι. [2] ἦ γὰρ δὴ νῦν γε οὗτοι ἀπονητότατα καρπὸν κομίζονται ἐκ γῆς τῶν τε ἄλλων ἀνθρώπων πάντων καὶ τῶν λοιπῶν Αἰγυπτίων· οἳ οὔτε ἀρότρῳ ἀναρρηγνύντες αὔλακας ἔχουσι πόνους οὔτε σκάλλοντες οὔτε ἄλλο ἐργαζόμενοι οὐδὲν τῶν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι περὶ λήιον πονέουσι.1 μὴ κατακλύζοντος αὐτὴν τοῦ Νείλου πείσεσθαι τὸν πάντα χρόνον τὸν ἐπίλοιπον Αἰγύπτιοι τὸ κοτὲ αὐτοὶ Ἕλληνας ἔφασαν πείσεσθαι. καὶ ψάμμον μοῦνον Αἰγύπτου ὄρος τοῦτο τὸ ὑπὲρ Μέμφιος ἔχον. λιμῷ οἱ Ἕλληνες αἱρεθήσονται· οὐ γὰρ δή σφι ἐστὶ ὕδατος οὐδεμία ἄλλη ἀποστροφὴ ὅτι μὴ ἐκ τοῦ Διὸς μοῦνον. ὥστε καὶ τὰς πυραμίδας δηλέεσθαι. ἔφασαν Ἕλληνας ψευσθέντας κοτὲ ἐλπίδος μεγάλης κακῶς πεινήσειν. τὴν δὲ Ἀραβίην τε καὶ Συρίην ἀργιλωδεστέρην τε καὶ ὑπόπετρον ἐοῦσαν. ὡς καὶ πρότερον εἶπον. ὡς ἐπὶ Μοίριος βασιλέος. τὸ δὲ ἔπος τοῦτο ἐθέλει λέγειν ὡς. οὐκ ὑπερβαίνει ἐς τὴν χώρην. ἔλεγον δὲ καὶ τόδε μοι μέγα τεκμήριον περὶ τῆς χώρης ταύτης οἱ ἱρέες. ὥστε ἐοῦσαν ἰλύν τε καὶ πρόχυσιν ἐξ Αἰθιοπίης κατενηνειγμένην ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ. 13. ἄρσας δὲ ἀπολίπῃ ὀπίσω. ὅκως ἔλθοι ὁ ποταμὸς ἐπὶ ὀκτὼ πήχεας τὸ ἐλάχιστον. [3] πυθόμενοι γὰρ ὡς ὕεται πᾶσα ἡ χώρη τῶν Ἑλλήνων ἀλλ᾽ οὐ ποταμοῖσι ἄρδεται κατά περ ἡ σφετέρη. καὶ ταῦτα μὲν ἐς Ἕλληνας Αἰγυπτίοισι ὀρθῶς ἔχοντα εἴρηται· φέρε δὲ νῦν καὶ αὐτοῖσι Αἰγυπτίοισι ὡς ἔχει φράσω· εἴ σφι θέλοι. [3] τὴν δὲ Λιβύην ἴδμεν ἐρυθροτέρην τε γῆν καὶ ὑποψαμμοτέρην.
καὶ τὴν μὲν Ἰώνων γνώμην ἀπίεμεν. τίνα γλῶσσαν πρώτην ἀπήσουσι. 16. τῇ δὴ τεσσεράκοντα εἰσὶ σχοῖνοι. ἀποδινήσας δὲ τῇσι ὑσὶ τὸν σῖτον οὕτω κομίζεται. προϊούσης δὲ τῆς χώρης πολλοὺς μὲν τοὺς ὑπολειπομένους αὐτῶν γενέσθαι πολλοὺς δὲ τοὺς ὑποκαταβαίνοντας. μέχρι μέν νυν Κερκασώρου πόλιος ῥέει εἷς ἐὼν ὁ Νεῖλος. εἰ τοίνυν σφι χώρη γε μηδεμία ὑπῆρχε. [3] ἀλλ᾽ οὔτε Αἰγυπτίους δοκέω ἅμα τῷ Δέλτα τῷ ὑπὸ Ἰώνων καλεομένῳ γενέσθαι αἰεί τε εἶναι ἐξ οὗ ἀνθρώπων γένος ἐγένετο. Αἴγυπτον μὲν πᾶσαν εἶναι ταύτην τὴν ὑπ᾽ Αἰγυπτίων οἰκεομένην κατά περ Κιλικίην τὴν ὑπὸ Κιλίκων καὶ Ἀσσυρίην τὴν ὑπὸ Ἀσσυρίων. ἀπὸ Περσέος καλεομένης σκοπιῆς λέγοντες τὸ παρὰ θάλασσαν εἶναι αὐτῆς μέχρι Ταριχηίων τῶν Πηλουσιακῶν. 15. εἰ ὦν ἡμεῖς ὀρθῶς περὶ αὐτῶν γινώσκομεν. [2] εἰ δὲ τῷ ὑπ᾽ Ἑλλήνων νενομισμένῳ χρησόμεθα. ἡ δὲ δὴ ἰθέα τῶν ὁδῶν τῷ Νείλῳ ἐστὶ ἥδε· ἄνωθεν φερόμενος ἐς τὸ . ἡ δὲ ἑτέρη τῶν ὁδῶν πρὸς ἑσπέρην ἔχει· τοῦτο δὲ Κανωβικὸν στόμα κέκληται. ἄμητον τὸ ἀπὸ τούτου μένει. οἳ φασὶ τρία μόρια εἶναι γῆν πᾶσαν. ἐπεὰν δὲ καταπατήσῃ τῇσι ὑσὶ τὸ σπέρμα. τῆς τὸ περίμετρον στάδιοι εἰσὶ εἴκοσι καὶ ἑκατὸν καὶ ἑξακισχίλιοι. [2] ἤδη γάρ σφι τό γε Δέλτα. κατ᾽ ἣν σχίζεται ὁ Νεῖλος ἔς τε Πηλούσιον ῥέων καὶ ἐς Κάνωβον. νομιοῦμεν Αἴγυπτον πᾶσαν ἀρξαμένην ἀπὸ Καταδούπων τε καὶ Ἐλεφαντίνης πόλιος δίχα διαιρέεσθαι καὶ ἀμφοτερέων τῶν ἐπωνυμιέων ἔχεσθαι· τὰ μὲν γὰρ αὐτῆς εἶναι τῆς Λιβύης τὰ δὲ τῆς Ἀσίης. [4] καὶ ἣ μὲν πρὸς ἠῶ τρέπεται. εἰ ὦν βουλόμεθα γνώμῃσι τῇσι Ἰώνων χρᾶσθαι τὰ περὶ Αἴγυπτον. τὰ δὲ ἄλλα λεγόντων τῆς Αἰγύπτου τὰ μὲν Λιβύης τὰ δὲ Ἀραβίης εἶναι. ὡς αὐτοὶ λέγουσι Αἰγύπτιοι καὶ ἐμοὶ δοκέει. τὸ δὲ ἀπὸ ταύτης τῆς πόλιος σχίζεται τριφασίας ὁδούς. [3] ὁ γὰρ δὴ Νεῖλος ἀρξάμενος ἐκ τῶν Καταδούπων ῥέει μέσην Αἴγυπτον σχίζων ἐς θάλασσαν. ἐστὶ κατάρρυτόν τε καὶ νεωστὶ ὡς λόγῳ εἰπεῖν ἀναπεφηνός. ἡμεῖς δὲ ὧδε καὶ περὶ τούτων λέγομεν.τότε σπείρας ἕκαστος τὴν ἑωυτοῦ ἄρουραν ἐσβάλλει ἐς αὐτὴν ὗς. ἀποδεικνύοιμεν ἂν τούτῳ τῷ λόγῳ χρεώμενοι Αἰγυπτίοισι οὐκ ἐοῦσαν πρότερον χώρην. τὸ δὲ ἀπὸ θαλάσσης λεγόντων ἐς μεσόγαιαν τείνειν αὐτὴν μέχρι Κερκασώρου πόλιος. τὸ καλέεται Πηλούσιον στόμα. Εὐρώπην τε καὶ Ἀσίην καὶ Λιβύην. τὸ δ᾽ ὦν πάλαι αἱ Θῆβαι Αἴγυπτος ἐκαλέετο. εἰ μήτε γε ἐστὶ τῆς Ἀσίης μήτε τῆς Λιβύης· οὐ γὰρ δὴ ὁ Νεῖλός γε ἐστὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον ὁ τὴν Ἀσίην οὐρίζων τῇ Λιβύῃ. 17. τοῦ Δέλτα δὲ τούτου κατὰ τὸ ὀξὺ περιρρήγνυται ὁ Νεῖλος. Ἕλληνάς τε καὶ αὐτοὺς Ἴωνας ἀποδείκνυμι οὐκ ἐπισταμένους λογίζεσθαι. τί περιεργάζοντο δοκέοντες πρῶτοι ἀνθρώπων γεγονέναι; οὐδὲ ἔδει σφέας ἐς διάπειραν τῶν παιδίων ἰέναι. οἳ φασὶ τὸ Δέλτα μοῦνον εἶναι Αἴγυπτον. [2] τέταρτον γὰρ δή σφεας δεῖ προσλογίζεσθαι Αἰγύπτου τὸ Δέλτα. ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ Ἀσίης τε καὶ Λιβύης γίνοιτ᾽ ἄν. Ἴωνες οὐκ εὖ φρονέουσι περὶ Αἰγύπτου· εἰ δὲ ὀρθή ἐστι ἡ γνώμη τῶν Ἰώνων. οὔρισμα δὲ Ἀσίῃ καὶ Λιβύῃ οἴδαμεν οὐδὲν ἐὸν ὀρθῷ λόγῳ εἰ μὴ τοὺς Αἰγυπτίων οὔρους.
[3] πρὸς δέ. ὅ τι κατέρχεται μὲν ὁ Νεῖλος πληθύων ἀπὸ τροπέων τῶν θερινέων ἀρξάμενος ἐπὶ ἑκατὸν ἡμέρας. [6] τὸ δὲ Βολβίτινον στόμα καὶ τὸ Βουκολικὸν οὐκ ἰθαγενέα στόματα ἐστὶ ἀλλ᾽ ὀρυκτά. φὰς Αἴγυπτον εἶναι ταύτην τὴν ὁ Νεῖλος ἐπιὼν ἄρδει. τῷ μὲν Σαϊτικὸν αὐτῶν τῷ δὲ Μενδήσιον. βούλεσθαί τε πάντων σφίσι ἐξεῖναι γεύεσθαι. καὶ Αἰγυπτίους εἶναι τούτους οἳ ἔνερθε Ἐλεφαντίνης πόλιος οἰκέοντες ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τούτου πίνουσι. οὐ μοῦνον τὸ Δέλτα ἀλλὰ καὶ τοῦ Λιβυκοῦ τε λεγομένου χωρίου εἶναι καὶ τοῦ Ἀραβίου ἐνιαχῇ καὶ ἐπὶ δύο ἡμερέων ἑκατέρωθι ὁδόν. οὔτε ἐλαχίστην μοῖραν τοῦ ὕδατος παρεχόμενος ταύτην οὔτε ἥκιστα ὀνομαστήν· τὸ καλέεται Σεβεννυτικὸν στόμα. καὶ τὸ Ἄμμωνος χρηστήριον γενόμενον· τὸ ἐγὼ τῆς ἐμεωυτοῦ γνώμης ὕστερον περὶ Αἴγυπτον ἐπυθόμην. τοῦ ποταμοῦ δὲ φύσιος πέρι οὔτε τι τῶν ἱρέων οὔτε ἄλλου οὐδενὸς παραλαβεῖν ἐδυνάσθην. πελάσας δὲ ἐς τὸν ἀριθμὸν τουτέων τῶν ἡμερέων ὀπίσω ἀπέρχεται ἀπολείπων τὸ ῥέεθρον. μαρτυρέει δέ μοι τῇ γνώμῃ. 20. ὅτι τοσαύτη ἐστὶ Αἴγυπτος ὅσην τινὰ ἐγὼ ἀποδείκνυμι τῷ λόγῳ. ὅσοι τοῖσι ἐτησίῃσι ἀντίοι ῥέουσι. ἐπέρχεται δὲ ὁ Νεῖλος. 19. 18. κωλύοντας ἐς θάλασσαν ἐκρέειν τὸν Νεῖλον. ἔπεμψαν ἐς Ἄμμωνα φάμενοι οὐδὲν σφίσι τε καὶ Αἰγυπτίοισι κοινὸν εἶναι· οἰκέειν τε γὰρ ἔξω τοῦ Δέλτα καὶ οὐδὲν ὁμολογέειν αὐτοῖσι. ἀλλὰ Ἑλλῄνων μὲν τινὲς ἐπίσημοι βουλόμενοι γενέσθαι σοφίην ἔλεξαν περὶ τοῦ ὕδατος τούτου τριφασίας ὁδούς· τῶν τὰς μὲν δύο τῶν ὁδῶν οὐδ᾽ ἀξιῶ μνησθῆναι εἰ μὴ ὅσον σημῆναι βουλόμενος μοῦνον· [2] τῶν ἡ ἑτέρη μὲν λέγει τοὺς ἐτησίας ἀνέμους εἶναι αἰτίους πληθύειν τὸν ποταμόν. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου σχίζων μέσον τὸ Δέλτα ἐς θάλασσαν ἐξιεῖ. ἱστορέων αὐτοὺς ἥντινα δύναμιν ἔχει ὁ Νεῖλος τὰ ἔμπαλιν πεφυκέναι τῶν ἄλλων ποταμῶν· ταῦτά τε δὴ τὰ λελεγμένα βουλόμενος εἰδέναι ἱστόρεον καὶ ὅ τι αὔρας ἀποπνεούσας μοῦνος ποταμῶν πάντων οὐ παρέχεται. ὁμοίως πάσχειν καὶ κατὰ τὰ αὐτὰ τῷ Νείλῳ. ὥστε βραχὺς τὸν χειμῶνα ἅπαντα διατελέει ἐὼν μέχρι οὗ αὖτις τροπέων τῶν θερινέων. καὶ πλέον ἔτι τούτου καὶ ἔλασσον. αὐτοί τε δοκέοντες εἶναι Λίβυες καὶ οὐκ Αἰγύπτιοι καὶ ἀχθόμενοι τῇ περὶ τὰ ἱρὰ θρησκηίῃ. [3] τούτων ὦν πέρι οὐδενὸς οὐδὲν οἷός τε ἐγενόμην παραλαβεῖν παρὰ τῶν Αἰγυπτίων. [5] ἔστι δὲ καὶ ἕτερα διφάσια στόματα ἀπὸ τοῦ Σεβεννυτικοῦ ἀποσχισθέντα. ἐπεὰν πληθύῃ. εἰ ἐτησίαι αἴτιοι ἦσαν. οἰκέοντες Αἰγύπτου τὰ πρόσουρα Λιβύῃ. οὕτω σφι ταῦτα ἐχρήσθη. καὶ μᾶλλον ἔτι τοσούτῳ ὅσῳ ἐλάσσονες ἐόντες ἀσθενέστερα τὰ . φέροντα ἐς θάλασσαν· τοῖσι οὐνόματα κέεται τάδε. [3] ὁ δὲ θεός σφεας οὐκ ἔα ποιέειν ταῦτα. [2] οἱ γὰρ δὴ ἐκ Μαρέης τε πόλιος καὶ Ἄπιος. πολλάκις δὲ ἐτησίαι μὲν οὔκων ἔπνευσαν.ὀξὺ τοῦ Δέλτα ἀπικνέεται. [2] πρόθυμος δὲ ἔα τάδε παρ᾽ αὐτῶν πυθέσθαι. χρῆν καὶ τοὺς ἄλλους ποταμούς. βουλόμενοι θηλέων βοῶν μὴ ἔργεσθαι. ὁ δὲ Νεῖλος τὠυτὸ ἐργάζεται.
ἐπὶ δὲ χιόνι πεσούσῃ πᾶσα ἀνάγκη ἐστὶ ὗσαι ἐν πέντε ἡμέρῃσι. ἑλκύσας δὲ ἀπωθέει ἐς τὰ ἄνω χωρία. ἀπὸ τῶν θερμοτάτων ῥέων ἐς τὰ ψυχρότερα τὰ πολλά ἐστι; ἀνδρί γε λογίζεσθαι τοιούτων πέρι οἵῳ τε ἐόντι. ὡς δὲ ἐν πλέονι λόγῳ δηλῶσαι. εἰ ἐχιόνιζε. φαμένη τὸν Νεῖλον ῥέειν ἀπὸ τηκομένης χιόνος· ὃς ῥέει μὲν ἐκ Λιβύης διὰ μέσων Αἰθιόπων. διεξιὼν ποιέει οἷόν περ καὶ τὸ θέρος ἔωθε ποιέειν ἰὼν τὸ μέσον τοῦ οὐρανοῦ· [2] ἕλκει γὰρ ἐπ᾽ ἑωυτὸν τὸ ὕδωρ. διεξιὼν τῆς Λιβύης τὰ ἄνω ὁ ἥλιος τάδε ποιέει· ἅτε διὰ παντὸς τοῦ χρόνου αἰθρίου τε ἐόντος τοῦ ἠέρος τοῦ κατὰ ταῦτα τὰ χωρία καὶ ἀλεεινῆς τῆς χώρης ἐούσης καὶ ἀνέμων ψυχρῶν. ἀνέμων πολλὸν τῶν πάντων ὑετιώτατοι [3] δοκέει δέ μοι οὐδὲ πᾶν τὸ ὕδωρ τὸ ἐπέτειον ἑκάστοτε ἀποπέμπεσθαι τοῦ Νείλου ὁ ἥλιος. ταύτην οἰκὸς διψῆν τε ὑδάτων μάλιστα καὶ τὰ ἐγχώρια ῥεύματα μαραίνεσθαι τῶν ποταμῶν. ὁ δὲ περὶ τοῦ Ὠκεανοῦ λέξας ἐς ἀφανὲς τὸν μῦθον ἀνενείκας οὐκ ἔχει ἔλεγχον· οὐ γὰρ τινὰ ἔγωγε οἶδα ποταμὸν Ὠκεανὸν ἐόντα. λόγῳ δὲ εἰπεῖν θωμασιωτέρη· ἣ λέγει ἀπὸ τοῦ Ὠκεανοῦ ῥέοντα αὐτὸν ταῦτα μηχανᾶσθαι. ὥστε. πρῶτον μὲν καὶ μέγιστον μαρτύριον οἱ ἄνεμοι παρέχονται πνέοντες ἀπὸ τῶν χωρέων τουτέων θερμοί· [3] δεύτερον δὲ ὅτι ἄνομβρος ἡ χώρη καὶ ἀκρύσταλλος διατελέει ἐοῦσα. 22. ὡς ἡ ἀνάγκη ἐλέγχει. εἰ τοίνυν ἐχιόνιζε καὶ ὅσον ὦν ταύτην τὴν χώρην δι᾽ ἧς τε ῥέει καὶ ἐκ τῆς ἄρχεται ῥέων ὁ Νεῖλος. . πᾶν εἴρηται· τῆς γὰρ ἂν ἀγχοτάτω τε ᾖ χώρης οὗτος ὁ θεὸς καὶ κατὰ ἥντινα. ὑπολαμβάνοντες δὲ οἱ ἄνεμοι καὶ διασκιδνάντες τήκουσι· καὶ εἰσὶ οἰκότως οἱ ἀπὸ ταύτης τῆς χώρης πνέοντες. [2] κῶς ὦν δῆτα ῥέοι ἂν ἀπὸ χιόνος. ἡ δ᾽ ἑτέρη ἀνεπιστημονεστέρη μὲν ἐστὶ τῆς λελεγμένης. 21. ἦν ἂν τούτων οὐδέν. ὧδε ἔχει. γέρανοι δὲ φεύγουσαι τὸν χειμῶνα τὸν ἐν τῇ Σκυθικῇ χώρῃ γινόμενον φοιτῶσι ἐς χειμασίην ἐς τοὺς τόπους τούτους. εἰ δὲ δεῖ μεμψάμενον γνώμας τὰς προκειμένας αὐτὸν περὶ τῶν ἀφανέων γνώμην ἀποδέξασθαι. ὕετο ἂν ταῦτα τὰ χωρία· τρίτα δὲ οἱ ἄνθρωποι ὑπὸ τοῦ καύματος μέλανες ἐόντες. 23. ὅ τε νότος καὶ ὁ λίψ. 25. Ὅμηρον δὲ ἢ τινὰ τῶν πρότερον γενομένων ποιητέων δοκέω τὸ οὔνομα εὑρόντα ἐς ποίησιν ἐσενείκασθαι.ῥεύματα παρέχονται. οἳ οὐδὲν τοιοῦτο πάσχουσι οἷόν τι καὶ ὁ Νεῖλος. φράσω δι᾽ ὅ τι μοι δοκέει πληθύνεσθαι ὁ Νεῖλος τοῦ θέρεος· τὴν χειμερινὴν ὥρην ἀπελαυνόμενος ὁ ἥλιος ἐκ τῆς ἀρχαίης διεξόδου ὑπὸ τῶν χειμώνων ἔρχεται τῆς Λιβύης τὰ ἄνω. ἐκδιδοῖ δὲ ἐς Αἴγυπτον. ἡ δὲ τρίτη τῶν ὁδῶν πολλὸν ἐπιεικεστάτη ἐοῦσα μάλιστα ἔψευσται· λέγει γὰρ δὴ οὐδ᾽ αὕτη οὐδέν. τὸν δὲ Ὠκεανὸν γῆν περὶ πᾶσαν ῥέειν. ὡς οὐδὲ οἰκὸς ἀπὸ χιόνος μιν ῥέειν. 24. [4] ἰκτῖνοι δὲ καὶ χελιδόνες δι᾽ ἔτεος ἐόντες οὐκ ἀπολείπουσι. εἰσὶ δὲ πολλοὶ μὲν ἐν τῇ Συρίῃ ποταμοὶ πολλοὶ δὲ ἐν τῇ Λιβύῃ. [2] ὡς μέν νυν ἐν ἐλαχίστῳ δηλῶσαι.
28. ῥέουσι μεγάλοι· τοῦ δὲ θέρεος τῶν τε ὄμβρων ἐπιλειπόντων αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἑλκόμενοι ἀσθενέες εἰσί. ὡς ἐμὲ κατανοέειν. ἀπέφαινε. αὔρη δὲ ἀπὸ ψυχροῦ τινος φιλέει πνέειν. τήνδε ἔχω γνώμην. δίνας τινὰς ταύτῃ ἐούσας ἰσχυρὰς καὶ παλιρροίην. [2] οὗτος δ᾽ ἔμοιγε παίζειν ἐδόκεε φάμενος εἰδέναι ἀτρεκέως· ἔλεγε δὲ ὧδε. ἅτε ὑομένης τε τῆς χώρης καὶ κεχαραδρωμένης. ταῦτα μέν νυν ἔστω ὡς ἔστι τε καὶ ὡς ἀρχὴν ἐγένετο· τοῦ δὲ Νείλου τὰς πηγὰς οὔτε Αἰγυπτίων οὔτε Λιβύων οὔτε Ἑλλήνων τῶν ἐμοὶ ἀπικομένων ἐς λόγους οὐδεὶς ὑπέσχετο εἰδέναι. [4] ὡς δὲ ἄβυσσοι εἰσι αἱ πηγαί. εἶναι δύο ὄρεα ἐς ὀξὺ τὰς κορυφὰς ἀπηγμένα. μεταξὺ Συήνης τε πόλιος κείμενα τῆς Θηβαΐδος καὶ Ἐλεφαντίνης. ἐς διάπειραν ἔφη τούτου Ψαμμήτιχον Αἰγύπτου βασιλέα ἀπικέσθαι· πολλέων γὰρ αὐτὸν χιλιάδων ὀργυιέων πλεξάμενον κάλον κατεῖναι ταύτῃ καὶ οὐκ ἐξικέσθαι ἐς βυσσόν. καὶ τοῦ οὐρανοῦ τῇ μὲν νῦν ὁ βορέης τε καὶ ὁ χειμὼν ἑστᾶσι. ἄλλου δὲ οὐδενὸς οὐδὲν ἐδυνάμην πυθέσθαι. καὶ τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ ὕδατος ἐπ᾽ Αἰγύπτου ῥέειν καὶ πρὸς βορέην ἄνεμον. ταύτῃ μὲν τοῦ νότου ἦν ἡ στάσις καὶ τῆς μεσαμβρίης. καὶ τὸ ἐνθεῦτεν ἤδη ὁμοίως ἀπὸ πάντων ἕλκει τῶν ποταμῶν. 29. τὸν δὲ χειμῶνα μοῦνος πιέζεται. ἑλκόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ἡλίου μοῦνος ποταμῶν τοῦτον τὸν χρόνον. οἷα δὲ ἐμβάλλοντος τοῦ ὕδατος τοῖσι ὄρεσι. οὕτω τὸν ἥλιον νενόμικα τούτων αἴτιον εἶναι. ὁ ἥλιος ἂν ἀπελαυνόμενος ἐκ μέσου τοῦ οὐρανοῦ ὑπὸ τοῦ χειμῶνος καὶ τοῦ βορέω ἤιε ἂν τὰ ἄνω τῆς Εὐρώπης κατά περ νῦν τῆς Λιβύης ἔρχεται. τὸ δ᾽ ἕτερον ἥμισυ ἐπ᾽ Αἰθιοπίης τε καὶ νότου. ταύτῃ δὲ ὁ βορέης. 26. εἰ ταῦτα οὕτω εἶχε. 27. μὴ δύνασθαι κατιεμένην καταπειρητηρίην ἐς βυσσὸν ἰέναι. πρηϋνομένου δὲ τοῦ χειμῶνος ἀπέρχεται ὁ ἥλιος ἐς μέσον τὸν οὐρανὸν ὀπίσω. διεξιόντα δ᾽ ἄν μιν διὰ πάσης <τῆς> Εὐρώπης ἔλπομαι ποιέειν ἂν τὸν Ἴστρον τά περ νῦν ἐργάζεται τὸν Νεῖλον. ἀλλὰ τοσόνδε μὲν ἄλλο ἐπὶ μακρότατον ἐπυθόμην. τῆς αὔρης δὲ πέρι. [5] ὁ δὲ Νεῖλος ἐὼν ἄνομβρος. οἰκότως αὐτὸς ἑωυτοῦ ῥέει πολλῷ ὑποδεέστερος ἢ τοῦ θέρεος· τότε μὲν γὰρ μετὰ πάντων τῶν ὑδάτων ἴσον ἕλκεται. [2] εἰ δὲ ἡ στάσις ἤλλακτο τῶν ὡρέων. [4] τέως δὲ οἳ μὲν ὀμβρίου ὕδατος συμμισγομένου πολλοῦ αὐτοῖσι. ὅτι οὐκ ἀποπνέει. [5] οὕτω μὲν δὴ ὁ γραμματιστής. διακαίων τὴν διέξοδον ἑωυτοῦ· οὕτω τῆς Λιβύης τὰ ἄνω θέρος αἰεὶ κατέχει.ἀλλὰ καὶ ὑπολείπεσθαι περὶ ἑωυτόν. τῇ δὲ ὁ νότος νῦν ἕστηκε. εἰ ἄρα ταῦτα γινόμενα ἔλεγε. μέχρι μὲν Ἐλεφαντίνης πόλιος . εἰ μὴ ἐν Αἰγύπτῳ ἐν Σάι πόλι ὁ γραμματιστὴς τῶν ἱρῶν χρημάτων τῆς Ἀθηναίης. αἴτιος δὲ ὁ αὐτὸς οὗτος κατὰ γνώμην τὴν ἐμὴν καὶ τὸν ἠέρα ξηρὸν τὸν ταύτῃ εἶναι. οὐνόματα δὲ εἶναι τοῖσι ὄρεσι τῷ μὲν Κρῶφι τῷ δὲ Μῶφι· [3] τὰς ὦν δὴ πηγὰς τοῦ Νείλου ἐούσας ἀβύσσους ἐκ τοῦ μέσου τῶν ὀρέων τούτων ῥέειν. ὡς κάρτα ἀπὸ θερμέων χωρέων οὐκ οἰκός ἐστι οὐδὲν ἀποπνέειν.
[2] ἀπέστησαν δὲ αὗται τέσσερες καὶ εἴκοσι μυριάδες Αἰγυπτίων τῶν μαχίμων ἐς τοὺς Αἰθίοπας τούτους δι᾽ αἰτίην τοιήνδε. [5] οὗτοι ἐπείτε ἐς Αἰθιοπίην ἀπίκοντο.αὐτόπτης ἐλθών. διδοῦσι σφέας αὐτοὺς τῷ Αἰθιόπων βασιλέι. καὶ ἐν Μαρέῃ πρὸς Λιβύης ἄλλη. τὸ ἐς τὴν λίμνην ταύτην ἐκδιδοῖ. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου ἀκοῇ ἤδη ἱστορέων. . [3] ἔτι δὲ ἐπ᾽ ἐμεῦ καὶ Περσέων κατὰ ταὐτὰ αἱ φυλακαὶ ἔχουσι ὡς καὶ ἐπὶ Ψαμμητίχου ἦσαν· καὶ γὰρ ἐν Ἐλεφαντίνῃ Πέρσαι φρουρέουσι καὶ ἐν Δάφνῃσι. [6] διεξελθὼν δὲ ἐν τῇσι τεσσεράκοντα ἡμέρῃσι τοῦτο τὸ χωρίον. [4] Ψαμμήτιχος δὲ πυθόμενος ἐδίωκε· ὡς δὲ κατέλαβε. ἐδέετο πολλὰ λέγων καί σφεας θεοὺς πατρωίους ἀπολιπεῖν οὐκ ἔα καὶ τέκνα καὶ γυναῖκας. καὶ ἔπειτα ἥξεις ἐς πόλιν μεγάλην τῇ οὔνομα ἐστὶ Μερόη· λέγεται δὲ αὕτη ἡ πόλις εἶναι μητρόπολις τῶν ἄλλων Αἰθιόπων. τούτων δὲ ἐσοικισθέντων ἐς τοὺς Αἰθίοπας ἡμερώτεροι γεγόνασι Αἰθίοπες. καί σφι μαντήιον Διὸς κατέστηκε· στρατεύονται δὲ ἐπεάν σφεας ὁ θεὸς οὗτος κελεύῃ διὰ θεσπισμάτων. ἐν τῷ νῆσον περιρρέει ὁ Νεῖλος· Ταχομψὼ οὔνομα αὐτῇ ἐστι. ἐκεῖσε]. ὁ δὲ σφέας τῷδε ἀντιδωρέεται· ἦσάν οἱ διάφοροι τινὲς γεγονότες τῶν Αἰθιόπων· τούτους ἐκέλευε ἐξελόντας τὴν ἐκείνων γῆν οἰκέειν. τούτους τε μεγάλως τιμῶσι. ἔσεσθαι αὐτοῖσι ἐνθαῦτα καὶ τέκνα καὶ γυναῖκας. σκολιὸς δὲ ταύτῃ κατά περ ὁ Μαίανδρος ἐστὶ ὁ Νεῖλος· σχοῖνοι δὲ δυώδεκα εἰσὶ οὗτοι τοὺς δεῖ τούτῳ τῷ τρόπῳ διεκπλῶσαι. τοὺς ὦν δὴ Αἰγυπτίους τρία ἔτεα φρουρήσαντας ἀπέλυε οὐδεὶς τῆς φρουρῆς· οἳ δὲ βουλευσάμενοι καὶ κοινῷ λόγῳ χρησάμενοι πάντες ἀπὸ τοῦ Ψαμμητίχου ἀποστάντες ἤισαν ἐς Αἰθιοπίην. [2] ἀπὸ Ἐλεφαντίνης πόλιος ἄνω ἰόντι ἄναντες ἐστὶ χωρίον· ταύτῃ ὦν δεῖ τὸ πλοῖον διαδήσαντας ἀμφοτέρωθεν κατά περ βοῦν πορεύεσθαι· ἢν δὲ ἀπορραγῇ τὸ πλοῖον οἴχεται φερόμενον ὑπὸ ἰσχύος τοῦ ῥόου. καὶ τῇ ἂν κελεύῃ[. [4] οἰκέουσι δὲ τὰ ἀπὸ Ἐλεφαντίνης ἄνω Αἰθίοπες ἤδη καὶ τῆς νήσου τὸ ἥμισυ. τῶν δὲ τινὰ λέγεται δέξαντα τὸ αἰδοῖον εἰπεῖν. καὶ ἔπειτα ἀπίξεαι ἐς πεδίον λεῖον. ἐπὶ Ψαμμητίχου βασιλέος φυλακαὶ κατέστησαν ἔν τε Ἐλεφαντίνῃ πόλι πρὸς Αἰθιόπων καὶ ἐν Δάφνῃσι τῇσι Πηλουσίῃσι ἄλλη [δὲ] πρὸς Ἀραβίων τε καὶ Ἀσσυρίων. [7] οἱ δ᾽ ἐν ταύτῃ Δία θεῶν καὶ Διόνυσον μούνους σέβονται. ἀπὸ δὲ ταύτης τῆς πόλιος πλέων ἐν ἴσῳ χρόνῳ ἄλλῳ ἥξεις ἐς τοὺς αὐτομόλους ἐν ὅσῳ περ ἐξ Ἐλεφαντίνης ἦλθες ἐς τὴν μητρόπολιν τὴν Αἰθιόπων. 30. τοῖσι δὲ αὐτομόλοισι τούτοισι οὔνομα ἐστὶ Ἀσμάχ. δύναται δὲ τοῦτο τὸ ἔπος κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν οἱ ἐξ ἀριστερῆς χειρὸς παριστάμενοι βασιλέι. ἔχεται δὲ τῆς νήσου λίμνην μεγάλη. [5] καὶ ἔπειτα ἀποβὰς παρὰ τὸν ποταμὸν ὁδοιπορίην ποιήσεαι ἡμερέων τεσσεράκοντα· σκόπελοι/ τε γὰρ ἐν τῷ Νείλῳ ὀξέες ἀνέχουσι καὶ χοιράδες πολλαί εἰσι. αὖτις ἐς ἕτερον πλοῖον ἐσβὰς δυώδεκα ἡμέρας πλεύσεαι. τὸ δὲ ἥμισυ Αἰγύπτιοι. ἤθεα μαθόντες Αἰγύπτια. [3] τὸ δὲ χωρίον τοῦτο ἐστὶ ἐπ᾽ ἡμέρας τέσσερας πλόος. ἔνθα ἂν τοῦτο ᾖ. τὴν πέριξ νομάδες Αἰθίοπες νέμονται· τὴν διεκπλώσας ἐς τοῦ Νείλου τὸ ῥέεθρον ἥξεις. δι᾽ ὧν οὐκ οἷά τε ἐστὶ πλέειν.
[6] διεξελθόντας δὲ χῶρον πολλὸν ψαμμώδεα καὶ ἐν πολλῇσι ἡμέρῃσι ἰδεῖν δή κοτε δένδρεα ἐν πεδίῳ πεφυκότα. ὕδασί τε καὶ σιτίοισι εὖ ἐξηρτυμένους. νέμεται δὲ τὴν Σύρτιν τε καὶ τὴν πρὸς ἠῶ χώρην τῆς Σύρτιος οὐκ ἐπὶ πολλόν. [2] τὸν δὲ δὴ ποταμὸν τοῦτον τὸν παραρρέοντα καὶ Ἐτέαρχος συνεβάλλετο εἶναι Νεῖλον. [2] τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο ἐστὶ μὲν Λιβυκόν. [5] εἶπαι ὦν τοὺς νεηνίας ἀποπεμπομένους ὑπὸ τῶν ἡλίκων. ὡς οἱ Κυρηναῖοι ἔλεγον. ῥέει δὲ ἀπὸ ἑσπέρης τε καὶ ἡλίου δυσμέων. ἁπτομένοισι δέ σφι ἐπελθεῖν ἄνδρας μικρούς. λαβόντας δὲ ἄγειν σφέας· φωνῆς δὲ οὔτε τι τῆς ἐκείνων τοὺς Νασαμῶνας γινώσκειν οὔτε τοὺς ἄγοντας τῶν Νασαμώνων· [7] ἄγειν τε δὴ αὐτοὺς δι᾽ ἑλέων μεγίστων. παρήκουσι παρὰ πᾶσαν Λίβυες καὶ Λιβύων ἔθνεα πολλά. 33. καὶ διεξελθόντας ταῦτα ἀπικέσθαι ἐς πόλιν ἐν τῇ πάντας εἶναι τοῖσι ἄγουσι τὸ μέγαθος ἴσους. παρὰ δὲ τὴν πόλιν ῥέειν ποταμὸν μέγαν. ἀλλὰ τάδε μὲν ἤκουσα ἀνδρῶν Κυρηναίων φαμένων ἐλθεῖν τε ἐπὶ τὸ Ἄμμωνος χρηστήριον καὶ ἀπικέσθαι ἐς λόγους Ἐτεάρχῳ τῷ Ἀμμωνίων βασιλέι. [3] ἀπικομένους δὲ τοὺς Νασαμῶνας καὶ εἰρωτωμένους εἴ τι ἔχουσι πλέον λέγειν περὶ τῶν ἐρήμων τῆς Λιβύης. φάναι παρὰ σφίσι γενέσθαι ἀνδρῶν δυναστέων παῖδας ὑβριστάς. 32. ταύτην δὲ διεξελθόντας ἐς τὴν θηριώδεα ἀπικέσθαι. τὸ δὲ ἀπὸ τοῦδε οὐδεὶς ἔχει σαφέως φράσαι· ἔρημος γὰρ ἐστὶ ἡ χώρη αὕτη ὑπὸ καύματος. καὶ ἐς τοὺς οὗτοι ἀπίκοντο ἀνθρώπους. [4] τῆς γὰρ Λιβύης τὰ μὲν κατὰ τὴν βορηίην θάλασσαν ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἀρξάμενοι μέχρι Σολόεντος ἄκρης. καί κως ἐκ λόγων ἄλλων ἀπικέσθαι ἐς λέσχην περὶ τοῦ Νείλου. ἐκ δὲ ταύτης τὴν ἔρημον διεξιέναι. μετρίων ἐλάσσονας ἀνδρῶν. καί σφεας προσελθόντας ἅπτεσθαι τοῦ ἐπεόντος ἐπὶ τῶν δενδρέων καρποῦ. φαίνεσθαι δὲ ἐν αὐτῷ κροκοδείλους. ὡς οὐδεὶς αὐτοῦ οἶδε τὰς πηγάς. πλὴν ὅσον Ἕλληνες καὶ Φοίνικες ἔχουσι· τὰ δὲ ὑπὲρ θαλάσσης τε καὶ τῶν ἐπὶ θάλασσαν κατηκόντων ἀνθρώπων. καὶ εἴ τι πλέον ἴδοιεν τῶν τὰ μακρότατα ἰδομένων. ῥέει γὰρ ἐκ Λιβύης ὁ Νεῖλος καὶ μέσην τάμνων Λιβύην. ῥέειν δὲ ἀπὸ ἑσπέρης αὐτὸν πρὸς ἥλιον ἀνατέλλοντα. γόητας εἶναι ἅπαντας. ἣ τελευτᾷ τῆς Λιβύης. τοὺς ἄλλα τε μηχανᾶσθαι ἀνδρωθέντας περισσὰ καὶ δὴ καὶ ἀποκληρῶσαι πέντε ἑωυτῶν ὀψομένους τὰ ἔρημα τῆς Λιβύης. ὁ μὲν δὴ τοῦ Ἀμμωνίου Ἐτεάρχου λόγος ἐς τοῦτό μοι δεδηλώσθω. μέχρι μέν νυν τεσσέρων μηνῶν πλόου καὶ ὁδοῦ γινώσκεται ὁ Νεῖλος πάρεξ τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ῥεύματος· τοσοῦτοι γὰρ συμβαλλομένῳ μῆνες εὑρίσκονται ἀναισιμούμενοι ἐξ Ἐλεφαντίνης πορευομένῳ ἐς τοὺς αὐτομόλους τούτους.31. τὰ κατύπερθε θηριώδης ἐστὶ ἡ Λιβύη· τὰ δὲ κατύπερθε τῆς θηριώδεος ψάμμος τε ἐστὶ καὶ ἄνυδρος δεινῶς καὶ ἔρημος πάντων. ἰέναι τὰ πρῶτα μὲν διὰ τῆς οἰκεομένης. τὴν ὁδὸν ποιευμένους πρὸς ζέφυρον ἄνεμον. πλὴν ὅτι ἀπονοστῆσαί τε ἔφασκε τοὺς Νασαμῶνας. καὶ δὴ καὶ ὁ λόγος οὕτω αἱρέει. καὶ τὸν Ἐτέαρχον φάναι ἐλθεῖν κοτε παρ᾽ αὐτὸν Νασαμῶνας ἄνδρας. καὶ ὡς ἐγὼ συμβάλλομαι τοῖσι ἐμφανέσι τὰ μὴ γινωσκόμενα . χρῶμα δὲ μέλανας.
τῇ Ἰστρίην οἱ Μιλησίων οἰκέουσι ἄποικοι. [2] Αἰγύπτιοι ἅμα τῷ οὐρανῷ τῷ κατὰ σφέας ἐόντι ἑτεροίῳ καὶ τῷ ποταμῷ φύσιν ἀλλοίην παρεχομένῳ ἢ οἱ ἄλλοι ποταμοί. Αἰγύπτιοι δὲ ὑπὸ τοὺς θανάτους ἀνιεῖσι τὰς τρίχας αὔξεσθαι τάς τε ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ τῷ γενείῳ. ἐν Αἰγύπτῳ δὲ ξυρῶνται. τρέφειν τοὺς τοκέας τοῖσι μὲν παισὶ οὐδεμία ἀνάγκη μὴ βουλομένοισι. [4] ἱρᾶται γυνὴ μὲν οὐδεμία οὔτε ἔρσενος θεοῦ οὔτε θηλέης. περὶ δὲ τῶν τοῦ Νείλου πηγέων οὐδεὶς ἔχει λέγειν· ἀοίκητός τε γὰρ καὶ ἔρημος ἐστὶ ἡ Λιβύη δι᾽ ἧς ῥέει. ὁ μὲν δὴ Ἴστρος. τέως ἐξυρημένοι. ὁμουρέουσι δὲ Κυνησίοισι. Αἰγυπτίων δὲ τῷ ποιευμένῳ ἀπὸ τούτων τὴν ζόην ὄνειδος μέγιστον ἐστί. Νείλου μέν νυν πέρι τοσαῦτα εἰρήσθω. τῷ Ἴστρῳ ἐκ τῶν ἴσων μέτρων ὁρμᾶται. ἡ δὲ Αἴγυπτος τῆς ὀρεινῆς Κιλικίης μάλιστά κῃ ἀντίη κέεται· [2] ἐνθεῦτεν δὲ ἐς Σινώπην τὴν ἐν τῷ Εὐξείνῳ πόντῳ πέντε ἡμερέων ἰθέα ὁδὸς εὐζώνῳ ἀνδρί· ἡ δὲ Σινώπη τῷ Ἴστρῳ ἐκδιδόντι ἐς θάλασσαν ἀντίον κέεται. [3] φυρῶσι τὸ μὲν σταῖς τοῖσι ποσί. Αἰγύπτιοι δὲ κάτω.τεκμαιρόμενος. 35. εἴρηται· ἐκδιδοῖ δὲ ἐς Αἴγυπτον. εἵματα τῶν μὲν . εὐμαρείῃ χρέωνται ἐν τοῖσι οἴκοισι. [3] τὰ ἄχθεα οἱ μὲν ἄνδρες ἐπὶ τῶν κεφαλέων φορέουσι. ἄνδρες δὲ πάντων τε καὶ πασέων. τὰς ζειὰς μετεξέτεροι καλέουσι. [3] Ἴστρος τε γὰρ ποταμὸς ἀρξάμενος ἐκ Κελτῶν καὶ Πυρήνης πόλιος ῥέει μέσην σχίζων τὴν Εὐρώπην· οἱ δὲ Κελτοὶ εἰσὶ ἔξω Ἡρακλέων στηλέων. οἱ δὲ ἄνδρες κατ᾽ οἴκους ἐόντες ὑφαίνουσι· ὑφαίνουσι δὲ οἱ μὲν ἄλλοι ἄνω τὴν κρόκην ὠθέοντες. πλὴν ὅσοι ἀπὸ τούτων ἔμαθον. [καὶ τὴν κόπρον ἀναιρέονται]. οὐρέουσι αἱ μὲν γυναῖκες ὀρθαί. οἱ ἱρέες τῶν θεῶν τῇ μὲν ἄλλῃ κομέουσι. Αἰγύπτιοι δὲ περιτάμνονται. τὰ αἰδοῖα ὧλλοι μὲν ἐῶσι ὡς ἐγένοντο. τὸν δὲ πηλὸν τῇσι χερσί. τοῖσι ἄλλοισι ἀνθρώποισι νόμος ἅμα κήδεϊ κεκάρθαι τὰς κεφαλὰς τοὺς μάλιστα ἱκνέεται. ἐπ᾽ ὅσον μακρότατον ἱστορεῦντα ἦν ἐξικέσθαι. ῥέει γὰρ δι᾽ οἰκεομένης. ἐσθίουσι δὲ ἔξω ἐν τῇσι ὁδοῖσι ἐπιλέγοντες ὡς τὰ μὲν αἰσχρὰ ἀναγκαῖα δὲ ἐν ἀποκρύφῳ ἐστὶ ποιέειν χρεόν. ἀλλὰ ἀπὸ ὀλυρέων ποιεῦνται σιτία. οὕτω τὸν Νεῖλον δοκέω διὰ πάσης [τῆς] Λιβύης διεξιόντα ἐξισοῦσθαι τῷ Ἴστρῳ. περὶ δὲ τοῦ ῥεύματος αὐτοῦ. τὰ δὲ μὴ αἰσχρὰ ἀναφανδόν. 36. Αἰγυπτίοισι δὲ ὁμοῦ θηρίοισι ἡ δίαιτα ἐστί. οἱ δὲ ἄνδρες κατήμενοι. ἔρχομαι δὲ περὶ Αἰγύπτου μηκυνέων τὸν λόγον. ἀπὸ πυρῶν καὶ κριθέων ὧλλοι ζώουσι. τὰ πολλὰ πάντα ἔμπαλιν τοῖσι ἄλλοισι ἀνθρώποισι ἐστήσαντο ἤθεά τε καὶ νόμους· ἐν τοῖσι αἱ μὲν γυναῖκες ἀγοράζουσι καὶ καπηλεύουσι. [2] τοῖσι μὲν ἄλλοισι ἀνθρώποισι χωρὶς θηρίων <ἡ> δίαιτα ἀποκέκριται. 34. πρὸς πολλῶν γινώσκεται. αἱ δὲ γυναῖκες ἐπὶ τῶν ὤμων. ὅτι πλεῖστα θωμάσια ἔχει [ἢ ἡ ἄλλη πᾶσα χώρη] καὶ ἔργα λόγου μέζω παρέχεται πρὸς πᾶσαν χώρην τούτων εἵνεκα πλέω περὶ αὐτῆς εἰρήσεται. οἳ ἔσχατοι πρὸς δυσμέων οἰκέουσι τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ κατοικημένων· [4] τελευτᾷ δὲ ὁ Ἴστρος ἐς θάλασσαν ῥέων τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου [διὰ πάσης Εὐρώπης]. τῇσι δὲ θυγατράσι πᾶσα ἀνάγκη καὶ μὴ βουλομένῃσι.
τὰ ἐγὼ ἐν ἄλλῳ λόγῳ ἐρέω· κατορᾷ δὲ καὶ τὰς τρίχας τῆς οὐρῆς εἰ κατὰ φύσιν ἔχει πεφυκυίας. καὶ τούτου εἵνεκα δοκιμάζουσι αὐτοὺς ὧδε· τρίχα ἢν καὶ μίαν ἴδηται ἐπεοῦσαν μέλαιναν. οὐ καθαρὸν εἶναι νομίζει. γράμματα γράφουσι καὶ λογίζονται ψήφοισι Ἕλληνες μὲν ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν ἐπὶ τὰ δεξιὰ φέροντες τὴν χεῖρα. τῶν δὲ γυναικῶν ἓν ἑκάστη. τῶν εἷς ἐστι ἀρχιερεύς· ἐπεὰν δέ τις ἀποθάνῃ. 38. . ἐκ χαλκέων ποτηρίων πίνουσι. [5] κυάμους δὲ οὔτε τι μάλα σπείρουσι Αἰγύπτιοι ἐν τῇ χώρῃ. καὶ τὴν γλῶσσαν ἐξειρύσας. πῦρ ἀνακαίουσι. καὶ οὕτω ἀπάγουσι. ἀλλὰ πάντες. [3] ἢν δὲ τούτων πάντων ᾖ καθαρός. ἔπειτα δὲ ἐπ᾽ αὐτοῦ οἶνον κατὰ τοῦ ἱρηίου ἐπισπείσαντες καὶ ἐπικαλέσαντες τὸν θεὸν σφάζουσι. διασμῶντες ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην.ἀνδρῶν ἕκαστος ἔχει δύο. σφάξαντες δὲ ἀποτάμνουσι τὴν κεφαλήν. λοῦνται δὲ δὶς τῆς ἡμέρης ἑκάστης ψυχρῷ καὶ δὶς ἑκάστης νυκτός. διφασίοισι δὲ γράμμασι χρέωνται. [2] δίζηται δὲ ταῦτα ἐπὶ τούτῳ τεταγμένος τῶν τις ἱρέων καὶ ὀρθοῦ ἑστεῶτος τοῦ κτήνεος καὶ ὑπτίου. οἱ δὲ ἱρέες ξυρῶνται πᾶν τὸ σῶμα διὰ τρίτης ἡμέρης. [4] τῶν ἱστίων τοὺς κρίκους καὶ τοὺς κάλους οἱ μὲν ἄλλοι ἔξωθεν προσδέουσι. θυσίη δέ σφι ἥδε κατέστηκε. [2] σῶμα μὲν δὴ τοῦ κτήνεος δείρουσι. ἀγαγόντες τὸ σεσημασμένον κτῆνος πρὸς τὸν βωμὸν ὅκου ἂν θύωσι. καὶ τὰ μὲν αὐτῶν ἱρὰ τὰ δὲ δημοτικὰ καλέεται. οἱ δὲ δὴ ἱρέες οὐδὲ ὁρέοντες ἀνέχονται. τοὺς δὲ βοῦς τοὺς ἔρσενας τοῦ Ἐπάφου εἶναι νομίζουσι. Ἕλληνας δὲ ἐπ᾽ ἀριστερά. ἀσήμαντον δὲ θύσαντι θάνατος ἡ ζημίη ἐπικέεται. ἵνα μήτε φθεὶρ μήτε ἄλλο μυσαρὸν μηδὲν ἐγγίνηταί σφι θεραπεύουσι τοὺς θεούς. Αἰγύπτιοι δὲ ἔσωθεν. [4] πάσχουσι δὲ καὶ ἀγαθὰ οὐκ ὀλίγα· οὔτε τι γὰρ τῶν οἰκηίων τρίβουσι οὔτε δαπανῶνται. ἀλλὰ καὶ σιτία σφι ἐστὶ ἱρὰ πεσσόμενα. τά τε αἰδοῖα περιτάμνονται καθαρειότητος εἵνεκεν. θεοσεβέες δὲ περισσῶς ἐόντες μάλιστα πάντων ἀνθρώπων νόμοισι τοιοῖσιδε χρέωνται. 39. δοκιμάζεται μέν νυν τὸ κτῆνος τρόπῳ τοιῷδε. τούς τε γινομένους οὔτε τρώγουσι οὔτε ἕψοντες πατέονται. τούτου ὁ παῖς ἀντικατίσταται. νομίζοντες οὐ καθαρὸν εἶναί μιν ὄσπριον. [3] ἐσθῆτα δὲ φορέουσι οἱ ἱρέες λινέην μούνην καὶ ὑποδήματα βύβλινα· ἄλλην δέ σφι ἐσθῆτα οὐκ ἔξεστι λαβεῖν οὐδὲ ὑποδήματα ἄλλα. καὶ κρεῶν βοέων καὶ χηνέων πλῆθός τι ἑκάστῳ γίνεται πολλὸν ἡμέρης ἑκάστης. σημαίνεται βύβλῳ περὶ τὰ κέρεα εἱλίσσων καὶ ἔπειτα γῆν σημαντρίδα ἐπιπλάσας ἐπιβάλλει τὸν δακτύλιον. ἱρᾶται δὲ οὐκ εἷς ἑκάστου τῶν θεῶν ἀλλὰ πολλοί. [2] εἵματα δὲ λίνεα φορέουσι αἰεὶ νεόπλυτα. Αἰγύπτιοι δὲ ἀπὸ τῶν δεξιῶν ἐπὶ τὰ ἀριστερά· καὶ ποιεῦντες ταῦτα αὐτοὶ μὲν φασὶ ἐπὶ δεξιὰ ποιέειν. δίδοται δέ σφι καὶ οἶνος ἀμπέλινος· ἰχθύων δὲ οὔ σφι ἔξεστι πάσασθαι. εἰ καθαρὴ τῶν προκειμένων σημηίων. 37. ἐπιτηδεύοντες τοῦτο μάλιστα. προτιμῶντες καθαροὶ εἶναι ἢ εὐπρεπέστεροι. ἄλλας τε θρησκηίας ἐπιτελέουσι μυρίας ὡς εἰπεῖν λόγῳ. οὐκ ὃ μὲν ὃ δ᾽ οὔ.
ἀνορύξαντες δὲ τὰ ὀστέα ἀπάγουσι καὶ θάπτουσι ἐς ἕνα χῶρον πάντες. τὸ κέρας τὸ ἕτερον ἢ καὶ ἀμφότερα ὑπερέχοντα σημηίου εἵνεκεν· ἐπεὰν δὲ σαπῇ καὶ προσίῃ ὁ τεταγμένος χρόνος. ἐν ταύτῃ ὦ τῇ Προσωπίτιδι νήσῳ ἔνεισι μὲν καὶ ἄλλαι πόλιες συχναί. σκέλεα δὲ ἀποτάμνουσι καὶ τὴν ὀσφὺν ἄκρην καὶ τοὺς ὤμους τε καὶ τὸν τράχηλον. [5] ἣ δ᾽ ἔστι μὲν ἐν τῷ Δέλτα. [3] τῶν εἵνεκα οὔτε ἀνὴρ Αἰγύπτιος οὔτε γυνὴ ἄνδρα Ἕλληνα φιλήσειε ἂν τῷ στόματι. δαῖτα προτίθενται τὰ ἐλίποντο τῶν ἱρῶν. καιομένων δὲ τῶν ἱρῶν τύπτονται πάντες. σπλάγχνά δὲ αὐτοῦ λείπουσι ἐν τῷ σώματι καὶ τὴν πιμελήν. [4] κατὰ μέν νυν τὰς κεφαλὰς τῶν θυομένων κτηνέων καὶ τὴν ἐπίσπεισιν τοῦ οἴνου πάντες Αἰγύπτιοι νόμοισι τοῖσι αὐτοῖσι χρέωνται ὁμοίως ἐς πάντα τὰ ἱρά. τοὺς μέν νυν καθαροὺς βοῦς τοὺς ἔρσενας καὶ τοὺς μόσχους οἱ πάντες Αἰγύπτιοι θύουσι. οὔνομα τῇ πόλι Ἀτάρβηχις. τοὺς δὲ ἔρσενας κατορύσσουσι ἕκαστοι ἐν τοῖσι προαστείοισι. εἴ τι μέλλοι ἢ σφίσι τοῖσι θύουσι ἢ Αἰγύπτῳ τῇ συναπάσῃ κακὸν γενέσθαι. . 40. οὐδὲ μαχαίρῃ ἀνδρὸς Ἕλληνος χρήσεται οὐδὲ ὀβελοῖσι οὐδὲ λέβητι. κατευξάμενοι κοιλίην μὲν κείνην πᾶσαν ἐξ ὦν εἷλον. τὰς δὲ θηλέας οὔ σφι ἔξεστι θύειν. περίμετρον δὲ αὐτῆς εἰσὶ σχοῖνοι ἐννέα.1 [2] ἐπεὰν ἀποδείρωσι τὸν βοῦν. ἡ δὲ δὴ ἐξαίρεσις τῶν ἱρῶν καὶ ἡ καῦσις ἄλλη περὶ ἄλλο ἱρόν σφι κατέστηκε· τὴν δ᾽ ὦν μεγίστην τε δαίμονα ἥγηνται εἶναι καὶ μεγίστην οἱ ὁρτὴν ἀνάγουσι. τοῖσι δὲ ἂν μὴ παρέωσι Ἕλληνες. ἐν δ᾽ αὐτῇ Ἀφροδίτης ἱρὸν ἅγιον ἵδρυται. ταύτην ἔρχομαι ἐρέων .. καὶ τὰς βοῦς τὰς θηλέας Αἰγύπτιοι πάντες ὁμοίως σέβονται προβάτων πάντων μάλιστα μακρῷ.. ἔλαιον ἄφθονον καταχέοντες· [4] προνηστεύσαντες δὲ θύουσι. ἐς κεφαλὴν ταύτην τραπέσθαι. [3] ταῦτα δὲ ποιήσαντες τὸ ἄλλο σῶμα τοῦ βοὸς πιμπλᾶσι ἄρτων καθαρῶν καὶ μέλιτος καὶ ἀσταφίδος καὶ σύκων καὶ λιβανωτοῦ καὶ σμύρνης καὶ τῶν ἄλλων θυωμάτων. οἳ δὲ φέροντες ἐς τὴν ἀγορὴν ἀπ᾽ ὦν ἔδοντο. ἀπικνέεται ἐς ἑκάστην πόλιν βᾶρις ἐκ τῆς Προσωπίτιδος καλευμένης νήσου. ἐκ τῆς δὲ αἱ βάριες παραγίνονται ἀναιρησόμεναι τὰ ὀστέα τῶν βοῶν. ἐπεὰν δὲ ἀποτύψωνται. καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ νόμου οὐδὲ ἄλλου οὐδενὸς ἐμψύχου κεφαλῆς γεύσεται Αἰγυπτίων οὐδείς. [4] θάπτουσι δὲ τοὺς ἀποθνήσκοντας βοῦς τρόπον τόνδε· τὰς μὲν θηλέας ἐς τὸν ποταμὸν ἀπιεῖσι. οὐδὲ κρέως καθαροῦ βοὸς διατετμημένου Ἑλληνικῇ μαχαίρῃ γεύσεται. πλήσαντες δὲ τούτων καταγίζουσι. οἳ δ᾽ ἐκβάλλουσι ἐς τὸν ποταμόν· [3] καταρῶνται δὲ τάδε λέγοντες τῇσι κεφαλῇσι.κεφαλῇ δὲ κείνῃ πολλὰ καταρησάμενοι φέρουσι. 41. κατὰ ταὐτὰ δὲ τοῖσι βουσὶ καὶ τἆλλα κτήνεα θάπτουσι ἀποθνήσκοντα· καὶ γὰρ περὶ ταῦτα οὕτω σφι νενομοθέτηται· κτείνουσι γὰρ δὴ οὐδὲ ταῦτα. ἀλλὰ ἱραί εἰσι τῆς Ἴσιος· [2] τὸ γὰρ τῆς Ἴσιος ἄγαλμα ἐὸν γυναικήιον βούκερων ἐστὶ κατά περ Ἕλληνες τὴν Ἰοῦν γράφουσι.. [6] ἐκ ταύτης τῆς πόλιος πλανῶνται πολλοὶ ἄλλοι ἐς ἄλλας πόλις. τοῖσι μὲν ἂν ᾖ ἀγορὴ καὶ Ἕλληνές σφι ἔωσι ἐπιδήμιοι ἔμποροι.
ἔπλευσα καὶ ἐς Τύρον τῆς Φοινίκης. ἣ δὲ σμαράγδου λίθου λάμποντος τὰς νύκτας μέγαθος. [3] καὶ μὴν εἴ γε παρ᾽ Ἑλλήνων ἔλαβον οὔνομά τευ δαίμονος. καὶ ἐν αὐτῷ ἦσαν στῆλαι δύο. ἐπείτε λιπαρέειν τὸν Ἡρακλέα. τούτων οὐκ ἥκιστα ἀλλὰ μάλιστα ἔμελλον μνήμην ἕξειν. [4] ἀλλά τις ἀρχαῖος ἐστὶ θεὸς Αἰγυπτίοισι Ἡρακλέης· ὡς δὲ αὐτοὶ λέγουσι. καὶ τὸν οὐκ ἐθέλειν ὀφθῆναι ὑπ᾽ αὐτοῦ· τέλος δέ. ἀλλ᾽ εἰσί σφι ἱροὶ διὰ τοῦτο. εἴ περ καὶ τότε ναυτιλίῃσι ἐχρέωντο καὶ ἦσαν Ἑλλήνων τινὲς ναυτίλοι. ἀπὸ τούτου κριοπρόσωπον τοῦ Διὸς τὤγαλμα ποιεῦσι Αἰγύπτιοι. πυνθανόμενος αὐτόθι εἶναι ἱρὸν Ἡρακλέος ἅγιον. οὐδαμῇ Αἰγύπτου ἐδυνάσθην ἀκοῦσαι. διὰ τάδε λέγουσι τὸν νόμον τόνδε σφίσι τεθῆναι. ἔτεα ἐστὶ ἑπτακισχίλια καὶ μύρια ἐς Ἄμασιν βασιλεύσαντα. καὶ διότι Αἰγύπτιοι οὔτε Ποσειδέωνος οὔτε Διοσκούρων τὰ οὐνόματα φασὶ εἰδέναι. τάδε τὸν Δία μηχανήσασθαι· [4] κριὸν ἐκδείραντα προσχέσθαι τε τὴν κεφαλὴν ἀποταμόντα τοῦ κριοῦ καὶ ἐνδύντα τὸ νάκος οὕτω οἱ ἑωυτὸν ἐπιδέξαι. οὗτοι δὲ αἰγῶν ἀπεχόμενοι ὄις θύουσι. οὐδέ σφι θεοὶ οὗτοι ἐν τοῖσι ἄλλοισι θεοῖσι ἀποδεδέχαται. ὅτι εἴη τῶν δυώδεκα θεῶν· τοῦ ἑτέρου δὲ πέρι Ἡρακλέος. ἐν ὁρτῇ τοῦ Διός. ἣ μὲν χρυσοῦ ἀπέφθου. ὅσοι δὲ τοῦ Μένδητος ἔκτηνται ἱρὸν ἢ νομοῦ τοῦ Μενδησίου εἰσί. 44.42. τὸν δὴ Διόνυσον εἶναι λέγουσι· τούτους δὲ ὁμοίως ἅπαντες σέβονται. πολλά μοι καὶ ἄλλα τεκμήρια ἐστὶ τοῦτο οὕτω ἔχειν. 43. τοὺς δὲ κριοὺς οὐ θύουσι Θηβαῖοι. κριὸν ἕνα κατακόψαντες καὶ ἀποδείραντες κατὰ τὠυτὸ ἐνδύουσι τὤγαλμα τοῦ Διός. [5] δοκέειν δέ μοι. ἐπείτε ἐκ τῶν ὀκτὼ θεῶν οἱ δυώδεκα θεοὶ ἐγένοντο τῶν Ἡρακλέα ἕνα νομίζουσι. [2] θεοὺς γὰρ δὴ οὐ τοὺς αὐτοὺς ἅπαντες ὁμοίως Αἰγύπτιοι σέβονται. ταῦτα δὲ ποιήσαντες τύπτονται οἱ περὶ τὸ ἱρὸν ἅπαντες τὸν κριὸν καὶ ἔπειτα ἐν ἱρῇ θήκῃ θάπτουσι αὐτόν. οὗτοι μέν νυν πάντες ὀίων ἀπεχόμενοι αἶγας θύουσι. καὶ ἔπειτα ἄλλο ἄγαλμα Ἡρακλέος προσάγουσι πρὸς αὐτό. Ἡρακλέος δὲ πέρι τόνδε τὸν λόγον ἤκουσα. τὸν Ἕλληνες οἴδασι. [2] καὶ εἶδον πλουσίως κατεσκευασμένον ἄλλοισί τε πολλοῖσι ἀναθήμασι. ὡς ἔλπομαί τε καὶ ἐμὴ γνώμη αἱρέει· ὥστε τούτων ἂν καὶ μᾶλλον τῶν θεῶν τὰ οὐνόματα ἐξεπιστέατο Αἰγύπτιοι ἢ τοῦ Ἡρακλέος. ὅσοι μὲν δὴ Διὸς Θηβαιέος ἵδρυνται ἱρὸν ἤ νομοῦ τοῦ Θηβαίου εἰσί. [2] καὶ μὴν ὅτι γε οὐ παρ᾽ Ἑλλήνων ἔλαβον τὸ οὔνομα Αἰγύπτιοι τοῦ Ἡρακλέος. [6] μιῇ δὲ ἡμέρῃ τοῦ ἐνιαυτοῦ. ἐν δὲ καὶ τόδε. Ἡρακλέα θελῆσαι πάντως ἰδέσθαι τὸν Δία. ἀλλὰ Ἕλληνες μᾶλλον παρ᾽ Αἰγυπτίων καὶ Ἑλλήνων οὗτοι οἱ θέμενοι τῷ Ἀμφιτρύωνος γόνῳ τοὔνομα Ἡρακλέα. ὅτι τε τοῦ Ἡρακλέος τούτου οἱ γονέες ἀμφότεροι ἦσαν Ἀμφιτρύων καὶ Ἀλκμήνη γεγονότες τὸ ἀνέκαθεν ἀπ᾽ Αἰγύπτου. καὶ θέλων δὲ τούτων πέρι σαφές τι εἰδέναι ἐξ ὧν οἷόν τε ἦν. πλὴν Ἴσιός τε καὶ Ὀσίριος. [3] Θηβαῖοι μέν νυν καὶ ὅσοι διὰ τούτους ὀίων ἀπέχονται. καὶ τὸ οὔνομα Ἀμμώνιοι ἀπὸ τοῦδε σφίσι τὴν ἐπωνυμίην ἐποιήσαντο· Ἀμοῦν γὰρ Αἰγύπτιοι καλέουσι τὸν Δία. ἀπὸ δὲ Αἰγυπτίων Ἀμμώνιοι. ἐς . ἐόντες Αἰγυπτίων τε καὶ Αἰθιόπων ἄποικοι καὶ φωνὴν μεταξὺ ἀμφοτέρων νομίζοντες.
καὶ δοκέουσι δέ μοι οὗτοι ὀρθότατα Ἑλλήνων ποιέειν. καὶ τῷ μὲν ὡς ἀθανάτῳ Ὀλυμπίῳ δὲ ἐπωνυμίην θύουσι. τοὺς δὲ ὀκτὼ θεοὺς τούτους προτέρους τῶν δυώδεκα θεῶν φασι γενέσθαι. [2] γράφουσί τε δὴ καὶ γλύφουσι οἱ ζωγράφοι καὶ οἱ ἀγαλματοποιοὶ τοῦ Πανὸς τὤγαλμα κατά περ Ἕλληνες αἰγοπρόσωπον καὶ τραγοσκελέα. 45. τῷ δὲ ἑτέρῳ ὡς ἥρωι ἐναγίζουσι. κῶς ἂν οὗτοι ἀνθρώπους θύοιεν; [3] ἔτι δὲ ἕνα ἐόντα τὸν Ἡρακλέα καὶ ἔτι ἄνθρωπον. ἐν τῇ εὗρον ἱρὸν Ἡρακλέος ὑπὸ Φοινίκων ἱδρυμένον. τοῦτο ἐς ἐπίδεξιν ἀνθρώπων ἀπίκετο. καὶ χηνῶν. οὐδέ σφι ἐκδίδοσθαι οὐδεὶς θυγατέρα ἐθέλει οὐδ᾽ ἄγεσθαι ἐξ αὐτῶν. ὅσοι ἂν καθαροὶ ἔωσι. λέγουσι δὲ πολλὰ καὶ ἄλλα ἀνεπισκέπτως οἱ Ἕλληνες. ὅστις ἐπεὰν ἀποθάνῃ. ἐγένετο δὲ ἐν τῷ νομῷ τούτῳ ἐπ᾽ ἐμεῦ τοῦτο τὸ τέρας· γυναικὶ τράγος ἐμίσγετο ἀναφανδόν. ἐς ἀλκὴν τραπόμενον πάντας σφέας καταφονεῦσαι. οἳ διξὰ Ἡράκλεια ἱδρυσάμενοι ἔκτηνται. καὶ τοῦτο μὲν ἤν τις ψαύσῃ αὐτῶν παριὼν αὐτοῖσι τοῖσι ἱματίοισι ἀπ᾽ ὦν ἔβαψε ἑωυτὸν βὰς ἐς τὸν ποταμόν· τοῦτο δὲ οἱ συβῶται ἐόντες Αἰγύπτιοι ἐγγενέες ἐς ἱρὸν οὐδὲν τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἐσέρχονται μοῦνοι πάντων. 47. κῶς φύσιν ἔχει πολλὰς μυριάδας φονεῦσαι; καὶ περὶ μὲν τούτων τοσαῦτα ἡμῖν εἰποῦσι καὶ παρὰ τῶν θεῶν καὶ παρὰ τῶν ἡρώων εὐμένεια εἴη. [2] ἐμοὶ μέν νυν δοκέουσι ταῦτα λέγοντες τῆς Αἰγυπτίων φύσιος καὶ τῶν νόμων πάμπαν ἀπείρως ἔχειν οἱ Ἕλληνες· τοῖσι γὰρ οὐδὲ κτήνεα ὁσίη θύειν ἐστὶ χωρὶς ὑῶν καὶ ἐρσένων βοῶν καὶ μόσχων. εἶδον δὲ ἐν τῇ Τύρῳ καὶ ἄλλο ἱρὸν Ἡρακλέος ἐπωνυμίην ἔχοντος Θασίου εἶναι· [4] ἀπικόμην δὲ καὶ ἐς Θάσον. εὐήθης δὲ αὐτῶν καὶ ὅδε ὁ μῦθος ἐστὶ τὸν περὶ τοῦ Ἡρακλέος λέγουσι. [2] . ὗν δὲ Αἰγύπτιοι μιαρὸν ἥγηνται θηρίον εἶναι. καὶ τούτων οἱ αἰπόλοι τιμὰς μέζονας ἔχουσι· ἐκ δὲ τούτων ἕνα μάλιστα. [4] καλέεται δὲ ὅ τε τράγος καὶ ὁ Πὰν Αἰγυπτιστὶ Μένδης. ὡς αὐτὸν ἀπικόμενον ἐς Αἴγυπτον στέψαντες οἱ Αἰγύπτιοι ὑπὸ πομπῆς ἐξῆγον ὡς θύσοντες τῷ Διί· τὸν δὲ τέως μὲν ἡσυχίην ἔχειν. 46. καὶ μᾶλλον τοὺς ἔρσενας τῶν θηλέων. ἀλλ᾽ ἐκδίδονταί τε οἱ συβῶται καὶ ἄγονται ἐξ ἀλλήλων. οὔτι τοιοῦτον νομίζοντες εἶναί μιν ἀλλὰ ὁμοῖον τοῖσι ἄλλοισι θεοῖσι· ὅτευ δὲ εἵνεκα τοιοῦτον γράφουσι αὐτόν. οὔ μοι ἥδιον ἐστὶ λέγειν. εἶναι δὲ ἔτεα ἀπ᾽ οὗ Τύρον οἰκέουσι τριηκόσια καὶ δισχίλια. [5] τὰ μέν νυν ἱστορημένα δηλοῖ σαφέως παλαιὸν θεὸν Ἡρακλέα ἐόντα. ὡς δὴ φασί.λόγους δὲ ἐλθὼν τοῖσι ἱρεῦσι τοῦ θεοῦ εἰρόμην ὁκόσος χρόνος εἴη ἐξ οὗ σφι τὸ ἱρὸν ἵδρυται. [3] εὗρον δὲ οὐδὲ τούτους τοῖσι Ἕλλησι συμφερομένους· ἔφασαν γὰρ ἅμα Τύρῳ οἰκιζομένῃ καὶ τὸ ἱρὸν τοῦ θεοῦ ἱδρυθῆναι. τὰς δὲ δὴ αἶγας καὶ τοὺς τράγους τῶνδε εἵνεκα οὐ θύουσι Αἰγυπτίων οἱ εἰρημένοι· τὸν Πᾶνα τῶν ὀκτὼ θεῶν λογίζονται εἶναι οἱ Μενδήσιοι. οἳ κατ᾽ Εὐρώπης ζήτησιν ἐκπλώσαντες Θάσον ἔκτισαν· καὶ ταῦτα καὶ πέντε γενεῇσι ἀνδρῶν πρότερα ἐστὶ ἢ τὸν Ἀμφιτρύωνος Ἡρακλέα ἐν τῇ Ἑλλάδι γενέσθαι. [3] σέβονται δὲ πάντας τοὺς αἶγας οἱ Μενδήσιοι. ἐπεὶ δὲ αὐτοῦ πρὸς τῷ βωμῷ κατάρχοντο. πένθος μέγα παντὶ τῷ Μενδησίῳ νομῷ τίθεται.
ἐν ἄλλῃ δὲ ἡμέρῃ οὐκ ἂν ἔτι γευσαίατο. [3] οὐ μὲν οὐδὲ φήσω ὅκως Αἰγύπτιοι παρ᾽ Ἑλλήνων ἔλαβον ἢ τοῦτο ἢ ἄλλο κού τι νόμαιον. ἔστι λόγος περὶ αὐτοῦ ἱρὸς λεγόμενος. καὶ ἀπὸ τούτου μαθόντες ποιεῦσι τὰ ποιεῦσι Ἕλληνες. 48.τοῖσι μέν νυν ἄλλοισι θεοῖσι θύειν ὗς οὐ δικαιοῦσι Αἰγύπτιοι. 49. ὀλίγα αὐτῶν παραλλάξαντα. τῇ αὐτῇ πανσελήνῳ. καὶ Ἥρης καὶ Ἱστίης καὶ Θέμιος . τὴν οὐρὴν ἄκρην καὶ τὸν σπλῆνα καὶ τὸν ἐπίπλοον συνθεὶς ὁμοῦ κατ᾽ ὦν ἐκάλυψε πάσῃ τοῦ κτήνεος τῇ πιμελῇ τῇ περὶ τὴν νηδὺν γινομένῃ. καὶ ἔπειτα καταγίζει πυρί· τὰ δὲ ἄλλα κρέα σιτέονται ἐν τῇ πανσελήνῳ ἐν τῇ ἂν τὰ ἱρὰ θύσωσι. ἀλλ᾽ οἱ ἐπιγενόμενοι τούτῳ σοφισταὶ μεζόνως ἐξέφηναν· τὸν δ᾽ ὦν φαλλὸν τὸν τῷ Διονύσῳ πεμπόμενον Μελάμπους ἐστὶ ὁ κατηγησάμενος. πυθέσθαι δέ μοι δοκέει μάλιστα Μελάμπους τὰ περὶ τὸν Διόνυσον παρὰ Κάδμου τε τοῦ Τυρίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἐκ Φοινίκης ἀπικομένων ἐς τὴν νῦν Βοιωτίην καλεομένην χώρην. [3] θυσίη δὲ ἥδε τῶν ὑῶν τῇ Σελήνῃ ποιέεται· ἐπεὰν θύσῃ. ἤδη ὦν δοκέει μοι Μελάμπους ὁ Ἀμυθέωνος τῆς θυσίης ταύτης οὐκ εἶναι ἀδαὴς ἀλλ᾽ ἔμπειρος. αἳ δὲ ἕπονται ἀείδουσαι τὸν Διόνυσον. τῷ δὲ Διονύσῳ τῆς ἑορτῆς τῇ δορπίῃ χοῖρον πρὸ τῶν θυρέων σφάξας ἕκαστος διδοῖ ἀποφέρεσθαι τὸν χοῖρον αὐτῷ τῷ ἀποδομένῳ τῶν συβωτέων. οὐ γὰρ δὴ συμπεσεῖν γε φήσω τά τε ἐν Αἰγύπτῳ ποιεύμενα τῷ θεῷ καὶ τὰ ἐν τοῖσι Ἕλλησι· ὁμότροπα γὰρ ἂν ἦν τοῖσι Ἕλλησι καὶ οὐ νεωστὶ ἐσηγμένα. πυνθανόμενος οὕτω εὑρίσκω ἐόν· δοκέω δ᾽ ὦν μάλιστα ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἀπῖχθαι. οἱ δὲ πένητες αὐτῶν ὑπ᾽ ἀσθενείης βίου σταιτίνας πλάσαντες ὗς καὶ ὀπτήσαντες ταύτας θύουσι. ἔστι μὲν λόγος περὶ αὐτοῦ ὑπ᾽ Αἰγυπτίων λεγόμενος. σχεδὸν δὲ καὶ πάντων τὰ οὐνόματα τῶν θεῶν ἐξ Αἰγύπτου ἐλήλυθε ἐς τὴν Ἑλλάδα. [τοὺς] ὗς θύσαντες πατέονται τῶν κρεῶν. ὡς καὶ πρότερόν μοι ταῦτα εἴρηται. ἐμοὶ μέντοι ἐπισταμένῳ οὐκ εὐπρεπέστερος ἐστὶ λέγεσθαι. [2] ἐγὼ μέν νυν φημὶ Μελάμποδα γενόμενον ἄνδρα σοφὸν μαντικήν τε ἑωυτῷ συστῆσαι καὶ πυθόμενον ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἄλλα τε πολλὰ ἐσηγήσασθαι Ἕλλησι καὶ τὰ περὶ τὸν Διόνυσον. 50. διότι μὲν γὰρ ἐκ τῶν βαρβάρων ἥκει. Σελήνῃ δὲ καὶ Διονύσῳ μούνοισι τοῦ αὐτοῦ χρόνου. Ἕλλησι γὰρ δὴ Μελάμπους ἐστὶ ὁ ἐξηγησάμενος τοῦ Διονύσου τό τε οὔνομα καὶ τὴν θυσίην καὶ τὴν πομπὴν τοῦ φαλλοῦ· ἀτρεκέως μὲν οὐ πάντα συλλαβὼν τὸν λόγον ἔφηνε. οὐ πολλῷ τεῳ ἔλασσον ἐὸν τοῦ ἄλλου σώματος· προηγέεται δὲ αὐλός. [2] τὴν δὲ ἄλλην ἀνάγουσι ὁρτὴν τῷ Διονύσῳ [οἱ] Αἰγύπτιοι πλὴν χορῶν κατὰ ταὐτὰ σχεδὸν πάντα Ἕλλησι· ἀντὶ δὲ φαλλῶν ἄλλα σφι ἐστὶ ἐξευρημένα. νεῦον τὸ αἰδοῖον. [2] ὅτι γὰρ δὴ μὴ Ποσειδέωνος καὶ Διοσκούρων. [3] διότι δὲ μέζον τε ἔχει τὸ αἰδοῖον καὶ κινέει μοῦνον τοῦ σώματος. διότι δὲ τοὺς ὗς ἐν μὲν τῇσι ἄλλῃσι ὁρτῇσι ἀπεστυγήκασι ἐν δὲ ταύτῃ θύουσι. τὰ περιφορέουσι κατὰ κώμας γυναῖκες. ὅσον τε πηχυαῖα ἀγάλματα νευρόσπαστα.
τούτων τὰ μὲν πρῶτα αἱ Δωδωνίδες ἱρεῖαι λέγουσι. ἀνεῖλε τὸ μαντήιον χρᾶσθαι. τῶν ἄλλων θεῶν Αἰγυπτίοισι αἰεί κοτε τὰ οὐνόματα ἐστὶ ἐν τῇ χώρῃ. ὡς ἐγὼ ἐν Δωδώνῃ οἶδα ἀκούσας. ἐγένοντο. πλὴν Ποσειδέωνος· τοῦτον δὲ τὸν θεὸν παρὰ Λιβύων ἐπύθοντο· [3] οὐδαμοὶ γὰρ ἀπ᾽ ἀρχῆς Ποσειδέωνος οὔνομα ἔκτηνται εἰ μὴ Λίβυες καὶ τιμῶσι τὸν θεὸν τοῦτον αἰεί. οὗτοι δέ μοι δοκέουσι ὑπὸ Πελασγῶν ὀνομασθῆναι. ἔνθεν δὲ ἐγένοντο ἕκαστος τῶν θεῶν. ἀλλ᾽ ἀπὸ Πελασγῶν πρῶτοι μὲν Ἑλλήνων ἁπάντων Ἀθηναῖοι παραλαβόντες. ὅθεν περ καὶ Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι. οὐκ ἠπιστέατο μέχρι οὗ πρώην τε καὶ χθὲς ὡς εἰπεῖν λόγῳ. παρὰ δὲ τούτων ὧλλοι.καὶ Χαρίτων καὶ Νηρηίδων. τὰ δὲ ὕστερα τὰ ἐς Ἡσίοδόν τε καὶ Ὅμηρον ἔχοντα ἐγὼ λέγω. καὶ μετὰ χρόνον ἐχρηστηριάζοντο περὶ τῶν οὐνομάτων ἐν Δωδώνῃ· (τὸ γὰρ δὴ μαντήιον τοῦτο νενόμισται ἀρχαιότατον τῶν ἐν Ἕλλησι χρηστηρίων εἶναι. ὅστις δὲ τὰ Καβείρων ὄργια μεμύηται. οὗτος ὡνὴρ οἶδε τὸ λέγω· [3] τὴν γὰρ Σαμοθρηίκην οἴκεον πρότερον Πελασγοὶ οὗτοι οἵ περ Ἀθηναίοισι σύνοικοι ἐγένοντο. τὰ ἐγὼ φράσω. νομίζουσι δ᾽ ὦν Αἰγύπτιοι οὐδ᾽ ἥρωσι οὐδέν. ταῦτα μέν νυν καὶ ἄλλα πρὸς τούτοισι. [2] ἔπειτα δὲ χρόνου πολλοῦ διεξελθόντος ἐπύθοντο ἐκ τῆς Αἰγύπτου ἀπικόμενα τὰ οὐνόματα τῶν θεῶν τῶν ἄλλων. 53. τὰ Σαμοθρήικες ἐπιτελέουσι παραλαβόντες παρὰ Πελασγῶν. (Διονύσου δὲ ὕστερον πολλῷ ἐπύθοντο). ἔμοιγε δοκέειν. καὶ ἦν τὸν χρόνον τοῦτον μοῦνον). Ἕλληνες ἀπ᾽ Αἰγυπτίων νενομίκασι· τοῦ δὲ Ἑρμέω τὰ ἀγάλματα ὀρθὰ ἔχειν τὰ αἰδοῖα ποιεῦντες οὐκ ἀπ᾽ Αἰγυπτίων μεμαθήκασι. [4] ὀρθὰ ὦν ἔχειν τὰ αἰδοῖα τἀγάλματα τοῦ Ἑρμέω Ἀθηναῖοι πρῶτοι Ἑλλήνων μαθόντες παρὰ Πελασγῶν ἐποιήσαντο· οἱ δὲ Πελασγοὶ ἱρόν τινα λόγον περὶ αὐτοῦ ἔλεξαν. [2] Ἡσίοδον γὰρ καὶ Ὅμηρον ἡλικίην τετρακοσίοισι ἔτεσι δοκέω μευ πρεσβυτέρους γενέσθαι καὶ οὐ πλέοσι· οὗτοι δὲ εἰσὶ οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησι καὶ τοῖσι θεοῖσι τὰς ἐπωνυμίας δόντες καὶ τιμάς τε καὶ τέχνας διελόντες καὶ εἴδεα αὐτῶν σημήναντες. ἔθυον δὲ πάντα πρότερον οἱ Πελασγοὶ θεοῖσι ἐπευχόμενοι. ἀπὸ μὲν δὴ τούτου τοῦ χρόνου ἔθυον τοῖσι οὐνόμασι τῶν θεῶν χρεώμενοι· παρὰ δὲ Πελασγῶν Ἕλληνες ἐξεδέξαντο ὕστερον. 52. 51. [2] Ἀθηναίοισι γὰρ ἤδη τηνικαῦτα ἐς Ἕλληνας τελέουσι Πελασγοὶ σύνοικοι ἐγένοντο ἐν τῇ χώρῃ. [τὰ ἐν τοῖσι ἐν Σαμοθρηίκῃ μυστηρίοισι δεδήλωται]. τῶν δὲ οὔ φασι θεῶν γινώσκειν τὰ οὐνόματα. [3] ἐπεὶ ὦν ἐχρηστηριάζοντο ἐν τῇ Δωδώνῃ οἱ Πελασγοὶ εἰ ἀνέλωνται τὰ οὐνόματα τὰ ἀπὸ τῶν βαρβάρων ἥκοντα. ἐπωνυμίην δὲ οὐδ᾽ οὔνομα ἐποιεῦντο οὐδενὶ αὐτῶν· οὐ γὰρ ἀκηκόεσάν κω. ὁκοῖοί τε τινὲς τὰ εἴδεα. . [3] οἱ δὲ πρότερον ποιηταὶ λεγόμενοι τούτων τῶν ἀνδρῶν γενέσθαι ὕστερον. εἴτε αἰεὶ ἦσαν πάντες. θεοὺς δὲ προσωνόμασαν σφέας ἀπὸ τοῦ τοιούτου. λέγω δὲ τὰ λέγουσι αὐτοὶ Αἰγύπτιοι. [καὶ παρὰ τούτων Σαμοθρήικες τὰ ὄργια παραλαμβάνουσι]. ὅτι κόσμῳ θέντες τὰ πάντα πρήγματα καὶ πάσας νομὰς εἶχον.
54. [2] ἱζομένην δέ μιν ἐπὶ φηγὸν αὐδάξασθαι φωνῇ ἀνθρωπηίῃ ὡς χρεὸν εἴη μαντήιον αὐτόθι Διὸς γενέσθαι. ταῦτα μέν νυν τῶν ἐν Θήβῃσι ἱρέων ἤκουον. πρότερον δὲ Πελασγίης καλευμένης τῆς αὐτῆς ταύτης. καὶ παρὰ τούτων Ἕλληνες . ἐπείτε συνετά σφι ηὔδα ἡ γυνή· ἕως δὲ ἐβαρβάριζε. [2] εἰρομένου δέ μευ ὁκόθεν οὕτω ἀτρεκέως ἐπιστάμενοι λέγουσι. ἔφασαν οἱ ἱρέες τοῦ Θηβαιέος Διὸς δύο γυναῖκας ἱρείας ἐκ Θηβέων ἐξαχθῆναι ὑπὸ Φοινίκων. χρηστηρίων δὲ πέρι τοῦ τε ἐν Ἕλλησι καὶ τοῦ ἐν Λιβύῃ τόνδε Αἰγύπτιοι λόγον λέγουσι. ἐγὼ δ᾽ ἔχω περὶ αὐτῶν γνώμην τήνδε· εἰ ἀληθέως οἱ Φοίνικες ἐξήγαγον τὰς ἱρὰς γυναῖκας καὶ τὴν μὲν αὐτέων ἐς Λιβύην τὴν δὲ ἐς τὴν Ἐλλάδα ἀπέδοντο. τῶν τῇ πρεσβυτάτῃ οὔνομα ἦν Προμένεια. ἔνθα ἀπίκετο. 58. τῇ δὲ νεωτάτῃ Νικάνδρη. πυθέσθαι δὲ ὕστερον ταῦτα περὶ αὐτέων τά περ δὴ ἔλεγον. 56. ἐνθαῦτα μνήμην αὐτοῦ ἔχειν· [3] ἐκ δὲ τούτου χρηστήριον κατηγήσατο. πρηθῆναι ἐς Θεσπρωτούς. ἔφασαν πρὸς ταῦτα ζήτησιν μεγάλην ἀπὸ σφέων γενέσθαι τῶν γυναικῶν τουτέων. πελειάδες δέ μοι δοκέουσι κληθῆναι πρὸς Δωδωναίων ἐπὶ τοῦδε αἱ γυναῖκες. καὶ αὐτοὺς ὑπολαβεῖν θεῖον εἶναι τὸ ἐπαγγελλόμενον αὐτοῖσι. καὶ τὴν μὲν αὐτέων πυθέσθαι ἐς Λιβύην πρηθεῖσαν τὴν δὲ ἐς τοὺς Ἕλληνας· ταύτας δὲ τὰς γυναῖκας εἶναι τὰς ἱδρυσαμένας τὰ μαντήια πρώτας ἐν τοῖσι εἰρημένοισι ἔθνεσι. [2] ἔπειτα δουλεύουσα αὐτόθι ἱδρύσασθαι ὑπὸ φηγῷ πεφυκυίῃ ἱρὸν Διός. ἐπείτε συνέλαβε τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν· φάναι δέ οἱ ἀδελφεὴν ἐν Λιβύῃ πεπρῆσθαι ὑπὸ τῶν αὐτῶν Φοινίκων ὑπ᾽ ὧν καὶ αὐτὴ ἐπρήθη. 55. πανηγύρις δὲ ἄρα καὶ πομπὰς καὶ προσαγωγὰς πρῶτοι ἀνθρώπων Αἰγύπτιοι εἰσὶ οἱ ποιησάμενοι. ἔλεγον ταῦτα· συνωμολόγεον δέ σφι καὶ οἱ ἄλλοι Δωδωναῖοι οἱ περὶ τὸ ἱρόν. [3] ἡ δὲ μαντηίη ἥ τε ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι καὶ ἐν Δωδώνῃ παραπλήσιαι ἀλλήλῃσι τυγχάνουσι ἐοῦσαι. Δωδωναίων δὲ αἱ ἱρεῖαι. [3] τὴν δὲ ἐς τοὺς Λίβυας οἰχομένην πελειάδα λέγουσι Ἄμμωνος χρηστήριον κελεῦσαι τοὺς Λίβυας ποιέειν· ἔστι δὲ καὶ τοῦτο Διός. ἐδόκεον δέ σφι ὁμοίως ὄρνισι φθέγγεσθαι· [2] μετὰ δὲ χρόνον τὴν πελειάδα ἀνθρωπηίῃ φωνῇ αὐδάξασθαι λέγουσι. διότι βάρβαροι ἦσαν. ὄρνιθος τρόπον ἐδόκεέ σφι φθέγγεσθαι. ἐπεὶ τέῳ ἂν τρόπῳ πελειάς γε ἀνθρωπηίῃ φωνῇ φθέγξαιτο; μέλαιναν δὲ λέγοντες εἶναι τὴν πελειάδα σημαίνουσι ὅτι Αἰγυπτίη ἡ γυνὴ ἦν. ἔστι δὲ καὶ τῶν ἱρῶν ἡ μαντικὴ ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἀπιγμένη. 57. δοκέει ἐμοί ἡ γυνὴ αὕτη τῆς νῦν Ἑλλάδος. ὥσπερ ἦν οἰκὸς ἀμφιπολεύουσαν ἐν Θήβῃσι ἱρὸν Διός. τάδε δὲ Δωδωναίων φασὶ αἱ προμάντιες· δύο πελειάδας μελαίνας ἐκ Θηβέων τῶν Αἰγυπτιέων ἀναπταμένας τὴν μὲν αὐτέων ἐς Λιβύην τὴν δὲ παρὰ σφέας ἀπικέσθαι. τῇ δὲ μετὰ ταύτην Τιμαρέτη. καί σφεας ἐκ τούτου ποιῆσαι. καὶ ἀνευρεῖν μὲν σφέας οὐ δυνατοὶ γενέσθαι.
πλέουσί τε γὰρ δὴ ἅμα ἄνδρες γυναιξὶ καὶ πολλόν τι πλῆθος ἑκατέρων ἐν ἑκάστῃ βάρι· αἳ μὲν τινὲς τῶν γυναικῶν κρόταλα ἔχουσαι κροταλίζουσι. οἳ δὲ αὐλέουσι κατὰ πάντα τὸν πλόον. ἐς δὲ Ἡλίου τε πόλιν καὶ Βουτοῦν θυσίας μούνας ἐπιτελέουσι φοιτέοντες. καὶ οὕτω οὐκ ἐν Σάι μούνῃ καίεται ἀλλὰ καὶ ἀνὰ πᾶσαν Αἴγυπτον. καὶ τοῦτο καίεται παννύχιον. 60. 62. 63. [2] οἳ δ᾽ ἂν μὴ ἔλθωσι τῶν Αἰγυπτίων ἐς τὴν πανήγυριν ταύτην. ἕκτα δὲ ἐς Πάπρημιν πόλιν τῷ Ἄρεϊ. ὁρτάζουσι μεγάλας ἀνάγοντες θυσίας. [2] ἐπεὰν δὲ πλέοντες κατά τινα πόλιν ἄλλην γένωνται. συμφοιτῶσι δέ. αἳ δὲ τωθάζουσι βοῶσαι τὰς ἐν τῇ πόλι ταύτῃ γυναῖκας. ἵδρυται δὲ ἡ πόλις αὕτη τῆς Αἰγύπτου ἐν μέσῳ τῷ Δέλτα· Ἶσις δὲ ἐστὶ κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν Δημήτηρ. καὶ οἶνος ἀμπέλινος ἀναισιμοῦται πλέων ἐν τῇ ὁρτῇ ταύτῃ ἢ ἐν τῷ ἅπαντι ἐνιαυτῷ τῷ ἐπιλοίπῳ. αἳ δὲ ὀρχέονται. δεύτερα δὲ ἐς Βούσιριν πόλιν τῇ Ἴσι· [2] ἐν ταύτῃ γὰρ δὴ τῇ πόλι ἐστὶ μέγιστον Ἴσιος ἱρόν. ὅ τι ἀνὴρ καὶ γυνή ἐστι πλὴν παιδίων. ταῦτα παρὰ πᾶσαν πόλιν παραποταμίην ποιεῦσι· [3] ἐπεὰν δὲ ἀπίκωνται ἐς τὴν Βούβαστιν. ἐν δὲ Παπρήμι θυσίας μὲν καὶ ἱρὰ κατά περ καὶ τῇ ἄλλῃ ποιεῦσι· εὖτ᾽ ἂν δὲ γίνηται καταφερὴς ὁ ἥλιος. πανηγύρις δὲ συχνάς. τέταρτα δὲ ἐς Ἡλίου πόλιν τῷ Ἡλίω. ἔστι ἱρὸς περὶ αὐτοῦ λόγος λεγόμενος. φυλάσσοντες τὴν νύκτα τῆς θυσίης καίουσι καὶ αὐτοὶ πάντες τὰ λύχνα. [2] ὅσοι δὲ Καρῶν εἰσι ἐν Αἰγύπτῳ οἰκέοντες. 61. ἐγχρίμψαντες τὴν βᾶριν τῇ γῇ ποιεῦσι τοιάδε· αἳ μὲν τινὲς τῶν γυναικῶν ποιεῦσι τά περ εἴρηκα. ἐν δὲ Βουσίρι πόλι ὡς ἀνάγουσι τῇ Ἴσι τὴν ὁρτήν. εἴρηται προτερόν μοι· τύπτονται μὲν γὰρ δὴ μετὰ τὴν θυσίην πάντες καὶ πᾶσαι. ὡς οἱ ἐπιχώριοι λέγουσι. ἐς Σάιν δὲ πόλιν ἐπεὰν συλλεχθέωσι. μυριάδες κάρτα πολλαὶ ἀνθρώπων· τὸν δὲ τύπτονται. καὶ τῇ ὁρτῇ οὔνομα κέεται λυχνοκαΐη. 59.μεμαθήκασι. τῆς θυσίης ἐν τῇ νυκτὶ λύχνα καίουσι πάντες πολλὰ ὑπαίθρια περὶ τὰ δώματα κύκλῳ· τὰ δὲ λύχνα ἐστὶ ἐμβάφια ἔμπλεα ἁλὸς καὶ ἐλαίου. πέμπτα δὲ ἐς Βουτοῦν πόλιν τῇ Λητοῖ. καὶ τούτῳ εἰσὶ δῆλοι ὅτι εἰσὶ ξεῖνοι καὶ οὐκ Αἰγύπτιοι. [3] τρίτα δὲ ἐς Σάιν πόλιν τῇ Ἀθηναίῃ πανηγυρίζουσι. ἐς μέν νυν Βούβαστιν πόλιν ἐπεὰν κομίζωνται. αἱ δὲ λοιπαὶ γυναῖκες καὶ ἄνδρες ἀείδουσι καὶ τὰς χεῖρας κροτέουσι. ὀλίγοι μὲν τινὲς τῶν ἱρέων περὶ τὤγαλμα πεπονέαται. αἳ δὲ ἀνασύρονται ἀνιστάμεναι. οὗτοι δὲ τοσούτῳ ἔτι πλέω ποιεῦσι τούτων ὅσῳ καὶ τὰ μέτωπα κόπτονται μαχαίρῃσι. τεκμήριον δέ μοι τούτου τόδε· αἱ μὲν γὰρ φαίνονται ἐκ πολλοῦ τευ χρόνου ποιεύμεναι. οὔ μοι ὅσιον ἐστὶ λέγειν. οἱ δὲ πολλοὶ αὐτῶν ξύλων κορύνας . καὶ ἐς ἑβδομήκοντα μυριάδας. μάλιστα μὲν καὶ προθυμότατα ἐς Βούβαστιν πόλιν τῇ Ἀρτέμιδι. ταῦτα μὲν δὴ ταύτῃ ποιέεται. ποιεῦσι τοιάδε. ὅτευ δὲ εἵνεκα φῶς ἔλαχε καὶ τιμὴν ἡ νὺξ αὕτη. αἱ δὲ Ἑλληνικαὶ νεωστὶ ἐποιήθησαν. πανηγυρίζουσι δὲ Αἰγύπτιοι οὐκ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ. ἐπιπολῆς δὲ ἔπεστι αὐτὸ τὸ ἐλλύχνιον.
τὰ δὲ οὔ. [4] οἳ δὲ ἐν τῇσι πόλισι ἕκαστοι εὐχὰς τάσδε σφι ἀποτελέουσι· εὐχόμενοι τῷ θεῷ τοῦ ἂν ᾖ τὸ θηρίον. νομίζοντες ἀνθρώπους εἶναι κατά περ τὰ ἄλλα κτήνεα· [2] καὶ γὰρ τὰ ἄλλα κτήνεα ὁρᾶν καὶ ὀρνίθων γένεα ὀχευόμενα ἔν τε τοῖσι νηοῖσι τῶν θεῶν καὶ ἐν τοῖσι τεμένεσι· εἰ ὦν εἶναι τῷ θεῷ τοῦτο μὴ φίλον. [2] ἐοῦσα ἡ Αἴγυπτος ὅμουρος τῇ Λιβύῃ οὐ μάλα θηριώδης ἐστί· τὰ δὲ ἐόντα σφι ἅπαντα ἱρὰ νενόμισται. τὰ ἐγὼ φεύγω μάλιστα ἀπηγέεσθαι· τὰ δὲ καὶ εἴρηκα αὐτῶν ἐπιψαύσας. οὐκ ἂν οὐδὲ τὰ κτήνεα ποιέειν. οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι σχεδὸν πάντες ἄνθρωποι. ἕκαστοι ἔχοντες ξύλα καὶ οὗτοι. ξυρῶντες τῶν παιδίων ἢ πᾶσαν τὴν κεφαλὴν ἢ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον μέρος τῆς κεφαλῆς. τοῦτο τῇ μελεδωνῷ τῶν θηρίων διδοῖ. καὶ τοὺς προπόλους τῆς μητρός. τῶν δὲ εἵνεκεν ἀνεῖται [τὰ θηρία] ἱρὰ εἰ λέγοιμι. 64. πλὴν Αἰγυπτίων καὶ Ἑλλήνων. ἀναγκαίῃ καταλαμβανόμενος εἶπον. μίσγονται ἐν ἱροῖσι καὶ ἀπὸ γυναικῶν [ἀνιστάμενοι] ἄλουτοι ἐσέρχονται ἐς ἱρόν. ἣ δὲ ἀντ᾽ αὐτοῦ τάμνουσα ἰχθῦς παρέχει βορὴν τοῖσι θηρίοισι. ἄλλοι τε εὐχωλὰς ἐπιτελέοντες πλεῦνες χιλίων ἀνδρῶν. οἳ δὲ οὐκ ἐῶσι ἐν τοῖσι προπυλαίοισι ἑστεῶτες ἐσιέναι. θάνατος ἡ ζημίη. [5] τροφὴ μὲν δὴ αὐτοῖσι τοιαύτη ἀποδέδεκται· τὸ δ᾽ ἄν τις τῶν θηρίων τούτων ἀποκτείνῃ. καὶ τὰ μὲν σύντροφα αὐτοῖσι [τοῖσι ἀνθρώποισι]. ἱστᾶσι σταθμῷ πρὸς ἀργύριον τὰς τρίχας· τὸ δ᾽ ἂν ἑλκύσῃ. ἢν μὲν ἑκών. οἱ δὲ εὐχωλιμαῖοι τιμωρέοντες τῷ θεῷ παίουσι αὐτοὺς ἀλεξομένους.ἔχοντες ἑστᾶσι τοῦ ἱροῦ ἐν τῇ ἐσόδῳ. . τὸν δὲ ἐξ ἄλλης πόλιος ἀγαγόμενον ἀνθρώπους τούς τε προπόλους τρηχέως περισπεῖν καὶ ἐσελθεῖν παρὰ τὴν μητέρα. ἢν δὲ ἀέκων. καὶ ὡς ἐγὼ δοκέω πολλοὶ καὶ ἀποθνήσκουσι ἐκ τῶν τρωμάτων· οὐ μέντοι οἵ γε Αἰγύπτιοι ἔφασαν ἀποθνήσκειν οὐδένα. τῶν παῖς παρὰ πατρὸς ἐκδέκεται τὴν τιμήν. οὐ περιορᾶν παριέναι ἀλλὰ ἀπερύκειν. [3] νόμος δὲ ἐστὶ περὶ τῶν θηρίων ὧδε ἔχων· μελεδωνοὶ ἀποδεδέχαται τῆς τροφῆς χωρὶς ἑκάστων καὶ ἔρσενες καὶ θήλεαι τῶν Αἰγυπτίων. [2] τὸ δὲ ἄγαλμα ἐὸν ἐν νηῷ μικρῷ ξυλίνῳ κατακεχρυσωμένῳ προεκκομίζουσι τῇ προτεραίῃ ἐς ἄλλο οἴκημα ἱρόν. ἀπὸ τούτου τῷ Ἄρεϊ ταύτην τὴν πληγὴν ἐν τῇ ὁρτῇ νενομικέναι φασί. ἐπὶ τὰ ἕτερα ἁλέες ἑστᾶσι. καὶ τὸν Ἄρεα ἀπότροφον γενόμενον ἐλθεῖν ἐξανδρωμένον ἐθέλοντα τῇ μητρὶ συμμῖξαι. [4] τὴν δὲ πανήγυριν ταύτην ἐκ τοῦδε νομίσαι φασὶ οἱ ἐπιχώριοι· οἰκέειν ἐν τῷ ἱρῷ τούτῳ τοῦ Ἄρεος τὴν μητέρα. [3] ἐνθαῦτα μάχη ξύλοισι καρτερὴ γίνεται κεφαλάς τε συναράσσονται. καὶ τὸ μὴ μίσγεσθαι γυναιξὶ ἐν ἱροῖσι μηδὲ ἀλούτους ἀπὸ γυναικῶν ἐς ἱρὰ ἐσιέναι οὗτοι εἰσὶ οἱ πρῶτοι θρησκεύσαντες. Αἰγύπτιοι δὲ θρησκεύουσι περισσῶς τά τε ἄλλα περὶ τὰ ἱρὰ καὶ δὴ καὶ τάδε. οἷα οὐκ ὀπωπότας αὐτὸν πρότερον. καταβαίην ἂν τῷ λόγῳ ἐς τὰ θεῖα πρήγματα. οἱ μὲν δὴ ὀλίγοι οἱ περὶ τὤγαλμα λελειμμένοι ἕλκουσι τετράκυκλον ἅμαξαν ἄγουσαν τὸν νηόν τε καὶ τὸ ἐν τῷ νηῷ ἐνεὸν ἄγαλμα. οὗτοι μέν νυν τοιαῦτα ἐπιλέγοντες ποιεῦσι ἔμοιγε οὐκ ἀρεστά· 65.
τὰς δὲ ἴβις ἐς Ἑρμέω πόλιν. ἐνθαῦτα ὁ τροχίλος ἐσδύνων ἐς τὸ . τυφλὸν δὲ ἐν ὕδατι. τὴν δὲ νύκτα πᾶσαν ἐν τῷ ποταμῷ· θερμότερον γὰρ δή ἐστι τὸ ὕδωρ τῆς τε αἰθρίης καὶ τῆς δρόσου. [2] τὰς δὲ ἄρκτους ἐούσας σπανίας καὶ τοὺς λύκους οὐ πολλῷ τεῳ ἐόντας ἀλωπέκων μέζονας αὐτοῦ θάπτουσι τῇ ἂν εὑρεθέωσι κείμενοι. πᾶν τὸ σῶμα καὶ τὴν κεφαλήν. ἀμελήσαντες σβεννύναι τὸ καιόμενον. ὀδόντας δὲ μεγάλους καὶ χαυλιόδοντας κατὰ λόγον τοῦ σώματος. τίκτει μὲν γὰρ ᾠὰ ἐν γῇ καὶ ἐκλέπει. 66. τεθνάναι ἀνάγκη. οὐδὲ κινέει τὴν κάτω γνάθον. ἅτε δὴ ὦν ἐν ὕδατι δίαιταν ποιεύμενον. ὁ δὲ τροχίλος εἰρηναῖόν οἱ ἐστὶ ἅτε ὠφελεομένῳ πρὸς αὐτοῦ· [5] ἐπεὰν γὰρ ἐς τὴν γῆν ἐκβῇ ἐκ τοῦ ὕδατος ὁ κροκόδειλος καὶ ἔπειτα χάνῃ (ἔωθε γὰρ τοῦτο ὡς ἐπίπαν ποιέειν πρὸς τὸν ζέφυρον). ἐν ὁτέοισι δ᾽ ἂν οἰκίοισι αἰέλουρος ἀποθάνῃ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου. ἐν Βουβάστιπόλι· τὰς δὲ κύνας ἐν τῇ ἑωυτῶν ἕκαστοι πόλι θάπτουσι ἐν ἱρῇσι θήκῃσι. [2] πρὸς ὦν ταῦτα σοφίζονται τάδε· ἁρπάζοντες ἀπὸ τῶν θηλέων καὶ ὑπαιρεόμενοι τὰ τέκνα κτείνουσι. οὐκέτι φοιτέουσι παρὰ τοὺς ἔρσενας· οἳ δὲ διζήμενοι μίσγεσθαι αὐτῇσι οὐκ ἔχουσι. οἱ ἐνοικέοντες πάντες ξυρῶνται τὰς ὀφρύας μούνας. ἀλλὰ καὶ τοῦτο μοῦνον θηρίων τὴν ἄνω γνάθον προσάγει τῇ κάτω. 68. τὰ μὲν δὴ ἄλλα ὄρνεα καὶ θηρία φεύγει μιν. [3] πυρκαϊῆς δὲ γενομένης θεῖα πρήγματα καταλαμβάνει τοὺς αἰελούρους· οἱ μὲν γὰρ Αἰγύπτιοι διαστάντες φυλακὰς ἔχουσι τῶν αἰελούρων. τὰς δὲ μυγαλᾶς καὶ τοὺς ἴρηκας ἀπάγουσι ἐς Βουτοῦν πόλιν. ἐν δὲ τῇ αἰθρίῃ ὀξυδερκέστατον. [2] πάντων δὲ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν θνητῶν τοῦτο ἐξ ἐλαχίστου μέγιστον γίνεται· τὰ μὲν γὰρ ᾠὰ χηνέων οὐ πολλῷ μέζονα τίκτει. τῶν δὲ κροκοδείλων φύσις ἐστὶ τοιήδε. ἀπάγονται δὲ οἱ αἰέλουροι ἀποφανόντες ἐς ἱρὰς στέγας. οἱ δὲ αἰέλουροι διαδύνοντες καὶ ὑπερθρώσκοντες τοὺς ἀνθρώπους ἐσάλλονται ἐς τὸ πῦρ. [4] ἔχει δὲ καὶ ὄνυχας καρτεροὺς καὶ δέρμα λεπιδωτὸν ἄρρηκτον ἐπὶ τοῦ νώτου. ἔνθα θάπτονται ταριχευθέντες. [4] ταῦτα δὲ γινόμενα πένθεα μεγάλα τοὺς Αἰγυπτίους καταλαμβάνει. καὶ ὁ νεοσσὸς κατὰ λόγον τοῦ ᾠοῦ γίνεται. αὐξανόμενος δὲ γίνεται καὶ ἐς ἑπτακαίδεκα πήχεας καὶ μέζων ἔτι. γλῶσσαν δὲ μοῦνον θηρίων οὐκ ἔφυσε. 67. ὣς δὲ αὕτως τῇσι κυσὶ οἱ ἰχνευταὶ θάπτονται. ἤν τε ἑκὼν ἤν τε ἀέκων. πολλῶν δὲ ἐόντων ὁμοτρόφων τοῖσι ἀνθρώποισι θηρίων πολλῷ ἂν ἔτι πλέω ἐγίνετο. κτείναντες μέντοι οὐ πατέονται· αἳ δὲ στερισκόμεναι τῶν τέκνων. εἰ μὴ κατελάμβανε τοὺς αἰελούρους τοιάδε· ἐπεὰν τέκωσι αἱ θήλεαι. ἄλλων δὲ ἐπιθυμέουσαι. οὕτω δὴ ἀπικνέονται παρὰ τοὺς ἔρσενας· φιλότεκνον γὰρ τὸ θηρίον. καὶ τὸ πολλὸν τῆς ἡμέρης διατρίβει ἐν τῷ ξηρῷ. ὃς δ᾽ ἂν ἶβιν ἢ ἴρηκα ἀποκτείνῃ. ἐὸν δὲ τετράπουν χερσαῖον καὶ λιμναῖον ἐστί.ἀποτίνει ζημίην τὴν ἂν οἱ ἱρέες τάξωνται. τοὺς χειμεριωτάτους μῆνας τέσσερας ἐσθίει οὐδέν. παρ᾽ ὁτέοισι δ᾽ ἂν κύων. τὸ στόμα ἔνδοθεν φονέει πᾶν μεστὸν βδελλέων. [3] ἔχει δὲ ὀφθαλμοὺς μὲν ὑός.
ἐγὼ μέν μιν οὐκ εἶδον εἰ μὴ ὅσον γραφῇ· καὶ γὰρ δὴ καὶ σπάνιος ἐπιφοιτᾷ σφι. καλέονται δὲ οὐ κροκόδειλοι ἀλλὰ χάμψαι· κροκοδείλους δὲ Ἴωνες ὠνόμασαν. πεντακοσίων· [2] φοιτᾶν δὲ τότε φασὶ ἐπεάν οἱ ἀποθάνῃ ὁ πατήρ. [3] οἱ δὲ περὶ Ἐλεφαντίνην πόλιν οἰκέοντες καὶ ἐσθίουσι αὐτοὺς οὐκ ἡγεόμενοι ἱροὺς εἶναι. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες· ἐξ Ἀραβίης ὁρμώμενον ἐς τὸ ἱρὸν τοῦ Ἡλίου κομίζειν τὸν πατέρα ἐν σμύρνῃ ἐμπλάσσοντα καὶ θάπτειν ἐν τοῦ Ἡλίου τῷ ἱρῷ. ἐπεὰν νῶτον ὑὸς δελεάσῃ περὶ ἄγκιστρον. ταύτην γράφω. χαυλιόδοντας φαῖνον. 71. μέγαθος ὅσον τε βοῦς ὁ μέγιστος· τὸ δέρμα δ᾽ αὐτοῦ οὕτω δή τι παχύ ἐστι ὥστε αὔου γενομένου ξυστὰ ποιέεσθαι [ἀκόντια] ἐξ αὐτοῦ. καὶ σιτία ἀποτακτὰ διδόντες καὶ ἱρήια. τοῖσι δὲ οὔ. ἐντυχὼν δὲ τῷ νώτῳ καταπίνει· οἳ δὲ ἕλκουσι. 70. ἄγραι δὲ σφέων πολλαὶ κατεστᾶσι καὶ παντοῖαι· ἣ δ᾽ ὦν ἔμοιγε δοκέει ἀξιωτάτη ἀπηγήσιος εἶναι. καὶ περιέποντες ὡς κάλλιστα ζῶντας· ἀποθανόντας δὲ θάπτουσι ταριχεύσαντες ἐν ἱρῇσι θήκῃσι. δι᾽ ἐτέων. καὶ τῶν ὀρνίθων τοὺς χηναλώπεκας. ἐπεὰν δὲ ἀποπειρηθῇ. [4] κομίζειν δὲ οὕτω· πρῶτον τῆς σμύρνης ᾠὸν πλάσσειν ὅσον τε δυνατός ἐστι φέρειν. ἱροὺς δὲ τούτους τοῦ Νείλου φασὶ εἶναι. ὁπλαὶ βοός. τοσόσδε καὶ τοιόσδε· τὰ μὲν αὐτοῦ χρυσόκομα τῶν πτερῶν τὰ δὲ ἐρυθρὰ ἐς τὰ μάλιστα· αἰετῷ περιήγησιν ὁμοιότατος καὶ τὸ μέγαθος. ἐπεὰν δὲ ἐξελκυσθῇ ἐς γῆν. μετιεῖ ἐς μέσον τὸν ποταμόν. εἰ τῇ γραφῇ παρόμοιος. τῷ οὔνομα φοῖνιξ. οὕτω δὴ κοιλήναντα τὸ ᾠὸν τὸν πατέρα ἐς αὐτὸ ἐντιθέναι. νομίζουσι δὲ καὶ τῶν ἰχθύων τὸν καλεύμενον λεπιδωτὸν ἱρὸν εἶναι καὶ τὴν ἔγχελυν. ἀλλ᾽ ἅτε πολεμίους περιέπουσι· οἱ δὲ περί τε Θήβας καὶ τὴν Μοίριος λίμνην οἰκέοντες καὶ κάρτα ἥγηνται αὐτοὺς εἶναι ἱρούς· [2] ἐκ πάντων δὲ ἕνα ἑκάτεροι τρέφουσι κροκόδειλον δεδιδαγμένον εἶναι χειροήθεα. 73. εἰκάζοντες αὐτῶν τὰ εἴδεα τοῖσι παρὰ σφίσι γινομένοισι κροκοδείλοισι τοῖσι ἐν τῇσι αἱμασιῇσι. ὡς Ἡλιοπολῖται λέγουσι.στόμα αὐτοῦ καταπίνει τὰς βδέλλας· ὁ δὲ ὠφελεύμενος ἥδεται καὶ οὐδὲν σίνεται τὸν τροχίλον. οὐρὴν ἵππου καὶ φωνήν. σμύρνῃ δὲ ἄλλῃ ἐμπλάσσειν τοῦτο κατ᾽ ὅ . ἔστι δέ. φύσιν δὲ παρέχονται ἰδέης τοιήνδε· τετράπουν ἐστί. [2] ἐπακούσας δὲ τῆς φωνῆς ὁ κροκόδειλος ἵεται κατὰ τὴν φωνήν. πρῶτον ἁπάντων ὁ θηρευτὴς πηλῷ κατ᾽ ὦν ἔπλασε αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς· τοῦτο δὲ ποιήσας κάρτα εὐπετέως τὰ λοιπὰ χειροῦται. λοφιὴν ἔχον ἵππου. μὴ ποιήσας δὲ τοῦτο σὺν πόνῳ. τὰς ἱρὰς ἥγηνται εἶναι. σιμόν. δίχηλον. γίνονται δὲ καὶ ἐνύδριες ἐν τῷ ποταμῷ. τοῖσι μὲν δὴ τῶν Αἰγυπτίων ἱροί εἰσι οἱ κροκόδειλοι. ἀρτήματα/ τε λίθινα χυτὰ καὶ χρύσεα ἐς τὰ ὦτα ἐνθέντες καὶ ἀμφιδέας περὶ τοὺς ἐμπροσθίους πόδας. μετὰ δὲ πειρᾶσθαι αὐτὸ φορέοντα. τοῖσι δὲ ἄλλοισι Αἰγυπτίοισι οὐκ ἱροί. αὐτὸς δὲ ἐπὶ τοῦ χείλεος τοῦ ποταμοῦ ἔχων δέλφακα ζωὴν ταύτην τύπτει. 69. [3] τοῦτον δὲ λέγουσι μηχανᾶσθαι τάδε. οἱ δὲ ἵπποι οἱ ποτάμιοι νομῷ μὲν τῷ Παπρημίτῃ ἱροί εἰσι. 72. ἔστι δὲ καὶ ἄλλος ὄρνις ἱρός.
τοὺς δὲ ἐξ ἅλμης τεταριχευμένους. [2] τρόπῳ δὲ ζόης τοιῷδε διαχρέωνται· συρμαΐζουσι τρεῖς ἡμέρας ἐπεξῆς μηνὸς ἑκάστου. 75. ἐμέτοισι θηρώμενοι τὴν ὑγιείην καὶ κλύσμασι. τοὺς ἐκεῖνοι κυλλήστις ὀνομάζουσι. τὸ δὲ πεδίον τοῦτο συνάπτει τῷ Αἰγυπτίῳ πεδίῳ. ἐν τῷ αἱ ἄκανθαι κατακεχύαται. 76. τῶν μὲν δὴ μελαινέων τῶν μαχομενέων πρὸς τοὺς ὄφις ἥδε ἰδέη. πρόσωπον δὲ ἐς τὰ μάλιστα ἐπίγρυπον. σκέλεα δὲ φορέει γεράνου. [4] καὶ τὴν ἶβιν διὰ τοῦτο τὸ ἔργον τετιμῆσθαι λέγουσι Ἀράβιοι μεγάλως πρὸς Αἰγυπτίων· ὁμολογέουσι δὲ καὶ Αἰγύπτιοι διὰ ταῦτα τιμᾶν τὰς ὄρνιθας ταύτας. εἰσὶ δὲ περὶ Θήβας ἱροὶ ὄφιες. ἰχθύων δὲ τοὺς μὲν πρὸς ἥλιον αὐήναντες ὠμοὺς σιτέονται. αὐτῶν δὲ δὴ Αἰγυπτίων οἳ μὲν περὶ τὴν σπειρομένην Αἴγυπτον οἰκέουσι. μέγαθος ὅσον κρέξ. Τοσαῦτα μὲν θηρίων πέρι ἱρῶν εἰρήσθω. ταῦτα μὲν τοῦτον τὸν ὄρνιν λέγουσι ποιέειν. ἀνθρώπων οὐδαμῶς δηλήμονες. μνήμην ἀνθρώπων πάντων ἐπασκέοντες μάλιστα λογιώτατοι εἰσὶ μακρῷ τῶν ἐγὼ ἐς διάπειραν ἀπικόμην. οἴνῳ δὲ ἐκ κριθέων πεποιημένῳ διαχρέωνται· οὐ γάρ σφι εἰσὶ ἐν τῇ χώρῃ ἄμπελοι. τοιόσδε τις. [4] ἀρτοφαγέουσι δὲ ἐκ τῶν ὀλυρέων ποιεῦντες ἄρτους. εἶδος δὲ τῆς μὲν ἴβιος τόδε· μέλαινα δεινῶς πᾶσα. [5] ὀρνίθων δὲ τούς τε ὄρτυγας καὶ τὰς νήσσας καὶ τὰ μικρὰ τῶν ὀρνίθων ὠμὰ . πολλοὶ δὲ ἦσαν οὗτοι. [3] εἰσὶ μὲν γὰρ καὶ ἄλλως Αἰγύπτιοι μετὰ Λίβυας ὑγιηρέστατοι πάντων ἀνθρώπων τῶν ὡρέων δοκέειν ἐμοὶ εἵνεκα. οἳ μεγάθεϊ ἐόντες μικροὶ δύο κέρεα φορέουσι πεφυκότα ἐξ ἄκρης τῆς κεφαλῆς· τοὺς θάπτουσι ἀποθανόντας ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Διός· τούτου γὰρ σφέας τοῦ θεοῦ φασι εἶναι ἱρούς. 74. [2] ἔστι δὲ ὁ χῶρος οὗτος.τι τοῦ ᾠοῦ ἐκκοιλήνας ἐνέθηκε τὸν πατέρα· ἐσκειμένου δὲ τοῦ πατρὸς γίνεσθαι τὠυτὸ βάρος· ἐμπλάσαντα δὲ κομίζειν μιν ἐπ᾽ Αἰγύπτου ἐς τοῦ Ἡλίου τὸ ἱρόν. λευκὴ πτεροῖσι πλὴν κεφαλῆς καὶ αὐχένος καὶ ἀκρέων τῶν πτερύγων καὶ τοῦ πυγαίου ἄκρου (ταῦτα δὲ τὰ εἶπον πάντα μέλανα ἐστὶ δεινῶς). ἔστι δὲ χῶρος τῆς Ἀραβίης κατὰ Βουτοῦν πόλιν μάλιστά κῃ κείμενος. σωροὶ δὲ ἦσαν ἀκανθέων καὶ μεγάλοι καὶ ὑποδεέστεροι καὶ ἐλάσσονες ἔτι τούτων. 77. νομίζοντες ἀπὸ τῶν τρεφόντων σιτίων πάσας τὰς νούσους τοῖσι ἀνθρώποισι γίνεσθαι. τοῦ δὲ ὄφιος ἡ μορφὴ οἵη περ τῶν ὕδρων. καὶ ἐς τοῦτο τὸ χωρίον ἦλθον πυνθανόμενος περὶ τῶν πτερωτῶν ὀφίων· ἀπικόμενος δὲ εἶδον ὀστέα ὀφίων καὶ ἀκάνθας πλήθεϊ μὲν ἀδύνατα ἀπηγήσασθαι. τὰς δὲ ἴβις τὰς ὄρνιθας ἀπαντώσας ἐς τὴν ἐσβολὴν ταύτης τῆς χώρης οὐ παριέναι τοὺς ὄφις ἀλλὰ κατακτείνειν. σκέλεα δὲ καὶ πρόσωπον ἐμφερὴς τῇ ἑτέρῃ. ὅτι οὐ μεταλλάσσουσι αἱ ὧραι· ἐν γὰρ τῇσι μεταβολῇσι τοῖσι ἀνθρώποισι αἱ νοῦσοι μάλιστα γίνονται τῶν τε ἄλλων πάντων καὶ δὴ καὶ τῶν ὡρέων μάλιστα. [3] λόγος δὲ ἐστὶ ἅμα τῷ ἔαρι πτερωτοὺς ὄφις ἐκ τῆς Ἀραβίης πέτεσθαι ἐπ᾽ Αἰγύπτου. ἐσβολὴ ἐξ ὀρέων στεινῶν ἐς πεδίον μέγα. [3] πτίλα δὲ οὐ πτερωτὰ φορέει ἀλλὰ τοῖσι τῆς νυκτερίδος πτεροῖσι μάλιστά κῃ ἐμφερέστατα. τῶν δ᾽ ἐν ποσὶ μᾶλλον εἱλευμενέων τοῖσι ἀνθρώποισι (διξαὶ γὰρ δή εἰσι ἴβιες) [2] ψιλὴ τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν δειρὴν πᾶσαν.
κατὰ μέντοι ἔθνεα οὔνομα ἔχει. τὰ δὲ ἄλλα ὅσα ἢ ὀρνίθων ἢ ἰχθύων σφι ἐστὶ ἐχόμενα. πατρίοισι δὲ χρεώμενοι νόμοισι ἄλλον οὐδένα ἐπικτῶνται· τοῖσι ἄλλα τε ἐπάξια ἐστὶ νόμιμα. ὥστε πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα ἀποθωμάζειν με τῶν περὶ Αἴγυπτον ἐόντων. καὶ δὴ καὶ ἄεισμα ἕν ἐστι. καὶ ἀοιδήν τε ταύτην πρώτην καὶ μούνην σφίσι γενέσθαι. τῶν δὲ θεῶν μετεξετέροισι· καὶ γὰρ Ἡρακλέος μαντήιον αὐτόθι ἐστὶ καὶ Ἀπόλλωνος καὶ Ἀθηναίης καὶ Ἀρτέμιδος καὶ Ἄρεος καὶ Διός. δεικνὺς δὲ ἑκάστῳ τῶν συμποτέων λέγει "ἐς τοῦτον ὁρέων πῖνέ τε καὶ τέρπευ· ἔσεαι γὰρ ἀποθανὼν τοιοῦτος. 79. 81. τοὺς λοιποὺς ὀπτοὺς καὶ ἑφθοὺς σιτέονται. μέγαθος ὅσον τε πηχυαῖον ἢ δίπηχυν. 80. [2] συμφέρεται δὲ ὡυτὸς εἶναι τὸν οἱ Ἕλληνες Λίνον ὀνομάζοντες ἀείδουσι. καὶ τό γε μάλιστα ἐν τιμῇ ἄγονται πάντων τῶν . [3] ἔφασαν δέ μιν Αἰγύπτιοι τοῦ πρώτου βασιλεύσαντος Αἰγύπτου παῖδα μουνογενέα γενέσθαι. [2] ὁμολογέουσι δὲ ταῦτα τοῖσι Ὀρφικοῖσι καλεομένοισι καὶ Βακχικοῖσι.σιτέονται προταριχεύσαντες. καὶ τῇ ἕκαστος ἡμέρῃ γενόμενος ὁτέοισι ἐγκυρήσει καὶ ὅκως τελευτήσει καὶ ὁκοῖός τις ἔσται. μείς τε καὶ ἡμέρῃ ἑκάστη θεῶν ὅτευ ἐστί. περιφέρει ἀνὴρ νεκρὸν ἐν σορῷ ξύλινον πεποιημένον. συμφέρονται δὲ καὶ τόδε ἄλλο Αἰγύπτιοι Ἑλλήνων μούνοισι Λακεδαιμονίοισι· οἱ νεώτεροι αὐτῶν τοῖσι πρεσβυτέροισι συντυγχάνοντες εἴκουσι τῆς ὁδοῦ καὶ ἐκτρέπονται καὶ ἐπιοῦσι ἐξ ἕδρης ὑπανιστέαται. οὐ μέντοι ἔς γε τὰ ἱρὰ ἐσφέρεται εἰρίνεα οὐδὲ συγκαταθάπτεταί σφι· οὐ γὰρ ὅσιον. 83." ταῦτα μὲν παρὰ τὰ συμπόσια ποιεῦσι. [2] τέρατα/ τε πλέω σφι ἀνεύρηται ἢ τοῖσι ἄλλοισι ἅπασι ἀνθρώποισι· γενομένου γὰρ τέρατος φυλάσσουσι γραφόμενοι τὠποβαῖνον. 82. Λίνος. ἀποθανόντα δὲ αὐτὸν ἄνωρον θρήνοισι τούτοισι ὑπὸ Αἰγυπτίων τιμηθῆναι. ἔστι δὲ περὶ αὐτῶν ἱρὸς λόγος λεγόμενος. μεμιμημένον ἐς τὰ μάλιστα καὶ γραφῇ καὶ ἔργῳ. ἐν δὲ τῇσι συνουσίῃσι τοῖσι εὐδαίμοσι αὐτῶν. [2] τόδε μέντοι ἄλλοισι Ἑλλήνων οὐδαμοῖσι συμφέρονται· ἀντὶ τοῦ προσαγορεύειν ἀλλήλους ἐν τῇσι ὁδοῖσι προσκυνέουσι κατιέντες μέχρι τοῦ γούνατος τὴν χεῖρα. ἐπεὰν ἀπὸ δείπνου γένωνται. καὶ τάδε ἄλλα Αἰγυπτίοισι ἐστὶ ἐξευρημένα. ἔστι δὲ Αἰγυπτιστὶ ὁ Λίνος καλεύμενος Μανερῶς. 78. χωρὶς ἢ ὁκόσοι σφι ἱροὶ ἀποδεδέχαται. ἐνδεδύκασι δὲ κιθῶνας λινέους περὶ τὰ σκέλεα θυσανωτούς. τοὺς καλέουσι καλασίρις· ἐπὶ τούτοισι δὲ εἰρίνεα εἵματα λευκὰ ἐπαναβληδὸν φορέουσι. καὶ ἤν κοτε ὕστερον παραπλήσιον τούτῳ γένηται. ἐν δὲ δὴ καὶ τὸν Λίνον ὁκόθεν ἔλαβον τὸ οὔνομα· φαίνονται δὲ αἰεί κοτε τοῦτον ἀείδοντες. ὅσπερ ἔν τε Φοινίκῃ ἀοίδιμος ἐστὶ καὶ ἐν Κύπρῳ καὶ ἄλλῃ. μαντικὴ δὲ αὐτοῖσι ὧδε διακέεται· ἀνθρώπων μὲν οὐδενὶ προσκέεται ἡ τέχνη. κατὰ τὠυτὸ νομίζουσι ἀποβήσεσθαι. ἐοῦσι δὲ Αἰγυπτίοισι καὶ Πυθαγορείοισι· οὐδὲ γὰρ τούτων τῶν ὀργίων μετέχοντα ὅσιον ἐστὶ ἐν εἰρινέοισι εἵμασι θαφθῆναι. καὶ τούτοισι τῶν Ἑλλήνων οἱ ἐν ποιήσι γενόμενοι ἐχρήσαντο.
Λητοῦς ἐν Βουτοῖ πόλι ἐστί. οἳ δὲ κεφαλῆς. καὶ τὴν μὲν σπουδαιοτάτην αὐτέων φασὶ εἶναι τοῦ οὐκ ὅσιον ποιεῦμαι τὸ οὔνομα ἐπὶ τοιούτῳ πρήγματι ὀνομάζειν. τῷ δὴ ἀντὶ κόλλης τὰ πολλὰ χρέωνται Αἰγύπτιοι. οὐ μέντοι αἵ γε μαντηίαι σφι κατὰ τὠυτὸ ἑστᾶσι. κἄπειτα ἐν τοῖσι οἰκίοισι λιποῦσαι τὸν νεκρὸν αὐταὶ ἀνὰ ἀνὰ τὴν πόλιν στρωφώμεναι τύπτονται ἐπεζωσμέναι καὶ φαίνουσαι τοὺς μαζούς.. τὴν δὲ δευτέρην δεικνύουσι ὑποδεεστέρην τε ταύτης καὶ εὐτελεστέρην. οἳ δὲ τῶν κατὰ νηδύν. πλὴν λιβανωτοῦ. 84. τοὺς δὲ τὰ μέσα βουλομένους τὴν δὲ πολυτελείην φεύγοντας σκευάζουσι ὧδε· [2] ἐπεὰν τοὺς κλυστῆρας πλήσωνται τοῦ ἀπὸ κέδρου ἀλείφατος γινομένου. [7] ἐνθεῦτεν δὲ παραδεξάμενοί μιν οἱ προσήκοντες ποιεῦνται ξύλινον τύπον ἀνθρωποειδέα. ἐπεὰν δὲ ταῦτα ποιήσωσι. οἳ δὲ τῶν ἀφανέων νούσων. τὴν δὲ τρίτην εὐτελεστάτην· φράσαντες δὲ πυνθάνονται παρ᾽ αὐτῶν κατὰ ἥντινα βούλονταί σφι σκευασθῆναι τὸν νεκρόν. [3] οἳ μὲν δὴ ἐκποδὼν μισθῷ ὁμολογήσαντες ἀπαλλάσσονται. τὰ μὲν αὐτοῦ οὕτω ἐξάγοντες. ταῦτα δὲ ποιήσαντες ταριχεύουσι λίτρῳ κρύψαντες ἡμέρας ἑβδομήκοντα· πλεῦνας δὲ τουτέων οὐκ ἔξεστι ταριχεύειν. θρῆνοι δὲ καὶ ταφαί σφεων εἰσὶ αἵδε· τοῖσι ἂν ἀπογένηται ἐκ τῶν οἰκίων ἄνθρωπος τοῦ τις καὶ λόγος ᾖ. καὶ κατακληίσαντες οὕτω θησαυρίζουσι ἐν οἰκήματι θηκαίῳ. ἐν ὦν ἔπλησαν τοῦ νεκροῦ τὴν κοιλίην. ἐκκαθήραντες δὲ αὐτὴν καὶ διηθήσαντες οἴνῳ φοινικηίῳ αὖτις διηθέουσι θυμιήμασι τετριμμένοισι· [5] ἔπειτα τὴν νηδὺν σμύρνης ἀκηράτου τετριμμένης καὶ κασίης καὶ τῶν ἄλλων θυμιημάτων. [6] ἐπεὰν δὲ παρέλθωσι αἱ ἑβδομήκοντα. τύπτονται ἐπεζωμένοι καὶ οὗτοι. τὰ δὲ ἐγχέοντες φάρμακα· [4] μετὰ δὲ λίθῳ Αἰθιοπικῷ ὀξέι παρασχίσαντες παρὰ τὴν λαπάρην ἐξ ὦν εἷλον τὴν κοιλίην πᾶσαν. ὑποχρίοντες τῷ κόμμι.. τῇ δὲ τελευταίῃ ἐξιεῖσι ἐκ τῆς κοιλίης τὴν κεδρίην τὴν ἐσῆκαν πρότερον. ἡ δὲ ἰητρικὴ κατὰ τάδε σφι δέδασται· μιῆς νούσου ἕκαστος ἰητρός ἐστι καὶ οὐ πλεόνων. 85. λούσαντες τὸν νεκρὸν κατειλίσσουσι πᾶν αὐτοῦ τὸ σῶμα σινδόνος βυσσίνης τελαμῶσι κατατετμημένοισι. [3] ἣ δὲ ἔχει τοσαύτην δύναμιν ὥστε ἅμα ἑωυτῇ τὴν νηδὺν καὶ τὰ σπλάγχνα . οὕτω μὲν τοὺς τὰ πολυτελέστατα σκευάζουσι νεκρούς. δεικνύουσι τοῖσι κομίσασι παραδείγματα νεκρῶν ξύλινα. [2] οὗτοι.. οὕτω ἐς τὴν ταρίχευσιν κομίζουσι. 86. πλήσαντες συρράπτουσι ὀπίσω. οἳ δὲ ὑπολειπόμενοι ἐν οἰκήμασι ὧδε τὰ σπουδαιότατα ταριχεύουσι. οὔτε ἀναταμόντες αὐτὸν οὔτε ἐξελόντες τὴν νηδύν. τὸ θῆλυ γένος πᾶν τὸ ἐκ τῶν οἰκίων τούτων κατ᾽ ὦν ἐπλάσατο τὴν κεφαλὴν πηλῷ ἢ καὶ τὸ πρόσωπον. τῇ γραφῇ μεμιμημένα. σὺν δέ σφι αἱ προσήκουσαι πᾶσαι. ποιησάμενοι δὲ ἐσεργνῦσι τὸν νεκρόν. οἳ δὲ ὀδόντων. ἐπεάν σφι κομισθῇ νεκρός. εἰσὶ δὲ οἳ ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ κατέαται καὶ τέχνην ἔχουσι ταύτην. 87. ἀλλὰ διάφοροι εἰσί. κατὰ δὲ τὴν ἕδρην ἐσηθήσαντες καὶ ἐπιλαβόντες τὸ κλύσμα τῆς ὀπίσω ὁδοῦ ταριχεύουσι τὰς προκειμένας ἡμέρας. πάντα δ᾽ ἰητρῶν ἐστι πλέα· οἳ μὲν γὰρ ὀφθαλμῶν ἰητροὶ κατεστᾶσι. [2] ἑτέρωθεν δὲ οἱ ἄνδρες. ἱστάντες ὀρθὸν πρὸς τοῖχον.μαντηίων. πρῶτα μὲν σκολιῷ σιδήρω διὰ τῶν μυξωτήρων ἐξάγουσι τὸν ἐγκέφαλον.
ἡ δὲ τρίτη ταρίχευσις ἐστὶ ἥδε. τὸ ἐπεὰν φανῇ. ἔφασαν ἐλθεῖν καὶ παρὰ σφέας καὶ ἀναγνῶναι τοὺς συγγενέας πάντας· ἐκμεμαθηκότα δέ μιν ἀπικέσθαι ἐς Αἴγυπτον τὸ τῆς Χέμμιος οὔνομα. ἵνα μή σφι οἱ ταριχευταὶ μίσγωνται τῇσι γυναιξί· λαμφθῆναι γὰρ τινὰ φασὶ μισγόμενον νεκρῷ προσφάτῳ γυναικός. πέριξ δὲ αὐτοῦ φοίνικες πεφύκασι. τὰς δὲ γυναῖκας τῶν ἐπιφανέων ἀνδρῶν. οἱ μέν νυν ἄλλοι Αἰγύπτιοι οὕτω τοῦτο φυλάσσουσι. [2] τοῦτο δὲ ποιεῦσι οὕτω τοῦδε εἵνεκεν. καὶ δὴ λείπεται τοῦ νεκροῦ τὸ δέρμα μοῦνον καὶ τὰ ὀστέα. οὐ παραυτίκα διδοῦσι ταριχεύειν. οὐδὲν ἔτι πρηγματευθέντες. κατ᾽ ἣν ἂν πόλιν ἐξενειχθῇ. ἔφασαν τὸν Περσέα ἐκ τῆς ἑωυτῶν πόλιος γεγονέναι· τὸν γὰρ Δαναὸν καὶ τὸν Λυγκέα ἐόντας Χεμμίτας ἐκπλῶσαι ἐς τὴν Ἑλλάδα. ποιεῦσι δὲ τάδε Ἑλληνικὰ τῷ Περσέι· ἀγῶνα γυμνικὸν τιθεῖσι διὰ πάσης ἀγωνίης ἔχοντα. 91. εὐθηνέειν ἅπασαν Αἴγυπτον. ταῦτα μὲν πάντα οἱ κατύπερθε τῶν ἑλέων οἰκέοντες Αἰγύπτιοι νομίζουσι· οἱ δὲ δὴ ἐν τοῖσι ἕλεσι κατοικημένοι τοῖσι μὲν . 90. [6] ἀπικόμενον δὲ αὐτὸν ἐς Αἴγυπτον κατ᾽ αἰτίην τὴν καὶ Ἕλληνες λέγουσι. τὸ δὲ σύμπαν εἰπεῖν. [4] ταῦτα μὲν λέγουσι. ἀλλά μιν αἱ ἱρέες αὐτοὶ τοῦ Νείλου ἅτε πλέον τι ἢ ἀνθρώπου νεκρὸν χειραπτάζοντες θάπτουσι. 88. πεπυσμένον παρὰ τῆς μητρός. οἴσοντα ἐκ Λιβύης τὴν Γοργοῦς κεφαλήν. ἔστι δὲ Χέμμις πόλις μεγάλη νομοῦ τοῦ Θηβαϊκοῦ ἐγγὺς Νέης πόλιος· [2] ἐν ταύτῃ τῇ πόλι ἐστὶ Περσέος τοῦ Δανάης ἱρὸν τετράγωνον. 92. τούτους πᾶσα ἀνάγκη ἐστὶ ταριχεύσαντας αὐτὸν καὶ περιστείλαντας ὡς κάλλιστα θάψαι ἐν ἱρῇσι θήκῃσι· [2] οὐδὲ ψαῦσαι ἔξεστι αὐτοῦ ἄλλον οὐδένα οὔτε τῶν προσηκόντων οὔτε τῶν φίλων. ἣ τοὺς χρήμασι ἀσθενεστέρους σκευάζει· συρμαίῃ διηθήσαντες τὴν κοιλίην ταριχεύουσι τὰς ἑβδομήκοντα ἡμέρας καὶ ἔπειτα ἀπ᾽ ὦν ἔδωκαν ἀποφέρεσθαι. ἐπεὰν δὲ ταῦτα ποιήσωσι. οὕτω παραδιδοῦσι τοῖσι ταριχεύουσι. [3] οὗτοι οἱ Χεμμῖται λέγουσι τὸν Περσέα πολλάκις μὲν ἀνὰ τὴν γῆν φαίνεσθαί σφι πολλάκις δὲ ἔσω τοῦ ἱροῦ. κατειπεῖν δὲ τὸν ὁμότεχνον. ἀπὸ δὲ τούτων γενεηλογέοντες κατέβαινον ἐς τὸν Περσέα.κατατετηκότα ἐξάγει· τὰς δὲ σάρκας τὸ λίτρον κατατήκει. ἀγῶνα δέ οἱ γυμνικὸν αὐτοῦ κελεύσαντος ἐπιτελέειν. [5] εἰρομένου δέ μευ ὅ τι σφι μούνοισι ἔωθε ὁ Περσεὺς ἐπιφαίνεσθαι καὶ ὅ τι κεχωρίδαται Αἰγυπτίων τῶν ἄλλων ἀγῶνα γυμνικὸν τιθέντες. ἐν δὲ τῷ περιβεβλημένῳ τούτῳ νηός τε ἔνι καὶ ἄγαλμα ἐν αὐτῷ ἐνέστηκε τοῦ Περσέος. 89. ἐπεὰν τελευτήσωσι. τὰ δὲ πρόπυλα τοῦ ἱροῦ λίθινα ἐστὶ κάρτα μεγάλα· ἐπὶ δὲ αὐτοῖσι ἀνδριάντες δύο ἑστᾶσι λίθινοι μεγάλοι. σανδάλιόν τε αὐτοῦ πεφορημένον εὑρίσκεσθαι ἐὸν τὸ μέγαθος δίπηχυ. ἑλληνικοῖσι δὲ νομαίοισι φεύγουσι χρᾶσθαι. ὃς δ᾽ ἂν ἢ αὐτῶν Αἰγυπτίων ἢ ξείνων ὁμοίως ὑπὸ κροκοδείλου ἁρπασθεὶς ἢ ὑπ᾽ αὐτοῦ τοῦ ποταμοῦ φαίνηται τεθνεώς. μηδ᾽ ἄλλων μηδαμὰ μηδαμῶν ἀνθρώπων νομαίοισι. παρέχοντες ἄεθλα κτήνεα καὶ χλαίνας καὶ δέρματα. οὐδὲ ὅσαι ἂν ἔωσι εὐειδέες κάρτα καὶ λόγου πλεῦνος γυναῖκες· ἀλλ᾽ ἐπεὰν τριταῖαι ἢ τεταρταῖαι γένωνται. ἀπ᾽ ὦν ἔδωκαν οὕτω τὸν νεκρόν.
καὶ ἀναπλώοντες ὀπίσω τῆς αὐτῆς ἀντέχονται. ἀλλὰ τῶν θηλέων γίνεται ἡ ἡγεμονία· ἡγεύμεναι δὲ ἀγεληδὸν ποιεῦσι οἷόν περ ἐποίευν οἱ ἔρσενες· τῶν γὰρ ᾠῶν ἀπορραίνουσι κατ᾽ ὀλίγους τῶν κέγχρων. τὸ δὲ κάτω λελειμμένον ὅσον τε ἐπὶ πῆχυν τρώγουσι καὶ πωλέουσι· οἳ δὲ ἂν καὶ κάρτα βούλωνται χρηστῇ τῇ βύβλῳ χρᾶσθαι. τά τε κοῖλα τῆς γῆς καὶ τὰ τέλματα τὰ παρὰ τὸν ποταμὸν πρῶτα ἄρχεται πίμπλασθαι διηθέοντος τοῦ ὕδατος ἐκ τοῦ ποταμοῦ· καὶ αὐτίκα τε πλέα γίνεται ταῦτα καὶ παραχρῆμα ἰχθύων σμικρῶν πίμπλαται πάντα. τὰ Αἰγύπτιοι καλέουσι λωτόν· ταῦτ᾽ ἐπεὰν δρέψωσι αὐαίνουσι πρὸς ἥλιον καὶ ἔπειτα τὸ ἐκ μέσου τοῦ λωτοῦ.αὐτοῖσι νόμοισι χρέωνται τοῖσι καὶ οἱ ἄλλοι Αἰγύπτιοι. ἀτὰρ πρὸς εὐτελείην τῶν σιτίων τάδε σφι ἄλλα ἐξεύρηται. ἐξ ὧν ὁ καρπὸς ἐν ἄλλῃ κάλυκι παραφυομένῃ ἐκ τῆς ῥίζης γίνεται. οἳ δ᾽ ἂν ὀπίσω ἀναπλώοντες. ἐὸν στρογγύλον. ἐν τῷ ποταμῷ γινόμενα καὶ ταῦτα. [4] ἔστι δὲ καὶ ἄλλα κρίνεα ῥόδοισι ἐμφερέα. ἀγεληδὸν ἐκπλέουσι ἐς θάλασσαν· ἡγέονται δὲ οἱ ἔρσενες ἀπορραίνοντες τοῦ θοροῦ. 93. οἱ δὲ ἔρσενες καταπίνουσι ἑπόμενοι. τὰ ἐπὶ δεξιὰ τετρίφαται. εἰσὶ δὲ οἱ κέγχροι οὗτοι ἰχθύες. πτίσαντες ποιεῦνται ἐξ αὐτοῦ ἄρτους ὀπτοὺς πυρί. τὰ μὲν ἄνω αὐτῆς ἀποτάμνοντες ἐς ἄλλο τι τρέπουσι. καὶ περὶ μὲν τοὺς ἰχθύας οὕτω ἔχει. [2] ἐπεὰν πλήρης γένηται ὁ ποταμὸς καὶ τὰ πεδία πελαγίσῃ. φύεται ἐν τῷ ὕδατι κρίνεα πολλά. ἐγχριμπτόμενοι καὶ ψαύοντες ὡς μάλιστα. αὐαίνουσι πρὸς ἥλιον καὶ ἔπειτα αὔους ἐόντας σιτέονται. ἀλείφατι δὲ χρέωνται Αἰγυπτίων οἱ περὶ τὰ ἕλεα οἰκέοντες ἀπὸ τῶν σιλλικυπρίων τοῦ καρποῦ. καὶ τὰ ἄλλα καὶ γυναικὶ μιῇ ἕκαστος αὐτῶν συνοικέει κατά περ Ἕλληνες. τρεφόμενοι δὲ ἐν τῇσι λίμνῃσι τοιάδε ποιεῦσι. αἳ δὲ ἑπόμεναι ἀνακάπτουσι καὶ ἐξ αὐτοῦ κυΐσκονται. ἐν κλιβάνῳ διαφανέι πνίξαντες οὕτω τρώγουσι. οἳ δὲ τινὲς αὐτῶν ζῶσι ἀπὸ τῶν ἰχθύων μοῦνον. [4] πάσχουσι δὲ ταῦτα διὰ τόδε· ἐχόμενοι τῆς γῆς ἐπ᾽ ἀριστερὰ καταπλώουσι ἐς θάλασσαν. κηρίῳ σφηκῶν ἰδέην ὁμοιότατον· ἐν τούτῳ τρωκτὰ ὅσον τε πυρὴν ἐλαίης ἐγγίνεται συχνά. ἀναπλώουσι ὀπίσω ἐς ἤθεα τὰ ἑωυτῶν ἕκαστοι. [6] κόθεν δὲ οἰκὸς αὐτοὺς γίνεσθαι. οἵ δ᾽ ἂν αὐτῶν ἁλῶσι ἐκπλώοντες ἐς θάλασσαν. ἐγώ μοι δοκέω κατανοέειν τοῦτο· τοῦ προτέρου ἔτεος ἐπεὰν ἀπολίπῃ ὁ Νεῖλος. τὸ καλεῦσι μὲν Αἰγύπτιοι κίκι. [3] ἐκ δὲ τῶν περιγινομένων καὶ μὴ καταπινομένων κέγχρων οἱ τρεφόμενοι ἰχθύες γίνονται. οἱ δὲ ἰχθύες οἱ ἀγελαῖοι ἐν μὲν τοῖσι ποταμοῖσι οὐ μάλα γίνονται. τρώγεται δὲ καὶ ἁπαλὰ ταῦτα καὶ αὖα. μέγαθος κατὰ μῆλον. ἵνα δὴ μὴ ἁμάρτοιεν τῆς ὁδοῦ διὰ τὸν ῥόον. . [2] ἐπεὰν δὲ πλήρεες γένωνται ἐν τῇ θαλάσσῃ. φαίνονται τετριμμένοι τὰ ἐπ᾽ ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων. 94. ἐπεάν σφεας ἐσίῃ οἶστρος κυΐσκεσθαι. ἐκ τῶν ᾠῶν τούτων παραυτίκα γίνονται οἱ ἰχθύες [οὗτοι]. τοὺς ἐπεὰν λάβωσι καὶ ἐξέλωσι τὴν κοιλίην. οἱ ἰχθύες ἐντεκόντες ᾠὰ ἐς τὴν ἰλὺν ἅμα τῷ ἐσχάτῳ ὕδατι ἀπαλλάσσονται· ἐπεὰν δὲ περιελθόντος τοῦ χρόνου πάλιν ἐπέλθῃ τὸ ὕδωρ. τῇ μήκωνι ἐὸν ἐμφερές. [5] ἐπεὰν δὲ πληθύνεσθαι ἄρχηται ὁ Νεῖλος. ἡγέονται μέντοι γε οὐκέτι οἱ αὐτοί. [3] ἔστι δὲ καὶ ἡ ῥίζα τοῦ λωτοῦ τούτου ἐδωδίμη καὶ ἐγγλύσσει ἐπιεικέως. [5] τὴν δὲ βύβλον τὴν ἐπέτειον γινομένην ἐπεὰν ἀνασπάσωσι ἐκ τῶν ἑλέων.
τῷ τῆς μὲν ἡμέρης ἰχθῦς ἀγρεύει. καὶ τὸ ἀπορρέον ἀπ᾽ αὐτοῦ συγκομίζονται. τὴν δὲ νύκτα τάδε αὐτῷ χρᾶται· ἐν τῇ ἀναπαύεται κοίτῃ. ὀδμὴν δὲ βαρέαν παρέχεται. τοῖσι φορτηγέουσι. ἐπεὰν τοῦτο γένηται. πορθμεύονται ὦν. ἐπεὰν δὲ ἐπέλθῃ ὁ Νεῖλος τὴν χώρην. τοὺς μὲν τὰ ἄνω τῶν ἑλέων οἰκέοντας οἱ πύργοι ὠφελέουσι. καὶ τοῦτο διὰ τῆς τρόπιος διαβύνεται. ἱστίοισι δὲ βυβλίνοισι. [3] οἱ δὲ κώνωπες. μάλιστά κῃ ἐμφερέες τῇσι ἐν τῷ Αἰγαίῳ πόντῳ νήσοισι· τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τῆς Αἰγύπτου πέλαγος γίνεται. ἀλλὰ παρὰ τὸ ὀξὺ τοῦ Δέλτα καὶ παρὰ Κερκάσωρον πόλιν· ἐς δὲ Ναύκρατιν ἀπὸ θαλάσσης καὶ Κανώβου διὰ πεδίου πλέων ἥξεις κατ᾽ Ἄνθυλλάν τε πόλιν καὶ τὴν Ἀρχάνδρου καλευμένην. καὶ λίθος τετρημένος διτάλαντος μάλιστά κῃ σταθμόν· τούτων τὴν μὲν θύρην δεδεμένην κάλῳ ἔμπροσθε τοῦ πλοίου ἀπιεῖ ἐπιφέρεσθαι. οἳ δὲ καὶ φρύξαντες ἀπέψουσι. διὰ δὲ τοῦ δικτύου οὐδὲ πειρῶνται ἀρχήν. 96. ταῦτα τὰ πλοῖα ἀνὰ μὲν τὸν ποταμὸν οὐ δύναται πλέειν. αἱ πόλιες μοῦναι φαίνονται ὑπερέχουσαι. οὐκέτι κατὰ τὰ ῥέεθρα τοῦ ποταμοῦ ἀλλὰ διὰ μέσου τοῦ πεδίου. ἢν μὴ λαμπρὸς ἄνεμος ἐπέχῃ. τὰ δὲ δὴ πλοῖά σφι. πρὸς δὲ τοὺς κώνωπας ἀφθόνους ἐόντας τάδε σφι ἐστὶ μεμηχανημένα. τὰ ἐν Ἕλλησι αὐτόματα ἄγρια φύεται· ταῦτα ἐν τῇ Αἰγύπτῳ σπειρόμενα καρπὸν φέρει πολλὸν μὲν δυσώδεα δέ· τοῦτον ἐπεὰν συλλέξωνται. οἳ μὲν κόψαντες ἀπιποῦσι. καὶ ἄγει ἔνια πολλὰς χιλιάδας ταλάντων. τὸ δὲ δάκρυον κόμμι ἐστί. [3] πηδάλιον δὲ ἓν ποιεῦνται. ἔστι δὲ πῖον καὶ οὐδὲν ἧσσον τοῦ ἐλαίου τῷ λύχνῳ προσηνές.ποιεῦσι δὲ ὧδε. περὶ ταύτην ἵστησι τὸ ἀμφίβληστρον καὶ ἔπειτα ἐνδὺς ὑπ᾽ αὐτὸ κατεύδει. κατερραμμένη ῥιπὶ καλάμων. παρὰ τὰ χείλεα τῶν τε ποταμῶν καὶ τῶν λιμνέων σπείρουσι τὰ σιλλικύπρια [2] ταῦτα. ἐς τοὺς ἀναβαίνοντες κοιμῶνται· οἱ γὰρ κώνωπες ὑπὸ τῶν ἀνέμων οὐκ οἷοί τε εἰσὶ ὑψοῦ πέτεσθαι. ἔστι δέ σφι τὰ πλοῖα ταῦτα πλήθεϊ πολλά. διὰ τούτων δάκνουσι. ἢν μὲν ἐν ἱματίῳ ἐνειλιξάμενος εὕδῃ ἢ σινδόνι. ζυγὰ ἐπιπολῆς τείνουσι αὐτῶν· νομεῦσι δὲ οὐδὲν χρέωνται· ἔσωθεν δὲ τὰς ἁρμονίας ἐν ὦν ἐπάκτωσαν τῇ βύβλῳ. 95. [2] τοῖσι δὲ περὶ τὰ ἕλεα οἰκέουσι τάδε ἀντὶ τῶν πύργων ἄλλα μεμηχάνηται· πᾶς ἀνὴρ αὐτῶν ἀμφίβληστρον ἔκτηται. 97. κατὰ ῥόον δὲ κομίζεται ὧδε· [4] ἔστι ἐκ μυρίκης πεποιημένη θύρη. αἱ δὲ πόλιες μοῦναι ὑπερέχουσι. τῆς ἡ μορφὴ μὲν ἐστὶ ὁμοιοτάτη τῷ Κυρηναίῳ λωτῷ. . τὸν δὲ λίθον ἄλλῳ κάλῳ ὄπισθε. [2] ἐς μέν γε Μέμφιν ἐκ Ναυκράτιος ἀναπλώοντι παρ᾽ αὐτὰς τὰς πυραμίδας γίνεται ὁ πλόος· ἔστι δὲ οὐδ᾽ οὗτος. ἐκ ταύτης ὦν τῆς ἀκάνθης κοψάμενοι ξύλα ὅσον τε διπήχεα πλινθηδὸν συντιθεῖσι ναυπηγεύμενοι τρόπον τοιόνδε· [2] περὶ γόμφους πυκνοὺς καὶ μακροὺς περιείρουσι τὰ διπήχεα ξύλα· ἐπεὰν δὲ τῷ τρόπῳ τούτῳ ναυπηγήσωνται. [5] ἡ μὲν δὴ θύρη τοῦ ῥόου ἐμπίπτοντος χωρέει ταχέως καὶ ἕλκει τὴν βᾶριν (τοῦτο γὰρ δὴ οὔνομα ἐστὶ τοῖσι πλοίοισι τούτοισι). ὁ δὲ λίθος ὄπισθε ἐπελκόμενος καὶ ἐὼν ἐν βυσσῷ κατιθύνει τὸν πλόον. ἐστὶ ἐκ τῆς ἀκάνθης ποιεύμενα. ἱστῷ δὲ ἀκανθίνῳ χρέωνται. ἐκ γῆς δὲ παρέλκεται.
νόῳ δὲ ἄλλα μηχανᾶσθαι· καλέσασαν δέ μιν Αἰγυπτίων τοὺς μάλιστα μεταιτίους τοῦ φόνου ᾔδεε πολλοὺς ἱστιᾶν. τὸν δὲ Μῖνα ἄνωθεν. [2] τῇ δὲ γυναικὶ οὔνομα ἦν. πλὴν ἑνὸς τοῦ ἐσχάτου αὐτῶν Μοίριος· [2] τοῦτον δὲ ἀποδέξασθαι μνημόσυνα τοῦ Ἡφαίστου τὰ πρὸς βορέην ἄνεμον τετραμμένα προπύλαια. ῥίψαι ἐς οἴκημα σποδοῦ πλέον. τουτέων δὲ ἡ μὲν Ἄνθυλλα ἐοῦσα λογίμη πόλις ἐς ὑποδήματα ἐξαίρετος δίδοται τοῦ αἰεὶ βασιλεύοντος Αἰγύπτου τῇ γυναικί (τοῦτο δὲ γίνεται ἐξ ὅσου ὑπὸ Πέρσῃσι ἐστὶ Αἴγυπτος). τῶν δὲ ἄλλων βασιλέων οὐ γὰρ ἔλεγον οὐδεμίαν ἔργων ἀπόδεξιν καὶ οὐδὲν εἶναι λαμπρότητος. Νίτωκρις· τὴν ἔλεγον τιμωρέουσαν ἀδελφεῷ. τῶν δὲ ἄλλων οὐδένα οὐδέν. . τὸν γὰρ ποταμὸν πάντα ῥέειν παρὰ τὸ ὄρος τὸ ψάμμινον πρὸς Λιβύης. ἀποκτείναντες δὲ οὕτω ἐκείνῃ ἀπέδοσαν τὴν βασιληίην. φρασσόμενος ἀνὰ πᾶν ἔτος· εἰ γὰρ ἐθελήσει ῥήξας ὑπερβῆναι ὁ ποταμὸς ταύτῃ. ὡς τοῦτο ἐξέργαστο. ἐὸν μέγα τε καὶ ἀξιαπηγητότατον. τῆς ἡ περίοδος ὅσων ἐστὶ σταδίων ὕστερον δηλώσω. οἱ δὲ ἄλλοι ἄνδρες Αἰγύπτιοι. ὅσον τε ἑκατὸν σταδίους ἀπὸ Μέμφιος. [3] ἔτι δὲ καὶ νῦν ὑπὸ Περσέων ὁ ἀγκὼν οὗτος τοῦ Νείλου ὡς ἀπεργμένος ῥέῃ ἐν φυλακῇσι μεγάλῃσι ἔχεται. πλὴν ὅτι αὐτήν μιν. κίνδυνος πάσῃ Μέμφι κατακλυσθῆναι ἐστί. τὸν δὲ ποταμὸν ὀχετεῦσαι τὸ μέσον τῶν ὀρέων ῥέειν. τό περ τῇ Βαβυλωνίῃ. ὅκως ἀτιμώρητος γένηται. ἥτις ἐβασίλευσε. 101. λίμνην τε ὀρύξαι.98. ἐν τοσαύτῃσι δὲ γενεῇσι ἀνθρώπων ὀκτωκαίδεκα μὲν Αἰθίοπες ἦσαν. 99. [4] ταύτης μὲν πέρι τοσαῦτα ἔλεγον. οὐ μέντοι γε Αἰγύπτιον τὸ οὔνομα. [2] ἡ δὲ ἑτέρη πόλις δοκέει μοι τὸ οὔνομα ἔχειν ἀπὸ τοῦ Δαναοῦ γαμβροῦ Ἀρχάνδρου τοῦ Φθίου τοῦ Ἀχαιοῦ· καλέεται γὰρ δὴ Ἀρχάνδρου πόλις. πυραμίδας τε ἐν αὐτῇ οἰκοδομῆσαι. μετὰ δὲ τοῦτον κατέλεγον οἱ ἱρέες ἐκ βύβλου ἄλλων βασιλέων τριηκοσίων καὶ τριήκοντα οὐνόματα. [2] Μῖνα τὸν πρῶτον βασιλεύσαντα Αἰγύπτου οἱ ἱρέες ἔλεγον τοῦτο μὲν ἀπογεφυρῶσαι τὴν Μέμφιν. εἴη δ᾽ ἂν καὶ ἄλλος τις Ἄρχανδρος. 100. τὸ δὲ ἀπὸ τοῦδε Αἰγυπτίους ἔρχομαι λόγους ἐρέων κατὰ τὰ ἤκουον· προσέσται δὲ αὐτοῖσί τι καὶ τῆς ἐμῆς ὄψιος. τοῦτο δὲ τοῦ Ἡφαίστου τὸ ἱρὸν ἱδρύσασθαι ἐν αὐτῇ. τῶν τοῦ μεγάθεος πέρι ὁμοῦ αὐτῇ τῇ λίμνῃ ἐπιμνήσομαι· τοῦτον μὲν τοσαῦτα ἀποδέξασθαι. μέχρι μὲν τούτου ὄψις τε ἐμὴ καὶ γνώμη καὶ ἱστορίη ταῦτα λέγουσα ἐστί. τούτῳ τιμωρέουσαν πολλοὺς Αἰγυπτίων διαφθεῖραι δόλῳ. τὸν πρὸς μεσαμβρίης ἀγκῶνα προσχώσαντα τὸ μὲν ἀρχαῖον ῥέεθρον ἀποξηρῆναι. μία δὲ γυνὴ ἐπιχωρίη. [3] ποιησαμένην γάρ μιν οἴκημα περίμηκες ὑπόγαιον καινοῦν τῷ λόγῳ. τοῦτο μὲν ἐν αὐτῷ πόλιν κτίσαι ταύτην ἥτις νῦν Μέμφις καλέεται· ἔστι γὰρ καὶ ἡ Μέμφις ἐν τῷ στεινῷ τῆς Αἰγύπτου· ἔξωθεν δὲ αὐτῆς περιορύξαι λίμνην ἐκ τοῦ ποταμοῦ πρὸς βορέην τε καὶ πρὸς ἑσπέρην (τὸ γὰρ πρὸς τὴν ἠῶ αὐτὸς ὁ Νεῖλος ἀπέργει). [4] ὡς δὲ τῷ Μῖνι τούτῳ τῷ πρώτῳ γενομένῳ βασιλέι χέρσον γεγονέναι τὸ ἀπεργμένον. τὸν Αἰγύπτιοι βασιλεύοντα σφέων ἀπέκτειναν. δαινυμένοισι δὲ ἐπεῖναι τὸν ποταμὸν δι᾽ αὐλῶνος κρυπτοῦ μεγάλου.
παραμειψάμενος ὦν τούτους τοῦ ἐπὶ τούτοισι γενομένου βασιλέος. 104. τούτοισι δὲ ἐνέγραφε ἐν τῇσι στήλῃσι κατὰ ταὐτὰ καὶ τοῖσι ἀνδρηίοισι τῶν ἐθνέων γενομένοισι. τούτοισι μὲν στήλας ἐνίστη ἐς τὰς χώρας διὰ γραμμάτων λεγούσας τό τε ἑωυτοῦ οὔνομα καὶ τῆς πάτρης. ἐς ὃ πλέοντά μιν πρόσω ἀπικέσθαι ἐς θάλασσαν οὐκέτι πλωτὴν ὑπὸ βραχέων. φέρε νῦν καὶ ἄλλο εἴπω περὶ τῶν Κόλχων. τῷ οὔνομα ἦν Σέσωστρις. ὡς δὲ ἐπιμισγόμενοι Αἰγύπτῳ ἐξέμαθον. ὡς δέ μοι ἐν φροντίδι ἐγένετο. δῆλα βουλόμενος ποιέειν ὡς εἴησαν ἀνάλκιδες. πᾶν ἔθνος τὸ ἐμποδὼν καταστρεφόμενος. καὶ μᾶλλον οἱ Κόλχοι ἐμεμνέατο τῶν Αἰγυπτίων ἢ οἱ Αἰγύπτιοι τῶν Κόλχων· [2] νομίζειν δ᾽ ἔφασαν οἱ Αἰγύπτιοι τῆς Σεσώστριος στρατιῆς εἶναι τοὺς Κόλχους. καὶ τοῦτο μὲν ἐς οὐδὲν ἀνήκει· εἰσὶ γὰρ καὶ ἕτεροι τοιοῦτοι· ἀλλὰ τοῖσιδε καὶ μᾶλλον. [4] αὐτῶν δὲ Αἰγυπτίων καὶ Αἰθιόπων οὐκ ἔχω εἰπεῖν ὁκότεροι παρὰ τῶν ἑτέρων ἐξέμαθον· ἀρχαῖον γὰρ δή τι φαίνεται ἐόν. καὶ ἐπείτε ἐγίνετο ἐπὶ Φάσι ποταμῷ. τούτου μνήμην ποιήσομαι· [2] τὸν ἔλεγον οἱ ἱρέες πρῶτον μὲν πλοίοισι μακροῖσι ὁρμηθέντα ἐκ τοῦ Ἀραβίου κόλπου τοὺς παρὰ τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν κατοικημένους καταστρέφεσθαι. . καὶ δὴ καὶ αἰδοῖα γυναικὸς προσενέγραφε. [4] ὁτέοισι μέν νυν αὐτῶν ἀλκίμοισι ἐνετύγχανε καὶ δεινῶς γλιχομένοισι περὶ τῆς ἐλευθερίης. κατὰ τῶν ἱρέων τὴν φάτιν. ἐς ὃ ἐκ τῆς Ἀσίης ἐς τὴν Εὐρώπην διαβὰς τούς τε Σκύθας κατεστρέψατο καὶ τοὺς Θρήικας. μέγα μοι καὶ τόδε τεκμήριον γίνεται· Φοινίκων ὁκόσοι τῇ Ἑλλάδι ἐπιμίσγονται. νοήσας δὲ πρότερον αὐτὸς ἢ ἀκούσας ἄλλων λέγω. φαίνονται μὲν γὰρ ἐόντες οἱ Κόλχοι Αἰγύπτιοι. ὅτι μοῦνοι πάντων ἀνθρώπων Κόλχοι καὶ Αἰγύπτιοι καὶ Αἰθίοπες περιτάμνονται ἀπ᾽ ἀρχῆς τὰ αἰδοῖα. καὶ ὡς δυνάμι τῇ ἑωυτοῦ κατεστρέψατο σφέας· [5] ὅτεων δὲ ἀμαχητὶ καὶ εὐπετέως παρέλαβε τὰς πόλιας. εἴτε τῶν τινες στρατιωτέων τῇ πλάνῃ αὐτοῦ ἀχθεσθέντες [περὶ Φᾶσιν ποταμὸν] κατέμειναν. οὗτοι γὰρ εἰσὶ οἱ περιταμνόμενοι ἀνθρώπων μοῦνοι. ἐς τούτους δέ μοι δοκέει καὶ προσώτατα ἀπικέσθαι ὁ Αἰγύπτιος στρατός· ἐν μὲν γὰρ τῇ τούτων χώρῃ φαίνονται σταθεῖσαι αἱ στῆλαι. ἀλλὰ τῶν ἐπιγινομένων οὐ περιτάμνουσι τὰ αἰδοῖα. Σύριοι δὲ οἱ περὶ Θερμώδοντα καὶ Παρθένιον ποταμὸν καὶ Μάκρωνες οἱ τούτοισι ἀστυγείτονες ἐόντες ἀπὸ Κόλχων φασὶ νεωστὶ μεμαθηκέναι. καὶ ὅτι μελάγχροες εἰσὶ καὶ οὐλότριχες. 103. 105. αὐτὸς δὲ εἴκασα τῇδε. οὐκέτι Αἰγυπτίους μιμέονται [κατὰ τὰ αἰδοῖα]. πολλὴν στρατιὴν τῶν λαβὼν ἤλαυνε διὰ τῆς ἠπείρου. εἰρόμην ἀμφοτέρους. τὸ δὲ προσωτέρω τούτων οὐκέτι. καὶ οὗτοι Αἰγυπτίοισι φαίνονται ποιεῦντες κατὰ ταὐτά. καὶ ἡ ζόη πᾶσα καὶ ἡ γλῶσσα ἐμφερής ἐστι ἀλλήλοισι. ταῦτα δὲ ποιέων διεξήιε τὴν ἤπειρον. [2] ἐνθεῦτεν δὲ ἐπιστρέψας ὀπίσω ἤιε. οὐκ ἔχω τὸ ἐνθεῦτεν ἀτρεκέως εἰπεῖν εἴτε αὐτὸς ὁ βασιλεὺς Σέσωστρις ἀποδασάμενος τῆς ἑωυτοῦ στρατιῆς μόριον ὅσον δὴ αὐτοῦ κατέλιπε τῆς χώρης οἰκήτορας.102. ὡς Αἰγυπτίοισι προσφερέες εἰσί· λίνον μοῦνοι οὗτοί τε καὶ Αἰγύπτιοι ἐργάζονται καὶ κατὰ ταὐτά. [3] Φοίνικες δὲ καὶ Σύροι οἱ ἐν τῇ Παλαιστίνῃ καὶ αὐτοὶ ὁμολογέουσι παρ᾽ Αἰγυπτίων μεμαθηκέναι. [3] ἐνθεῦτεν δὲ ὡς ὀπίσω ἀπίκετο ἐς Αἴγυπτον.
ἐποίευν τε οὐκ ἑκόντες Αἴγυπτον.λίνον δὲ τὸ μὲν Κολχικὸν ὑπὸ Ἑλλήνων Σαρδωνικὸν κέκληται. καὶ τὰς διώρυχας τὰς νῦν ἐούσας ἐν Αἰγύπτῳ πάσας οὗτοι ἀναγκαζόμενοι ὤρυσσον. [3] ἀπὸ γὰρ τούτου τοῦ χρόνου Αἴγυπτος ἐοῦσα πεδιὰς πᾶσα ἄνιππος καὶ ἀναμάξευτος γέγονε· αἴτιαι δὲ τούτων αἱ διώρυχες γεγόνασι ἐοῦσαι πολλαὶ καὶ παντοίους τρόπους ἔχουσαί. 107. οὗτοι ἦσαν οἱ ἑλκύσαντες. ἐνδεᾶ τούτων. τῷ ἐπέτρεψε ὁ Σέσωστρις τὴν Αἴγυπτον. τοῦτον ἐπὶ ξείνια αὐτὸν καλέσαντα καὶ πρὸς αὐτῷ τοὺς παῖδας περινῆσαι ἔξωθεν τὴν οἰκίην ὕλῃ. λέγοντα τάδε· "ἐγὼ τήνδε τὴν χώρην ὤμοισι τοῖσι ἐμοῖσι ἐκτησάμην. σπανίζοντες ὑδάτων πλατυτέροισι ἐχρέωντο τοῖσι πόμασι. [4] κατέταμνε δὲ τοῦδε εἵνεκα τὴν χώρην ὁ βασιλεύς· ὅσοι τῶν Αἰγυπτίων μὴ ἐπὶ τῷ ποταμῷ ἔκτηντο τὰς πόλις ἀλλ᾽ ἀναμέσους. 109. [2] εἰσὶ δὲ καὶ περὶ Ἰωνίην δύο τύποι ἐν πέτρῃσι ἐγκεκολαμμένοι τούτου τοῦ ἀνδρός." ὅστις δὲ καὶ ὁκόθεν ἐστί. κατανεῖμαι δὲ τὴν χώρην Αἰγυπτίοισι ἅπασι τοῦτον ἔλεγον τὸν βασιλέα. 106. [2] τὸν δὲ ὡς μαθεῖν τοῦτο. 108. τούτῳ μὲν τάδε ἐχρήσατο· [2] τούς τέ οἱ λίθους τοὺς ἐπὶ τούτου τοῦ βασιλέος κομισθέντας ἐς τοῦ Ἡφαίστου τὸ ἱρόν. αὐτίκα συμβουλεύεσθαι τῇ γυναικί· καὶ γὰρ δὴ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτὸν ἅμα ἄγεσθαι· τὴν δέ οἱ συμβουλεῦσαι τῶν παίδων ἐόντων ἓξ τοὺς δύο ἐπὶ τὴν πυρὴν ἐκτείναντα γεφυρῶσαι τὸ καιόμενον. τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην πᾶσαν. τὸ μέντοι ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἀπικνεύμενον καλέεται Αἰγύπτιον. αἱ δὲ στῆλαι τὰς ἵστα κατὰ τὰς χώρας ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς Σέσωστρις. ἔλεγον οἱ ἱρέες. τῷ μὲν ὁμίλῳ τὸν ἐπηγάγετο τῶν τὰς χώρας κατεστρέψατο. ἐόντας μεγάθεϊ περιμήκεας. αἱ μὲν πλεῦνες οὐκέτι φαίνονται περιεοῦσαι. τῇ μὲν δεξιῇ χειρὶ ἔχων αἰχμὴν τῇ δὲ ἀριστερῇ τόξα. ἐν δὲ τῇ Παλαιστίνῃ Συρίῃ αὐτὸς ὥρων ἐούσας καὶ τὰ γράμματα τὰ εἰρημένα ἐνεόντα καὶ γυναικὸς αἰδοῖα. καὶ δύο μὲν τῶν παίδων κατακαῆναι τρόπῳ τοιούτῳ. τούτων μὲν δὴ εἵνεκα κατετμήθη ἡ Αἴγυπτος. ἐπείτε ἐγίνετο ἀνακομιζόμενος ἐν Δάφνῃσι τῇσι Πηλουσίῃσι. ἐνθαῦτα μὲν οὐ δηλοῖ. κλῆρον ἴσον ἑκάστῳ τετράγωνον διδόντα. τῇ τε ἐκ τῆς Ἐφεσίης ἐς Φώκαιαν ἔρχονται καὶ τῇ ἐκ Σαρδίων ἐς Σμύρνην. τοῦτον δὴ τὸν Αἰγύπτιον Σέσωστριν ἀναχωρέοντα καὶ ἀνάγοντα πολλοὺς ἀνθρώπους τῶν ἐθνέων τῶν τὰς χώρας κατεστρέψατο. τοὺς δὲ λοιποὺς ἀποσωθῆναι ἅμα τῷ πατρί. καὶ τὴν ἄλλην σκευὴν ὡσαύτως· καὶ γὰρ Αἰγυπτίην καὶ Αἰθιοπίδα ἔχει· [4] ἐκ δὲ τοῦ ὤμου ἐς τὸν ἕτερον ὦμον διὰ τῶν στηθέων γράμματα ἱρὰ Αἰγύπτια διήκει ἐγκεκολαμμένα. ἐπιτάξαντα ἀποφορὴν . πολλὸν τῆς ἀληθείης ἀπολελειμμένοι. [3] ἑκατέρωθι δὲ ἀνὴρ ἐγγέγλυπται μέγαθος πέμπτης σπιθαμῆς. ταῦτα ποιῆσαι τὸν Σέσωστριν. οὗτοι. ὅκως τε ἀπίοι ὁ ποταμός. αὐτοὺς δὲ ἐπ᾽ ἐκείνων ἐπιβαίνοντας ἐκσώζεσθαι. τὸν ἀδελφεὸν ἑωυτοῦ. νοστήσας δὲ ὁ Σέσωστρις ἐς τὴν Αἴγυπτον καὶ τισάμενος τὸν ἀδελφεόν. ἑτέρωθι δὲ δεδήλωκε· [5] τὰ δὴ καὶ μετεξέτεροι τῶν θεησαμένων Μέμνονος εἰκόνα εἰκάζουσί μιν εἶναι. περινήσαντα δὲ ὑποπρῆσαι. καὶ ἀπὸ τούτου τὰς προσόδους ποιήσασθαι. ἐκ φρεάτων χρεώμενοι.
ἐπεξῆς πασέων πειρᾶσθαι· ἀναβλέψαντα δὲ συναγαγεῖν τὰς γυναῖκας τῶν ἐπειρήθη. ὡς ὑπερέβαλε τὰς ἀρούρας. μετὰ δὲ αὐτίκα καμόντα αὐτὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς τυφλωθῆναι. τὸν ἀποδέξασθαι μὲν οὐδεμίαν στρατηίην. [3] δοκέει δέ μοι ἐνθεῦτεν γεωμετρίη εὑρεθεῖσα ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπανελθεῖν· πόλον μὲν γὰρ καὶ γνώμονα καὶ τὰ δυώδεκα μέρεα τῆς ἡμέρης παρὰ Βαβυλωνίων ἔμαθον οἱ Ἕλληνες. ὡς οὐκ ἀνέλεπε. [2] εἰ δὲ τινὸς τοῦ κλήρου ὁ ποταμός τι παρέλοιτο. ἀναθήματα δὲ ἀποφυγὼν τὴν πάθην τῶν ὀφθαλμῶν ἄλλα τε ἀνὰ τὰ ἱρὰ πάντα τὰ λόγιμα ἀνέθηκε καὶ τοῦ γε λόγον μάλιστα ἄξιον ἐστὶ ἔχειν. λαβόντα αἰχμὴν βαλεῖν ἐς μέσας τὰς δίνας τοῦ ποταμοῦ. ἐς μίαν πόλιν. Δαρεῖον δὲ οὐ δυνασθῆναι Σκύθας ἑλεῖν· [3] οὔκων δίκαιον εἶναι ἱστάναι ἔμπροσθε τῶν ἐκείνου ἀναθημάτων μὴ οὐκ ὑπερβαλλόμενον τοῖσι ἔργοισι. μετὰ δέ. καλέεται δὲ ὁ χῶρος οὗτος ὁ συνάπας Τυρίων στρατόπεδον. τοῦ ποταμοῦ κατελθόντος μέγιστα δὴ τότε ἐπ᾽ ὀκτωκαίδεκα πήχεας. ἥτις παρὰ τὸν ἑωυτῆς ἄνδρα μοῦνον πεφοίτηκε. Δαρεῖον μέν νυν λέγουσι πρὸς ταῦτα συγγνώμην ποιήσασθαι. τούτου δὲ ἐκδέξασθαι τὴν βασιληίην ἔλεγον ἄνδρα Μεμφίτην. τοὺς δὲ παῖδας ἐόντας τέσσερας εἴκοσι πηχέων ἕκαστον· [2] τῶν δὴ ὁ ἱρεὺς τοῦ Ἡφαίστου χρόνῳ μετέπειτα πολλῷ Δαρεῖον τὸν Πέρσην οὐ περιεῖδε ἱστάντα ἔμπροσθε ἀνδριάντα. ἔστι δὲ ἐν τῷ τεμένεϊ . [3] καὶ τὸν πρώτης τῆς ἑωυτοῦ γυναικὸς πειρᾶσθαι. τοῦ Ἡφαιστείου πρὸς νότον ἄνεμον κείμενον. 111. ὅκως τοῦ λοιποῦ κατὰ λόγον τῆς τεταγμένης ἀποφορῆς τελέοι. ἑωυτόν τε καὶ τὴν γυναῖκα. ἐλθὼν ἂν πρὸς αὐτὸν ἐσήμαινε τὸ γεγενημένον· ὁ δὲ ἔπεμπε τοὺς ἐπισκεψομένους καὶ ἀναμετρήσοντας ὅσῳ ἐλάσσων ὁ χῶρος γέγονε.ἐπιτελέειν κατ᾽ ἐνιαυτόν. συνενειχθῆναι δέ οἱ τυφλὸν γενέσθαι διὰ τοιόνδε πρῆγμα. ἄλλων ἀνδρῶν ἐοῦσα ἄπειρος. ὀβελοὺς δύο λιθίνους. [2] περιοικέουσι δὲ τὸ τέμενος τοῦτο Φοίνικες Τύριοι. ἑνδεκάτῳ δὲ ἔτεϊ ἀπικέσθαι οἱ μαντήιον ἐκ Βουτοῦς πόλιος ὡς ἐξήκει τέ οἱ ὁ χρόνος τῆς ζημίης καὶ ἀναβλέψει γυναικὸς οὔρῳ νιψάμενος τοὺς ὀφθαλμούς. μῆκος μὲν ἑκάτερον πηχέων ἑκατόν. βασιλεὺς μὲν δὴ οὗτος μοῦνος Αἰγύπτιος Αἰθιοπίης ἦρξε. 112. ταύτην δὲ ἔσχε αὐτὸς γυναῖκα. ἐς τοῦ Ἡλίου τὸ ἱρὸν ἀξιοθέητα ἀνέθηκε ἔργα. ἣ νῦν καλέεται Ἐρυθρὴ βῶλος· ἐς ταύτην συναλίσαντα ὑποπρῆσαι πάσας σὺν αὐτῇ τῇ πόλι· [4] τῆς δὲ νιψάμενος τῷ οὔρῳ ἀνέβλεψε. ἐξ ἑνὸς ἐόντα ἑκάτερον λίθου. τῷ κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν οὔνομα Πρωτέα εἶναι· τοῦ νῦν τέμενος ἐστὶ ἐν Μέμφι κάρτα καλόν τε καὶ εὖ ἐσκευασμένον. πλὴν ἢ τῆς τῷ οὔρῳ νιψάμενος ἀνέβλεψε. εὖρος δὲ ὀκτὼ πηχέων. Σεσώστριος δὲ τελευτήσαντος ἐκδέξασθαι ἔλεγον τὴν βασιληίην τὸν παῖδα αὐτοῦ Φερῶν. μνημόσυνα δὲ ἐλίπετο πρὸ τοῦ Ἡφαιστείου ἀνδριάντας λιθίνους. φὰς οὔ οἱ πεποιῆσθαι ἔργα οἷά περ Σεσώστρι τῷ Αἰγυπτίῳ· Σέσωστριν μὲν γὰρ ἄλλα τε καταστρέψασθαι ἔθνεα οὐκ ἐλάσσω ἐκείνου καὶ δὴ καὶ Σκύθας. δέκα μὲν δὴ ἔτεα εἶναί μιν τυφλόν. πνεύματος ἐμπεσόντος κυματίης ὁ ποταμὸς ἐγένετο· [2] τὸν δὲ βασιλέα λέγουσι τοῦτον ἀτασθαλίῃ χρησάμενον. δύο μὲν τριήκοντα πηχέων. 110.
κότερα δῆτα τοῦτον ἐῶμεν ἀσινέα ἐκπλέειν ἢ ἀπελώμεθα τὰ ἔχων ἦλθε;” [3] ἀντιπέμπει πρὸς ταῦτα ὁ Πρωτεὺς λέγοντα τάδε· “ἄνδρα τοῦτον. ἔλεγον δέ μοι οἱ ἱρέες ἱστορέοντι τὰ περὶ Ἑλένην γενέσθαι ὧδε. καὶ δὴ καὶ τὸν πλόον ἀπηγήσατο ὁκόθεν πλέοι. [6] νῦν ὦν ἐπειδὴ περὶ πολλοῦ ἥγημαι μὴ ξεινοκτονέειν. οὐδαμῶς ξείνης ἐπικαλέεται. βουλόμενοι βλάπτειν αὐτόν. γυναῖκα μὲν ταύτην . ἑωυτὸν διδοὺς τῷ θεῷ. οὐκ ἔξεστι τούτου ἅψασθαι. συλλαβόντες ἀπάγετε παρ᾽ ἐμέ. 114. ὡς ἐγένετο ἐν τῷ Αἰγαίῳ. μετὰ δὲ αὐτόν τε τοῦτον ἀνήγαγε ἐς Μέμφιν καὶ τὴν Ἑλένην τε καὶ τὰ χρήματα. ἐγὼ ἄν σε ὑπὲρ τοῦ Ἕλληνος ἐτισάμην. καὶ δὴ καὶ ὅτι ξείνης Ἀφροδίτης ἐπώνυμον ἐστί· ὅσα γὰρ ἄλλα Ἀφροδίτης ἱρά ἐστι. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Θῶνις συλλαμβάνει τὸν Ἀλέξανδρον καὶ τὰς νέας αὐτοῦ κατίσχει. ἱκέται δὲ ἱζόμενοι τοῦ θεοῦ κατηγόρεον τοῦ Ἀλεξάνδρου. πάντα λόγον ἐξηγεύμενοι ὡς εἶχε περὶ τὴν Ἑλένην τε καὶ τὴν ἐς Μενέλεων ἀδικίην· κατηγόρεον δὲ ταῦτα πρός τε τοὺς ἱρέας καὶ τὸν στόματος τούτου φύλακον. ἐνθεῦτεν δέ. ἀλλὰ καὶ οἰκία τοῦ ξείνου κεραΐσας ἥκεις. [2] ἀνακομισθέντων δὲ πάντων. [2] ἦν δὲ ἐπὶ τῆς ἠιόνος τὸ καὶ νῦν ἐστι Ἡρακλέος ἱρόν. οὐ γὰρ ἀνιεῖ τὰ πνεύματα. [2] “ἥκει ξεῖνος γένος μὲν Τευκρός. καὶ μάλα ταῦτά τοι οὐκ ἤρκεσε. [3] μετὰ δὲ ὁ Πρωτεὺς εἰρώτα αὐτὸν ὁκόθεν τὴν Ἑλένην λάβοι· πλανωμένου δὲ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐν τῷ λόγῳ καὶ οὐ λέγοντος τὴν ἀληθείην. [4] τέλος δὲ δή σφι λόγον τόνδε ἐκφαίνει ὁ Πρωτεύς. ὅσοι ὑπ᾽ ἀνέμων ἤδη ἀπολαμφθέντες ἦλθον ἐς χώρην τὴν ἐμήν. [3] ὁ νόμος οὗτος διατελέει ἐὼν ὅμοιος μέχρι ἐμεῦ τῷ ἀπ᾽ ἀρχῆς· τοῦ ὦν δὴ Ἀλεξάνδρου ἀπιστέαται θεράποντες πυθόμενοι τὸν περὶ τὸ ἱρὸν ἔχοντα νόμον. ἀλλ᾽ ἀναπτερώσας αὐτὴν οἴχεαι ἔχων ἐκκλέψας. ὁ δέ οἱ καὶ τὸ γένος κατέλεξε καὶ τῆς πάτρης εἶπε τὸ οὔνομα. ξεινίων τυχὼν ἔργον ἀνοσιώτατον ἐργάσαο· παρὰ τοῦ σεωυτοῦ ξείνου τὴν γυναῖκα ἦλθες. ἵνα εἰδέω ὅ τι κοτὲ καὶ λέξει”. 113. ἐξηγεύμενοι πάντα λόγον τοῦ ἀδικήματος. ἔργον δὲ ἀνόσιον ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐξεργασμένος· ξείνου γὰρ τοῦ ἑωυτοῦ ἐξαπατήσας τὴν γυναῖκα αὐτήν τε ταύτην ἄγων ἥκει καὶ πολλὰ κάρτα χρήματα. ἐξῶσται ἄνεμοι ἐκβάλλουσι ἐς τὸ Αἰγύπτιον πέλαγος. καὶ τὸν λόγον ἀκηκοὼς ὡς διαιτήθη Ἑλένη παρὰ Πρωτέι. 115. ἤλεγχον οἱ γενόμενοι ἱκέται. Ἀλέξανδρον ἁρπάσαντα Ἑλένην ἐκ Σπάρτης ἀποπλέειν ἐς τὴν ἑωυτοῦ· καί μιν. ὑπὸ ἀνέμων ἐς γῆν ταύτην ἀπενειχθείς. ὅς. ἀκούσας δὲ τούτων ὁ Θῶνις πέμπει τὴν ταχίστην ἐς Μέμφιν παρὰ Πρωτέα ἀγγελίην λέγουσαν τάδε. ὅστις κοτὲ ἐστὶ <ὁ> ἀνόσια ἐργασμένος ξεῖνον τὸν ἑωυτοῦ. εἰρώτα τὸν Ἀλέξανδρον ὁ Πρωτεὺς τίς εἴη καὶ ὁκόθεν πλέοι. [5] καὶ οὐδὲ ταῦτά τοι μοῦνα ἤρκεσε. ὦ κάκιστε ἀνδρῶν.τοῦ Πρωτέος ἱρὸν τὸ καλέεται ξείνης Ἀφροδίτης· συμβάλλομαι δὲ τοῦτο τὸ ἱρὸν εἶναι Ἑλένης τῆς Τυνδάρεω. ἐς τὸ ἢν καταφυγὼν οἰκέτης ὅτευ ὦν ἀνθρώπων ἐπιβάληται στίγματα ἱρά. ἀπικνέεται ἐς Αἴγυπτον καὶ Αἰγύπτου ἐς τὸ νῦν Κανωβικὸν καλεύμενον στόμα τοῦ Νείλου καὶ ἐς Ταριχείας. λέγων ὅτι “ἐγὼ εἰ μὴ περὶ πολλοῦ ἡγεύμην μηδένα ξείνων κτείνειν. τῷ οὔνομα ἦν Θῶνις. πρὸς δὲ καὶ τοὺς ἱκέτας.
δηλώσας ὡς καὶ τοῦτον ἐπίσταιτο τὸν λόγον· [2] δῆλον δὲ κατὰ [γὰρ] ἐποίησε ἐν Ἰλιάδι (καὶ οὐδαμῇ ἄλλῃ ἀνεπόδισε ἑωυτόν) πλάνην τὴν Ἀλεξάνδρου. τά οἱ Πολύδαμνα πόρεν Θῶνος παράκοιτις Αἰγυπτίη. 116. τὴν ὁδὸν ἣν Ἑλένην περ ἀνήγαγεν εὐπατέρειαν. σὺν δέ σφι ἰέναι καὶ αὐτὸν Μενέλεων· [3] τοὺς δ᾽ ἐπείτε ἐσελθεῖν ἐς τὸ τεῖχος. ὡς ἀπηνείχθη ἄγων Ἑλένην τῇ τε δὴ ἄλλῃ πλαζόμενος καὶ ὡς ἐς Σιδῶνα τῆς Φοινίκης ἀπίκετο. 117. [Ἰλ. ἐπεὶ οὔ σφιν ἔρεξα τεληέσσας ἑκατόμβας. πολλὰ δὲ λυγρά. ἐς ὃ ἂν αὐτὸς ἐλθὼν ἐκεῖνος ἀπαγαγέσθαι ἐθέλῃ· αὐτὸν δέ σε καὶ τοὺς σοὺς συμπλόους τριῶν ἡμερέων προαγορεύω ἐκ τῆς ἐμῆς γῆς ἐς ἄλλην τινὰ μετορμίζεσθαι. [2] ἐλθεῖν μὲν γὰρ μετὰ τὴν Ἑλένης ἁρπαγὴν ἐς τὴν Τευκρίδα γῆν Ἑλλήνων στρατιὴν πολλὴν βοηθεῦσαν Μενέλεῳ. τῶν ἐστὶ ἡ Σιδών. τῶν τε ἀδικημάτων δίκας αἰτέειν· τοὺς δὲ Τευκροὺς τὸν αὐτὸν λόγον . τοῖα Διὸς θυγάτηρ ἔχε φάρμακα μητιόεντα. ἔνθ᾽ ἔσαν οἱ πέπλοι παμποίκιλοι. εὐαέι τε πνεύματι χρησάμενος καὶ θαλάσσῃ λείῃ· ἐν δὲ Ἰλιάδι λέγει ὡς ἐπλάζετο ἄγων αὐτήν. Ζ 289-292] [4] ἐπιμέμνηται δὲ καὶ ἐν Ὀδυσσείῃ ἐν τοῖσιδε τοῖσι ἔπεσι.καὶ τὰ χρήματα οὔ τοι προήσω ἀπάγεσθαι. τῇ πλεῖστα φέρει ζείδωρος ἄρουρα φάρμακα. [3] [ἐπιμέμνηται δὲ αὐτοῦ ἐν Διομήδεος ἀριστείῃ· λέγει δὲ τὰ ἔπεα ὧδε. Ἑλένης μὲν ταύτην ἄπιξιν παρὰ Πρωτέα ἔλεγον οἱ ἱρέες γενέσθαι· δοκέει δέ μοι καὶ Ὅμηρος τὸν λόγον τοῦτον πυθέσθαι· ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ὁμοίως ἐς τὴν ἐποποιίην εὐπρεπὴς ἦν τῷ ἑτέρῳ τῷ περ ἐχρήσατο. ἑκὼν [ἑκὼν: ἐς ὅ] μετῆκε αὐτόν. ἐν τῇ Συρίῃ οἰκέουσι]. δ 227-230] [5] καὶ τάδε ἕτερα πρὸς Τηλέμαχον Μενέλεως λέγει. [Ὀδ. δ 351-352] [6] ἐν τούτοισι τοῖσι ἔπεσι δηλοῖ ὅτι ἠπίστατο τὴν ἐς Αἴγυπτον Ἀλεξάνδρου πλάνην· ὁμουρέει γὰρ ἡ Συρίη Αἰγύπτῶ. 118. Αἰγύπτῳ μ᾽ ἔτι δεῦρο θεοὶ μεμαῶτα νέεσθαι ἔσχον. [Ὀδ. ἐν μὲν γὰρ τοῖσι Κυπρίοισι εἴρηται ὡς τριταῖος ἐκ Σπάρτης Ἀλέξανδρος ἀπίκετο ἐς τὸ Ἴλιον ἄγων Ἑλένην. πολλὰ μὲν ἐσθλὰ μεμιγμένα. ἐπιπλὼς εὐρέα πόντον. ὅμηρος μέν νυν καὶ τὰ Κύπρια ἔπεα χαιρέτω. ἐκβᾶσαν δὲ ἐς γῆν καὶ ἱδρυθεῖσαν τὴν στρατιὴν πέμπειν ἐς τὸ Ἴλιον ἀγγέλους. εἰ δὲ μή. τὰς αὐτὸς Ἀλέξανδρος θεοειδής ἤγαγε Σιδονίηθεν. ἔφασαν πρὸς ταῦτα τάδε. εἰρομένου δέ μευ τοὺς ἱρέας εἰ μάταιον λόγον λέγουσι οἱ Ἕλληνες τὰ περὶ Ἴλιον γενέσθαι ἢ οὔ. οἱ δὲ Φοίνικες. ἱστορίῃσι φάμενοι εἰδέναι παρ᾽ αὐτοῦ Μενέλεω. ἐσθλά. ἅτε πολεμίους περιέψεσθαι”. κατὰ ταῦτα δὲ τὰ ἔπεα καὶ τόδε [τὸ χωρίον] οὐκ ἥκιστα ἀλλὰ μάλιστα δηλοῖ ὅτι οὐκ Ὁμήρου τὰ Κύπρια ἔπεα ἐστὶ ἀλλ᾽ ἄλλου τινός. ἀπαιτέειν Ἑλένην τε καὶ τὰ χρήματα τά οἱ οἴχετο κλέψας Ἀλέξανδρος. ἔργα γυναικῶν Σιδονίων. ἀλλ᾽ αὐτὰ ἐγὼ τῷ Ἕλληνι ξείνῳ φυλάξω.
τούτων δὲ τοιούτων συμβαινόντων ἐγὼ μὲν ἔλπομαι. ἀποδοθῆναι ἂν αὐτὴν τοῖσι Ἕλλησι ἤτοι ἑκόντος γε ἢ ἀέκοντος Ἀλεξάνδρου. οὐδὲ λέγουσι αὐτοῖσι τὴν ἀληθείην ἐπίστευον οἱ Ἕλληνες. ἀλλ᾽ εἶναι αὐτὰ πάντα ἐν Αἰγύπτῳ. ἀποδοῦναι ἂν αὐτὴν τοῖσι Ἀχαιοῖσι. τοῦ δαιμονίου παρασκευάζοντος. ὥστε γέροντος Πριάμου ἐόντος ἐπ᾽ ἐκείνῳ τὰ πρήγματα εἶναι. μέλλοντά γε δὴ τῶν παρεόντων κακῶν ἀπαλλαγήσεσθαι. ἀποπλέειν γὰρ ὁρμημένον αὐτὸν ἶσχον ἄπλοιαι· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο ἐπὶ πολλὸν τοιοῦτον ἦν. [4] οἱ δὲ Ἕλληνες καταγελᾶσθαι δοκέοντες ὑπ᾽ αὐτῶν οὕτω δὴ ἐπολιόρκεον. καὶ ταῦτα μεγάλων κακῶν δι᾽ αὐτὸν συμβαινόντων ἰδίῃ τε αὐτῷ καὶ τοῖσι ἄλλοισι πᾶσι Τρωσί. ὁκότε συμμίσγοιεν τοῖσι Ἕλλησι. καὶ οὐκ ἂν δικαίως αὐτοὶ δίκας ὑπέχειν τῶν Πρωτεὺς ὁ Αἰγύπτιος βασιλεὺς ἔχει. [2] τυχὼν μέντοι τούτων ἐγένετο Μενέλεως ἀνὴρ ἄδικος ἐς Αἰγυπτίους. 120. ταῦτα μὲν Αἰγυπτίων οἱ ἱρέες ἔλεγον· ἐγὼ δὲ τῷ λόγῳ τῷ περὶ Ἑλένης λεχθέντι καὶ αὐτὸς προστίθεμαι. ὥστε τοῖσι σφετέροισι σώμασι καὶ τοῖσι τέκνοισι καὶ τῇ πόλι κινδυνεύειν ἐβούλοντο. ὅκως πανωλεθρίῃ ἀπολόμενοι καταφανὲς τοῦτο τοῖσι ἀνθρώποισι ποιήσωσι. [3] εἰ δέ τοι καὶ ἐν τοῖσι πρώτοισι χρόνοισι ταῦτα ἐγίνωσκον. εἰ ἦν Ἑλένη ἐν Ἰλίῳ. τὰ δὲ παρ᾽ ἑωυτοῖσι γενόμενα ἀτρεκέως ἐπιστάμενοι λέγειν. ἐπιτεχνᾶται πρῆγμα οὐκ ὅσιον· [3] λαβὼν γὰρ δύο παιδία ἀνδρῶν ἐπιχωρίων ἔντομα σφέα ἐποίησε. καὶ ξεινίων ἤντησε μεγάλων καὶ Ἑλένην ἀπαθέα κακῶν ἀπέλαβε. ἀπικόμενος δὲ ὁ Μενέλεως ἐς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἀναπλώσας ἐς τὴν Μέμφιν. μισηθείς τε καὶ διωκόμενος οἴχετο φεύγων τῇσι νηυσὶ ἐπὶ Λιβύης· τὸ ἐνθεῦτεν δὲ ὅκου ἔτι ἐτράπετο οὐκ εἶχον εἰπεῖν Αἰγύπτιοι. καὶ ὀμνύντας καὶ ἀνωμοτί. ἀλλὰ τὸν αὐτὸν λόγου τῷ προτέρῳ ἐπυνθάνοντο. πρὸς δὲ καὶ τὰ ἑωυτοῦ χρήματα πάντα. ἀπώλλυντο. καὶ ταῦτα μὲν τῇ ἐμοὶ δοκέει εἴρηται. ὡς μὲν ἐγὼ γνώμην ἀποφαίνομαι. ὡς τῶν μεγάλων ἀδικημάτων μεγάλαι εἰσὶ καὶ αἱ τιμωρίαι παρὰ τῶν θεῶν. [5] ἀλλ᾽ οὐ γὰρ εἶχον Ἑλένην ἀποδοῦναι. ἐς ὃ ἐξεῖλον· ἑλοῦσι δὲ τὸ τεῖχος ὡς οὐκ ἐφαίνετο ἡ Ἑλένη. 121. Πρωτέος δὲ ἐκδέξασθαι τὴν βασιληίην ῾Ραμψίνιτον ἔλεγον. μετὰ δὲ ὡς ἐπάιστος ἐγένετο τοῦτο ἐργασμένος. αὐτοῦ δὲ Πριάμου οὐκ ἔστι ὅτε οὐ δύο ἢ τρεῖς ἢ καὶ ἔτι πλέους τῶν παίδων μάχης γινομένης ἀπέθνησκον. εἴπας τὴν ἀληθείην τῶν πρηγμάτων. εἰ χρή τι τοῖσι ἐποποιοῖσι χρεώμενον λέγειν. τὸν οὐ προσῆκε ἀδικέοντι τῷ ἀδελφεῷ ἐπιτρέπειν.λέγειν τότε καὶ μετέπειτα. 119. ὃς μνημόσυνα ἐλίπετο τὰ προπύλαια τὰ πρὸς ἑσπέρην τετραμμένα . τάδε ἐπιλεγόμενος. εἰ καὶ αὐτὸς Πρίαμος συνοίκεε Ἑλένῃ. μὴ μὲν ἔχειν Ἑλένην μηδὲ τὰ ἐπικαλεύμενα χρήματα. [2] οὐ γὰρ δὴ οὕτω γε φρενοβλαβὴς ἦν ὁ Πρίαμος οὐδὲ οἱ ἄλλοι <οἱ> προσήκοντες αὐτῷ. τούτων δὲ τὰ μὲν ἱστορίῃσι ἔφασαν ἐπίστασθαι. ὅκως Ἀλέξανδρος Ἑλένῃ συνοικέῃ. [4] οὐ μὲν οὐδὲ ἡ βασιληίη ἐς Ἀλέξανδρον περιήιε. ἐπεὶ πολλοὶ μὲν τῶν ἄλλων Τρώων. οὕτω δὴ πιστεύσαντες τῷ λόγῳ τῷ πρώτῳ οἱ Ἕλληνες αὐτὸν Μενέλεων ἀποστέλλουσι παρὰ Πρωτέα. ἀλλὰ Ἕκτωρ καὶ πρεσβύτερος καὶ ἀνὴρ ἐκείνου μᾶλλον ἐὼν ἔμελλε αὐτὴν Πριάμου ἀποθανόντος παραλάμψεσθαι.
ἐπεὶ πρὸς τὸ ἄγγος προσῆλθε. τούτοισι δὲ ἀπηγήσασθαι ὡς ἐκείνων προορῶν. ἐπελθόντας δὲ ἐπὶ τὰ βασιλήια νυκτὸς καὶ τὸν λίθον ἐπὶ τῷ οἰκοδομήματι ἀνευρόντας ῥηιδίως μεταχειρίσασθαι καὶ τῶν χρημάτων πολλὰ ἐξενείκασθαι. τὸν ἂν ἴδωνται ἀποκλαύσαντα ἢ κατοικτισάμενον. ἐσελθόντα τὸν βασιλέα ἐς τὸ οἴκημα ἐκπεπλῆχθαι ὁρῶντα τὸ σῶμα τοῦ φωρὸς ἐν τῇ πάγῃ ἄνευ τῆς κεφαλῆς ἐόν. τὸν δὲ χειμῶνα καλεόμενον τὰ ἔμπαλιν τούτων ἔρδουσι. ποιῆσαί μιν τάδε· πάγας προστάξαι ἐργάσασθαι καὶ ταύτας περὶ τὰ ἀγγήια ἐν τοῖσι τὰ χρήματα ἐνῆν στῆσαι. [3] καὶ τὸν μὲν τελευτῆσαι τὸν βίον. συλλαβόντας ἄγειν πρὸς ἑωυτόν. ἰθέως τῇ πάγῃ ἐνέχεσθαι. τὸν δὲ ἐργαζόμενον ἐπιβουλεύοντα τάδε μηχανᾶσθαι· τῶν λίθων παρασκευάσασθαι ἕνα ἐξαιρετὸν εἶναι ἐκ τοῦ τοίχου ῥηιδίως καὶ ὑπὸ δύο ἀνδρῶν καὶ ὑπὸ ἑνός. τὸν δὲ πρὸς νότον χειμῶνα· καὶ τὸν μὲν καλέουσι θέρος. ὡς δὲ αὐτῷ καὶ δὶς καὶ τρὶς ἀνοίξαντι αἰεὶ ἐλάσσω φαίνεσθαι τὰ χρήματα (τοὺς γὰρ κλέπτας οὐκ ἀνιέναι κεραΐζοντας). [2] τῶν δὲ φωρῶν ὥσπερ ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ ἐλθόντων καὶ ἐσδύντος τοῦ ἑτέρου αὐτῶν. τοὺς δὲ παῖδας οὐκ ἐς μακρὴν ἔργου ἔχεσθαι. τῶν τε σημάντρων ἐόντων σόων καὶ τοῦ οἰκήματος κεκληιμένου. φυλάκους δὲ αὐτοῦ καταστήσαντα ἐντείλασθαί σφι. ὡς δὲ γνῶναι αὐτὸν ἐν οἵῳ κακῷ ἦν. φέροντα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀδελφεοῦ. ἀπορεύμενον δέ μιν τάδε ποιῆσαι· τοῦ φωρὸς τὸν νέκυν κατὰ τοῦ τείχεος κατακρεμάσαι. τοῦτον μὲν προσκυνέουσί τε καὶ εὖ ποιέουσι. [2] ὡς δὲ ἐπετελέσθη τὸ οἴκημα. [121A] πλοῦτον δὲ τούτῳ τῷ βασιλέι γενέσθαι ἀργύρου μέγαν. ἰθέως καλέειν τὸν ἀδελφεὸν καὶ δηλοῦν αὐτῷ τὰ παρεόντα. τὸν μὲν βασιλέα θησαυρίσαι τὰ χρήματα ἐν αὐτῷ· χρόνου δὲ περιιόντος τὸν οἰκοδόμον περὶ τελευτὴν τοῦ βίου ἐόντα ἀνακαλέσασθαι τοὺς παῖδας (εἶναι γὰρ αὐτῷ δύο).τοῦ Ἡφαιστείου. οὐκ ἔχειν δὲ ὅντινα ἐπαιτιᾶται. ἀντίους δὲ τῶν προπυλαίων ἔστησε ἀνδριάντας δύο. [121B] ὡς δὲ τυχεῖν τὸν βασιλέα ἀνοίξαντα τὸ οἴκημα. καὶ κελεύειν τὴν ταχίστην ἐσδύντα ἀποταμεῖν αὐτοῦ τὴν κεφαλήν. ὅκως μὴ αὐτὸς ὀφθεὶς καὶ γνωρισθεὶς ὃς εἴη προσαπολέσῃ κἀκεῖνον. βουλόμενον δὲ αὐτὸν ἐν ἀσφαλείῃ τὰ χρήματα θησαυρίζειν οἰκοδομέεσθαι οἴκημα λίθινον. καὶ καταρμόσαντα τὸν λίθον ἀπιέναι ἐπ᾽ οἴκου. τεχνάσαιτο οἰκοδομέων τὸν θησαυρὸν τοῦ βασιλέος· σαφέως δὲ αὐτοῖσι πάντα ἐξηγησάμενον τὰ περὶ τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ λίθου δοῦναι τὰ μέτρα αὐτοῦ. λόγους δὲ πρὸς τὸν περιεόντα παῖδα ποιευμένην προστάσσειν αὐτῷ ὅτεῳ τρόπῳ δύναται μηχανᾶσθαι ὅκως τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφεοῦ καταλύσας κομιεῖ· εἰ δὲ τούτων ἀμελήσει. ἐόντας τὸ μέγαθος πέντε καὶ εἴκοσι πηχέων. καὶ ποιῆσαί μιν πεισθέντα ταῦτα. τοῦ τῶν τοίχων ἕνα ἐς τὸ ἔξω μέρος τῆς οἰκίης ἔχειν. [2] ἀνακρεμαμένου δὲ τοῦ νέκυος τὴν μητέρα δεινῶς φέρειν. τῶν Αἰγύπτιοι τὸν μὲν πρὸς βορέω ἑστεῶτα καλέουσι θέρος. λέγοντα ὡς ταῦτα διαφυλάσσοντες ταμίαι τῶν βασιλέος χρημάτων ἔσονται. διαπειλέειν . ὅκως βίον ἄφθονον ἔχωσι. θωμάσαι ἰδόντα τῶν χρημάτων καταδεᾶ τὰ ἀγγήια. [121C] ὡς δὲ ἡμέρη ἐγένετο. τῷ δὲ δόξαι εὖ λέγειν. τὸν οὐδένα τῶν ὕστερον ἐπιτραφέντων βασιλέων δύνασθαι ὑπερβαλέσθαι οὐδ᾽ ἐγγὺς ἐλθεῖν. τὸ δὲ οἴκημα ἀσινὲς καὶ οὔτε ἔσοδον οὔτε ἔκδυσιν οὐδεμίαν ἔχον.
ἐπιδοῦναι αὐτοῖσι τῶν ἀσκῶν ἕνα· τοὺς δὲ αὐτοῦ ὥσπερ εἶχον κατακλιθέντας πίνειν διανοέεσθαι. τέλος δὲ ἐξελάσαι αὐτὸν τοὺς ὄνους ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ κατασκευάζειν. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστά· [2] τὴν θυγατέρα τὴν ἑωυτοῦ κατίσαι ἐπ᾽ οἰκήματος.αὐτὴν ὡς ἐλθοῦσα πρὸς τὸν βασιλέα μηνύσει αὐτὸν ἔχοντα τὰ χρήματα. ἐκπεπλῆχθαι μὲν ἐπὶ τῇ . καὶ τὸν ἐκκεχυμένον οἶνον συγκομίζειν ἐν κέρδεϊ ποιευμένους· [3] τὸν δὲ διαλοιδορέεσθαι πᾶσι ὀργὴν προσποιεύμενον. νομίζουσαν αὐτοῦ ἐκείνου τῆς χειρὸς ἀντέχεσθαι· τὸν δὲ φῶρα προέμενον αὐτῇ οἴχεσθαι διὰ θυρέων φεύγοντα. τὸν δὲ φῶρα ἐν τῷ σκότεϊ προτεῖναι αὐτῇ τοῦ νεκροῦ τὴν χεῖρα· τὴν δὲ ἐπιλαβομένην ἔχειν. [4] ὡς δὲ λόγους τε πλέους ἐγγίνεσθαι καί τινα καὶ σκῶψαι μιν καὶ ἐς γέλωτα προαγαγέσθαι. ἐπισπάσαντα τῶν ἀσκῶν δύο ἢ τρεῖς ποδεῶνας αὐτὸν λύειν ἀπαμμένους· [2] ὡς δὲ ἔρρεε ὁ οἶνος. ἐπιθέντα δὲ τὸν νέκυν ἐπὶ τοὺς ὄνους ἀπελαύνειν ἐπ᾽ οἴκου. ἐπιτεχνήσασθαι τοιάδε μιν· ὄνους κατασκευασάμενον καὶ ἀσκοὺς πλήσαντα οἴνου ἐπιθεῖναι ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ ἔπειτα ἐλαύνειν αὐτούς· ὡς δὲ κατὰ τοὺς φυλάσσοντας ἦν τὸν κρεμάμενον νέκυν. [5] ὡς δέ μιν παρὰ τὴν πόσιν φιλοφρόνως ἠσπάζοντο. παραμυθευμένων δὲ αὐτὸν τῶν φυλάκων χρόνῳ πρηΰνεσθαι προσποιέεσθαι καὶ ὑπίεσθαι τῆς ὀργῆς. βουληθέντα πολυτροπίῃ τοῦ βασιλέος περιγενέσθαι ποιέειν τάδε· [4] νεκροῦ προσφάτου ἀποταμόντα ἐν τῷ ὤμῳ τὴν χεῖρα ἰέναι αὐτὸν ἔχοντα αὐτὴν ὑπὸ τῷ ἱματίῳ. τοὺς δὲ φυλάκους ὡς ἰδεῖν πολλὸν ῥέοντα τὸν οἶνον. ἐντειλάμενον πάντας τε ὁμοίως προσδέκεσθαι. τό τε σῶμα τοῦ ἀδελφεοῦ καταλῦσαι καὶ τῶν φυλάκων ἐπὶ λύμῃ πάντων ξυρῆσαι τὰς δεξιὰς παρηίδας. τοῦτον συλλαμβάνειν καὶ μὴ ἀπιέναι ἔξω. [121F] ὡς δὲ καὶ ταῦτα ἐς τὸν βασιλέα ἀνηνείχθη. καὶ πρὶν συγγενέσθαι. ἐπιδοῦναι αὐτοῖσι καὶ ἄλλον τῶν ἀσκῶν· δαψιλέι δὲ τῷ ποτῷ χρησαμένους τοὺς φυλάκους ὑπερμεθυσθῆναι καὶ κρατηθέντας ὑπὸ τοῦ ὕπνου αὐτοῦ ἔνθα περ ἔπινον κατακοιμηθῆναι. ἀναγκάζειν λέγειν αὐτῇ ὅ τι δὴ ἐν τῷ βίῳ ἔργασται αὐτῷ σοφώτατον καὶ ἀνοσιώτατον· ὃς δ᾽ ἂν ἀπηγήσηται τὰ περὶ τὸν φῶρα γεγενημένα. [6] τὸν δέ. [3] ὡς δὲ τὴν παῖδα ποιέειν τὰ ἐκ τοῦ πατρὸς προσταχθέντα. ὡς αὐτῷ ἀπηγγέλθη τοῦ φωρὸς ὁ νέκυς ἐκκεκλεμμένος. [121D] ὡς δὲ χαλεπῶς ἐλαμβάνετο ἡ μήτηρ τοῦ περιεόντος παιδὸς καὶ πολλὰ πρὸς αὐτὴν λέγων οὐκ ἔπειθε. δεινὰ ποιέειν· πάντως δὲ βουλόμενον εὑρεθῆναι ὅστις κοτὲ εἴη ὁ ταῦτα μηχανώμενος. ποιῆσαί μιν τάδε. τὸν φῶρα πυθόμενον τῶν εἵνεκα ταῦτα ἐπρήσσετο. ἐπιτελέσαντα τῇ μητρὶ τὰ προσταχθέντα. τὴν κεφαλήν μιν κόπτεσθαι μεγάλα βοῶντα ὡς οὐκ ἔχοντα πρὸς ὁκοῖον τῶν ὄνων πρῶτον τράπηται. ὡς πρόσω ἦν τῆς νυκτός. καὶ ἐκεῖνον παραλαμβάνειν καὶ κελεύειν μετ᾽ ἑωυτῶν μείναντα συμπίνειν· τὸν δὲ πεισθῆναί τε δὴ καὶ καταμεῖναι. ἀπηγήσασθαι ὡς ἀνοσιώτατον μὲν εἴη ἐργασμένος ὅτι τοῦ ἀδελφεοῦ ἐν τῷ θησαυρῷ τοῦ βασιλέος ὑπὸ πάγης ἁλόντος ἀποτάμοι τὴν κεφαλήν. ἐσελθόντα δὲ ὡς τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα καὶ εἰρωτώμενον τά περ καὶ οἱ ἄλλοι. σοφώτατον δὲ ὅτι τοὺς φυλάκους καταμεθύσας καταλύσειε τοῦ ἀδελφεοῦ κρεμάμενον τὸν νέκυν. [121E] τὸν δὲ βασιλέα. [5] τὴν δὲ ὡς ἤκουσε ἅπτεσθαι αὐτοῦ. συντρέχειν ἐς τὴν ὁδὸν ἀγγήια ἔχοντας.
τῇ ὑψηλοτάτη ἐστὶ αὐτὴ ἑωυτῆς. Αἰγυπτίους μὲν γὰρ τῶν ἄλλων προκεκρίσθαι. ἐκεῖνον δὲ Αἰγυπτίων.πολυφροσύνῃ τε καὶ τόλμῃ τοῦ ἀνθρώπου. καί οἱ τὴν θυγατέρα ταύτην συνοικίσαι ὡς πλεῖστα ἐπισταμένῳ ἀνθρώπων. οἳ μὲν πρότερον οἳ δὲ ὕστερον. [3] φᾶρος δὲ αὐτημερὸν ἐξυφήναντες οἱ ἱρέες κατ᾽ ὦν ἔδησαν ἑνὸς ἑωυτῶν μίτρῃ τοὺς ὀφθαλμούς. [3] τούτῳ τῷ λόγῳ εἰσὶ οἳ Ἑλλήνων ἐχρήσαντο. ἐπεὰν δὲ πάντα περιέλθῃ τὰ χερσαῖα καὶ τὰ θαλάσσια καὶ τὰ πετεινά. [2] πρῶτοι δὲ καὶ τόνδε τὸν λόγον Αἰγύπτιοι εἰσὶ οἱ εἰπόντες. ὀκτὼ ὀργυιαί. [2] τοῖσι μὲν δὴ ἀποδεδέχθαι ἐκ τῶν λιθοτομιέων τῶν ἐν τῷ Ἀραβίῳ ὄρεϊ. μετὰ δὲ ταῦτα ἔλεγον τοῦτον τὸν βασιλέα ζωὸν καταβῆναι κάτω ἐς τὸν οἱ Ἕλληνες Ἅιδην νομίζουσι εἶναι. ῾Ραμψίνιτον δὲ μεγάλως θωμάσαι. 123. καί μιν πάλιν ἀπικέσθαι δῶρον ἔχοντα παρ᾽ αὐτῆς χειρόμακτρον χρύσεον. μέχρι μέν νυν ῾Ραμψινίτου βασιλέος εἶναι ἐν Αἰγύπτῳ πᾶσαν εὐνομίην ἔλεγον καὶ εὐθηνέειν Αἴγυπτον μεγάλως. κατακληίσαντα γάρ μιν πάντα τὰ ἱρὰ πρῶτα μὲν σφέας θυσιέων τουτέων ἀπέρξαι. εὖρος δὲ δέκα ὀργυιαί. αὖτις ἐς ἀνθρώπου σῶμα γινόμενον ἐσδύνει· τὴν περιήλυσιν δὲ αὐτῇ γίνεσθαι ἐν τρισχιλίοισι ἔτεσι. καὶ κεῖθι συγκυβεύειν τῇ Δήμητρι. πρὸς τοῦτο ἕλκειν. [2] τὸν δὲ φῶρα πιστεύσαντα ἐλθεῖν πρὸς αὐτόν. καὶ τὰ μὲν νικᾶν αὐτὴν τὰ δὲ ἑσσοῦσθαι ὑπ᾽ αὐτῆς. τὴν ἔδειμαν ἔργον ἐὸν οὐ πολλῷ τεῳ ἔλασσον τῆς πυραμίδος. ὡς ἀνθρώπου ψυχὴ ἀθάνατος ἐστί. [2] ἀπὸ δὲ τῆς ῾Ραμψινίτου καταβάσιος. ὁρτὴν δὴ ἀνάγειν Αἰγυπτίους ἔφασαν· τὴν καὶ ἐγὼ οἶδα ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἐπιτελέοντας αὐτούς. μετὰ δὲ τοῦτον βασιλεύσαντα σφέων Χέοπα ἐς πᾶσαν κακότητα ἐλάσαι. τοῦ σώματος δὲ καταφθίνοντος ἐς ἄλλο ζῷον αἰεὶ γινόμενον ἐσδύεται. λίθου δὲ . 122. ἀρχηγετέειν δὲ τῶν κάτω Αἰγύπτιοι λέγουσι Δήμητρα καὶ Διόνυσον. ἐκ τουτέων ἕλκειν λίθους μέχρι τοῦ Νείλου· διαπεραιωθέντας δὲ τὸν ποταμὸν πλοίοισι τοὺς λίθους ἑτέροισι ἐπέταξε ἐκδέκεσθαι καὶ πρὸς τὸ Λιβυκὸν καλεύμενον ὄρος. χρόνον δὲ ἐγγενέσθαι τριβομένῳ τῷ λεῷ δέκα ἔτεα μὲν τῆς ὁδοῦ κατ᾽ ἣν εἷλκον τοὺς λίθους. ὡς ἰδίῳ ἑωυτῶν ἐόντι· τῶν ἐγὼ εἰδὼς τὰ οὐνόματα οὐ γράφω. μετὰ δὲ ἐργάζεσθαι ἑωυτῷ κελεύειν πάντας Αἰγυπτίους. ὡς πάλιν ἀπίκετο. ἀγαγόντες δέ μιν ἔχοντα τὸ φᾶρος ἐς ὁδὸν φέρουσαν ἐς ἱρὸν Δήμητρος αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται ὀπίσω· τὸν δὲ ἱρέα τοῦτον καταδεδεμένον τοὺς ὀφθαλμοὺς λέγουσι ὑπὸ δύο λύκων ἄγεσθαι ἐς τὸ ἱρὸν τῆς Δήμητρος ἀπέχον τῆς πόλιος εἴκοσι σταδίους. ὕψος δέ. ὡς ἐμοὶ δοκέειν· [4] τῆς μὲν γὰρ μῆκος εἰσὶ πέντε στάδιοι. καὶ αὖτις ὀπίσω ἐκ τοῦ ἱροῦ ἀπάγειν μιν τοὺς λύκους ἐς τὠυτὸ χωρίον. τοῖσι μέν νυν ὑπ᾽ Αἰγυπτίων λεγομένοισι χράσθω ὅτεῳ τὰ τοιαῦτα πιθανά ἐστι· ἐμοὶ δὲ παρὰ πάντα τὸν λόγον ὑπόκειται ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπ᾽ ἑκάστων ἀκοῇ γράφω. οὐ μέντοι εἴ γε διὰ ταῦτα ὁρτάζουσι ἔχω λέγειν. [3] ἐργάζοντο δὲ κατὰ δέκα μυριάδας ἀνθρώπων αἰεὶ τὴν τρίμηνον ἑκάστην. τέλος δὲ διανέμοντα ἐς πάσας τὰς πόλις ἐπαγγέλλεσθαι ἀδείην τε διδόντα καὶ μεγάλα ὑποδεκόμενον ἐλθόντι ἐς ὄψιν τὴν ἑωυτοῦ. 124.
ἑξακόσια καὶ χίλια τάλαντα ἀργυρίου τετελέσθαι. ἀπὸ τούτου δὲ ἐπὶ τὸν δεύτερον εἵλκετο στοῖχον ἐπ᾽ ἄλλης μηχανῆς· [4] ὅσοι γὰρ δὴ στοῖχοι ἦσαν τῶν ἀναβαθμῶν. πλέθρα ἐούσης τετραγώνου καὶ ὕψος ἴσον. [2] τοιαύτην τὸ πρῶτον ἐπείτε ἐποίησαν αὐτήν. [5] τῇ δὲ πυραμίδι αὐτῇ χρόνον γενέσθαι εἴκοσι ἔτεα ποιευμένῃ· τῆς ἐστὶ πανταχῇ μέτωπον ἕκαστον ὀκτὼ. τὴν δὲ τά τε ὑπὸ τοῦ πατρὸς ταχθέντα πρήσσεσθαι. ἐς τοῦτο δὲ ἐλθεῖν Χέοπα κακότητος ὥστε χρημάτων δεόμενον τὴν θυγατέρα τὴν ἑωυτοῦ κατίσαντα ἐπ᾽ οἰκήματος προστάξαι πρήσσεσθαι ἀργύριον ὁκόσον δή τι· οὐ γὰρ δὴ τοῦτό γε ἔλεγον. ὁκότε χρόνον μὲν οἰκοδόμεον τὰ ἔργα τὸν εἰρημένον. [7] εἰ δ᾽ ἔστι οὕτω ἔχοντα ταῦτα. [6] σεσήμανται δὲ διὰ γραμμάτων Αἰγυπτίων ἐν τῇ πυραμίδι ὅσα ἔς τε συρμαίην καὶ κρόμμυα καὶ σκόροδα ἀναισιμώθη τοῖσι ἐργαζομένοισι· καὶ ὡς ἐμὲ εὖ μεμνῆσθαι τὰ ὁ ἑρμηνεύς μοι ἐπιλεγόμενος τὰ γράμματα ἔφη. ἰδίῃ δὲ καὶ αὐτὴν διανοηθῆναι μνημήιον καταλιπέσθαι. ὅκως τὸν λίθον ἐξέλοιεν· λελέχθω γὰρ ἡμῖν ἐπ᾽ ἀμφότερα. οὐκ ὀλίγον χρόνον.ξεστοῦ καὶ ζῴων ἐγγεγλυμμένων· ταύτης τε δὴ τὰ δέκα ἔτεα γενέσθαι καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ λόφου ἐπ᾽ οὗ ἑστᾶσι αἱ πυραμίδες. ἐν τῷ τοὺς λίθους ἔταμνον καὶ ἦγον καὶ τὸ ὑπὸ γῆν ὄρυγμα ἐργάζοντο. ἐς ἑτέρην μηχανὴν ἐτίθετο ἑστεῶσαν ἐπὶ τοῦ πρώτου στοίχου. τῆς ἐστὶ τὸ κῶλον ἕκαστον ὅλου καὶ ἡμίσεος πλέθρου. εἴτε καὶ τὴν αὐτὴν μηχανὴν ἐοῦσαν μίαν τε καὶ εὐβάστακτον μετεφόρεον ἐπὶ στοῖχον ἕκαστον. κόσα οἰκὸς ἄλλα δεδαπανῆσθαι ἐστὶ ἔς τε σίδηρον τῷ ἐργάζοντο καὶ σιτία καὶ ἐσθῆτα τοῖσι ἐργαζομένοισι. ὡς ἐγὼ δοκέω. τὰς ἐποιέετο θήκας ἑωυτῷ ἐν νήσῳ. ἐς μὲν τὰ ἐκείνου μέτρα οὐκ ἀνήκουσαν· [2] ταῦτα γὰρ ὦν καὶ ἡμεῖς . 125. μετὰ δὲ τὰ ἐχόμενα τούτων ἐξεποίευν. 127. κατά περ λέγεται. τελευταῖα δὲ αὐτῆς τὰ ἐπίγαια καὶ τὰ κατωτάτω ἐξεποίησαν. βασιλεῦσαι δὲ τὸν Χέοπα τοῦτον Αἰγύπτιοι ἔλεγον πεντήκοντα ἔτεα. τοσαῦται καὶ μηχαναὶ ἦσαν. 126. ἤειρον τοὺς ἐπιλοίπους λίθους μηχανῇσι ξύλων βραχέων πεποιημένῃσι. τελευτήσαντος δὲ τούτου ἐκδέξασθαι τὴν βασιληίην τὸν ἀδελφεὸν αὐτοῦ Χεφρῆνα· καὶ τοῦτον δὲ τῷ αὐτῷ τρόπῳ διαχρᾶσθαι τῷ ἑτέρῳ τά τε ἄλλα καὶ πυραμίδα ποιῆσαι. διώρυχα τοῦ Νείλου ἐσαγαγών. ἐποιήθη δὲ ὧδε αὕτη ἡ πυραμίς· ἀναβαθμῶν τρόπον. ἄλλον δέ. τῶν ὑπὸ γῆν οἰκημάτων. καὶ τοῦ ἐσιόντος πρὸς αὐτὴν ἑκάστου δέεσθαι ὅκως ἂν αὐτῇ ἕνα λίθον ἐν τοῖσι ἔργοισι δωρέοιτο. ἔμπροσθε τῆς μεγάλης πυραμίδος. λίθου δὲ ξεστοῦ τε καὶ ἁρμοσμένου τὰ μάλιστα· οὐδεὶς τῶν λίθων τριήκοντα ποδῶν ἐλάσσων. τὰς μετεξέτεροι κρόσσας οἳ δὲ βωμίδας ὀνομάζουσι. [2] ἐκ τούτων δὲ τῶν λίθων ἔφασαν τὴν πυραμίδα οἰκοδομηθῆναι τὴν ἐν μέσῳ τῶν τριῶν ἑστηκυῖαν. χαμᾶθεν μὲν ἐπὶ τὸν πρῶτον στοῖχον τῶν ἀναβαθμῶν ἀείροντες· [3] ὅκως δὲ ἀνίοι ὁ λίθος ἐπ᾽ αὐτόν. [5] ἐξεποιήθη δ᾽ ὦν τὰ ἀνώτατα αὐτῆς πρῶτα.
δίκας δέ σφι πάντων βασιλέων δικαιότατα κρίνειν. ὡς ἐγὼ δοκέω. [3] ταῦτα δὲ λέγουσι φλυηρέοντες. οὔτε ἐκ τοῦ Νείλου διῶρυξ ἥκει ἐς αὐτὴν ὥσπερ ἐς τὴν ἑτέρην ῥέουσα· δι᾽ οἰκοδομημένου δὲ αὐλῶνος ἔσω νῆσον περιρρέει. νύκτα δὲ ἑκάστην πάννυχος λύχνος παρακαίεται. καὶ δὴ καὶ τῷ ἐπιμεμφομένῳ ἐκ τῆς δίκης παρ᾽ ἑωυτοῦ διδόντα ἄλλα ἀποπιμπλάναι αὐτοῦ τὸν θυμόν. ὡς ἔλεγον οἱ ἐν Σάι πόλι ἱρέες· ἑστᾶσι μὲν γὰρ ξύλιναι κολοσσοί. [3] ἐόντι δὲ ἠπίῳ τῷ Μυκερίνῳ κατὰ τοὺς πολιήτας καὶ ταῦτα ἐπιτηδεύοντι πρῶτον κακῶν ἄρξαι τὴν θυγατέρα ἀποθανοῦσαν αὐτοῦ. τὸν δὲ ὑπεραλγήσαντά τε τῷ περιεπεπτώκεε πρήγματι. ποιήσασθαι βοῦν ξυλίνην κοίλην. ὃς τοῦτον τὸν χρόνον ἔνεμε κτήνεα κατὰ ταῦτα τὰ χωρία. ἐν τῇ αὐτὸν λέγουσι κεῖσθαι Χέοπα)· [3] ὑποδείμας δὲ τὸν πρῶτον δόμον λίθου Αἰθιοπικοῦ ποικίλου. καὶ ἔπειτα καταχρυσώσαντά μιν ταύτην ἔσω ἐν αὐτῇ θάψαι ταύτην δὴ τὴν ἀποθανοῦσαν θυγατέρα. ἐν Σάι μὲν πόλι ἐοῦσα. ἑστᾶσι δὲ ἐπὶ λόφου τοῦ αὐτοῦ ἀμφότεραι. ὡς Μυκερῖνος ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ θυγατρὸς καὶ ἔπειτα ἐμίγη οἱ ἀεκούσῃ· [2] μετὰ δὲ λέγουσι ὡς ἡ παῖς ἀπήγξατο ὑπὸ ἄχεος. μετὰ δὲ τοῦτον βασιλεῦσαι Αἰγύπτου Μυκερῖνον ἔλεγον Χέοπος παῖδα· τῷ τὰ μὲν τοῦ πατρὸς ἔργα ἀπαδεῖν. καὶ νῦν τὰς εἰκόνας αὐτέων εἶναι πεπονθυίας τά περ αἱ ζωαὶ ἔπαθον. κειμένη δὲ ἐν τοῖσι βασιληίοισι ἐν οἰκήματι ἠσκημένῳ· θυμιήματα δὲ παρ᾽ αὐτῇ παντοῖα καταγίζουσι ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην. [2] ἀγχοῦ δὲ τῆς βοὸς ταύτης ἐν ἄλλῳ οἰκήματι εἰκόνες τῶν παλλακέων τῶν Μυκερίνου ἑστᾶσι. γυμναὶ ἐργασμέναι· αἵτινες μέντοι εἰσί. τά τε ἄλλα γάρ μιν κρίνειν εὖ.ἐμετρήσαμεν· (οὔτε γὰρ ὕπεστι οἰκήματα ὑπὸ γῆν. τὴν μοῦνόν οἱ εἶναι ἐν τοῖσι οἰκίοισι τέκνον. αὕτη ὦν ἡ βοῦς γῇ οὐκ ἐκρύφθη. καὶ βουλόμενον περισσότερόν τι τῶν ἄλλων θάψαι τὴν θυγατέρα. τά τε . ἐοῦσαι ἀριθμὸν ὡς εἴκοσι μάλιστά κῃ. ἐν τοῖσι Αἰγυπτίοισί τε πᾶσαν εἶναι κακότητα καὶ τὰ ἱρὰ χρόνου τοσούτου κατακληισθέντα οὐκ ἀνοιχθῆναι. ἀλλ᾽ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦν φανερή. 129. 128. 130. τούτους ὑπὸ μίσεος οὐ κάρτα θέλουσι Αἰγύπτιοι ὀνομάζειν. μάλιστα ἐς ἑκατὸν πόδας ὑψηλοῦ. [2] κατὰ τοῦτο μέν νυν τὸ ἔργον ἁπάντων ὅσοι ἤδη βασιλέες ἐγένοντο Αἰγυπτίων αἰνέουσι μάλιστα τοῦτον. ὁ δέ μιν ἔθαψε ἐν τῇ βοῒ ταύτῃ. τεσσεράκοντα πόδας ὑποβὰς τῆς ἑτέρης τὠυτὸ μέγαθος. τὸν δὲ τά τε ἱρὰ ἀνοῖξαι καὶ τὸν λεὼν τετρυμένον ἐς τὸ ἔσχατον κακοῦ ἀνεῖναι πρὸς ἔργα τε καὶ θυσίας. βασιλεῦσαι δὲ ἔλεγον Χεφρῆνα ἓξ καὶ πεντήκοντα ἔτεα. ἐχομένην τῆς μεγάλης οἰκοδόμησε. ἡ δὲ μήτηρ αὐτῆς τῶν ἀμφιπόλων τῶν προδουσέων τὴν θυγατέρα τῷ πατρὶ ἀπέταμε τὰς χεῖρας. οἳ δὲ τινὲς λέγουσι περὶ τῆς βοὸς ταύτης καὶ τῶν κολοσσῶν τόνδε τὸν λόγον. ἀλλὰ καὶ τὰς πυραμίδας καλέουσι ποιμένος Φιλίτιος. οὐκ ἔχω εἰπεῖν πλὴν ἢ τὰ λεγόμενα. 131. ταῦτα ἕξ τε καὶ ἑκατὸν λογίζονται ἔτεα.
καὶ γὰρ οὗτος Ἰάδμονος ἐγένετο. οὔτε ἡμέρης οὔτε νυκτὸς ἀνιέντα. [5] ταῦτα δὲ ἐμηχανᾶτο θέλων τὸ μαντήιον ψευδόμενον ἀποδέξαι. λύχνα ποιησάμενον πολλά. οὐκ ὀρθῶς λέγοντες. τὸν αὐχένα δὲ καὶ τὴν κεφαλὴν φαίνει κεχρυσωμένα παχέι κάρτα χρυσῷ· μεταξὺ δὲ τῶν κερέων ὁ τοῦ ἡλίου κύκλος μεμιμημένος ἔπεστι χρύσεος. πυραμίδα δὲ οὗτος ἀπελίπετο πολλὸν ἐλάσσω τοῦ πατρός. ἀντιμεμφόμενον ὅτι ὁ μὲν αὐτοῦ πατὴρ καὶ πάτρως. ἀλλ᾽ οὐ κατὰ τοῦτον. ἀνάψαντα αὐτὰ πίνειν τε καὶ εὐπαθέειν. δούλη δὲ ἦν Ἰάδμονος τοῦ Ἡφαιστοπόλιος ἀνδρὸς Σαμίου. ἐπεὰν τύπτωνται Αἰγύπτιοι τὸν οὐκ ὀνομαζόμενον θεὸν ὑπ᾽ ἐμεῦ ἐπὶ τοιούτῳ πρήγματι· [3] τότε ὦν καὶ τὴν βοῦν ἐκφέρουσι ἐς τὸ φῶς· φασὶ γὰρ αὐτὴν δεηθῆναι τοῦ πατρὸς Μυκερίνου ἀποθνήσκουσαν ἐν τῷ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἅπαξ μιν τὸν ἥλιον κατιδεῖν. ἐβίωσαν χρόνον ἐπὶ πολλόν. κεῖνον δὲ οὔ. [3] ἔτεσι γὰρ κάρτα πολλοῖσι ὕστερον τούτων τῶν βασιλέων τῶν τὰς πυραμίδας ταύτας ἦν λιπομένων ῾Ροδῶπις. ἐκφέρεται δὲ ἐκ τοῦ οἰκήματος ἀνὰ πάντα ἔτεα. γενεὴν μὲν ἀπὸ Θρηίκης. [2] οὐδὲ ὦν οὐδὲ εἰδότες μοι φαίνονται λέγειν οὗτοι ἥτις ἦν ἡ ῾Ροδῶπις· οὐ γὰρ ἄν οἱ πυραμίδα ἀνέθεσαν ποιήσασθαι τοιαύτην. ἔς τε τὰ ἕλεα καὶ τὰ ἄλσεα πλανώμενον καὶ ἵνα πυνθάνοιτο εἶναι ἐνηβητήρια ἐπιτηδεότατα. σύνδουλος δὲ Αἰσώπου τοῦ λογοποιοῦ. καὶ τοὺς μὲν δύο τοὺς πρὸ ἐκείνου γενομένους βασιλέας μαθεῖν τοῦτο. ὡς κατακεκριμένων ἤδη οἱ τούτων. αἱ νύκτες ἡμέραι ποιεύμεναι. [4] ταῦτα ἀκούσαντα τὸν Μυκερῖνον. 134. ἀποκληίσαντες τὰ ἱρὰ καὶ θεῶν οὐ μεμνημένοι ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνθρώπους φθείροντες. ὡς διέδεξε τῇδε οὐκ ἥκιστα· [4] ἐπείτε γὰρ πολλάκις κηρυσσόντων Δελφῶν ἐκ . ὅκως γίνοιτο νύξ. ἐούσης τετραγώνου. εἴκοσι ποδῶν καταδέουσαν κῶλον ἕκαστον τριῶν πλέθρων. ἵνα οἱ δυώδεκα ἔτεα ἀντὶ ἓξ ἐτέων γένηται. [2] ἔστι δὲ ἡ βοῦς οὐκ ὀρθὴ ἀλλ᾽ ἐν γούνασι κειμένη. [2] τὸν δὲ δεινὸν ποιησάμενον πέμψαι ἐς τὸ μαντήιον τῷ θεῷ ὀνείδισμα. μετὰ δὲ τῆς θυγατρὸς τὸ πάθος δεύτερα τούτῳ τῷ βασιλέι τάδε γενέσθαι· ἐλθεῖν οἱ μαντήιον ἐκ Βουτοῦς πόλιος ὡς μέλλοι ἓξ ἔτεα μοῦνον βιοὺς τῷ ἑβδόμῳ τελευτήσειν. 132. αἳ ἐν ποσὶ αὐτέων ἐφαίνοντο ἐοῦσαι ἔτι καὶ ἐς ἐμέ. μέγαθος δὲ ὅση περ μεγάλη βοῦς ζωή. ἐς τὴν ταλάντων χιλιάδες ἀναρίθμητοι ὡς λόγῳ εἰπεῖν ἀναισίμωνται· πρὸς δὲ ὅτι κατὰ Ἄμασιν βασιλεύοντα ἦν ἀκμάζουσα ῾Ροδῶπις. λίθου δὲ ἐς τὸ ἥμισυ Αἰθιοπικοῦ· τὴν δὴ μετεξέτεροι φασὶ Ἑλλήνων ῾Ροδώπιος ἑταίρης γυναικὸς εἶναι.ἄλλα καὶ δὴ καὶ τὰ περὶ τὰς χεῖρας τῶν κολοσσῶν· ταύτας γὰρ ὦν καὶ ἡμεῖς ὡρῶμεν ὅτι ὑπὸ χρόνου τὰς χεῖρας ἀποβεβλήκασι. [3] ἐκ δὲ τοῦ χρηστηρίου αὐτῷ δεύτερα ἐλθεῖν λέγοντα τούτων εἵνεκα καὶ συνταχύνειν αὐτὸν τὸν βίον· οὐ γὰρ ποιῆσαί μιν τὸ χρεὸν ἦν ποιέειν· δεῖν γὰρ Αἴγυπτον κακοῦσθαι ἐπ᾽ ἔτεα πεντήκοντά τε καὶ ἑκατόν. ἡ δὲ βοῦς τὰ μὲν ἄλλα κατακέκρυπται φοινικέῳ εἵματι. 133. αὐτὸς δ᾽ εὐσεβὴς ἐὼν μέλλοι ταχέως οὕτω τελευτήσειν.
[6] Χάραξος δὲ ὡς λυσάμενος ῾Ροδῶπιν ἀπενόστησε ἐς Μυτιλήνην. ἀμιξίης ἐούσης πολλῆς χρημάτων. ἐκεῖνα δὲ καὶ μακρῷ μάλιστα.θεοπροπίου ὃς βούλοιτο ποινὴν τῆς Αἰσώπου ψυχῆς ἀνελέσθαι. οὕτω καὶ Αἴσωπος Ἰάδμονος ἐγένετο. ἐν μέλεϊ Σαπφὼ πολλὰ κατεκερτόμησέ μιν. μετὰ δὲ Μυκερῖνον γενέσθαι Αἰγύπτου βασιλέα ἔλεγον οἱ ἱρέες Ἄσυχιν. ἀτὰρ οὐκ ὥς γε ἐς πυραμίδα τοιαύτην ἐξικέσθαι. [3] τῆς γὰρ τὴν δεκάτην τῶν χρημάτων ἰδέσθαι ἐστὶ ἔτι καὶ ἐς τόδε παντὶ τῷ βουλομένῳ. τοῦτο συλλέγοντες . Ἰάδμονος δὲ παιδὸς παῖς ἄλλος Ἰάδμων ἀνείλετο. ἀδελφεοῦ δὲ Σαπφοῦς τῆς μουσοποιοῦ. ῾Ροδῶπις δὲ ἐς Αἴγυπτον ἀπίκετο Ἐάνθεω τοῦ Σαμίου κομίσαντος. ἐόντα πολλῷ τε κάλλιστα καὶ πολλῷ μέγιστα· ἔχει μὲν γὰρ καὶ τὰ πάντα προπύλαια τύπους τε ἐγγεγλυμμένους καὶ ἄλλην ὄψιν οἰκοδομημάτων μυρίην. [4] “μή με κατονοσθῇς πρὸς τὰς λιθίνας πυραμίδας· προέχω γὰρ αὐτέων τοσοῦτον ὅσον ὁ Ζεὺς τῶν ἄλλων θεῶν. τῆς πέρι λέγεται ὅδε ὁ λόγος. [5] φιλέουσι δέ κως ἐν τῇ Ναυκράτι ἐπαφρόδιτοι γίνεσθαι αἱ ἑταῖραι. καὶ κατέμεινέ τε ἐν Αἰγύπτῳ καὶ κάρτα ἐπαφρόδιτος γενομένη μεγάλα ἐκτήσατο χρήματα ὡς ἂν εἶναι ῾Ροδώπι. ἀντίον δὲ αὐτοῦ τοῦ νηοῦ. τῇ οὔνομα ἦν Ἀρχιδίκη. οὐδὲν δεῖ μεγάλα οἱ χρήματα ἀναθεῖναι. [2] ἐπὶ τούτου βασιλεύοντος ἔλεγον. μήτε αὐτῷ ἐκείνῳ τελευτήσαντι εἶναι ταφῆς κυρῆσαι μήτ᾽ ἐν ἐκείνῳ τῷ πατρωίῳ τάφῳ μήτ᾽ ἐν ἄλλῳ μηδενί. ἀπικομένη δὲ κατ᾽ ἐργασίην ἐλύθη χρημάτων μεγάλων ὑπὸ ἀνδρὸς Μυτιληναίου Χαράξου τοῦ Σκαμανδρωνύμου παιδός. [3] ὑπερβαλέσθαι δὲ βουλόμενον τοῦτον τὸν βασιλέα τοὺς πρότερον ἑωυτοῦ βασιλέας γενομένους Αἰγύπτου μνημόσυνον πυραμίδα λιπέσθαι ἐκ πλίνθων ποιήσαντα. ἐπεθύμησε γὰρ ῾Ροδῶπις μνημήιον ἑωυτῆς ἐν τῇ Ἑλλάδι καταλιπέσθαι. ὅσον ἐνεχώρεε ἡ δεκάτη οἱ. τοῦτο μὲν γὰρ αὕτη. 136. τῷ δὲ ὑποτιθέντι τοῦτο τὸ ἐνέχυρον τήνδε ἐπεῖναι ζημίην μὴ βουλομένῳ ἀποδοῦναι τὸ χρέος. ἀπέπεμπε ἐς Δελφούς· οἳ καὶ νῦν ἔτι συννενέαται ὄπισθε μὲν τοῦ βωμοῦ τὸν Χῖοι ἀνέθεσαν. ῾Ροδώπιος μέν νυν πέρι πέπαυμαι. [2] οὕτω δὴ δὴ ἡ ῾Ροδῶπις ἐλευθερώθη. ἀοίδιμος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο. τοῦτο ἀναθεῖναι ἐς Δελφοὺς μνημόσυνον ἑωυτῆς. τὸν τὰ πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα ποιῆσαι τῷ Ἡφαίστῳ προπύλαια. μήτε ἄλλον μηδένα τῶν ἑωυτοῦ ἀπογενόμενον θάψαι. γενέσθαι νόμον Αἰγυπτίοισι. ἀποδεικνύντα ἐνέχυρον τοῦ πατρὸς τὸν νέκυν οὕτω λαμβάνειν τὸ χρέος· προστεθῆναι δὲ ἔτι τούτῳ τῷ νόμῳ τόνδε. 135. κοντῷ γὰρ ὑποτύπτοντες ἐς λίμνην. ἐν τῇ γράμματα ἐν λίθῳ ἐγκεκολαμμένα τάδε λέγοντα ἐστί. ἧσσον δὲ τῆς ἑτέρης περιλεσχήνευτος. [4] τῆς ὦν δεκάτης τῶν χρημάτων ποιησαμένη ὀβελοὺς βουπόρους πολλοὺς σιδηρέους. τὸν διδόντα τὸ χρέος καὶ ἁπάσης κρατέειν τῆς τοῦ λαμβάνοντος θήκης. οὕτω δή τι κλεινὴ ἐγένετο ὡς καὶ οἱ πάντες Ἕλληνες ῾Ροδώπιος τὸ οὔνομα ἐξέμαθον· τοῦτο δὲ ὕστερον ταύτης. ποίημα ποιησαμένη τοῦτο τὸ μὴ τυγχάνοι ἄλλῳ ἐξευρημένον καὶ ἀνακείμενον ἐν ἱρῷ. ὅ τι πρόσσχοιτο τοῦ πηλοῦ τῷ κοντῷ. ἄλλος μὲν οὐδεὶς ἐφάνη.
τοῦ δ᾽ ἱροῦ οὐ κεκινημένου ὡς ἀρχῆθεν ἐποιήθη. ἐν τῇ καὶ ἱρόν ἐστι Βουβάστιος ἀξιαπηγητότατον· μέζω μὲν γὰρ ἄλλα καὶ πολυδαπανώτερα ἐστὶ ἱρά. ἡ δὲ Βούβαστις κατὰ Ἑλλάδα γλῶσσαν ἐστὶ Ἄρτεμις. ἵνα ἀσεβήσας περὶ τὰ ἱρὰ κακόν τι πρὸς θεῶν ἢ πρὸς ἀνθρώπων λάβοι· οὔκων ποιήσειν ταῦτα. ὡς ἐμοὶ δοκέει. ἀνεῖλε ὡς δέοι αὐτὸν Αἰγύπτου βασιλεῦσαι ἔτεα πεντήκοντα. [5] ὑψηλέων δὲ καὶ ἑτερέων γενομενέων ἐν τῇ Αἰγύπτῳ πολίων. καὶ οὕτω ἔτι αἱ πόλιες ἐγένοντο ὑψηλότεραι· [4] τὸ μὲν γὰρ πρῶτον ἐχώσθησαν ὑπὸ τῶν τὰς διώρυχας ὀρυξάντων ἐπὶ Σεσώστριος βασιλέος. διὰ τῆς ἀγορῆς φέρουσα ἐς τὸ πρὸς ἠῶ. ὁκόσον κεχρῆσθαι ἄρξαντα Αἰγύπτου ἐκχωρήσειν. μάλιστα ἡ ἐν Βουβάστιπόλις ἐξεχώσθη. δένδρεσι κατάσκιος. ἀλλὰ γάρ οἱ ἐξεληλυθέναι τὸν χρόνον. 138. τὸ δ᾽ ἱρὸν αὐτῆς ὧδε ἔχει. τύποισι δὲ ἑξαπήχεσι ἐσκευάδαται ἀξίοισι λόγου. πλὴν τῆς ἐσόδου τὸ ἄλλο νῆσος ἐστί· ἐκ γὰρ τοῦ Νείλου διώρυχες ἐσέχουσι οὐ συμμίσγουσαι ἀλλήλῃσι. τέλος δὲ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Αἰθίοπος ὧδε ἔλεγον γενέσθαι· ὄψιν ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε ἰδόντα αὐτὸν οἴχεσθαι φεύγοντα· ἐδόκέε οἱ ἄνδρα ἐπιστάντα συμβουλεύειν τοὺς ἱρέας τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ συλλέξαντα πάντας μέσους διαταμεῖν. [3] περιθέει δὲ αὐτὸ αἱμασιὴ ἐγγεγλυμμένη τύποισι. ὡς ὦν . τὸ μὲν δὴ ἱρὸν τοῦτο οὕτω ἔχει. δεύτερα δὲ ἐπὶ τοῦ Αἰθίοπος καὶ κάρτα ὑψηλαὶ ἐγένοντο. ἀλλ᾽ ἄχρι τῆς ἐσόδου τοῦ ἱροῦ ἑκατέρη ἐσέχει. ἣ μὲν τῇ περιρρέουσα ἣ δὲ τῇ. τὸν δὲ Αἰθίοπα βασιλεύειν Αἰγύπτου ἐπ᾽ ἔτεα πεντήκοντα. ἐν τοῖσι αὐτὸν τάδε ἀποδέξασθαι· [3] ὅκως τῶν τις Αἰγυπτίων ἁμάρτοι τι. ἐν τῷ δὴ τὤγαλμα ἔνι· εὖρος δὲ καὶ μῆκος τοῦ ἱροῦ πάντῃ σταδίου ἐστί. ἔσοπτον ἐστί. κτείνειν μὲν αὐτῶν οὐδένα ἐθέλειν. 139. ἔστι δὲ ἔσωθεν ἄλσος δενδρέων μεγίστων πεφυτευμένον περὶ νηὸν μέγαν. [4] κατὰ μὲν δὴ τὴν ἔσοδον ἐστρωμένη ἐστὶ ὁδὸς λίθου ἐπὶ σταδίους τρεῖς μάλιστά κῃ. ἐπὶ τούτου βασιλεύοντος ἐλάσαι ἐπ᾽ Αἴγυπτον χειρὶ πολλῇ Αἰθίοπάς τε καὶ Σαβακῶν τὸν Αἰθιόπων βασιλέα. ἡδονὴ δὲ ἰδέσθαι οὐδὲν τούτου μᾶλλον.πλίνθους εἴρυσαν καί με τρόπῳ τοιούτῳ ἐξεποίησαν”. τοῦτον μὲν τοσαῦτα ἀποδέξασθαι. ὅθεν ἕκαστος ἦν τῶν ἀδικεόντων. τὸν δὲ κατὰ μέγαθος τοῦ ἀδικήματος ἑκάστῳ δικάζειν ἐπιτάσσοντα χώματα χοῦν πρὸς τῇ ἑωυτῶν πόλι. εὖρος ἐοῦσα ἑκατέρη ἑκατὸν ποδῶν. [2] τὸν μὲν δὴ τυφλὸν τοῦτον οἴχεσθαι φεύγοντα ἐς τὰ ἕλεα. [2] τὰ δὲ προπύλαια ὕψος μὲν δέκα ὀργυιέων ἐστί. τοῖσι χρέωνται Αἰθίοπες. μετὰ δὲ τοῦτον βασιλεῦσαι ἄνδρα τυφλὸν ἐξ Ἀνύσιος πόλιος. [3] ἐν γὰρ τῇ Αἰθιοπίῃ ἐόντι αὐτῷ τὰ μαντήια. τῷ οὔνομα Ἄνυσιν εἶναι. 137. [2] ἰδόντα δὲ τὴν ὄψιν ταύτην λέγειν αὐτὸν ὡς πρόφασίν οἱ δοκέοι ταύτην τοὺς θεοὺς προδεικνύναι. εὖρος δὲ ὡς τεσσέρων πλέθρων· τῇ δὲ καὶ τῇ τῆς ὁδοῦ δένδρεα οὐρανομήκεα πέφυκε· φέρει δὲ ἐς Ἑρμέω ἱρόν. ἐὸν δ᾽ ἐν μέσῃ τῇ πόλι τὸ ἱρὸν κατορᾶται πάντοθεν περιιόντι· ἅτε γὰρ τῆς πόλιος μὲν ἐκκεχωσμένης ὑψοῦ.
ἄλλα τε δὴ ἄτιμα ποιεῦντα ἐς αὐτούς. πρὸς δὲ τῶν ἀσπίδων τὰ ὄχανα. ὅκως γάρ οἱ φοιτᾶν σῖτον ἄγοντας Αἰγυπτίων. αἳ ἐπῆσαν τῇσι τριηκοσίῃσι. σιγῇ τοῦ Αἰθίοπος. 142. ὥστε τῇ ὑστεραίῃ φευγόντων σφέων γυμνῶν πεσεῖν πολλούς. μετὰ δὲ τοῦτον βασιλεῦσαι τὸν ἱρέα τοῦ Ἡφαίστου. στρατοπεδεύσασθαι ἐν Πηλουσίῳ· ταύτῃ γὰρ εἰσὶ αἱ ἐσβολαί· ἕπεσθαι δέ οἱ τῶν μαχίμων μὲν οὐδένα ἀνδρῶν. οὔνομα δὲ ταύτῃ τῇ νήσῳ Ἐλβώ. λέγων διὰ γραμμάτων τάδε· “ἐς ἐμέ τις ὁρέων εὐσεβὴς ἔστω”. [4] τούτοισι δή μιν πίσυνον τοῖσι ἐνυπνίοισι. [2] μετὰ δὲ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἐλαύνειν στρατὸν μέγαν Σαναχάριβον βασιλέα Ἀραβίων τε καὶ Ἀσσυρίων· οὔκων δὴ ἐθέλειν τοὺς μαχίμους τῶν Αἰγυπτίων βοηθέειν. [3] τὸν δ᾽ ἱρέα ἐς ἀπορίην ἀπειλημένον ἐσελθόντα ἐς τὸ μέγαρον πρὸς τὤγαλμα ἀποδύρεσθαι οἷα κινδυνεύει παρθεῖν.ὁ χρόνος οὗτος ἐξήιε καὶ αὐτὸν ἡ ὄψις τοῦ ἐνυπνίου ἐπετάρασσε. αὖτις τὸν τυφλὸν ἄρχειν ἐκ τῶν ἑλέων ἀπικόμενον. [2] καίτοι τριηκόσιαι μὲν ἀνδρῶν γενεαὶ δυνέαται μύρια ἔτεα· γενεαὶ γὰρ τρεῖς ἀνδρῶν ἑκατὸν ἔτεα ἐστί· μιῆς δὲ καὶ τεσσεράκοντα ἔτι τῶν ἐπιλοίπων γενεέων. ἐστὶ τεσσεράκοντα καὶ τριηκόσια καὶ χίλια ἔτεα. καὶ ἐν ταύτῃσι ἀρχιερέας καὶ βασιλέας ἑκατέρους τοσούτους γενομένους. παραλαβόντα Αἰγυπτίων τοὺς βουλομένους οἱ ἕπεσθαι. ὡς ἑκάστοισι προστετάχθαι. ἀλλὰ ἔτεα ἐπὶ πλέω ἢ ἑπτακόσια οὐκ οἷοί τε ἦσαν αὐτὴν ἀνευρεῖν οἱ πρότεροι γενόμενοι βασιλέες Ἀμυρταίου. [6] καὶ νῦν οὗτος ὁ βασιλεὺς ἕστηκε ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Ἡφαίστου λίθινος. ἔνθα πεντήκοντα ἔτεα νῆσον χώσας σποδῷ τε καὶ γῇ οἴκεε. ὀλοφυρόμενον δ᾽ ἄρα μιν ἐπελθεῖν ὕπνον. 140. ἑκὼν ἀπαλλάσσετο ἐκ τῆς Αἰγύπτου ὁ Σαβακῶς. ἔχων ἐπὶ τῆς χειρὸς μῦν. [5] ἐνθαῦτα ἀπικομένοισι τοῖσι ἐναντίοισι αὐτοῖσι ἐπιχυθέντας νυκτὸς μῦς ἀρουραίους κατὰ μὲν φαγεῖν τοὺς φαρετρεῶνας αὐτῶν κατὰ δὲ τὰ τόξα. ἐς τὴν δωρεὴν κελεύειν σφέας καὶ σποδὸν κομίζειν. [2] ταύτην τὴν νῆσον οὐδεὶς πρότερον ἐδυνάσθη Ἀμυρταίου ἐξευρεῖν. ἀποδεικνύντες ἀπὸ τοῦ πρώτου βασιλέος ἐς τοῦ Ἡφαίστου τὸν ἱρέα τοῦτον τὸν τελευταῖον βασιλεύσαντα μίαν τε καὶ τεσσεράκοντα καὶ τριηκοσίας γενεὰς ἀνθρώπων γενομένας. μέγαθος δ᾽ ἐστὶ πάντῃ δέκα σταδίων. ἐς μὲν τοσόνδε τοῦ λόγου Αἰγύπτιοί τε καὶ οἱ ἱρέες ἔλεγον. καί σφεας ἀπελέσθαι τὰς ἀρούρας· τοῖσι ἐπὶ τῶν προτέρων βασιλέων δεδόσθαι ἐξαιρέτους ἑκάστῳ δυώδεκα ἀρούρας. 141. καί οἱ δόξαι ἐν τῇ ὄψι ἐπιστάντα τὸν θεὸν θαρσύνειν ὡς οὐδὲν πείσεται ἄχαρι ἀντιάζων τὸν Ἀραβίων στρατόν· αὐτὸς γάρ οἱ πέμψειν τιμωρούς. τῷ οὔνομα εἶναι Σεθῶν· τὸν ἐν ἀλογίῃσι ἔχειν παραχρησάμενον τῶν μαχίμων Αἰγυπτίων ὡς οὐδὲν δεησόμενον αὐτῶν. καπήλους δὲ καὶ χειρώνακτας καὶ ἀγοραίους ἀνθρώπους. [3] οὕτω ἐν μυρίοισί τε ἔτεσι καὶ χιλίοισι καὶ τριηκοσίοισί τε καὶ τεσσεράκοντα ἔλεγον θεὸν ἀνθρωποειδέα οὐδένα γενέσθαι· οὐ μέντοι οὐδὲ πρότερον οὐδὲ ὕστερον ἐν τοῖσι ὑπολοίποισι Αἰγύπτου βασιλεῦσι γενομένοισι . ὡς δ᾽ ἄρα οἴχεσθαι τὸν Αἰθίοπα ἐξ Αἰγύπτου.
τὸν Ἀπόλλωνα Ἕλληνες ὀνομάζουσι· τοῦτον καταπαύσαντα Τυφῶνα βασιλεῦσαι ὕστατον Αἰγύπτου. 143. τοιούτους ἀπεδείκνυσαν σφέας πάντας ἐόντας. ἤδη ὦν τῶν αἱ εἰκόνες ἦσαν. [4] Διονύσῳ μέν νυν τῷ ἐκ Σεμέλης τῆς Κάδμου λεγομένῳ γενέσθαι κατὰ ἑξακόσια ἔτεα καὶ χίλια μάλιστα ἐστὶ ἐς ἐμέ. οὔτε τὰ ἀμφὶ νούσους οὔτε τὰ κατὰ τοὺς θανάτους. πρότερον δὲ Ἑκαταίῳ τῷ λογοποιῷ ἐν Θήβῃσι γενεηλογήσαντί τε ἑωυτὸν καὶ ἀναδήσαντι τὴν πατριὴν ἐς ἑκκαιδέκατον θεὸν ἐποίησαν οἱ ἱρέες τοῦ Διὸς οἷόν τι καὶ ἐμοὶ οὐ γενεηλογήσαντι ἐμεωυτόν· [2] ἐσαγαγόντες ἐς τὸ μέγαρον ἔσω ἐὸν μέγα ἐξηρίθμεον δεικνύντες κολοσσοὺς ξυλίνους τοσούτους ὅσους περ εἶπον· ἀρχιερεὺς γὰρ ἕκαστος αὐτόθι ἱστᾷ ἐπὶ τῆς ἑωυτοῦ ζόης εἰκόνα ἑωυτοῦ· [3] ἀριθμέοντες ὦν καὶ δεικνύντες οἱ ἱρέες ἐμοὶ ἀπεδείκνυσαν παῖδα πατρὸς ἑωυτῶν ἕκαστον ἐόντα. πίρωμις δὲ ἐστὶ κατὰ Ἑλλάδα γλῶσσαν καλὸς κἀγαθός. οὐκ ἐόντας ἅμα τοῖσι ἀνθρώποισι. ἐς ὃ τοὺς πέντε καὶ τεσσεράκοντα καὶ τριηκοσίους ἀπέδεξαν κολοσσούς [πίρωμιν ἐπονομαζόμενον] . παρ᾽ Αἰγυπτίοισι δὲ Πὰν μὲν ἀρχαιότατος καὶ τῶν ὀκτὼ τῶν πρώτων λεγομένων θεῶν. 145. [4] ἐν τοίνυν τούτῳ τῷ χρόνῳ τετράκις ἔλεγον ἐξ ἠθέων τὸν ἥλιον ἀνατεῖλαι· ἔνθα τε νῦν καταδύεται. καὶ τούτων αἰεὶ ἕνα τὸν κρατέοντα εἶναι· ὕστατον δὲ αὐτῆς βασιλεῦσαι ὦρον τὸν Ὀσίριος παῖδα. καὶ οὐδὲν τῶν κατ᾽ Αἴγυπτον ὑπὸ ταῦτα ἑτεροιωθῆναι. οἳ ἐκ τῶν δυώδεκα θεῶν ἐγένοντο. αἰεί τε λογιζόμενοι καὶ αἰεὶ ἀπογραφόμενοι τὰ ἔτεα. καὶ τούτῳ πεντακισχίλια καὶ μύρια λογίζονται εἶναι ἐς Ἄμασιν βασιλέα. ἕως οὗ ἀπέδεξαν ἁπάσας αὐτάς.καὶ οὔτε ἐς θεὸν οὔτε ἐς ἥρωα ἀνέδησαν αὐτούς.ἔλεγον οὐδὲν τοιοῦτο. δεδήλωταί μοι πρόσθε· Πανὶ δὲ ἔτι τούτων πλέονα λέγεται εἶναι. [2] Ἡρακλέι μὲν δὴ ὅσα αὐτοὶ Αἰγύπτιοι φασὶ εἶναι ἔτεα ἐς Ἄμασιν βασιλέα. 144. καὶ ἔνθεν νῦν ἀνατέλλει. Διονύσῳ δ᾽ ἐλάχιστα τούτων. [4] Ἑκαταίῳ δὲ γενεηλογήσαντι ἑωυτὸν καὶ ἀναδήσαντι ἐς ἑκκαιδέκατον θεὸν ἀντεγενεηλόγησαν ἐπὶ τῇ ἀριθμήσι. ἐπίστασθαι. Ὄσιρις δὲ ἐστὶ Διόνυσος κατὰ Ἑλλάδα γλῶσσαν. ἐν Ἕλλησι μέν νυν νεώτατοι τῶν θεῶν νομίζονται εἶναι Ἡρακλέης τε καὶ Διόνυσος καὶ Πάν. [2] τὸ δὲ πρότερον τῶν ἀνδρῶν τούτων θεοὺς εἶναι τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ ἄρχοντας. ἐνθαῦτα δὶς καταδῦναι. [3] καὶ ταῦτα Αἰγύπτιοι ἀτρεκέως φασὶ. Διόνυσος δὲ τῶν τρίτων. Ἡρακλέης δὲ τῶν δευτέρων τῶν δυώδεκα λεγομένων εἶναι. Ἡρακλέι δὲ τῷ Ἀλκμήνης κατὰ εἰνακόσια ἔτεα· Πανὶ δὲ τῷ ἐκ Πηνελόπης (ἐκ ταύτης γὰρ καὶ Ἑρμέω λέγεται γενέσθαι ὑπὸ . θεῶν δὲ πολλὸν ἀπαλλαγμένους. ἐκ τοῦ ἄγχιστα ἀποθανόντος τῆς εἰκόνος διεξιόντες διὰ πασέων. οὐ δεκόμενοι παρ᾽ αὐτοῦ ἀπὸ θεοῦ γενέσθαι ἄνθρωπον· ἀντεγενεηλόγησαν δὲ ὧδε. φάμενοι ἕκαστον τῶν κολοσσῶν πίρωμιν ἐκ πιρώμιος γεγονέναι. ἐνθεῦτεν δὶς ἐπαντεῖλαι. οὔτε τὰ ἐκ τῆς γῆς οὔτε τὰ ἐκ τοῦ ποταμοῦ σφι γινόμενα.
δόξαν δέ σφι ἐποιήσαντο λαβύρινθον. ἐλάσσονος πόνου τε ἂν καὶ δαπάνης φανείη ἐόντα τοῦ λαβυρίνθου τούτου. ἀντίπυλοι ἀλλήλῃσι. οὐδένα γὰρ χρόνον οἷοί τε ἦσαν ἄνευ βασιλέος διαιτᾶσθαι. ἀπὸ τούτου γενεηλογέουσι αὐτῶν τὴν γένεσιν. [2] νῦν δὲ Διόνυσόν τε λέγουσι οἱ Ἕλληνες ὡς αὐτίκα γενόμενον ἐς τὸν μηρὸν ἐνερράψατο Ζεὺς καὶ ἤνεικε ἐς Νύσαν τὴν ὑπὲρ Αἰγύπτου ἐοῦσαν ἐν τῇ Αἰθιοπίῃ. [2] εἰ γάρ τις τὰ ἐξ Ἑλλήνων τείχεά τε καὶ ἔργων ἀπόδεξιν συλλογίσαιτο. [3] οὗτοι ἐπιγαμίας ποιησάμενοι ἐβασίλευον νόμοισι τοῖσιδε χρεώμενοι. [5] τὰ μέν νυν μετέωρα τῶν οἰκημάτων αὐτοί τε ὡρῶμεν διεξιόντες καὶ αὐτοὶ θεησάμενοι λέγομεν. οἰκήματα δ᾽ ἔνεστι διπλᾶ. τὰ δὲ αὐτῶν ὑπόγαια λόγοισι ἐπυνθανόμεθα· οἱ γὰρ ἐπεστεῶτες τῶν Αἰγυπτίων δεικνύναι αὐτὰ οὐδαμῶς ἤθελον. καὶ δή σφι μνημόσυνα ἔδοξε λιπέσθαι κοινῇ. τὰ μὲν ὑπόγαια τὰ δὲ μετέωρα ἐπ᾽ ἐκείνοισι. ἐστήσαντο δυώδεκα βασιλέας. 146. κατὰ ὀκτακόσια μάλιστα ἐς ἐμέ. μήτε καταιρέειν ἀλλήλους μήτε πλέον τι δίζησθαι ἔχειν τὸν ἕτερον τοῦ ἑτέρου. εἶναί τε φίλους τὰ μάλιστα. ταῦτ᾽ ἤδη φράσω· προσέσται δέ τι αὐτοῖσι καὶ τῆς ἐμῆς ὄψιος. τοῦτον ἁπάσης βασιλεύσειν Αἰγύπτου· ἐς γὰρ δὴ τὰ πάντα ἱρὰ συνελέγοντο. κατά περ Ἡρακλέης ὁ ἐξ Ἀμφιτρύωνος γενόμενος. καὶ Πανός γε πέρι οὐκ ἔχουσι εἰπεῖν ὅκῃ ἐτράπετο γενόμενος. εἰ μὲν γὰρ φανεροί τε ἐγένοντο καὶ κατεγήρασαν καὶ οὗτοι ἐν τῇ Ἑλλάδι. [4] τῶνδε δὲ εἵνεκα τοὺς νόμους τούτους ἐποιέοντο. καίτοι ἀξιόλογός γε καὶ ὁ ἐν Ἐφέσῳ ἐστὶ νηὸς καὶ ὁ ἐν Σάμῳ. δυώδεκα μοίρας δασάμενοι Αἴγυπτον πᾶσαν. καὶ πολλῶν ἑκάστη αὐτέων Ἑλληνικῶν ἔργων καὶ μεγάλων ἀνταξίη. ἰσχυρῶς περιστέλλοντες· ἐκέχρηστό σφι κατ᾽ ἀρχὰς αὐτίκα ἐνισταμένοισι ἐς τὰς τυραννίδας τὸν χαλκέῃ φιάλῃ σπείσαντα αὐτῶν ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Ἡφαίστου. τρισχίλια ἀριθμόν. ὁ δὲ δὴ λαβύρινθος καὶ τὰς πυραμίδας ὑπερβάλλει· [4] τοῦ [γὰρ] δυώδεκα μὲν εἰσὶ αὐλαὶ κατάστεγοι. [3] ἦσαν μέν νυν καὶ αἱ πυραμίδες λόγου μέζονες. συνεχέες· τοῖχος δὲ ἔξωθεν ὁ αὐτός σφεας περιέργει.Ἑλλήνων ὁ Πάν) ἐλάσσω ἔτεα ἐστὶ τῶν Τρωικῶν. ἓξ μὲν πρὸς βορέω ἓξ δὲ πρὸς νότον τετραμμέναι. . καὶ δὴ καὶ Διόνυσος ὁ ἐκ Σεμέλης καὶ Πὰν ὁ ἐκ Πηνελόπης γενόμενος. 148. πεντακοσίων καὶ χιλίων ἑκάτερα. δῆλά μοι γέγονε ὅτι ὕστερον ἐπύθοντο οἱ Ἕλληνες τούτων τὰ οὐνόματα ἢ τὰ τῶν ἄλλων θεῶν· ἀπ᾽ οὗ δὲ ἐπύθοντο χρόνου. τούτων ὦν ἀμφοτέρων πάρεστι χρᾶσθαι τοῖσί τις πείσεται λεγομένοισι μᾶλλον· ἐμοὶ δ᾽ ὦν ἡ περὶ αὐτῶν γνώμη ἀποδέδεκται. [2] ἐλευθερωθέντες Αἰγύπτιοι μετὰ τὸν ἱρέα τοῦ Ἡφαίστου βασιλεύσαντα. ἔφη ἄν τις καὶ τούτους ἄλλους ἄνδρας γενομένους ἔχειν τὰ ἐκείνων οὐνόματα τῶν προγεγονότων θεῶν. 147. ὀλίγον ὑπὲρ τῆς λίμνης τῆς Μοίριος κατὰ Κροκοδείλων καλεομένην πόλιν μάλιστά κῃ κείμενον· τὸν ἐγὼ ἤδη εἶδον λόγου μέζω. ταῦτα μέν νυν αὐτοὶ Αἰγύπτιοι λέγουσι· ὅσα δὲ οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ Αἰγύπτιοι λέγουσι ὁμολογέοντες τοῖσι ἄλλοισι κατὰ ταύτην τὴν χώρην γενέσθαι.
τῇ βαθυτάτη αὐτὴ ἑωυτῆς. ἐς στέγας τε ἄλλας ἐκ τῶν παστάδων καὶ ἐς αὐλὰς ἄλλας ἐκ τῶν οἰκημάτων. αὐλὴ δὲ ἑκάστη περίστυλος λίθου λευκοῦ ἁρμοσμένου τὰ μάλιστα. καὶ ἐπ᾽ ἀμφοτέρῃσι ἔπεστι κολοσσὸς λίθινος κατήμενος ἐν θρόνῳ. καὶ τὸ κατ᾽ ὕδατος οἰκοδόμηται ἕτερον τοσοῦτον. ἐπεὰν δὲ ἐσίῃ τὸ ὓδωρ ἐς αὐτήν. τοῦ δὲ πήχεος ἑξαπαλαίστου. πεντηκοντόργυιος. ἑξαπέδου τε τῆς ὀργυιῆς μετρεομένης καὶ τετραπήχεος. τῶν ποδῶν μὲν τετραπαλαίστων ἐόντων.φάμενοι θήκας αὐτόθι εἶναι τῶν τε ἀρχὴν τὸν λαβύρινθον τοῦτον οἰκοδομησαμένων βασιλέων καὶ τῶν ἱρῶν κροκοδείλων. ἴσοι καὶ αὐτῆς Αἰγύπτου τὸ παρὰ θάλασσαν. [7] ὀροφὴ δὲ πάντων τούτων λιθίνη κατά περ οἱ τοῖχοι. τοῦ δὲ λαβυρίνθου τούτου ἐόντος τοιούτου θῶμα ἔτι μέζον παρέχεται ἡ Μοίριος καλεομένη λίμνη. ἣ δὲ τότε τοὺς ἓξ μῆνας ἐς τὸ βασιλήιον καταβάλλει ἐπ᾽ ἡμέρην ἑκάστην τάλαντον ἀργυρίου ἐκ τῶν ἰχθύων. καὶ ἓξ μὲν μῆνας ἔσω ῥέει ἐς τὴν λίμνην. ἐν τῇ ζῷα μεγάλα ἐγγέγλυπται· ὁδὸς δ᾽ ἐς αὐτὴν ὑπὸ γῆν πεποίηται. εἴκοσι μνέας. 149. [4] τὸ δὲ ὕδωρ τὸ ἐν τῇ λίμνῃ αὐθιγενὲς μὲν οὐκ ἔστι( ἄνυδρος γὰρ δὴ δεινῶς ἐστι ἡ ταύτῃ). ἐκ δὴ ὦν τῶν σφετέρων οἰκίων ἀρξάμενοι οἱ κλῶπες ὑπὸ γῆν σταθμεόμενοι ἐς τὰ βασιλήια οἰκία ὤρυσσον. σχοίνων ἑξήκοντα ἐόντων. [3] οὕτω αἱ μὲν πυραμίδες εἰσὶ ἑκατὸν ὀργυιέων. αὐτὴ δηλοῖ· ἐν γὰρ μέσῃ τῇ λίμνῃ μάλιστά κῃ ἑστᾶσι δύο πυραμίδες. οἱ δὲ τοῖχοι τύπων ἐγγεγλυμμένων πλέοι. παρ᾽ ἣν ὁ λαβύρινθος οὗτος οἰκοδόμηται· τῆς τὸ περίμετρον τῆς περιόδου εἰσι\ στάδιοι ἑξακόσιοι καὶ τρισχίλιοι. [6] οὕτω τῶν μὲν κάτω πέρι οἰκημάτων ἀκοῇ παραλαβόντες λέγομεν. ἐκ τοῦ Νείλου δὲ κατὰ διώρυχα ἐσῆκται. αἱ δ᾽ ἑκατὸν ὀργυιαὶ δίκαιαι εἰσὶ στάδιον ἑξάπλεθρον. κεῖται δὲ μακρὴ ἡ λίμνη πρὸς βορέην τε καὶ νότον. τὸν δὲ χοῦν τὸν ἐκφορεόμενον ἐκ τοῦ ὀρύγματος. ἐοῦσα βάθος. 150. ἓξ δὲ μῆνας ἔξω ἐς τὸν Νεῖλον αὖτις· [5] καὶ ἐπεὰν μὲν ἐκρέῃ ἔξω. ἔλεγον δὲ οἱ ἐπιχώριοι καὶ ὡς ἐς τὴν Σύρτιν τὴν ἐς Λιβύην ἐκδιδοῖ ἡ λίμνη αὕτη ὑπὸ γῆν. εἰρόμην τοὺς ἄγχιστα οἰκέοντας τῆς λίμνης ὅκου εἴη ὁ χοῦς ὁ ἐξορυχθείς. ἐπιμελὲς γὰρ δή μοι ἦν. [3] τὰ γὰρ Σαρδαναπάλλου τοῦ Νίνου βασιλέος ἐόντα μεγάλα χρήματα καὶ φυλασσόμενα ἐν θησαυροῖσι καταγαίοισι ἐπενόησαν κλῶπες ἐκφορῆσαι. τετραμμένη τὸ πρὸς ἑσπέρην ἐς τὴν μεσόγαιαν παρὰ τὸ ὄρος τὸ ὑπὲρ Μέμφιος. [2] ἐπείτε δὲ τοῦ ὀρύγματος τούτου οὐκ ὥρων τὸν χοῦν οὐδαμοῦ ἐόντα. ἐς τὸν Τίγρην ποταμὸν παραρρέοντα τὴν Νίνον . οἳ δὲ ἔφρασάν μοι ἵνα ἐξεφορήθη. ὅκως γένοιτο νύξ. τὰ δὲ ἄνω μέζονα ἀνθρωπηίων ἔργων αὐτοὶ ὡρῶμεν· αἵ τε γὰρ διέξοδοι διὰ τῶν στεγέων καὶ οἱ ἑλιγμοὶ διὰ τῶν αὐλέων ἐόντες ποικιλώτατοι θῶμα μυρίον παρείχοντο ἐξ αὐλῆς τε ἐς τὰ οἰκήματα διεξιοῦσι καὶ ἐκ τῶν οἰκημάτων ἐς παστάδας. καὶ εὐπετέως ἔπειθον· ᾔδεα γὰρ λόγῳ καὶ ἐν Νίνῳ τῇ Ἀσσυρίων πόλι γενόμενον ἕτερον τοιοῦτον. [2] ὅτι δὲ χειροποίητος ἐστὶ καὶ ὀρυκτή. τοῦ ὕδατος ὑπερέχουσαι πεντήκοντα ὀργυιὰς ἑκατέρη. τῆς δὲ γωνίης τελευτῶντος τοῦ λαβυρίνθου ἔχεται πυραμὶς τεσσερακοντόργυιος.
152. ὅς οἱ τὸν πατέρα Νεκῶν ἀπέκτεινε. [4] καὶ τῷ μὲν δὴ ἀπιστίη μεγάλη ὑπεκέχυτο χαλκέους οἱ ἄνδρας ἥξειν ἐπικούρους. ἦλθε χρησμὸς ὡς τίσις ἥξει ἀπὸ θαλάσσης χαλκέων ἀνδρῶν ἐπιφανέντων. ὅτι ἐκέχρηστό σφι τὸν χαλκέῃ σπείσαντα αὐτῶν φιάλῃ τοῦτον βασιλέα ἔσεσθαι μοῦνον Αἰγύπτου. [4] τοιοῦτον ἕτερον ἤκουσα καὶ κατὰ τὸ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ λίμνης ὄρυγμα γενέσθαι. κυνέας δὲ καὶ οἱ ἄλλοι ἅπαντες ἐφόρεόν τε βασιλέες καὶ ἐτύγχανον τότε ἔχοντες. ἐς δὲ τὰ ἕλεα ἔδοξέ σφι διῶξαι ψιλώσαντας τὰ πλεῖστα τῆς δυνάμιος. ἁμαρτὼν τοῦ ἀριθμοῦ. ὡς ἀπαλλάχθη ἐκ τῆς ὄψιος τοῦ ὀνείρου ὁ Αἰθίοψ. τοῦτον φεύγοντα τότε ἐς Συρίην. πᾶσάν τε περίστυλον ἐοῦσαν καὶ τύπων . κρατήσας δὲ Αἰγύπτου πάσης ὁ Ψαμμήτιχος ἐποίησε τῷ Ἡφαίστῳ προπύλαια ἐν Μέμφι τὰ πρὸς νότον ἄνεμον τετραμμένα. [2] ἐνθαῦτα ὡς οὐκ εἶχε φιάλην ὁ ἔσχατος ἑστεὼς αὐτῶν Ψαμμήτιχος. 153. χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διελθόντος ἀναγκαίη κατέλαβε Ἴωνάς τε καὶ Κᾶρας ἄνδρας κατὰ ληίην ἐκπλώσαντας ἀπενειχθῆναι ἐς Αἴγυπτον. τῇσί περ ἐώθεσαν σπένδειν. τὸν δὲ Ψαμμήτιχον τοῦτον πρότερον φεύγοντα τὸν Αἰθίοπα Σαβακῶν. ἐς ὃ κατεργάσαντο ὅ τι ἐβούλοντο. τῇ ὑστάτῃ τῆς ὁρτῆς. ἀνὰ χρόνον ὡς ἔθυσαν ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Ἡφαίστου. [3] ἐπιστάμενος ὦν ὡς περιυβρισμένος εἴη πρὸς αὐτῶν. ὁ ἀρχιερεὺς ἐξήνεικέ σφι φιάλας χρυσέας. κατήγαγον Αἰγυπτίων οὗτοι οἳ ἐκ νομοῦ τοῦ Σαΐτεω εἰσί. ἐπενόεε τίσασθαι τοὺς διώξαντας. οὕτω ἅμα τοῖσι τὰ ἑωυτοῦ βουλομένοισι Αἰγυπτίοισι καὶ τοῖσι ἐπικούροισι καταιρέει τοὺς βασιλέας. μελλόντων κατασπείσειν. ἕνδεκα δυώδεκα ἐοῦσι. ἔνθα δὴ Αἰγυπτίοισι ἐστὶ μαντήιον ἀψευδέστατον. [3] Ψαμμήτιχος μέν νυν οὐδενὶ δολερῷ νόῳ χρεώμενος ὑπέσχε τὴν κυνέην· οἳ δὲ ἐν φρενὶ λαβόντες τό τε ποιηθὲν ἐκ Ψαμμητίχου καὶ τὸ χρηστήριον. ὡς ἀνεύρισκον βασανίζοντες ἐξ οὐδεμιῆς προνοίης αὐτὸν ποιήσαντα. ἐκβάντας δὲ ἐς γῆν καὶ ὁπλισθέντας χαλκῷ ἀγγέλλει τῶν τις Αἰγυπτίων ἐς τὰ ἕλεα ἀπικόμενος τῷ Ψαμμητίχῳ. οἰκοδόμησε ἐναντίον τῶν προπυλαίων. περιελόμενος τὴν κυνέην ἐοῦσαν χαλκέην ὑπέσχε τε καὶ ἔσπενδε. ὡς χάλκεοι ἄνδρες ἀπιγμένοι ἀπὸ θαλάσσης λεηλατεῦσι τὸ πεδίον. ἀναμνησθέντες τοῦ χρησμοῦ κτεῖναι μὲν οὐκ ἐδικαίωσαν Ψαμμήτιχον. αὐλήν τε τῷ Ἄπι. ὡς δὲ ἔπεισε. τῶν δὲ δυώδεκα βασιλέων δικαιοσύνῃ χρεωμένων. ὡς οὐκ ἰδὼν πρότερον χαλκῷ ἄνδρας ὁπλισθέντας.ἐξεφόρεον. πλὴν οὐ νυκτὸς ἀλλὰ μετ᾽ ἡμέρην ποιεύμενον· ὀρύσσοντας γὰρ τὸν χοῦν τοὺς Αἰγυπτίους ἐς τὸν Νεῖλον φορέειν· ὁ δὲ ὑπολαμβάνων ἔμελλε διαχέειν. [2] μετὰ δὲ βασιλεύοντα τὸ δεύτερον πρὸς τῶν ἕνδεκα βασιλέων καταλαμβάνει μιν διὰ τὴν κυνέην φεύγειν ἐς τὰ ἕλεα. ἐν τῇ τρέφεται ἐπεὰν φανῇ ὁ Ἆπις. ἡ μέν νυν λίμνη αὕτη οὕτω λέγεται ὀρυχθῆναι· 151. [5] ὁ δὲ μαθὼν τὸ χρηστήριον ἐπιτελεύμενον φίλα τε τοῖσι Ἴωσι καὶ Καρσὶ ποιέεται καί σφεας μεγάλα ὑπισχνεύμενος πείθει μετ᾽ ἑωυτοῦ γενέσθαι. ἐκ δὲ τῶν ἑλέων ὁρμώμενον μὴ ἐπιμίσγεσθαι τῇ ἄλλῃ Αἰγύπτῳ. πέμψαντι δέ οἱ ἐς Βουτοῦν πόλιν ἐς τὸ χρηστήριον τῆς Λητοῦς.
οἱ Ἕλληνες οὕτω ἐπιμισγόμενοι τούτοισι τὰ περὶ Αἴγυπτον γινόμενα ἀπὸ Ψαμμητίχου βασιλέος ἀρξάμενοι πάντα [καὶ τὰ ὕστερον] ἐπιστάμεθα ἀτρεκέως· πρῶτοι γὰρ οὗτοι ἐν Αἰγύπτῳ ἀλλόγλωσσοι κατοικίσθησαν. ἀπὸ δὲ τούτων ἐκμαθόντων τὴν γλῶσσαν οἱ νῦν ἑρμηνέες ἐν Αἰγύπτῳ γεγόνασι. [2] οὔνομα δὲ τῇ πόλι ταύτῃ ὅκου τὸ χρηστήριον ἐστὶ Βουτώ. ἐν τῷ δὴ τὸ χρηστήριον ἔνι. [4] λόγον δὲ τόνδε ἐπιλέγοντες οἱ Αἰγύπτιοι φασὶ εἶναι αὐτὴν πλωτήν. ὡς καὶ πρότερον ὠνόμασταί μοι. λέγεται δὲ ὑπ᾽ Αἰγυπτίων εἶναι αὕτη ἡ νῆσος πλωτή. φράσω· ἔστι ἐν τῷ τεμένεϊ τούτῳ Λητοῦς νηὸς ἐξ ἑνὸς λίθου πεποιημένος ἔς τε ὕψος καὶ ἐς μῆκος καὶ τοῖχος ἕκαστος τούτοισι ἴσος τεσσεράκοντα πηχέων τούτων ἕκαστον ἐστί. αὐτός τε τυγχάνει ἐὼν μέγας καὶ τὰ προπύλαια ἔχει ἐς ὕψος δέκα ὀργυιέων. φυλακὴν ἑωυτοῦ ποιεύμενος πρὸς Αἰγυπτίων. οὕτω μέν νυν ὁ νηὸς τῶν φανερῶν μοι τῶν περὶ τοῦτο τὸ ἱρὸν ἐστὶ θωμαστότατον. ἐν πόλι δὲ μεγάλῃ ἱδρυμένον κατὰ τὸ Σεβεννυτικὸν καλεόμενον στόμα τοῦ Νείλου. καὶ ὅ γε νηὸς τῆς Λητοῦς. τοῖσι δὲ Ἴωσι καὶ τοῖσι Καρσὶ τοῖσι συγκατεργασαμένοισι αὐτῷ ὁ Ψαμμήτιχος δίδωσι χώρους ἐνοικῆσαι ἀντίους ἀλλήλων. ἀναπλέοντι ἀπὸ θαλάσσης ἄνω. τῶν δὲ δευτέρων νῆσος ἡ Χέμμις καλευμένη· [2] ἔστι μὲν ἐν λίμνῃ βαθέῃ καὶ πλατέῃ κειμένη παρὰ τὸ ἐν Βουτοῖ ἱρόν. [5] ἐξ ὧν δὲ ἐξανέστησαν χώρων. ἐμπεφύκασι δ᾽ ἐν αὐτῇ φοίνικες συχνοὶ καὶ ἄλλα δένδρεα καὶ καρποφόρα καὶ ἄφορα πολλά. τοῖσι οὐνόματα ἐτέθη Στρατόπεδα· τούτους τε δή σφι τοὺς χώρους δίδωσι καὶ τὰ ἄλλα τὰ ὑπέσχετο πάντα ἀπέδωκε. ἐπὶ τῷ Πηλουσίῳ καλεομένῳ στόματι τοῦ Νείλου. ὡς ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ οὐκ ἐούσῃ πρότερον . τὸ δὲ καταστέγασμα τῆς ὀροφῆς ἄλλος ἐπίκειται λίθος. τέθηπα δὲ ἀκούων εἰ νῆσος ἀληθέως ἐστὶ πλωτή. Ψαμμήτιχος μέν νυν οὕτω ἔσχε Αἴγυπτον. [3] ἐν δὲ ὦν ταύτῃ νηός τε Ἀπόλλωνος μέγας ἔνι καὶ βωμοὶ τριφάσιοι ἐνιδρύαται. ἱρὸν δὲ ἐστὶ ἐν τῇ Βουτοῖ ταύτῃ Ἀπόλλωνος καὶ Ἀρτέμιδος. αὐτὸς μὲν ἔγωγε οὔτε πλέουσαν οὔτε κινηθεῖσαν εἶδον. 154. τὸ γὰρ χρηστήριον τοῦτο τὸ ἐν Αἰγύπτῳ ἐστὶ μὲν Λητοῦς ἱρόν. 155. 156.πλέην· ἀντὶ δὲ κιόνων ὑπεστᾶσι κολοσσοὶ δυωδεκαπήχεες τῇ αὐλῇ. [3] οἱ δὲ Ἴωνές τε καὶ οἱ Κᾶρες τούτους τοὺς χώρους οἴκησαν χρόνον ἐπὶ πολλόν· εἰσὶ δὲ οὗτοι οἱ χῶροι πρὸς θαλάσσης ὀλίγον ἔνερθε Βουβάστιος πόλιος. [4] τούτων δὲ οἰκισθέντων ἐν Αἰγύπτῳ. ὁ δὲ Ἆπις κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν ἐστὶ Ἔπαφος. ἔχων τὴν παρωροφίδα τετράπηχυν. τοῦ Νείλου τὸ μέσον ἔχοντος. καὶ δὴ λόγον περὶ αὐτοῦ ὡς ἀξίου ἐόντος ποιήσομαι. τοῦ <δε> δὲ <τοῦ> χρηστηρίου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πολλὰ ἐπεμνήσθην ἤδη. ἐν τούτοισι δὲ οἵ τε ὁλκοὶ τῶν νεῶν καὶ τὰ ἐρείπια τῶν οἰκημάτων τὸ μέχρι ἐμεῦ ἦσαν. [3] τὸ δέ μοι τῶν φανερῶν ἦν θῶμα μέγιστον παρεχόμενον. τούτους μὲν δὴ χρόνῳ ὕστερον βασιλεὺς Ἄμασις ἐξαναστήσας ἐνθεῦτεν κατοίκισε ἐς Μέμφιν. [2] καὶ δὴ καὶ παῖδας παρέβαλε αὐτοῖσι Αἰγυπτίους τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν ἐκδιδάσκεσθαι.
Ψαμμητίχου δὲ Νεκῶς παῖς ἐγένετο καὶ ἐβασίλευσε Αἰγύπτου. ὅσῳ σκολιωτέρη ἐστί· τὴν ἐπὶ Νεκῶ βασιλέος ὀρύσσοντες Αἰγυπτίων ἀπώλοντο δυώδεκα μυριάδες. οἰκέουσα δὲ ἐν Βουτοῖ πόλι. [2] καὶ ταύτῃσί τε ἐχρᾶτο ἐν τῷ δέοντι καὶ Σύροισι πεζῇ ὁ Νεκῶς συμβαλὼν ἐν Μαγδώλῳ ἐνίκησε. τὴν Δαρεῖος ὁ Πέρσης δεύτερα διώρυξε· τῆς μῆκος ἐστὶ πλόος ἡμέραι τέσσερες. 157. ὃς τῇ διώρυχι ἐπεχείρησε πρῶτος τῇ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν φερούσῃ. ὅτε τὸ πᾶν διζήμενος ὁ Τυφῶν ἐπῆλθε. [3] ἐν τῇ δὲ ἐσθῆτι ἔτυχε . ἐοῦσα τῶν ὀκτὼ θεῶν τῶν πρώτων γενομένων. 158. [4] τῇ δὲ ἐλάχιστον ἐστὶ καὶ συντομώτατον ἐκ τῆς βορηίης θαλάσσης ὑπερβῆναι ἐς τὴν νοτίην καὶ Ἐρυθρὴν τὴν αὐτὴν ταύτην καλεομένην. 159. ὀρώρυκται δὲ πρῶτον μὲν τοῦ πεδίου τοῦ Αἰγυπτίου τὰ πρὸς Ἀραβίην ἔχοντα· ἔχεται δὲ κατύπερθε τοῦ πεδίου τὸ κατὰ Μέμφιν τεῖνον ὄρος. ἀπὸ τούτου εἰσὶ στάδιοι ἀπαρτὶ χίλιοι ἐς τὸν Ἀράβιον κόλπον. Λητοῦν δὲ τροφὸν αὐτοῖσι καὶ σώτειραν γενέσθαι. Δημήτηρ δὲ Ἶσις. Ψαμμήτιχος δὲ ἐβασίλευσε Αἰγύπτου τέσσερα καὶ πεντήκοντα ἔτεα. Ἀπόλλωνα παρ᾽ Ἴσιος παρακαταθήκην δεξαμένη διέσωσε κατακρύψασα ἐν τῇ νῦν πλωτῇ λεγομένῃ νήσῳ. ἡ δὲ διῶρυξ πολλῷ μακροτέρη. καὶ τριήρεες αἳ μὲν ἐπὶ τῇ βορηίῃ θαλάσσῃ ἐποιήθησαν. Αἰγυπτιστὶ δὲ Ἀπόλλων μὲν Ὦρος. τῶν τὰ ἑνὸς δέοντα τριήκοντα Ἄζωτον τῆς Συρίης μεγάλην πόλιν προσκατήμενος ἐπολιόρκεε. τῶν ἔτι οἱ ὁλκοὶ ἐπίδηλοι. ἐσέχει δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν. εὖρος δὲ ὠρύχθη ὥστε τριήρεας δύο πλέειν ὁμοῦ ἐλαστρευμένας. μετὰ δὲ τὴν μάχην Κάδυτιν πόλιν τῆς Συρίης ἐοῦσαν μεγάλην εἷλε. Ἄρτεμις δὲ Βούβαστις. ἐς ὃ ἐξεῖλε. καὶ ἔπειτα τείνει ἐς διασφάγας. τῷ βαρβάρῳ αὐτὸν προεργάζεσθαι. παυσάμενος δὲ τῆς διώρυχος ὁ Νεκῶς ἐτράπετο πρὸς στρατηίας. φέρουσα ἀπὸ τοῦ ὄρεος πρὸς μεσαμβρίην τε καὶ νότον ἄνεμον ἐς τὸν κόλπον τὸν Ἀράβιον. ἵνα δή οἱ τὸ χρηστήριον τοῦτο ἐστί. τὴν δὲ νῆσον διὰ τοῦτο γενέσθαι πλωτήν. βαρβάρους δὲ πάντας οἱ Αἰγύπτιοι καλέουσι τοὺς μὴ σφίσι ὁμογλώσσους. Νεκῶς μέν νυν μεταξὺ ὀρύσσων ἐπαύσατο μαντηίου ἐμποδίου γενομένου τοιοῦδε. [5] Ἀπόλλωνα δὲ καὶ Ἄρτεμιν Διονύσου καὶ Ἴσιος λέγουσι εἶναι παῖδας. ταῦτα μὲν οὕτω λέγουσι. θέλων ἐξευρεῖν τοῦ Ὀσίριος τὸν παῖδα. αὕτη δὲ ἡ Ἄζωτος ἁπασέων πολίων ἐπὶ πλεῖστον χρόνον πολιορκεομένη ἀντέσχε τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. μοῦνος δὴ ποιητέων τῶν προγενομένων· ἐποίησε γὰρ Ἄρτεμιν εἶναι θυγατέρα Δήμητρος. αἳ δ᾽ ἐν τῷ Ἀραβίῳ κόλπῳ ἐπὶ τῇ Ἐρυθρῇ θαλάσσῃ. ἐν τῷ αἱ λιθοτομίαι ἔνεισι· [3] τοῦ ὦν δὴ ὄρεος τούτου παρὰ τὴν ὑπώρεαν ἦκται ἡ διῶρυξ ἀπ᾽ ἑσπέρης μακρὴ πρὸς τὴν ἠῶ. [6] ἐκ τούτου δὲ τοῦ λόγου καὶ οὐδενὸς ἄλλου Αἰσχύλος ὁ Εὐφορίωνος ἥρπασε τὸ ἐγὼ φράσω. [5] τοῦτο μὲν τὸ συντομώτατον.πλωτῇ Λητώ. ἀπὸ τοῦ Κασίου ὄρεος τοῦ οὐρίζοντος Αἴγυπτόν τε καὶ Συρίην. [2] ἦκται δὲ ἀπὸ τοῦ Νείλου τὸ ὕδωρ ἐς αὐτήν· ἦκται δὲ κατύπερθε ὀλίγον Βουβάστιος πόλιος παρὰ Πάτουμον τὴν Ἀραβίην πόλιν.
παρεσκευάζετο ὡς ἐλῶν ἐπὶ τὸν Ἀπρίην. αὐχέοντες δικαιότατα καὶ κάλλιστα τιθέναι τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγῶνα πάντων ἀνθρώπων. [2] καὶ τῷ οὔ κως ἀεκούσιον ἐγίνετο τὸ ποιεύμενον. ἀδικέοντες τὸν ξεῖνον. ψάμμιος δὲ ἓξ ἔτεα μοῦνον βασιλεύσαντος Αἰγύπτου καὶ στρατευσαμένου ἐς Αἰθιοπίην καὶ μεταυτίκα τελευτήσαντος ἐξεδέξατο Ἀπρίης ὁ Ψάμμιος· [2] ὃς μετὰ Ψαμμήτιχον τὸν ἑωυτοῦ προπάτορα ἐγένετο εὐδαιμονέστατος τῶν πρότερον βασιλέων. μετρίως δ᾽ ἐν τῷ παρεόντι. ὁ δὲ ἐπείτε ἀπικόμενος κατελάμβανε τοὺς Αἰγυπτίους ταῦτα μὴ ποιέειν. ἐνθαῦτα ὁ βασιλεὺς οὗτος συγκαλέεται Αἰγυπτίων τοὺς λεγομένους εἶναι σοφωτάτους. τελευτᾷ. [4] ἀποπέμψας γὰρ στράτευμα ὁ Ἀπρίης ἐπὶ Κυρηναίους μεγαλωστὶ προσέπταισε. 162. [3] πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Ἀπρίης ἔπεμπε ἐπ᾽ Ἄμασιν ἄνδρα δόκιμον τῶν περὶ .ταῦτα κατεργασάμενος. μετὰ δέ. [4] οἱ δὲ Αἰγύπτιοι ἔφασαν σφέας οὕτω τιθέντας παντὸς τοῦ δικαίου ἡμαρτηκέναι. οἳ δὲ ἔφασαν καὶ σφέων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ὁμοίως τῷ βουλομένῳ ἐξεῖναι ἀγωνίζεσθαι. Ἠλείων δὲ μηδενὶ εἶναι ἀγωνίζεσθαι. 161. δοκέοντες τὸν Ἀπρίην ἐκ προνοίης αὐτοὺς ἀποπέμψαι ἐς φαινόμενον κακόν. ὡς διεδείκνυε. λέγοντος αὐτοῦ τῶν τις Αἰγυπτίων ὄπισθε στὰς περιέθηκέ οἱ κυνέην. ἐν τοῖσι ἐπί τε Σιδῶνα στρατὸν ἤλασε καὶ ἐναυμάχησε τῷ Τυρίῳ. ἀνέθηκε τῷ Ἀπόλλωνι πέμψας ἐς Βραγχίδας τὰς Μιλησίων. τῷ παιδὶ Ψάμμι παραδοὺς τὴν ἀρχήν. καὶ περιτιθεὶς ἔφη ἐπὶ βασιληίῃ περιτιθέναι. ἐπ᾽ ἔτεα πέντε καὶ εἴκοσι ἄρξας. ἑκκαίδεκα ἔτεα τὰ πάντα ἄρξας. ταῦτα μὲν Αἰγύπτιοι Ἠλείοισι ὑπεθήκαντο. [3] ἐπεὶ δέ οἱ ἔδεε κακῶς γενέσθαι. ταῦτα δὲ δεινὰ ποιεύμενοι οὗτοί τε οἱ ἀπονοστήσαντες καὶ οἱ τῶν ἀπολομένων φίλοι ἀπέστησαν ἐκ τῆς ἰθέης. οὐδεμίαν γὰρ εἶναι μηχανὴν ὅκως οὐ τῷ ἀστῷ ἀγωνιζομένῳ προσθήσονται. αὐτὸς δὲ τῶν λοιπῶν Αἰγυπτίων ἀσφαλέστερον ἄρχοι. ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν Ψάμμιν βασιλεύοντα Αἰγύπτου ἀπίκοντο Ἠλείων ἄγγελοι. καὶ δοκέοντες παρὰ ταῦτα οὐδ᾽ ἂν τοὺς σοφωτάτους ἀνθρώπων Αἰγυπτίους οὐδὲν ἐπεξευρεῖν· [2] ὡς δὲ ἀπικόμενοι ἐς τὴν Αἴγυπτον οἱ Ἠλεῖοι ἔλεγον τῶν εἵνεκα ἀπίκοντο. συνελθόντες δὲ οἱ Αἰγύπτιοι ἐπυνθάνοντο τῶν Ἠλείων λεγόντων ἅπαντα τὰ κατήκει σφέας ποιέειν περὶ τὸν ἀγῶνα· ἀπηγησάμενοι δὲ τὰ πάντα ἔφασαν ἥκειν ἐπιμαθησόμενοι εἴ τι ἔχοιεν Αἰγύπτιοι τούτων δικαιότερον ἐπεξευρεῖν. ἵνα δὴ σφέων φθορὴ γένηται. [3] οἳ δὲ βουλευσάμενοι ἐπειρώτων τοὺς Ἠλείους εἴ σφι οἱ πολιῆται ἐναγωνίζονται. ἐπείτε γὰρ ἐστήσαντό μιν βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων οἱ ἀπεστεῶτες. ξείνοισι ἀγωνιστῇσι ἐκέλευον τὸν ἀγῶνα τιθέναι. ἐγίνετο ἀπὸ προφάσιος τὴν ἐγὼ μεζόνως μὲν ἐν τοῖσι Λιβυκοῖσι λόγοισι ἀπηγήσομαι. πυθόμενος δὲ Ἀπρίης ταῦτα πέμπει ἐπ᾽ αὐτοὺς Ἄμασιν καταπαύσοντα λόγοισι. 160. Αἰγύπτιοι δὲ ταῦτα ἐπιμεμφόμενοι ἀπέστησαν ἀπ᾽ αὐτοῦ. ἀλλ᾽ εἰ δὴ βούλονται δικαίως τιθέναι καὶ τούτου εἵνεκα ἀπικοίατο ἐς Αἴγυπτον.
Παπρημίτης. Θηβαῖος. ἐκ νομῶν δὲ τῶνδε εἰσί· κατὰ γὰρ δὴ νομοὺς Αἴγυπτος ἅπασα διαραίρηται. γενόμενοι. καὶ τούτων οἳ μὲν ἱρέες οἳ δὲ μάχιμοι κεκλέαται. Σεβεννύτης. [2] οἱ δὲ μάχιμοι αὐτῶν καλέονται μὲν Καλασίριές τε καὶ Ἑρμοτύβιες. Χεμμίτης. γενόμενοι. παῖς παρὰ πατρὸς ἐκδεκόμενος. Βουσιρίτης. οὐδὲ τούτοισι ἔξεστι τέχνην ἐπασκῆσαι οὐδεμίαν. οἳ δὲ κάπηλοι. ἑκκαίδεκα μυριάδες. [5] τὸν δὲ Πατάρβημιν ἔκ τε τῶν λεγομένων οὐκ ἀγνοέειν τὴν διάνοιαν. οἳ δὲ βουκόλοι οἳ δὲ συβῶται. ὡς δὲ ἀπικόμενος τὸν Ἄμασιν ἐκάλεε ὁ Πατάρβημις. καὶ αὐτῷ οὐ μέμψεσθαι Ἀπρίην· παρέσεσθαι γὰρ καὶ αὐτὸς καὶ ἄλλους ἄξειν. ἀλλ᾽ ἀνέωνται ἐς τὸ μάχιμον. [2] οὗτοι δὲ οἱ νομοὶ Καλασιρίων εἰσί. ἀλλὰ τὰ ἐς πόλεμον ἐπασκέουσι μοῦνα. γένεα μὲν Αἰγυπτίων τοσαῦτα ἐστί. [2] καὶ οἵ τε περὶ τὸν Ἀπρίην ἐπὶ τοὺς Αἰγυπτίους ἤισαν καὶ οἱ περὶ τὸν Ἄμασιν ἐπὶ τοὺς ξείνους· ἔν τε δὴ Μωμέμφι πόλι ἐγένοντο ἀμφότεροι καὶ πειρήσεσθαι ἔμελλον ἀλλήλων. οἳ δὲ κυβερνήται. 166. 163. μεγάλα ἐόντα καὶ ἀξιοθέητα. [4] ὅμως δὲ αὐτὸν ἀξιοῦν τὸν Πατάρβημιν βασιλέος μεταπεμπομένου ἰέναι πρὸς αὐτόν· τὸν δὲ αὐτῷ ὑποκρίνεσθαι ὡς ταῦτα πάλαι παρεσκευάζετο ποιέειν. Ναθῶ τὸ ἥμισυ. οἳ ἔτι τὰ ἐκείνου ἐφρόνεον. 164. Θμουΐτης. καὶ τοῦτό μιν ἐκέλευε Ἀπρίῃ ἀπάγειν. Ὀνουφίτης. Μενδήσιος. πυθόμενος δὲ καὶ ταῦτα ὁ Ἀπρίης ὥπλιζε τοὺς ἐπικούρους καὶ ἤλαυνε ἐπὶ τοὺς Αἰγυπτίους· εἶχε δὲ περὶ ἑωυτὸν Κᾶράς τε καὶ Ἴωνας ἄνδρας ἐπικούρους τρισμυρίους· ἦν δέ οἱ τὰ βασιλήια ἐν Σάι πόλι. Ἀφθίτης. ἐκ μὲν τούτων τῶν νομῶν Ἑρμοτύβιες εἰσί. Ἑρμοτυβίων μὲν οἵδε εἰσὶ νομοί. καλασιρίων δὲ οἵδε ἄλλοι νομοί εἰσι. Μυεκφορίτης· οὗτος ὁ νομὸς ἐν νήσῳ οἰκέει ἀντίον Βουβάστιος πόλιος. ἔστι δὲ Αἰγυπτίων ἑπτὰ γένεα. ὅτε ἐπὶ πλείστους ἐγένοντο. ἄνδρα τὸν δοκιμώτατον ἑωυτῶν οὕτω αἰσχρῶς λύμῃ διακείμενον. πέντε καὶ εἴκοσι μυριάδες ἀνδρῶν. οὐδένα δὴ χρόνον ἐπισχόντες ἀπιστέατο πρὸς τοὺς ἑτέρους καὶ ἐδίδοσαν σφέας αὐτοὺς Ἀμάσι. Φαρβαϊθίτης. Ἀθριβίτης. βουλόμενον τὴν ταχίστην βασιλέι δηλῶσαι τὰ πρησσόμενα. Τανίτης.ἑωυτὸν Αἰγυπτίων. οὐδένα λόγον αὐτῷ δόντα ἀλλὰ περιθύμως ἔχοντα περιταμεῖν προστάξαι αὐτοῦ τά τε ὦτα καὶ τὴν ῥῖνα. ὡς δὲ ἀπικέσθαι αὐτὸν πρὸς τὸν Ἀπρίην οὐκ ἄγοντα τὸν Ἄμασιν. καὶ τούτων βαναυσίης οὐδεὶς δεδάηκε οὐδέν. 165. τῷ οὔνομα ἦν Πατάρβημις. καὶ παρασκευαζόμενον ὁρῶντα σπουδῇ ἀπιέναι. οὐνόματα δέ σφι κέεται ἀπὸ τῶν τεχνέων. ἔτυχε γὰρ ἐπ᾽ ἵππου κατήμενος. [6] ἰδόμενοι δ᾽ οἱ λοιποὶ τῶν Αἰγυπτίων. νῆσος ἡ Προσωπῖτις καλεομένη. οἳ δὲ ἑρμηνέες. ἐπαείρας ἀπεματάισε. . ἐντειλάμενος αὐτῷ ζῶντα Ἄμασιν ἀγαγεῖν παρ᾽ ἑωυτόν. Ἀνύτιος. ὁ Ἄμασις. Βουβαστίτης. Σαΐτης. ὅτε ἐπὶ πλείστους ἐγένοντο.
ταῦτα τοῖσι αἰεὶ δορυφορέουσι ἐδίδοτο. τάδε δὲ ἐν περιτροπῇ ἐκαρποῦντο καὶ οὐδαμὰ ὡυτοί. . γέρεα δέ σφι ἦν τάδε ἐξαραιρημένα μούνοισι Αἰγυπτίων πάρεξ τῶν ἱρέων. ἥκιστα δὲ Κορίνθιοι ὄνονται τοὺς χειροτέχνας. ἡ δὲ ἄρουρα ἑκατὸν πηχέων ἐστὶ Αἰγυπτίων πάντῃ. ὄπισθε τοῦ νηοῦ. ὁ δὲ Αἰγύπτιος πῆχυς τυγχάνει ἴσος ἐὼν τῷ Σαμίῳ. 169. [2] καὶ ἐν τῷ τεμένεϊ ὀβελοὶ ἑστᾶσι μεγάλοι λίθινοι. ὀπτοῦ σίτου σταθμὸς πέντε μνέαι ἑκάστῳ. ὁρέων καὶ Θρήικας καὶ Σκύθας καὶ Πέρσας καὶ Λυδοὺς καὶ σχεδὸν πάντας τοὺς βαρβάρους ἀποτιμοτέρους τῶν ἄλλων ἡγημένους πολιητέων τοὺς τὰς τέχνας μανθάνοντας καὶ τοὺς ἐκγόνους τούτων. οὕτω δὴ παραδιδοῖ τὸν Ἀπρίην τοῖσι Αἰγυπτίοισι. πλήθεϊ δὲ πολλῷ ἐλάσσονες ἐόντες κατὰ τοῦτο ἑσσώθησαν. ἐν δὲ τοῖσι θυρώμασι ἡ θήκη ἐστί. [5] καὶ γὰρ τὸ τοῦ Ἀμάσιος σῆμα ἑκαστέρω μὲν ἐστὶ τοῦ μεγάρου ἢ τὸ τοῦ Ἀπρίεω καὶ τῶν τούτου προπατόρων. καὶ δὴ τότε συμβαλὼν ἑσσώθη καὶ ζωγρηθεὶς ἀπήχθη ἐς Σάιν πόλιν. λίμνη τε ἐστὶ ἐχομένη λιθίνῃ κρηπῖδι κεκοσμημένη καὶ ἐργασμένη εὖ κύκλῳ καὶ μέγαθος. τότε δὲ Ἀμάσιος ἤδη βασιληία. καί μιν Ἄμασις εὖ περιεῖτε· τέλος δὲ μεμφομένων Αἰγυπτίων ὡς οὐ ποιέοι δίκαια τρέφων τὸν σφίσι τε καὶ ἑωυτῷ ἔχθιστον. ἐς τὰ ἑωυτοῦ οἰκία πρότερον ἐόντα. ἔθαψαν δὲ Σαῖται πάντας τοὺς ἐκ νομοῦ τούτου γενομένους βασιλέας ἔσω ἐν τῷ ἱρῷ. εἰσὶ δὲ καὶ αἱ ταφαὶ τοῦ οὐκ ὅσιον ποιεῦμαι ἐπὶ τοιούτῳ πρήγματι ἐξαγορεύειν τὸ οὔνομα ἐν Σάι. οἴνου τέσσερες ἀρυστῆρες. ἐπείτε δὲ συνιόντες ὅ τε Ἀπρίης ἄγων τοὺς ἐπικούρους καὶ ὁ Ἄμασις πάντας Αἰγυπτίους ἀπίκοντο ἐς Μώμεμφιν πόλιν. συνέβαλον· καὶ ἐμαχέσαντο μὲν εὖ οἱ ξεῖνοι. τοὺς δὲ ἀπαλλαγμένους τῶν χειρωναξιέων γενναίους νομιζομένους εἶναι. μηδ᾽ ἂν θεόν μιν μηδένα δύνασθαι παῦσαι τῆς βασιληίης· οὕτω ἀσφαλέως ἑωυτῷ ἱδρῦσθαι ἐδόκεε.167. Καλασιρίων χίλιοι καὶ Ἑρμοτυβίων ἐδορυφόρεον ἐνιαυτὸν ἕκαστοι τὸν βασιλέα· τούτοισι ὦν τάδε πάρεξ τῶν ἀρουρέων ἄλλα ἐδίδοτο ἐπ᾽ ἡμέρῃ ἑκάστῃ. ἐσιόντι ἀριστερῆς χειρός. παντὸς τοῦ τῆς Ἀθηναίης ἐχόμεναι τοίχου. οἳ δέ μιν ἀπέπνιξαν καὶ ἔπειτα ἔθαψαν ἐν τῇσι πατρωίῃσι ταφῇσι· [4] αἳ δὲ εἰσὶ ἐν τῷ ἱρῷ τῆς Ἀθηναίης. ὅση περ ἡ ἐν Δήλῳ ἡ τροχοειδὴς καλεομένη. 168. ἄρουραι ἐξαίρετοι δυώδεκα ἑκάστῳ ἀτελέες. [3] ἐνθαῦτα δὲ τέως μὲν ἐτρέφετο ἐν τοῖσι βασιληίοισι. ἔστι μέντοι καὶ τοῦτο ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ ἱροῦ. 170. οὐκ ἔχω ἀτρεκέως κρῖναι. εἰ μέν νυν καὶ τοῦτο παρ᾽ Αἰγυπτίων μεμαθήκασι οἱ Ἕλληνες. ὡς ἐμοὶ ἐδόκεε. [2] Ἀπρίεω δὲ λέγεται εἶναι ἥδε διάνοια. ἐν τῷ ἱρῷ τῆς Ἀθηναίης. κρεῶν βοέων δύο μνέαι. καὶ μάλιστα τοὺς ἐς τὸν πόλεμον ἀνειμένους· [2] μεμαθήκασι δ᾽ ὦν τοῦτο πάντες οἱ Ἕλληνες καὶ μάλιστα Λακεδαιμόνιοι. ἀγχοτάτω τοῦ μεγάρου. παστὰς λιθίνη μεγάλη καὶ ἠσκημένη στύλοισί τε φοίνικας τὰ δένδρεα μεμιμημένοισι καὶ τῇ ἄλλῃ δαπάνῃ· ἔσω δὲ ἐν τῇ παστάδι διξὰ θυρώματα ἕστηκε. [2] ταῦτα μὲν δὴ τοῖσι ἅπασι ἦν ἐξαραιρημένα.
νομοῦ μὲν Σαΐτεω ἐών.171. λάθοι ἂν ἤτοι μανεὶς ἢ ὅ γε ἀπόπληκτος γενόμενος· τὰ ἐγὼ ἐπιστάμενος μέρος ἑκατέρῳ νέμω”. ἐκραγείη ἄν. [2] τὰ μὲν δὴ πρῶτα κατώνοντο τὸν Ἄμασιν Αἰγύπτιοι καὶ ἐν οὐδεμιῇ μοίρῃ μεγάλῃ ἦγον ἅτε δὴ δημότην τὸ πρὶν ἐόντα καὶ οἰκίης οὐκ ἐπιφανέος· μετὰ δὲ σοφίῃ αὐτοὺς ὁ Ἄμασις. [4] μαθὼν δὲ ὁ Ἄμασις τὸ ἐκ τῶν ἀστῶν ποιεύμενον. [2] καὶ τῆς Δήμητρος τελετῆς πέρι. οὐκ ὀρθῶς. συγκαλέσας Αἰγυπτίους ἐξέφηνε φὰς ἐκ τοῦ ποδανιπτῆρος τὤγαλμα γεγονέναι. ἐχρᾶτο δὲ καταστάσι πρηγμάτων τοιῇδε· τὸ μὲν ὄρθριον μέχρι ὅτευ πληθούσης ἀγορῆς προθύμως ἔπρησσε τὰ προσφερόμενα πρήγματα. ὥστε ἐς τὸ δέον οὐκ ἂν ἔχοιεν αὐτοῖσι χρᾶσθαι. καὶ οὕτω Αἰγύπτιοί τ᾽ ἂν ἠπιστέατο ὡς ὑπ᾽ ἀνδρὸς μεγάλου ἄρχονται. “ὦ βασιλεῦ. [4] οὕτω δὲ καὶ ἀνθρώπου κατάστασις· εἰ ἐθέλοι κατεσπουδάσθαι αἰεὶ μηδὲ ἐς παιγνίην τὸ μέρος ἑωυτὸν ἀνιέναι. οὐκ ἀγνωμοσύνῃ προσηγάγετο. 172. ἐς τὸ ἄγαν φαῦλον προάγων σεωυτόν. ἐπεὰν μὲν δέωνται χρᾶσθαι. ἐν τῷ αὐτός τε ὁ Ἄμασις καὶ οἱ δαιτυμόνες οἱ πάντες τοὺς πόδας ἑκάστοτε ἐναπενίζοντο· τοῦτον κατ᾽ ὦν κόψας ἄγαλμα δαίμονος ἐξ αὐτοῦ ἐποιήσατο. Ἀπρίεω δὲ ὧδε καταραιρημένου ἐβασίλευσε Ἄμασις. [3] ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε αὐτούς. 173. ἐντανύουσι· εἰ γὰρ δὴ τὸν πάντα χρόνον ἐντεταμένα εἴη. . οὔνομά οἱ ἐστὶ Σιούφ. σεωυτοῦ προέστηκας. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου ἔπινέ τε καὶ κατέσκωπτε τοὺς συμπότας καὶ ἦν μάταιός τε καὶ παιγνιήμων. περὶ μέν νυν τούτων εἰδότι μοι ἐπὶ πλέον ὡς ἕκαστα αὐτῶν ἔχει. [2] ἀχθεσθέντες δὲ τούτοισι οἱ φίλοι αὐτοῦ ἐνουθέτεον αὐτὸν τοιάδε λέγοντες. καὶ ἄμεινον σὺ ἂν ἤκουες· νῦν δὲ ποιέεις οὐδαμῶς βασιλικά”. ἐκ τῆς δὲ ἦν πόλιος. ἐν δὲ τῇ λίμνῃ ταύτῃ τὰ δείκηλα τῶν παθέων αὐτοῦ νυκτὸς ποιεῦσι. ἐς τὸν πρότερον μὲν τοὺς Αἰγυπτίους ἐνεμέειν τε καὶ ἐνουρέειν καὶ πόδας ἐναπονίζεσθαι. οἱ δὲ ὑπολειφθέντες Πελοποννησίων καὶ οὐκ ἐξαναστάντες Ἀρκάδες διέσωζον αὐτὴν μοῦνοι. καὶ ἵδρυσε τῆς πόλιος ὅκου ἦν ἐπιτηδεότατον· οἱ δὲ Αἰγύπτιοι φοιτέοντες πρὸς τὤγαλμα ἐσέβοντο μεγάλως. ταῦτα μὲν τοὺς φίλους ἀμείψατο. σὲ γὰρ ἐχρῆν ἐν θρόνῳ σεμνῷ σεμνὸν θωκέοντα δι᾽ ἡμέρης πρήσσειν τὰ πρήγματα. τὴν οἱ Ἕλληνες θεσμοφόρια καλέουσι. [5] ἤδη ὦν ἔφη λέγων ὁμοίως αὐτὸς τῷ ποδανιπτῆρι πεπρηγέναι· εἰ γὰρ πρότερον εἶναι δημότης. καὶ ταύτης μοι πέρι εὔστομα κείσθω. ἀλλ᾽ ἐν τῷ παρεόντι εἶναι αὐτῶν βασιλεύς· καὶ τιμᾶν τε καὶ προμηθέεσθαι ἑωυτοῦ ἐκέλευε. τότε δὲ μεγάλως σέβεσθαι. εὔστομα κείσθω. [3] ἦν οἱ ἄλλα τε ἀγαθὰ μυρία. “τὰ τόξα οἱ ἐκτημένοι. τοιούτῳ μὲν τρόπῳ προσηγάγετο τοὺς Αἰγυπτίους ὥστε δικαιοῦν δουλεύειν. ἐν δὲ καὶ ποδανιπτὴρ χρύσεος. πλὴν ὅσον αὐτῆς ὁσίη ἐστὶ λέγειν· [3] αἱ Δαναοῦ θυγατέρες ἦσαν αἱ τὴν τελετὴν ταύτην ἐξ Αἰγύπτου ἐξαγαγοῦσαι καὶ διδάξασαι τὰς Πελασγιώτιδας γυναῖκας· μετὰ δὲ ἐξαναστάσης πάσης Πελοποννήσου ὑπὸ Δωριέων ἐξαπώλετο ἡ τελετή. τὰ καλέουσι μυστήρια Αἰγύπτιοι.
ὅσων τε τὸ μέγαθος λίθων ἐστὶ καὶ ὁκοίων τεῶν· τοῦτο δὲ κολοσσοὺς μεγάλους καὶ ἀνδρόσφιγγας περιμήκεας ἀνέθηκε... πολλὰ μὲν δὴ καὶ ἡλίσκετο ὑπὸ τῶν μαντηίων. ἐποίησε τοιάδε· ὅσοι μὲν αὐτὸν τῶν θεῶν ἀπέλυσαν μὴ φῶρα εἶναι. καὶ τοῦτο ἐκόμιζον μὲν ἐπ᾽ ἔτεα τρία. ἐν δὲ καὶ ἐν Μέμφι τὸν ὕπτιον κείμενον κολοσσὸν τοῦ Ἡφαιστείου ἔμπροσθε. [3] τὸ δὲ οὐκ ἥκιστα αὐτῶν ἀλλὰ μάλιστα θωμάζω. δισχίλιοι δέ οἱ προσετετάχατο ἄνδρες ἀγωγέες.174. τοῦ πόδες πέντε καὶ ἑβδομήκοντα εἰσὶ τὸ μῆκος· ἐπὶ δὲ τῷ αὐτῷ βάθρῳ ἑστᾶσι τοῦ αὐτοῦ ἐόντος λίθου δύο κολοσσοί. καὶ τοῦτο μὲν ἐν Σάι τῇ Ἀθηναίῃ προπύλαια θωμάσια οἷα ἐξεποίησε. τοὺς δὲ ὑπερμεγάθεας ἐξ Ἐλεφαντίνης πόλιος πλόον καὶ εἴκοσι ἡμερέων ἀπεχούσης ἀπὸ Σάιος. τὸν δὲ Ἄμασιν ἐνθύμιον ποιησάμενον οὐκ ἐᾶν ἔτι προσωτέρω ἑλκύσαι. οἷά τε χρόνου ἐγγεγονότος πολλοῦ καὶ ἀχθόμενον τῷ ἔργῳ. ὡς φιλοπότης ἦν καὶ φιλοσκώμμων καὶ οὐδαμῶς κατεσπουδασμένος ἀνήρ· ὅκως δέ μιν ἐπιλείποι πίνοντά τε καὶ εὐπαθέοντα τὰ ἐπιτήδεα. 177. ἀτὰρ ἔσωθεν τὸ μῆκος ὀκτωκαίδεκα πηχέων καὶ πυγόνος . [2] ἐπείτε δὲ καὶ ἐβασίλευσε. τῇ Ἴσι τε τὸ ἐν Μέμφι ἱρὸν Ἄμασις ἐστὶ ὁ ἐξοικοδομήσας. καὶ ὅτε ἦν ἰδιώτης. 175. τῆς δὲ στέγης ταύτης τὸ μὲν μῆκος ἔξωθεν ἐστὶ εἷς τε καὶ εἴκοσι πήχεες. τούτων μὲν τῶν ἱρῶν οὔτε ἐπεμέλετο οὔτε ἐς ἐπισκευὴν ἐδίδου οὐδέν. τούτων δὲ ὡς ἀληθέων θεῶν ἐόντων καὶ ἀψευδέα μαντήια παρεχομένων τὰ μάλιστα ἐπεμέλετο. ἔστι τόδε· οἴκημα μουνόλιθον ἐκόμισε ἐξ Ἐλεφαντίνης πόλιος.. καὶ ἀπὸ τούτου οὐκ ἐσελκυσθῆναι. πολλὰ δὲ καὶ ἀπέφευγε. οὐδὲ φοιτέων ἔθυε ὡς οὐδενὸς ἐοῦσι ἀξίοισι ψευδέα τε μαντήια ἐκτημένοισι· ὅσοι δέ μιν κατέδησαν φῶρα εἶναι. ἐὸν μέγα τε καὶ ἀξιοθεητότατον. λίθους τε ἄλλους ἐς ἐπισκευὴν ὑπερφυέας τὸ μέγαθος ἐκόμισε. καὶ οὗτοι ἅπαντες ἦσαν κυβερνῆται. τὸ δὲ ὕψος πέντε πηχέων ἐστί. εἴκοσι ποδῶν τὸ μέγαθος ἐὼν ἑκάτερος. ἐπ᾽ Ἀμάσιος δὲ βασιλέος λέγεται Αἴγυπτος μάλιστα δὴ τότε εὐδαιμονῆσαι καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τῇ χώρῃ γινόμενα καὶ τὰ ἀπὸ τῆς χώρης τοῖσι ἀνθρώποισι. καὶ πόλις ἐν αὐτῇ γενέσθαι τὰς . ἀνέθηκε δὲ καὶ ἐν τοῖσι ἄλλοισι ἱροῖσι ὁ Ἄμασις πᾶσι τοῖσι ἐλλογίμοισι ἔργα τὸ μέγαθος ἀξιοθέητα. ἤδη δὲ τινὲς λέγουσι ὡς ἄνθρωπος διεφθάρη ὑπ᾽ αὐτῆς τῶν τις αὐτὴν μοχλευόντων. αὕτη τοῦ ἱροῦ κέεται παρὰ τὴν ἔσοδον· [5] ἔσω γάρ μιν ἐς τὸ ἱρόν φασι τῶνδε εἵνεκα οὐκ ἐσελκύσαι· τὸν ἀρχιτέκτονα αὐτῆς ἑλκομένης τῆς στέγης ἀναστενάξαι. κλέπτεσκε ἂν περιιών· οἳ δ᾽ ἄν μιν φάμενοι ἔχειν τὰ σφέτερα χρήματα ἀρνεύμενον ἄγεσκον ἐπὶ μαντήιον. πολλὸν πάντας ὑπερβαλόμενος τῷ τε ὕψεϊ καὶ τῷ μεγάθεϊ. [4] ταῦτα μὲν τὰ μέτρα ἔξωθεν τῆς στέγης τῆς μουνολίθου ἐστί. 176. εὖρος δὲ τεσσερεσκαίδεκα. ὃ μὲν ἔνθεν ὃ δ᾽ ἔνθεν τοῦ μεγάλου. ὕψος δὲ ὀκτώ. [2] ἔστι δὲ λίθινος ἕτερος τοσοῦτος καὶ ἐν Σάι. ὅκου ἑκάστοισι εἴη. λέγεται δὲ ὁ Ἄμασις. [2] ἠγάγετο δὲ τούτων τοὺς μὲν ἐκ τῶν κατὰ Μέμφιν ἐουσέων λιθοτομιέων. κείμενος κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τῷ ἐν Μέμφι.
οὐδέν σφι μετεὸν μεταποιεῦνται. εἴτ᾽ ἐπιθυμήσας Ἑλληνίδος γυναικὸς εἴτε καὶ ἄλλως φιλότητος Κυρηναίων εἵνεκα· [2] γαμέει δὲ ὦν οἳ μὲν λέγουσι Βάττου οἳ δ᾽ Ἀρκεσίλεω θυγατέρα. 179. τῇ οὔνομα ἦν Λαδίκη· τῇ ἐπείτε συγκλίνοιτο ὁ Ἄμασις. ἐπείτε οἱ ἀρνευμένῃ οὐδὲν ἐγίνετο πρηΰτερος ὁ Ἄμασις. 178. κατά με ἐφάρμαξας. τῇσι δὲ ἄλλῃσι γυναιξὶ ἐχρᾶτο. τὰ φορτία ἔδεε περιάγειν ἐν βάρισι περὶ τὸ Δέλτα. οἱ δὲ ἐν Αἰγύπτῳ οἰκέοντες Ἕλληνες εἴκοσι μνέας. “ὦ γύναι. [3] τουτέων μὲν ἐστὶ τοῦτο τὸ τέμενος. Δωριέων δὲ ῾Ρόδος καὶ Κνίδος καὶ Ἁλικαρνησσὸς καὶ Φάσηλις. εἶπε ὁ Ἄμασις πρὸς τὴν Λαδίκην ταύτην καλεομένην. Κυρηναίοισι δὲ Ἄμασις φιλότητά τε καὶ συμμαχίην συνεθήκατο. ἀπομόσαντα δὲ τῇ νηὶ αὐτῇ πλέειν ἐς τὸ Κανωβικόν· ἢ εἰ μή γε οἷά τε εἴη πρὸς ἀνέμους ἀντίους πλέειν. 181. [2] τὸ μέν νυν μέγιστον αὐτῶν τέμενος. ἀποδεικνύναι ἔτεος ἑκάστου τῷ νομάρχῃ πάντα τινὰ Αἰγυπτίων ὅθεν βιοῦται· μὴ δὲ ποιεῦντα ταῦτα μηδὲ ἀποφαίνοντα δικαίην ζόην ἰθύνεσθαι θανάτῳ. καὶ ἄλλο Σάμιοι Ἥρης καὶ Μιλήσιοι Ἀπόλλωνος. Ἱώνων μὲν Χίος καὶ Τέως καὶ Φώκαια καὶ Κλαζομεναί. χρῆν ὀμόσαι μὴ μὲν ἑκόντα ἐλθεῖν. χωρὶς δὲ Αἰγινῆται ἐπὶ ἑωυτῶν ἱδρύσαντο τέμενος Διός. μίσγεσθαι οὐκ οἷός τε ἐγίνετο. φιλέλλην δὲ γενόμενος ὁ Ἄμασις ἄλλα τε ἐς Ἑλλήνων μετεξετέρους ἀπεδέξατο. οἳ δὲ Κριτοβούλου ἀνδρὸς τῶν ἀστῶν δοκίμου. ἦν δὲ τὸ παλαιὸν μούνη Ναύκρατις ἐμπόριον καὶ ἄλλο οὐδὲν Αἰγύπτου· εἰ δέ τις ἐς τῶν τι ἄλλο στομάτων τοῦ Νείλου ἀπίκοιτο. τοὺς Δελφοὺς δὴ ἐπέβαλλε τεταρτημόριον τοῦ μισθώματος παρασχεῖν. ποιεῦντες δὲ τοῦτο οὐκ ἐλάχιστον ἐξ Αἰγύπτου ἠνείκαντο· Ἄμασις μὲν γάρ σφι ἔδωκε χίλια στυπτηρίης τάλαντα. καλεύμενον δὲ Ἑλλήνιον. καὶ δὴ καὶ τοῖσι ἀπικνευμένοισι ἐς Αἴγυπτον ἔδωκε Ναύκρατιν πόλιν ἐνοικῆσαι· τοῖσι δὲ μὴ βουλομένοισι αὐτῶν οἰκέειν. καὶ ὀνομαστότατον ἐὸν καὶ χρησιμώτατον. εὔχεται ἐν τῷ νόῳ . καὶ προστάτας τοῦ ἐμπορίου αὗται αἱ πόλιες εἰσὶ αἱ παρέχουσαι· ὅσαι δὲ ἄλλαι πόλιες μεταποιεῦνται. μέχρι οὗ ἀπίκοιτο ἐς Ναύκρατιν. αὐτοῦ δὲ ναυτιλλομένοισι ἔδωκε χώρους ἐνιδρύσασθαι βωμοὺς καὶ τεμένεα θεοῖσι.ἁπάσας τότε δισμυρίας τὰς οἰκεομένας. αἵδε αἱ πόλιες εἰσὶ αἱ ἱδρυμέναι κοινῇ. [3] ἐπείτε δὲ πολλὸν τοῦτο ἐγίνετο. 180. οὕτω μὲν δὴ Ναύκρατις ἐτετίμητο. [4] ἡ δὲ Λαδίκη. [2] πλανώμενοι δὲ οἱ Δελφοὶ περὶ τὰς πόλις ἐδωτίναζον. [2] νόμον τε Αἰγυπτίοισι τόνδε Ἄμασις ἐστὶ ὁ καταστήσας. ἀμφικτυόνων δὲ μισθωσάντων τὸν ἐν Δελφοῖσι νῦν ἐόντα νηὸν τριηκοσίων ταλάντων ἐξεργάσασθαι (ὁ γὰρ πρότερον ἐὼν αὐτόθι αὐτόματος κατεκάη). Αἰολέων δὲ ἡ Μυτιληναίων μούνη. Σόλων δὲ ὁ Ἀθηναῖος λαβὼν ἐξ Αἰγύπτου τοῦτον τὸν νόμον Ἀθηναίοισι ἔθετο· τῷ ἐκεῖνοι ἐς αἰεὶ χρέωνται ἐόντι ἀμώμῳ νόμῳ. καὶ ἔστι τοι οὐδεμία μηχανὴ μὴ οὐκ ἀπολωλέναι κάκιστα γυναικῶν πασέων”. ἐδικαίωσε δὲ καὶ γῆμαι αὐτόθεν.
[3] Ταῦτα δὴ ἐκλογιζόμενος ἐποίησε τάδε· ἦν Ἀπρίεω τοῦ προτέρου βασιλέος θυγάτηρ κάρτα μεγάλη τε καὶ εὐειδὴς. ὡς ἐπεκράτησε Καμβύσης Αἰγύπτου καὶ ἐπύθετο αὐτῆς ἥτις εἴη. Cambridge 1920) 1. αἳ ἐν τῷ νηῷ τῷ μεγάλῳ ἱδρύατο ἔτι καὶ τὸ μέχρι ἐμεῦ. τοῦτο μὲν ἐς Κυρήνην ἄγαλμα ἐπίχρυσον Ἀθηναίης καὶ εἰκόνας ἑωυτοῦ γραφῇ εἰκασμένην. [2] ἐς μέν νυν Σάμον ἀνέθηκε κατὰ ξεινίην τὴν ἑωυτοῦ τε καὶ Πολυκράτεος τοῦ Αἰάκεος. εἷλε δὲ Κύπρον πρῶτος ἀνθρώπων καὶ κατεστρέψατο ἐς φόρου ἀπαγωγήν. τὸ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦν σόον. ὅτι δὲ τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Λίνδῳ τὸ τῆς Ἀθηναίης λέγεται τὰς Δαναοῦ θυγατέρας ἱδρύσασθαι προσσχούσας. ἄγων καί ἄλλους τῶν ἦρχε καὶ Ἑλλήνων Ἴωνάς τε καὶ Αἰολέας. δι᾽ αἰτίην τοιήνδε· πέμψας Καμβύσης ἐς Αἴγυπτον κήρυκα αἴτεε Ἄμασιν θυγατέρα. ἀνέθηκε δὲ καὶ ἀναθήματα ὁ Ἄμασις ἐς τὴν Ἑλλάδα. ὄπισθε τῶν θυρέων. οὔνομα δέ οἱ ἦν Νίτητις· ταύτην δὴ τὴν παῖδα ὁ Ἄμασις κοσμήσας ἐσθῆτί τε καὶ χρυσῷ ἀποπέμπει ἐς . Ηρόδοτος. ταῦτα μὲν ἀνέθηκε ὁ Ἄμασις. ἐς δὲ Λίνδον ξεινίης μὲν οὐδεμιῆς εἵνεκεν. μούνη τοῦ οἴκου λελειμμένη. [5] ἡ δὲ Λαδίκη ἀπέδωκε τὴν εὐχὴν τῇ θεῷ· ποιησαμένη γὰρ ἄγαλμα ἀπέπεμψε ἐς Κυρήνην. αἴτεε δὲ ἐκ [συμ]βουλῆς ἀνδρὸς Αἰγυπτίου. 182. τοῦτο γάρ οἱ κακοῦ εἶναι μῆχος. Godley. ὅτε ἀπεδίδρησκον τοὺς Αἰγύπτου παῖδας. ὅτε Κῦρος πέμψας παρὰ Ἄμασιν αἴτεε ἰητρὸν ὀφθαλμῶν ὃς εἴη ἄριστος τῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν Ἄμασιν Καμβύσης ὁ Κύρου ἐστρατεύετο. A. ἐμίσγετο. ἀπέπεμψε ἀσινέα ἐς Κυρήνην. ἔξω τετραμμένον τοῦ Κυρηναίων ἄστεος. ἤν οἱ ὑπ᾽ ἐκείνην τὴν νύκτα μιχθῇ ὁ Ἄμασις. καὶ κάρτα μιν ἔστερξε μετὰ τοῦτο. μετὰ δὲ τὴν εὐχὴν αὐτίκα οἱ ἐμίχθη ὁ Ἄμασις. Ιστοριών γ'-θ' (ed.τῇ Ἀφροδίτῃ. Godley. Ὁ δὲ Ἄμασις τῇ δυνάμι τῶν Περσέων ἀχθόμενος καὶ ἀρρωδέων οὐκ εἶχε οὔτε δοῦναι οὔτε ἀρνήσασθαι· εὖ γὰρ ἠπίστατο ὅτι οὐκ ὡς γυναῖκά μιν ἔμελλε Καμβύσης ἕξειν ἀλλ᾽ ὡς παλλακήν. ὃς μεμφόμενος Ἄμασιν ἔπρηξε ταῦτα ὅτι μιν ἐξ ἁπάντων τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἰητρῶν ἀποσπάσας ἀπὸ γυναικός τε καὶ τέκνων ἔκδοτον ἐποίησε ἐς Πέρσας. [2] Ταῦτα δὴ ἐπιμεμφόμενος ὁ Αἰγύπτιος ἐνῆγε τῇ συμβουλῇ κελεύων αἰτέειν τὸν Καμβύσεα Ἄμασιν θυγατέρα. ἄγαλμά οἱ ἀποπέμψειν ἐς Κυρήνην. D. τοῦτο δὲ τῇ ἐν Λίνδῳ Ἀθηναίῃ δύο τε ἀγάλματα λίθινα καὶ θώρηκα λίνεον ἀξιοθέητον. ὁκότε ἔλθοι Ἄμασις πρὸς αὐτήν. ἵνα ἢ δοὺς ἀνιῷτο ἢ μὴ δοὺς Καμβύσῃ ἀπέχθοιτο. A. καὶ τὸ ἐνθεῦτεν ἤδη. ταύτην τὴν Λαδίκην. D. Cambridge 1920) Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν τρίτη ἐπιγραφομένη Θάλεια (ed. τοῦτο δ᾽ ἐς Σάμον τῇ Ἥρῃ εἰκόνας ἑωυτοῦ διφασίας ξυλίνας.
ὧδε παραινέων. Οἷα δὲ ἐόντα αὐτὸν ἐν τοῖσι ἐπικούροισι λόγου οὐ σμικροῦ ἐπιστάμενόν τε τὰ περὶ Αἴγυπτον ἀτρεκέστατα. . Καὶ ταῦτα μὲν ὧδε ἔχει. ἀπὸ δὲ Ἰηνύσου αὖτις Σύρων μέχρι Σερβωνίδος λίμνης. οὔνομα δέ οἱ Φάνης. ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεα. πολλῷ ἐχρᾶτο τῷ ἐπαίνῳ ὑπερθωμάζουσα. Ὁρμημένῳ δὲ στρατεύεσθαι Καμβύσῃ ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ἀπορέοντι τὴν ἔλασιν. 3. ἀνδρὸς Ἀχαιμενίδεω. τὴν δὲ ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἐπίκτητον ἐν τιμῇ τίθεται„. ἐν τῇ δὴ λόγος τὸν Τυφῶ κεκρύφθαι. λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ παῖς “Ὦ βασιλεῦ. ὅκως τὴν ἄνυδρον διεκπερᾷ. Συνήνεικε δὲ καὶ ἄλλο τι τοιόνδε πρῆγμα γενέσθαι ἐς τὴν ἐπιστράτευσιν ταύτην· ἦν τῶν ἐπικούρων [τῶν] Ἀμάσιος ἀνὴρ γένος μὲν Ἁλικαρνησσεύς. ἐπεὰν ἐγὼ γένωμαι ἀνήρ. Τὴν μὲν ἀχθομένην τῇ Νιτήτι εἰπεῖν ταῦτα. πέμψαντα παρὰ τὸν Ἀραβίων βασιλέα δέεσθαι τὴν διέξοδόν οἱ ἀσφαλέα παρασχεῖν. παρ᾽ ἣν δὴ τὸ Κάσιον ὄρος τείνει ἐς θάλασσαν· [3] ἀπὸ δὲ Σερβωνίδος λίμνης. ὡς τῶν Περσίδων γυναικῶν ἐσελθοῦσά τις παρὰ τὰς Κύρου γυναῖκας. ἀπὸ ταύτης τὰ ἐμπόρια τὰ ἐπὶ θαλάσσης μέχρι Ἰηνύσου πόλιος ἐστὶ τοῦ Ἀραβίου. ποιήσασθαι τὴν ἐπ᾽ Αἴγυπτον στρατηίην. ὃς ἐμὲ σοὶ κόσμῳ ἀσκήσας ἀπέπεμψε ὡς ἑωυτοῦ θυγατέρα διδούς. ὃς αἱρέει μιν ἐν Λυκίῃ. τῶν δέ οἱ παίδων τὸν πρεσβύτερον εἰπεῖν Καμβύσεα· [3] “Τοιγάρ τοι ὦ μῆτερ. ἑλὼν δὲ οὐκ ἀνήγαγε ἐς Αἴγυπτον· σοφίῃ γάρ μιν περιῆλθε ὁ Φάνης. αὖτις δὲ ὅτι Κασσανδάνης τῆς Φαρνάσπεω θυγατρὸς ἦν παῖς Καμβύσης. Λέγεται δὲ καὶ ὅδε λόγος. 5. Αἰγύπτου τὰ μὲν ἄνω κάτω θήσω. Σαρδίων οὐ πολλῷ ἐλάσσονος. ἀλλ᾽ οὐκ ἐκ τῆς Αἰγυπτίης. ἄνυδρον ἐστὶ δεινῶς. 4. Τὸ δὴ μεταξὺ Ἰηνύσου πόλιος καὶ Κασίου τε ὄρεος καὶ τῆς Σερβωνίδος λίμνης. Ἀλλὰ παρατρέπουσι τὸν λόγον προσποιεύμενοι τῇ Κύρου οἰκίῃ συγγενέες εἶναι. Ταῦτα εἰπεῖν αὐτὸν ἔτεα ὡς δέκα κου γεγονότα. Λέγοντες δὲ ταῦτα οὐκ ὀρθῶς λέγουσι. [4] μετὰ δὲ χρόνον ὥς μιν ἠσπάζετο πατρόθεν ὀνομάζων. διαβεβλημένος ὑπὸ Ἀμάσιος οὐ μανθάνεις. φάμενοί μιν ἐκ ταύτης δὴ τῆς Ἀπρίεω θυγατρὸς γενέσθαι· Κῦρον γὰρ εἶναι τὸν πέμψαντα παρὰ Ἄμασιν ἐπὶ τὴν θυγατέρα. τὰ Περσέων νόμιμα ἐπιστέαται καὶ Αἰγύπτιοι) ὅτι πρῶτα μὲν νόθον οὔ σφι νόμος ἐστὶ βασιλεῦσαι γνησίου παρεόντος. Μούνῃ δὲ ταύτῃ εἰσὶ φανεραὶ ἐσβολαὶ ἐς Αἴγυπτον. ἀπὸ ταύτης ἤδη Αἴγυπτος. καὶ τὰς γυναῖκας ἐν θώματι γενέσθαι· τὸν δὲ διαμνημονεύοντα οὕτω δή. μεταδιώκει ὁ Ἄμασις σπουδὴν ποιεύμενος ἑλεῖν. βουλόμενος Καμβύσῃ ἐλθεῖν ἐς λόγους. [2] Οὐ μὲν οὐδὲ λέληθε αὐτούς (εἰ γὰρ τινὲς καὶ ἄλλοι. τὸν ἐκεῖνος ἐόντα ἑωυτοῦ δεσπότεν μετ᾽ Αἰγυπτίων ἐπαναστὰς ἐφόνευσε„. [5] Τοῦτο δὴ τὸ ἔπος καὶ αὕτη ἡ αἰτίη ἐγγενομένη ἤγαγε Καμβύσεα τὸν Κύρου μεγάλως θυμωθέντα ἐπ᾽ Αἴγυπτον. μεταδιώκει δὲ τῶν εὐνούχων τὸν πιστότατον ἀποστείλας τριήρεϊ κατ᾽ αὐτόν. ἐὸν τοῦτο οὐκ ὀλίγον χωρίον ἀλλὰ ὅσον τε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁδόν. [3] Καταμεθύσας γὰρ τοὺς φυλάκους ἀπαλλάσσετο ἐς Πέρσας. ἀπὸ γὰρ Φοινίκης μέχρι οὔρων τῶν Καδύτιος πόλιος [ἥ] ἐστὶ Σύρων τῶν Παλαιστίνων καλεομένων· [2] ἀπὸ δὲ Καδύτιος ἐούσης πόλιος. 2. ὡς εἶδε τῇ Κασσανδάνῃ παρεστεῶτα τέκνα εὐειδέα τε καὶ μεγάλα. ἐπείτε ἀνδρώθη καὶ ἔσχε τὴν βασιληίην. ἐοῦσαν τῇ ἀληθείῃ Ἀπρίεω. ἐξηγέεται δὲ καὶ τὴν ἔλασιν. ἡ δὲ Κασσανδάνη ἐοῦσα τοῦ Κύρου γυνὴ εἶπε τάδε· [2] “Τοιῶνδε μέντοι ἐμὲ παίδων μητέρα ἐοῦσαν Κῦρος ἐν ἀτιμίῃ ἔχει. ἐμοὶ μὲν οὐ πιθανός.Πέρσας ὡς ἑωυτοῦ θυγατέρα. καὶ γνώμην ἱκανὸς καὶ τὰ πολεμικὰ ἄλκιμος. τὰ δὲ κάτω ἄνω„. ὡς ἐμοὶ δοκέει. [2] Οὗτος ὁ Φάνης μεμφόμενός κού τι Ἀμάσι ἐκδιδρήσκει πλοίῳ ἐξ Αἰγύπτου. Αἰγύπτιοι δὲ οἰκηιοῦνται Καμβύσεα. Οὕτω μέν νυν λέγουσι Πέρσαι. ἐπελθὼν φράζει μὲν καὶ τὰ ἄλλα τὰ Ἀμάσιος πρήγματα.
τοῦτο δὲ ποιήσας ἤλασε ἐς τὴν ἄνυδρον καὶ ὑπέμενε ἐνθαῦτα τὸν Καμβύσεω στρατόν. [2] Κοῦ δῆτα. τὰς αὐτὸς οἰκοδομήσατο. Σέβονται δὲ Ἀράβιοι πίστις ἀνθρώπων ὅμοια τοῖσι μάλιστα. ὕδατος ἐπέσαξε ἐπὶ τὰς ζωὰς τῶν καμήλων πάσας. τὴν δὲ Οὐρανίην Ἀλιλάτ. ὁ τὰς πίστις ποιησάμενος τοῖσι φίλοισι παρεγγυᾷ τὸν ξεῖνον ἢ καὶ τὸν ἀστόν. ἵνα δεκόμεναι τὸ ὕδωρ σώζωσι [4] (ὁδὸς δ᾽ ἐστὶ δυώδεκα ἡμερέων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ ἐς ταύτην τὴν ἄνυδρον). Ποταμός ἐστι μέγας ἐν τῇ Ἀραβίῃ τῷ οὔνομα Κόρυς. Τὸ δὲ ὀλίγοι τῶν ἐς Αἴγυπτον ναυτιλλομένων ἐννενώκασι. τοὺς δὲ ἐκ Μέμφιος ἐς ταῦτα δὴ τὰ ἄνυδρα τῆς Συρίης κομίζειν πλήσαντας ὕδατος. εἴποι τις ἄν. λίθῳ ὀξέι τὸ ἔσω τῶν χειρῶν παρὰ τοὺς δακτύλους τοὺς μεγάλους ἐπιτάμνει τῶν ποιευμένων τὰς πίστις. ταῦτα ἀναισιμοῦται. [2] Ἐπιτελέσαντος δὲ τούτου ταῦτα. καὶ ἔπειτα λαβὼν ἐκ τοῦ ἱματίου ἑκατέρου κροκύδα ἀλείφει τῷ αἵματι ἐν μέσῳ κειμένους λίθους ἑπτά· τοῦτο δὲ ποιέων ἐπικαλέει τε τὸν Διόνυσον καὶ τὴν Οὐρανίην. ὑποξυρῶντες τοὺς κροτάφους. κατὰ δὴ τὰ εἰρημένα σάξαντες ὕδατι. Οὕτω ὁ ἐπιφοιτέων κέραμος καὶ ἐξαιρεόμενος ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ τὸν παλαιὸν κομίζεται ἐς Συρίην. ῥηθῆναι. ἐπείτε τάχιστα παρέλαβον Αἴγυπτον. ἐπεί γε δὴ λέγεται. καὶ ἓν κεράμιον οἰνηρὸν ἀριθμῷ κεινὸν οὐκ ἔστι ὡς λόγῳ εἰπεῖν ἰδέσθαι. Ἐπεὶ ὦν τὴν πίστιν τοῖσι ἀγγέλοισι τοῖσι παρὰ Καμβύσεω ἀπιγμένοισι ἐποιήσατο ὁ Ἀράβιος. Ποιεῦνται δὲ αὐτὰς τρόπῳ τοιῷδε· τῶν βουλομένων τὰ πιστὰ ποιέεσθαι ἄλλος ἀνήρ. [3] Ἐπὶ Ψαμμηνίτου δὲ τοῦ Ἀμάσιος βασιλεύοντος Αἰγύπτου φάσμα Αἰγυπτίοισι μέγιστον δὴ ἐγένετο· Ὕσθησαν γὰρ Θῆβαι αἱ Αἰγύπτιαι. [2] Ἄμασιν γὰρ οὐ κατέλαβε ζῶντα Καμβύσης ἐλάσας ἐπ᾽ Αἴγυπτον. ἄγειν δέ μιν δι᾽ ὀχετῶν [τριῶν] ἐς τριξὰ χωρία. 7. [2] Οὗτος μὲν ὁ πιθανώτερος τῶν λόγων εἴρηται. ἀλλὰ βασιλεύσας ὁ Ἄμασις τέσσερα καὶ τεσσεράκοντα ἔτεα ἀπέθανε. ῥαψάμενον [τῶν] ὠμοβοέων καὶ [τῶν] ἄλλων δερμάτων ὀχετὸν μήκεϊ ἐξικνεύμενον ἐς τὴν ἄνυδρον. ἐν τοῖσι οὐδέν οἱ μέγα ἀνάρσιον πρῆγμα συνηνείχθη. Ὀνομάζουσι δὲ τὸν μὲν Διόνυσον Ὀροτάλτ. [3] Διόνυσον δὲ θεῶν μοῦνον καὶ τὴν Οὐρανίην ἡγέονται εἶναι. . τοῦτο ἔρχομαι φράσων. Ἀποθανὼν δὲ καὶ ταριχευθεὶς ἐτάφη ἐν τῇσι ταφῇσι [τῇσι] ἐν τῷ ἱρῷ. Οὐ γὰρ δὴ ὕεται τὰ ἄνω τῆς Αἰγύπτου τὸ παράπαν· ἀλλὰ καὶ τότε ὕσθησαν αἱ Θῆβαι ψακάδι. 10. ἐμηχανᾶτο τοιάδε· ἀσκοὺς καμήλων πλήσας. Ἐν δὲ τῷ Πηλουσίῳ καλεομένῳ στόματι τοῦ Νείλου ἐστρατοπεδεύετο Ψαμμήνιτος ὁ Ἀμάσιος παῖς ὑπομένων Καμβύσεα. καὶ τῶν τριχῶν τὴν κουρὴν κείρεσθαι φασὶ κατά περ αὐτὸν τὸν Διόνυσον κεκάρθαι· κείρονται δὲ περιτρόχαλα. ἐκδιδοῖ δὲ οὗτος ἐς τὴν Ἐρυθρὴν καλεομένην θάλασσαν· [3] Ἀπὸ τούτου δὴ ὦν τοῦ ποταμοῦ λέγεται τὸν βασιλέα τῶν Ἀραβίων. Οὕτω μέν νυν Πέρσαι εἰσὶ οἱ τὴν ἐσβολὴν ταύτην παρασκευάσαντες ἐς Αἴγυπτον. δεῖ δὲ καὶ τὸν ἧσσον πιθανόν. 8. 9.6. Δεῖ τὸν μὲν δήμαρχον ἕκαστον ἐκ τῆς ἑωυτοῦ πόλιος συλλέξαντα πάντα τὸν κέραμον ἄγειν ἐς Μέμφιν. Ἐς Αἴγυπτον ἐκ τῆς Ἑλλάδος πάσης καὶ πρὸς ἐκ Φοινίκης κέραμος ἐσάγεται πλήρης οἴνου δὶς τοῦ ἔτεος ἑκάστου. πίστις δούς τε καὶ δεξάμενος παρ᾽ αὐτοῦ. [2] Τότε δὲ οὐκ ἐόντος κω ὕδατος ἑτοίμου. Ἐγὼ καὶ τοῦτο φράσω. ἀμφοτέρων αὐτῶν ἐν μέσῳ ἑστεώς. ὡς λέγουσι αὐτοὶ Θηβαῖοι. ἀνύδρῳ μεγάλας δεξαμενὰς ὀρύξασθαι. Καμβύσης πυθόμενος τοῦ Ἁλικαρνησσέος ξείνου. ἀγαγεῖν διὰ δὴ τούτων τὸ ὕδωρ. πέμψας παρὰ τὸν Ἀράβιον ἀγγέλους καὶ δεηθεὶς τῆς ἀσφαλείης ἔτυχε. ἐν δὲ τῇ. ἢν πρὸς ἀστὸν ποιέηται· οἱ δὲ φίλοι καὶ αὐτοὶ τὰς πίστις δικαιεῦσι σέβεσθαι. οὔτε πρότερον οὐδαμὰ ὑσθεῖσαι οὔτε ὕστερον τὸ μέχρι ἐμεῦ.
[3] Τὠυτὸ δὲ τοῦτο καὶ τοῦ μὴ φαλακροῦσθαι αἴτιόν ἐστιν· Αἰγυπτίων γὰρ ἄν τις ἐλαχίστους ἴδοιτο φαλακροὺς πάντων ἀνθρώπων. 14. μηχανῶνται πρῆγμα ἐς αὐτὸν τοιόνδε· [2] ἦσαν τῷ Φάνῃ παῖδες ἐν Αἰγύπτῳ καταλελειμμένοι. καὶ ἐμέ γ᾽ εὐπετέως ἔπειθον. [4] Τούτοισι μὲν δὴ τοῦτο ἐστὶ αἴτιον ἰσχυρὰς φορέειν τὰς κεφαλάς. Οἱ δὲ Πέρσαι ἐπείτε διεξελάσαντες τὴν ἄνυδρον ἵζοντο πέλας τῶν Αἰγυπτίων ὡς συμβαλέοντες. ὅτι Αἰγύπτιοι μὲν αὐτίκα ἀπὸ παιδίων ἀρξάμενοι ξυρῶνται τὰς κεφαλὰς καὶ πρὸς τὸν ἥλιον παχύνεται τὸ ὀστέον. δείσαντες ὁμοίως καὶ οἱ Λίβυες. οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ἀντεβόων τε καὶ ἀντέκλαιον ὁρῶντες τὰ τέκνα κεκακωμένα. συνέπεμπε δὲ καὶ ἄλλας παρθένους ἀπολέξας ἀνδρῶν τῶν πρώτων. κατίσας ἐς τὸ προάστειον ἐπὶ λύμῃ τὸν βασιλέα τῶν Αἰγυπτίων Ψαμμήνιτον. ἐνθαῦτα οἱ ἐπίκουροι οἱ τοῦ Αἰγυπτίου. ἐς ὁμολογίην προκαλεόμενος Αἰγυπτίους. [4] Καμβύσης δὲ τὰ μὲν παρὰ Λιβύων ἐλθόντα δῶρα φιλοφρόνως ἐδέξατο· τὰ δὲ παρὰ Κυρηναίων ἀπικόμενα μεμφθείς. αἱ μὲν τῶν Περσέων κεφαλαί εἰσι ἀσθενέες οὕτω ὥστε. διατετρανέεις. ὁμοίως ἐσταλμένας τῇ τοῦ βασιλέος. Ἡμέρῃ δὲ δεκάτῃ ἀπ᾽ ἧς παρέλαβε τὸ τεῖχος τὸ ἐν Μέμφι Καμβύσης. Μάχης δὲ γενομένης καρτερῆς καὶ πεσόντων [ἐξ] ἀμφοτέρων [τῶν στρατοπέδων] πλήθεϊ πολλῶν ἐτράποντο οἱ Αἰγύπτιοι. 13. αἱ δὲ τῶν Αἰγυπτίων οὕτω δή τι ἰσχυραί. [ἕτερα] τοιαῦτα ἐποίησαν. Κατειληθέντων δὲ ἐς Μέμφιν. εἰ θέλεις ψήφῳ μούνῃ βαλεῖν. μετὰ δὲ ἀγινέοντες κατὰ ἕνα ἕκαστον τῶν παίδων ἔσφαζον ἐς τὸν κρητῆρα. 12. ὁ δὲ Ψαμμήνιτος προϊδὼν καὶ μαθὼν ἔκυψε ἐς τὴν γῆν. ὡς ἐμοὶ δοκέει. μόγις ἂν λίθῳ παίσας διαρρήξειας. Θῶμα δὲ μέγα εἶδον πυθόμενος παρὰ τῶν ἐπιχωρίων· τῶν γὰρ ὀστέων περικεχυμένων χωρὶς ἑκατέρων τῶν ἐν τῇ μάχῃ ταύτῃ πεσόντων (χωρὶς μὲν γὰρ τῶν Περσέων ἔκειτο τὰ ὀστέα. ἔφευγον οὐδενὶ κόσμῳ. Οἱ δὲ Αἰγύπτιοι ἐκ τῆς μάχης ὡς ἐτράποντο. βασιλεύσαντα μῆνας ἕξ. μεμφόμενοι τῷ Φάνῃ ὅτι στρατὸν ἤγαγε ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἀλλόθροον. [4] Παρελθουσέων δὲ τῶν ὑδροφόρων. ἐμπιόντες δὲ τοῦ αἵματος πάντες οἱ ἐπίκουροι οὕτω δὴ συνέβαλον. αἴτιον τόδε· σκιητροφέουσι ἐξ ἀρχῆς πίλους τιάρας φορέοντες. οἱ δὲ προσεχέες Λίβυες δείσαντες τὰ περὶ τὴν Αἴγυπτον γεγονότα παρέδοσαν σφέας αὐτοὺς ἀμαχητὶ καὶ φόρον τε ἐτάξαντο καὶ δῶρα ἔπεμπον. τούς τε αὐχένας κάλῳ δεδεμένους καὶ τὰ στόματα . ἐόντες ἄνδρες Ἕλληνές τε καὶ Κᾶρες. τοὺς ἀγαγόντες ἐς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐς ὄψιν τοῦ πατρὸς κρητῆρα ἐν μέσῳ ἔστησαν ἀμφοτέρων τῶν στρατοπέδων. ὡς ἐχωρίσθη κατ᾽ ἀρχάς. ἔπεμπε ἀνὰ ποταμὸν Καμβύσης νέα Μυτιληναίην κήρυκα ἄγουσαν ἄνδρα Πέρσην. τοῖσι δὲ Πέρσῃσι ὅτι ἀσθενέας φορέουσι τὰς κεφαλὰς. [2] Αἴτιον δὲ τούτου τόδε ἔλεγον. [3] Διὰ πάντων δὲ διεξελθόντες τῶν παίδων οἶνόν τε καὶ ὕδωρ ἐσεφόρεον ἐς αὐτόν. δεύτερά οἱ τὸν παῖδα ἔπεμπε μετ᾽ ἄλλων Αἰγυπτίων δισχιλίων τὴν αὐτὴν ἡλικίην ἐχόντων. ὅτι ἦν ὀλίγα· (ἔπεμψαν γὰρ δὴ πεντακοσίας μνέας ἀργυρίου οἱ Κυρηναῖοι)· ταύτας δρασσόμενος αὐτοχειρίῃ διέσπειρε τῇ στρατιῇ. [3] Ὡς δὲ βοῇ τε καὶ κλαυθμῷ παρήισαν αἱ παρθένοι παρὰ τοὺς πατέρας. ἑτέρωθι δὲ τῶν Αἰγυπτίων). [2] Οἱ δὲ ἐπείτε τὴν νέα εἶδον ἐσελθοῦσαν ἐς τὴν Μέμφιν.11. ἐκχυθέντες ἁλέες ἐκ τοῦ τείχεος τήν τε νέα διέφθειραν καὶ τοὺς ἄνδρας κρεουργηδὸν διασπάσαντες ἐφόρεον ἐς τὸ τεῖχος. Ὣς δὲ Κυρηναῖοι καὶ Βαρκαῖοι. τοῦτον κατίσας σὺν ἄλλοισι Αἰγυπτίοισι διεπειρᾶτο αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ποιέων τοιάδε· [2] στείλας αὐτοῦ τὴν θυγατέρα ἐσθῆτι δουληίῃ ἐξέπεμπε ἐπ᾽ ὕδωρ ἔχουσαν ὑδρήιον. [3] Καὶ Αἰγύπτιοι μὲν μετὰ τοῦτο πολιορκεύμενοι χρόνῳ παρέστησαν. Ταῦτα μέν νυν τοιαῦτα [ἐόντα εἶδον]. Εἶδον δὲ καὶ ἄλλα ὅμοια τούτοισι ἐν Παπρήμι τῶν ἅμα Ἀχαιμένεϊ τῷ Δαρείου διαφθαρέντων ὑπὸ Ἰνάρω τοῦ Λίβυος.
[11] ὡς [δὲ] λέγεται ὑπ᾽ Αἰγυπτίων. τὸ δὲ τοῦ ἑταίρου πένθος ἄξιον ἦν δακρύων. Καὶ ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ὑπὸ τούτου εὖ δοκέειν σφι εἰρῆσθαι. θεῷ οὐ δίκαιον εἶναι λέγοντες νέμειν νεκρὸν ἀνθρώπου· Αἰγυπτίοισι δὲ νενόμισται πῦρ θηρίον εἶναι ἔμψυχον. Ταῦτα γὰρ ἐδίκασαν οἱ βασιλήιοι δικασταί. ὃς ἐκ πολλῶν τε καὶ εὐδαιμόνων ἐκπεσὼν ἐς πτωχηίην ἀπῖκται ἐπὶ γήραος οὐδῷ„. [4] οὔκων θηρίοισι νόμος οὐδαμῶς σφι ἐστὶ τὸν νέκυν διδόναι. ἐντελλόμενος οὐκ ὅσια· Πέρσαι γὰρ θεὸν νομίζουσι εἶναι πῦρ. [2] ἐπείτε δὲ καὶ ταῦτα ἔκαμον ποιεῦντες (ὁ γὰρ δὴ νεκρὸς ἅτε τεταριχευμένος ἀντεῖχέ τε καὶ οὐδὲν διεχέετο). [9] “Δεσπότης σε Καμβύσης. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. ἀνακλαύσας μέγα καὶ καλέσας ὀνομαστὶ τὸν ἑταῖρον ἐπλήξατο τὴν κεφαλήν. Οὕτω δὴ οὗτος ἐτελεύτησε. πάντα δὲ αὐτὸ κατεσθίειν τά περ ἂν λάβῃ. Ὃ μὲν δὴ ταῦτα ἐπειρώτα. τὰ μὲν οἰκήια ἦν μέζω κακὰ ἢ ὥστε ἀνακλαίειν. [7] Παρελθόντων δὲ καὶ τούτων. ἐν δὲ καὶ τῷ τε Ἰνάρω παιδὶ Θαννύρᾳ. εἰ καὶ σφέων ἀποστέωσι. 16. ὃς ἀπέλαβε τήν οἱ ὁ πατὴρ εἶχε ἀρχήν. [10] “Ὦ παῖ Κύρου. οἳ τὸ ποιεύμενον πᾶν ἐξ ἐκείνου ἐπ᾽ ἑκάστῃ ἐξόδῳ Καμβύσῃ ἐσήμαινον. εἰρωτᾷ δι᾽ ὅ τι δὴ τὴν μὲν θυγατέρα ὁρέων κεκακωμένην καὶ τὸν παῖδα ἐπὶ θάνατον στείχοντα οὔτε ἀνέβωσας οὔτε ἀπέκλαυσας. πλησθὲν δὲ αὐτὸ τῆς βορῆς συναποθνήσκειν τῷ κατεσθιομένῳ. αὐτὸν δὲ Ψαμμήνιτον ἀναστήσαντες ἦγον παρὰ Καμβύσεα· [2] ἔνθα τοῦ λοιποῦ διαιτᾶτο ἔχων οὐδὲν βίαιον. Τὸν μὲν δὴ παῖδα εὗρον αὐτοῦ οἱ μετιόντες οὐκέτι περιεόντα ἀλλὰ πρῶτον κατακοπέντα. συνήνεικε ὥστε τῶν συμποτέων οἱ ἄνδρα ἀπηλικέστερον. [3] τὸ ὦν κατακαίειν γε τοὺς νεκροὺς οὐδαμῶς ἐν νόμῳ οὐδετέροισι ἐστί. δακρύειν μὲν Κροῖσον (ἐτετεύχεε γὰρ καὶ οὗτος ἐπισπόμενος Καμβύσῃ ἐπ᾽ Αἴγυπτους). 15. ἐκπεπτωκότα ἐκ τῶν ἐόντων ἔχοντά τε οὐδὲν εἰ μὴ ὅσα πτωχὸς καὶ προσαιτέοντα τὴν στρατιήν. παριέναι Ψαμμήνιτόν τε τὸν Ἀμάσιος καὶ τοὺς ἐν τῷ προαστείῳ κατημένους Αἰγυπτίων. Καμβύσης δὲ ἐκ Μέμφιος ἀπίκετο ἐς Σάιν πόλιν. [3] Πολλοῖσι μέν νυν καὶ ἄλλοισι ἐστὶ σταθμώσασθαι ὅτι τοῦτο οὕτω νενομίκασι ποιέειν. τὠυτὸ ἐποίησε τὸ καὶ ἐπὶ τῇ θυγατρί. καὶ τῷ Ἀμυρταίου Παυσίρι· καὶ γὰρ οὗτος ἀπέλαβε τὴν τοῦ πατρὸς ἀρχήν. Θωμάσας δὲ ὁ Καμβύσης τὰ ποιεύμενα. καὶ αὐτίκα κελεύειν τόν τέ οἱ παῖδα ἐκ τῶν ἀπολλυμένων σώζειν καὶ αὐτὸν ἐκ τοῦ προαστείου ἀναστήσαντας ἄγειν παρ᾽ ἑωυτόν. βουλόμενος ποιῆσαι τὰ δὴ καὶ ἐποίησε. ὅμως τοῖσί γε παισὶ αὐτῶν ἀποδιδοῦσι τὴν ἀρχήν. ὡς ἄλλων πυνθάνεται. ἐπείτε γὰρ ἐσῆλθε ἐς τὰ τοῦ Ἀμάσιος οἰκία. ὑπὲρ ἀνδρὸς ἑκάστου δέκα Αἰγυπτίων τῶν πρώτων ἀνταπόλλυσθαι. ἐκέλευσέ μιν ὁ Καμβύσης κατακαῦσαι. τὸν δὲ πτωχὸν οὐδὲν σοὶ προσήκοντα. [8] Ἦσαν δ᾽ ἄρα αὐτοῦ φύλακοι. ἐτίμησας„. δακρύειν δὲ Περσέων τοὺς παρεόντας· αὐτῷ τε Καμβύσῃ ἐσελθεῖν οἶκτον τινά. Εἰ δὲ καὶ ἠπιστήθη μὴ πολυπρηγμονέειν. ἐπεὶ τιμᾶν ἐώθασι Πέρσαι τῶν βασιλέων τοὺς παῖδας· τῶν. τῶν ἄλλων Αἰγυπτίων τῶν περικατημένων αὐτὸν κλαιόντων καὶ δεινὰ ποιεύντων. αὐτίκα ἐκέλευε ἐκ τῆς ταφῆς τὸν Ἀμάσιος νέκυν ἐκφέρειν ἔξω· ὡς δὲ ταῦτα ἐπιτελέα ἐγένετο. Ψαμμήνιτε. ἀπέλαβε ἂν Αἴγυπτον ὥστε ἐπιτροπεύειν αὐτῆς. Ὁ δὲ Ψαμμήνιτος ὡς εἶδε. αἷμα ταύρου πιὼν ἀπέθανε παραχρῆμα. καὶ διὰ ταῦτα . [6] Ὁ δὲ ἰδὼν παρεξιόντας καὶ μαθὼν τὸν παῖδα ἡγεόμενον ἐπὶ θάνατον. Καίτοι Ἰνάρω γε καὶ Ἀμυρταίου οὐδαμοί κω Πέρσας κακὰ πλέω ἐργάσαντο.ἐγκεχαλινωμένους· [5] ἤγοντο δὲ ποινὴν τίσοντες Μυτιληναίων τοῖσι ἐν Μέμφι ἀπολομένοισι σὺν τῇ νηί. πέμψας ἄγγελον εἰρώτα αὐτὸν λέγων τάδε. [4] Νῦν δὲ μηχανώμενος κακὰ ὁ Ψαμμήνιτος ἔλαβε τὸν μισθόν· ἀπιστὰς γὰρ Αἰγυπτίους ἥλω· ἐπείτε δὲ ἐπάιστος ἐγένετο ὑπὸ Καμβύσεω. μαστιγοῦν ἐκέλευε καὶ τὰς τρίχας ἀποτίλλειν καὶ κεντοῦν τε καὶ τἆλλα πάντα λυμαίνεσθαι. Πέρσῃσι μὲν δι᾽ ὅ περ εἴρηται.
οἱ δὲ Αἰθίοπες οὗτοι. οὔτε ὑμεῖς λέγετε ἀληθέα (ἥκετε γὰρ κατόπται τῆς ἐμῆς ἀρχῆς). 21.ταριχεύουσι. δῶρα δὲ τῷ λόγῳ φέροντας τῷ βασιλέι αὐτῶν. [7] αἱ μέν νυν ἐκ τοῦ Ἀμάσιος ἐντολαὶ αὗται αἱ ἐς τὴν ταφήν τε καὶ τὸν ἄνθρωπον ἔχουσαι οὔ μοι δοκέουσι ἀρχὴν γενέσθαι. καὶ δῶρα ταῦτά τοι διδοῖ τοῖσι καὶ αὐτὸς μάλιστα ἥδεται χρεώμενος„. [2] νόμοισι δὲ καὶ ἄλλοισι χρᾶσθαι αὐτοὺς κεχωρισμένοισι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ δὴ καὶ κατὰ τὴν βασιληίην τοιῷδε· τὸν ἂν τῶν ἀστῶν κρίνωσι μέγιστόν τε εἶναι καὶ κατὰ τὸ μέγαθος ἔχειν τὴν ἰσχύν. καὶ πρὸς ταύτῃ τὰ ἄλλα κατοψομένους. τὰς δὲ ἡμέρας δαίνυσθαι προσιόντα τὸν βουλόμενον. [2] ἐν ᾧ δὲ τούτους μετήισαν. Καμβύσῃ δὲ ὡς ἔδοξε πέμπειν τοὺς κατασκόπους. φάναι δὲ τοὺς ἐπιχωρίους ταῦτα τὴν γῆν αὐτὴν ἀναδιδόναι ἑκάστοτε. δόντες δὲ καὶ Κύπριοι σφέας αὐτοὺς Πέρσῃσι ἐστρατεύοντο ἐπ᾽ Αἴγυπτον. οὐκ Ἄμασις ἦν ὁ ταῦτα παθών. 20. “οὔτε ὁ Περσέων βασιλεὺς δῶρα ὑμέας ἔπεμψε φέροντας προτιμῶν πολλοῦ ἐμοὶ ξεῖνος γενέσθαι. ἐπὶ δὲ Ἀμμωνίους τοῦ πεζοῦ ἀποκρίναντα. οἰκημένους δὲ Λιβύης ἐπὶ τῇ νοτίῃ θαλάσσῃ· [2] βουλευομένῳ δέ οἱ ἔδοξε ἐπὶ μὲν Καρχηδονίους τὸν ναυτικὸν στρατὸν ἀποστέλλειν. [3] Καρχηδόνιοι μέν νυν οὕτω δουλοσύνην διέφυγον πρὸς Περσέων· Καμβύσης γὰρ βίην οὐκ ἐδικαίου προσφέρειν Φοίνιξι. ἀλλὰ ἄλλος τις τῶν Αἰγυπτίων ἔχων τὴν αὐτὴν ἡλικίην Ἀμάσι. Ἐς τούτους δὴ ὦν τοὺς ἄνδρας ὡς ἀπίκοντο οἱ Ἰχθυοφάγοι. ὀψομένους τε τὴν ἐν τούτοισι τοῖσι Αἰθίοψι λεγομένην εἶναι ἡλίου τράπεζαν εἰ ἔστι ἀληθέως. ἔπεμπε αὐτοὺς ἐς τοὺς Αἰθίοπας ἐντειλάμενος τὰ λέγειν χρῆν καὶ δῶρα φέροντας πορφύρεόν τε εἷμα καὶ χρύσεον στρεπτὸν περιαυχένιον καὶ ψέλια καὶ μύρου ἀλάβαστρον καὶ φοινικηίου οἴνου κάδον. Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Καμβύσης ἐβουλεύσατο τριφασίας στρατηίας. ἡμέας τε ἀπέπεμψε ἐς λόγους τοι ἐλθεῖν κελεύων. διδόντες τὰ δῶρα τῷ. λέγονται εἶναι μέγιστοι καὶ κάλλιστοι ἀνθρώπων πάντων. ἄλλως δ᾽ αὐτὰ Αἰγύπτιοι σεμνοῦν. λέγει πρὸς αὐτοὺς τοιάδε. [5] ὡς μέντοι. Φοίνικες δὲ οὐκ ἔφασαν ποιήσειν ταῦτα· ὁρκίοισι γὰρ μεγάλοισι ἐνδεδέσθαι. Ἡ μὲν δὴ τράπεζα τοῦ ἡλίου καλεομένη λέγεται εἶναι τοιήδε. 18. εἰ γὰρ ἦν δίκαιος. ἐν τούτῳ ἐκέλευε ἐπὶ τὴν Καρχηδόνα πλέειν τὸν ναυτικὸν στρατόν. [2] ὁ δὲ Αἰθίοψ μαθὼν ὅτι κατόπται ἥκοιεν. ὅτι σφέας τε αὐτοὺς ἐδεδώκεσαν Πέρσῃσι καὶ πᾶς ἐκ Φοινίκων ἤρτητο ὁ ναυτικὸς στρατός. Ἐπείτε δὲ τῷ Καμβύσῃ ἐκ τῆς Ἐλεφαντίνης ἀπίκοντο οἱ Ἰχθυοφάγοι. ἐς τοὺς ἀπέπεμπε ὁ Καμβύσης. οὕτω δὴ ἀκεόμενος τὰ ἐπιφερόμενα τὸν μὲν ἄνθρωπον τοῦτον τὸν μαστιγωθέντα ἀποθανόντα ἔθαψε ἐπὶ τῇσι θύρῃσι ἐντὸς τῆς ἑωυτοῦ θήκης. Φοινίκων δὲ οὐ βουλομένων οἱ λοιποὶ οὐκ ἀξιόμαχοι ἐγίνοντο. οὕτω οὐδετέροισι νομιζόμενα ἐνετέλλετο ποιέειν ὁ Καμβύσης. [6] λέγουσι γὰρ ὡς πυθόμενος ἐκ μαντηίου ὁ Ἄμασις τὰ περὶ ἑωυτὸν ἀποθανόντα μέλλοντα γίνεσθαι. λειμὼν ἐστὶ ἐν τῷ προαστείῳ ἐπίπλεος κρεῶν ἑφθῶν πάντων τῶν τετραπόδων. 19. ἑωυτὸν δὲ ἐνετείλατο τῷ παιδὶ ἐν μυχῷ τῆς θήκης ὡς μάλιστα θεῖναι. ἐπί τε Καρχηδονίους καὶ ἐπὶ Ἀμμωνίους καὶ ἐπὶ τοὺς μακροβίους Αἰθίοπας. καὶ οὐκ ἂν ποιέειν ὅσια ἐπὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἑωυτῶν στρατευόμενοι. τοῦτον ἀξιοῦσι βασιλεύειν. Αἰγύπτιοι λέγουσι. Ἡ δὲ τράπεζα τοῦ ἡλίου τοιήδε τις λέγεται εἶναι. ἐς τὸν τὰς μὲν νύκτας ἐπιτηδεύοντας τιθέναι τὰ κρέα τοὺς ἐν τέλεϊ ἑκάστοτε ἐόντας τῶν ἀστῶν. βουλόμενος φίλος καὶ ξεῖνός τοι γενέσθαι. ἐπὶ δὲ τοὺς Αἰθίοπας κατόπτας πρῶτον. τῷ λυμαινόμενοι Πέρσαι ἐδόκεον Ἀμάσι λυμαίνεσθαι. . αὐτίκα μετεπέμπετο ἐξ Ἐλεφαντίνης πόλιος τῶν Ἰχθυοφάγων ἀνδρῶν τοὺς ἐπισταμένους τὴν Αἰθιοπίδα γλῶσσαν. οὔτ᾽ ἂν ἐπεθύμησε χώρης ἄλλης ἢ τῆς ἑωυτοῦ. οὔτε ἐκεῖνος ἀνήρ δίκαιος. βασιλέι αὐτῶν ἔλεγον τάδε. ἵνα μὴ κείμενος ὑπὸ εὐλέων καταβρωθῇ. 17. “βασιλεὺς ὁ Περσέων Καμβύσης.
ἔστι δὲ ἐν τούτοισι τοῖσι Αἰθίοψι πάντων ὁ χαλκὸς σπανιώτατον καὶ τιμιώτατον. [3] ἐν μέσῃ δὲ τῇ στήλῃ ἐνεὼν διαφαίνεται ὁ νέκυς. μακρόβιοι. ἐθεήσαντο καὶ τὴν τοῦ ἡλίου λεγομένην τράπεζαν. [4] ἀπὸ τῆς κρήνης δὲ ἀπαλλασσομένων. πάντων ἀπαρχόμενοι καὶ θυσίας οἱ προσάγοντες· μετὰ δὲ ταῦτα ἐκκομίσαντες ἱστᾶσι περὶ τὴν πόλιν. σίτησιν δὲ εἶναι κρέα τε ἑφθὰ καὶ πόμα γάλα. [2] θῶμα δὲ ποιευμένων τῶν κατασκόπων περὶ τῶν ἐτέων. εἴτε δὴ κατά περ Αἰγύπτιοι εἴτε ἄλλως κως. Ἀντειρομένων δὲ τὸν βασιλέα τῶν Ἰχθυοφάγων τῆς ζόης καὶ διαίτης πέρι. ὑπερησθεὶς τῷ πόματι ἐπείρετο ὅ τι τε σιτέεται ὁ βασιλεὺς καὶ χρόνον ὁκόσον μακρότατον ἀνὴρ Πέρσης ζώει. δολερὰ δὲ αὐτῶν τὰ εἵματα. ὑπερβάλλειν δὲ τινὰς καὶ ταῦτα. [4] ἐνιαυτὸν μὲν δὴ ἔχουσι τὴν στήλην ἐν τοῖσι οἰκίοισι οἱ μάλιστα προσήκοντες.οὔτ᾽ ἂν ἐς δουλοσύνην ἀνθρώπους ἦγε ὑπ᾽ ὧν μηδὲν ἠδίκηται. ἀπ᾽ ἧς λουόμενοι λιπαρώτεροι ἐγίνοντο. Μετὰ δὲ ταύτην τελευταίας ἐθεήσαντο τὰς θήκας αὐτῶν. δολεροὺς μὲν τοὺς ἀνθρώπους ἔφη εἶναι. 22. πρὸς ταῦτα ὁ Αἰθίοψ ἔφη οὐδὲν θωμάζειν εἰ σιτεόμενοι κόπρον ἔτεα ὀλίγα ζώουσι· οὐδὲ γὰρ ἂν τοσαῦτα δύνασθαι ζώειν σφέας. 25. ἐπὶ κρήνην σφι ἡγήσασθαι. [3] βασιλεὺς ὁ Αἰθιόπων συμβουλεύει τῷ Περσέων βασιλέι. θεησάμενοι δὲ καὶ τὸ δεσμωτήριον. ἔνθα τοὺς πάντας ἐν πέδῃσι χρυσέῃσι δεδέσθαι. ἀπαγγειλάντων δὲ ταῦτα τούτων. μήτε ξύλον μήτε τῶν ὅσα ξύλου ἐστὶ ἐλαφρότερα. κατά περ εἰ ἐλαίου εἴη· ὄζειν δὲ ἀπ᾽ αὐτῆς ὡς εἰ ἴων. [4] οἳ δὲ σιτέεσθαι μὲν τὸν ἄρτον εἶπον. ἔπειτα δέ οἱ περιιστᾶσι στήλην ἐξ ὑέλου πεποιημένην κοίλην· ἣ δέ σφι πολλὴ καὶ εὐεργὸς ὀρύσσεται. [3] ἀσθενὲς δὲ τὸ ὕδωρ τῆς κρήνης ταύτης οὕτω δή τι ἔλεγον εἶναι οἱ κατάσκοποι ὥστε μηδὲν οἷόν τ᾽ εἶναι ἐπ᾽ αὐτοῦ ἐπιπλέειν. φράζων τοῖσι Ἰχθυοφάγοισι τὸν οἶνον· τούτῳ γὰρ ἑωυτοὺς ὑπὸ Περσέων ἑσσοῦσθαι. ἀγαγεῖν σφεας ἐς δεσμωτήριον ἀνδρῶν. διὰ τοῦτο ἂν εἶεν. ἀλλὰ πάντα σφέα χωρέειν ἐς βυσσόν. οὔτε ὀδμὴν οὐδεμίαν ἄχαριν παρεχόμενος οὔτε ἄλλο ἀεικὲς οὐδέν. οἳ οὐκ ἐπὶ νόον τρέπουσι Αἰθιόπων παισὶ γῆν ἄλλην προσκτᾶσθαι τῇ ἑωυτῶν„. τὸν αὐτὸν λόγον τὸν καὶ περὶ τοῦ εἵματος εἶπε. λαβὼν δὲ τὸ εἷμα τὸ πορφύρεον εἰρώτα ὅ τι εἴη καὶ ὅκως πεποιημένον· εἰπόντων δὲ τῶν Ἰχθυοφάγων τὴν ἀληθείην περὶ τῆς πορφύρης καὶ τῆς βαφῆς. Θεησάμενοι δὲ τὰ πάντα οἱ κατάσκοποι ἀπαλλάσσοντο ὀπίσω. οὔτε λόγον ἑωυτῷ δοὺς ὅτι ἐς τὰ ἔσχατα γῆς ἔμελλε στρατεύεσθαι· [2] οἷα δὲ ἐμμανής τε ἐὼν καὶ οὐ . αἳ λέγονται σκευάζεσθαι ἐξ ὑέλου τρόπῳ τοιῷδε· [2] ἐπεὰν τὸν νεκρὸν ἰσχνήνωσι. ἐξομοιεῦντες τὸ εἶδος ἐς τὸ δυνατόν. καὶ ἔχει πάντα φανερὰ ὁμοίως αὐτῷ τῷ νέκυϊ. ἐπεὰν οὕτω εὐπετέως ἕλκωσι τὰ τόξα Πέρσαι ἐόντα μεγάθεϊ τοσαῦτα. γυψώσαντες ἅπαντα αὐτὸν γραφῇ κοσμέουσι. γελάσας ὁ βασιλεὺς καὶ νομίσας εἶναι σφέα πέδας εἶπε ὡς παρ᾽ ἑωυτοῖσι εἰσὶ ῥωμαλεώτεραι τουτέων πέδαι. οὔτε παρασκευὴν σίτου οὐδεμίαν παραγγείλας. ὀγδώκοντα δὲ ἔτεα ζόης πλήρωμα ἀνδρὶ μακρότατον προκεῖσθαι. ἐξηγησάμενοι τῶν πυρῶν τὴν φύσιν. Ταῦτα δὲ εἴπας καὶ ἀνεὶς τὸ τόξον παρέδωκε τοῖσι ἥκουσι. 23. ὡς δὲ ἐς τὸν οἶνον ἀπίκετο καὶ ἐπύθετο αὐτοῦ τὴν ποίησιν. εἰ μὴ τῷ πόματι ἀνέφερον. τὸ δὲ ὕδωρ τοῦτο εἴ σφι ἐστὶ ἀληθέως οἷόν τι λέγεται. τότε ἐπ᾽ Αἰθίοπας τοὺς μακροβίους πλήθεϊ ὑπερβαλλόμενον στρατεύεσθαι· μέχρι δὲ τούτου θεοῖσι εἰδέναι χάριν. νῦν δὲ αὐτῷ τόξον τόδε διδόντες τάδε ἔπεα λέγετε„. 24. ἔτεα μὲν ἐς εἴκοσι καὶ ἑκατὸν τοὺς πολλοὺς αὐτῶν ἀπικνέεσθαι. [2] δεύτερα δὲ τὸν χρυσὸν εἰρώτα τὸν στρεπτὸν τὸν περιαυχένιον καὶ τὰ ψέλια· ἐξηγεομένων δὲ τῶν Ἰχθυοφάγων τὸν κόσμον αὐτοῦ. [3] τρίτον δὲ εἰρώτα τὸ μύρον· εἰπόντων δὲ τῆς ποιήσιος πέρι καὶ ἀλείψιος. τούτῳ τὰ πάντα χρεώμενοι. αὐτίκα ὁ Καμβύσης ὀργὴν ποιησάμενος ἐστρατεύετο ἐπὶ τοὺς Αἰθίοπας.
πάγχυ σφέας καταδόξας ἑωυτοῦ κακῶς πρήξαντος χαρμόσυνα ταῦτα ποιέειν. ἐστρατεύετο. ἄριστον αἱρεομένοισι αὐτοῖσι ἐπιπνεῦσαι νότον μέγαν τε καὶ ἐξαίσιον. ὑπὸ δὲ τῇ γλώσσῃ κάνθαρον. φορέοντα δὲ θῖνας τῆς ψάμμου καταχῶσαι σφέας. ἐν δὲ τῇ οὐρῇ τὰς τρίχας διπλᾶς. καὶ τρόπῳ τοιούτῳ ἀφανισθῆναι. τὸ ἐνθεῦτεν δέ. γενέσθαι τε αὐτοὺς μεταξύ κου μάλιστα αὐτῶν τε καὶ τῆς Ὀάσιος. καὶ τούτοισι μὲν ἐνετέλλετο Ἀμμωνίους ἐξανδραποδισαμένους τὸ χρηστήριον τὸ τοῦ Διὸς ἐμπρῆσαι. [4] πρὶν δὲ τῆς ὁδοῦ τὸ πέμπτον μέρος διεληλυθέναι τὴν στρατιήν. τὸν δὲ πεζὸν πάντα ἅμα ἀγόμενος. δείσας τὴν ἀλληλοφαγίην. [6] οἱ δὲ στρατιῶται ἕως μέν τι εἶχον ἐκ τῆς γῆς λαμβάνειν. Ἀπιγμένου δὲ Καμβύσεω ἐς Μέμφιν ἐφάνη Αἰγυπτίοισι ὁ Ἆπις. ἄλλοι οὐδένες οὐδὲν ἔχουσι εἰπεῖν περὶ αὐτῶν· οὔτε γὰρ ἐς τοὺς Ἀμμωνίους ἀπίκοντο οὔτε ὀπίσω ἐνόστησαν. 27. οἳ μὲν δὴ μετήισαν ἄξοντες. ἐπεὶ δὲ ἐς τὴν ψάμμον ἀπίκοντο. ἐπὶ δὲ τοῦ νώτου αἰετὸν εἰκασμένον. [3] οἳ δὲ ἔφραζον ὥς σφι θεὸς εἴη φανεὶς διὰ χρόνου πολλοῦ ἐωθὼς ἐπιφαίνεσθαι. 28. τὸν Ἕλληνες Ἔπαφον καλέουσι· ἐπιφανέος δὲ τούτου γενομένου αὐτίκα οἱ Αἰγύπτιοι εἵματα ἐφόρεον τὰ κάλλιστα καὶ ἦσαν ἐν θαλίῃσι. καί μιν ἐκ τούτου τίκτειν τὸν Ἆπιν. ὅτι μὴ αὐτοὶ Ἀμμώνιοι καὶ οἱ τούτων ἀκούσαντες. τοσαῦτα δὲ εἴπας ἀπάγειν ἐκέλευε τὸν Ἆπιν τοὺς ἱρέας. [3] λέγεται δὲ κατὰ τάδε ὑπ᾽ αὐτῶν Ἀμμωνίων· ἐπειδὴ ἐκ τῆς Ὀάσιος ταύτης ἰέναι διὰ τῆς ψάμμου ἐπὶ σφέας. Ὁ μὲν ἐπ᾽ Αἰθίοπας στόλος οὕτω ἔπρηξε· οἱ δ᾽ αὐτῶν ἐπ᾽ Ἀμμωνίους ἀποσταλέντες στρατεύεσθαι. ποιηφαγέοντες διέζωον. ἀπεὶς τὸν ἐπ᾽ Αἰθίοπας στόλον ὀπίσω ἐπορεύετο καὶ ἀπικνέεται ἐς Θήβας πολλοὺς ἀπολέσας τοῦ στρατοῦ· ἐκ Θηβέων δὲ καταβὰς ἐς Μέμφιν τοὺς Ἕλληνας ἀπῆκε ἀποπλέειν. ἀπικομένους δὲ ἐς ὄψιν εἴρετο ὅ τι πρότερον μὲν ἐόντος αὐτοῦ ἐν Μέμφι ἐποίευν τοιοῦτον οὐδὲν Αἰγύπτιοι. Ἀποκτείνας δὲ τούτους δεύτερα τοὺς ἱρέας ἐκάλεε ἐς ὄψιν· λεγόντων δὲ κατὰ ταὐτὰ τῶν ἱρέων. ταῦτα ἀκούσας ὁ Καμβύσης ἔφη ψεύδεσθαι σφέας καὶ ὡς ψευδομένους θανάτῳ ἐζημίου. [5] εἰ μέν νυν μαθὼν ταῦτα ὁ Καμβύσης ἐγνωσιμάχεε καὶ ἀπῆγε ὀπίσω τὸν στρατόν. ἐπείτε ὁρμηθέντες ἐκ τῶν Θηβέων ἐπορεύοντο ἔχοντες ἀγωγούς. [2] ἐς μὲν δὴ τοῦτον τὸν χῶρον λέγεται ἀπικέσθαι τὸν στρατόν. [2] ἰδὼν δὲ ταῦτα τοὺς Αἰγυπτίους ποιεῦντας ὁ Καμβύσης. [2] ὁ δὲ Ἆπις οὗτος ὁ Ἔπαφος γίνεται μόσχος ἐκ βοός. ἥτις οὐκέτι οἵη τε γίνεται ἐς γαστέρα ἄλλον βάλλεσθαι γόνον. 26. [3] ἐπείτε δὲ στρατευόμενος ἐγένετο ἐν Θήβῃσι. Αἰγύπτιοι δὲ λέγουσι σέλας ἐπὶ τὴν βοῦν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατίσχειν. ἀπέχουσι δὲ ἑπτὰ ἡμερέων ὁδὸν ἀπὸ Θηβέων διὰ ψάμμου· ὀνομάζεται δὲ ὁ χῶρος οὗτος κατὰ Ἑλλήνων γλῶσσαν Μακάρων νῆσος. μετὰ δὲ τὰ σιτία καὶ τὰ ὑποζύγια ἐπέλιπε κατεσθιόμενα. οὐ λήσειν ἔφη αὐτὸν εἰ θεός τις χειροήθης ἀπιγμένος εἴη Αἰγυπτίοισι. ἀπικόμενοι μὲν φανεροί εἰσι ἐς Ὄασιν πόλιν. ἀπέκρινε τοῦ στρατοῦ ὡς πέντε μυριάδας. [3] ἔχει δὲ ὁ μόσχος οὗτος ὁ Ἆπις καλεόμενος σημήια τοιάδε ἐὼν μέλας. ὡς ἤκουε τῶν Ἰχθυοφάγων. Ἀμμώνιοι μὲν οὕτω λέγουσι γενέσθαι περὶ τῆς στρατιῆς ταύτης. αὐτὸς δὲ τὸν λοιπὸν ἄγων στρατὸν ἤιε ἐπὶ τοὺς Αἰθίοπας. τότε δὲ ἐπεὶ αὐτὸς παρείη τῆς στρατιῆς πλῆθός τι ἀποβαλών.φρενήρης. ἐκάλεε τοὺς ἐπιτρόπους τῆς Μέμφιος. [7] πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Καμβύσης. ἐπὶ μὲν τῷ μετώπῳ λευκόν τι τρίγωνον. αὐτίκα πάντα αὐτοὺς τὰ εἶχον σιτίων ἐχόμενα ἐπελελοίπεε. Ἑλλήνων μὲν τοὺς παρεόντας αὐτοῦ τάξας ὑπομένειν. τὴν ἔχουσι μὲν Σάμιοι τῆς Αἰσχριωνίης φυλῆς λεγόμενοι εἶναι. ἐπὶ τῇ ἀρχῆθεν γενομένῃ ἁμαρτάδι ἦν ἂν ἀνὴρ σοφός· νῦν δὲ οὐδένα λόγον ποιεύμενος ἤιε αἰεὶ ἐς τὸ πρόσω. . καὶ ὡς ἐπεὰν φανῇ τότε πάντες Αἰγύπτιοι κεχαρηκότες ὁρτάζοιεν. δεινὸν ἔργον αὐτῶν τινες ἐργάσαντο· ἐκ δεκάδος γὰρ ἕνα σφέων αὐτῶν ἀποκληρώσαντες κατέφαγον.
οἳ μὲν λέγουσι ἐπ᾽ ἄγρην ἐξαγαγόντα. ὑπεκρίνοντο αὐτῷ οὗτοι καὶ δίκαια καὶ ἀσφαλέα. Ὡς δὲ ἤγαγον τὸν Ἆπιν οἱ ἱρέες. [2] ἀποιχομένου ὦν ἐς Πέρσας τοῦ Σμέρδιος ὄψιν εἶδε ὁ Καμβύσης ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε· ἔδοξέ οἱ ἄγγελον ἐλθόντα ἐκ Περσέων ἀγγέλλειν ὡς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ βασιληίῳ ἱζόμενος Σμέρδις τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ ψαύσειε. τουτέων δῆτα τὴν νεωτέρην ἐπισπομένην οἱ ἐπ᾽ Αἴγυπτον κτείνει. θεωρέειν δὲ καὶ τὴν γυναῖκα ταύτην. τῷ βασιλεύοντι Περσέων ἐξεῖναι ποιέειν τὸ ἂν βούληται. ἄλλον μέντοι ἐξευρηκέναι νόμον. τῶν δὲ ἄλλων Περσέων οὐδεὶς οἷός τε ἐγένετο. σπασάμενος τὸ ἐγχειρίδιον. ἄξιος μέν γε Αἰγυπτίων οὗτός γε ὁ θεός. [5] οὕτω οὔτε τὸν νόμον ἔλυσαν δείσαντες Καμβύσεα. τὴν δὲ παρημένην δακρύειν.29. μέχρι τούτου· οὗτοι δὲ τοῖσι πέρσῃσι δίκας δικάζουσι καὶ ἐξηγηταὶ τῶν πατρίων θεσμῶν γίνονται. νικωμένου δὲ τοῦ σκύλακος ἀδελφεὸν αὐτοῦ ἄλλον σκύλακα ἀπορρήξαντα τὸν δεσμὸν παραγενέσθαι οἱ. ἠράσθη μιῆς τῶν ἀδελφεῶν Καμβύσης. οἷα ἐὼν ὑπομαργότερος. τὴν δὲ εἰπεῖν ὡς ἰδοῦσα τὸν σκύλακα τῷ ἀδελφεῷ τιμωρήσαντα δακρύσειε. μετὰ μέντοι οὐ πολλὸν χρόνον ἔσχε ἄλλην ἀδελφεήν. αὐτίκα διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα ἐμάνη. τὸ παρὰ τοῦ Αἰθίοπος ἤνεικαν οἱ Ἰχθυοφάγοι. [4] εἰρομένου ὦν τοῦ Καμβύσεω. ὁ δὲ Ἆπις πεπληγμένος τὸν μηρὸν ἔφθινε ἐν τῷ ἱρῷ κατακείμενος. τὸν ἀπέπεμψε ἐς Πέρσας φθόνῳ ἐξ Αἰγύπτου. μνησθεῖσά τε Σμέρδιος καὶ μαθοῦσα ὡς ἐκείνῳ οὐκ εἴη ὁ τιμωρήσων. ὡς λέγουσι Αἰγύπτιοι. 32. ὅτι τὸ τόξον μοῦνος Περσέων ὅσον τε ἐπὶ δύο δακτύλους εἴρυσε. τῇ καὶ συνοίκεε καὶ ἦν οἱ ἀπ᾽ ἀμφοτέρων ἀδελφεή. 31. τοιοῦτοι θεοὶ γίνονται. ἵνα τε μὴ αὐτοὶ ἀπόλωνται τὸν νόμον περιστέλλοντες. Πρῶτον μὲν δὴ λέγουσι Καμβύσῃ τῶν κακῶν ἄρξαι τοῦτο· δεύτερα δὲ ἐξεργάσατο τὴν ἀδελφεὴν ἑσπομένην οἱ ἐς Αἴγυπτον. [2] καὶ τὸν μὲν Καμβύσεα ἥδεσθαι θεώμενον. ἀποκτενέοντά μιν. ὁ δὲ ἀναβὰς ἐς Σοῦσα ἀπέκτεινε Σμέρδιν. Ἀμφὶ δὲ τῷ θανάτῳ αὐτῆς διξὸς ὥσπερ περὶ Σμέρδιος λέγεται λόγος. παρεξεῦρον ἄλλον νόμον σύμμαχον τῷ θέλοντι γαμέειν ἀδελφεάς. οἳ δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν προαγαγόντα καταποντῶσαι. ἐς οὗ ἀποθάνωσι ἤ σφι παρευρεθῇ τι ἄδικον. [2] ἔγημε δὲ αὐτὴν ὧδε· οὐδαμῶς γὰρ ἐώθεσαν πρότερον τῇσι ἀδελφεῇσι συνοικέειν Πέρσαι. [3] πρὸς ὦν ταῦτα δείσας περὶ ἑωυτοῦ μή μιν ἀποκτείνας ὁ ἀδελφεὸς ἄρχῃ. οἱ δὲ ἱρέες ἐδικαιεῦντο. 30. ἐὼν οὐδὲ πρότερον φρενήρης. καὶ πρῶτα μὲν τῶν κακῶν ἐξεργάσατο τὸν ἀδελφεὸν Σμέρδιν ἐόντα πατρὸς καὶ μητρὸς τῆς αὐτῆς. θέλων τύψαι τὴν γαστέρα τοῦ Ἄπιος παίει τὸν μηρόν· γελάσας δὲ εἶπε πρὸς τοὺς ἱρέας [2] “ὦ κακαὶ κεφαλαί. δύο δὲ γενομένους οὕτω δὴ τοὺς σκύλακας ἐπικρατῆσαι τοῦ σκύμνου. [6] τότε μὲν δὴ ὁ Καμβύσης ἔγημε τὴν ἐρωμένην. καὶ ἔπειτα βουλόμενος αὐτὴν γῆμαι. [3] Ἕλληνες μὲν δὴ διὰ τοῦτο τὸ ἔπος φασὶ αὐτὴν ἀπολέσθαι ὑπὸ Καμβύσεω. καὶ τὸν μὲν τελευτήσαντα ἐκ τοῦ τρώματος ἔθαψαν οἱ ἱρέες λάθρῃ Καμβύσεω. [3] οἱ δὲ βασιλήιοι δικασταὶ κεκριμένοι ἄνδρες γίνονται Περσέων. . Καμβύσεα δὲ μαθόντα τοῦτο ἐπειρέσθαι δι᾽ ὅ τι δακρύει. φάμενοι νόμον οὐδένα ἐξευρίσκειν ὃς κελεύει ἀδελφεῇ συνοικέειν ἀδελφεόν. καὶ πάντα ἐς τούτους ἀνακέεται. Καμβύσης δέ. Αἰγυπτίων δὲ τῶν ἄλλων τὸν ἂν λάβωσι ὁρτάζοντα κτείνειν. Ἕλληνες μὲν λέγουσι Καμβύσεα συμβαλεῖν σκύμνον λέοντος σκύλακι κυνός. πέμπει Πρηξάσπεα ἐς Πέρσας. [3] ὁρτὴ μὲν δὴ διελέλυτο Αἰγυπτίοισι. ταῦτα εἴπας ἐνετείλατο τοῖσι ταῦτα πρήσσουσι τοὺς μὲν ἱρέας ἀπομαστιγῶσαι. ὅτι οὐκ ἐωθότα ἐπενόεε ποιήσειν. ἀτάρ τοι ὑμεῖς γε οὐ χαίροντες γέλωτα ἐμὲ θήσεσθε„. ὃς ἦν οἱ ἀνὴρ Περσέων πιστότατος. ἔναιμοί τε καὶ σαρκώδεες καὶ ἐπαΐοντες σιδηρίων. εἴρετο καλέσας τοὺς βασιληίους δικαστὰς εἴ τις ἐστὶ κελεύων νόμος τὸν βουλόμενον ἀδελφεῇ συνοικέειν. ὁ Καμβύσης.
[3] τὸν μὲν δὴ λέγειν ταῦτα περὶ Περσέων. [4] πρότερον γὰρ δὴ ἄρα. ὡς μὲν ἐγὼ τε οὐ μαίνομαι Πέρσαι τε παραφρονέουσι. πεσόντος δὲ τοῦ παιδὸς ἀνασχίζειν αὐτὸν κελεύειν καὶ σκέψασθαι τὸ βλῆμα· ὡς δὲ ἐν τῇ καρδίῃ εὑρεθῆναι ἐνεόντα τὸν ὀιστόν. ὃς χρηστῶς μὲν τὴν σεωυτοῦ πατρίδα ἐπετρόπευσας. τὴν ἱρὴν ὀνομάζουσι τινές.„ τὸν δὲ εἰπεῖν “ὦ δέσποτα. μὴ πάντα ἡλικίῃ καὶ θυμῷ ἐπίτραπε. τὸν δὲ θυμωθέντα τοιάδε ἀμείβεσθαι. “ἐμοὶ μέν νυν. οἷα πολλὰ ἔωθε ἀνθρώπους κακὰ καταλαμβάνειν· καὶ γὰρ τινὰ ἐκ γενεῆς νοῦσον μεγάλην λέγεται ἔχειν ὁ Καμβύσης. Ταῦτα μὲν ἐς τοὺς οἰκηίους ὁ Καμβύσης ἐξεμάνη.Αἰγύπτιοι δὲ ὡς τραπέζῃ παρακατημένων λαβοῦσαν θρίδακα τὴν γυναῖκα περιτῖλαι καὶ ἐπανειρέσθαι τὸν ἄνδρα κότερον περιτετιλμένη ἡ θρίδαξ ἢ δασέα εἴη καλλίων. [3] “σὺ καὶ ἐμοὶ τολμᾷς συμβουλεύειν. κτείνεις δὲ παῖδας. τιμὴ δὲ καὶ αὕτη οὐ σμικρή· εἰπεῖν δὲ λέγεται τάδε. εἰπεῖν πρὸς τὸν πατέρα τοῦ παιδὸς γελάσαντα καὶ περιχαρέα γενόμενον [4] “Πρήξασπες. τίνα εἶδες ἤδη πάντων ἀνθρώπων οὕτω ἐπίσκοπα τοξεύοντα. εἴρετο Καμβύσης κοῖός τις δοκέοι ἀνὴρ εἶναι πρὸς τὸν πατέρα τελέσαι Κῦρον. Ταῦτα δέ μιν ποιεῦντα ἐδικαίωσε Κροῖσος ὁ Λυδὸς νουθετῆσαι τοῖσιδε τοῖσι ἔπεσι. 33. τὸν ἐτίμα τε μάλιστα καί οἱ τὰς ἀγγελίας ἐφόρεε οὗτος. Κροῖσος δὲ παρεών τε καὶ οὐκ ἀρεσκόμενος τῇ κρίσι εἶπε πρὸς τὸν Καμβύσεα τάδε. ἥσθη τε ταῦτα ἀκούσας ὁ Καμβύσης καὶ ἐπαίνεε τὴν Κροίσου κρίσιν. νῦν δέ μοι εἰπέ.„ Πρηξάσπεα δὲ ὁρῶντα ἄνδρα οὐ φρενήρεα καὶ περὶ ἑωυτῷ δειμαίνοντα εἰπεῖν “δέσποτα. ὦ παῖ Κύρου. καί μιν ἐκτρώσασαν ἀποθανεῖν. καὶ τὸν φάναι δασέαν. τούτου τε ὁ παῖς οἰνοχόος ἦν τῷ Καμβύσῃ. ἑτέρωθι δὲ Περσέων ὁμοίους τοῖσι πρώτοισι δυώδεκα ἐπ᾽ οὐδεμιῇ αἰτίῃ ἀξιοχρέῳ ἑλὼν ζώοντας ἐπὶ κεφαλὴν κατώρυξε. [5] τότε μὲν ταῦτα ἐξεργάσατο. 36. κοῖόν με τινὰ νομίζουσι Πέρσαι εἶναι ἄνδρα τίνας τε λόγους περὶ ἐμέο ποιεῦνται. φάναι Πέρσας τε λέγειν ἀληθέα καί με μὴ σωφρονέειν„. οὐδ᾽ ἂν αὐτὸν ἔγωγε δοκέω τὸν θεὸν οὕτω ἂν καλῶς βαλεῖν„. Περσέων οἱ συνέδρων ἐόντων καὶ Κροίσου. “νῦν ἄρα με φασὶ Πέρσαι οἴνῳ προσκείμενον παραφρονέειν καὶ οὐκ εἶναι νοήμονα· οὐδ᾽ ἄρα σφέων οἱ πρότεροι λόγοι ἦσαν ἀληθέες„. τὴν δ᾽ εἰπεῖν [4] “ταύτην μέντοι κοτὲ σὺ τὴν θρίδακα ἐμιμήσαο τὸν Κύρου οἶκον ἀποψιλώσας„. Τούτων δὴ ὦν ἐπιμνησθέντα ὀργῇ λέγειν πρὸς τὸν Πρηξάσπεα “σύ νυν μάθε εἰ λέγουσι Πέρσαι ἀληθέα εἴτε αὐτοὶ λέγοντες ταῦτα παραφρονέουσι· [2] εἰ μὲν γὰρ τοῦ παιδὸς τοῦ σοῦ τοῦδε ἑστεῶτος ἐν τοῖσι προθύροισι βαλὼν τύχοιμι μέσης τῆς καρδίης. οὔ νύν τοι ἀεικὲς οὐδὲν ἦν τοῦ σώματος νοῦσον μεγάλην νοσέοντος μηδὲ τὰς φρένας ὑγιαίνειν. εὖ δὲ τῷ . 35. ὃ μὲν δὴ εὐνοίην φαίνων συνεβούλευέ οἱ ταῦτα· ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. “ὦ βασιλεῦ. Τάδε δ᾽ ἐς τοὺς ἄλλους Πέρσας ἐξεμάνη. οἳ δὲ ἀμείβοντο ὡς εἴη ἀμείνων τοῦ πατρός· τά τε γὰρ ἐκείνου πάντα ἔχειν αὐτὸν καὶ προσεκτῆσθαι Αἴγυπτόν τε καὶ τὴν θάλασσαν. [2] “Πρήξασπες. οὐ δοκέεις ὅμοιος εἶναι τῷ πατρί· οὐ γάρ κώ τοι ἐστὶ υἱὸς οἷον σε ἐκεῖνος κατελίπετο„. ἀλλ᾽ ἴσχε καὶ καταλάμβανε σεωυτόν· ἀγαθόν τι πρόνοον εἶναι. λέγεται γὰρ εἰπεῖν αὐτὸν πρὸς Πρηξάσπεα. [5] Πέρσαι μὲν ταῦτα ἔλεγον. τῇ δὲ φιλοινίῃ σε φασὶ πλεόνως προσκεῖσθαι„. τὰ μὲν ἄλλα πάντα μεγάλως ἐπαινέαι. δῆλά τοι γέγονε. σὺ δὲ κτείνεις μὲν ἄνδρας σεωυτοῦ πολιήτας ἐπ᾽ οὐδεμιῇ αἰτίῃ ἀξιοχρέῳ ἑλών. ἐμοὶ δὲ πατὴρ σὸς Κῦρος ἐνετέλλετο πολλὰ κελεύων σε νουθετέειν καὶ ὑποτίθεσθαι ὅ τι ἂν εὑρίσκω ἀγαθόν„. Πέρσαι φανέονται λέγοντες οὐδέν· ἢν δὲ ἁμάρτω. [2] ἢν δὲ πολλὰ τοιαῦτα ποιέῃς. 34. [3] ταῦτα δὲ εἰπόντα καὶ διατείναντα τὸ τόξον βαλεῖν τὸν παῖδα. εἴτε δὴ διὰ τὸν Ἆπιν εἴτε καὶ ἄλλως. τὸν δὲ θυμωθέντα ἐμπηδῆσαι αὐτῇ ἐχούσῃ ἐν γαστρί. σοφὸν δὲ ἡ προμηθίη. ὅρα ὅκως μή σευ ἀποστήσονται Πέρσαι.
[5] οἱ δὲ θεράποντες ἐπιστάμενοι τὸν τρόπον αὐτοῦ κατακρύπτουσι τὸν Κροῖσον ἐπὶ τῷδε τῷ λόγῳ ὥστε. τοῖσι ἀδελφεοῖσι Πανταγνώτῳ καὶ Συλοσῶντι ἔνειμε. εἰ μὲν μεταμελήσῃ τῷ Καμβύσῃ καὶ ἐπιζητέῃ τὸν Κροῖσον. [2] καὶ τὰ μὲν πρῶτα τριχῇ δασάμενος τὴν πόλιν. εἰ γάρ τις προθείη πᾶσι ἀνθρώποισι ἐκλέξασθαι κελεύων νόμους τοὺς καλλίστους ἐκ τῶν πάντων νόμων. Καμβύσεω δὲ ἐπ᾽ Αἴγυπτον στρατευομένου ἐποιήσαντο καὶ Λακεδαιμόνιοι στρατηίην ἐπὶ Σάμον τε καὶ Πολυκράτεα τὸν Αἰάκεος· ὃς ἔσχε Σάμον ἐπαναστάς. ἀλλ᾽ οὔτι χαίρων. Κροῖσος δὲ ἀναδραμὼν ἔθεε ἔξω. τότε καταχρᾶσθαι. ἔστι γὰρ τοῦ Ἡφαίστου τὤγαλμα τοῖσι Φοινικηίοισι Παταΐκοισι ἐμφερέστατον. ἢν δὲ μὴ μεταμέληται μηδὲ ποθέῃ μιν. ἐς τὸ οὐ θεμιτόν ἐστι ἐσιέναι ἄλλον γε ἢ τὸν ἱρέα· ταῦτα δὲ τὰ ἀγάλματα καὶ ἐνέπρησε πολλὰ κατασκώψας.πατρὶ τῷ ἐμῷ συνεβούλευσας. ἐκείνους μέντοι τοὺς περιποιήσαντας οὐ καταπροΐξεσθαι ἀλλ᾽ ἀποκτενέειν· καὶ ἐποίησε ταῦτα. Πανταχῇ ὦν μοι δῆλα ἐστὶ ὅτι ἐμάνη μεγάλως ὁ Καμβύσης· οὐ γὰρ ἂν ἱροῖσί τε καὶ νομαίοισι ἐπεχείρησε καταγελᾶν. ἔκτητο δὲ πεντηκοντέρους τε ἑκατὸν καὶ χιλίους τοξότας. 37. [6] ἐπόθησέ τε δὴ ὁ Καμβύσης τὸν Κροῖσον οὐ πολλῷ μετέπειτα χρόνῳ ὕστερον. ἐνετείλατο τοῖσι θεράπουσι λαβόντας μιν ἀποκτεῖναι. οἳ τοὺς γονέας κατεσθίουσι. [4] ταῦτα δὲ εἴπας ἐλάμβανε τὸ τόξον ὡς κατατοξεύσων αὐτόν. παρεόντων τῶν Ἑλλήνων καὶ δι᾽ ἑρμηνέος μανθανόντων τὰ λεγόμενα. πέμπων τε δῶρα καὶ δεκόμενος ἄλλα παρ᾽ ἐκείνου. 39. διασκεψάμενοι ἂν ἑλοίατο ἕκαστοι τοὺς ἑωυτῶν· οὕτω νομίζουσι πολλόν τι καλλίστους τοὺς ἑωυτῶν νόμους ἕκαστοι εἶναι. 38. Ὃ μὲν δὴ τοιαῦτα πολλὰ ἐς Πέρσας τε καὶ τοὺς συμμάχους ἐξεμαίνετο. βουλομένων ἐκείνων διαβαίνειν ἐς τὴν ἡμετέρην. [2] οὔκων οἰκός ἐστι ἄλλον γε ἢ μαινόμενον ἄνδρα γέλωτα τὰ τοιαῦτα τίθεσθαι· ὡς δὲ οὕτω νενομίκασι τὰ περὶ τοὺς νόμους πάντες ἄνθρωποι. πάντα οἱ ἐχώρεε εὐτυχέως. οἳ δὲ ἐκφήναντες αὐτὸν δῶρα λάμψονται ζωάγρια Κροίσου.. ὧδε σημανέω· πυγμαίου ἀνδρὸς μίμησις ἐστί. [4] Δαρεῖος δὲ μετὰ ταῦτα καλέσας Ἰνδῶν τοὺς καλεομένους Καλλατίας. καὶ ἀπὸ μὲν σεωυτὸν ὤλεσας τῆς σεωυτοῦ πατρίδος κακῶς προστάς. ἐπὶ τίνι χρήματι δεξαίατ᾽ ἂν τελευτῶντας τοὺς πατέρας κατακαίειν πυρί· οἳ δὲ ἀμβώσαντες μέγα εὐφημέειν μιν ἐκέλευον. ἔστι δὲ καὶ ταῦτα ὅμοια τοῖσι τοῦ Ἡφαίστου· τούτου δὲ σφέας παῖδας λέγουσι εἶναι. κελεύων αὐτὸν Ἀράξεα ποταμὸν διαβάντα ἰέναι ἐπὶ Μασσαγέτας. [3] ἐσῆλθε δὲ καὶ ἐς τῶν Καβείρων τὸ ἱρόν. καὶ οἱ θεράποντες μαθόντες τοῦτο ἐπηγγέλλοντο αὐτῷ ὡς περιείη. ὁ δὲ ἐπείτε τοξεῦσαι οὐκ εἶχε. σχὼν δὲ ξεινίην Ἀμάσι τῷ Αἰγύπτου βασιλέι συνεθήκατο. πολλοῖσί τε καὶ ἄλλοισι τεκμηρίοισι πάρεστι σταθμώσασθαι. ἐν δὲ δὴ καὶ τῷδε. Καμβύσης δὲ Κροίσῳ μὲν συνήδεσθαι ἔφη περιεόντι. μετὰ δὲ τὸν μὲν αὐτῶν ἀποκτείνας τὸν δὲ νεώτερον Συλοσῶντα ἐξελάσας ἔσχε πᾶσαν Σάμον. καὶ ὀρθῶς μοι δοκέει Πίνδαρος ποιῆσαι νόμον πάντων βασιλέα φήσας εἶναι. εἴρετο. [2] ὣς δὲ δὴ καὶ ἐς τοῦ Ἡφαίστου τὸ ἱρὸν ἦλθε καὶ πολλὰ τῷ ἀγάλματι κατεγέλασε. τοὺς οἱ Φοίνικες ἐν τῇσι πρῴρῃσι τῶν τριηρέων περιάγουσι. ὃς δὲ τούτους μὴ ὄπωπε. [3] ἐν χρόνῳ δὲ ὀλίγῳ αὐτίκα τοῦ Πολυκράτεος τὰ πρήγματα ηὔξετο καὶ ἦν βεβωμένα ἀνά τε τὴν Ἰωνίην καὶ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα· ὅκου γὰρ ἰθύσειε στρατεύεσθαι. ἀπὸ δὲ ὤλεσας Κῦρον πειθόμενον σοί. [3] Δαρεῖος ἐπὶ τῆς ἑωυτοῦ ἀρχῆς καλέσας Ἑλλήνων τοὺς παρεόντας εἴρετο ἐπὶ κόσῳ ἂν χρήματι βουλοίατο τοὺς πατέρας ἀποθνήσκοντας κατασιτέεσθαι· οἳ δὲ ἐπ᾽ οὐδενὶ ἔφασαν ἔρδειν ἂν τοῦτο. . μένων ἐν Μέμφι καὶ θήκας τε παλαιὰς ἀνοίγων καὶ σκεπτόμενος τοὺς νεκρούς. ἐπεί τοι καὶ πάλαι ἐς σὲ προφάσιός τευ ἐδεόμην ἐπιλαβέσθαι„. οὕτω μέν νυν ταῦτα νενόμισται.
καὶ ὅτι οὐκ εὖ τελευτήσειν μέλλοι Πολυκράτης εὐτυχέων τὰ πάντα. σμαράγδου μὲν λίθου ἐοῦσα. ἐγὼ τόνδε ἑλὼν οὐκ ἐδικαίωσα φέρειν ἐς ἀγορήν. πολλῷ δὲ ἔτι πλεῦνός οἱ εὐτυχίης γινομένης γράψας ἐς βυβλίον τάδε ἐπέστειλε ἐς Σάμον. [2] ἡδὺ μὲν πυνθάνεσθαι ἄνδρα φίλον καὶ ξεῖνον εὖ πρήσσοντα· ἐμοὶ δὲ αἱ σαὶ μεγάλαι εὐτυχίαι οὐκ ἀρέσκουσι. ἵνα μὴ συντυχίης δεινῆς τε καὶ μεγάλης Πολυκράτεα καταλαβούσης αὐτὸς ἀλγήσειε τὴν ψυχὴν ὡς περὶ ξείνου ἀνδρός. 43. 40.ἔφερε δὲ καὶ ἦγε πάντας διακρίνων οὐδένα· [4] τῷ γὰρ φίλῳ ἔφη χαριεῖσθαι μᾶλλον ἀποδιδοὺς τὰ ἔλαβε ἢ ἀρχὴν μηδὲ λαβών. τὸ θεῖον ἐπισταμένῳ ὡς ἔστι φθονερόν· καί κως βούλομαι καὶ αὐτὸς καὶ τῶν ἂν κήδωμαι τὸ μέν τι εὐτυχέειν τῶν πρηγμάτων τὸ δὲ προσπταίειν. Πέμπτῃ δὲ ἢ ἕκτῃ ἡμέρῃ ἀπὸ τούτων τάδε οἱ συνήνεικε γενέσθαι. ἔφερον κεχαρηκότες παρὰ τὸν Πολυκράτεα. ἐδίζητο ἐπ᾽ ᾧ ἂν μάλιστα τὴν ψυχὴν ἀσηθείη ἀπολομένῳ τῶν κειμηλίων. [3] ὃ μὲν δὴ ἁλιεὺς μέγα ποιεύμενος ταῦτα ἤιε ἐς τὰ οἰκία. ἔργον δὲ ἦν Θεοδώρου τοῦ Τηλεκλέος Σαμίου. διδόντες δέ οἱ τὴν σφρηγῖδα ἔλεγον ὅτεῳ τρόπῳ εὑρέθη. γράφει ἐς βυβλίον πάντα τὰ ποιήσαντά μιν οἷα καταλελάβηκε. [2] ἐπεὶ ὦν ταύτην οἱ ἐδόκεε ἀποβαλεῖν. ἐπικαλεσαμένων τῶν μετὰ ταῦτα Κυδωνίην τὴν ἐν Κρήτῃ . ὃς καὶ τὰ ἀποβάλλει εὑρίσκει. καί σε ἐπὶ δεῖπνον καλέομεν„. διζήμενος δὲ εὕρισκε τόδε. ἔμαθε ὅτι ἐκκομίσαι τε ἀδύνατον εἴη ἀνθρώπῳ ἄνθρωπον ἐκ τοῦ μέλλοντος γίνεσθαι πρήγματος. καὶ οὕτω διαφέρειν τὸν αἰῶνα ἐναλλὰξ πρήσσων ἢ εὐτυχέειν τὰ πάντα. εὐτυχέων τὰ πάντα. τὸν δὲ ἰχθὺν τάμνοντες οἱ θεράποντες εὑρίσκουσι ἐν τῇ νηδύι αὐτοῦ ἐνεοῦσαν τὴν Πολυκράτεος σφρηγῖδα. [2] πέμψας δέ οἱ κήρυκα ἐς Σάμον διαλύεσθαι ἔφη τὴν ξεινίην. 41. Ἐπιλεξάμενος δὲ ὁ Ἄμασις τὸ βυβλίον τὸ παρὰ τοῦ Πολυκράτεος ἧκον. γράψας δὲ ἐς Αἴγυπτον ἐπέθηκε. συχνὰς μὲν δὴ τῶν νήσων ἀραιρήκεε. τρόπῳ τῷ ἐξ ἐμεῦ ὑποκειμένῳ ἀκέο„. ἀνὴρ ἁλιεὺς λαβὼν ἰχθὺν μέγαν τε καὶ καλὸν ἠξίου μιν Πολυκράτεϊ δῶρον δοθῆναι· φέρων δὴ ἐπὶ τὰς θύρας Πολυκράτεϊ ἔφη ἐθέλειν ἐλθεῖν ἐς ὄψιν. περιελόμενος τὴν σφρηγῖδα πάντων ὁρώντων τῶν συμπλόων ῥίπτει ἐς τὸ πέλαγος. τὸν δὲ ὡς ἐσῆλθε θεῖον εἶναι τὸ πρῆγμα. καίπερ ἐὼν ἀποχειροβίοτος. ὁ δὲ ἡσθεὶς τοῖσι ἔπεσι ἀμείβεται τοῖσιδε. “Ἄμασις Πολυκράτεϊ ὧδε λέγει. χωρήσαντος δέ οἱ τούτου ἔλεγε διδοὺς τὸν ἰχθύν [2] “ὦ βασιλεῦ. ἦν οἱ σφρηγὶς τὴν ἐφόρεε χρυσόδετος. τοῦτο δὲ ποιήσας ἀπέπλεε. Ταῦτα ἐπιλεξάμενος ὁ Πολυκράτης καὶ νόῳ λαβὼν ὥς οἱ εὖ ὑπετίθετο Ἄμασις. μετὰ δὲ ἀναγαγεῖν ἐκέλευε ἐς τὸ πέλαγος· ὡς δὲ ἀπὸ τῆς νήσου ἑκὰς ἐγένετο. [3] οὐδένα γάρ κω λόγῳ οἶδα ἀκούσας ὅστις ἐς τέλος οὐ κακῶς ἐτελεύτησε πρόρριζος. 44. Ἐπὶ τοῦτον δὴ ὦν τὸν Πολυκράτεα εὐτυχέοντα τὰ πάντα ἐστρατεύοντο Λακεδαιμόνιοι. οἳ τὴν τάφρον περὶ τὸ τεῖχος τὸ ἐν Σάμῳ πᾶσαν δεδεμένοι ὤρυξαν. “κάρτα τε εὖ ἐποίησας καὶ χάρις διπλῆ τῶν τε λόγων καὶ τοῦ δώρου. ἀλλά μοι ἐδόκεε σεῦ τε εἶναι ἄξιος καὶ τῆς σῆς ἀρχῆς· σοὶ δή μιν φέρων δίδωμι„. ἐποίεε τοιάδε· πεντηκόντερον πληρώσας ἀνδρῶν ἐσέβη ἐς αὐτήν. 42. ἀπικόμενος δὲ ἐς τὰ οἰκία συμφορῇ ἐχρᾶτο. ἀλλά οἱ τοῦτ᾽ ἦν ἐπιμελές. Καί κως τὸν Ἄμασιν εὐτυχέων μεγάλως ὁ Πολυκράτης οὐκ ἐλάνθανε. πολλὰ δὲ καὶ τῆς ἠπείρου ἄστεα· ἐν δὲ δὴ καὶ Λεσβίους πανστρατιῇ βοηθέοντας Μιλησίοισι ναυμαχίῃ κρατήσας εἷλε. τοῦδε δὲ εἵνεκεν ταῦτα ἐποίεε. σύ νυν ἐμοὶ πειθόμενος ποίησον πρὸς τὰς εὐτυχίας τοιάδε· [4] φροντίσας τὸ ἂν εὕρῃς ἐόν τοι πλείστου ἄξιον καὶ ἐπ᾽ ᾧ σὺ ἀπολομένῳ μάλιστα τὴν ψυχὴν ἀλγήσεις. [4] ὡς δὲ εἶδόν τε καὶ ἔλαβον τάχιστα. τοῦτο ἀπόβαλε οὕτω ὅκως μηκέτι ἥξει ἐς ἀνθρώπους· ἤν τε μὴ ἐναλλὰξ ἤδη τὠπὸ τούτου αἱ εὐτυχίαι τοι τῇσι πάθῃσι προσπίπτωσι.
[2] Καμβύσης δὲ ἀκούσας τούτων προθύμως ἔπεμψε ἐς Σάμον δεόμενος Πολυκράτεος στρατὸν ναυτικὸν ἅμα πέμψαι ἑωυτῷ ἐπ᾽ Αἴγυπτον. τῇ καὶ νῦν ἔτι χρέωνται κατὰ ταὐτά. ἐπ᾽ οἷσι ἀγοίατο ἐς Σάρδις. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον τοῦ κρητῆρος τῇ ἁρπαγῇ γεγονός. πρὸς δὲ τούτοισι οὐδὲ λόγος αἱρέει. καὶ τοῦ θώρηκος. ὅσον χρόνον ἱκέτευον οἱ παῖδες. [2] μετὰ δὲ ταῦτα δεύτερα καταστάντες ἄλλο μὲν εἶπον οὐδέν. ὁ δὲ ἐπιλέξας τῶν ἀστῶν τοὺς ὑπώπτευε μάλιστα ἐς ἐπανάστασιν ἀπέπεμπε τεσσεράκοντα τριήρεσι. οὐκ οὕτω τιμωρῆσαι δεομένοισι Σαμίοισι ἐστρατεύοντο ὡς τίσασθαι βουλόμενοι τοῦ κρητῆρος τῆς ἁρπαγῆς.κτισάντων Σαμίων. καὶ οὕτω δὴ ἔπλεον ἐς Λακεδαίμονα. Οἳ μὲν δὴ λέγουσι τοὺς ἀποπεμφθέντας Σαμίων ὑπὸ Πολυκράτεος οὐκ ἀπικέσθαι ἐς Αἴγυπτον. ὅτι σφι πρότεροι αὐτοὶ νηυσὶ ἐβοήθησαν ἐπὶ Μεσσηνίους· ὡς δὲ Λακεδαιμόνιοι λέγουσι. Ἐπείτε δὲ οἱ ἐξελασθέντες Σαμίων ὑπὸ Πολυκράτεος ἀπίκοντο ἐς τὴν Σπάρτην. 45. ὑποπρῆσαι αὐτοῖσι τοῖσι νεωσοίκοισι. ἀλλ᾽ ἐπείτε ἐγένοντο ἐν Καρπάθῳ πλέοντες. πέμψας δὲ κήρυκα λάθρῃ Σαμίων Πολυκράτης παρὰ Καμβύσεα τὸν Κύρου συλλέγοντα στρατὸν ἐπ᾽ Αἴγυπτον. [3] εἰσὶ δὲ οἳ λέγουσι τοὺς ἀπ᾽ Αἰγύπτου νικῆσαι Πολυκράτεα. Συνεπελάβοντο δὲ τοῦ στρατεύματος τοῦ ἐπὶ Σάμον ὥστε γενέσθαι καὶ Κορίνθιοι προθύμως· ὕβρισμα γὰρ καὶ ἐς τούτους εἶχε ἐκ τῶν Σαμίων γενόμενον γενεῇ πρότερον τοῦ στρατεύματος τούτου. 48. κεκοσμημένον δὲ χρυσῷ καὶ εἰρίοισι ἀπὸ ξύλου· [3] τῶν δὲ εἵνεκα θωμάσαι ἄξιον. τὰ δὲ ὕστατα οὐ συνιέναι. δοῦναι σφίσι λόγον. εἴ περ αὐτοὶ ἦσαν ἱκανοὶ Πολυκράτεα παραστήσασθαι. καταστάντες ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγον πολλὰ οἷα κάρτα δεόμενοι· οἳ δέ σφι τῇ πρώτῃ καταστάσι ὑπεκρίναντο τὰ μὲν πρῶτα λεχθέντα ἐπιλελῆσθαι. ἵστασαν χοροὺς παρθένων τε καὶ ἠιθέων. 46. ἐποιήσαντο οἱ Σάμιοι ὁρτήν. ἢν ἄρα προδιδῶσι οὗτοι πρὸς τοὺς κατιόντας. ὡς μὲν Σάμιοι λέγουσι. πυθόμενοι οἱ Σάμιοι τὸν λόγον. σιτίων δὲ τοὺς παῖδας ἐργόντων Κορινθίων. πάσας φανεράς. θύλακον δὲ φέροντες ἔφασαν τὸν θύλακον ἀλφίτων δέεσθαι. πρῶτα μὲν τοὺς παῖδας ἐδίδαξαν ἱροῦ ἅψασθαι Ἀρτέμιδος· [3] μετὰ δὲ οὐ περιορῶντες ἀπέλκειν τοὺς ἱκέτας ἐκ τοῦ ἱροῦ. οἳ δέ σφι ὑπεκρίναντο τῷ θυλάκῳ περιεργάσθαι· βοηθέειν δ᾽ ὦν ἔδοξε αὐτοῖσι. τοιοῦτος ἕτερος ἐστὶ καὶ τὸν ἐν Λίνδῳ ἀνέθηκε τῇ Ἀθηναίῃ Ἄμασις. εὐεργεσίας ἐκτίνοντες. λέγοντες ἐμοὶ δοκέειν οὐκ ὀρθῶς· οὐδὲν γὰρ ἔδει σφέας Λακεδαιμονίους ἐπικαλέεσθαι. τῷ ἐπίκουροί τε μισθωτοὶ καὶ τοξόται οἰκήιοι ἦσαν πλήθεϊ πολλοί. Καὶ ἔπειτα παρασκευασάμενοι ἐστρατεύοντο Λακεδαιμόνιοι ἐπὶ Σάμον. ἐντειλάμενος Καμβύσῃ ὀπίσω τούτους μὴ ἀποπέμπειν. τὸν ἦγον Κροίσῳ. πεζομαχήσαντες δὲ ἐν αὐτῇ ἑσσώθησαν. ἁρπεδόνη ἑκάστη τοῦ θώρηκος ποιέει· ἐοῦσα γὰρ λεπτὴ ἔχει ἁρπεδόνας ἐν ἑωυτῇ τριηκοσίας καὶ ἑξήκοντα. νυκτὸς γὰρ ἐπιγενομένης. [2] καὶ γὰρ θώρηκα ἐληίσαντο τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ἢ τὸν κρητῆρα οἱ Σάμιοι. [2] Κερκυραίων γὰρ παῖδας τριηκοσίους ἀνδρῶν τῶν πρώτων Περίανδρος ὁ Κυψέλου ἐς Σάρδις ἀπέπεμψε παρὰ Ἀλυάττεα ἐπ᾽ ἐκτομῇ· προσσχόντων δὲ ἐς τὴν Σάμον τῶν ἀγόντων τοὺς παῖδας Κορινθίων. τοῦτον ὑπὸ τῶν κατιόντων Σαμίων ἐόντων ὀλίγων ἑσσωθῆναι. καί σφι ἁδεῖν τὸ προσωτέρω μηκέτι πλέειν· οἳ δὲ λέγουσι ἀπικομένους τε ἐς Αἴγυπτον καὶ φυλασσομένους ἐνθεῦτεν αὐτοὺς ἀποδρῆναι. [4] τῶν δ᾽ ὑπ᾽ ἑωυτῷ ἐόντων πολιητέων τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας ὁ Πολυκράτης ἐς τοὺς νεωσοίκους συνειλήσας εἶχε ἑτοίμους. 47. ἐόντα μὲν λίνεον καὶ ζῴων ἐνυφασμένων συχνῶν. τὸν αὐτοῖσι Ἄμασις ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς ἔπεμψε δῶρον. . [2] καταπλέουσι δὲ ἐς τὴν Σάμον Πολυκράτης νηυσὶ ἀντιάσας ἐς μάχην κατέστη· νικήσαντες δὲ οἱ κατιόντες ἀπέβησαν ἐς τὴν νῆσον. ἐδεήθη ὅκως ἂν καὶ παρ᾽ ἑωυτὸν πέμψας ἐς Σάμον δέοιτο στρατοῦ.
[2] πρὸς ὦν δὴ τοῦτο τὸ κήρυγμα οὔτε τίς οἱ διαλέγεσθαι οὔτε οἰκίοισι δέκεσθαι ἤθελε· πρὸς δὲ οὐδὲ αὐτὸς ἐκεῖνος ἐδικαίου πειρᾶσθαι ἀπειρημένου. [2] τούτους ὁ μητροπάτωρ Προκλέης ἐὼν Ἐπιδαύρου τύραννος μεταπεμψάμενος παρ᾽ ἑωυτὸν ἐφιλοφρονέετο.„ τοῦτο τὸ ἔπος ὁ μὲν πρεσβύτερος αὐτῶν ἐν οὐδενὶ λόγῳ ἐποιήσατο· ὁ δὲ νεώτερος. ἔφη δέ μιν ἱρὴν ζημίην ὀφείλειν τῷ θεῷ ἑωυτῷ ἐς λόγους ἀπικόμενον. ἐς ὃ οἱ Κορίνθιοι τῶν παίδων οἱ φύλακοι οἴχοντο ἀπολιπόντες· τοὺς δὲ παῖδας ἀπήγαγον ἐς Κέρκυραν οἱ Σάμιοι. 52. ὡς οἰκὸς ἦν θυγατρὸς ἐόντας τῆς ἑωυτοῦ παῖδας. Ἐξελάσας δὲ τοῦτον ἱστόρεε τὸν πρεσβύτερον τά σφι ὁ μητροπάτωρ διελέχθη. [4] ὃς ἐὼν ἐμός τε παῖς καὶ Κορίνθου τῆς εὐδαίμονος βασιλεὺς ἀλήτην βίον εἵλευ.. ἀντιστατέων τε καὶ ὀργῇ χρεώμενος ἐς τόν σε ἥκιστα ἐχρῆν. Ἐπείτε γὰρ τὴν ἑωυτοῦ γυναῖκα Μέλισσαν Περίανδρος ἀπέκτεινε.. [6] Περίανδρος μὲν τούτοισι αὐτὸν κατελάμβανε· ὁ δὲ ἄλλο μὲν οὐδὲν ἀμείβεται τὸν πατέρα. ταῦτα ἐόντα τῷ πατρὶ ἐπιτήδεον παραλαμβάνειν. νῦν δὲ αἰεὶ ἐπείτε ἔκτισαν τὴν νῆσον εἰσὶ ἀλλήλοισι διάφοροι. ἀπέπεμπε δὲ ἐς Σάρδις ἐπ᾽ ἐκτομῇ Περίανδρος τῶν πρώτων Κερκυραίων ἐπιλέξας τοὺς παῖδας τιμωρεύμενος· πρότεροι γὰρ οἱ Κερκυραῖοι ἦρξαν ἐς αὐτὸν πρῆγμα ἀτάσθαλον ποιήσαντες. [5] σὺ δὲ μαθὼν ὅσῳ φθονέεσθαι κρέσσον ἐστὶ ἢ οἰκτείρεσθαι. Τέλος δὲ ὁ Περίανδρος κήρυγμα ἐποιήσατο.ἱστάντες δὲ τοὺς χοροὺς τρωκτὰ σησάμου τε καὶ μέλιτος ἐποιήσαντο νόμον φέρεσθαι. διαλεγομένῳ τε οὔτε προσδιελέγετο ἱστορέοντί τε λόγον οὐδένα ἐδίδου. ὃς ὑμέων τὴν μητέρα ἀπέκτεινε. ἐπείτε δὲ σφέας ἀπεπέμπετο. ὅσην δὴ εἴπας. ἐόντες ἑωυτοῖσι . Εἰ μέν νυν Περιάνδρου τελευτήσαντος τοῖσι Κορινθίοισι φίλα ἦν πρὸς τοὺς Κερκυραίους. ἐς τούτους πέμπων ἄγγελον ἀπηγόρευε μή μιν δέκεσθαι οἰκίοισι. ὦ παῖδες. ὁ δέ οἱ ἀπηγέετο ὡς σφέας φιλοφρόνως ἐδέξατο· ἐκείνου δὲ τοῦ ἔπεος τό σφι ὁ Προκλέης ἀποστέλλων εἶπε. ἦσάν οἱ ἐκ Μελίσσης δύο παῖδες. [3] τετάρτῃ δὲ ἡμέρῃ ἰδών μιν ὁ Περίανδρος ἀλουσίῃσί τε καὶ ἀσιτίῃσι συμπεπτωκότα οἴκτειρε· ὑπεὶς δὲ τῆς ὀργῆς ἤιε ἆσσον καὶ ἔλεγε “ὦ παῖ. οὐκ ἐμέμνητο. 49. τῷ οὔνομα ἦν Λυκόφρων. εἰ γάρ τις συμφορὴ ἐν αὐτοῖσι γέγονε. 50. ὃς ἂν ἢ οἰκίοισι ὑποδέξηταί μιν ἢ προσδιαλεχθῇ. ἄπιθι ἐς τὰ οἰκία„. ὅσῳ αὐτός σφεα ἐξεργασάμην. εἶπε προπέμπων αὐτούς [3] “ἆρα ἴστε. ἱρὴν ζημίην τοῦτον τῷ Ἀπόλλωνι ὀφείλειν. ἅμα τε ὁκοῖόν τι ἐς τοὺς τοκέας καὶ ἐς τοὺς κρέσσονας τεθυμῶσθαι. [3] ὁ δὲ ὅκως ἀπελαυνόμενος ἔλθοι ἐς ἄλλην οἰκίην. κότερα τούτων αἱρετώτερα ἐστί. ἐμοί τε αὕτη γέγονε καὶ ἐγὼ αὐτῆς τὸ πλεῦν μέτοχος εἰμί. ἅτε οὐ νόῳ λαβών. ἀπειλέοντός τε τοῦ Περίανδρου τοῖσι δεξαμένοισι καὶ ἐξέργειν κελεύοντος· ἀπελαυνόμενος δ᾽ ἂν ἤιε ἐπ᾽ ἑτέρην τῶν ἑταίρων· οἳ δὲ ἅτε Περιάνδρου ἐόντα παῖδα καίπερ δειμαίνοντες ὅμως ἐδέκοντο. ἡλικίην ὃ μὲν ἑπτακαίδεκα ὁ δὲ ὀκτωκαίδεκα ἔτεα γεγονώς. συμφορὴν τοιήνδε οἱ ἄλλην συνέβη πρὸς τῇ γεγονυίῃ γενέσθαι. ἐξ ἧς ὑποψίην ἐς ἐμὲ ἔχεις. Περίανδρος δὲ οὐδεμίαν μηχανὴν ἔφη εἶναι μὴ οὔ σφι ἐκεῖνον ὑποθέσθαι τι. ἀπηλαύνετ᾽ ἂν καὶ ἀπὸ ταύτης. ἤλγησε ἀκούσας οὕτω ὥστε ἀπικόμενος ἐς τὴν Κόρινθον ἅτε φονέα τῆς μητρὸς τὸν πατέρα οὔτε προσεῖπε. [2] τούτων ὦν εἵνεκεν ἀπεμνησικάκεον τοῖσι Σαμίοισι οἱ Κορίνθιοι. . 51. τῇ ὁ ἐξελασθεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ παῖς δίαιταν ἐποιέετο. ἀλλὰ διακαρτερέων ἐν τῇσι στοῇσι ἐκαλινδέετο. τέλος δέ μιν περιθύμως ἔχων ὁ Περίανδρος ἐξελαύνει ἐκ τῶν οἰκίων. ἢ τὴν τυραννίδα καὶ τὰ ἀγαθὰ τὰ νῦν ἐγὼ ἔχω. οἳ δὲ οὐκ ἂν συνελάβοντο τοῦ στρατεύματος τοῦ ἐπὶ Σάμον ταύτης εἵνεκεν τῆς αἰτίης. ἵνα ἁρπάζοντες οἱ τῶν Κερκυραίων παῖδες ἔχοιεν τροφήν. ταῦτα τὸ νῦν ἔχων πρήσσεις. [2] Περίανδρος δὲ νόῳ λαβὼν [καὶ τοῦτο] καὶ μαλακὸν ἐνδιδόναι βουλόμενος οὐδέν. ἐλιπάρεέ τε ἱστορέων· ὁ δὲ ἀναμνησθεὶς εἶπε καὶ τοῦτο. [4] ἐς τοῦτο δὲ τόδε ἐγίνετο.
πολλοὶ δὲ ἤδη τὰ μητρώια διζήμενοι τὰ πατρώια ἀπέβαλον. [7] καταινέσαντος δὲ ἐπὶ τούτοισι τοῦ παιδός. δεξάμενοι δὲ τοὺς Λακεδαιμονίους ἐπ᾽ ὀλίγον χρόνον ἔφευγον ὀπίσω. ὁ δὲ γέρων τε ἤδη καὶ παρηβηκώς· μὴ δῷς τὰ σεωυτοῦ ἀγαθὰ ἄλλοισι„. 56. ὃς ξείνων πάντων μάλιστα ἐτίμα τε Σαμίους καί οἱ τῷ πατρὶ ἔφη Σάμιον τοὔνομα τεθῆναι. 53. ταύτην πρώτην στρατηίην ἐς τὴν Ἀσίην Λακεδαιμόνιοι Δωριέες ἐποιήσαντο. ἔστ᾽ ἂν πυνθάνηται περιεόντα τὸν πατέρα. κτείνουσι τὸν νεηνίσκον. ὅτι οἱ ὁ πατὴρ Ἀρχίης ἐν Σάμῳ ἀριστεύσας ἐτελεύτησε· τιμᾶν δὲ Σαμίους ἔφη. μαθόντες δὲ οἱ Κερκυραῖοι τούτων ἕκαστα. ἀπαλλάσσοντο ἐς Πελοπόννησον. ἵνα μή σφι Περίἀνδρός ἐς τὴν χώρην ἀπίκηται. πέμψας ἐς τὴν Κέρκυραν ἀπεκάλεε τὸν Λυκόφρονα ἐπὶ τὴν τυραννίδα· ἐν γὰρ δὴ τῷ πρεσβυτέρῳ τῶν παίδων οὔκων ἐνώρα. ἄπιθι ἐς τὰ οἰκία. τοὺς δὲ δεξαμένους οὕτω δὴ ἀπαλλάσσεσθαι. μετὰ δὲ αὐτοῦ βοηθήσαντος Πολυκράτεος χειρὶ πολλῇ ἀπηλάσθησαν. πολλοὶ δὲ αὐτῆς ἐρασταί εἰσι. διότι ταφῆναί οἱ τὸν πάππον δημοσίῃ ὑπὸ Σαμίων.μαθὼν δὲ ὁ Περίανδρος ὡς ἄπορόν τι τὸ κακὸν εἴη τοῦ παιδὸς καὶ ἀνίκητον. ὥς σφι τεσσεράκοντα ἐγεγόνεσαν ἡμέραι πολιορκέουσι Σάμον ἐς τὸ πρόσω τε οὐδὲν προεκόπτετο τῶν πρηγμάτων. [5] ἣ μὲν δὴ τὰ ἐπαγωγότατα διδαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ πατρὸς ἔλεγε πρὸς αὐτόν· ὁ δὲ ὑποκρινάμενος ἔφη οὐδαμὰ ἥξειν ἐς Κόρινθον. 54. [2] ὡς δὲ ὁ ματαιότερος λόγος ὅρμηται. 55. [6] ἀπαγγειλάσης δὲ ταύτης ταῦτα. παῦσαι σεωυτὸν ζημιῶν. Ἐπεὶ δὲ τοῦ χρόνου προβαίνοντος ὅ τε Περίανδρος παρηβήκεε καὶ συνεγινώσκετο ἑωυτῷ οὐκέτι εἶναι δυνατὸς τὰ πρήγματα ἐπορᾶν τε καὶ διέπειν. ἀντὶ τούτων μὲν Περίανδρος Κερκυραίους ἐτιμωρέετο. ἀλλά οἱ κατεφαίνετο εἶναι νωθέστερος. λέγεται Πολυκράτεα ἐπιχώριον νόμισμα κόψαντα πολλὸν μολύβδου καταχρυσώσαντα δοῦναί σφι. πολλοὶ τῶν δικαίων τὰ ἐπιεικέστερα προτιθεῖσι. τὸ τρίτον Περίανδρος κήρυκα πέμπει βουλόμενος αὐτὸς μὲν ἐς Κέρκυραν ἥκειν. [2] ὁ δὲ Λυκόφρων οὐδὲ ἀνακρίσιος ἠξίωσε τὸν φέροντα τὴν ἀγγελίην. μὴ τῷ κακῷ τὸ κακὸν ἰῶ. Λακεδαιμόνιοι δὲ στόλῳ μεγάλῳ ὡς ἀπίκοντο. [3] ἀπικομένης δὲ ταύτης καὶ λεγούσης. ὁ δὲ παῖς οἱ ἐς τὴν Κόρινθον. βούλεαι τήν τε τυραννίδα ἐς ἄλλους πεσεῖν καὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς διαφορηθέντα μᾶλλον ἢ αὐτός σφεα ἀπελθὼν ἔχειν. Λακεδαιμόνιοι δέ. [4] φιλοτιμίη κτῆμα σκαιόν. ἐπολιόρκεον Σάμον· προσβαλόντες δὲ πρὸς τὸ τεῖχος τοῦ μὲν πρὸς θαλάσσῃ ἑστεῶτος πύργου κατὰ τὸ προάστειον τῆς πόλιος ἐπέβησαν. . καὶ εἷλε μὲν τὴν Ἐπίδαυρον. αἱρέθη ἂν Σάμος· Ἀρχίης γὰρ καὶ Λυκώπης μοῦνοι συνεσπεσόντες φεύγουσι ἐς τὸ τεῖχος τοῖσι Σαμίοισι καὶ ἀποκληισθέντες τῆς ὀπίσω ὁδοῦ ἀπέθανον ἐν τῇ πόλι τῇ Σαμίων. τυραννὶς χρῆμα σφαλερόν. οἳ δὲ ἐπισπόμενοι ἔκτεινον. Εἰ μέν νυν οἱ παρεόντες Λακεδαιμονίων ὅμοιοι ἐγένοντο ταύτην τὴν ἡμέρην Ἀρχίῃ τε καὶ Λυκώπῃ. Περίανδρος δὲ περιεχόμενος τοῦ νεηνίεω δεύτερα ἀπέστειλε ἐπ᾽ αὐτὸν τὴν ἀδελφεήν. ἑωυτοῦ δὲ θυγατέρα. εἷλε δὲ αὐτὸν Προκλέα καὶ ἐζώγρησε. ἐξ ὀφθαλμῶν μιν ἀποπέμπεται στείλας πλοῖον ἐς Κέρκυραν· ἐπεκράτεε γὰρ καὶ ταύτης· [7] ἀποστείλας δὲ τοῦτον ὁ Περίανδρος ἐστρατεύετο ἐπὶ τὸν πενθερὸν Προκλέα ὡς τῶν παρεόντων οἱ πρηγμάτων ἐόντα αἰτιώτατον. ἐκεῖνον δὲ ἐκέλευε ἐς Κόρινθον ἀπικόμενον διάδοχον γίνεσθαι τῆς τυραννίδος. ὁ μὲν Περίανδρος ἐστέλλετο ἐς τὴν Κέρκυραν. [2] τρίτῳ δέ ἀπ᾽ Ἀρχίεω τούτου γεγονότι ἄλλῳ Ἀρχίῃ τῷ Σαμίου τοῦ Ἀρχίεω αὐτὸς ἐν Πιτάνῃ συνεγενόμην (δήμου γὰρ τούτου ἦν). δοκέων μιν μάλιστα ταύτῃ ἂν πείθεσθαι. [2] κατὰ δὲ τὸν ἐπάνω πύργον τὸν ἐπὶ τῆς ῥάχιος τοῦ ὄρεος ἐπεόντα ἐπεξῆλθον οἵ τε ἐπίκουροι καὶ αὐτῶν Σαμίων συχνοί. “ὦ παῖ.
ὄρεός τε ὑψηλοῦ ἐς πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ὀργυιάς. οἱ Σάμιοι τοὺς χώρους αὐτῶν ἐπόρθεον. καὶ ὡς ὀλίγοι εἴησαν οἱ ἐπιστάμενοι αὐτὸν Περσέων. ἐχρέωντο τῷ χρηστηρίῳ εἰ αὐτοῖσι τὰ παρεόντα ἀγαθὰ οἷά τε ἐστὶ πολλὸν χρόνον παραμένειν· ἡ δὲ Πυθίη ἔχρησέ σφι τάδε. [4] πυθόμενοι δὲ εὐθὺς ἧκον οἱ Σίφνιοι βοηθέοντες καὶ συμβαλόντες αὐτοῖσι ἑσσώθησαν. οὕτω ὥστε ἀπὸ τῆς δεκάτης τῶν γινομένων αὐτόθεν χρημάτων θησαυρὸς ἐν Δελφοῖσι ἀνάκειται ὅμοια τοῖσι πλουσιωτάτοισι· αὐτοὶ δὲ τὰ γινόμενα τῷ ἐνιαυτῷ ἑκάστῳ χρήματα διενέμοντο. 60. [3] ἀρχιτέκτων δὲ τοῦ ὀρύγματος τούτου ἐγένετο Μεγαρεὺς Εὐπαλῖνος Ναυστρόφου. ἦν οἱ ἀδελφεός. [3] ἀπικόμενοι ὦν οἱ ἄγγελοι ἐδέοντο τῶν Σιφνίων δέκα τάλαντά σφι χρῆσαι· οὐ φασκόντων δὲ χρήσειν τῶν Σιφνίων αὐτοῖσι. καὶ αὐτῶν πολλοὶ ἀπεκληίσθησαν τοῦ ἄστεος ὑπὸ τῶν Σαμίων. ἐπεὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι αὐτοὺς ἀπολιπεῖν ἔμελλον. 61. ἐπείτε γὰρ τάχιστα πρὸς τὴν Σίφνον προσῖσχον οἱ Σάμιοι. Τοῦτον τὸν χρησμὸν οὐκ οἷοί τε ἦσαν γνῶναι οὔτε τότε εὐθὺς οὔτε τῶν Σαμίων ἀπιγμένων. [4] ταῦτα δὲ ἐποίησαν ἔγκοτον ἔχοντες Σαμίοισι Αἰγινῆται· πρότεροι γὰρ Σάμιοι ἐπ᾽ Ἀμφικράτεος βασιλεύοντος ἐν Σάμῳ στρατευσάμενοι ἐπ᾽ Αἴγιναν μεγάλα κακὰ ἐποίησαν Αἰγινήτας καὶ ἔπαθον ὑπ᾽ ἐκείνων. τὸν ὁ Καμβύσης ἐόντα ἑωυτοῦ ἀδελφεὸν . [2] χρημάτων γὰρ ἐδέοντο. καὶ αὐτοὺς μετὰ ταῦτα ἑκατὸν τάλαντα ἔπρηξαν. ἔπεμπον τῶν νεῶν μίαν πρέσβεας ἄγουσαν ἐς τὴν πόλιν. καὶ τῶν νεῶν καπρίους ἐχουσέων τὰς πρῴρας ἠκρωτηρίασαν καὶ ἀνέθεσαν ἐς τὸ ἱρὸν τῆς Ἀθηναίης ἐν Αἰγίνῃ. καὶ νησιωτέων μάλιστα ἐπλούτεον. τούτων εἵνεκεν μᾶλλόν τι περὶ Σαμίων ἐμήκυνα. ἅτε ἐόντων αὐτοῖσι ἐν τῇ νήσῳ χρυσέων καὶ ἀργυρέων μετάλλων. τῶν τὸν ἕτερον καταλελοίπεε τῶν οἰκίων μελεδωνὸν ὁ Καμβύσης. τούτου ὄρυγμα κάτωθεν ἀρξάμενον. 59. ἡ μὲν αἰτίη αὕτη. τοῦτο μὲν δὴ ἓν τῶν τριῶν ἐστι. τρίπουν δὲ τὸ εὖρος. [2] ἔμειναν δ᾽ ἐν ταύτῃ καὶ εὐδαιμόνησαν ἐπ᾽ ἔτεα πέντε. Οἱ δ᾽ ἐπὶ τὸν Πολυκράτεα στρατευσάμενοι Σαμίων. [4] τρίτον δέ σφι ἐξέργασται νηὸς μέγιστος πάντων νηῶν τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· τοῦ ἀρχιτέκτων πρῶτος ἐγένετο ῾Ροῖκος Φιλέω ἐπιχώριος. βάθος καὶ εἴκοσι ὀργυιέων· μῆκος δὲ τοῦ χώματος μέζον δύο σταδίων. Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι ἐπανιστέαται ἄνδρες Μάγοι δύο ἀδελφεοί. φυλάξασθαι τὸν ξύλινον λόχον κελεύουσα καὶ κήρυκα ἐρυθρόν. οἰκὼς μάλιστα τὸ εἶδος Σμέρδι τῷ Κύρου. [2] πρὸς ταῦτα βουλεύσας τάδε ἐπεχείρησε τοῖσι βασιληίοισι. [3] ὅτε ὦν ἐποιεῦντο τὸν θησαυρόν. ὅτι σφι τρία ἐστὶ μέγιστα ἁπάντων Ἑλλήνων ἐξεργασμένα. οὗτος δὴ ὦν οἱ ἐπανέστη μαθών τε τὸν Σμέρδιος θάνατον ὡς κρύπτοιτο γενόμενος. [3] ἕκτῳ δὲ ἔτεϊ Αἰγινῆται αὐτοὺς ναυμαχίῃ νικήσαντες ἠνδραποδίσαντο μετὰ Κρητῶν. Παρὰ δὲ Ἑρμιονέων νῆσον ἀντὶ χρημάτων παρέλαβον Ὑδρέην τὴν ἐπὶ Πελοποννήσῳ καὶ αὐτὴν Τροιζηνίοισι παρακατέθεντο· αὐτοὶ δὲ Κυδωνίην τὴν ἐν Κρήτῃ ἔκτισαν. ὥστε τὰ ἱρὰ τὰ ἐν Κυδωνίῃ ἐόντα νῦν οὗτοι εἰσὶ οἱ ποιήσαντες [καὶ τὸν τῆς Δικτύνης νηόν]. 58. ἀμφίστομον. Ἐμήκυνα δὲ περὶ Σαμίων μᾶλλον. τὸν εἶπά οἱ συνεπαναστῆναι. δεύτερον δὲ περὶ λιμένα χῶμα ἐν θαλάσσῃ. οὐκ ἐπὶ τοῦτο πλέοντες ἀλλὰ Ζακυνθίους ἐξελῶντες ἐκ τῆς νήσου. τὰ δὲ τῶν Σιφνίων πρήγματα ἤκμαζε τοῦτον τὸν χρόνον.57. δι᾽ οὗ τὸ ὕδωρ ὀχετευόμενον διὰ τῶν σωλήνων παραγίνεται ἐς τὴν πόλιν ἀγόμενον ἀπὸ μεγάλης πηγῆς. οἱ δὲ πολλοὶ περιεόντα μιν εἰδείησαν. [2] τὸ δὲ παλαιὸν ἅπασαι αἱ νέες ἦσαν μιλτηλιφέες. [2] τὸ μὲν μῆκος τοῦ ὀρύγματος ἑπτὰ στάδιοι εἰσί. τὸ δὲ ὕψος καὶ εὖρος ὀκτὼ ἑκάτερον πόδες. διὰ παντὸς δὲ αὐτοῦ ἄλλο ὄρυγμα εἰκοσίπηχυ βάθος ὀρώρυκται. καὶ αὐτοὶ ἀπέπλεον ἐς Σίφνον. καὶ ἦν τοῦτο τὸ ἡ Πυθίη προηγόρευε τοῖσι Σιφνίοισι.
γυμνωθὲν δὲ τὸ ξίφος παίει τὸν μηρόν· τρωματισθεὶς δὲ κατὰ τοῦτο τῇ αὐτὸς πρότερον τὸν τῶν Αἰγυπτίων θεὸν Ἆπιν ἔπληξε. [4] εἰ μέν νυν οἱ τεθνεῶτες ἀνεστᾶσι. 64. οὕτω μοι διεπρήξαο τό τοι προσέθηκα πρῆγμα. συλλαβὼν δὲ τὸ θεοπρόπιον εἶπε “ἐνθαῦτα Καμβύσεα τὸν Κύρου ἐστὶ πεπρωμένον τελευτᾶν„. ἐξ ὅτευ βασιλεὺς Καμβύσης ἤλασε ἐς Αἴγυπτον. τόν τε ἔλιπες μελεδωνὸν τῶν οἰκίων. [3] τοῦτον τὸν ἄνδρα ἀναγνώσας ὁ Μάγος Πατιζείθης ὥς οἱ αὐτὸς πάντα διαπρήξει. αὐτίκα μεταδίωκτος γενόμενος ὁ κῆρυξ ἧκε· ἀπιγμένον δέ μιν εἴρετο ὁ Πρηξάσπης τάδε. “ὤνθρωπε. ἤρεσε γὰρ Καμβύσῃ. ὥς οἱ καιρίῃ ἔδοξε τετύφθαι. βλέψας ἐς τὸν Πρηξάσπεα εἶπε “Πρήξασπες. Ἐνθαῦτα ἀκούσαντα Καμβύσεα τὸ Σμέρδιος οὔνομα ἔτυψε ἡ ἀληθείη τῶν τε λόγων καὶ τοῦ ἐνυπνίου· ὃς ἐδόκεε ἐν τῷ ὕπνῳ ἀπαγγεῖλαι τινά οἱ ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ. οὗτος ταῦτα ἐνετείλατο. προσδέκεό τοι καὶ Ἀστυάγεα τὸν Μῆδον ἐπαναστήσεσθαι· εἰ δ᾽ ἔστι ὥσπερ πρὸ τοῦ. προηγόρευε στὰς ἐς μέσον τὰ ἐντεταλμένα ἐκ τοῦ Μάγου. ὦ βασιλεῦ· οἱ Μάγοι εἰσί τοι οἱ ἐπανεστεῶτες. Καμβύσης δὲ εἶπε “Πρήξασπες. κότερα αὐτός τοι Σμέρδις φαινόμενος ἐς ὄψιν ἐνετέλλετο ταῦτα ἢ τῶν τις ἐκείνου ὑπηρετέων„. ἀπέκλαιε Σμέρδιν· ἀποκλαύσας δὲ καὶ περιημεκτήσας τῇ ἁπάσῃ συμφορῇ ἀναθρώσκει ἐπὶ τὸν ἵππον. [5] καὶ δὴ ὡς τότε ἐπειρόμενος ἐπύθετο τῆς πόλιος τὸ οὔνομα. καὶ ὁ τούτου ἀδελφεὸς Σμέρδις„. ὃ μὲν δὴ ἐν τοῖσι Μηδικοῖσι Ἀγβατάνοισι ἐδόκεε τελευτήσειν γηραιός. ὅκως κοτὲ σοὶ Σμέρδις ἀδελφεὸς σὸς ἐπανέστηκε. οὐκ ἔστι ταῦτα ἀληθέα. Ταῦτα εἴπαντος Πρηξάσπεος. . σὺ μὲν οἷα ἀνὴρ ἀγαθὸς ποιήσας τὸ κελευόμενον αἰτίην ἐκπέφευγας· ἐμοὶ δὲ τίς ἂν εἴη Περσέων ὁ ἐπανεστεὼς ἐπιβατεύων τοῦ Σμέρδιος οὐνόματος. φὴς γὰρ ἥκειν παρὰ Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἄγγελος· νῦν ὦν εἴπας τὴν ἀληθείην ἄπιθι χαίρων. [2] ὅδὲ εἶπε “ἐγὼ Σμέρδιν μὲν τὸν Κύρου. [4] τῷ δὲ ἔτι πρότερον ἐκέχρηστο ἐκ Βουτοῦς πόλιος ἐν Ἀγβατάνοισι τελευτήσειν τὸν βίον. 62. [2] μαθὼν δὲ ὡς μάτην ἀπολωλεκὼς εἴη τὸν ἀδελφεόν. ἐν τοῖσί οἱ ἦν τὰ πάντα πρήγματα· τὸ δὲ χρηστήριον ἐν τοῖσι ἐν Συρίῃ Ἀγβατάνοισι ἔλεγε ἄρα. νῦν ὦν μοι δοκέει μεταδιώξαντας τὸν κήρυκα ἐξετάζειν εἰρωτεῦντας παρ᾽ ὅτευ ἥκων προαγορεύει ἡμῖν Σμέρδιος βασιλέος ἀκούειν„.ἀπέκτεινε· ἦν τε δὴ ὅμοιος εἶδος τῷ Σμέρδι καὶ δὴ καὶ οὔνομα τὠυτὸ εἶχε Σμέρδιν. εἴρετο ὁ Καμβύσης ὅ τι τῇ πόλι οὔνομα εἴη· οἳ δὲ εἶπαν ὅτι Ἀγβάτανα. [3] καί οἱ ἀναθρώσκοντι ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κολεοῦ τοῦ ξίφεος ὁ μύκης ἀποπίπτει. ποιήσας δὲ τοῦτο κήρυκας τῇ τε ἄλλῃ διέπεμπε καὶ δὴ καὶ ἐς Αἴγυπτον προερέοντα τῷ στρατῷ ὡς Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἀκουστέα εἴη τοῦ λοιποῦ ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεω. [3] ὃ μὲν δή σφι ἔλεγε οὐδὲν ἐπικατεψευσμένος.„ ὁ δὲ εἶπε [4] “ἐγώ μοι δοκέω συνιέναι τὸ γεγονὸς τοῦτο. εἷσε ἄγων ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον. εὕρισκε γὰρ Καμβύσεα καὶ τὸν στρατὸν ἐόντα τῆς Συρίης ἐν Ἀγβατάνοισι. ἐν νόῳ ἔχων τὴν ταχίστην ἐς Σοῦσα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὸν Μάγον. ἔθαψά μιν χερσὶ τῇσι ἐμεωυτοῦ. ποιήσας τὰ σύ με ἐκέλευες. οὐδὲ ὅκως τι ἐξ ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς νεῖκός τοι ἔσται ἢ μέγα ἢ σμικρόν· ἐγὼ γὰρ αὐτός. ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῦ Μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῦ τρώματος ἐσωφρόνησε. [2] Καμβύσης δὲ ἀκούσας ταῦτα ἐκ τοῦ κήρυκος καὶ ἐλπίσας μιν λέγειν ἀληθέα αὐτός τε προδεδόσθαι ἐκ Πρηξάσπεος (πεμφθέντα γὰρ αὐτὸν ὡς ἀποκτενέοντα Σμέρδιν οὐ ποιῆσαι ταῦτα). 63. Οἵ τε δὴ ὦν ἄλλοι κήρυκες προηγόρευον ταῦτα καὶ δὴ καὶ ὁ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ταχθείς. οὔκω ὄπωπα· ὁ δέ μοι Μάγος τὸν Καμβύσης ἐπίτροπον τῶν οἰκίων ἀπέδεξε. Πατιζείθης.„ [3] ὁ δὲ εἶπε “ὦ δέσποτα. φὰς Σμέρδιν τὸν Κύρου εἶναι τὸν ταῦτα ἐπιθέμενον εἶπαι πρὸς ὑμέας„. οὐ μή τί τοι ἔκ γε ἐκείνου νεώτερον ἀναβλάστῃ.
τὴν μηδαμὰ ὄφελον ἰδεῖν· ἐδόκεον δέ μοι ἄγγελον ἐλθόντα ἐξ οἴκου ἀγγέλλειν ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ. [3] Περσέων δὲ τοῖσι παρεοῦσι ἀπιστίη πολλὴ ὑπεκέχυτο τοὺς Μάγους ἔχειν τὰ πρήγματα. ἐγὼ δὲ ὁ μάταιος Πρηξάσπεα ἀποπέμπω ἐς Σοῦσα ἀποκτενέοντα Σμέρδιν. [7] καὶ ταῦτα μὲν ποιεῦσι ὑμῖν γῆ τε καρπὸν ἐκφέροι καὶ γυναῖκές τε καὶ ποῖμναι τίκτοιεν. ἐποίησα ταχύτερα ἢ σοφώτερα· ἐν τῇ γὰρ ἀνθρωπηίῃ φύσι οὐκ ἐνῆν ἄρα τὸ μέλλον γίνεσθαι ἀποτρέπειν. τόν τε ἔλιπον ἐπίτροπον τῶν οἰκίων καὶ ὁ ἐκείνου ἀδελφεὸς Σμέρδις. ἄπαιδα δὲ τὸ παράπαν ἐόντα ἔρσενος καὶ θήλεος γόνου. Πέρσαι δὲ ὡς τὸν βασιλέα εἶδον ἀνακλαύσαντα πάντες τά τε ἐσθῆτος ἐχόμενα εἶχον. 68. μῆνας ἑπτὰ τοὺς ἐπιλοίπους Καμβύσῃ ἐς τὰ ὀκτὼ ἔτεα τῆς πληρώσιος· [3] ἐν τοῖσι ἀπεδέξατο ἐς τοὺς ὑπηκόους πάντας εὐεργεσίας μεγάλας. καὶ πρὸς ἔτι τούτοισι τὸ τέλος Περσέων ἑκάστῳ ἐπιγενέσθαι οἷον ἐμοὶ ἐπιγέγονε„. τὸν μέν νυν μάλιστα χρῆν ἐμεῦ αἰσχρὰ πρὸς τῶν Μάγων πεπονθότος τιμωρέειν ἐμοί. [3] δείσας δὲ μὴ ἀπαιρεθέω τὴν ἀρχὴν πρὸς τοῦ ἀδελφεοῦ.65. [5] τὸ μὲν δὴ ἔργον ἐξέργασταί μοι. 67. “ὦ Πέρσαι. ἀλλ᾽ ἠπιστέατο ἐπὶ διαβολῇ εἰπεῖν Καμβύσεα τὰ εἶπε περὶ τοῦ Σμέρδιος θανάτου. βασιλεύσαντα μὲν τὰ πάντα ἑπτὰ ἔτεα καὶ πέντε μῆνας. ἀλλ᾽ εἴτε δόλῳ ἔχουσι αὐτὴν κτησάμενοι. ἀπήνεικε Καμβύσεα τὸν Κύρου. γένεϊ δὲ καὶ . Ὀτάνης ἦν Φαρνάσπεω μὲν παῖς. [2] ἐγὼ γὰρ ἐὼν ἐν Αἰγύπτῳ εἶδον ὄψιν ἐν τῷ ὕπνῳ. ἐπιβατεύων τοῦ ὁμωνύμου Σμέρδιος τοῦ Κύρου. οὗτος μὲν ἀνοσίῳ μόρῳ τετελεύτηκε ὑπὸ τῶν ἑωυτοῦ οἰκηιοτάτων· [6] τούτου δὲ μηκέτι ἐόντος. Τότε μὲν τοσαῦτα. [2] ὁ δὲ δὴ Μάγος τελευτήσαντος Καμβύσεω ἀδεῶς ἐβασίλευσε. ὀγδόῳ δὲ μηνὶ ἐγένετο κατάδηλος τρόπῳ τοιῷδε. ὥστε ἀποθανόντος αὐτοῦ πόθον ἔχειν πάντας τοὺς ἐν τῇ Ἀσίῃ πάρεξ αὐτῶν Περσέων. τὸ πάντων μάλιστα ἔκρυπτον πρηγμάτων. καταλελάβηκέ με. εἴτε καὶ σθένεϊ τεῷ κατεργασάμενοι. ἅμα τε εἴπας ταῦτα ὁ Καμβύσης ἀπέκλαιε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ πρῆξιν. καὶ Σμέρδιν τὸν Κύρου μηκέτι ὑμῖν ἐόντα λογίζεσθε· οἱ δὲ ὑμῖν Μάγοι κρατέουσι τῶν βασιληίων. ἵνα οἱ ἐκπολεμωθῇ πᾶν τὸ Περσικόν. διαπέμψας γὰρ ὁ Μάγος ἐς πᾶν ἔθνος τῶν ἦρχε προεῖπε ἀτελείην εἶναι στρατηίης καὶ φόρου ἐπ᾽ ἔτεα τρία. ἐξεργασθέντος δὲ κακοῦ τοσούτου ἀδεῶς διαιτώμην. δεύτερα τῶν λοιπῶν ὑμῖν ὦ Πέρσαι γίνεταί μοι ἀναγκαιότατον ἐντέλλεσθαι τὰ θέλω μοι γενέσθαι τελευτῶν τὸν βίον· καὶ δὴ ὑμῖν τάδε ἐπισκήπτω θεοὺς τοὺς βασιληίους ἐπικαλέων καὶ πᾶσι ὑμῖν καὶ μάλιστα Ἀχαιμενιδέων τοῖσι παρεοῦσι. 66. σθένεϊ κατὰ τὸ καρτερὸν ἀνασώσασθαι. [2] μετὰ δὲ ταῦτα ὡς ἐσφακέλισέ τε τὸ ὀστέον καὶ ὁ μηρὸς τάχιστα ἐσάπη. τοῦτο ἐς ὑμέας ἐκφῆναι. [4] παντὸς δὲ τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι ἁμαρτὼν ἀδελφεοκτόνος τε οὐδὲν δέον γέγονα καὶ τῆς βασιληίης οὐδὲν ἧσσον ἐστέρημαι· Σμέρδις γὰρ δὴ ἦν ὁ Μάγος τόν μοι ὁ δαίμων προέφαινε ἐν τῇ ὄψι ἐπαναστήσεσθαι. δόλῳ ἀπαιρεθῆναι ὑπὸ ὑμέων. Προεῖπε μὲν δὴ ταῦτα αὐτίκα ἐνιστάμενος ἐς τὴν ἀρχήν. οὐδαμὰ ἐπιλεξάμενος μή κοτέ τίς μοι Σμέρδιος ὑπαραιρημένου ἄλλος ἐπανασταίη ἀνθρώπων. Οὗτοι μέν νυν ἠπιστέατο Σμέρδιν τὸν Κύρου βασιλέα ἐνεστεῶτα· δεινῶς γὰρ καὶ ὁ Πρηξάσπης ἔξαρνος ἦν μὴ μὲν ἀποκτεῖναι Σμέρδιν· οὐ γὰρ ἦν οἱ ἀσφαλὲς Καμβύσεω τετελευτηκότος φάναι τὸν Κύρου υἱὸν ἀπολωλεκέναι αὐτοχειρίῃ. μὴ περιιδεῖν τὴν ἡγεμονίην αὖτις ἐς Μήδους περιελθοῦσαν. ταῦτα κατηρείκοντο καὶ οἰμωγῇ ἀφθόνῳ διεχρέωντο. ἐοῦσι ἐς τὸν ἅπαντα χρόνον ἐλευθέροισι· μὴ δὲ ἀνασωσαμένοισι τὴν ἀρχὴν μηδ᾽ ἐπιχειρήσασι ἀνασώζειν τὰ ἐναντία τούτοισι ἀρῶμαι ὑμῖν γενέσθαι. ἡμέρῃσι δὲ ὕστερον ὡς εἴκοσι μεταπεμψάμενος Περσέων τῶν παρεόντων τοὺς λογιμωτάτους ἔλεγέ σφι τάδε.
[2] “ὦ θύγατερ. ἄφασον αὐτοῦ τὰ ὦτα· καὶ ἢν μὲν φαίνηται ἔχων ὦτα. [4] ἣ δέ οἱ ἀντέπεμπε φαμένη οὐ γινώσκειν· οὔτε γὰρ τὸν Κύρου Σμέρδιν ἰδέσθαι οὐδαμὰ οὔτε ὅστις εἴη ὁ συνοικέων αὐτῇ εἰδέναι. [5] ἣ μὲν δὴ ὑπεδέξατο ταῦτα τῷ πατρὶ κατεργάσεσθαι. ποιέειν αὐτίκα μοι δοκέει καὶ μὴ ὑπερβάλλεσθαι· οὐ γὰρ . 69. τοῖσι ἓξ τῶν Περσέων ἔδοξε καὶ Δαρεῖον προσεταιρίσασθαι. Ἀκούοντι δὲ ταῦτα τῷ Ὀτάνῃ μᾶλλον κατεφαίνετο τὸ πρῆγμα. Ὀτάνης μέν νυν ἐσάγεται Ἰνταφρένεα. παρέλαβε τὴν βασιληίην. [3] νῦν ὦν ποίησον τάδε· ἐπεὰν σοὶ συνεύδῃ καὶ μάθῃς αὐτὸν κατυπνωμένον. ἐπείτε αὐτῆς μέρος ἐγίνετο τῆς ἀπίξιος παρὰ τὸν Μάγον (ἐν περιτροπῇ γὰρ δὴ αἱ γυναῖκες φοιτέουσι τοῖσι Πέρσῃσι). [4] ἀντιπέμπει πρὸς ταῦτα ἡ Φαιδύμη φαμένη κινδυνεύσειν μεγάλως. τῇδε συμβαλόμενος. ἐπεὶ ὦν οὗτος ἀπίκετο. Ἀσπαθίνης δὲ Ὑδάρνεα. 70. ἢν ποιέῃ ταῦτα· εἰ γὰρ δὴ μὴ τυγχάνει τὰ ὦτα ἔχων. ὅτι τε οὐκ ἐξεφοίτα ἐκ τῆς ἀκροπόλιος καὶ ὅτι οὐκ ἐκάλεε ἐς ὄψιν ἑωυτῷ οὐδένα τῶν λογίμων Περσέων· [3] ὑποπτεύσας δέ μιν ἐποίεε τάδε. ὑπνωμένου δὲ καρτερῶς τοῦ Μάγου ἤφασε τὰ ὦτα. εὖ εἰδέναι ὡς ἀιστώσει μιν· ὅμως μέντοι ποιήσειν ταῦτα. ἀλλὰ δοῦναι δίκην. ἔλεγέ σφι τάδε. μαθοῦσα δὲ οὐ χαλεπῶς ἀλλ᾽ εὐπετέως οὐκ ἔχοντα τὸν ἄνδρα ὦτα. σὺ δὲ τῷ Μάγῳ Σμέρδι„. ἀνενείκαντος δὲ τοῦ Ὀτάνεω τοὺς λόγους ἐδέξαντο. οὔτοι μιν σοί τε συγκοιμώμενον καὶ τὸ Περσέων κράτος ἔχοντα δεῖ χαίροντα ἀπαλλάσσειν. διέσπειρε ἡμέας ἄλλην ἄλλῃ τάξας„. ἀπηγήσατο πᾶν τὸ πρῆγμα· οἳ δὲ καὶ αὐτοὶ ἄρα ὑπώπτευον οὕτω τοῦτο ἔχειν. [6] ἡ ὦν δὴ Φαιδύμη αὕτη. ἀντιπέμπει πρὸς ταῦτα ἡ θυγάτηρ [5] “οὔτε Ἀτόσσῃ δύναμαι ἐς λόγους ἐλθεῖν οὔτε ἄλλην οὐδεμίαν ἰδέσθαι τῶν συγκατημενέων γυναικῶν. ὅστις κοτὲ ἐστί.χρήμασι ὅμοιος τῷ πρώτῳ Περσέων. ἡ τοῦ Ὀτάνεω θυγάτηρ. ἔπεμπε δεύτερα ὁ Ὀτάνης λέγων “εἰ μὴ αὐτὴ Σμέρδιν τὸν Κύρου γινώσκεις. [2] “ἐγὼ ταῦτα ἐδόκεον μὲν αὐτὸς μοῦνος ἐπίστασθαι. Συνελθόντες δὲ οὗτοι ἐόντες ἑπτὰ ἐδίδοσαν σφίσι πίστις καὶ λόγους. ὡς ἡμέρη τάχιστα ἐγεγόνεε. ἐπείτε δὲ συνήνεικε ὥστε καὶ ὑμέας εἰδέναι καὶ μὴ μοῦνον ἐμέ. ὅτι τε ὁ Μάγος εἴη ὁ βασιλεύων καὶ Σμέρδις ὁ Κύρου τετελεύτηκε· καὶ αὐτοῦ τούτου εἵνεκεν ἥκω σπουδῇ ὡς συστήσων ἐπὶ τῷ Μάγῳ θάνατον. τοῦ δὲ Μάγου τούτου τοῦ Σμέρδιος Κῦρος ὁ Καμβύσεω ἄρχων τὰ ὦτα ἀπέταμε ἐπ᾽ αἰτίῃ δή τινι οὐ σμικρῇ. [2] οὗτος ὁ Ὀτάνης πρῶτος ὑπώπτευσε τὸν Μάγον ὡς οὐκ εἴη ὁ Κύρου Σμέρδις ἀλλ᾽ ὅς περ ἦν. 71. εἰ γὰρ δὴ μή ἐστι ὁ Κύρου Σμέρδις ἀλλὰ τὸν καταδοκέω ἐγώ. Ὁ δὲ Ὀτάνης παραλαβὼν Ἀσπαθίνην καὶ Γοβρύην. πάντα ἐπιτελέουσα τὰ ὑπεδέξατο τῷ πατρί. τρίτην δὲ ἀγγελίην ἐσπέμπει παρ᾽ αὐτὴν λέγουσαν ταῦτα. εἴτε μετὰ Σμέρδιος τοῦ Κύρου εἴτε μετὰ ἄλλου τευ. [3] γεγονότων δὲ τούτων ἓξ παραγίνεται ἐς τὰ Σοῦσα Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος ἐκ Περσέων ἥκων· τούτων γὰρ δὴ ἦν οἱ ὁ πατὴρ ὕπαρχος. σὺ δὲ παρὰ Ἀτόσσης πύθευ ὅτεῳ τούτῳ συνοικέει αὐτή τε ἐκείνη καὶ σύ· πάντως γὰρ δή κου τόν γε ἑωυτῆς ἀδελφεὸν γινώσκει„. ἐλθοῦσα παρ᾽ αὐτὸν ηὗδε. [2] καὶ ἔδοξέ σφι ἕκαστον ἄνδρα Περσέων προσεταιρίσασθαι τοῦτον ὅτεῳ πιστεύει μάλιστα. Περσέων τε πρώτους ἐόντας καὶ ἑωυτῷ ἐπιτηδεοτάτους ἐς πίστιν. ἐπείτε δὲ ἐς Δαρεῖον ἀπίκετο γνώμην ἀποφαίνεσθαι. πέμπων δὴ ὦν ὁ Ὀτάνης παρὰ ταύτην τὴν θυγατέρα ἐπυνθάνετο παρ᾽ ὅτεῳ ἀνθρώπων κοιμῷτο. πέμψασα ἐσήμηνε τῷ πατρὶ τὰ γενόμενα. δεῖ σε γεγονυῖαν εὖ κίνδυνον ἀναλαβέσθαι τὸν ἂν ὁ πατὴρ ὑποδύνειν κελεύῃ. νόμιζε σεωυτὴν Σμέρδι τῷ Κύρου συνοικέειν. Γοβρύης δὲ Μεγάβυζον. ἔσχε αὐτοῦ Καμβύσης θυγατέρα. ἐπίλαμπτος δὲ ἀφάσσουσα ἔσται. ἢν δὲ μὴ ἔχων. ἐπείτε γὰρ τάχιστα οὗτος ὥνθρωπος. τῇ οὔνομα ἦν Φαιδύμη· τὴν αὐτὴν δὴ ταύτην εἶχε τότε ὁ Μάγος καὶ ταύτῃ τε συνοίκεε καὶ τῇσι ἄλλῃσι πάσῃσι τῇσι τοῦ Καμβύσεω γυναιξί.
ἔργον δὲ οὐδὲν ἀπ᾽ αὐτῶν λαμπρὸν γίνεται. [3] ὑποσχομένου δὲ τοῦ Πρηξάσπεος ποιήσειν ταῦτα. ἴθι ἐξηγέο αὐτὸς ὅτεῳ τρόπῳ πάριμεν ἐς τὰ βασιλήια καὶ ἐπιχειρήσομεν αὐτοῖσι. καὶ τούτου ὦτα οὐκ ἔχοντος. δεικνύσθω ἐνθαῦτα ἐὼν πολέμιος. ταῦτα εἶπε Γοβρύης. Λέγει πρὸς ταῦτα Ὀτάνης. [5] εἰ δὲ μηδὲν κερδήσεσθαι μέλλοιεν. ὁμοίως ἂν ὅ τε ἀληθιζόμενος ψευδὴς εἴη καὶ ὁ ψευδόμενος ἀληθής. καὶ διότι μοῦνος ἠπίστατο τὸν Σμέρδιος τοῦ Κύρου θάνατον αὐτοχειρίῃ μιν ἀπολέσας. “ἐπείτε ἡμέας συνταχύνειν ἀναγκάζεις καὶ ὑπερβάλλεσθαι οὐκ ἐᾷς. ὡς ἀνέπεισάν μιν οἱ Μάγοι. Λέγει Γοβρύης μετὰ ταῦτα “ἄνδρες φίλοι.„ ἀμείβεται Δαρεῖος τοῖσιδε. ὅτε γε ἀρχόμεθα μὲν ἐόντες Πέρσαι ὑπὸ Μήδου ἀνδρὸς Μάγου. [3] εἶπε πρὸς ταῦτα ὁ Ὀτάνης “ὦ παῖ Ὑστάσπεος. οὕτω οὐ ταὐτὰ ἀσκέοντες τὠυτοῦ περιεχόμεθα. εἶς τε πατρὸς ἀγαθοῦ καὶ ἐκφαίνειν ἔοικας σεωυτὸν ἐόντα τοῦ πατρὸς οὐδὲν ἥσσω· τὴν μέντοι ἐπιχείρησιν ταύτην μὴ οὕτω συντάχυνε ἀβούλως. πάντως κου μέμνησθε τὰ ἐπέσκηψε Πέρσῃσι τελευτῶν τὸν βίον μὴ πειρωμένοισι ἀνακτᾶσθαι τὴν ἀρχήν· τὰ τότε οὐκ ἐνεδεκόμεθα. φὰς ἄρτι τε ἥκειν ἐκ Περσέων καὶ βούλεσθαί τι ἔπος παρὰ τοῦ πατρὸς σημῆναι τῷ βασιλέι. καὶ ἔπειτα ὠσάμενοι ἔσω ἔργου ἐχώμεθα„. ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ σωφρονέστερον αὐτὴν λάμβανε· δεῖ γὰρ πλεῦνας γενομένους οὕτω ἐπιχειρέειν„. [4] λέγει πρὸς ταῦτα Δαρεῖος “ἄνδρες οἱ παρεόντες. ἡμῖν κότε κάλλιον παρέξει ἀνασώσασθαι τὴν ἀρχήν. [3] νῦν ὦν τίθεμαι ψῆφον πείθεσθαι Δαρείῳ καὶ μὴ διαλύεσθαι ἐκ τοῦ συλλόγου τοῦδε ἀλλ᾽ ἢ ἐπὶ τὸν Μάγον ἰθέως„. κεῖνον δ᾽ . ἀποθανεῖν. τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ἐξ Ὀτάνεω εἰ χρήσεσθε. πρὸς δ᾽ ἔτι ἐόντα ἐν αἴνῃ μεγίστῃ τὸν Πρηξάσπεα ἐν Πέρσῃσι. εἰ μὴ ἰδών. ἔργῳ δέ· ἄλλα δ᾽ ἐστὶ τὰ λόγῳ μὲν οἷά τε. οἳ δ᾽ ἀληθίζονται ἵνα τῇ ἀληθείῃ ἐπισπάσωνται κέρδος καί τι μᾶλλόν σφι ἐπιτράπηται. ὡς οὐκ ἄλλος φθὰς ἐμεῦ κατήγορος ἔσται. [2] ὅσοι τε ὑμέων Καμβύσῃ νοσέοντι παρεγένοντο. τὰ δέ κου καὶ δειμαίνων· τοῦτο δὲ ἔχω αὐτὸς σκῆψιν εὐπρεπεστάτην τῇ πάριμεν. ἀλλ᾽ ἐπὶ διαβολῇ ἐδοκέομεν εἰπεῖν Καμβύσεα. [2] τούτων δή μιν εἵνεκεν καλέσαντες φίλον προσεκτῶντο πίστι τε λαβόντες καὶ ὁρκίοισι. τοῦ γὰρ αὐτοῦ γλιχόμεθα οἵ τε ψευδόμενοι καὶ οἱ τῇ ἀληθείῃ διαχρεώμενοι. αὐτῷ οἱ ἄμεινον ἐς χρόνον ἔσται· ὃς δ᾽ ἂν ἀντιβαίνειν πειρᾶται. οἳ μέν γε ψεύδονται τότε ἐπεάν τι μέλλωσι τοῖσι ψεύδεσι πείσαντες κερδήσεσθαι. [4] ἔνθα γάρ τι δεῖ ψεῦδος λέγεσθαι. ἐγίνετο κατὰ συντυχίην τάδε. καὶ πάντες ταύτῃ αἴνεον. ὅτι τε ἐπεπόνθεε πρὸς Καμβύσεω ἀνάρσια. ἢ ποιέωμεν σήμερον ἢ ἴστε ὑμῖν ὅτι ἢν ὑπερπέσῃ ἡ νῦν ἡμέρη. φυλακὰς γὰρ δὴ διεστεώσας οἶδάς κου καὶ αὐτός. [2] “Ὀτάνη. ὑμεῖς δὲ ἴστε φυλακὰς τὰς κατεστεώσας ἐούσας οὐδὲν χαλεπὰς παρελθεῖν. ὅς οἱ τὸν παῖδα τοξεύσας ἀπολωλέκεε. τὰ μέν κου καταιδεόμενος ἡμέας. δεύτερα προσέφερον. λεγέσθω. ἰδίῃ περιβαλλόμενος ἑωυτῷ κέρδεα. αὐτοὶ μὲν φάμενοι Πέρσας πάντας συγκαλέειν ὑπὸ τὸ βασιλήιον τεῖχος. ἀλλά σφεα αὐτὸς ἐγὼ κατερέω πρὸς τὸν Μάγον„.ἄμεινον„. τοῖσι Μάγοισι ἔδοξε βουλευομένοισι Πρηξάσπεα φίλον προσθέσθαι. ὃς ἂν μέν νυν τῶν πυλουρῶν ἑκὼν παριῇ. 72. ὑπισχνεύμενοι τὰ πάντα οἱ μυρία δώσειν. ἐπίστασθε ὅτι ἀπολέεσθε κάκιστα· ἐξοίσει γάρ τις πρὸς τὸν Μάγον. [5] μάλιστα μέν νυν ὠφείλετε ἐπ᾽ ὑμέων αὐτῶν βαλλόμενοι ποιέειν ταῦτα· ἐπείτε δὲ ὑμῖν ἀναφέρειν ἐς πλεῦνας ἐδόκεε καὶ ἐμοὶ ὑπερέθεσθε. ἦ πολλά ἐστι τὰ λόγῳ μὲν οὐκ οἷά τε δηλῶσαι. ἀλλ᾽ ἀκούσας· τὰς τέῳ τρόπῳ περήσομεν. ἐπειδὴ ὥρα σπερχόμενον Δαρεῖον. [3] τοῦτο μὲν γὰρ ἡμέων ἐόντων τοιῶνδε οὐδεὶς ὅστις οὐ παρήσει. 74. ἦ μὲν ἕξειν παρ᾽ ἑωυτῷ μηδ᾽ ἐξοίσειν μηδενὶ ἀνθρώπων τὴν ἀπὸ σφέων ἀπάτην ἐς Πέρσας γεγονυῖαν. 73. Ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα ἐβουλεύοντο. ἢ εἴ γε μὴ οἷοί τε ἐσόμεθα αὐτὴν ἀναλαβεῖν.
τοὺς Μάγους δὲ βασιλεύειν. τῷ μὲν δὴ τὰ τόξα ἀναλαβόντι αὐτῶν. ἦν γὰρ δὴ θάλαμος ἐσέχων ἐς τὸν ἀνδρεῶνα. θέλων αὐτοῦ προσθεῖναι τὰς θύρας. παρίεσαν θείῃ πομπῇ χρεωμένους. προμηθεόμενος μὴ πλήξῃ τὸν Γοβρύην. οἳ δὲ ἀμφὶ τὸν Δαρεῖον αὐτίκα τε ἰέναι καὶ τὰ δεδογμένα ποιέειν μηδὲ ὑπερβάλλεσθαι. μετὰ δὲ ὡς ἐς τοῦτον κατέβη τελευτῶν ἔλεγε ὅσα ἀγαθὰ Κῦρος Πέρσας πεποιήκοι. [3] ὠθιζομένων δ᾽ αὐτῶν ἐφάνη ἰρήκων ἑπτὰ ζεύγεα δύο αἰγυπιῶν ζεύγεα διώκοντα καὶ τίλλοντά τε καὶ ἀμύσσοντα. καὶ δὴ ἔλεγε τὸν μὲν Κύρου Σμέρδιν ὡς αὐτὸς ὑπὸ Καμβύσεω ἀναγκαζόμενος ἀποκτείνειε. Οἱ δὲ δὴ ἑπτὰ τῶν Περσέων ὡς ἐβουλεύσαντο αὐτίκα ἐπιχειρέειν τοῖσι Μάγοισι καὶ μὴ ὑπερβάλλεσθαι. ἀνά τε ἔδραμον πάλιν ἀμφότεροι καὶ ὡς ἔμαθον τὸ ποιεύμενον πρὸς ἀλκὴν ἐτράποντο. καί οἱ συνεσπίπτουσι τῶν ἑπτὰ δύο. [2] ἐπείτε δὲ καὶ παρῆλθον ἐς τὴν αὐλήν. [4] ταῦτα δὲ οὕτω ἐνετέλλοντο ὡς πιστοτάτου δῆθεν ἐόντος αὐτοῦ ἐν Πέρσῃσι καὶ πολλάκις ἀποδεξαμένου γνώμην ὡς περιείη ὁ Κύρου Σμέρδις. ἐς τοῦτον καταφεύγει. Οἱ δὲ Μάγοι ἔτυχον ἀμφότεροι τηνικαῦτα ἐόντες τε ἔσω καὶ τὰ ἀπὸ Πρηξάσπεος γενόμενα ἐν βουλῇ ἔχοντες. ἀρξάμενος δὲ ἀπ᾽ Ἀχαιμένεος ἐγενεηλόγησε τὴν πατριὴν τὴν Κύρου. ἐν δὲ τῷ παρεόντι. οἳ μὲν ἀμφὶ τὸν Ὀτάνην πάγχυ κελεύοντες ὑπερβαλέσθαι μηδὲ οἰδεόντων τῶν πρηγμάτων ἐπιτίθεσθαι. ἦν χρηστὰ οὐδέν· ὁ δ᾽ ἕτερος τῇ αἰχμῇ ἠμύνετο καὶ τοῦτο μὲν Ἀσπαθίνην παίει ἐς τὸν μηρόν. ἀπῆκε ἑωυτὸν ἐπὶ κεφαλὴν φέρεσθαι ἀπὸ τοῦ πύργου κάτω. φάμενος πρότερον μὲν κρύπτειν (οὐ γάρ οἱ εἶναι ἀσφαλὲς λέγειν τὰ γενόμενα). τούτων μὲν ἑκὼν ἐπελήθετο. οὐδ᾽ ἐπειρώτα οὐδείς. ἀναγκαίην μιν καταλαμβάνειν φαίνειν. ἐνθαῦτα ἐκστάντες τῆς ὁδοῦ ἐδίδοσαν αὖτις σφίσι λόγους. Πρηξάσπης μέν νυν ἐὼν τὸν πάντα χρόνον ἀνὴρ δόκιμος οὕτω ἐτελεύτησε. 75. ἐόντων τε ἀγχοῦ τῶν πολεμίων καὶ προσκειμένων. 78. καὶ ἐξαρνησαμένου τὸν φόνον αὐτοῦ. [4] συμπλακέντος δὲ Γοβρύεω τῷ Μάγῳ ὁ Δαρεῖος ἐπεστεὼς ἠπόρεε οἷα ἐν σκότεϊ. ἐπείτε οἱ τὰ τόξα οὐδὲν χρηστὰ ἐγίνετο. Δαρεῖός τε καὶ Γοβρύης. [2] ἔν τε δὴ τῇ ὁδῷ μέσῃ στείχοντες ἐγίνοντο καὶ τὰ περὶ Πρηξάσπεα γεγονότα ἐπυνθάνοντο. αὐτοὶ δὲ ἤισαν δρόμῳ ἐς τὸν ἀνδρεῶνα. [2] διεξελθὼν δὲ ταῦτα ἐξέφαινε τὴν ἀληθείην. τοῦτο δὲ Ἰνταφρένεα ἐς τὸν ὀφθαλμόν· καὶ ἐστερήθη μὲν τοῦ ὀφθαλμοῦ ἐκ τοῦ τρώματος ὁ Ἰνταφρένης. οὐ μέντοι ἀπέθανέ γε. . ὁ δὲ πρὸς τὴν αἰχμὴν ἐτράπετο. Φαμένου δὲ καὶ ταῦτα ἑτοίμου εἶναι ποιέειν τοῦ Πρηξάσπεος. 77. [3] οἳ δὲ διακελευσάμενοι καὶ σπασάμενοι τὰ ἐγχειρίδια τούτους μὲν τοὺς ἴσχοντας αὐτοῦ ταύτῃ συγκεντέουσι. ὁ δὲ τῶν μὲν ἐκεῖνοι προσεδέοντο αὐτοῦ. 76. Ἐπιστᾶσι δὲ ἐπὶ τὰς πύλας ἐγίνετο οἷόν τι Δαρείῳ ἡ γνώμη ἔφερε· καταιδεόμενοι γὰρ οἱ φύλακοι ἄνδρας τοὺς Περσέων πρώτους καὶ οὐδὲν τοιοῦτο ὑποπτεύοντες ἐξ αὐτῶν ἔσεσθαι. [3] τῶν μὲν δὴ Μάγων οὕτερος τρωματίζει τούτους· ὁ δὲ ἕτερος. καὶ ἅμα ἱστορέοντες τούτους τοῖσι πυλουροῖσι ἀπείλεον ὅτι σφέας παρῆκαν. ἰδόντες δὲ ταῦτα οἱ ἑπτὰ τήν τε Δαρείου πάντες αἴνεον γνώμην καὶ ἔπειτα ἤισαν ἐπὶ τὰ βασιλήια τεθαρσηκότες τοῖσι ὄρνισι. ἐνθαῦτα δὴ συνέμισγον ἀλλήλοισι. ἐνέκυρσαν τοῖσι τὰς ἀγγελίας ἐσφέρουσι εὐνούχοισι· οἵ σφεας ἱστόρεον ὅ τι θέλοντες ἥκοιεν.ἐκέλευον ἀναβάντα ἐπὶ πύργον ἀγορεῦσαι ὡς ὑπὸ τοῦ Κύρου Σμέρδιος ἄρχονται καὶ ὑπ᾽ οὐδενὸς ἄλλου. ἐπεὶ ὦν εἶδον τοὺς εὐνούχους τεθορυβημένους τε καὶ βοῶντας. ἶσχόν τε βουλομένους τοὺς ἑπτὰ ἐς τὸ πρόσω παριέναι. τῶν περὶ Πρηξάσπεα πρηχθέντων εἰδότες οὐδέν. [2] ὃ μὲν δὴ αὐτῶν φθάνει τὰ τόξα κατελόμενος. [3] Πέρσῃσι δὲ πολλὰ ἐπαρησάμενος εἰ μὴ ἀνακτησαίατο ὀπίσω τὴν ἀρχὴν καὶ τοὺς Μάγους τισαίατο. ἤισαν εὐξάμενοι τοῖσι θεοῖσι. συγκαλέσαντες Πέρσας οἱ Μάγοι ἀνεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ πύργον καὶ ἀγορεύειν ἐκέλευον.
οἳ Πέρσῃσι κακὸν νοέουσι. χαίρει δὲ τοῖσι κακίστοισι τῶν ἀστῶν. [2] οἱ δὲ Πέρσαι μαθόντες τὸ γεγονὸς ἐκ τῶν ἑπτὰ καὶ τῶν Μάγων τὴν ἀπάτην. εἴδετε μὲν γὰρ τὴν Καμβύσεω ὕβριν ἐπ᾽ ὅσον ἐπεξῆλθε. ἣ κέκληται ὑπὸ Περσέων μαγοφόνια· ἐν τῇ Μάγον οὐδένα ἔξεστι φανῆναι ἐς τὸ φῶς. ἤν τε θεραπεύῃ τις κάρτα. τίθεμαι ὦν γνώμην μετέντας ἡμέας μουναρχίην τὸ πλῆθος ἀέξειν· ἐν γὰρ τῷ πολλῷ ἔνι τὰ πάντα„. 79. γινώσκων ποιέει. Ἀποκτείναντες δὲ τοὺς Μάγους καὶ ἀποταμόντες αὐτῶν τὰς κεφαλάς. ἡμεῖς δὲ ἀνδρῶν τῶν ἀρίστων ἐπιλέξαντες ὁμιλίην τούτοισι περιθέωμεν τὸ κράτος· ἐν γὰρ δὴ . [3] κῶς δ᾽ ἂν εἴη χρῆμα κατηρτημένον μουναρχίη. ὠθέει τε ἐμπεσὼν τὰ πρήγματα ἄνευ νόου. καὶ γὰρ ἂν τὸν ἄριστον ἀνδρῶν πάντων στάντα ἐς ταύτην ἐκτὸς τῶν ἐωθότων νοημάτων στήσειε. καὶ Πέρσας τοὺς ἄλλους ἐπεκαλέοντο ἐξηγεόμενοί τε τὸ πρῆγμα καὶ δεικνύοντες τὰς κεφαλάς. οὗτοι χράσθων. ὑπεύθυνον δὲ ἀρχὴν ἔχει. ἐγγίνεται μὲν γάρ οἱ ὕβρις ὑπὸ τῶν παρεόντων ἀγαθῶν. ἐδικαίευν καὶ αὐτοὶ ἕτερα τοιαῦτα ποιέειν. λελέχθω κἀμοὶ ταῦτα. Ὀτάνης μὲν δὴ ταύτην γνώμην ἐσέφερε· Μεγάβυζος δὲ ὀλιγαρχίῃ ἐκέλευε ἐπιτρέπειν. ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται. οὔτε γὰρ ἡδὺ οὔτε ἀγαθόν. καὶ ἐν αὐτῇ ὁρτὴν μεγάλην ἀνάγουσι. ἐβουλεύοντο οἱ ἐπαναστάντες τοῖσι Μάγοισι περὶ τῶν πάντων πρηγμάτων καὶ ἐλέχθησαν λόγοι ἄπιστοι μὲν ἐνίοισι Ἑλλήνων. καίτοι ἄνδρα γε τύραννον ἄφθονον ἔδει εἶναι. [2] καίτοι τυράννου ὕβριν φεύγοντας ἄνδρας ἐς δήμου ἀκολάστου ὕβριν πεσεῖν ἐστὶ οὐδαμῶς ἀνασχετόν. λέγων τάδε. Γοβρύης δὲ ἀμείβετο “ὤθεε τὸ ξίφος καὶ δι᾽ ἀμφοτέρων„. ἰσονομίην. ἔλιπον ἂν οὐδένα Μάγον. [2] Ὀτάνης μὲν ἐκέλευε ἐς μέσον Πέρσῃσι καταθεῖναι τὰ πρήγματα. δεύτερα δὲ τούτων τῶν ὁ μούναρχος ποιέει οὐδέν· πάλῳ μὲν ἀρχὰς ἄρχει. γνώμης τῆς ἀρίστης ἡμάρτηκε· ὁμίλου γὰρ ἀχρηίου οὐδέν ἐστι ἀξυνετώτερον οὐδὲ ὑβριστότερον. τῇ ἔξεστι ἀνευθύνῳ ποιέειν τὰ βούλεται. ἄχθεται ἅτε θωπί.[5] ὁρέων δέ μιν ἀργὸν ἐπεστεῶτα ὁ Γοβρύης εἴρετο ὅ τι οὐ χρᾶται τῇ χειρί· ὁ δὲ εἶπε “Προμηθεόμενος σέο. Δαρεῖος δὲ πειθόμενος ὦσέ τε τὸ ἐγχειρίδιον καὶ ἔτυχέ κως τοῦ Μάγου. Ἐπείτε δὲ κατέστη ὁ θόρυβος καὶ ἐκτὸς πέντε ἡμερέων ἐγένετο. διαβολὰς δὲ ἄριστος ἐνδέκεσθαι. ἀλλὰ κατ᾽ οἴκους ἑωυτοὺς οἱ Μάγοι ἔχουσι τὴν ἡμέρην ταύτην. μὴ πλήξω„. χειμάρρῳ ποταμῷ εἴκελος. τὸ δὲ ὑπεναντίον τούτου ἐς τοὺς πολιήτας πέφυκε· φθονέει γὰρ τοῖσι ἀρίστοισι περιεοῦσί τε καὶ ζώουσι. 80. τῷ δὲ οὐδὲ γινώσκειν ἔνι· κῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ᾽ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδὲν οἰκήιον. οἱ δὲ πέντε αὐτῶν ἔχοντες τῶν Μάγων τὰς κεφαλὰς ἔθεον βοῇ τε καὶ πατάγῳ χρεώμενοι. [3] δήμῳ μέν νυν. “τὰ μὲν Ὀτάνης εἶπε τυραννίδα παύων. λέγων τάδε. τοὺς μὲν τρωματίας ἑωυτῶν αὐτοῦ λείπουσι καὶ ἀδυνασίης εἵνεκεν καὶ φυλακῆς τῆς ἀκροπόλιος. [6] πλῆθος δὲ ἄρχον πρῶτα μὲν οὔνομα πάντων κάλλιστον ἔχει. [4] δύο δ᾽ ἔχων ταῦτα ἔχει πᾶσαν κακότητα· τὰ μὲν γὰρ ὕβρι κεκορημένος ἔρδει πολλὰ καὶ ἀτάσθαλα. σπασάμενοι δὲ τὰ ἐγχειρίδια ἔκτεινον ὅκου τινὰ Μάγον εὕρισκον· εἰ δὲ μὴ νὺξ ἐπελθοῦσα ἔσχε. καὶ ἅμα ἔκτεινον πάντα τινὰ τῶν Μάγων τὸν ἐν ποσὶ γινόμενον. 81. φθόνος δὲ ἀρχῆθεν ἐμφύεται ἀνθρώπῳ. [3] ταύτην τὴν ἡμέρην θεραπεύουσι Πέρσαι κοινῇ μάλιστα τῶν ἡμερέων. “ἐμοὶ δοκέει ἕνα μὲν ἡμέων μούναρχον μηκέτι γενέσθαι. [5] ἀναρμοστότατον δὲ πάντων· ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς. μετεσχήκατε δὲ καὶ τῆς τοῦ Μάγου ὕβριος. βουλεύματα δὲ πάντα ἐς τὸ κοινὸν ἀναφέρει. ἔχοντά γε πάντα τὰ ἀγαθά. ὃ μὲν γὰρ εἴ τι ποιέει. ἐλέχθησαν δ᾽ ὦν. τὰ δ᾽ ἐς τὸ πλῆθος ἄνωγε φέρειν τὸ κράτος. τὰ δὲ δὴ μέγιστα ἔρχομαι ἐρέων· νόμαιά τε κινέει πάτρια καὶ βιᾶται γυναῖκας κτείνει τε ἀκρίτους. τὰ δὲ φθόνῳ.
τοῦδε δὲ εἵνεκεν ἐβούλευσάν οἱ δίδοσθαι ταῦτα. καὶ ἐν τούτῳ δηλοῖ καὶ οὗτος ὡς ἡ μουναρχίη κράτιστον. [5] ἑνὶ δὲ ἔπεϊ πάντα συλλαβόντα εἰπεῖν. ἢ ἐπιτρεψάντων τῷ Περσέων πλήθεϊ τὸν ἂν ἐκεῖνο ἕληται. [3] τούτου εἴπαντος ταῦτα ὡς συνεχώρεον οἱ ἓξ ἐπὶ τούτοισι. [2] “ἄνδρες στασιῶται. Οἱ δὲ λοιποὶ τῶν ἑπτὰ ἐβουλεύοντο ὡς βασιλέα δικαιότατα στήσονται· καί σφι ἔδοξε Ὀτάνῃ μὲν καὶ τοῖσι ἀπὸ Ὀτάνεω αἰεὶ γινομένοισι. τὰ δὲ ἐς ὀλιγαρχίην οὐκ ὀρθῶς. γαμέειν δὲ μὴ ἐξεῖναι ἄλλοθεν τῷ βασιλέι ἢ ἐκ τῶν συνεπαναστάντων. τοῦτον ἔχειν τὴν βασιληίην. οὔτε αὐτὸς ἐγὼ οὔτε οἱ ἀπ᾽ ἐμεῦ αἰεὶ γινόμενοι„. ἐξαίρετα δίδοσθαι ἐσθῆτά τε Μηδικὴν ἔτεος ἑκάστου καὶ τὴν πᾶσαν δωρεὴν ἣ γίνεται ἐν Πέρσῃσι τιμιωτάτη. καὶ νῦν αὕτη ἡ οἰκίη διατελέει μούνη ἐλευθέρη ἐοῦσα Περσέων καὶ ἄρχεται τοσαῦτα ὅσα αὐτὴ θέλει. ἐκ δὲ τῶν στασίων φόνος· ἐκ δὲ τοῦ φόνου ἀπέβη ἐς μουναρχίην. πρὸς τοῦτον τὸν ἄνδρα. [3] ἐν δὲ ὀλιγαρχίῃ πολλοῖσι ἀρετὴν ἐπασκέουσι ἐς τὸ κοινὸν ἔχθεα ἴδια ἰσχυρὰ φιλέει ἐγγίνεσθαι· αὐτὸς γὰρ ἕκαστος βουλόμενος κορυφαῖος εἶναι γνώμῃσί τε νικᾶν ἐς ἔχθεα μεγάλα ἀλλήλοισι ἀπικνέονται. ἢν ἐς ἄλλον τινὰ τῶν ἑπτὰ ἔλθῃ ἡ βασιληίη. 84. Δαρείῳ δὲ ἦν ἱπποκόμος ἀνὴρ σοφός. ἐπείτε διελύθησαν. οὗτος μὲν δή σφι οὐκ ἐνηγωνίζετο ἀλλ᾽ ἐκ μέσου κατῆστο. νόμους οὐκ ὑπερβαίνουσα τοὺς Περσέων. χωρίς τε τούτου πατρίους νόμους μὴ λύειν ἔχοντας εὖ· οὐ γὰρ ἄμεινον„. [3] περὶ δὲ τῆς βασιληίης ἐβούλευσαν τοιόνδε· ὅτευ ἂν ὁ ἵππος ἡλίου ἐπανατέλλοντος πρῶτος φθέγξηται. σιγῷτό τε ἂν βουλεύματα ἐπὶ δυσμενέας ἄνδρας οὕτω μάλιστα. ἔχω τοίνυν γνώμην ἡμέας ἐλευθερωθέντας διὰ ἕνα ἄνδρα τὸ τοιοῦτο περιστέλλειν. ἢ ἄλλῃ τινὶ μηχανῇ. καὶ ἐν τούτῳ διέδεξε ὅσῳ ἐστὶ τοῦτο ἄριστον. ὅτι ἐβούλευσέ τε πρῶτος τὸ πρῆγμα καὶ συνέστησε αὐτούς. ἐπ᾽ ᾧ τε ὑπ᾽ οὐδενὸς ὑμέων ἄρξομαι. “Οἴβαρες. 82. λέγων “ἐμοὶ δὲ τὰ μὲν εἶπε Μεγάβυζος ἐς τὸ πλῆθος ἔχοντα δοκέει ὀρθῶς λέξαι. 83.τούτοισι καὶ αὐτοὶ ἐνεσόμεθα· ἀρίστων δὲ ἀνδρῶν οἰκὸς ἄριστα βουλεύματα γίνεσθαι„. πολλῷ τοῦτο προέχειν λέγω. θωμαζόμενος δὲ ἀν᾽ ὦν ἐφάνη μούναρχος ἐών. [2] ταῦτα μὲν δὴ Ὀτάνῃ ἐξαίρετα. νῦν ὦν εἴ τινα ἔχεις . ἐγὼ μέν νυν ὑμῖν οὐκ ἐναγωνιεῦμαι· οὔτε γὰρ ἄρχειν οὔτε ἄρχεσθαι ἐθέλω· ἐπὶ τούτῳ δὲ ὑπεξίσταμαι τῆς ἀρχῆς. δῆλα γὰρ δὴ ὅτι δεῖ ἕνα γε τινὰ ἡμέων βασιλέα γενέσθαι. τοῦτον ἔχειν τὴν βασιληίην. ἐξ ὧν στάσιες ἐγγίνονται. Γνῶμαι μὲν δὴ τρεῖς αὗται προεκέατο. ἢν μὴ τυγχάνῃ εὕδων μετὰ γυναικὸς βασιλεύς. δήμου τε ἀρίστου καὶ ὀλιγαρχίης καὶ μουνάρχου. ἤτοι κλήρῳ γε λαχόντα. τριῶν γὰρ προκειμένων καὶ πάντων τῷ λόγῳ ἀρίστων ἐόντων. ἔλεξε Δαρεῖος τάδε. 85. ἐν τῷ προαστείῳ αὐτῶν ἐπιβεβηκότων. Μεγάβυζος μὲν δὴ ταύτην γνώμην ἐσέφερε· τρίτος δὲ Δαρεῖος ἀπεδείκνυτο γνώμην. τάδε δὲ ἐς τὸ κοινὸν ἐβούλευσαν. τοῦτο δὲ τοιοῦτο γίνεται ἐς ὃ ἂν προστάς τις τοῦ δήμου τοὺς τοιούτους παύσῃ. τῷ οὔνομα ἦν Οἰβάρης. φιλίαι δὲ ἰσχυραί· οἱ γὰρ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῦσι. ἡμῖν δέδοκται περὶ τῆς βασιληίης ποιέειν κατὰ τάδε· ὅτευ ἂν ὁ ἵππος πρῶτος φθέγξηται ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι αὐτῶν ἐπαναβεβηκότων. [2] ἀνδρὸς γὰρ ἑνὸς τοῦ ἀρίστου οὐδὲν ἄμεινον ἂν φανείη· γνώμῃ γὰρ τοιαύτῃ χρεώμενος ἐπιτροπεύοι ἂν ἀμωμήτως τοῦ πλήθεος. παριέναι ἐς τὰ βασιλήια πάντα τὸν βουλόμενον τῶν ἑπτὰ ἄνευ ἐσαγγελέος. κότερα παρὰ τοῦ δήμου ἢ ὀλιγαρχίης ἢ μουνάρχου. οἱ δὲ τέσσερες τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν προσέθεντο ταύτῃ. ὡς δὲ ἑσσώθη τῇ γνώμῃ ὁ Ὀτάνης Πέρσῃσι ἰσονομίην σπεύδων ποιῆσαι. [4] δήμου τε αὖ ἄρχοντος ἀδύνατα μὴ οὐ κακότητα ἐγγίνεσθαι· κακότητος τοίνυν ἐγγινομένης ἐς τὰ κοινὰ ἔχθεα μὲν οὐκ ἐγγίνεται τοῖσι κακοῖσι. ἐκ δὲ αὐτῶν θωμάζεται οὗτος δὴ ὑπὸ τοῦ δήμου. ἔλεξε ἐς μέσον αὐτοῖσι τάδε. κόθεν ἡμῖν ἡ ἐλευθερίη ἐγένετο καὶ τεῦ δόντος.
τέλος δὲ ἐπῆκε ὀχεῦσαι τὸν ἵππον. οἳ δὲ τοιάδε (καὶ γὰρ ἐπ᾽ ἀμφότερα λέγεται ὑπὸ Περσέων). Κῦρος δὲ πατήρ. ὡς τῆς ἐπιούσης ἡμέρης ὁ ἀγὼν ἡμῖν ἐστί„. ὥρη μηχανᾶσθαι καὶ μὴ ἀναβάλλεσθαι. καί οἱ ἦσαν ἐν τῇ Ἀσίῃ πάντες κατήκοοι πλὴν Ἀραβίων. τῶν θηλέων ἵππων μίαν. ἐπέγραψε δὲ γράμματα λέγοντα τάδε· “Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος σύν τε τοῦ ἵππου τῇ ἀρετῇ„ τὸ οὔνομα λέγων “καὶ Οἰβάρεος τοῦ ἱπποκόμου ἐκτήσατο τὴν Περσέων βασιληίην„. [3] ἀκούσας ταῦτα ὁ Οἰβάρης ποιέει τοιόνδε· ὡς ἐγίνετο ἡ νύξ. τὴν ὁ Δαρείου ἵππος ἔστεργε μάλιστα. τὴν δὲ Ἀρτυστώνην παρθένον· [3] ἑτέρην δὲ Σμέρδιος τοῦ Κύρου θυγατέρα ἔγημε. ἀλλὰ ξεῖνοι ἐγένοντο παρέντες Καμβύσεα ἐπ᾽ Αἴγυπτον· ἀεκόντων γὰρ Ἀραβίων οὐκ ἂν ἐσβάλοιεν Πέρσαι ἐς Αἴγυπτον. ἐπιγενόμενα δὲ ταῦτα τῷ Δαρείῳ ἐτελέωσέ μιν ὥσπερ ἐκ συνθέτου τευ γενόμενα· οἳ δὲ καταθορόντες ἀπὸ τῶν ἵππων προσεκύνεον τὸν Δαρεῖον. [3] ἐπὶ γὰρ Κύρου ἄρχοντος καὶ αὖτις Καμβύσεω ἦν κατεστηκὸς οὐδὲν φόρου πέρι. τὸν Οἰβάρεα τοῦτον ἐξείραντα τὴν χεῖρα πρὸς τοῦ Δαρείου ἵππου τοὺς μυκτῆρας προσενεῖκαι. Ποιήσας δὲ ταῦτα ἐν Πέρσῃσι ἀρχὰς κατεστήσατο εἴκοσι. ἣ τὸν Μάγον κατάδηλον ἐποίησε· δυνάμιός τε πάντα οἱ ἐπιμπλέατο. 86. τὸ δὲ Βαβυλώνιον τάλαντον δύναται Εὐβοΐδας ὀκτὼ καὶ ἑβδομήκοντα μνέας. . Δαρεῖός τε δὴ ὁ Ὑστάσπεος βασιλεὺς ἀπεδέδεκτο. ὡς βασιλεὺς οὐδεὶς ἄλλος πρὸ σεῦ ἔσται· τοιαῦτα ἔχω φάρμακα„. πρῶτον μέν νυν τύπον ποιησάμενος λίθινον ἔστησε· ζῷον δέ οἱ ἐνῆν ἀνὴρ ἱππεύς. Κύρου μὲν δύο θυγατέρας Ἄτοσσάν τε καὶ Ἀρτυστώνην. ὃ μὲν ὅτι ἐκαπήλευε πάντα τὰ πρήγματα. ὡς τῆς ἵππου ταύτης τῶν ἄρθρων ἐπιψαύσας τῇ χειρὶ ἔχοι αὐτὴν κρύψας ἐν τῇσι ἀναξυρίσι· ὡς δὲ ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι ἀπίεσθαι μέλλειν τοὺς ἵππους. Ἅμ᾽ ἡμέρῃ δὲ διαφωσκούσῃ οἱ ἓξ κατὰ συνεθήκαντο παρῆσαν ἐπὶ τῶν ἵππων· διεξελαυνόντων δὲ κατὰ τὸ προάστειον. ταύτην ἀγαγὼν ἐς τὸ προάστειον κατέδησε καὶ ἐπήγαγε τὸν Δαρείου ἵππον. [2] ἀμείβεται Οἰβάρης τοῖσιδε. ὁ δὲ ὅτι ἤπιός τε καὶ ἀγαθά σφι πάντα ἐμηχανήσατο. τοῖσι μὲν αὐτῶν ἀργύριον ἀπαγινέουσι εἴρητο Βαβυλώνιον σταθμὸν τάλαντον ἀπαγινέειν. Καμβύσης δὲ δεσπότης.σοφίην. Ἀράβιοι δὲ οὐδαμὰ κατήκουσαν ἐπὶ δουλοσύνῃ Πέρσῃσι. καὶ τὰ μὲν πολλὰ περιῆγε ἀγχοῦ τῇ ἵππῳ ἐγχρίμπτων τῇ θηλέῃ. ἐνθαῦτα ὁ Δαρείου ἵππος προσδραμὼν ἐχρεμέτισε· [2] ἅμα δὲ τῷ ἵππῳ τοῦτο ποιήσαντι ἀστραπὴ ἐξ αἰθρίης καὶ βροντὴ ἐγένετο. λέγει Δαρεῖος “εἰ τοίνυν τι τοιοῦτον ἔχεις σόφισμα. τὰς αὐτοὶ καλέουσι σατραπηίας· καταστήσας δὲ τὰς ἀρχὰς καὶ ἄρχοντας ἐπιστήσας ἐτάξατο φόρους οἱ προσιέναι κατὰ ἔθνεά τε καὶ πρὸς τοῖσι ἔθνεσι τοὺς πλησιοχώρους προστάσσων. ὁ δὲ ὅτι χαλεπός τε ἦν καὶ ὀλίγωρος. καὶ ὑπερβαίνων τοὺς προσεχέας τὰ ἑκαστέρω ἄλλοισι ἄλλα ἔθνεα νέμων. [2] γάμους τε τοὺς πρώτους ἐγάμεε Πέρσῃσι ὁ Δαρεῖος. “εἰ μὲν δὴ ὦ δέσποτα ἐν τούτῳ τοι ἐστὶ ἢ βασιλέα εἶναι ἢ μή. τῇ οὔνομα ἦν Πάρμυς· ἔσχε δὲ καὶ τὴν τοῦ Ὀτάνεω θυγατέρα. 88. [2] ἀρχὰς δὲ καὶ φόρων πρόσοδον τὴν ἐπέτειον κατὰ τάδε διεῖλε. ἀλλὰ δῶρα ἀγίνεον. 89. 87. μηχανῶ ὡς ἂν ἡμεῖς σχῶμεν τοῦτο τὸ γέρας καὶ μὴ ἄλλος τις„. Οἳ μὲν δή φασι τὸν Οἰβάρεα ταῦτα μηχανήσασθαι. τοῖσι δὲ χρυσίον ἀπαγινέουσι Εὐβοϊκόν. τὴν μὲν Ἄτοσσαν προσυνοικήσασαν Καμβύσῃ τε τῷ ἀδελφεῷ καὶ αὖτις τῷ Μάγῳ. θάρσεε τούτου εἵνεκεν καὶ θυμὸν ἔχε ἀγαθόν. τὸν δὲ αἰσθόμενον φριμάξασθαί τε καὶ χρεμετίσαι. Κύρου τε καταστρεψαμένου καὶ ὕστερον αὖτις Καμβύσεω. ὡς κατὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἐγίνοντο ἵνα τῆς παροιχομένης νυκτὸς κατεδέδετο ἡ θήλεα ἵππος. διὰ δὲ ταύτην τὴν ἐπίταξιν τοῦ φόρου καὶ παραπλήσια ταύτῃ ἄλλα λέγουσι Πέρσαι ὡς Δαρεῖος μὲν ἦν κάπηλος.
[4] Σατταγύδαι δὲ καὶ Γανδάριοι καὶ Δαδίκαι τε καὶ Ἀπαρύται ἐς τὠυτὸ τεταγμένοι ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν τάλαντα προσέφερον· νομὸς δὲ οὗτος ἕβδομος. τὴν Ἀμφίλοχος ὁ Ἀμφιάρεω οἴκισε ἐπ᾽ οὔροισι τοῖσι Κιλίκων τε καὶ Σύρων. ἔστι δὲ ἐν τῷ νομῷ τούτῳ Φοινίκη τε πᾶσα καὶ Συρίη ἡ Παλαιστίνη καλεομένη καὶ Κύπρος· νομὸς πέμπτος οὗτος. Πάρθοι δὲ καὶ Χοράσμιοι καὶ Σόγδοι τε καὶ Ἄρειοι τριηκόσια τάλαντα· νομὸς ἕκτος καὶ δέκατος οὗτος. πλὴν μοίρης τῆς Ἀραβίων (ταῦτα γὰρ ἦν ἀτελέα). Ἀπὸ δὲ Ποσιδηίου πόλιος. πεντήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα φόρος ἦν. [2] Κάσπιοι δὲ καὶ Παυσίκαι καὶ Παντίμαθοί τε καὶ Δαρεῖται ἐς τὠυτὸ συμφέροντες διηκόσια τάλαντα ἀπαγίνεον· νομὸς ἑνδέκατος οὗτος. Ἀπὸ μὲν δὴ Ἰώνων καὶ Μαγνήτων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ καὶ Αἰολέων καὶ Καρῶν καὶ Λυκίων καὶ Μιλυέων καὶ Παμφύλων (εἷς γὰρ ἦν οἱ τεταγμένος οὗτος φόρος) προσήιε τετρακόσια τάλαντα ἀργυρίου. 94. . τὸ ἐγίνετο ἐκ τῶν ἰχθύων· [3] τούτου τε δὴ χωρὶς τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ [ἐπιμετρουμένου] σίτου προσήιε ἑπτακόσια τάλαντα· σίτου γὰρ δύο καὶ δέκα μυριάδας Περσέων τε τοῖσι ἐν τῷ Λευκῷ τείχεϊ τῷ ἐν Μέμφι κατοικημένοισι καταμετρέουσι καὶ τοῖσι τούτων ἐπικούροισι. 92. 93. τὰ δὲ τριηκόσια καὶ ἑξήκοντα Δαρείῳ ἐφοίτα· νομὸς τέταρτος οὗτος. Ματιηνοῖσι δὲ καὶ Σάσπειρσι καὶ Ἀλαροδίοισι διηκόσια ἐπετέτακτο τάλαντα· νομὸς ὄγδοος καὶ δέκατος οὗτος. καὶ τάλαντα ἀργυρίου πεντακόσια· τούτων δὲ τεσσεράκοντα καὶ ἑκατὸν ἐς τὴν φρουρέουσαν ἵππον τὴν Κιλικίην χώρην ἀναισιμοῦτο. Ἀπὸ Βαβυλῶνος δὲ καὶ τῆς λοιπῆς Ἀσσυρίης χίλιά οἱ προσήιε τάλαντα ἀργυρίου καὶ παῖδες ἐκτομίαι πεντακόσιοι· νομὸς εἴνατος οὗτος. ἀρξάμενος ἀπὸ ταύτης μέχρι Αἰγύπτου. [2] ἀπὸ δὲ Σαγαρτίων καὶ Σαραγγέων καὶ Θαμαναίων καὶ Οὐτίων καὶ Μύκων καὶ τῶν ἐν τῇσι νήσοισι οἰκεόντων τῶν ἐν τῇ Ἐρυθρῇ θαλάσσῃ. ἀπὸ τούτων πάντων ἑξακόσια τάλαντα ἐγίνετο φόρος· νομὸς τέταρτος καὶ δέκατος οὗτος. [2] ἀπ᾽ Αἰγύπτου δὲ καὶ Λιβύων τῶν προσεχέων Αἰγύπτῳ καὶ Κυρήνης τε καὶ Βάρκης (ἐς γὰρ τὸν Αἰγύπτιον νομὸν αὗται ἐκεκοσμέατο) ἑπτακόσια προσήιε τάλαντα. 91. νομὸς ἕκτος οὗτος. [3] ἀπὸ δὲ Κιλίκων ἵπποι τε λευκοὶ ἑξήκοντα καὶ τριηκόσιοι. ἀπὸ δὲ Ἀγβατάνων καὶ τῆς λοιπῆς Μηδικῆς καὶ Παρικανίων καὶ Ὀρθοκορυβαντίων πεντήκοντά τε καὶ τετρακόσια τάλαντα· νομὸς δέκατος οὗτος. ἀπὸ Πακτυϊκῆς δὲ καὶ Ἀρμενίων καὶ τῶν προσεχέων μέχρι τοῦ πόντου τοῦ Εὐξείνου τετρακόσια τάλαντα· νομὸς τρίτος καὶ δέκατος οὗτος. [2] Μόσχοισι δὲ καὶ Τιβαρηνοῖσι καὶ Μάκρωσι καὶ Μοσσυνοίκοισι καὶ Μαρσὶ τριηκόσια τάλαντα προείρητο· νομὸς εἴνατος καὶ δέκατος οὗτος. Παρικάνιοι δὲ καὶ Αἰθίοπες οἱ ἐκ τῆς Ἀσίης τετρακόσια τάλαντα ἀπαγίνεον· νομὸς ἕβδομος καὶ δέκατος οὗτος. Ἀπὸ Βακτριανῶν δὲ μέχρι Αἰγλῶν ἑξήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα φόρος ἦν· νομὸς δυωδέκατος οὗτος. ἀπὸ Σούσων δὲ καὶ τῆς ἄλλης Κισσίων χώρης τριηκόσια· νομὸς ὄγδοος οὗτος. ὁ μὲν δὴ πρῶτος οὗτός οἱ νομὸς κατεστήκεε. [2] ἀπὸ δὲ Ἑλλησποντίων τῶν ἐπὶ δεξιὰ ἐσπλέοντι καὶ Φρυγῶν καὶ Θρηίκων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ καὶ Παφλαγόνων καὶ Μαριανδυνῶν καὶ Συρίων ἑξήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα ἦν φόρος· νομὸς τρίτος οὗτος.90. Ἰνδῶν δὲ πλῆθός τε πολλῷ πλεῖστον ἐστὶ πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἀνθρώπων. καὶ φόρον ἀπαγίνεον πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους ἑξήκοντα καὶ τριηκόσια τάλαντα ψήγματος· νομὸς εἰκοστὸς οὗτος. [3] Σάκαι δὲ καὶ Κάσπιοι πεντήκοντα καὶ διηκόσια ἀπαγίνεον τάλαντα· νομὸς πέμπτος καὶ δέκατος οὗτος. πάρεξ τοῦ ἐκ τῆς Μοίριος λίμνης γινομένου ἀργυρίου. ἀπὸ δὲ Μυσῶν καὶ Λυδῶν καὶ Λασονίων καὶ Καβαλέων καὶ Ὑτεννέων πεντακόσια τάλαντα· δεύτερος νομὸς οὗτος. ἑκάστης ἡμέρης εἷς γινόμενος. ἐν τῇσι τοὺς ἀνασπάστους καλεομένους κατοικίζει βασιλεύς.
Τὸν δὲ χρυσὸν τοῦτον τὸν πολλὸν οἱ Ἰνδοί. νομαίοισι δὲ τοιοῖσιδε λέγονται χρᾶσθαι· ὃς ἂν κάμῃ τῶν ἀστῶν. οἰκήματα δὲ ἔκτηνται κατάγαια. τὸ ἐνθεῦτεν φορμοῦ τρόπον καταπλέξαντες ὡς θώρηκα ἐνδύνουσι. Οὗτος Δαρείῳ προσήιε φόρος ἀπὸ τῆς τε Ἀσίης καὶ τῆς Λιβύης ὀλιγαχόθεν. ἑκατὸν παῖδας καὶ ἑκατὸν παρθένους. πλήσας δὲ τὸ ἄγγος περιαιρέει τὸν κέραμον· ἐπεὰν δὲ δεηθῇ χρημάτων. οἱ δὲ οὐ συγγινωσκόμενοι ἀποκτείναντες κατευωχέονται. ταῦτα μὲν οὗτοι δῶρα πάρεξ τοῦ φόρου βασιλέι ἐκόμιζον. [2] τούτων ὦν πάντων συντιθεμένων τὸ πλῆθος Εὐβοϊκὰ τάλαντα συνελέγετο ἐς τὸν ἐπέτειον φόρον Δαρείῳ μύρια καὶ τετρακισχίλια καὶ πεντακόσια καὶ ἑξήκοντα· τὸ δ᾽ ἔτι τούτων ἔλασσον ἀπιεὶς οὐ λέγω. δῶρα δὲ ἀγίνεον· Αἰθίοπες οἱ πρόσουροι Αἰγύπτῳ. [4] οὗτοι μὲν δὴ τῶν Ἰνδῶν φορέουσι ἐσθῆτα φλοΐνην· ἐπεὰν ἐκ τοῦ ποταμοῦ φλοῦν ἀμήσωσι καὶ κόψωσι. [5] Ἀράβιοι δὲ χίλια τάλαντα ἀγίνεον λιβανωτοῦ ἀνὰ πᾶν ἔτος. καὶ οἳ μὲν αὐτῶν νομάδες εἰσὶ οἳ δὲ οὔ. [2] ἣ δὲ ἂν γυνὴ κάμῃ. προϊόντος μέντοι τοῦ χρόνου καὶ ἀπὸ νήσων προσήιε ἄλλος φόρος καὶ τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ μέχρι Θεσσαλίης οἰκημένων. φάμενοι αὐτὸν τηκόμενον τῇ νούσῳ τὰ κρέα σφίσι διαφθείρεσθαι· ὁ δὲ ἄπαρνος ἐστὶ μὴ μὲν νοσέειν. καλέονται δὲ Παδαῖοι. οὗτοι ὦν δῶρα τὰ ἐτάξαντο ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ διὰ πεντετηρίδος ἀγίνεον. ἤν τε γυνὴ ἤν τε ἀνήρ. τὸν γὰρ δὴ ἐς γῆρας ἀπικόμενον θύσαντες κατευωχέονται· ἐς δὲ τούτου λόγον οὐ πολλοί τινες αὐτῶν ἀπικνέονται· πρὸ γὰρ τοῦ τὸν ἐς νοῦσον πίπτοντα πάντα κτείνουσι. τὰ δὲ πρὸς βορέην ἄνεμον τοῦ Καυκάσιος Περσέων οὐδὲν ἔτι φροντίζει). 99. τὸ ψῆγμα εὑρίσκεται ἐὸν Εὐβοϊκῶν ταλάντων ὀγδώκοντα καὶ ἑξακοσίων καὶ τετρακισχιλίων. τρόπῳ τοιῷδε κτῶνται. 96. [2] οἵδε δὲ φόρον μὲν οὐδένα ἐτάχθησαν φέρειν. [4] Κόλχοι δὲ τὰ ἐτάξαντο ἐς τὴν δωρεὴν καὶ οἱ προσεχέες μέχρι Καυκάσιος ὄρεος (ἐς τοῦτο γὰρ τὸ ὄρος ὑπὸ Πέρσῃσι ἄρχεται. [2] ἔστι τῆς Ἰνδικῆς χώρης τὸ πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα ψάμμος· τῶν γὰρ ἡμεῖς ἴδμεν. ἀγινέουσι δὲ καὶ τὸ μέχρι ἐμεῦ. ἡ Περσὶς δὲ χώρη μούνη μοι οὐκ εἴρηται δασμοφόρος· ἀτελέα γὰρ Πέρσαι νέμονται χώρην. τῶν καὶ πέρι ἀτρεκές τι λέγεται. κατακόπτει τοσοῦτο ὅσου ἂν ἑκάστοτε δέηται. 98. τοὺς Καμβύσης ἐλαύνων ἐπὶ τοὺς μακροβίους Αἰθίοπας κατεστρέψατο. ὡσαύτως αἱ ἐπιχρεώμεναι μάλιστα γυναῖκες ταὐτὰ τοῖσι ἀνδράσι ποιεῦσι. τοὺς αἱρέουσι ἐκ πλοίων καλαμίνων ὁρμώμενοι· καλάμου δὲ ἓν γόνυ πλοῖον ἕκαστον ποιέεται. . πρῶτοι πρὸς ἠῶ καὶ ἡλίου ἀνατολὰς οἰκέουσι ἀνθρώπων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ Ἰνδοί· Ἰνδῶν γὰρ τὸ πρὸς τὴν ἠῶ ἐρημίη ἐστὶ διὰ τὴν ψάμμον. οἳ δὲ ἐν τοῖσι ἕλεσι οἰκέουσι τοῦ ποταμοῦ καὶ ἰχθύας σιτέονται ὠμούς. [2] τοῦτον τὸν φόρον θησαυρίζει βασιλεὺς τρόπῳ τοιῷδε· ἐς πίθους κεραμίνους τήξας καταχέει. 97. [3] ἔστι δὲ πολλὰ ἔθνεα Ἰνδῶν καὶ οὐκ ὁμόφωνα σφίσι. τὸν μὲν ἄνδρα ἄνδρες οἱ μάλιστά οἱ ὁμιλέοντες κτείνουσι. δύο χοίνικας ἀπύρου χρυσίου καὶ διηκοσίας φάλαγγας ἐβένου καὶ πέντε παῖδας Αἰθίοπας καὶ ἐλέφαντος ὀδόντας μεγάλους εἴκοσι. οἵ τε περί τε Νύσην τὴν ἱρὴν κατοίκηνται καὶ τῷ Διονύσῳ ἀνάγουσι τὰς ὁρτάς· [οὗτοι οἱ Αἰθίοπες καὶ οἱ πλησιόχωροι τούτοισι σπέρματι μὲν χρέωνται τῷ αὐτῷ τῷ καὶ οἱ Καλλαντίαι Ἰνδοί. ἀπ᾽ οὗ τὸ ψῆγμα τῷ βασιλέι τὸ εἰρημένον κομίζουσι. Ἄλλοι δὲ τῶν Ἰνδῶν πρὸς ἠῶ οἰκέοντες τούτων νομάδες εἰσὶ κρεῶν ἐδεσταὶ ὠμῶν.95.] [3] οὗτοι συναμφότεροι διὰ τρίτου ἔτεος ἀγίνεον. Τὸ μὲν δὴ ἀργύριον τὸ Βαβυλώνιον πρὸς τὸ Εὐβοϊκὸν συμβαλλόμενον τάλαντον γίνεται ὀγδώκοντα καὶ ὀκτακόσια καὶ εἰνακισχίλια τάλαντα· τὸ δὲ χρυσίον τρισκαιδεκαστάσιον λογιζόμενον. Αὗται μὲν ἀρχαί τε ἦσαν καὶ φόρων ἐπιτάξιες.
101. οὐδένα ἂν σφέων ἀποσώζεσθαι. οὕτω ὥστε. 105. ἐπιτηδεύσας ὅκως ἀπὸ τέκνων ὡς νεωτάτων ἀποσπάσας ζεύξει. Ἐπεὰν δὲ ἔλθωσι ἐς τὸν χῶρον οἱ Ἰνδοὶ ἔχοντες θυλάκια. εἰσὶ δὲ καὶ αὐτοὶ τὸ εἶδος ὁμοιότατοι· ἡ δὲ ψάμμος ἡ ἀναφερομένη ἐστὶ χρυσῖτις. [2] τοὺς μέν νυν ἔρσενας τῶν καμήλων. [3] μεσοῦσα δὲ ἡ ἡμέρη σχεδὸν παραπλησίως καίει τούς τε ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τοὺς Ἰνδούς. ἀποκλινομένης δὲ τῆς μεσαμβρίης γίνεταί σφι ὁ ἥλιος κατά περ τοῖσι ἄλλοισι ὁ ἑωθινός. Οἱ δὲ δὴ Ἰνδοὶ τρόπῳ τοιούτῳ καὶ ζεύξι τοιαύτῃ χρεώμενοι ἐλαύνουσι ἐπὶ τὸν χρυσὸν λελογισμένως ὅκως καυμάτων τῶν θερμοτάτων ἐόντων ἔσονται ἐν τῇ ἁρπαγῇ· ὑπὸ γὰρ τοῦ καύματος οἱ μύρμηκες ἀφανέες γίνονται ὑπὸ γῆν. οὐ κατά περ τοῖσι ἄλλοισι μεσαμβρίης. Ἑτέρων δὲ ἐστὶ Ἰνδῶν ὅδε ἄλλος τρόπος· οὔτε κτείνουσι οὐδὲν ἔμψυχον οὔτε τι σπείρουσι οὔτε οἰκίας νομίζουσι ἐκτῆσθαι ποιηφαγέουσί τε· καὶ αὐτοῖσι ἐστὶ ὅσον κέγχρος τὸ μέγαθος ἐν κάλυκι. τοιαύτην δὲ καὶ Αἰθίοπες ἀπίενται θορήν. καὶ τὸ ἀπὸ τούτου ἀπιὼν ἐπὶ μᾶλλον ψύχει. οὗτοι ὦν οἱ μύρμηκες ποιεύμενοι οἴκησιν ὑπὸ γῆν ἀναφορέουσι τὴν ψάμμον κατά περ οἱ ἐν τοῖσι Ἕλλησι μύρμηκες κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.100. οὗτοι μὲν τῶν Ἰνδῶν ἑκαστέρω τῶν Περσέων οἰκέουσι καὶ πρὸς νότου ἀνέμου. σειρηφόρον μὲν ἑκατέρωθεν ἔρσενα παρέλκειν. ὡς δὴ λέγεται ὑπὸ Περσέων. τοῦτο φράσω· κάμηλος ἐν τοῖσι ὀπισθίοισι σκέλεσι ἔχει τέσσερας μηροὺς καὶ γούνατα τέσσερα. ἐπισταμένοισι τοῖσι Ἕλλησι οὐ συγγράφω· τὸ δὲ μὴ ἐπιστέαται αὐτῆς. [2] ἡ γονὴ δὲ αὐτῶν. Ἄλλοι δὲ τῶν Ἰνδῶν Κασπατύρῳ τε πόλι καὶ τῇ Πακτυϊκῇ χώρῃ εἰσὶ πρόσουροι. ὃς δ᾽ ἂν ἐς νοῦσον αὐτῶν πέσῃ. οἳ Βακτρίοισι παραπλησίην ἔχουσι δίαιταν. ἐς ὃ ἐπὶ δυσμῇσι ἐὼν καὶ τὸ κάρτα ψύχει. τά τε αἰδοῖα διὰ τῶν ὀπισθίων σκελέων πρὸς τὴν οὐρὴν τετραμμένα. πρὸς ἄρκτου τε καὶ βορέω ἀνέμου κατοικημένοι τῶν ἄλλων Ἰνδῶν. καὶ τὸ χρῶμα φορέουσι ὅμοιον πάντες καὶ παραπλήσιον Αἰθίοψι. οὗτοι καὶ μαχιμώτατοι εἰσὶ Ἰνδῶν καὶ οἱ ἐπὶ τὸν χρυσὸν στελλόμενοι εἰσὶ οὗτοι· κατὰ γὰρ τοῦτο ἐστὶ ἐρημίη διὰ τὴν ψάμμον. τὴν ἀπίενται ἐς τὰς γυναῖκας. εἶναι δὲ ταχυτῆτα οὐδενὶ ἑτέρῳ ὅμοιον. οὐκ ὁμοῦ ἀμφοτέρους· τὰς δὲ θηλέας ἀναμιμνησκομένας τῶν ἔλιπον τέκνων . χωρὶς δὲ ἄχθεα δυνατώτεραι πολλὸν φέρειν. οὐ κατά περ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἐστὶ λευκή. ἀλλ᾽ ὑπερτείλας μέχρι οὗ ἀγορῆς διαλύσιος. Τὸ μὲν δὴ εἶδος ὁκοῖόν τι ἔχει ἡ κάμηλος. ἐλθὼν ἐς τὴν ἔρημον κεῖται· φροντίζει δὲ οὐδεὶς οὔτε ἀποθανόντος οὔτε κάμνοντος. καὶ Δαρείου βασιλέος οὐδαμὰ ὑπήκουσαν. τοῦτον δὲ τὸν χρόνον καίει πολλῷ μᾶλλον ἢ τῇ μεσαμβρίῃ τὴν Ἑλλάδα. [3] ἐπὶ δὴ ταύτην τὴν ψάμμον στέλλονται ἐς τὴν ἔρημον οἱ Ἰνδοί. εἶναι γὰρ ἥσσονας θέειν τῶν θηλέων. 104. αὐτόματον ἐκ τῆς γῆς γινόμενον. παραλύεσθαι ἐπελκομένους. τὸ συλλέγοντες αὐτῇ τῇ κάλυκι ἕψουσί τε καὶ σιτέονται. εἰ μὴ προλαμβάνειν τοὺς Ἰνδοὺς τῆς ὁδοῦ ἐν ᾧ τοὺς μύρμηκας συλλέγεσθαι. θήλεαν δὲ ἐς μέσον· ἐπὶ ταύτην δὴ αὐτὸς ἀναβαίνει. 102. [2] ἐν δὴ ὦν τῇ ἐρημίῃ ταύτῃ καὶ τῇ ψάμμῳ γίνονται μύρμηκες μεγάθεα ἔχοντες κυνῶν μὲν ἐλάσσονα ἀλωπέκων δὲ μέζονα· εἰσὶ γὰρ αὐτῶν καὶ παρὰ βασιλέι τῷ Περσέων ἐνθεῦτεν θηρευθέντες. μαθόντες διώκουσι. [2] θερμότατος δὲ ἐστὶ ὁ ἥλιος τούτοισι τοῖσι ἀνθρώποισι τὸ ἑωθινόν. ἐμπλήσαντες ταῦτα τῆς ψάμμου τὴν ταχίστην ἐλαύνουσι ὀπίσω· αὐτίκα γὰρ οἱ μύρμηκες ὀδμῇ. Μίξις δὲ τούτων τῶν Ἰνδῶν τῶν κατέλεξα πάντων ἐμφανής ἐστι κατά περ τῶν προβάτων. 103. οὕτω ὥστ᾽ ἐν ὕδατι λόγος αὐτούς ἐστι βρέχεσθαι τηνικαῦτα. ἀλλὰ μέλαινα κατά περ τὸ χρῶμα. αἱ γάρ σφι κάμηλοι ἵππων οὐκ ἥσσονες ἐς ταχυτῆτα εἰσί. ζευξάμενος ἕκαστος καμήλους τρεῖς.
οὗτοι οἵ περ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἐπιστρατεύονται. τὴν δὲ κασίην ὧδε. ἵνα μὴ ἐπιλίπῃ κατεσθιόμενα. φυλάσσουσι πλήθεϊ πολλοὶ περὶ δένδρον ἕκαστον. [2] ὁ μὲν δὴ ἔρσην ἀποθνήσκει τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ. Τὸν μὲν δὴ λιβανωτὸν τοῦτον οὕτω κτῶνται Ἀράβιοι. ὡς Πέρσαι φασί· ἄλλος δὲ σπανιώτερος ἐστι ἐν τῇ χώρῃ ὀρυσσόμενος. ὅτι ὁ λαγὸς ὑπὸ παντὸς θηρεύεται θηρίου καὶ ὄρνιθος καὶ ἀνθρώπου. ὁ δὲ καταφορεύμενος ὑπὸ ποταμῶν. ὀλιγόγονα. περὶ δὲ αὐτὴν καὶ ἐν αὐτῇ αὐλίζεταί κου θηρία πτερωτά. διαφαγόντα δὲ τὴν νηδὺν αὐτῆς οὕτω τὴν ἔκδυσιν ποιέεται. 110. ἀπιεμένου αὐτοῦ τὴν γονὴν ἡ θήλεα ἅπτεται τῆς δειρῆς. [3] τὰ δὲ δένδρεα τὰ ἄγρια αὐτόθι φέρει καρπὸν εἴρια καλλονῇ τε προφέροντα καὶ ἀρετῇ τῶν ἀπὸ τῶν ὀίων· καὶ ἐσθῆτι Ἰνδοὶ ἀπὸ τούτων τῶν δενδρέων χρέωνται. ὃ μὲν ὀρυσσόμενος. καὶ τὸ παράπαν λείπεται αὐτέων ὑγιὲς οὐδέν. Πρὸς δ᾽ αὖ μεσαμβρίης ἐσχάτη Ἀραβίη τῶν οἰκεομενέων χωρέων ἐστί. ὥσπερ καὶ οἰκός ἐστι. ἐπεὰν καταδήσωνται βύρσῃσι καὶ δέρμασι ἄλλοισι πᾶν τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπον πλὴν αὐτῶν τῶν ὀφθαλμῶν. ποικίλοι τὰ εἴδεα. τὴν ἐς Ἕλληνας Φοίνικες ἐξάγουσι· ταύτην θυμιῶντες λαμβάνουσι· τὰ γὰρ δένδρεα ταῦτα τὰ λιβανωτοφόρα ὄφιες ὑπόπτεροι. ἔρχονται ἐπὶ τὴν κασίην· ἣ δὲ ἐν λίμνῃ φύεται οὐ βαθέῃ. [2] καί κως τοῦ θείου ἡ προνοίη. ὁ δὲ ὥσπερ ἐσήμηνα ἁρπαζόμενος. 108. [3] οἱ δὲ ἄλλοι ὄφιες ἐόντες ἀνθρώπων οὐ δηλήμονες τίκτουσί τε ᾠὰ καὶ ἐκλέπουσι πολλόν τι χρῆμα τῶν τέκνων. ὅσα μὲν ψυχήν τε δειλὰ καὶ ἐδώδιμα. [2] τὸν μέν γε λιβανωτὸν συλλέγουσι τὴν στύρακα θυμιῶντες. καὶ ἐμφῦσα οὐκ ἀνιεῖ πρὶν ἂν διαφάγῃ. εἰ μὴ γίνεσθαι κατ᾽ αὐτοὺς οἷόν τι κατὰ τὰς ἐχίδνας ἠπιστάμην γίνεσθαι. ὡς πᾶσα ἂν γῆ ἐπίμπλατο τῶν ὀφίων τούτων. τετράποδά τε καὶ τὰ πετεινά. ταῦτα μὲν πάντα πολύγονα πεποίηκε. 109. πάρεξ τῶν ἵππων (οὗτοι δὲ ἑσσοῦνται ὑπὸ τῶν Μηδικῶν. [3] τοῦτο μέν. τὸ δὲ αἴτιον τούτου τόδε ἐστί· ἐπεὰν ὁ σκύμνος ἐν τῇ μητρὶ ἐὼν ἄρχηται διακινεόμενος. αἱ μέν νυν ἔχιδναι κατὰ πᾶσαν τὴν γῆν εἰσί. [4] τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτο ἐστί· ἡ δὲ δὴ λέαινα ἐὸν ἰσχυρότατον καὶ θρασύτατον ἅπαξ ἐν τῷ βίῳ τίκτει ἕν· τίκτουσα γὰρ συνεκβάλλει τῷ τέκνῳ τὰς μήτρας. 106. 107. οὐδενὶ δὲ ἄλλῳ ἀπελαύνονται ἀπὸ τῶν δενδρέων ἢ τῆς στύρακος τῷ καπνῷ. ὥσπερ ὀλίγῳ πρότερον εἴρηκα· ἐν ταύτῃ τοῦτο μὲν τὰ ἔμψυχα. πολλῷ μέζω ἢ ἐν τοῖσι ἄλλοισι χωρίοισι ἐστί. Ὣς δὲ καὶ οἱ ἔχιδναί τε καὶ οἱ ἐν Ἀραβίοισι ὑπόπτεροι ὄφιες εἰ ἐγίνοντο ὡς ἡ φύσις αὐτοῖσι ὑπάρχει. Αἱ δ᾽ ἐσχατιαί κως τῆς οἰκεομένης τὰ κάλλιστα ἔλαχον. αὐξόμενός τε δὴ πολλῷ μᾶλλον ἐσικνέεται καταγράφων· πέλας τε δὴ ὁ τόκος ἐστί. ἐν δὲ ταύτῃ λιβανωτός τε ἐστὶ μούνῃ χωρέων πασέων φυόμενος καὶ σμύρνη καὶ κασίη καὶ κινάμωμον καὶ λήδανον. τὸ δὲ ἄρτι ἐν τῇσι μήτρῃσι πλάσσεται. τὸν μὲν δὴ πλέω τοῦ χρυσοῦ οὕτω οἱ Ἰνδοὶ κτῶνται. ἡ δὲ θήλεα τίσιν τοιήνδε ἀποτίνει τῷ ἔρσενι· τῷ γονέι τιμωρέοντα ἔτι ἐν τῇ γαστρὶ ἐόντα τὰ τέκνα διεσθίει τὴν μητέρα. τὸ δὲ ἀναιρέεται. μικροὶ τὰ μεγάθεα. οὕτω δή τι πολύγονον ἐστί· ἐπικυΐσκεται μοῦνον πάντων θηρίων. [2] τοῦτο μὲν γὰρ πρὸς τὴν ἠῶ ἐσχάτη τῶν οἰκεομενέων ἡ Ἰνδική ἐστι. ὁ δὲ ἔχων ὄνυχας θηρίων πολλὸν πάντων ὀξυτάτους ἀμύσσει τὰς μήτρας. ταῦτα πάντα πλὴν τῆς σμύρνης δυσπετέως κτῶνται οἱ Ἀράβιοι. οἱ δὲ ὑπόπτεροι ὄφιες ἀθρόοι εἰσὶ ἐν τῇ Ἀραβίῃ καὶ οὐδαμῇ ἄλλῃ· κατὰ τοῦτο δοκέουσι πολλοὶ εἶναι. Νησαίων δὲ καλευμένων ἵππων). ἐοῦσα σοφή. κατά περ ἡ Ἑλλὰς τὰς ὥρας πολλόν τι κάλλιστα κεκρημένας ἔλαχε. οὐκ ἂν ἦν βιώσιμα ἀνθρώποισι· νῦν δ᾽ ἐπεὰν θορνύωνται κατὰ ζεύγεα καὶ ἐν αὐτῇ ᾖ ὁ ἔρσην τῇ ἐκποιήσι. τῇσι νυκτερίσι . καὶ τὸ μὲν δασὺ τῶν τέκνων ἐν τῇ γαστρὶ τὸ δὲ ψιλόν.ἐνδιδόναι μαλακὸν οὐδέν. ὅσα δὲ σχέτλια καὶ ἀνιηρά. Λέγουσι δὲ καὶ τόδε Ἀράβιοι. τοῦτο δὲ χρυσὸς ἄπλετος αὐτόθι ἐστί.
τὰς εἴ τις ἐπείη σφι ἐπέλκειν. οὕτω μὲν τὸ κινάμωμον συλλεγόμενον ἐκ τούτων ἀπικνέεσθαι ἐς τὰς ἄλλας χώρας. ὅκου μὲν γὰρ γίνεται καὶ ἥτις μιν γῆ ἡ τρέφουσα ἐστί. οὐκ ἔχουσι εἰπεῖν. τοῦτο μελετῶν. Τὸ δὲ δὴ λήδανον. χρήσιμον δ᾽ ἐς πολλὰ τῶν μύρων ἐστί. 116. [2] πείθομαι δὲ οὐδὲ τοῦτο ὅκως μουνόφθαλμοι ἄνδρες φύονται. ὑπὸ ποιητέω δὲ τινὸς ποιηθέν· τοῦτο δὲ οὐδενὸς αὐτόπτεω γενομένου δύναμαι ἀκοῦσαι. ἀπόζει δὲ τῆς χώρης τῆς Ἀραβίης θεσπέσιον ὡς ἡδύ. 114. οὔτε νήσους οἶδα Κασσιτερίδας ἐούσας. φύσιν ἔχοντες τὴν ἄλλην ὁμοίην τοῖσι ἄλλοισι ἀνθρώποισι· [3] αἱ δὲ ὦν ἐσχατιαὶ οἴκασι. Αὗται μέν νυν ἔν τε τῇ Ἀσίῃ ἐσχατιαί εἰσι καὶ ἐν τῇ Λιβύῃ. ἔνθα πρόσβασιν ἀνθρώπῳ οὐδεμίαν εἶναι. καὶ τέτριγε δεινόν. Πρὸς δὲ ἄρκτου τῆς Εὐρώπης πολλῷ τι πλεῖστος χρυσὸς φαίνεται ἐών· ὅκως μὲν γινόμενος. ἐκ τῶν ὁ κασσίτερος ἡμῖν φοιτᾷ. ὅκως θάλασσα ἐστὶ τὰ ἐπέκεινα Εὐρώπης. τὰς δὲ οὐ δυναμένας ἴσχειν καταρρήγνυσθαι ἐπὶ γῆν. δύο δὲ γένεα ὀίων σφι ἐστὶ θώματος ἄξια. 111. Τὸ δὲ δὴ κινάμωμον ἔτι τούτων θωμαστότερον συλλέγουσι. τὰ οὐδαμόθι ἑτέρωθι ἐστί. Τοσαῦτα μὲν θυωμάτων πέρι εἰρήσθω. τριῶν πηχέων οὐκ ἐλάσσονας. Ἔστι δὲ πεδίον ἐν τῇ Ἀσίῃ περικεκληιμένον ὄρεϊ πάντοθεν. ἑνὸς ἑκάστου κτήνεος τὴν οὐρὴν ἐπὶ ἁμαξίδα ἑκάστην καταδέοντες. οὐκ ἔχω οὐδὲ τοῦτο ἀτρεκέως εἶπαι. καί σφεα θέντας ἀγχοῦ τῶν νεοσσιέων ἀπαλλάσσεσθαι ἑκὰς αὐτέων· τὰς δὲ ὄρνιθας καταπετομένας τὰ μέλεα τῶν ὑποζυγίων ἀναφορέειν ἐπὶ τὰς νεοσσιάς. διασφάγες δὲ τοῦ ὄρεος εἰσὶ πέντε. Ἀποκλινομένης δὲ μεσαμβρίης παρήκει πρὸς δύνοντα ἥλιον ἡ Αἰθιοπίη χώρη ἐσχάτη τῶν οἰκεομενέων· αὕτη δὲ χρυσόν τε φέρει πολλὸν καὶ ἐλέφαντας ἀμφιλαφέας καὶ δένδρεα πάντα ἄγρια καὶ ἔβενον καὶ ἄνδρας μεγίστους καὶ καλλίστους καὶ μακροβιωτάτους. ἕλκεα ἂν ἔχοιεν ἀνατριβομενέων πρὸς τῇ γῇ τῶν οὐρέων· [2] νῦν δ᾽ ἅπας τις τῶν ποιμένων ἐπίσταται ξυλουργέειν ἐς τοσοῦτο· ἁμαξίδας γὰρ ποιεῦντες ὑποδέουσι αὐτὰς τῇσι οὐρῇσι. τὸ δὲ ἕτερον γένος τῶν ὀίων τὰς οὐρὰς πλατέας φορέουσι καὶ ἐπὶ πῆχυν πλάτος.προσείκελα μάλιστα. 117. περὶ δὲ τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ τῶν πρὸς ἑσπέρην ἐσχατιέων ἔχω μὲν οὐκ ἀτρεκέως λέγειν· οὔτε γὰρ ἔγωγε ἐνδέκομαι Ἠριδανὸν καλέεσθαι πρὸς βαρβάρων ποταμὸν ἐκδιδόντα ἐς θάλασσαν τὴν πρὸς βορέην ἄνεμον. ἀπ᾽ ὅτευ τὸ ἤλεκτρον φοιτᾶν λόγος ἐστί. λέγεται δὲ ὑπὲκ τῶν γρυπῶν ἁρπάζειν Ἀριμασποὺς ἄνδρας μουνοφθάλμους. [3] πρὸς ὦν δὴ ταῦτα τοὺς Ἀραβίους σοφίζεσθαι τάδε· βοῶν τε καὶ ὄνων τῶν ἀπογινομένων καὶ τῶν ἄλλων ὑποζυγίων τὰ μέλεα διαταμόντας ὡς μέγιστα κομίζειν ἐς ταῦτα τὰ χωρία. [2] τοῦτο μὲν γὰρ ὁ Ἠριδανὸς αὐτὸ κατηγορέει τὸ οὔνομα ὡς ἔστι Ἑλληνικὸν καὶ οὐ βάρβαρον. περικληίουσαι τὴν ἄλλην χώρην καὶ ἐντὸς ἀπέργουσαι. 115. 113. τὸ καλέουσι Ἀράβιοι λάδανον. τοῦτο τὸ πεδίον ἦν μὲν κοτὲ Χορασμίων. τὸ μὲν αὐτῶν ἕτερον ἔχει τὰς οὐρὰς μακράς. φορέειν δὲ τὰς ὄρνιθας ἐς νεοσσιὰς προσπεπλασμένας ἐκ πηλοῦ πρὸς ἀποκρήμνοισι ὄρεσι. θυμιῶσί τε μάλιστα τοῦτο Ἀράβιοι. πλὴν ὅτι λόγῳ οἰκότι χρεώμενοι ἐν τοῖσιδε χωρίοισι φασὶ τινὲς αὐτὸ φύεσθαι ἐν τοῖσι ὁ Διόνυσος ἐτράφη· [2] ὄρνιθας δὲ λέγουσι μεγάλας φορέειν ταῦτα τὰ κάρφεα τὰ ἡμεῖς ἀπὸ Φοινίκων μαθόντες κινάμωμον καλέομεν. 112. . τὰ κάλλιστα δοκέοντα ἡμῖν εἶναι καὶ σπανιώτατα ἔχειν αὗται. ἐξ ἐσχάτης δ᾽ ὦν ὁ κασσίτερος ἡμῖν φοιτᾷ καὶ τὸ ἤλεκτρον. καὶ ἐς ἀλκὴν ἄλκιμα· τὰ δεῖ ἀπαμυνομένους ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν οὕτω δρέπειν τὴν κασίην. τοὺς δὲ ἐπιόντας συλλέγειν. ἔτι τούτου θωμασιώτερον γίνεται· ἐν γὰρ δυσοδμοτάτῳ γινόμενον εὐωδέστατον ἐστί· τῶν γὰρ αἰγῶν τῶν τράγων ἐν τοῖσι πώγωσι εὑρίσκεται ἐγγινόμενον οἷον γλοιὸς ἀπὸ τῆς ὕλης. ἐν οὔροισι ἐὸν Χορασμίων τε αὐτῶν καὶ Ὑρκανίων καὶ Πάρθων καὶ Σαραγγέων καὶ Θαμαναίων.
ὁ δὲ πυλουρὸς καὶ ὁ ἀγγελιηφόρος οὐ περιώρων. [5] πυθόμενος δὲ Δαρεῖος ταῦτα καὶ θωμάσας τὸν λόγον. [5] ἐπεὰν ὦν μηδέν σφι παραδιδῶται τοῦ ὕδατος.ἐπείτε δὲ Πέρσαι ἔχουσι τὸ κράτος. [2] ἐπείτε δὲ ἐξέμαθε ὡς οὐ σὺν κείνοισι εἴη ταῦτα πεποιηκώς. τίνα ἔχουσα γνώμην. ἢν μὴ γυναικὶ τυγχάνῃ μισγόμενος βασιλεύς. εἰ συνέπαινοι εἰσὶ τῷ πεποιημένῳ. τοὺς δὲ ἄλλους ἀπέκτεινε πάντας. ὁ δὲ βασιλεὺς τοῖσι δεομένοισι αὐτῶν μάλιστα ἐντέλλεται ἀνοίγειν τὰς πύλας τὰς ἐς τοῦτο φερούσας. [2] ἐκ δὴ ὦν τοῦ περικληίοντος ὄρεος τούτου ῥέει ποταμὸς μέγας. εἰ δαίμων ἐθέλοι. τῶν μὲν δὴ ἑπτὰ εἷς αὐτίκα τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ἀπολώλεε. τὸν ἄνδρα τε καὶ τὰ τέκνα ἐγκαταλιποῦσα. [6] ἐπεὰν δὲ διάκορος ἡ γῆ σφεων γένηται πίνουσα τὸ ὕδωρ. ἤθελε ἐς τὰ βασιλήια ἐσελθὼν χρηματίσασθαι τῷ βασιλέι· καὶ γὰρ δὴ καὶ ὁ νόμος οὕτω εἶχε. Δαρεῖος δὲ ἀρρωδήσας μὴ κοινῷ λόγῳ οἱ ἓξ πεποιηκότες ἔωσι ταῦτα. ἀνὴρ μέν μοι ἂν ἄλλος γένοιτο. καί οἱ ἀπῆκε τοῦτόν τε τὸν παραιτέετο καὶ τῶν παίδων τὸν πρεσβύτατον. ὁ δὲ Ἰνταφρένης δοκέων σφέας ψεύδεα λέγειν ποιέει τοιάδε· σπασάμενος τὸν ἀκινάκεα ἀποτάμνει αὐτῶν τά τε ὦτα καὶ τὰς ῥῖνας. τὸν μὲν γὰρ χειμῶνα ὕει σφι ὁ θεὸς ὥσπερ καὶ τοῖσι ἄλλοισι ἀνθρώποισι. αὗται μὲν αἱ πύλαι ἀποκληίονται. πέμψας δὲ ἄγγελον ἔλεγε τάδε· “ὦ γύναι. [4] οὗτοι ὦν οἵ περ ἔμπροσθε ἐώθεσαν χρᾶσθαι τῷ ὕδατι. [6] ἣ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. διὰ διασφάγος ἀγόμενος ἑκάστης ἑκάστοισι· ἐπείτε δὲ ὑπὸ τῷ Πέρσῃ εἰσί. ἀλλ᾽ ὅτι ἦν τῶν ἑπτά. εἰρωτᾷ σε βασιλεύς. [3] ἡ δὲ γυνὴ τοῦ Ἰνταφρένεος φοιτῶσα ἐπὶ τὰς θύρας τοῦ βασιλέος κλαίεσκε ἂν καὶ ὀδυρέσκετο· ποιεῦσα δὲ αἰεὶ τὠυτὸ τοῦτο τὸν Δαρεῖον ἔπεισε οἰκτεῖραί μιν. . ἔλαβε αὐτόν τε τὸν Ἰνταφρένεα καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ τοὺς οἰκηίους πάντας. ἄλλας δ᾽ ἐντέλλεται ἀνοίγειν ἄλλοισι τοῖσι δεομένοισι μάλιστα τῶν λοιπῶν. “ὦ βασιλεῦ. μεταπεμπόμενος ἕνα ἕκαστον ἀπεπειρᾶτο γνώμης. ὃς καὶ ἀλλοτριώτερός τοι τῶν παίδων καὶ ἧσσον κεχαρισμένος τοῦ ἀνδρός ἐστι„. Ταῦτα μὲν δὴ ἔχει οὕτω. οὔνομα δέ οἱ ἐστὶ Ἄκης. εἰ ταῦτα ἀποβάλοιμι· πατρὸς δὲ καὶ μητρὸς οὐκέτι μευ ζωόντων ἀδελφεὸς ἂν ἄλλος οὐδενὶ τρόπῳ γένοιτο. καὶ ἀνείρας περὶ τὸν χαλινὸν τοῦ ἵππου περὶ τοὺς αὐχένας σφέων ἔδησε. ἐλθόντες ἐς τοὺς Πέρσας αὐτοί τε καὶ γυναῖκες. ἡσθεὶς αὐτῇ. [2] οὔκων δὴ Ἰνταφρένης ἐδικαίου οὐδένα οἱ ἐσαγγεῖλαι. [7] εὖ τε δὴ ἔδοξε τῷ Δαρείῳ εἰπεῖν ἡ γυνή. ὡς δ᾽ ἐγὼ οἶδα ἀκούσας. πέμψας ἠγόρευε “ὦ γύναι. πεπόνθασι τοιόνδε· [3] τὰς διασφάγας τῶν ὀρέων ἐνδείμας ὁ βασιλεὺς πύλας ἐπ᾽ ἑκάστῃ διασφάγι ἔστησε· ἀποκεκληιμένου δὲ τοῦ ὕδατος τῆς ἐξόδου τὸ πεδίον τὸ ἐντὸς τῶν ὀρέων πέλαγος γίνεται. 118. χρήματα μεγάλα πρησσόμενος ἀνοίγει πάρεξ τοῦ φόρου. Οἳ δὲ τῷ βασιλέι δεικνύουσι ἑωυτοὺς καὶ τὴν αἰτίην εἶπον δι᾽ ἣν πεπονθότες εἴησαν. 119. [4] ἣ δὲ βουλευσαμένη ὑπεκρίνετο τάδε· “εἰ μὲν δή μοι διδοῖ βασιλεὺς ἑνὸς τὴν ψυχήν. στάντες κατὰ τὰς θύρας τοῦ βασιλέος βοῶσι ὠρυόμενοι. τοῖσι ἐπαναστᾶσι τῷ Μάγῳ ἔσοδον εἶναι παρὰ βασιλέα ἄνευ ἀγγέλου. τὸν ἀδελφεὸν εἵλευ περιεῖναί τοι. ταύτῃ τῇ γνώμῃ χρεωμένη ἔλεξα ταῦτα„. καὶ τέκνα ἄλλα. ἐστὶ τοῦ βασιλέος. οὐκ ἔχοντες αὐτῷ χρᾶσθαι συμφορῇ μεγάλῃ διαχρέωνται. τῶν δὲ τῷ Μάγῳ ἐπαναστάντων ἑπτὰ ἀνδρῶν. ἔχοντος δὲ οὐδαμῇ ἐξήλυσιν. αἱρέομαι ἐκ πάντων τὸν ἀδελφεόν„. ἐσιέναι ἤθελε. καὶ ἀπῆκε. συλλαβὼν δὲ σφέας ἔδησε τὴν ἐπὶ θανάτῳ. τοῦ δὲ θέρεος σπείροντες μελίνην καὶ σήσαμον χρηίσκονται τῷ ὕδατι. ἕνα αὐτῶν Ἰνταφρένεα κατέλαβε ὑβρίσαντα τάδε ἀποθανεῖν αὐτίκα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. ἐνδιδόντος μὲν τοῦ ποταμοῦ. οὗτος πρότερον μὲν ἄρδεσκε διαλελαμμένος πενταχοῦ τούτων τῶν εἰρημένων τὰς χώρας. ἐλπίδας πολλὰς ἔχων μετὰ τῶν συγγενέων μιν ἐπιβουλεύειν οἱ ἐπανάστασιν. βασιλεύς τοι Δαρεῖος διδοῖ ἕνα τῶν δεδεμένων οἰκηίων ῥύσασθαι τὸν βούλεαι ἐκ πάντων„. φάμενοι τὸν βασιλέα γυναικὶ μίσγεσθαι.
τῷ ἐγὼ ἀποδέξω„. δι᾽ ὅντινα κακῶς ἤκουσε. καὶ τὸν Πολυκράτεα (τυχεῖν γὰρ ἀπεστραμμένον πρὸς τὸν τοῖχον) οὔτε τι μεταστραφῆναι οὔτε ὑποκρίνασθαι. [2] ἐπὶ τῶν βασιλέος θυρέων κατήμενον τόν τε Ὀροίτεα καὶ ἄλλον Πέρσην τῷ οὔνομα εἶναι Μιτροβάτεα. ἐπεθύμεε λαβὼν αὐτὸν ἀπολέσαι. ὧδε δή τι ἐοῦσαν εὐπετέα χειρωθῆναι. καί μοι τοῦτο ἐξαγγέλλεται σαφηνέως. Κατὰ δέ κου μάλιστα τὴν Καμβύσεω νοῦσον ἐγίνετο τάδε. πυνθάνομαι ἐπιβουλεύειν σε πρήγμασι μεγάλοισι. [3] μαθὼν ὦν ταῦτά μιν διανοεύμενον ὁ Ὀροίτης πέμψας ἀγγελίην ἔλεγε τάδε. “Ὀροίτης Πολυκράτεϊ ὧδε λέγει. [2] ὁ δὲ Ὀροίτης μαθὼν τὸν κατάσκοπον ἐόντα προσδόκιμον ἐποίεε τοιάδε· λάρνακας ὀκτὼ πληρώσας λίθων πλὴν κάρτα βραχέος τοῦ περὶ αὐτὰ τὰ χείλεα. 121. σύ νυν ὧδε ποιήσας ὀρθώσεις μὲν σεωυτόν. Ταῦτα ἀκούσας Πολυκράτης ἥσθη τε καὶ ἐβούλετο· καί κως ἱμείρετο γὰρ χρημάτων μεγάλως. καὶ τὸν Πολυκράτεα τυχεῖν κατακείμενον ἐν ἀνδρεῶνι. καταδήσας δὲ τὰς λάρνακας εἶχε ἑτοίμας. τὰ μὲν αὐτῶν αὐτὸς ἔχε. εἴτε καὶ συντυχίη τις τοιαύτη ἐπεγένετο· τόν τε γὰρ κήρυκα τὸν Ὀροίτεω παρελθόντα διαλέγεσθαι. καὶ χρήματά τοι οὐκ εἶναι κατὰ τὰ φρονήματα. πέμψον ὅστις τοι πιστότατος τυγχάνει ἐών. πάρεξ Μίνωός τε τοῦ Κνωσσίου καὶ εἰ δή τις ἄλλος πρότερος τούτου ἦρξε τῆς θαλάσσης· τῆς δὲ ἀνθρωπηίης λεγομένης γενεῆς Πολυκράτης πρῶτος. ὅς οἱ ἦν γραμματιστής· ὃς χρόνῳ οὐ πολλῷ ὕστερον τούτων τὸν κόσμον τὸν ἐκ τοῦ ἀνδρεῶνος τοῦ Πολυκράτεος ἐόντα ἀξιοθέητον ἀνέθηκε πάντα ἐς τὸ Ἥραιον. παρεῖναι δέ οἱ καὶ Ἀνακρέοντα τὸν Τήιον· [2] καί κως εἴτ᾽ ἐκ προνοίης αὐτὸν κατηλογέοντα τὰ Ὀροίτεω πρήγματα. ὃς βασιλέι νῆσον Σάμον πρὸς τῷ σῷ νομῷ προσκειμένην οὐ προσεκτήσαο. 124. ἐλπίδας πολλὰς ἔχων Ἰωνίης τε καὶ νήσων ἄρξειν. 123. τὰ δὲ ἐμὲ ἔα ἔχειν· εἵνεκέν τε χρημάτων ἄρξεις ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος. οὐδὲ ἰδὼν πρότερον. μαθὼν τοῦ Πολυκράτεος τὸν νόον. ἐλθὼν δὲ ὁ Μαιάνδριος καὶ θεησάμενος ἀπήγγελλε τῷ Πολυκράτεϊ.120. 122. ὑπὸ Κύρου κατασταθεὶς ἦν Σαρδίων ὕπαρχος Ὀροίτης ἀνὴρ Πέρσης· οὗτος ἐπεθύμησε πρήγματος οὐκ ὁσίου· οὔτε γάρ τι παθὼν οὔτε ἀκούσας μάταιον ἔπος πρὸς Πολυκράτεος τοῦ Σαμίου. τὴν τῶν τις ἐπιχωρίων πεντεκαίδεκα ὁπλίτῃσι ἐπαναστὰς ἔσχε καὶ νῦν αὐτῆς τυραννεύει. διὰ τοιήνδε τινὰ αἰτίην. πρὸς δὲ καὶ ἰδούσης τῆς θυγατρὸς ὄψιν ἐνυπνίου τοιήνδε· ἐδόκεε οἷ τὸν πατέρα ἐν τῷ ἠέρι μετέωρον ἐόντα λοῦσθαι μὲν ὑπὸ τοῦ Διός. κρινομένων δὲ περὶ ἀρετῆς εἰπεῖν τὸν Μιτροβάτεα τῷ Ὀροίτῃ προφέροντα [3] “σὺ γὰρ ἐν ἀνδρῶν λόγῳ. εἰ δέ μοι ἀπιστέεις τὰ περὶ τῶν χρημάτων. ὁ δὲ ὦν Ὀροίτης ἱζόμενος ἐν Μαγνησίῃ τῇ ὑπὲρ Μαιάνδρου ποταμοῦ οἰκημένῃ ἔπεμπε Μύρσον τὸν Γύγεω ἄνδρα Λυδὸν ἐς Σάμον ἀγγελίην φέροντα.„ [4] οἳ μὲν δή μιν φασὶ τοῦτο ἀκούσαντα καὶ ἀλγήσαντα τῷ ὀνείδεϊ ἐπιθυμῆσαι οὐκ οὕτω τὸν εἴπαντα ταῦτα τίσασθαι ὡς Πολυκράτεα πάντως ἀπολέσαι. ἀποπέμπει πρῶτα κατοψόμενον Μαιάνδριον Μαιανδρίου ἄνδρα τῶν ἀστῶν. Αἰτίαι μὲν δὴ αὗται διφάσιαι λέγονται τοῦ θανάτου τοῦ Πολυκράτεος γενέσθαι. . σώσεις δὲ καὶ ἐμέ· ἐμοὶ γὰρ βασιλεὺς Καμβύσης ἐπιβουλεύει θάνατον. Οἱ δὲ ἐλάσσονες λέγουσι πέμψαι Ὀροίτεα ἐς Σάμον κήρυκα ὅτευ δὴ χρήματος δεησόμενον (οὐ γὰρ ὦν δὴ τοῦτό γε λέγεται). [4] σύ νυν ἐμὲ ἐκκομίσας αὐτὸν καὶ χρήματα. πάρεστι δὲ πείθεσθαι ὁκοτέρῃ τις βούλεται αὐτέων. νομοῦ ἄρχοντα τοῦ ἐν Δασκυλείῳ. ἐπιπολῆς τῶν λίθων χρυσὸν ἐπέβαλε. ὡς μὲν οἱ πλεῦνες λέγουσι. τούτους ἐκ λόγων ἐς νείκεα συμπεσεῖν. Ὁ δὲ πολλὰ μὲν τῶν μαντίων ἀπαγορευόντων πολλὰ δὲ τῶν φίλων ἐστέλλετο αὐτόσε. [2] Πολυκράτης γὰρ ἐστὶ πρῶτος τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Ἑλλήνων ὃς θαλασσοκρατέειν ἐπενοήθη.
χρίεσθαι δὲ ὑπὸ τοῦ ἡλίου. ἄλλα τε ἐξύβρισε παντοῖα καί τινα ἀγγελιηφόρον ἐλθόντα Δαρείου παρ᾽ αὐτόν. κατὰ δὲ τοῦ Μιτροβάτεω τὸν παῖδα Κρανάσπην. ἅμα ἀγόμενος ἄλλους τε πολλοὺς τῶν ἑταίρων. καὶ δὴ καὶ ἰόντος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πεντηκόντερον ἐπεφημίζετο. ἄνδρας οἱ ὑπείσας κατ᾽ ὁδόν. 128. [2] ταύτην ἰδοῦσα τὴν ὄψιν παντοίη ἐγίνετο μὴ ἀποδημῆσαι τὸν Πολυκράτεα παρὰ τὸν Ὀροίτεα. ἄνδρας ἐν Πέρσῃσι δοκίμους. τοῦτο δὲ τοὺς ἀνακαλέοντας αὐτὸν καὶ πεμπομένους ὑπ᾽ ἐμεῦ κτείνει. ἐχρίετο δὲ ὑπὸ τοῦ ἡλίου. συγκαλέσας Περσέων τοὺς δοκιμωτάτους ἔλεγέ σφι τάδε. τῷ δὲ ἄνδρες τριήκοντα ὑπέστησαν. ὅσοι δὲ ἦσαν ξεῖνοί τε καὶ δοῦλοι τῶν ἑπομένων. [2] ἀπικόμενος δὲ ἐς τὴν Μαγνησίην ὁ Πολυκράτης διεφθάρη κακῶς. ἀνιεὶς αὐτὸς ἐκ τοῦ σώματος ἰκμάδα. [3] ἀπικόμενος δὲ καὶ Ὀροίτεω ἐς ὄψιν ἐλθών. βίης ἔργον οὐδέν· [3] ὑμέων δὲ ὦν τίς μοι Ὀροίτεα ἢ ζώοντα ἀγάγοι ἢ ἀποκτείνειε. [3] ἀποκτείνας δέ μιν οὐκ ἀξίως ἀπηγήσιος Ὀροίτης ἀνεσταύρωσε· τῶν δέ οἱ ἑπομένων ὅσοι μὲν ἦσαν Σάμιοι. ὃς ὠφέλησε μέν κω Πέρσας οὐδέν. Δαρεῖος δὲ ὡς ἔσχε τὴν ἀρχήν. [4] Πολυκράτης δὲ ἀνακρεμάμενος ἐπετέλεε πᾶσαν τὴν ὄψιν τῆς θυγατρός· ἐλοῦτο μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ Διὸς ὅκως ὕοι. 125. κελεύων σφέας ἑωυτῷ χάριν εἰδέναι ἐόντας ἐλευθέρους. [2] πρὸς ταῦτα δὴ ὦν ὁ Δαρεῖος τάδε ἐμηχανήσατο. ἰητρόν τε ἐόντα καὶ τὴν τέχνην ἀσκέοντα ἄριστα τῶν κατ᾽ ἑωυτόν. πρίν τι ὦν μέζον ἐξεργάσασθαί μιν Πέρσας κακόν. 126. τῶν βυβλίων ἓν ἕκαστον περιαιρεόμενος ἐδίδου τῷ γραμματιστῇ τῷ βασιληίῳ ἐπιλέγεσθαι· γραμματιστὰς . ἐκ μὲν δὴ τῆς ἰθέης στρατὸν ἐπ᾽ αὐτὸν οὐκ ἐδόκεε πέμπειν ἅτε οἰδεόντων ἔτι τῶν πρηγμάτων. Πολυκράτεος μὲν δὴ αἱ πολλαὶ εὐτυχίαι ἐς τοῦτο ἐτελεύτησαν τῇ οἱ Ἄμασις ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς προεμαντεύσατο. εἶχε δὲ νομὸν τόν τε Φρύγιον καὶ Λύδιον καὶ Ἰωνικόν. καταλαμπτέος ἐστὶ ἡμῖν θανάτῳ„. ἐν δὲ δὴ καὶ Δημοκήδεα τὸν Καλλιφῶντος Κροτωνιήτην ἄνδρα. Δαρεῖος μὲν ταῦτα ἐπειρώτα. ὅς οἱ ὠνείδισε τὰ ἐς Πολυκράτεα ἔχοντα. ἀπῆκε. μετὰ δὲ ἤιε ἔχων ταῦτα ἐς τὰς Σάρδις. Πολυκράτης δὲ πάσης συμβουλίης ἀλογήσας ἔπλεε παρὰ τὸν Ὀροίτεα. 127. ἐρίζοντας δὲ Δαρεῖος κατελάμβανε κελεύων πάλλεσθαι· παλλομένων δὲ λαγχάνει ἐκ πάντων Βαγαῖος ὁ Ἀρτόντεω· [2] λαχὼν δὲ ὁ Βαγαῖος ποιέει τάδε· βυβλία γραψάμενος πολλὰ καὶ περὶ πολλῶν ἔχοντα πρηγμάτων σφρηγῖδά σφι ἐπέβαλε τὴν Δαρείου. κακὰ δὲ μεγάλα ἔοργε· τοῦτο μὲν δύο ἡμέων ἠίστωσε. τίς ἄν μοι τοῦτο ὑμέων ὑποστὰς ἐπιτελέσειε σοφίῃ καὶ μὴ βίῃ τε καὶ ὁμίλῳ. οὔτε ἑωυτοῦ ἀξίως οὔτε τῶν ἑωυτοῦ φρονημάτων· ὅτι γὰρ μὴ οἱ Συρηκοσίων γενόμενοι τύραννοι οὐδὲ εἷς τῶν ἄλλων Ἑλληνικῶν τυράννων ἄξιος ἐστὶ Πολυκράτεϊ μεγαλοπρεπείην συμβληθῆναι. “ὦ Πέρσαι. κτείνει μιν ὀπίσω κομιζόμενον. αὐτὸς ἕκαστος ἐθέλων ποιέειν ταῦτα. ὕβριν οὐκ ἀνασχετὸν φαίνων. ἐπεθύμεε τὸν Ὀροίτεα τίσασθαι πάντων τῶν ἀδικημάτων εἵνεκεν καὶ μάλιστα Μιτροβάτεω καὶ τοῦ παιδός. ἣ δὲ ἠρήσατο ἐπιτελέα ταῦτα γενέσθαι· βούλεσθαι γὰρ παρθενεύεσθαι πλέω χρόνον ἢ τοῦ πατρὸς ἐστερῆσθαι. ἢν σῶς ἀπονοστήσῃ. ὁ δέ οἱ ἠπείλησε. καὶ νεωστὶ ἔχων τὴν ἀρχὴν καὶ τὸν Ὀροίτεα μεγάλην τὴν ἰσχὺν πυνθανόμενος ἔχειν· τὸν χίλιοι μὲν Περσέων ἐδορυφόρεον. μετὰ γὰρ τὸν Καμβύσεω θάνατον καὶ τῶν Μάγων τὴν βασιληίην μένων ἐν τῇσι Σάρδισι Ὀροίτης ὠφέλεε μὲν οὐδὲν Πέρσας ὑπὸ Μήδων ἀπαραιρημένους τὴν ἀρχήν· [2] ὁ δὲ ἐν ταύτῃ τῇ ταραχῇ κατὰ μὲν ἔκτεινε Μιτροβάτεα τὸν ἐκ Δασκυλείου ὕπαρχον. ἀποκτείνας δέ μιν ἠφάνισε αὐτῷ ἵππῳ. ὡς οὐ πρὸς ἡδονήν οἱ ἦν τὰ ἀγγελλόμενα. ἐν ἀνδραπόδων λόγῳ ποιεύμενος εἶχε. χρόνῳ δὲ οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Ὀροίτεα Πολυκράτεος τίσιες μετῆλθον. πολλόν μιν χρόνον παρθενεύεσθαι. Μιτροβάτεά τε καὶ τὸν παῖδα αὐτοῦ. ἔνθα γὰρ σοφίης δέει.
[2] καί μιν δευτέρῳ ἔτεϊ ταλάντου Αἰγινῆται δημοσίῃ μισθοῦνται. [5] ἰδὼν δὲ τοῦτο σφέας ὁ Βαγαῖος πειθομένους τῷ βυβλίῳ. τούτοισι ἐχρᾶτο. [4] δωρέεται δή μιν μετὰ ταῦτα ὁ Δαρεῖος πεδέων χρυσέων δύο ζεύγεσι· ὁ δέ μιν ἐπείρετο εἴ οἱ διπλήσιον τὸ κακὸν ἐπίτηδες νέμει. ἐν τῷ ἐγέγραπτο “βασιλεὺς Δαρεῖος Πέρσῃσι τοῖσι ἐν Σάρδισι ἐντέλλεται κτείνειν Ὀροίτεα„. οὕτω μὲν ἀπίκετο ἐς τὴν Σάμον. οἳ δὲ στρεβλοῦντες καὶ βιώμενοι τὸν πόδα κακὸν μέζον ἐργάζοντο. παρῆγον ἐς μέσον πέδας τε ἕλκοντα καὶ ῥάκεσι ἐσθημένον. 129. [2] καί κως ἰσχυροτέρως ἐστράφη· ὁ γάρ οἱ ἀστράγαλος ἐξεχώρησε ἐκ τῶν ἄρθρων. [3] μετὰ δέ. [3] ἐγένετο γὰρ ὦν τοῦτο ὅτε πρῶτοι μὲν Κροτωνιῆται ἰητροὶ ἐλέγοντο ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι. ἀσκευής περ ἐὼν καὶ ἔχων οὐδὲν τῶν ὅσα περὶ τὴν τέχνην ἐστὶ ἐργαλήια. ὁ δὲ ἐνθαῦτα δὴ ὦν ἐκφαίνει. τετάρτῳ δὲ ἔτεϊ Πολυκράτης δυῶν ταλάντων. ὥς οἱ ἐπέτρεψε. [5] ὑποτύπτουσα δὲ αὐτέων ἑκάστη φιάλῃ τοῦ χρυσοῦ ἐς θήκην ἐδωρέετο Δημοκήδεα οὕτω δή τι δαψιλέι δωρεῇ ὡς τοὺς ἀποπίπτοντας ἀπὸ τῶν φιαλέων στατῆρας ἑπόμενος ὁ οἰκέτης. καταστὰς δὲ ἐς ταύτην πρώτῳ ἔτεϊ ὑπερεβάλετο τοὺς ἄλλους ἰητρούς. συνήνεικε χρόνῳ οὐ πολλῷ ὕστερον βασιλέα Δαρεῖον ἐν ἄγρῃ θηρῶν ἀποθρώσκοντα ἀπ᾽ ἵππου στραφῆναι τὸν πόδα. φὰς ἀτρεκέως μὲν οὐκ ἐπίστασθαι. παρακούσας τις πρότερον ἔτι ἐν Σάρδισι τοῦ Κροτωνιήτεω Δημοκήδεος τὴν τέχνην ἀγγέλλει τῷ Δαρείῳ· ὁ δὲ ἄγειν μιν τὴν ταχίστην παρ᾽ ἑωυτὸν ἐκέλευσε· τὸν δὲ ὡς ἐξεῦρον ἐν τοῖσι Ὀροίτεω ἀνδραπόδοισι ὅκου δὴ ἀπημελημένον. βασιλεὺς Δαρεῖος ἀπαγορεύει ὑμῖν μὴ δορυφορέειν Ὀροίτεα„. ἡσθεὶς δὲ τῷ ἔπεϊ ὁ Δαρεῖος ἀποπέμπει μιν παρὰ τὰς ἑωυτοῦ γυναῖκας· παράγοντες δὲ οἱ εὐνοῦχοι ἔλεγον πρὸς τὰς γυναῖκας ὡς βασιλέι οὗτος εἴη ὃς τὴν ψυχὴν ἀπέδωκε. ἀπολιπὼν οἴχετο ἐς Αἴγιναν. οὕτω δὴ Ὀροίτεα τὸν Πέρσην Πολυκράτεος τοῦ Σαμίου τίσιες μετῆλθον. νομίζων δὲ καὶ πρότερον περὶ ἑωυτὸν ἔχειν Αἰγυπτίων τοὺς δοκέοντας εἶναι πρώτους τὴν ἰητρικήν. ἐνθαῦτα δὴ θαρσήσας τὸ τελευταῖον τῶν βυβλίων διδοῖ τῷ γραμματιστῇ. ὅτι μιν ὑγιέα ἐποίησε. τῷ οὔνομα ἦν Σκίτων. Ὁ δὲ Δημοκήδης οὗτος ὧδε ἐκ Κρότωνος ἀπιγμένος Πολυκράτεϊ ὡμίλησε· πατρὶ συνείχετο ἐν τῇ Κρότωνι ὀργὴν χαλεπῷ· τοῦτον ἐπείτε οὐκ ἐδύνατο φέρειν. εἰ ἐνδεξαίατο ἀπόστασιν ἀπὸ Ὀροίτεω. σπασάμενοι τοὺς ἀκινάκας κτείνουσι παραυτίκα μιν. οἱ δὲ δορυφόροι ὡς ἤκουσαν ταῦτα. τρίτῳ δὲ ἔτεϊ Ἀθηναῖοι ἑκατὸν μνέων. ἀνελέγετο καί οἱ χρῆμα πολλόν τι χρυσοῦ συνελέχθη. οὐδαμὰ ἔτι ἐλπίζοντα ἀρτίπουν ἔσεσθαι.δὲ βασιληίους οἱ πάντες ὕπαρχοι ἔχουσι· ἀποπειρώμενος δὲ τῶν δορυφόρων ἐδίδου τὰ βυβλία ὁ Βαγαῖος. 131. 130. δεύτεροι δὲ Κυρηναῖοι. Σταθέντα δὲ ἐς μέσον εἰρώτα ὁ Δαρεῖος τὴν τέχνην εἰ ἐπίσταιτο· ὁ δὲ οὐκ ὑπεδέκετο. οἳ δὲ ἀκούσαντες τούτων μετῆκάν οἱ τὰς αἰχμάς. ἀρρωδέων μὴ ἑωυτὸν ἐκφήνας τὸ παράπαν τῆς Ἑλλάδος ᾖ ἀπεστερημένος· [2] κατεφάνη τε τῷ Δαρείῳ τεχνάζειν ἐπιστάμενος. . Ἑλληνικοῖσι ἰήμασι χρεώμενος καὶ ἤπια μετὰ τὰ ἰσχυρὰ προσάγων ὕπνου τέ μιν λαγχάνειν ἐποίεε καὶ ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ ὑγιέα μιν ἀπέδεξε. Ἀπικομένων δὲ καὶ ἀνακομισθέντων τῶν Ὀροίτεω χρημάτων ἐς τὰ Σοῦσα. διδοῖ ἄλλο ἐν τῷ ἐνῆν ἔπεα τάδε· “ὦ Πέρσαι. [4] ὁρέων δὲ σφέας τά τε βυβλία σεβομένους μεγάλως καὶ τὰ λεγόμενα ἐκ τῶν βυβλίων ἔτι μεζόνως. καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ ἀνδρὸς οὐκ ἥκιστα Κροτωνιῆται ἰητροὶ εὐδοκίμησαν. ὁμιλήσας δὲ ἰητρῷ φλαύρως ἔχειν τὴν τέχνην. κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τοῦτον χρόνον καὶ Ἀργεῖοι ἤκουον μουσικὴν εἶναι Ἑλλήνων πρῶτοι. [3] ἐπ᾽ ἑπτὰ μὲν δὴ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας ὑπὸ τοῦ παρεόντος κακοῦ ὁ Δαρεῖος ἀγρυπνίῃσι εἴχετο· τῇ δὲ δὴ ὀγδόῃ ἡμέρῃ ἔχοντί οἱ φλαύρως. καὶ τοὺς ἀγαγόντας αὐτὸν ἐκέλευσε μάστιγάς τε καὶ κέντρα παραφέρειν ἐς τὸ μέσον.
τοῦτον ὅς σευ τὸν πόδα ἐξιήσατο„. μέλλοντας ἀνασκολοπιεῖσθαι ὅτι ὑπὸ Ἕλληνος ἰητροῦ ἑσσώθησαν. ἀλλά μιν πάντως ὀπίσω ἀπάξουσι. “ὦ γύναι. ἐπεὰν σὺ βούλῃ. [4] ἣ μὲν δὴ ταῦτα ἐκ διδαχῆς ἔλεγε. τὴν ἅμα οἱ πλεύσεσθαι. ἣ δὲ κρύπτουσα καὶ αἰσχυνομένη ἔφραζε οὐδενί· ἐπείτε δὲ ἐν κακῷ ἦν. ὅσον μὲν δὴ χρόνον ἦν ἔλασσον.132. καλέσας Περσέων ἄνδρας δοκίμους πεντεκαίδεκα ἐνετέλλετό σφι ἑπομένους Δημοκήδεϊ διεξελθεῖν τὰ παραθαλάσσια τῆς Ἑλλάδος. [2] ἐντειλάμενος δὲ τούτοισι ταῦτα. ἕως νέος εἶς ἡλικίην· αὐξομένῳ γὰρ τῷ σώματι συναύξονται καὶ αἱ φρένες. ἀπ᾽ οὐδενὸς δολεροῦ νόου ἐπαγγέλλετό οἱ ταῦτα. [3] νῦν γὰρ ἄν τι καὶ ἀποδέξαιο ἔργον. δοκέειν ἐμοί. οὔτε τι ἔθνος προσκτώμενος οὔτε δύναμιν Πέρσῃσι. ἔσονταί τοι· σὺ δέ μοι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατεύεσθαι. δεύτερα καλέσας αὐτὸν Δημοκήδεα ἐδέετο αὐτοῦ ὅκως ἐξηγησάμενος πᾶσαν καὶ ἐπιδέξας τὴν Ἑλλάδα τοῖσι Πέρσῃσι ὀπίσω ἥξει· δῶρα δέ μιν τῷ πατρὶ καὶ τοῖσι ἀδελφεοῖσι ἐκέλευε πάντα τὰ ἐκείνου ἔπιπλα λαβόντα ἄγειν. “ὦ βασιλεῦ. οἳ μαθόντες καὶ ἰδόντες ἐξαγγελέουσι ἕκαστα αὐτῶν ἡμῖν· καὶ ἔπειτα ἐξεπιστάμενος ἐπ᾽ αὐτοὺς τρέψομαι„. ἐπιθυμέω γὰρ λόγῳ πυνθανομένη Λακαίνας τέ μοι γενέσθαι θεραπαίνας καὶ Ἀργείας καὶ Ἀττικὰς καὶ Κορινθίας. ἀλλὰ τὰ μὲν ἑωυτοῦ κατὰ χώρην ἔφη καταλείψειν. τούτους βασιλέα παραιτησάμενος ἐρρύσατο· τοῦτο δὲ μάντιν Ἠλεῖον Πολυκράτεϊ ἐπισπόμενον καὶ ἀπημελημένον ἐν τοῖσι ἀνδραπόδοισι ἐρρύσατο. [2] ὁ δὲ φὰς ὑγιέα ποιήσειν ἐξορκοῖ μιν ἦ μέν οἱ ἀντυπουργήσειν ἐκείνην τοῦτο τὸ ἂν αὐτῆς δεηθῇ· δεήσεσθαι δὲ οὐδενὸς τῶν ὅσα ἐς αἰσχύνην ἐστὶ φέροντα. ἐπείτε γὰρ τάχιστα ἡμέρη ἐπέλαμψε. ἔχεις δὲ ἄνδρα ἐπιτηδεότατον ἀνδρῶν πάντων δέξαι τε ἕκαστα τῆς Ἑλλάδος καὶ κατηγήσασθαι. ἐπ᾽ ἀμφότερα δέ τοι συμφέρει ταῦτα ποιέειν. πλήν τε ἑνὸς τοῦ ἐς Ἕλληνας ἀπιέναι πάντα τἆλλά οἱ παρῆν. οὔτι ἐπιδραμὼν πάντα τὰ διδόμενα ἐδέκετο. γηράσκοντι δὲ συγγηράσκουσι καὶ ἐς τὰ πρήγματα πάντα ἀπαμβλύνονται„. Ἐν χρόνῳ δὲ ὀλίγῳ μετὰ ταῦτα τάδε ἄλλα συνήνεικε γενέσθαι. ἵνα ὀπίσω . ἔχων δύναμιν τοσαύτην κάτησαι. [3] Δαρεῖος μὲν δή. Ὡς δὲ ἄρα μιν μετὰ ταῦτα ἰώμενος ὑγιέα ἀπέδεξε. καὶ ἵνα σφέων Πέρσαι ἐπίστωνται ἄνδρα εἶναι τὸν προεστεῶτα. [2] οἰκὸς δὲ ἐστὶ ἄνδρα καὶ νέον καὶ χρημάτων μεγάλων δεσπότην φαίνεσθαί τι ἀποδεικνύμενον. [2] καὶ τοῦτο μὲν τοὺς Αἰγυπτίους ἰητρούς. Ἀτόσσῃ τῇ Κύρου μὲν θυγατρὶ Δαρείου δὲ γυναικὶ ἐπὶ τοῦ μαστοῦ ἔφυ φῦμα. καὶ ἵνα τρίβωνται πολέμῳ μηδὲ σχολὴν ἄγοντες ἐπιβουλεύωσί τοι. [5] “ὅρα νυν. ἐπὶ Σκύθας μὲν τὴν πρώτην ἰέναι ἔασον· οὗτοι γάρ. Δημοκήδης δὲ δείσας μή εὑ ἐκπειρῷτο Δαρεῖος. μετὰ δὲ ἐκραγὲν ἐνέμετο πρόσω. ἐνθαῦτα δὴ διδαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δημοκήδεος ἡ Ἄτοσσα προσέφερε ἐν τῇ κοίτῃ Δαρείῳ λόγον τοιόνδε. 133. 134. ὅκως τε μὴ διαδρήσεται σφέας ὁ Δημοκήδης. Ταῦτα εἶπε καὶ ἅμα ἔπος τε καὶ ἔργον ἐποίεε. λέγει Ἄτοσσα τάδε. μετεπέμψατο τὸν Δημοκήδεα καί οἱ ἐπέδεξε. πάντα ὅσα περ αὐτὸς ἐπινοέω ποιήσειν εἴρηκας· ἐγὼ γὰρ βεβούλευμαι ζεύξας γέφυραν ἐκ τῆσδε τῆς ἠπείρου ἐς τὴν ἑτέρην ἤπειρον ἐπὶ Σκύθας στρατεύεσθαι· καὶ ταῦτα ὀλίγου χρόνου ἔσται τελεύμενα„. 135. φὰς ἄλλα οἱ πολλαπλήσια ἀντιδώσειν· πρὸς δὲ ἐς τὰ δῶρα ὁλκάδα οἱ ἔφη συμβαλέεσθαι πλήσας ἀγαθῶν παντοίων. ἵνα καὶ Πέρσαι ἐκμάθωσι ὅτι ὑπ᾽ ἀνδρὸς ἄρχονται. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. Τότε δὴ ὁ Δημοκήδης ἐν τοῖσι Σούσοισι ἐξιησάμενος Δαρεῖον οἶκόν τε μέγιστον εἶχε καὶ ὁμοτράπεζος βασιλέι ἐγεγόνεε. ἦν δὲ μέγιστον πρῆγμα Δημοκήδης παρὰ βασιλέι. κατασκόπους μοι δοκέει Περσέων πρῶτον ἄμεινον εἶναι ὁμοῦ τούτῳ τῷ σὺ λέγεις πέμψαι ἐς αὐτούς. ἐπεὶ τοίνυν τοι δοκέει τῆς Ἑλλάδος ἡμέας πρῶτα ἀποπειρᾶσθαι. οἳ βασιλέα πρότερον ἰῶντο. [6] ἀμείβεται Δαρεῖος “ὦ γύναι.
137.„ [4] ταῦτα λέγοντες τοὺς Κροτωνιήτας οὔκων ἔπειθον. εὑρόντες δέ μιν ἀγοράζοντα ἅπτοντο αὐτοῦ. [2] τῶν δὲ Κροτωνιητέων οἳ μὲν καταρρωδέοντες τὰ Περσικὰ πρήγματα προϊέναι ἕτοιμοι ἦσαν. [5] τοσόνδε μέντοι ἐνετείλατό σφι Δημοκήδης ἀναγομένοισι. οἳ μέν. ἐπεθύμησε τῆς . Μετὰ δὲ ταῦτα Σάμον βασιλεὺς Δαρεῖος αἱρέει. κατ᾽ ἐμπορίην στρατευόμενοι. ὁρᾶτε τὰ ποιέετε· ἄνδρα βασιλέος δρηπέτην γενόμενον ἐξαιρέεσθε. [3] Δαρεῖος δὲ ὑποδεξάμενος ἐπετέλεε· πέμψας γὰρ ἄγγελον ἐς Κνίδον κατάγειν σφέας ἐκέλευε Γίλλον ἐς Τάραντα.σφέα ἀπελθὼν ἔχοι. τὴν μέντοι ὁλκάδα. πολίων πασέων πρώτην Ἑλληνίδων καὶ βαρβάρων. κελεύων εἰπεῖν σφεας Δαρείῳ ὅτι ἅρμοσται τὴν Μίλωνος θυγατέρα Δημοκήδης γυναῖκα. ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα ἔπασχον. [2] Γίλλος δὲ αἱρέεται κάτοδόν οἱ ἐς Τάραντα γενέσθαι. 139. 136. τήν οἱ Δαρεῖος ἐπαγγέλλετο ἐς τὴν δωρεὴν τοῖσι ἀδελφεοῖσι. δορυφόρος τε ἐὼν Καμβύσεω καὶ λόγου οὐδενός κω μεγάλου. οἳ δὲ ἀντάπτοντο καὶ τοῖσι σκυτάλοισι ἔπαιον τοὺς Πέρσας προϊσχομένους ἔπεα τάδε. [4] ταῦτα μέν νυν οὕτω ἐπρήχθη· οὗτοι δὲ πρῶτοι ἐκ τῆς Ἀσίης ἐς τὴν Ἑλλάδα ἀπίκοντο Πέρσαι. πειθόμενοι δὲ Δαρείῳ Κνίδιοι Ταραντίνους οὔκων ἔπειθον. διὰ τοιήνδε τινὰ αἰτίην. Ἀναχθέντες δὲ ἐκ τῆς Κρότωνος οἱ Πέρσαι ἐκπίπτουσι τῇσι νηυσὶ ἐς Ἰηπυγίην. [2] τοῦτον τὸν Συλοσῶντα κατέλαβε εὐτυχίη τις τοιήδε. ὡς οἰκός. προσίσχοντες δὲ αὐτῆς τὰ παραθαλάσσια ἐθηεῦντο καὶ ἀπεγράφοντο. ἐντειλάμενος δὲ καὶ τούτῳ ταὐτὰ ὁ Δαρεῖος ἀποστέλλει αὐτοὺς ἐπὶ θάλασσαν. ἐπὶ τίνα δὲ τῆσδε προτέρην στρατευσόμεθα πόλιν. Πολυκράτεός τε ἐὼν ἀδελφεὸς καὶ φεύγων ἐκ Σάμου. καὶ οὗτοι διὰ τοιόνδε πρῆγμα κατάσκοποι ἐγένοντο. ὁ Δημοκήδης ἐς τὴν Κρότωνα ἀπικνέεται· ἀπιγμένου δὲ ἤδη τούτου ἐς τὴν ἑωυτοῦ ὁ Ἀριστοφιλίδης ἔλυσε τοὺς Πέρσας. ἅμα δὲ αὐτῇσι καὶ γαῦλον μέγαν παντοίων ἀγαθῶν· παρεσκευασμένοι δὲ πάντα ἔπλεον ἐς τὴν Ἑλλάδα. καί σφεας δουλεύοντας ἐνθαῦτα Γίλλος ἀνὴρ Ταραντῖνος φυγὰς ῥυσάμενος ἀπήγαγε παρὰ βασιλέα Δαρεῖον. ἢν ἀπέλησθε ἡμέας. τοῦτο δὲ αὐτοὺς τοὺς Πέρσας εἶρξε ὡς κατασκόπους δῆθεν ἐόντας. λαβὼν χλανίδα καὶ περιβαλόμενος πυρρὴν ἠγόραζε ἐν τῇ Μέμφι· ἰδὼν δὲ αὐτὸν Δαρεῖος. Καμβύσεω τοῦ Κύρου στρατευομένου ἐπ᾽ Αἴγυπτον ἄλλοι τε συχνοὶ ἐς τὴν Αἴγυπτον ἀπίκοντο Ἑλλήνων. Κνιδίους μούνους ἀποχρᾶν οἱ ἔφη τοὺς κατάγοντας γίνεσθαι. τοῦ γὰρ δὴ παλαιστέω Μίλωνος ἦν οὔνομα πολλὸν παρὰ βασιλέι· κατὰ δὲ τοῦτό μοι δοκέει σπεῦσαι τὸν γάμον τοῦτον τελέσας χρήματα μεγάλα Δημοκήδης. οἳ δὲ τινὲς καὶ αὐτῆς τῆς χώρης θεηταί· τῶν ἦν καὶ Συλοσῶν ὁ Αἰάκεος. καὶ τὰ παρέλαβε τῶν νεῶν ἀπέδωκέ σφι. τίνα δὲ προτέρην ἀνδραποδίζεσθαι περιησόμεθα. [2] ἐνθαῦτα δὲ ἐκ ῥηστώνης τῆς Δημοκήδεος Ἀριστοφιλίδης τῶν Ταραντίνων ὁ βασιλεὺς τοῦτο μὲν τὰ πηδάλια παρέλυσε τῶν Μηδικέων νεῶν. κῶς δὲ ὑμῖν τὰ πιεύμενα ἕξει καλῶς. ἀλλ᾽ ἐξαιρεθέντες τε τὸν Δημοκήδεα καὶ τὸν γαῦλον τὸν ἅμα ἤγοντο ἀπαιρεθέντες ἀπέπλεον ὀπίσω ἐς τὴν Ἀσίην. ἵνα φανῇ πρὸς Δαρείου ἐὼν καὶ ἐν τῇ ἑωυτοῦ δόκιμος. ἐστερημένοι τοῦ ἡγεμόνος. δοκέων ἀπὸ τούτων ἐόντων τοῖσι Ταραντίνοισι φίλων μάλιστα τὴν κάτοδόν οἱ ἔσεσθαι. βίην δὲ ἀδύνατοι ἦσαν προσφέρειν. “ἄνδρες Κροτωνιῆται. ἐς ὃ τὰ πολλὰ αὐτῆς καὶ ὀνομαστὰ θεησάμενοι ἀπίκοντο τῆς Ἰταλίης ἐς Τάραντα. προαπηγησάμενος τὴν συμφορήν· ἵνα δὲ μὴ συνταράξῃ τὴν Ἑλλάδα. Καταβάντες δὲ οὗτοι ἐς Φοινίκην καὶ Φοινίκης ἐς Σιδῶνα πόλιν αὐτίκα μὲν τριήρεας δύο ἐπλήρωσαν. ἢν δι᾽ αὐτὸν στόλος μέγας πλέῃ ἐπὶ τὴν Ἰταλίην. 138. [3] κῶς ταῦτα βασιλέι Δαρείῳ ἐκχρήσει περιυβρίσθαι. δέκεσθαι ἔφη. οὐδ᾽ ἔτι ἐζήτησαν τὸ προσωτέρω τῆς Ἑλλάδος ἀπικόμενοι ἐκμαθεῖν. Πλέοντες δὲ ἐνθεῦτεν οἱ Πέρσαι καὶ διώκοντες Δημοκήδεα ἀπικνέονται ἐς τὴν Κρότωνα. ὁ δὲ ἀντὶ τούτων ἕτοιμος ἦν διδόναι τοῦτο ὅ τι βούλοιτο αὐτός.
καὶ ὡς αὐτὸς εἴη κεῖνος ὁ δούς. ἀναβέβηκε δ᾽ ἤ τις ἢ οὐδείς κω παρ᾽ ἡμέας αὐτῶν. ἐντειλάμενος. αἰνέσας ταῦτα ὁ Δαρεῖος παραλαμβάνει τὸ εἷμα. ὅμως δὲ αὐτὸν παράγετε ἔσω. ἐποίεε τοιάδε· πρῶτα μὲν Διὸς ἐλευθερίου βωμὸν ἱδρύσατο καὶ τέμενος περὶ αὐτὸν οὔρισε τοῦτο τὸ νῦν ἐν τῷ προαστείῳ ἐστί· μετὰ δέ. Ταῦτα εἶπε ἐὼν ἐν τοῖσι ἀστοῖσι δόκιμος. [2] ἐπειδὴ γάρ οἱ ἐξαγγέλθη ὁ Πολυκράτεος θάνατος. Πολυκράτης μέν νυν ἐξέπλησε μοῖραν τὴν ἑωυτοῦ. ἱρωσύνην δὲ πρὸς τούτοισι αἱρεῦμαι αὐτῷ τέ μοι καὶ τοῖσι ἀπ᾽ ἐμεῦ αἰεὶ γινομένοισι τοῦ Διὸς τοῦ ἐλευθερίου· τῷ αὐτός τε ἱρὸν ἱδρυσάμην καὶ τὴν ἐλευθερίην ὑμῖν περιτίθημι„. πυνθάνεται ὁ Συλοσῶν ὡς ἡ βασιληίη περιεληλύθοι ἐς τοῦτον τὸν ἄνδρα τῷ κοτὲ αὐτὸς ἔδωκε ἐν Αἰγύπτῳ δεηθέντι τὸ εἷμα. 143. τῷ οὔνομα ἦν Τελέσαρχος. ἐκκλησίην συναγείρας πάντων τῶν ἀστῶν ἔλεξε τάδε. ὅσων ἐδεήθη ὁ Συλοσῶν. τὴν νῦν ἀδελφεοῦ τοῦ ἐμοῦ Πολυκράτεος ἀποθανόντος ὑπὸ Ὀροίτεω ἔχει δοῦλος ἡμέτερος· ταύτην μοι δὸς ἄνευ τε φόνου καὶ ἐξανδραποδίσιος„. νεωστὶ μὲν τὴν ἀρχὴν ἔχων. ἐκ μέν γε τῶν Πολυκράτεος χρημάτων ἐξαίρετα ἓξ τάλαντά μοι γενέσθαι. θείῃ τύχῃ χρεώμενος λέγει “ἐγὼ ταύτην πωλέω μὲν οὐδενὸς χρήματος. Ὁ μὲν δὴ Συλοσῶν ἠπίστατο τοῦτό οἱ ἀπολωλέναι δι᾽ εὐηθείην. στάντα δὲ ἐς μέσον εἰρώτων οἱ ἑρμηνέες τίς τε εἴη καὶ τί ποιήσας εὐεργέτης φησὶ εἶναι βασιλέος. ἀλλ᾽ ὦν ἴση γε ἡ χάρις ὁμοίως ὡς εἰ νῦν κοθέν τι μέγα λάβοιμι· ἀντ᾽ ὧν τοι χρυσὸν καὶ ἄργυρον ἄπλετον δίδωμι. ἵνα εἰδέω τί θέλων λέγει ταῦτα„. γεγονώς τε κακῶς καὶ ἐὼν ὄλεθρος· ἀλλὰ μᾶλλον ὅκως λόγον δώσεις τῶν μετεχείρισας χρημάτων„. οὐδὲν ἔτι ἐν νόῳ εἶχε μετιέναι αὐτήν. ἐγὼ δὲ ἐς μέσον τὴν ἀρχὴν τιθεὶς ἰσονομίην ὑμῖν προαγορεύω. σκῆπτρον καὶ δύναμις πᾶσα ἡ Πολυκράτεος ἐπιτέτραπται. εἴ περ οὕτω δεῖ γενέσθαι πάντως τοι„. ὡς δὲ τοῦ χρόνου προβαίνοντος Καμβύσης τε ἀπέθανε καὶ τῷ Μάγῳ ἐπανέστησαν οἱ ἑπτὰ καὶ ἐκ τῶν ἑπτὰ Δαρεῖος τὴν βασιληίην ἔσχε. ταῦτά οἱ ποιέειν ἐπιτελέα. Ταῦτα ἀκούσας Δαρεῖος ἀπέστελλε στρατιήν τε καὶ στρατηγὸν Ὀτάνεα ἀνδρῶν τῶν ἑπτὰ γενόμενον. εἶπε ὦν ὁ Συλοσῶν πάντα τὰ περὶ τὴν χλανίδα γενόμενα. ἐπιτροπαίην παρὰ Πολυκράτεος λαβὼν τὴν ἀρχήν· τῷ δικαιοτάτῳ ἀνδρῶν βουλομένῳ γενέσθαι οὐκ ἐξεγένετο. [3] ὁ δὲ Συλοσῶν ὁρέων τὸν Δαρεῖον μεγάλως ἐπιθυμέοντα τῆς χλανίδος. ἔχω δὲ χρέος εἰπεῖν οὐδὲν ἀνδρὸς Ἕλληνος. [2] ἀγγέλλει ταῦτα ἀκούσας ὁ πυλουρὸς τῷ βασιλέι· ὁ δὲ θωμάσας λέγει πρὸς αὐτόν “καὶ τίς ἐστὶ Ἑλλήνων εὐεργέτης τῷ ἐγὼ προαιδεῦμαι. ἀλλ᾽ ὡς ἀνεχώρησε ἐς τὴν ἀκρόπολιν. δίδωμι δὲ ἄλλως. ἀλλ᾽ ἀνασωσάμενός μοι δὸς τὴν πατρίδα Σάμον. [4] τοσάδε μέντοι δικαιῶ γέρεα ἐμεωυτῷ γενέσθαι. [3] “ἐμοί. Τῆς δὲ Σάμου Μαιάνδριος ὁ Μαιανδρίου εἶχε τὸ κράτος. σὺ κεῖνος εἶς ὃς ἐμοὶ οὐδεμίαν ἔχοντί κω δύναμιν ἔδωκας εἰ καὶ σμικρά. ἐγὼ δὲ τὰ τῷ πέλας ἐπιπλήσσω. [5] ὃ μὲν δὴ ταῦτα τοῖσι Σαμίοισι ἐπαγγέλλετο· τῶν δέ τις ἐξαναστὰς εἶπε “ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἄξιος εἶς σύ γε ἡμέων ἄρχειν. 140. 141.χλανίδος καὶ αὐτὴν προσελθὼν ὠνέετο. καί μοι παρέχει νῦν ὑμέων ἄρχειν. ἄλλος τις ἀντ᾽ αὐτοῦ τύραννος καταστήσεται. ὥς οἱ ἐπεποίητο. καταβὰς δὲ ἐπὶ τὴν θάλασσαν ὁ Ὀτάνης ἔστελλε τὴν στρατιήν. Μαιάνδριος δὲ νόῳ λαβὼν ὡς εἰ μετήσει τὴν ἀρχήν. [4] ἀμείβεται πρὸς ταῦτα Δαρεῖος “ὦ γενναιότατε ἀνδρῶν. ὡς ἴστε καὶ ὑμεῖς. 142. μεταπεμπόμενος ἕνα ἕκαστον ὡς δὴ λόγον τῶν . [3] παρῆγε ὁ πυλουρὸς τὸν Συλοσῶντα. ὡς μή κοτέ τοι μεταμελήσῃ Δαρεῖον τὸν Ὑστάσπεος εὖ ποιήσαντι„. ἀναβὰς δὲ ἐς τὰ Σοῦσα ἵζετο ἐς τὰ πρόθυρα τῶν βασιλέος οἰκίων καὶ ἔφη Δαρείου εὐεργέτης εἶναι. λέγει πρὸς ταῦτα ὁ Συλοσῶν [5] “ἐμοὶ μήτε χρυσὸν ὦ βασιλεῦ μήτε ἄργυρον δίδου. αὐτὸς κατὰ δύναμιν οὐ ποιήσω· οὔτε γάρ μοι Πολυκράτης ἤρεσκε δεσπόζων ἀνδρῶν ὁμοίων ἑωυτῷ οὔτε ἄλλος ὅστις τοιαῦτα ποιέει.
καταινέσαντος δ᾽ ἐπὶ τούτοισι Ὀτάνεω καὶ σπεισαμένου. τῶν Περσέων οἱ πλείστου ἄξιοι θρόνους θέμενοι κατεναντίον τῆς ἀκροπόλιος κατέατο. ὡς μὲν ἐγὼ δοκέω. ἀλλὰ φθονήσας μᾶλλον Συλοσῶντι εἰ ἀπονητὶ ἔμελλε ἀπολάμψεσθαι ἀκέραιον τὴν πόλιν. ὑπόσπονδοί τε ἔφασαν εἶναι ἕτοιμοι οἱ τοῦ Μαιανδρίου στασιῶται καὶ αὐτὸς Μαιάνδριος ἐκχωρῆσαι ἐκ τῆς νήσου. οὐκ ἐς τοῦτο ἀφροσύνης ἀπικόμενος ὡς δόξαι τὴν ἑωυτοῦ δύναμιν περιέσεσθαι τῆς βασιλέος. [2] ἐπακούσας δὲ ὁ Μαιάνδριος λύσαντας αὐτὸν ἐκέλευε ἄγειν παρ᾽ ἑωυτόν· ὡς δὲ ἄχθη τάχιστα. τῷ οὔνομα ἦν Λυκάρητος. ἡ δὲ ἄλλη στρατιὴ ἡ Περσικὴ ἐπεβοήθεε· πιεζεύμενοι δὲ οἱ ἐπίκουροι ὀπίσω κατειλήθησαν ἐς τὴν ἀκρόπολιν. Ὀτάνης δὲ ὁ στρατηγὸς ἰδὼν πάθος μέγα Πέρσας πεπονθότας. 148. Ἐπειδὴ ὦν ἀπίκοντο ἐς τὴν Σάμον οἱ Πέρσαι κατάγοντες Συλοσῶντα. οὕτω δή τι ἐόντας εὐπετέας χειρωθῆναι. Μαιανδρίῳ δὲ τῷ τυράννῳ ἦν ἀδελφεὸς ὑπομαργότερος. ἐμοὶ δὸς τοὺς ἐπικούρους. οἱ μὲν θεράποντες αὐτοῦ ἐξέσμων αὐτά.χρημάτων δώσων. βασιλεύοντι Σπάρτης. τουτέων μὲν τῶν ἐντολέων μεμνημένος ἐπελανθάνετο. ὦ κάκιστε ἀνδρῶν. ἐόντα σεωυτοῦ ἀδελφεὸν καὶ ἀδικήσαντα οὐδὲν ἄξιον δεσμοῦ δήσας γοργύρης ἠξίωσας· ὁρέων δὲ τοὺς Πέρσας ἐκβάλλοντάς τέ σε καὶ ἄνοικον ποιέοντας οὐ τολμᾷς τίσασθαι. 146. εἰδώς τε ἑωυτῷ ἀσφαλέα ἔκδυσιν ἐοῦσαν ἐκ τῆς νήσου τότε ἐπεὰν αὐτὸς βούληται· ἐπεποίητο γάρ οἱ κρυπτὴ διῶρυξ ἐκ τῆς ἀκροπόλιος φέρουσα ἐπὶ θάλασσαν. ὃ δ᾽ ἂν τὸν χρόνον τοῦτον τῷ Κλεομένεϊ τῷ Ἀναξανδρίδεω ἐν λόγοισι ἐών. τῷ οὔνομα ἦν Χαρίλεως· οὗτος ὅ τι δὴ ἐξαμαρτὼν ἐν γοργύρῃ ἐδέδετο. καὶ ἀναπετάσας τὰς πύλας. εὖ ἐξεπιστάμενος ὡς παθόντες οἱ Πέρσαι κακῶς προσεμπικρανέεσθαι ἔμελλον τοῖσι Σαμίοισι. προῆγέ μιν ἐς τὰ οἰκία· ὅκως δὲ ἴδοιτο Κλεομένης τὰ . συνέλαβε σφέας καὶ κατέδησε. ἐλπίζων δέ μιν ἀποθανέεσθαι ὁ ἀδελφεός. καί σφεας ἐγὼ τιμωρήσομαι τῆς ἐνθάδε ἀπίξιος· αὐτὸν δέ σε ἐκπέμψαι ἐκ τῆς νήσου ἕτοιμος εἰμί„. καὶ δὴ τότε ἐπακούσας τε τὰ πρησσόμενα καὶ διακύψας διὰ τῆς γοργύρης. κατακτείνει τοὺς δεσμώτας πάντας· οὐ γὰρ δή. λοιδορέων τε καὶ κακίζων μιν ἀνέπειθε ἐπιθέσθαι τοῖσι Πέρσῃσι. οἳ δὲ ἔκτεινον πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον ὁμοίως ἔν τε ἱρῷ καὶ ἔξω ἱροῦ. λέγων τοιάδε. ἵνα εὐπετεστέρως κατάσχῃ τὰ ἐν τῇ Σάμῳ πρήγματα. ἐξῆκε ἐπὶ τοὺς Πέρσας οὔτε προσδεκομένους τοιοῦτο οὐδὲν δοκέοντάς τε δὴ πάντα συμβεβάναι. Ταῦτα δὲ ἔλεξε ὁ Χαρίλεως· Μαιάνδριος δὲ ὑπέλαβε τὸν λόγον. [2] ἐρεθίσας ὦν τοὺς Πέρσας ἤθελε ὡς ἀσθενέστατα ποιῆσαι τὰ Σάμια πρήγματα καὶ οὕτω παραδιδόναι. μήτε κτείνειν μηδένα Σαμίων μήτε ἀνδραποδίζεσθαι ἀπαθέα τε κακῶν ἀποδοῦναι τὴν νῆσον Συλοσῶντι. “ἐμὲ μέν. ὁ δὲ παρήγγειλε τῇ στρατιῇ πάντα τὸν ἂν λάβωσι καὶ ἄνδρα καὶ παῖδα ὁμοίως κτείνειν. 144. ἐμπεσόντες δὲ οἱ ἐπίκουροι τῶν Περσέων τοὺς διφροφορευμένους τε καὶ λόγου πλείστου ἐόντας ἔκτεινον. ἐβόα τε καὶ ἔφη λέγων Μαιανδρίῳ θέλειν ἐλθεῖν ἐς λόγους. 147. [2] οἳ μὲν δὴ ἐδεδέατο. Μαιάνδριον δὲ μετὰ ταῦτα κατέλαβε νοῦσος. οὔτε τίς σφι χεῖρας ἀνταείρεται. ἐντολὰς μὲν τὰς Δαρεῖός οἱ ἀποστέλλων ἐνετέλλετο. ὡς οἴκασι. 145. [3] ἀλλ᾽ εἴ τοι σὺ σφέας καταρρώδηκας. Μαιάνδριος δὲ ἀποδρὰς ἐκ τῆς Σάμου ἐκπλέει ἐς Λακεδαίμονα· ἀπικόμενος δὲ ἐς αὐτὴν καὶ ἀνενεικάμενος τὰ ἔχων ἐξεχώρησε. [3] αὐτὸς μὲν δὴ ὁ Μαιάνδριος ἐκπλέει ἐκ τῆς Σάμου· τοὺς δ᾽ ἐπικούρους πάντας ὁπλίσας ὁ Χαρίλεως. [2] ἐνθαῦτα τῆς στρατιῆς οἳ μὲν τὴν ἀκρόπολιν ἐπολιόρκεον. [4] καὶ οὗτοι μὲν ταῦτα ἐποίευν. ἐβούλοντο εἶναι ἐλεύθεροι. ἐποίεε τοιάδε· ὅκως ποτήρια ἀργύρεά τε καὶ χρύσεα προθεῖτο. ὡς εἶδε τοὺς Πέρσας εἰρηναίως κατημένους.
ἄλλο ἐβουλεύετο. 150. Ἑπτὰ δὲ μηνῶν καὶ ἐνιαυτοῦ διεληλυθότος ἤδη ὁ Δαρεῖός τε ἤσχαλλε καὶ ἡ στρατιὴ πᾶσα οὐ δυνατὴ ἐοῦσα ἑλεῖν τοὺς Βαβυλωνίους. 153. 154. ἐπεὰν ἡμίονοι τέκωσι„. Ὡς δέ οἱ ἐδόκεε μόρσιμον εἶναι ἤδη τῇ Βαβυλῶνι ἁλίσκεσθαι. ἐπείτε δὲ ἐκ τοῦ ἐμφανέος ἀπέστησαν. ἐπεάν περ ἡμίονοι τέκωσι. τότε γὰρ αἱρήσετε ἡμέας. ἀλλ᾽ οὐκ ἀπαλλάσσεσθε. οἳ δ᾽ ὑπακούσαντες ἐξεκήρυξαν Μαιάνδριον. τοῦτο εἶπε τῶν τις Βαβυλωνίων οὐδαμὰ ἐλπίζων ἂν ἡμίονον τεκεῖν. καί τις αὐτῶν εἶπε τοῦτο τὸ ἔπος. ὃς κατ᾽ ἀρχὰς ἔφησε. πρὸς ταύτην τὴν φήμην Ζωπύρῳ ἐδόκεε εἶναι ἁλώσιμος ἡ Βαβυλών· σὺν γὰρ θεῷ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἑωυτῷ τεκεῖν τὴν ἡμίονον. ἐν τούτῳ παντὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ταραχῇ ἐς τὴν πολιορκίην παρεσκευάζοντο. [2] καί κως ταῦτα ποιεῦντες ἐλάνθανον. ἀπεθώμαζέ τε καὶ ἐξεπλήσσετο· ὁ δὲ ἂν ἐκέλευε αὐτὸν ἀποφέρεσθαι αὐτῶν ὅσα βούλοιτο. Πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Δαρεῖος καὶ συλλέξας πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ δύναμιν ἐστρατεύετο ἐπ᾽ αὐτούς. [2] “τί κάτησθε ὦ Πέρσαι ἐνθαῦτα. βὰς ἐπὶ τοὺς ἐφόρους ἄμεινον εἶναι ἔφη τῇ Σπάρτῃ τὸν ξεῖνον τὸν Σάμιον ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ τῆς Πελοποννήσου. [2] ἄλλῳ μέν νυν οὐκ ἐφράζετο ἔργῳ δυνατὸς εἶναί μιν ὑποχειρίην ποιῆσαι. ἵνα μὴ ἀναπείσῃ ἢ αὐτὸν ἢ ἄλλον τινὰ Σπαρτιητέων κακὸν γενέσθαι. ὑστέρῳ μέντοι χρόνῳ καὶ συγκατοίκισε αὐτὴν ὁ στρατηγὸς Ὀτάνης ἔκ τε ὄψιος ὀνείρου καὶ νούσου ἥ μιν κατέλαβε νοσῆσαι τὰ αἰδοῖα. ἐνθαῦτα ἐν ἐλαφρῷ ποιησάμενος ἑωυτὸν λωβᾶται λώβην ἀνήκεστον· ἀποταμὼν γὰρ ἑωυτοῦ τὴν ῥῖνα καὶ τὰ ὦτα καὶ τὴν κόμην κακῶς περικείρας καὶ μαστιγώσας ἦλθε παρὰ Δαρεῖον. οὐδὲ σφέας οἷός τε ἦν ἑλεῖν. . γυναῖκα ἕκαστος μίαν προσεξαιρέετο τὴν ἐβούλετο ἐκ τῶν ἑωυτοῦ οἰκίων. 152. κάρτα εὖ παρεσκευασμένοι· ἐν ὅσῳ γὰρ ὅ τε Μάγος ἦρχε καὶ οἱ ἑπτὰ ἐπανέστησαν. ὅκως αὐτός τε ἔσται ὁ ἑλὼν αὐτὴν καὶ ἑωυτοῦ τὸ ἔργον ἔσται· κάρτα γὰρ ἐν τοῖσι Πέρσῃσι αἱ ἀγαθοεργίαι ἐς τὸ πρόσω μεγάθεος τιμῶνται. Ἐπὶ δὲ Σάμον στρατεύματος ναυτικοῦ οἰχομένου Βαβυλώνιοι ἀπέστησαν. ὃς λαβεῖν μὲν διδόμενα οὐκ ἐδικαίου. τούτῳ τῷ Μεγαβύζου παιδὶ Ζωπύρῳ ἐγένετο τέρας τόδε· τῶν οἱ σιτοφόρων ἡμιόνων μία ἔτεκε. τὰς δὲ λοιπὰς ἁπάσας συναγαγόντες ἀπέπνιξαν· τὴν δὲ μίαν ἕκαστος σιτοποιὸν ἐξαιρέετο· ἀπέπνιξαν δὲ αὐτάς. [2] τοῦτο καὶ δὶς καὶ τρὶς εἴπαντος Μαιανδρίου ὁ Κλεομένης δικαιότατος ἀνδρῶν γίνεται. 151. ἐπελάσας δὲ ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα ἐπολιόρκεε φροντίζοντας οὐδὲν τῆς πολιορκίης. [2] καί οἱ πρὸς τὰ τοῦ Βαβυλωνίου ῥήματα. πυθόμενος δὲ ὡς πολλοῦ τιμῷτο. ἀλλὰ γὰρ δεινῶς ἦσαν ἐν φυλακῇσι οἱ Βαβυλώνιοι. Τὴν δὲ Σάμον [σαγηνεύσαντες] οἱ Πέρσαι παρέδοσαν Συλοσῶντι ἔρημον ἐοῦσαν ἀνδρῶν. ἀναβαίνοντες γὰρ ἐπὶ τοὺς προμαχεῶνας τοῦ τείχεος οἱ Βαβυλώνιοι κατωρχέοντο καὶ κατέσκωπτον Δαρεῖον καὶ τὴν στρατιὴν αὐτοῦ. ὡς δέ οἱ ἐξαγγέλθη καὶ ὑπὸ ἀπιστίης αὐτὸς ὁ Ζώπυρος εἶδε τὸ βρέφος. προσελθὼν Δαρείου ἀπεπυνθάνετο εἰ περὶ πολλοῦ κάρτα ποιέεται τὴν Βαβυλῶνα ἑλεῖν. εἰ δ᾽ ἑωυτὸν λωβησάμενος αὐτομολήσειε ἐς αὐτούς. μαθὼν δὲ ὡς ἄλλοισι διδοὺς τῶν ἀστῶν εὑρήσεται τιμωρίην. καίτοι πάντα σοφίσματα καὶ πάσας μηχανὰς ἐπεποιήκεε ἐς αὐτοὺς Δαρεῖος· ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἐδύνατο ἑλεῖν σφεας. ἀπείπας τοῖσι ἰδοῦσι μηδενὶ φράζειν τὸ γεγονὸς ἐβουλεύετο.ποτήρια. ἄλλοισί τε σοφίσμασι πειρησάμενος. Ἐνθαῦτα εἰκοστῷ μηνὶ Ζωπύρῳ τῷ Μεγαβύζου. 149. καὶ τούτῳ ἐπειρήθη. τούτου ὃς τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν ἐγένετο τῶν τὸν Μάγον κατελόντων. ἐποίησαν τοιόνδε· τὰς μητέρας ἐξελόντες. ἵνα μή σφεων τὸν σῖτον ἀναισιμώσωσι. τότε τὸ τεῖχος ἁλώσεσθαι. καὶ δὴ καὶ τῷ Κῦρος εἷλε σφέας.
ὁ δὲ διαλιπὼν ἡμέρας τὰς συγκειμένας. καὶ ἔπειτα ἄλλους κάτισον ἀγαγὼν κατὰ τὰς Χαλδαίων καλεομένας πύλας. ὁ δὲ αὖτις διαλιπὼν τὰς συγκειμένας ἡμέρας ἐξήγαγε ἐς τὸ προειρημένον. ὡς δὲ καὶ . πείσας σφέας ταῦτα ἔχειν οὕτω. τετρακισχιλίους. καὶ κυκλωσάμενος κατεφόνευσε τοὺς τετρακισχιλίους. λελωβημένου σεῦ θᾶσσον οἱ πολέμιοι παραστήσονται. ἐποίεε τά περ τῷ Δαρείῳ συνεθήκατο· ἐξαγαγὼν γὰρ τῇ δεκάτῃ ἡμέρῃ τὴν στρατιὴν τῶν Βαβυλωνίων καὶ κυκλωσάμενος τοὺς χιλίους. τοιαῦτα ἔλεγε. ἐπείτε δὴ οὐδεὶς πόρος ἐφαίνετο τῆς ἁλώσιος. ταῦτα ὡς ἤκουσαν. ἀπ᾽ ἧς ἂν ἡμέρης ἐγὼ ἐσέλθω ἐς τὸ τεῖχος. Δαρείῳ δὲ καὶ τῇ στρατιῇ καὶ Πέρσῃσι μέγιστον κακόν· οὐ γὰρ δὴ ἐμέ γε ὧδε λωβησάμενος καταπροΐξεται· ἐπίσταμαι δ᾽ αὐτοῦ πάσας τὰς διεξόδους τῶν βουλευμάτων„. ἐπιτρέπεσθαι ἕτοιμοι ἦσαν τῶν ἐδέετο σφέων· ἐδέετο δὲ στρατιῆς. [4] ἰδόντες δὲ καὶ τοῦτο τὸ ἔργον οἱ Βαβυλώνιοι πάντες Ζώπυρον εἶχον ἐν στόμασι αἰνέοντες. φὰς ὑπὸ Δαρείου πεπονθέναι τὰ ἐπεπόνθεε ὑπ᾽ ἑωυτοῦ. πάγχυ ἐλπίσαντες λέγειν μιν ἀληθέα καί σφι ἥκειν σύμμαχον. [3] μαθόντες δέ μιν οἱ Βαβυλώνιοι τοῖσι ἔπεσι τὰ ἔργα παρεχόμενον ὅμοια. τοὺς πρώτους ἐνετείλατο Δαρείῳ τάξαι. τῆς οὐδεμία ἔσται ὤρη ἀπολλυμένης. δεινόν τι ποιεύμενος Ἀσσυρίους Πέρσῃσι καταγελᾶν„.155. οὐκ ἄν με περιεῖδες· νῦν δ᾽ ἐπ᾽ ἐμεωυτοῦ βαλόμενος ἔπρηξα. ἐχόντων δὲ μήτε οἱ πρότεροι μηδὲν τῶν ἀμυνεύντων μήτε οὗτοι. Δαρεῖος δὲ κάρτα βαρέως ἤνεικε ἰδὼν ἄνδρα δοκιμώτατον λελωβημένον. [6] μετὰ δὲ τὴν εἰκοστὴν ἡμέρην ἰθέως τὴν μὲν ἄλλην στρατιὴν κελεύειν πέριξ προσβάλλειν πρὸς τὸ τεῖχος. ἐπιστρεφόμενος ὡς δὴ ἀληθέως αὐτόμολος. ὁ δέ σφι ἠγόρευε ὡς εἴη τε Ζώπυρος καὶ αὐτομολέοι ἐς ἐκείνους. ἀλλ᾽ αὐτὸς ἐγὼ ἐμεωυτόν.„ [4] ὁ δὲ εἶπε “εἰ μέν τοι ὑπερετίθεα τὰ ἔμελλον ποιήσειν. 156. τί δ᾽. ἀπὸ ταύτης ἐς δεκάτην ἡμέρην τῆς σεωυτοῦ στρατιῆς. Οἳ δὲ Βαβυλώνιοι ὁρῶντες ἄνδρα τὸν ἐν Πέρσῃσι δοκιμώτατον ῥινός τε καὶ ὤτων ἐστερημένον. αὖτις ἐπιλεξάμενος τῶν Βαβυλωνίων ἐξήγαγε καὶ κατεφόνευσε τῶν Δαρείου στρατιωτέων τοὺς δισχιλίους. 157. ὦ μάταιε. ἐμέο μεγάλα ἔργα ἀποδεξαμένου. Ταῦτα ἐντειλάμενος ἤιε ἐπὶ τὰς πύλας. τεύξεσθαι στρατιῆς. ἔκ τε τοῦ θρόνου ἀναπηδήσας ἀνέβωσέ τε καὶ εἴρετό μιν ὅστις εἴη ὁ λωβησάμενος καὶ ὅ τι ποιήσαντα. [2] ὁ δὲ ἐπείτε αὐτῶν τοῦτο παρέλαβε. αἱρέομεν Βαβυλῶνα. [2] ὁ δὲ εἶπε “οὐκ ἔστι οὗτος ὡνήρ. πλὴν ἐγχειριδίων· τοῦτο δὲ ἐᾶν ἔχειν. ταύτης χιλίους τάξον κατὰ τὰς Σεμιράμιος καλεομένας πύλας· μετὰ δὲ αὖτις ἀπὸ τῆς δεκάτης ἐς ἑβδόμην ἄλλους μοι τάξον δισχιλίους κατὰ τὰς Νινίων καλεομένας πύλας· ἀπὸ δὲ τῆς ἑβδόμης διαλείπειν εἴκοσι ἡμέρας. κῶς οὐκ ἐξέπλωσας τῶν φρενῶν σεωυτὸν διαφθείρας. μάστιξί τε καὶ αἵματι ἀναπεφυρμένον. πάγχυ περιχαρέες ἐόντες πᾶν δὴ ἕτοιμοι ἦσαν ὑπηρετέειν. παθεῖν δὲ ταῦτα διότι συμβουλεῦσαι οἱ ἀπανιστάναι τὴν στρατιήν. τά τε ἄλλα ἐπιτρέψονται ἐμοὶ Βαβυλώνιοι καὶ δὴ καὶ τῶν πυλέων τὰς βαλανάγρας· τὸ δὲ ἐνθεῦτεν ἐμοί τε καὶ Πέρσῃσι μελήσει τὰ δεῖ ποιέειν„. Πέρσας δέ μοι τάξον κατά τε τὰς Βηλίδας καλεομένας καὶ Κισσίας πύλας. ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἔχω αὐτομολήσω ἐς τὸ τεῖχος καὶ φήσω πρὸς αὐτοὺς ὡς ὑπὸ σεῦ τάδε ἔπαθον· καὶ δοκέω. τούτους κατεφόνευσε. [3] ὃ δ᾽ ἀμείβετο “ὦ σχετλιώτατε ἀνδρῶν. ἐπὶ τὰ κοινὰ τῶν Βαβυλωνίων· καταστὰς δὲ ἐπ᾽ αὐτὰ κατοικτίζετο. [5] σὺ δέ. ὁρῶντες δὲ ἀπὸ τῶν πύργων οἱ κατὰ τοῦτο τεταγμένοι κατέτρεχον κάτω καὶ ὀλίγον τι παρακλίναντες τὴν ἑτέρην πύλην εἰρώτων τίς τε εἴη καὶ ὅτευ δεόμενος ἥκοι. [2] ἦγον δή μιν οἱ πυλουροί. ὅτι μὴ σύ. ἔργῳ τῷ αἰσχίστῳ οὔνομα τὸ κάλλιστον ἔθευ. [3] “νῦν τε„ ἔφη λέγων “ἐγὼ ὑμῖν ὦ Βαβυλώνιοι ἥκω μέγιστον ἀγαθόν. τῷ ἐστὶ δύναμις τοσαύτη ἐμὲ δὴ ὧδε διαθεῖναι· οὐδέ τις ἀλλοτρίων ὦ βασιλεῦ τάδε ἔργασται. φὰς διὰ τοὺς πολιορκεομένους σεωυτὸν ἀνηκέστως διαθεῖναι. ἤδη ὦν ἢν μὴ τῶν σῶν δεήσῃ. ὡς γὰρ ἐγὼ δοκέω.
ὥς σφι οἱ ἄνδρες ἀπῆσαν χρόνον πολλόν.τοῦτο κατέργαστο. ἐνθαῦτα δὴ πάντα τὸν δόλον ὁ Ζώπυρος ἐξέφαινε. τοῖσι δὲ λοιποῖσι Βαβυλωνίοισι ἀπέδωκε τὴν πόλιν οἰκέειν. αἱ γὰρ τῶν Σκυθέων γυναῖκες. τοῦτο μὲν σφέων τὸ τεῖχος περιεῖλε καὶ τὰς πύλας πάσας ἀπέσπασε· τὸ γὰρ πρότερον ἑλὼν Κῦρος τὴν Βαβυλῶνα ἐποίησε τούτων οὐδέτερον· τοῦτο δὲ ὁ Δαρεῖος τῶν ἀνδρῶν τοὺς κορυφαίους μάλιστα ἐς τρισχιλίους ἀνεσκολόπισε. καὶ στρατάρχης τε οὗτός σφι καὶ τειχοφύλαξ ἀπεδέδεκτο. ἐφοίτεον παρὰ τοὺς δούλους. Μετὰ δὲ τὴν Βαβυλῶνος αἵρεσιν ἐγένετο ἐπὶ Σκύρας αὐτοῦ Δαρείου ἔλασις· ἀνθεύσης γὰρ τῆς Ἀσίης ἀνδράσι καὶ χρημάτων μεγάλων συνιόντων. Τοὺς δὲ δούλους οἱ Σκύθαι πάντας τυφλοῦσι τοῦ γάλακτος εἵνεκεν τοῦ πίνουσι ποιεῦντες ὧδε. [2] ὡς δ᾽ ἕξουσι γυναῖκας οἱ Βαβυλώνιοι ἵνα σφι γενεὴ ὑπογίνηται. ἔμενον ἐν τῇ ἑωυτοῦ τάξι ἕκαστος. ὥστε πέντε μυριάδων τὸ κεφαλαίωμα τῶν γυναικῶν συνῆλθε· ἐκ τουτέων δὲ τῶν γυναικῶν οἱ νῦν Βαβυλώνιοι γεγόνασι. [2] ἐτίμησε δέ μιν μεγάλως· καὶ γὰρ δῶρά οἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἐδίδου ταῦτα τὰ Πέρσῃσι ἐστὶ τιμιώτατα. [2] τῆς γὰρ ἄνω Ἀσίης ἦρξαν. Cambridge 1920) 1. Προσβολὴν δὲ Δαρείου κατὰ τὰ συγκείμενα ποιευμένου πέριξ τὸ τεῖχος. D. καταπαύσαντες τῆς ἀρχῆς Μήδους· οὗτοι γὰρ πρὶν ἢ Σκύθας ἀπικέσθαι ἦρχον τῆς Ἀσίης. Βαβυλὼν μέν νυν οὕτω τὸ δεύτερον αἱρέθη. 159. καὶ ἄλλα πολλὰ ἐπέδωκε. τούτους ἐσθέντες ἐς τῶν θηλέων ἵππων τά ἄρθρα φυσῶσι τοῖσι στόμασι. Godley. ὡς βούλοιτο ἂν Ζώπυρον εἶναι ἀπαθέα τῆς ἀεικείης μᾶλλον ἢ Βαβυλῶνάς οἱ εἴκοσι πρὸς τῇ ἐούσῃ προσγενέσθαι. ἐς ὃ δὴ καὶ οὗτοι ἔμαθον προδεδομένοι. πολλάκις δὲ Δαρεῖον λέγεται γνώμην τήνδε ἀποδέξασθαι. ὃς ἐν Αἰγύπτῳ ἀντία Ἀθηναίων καὶ τῶν συμμάχων ἐστρατήγησε· Μεγαβύζου δὲ τούτου γίνεται Ζώπυρος. οἱ μὲν γὰρ Βαβυλώνιοι ἀναβάντες ἐπὶ τὸ τεῖχος ἠμύνοντο τὴν Δαρείου στρατιὴν προσβάλλουσαν. A. οὗτοι μὲν ἔφευγον ἐς τοῦ Διὸς τοῦ Βήλου τὸ ἱρόν· οἳ δὲ οὐκ εἶδον. πάντα δὴ ἦν ἐν τοῖσι Βαβυλωνίοισι Ζώπυρος. ὡς καὶ πρότερον μοι εἴρηται. 158. ἄλλοι δὲ . ἐπεθύμησε ὁ Δαρεῖος τίσασθαι Σκύθας. [2] τῶν δὲ Βαβυλωνίων οἳ μὲν εἶδον τὸ ποιηθέν. Δαρεῖος δὲ ἐπείτε ἐκράτησε τῶν Βαβυλωνίων. ἀπέπνιξαν οἱ Βαβυλώνιοι τοῦ σίτου προορέοντες· ἐπέταξε τοῖσι περιοίκοισι ἔθνεσι γυναῖκας ἐς Βαβυλῶνα κατιστάναι. Ζωπύρου δὲ τούτου γίνεται Μεγάβυζος. Κιμμερίους γὰρ ἐπιδιώκοντες ἐσέβαλον ἐς τὴν Ἀσίην. ὅσας δὴ ἑκάστοισι ἐπιτάσσων. ὁ δὲ Ζώπυρος τάς τε Κισσίας καὶ Βηλίδας καλεομένας πύλας ἀναπετάσας ἐσῆκε τοὺς Πέρσας ἐς τὸ τεῖχος. 2. τάδε Δαρεῖος προϊδὼν ἐποίησε· τὰς γὰρ ἑωυτῶν. ὡς καὶ κατ᾽ ἀρχὰς δεδήλωται. [3] τοὺς δὲ Σκύθας ἀποδημήσαντας ὀκτὼ καὶ εἴκοσι ἔτεα καὶ διὰ χρόνου τοσούτου κατιόντας ἐς τὴν σφετέρην ἐξεδέξατο οὐκ ἐλάσσων πόνος τοῦ Μηδικοῦ· εὗρον γὰρ ἀντιουμένην σφίσι στρατιήν οὐκ ὀλίγην. ὅτι μὴ Κῦρος μοῦνος· τούτῳ γὰρ οὐδεὶς Περσέων ἠξίωσέ κω ἑωυτὸν συμβαλεῖν. ἐπεάν φυσητῆρας λάβωσι ὀστεΐνους αὐλοῖσι προσεμφερεστάτους. ὅτι ἐκεῖνοι πρότεροι ἐσβαλόντες ἐς τὴν Μηδικὴν καὶ νικήσαντες μάχῃ τοὺς ἀντιουμένους ὑπῆρξαν ἀδικίης. καὶ τὴν Βαβυλῶνά οἱ ἔδωκε ἀτελέα νέμεσθαι μέχρι τῆς ἐκείνου ζόης. 160. Ζωπύρου δὲ οὐδεὶς ἀγαθοεργίην Περσέων ὑπερεβάλετο παρὰ Δαρείῳ κριτῇ οὔτε τῶν ὕστερον γενομένων οὔτε τῶν πρότερον. ὃς ἐς Ἀθήνας ηὐτομόλησε ἐκ Περσέων. Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν τετάρτη ἐπιγραφομένη Μελπομένη (ed. Σκύθαι ἔτεα δυῶν δέοντα τριήκοντα.
ἀπὸ δὲ τοῦ μέσου Ἀρποξάιος οἳ Κατίαροί τε καὶ Τράσπιες καλέονται. τῶνδε εἵνεκα ὁ Δαρεῖυς τίσασθαι βουλόμενος συνήγειρε ἐπ᾽ αὐτοὺς στράτευμα. [2] γένεος μὲν τοιούτου δὴ τινος γενέσθαι τὸν Ταργιτάον. εἷς αὐτῶν ἔλεξε τάδε. ἄνδρα γενέσθαι πρῶτον ἐν τῇ γῆ ταύτῃ ἐούσῃ ἐρήμῳ τῳ οὔνομα εἶναι Ταργιτάον· τοῦ δὲ Ταργιτάου τούτου τοὺς τοκέας λέγουσι εἶναι. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες. τοῦ βασιλέος ἐπωνυμίην. Ἐκ τούτων δὴ ὦν σφι τῶν δούλων καὶ τῶν γυναικῶν ἐτράφη νεότης· οἳ ἐπείτε ἔμαθον τὴν σφετέρην γένεσιν. [2] ὃς δ᾽ ἂν ἔχων τὸν χρυσὸν τὸν ἱρὸν ἐν τῇ ὁρτῇ ὑπαίθριος κατακοιμηθῇ. ἄροτρόν τε καὶ ζυγόν καὶ σάγαριν καὶ φιάλην. “οἷα ποιεῦμεν. μαθόντες ὡς εἰσὶ ἡμέτεροι δοῦλοι καὶ συγγνόντες τοῦτο. Σκύθας δὲ Ἕλληνες ὠνόμασαν. ἄνδρες Σκύθαι· δούλοισι τοῖσι ἡμετέροισι μαχόμενοι αὐτοί τε κτεινόμενοι ἐλάσσονες γινόμεθα καὶ ἐκείνους κτείνοντες ἐλασσόνων τὸ λοιπὸν ἄρξομεν. Δία τε καὶ Βορυσθένεος τοῦ ποταμοῦ θυγατέρα. [3] ἐπὶ τούτων ἀρχόντων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φερομένα χρύσεα ποιήματα. δίδοσθαι δέ . νεώτατον πάντων ἐθνέων εἶναι τὸ σφέτερον. καὶ τὸ μὲν αὐτοῦ ἐπιστάμενον ἀπαρύσαντες ἡγεῦνται εἶναι τιμιώτερον. τρίτῳ δὲ τῷ νεωτάτῳ ἐπελθόντι κατασβῆναι. τό δ᾽ ὑπιστάμενον ἧσσον τοῦ ἑτέρου. [4] νῦν ὦν μοι δοκέει αἰχμὰς μὲν καὶ τόξα μετεῖναι. [3] γινομένης δὲ μάχης πολλάκις καί οὐ δυναμένων οὐδὲν πλέον ἔχειν τῶν Σκυθέων τῇ μάχῃ. καὶ μιν ἐκεῖνον κομίσαι ἐς ἑωυτοῦ· καὶ τοὺς πρεσβυτέρους ἀδελφεοὺς πρὸς ταῦτα συγγνόντας τὴν βασιληίην πᾶσαν παραδοῦναι τῷ νεωτάτῳ.ἄλλων φυσώντων ἀμέλγουσι. ἔτεα δὲ σφίσι ἐπείτε γεγόνασι τὰ σύμπαντα λέγουσι εἶναι ἀπὸ τοῦ πρώτου βασιλέος Ταργιτάου ἐς τὴν Δαρείου διάβασιν τὴν ἐπὶ σφέας χιλίων οὐ πλέω ἀλλὰ τοσαῦτα. ἠντιοῦντο αὐτοῖσι κατιοῦσι ἐκ τῶν Μήδων. λέγουσι δ᾽ ὦν. οὗτος λέγεται ὑπὸ Σκυθέων οὐ διενιαυτίζειν. φασὶ δὲ τοῦδε εἵνεκα τοῦτο ποιέειν· τὰς φλέβας τε πίμπλασθαι φυσωμένας τῆς ἵππου καὶ τὸ οὖθαρ κατίεσθαι. καὶ τὸν αὖτις ταὐτὰ ποιέειν. [2] καὶ πρῶτα μὲν τὴν χώρην ἀπετάμοντο. τάφρον ὀρυξάμενοι εὐρέαν κατατείνουσαν ἐκ τῶν Ταυρικῶν ὀρέων ἐς τὴν Μαιῆτιν λίμνην. 4. Ὣς δὲ Σκύθαι λέγουσι. τῇ περ ἐστὶ μεγίστη· μετά γε πειρωμένοισι ἐσβάλλειν τοῖσι Σκύθῃσι ἀντικατιζόμενοι ἐμάχοντο. λαβόντα δὲ ἕκαστον τοῦ ἵππου τὴν μάστιγα ἰέναι ἆσσον αὐτῶν. καὶ θυσίῃσι μεγάλῃσι ἱλασκόμενοι μετέρχονται ἀνὰ πᾶν ἔτος. 7. τοῦτο δὲ γενέσθαι ὧδε. οὕτω οἱ Σκύθαι τῆς τε Ἀσίης ἧρξαν καὶ ἐξελασθέντες αὖτις ὑπὸ Μήδων κατῆλθον τρόπῳ τοιούτῳ ἐς τὴν σφετέρην. τὸν δὲ χρυσόν ἐπιόντος καίεσθαι. οἳ δὲ ἐνόμιζον ὅμοιοί τε καί ἐξ ὁμοίων ἡμῖν εἶναι· ἐπεὰν δὲ ἴδωνται μάστιγας ἀντὶ ὅπλων ἔχοντας. οὐ γὰρ ἀρόται εἰσὶ ἀλλὰ νομάδες. ἀπὸ δὲ τοῦ νεωτάτου αὐτῶν τοῦ βασιλέος οἳ καλέονται Παραλάται· [2] σύμπασι δὲ εἶναι οὔνομα Σκολότους. [4] ἀπαλλαχθέντος δὲ τούτου προσιέναι τὸν δεύτερον. Ἀπὸ μὲν δὴ Λιποξάιος γεγονέναι τούτους τῶν Σκυθέων οἳ Αὐχάται γένος καλέονται. πεσεῖν ἐς τὴν Σκυθικήν· καὶ τῶν ἰδόντα πρῶτον τὸν πρεσβύτατον ἆσσον ἰέναι βουλόμενον αὐτὰ λαβεῖν. Γεγονέναι μέν νυν σφέας ὧδε λέγουσι οἱ Σκύθαι. τὸν δὲ χρυσόν τοῦτον τὸν ἱρὸν φυλάσσουσι οἱ βασιλέες ἐς τὰ μάλιστα. Ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Σκύθαι ἐποίευν ἐπιτελέα· οἳ δὲ ἐκπλαγέντες τῷ γινομένῳ τῆς μάχης τε ἐπελάθοντο καὶ ἔφευγον. οὐκ ὑπομενέουσι„. 3. Λιπόξαϊν καὶ Ἀρπόξαϊν καὶ νεώτατον Κολάξαιν. 5. τούτων μὲν εἵνεκα ἅπαντα τὸν ἂν λάβωσι οἱ Σκύθαι ἐκτυφλοῦσι. 6. τούτου δὲ γενέσθαι παῖδας τρεῖς. μέχρι μὲν γὰρ ὥρων ἡμέας ὅπλα ἔχοντας. τοὺς μὲν δὴ καιόμενον τὸν χρυσὸν ἀπώσασθαι. [2] ἐπεὰν δὲ ἀμέλξωσι τὸ γάλα. ἐσχέαντες ἐς ξύλινα ἀγγήια κοῖλα καὶ περιστίξαντες κατὰ τὰ ἀγγήια τοὺς τυφλοὺς δονέουσι τὸ γάλα.
[2] Γηρυόνεα δὲ οἰκέειν ἔξω τοῦ Πόντου. καὶ ταῦτα ποιεῦσα αὐτή τε εὐφρανέαι καὶ τὰ ἐντεταλμένα ποιήσεις. ἔκπεμπε ἐκ τῆς χώρης. . τῷ δ᾽ ἑπομένῳ Γελωνόν. 8. τόν τε Ἀγάθυρσον καὶ τὸν Γελωνόν. καὶ τουτέων μίαν ποιῆσαι μεγίστην. εἴτε αὐτοῦ κατοικίζω (χώρης γὰρ τῆσδε ἔχω τὸ κράτος αὕτη) εἴτε ἀποπέμπω παρὰ σέ„. τὴν δ᾽. ἐν τῇ τὸν χρυσὸν φυλάσσεσθαι. οἴχεσθαι ἐκ τῆς χώρης ἐκβληθέντας ὑπὸ τῆς γειναμένης. τοῦτο δὲ τῆς ἐπιστολῆς μεμνημένην αὐτὴν ποιῆσαι τά ἐντεταλμένα. σῶστρά τε σὺ παρέσχες· ἐγὼ γὰρ ἐκ σεῦ τρεῖς παῖδας ἔχω. ἐπεὰν γένωνται τρόφιες. τὰς δὲ οἱ ἵππους τὰς ὑπὸ τοῦ ἅρματος νεμομένας ἐν τούτῳ τῳ χρόνῳ ἀφανισθῆναι θείη τύχῃ. τῷ μὲν Ἀγάθυρσον αὐτῶν. πάντα δὲ τῆς χώρης ἐπεξελθόντα τέλος ἀπικέσθαι ἐς τὴν Ὑλαίην καλεομένην γῆν· ἐνθαῦτα δὲ αὐτὸν εὑρεῖν ἐν ἄντρῳ μιξοπάρθενον τινά. [3] ἐνθεῦτεν τόν Ἡρακλέα ἀπικέσθαι ἐς τὴν νῦν Σκυθίην χώρην καλεομένην. τὸν δὲ λέγουσι πρὸς ταῦτα εἰπεῖν [5] “ἐπεὰν ἀνδρωθέντας ἴδῃ τοὺς παῖδας. ἐπειρυσάμενον τὴν λεοντέην κατυπνῶσαι. [4] τούτους. καὶ τὸν κομισάμενον ἐθέλειν ἀπαλλάσσεσθαι· τέλος δὲ ἀποδιδοῦσαν αὐτὴν εἰπεῖν Ἵππους μὲν δὴ ταύτας ἀπικομένας ἐνθάδε ἔσωσα τοὶ ἐγώ. τὸν δὲ Ὠκεανὸν λόγῳ μὲν λέγουσι ἀπὸ ἡλίου ἀνατολέων ἀρξάμενον γῆν περὶ πᾶσαν ῥέειν. [3] κείνην τε δὴ ὑπερβάλλεσθαι τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἵππων. [2] ἰδόντα δὲ καὶ θωμάσαντα ἐπειρέσθαι μιν εἴ κου ἴδοι ἵππους πλανωμένας· τὴν δὲ φάναι ἑωυτήν ἔχειν καὶ οὐκ ἀποδώσειν ἐκείνῳ πρὶν ἢ οἱ μιχθῇ· τό δὲ Ἡρακλέα μιχθῆναι ἐπὶ τῷ μισθῷ τούτῳ. ἥντινα νῦν Σκύθαι νέμονται. ἔχιδναν διφυέα. [3] καὶ ἀπὸ μὲν Σκύθεω τοῦ Ἡρακλέος γενέσθαι τοὺς αἰεὶ βασιλέας γινομένους Σκυθέων. τὰ δὲ ἔνερθε ὄφιος. βουλομένην ὡς πλεῖστον χρόνον συνεῖναι τῷ Ἡρακλεῖ. τῆς τὰ μὲν ἄνω ἀπὸ τῶν γλουτῶν εἶναι γυναικός. καὶ καταλαβεῖν γὰρ αὐτὸν χειμῶνα τε καὶ κρυμὸν. τὸν δὲ νεώτατον αὐτῶν Σκύθην ἐπιτελέσαντα καταμεῖναι ἐν τῇ χωρῇ. ταῦτα δὲ Ἑλλήνων οἱ τὸν Πόντον οἰκέοντες λέγουσι. ἐξηγέο σύ. κατοικημένον τὴν Ἕλληνές λέγουσι Ἐρύθειαν νῆσον τὴν πρὸς Γαδείροισι τοῖσι ἔξω Ἡρακλέων στηλέων ἐπὶ τῷ Ὠκεανῷ. Σκύθαι μὲν ὧδε ὕπερ σφέων τε αὐτῶν καὶ τῆς χώρης τῆς κατύπερθε λέγουσι. [2] καὶ δὴ δύο μὲν οἱ τῶν παίδων. Ἡρακλέα ἐλαύνοντα τὰς Γηρυόνεω βοῦς ἀπικέσθαι ἐς γῆν ταύτην ἐοῦσαν ἐρήμην. τοῦτο μὲν σφι οὐνόματα θέσθαι. 9. ὃ τι χρὴ ποιέειν. δίζησθαι. [3] τὰ δὲ κατύπερθε πρὸς βορέην λέγουσι ἄνεμον τῶν ὑπεροίκων τῆς χώρης οὐκ οἷὰ τε εἶναι ἔτι προσωτέρω οὔτε ὁρᾶν οὔτε διεξιέναι ὑπὸ πτερῶν κεχυμένων· πτερῶν γὰρ καὶ τήν γῆν καὶ τὸν ἠέρα εἶναι πλέον. τοῦτον μὲν τῆσδε τῆς χώρης οἰκήτορα ποιεῦ· ὃς δ᾽ ἂν τούτων τῶν ἔργων τῶν ἐντέλλομαι λείπηται. Ὥς δ᾽ ἐγερθῆναι τὸν Ἡρακλέα. Τὸν μὲν δὴ εἰρύσαντα τῶν τόξων τὸ ἕτερον (δύο γὰρ δὴ φορέειν τέως Ἡρακλέα) καὶ τὸν ζωστῆρα προδέξαντα. οὐκ οἵους τε γενομένους ἐξικέσθαι πρὸς τὸν προκείμενον ἄεθλον.οἱ διὰ τοῦτο ὅσα ἂν ἵππω ἐν ἡμέρῃ μιῇ περιελάσῃ αὐτὸς. καὶ ταῦτα εἶναι τὰ ἀποκληίοντα τὴν ὄψιν. 10. τάδε ποιεῦσα οὐκ ἂν ἁμαρτάνοις· τὸν μὲν ἂν ὁρᾷς αὐτῶν τόδε τὸ τόξον ὧδε διατεινόμενον καὶ τῳ ζωστῆρι τῷδε κατὰ τάδε ζωννύμενον. “Ἑλλήνων δὲ οἱ τὸν Πόντον οἰκέοντες ὧδε. ἀπὸ δὲ τῆς φιάλης ἔτι καὶ ἐς τόδε φιάλας ἐκ τῶν ζωστήρων φορέειν Σκύθας· τὸ δὴ μοῦνον μηχανήσασθαι τὴν μητέρα Σκύθῃ. δόντα δὲ ἀπαλλάσσεσθαι. ἔργῳ δὲ οὐκ ἀποδεικνῦσι. τῆς δὲ χώρης ἐούσης μεγάλης τριφασίας τὰς βασιληίας τοῖσι παισὶ τοῖσι ἑωυτοῦ καταστήσασθαι Κολάξαιν. τὴν μὲν δὴ ταῦτα ἐπειρωτᾶν. Σκύθην δὲ τῷ νεωτάτῳ. παραδοῦναι τὸ τόξον τε καὶ τὸν ζωστῆρα ἔχοντα ἐπ᾽ ἄκρης τῆς συμβολῆς φιάλην χρυσέην. ἐπεὶ οἱ γενομένους τοὺς παῖδας ἀνδρωθῆναι.
. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλος λόγος ἔχων ὧδε.11. οὗτος δὲ ἄλλος ξυνὸς Ἑλλήνων τε καὶ βαρβάρων λεγόμενος λόγος εἴρηται. [3] οὔκων δὴ ἐθέλειν πείθεσθαι οὔτε τοῖσι βασιλεῦσι τὸν δῆμον οὔτε τῷ δήμῳ τοὺς βασιλέας· τοὺς μὲν δὴ ἀπαλλάσσεσθαι βουλεύεσθαι ἀμαχητὶ τὴν χωρῆν παραδόντας τοῖσι ἐπιοῦσι· τοῖσι δὲ βασιλεῦσι δόξαι ἐν τῇ ἑωυτῶν κεῖσθαι ἀποθανόντας μηδὲ συμφεύγειν τῷ δήμῳ. ποιήσαντα δὲ ἀφανισθῆναι τὸ δεύτερον. Ἰσσηδόνων δὲ ὑπεροικέειν Ἀριμασποὺς ἄνδρας μουνοφθάλμους ὕπερ δὲ τούτων τοὺς χρυσοφύλακας γρῦπας. καὶ δὴ τὰς γνώμας σφέων κεχωρισμένας. λογισαμένους ὅσα τε ἀγαθὰ πεπόνθασι καὶ ὅσα φεύγοντας ἐκ τῆς πατρίδος κακὰ ἐπίδοξα καταλαμβάνειν. καὶ ὑπὸ μὲν Ἀριμασπῶν ἐξωθέεσθαι ἐκ τῆς χώρης Ἰσσηδόνας. ἐσελθόντα ἐς κναφήιον ἐν Προκοννήσῳ ἀποθανεῖν. οἱ δὲ Σκύθαι ἐν δεξιῇ τὸν Καύκασον ἔχοντες ἐδίωκον ἐς οὗ ἐσέβαλον ἐς γῆν τὴν Μηδικήν. 12. πολέμῳ πιεσθέντας ὑπὸ Μασσαγετέων. διαστάντας καὶ ἀριθμὸν ἴσους γενομένους μάχεσθαι πρὸς ἀλλήλους. Καὶ ὅθεν μὲν ἦν Ἀριστέης ὁ ταῦτα εἴπας. Καὶ νῦν ἔστι μὲν ἐν τῇ Σκυθικῇ Κιμμέρια τείχεα. αἰεὶ τοῖσι πλησιοχώροισι ἐπιτίθεσθαι. αὕτη λέγεται τὸ παλαιὸν εἶναι Κιμμερίων). ὑπὸ δὲ Ἰσσηδόνων Σκύθας. Κιμμερίους δὲ οἰκέοντας ἐπὶ τῇ νοτίῃ θαλάσσῃ ὑπὸ Σκυθέων πιεζομένους ἐκλείπειν τὴν χώρην. ἐόντα τῶν ἀστῶν οὐδενὸς γένος ὑποδεέστερον. Σκύθας τοὺς νομάδας οἰκέοντας ἐν τῇ Ἀσίῃ. τὴν δὲ τῶν βασιλέων διαμάχεσθαι περὶ τῆς χώρης τοῖσι ἐπιοῦσι. καὶ τοῦτον μὲν ἐντεταμένως ἀμφισβατέειν. τῷ μάλιστα λεγομένῳ αὐτός πρόσκειμαι. θάψαντας δὲ οὕτω τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς χώρης ποιέεσθαι· Σκύθας δὲ ἐπελθόντας λαβεῖν τὴν χώρην ἐρήμην. τοὺς δὲ προσήκοντας τῷ νεκρῷ ἐπὶ τὸ κναφήιον παρεῖναι ἔχοντας τὰ πρόσφορα ὡς ἀναιρησομένους· [3] ἀνοιχθέντος δὲ τοῦ οἰκήματος οὔτε τεθνεῶτα οὔτε ζῶντα φαίνεσθαι Ἀριστέην. ἐς μεσόγαιαν τῆς ὁδοῦ τραφθέντες. [2] τοὺς δὲ Κιμμερίους ἐπιόντων Σκυθέων βουλεύεσθαι ὡς στρατοῦ ἐπιόντος μεγάλου. καὶ τοὺς μὲν ἀποθανόντας πάντας ὑπ᾽ ἑωυτῶν θάψαι τὸν δῆμον τῶν Κιμμερίων παρὰ ποταμὸν Τύρην (καί σφεων ἔτι δῆλος ἐστὶ ὁ τάφος). τούτων δὲ τοὺς Ὑπερβορέους κατήκοντας ἐπὶ θάλασσαν. τὸν δὲ περὶ αὐτοῦ ἤκουον λόγον ἐν Προκοννήσῳ καί Κυζίκῳ. λέξω. ἔστι δὲ καὶ χωρῇ οὔνομα Κιμμερίη. 14. ἐς ἀμφισβασίας τοῖσι λέγουσι ἀπικνέεσθαι ἄνδρα Κυζικηνὸν ἥκοντα ἐξ Ἀρτάκης πόλιος. ἐν τῇ νῦν Σινώπη πόλις Ἑλλὰς οἴκισται. [2] ἐσκεδασμένου δὲ ἤδη τοῦ λόγου ἀνὰ τὴν πόλιν ὡς τεθνεώς εἴη ὁ Ἀριστέης. καὶ τόν κναφέα κατακληίσαντα τὸ ἐργαστήριον οἴχεσθαι ἀγγελέοντα τοῖσι προσήκουσι τῷ νεκρῷ. Ἀριστέην γὰρ λέγουσι. [4] ὡς δὲ δόξαι σφι ταῦτα. ἔστι δὲ πορθμήια Κιμμέρια. φανεροὶ δὲ εἰσὶ καὶ οἱ Σκύθαι διώξαντες αὐτοὺς καὶ ἐσβαλόντες ἐς γῆν τὴν Μηδικὴν. Ἔφη δὲ Ἀριστέης ὁ Καϋστροβίου ἀνὴρ Προκοννήσιος ποιέων ἔπεα. ἐντόνους μὲν ἀμφοτέρας. μετὰ δὲ ἑβδόμῳ ἔτει φανέντα αὐτὸν ἐς Προκόννησον ποιῆσαι τὰ ἔπεα ταῦτα τὰ νῦν ὑπ᾽ Ἑλλήνων Ἀριμάσπεα καλέεται. ἀρξάντων Ἀριμασπῶν. οἴχεσθαι διαβάντας ποταμὸν Ἀράξην ἐπὶ γῆν τὴν Κιμμερίην (τὴν γὰρ νῦν νέμονται Σκύθαι. ἁμαρτόντες τῆς ὁδοῦ· [3] οἱ μὲν γὰρ Κιμμέριοι αἰεὶ τὴν παρὰ θάλασσαν ἔφευγον. 13. οὕτω οὐδὲ οὗτος συμφέρεται περὶ τῆς χώρης ταύτης Σκύθῃσι. ἀπικέσθαι ἐς Ἰσσηδόνας φοιβόλαμπτος γενόμενος. εἴρηκα. [2] τούτους ὦν πάντας πλὴν Ὑπερβορέων. φάντα συντυχεῖν τε οἱ ἰόντι ἐπὶ Κυζίκου καὶ ἐς λόγους ἀπικέσθαι. ἀμείνω δὲ τὴν τῶν βασιλέων· τὴν μὲν γὰρ δὴ τοῦ δήμου φέρειν γνώμην ὡς ἀπαλλάσσεσθαι πρῆγμα εἴη μηδὲ πρὸ σποδοῦ μένοντας κινδυνεύειν. ἔστι δὲ Βόσπορος Κιμμέριος καλεόμενος· [2] φαίνονται δὲ οἱ Κιμμέριοι φεύγοντες ἐς τὴν Ἀσίην τοὺς Σκύθας καὶ τὴν χερσόνησον κτίσαντες.
ἀπὸ δὲ ταύτης ἄνω ἰόντι οἰκέουσι Σκύθαι γεωργοί. ὕπερ δὲ τούτων ἄλλο ἔθνος οἳ Ἀλαζόνες καλέονται. σῖτον δὲ καὶ σπείρουσι καὶ σιτέονται. [4] καὶ νῦν ἔστηκε ἀνδριὰς ἐπωνυμίην ἔχων Ἀριστέω παρ᾽ αὐτῷ τῷ ἀγάλματι τοῦ Ἀπόλλωνος. καὶ σφέας δεξαμένους ταῦτα ποιῆσαι ἐπιτελέα. τὸ δὲ τούτων κατύπερθε ἔρημον ἤδη ἀληθέως καὶ ἔθνος ἀνθρώπων οὐδέν. [2] ἀλλ᾽ ὅσον μὲν ἡμεῖς ἀτρεκέως ἐπὶ μακρότατον οἷοι τε ἐγενόμεθα ἀκοῇ ἐξικέσθαι. ὅτε εἵπετο τῷ θεῷ. καὶ αὐτὸς οἱ ἕπεσθαι ὁ νῦν ἐὼν Ἀριστέης· τότε δὲ. 19. οἳ οὐκ ἐπὶ σιτήσι σπείρουσι τὸν σῖτον ἀλλ᾽ ἐπὶ πρήσι. ἀπὸ τούτου πρῶτοι Καλλιππίδαι νέμονται ἐόντες Ἕλληνές Σκύθαι. πέριξ δὲ αὐτὸν δάφναι ἑστᾶσι· τὸ δὲ ἄγαλμα ἐν τῇ ἀγορῇ ἵδρυται. οὗτοι δὲ καὶ οἱ Καλλιππίδαι τὰ μὲν ἄλλα κατὰ ταὐτὰ Σκύθῃσι ἐπασκέουσι. ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν. διαβάντι τὸν Παντικάπην ποταμόν. κατήκοντες ἐπὶ ποταμὸν τῷ οὔνομα κεῖται Παντικάπης. ὡς ἐγὼ συμβαλλόμενος ἐν Προκοννήσῳ τε καὶ Μεταποντίῳ εὕρισκον. τὴν δὲ Πυθίην σφέας κελεύειν πείθεσθαι τῷ φάσματι. πᾶν εἰρήσεται. τοὺς Ἕλληνές οἱ οἰκέοντες ἐπὶ τῷ Ὑπάνι ποταμῷ καλέουσι Βορυσθενεΐτας. 17. πειθομένοισι δὲ ἄμεινον συνοίσεσθαι. [3] μετὰ δὲ τὴν ἔρημον Ἀνδροφάγοι οἰκέουσι. Ἀπὸ τοῦ Βορυσθενειτέων ἐμπορίου (τοῦτο γὰρ τῶν παραθαλασσίων μεσαίτατον ἐστὶ πάσης τῆς Σκυθίης). ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν. καὶ κρόμμυα καὶ σκόροδα καὶ φακούς καὶ κέγχρους. τούτων δὲ κατύπερθε οἰκέουσι Νευροί. Ταῦτα μὲν παρὰ τὸν Ὕπανιν ποταμὸν ἐστι ἔθνεα πρὸς ἑσπέρης τοῦ Βορυσθένεος· ἀτὰρ διαβάντι τὸν Βορυσθένεα ἀπὸ θαλάσσης πρῶτον μὲν ᾗ Ὑλαίη. Ἀριστέω μέν νυν πέρι τοσαῦτα εἰρήσθω. 16. νομάδες ἤδη Σκύθαι νέμονται. ἀλλὰ τὰ κατύπερθε ἔλεγε ἀκοῇ. Ταῦτα μὲν αἱ πόλιες αὗται λέγουσι. τὴν δὴ οἱ ἐκ τῶν τυφλῶν γενόμενοι ὤρυξαν. τάδε δὲ οἶδα Μεταποντίνοισι τοῖσι ἐν Ἰταλίῃ συγκυρήσαντα μετὰ τὴν ἀφάνισιν τὴν δευτέρην Ἀριστέω ἔτεσι τεσσεράκοντα καὶ διηκοσίοισι. Τῆς δὲ γῆς. σφέας δὲ αὐτοὺς Ὀλβιοπολίτας. 18. Πέρην δὲ τοῦ Γέρρου ταῦτα δὴ τὰ καλεύμενα βασιλήια ἐστὶ καὶ Σκύθαι οἱ ἄριστοί τε καὶ πλεῖστοι καὶ τοὺς ἄλλους νομίζοντες Σκύθας δούλους σφετέρους εἶναι· κατήκουσι δὲ οὗτοι τὸ μὲν πρὸς μεσαμβρίην ἐς τὴν Ταυρικήν. οὔτε τι σπείροντες οὐδέν οὔτε ἀροῦντες· ψιλή δέ δενδρέων ἡ πᾶσα αὕτη πλήν τῆς Ὑλαίης. τῆς πέρι ὅδε ὁ λόγος ὅρμηται λέγεσθαι. τὸ δὲ πρὸς ἠῶ ἐπί τε τάφρον. σφέας δὲ Μεταποντῖνοι λέγουσι ἐς Δελφοὺς πέμψαντας τὸν θεὸν ἐπειρωτᾶν ὃ τι τὸ φάσμα τοῦ ἀνθρώπου εἴη.15. [2] Μεταποντῖνοι φασὶ αὐτὸν Ἀριστέην φανέντα σφι ἐς τὴν χώρην κελεῦσαι βωμὸν Ἀπόλλωνος ἱδρύσασθαι καὶ Ἀριστέω τοῦ Προκοννησίου ἐπωνυμίην ἔχοντα ἀνδριάντα πὰρ᾽ αὐτὸν ἱστάναι· φάναι γὰρ σφι τὸν Ἀπόλλωνα Ἰταλιωτέων μούνοισι δὴ ἀπικέσθαι ἐς τὴν χώρην. τὸ δὲ πρὸς βορέην ἄνεμον πλόον ἀνὰ τὸν Βορυσθένεα ἡμερέων ἕνδεκα. [3] καὶ τὸν μὲν εἰπόντα ταῦτα ἀφανισθῆναι. Τὸ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ τῶν γεωργῶν τούτων Σκυθέων. οὐδὲ οὗτος προσωτέρω Ἰσσηδόνων ἐν αὐτοῖσι τοῖσι ἔπεσι ποιέων ἔφησε ἀπικέσθαι. εἶναι κόραξ. τοῦ περ ὀλίγῳ πρότερον τούτων μνήμην ἐποιεύμην. οἱ δὲ νομάδες οὗτοι τὸ πρὸς τὴν ἠῶ ἡμερέων τεσσέρων καὶ δέκα ὁδὸν νέμονται χώρην κατατείνουσαν ἐπὶ ποταμὸν Γέρρον. καὶ ἐπὶ τῆς λίμνης τῆς Μαιήτιδος τὸ ἐμπόριον τὸ καλέεται Κρημνοί· τὰ δὲ αὐτῶν κατήκουσι . [2] ὕπερ δὲ Ἀλαζόνων οἰκέουσι Σκύθαι ἀροτῆρες. φασ᾽ Ἰσσηδόνας εἶναι τοὺς ταῦτα λέγοντας. ἤδη δὲ κατύπερθε τούτων ᾗ ἔρημος ἐστὶ ἐπὶ πολλὸν. Νευρῶν δὲ τὸ πρὸς βορέην ἄνεμον ἔρημον ἀνθρώπων. οὐδεὶς οἶδε ἀτρεκέως ὃ τι τὸ κατύπερθε ἐστί· οὐδενὸς γὰρ δὴ αὐτόπτεω εἰδέναι φαμένου δύναμαι πυθέσθαι· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ Ἀριστέης. [2] οὗτοι ὦν οἱ γεωργοὶ Σκύθαι νέμονται τὸ μὲν πρὸς τὴν ἠῶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁδοῦ. 20. ἔθνος ἐὸν ἴδιον καὶ οὐδαμῶς Σκυθικόν.
ἐσθῆτι δὲ χρεώμενοι Σκυθικῇ. οἰκέειν τὰ ὄρεα αἰγίποδας ἄνδρας. ὄρεα γὰρ ὑψηλὰ ἀποτάμνει ἄβατα καὶ οὐδείς σφεα ὑπερβαίνει. ἔθνος πολλὸν καὶ ἴδιον· ζῶσι δὲ ἀπὸ θήρης. τὸ δὲ θέρος ἄνευ πίλου. μέγαθος δὲ κατὰ συκέην μάλιστά κῃ. 25. τὸν μὲν χειμῶνα ἐπεὰν τὸ δένδρεον περικαλύψῃ πίλῳ στεγνῷ λευκῷ. [4] πρόβατα γάρ σφι οὐ πολλά ἐστι. ἄλλο ἔθνος καὶ οὐ Σκυθικὸν. τὰ δὲ ἐστὶ πυκνὰ ἀνὰ πᾶσαν τὴν χώρην· ἵππος δὲ ἑκάστῳ δεδιδαγμένος ἐπὶ γαστέρα κεῖσθαι ταπεινότητος εἵνεκα ἕτοιμος ἐστὶ καὶ κύων· ἐπεὰν δὲ ἀπίδῃ τὸ θηρίον ἀπὸ τοῦ δενδρέου. κατ᾽ ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν. τοῦτο δὲ ὃς ἂν φεύγων καταφύγῃ ἐς τούτους. 21. [2] συνεχέες δὲ τούτοισι ἐν τοῖσι αὐτοῖσι τόποισι κατοικημένοι εἰσὶ τοῖσι οὔνομα κεῖται Ἰύρκαι. ὑπὸ δενδρέῳ δὲ ἕκαστος κατοίκηται. ζῶντες δὲ ἀπὸ δενδρέων. Τάναϊν δὲ ποταμὸν διαβάντι οὐκέτι Σκυθική. καὶ τοῦτο μὲν τοῖσι περιοικέουσι οὗτοι εἰσὶ οἱ τὰς διαφορὰς διαιρέοντες. τὸ δὲ τῶν φαλακρῶν κατύπερθε οὐδεὶς ἀτρεκέως οἶδε φράσαι. καὶ ἀπὸ τῆς παχύτητος αὐτοῦ τῆς τρυγὸς παλάθας συντιθεῖσι καὶ ταύτας σιτέονται. καρπὸν δὲ φορέει κυάμῳ ἴσον. σακκέουσι ἱματίοισι. γῆν νεμόμενοι πᾶσαν δασέαν ὕλη παντοίῃ. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες. τῶν οὐ χαλεπόν ἐστι πυθέσθαι καὶ Ἑλλήνων τῶν ἐκ Βορυσθένεος τε ἐμπορίου καὶ τῶν ἄλλων Ποντικῶν ἐμπορίων· Σκυθέων δὲ οἳ ἂν ἔλθωσι ἐς αὐτούς. τοξεύσας ἐπιβὰς ἐπὶ τὸν ἵππον διώκει. [2] διεξελθόντι δὲ καὶ τῆς τρηχέης χώρης πολλὸν οἰκέουσι ὑπώρεαν ὀρέων ὑψηλῶν ἄνθρωποι λεγόμενοι εἶναι πάντες φαλακροὶ ἐκ γενετῆς γινόμενοι. ἀπορρέει δὲ ἀπ᾽ αὐτοῦ παχὺ καὶ μέλαν· οὔνομα δὲ τῷ ἀπορρέοντι ἐστὶ ἄσχυ· τοῦτο καὶ λείχουσι καὶ γάλακτι συμμίσγοντες πίνουσι. πᾶσαν ἐοῦσαν ψιλὴν καὶ ἀγρίων καὶ ἡμέρων δενδρέων· ὑπεροικέουσι δὲ τούτων δευτέρην λάξιν ἔχοντες Βουδῖνοι. ὑπ᾽ οὐδενὸς ἀδικέεται· οὔνομα δέ σφι ἐστὶ Ἀργιππαῖοι. 23. πυρῆνα δὲ ἔχει. τοῦτο δὲ οὐκ ἐνδέκομαι τὴν ἀρχήν. Μέχρι μέν νυν τῶν φαλακρῶν τούτων πολλὴ περιφανείη τῆς χώρης ἐστὶ καὶ τῶν ἔμπροσθε ἐθνέων· καὶ γὰρ Σκυθέων τινὲς ἀπικνέονται ἐς αὐτούς. δι᾽ ἑπτὰ ἑρμηνέων καὶ δι᾽ ἑπτὰ γλωσσέων διαπρήσσονται. [3] ὑπὲρ δὲ τούτων τὸ πρὸς τὴν ἠῶ ἀποκλίνοντι οἰκέουσι Σκύθαι ἄλλοι. μετὰ δὲ τὴν ἔρημον ἀποκλίνοντι μᾶλλον πρὸς ἀπηλιώτην ἄνεμον νέμονται Θυσσαγέται. [2] ἀλλὰ τὸ μὲν πρὸς ἠῶ τῶν φαλακρῶν γινώσκεται ἀτρεκέως ὑπὸ Ἰσσηδόνων οἰκεόμενον. 22. [5] τούτους οὐδεὶς ἀδικέει ἀνθρώπων· ἱροὶ γὰρ λέγονται εἶναι· οὐδέ τι ἀρήιον ὅπλον ἐκτέαται. τὸ μέντοι κατύπερθε πρὸς βορέην ἄνεμον οὐ γινώσκεται οὔτε τῶν φαλακρῶν οὔτε τῶν Ἰσσηδόνων. [3] ποντικὸν μὲν οὔνομα τῷ δενδρέῳ ἀπ᾽ οὗ ζῶσι. Μελαγχλαίνων δὲ τὸ κατύπερθε λίμναι καὶ ἔρημος ἐστὶ ἀνθρώπων. ἀλλ᾽ ἡ μὲν πρώτη τῶν λαξίων Σαυροματέων ἐστί. οὐ γάρ τι σπουδαῖαι αἱ νομαὶ αὐτόθι εἰσί. οἳ ἐκ τοῦ μυχοῦ ἀρξάμενοι τῆς Μαιήτιδος λίμνης νέμονται τὸ πρὸς βορέην ἄνεμον ἡμερέων πεντεκαίδεκα ὁδόν. Μέχρι μὲν δὴ τῆς τούτων τῶν Σκυθέων χώρης ἐστὶ ἡ καταλεχθεῖσα πᾶσα πεδιάς τε γῆ καὶ βαθύγαιος. ἀπὸ τῶν βασιληίων Σκυθέων ἀποστάντες καὶ οὕτω ἀπικόμενοι ἐς τοῦτον τὸν χῶρον. φωνὴν δὲ ἰδίην ἱέντες.ἐπὶ ποταμὸν Τάναϊν. τοῦτο ἐπεὰν γένηται πέπον. τὸ δ᾽ ἀπὸ τούτου λιθώδης τ᾽ ἐστὶ καὶ τρηχέα. καὶ ὁ κύων ἔχεται. [2] τὰ δὲ κατύπερθε πρὸς βορέην ἄνεμον τῶν βασιληίων Σκυθέων οἰκέουσι Μελάγχλαινοι. καὶ ἔρσενες καὶ θήλεαι ὁμοίως. Βουδίνων δὲ κατύπερθε πρὸς βορέην ἐστὶ πρώτη μὲν ἔρημος ἐπ᾽ ἡμερέων ἑπτὰ ὁδόν. Μέχρι μὲν δὴ τούτων γινώσκεται. εἰ μὴ ὅσα αὐτῶν τούτων λεγόντων. καὶ σιμοὶ καὶ γένεια ἔχοντες μεγάλα. καὶ οὗτοι ἀπὸ θήρης ζῶντες τρόπῳ τοιῷδε· λοχᾷ ἐπὶ δένδρεον ἀναβάς. οἱ δὲ φαλακροὶ οὗτοι λέγουσι. ὑπερβάντι δὲ τούτους ἀνθρώπους ἄλλους οἳ τὴν ἑξάμηνον κατεύδουσι. . 24.
τὰ ὦν πτερὰ εἰκάζοντας τὴν χιόνα τοὺς Σκύθας τε καὶ τοὺς περιοίκους δοκέω λέγειν. τηνικαῦτα μὲν οὐ γίνονται. Γινώσκονται μὲν δὴ καὶ οὗτοι. ὀρθῶς εἰρημένον. 29. ὄνοι δὲ καὶ ἡμίονοι ἀνέχονται. 28. κατά περ Ἕλληνες τὰ γενέσια. τὸ δὲ θέρος ὕων οὐκ ἀνιεῖ· [3] βρονταί τε ἦμος τῇ ἄλλῃ γίνονται. παρὰ δὲ Σκυθέων ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νενομίκαμεν καὶ ὀνομάζομεν αὐτοὺς σκυθιστὶ Ἀριμασπούς· ἄριμα γὰρ ἓν καλέουσι Σκύθαι. [4] ἵπποι δὲ ἀνεχόμενοι φέρουσι τὸν χειμῶνα τοῦτον. τήνδε ἔχω περὶ αὐτῶν γνώμην· τὰ κατύπερθε ταύτης τῆς χώρης αἰεὶ νίφεται. ἐς οὗ ἂν σχῶσι αἱ ἵπποι ἐν γαστρί· ἔπειτα δὲ ἀπελαύνουσι. τὸ δὲ ἀπὸ τούτων τὸ κατύπερθε Ἰσσηδόνες εἰσὶ οἱ λέγοντες μουνοφθάλμους ἀνθρώπους καὶ χρυσοφύλακας γρῦπας εἶναι· παρὰ δὲ τούτων Σκύθαι παραλαβόντες λέγουσι. ἄλλως δὲ δίκαιοι καὶ οὗτοι λέγονται εἶναι. ἀναμίξαντες δὲ πάντα τὰ κρέα δαῖτα προτίθενται· [2] τὴν δὲ κεφαλὴν αὐτοῦ ψιλώσαντες καὶ ἐκκαθήραντες καταχρυσοῦσι καὶ ἔπειτα ἅτε ἀγάλματι χρέωνται. θέρεος δὲ ἀμφιλαφέες· ἢν δὲ χειμῶνος βροντὴ γένηται. ὥσπερ καὶ οἰκός. [2] ἀλλ᾽ ἐπεὰν προσίῃ ἡ ὥρη κυΐσκεσθαι τὰς ἵππους. φασὶ δὲ αὐτοὶ Ἠλεῖοι ἐκ κατάρης τευ οὐ γίνεσθαι σφίσι ἡμιόνους. καὶ ἔπειτα ταῦτα θύσαντες καὶ καταταμόντες τὰ κρέα κατατάμνουσι καὶ τὸν τοῦ δεκομένου τεθνεῶτα γονέα. . 27. Νόμοισι δὲ Ἰσσηδόνες τοῖσιδε λέγονται χρᾶσθαι. τοὺς δ᾽ ἐπιλοίπους τέσσερας ψύχεα αὐτόθι ἐστί. παῖς δὲ πατρὶ τοῦτο ποιέει. θωμάζω δέ (προσθήκας γὰρ δή μοι ὁ λόγος ἐξ ἀρχῆς ἐδίζητο) ὅτι ἐν τῇ Ἠλείῃ πάσῃ χώρῃ οὐ δυνέαται γίνεσθαι ἡμίονοι. 30. τέρας νενόμισται. Ἐνθαῦτα μέν νυν διὰ τὰ ψύχεα γίνεται ταῦτα.26. ἐξελαύνουσι ἐς τοὺς πλησιοχώρους αὐτάς. πῦρ δὲ ἀνακαίων ποιήσεις πηλόν· ἡ δὲ θάλασσα πήγνυται καὶ ὁ Βόσπορος πᾶς ὁ Κιμμέριος. [2] ἤδη ὦν ὅστις ἀγχόθεν χιόνα ἁδρὴν πίπτουσαν εἶδε οἶδε τὸ λέγω· ἔοικε γὰρ ἡ χιὼν πτεροῖσι καὶ διὰ τὸν χειμῶνα τοῦτον ἐόντα τοιοῦτον ἀνοίκητα τὰ πρὸς βορέην ἐστὶ τῆς ἠπείρου ταύτης. ἐν δὲ τοῖσι ἰσχυροῖσι ψύχεσι ἢ οὐ φύειν κέρεα τὰ κτήνεα ἀρχὴν ἡ φύοντα φύειν μόγις. οὔτε ψυχροῦ τοῦ χώρου ἐόντος οὔτε ἄλλου φανεροῦ αἰτίου οὐδενός. Περὶ δὲ τῶν πτερῶν τῶν Σκύθαι λέγουσι ἀνάπλεον εἶναι τὸν ἠέρα. ἔνθα τοὺς μὲν ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἀφόρητος οἷος γίνεται κρυμός. ἐν τοῖσι ὕδωρ ἐκχέας πηλὸν οὐ ποιήσεις. ὡς τέρας νενόμισται θωμάζεσθαι. 31. σποῦ δὲ ὀφθαλμόν. ἐν τῷ τὴν μὲν ὡραίην οὐκ ὕει λόγου ἄξιον οὐδέν. θυσίας μεγάλας ἐπετείους ἐπιτελέοντες. [2] οὕτω μὲν δὴ τοὺς ὀκτὼ μῆνας διατελέει χειμὼν ἐών. Δοκέει δέ μοι καὶ τὸ γένος τῶν βοῶν τὸ κόλον διὰ ταῦτα οὐ φύειν κέρεα αὐτόθι· μαρτυρέει δέ μοι τῇ γνώμῃ καὶ Ὁμήρου ἔπος ἐν Ὀδυσσείῃ ἔχον ὧδε. ἐν τοῖσι θερμοῖσι ταχὺ παραγίνεσθαι τὰ κέρεα. οἱ προσήκοντες πάντες προσάγουσι πρόβατα. Δυσχείμερος δὲ αὕτη ἡ καταλεχθεῖσα πᾶσα χώρη οὕτω δή τι ἐστί. ὣς δὲ καὶ ἢν σεισμὸς γένηται ἤν τε θέρεος ἤν τε χειμῶνος ἐν τῇ Σκυθικῇ. ἐπεὰν ἀνδρὶ ἀποθάνῃ πατήρ. ὅθι τ᾽ ἄρνες ἄφαρ κεραοὶ τελέθουσι. καὶ Λιβύην. κεχώρισται δὲ οὗτος ὁ χειμὼν τοὺς τρόπους πᾶσι τοῖσι ἐν ἄλλοισι χωρίοισι γινομένοισι χειμῶσι. ταῦτα μέν νυν τὰ λέγεται μακρότατα εἴρηται. καὶ ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου οἱ ἐντὸς τάφρου Σκύθαι κατοικημένοι στρατεύονται καὶ τὰς ἁμάξας ἐπελαύνουσι πέρην ἐς τοὺς Σίνδους. ἐλάσσονι δὲ τοῦ θέρεος ἢ τοῦ χειμῶνος. ἰσοκρατέες δὲ ὁμοίως αἱ γυναῖκες τοῖσι ἀνδράσι. καὶ τούτων εἵνεκα οὐκ οἷοί τε εἶναι οὔτε ἰδεῖν τὸ πρόσω τῆς ἠπείρου οὔτε διεξιέναι. ἡμίονοι δὲ οὐδὲ ὄνοι οὐκ ἀνέχονται ἀρχήν· τῇ δὲ ἄλλῃ ἵπποι μὲν ἐν κρυμῷ ἑστεῶτες ἀποσφακελίζουσι. καὶ ἔπειτά σφι ἐν τῇ τῶν πέλας ἐπιεῖσι τοὺς ὄνους.
ἔστι δὲ καὶ Ὁμήρῳ ἐν Ἐπιγόνοισι. τὰς Θρηικίας καὶ τὰς Παιονίδας γυναῖκας. [2] ταύτας μέν νυν τῇ Εἰλειθυίῃ ἀποφερούσας ἀντὶ τοῦ ὠκυτόκου τὸν ἐτάξαντο φόρον ἀπικέσθαι. πόλιν τε ἐς πόλιν πέμπειν μέχρι Καρύστου. ἀλλ᾽ Ἡσιόδῳ μὲν ἐστὶ περὶ Ὑπερβορέων εἰρημένα. ἐπιπέφυκε δέ οἱ ἐλαίη). ἐπεὰν θύωσι τῇ Ἀρτέμιδι τῇ βασιλείῃ. [4] ἐπεὶ δὲ τοῖσι Ὑπερβορέοισι τοὺς ἀποπεμφθέντας ὀπίσω οὐκ ἀπονοστέειν. τὰς ὀνομάζουσι Δήλιοι εἶναι Ὑπερόχην τε καὶ Λαοδίκην· ἅμα δὲ αὐτῇσι ἀσφαλείης εἵνεκεν πέμψαι τοὺς Ὑπερβορέους τῶν ἀστῶν ἄνδρας πέντε πομπούς. οὐδ᾽ οὗτοι λέγουσι οὐδέν· ἔλεγον γὰρ ἂν καὶ Σκύθαι. πρὸς ἠῶ τετραμμένη. ὡς περὶ τῶν μουνοφθάλμων λέγουσι. [2] ἐνθεῦτεν δὲ πρὸς μεσαμβρίην προπεμπόμενα πρώτους Δωδωναίους Ἑλλήνων δέκεσθαι. 36. τούτους οἳ νῦν Περφερέες καλέονται τιμὰς μεγάλας ἐν Δήλῳ ἔχοντες. ἀγχοτάτω τοῦ Κηίων ἱστιητορίου. [4] καὶ τῶν μηρίων καταγιζομένων ἐπὶ τῷ βωμῷ τὴν σποδὸν ταύτην ἐπὶ τὴν θήκην τῆς Ὤπιός τε καὶ Ἄργης ἀναισιμοῦσθαι ἐπιβαλλομένην. εἰ μὴ ἄρα Ἰσσηδόνες. φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι καὶ τὴν Ἄργην τε καὶ τὴν Ὦπιν ἐούσας παρθένους ἐξ Ὑπερβορέων κατὰ τοὺς αὐτοὺς τούτους ἀνθρώπους πορευομένας ἀπικέσθαι ἐς Δῆλον ἔτι πρότερον Ὑπερόχης τε καὶ Λαοδίκης. παρὰ δὲ σφέων μαθόντας νησιώτας τε καὶ Ἴωνας ὑμνέειν Ὦπίν τε καὶ Ἄργην ὀνομάζοντάς τε καὶ ἀγείροντας (οὗτος δὲ ὁ Ὠλὴν καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς παλαιοὺς ὕμνους ἐποίησε ἐκ Λυκίης ἐλθὼν τοὺς ἀειδομένους ἐν Δήλῳ). περὶ χλόην τινὰ εἱλίξαντες τῶν τριχῶν τιθεῖσι καὶ οὗτοι ἐπὶ τὸ σῆμα. οὐκ ἄνευ πυρῶν καλάμης ἐχούσας τὰ ἱρά. Τηνίους δὲ ἐς Δῆλον. τὸ δ᾽ ἀπὸ ταύτης ἐκλιπεῖν Ἄνδρον· Καρυστίους γὰρ εἶναι τοὺς κομίζοντας ἐς Τῆνον. [2] γελῶ δὲ ὁρέων γῆς περιόδους γράψαντας πολλοὺς ἤδη καὶ οὐδένα . Αὗται μὲν δὴ ταύτην τιμὴν ἔχουσι πρὸς τῶν Δήλου οἰκητόρων. ὡς δὲ ἐγὼ δοκέω. [3] ἀπικνέεσθαι μέν νυν οὕτω ταῦτα τὰ ἱρὰ λέγουσι ἐς Δῆλον· πρῶτον δὲ τοὺς Ὑπερβορέους πέμψαι φερούσας τὰ ἱρὰ δὺο κόρας. Καὶ ταῦτα μὲν Ὑπερβορέων πέρι εἰρήσθω· τὸν γὰρ περὶ Ἀβάριος λόγον τοῦ λεγομένου εἶναι Ὑπερβορέου οὐ λέγω.32. οὕτω δὴ φέροντας ἐς τοὺς οὔρους τὰ ἱρὰ ἐνδεδεμένα ἐν πυρῶν καλάμῃ τοὺς πλησιοχώρους ἐπισκήπτειν κελεύοντας προπέμπειν σφέα ἀπὸ ἑωυτῶν ἐς ἄλλο ἔθνος. δεινὰ ποιευμένους εἰ σφέας αἰεὶ καταλάμψεται ἀποστέλλοντας μὴ ἀποδέκεσθαι. Ὑπερβορέων δὲ πέρι ἀνθρώπων οὔτε τι Σκύθαι λέγουσι οὐδὲν οὔτε τινὲς ἄλλοι τῶν ταύτῃ οἰκημένων. ὅσοι δὲ παῖδες τῶν Δηλίων. ἀπὸ δὲ τούτων καταβαίνειν ἐπὶ τὸν Μηλιέα κόλπον καὶ διαπορεύεσθαι ἐς Εὔβοιαν. εἰ δὲ εἰσι\ ὑπερβόρεοι τινὲς ἄνθρωποι. φάμενοι ἱρὰ ἐνδεδεμένα ἐν καλάμῃ πυρῶν ἐξ Ὑπερβορέων φερόμενα ἀπικνέεσθαι ἐς Σκύθας. [5] καὶ ταῦτα μὲν οὕτω προπεμπόμενα ἀπικνέεσθαι λέγουσι ἐς Δῆλον. ὡς τὸν ὀιστὸν περιέφερε κατὰ πᾶσαν γῆν οὐδὲν σιτεόμενος. ἡ δὲ θήκη αὐτέων ἐστὶ ὄπισθε τοῦ Ἀρτεμισίου. Καὶ ταῦτα μὲν δὴ ταύτας οἶδα ποιεύσας· τῇσι δὲ παρθένοισι ταύτῃσι τῇσι ἐξ Ὑπερβορέων τελευτησάσῃσι ἐν Δήλῳ κείρονται καὶ αἱ κόραι καὶ οἱ παῖδες οἱ Δηλίων· αἱ μὲν πρὸ γάμου πλόκαμον ἀποταμνόμεναι καὶ περὶ ἄτρακτον εἱλίξασαι ἐπὶ τὸ σῆμα τιθεῖσι [2] (τὸ δὲ σῆμα ἐστὶ ἔσω ἐς τὸ Ἀρτεμίσιον ἐσιόντι ἀριστερῆς χειρός. 35. 34. Πολλῷ δέ τι πλεῖστα περὶ αὐτῶν Δήλιοι λέγουσι. 33. οἶδα δὲ αὐτὸς τούτοισι τοῖσι ἱροῖσι τόδε ποιεύμενον προσφερές. εἰσὶ καὶ ὑπερνότιοι ἄλλοι. εἰ δὴ τῷ ἐόντι γε Ὅμηρος ταῦτα τὰ ἔπεα ἐποίησε. ἀπὸ δὲ Σκυθέων ἤδη δεκομένους αἰεὶ τοὺς πλησιοχώρους ἑκάστους κομίζειν αὐτὰ τὸ πρὸς ἑσπέρης ἑκαστάτω ἐπὶ τὸν Ἀδρίην. τὴν δὲ Ἄργην τε καὶ τὴν Ὦπιν ἅμα αὐτοῖσι θεοῖσι ἀπικέσθαι λέγουσι καὶ σφι τιμὰς ἄλλας δεδόσθαι πρὸς σφέων· [3] καὶ γὰρ ἀγείρειν σφι τὰς γυναῖκας ἐπονομαζούσας τὰ οὐνόματα ἐν τῷ ὕμνῳ τόν σφι Ὠλὴν ἀνὴρ Λύκιος ἐποίησε.
38. καὶ ἔλεγον ἐμοὶ μὲν οὐ πιστά. ἐπ᾽ αὐτὸ . ἐς τὴν Φᾶσις ποταμὸς ἐκδιδοῖ. ῥέων πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα. οὐ λήγουσα εἰ μὴ νόμῳ. κατὰ μέν νυν Αἴγυπτον ἡ ἀκτὴ αὕτη στεινή ἐστι· ἀπὸ γὰρ τῆσδε τῆς θαλάσσης ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν δέκα μυριάδες εἰσὶ ὀργυιέων. ἐς τὴν τελευτᾷ· ἐν τῇ ἔθνεα ἐστὶ τρία μοῦνα. Τοιαύτη μὲν καὶ τοσαύτη ἡ Ἀσίη ἐστί. Ἐνθεῦτεν δὲ τὸ πρὸς ἑσπέρης ἀκταὶ διφάσιαι ἀπ᾽ αὐτῆς κατατείνουσι ἐς θάλασσαν. ὥστε δύο ἐτέων διεξελθόντων τρίτῳ ἔτεϊ κάμψαντες Ἡρακλέας στήλας ἀπίκοντο ἐς Αἴγυπτον. Σασπείρων δὲ Κόλχοι κατήκοντες ἐπὶ τὴν βορηίην θάλασσαν. Μήδων δὲ Σάσπειρες. οὐδὲ ἔχει οὐδεὶς φράσαι οἷον δή τι ἐστί. ἥ τε Περσικὴ καὶ ἀπὸ ταύτης ἐκδεκομένη ἡ Ἀσσυρίη καὶ ἀπὸ Ἀσσυρίης ἡ Ἀραβίη· λήγει δὲ αὕτη. εὔρεος δὲ πέρι οὐδὲ συμβάλλειν ἀξίη φαίνεταί μοι εἶναι. 39. [2] μέχρι δὲ τῆς Ἰνδικῆς οἰκέεται Ἀσίη· τὸ δὲ ἀπὸ ταύτης ἔρημος ἤδη τὸ πρὸς τὴν ἠῶ. ὡς περιπλώοντες τὴν Λιβύην τὸν ἥλιον ἔσχον ἐς τὰ δεξιά. καὶ μένεσκον τὸν ἄμητον· [4] θερίσαντες δ᾽ ἂν τὸν σῖτον ἔπλεον. τὰ πρὸς ἠῶ τε καὶ ἥλιον ἀνατέλλοντα. 40. ἀπέπεμψε Φοίνικας ἄνδρας πλοίοισι. ἡ δὲ Λιβύη ἐν τῇ ἀκτῇ τῇ ἑτέρῃ ἐστί· ἀπὸ γὰρ Αἰγύπτου Λιβύη ἤδη ἐκδέκεται. ἐς τὸν κόλπον τὸν Ἀράβιον. οἰκέει δὲ ἐν τῇ ἀκτῇ ταύτῃ ἔθνεα ἀνθρώπων τριήκοντα. ἐντειλάμενος ἐς τὸ ὀπίσω δι᾽ Ἡρακλέων στηλέων ἐκπλέειν ἕως ἐς τὴν βορηίην θάλασσαν καὶ οὕτω ἐς Αἴγυπτον ἀπικνέεσθαι. πλὴν ὅσον αὐτῆς πρὸς τὴν Ἀσίην οὐρίζει. [3] ὁρμηθέντες ὦν οἱ Φοίνικες ἐκ τῆς Ἐρυθρῆς θαλάσσης ἔπλεον τὴν νοτίην θάλασσαν· ὅκως δὲ γίνοιτο φθινόπωρον προσσχόντες ἂν σπείρεσκον τὴν γῆν.νοονεχόντως ἐξηγησάμενον· οἳ Ὠκεανόν τε ῥέοντα γράφουσι πέριξ τὴν γῆν ἐοῦσαν κυκλοτερέα ὡς ἀπὸ τόρνου. Αὕτη μέν νυν ἡ ἑτέρη τῶν ἀκτέων. ἵνα ἑκάστοτε τῆς Λιβύης πλέοντες γινοίατο. 41. αὗται δ᾽ ἂν εἶεν χίλιοι στάδιοι· τὸ δὲ ἀπὸ τοῦ στεινοῦ τούτου κάρτα πλατέα τυγχάνει ἐοῦσα ἡ ἀκτὴ ἥτις Λιβύη κέκληται. Ταῦτα μὲν ἀπὸ Περσέων τὰ πρὸς ἑσπέρην τῆς Ἀσίης ἔχοντα ἐστί· τὰ δὲ κατύπερθε Περσέων καὶ Μήδων καὶ Σασπείρων καὶ Κόλχων. ἔνθεν μὲν ἡ Ἐρυθρὴ παρήκει θάλασσα. μετὰ δὲ Καρχηδόνιοι εἰσὶ οἱ λέγοντες· ἐπεὶ Σατάσπης γε ὁ Τεάσπιος ἀνὴρ Ἀχαιμενίδης οὐ περιέπλωσε Λιβύην. ταῦτα τέσσερα ἔθνεα οἰκέει ἐκ θαλάσσης ἐς θάλασσαν. ἄλλῳ δὲ δή τεῳ. ἐς τὸν Δαρεῖος ἐκ τοῦ Νείλου διώρυχα ἐσήγαγε. ἐν ὀλίγοισι γὰρ ἐγὼ δηλώσω μέγαθός τε ἑκάστης αὐτέων καὶ οἵη τις ἐστὶ ἐς γραφὴν ἑκάστη. [2] Λιβύη μὲν γὰρ δηλοῖ ἑωυτὴν ἐοῦσα περίρρυτος. Πέρσαι οἰκέουσι κατήκοντες ἐπὶ τὴν νοτίην θάλασσαν τὴν. 42. πρὸς βορέω δὲ ἡ Κασπίη τε θάλασσα καὶ ὁ Ἀράξης ποταμός. Οὕτω μὲν αὕτη ἐγνώσθη τὸ πρῶτον. 43. ἡ δὲ δὴ ἑτέρη ἀπὸ Περσέων ἀρξαμένη παρατέταται ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν. Νεκῶ τοῦ Αἰγυπτίων βασιλέος πρώτου τῶν ἡμεῖς ἴδμεν καταδέξαντος· ὃς ἐπείτε τὴν διώρυχα ἐπαύσατο ὀρύσσων τὴν ἐκ τοῦ Νείλου διέχουσαν ἐς τὸν Ἀράβιον κόλπον. 37. τούτων δὲ ὑπεροικέουσι πρὸς βορέην ἄνεμον Μῆδοι. Ἐρυθρὴν καλεομένην. τὰς ἐγὼ ἀπηγήσομαι· [2] ἔνθεν μὲν ἡ ἀκτὴ ἡ ἑτέρη τὰ πρὸς βορέην ἀπὸ Φάσιος ἀρξαμένη παρατέταται ἐς θάλασσαν παρά τε τὸν Πόντον καὶ τὸν Ἑλλήσποντον μέχρι Σιγείου τοῦ Τρωικοῦ· τὰ δὲ πρὸς νότου ἡ αὐτὴ αὕτη ἀκτὴ ἀπὸ τοῦ Μυριανδικοῦ κόλπου τοῦ πρὸς Φοινίκῃ κειμένου τείνει τὰ ἐς θάλασσαν μέχρι Τριοπίου ἄκρης. Θωμάζω ὦν τῶν διουρισάντων καὶ διελόντων Λιβύην τε καὶ Ἀσίην καὶ Εὐρώπην· οὐ γὰρ σμικρὰ τὰ διαφέροντα αὐτέων ἐστί· μήκεϊ μὲν γὰρ παρ᾽ ἀμφοτέρας παρήκει ἡ Εὐρώπη. καὶ τὴν Ἀσίην τῇ Εὐρώπῃ ποιεύντων ἴσην. [2] μέχρι μέν νυν Φοινίκης ἀπὸ Περσέων χῶρος πλατὺς καὶ πολλός ἐστι· τὸ δὲ ἀπὸ Φοινίκης παρήκει διὰ τῆσδε τῆς θαλάσσης ἡ ἀκτὴ αὕτη παρά τε Συρίην τὴν Παλαιστίνην καὶ Αἴγυπτον.
Τῆς δὲ Ἀσίης τὰ πολλὰ ὑπὸ Δαρείου ἐξευρέθη. [5] ἀλλ᾽ αὕτη γε ἐκ τῆς Ἀσίης τε φαίνεται ἐοῦσα καὶ οὐκ ἀπικομένη ἐς τὴν γῆν . [3] ἤδη γὰρ Λιβύη μὲν ἐπὶ Λιβύης λέγεται ὑπὸ τῶν πολλῶν Ἑλλήνων ἔχειν τὸ οὔνομα γυναικὸς αὐτόχθονος. εἰ περίρρυτος ἐστί· μήκεϊ δὲ γινώσκεται παρ᾽ ἀμφοτέρας παρήκουσα. ἔχων χρήματα μεγάλα. πλὴν τὰ πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα. Ἡ δὲ Εὐρώπη πρὸς οὐδαμῶν φανερή ἐστι γινωσκομένη. ὃς κροκοδείλους δεύτερος οὗτος ποταμῶν πάντων παρέχεται. ἀποστρέψας ὀπίσω ἀπέπλεε ἐς Αἴγυπτον. 44. ἔπλεε πρὸς μεσαμβρίην· περήσας δὲ θάλασσαν πολλὴν ἐν πολλοῖσι μησί. οὔτε ὁκόθεν τὸ οὔνομα ἔλαβε τοῦτο. [3] μετὰ δὲ τούτους περιπλώσαντας Ἰνδούς τε κατεστρέψατο Δαρεῖος καὶ τῇ θαλάσσῃ ταύτῃ ἐχρᾶτο. οὐδὲ τῶν διουρισάντων τὰ οὐνόματα πυθέσθαι. ἀπ᾽ ὅτευ καὶ τὴν ἐν Σάρδισι φυλὴν κεκλῆσθαι Ἀσιάδα. [4] ἡ δὲ δὴ Εὐρώπη οὔτε εἰ περίρρυτος ἐστὶ γινώσκεται πρὸς οὐδαμῶν ἀνθρώπων. ὃς βουλόμενος Ἰνδὸν ποταμόν. ἀλλὰ δείσας τό τε μῆκος τοῦ πλόου καὶ τὴν ἐρημίην ἀπῆλθε ὀπίσω. συγχωρήσαντος δὲ Χέρξεω ἐπὶ τούτοισι. εἰ μὴ ἀπὸ τῆς Τυρίης φήσομεν Εὐρώπης λαβεῖν τὸ οὔνομα τὴν χώρην· πρότερον δὲ ἦν ἄρα ἀνώνυμος ὥσπερ αἱ ἕτεραι. τὸ πλοῖον τὸ πρόσω οὐ δυνατὸν ἔτι εἶναι προβαίνειν ἀλλ᾽ ἐνίσχεσθαι. οὔτε τὰ πρὸς ἥλιον ἀνατέλλοντα οὔτε τὰ πρὸς βορέην. ἀλλ᾽ οὐκ ἐπὶ τῆς Προμηθέος Ἀσίης. οἳ ὅκως σφεῖς καταγοίατο τῇ νηὶ φεύγεσκον πρὸς τὰ ὄρεα λείποντες τὰς πόλιας· αὐτοὶ δὲ ἀδικέειν οὐδὲν ἐσιόντες. τὰ ἄλλα ἀνεύρηται ὃμοια παρεχομένη τῇ Λιβύῃ. καὶ οὐρίσματα αὐτῇ Νεῖλός τε ὁ Αἰγύπτιος ποταμὸς ἐτέθη καὶ Φᾶσις ὁ Κόλχος (οἳ δὲ Τάναιν ποταμὸν τὸν Μαιήτην καὶ πορθμήια τὰ Κιμμέρια λέγουσι). [5] ἐκ δὲ ταύτης ἀπικόμενος παρὰ βασιλέα Χέρξεα ἔλεγε φὰς τὰ προσωτάτω ἀνθρώπους μικροὺς παραπλέειν ἐσθῆτι φοινικηίῃ διαχρεωμένους. καὶ τούτου μὲν μεταλαμβάνονται τοῦ οὐνόματος Λυδοί. τοῦτον τὸν ποταμὸν εἰδέναι τῇ ἐς θάλασσαν ἐκδιδοῖ. ἡ δὲ Ἀσίη ἐπὶ τῆς Προμηθέος γυναικὸς τὴν ἐπωνυμίην. ἡ μήτηρ τοῦ Σατάσπεος ἐοῦσα Δαρείου ἀδελφεὴ παραιτήσατο. [2] οὐδ᾽ ἔχω συμβαλέσθαι ἐπ᾽ ὅτευ μιῇ ἐούσῃ γῇ οὐνόματα τριφάσια κέεται ἐπωνυμίας ἔχοντα γυναικῶν. [2] θυγατέρα γὰρ Ζωπύρου τοῦ Μεγαβύζου ἐβιήσατο παρθένον· ἔπειτα μέλλοντος αὐτοῦ διὰ ταύτην τὴν αἰτίην ἀνασκολοπιεῖσθαι ὑπὸ Χέρξεω βασιλέος. [2] οἳ δὲ ὁρμηθέντες ἐκ Κασπατύρου τε πόλιος καὶ τῆς Πακτυικῆς γῆς ἔπλεον κατὰ ποταμὸν πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολὰς ἐς θάλασσαν. ἐπείτε ἐπύθετο τάχιστα τὸν δεσπότεα τετελευτηκότα. τοῦ ἐπιστάμενος τὸ οὔνομα ἑκὼν ἐπιλήθομαι. πέμπει πλοίοισι ἄλλους τε τοῖσι ἐπίστευε τὴν ἀληθείην ἐρέειν καὶ δὴ καὶ Σκύλακα ἄνδρα Καρυανδέα. οὔτε ὅστις οἱ ἦν ὁ θέμενος φαίνεται. [6] τοῦ δὲ μὴ περιπλῶσαι Λιβύην παντελέως αἴτιον τόδε ἔλεγε. ὁ Σατάσπης ἀπικόμενος ἐς Αἴγυπτον καὶ λαβὼν νέα τε καὶ ναύτας παρὰ τούτων ἔπλεε ἐπὶ Ἡρακλέας στήλας· [4] διεκπλώσας δὲ καὶ κάμψας τὸ ἀκρωτήριον τῆς Λιβύης τῷ οὔνομα Σολόεις ἐστί. τὰ Σάμιος ἀνὴρ κατέσχε. ἐς ὃ ἂν ἀπίκηται περιπλέων αὐτὴν ἐς τὸν Ἀράβιον κόλπον. τὴν ἀρχαίην δίκην ἐπιτιμῶν. 45. ἐπείτε τοῦ πλεῦνος αἰεὶ ἔδεε. οὕτω καὶ τῆς Ἀσίης. βρωτὰ δὲ μοῦνα ἐξ αὐτέων λαμβάνειν. φάμενοι ἐπὶ Ἀσίεω τοῦ Κότυος τοῦ Μάνεω κεκλῆσθαι τὴν Ἀσίην.τοῦτο πεμφθείς. Χέρξης δὲ οὔ οἱ συγγινώσκων λέγειν ἀληθέα οὐκ ἐπιτελέσαντά τε τὸν προκείμενον ἄεθλον ἀνεσκολόπισε. [7] τούτου δὲ τοῦ Σατάσπεος εὐνοῦχος ἀπέδρη ἐς Σάμον. φᾶσά οἱ αὐτὴ μέζω ζημίην ἐπιθήσειν ἤ περ ἐκεῖνον· [3] Λιβύην γάρ οἱ ἀνάγκην ἔσεσθαι περιπλώειν. οὐδ᾽ ἐπετέλεσε τὸν ἐπέταξε οἱ ἡ μήτηρ ἄεθλον. καὶ ὅθεν ἔθεντο τὰς ἐπωνυμίας. διὰ θαλάσσης δὲ πρὸς ἑσπέρην πλέοντες τριηκοστῷ μηνὶ ἀπικνέονται ἐς τοῦτον τὸν χῶρον ὅθεν ὁ Αἰγυπτίων βασιλεὺς τοὺς Φοίνικας τοὺς πρότερον εἶπα ἀπέστειλε περιπλώειν Λιβύην.
Ἴστρος μέν. ἐὼν μέγιστος ποταμῶν πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. [2] ἴσος δὲ αἰεὶ ῥέει ἐν . ζῶντες μὴ ἀπ᾽ ἀρότου ἀλλ᾽ ἀπὸ κτηνέων. πάρεξ τοῦ Σκυθικοῦ ἔθνεος καὶ Ἀναχάρσιος. Ὁ δὲ Πόντος ὁ Εὔξεινος. [2] ὅσοι δὲ ὀνομαστοί τε εἰσὶ αὐτῶν καὶ προσπλωτοὶ ἀπὸ θαλάσσης.ταύτην ἥτις νῦν ὑπὸ Ἑλλήνων Εὐρώπη καλέεται. ποταμοί τε δι᾽ αὐτῆς ῥέουσι οὐ πολλῷ τεῳ ἀριθμὸν ἐλάσσονες τῶν ἐν Αἰγύπτῳ διωρύχων. καὶ ἄλλος Τιάραντος καὶ Ἄραρος τε καὶ Νάπαρις καὶ Ὀρδησσός. [3] ὁ μὲν πρῶτος λεχθεὶς τῶν ποταμῶν μέγας καὶ πρὸς ἠῶ ῥέων ἀνακοινοῦται τῷ Ἴστρῳ τὸ ὕδωρ. ὁ δὲ Βρόγγος ἐς τὸν Ἴστρον· οὕτω ἀμφοτέρους ἐόντας μεγάλους ὁ Ἴστρος δέκεται. πρῶτος δὲ τὸ ἀπ᾽ ἑσπέρης τῶν ἐν τῇ Σκυθικῇ ῥέων κατὰ τοιόνδε μέγιστος γέγονε· ποταμῶν καὶ ἄλλων ἐς αὐτὸν ἐκδιδόντων [2] εἰσὶ δὴ οἵδε οἱ μέγαν αὐτὸν ποιεῦντες. ἥ τε γὰρ γῆ ἐοῦσα πεδιὰς αὕτη ποιώδης τε καὶ εὔυδρος ἐστί. 50. 48. ἐπ᾽ ὃν ἐστρατεύετο ὁ Δαρεῖος. ἐκ δὲ Ἀγαθύρσων Μάρις ποταμὸς ῥέων συμμίσγεται τῷ Ἴστρῳ.. [2] τῷ δὲ Σκυθικῶ γένει ἓν μὲν τὸ μέγιστον τῶν ἀνθρωπηίων πρηγμάτων σοφώτατα πάντων ἐξεύρηται τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. διὰ δὲ Θρηίκης καὶ Θρηίκων τῶν Κροβύζων ῥέοντες Ἄθρυς καὶ Νόης καὶ Ἀρτάνης ἐκδιδοῦσι ἐς τὸν Ἴστρον· ἐκ δὲ Παιόνων καὶ ὄρεος ῾Ροδόπης Κίος ποταμὸς μέσον σχίζων τὸν Αἷμον ἐκδιδοῖ ἐς αὐτόν. ἀρξάμενος ἐκ Κελτῶν. τούτους ὀνομανέω . ἐκ δὲ τῆς κατύπερθε χώρης Ὀμβρικῶν Κάρπις ποταμὸς καὶ ἄλλος Ἄλπις ποταμὸς πρὸς βορέην ἄνεμον καὶ οὗτοι ῥέοντες ἐκδιδοῦσι ἐς αὐτόν· [3] ῥέει γὰρ δὴ διὰ πάσης τῆς Εὐρώπης ὁ Ἴστρος. [3] τοῖσι γὰρ μήτε ἄστεα μήτε τείχεα ἡ ἐκτισμένα. Ἄτλας καὶ Αὔρας καὶ Τίβισις. οἳ ἔσχατοι πρὸς ἡλίου δυσμέων μετὰ Κύνητας οἰκέουσι τῶν ἐν τῇ Εὐρώπη· ῥέων δὲ διὰ πάσης τῆς Εὐρώπης ἐς τὰ πλάγια τῆς Σκυθίης ἐσβάλλει. τὸν τε Σκύθαι Πόρατα καλέουσι Ἑλλήνες δὲ Πυρετόν. μὴ βουλομένους τε ἐξευρεθῆναι καταλαβεῖν μὴ οἷον τε εἶναι. ἀλλὰ φερέοικοι ἐόντες πάντες ἔωσι ἱπποτοξόται. ἴσος αἰεὶ αὐτὸς ἑωυτῷ ῥέει καὶ θέρεος καὶ χειμῶνος. ἐκ δὲ τοῦ Αἵμου τῶν κορυφέων τρεῖς ἄλλοι μεγάλοι ῥέοντες πρὸς βορέην ἄνεμον ἐσβάλλουσι ἐς αὐτόν. 49. Οὗτοι μὲν αὐθιγενέες Σκυθικοὶ ποταμοὶ συμπληθύουσι αὐτόν. μετὰ δὲ Τύρης τε καὶ Ὕπανις καὶ Βορυσθένης καὶ Παντικάπης καὶ Ὑπάκυρις καὶ Γέρρος καὶ Τάναϊς. ὁ δὲ δεύτερος λεχθεὶς Τιάραντος πρὸς ἑσπέρης τε μᾶλλον καὶ ἐλάσσων. 46. ἐπεὶ ὕδωρ γε ἓν πρὸς ἓν συμβάλλειν ὁ Νεῖλος πλήθει ἀποκρατέει. ἐκ Κρήτης δὲ ἐς Λυκίην. τὰ μέντοι ἄλλα οὐκ ἄγαμαι· τὸ δὲ μέγιστον οὕτω σφι ἀνεύρηται ὥστε ἀποφυγεῖν τε μηδένα ἐπελθόντα ἐπὶ σφέας. 47.. Ἴστρος μὲν πεντάστομος. Ἐξεύρηται δέ σφι ταῦτα τῆς τε γῆς ἐούσης ἐπιτηδέης καὶ τῶν ποταμῶν ἐόντων σφι συμμάχων. ἀλλ᾽ ὅσον ἐκ Φοινίκης ἐς Κρήτην. ῥέουσι δὲ οἵδε κατὰ τάδε. ταῦτα μέν νυν ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω· τοῖσι γὰρ νομιζομένοισι αὐτῶν χρησόμεθα. διὰ μέν γε τῆς Σκυθικῆς χώρης πέντε μὲν οἱ ῥέοντες.. οἰκήματα τε σφι ᾖ ἐπὶ ζευγέων. ἴσος δὲ γὰρ δὴ τοῦτον οὔτε ποταμὸς οὔτε κρήνη οὐδεμία ἐσδιδοῦσα ἐς πλῆθός οἱ συμβάλλεται. Τούτων ὦν τῶν καταλεχθέντων καὶ ἄλλων πολλῶν συμβαλλομένων τὸ σφέτερον ὕδωρ γίνεται ὁ Ἴστρος ποταμῶν μέγιστος. χωρέων πασέων παρέχεται ἔξω τοῦ Σκυθικοῦ ἔθνεα ἀμαθέστατα. κῶς οὐκ ἂν εἴησαν οὗτοι ἄμαχοί τε καὶ ἄποροι προσμίσγειν. [2] ἐξ Ἰλλυριῶν δὲ ῥέων πρὸς βορέην ἄνεμον Ἄγγρος ποταμὸς ἐσβάλλει ἐς πεδίον τὸ Τριβαλλικὸν καὶ ἐς ποταμὸν Βρόγγον. οὔτε γὰρ ἔθνος τῶν ἐντὸς τοῦ Πόντου οὐδὲν ἔχομεν προβαλέσθαι σοφίης πέρι οὔτε ἄνδρα λόγιον οἴδαμεν γενόμενον. ὁ δὲ δὴ Ἄραρός τε καὶ ὁ Νάπαρις καὶ ὁ Ὀρδησσὸς καὶ μέσου τούτων ἰόντες ἐσβάλλουσι ἐς τὸν Ἴστρον.
οὕτω δή τι ἐοῦσα πικρή. ἀπὸ δὲ τούτου πρὸς θαλάσσης τεσσέρων ἡμερέων πλόον πικρὸς δεινῶς· [3] ἐκδιδοῖ γὰρ ἐς αὐτὸν κρήνη πικρή. ἐν δὲ αὐτῷ. ῥέει τε καθαρὸς παρὰ θολεροῖσι. ὃς ὁρμᾶται μὲν ἐκ λίμνης. ἐς τὸν τεσσεράκοντα ἡμερέων πλόος ἐστί. παρέχεται ἐς ταρίχευσιν. Τρίτος δὲ Ὕπανις ποταμὸς ὁρμᾶται μὲν ἐκ τῆς Σκυθικῆς. 54. γινώσκεται ῥέων ἀπὸ βορέω ἀνέμου· τὸ δὲ κατύπερθε δι᾽ ὧν ῥέει ἀνθρώπων οὐδεὶς ἔχει φράσαι· φαίνεται δὲ ῥέων δι᾽ ἐρήμου ἐς τῶν γεωργῶν Σκυθέων τὴν χώρην· οὗτοι γὰρ οἱ Σκύθαι παρ᾽ αὐτὸν ἐπὶ δέκα ἡμερέων πλόον νέμονται. τῷ οὔνομα Παντικάπης. 55. Ἱππόλεω ἄκρη καλέεται. δοκέω δέ. τοσούτῳ τὰ συμμισγόμενα τῷ Ἴστρῳ πολλαπλήσια ἐστὶ τοῦ θέρεος ἤ περ τοῦ χειμῶνος· ἀντιτιθέμενα δὲ ταῦτα ἀντισήκωσις γίνεται. ὃς ἀπὸ βορέω μεγάλης ἣ οὐρίζει τήν τε Σκυθικὴν καὶ Νευρίδα γῆν. Ταῦτα μὲν τὰ ἀπὸ τούτων τῶν ποταμῶν. [5] μούνου δὲ τούτου τοῦ ποταμοῦ καὶ Νείλου οὐκ ἔχω φράσαι τὰς πηγάς. ῥέει μὲν καὶ οὗτος ἀπὸ βορέω τε καὶ ἐκ λίμνης. ὃς νομάς τε καλλίστας καὶ εὐκομιδεστάτας κτήνεσι παρέχεται ἰχθύας τε ἀρίστους διακριδὸν καὶ πλείστους. . παραμειψάμενος δὲ ταύτην τῷ Βορυσθένεϊ συμμίσγεται. ἄλλα τε πολλὰ θωμάσαι ἄξια. ἐὸν ἔμβολον τῆς χώρης. 53. 52. διὰ μέσων δὲ τῶν νομάδων Σκυθέων ῥέων ἐκδιδοῖ κατὰ Καρκινῖτιν πόλιν. [4] συνάγουσι δὲ τὰ τέρματα ὅ τε Τύρης καὶ ὁ Ὕπανις κατὰ Ἀλαζόνας.τε θέρει καὶ χειμῶνι ὁ Ἴστρος κατὰ τοιόνδε τι. [4] ὅσω δὲ πλέον ἐπ᾽ ἑωυτὸν ὕδωρ ὁ ἥλιος ἐπέλκεται ἐν τῶ θέρει ἢ ἐν τῷ χειμῶνι. ἐοῦσα ἀμφιλαφής. τῇ οὐ σπείρεται ἡ χώρη. ἐπὶ δὲ τῷ στόματι αὐτοῦ κατοίκηνται Ἕλληνες οἳ Τυρῖται καλέονται. πλὴν Νείλου τοῦ Αἰγυπτίου· τούτῳ γὰρ οὐκ οἷά τε ἐστὶ συμβαλεῖν ἄλλον ποταμόν· [2] τῶν δὲ λοιπῶν Βορυσθένης ἐστὶ πολυαρκέστατος. [2] ἐκ ταύτης ὦν ἀνατέλλων ὁ Ὕπανις ποταμὸς ῥέει ἐπὶ μὲν πέντε ἡμερέων πλόον βραχὺς καὶ γλυκύς ἐστι. ὥστε ἴσον μιν αἰεὶ φαίνεσθαι ἐόντα. οὐδὲ οὐδεὶς Ἑλλήνων. ἱρὸν Δήμητρος ἐνίδρυται· πέρην δὲ τοῦ ἱροῦ ἐπὶ τῷ Ὑπάνι Βορυσθενεῖται κατοίκηνται. κατὰ δὲ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν Ἱραὶ ὁδοί. ἀγχοῦ τε δὴ θαλάσσης ὁ Βορυσθένης ῥέων γίνεται καὶ οἱ συμμίσγεται ὁ Ὕπανις ἐς τὠυτὸ ἕλος ἐκδιδούς. βαθυτάτη· [3] ἅλες τε ἐπὶ τῷ στόματι αὐτοῦ αὐτόματοι πήγνυνται ἄπλετοι· κήτεά τε μεγάλα ἀνάκανθα. [4] μέχρι μέν νυν Γερρέων χώρου. ἣ μεγάθει σμικρὴ ἐοῦσα κιρνᾷ τὸν Ὕπανιν ἐόντα ποταμὸν ἐν ὀλίγοισι μέγαν. ἐς δεξιὴν ἀπέργων τήν τε Ὑλαίην καὶ τὸν Ἀχιλλήιον δρόμον καλεόμενον. Ἕκτος δὲ Ὑπάκυρις ποταμός. Τέταρτος δὲ Βορυσθένης ποταμός. ὡς ἐμοὶ δοκέει· τοῦ μὲν χειμῶνος ἐστὶ ὅσος περ ἐστι. πίνεσθαι τε ἥδιστος ἐστί. 51. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου ἀποστρέψας ἑκάτερος ῥέει εὐρύνων τὸ μέσον. τὰ ἀντακαίους καλέουσι. ἔστι δὲ ἡ κρήνη αὕτη ἐν οὔροισι χώρης τῆς τε ἀροτήρων Σκυθέων καὶ Ἀλαζόνων· οὔνομα δὲ τῇ κρήνῃ καὶ ὅθεν ῥέει τῷ χώρῳ σκυθιστὶ μὲν Ἐξαμπαῖος. νιφετῷ δὲ πάντα χρᾶται· [3] τοῦ δὲ θέρεος ἡ χιὼν ἡ ἐν τῷ χειμῶνι πεσοῦσα. ὀλίγῳ τε μέζων τῆς ἑωυτοῦ φύσιος γίνεται· ὕεται γὰρ ἡ γῆ αὕτη τοῦ χειμῶνος πάμπαν ὀλίγῳ. σπόρος τε παρ᾽ αὐτὸν ἄριστος γίνεται. καὶ τὸ μεταξὺ τούτου τε καὶ τοῦ Βορυσθένεος νέμονται οἱ γεωργοὶ Σκύθαι. [6] τὸ δὲ μεταξὺ τῶν ποταμῶν τούτων. ἐκδιδοῖ δὲ ἐς τὴν Ὑβλαίην. ποίη τε. μετὰ δὲ τοῦτον Τύρης. ὃς ἐστί τε μέγιστος μετὰ Ἴστρον τούτων καὶ πολυαρκέστατος κατὰ γνώμας τὰς ἡμετέρας οὔτι μοῦνον τῶν Σκυθικῶν ποταμῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων. Εἷς μὲν δὴ τῶν ποταμῶν τοῖσι Σκύθῃσι ἐστὶ ὁ Ἴστρος. αὕτη τε δὴ ἡ χιὼν ἐσδιδοῦσα ἐς αὐτὸν συμπληθύει καὶ ὄμβροι πολλοί τε καὶ λάβροι σὺν αὐτῇ· ὕει γὰρ δὴ τὸ θέρος. μετὰ δὲ τούτους πέμπτος ποταμὸς ἄλλος. τηκομένη πάντοθεν ἐσδιδοῖ ἐς τὸν Ἴστρον. ῥέει δὲ ἐκ λίμνης μεγάλης τὴν πέριξ νέμονται ἵπποι ἄγριοι λευκοί· καλέεται δὲ ἡ λίμνη αὕτη ὀρθῶς μήτηρ Ὑπάνιος.
τὰ δὲ λοιπὰ νόμαια κατὰ τάδε σφι διακέεται. Τῆς δὲ γῆς τῆς Σκυθικῆς αἰνῶς ἀξύλου ἐούσης ὧδε σφι ἐς τὴν ἕψησιν τῶν κρεῶν ἐξεύρηται· ἐπειδὰν ἀποδείρωσι τὰ ἱρήια. ὁ θύσας τῶν κρεῶν καὶ τῶν σπλάγχνων ἀπαρξάμενος ῥίπτει ἐς τὸ ἔμπροσθε. οἱ δὲ καλεόμενοι βασιλήιοι Σκύθαι καὶ τῷ Ποσειδέωνι θύουσι. [2] πίπτοντος δὲ τοῦ ἱρηίου ἐπικαλέει τὸν θεὸν τῷ ἂν θύῃ. ἐκδιδοῖ δὲ ἐς τὸν Ὑπάκυριν. νομίζοντες τὴν Γῆν τοῦ Διὸς εἶναι γυναῖκα. 61. μετὰ δὲ τούτους. χωρὶς ἢ ὅτι πολλῷ μέζονας· ἐς τούτους ἐσβάλλοντες ἕψουσι ὑποκαίοντες τὰ ὀστέα τῶν ἱρηίων. Γέρρος. ἢν δὲ μή σφι παρῇ. ἣ οὐρίζει Σκύθας τε τοὺς βασιληίους καὶ Σαυρομάτας. γυμνοῦσι τὰ ὀστέα τῶν κρεῶν. ὁ δὲ θύων ὄπισθε τοῦ κτήνεος ἑστεὼς σπάσας τὴν ἀρχὴν τοῦ στρόφου καταβάλλει μιν. ἐς λέβητας ἐπιχωρίους. Ζεὺς δὲ ὀρθότατα κατὰ γνώμην γε τὴν ἐμὴν καλεόμενος Παπαῖος. Ποσειδέων δὲ Θαγιμασάδας. οὔνομα δὲ ἔχει τό περ ὁ χῶρος αὐτός. τούτῳ δὲ νομίζουσι. [2] ἔτεος δὲ ἑκάστου ἁμάξας πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἐπινέουσι φρυγάνων· ὑπονοστέει γὰρ δὴ αἰεὶ ὑπὸ τῶν χειμώνων. τούτους μὲν πάντες Σκύθαι νενομίκασι. Ἀπόλλων δὲ Γοιτόσυρος. ἐρδομένη ὧδε· τὸ μὲν ἱρήιον αὐτὸ ἐμπεποδισμένον τοὺς ἐμπροσθίους πόδας ἔστηκε.56. ἐκδιδοῖ δὲ ἐς μέζω ἔτι λίμνην καλεόμενον Μαιῆτιν. ἐπεὰν δὲ ἑψηθῇ τὰ κρέα. ἐπὶ τούτου δὴ τοῦ σηκοῦ ἀκινάκης σιδήρεος ἵδρυται ἀρχαῖος ἑκάστοισι. καὶ ἔπειτα βρόχῳ περὶ ὦν ἔβαλε τὸν αὐχένα. καὶ τὰ μὲν τρία τῶν κώλων ἐστὶ ἀπότομα. ῥέων δὲ ἐς θάλασσαν οὐρίζει τήν τε τῶν νομάδων χώρην καὶ τὴν τῶν βασιληίων Σκυθέων. Τοῖσι μὲν δὴ ὀνομαστοῖσι ποταμοῖσι οὕτω δή τι οἱ Σκύθαι ἐσκευάδαται. Ἱστίην μὲν μάλιστα. σκυταλίδα δὲ ἐμβαλὼν περιάγει καὶ ἀποπνίγει. Θυσίη δὲ ἡ αὐτὴ πᾶσι κατέστηκε περὶ πάντα τὰ ἱρὰ ὁμοίως. 58. οἳ δὲ ἐς τὰς γαστέρας τῶν ἱρηίων ἐσβάλλοντες τὰ κρέα πάντα καὶ παραμίξαντες ὕδωρ ὑποκαίουσι τὰ ὀστέα· [2] τὰ δὲ αἴθεται κάλλιστα. 62. ὁ λέβης. ὕψος δὲ ἔλασσον· ἄνω δὲ τούτου τετράγωνον ἄπεδον πεποίηται. 60. τούτῳ δὲ τῷ ἀκινάκῃ θυσίας ἐπετείους προσάγουσι προβάτων καὶ ἵππων. οὐρανίη δὲ Ἀφροδίτη Ἀργίμπασα. ἢν μὲν τύχωσι ἔχοντες. τῷ δὲ Ἄρεϊ ὧδε. Ἀπόλλωνά τε καὶ οὐρανίην Ἀφροδίτην καὶ Ἡρακλέα καὶ Ἄρεα. μάλιστα Λεσβίοισι κρητῆρσι προσεικέλους. Τὰ μὲν δὴ μέγιστα οὕτω σφι εὔπορα ἐστί. κατὰ δὲ τὸ ἓν ἐπιβατόν. τοῖσι δὲ κτήνεσι ἡ ποίη ἀναφυομένη ἐν τῇ Σκυθικῆ ἐστι ἐπιχολωτάτη πασέων ποιέων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· ἀνοιγομένοισι δὲ τοῖσι κτήνεσι ἐστὶ σταθμώσασθαι ὅτι τοῦτο οὕτω ἔχει. θύουσι δὲ καὶ τὰ ἄλλα πρόβατα καὶ ἵππους μάλιστα. ὃς ῥέει τἀνέκαθεν ἐκ λίμνης μεγάλης ὁρμώμενος. ἐπὶ δὲ Δία καὶ Γῆν. 57. Ἕβδομος δὲ Γέρρος ποταμὸς ἀπέσχισται μὲν ἀπὸ τοῦ Βορυσθένεος κατὰ τοῦτο τῆς χώρης ἐς ὃ γινώσκεται ὁ Βορυσθένης· ἀπέσχισται μέν νυν ἐκ τούτου τοῦ χώρου. Γῆ δὲ Ἀπί. 59. καὶ δὴ καὶ τοῖσιδ᾽ ἔτι πλέω θύουσι ἢ . κατὰ νομοὺς ἑκάστους τῶν ἀρχέων ἐσίδρυται σφι Ἄρεος ἱρὸν τοιόνδε φρυγάνων φάκελοι συννενέαται ὅσον τ᾽ ἐπὶ σταδίους τρεῖς μῆκος καὶ εὖρος. θεοὺς μὲν μούνους τούσδε ἱλάσκονται. ἐς δὲ Τάναϊν τοῦτον ἄλλος ποταμὸς ἐσβάλλει τῷ οὔνομα ἐστὶ Ὕργις. [2] ὀνομάζεται δὲ σκυθιστὶ Ἱστίη μὲν Ταβιτί. ἔπειτα ἐσβάλλουσι. οὔτε πῦρ ἀνακαύσας οὔτε καταρξάμενος οὔτ᾽ ἐπισπείσας· ἀποπνίξας δὲ καὶ ἀποδείρας τρέπεται πρὸς ἕψησιν. ἀγάλματα δὲ καὶ βωμοὺς καὶ νηοὺς οὐ νομίζουσι ποιέειν πλὴν Ἄρεϊ. αἱ δὲ γαστέρες χωρέουσι εὐπετέως τὰ κρέα ἐψιλωμένα τῶν ὀστέων· καὶ οὕτω βοῦς τε ἑωυτὸν ἐξέψει καὶ τἆλλα ἱρήια ἑωυτὸ ἕκαστον. Ὄγδοος δὲ δὴ Τάναϊς ποταμός. καὶ τοῦτ᾽ ἐστὶ τοῦ Ἄρεος τὸ ἄγαλμα. Τοῖσι μὲν δὴ ἄλλοισι τῶν θεῶν οὕτω θύουσι καὶ ταῦτα τῶν κτηνέων.
κάτω δὲ παρὰ τὸ ἱρὸν ποιεῦσι τάδε· τῶν ἀποσφαγέντων ἀνδρῶν τοὺς δεξιοὺς ὤμους πάντας ἀποταμόντες σὺν τῇσι χερσὶ ἐς τὸν ἠέρα ἱεῖσι. καὶ ἐπὶ μίαν ἑκάστην ῥάβδον τιθέντες θεσπίζουσι. ὁ δὲ ἔξωθεν ὠμοβοέην μούνην περιτείνας οὕτω χρᾶται. [2] ἀποδείρει δὲ αὐτὴν τρόπῳ τοιῷδε· περιταμὼν κύκλῳ περὶ τὰ ὦτα καὶ λαβόμενος τῆς κεφαλῆς ἐκσείει. ποιεῦσι τάδε· ἀποπρίσας ἕκαστος πᾶν τὸ ἔνερθε τῶν ὀφρύων ἐκκαθαίρει· καὶ ἢν μὲν ᾖ πένης. ὡς τὰς βασιληίας ἱστίας ἐπιώρκηκε ὃς καὶ ὅς. 65. Μάντιες δὲ Σκυθέων εἰσὶ πολλοί. ἀλλ᾽ ἑτεροίῳ. θέντες χαμαὶ διεξειλίσσουσι αὐτούς. ἀπ᾽ οὗ πίνουσι τῶν Σκυθέων τοῖσι ἂν ἄνδρες πολέμιοι ἀραιρημένοι ἔωσι. τούτων τὰς κεφαλὰς ἀποφέρει τῷ βασιλέι. Τὰ δ᾽ ἐς πόλεμον ἔχοντα ὧδέ σφι διακέαται· ἐπεὰν τὸν πρῶτον ἄνδρα καταβάλῃ ἀνὴρ Σκύθης. οὐ γεύονται τοῦ οἴνου τούτου. τοῖσι δ᾽ ἂν μὴ κατεργασμένον ᾖ τοῦτο. τὰς κεφαλὰς ταύτας παραφέρει καὶ ἐπιλέγει ὡς οἱ ἐόντες οἰκήιοι πόλεμον προσεθήκαντο καί σφεων αὐτὸς ἐπεκράτησε. ἐκ τούτου ἐξάπτει καὶ ἀγάλλεται· ὃς γὰρ ἂν πλεῖστα δέρματα χειρόμακτρα ἔχῃ. ἀπενείκας μὲν γὰρ κεφαλὴν τῆς ληίης μεταλαμβάνει τὴν ἂν λάβωσι. ἐκ δὲ τῶν χαλινῶν τοῦ ἵππου τὸν αὐτὸς ἐλαύνει. Θυσίαι μέν νυν αὗταί σφι κατεστᾶσι. ἅμα τε λέγοντες ταῦτα συνειλέουσι τὰς ῥάβδους ὀπίσω καὶ αὖτις κατὰ μίαν συντιθεῖσι. ἢν δὲ ᾖ πλούσιος. τὴν μὲν ὠμοβοέην περιτείνει. καὶ ἔπειτα καὶ τὰ ἄλλα ἀπέρξαντες ἱρήια ἀπαλλάσσονται. οὗτοι δὲ σύνδυο κύλικας ἔχοντες πίνουσι ὁμοῦ. [3] πολλοὶ δὲ αὐτῶν ἐκ τῶν ἀποδερμάτων καὶ χλαίνας ἐπείνυσθαι ποιεῦσι. ὅσοι δὲ ἂν αὐτῶν καὶ κάρτα πολλοὺς ἄνδρας ἀραιρηκότες ἔωσι. ὀργάσας δὲ αὐτὸ ἅτε χειρόμακτρον ἔκτηται. οἳ μαντεύονται ῥάβδοισι ἰτεΐνῃσι πολλῇσι ὧδε· ἐπεὰν φακέλους ῥάβδων μεγάλους ἐνείκωνται. ἔσωθεν δὲ καταχρυσώσας οὕτω χρᾶται ποτηρίῳ. ἐπεὰν γὰρ οἶνον ἐπισπείσωσι κατὰ τῶν κεφαλέων. 64. μετὰ δὲ σαρκίσας βοὸς πλευρῇ δέψει τῇσι χερσί. αὐτὰς δὲ τὰς κεφαλάς. 66. ὑσὶ δὲ οὗτοι οὐδὲν νομίζουσι. ἀλλ᾽ ἠτιμωμένοι ἀποκατέαται· ὄνειδος δέ σφι ἐστὶ μέγιστον τοῦτο. συρράπτοντες κατά περ βαίτας. καὶ χωρὶς ὁ νεκρός. δέρμα δὲ ἀνθρώπου καὶ παχὺ καὶ λαμπρὸν ἦν ἄρα. οἱ δὲ Ἐνάρεες οἱ ἀνδρόγυνοι τὴν Ἀφροδίτην σφίσι λέγουσι μαντικὴν δοῦναι· φιλύρης δ᾽ ὧν φλοιῷ μαντεύονται· ἐπεὰν τὴν φιλύρην τρίχα σχίσῃ. σχεδὸν δερμάτων πάντων λαμπρότατον λευκότητι. [4] πολλοὶ δὲ καὶ ὅλους ἄνδρας ἐκδείραντες καὶ διατείναντες ἐπὶ ξύλων ἐπ᾽ ἵππων περιφέρουσι. μὴ ἐνείκας δὲ οὔ. ἀπὸ τῶν ἑκατὸν ἀνδρῶν ἄνδρα θύουσι τρόπῳ οὐ τῷ αὐτῷ καὶ τὰ πρόβατα. οὐδὲ τρέφειν ἐν τῇ χώρῃ τὸ παράπαν θέλουσι. χεὶρ δὲ τῇ ἂν πέσῃ κέεται. πολλοὶ δὲ ἀνδρῶν ἐχθρῶν τὰς δεξιὰς χεῖρας νεκρῶν ἐόντων ἀποδείραντες αὐτοῖσι ὄνυξι καλύπτρας τῶν φαρετρέων ποιεῦνται. οὔτι πάντων ἀλλὰ τῶν ἐχθίστων. ὅσους δ᾽ ἂν φονεύσῃ ἐν τῇ μάχῃ. [2] αὕτη μὲν σφι ἡ μαντικὴ πατρωίη ἐστί.τοῖσι ἄλλοισι θεοῖσι· [3] ὅσους ἂν τῶν πολεμίων ζωγρήσωσι. ξείνων δέ οἱ ἐλθόντων τῶν ἂν λόγον ποιέηται. 68. οἳ τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ μαντεύονται· καὶ λέγουσι οὗτοι ὡς τὸ ἐπίπαν μάλιστα τάδε. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτω σφι νενόμισται. Ἐπεὰν δὲ βασιλεὺς ὁ Σκυθέων κάμῃ. [2] ποιεῦσι δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν οἰκηίων ἤν σφι διάφοροι γένωνται καὶ ἢν ἐπικρατήσῃ αὐτοῦ παρὰ τῷ βασιλέι. ἀποσφάζουσι τοὺς ἀνθρώπους ἐς ἄγγος καὶ ἔπειτα ἀνενείκαντες ἄνω ἐπὶ τὸν ὄγκον τῶν φρυγάνων καταχέουσι τὸ αἷμα τοῦ ἀκινάκεω. ἀνὴρ ἄριστος οὗτος κέκριται. 63. . διαπλέκων ἐν τοῖσι δακτύλοισι τοῖσι ἑωυτοῦ καὶ διαλύων χρᾷ. μεταπέμπεται τῶν μαντίων ἄνδρας τρεῖς τοὺς εὐδοκιμέοντας μάλιστα. τοῦ αἵματος ἐμπίνει. ταύτην ἀνδραγαθίην λέγοντες. [4] ἄνω μὲν δὴ φορέουσι τοῦτο. Ἅπαξ δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑκάστου ὁ νομάρχης ἕκαστος ἐν τῷ ἑωυτοῦ νομῷ κιρνᾷ κρητῆρα οἴνου. 67.
[3] ἀρνεομένου δὲ τούτου ὁ βασιλεὺς μεταπέμπεται ἄλλους διπλησίους μάντιας· καὶ ἢν μὲν καὶ οὗτοι ἐσορῶντες ἐς τὴν μαντικὴν καταδήσωσι ἐπιορκῆσαι. ἐμποδίσαντες τοὺς μάντιας καὶ χεῖρας ὀπίσω δήσαντες καὶ στομώσαντες κατεργνῦσι ἐς μέσα τὰ φρύγανα. Ἀπολλῦσι δῆτα αὐτοὺς τρόπῳ τοιῷδε· ἐπεὰν ἅμαξαν φρυγάνων πλήσωσι καὶ ὑποζεύξωσι βοῦς. οὐ φάμενος ἐπιορκῆσαι. κατακαίουσι δὲ τρόπῳ τῷ εἰρημένω καὶ δι᾽ ἄλλας αἰτίας τοὺς μάντιας. μέτωπον καὶ ῥῖνα καταμύσσονται. ἀπιγμένον δὲ ἐλέγχουσι οἱ μάντιες ὡς ἐπιορκήσας φαίνεται ἐν τῇ μαντικῇ τὰς βασιληίας ἱστίας καὶ διὰ ταῦτα ἀλγέει ὁ βασιλεύς· ὁ δὲ ἀρνέεται. [2] τὰς δὲ βασιληίας ἱστίας νόμος Σκύθῃσι τὰ μάλιστα ἐστὶ ὀμνύναι τότε ἐπεὰν τὸν μέγιστον ὅρκον ἐθέλωσι ὀμνύναι. [5] ταῦτα δὲ ποιήσαντες χοῦσι πάντες χῶμα μέγα. ἐπεὰν δὲ πάντας περιέλθωσι τὸν νέκυν κομίζοντες. τρίχας περικείρονται. καὶ τὰ χρήματα αὐτοῦ διαλαγχάνουσι οἱ πρῶτοι τῶν μαντίων· [4] ἢν δὲ οἱ ἐπελθόντες μάντιες ἀπολύσωσι. τὴν δὲ νηδὺν ἀνασχισθεῖσαν καὶ καθαρθεῖσαν. 69. Ὅρκια δὲ ποιεῦνται Σκύθαι ὧδε πρὸς τοὺς ἂν ποιέωνται· ἐς κύλικα μεγάλην κεραμίνην οἶνον ἐγχέαντες αἷμα συμμίσγουσι τῶν τὸ ὅρκιον ταμνομένων. τὰ δὲ θήλεα οὐκ ἀδικέει. 71. ψευδομάντιας καλέοντες. βραχίονας περιτάμνονται. πολλοὶ δὲ περικεκαυμένοι ἀποφεύγουσι. συνερραμμένην ὀπίσω. ἄλλοι πάρεισι μάντιες καὶ μάλα ἄλλοι. ὑποπρήσαντες δὲ αὐτὰ ἀπιεῖσι φοβήσαντες τοὺς βοῦς. ἁμιλλώμενοι καὶ προθυμεόμενοι ὡς μέγιστον ποιῆσαι. τύψαντες ὑπέατι ἡ ἐπιταμόντες μαχαίρῃ σμικρὸν τοῦ σώματος. Ἐνιαυτοῦ δὲ περιφερομένου αὖτις ποιεῦσι τοιόνδε· λαβόντες τῶν λοιπῶν θεραπόντων τοὺς ἐπιτηδεοτάτους (οἳ δὲ εἰσὶ Σκύθαι ἐγγενέες· οὗτοι γὰρ θεραπεύουσι τοὺς ἂν αὐτὸς ὁ βασιλεὺς κελεύσῃ ἀργυρώνητοι δὲ οὐκ εἰσί σφι θεράποντες).λέγοντες τῶν ἀστῶν τὸν ἂν δὴ λέγωσι. ἐπεάν σφι ἀποθάνῃ ὁ βασιλεύς. [3] ἐνθεῦτεν δὲ κομίζουσι ἐν τῇ ἀμάξῃ τοῦ βασιλέος τὸν νέκυν ἐς ἄλλο ἔθνος τῶν ἄρχουσι· οἳ δέ σφι ἕπονται ἐς τοὺς πρότερον ἦλθον. ἢν ὦν οἱ πλεῦνες τὸν ἄνθρωπον ἀπολύσωσι. [4] καὶ ἔπειτα. αὐτίκα δὲ διαλελαμμένος ἄγεται οὗτος τὸν ἂν δὴ φῶσι ἐπιορκῆσαι. [3] τοὺς δ᾽ ἂν ἀποκτείνῃ βασιλεύς. ἐπεὰν αὐτῶν ὁ ῥυμὸς κατακαυθῇ. διὰ τῆς ἀριστερῆς χειρὸς ὀιστοὺς διαβυνέονται. ἕτοιμον δὲ τοῦτο ποιήσαντες ἀναλαμβάνουσι τὸν νεκρόν. ποιεῦσι τά περ οἱ βασιλήιοι Σκύθαι· τοῦ ὠτὸς ἀποτάμνονται. καὶ κομίζουσι ἐν ἁμάξῃ ἐς ἄλλο ἔθνος. ἐν δὲ τῇ λοιπῇ εὐρυχωρίῃ τῆς θήκης τῶν παλλακέων τε μίαν ἀποπνίξαντες θάπτουσι καὶ τὸν οἰνοχόον καὶ μάγειρον καὶ ἱπποκόμον καὶ διήκονον καὶ ἀγγελιηφόρον καὶ ἵππους καὶ τῶν ἄλλων πάντων ἀπαρχὰς καὶ φιάλας χρυσέας· ἀργύρῳ δὲ οὐδὲν οὐδὲ χαλκῷ χρέωνται. ἐπεὰν θέωσι τὸν νέκυν ἐν τῇσι θήκῃσι ἐπὶ στιβάδος. κατακεκηρωμένον μὲν τὸ σῶμα. παραπήξαντες αἰχμὰς ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ νεκροῦ ξύλα ὑπερτείνουσι καὶ ἔπειτα ῥιψὶ καταστεγάζουσι. 72. ἔν τε Γέρροισι ἔσχατα κατοικημένοισι εἰσὶ τῶν ἐθνέων τῶν ἄρχουσι καὶ ἐν τῇσι ταφῇσι. Ταφαὶ δὲ τῶν βασιλέων ἐν Γέρροισι εἰσὶ ἐς ὃ ὁ Βορυσθένης ἐστὶ προσπλωτός· ἐνθαῦτα. πλέην κυπέρου κεκομμένου καὶ θυμιήματος καὶ σελίνου σπέρματος καὶ ἀννήσου. κατεύχονται πολλὰ καὶ ἔπειτα ἀποπίνουσι αὐτοί τε οἱ τὸ ὅρκιον ποιεύμενοι καὶ τῶν ἑπομένων οἱ πλείστου ἄξιοι. [2] οἳ δὲ ἂν παραδέξωνται κομισθέντα τὸν νεκρόν. τούτων οὐδὲ τοὺς παῖδας λείπει. ἀλλὰ πάντα τὰ ἔρσενα κτείνει. τοῦ δὲ ἰθέως τὴν κεφαλὴν ἀποτάμνουσι. [2] πολλοὶ μὲν δὴ συγκατακαίονται τοῖσι μάντισι βόες. ὄρυγμα γῆς μέγα ὀρύσσουσι τετράγωνον. 70. καὶ δεινολογέεται. δέδοκται τοῖσι πρώτοισι τῶν μαντίων αὐτοῖσι ἀπόλλυσθαι. [2] τούτων ὦν τῶν διηκόνων ἐπεὰν ἀποπνίξωσι πεντήκοντα καὶ . καὶ ἔπειτα ἀποβάψαντες ἐς τὴν κύλικα ἀκινάκην καὶ ὀιστοὺς καὶ σάγαριν καὶ ἀκόντιον· ἐπεὰν δὲ ταῦτα ποιήσωσι.
[5] τῶν δὲ δὴ νεηνίσκων τῶν ἀποπεπνιγμένων τῶν πεντήκοντα ἕνα ἕκαστον ἀναβιβάζουσι ἐπὶ τὸν ἵππον. Οὕτω μὲν τοὺς βασιλέας θάπτουσι· τοὺς δὲ ἄλλους Σκύθας. ὧδε ἀναβιβάζοντες. ἡμέρας δὲ τεσσεράκοντα οὕτω οἱ ἰδιῶται περιάγονται. [2] οἱ δὲ Σκύθαι ἀγάμενοι τῇ πυρίῃ ὠρύονται. τυγχάνει δὲ πᾶσα ἐοῦσα δενδρέων παντοίων πλέη). ὑποδύνουσι ὑπὸ τοὺς πίλους. 76. [3] καὶ εὗρε γὰρ τῇ μητρὶ τῶν θεῶν ἀνάγοντας τοὺς Κυζικηνοὺς ὁρτὴν μεγαλοπρεπέως κάρτα. ἐπιστήσαντες δὲ κύκλῳ τὸ σῆμα ἱππέας τοιούτους ἀπελαύνουσι. καὶ ἔπειτα τὸ κατασωχόμενον τοῦτο παχὺ ἐὸν καταπλάσσονται πᾶν τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπον· καὶ ἅμα μὲν εὐωδίη σφέας ἀπὸ τούτου ἴσχει. λίνεον δοκήσει εἶναι τὸ εἷμα. [4] ὡς δὲ ἀπίκετο ἐς τὴν Σκυθικήν καταδὺς ἐς τὴν καλεομένην Ὑλαίην (ἡ δ᾽ ἔστι μὲν παρὰ τὸν Ἀχιλλήιον δρόμον. σμησάμενοι τὰς κεφαλὰς καὶ ἐκπλυνάμενοι ποιεῦσι περὶ τὸ σῶμα τάδε ἐπεὰν ξύλα στήσωσι τρία ἐς ἄλληλα κεκλιμένα. περὶ ταῦτα πίλους εἰρινέους περιτείνουσι. Ἑλληνικοῖσι δὲ καὶ ἥκιστα.ἵππους τοὺς καλλίστους πεντήκοντα. [2] θάψαντες δὲ οἱ Σκύψαι καθαίρονται τρόπῳ τοιῷδε. καὶ τῷ νεκρῷ ἁπάντων παραπλησίως παρατίθησι ὅσα τοῖσι ἄλλοισι. μήτε τεῶν ἄλλων. [3] αἱ δὲ γυναῖκες αὐτῶν ὕδωρ παραχέουσαι κατασώχουσι περὶ λίθον τρηχὺν τῆς κυπαρίσσου καὶ κέδρου καὶ λιβάνου ξύλου. θύσειν τε κατὰ ταὐτὰ κατὰ ὥρα τοὺς Κυζικηνοὺς ποιεῦντας καὶ παννυχίδα στήσειν. περιάγουσι οἱ ἀγχοτάτω προσήκοντες κατὰ τοὺς φίλους ἐν ἀμάξῃσι κειμένους. ἔπειτα τῶν ἵππων κατὰ τὰ μήκεα ξύλα παχέα διελάσαντες μέχρι τῶν τραχήλων ἀναβιβάζουσι αὐτοὺς ἐπὶ τὰς ἁψῖδας· [4] τῶν δὲ αἱ μὲν πρότεραι ἀψῖδες ὑπέχουσι τοὺς ὤμους τῶν ἵππων. ὡς διέδεξαν Ἀνάχαρσις τε καὶ δεύτερα αὖτις Σκύλης. ἐπεὰν νεκροῦ ἑκάστου παρὰ τὴν ἄκανθαν ξύλον ὀρθὸν διελάσωσι μέχρι τοῦ τραχήλου· κάτωθεν δὲ ὑπερέχει τοῦ ξύλου τούτου τὸ ἐς τόρμον πηγνύουσι τοῦ ἑτέρου ξύλου τοῦ διὰ τοῦ ἵππου. 74. αὕτη καὶ αὐτομάτη καὶ σπειρομένη φύεται. καὶ ἔπειτα ἐπιβάλλουσι τὸ σπέρμα ἐπὶ τοὺς διαφανέας λίθους τῷ πυρί· τὸ δὲ θυμιᾶται ἐπιβαλλόμενον καὶ ἀτμίδα παρέχεται τοσαύτην ὥστε Ἑλληνικὴ οὐδεμία ἄν μιν πυρίη ἀποκρατήσειε. [3] ἁψῖδος δὲ ἥμισυ ἐπὶ δύο ξύλα στήσαντες ὕπτιον καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς ἁψῖδος ἐπ᾽ ἕτερα δύο. ἐξελόντες αὐτῶν τὴν κοιλίην καὶ καθήραντες ἐμπιπλᾶσι ἀχύρων καὶ συρράπτουσι. ἔπειτα θάπτονται. καταπήξαντες τρόπῳ τοιούτῳ πολλὰ ταῦτα. χαλινοὺς δὲ καὶ στόμια ἐμβαλόντες ἐς τοὺς ἵππους κατατείνουσι ἐς τὸ πρόσθε αὐτῶν καὶ ἔπειτα ἐκ πασσάλων δέουσι. διαγνοίη λίνου ἢ καννάβιος ἐστί· ὃς δὲ μὴ εἶδε κω τὴν κανναβίδα. αἱ δὲ ὄπισθε παρὰ τοὺς μηροὺς τὰς γαστέρας ὑπολαμβάνουσι· σκέλεα δὲ ἀμφότερα κατακρέμαται μετέωρα. εὔξατο τῇ μητρὶ ὁ Ἀνάχαρσις. Ἔστι δέ σφι κάνναβις φυομένη ἐν τῇ χώρῃ πλὴν παχύτητος καὶ μεγάθεος τῷ λίνῳ ἐμφερεστάτη· ταύτῃ δὲ πολλῷ ὑπερφέρει ἡ κάνναβις. συμφράξαντες δὲ ὡς μάλιστα λίθους ἐκ πυρὸς διαφανέας ἐσβάλλουσι ἐς σκάφην κειμένην ἐν μέσῳ τῶν ξύλων τε καὶ τῶν πίλων. τῶν δὲ ἕκαστος ὑποδεκόμενος εὐωχέει τοὺς ἑπομένους. Ταύτης ὦν οἱ Σκύθαι τῆς καννάβιος τὸ σπέρμα ἐπεὰν λάβωσι. ἐπεὰν ἀποθάνωσι. Ξεινικοῖσι δὲ νομαίοισι καὶ οὗτοι φεύγουσι αἰνῶς χρᾶσθαι. οὐ γὰρ δὴ λούονται ὕδατι τὸ παράπαν τὸ σῶμα. ἅμα δὲ ἀπαιρέουσαι τῇ δευτέρη ἡμέρῃ τὴν καταπλαστὺν γίνονται καθαραὶ καὶ λαμπραί. 75. ἐς ταύτην δὴ καταδὺς ὁ Ἀνάχαρσις τὴν ὁρτὴν ἐπετέλεε πᾶσαν τῇ θεῷ. ὅστις μὴ κάρτα τρίβων εἴη αὐτῆς. 73. [2] τοῦτο μὲν γὰρ Ἀνάχαρσις ἐπείτε γῆν πολλὴν θεωρήσας καὶ ἀποδεξάμενος κατ᾽ αὐτὴν σοφίην πολλὴν ἐκομίζετο ἐς ἤθεα τὰ Σκυθέων. ἢν σῶς καὶ ὑγιὴς ἀπονοστήσῃ ἐς ἑωυτοῦ. πλέων δι᾽ Ἑλλησπόντου προσίσχει ἐς Κύζικον. καὶ ἐξ αὐτῆς Θρήικες μὲν καὶ εἵματα ποιεῦνται τοῖσι λινέοισι ὁμοιότατα· οὐδ᾽ ἄν. τοῦτό σφι ἀντὶ λουτροῦ ἐστι. τύμπανον τε ἔχων καὶ ἐκδησάμενος .
τοξεύσας αὐτὸν ἀπέκτεινε. παῖδα δὲ εἶναι Γνούρου τοῦ Λύκου τοῦ Σπαργαπείθεος. ὡς ὑπὸ τοῦ Σκυθέων βασιλέος Ἀνάχαρσις ἀποπεμφθεὶς τῆς Ἑλλάδος μαθητὴς γένοιτο. [3] Σκύθαι δὲ τοῦ βακχεύειν πέρι Ἕλλησι ὀνειδίζουσι· οὐ γὰρ φασὶ οἰκὸς εἶναι θεὸν ἐξευρίσκειν τοῦτον ὅστις μαίνεσθαι ἐνάγει ἀνθρώπους. ταῦτα ποιέεσκε πολλάκις καὶ οἰκία τε ἐδείματο ἐν Βορυσθένεϊ καὶ γυναῖκα ἔγημε ἐς αὐτὰ ἐπιχωρίην. τὴν μὲν στρατιὴν καταλίπεσκε ἐν τῷ προαστείῳ. [5] καὶ τῶν τις Σκυθέων καταφρασθεὶς αὐτὸν ταῦτα ποιεῦντα ἐσήμηνε τῷ βασιλέι Σαυλίω· ὁ δὲ καὶ αὐτὸς ἀπικόμενος ὡς εἶδε τὸν Ἀνάχαρσιν ποιεῦντα ταῦτα. [4] αὐτὸς δὲ ὅκως ἔλθοι ἐς τὸ τεῖχος καὶ τὰς πύλας ἐγκλῄσειε. 79. καὶ ὑμῖν ἐγὼ δέξω„. τὴν πέριξ λευκοῦ λίθου σφίγγες τε καὶ γρῦπες ἕστασαν· ἐς ταύτην ὁ θεὸς ἐνέσκηψε βέλος. ἀλλὰ πολλὸν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ μᾶλλον τετραμμένος ἦν ἀπὸ παιδεύσιος τῆς ἐπεπαίδευτο. τούτοισι δὲ εἶναι μούνοισι σωφρόνως δοῦναι τε καὶ δέξασθαι λόγον. οὐ φασί μιν Σκύθαι γινώσκειν. ὀπίσω τε ἀπονοστήσας φαίη πρὸς τὸν ἀποπέμψαντα Ἕλληνας πάντας ἀσχόλους εἶναι ἐς πᾶσαν σοφίην πλὴν Λακεδαιμονίων. [5] εἵποντο τῶν Σκύθεων οἱ προεστεῶτες. 77. πολλοῖσι δὲ κάρτα ἔτεσι ὕστερον Σκύλης ὁ Ἀριαπείθεος ἔπαθε παραπλήσια τούτῳ. [2] μετὰ δὲ χρόνῳ ὕστερον Ἀριαπείθης μὲν τελευτᾷ δόλῳ ὑπὸ Σπαργαπείθεος τοῦ Ἀγαθύρσων βασιλέος. [2] ἀλλ᾽ οὗτος μὲν ὁ λόγος ἄλλως πέπλασται ὑπ᾽ αὐτῶν Ἑλλήνων. Ἐπείτε δὲ ἔδεέ οἱ κακῶς γενέσθαι. διὰ τοῦτο ὅτι ἐξεδήμησέ τε ἐς τὴν Ἑλλάδα καὶ ξεινικοῖσι ἔθεσι διεχρήσατο. εἰ δέ μοι ἀπιστέετε. Ἀριαπείθεϊ γὰρ τῷ Σκυθέων βασιλέι γίνεται μετ᾽ ἄλλων παίδων Σκύλης· ἐξ Ἰστριηνῆς δὲ γυναικὸς οὗτος γίνεται καὶ οὐδαμῶς ἐγχωρίης· τὸν ἡ μήτηρ αὕτη γλῶσσάν τε Ἑλλάδα καὶ γράμματα ἐδίδαξε. καὶ βακχεύει τε καὶ ὑπὸ τοῦ θεοῦ μαίνεται. Καίτοι τινὰ ἤδη ἤκουσα λόγον ἄλλον ὑπὸ Πελοποννησίων λεγόμενον. Σκύλης δὲ οὐδὲν τούτου εἵνεκα ἧσσον ἐπετέλεσε τὴν τελετήν. τὴν στολὴν ἀποθέμενος τὴν Σκυθικὴν λάβεσκε ἂν Ἑλληνίδα ἐσθῆτα. ἴστω ὑπὸ τοῦ ἀδελφεοῦ ἀποθανών· Ἰδάνθυρσος γὰρ ἦν παῖς Σαυλίου. τῇ οὔνομα ἦν Ὀποίη· ἦν δὲ αὕτη ἡ Ὀποίη ἀστή. μή τίς μιν Σκυθέων ἴδοι ἔχοντα ταύτην τὴν στολήν· καὶ τά τε ἄλλα ἐχρᾶτο διαίτη Ἑλληνικῇ καὶ θεοῖσι ἱρὰ ἐποίεε κατὰ νόμους τοὺς Ἑλλήνων. Σκύλης δὲ τήν τε βασιληίην παρέλαβε καὶ τὴν γυναῖκα τοῦ πατρός. καὶ ἣ μὲν κατεκάη πᾶσα. ἐγίνετο ἀπὸ προφάσιος τοιῆσδε. Σαύλιος δὲ ἦν ὁ ἀποκτείνας Ἀνάχαρσιν. ὅτι βακχεύομεν καὶ ἡμέας ὁ θεὸς λαμβάνει· νῦν οὗτος ὁ δαίμων καὶ τὸν ὑμέτερον βασιλέα λελάβηκε. [3] βασιλεύων δὲ Σκυθέων ὁ Σκύλης διαίτῃ οὐδαμῶς ἠρέσκετο Σκυψικῇ. [2] ἦν οἱ ἐν Βορυσθενεϊτέων τῇ πόλι οἰκίης μεγάλης καὶ πολυτελέος περιβολή. [5] ὅτε δὲ διατρίψειε μῆνα ἡ πλέον τούτου. ἔχων δ᾽ ἂν ταύτην ἠγόραζε οὔτε δορυφόρων ἑπομένων οὔτε ἄλλου οὐδενός· τὰς δὲ πύλας ἐφύλασσον. [4] ἐπείτε δὲ ἐτελέσθη τῷ Βακχείῳ ὁ Σκύλης. ὁ δ᾽ ὧν ἀνὴρ ὥσπερ πρότερον εἰρέθη διεφθάρη.ἀγάλματα. ἐς τούτους ὅκως ἔλθοι ὁ Σκύλης. τῆς καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων μνήμην εἶχον. ἕπεσθε. εἰ ὦν ταύτης ἦν τῆς οἰκίης ὁ Ἀνάχαρσις. ἐξ ἧς ἦν Ὄρικος Ἀριαπείθεϊ παῖς. ὦ Σκύθαι. Οὗτος μέν νυν οὕτω δὴ ἔπρηξε διὰ ξεινικά τε νόμαια καὶ Ἑλληνικὰς ὁμιλίας. διεπρήστευσε τῶν τις Βορυσθενειτέων πρὸς τοὺς Σκύθας λέγων “ἡμῖν γὰρ καταγελᾶτε. ἀπαλλάσσετο ἐνδὺς τὴν Σκυθικὴν στολήν. καὶ αὐτοὺς . [6] ὡς δ᾽ ἐγὼ ἤκουσα Τύμνεω τοῦ Ἀριαπείθεος ἐπιτρόπου. ἐπεθύμησε Διονύσῳ Βακχείῳ τελεσθῆναι· μέλλοντι δέ οἱ ἐς χεῖρας ἄγεσθαι τὴν τελετὴν ἐγένετο φάσμα μέγιστον. εἶναι αὐτὸν Ἰδανθύρσου τοῦ Σκυθέων βασιλέος πάτρων. 78. ἐποίεέ τε τοιοῦτο· εὖτε ἀγάγοι τὴν στρατιὴν τὴν Σκυθέων ἐς τὸ Βορυσθενειτέων ἄστυ (οἱ δὲ Βορυσθενεῖται οὗτοι λέγουσι σφέας αὐτοὺς εἶναι Μιλησίους). καὶ νῦν ἤν τις εἴρηται περὶ Ἀναχάρσιος.
τοῦτον εἰδέναι τὸ πλῆθος τὸ Σκυθέων κελεύειν μιν πάντας Σκύθας ἄρδιν ἕκαστον μίαν ἀπὸ τοῦ ὀιστοῦ κομίσαι. τὸν Παυσανίης ὁ Κλεομβρότου ἀνέθηκε. ἀλλὰ διαφόρους λόγους περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ἤκουον· καὶ γὰρ κάρτα πολλοὺς εἶναι σφέας καὶ ὀλίγους ὡς Σκύθας εἶναι. σὺ δέ μοι ἀπόδος τοῦτον. ἔχεις δέ μευ ἀδελφεόν. οὕτω μὲν περιστέλλουσι τὰ σφέτερα νόμαια Σκύθαι. ἐπανιστέατο τῷ Σκύλῃ. ἐξελθόντες δὲ ἐσήμαινον πάσῃ τῇ στρατιῇ τὰ ἴδοιεν. ὁ δὲ Ὀκταμασάδης καταινέει ταῦτα. [2] τοσόνδε μέντοι ἀπέφαινόν μοι ἐς ὄψιν. οἱ Σκύθαι προστησάμενοι τὸν ἀδελφεὸν αὐτοῦ Ὀκταμασάδην. [2] ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἔπειθε συμβουλεύων οἱ χρηστά. ἐχρήιζε μηδαμῶς αὐτὸν στρατηίην ἐπὶ Σκύθας ποιέεσθαι. [2] ὁ δὲ μαθὼν τὸ γινόμενον ἐπ᾽ ἑωυτῷ καὶ τὴν αἰτίην δι᾽ ἣν ἐποιέετο. [3] “τι δεῖ ἡμέας ἀλλήλων πειρηθῆναι. τοῖσι δὲ νέας παρέχειν. καταλέγων τῶν Σκυθέων τὴν ἀπορίην. Θωμάσια δὲ ἡ χώρη αὕτη οὐκ ἔχει. φάμενος ἐν αὐτῷ κρήνην ὕδατος πικροῦ εἶναι. τῶ οὔνομα εἶναι Ἀριάνταν. [3] ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ κέεται χαλκήιον. παρὰ τὸν Τύρην ποταμόν. τοῖσι δὲ ζεύγνυσθαι τὸν Θρηίκιον Βόσπορον Ἀρτάβανος ὁ Ὑστάσπεος. 82. ἀπ᾽ ἧς τὸ ὕδωρ ἀπορρέον τὸν Ὕπανιν ἄποτον ποιέειν. καταφεύγει ἐς τὴν Θρηίκην. ἔστι δὲ τὸ μέγαθος δίπηχυ. τὸ δὲ ἀποθωμάσαι ἄξιον καὶ πάρεξ τῶν ποταμῶν καὶ τοῦ μεγάθεος τοῦ πεδίου παρέχεται. ἀδελφεὸς ἐὼν Δαρείου. [4] ταῦτά οἱ πέμψας ὁ Σιτάλκης ἐπεκηρυκεύετο· ἦν γὰρ παρὰ τῷ Ὀκταμασάδη ἀδελφεὸς Σιτάλκεω πεφευγώς. μεγάθει καὶ ἑξαπλήσιον τοῦ ἐπὶ στόματι τοῦ Πόντου κρητῆρος. 80. κάρτα συμφορὴν μεγάλην ἐποιήσαντο. ἐπείτε δὲ παρήιε σὺν τῷ θιάσῳ ὁ Σκύλης καὶ εἶδόν μιν βακχεύοντα οἱ Σκύθαι. ἔστι μεταξὺ Βορυσθένεός τε ποταμοῦ καὶ Ὑπάνιος χῶρος. ἠντίασάν μιν οἱ Θρήικες. Παρασκευαζομένου Δαρείου ἐπὶ τοὺς Σκύθας καὶ ἐπιπέμποντος ἀγγέλους ἐπιτάξοντας τοῖσι μὲν πεζὸν στρατόν. ἐξήλαυνε τὸν στρατὸν ἐκ Σούσων. ἴχνος Ἡρακλέος φαίνουσι ἐν πέτρῃ ἐνεόν. [4] ὃς δὲ μὴ εἶδε κω τοῦτον. οὔνομα δέ οἱ ἐστὶ Ἐξαμπαῖος· τοῦ καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων μνήμην εἶχον. .ἀναγαγὼν ὁ Βορυσθενεΐτης λάθρῃ ἐπὶ πύργον κατεῖσε. ὁ δέ. Σκύλεω δὲ Ὀκταμασάδης αὐτοῦ ταύτῃ ἀπέταμε τὴν κεφαλήν. 81. Πλῆθος δὲ τὸ Σκυθέων οὐκ οἷος τε ἐγενόμην ἀτρεκέως πυθέσθαι. εἰρήσεται. χωρὶς ἢ ὅτι ποταμούς τε πολλῶ μεγίστους καὶ ἀριθμὸν πλείστους. [6] κομισθῆναι τε δὴ χρῆμα πολλὸν ἀρδίων καί οἱ δόξαι ἐξ αὐτέων μνημόσυνον ποιήσαντι λιπέσθαι. Ὡς δὲ μετὰ ταῦτα ἐξήλαυνε ὁ Σκύλης ἐς ἤθεα τὰ ἑωυτοῦ. ἐκ τουτέων δή μιν τὸ χαλκήιον ποιῆσαι τοῦτο καὶ ἀναθεῖναι ἐς τὸν Ἐξαμπαῖον τοῦτον. τοῦτο ὦν ἔλεγον οἱ ἐπιχώριοι ἀπὸ ἀρδίων γενέσθαι. 83. ἑξακοσίους ἀμφορέας εὐπετέως χωρέει τὸ ἐν Σκύθῃσι χαλκήιον. τοῖσι δὲ παρακτωμένοισι ξεινικοὺς νόμους τοιαῦτα ἐπιτίμια διδοῦσι. πυθόμενος δὲ ὁ Ὀκταμασάδης ταῦτα ἐστρατεύετο ἐπὶ τὴν Θρηίκην. ὃς δ᾽ ἄν μὴ κομίσῃ. ἐπείτε δὲ ἐπὶ τῷ Ἴστρῳ ἐγένετο. πάχος δὲ τὸ Σκυθικὸν τοῦτο χαλκήιον ἐστὶ δακτύλων ἕξ. τὸ ἔοικε μὲν βήματι ἀνδρός. εἶς μέν μευ τῆς ἀδελφεῆς παῖς. ἀναβήσομαι δὲ ἐς τὸν κατ᾽ ἀρχὰς ἤια λέξων λόγον. ὃ μὲν ἐπέπαυτο. ἐκδοὺς δὲ τὸν ἑωυτοῦ μήτρωα Σιτάλκη ἔλαβε τὸν ἀδελφεὸν Σκύλην. ὧδε δηλώσω. [5] καὶ Σιτάλκης μὲν παραλαβὼν τὸν ἀδελφεὸν ἀπήγετο. τοῦτο μέν νυν τοιοῦτο ἐστί. θάνατον ἀπείλεε. μελλόντων δὲ αὐτῶν συνάψειν ἔπεμψε Σιτάλκης παρὰ τὸν Ὀκταμασάδην λέγων τοιάδε. γεγονότα ἐκ τῆς Τήρεω θυγατρός. [5] βουλόμενον γὰρ τὸν σφέτερον βασιλέα. ἐπειδή οἱ τὰ ἅπαντα παρεσκεύαστο. ταῦτα δὲ περὶ τοῦ πλήθεος τοῦ Σκυθέων ἤκουον. καὶ ἐγὼ σοὶ τὸν σὸν Σκύλην παραδίδωμι· στρατιῇ δὲ μήτε σὺ κινδυνεύσῃς μήτ᾽ ἐγώ„.
τὸ δὲ εὖρος.84. τείνει δ᾽ ἐς τὴν Προποντίδα ὁ Βόσπορος· [4] ἡ δὲ Προποντὶς ἐοῦσα εὖρος μὲν σταδίων πεντακοσίων. ὡς ἐμοὶ δοκέει συμβαλλομένῳ. ἣ Μαιῆτίς τε καλέεται καὶ μήτηρ τοῦ Πόντου. [2] ἤδη ὦν ἐς μὲν Φᾶσιν ἀπὸ τοῦ στόματος (τοῦτο γὰρ ἐστὶ τοῦ Πόντου μακρότατον) ἡμερέων ἐννέα πλόος ἐστὶ καὶ νυκτῶν ὀκτώ· αὗται ἕνδεκα μυριάδες καὶ ἑκατὸν ὀργυιέων γίνονται. ἐνταμὼν γράμματα ἐς μὲν τὴν Ἀσσύρια ἐς δὲ τὴν Ἑλληνικά. στάδιοι τριηκόσιοι καὶ τρισχίλιοι. ἑβδομήκοντα σὺν ἱππεῦσι. τούτων μυριάδες ἐξηριθμήθησαν. ἐκ δὲ τῶν ὀργυιέων τουτέων στάδιοι ἑκατὸν καὶ χίλιοι καὶ μύριοι εἰσί. 88. 86. ὁ δὲ ἔφη ὡς φίλῳ ἐόντι καὶ μετρίων δεομένῳ πάντας τοὺς παῖδας καταλείψειν. τὸ δὴ Βόσπορος κέκληται. 85. ἐνθεῦτεν ἐσβὰς ἐς νέα ἔπλεε ἐπὶ τὰς Κυανέας καλευμένας. [4] ὁ μέν νυν Πόντος οὗτος καὶ Βόσπορός τε καὶ Ἑλλήσποντος οὕτω τέ μοι μεμετρέαται καὶ κατὰ τὰ εἰρημένα πεφύκασι. παρέχεται δὲ καὶ λίμνην ὁ Πόντος οὗτος ἐκδιδοῦσαν ἐς αὐτὸν οὐ πολλῷ τεῳ ἐλάσσω ἑωυτοῦ. [2] Βόσπορον ἰχθυόεντα γεφυρώσας ἀνέθηκε Μανδροκλέης Ἥρῃ μνημόσυνον σχεδίης. Δαρεῖος δὲ μετὰ ταῦτα ἡσθεὶς τῆ σχεδίῃ τὸν ἀρχιτέκτονα αὐτῆς Μανδροκλέα τὸν Σάμιον ἐδωρήσατο πᾶσι δέκα· ἀπ᾽ ὧν δὴ Μανδροκλέης ἀπαρχὴν ζῷα γραψάμενος πᾶσαν τὴν ζεῦξιν τοῦ Βοσπόρου καὶ βασιλέα τε Δαρεῖον ἐν προεδρίῃ κατήμενον καὶ τὸν στρατὸν αὐτοῦ διαβαίνοντα ταῦτα γραψάμενος ἀνέθηκε ἔς τὸ Ἥραιον. τῇ εὐρύτατος αὐτὸς ἑωυτοῦ. χωρὶς τοῦ ναυτικοῦ. . τοῦ δὲ Βοσπόρου ὁ χῶρος τὸν ἔζευξε βασιλεὺς Δαρεῖος. ὁ δὲ ἐκέλευσε τοὺς ἐπὶ τούτων ἐπεστεῶτας ἀποκτεῖναι πάντας τοὺς Οἰοβάζου παῖδας. Μεμέτρηται δὲ ταῦτα ὧδε. Ὁ δὲ Δαρεῖος ὡς ἐθεήσατο τὸν Πόντον. τοῦ στόματος ὁ αὐχήν. νέες δὲ ἑξακόσιαι συνελέχθησαν. γραμμάτων Ἀσσυρίων πλέος. [2] τῇσι μέν νυν στήλῃσι ταύτῃσι Βυζάντιοι κομίσαντες ἐς τὴν πόλιν ὕστερον τούτων ἐχρήσαντο πρὸς τὸν βωμὸν τῆς Ὀρθωσίης Ἀρτέμιδος. ἐκδιδοῖ δὲ ὁ Ἑλλήσποντος ἐς χάσμα πελάγεος τὸ δὴ Αἰγαῖον καλέεται. [2] πελαγέων γὰρ ἁπάντων πέφυκε θωμασιώτατος· τοῦ τὸ μὲν μῆκος στάδιοι εἰσὶ ἑκατὸν καὶ χίλιοι καὶ μύριοι. ἑζόμενος δὲ ἐπὶ ῥίῳ ἐθηεῖτο τὸν Πόντον ἐόντα ἀξιοθέητον. ἐπὶ σταδίους εἴκοσι καὶ ἑκατόν ἐστι. [3] τούτου τοῦ πελάγεος τὸ στόμα ἐστὶ εὖρος τέσσερες στάδιοι· μῆκος δὲ. χωρὶς ἑνὸς λίθου· οὗτος δὲ κατελείφθη παρὰ τοῦ Διονύσου τὸν νηὸν ἐν Βυζαντίῳ. Καὶ οὗτοι μὲν ἀποσφαγέντες αὐτοῦ ταύτῃ ἐλείποντο· Δαρεῖος δὲ ἐπείτε πορευόμενος ἐκ Σούσων ἀπίκετο τῆς Καλχηδονίης ἐπὶ τὸν Βόσπορον ἵνα ἔζευκτο ἡ γέφυρα. [2] ὁ μὲν δὴ Οἰόβαζος περιχαρὴς ἦν. [3] ἐς δὲ Θεμισκύρην τὴν ἐπὶ Θερμώδοντι ποταμῷ ἐκ τῆς Σινδικῆς (κατὰ τοῦτο γὰρ ἐστὶ τοῦ Πόντου εὐρύτατον) τριῶν τε ἡμερέων καὶ δύο νυκτῶν πλόος· αὗται δὲ τρεῖς μυριάδες καὶ τριήκοντα ὀργυιέων γίνονται. στάδιοι δὲ τριηκόσιοι καὶ τρισχίλιοι. μέσον ἐστὶ Βυζαντίου τε καὶ τοῦ ἐπὶ στόματι ἱροῦ. μῆκος δὲ τετρακοσίους. τῆς ἀρχιτέκτων ἐγένετο Μανδροκλέης Σάμιος· θεησάμενος δὲ καὶ τὸν Βόσπορον στήλας ἔστησε δύο ἐπ᾽ αὐτοῦ λίθου λευκοῦ. Ἐνθαῦτα τῶν Περσέων Οἰόβαζος ἐδεήθη Δαρείου τριῶν ἐόντων οἱ παίδων καὶ πάντων στρατευομένων ἕνα αὐτῷ καταλειφθῆναι. τὰς πρότερον πλαγκτὰς Ἕλληνες φασὶ εἶναι. νηῦς ἐπίπαν μάλιστα κῃ κατανύει ἐν μακρημερίῃ ὀργυιὰς ἑπτακισμυρίας. κατ᾽ ὃ δὴ ἔζευκτο ἡ γέφυρα. μῆκος δὲ τετρακοσίων καὶ χιλίων. ἐπιγράψας τάδε. καταδιδοῖ ἐς τὸν Ἑλλήσποντον ἐόντα στεινότητα μὲν ἑπτὰ σταδίους. ἐλπίζων τοὺς υἱέας στρατηίης ἀπολελύσθαι. ἔπλεε ὀπίσω ἐπὶ τὴν γέφυραν. νυκτὸς δὲ ἑξακισμυρίας. ἔθνεα πάντα ὅσα περ ἦγε· ἦγε δὲ πάντα τῶν ἦρχε. 87.
ὁ δὲ Ἀγριάνης ἐς τὸν Ἕβρον. ὃς διὰ Ὀδρυσέων ῥέει. Πρὶν δὲ ἀπικέσθαι ἐπὶ τὸν Ἴστρον. δυῶν ἡμερέων ἑκατέρη. τοῦ ποταμοῦ τὸν αὐχένα. τοῖσι Ἴωσι παραγγείλας πλέειν ἐς τὸν Πόντον μέχρι Ἴστρου ποταμοῦ. πέμπουσι δὲ ὧδε· οἳ μὲν αὐτῶν ταχθέντες ἀκόντια τρία ἔχουσι. ἐνθαῦτα αὐτὸν περιμένειν ζευγνύντας τὸν ποταμόν. αἰτιῶνται αὐτὸν τὸν ἄγγελον. . 91. γράμματα ἐγγράψας λέγοντα τάδε. ἐκδιδοῖ δὲ ὁ Τέαρος οὗτος ἐς τὸν Κοντάδεσδον ποταμόν. εἰσὶ δὲ αὐτοῦ αἱ πηγαὶ δυῶν δέουσαι τεσσεράκοντα. ὁ δὲ Κοντάδεσδος ἐς τὸν Ἀγριάνην. ἐκ πέτρης τῆς αὐτῆς ῥέουσαι. οὐδένα ἄλλον θεὸν νομίζοντες εἶναι εἰ μὴ τὸν σφέτερον. ἐπεὰν δὲ ἀπίκωνται ἐς τὸν Ἴστρον. Ταῦτα μέν νυν τοῦ ζεύξαντος τὴν γέφυραν μνημόσυνα ἐγένετο. Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος.αὑτῷ μὲν στέφανον περιθείς. 90. ἄλλοι δὲ διαλαβόντες τοῦ ἀποπεμπομένου παρὰ τὸν Σάλμοξιν τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. ἀναπλώσας δὲ ἀνὰ ποταμὸν δυῶν ἡμερέων πλόον ἀπὸ θαλάσσης. τὸ γὰρ δὴ ναυτικὸν ἦγον Ἴωνές τε καὶ Αἰολέες καὶ Ἑλλησπόντιοι. ἐνθαῦτα κολωνοὺς μεγάλους τῶν λίθων καταλιπὼν ἀπήλαυνε τὴν στρατιήν. ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν ποταμὸν ἀπικόμενος ἐποίησε τοιόνδε· ἀποδέξας χωρίον τῇ στρατιῇ ἐκέλευε πάντα ἄνδρα λίθον ἕνα παρεξιόντα τιθέναι ἐς τὸ ἀποδεδεγμένον τοῦτο χωρίον. [3] Δαρεῖος δὲ ὡς διέβη τὸν Βόσπορον κατὰ τὴν σχεδίην. ὁ δὲ ἐς θάλασσαν τὴν παρ᾽ Αἴνῳ πόλι. Δαρεῖος δὲ ἐνθεῦτεν ὁρμηθεὶς ἀπίκετο ἐπ᾽ ἄλλον ποταμὸν τῷ οὔνομα Ἀρτησκός ἐστι. 92. [2] ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς στρατὸς Κυανέας διεκπλώσας ἔπλεε ἰθὺ τοῦ Ἴστρου. πρώτους αἱρέει Γέτας τοὺς ἀθανατίζοντας. καλεύμενοι δὲ Κυρμιάναι καὶ Νιψαῖοι. ἔκ τοῦ σχίζεται τὰ στόματα τοῦ Ἴστρου. [2] ὁδὸς δ᾽ ἐπ᾽ αὐτάς ἐστι ἴση ἐξ Ἡραίου τε πόλιος τῆς παρὰ Περίνθῳ καὶ ἐξ Ἀπολλωνίης τῆς ἐν τῷ Εὐξείνῳ πόντῳ. Σαμίοισι δὲ κῦδος. ἀνακινήσαντες αὐτὸν μετέωρον ῥίπτουσι ἐς τὰς λόγχας. 93. ταῦτα δὲ ἐνθαῦτα ἐγράφη. ἐντελλόμενοι τῶν ἂν ἑκάστοτε δέωνται. Περσέων τε καὶ πάσης τῆς ἠπείρου βασιλεύς„. 94. Ὁ δὲ Τέαρος λέγεται ὑπὸ τῶν περιοίκων εἶναι ποταμῶν ἄριστος τὰ τε ἄλλα τὰ ἐς ἄκεσιν φέροντα καὶ δὴ καὶ ἀνδράσι καὶ ἵπποισι ψώρην ἀκέσασθαι. Θρηίκων ἐόντες ἀνδρηιότατοι καὶ δικαιότατοι. φάμενοί μιν ἄνδρα κακὸν εἶναι. Ἀθανατίζουσι δὲ τόνδε τὸν τρόπον· οὔτε ἀποθνήσκειν ἑωυτοὺς νομίζουσι ἰέναι τε τὸν ἀπολλύμενον παρὰ Σάλμοξιν δαίμονα· οἳ δὲ αὐτῶν τὸν αὐτὸν τοῦτον ὀνομάζουσι Γεβελέιζιν· [2] διὰ πεντετηρίδος τε τὸν πάλῳ λαχόντα αἰεὶ σφέων αὐτῶν ἀποπέμπουσι ἄγγελον παρὰ τὸν Σάλμοξιν. Δαρεῖος δὲ δωρησάμενος Μανδροκλέα διέβαινε ἐς τὴν Εὐρώπην. τοῖσι δὲ ἵλεος ὁ θεὸς δοκέει εἶναι· [3] ἢν δὲ μὴ ἀποθάνῃ. ἐπορεύετο διὰ τῆς Θρηίκης. 89. οἱ μὲν γὰρ τὸν Σαλμυδησσὸν ἔχοντες Θρήικες καὶ ὑπὲρ Ἀπολλωνίης τε καὶ Μεσαμβρίης πόλιος οἰκημένοι. ἢν μὲν δὴ ἀποθάνῃ ἀναπαρείς. ἐζεύγνυε. Ἐπὶ τοῦτον ὦν τὸν ποταμὸν ἀπικόμενος ὁ Δαρεῖος ὡς ἐστρατοπεδεύσατο. ἡσθεὶς τῷ ποταμῷ στήλην ἔστησε καὶ ἐνθαῦτα. αἰτιησάμενοι δὲ τοῦτον ἄλλον ἀποπέμπουσι· ἐντέλλονται δὲ ἔτι ζῶντι. καὶ αἳ μὲν αὐτέων εἰσὶ ψυχραὶ αἳ δὲ θερμαί. ὡς δὲ ταῦτα ἡ στρατιὴ ἐπετέλεσε. ἀπικόμενος δὲ ἐπὶ Τεάρου ποταμοῦ τὰς πηγὰς ἐστρατοπεδεύσατο ἡμέρας τρεῖς. ἀμαχητὶ σφέας αὐτοὺς παρέδοσαν Δαρείῳ· οἱ δὲ Γέται πρὸς ἀγνωμοσύνην τραπόμενοι αὐτίκα ἐδουλώθησαν. Δαρείου βασιλέος ἐκτελέσας κατὰ νοῦν. [2] “Τεάρου ποταμοῦ κεφαλαὶ ὕδωρ ἄριστόν τε καὶ κάλλιστον παρέχονται πάντων ποταμῶν· καὶ ἐπ᾽ αὐτὰς ἀπίκετο ἐλαύνων ἐπὶ Σκύθας στρατὸν ἀνὴρ ἄριστος τε καὶ κάλλιστος πάντων ἀνθρώπων. [4] οὗτοι οἱ αὐτοὶ Θρήικες καὶ πρὸς βροντήν τε καὶ ἀστραπὴν τοξεύοντες ἄνω πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀπειλέουσι τῷ θεῷ.
99.95. ἐπὶ γῆν γὰρ μέλλεις στρατεύεσθαι τῆς οὔτε ἀρηρομένον φανήσεται οὐδὲν οὔτε πόλις οἰκεομένη· σύ νυν γέφυραν ταύτὴν ἔα κατὰ χώρην ἑστάναι. ἐπεὰν ἐμὲ ἴδητε τάχιστα πορευόμενον ἐπὶ Σκύθας. φυλάσσετε τὴν σχεδίην. Ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τούτου καὶ τοῦ καταγαίου οἰκήματος οὔτε ἀπιστέω οὔτε ὦν πιστεύω τι λίην. καὶ οὕτω πιθανά σφι ἐγένετο τὰ ἔλεγε ὁ Σάλμοξις. εἴτ᾽ ἐστὶ δαίμων τις Γέτῃσι οὗτος ἐπιχώριος. ἡ Σκυθική τε ἐκδέκεται καὶ ὁ Ἴστρος ἐκδιδοῖ ἐς αὐτήν. καταβὰς δὲ κάτω ἐς τὸ κατάγαιον οἴκημα διαιτᾶτο ἐπ᾽ ἔτεα τρία· [5] οἳ δὲ μιν ἐπόθεόν τε καὶ ἐπένθεον ὡς τεθνεῶτα. ἔχοντες δὲ τὸν ἱμάντα τόνδε ποιέετε τάδε. [6] κάρτα τε ἥσθη τῇ γνώμῃ Δαρεῖος καὶ μιν ἀμείψατο τοῖσιδε. Ταῦτα δὲ εἴπας καὶ ἀπάψας ἅμματα ἑξήκοντα ἐν ἱμάντι καλέσας ἐς λόγους τοὺς Ἰώνων τυράννους ἔλεγε τάδε. τὸν Σάλμοξιν τοῦτον ἐπιστάμενον δίαιτάν τε Ἰάδα καὶ ἤθεα βαθύτερα ἢ κατὰ Θρήικας. ἐς τὸν πανδοκεύοντα τῶν ἀστῶν τοὺς πρώτους καὶ εὐωχέοντα ἀναδιδάσκειν ὡς οὔτε αὐτὸς οὔτε οἱ συμπόται αὐτοῦ οὔτε οἱ ἐκ τούτων αἰεὶ γινόμενοι ἀποθανέονται. “ξεῖνε Λέσβιε. [3] “ὦ βασιλεῦ. ἐνθαῦτα διαβάντων πάντων Δαρεῖος ἐκέλευσε τούς τε Ἴωνας τὴν σχεδίην λύσαντας ἕπεσθαι κατ᾽ ἤπειρον ἑωυτῷ καὶ τὸν ἐκ τῶν νεῶν στρατόν. πυθόμενος πρότερον εἰ οἱ φίλον εἴη γνώμην ἀποδέκεσθαι παρὰ τοῦ βουλομένου ἀποδείκνυσθαι. τὸν Σάλμοξιν τοῦτον ἐόντα ἄνθρωπον δουλεῦσαι ἐν Σάμῳ. ἵνα σε ἀντὶ χρηστῆς συμβουλίης χρηστοῖσι ἔργοισι ἀμείψωμαι„. ἥ γε ἄποδος ἡμῖν ἀσφαλής· οὐ γὰρ ἔδεισά κω μὴ ἑσσωθέωμεν ὑπὸ Σκυθέων μάχῃ. οἷα Ἕλλησι τε ὁμιλήσαντα καὶ Ἑλλήνων οὐ τῷ ἀσθενεστάτῳ σοφιστῇ Πυθαγόρη. ἁλλὰ μᾶλλον μὴ οὐ δυνάμενοι σφέας εὑρεῖν πάθωμεν τι ἀλώμενοι. [4] καὶ ἤν τε κατὰ νόον πρήξωμεν εὑρόντες Σκύθας. δοκέω δὲ πολλοῖσι ἔτεσι πρότερον τὸν Σάλμοξιν τοῦτον γενέσθαι Πυθαγόρεω. [2] μελλόντων δὲ τῶν Ἰώνων λύειν καὶ ποιέειν τὰ κελευόμενα. [2] εἴτε δὲ ἐγένετό τις Σάλμοξις ἄνθρωπος. ἀποπλέετε ἐς τὴν ὑμετέρην αὐτῶν. . [4] ἐν ᾧ δὲ ἐποίεε τὰ καταλεχθέντα καὶ ἔλεγε ταῦτα. Δαρεῖος δὲ ὡς ἀπίκετο καὶ ὁ πεζὸς ἅμ᾽ αὐτῷ στρατὸς ἐπὶ τὸν Ἴστρον. [2] ἐνθεῦτεν δὲ αὐτὸν γενόμενον ἐλεύθερον χρήματα κτήσασθαι μεγάλα. ἀλλ᾽ ἥξουσι ἐς χῶρον τοῦτον ἵνα αἰεὶ περιεόντες ἕξουσι τὰ πάντα ἀγαθά. κτησάμενον δὲ ἀπελθεῖν ἐς τὴν ἑωυτοῦ. ἐκ μὲν τῶν Θρηίκων ἠφανίσθη. 96. ταῦτα φασί μιν ποιῆσαι. ἔστι ἄποδος ἡμῖν. Δαρεῖος μὲν ταῦτα εἴπας ἐς τὸ πρόσω ἐπείγετο. ἀπὸ τούτου ἀρξάμενοι τοῦ χρόνου λύετε ἅμμα ἓν ἑκάστης ἡμέρης· ἢν δὲ ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ μὴ παρέω ἀλλὰ διεξέλθωσι ὑμῖν αἱ ἡμέραι τῶν ἁμμάτων. 97. [2] “ἄνδρες Ἴωνες. ὡς δέ οἱ παντελέως εἶχε τὸ οἴκημα. χαιρέτω. εἵποντο τῷ ἄλλῳ στρατῷ. [5] καὶ τάδε λέγειν φαίη τις ἄν με ἐμεωυτοῦ εἵνεκεν. πᾶσαν προθυμίην σωτηρίης τε καὶ φυλακῆς παρεχόμενοι. [3] μέχρι δὲ τούτου. 98. σωθέντος ἐμεῦ ὀπίσω ἐς οἶκον τὸν ἐμὸν ἐπιφάνηθί μοι πάντως. Τῆς δὲ Σκυθικῆς γῆς ἡ Θρηίκη τὸ ἐς θάλασσαν πρόκειται· κόλπου δὲ ἀγομένου τῆς γῆς ταύτης. τετάρτω δὲ ἔτεϊ ἐφάνη τοῖσι Θρήιξι. Κώης ὁ Ἐρξάνδρου στρατηγὸς ἐὼν Μυτιληναίων ἔλεξε Δαρείῳ τάδε. βασιλεῦ. ὡς καταμένω· ἐγὼ δὲ γνώμην μὲν τὴν εὕρισκον ἀρίστην σοί. ἅτε δὲ κακοβίων τε ἐόντων τῶν Θρηίκων καὶ ὑπαφρονεστέρων. ἐπείτε οὕτω μετέδοξε. αὐτὸς μέντοι ἕψομαί τοι καὶ οὐκ ἂν λειφθείην„. δουλεῦσαι δὲ Πυθαγόρῃ τῷ Μνησάρχου. ἡ μὲν πρότερον γνώμη ἀποδεχθεῖσα ἐς τὴν γέφυραν μετείσθω μοι. ἐς μέσον φέρω. οὗτοι μὲν δὴ τρόπῳ τοιούτῳ χρεώμενοι ὡς ἐχειρώθησαν ὑπὸ Περσέων. Ὡς δὲ ἐγὼ πυνθάνομαι τῶν τὸν Ἑλλήσποντον οἰκεόντων Ἑλλήνων καὶ Πόντον. [3] κατασκευάσασθαι ἀνδρεῶνα. ἐν τούτῳ κατάγαιον οἴκημα ἐποιέετο. ἤν τε καὶ μή σφεας εὑρεῖν δυνώμεθα. φυλάκους αὐτῆς λιπὼν τούτους οἵπερ μιν ἔζευξαν. ταῦτα δὲ ποιεῦντες ἐμοὶ μεγάλως χαριεῖσθε„.
[3] τὸ δὲ ἀπὸ ταύτης τὴν μὲν ἐπὶ θάλασσαν τὴν αὐτὴν φέρουσαν. οὕτω ἂν εἴη τῆς Σκυθικῆς τὰ ἐπικάρσια τετρακισχιλίων σταδίων καὶ τὰ ὄρθια τὰ ἐς τὴν μεσόγαιαν φέροντα ἑτέρων τοσούτων σταδίων. πρὸς μεσαμβρίην τε καὶ νότον ἄνεμον κειμένη. ὃς ἐκδιδοῖ ἐς μυχὸν τῆς λίμνης ταύτης. νέμεται τὸ Ταυρικὸν ἔθνος μέχρι χερσονήσου τῆς τρηχέης καλεομένης· αὕτη δὲ ἐς θάλασσαν τὴν πρὸς ἀπηλιώτην ἄνεμον κατήκει. [3] πολεμίους δὲ ἄνδρας τοὺς ἂν χειρώσωνται ποιεῦσι τάδε· ἀποταμὼν ἕκαστος κεφαλὴν ἀποφέρεται ἐς τὰ οἰκία. φασὶ δὲ τούτους φυλάκους τῆς οἰκίης πάσης ὑπεραιωρέεσθαι.πρὸς εὗρον ἄνεμον τὸ στόμα τετραμμένος. τὴν δὲ κεφαλὴν ἀνασταυροῦσι· οἳ δὲ κατὰ μὲν τὴν κεφαλὴν ὁμολογέουσι. ἐγὼ δὲ ἄλλως δηλώσω· ὡς εἰ τῆς Ἰηπυγίης ἄλλο ἔθνος καὶ μὴ Ἰήπυγες ἀρξάμενοι ἐκ Βρεντεσίου λιμένος ἀποταμοίατο μέχρι Τάραντος καὶ νεμοίατο τὴν ἄκρην. ἔπεμπον ἐς τοὺς πλησιοχώρους ἀγγέλους· τῶν δὲ καὶ δὴ οἱ βασιλέες συνελθόντες ἐβουλεύοντο ὡς στρατοῦ ἐπελαύνοντος μεγάλου. τοῖσι ἄλλοισι ἔοικε ἡ Ταυρική. παρθένῳ τούς τε ναυηγοὺς καὶ τοὺς ἂν λάβωσι Ἑλλήνων ἐπαναχθέντες τρόπῳ τοιῷδε· [2] καταρξάμενοι ῥοπάλῳ παίουσι τὴν κεφαλήν. τὸν ἀπὸ Θορικοῦ μέχρι Ἀναφλύστου δήμου· [5] λέγω δὲ ὡς εἶναι ταῦτα σμικρὰ μεγάλοισι συμβάλλειν· τοιοῦτον ἡ Ταυρική ἐστι. τὸ μέντοι σῶμα οὐκ ὠθέεσθαι ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ λέγουσι ἀλλὰ γῇ κρύπτεσθαι. ὡς εἰ τῆς Ἀττικῆς ἄλλο ἔθνος καὶ μὴ Ἀθηναῖοι νεμοίατο τὸν γουνὸν τὸν Σουνιακόν. ἀπὸ Ἴστρου αὕτη ἤδη ἡ ἀρχαίη Σκυθίη ἐστί. [2] ἀπὸ γὰρ Ἴστρου ἐπὶ Βορυσθένεα δέκα ἡμερέων ὁδός ἀπὸ Βορυσθένεος τε ἐπὶ τὴν λίμνην τὴν Μαιῆτιν ἑτερέων δέκα· καὶ τὸ ἀπὸ θαλάσσης ἐς μεσόγαιαν ἐς τοὺς Μελαγχλαίνους τοὺς κατύπερθε Σκυψέων οἰκημένους εἴκοσι ἡμερέων ὁδὸς. Τὸ δ᾽ ἀπὸ τῆς Ταυρικῆς ἤδη Σκύθαι τὰ κατύπερθε τῶν Ταύρων καὶ τὰ πρὸς θαλάσσης τῆς ἠοίης νέμονται. [2] ἤδη ὧν ἀπὸ μὲν Ἴστρου τὰ κατύπερθε ἐς τὴν μεσόγαιαν φέροντα ἀποκληίεται ἡ Σκυθικὴ ὑπὸ πρώτων Ἀγαθύρσων. μετὰ δὲ Νευρῶν. 102. πάντῃ ἴσον τό τε ἐς τὴν μεσόγαιαν φέρον καὶ τὸ παρὰ τὴν θάλασσαν. οἳ μὲν δὴ λέγουσι ὡς τὸ σῶμα ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ ὠθέουσι κάτω (ἐπὶ γὰρ κρημνοῦ ἵδρυται τὸ ἱρόν). 103. Οἱ δὲ Σκύθαι δόντες σφίσι λόγον ὡς οὐκ οἷοί τε εἰσὶ τὸν Δαρείου στρατὸν ἰθυμαχίῃ διώσασθαι μοῦνοι. μάλιστα δὲ ὑπὲρ τῆς καπνοδόκης. Ἔστι ὦν τῆς Σκυθικῆς ὡς ἐούσης τετραγώνου. ἐοῦσαν ὀρεινήν τε χώρην καὶ προκειμένην τὸ ἐς Πόντον. Τούτων Ταῦροι μὲν νόμοισι τοιοῖσιδε χρέωνται· θύουσι μὲν τῇ. ζῶσι δὲ ἀπὸ ληίης τε καὶ πολέμου. 100. [2] τὸ δὲ ἀπὸ Ἴστρου ἔρχομαι σημανέων τὸ πρὸς θάλασσαν αὐτῆς τῆς Σκυθικῆς χώρης ἐς μέτρησιν. δύο δὲ λέγων ταῦτα πολλὰ λέγω παρόμοια. ἔπειτα δὲ Ἀνδροφάγων. [2] ἦσαν δὲ οἱ συνελθόντες βασιλέες Ταύρων καὶ Ἀγαθύρσων καὶ Νευρῶν καὶ Ἀνδροφάγων καὶ Μελαγχλαίνων καὶ Γελωνῶν καὶ Βουδίνων καὶ Σαυροματέων. . μέχρι πόλιος Καρκινίτιδος καλεομένης. τὴν δὲ δαίμονα ταύτην τῆ θύουσι λέγουσι αὐτοὶ Ταῦροι Ἰφιγένειαν τὴν Ἀγαμέμνονος εἶναι. 101. τελευταίων δὲ Μελαγχλαίνων. τῶν δύο μερέων κατηκόντων ἐς θάλασσαν. [3] ἡ δὲ ὁδὸς ἡ ἡμερησίη ἀνὰ διηκόσια στάδια συμβέβληταί μοι. ἔπειτα ἐπὶ ξύλου μεγάλου ἀναπείρας ἱστᾷ ὑπὲρ τῆς οἰκίης ὑπερέχουσαν πολλόν. [4] ἔστι γὰρ τῆς Σκυθικῆς τὰ δύο μέρεα τῶν οὔρων ἐς θάλασσαν φέροντα. τήν τε πρὸς μεσαμβρίην καὶ τὴν πρὸς τὴν ἠῶ. ὃς δὲ τῆς Ἀττικῆς ταῦτα μὴ παραπέπλωκε. κατά περ τῆς Ἀττικῆς χώρης· καὶ παραπλήσια ταύτῃ καὶ οἱ Ταῦροι νέμονται τῆς Σκυθικῆς. μᾶλλον ἐς τὸν πόντον τὴν ἄκρην ἀνέχοντα. ἡ μέν νυν γῆ αὕτη ἐστὶ μέγαθος τοσαύτη. τοῦ τε Βοσπόρου τοῦ Κιμμερίου τὰ πρὸς ἑσπέρης καὶ τῆς λίμνης τῆς Μαιήτιδος μέχρι Τανάιδος ποταμοῦ.
οἱ μὲν γὰρ Βουδῖνοι ἐόντες αὐτόχθονες νομάδες τε εἰσὶ καὶ φθειροτραγέουσι μοῦνοι τῶν ταύτῃ. ἐδόκεον . ἵνα κασίγνητοι τε ἀλλήλων ἔωσι καὶ οἰκήιοι ἐόντες πάντες μήτε φθόνῳ μήτε ἔχθεϊ χρέωνται ἐς ἀλλήλους. ἐνθαῦτα ἀποβᾶσαι ἀπὸ τῶν πλοίων αἱ Ἀμαζόνες ὁδοιπόρεον ἐς τὴν οἰκεομένην. ὑψηλὸν δὲ καὶ πᾶν ξύλινον. οὐκ ὀρθῶς καλεόμενοι. 111. Γελωνοὶ δὲ γῆς τε ἐργάται καὶ σιτοφάγοι καὶ κήπους ἐκτημένοι. καὶ ἐπὶ τούτων ἱππαζόμεναι ἐληίζοντο τὰ τῶν Σκυθέων. [2] ἔστι γὰρ δὴ αὐτόθι Ἑλληνικῶν θεῶν ἱρὰ Ἑλληνικῶς κατεσκευασμένα ἀγάλμασί τε καὶ βωμοῖσι καὶ νηοῖσι ξυλίνοισι. οἱ δὲ πλεῦνες ἄνωθέν σφι ἐκ τῶν ἐρήμων ἐπέπεσον. Ἀνδροφάγοι δὲ ἀγριώτατα πάντων ἀνθρώπων ἔχουσι ἤθεα. λέγουσι δὲ οὐδὲν ἧσσον. [2] λέγονται γὰρ ὑπὸ Σκυθέων καὶ Ἑλλήνων τῶν ἐν τῇ Σκυθικῇ κατοικημένων ὡς ἔτεος ἑκάστου ἅπαξ τῶν Νευρῶν ἕκαστος λύκος γίνεται ἡμέρας ὀλίγας καὶ αὖτις ὀπίσω ἐς τὠυτὸ κατίσταται. οὐδὲ δίαιτα ἡ αὐτή. κινδυνεύουσι δὲ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι γόητες εἶναι. Σαυροματέων δὲ πὲρι ὧδε λέγεται. τὰς δὲ ἐν τῷ πελάγει ἐπιθεμένας ἐκκόψαι τοὺς ἄνδρας. δύναται δὲ τὸ οὔνομα τοῦτο κατὰ Ἑλλάδα γλῶσσαν ἀνδροκτόνοι· οἰὸρ γὰρ καλέουσι ἄνδρα. 108. ἐν δὲ ταύτῃ ἐνύδριες ἁλίσκονται καὶ κάστορες καὶ ἄλλα θηρία τετραγωνοπρόσωπα. τῶν τὰ δέρματα παρὰ τὰς σισύρνας παραρράπτεται. Βουδῖνοι δὲ ἔθνος ἐὸν μέγα καὶ πολλὸν γλαυκόν τε πᾶν ἰσχυρῶς ἐστι καὶ πυρρόν· πόλις δὲ ἐν αὐτοῖσι πεπόλισται ξυλίνη. ἐμὲ μέν νυν ταῦτα λέγοντες οὐ πείθουσι. [2] ἡ δὲ χώρη σφέων πᾶσα ἐστὶ δασέα ἴδῃσι παντοίῃσι· ἐν δὲ τῇ ἴδῃ τῇ πλείστῃ ἐστὶ λίμνη μεγάλη τε καὶ πολλὴ καὶ ἕλος καὶ κάλαμος περὶ αὐτήν. τὸ δὲ πατὰ κτείνειν). Μελάγχλαινοι δὲ εἵματα μὲν μέλανα φορέουσι πάντες. καὶ οἱ ὄρχιες αὐτοῖσι εἰσὶ χρήσιμοι ἐς ὑστερέων ἄκεσιν. καὶ τῷ Διονύσῳ τριετηρίδας ἀνάγουσι καὶ βακχεύουσι. ἐκ τῶν δὲ ἐμπορίων ἐξαναστάντες οἴκησαν ἐν τοῖσι Βουδίνοισι· καὶ γλώσσῃ τὰ μὲν Σκυθικῇ. ἐς ὃ πιεζόμενοι οἴκησαν μετὰ Βουδίνων τὴν ἑωυτῶν ἐκλιπόντες. Βουδῖνοι δὲ οὐ τῇ αὐτῇ γλώσσῃ χρέωνται καὶ Γελωνοί. τοῦ δὲ τείχεος μέγαθος κῶλον ἕκαστον τριήκοντα σταδίων ἐστί. τὰ δὲ ἄλλα νόμαια Θρήιξι προσκεχωρήκασι. ἐντυχοῦσαι δὲ πρώτῳ ἱπποφορβίῳ τοῦτο διήρπασαν. [2] πλοῖα δὲ οὐ γινώσκειν αὐτὰς οὐδὲ πηδαλίοισι χρᾶσθαι οὐδὲ ἱστίοισι οὐδὲ εἰρεσίῃ· ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἐξέκοψαν τοὺς ἄνδρας ἐφέροντο κατὰ κῦμα καὶ ἄνεμον. γενεῇ δὲ μιῇ πρότερον σφέας τῆς Δαρείου στρατηλασίης κατέλαβε ἐκλιπεῖν τὴν χώρην πᾶσαν ὑπὸ ὀφίων· ὄφιας γάρ σφι πολλοὺς μὲν ἡ χώρη ἀνέφαινε. ἀνδροφαγέουσι δὲ μοῦνοι τούτων. ἐπ᾽ ὧν καὶ τὰς ἐπωνυμίας ἔχουσι. καὶ ὀμνῦσι δὲ λέγοντες. Νευροὶ δὲ νόμοισι μὲν χρέωνται Σκυθικοῖσι. ὅτε Ἕλληνες Ἀμαζόσι ἐμαχέσαντο (τὰς δὲ Ἀμαζόνας καλέουσι Σκύθαι Οἰόρπατα. οὐδὲν τὴν ἰδέην ὅμοιοι οὐδὲ τὸ χρῶμα. ἐπίκοινον δὲ τῶν γυναικῶν τὴν μῖξιν ποιεῦνται. Ἀγάθυρσοι δὲ ἁβρότατοι ἀνδρῶν εἰσι καὶ χρυσοφόροι τὰ μάλιστα. νόμοισι δὲ Σκυθικοῖσι χρέωνται. γλῶσσαν δὲ ἰδίην. οὔνομα δὲ τῇ πόλι ἐστὶ Γελωνός. ἀλλ᾽ ἐν θώματι ἦσαν ὁκόθεν ἔλθοιεν. Οἱ δὲ Σκύθαι οὐκ εἶχον συμβαλέσθαι τὸ πρῆγμα· οὔτε γὰρ φωνὴν οὔτε ἐσθῆτα οὔτε τὸ ἔθνος ἐγίνωσκον. τότε λόγος τοὐς Ἕλληνας νικήσαντας τῇ ἐπὶ Θερμώδοντι μάχη ἀποπλέειν ἄγοντας τρισὶ πλοίοισι τῶν Ἀμαζόνων ὅσας ἐδυνέατο ζωγρῆσαι. 109. 107. καὶ αἱ οἰκίαι αὐτῶν ξύλιναι καὶ τὰ ἱρά. οὔτε δίκην νομίζοντες οὔτε νόμῳ οὐδενὶ χρεώμενοι· νομάδες δὲ εἰσι. ἐσθῆτά τε φορέουσι τῇ Σκυθικῇ ὁμοίην. ὑπὸ μέντοι Ἑλλήνων καλέονται καὶ οἱ Βουδῖνοι Γελωνοί. τὰ δὲ Ἑλληνικῇ χρέωνται. 105. εἰσὶ γὰρ οἱ Γελωνοὶ τὸ ἀρχαῖον Ἕλληνες. καὶ ἀπικνέονται τῆς λίμνης τῆς Μαιήτιδος ἐπὶ Κρημνούς· οἱ δὲ Κρημνοὶ εἰσὶ γῆς τῆς Σκυθέων τῶν ἐλευθέρων.104. 110. 106.
ἀλλ᾽ ἀπελθόντες ἐς τὸ πλῆθος διαιτώμεθα. καὶ αὐτοὶ ἐκτιλώσαντο τὰς λοιπὰς τῶν Ἀμαζόνων. ἐλθόντας αὖτις πλησίον στρατοπεδεύεσθαι. τὴν δὲ τῶν ἀνδρῶν αἱ γυναῖκες συνέλαβον. τῇ δὲ χειρὶ ἔφραζε ἐς τὴν ὑστεραίην ἐλθεῖν ἐς τωὐτὸ χωρίον καὶ ἕτερον ἄγειν. “ἡμῖν εἰσὶ μὲν τοκέες. [2] ἐπεὶ δὲ συνῆκαν ἀλλήλων. αἳ δὲ πρὸς ταῦτα ἔλεξαν τάδε. ἀλλ᾽ εἰ βούλεσθε γυναῖκας ἔχειν ἡμέας καὶ δοκέειν εἶναι δίκαιοι. 115. ταῦτα ἐβουλεύσαντο οἱ Σκύθαι βουλόμενοι ἐξ αὐτέων παῖδας ἐκγενήσεσθαι. τοῦτο δὲ γῆν τὴν ὑμετέρην δηλησαμένας πολλά. οἱ δὲ λοιποὶ νεηνίσκοι ὡς ἐπύθοντο ταῦτα. πλῆθος εἰκάσαντας ὅσαι περ ἐκεῖναι ἦσαν τούτους δὲ στρατοπεδεύεσθαι πλησίον ἐκεινέων καὶ ποιέειν τὰ περ ἂν καὶ ἐκεῖναι ποιέωσι.δ᾽ αὐτὰς εἶναι ἄνδρας τὴν αὐτὴν ἡλικίην ἔχοντας. θηρεύοντές τε καὶ ληιζόμενοι. ἑωυτῶν δὲ τοὺς νεωτάτους ἀποπέμψαι ἐς αὐτάς. ἐλθόντες παρὰ τοὺς τοκέας ἀπολάχετε τῶν κτημάτων τὸ μέρος. καὶ τὴν Ἀμαζόνα εὗρε δευτέρην αὐτὴν ὑπομένουσαν. Ἐπείθοντο καὶ ταῦτα οἱ νεηνίσκοι. οὔτ᾽ ἐπὶ θήρην ἰοῦσαι οὔτε ἄλλῃ οὐδαμῇ. γυναῖκα ἔχων ἕκαστος ταύτην τῇ τὸ πρῶτον συνεμίχθη. μάχεσθαι μὲν μή. Ἐπείτε δὲ ἀπολαχόντες τῶν κτημάτων τὸ ἐπιβάλλον ἦλθον ὀπίσω παρὰ τὰς Ἀμαζόνας. ἐπείθοντο καὶ ἐποίησαν ταῦτα οἱ νεηνίσκοι. τάδε ποιέετε ἅμα ἡμῖν· φέρετε ἐξαναστέωμεν ἐκ τῆς γῆς τῆσδε καὶ περήσαντες Τάναιν ποταμὸν οἰκέωμεν„. καὶ φωνῆσαι μὲν οὐκ εἶχε. ἔων χαίρειν· προσεχώρεον δὲ πλησιαιτέρω τὸ στρατόπεδον τῷ στρατοπέδῳ ἐπ᾽ ἡμέρῃ ἑκάστη. ἀλλὰ ζόην ἔζωον τὴν αὐτὴν ἐκείνῃσι. μάχην τε δὴ πρὸς αὐτὰς ἐποιεῦντο. ἔλεξαν πρὸς τὰς Ἀμαζόνας τάδε οἱ ἄνδρες. ἔργα δὲ γυναικήια ἐργάζονται μένουσαι ἐν τῇσι ἁμάξῃσι. 114. ἡμεῖς μὲν τοξεύομέν τε καὶ ἀκοντίζομεν καὶ ἱππαζόμεθα. καὶ οὕτω ἔγνωσαν ἐούσας γυναῖκας. εἰσὶ δὲ κτήσιες· νῦν ὦν μηκέτι πλεῦνα χρόνον ζόην τοιήνδε ἔχωμεν. 116. ἐκ δὲ τῆς μάχης τῶν νεκρῶν ἐκράτησαν οἱ Σκύθαι. [2] “ἡμέας ἔχει φόβος τε καὶ δέος ὅκως χρὴ οἰκέειν ἐν τῷδε τῷ χώρῳ. καὶ ἔπειτα ἐλθόντες οἰκέωμεν ἐπὶ ἡμέων αὐτῶν„. [3] “ἡμεῖς οὐκ ἂν δυναίμεθα οἰκέειν μετὰ τῶν ὑμετερέων γυναικῶν· οὐ γὰρ τὰ αὐτὰ νόμαια ἡμῖν τε κἀκείνῃσι ἐστί. [3] ἀλλ᾽ ἐπείτε ἀξιοῦτε ἡμέας γυναῖκας ἔχειν. καὶ ἐπὶ θήρην ἐπ᾽ ἵππων ἐκφοιτῶσαι ἅμα . εἶχον δὲ οὐδὲν οὐδ᾽ οἱ νεηνίσκοι. γυναῖκας δὲ ἕξομεν ὑμέας καὶ οὐδαμὰς ἄλλας„. μαθόντες δὲ καὶ οἱ Σκύθαι ἐποίευν τὠυτὸ τοῦτο. ὑποφεύγειν δέ· ἐπεὰν δὲ παύσωνται. Ἐπεὶ δὲ ἔμαθον αὐτοὺς αἱ Ἀμαζόνες ἐπ᾽ οὐδεμιῇ δηλήσι ἀπιγμένους. οἴκησαν τοῦτον. ἀποπεμφθέντες δὲ οἱ νεηνίσκοι ἐποίευν τὰ ἐντεταλμένα. ἢν δὲ αὐτοὺς διώκωσι. τοῦτο μὲν ὑμέας ἀποστερησάσας πατέρων. ὥσπερ αἱ Ἀμαζόνες. Ἐποίευν δὲ αἱ Ἀμαζόνες ἐς τὴν μεσαμβρίην τοιόνδε· ἐγίνοντο σποράδες κατὰ μίαν τε καὶ δύο. διαβάντες δὲ τὸν Τάναϊν ὁδοιπόρεον πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα τριῶν μὲν ἡμερέων ἀπὸ τοῦ Τανάιδος ὁδόν. ἔλεξαν αἱ γυναῖκες πρὸς αὐτοὺς τάδε. πρόσω δὴ ἀπ᾽ ἀλληλέων ἐς εὐμαρείην ἀποσκιδνάμεναι. [3] ὁ δὲ νεηνίσκος. ἐπεὶ ἀπῆλθε. καί τις μουνωθεισέων τινὶ αὐτέων ἐνεχρίμπτετο. [2] καὶ ἡ Ἀμαζὼν οὐκ ἀπωθέετο ἀλλὰ περιεῖδε χρήσασθαι. 112. τὴν δὲ φωνὴν τὴν μὲν τῶν γυναικῶν οἱ ἄνδρες οὐκ ἐδυνέατο μαθεῖν. σημαίνουσα δύο γενέσθαι καὶ αὐτὴ ἑτέρην ἄξειν. τριῶν δὲ ἀπὸ τῆς λίμνης τῆς Μαιήτιδος πρὸς βορέην ἄνεμον. [2] καὶ διαίτῃ ἀπὸ τούτου χρὲωνται τῇ παλαιῇ τῶν Σαυροματέων αἱ γυναῖκες. ἔλεξε ταῦτα πρὸς τοὺς λοιπούς· τῇ δὲ δευτεραίῃ ἦλθε ἐς τὸ χωρίον αὐτός τε οὗτος καὶ ἕτερον ἦγε. [4] οὐκ ἂν ὦν δυναίμεθα ἐκείνῃσι συμφέρεσθαι. οὐ γὰρ συνίεσαν ἀλλήλων. [2] βουλευομένοισι ὦν αὐτοῖσι ἔδοξε κτείνειν μὲν οὐδενὶ τρόπῳ ἔτι αὐτάς. Μετὰ δὲ συμμίξαντες τὰ στρατόπεδα οἴκεον ὁμοῦ. εἰ μὴ τὰ ὅπλα καὶ τοὺς ἵππους. 113. ἔργα δὲ γυναικήια οὐκ ἐμάθομεν· αἱ δὲ ὑμέτεραι γυναῖκες τούτων μὲν οὐδὲν τῶν ἡμεῖς κατελέξαμεν ποιεῦσι. ἀπικόμενοι δὲ ἐς τοῦτον τὸν χῶρον ἐν τῷ νυν κατοίκηνται.
Φωνῇ δὲ οἱ Σαυρομάται νομίζουσι Σκυθικῇ. ἡμεῖς μὲν πιεζόμενοι ἢ ἐκλείψομεν τὴν χώρην ἢ μένοντες ὁμολογίῃ χρησόμεθα. τήν τε μεγάλην τῆς ἦρχε Ἰδάνθυρσος καὶ τὴν τρίτην τῆς ἐβασίλευε Τάξακις. οὐ δυνάμεναι τὸν νόμον ἐκπλῆσαι. χρῆν αὐτὸν πάντων τῶν ἄλλων ἀπεχόμενον ἰέναι οὕτω ἐπὶ τὴν ἡμετέρην. τεταγμένη ταύτην τὴν ὁδὸν ἥ περ εἴρηται· [3] τὰς δὲ δύο τῶν βασιληίων. καὶ ἡμεῖς οὐ πεισόμεθα. τὴν ὁμοίην ὑμῖν ἀποδιδοῦσι. ἐπειδή οἱ τὰ ἐν τῇ ἠπείρῳ τῇ ἑτέρῃ πάντα κατέστραπται. καὶ ἂν ἐδήλου πᾶσι ὡς ἐπὶ Σκύθας ἐλαύνει καὶ οὐκ ἐπὶ τοὺς ἄλλους. γέφυραν ζεύξας ἐπὶ τῷ αὐχένι τοῦ Βοσπόρου διαβέβηκε ἐς τήνδε τὴν ἤπειρον. ἀλλὰ τὠυτὸ νοήσαντες ἀντιάζωμεν τὸν ἐπιόντα. τούτων δεόμενοι τῶν νῦν δέεσθε λέγειν τε ἂν ἐφαίνεσθε ἡμῖν ὀρθά. διαβὰς δὲ καὶ καταστρεψάμενος Θρήικας γεφυροῖ ποταμὸν Ἴστρον. οὐ γαμὲεται παρθένος οὐδεμία πρὶν ἂν τῶν πολεμίων ἄνδρα ἀποκτείνῃ· αἳ δὲ τινὲς αὐτέων καὶ τελευτῶσι γηραιαὶ πρὶν γήμασθαι. ἀπελαύνοντος τε τοῦ Πέρσεω ἐπιόντας διώκειν. [2] καὶ πρὸς μὲν τὴν μίαν τῶν μοιρέων. ὅτε δὴ σφι οὗτοι γε σύμμαχοι οὐ προσεγίνοντο. ἢν ἐπὶ τοῦτο τράπηται ὁ Πέρσης ἰθὺ Τανάιδος ποταμοῦ παρὰ τὴν Μαιῆτιν λίμνην ὑποφεύγοντας. ἐβουλεύοντο ἰθυμαχίην μὲν μηδεμίαν ποιέεσθαι ἐκ τοῦ ἐμφανέος. εἰ γὰρ ἐπ᾽ ἡμέας μούνους ἐστρατηλάτεε ὁ Πέρσης τίσασθαι τῆς πρόσθε δουλοσύνης βουλόμενος. Ταῦτα Σκυθέων ἐπαγγελλομένων ἐβουλεύοντο οἱ βασιλέες οἱ ἀπὸ τῶν ἐθνέων ἥκοντες. καὶ ἐς πόλεμον φοιτῶσαι καὶ στολὴν τὴν αὐτὴν τοῖσι ἀνδράσι φορέουσαι. σολοικίζοντες αὐτῇ ἀπὸ τοῦ ἀρχαίου. ἐπεὶ οὐ χρηστῶς ἐξέμαθον αὐτὴν αἱ Ἀμαζόνες. οὔκων ποιήσετε ταῦτα. [4] ἡμεῖς δὲ οὔτε τι τότε ἠδικήσαμεν τοὺς ἄνδρας τούτους οὐδὲν οὔτε νῦν πρότεροι πειρησόμεθα ἀδικέειν. [3] νῦν δὲ ὑμεῖς τε ἐς τὴν ἐκείνων ἐσβαλόντες γῆν ἄνευ ἡμέων ἐπεκρατέετε Περσέων ὅσον χρόνον ὑμῖν ὁ θεὸς παρεδίδου. ἐπεί σφεας ὡυτὸς θεὸς ἐγείρει. ὑμῖν δὲ οὐδὲν ἐπὶ τούτῳ ἔσται ἐλαφρότερον. μέχρι δὲ τοῦτο ἴδωμεν. 119.τοῖσι ἀνδράσι καὶ χωρὶς τῶν ἀνδρῶν. τὰ περὶ γάμων δὲ ὧδέ σφι διακέεται. ἢν μέντοι ἐπίῃ καὶ τὴν ἡμετέρην ἄρξῃ τε ἀδικέων. τὴν ποίην τε ἐκ τῆς γῆς ἐκτρίβειν. αὕτη μέν σφι μία ἦν μοῖρα τῆς βασιληίης. [2] “ὑμεῖς ὦν μηδενὶ τρόπῳ ἐκ τοῦ μέσου κατήμενοι περιίδητε ἡμέας διαφθαρέντας. βουλόμενος καὶ τάδε πάντα ὑπ᾽ ἑωυτῷ ποιήσασθαι. [4] μέγα δὲ ὑμῖν λόγων τῶνδε μαρτύριον ἐρέομεν. 117. προσχωρέειν Σαυρομάτας· τούτους μὲν δὴ ὑπάγειν. [5] νῦν δὲ ἐπείτε τάχιστα διέβη ἐς τήνδε τὴν ἤπειρον. ἥκει γὰρ ὁ Πέρσης οὐδέν τι μᾶλλον ἐπ᾽ ἡμέας ἢ οὐ καὶ ἐπ᾽ ὑμέας. Ἐπὶ τούτων ὦν τῶν καταλεχθέντων ἐθνέων τοὺς βασιλέας ἁλισμένους ἀπικόμενος τῶν Σκυθέων οἱ ἄγγελοι ἔλεγον ἐκδιδάσκοντες ὡς ὁ Πέρσης. οὐδέ οἱ καταχρήσει ἡμέας καταστρεψαμένῳ ὑμέων ἀπέχεσθαι. Ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ἐπύθοντο οἱ Σκύθαι. καὶ ἡμεῖς ὑπακούσαντες τὠυτὸ ἂν ὑμῖν ἐπρήσσομεν. συνελθούσας ἐς τὠυτὸ . 120. ὑπεξιόντες δὲ καὶ ὑπεξελαύνοντες τὰ φρέατα τὰ παρεξίοιεν αὐτοὶ καὶ τὰς κρήνας συγχοῦν. [2] “εἰ μὲν μὴ ὑμεῖς ἔατε οἱ πρότεροι ἀδικήσαντες Πέρσας καὶ ἄρξαντες πολέμου. τῆς ἐβασίλευε Σκώπασις. ὁ δὲ Ἀγάθυρσος καὶ Νευρὸς καὶ Ἀνδροφάγος καὶ οἱ τῶν Μελαγχλαίνων καὶ Ταύρων τάδε Σκύθῃσι ὑπεκρίναντο. διχοῦ σφέας διελόντες. [3] τί γὰρ πάθωμεν μὴ βουλομένων ὑμέων τιμωρέειν. μενέομεν παρ᾽ ἡμῖν αὐτοῖσι· ἥκειν γὰρ δοκέομεν οὐκ ἐπ᾽ ἡμέας Πέρσας ἀλλ᾽ ἐπὶ τοὺς αἰτίους τῆς ἀδικίης γενομὲνους„. καὶ ἐκεῖνοι. καί σφεων ἐσχίσθησαν αἱ γνῶμαι· ὁ μὲν γὰρ Γελωνὸς καὶ ὁ Βουδῖνος καὶ ὁ Σαυρομάτης κατὰ τὠυτὸ γενόμενοι ὑπεδέκοντο Σκύθῃσι τιμωρήσειν. τοὺς αἰεὶ ἐμποδὼν γινομένους ἡμεροῦται πάντας· τούς τε δὴ ἄλλους ἔχει ὑπ᾽ ἑωυτῷ Θρήικας καὶ δὴ καὶ τοὺς ἡμῖν ἐόντας πλησιοχώρους Γέτας„. 118.
ὡς οὐκέτι ἐφαντάζοντό σφι. οἱ Σκύθαι κατὰ τὰ βεβουλευμένα ὑπέφευγον ἐς τῶν ἀπειπαμένων τὴν σφετέρην συμμαχίην. ὑπιόντας τε καὶ ποιεῦντας τὰ βεβουλευμένα· [4] πρῶτα μέν νυν ὑπάγειν σφέας ἰθὺ τῶν χωρέων τῶν ἀπειπαμένων τὴν σφετέρην συμμαχίην. τὰς δὲ ἁμάξας ἐν τῇσι σφι διαιτᾶτο τὰ τέκνα καὶ αἱ γυναῖκες πάσας καὶ τὰ πρόβατα πάντα. τοῖσι οὐνόματα κέεται τάδε. τῶν δὲ Σκυθέων οἱ πρόδρομοι ὡς εὗρον τοὺς Πέρσας ὅσον τε τριῶν ἡμερέων ὁδὸν ἀπέχοντας ἀπὸ τοῦ Ἴστρου. ἐστρατοπεδεύοντο τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα λεαίνοντες. ἵνα καὶ τούτους ἐκπολεμώσωσι· εἰ γὰρ μὴ ἑκόντες γε ὑπέδυσαν τὸν πόλεμον τὸν πρὸς Πέρσας. ποταμοὶ δὲ ἐξ αὐτῶν τέσσερες μεγάλοι ῥέοντες διὰ Μαιητέων ἐκδιδοῦσι ἐς τὴν λίμνην τὴν καλεομένην Μαιῆτιν. ἐς ὃ διεξελθόντες ταύτην ἐς τὴν ἔρημον ἀπίκοντο. 122. ἡμέρης καὶ τούτους ὁδῶ προέχοντας τῶν Περσέων ὑπεξάγειν. Ταῦτα μὲν δὴ προεκομίζετο. ἀλλ᾽ ἀέκοντας ἐκπολεμώσειν· μετὰ δὲ τοῦτο ὑποστρέφειν ἐς τὴν σφετέρην καὶ ἐπιχειρέειν. [3] ὡς δὲ ἐσβαλόντες τούτους ἐτάραξαν οἵ τε Σκύθαι καὶ οἱ Πέρσαι. ἴσον ἀπ᾽ ἀλλήλων ἀπέχοντα. ἐκλελοιπότων τῶν Βουδίνων καὶ κεκενωμένου τοῦ τείχεος πάντων. ἡ δὲ ἔρημος αὕτη ὑπὸ οὐδαμῶν νέμεται ἀνδρῶν. 125. παυσάμενος τοῦ δρόμου ἵδρυσε τὴν στρατιὴν ἐπὶ ποταμῷ Ὀάρῳ. δοκέων τούτους τε πάντας τοὺς Σκύθας εἶναι καὶ πρὸς ἑσπέρην σφέας φεύγειν. οὗτοι μὲν τούτους εὑρόντες. [2] τοῦτο δὲ ποιήσαντες εἵποντο αἰεὶ τὸ πρόσω κατὰ στίβον. 123. πρὶν ἤ σφι ἐμβαλεῖν τοὺς Σκύθας πέμψαντες κήρυκα ἀπηγόρευον Σκύθῃσι μὴ ἐπιβαίνειν τῶν σφετέρων οὔρων. ἐντυχὼν δὲ ἐδίωκε ὑπεκφέροντας ἡμέρης ὁδῷ. [3] διαβάντων δὲ τούτων τὸν Τάναιν ποταμὸν οἱ Πέρσαι ἐπιδιαβάντες ἐδίωκον. ἐπήισαν κατὰ στίβον αἰεὶ ὑπαγόντων· καὶ ἔπειτα (πρὸς γὰρ τὴν μίαν τῶν μοιρέων ἴθυσαν) οἱ Πέρσαι ἐδίωκον πρὸς ἠῶ τε καὶ ἰθὺ Τανάιδος. Λύκος Ὄαρος Τάναις Σύργις. σφίσι πρῶτα διαμαχήσονται. τοῦτο δὲ ποιήσας ὀκτὼ τείχεα ἐτείχεε μεγάλα. οὕτω δὴ ὁ Δαρεῖος τείχεα μὲν ἐκεῖνα ἡμίεργα μετῆκε. προδρόμους ἀποστείλαντες τῶν ἱππέων τοὺς ἀρίστους. [2] ἐν ᾧ δὲ οὗτος πρὸς ταῦτα ἐτράπετο. αὐτὸς δὲ ὑποστρέψας ἤιε πρὸς ἑσπέρην. οἳ δὲ εἶχον οὐδὲν σίνεσθαι ἅτε τῆς χώρης ἐούσης χέρσου· ἐπείτε δὲ ἐς τὴν τῶν Βουδίνων χώρην ἐσέβαλλον.καὶ Γελωνῶν τε καὶ Βουδίνων προσγενομένων. [3] ὑπὲρ δὲ τῆς ἐρήμου Θυσσαγέται οἰκέουσι. [4] Ἀγαθύρσοι δὲ ὁρέοντες καὶ τοὺς ὁμούρους φεύγοντας ὑπὸ Σκυθέων καὶ τεταραγμένους. 121. Ἐλαύνων δὲ τὴν ταχίστην τὸν στρατὸν ὡς ἐς τὴν Σκυθικὴν ἀπίκετο. ἐς ὃ τῶν Σαυροματέων τὴν χώρην διεξελθόντες ἀπίκοντο ἐς τὴν τῶν Βουδίνων. προλέγοντες ὡς εἰ πειρήσονται ἐσβαλόντες. [5] Ἀγάθυρσοι μὲν προείπαντες ταῦτα ἐβοήθεον ἐπὶ . τὰ ἄλλα ἅμα τῇσι ἁμάξῃσι προέπεμψαν. [2] καὶ οὐ γὰρ ἀνίει ἐπιὼν ὁ Δαρεῖος. ἢν δὴ βουλευομένοισι δοκέῃ. σταδίους ὡς ἑξήκοντα μάλιστά κῃ· τῶν ἔτι ἐς ἐμὲ τὰ ἐρείπια σόα ἦν. πρώτην δὲ ἐς τῶν Μελαγχλαίνων τὴν γῆν. ἡμέρης ὁδῷ προέχοντες. ἐνέπρησαν αὐτό. Ὅσον μὲν δὴ χρόνον οἱ Πέρσαι ἤισαν διὰ τῆς Σκυθικῆς καὶ τῆς Σαυρομάτιδος χώρης. κατηγέοντο οἱ Σκύθαι ἐς τῶν Ἀνδροφάγων τοὺς χώρους· ταραχθέντων δὲ καὶ τούτων ὑπῆγον ἐπὶ τὴν Νευρίδα· ταρασσομένων δὲ καὶ τούτων ἤισαν ὑποφεύγοντες οἱ Σκύθαι ἐς τοὺς Ἀγαθύρσους. ἐνέκυρσε ἀμφοτέρῃσι τῇσι μοίρῃσι τῶν Σκυθέων. οἱ διωκόμενοι Σκύθαι περιελθόντες τὰ κατύπερθε ὑπέστρεφον ἐς τὴν Σκυθικήν. Ἐπεὶ ὦν ὁ Δαρεῖος ἦλθε ἐς τὴν ἔρημον. 124. ἀφανισθέντων δὲ τούτων τὸ παράπαν. ἐντειλάμενοι αἰεὶ τὸ πρὸς βορέω ἐλαύνειν. ἐνθαῦτα δὴ ἐντυχόντες τῷ ξυλίνῳ τείχεϊ. κέεται δὲ ὑπὲρ τῆς Βουδίνων χώρης ἐοῦσα πλῆθος ἑπτὰ ἡμερέων ὁδοῦ. Ταῦτα οἱ Σκύθαι βουλευσάμενοι ὑπηντίαζον τὴν Δαρείου στρατιήν. πλὴν ὅσα σφι ἐς φορβὴν ἱκανὰ ἦν τοσαῦτα ὑπολιπόμενοι. [2] οἱ δὲ Πέρσαι ὡς εἶδον ἐπιφανεῖσαν τῶν Σκυθέων τὴν ἵππον.
Ταῦτα μέν νυν ἐπὶ σμικρόν τι ἐφέροντο τοῦ πολέμου. τυγχάνουσι ἡμῖν ἐόντες τάφοι πατρώιοι· [3] φέρετε. [2] ὅ τι δὲ οὐκ αὐτίκα μάχομαι τοι. οὐδέ τι νεώτερον εἰμὶ ποιήσας νῦν ἢ καὶ ἐν εἰρήνη ἐώθεα ποιέειν. Τὸ δὲ τοῖσι Πέρσῃσι τε ἦν σύμμαχον καὶ τοῖσι Σκύθῃσι ἀντίξοον ἐπιτιθεμένοισι τῷ Δαρείου στρατοπέδῳ. 127. πέμπουσι Ἴωσι κελεύοντες ἐς λόγους ἀπικέσθαι. τούτους ἀνευρόντες συγχέειν πειρᾶσθε αὐτούς. Ὁ μὲν δὴ κῆρυξ οἰχώκεε ἀγγελέων ταῦτα Δαρείῳ. οἱ δὲ Σκύθαι ὅκως τοὺς Πέρσας ἴδοιεν τεθορυβημένους. Ὡς δὲ πολλὸν τοῦτο ἐγίνετο καὶ οὐκ ἐπαύετο. σοὶ δὲ ἀντὶ μὲν δώρων γῆς τε καὶ ὕδατος δῶρα πέμψω τοιαῦτα οἷα σοὶ πρέπει ἐλθεῖν. ὑβρίζοντες ὧν οἱ ὄνοι ἐτάρασσον τὴν ἵππον τῶν Σκυθέων. οὐ συμμίξομεν τοι. ἐταράσσοντο τε ὑποστρεφόμενοι καὶ ἐν θώματι ἔσκον. ἀντὶ δὲ τοῦ ὅτι δεσπότης ἔφησας εἶναι ἐμός. ὦ Πέρσα. 128. πέμψας Δαρεῖος ἱππέα παρὰ τὸν Σκυθέων βασιλέα Ἰδάνθυρσον ἔλεγε τάδε. ἡμῖν οὔτε ἄστεα οὔτε γῆ πεφυτευμένη ἐστί. πρότερον δέ. ἐρύκειν ἐν νόῳ ἔχοντες τοὺς ἐπιόντας· Μελάγχλαινοι δὲ καὶ Ἀνδροφάγοι καὶ Νευροὶ ἐσβαλόντων τῶν Περσέων ἅμα Σκύθησι οὔτε πρὸς ἀλκὴν ἐτράποντο ἐπιλαθόμενοί τε τῆς ἀπειλῆς ἔφευγον αἰεὶ τὸ πρὸς βορέω ἐς τὴν ἔρημον τεταραγμένοι. καὶ γνώσεσθε τότε εἴτε ὑμῖν μαχησόμεθα περὶ τῶν τάφων εἴτε καὶ οὐ μαχησόμεθα. ἢν μὴ ἡμέας λόγος αἱρέῃ. τῶν τε ὄνων ἡ φωνὴ καὶ τῶν ἡμιόνων τὸ εἶδος. [6] οἱ δὲ Σκύθαι ἐς μὲν τοὺς Ἀγαθύρσους οὐκέτι ἀπείπαντας ἀπικνέοντο.τοὺς οὔρους. ὀρθὰ ἱστάντες τὰ ὦτα. ἢ καρῇ ταχύτερον ἂν ὑμῖν συμμίσγοιμεν ἐς μάχην. 130. τῆς ἦρχε Σκώπασις. δεσπότας δὲ ἐμοὺς ἐγὼ Δία τε νομίζω τὸν ἐμὸν πρόγονον καὶ Ἱστίην τὴν Σκυθέων βασίλειαν μούνους εἶναι. τοῦτο ἐστὶ ἡ ἀπὸ Σκυθέων ῥῆσις. οἱ δὲ τῶν Περσέων ἱππόται φεύγοντες ἐσέπιπτον ἐς τὸν πεζόν. νωμῶντες ὧν σῖτα ἀναιρεομένους τοὺς Δαρείου ἐποίευν τὰ βεβουλευμένα. εἰ μὲν γὰρ ἀξιόχρεος δοκέεις εἶναι σεωυτῷ τοῖσι ἐμοῖσι πρήγμασι ἀντιωθῆναι. [2] οὔτε γὰρ ὄνον οὔτε ἡμίονον γῆ ἡ Σκυθικὴ φέρει. ἐποιέοντο δὲ καὶ τὰς νύκτας παραπλησίας προσβολὰς οἱ Σκύθαι. θῶμα μέγιστον ἐρέω. . 126. ἵνα παραμένοιεν τε ἐπὶ πλέω χρόνον ἐν τῇ Σκυθικῇ καὶ παραμένοντες ἀνιῴατο τῶν πάντων ἐπιδευέες ἐόντες. ὁ δὲ πεζὸς ἂν ἐπεκούρεε· οἱ δὲ Σκύθαι ἐσαράξαντες τὴν ἵππον ὑπέστρεφον τὸν πεζὸν φοβεόμενοι. “οὕτω τὸ ἐμὸν ἔχει. 129. κλαίειν λέγω„. ἐγὼ καὶ τοῦτο σημανέω. ἐγὼ οὐδένα κω ἀνθρώπων δείσας ἔφυγον οὔτε πρότερον οὔτε νῦν σὲ φεύγω. εἰ δὲ δέοι πάντως ἐς τοῦτο κατὰ τάχος ἀπικνέεσθαι. ὡς καὶ πρότερόν μοι δεδήλωται. σὺ δὲ καὶ οὕτω παυσάμενος τοῦ δρόμου δεσπότῃ τῷ σῷ δῶρα φέρων γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐλθὲ ἐς λόγους„. τούτοισι οἳ τὸν Ἴστρον ἐζευγμένον ἐφρούρεον· αὐτῶν δὲ τοῖσι ὑπολειπομένοισι ἔδοξε πλανᾶν μὲν μηκέτι Πέρσας. σὺ δὲ τάς τε καὶ παυσάμενος πλάνης μάχεσθαι· εἰ δὲ συγγινώσκεαι εἶναι ἥσσων. ἅτε οὔτε ἀκούσαντες πρότερον φωνῆς τοιαύτης οὔτε ἰδόντες τὸ εἶδος. σῖτα δὲ ἑκάστοτε ἀναιρεομένοισι ἐπιτίθεσθαι. οὐδὲ ἔστι ἐν τῇ Σκυθικῇ πάσῃ χώρῃ τὸ παράπαν οὔτε ὄνος οὔτε ἡμίονος διὰ τὰ ψύχεα. οἳ δὲ ἐκ τῆς Νευρίδος χώρης ἐς τὴν σφετέρην κατηγέοντο τοῖσι Πέρσῃσι. ἐποίεον τοιάδε· ὅκως τῶν προβάτων τῶν σφετέρων αὐτῶν καταλίποιεν μετὰ τῶν νομέων. “δαιμόνιε ἀνδρῶν. τί φεύγεις αἰεί. τῶν πέρι δείσαντες μὴ ἁλῷ. [2] τὴν μὲν δὴ μετὰ Σαυροματέων μοῖραν ταχθεῖσαν. [4] ἀμφὶ μὲν μάχῃ τοσαῦτα εἰρήσθω. [3] πολλάκις δὲ ἐπελαυνόντων ἐπὶ τοὺς Πέρσας μεταξὺ ὅκως ἀκούσειαν οἱ ἵπποι τῶν ὄνων τῆς φωνῆς. ἐξεόν τοι τῶνδε τὰ ἕτερα ποιέειν. οἱ δὲ Σκυθέων βασιλέες ἀκούσαντες τῆς δουλοσύνης τὸ οὔνομα ὀργῆς ἐπλήσθησαν. [3] ἡ μὲν δὴ ἵππος τὴν ἵππον αἰεὶ τράπεσκε ἡ τῶν Σκυθέων. Πρὸς ταῦτα ὁ Σκυθέων βασιλεὺς Ἰδάνθυρσος λέγει τάδε.
ὅκως ἀσφαλέως ἡ κομιδὴ ἡμῖν ἔσται τὸ ὀπίσω„. ἤν πέρ γε ἐθέλητε ἐσακούειν. ἡ δὲ Σκυθέων μία μοῖρα ἡ ταχθεῖσα πρότερον μὲν παρὰ τὴν Μαιῆτιν λίμνην φρουρέειν. βουλῆς ἀγαθῆς δεῖ. ὡς μῦς μὲν ἐν γῇ γίνεται καρπὸν τὸν αὐτὸν ἀνθρώπῳ σιτεόμενος. [2] “ἄνδρες Ἴωνες. τότε δὲ ἐπὶ τὸν Ἴστρον Ἴωσι ἐς λόγους ἐλθεῖν. εἰκάζων τῇδε. 132. ταραχθέντων δὲ τῶν Σκυθέων καὶ βοῇ χρεωμένων. καὶ οἱ Σκυθέων βασιλέες μαθόντες τοῦτο ἔπεμπον κήρυκα δῶρα Δαρείῳ φέροντα ὄρνιθά τε καὶ μῦν καὶ βάτραχον καὶ ὀιστοὺς πέντε. ἐκτὸς δὲ πρὸς ἡμέων· τὰς προκειμένας ἡμέρας παραμείναντες τὸ ἀπὸ τούτου ἀπαλλάσσεσθε„. 135. εἰκάζοντος τὰ δῶρα λέγειν [3] “ἢν μὴ ὄρνιθες γενόμενοι ἀναπτῆσθε ἐς τὸν οὐρανόν. ἔλεγε τάδε. βάτραχος δὲ ἐν ὕδατι. [3] νῦν ὦν μοι δοκέει. καί μοι νῦν φαίνεται Γοβρύης εἶπαι περὶ τῶν Σκυθικῶν δώρων ὀρθῶς. Πέρσαι μὲν δὴ τὰ δῶρα εἴκαζον. ἐπεὰν τάχιστα νὺξ ἐπέλθῃ. τέλος Δαρεῖος τε ἐν ἀπορίῃσι εἴχετο. ἢ μύες γενόμενοι κατὰ τῆς γῆς καταδύητε. συνεστήκεε δὲ ταύτῃ τῇ γνώμη ἡ Γοβρύεω. καὶ τοὺς ὄνους πάντας καταδήσας κατέλιπε αὐτοῦ ἐν τῷ στρατοπέδω. οὐκ ἀπονοστήσετε ὀπίσω ὑπὸ τῶνδε τῶν τοξευμάτων βαλλόμενοι„. τοὺς δὲ ὀιστοὺς ὡς τὴν ἑωυτῶν ἀλκὴν παραδιδοῦσι. Πολλάκις δὲ τοιούτου γινομένου. αὐτοῦ μὴ παραγενομένου ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ. ἔφη οἱ ἐπεστάλθαι ἄλλο ἢ δόντα τὴν ταχίστην ἀπαλλάσσεσθαι· αὐτοὺς δὲ τοὺς Πέρσας ἐκέλευε. εἴρετο ὁ Δαρεῖος τῶν ἀντιπολεμίων τὸν θόρυβον· πυθόμενος δὲ σφέας τὸν λαγὸν διώκοντας. 133. τῶν στρατιωτέων τοὺς ἀσθενεστάτους ἐς τὰς ταλαιπωρίας ἐξαπατήσαντας καὶ τοὺς ὄνους πάντας καταδήσαντας ἀπαλλάσσεσθαι. ὄρνις δὲ μάλιστα ἔοικε ἵππῳ. γνῶναι τὸ θέλει τὰ δῶρα λέγειν. Ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Πέρσαι ἐβουλεύοντο. 134. οὗτοι μέν νυν ὑποδεξαμένων Ἰώνων ποιήσειν ταῦτα ὀπίσω τὴν ταχίστην ἐπείγοντο. ὡς ὦν οὕτω ἤδη δοκεόντων καὶ αὐτῷ μοι ἔχειν. ἐγὼ σχεδὸν μὲν καὶ λόγῳ ἠπιστάμην τούτων τῶν ἀνδρῶν τὴν ἀπορίην. εἰ σοφοί εἰσι. εἶπε ἄρα πρὸς τούς περ ἐώθεε καὶ τὰ ἄλλα λέγειν [2] “οὗτοι ὧνδρες ἡμέων πολλὸν καταφρονέουσι. πρὸς ταῦτα Γοβρύης εἶπε “ὦ βασιλεῦ. ὦ Πέρσαι. ὁ δὲ οὐδὲν. ὡς αὐτὸς μὲν σὺν τῷ καθαρῷ τοῦ .αὐτοὶ ἂν ὑπεξήλαυνον ἐς ἄλλον χῶρον. τῶν δὲ ὡς ἕκαστοι ὥρων τὸν λαγὸν ἐδίωκον. ἀπαλλάσσεσθαι ἐς τὴν ὑμετέρην. ἵνα οἱ μὲν ὄνοι βοὴν παρέχωνται· οἱ δὲ ἄνθρωποι ἀσθενείης μὲν εἵνεκεν κατελείποντο. [2] αὕτη μὲν Δαρείῳ ἀπεδέδεκτο ἡ γνώμη. Πέρσῃσι δὲ μετὰ τὰ δῶρα ἐλθόντα Δαρείῳ ἀντετάχθησαν οἱ ὑπολειφθέντες Σκύθαι πεζῷ καὶ ἵπποισι ὡς συμβαλέοντες. οἱ δὲ ἂν Πέρσαι ἐπελθόντες λάβεσκον τὰ πρόβατα καὶ λαβόντες ἐπηείροντο ἂν τῷ πεποιημένῳ. προφάσιος δὲ τῆσδε δηλαδή. μετὰ δὲ νύξ τε ἐγίνετο καὶ Δαρεῖος ἐχρᾶτο τῇ γνώμῃ ταύτῃ· τοὺς μὲν καματηροὺς τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν ἦν ἐλάχιστος ἀπολλυμένων λόγος. τεταγμένοισι δὲ τοῖσι Σκύθῃσι λαγὸς ἐς τὸ μέσον διήιξε. [2] κατέλιπε δὲ τούς τε ὄνους καὶ τοὺς ἀσθενέας τῆς στρατιῆς τῶνδε εἵνεκεν. Γοβρύης μὲν ταῦτα συνεβούλευε. ὁρέων αὐτοὺς ἐμπαίζοντας ἡμῖν. ἢ βάτραχοι γενόμενοι ἐς τὰς λίμνας ἐσπηδήσητε. 131. ὡς ἀπίκετο ἐπὶ τὴν γέφυραν. Δαρείου μέν νυν ἡ γνώμη ἦν Σκύθας ἑωυτῷ διδόναι σφέας τε αὐτοὺς καὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ. ἢ καί τι Ἴωσι δόξας τὸ ἡμέας οἷον τε ἔσται ἐξεργάσασθαι„. ἐλευθερίην ἥκομεν ὑμῖν φέροντες. πυνθανόμεθα γὰρ Δαρεῖον ἐντείλασθαι ὑμῖν ἑξήκοντα ἡμέρας μούνας φρουρήσαντας τὴν γέφυραν. πρὶν ἢ καὶ ἐπὶ τὸν Ἴστρον ἰθῦσαι Σκύθας λύσοντας τὴν γέφυραν. τῶν ἀνδρῶν τῶν ἑπτὰ ἑνὸς τῶν τὸν Μάγον κατελόντων. [2] Πέρσαι δὲ τὸν φέροντα τὰ δῶρα ἐπειρώτεον τὸν νόον τῶν διδομένων. ἐλθὼν δὲ μᾶλλον ἐξέμαθον. [3] νῦν ὧν ὑμεῖς τάδε πολεῦντες ἐκτὸς μὲν ἔσεσθε πρὸς ἐκείνου αἰτίης. ἐκκαύσαντας τὰ πυρὰ ὡς ἐώθαμεν καὶ ἄλλοτε ποιέειν.
[2] Ἱστιαίου δὲ τοῦ Μιλησίου ἐναντίη ταύτῃ. [2] ταῦτα μὲν προσέθηκαν τῇ γνώμῃ. ὡς γὰρ ὁρᾶτε. Ἡμέρης δὲ γενομένης γνόντες οἱ ὑπολειφθέντες ὡς προδεδομένοι εἶεν ὑπὸ Δαρείου. τοῦ δὲ Σκυθικοῦ ἱππότεω καὶ τὰ σύντομα τῆς ὁδοῦ ἐπισταμένου. πρότερον τὴν Μιλτιάδεω αἱρεόμενοι. [3] μαθόντες δὲ τοὺς Πέρσας οὔκω ἀπιγμένους ἔλεγον πρὸς τοὺς Ἴωνας ἐόντας ἐν τῇσι νηυσί “ἄνδρες Ἴωνες. [3] ταῦτα τοῖσι ὑπολελειμμένοισι ὑποθέμενος ὁ Δαρεῖος καὶ πυρὰ ἐκκαύσας τὴν ταχίστην ἐπείγετο ἐπὶ τὸν Ἴστρον. χρηστῶς ὁδοῦται καὶ τὰ ἀπ᾽ ἡμέων ἐς ὑμέας ἐπιτηδέως ὑπηρετέεται. Οὗτοι ὦν ἐπείτε τὴν Ἱστιαίου αἱρέοντο γνώμην. Πρὸς ταῦτα Ἴωνες ἐβουλεύοντο. αἴτιοι δὲ . 140. Ἑλλησποντίων μὲν τύραννοι Δάφνις τε Ἀβυδηνὸς καὶ Ἵπποκλος Λαμψακηνὸς καὶ Ἡρόφαντος Παριηνὸς καὶ Μητρόδωρος Προκοννήσιος καὶ Ἀρισταγόρης Κυζικηνὸς καὶ Ἀρίστων Βυζάντιος. ὑμέας καιρός ἐστι δίζησθαι ἐκείνους. εἰπεῖν τε λύοντας τῆς γεφύρης τὸ ἐς τὴν Σκυθικὴν ἔχον ὡς πάντα ποιήσουσι τὰ Σκύθησι ἐστὶ ἐν ἡδονῇ. τῆς μὲν γεφύρης λύειν τὰ κατὰ τοὺς Σκύθας ἐόντα. Αἰολέων δὲ παρῆν λόγιμος μοῦνος Ἀρισταγόρης. ἁμαρτόντες ἀλλήλων.στρατοῦ ἐπιθήσεσθαι μέλλοι τοῖσι Σκύθῃσι. ἔφθησαν πολλῷ οἱ Σκύθαι τοὺς Πέρσας ἐπὶ τὴν γέφυραν ἀπικόμενοι. 137. λέγοντος ὡς νῦν μὲν διὰ Δαρεῖον ἕκαστος αὐτῶν τυραννεύει πόλιος· τῆς Δαρείου δὲ δυνάμιος καταιρεθείσης οὔτε αὐτὸς Μιλησίων οἷος τε ἔσεσθαι ἄρχειν οὔτε ἄλλον οὐδένα οὐδαμῶν· βουλήσεσθαι γὰρ ἑκάστην τῶν πολίων δημοκρατέεσθαι μᾶλλον ἢ τυραννεύεσθαι. ἐδίωκον τοὺς Πέρσας ἰθὺ τοῦ Ἴστρου. τοῦ ἦν γνώμη ἡ προκειμένη ἐναντίη τῇ Μιλτιάδεω. οὗτοι δὲ τὸ στρατόπεδον τοῦτον τὸν χρόνον ῥυοίατο. τὸν δὲ πρότερον ἐόντα ὑμέων δεσπότην ἡμεῖς παραστησόμεθα οὕτω ὥστε ἐπὶ μηδαμοὺς ἔτι ἀνθρώπους αὐτὸν στρατεύσασθαι„. καὶ λύομεν τὸν πόρον καὶ προθυμίην πᾶσαν ἕξομεν θέλοντες εἶναι ἐλεύθεροι. [3] Ἰστιαίου δὲ γνώμην ταύτην ἀποδεικνυμένου αὐτίκα πάντες ἦσαν τετραμμένοι πρὸς ταύτην τὴν γνώμην. 139. Κυμαῖος. Μιλτιάδεω μὲν τοῦ Ἀθηναίου. χρηστὰ ἥκετε φέροντες καὶ ἐς καιρὸν. αἵ τε ἡμέραι ὑμῖν τοῦ ἀριθμοῦ διοίχηνται καὶ οὐ ποιέετε δίκαια ἔτι παραμένοντες. ἀπ᾽ Ἰωνίης δὲ Στράττις τε Χῖος καὶ Αἰάκης Σάμιος καὶ Λαοδάμας Φωκαιεὺς καὶ Ἱστιαῖος Μιλήσιος. νῦν λύσαντες τὸν πόρον τὴν ταχίστην ἄπιτε χαίροντες ἐλεύθεροι. ὥστε οὐ τετμημενέων τῶν ὁδῶν. στρατηγέοντος καὶ τυραννεύοντος Χερσονησιτέων τῶν ἐν Ἑλλησπόντῳ. Ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ διαφέροντές τε τὴν ψῆφον καὶ ἐόντες λόγου πρὸς βασιλέος. Σκύθαι μὲν τὸ δεύτερον Ἴωσι πιστεύσαντες λέγειν ἀληθέα ὑπέστρεφον ἐπὶ ζήτησιν τῶν Περσέων. [3] ἐν ᾧ δὲ ἡμεῖς τάδε λύομεν. θεοῖσί τε καὶ Σκύθῃσι εἰδότες χάριν. [4] ἀλλ᾽ ἐπεὶ πρότερον δειμαίνοντες ἐμένετε. καὶ ἡμάρτανον πάσης τῆς ἐκείνων διεξόδου. μετὰ δὲ ἐκ πάντων ὑπεκρίνατο Ἱστιαῖος τάδε λέγων. χεῖράς τε προετείνοντο τοῖσι Σκύθῃσι καὶ ἔλεγον τὰ κατήκοντα· οἳ δὲ ὡς ἤκουσαν ταῦτα τὴν ταχίστην συστραφέντες. αἵ τε δύο μοῖραι τῶν Σκυθέων καὶ ἡ μία καὶ Σαυρομάται καὶ Βουδῖνοι καὶ Γελωνοί. [2] ἅτε δὲ τοῦ Περσικοῦ μὲν τοῦ πολλοῦ ἐόντος πεζοῦ στρατοῦ καὶ τὰς ὁδοὺς οὐκ ἐπισταμένου. λύειν δὲ ὅσον τόξευμα ἐξικνέεται. [2] οὗτοι μὲν ἦσαν οἱ ἐξ Ἑλλησπόντου. Ἄνδρες Σκύθαι. ἔδοξε σφι πρὸς ταύτῃ τάδε ἔργα τε καὶ ἔπεα προσθεῖναι. 138. ἦν γνώμη πείθεσθαι Σκύθῃσι καὶ ἐλευθεροῦν Ἰωνίην. οἱ δὲ ὄνοι ἐρημωθέντες τοῦ ὁμίλου οὕτω δὴ μᾶλλον πολλῷ ἵεσαν τῆς φωνῆς· ἀκούσαντες δὲ οἱ Σκύθαι τῶν ὄνων πάγχυ κατὰ χώρην ἤλπιζον τοὺς Πέρσας εἶναι. ἵνα καὶ ποιέειν τι δοκέωσι ποιεῦντες μηδὲν καὶ οἱ Σκύθαι μὴ πειρῴατο βιώμενοι καὶ βουλόμενοι διαβῆναι τὸν Ἴστρον κατὰ τὴν γέφυραν. ἐπείγεσθε· καὶ τά τε ἀπ᾽ ὑμέων ἡμῖν. 136. εὑρόντας δὲ ὑπέρ τε ἡμέων καὶ ὑμέων αὐτῶν τίσασθαι οὕτω ὡς κείνους πρέπει„.
λείπει δὲ στρατηγὸν ἐν τῇ Εὐρώπῃ Μεγάβαζον ἄνδρα Πέρσην· τῷ Δαρεῖος κοτὲ ἔδωκε γέρας. Λήμνου οἴχοντο πλέοντες ἐς Λακεδαίμονα. ὃ μὲν δὴ ἐποίεε ταῦτα. [3] ἐν μὲν δὴ Πέρσησι ταῦτά μιν εἴπας ἐτίμα. ἐνθεῦτεν δὲ αὐτὸς μὲν διέβη τῇσι νηυσὶ ἐς τὴν Ἀσίην. τότε δὲ αὐτὸν ὑπέλιπε στρατηγὸν ἔχοντα τῆς στρατιῆς τῆς ἑωυτοῦ ὀκτὼ μυριάδας. 141. 144. [4] οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι ἀκηκοότες τὸν λόγον τῆς γενεῆς τῶν Μινυέων. καὶ τοῦτο μὲν ὡς ἐόντας Ἴωνας ἐλευθέρους κακίστους τε καὶ ἀνανδροτάτους κρίνουσι εἶναι ἁπάντων ἀνθρώπων. δοκέοντες καὶ ἐκείνους διὰ τοιούτων τὴν ἀπόδρησιν ποιέεσθαι. ὡς ἄνοιξε τάχιστα τὴν πρώτην τῶν ῥοιέων. ἀνδράποδα φιλοδέσποτα φασὶ εἶναι καὶ ἄδρηστα. οἳ δὲ ἔφασαν ὑπὸ Πελασγῶν ἐκβληθέντες ἥκειν ἐς τοὺς πατέρας· δικαιότατον γὰρ εἶναι οὕτω τοῦτο γίνεσθαι. νῦν δὲ τά σφι ἐδόκεε ἄριστα βεβουλεῦσθαι. 143. τὸν αὐτὸν δὲ τοῦτον χρόνον ἐγίνετο ἐπὶ Λιβύην ἄλλος στρατιῆς μέγας στόλος. ὑπὸ τούτων ἐξελασθέντες ἐκ. Ἱστιαῖος δὲ ἐπακούσας τῷ πρώτῳ κελεύσματι τάς τε νέας ἁπάσας παρεῖχε διαπορθμεύειν τὴν στρατιὴν καὶ τὴν γέφυραν ἔζευξε. πέμψαντες τὸ δεύτερον εἰρώτων τί θέλοντες ἥκοιέν τε ἐς τὴν χώρην καὶ πῦρ αἴθοιεν. [3] Σκύθαι μέν νυν τῆς σφετέρης χώρης τῇ χιλός τε τοῖσι ἵπποισι καὶ ὕδατα ἦν. οἱ δὲ δὴ Πέρσαι τὸν πρότερον ἑωυτῶν γενόμενον στίβον. τοῦτον φυλάσσοντες ἤισαν. ταύτῃ διεξιόντες ἐδίζηντο τοὺς ἀντιπολεμίους. [3] οὗτος δὴ ὦν τότε ὁ Μεγάβαζος στρατηγὸς λειφθεὶς ἐν τῇ χώρῃ Ἑλλησποντίων τοὺς μὴ μηδίζοντας κατεστρέφετο. [2] ὁρμημένου Δαρείου ῥοιὰς τρώγειν. Δαρεῖος δὲ διὰ τῆς Θρηίκης πορευόμενος ἀπίκετο ἐς Σηστὸν τῆς Χερσονήσου.τούτου αὐτοὶ οἱ Σκύθαι ἐγένοντο. πυθόμενος δὲ ἔφη Καλχηδονίους τοῦτον τὸν χρόνον τυγχάνειν ἐόντας τυφλούς· οὐ γὰρ ἂν τοῦ καλλίονος παρεόντος κτίζε χώρου τὸν αἰσχίονα ἑλέσθαι. εἰ ἐβούλοντο. δέεσθαι δὲ οἰκέειν ἅμα τούτοισι μοῖράν τε τιμέων μετέχοντες καὶ τῆς γῆς ἀπολαχόντες. ἱζόμενοι δὲ ἐν τῷ Τηϋγέτῳ πῦρ ἀνέκαιον.τὰς νομὰς τῶν ἵππων τὰς ταύτῃ διαφθείραντες καὶ τὰ ὕδατα συγχώσαντες. [3] Λακεδαιμόνιοι δὲ ἰδόντες ἄγγελον ἔπεμπον πευσόμενοι τίνες τε καὶ ὁκόθεν εἰσί· οἳ δὲ τῷ ἀγγέλῳ εἰρωτῶντι ἔλεγον ὡς εἴησαν μὲν Μινύαι. διὰ πρόφασιν τὴν ἐγὼ ἀπηγήσομαι προδιηγησάμενος πρότερον τάδε. προσσχόντας δὲ τούτους ἐς Λῆμνον φυτεῦσαι σφέας. [2] εἰ γὰρ ταῦτα μὴ ἐποίησαν. τοιόνδε εἴπας ἐν Πέρσῃσι ἔπος. εἴρετο αὐτὸν ὁ ἀδελφεὸς Ἀρτάβανος ὅ τι βούλοιτ᾽ ἄν οἱ τοσοῦτο πλῆθος γενέσθαι ὅσοι ἐν τῇ ῥοιῇ κόκκοι· Δαρεῖος δὲ εἶπε Μεγαβάζους ἄν οἱ τοσούτους ἀριθμὸν γενέσθαι βούλεσθαι μᾶλλον ἢ τὴν Ἑλλάδα ὑπήκοον. παρεῖχε ἄν σφι. [4] οἶα δὲ νυκτός τε ἀπικόμενοι καὶ λελυμένης τῆς γεφύρης ἐντυχόντες. εἰ μὴ ἦσαν τυφλοί. [2] γενόμενος γὰρ ἐν Βυζαντίῳ ἐπύθετο ἑπτακαίδεκα ἔτεσι πρότερον Καλχηδονίους κτίσαντας τὴν χώρην Βυζαντίων. Οὗτος μέν νυν ταῦτα ἔπρησσε. [5] Λακεδαιμονίοισι δὲ ἕαδε δέκεσθαι τοὺς . τοῦτο δέ. Πέρσαι μὲν ὦν οὕτω ἐκφεύγουσι Σκύθαι δὲ διζήμενοι καὶ τὸ δεύτερον ἥμαρτον τῶν Περσέων. ταῦτα μὲν δὴ Σκύθῃσι ἐς Ἴωνας ἀπέρριπται. εὐπετέως ἐξευρεῖν τοὺς Πέρσας. 142. παῖδες δὲ εἶεν τῶν ἐν τῇ Ἀργοῖ πλεόντων ἡρώων. ὡς δούλων ἐόντων τὸν λόγον ποιεύμενοι. Ἦν δὲ περὶ Δαρεῖον ἀνὴρ Αἰγύπτιος φωνέων μέγιστον ἀνθρώπων· τοῦτον τὸν ἄνδρα καταστάντα ἐπὶ τοῦ χείλεος τῦ Ἴστρου ἐκέλευε Δαρεῖος καλέειν Ἱστιαῖον Μιλήσιον. ἐς πᾶσαν ἀρρωδίην ἀπίκοντο μή σφεας οἱ Ἴωνες ἔωσι ἀπολελοιπότες. 145. καὶ οὕτω μόγις εὗρον τὸν πόρον. Οὗτος δὲ ὁ Μεγάβαζος εἴπας τόδε τὸ ἔπος ἐλίπετο ἀθάνατον μνήμην πρὸς Ἑλλησποντίων. [2] τῶν ἐκ τῆς Ἀργοῦς ἐπιβατέων παίδων παῖδες ἐξελασθέντες ὑπὸ Πελασγῶν τῶν ἐκ Βραυρῶνος ληισαμένων τὰς Ἀθηναίων γυναῖκας. κατὰ ταῦτα ἐσφάλησαν.
ποιέουσι τοιάδε· πᾶσαν τὴν εἶχον ἐσθῆτα παραδοῦσαι τοῖσι ἀνδράσι αὐταὶ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἔλαβον. Τὸν δὲ αὐτὸν τοῦτον χρόνον Θήρας ὁ Αὐτεσίωνος τοῦ Τισαμενοῦ τοῦ Θερσάνδρου τοῦ Πολυνείκεος ἔστελλε ἐς ἀποικίην ἐκ Λακεδαίμονος· [2] ἦν δὲ ὁ Θήρας οὗτος. [2] τοῖσι δὲ ἐν τῇ φυλῇ ταύτῃ ἀνδράσι οὐ γὰρ ὑπέμειναν τὰ τέκνα. ἐοῦσαι ἀσταί τε καὶ τῶν πρώτων Σπαρτιητέων θυγατέρες. τρισὶ τριηκοντέροισι ἐς τοὺς Μεμβιάρου ἀπογόνους ἔπλωσε. 148. Χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διεξελθόντος αὐτίκα οἱ Μινύαι ἐξύβρισαν. Λέπρεον Μάκιστον Φρίξας Πύργον Ἔπιον Νούδιον. τῆς μητρὸς ἀδελφεὸς τοῖσι Ἀριστοδήμου παισὶ Εὐρυσθένεϊ καὶ Προκλές. οἳ δὲ σφέας παρῆκαν. [3] συγχωρησάντων δὲ τῇ γνώμῃ τῶν Λακεδαιμονίων. παραιτήσαντο αἱ γυναῖκες τῶν Μινυέων. τῇ δὲ νήσῳ ἐπὶ τοῦ οἰκιστέω Θήρα ἡ ἐπωνυμίη ἐγένετο. μάλιστα δὲ ἐνῆγε σφέας ὥστε ποιέειν ταῦτα τῶν Τυνδαριδέων ἡ ναυτιλίη ἐν τῇ Ἀργοῖ. πρὶν ἤ Θήραν ἐλθεῖν ἐκ Λακεδαίμονος. [5] οὗτοι ἐνέμοντο τὴν Καλλίστην καλεομένην ἐπὶ γενεάς. αὐτός τε ὑπεδέκετο σφέας ἐξάξειν ἐκ τῆς χώρης. οἳ δὲ αὐτίκα μὲν γάμους ἔγημαν. Κάδμος γὰρ ὁ Ἀγήνορος Εὐρώπην διζήμενος προσέσχε ἐς τὴν νῦν Θήρην καλεομένην· προσσχόντι δὲ εἴτε δή οἱ ἡ χώρη ἤρεσε. πρότερον δὲ Καλλίστῃ τῇ αὐτῇ ταύτῃ. τούτους δὲ ἐξελάσαντες ἐκ τῆς χώρης σφέας αὐτοὺς ἓξ μοίρας διεῖλον. τῆς τε βασιληίης μεταιτέοντες καὶ ἄλλα ποιέοντες οὐκ ὅσια. οὔτι πάντας ἄγων τοὺς Μινύας ἀλλ᾽ ὀλίγους τινάς. [2] τοῖσι ὦν Λακεδαιμονίοισι ἔδοξε αὐτοὺς ἀποκτεῖναι. τὰς δὲ ἐκ Λήμνου ἤγοντο ἐξέδοσαν ἄλλοισι. ἐσελθεῖν τε ἐς τὴν ἑρκτὴν καὶ ἐς λόγους ἐλθεῖν ἑκάστη τῷ ἑωυτῆς ἀνδρί. οὐδένα δόλον δοκέοντες ἐξ αὐτέων ἔσεσθαι. οὕτω δὴ ὁ Θήρας δεινὸν ποιεύμενος ἄρχεσθαι ὑπ᾽ ἄλλων ἐπείτε ἐγεύσατο ἀρχῆς. κτείνουσι δὲ τοὺς ἂν κτείνωσι Λακεδαιμόνιοι νυκτός. δεξάμενοι δὲ τοὺς Μινύας γῆς τε μετέδοσαν καὶ ἐς φυλὰς διεδάσαντο. εἴτε καὶ ἄλλως ἠθέλησε ποιῆσαι τοῦτο· καταλείπει γὰρ ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ἄλλους τε τῶν Φοινίκων καὶ δὴ καὶ τῶν ἑωυτοῦ συγγενέων Μεμβλίαρον. ὅκως μήτε φόνος γένηται. οὐκ ἔφη μένειν ἐν τῇ Λακεδαίμονι ἀλλ᾽ ἀποπλεύσεσθαι ἐς τοὺς συγγενέας. τὠυτὸ τοῦτο καὶ ἐν Θήῃ τοῖσι ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν τούτων γεγονόσι. ὀκτὼ ἀνδρῶν. Ὁ δὲ παῖς οὐ γὰρ ἔφη οἱ συμπλεύσεσθαι. τουτέων δὲ τὰς πλεῦνας ἐπ᾽ ἐμέο Ἠλεῖοι ἐπόρθησαν. ἐπ᾽ οὗ Αἰγεῖδαι καλέονται φυλὴ μεγάλη ἐν Σπάρτῃ. οἱ δὲ Μινύαι ἐνδύντες τὴν γυναικηίην ἐσθῆτα ἅτε γυναῖκες ἐξήισαν ἔξω. 149. [4] οἱ γὰρ πλεῦνες αὐτῶν ἐτράποντο ἐς τοὺς Παρωρεάτας καὶ Καύκωνας. καὶ ἔπειτα ἔκτισαν πόλιας τάσδε ἐν αὐτοῖσι. [3] αὐξηθέντων δὲ τῶν ἀδελφιδέων καὶ παραλαβόντων τὴν ἀρχήν. 147. γένος ἐὼν Καδμεῖος. συλλαβόντες δὲ σφέας κατέβαλον ἐς ἑρκτήν.. Οἰολύκου δὲ γίνεται Αἰγεύς. τῶν Λακεδαιμονίων βουλευομένων σφέας ἀπολλύναι παραιτέεται ὁ Θήρας. μετ᾽ ἡμέρην δὲ οὐδένα.Μινύας ἐπ᾽ οἷσι θέλουσι αὐτοί. Ἐπὶ τούτους δὴ ὦν ὁ Θήρας λεὼν ἔχων ἀπὸ τῶν φυλέων ἔστελλε.. ἐόντων δὲ ἔτι τῶν παίδων τούτων νηπίων ἐπιτροπαίην εἶχε ὁ Θήρας τὴν ἐν Σπάρτῃ βασιληίην. . ἐκφυγόντες δὲ τρόπῳ τοιούτῳ ἵζοντο αὖτις ἐς τὸ Τηΰγετον. [4] αἳ δὲ ἐπείτε ἐσῆλθον. [3] ἐπεὶ ὦν ἔμελλον σφέας καταχρήσασθαι. 146. τοιγαρῶν ἔφη αὐτὸν καταλείψειν ὄιν ἐν λύκοισι. καί κως τὸ οὔνομα τοῦτο ἐπεκράτησε. ἀπόγονοι Μεμβλιάρου τοῦ Ποικίλεω ἀνδρὸς Φοίνικος. ἐπὶ του ἔπεος τούτου οὔνομα τῷ νεηνίσκῳ τούτῳ Οἰόλυκος ἐγένετο. [2] ἐπείτε δὲ καὶ οἱ Μινύαι ἐκδράντες ἐκ τῆς ἑρκτῆς ἵζοντο ἐς τὸ Τηΰγετον. συνοικήσων τούτοισι καὶ οὐδαμῶς ἐξελῶν αὐτοὺς ἀλλὰ κάρτα οἰκηιούμενος. [4] ἦσαν δὲ ἐν τῇ νῦν Θήρῃ καλεομένη νήσῳ. ἱδρύσαντο ἐκ θεοπροπίου Ἐρινύων τῶν Λαΐου τε καὶ Οἰδιπόδεω ἱρόν· καὶ μετὰ τοῦτο ὑπέμειναν ..
Οἱ δὲ Θηραῖοι ἐπείτε τὸν Κορώβιον λιπόντες ἐν τῇ νήσῳ ἀπίκοντο ἐς τὴν Θήρην. ἐὼν γένος Εὐφημίδης τῶν Μινυέων. μετά γε Σώστρατον τὸν Λαοδάμαντος Αἰγινήτην· τούτῳ γὰρ οὐκ οἷά τε ἐστὶ ἐρίσαι ἄλλον. ὑποστήσαντες αὐτῶ τρεῖς χαλκέους κολοσσοὺς ἑπταπήχεας τοῖσι γούνασι ἐρηρεισμένους. εἶναι δὲ σφέων καὶ ἡγεμόνα καὶ βασιλέα Βάττον.150. τὸν μέν Κορώβιον λείπουσι. 151. σιτία οἱ ἐνιαυτοῦ καταλείπουσι. Ταῦτα δὲ Θηραῖοι λέγουσι. ἐν ταύτῃ δὲ συμμίσγουσι ἀνδρὶ πορφυρέι τῷ οὕνομα ἦν Κορώβιος. σιτία καταλιπόντες ὅσων δὴ μηνῶν. ἀποφερόμενοι ἀπηλιώτῃ ἀνέμῳ· καὶ οὐ γὰρ ἀνίει τὸ πνεῦμα. βασιλέι τῶν Θηραίων περὶ ἄλλων χρᾷ ἡ Πυθίη κτίζειν ἐν Λιβύη πόλιν. παρέχουσα τε κακὰ καὶ πᾶν ἐπ᾽ αὐτῇ μηχανωμένη. τὰ δ᾽ ἐπίλοιπα τοῦ λόγου συμφέρονται ἤδη Θηραῖοι Κυρηναίοισι. [2] ἣ δὲ ἐπεσελθοῦσα ἐδικαίου καὶ τῷ ἔργῳ εἶναι μητρυιὴ τῇ Φρονίμῃ. [3] τὸ δὲ ἐμπόριον τοῦτο ἦν ἀκήρατον τοῦτον τὸν χρόνον. θείῃ πομπῇ χρεώμενοι. δὲ τοῦτον πείσαντες ἦγον ἐς Θήρην. [2] αὐτοὶ δὲ ἀναχθέντες ἐκ τῆς νήσου καὶ γλιχόμενοι Αἰγύπτου ἔπλεον. ὃς ἔφη ὑπ᾽ ἀνέμων ἀπενειχθεὶς ἀπικέσθαι ἐς Λιβύην καὶ Λιβύης ἐς Πλατέαν νῆσον. [5] Κυρηναίοισι δὲ καὶ Θηραίοισι ἐς Σαμίους ἀπὸ τούτου τοῦ ἔργου πρῶτα φιλίαι μεγάλαι συνεκρήθησαν. πέμπουσι ἐς Κρήτην ἀγγέλους διζημένους εἴ τις Κρητῶν ἢ μετοίκων ἀπιγμένος εἴη ἐς Λιβύην. χρεωμένοισι δὲ τοῖσι Θηραίοισι προέφερε ἡ Πυθίη τὴν ἐς Λιβύην ἀποικίην. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου μοῦνοι Θηραῖοι ὧδε γενέσθαι λέγουσι. Ἡρακλέας στήλας διεκπερήσαντες ἀπίκοντο ἐς Ταρτησσόν. Θηραίοισι δὲ ἕαδε ἀδελφεόν τε ἀπ᾽ ἀδελφεοῦ πέμπειν πάλῳ λαγχάνοντα καὶ ἀπὸ τῶν χώρων ἁπάντων ἑπτὰ ἐόντων ἄνδρας. ὃς ἐπὶ θυγατρὶ ἀμήτορι τῇ οὔνομα ἦν Φρονίμη. [2] Γρῖννος ὁ Αἰσανίου ἐὼν Ψήρα τούτου ἀπόγονος καὶ βασιλεύων Θήρης τῆς νήσου ἀπίκετο ἐς Δελφούς. ὁ δὲ ἀμείβετο λέγων “ἐγὼ μὲν ὦναξ πρεσβύτερός τε ἤδη εἰμὶ καὶ βαρὺς ἀείρεσθαι· σὺ δὲ τινὰ τῶνδε τῶν νεωτέρων κέλευε ταῦτα ποιέειν„. 152. ἀπήγγελλον ὥς σφι εἴη νῆσος ἐπὶ Λιβύῃ ἐκτισμένη. ἐν τοῖσι τὰ δένδρεα πάντα σφι τὰ ἐν τῇ νήσῳ πλὴν ἑνὸς ἐξαυάνθη. [2] ἐπείτε δὲ κακοῦ οὐδὲν ἦν σφι μῆχος. [3] μισθῷ. οὔτε Λιβύην εἰδότες ὅκου γῆς εἴη οὔτε τολμῶντες ἐς ἀφανὲς χρῆμα ἀποστέλλειν ἀποικίην. πλέουσα ἐπ᾽ Αἰγύπτου ἀπηνείχθη ἐς τὴν Πλατέαν ταύτην· πυθόμενοι δὲ οἱ Σάμιοι παρὰ τοῦ Κορωβίου τὸν πάντα λόγον. [3] χρεωμένῳ δὲ τῷ Γρίννῳ τῷ. Ἑπτὰ δὲ ἐτέων μετὰ ταῦτα οὐκ ὗε τὴν Θήρην. περιπλανώμενοι δὲ αὐτὴν οὗτοι ἀπίκοντο καὶ ἐς Ἴτανον πόλιν. μετὰ δὲ ταῦτα νηῦς Σαμίη. Μέχρι μέν νυν τούτου τοῦ λόγου Λακεδαιμόνιοι Θηραίοισι κατὰ ταὐτὰ λέγουσι. ἄγων ἀπὸ τῆς πόλιος ἑκατόμβην· εἵποντο δέ οἱ καὶ ἄλλοι τῶν πολιητέων καὶ δὴ καὶ Βάττος ὁ Πολυμνήστου. μετὰ δὲ ἀπελθόντες ἀλογίην εἶχον τοῦ χρηστηρίου. [4] τότε μὲν τοσαῦτα. αὐτοὶ δὲ ἔπλεον τὴν ταχίστην ἀπαγγελέοντες Θηραίοισι περὶ τῆς νήσου. Ἀποδημεόντων δὲ τούτων πλέω χρόνον τοῦ συγκειμένου τὸν Κορώβιον ἐπέλιπε τὰ πάντα. 154. ἐκ δὲ Θήρης ἔπλεον κατάσκοποι ἄνδρες τὰ πρῶτα οὐ πολλοί· κατηγησαμένου δὲ τοῦ Κορωβίου ἐς τὴν νῆσον ταύτην δὴ τὴν Πλατέαν. καὶ ἀνέθηκαν ἐς τὸ Ἥραιον. ἐν τῇ ἐγένετο Ἐτέαρχος βασιλεύς. Κυρηναῖοι γὰρ τὰ περὶ Βάττον οὐδαμῶς ὁμολογέουσι Θηραίοισι λέγουσι γὰρ οὕτω. 153. ἐπὶ ταύτῃ ἔγημε ἄλλην γυναῖκα. καὶ τέλος . ἅμα τε ἔλεγε ταῦτα καὶ ἐδείκνυε ἐς τὸν Βάττον. οὕτω δὴ στέλλουσι δύο πεντηκοντέρους ἐς τὴν Πλατέαν. ἔστι τῆς Κρήτης Ὀαξὸς πόλις. [4] οἱ δὲ Σάμιοι τὴν δεκάτην τῶν ἐπικερδίων ἐξελόντες ἓξ τάλαντα ἐποιήσαντο χαλκήιον κρητῆρος Ἀργολικοῦ τρόπον· πέριξ δὲ αὐτοῦ γρυπῶν κεφαλαὶ πρόκροσσοι/ εἰσι. τῆς ναύκληρος ἦν Κωλαῖος. ὥστε ἀπονοστήσαντες οὗτοι ὀπίσω μέγιστα δὴ Ἑλλήνων πάντων τῶν ἡμεῖς ἀτρεκείην ἴδμεν ἐκ φορτίων ἐκέρδησαν.
ἀποσιεύμενος τὴν ἐξόρκωσιν τοῦ Ἐτεάρχου. ἐστὶ Βλατέα. ἄλλο τι· [2] Βάττος δὲ μετωνομάσθη. [4] ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. ὥσπερ εἰ εἴποι Ἑλλάδι γλώσσῃ χρεωμένη “ὦ βασιλεῦ. πρὶν δὴ ἀπίκωνται ἐς αὐτὴν Λιβύην. ἑβδόμῳ δὲ σφέας ἔτει παραιτησάμενοι οἱ Λίβυες ὡς ἐς ἀμείνονα χῶρον ἄξουσι. κοίῃ χειρί. οὐδὲν γάρ σφι χρηστὸν συνεφέρετο. ἄγαν ἄγαμαι σοφίην σευῥ. ἀνέγνωσαν ἐκλιπεῖν. ὡς Θηραῖοι τε καὶ Κυρηναῖοι λέγουσι. [3] οἱ δὲ Θηραῖοι καταγομένους ἔβαλλον καὶ οὐκ ἔων τῇ γῇ προσίσχειν. τῷ οὔνομα ἐτέθη Βάττος. οὐ γὰρ εἶχον ὅ τι ποιέωσι ἄλλο. μὴ ἐλθὼν ἐλθόντος. ἀπέστελλον μετὰ ταῦτα τὸν Βάττον οἱ Θηραῖοι δύο πεντηκοντέροισι. Βάττ᾽ ἐπὶ φωνὴν ἦλθες. λέγεται δὲ ἴση εἶναι ἡ νῆσος τῆ νῦν Κυρηναίων πόλι. Ἐνθεῦτεν δὲ τὴν Φρονίμην παραλαβὼν πολύμνηστος. ὀπίσω ἀπαλλάσσοντο ἐς τὴν Θήρην. ἐγὼ μὲν ἦλθον παρὰ σὲ χρησάμενος περὶ τῆς φωνῆς. [2] ἦγον δὲ σφέας . ὡς μέντοι ἐγὼ δοκέω. ὁ δὲ ἀναγνωσθεὶς ὑπὸ τῆς γυναικὸς ἔργον οὐκ ὅσιον ἐμηχανᾶτο ἐπὶ τῇ. [2] ἡ δὲ Πυθίη σφι πρὸς ταῦτα χρᾷ τάδε. ἕνα αὐτῶν καταλιπόντες οἱ λοιποὶ πάντες ἀπέπλεον ἐς Δελφούς. ἄναξ δέ σε Φοῖβος Ἀπόλλων ἐς Λιβύην πέμπει μηλοτρόφον οἰκιστῆρα. ἀλλ᾽ ὀπίσω πλώειν ἐκέλευον. ἐπαλλακεύετο. Λίβυες γὰρ βασιλέα βάττον καλέουσι. κελεύων Λιβύην ἀποικίζειν τέῳ δυνάμι. 156. [4] ὁ δὲ Θεμίσων περιημεκτήσας τῇ ἀπάτῃ τοῦ ὅρκου καὶ διαλυσάμενος τὴν ξεινίην ἐποίεε τοιάδε· παραλαβὼν τὴν παῖδα ἀπέπλεε· ὡς δὲ ἐγίνετο ἐν τῷ πελάγεϊ. [3] ἦν γὰρ δὴ Θεμίσων ἀνὴρ Θηραῖος ἔμπορος ἐν τῇ Ὀαξῷ· τοῦτον ὁ Ἐτέαρχος παραλαβὼν ἐπὶ ξείνια ἐξορκοῖ ἦ μέν οἱ διηκονήσειν ὅ τι ἂν δεηθῇ. Μετὰ δὲ αὐτῷ τε τούτῳ καὶ τοῖσι ἄλλοισι Θηραίοισι συνεφέρετο παλιγκότως. σχοινίοισι αὐτὴν διαδήσας κατῆκε ἐς τὸ πέλαγος. χρόνου δὲ περιιόντος ἐξεγένετό οἱ παῖς ἰσχόφωνος καὶ τραυλός. Ταύτην οἰκέοντες δύο ἔτεα. ἀνασπάσας δὲ ἀπίκετο ἐς τὴν Θήρην. οἴχετο μεταξὺ ἀπολιπὼν ὁ Βάττος ἐς τὴν Θήρην. 157. [2] ἡ δὲ Πυθίη σφι ἔχρησε συγκτίζουσι Βάττῳ Κυρήνην τῆς Λιβύης ἄμεινον πρήξειν. ἀπό τε τοῦ χρηστηρίου τοῦ γενομένου ἐν Δελφοῖσι αὐτῷ καὶ ἀπὸ τῆς τιμῆς τὴν ἔσχε τὴν ἐπωνυμίην ποιεύμενος. 155. [3] ἐπείτε γὰρ ἠνδρώθη οὗτος. τῇ οὔνομα. [3] ἀπικόμενοι δὲ ἐς τὴν νῆσον καὶ ἀναλαβόντες τὸν ἔλιπον.„ ταῦτα λέγων οὐκὶ ἔπειθε ἄλλα οἱ χρᾶν· ὡς δε κατὰ ταὐτὰ ἐθέσπιζέ οἱ καὶ πρότερον. ἐπείτε ἐς Λιβύην ἀπίκετο. ἀπικόμενοι δὲ ἐπὶ τὸ χρηστήριον ἐχρέωντο. σὺ δέ μοι ἄλλα ἀδύνατα χρᾷς. ἐπὶ φωνὴν ἦλθες„. ἔκτισαν αὐτῆς τῆς Λιβύης χῶρον ἀντίον τῆς νήσου τῷ οὔνομα ἦν Ἄζιρις· τὸν νάπαι τε κάλλισται ἐπ᾽ ἀμφότερα συγκληίουσι καὶ ποταμὸς τὰ ἐπὶ θάτερα παραρρέει. ἐὼν τῶν Θηραίων ἀνὴρ δόκιμος. ὡς καὶ πρότερον εἰρέθη. πλώσαντες δὲ ἐς τὴν Λιβύην οὗτοι.μαχλοσύνην ἐπενείκασά οἱ πείθει τὸν ἄνδρα ταῦτα ἔχειν οὕτω. φάμενοι οἰκέειν τε τὴν Λιβύην καὶ οὐδὲν ἄμεινον πρήσσειν οἰκεῦντες. Τοῦτον οἴκεον τὸν χῶρον ἓξ ἔτεα. ἦλθε ἐς Δελφοὺς περὶ τῆς φωνῆς· ἐπειρωτῶντι δέ οἱ χρᾷ ἡ Πυθίη τάδε. ἀκούσαντες δὲ τούτων οἱ ἀμφὶ τὸν Βάττον ἀπέπλωον ὀπίσω· οὐ γὰρ δή σφεας ἀπίει ὁ θεὸς τῆς ἀποικίης. καὶ τούτου εἵνεκα δοκέω θεσπίζουσαν τὴν Πυθίην καλέσαι μιν Λιβυκῇ γλώσσῃ. 158. ἀγαγών οἱ παραδιδοῖ τὴν ἑωυτοῦ θυγατέρα καὶ ταύτην ἐκέλευε καταποντῶσαι ἀπαγαγόντα. ἐπείτε δὴ ἐξώρκωσε. εἰδυῖαν ὡς βασιλεὺς ἔσται ἐν Λιβύῃ. οἳ δὲ ἀναγκαζόμενοι ὀπίσω ἀπέπλεον καὶ ἔκτισαν νῆσον ἐπὶ Λιβύῃ κειμένην. “ὦναξ. αἰ τὺ ἐμεῦ Λιβύην μηλοτρόφον οἶδας ἄμεινον. θυγατρί. ἀγνοεῦντες δὲ τὰς συμφορὰς οἱ Θηραῖοι ἔπεμπον ἐς Δελφοὺς περὶ τῶν παρεόντων κακῶν.
ὃς δέ κεν ἐς Λιβύην πολυήρατον ὕστερον ἔλθῃ γᾶς ἀναδαιομένας. 159. ἀντὶ τούτων Αἰγύπτιοι καὶ ταῦτα ἐπιμεμφόμενοι Ἀπρίῃ ἀπέστησαν ἀπ᾽ αὐτοῦ. ἐς ὅ μιν οὗτοι ἀπολιπόντες οἴχοντο ἐς ἄλλον χῶρον τῆς Λιβύης καὶ ἐπ᾽ ἑωυτῶν βαλόμενοι ἔκτισαν πόλιν ταύτην ἣ τότε καὶ νῦν Βάρκη κλέεται· κτίζοντες δὲ ἅμα αὐτὴν ἀπιστᾶσι ἀπὸ τῶν Κυρηναίων τοὺς Λίβυας. ἄρξαντος ἐπὶ τεσσεράκοντα ἔτεα. [3] ὁ δὲ Ἀρκεσίλεως εἵπετο φεύγουσι. τῷ οὔνομα ἦν Δημῶναξ. ἐνθαῦτα ὑμῖν ἐπιτήδεον οἰκέειν. [3] ἀγαγόντες δὲ σφέας ἐπὶ κρήνην λεγομένην εἶναι Ἀπόλλωνος εἶπαν “ἄνδρες Ἕλληνες. πέμψαντες ἐς Αἴγυπτον ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ἀπρίῃ τῷ Αἰγύπτου βασιλέι. Βάττου τοῦ εὐδαίμονος καλεομένου. ὃς βασιλεύσας πρῶτα τοῖσι ἑωυτοῦ ἀδελφεοῖσι ἐστασίασε. χωλός τε ἐὼν καὶ οὐκ ἀρτίπους. [5] ὁ δὲ συλλέξας στρατὸν Αἰγυπτίων πολλὸν ἔπεμψε ἐπὶ τὴν Κυρήνην. ἐνθαῦτα γὰρ ὁ οὐρανὸς τέτρηται„. 160. αἴτεον ὦν οἱ Κυρηναῖοι. [2] ἡ δὲ Πυθίη ἐκέλευε ἐκ Μαντινέης τῆς Ἀρκάδων καταρτιστῆρα ἀγαγέσθαι. τὰ ἄλλα πάντα τὰ πρότερον εἶχον οἱ βασιλέες ἐς μέσον τῷ δήμῳ ἔθηκε. Ἐπὶ μὲν δὴ τούτου τοῦ Βάττου οὕτω διετέλεε ἐόντα. [2] μετὰ δὲ Ἀρκεσίλεως ἐς τοὺς ὑποδεξαμένους τε τῶν Λιβύων καὶ ἀποστάντας τοὺς αὐτοὺς τούτους ἐστρατεύετο· οἱ δὲ Λίβυες δείσαντες αὐτὸν οἴχοντο φεύγοντες πρὸς τοὺς ἠοίους τῶν Λιβύων. τρίτην δὲ νησιωτέων πάντων. ἔστι δὲ τῷ χώρῳ τούτω οὔνομα Ἴρασα. Ἐπὶ μέν νυν Βάττου τε τοῦ οἰκιστέω τῆς ζόης. οἷα τῆς τε χώρης στερισκόμενοι καὶ περιυβριζόμενοι ὑπὸ τῶν Κυρηναίων. συμβαλόντες δὲ ἐνίκησαν τοὺς Κυρηναίους τοσοῦτο ὥστε ἑπτακισχιλίους ὁπλίτας Κυρηναίων ἐνθαῦτα πεσεῖν. [4] συλλεχθέντος δὲ ὁμίλου πολλοῦ ἐς τὴν Κυρήνην. ἐς οὗ ἐν Λεύκωνί τε τῆς Λιβύης ἐγίνετο ἐπιδιώκων καὶ ἔδοξε τοῖσι Λίβυσι ἐπιθέσθαι οἱ. τῇδε διαθείς· Θηραίων μὲν καὶ τῶν περιοίκων μίαν μοῖραν ἐποίησε. Ἁλίαρχον δὲ ἡ γυνὴ ἡ Ἀρκεσίλεω δόλῳ κτείνει. καὶ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ Ἀρκεσίλεω ἄρξαντος ἑκκαίδεκα ἔτεα. 162. οἱ δὲ Κυρηναῖοι πρὸς τὴν καταλαβοῦσαν συμφορὴν ἔπεμπον ἐς Δελφοὺς ἐπειρησομένους ὅντινα τρόπον καταστησάμενοι κάλλιστα ἂν οἰκέοιεν. ἐνθεῦτεν στασιάζων . οἴκεον οἱ Κυρηναῖοι ἐόντες τοσοῦτοι ὅσοι ἀρχὴν ἐς τὴν ἀποικίην ἐστάλησαν. [2] ἐπὶ δὲ τοῦ τρίτου. οἱ δὲ Κυρηναῖοι ἐκστρατευσάμενοι ἐς Ἴρασα χῶρον καὶ ἐπὶ κρήνην Θέστην συνέβαλόν τε τοῖσι Αἰγυπτίοισι καὶ ἐνίκησαν τῇ συμβολῇ. [4] μετὰ δὲ τὸ τρῶμα τοῦτο Ἀρκεσίλεων μὲν κάμνοντά τε καὶ φάρμακον πεπωκότα ὁ ἀδελφεὸς Ἁλίαρχος ἀποπνίγει. [3] οὗτος ὦν ὡνὴρ ἀπικόμενος ἐς τὴν Κυρήνην καὶ μαθὼν ἕκαστα τοῦτο μὲν τριφύλους ἐποίησε σφεας. ἀλλὰ ἀπαίτεε τὰ τῶν προγόνων γέρεα. καὶ οἱ Μαντινέες ἔδοσαν ἄνδρα τῶν ἀστῶν δοκιμώτατον. ἐπὶ δὲ τοῦ τούτου παιδὸς Ἀρκεσίλεω πολλὴ ταραχὴ περὶ τῶν τιμέων ἐγένετο. Τούτου δὲ τοῦ Βάττου παῖς γίνεται Ἀρκεσίλεως. μετὰ οἷ ποκα φαμὶ μελήσειν. ἄλλην δὲ Πελοποννησίων καὶ Κρητῶν. περιταμνόμενοι γῆν πολλὴν οἱ περίοικοι Λίβυες καὶ ὁ βασιλεὺς αὑτῶν τῷ οὔνομα ἦν Ἀδικράν. καὶ τὸν κάλλιστον τῶν χώρων ἵνα διεξιόντες οἱ Ἕλληνες μὴ ἴδοιεν. [2] Ἀρκεσίλεως γὰρ ὁ Βάττου τε τοῦ χωλοῦ καὶ Φερετίμης οὐκ ἔφη ἀνέξεσθαι κατὰ τὰ ὁ Μαντινεὺς Δημῶναξ ἔταξε. [6] ἅτε γὰρ οὐ πεπειρημένοι πρότερον οἱ Αἰγύπτιοι Ἑλλήνων καὶ παραχρεώμενοι διεφθάρησαν οὕτω ὥστε ὀλίγοι τινὲς αὐτῶν ἀπενόστησαν ἐς Αἴγυπτον. συμμετρησάμενοι τὴν ὥρην τῆς ἡμέρης νυκτὸς παρῆγον.ἐνθεῦτεν οἱ Λίβυες ἀναστήσαντες πρὸς ἑσπέρην. 161. Διεδέξατο δὲ τὴν βασιληίην τοῦ Ἀρκεσίλεω ὁ παῖς Βάττος. τοῦτο δὲ τῷ βασιλέι Βάττῳ τεμένεα ἐξελὼν καὶ ἱρωσύνας. τῇ οὔνομα ἦν Ἐρυξώ. Ἕλληνας πάντας ὥρμησε χρήσασα ἡ Πυθίη πλέειν συνοικήσοντας Κυρηναίοισι Λιβύην· ἐπεκαλέοντο γὰρ οἱ Κυρηναῖοι ἐπὶ γῆς ἀναδασμῷ· [3] ἔχρησε δὲ ὧδε ἔχοντα.
θυγατέρα δὲ τῶν Βαρκαίων τοῦ βασιλέος. Ἀρυάνδης δὲ ἄρχων Αἰγύπτου ἀργύριον τὠυτὸ τοῦτο ἐποίεε. τοὺς δὲ τινὰς χειρωσάμενος ὁ Ἀρκεσίλεως ἐς Κύπρον ἀπέστειλε ἐπὶ διαφθορῇ. ἐμιμέετο τοῦτον. [3] τῆς δὲ Σαλαμῖνος τοῦτον τὸν χρόνον ἐπεκράτεε Εὐέλθων. καί μιν Βαρκαῖοί τε ἄνδρες καὶ τῶν ἐκ Κυρήνης φυγάδων τινὲς καταμαθόντες ἀγοράζοντα κτείνουσι. [3] πλέον μέντοι τούτου οὐδὲ πειρᾶσθαι παραινέει. μὴ ἐξοπτήσῃς τοὺς ἀμφορέας ἀλλ᾽ ἀπόπεμπε κατ᾽ οὖρον· εἰ δὲ ἐξοπτήσεις τὴν κάμινον. ὃς ὑστέρῳ χρόνῳ τούτων παρισούμενος Δαρείῳ διεφθάρη. τούτους μέν νυν Κνίδιοι ἀπενειχθέντας πρὸς τὴν σφετέρην ἐρρύσαντο καὶ ἐς Θήρην ἀπέστειλαν· ἑτέρους δὲ τινὰς τῶν Κυρηναίων ἐς πύργον μέγαν Ἀγλωμάχου καταφυγόντας ἰδιωτικὸν ὕλην περινήσας ὁ Ἀρκεσίλεως ἐνέπρησε. ἕως μὲν ὁ Ἀρκεσίλεως ἐν τῇ Βάρκῃ διαιτᾶτο ἐξεργασμένος ἑωυτῷ κακόν. 166. ἐς οὗ ἔλαβε τὸν μισθόν. [4] ὁ δὲ Εὐέλθων πᾶν μᾶλλον ἢ στρατιήν οἱ ἐδίδου· ἣ δὲ λαμβάνουσα τὸ διδόμενον καλὸν μὲν ἔφη καὶ τοῦτο εἶναι. [2] Δαρεῖος μὲν γὰρ χρυσίον καθαρώτατον ἀπεψήσας ἐς τὸ δυνατώτατον νόμισμα ἐκόψατο. ὀκτὼ ἀνδρῶν γενεάς. φεύγουσα οἰχώκεε ἐς Αἴγυπτον. 164. προισχομένη πρόφασιν ὡς διὰ τὸν μηδισμὸν ὁ παῖς οἱ τέθνηκε. κάλλιον δὲ ἐκεῖνο. τιμωρῆσαι ἑωυτῇ κελεύουσα. πυθόμενος γὰρ καὶ ἰδὼν Δαρεῖον ἐπιθυμέοντα μνημόσυνον ἑωυτοῦ λιπέσθαι τοῦτο τὸ μὴ ἄλλῳ εἴη βασιλέι κατεργασμένον. ἀπικομένη δὲ παρὰ τοῦτον ἡ Φερετίμη ἐδέετο στρατιῆς ἣ κατάξει σφέας ἐς τὴν Κυρήνην. τῷ οὔνομα ἦν Ἀλάζειρ· παρὰ τοῦτον ἀπικνέεται. 165. [2] ἐπείτε δὲ ἔμαθε ἐν τῇ Βάρκῃ ἀποθανόντα οἱ τὸν παῖδα. δειμαίνων τε τὸν κεχρησμένον θάνατον καὶ δοκέων ἀμφίρρυτον τὴν Κυρήνην εἶναι. καὶ νῦν ἐστὶ . πρὸς δὲ καὶ τὸν πενθερὸν αὐτοῦ Ἀλάζειρα. ἡ δὲ μήτηρ οἱ ἐς Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου ἔφυγε. τελευταῖόν οἱ ἐξέπεμψε δῶρον ὁ Εὐέλθων ἄτρακτον χρύσεον καὶ ἠλακάτην. [2] ἡ δὲ Πυθίη οἱ χρᾷ τάδε. ὅτι μιν ἡ Πυθίη οὐκ ἔα εὑρόντα ἐν τῇ καμίνῳ τοὺς ἀμφορέας ἐξοπτῆσαι. Ὁ δὲ Ἀρυάνδης ἦν οὗτος τῆς Αἰγύπτου ὕπαρχος ὑπὸ Καμβύσεω κατεστεώς. [2] τῶν δὲ οἳ μὲν τὸ παράπαν ἐκ τῆς χώρης ἀπαλλάσσοντο. ἐστάλη ἐς Δελφοὺς Ἀρκεσίλεως χρησόμενος τῷ χρηστηρίῳ περὶ κατόδου. [5] τοῦτο ἐπὶ παντὶ γὰρ τῷ διδομένῳ ἔλεγε. Ὁ δὲ παραλαβὼν τοὺς ἐκ τῆς Σάμου κατῆλθε ἐς τὴν Κυρήνην. ἦσαν γάρ οἱ ἐκ τοῦ Ἀρκεσίλεω εὐεργεσίαι ἐς Καμβύσεα τὸν Κύρου πεποιημέναι· οὗτος γὰρ ἦν ὁ Ἀρκεσίλεως ὃς Κυρήνην Καμβύσῃ ἔδωκε καὶ φόρον ἐτάξατο. “ἐπὶ μὲν τέσσερας Βᾶττους καὶ Ἀρκεσίλεως τέσσερας. Ὁ δὲ Ἀρκεσίλεως τοῦτον τὸν χρόνον ἐὼν ἐν Σάμῳ συνήγειρε πάντα ἄνδρα ἐπὶ γῆς ἀναδασμῷ· συλλεγομένου δὲ στρατοῦ πολλοῦ. τὸ δοῦναί οἱ δεομένῃ στρατιήν. καὶ ἐπικρατήσας τῶν πρηγμάτων τοῦ μαντηίου οὐκ ἐμέμνητο. ἢν δὲ τὴν κάμινον εὕρῃς πλέην ἀμφορέων. τὸ ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ κέεται. Ἡ δὲ μήτηρ Φερετίμη. [3] ἀπικομένη δὲ ἐς τὴν Αἴγυπτον ἡ Φερετίμη Ἀρυάνδεω ἱκέτις ἵζετο. ἣ δὲ εἶχε αὐτὴ τοῦ παιδὸς τὰ γέρεα ἐν Κυρήνῃ καὶ τἆλλα νεμομένη καὶ ἐν βουλῇ παρίζουσα. προσῆν δε καὶ εἴριον. ὃς τὸ ἐν Δελφοῖσι θυμιητήριον. ἐπειπάσης δὲ αὖτις τῆς Φερετίμης τὠυτὸ ἔπος. [4] εἶχε δὲ γυναῖκα συγγενέα ἑωυτοῦ. ἐὸν ἀξιοθέητον ἀνέθηκε. Ἀρκεσίλεως μέν νυν εἴτε ἑκὼν εἴτε ἀέκων ἁμαρτὼν τοῦ χρησμοῦ ἐξέπλησε μοῖραν τὴν ἑωυτοῦ.ἑσσώθη καὶ ἔφυγε ἐς Σάμον. ταῦτα ἡ Πυθίη Ἀρκεσίλεῳ χρᾷ. [3] μαθὼν δὲ ἐπ᾽ ἐξεργασμένοισι τὸ μαντήιον ἐὸν τοῦτο. διδοῖ ὑμῖν Λοξίης βασιλεύειν Κυρήνης. ἀλλὰ δίκας τοὺς ἀντιστασιώτας αἴτεε τῆς ἑωυτοῦ φυγῆς. σὺ μέντοι ἥσυχος εἶναι κατελθὼν ἐς τὴν σεωυτοῦ. μὴ ἐσέλθῃς ἐς τὴν ἀμφίρρυτον· εἰ δὲ μὴ ἀποθανέαι καὶ αὐτὸς καὶ ταῦρος ὁ καλλιστεύων„. 163. ἔργετο ἑκὼν τῆς τῶν Κυρηναίων πόλιος. ὁ Εὐέλθων ἔφη τοιούτοισι γυναῖκας δωρέεσθαι ἀλλ᾽ οὐ στρατιῇ.
αὐήναντες πρὸς τὸν ἥλιον καταλέουσι καὶ ἔπειτα ἐπὶ γάλα ἐπιπάσσοντες πίνουσι. τούτους. ὡς ἐμοὶ δοκέειν. πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Ἀρυάνδης οὕτω δὴ τὴν στρατιὴν ἀπέστειλε ἅμα τῇ Φερετίμῃ. [3] ὁρκίοισι δὲ καὶ μαντικῇ χρέωνται τοιῇδε· ὀμνύουσι μὲν τοὺς παρὰ σφίσι ἄνδρας δικαιοτάτους καὶ ἀρίστους λεγομένους γενέσθαι. οἳ τὸ θέρος καταλείποντες ἐπὶ τῇ θαλάσσῃ τὰ πρόβατα ἀναβαίνουσι ἐς Αὔγιλα χῶρον ὀπωριεῦντες τοὺς φοίνικας. Ἀσβυστέων δὲ ἔχονται τὸ πρὸς ἑσπέρης Αὐσχίσαι· οὗτοι ὑπὲρ Βάρκης οἰκέουσι. κατήκοντες ἐπὶ θάλασσαν κατὰ Ταύχειρα πόλιν τῆς Βαρκαίης· νόμοισι δὲ τοῖσι αὐτοῖσι χρέωνται τοῖσι καὶ οἱ ὑπὲρ Κυρήνης. Λιβύων γὰρ δὴ ἔθνεα πολλὰ καὶ παντοῖα ἐστι. οἱ δὲ Βαρκαῖοι αὐτοὶ ὑπεδέκοντο πάντες· πολλά τε γὰρ καὶ κακὰ πάσχειν ὑπ᾽ αὐτοῦ. καὶ τὰ μὲν αὐτῶν ὀλίγα βασιλέος ἦν ὑπήκοα. ἐσθῆτα δὲ φορέουσι οἵην περ οἱ ἄλλοι Λίβυες. νεμόμενοι τὸ πρὸς ἑσπέρην χώρην μέχρι Ἀφροδισιάδος νήσου. ἣ δὲ ἂν τῷ βασιλέι ἀρεστὴ γένηται. ἐπὶ Λιβύης καταστροφῇ.ἀργύριον καθαρώτατον τὸ Ἀρυανδικόν. Τότε δὲ οὗτος ὁ Ἀρυάνδης κατοικτείρας Φερετίμην διδοῖ αὐτῇ στρατὸν τὸν ἐξ Αἰγύπτου ἅπαντα καὶ τὸν πεζὸν καὶ τὸν ναυτικόν· στρατηγὸν δὲ τοῦ μὲν πεζοῦ Ἄμασιν ἀπέδεξε ἄνδρα Μαράφιον. παρήκουσι δὲ οὗτοι οἱ Ἀδυρμαχίδαι ἀπ᾽ Αἰγύπτου μέχρι λιμένος τῷ οὔνομα Πλυνός ἐστι. Οἰκέουσι δὲ κατὰ τάδε Λίβυες. διδοῖ δῶρον τὸ ἂν ἔχῃ φερόμενος ἐξ οἴκου. 169. τῶν τύμβων ἁπτόμενοι· μαντεύονται δὲ . [2] πρὶν δὲ ἢ ἀποστεῖλαι τὴν στρατιήν. καὶ ἐν τῇ ἠπείρῳ Μενέλαος λιμήν ἐστι καὶ Ἄζιρις. Γιλιγαμέων δὲ ἔχονται τὸ πρὸς ἑσπέρης Ἀσβύσται. τὴν ἔκτισαν οἱ Κυρηναῖοι. 168. πρῶτον δὲ γαμέοντος Νασαμῶνος ἀνδρὸς νόμος ἐστὶ τὴν νύμφην νυκτὶ τῇ πρώτῃ διὰ πάντων διεξελθεῖν τῶν δαιτυμόνων μισγομένην· τῶν δὲ ὡς ἕκαστος οἱ μιχθῇ. οἳ νόμοισι μὲν τὰ πλέω Αἰγυπτίοισι χρέωνται. οἳ δὲ πολλοὶ καὶ ἀμφιλαφέες πεφύκασι. καὶ τῷ βασιλέι μοῦνοι τὰς παρθένους μελλούσας συνοικέειν ἐπιδεικνύουσι. μαθὼν δέ μιν Δαρεῖος ταῦτα ποιεῦντα. Αὐσχισέων δὲ κατὰ μέσον τῆς χώρης οἰκέουσι Βάκαλες. ἐπὶ θάλασσαν δὲ οὐ κατήκουσι Ἀσβύσται τὸ γὰρ παρὰ θάλασσαν Κυρηναῖοι νέμονται. ἀπ᾽ Αἰγύπτου ἀρξάμενοι πρῶτοι Ἀδυρμαχίδαι Λιβύων κατοίκηνται. τοὺς φθεῖρας ἐπεὰν λάβωσι τοὺς ἑωυτῆς ἑκάστη ἀντιδάκνει καὶ οὕτω ῥίπτει. 170. ἀπεπέμπετο δὲ ἡ στρατιή. καὶ τὸ σίλφιον ἄρχεται ἀπὸ τούτου· [2] παρήκει δὲ ἀπὸ Πλατέης νήσου μέχρι τοῦ στόματος τῆς Σύρτιος τὸ σίλφιον. νόμους δὲ τοὺς πλεῦνας μιμέεσθαι ἐπιτηδεύουσι τοὺς Κυρηναίων. [2] οὗτοι δὲ μοῦνοι Λιβύων τοῦτο ἐργάζονται . αἰτίην οἱ ἄλλην ἐπενείκας ὥς οἱ ἐπανίσταιτο. ἔθνος ἐὸν πολλόν. τοὺς δὲ ἀττελέβους ἐπεὰν θηρεύσωσι. τὰ δὲ πλέω ἐφρόντιζε Δαρείου οὐδέν. 172. 171. 167. ὑπὸ τούτου διαπαρθενεύεται. ὀλίγον ἔθνος. ἀπέκτεινε. Αὐσχισέων δὲ τούτων τὸ πρὸς ἑσπέρης ἔχονται Νασαμῶνες. [3] αὕτη μέν νυν αἰτίη πρόσχημα τοῦ στόλου ἐγίνετο. νόμοισι δὲ χρέωνται οὗτοι παραπλησίοισι τοῖσι ἑτέροισι. [2] γυναῖκας δὲ νομίζοντες πολλὰς ἔχειν ἕκαστος ἐπίκοινον αὐτέων τὴν μῖξιν ποιεῦνται τρόπῳ παραπλησίῳ τῷ καὶ Μασσαγέται· ἐπεὰν σκίπωνα προστήσωνται. τεθριπποβάται δὲ οὐκ ἥκιστα ἀλλὰ μάλιστα Λιβύων εἰσί. ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τούτου χώρῳ ἥ τε Πλατέα νῆσος ἐπικέεται. κατήκοντες ἐπὶ θάλασσαν κατ᾽ Εὐεσπερίδας. μίσγονται. πάντες ἐόντες καρποφόροι. Τούτων δὲ ἔχονται Γιλιγάμαι. τὴν οἱ Κυρηναῖοι οἴκεον. τοῦ δὲ ναυτικοῦ Βάδρην ἐόντα Πασαργάδην γένος. ὁ Ἀρυάνδης πέμψας ἐς τὴν Βάρκην κήρυκα ἐπυνθάνετο τίς εἴη ὁ Ἀρκεσίλεων ἀποκτείνας. οὗτοι ὑπὲρ Κυρήνης οἰκέουσι. αἱ δὲ γυναῖκες αὐτῶν ψέλιον περὶ ἑκατέρῃ τῶν κνημέων φορέουσι χάλκεον· τὰς κεφαλὰς δὲ κομῶσαι.
Ἀκτὴν δὲ προέχουσαν ἐς τὸν πόντον τούτων τῶν Γινδάνων νέμονται Λωτοφάγοι. 179. ἐπιθεσπίσαντά τε τῷ τρίποδι καὶ τοῖσι σὺν Ἰήσονι σημήναντα τὸν πάντα λόγον. γλυκύτητα δὲ τοῦ φοίνικος τῷ καρπῷ προσείκελος. πνεύσας ὁ νότος κατέχωσε σφέας. αὕτη ἀρίστη δέδοκται εἶναι ὡς ὑπὸ πλείστων ἀνδρῶν φιληθεῖσα. ὄψι ἐνύπνιον. κατήκουσι δὲ ἐπὶ ποταμὸν μέγαν τῷ οὔνομα Τρίτων ἐστί· ἐκδιδοῖ δὲ οὗτος ἐς λίμνην μεγάλην Τριτωνίδα. οἳ τὸν καρπὸν μοῦνον τοῦ λωτοῦ τρώγοντες ζώουσι. οἳ πάντα ἄνθρωπον φεύγουσι καὶ παντὸς ὁμιλίην. ἐσθέμενον ἐς αὐτὴν ἄλλην τε ἑκατόμβην καὶ δὴ καὶ τρίποδα χάλκεον περιπλώειν Πελοπόννησον. ποιεῦνται δὲ ἐκ τοῦ καρποῦ τούτου οἱ Λωτοφάγοι καὶ οἶνον. τὸ μέσον δέ σφι οὐρίζει ὁ Τρίτων. ἀτὰρ ἧσσον γε τῶν πρότερον λεχθέντων. ἐν δὲ αὐτῇ. τούτῳ χρᾶται. οὕτω δὴ τόν τε διέκπλοον τῶν βραχέων δεικνύναι τὸν Τρίτωνά σφι καὶ τὸν τρίποδα θεῖναι ἐν τῷ ἑωυτοῦ ἱρῷ. ὁ δὲ λόφος οὗτος ὁ Χαρίτων δασὺς ἴδῃσι ἐστί. 173. ὡς ἐπεὰν τὸν τρίποδα κομίσηται τῶν ἐκγόνων τις τῶν ἐν τῇ Ἀργοῖ συμπλεόντων. ταῦτα ἀκούσαντας τοὺς ἐπιχωρίους τῶν Λιβύων κρύψαι τὸν τρίποδα. Τούτων δὲ κατύπερθε πρὸς νότον ἄνεμον ἐν τῇ. ἡ δὲ χώρη σφι ἅπασα ἐντὸς ἐοῦσα τῆς Σύρτιος ἦν ἄνυδρος. οἳ δὲ βουλευσάμενοι κοινῷ λόγῳ ἐστρατεύοντο ἐπὶ τὸν νότον (λέγω δὲ ταῦτα τὰ λέγουσι Λίβυες). τῷ λωτῷ μὲν καὶ οὗτοι χρεώμενοι. 178. ὡς πλέοντα γενέσθαι κατὰ Μαλέην. τὸ μὲν μέσον τῶν τριχῶν ἀνιέντες αὔξεσθαι. οἳ δὲ τῆς χαμᾶθεν σποδοῦ λαβόντες λείχουσι. ἐπείτε οἱ ἐξεργάσθη ὑπὸ τῷ Πηλίῳ ἡ Ἀργώ. 174. ταύτην δὲ τὴν νῆσον Λακεδαιμονίοισι φασὶ λόγιον εἶναι κτίσαι. Ἔστι δὲ καὶ ὅδε λόγος λεγόμενος. 176. οὗτοι ἐξαπολώλασι τρόπῳ τοιῷδε· ὁ νότος σφι πνέων ἄνεμος τὰ ἔλυτρα τῶν ὑδάτων ἐξηύηνε. [2] διὰ δὲ αὐτῶν Κῖνυψ ποταμὸς ῥέων ἐκ λόφου καλευμένου Χαρίτων ἐς θάλασσαν ἐκδιδοῖ. τὰ δὲ ἔνθεν καὶ ἔνθεν κείροντες ἐν χροΐ. τῶν αἱ γυναῖκες περισφύρια δερμάτων πολλὰ ἑκάστη φορέει κατὰ τοιόνδε τι. Ἰήσονα.ἐπὶ τῶν προγόνων φοιτέοντες τὰ σήματα. καὶ ἐπείτε ἐγίνοντο ἐν τῇ ψάμμῳ. οἳ λόφους κείρονται. καὶ οἱ μὲν . ἐν τοῖσι βράχεσι γενέσθαι λίμνης τῆς Τριτωνίδος. ὡς λέγεται· κατ᾽ ἄνδρα ἕκαστον μιχθέντα περισφύριον περιδέεται· ἣ δὲ ἂν πλεῖστα ἔχῃ. Λωτοφάγων δὲ τὸ παρὰ θάλασσαν ἔχονται Μάχλυες. [4] πίστισι δὲ τοιῇσιδε χρέωνται· ἐκ τῆς χειρὸς διδοῖ πιεῖν καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς τοῦ ἑτέρου πίνει. Νασαμῶσι δὲ προσόμουροι εἰσὶ Ψύλλοι. ὑπολαβεῖν ἄνεμον βορέην καὶ ἀποφέρειν πρὸς τὴν Λιβύην· πρὶν δὲ κατιδέσθαι γῆν. καὶ οὔτε ὅπλον ἐκτέαται ἀρήιον οὐδὲν οὔτε ἀμύνεσθαι ἐπιστέαται. 180. 177. καί οἱ ἀπορέοντι τὴν ἐξαγωγὴν λόγος ἐστὶ φανῆναι Τρίτωνα καὶ κελεύειν τὸν Ἰήσονα ἑωυτῷ δοῦναι τὸν τρίποδα. νῆσος ἔνι τῇ. ἐούσης τῆς ἄλλης τῆς προκαταλεχθείσης Λιβύης ψιλῆς· ἀπὸ θαλάσσης δὲ ἐς αὐτὸν στάδιοι διηκόσιοι εἰσί. Μακέων δὲ τούτων ἐχόμενοι Γινδᾶνες εἰσί. 175. θηριώδεϊ οἰκέουσι Γαράμαντες. ἐξαπολομένων δὲ τούτων ἔχουσι τὴν χώρην οἱ Νασαμῶνες. Τούτων δὲ ἔχοντας τῶν Μαχλύων Αὐσέες· οὗτοι δὲ καὶ οἱ Μάχλυες πέριξ τὴν Τριτωνίδα λίμνην οἰκέουσι. ἐς δὲ τὸν πόλεμον στρουθῶν καταγαίων δορὰς φορέουσι προβλήματα. [2] καί μιν. καὶ κατευξάμενοι ἐπικατακοιμῶνται· τὸ δ᾽ ἂν ἴδη ἐν τῇ. Οὗτοι μὲν δὴ κατύπερθε οἰκέουσι Νασαμώνων· τὸ δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν ἔχονται τὸ πρὸς ἑσπέρης Μάκαι. [3] πειθομένου δὲ τοῦ Ἰήσονος. ἢν δὲ μὴ ἔχωσι ὑγρὸν μηδέν. βουλόμενον ἐς Δελφοὺς ἀπικέσθαι. οὔνομα Φλά. ὁ δὲ τοῦ λωτοῦ καρπὸς ἐστὶ μέγαθος ὅσον τε τῆς σχίνου. φάμενόν σφι καὶ τὸν πόρον δέξειν καὶ ἀπήμονας ἀποστελέειν. τότε ἑκατὸν πόλιας οἰκῆσαι περὶ τὴν Τριτωνίδα λίμνην Ἑλληνίδας πᾶσαν εἶναι ἀνάγκην.
ἐς τοῦτον τὸν χῶρον οἱ Νασαμῶνες ὀπωριεῦντες τοὺς φοίνικας φοιτῶσι. [5] τὴν δὲ Ἀθηναίην φασὶ Ποσειδέωνος εἶναι θυγατέρα καὶ τῆς Τριτωνίδος λίμνης.Μάχλυες τὰ ὀπίσω κομῶσι τῆς κεφαλῆς. [2] ἐν δὲ τῇ ὀφρύῃ ταύτῃ μάλιστα διὰ δέκα ἡμερέων ὁδοῦ ἁλός ἐστι τρύφεα κατὰ χόνδρους μεγάλους ἐν κολωνοῖσι. οὔτε συνοικέοντες κτηνηδόν τε μισγόμενοι. τὰς δὲ ἀποθνησκούσας τῶν παρθένων ἐκ τῶν τρωμάτων ψευδοπαρθένους καλέουσι. [6] ἐπεὰν δὲ γυναικὶ τὸ παιδίον ἁδρὸν γένηται. [3] τυγχάνει δὲ καὶ ἄλλο σφι ὕδωρ κρηναῖον ἐὸν. δοκέω δ᾽ ὦν Αἰγυπτίοισι ὅπλοισι κοσμέεσθαι αὐτάς· ἀπὸ γὰρ Αἰγύπτου καὶ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος φημὶ ἀπῖχθαι ἐς τοὺς Ἕλληνας. ὑπὲρ δὲ τούτων ἐς μεσόγαιαν ἡ θηριώδης ἐστὶ Λιβύη. τὰ κέρεα ἔχουσι κεκυφότα ἐς τὸ ἔμπροσθε· [3] διὰ τοῦτο ὀπίσω ἀναχωρέοντες νέμονται· ἐς γὰρ τὸ ἔμπροσθε οὐκ οἷοι τε εἰσὶ προεμβαλλόντων ἐς τὴν γῆν τῶν κερέων. οἱ δὲ Αὐσέες τὰ ἔμπροσθε. τούτου παῖς νομίζεται. ἄλλο δὲ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν ἄλλων βοῶν ὅτι μὴ τοῦτο καὶ τὸ δέρμα ἐς παχύτητά τε καὶ τρῖψιν. [4] οἱ Γαράμαντες δὴ οὗτοι τοὺς τρωγλοδύτας Αἰθίοπας θηρεύουσι τοῖσι τεθρίπποισι· οἱ γὰρ τρωγλοδύται Αἰθίοπες πόδας τάχιστοι ἀνθρώπων πάντων εἰσὶ τῶν ἡμεῖς πέρι λόγους ἀποφερομένους ἀκούομεν. κατά περ καὶ ἐν τοῖσι ἑτέροισι· καὶ ἄνθρωποι οἰκέουσι ἐν αὐτῷ τοῖσι οὔνομα Γαράμαντες ἐστί. καὶ τῷ ἂν οἴκῃ τῶν ἀνδρῶν τὸ παιδίον. τηνικαῦτα δὲ ζέει ἀμβολάδην· παρέρχονται τε μέσαι νύκτες καὶ ψύχεται μέχρι ἐς ἠῶ. Ἀπὸ δὲ Αὐγίλων διὰ δέκα ἡμερέων ἀλλέων ὁδοῦ ἕτερος ἁλὸς κολωνὸς καὶ ὕδωρ καὶ φοίνικες καρποφόροι πολλοί. σιτέονται δὲ οἱ τρωγλοδύται . ἐς οὗ δύεταί τε ὁ ἥλιος καὶ τὸ ὕδωρ γίνεται χλιαρόν. καί μιν μεμφθεῖσάν τι τῷ πατρὶ δοῦναι ἑωυτὴν τῷ Διί. πρῶτοι μὲν ἀπὸ Θηβέων διὰ δέκα ἡμερέων ὁδοῦ Ἀμμώνιοι. ἔχοντες τὸ ἱρὸν ἀπὸ τοῦ Θηβαιέος Διός· καὶ γὰρ τὸ ἐν Θήβῃσι. τάδε ποιεῦσι κοινῇ. κριοπρόσωπον τοῦ Διὸς τὤγαλμα ἐστί. συμφοιτῶσι ἐς τὠυτὸ οἱ ἄνδρες τρίτου μηνός. ἔθνος μέγα ἰσχυρῶς. 183. οὐκ ἔχω εἰπεῖν. περὶ δὲ αὐτὸν ἄνθρωποι οἰκέουσι ἔσχατοι πρὸς τῆς ἐρήμου καὶ ὑπὲρ τῆς θηριώδεος. ἐκ τῶν τριήκοντα ἡμερέων ἐς αὐτοὺς ὁδός ἐστι· ἐν τοῖσι καὶ οἱ ὀπισθονόμοι βόες γίνονται· ὀπισθονόμοι δὲ διὰ τόδε εἰσι. ἐπίκλησιν δὲ αὕτη ἡ κρήνη καλέεται ἡλίου. [4] ὁτέοισι δὲ τὸ πάλαι ἐκόσμεον τὰς παρθένους πρὶν ἤ σφι Ἕλληνας παροικισθῆναι. [2] συντομώτατον δ᾽ ἐστὶ ἐς τοὺς Λωτοφάγους. ὡς καὶ πρότερον εἴρηταί μοι. τὸ τὸν μὲν ὄρθρον γίνεται χλιαρόν. [3] πρὶν δὲ ἀνεῖναι αὐτὰς μάχεσθαι. παρθένον τὴν καλλιστεύουσαν ἑκάστοτε κοσμήσαντες κυνέῃ τε Κορινθίῃ καὶ πανοπλίῃ Ἑλληνικῇ καὶ ἐπ᾽ ἅρμα ἀναβιβάσαντες περιάγουσι τὴν λίμνην κύκλῳ. ἀγορῆς δὲ πληθυούσης ψυχρότερον. καὶ ἄνθρωποι περὶ αὐτὸν οἰκέουσι· τῷ δὲ χώρῳ τούτῳ οὔνομα Αὔγιλα ἐστί. οἳ ἐπὶ τὸν ἅλα γῆν ἐπιφορέοντες οὕτω σπείρουσι. μεσαμβρίη τε ἐστὶ καὶ τὸ κάρτα γίνεται ψυχρόν· [4] τηνικαῦτα δὲ ἄρδουσι τοὺς κήπους· ἀποκλινομένης δὲ τῆς ἡμέρης ὑπίεται τοῦ ψυχροῦ. καὶ ἐν κορυφῇσι ἑκάστου τοῦ κολωνοῦ ἀνακοντίζει ἐκ μέσου τοῦ ἁλὸς ὕδωρ ψυχρὸν καὶ γλυκύ. 181. τῷ αὐθιγενέι θεῷ λέγουσαι τὰ πάτρια ἀποτελέειν. τὴν Ἀθηναίην καλέομεν. ἐπὶ δὲ μᾶλλον ἰὸν ἐς τὸ θερμὸν ἐς μέσας νύκτας πελάζει. ταῦτα μὲν λέγουσι. ὑπὲρ δὲ τῆς θηριώδεος ὀφρύη ψάμμης κατήκει παρατείνουσα ἀπὸ Θηβέων τῶν Αἰγυπτιέων ἐπ᾽ Ἡρακλέας στήλας. μῖξιν δὲ ἐπίκοινον τῶν γυναικῶν ποιέονται. 182. Οὗτοι μὲν οἱ παραθαλάσσιοι τῶν νομάδων Λιβύων εἰρέαται. τὸν δὲ Δία ἑωυτοῦ μιν ποιήσασθαι θυγατέρα. [2] ὁρτῇ δὲ ἐνιαυσίῃ Ἀθηναίης αἱ παρθένοι αὐτῶν δίχα διαστᾶσαι μάχονται πρὸς ἀλλήλας λίθοισί τε καὶ ξύλοισι. Μετὰ δὲ Ἀμμωνίους διὰ τῆς ὀφρύης τῆς ψάμμου δι᾽ ἀλλέων δέκα ἡμερέων ὁδοῦ κολωνός τε ἁλός ἐστι ὅμοιος τῷ Ἀμμωνίῳ καὶ ὕδωρ.
Μέχρι μὲν δὴ τῶν Ἀτλάντων τούτων ἔχω τὰ οὐνόματα τῶν ἐν τῇ ὀφρύῃ κατοικημένων καταλέξαι. Τὴν δὲ ἄρα ἐσθῆτα καὶ τὰς αἰγίδας τῶν ἀγαλμάτων τῆς Ἀθηναίης ἐκ τῶν Λιβυσσέων ἐποιήσαντο οἱ Ἕλληνες· πλὴν γὰρ ἢ ὅτι σκυτίνη ἡ ἐσθὴς τῶν . ποιεῦσι δὲ αὐτῶν συχνοὶ τοιάδε· τῶν παιδίων τῶν σφετέρων. 184. Οὕτω μὲν μέχρι τῆς Τριτωνίδος λίμνης ἀπ᾽ Αἰγύπτου νομάδες εἰσὶ κρεοφάγοι τε καὶ γαλακτοπόται Λίβυες. τοῦτο δὲ ποιήσαντες ἀποστρέφουσι τὸν αὐχένα αὐτοῦ· θύουσι δὲ ἡλίῳ καὶ σελήνῃ μούνοισι. ἀτὰρ οἱ περὶ τὴν Τριτωνίδα λίμνην νέμοντες τῇ Ἀθηναίῃ μάλιστα. τὸ δὲ πρὸς ἑσπέρης τῆς Τριτωνίδος λίμνης οὐκέτι νομάδες εἰσὶ Λίβυες οὐδὲ νόμοισι τοῖσι αὐτοῖσι χρεώμενοι. τοῦδε εἵνεκα ὡς μή σφεας ἐς τὸν πάντα χρόνον καταρρέον φλέγμα ἐκ τῆς κεφαλῆς δηλέηται. αὐτούς τε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν χώρην αὐτῶν. [3] καὶ διὰ τοῦτο σφέας λέγουσι εἶναι ὑγιηροτάτους· εἰσὶ γὰρ ὡς ἀληθέως οἱ Λίβυες ἀνθρώπων πάντων ὑγιηρότατοι τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. τὸ δ᾽ ἀπὸ τούτων οὐκέτι. οὐκ ἔχω ἀτρεκέως τοῦτο εἰπεῖν. διήκει δ᾽ ὦν ἡ ὀφρύη μέχρι Ἡρακλέων στηλέων καὶ τὸ ἔξω τουτέων. καὶ ἄνθρωποι περὶ αὐτὸν οἰκέουσι τοῖσι οὔνομα ἐστὶ Ἀτάραντες. ἔχεται δὲ τοῦ ἁλὸς Τούτου ὄρος τῷ οὔνομα ἐστὶ Ἄτλας. 188. ἔστι δὲ στεινὸν καὶ κυκλοτερὲς πάντη. ῥιπτέουσι ὑπὲρ τὸν δόμον. [2] οὗτοι τῷ ἡλίῳ ὑπερβάλλοντι καταρῶνται καὶ πρὸς τούτοισι πάντα τὰ αἰσχρὰ λοιδορέονται. Θυσίαι δὲ τοῖσι νομάσι εἰσὶ αἵδε. ὑγιηρότατοι δ᾽ ὦν εἰσί. οἳ ἀνώνυμοι εἰσὶ μοῦνοι ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· ἁλέσι μὲν γάρ σφι ἐστὶ Ἀτάραντες οὔνομα. [4] ἐπὶ τούτου τοῦ ὄρεος οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐπώνυμοι ἐγένοντο· καλέονται γὰρ δὴ Ἄτλαντες. καὶ ὗς οὐ τρέφοντες. 185. Ἀπὸ δὲ Γαραμάντων δι᾽ ἀλλέων δέκα ἡμερέων ὁδοῦ ἄλλος ἁλός τε κολωνὸς καὶ ὕδωρ. ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ αὐτῶν οὔνομα οὐδὲν κέεται. τούτοισι μέν νυν πάντες Λίβυες θύουσι. ὑψηλὸν δὲ οὕτω δή τι λέγεται ὡς τὰς κορυφὰς αὐτοῦ οὐκ οἶά τε εἶναι ἰδέσθαι. τοῦτο τὸν κίονα τοῦ οὐρανοῦ λέγουσι οἱ ἐπιχώριοι εἶναι. ἀλλὰ καὶ νηστηίας αὐτῇ καὶ ὁρτὰς ἐπιτελέουσι. εἰ μὲν πάντες. ὑπὲρ δὲ τῆς ὀφρύης τὸ πρὸς νότου καὶ ἐς μεσόγαιαν τῆς Λιβύης ἔρημος καὶ ἄνυδρος καὶ ἄθηρος καὶ ἄνομβρος καὶ ἄξυλος ἐστὶ ἡ χώρη. διότι περ οὐδὲ Αἰγύπτιοι. [2] ἔστι δὲ ἁλός τε μέταλλον ἐν αὐτῇ διὰ δέκα ἡμερέων ὁδοῦ καὶ ἄνθρωποι οἰκέοντες. εἰ ὗε.ὄφις καὶ σαύρους καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ἑρπετῶν· γλῶσσαν δὲ οὐδεμιῇ ἄλλῃ παρομοίην νενομίκασι. οὐδὲ κατὰ τὰ παιδία ποιεῦντες οἷον τι καὶ οἱ νομάδες ἐώθασι ποιέειν. ἐξεύρηταί σφι ἄκος· τράγου γὰρ οὖρον σπείσαντες ῥύονται σφέα. οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν. [2] βοῶν μέν νυν θηλέων οὐδ᾽ αἱ Κυρηναίων γυναῖκες δικαιοῦσι πατέεσθαι διὰ τὴν ἐν Αἰγύπτῳ Ἶσιν. 186. καὶ θηλέων τε βοῶν οὔτι γευόμενοι. καὶ ἄνθρωποι περὶ αὐτὸν οἰκέουσι. οἴσπῃ προβάτων καίουσι τὰς ἐν τῇσι κορυφῇσι φλέβας. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτω ἔχει. ταῦτα γὰρ ἤδη τῆς Λιβύης ἄνομβρα ἐστί· οὐ γὰρ ἂν ἠδυνέατο μένειν οἱ τοῖχοι ἐόντες ἅλινοι. τὰ δὲ οἰκία τούτοισι πᾶσι ἐκ τῶν ἁλίνων χόνδρων οἰκοδομέαται. 189. λέγονται δὲ οὔτε ἔμψυχον οὐδὲν σιτέεσθαι οὔτε ἐνύπνια ὁρᾶν. 187. ἐπεὰν τοῦ ὠτὸς ἀπάρξωνται τοῦ κτήνεος. ἢν δὲ καίουσι τὰ παιδία σπασμὸς ἐπιγένηται. [3] ὁ δὲ ἃλς αὐτόθι καὶ λευκὸς καὶ πορφύρεος τὸ εἶδος ὀρύσσεται. [3] μετὰ δὲ δι᾽ ἀλλέων δέκα ἡμερέων ἄλλος κολωνὸς ἁλὸς καὶ ὕδωρ. ὅτι σφέας καίων ἐπιτρίβει. αἱ δὲ τῶν Βαρκαίων γυναῖκες οὐδὲ ὑῶν πρὸς τῇσι βουσὶ γεύονται. Τρίτωνι καὶ τῷ Ποσειδέωνι. οὐδέκοτε γὰρ αὐτὰς ἀπολείπειν νέφεα οὔτε θέρεος οὔτε χειμῶνος. λέγω δὲ τὰ λέγουσι αὐτοὶ Λίβυες. εἰ μὲν διὰ τοῦτο. ἀλλὰ τετρίγασι κατά περ αἱ νυκτερίδες. μετὰ δὲ τῷ. ἐπεὰν τετραέτεα γένηται. καὶ ἰκμάδος ἐστὶ ἐν αὐτῇ οὐδέν. μετεξέτεροι δὲ αὐτῶν τὰς ἐν τοῖσι κροτάφοισι. [2] οἱ γὰρ δὴ τῶν Λιβύων νομάδες.
οἳ τὰ ἐπὶ δεξιὰ τῶν κεφαλέων κομόωσι. τὰ δ᾽ ἐπ᾽ ἀριστερὰ κείρουσι. τὴν οἱ νομάδες νέμουσι. μῆκος μὲν διηκοσίων σταδίων. πύγαργοι καὶ ζορκάδες καὶ βουβάλιες καὶ ὄνοι. δύναται δὲ κατ᾽ Ἑλλάδα γλῶσσαν βουνοί). πλὴν ἐλάφου τε καὶ ὑὸς ἀγρίου· ἔλαφος δὲ καὶ ὗς ἄγριος ἐν Λιβύῃ πάμπαν οὐκ ἔστι. οἰκήματα δὲ σύμπηκτα ἐξ ἀνθερίκων ἐνειρμένων περὶ σχοίνους ἐστί. ἐκ τῆς αἱ . καὶ ὄρυες. τοσαῦτα μέν νυν θηρία ἡ τῶν νομάδων Λιβύων γῆ ἔχει. οἳ δὲ σφι ἄφθονοι ὅσοι ἐν τοῖσι ὄρεσι γίνονται. καὶ τέσσερας ἵππους συζευγνύναι παρὰ Λιβύων οἱ Ἕλληνες μεμαθήκασι. διαβατὸν ἐκ τῆς ἠπείρου. 191. ὅκως μιν κατίσουσι μηδὲ ὕπτιος ἀποθανέεται. εἰσὶ δὲ καὶ γαλαῖ ἐν τῷ σιλφίῳ γινόμεναι τῇσι Ταρτησσίῃσι ὁμοιόταται. Μαξύων δὲ Λιβύων Ζαύηκες ἔχονται. ἐστὶ ταπεινή τε καὶ ψαμμώδης μέχρι τοῦ Τρίτωνος ποταμοῦ. τοῖσι αἱ γυναῖκες ἡνιοχεῦσι τὰ ἅρματα ἐς τὸν πόλεμον. 192. πλάτος δὲ στεινήν. καὶ ταῦτα περιφορητά. τῶν τὰ κέρεα τοῖσι φοίνιξι οἱ πήχεες ποιεῦνται (μέγαθος δὲ τὸ θηρίον τοῦτο κατὰ βοῦν ἐστι). πλὴν Νασαμώνων· οὗτοι δε κατημένους θάπτουσι. [2] καὶ βασσάρια καὶ ὕαιναι καὶ ὕστριχες καὶ κριοὶ ἄγριοι καὶ δίκτυες καὶ θῶες καὶ πάνθηρες καὶ βόρυες. ἐπεὰν ἀπιῇ τὴν ψυχήν. [2] καὶ δὴ καὶ τὸ οὔνομα κατηγορέει ὅτι ἐκ Λιβύης ἥκει ἡ στολὴ τῶν Παλλαδίων· αἰγέας γὰρ περιβάλλονται ψιλὰς περὶ τὴν ἐσθῆτα θυσανωτὰς αἱ Λίβυσσαι κεχριμένας ἐρευθεδάνῳ. νόμοισι μὲν τοιούτοισι οὗτοι χρέωνται. καὶ στρουθοὶ κατάγαιοι. 195. οὐκ οἱ τὰ κέρεα ἔχοντες ἀλλ᾽ ἄλλοι ἄποτοι (οὐ γὰρ δὴ πίνουσι). [3] ἡ μὲν γὰρ δὴ πρὸς τὴν ἠῶ τῆς Λιβύης. μιλτοῦνται δ᾽ ὦν πάντες οὗτοι καὶ πιθηκοφαγέουσι. ἐκ δὲ τῶν αἰγέων τουτέων αἰγίδας οἱ Ἕλληνες μετωνόμασαν. τῇσι σαύρῃσι ἐμφερέστατοι. τοῖσι οὔνομα κέεται Μάξυες. οἳ δὲ ζεγέριες (τὸ δὲ οὔνομα τοῦτο ἐστὶ μὲν Λιβυστικόν. [2] λίμνην δὲ ἐν αὐτῇ εἶναι. 194. τὸ δὲ σῶμα χρίονται μίλτῳ. καὶ κροκόδειλοι ὅσον τε τριπήχεες χερσαῖοι. Κατὰ τοὺς νομάδας δὲ ἐστὶ τούτων οὐδέν. φυλάσσοντες. ἡ δὲ ἀπὸ τούτου τὸ πρὸς ἑσπέρην ἡ τῶν ἀροτήρων ὀρεινή τε κάρτα καὶ δασέα καὶ θηριώδης· [4] καὶ γὰρ οἱ ὄφιες οἱ ὑπερμεγάθεες καὶ οἱ λέοντες κατὰ τούτους εἰσὶ καὶ οἱ ἐλέφαντές τε καὶ ἄρκτοι καὶ ἀσπίδες τε καὶ ὄνοι οἱ τὰ κέρεα ἔχοντες καὶ οἱ κυνοκέφαλοι καὶ οἱ ἀκέφαλοι οἱ ἐν τοῖσι στήθεσι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχοντες. Κατὰ τούτους δὲ λέγουσι Καρχηδόνιοι κεῖσθαι νῆσον τῇ οὔνομα εἶναι Κύραυιν. κέρας ἓν ἕκαστος ἔχοντες· ταῦτά τε δὴ αὐτόθι ἐστὶ θηρία καὶ τά περ τῇ ἄλλη. [3] δοκέει δ᾽ ἔμοιγε καὶ ὀλολυγὴ ἐν ἱροῖσι ἐνθαῦτα πρῶτον γενέσθαι· κάρτα γὰρ ταύτῃ χρέωνται καλῶς αἱ Λίβυσσαι. ἐλαιέων τε μεστὴν καὶ ἀμπέλων. καὶ οἱ ἄγριοι ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἄγριαι. Θάπτουσι δὲ τοὺς ἀποθνήσκοντας οἱ νομάδες κατά περ οἱ Ἕλληνες. Τούτων δὲ Γύζαντες ἔχονται. 190. ὅσον ἡμεῖς ἱστορέοντες ἐπὶ μακρότατον οἷοί τε ἐγενόμεθα ἐξικέσθαι. καὶ ἄλλα πλήθεϊ πολλὰ θηρία ἀκατάψευστα. ἀλλ᾽ ἄλλα τοιάδε. ἐν τοῖσι μέλι πολλὸν μὲν μέλισσαι κατεργάζονται. καὶ ὄφιες μικροί. πολλῷ δ᾽ ἔτι πλέον λέγεται δημιοεργοὺς ἄνδρας ποιέειν. τά γε ἄλλα πάντα κατὰ τὠυτὸ ἔσταλται.Λιβυσσέων ἐστὶ καὶ οἱ θύσανοι οἱ ἐκ τῶν αἰγίδων αὐτῇσι οὐκ ὄφιες εἰσὶ ἀλλὰ ἱμάντινοι. φασὶ δὲ οὗτοι εἶναι τῶν ἐκ Τροίης ἀνδρῶν. [3] μυῶν δὲ γένεα τριξὰ αὐτόθι ἔστι· οἳ μὲν δίποδες καλέονται. Τὸ δὲ πρὸς ἑσπέρης τοῦ Τρίτωνος ποταμοῦ Αὐσέων ἔχονται ἀροτῆρες ἤδη Λίβυες καὶ οἰκίας νομίζοντες ἐκτῆσθαι. [2] ἡ δὲ χώρη αὕτη τε καὶ ἡ λοιπὴ τῆς Λιβύης ἡ πρὸς ἑσπέρην πολλῷ θηριωδεστέρη τε καὶ δασυτέρη ἐστὶ τῆς τῶν νομάδων χώρης. ὡς δὴ λέγονταί γε ὑπὸ Λιβύων. οἳ δὲ ἐχινέες. 193.
εἶναι τῆς Λιβύης χῶρόν τε καὶ ἀνθρώπους ἔξω Πρακλέων στηλέων κατοικημένους· ἐς τοὺς ἐπεὰν ἀπίκωνται καὶ ἐξέλωνται τὰ φορτία. 196. [2] ἐνθαῦτα δὴ ἐπολιόρκεον τὴν Βάρκην . πλὴν Κίνυπος μούνης· τὸ γὰρ δὴ αὐτὸ οὔνομα ἡ γῆ τῷ ποταμῷ ἔχει. [2] αὕτη δὲ ὁμοίη τῇ ἀρίστῃ γέων Δήμητρος καρπὸν ἐκφέρειν οὐδὲ ἔοικε οὐδὲν τῇ ἄλλῃ Λιβύῃ. τρεῖς ὥρας ἐν ἑωυτῇ ἀξίας θώματος. Οἱ δὲ Φερετίμης τιμωροὶ Πέρσαι ἐπείτε ἐκ τῆς Αἰγύπτου σταλέντες ὑπὸ Ἀρυάνδεω ἀπίκατο ἐς τὴν Βάρκην. ὕεται γὰρ δὴ ταῦτα τῆς Λιβύης. καὶ τὰ μὲν δύο αὐτόχθονα τῶν ἐθνέων τὰ δὲ δύο οὔ. ἣ δὲ ἐν τῆ Κίνυπι ἐπὶ τριηκόσια. Δοκέει δέ μοι οὐδ᾽ ἀρετὴν εἶναι τις ἡ Λιβύη σπουδαίη ὥστε ἢ Ἀσίῃ ἢ Εὐρώπῃ παραβληθῆναι. τὰ βουνοὺς καλέουσι· [2] συγκεκόμισται τε οὗτος ὁ μέσος καρπὸς καὶ ὁ ἐν τῇ κατυπερτάτῃ τῆς γῆς πεπαίνεταί τε καὶ ὀργᾷ. 200. τὰ δ᾽ ἄλλα τῆς Πιερικῆς πίσσης ἀμείνω. [3] εἰσὶ μὲν καὶ πλεῦνες αἱ λίμναι αὐτόθι. ἀδικέειν δὲ οὐδετέρους. [2] τοὺς δὲ Καρχηδονίους ἐκβάντας σκέπτεσθαι. [2] τοσόνδε δὲ ἔτι ἔχω εἰπεῖν περὶ τῆς χώρης ταύτης. ἐς οὗ ἂν πείθωσι. ἐκφέρει. ταῦτα μέν νυν ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω. ἀγαθὴ δὲ γῆ καὶ τὴν Εὐεσπερῖται νέμονται· [3] ἐπ᾽ ἑκατοστὰ γάρ. Φοίνικες δὲ καὶ Ἕλληνες ἐπήλυδες. ταῦτα εἰ μὲν ἔστι ἀληθέως οὐκ οἶδα. ἐοῦσα ὑψηλοτάτη ταύτης τῆς Λιβύης τὴν οἱ νομάδες νέμονται. οὕτω ἐς τοὺς ἀμφορέας ἐκ τοῦ λάκκου καταχέουσι. Λίβυες μὲν καὶ Αἰθίοπες αὐτόχθονες. ἐσβάντες ὀπίσω ἐς τὰ πλοῖα κατέαται· οἱ δὲ προσελθόντες ἄλλον πρὸς ὦν ἔθηκαν χρυσόν. οὐκ ἐδέκοντο τοὺς λόγους. 197. ὀδμὴν μὲν ἔχουσαν ἀσφάλτου. τῶν δὲ ἐκφορίων τοῦ καρποῦ ταὐτὰ μέτρα τῇ Βαβυλωνίῃ γῇ κατίσταται. μελάγγαιός τε γὰρ ἐστὶ καὶ ἔπυδρος πίδαξι. ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν. Οὗτοι μὲν εἶσὶ τοὺς ἡμεῖς ἔχομεν Λιβύων ὀνομάσαι. καὶ οὔτε αὐχμοῦ φροντίζουσα οὐδὲν οὔτε ὄμβρον πλέω πιοῦσα δεδήληται.παρθένοι τῶν ἐπιχωρίων πτεροῖσι ὀρνίθων κεχριμένοισι πίσσῃ ἐκ τῆς ἰλύος ψῆγμα ἀναφέρουσι χρυσοῦ. οὔτ᾽ ἐκείνους τῶν φορτίων ἅπτεσθαι πρότερον ἢ αὐτοὶ τὸ χρυσίον λάβωσι. τοὺς δ᾽ ἐπιχωρίους ἰδομένους τὸν καπνὸν ἰέναι ἐπὶ τὴν θάλασσαν καὶ ἔπειτα ἀντὶ τῶν φορτίων χρυσὸν τιθέναι καὶ ἐξαναχωρέειν πρόσω ἀπὸ τῶν φορτίων. ἢν δὲ μὴ ἄξιος. ἐσβάντες ἐς τὰ πλοῖα τύφειν καπνόν. καὶ τούτων οἱ πολλοὶ βασιλέος τοῦ Μήδων οὔτε τι νῦν οὔτε τότε ἐφόρτιζον οὐδέν. ὥστε ἐκπέποται τε καὶ καταβέβρωται ὁ πρῶτος καρπὸς καὶ ὁ τελευταῖος συμπαραγίνεται. οὕτω ὦν καὶ τὰ ἀπὸ τῆς νήσου τῆς ἐπὶ Λιβύῃ κειμένης οἰκότα ἐστὶ ἀληθείῃ. θέντες αὐτὰ ἐπεξῆς παρὰ τὴν κυματωγήν. ἐπεὰν δὲ ἀθροίσωσι συχνήν. ὅκου καὶ ἐν Ζακύνθῳ ἐκ λίμνης καὶ ὕδατος πίσσαν ἀναφερομένην αὐτὸς ἐγὼ ὥρων. οἳ μὲν τὰ πρὸς βορέω οἳ δὲ τὰ πρὸς νότου τῆς Λιβύης οἰκέοντες. ἐπεὰν αὐτὴ ἑωυτῆς ἄριστα ἐνείκῃ. πρῶτα μὲν γὰρ τὰ παραθαλάσσια τῶν καρπῶν ὀργᾷ ἀμᾶσθαι τε καὶ τρυγᾶσθαι· τούτων τε δὴ συγκεκομισμένων τὰ ὑπὲρ τῶν θαλασσιδίων χώρων τὰ μέσα ὀργᾷ συγκομίζεσθαι. ἀνελόμενοι ἀπαλλάσσονται. 199. [4] ὁ τι δ᾽ ἂν ἐσπέσῃ ἐς τὴν λίμνην. ὑπὸ γῆν ἰὸν ἀναφαίνεται ἐν τῇ θαλάσσῃ· ἣ δὲ ἀπέχει ὡς τέσσερα στάδια ἀπὸ τῆς λίμνης. βάθος δὲ διόργυιος ἐστί· ἐς ταύτην κοντὸν κατιεῖσι ἐπ᾽ ἄκρῳ μυρσίνην προσδήσαντες καὶ ἔπειτα ἀναφέρουσι τῇ μυρσίνῃ πίσσαν. Λέγουσι δὲ καὶ τάδε Καρχηδόνιοι. ἐπολιόρκεον τὴν πόλιν ἐπαγγελλόμενοι ἐκδιδόναι τοὺς αἰτίους τοῦ φόνου τοῦ Ἀρκεσίλεω· τῶν δὲ πᾶν γὰρ ἦν τὸ πλῆθος μεταίτιον. ἡ δ᾽ ὦν μεγίστη αὐτέων ἑβδομήκοντα ποδῶν πάντῃ. Ἔχει δὲ καὶ ἡ Κυρηναίη χώρη. [3] οὔτε γὰρ αὐτοὺς τοῦ χρυσοῦ ἅπτεσθαι πρὶν ἄν σφι ἀπισωθῇ τῇ ἀξίῃ τῶν φορτίων. τὰ δὲ λέγεται γράφω· εἴη δ᾽ ἂν πᾶν. οὕτω ἐπ᾽ ὀκτὼ μῆνας Κυρηναίους ὀπώρη ἐπέχει. ἐσχέουσι δὲ ἐς λάκκον ὀρωρυγμένον ἀγχοῦ τῆς λίμνης. καὶ ἢν μὲν φαίνηταί σφι ἄξιος ὁ χρυσὸς τῶν φορτίων. 198. ὅτι τέσσερα ἔθνεα νέμεται αὐτὴν καὶ οὐ πλέω τούτων.
[2] διεξιούσης δὲ τῆς στρατιῆς Βάδρης μὲν ὁ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ στρατηγὸς ἐκέλευε αἱρέειν τὴν πόλιν. [2] ἅμα ἡμέρῃ δὲ ἐς λόγους προεκαλέετο τοὺς Βαρκαίους· οἳ δὲ ἀσπαστῶς ὑπήκουσαν. ὀρύσσοντες τε ὀρύγματα ὑπόγαια φέροντα ἐς τὸ τεῖχος καὶ προσβολὰς καρτερὰς ποιεύμενοι. βασιλεὺς δέ σφι Δαρεῖος ἔδωκε τῆς Βακτρίης χώρης κώμην ἐγκατοικῆσαι. ἐπείτε οἱ ἐκ τῶν Περσέων παρεδόθησαν. καὶ Βαρκαίους τε ὑποτελέειν φάναι ἀξίην βασιλέι καὶ Πέρσας μηδὲν ἄλλο νεοχμοῦν κατὰ Βαρκαίους. Τοὺς μέν νυν αἰτιωτάτους τῶν Βαρκαίων ἡ Φερετίμη. λαβόντες δὲ ταῦτα ἀπαλλάσσοντο ἐς τὴν Αἴγυπτον. καὶ ἐπειρῶντο τὸ δεύτερον παριέναι ἐς αὐτήν· οἱ δὲ Κυρηναῖοι οὐ περιώρων. δόλῳ δὲ αἱρετοί. ἀνεσκολόπισε κύκλῳ τοῦ τείχεος. 201.ἐπὶ μῆνας ἐννέα. ἥ περ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦν οἰκεομένη ἐν γῇ τῇ Βακτρίῃ. [3] μετὰ δὲ τὸ ὅρκιον Βαρκαῖοι μὲν πιστεύσαντες τούτοισι αὐτοί τε ἐξῄσαν ἐκ τοῦ ἄστεος καὶ τῶν πολεμίων ἔων παριέναι ἐς τὸ τεῖχος τὸν βουλόμενον. ταμόντες τοῖσι Βαρκαίοισι χρόνον μένειν αἰεὶ τὸ ὅρκιον ὅσον ἂν ἡ γῆ μένῃ κατὰ τότε εἶχε· καταρρήξασι δὲ οὐκέτι ἔμενε τὸ ὅρκιον κατὰ χώρην. Ἄμασις ὁ στρατηγὸς τοῦ πεζοῦ μηχανᾶται τοιάδε. ἐς ὅ σφι ἕαδε ὁμολογίῃ χρήσασθαι. 202. Χρόνον δὲ δὴ πολλὸν τριβομένων καὶ πιπτόντων ἀμφοτέρων πολλῶν καὶ οὐκ ἧσσον τῶν Περσέων. οἱ Κυρηναῖοι λόγιόν τι ἀποσιεύμενοι διεξῆκαν αὐτοὺς διὰ τοῦ ἄστεος. μένειν τὸ ὅρκιον κατὰ χώρην. κατέρρηξαν δὲ τοῦδε εἵνεκα τὴν ἐποίησαν γέφυραν. οἱ δὲ Πέρσαι Κυρηναίων δεηθέντες ἐπόδιά σφι δοῦναι ἔτυχον. . ἐς ὃ ἐς τὴν Αἴγυπτον ἀπίκοντο. τὰ μέν νυν ὀρύγματα ἀνὴρ χαλκεὺς ἀνεῦρε ἐπιχάλκω ἀσπίδι. 203. οἱ δὲ Πέρσαι καταρρήξαντες τὴν κρυπτὴν γέφυραν ἔθεον ἔσω ἐς τὸ τεῖχος. Ἄμασις δὲ ὁ τοῦ πεζοῦ οὐκ ἔα· ἐπὶ Βάρκην γὰρ ἀποσταλῆναι μούνην Ἑλληνίδα πόλιν· ἐς ὃ διεξελθοῦσι καὶ ἱζομένοισι ἐπὶ Διὸς Λυκαίου ὄχθον μετεμέλησέ σφι οὐ σχοῦσι τὴν Κυρήνην. τὴν δὲ ὁμολογίην ἐποιεῦντο τοιήνδε τινά. ἔστ᾽ ἂν ἡ γῆ αὕτη οὕτω ἔχῃ. ἵνα ἐμπεδορκέοιεν. Οὗτος ὁ Περσέων στρατὸς τῆς Λιβύης ἑκαστάτω ἐς Εὐεσπερίδας ἦλθε. τὰς δὲ προσβολὰς ἀπεκρούοντο οἱ Βαρκαῖοι. κατὰ δὲ τὰ ὀρυσσόμενα ἠχέεσκε ὁ χαλκὸς τῆς ἀσπίδος. μαθὼν τοὺς Βορκαίους ὡς κατὰ μὲν τὸ ἰσχυρὸν οὐκ αἱρετοὶ εἶεν. ἐπὶ τῆς κρυπτῆς τάφρου τάμνοντες ὅρκια. [3] τὰ μὲν δὴ ἄλλα ἔσκε κωφὰ πρὸς τὰ προσῖσχε. οἳ δὲ τῇ κώμῃ ταύτῃ οὔνομα ἔθεντο Βάρκην. [4] παραλαβόντες δὲ τὸ ἐνθεῦτεν αὐτοὺς Λίβυες τῆς τε ἐσθῆτος εἵνεκα καὶ τῆς σκευῆς τοὺς ὑπολειπομένους αὐτῶν καὶ ἐπελκομένους ἐφόνευον. πλὴν ὅσοι αὐτῶν ἦσαν Βαττιάδαι τε καὶ τοῦ φόνου οὐ μεταίτιοι· τούτοισι δὲ τὴν πόλιν ἐπέτρεψε ἡ Φερετίμη. [3] τοῖσι δὲ Πέρσῃσι οὐδενὸς μαχομένου φόβος ἐνέπεσε. τούτους δὲ ἐκ τῆς Αἰγύπτου ἀνασπάστους ἐποίησαν παρὰ βασιλέα. 204. τοὺς δὲ ἠνδραποδίσαντο τῶν Βαρκαίων. ἀποδραμόντες τε ὅσον τε ἑξήκοντα στάδια ἵζοντο· ἱδρυθέντι δὲ τῷ στρατοπέδῳ ταύτῃ ἦλθε παρὰ Ἀρυνάνδεω ἄγγελος ἀποκαλέων αὐτούς. ποιέει τοιάδε· νυκτὸς τάφρην ὀρύξας εὐρέαν ἐπέτεινε ξύλα ἀσθενέα ὑπὲρ αὐτῆς. τοῦτο μὲν δὴ οὕτω ἐξευρέθη. τῶν δέ σφι γυναικῶν τοὺς μαζοὺς ἀποταμοῦσα περιέστιξε καὶ τούτοισι τὸ τεῖχος· [2] τοὺς δὲ λοιποὺς τῶν Βαρκαίων ληίην ἐκέλευε θέσθαι τοὺς Πέρσας. Τοὺς ὦν δὴ λοιποὺς τῶν Βαρκαίων οἱ Πέρσαι ἀνδραποδισάμενοι ἀπήισαν ὀπίσω· καὶ ἐπείτε ἐπὶ τῇ Κυρηναίων πόλι ἐπέστησαν. ὧδε ἐπιφρασθείς· περιφέρων αὐτὴν ἐντὸς τοῦ τείχεος προσῖσχε πρὸς τὸ δάπεδον τῆς πόλιος. ἀντορύσσοντες δ᾽ ἂν ταύτῃ οἱ Βαρκαῖοι ἔκτεινον τῶν Περσέων τοὺς γεωρυχέοντας. τὰς πάσας πύλας ἀνοίξαντες. κατύπερθε δὲ ἐπιπολῆς τῶν ξύλων χοῦν γῆς ἐπεφόρησε ποιέων τῇ ἄλλῃ γῇ ἰσόπεδον.
205. συνεβάλοντο οἱ Παίονες τὸ χρηστήριον αὐτὸ τοῦτο εἶναι καὶ εἶπάν κου παρὰ σφίσι αὐτοῖσι “νῦν ἂν εἴη ὁ χρησμὸς ἐπιτελεόμενος ἡμῖν. κρίσις γίνεται μεγάλη τῶν γυναικῶν καὶ φίλων σπουδαὶ ἰσχυραὶ περὶ τοῦδε. ἐπιλέγοντες ὅσων κακῶν ἐξαπαλλαχθεὶς ἐστὶ ἐν πάσῃ εὐδαιμονίῃ. Θρηίκων δὲ ἔθνος μέγιστον ἐστὶ μετά γε Ἰνδοὺς πάντων ἀνθρώπων· εἰ δὲ ὑπ᾽ ἑνὸς ἄρχοιτο ἢ φρονέοι κατὰ τὠυτό. τῶν ὁ Μεγάβαζος ἦρχε. A. [3] νικώντων δὲ τὰ δύο τῶν Περινθίων. Cambridge 1920) 1. ἀντικατιζομένων δὲ τῶν Περινθίων ἐν τῷ προαστείῳ. ἔχει γυναῖκας ἕκαστος πολλά. ἢν δὲ μὴ ἐπιβώσωνται. [2] οὐνόματα δ᾽ ἔχουσι πολλὰ κατὰ χώρας ἕκαστοι. ὡς γὰρ δὴ τάχιστα ἐκ τῆς Λιβύης τισαμένη τοὺς Βαρκαίους ἀπενόστησε ἐς τὴν Αἴγυπτον. ἥτις αὐτέων ἐφιλέετο μάλιστα ὑπὸ τοῦ ἀνδρός· ἣ δ᾽ . περιεφθέντας πρότερον καὶ ὑπὸ Παιόνων τρηχέως. οὕτω τοῖσι Περινθίοισι παιωνίσασι ἐπιχειρέουσι οἱ Παίονες. ἄμαχόν τ᾽ ἂν εἴη καὶ πολλῷ κράτιστον πάντων ἐθνέων κατὰ γνώμην τὴν ἐμήν.· ἐπεὰν ὦν τις αὐτῶν ἀποθάνῃ. κατὰ δὲ τὸν γινόμενόν σφι καὶ ἀπογινόμενον ποιεῦσι τοιάδε· [2] τὸν μὲν γενόμενον περιιζόμενοι οἱ προσήκοντες ὀλοφύρονται. καὶ πολλόν τε ἐκράτησαν καὶ ἔλιπον σφέων ὀλίγους. ἀνηγεόμενοι τὰ ἀνθρωπήια πάντα πάθεα· τὸν δ᾽ ἀπογενόμενον παίζοντές τε καὶ ἡδόμενοι γῇ κρύπτουσι. τούτων δὲ τὰ μὲν Γέται οἱ ἀθανατίζοντες ποιεῦσι. οἱ δὲ κατύπερθε Κρηστωναίων ποιεῦσι τοιάδε. Οὐ μὲν οὐδὲ ἡ Φερετίμη εὖ τὴν ζόην κατέπλεξε. Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν πέμπτη ἐπιγραφομένη Τερψιχόρη (ed. εἴρηταί μοι· Τραυσοὶ δὲ τὰ μὲν ἄλλα πάντα κατὰ ταὐτὰ τοῖσι ἄλλοισι Θρήιξι ἐπιτελέουσι. πλὴν Γετέων καὶ Τραυσῶν καὶ τῶν κατύπερθε Κρηστωναίων οἰκεόντων. ταῦτα γάρ οἱ ἐνετέταλτο ἐκ Δαρείου. πᾶσαν πόλιν καὶ πᾶν ἔθνος τῶν ταύτῃ οἰκημένων ἡμερούμενος βασιλέι. 4. ἀλλὰ γὰρ τοῦτο ἄπορόν σφι καὶ ἀμήχανον μή κοτε ἐγγένηται. 5. D. νόμοισι δὲ οὗτοι παραπλησίοισι πάντες χρέωνται κατὰ πάντα. τὰ μὲν δὴ ἀπὸ Παιόνων πρότερον γενόμενα ὧδε ἐγένετο· τότε δὲ ἀνδρῶν ἀγαθῶν περὶ τῆς ἐλευθερίης γινομένων τῶν Περινθίων οἱ Πέρσαι τε καὶ ὁ Μεγάβαζος ἐπεκράτησαν πλήθεϊ. ὅσα μιν δεῖ ἐπείτε ἐγένετο ἀναπλῆσαι κακά. [2] οἱ γὰρ ὦν ἀπὸ Στρυμόνος Παίονες χρήσαντος τοῦ θεοῦ στρατεύεσθαι ἐπὶ Περινθίους. 3. ὡς ἄρα ἀνθρώποισι αἱ λίην ἰσχυραὶ τιμωρίαι πρὸς θεῶν ἐπίφθονοι γίνονται·ἐκ μὲν δὴ Φερετίμης τῆς Βάττου τοιαύτη τε καὶ τοσαύτη τιμωρίη ἐγένετο ἐς Βαρκαίους. εἰσὶ δὴ κατὰ τοῦτο ἀσθενέες. ἐνθαῦτα μουνομαχίη τριφασίη ἐκ προκλήσιός σφι ἐγένετο· καὶ γὰρ ἄνδρα ἀνδρὶ καὶ ἵππον ἵππῳ συνέβαλον καὶ κύνα κυνί. ἤλαυνε Μεγάβαζος τὸν στρατὸν διὰ τῆς Θρηίκης. νῦν ἡμέτερον ἔργον„. ἐποίεον οἱ Παίονες ταῦτα. 2. πρώτους μὲν Περινθίους Ἑλλησποντίων οὐ βουλομένους ὑπηκόους εἶναι Δαρείου κατεστρέψαντο. τοὺς δὲ ἐπιχειρέειν. Godley. ὡς ἐπαιώνιζον κεχαρηκότες. καὶ ἢν μὲν ἀντικατιζόμενοι ἐπικαλέσωνται σφέας οἱ Περίνθιοι ὀνομαστὶ βώσαντες. ἀπέθανε κακῶς· ζῶσα γὰρ εὐλέων ἐξέζεσε. [2] ὡς δὲ ἐχειρώθη ἡ Πέρινθος. οἱ δὲ ἐν τῇ Εὐρώπῃ τῶν Περσέων καταλειφθέντες ὑπὸ Δαρείου. μὴ ἐπιχειρέειν. Θρηίκην καταστρέφεσθαι.
ζευγνυμένους δὲ ὑπ᾽ ἅρματα εἶναι ὀξυτάτους· ἁρματηλατέειν δὲ πρὸς ταῦτα τοὺς ἐπιχωρίους. [2] καὶ τὸ μὲν ἐστίχθαι εὐγενὲς κέκριται. αἱ δὲ ἄλλαι συμφορὴν μεγάλην ποιεῦνται· ὄνειδος γάρ σφι τοῦτο μέγιστον γίνεται. οὗτοι μὲν σφέων οἱ ἐπιφανέστατοι νόμοι εἰσί. οἷά τε οὐ τύραννος δημότης τε ἐών. ἀλλ᾽ ἐῶσι τοῖσι αὐταὶ βούλονται ἀνδράσι μίσγεσθαι· τὰς δὲ γυναῖκας ἰσχυρῶς φυλάσσουσι καὶ ὠνέονται τὰς γυναῖκας παρὰ τῶν γονέων χρημάτων μεγάλων. κατήκειν δὲ τούτων τοὺς οὔρους ἀγχοῦ Ἐνετῶν τῶν ἐν τῷ Ἀδρίῃ. ὡς δὲ Θρήικες λέγουσι. ὁ δὲ Κώης. γῆς δὲ ἐργάτην ἀτιμότατον· τὸ ζῆν ἀπὸ πολέμου καὶ ληιστύος κάλλιστον. πάρεξ τῶν ἄλλων πολιητέων. οὗτοι μὲν κατὰ τὰ εἵλοντο ἐτράποντο. [2] φυλάξαντες δὲ Δαρεῖον προκατιζόμενον ἐς τὸ . Δαρεῖος δὲ ὡς διαβὰς τάχιστα τὸν Ἑλλήσποντον ἀπίκετο ἐς Σάρδις. 9. 11. Κύπριοι δὲ τὰ δόρατα. βουλόμενος ἐν αὐτῇ πόλιν κτίσαι. προκλαύσαντες πρῶτον· ἔπειτα δὲ θάπτουσι κατακαύσαντες ἢ ἄλλως γῇ κρύψαντες. ἦν Πίγρης καὶ Μαντύης ἄνδρες Παίονες. ἅτε τυραννεύων τῆς Μιλήτου. τυραννίδος μὲν οὐδεμιῆς προσεχρήιζε. ταφαὶ μὲν δὴ Θρηίκων εἰσὶ αἵδε. αἰτέει Μυτιλήνης τυραννεῦσαι. μέλισσαι κατέχουσι τὰ πέρην τοῦ Ἴστρου. χῶμα δὲ χέαντες ἀγῶνα τιθεῖσι παντοῖον. καὶ λέγουσι γεγονέναι ἀπὸ Ἑρμέω ἑωυτούς. θεοὺς δὲ σέβονται μούνους τούσδε. ἀλλὰ τὰ πέρην ἤδη τοῦ Ἴστρου ἔρημος χώρη φαίνεται ἐοῦσα καὶ ἄπειρος. οἱ δὲ βασιλέες αὐτῶν. οὗτος μὲν δὴ ταύτην αἱρέεται.ἂν κριθῇ καὶ τιμηθῇ. σέβονται Ἑρμέην μάλιστα θεῶν. τελεωθέντων δὲ ἀμφοτέροισι. ἐγκωμιασθεῖσα ὑπό τε ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν σφάζεται ἐς τὸν τάφον ὑπὸ τοῦ οἰκηιοτάτου ἑωυτῆς. ἐμοὶ μέν νυν ταῦτα λέγοντες δοκέουσι λέγειν οὐκ οἰκότα· τὰ γὰρ ζῷα ταῦτα φαίνεται εἶναι δύσριγα· ἀλλά μοι τὰ ὑπὸ τὴν ἄρκτον ἀοίκητα δοκέει εἶναι διὰ τὰ ψύχεα. 8. καὶ ὑπὸ τουτέων οὐκ εἶναι διελθεῖν τὸ προσωτέρω. τὰς δὲ παρθένους οὐ φυλάσσουσι. 7. ἅμα ἀγόμενοι ἀδελφεὴν μεγάλην τε καὶ εὐειδέα. 6. σφαχθεῖσα δὲ συνθάπτεται τῷ ἀνδρί. ἐγὼ μὲν οὐκ ἔχω ἐπιφράσασθαι. ἐσθῆτι δὲ χρεωμένους Μηδικῇ· [2] τοὺς δὲ ἵππους αὐτῶν εἶναι λασίους ἅπαν τὸ σῶμα ἐπὶ πέντε δακτύλους τὸ βάθος τῶν τριχῶν. ἀργὸν εἶναι κάλλιστον. μούνους δὲ δύναμαι πυθέσθαι οἰκέοντας πέρην τοῦ Ἴστρου ἀνθρώπους τοῖσι οὔνομα εἶναι Σιγύννας. ταῦτα μέν νυν τῆς χώρης ταύτης πέρι λέγεται· τὰ παραθαλάσσια δ᾽ ὦν αὐτῆς Μεγάβαζος Περσέων κατήκοα ἐποίεε. ὅκως δὲ οὗτοι Μήδων ἄποικοι γεγόνασι. 12. τὸ δὲ πρὸς βορέω τῆς χώρης ἔτι ταύτης οὐδεὶς ἔχει φράσαι τὸ ἀτρεκὲς οἵτινες εἰσὶ ἄνθρωποι οἰκέοντες αὐτήν. τῶν δὲ δὴ ἄλλων Θρηίκων ἐστὶ ὅδε νόμος· πωλεῦσι τὰ τέκνα ἐπ᾽ ἐξαγωγῇ. καὶ ὀμνύουσι μοῦνον τοῦτον. μεταπεμψάμενος δὲ σφέας ἐς Σάρδις ἐδίδου αὐτοῖσι αἵρεσιν. ταφαὶ δὲ τοῖσι εὐδαίμοσι αὐτῶν εἰσὶ αἵδε· τρεῖς μὲν ἡμέρας προτιθεῖσι τὸν νεκρόν. 10. αὐτοὶ ἐθέλοντες Παιόνων τυραννεύειν ἀπικνέονται ἐς Σάρδις. μικροὺς δὲ καὶ σιμοὺς καὶ ἀδυνάτους ἄνδρας φέρειν. γένοιτο δ᾽ ἂν πᾶν ἐν τῷ μακρῷ χρόνῳ. καὶ παντοῖα σφάξαντες ἱρήια εὐωχέονται. Σιγύννας δ᾽ ὦν καλέουσι Δίγυες οἱ ἄνω ὑπὲρ Μασσαλίης οἰκέοντες τοὺς καπήλους. ἐμνήσθη τῆς ἐξ Ἱστιαίου τε τοῦ Μιλησίου εὐεργεσίης καὶ τῆς παραινέσιος τοῦ Μυτιληναίου Κώεω. [2] ὁ μὲν δὴ Ἱστιαῖος. τὸ δὲ ἄστικτον ἀγεννές. αἰτέει δὲ Μύρκινον τὴν Ἠδωνῶν. ἐν τῷ τὰ μέγιστα ἄεθλα τίθεται κατὰ λόγον μουνομαχίης. οἳ ἐπείτε Δαρεῖος διέβη ἐς τὴν Ἀσίην. Δαρεῖον δὲ συνήνεικε πρῆγμα τοιόνδε ἰδόμενον ἐπιθυμῆσαι ἐντείλασθαι Μεγαβάζῳ Παίονας ἑλόντα ἀνασπάστους ποιῆσαι ἐς τὴν Ἀσίην ἐκ τῆς Εὐρώπης. [3] εἶναι δὲ Μήδων σφέας ἀποίκους λέγουσι. Ἄρεα καὶ Διόνυσον καὶ Ἄρτεμιν.
ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν ὑψηλῶν ἐζευγμένα ἐν μέσῃ ἕστηκε τῇ λίμνῃ. περαιωθεὶς δὲ διδοῖ τὸ βυβλίον τῷ Μεγαβάζῳ. εἰρωτῶντος δὲ τοῦ Δαρείου ὁποδαπὴ εἴη. τὰ δὲ νήπια παιδία δέουσι τοῦ ποδὸς σπάρτῳ. δοκέοντες ταύτῃ ἐπιχειρήσειν τοὺς Πέρσας ἐμβάλλοντας. οἳ δὲ καὶ τοῦτο ἔφασαν προθύμως οὕτω ἔχειν· αὐτοῦ γὰρ ὦν τούτου εἵνεκα καὶ ἐποιέετο. [3] οἳ μὲν δὴ ταῦτα ἕκαστα ἔλεγον. ἦρσε τὸν ἵππον. μὴ κατακυλισθῇ δειμαίνοντες. ἁλισθέντες ἐξεστρατεύσαντο πρὸς θαλάσσης. [4] οἳ μὲν δὴ ὄπισθε εἵποντο· ἣ δὲ ἐπείτε ἀπίκετο ἐπὶ τὸν ποταμόν. ἐπιμελὲς δὲ ὥς οἱ ἐγένετο. οἱ δὲ περί τε Πάγγαιον ὄρος καὶ Δόβηρας καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Ὀδομάντους καὶ αὐτὴν τὴν λίμνην τὴν Πρασιάδα οὐκ ἐχειρώθησαν ἀρχὴν ὑπὸ Μεγαβάζου· ἐπειρήθη δὲ καὶ τοὺς ἐν τῇ λίμνῃ κατοικημένους ἐξαιρέειν ὧδε. καὶ τί κεῖνοι ἐθέλοντες ἔλθοιεν ἐς Σάρδις. τὸν ἔλιπε ἐν τῇ Θρηίκῃ στρατηγόν. λαθόντες δὲ τοὺς Παίονας ἐσπίπτουσι ἐς τὰς πόλιας αὐτῶν ἐούσας ἀνδρῶν ἐρήμους· οἷα δὲ κεινῇσι ἐπιπεσόντες εὐπετέως κατέσχον. [3] ὡς δὲ παρεξήιε ἡ γυνή. ἔχοντες ἡγεμόνας τὴν ἄνω ὁδὸν τρέπονται. εἴη δὲ ἡ Παιονίη ἐπὶ τῷ Στρυμόνι ποταμῷ πεπολισμένη. παρῆσαν καὶ οἱ ἀδελφεοὶ αὐτῆς οὔ κῃ πρόσω σκοπιὴν ἔχοντες τούτων. τῶν δορυφόρων τινὰς πέμπει κελεύων φυλάξαι ὅ τι χρήσεται τῷ ἵππῳ ἡ γυνή. ἐντελλόμενος ἐξαναστῆσαι ἐξ ἠθέων Παίονας καὶ παρ᾽ ἑωυτὸν ἀγαγεῖν καὶ αὐτοὺς καὶ τὰ τέκνα τε καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν. τίνες δὲ οἱ Παίονες ἄνθρωποι εἰσὶ καὶ κοῦ γῆς οἰκημένοι. ἄρσασα δὲ καὶ τὸ ἄγγος τοῦ ὕδατος ἐμπλησαμένη τὴν αὐτὴν ὁδὸν παρεξήιε. ὡς δὲ ἄχθη. [3] οἱ δὲ Παίονες ὡς ἐπύθοντο ἐχομένας τὰς πόλιας. 13. οὕτω δὴ Παιόνων Σιριοπαίονές τε καὶ Παιόπλαι καὶ οἱ μέχρι τῆς Πρασιάδος λίμνης ἐξ ἠθέων ἐξαναστάντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην.προάστειον τὸ τῶν Λυδῶν ἐποίησαν τοιόνδε· σκευάσαντες τὴν ἀδελφεὴν ὡς εἶχον ἄριστα. ἐπ᾽ ὕδωρ ἔπεμπον ἄγγος ἐπὶ τῇ κεφαλῇ ἔχουσαν καὶ ἐκ τοῦ βραχίονος ἵππον ἐπέλκουσαν καὶ κλώθουσαν λίνον. [2] τοὺς δὲ σταυροὺς τοὺς ὑπεστεῶτας τοῖσι ἰκρίοισι τὸ μέν κου ἀρχαῖον ἔστησαν κοινῇ πάντες οἱ πολιῆται. πυθόμενοι δὲ οἱ Παίονες τοὺς Πέρσας ἐπὶ σφέας ἰέναι. 14. ἐνθαῦτα Δαρεῖος γράφει γράμματα Μεγαβάζῳ. [3] οἰκέουσι δὲ τοιοῦτον τρόπον. θωμάζων δὲ ὁ Δαρεῖος τά τε ἤκουσε ἐκ τῶν κατασκόπων καὶ τὰ αὐτὸς ὥρα. οὔτε πρὸς τῶν ἐκ τῆς Ἀσίης οὐδαμῶν. κατὰ γυναῖκα ἑκάστην ὁ γαμέων τρεῖς σταυροὺς ὑπίστησι· ἄγεται δὲ ἕκαστος συχνὰς γυναῖκας. ὁ δὲ εἰρώτα εἰ καὶ πᾶσαι αὐτόθι αἱ γυναῖκες εἴησαν οὕτω ἐργάτιδες. φέρουσα τὸ ὕδωρ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ ἐπέλκουσα ἐκ τοῦ βραχίονος τὸν ἵππον καὶ στρέφουσα τὸν ἄτρακτον. ἔφασαν οἱ νεηνίσκοι εἶναι Παίονες καὶ ἐκείνην εἶναι σφέων ἀδελφεήν. μετὰ δὲ νόμῳ χρεώμενοι ἱστᾶσι τοιῷδε· κομίζοντες ἐξ ὄρεος τῷ οὔνομα ἐστὶ Ὄρβηλος. 15. ἐπιμελὲς τῷ Δαρείῳ ἐγένετο· οὔτε γὰρ Περσικὰ ἦν οὔτε Λύδια τὰ ποιεύμενα ἐκ τῆς γυναικός. 16. [4] . [2] οἱ μὲν δὴ Παίονες ἦσαν ἕτοιμοι τὸν Μεγαβάζου στρατὸν ἐπιόντα ἐρύκειν· οἱ δὲ Πέρσαι πυθόμενοι συναλίσθαι τοὺς Παίονας καὶ τὴν πρὸς θαλάσσης ἐσβολὴν φυλάσσοντας. ὁ δὲ Στρυμὼν οὐ πρόσω τοῦ Ἑλλησπόντου. κρατέων ἕκαστος ἐπὶ τῶν ἰκρίων καλύβης τε ἐν τῇ διαιτᾶται καὶ θύρης καταπακτῆς διὰ τῶν ἰκρίων κάτω φερούσης ἐς τὴν λίμνην. οἳ δέ οἱ ἔφραζον ὡς ἔλθοιεν μὲν ἐκείνῳ δώσοντες σφέας αὐτούς. αὐτίκα διασκεδασθέντες κατ᾽ ἑωυτοὺς ἕκαστοι ἐτράποντο καὶ παρεδίδοσαν σφέας αὐτοὺς τοῖσι Πέρσῃσι. ἄγειν αὐτὴν ἐκέλευε ἑωυτῷ ἐς ὄψιν. ἔσοδον ἐκ τῆς ἠπείρου στεινὴν ἔχοντα μιῇ γεφύρῃ. [2] ὃ δ᾽ ἀμείβετο. [2] αὐτίκα δὲ ἱππεὺς ἔθεε φέρων τὴν ἀγγελίην ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον. εἴησαν δὲ Τευκρῶν τῶν ἐκ Τροίης ἄποικοι. ὁ δὲ ἐπιλεξάμενος καὶ λαβὼν ἡγεμόνας ἐκ τῆς Θρηίκης ἐστρατεύετο ἐπὶ τὴν Παιονίην.
ὥστε δὲ βαρέως φέρων εἶπε πρὸς Ἀμύντην τάδε. σχεδὸν γάρ σευ ἀνακαιομένου συνίημι τοὺς λόγους. γυναῖκας μὲν ἐξελθούσας ἀπέπεμπε ἐς τὴν γυναικηίην. παιόνων μὲν δὴ οἱ χειρωθέντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην. συνέπαινοι γὰρ ἦσαν οἱ Πέρσαι. καὶ οὐ πολλόν τινα χρόνον ἐπισχὼν ἀνασπᾷ πλήρεα ἰχθύων. κατιεῖ σχοίνῳ σπυρίδα κεινὴν ἐς τὴν λίμνην. Ἀμύντης μὲν δὴ ταῦτα ὁρέων ἀτρέμας εἶχε. ἡμῖν νόμος ἐστὶ τοῖσι Πέρσῃσι. ἐπεξῆς ἀντίαι ἵζοντο τοῖσι Πέρσῃσι. εἴπας τοσαῦτα ὁ Ἀμύντης μετεπέμπετο τὰς γυναῖκας· αἳ δ᾽ ἐπείτε καλεόμεναι ἦλθον. τῶν δὲ ἰχθύων ἐστὶ γένεα δύο. [3] εἴπας ταῦτα. 17. σὺ μὲν εἶκε τῇ ἡλικίῃ ἀπιών τε ἀναπαύεο. ἐπεὰν δεῖπνον προτιθώμεθα μέγα. [5] ἀναγκαζόμενος δὲ ὁ Ἀμύντης ἐκέλευε παρίζειν· πειθομενέων δὲ τῶν γυναικῶν αὐτίκα οἱ Πέρσαι μαστῶν τε ἅπτοντο οἷα πλεόνως οἰνωμένοι. ὡς δὲ ὁ Ἀμύντης χρηίσας τούτων οἰχώκεε. γυναῖκας ταύτας. ἔστι ὑμῖν πολλὴ εὐπετείη. ἄπετε λούσασθαι. “ὦ πάτερ. [2] τούτου μὲν πέρι αὐτοὶ ἀποσημανέετε· νῦν δέ. ὦ ξεῖνοι. τότε καὶ τὰς παλλακὰς καὶ τὰς κουριδίας γυναῖκας ἐσάγεσθαι παρέδρους. αἴτεον ἐλθόντες ἐς ὄψιν τὴν Ἀμύντεω Δαρείῳ βασιλέι γῆν τε καὶ ὕδωρ. μετὰ δὲ τὸ μέταλλον Δύσωρον καλεόμενον ὄρος ὑπερβάντα εἶναι ἐν Μακεδονίν. νόμος μὲν ἡμῖν γε ἐστὶ οὐκ οὗτος. 20. ὅτι ἐθέλεις ἐμὲ ἐκπέμψας ποιέειν τι νεώτερον· ἐγὼ ὦν σευ χρηίζω μηδὲν νεοχμῶσαι κατ᾽ ἄνδρας τούτους. ἵνα μὴ ἐξεργάσῃ ἡμέας. 18. λέγει “ὦ παῖ. παρέσται ὑμῖν καὶ ταῦτα„. [3] εἶπε πρὸς ταῦτα Ἀμύντης “ὦ Πέρσαι. σύ νυν. λέγει ὁ Ἀλέξανδρος πρὸς τοὺς Πέρσας “γυναικῶν τουτέων. πέμπει ἀγγέλους ἐς Μακεδονίην ἄνδρας ἑπτὰ Πέρσας. 19. διδοῖς δὲ βασιλέι Δαρείῳ γῆν τε καὶ ὕδωρ. οἳ μετ᾽ αὐτὸν ἐκεῖνον ἦσαν δοκιμώτατοι ἐν τῷ στρατοπέδῳ· ἐπέμποντο δὲ οὗτοι παρὰ Ἀμύντην αἰτήσοντες γῆν τε καὶ ὕδωρ Δαρείῳ βασιλέι. καίπερ δυσφορέων. ἀλλὰ ἀνέχευ ὁρέων τὰ ποιεύμενα· ἀμφὶ δὲ ἀπόδῳ τῇ ἐμῇ πείσομαί τοι„. λουσαμένας δὲ ὀπίσω προσδέκεσθε„. ἐπεί περ προθύμως μὲν ἐδέξαο μεγάλως δὲ ξεινίζεις. εἰ ὑμῖν φίλον ἐστί. οἷα ὑπερδειμαίνων τοὺς Πέρσας· Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Ἀμύντεω παρεών τε καὶ ὁρέων ταῦτα. μηδὲ λιπάρεε τῇ πόσι· ἐγὼ δὲ προσμένων αὐτοῦ τῇδε πάντα τὰ ἐπιτήδεα παρέξω τοῖσι ξείνοισι„. ἀλλὰ κεχωρίσθαι ἄνδρας γυναικῶν· ἐπείτε δὲ ὑμεῖς ἐόντες δεσπόται προσχρηίζετε τούτων. [2] πρὸς ταῦτα συνιεὶς Ἀμύντης ὅτι νεώτερα πρήγματα πρήσσειν μέλλοι ὁ Ἀλέξανδρος. διαπίνοντες εἶπαν οἱ Πέρσαι τάδε. ὁ δὲ ταῦτά τε ἐδίδου καὶ σφεας ἐπὶ ξείνια καλέει. ὅταν τὴν θύρην τὴν καταπακτὴν ἀνακλίνῃ. καί κού τις καὶ φιλέειν ἐπειρᾶτο. “ξεῖνε Μακεδών. ἅτε νέος τε ἐὼν καὶ κακῶν ἀπαθής. [4] ἐνθαῦτα οἱ Πέρσαι ἰδόμενοι γυναῖκας εὐμόρφους ἔλεγον πρὸς Ἀμύντην φάμενοι τὸ ποιηθὲν τοῦτο οὐδὲν εἶναι σοφόν· κρέσσον γὰρ εἶναι ἀρχῆθεν μὴ ἐλθεῖν τὰς γυναῖκας ἢ ἐλθούσας καὶ μὴ παριζομένας ἀντίας ἵζεσθαι ἀλγηδόνας σφίσι ὀφθαλμῶν. [2] ἔστι δὲ ἐκ τῆς Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ἐς τὴν Μακεδονίην· πρῶτον μὲν γὰρ ἔχεται τῆς λίμνης τὸ μέταλλον ἐξ οὗ ὕστερον τούτων τάλαντον ἀργυρίου Ἀλεξάνδρῳ ἡμέρης ἑκάστης ἐφοίτα. οὐδαμῶς ἔτι κατέχειν οἷος τε ἦν. παρασκευασάμενος δὲ δεῖπνον μεγαλοπρεπὲς ἐδέκετο τοὺς Πέρσας φιλοφρόνως. οἱ ὦν Πέρσαι οἱ πεμφθέντες οὗτοι παρὰ τὸν Ἀμύντην ὡς ἀπίκοντο. καὶ εἰ πάσῃσι βούλεσθε μίσγεσθαι καὶ ὁκόσῃσι ὦν αὐτέων. τοὺς καλέουσι πάπρακάς τε καὶ τίλωνας.τοῖσι δὲ ἵπποισι καὶ τοῖσι ὑποζυγίοισι παρέχουσι χόρτον ἰχθῦς· τῶν δὲ πλῆθος ἐστὶ τοσοῦτο ὥστε. αὐτὸς δὲ ὁ Ἀλέξανδρος ἴσους τῇσι γυναιξὶ ἀριθμὸν ἄνδρας λειογενείους τῇ τῶν γυναικῶν . Μεγάβαζος δὲ ὡς ἐχειρώσατο τοὺς Παίονας. σχεδὸν γὰρ ἤδη τῆς κοίτης ὥρη προσέρχεται ὑμῖν καὶ καλῶς ἔχοντας ὑμέας ὁρῶ μέθης. [2] ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἐγένοντο. ἕπεο νόμῳ τῷ ἡμετέρῳ„.
[3] σύ νυν τοῦτον τὸν ἄνδρα παῦσον ταῦτα ποιεῦντα. μετὰ δὲ πέμψας ἄγγελον ἐς τὴν Μύρκινον ὁ Δαρεῖος ἔλεγε τάδε. Ἕλληνας δὲ εἶναι τούτους τοὺς ἀπὸ Περδίκκεω γεγονότας. φάμενοι οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων· Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος. ὡς παντελέως μάθητε τιμώμενοι πρὸς ἡμέων τῶν περ ἐστὲ ἄξιοι. ἵνα ἴδη τε ναυπηγήσιμος ἐστὶ ἄφθονος καὶ πολλοὶ κωπέες καὶ μέταλλα ἀργύρεα. ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην καὶ ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ. 24. “Ἱστιαῖε. καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ θεραπηίη αὐτῶν· εἵπετο γὰρ δή σφι καὶ ὀχήματα καὶ θεράποντες καὶ ἡ πᾶσα πολλὴ παρασκευή· πάντα δὴ ταῦτα ἅμα πᾶσι ἐκείνοισι ἠφάνιστο. τούτοισι τοῖσι ἔπεσι πιστεύσας ὁ Ἱστιαῖος. πρὸς δὲ καὶ οἱ τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ διέποντες ἀγῶνα Ἑλληνοδίκαι οὕτω ἔγνωσαν εἶναι. οἱ ἀντιθευσόμενοι Ἑλλήνων ἐξεῖργόν μιν. Μεγάβαζος δὲ ἄγων τοὺς Παίονας ἀπίκετο ἐπὶ τὸν Ἑλλήποντον· ἐνθεῦτεν διαπεραιωθεὶς ἀπίκετο ἐς τὰς Σάρδις. ἐγὼ φροντίζων εὑρίσκω ἐμοί τε καὶ τοῖσι ἐμοῖσι πρήγμασι εἶναι οὐδένα σεῦ ἄνδρα εὐνοέστερον· τοῦτο δὲ οὐ λόγοισι ἀλλ᾽ ἔργοισι οἶδα μαθών. [2] μετὰ δὲ χρόνῳ οὐ πολλῷ ὕστερον ζήτησις τῶν ἀνδρῶν τούτων μεγάλη ἐκ τῶν Περσέων ἐγίνετο. ἵνα μὴ οἰκηίῳ πολέμῳ συνέχῃ· τρόπῳ δὲ ἠπίῳ μεταπεμψάμενος παῦσον. ἐόντος δὲ τοῦ χώρου τούτου παρὰ Στρυμόνα ποταμὸν τῷ οὔνομα ἐστὶ Μύρκινος. οὐδέν κω ἄλλο χρῆμα οὕτω ἐν βραχέι ἐπεζήτησα ὡς σὲ ἰδεῖν τε καὶ ἐς λόγους μοι ἀπικέσθαι. ἀνδρὶ Ἕλληνι δεινῷ τε καὶ σοφῷ δοὺς ἐγκτίσασθαι πόλιν ἐν Θρηίκῃ. [4] “ὦ Πέρσαι. κοῖόν τι χρῆμα ἐποίησας. ἐπεὰν δὲ αὐτὸν περιλάβῃς. 23. ταῦτα λέγων ὁ Μεγάβαζος εὐπετέως ἔπειθε Δαρεῖον ὡς εὖ προορῶν τὸ μέλλον γίνεσθαι. βασιλεὺς Δαρεῖος τάδε λέγει. καί σφεας Ἀλέξανδρος κατέλαβε σοφίῃ. ταῦτα μέν νυν οὕτω κῃ ἐγένετο. [2] νῦν ὦν. καὶ δὴ καὶ τόδε τὸ πάντων μέγιστον. ὅμιλός τε πολλὸς μὲν Ἕλλην περιοικέει πολλὸς δὲ βάρβαρος. οἳ προστάτεω ἐπιλαβόμενοι ποιήσουσι τοῦτο τὸ ἂν κεῖνος ἐξηγέηται καὶ ἡμέρης καὶ νυκτός. χρήματά τε δοὺς πολλὰ καὶ τὴν ἑωυτοῦ ἀδελφεὴν τῇ οὔνομα ἦν Γυγαίη· δοὺς δὲ ταῦτα κατέλαβε ὁ Ἀλέξανδρος Βουβάρῃ ἀνδρὶ Πέρσῃ. [2] “ὦ βασιλεῦ. 22. “Ἱστιαῖε. τῶν διζημένων τοὺς ἀπολομένους τῷ στρατηγῷ. ὡς ἦλθε τάχιστα ἐς τὰς Σάρδις ἄγων τοὺς Παίονας. μαθὼν ὁ Μεγάβαζος τὸ ποιεύμενον ἐκ τοῦ Ἱστιαίου. ἐπείτε σφέων οἱ Πέρσαι ψαύειν ἐπειρῶντο. ὁ μέν νυν τῶν Περσέων τούτων θάνατος οὕτω καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη. [5] ταῦτα εἴπας ὁ Ἀλέξανδρος παρίζει Πέρσῃ ἀνδρὶ ἄνδρα Μακεδόνα ὡς γυναῖκα τῷ λόγῳ· οἳ δέ. 21. καὶ πρὸς τὰ οἷά τε ἦν ἐξευρόντας παρέχειν. καὶ ἅμα μέγα ποιεύμενος βασιλέος σύμβουλος γενέσθαι. ἵνα τοι αὐτὰ ὑπερθέωμαι„. κατά περ αὐτοὶ λέγουσι.ἐσθῆτι σκευάσας καὶ ἐγχειρίδια δοὺς ἦγε ἔσω. καὶ οὗτοι μὲν τούτῳ τῷ μόρῳ διεφθάρησαν. ἐγώ σε μετεπεμψάμην τῶνδε εἵνεκεν. ἐπείτε τάχιστα ἐνόστησα ἀπὸ Σκυθέων καὶ σύ μοι ἐγένεο ἐξ ὀφθαλμῶν. [2] Ἀλεξάνδρου γὰρ ἀεθλεύειν ἑλομένου καὶ καταβάντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο. ἀπίκετο ἐς τὰς Σάρδις· [3] ἀπικομένῳ δέ οἱ ἔλεγε Δαρεῖος τάδε. πρὸς δὲ καὶ βασιλέι τῷ πέμψαντι ἀπαγγείλητε ὡς ἀνὴρ Ἕλλην Μακεδόνων ὕπαρχος εὖ ὑμέας ἐδέξατο καὶ τραπέζῃ καὶ κοίτῃ„. διεργάζοντο αὐτούς. τάς τε ἑωυτῶν μητέρας καὶ τὰς ἀδελφεὰς ἐπιδαψιλευόμεθα ὑμῖν. ποιέειν ὅκως μηκέτι κεῖνος ἐς Ἕλληνας ἀπίξεται„. αὐτός τε οὕτω τυγχάνω ἐπιστάμενος καὶ δὴ καὶ ἐν τοῖσι ὄπισθε λόγοισι ἀποδέξω ὡς εἰσὶ Ἕλληνες. πάντα ὑμῖν πάρεστι. ἀπίκεό μοι πάντως. ἅτε δὲ τειχέοντος ἤδη Ἱστιαίου τοῦ Μιλησίου τὴν παρὰ Δαρείου αἰτήσας ἔτυχε μισθὸν δωρεὴν φυλακῆς τῆς σχεδίης. ἔλεγε Δαρείῳ τάδε. ἐγνωκὼς ὅτι κτημάτων πάντων ἐστὶ τιμιώτατον ἀνὴρ . ἐπινοέω γὰρ πρήγματα μεγάλα κατεργάσασθαι. οἴκατε πανδαισίῃ τελέῃ ἱστιῆσθαι· τά τε γὰρ ἄλλα ὅσα εἴχομεν. παράγων δὲ τούτους ἔλεγε τοῖσι Πέρσῃσι τάδε.
26. οἱ μὲν δὴ Λήμνιοι καὶ ἐμαχέσαντο εὖ καὶ ἀμυνόμενοι ἀνὰ χρόνον ἐκακώθησαν. σφάξας ἀπέδειρε πᾶσαν τὴν ἀνθρωπέην. κατύπερθε δὲ τούτων ἐπὶ δύο γενεὰς ἀνδρῶν νοσήσασα ἐς τὰ μάλιστα στάσι. τοῖσι δὲ περιεοῦσι αὐτῶν οἱ Πέρσαι ὕπαρχον ἐπιστᾶσι Λυκάρητον τὸν Μαιανδρίου τοῦ βασιλεύσαντος Σάμου ἀδελφεόν. Βυζαντίους τε εἷλε καὶ Καλχηδονίους. φυγόντες δὲ ἀπίκοντο ἐς Μίλητον. ἁλίην ποιησάμενοι ἀπέδεξαν τούτους μὲν πόλιν νέμειν τῶν εὗρον τοὺς ἀγροὺς εὖ ἐξεργασμένους· δοκέειν γὰρ ἔφασαν καὶ τῶν δημοσίων οὕτω δή σφεας ἐπιμελήσεσθαι ὥσπερ τῶν σφετέρων· τοὺς δὲ ἄλλους Μιλησίους τοὺς πρὶν στασιάζοντας τούτων ἔταξαν πείθεσθαι. τοῦτο δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἡ Μίλητος αὐτή τε ἑωυτῆς μάλιστα δὴ τότε ἀκμάσασα καὶ δὴ καὶ τῆς Ἰωνίης ἦν πρόσχημα. ταῦτα Δαρεῖος εἴπας. ἐντειλάμενός οἱ μεμνῆσθαι ἐν τῷ κατίζων θρόνῳ δικάζει. Ὀτάνεα δὲ ἀποδέξας στρατηγὸν εἶναι τῶν παραθαλασσίων ἀνδρῶν· τοῦ τὸν πατέρα Σισάμνην βασιλεὺς Καμβύσης γενόμενον τῶν βασιληίων δικαστέων. ἐμός τε σύσσιτος ἐὼν καὶ σύμβουλος„. κατήλλαξαν δὲ σφέας ὧδε Πάριοι. μέχρι οὗ μιν Πάριοι κατήρτισαν· τούτους γὰρ καταρτιστῆρας ἐκ πάντων Ἑλλήνων εἵλοντο οἱ Μιλήσιοι. 30. ὅτι ἐπὶ χρήμασι δίκην ἄδικον ἐδίκασε.φίλος συνετός τε καὶ εὔνοος. σὺ δέ μοι ἑπόμενος ἐς Σοῦσα ἔχε τά περ ἂν ἐγὼ ἔχω. εἷλε δὲ Λαμπώνιον. ὥρων γὰρ δή σφεας δεινῶς οἰκοφθορημένους. οὗτος ὦν ὁ Ὀτάνης ὁ ἐγκατιζόμενος ἐς τοῦτον τὸν θρόνον. τοῦτο μὲν γὰρ ἡ Νάξος εὐδαιμονίῃ τῶν νήσων προέφερε. [4] νῦν ὦν. γαμβρός τε ἐὼν καὶ ἀνεψιὸς Ἱστιαίου τοῦ Λυσαγόρεω. 28. Πάριοι μέν νυν Μιλησίους οὕτω κατήρτισαν. [2] οὗτος ὁ Λυκάρητος ἄρχων ἐν Λήμνῳ τελευτᾷ. ὡς ἀπίκοντο αὐτῶν ἄνδρες οἱ ἄριστοι ἐς τὴν Μίλητον. ἐκ Νάξου ἔφυγον ἄνδρες τῶν παχέων ὑπὸ τοῦ δήμου. εἴ κως αὐτοῖσι παράσχοι δύναμίν τινα καὶ . 25. καὶ καταστήσας Ἀρταφρένεα ἀδελφεὸν ἑωυτοῦ ὁμοπάτριον ὕπαρχον εἶναι Σαρδίων. τότε δὲ ἐκ τουτέων τῶν πολίων ὧδε ἤρχετο κακὰ γίνεσθαι τῇ Ἰωνίῃ. τάδε τοι ἐγὼ προτείνομαι· Μίλητον μὲν ἔα καὶ τὴν νεόκτιστον ἐν Θρηίκῃ πόλιν. ἀμφοτέρας ἔτι τότε ὑπὸ Πελασγῶν οἰκεομένας. ἔφασαν αὐτῶν βούλεσθαι διεξελθεῖν τὴν χώρην· ποιεῦντες δὲ ταῦτα καὶ διεξιόντες πᾶσαν τὴν Μιλησίην. σπαδίξας δὲ αὐτοῦ τὸ δέρμα ἱμάντας ἐξ αὐτοῦ ἔταμε καὶ ἐνέτεινε τὸν θρόνον ἐς τὸν ἵζων ἐδίκαζε· [2] ἐντανύσας δὲ ὁ Καμβύσης ἀπέδεξε δικαστὴν εἶναι ἀντὶ τοῦ Σισάμνεω. [3] ἀπικόμενοι δὲ οἱ Νάξιοι ἐς τὴν Μίλητον ἐδέοντο τοῦ Ἀρισταγόρεω. οὗτος δὲ τοσαῦτα ἐξεργάσατο στρατηγήσας. τοὺς δὲ σίνασθαι τὸν Δαρείου στρατὸν ἀπὸ Σκυθέων ὀπίσω ἀποκομιζόμενον. ὡς τάχιστα κατέβησαν ἐς τὸ ἄστυ. τὸν παῖδα τοῦ Σισάμνεω. ὅκως τινὰ ἴδοιεν ἐν ἀνεστηκυίῃ τῇ χώρῃ ἀγρὸν εὖ ἐξεργασμένον. καὶ ἤρχετο τὸ δεύτερον ἐκ Νάξου τε καὶ Μιλήτου Ἴωσι γίνεσθαι κακά. τὸν ὁ Δαρεῖος ἐν Σούσοισι κατεῖχε· ὁ γὰρ Ἱστιαῖος τύραννος ἦν Μιλήτου καὶ ἐτύγχανε τοῦτον τὸν χρόνον ἐὼν ἐν Σούσοισι. λαβὼν δὲ παρὰ Λεσβίων νέας εἷλε Λῆμνόν τε καὶ Ἴμβρον. [2] τῆς δὲ Μιλήτου ἐτύγχανε ἐπίτροπος ἐὼν Ἀρισταγόρης ὁ Μολπαγόρεω. ἀπήλαυνε ἐς Σοῦσα ἅμα ἀγόμενος Ἱστιαῖον. ἀπεγράφοντο τὸ οὔνομα τοῦ δεσπότεω τοῦ ἀγροῦ. 27. εὖ γὰρ ἐποίησας ἀπικόμενος. εἷλε δὲ Ἄντανδρον τὴν ἐν τῇ Τρῳάδι γῇ. τότε διάδοχος γενόμενος Μεγαβάζῳ τῆς στρατηγίης. τά τοι ἐγὼ καὶ ἀμφότερα συνειδὼς ἔχω μαρτυρέειν ἐς πρήγματα τὰ ἐμά. [2] διεξελάσαντες δὲ πᾶσαν τὴν χώρην καὶ σπανίους εὑρόντες τούτους. τὸν ἀποκτείνας ἀπέδειρε. 29. ὅτε οἱ Νάξιοι ἦλθον ξεῖνοι πρὶν ἐόντες τῷ Ἱστιαίῳ. μετὰ δὲ οὐ πολλὸν χρόνον ἄνεσις κακῶν ἦν. αἰτίη δὲ τούτου ἥδε· πάντας ἠνδραποδίζετο καὶ κατεστρέφετο τοὺς μὲν λιποστρατίης ἐπὶ Σκύθας αἰτιώμενος.
ἑωυτοῦ τε καὶ Δαρείου ἀνεψιόν. ἐλπίδας πολλὰς ἔχοντες. ὣς δὲ καὶ τοὺς ἄλλους νησιώτας. παραλαβὼν δὲ ὁ Μεγαβάτης τόν τε Ἀρισταγόρεα ἐκ τῆς Μιλήτου καὶ τὴν Ἰάδα στρατιὴν καὶ τοὺς Ναξίους ἔπλεε πρόφασιν ἐπ᾽ Ἑλλησπόντου. [5] ἐπινοέω δὲ τῇδε. ὃ δ᾽ ἐλθὼν παραιτέετο τὸν Πέρσην. τοῦ Παυσανίης ὁ Κλεομβρότου Λακεδαιμόνιος. ὁ δὲ ἐπιλεξάμενος ὡς ἢν δι᾽ αὐτοῦ κατέλθωσι ἐς τὴν πόλιν. κατάγων ἐς αὐτὴν τοὺς φυγάδας ἐξ αὐτῆς. πολλὸν δὲ κάρτα ὅμιλον Περσέων τε καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων. 32. [2] καί τοι ταῦτα ποιήσαντι τοῦτο μὲν ἐστὶ ἕτοιμα παρ᾽ ἐμοὶ χρήματα μεγάλα πάρεξ τῶν ἀναισιμωμάτων τῇ στρατιῇ· ταῦτα μὲν γὰρ δίκαιον ἡμέας τοὺς ἄγοντας παρέχειν ἐστί· τοῦτο δὲ νήσους βασιλέι προσκτήσεαι αὐτήν τε Νάξον καὶ τὰς ἐκ ταύτης ἠρτημένας. ὥς οἱ πέμψαντι ἐς Σοῦσα καὶ ὑπερθέντι τὰ ἐκ τοῦ Ἀρισταγόρεω λεγόμενα συνέπαινος καὶ αὐτὸς Δαρεῖος ἐγένετο. εἰ δὴ ἀληθής γε ἐστὶ ὁ λόγος. καὶ ὑπίσχεσθαι δῶρα ἐκέλευον καὶ δαπάνην τῇ στρατιῇ ὡς αὐτοὶ διαλύσοντες. τοῦτον δῆσαι διὰ θαλαμίης διελόντας τῆς νεὸς κατὰ τοῦτο.κατέλθοιεν ἐς τὴν ἑωυτῶν. [2] καὶ οὐ γὰρ ἔδεε τούτῳ τῷ στόλῳ Ναξίους ἀπολέσθαι. πάντα ποιήσειν τοὺς Ναξίους τὰ ἂν αὐτοὶ κελεύωσι. [3] ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενος εὐπετέως ἐπιθήσεαι Εὐβοίῃ νήσῳ μεγάλῃ τε καὶ εὐδαίμονι. ἔχων στρατιήν τε πολλὴν καὶ πολλὰς νέας. 33. ἀποχρῶσι δὲ ἑκατὸν νέες ταύτας πάσας χειρώσασθαι„. ἐπείτε δὲ ἐγένετο ἐν Χίῳ. “σὺ ὦν ἐπὶ ταύτην τὴν χώρην στρατηλάτεε. τόνδε σφι λόγον προσέφερε. [6] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Νάξιοι προσέθεσαν τῷ Ἀρισταγόρῃ πρήσσειν τῇ δύναιτο ἄριστα. ὁ δὲ Ἀρταφρένης. ἐξαγγέλλει τις τῷ Ἀρισταγόρῃ ὅτι τὸν ξεῖνόν οἱ τὸν Μύνδιον Μεγαβάτης δήσας λυμαίνοιτο. [3] δεθέντος δὲ τοῦ Σκύλακος. ἔρωτα σχὼν τῆς Ἑλλάδος τύραννος γενέσθαι. ἄλλως δὲ καλή τε καὶ ἀγαθὴ καὶ ἀγχοῦ Ἰωνίης. ὁ δὲ ἀμείβετο αὐτὸν τοῖσιδε. πρῆγμα τοιόνδε συνηνείχθη γενέσθαι. περιιόντος Μεγαβάτεω τὰς ἐπὶ τῶν νεῶν φυλακάς. ἔσχε τὰς νέας ἐς Καύκασα. ἀπικόμενος δὲ ὁ Ἀρισταγόρης ἐς τὰς Σάρδις λέγει πρὸς τὸν Ἀρταφρένεα ὡς Νάξος εἴη νῆσος μεγάθει μὲν οὐ μεγάλη. τῶν γὰρ νήσων τουτέων τῶν Κυκλάδων οὐδεμία κω ἦν ὑπὸ Δαρείῳ. ὁ μὲν δὴ Ἀρισταγόρης ὡς ταῦτα ἤκουσε. ἄρξει τῆς Νάξου. Δαρείου δὲ τοῦ βασιλέος ἀδελφεός. [4] “αὐτὸς μὲν ὑμῖν οὐ φερέγγυός εἰμι δύναμιν παρασχεῖν τοσαύτην ὥστε κατάγειν ἀεκόντων τῶν τὴν πόλιν ἐχόντων Ναξίων· πυνθάνομαι γὰρ ὀκτακισχιλίην ἀσπίδα Ναξίοισι εἶναι καὶ πλοῖα μακρὰ πολλά· μηχανήσομαι δὲ πᾶσαν σπουδὴν ποιεύμενος. Πάρον καὶ Ἄνδρον καὶ ἄλλας τὰς Κυκλάδας καλευμένας. τῷ οὔνομα ἦν Σκύλαξ. τοῦτον ὦν δοκέω τὸν ἄνδρα ποιήσειν τῶν ἂν χρηίζωμεν„. ἐπὶ νεὸς Μυνδίης ἔτυχε οὐδεὶς φυλάσσων· ὁ δὲ δεινόν τι ποιησάμενος ἐκέλευσε τοὺς δορυφόρους ἐξευρόντας τὸν ἄρχοντα ταύτης τῆς νεός. αὐτὸς ἐλθὼν . Ἀρταφρένης μοι τυγχάνει ἐὼν φίλος· ὁ δὲ Ἀρταφρένης ὑμῖν Ὑστάσπεος μὲν ἐστὶ παῖς. πλὴν τῶν νεῶν τοῦ ἀριθμοῦ· ἀντὶ δὲ ἑκατὸν νεῶν διηκόσιαί τοι ἕτοιμοι ἔσονται ἅμα τῷ ἔαρι. ὑστέρῳ χρόνῳ τούτων ἡρμόσατο θυγατέρα. [4] “σὺ ἐς οἶκον τὸν βασιλέος ἐξηγητὴς γίνεαι πρηγμάτων ἀγαθῶν. τῶν δ᾽ ἐπιθαλασσίων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῇ ἄρχει πάντων. οὐκ ἐλάσσονι Κύπρου καὶ κάρτα εὐπετέι αἱρεθῆναι. ἀποδέξας δὲ Μεγαβάτην στρατηγὸν Ἀρταφρένης ἀπέστειλε τὸν στρατὸν παρὰ τὸν Ἀρισταγόρεα. ἔξω μὲν κεφαλὴν ποιεῦντας ἔσω δὲ τὸ σῶμα. σκῆψιν δὲ ποιεύμενος τὴν ξεινίην τὴν Ἱστιαίου. χρήματα δὲ ἔνι πολλὰ καὶ ἀνδράποδα. καὶ ταῦτα εὖ παραινέεις πάντα. 31. δεῖ δὲ τούτοισι καὶ αὐτὸν βασιλέα συνέπαινον γίνεσθαι„. περιχαρὴς ἐὼν ἀπήιε ἐς Μίλητον. ὅταν ἐπιφανέωσι ἐς τὴν Νάξον. παρεσκευάσατο μὲν διηκοσίας τριήρεας. ὡς ἐνθεῦτεν βορέῃ ἀνέμῳ ἐς τὴν Νάξον διαβάλοι. στρατηγὸν δὲ τούτων ἀπέδεξε Μεγαβάτην ἄνδρα Πέρσην τῶν Ἀχαιμενιδέων. τυγχάνων δὲ οὐδενὸς τῶν ἐδέετο.
ἐὸν ἐνθαῦτα. Ἱστιαῖος μέν νυν ταῦτα διανοεύμενος ἀπέπεμπε τὸν ἄγγελον. 34. 35. ὁ δὲ θυμωθεὶς τούτοισι. ἐδόκεε δὲ ὅμως ἀπίστασθαι. ὡς δὲ ἀνέφυσαν τάχιστα. καὶ αὐτῷ τῷ Ἀρισταγόρῃ προσαναισίμωτο πολλά. [2] καὶ οὗτοι μὲν παρεσκευάζοντο ὡς παρεσομένου σφι πολέμου· οἳ δ᾽ ἐπείτε διέβαλον ἐκ τῆς Χίου τὰς νέας ἐς τὴν Νάξον. οἱ γὰρ ὦν Νάξιοι οὐδὲν πάντως προσεδέκοντο ἐπὶ σφέας τὸν στόλον τοῦτον ὁρμήσεσθαι. ὡς καὶ πρότερόν μοι εἴρηται. [4] ὁ δὲ εἶπε “σοὶ δὲ καὶ τούτοισι τοῖσι πρήγμασι τί ἐστι. ἀπόστασιν. τὰ δὲ στίγματα ἐσήμαινε. αὐτίκα μὲν ἐσηνείκαντο τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ τεῖχος. τοῦ πλεῦνός τε ἐδέετο ἡ πολιορκίη.„ ταῦτα εἶπε ὁ Ἀρισταγόρης. ἐπεὶ μέντοι ἐπύθοντο. [3] ὡς δὲ τά τε ἔχοντες ἦλθον χρήματα οἱ Πέρσαι. πυθόμενος δὲ κάρτα δεινὸν ἐποιήσατο ὁ Μεγαβάτης καὶ ἐσπέρχετο τῷ Ἀρισταγόρῃ. σημαίνοντα ἀπίστασθαι Ἀρισταγόρην ἀπὸ βασιλέος. ἔπεμπε ἐς Νάξον πλοίῳ ἄνδρας φράσοντας τοῖσι Ναξίοισι πάντα τὰ παρεόντα σφι πρήγματα. πρὸς πεφραγμένους προσεφέροντο καὶ ἐπολιόρκεον μῆνας τέσσερας. . Ἀρισταγόρῃ δὲ συνέπιπτε τοῦ αὐτοῦ χρόνου πάντα ταῦτα συνελθόντα. 36. οὐ σὲ ἀπέστειλε Ἀρταφρένης ἐμέο πείθεσθαι καὶ πλέειν τῇ ἂν ἐγὼ κελεύω. [4] ταῦτα δὲ ὁ Ἱστιαῖος ἐποίεε συμφορὴν ποιεύμενος μεγάλην τὴν ἑωυτοῦ κατοχὴν τὴν ἐν Σούσοισι· ἀποστάσιος ὦν γινομένης πολλὰς εἶχε ἐλπίδας μετήσεσθαι ἐπὶ θάλασσαν. κελεύοντες ἀπίστασθαι· Ἑκαταῖος δ᾽ ὁ λογοποιὸς πρῶτα μὲν οὐκ ἔα πόλεμον βασιλέι τῶν Περσέων ἀναιρέεσθαι. πολλὰς εἶχε ἐλπίδας ἐπικρατήσειν τῆς θαλάσσης. καὶ τὸ τεῖχος ἐσάξαντο. ἐδόκεέ τε τὴν βασιληίην τῆς Μιλήτου ἀπαιρεθήσεσθαι. καὶ οὕτω αὐτούς τε ἕξειν τοῖσι χρήμασι χρᾶσθαι καὶ τοὺς πολεμίους οὐ συλήσειν αὐτά. μὴ δὲ νεώτερόν τι ποιεύσης τῆς Μιλήτου οὐδαμὰ ἐς αὐτὴν ἥξειν ἔτι ἐλογίζετο. ἐπεὰν δὲ ἀπίκηται ἐς Μίλητον. ἐνθαῦτα τείχεα τοῖσι φυγάσι τῶν Ναξίων οἰκοδομήσαντες ἀπαλλάσσοντο ἐς τὴν ἤπειρον κακῶς πρήσσοντες. ὡς νὺξ ἐγένετο. συλλαμβάνειν πειρᾶσθαι τοὺς ἐπὶ τῶν νεῶν ἐπιπλέοντας στρατηγούς. αὕτη μὲν δὴ οὐκ ἐνίκα ἡ γνώμη. παρεσκευάσαντο δὲ ὡς πολιορκησόμενοι καὶ σῖτα καὶ ποτά.ἔλυσε. [3] ὁ γὰρ Ἱστιαῖος βουλόμενος τῷ Ἀρισταγόρῃ σημῆναι ἀποστῆναι ἄλλως μὲν οὐδαμῶς εἶχε ἀσφαλέως σημῆναι ὥστε φυλασσομενέων τῶν ὁδῶν. Ἀρισταγόρης δὲ οὐκ εἶχε τὴν ὑπόσχεσιν τῷ Ἀρταφρένεϊ ἐκτελέσαι· ἅμα δὲ ἐπίεζέ μιν ἡ δαπάνη τῆς στρατιῆς ἀπαιτεομένη. ἀπέπεμπε ἐς Μίλητον ἐντειλάμενος αὐτῷ ἄλλο μὲν οὐδέν. ἐβουλεύετο ὦν μετὰ τῶν στασιωτέων. κελεύειν Ἀρισταγόρην ξυρήσαντά μιν τὰς τρίχας κατιδέσθαι ἐς τὴν κεφαλήν. δεύτερα συνεβούλευε ποιέειν ὅκως ναυκρατέες τῆς θαλάσσης ἔσονται. ταῦτα κατεδεδαπάνητό σφι. τί πολλὰ πρήσσεις. ὁ δὲ τῶν δούλων τὸν πιστότατον ἀποξυρήσας τὴν κεφαλὴν ἔστιξε καὶ ἀνέμεινε ἀναφῦναι τὰς τρίχας. [2] οἱ μὲν δὴ ἄλλοι πάντες γνώμην κατὰ τὠυτὸ ἐξεφέροντο. τὰ Κροῖσος ὁ Λυδὸς ἀνέθηκε. ἐπείτε δὲ οὐκ ἔπειθε. καταλέγων τά τε ἔθνεα πάντα τῶν ἦρχε Δαρεῖος καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ. ἐκφήνας τήν τε ἑωυτοῦ γνώμην καὶ τὰ παρὰ τοῦ Ἱστιαίου ἀπιγμένα. ἕνα τε αὐτῶν πλώσαντα ἐς Μυοῦντα ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ ἀπὸ τῆς Νάξου ἀπελθόν. ὡς δεδήλωταί μοι ἐν τῷ πρώτῳ τῶν λόγων. [4] τὰ δὲ χρήματα ἦν ταῦτα μεγάλα. ἀρρώδεέ τε τοῦ στρατοῦ πρήξαντος κακῶς καὶ Μεγαβάτῃ διαβεβλημένος. [3] ἄλλως μέν νυν οὐδαμῶς ἔφη λέγων ἐνορᾶν ἐσόμενον τοῦτο· ἐπίστασθαι γὰρ τὴν δύναμιν τῶν Μιλησίων ἐοῦσαν ἀσθενέα· εἰ δὲ τὰ χρήματα καταιρεθείη τὰ ἐκ τοῦ ἱροῦ τοῦ ἐν Βραγχίδῃσι. [2] ἀρρωδέων δὲ τούτων ἕκαστα ἐβουλεύετο ἀπόστασιν· συνέπιπτε γὰρ καὶ τὸν ἐστιγμένον τὴν κεφαλὴν ἀπῖχθαι ἐκ Σούσων παρὰ Ἱστιαίου.
ὑπ᾽ ἀπιστίης οἱ ἔφοροι τίκτουσαν τὴν γυναῖκα περιιζόμενοι ἐφύλαξαν. [2] ὥστε ὦν οὕτω φρονέων. τοὺς δ᾽ ἔλαβε τυράννους ἀπὸ τῶν νεῶν τῶν συμπλευσασέων ἐπὶ Νάξον. [2] τυράννων μέν νυν κατάπαυσις ἐγίνετο ἀνὰ τὰς πόλιας. φάμενοι αὐτὴν κομπέειν ἄλλως βουλομένην ὑποβαλέσθαι. 38. οὐ κατ᾽ ἀνδραγαθίην σχὼν ἀλλὰ κατὰ γένος. ταύτην ἀπέντα ἄλλην ἐσαγαγέσθαι· οὐδέ σφι πείσεσθαι. ἐπειδὴ ὅ τε Ἀναξανδρίδης ἀπέθανε καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι χρεώμενοι τῷ νόμῳ ἐστήσαντο βασιλέα τὸν . ἐοῦσα θυγάτηρ Πρινητάδεω τοῦ Δημαρμένου. πᾶν ἐπὶ Δαρείῳ μηχανώμενος.37. τὴν ἔχει γυναῖκα ἐοῦσαν ἀναμάρτητον ἑωυτῷ. ἐκείνους τε οὐ καλῶς συμβουλεύειν λεύειν παραινέοντας. 42. [2] τούτου δὲ τοιούτου ἐόντος. οὐκέτι ἔτικτε τὸ δεύτερον. οὕτω δὴ ἐκ τοῦ ἐμφανέος ὁ Ἀρισταγόρης ἀπεστήκεε. δεύτερα αὐτὸς ἐς Λακεδαίμονα τριήρεϊ ἀπόστολος ἐγίνετο· ἔδεε γὰρ δὴ συμμαχίης τινός οἱ μεγάλης ἐξευρεθῆναι. ἄλλον ἐς ἄλλην πόλιν παραδιδούς. παῖδες οὐκ ἐγίνοντο. τῆς δὲ Σπάρτης Ἀναξανδρίδης μὲν ὁ Λέοντος οὐκέτι περιεὼν ἐβασίλευε ἀλλὰ ἐτετελευτήκεε. Κλεομένης δὲ ὁ Ἀναξανδρίδεω εἶχε τὴν βασιληίην. σὺ δὲ ταῦτα ποίεε. ἐπείτε τοι οὐ τίκτει. Ἀναξανδρίδῃ γὰρ ἔχοντι γυναῖκα ἀδελφεῆς ἑωυτοῦ θυγατέρα. οἱ ἔφοροι εἶπαν ἐπικαλεσάμενοι αὐτὸν “εἴ τοι σὺ σεωυτοῦ μὴ προορᾷς. ὡς ἂν ἑκόντες αὐτῷ οἱ Μιλήσιοι συναπισταίατο. καὶ Ἀρισταγόρην Ἡρακλείδεω Κυμαῖον καὶ ἄλλους συχνούς. ποιέων οὐδαμῶς Σπαρτιητικά. σὺ δὲ ταύτῃ τε πάντα ὅσα νῦν παρέχεις πάρεχε καὶ ἄλλην πρὸς ταύτῃ ἐσάγαγε γυναῖκα τεκνοποιόν„. Κώην μέν νυν Μυτιληναῖοι ἐπείτε τάχιστα παρέλαβον. [3] ἣ δὲ ὡς ἔτεκε Δωριέα ἰθέως ἴσχει Λεωνίδην. ἔξεο. [2] ἔχουσαν δὲ αὐτὴν ἀληθεῖ λόγῳ οἱ τῆς ἐπελθούσης γυναικὸς οἰκήιοι πυθόμενοι ὤχλεον. χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διελθόντος ἡ ἐσύστερον ἐπελθοῦσα γυνὴ τίκτει τὸν δὴ Κλεομένεα τοῦτον. “ἐπεὶ τοίνυν τοι περιεχόμενόν σε ὁρῶμεν τῆς ἔχεις γυναικός. ἣ δὲ Κλεομένεα τεκοῦσα καὶ τὸ δεύτερον ἐπελθοῦσα γυνή. εὖ τε ἐπίστατο κατ᾽ ἀνδραγαθίην αὐτὸς σχήσων τὴν βασιληίην. καὶ ἐούσης ταύτης οἱ καταθυμίης. καὶ μετὰ τοῦτον ἰθέως ἴσχει Κλεόμβροτον· οἳ δὲ καὶ διδύμους λέγουσι Κλεόμβροτον καὶ Λεωνίδην γενέσθαι. 41. μετὰ δὲ γυναῖκας ἔχων δύο διξὰς ἱστίας οἴκεε. ἐξαγαγόντες κατέλευσαν. ἵνα μή τι ἀλλοῖον περὶ σεῦ Σπαρτιῆται βουλεύσωνται· [2] γυναικὸς μὲν τῆς ἔχεις οὐ προσδεόμεθά σευ τῆς ἐξέσιος. γένος τὸ Εὐρυσθένεος γενέσθαι ἐξίτηλον. Κυμαῖοι δὲ τὸν σφέτερον αὐτῶν ἀπῆκαν· ὣς δὲ καὶ ἄλλοι οἱ πλεῦνες ἀπίεσαν. ὁ μὲν δὴ Κλεομένης. 40. [2] καὶ πρῶτα μὲν λόγῳ μετεὶς τὴν τυραννίδα ἰσονομίην ἐποίεε τῇ Μιλήτῳ. δεινὰ δὲ ποιεύντων αὐτῶν. τῷ Δαρεῖος Μυτιλήνην ἐδωρήσατο. ἦν τε οὐ φρενήρης ἀκρομανής τε. ὃ δ᾽ ἀμείβετο φὰς τούτων οὐδέτερα ποιήσειν. πρὸς ταῦτα οἱ ἔφοροι καὶ οἱ γέροντες βουλευσάμενοι προσέφερον Ἀναξανδρίδῃ τάδε. 39. μετὰ δὲ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἰωνίῃ τὠυτὸ τοῦτο ἐποίεε. ἀποπεμφθέντος δὲ Ἰητραγόρεω κατ᾽ αὐτὸ τοῦτο καὶ συλλαβόντος δόλῳ Ὀλίατον Ἰβανώλλιος Μυλασσέα καὶ Ἱστιαῖον Τύμνεω Τερμερέα καὶ Κώην Ἐρξάνδρου. τοῦ χρόνου συντάμνοντος. τούτους δὲ φίλα βουλόμενος ποιέεσθαι τῇσι πόλισι ἐξεδίδου. ὅθεν εἴη ἕκαστος. ὡς λέγεται. ὁ δὲ Δωριεὺς ἦν τῶν ἡλίκων πάντων πρῶτος. ταῦτά κῃ λεγόντων συνεχώρησε ὁ Ἀναξανδρίδης. Ἀρισταγόρης δὲ ὁ Μιλήσιος ὡς τοὺς τυράννους κατέπαυσε. καὶ αὕτη τε ἔφεδρον βασιλέα Σπαρτιήτῃσι ἀπέφαινε. τοὺς μὲν ἐξελαύνων τῶν τυράννων. συντυχίῃ ταύτῃ χρησαμένη. ἄλλην δὲ γῆμον· καὶ ποιέων ταῦτα Σπαρτιήτῃσι ἁδήσεις„. καὶ μὴ ἀντίβαινε τούτοισι. ἀλλ᾽ ἡμῖν τοῦτ᾽ ἐστὶ οὐ περιοπτέον. στρατηγοὺς ἐν ἑκάστῃ τῶν πολίων κελεύσας ἑκάστους καταστῆσαι. καὶ ἡ προτέρη γυνὴ τὸν πρότερον χρόνον ἄτοκος ἐοῦσα τότε κως ἐκύησε. σύ νυν τὴν μὲν ἔχεις γυναῖκα.
ὁκοτέροισί τις πείθεται αὐτῶν. Συβαρῖται μὲν τέμενός τε καὶ νηὸν ἐόντα παρὰ τὸν ξηρὸν Κρᾶθιν. ἐκομίζετο παρὰ τὴν Ἰταλίην. Θεσσαλὸς καὶ Παραιβάτης καὶ Κελέης καὶ Εὐρυλέων· οἳ ἐπείτε ἀπίκοντο παντὶ στόλῳ ἐς τὴν Σικελίην. αἰτήσας λεὼν Σπαρτιήτας ἦγε ἐς ἀποικίην. ἐπ᾽ ὁ δὲ ἐστάλη ἐποίεε.πρεσβύτατον Κλεομένεα. συνέσπετο δὲ Δωριέι καὶ συναπέθανε Φίλιππος ὁ Βουτακίδεω Κροτωνιήτης ἀνήρ. ἐών τε Ὀλυμπιονίκης καὶ κάλλιστος Ἑλλήνων τῶν κατ᾽ ἑωυτόν. ἀπίει ἐς τὴν Λιβύην τὰ πλοῖα· κατηγέοντο δέ οἱ ἄνδρες Θηραῖοι. ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα ἐς Δελφοὺς οἴχετο χρησόμενος τῷ χρηστηρίῳ. [2] οἱ δ᾽ αὖ Κροτωνιῆται ἀποδεικνῦσι Καλλίῃ μὲν τῷ Ἠλείῳ ἐξαίρετα ἐν γῇ τῇ Κροτωνιήτιδι πολλὰ δοθέντα. τοὺς δὲ Κροτωνιήτας περιδεέας γενομένους δεηθῆναι Δωριέος σφίσι τιμωρῆσαι καὶ τυχεῖν δεηθέντας· συστρατεύεσθαί τε δὴ ἐπὶ Σύβαριν Δωριέα καὶ συνελεῖν τὴν Σύβαριν. συνέπλεον δὲ Δωριέι καὶ ἄλλοι συγκτίσται Σπαρτιητέων. ὡς λέγουσι Συβαρῖται. ψευσθεὶς δὲ τοῦ γάμου οἴχετο πλέων ἐς Κυρήνην. 44. [3] ἀπικόμενος δὲ ἐς Λιβύην οἴκισε χῶρον κάλλιστον τῶν Λιβύων παρὰ Κίνυπα ποταμόν. εἰ αἱρέει ἐπ᾽ ἣν στέλλεται χώρην· ἡ δὲ Πυθίη οἱ χρᾷ αἱρήσειν. εἷλε ἂν τὴν Ἐρυκίνην χώρην καὶ ἑλὼν κατέσχε. μαρτύρια δὲ τούτων ἑκάτεροι ἀποδεικνύουσι τάδε. τὰ καὶ ἐς ἐμὲ ἔτι ἐνέμοντο οἱ Καλλίεω ἀπόγονοι. 45. οὐδ᾽ ἂν αὐτός τε καὶ ἡ στρατιὴ διεφθάρη. [2] ταῦτα μέν νυν Συβαρῖται λέγουσι ποιῆσαι Δωριέα τε καὶ τοὺς μετ᾽ αὐτοῦ. [2] διὰ δὲ τὸ ἑωυτοῦ κάλλος ἠνείκατο . οὔτε τῷ ἐν Δελφοῖσι χρηστηρίῳ χρησάμενος ἐς ἥντινα γῆν κτίσων ἴῃ. τὸν χρόνον δὲ τοῦτον. καὶ πάρεστι. [2] συλλαβὼν δὲ οὗτος τῆς στρατιῆς τοὺς περιγενομένους ἔσχε Μινώην τὴν Σελινουσίων ἀποικίην. ἐπείτε οἱ τὰ ἱρὰ οὐ προεχώρεε χρηστὰ θυομένῳ ἐπὶ Κρότωνα. τὸν ἱδρύσασθαι συνελόντα τὴν πόλιν Δωριέα λέγουσι Ἀθηναίῃ ἐπωνύμῳ Κραθίῃ· τοῦτο δὲ αὐτοῦ Δωριέος τὸν θάνατον μαρτύριον μέγιστον ποιεῦνται. ταῦτα δὲ οὗτοι λέγουσι. ἐξελασθεὶς δὲ ἐνθεῦτεν τρίτῳ ἔτεϊ ὑπὸ Μακέων τε Λιβύων καὶ Καρχηδονίων ἀπίκετο ἐς Πελοπόννησον. Δωριέι δὲ καὶ τοῖσι Δωριέος ἀπογόνοισι οὐδέν. ὅτι παρὰ τὰ μεμαντευμένα ποιέων διεφθάρη· εἰ γὰρ δὴ μὴ παρέπρηξε μηδέν. ἐκ ταύτης δὲ ὁρμώμενος συνέσπετο οἰκηίῃ τε τριήρεϊ καὶ οἰκηίῃ ἀνδρῶν δαπάνῃ. σφέας τε αὐτοὺς καὶ Τῆλυν τὸν ἑωυτῶν βασιλέα ἐπὶ Κρότωνα μέλλειν στρατεύεσθαι. Κροτωνιῆται δὲ οὐδένα σφίσι φασὶ ξεῖνον προσεπιλαβέσθαι τοῦ πρὸς Συβαρίτας πολέμου εἰ μὴ Καλλίην τῶν Ἰαμιδέων μάντιν Ἠλεῖον μοῦνον. 47. τούτοισι προσχωρέειν. δοθῆναι ἄν οἱ πολλαπλήσια ἢ Καλλίῃ. ταῦτα μέν νυν ἑκάτεροι αὐτῶν μαρτύρια ἀποφαίνονται. 46. 43. ὁ Δωριεὺς δεινόν τε ποιεύμενος καὶ οὐκ ἀξιῶν ὑπὸ Κλεομένεος βασιλεύεσθαι. αὐτὸς τυραννίδι ἐπεχείρησε Σελινοῦντος καὶ ἐμουνάρχησε χρόνον ἐπ᾽ ὀλίγον· οἱ γάρ μιν Σελινούσιοι ἐπαναστάντες ἀπέκτειναν καταφυγόντα ἐπὶ Διὸς ἀγοραίου βωμόν. καίτοι εἰ συνεπελάβετό γε τοῦ Συβαριτικοῦ πολέμου Δωριεύς. φὰς τὴν Ἔρυκος χώρην πᾶσαν εἶναι Ἡρακλειδέων αὐτοῦ Ἡρακλέος κτησαμένου. παραλαβὼν δὲ Δωριεὺς τὸν στόλον τὸν καὶ ἐς Λιβύην ἦγε. καὶ τοῦτον τρόπῳ τοιῷδε· παρὰ Τήλυος τοῦ Συβαριτέων τυράννου ἀποδράντα ἀπικέσθαι παρὰ σφέας. ἀπέθανον μάχῃ ἑσσωθέντες ὑπό τε Φοινίκων καὶ Ἐγεσταίων· μοῦνος δὲ Εὐρυλέων τῶν συγκτιστέων περιεγένετο τούτου τοῦ πάθεος. καὶ συνελευθέρου Σελινουσίους τοῦ μουνάρχου Πειθαγόρεω· μετὰ δὲ ὡς τοῦτον κατεῖλε. ἐνθαῦτα δέ οἱ Ἀντιχάρης ἀνὴρ Ἐλεώνιος συνεβούλευσε ἐκ τῶν Λαΐου χρησμῶν Ἡρακλείην τὴν ἐν Σικελίῃ κτίζειν. οὔτε ποιήσας οὐδὲν τῶν νομιζομένων· οἷα δὲ βαρέως φέρων. ὃς ἁρμοσάμενος Τήλυος τοῦ Συβαρίτεω θυγατέρα ἔφυγε ἐκ Κρότωνος.
κατήκοντες ἐπὶ θάλασσαν τήνδε. ἄργυρος καὶ χαλκὸς καὶ ἐσθὴς ποικίλη καὶ ὑποζύγιά τε καὶ ἀνδράποδα· τὰ θυμῷ βουλόμενοι αὐτοὶ ἂν ἔχοιτε. ἐν τῇ δὴ παρὰ ποταμὸν τόνδε Χοάσπην κείμενα ἐστὶ τὰ Σοῦσα ταῦτα. τὴν ἐφέρετο ἐν τῷ πίνακι ἐντετμημένην. “Λυδῶν δέ„ ἔφη λέγων ὁ Ἀρισταγόρης “οἵδε ἔχονται Φρύγες οἱ πρὸς τὴν ἠῶ. “Κλεόμενες. δεικνὺς δὲ ἔλεγε ταῦτα ἐς τῆς γῆς τὴν περίοδον. [7] ἔχεται δὲ τούτων γῆ ἥδε Κισσίη. ἐβασίλευσε ἂν Λακεδαίμονος· οὐ γάρ τινα πολλὸν χρόνον ἦρξε ὁ Κλεομένης. [4] οὕτω εὐπετέες χειρωθῆναι εἰσί. ἀπὸ χρυσοῦ ἀρξαμένοισι. [6] Φρυγῶν δὲ ἔχονται Καππαδόκαι. 49. ἔτι δὲ τῶν λοιπῶν ὑμῖν. ἥ τε μάχη αὐτῶν ἐστὶ τοιήδε. τόξα καὶ αἰχμὴ βραχέα· ἀναξυρίδας δὲ ἔχοντες ἔρχονται ἐς τὰς μάχας καὶ κυρβασίας ἐπὶ τῇσι κεφαλῇσι. Δωριεὺς μέν νυν τρόπῳ τοιούτῳ ἐτελεύτησε· εἰ δὲ ἠνέσχετο βασιλευόμενος ὑπὸ Κλεομένεος καὶ κατέμενε ἐν Σπάρτῃ. εἶπε [3] “ὦ ξεῖνε Μιλήσιε. “ὦ ξεῖνε Μιλήσιε. θυγατέρα μούνην λιπών. λέγει δ᾽ ὦν τριῶν μηνῶν φὰς εἶναι τὴν ἄνοδον. [2] ὁ δὲ Ἀρισταγόρης τἆλλα ἐὼν σοφὸς καὶ διαβάλλων ἐκεῖνον εὖ ἐν τούτῳ ἐσφάλη· χρὲον γάρ μιν μὴ λέγειν τὸ ἐόν. καὶ τῶν χρημάτων οἱ θησαυροὶ ἐνθαῦτα εἰσί· ἑλόντες δὲ ταύτην τὴν πόλιν θαρσέοντες ἤδη τῷ Διὶ πλούτου πέρι ἐρίζετε. ἔστι δὲ καὶ ἀγαθὰ τοῖσι τὴν ἤπειρον ἐκείνην νεμομένοισι ὅσα οὐδὲ τοῖσι συνάπασι ἄλλοισι. ὁ δὲ ὑπαρπάσας τὸν ἐπίλοιπον λόγον τὸν ὁ Ἀρισταγόρης ὥρμητο λέγειν περὶ τῆς ὁδοῦ. τούτοισι δὲ πρόσουροι Κίλικες. ἀπαλλάσσεο ἐκ Σπάρτης πρὸ δύντος ἡλίου· οὐδένα γὰρ λόγον . εἴρετο ὁ Κλεομένης τὸν Ἀρισταγόρην ὁκοσέων ἡμερέων ἀπὸ θαλάσσης τῆς Ἰώνων ὁδὸς εἴη παρὰ βασιλέα. Ἀρμενίων δὲ Ματιηνοὶ χώρην τήνδε ἔχοντες. τοὺς ἡμεῖς Συρίους καλέομεν. τοῖσι οὔτε χρυσοῦ ἐχόμενον ἐστι οὐδὲν οὔτε ἀργύρου. τῶν πέρι καί τινα ἐνάγει προθυμίη μαχόμενον ἀποθνήσκειν· παρέχον δὲ τῆς Ἀσίης πάσης ἄρχειν εὐπετέως. ἔνθα βασιλεύς τε μέγας δίαιταν ποιέεται.„ [9] Ἀρισταγόρης μὲν ταῦτα ἔλεξε. σπουδὴν μὲν τὴν ἐμὴν μὴ θωμάσῃς τῆς ἐνθαῦτα ἀπίξιος· τὰ γὰρ κατήκοντα ἐστὶ τοιαῦτα· Ἰώνων παῖδας δούλους εἶναι ἀντ᾽ ἐλευθέρων ὄνειδος καὶ ἄλγος μέγιστον μὲν αὐτοῖσι ἡμῖν. [2] ἀπικνεόμενος δὲ ἐς λόγους ὁ Ἀρισταγόρης ἔλεγε πρὸς αὐτὸν τάδε.παρὰ Ἐγεσταίων τὰ οὐδεὶς ἄλλος· ἐπὶ γὰρ τοῦ τάφου αὐτοῦ ἡρώιον ἱδρυσάμενοι θυσίῃσι αὐτὸν ἱλάσκονται. ἐν τῇ ἥδε Κύπρος νῆσος κέεται· οἳ πεντακόσια τάλαντα βασιλέι τὸν ἐπέτειον φόρον ἐπιτελεῦσι. ὡς Λακεδαιμόνιοι λέγουσι. ἔχων χάλκεον πίνακα ἐν τῷ γῆς ἁπάσης περίοδος ἐνετέτμητο καὶ θάλασσά τε πᾶσα καὶ ποταμοὶ πάντες. ἀναβάλλομαί τοι ἐς τρίτην ἡμέρην ὑποκρινέεσθαι„. οἰκέοντές τε χώρην ἀγαθὴν καὶ πολυαργυρώτατοι ἐόντες„. Κιλίκων δὲ τῶνδε ἔχονται Ἀρμένιοι οἵδε. ἄλλο τι αἱρήσεσθε. εὐπετέως δὲ ὑμῖν ταῦτα οἷά τε χωρέειν ἐστί· οὔτε γὰρ οἱ βάρβαροι ἄλκιμοι εἰσί. πολυπροβατώτατοί τε ἐόντες πάντων τῶν ἐγὼ οἶδα καὶ πολυκαρπότατοι. καὶ οὗτοι ἐόντες πολυπρόβατοι. 48. βουλόμενόν γε Σπαρτιήτας ἐξαγαγεῖν ἐς τὴν Ἀσίην. ὅσῳ προέστατε τῆς Ἑλλάδος. 50. [8] ἀλλὰ περὶ μὲν χώρης ἄρα οὐ πολλῆς οὐδὲ οὕτω χρηστῆς καὶ οὔρων σμικρῶν χρεόν ἐστι ὑμέας μάχας ἀναβάλλεσθαι πρός τε Μεσσηνίους ἐόντας ἰσοπαλέας καὶ Ἀρκάδας τε καὶ Ἀργείους. τότε μὲν ἐς τοσοῦτον ἤλασαν· ἐπείτε δὲ ἡ κυρίη ἡμέρη ἐγένετο τῆς ὑποκρίσιος καὶ ἦλθον ἐς τὸ συγκείμενον. [5] κατοίκηνται δὲ ἀλλήλων ἐχόμενοι ὡς ἐγὼ φράσω. Κλεομένης δὲ ἀμείβετο τοῖσιδε. ἀπικνέεται δὲ ὦν ὁ Ἀρισταγόρης ὁ Μιλήτου τύραννος ἐς τὴν Σπάρτην Κλεομένεος ἔχοντος τὴν ἀρχήν· τῷ δὴ ἐς λόγους ἤιε. ἀλλ᾽ ἀπέθανε ἄπαις. [3] νῦν ὦν πρὸς θεῶν τῶν Ἑλληνίων ῥύσασθε Ἴωνας ἐκ δουλοσύνης ἄνδρας ὁμαίμονας. Ἰώνων μὲν τῶνδε οἵδε Λυδοί. ὑμεῖς τε τὰ ἐς τὸν πόλεμον ἐς τὰ μέγιστα ἀνήκετε ἀρετῆς πέρι. τῇ οὔνομα ἦν Γοργώ.
παρασάγγαι δὲ δύο καὶ τεσσεράκοντα καὶ ἥμισυ ἐστὶ ἐπὶ ποταμὸν Χοάσπην. διὰ μέν γε Λυδίης καὶ Φρυγίης σταθμοὶ τείνοντες εἴκοσι εἰσί. ποταμοὶ δὲ νηυσιπέρητοι τέσσερες διὰ ταύτης ῥέουσι. οὗτοι οἱ πάντες σταθμοί εἰσι ἕνδεκα καὶ ἑκατόν. εἰ δὲ ὀρθῶς μεμέτρηται ἡ ὁδὸς ἡ βασιληίη τοῖσι παρασάγγῃσι καὶ ὁ παρασάγγης δύναται τριήκοντα στάδια. ἀνανεύοντος δὲ τοῦ Κλεομένεος προέβαινε τοῖσι χρήμασι ὑπερβάλλων ὁ Ἀρισταγόρης. ἐθέλων σφέας ἀπὸ θαλάσσης τριῶν μηνῶν ὁδὸν ἀγαγεῖν„. ὥσπερ οὗτός γε δύναται ταῦτα. ἐκ Σαρδίων στάδια ἐστὶ ἐς τὰ βασιλήια τὰ Μεμνόνια καλεόμενα πεντακόσια καὶ τρισχίλια καὶ μύρια. τὰς διεξελάσαι πᾶσα ἀνάγκη καὶ οὕτω διεκπερᾶν τὸν ποταμόν. οὖρος δὲ Κιλικίης καὶ τῆς Ἀρμενίης ἐστὶ ποταμὸς νηυσιπέρητος. ἐσελθὼν δὲ ἔσω ἅτε ἱκετεύων ἐπακοῦσαι ἐκέλευε τὸν Κλεομένεα ἀποπέμψαντα τὸ παιδίον· προσεστήκεε γὰρ δὴ τῷ Κλεομένεϊ ἡ θυγάτηρ. ἐν δὲ τῇ Ἀρμενίῃ σταθμοὶ μὲν εἰσὶ καταγωγέων πεντεκαίδεκα. καὶ φυλακτήριον μέγα ἐπ᾽ αὐτῷ. οὕτω τῷ Μιλησίῳ Ἀρισταγόρῃ εἴπαντι πρὸς Κλεομένεα τὸν Λακεδαιμόνιον εἶναι τριῶν μηνῶν τὴν ἄνοδον τὴν παρὰ βασιλέα ὀρθῶς εἴρητο. 53. [3] ὅ τε δὴ Κλεομένης ἡσθεὶς τοῦ παιδίου τῇ παραινέσι ἤιε ἐς ἕτερον οἴκημα. ἤν οἱ ἐπιτελέσῃ τῶν ἐδέετο. [2] ἐκδέκεται δὲ ἐκ τῆς Φρυγίης ὁ Ἅλυς ποταμός. ἢν μὴ ἀποστὰς ἴῃς„. τοὺς πᾶσα ἀνάγκη διαπορθμεῦσαι ἐστί.εὐεπέα λέγεις Λακεδαιμονίοισι. ἐόντα καὶ τοῦτον νηυσιπέρητον· ἐπ᾽ ᾧ Σοῦσα πόλις πεπόλισται. 51. παρασάγγαι δὲ τέσσερες καὶ ἑκατόν. εἰ δέ τις τὸ ἀτρεκέστερον τούτων ἔτι δίζηται. διαφθερέει σε ὁ ξεῖνος. τῇ οὔνομα ἦν Γοργώ· τοῦτο δέ οἱ καὶ μοῦνον τέκνον ἐτύγχανε ἐὸν ἐτέων ὀκτὼ ἢ ἐννέα ἡλικίην. οὐδέ οἱ ἐξεγένετο ἐπὶ πλέον ἔτι σημῆναι περὶ τῆς ἀνόδου τῆς παρὰ βασιλέα. ἐπ᾽ ᾧ πύλαι τε ἔπεισι. πρῶτος μὲν Τίγρης. καὶ φυλακτήριον ἐν αὐτοῖσι. Κλεομένης δὲ λέγειν μιν ἐκέλευε τὰ βούλεται μηδὲ ἐπισχεῖν τοῦ παιδίου εἵνεκα. πεντήκοντα δὲ καὶ ἑκατὸν στάδια ἐπ᾽ ἡμέρῃ ἑκάστῃ διεξιοῦσι ἀναισιμοῦνται ἡμέραι ἀπαρτὶ ἐνενήκοντα. 52. [6] ἐκ δὲ ταύτης ἐς τὴν Κισσίην χώρην μεταβαίνοντι ἕνδεκα σταθμοί. καὶ ὁ Ἀρισταγόρης ἀπαλλάσσετο τὸ παράπαν ἐκ τῆς Σπάρτης. ὁ δ᾽ ὕστερον ἐκ Ματιηνῶν· [5] ὁ δὲ τέταρτος τῶν ποταμῶν οὔνομα ἔχει Γύνδης. τῷ οὔνομα Εὐφρήτης. τὸν Κῦρος διέλαβε κοτὲ ἐς διώρυχας ἑξήκοντα καὶ τριηκοσίας. διαβάντι δὲ ἐς τὴν Καππαδοκίην καὶ ταύτῃ πορευομένῳ μέχρι οὔρων τῶν Κιλικίων σταθμοὶ δυῶν δέοντες εἰσὶ τριήκοντα. ὁ μὲν Κλεομένης ταῦτα εἴπας ἤιε ἐς τὰ οἰκία. ἔχει γὰρ ἀμφὶ τῇ ὁδῷ ταύτῃ ὧδε· σταθμοί τε πανταχῇ εἰσι βασιλήιοι καὶ καταλύσιες κάλλισται. ὁ δὲ Ἀρισταγόρης λαβὼν ἱκετηρίην ἤιε ἐς τοῦ Κλεομένεος. μετὰ δὲ δεύτερός τε καὶ τρίτος ὡυτὸς ὀνομαζόμενος. [4] ἐκ δὲ ταύτης τῆς Ἀρμενίης ἐς βάλλοντι ἐς τὴν Ματιηνὴν γῆν σταθμοί εἰσι τέσσερες καὶ τριήκοντα. παρασάγγαι δὲ ἑπτὰ καὶ τριήκοντα καὶ ἑκατόν. παρασαγγέων ἐόντων πεντήκοντα καὶ τετρακοσίων. [2] καὶ δὴ λέγω σταδίους εἶναι τοὺς . 54. παρασάγγαι δὲ πεντεκαίδεκα καὶ ἥμισυ. ἐγὼ καὶ τοῦτο σημανέω· τὴν γὰρ ἐξ Ἐφέσου ἐς Σάρδις ὁδὸν δεῖ προσλογίσασθαι ταύτῃ. [3] ταῦτα δὲ διεξελάσαντι καὶ διὰ τῆς Κιλικίης ὁδὸν ποιευμένῳ τρεῖς εἱσι σταθμοί. διὰ οἰκεομένης τε ἡ ὁδὸς ἅπασα καὶ ἀσφαλέος. παρασάγγαι δὲ τέσσερες καὶ ἐνενήκοντα καὶ ἥμισυ. οὐκ ὡυτὸς ἐὼν ποταμὸς οὐδὲ ἐκ τοῦ αὐτοῦ ῥέων· ὁ μὲν γὰρ πρότερον αὐτῶν καταλεχθεὶς ἐξ Ἀρμενίων ῥέει. [2] ἐνθαῦτα δὴ ὁ Ἀρισταγόρης ἄρχετο ἐκ δέκα ταλάντων ὑπισχνεόμενος. ἐπὶ δὲ τοῖσι τούτων οὔροισι διξάς τε πύλας διεξελᾷς καὶ διξὰ φυλακτήρια παραμείψεαι. παρασάγγαι δὲ ἓξ καὶ πεντήκοντα καὶ ἥμισυ. καταγωγαὶ μέν νυν σταθμῶν τοσαῦται εἰσὶ ἐκ Σαρδίων ἐς Σοῦσα ἀναβαίνοντι. ἐς οὗ πεντήκοντά τε τάλαντα ὑπεδέδεκτο καὶ τὸ παιδίον ηὐδάξατο “πάτερ.
ὅτι κοτὲ ἐν σπάνι βύβλων ἐχρέωντο διφθέρῃσι αἰγέῃσί τε καὶ οἰέῃσι· ἔτι δὲ καὶ τὸ κατ᾽ ἐμὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων ἐς τοιαύτας διφθέρας γράφουσι. [2] ταῦτα δέ. Ἱππίεω δὲ τοῦ τυράννου ἀδελφεόν. μεταρρυθμίσαντες σφέων ὀλίγα ἐχρέωντο. 57. ἡλικίην κατὰ Οἰδίπουν τὸν Λαΐου. [3] καὶ τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες. οἱ δὲ Γεφυραῖοι. ἡ μέν νυν ὄψις τοῦ Ἱππάρχου ἐνυπνίου ἦν ἥδε· ἐν τῇ προτέρῃ νυκτὶ τῶν Παναθηναίων ἐδόκεε ὁ Ἵππαρχος ἄνδρα οἱ ἐπιστάντα μέγαν καὶ εὐειδέα αἰνίσσεσθαι τάδε τὰ ἔπεα. οἴκεον δὲ τῆς χώρης ταύτης ἀπολαχόντες τὴν Ταναγρικὴν μοῖραν. οἱ δὲ Φοίνικες οὗτοι οἱ σὺν Κάδμῳ ἀπικόμενοι. ὡς ἡμέρη ἐγένετο τάχιστα. Ἀθηναῖοι δὲ σφέας ἐπὶ ῥητοῖσι ἐδέξαντο σφέων αὐτῶν εἶναι πολιήτας. φανερὸς ἦν ὑπερτιθέμενος ὀνειροπόλοισι· μετὰ δὲ ἀπειπάμενος τὴν ὄψιν ἔπεμπε τὴν πομπήν. ἐπὶ τρίποσι τισὶ ἐγκεκολαμμένα. ἐσαγαγόντων Φοινίκων ἐς τὴν Ἑλλάδα.πάντας ἀπὸ θαλάσσης τῆς Ἑλληνικῆς μέχρι Σούσων (τοῦτο γὰρ Μεμνόνειον ἄστυ καλέεται). ὥσπερ καὶ τὸ δίκαιον ἔφερε. τλῆθι λέων ἄτλητα παθὼν τετληότι θυμῷ· οὐδεὶς ἀνθρώπων ἀδικῶν τίσιν οὐκ ἀποτίσει. 58. ἀπελαυνόμενος δὲ ὁ Ἀρισταγόρης ἐκ τῆς Σπάρτης ἤιε ἐς τὰς Ἀθήνας γενομένας τυράννων ὧδε ἐλευθέρας. ἐγεγόνεσαν ἐξ Ἐρετρίης τὴν ἀρχήν. ἦσαν Φοίνικες τῶν σὺν Κάδμῳ ἀπικομένων Φοινίκων ἐς γῆν τὴν νῦν Βοιωτίην καλεομένην. τῶν ἦσαν οἱ φονέες οἱ Ἱππάρχου. ἰδόντα ὄψιν ἐνυπνίου τῷ ἑωυτοῦ πάθεϊ ἐναργεστάτην κτείνουσι Ἀριστογείτων καὶ Ἁρμόδιος. τῶν ἦσαν οἱ Γεφυραῖοι. εἶδον δὲ καὶ αὐτὸς Καδμήια γράμματα ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ Ἰσμηνίου ἐν Θήβῃσι τῇσι Βοιωτῶν. ὁ μὲν δὴ εἷς τῶν τριπόδων ἐπίγραμμα ἔχει ἀμφιτρύων μ᾽ ἀνέθηκ᾽ ἐνάρων ἀπὸ Τηλεβοάων. εἰ δὴ οὗτός γε ἐστὶ ὁ ἀναθεὶς καὶ μὴ ἄλλος τὠυτὸ οὔνομα ἔχων τῷ Ἱπποκόωντος. [2] περιοίκεον δὲ σφέας τὰ πολλὰ τῶν χώρων τοῦτον τὸν χρόνον Ἑλλήνων Ἴωνες. ἐν τῇ δὴ τελευτᾷ. . Φοινικήια κεκλῆσθαι. ἐπεὶ Ἵππαρχον τὸν Πεισιστράτου. 55. οἱ Γεφυραῖοι οὗτοι δεύτερα ὑπὸ Βοιωτῶν ἐξαναστάντες ἐτράποντο ἐπ᾽ Ἀθηνέων. 59. ταῦτα ἡλικίην εἴη ἂν κατὰ Λάιον τὸν Λαβδάκου τοῦ Πολυδώρου τοῦ Κάδμου. πρῶτα μὲν τοῖσι καὶ ἅπαντες χρέωνται Φοίνικες· μετὰ δὲ χρόνου προβαίνοντος ἅμα τῇ φωνῇ μετέβαλλον καὶ τὸν ῥυθμὸν τῶν γραμμάτων. 60. 56. ὡς μὲν αὐτοὶ λέγουσι. ὡς δὲ ἐγὼ ἀναπυνθανόμενος εὑρίσκω. τὰ πολλὰ ὅμοια ἐόντα τοῖσι Ἰωνικοῖσι. τεσσεράκοντα καὶ τετρακισχιλίους καὶ μυρίους· οἱ γὰρ ἐξ Ἑφέσου ἐς Σάρδις εἰσὶ τεσσεράκοντα καὶ πεντακόσιοι στάδιοι. ἄλλα τε πολλὰ οἰκήσαντες ταύτην τὴν χώρην ἐσήγαγον διδασκάλια ἐς τοὺς Ἕλληνας καὶ δὴ καὶ γράμματα. οὐκ ἐόντα πρὶν Ἕλλησι ὡς ἐμοὶ δοκέειν. οἳ παραλαβόντες διδαχῇ παρὰ τῶν Φοινίκων τὰ γράμματα. ἕτερος δὲ τρίπους ἐν ἑξαμέτρῳ τόνῳ λέγει Σκαῖος πυγμαχέων με ἑκηβόλῳ Ἀπόλλωνι νικήσας ἀνέθηκε τεῒν περικαλλὲς ἄγαλμα. χρεώμενοι δὲ ἐφάτισαν. γένος ἐόντες τὰ ἀνέκαθεν Γεφυραῖοι. [2] ἐνθεῦτεν δὲ Καδμείων πρότερον ἐξαναστάντων ὑπ᾽ Ἀργείων. μετὰ ταῦτα ἐτυραννεύοντο Ἀθηναῖοι ἐπ᾽ ἔτεα τέσσερα οὐδὲν ἧσσον ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἢ πρὸ τοῦ. πολλῶν τεῶν καὶ οὐκ ἀξιαπηγήτων ἐπιτάξαντες ἔργεσθαι. Σκαῖος δ᾽ ἂν εἴη ὁ Ἱπποκόωντος. καὶ οὕτω τρισὶ ἡμέρῃσι μηκύνεται ἡ τρίμηνος ὁδός.
οἱ δὲ Γεφυραῖοι ὑπολειφθέντες ὕστερον ὑπὸ Βοιωτῶν ἀναχωρέουσι ἐς Ἀθήνας· καί σφι ἱρά ἐστι ἐν Ἀθήνῃσι ἱδρυμένα. ἐμηχανῶντο τοιάδε· [4] κείραντες τῶν Φαληρέων τὸ πεδίον καὶ ἱππάσιμον ποιήσαντες τοῦτον τὸν χῶρον ἐπῆκαν τῷ στρατοπέδῳ τὴν ἵππον· ἐμπεσοῦσα δὲ διέφθειρε ἄλλους τε πολλοὺς τῶν Λακεδαιμονίων καὶ δὴ καὶ τὸν Ἀγχιμόλιον· τοὺς δὲ περιγενομένους αὐτῶν ἐς τὰς νέας κατεῖρξαν. ἀλλὰ προσέπταιον μεγάλως πειρώμενοι κατιέναι τε καὶ ἐλευθεροῦν τὰς Ἀθήνας.61. οὗτοι οἱ ἄνδρες ἐν Δελφοῖσι κατήμενοι ἀνέπειθον τὴν Πυθίην χρήμασι. σὺν στρατῷ ἐξελῶντα Πεισιστρατίδας ἐξ Ἀθηνέων ὅμως καὶ ξεινίους σφι ἐόντας τὰ μάλιστα· τὰ γὰρ τοῦ θεοῦ πρεσβύτερα ἐποιεῦντο ἢ τὰ τῶν ἀνδρῶν· πέμπουσι δὲ τούτους κατὰ θάλασσαν πλοίοισι. 64. πέμπουσι Ἀγχιμόλιον τὸν Ἀστέρος. τῶν οὐδὲν μέτα τοῖσι λοιποῖσι Ἀθηναίοισι. καὶ Ἀγχιμολίου εἰσὶ ταφαὶ τῆς Ἀττικῆς Ἀλωπεκῆσι. 63. Θεσσαλοὶ δέ σφι δεομένοισι ἀπέπεμψαν κοινῇ γνώμῃ χρεώμενοι χιλίην τε ἵππον καὶ τὸν βασιλέα τὸν σφέτερον Κινέην ἄνδρα Κονιαῖον· τοὺς ἐπείτε ἔσχον συμμάχους οἱ Πεισιστρατίδαι. Κλεομένης δὲ ἀπικόμενος ἐς τὸ ἄστυ ἅμα Ἀθηναίων τοῖσι βουλομένοισι εἶναι ἐλευθέροισι ἐπολιόρκεε τοὺς τυράννους ἀπεργμένους ἐν τῷ Πελασγικῷ τείχεϊ. ἐπείτε σφι ἅμα τοῖσι ἄλλοισι Ἀθηναίων φυγάσι πειρωμένοισι κατὰ τὸ ἰσχυρὸν οὐ προεχώρεε κάτοδος. Λειψύδριον τὸ ὑπὲρ Παιονίης τειχίσαντες. ὡς τυράννων ἐλευθερώθησαν Ἀθηναῖοι. τόν τε νηὸν ἐξεργάσαντο τοῦ παραδείγματος κάλλιον τά τε ἄλλα καὶ συγκειμένου σφι πωρίνου λίθου ποιέειν τὸν νηόν. [3] οἷα δὲ χρημάτων εὖ ἥκοντες καὶ ἐόντες ἄνδρες δόκιμοι ἀνέκαθεν ἔτι. μετὰ δὲ Λακεδαιμόνιοι μέζω στόλον στείλαντες ἀπέπεμψαν ἐπὶ τὰς Ἀθήνας. προφέρειν σφι τὰς Ἀθήνας ἐλευθεροῦν. στρατηγὸν τῆς στρατιῆς ἀποδέξαντες βασιλέα Κλεομένεα τὸν Ἀναξανδρίδεω. Ἀλκμεωνίδαι γένος ἐόντες Ἀθηναῖοι καὶ φεύγοντες Πεισιστρατίδας. 65. ἐνθαῦτα οἱ Ἀλκμεωνίδαι πᾶν ἐπὶ τοῖσι Πεισιστρατίδῃσι μηχανώμενοι παρ᾽ Ἀμφικτυόνων τὸν νηὸν μισθοῦνται τὸν ἐν Δελφοῖσι. 62. οἱ δὲ Πεισιστρατίδαι προπυνθανόμενοι ταῦτα ἐπεκαλέοντο ἐκ Θεσσαλίης ἐπικουρίην· ἐπεποίητο γάρ σφι συμμαχίη πρὸς αὐτούς. ἀγχοῦ τοῦ Ἡρακλείου τοῦ ἐν Κυνοσάργεϊ. οὐκέτι κατὰ θάλασσαν στείλαντες ἀλλὰ κατ᾽ ἤπειρον· [2] τοῖσι ἐσβαλοῦσι ἐς τὴν Ἀττικὴν χώρην ἡ τῶν Θεσσαλῶν ἵππος πρώτη προσέμιξε καὶ οὐ μετὰ πολλὸν ἐτράπετο. ἄλλα τε κεχωρισμένα τῶν ἄλλων ἱρῶν καὶ δὴ καὶ Ἀχαιίης Δήμητρος ἱρόν τε καὶ ὄργια. [3] ὃ μὲν δὴ προσσχὼν ἐς Φάληρον τὴν στρατιὴν ἀπέβησε. ὁ μὲν δὴ πρῶτος στόλος ἐκ Λακεδαίμονος οὕτω ἀπήλλαξε. [2] Λακεδαιμόνιοι δέ. τῶν ἦσαν οἱ Ἱππάρχου φονέες. ὅκως ἔλθοιεν Σπαρτιητέων ἄνδρες εἴτε ἰδίῳ στόλῳ εἴτε δημοσίῳ χρησόμενοι. [2] ἐπὶ τούτου δὴ τοῦ Λαοδάμαντος τοῦ Ἐτεοκλέος μουναρχέοντος ἐξανιστέαται Καδμεῖοι ὑπ᾽ Ἀργείων καὶ τρέπονται ἐς τοὺς Ἐγχελέας. τοῦτον ἐξοικοδομῆσαι. ὡς ὦν δὴ οἱ Ἀθηναῖοι λέγουσι. ὥς σφι αἰεὶ τὠυτὸ πρόφαντον ἐγίνετο. [2] Ἱππίεω τυραννεύοντος καὶ ἐμπικραινομένου Ἀθηναίοισι διὰ τὸν Ἱππάρχου θάνατον. οἵ τε Πεισιστρατίδαι σίτοισι καὶ ποτοῖσι εὖ . τὸν νῦν ἐόντα τότε δὲ οὔκω. ἐόντα τῶν ἀστῶν ἄνδρα δόκιμον. τρίτος δὲ τρίπους λέγει καὶ οὗτος ἐν ἑξαμέτρῳ Λαοδάμας τρίποδ᾽ αὐτὸς ἐυσκόπῳ Ἀπόλλωνι μουναρχέων ἀνέθηκε τεῒν περικαλλὲς ἄγαλμα. καὶ σφεων ἔπεσον ὑπὲρ τεσσεράκοντα ἄνδρας· οἱ δὲ περιγενόμενοι ἀπαλλάσσοντο ὡς εἶχον εὐθὺς ἐπὶ Θεσσαλίης. Παρίου τὰ ἔμπροσθε αὐτοῦ ἐξεποίησαν. ἀπήγηταί μοι· δεῖ δὲ πρὸς τούτοισι ἔτι ἀναλαβεῖν τὸν κατ᾽ ἀρχὰς ἤια λέξων λόγον. ἡ μὲν δὴ ὄψις τοῦ Ἱππάρχου ἐνυπνίου καὶ οἱ Γεφυραῖοι ὅθεν ἐγεγόνεσαν. καὶ οὐδέν τι πάντως ἂν ἐξεῖλον Πεισιστρατίδας οἱ Λακεδαιμόνιοι· οὔτε γὰρ ἐπέδρην ἐπενόεον ποιήσασθαι.
[4] ἐπὶ τούτου δὲ καὶ τὠυτὸ οὔνομα ἀπεμνημόνευσε Ἱπποκράτης τῷ παιδὶ θέσθαι τὸν Πεισίστρατον. παρέστησαν δὲ ἐπὶ μισθῷ τοῖσι τέκνοισι. ὡς δέ οἱ ἐξευρῆσθαι ἐδόκεε. [4] ἐπείτε δέ οἱ τὸ τέμενος ἀπέδεξε. τοῦτον ἐπεθύμησε ὁ Κλεισθένης ἐόντα Ἀργεῖον ἐκβαλεῖν ἐκ τῆς χώρης. ἡρώιον γὰρ ἦν καὶ ἔστι ἐν αὐτῇ τῇ ἀγορῇ τῶν Σικυωνίων Ἀδρήστου τοῦ Ταλαοῦ. [2] ἐλθὼν δὲ ἐς Δελφοὺς ἐχρηστηριάζετο εἰ ἐκβάλοι τὸν Ἄδρηστον· ἡ δὲ Πυθίη οἱ χρᾷ φᾶσα Ἄδρηστον μὲν εἶναι Σικυωνίων βασιλέα. ἑσσούμενος δὲ ὁ Κλεισθένης τὸν δῆμον προσεταιρίζεται. πρὶν ἢ Ἰωνίην τε ἀποστῆναι ἀπὸ Δαρείου καὶ Ἀρισταγόρεα τὸν Μιλήσιον ἀπικόμενον ἐς Ἀθήνας χρηίσαι σφέων βοηθέειν. Κλεισθένης δὲ χοροὺς μὲν τῷ Διονύσῳ ἀπέδωκε. [2] τοῦτο δὲ ὡς ἐγένετο. ταῦτα δέ. πολιορκήσαντές τε ἂν ἡμέρας ὀλίγας ἀπαλλάσσοντο ἐς τὴν Σπάρτην. ἄρξαντες μὲν Ἀθηναίων ἐπ᾽ ἔτεα ἕξ τε καὶ τριήκοντα. ἀπελθὼν ὀπίσω ἐφρόντιζε μηχανὴν τῇ αὐτὸς ὁ Ἄδρηστος ἀπαλλάξεται. οἳ πρότερον ἐπήλυδες ἐόντες ἐγένοντο Ἀθηναίων βασιλέες. [5] τά τε δὴ ἄλλα οἱ Σικυώνιοι ἐτίμων τὸν Ἄδρηστον καὶ δὴ πρὸς τὰ πάθεα αὐτοῦ τραγικοῖσι χοροῖσι ἐγέραιρον. ὥστε ἐν πέντε ἡμέρῃσι ἐκχωρῆσαι ἐκ τῆς Ἀττικῆς. ἐκ τῶν αὐτῶν γεγονότες καὶ οἱ ἀμφὶ Κόδρον τε καὶ Μέλανθον.παρεσκευάδατο. καὶ Ἰσαγόρης Τισάνδρου οἰκίης μὲν ἐὼν δοκίμου. ὁ δὲ Ἄδρηστος ἦν Πολύβου θυγατριδέος. τὴν δὲ ἄλλην θυσίην Μελανίππῳ. ταῦτα πρῶτα φράσω. πέμψας ἐς Θήβας τὰς Βοιωτίας ἔφη θέλειν ἐπαγαγέσθαι Μελάνιππον τὸν Ἀστακοῦ· οἱ δὲ Θηβαῖοι ἔδοσαν. ὅς περ δὴ λόγον ἔχει τὴν Πυθίην ἀναπεῖσαι. ὅτι Ἀργεῖοί τε καὶ Ἄργος τὰ πολλὰ πάντα ὑμνέαται· τοῦτο δέ. τὸν δὲ Ἄδρηστον. νῦν δὲ συντυχίη τοῖσι μὲν κακὴ ἐπεγένετο. ἐοῦσαι καὶ πρὶν μεγάλαι. [3] ἐπαγαγόμενος δὲ ὁ Κλεισθένης τὸν Μελάνιππον τέμενός οἱ ἀπέδεξε ἐν αὐτῷ τῷ πρυτανηίῳ καί μιν ἵδρυσε ἐνθαῦτα ἐν τῷ ἰσχυροτάτῳ. 66. [3] μετὰ δὲ ἐξεχώρησαν ἐς Σίγειον τὸ ἐπὶ τῷ Σκαμάνδρῳ. ἐπ᾽ οἷσι ἐβούλοντο οἱ Ἀθηναῖοι. οἱ δὲ Σικυώνιοι ἐώθεσαν μεγαλωστὶ κάρτα τιμᾶν τὸν Ἄδρηστον· ἡ γὰρ χώρη ἦν αὕτη Πολύβου. ἐόντες δὲ καὶ οὗτοι ἀνέκαθεν Πύλιοί τε καὶ Νηλεῖδαι. δοκέειν ἐμοί. τότε ἀπαλλαχθεῖσαι τυράννων ἐγίνοντο μέζονες· ἐν δὲ αὐτῇσι δύο ἄνδρες ἐδυνάστευον. θυσίας τε καὶ ὁρτὰς Ἀδρήστου ἀπελόμενος ἔδωκε τῷ Μελανίππῳ. Ἀθῆναι. μετὰ δὲ τετραφύλους ἐόντας Ἀθηναίους δεκαφύλους ἐποίησε. τοῖσι δὲ ἡ αὐτὴ αὕτη σύμμαχος· ὑπεκτιθέμενοι γὰρ ἔξω τῆς χώρης οἱ παῖδες τῶν Πεισιστρατιδέων ἥλωσαν. [2] οὗτοι οἱ ἄνδρες ἐστασίασαν περὶ δυνάμιος. ἐπηγάγετο δὲ τὸν Μελάνιππον ὁ Κλεισθένης ( καὶ γὰρ τοῦτο δεῖ ἀπηγήσασθαι) ὡς ἔχθιστον ἐόντα Ἀδρήστῳ. Κλεισθένης τε ἀνὴρ Ἀλκμεωνίδης. τῶν Ἴωνος παίδων Γελέοντος καὶ Αἰγικόρεος καὶ Ἀργάδεω καὶ Ὅπλητος ἀπαλλάξας τὰς ἐπωνυμίας. ξεῖνον ἐόντα προσέθετο. Κλεισθένης γὰρ Ἀργείοισι πολεμήσας τοῦτο μὲν ῥαψῳδοὺς ἔπαυσε ἐν Σικυῶνι ἀγωνίζεσθαι τῶν Ὁμηρείων ἐπέων εἵνεκα. ἐξευρὼν δὲ ἑτέρων ἡρώων ἐπωνυμίας ἐπιχωρίων. πάντα αὐτῶν τὰ πρήγματα συνετετάρακτο. . ἐπεὶ δὲ ὁ θεὸς τοῦτό γε οὐ παρεδίδου. ἄπαις δὲ Πόλυβος τελευτῶν διδοῖ Ἀδρήστῳ τὴν ἀρχήν. πάρεξ Αἴαντος· τοῦτον δὲ ἅτε ἀστυγείτονα καὶ σύμμαχον. κεῖνον δὲ λευστῆρα. ὃς τόν τε ἀδελφεόν οἱ Μηκιστέα ἀπεκτόνεε καὶ τὸν γαμβρὸν Τυδέα. [5] οὕτω μὲν Ἀθηναῖοι τυράννων ἀπαλλάχθησαν· ὅσα δὲ ἐλευθερωθέντες ἔρξαν ἢ ἔπαθον ἀξιόχρεα ἀπηγήσιος. τὸν μὲν Διόνυσον οὐ τιμῶντες. ἐμιμέετο ὁ Κλεισθένης οὗτος τὸν ἑωυτοῦ μητροπάτορα Κλεισθένεα τὸν Σικυῶνος τύραννον. ἀτὰρ τὰ ἀνέκαθεν οὐκ ἔχω φράσαι· θύουσι δὲ οἱ συγγενέες αὐτοῦ Διὶ Καρίῳ. 67. ἐπὶ τοῦ Νέστορος Πεισιστράτου ποιεύμενος τὴν ἐπωνυμίην.
πρὶν ἢ τὰς θύρας αὐτὸν ἀμεῖψαι. ἐν δὲ . Ἀθηναίων δὲ οἱ λοιποὶ τὰ αὐτὰ φρονήσαντες ἐπολιόρκεον αὐτοὺς ἡμέρας δύο· τῇ δὲ τρίτῃ ὑπόσπονδοι ἐξέρχονται ἐκ τῆς χώρης ὅσοι ἦσαν αὐτῶν Λακεδαιμόνιοι. ὁ δὲ εἶπε “ὦ γύναι. ὅ τε Κλεομένης καὶ ὁ Ἰσαγόρης καὶ οἱ στασιῶται αὐτοῦ καταλαμβάνουσι τὴν ἀκρόπολιν. τά οἱ ὑπέθετο ὁ Ἰσαγόρης. ἤιε ἐς τὸ ἄδυτον τῆς θεοῦ ὡς προσερέων· ἡ δὲ ἱρείη ἐξαναστᾶσα ἐκ τοῦ θρόνου. οὗτοι μὲν δὴ Ἀρχέλαοι ἐκαλέοντο. ὑπεγγύους πλὴν θανάτου· φονεῦσαι δὲ αὐτοὺς αἰτίη ἔχει Ἀλκμεωνίδας. ἕτεροι δὲ Χοιρεᾶται. τετάρτους δὲ αὐτοῖσι προσέθεντο ἐπὶ τοῦ Ἀδρήστου παιδὸς Αἰγιαλέος τὴν ἐπωνυμίην ποιεύμενοι κεκλῆσθαι Αἰγιαλέας. αὐτὸς δὲ οὐ μετεῖχε οὐδ᾽ οἱ φίλοι αὐτοῦ. ἐν τῷ μέρεϊ δὲ ἑσσούμενος ὁ Ἰσαγόρης ἀντιτεχνᾶται τάδε· ἐπικαλέεται Κλεομένεα τὸν Λακεδαιμόνιον γενόμενον ἑωυτῷ ξεῖνον ἀπὸ τῆς Πεισιστρατιδέων πολιορκίης· τὸν δὲ Κλεομένεα εἶχε αἰτίη φοιτᾶν παρὰ τοῦ Ἰσαγόρεω τὴν γυναῖκα. οἱ μὲν γὰρ Ἀλκμεωνίδαι καὶ οἱ συστασιῶται αὐτῶν εἶχον αἰτίην τοῦ φόνου τούτου. μετὰ δὲ οὐδὲν ἧσσον παρῆν ἐς τὰς Ἀθήνας ὁ Κλεομένης οὐ σὺν μεγάλῃ χειρί. ἵνα μὴ σφίσι αἱ αὐταὶ ἔωσι φυλαὶ καὶ Ἴωσι. [2] τούτοισι τοῖσι οὐνόμασι τῶν φυλέων ἐχρέωντο οἱ Σικυώνιοι καὶ ἐπὶ Κλεισθένεος ἄρχοντος καὶ ἐκείνου τεθνεῶτος ἔτι ἐπ᾽ ἔτεα ἑξήκοντα· μετέπειτα μέντοι λόγον σφίσι δόντες μετέβαλον ἐς τοὺς Ὑλλέας καὶ Παμφύλους καὶ Δυμανάτας. οὐ δυνάμενος δὲ ἐπικρατῆσαι ἱκέτης ἵζετο πρὸς τὸ ἄγαλμα. ταῦτα μέν νυν ὁ Σικυώνιος Κλεισθένης ἐπεποιήκεε· ὁ δὲ δὴ Ἀθηναῖος Κλεισθένης ἐὼν τοῦ Σικυωνίου τούτου θυγατριδέος καὶ τὸ οὔνομα ἐπὶ τούτου ἔχων. ἐπετελέετο δὲ τῷ Κλεομένεϊ ἡ φήμη. δέκαχα δὲ καὶ τοὺς δήμους κατένειμε ἐς τὰς φυλάς· ἦν τε τὸν δῆμον προσθέμενος πολλῷ κατύπερθε τῶν ἀντιστασιωτέων. ταῦτα μὲν ἐς Ἄδρηστόν οἱ ἐπεποίητο. δοκέειν ἐμοὶ καὶ οὗτος ὑπεριδὼν Ἴωνας. ἕτεροι δὲ Ὑᾶται. 71. τὸν ὁμώνυμον Κλεισθένεα ἐμιμήσατο. οἱ δ᾽ ἐναγέες Ἀθηναίων ὧδε ὠνομάσθησαν. ἵνα δὴ μὴ αἱ αὐταὶ ἔωσι τοῖσι Σικυωνίοισι καὶ τοῖσι Ἀργείοισι. 69.68. ἔνθα καὶ πλεῖστον κατεγέλασε τῶν Σικυωνίων· ἐπὶ γὰρ ὑός τε καὶ ὄνου τὰς ἐπωνυμίας μετατιθεὶς αὐτὰ τὰ τελευταῖα ἐπέθηκε. [2] ὡς γὰρ δὴ τὸν Ἀθηναίων δῆμον πρότερον ἀπωσμένον τότε πάντων πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μοῖραν προσεθήκατο. εἶπε “ὦ ξεῖνε Λακεδαιμόνιε. πλὴν τῆς ἑωυτοῦ φυλῆς· ταύτῃ δὲ τὸ οὔνομα ἀπὸ τῆς ἑωυτοῦ ἀρχῆς ἔθετο. οἵ περ ἔνεμον τότε τὰς Ἀθήνας. [4] ὃ μὲν δὴ τῇ κλεηδόνι οὐδὲν χρεώμενος ἐπεχείρησέ τε καὶ τότε πάλιν ἐξέπιπτε μετὰ τῶν Λακεδαιμονίων· τοὺς δὲ ἄλλους Ἀθηναῖοι κατέδησαν τὴν ἐπὶ θανάτῳ. [2] τούτους ἀνιστᾶσι μὲν οἱ πρυτάνιες τῶν ναυκράρων. Κλεομένης δὲ ὡς πέμπων ἐξέβαλλε Κλεισθένεα καὶ τοὺς ἐναγέας. τοὺς ἐναγέας ἐπιλέγων· ταῦτα δὲ πέμπων ἔλεγε ἐκ διδαχῆς τοῦ Ἰσαγόρεω. 70. ἦν Κύλων τῶν Ἀθηναίων ἀνὴρ Ὀλυμπιονίκης· οὗτος ἐπὶ τυραννίδι ἐκόμησε. Κλεισθένης μὲν αὐτὸς ὑπεξέσχε. [3] ὡς γὰρ ἀνέβη ἐς τὴν ἀκρόπολιν μέλλων δὴ αὐτὴν κατασχήσειν. μετέβαλε ἐς ἄλλα οὐνόματα. τριηκοσίοισι δὲ τοῖσι Ἰσαγόρεω στασιώτῃσι τὰς ἀρχὰς ἐνεχείριζε. [2] ἀντισταθείσης δὲ τῆς βουλῆς καὶ οὐ βουλομένης πείθεσθαι. ἀλλ᾽ οὐ Δωριεύς εἰμι ἀλλ᾽ Ἀχαιός„. [2] τὰ μὲν δὴ πρῶτα πέμπων ὁ Κλεομένης ἐς τὰς Ἀθήνας κήρυκα ἐξέβαλλε Κλεισθένεα καὶ μετ᾽ αὐτοῦ ἄλλους πολλοὺς Ἀθηναίων. ταῦτα πρὸ τῆς Πεισιστράτου ἡλικίης ἐγένετο. ἀπικόμενος δὲ ἀγηλατέει ἑπτακόσια ἐπίστια Ἀθηναίων. πάλιν χώρεε μηδὲ ἔσιθι ἐς τὸ ἱρόν· οὐ γὰρ θεμιτὸν Δωριεῦσι παριέναι ἐνθαῦτα„. 72. φυλὰς δὲ τὰς Δωριέων. προσποιησάμενος δὲ ἑταιρηίην τῶν ἡλικιωτέων καταλαβεῖν τὴν ἀκρόπολιν ἐπειρήθη. ταῦτα δὲ ποιήσας δεύτερα τὴν βουλὴν καταλύειν ἐπειρᾶτο. ἄλλοι δὲ Ὀνεᾶται. τὰς φυλὰς μετωνόμασε καὶ ἐποίησε πλεῦνας ἐξ ἐλασσόνων· δέκα τε δὴ φυλάρχους ἀντὶ τεσσέρων ἐποίησε.
74. Ἀθηναῖοι δὲ μετὰ ταῦτα Κλεισθένεα καὶ τὰ ἑπτακόσια ἐπίστια τὰ διωχθέντα ὑπὸ Κλεομένεος μεταπεμψάμενοι πέμπουσι ἀγγέλους ἐς Σάρδις. [3] τότε δὴ ἐν τῇ Ἐλευσῖνι ὁρῶντες οἱ λοιποὶ τῶν συμμάχων τούς τε βασιλέας τῶν Λακεδαιμονίων οὐκ ὁμολογέοντας καὶ Κορινθίους ἐκλιπόντας τὴν τάξιν. Ἀθηναίοισι δὲ ἰδοῦσι τοὺς Βοιωτοὺς ἔδοξε πρότερον τοῖσι Βοιωτοῖσι ἢ τοῖσι Χαλκιδεῦσι ἐπιχειρέειν. τῆς δὲ αὐτῆς ταύτης ἡμέρης οἱ Ἀθηναῖοι διαβάντες ἐς τὴν Εὔβοιαν συμβάλλουσι καὶ τοῖσι Χαλκιδεῦσι. βουλόμενοι τὴν συμμαχίην ποιήσασθαι. τέταρτον δὲ τότε ὅτε ἐς Ἐλευσῖνα Κλεομένης ἄγων Πελοποννησίους ἐσέβαλε. [2] ἀπὸ δὲ ταύτης τῆς διχοστασίης ἐτέθη νόμος ἐν Σπάρτῃ μὴ ἐξεῖναι ἕπεσθαι ἀμφοτέρους τοὺς βασιλέας ἐξιούσης στρατιῆς· τέως γὰρ ἀμφότεροι εἵποντο· παραλυομένου δὲ τούτων τοῦ ἑτέρου καταλείπεσθαι καὶ τῶν Τυνδαριδέων τὸν ἕτερον· πρὸ τοῦ γὰρ δὴ καὶ οὗτοι ἀμφότεροι ἐπίκλητοί σφι ἐόντες εἵποντο. 77. νικήσαντες δὲ καὶ τούτους τετρακισχιλίους κληρούχους ἐπὶ τῶν ἱπποβοτέων τῇ χώρῃ . συμμαχίην βουλόμενοι ποιήσασθαι πρὸς Πέρσας· ἠπιστέατο γὰρ σφίσι Λακεδαιμονίους τε καὶ Κλεομένεα ἐκπεπολεμῶσθαι. [3] οἱ δὲ ἄγγελοι ἐπὶ σφέων αὐτῶν βαλόμενοι διδόναι ἔφασαν. οἴχοντο καὶ αὐτοὶ ἀπαλλασσόμενοι. Πελοποννησίοισι δὲ ἐοῦσι ἐν Ἐλευσῖνι ἀντία ἔθεντο τὰ ὅπλα. τοῦ ἔργα χειρῶν τε καὶ λήματος ἔχοιμ᾽ ἂν μέγιστα καταλέξαι. καίπερ ἀμφιβολίῃ ἐχόμενοι. ἀπαλλάσσεσθαι αὐτοὺς ἐκέλευε. οὕτω τέταρτον τότε Δωριέες ἐσέβαλον ἐς Ἀθήνας. Κορίνθιοι μὲν πρῶτοι σφίσι αὐτοῖσι δόντες λόγον ὡς οὐ ποιέοιεν δίκαια μετεβάλλοντό τε καὶ ἀπαλλάσσοντο. μελλόντων δὲ συνάψειν τὰ στρατόπεδα ἐς μάχην. Ἀθηναῖοι δέ. εἰ δὲ μὴ διδοῦσι. δίς τε ἐπὶ πολέμῳ ἐσβαλόντες καὶ δὶς ἐπ᾽ ἀγαθῷ τοῦ πλήθεος τοῦ Ἀθηναίων. Βοιωτῶν μὲν καὶ Χαλκιδέων ἐς ὕστερον ἔμελλον μνήμην ποιήσεσθαι. μετὰ δὲ Δημάρητος ὁ Ἀρίστωνος. διαλυθέντος ὦν τοῦ στόλου τούτου ἀκλεῶς. πυθόμενος δὲ πρὸς τῶν ἀγγέλων ἀπεκορύφου σφι τάδε· εἰ μὲν διδοῦσι βασιλέι Δαρείῳ Ἀθηναῖοι γῆν τε καὶ ὕδωρ. Βοιωτοὶ δὲ τοῖσι Χαλκιδεῦσι βοηθέουσι ἐπὶ τὸν Εὔριπον. τίσασθαι τε ἐθέλων τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων καὶ Ἰσαγόρην βουλόμενος τύραννον καταστῆσαι· συνεξῆλθε γάρ οἱ οὗτος ἐκ τῆς ἀκροπόλιος. Ἀρταφρένης ὁ Ὑστάσπεος Σαρδίων ὕπαρχος ἐπειρώτα τίνες ἐόντες ἄνθρωποι καὶ κοῦ γῆς οἰκημένοι δεοίατο Περσέων σύμμαχοι γενέσθαι. κάρτα δὲ πολλοὺς φονεύσαντες ἑπτακοσίους αὐτῶν ἐζώγρησαν. 76. [2] ἀπικομένων δὲ τῶν ἀγγέλων ἐς τὰς Σάρδις καὶ λεγόντων τὰ ἐντεταλμένα. ἐνθαῦτα Ἀθηναῖοι τίνυσθαι βουλόμενοι πρῶτα στρατηίην ποιεῦνται ἐπὶ Χαλκιδέας. Χαλκιδέες τε ἐπὶ τὰ ἕτερα ἐσίνοντο ἐπιόντες χώρους τῆς Ἀττικῆς. 73. Κλεομένης δὲ ἐπιστάμενος περιυβρίσθαι ἔπεσι καὶ ἔργοισι ὑπ᾽ Ἀθηναίων συνέλεγε ἐκ πάσης Πελοποννήσου στρατόν. πρῶτον μὲν ὅτε καὶ Μέγαρα κατοίκισαν· οὗτος ὁ στόλος ἐπὶ Κόδρου βασιλεύοντος Ἀθηναίων ὀρθῶς ἂν καλέοιτο· δεύτερον δὲ καὶ τρίτον ὅτε ἐπὶ Πεισιστρατιδέων ἐξέλασιν ὁρμηθέντες ἐκ Σπάρτης ἀπίκοντο. τέταρτον δὴ τοῦτο ἐπὶ τὴν Ἀττικὴν ἀπικόμενοι Δωριέες. οὗτοι μέν νυν δεδεμένοι ἐτελεύτησαν. οὐ φράζων ἐς τὸ συλλέγει. καὶ οἱ Βοιωτοὶ ἀπὸ συνθήματος Οἰνόην αἱρέουσι καὶ Ὑσιὰς δήμους τοὺς ἐσχάτους τῆς Ἀττικῆς. [2] συμβάλλουσί τε δὴ τοῖσι Βοιωτοῖσι οἱ Ἀθηναῖοι καὶ πολλῷ ἐκράτησαν. [2] Κλεομένης τε δὴ στόλῳ μεγάλῳ ἐσέβαλε ἐς Ἐλευσῖνα. ὁ δὲ συμμαχίην σφι συνετίθετο. ἐὼν καὶ οὗτος βασιλεὺς Σπαρτιητέων καὶ συνεξαγαγών τε τὴν στρατιὴν ἐκ Λακεδαίμονος καὶ οὐκ ἐὼν διάφορος ἐν τῷ πρόσθε χρόνῳ Κλεομένεϊ. οὗτοι μὲν δὴ ἀπελθόντες ἐς τὴν ἑωυτῶν αἰτίας μεγάλας εἶχον.αὐτοῖσι καὶ Τιμησίθεον τὸν Δελφόν. 75.
ἡ δὲ Πυθίη ἀπὸ σφέων μὲν αὐτῶν οὐκ ἔφη αὐτοῖσι εἶναι τίσιν. 79. κρεμάμεναι ἐκ τειχέων περιπεφλευσμένων πυρὶ ὑπὸ τοῦ Μήδου. [3] ὅσους δὲ καὶ τούτων ἐζώγρησαν. τῶν δὲ ἀνδρῶν ἐδέοντο. τοιαῦτα ἐπιλεγομένων εἶπε δή κοτε μαθών τις “ἐγώ μοι δοκέω συνιέναι τὸ θέλει λέγειν ἡμῖν τὸ μαντήιον. ἔθνεα Βοιωτῶν καὶ Χαλκιδέων δαμάσαντες παῖδες Ἀθηναίων ἔργμασιν ἐν πολέμου. Ἀθηναῖοι μέν νυν ηὔξηντο. . [2] Αἰγινῆται δὲ εὐδαιμονίῃ τε μεγάλῃ ἐπαερθέντες καὶ ἔχθρης παλαιῆς ἀναμνησθέντες ἐχούσης ἐς Ἀθηναίους. Θῃβαῖοι δὲ μετὰ ταῦτα ἐς θεὸν ἔπεμπον. δηλοῖ ὦν ταῦτα ὅτι κατεχόμενοι μὲν ἐθελοκάκεον ὡς δεσπότῃ ἐργαζόμενοι. δεσμῷ ἐν ἀχλυόεντι σιδηρέῳ ἔσβεσαν ὕβριν· τῶν ἵππους δεκάτην Παλλάδι τάσδ᾽ ἔθεσαν. ἀνεκρέμασαν ἐς τὴν ἀκρόπολιν· αἵ περ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦσαν περιεοῦσαι. 78. τὰς δὲ πέδας αὐτῶν. [2] ἐπειρώτεον ὦν οἱ Ἐπιδαύριοι κότερα χαλκοῦ ποιέωνται τὰ ἀγάλματα ἢ λίθου· ἡ δὲ Πυθίη οὐδέτερα τούτων ἔα. ἡ δὲ ἔχθρη ἡ προοφειλομένη ἐς Ἀθηναίους ἐκ τῶν Αἰγινητέων ἐγένετο ἐξ ἀρχῆς τοιῆσδε. 80. τότε Θηβαίων δεηθέντων πόλεμον ἀκήρυκτον Ἀθηναίοισι ἐπέφερον· [3] ἐπικειμένων γὰρ αὐτῶν Βοιωτοῖσι. αὐτίκα πέμψαντες ἐδέοντο Αἰγινητέων ἐπικαλεόμενοι κατὰ τὸ χρηστήριόν σφι βοηθέειν. οὗτοι μέν νυν ταῦτα ἔπρησσον. [4] καὶ τῶν λύτρων τὴν δεκάτην ἀνέθηκαν ποιησάμενοι τέθριππον χάλκεον· τὸ δὲ ἀριστερῆς χειρὸς ἕστηκε πρῶτον ἐσιόντι ἐς τὰ προπύλαια τὰ ἐν τῇ ἀκροπόλι· ἐπιγέγραπται δέ οἱ τάδε. πειρησαμένων δὲ τῶν Θηβαίων κατὰ τὴν συμμαχίην τῶν Αἰακιδέων καὶ τρηχέως περιεφθέντων ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων. ἅμα τοῖσι Βοιωτῶν ἐζωγρημένοισι εἶχον ἐν φυλακῇ ἐς πέδας δήσαντες· χρόνῳ δὲ ἔλυσαν σφέας δίμνεως ἀποτιμησάμενοι. [2] ἀπελθόντων ὦν τῶν θεοπρόπων. εἶπαν οἱ Θηβαῖοι ἀκούσαντες τούτων “οὐκ ὦν ἄγχιστα ἡμέων οἰκέουσι Ταναγραῖοί τε καὶ Κορωναῖοι καὶ Θεσπιέες. Ἀσωποῦ λέγονται γενέσθαι θυγατέρες Θήβη τε καὶ Αἴγινα· τουτέων ἀδελφεῶν ἐουσέων. περὶ ταύτης ὦν τῆς συμφορῆς οἱ Ἐπιδαύριοι ἐχρέωντο ἐν Δελφοῖσι· ἡ δὲ Πυθίη σφέας ἐκέλευε Δαμίης τε καὶ Αὐξησίης ἀγάλματα ἱδρύσασθαι καί σφι ἱδρυσαμένοισι ἄμεινον συνοίσεσθαι. ἀλλὰ μᾶλλον μὴ οὐ τοῦτο ᾖ τὸ χρηστήριον„. ἀντίον δὲ τοῦ μεγάρου τοῦ πρὸς ἑσπέρην τετραμμένου. ἐν τῇσι ἐδεδέατο. βουλόμενοι τίσασθαι Ἀθηναίους. ἀπαλλαχθέντες δὲ τυράννων μακρῷ πρῶτοι ἐγένοντο. [2] καὶ οὐ γάρ τις ταύτης ἀμείνων γνώμη ἐδόκεε φαίνεσθαι.λείπουσι. εἰ καὶ Ἀθηναῖοι τυραννευόμενοι μὲν οὐδαμῶν τῶν σφέας περιοικεόντων ἦσαν τὰ πολέμια ἀμείνους. ἀλλὰ ξύλου ἡμέρης ἐλαίης. ὡς ἐόντων ἀγχίστων· οἳ δέ σφι αἰτέουσι ἐπικουρίην τοὺς Αἰακίδας συμπέμπειν ἔφασαν. Ἐπιδαυρίοισι ἡ γῆ καρπὸν οὐδένα ἀνεδίδου. οἱ δὲ ἱπποβόται ἐκαλέοντο οἱ παχέες τῶν Χαλκιδέων. ἐς πολύφημον δὲ ἐξενείκαντας ἐκέλευε τῶν ἄγχιστα δέεσθαι. αὖτις οἱ Θηβαῖοι πέμψαντες τοὺς μὲν Αἰακίδας σφι ἀπεδίδοσαν. ἐπιπλώσαντες μακρῇσι νηυσὶ ἐς τὴν Ἀττικὴν κατὰ μὲν ἔσυραν Φάληρον κατὰ δὲ τῆς ἄλλης παραλίης πολλοὺς δήμους. δοκέω ἡμῖν Αἰγινητέων δέεσθαι τὸν θεὸν χρῇσαι τιμωρητήρων γενέσθαι„. ἐξέφερον τὸ χρηστήριον ἁλίην ποιησάμενοι· ὡς ἐπυνθάνοντο δὲ λεγόντων αὐτῶν τῶν ἄγχιστα δέεσθαι. 82. ἐλευθερωθέντων δὲ αὐτὸς ἕκαστος ἑωυτῷ προεθυμέετο κατεργάζεσθαι. ποιεῦντες δὲ ταῦτα μεγάλως Ἀθηναίους ἐσικνέοντο. καὶ οὗτοί γε ἅμα ἡμῖν αἰεὶ μαχόμενοι προθύμως συνδιαφέρουσι τὸν πόλεμον· τί δεῖ τούτων γε δέεσθαι. δηλοῖ δὲ οὐ κατ᾽ ἓν μοῦνον ἀλλὰ πανταχῇ ἡ ἰσηγορίη ὡς ἔστι χρῆμα σπουδαῖον. 81.
καί σφεα ἐκόμισάν τε καὶ ἱδρύσαντο τῆς σφετέρης χώρης ἐς τὴν μεσόγαιαν. Αἰγινῆται δὲ οὐ μιῇ νηὶ ἀπικέσθαι Ἀθηναίους· μίαν μὲν γὰρ καὶ ὀλίγῳ πλεῦνας μιῆς.ἐδέοντο ὦν οἱ Ἐπιδαύριοι Ἀθηναίων ἐλαίην σφι δοῦναι ταμέσθαι. ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες. Ἀθηναῖοι μὲν οὕτω γενέσθαι λέγουσι. [2] οὐ δυναμένους δὲ τούτῳ τῷ τρόπῳ αὐτῶν κρατῆσαι. [2] ἅτε δὲ ἐόντες διάφοροι ἐδηλέοντο αὐτούς. ἀλλὰ τοὺς ἔχοντας αὐτὰ Αἰγινήτας πρήσσεσθαι ἐκέλευον. καὶ ἥκειν βοηθέοντας σφίσι τοὺς Ἀργείους καὶ λαθεῖν τε ἐξ Ἐπιδαύρου διαβάντας ἐς τὴν νῆσον καὶ οὐ προακηκοόσι . 85. κλεφθέντων δὲ τῶνδε τῶν ἀγαλμάτων οἱ Ἐπιδαύριοι τοῖσι Ἀθηναίοισι τὰ συνέθεντο οὐκ ἐπετέλεον. παθόντας δὲ τοῦτο κτείνειν ἀλλήλους ἅτε πολεμίους. καὶ τὸν ἀπὸ τούτου χρόνον διατελέειν οὕτω ἔχοντα. [2] οὐκ ἔχουσι δὲ τοῦτο διασημῆναι ἀτρεκέως. ἀποβάντας ἀπὸ τῶν νεῶν τραπέσθαι πρὸς τὰ ἀγάλματα. περιβαλόντας σχοινία ἕλκειν τὰ ἀγάλματα. οὔτε εἰ ἥσσονες συγγινωσκόμενοι εἶναι τῇ ναυμαχίῃ κατὰ τοῦτο εἶξαν. ἐπεὶ δὲ ἐστερῆσθαι αὐτῶν. οὐ δυναμένους δὲ ἀνασπάσαι ἐκ τῶν βάθρων αὐτὰ οὕτω δὴ περιβαλομένους σχοινία ἕλκειν. [3] οἳ δὲ ἐπὶ τοῖσιδε δώσειν ἔφασαν ἐπ᾽ ᾧ ἀπάξουσι ἔτεος ἑκάστου τῇ Ἀθηναίῃ τε τῇ Πολιάδι ἱρὰ καὶ τῷ Ἐρεχθέι. καὶ εἰ σφίσι μὴ ἔτυχον ἐοῦσαι νέες. [2] πρὸς ταῦτα οἱ Ἀθηναῖοι ἐς Αἴγιναν πέμψαντες ἀπαίτεον τὰ ἀγάλματα· οἱ δὲ Αἰγινῆται ἔφασαν σφίσι τε καὶ Ἀθηναίοισι εἶναι οὐδὲν πρῆγμα. ἐς ὃ ἐκ πάντων ἕνα λειφθέντα ἀνακομισθῆναι αὐτὸν ἐς Φάληρον. Ἀθηναῖοι μέν νυν λέγουσι μετὰ τὴν ἀπαίτησιν ἀποσταλῆναι τριήρεϊ μιῇ τῶν ἀστῶν τούτους οἳ ἀποπεμφθέντες ἀπὸ τοῦ κοινοῦ καὶ ἀπικόμενοι ἐς Αἴγιναν τὰ ἀγάλματα ταῦτα ὡς σφετέρων ξύλων ἐόντα ἐπειρῶντο ἐκ τῶν βάθρων ἐξανασπᾶν. τῇ Οἴη μὲν ἐστὶ οὔνομα. ἐπιτελέειν τὰ συνέθεντο. 83. ἄλλῳ δὲ τεῷ· ἐς γούνατα γάρ σφι αὐτὰ πεσεῖν. τὰς δὲ ἐπιχωρίας γυναῖκας. τοῦτον δ᾽ ἔτι τὸν χρόνον καὶ πρὸ τοῦ Αἰγινῆται Ἐπιδαυρίων ἤκουον τά τε ἄλλα καὶ δίκας διαβαίνοντες ἐς Ἐπίδαυρον ἐδίδοσάν τε καὶ ἐλάμβανον παρ᾽ ἀλλήλων οἱ Αἰγινῆται· τὸ δὲ ἀπὸ τοῦδε νέας τε πηξάμενοι καὶ ἀγνωμοσύνῃ χρησάμενοι ἀπέστησαν ἀπὸ τῶν Ἐπιδαυρίων. 84. ἱρωτάτας δὴ κείνας νομίζοντες εἶναι. πέμψαντες δὲ οἱ Ἀθηναῖοι ἐμήνιον τοῖσι Ἐπιδαυρίοισι· οἳ δὲ ἀπέφαινον λόγῳ ὡς οὐκ ἀδικέοιεν· ὅσον μὲν γὰρ χρόνον εἶχον τὰ ἀγάλματα ἐν τῇ χώρῃ. χορηγῶν ἀποδεικνυμένων ἑκατέρῃ τῶν δαιμόνων δέκα ἀνδρῶν· κακῶς δὲ ἠγόρευον οἱ χοροὶ ἄνδρα μὲν οὐδένα. ὥστε θαλασσοκράτορες ἐόντες. ἑτοίμους Ἀργείους ποιέεσθαι. οὔτε εἰ βουλόμενοι ποιῆσαι οἷόν τι καὶ ἐποίησαν. ἐς οὗ ἑλκόμενα τὰ ἀγάλματα ἀμφότερα τὠυτὸ ποιῆσαι. 86. καὶ δὴ καὶ τὰ ἀγάλματα ταῦτα τῆς τε Δαμίης καὶ τῆς Αὐξησίης ὑπαιρέονται αὐτῶν. ἦσαν δὲ καὶ τοῖσι Ἐπιδαυρίοισι αἱ αὐταὶ ἱροεργίαι· εἰσὶ δέ σφι καὶ ἄρρητοι ἱρουργίαι. τούς τε δὴ Ἀθηναίους ἀποβεβάναι ἐς τὴν Αἰγιναίην. αὐτοὶ δέ σφι εἶξαι καὶ οὐ ναυμαχῆσαι. καί σφι ἕλκουσι βροντήν τε καὶ ἅμα τῇ βροντῇ σεισμὸν ἐπιγενέσθαι· τοὺς δὲ τριηρίτας τοὺς ἕλκοντας ὑπὸ τούτων ἀλλοφρονῆσαι. στάδια δὲ μάλιστά κῃ ἀπὸ τῆς πόλιος ὡς εἴκοσι ἀπέχει. [4] Ἀθηναίους μὲν δὴ ταῦτα ποιέειν· σφέας δὲ Αἰγινῆται λέγουσι πυθομένους τοὺς Ἀθηναίους ὡς μέλλοιεν ἐπὶ σφέας στρατεύεσθαι. λέγεται δὲ καὶ ὡς ἐλαῖαι ἦσαν ἄλλοθι γῆς οὐδαμοῦ κατὰ χρόνον ἐκεῖνον ἢ ἐν Ἀθήνῃσι. καταινέσαντες δὲ ἐπὶ τούτοισι οἱ Ἐπιδαύριοι τῶν τε ἐδέοντο ἔτυχον καὶ ἀγάλματα ἐκ τῶν ἐλαιέων τουτέων ποιησάμενοι ἱδρύσαντο· καὶ ἥ τε γῆ σφι ἔφερε καρπὸν καὶ Ἀθηναίοισι ἐπετέλεον τὰ συνέθεντο. ἀπαμύνεσθαι ἂν εὐπετέως· ἀλλὰ πολλῇσι νηυσὶ ἐπιπλέειν σφίσι ἐπὶ τὴν χώρην. ἐπείτε σφι οὐδεὶς ἐς μάχην κατίστατο. [3] ἱδρυσάμενοι δὲ ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ θυσίῃσί τε σφέα καὶ χοροῖσι γυναικηίοισι κερτομίοισι ἱλάσκοντο. [3] Ἀθηναίους μέν νυν. οὐ δίκαιον εἶναι ἀποφέρειν ἔτι. ἵνα σφέα ἀνακομίσωνται.
τοὺς ἔκτηντο μὲν πρότερον οἱ Πεισιστρατίδαι. τῷ μὲν Αἰακῷ τέμενος ἀπέδεξαν τοῦτο τὸ νῦν ἐπὶ τῆς ἀγορῆς ἵδρυται. τριήκοντα δὲ ἔτεα οὐκ ἀνέσχοντο ἀκούσαντες ὅκως χρεὸν εἴη ἐπισχεῖν πεπονθότας ὑπ᾽ Αἰγινητέων ἀνάρσια. προθύμως τῶν περὶ τὰ ἀγάλματα γενομένων ἀναμιμνησκόμενοι οἱ Αἰγινῆται ἐβοήθεον τοῖσι Βοιωτοῖσι. κομισθεὶς ἄρα ἐς τὰς Ἀθήνας ἀπήγγελλε τὸ πάθος· πυθομένας δὲ τὰς γυναῖκας τῶν ἐπ᾽ Αἴγιναν στρατευσαμένων ἀνδρῶν. [3] ταῦτα ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν οἱ Ἀθηναῖοι. ὅτι τε ἄνδρας ξείνους σφίσι ἐόντας ἐξεληλάκεσαν ἐκ τῆς ἐκείνων. [2] ἔτι τε πρὸς τούτοισι ἐνῆγον σφέας οἱ χρησμοὶ λέγοντες πολλά τε καὶ ἀνάρσια ἔσεσθαι αὐτοῖσι ἐξ Ἀθηναίων. [3] καὶ τοῦτον μὲν οὕτω διαφθαρῆναι. τὴν δὲ ἐσθῆτα μετέβαλον αὐτέων ἐς τὴν Ἰάδα· ἐφόρεον γὰρ δὴ πρὸ τοῦ αἱ τῶν Ἀθηναίων γυναῖκες ἐσθῆτα Δωρίδα. Ἀττικὸν δὲ μήτε τι ἄλλο προσφέρειν πρὸς τὸ ἱρὸν μήτε κέραμον. τέλος μέντοι καταστρέψεσθαι. καί σφι χωρήσειν τὰ βούλονται· ἢν δὲ αὐτίκα ἐπιστρατεύωνται. ἄλλῳ μὲν δὴ οὐκ ἔχειν ὅτεῳ ζημιώσωσι τὰς γυναῖκας. . ἐξελαυνόμενοι δὲ ἔλιπον ἐν τῷ ἱρῷ. ἐκτήσατο δὲ ὁ Κλεομένης ἐκ τῆς Ἀθηναίων ἀκροπόλιος τοὺς χρησμούς. ἀλλ᾽ ἐκ χυτρίδων ἐπιχωριέων νόμον τὸ λοιπὸν αὐτόθι εἶναι πίνειν. καταλειφθέντας δὲ ὁ Κλεομένης ἀνέλαβε. ἐπισχόντας ἀπὸ τοῦ Αἰγινητέων ἀδικίου τριήκοντα ἔτεα. τότε δὲ Κλεομένεος κομίσαντος ἐς Σπάρτην ἐξέμαθον. ἐπεὶ ἥ γε Ἑλληνικὴ ἐσθὴς πᾶσα ἡ ἀρχαίη τῶν γυναικῶν ἡ αὐτὴ ἦν τὴν νῦν Δωρίδα καλέομεν. 88. πολλὰ μὲν σφέας ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου πείσεσθαι πολλὰ δὲ καὶ ποιήσειν. τότε δὲ Θηβαίων ἐπικαλεομένων. λέγεται μέν νυν ὑπ᾽ Ἀργείων τε καὶ Αἰγινητέων τάδε. δεινόν τι ποιησαμένας κεῖνον μοῦνον ἐξ ἁπάντων σωθῆναι. τῇ Κορινθίῃ παραπλησιωτάτην· μετέβαλον ὦν ἐς τὸν λίνεον κιθῶνα. τῶν πρότερον μὲν ἦσαν ἀδαέες. καὶ ἐς τὸ ἱρὸν τῶν θεῶν τουτέων περόνας μάλιστα ἀνατιθέναι τὰς γυναῖκας. ἐς τιμωρίην δὲ παρασκευαζομένοισι αὐτοῖσι ἐκ Λακεδαιμονίων πρῆγμα ἐγειρόμενον ἐμπόδιον ἐγένετο. πυθόμενοι γὰρ Λακεδαιμόνιοι τὰ ἐκ τῶν Ἀλκμεωνιδέων ἐς τὴν Πυθίην μεμηχανημένα καὶ τὰ ἐκ τῆς Πυθίης ἐπὶ σφέας τε καὶ τοὺς Πεισιστρατίδας συμφορὴν ἐποιεῦντο διπλῆν. 87. πέριξ τὸν ἄνθρωπον τοῦτον λαβούσας καὶ κεντεύσας τῇσι περόνῃσι τῶν ἱματίων εἰρωτᾶν ἑκάστην αὐτέων ὅκου εἴη ὁ ἑωυτῆς ἀνήρ. ἀλλ᾽ ἀπολέσθαι τρόπῳ τοιῷδε. 90. ἅμα τε ἐν τούτῳ τὴν βροντήν τε γενέσθαι καὶ τὸν σεισμὸν αὐτοῖσι. ἵνα δὴ περόνῃσι μὴ χρέωνται. ἔστι δὲ ἀληθέι λόγῳ χρεωμένοισι οὐκ Ἰὰς αὕτη ἡ ἐσθὴς τὸ παλαιὸν ἀλλὰ Κάειρα. [2] τοῖσι δὲ Ἀργείοισι καὶ τοῖσι Αἰγινήτῃσι καὶ πρὸς ταῦτα ἔτι τόδε ποιῆσαι νόμον εἶναι παρὰ σφίσι ἑκατέροισι τὰς περόνας ἡμιολίας ποιέεσθαι τοῦ τότε κατεστεῶτος μέτρου. ὁμολογέεται δὲ καὶ ὑπ᾽ Ἀθηναίων ἕνα μοῦνον τὸν ἀποσωθέντα αὐτῶν ἐς τὴν Ἀττικὴν γενέσθαι· [2] πλὴν Ἀργεῖοι μὲν λέγουσι αὐτῶν τὸ Ἀττικὸν στρατόπεδον διαφθειράντων τὸν ἕνα τοῦτον περιγενέσθαι. Ἀθηναίοισι δὲ ἔτι τοῦ πάθεος δεινότερόν τι δόξαι εἶναι τὸ τῶν γυναικῶν ἔργον. [2] Αἰγινῆταί τε δὴ ἐδηίουν τῆς Ἀττικῆς τὰ παραθαλάσσια.τοῖσι Ἀθηναίοισι ἐπιπεσεῖν ὑποταμομένους τὸ ἀπὸ τῶν νεῶν. τῷ ἑνὶ καὶ τριηκοστῷ Αἰακῷ τέμενος ἀποδέξαντας ἄρχεσθαι τοῦ πρὸς Αἰγινήτας πολέμου. Ἀργείων μέν νυν καὶ Αἰγινητέων αἱ γυναῖκες ἐκ τόσου κατ᾽ ἔριν τὴν Ἀθηναίων περόνας ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἐφόρεον μέζονας ἢ πρὸ τοῦ. Ἀθηναῖοι δὲ τοῦ δαιμονίου· περιγενέσθαι μέντοι οὐδὲ τοῦτον τὸν ἕνα. καὶ Ἀθηναίοισι ὁρμημένοισι ἐπ᾽ Αἰγινήτας στρατεύεσθαι ἦλθε μαντήιον ἐκ Δελφῶν. καὶ ὅτι ταῦτα ποιήσασι χάρις οὐδεμία ἐφαίνετο πρὸς Ἀθηναίων. τῆς δὲ ἔχθρης τῆς πρὸς Αἰγινήτας ἐξ Ἀθηναίων γενομένης ἀρχὴ κατὰ τὰ εἴρηται ἐγένετο. 89.
τοῖσι τὸ μὲν πρότερον γενόμενον χρηστήριον ἐς Κόρινθον ἦν ἄσημον. “ἦ δὴ ὅ τε οὐρανὸς ἔνερθε ἔσται τῆς γῆς καὶ ἡ γῆ μετέωρος ὑπὲρ τοῦ οὐρανοῦ. συγγινώσκομεν αὐτοῖσι ἡμῖν οὐ ποιήσασι ὀρθῶς· ἐπαερθέντες γὰρ κιβδήλοισι μαντηίοισι ἄνδρας ξείνους ἐόντας ἡμῖν τὰ μάλιστα καὶ ἀναδεκομένους ὑποχειρίας παρέξειν τὰς Ἀθήνας.91. νῦν πειρησόμεθα σφέας ἅμα ὑμῖν ἀπικόμενοι τίσασθαι· αὐτοῦ γὰρ τούτου εἵνεκεν τόνδε τε Ἱππίην μετεπεμψάμεθα καὶ ὑμέας ἀπὸ τῶν πολίων. ἵνα κοινῷ τε λόγῳ καὶ κοινῷ στόλῳ ἐσαγαγόντες αὐτὸν ἐς τὰς Ἀθήνας ἀποδῶμεν τὰ καὶ ἀπειλόμεθα„. τέξει δὲ λέοντα καρτερὸν ὠμηστήν· πολλῶν δ᾽ ὑπὸ γούνατα λύσει. οἳ περὶ καλήν Πειρήνην οἰκεῖτε καὶ ὀφρυόεντα Κόρινθον. καὶ ἄνθρωποι νομὸν ἐν θαλάσσῃ ἕξουσι καὶ ἰχθύες τὸν πρότερον ἄνθρωποι. ὥστε ἐκμεμαθήκασι μάλιστα μὲν οἱ περίοικοι αὐτῶν Βοιωτοὶ καὶ Χαλκιδέες. παραχρᾶσθε ἐς τοὺς συμμάχους. 92B. ὅτε γε ὑμεῖς ὦ Λακεδαιμόνιοι ἰσοκρατίας καταλύοντες τυραννίδας ἐς τὰς πόλις κατάγειν παρασκευάζεσθε. ἀτὰρ τὰ ἀνέκαθεν Λαπίθης τε καὶ Καινείδης. καὶ οὗτοι Βακχιάδαι καλεόμενοι ἔνεμον τὴν πόλιν. 92. “ἄνδρες σύμμαχοι. ταύτην Βακχιαδέων γὰρ οὐδεὶς ἤθελε γῆμαι. μεταπεμψάμενοι καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων ἀγγέλους ἔλεγόν σφι Σπαρτιῆται τάδε. ταῦτά νυν εὖ φράζεσθε. οἱ μέν νυν ἄλλοι ἡσυχίην ἦγον. [2] ἐκ δέ οἱ ταύτης τῆς γυναικὸς οὐδ᾽ ἐξ ἄλλης παῖδες ἐγίνοντο. οὔτις σε τίει πολύτιτον ἐόντα. δόξαν δὲ φύσας αὐξάνεται. ἐσιόντα δὲ αὐτὸν ἰθέως ἡ Πυθίη προσαγορεύει τοῖσιδε τοῖσι ἔπεσι. [2] ἐπείτε δέ σφι Ἱππίης καλεόμενος ἧκε. δικαιώσει δὲ Κόρινθον. δήμου μὲν ἐὼν ἐκ Πέτρης. φέρον τε ἐς τὠυτὸ καὶ τὸ τοῦ Ἠετίωνος καὶ λέγον ὧδε. ἡμέας μὲν καὶ τὸν βασιλέα ἡμέων περιυβρίσας ἐξέβαλε. καὶ φυλάσσοντες τοῦτο δεινότατα ἐν τῇ Σπάρτῃ μὴ γενέσθαι. [2] εἰ γὰρ δὴ τοῦτό γε δοκέει ὑμῖν εἶναι χρηστὸν ὥστε τυραννεύεσθαι τὰς πόλις. ἐστάλη ὦν ἐς Δελφοὺς περὶ γόνου. κατεχόμενον δὲ ὑπὸ τυραννίδος ἀσθενὲς καὶ πειθαρχέεσθαι ἕτοιμον· μαθόντες δὲ τούτων ἕκαστα μετεπέμποντο Ἱππίην τὸν Πεισιστράτου ἀπὸ Σιγείου τοῦ ἐν Ἑλλησπόντῳ ἐς ὃ καταφεύγουσι οἱ Πεισιστρατίδαι. Κορίνθιος δὲ Σωκλέης ἔλεξε τάδε. εἴχετε ἂν περὶ αὐτοῦ γνώμας ἀμείνονας συμβαλέσθαι ἤ περ νῦν. Κορινθίοισι γὰρ ἦν πόλιος κατάστασις τοιήδε· ἦν ὀλιγαρχίη. Ἀμφίονι δὲ ἐόντι τούτων τῶν ἀνδρῶν γίνεται θυγάτηρ χωλή· οὔνομα δέ οἱ ἦν Λάβδα. αὐτοὶ πρῶτοι τύραννον καταστησάμενοι παρὰ σφίσι αὐτοῖσι οὕτω καὶ τοῖσι ἄλλοισι δίζησθε κατιστάναι· νῦν δὲ αὐτοὶ τυράννων ἄπειροι ἐόντες. ἴσχει Ἠετίων ὁ Ἐχεκράτεος. οἳ μὲν ταῦτα ἔλεγον. [3] ἐπείτε δὲ ἐκεῖνα ποιήσαντες ἡμάρτομεν. αἰετὸς ἐν πέτρῃσι κύει. τέξει δ᾽ ὀλοοίτροχον· ἐν δὲ πεσεῖται ἀνδράσι μουνάρχοισι. 92A. τάχα δέ τις καὶ ἄλλος ἐκμαθήσεται ἁμαρτών. Ἠετίων. καὶ ἔπειτα ποιήσαντες ταῦτα δήμῳ ἀχαρίστῳ παρεδώκαμεν τὴν πόλιν· ὃς ἐπείτε δι᾽ ἡμέας ἐλευθερωθεὶς ἀνέκυψε. νόῳ λαβόντες ὡς ἐλεύθερον μὲν ἐὸν τὸ γένος τὸ Ἀττικὸν ἰσόρροπον ἂν τῷ ἑωυτῶν γίνοιτο. ἐδίδοσαν δὲ καὶ ἤγοντο ἐξ ἀλλήλων. Κορίνθιοι. τότε δὲ ὡς ἀνέλαβον οἱ Λακεδαιμόνιοι τοὺς χρησμοὺς καὶ τοὺς Ἀθηναίους ὥρων αὐξομένους καὶ οὐδαμῶς ἑτοίμους ἐόντας πείθεσθαι σφίσι. [3] ταῦτα χρησθέντα τῷ Ἠετίωνι ἐξαγγέλλεταί κως τοῖσι Βακχιάδῃσι. τοῦ οὔτε ἀδικώτερον ἐστὶ οὐδὲν κατ᾽ ἀνθρώπους οὔτε μιαιφονώτερον. . τούτους ἐκ τῆς πατρίδος ἐξηλάσαμεν. Λάβδα κύει. εἰ δὲ αὐτοῦ ἔμπειροι ἔατε κατά περ ἡμεῖς. τῶν δὲ συμμάχων τὸ πλῆθος οὐκ ἐνεδέκετο τοὺς λόγους.
ὅτι οὐκ ἐποίησε κατὰ τὰ δεδογμένα. καί οἱ διαφυγόντι τοῦτον τὸν κίνδυνον ἀπὸ τῆς κυψέλης ἐπωνυμίην Κύψελος οὔνομα ἐτέθη. πολλοὺς δὲ χρημάτων ἀπεστέρησε. ὡς δ᾽ ἔτεκε ἡ γυνὴ τάχιστα. παίδων γε μὲν οὐκέτι παῖδες. συνέντες δὲ καὶ τοῦτο εἶχον ἐν ἡσυχίῃ. καὶ ἐκόλουε αἰεὶ ὅκως τινὰ ἴδοι τῶν ἀσταχύων ὑπερέχοντα. καὶ τὸν φρασθέντα τοῦτο οἶκτός τις ἴσχει ἀποκτεῖναι. [4] ἀποδόντες ὦν ὀπίσω τῇ τεκούσῃ τὸ παιδίον καὶ ἐξελθόντες ἔξω. τὸν λαβόντα τῶν ἀνδρῶν θείῃ τύχῃ προσεγέλασε τὸ παιδίον. πολλῷ δέ τι πλείστους τῆς ψυχῆς. ἀνδρωθέντι δὲ καὶ μαντευομένῳ Κυψέλῳ ἐγένετο ἀμφιδέξιον χρηστήριον ἐν Δελφοῖσι. πολλῷ ἔτι ἐγένετο Κυψέλου μιαιφονώτερος. ἐς ὃ τοῦ ληίου τὸ κάλλιστόν τε καὶ βαθύτατον διέφθειρε τρόπῳ τοιούτω· [3] διεξελθὼν δὲ τὸ χωρίον καὶ ὑποθέμενος ἔπος οὐδὲν ἀποπέμπει τὸν κήρυκα. φέρουσα ἐνεχείρισε αὐτῶν ἑνί. αὐτίκα καὶ τὸ πρότερον συνῆκαν ἐὸν συνῳδὸν τῷ Ἠετίωνος. [2] ἀπικόμενοι δὲ οὗτοι ἐς τὴν Πέτρην καὶ παρελθόντες ἐς τὴν αὐλὴν τὴν Ἠετίωνος αἴτεον τὸ παιδίον· ἡ δὲ Λάβδα εἰδυῖά τε οὐδὲν τῶν εἵνεκα ἐκεῖνοι ἀπικοίατο. καὶ μάλιστα τοῦ πρώτου λαβόντος. τοῦτο μὲν δὴ τοῖσι Βακχιάδῃσι πρότερον γενόμενον ἦν ἀτέκμαρτον· τότε δὲ τὸ Ἠετίωνι γενόμενον ὡς ἐπύθοντο. [2] πέμψας γὰρ παρὰ Θρασύβουλον κήρυκα ἐπυνθάνετο ὅντινα ἂν τρόπον ἀσφαλέστατον καταστησάμενος τῶν πρηγμάτων κάλλιστα τὴν πόλιν ἐπιτροπεύοι. ἐς κυψέλην. οὕτω δὴ διεξῆλθε διὰ πάντων τῶν δέκα παραδιδόμενον. τυραννεύσας δὲ ὁ Κύψελος τοιοῦτος δή τις ἀνὴρ ἐγένετο· πολλοὺς μὲν Κορινθίων ἐδίωξε. πέμπουσι σφέων αὐτῶν δέκα ἐς τὸν δῆμον ἐν τῷ κατοίκητο ὁ Ἠετίων ἀποκτενέοντας τὸ παιδίον. νοστήσαντος δὲ τοῦ κήρυκος ἐς τὴν Κόρινθον ἦν πρόθυμος πυνθάνεσθαι τὴν ὑποθήκην ὁ Περίανδρος· ὁ δὲ οὐδέν οἱ ἔφη . τὸ μὲν δὴ χρηστήριον τοῦτο ἦν. 92D. καὶ δοκέουσα σφέας φιλοφροσύνης τοῦ πατρὸς εἵνεκα αἰτέειν. ὁ δὲ τῷ τρίτῳ. ἐσβὰς δὲ ἐς ἄρουραν ἐσπαρμένην ἅμα τε διεξήιε τὸ λήιον ἐπειρωτῶν τε καὶ ἀναποδίζων τὸν κήρυκα κατὰ τὴν ἀπὸ Κορίνθου ἄπιξιν. [2] ὄλβιος οὗτος ἀνὴρ ὃς ἐμὸν δόμον ἐσκαταβαίνει. [3] ἐπεὶ ὦν ἔδωκε φέρουσα ἡ Λάβδα. ἑστεῶτες ἐπὶ τῶν θυρέων ἀλλήλων ἅπτοντο καταιτιώμενοι. τοῖσι δὲ ἄρα ἐβεβούλευτο κατ᾽ ὁδὸν τὸν πρῶτον αὐτῶν λαβόντα τὸ παιδίον προσουδίσαι. φέρουσα κατακρύπτει ἐς τὸ ἀφραστότατόν οἱ ἐφαίνετο εἶναι. ἐθέλοντες τὸν μέλλοντα Ἠετίωνι γίνεσθαι γόνον διαφθεῖραι. κολούων δὲ ἔρριπτε. ἐς ὃ δή σφι χρόνου ἐγγινομένου ἔδοξε αὖτις παρελθόντας πάντας τοῦ φόνου μετίσχειν. κατοικτείρας δὲ παραδιδοῖ τῷ δευτέρῳ. ἐπείτε δὲ ὡμίλησε δι᾽ ἀγγέλων Θρασυβούλῳ τῷ Μιλήτου τυράννῳ. ὁ δὲ χρησμὸς ὅδε ἦν. ἡ Λάβδα γὰρ πάντα ταῦτα ἤκουε ἑστεῶσα πρὸς αὐτῇσι τῇσι θύρῃσι· δείσασα δὲ μή σφι μεταδόξῃ καὶ τὸ δεύτερον λαβόντες τὸ παιδίον ἀποκτείνωσι. τῷ πίσυνος γενόμενος ἐπεχείρησέ τε καὶ ἔσχε Κόρινθον. ὁ τοίνυν Περίανδρος κατ᾽ ἀρχὰς μὲν ἦν ἠπιώτερος τοῦ πατρός. Κύψελος Ἠετίδης. ἔδει δὲ ἐκ τοῦ Ἠετίωνος γόνου Κορίνθῳ κακὰ ἀναβλαστεῖν.92C. βασιλεὺς κλειτοῖο Κορίνθου αὐτὸς καὶ παῖδες. ἐδόκεε ἀπαλλάσσεσθαι καὶ λέγειν πρὸς τοὺς ἀποπέμψαντας ὡς πάντα ποιήσειαν τὰ ἐκεῖνοι ἐνετείλαντο. [2] ἐλθοῦσι δὲ καὶ διζημένοισι αὐτοῖσι ὡς οὐκ ἐφαίνετο. Ἠετίωνι δὲ μετὰ ταῦτα ὁ παῖς ηὐξάνετο. ἄρξαντος δὲ τούτου ἐπὶ τριήκοντα ἔτεα καὶ διαπλέξαντος τὸν βίον εὖ. 92F. διάδοχός οἱ τῆς τυραννίδος ὁ παῖς Περίανδρος γίνεται. οὐδενὸς βουλομένου διεργάσασθαι. 92E. Θρασύβουλος δὲ τὸν ἐλθόντα παρὰ τοῦ Περιάνδρου ἐξῆγε ἔξω τοῦ ἄστεος. ἐπισταμένη ὡς εἰ ὑποστρέψαντες ἐς ζήτησιν ἀπικνεοίατο πάντα ἐρευνήσειν μέλλοιεν· τὰ δὴ καὶ ἐγίνετο. οἳ μὲν δὴ ἀπελθόντες ἔλεγον ταῦτα.
θωμάζειν τε αὐτοῦ παρ᾽ οἷόν μιν ἄνδρα ἀποπέμψειε. 93. 94. τάς τε ἐλευθέρας καὶ τὰς ἀμφιπόλους. οὕτω μὲν τοῦτο ἐπαύσθη. [2] ἐπολέμεον γὰρ ἔκ τε Ἀχιλληίου πόλιος ὁρμώμενοι καὶ Σιγείου ἐπὶ χρόνον συχνὸν Μυτιληναῖοί τε καὶ Ἀθηναῖοι. ἅπας τις αὐτῶν φωνὴν ῥήξας αἱρέετο τοῦ Κορινθίου τὴν γνώμην. Ἱππίης δὲ αὐτὸν ἀμείβετο τοὺς αὐτοὺς ἐπικαλέσας θεοὺς ἐκείνῳ. [4] ταῦτα δέ οἱ ποιήσαντι καὶ τὸ δεύτερον πέμψαντι ἔφρασε τὸ εἴδωλον τὸ Μελίσσης ἐς τὸν κατέθηκε χῶρον τοῦ ξείνου τὴν παρακαταθήκην. ἀνεχώρεε δὲ ὀπίσω ἐς Σίγειον. ὅσα γὰρ Κύψελος ἀπέλιπε κτείνων τε καὶ διώκων. καί σφεα ἀνεκρέμασαν πρὸς τὸ . [2] Ἱππίης μὲν τούτοισι ἀμείψατο οἷα τοὺς χρησμοὺς ἀτρεκέστατα ἀνδρῶν ἐξεπιστάμενος· οἱ δὲ λοιποὶ τῶν συμμάχων τέως μὲν εἶχον ἐν ἡσυχίῃ σφέας αὐτούς. πιστὸν γάρ οἱ ἦν τὸ συμβόλαιον ὃς νεκρῷ ἐούσῃ Μελίσσῃ ἐμίγη. ὅτι ἐπὶ ψυχρὸν τὸν ἰπνὸν Περίανδρος τοὺς ἄρτους ἐπέβαλε. [3] ταῦτα δὲ ὡς ὀπίσω ἀπηγγέλθη τῷ Περιάνδρῳ. πολεμεόντων δὲ σφέων παντοῖα καὶ ἄλλα ἐγένετο ἐν τῇσι μάχῃσι. ἐπείτε δὲ Σωκλέος ἤκουσαν εἴπαντος ἐλευθέρως. 95. ὅσοι Ἑλλήνων συνεπρήξαντο Μενέλεῳ τὰς Ἑλένης ἁρπαγάς. γεγονότα ἐξ Ἀργείης γυναικός. Ἀθηναῖοι δὲ οὔτε συγγινωσκόμενοι ἀποδεικνύντες τε λόγῳ οὐδὲν μᾶλλον Αἰολεῦσι μετεὸν τῆς Ἰλιάδος χώρης ἢ οὐ καὶ σφίσι καὶ τοῖσι ἄλλοισι. μιῇ δὲ ἡμέρῃ ἀπέδυσε πάσας τὰς Κορινθίων γυναῖκας διὰ τὴν ἑωυτοῦ γυναῖκα Μέλισσαν. ὦ Λακεδαιμόνιοι. τοιοῦτο μὲν ὑμῖν ἐστὶ ἡ τυραννίς. Σωκλέης μὲν ἀπὸ Κορίνθου πρεσβεύων ἔλεξε τάδε. ὃς οὐκ ἀμαχητὶ εἶχε τὰ παρέλαβε παρὰ Πεισιστράτου. νῦν τε δὴ καὶ μεζόνως θωμάζομεν λέγοντας ταῦτα. ἰθέως δὴ μετὰ τὴν ἀγγελίην κήρυγμα ἐποιήσατο ἐς τὸ Ἥραιον ἐξιέναι πάσας τὰς Κορινθίων γυναῖκας. Περίανδρος σφέα ἀπετέλεσε. ἐπιμαρτυρόμεθά τε ἐπικαλεόμενοι ὑμῖν θεοὺς τοὺς Ἑλληνίους μὴ κατιστάναι τυραννίδας ἐς τὰς πόλις. τὸ εἷλε Πεισίστρατος αἰχμῇ παρὰ Μυτιληναίων. ἐδίδοσαν δὲ Θεσσαλοὶ Ἰωλκόν. ἦ μὲν Κορινθίους μάλιστα πάντων ἐπιποθήσειν Πεισιστρατίδας. τὰ δέ οἱ ὅπλα ἴσχουσι Ἀθηναῖοι. οἳ μὲν ἀπαιτέοντες τὴν χώρην.Θρασύβουλον ὑποθέσθαι. ἀπηγεόμενος τά περ πρὸς Θρασυβούλου ὀπώπεε. Ἱππίῃ δὲ ἐνθεῦτεν ἀπελαυνομένῳ ἐδίδου μὲν Ἀμύντης ὁ Μακεδόνων βασιλεὺς Ἀνθεμοῦντα. 92G. οὔκων παύσεσθε ἀλλὰ πειρήσεσθε παρὰ τὸ δίκαιον κατάγοντες Ἱππίην· ἴστε ὑμῖν Κορινθίους γε οὐ συναινέοντας„. ὁ δὲ τούτων μὲν οὐδέτερα αἱρέετο. ὅταν σφι ἥκωσι ἡμέραι αἱ κύριαι ἀνιᾶσθαι ὑπ᾽ Ἀθηναίων. [2] πέμψαντι γάρ οἱ ἐς Θεσπρωτοὺς ἐπ᾽ Ἀχέροντα ποταμὸν ἀγγέλους ἐπὶ τὸ νεκυομαντήιον παρακαταθήκης πέρι ξεινικῆς οὔτε σημανέειν ἔφη ἡ Μέλισσα ἐπιφανεῖσα οὔτε κατερέειν ἐν τῷ κέεται χώρῳ ἡ παρακαταθήκη· ῥιγοῦν τε γὰρ καὶ εἶναι γυμνή· τῶν γάρ οἱ συγκατέθαψε ἱματίων ὄφελος εἶναι οὐδὲν οὐ κατακαυθέντων· μαρτύριον δέ οἱ εἶναι ὡς ἀληθέα ταῦτα λέγει. ὃ δ᾽ ὑποστήσας τοὺς δορυφόρους ἀπέδυσε σφέας πάσας ὁμοίως. [5] ἡμέας δὲ τοὺς Κορινθίους τότε αὐτίκα θῶμα μέγα εἶχε ὅτε ὑμέας εἴδομεν μεταπεμπομένους Ἱππίην. Περίανδρος δὲ συνιεὶς τὸ ποιηθὲν καὶ νόῳ ἴσχων ὥς οἱ ὑπετίθετο Θρασύβουλος τοὺς ὑπειρόχους τῶν ἀστῶν φονεύειν. ἐνθαῦτα δὴ πᾶσαν κακότητα ἐξέφαινε ἐς τοὺς πολιήτας. συμφορήσας δὲ ἐς ὄρυγμα Μελίσσῃ ἐπευχόμενος κατέκαιε. Λακεδαιμονίοισί τε ἐπεμαρτυρέοντο μὴ ποιέειν μηδὲν νεώτερον περὶ πόλιν Ἑλλάδα. καὶ τοιούτων ἔργων. κρατήσας δὲ αὐτοῦ κατέστησε τύραννον εἶναι παῖδα τὸν ἑωυτοῦ νόθον Ἡγησίστρατον. αἳ μὲν δὴ ὡς ἐς ὁρτὴν ἤισαν κόσμῳ τῷ καλλίστῳ χρεώμεναι. ὡς παραπλῆγά τε καὶ τῶν ἑωυτοῦ σινάμωρον. ἐν δὲ δὴ καὶ Ἀλκαῖος ὁ ποιητὴς συμβολῆς γενομένης καὶ νικώντων Ἀθηναίων αὐτὸς μὲν φεύγων ἐκφεύγει.
νομίζουσι δὲ ταῦτα καὶ διαβεβλημένοισι ἐς τοὺς Πέρσας. ἐνθεῦτεν ἐς Χίον διέβησαν. [3] Ἀθηναῖοι μὲν δὴ ἀναπεισθέντες ἐψηφίσαντο εἴκοσι νέας ἀποστεῖλαι βοηθοὺς Ἴωσι. [3] ταῦτα δὲ ἀκούσαντες οἱ Παίονες κάρτα τε ἀσπαστὸν ἐποιήσαντο καὶ ἀναλαβόντες παῖδας καὶ γυναῖκας ἀπεδίδρησκον ἐπὶ θάλασσαν. οἱ δὲ Παίονες τοὺς λόγους οὐκ ἐνεδέκοντο. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου ἡμῖν ἤδη μελήσει„. ἅμα ἀγόμενοι Ἐρετριέων πέντε τριήρεας. ἐπηγγέλλοντο ἐς τὴν Χίον τοῖσι Παίοσι ὅκως ἂν ὀπίσω ἀπέλθοιεν. καὶ ὑμῖν παρέχει σώζεσθαι ἐπὶ τὴν ὑμετέρην αὐτῶν· μέχρι μὲν θαλάσσης αὐτοῖσι ὑμῖν. 97. [4] ἐόντων δὲ ἤδη ἐν Χίῳ. [2] “ἄνδρες Παίονες. ὁ δὲ Ἀρταφρένης ἐκέλευε σφέας. ἐπείτε δὲ οἱ Παίονες ἀπίκοντο ἐπὶ θάλασσαν. πᾶν χρῆμα ἐκίνεε. 98. ὡς δὲ οὐ κατέλαβον. καὶ οἰκός σφεας εἴη ῥύεσθαι δυναμένους μέγα· καὶ οὐδὲν ὅ τι οὐκ ὑπίσχετο οἷα κάρτα δεόμενος. πολλοὺς γὰρ οἶκε εἶναι εὐπετέστερον διαβάλλειν ἢ ἕνα. ἐς ὃ ἀνέπεισε σφέας. Ἱππίης δὲ ἐπείτε ἀπίκετο ἐκ τῆς Λακεδαίμονος ἐς τὴν Ἀσίην. ἐπελθὼν δὲ ἐπὶ τὸν δῆμον ὁ Ἀρισταγόρης ταὐτὰ ἔλεγε τὰ καὶ ἐν τῇ Σπάρτῃ περὶ τῶν ἀγαθῶν τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ καὶ τοῦ πολέμου τοῦ Περσικοῦ. Ἀρισταγόρης δέ. [2] Ἱππίης τε δὴ ταῦτα ἔπρησσε. ὀφειλόμενά σφι ἀποδιδόντες· οἱ γὰρ δὴ Μιλήσιοι πρότερον τοῖσι Ἐρετριεῦσι τὸν πρὸς Χαλκιδέας πόλεμον συνδιήνεικαν. στρατηγὸν ἀποδέξαντες αὐτῶν εἶναι Μελάνθιον ἄνδρα τῶν ἀστῶν ἐόντα τὰ πάντα δόκιμον· αὗται δὲ αἱ νέες ἀρχὴ κακῶν ἐγένοντο Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροισι. ὡς οἱ Μιλήσιοι τῶν Ἀθηναίων εἰσὶ ἄποικοι. εἰ βουλοίατο σόοι εἶναι. καταδέκεσθαι ὀπίσω Ἱππίην. ἐξαγγελλόμενος τὸ ἑωυτοῦ πάθος Μελανίππῳ ἀνδρὶ ἑταίρῳ. διαβάλλων τε τοὺς Ἀθηναίους πρὸς τὸν Ἀρταφρένεα καὶ ποιέων ἅπαντα ὅκως αἱ Ἀθῆναι γενοίατο ὑπ᾽ ἑωυτῷ τε καὶ Δαρείῳ. [2] ταῦτα δὲ Ἀλκαῖος ἐν μέλεϊ ποιήσας ἐπιτιθεῖ ἐς Μυτιλήνην. ὅτε περ καὶ Χαλκιδεῦσι ἀντία Ἐρετριέων καὶ Μιλησίων Σάμιοι ἐβοήθεον· οὗτοι ὦν ἐπείτε σφι . νῦν γὰρ Ἰωνίη πᾶσα ἀπέστηκε ἀπὸ βασιλέος. ἀλλ᾽ ἐκ Χίου μὲν Χῖοι σφέας ἐς Λέσβον ἤγαγον. Σίγειον μέν νυν οὕτω ἐγένετο ὑπ᾽ Ἀθηναίοισι. ἐξευρὼν βούλευμα ἀπ᾽ οὗ Ἴωσι μὲν οὐδεμία ἔμελλε ὠφελίη ἔσεσθαι. ἔλεγε τάδε. ὑπὸ Κλεομένεος τοῦ Λακεδαιμονίου ἐξελασθεὶς ἐκ τῆς Σπάρτης. καὶ οἱ Ἀθηναῖοι πυθόμενοι ταῦτα πέμπουσι ἐς Σάρδις ἀγγέλους. ἐπειδὴ οἵ τε Ἀθηναῖοι ἀπίκοντο εἴκοσι νηυσί. ἀπίκετο ἐς Ἀθήνας· αὕτη γὰρ ἡ πόλις τῶν λοιπέων ἐδυνάστευε μέγιστον. ἤν περ βούλησθε πείθεσθαι. τρεῖς δὲ μυριάδας Ἀθηναίων ἐποίησε τοῦτο. ἔπεμψέ με Ἀρισταγόρης ὁ Μιλήτου τύραννος σωτηρίην ὑποθησόμενον ὑμῖν. Λέσβιοι δὲ ἐς Δορίσκον ἐκόμισαν. Μυτιληναίους δὲ καὶ Ἀθηναίους κατήλλαξε Περίανδρος ὁ Κυψέλου· τούτῳ γὰρ διαιτητῇ ἐπετράποντο· κατήλλαξε δὲ ὧδε. οὔκων δὴ ἐνεδέκοντο τοὺς λόγους ἀποφερομένους οἱ Ἀθηναῖοι· οὐκ ἐνδεκομένοισι δέ σφι ἐδέδοκτο ἐκ τοῦ φανεροῦ τοῖσι Πέρσῃσι πολεμίους εἶναι. νέμεσθαι ἑκατέρους τὴν ἔχουσι. ὡς οὔτε ἀσπίδα οὔτε δόρυ νομίζουσι εὐπετέες τε χειρωθῆναι εἴησαν. 99. οἰκέοντας δὲ τῆς Φρυγίης χῶρόν τε καὶ κώμην ἐπ᾽ ἑωυτῶν· ὃς ἐπειδὴ ἀπίκετο ἐς τοὺς Παίονας. οὐκ ἐῶντες τοὺς Πέρσας πείθεσθαι Ἀθηναίων τοῖσι φυγάσι. κατὰ πόδας ἐληλύθεε Περσέων ἵππος πολλὴ διώκουσα τοὺς Παίονας.Ἀθήναιον τὸ ἐν Σιγείῳ. ἔπεμψε ἐς τὴν Φρυγίην ἄνδρα ἐπὶ τοὺς Παίονας τοὺς ἀπὸ Στρυμόνος ποταμοῦ αἰχμαλώτους γενομένους ὑπὸ Μεγαβάζου. ἐν τούτῳ δὴ τῷ καιρῷ ὁ Μιλήσιος Ἀρισταγόρης. εἰ Κλεομένεα μὲν τὸν Λακεδαιμόνιον μοῦνον οὐκ οἷός τε ἐγένετο διαβάλλειν. οἳ δὲ τινὲς αὐτῶν καὶ κατέμειναν ἀρρωδήσαντες αὐτοῦ. [2] ταῦτά τε δὴ ἔλεγε καὶ πρὸς τοῖσι τάδε. ἐνθεῦτεν δὲ πεζῇ κομιζόμενοι ἀπίκοντο ἐς Παιονίην. οἳ οὐ τὴν Ἀθηναίων χάριν ἐστρατεύοντο ἀλλὰ τὴν αὐτῶν Μιλησίων. οὐδ᾽ ὦν οὐδὲ τούτου εἵνεκα ἐποίεε ἀλλ᾽ ὅκως βασιλέα Δαρεῖον λυπήσειε. 96. Ἀρισταγόρης δὲ προπλώσας καὶ ἀπικόμενος ἐς τὴν Μίλητον.
ἐκπλώσαντές τε ἔξω τὸν Ἑλλήσποντον Καρίης τὴν πολλὴν προσεκτήσαντο σφίσι σύμμαχον εἶναι· καὶ γὰρ τὴν Καῦνον πρότερον οὐ βουλομένην συμμαχέειν. ποιεύμενοι Ἐφεσίους ἡγεμόνας τῆς ὁδοῦ. ἐπικαλεομένου σφέας πολλὰ δι᾽ ἀγγέλων Ἀρισταγόρεω. οὕτω γάρ σφι ὑπῆρχε πεποιημένα ἐς Δαρεῖον. ἦσαν ἐν τῇσι Σάρδισι οἰκίαι αἱ μὲν πλεῦνες καλάμιναι. καὶ Σάρδιες μὲν ἐνεπρήσθησαν. ὁ δὲ ἐς θάλασσαν· ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν Πακτωλὸν καὶ ἐς τὴν ἀγορὴν ἀθροιζόμενοι οἵ τε Λυδοὶ καὶ οἱ Πέρσαι ἠναγκάζοντο ἀμύνεσθαι. ἐποιέετο στρατηίην ὁ Ἀρισταγόρης ἐς Σάρδις. στρατηγοὺς δὲ ἄλλους ἀπέδεξε Μιλησίων εἶναι. ἑπόμενοι δὲ κατὰ στίβον αἱρέουσι αὐτοὺς ἐν Ἐφέσῳ. προπυνθανόμενοι ταῦτα. ἦ Ὀνήσιλος Γόργου μὲν τοῦ Σαλαμινίων βασιλέος ἀδελφεὸς νεώτερος. ἀπολαμφθέντες πάντοθεν ὥστε τὰ περιέσχατα νεμομένου τοῦ πυρός. συνηλίζοντο καὶ ἐβοήθεον τοῖσι Λυδοῖσι. τὸν ἑωυτοῦ τε ἀδελφεὸν Χαροπῖνον καὶ τῶν ἀστῶν ἄλλον Ἑρμόφαντον. αἱρέουσι δὲ χωρὶς τῆς ἀκροπόλιος τἆλλα πάντα· τὴν δὲ ἀκρόπολιν ἐρρύετο αὐτὸς Ἀρταφρένης ἔχων ἀνδρῶν δύναμιν οὐκ ὀλίγην. [2] καιομένου δὲ τοῦ ἄστεος οἱ Λυδοί τε καὶ ὅσοι Περσέων ἐνῆσαν ἐν τῇ πόλι. [2] πλώσαντες δὲ ἐς τὸν Ἑλλήσποντον Βυζάντιόν τε καὶ τὰς ἄλλας πόλιας πάσας τὰς ταύτῃ ὑπ᾽ ἑωυτοῖσι ἐποιήσαντο. ὡς καὶ τοὺς Ἴωνας ἐπύθετο ἀπεστάναι. τότε σφι καὶ αὕτη προσεγένετο. πορευόμενοι δὲ παρὰ ποταμὸν Καΰστριον. ἐνθεῦτεν ἐπείτε ὑπερβάντες τὸν Τμῶλον ἀπίκοντο. ὅσαι δ᾽ αὐτέων καὶ πλίνθιναι ἦσαν. τότε δὲ οἱ Πέρσαι οἱ ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ νομοὺς ἔχοντες. ὅς σφι ψῆγμα χρυσοῦ καταφορέων ἐκ τοῦ Τμώλου διὰ μέσης τῆς ἀγορῆς ῥέει καὶ ἔπειτα ἐς τὸν Ἕρμον ποταμὸν ἐκδιδοῖ. συμβαλόντες δὲ πολλὸν ἑσσώθησαν. 101. ἐν δὲ δὴ καὶ Εὐαλκίδην στρατηγέοντα Ἐρετριέων. καλάμου εἶχον τὰς ὀροφάς· τουτέων δὴ μίαν τῶν τις στρατιωτέων ὡς ἐνέπρησε. ἐνθεῦτεν δὲ ὑπὸ νύκτα ἀπαλλάσσοντο ἐπὶ τὰς νέας. 102. ἀπικόμενοι δὲ τῷ στόλῳ τούτῳ Ἴωνες ἐς Ἔφεσον πλοῖα μὲν κατέλιπον ἐν Κορησῷ τῆς Ἐφεσίης. ἐξανεχώρησαν δείσαντες πρὸς τὸ ὄρος τὸν Τμῶλον καλεόμενον. καὶ οὐκ ἔχοντες ἐξήλυσιν ἐκ τοῦ ἄστεος. [3] οἱ δὲ Ἴωνες ὁρέοντες τοὺς μὲν ἀμυνομένους τῶν πολεμίων τοὺς δὲ σὺν πλήθεϊ πολλῷ προσφερομένους. αὐτίκα ἀπ᾽ οἰκίης ἐπ᾽ οἰκίην ἰὸν τὸ πῦρ ἐπενέμετο τὸ ἄστυ πᾶν. ἐνθαῦτά μιν φυλάξας ἐξελθόντα τὸ ἄστυ τὸ Σαλαμινίων ὁ Ὀνήσιλος ἅμα τοῖσι ἑωυτοῦ . τότε μὲν δὴ οὕτω ἠγωνίσαντο. Κύπριοι δὲ ἐθελονταί σφι πάντες προσεγένοντο πλὴν Ἀμαθουσίων· ἀπέστησαν γὰρ καὶ οὗτοι ὧδε ἀπὸ Μήδων. συνέρρεον ἔς τε τὴν ἀγορὴν καὶ ἐπὶ τὸν Πακτωλὸν ποταμόν. Χέρσιος δὲ τοῦ Σιρώμου τοῦ Εὐέλθοντος παῖς. καὶ ἀντετάχθησαν μὲν οἱ Ἴωνες. [2] οὗτος ὡνὴρ πολλάκις μὲν καὶ πρότερον τὸν Γόργον παρηγορέετο ἀπίστασθαι ἀπὸ βασιλέος. ὡς ἐνέπρησαν τὰς Σάρδις. τὸ δὲ μὴ λεηλατῆσαι ἑλόντας σφέας τὴν πόλιν ἔσχε τόδε. αὐτοὶ δὲ ἀνέβαινον χειρὶ πολλῇ. 103. [2] αὐτὸς μὲν δὴ οὐκ ἐστρατεύετο ἀλλ᾽ ἔμενε ἐν Μιλήτῳ. [3] καὶ πολλοὺς αὐτῶν οἱ Πέρσαι φονεύουσι ἄλλους τε ὀνομαστούς. τότε δέ. ἐσκεδάσθησαν ἀνὰ τὰς πόλιας. οὐκ ἔφασαν τιμωρήσειν σφι· Ἴωνες δὲ τῆς Ἀθηναίων συμμαχίης στερηθέντες.ἀπίκοντο καὶ οἱ ἄλλοι σύμμαχοι παρῆσαν. 100. στεφανηφόρους τε ἀγῶνας ἀναραιρηκότα καὶ ὑπὸ Σιμωνίδεω τοῦ Κηίου πολλὰ αἰνεθέντα· οἳ δὲ αὐτῶν ἀπέφυγον τὴν μάχην. οὐδὲν δὴ ἧσσον τὸν πρὸς βασιλέα πόλεμον ἐσκευάζοντο. ἐν δὲ αὐτῇσι καὶ ἱρὸν ἐπιχωρίης θεοῦ Κυβήβης· τὸ σκηπτόμενοι οἱ Πέρσαι ὕστερον ἀντενεπίμπρασαν τὰ ἐν Ἕλλησι ἱρά. 104. [2] καὶ κως ἐν μὲν Σάρδισι οὐκέτι ἐόντας τοὺς Ἴωνας εὑρίσκουσι. μετὰ δὲ Ἀθηναῖοι μὲν τὸ παράπαν ἀπολιπόντες τοὺς Ἴωνας. αἱρέουσι Σάρδις οὐδενός σφι ἀντιωθέντος. πάγχυ ἐπικείμενος ἐνῆγε· ὡς δὲ οὐκ ἔπειθε τὸν Γόργον.
Ἱστιαῖος μὲν λέγων ταῦτα διέβαλλε. ἴσθι αὐτὸν ἐπ᾽ ἑωυτοῦ βαλόμενον πεποιηκέναι. Ἴωνες δὲ οὐκ ἐς μακρὴν βουλευσάμενοι ἧκον πολλῷ στόλῳ. κοῖον ἐφθέγξαο ἔπος. [6] ταῦτα δὲ κατὰ νόον τὸν σὸν ποιήσας. νῦν ὦν κῶς τοι ταῦτα φαίνεται ἔχειν καλῶς. ἐντειλάμενος. [5] Ἴωνες γὰρ οἴκασι ἐμεῦ ἐξ ὀφθαλμῶν σφι γενομένου ποιῆσαι τῶν πάλαι ἵμερον εἶχον· ἐμέο δ᾽ ἂν ἐόντος ἐν Ἰωνίῃ οὐδεμία πόλις ὑπεκίνησε. εἰ δ᾽ ἄρα τι τοιοῦτο ποιεῦσι καὶ σὺ τὸ ἐὸν ἀκήκοας ὦ βασιλεῦ. ἐκγενέσθαι μοι Ἀθηναίους τίσασθαι„. Ἀμαθουσίους δὲ οὐ βουλομένους οἱ πείθεσθαι ἐπολιόρκεε προσκατήμενος. ἀρχὴν δὲ ἔγωγε οὐδὲ ἐνδέκομαι τὸν λόγον. παραγίνεσθαί οἱ ὀπίσω ἐς τὰ Σοῦσα. 105. πάντων δὲ πρὸς σέο βουλευμάτων ἐπακούειν ἀξιοῦμαι. προστάξας δὲ ταῦτα εἶπε. τί δ᾽ ἂν ἐπιδιζήμενος ποιέοιμι ταῦτα. τὸν δὲ ἡγεμόνα γενέσθαι τῆς συλλογῆς ὥστε ταῦτα συνυφανθῆναι τὸν Μιλήσιον Ἀρισταγόρην. ἐν τούτῳ παντὶ τῷ χρόνῳ ἐγίνετο τάδε.στασιώτῃσι ἀπεκλήισε τῶν πυλέων. εἴπαντα δὲ ταῦτα προστάξαι ἑνὶ τῶν θεραπόντων δείπνου προκειμένου αὐτῷ ἐς τρὶς ἑκάστοτε εἰπεῖν “δέσποτα. μέμνεο τῶν Ἀθηναίων„. Δαρεῖος δὲ ἐπείθετο καί μιν ἀπίει. ἐν ᾧ δὲ ἡ ἀγγελίη τε περὶ τῶν Σαρδίων παρὰ βασιλέα ἀνήιε καὶ Δαρεῖος τὰ περὶ τὸ τόξον ποιήσας Ἱστιαίῳ ἐς λόγους ἦλθε καὶ Ἱστιαῖος μεμετιμένος ὑπὸ Δαρείου ἐκομίζετο ἐπὶ θάλασσαν. καλέσας ἐς ὄψιν Ἱστιαῖον τὸν Μιλήσιον. τεῦ δὲ ἐνδεὴς ἐών . λαβόντα δὲ καὶ ἐπιθέντα δὲ ὀιστὸν ἄνω πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀπεῖναι. “πυνθάνομαι Ἱστιαῖε ἐπίτροπον τὸν σόν. βασιλέι δὲ Δαρείῳ ὡς ἐξαγγέλθη Σάρδις ἁλούσας ἐμπεπρῆσθαι ὑπό τε Ἀθηναίων καὶ Ἰώνων. πολιορκέοντι τῷ Σαλαμινίῳ Ὀνησίλῳ Ἀμαθουσίους ἐξαγγέλλεται νηυσὶ στρατιὴν πολλὴν ἄγοντα Περσικὴν Ἀρτύβιον ἄνδρα Πέρσην προσδόκιμον ἐς τὴν Κύπρον εἶναι· [2] πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Ὀνήσιλος κήρυκας διέπεμπε ἐς τὴν Ἰωνίην ἐπικαλεύμενος σφέας. ἵνα τοι κεῖνά τε πάντα καταρτίσω ἐς τὠυτὸ καὶ τὸν Μιλήτου ἐπίτροπον τοῦτον τὸν ταῦτα μηχανησάμενον ἐγχειρίθετον παραδῶ. Σαρδίων με ἀπεστέρησε. μάθε οἷον πρῆγμα ἐργάσαο ἐμὲ ἀπὸ θαλάσσης ἀνάσπαστον ποιήσας. νῦν ὦν ὡς τάχος ἄπες με πορευθῆναι ἐς Ἰωνίην. θεοὺς ἐπόμνυμι τοὺς βασιληίους μὴ μὲν πρότερον ἐκδύσασθαι τὸν ἔχων κιθῶνα καταβήσομαι ἐς Ἰωνίην. τὸν ὁ Δαρεῖος κατεῖχε χρόνον ἤδη πολλόν. μετὰ δὲ πυθόμενον αἰτῆσαι τὸ τόξον. τῷ σὺ Μίλητον ἐπέτρεψας. ὅρα μὴ ἐξ ὑστέρης σεωυτὸν ἐν αἰτίῃ σχῇς„. τούτους ἀναγνώσας ἅμα ἐκείνοισι ἕπεσθαι. νεώτερα ἐς ἐμὲ πεποιηκέναι πρήγματα· ἄνδρας γάρ μοι ἐκ τῆς ἑτέρης ἠπείρου ἐπαγαγών. 106. [3] Γόργος μὲν δὴ στερηθεὶς τῆς πόλιος ἔφευγε ἐς Μήδους. εὖ εἰδότα ὡς οὗτοί γε οὐ καταπροΐξονται ἀποστάντες. εἰρέσθαι οἵτινες εἶεν οἱ Ἀθηναῖοι. ἐμὲ βουλεῦσαι πρῆγμα ἐκ τοῦ σοί τι ἢ μέγα ἢ σμικρὸν ἔμελλε λυπηρὸν ἀνασχήσειν. [3] εἶπε πρὸς ταῦτα Ἱστιαῖος “βασιλεῦ. [4] ἀλλ᾽ εἴ περ τι τοιοῦτον οἷον σὺ εἴρηκας πρήσσει ὁ ἐμὸς ἐπίτροπος. 107. ὅκως τι Μιλήσιοι καὶ ὁ ἐμὸς ἐπίτροπος νεώτερον πρήσσουσι περὶ πρήγματα τὰ σά. 108. πρῶτα μὲν λέγεται αὐτόν. τοὺς μὲν δὴ ἄλλους ἀνέπεισε. Ἴωνές τε δὴ παρῆσαν ἐς τὴν Κύπρον καὶ οἱ Πέρσαι νηυσὶ διαβάντες ἐκ . ὡς ἐπύθετο ταῦτα. Ἰώνων οὐδένα λόγον ποιησάμενον. Ὀνήσιλος δὲ ἦρχε Σαλαμῖνος καὶ ἀνέπειθε πάντας Κυπρίους συναπίστασθαι. καί μιν ἐς τὸν ἠέρα βάλλοντα εἰπεῖν [2] “ὦ Ζεῦ. Ὀνήσιλος μέν νυν ἐπολιόρκεε Ἀμαθοῦντα. πρὶν ἄν τοι Σαρδὼ νῆσον τὴν μεγίστην δασμοφόρον ποιήσω„. τῷ πάρα μὲν πάντα ὅσα περ σοί. [2] κῶς δὲ ἄνευ τῶν σῶν βουλευμάτων τούτων τι ἐπρήχθη . ἐπεὰν τὰ ὑπέσχετό οἱ ἐπιτελέα ποιήσῃ. καὶ Ἴωνας σὺν αὐτοῖσι τοὺς δώσοντας ἐμοὶ δίκην τῶν ἐποίησαν.
καὶ δεύτερα.τῆς Κιλικίης ἤισαν ἐπὶ τὴν Σαλαμῖνα πεζῇ. 110. Ἴωνες μὲν τούτοισι ἀμείψαντο· μετὰ δε ἡκόντων ἐς τὸ πεδίον τὸ Σαλαμινίων τῶν Περσέων. τὸ μὴ γένοιτο. 113. ταῦτα εἶπε. οἱ δὲ Κουριέες οὗτοι λέγονται εἶναι Ἀργείων ἄποικοι. ὡς συνῆλθε τὰ στρατόπεδα. [3] εἶπαν Ἴωνες πρὸς ταῦτα “ἡμέας δὲ ἀπέπεμψε τὸ κοινὸν τῶν Ἰώνων φυλάξοντας τὴν θάλασσαν. [3] εἶπε πρὸς ταῦτα ὁ ὀπάων αὐτοῦ “ὦ βασιλεῦ. μέγα τοι γίνεται. ἕτοιμος μὲν ἐγώ εἰμι ποιέειν καὶ ἀμφότερα καὶ τὸ ἕτερον αὐτῶν. καὶ μεταυτίκα συνέμισγε τὰ στρατόπεδα πεζῇ καὶ νηυσί. ἤν τε γὰρ κατέλῃς ἄνδρα στρατηγόν. [4] βασιλέα μὲν καὶ στρατηγὸν χρεὸν εἶναι φημὶ βασιλέι τε καὶ στρατηγῷ προσφέρεσθαι. [2] τετραμμένου δὲ τοῦ στρατοπέδου . ἀλλ᾽ οὐκ ἵνα Κυπρίοισι τὰς νέας παραδόντες αὐτοὶ πεζῇ Πέρσῃσι προσφερώμεθα. [2] εἰ μὲν γὰρ πεζῇ βούλεσθε ταχθέντες Περσέων διαπειρᾶσθαι. 111. τοὺς μὲν ἄλλους Κυπρίους κατὰ τοὺς ἄλλους στρατιώτας ἀντιτάσσοντες. γινομένων δὲ τούτων κατυπέρτεροι ἦσαν οἱ Πέρσαι τῶν Κυπρίων. ἡμέας δὲ ἐς τὰς νέας ἐσβαίνειν τὰς ὑμετέρας Φοίνιξι ἀνταγωνιευμένους· εἰ δὲ Φοινίκων μᾶλλον βούλεσθε διαπειρᾶσθαι. γίνεσθαι ἄνδρας ἀγαθούς„. ἤλαυνε δὲ ἵππον ὁ Ἀρτύβιος δεδιδαγμένον πρὸς ὁπλίτην ἵστασθαι ὀρθόν. τούτου δὲ τοιούτου γινομένου ἔλεξαν οἱ τύραννοι τῆς Κύπρου. εἴτε τὸν ἵππον εἴτε αὐτὸν Ἀρτύβιον„. ὅκως τὸ κατ᾽ ὑμέας ἔσται ἥ τε Ἰωνίη καὶ ἡ Κύπρος ἐλευθέρη„. ἐνθαῦτα ὁ Κὰρ δρεπάνῳ πλήξας ἀπαράσσει τοῦ ἵππου τοὺς πόδας. εἶπε πρὸς τοῦτον [2] “πυνθάνομαι τὸν Ἀρτυβίου ἵππον ἱστάμενον ὀρθὸν καὶ ποσὶ καὶ στόματι κατεργάζεσθαι πρὸς τὸν ἂν προσενειχθῇ· σὺ ὦν βουλευσάμενος εἰπὲ αὐτίκα ὁκότερον βούλεαι φυλάξας πλῆξαι. πυθόμενος ὦν ταῦτα ὁ Ὀνήσιλος. προδόντων δὲ τῶν Κουριέων αὐτίκα καὶ τὰ Σαλαμινίων πολεμιστήρια ἅρματα τὠυτὸ τοῖσι Κουριεῦσι ἐποίεε. ὁ Ὀνήσιλος κατὰ τὰ συνεθήκατο τῷ ὑπασπιστῇ παίει προσφερόμενον αὐτὸν τὸν Ἀρτύβιον· ἐπιβαλόντος δὲ τοῦ ἵππου τοὺς πόδας ἐπὶ τὴν Ὀνησίλου ἀσπίδα. 112. “ἄνδρες Ἴωνες. διέτασσον οἱ βασιλέες τῶν Κυπρίων. ἢ Πέρσῃσι ἢ Φοίνιξι. φράσω. μαχομένων δὲ καὶ τῶν ἄλλων. ἡμεῖς μέν νυν ἐπ᾽ οὗ ἐτάχθημεν. Στησήνωρ τύραννος ἐὼν Κουρίου προδιδοῖ ἔχων δύναμιν ἀνδρῶν περὶ ἑωυτὸν οὐ σμικρήν. 109. καὶ τούτων Σάμιοι ἠρίστευσαν· πεζῇ δέ. ἦν γάρ οἱ ὑπασπιστὴς γένος μὲν Κὰρ τὰ δὲ πολέμια κάρτα δόκιμος καὶ ἄλλως λήματος πλέος. Ἀρτύβιος μὲν δὴ ὁ στρατηγὸς τῶν Περσέων ὁμοῦ τῷ ἵππῳ πίπτει αὐτοῦ ταύτῃ. ὥρη ἂν εἴη ὑμῖν ἐκβάντας ἐκ τῶν νεῶν τάσσεσθαι πεζῇ. αἵρεσιν ὑμῖν δίδομεν ἡμεῖς οἱ Κύπριοι ὁκοτέροισι βούλεσθε προσφέρεσθαι. ὁκότερα ἂν δὴ τούτων ἕλησθε. συγκαλέσαντες τῶν Ἰώνων τοὺς στρατηγούς. τῇσι δὲ νηυσὶ οἱ Φοίνικες περιέπλεον τὴν ἄκρην αἳ καλεῦνται Κληῖδες τῆς Κύπρου. Σαλαμινίων δὲ καὶ Σολίων ἀπολέξαντες τὸ ἄριστον ἀντέτασσον Πέρσῃσι· Ἀρτυβίῳ δὲ τῷ στρατηγῷ τῶν Περσέων ἐθελοντὴς ἀντετάσσετο Ὀνήσιλος. νηυσὶ μέν νυν Ἴωνες ἄκροι γενόμενοι ταύτην τὴν ἡμέρην ὑπερεβάλοντο τοὺς Φοίνικας. συμπεσόντα ἐμάχοντο. [2] κατὰ δὲ τοὺς στρατηγοὺς ἀμφοτέρους τάδε ἐγίνετο· ὡς προσεφέρετο πρὸς τὸν Ὀνήσιλον ὁ Ἀρτύβιος ἐπὶ τοῦ ἵππου κατήμενος. ταύτῃ πειρησόμεθα εἶναι χρηστοί· ὑμέας δὲ χρεόν ἐστι ἀναμνησθέντας οἶα ἐπάσχετε δουλεύοντες πρὸς τῶν Μήδων. ἢν σὲ ἐκεῖνος. καὶ πάντως τὸ ἂν σὺ ἐπιτάσσῃς· ὡς μέντοι ἔμοιγε δοκέει εἶναι τοῖσι σοῖσι πρήγμασι προσφερέστερον. ποιέειν χρεόν ἐστι ὑμέας. ὑπὸ ἀξιοχρέου καὶ ἀποθανεῖν ἡμίσεα συμφορή· ἡμέας δὲ τοὺς ὑπηρέτας ἑτέροισί τε ὑπηρέτῃσι προσφέρεσθαι καὶ πρὸς ἵππον· τοῦ σὺ τὰς μηχανὰς μηδὲν φοβηθῇς· ἐγὼ γάρ τοι ὑποδέκομαι μή μιν ἀνδρὸς ἔτι γε μηδενὸς στήσεσθαι ἐναντίον„.
μέγα τε καὶ ἅγιον ἄλσος πλατανίστων. Δαυρίσης μὲν τραπόμενος πρὸς τὰς ἐν Ἑλλησπόντῳ πόλις εἷλε μὲν Δάρδανον. καί κως ταῦτα τοῖσι Καρσὶ ἐξαγγέλθη πρότερον ἢ τὸν Δαυρίσην ἀπικέσθαι· πυθόμενοι δὲ οἱ Κᾶρες συνελέγοντο ἐπὶ Λευκάς τε στήλας καλεομένας καὶ ποταμὸν Μαρσύην. ἀλλὰ τοῖσι Πέρσῃσι κατὰ νώτου γίνεσθαι τὸν Μαίανδρον μᾶλλον ἢ σφίσι. Ὀνησίλου μέν νυν Ἀμαθούσιοι. Περσέων μὲν δὴ ἔπεσον ἄνδρες ἐς δισχιλίους. Καρῶν δὲ ἐς μυρίους. κατειληθέντες δὲ ὦν οὗτοι ἐνθαῦτα ἐβουλεύοντο περὶ σωτηρίης. [2] τούτου δὲ γενομένου τοιούτου. ἵνα μὴ ἔχοντες ὀπίσω φεύγειν οἱ Κᾶρες αὐτοῦ τε μένειν ἀναγκαζόμενοι γινοίατο ἔτι ἀμείνονες τῆς φύσιος. ἐμαντεύθη σφι τὴν μὲν κεφαλὴν κατελόντας θάψαι. ἐπιδιώξαντες τοὺς ἐς Σάρδις στρατευσαμένους Ἰώνων καὶ ἐσαράξαντες σφέας ἐς τὰς νέας. τὴν πέριξ ὑπορύσσοντες τὸ τεῖχος πέμπτῳ μηνὶ εἷλον οἱ Πέρσαι. 119. ἀποστρέψας ὦν ἐκ τοῦ Ἑλλησπόντου ἤλαυνε τὸν στρατὸν ἐπὶ τὴν Καρίην. [2] τῶν δὲ ἐν Κύπρῳ πολίων ἀντέσχε χρόνον ἐπὶ πλεῖστον πολιορκευμένη Σόλοι. ἐχρέωντο γὰρ περὶ αὐτῆς οἱ Ἀμαθούσιοι. τὸ ἐνθεῦτεν ἐπιδιελόμενοι τὰς πόλις ἐπόρθεον. ταύτας μὲν ἐπ᾽ ἡμέρῃ ἑκάστῃ αἵρεε. [2] συλλεχθέντων δὲ τῶν Καρῶν ἐνθαῦτα ἐγίνοντο βουλαὶ ἄλλαι τε πολλαὶ καὶ ἀρίστη γε δοκέουσα εἶναι ἐμοὶ Πιξωδάρου τοῦ Μαυσώλου ἀνδρὸς Κινδυέος. τέλος δὲ ἑσσώθησαν διὰ πλῆθος. αὐτίκα μαθόντες οἱ Ἴωνες ταῦτα ἀπέπλεον ἐς τὴν Ἰωνίην. Ἀμαθούσιοι μέν νυν ἐποίευν ταῦτα καὶ τὸ μέχρι ἐμεῦ· Ἴωνες δὲ οἱ ἐν Κύπρῳ ναυμαχήσαντες ἐπείτε ἔμαθον τὰ πρήγματα τὰ Ὀνησίλου διεφθαρμένα καὶ τὰς πόλις τῶν Κυπρίων πολιορκευμένας τὰς ἄλλας πλὴν Σαλαμῖνος. εἷλε δὲ Ἄβυδόν τε καὶ Περκώτην καὶ Λάμψακον καὶ Παισόν. ὁκότερα ἢ παραδόντες σφέας αὐτοὺς Πέρσῃσι ἢ ἐκλιπόντες τὸ παράπαν τὴν Ἀσίην ἄμεινον πρήξουσι. ἔχοντες καὶ οὗτοι Δαρείου θυγατέρας. Ὀνησίλῳ δὲ θύειν ὡς ἥρωι ἀνὰ πᾶν ἔτος. [3] αὕτη μέν νυν οὐκ ἐνίκα ἡ γνώμη. . Δαυρίσης δὲ ἔχων Δαρείου θυγατέρα καὶ Ὑμαίης τε καὶ Ὀτάνης ἄλλοι Πέρσαι στρατηγοί. [2] ἐνθεῦτεν δὲ οἱ διαφυγόντες αὐτῶν κατειλήθησαν ἐς Λάβραυνδα ἐς Διὸς στρατίου ἱρόν. ἀπὸ δὲ Παισοῦ ἐλαύνοντί οἱ ἐπὶ Πάριον πόλιν ἦλθε ἀγγελίη τοὺς Κᾶρας τὠυτὸ Ἴωσι φρονήσαντας ἀπεστάναι ἀπὸ Περσέων. ὅς περ τὴν Κυπρίων ἀπόστασιν ἔπρηξε. ὅτι σφέας ἐπολιόρκησε. τῇ μάχῃ ὡς ἐπεκράτησαν. 115. 118. μοῦνοι δὲ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Κᾶρες εἰσὶ οἳ Διὶ στρατίῳ θυσίας ἀνάγουσι. δηλαδὴ ἢν φυγὴ τῶν Περσέων γένηται καὶ ἑσσωθέωσι τῇ συμβολῇ. Κύπριοι μὲν δὴ ἐνιαυτὸν ἐλεύθεροι γενόμενοι αὖτις ἐκ νέης κατεδεδούλωντο. καί σφι ποιεῦσι ταῦτα ἄμεινον συνοίσεσθαι. καὶ ὁ Σολίων βασιλεὺς Ἀριστόκυπρος ὁ Φιλοκύπρου. 116. ἐσμὸς μελισσέων ἐσδὺς ἐς αὐτὴν κηρίων μιν ἐνέπλησε. 114. Φιλοκύπρου δὲ τούτου τὸν Σόλων ὁ Ἀθηναῖος ἀπικόμενος ἐς Κύπρον ἐν ἔπεσι αἴνεσε τυράννων μάλιστα. μετὰ δὲ παρεόντων καὶ διαβάντων τὸν Μαίανδρον τῶν Περσέων. ὡς οὐκ ἀπονοστήσουσι ἐς τὸν ποταμὸν ἐσπίπτοντες. ἐνθαῦτα ἐπὶ τῷ Μαρσύῃ ποταμῷ συνέβαλόν τε τοῖσι Πέρσῃσι οἱ Κᾶρες καὶ μάχην ἐμαχέσαντο ἰσχυρὴν καὶ ἐπὶ χρόνον πολλόν. 117. ὃς ῥέων ἐκ τῆς Ἰδριάδος χώρης ἐς τὸν Μαίανδρον ἐκδιδοῖ. ταύτην δὲ Γόργῳ τῷ προτέρῳ βασιλέι τοὺς Σαλαμινίους παραδόντας. ἀποταμόντες τὴν κεφαλὴν ἐκόμισαν ἐς Ἀμαθοῦντα καί μιν ἀνεκρέμασαν ὑπὲρ τῶν πυλέων· κρεμαμένης δὲ τῆς κεφαλῆς καὶ ἤδη ἐούσης κοίλης. ὃς τοῦ Κιλίκων βασιλέος Συεννέσιος εἶχε θυγατέρα· τούτου τοῦ ἀνδρὸς ἡ γνώμη ἔφερε διαβάντας τὸν Μαίανδρον τοὺς Κᾶρας καὶ κατὰ νώτου ἔχοντας τὸν ποταμὸν οὕτω συμβάλλειν.ἄλλοι τε ἔπεσον πολλοὶ καὶ δὴ καὶ Ὀνήσιλός τε ὁ Χέρσιος.
τραπόμενος ἐς τὸν Προποντίδα εἷλε Κίον τὴν Μυσίην· [2] ταύτην δὲ ἐξελών. 125. ἁλισκομενέων δὲ τῶν πολίων. εἷλε δὲ Γέργιθας τοὺς ὑπολειφθέντας τῶν ἀρχαίων Τευκρῶν· αὐτός τε Ὑμαίης αἱρέων ταῦτα τὰ ἔθνεα νούσῳ τελευτᾷ ἐν τῇ Τρῳάδι. καὶ ἐπιοῦσί τε τοῖσι Πέρσῃσι συμβάλλουσι καὶ μαχεσάμενοι ἐπὶ πλέον ἢ πρότερον ἑσσώθησαν· πεσόντων δὲ τῶν πάντων πολλῶν μάλιστα Μιλήσιοι ἐπλήγησαν. D. εἴτε δὴ ὦν ἐς Σαρδὼ ἐκ τοῦ τόπου τούτου ἄγοι ἐς ἀποικίην. Godley. ἢν ἐκπέσῃ ἐκ τῆς Μιλήτου· ἔπειτα δὲ ἐκ ταύτης ὁρμώμενον κατελεύσεσθαι ἐς τὴν Μίλητον. τὴν Ἱστιαῖος ἐτείχεε παρὰ Δαρείου δωρεὴν λαβών. A. ὡς ἐπύθετο τὸν Ἑλλήσποντον ἐκλελοιπέναι Δαυρίσην καὶ στρατεύεσθαι ἐπὶ Καρίης. ἢν ἄρα ἐξωθέωνται ἐκ τῆς Μιλήτου.120. ταῦτα μὲν δὴ Ἑκαταῖος συνεβούλευε. ὃς ταράξας τὴν Ἰωνίην καὶ ἐγκερασάμενος πρήγματα μεγάλα δρησμὸν ἐβούλευε ὁρέων ταῦτα· πρὸς δέ οἱ καὶ ἀδύνατα ἐφάνη βασιλέα Δαρεῖον ὑπερβαλέσθαι· [2] πρὸς ταῦτα δὴ ὦν συγκαλέσας τοὺς συστασιώτας ἐβουλεύετο. βουλευομένοισι δέ σφι ταῦτα παραγίνονται βοηθέοντες Μιλήσιοί τε καὶ οἱ τούτων σύμμαχοι· ἐνθαῦτα δὲ τὰ μὲν πρότερον οἱ Κᾶρες ἐβουλεύοντο μετῆκαν. λέγων ὡς ἄμεινον σφίσι εἴη κρησφύγετόν τι ὑπάρχον εἶναι. αὐτὸς δὲ παραλαβὼν πάντα τὸν βουλόμενον ἔπλεε ἐς τὴν Θρηίκην. οὗτος μὲν δὴ οὕτω ἐτελεύτησε. Ἑκαταίου μέν νυν τοῦ Ἡγησάνδρου. Cambridge 1920) . τουτέων μὲν ἐς οὐδετέρην στέλλειν ἔφερε ἡ γνώμη. ἀνδρὸς λογοποιοῦ. πόλιν περικατήμενος καὶ βουλομένων τῶν Θρηίκων ὑποσπόνδων ἐξιέναι. αὐτῷ δὲ Ἀρισταγόρῃ ἡ πλείστη γνώμη ἦν ἐς τὴν Μύρκινον ἀπάγειν. καταλιπὼν τὴν Προποντίδα ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον ἦγε τὸν στρατόν. ἦν γὰρ ὡς διέδεξε Ἀρισταγόρης ὁ Μιλήσιος ψυχὴν οὐκ ἄκρος. 121. Ἰωνίης μέν νυν Κλαζομενὰς αἱρέουσι. τοῦ δὲ λόχου τούτου ἡγεμὼν ἦν Ἡρακλείδης Ἰβανώλλιος ἀνὴρ Μυλασσεύς. 124. 122. καὶ εἷλε μὲν Αἰολέας πάντας ὅσοι τὴν Ἰλιάδα νέμονται. ἐν Λέρῳ δὲ τῇ νήσῳ τεῖχος οἰκοδομησάμενον ἡσυχίην ἄγειν. οἳ δὲ αὖτις πολεμέειν ἐξ ἀρχῆς ἀρτέοντο. Ἀρταφρένης δὲ ὁ Σαρδίων ὕπαρχος καὶ Ὀτάνης ὁ τρίτος στρατηγὸς ἐτάχθησαν ἐπὶ τὴν Ἰωνίην καὶ τὴν προσεχέα Αἰολίδα στρατεύεσθαι. οὗτοι μέν νυν τῶν Περσέων οὕτω διεφθάρησαν· Ὑμαίης δὲ καὶ αὐτὸς ἐὼν τῶν ἐπιδιωξάντων τοὺς ἐς Σάρδις στρατευσαμένους Ἰώνων. 123. μετὰ δὲ τοῦτο τὸ τρῶμα ἀνέλαβόν τε καὶ ἀνεμαχέσαντο οἱ Κᾶρες· πυθόμενοι γὰρ ὡς στρατεύεσθαι ὁρμέαται οἱ Πέρσαι ἐπὶ τὰς πόλις σφέων. 126. καὶ ἔσχε τὴν χώρην ἐπ᾽ ἣν ἐστάλη· [2] ἐκ δὲ ταύτης ὁρμώμενος ἀπόλλυται ὑπὸ Θρηίκων αὐτός τε ὁ Ἀρισταγόρης καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ. εἴτε ἐς Μύρκινον τὴν Ἠδωνῶν. ἐλόχησαν τὴν ἐν Πηδάσῳ ὁδόν. Αἰολέων δὲ Κύμην. ἐς τὴν ἐμπεσόντες οἱ Πέρσαι νυκτὸς διεφθάρησαν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ στρατηγοὶ αὐτῶν Δαυρίσης καὶ Ἀμόργης καὶ Σισιμάκης· σὺν δέ σφι ἀπέθανε καὶ Μύρσος ὁ Γύγεω. ταῦτα ἐπειρώτα ὁ Ἀρισταγόρης. Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν ἕκτη ἐπιγραφομένη Ἐρατώ (ed. τὴν μὲν δὴ Μίλητον ἐπιτράπει Πυθαγόρῃ ἀνδρὶ τῶν ἀστῶν δοκίμῳ.
τὰ δὲ ἀμοιβαῖα τὰ παρὰ τῶν Περσέων ἀντιπεμπόμενα Ἱστιαίω ἑωυτῷ δοῦναι. “οὕτω τοι Ἱστιαῖε ἔχει κατὰ ταῦτα τὰ πρήγματα· τοῦτο τὸ ὑπόδημα ἔρραψας μὲν σύ. 3. ὁ δὲ Ἕρμιππος πρὸς τοὺς μὲν ἀπεπέμφθη οὐ διδοῖ. αὐτοῦ Ἱστιαίου δεηθέντος. ἀπικομένοισι δὲ τούτοισι ἐς τοῦτον τὸν χῶρον καὶ βουλευομένοισι ἔδοξε πεζὸν μὲν στρατὸν μηδένα συλλέγειν ἀντίξοον Πέρσῃσι. ὑπεδήσατο δὲ Ἀρισταγόρης”. περὶ Σάρδις μὲν δὴ ἐγίνετο ταραχή. τοῦ δὲ ναυτικοῦ Φοίνικες μὲν ἦσαν προθυμότατοι. ἔλυσαν αὐτόν. ὁ δὲ ἔλεγέ σφι ὡς βασιλεὺς Δαρεῖος ἐβουλεύσατο Φοίνικας μὲν ἐξαναστήσας ἐν τῇ Ἰωνίῃ κατοικίσαι. Ἴωνας δὲ ἐν τῇ Φοινίκῃ. Ἱστιαῖος δὲ δείσας ὡς συνιέντα Ἀρταφρένεα ὑπὸ τὴν πρώτην ἐπελθοῦσαν νύκτα ἀπέδρη ἐπὶ θάλασσαν. 7. μαθόντες μέντοι οἱ Χῖοι τὸν πάντα λόγον. Ἱστιαῖος μέν νυν καὶ Μυτιληναῖοι ἐποίευν ταῦτα. ἀπικνέεται ὀπίσω ἐς τὴν Χίον· ἐνθεῦτεν δέ. οὐδέν τι πάντως ταῦτα βασιλέος βουλευσαμένου ἐδειμάτου τοὺς Ἴωνας. τιτρώσκεται τὸν μηρὸν ὑπό τευ τῶν Μιλησίων. 2. συνεστρατεύοντο δὲ καὶ Κύπριοι νεωστὶ κατεστραμμένοι καὶ Κίλικές τε καὶ Αἰγύπτιοι. ὁ δὲ οὔτε εἰδέναι ἔφη ἐθώμαζέ τε τὸ γεγονός. διέβη ἐς Μυτιλήνην καὶ ἔπεισε Λεσβίους δοῦναί οἱ νέας. ἐνθαῦτα δὲ ἱζόμενοι τὰς ἐκ τοῦ Πόντου ἐκπλεούσας τῶν νεῶν ἐλάμβανον. μετὰ δὲ ὁ Ἱστιαῖος δι᾽ ἀγγέλου ποιεύμενος Ἑρμίππου ἀνδρὸς Ἀταρνίτεω τοῖσι ἐν Σάρδισι ἐοῦσι Περσέων ἔπεμπε βυβλία. οἳ μὲν δὴ ἐπὶ τὴν Μίλητον καὶ τὴν ἄλλην Ἰωνίην ἐστρατεύοντο. ἐνθαῦτα δὴ εἰρωτώμενος ὑπὸ τῶν Ἰώνων ὁ Ἱστιαῖος κατ᾽ ὅ τι προθύμως οὕτω ἐπέστειλε τῷ Ἀρισταγόρῃ ἀπίστασθαι ἀπὸ βασιλέος καὶ κακὸν τοσοῦτον εἴη Ἴωνας ἐξεργασμένος. ἐπὶ δὲ Μίλητον αὐτὴν ναυτικὸς πολλὸς καὶ πεζὸς ἦν στρατὸς προσδόκιμος· συστραφέντες γὰρ οἱ στρατηγοὶ τῶν Περσέων καὶ ἓν ποιήσαντες στρατόπεδον ἤλαυνον ἐπὶ τὴν Μίλητον. καὶ τούτων εἵνεκα ἐπιστείλειε. Ἀρισταγόρης μέν νυν Ἰωνίην ἀποστήσας οὕτω τελευτᾷ. ὃ μὲν δὴ ὡς ἀπωστὸς τῆς ἑωυτοῦ γίνεται. οὐδαμῶς πρόθυμοι ἦσαν ἄλλον τύραννον δέκεσθαι ἐς τὴν χώρην. [2] καὶ δὴ νυκτὸς γὰρ ἐούσης βίῃ ἐπειρᾶτο κατιὼν ὁ Ἱστιαῖος ἐς τὴν Μίλητον. ἀλλὰ τὰ τείχεα ῥύεσθαι . καταγνωσθεὶς πρὸς αὐτῶν νεώτερα πρήσσειν πρήγματα ἐς αὐτοὺς ἐκ Δαρείου. ὡς πολέμιος εἴη βασιλέι. ἄσμενοι ἀπαλλαχθέντες καὶ Ἀρισταγόρεω. πλὴν ἢ ὅσοι αὐτῶν Ἱστιαίῳ ἔφασαν ἕτοιμοι εἶναι πείθεσθαι. οὐ γὰρ ἔπειθε τοὺς Χίους ὥστε ἑωυτῷ δοῦναι νέας. φέρων δὲ ἐνεχείρισε τὰ βυβλία Ἀρταφρένεϊ· [2] ὁ δὲ μαθὼν πᾶν τὸ γινόμενον ἐκέλευε τὸν Ἕρμιππον τὰ μὲν παρὰ τοῦ Ἱστιαίου δοῦναι φέροντα τοῖσί περ ἔφερε. ὡς προλελεσχηνευμένων αὐτῷ ἀποστάσιος πέρι. ὡς οὐδὲν δῆθεν τῶν παρεόντων πρηγμάτων ἐπιστάμενος. 5. τὴν μὲν γενομένην αὐτοῖσι αἰτίην οὐ μάλα ἐξέφαινε. [2] διαβὰς δὲ ἐς Χίον ἐδέθη ὑπὸ Χίων. Ἱστιαῖον δὲ ταύτης ἀποσφαλέντα τῆς ἐλπίδος Χῖοι κατῆγον ἐς Μίλητον. τούτων δὲ γενομένων φανερῶν ἀπέκτεινε ἐνθαῦτα πολλοὺς Περσέων ὁ Ἀρταφρένης. Ἱστιαῖος δὲ ὁ Μιλήτου τύραννος μεμετιμένος ὑπὸ Δαρείου παρῆν ἐς Σάρδις· ἀπιγμένον δὲ αὐτὸν ἐκ τῶν Σούσων εἴρετο Ἀρταφρένης ὁ Σαρδίων ὕπαρχος κατὰ κοῖόν τι δοκέοι Ἴωνας ἀπεστάναι.1. 4. Ἀρταφρένης μὲν ταῦτα ἐς τὴν ἀπόστασιν ἔχοντα εἶπε. Ἴωνες δὲ πυνθανόμενοι ταῦτα ἔπεμπον προβούλους σφέων αὐτῶν ἐς Πανιώνιον. οἱ δὲ Μιλήσιοι. τἆλλα πολίσματα περὶ ἐλάσσονος ποιησάμενοι. 6. [2] ὁ δὲ Ἀρταφρένης ὁρέων αὐτὸν τεχνάζοντα εἶπε. εἰδὼς τὴν ἀτρεκείην τῆς ἀποστάσιος. [2] οἳ δὲ πληρώσαντες ὀκτὼ τριήρεας ἔπλεον ἅμα Ἱστιαίῳ ἐς Βυζάντιον. οἷα ἐλευθερίης γευσάμενοι. βασιλέα Δαρεῖον ἐξηπατηκώς· ὃς Σαρδὼ νῆσον τὴν μεγίστην ὑποδεξάμενος κατεργάσασθαι ὑπέδυνε τῶν Ἰώνων τὴν ἡγεμονίην τοῦ πρὸς Δαρεῖον πολέμου.
καὶ ὡς τὴν χώρην ἄλλοισι παραδώσομεν”. οὐδὲ βιαιότερον ἕξουσι οὐδὲν ἢ πρότερον εἶχον. παρεῖχέ τε τοῖσι Ἴωσι πόνον δι᾽ ἡμέρης. 12. ὡς δὲ καὶ αὗται ἀπίκατο πρὸς τὴν Μιλησίην καὶ ὁ πεζός σφι ἅπας παρῆν. καὶ δή κού σφι καὶ ἄλλοι ἠγορόωντο. ὁ δὲ ἀνάγων ἑκάστοτε ἐπὶ κέρας τὰς νέας. θεῶν τὰ ἴσα νεμόντων. μετὰ δὲ ταῦτα πεπληρωμένῃσι τῇσι νηυσὶ παρῆσαν οἱ Ἴωνες. [4] εἰ δὲ ταῦτα μὲν οὐ ποιήσουσι. αὗται μὲν Ἰώνων ἦσαν. ἡ δὲ Λάδη ἐστὶ νῆσος μικρὴ ἐπὶ τῇ πόλι τῇ Μιλησίων κειμένη. ἐνθαῦτα οἱ Περσέων στρατηγοὶ πυθόμενοι τὸ πλῆθος τῶν Ἰάδων νεῶν καταρρώδησαν μὴ οὐ δυνατοὶ γένωνται ὑπερβαλέσθαι. ἐτάσσοντο δὲ ὧδε. καὶ οὕτω οὔτε τὴν Μίλητον οἷοί τε ἔωσι ἐξελεῖν μὴ οὐκ ἐόντες ναυκράτορες. Ἐρυθραῖοι μὲν ὀκτὼ νέας παρεχόμενοι. ἐν δὲ δὴ καὶ ὁ Φωκαεὺς στρατηγὸς Διονύσιος λέγων τάδε. [2] μέχρι μέν νυν ἡμερέων ἑπτὰ ἐπείθοντό τε καὶ ἐποίευν τὸ κελευόμενον· τῇ δὲ . Μυησίων δὲ Τήιοι εἴχοντο ἑπτακαίδεκα νηυσί. οἳ δὲ πάντως διὰ μάχης ἐλεύσονται. οἳ μὲν δὴ ἔλεγον τάδε. 11. ταῦτα μέν νυν ἰθέως ἀπικομένων ἐς τὴν Μίλητον τῶν Περσέων ἐγίνετο· μετὰ δὲ τῶν Ἰώνων συλλεχθέντων ἐς τὴν Λάδην ἐγίνοντο ἀγοραί. 8. σὺν δέ σφι καὶ Αἰολέων ὅσοι τὴν Λέσβον νέμονται. τὸ παραχρῆμα μὲν πόνος ὑμῖν ἔσται. συλλέξαντες τῶν Ἰώνων τοὺς τυράννους. ἀγνωμοσύνῃ τε διεχρέωντο καὶ οὐ προσίεντο τὴν προδοσίην· ἑωυτοῖσι δὲ ἕκαστοι ἐδόκεον μούνοισι ταῦτα τοὺς Πέρσας ἐξαγγέλλεσθαι. οὐδεμίαν ὑμέων ἔχω ἐλπίδα μὴ οὐ δώσειν ὑμέας δίκην βασιλέι τῆς ἀποστάσιος. πάντων δὲ τούτων ὁ σύμπας ἀριθμὸς ἐγένετο τρεῖς καὶ πεντήκοντα καὶ τριηκόσιαι τριήρεες. τὸ λοιπὸν τῆς ἡμέρης τὰς νέας ἔχεσκε ἐπ᾽ ἀγκυρέων. τὰς δὲ παρθένους ἀνασπάστους ἐς Βάκτρα. ἐς τοὺς καὶ ἀπίκοντο αὗται αἱ ἀγγελίαι. [2] “ἐπὶ ξυροῦ γὰρ ἀκμῆς ἔχεται ἡμῖν τὰ πρήγματα. [2] ταῦτα ἐπιλεγόμενοι. ἄνδρες Ἴωνες. προϊσχόμενοι δὲ ἐπαγγείλασθε τάδε.αὐτοὺς Μιλησίους. Φωκαέες δὲ τρεῖς· Φωκαέων δὲ εἴχοντο Λέσβιοι νηυσὶ ἑβδομήκοντα· τελευταῖοι δὲ ἐτάσσοντο ἔχοντες τὸ πρὸς ἑσπέρην κέρας Σάμιοι ἑξήκοντα νηυσί. πρός τε Δαρείου κινδυνεύσωσι κακόν τι λαβεῖν. ὅκως τοῖσι ἐρέτῃσι χρήσαιτο διέκπλοον ποιεύμενος τῇσι νηυσὶ δι᾽ ἀλληλέων καὶ τοὺς ἐπιβάτας ὁπλίσειε. νῦν τις ὑμέων εὖ ποιήσας φανήτω τὸν βασιλέος οἶκον· τοὺς γὰρ ἑωυτοῦ ἕκαστος ὑμέων πολιήτας πειράσθω ἀποσχίζων ἀπὸ τοῦ λοιποῦ συμμαχικοῦ. οἱ δὲ Ἴωνες. 9. τὸ μὲν πρὸς τὴν ἠῶ εἶχον κέρας αὐτοὶ Μιλήσιοι. 10. οἳ ὑπ᾽ Ἀρισταγόρεω μὲν τοῦ Μιλησίου καταλυθέντες τῶν ἀρχέων ἔφευγον ἐς Μήδους. τῶν δὲ Ἰώνων οἱ τύραννοι διέπεμπον νυκτὸς ἕκαστος ἐς τοὺς ἑωυτοῦ ἐξαγγελλόμενος. οἷοί τε δὲ ἔσεσθε ὑπερβαλόμενοι τοὺς ἐναντίους εἶναι ἐλεύθεροι· εἰ δὲ μαλακίῃ τε καὶ ἀταξίῃ διαχρήσησθε. [3] “ἄνδρες Ἴωνες. τά περ σφέας κατέξει. καὶ ὡς σφέων τοὺς παῖδας ἐκτομίας ποιήσομεν. ὑποδέκομαι ἢ οὐ συμμίξειν τοὺς πολεμίους ἢ συμμίσγοντας πολλὸν ἐλασσωθήσεσθαι”. τῶν δὲ βαρβάρων τὸ πλῆθος τῶν νεῶν ἦσαν ἑξακόσιαι. Τηίων δὲ εἴχοντο Χῖοι ἑκατὸν νηυσί· [2] πρὸς δὲ τούτοισι Ἐρυθραῖοί τε ἐτάσσοντο καὶ Φωκαέες. ὡς πείσονταί τε ἄχαρι οὐδὲν διὰ τὴν ἀπόστασιν. [3] ἀλλ᾽ ἐμοί τε πείθεσθε καὶ ἐμοὶ ὑμέας αὐτοὺς ἐπιτρέψατε· καὶ ὑμῖν ἐγώ. τούτων τῶν ἀνδρῶν τοὺς παρεόντας συγκαλέσαντες ἔλεγόν σφι τάδε. καὶ τούτοισι ὡς δρηπέτῃσι· νῦν ὦν ὑμεῖς ἢν μὲν βούλησθε ταλαιπωρίας ἐνδέκεσθαι. τὸ δὲ ναυτικὸν πληροῦν ὑπολιπομένους μηδεμίαν τῶν νεῶν πληρώσαντας δὲ συλλέγεσθαι τὴν ταχίστην ἐς Λάδην προναυμαχήσοντας τῆς Μιλήτου. νέας παρεχόμενοι ὀγδώκοντα· εἴχοντο δὲ τούτων Πριηνέες δυώδεκα νηυσὶ καὶ Μυήσιοι τρισὶ νηυσί. ἢ εἶναι ἐλευθέροισι ἢ δούλοισι. ὡς ἑσσωθέντες τῇ μάχῃ ἐξανδραποδιεῦνται. ἐτύγχανον δὲ τότε συστρατευόμενοι ἐπὶ τὴν Μίλητον. οὐδέ σφι οὔτε τὰ ἱρὰ οὔτε τὰ ἴδια ἐμπεπρήσεται. ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Ἴωνες ἐπιτρέπουσι σφέας αὐτοὺς τῷ Διονυσίῳ. τάδε ἤδη σφι λέγετε ἐπηρεάζοντες.
οἵτινες παραφρονήσαντες καὶ ἐκπλώσαντες ἐκ τοῦ νόου ἀνδρὶ Φωκαέι ἀλαζόνι. φέρετε. ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγων συμμάχων μεμουνωμένοι διεκπλέοντες ἐναυμάχεον. ἔλεξαν πρὸς ἑωυτοὺς τάδε. [2] λέγονται δὲ Σάμιοι ἐνθαῦτα κατὰ τὰ συγκείμενα πρὸς τὸν Αἰάκεα ἀειράμενοι τὰ ἱστία ἀποπλῶσαι ἐκ τῆς τάξιος ἐς τὴν Σάμον. τῶν δὲ παραμεινάντων ἐν τῇ ναυμαχίῃ περιέφθησαν τρηχύτατα Χῖοι ὡς ἀποδεικνύμενοί τε ἔργα λαμπρὰ καὶ οὐκ ἐθελοκακέοντες. νέας μὲν δὴ αὐτοῦ ταύτῃ ἐποκείλαντες κατέλιπον. [2] ὁρέοντες δὲ τοὺς πολλοὺς τῶν συμμάχων προδιδόντας οὐκ ἐδικαίευν γίνεσθαι τοῖσι κακοῖσι αὐτῶν ὅμοιοι. ἐν κέρδεϊ ἐποιεῦντο περιποιῆσαι τά τε ἱρὰ τὰ σφέτερα καὶ τὰ ἴδια. εὖ δὲ ἐπιστάμενοι ὡς εἰ καὶ τὸ παρεὸν ναυτικὸν ὑπερβαλοίατο τὸν Δαρεῖον. δεόμενος σφέων ἐκλιπεῖν τὴν Ἰώνων συμμαχίην· οἱ Σάμιοι ὦν ὁρῶντες ἐοῦσαν ἅμα μὲν ἀταξίην πολλὴν ἐκ τῶν Ἰώνων ἐδέκοντο τοὺς λόγους. καὶ δὴ πολλοὶ μὲν ἡμέων ἐς νούσους πεπτώκασι. οὗτοι δὲ ὡς ἐδιώκοντο καταφυγγάνουσι πρὸς τὴν Μυκάλην. οἳ δὲ πεζῇ ἐκομίζοντο διὰ τῆς ἠπείρου. ἐς ὃ τῶν πολεμίων ἑλόντες νέας συχνὰς ἀπέβαλον τῶν σφετερέων τὰς πλεῦνας. [4] ταῦτα ἔλεξαν. ἅμα δὲ κατεφαίνετό σφι εἶναι ἀδύνατα τὰ βασιλέος πρήγματα ὑπερβαλέσθαι. οἷα ἀπαθέες ἐόντες πόνων τοιούτων τετρυμένοι τε ταλαιπωρίῃσί τε καὶ ἡλίῳ. ὥσπερ καὶ πρότερον εἰρέθη. τύραννος δὲ ἐὼν Σάμου ὑπὸ τοὺ Μιλησίου Ἀρισταγόρεω ἀπεστέρητο τὴν ἀρχὴν κατά περ οἱ ἄλλοι τῆς Ἰωνίης τύραννοι. τοῦ λοιποῦ μὴ πειθώμεθα αὐτοῦ”. καὶ ἔστι αὕτη ἡ στήλη ἐν τῇ ἀγορῇ. παρείχοντο μὲν γάρ. Χῖοι μὲν δὴ τῇσι λοιπῇσι τῶν νεῶν ἀποφεύγουσι ἐς τὴν ἑωυτῶν· ὅσοισι δὲ τῶν Χίων ἀδύνατοι ἦσαν αἱ νέες ὑπὸ τρωμάτων. [3] “τίνα δαιμόνων παραβάντες τάδε ἀναπίμπλαμεν. καὶ μετὰ ταῦτα αὐτίκα πείθεσθαι οὐδεὶς ἤθελε. 15. παῖς μὲν ἦν Συλοσῶντος τοῦ Αἰάκεος. ἰδόμενοι δὲ καὶ Λέσβιοι τοὺς προσεχέας φεύγοντας τὠυτὸ ἐποίευν τοῖσι Σαμίοισι· ὣς δὲ καὶ οἱ πλεῦνες τῶν Ἰώνων ἐποίευν τὰ αὐτὰ ταῦτα. τὸ ἐνθεῦτεν οὐκ ἔχω ἀτρεκέως συγγράψαι οἵτινες τῶν Ἰώνων ἐγίνοντο ἄνδρες κακοὶ ἢ ἀγαθοὶ ἐν τῇ ναυμαχίῃ ταύτῃ· ἀλλήλους γὰρ καταιτιῶνται. μᾶλλον ἢ τῇ παρεούσῃ συνέχεσθαι. παρεχομένῳ νέας τρεῖς. νέας ἑκατόν. 14. [2] ἐπειδὴ δὲ ἐσέβαλον ἐς τὴν Ἐφεσίην κομιζόμενοι οἱ Χῖοι. πρό τε τούτων τῶν κακῶν ἡμῖν γε κρέσσον καὶ ὅ τι ὦν ἄλλο παθεῖν ἐστι καὶ τὴν μέλλουσαν δουληίην ὑπομεῖναι ἥτις ἔσται. πολλοὶ δὲ ἐπίδοξοι τὠυτὸ τοῦτο πείσεσθαι εἰσί. ὁ δὲ Αἰάκης. 13. ἐπιτρέψαντες ἡμέας αὐτοὺς ἔχομεν· ὁ δὲ παραλαβὼν ἡμέας λυμαίνεται λύμῃσι ἀνηκέστοισι. νυκτός τε γὰρ ἀπίκατο ἐς αὐτὴν καὶ ἐόντων τῇσι γυναιξὶ αὐτόθι θεσμοφορίων. παρ᾽ ὅτευ τοὺς λόγους ἐδέκοντο οἱ Σάμιοι.ἐπὶ ταύτῃσι οἱ Ἴωνες. ἐπείτε τάχιστα εἶδον τοὺς Ἴωνας οὐ βουλομένους εἶναι χρηστούς. οἱ Ἴωνες ἀντανῆγον καὶ αὐτοὶ τὰς νέας ἐπὶ κέρας. ὡς δὲ καὶ ἀγχοῦ ἐγίνοντο καὶ συνέμισγον ἀλλήλοισι. πάγχυ σφέας . καὶ ἐπ᾽ ἑκάστης αὐτέων ἄνδρας τεσσεράκοντα τῶν ἀστῶν λογάδας ἐπιβατεύοντας. ἐνθαῦτα δὴ οἱ Ἐφέσιοι. οὔτε προακηκοότες ὡς εἶχε περὶ τῶν Χίων ἰδόντες τε στρατὸν ἐς τὴν χώρην ἐσβεβληκότα. 16. ἀλλ᾽ οἷα στρατιὴ σκηνάς τε πηξάμενοι ἐν τῇ νήσῳ ἐσκιητροφέοντο καὶ ἐσβαίνειν οὐκ ἐθέλεσκον ἐς τὰς νέας οὐδ᾽ ἀναπειρᾶσθαι. μαθόντες δὲ ταῦτα τὰ γινόμενα ἐκ τῶν Ἰώνων οἱ στρατηγοὶ τῶν Σαμίων ἐνθαῦτα δὴ παρ᾽ Αἰάκεος τοῦ Συλοσῶντος κείνους τοὺς πρότερον ἔπεμπε λόγους ὁ Αἰάκης κελευόντων τῶν Περσέων. [2] προφάσιος ὦν ἐπιλαβόμενοι. ἄλλο σφι παρέσται πενταπλήσιον. πλὴν ἕνδεκα νεῶν· τουτέων δὲ οἱ τριήραρχοι παρέμενον καὶ ἐναυμάχεον ἀνηκουστήσαντες τοῖσι στρατηγοῖσι· [3] καί σφι τὸ κοινὸν τῶν Σαμίων ἔδωκε διὰ τοῦτο τὸ πρῆγμα ἐν στήλῃ ἀναγραφῆναι πατρόθεν ὡς ἀνδράσι ἀγαθοῖσι γενομένοισι. τότε ὦν ἐπεὶ ἐπέπλεον οἱ Φοίνικες.
ἐδόκεε δὲ μετὰ τὴν ναυμαχίην αὐτίκα βουλευομένοισι. οὗτοι μὲν τοίνυν τοιαύτῃσι περιέπιπτον τύχῃσι. πρὸς δὲ Τυρσηνίην τετραμμένη τῆς Σικελίης. 19. σαὶ δ᾽ ἄλοχοι πολλοῖσι πόδας νίψουσι κομήταις. ἐς ἀποικίην ἐκπλέειν μηδὲ μένοντας Μήδοισί τε καὶ Αἰάκεϊ δουλεύειν. παρ᾽ ἣν Τίγρης ποταμὸς παραρρέων ἐς θάλασσαν ἐξιεῖ. καὶ ἐπέταξαν μηδένα χρᾶσθαι τούτῳ τῷ δράματι. Καρχηδονίων δὲ καὶ Τυρσηνῶν. τότε μνησθήσομαι· τὰ δὲ τοῖσι Μιλησίοισι οὐ παρεοῦσι ἔχρησε. τῆς δὲ Μιλησίων χώρης αὐτοὶ μὲν οἱ Πέρσαι εἶχον τὰ περὶ τὴν πόλιν καὶ τὸ πεδίον.καταδόξαντες εἶναι κλῶπας καὶ ἰέναι ἐπὶ τὰς γυναῖκας. ὁκότε ἄνδρες μὲν οἱ πλεῦνες ἐκτείνοντο ὑπὸ τῶν Περσέων ἐόντων κομητέων. χρεωμένοισι γὰρ Ἀργείοισι ἐν Δελφοῖσι περὶ σωτηρίης τῆς πόλιος τῆς σφετέρης ἐχρήσθη ἐπίκοινον χρηστήριον. ὁρμώμενος δὲ ἐνθεῦτεν ληιστὴς κατεστήκεε Ἑλλήνων μὲν οὐδενός. τὸ μὲν ἐς αὐτοὺς τοὺς Ἀργείους φέρον. γαύλους δὲ ἐνθαῦτα καταδύσας καὶ χρήματα λαβὼν πολλὰ ἔπλεε ἐς Σικελίην. αἱρέουσι κατ᾽ ἄκρης ἕκτῳ ἔτει ἀπὸ τῆς ἀποστάσιος τῆς Ἀρισταγόρεω καὶ ἠνδραποδίσαντο τὴν πόλιν. 22. [2] ἐπεὰν κατὰ τοῦτο γένωμαι τοῦ λόγου. βουλόμενοι αὐτόθι πόλιν κτίσαι Ἰώνων. καὶ ἐζημίωσάν μιν ὡς ἀναμνήσαντα οἰκήια κακὰ χιλίῃσι δραχμῇσι. ἐξεβοήθεον πανδημεὶ καὶ ἔκτεινον τοὺς Χίους. καὶ τότε δή. [2] Ζαγκλαῖοι γὰρ οἱ ἀπὸ Σικελίης τὸν αὐτὸν χρόνον τοῦτον πέμποντες ἐς τὴν Ἰωνίην ἀγγέλους ἐπεκαλέοντο τοὺς Ἴωνας ἐς Καλὴν ἀκτήν. ὥστε συμπεσεῖν τὸ πάθος τῷ χρηστηρίῳ τῷ ἐς Μίλητον γενομένῳ. βασιλεὺς δὲ σφέας Δαρεῖος κακὸν οὐδὲν ἄλλο ποιήσας κατοίκισε ἐπὶ τῇ Ἐρυθρῇ καλεομένῃ θαλάσσῃ ἐν Ἄμπῃ πόλι. Ἀθηναῖοι μὲν γὰρ δῆλον ἐποίησαν ὑπεραχθεσθέντες τῇ Μιλήτου ἁλώσι τῇ τε ἄλλῃ πολλαχῇ. τὸ μέν νυν ἐς τοὺς Ἀργείους ἔχον. εὖ εἰδὼς ὡς ἀνδραποδιεῖται σὺν τῇ ἄλλῃ Ἰωνίῃ· ὁ δὲ ἰθέως ὡς εἶχε ἔπλεε ἐς Φοινίκην. καὶ δὴ καὶ ποιήσαντι Φρυνίχῳ δρᾶμα Μιλήτου ἅλωσιν καὶ διδάξαντι ἐς δάκρυά τε ἔπεσε τὸ θέητρον. Σαμίων δὲ τοῖσί τι ἔχουσι τὸ μὲν ἐς τοὺς Μήδους ἐκ τῶν στρατηγῶν τῶν σφετέρων ποιηθὲν οὐδαμῶς ἤρεσκε. [3] τότε δὴ ταῦτα τοὺς Μιλησίους κατελάμβανε. Διονύσιος δὲ ὁ Φωκαεὺς ἐπείτε ἔμαθε τῶν Ἰώνων τὰ πρήγματα διεφθαρμένα. 17. 20. τὰ δὲ ὑπεράκρια ἔδοσαν Καρσὶ Πηδασεῦσι ἐκτῆσθαι. παθοῦσι δὲ ταῦτα Μιλησίοισι πρὸς Περσέων οὐκ ἀπέδοσαν τὴν ὁμοίην Συβαρῖται. Συβάριος γὰρ ἁλούσης ὑπὸ Κροτωνιητέων Μιλήσιοι πάντες ἡβηδὸν ἀπεκείραντο τὰς κεφαλὰς καὶ πένθος μέγα προσεθήκαντο· πόλιες γὰρ αὗται μάλιστα δὴ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἀλλήλῃσι ἐξεινώθησαν· [2] οὐδὲν ὁμοίως καὶ Ἀθηναῖοι. πολλοῖσιν δεῖπνόν τε καὶ ἀγλαὰ δῶρα γενήσῃ. τούτων ὦν ἐπικαλεομένων οἱ Σάμιοι . οἱ δὲ Πέρσαι ἐπείτε τῇ ναυμαχίῃ ἐνίκων τοὺς Ἴωνας. ἡ δὲ Καλὴ αὕτη ἀκτὴ καλεομένη ἔστι μὲν Σικελῶν. συληθέντα ἐνεπίμπρατο. ἱρὸν δὲ τὸ ἐν Διδύμοισι καὶ ὁ νηός τε καὶ τὸ χρηστήριον. νέας ἑλὼν τρεῖς τῶν πολεμίων ἀπέπλεε ἐς μὲν Φώκαιαν οὐκέτι. νηοῦ δ᾽ ἡμετέρου Διδύμοις ἄλλοισι μελήσει. 18. 21. τῶν δ᾽ ἐν τῷ ἱρῷ τούτῳ χρημάτων πολλάκις μνήμην ἑτέρωθι τοῦ λόγου ἐποιησάμην. τὴν Μίλητον πολιορκέοντες ἐκ γῆς καὶ θαλάσσης καὶ ὑπορύσσοντες τὰ τείχεα καὶ παντοίας μηχανὰς προσφέροντες. γυναῖκες δὲ καὶ τέκνα ἐν ἀνδραπόδων λόγῳ ἐγίνοντο. πρὶν ἤ σφι ἐς τὴν χώρην ἀπικέσθαι τὸν τύραννον Αἰάκεα. ἐνθεῦτεν οἱ ζωγρηθέντες τῶν Μιλησίων ἤγοντο ἐς Σοῦσα. οἳ Λᾶόν τε καὶ Σκίδρον οἴκεον τῆς πόλιος ἀπεστερημένοι. ἔχει ὧδε. Μίλητε κακῶν ἐπιμήχανε ἔργων. τὴν δὲ παρενθήκην ἔχρησε ἐς Μιλησίους. Μίλητος μέν νυν Μιλησίων ἠρήμωτο.
καὶ Ζαγκλαῖοι αὐτοί τε καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτῶν. ἐᾶν χαίρειν. [6] τοὺς μὲν δὴ πλεῦνας τῶν Ζαγκλαίων αὐτὸς ἐν ἀνδραπόδων λόγῳ εἶχε δήσας. τὰς μὲν ἐθελοντὴν τῶν πολίων ὑποκυψάσας. [3] ταῦτα μὲν σφι σημήια ὁ θεὸς προέδεξε. καὶ Χίων φρουρῇ οὐ προσιεμένῃ μιν συνέβαλε ἐν Κοίλοισι καλεομένοισι τῆς Χίης χώρης. ὥστε ἀπ᾽ ἑκατὸν καὶ εἴκοσι παίδων εἷς μοῦνος ἀπέφυγε. μετὰ δὲ τὴν ναυμαχίην τὴν ὑπὲρ Μιλήτου γενομένην Φοίνικες κελευσάντων Περσέων κατῆγον ἐς Σάμον Αἰάκεα τὸν Συλοσῶντος ὡς πολλοῦ τε ἄξιον γενόμενον σφίσι καὶ μεγάλα κατεργασάμενον· [2] καὶ Σαμίοισι μούνοισι τῶν ἀποστάντων ἀπὸ Δαρείου διὰ τὴν ἔκλειψιν τῶν νεῶν ἐν τῇ ναυμαχίῃ οὔτε ἡ πόλις οὔτε τὰ ἱρὰ ἐνεπρήσθη. καὶ τῶν λοιπῶν Χίων. τὰς δὲ ἀνάγκῃ προσηγάγοντο. ἐνθαῦτα οἱ Ζαγκλαῖοι. ἐπ᾽ ἣν ἔπλεον. 24. τὰ δ᾽ ἐπὶ τῶν ἀγρῶν πάντα Ἱπποκράτεα λαγχάνειν. τὴν δὲ Ζάγκλην σχεῖν ἐοῦσαν ἔρημον ἀνδρῶν. συμμίξας τοῖσι Σαμίοισι ἀναπείθει ὡς χρεὸν εἴη Καλὴν μὲν ἀκτήν. ἐκ Πολίχνης τῆς Χίων ὁρμώμενος. ἐς ὃ γήραϊ μέγα ὄλβιος ἐὼν ἐτελεύτησε ἐν Πέρσῃσι. παισὶ γράμματα διδασκομένοισι ἐνέπεσε ἡ στέγη. Σάμιοι γὰρ κομιζόμενοι ἐς Σικελίην ἐγίνοντο ἐν Λοκροῖσι τοῖσι Ἐπιζεφυρίοισι. 27. εὖτ᾽ ἂν μέλλῃ μεγάλα κακὰ ἢ πόλι ἢ ἔθνεϊ ἔσεσθαι· καὶ γὰρ Χίοισι πρὸ τούτων σημήια μεγάλα ἐγένετο· [2] τοῦτο μέν σφι πέμψασι ἐς Δελφοὺς χορὸν νεηνιέων ἑκατὸν δύο μοῦνοι τούτων ἀπενόστησαν. τοὺς δὲ λοιποὺς Ζαγκλαίους κοινολογησάμενος τοῖσι Σαμίοισι καὶ ὅρκους δοὺς καὶ δεξάμενος προέδωκε. σὺν δέ σφι Μιλησίων οἱ ἐκπεφευγότες· ἐν ᾧ τοιόνδε δή τι συνήνεικε γενέσθαι. ὀλίγον πρὸ τῆς ναυμαχίης. περικατέατο πόλιν τῶν Σικελῶν ἐξελεῖν βουλόμενοι. 23. αὐτὸς δὲ ἔχων Λεσβίους ἐς Χίον ἔπλεε. τὰ μὲν δὴ περὶ Ἑλλήσποντον ἔχοντα πρήγματα ἐπιτράπει Βισάλτῃ Ἀπολλοφάνεος παιδὶ Ἀβυδηνῷ. ὡς ἐπύθοντο ἐχομένην τὴν πόλιν ἑωυτῶν. ὅσοι ἐκ τῆς Ἑλλάδος παρ᾽ ἑωυτὸν ἀνέβησαν. Σάμιοι δὲ ἀπαλλαχθέντες Μήδων ἀπονητὶ πόλιν καλλίστην Ζάγκλην περιεβεβλέατο. οἷα δὴ κεκακωμένων ἐκ τῆς ναυμαχίης.μοῦνοι Ἰώνων ἐστάλησαν. [4] ἐπείτε δὲ αὐτοῖσι καὶ ὁ Ἱπποκράτης σὺν τῇ στρατιῇ ἧκε βοηθέων. τῷ οὔνομα ἦν Σκύθης. ὁ Ἱστιαῖος ἔχων τοὺς λεσβίους ἐπεκράτησε. τοὺς δὲ κορυφαίους αὐτῶν τριηκοσίους ἔδωκε τοῖσι Σαμίοισι κατασφάξαι· οὐ μέντοι οἵ γε Σάμιοι ἐποίησαν ταῦτα. μετὰ δὲ ταῦτα ἡ ναυμαχίη . [5] μισθὸς δέ οἱ ἦν εἰρημένος ὅδε ὑπὸ τῶν Σαμίων. [2] τούτων τε δὴ ἐφόνευσε συχνούς. [2] καὶ γὰρ παραιτησάμενος βασιλέα ἐς Σικελίην ἀπίκετο καὶ αὖτις ἐκ τῆς Σικελίης ὀπίσω παρὰ βασιλέα. ἐβοήθεον αὐτῇ καὶ ἐπεκαλέοντο Ἱπποκράτεα τὸν Γέλης τύραννον· ἦν γὰρ δή σφι οὗτος σύμμαχος. [2] μαθὼν δὲ ταῦτα ὁ ῾Ρηγίου τύραννος Ἀναξίλεως. ταῦτα μὲν δὴ οὕτω ἐγίνετο. Ἱστιαίῳ δὲ τῷ Μιλησίῳ ἐόντι περὶ Βυζάντιον καὶ συλλαμβάνοντι τὰς Ἰώνων ὁλκάδας ἐκπλεούσας ἐκ τοῦ Πόντου ἐξαγγέλλεται τὰ περὶ τὴν Μίλητον γενόμενα. πάντων τῶν ἐπίπλων καὶ ἀνδραπόδων τὰ ἡμίσεα μεταλαβεῖν τῶν ἐν τῇ πόλι. Σκύθης δὲ ὁ τῶν Ζαγκλαίων μούναρχος ἐκ τῆς Ἴνυκος ἐκδιδρήσκει ἐς Ἱμέρην. Μιλήτου δὲ ἁλούσης αὐτίκα Καρίην ἔσχον οἱ Πέρσαι. τοὺς δὲ ὀκτώ τε καὶ ἐνενήκοντα αὐτῶν λοιμὸς ὑπολαβὼν ἀπήνεικε· τοῦτο δὲ ἐν τῇ πόλι τὸν αὐτὸν τοῦτον χρόνον. 25. Σκύθην μὲν τὸν μούναρχον τῶν Ζαγκλαίων ὡς ἀποβαλόντα τὴν πόλιν ὁ Ἱπποκράτης πεδήσας καὶ τὸν ἀδελφεὸν αὐτοῦ Πυθογένεα ἐς Ἴνυκα πόλιν ἀπέπεμψε. 26. [3] πειθομένων δὲ τῶν Σαμίων καὶ σχόντων τὴν Ζάγκλην. τότε ἐὼν διάφορος τοῖσι Ζαγκλαίοισι. φιλέει δέ κως προσημαίνειν. ἐκ δὲ ταύτης παρῆν ἐς τὴν Ἀσίην καὶ ἀνέβη παρὰ βασιλέα Δαρεῖον· καί μιν ἐνόμισε Δαρεῖος πάντων ἀνδρῶν δικαιότατον εἶναι.
31. εἰσὶ δὲ αἱ ἐν τῇ Εὐρώπῃ αἵδε τοῦ Ἑλλησπόντου. ὡς ἐμάχοντο οἱ Ἕλληνες τοῖσι Πέρσῃσι ἐν τῇ Μαλήνῃ τῆς Ἀταρνείτιδος χώρης. [2] ἐκ Λέσβου δὲ λιμαινούσης οἱ τῆς στρατιῆς πέρην διαβαίνει. ἐπὶ δὲ τῇ ναυμαχίῃ ἐπεγένετο Ἱστιαῖος Λεσβίους ἄγων· κεκακωμένων δὲ τῶν Χίων. καὶ ἔπειτα διὰ πάσης τῆς νήσου διέρχονται ἐκθηρεύοντες τοὺς ἀνθρώπους. περικατημένῳ δέ οἱ Θάσον ἦλθε ἀγγελίη ὡς οἱ Φοίνικες ἀναπλέουσι ἐκ τῆς Μιλήτου ἐπὶ τὴν ἄλλην Ἰωνίην. [2] σαγηνεύουσι δὲ τόνδε τὸν τρόπον· ἀνὴρ ἀνδρὸς ἁψάμενος τῆς χειρὸς ἐκ θαλάσσης τῆς βορηίης ἐπὶ τὴν νοτίην διήκουσι. 30. ὁ δὲ οὔτ᾽ ἂν ἔπαθε κακὸν οὐδὲν δοκέειν ἐμοί. τῷ δευτέρῳ ἔτεϊ ὡς ἀνέπλωσε. οἳ μὲν συνέστασαν χρόνον ἐπὶ πολλόν. Ἀρταφρένης τε ὁ Σαρδίων ὕπαρχος καὶ ὁ λαβὼν Ἅρπαγος. αὐτὸς δὲ ἐς τὴν Λέσβον ἠπείγετο ἄγων πᾶσαν τὴν στρατιήν.ὑπολαβοῦσα ἐς γόνυ τὴν πόλιν ἔβαλε. Περσίδα γλῶσσαν μετεὶς καταμηνύει ἑωυτὸν ὡς εἴη Ἱστιαῖος ὁ Μιλήσιος. ἀπὸ δὲ Ἰωνίης ἀπαλλασσόμενος ὁ ναυτικὸς στρατὸς τὰ ἐπ᾽ ἀριστερὰ ἐσπλέοντι τοῦ Ἑλλησπόντου αἵρεε πάντα· τὰ γὰρ ἐπὶ δεξιὰ αὐτοῖσι τοῖσι Πέρσῃσι ὑποχείρια ἦν γεγονότα κατ᾽ ἤπειρον. ὅκως δὲ λάβοι τινὰ τῶν νήσων. καὶ Πέρινθος καὶ τὰ . πυθόμενος δὲ ταῦτα Θάσον μὲν ἀπόρθητον λείπει. ἐνθεῦτεν δὲ ὁ Ἱστιαῖος ἐστρατεύετο ἐπὶ Θάσον ἄγων Ἰώνων καὶ Αἰολέων συχνούς. ἐν τῇ πόλιες συχναὶ ἔνεισι. δὶς δὲ ἐπεξῆς τότε ὑπὸ Περσέων. ὡς ἀπίκετο ἀγόμενος ἐς Σάρδις. καὶ τετραμμένων τῶν Ἑλλήνων ὁ Ἱστιαῖος ἐλπίζων οὐκ ἀπολέεσθαι ὑπὸ βασιλέος διὰ τὴν παρεοῦσαν ἁμαρτάδα φιλοψυχίην τοιήνδε τινὰ ἀναιρέεται· [2] ὡς φεύγων τε κατελαμβάνετο ὑπὸ ἀνδρὸς Πέρσεω καὶ ὡς καταιρεόμενος ὑπ᾽ αὐτοῦ ἔμελλε συγκεντηθήσεσθαι. ἐν δὲ τούτοισι τοῖσι χωρίοισι ἐτύγχανε ἐὼν Ἅρπαγος ἀνὴρ Πέρσης στρατηγὸς στρατιῆς οὐκ ὀλίγης· ὅς οἱ ἀποβάντι συμβαλὼν αὐτόν τε Ἱστιαῖον ζωγρίῃ ἔλαβε καὶ τὸν στρατὸν αὐτοῦ τὸν πλέω διέφθειρε. τό τε δὴ ἔργον τῆς ἵππου τοῦτο ἐγένετο. αἵρεον δὲ καὶ τὰς ἐν τῇ ἠπείρῳ πόλιας τὰς Ἰάδας κατὰ ταὐτά. 28. τὴν δὲ κεφαλὴν ταριχεύσαντες ἀνήνεικαν παρὰ βασιλέα Δαρεῖον ἐς Σοῦσα. ἄχθη ἀγόμενος παρὰ βασιλέα Δαρεῖον. οὕτω τε τὸ τρίτον Ἴωνες κατεδουλώθησαν. 29. ἐκ τοῦ Ἀταρνέος ὡς ἀμήσων τὸν σῖτον τόν τε ἐνθεῦτεν καὶ τὸν ἐκ Καϊκου πεδίου τὸν τῶν Μυσῶν. πρῶτον μὲν ὑπὸ Λυδῶν. ἡ δὲ ἵππος ὕστερον ὁρμηθεῖσα ἐπιπίπτει τοῖσι Ἕλλησι. Χερσόνησός τε. ὁ δὲ ναυτικὸς στρατὸς ὁ Περσέων χειμερίσας περὶ Μίλητον. ὡς ἐζωγρήθη. Χίον καὶ Λέσβον καὶ Τένεδον. ἐνθαῦτα Περσέων οἱ στρατηγοὶ οὐκ ἐψεύσαντο τὰς ἀπειλὰς τὰς ἐπηπείλησαν τοῖσι Ἴωσι στρατοπεδευομένοισι ἐναντία σφίσι. [2] Δαρεῖος δὲ πυθόμενος ταῦτα καὶ ἐπαιτιησάμενος τοὺς ταῦτα ποιήσαντας ὅτι μιν οὐ ζώοντα ἀνήγαγον ἐς ὄψιν τὴν ἑωυτοῦ. 33. τὰ μὲν περὶ Ἱστιαῖον οὕτω ἔσχε. παῖδάς τε τοὺς εὐειδεστάτους ἐκλεγόμενοι ἐξέταμνον καὶ ἐποίευν ἀντὶ εἶναι ἐνόρχιας εὐνούχους καὶ παρθένους τὰς καλλιστευούσας ἀνασπάστους παρὰ βασιλέα· ταῦτά τε δὴ ἐποίευν καὶ τὰς πόλιας ἐνεπίμπρασαν αὐτοῖσι τοῖσι ἱροῖσι. τὸ μὲν αὐτοῦ σῶμα αὐτοῦ ταύτῃ ἀνεσταύρωσαν. ὡς ἑκάστην αἱρέοντες οἱ βάρβαροι ἐσαγήνευον τοὺς ἀνθρώπους. πλὴν οὐκ ἐσαγήνευον τοὺς ἀνθρώπους· οὐ γὰρ οἷά τ᾽ ἦν. τὴν κεφαλὴν τὴν Ἱστιαίου λούσαντάς τε καὶ περιστείλαντας εὖ ἐνετείλατο θάψαι ὡς ἀνδρὸς μεγάλως ἑωυτῷ τε καὶ Πέρσῃσι εὐεργέτεω. ὡς γὰρ δὴ ἐπεκράτησαν τῶν πολίων. 32. ἀπῆκέ τ᾽ ἂν αὐτῷ τὴν αἰτίην· νῦν δέ μιν αὐτῶν τε τούτων εἵνεκα καὶ ἵνα μὴ διαφυγὼν αὖτις μέγας παρὰ βασιλέι γένηται. ἐζωγρήθη δὲ ὁ Ἱστιαῖος ὧδε. εἰ μέν νυν. αἱρέει εὐπετέως τὰς νήσους τὰς πρὸς τῇ ἠπείρῳ κειμένας. καταστροφὴν εὐπετέως αὐτῶν ἐποιήσατο.
34. εἰσὶ δὲ οὗτοι στάδιοι ἕξ τε καὶ τριήκοντα τοῦ ἰσθμοῦ· ἀπὸ δὲ τοῦ ἰσθμοῦ τούτου ἡ Χερσόνησος ἔσω πᾶσα ἐστὶ σταδίων εἴκοσι καὶ τετρακοσίων τὸ μῆκος. ἐν δὲ τῇσι Ἀθήνῃσι τηνικαῦτα εἶχε μὲν τὸ πᾶν κράτος Πεισίστρατος. Φιλαίου τοῦ Αἴαντος παιδὸς γενομένου πρώτου τῆς οἰκίης ταύτης Ἀθηναίου. Οἰβάρεϊ τῷ Μεγαβάζου ὁμολογήσαντες τῷ ἐν Δασκυλείῳ ὑπάρχῳ. τότε παραλαβὼν Ἀθηναίων πάντα τὸν βουλόμενον μετέχειν τοῦ στόλου ἔπλεε ἅμα τοῖσι Δολόγκοισι. ἦν δὲ ὁ Μιλτιάδης Κροίσῳ τῷ Λυδῷ ἐν γνώμῃ γεγονώς· πυθόμενος ὦν ὁ Κροῖσος ταῦτα. οἱ δὲ Φοίνικες κατακαύσαντες ταύτας τὰς χώρας τὰς καταλεχθείσας τρέπονται ἐπί τε Προκόννησον καὶ Ἀρτάκην. [2] ἡ δὲ Πυθίη σφι ἀνεῖλε οἰκιστὴν ἐπάγεσθαι ἐπὶ τὴν χώρην τοῦτον ὃς ἂν σφέας ἀπιόντας ἐκ τοῦ ἱροῦ πρῶτος ἐπὶ ξείνια καλέσῃ. τὰ δὲ νεώτερα Ἀθηναῖος. ἵνα μὴ ἔχοιεν σφέας οἱ Ἀψίνθιοι δηλέεσθαι ἐσβάλλοντες ἐς τὴν χώρην. τὰ μὲν ἀνέκαθεν ἀπ᾽ Αἰακοῦ τε καὶ Αἰγίνης γεγονώς. [2] Βυζάντιοι μέν νυν καὶ οἱ πέρηθε Καλχηδόνιοι οὐδ᾽ ὑπέμειναν ἐπιπλέοντας τοὺς Φοίνικας. ἐτυράννευε δὲ αὐτέων μέχρι τότε Μιλτιάδης ὁ Κίμωνος τοῦ Στησαγόρεω.τείχεα τὰ ἐπὶ Θρηίκης καὶ Σηλυμβρίη τε καὶ Βυζάντιον. κελευούσης δὲ καὶ τῆς Πυθίης. ὅτι πίτυς μούνη πάντων δενδρέων ἐκκοπεῖσα βλαστὸν οὐδένα μετιεῖ ἀλλὰ πανώλεθρος ἐξαπόλλυται. οἳ δὲ δεξάμενοι καὶ ξεινισθέντες ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐξέφαινον πᾶν τὸ μαντήιον. ἀποτειχίσας ὦν τὸν αὐχένα τῆς Χερσονήσου ὁ Μιλτιάδης καὶ τοὺς Ἀψινθίους τρόπῳ τοιούτῳ ὠσάμενος. . πέμπων προηγόρευε τοῖσι Λαμψακηνοῖσι μετιέναι Μιλτιάδεα· εἰ δὲ μή σφεας πίτυος τρόπον ἀπείλεε ἐκτρίψειν. οὕτω δὴ Μιλτιάδης ὁ Κυψέλου. τῶν λοιπῶν πρώτοισι ἐπολέμησε Λαμψακηνοῖσι· καί μιν οἱ Λαμψακηνοὶ λοχήσαντες αἱρέουσι ζωγρίῃ. ἐκφήναντες δὲ ἐδέοντο αὐτοῦ τῷ θεῷ μιν πείθεσθαι. αὐτίκα δὲ ἐστάλη ἐς Δελφούς. ἀλλ᾽ οἴχοντο ἀπολιπόντες τὴν σφετέρην ἔσω ἐς τὸν Εὔξεινον πόντον. 35. [3] ἐπὶ δὲ Κύζικον οὐδὲ ἔπλωσαν ἀρχήν· αὐτοὶ γὰρ Κυζικηνοὶ ἔτι πρότερον τοῦ Φοινίκων ἐσπλόου ἐγεγόνεσαν ὑπὸ βασιλέϊ. Ὀλύμπια ἀναραιρηκὼς πρότερον τούτων τεθρίππῳ. τῆς δὲ Χερσονήσου πλὴν Καρδίης πόλιος τὰς ἄλλας πάσας ἐχειρώσαντο οἱ Φοίνικες. [3] Μιλτιάδεα δὲ ἀκούσαντα παραυτίκα ἔπεισε ὁ λόγος οἷα ἀχθόμενόν τε τῇ Πεισιστράτου ἀρχῇ καὶ βουλόμενον ἐκποδὼν εἶναι. ἀτὰρ ἐδυνάστευέ γε καὶ Μιλτιάδης ὁ Κυψέλου ἐὼν οἰκίης τεθριπποτρόφου. ὅσας πρότερον προσσχόντες οὐ κατέσυραν. καὶ ἐνθαῦτα πόλιν Μεσαμβρίην οἴκησαν. κτησαμένου τὴν ἀρχὴν ταύτην πρότερον Μιλτιάδεω τοῦ Κυψέλου τρόπῳ τοιῷδε. [2] πλανωμένων δὲ τῶν Λαμψακηνῶν ἐν τοῖσι λόγοισι τὸ θέλει τὸ ἔπος εἶναι τό σφι ἀπείλησε ὁ Κροῖσος. 36. ὁρέων τοὺς Δολόγκους παριόντας ἐσθῆτα ἔχοντας οὐκ ἐγχωρίην καὶ αἰχμὰς προσεβώσατο καί σφι προσελθοῦσι ἐπηγγείλατο καταγωγὴν καὶ ξείνια. ἰόντες δὲ οἱ Δόλογκοι τὴν ἱρὴν ὁδὸν διὰ Φωκέων τε καὶ Βοιωτῶν ἤισαν· καί σφεας ὡς οὐδεὶς ἐκάλεε. [2] οὗτος ὁ Μιλτιάδης κατήμενος ἐν τοῖσι προθύροισι τοῖσι ἑωυτοῦ. δείσαντες ὦν οἱ Λαμψακηνοὶ Κροῖσον λύσαντες μετῆκαν Μιλτιάδεα. πυρὶ δὲ καὶ ταύτας νείμαντες ἔπλεον αὖτις ἐς τὴν Χερσόνησον ἐξαιρήσοντες τὰς ἐπιλοίπους τῶν πολίων. εἶχον Δόλογκοι Θρήικες τὴν Χερσόνησον ταύτην. [2] ὁ δὲ πρῶτον μὲν ἀπετείχισε τὸν ἰσθμὸν τῆς Χερσονήσου ἐκ Καρδίης πόλιος ἐς Πακτύην. πίτυος τρόπον ἐκτρίψειν. ἐπειρησόμενος τὸ χρηστήριον εἰ ποιοίη τά περ αὐτοῦ οἱ Δόλογκοι προσεδέοντο. μόγις κοτὲ μαθὼν τῶν τις πρεσβυτέρων εἶπε τὸ ἐόν. καὶ ἔσχε τὴν χώρην· καί μιν οἱ ἐπαγαγόμενοι τύραννον κατεστήσαντο. 37. οὗτοι ὦν οἱ Δόλογκοι πιεσθέντες πολέμῳ ὑπὸ Ἀψινθίων ἐς Δελφοὺς ἔπεμψαν τοὺς βασιλέας περὶ τοῦ πολέμου χρησομένους. ἐκτρέπονται ἐπ᾽ Ἀθηνέων.
καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐκ τῶν Περσέων οὐδὲν ἐπὶ πλέον ἐγένετο τούτων ἐς νεῖκος φέρον Ἴωσι. δοκέοντες χάριτα μεγάλην καταθήσεσθαι. τοὺς καλέουσι οἱ Πέρσαι τὰ τριήκοντα στάδια. τὸν ἐγὼ ἐν ἄλλῳ λόγῳ σημανέω ὡς ἐγένετο. οὗτος μὲν δὴ διὰ Κροῖσον ἐκφεύγει. Σκύθαι γὰρ οἱ νομάδες ἐρεθισθέντες ὑπὸ βασιλέος Δαρείου συνεστράφησαν καὶ ἤλασαν μέχρι τῆς Χερσονήσου ταύτης· [2] τούτους ἐπιόντας οὐκ ὑπομείνας ὁ Μιλτιάδης ἔφευγε Χερσόνησον. καὶ τὰς χώρας μετρήσας σφέων κατὰ παρασάγγας. ἐς ὃ οἵ τε Σκύθαι ἀπαλλάχθησαν καὶ ἐκεῖνον Δόλογκοι κατήγαγον ὀπίσω. 42. τὸν ἀδελφεὸν Στησαγόρεα δηλαδὴ ἐπιτιμέων. οἱ δὲ Χερσονησῖται πυνθανόμενοι ταῦτα συνελέχθησαν ἀπὸ πασέων τῶν πολίων οἱ δυναστεύοντες πάντοθεν. [4] Δαρεῖος δέ. Μιλτιάδης τε δὴ ἴσχει τὴν Χερσόνησον. πεντακοσίους βόσκων ἐπικούρους. ταῦτα μὲν δὴ τρίτῳ ἔτεϊ πρότερον ἐγεγόνεε τῶν τότε μιν κατεχόντων. τὴν δέ οἱ πέμπτην τῶν νεῶν κατεῖλον διώκοντες οἱ Φοίνικες. ἵνα δωσίδικοι εἶεν καὶ μὴ ἀλλήλους φέροιέν τε καὶ ἄγοιεν. Στησαγόρεω δὲ τοῦ τελευτήσαντος ἀδελφεόν. Μιλτιάδης δὲ ἐξ Ἴμβρου ἀπικνέεται ἐς τὰς Ἀθήνας. πληγέντα τὴν κεφαλὴν πελέκεϊ ἐν τῷ πρυτανηίῳ πρὸς ἀνδρὸς αὐτομόλου μὲν τῷ λόγῳ πολεμίου δὲ καὶ ὑποθερμοτέρου τῷ ἔργῳ. ἐποίησε κακὸν μὲν οὐδὲν Μητίοχον. [2] ταῦτά τε ἠνάγκασε ποιέειν. τὴν ἀρχήν τε καὶ τὰ χρήματα παραδοὺς Στησαγόρῃ τῷ Κίμωνος ἀδελφεοῦ παιδὶ ὁμομητρίου. ἀγαθὰ δὲ συχνά· καὶ γὰρ οἶκον καὶ κτῆσιν ἔδωκε καὶ Περσίδα γυναῖκα. καί μιν πυθόμενοι ὡς εἴη Μιλτιάδεω παῖς ἀνήγαγον παρὰ βασιλέα. ὅτε οἱ Σκύθαι προσεδέοντο λύσαντας τὴν σχεδίην ἀποπλέειν ἐς τὴν ἑωυτῶν. κοινῷ δὲ στόλῳ ἀπικόμενοι ὡς συλλυπηθησόμενοι ἐδέθησαν ὑπ᾽ αὐτοῦ. 40. καὶ ἀγῶνα ἱππικόν τε καὶ γυμνικὸν ἐπιστᾶσι. ἐκ τῆς οἱ τέκνα ἐγένετο τὰ ἐς Πέρσας κεκοσμέαται. οἵ μιν καὶ ἐν Ἀθήνῃσι ἐποίευν εὖ ὡς οὐ συνειδότες δῆθεν τοῦ πατρὸς Κίμωνος αὐτοῦ τὸν θάνατον. κατὰ δὴ τούτους μετρήσας φόρους ἔταξε ἑκάστοισι. [2] Μιλτιάδης δὲ ἀπικόμενος ἐς τὴν Χερσόνησον εἶχε κατ᾽ οἴκους. οὗτος δὲ ὁ Κίμωνος Μιλτιάδης νεωστὶ μὲν ἐληλύθεε ἐς τὴν Χερσόνησον. [2] αὐτὸς μὲν δὴ Μιλτιάδης σὺν τῇσι τέσσερσι τῶν νεῶν καταφεύγει ἐς Ἴμβρον. κατελάμβανε δέ μιν ἐλθόντα ἄλλα τῶν καταλαβόντων πρηγμάτων χαλεπώτερα. οὐκ ἐκ τῆς Ὀλόρου τοῦ Θρήικος ἐὼν θυγατρὸς ἀλλ᾽ ἐξ ἄλλης· [3] καὶ τοῦτον ἅμα τῇ νηὶ εἷλον οἱ Φοίνικες. ὡς οἱ Φοίνικες Μητίοχον τὸν Μιλτιάδεω ἀνήγαγον. καὶ γαμέει Ὀλόρου τοῦ Θρηίκων βασιλέος τὴν θυγατέρα Ἡγησιπύλην. τελευτήσαντος δὲ καὶ Στησαγόρεω τρόπῳ τοιῷδε. 39. 41. ἐνθαῦτα Μιλτιάδεα τὸν Κίμωνος. μετὰ δὲ τελευτᾷ ἄπαις. τότε δὲ πυνθανόμενος εἶναι τοὺς Φοίνικας ἐν Τενέδῳ.38. ὅτι δὴ Μιλτιάδης γνώμην ἀπεδέξατο ἐν τοῖσι Ἴωσι πείθεσθαι κελεύων τοῖσι Σκύθῃσι. τρίτῳ μὲν γὰρ ἔτεϊ πρὸ τούτων Σκύθας ἐκφεύγει. πληρώσας τριήρεας πέντε χρημάτων τῶν παρεόντων ἀπέπλεε ἐς τὰς Ἀθήνας. καὶ ὥσπερ ὁρμήθη ἐκ Καρδίης πόλιος ἔπλεε διὰ τοῦ Μέλανος κόλπου· παραμείβετό τε τὴν Χερσόνησον καὶ οἱ Φοίνικές οἱ περιπίπτουσι τῇσι νηυσί. καταλαμψόμενον τὰ πρήγματα ἐπὶ Χερσονήσου ἀποστέλλουσι τριήρεϊ οἱ Πεισιστρατίδαι. καί οἱ τελευτήσαντι Χερσονησῖται θύουσι ὡς νόμος οἰκιστῇ. ἀλλὰ τάδε μὲν χρήσιμα κάρτα τοῖσι Ἴωσι ἐγένετο τούτου τοῦ ἔτεος· Ἀρταφρένης ὁ Σαρδίων ὕπαρχος μεταπεμψάμενος ἀγγέλους ἐκ τῶν πολίων συνθήκας σφίσι αὐτοῖσι τοὺς Ἴωνας ἠνάγκασε ποιέεσθαι. τῆς δὲ νεὸς ταύτης ἔτυχε τῶν Μιλτιάδεω παίδων ὁ πρεσβύτατος ἄρχων Μητίοχος. οἳ κατὰ χώρην διατελέουσι ἔχοντες ἐκ τούτου τοῦ χρόνου αἰεὶ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ὡς ἐτάχθησαν ἐξ . [2] πολέμου δὲ ἐόντος πρὸς Λαμψακηνοὺς καὶ Στησαγόρεα κατέλαβε ἀποθανεῖν ἄπαιδα. ἐν τῷ Λαμψακηνῶν οὐδενὶ ἐγγίνεται ἀγωνίζεσθαι.
τῶν ἄλλων καταλελυμένων στρατηγῶν ἐκ βασιλέος. [2] τούτους μέντοι καταστρεψάμενος ἀπῆγε τὴν στρατιὴν ὀπίσω. Μαρδόνιος ὁ Γοβρύεω κατέβαινε ἐπὶ θάλασσαν. 44. ὑπὲρ δὲ δύο μυριάδας ἀνθρώπων. οὗτος μέν νυν ὁ στόλος αἰσχρῶς ἀγωνισάμενος ἀπαλλάχθη ἐς τὴν Ἀσίην. [2] ἐκ μὲν δὴ Θάσου διαβαλόντες πέρην ὑπὸ τὴν ἤπειρον ἐκομίζοντο μέχρι Ἀκάνθου. ἐχρέωντο τοῖσι χρήμασι νέας τε ναυπηγεύμενοι μακρὰς καὶ τεῖχος ἰσχυρότερον περιβαλλόμενοι. οἷα ὑπὸ Ἱστιαίου τε τοῦ Μιλησίου πολιορκηθέντες καὶ προσόδων ἐουσέων μεγαλέων. αὐτὸς μὲν ἐπιβὰς ἐπὶ νεὸς ἐκομίζετο ἅμα τῇσι ἄλλῃσι νηυσί. ἡλικίην τε νέος ἐὼν καὶ νεωστὶ γεγαμηκὼς βασιλέος Δαρείου θυγατέρα Ἀρτοζώστρην· [2] ἄγων δὲ τὸν στρατὸν τοῦτον ὁ Μαρδόνιος ἐπείτε ἐγένετο ἐν τῇ Κιλικίῃ. ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς στρατὸς οὕτω ἔπρησσε. ἅτε τῷ πεζῷ τε προσπταίσας πρὸς τοὺς Βρύγους καὶ τῷ ναυτικῷ μεγάλως περὶ Ἄθων. συχνὰ δὲ οὓτω ὣστε τὸ ἐπίπαν Θασίοισι ἐοῦσι καρπῶν ἀτελέσι προσήιε ἀπό τε τῆς ἠπείρου καὶ τῶν μετάλλων ἔτεος ἑκάστου διηκόσια τάλαντα. πλήθεϊ πολλὰς τῶν νεῶν ἐκβάλλων πρὸς τὸν Ἄθων. ὡς δὲ συνελέχθη μὲν χρῆμα πολλὸν νεῶν συνελέχθη δὲ καὶ πεζὸς στρατὸς πολλός. 43. [3] λέγεται γὰρ τριηκοσίας μὲν τῶν νεῶν τὰς διαφθαρείσας εἶναι. στρατιὴν δὲ τὴν πεζὴν ἄλλοι ἡγεμόνες ἦγον ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον. πέμψας ἄγγελον ἐκέλευε σφέας τὸ τεῖχος περιαιρέειν καὶ τὰς νέας ἐς Ἄβδηρα κομίζειν. τοῦτο δὲ τῷ πεζῷ Μακεδόνας πρὸς τοῖσι ὑπάρχουσι δούλους προσεκτήσαντο· τὰ γὰρ ἐντὸς Μακεδόνων ἔθνεα πάντα σφι ἦν ἤδη ὑποχείρια γεγονότα. [3] ὡς δὲ παραπλέων τὴν Ἀσίην ἀπίκετο ὁ Μαρδόνιος ἐς τὴν Ἰωνίην. διαβάντες τῇσι νηυσὶ τὸν Ἑλλήσποντον ἐπορεύοντο διὰ τῆς Εὐρώπης. ἐπορεύοντο δὲ ἐπί τε Ἐρέτριαν καὶ Ἀθήνας. Μαρδονίῳ δὲ καὶ τῷ πεζῷ στρατοπεδευομένῳ ἐν Μακεδονίῃ νυκτὸς Βρύγοι Θρήικες ἐπεχείρησαν· καί σφεων πολλοὺς φονεύουσι οἱ Βρύγοι. οἳ δὲ πρὸς τὰς πέτρας ἀρασσόμενοι· οἳ δὲ αὐτῶν νέειν οὐκ ἐπιστέατο καὶ κατὰ τοῦτο διεφθείροντο.Ἀρταφρένεος· ἐτάχθησαν δὲ σχεδὸν κατὰ ταὐτὰ καὶ πρότερον εἶχον. δευτέρῳ δὲ ἔτεϊ τούτων ὁ Δαρεῖος πρῶτα μὲν Θασίους διαβληθέντας ὑπὸ τῶν ἀστυγειτόνων ὡς ἀπόστασιν μηχανῴατο. [2] οἱ γὰρ δὴ Θάσιοι. 46. ὥστε γὰρ θηριωδεστάτης ἐούσης τῆς θαλάσσης ταύτης τῆς περὶ τὸν Ἄθων. ὅτε δὲ τὸ πλεῖστον προσῆλθε. ἅμα δὲ τῷ ἔαρι. ἐκ δὲ Ἀκάνθου ὁρμώμενοι τὸν Ἄθων περιέβαλλον. ἐπιπεσὼν δέ σφι περιπλέουσι βορέης ἄνεμος μέγας τε καὶ ἄπορος κάρτα τρηχέως περιέσπε. στρατὸν πολλὸν μὲν κάρτα πεζὸν ἅμα ἀγόμενος πολλὸν δὲ ναυτικόν. αὗται μὲν ὦν σφι πρόσχημα ἦσαν τοῦ στόλου· ἀτὰρ ἐν νόῳ ἔχοντες ὅσας ἂν πλείστας δύνωνται καταστρέφεσθαι τῶν Ἑλληνίδων πολίων. Μαρδόνιον δὲ αὐτὸν τρωματίζουσι. οἳ δὲ ῥίγεϊ. οἳ μὲν ὑπὸ τῶν θηρίων διεφθείροντο ἁρπαζόμενοι. ἡ δὲ πρόσοδός σφι ἐγίνετο ἔκ τε τῆς ἠπείρου καὶ ἀπὸ τῶν μετάλλων· [3] ἐκ μέν γε τῶν ἐκ Σκαπτησύλης τῶν χρυσέων μετάλλων τὸ ἐπίπαν ὀγδώκοντα τάλαντα προσήιε. καί σφι ταῦτα μὲν εἰρηναῖα ἦν. οὐ μέντοι οὐδὲ αὐτοὶ δουλοσύνην διέφυγον πρὸς Περσέων· οὐ γὰρ δὴ πρότερον ἀπανέστη ἐκ τῶν χωρέων τουτέων Μαρδόνιος πρὶν ἤ σφεας ὑποχειρίους ἐποιήσατο. τριηκόσια. 45. . [4] ταῦτα δὲ ποιήσας ἠπείγετο ἐς τὸν Ἑλλήσποντον. ἐνθαῦτα μέγιστον θῶμα ἐρέω τοῖσι μὴ ἀποδεκομένοισι Ἑλλήνων Περσέων τοῖσι ἑπτὰ Ὀτάνεα γνώμην ἀποδέξασθαι ὡς χρεὸν εἴη δημοκρατέεσθαι Πέρσας· τοὺς γὰρ τυράννους τῶν Ἰώνων καταπαύσας πάντας ὁ Μαρδόνιος δημοκρατίας κατίστα ἐς τὰς πόλιας. ἐκ δὲ τῶν ἐν αὐτῇ Θάσῳ ἐλάσσω μὲν τούτων. τοῦτο μὲν δὴ τῇσι νηυσὶ Θασίους οὐδὲ χεῖρας ἀνταειραμένους κατεστρέψαντο.
[2] διέπεμπε ὦν κήρυκας ἄλλους ἄλλῃ τάξας ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα. οἱ δὲ Θάσιοι τῷ βασιλέι κελεύσαντι καὶ τὸ τεῖχος τὸ σφέτερον κατεῖλον καὶ τὰς νέας τὰς πάσας ἐκόμισαν ἐς Ἄβδηρα. κελεύων νέας τε μακρὰς καὶ ἱππαγωγὰ πλοῖα ποιέεσθαι. [4] τὴν δὲ οὐδὲ αὐτὴν φάναι διαγινώσκειν. φοιτέοντές τε ἐς τὴν Σπάρτην κατηγόρεον τῶν Αἰγινητέων τὰ πεποιήκοιεν προδόντες τὴν Ἑλλάδα. ἐν δὲ τῇ Σπάρτῃ τοῦτον τὸν χρόνον ὑπομένων Δημάρητος ὁ Ἀρίστωνος διέβαλλε τὸν Κλεομένεα. 48. βουλόμενος συλλαβεῖν Αἰγινητέων τοὺς αἰτιωτάτους. ὃς οὐκ ἔφη αὐτὸν οὐδένα ἄξειν χαίροντα Αἰγινητέων· ἄνευ γάρ μιν Σπαρτιητέων τοῦ κοινοῦ ποιέειν ταῦτα. καὶ μακρῷ ἦν αὐτῶν θωμασιώτατα τὰ οἱ Φοίνικες ἀνεῦρον οἱ μετὰ Θάσου κτίσαντες τὴν νῆσον ταύτην. ἄλλους δὲ κήρυκας διέπεμπε ἐς τὰς ἑωυτοῦ δασμοφόρους πόλιας τὰς παραθαλασσίους. 52. καὶ τοῖσι ἥκουσι ἐς τὴν Ἑλλάδα κήρυξι πολλοὶ μὲν ἠπειρωτέων ἔδοσαν τὰ προΐσχετο αἰτέων ὁ Πέρσης. οἰκίης δὲ τῆς ὑποδεεστέρης. ἀλλ᾽ οὐ τοὺς Ἀριστοδήμου παῖδας. πρὸς ταύτην δὲ τὴν κατηγορίην Κλεομένης ὁ Ἀναξανδρίδεω βασιλεὺς ἐὼν Σπαρτιητέων διέβη ἐς Αἴγιναν. ὄρος μέγα ἀνεστραμμένον ἐν τῇ ζητήσι. ἀπορέοντας δὲ πέμπειν ἐς Δελφοὺς ἐπειρησομένους ὅ τι χρήσωνται τῷ πρήγματι. τοῦτο μέν νυν ἐστὶ τοιοῦτον. δοκέοντές τε ἐπὶ σφίσι ἐπέχοντας τοὺς Αἰγινήτας δεδωκέναι ὡς ἅμα τῷ Πέρσῃ ἐπὶ σφέας στρατεύωνται. ὑπ᾽ Ἀθηναίων ἀναγνωσθέντα χρήμασι· ἅμα γὰρ ἄν μιν τῷ ἑτέρῳ βασιλέι ἐλθόντα συλλαμβάνειν. οὔκων δή σφεας ἔχειν ὁκότερον ἕλωνται ὥστε καὶ ὁμοίων καὶ ἴσων ἐόντων· οὐ δυναμένους δὲ γνῶναι. ἄλλοι τε δὴ ἐγίνοντο αὐτῷ ἀντίξοοι τῶν Αἰγινητέων. κότερα πολεμέειν ἑωυτῷ ἢ παραδιδόναι σφέας αὐτούς. μετὰ δὲ τοῦτο ἀπεπειρᾶτο ὁ Δαρεῖος τῶν Ἑλλήνων ὅ τι ἐν νόῳ ἔχοιεν. καὶ ἄσμενοι προφάσιος ἐπελάβοντο. [2] ποιήσασι δέ σφι ταῦτα ἰθέως Ἀθηναῖοι ἐπεκέατο. [5] τὴν δὲ Πυθίην σφέας κελεύειν ἀμφότερα τὰ παιδία ἡγήσασθαι βασιλέας. ὁ δὲ Κλεομένης πρὸς αὐτὸν ἔφη “ἤδη νῦν καταχαλκοῦ ὦ κριὲ τὰ κέρεα. ἀντίον δὲ Σαμοθρηίκης. τοὺς ὦν δὴ Λακεδαιμονίους ἀπορέειν. ὡς συνοισόμενος μεγάλῳ κακῷ”. Κλεομένης δὲ ἀπελαυνόμενος ἐκ τῆς Αἰγίνης εἴρετο τὸν Κριὸν ὅ τι οἱ εἴη τὸ οὔνομα· ὁ δέ οἱ τὸ ἐὸν ἔφρασε. εἰδυῖαν μὲν καὶ τὸ κάρτα λέγειν ταῦτα. ἢ καὶ πρὸ τούτου. ἐὼν βασιλεὺς καὶ οὗτος Σπαρτιητέων. τούτους μὲν δὴ ἐς τὴν Ἑλλάδα ἔπεμπε. 51. [2] μετὰ δὲ χρόνον οὐ πολλὸν Ἀριστοδήμῳ τεκεῖν τὴν γυναῖκα. πάντες δὲ νησιῶται ἐς τοὺς ἀπικοίατο αἰτήσοντες. οἵ τε δὴ ἄλλοι νησιῶται διδοῦσι γῆν τε καὶ ὕδωρ Δαρείῳ καὶ δὴ καὶ Αἰγινῆται. 50. [3] Λακεδαιμονίους δὲ τοὺς τότε ἐόντας βουλεῦσαι κατὰ νόμον βασιλέα τῶν παίδων τὸν πρεσβύτερον ποιήσασθαι. κελεύων αἰτέειν βασιλέι γῆν τε καὶ ὕδωρ. οὗτοί τε δὴ παρεσκευάζοντο ταῦτα. ἐπιδόντα δὲ τὸν Ἀριστόδημον τὰ τέκνα νούσῳ τελευτᾶν. βουλομένην δὲ εἴ κως ἀμφότεροι γενοίατο βασιλέες. ἐν δὲ δὴ καὶ Κριὸς ὁ Πολυκρίτου μάλιστα. ἥτις νῦν ἀπὸ τοῦ Θάσου τούτου τοῦ Φοίνικος τὸ οὔνομα ἔσχε. ἐπειρωτᾶν τὴν τεκοῦσαν. [3] ἔλεγε δὲ ταῦτα ἐξ ἐπιστολῆς τῆς Δημαρήτου. εἶδον δὲ καὶ αὐτὸς τὰ μέταλλα ταῦτα. κατ᾽ ἄλλο μὲν οὐδὲν ὑποδεεστέρης· ἀπὸ γὰρ τοῦ αὐτοῦ γεγόνασι· κατὰ πρεσβυγενείην δε κως τετίμηται μᾶλλον ἡ Εὐρυσθένεος. τῇ οὔνομα εἶναι Ἀργείην· θυγατέρα δὲ αὐτὴν λέγουσι εἶναι Αὐτεσίωνος τοῦ Τισαμενοῦ τοῦ Θερσάνδρου τοῦ Πολυνείκεος· ταύτην δὴ τεκεῖν δίδυμα.47. Λακεδαιμόνιοι γὰρ ὁμολογέοντες οὐδενὶ ποιητῇ λέγουσι αὐτὸν Ἀριστόδημον τὸν Ἀριστομάχου τοῦ Κλεοδαίου τοῦ Ὕλλου βασιλεύοντα ἀγαγεῖν σφεας ἐς ταύτην τὴν χώρην τὴν νῦν ἐκτέαται. [2] τὰ δὲ μέταλλα τὰ Φοινικικὰ ταῦτα ἐστὶ τῆς Θάσου μεταξὺ Αἰνύρων τε χώρου καλεομένου καὶ Κοινύρων. τιμᾶν δὲ . 49. [2] ὡς δὲ ἐπειρᾶτο συλλαμβάνων.
πρώτους ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἵζειν τοὺς βασιλέας. ἢν δὲ πλανᾶται καὶ ἐκείνη ἐναλλὰξ ποιεῦσα. ὥσπερ Ἡρακλέι Ἀμφιτρύων. λαβόντας δὲ τὸ παιδίον τὸ τιμώμενον πρὸς τῆς γειναμένης ὡς ἐὸν πρότερον τρέφειν ἐν τῷ δημοσίῳ· καί οἱ οὔνομα τεθῆναι Εὐρυσθένεα. [2] νεομηνίας δὲ πάσας καὶ ἑβδόμας ἱσταμένου τοῦ μηνὸς δίδοσθαι ἐκ τοῦ δημοσίου ἱρήιον τέλεον ἑκατέρῳ ἐς Ἀπόλλωνος καὶ μέδιμνον ἀλφίτων καὶ οἴνου τετάρτην Λακωνικήν. τῷ δὲ Προκλέα. ἢν θυσίη τις δημοτελὴς ποιέηται. σιτεόμενοι μετὰ τῶν βασιλέων τὰ δημόσια. ἀλλ᾽ οὐκ οἱ Περσέος πρόγονοι· τοὺς δὲ Ἀκρισίου γε πατέρας ὁμολογέοντας κατ᾽ οἰκηιότητα Περσέι οὐδέν. [7] ἐνθαῦτα δὴ τοὺς Σπαρτιήτας κατὰ τὰς τοῦ Μεσσηνίου ὑποθήκας φυλάξαντας τὴν μητέρα τῶν Ἀριστοδήμου παίδων λαβεῖν κατὰ ταὐτὰ τιμῶσαν τὸν πρότερον καὶ σίτοισι καὶ λουτροῖσι. κατά περ Ἕλληνες λέγουσι. τοὺς δὲ πᾶν ἕξειν ὅσον τι καὶ δίζηνται καὶ θέλουσι ἐξευρεῖν. καὶ Πυθίους αἱρέεσθαι δύο ἑκάτερον. αὐτὸς ὁ Περσεὺς ἐὼν Ἀσσύριος ἐγένετο Ἕλλην. οὐκ εἰδυῖαν τῶν εἵνεκεν ἐφυλάσσετο. ὅ τι δὲ ἐόντες Αἰγύπτιοι καὶ ὅ τι ἀποδεξάμενοι ἔλαβον τὰς Δωριέων βασιληίας. ὑστάτους δὲ ἀπιέναι· ἑκατὸν δὲ ἄνδρας λογάδας ἐπὶ στρατιῆς φυλάσσειν αὐτούς· προβάτοισι δὲ χρᾶσθαι ἐν τῇσι ἐξοδίῃσι ὁκόσοισι ἂν ὦν ἐθέλωσι. τὰ δὲ ἄλλα τὰ εἰρηναῖα κατὰ τάδε σφι δέδοται. 53. καὶ ἐν τοῖσι ἀγῶσι πᾶσι προεδρίας ἐξαιρέτους. καὶ προξείνους ἀποδεικνύναι τούτοισι προσκεῖσθαι τοὺς ἂν ἐθέλωσι τῶν ἀστῶν. ὅτι οὐκ ἔπεστι ἐπωνυμίη Περσέι οὐδεμία πατρὸς θνητοῦ. [2] ἔλεξα δὲ μέχρι Περσέος τοῦδε εἵνεκα. [8] τούτους ἀνδρωθέντας αὐτούς τε ἀδελφεοὺς ἐόντας λέγουσι διαφόρους εἶναι τὸν πάντα χρόνον τῆς ζόης ἀλλήλοισι. στρατευομένων δὲ πρώτους ἰέναι τοὺς βασιλέας. τούτους δὲ εἶναι. ἄλλοισι γὰρ περὶ αὐτῶν εἴρηται. ταῦτα μὲν Λακεδαιμόνιοι λέγουσι μοῦνοι Ἑλλήνων· τάδε δὲ κατὰ τὰ λεγόμενα ὑπ᾽ Ἑλλήνων ἐγὼ γράφω. Αἰγυπτίους. τὴν μὲν δὴ Πυθίην ταῦτά σφι ἀνελεῖν. καταλεγομένους ὀρθῶς ὑπ᾽ Ἑλλήνων καὶ ἀποδεικνυμένους ὡς εἰσὶ Ἕλληνες· ἤδη γὰρ τηνικαῦτα ἐς Ἕλληνας οὗτοι ἐτέλεον. καὶ σπονδαρχίας εἶναι τούτων καὶ τῶν τυθέντων τὰ δέρματα. ἐάσομεν αὐτά· τὰ δὲ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο. καὶ ἀπὸ τούτων πρῶτον ἄρχεσθαι διπλήσια νέμοντας ἑκατέρῳ τὰ πάντα ἢ τοῖσι ἄλλοισι δαιτυμόνεσι. Διός τε Λακεδαίμονος καὶ Διὸς οὐρανίου. καὶ τοὺς ἀπὸ τούτων γενομένους ὡσαύτως διατελέειν. φυλάξαι τὴν γειναμένην ὁκότερον τῶν παίδων πρότερον λούει καὶ σιτίζει· καὶ ἢν μὲν κατὰ ταὐτὰ φαίνηται αἰεὶ ποιεῦσα. δῆλά σφι ἔσεσθαι ὡς οὐδὲ ἐκείνη πλέον οὐδὲν οἶδε. καὶ πόλεμον ἐκφέρειν ἐπ᾽ ἣν ἂν βούλωνται χώρην. ταῦτα μέν νυν κατὰ τὰ Ἕλληνες λέγουσι γεγενεηλόγηται· ὡς δὲ ὁ παρὰ Περσέων λόγος λέγεται. 54. 57. ἐπ᾽ ἄλλην τε τραπέσθαι σφέας ὁδόν. τούτους τοὺς Δωριέων βασιλέας μέχρι μὲν δὴ Περσέος τοῦ Δανάης.μᾶλλον τὸν γεραίτερον. καὶ ταῦτα μέν νυν περὶ τούτων εἰρήσθω. ταῦτα μὲν τὰ ἐμπολέμια. τοῦ θεοῦ ἀπεόντος. τούτων μνήμην ποιήσομαι. οἱ δὲ Πύθιοι εἰσὶ θεοπρόποι ἐς Δελφούς. εἰ δὲ μὴ αὐτὸν ἐν τῷ ἄγεϊ ἐνέχεσθαι. τῶν δὲ θυομένων πάντων τὰ δέρματά τε καὶ τὰ νῶτα λαμβάνειν σφεας. τούτου δὲ μηδένα εἶναι Σπαρτιητέων διακωλυτήν. [3] μὴ ἐλθοῦσι δὲ τοῖσι βασιλεῦσι ἐπὶ . ἀλλ᾽ οὐκ ἀνέκαθεν ἔτι ἔλαβον. ἱρωσύνας δύο. γέρεά τε δὴ τάδε τοῖσι βασιλεῦσι Σπαρτιῆται δεδώκασι. ἤδη ὦν ὀρθῷ χρεωμένῳ μέχρι Περσέος ὀρθῶς εἴρηταί μοι· ἀπὸ δὲ Δανάης τῆς Ἀκρισίου καταλέγοντι τοὺς ἄνω αἰεὶ πατέρας αὐτῶν φαινοίατο ἂν ἐόντες οἱ τῶν Δωριέων ἡγεμόνες Αἰγύπτιοι ἰθαγενέες. τοῖσι δὲ Λακεδαιμονίοισι ἀπορέουσι οὐδὲν ἧσσον ὅκως ἐξεύρωσι αὐτῶν τὸν πρεσβύτερον. ὑποθέσθαι ἄνδρα Μεσσήνιον τῷ οὔνομα εἶναι Πανίτην· [6] ὑποθέσθαι δὲ τοῦτον τὸν Πανίτην τάδε τοῖσι Λακεδαιμονίοισι. 55. 56.
οἷα ἀνθρώπων τε ὀλβίων θυγατέρα καὶ δυσειδέα ἐοῦσαν. πατρούχου τε παρθένου πέρι. 61. 60. ἀποθανοῦσι δὲ τάδε. τὸ δ᾽ ἐστὶ ἐν τῇ Θεράπνῃ καλεομένῃ ὕπερθε τοῦ Φοιβηίου ἱροῦ. δικάζειν δὲ μούνους τοὺς βασιλέας τοσάδε μοῦνα. ὃς δ᾽ ἂν ἐν πολέμῳ τῶν βασιλέων ἀποθάνῃ. ἀνάγκη ἐξ οἰκίης ἑκάστης ἐλευθέρους δύο καταμιαίνεσθαι. διὰ πρῆγμα τοιόνδε ἐπίβασιν ἐς αὐτὸν ποιεύμενος. [2] νόμος δὲ τοῖσι Λακεδαιμονίοισι κατὰ τῶν βασιλέων τοὺς θανάτους ἐστὶ ὡυτὸς καὶ τοῖσι βαρβάροισι τοῖσι ἐν τῇ Ἀσίῃ· τῶν γὰρ ὦν βαρβάρων οἱ πλεῦνες τῷ αὐτῷ νόμῳ χρέωνται κατὰ τοὺς θανάτους τῶν βασιλέων. τοὺς μάλιστά σφι τῶν γερόντων προσήκοντας ἔχειν τὰ τῶν βασιλέων γέρεα. ἐπεὰν ὦν τοῦτο γίνηται τοιοῦτο. τρίτην δὲ τὴν ἑωυτῶν. ἱππέες περιαγγέλλουσι τὸ γεγονὸς κατὰ πᾶσαν τὴν Λακωνικήν. τότε δὲ τὸν Κλεομένεα ἐόντα ἐν τῇ Αἰγίνῃ καὶ κοινὰ τῇ Ἑλλάδι ἀγαθὰ προεργαζόμενον ὁ Δημάρητος διέβαλε. καὶ παρίζειν βουλεύουσι τοῖσι γέρουσι ἐοῦσι δυῶν δέουσι τριήκοντα· ἢν δὲ μὴ ἔλθωσι. 58.τὸ δεῖπνον ἀποπέμπεσθαί σφι ἐς τὰ οἰκία ἀλφίτων τε δύο χοίνικας ἑκατέρῳ καὶ οἴνου κοτύλην. [2] καὶ οὐ γὰρ συνεγινώσκετο αὐτὸς τούτων εἶναι αἴτιος. βασιλέων ἐναντίον ποιέεσθαι. συμφέρονται δὲ καὶ τάδε Αἰγυπτίοισι Λακεδαιμόνιοι· οἱ κήρυκες αὐτῶν καὶ αὐληταὶ καὶ μάγειροι ἐκδέκονται τὰς πατρωίας τέχνας. Κλεομένης δὲ νοστήσας ἀπ᾽ Αἰγίνης ἐβούλευε τὸν Δημάρητον παῦσαι τῆς βασιληίης. φάμενοι τὸν ὕστατον αἰεὶ ἀπογενόμενον τῶν βασιλέων. ἀλλὰ πενθέουσι ταύτας τὰς ἡμέρας. τῷ προσέκειτο τῶν ἀστῶν μάλιστα ὁ Ἀρίστων. ἀλλὰ κατὰ τὰ πάτρια ἐπιτελέουσι. 59. ἀγορὴ δέκα ἡμερέων οὐκ ἵσταταί σφι οὐδ᾽ ἀρχαιρεσίη συνίζει. ἐς τὸν ἱκνέεται ἔχειν. ταῦτα ἕκαστα μαθοῦσα ἐπιφράζεται τοιάδε· ἐφόρεε αὐτὴν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην ἐς τὸ τῆς Ἑλένης ἱρόν. τούτῳ δὲ εἴδωλον σκευάσαντες ἐν κλίνῃ εὖ ἐστρωμένῃ ἐκφέρουσι. κόπτονταί τε τὰ μέτωπα προθύμως καὶ οἰμωγῇ διαχρέωνται ἀπλέτῳ. ἀριθμῷ τῶν περιοίκων ἀναγκαστοὺς ἐς τὸ κῆδος ἰέναι. ταῦτα μὲν ζῶσι τοῖσι βασιλεῦσι δέδοται ἐκ τοῦ κοινοῦ τῶν Σπαρτιητέων. καὶ ταῦτα μέντοι καλλίστη ἐξ αἰσχίστης γενομένη. συνειδέναι δὲ καὶ τοὺς Πυθίους. [3] τούτων ὦν καὶ τῶν εἱλωτέων καὶ αὐτῶν Σπαρτιητέων ἐπεὰν συλλεχθέωσι ἐς τὠυτὸ πολλαὶ χιλιάδες σύμμιγα τῇσι γυναιξί. ἦν οἱ φίλος τῶν Σπαρτιητέων ἀνήρ. δύο ψήφους τιθεμένους. ἄνδρα τε καὶ γυναῖκα· μὴ ποιήσασι δὲ τοῦτο ζημίαι μεγάλαι ἐπικέαται. τοῦτον δὴ γενέσθαι ἄριστον. κατὰ δὲ τὴν πόλιν γυναῖκες περιιοῦσαι λέβητα κροτέουσι. Ἀρίστωνι βασιλεύοντι ἐν Σπάρτῃ καὶ γήμαντι γυναῖκας δύο παῖδες οὐκ ἐγίνοντο. οὐκ Αἰγινητέων οὕτω κηδόμενος ὡς φθόνῳ καὶ ἄγῃ χρεώμενος. ὅκως δὲ . παρεοῦσι δὲ διπλήσια πάντα δίδοσθαι· τὠυτὸ δὲ τοῦτο καὶ πρὸς ἰδιωτέων κληθέντας ἐπὶ δεῖπνον τιμᾶσθαι. πρὸς δὲ καὶ ὁρῶσα τοὺς γονέας συμφορὴν τὸ εἶδος αὐτῆς ποιευμένους. ταῦτα μὲν δὴ οὕτω γίνεται. [3] ἐοῦσαν γάρ μιν τὸ εἶδος φλαύρην ἡ τροφὸς αὐτῆς. καὶ αὐλητής τε αὐλητέω γίνεται καὶ μάγειρος μαγείρου καὶ κῆρυξ κήρυκος· οὐ κατὰ λαμπροφωνίην ἐπιτιθέμενοι ἄλλοι σφέας παρακληίουσι. τούτῳ τῷ ἀνδρὶ ἐτύγχανε ἐοῦσα γυνὴ καλλίστη μακρῷ τῶν ἐν Σπάρτῃ γυναικῶν. χωρὶς Σπαρτιητέων. γαμέει τρίτην γυναῖκα· ὧδε δὲ γαμέει. ἐπεὰν δὲ θάψωσι. ἐπεὰν γὰρ ἀποθάνῃ βασιλεὺς Λακεδαιμονίων. καὶ ὁδῶν δημοσιέων πέρι· [5] καὶ ἤν τις θετὸν παῖδα ποιέεσθαι ἐθέλῃ. συμφέρονται δὲ ἄλλο οὗτοι τόδε τοῖσι Πέρσῃσι· ἐπεὰν ἀποθανόντος τοῦ βασιλέος ἄλλος ἐνίστηται βασιλεύς. ἢν μή περ ὁ πατὴρ αὐτὴν ἐγγυήσῃ. [4] τὰς δὲ μαντηίας τὰς γινομένας τούτους φυλάσσειν. ἐκ πάσης δεῖ Λακεδαίμονος. οὗτος ὁ ἐσιὼν ἐλευθεροῖ ὅστις τι Σπαρτιητέων τῷ βασιλέι ἢ τῷ δημοσίῳ ὤφειλε· ἐν δ᾽ αὖ Πέρσῃσι ὁ κατιστάμενος βασιλεὺς τὸν προοφειλόμενον φόρον μετιεῖ τῇσι πόλισι πάσῃσι.
τὴν δὲ κελεῦσαί οἱ δέξαι. ὁρέων ἐοῦσαν καὶ Ἀρίστωνι γυναῖκα. τὴν δευτέρην ἀποπεμψάμενος. [3] κατὰ τοῦτο μὲν τῷ Λευτυχίδῃ ἡ ἔχθρη ἡ ἐς τὸν Δημάρητον ἐγεγόνεε. οὗτος δὴ ὁ τοῦ Ἀρίστωνος φίλος. ὁ δὲ παῖς ηὔξετο. ἔδεε δέ. ἐόντι οἰκίης τῆς αὐτῆς Δημαρήτῳ. [2] ὁ δὲ Λευτυχίδης ἦν ἐχθρὸς τῷ Δημαρήτῳ μάλιστα γεγονὼς διὰ πρῆγμα τοιόνδε· ἁρμοσαμένου Λευτυχίδεω Πέρκαλον τὴν Χίλωνος τοῦ Δημαρμένου θυγατέρα. καὶ αὐτὸς τὴν ὁμοίην ζητέων φέρεσθαι παρ᾽ ἐκείνου. ὁ Δημάρητος ἐπιβουλεύσας ἀποστερέει Λευτυχίδεα τοῦ γάμου. πρός τε τὤγαλμα ἵστα καὶ ἐλίσσετο τὴν θεὸν ἀπαλλάξαι τῆς δυσμορφίης τὸ παιδίον. [5] ὁρῶσαν δὲ τὴν γυναῖκα περὶ πολλοῦ ποιευμένην ἰδέσθαι. φθάσας αὐτὸς τὴν Πέρκαλον ἁρπάσας καὶ σχὼν γυναῖκα. τὸ εἵλετο τῶν κειμηλίων τῶν Ἀρίστωνος ὁ Ἄγητος. διὰ τοῦτο μέν οἱ τὸ οὔνομα Δημάρητος ἐτέθη· χρόνου δὲ προϊόντος Ἀρίστων μὲν ἀπέθανε. οὕτω μὲν δὴ τὴν τρίτην ἐσηγάγετο γυναῖκα ὁ Ἀρίστων. ὡς ἀνδρὶ εὐδοκιμέοντι διὰ πάντων δὴ τῶν βασιλέων τῶν ἐν Σπάρτῃ γενομένων. [4] τούτου δὴ ἐπιβατεύων τοῦ . 62. ἀνάπυστα γενόμενα ταῦτα καταπαῦσαι Δημάρητον τῆς βασιληίης διὰ τὰ . Κλεομένεϊ διεβλήθη μεγάλως πρότερόν τε ὁ Δημάρητος ἀπαγαγὼν τὴν στρατιὴν ἐξ Ἐλευσῖνος. ἐν δέ οἱ χρόνῳ ἐλάσσονι καὶ οὐ πληρώσασα τοὺς δέκα μῆνας ἡ γυνὴ αὕτη τίκτει τοῦτον δὴ τὸν Δημάρητον. τότε δὲ ἐκ τῆς Κλεομένεος προθυμίης ὁ Λευτυχίδης κατόμνυται Δημαρήτῳ. ἐνθαῦτα δὴ τοῦ ἑταίρου τὴν γυναῖκα ἐπειρᾶτο ἀπάγεσθαι. τὴν δὲ οὐ φάναι· ἀπειρῆσθαι γάρ οἱ ἐκ τῶν γειναμένων μηδενὶ ἐπιδεικνύναι· τὴν δὲ πάντως ἑωυτῇ κελεύειν ἐπιδέξαι. ἕψεταί οἱ ἐπ᾽ Αἰγινήτας. πρῆγμα μέντοι οὐδὲν ἐποιήσαντο τὸ παραυτίκα. ἐπιφανεῖσαν δὲ ἐπειρέσθαι μιν ὅ τι φέρει ἐν τῇ ἀγκάλῃ. τοῦ ἦν ἡ γυνὴ αὕτη. καὶ τῷ Ἀρίστωνι τὸ εἰρημένον μετέμελε· παῖδα γὰρ τὸν Δημάρητον ἐς τὰ μάλιστά οἱ ἐνόμισε εἶναι. ἀνασώζων ἐκεῖνο τὸ ἔπος τὸ εἶπε Ἀρίστων τότε ὅτε οἱ ἐξήγγειλε ὁ οἰκέτης παῖδα γεγονέναι. ὁ δὲ πλὴν τούτου μούνου τὰ ἄλλα ἔφη καταινέσαι· ἀναγκαζόμενος μέντοι τῷ τε ὅρκῳ καὶ τῆς ἀπάτης τῇ παραγωγῇ ἀπιεῖ ἀπάγεσθαι. καὶ δὴ καὶ τότε ἐπ᾽ Αἰγινητέων τοὺς μηδίσαντας διαβάντος Κλεομένεος. καὶ τὸν ἑταῖρον ἑωυτῷ ἐκέλευε ὡσαύτως τὴν ὁμοίην διδόναι· ὁ δὲ οὐδὲν φοβηθεὶς ἀμφὶ τῇ γυναικί. ἀρὴν ἐποιήσαντο παῖδα γενέσθαι. οὕτω δὴ τὴν τροφὸν δέξαι τὸ παιδίον· τὴν δὲ καταψῶσαν τοῦ παιδίου τὴν κεφαλὴν εἶπαι ὡς καλλιστεύσει πασέων τῶν ἐν Σπάρτῃ γυναικῶν. ὡς ἔοικε. 64. [2] μετὰ δὲ αὐτός τε ὁ Ἀρίστων ἔδωκε τοῦτο. καταινέει ταῦτα· ἐπὶ τούτοισι δὲ ὅρκους ἐπήλασαν.ἐνείκειε ἡ τροφός. τὸ ἂν αὐτὸς ἐκεῖνος ἕληται. φὰς αὐτὸν οὐκ ἱκνεομένως βασιλεύειν Σπαρτιητέων οὐκ ἐόντα παῖδα Ἀρίστωνος· μετὰ δὲ τὴν κατωμοσίην ἐδίωκε. ἀπὸ μὲν δὴ ταύτης τῆς ἡμέρης μεταπεσεῖν τὸ εἶδος. ὁρμηθεὶς ὦν ἀποτίνυσθαι ὁ Κλεομένης συντίθεται Λευτυχίδῃ τῷ Μενάρεος τοῦ Ἄγιος. [2] καί τίς οἱ τῶν οἰκετέων ἐν θώκῳ κατημένῳ μετὰ τῶν ἐφόρων ἐξαγγέλλει ὥς οἱ παῖς γέγονε.. [3] Δημάρητον δὲ αὐτῷ οὔνομα ἔθετο διὰ τόδε· πρότερον τούτων πανδημεὶ Σπαρτιῆται Ἀρίστωνι. τοῦτο ἤκουσαν μὲν οἱ ἔφοροι. ὅ τι δὴ ἦν. ὁ δὲ συμβαλόμενος τοὺς μῆνας ἀπώμοσε φὰς οὐκ ἑωυτοῦ μιν εἶναι. τὸν δὲ Ἀρίστωνα ἔκνιζε ἄρα τῆς γυναικὸς ταύτης ὁ ἔρως· μηχανᾶται δὴ τοιάδε· αὐτός τε τῷ ἑταίρῳ. ὁ δὲ ἐπιστάμενός τε τὸν χρόνον τῷ ἠγάγετο τὴν γυναῖκα καὶ ἐπὶ δακτύλων συμβαλλόμενος τοὺς μῆνας. ὑποδέκεται δωτίνην δώσειν τῶν ἑωυτοῦ πάντων ἕν. γαμέει δὲ δή μιν ἐς γάμου ὥρην ἀπικομένην Ἄγητος ὁ Ἀλκείδεω. καὶ τὴν φράσαι ὡς παιδίον φορέει. Δημάρητος δὲ ἔσχε τὴν βασιληίην. 65. ἢν αὐτὸν καταστήσῃ βασιλέα ἀντὶ Δημαρήτου. εἶπε ἀπομόσας “οὐκ ἂν ἐμὸς εἴη”. [4] καὶ δή κοτε ἀπιούσῃ ἐκ τοῦ ἱροῦ τῇ τροφῷ γυναῖκα λέγεται ἐπιφανῆναι. ἐπ᾽ ᾧ τε. 63.
κατὰ μὲν δὴ Δημαρήτου τὴν κατάπαυσιν τῆς βασιληίης οὕτω ἐγένετο. κεῖνον δὲ οὔ. μούνη δὴ πεποίηκας. τοῦτο δὲ οἱ μάντιες τὸν αὐτὸν τοῦτον ἥρωα ἀναίρεον εἶναι. ὑστέρῳ μέντοι χρόνῳ ἀνάπυστα ἐγένετο ταῦτα. καὶ Κόβων τε ἔφυγε ἐκ Δελφῶν καὶ Περίαλλα ἡ πρόμαντις ἐπαύσθη τῆς τιμῆς. ἔφυγε δὲ Δημάρητος ἐκ Σπάρτης ἐς Μήδους ἐκ τοιοῦδε ὀνείδεος. τοιάδε λέγων. ὅσον τι καὶ βούλεαι πυθέσθαι· ἢ γὰρ ἐκ τοῦ ἥρωος τούτου γέγονας. [2] καὶ τὸ μὲν οἰχώκεε. ἀπικομένῃ δὲ τῇ μητρὶ ἐσθεὶς ἐς τὰς χεῖράς οἱ τῶν σπλάγχνων κατικέτευε. “ὦ μῆτερ. μετὰ τῆς βασιληίης τὴν κατάπαυσιν ὁ Δημάρητος ἦρχε αἱρεθεὶς ἀρχήν. ἐγὼ δὲ κατωμνύμην φαμένη αὐτὸν οὐ ποιέειν καλῶς ἀπαρνεόμενον· ὀλίγῳ γὰρ τι πρότερον ἐλθόντα καὶ συνευνηθέντα δοῦναί μοι τοὺς στεφάνους. καί τοι πατήρ ἐστι Ἀστρόβακος ὁ ἥρως. καὶ τοῦτο μὲν οἱ στέφανοι ἐφάνησαν ἐόντες ἐκ τοῦ ἡρωίου τοῦ παρὰ τῇσι θύρῃσι τῇσι αὐλείῃσι ἱδρυμένου. μετὰ πολλέων δέ· ὅ τε λόγος πολλὸς ἐν Σπάρτῃ ὡς Ἀρίστωνι σπέρμα παιδοποιὸν οὐκ ἐνῆν· τεκεῖν γὰρ ἄν οἱ καὶ τὰς προτέρας γυναῖκας”. πᾶν ἐς σὲ κατειρήσεται τὠληθές.ῥήματος ὁ Λευτυχίδης ἀπέφαινε τὸν Δημάρητον οὔτε ἐξ Ἀρίστωνος γεγονότα οὔτε ἱκνευμένως βασιλεύοντα Σπάρτης. εἰρώτα τίς εἴη μοι ὁ δούς· ἐγὼ δὲ ἐφάμην ἐκεῖνον. τέλος δὲ ἐόντων περὶ αὐτῶν νεικέων. ἔδοξε Σπαρτιήτῃσι ἐπειρέσθαι τὸ χρηστήριον τὸ ἐν Δελφοῖσι εἰ Ἀρίστωνος εἴη παῖς ὁ Δημάρητος. ἐπείτε με λιτῇσι μετέρχεαι εἰπεῖν τὴν ἀληθείην. ὥς με ἠγάγετο Ἀρίστων ἐς ἑωυτοῦ. καὶ ἐμὲ ἐκείνου εἶναι παῖδα. θεῶν σε τῶν τε ἄλλων καταπτόμενος ἱκετεύω καὶ τοῦ ἑρκείου Διὸς τοῦδε φράσαι μοι τὴν ἀληθείην. πολλῶν ἀκουόντων οὐ φήσειέ σε ἑωυτοῦ εἶναι (τὸν χρόνον γάρ. [3] ἐγώ σε ὦν μετέρχομαι τῶν θεῶν εἰπεῖν τὠληθές· οὔτε γάρ. ὁ δὲ Κόβων Περίαλλαν τὴν πρόμαντιν ἀναπείθει τὰ Κλεομένης ἐβούλετο λέγεσθαι λέγειν. τίς μευ ἐστὶ πατὴρ ὀρθῷ λόγῳ. ἢ Ἀρίστων· ἐν γάρ σε τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἀναιρέομαι. θεωμένου δὲ τοῦ Δημαρήτου ὁ Λευτυχίδης γεγονὼς ἤδη βασιλεὺς αὐτὸς ἀντ᾽ ἐκείνου. θύσας δὲ τὴν μητέρα ἐκάλεσε. ἐνθαῦτα προσποιέεται Κλεομένης Κόβωνα τὸν Ἀριστοφάντου. νυκτὶ τρίτῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἦλθέ μοι φάσμα εἰδόμενον Ἀρίστωνι. [3] ὁ δὲ ἀλγήσας τῷ ἐπειρωτήματι εἶπε φὰς αὐτὸς μὲν ἀμφοτέρων ἤδη πεπειρῆσθαι. “ὦ παῖ. ὅτε αὐτῷ σὺ ἠγγέλθης γεγενημένος. αὐτίκα δὲ παρασκευασάμενος ἔθυε τῷ Διὶ βοῦν. [2] Λευτυχίδης μὲν γὰρ ἔφη ἐν τοῖσι νείκεσι λέγων κυέουσάν σε ἐκ τοῦ προτέρου ἀνδρὸς οὕτω ἐλθεῖν παρὰ Ἀρίστωνα· οἱ δὲ καὶ τὸν ματαιότερον λόγον λέγοντες φασί σε ἐλθεῖν παρὰ τῶν οἰκετέων τὸν ὀνοφορβόν. [3] οὕτω δὴ ἡ Πυθίη ἐπειρωτώντων τῶν θεοπρόπων ἔκρινε μὴ Ἀρίστωνος εἶναι Δημάρητον παῖδα. ἣ δὲ ἀμείβετο τοῖσιδε. [2] ἦσαν μὲν δὴ γυμνοπαιδίαι. εἴ περ πεποίηκάς τι τῶν λεγομένων. 66. 68. ὁ δὲ οὐκ ὑπεδέκετο. συνευνηθὲν δὲ τοὺς στεφάνους τοὺς εἶχε ἐμοὶ περιετίθεε. ἄνδρα ἐν Δελφοῖσι δυναστεύοντα μέγιστον. [2] ἀνοίστου δὲ γενομένου ἐκ προνοίης τῆς Κλεομένεος ἐς τὴν Πυθίην. τοὺς δέκα μῆνας. τὴν μέντοι ἐπειρώτησιν ταύτην ἄρξειν Λακεδαιμονίοισι ἢ μυρίης κακότητος ἢ μυρίης εὐδαιμονίης. τῇ δέ σευ μάλιστα κατάπτονται οἱ ἐχθροί. ταῦτα δὲ εἴπας καὶ κατακαλυψάμενος ἤιε ἐκ τοῦ θεήτρου ἐς τὰ ἑωυτοῦ οἰκία. ὃ μὲν δὴ τοιαῦτα ἔλεγε. τοὺς ἐφόρους μάρτυρας παρεχόμενος κείνους οἳ τότε ἐτύγχανον πάρεδροί τε ἐόντες καὶ ἀκούσαντες ταῦτα Ἀρίστωνος. τὸ καλέουσι Ἀστροβάκου. ἧκε δὲ μετὰ ταῦτα Ἀρίστων. ὡς δέ με εἶδε ἔχουσαν στεφάνους. λέγοντες ὡς αὐτὸς ὁ Ἀρίστων. 67. [3] ὁρέων δέ με κατομνυμένην ὁ Ἀρίστων ἔμαθε ὡς θεῖον εἴη τὸ πρῆγμα. οὐδέκω . πέμψας τὸν θεράποντα ἐπὶ γέλωτί τε καὶ λάσθῃ εἰρώτα τὸν Δημάρητον ὁκοῖόν τι εἴη τὸ ἄρχειν μετὰ τὸ βασιλεύειν. 69. [4] οὕτω ὦ παῖ ἔχεις πᾶν.
καὶ ὑπεξέσχε ἐς Θεσσαλίην. μετὰ δὲ ταῦτα Κλεομένεα ἐπάιστον γενόμενον κακοτεχνήσαντα ἐς Δημάρητον δεῖμα ἔλαβε Σπαρτιητέων. ἀιδρείῃ τῶν τοιούτων κεῖνος τοῦτο ἀπέρριψε τὸ ἔπος. ἄλλους τε ὅρκους προσάγων σφι ἦ μὲν ἕψεσθαι σφέας αὐτῷ τῇ ἂν ἐξηγέηται. αὐτίκα παραλαβὼν Λευτυχίδεα ἤιε ἐπὶ τοὺς Αἰγινήτας. [2] ἐν δὲ ταύτῃ τῇ πόλι λέγεται εἶναι ὑπὸ τῶν Ἀρκάδων τὸ Στυγὸς ὕδωρ. οὐ γὰρ ἐξεδίδοσαν αὐτὸν οἱ Ζακύνθιοι. ἐδικαίευν ἔτι ἀντιβαίνειν. οἵ περ εἶχον μέγιστον κράτος· ἀγαγόντες δὲ σφέας ἐς γῆν τὴν Ἀττικὴν παραθήκην παρατίθενται ἐς τοὺς ἐχθίστους Αἰγινήτῃσι Ἀθηναίους. Λευτυχίδης δὲ ὁ Μενάρεος Δημαρήτου καταπαυσθέντος διεδέξατο τὴν βασιληίην. 70. λόγους δὲ ἄλλους περὶ γενέσιος τῆς σεωυτοῦ μὴ δέκεο· τὰ γὰρ ἀληθέστατα πάντα ἀκήκοας. ἐν δὲ δὴ καὶ Ὀλυμπιάδα σφι ἀνελόμενος τεθρίππῳ προσέβαλε. 72. 73. ἐνθεῦτεν δὲ ἀπικόμενος ἐς τὴν Ἀρκαδίην νεώτερα ἔπρησσε πρήγματα. [3] οὕτω ἀπίκετο ἐς τὴν Ἀσίην Δημάρητος καὶ τοιαύτῃ χρησάμενος τύχῃ. ἄλλα τε Λακεδαιμονίοισι συχνὰ ἔργοισί τε καὶ γνώμῃσι ἀπολαμπρυνθείς. οὗτος ὁ Ζευξίδημος οὐκ ἐβασίλευσε Σπάρτης· πρὸ Λευτυχίδεω γὰρ τελευτᾷ. ἐστρατήγησε Λακεδαιμονίοισι ἐς Θεσσαλίην. πόλις ἐστὶ τῆς Ἀρκαδίης πρὸς Φενεῷ. ἐκ τῆς οἱ ἔρσεν μὲν γίνεται οὐδέν. ἐπικατήμενος χειρίδι πλέῃ ἀργυρίου. τὸ δὲ ἄγκος αἱμασιῆς τις περιθέει κύκλος. παρεὸν δέ οἱ πάντα ὑποχείρια ποιήσασθαι ἐδωροδόκησε ἀργύριον πολλόν· [2] ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ δὲ ἁλοὺς αὐτοῦ ἐν τῷ στρατοπέδῳ. 74. ἐν τῇ ἡ πηγὴ αὕτη τυγχάνει ἐοῦσα. [2] καί κως ἔφθη ἐς Ζάκυνθον διαβὰς ὁ Δημάρητος ἐκ τῆς Ἤλιδος· ἐπιδιαβάντες δὲ οἱ Λακεδαιμόνιοι αὐτοῦ τε ἅπτοντο καὶ τοὺς θεράποντας αὐτοῦ ἀπαιρέονται. ὁ δὲ ὑπεδέξατό τε αὐτὸν μεγαλωστὶ καὶ γῆν τε καὶ πόλιας ἔδωκε. ἔφυγε ἐκ Σπάρτης ὑπὸ δικαστήριον ὑπαχθείς. ἡ δὲ Νώνακρις.ἐξήκειν). συνιστὰς τοὺς Ἀρκάδας ἐπὶ τῆ Σπάρτῃ. [2] οὕτω δὴ οὔτε οἱ Αἰγινῆται. λιπὼν παῖδα Ἀρχίδημον. τὸν δὴ Κυνίσκον μετεξέτεροι Σπαρτιητέων ἐκάλεον. ἐκεῖνοί τε ἐπιλεξάμενοι ἄνδρας δέκα Αἰγινητέων τοὺς πλείστου ἀξίους καὶ πλούτῳ καὶ γένει· ἦγον καὶ ἄλλους καὶ δὴ καὶ Κριόν τε τὸν Πολυκρίτου καὶ Κάσαυβον τὸν Ἀριστοκράτεος. δεινόν τινά σφι ἔγκοτον διὰ τὸν προπηλακισμὸν ἔχων. καὶ δὴ καὶ ἐς Νώνακριν πόλιν πρόθυμος ἦν τῶν Ἀρκάδων τοὺς προεστεῶτας ἀγινέων ἐξορκοῦν τὸ Στυγὸς ὕδωρ. ἀμφοτέρων τῶν βασιλέων ἡκόντων ἐπ᾽ αὐτούς. ὁ δὲ πυθόμενός τε τὰ ἐβούλετο καὶ ἐπόδια λαβὼν ἐπορεύετο ἐς Ἦλιν. τῷ λόγῳ φὰς ὡς ἐς Δελφοὺς χρησόμενος τῷ χρηστηρίῳ πορεύεται. [2] Δευτυχίδης δὲ στερηθεὶς Ζευξιδήμου γαμέει δευτέρην γυναῖκα Εὐρυδάμην τὴν ἐοῦσαν Μενίου ἀδελφεὴν Διακτορίδεω δὲ θυγατέρα. ἔγνω δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Ἀρίστων οὐ μετὰ πολλὸν χρόνον ὡς ἀνοίῃ τὸ ἔπος ἐκβάλοι τοῦτο. μετὰ δέ. ἀλλὰ τίσιν τοιήνδε τινὰ Δημαρήτῳ ἐξέτισε. . τὴν Ἀρχίδημος ὁ Ζευξιδήμου γαμέει δόντος αὐτῷ Λευτυχίδεω. καί οἱ γίνεται παῖς Ζευξίδημος. καὶ τὰ οἰκία οἱ κατεσκάφη· ἔφυγε δὲ ἐς Τεγέην καὶ ἐτελεύτησε ἐν ταύτῃ. [5] τίκτουσι γὰρ γυναῖκες καὶ ἐννεάμηνα καὶ ἑπτάμηνα. θυγάτηρ δὲ Λαμπιτώ. Λακεδαιμόνιοι δὲ ὑποτοπηθέντες Δημάρητον δρησμῷ ἐπιχειρέειν ἐδίωκον. 71. ἣ μὲν δὴ ταῦτα ἔλεγε. οὐ μὲν οὐδὲ Λευτυχίδης κατεγήρα ἐν Σπάρτῃ. ἐκ δὲ ὀνοφορβῶν αὐτῷ τε Λευτυχίδῃ καὶ τοῖσι ταῦτα λέγουσι τίκτοιεν αἱ γυναῖκες παῖδας”. καὶ δὴ καὶ ἔστι τοιόνδε τι· ὕδωρ ὀλίγον φαινόμενον ἐκ πέτρης στάζει ἐς ἄγκος. καὶ οὐ πᾶσαι δέκα μῆνας ἐκτελέσασαι· ἐγὼ δὲ σὲ ὦ παῖ ἑπτάμηνον ἔτεκον. μοῦνος τοῦτο πάντων δὴ τῶν γενομένων βασιλέων ἐν Σπάρτῃ ποιήσας. ταῦτα μὲν δὴ ἐγένετο χρόνῳ ὕστερον· τότε δὲ ὡς τῷ Κλεομένεϊ ὡδώθη τὸ ἐς τὸν Δημάρητον πρῆγμα. ἐνθεῦτεν διαβαίνει ἐς τὴν Ἀσίην παρὰ βασιλέα Δαρεῖον.
[3] ταῦτα δὴ πάντα συνελθόντα τοῖσι Ἀργείοισι φόβον παρεῖχε. κατῆγον αὐτὸν δείσαντες ἐπὶ τοῖσι αὐτοῖσι ἐς Σπάρτην τοῖσι καὶ πρότερον ἦρχε. 77. ἐνθαῦτα δὴ οἱ Ἀργεῖοι τὴν μὲν ἐκ τοῦ φανεροῦ μάχην οὐκ ἐφοβέοντο. ἄγασθαι μὲν ἔφη τοῦ Ἐρασίνου οὐ προδιδόντος τοὺς πολιήτας. ἐποίευν καὶ οἱ Ἀργεῖοι τὠυτὸ τοῦτο. πολλὰς Ἀργείων ἀμφιδρυφέας τότε θήσει. ὧς ποτέ τις ἐρέει καὶ ἐπεσσομένων ἀνθρώπων “δεινὸς ὄφις τριέλικτος ἀπώλετο δουρὶ δαμασθείς”. ὅταν σημήνῃ ὁ κῆρυξ ποιέεσθαι ἄριστον. ὅτι τὴν Πυθίην ἀνέγνωσε τὰ περὶ Δημαρήτου λέγειν γενόμενα. ἐς ὃ ἐς τὴν γαστέρα ἀπίκετο. ὡς δὲ Ἀργεῖοι. μαθόντες δὲ Κλεομένεα Λακεδαιμόνιοι ταῦτα πρήσσοντα. καὶ δή σφι πρὸς ταῦτα ἔδοξε τῷ κήρυκι τῶν πολεμίων χρᾶσθαι. Κλεομένεϊ γὰρ μαντευομένῳ ἐν Δελφοῖσι ἐχρήσθη Ἄργος αἱρήσειν· ἐπείτε δὲ Σπαρτιήτας ἄγων ἀπίκετο ἐπὶ ποταμὸν Ἐρασῖνον. δόξαν δέ σφι ἐποίεον τοιόνδε· ὅκως ὁ Σπαρτιήτης κῆρυξ προσημαίνοι τι Λακεδαιμονίοισι. μεταίχμιον οὐ μέγα ἀπολιπόντες ἵζοντο ἀντίοι τοῖσι Λακεδαιμονίοισι. 78. [3] Κλεομένης δὲ παραλαβὼν τὸν σίδηρον ἄρχετο ἐκ τῶν κνημέων ἑωυτὸν λωβώμενος· ἐπιτάμνων γὰρ κατὰ μῆκος τὰς σάρκας προέβαινε ἐκ τῶν κνημέων ἐς τοὺς μηρούς. παραγγέλλει σφι. Ἀλλ᾽ ὅταν ἡ θήλεια τὸν ἄρσενα νικήσασα ἐξελάσῃ καὶ κῦδος ἐν Ἀργείοισιν ἄρηται. ἀλλὰ μὴ δόλῳ αἱρεθέωσι· [2] καὶ γὰρ δή σφι ἐς τοῦτο τὸ πρῆγμα εἶχε τὸ χρηστήριον τὸ ἐπίκοινα ἔχρησε ἡ Πυθίη τούτοισί τε καὶ Μιλησίοισι. λέγον ὧδε. κατελθόντα δὲ αὐτὸν αὐτίκα ὑπέλαβε μανίη νοῦσος. ἐκ δὲ τῶν μηρῶν ἔς τε τὰ ἰσχία καὶ τὰς λαπάρας. σφαγιασάμενος δὲ τῇ θαλάσσῃ ταῦρον πλοίοισι σφέας ἤγαγε ἔς τε τὴν Τιρυνθίην χώρην καὶ Ναυπλίην. ἐόντα καὶ πρότερον ὑπομαργότερον· ὅκως γὰρ τεῷ ἐντύχοι Σπαρτιητέων. 76. χώρῳ δὲ ἐν τούτῳ τῷ κεῖται Ἡσίπεια οὔνομα. [2] ποιέοντα δὲ αὐτὸν ταῦτα καὶ παραφρονήσαντα ἔδησαν οἱ προσήκοντες ἐν ξύλω· ὁ δὲ δεθεὶς τὸν φύλακον μουνωθέντα ἰδὼν τῶν ἄλλων αἰτέει μάχαιραν· οὐ βουλομένου δὲ τὰ πρῶτα τοῦ φυλάκου διδόναι ἀπείλεε τά μιν αὖτις ποιήσει. ἐνέχραυε ἐς τὸ πρόσωπον τὸ σκῆπτρον. ὡς δὲ Ἀθηναῖοι μοῦνοι λέγουσι. πολλῷ δέ τι πλεῦνας ἐς τὸ ἄλσος τοῦ Ἄργου καταφυγόντας περιιζόμενοι ἐφύλασσον. καὶ ταύτην καταχορδεύων ἀπέθανε τρόπῳ τοιούτῳ. Ἀργείους μέντοι οὐδ᾽ ὣς χαιρήσειν. μετὰ δὲ ταῦτα ἐξαναχωρήσας τὴν στρατιὴν κατήγαγε ἐς Θυρέην. [2] ταῦτα καὶ ἐγένετο ἐπιτελέα ἐκ τῶν Λακεδαιμονίων· ἄριστον γὰρ ποιευμένοισι τοῖσι Ἀργείοισι ἐκ τοῦ κηρύγματος ἐπεκέατο. τὸ ἐνθεῦτεν δὲ τὸ ὕδωρ ἤδη τοῦτο ὑπ᾽ Ἀργείων Ἐρασῖνον καλέεσθαι· ἀπικόμενος δ᾽ ὦν ὁ Κλεομένης ἐπὶ τὸν ποταμὸν τοῦτον ἐσφαγιάζετο αὐτῷ· [2] καὶ οὐ γὰρ ἐκαλλιέρεε οὐδαμῶς διαβαίνειν μιν. ἐς ὁ δείσας τὰς ἀπειλὰς ὁ φύλακος (ἦν γὰρ τῶν τις εἱλωτέων) διδοῖ οἱ μάχαιραν. διότι ἐς Ἐλευσῖνα ἐσβαλὼν ἔκειρε τὸ τέμενος τῶν θεῶν. ὅτι ἐξ ἱροῦ αὐτῶν τοῦ Ἄργου Ἀργείων τοὺς καταφυγόντας ἐκ τῆς μάχης καταγινέων κατέκοπτε καὶ αὐτὸ τὸ ἄλσος ἐν ἀλογίῃ ἔχων ἐνέπρησε. Ἀργεῖοι δὲ ἐβοήθεον πυνθανόμενοι ταῦτα ἐπὶ θάλασσαν· ὡς δὲ ἀγχοῦ μὲν ἐγίνοντο τῆς Τίρυνθος. ὡς μὲν οἱ πολλοὶ λέγουσι Ἐλλήνων.75. . ὃς λέγεται ῥέειν ἐκ τῆς Στυμφαλίδος λίμνης· τὴν γὰρ δὴ λίμνην ταύτην ἐς χάσμα ἀφανὲς ἐκδιδοῦσαν ἀναφαίνεσθαι ἐν Ἄργεϊ. τότε ἀναλαβόντας τὰ ὅπλα χωρέειν ἐς τοὺς Ἀργείους. μαθὼν δὲ ὁ Κλεομένης ποιεῦντας τοὺς Ἀργείους ὁκοῖόν τι ὁ σφέτερος κῆρυξ σημήνειε. καὶ πολλοὺς μὲν ἐφόνευσαν αὐτῶν.
ἄποινα δὲ ἐστὶ Πελοποννησίοισι δύο μνέαι τεταγμέναι κατ᾽ ἄνδρα αἰχμάλωτον ἐκτίνειν. καὶ διέφυγε πολλὸν τοὺς διώκοντας. ἦ μεγάλως με ἠπάτηκας φάμενος Ἄργος αἱρήσειν· συμβάλλομαι δ᾽ ἐξήκειν μοι τὸ χρηστήριον”. ἐπείτε σφι Δαρεῖον ἐμβαλεῖν ἐς τὴν χώρην. ἐς ὃ δὴ μόγις οἱ Ἀργεῖοι ἐπεκράτησαν. σφέας δὲ τοὺς Σπαρτιήτας κελεύειν ἐξ Ἐφέσου ὁρμωμένους ἀναβαίνειν καὶ ἔπειτα ἐς τὠυτὸ ἀπαντᾶν. ἐπείτε δὴ τὸ τοῦ Ἄργου ἱρὸν εἷλον. ἔχω σαφηνέως εἶπαι. κατὰ πεντήκοντα δὴ ὦν τῶν Ἀργείων ὡς ἑκάστους ἐκκαλεύμενος ὁ Κλεομένης ἔκτεινε. ἐκ τῶν στηθέων δὲ λάμψαντος πᾶν οἱ πεποιῆσθαι ὅσον ὁ θεὸς ἐβούλετο γενέσθαι. πέμψαντας δὲ ἐς Σπάρτην συμμαχίην τε ποιέεσθαι καὶ συντίθεσθαι ὡς χρεὸν εἴη αὐτοὺς μὲν τοὺς Σκύθας παρὰ Φᾶσιν ποταμὸν πειρᾶν ἐς τὴν Μηδικὴν ἐσβάλλειν. 80. [2] ταῦτα δέ κως γινόμενα ἐλελήθεε τοὺς λοιποὺς τοὺς ἐν τῷ τεμένεϊ· ἅτε γὰρ πυκνοῦ ἐόντος τοῦ ἄλσεος. μετὰ ταῦτα μεμονέναι μιν τίσασθαι. καιομένου δὲ ἤδη ἐπείρετο τῶν τινα αὐτομόλων τίνος εἴη θεῶν τὸ ἄλσος· ὁ δὲ ἔφη Ἄργου εἶναι. ὁ δὲ Κλεομένης τὸν ἱρέα ἐκέλευε τοὺς εἵλωτας ἀπὸ τοῦ βωμοῦ ἀπάγοντας μαστιγῶσαι. οὔκων δὴ ἔτι καλεόμενοι ἐξήισαν. ἐξεκάλεε δὲ φὰς αὐτῶν ἔχειν τὰ ἄποινα. χιλίους δὲ αὐτὸς λαβὼν τοὺς ἀριστέας ἤιε ἐς τὸ Ἥραιον θύσων· βουλόμενον δὲ αὐτὸν θύειν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ ὁ ἱρεὺς ἀπηγόρευε. 82. ἀναστενάξας μέγα εἶπε “ὦ Ἄπολλον χρηστήριε. ἔχων αὐτομόλους ἄνδρας καὶ πυνθανόμενος τούτων. 83. παρεὸν εὐπετέως μιν ἑλεῖν. καὶ αὐτὸς ἔθυσε· ποιήσας δὲ ταῦτα ἀπήιε ἐς τὴν Σπάρτην. ἐνθαῦτα δὴ ὁ Κλεομένης ἐκέλευε πάντα τινὰ τῶν εἱλωτέων περινέειν ὕλῃ τὸ ἄλσος. [3] Κλεομένεα δὲ λέγουσι ἡκόντων τῶν Σκυθέων ἐπὶ ταῦτα ὁμιλέειν σφι μεζόνως. πρίν γε δὴ αὐτῶν τις ἀναβὰς ἐπὶ δένδρον κατεῖδε τὸ ποιεύμενον. γένος ἐὼν Φιγαλεὺς ἀπ᾽ Ἀρκαδίης· οὗτος τοὺς δούλους ἀνέγνωσε ἐπιθέσθαι τοῖσι δεσπότῃσι. ἐνθεῦτεν δὲ ὁ Κλεομένης ἐποίεε τοιόνδε. 81. [2] Σκύθας γὰρ τοὺς νομάδας. Ἄργος δὲ ἀνδρῶν ἐχηρώθη οὕτω ὥστε οἱ δοῦλοι αὐτῶν ἔσχον πάντα τὰ πρήγματα ἄρχοντές τε καὶ διέποντες. ἐς ὃ ἐπήβησαν οἱ τῶν ἀπολομένων παῖδες· ἔπειτα σφέας οὗτοι ἀνακτώμενοι ὀπίσω ἐς ἑωυτοὺς τὸ Ἄργος ἐξέβαλον· ἐξωθεύμενοι δὲ οἱ δοῦλοι μάχῃ ἔσχον Τίρυνθα. ἔλεξε δ᾽ ὦν φάμενος. πρίν γε δὴ ἱροῖσι χρήσηται καὶ μάθῃ εἴτε οἱ ὁ θεὸς παραδιδοῖ εἴτε ἐμποδὼν ἕστηκε· [2] καλλιερευμένῳ δὲ ἐν τῷ Ἡραίῳ ἐκ τοῦ ἀγάλματος τῶν στηθέων φλόγα πυρὸς ἐκλάμψαι. Σκύθῃσι δὲ ὁμιλήσαντά μιν ἀκρητοπότην γενέσθαι καὶ ἐκ τούτου μανῆναι. ὁ δὲ ὡς ἤκουσε. νοστήσαντα δέ μιν ὑπῆγον οἱ ἐχθροὶ ὑπὸ τοὺς ἐφόρους. Ἀργεῖοι μέν νυν διὰ ταῦτα Κλεομένεα φασὶ μανέντα ἀπολέσθαι κακῶς· αὐτοὶ δὲ Σπαρτιῆται φασὶ ἐκ δαιμονίου μὲν οὐδενὸς μανῆναι Κλεομένεα. ἐκ τούτου δὴ πόλεμός σφι ἦν ἐπὶ χρόνον συχνόν. φὰς οὐκ ὅσιον εἶναι ξείνῳ αὐτόθι θύειν. οὐκ ὥρων οἱ ἐντὸς τοὺς ἐκτὸς ὅ τι ἔπρησσον. ὁμιλέοντα δὲ μᾶλλον τοῦ ἱκνεομένου . οὔτε εἰ ψευδόμενος οὔτε εἰ ἀληθέα λέγων. ταῦτα λέγων πιστά τε καὶ οἰκότα ἐδόκεε Σπαρτιήτῃσι λέγειν. ἐξεκάλεε πέμπων κήρυκα ὀνομαστὶ λέγων τῶν Ἀργείων τοὺς ἐν τῷ ἱρῷ ἀπεργμένους. [2] τέως μὲν δή σφι ἦν ἄρθμια ἐς ἀλλήλους. δοκέειν οἱ ἐξεληλυθέναι τὸν τοῦ θεοῦ χρησμόν· πρὸς ὦν ταῦτα οὐ δικαιοῦν πειρᾶν τῆς πόλιος. 84. ὅτι οὐκ αἱρέει τὸ Ἄργος· εἰ μὲν γὰρ ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀγάλματος ἐξέλαμψε. ὁ δέ σφι ἔλεξε. μαθεῖν δὲ αὐτὸς οὕτω τὴν ἀτρεκείην. μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Κλεομένης τὴν μὲν πλέω στρατιὴν ἀπῆκε ἀπιέναι ἐς Σπάρτην. τῶν δὲ πειθομένων ἐνέπρησε τὸ ἄλσος.79. ἔπειτα δὲ ἐς τοὺς δούλους ἦλθε ἀνὴρ μάντις Κλέανδρος. αἱρέειν ἂν κατ᾽ ἄκρης τὴν πόλιν. φάμενοί μιν δωροδοκήσαντα οὐκ ἑλεῖν τὸ Ἄργος.
καὶ εἴ γε ἀρχὴν μὴ ἔλαβον. ἐν δὲ καὶ περὶ Ἰωνίην τῆς σῆς δικαιοσύνης ἦν λόγος πολλός. Λακεδαιμόνιοι δὲ δικαστήριον συναγαγόντες ἔγνωσαν περιυβρίσθαι Αἰγινήτας ὑπὸ Λευτυχίδεω. εἶπέ σφι Θεασίδης ὁ Λεωπρέπεος. ἐπισπόμενον Λευτυχίδεα ἐς Ἀθήνας ἀποδοῦναι Αἰγινήτῃσι τοὺς ἄνδρας. [4] ὡς γὰρ δὴ ἀνὰ πᾶσαν μὲν τὴν ἄλλην Ἑλλάδα. ἥκω δὲ τῆς σῆς Γλαῦκε βουλόμενος δικαιοσύνης ἀπολαῦσαι. ταῦτα ὦν ὑμῖν ἀναβάλλομαι κυρώσειν ἐς τέταρτον μῆνα ἀπὸ τοῦδε”. Γλαῦκος δὲ ἐπορεύετο ἐς Δελφοὺς χρησόμενος τῷ χρηστηρίῳ. ποιέετε μὲν ὁκότερα βούλεσθε αὐτοί· καὶ γὰρ ἀποδιδόντες ποιέετε ὅσια. ἔλεξέ σφι Λευτυχίδης τάδε. καὶ μὴ ἀποδιδόντες τὰ ἐναντία τούτων· ὁκοῖον μέντοι τι ἐν τῇ Σπάρτῃ συνηνείχθη γενέσθαι περὶ παρακαταθήκης. εἰ νῦν ὀργῇ χρεώμενοι ἔγνωσαν οὕτω Σπαρτιῆται. “τί βουλεύεσθε ποιέειν. ὡς αὐτοὶ λέγουσι. ἢν ταῦτα πρήσσητε.μαθεῖν τὴν ἀκρητοποσίην παρ᾽ αὐτῶν· ἐκ τούτου δὲ μανῆναί μιν νομίζουσι Σπαρτιῆται. [3] συνενειχθῆναι δέ οἱ ἐν χρόνῳ ἱκνευμένῳ τάδε λέγομεν. πανώλεθρον κακὸν ἐς τὴν χώρην ἐμβάλωσι”. [2] λέγομεν ἡμεῖς οἱ Σπαρτιῆται γενέσθαι ἐν τῇ Λακεδαίμονι κατὰ τρίτην γενεὴν τὴν ἀπ᾽ ἐμέο Γλαῦκον Ἐπικύδεος παῖδα· τοῦτον τὸν ἄνδρα φαμὲν τά τε ἄλλα πάντα περιήκειν τὰ πρῶτα. ὡς δὲ ἀπικόμενος Λευτυχίδης ἐς τὰς Ἀθήνας ἀπαίτεε τὴν παραθήκην. [2] μελλόντων δὲ ἄγειν τῶν Αἰγινητέων τὸν Λευτυχίδεα. Ἐπισκύθισον λέγουσι. [3] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Αἰγινῆται ἔσχοντο τῆς ἀγωγῆς. εὖ ἐξεπισταμένῳ ὥς μοι κείμενα ἔσται παρὰ σοὶ σόα. βούλομαί τε ἀναμνησθεὶς ποιέειν πᾶν τὸ δίκαιον· καὶ γὰρ εἰ ἔλαβον. οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι προφάσιας εἷλκον οὐ βουλόμενοι ἀποδοῦναι. φάντες δύο σφέας ἐόντας βασιλέας παραθέσθαι καὶ οὐ δικαιοῦν τῷ ἑτέρῳ ἄνευ τοῦ ἑτέρου ἀποδιδόναι· 86A οὐ φαμένων δὲ ἀποδώσειν τῶν Ἀθηναίων. . ἄνδρα Μιλήσιον ἀπικόμενον ἐς Σπάρτην βούλεσθαί οἱ ἐλθεῖν ἐς λόγους προϊσχόμενον τοιάδε. ἔκ τε τόσου. σὺ δή μοι καὶ τὰ χρήματα δέξαι καὶ τάδε τὰ σύμβολα σῶζε λαβών· ὃς δ᾽ ἂν ἔχων ταῦτα ἀπαιτέῃ. 86B ὁ μὲν δὴ ἀπὸ Μιλήτου ἥκων ξεῖνος τοσαῦτα ἔλεξε. ὁμολογίῃ δὲ ἐχρήσαντο τοιῇδε. [5] ταῦτά τε ὦν ἐπιλεγομένῳ καὶ βουλευομένῳ ἔδοξέ μοι τὰ ἡμίσεα πάσης τῆς οὐσίης ἐξαργυρώσαντα θέσθαι παρὰ σέ. τὸν βασιλέα τῶν Σπαρτιητέων ἔκδοτον γενόμενον ὑπὸ τῶν πολιητέων ἄγειν. Γλαῦκος δὲ ἐδέξατο τὴν παρακαταθήκην ἐπὶ τῷ εἰρημένῳ λόγῳ. ἡ δὲ Πελοπόννησος ἀσφαλέως ἱδρυμένη. ὀρθῶς ἀποδοῦναι. ἄνδρες Αἰγινῆται. 86C οἱ μὲν δὴ Μιλήσιοι συμφορὴν ποιησάμενοι ἀπαλλάσσοντο ὡς ἀπεστερημένοι τῶν χρημάτων. ἐμεωυτῷ λόγους ἐδίδουν καὶ ὅτι ἐπικίνδυνος ἐστὶ αἰεί κοτε ἡ Ἰωνίη. ἐὼν ἐν Σπάρτῃ δόκιμος ἀνήρ. “οὔτε μέμνημαι τὸ πρῆγμα οὔτε με περιφέρει οὐδὲν εἰδέναι τούτων τῶν ὑμεῖς λέγετε. 85. οὕτω δὴ Σπαρτιῆται τὰ περὶ Κλεομένεα λέγουσι· ἐμοὶ δὲ δοκέει τίσιν ταύτην ὁ Κλεομένης Δημαρήτῳ ἐκτῖσαι. νόμοισι τοῖσι Ἑλλήνων χρήσομαι ἐς ὑμέας. τούτῳ ἀποδοῦναι”. “ὦ Ἀθηναῖοι. 86. χρόνου δὲ πολλοῦ διελθόντος ἦλθον ἐς Σπάρτην τούτου τοῦ παραθεμένου τὰ χρήματα οἱ παῖδες. ὅκως ἐξ ὑστέρης μή τι ὑμῖν. βούλομαι ὑμῖν εἶπαι. καὶ δὴ καὶ ἀκούειν ἄριστα δικαιοσύνης πέρι πάντων ὅσοι τὴν Λακεδαίμονα τοῦτον τὸν χρόνον οἴκεον. καὶ διότι χρήματα οὐδαμὰ τοὺς αὐτούς ἐστι ὁρᾶν ἔχοντας. τελευτήσαντος δὲ Κλεομένεος ὡς ἐπύθοντο Αἰγινῆται. καί μιν κατέκριναν ἔκδοτον ἄγεσθαι ἐς Αἴγιναν ἀντὶ τῶν ἐν Ἀθήνῃσι ἐχομένων ἀνδρῶν. ἐλθόντες δὲ ἐς λόγους τῷ Γλαύκῳ καὶ ἀποδεικνύντες τὰ σύμβολα ἀπαίτεον τὰ χρήματα· [2] ὁ δὲ διωθέετο ἀντυποκρινόμενος τοιάδε. “εἰμὶ μὲν Μιλήσιος. ἔπεμπον ἐς Σπάρτην ἀγγέλους καταβωσομένους Λευτυχίδεω περὶ τῶν ἐν Ἀθήνῃσι ὁμήρων ἐχομένων. ἐπεὰν ζωρότερον βούλωνται πιεῖν.
86D Γλαῦκος μὲν δὴ μεταπεμψάμενος τοὺς Μιλησίους ξείνους ἀποδιδοῖ σφι τὰ χρήματα. Ἀθηναῖοι δὲ παθόντες ταῦτα πρὸς Αἰγινητέων οὐκέτι ἀνεβάλλοντο μὴ οὐ τὸ πᾶν μηχανήσασθαι ἐπ᾽ Αἰγινήτῃσι. ἀλλ᾽ ἔφθησαν ἐκπεσόντες πρότερον ἐκ τῆς νήσου ἤ σφι ἵλεον γενέσθαι τὴν θεόν. [2] Γλαῦκ᾽ Ἐπικυδείδη. 89. οὗτος μεμφόμενος μὲν τοῖσι Αἰγινήτῃσι προτέρην ἑωυτοῦ ἐξέλασιν ἐκ τῆς νήσου. τὸ ἐκθύσασθαι οὐκ οἶοί τε ἐγένοντο ἐπιμηχανώμενοι. τοῦ δὲ εἵνεκα ὁ λόγος ὅδε ὦ Ἀθηναῖοι ὁρμήθη λέγεσθαι ἐς ὑμέας. ἐπιλαμβανόμενος δὲ τῶν ἐπισπαστήρων εἴχετο· . λοχήσαντες ὦν τὴν θεωρίδα νέα εἷλον πλήρεα ἀνδρῶν τῶν πρώτων Ἀθηναίων. 87. ταῦτα ἀκούσας ὁ Γλαῦκος συγγνώμην τὸν θεὸν παραιτέετο αὐτῷ ἴσχειν τῶν ῥηθέντων. εἷς δέ τις τούτων ἐκφυγὼν τὰ δεσμὰ καταφεύγει πρὸς πρόθυρα Δήμητρος θεσμοφόρου. μετὰ ταῦτα καταλαμβάνει μὲν κατὰ τὰ συνεθήκατο Ἀθηναίοισι ὁ Νικόδρομος τὴν παλαιὴν καλεομένην πόλιν. ἐν τούτῳ διεφθάρη τὰ πρήγματα. ὡς οἱ Ἀθηναῖοι ἐς τὸν καιρὸν οὐ παρεγίνοντο. 90. ὡς τιμωρησόμενοι τοὺς Ἀθηναίους παρεσκευάζοντο· καὶ ἦν γὰρ δὴ τοῖσι Ἀθηναίοισι πεντετηρὶς ἐπὶ Σουνίῳ. οὕτω ἀγαθὸν μηδὲ διανοέεσθαι περὶ παρακαταθήκης ἄλλο γε ἢ ἀπαιτεόντων ἀποδιδόναι”. τοῖσι Ἀθηναῖοι Σούνιον οἰκῆσαι ἔδοσαν. Νικόδρομος δέ. πρὶν τῶν πρότερον ἀδικημάτων δοῦναι δίκας τῶν ἐς Ἀθηναίους ὕβρισαν Θηβαίοισι χαριζόμενοι. [2] ἑπτακοσίους γὰρ δὴ τοῦ δήμου ζωγρήσαντες ἐξῆγον ὡς ἀπολέοντες. ἡ Πυθίη μετέρχεται τοῖσιδε τοῖσι ἔπεσι. συντίθεται Ἀθηναίοισι προδοσίην Αἰγίνης. ὥς οἱ οὐδὲ οὕτω ἐσήκουον οἱ Ἀθηναῖοι. διδοῦσι δὲ πενταδράχμους ἀποδόμενοι· δωρεὴν γὰρ ἐν τῷ νόμῳ οὐκ ἐξῆν δοῦναι. ἐς πλοῖον ἐσβὰς ἐκδιδρήσκει ἐκ τῆς Αἰγίνης· σὺν δέ οἱ καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Αἰγινητέων εἵποντο. ἐν ᾧ ὦν Κορινθίων ἐδέοντο χρῆσαι σφίσι νέας. ἀνδρὸς δ᾽ εὐόρκου γενεὴ μετόπισθεν ἀμείνων. ἀπαλλάσσετο· οἱ δὲ Αἰγινῆται. ἐπεὶ θάνατός γε καὶ εὔορκον μένει ἄνδρα. καὶ ἔπειτα σφέας χειρωσάμενοι ἐξῆγον ἀπολέοντες.ἐπειρωτῶντα δὲ αὐτὸν τὸ χρηστήριον εἰ ὅρκῳ τὰ χρήματα ληίσηται. ἀνώνυμος. οἱ δὲ Κορίνθιοι. τὸ μὲν αὐτίκα κέρδιον οὕτω ὅρκῳ νικῆσαι καὶ χρήματα ληίσσασθαι. καὶ ἦν γὰρ Νικόδρομος Κνοίθου καλεόμενος ἐν τῇ Αἰγίνῃ ἀνὴρ δόκιμος. ἐνθεῦτεν δὲ οὗτοι ὁρμώμενοι ἔφερόν τε καὶ ἦγον τοὺς ἐν τῇ νήσῳ Αἰγινήτας. ἐκτέτριπταί τε πρόρριζος ἐκ Σπάρτης. μαθὼν δὲ τότε τοὺς Ἀθηναίους ἀναρτημένους ἔρδειν Αἰγινήτας κακῶς. οὐδ᾽ ἔπι χεῖρες οὐδὲ πόδες· κραιπνὸς δὲ μετέρχεται. ὄμνυ. εἰς ὅ κε πᾶσαν συμμάρψας ὀλέσῃ γενεὴν καὶ οἶκον ἅπαντα. ἡ δὲ Πυθίη ἔφη τὸ πειρηθῆναι τοῦ θεοῦ καὶ τὸ ποιῆσαι ἴσον δύνασθαι. πληρώσαντες ἑβδομήκοντα νέας τὰς ἁπάσας. ἀλλ᾽ ὅρκου πάις ἐστίν. 91. Ἀθηναῖοι δὲ οὐ παραγίνονται ἐς δέον· οὐ γὰρ ἔτυχον ἐοῦσαι νέες σφι ἀξιόμαχοι τῇσι Αἰγινητέων συμβαλεῖν. ταύτας τε δὴ λαβόντες οἱ Ἀθηναῖοι καὶ τὰς σφετέρας. ἔπλεον ἐπὶ τὴν Αἴγιναν καὶ ὑστέρησαν ἡμέρῃ μιῇ τῆς συγκειμένης. Λευτυχίδης μὲν εἴπας ταῦτα. Ἀθηναίοισι διδοῦσι δεομένοισι εἴκοσι νέας. 88. ταῦτα μὲν δὴ ὕστερον ἐγίνετο. μεμφόμενοι τοῖσι Ἀθηναίοισι καὶ ἀξιοῦντες ἀδικέεσθαι. ἀπὸ τούτου δὲ καὶ ἄγος σφι ἐγένετο. ἦσαν γάρ σφι τοῦτον τὸν χρόνον φίλοι ἐς τὰ μάλιστα. Αἰγινητέων δὲ οἱ παχέες ἐπαναστάντος τοῦ δήμου σφι ἅμα Νικοδρόμῳ ἐπεκράτησαν. φράσας ἐν τῇ τε ἡμέρῃ ἐπιχειρήσει καὶ ἐκείνους ἐς τὴν ἥκειν δεήσει βοηθέοντας. εἰρήσεται· Γλαύκου νῦν οὔτε τι ἀπόγονον ἐστὶ οὐδὲν οὔτ᾽ ἱστίη οὐδεμία νομιζομένη εἶναι Γλαύκου. ἐποίησαν τοιόνδε. λαβόντες δὲ τοὺς ἄνδρας ἔδησαν.
καὶ δή σφι οὗτοι μὲν οὐκέτι βοηθέουσι. 97. ὁ δὲ Πέρσης τὸ ἑωυτοῦ ἐποίεε. συναπέβησαν δὲ καὶ ἀπὸ Σικυωνιέων νεῶν ἄνδρες τῇ αὐτῇ ταύτῃ ἐσβολῇ· [2] καί σφι ὑπ᾽ Ἀργείων ἐπεβλήθη ζημίη χίλια τάλαντα ἐκτῖσαι. οἱ Δήλιοι ἐκλιπόντες καὶ αὐτοὶ τὴν Δῆλον οἴχοντο φεύγοντες ἐς Τῆνον. ἐνθεῦτεν δὲ οὐ παρὰ τὴν ἤπειρον εἶχον τὰς νέας ἰθὺ τοῦ τε Ἑλλησπόντου καὶ τῆς Θρηίκης. ἀνὴρ πεντάεθλον ἐπασκήσας. ἀλλὰ πέρην ἐν τῇ ῾Ρηναίῃ· . αἱ χεῖρες δὲ ἐκεῖναι ἐμπεφυκυῖαι ἦσαν τοῖσι ἐπισπαστῆρσι. Ἀργείους. ἐν ᾧ δὲ οὗτοι ταῦτα ἐποίευν. Ἀθηναίοισι δὲ ἥκουσι ἐναυμάχησαν νηυσὶ ἑβδομήκοντα. ἔπλεον ἑξακοσίῃσι τριήρεσι ἐς τὴν Ἰωνίην. ὡς δὲ οἱ στρατηγοὶ οὗτοι οἱ ἀποδεχθέντες πορευόμενοι παρὰ βασιλέος ἀπίκοντο τῆς Κιλικίης ἐς τὸ Ἀλήιον πεδίον. καὶ Πεισιστρατιδέων προσκατημένων καὶ διαβαλλόντων Ἀθηναίους. ἀλλ᾽ ἐτελεύτησαν ὑπ᾽ Ἀθηναίων ἐν Αἰγίνῃ· αὐτὸς δὲ ὁ στρατηγὸς Εὐρυβάτης μουνομαχίην ἐπασκέων τρεῖς μὲν ἄνδρας τρόπῳ τοιούτῳ κτείνει. δείσαντες μάλιστα τὸν περίπλοον τοῦ Ἄθω. διὰ δὴ ὦν σφι ταῦτα δεομένοισι ἀπὸ μὲν τοῦ δημοσίου οὐδεὶς Ἀργείων ἔτι ἐβοήθεε. Ἀθηναίοισι μὲν δὴ πόλεμος συνῆπτο πρὸς Αἰγινήτας. 93. ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν. ὥστε ἀναμιμνήσκοντός τε αἰεὶ τοῦ θεράποντος μεμνῆσθαί μιν τῶν Ἀθηναίων. μεμφόμενοι ὅτι Αἰγιναῖαι νέες ἀνάγκῃ λαμφθεῖσαι ὑπὸ Κλεομένεος ἔσχον τε ἐς τὴν Ἀργολίδα χώρην καὶ συναπέβησαν Λακεδαιμονίοισι. [3] τούτων οἱ πλεῦνες οὐκ ἀπενόστησαν ὀπίσω. τῆς δὲ στρατιῆς καταπλεούσης ὁ Δᾶτις προπλώσας οὐκ ἔα τὰς νέας πρὸς τὴν Δῆλον προσορμίζεσθαι. 92. ἅμα ἀγόμενοι πεζὸν στρατὸν πολλόν τε καὶ εὖ ἐσκευασμένον. ἅμα δὲ βουλόμενος ὁ Δαρεῖος ταύτης ἐχόμενος τῆς προφάσιος καταστρέφεσθαι τῆς Ἑλλάδος τοὺς μὴ δόντας αὐτῷ γῆν τε καὶ ὕδωρ. ἐνθαῦτα στρατοπεδευομένοισι ἐπῆλθε μὲν ὁ ναυτικὸς πᾶς στρατὸς ὁ ἐπιταχθεὶς ἑκάστοισι. καί σφεων νέας τέσσερας αὐτοῖσι τοῖσι ἀνδράσι εἷλον. ἄλλους δὲ στρατηγοὺς ἀποδέξας ἀπέστειλε ἐπὶ τε Ἐρέτριαν καὶ Ἀθήνας. Δᾶτίν τε ἐόντα Μῆδον γένος καὶ Ἀρταφρένεα τὸν Ἀρταφρένεος παῖδα. ἑσσωθέντες δὲ τῇ ναυμαχίῃ ἐπεκαλέοντο τοὺς αὐτοὺς καὶ πρότερον. ἐνέπρησαν καὶ τὰ ἱρὰ καὶ τὴν πόλιν. ταῦτα μέν νυν σφέας αὐτοὺς οἱ Αἰγινῆται ἐργάσαντο. Αἰγινῆται δὲ οὔτε συνεγινώσκοντο ἦσάν τε αὐθαδέστεροι. πεντακόσια ἑκατέρους. Σικυώνιοι μέν νυν συγγνόντες ἀδικῆσαι ὡμολόγησαν ἑκατὸν τάλαντα ἐκτίσαντες ἀζήμιοι εἶναι. ἀδελφιδέον ἑωυτοῦ· ἐντειλάμενος δὲ ἀπέπεμπε ἐξανδραποδίσαντας Ἀθήνας καὶ Ἐρέτριαν ἀνάγειν ἑωυτῷ ἐς ὄψιν τὰ ἀνδράποδα. ταῦτα δὲ ποιήσαντες ἐπὶ τὰς ἄλλας νήσους ἀνήγοντο. 95. ἐθελονταὶ δὲ ἐς χιλίους· ἦγε δὲ αὐτοὺς στρατηγὸς ἀνὴρ ᾧ οὔνομα Εὐρυβάτης. παρεγένοντο δὲ καὶ αἱ ἱππαγωγοὶ νέες. Αἰγινῆται δὲ ἐοῦσι ἀτάκτοισι τοῖσι Ἀθηναίοισι συμβαλόντες τῇσι νηυσὶ ἐνίκησαν. [2] ἐσβαλόμενοι δὲ τοὺς ἵππους ἐς ταύτας καὶ τὸν πεζὸν στρατὸν ἐσβιβάσαντες ἐς τὰς νέας. 96. οἱ δὲ Πέρσαι ἀνδραποδισάμενοι τοὺς κατέλαβον αὐτῶν. ἀποκόψαντες αὐτοῦ τὰς χεῖρας ἦγον οὕτω. ἀλλ᾽ ἐκ Σάμου ὁρμώμενοι παρά τε Ἰκάριον καὶ διὰ νήσων τὸν πλόον ἐποιεῦντο. ὅτι τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ποιεύμενοι ταύτῃ τὴν κομιδὴν μεγάλως προσέπταισαν· πρὸς δὲ καὶ ἡ Νάξος σφέας ἠνάγκαζε πρότερον οὐκ ἁλοῦσα. ὑπὸ δὲ τοῦ τετάρτου Σωφάνεος τοῦ Δεκελέος ἀποθνήσκει. τὰς τῷ προτέρῳ ἔτεϊ προεῖπε τοῖσι ἑωυτοῦ δασμοφόροισι Δαρεῖος ἑτοιμάζειν. [2] Μαρδόνιον μὲν δὴ φλαύρως πρήξαντα τῷ στόλῳ παραλύει τῆς στρατηγίης. ἐπεὶ δὲ ἐκ τοῦ Ἰκαρίου πελάγεος προσφερόμενοι προσέμιξαν τῇ Νάξῳ. ἐπὶ ταύτην γὰρ δὴ πρώτην ἐπεῖχον στρατεύεσθαι οἱ Πέρσαι μεμνημένοι τῶν πρότερον οἱ Νάξιοι πρὸς τὰ ὄρεα οἴχοντο φεύγοντες οὐδὲ ὑπέμειναν.οἳ δὲ ἐπείτε μιν ἀποσπάσαι οὐκ οἷοί τε ἀπέλκοντες ἐγίνοντο. 94.
κατασχόντες δὲ ταῦτα τὰ χωρία αὐτίκα ἵππους τε ἐξεβάλλοντο καὶ παρεσκευάζοντο ὡς προσοισόμενοι τοῖσι ἐχθροῖσι. προσβολῆς δὲ γινομένης καρτερῆς πρὸς τὸ τεῖχος ἔπιπτον ἐπὶ ἓξ ἡμέρας πολλοὶ μὲν ἀμφοτέρων· τῇ δὲ ἑβδόμῃ Εὔφορβός τε ὁ Ἀλκιμάχου καὶ Φίλαγρος ὁ Κυνέου ἄνδρες τῶν . 99. τῶν δὲ Ἐρετριέων ἦν ἄρα οὐδὲν ὑγιὲς βούλευμα. [2] οἳ μὲν γὰρ αὐτῶν ἐβουλεύοντο ἐκλιπεῖν τὴν πόλιν ἐς τὰ ἄκρα τῆς Εὐβοίης. Δαρεῖος ἐρξίης. ταύτην μηδὲν σίνεσθαι. τὰ δὲ ἀπ᾽ αὐτῶν τῶν κορυφαίων περὶ τῆς ἀρχῆς πολεμεόντων. Ἀθηναῖοι δὲ οὐκ ἀπείπαντο τὴν ἐπικουρίην. ἅμα ἀγόμενος καὶ Ἴωνας καὶ Αἰολέας. τούτου σφι πέρι ἔμελε. [2] ὡς δὲ περιπλέοντες τὰς νήσους προσέσχον καὶ ἐς Κάρυστον. [2] οἱ δὲ Ἐρετριέες ἐπεξελθεῖν μὲν καὶ μαχέσασθαι οὐκ ἐποιεῦντο βουλήν. ἐφρόνεον δὲ διφασίας ἰδέας. καὶ οὗτοι μὲν διαβάντες ἐς Ὠρωπὸν ἔσωζον σφέας αὐτούς· οἱ δὲ Πέρσαι πλέοντες κατέσχον τὰς νέας τῆς Ἐρετρικῆς χώρης κατὰ Τέμενος καὶ Χοιρέας καὶ Αἰγίλεα. τὰ μὲν ἀπὸ τῶν Περσέων αὐτῇ γενόμενα. εἴ κως δὲ διαφυλάξαιεν τὰ τείχεα. ἐγὼ γὰρ καὶ αὐτὸς ἐπὶ τοσοῦτό γε φρονέω καὶ μοι ἐκ βασιλέος ὧδε ἐπέσταλται. ἐγένετο πλέω κακὰ τῇ Ἑλλάδι ἢ ἐπὶ εἴκοσι ἄλλας γενεὰς τὰς πρὸ Δαρείου γενομένας. Ξέρξης ἀρήιος. οἱ δὲ βάρβαροι ὡς ἀπήειραν ἐκ τῆς Δήλου. τούτους μὲν δὴ τοὺς βασιλέας ὧδε ἂν ὀρθῶς κατὰ γλῶσσαν τὴν σφετέρην Ἕλληνες καλέοιεν. δύναται δὲ κατὰ Ἑλλάδα γλῶσσαν ταῦτα τὰ οὐνόματα. ἐν τῇ χώρῃ οἱ δύο θεοὶ ἐγένοντο. κινήσω καὶ Δῆλον ἀκίνητόν περ ἐοῦσαν. προσῖσχον πρὸς τὰς νήσους. νῦν ὦν καὶ ἄπιτε ἐπὶ τὰ ὑμέτερα αὐτῶν καὶ τὴν νῆσον νέμεσθε”. οὐκ ἐπιτήδεα καταγνόντες κατ᾽ ἐμεῦ. 100. καὶ τοῦτο μέν κου τέρας ἀνθρώποισι τῶν μελλόντων ἔσεσθαι κακῶν ἔφαινε ὁ θεός. καὶ ἐν χρησμῷ ἦν γεγραμμένον περὶ αὐτῆς ὧδε. μετὰ δὲ τοῦτον ἐνθεῦτεν ἐξαναχθέντα Δῆλος ἐκινήθη. ἐνθαῦτα τούτους ἐπολιόρκεόν τε καὶ τὴν γῆν σφεων ἔκειρον. τριῶν τουτέων ἐπεξῆς γενεέων. [3] οὕτω οὐδὲν ἦν ἀεικὲς κινηθῆναι Δῆλον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἀκίνητον. 101. προσεδέετό τε ἀπαλλάσσεσθαι σφέας ἐς τὴν σφετέρην. λέγοντες Ἐρέτριάν τε καὶ Ἀθήνας. Ἀρτοξέρξης μέγας ἀρήιος. ἄλλοι δὲ αὐτῶν ἴδια κέρδεα προσδεκόμενοι παρὰ τοῦ Πέρσεω οἴσεσθαι προδοσίην ἐσκευάζοντο. ἀλλὰ τοὺς τετρακισχιλίους τοὺς κληρουχέοντας τῶν ἱπποβοτέων Χαλκιδέων τὴν χώρην. τί φεύγοντες οἴχεσθε. οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ταῦτα Αἰσχίνῃ συμβουλεύσαντι πείθονται. τούτους σφι διδοῦσι τιμωρούς. ἐς ὃ καὶ οἱ Καρύστιοι παρέστησαν ἐς τῶν Περσέων τὴν γνώμην. [3] μαθὼν δὲ τούτων ἑκάτερα ὡς εἶχε Αἰσχίνης ὁ Νόθωνος. καὶ πρῶτα καὶ ὕστατα μέχρι ἐμεῦ σεισθεῖσα. ἐὼν τῶν Ἐρετριέων τὰ πρῶτα. ἵνα μὴ προσαπόλωνται. Δᾶτις μὲν δὴ ταῦτα ποιήσας ἔπλεε ἅμα τῷ στρατῷ ἐπὶ τὴν Ἐρέτριαν πρῶτα. ἐνθεῦτεν δὲ στρατιήν τε παρελάμβανον καὶ ὁμήρους τῶν νησιωτέων παῖδας ἐλάμβανον. [2] ἐπὶ γὰρ Δαρείου τοῦ Ὑστάσπεος καὶ Ξέρξεω τοῦ Δαρείου καὶ Ἀρτοξέρξεω τοῦ Ξέρξεω. 98. ταῦτα μὲν ἐπεκηρυκεύσατο τοῖσι Δηλίοισι.αὐτὸς δὲ πυθόμενος ἵνα ἦσαν οἱ Δήλιοι. οἳ μετεπέμποντο μὲν Ἀθηναίους. οὐ γὰρ δή σφι οἱ Καρύστιοι οὔτε ὁμήρους ἐδίδοσαν οὔτε ἔφασαν ἐπὶ πόλιας ἀστυγείτονας στρατεύεσθαι. Ἐρετριέες δὲ πυνθανόμενοι τὴν στρατιὴν τὴν Περσικὴν ἐπὶ σφέας ἐπιπλέουσαν Ἀθηναίων ἐδεήθησαν σφίσι βοηθοὺς γενέσθαι. φράξει τοῖσι ἥκουσι Ἀθηναίων πάντα τὰ παρεόντα σφι πρήγματα. ἐπείτε ἐνίκα μὴ ἐκλιπεῖν τὴν πόλιν. ὡς ἔλεγον Δήλιοι. πέμπων κήρυκα ἠγόρευέ σφι τάδε. μήτε αὐτὴν τὴν χώρην μήτε τοὺς οἰκήτορας αὐτῆς. μετὰ δὲ λιβανωτοῦ τριηκόσια τάλαντα κατανήσας ἐπὶ τοῦ βωμοῦ ἐθυμίησε. [2] “ἄνδρες ἱροί.
οὗτος δὴ ὦν τότε ὁ Μιλτιάδης ἥκων ἐκ τῆς Χερσονήσου καὶ ἐκπεφευγὼς διπλόον θάνατον ἐστρατήγεε Ἀθηναίων. Ἀθηναῖοι ὑμέων δέονται σφίσι βοηθῆσαι καὶ μὴ περιιδεῖν πόλιν ἀρχαιοτάτην ἐν τοῖσι Ἕλλησι δουλοσύνῃ περιπεσοῦσαν πρὸς ἀνδρῶν βαρβάρων· καὶ γὰρ νῦν Ἐρέτριά τε ἠνδραπόδισται καὶ πόλι λογίμῳ ἡ Ἑλλὰς γέγονε ἀσθενεστέρη”. 104. [3] οἳ δὲ ἐσελθόντες ἐς τὴν πόλιν τοῦτο μὲν τὰ ἱρὰ συλήσαντες ἐνέπρησαν. τῶν ὁ δέκατος ἦν Μιλτιάδης· τοῦ τὸν πατέρα Κίμωνα τὸν Στησαγόρεω κατέλαβε φυγεῖν ἐξ Ἀθηνέων Πεισίστρατον τὸν Ἱπποκράτεος. Ἀθηναῖοι δὲ ὡς ἐπύθοντο ταῦτα. καὶ ἦν γὰρ ὁ Μαραθὼν ἐπιτηδεότατον χωρίον τῆς Ἀττικῆς ἐνιππεῦσαι καὶ ἀγχοτάτω τῆς Ἐρετρίης. ὁ μὲν δὴ πρεσβύτερος τῶν παίδων τῷ Κίμωνι Στησαγόρης ἦν τηνικαῦτα παρὰ τῷ πάτρῳ Μιλτιάδῃ τρεφόμενος ἐν τῇ Χερσονήσῳ. αἱρεθεὶς ὑπὸ τοῦ δήμου. τέθαπται δὲ Κίμων πρὸ τοῦ ἄστεος. πιστεύσαντες εἶναι ἀληθέα ἱδρύσαντο ὑπὸ τῇ ἀκροπόλι Πανὸς ἱρόν. [3] καί μιν ἀνελόμενον τῇσι αὐτῇσι ἵπποισι ἄλλην Ὀλυμπιάδα κατέλαβε ἀποθανεῖν ὑπὸ τῶν Πεισιστράτου παίδων. [4] ἐποίησαν δὲ καὶ ἄλλαι ἵπποι ἤδη τὠυτὸ τοῦτο Εὐαγόρεω Λάκωνος. ἅμα μὲν γὰρ οἱ Φοίνικες αὐτὸν οἱ ἐπιδιώξαντες μέχρι Ἴμβρου περὶ πολλοῦ ἐποιεῦντο λαβεῖν τε καὶ ἀναγαγεῖν παρὰ βασιλέα· [2] ἅμα δὲ ἐκφυγόντα τε τούτους καὶ ἀπικόμενον ἐς τὴν ἑωυτοῦ δοκέοντά τε εἶναι ἐν σωτηρίῃ ἤδη. πέρην τῆς διὰ Κοίλης καλεομένης ὁδοῦ· καταντίον δ᾽ αὐτοῦ αἱ ἵπποι τεθάφαται αὗται αἱ τρεῖς Ὀλυμπιάδας ἀνελόμεναι. ὁ δὲ νεώτερος παρ᾽ αὐτῷ Κίμωνι ἐν Ἀθήνῃσι. οὐκέτι περιεόντος αὐτοῦ Πεισιστράτου· κτείνουσι δὲ οὗτοί μιν κατὰ τὸ πρυτανήιον νυκτὸς ὑπείσαντες ἄνδρας. τοῦτο δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἠνδραποδίσαντο κατὰ τὰς Δαρείου ἐντολάς. 103. δευτεραῖος ἐκ τοῦ Ἀθηναίων ἄστεος ἦν ἐν Σπάρτῃ. [3] καὶ ταῦτα μὲν Ἀθηναῖοι. [3] ὃ μὲν δή σφι τὰ ἐντεταλμένα ἀπήγγελλε. ἀδύνατα δέ . ἄλλως δὲ ἡμεροδρόμην τε καὶ τοῦτο μελετῶντα· τῷ δή. καὶ πρῶτα μὲν ἐόντες ἔτι ἐν τῷ ἄστεϊ οἱ στρατηγοὶ ἀποπέμπουσι ἐς Σπάρτην κήρυκα Φειδιππίδην Ἀθηναῖον μὲν ἄνδρα. καὶ αὐτὸν ἀπὸ ταύτης τῆς ἀγγελίης θυσίῃσι ἐπετείοισι καὶ λαμπάδι ἱλάσκονται. κατέργοντές τε πολλὸν καὶ δοκέοντες ταὐτὰ τοὺς Ἀθηναίους ποιήσειν τὰ καὶ τοὺς Ἐρετριέας ἐποίησαν. ἦγον δὲ σφέας στρατηγοὶ δέκα. 102. ἐβοήθεον καὶ αὐτοὶ ἐς τὸν Μαραθῶνα. ἐς τοῦτό σφι κατηγέετο Ἱππίης ὁ Πεισιστράτου. περὶ τὸ Παρθένιον ὄρος τὸ ὑπὲρ Τεγέης ὁ Πὰν περιπίπτει· [2] βώσαντα δὲ τὸ οὔνομα τοῦ Φειδιππίδεω τὸν Πᾶνα Ἀθηναίοισι κελεῦσαι ἀπαγγεῖλαι. καὶ ταύτην μὲν τὴν νίκην ἀνελόμενόν μιν τὠυτὸ ἐξενείκασθαι τῷ ὁμομητρίῳ ἀδελφεῷ Μιλτιάδῃ· μετὰ δὲ τῇ ὑστέρῃ Ὀλυμπιάδι τῇσι αὐτῇσι ἵπποισι νικῶν παραδιδοῖ Πεισιστράτῳ ἀνακηρυχθῆναι.ἀστῶν δόκιμοι προδιδοῦσι τοῖσι Πέρσῃσι. τοῖσι δὲ ἕαδε μὲν βοηθέειν Ἀθηναίοισι. ὡς αὐτός τε ἔλεγε Φειδιππίδης καὶ Ἀθηναίοισι ἀπήγγελλε. 105. ἀπικόμενος δὲ ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγε [2] “ὦ Λακεδαιμόνιοι. [2] καὶ αὐτῷ φεύγοντι Ὀλυμπιάδα ἀνελέσθαι τεθρίππῳ συνέβη. τότε δὲ πεμφθεὶς ὑπὸ τῶν στρατηγῶν ὁ Φειδιππίδης οὗτος. τὰ δ᾽ ἔτι καὶ ἐσομένου. 106. οὔνομα ἔχων ἀπὸ τοῦ οἰκιστέω τῆς Χερσονήσου Μιλτιάδεω Μιλτιάδης. τὸ ἐνθεῦτέν μιν οἱ ἐχθροὶ ὑποδεξάμενοι ὑπὸ δικαστήριον αὐτὸν ἀγαγόντες ἐδίωξαν τυραννίδος τῆς ἐν Χερσονήσῳ. καὶ τὴν νίκην παρεὶς τούτῳ κατῆλθε ἐπὶ τὰ ἑωυτοῦ ὑπόσπονδος. καταστάντων σφι εὖ ἤδη τῶν πρηγμάτων. ἀποτινύμενοι τῶν ἐν Σάρδισι κατακαυθέντων ἱρῶν. ἀποφυγὼν δὲ καὶ τούτους στρατηγὸς οὕτω Ἀθηναίων ἀπεδέχθη. χειρωσάμενοι δὲ τὴν Ἐρέτριαν καὶ ἐπισχόντες ὀλίγας ἡμέρας ἔπλεον ἐς γῆν τὴν Ἀττικήν. ὅτε πέρ οἱ ἔφη καὶ τὸν Πᾶνα φανῆναι. δι᾽ ὅ τι ἑωυτοῦ οὐδεμίαν ἐπιμελείην ποιεῦνται ἐόντος εὐνόου Ἀθηναίοισι καὶ πολλαχῇ γενομένου σφι ἤδη χρησίμου. πλέω δὲ τουτέων οὐδαμαί.
σφι ἦν τὸ παραυτίκα ποιέειν ταῦτα. [6] ὑπερβάντες δὲ οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς οἱ Κορίνθιοι ἔθηκαν Πλαταιεῦσι εἶναι οὔρους. ἐκβάντας τε ἐς γῆν τοὺς βαρβάρους διέτασσε. 107. ἦν γὰρ ἑνδέκατος ψηφιδοφόρος ὁ τῷ κυάμῳ λαχὼν Ἀθηναίων πολεμαρχέειν (τὸ Παλαιὸν γὰρ Ἀθηναῖοι ὁμόψηφον τὸν πολέμαρχον ἐποιεῦντο τοῖσι στρατηγοῖσι). τούτους ὑπερβάντες τὸν Ἀσωπὸν αὐτὸν ἐποιήσαντο οὖρον Θηβαίοισι πρὸς Πλαταιέας εἶναι καὶ Ὑσιάς. ἐκ μὲν δὴ τῆς ὄψιος συνεβάλετο ταῦτα. ἐᾶν Θηβαίους Βοιωτῶν τοὺς μὴ βουλομένους ἐς Βοιωτοὺς τελέειν. [4] ὡς δὲ οὐκ ἐφαίνετό οἱ ὁ ὀδών. [2] ὡς δὲ δίχα τε ἐγίνοντο καὶ ἐνίκα ἡ χείρων τῶν γνωμέων. οὐδέ μιν δυνησόμεθα ὑποχειρίην ποιήσασθαι· ὁκόσον δέ τι μοι μέρος μετῆν. ἀναστενάξας εἶπε πρὸς τοὺς παραστάτας “ἡ γῆ ἥδε οὐκ ἡμετέρη ἐστί. Ἱππίης μὲν δὴ ταύτῃ τὴν ὄψιν συνεβάλετο ἐξεληλυθέναι. ἐπιθέμενοι δὲ ἑσσώθησαν τῇ μάχῃ. τῆς παροιχομένης νυκτὸς ὄψιν ἰδὼν τοιήνδε· ἐδόκεε ὁ Ἱππίης τῇ μητρὶ τῇ ἑωυτοῦ συνευνηθῆναι. Κορίνθιοι μὲν δὴ ταῦτα γνόντες ἀπαλλάσσοντο. [3] καί οἱ ταῦτα διέποντι ἐπῆλθε πταρεῖν τε καὶ βῆξαι μεζόνως ἢ ὡς ἐώθεε· οἷα δέ οἱ πρεσβυτέρῳ ἐόντι τῶν ὀδόντων οἱ πλεῦνες ἐσείοντο· τούτων ὦν ἕνα τῶν ὀδόντων ἐκβάλλει ὑπὸ βίης βήξας· ἐκπεσόντος δὲ ἐς τὴν ψάμμον αὐτοῦ ἐποιέετο σπουδὴν πολλὴν ἐξευρεῖν. τῶν μὲν οὐκ ἐώντων συμβαλεῖν (ὀλίγους γὰρ εἶναι στρατιῇ τῇ Μήδων συμβάλλειν) τῶν δὲ καὶ Μιλτιάδεω κελευόντων. οἳ δὲ οὐ δεκόμενοι ἔλεγόν σφι τάδε. 109. οἳ δὲ οὐκ ἠπίστησαν. [2] συνεβάλετο ὦν ἐκ τοῦ ὀνείρου κατελθὼν ἐς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀνασωσάμενος τὴν ἀρχὴν τελευτήσειν ἐν τῇ ἑωυτοῦ γηραιός. ἀλλ᾽ Ἀθηναίων ἱρὰ ποιεύντων τοῖσι δυώδεκα θεοῖσι ἱκέται ἱζόμενοι ἐπὶ τὸν βωμὸν ἐδίδοσαν σφέας αὐτούς. ταῦτα συνεβούλευον οἱ Λακεδαιμόνιοι οὐ κατὰ τὴν εὐνοίην οὕτω τῶν Πλαταιέων ὡς βουλόμενοι τοὺς Ἀθηναίους ἔχειν πόνους συνεστεῶτας Βοιωτοῖσι. παρατυχόντες δὲ καὶ καταλλάξαντες ἐπιτρεψάντων ἀμφοτέρων οὔρισαν τὴν χώρην ἐπὶ τοῖσιδε. τοῖσι δὲ Ἀθηναίων στρατηγοῖσι ἐγίνοντο δίχα αἱ γνῶμαι. ἐνθαῦτα. ἧκον δὲ τότε ἐς Μαραθῶνα βοηθέοντες. οὐ βουλομένοισι λύειν τὸν νόμον· ἦν γὰρ ἱσταμένου τοῦ μηνὸς εἰνάτη. Θηβαῖοι δὲ πυθόμενοι ταῦτα ἐστρατεύοντο ἐπὶ τοὺς Πλαταιέας. ὁ ὀδὼν μετέχει”. τότε δὲ κατηγεόμενος τοῦτο μὲν τὰ ἀνδράποδα τὰ ἐξ Ἐρετρίης ἀπέβησε ἐς τὴν νῆσον τὴν Στυρέων. ἔδοσαν μὲν δὴ οἱ Πλαταιέες σφέας αὐτοὺς Ἀθηναίοισι τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ. [5] μελλόντων δὲ συνάπτειν μάχην Κορίνθιοι οὐ περιεῖδον. πλησιοχώροισι τε ἀνδράσι καὶ τιμωρέειν ἐοῦσι οὐ κακοῖσι”. καὶ γὰρ καὶ ἐδεδώκεσαν σφέας αὐτοὺς τοῖσι Ἀθηναίοισι οἱ Πλαταιέες. [3] συμβουλεύομεν δὲ ὑμῖν δοῦναι ὑμέας αὐτοὺς Ἀθηναίοισι. ἦν δὲ τότε πολέμαρχος Καλλίμαχος Ἀφιδναῖος· πρὸς τοῦτον ἐλθὼν Μιλτιάδης ἔλεγε τάδε. τοῖσι δὲ βαρβάροισι κατηγέετο Ἱππίης ὁ Πεισιστράτου ἐς τὸν Μαραθῶνα. καὶ ὑμῖν τοιήδε τις γίνοιτ᾽ ἂν ἐπικουρίη ψυχρή· φθαίητε γὰρ ἂν πολλάκις ἐξανδραποδισθέντες ἤ τινα πυθέσθαι ἡμέων. “ἡμεῖς μὲν ἑκαστέρω τε οἰκέομεν. καὶ πόνους ὑπὲρ αὐτῶν οἱ Ἀθηναῖοι συχνοὺς ἤδη ἀναραιρέατο· ἔδοσαν δὲ ὧδε. Ἀθηναίοισι δὲ τεταγμένοισι ἐν τεμένεϊ Ἡρακλέος ἐπῆλθον βοηθέοντες Πλαταιέες πανδημεί. [2] πιεζεύμενοι ὑπὸ Θηβαίων οἱ Πλαταιέες ἐδίδοσαν πρῶτα παρατυχοῦσι Κλεομένεΐ τε τῷ Ἀναξανδρίδεω καὶ Λακεδαιμονίοισι σφέας αὐτούς. εἰνάτῃ δὲ οὐκ ἐξελεύσεσθαι ἔφασαν μὴ οὐ πλήρεος ἐόντος τοῦ κύκλου. καλεομένην δὲ Αἰγλείην. τοῦτο δὲ καταγομένας ἐς τὸν Μαραθῶνα τὰς νέας ὅρμιζε οὗτος. [4] Λακεδαιμόνιοι μέν νυν Πλαταιεῦσι ταῦτα συνεβούλευον. Ἀθηναῖοι δέ σφι ἐβοήθεον. [3] “ἐν σοὶ νῦν Καλλίμαχε ἐστὶ ἢ καταδουλῶσαι Ἀθήνας ἢ ἐλευθέρας ποιήσαντα μνημόσυνα λιπέσθαι ἐς τὸν ἅπαντα ἀνθρώπων . 108. Ἀθηναίοισι δὲ ἀπιοῦσι ἐπεθήκαντο Βοιωτοί. οὗτοι μέν νυν τὴν πανσέληνον ἔμενον.
ἐνθαῦτα ὡς ἀπείθησαν οἱ Ἀθηναῖοι δρόμῳ ἵεντο ἐς τοὺς βαρβάρους. ὁρέοντες αὐτοὺς ὀλίγους καὶ τούτους δρόμῳ ἐπειγομένους. τελευταῖοι δὲ ἐτάσσοντο ἔχοντες τὸ εὐώνυμον κέρας Πλαταιέες. τὸ μὲν αὐτοῦ μέσον ἐγίνετο ἐπὶ τάξιας ὀλίγας. ὑπάρξει τοι τῶν ἐγὼ κατέλεξα ἀγαθῶν τὰ ἐναντία”. καὶ κῶς ἐς σέ τοι τούτων ἀνήκει τῶν πρηγμάτων τὸ κῦρος ἔχειν. . 113. νῦν ἔρχομαι φράσων. τὸν πολέμαρχον ἔχειν κέρας τὸ δεξιόν· ἡγεομένου δὲ τούτου ἐξεδέκοντο ὡς ἀριθμέοντο αἱ φυλαὶ ἐχόμεναι ἀλληλέων. ἢν δὲ περιγένηται αὕτη ἡ πόλις. [2] οἱ δὲ Πέρσαι ὁρέοντες δρόμῳ ἐπιόντας παρεσκευάζοντο ὡς δεξόμενοι. τῇ Πέρσαι τε αὐτοὶ καὶ Σάκαι ἐτετάχατο· κατὰ τοῦτο μὲν δὴ ἐνίκων οἱ βάρβαροι καὶ ῥήξαντες ἐδίωκον ἐς τὴν μεσόγαιαν.βίον οἷα οὐδὲ Ἁρμόδιός τε καὶ Ἀριστογείτων λείπουσι. ἢν γὰρ σὺ γνώμῃ τῇ ἐμῇ προσθῇ. θεῶν τὰ ἴσα νεμόντων οἷοί τε εἰμὲν περιγενέσθαι τῇ συμβολῇ. τὸ δὲ κέρας ἑκάτερον ἐνίκων Ἀθηναῖοί τε καὶ Πλαταιέες· [2] νικῶντες δὲ τὸ μὲν τετραμμένον τῶν βαρβάρων φεύγειν ἔων. πρῶτοι μὲν γὰρ Ἑλλήνων πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν δρόμῳ ἐς πολεμίους ἐχρήσαντο. κατεύχεται ὁ κῆρυξ ὁ Ἀθηναῖος ἅμα τε Ἀθηναίοισι λέγων γίνεσθαι τὰ ἀγαθὰ καὶ Πλαταιεῦσι. ὡς δὲ ἐς ἐκεῖνον περιῆλθε. καὶ ἐνίκων Ἀθηναῖοι. φεύγουσι δὲ τοῖσι Πέρσῃσι εἵποντο κόπτοντες. ὡς δέ σφι διετέτακτο καὶ τὰ σφάγια ἐγίνετο καλά. μετὰ δὲ οἱ στρατηγοὶ τῶν ἡ γνώμη ἔφερε συμβάλλειν. [4] κῶς ὦν δὴ ταῦτα οἷά τε ἐστὶ γενέσθαι. ἔστι τοι πατρίς τε ἐλευθέρη καὶ πόλις πρώτη τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι· ἢν δὲ τὴν τῶν ἀποσπευδόντων τὴν συμβολὴν ἕλῃ. [2] ἀπὸ ταύτης [γάρ] σφι τῆς μάχης. 111. 112. [3] τότε δὲ τασσομένων τῶν Ἀθηναίων ἐν τῷ Μαραθῶνι ἐγίνετο τοιόνδε τι· τὸ στρατόπεδον ἐξισούμενον τῷ Μηδικῷ στρατοπέδῳ. οἵη τε ἐστὶ πρώτη τῶν Ἑλληνίδων πολίων γενέσθαι. καὶ ταύτῃ ἦν ἀσθενέστατον τὸ στρατόπεδον. οὔτε ἵππου ὑπαρχούσης σφι οὔτε τοξευμάτων. ἐς ὃ ἐς τὴν θάλασσαν ἀπικόμενοι πῦρ τε αἴτεον καὶ ἐπελαμβάνοντο τῶν νεῶν. τῶν μὲν κελευόντων τῶν δὲ οὒ συμβάλλειν. [6] ταῦτα ὦν πάντα ἐς σὲ νῦν τείνει καὶ ἐκ σέο ἤρτηται. ἔλπομαι τινὰ στάσιν μεγάλην διασείσειν ἐμπεσοῦσαν τὰ Ἀθηναίων φρονήματα ὥστε μηδίσαι· ἢν δὲ συμβάλωμεν πρίν τι καὶ σαθρὸν Ἀθηναίων μετεξετέροισι ἐγγενέσθαι. πρῶτοι δὲ ἀνέσχοντο ἐσθῆτά τε Μηδικὴν ὁρέοντες καὶ τοὺς ἄνδρας ταύτην ἐσθημένους· τέως δὲ ἦν τοῖσι Ἕλλησι καὶ τὸ οὔνομα τὸ Μήδων φόβος ἀκοῦσαι. ἐμάχοντο ἀξίως λόγου. μανίην τε τοῖσι Ἀθηναίοισι ἐπέφερον καὶ πάγχυ ὀλεθρίην. δέδοκται τὰ πείσονται παραδεδομένοι Ἱππίῃ. τοῖσι δὲ τὸ μέσον ῥήξασι αὐτῶν συναγαγόντες τὰ κέρεα ἀμφότερα ἐμάχοντο. νῦν γὰρ δὴ ἐξ οὗ ἐγένοντο Ἀθηναῖοι ἐς κίνδυνον ἥκουσι μέγιστον. ὡς ἑκάστου αὐτῶν ἐγίνετο πρυτανηίη τῆς ἡμέρης. ἡμέων τῶν στρατηγῶν ἐόντων δέκα δίχα γίνονται αἱ γνῶμαι. Μιλτιάδῃ παρεδίδοσαν· ὁ δὲ δεκόμενος οὔτι κω συμβολὴν ἐποιέετο. καὶ ἢν μέν γε ὑποκύψωσι τοῖσι Μήδοισι. πρίν γε δὴ αὐτοῦ πρυτανηίη ἐγένετο. ἦσαν δὲ στάδιοι οὐκ ἐλάσσονες τὸ μεταίχμιον αὐτῶν ἢ ὀκτώ. μαχομένων δὲ ἐν τῷ Μαραθῶνι χρόνος ἐγίνετο πολλός. [5] ἢν μέν νυν μὴ συμβάλωμεν. τὸ δὲ κέρας ἑκάτερον ἔρρωτο πλήθεϊ. ταῦτα λέγων ὁ Μιλτιάδης προσκτᾶται τὸν Καλλίμαχον· προσγενομένης δὲ τοῦ πολεμάρχου τῆς γνώμης ἐκεκύρωτο συμβάλλειν. 110. ἐνθαῦτα δὴ ἐτάσσοντο ὧδε οἱ Ἀθηναῖοι ὡς συμβαλέοντες· τοῦ μὲν δεξιοῦ κέρεος ἡγέετο ὁ πολέμαρχος Καλλίμαχος· ὁ γὰρ νόμος τότε εἶχε οὕτω τοῖσι Ἀθηναίοισι. [3] ταῦτα μέν νυν οἱ βάρβαροι κατείκαζον· Ἀθηναῖοι δὲ ἐπείτε ἀθρόοι προσέμιξαν τοῖσι βαρβάροισι. Ἀθηναίων θυσίας ἀναγόντων ἐς τὰς πανηγύριας τὰς ἐν τῇσι πεντετηρίσι γινομένας. καὶ τὸ μὲν μέσον τοῦ στρατοπέδου ἐνίκων οἱ βάρβαροι.
115. πρὶν μὲν αἰχμαλώτους γενέσθαι τοὺς Ἐρετριέας. ὡς ἡμέρη τάχιστα ἐπέλαμψε. 117. Ἀθηναίων δὲ ἑκατὸν καὶ ἐνενήκοντα καὶ δύο. καὶ ἡ μὲν ἄσφαλτος καὶ οἱ ἅλες πήγνυνται παραυτίκα· . [2] συνήνεικε δὲ αὐτόθι θῶμα γενέσθαι τοιόνδε. οἷα ἀρξάντων ἀδικίης προτέρων τῶν Ἐρετριέων· [2] ἐπείτε δὲ εἶδε σφέας ἀπαχθέντας παρ᾽ ἑωυτὸν καὶ ἑωυτῷ ὑποχειρίους ἐόντας. καὶ τὸ λοιπὸν τῆς ζόης διατελέειν ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου ἐόντα τυφλόν. ἄνδρα οἱ δοκέειν ὁπλίτην ἀντιστῆναι μέγαν.114. ταῦτα μὲν δὴ Ἐπίζηλον ἐπυθόμην λέγειν. πυθόμενος δὲ ἐξ οὗ ἦν ἱροῦ. 119. ἀπὸ δ᾽ ἔθανε τῶν στρατηγῶν Στησίλεως ὁ Θρασύλεω· τοῦτο δὲ Κυνέγειρος ὁ Εὐφορίωνος ἐνθαῦτα ἐπιλαμβανόμενος τῶν ἀφλάστων νεός. εὑρὼν δὲ ἐν νηὶ Φοινίσσῃ ἄγαλμα Ἀπόλλωνος κεχρυσωμένον ἐπυνθάνετο ὁκόθεν σεσυλημένον εἴη. ἀπὸ μὲν Σούσων δέκα καὶ διηκοσίους σταδίους ἀπέχοντι. ἀντὶ δὲ γαυλοῦ ἥμισυ ἀσκοῦ οἱ προσδέδεται· ὑποτύψας δὲ τούτῳ ἀντλέει καὶ ἔπειτα ἐγχέει ἐς δεξαμενήν· ἐκ δὲ ταύτης ἐς ἄλλο διαχεόμενον τρέπεται τριφασίας ὁδούς. ἀνὴρ γενόμενος ἀγαθός. τεσσεράκοντα δὲ ἀπὸ τοῦ φρέατος τὸ παρέχεται τριφασίας ἰδέας· καὶ γὰρ ἄσφαλτον καὶ ἅλας καὶ ἔλαιον ἀρύσσονται ἐξ αὐτοῦ τρόπῳ τοιῷδε· [3] ἀντλέεται μὲν κηλωνηίῳ. τοῦτο γὰρ ἦν ἐπίνειον τότε τῶν Ἀθηναίων. καὶ ἐστρατοπεδεύσαντο ἀπιγμένοι ἐξ Ἡρακλείου τοῦ ἐν Μαραθῶνι ἐν ἄλλῳ Ἡρακλείῳ τῷ ἐν Κυνοσάργεϊ. ὡς προσέσχον πρὸς τὴν Ἀσίην πλέοντες. βασιλεὺς δὲ Δαρεῖος. ἐπείτε ἐγένετο ἐν Μυκόνῳ. οὐ λέγεται· ὁ δέ. Ἀθηναῖον ἄνδρα Ἐπίζηλον τὸν Κουφαγόρεω ἐν τῇ συστάσι μαχόμενόν τε καὶ ἄνδρα γινόμενον ἀγαθὸν τῶν ὀμμάτων στερηθῆναι οὔτε πληγέντα οὐδὲν τοῦ σώματος οὔτε βληθέντα. ἔπεσον μὲν ἀμφοτέρων τοσοῦτοι. Δᾶτις δὲ πορευόμενος ἅμα τῷ στρατῷ ἐς τὴν Ἀσίην. εἶδε ὄψιν ἐν τῷ ὕπνῳ. ἑπτὰ μὲν δὴ τῶν νεῶν ἐπεκράτησαν τρόπῳ τοιῷδε Ἀθηναῖοι· τῇσι δὲ λοιπῇσι οἱ βάρβαροι ἐξανακρουσάμενοι. 118. ὑπὲρ τούτου ἀνακωχεύσαντες τὰς νέας ἀπέπλεον ὀπίσω ἐς τὴν Ἀσίην. καὶ ἥτις μὲν ἦν ἡ ὄψις. ἐποίησε κακὸν ἄλλο οὐδέν. ἔπλεε τῇ ἑωυτοῦ νηὶ ἐς Δῆλον· [2] καὶ ἀπίκατο γὰρ τηνικαῦτα οἱ Δήλιοι ὀπίσω ἐς τὴν νῆσον. ἐν ταύτῃ τῇ ἐν Μαραθῶνι μάχῃ ἀπέθανον τῶν βαρβάρων κατὰ ἑξακισχιλίους καὶ τετρακοσίους ἄνδρας. ζήτησιν ἐποιέετο τῶν νεῶν. [3] λέγειν δὲ αὐτὸν περὶ τοῦ πάθεος ἤκουσα τοιόνδε τινὰ λόγον. 116. καὶ τοῦτο μὲν ἐν τούτῳ τῷ πόνῳ ὁ πολέμαρχος διαφθείρεται. ἀλλὰ σφέας τῆς Κισσίης χώρης κατοίκισε ἐν σταθμῷ ἑωυτοῦ τῷ οὔνομα ἐστὶ Ἀρδέρικκα. κατατίθεταί τε ἐς τὸ ἱρὸν τὸ ἄγαλμα καὶ ἐντέλλεται τοῖσι Δηλίοισι ἀπαγαγεῖν τὸ ἄγαλμα ἐς Δήλιον τὸ Θηβαίων· τὸ δ᾽ ἔστι ἐπὶ θαλάσσῃ Χαλκίδος καταντίον. ἀνήγαγον ἐς Σοῦσα. οὗτοι μὲν δὴ περιέπλεον Σούνιον· Ἀθηναῖοι δὲ ὡς ποδῶν εἶχον τάχιστα ἐβοήθεον ἐς τὸ ἄστυ. τοῦ τὸ γένειον τὴν ἀσπίδα πᾶσαν σκιάζειν· τὸ δὲ φάσμα τοῦτο ἑωυτὸν μὲν παρεξελθεῖν. αἰτίην δὲ ἔσχε ἐν Ἀθηναίοισι ἐξ Ἀλκμεωνιδέων μηχανῆς αὐτοὺς ταῦτα ἐπινοηθῆναι· τούτους γὰρ συνθεμένους τοῖσι Πέρσῃσι ἀναδέξαι ἀσπίδα ἐοῦσι ἤδη ἐν τῇσι νηυσί. τοῦτο δὲ ἄλλοι Ἀθηναίων πολλοί τε καὶ ὀνομαστοί. ἐνεῖχέ σφι δεινὸν χόλον. καὶ ἔφθησάν τε ἀπικόμενοι πρὶν ἢ τοὺς βαρβάρους ἥκειν. τοὺς δὲ τῶν Ἐρετριέων ἀνδραποδισμένους Δᾶτίς τε καὶ Ἀρταφρένης. περιέπλεον Σούνιον βουλόμενοι φθῆναι τοὺς Ἀθηναίους ἀπικόμενοι ἐς τὸ ἄστυ. τὴν χεῖρα ἀποκοπεὶς πελέκεϊ πίπτει. ἀλλά μιν δι᾽ ἐτέων εἴκοσι Θηβαῖοι αὐτοὶ ἐκ θεοπροπίου ἐκομίσαντο ἐπὶ Δήλιον. τὸν δὲ ἑωυτοῦ παραστάτην ἀποκτεῖναι. καὶ ἀναλαβόντες ἐκ τῆς νήσου ἐν τῇ ἔλιπον τὰ ἐξ Ἐρετρίης ἀνδράποδα. [3] Δᾶτις μὲν δὴ ταῦτα ἐντειλάμενος ἀπέπλεε. τὸν δὲ ἀνδριάντα τοῦτον Δήλιοι οὐκ ἀπήγαγον. οἱ δὲ βάρβαροι τῇσι νηυσὶ ὑπεραιωρηθέντες Φαλήρου.
μετὰ δὲ αἰνέοντες Ἀθηναίους καὶ τὸ ἔργον αὐτῶν ἀπαλλάσσοντο ὀπίσω. τοῦτο μὲν γὰρ τὰ προλελεγμένα. οὐδέ τι μᾶλλον ἔπαυσαν τοὺς λοιποὺς τυραννεύοντας· Ἀλκμεωνίδαι δὲ ἐμφανέως ἠλευθέρωσαν. ἐκ μηχανῆς τε τῆς τούτων ἐξέλιπον Πεισιστρατίδαι τὴν τυραννίδα. οἳ μὲν γὰρ ἐξηγρίωσαν τοὺς ὑπολοίπους Πεισιστρατιδέων Ἵππαρχον ἀποκτείναντες. 121. φυλάσοντες τὴν ἀρχαίην γλῶσσαν. θῶμα ὦν μοι καὶ οὐ προσίεμαι τὴν διαβολὴν τούτους γε ἀναδέξαι ἀσπίδα. οἵτινες ἔφευγόν τε τὸν πάντα χρόνον τοὺς τυράννους. 124. Λακεδαιμονίων δὲ ἧκον ἐς τὰς Ἀθήνας δισχίλιοι μετὰ τὴν πανσέληνον. ἔστι δὲ μέλαν καὶ ὀδμὴν παρεχόμενον βαρέαν. κοθόρνους τε τοὺς εὕρισκε εὐρυτάτους ἐόντας ὑποδησάμενος. 125. [2] Καλλίης τε γὰρ μοῦνος Ἀθηναίων ἁπάντων ἐτόλμα. [2] τοῦτο δὲ κατὰ τὰς ἑωυτοῦ θυγατέρας ἐούσας τρεῖς οἷός τις ἀνὴρ ἐγένετο· ἐπειδὴ γὰρ ἐγίνοντο γάμου ὡραῖαι. οὐκ ἔχω προσωτέρω εἰπεῖν τούτων. ἀλλὰ γὰρ ἴσως τι ἐπιμεμφόμενοι Ἀθηναίων τῷ δήμῳ προεδίδοσαν τὴν πατρίδα. ὅκως Πεισίστρατος ἐκπέσοι ἐκ τῶν Ἀθηνέων. οἳ καὶ μέχρι ἐμέο εἶχον τὴν χώρην ταύτην. ἔδωκέ σφι δωρεὴν μεγαλοπρεπεστάτην ἐκείνῃσί τε ἐχαρίσατο· ἐκ γὰρ πάντων τῶν Ἀθηναίων τὸν ἑκάστη ἐθέλοι ἄνδρα ἑωυτῇ ἐκλέξασθαι. τὰ χρήματα αὐτοῦ κηρυσσόμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὠνέεσθαι. 120. ὥς μοι πρότερον δεδήλωται. Ἱππονίκου δὲ πατρί. φαίνονται μισοτύραννοι ἐόντες. βουλομένους ὑπὸ βαρβάροισί τε εἶναι Ἀθηναίους καὶ ὑπὸ Ἱππίῃ· οἵτινες μᾶλλον ἢ ὁμοίως Καλλίῃ τῷ Φαινίππου. ὕστεροι δὲ ἀπικόμενοι τῆς συμβολῆς ἱμείροντο ὅμως θεήσασθαι τοὺς Μήδους· ἐλθόντες δὲ ἐς τὸν Μαραθῶνα ἐθεήσαντο. καί μιν Κροῖσος πυθόμενος τῶν Λυδῶν τῶν ἐς τὰ χρηστήρια φοιτεόντων ἑωυτὸν εὖ ποιέειν μεταπέμπεται ἐς Σάρδις. [3] ὁ δὲ Ἀλκμέων πρὸς τὴν δωρεὴν ἐοῦσαν τοιαύτην τοιάδε ἐπιτηδεύσας προσέφερε· ἐνδὺς κιθῶνα μέγαν καὶ κόλπον βαθὺν καταλιπόμενος τοῦ κιθῶνος.] 123. ἤιε ἐς τὸν θησαυρὸν ἐς τόν οἱ . τὰ μὲν δὴ περὶ Ἐρετριέας ἔσχε οὕτω. τεθρίππῳ δὲ δεύτερος γενόμενος. καὶ τοῦτο οὐκ ἔστι ἄλλως εἰπεῖν· ἐγένετο γάρ· ὃς μέντοι ἦν ὁ ἀναδέξας. θῶμα δέ μοι καὶ οὐκ ἐνδέκομαι τὸν λόγον Ἀλκμεωνίδας ἄν κοτε ἀναδέξαι Πέρσῃσι ἐκ συνθήματος ἀσπίδα. οὐ μὲν ὦν ἦσαν σφέων ἄλλοι δοκιμώτεροι ἔν γε Ἀθηναίοισι ἄνδρες οὐδ᾽ οἳ μᾶλλον ἐτετιμέατο. ἔδωκε τούτῳ τῷ ἀνδρί. ὡς ἀνὴρ ἄκρος ἐλευθερῶν τὴν πατρίδα· τοῦτο δὲ τὰ ἐν Ὀλυμπίῃ ἐποίησε· ἵππῳ νικήσας. 122. ἐφανερώθη ἐς τοὺς Ἕλληνας πάντας δαπάνῃσι μεγίστῃσι. ἀνεδέχθη μὲν γὰρ ἀσπίς. οὕτω ὥστε τριταῖοι ἐκ Σπάρτης ἐγένοντο ἐν τῇ Ἀττικῇ. [2] οὕτω οὐδὲ λόγος αἱρέει ἀναδεχθῆναι ἔκ γε ἂν τούτων ἀσπίδα ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ. [4] ἐνθαῦτα τοὺς Ἐρετριέας κατοίκισε βασιλεὺς Δαρεῖος. [Καλλίεω δὲ τούτου ἄξιον πολλαχοῦ μνήμην ἐστὶ πάντα τινὰ ἔχειν. [2] τοῦτο μὲν γὰρ Ἀλκμέων ὁ Μεγακλέος τοῖσι ἐκ Σαρδίων Λυδοῖσι παρὰ Κροίσου ἀπικνεομένοισι ἐπὶ τὸ χρηστήριον τὸ ἐν Δελφοῖσι συμπρήκτωρ τε ἐγίνετο καὶ συνελάμβανε προθύμως. ὡς ἐγὼ κρίνω. ἀπικόμενον δὲ δωρέεται χρυσῷ τὸν ἂν δύνηται τῷ ἑωυτοῦ σώματι ἐξενείκασθαι ἐσάπαξ. καὶ οἱ Ἀλκμεωνίδαι ὁμοίως ἢ οὐδὲν ἧσσον τούτου ἦσαν μισοτύραννοι.τὸ δὲ ἔλαιον οἱ Πέρσαι καλέουσι τοῦτο ῥαδινάκην. οἱ δὲ Ἀλκμεωνίδαι ἦσαν μὲν καὶ τὰ ἀνέκαθεν λαμπροὶ ἐν τῇσι Ἀθήνῃσι. [2] καὶ οὕτω τὰς Ἀθήνας οὗτοι ἦσαν οἱ ἐλευθερώσαντες πολλῷ μᾶλλον ἤ περ Ἁρμόδιός τε καὶ Ἀριστογείτων. εἰ δὴ οὗτοί γε ἀληθέως ἦσαν οἱ τὴν Πυθίην ἀναπείσαντες προσημαίνειν Λακεδαιμονίοισι ἐλευθεροῦν τὰς Ἀθήνας. καὶ τἆλλα τὰ ἔχθιστα ἐς αὐτὸν πάντα ἐμηχανᾶτο. ἔχοντες σπουδὴν πολλὴν καταλαβεῖν. Πύθια δὲ πρότερον ἀνελόμενος. ἀπὸ δὲ Ἀλκμέωνος καὶ αὖτις Μεγακλέος ἐγένοντο καὶ κάρτα λαμπροί.
ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι. ἐκ δὲ Ἀθηνέων ἀπίκοντο Μεγακλέης τε ὁ Ἀλκμέωνος τούτου τοῦ παρὰ Κροῖσον ἀπικομένου. τοὺς Διοσκούρους οἰκίοισι καὶ ἀπὸ τούτου ξεινοδοκέοντος πάντας ἀνθρώπους. ἀπικομένων δὲ τούτων ἐς τὴν προειρημένην ἡμέρην.κατηγέοντο. ἀπὸ τῆς ἑξηκοστῆς ἀρξαμένου ἡμέρης. τούτῳ γυναῖκα προσθεῖναι. ἐκ δὲ Θεσσαλίης ἦλθε τῶν Σκοπαδέων Διακτορίδης Κραννώνιος. πλούτῳ καὶ εἴδεϊ προφέρων Ἀθηναίων. καὶ τό γε μέγιστον. ὡς κυρώσοντος Κλεισθένεος τὸν γάμον ἐν ἐνιαυτῷ. ὡς λόγος ἐν Ἀρκαδίῃ λέγεται. τοῦτον πάντα ἐποίεε καὶ ἅμα ἐξείνιζε μεγαλοπρεπέως. [3] ἀπὸ δὲ Πελοποννήσου Φείδωνος τοῦ Ἀργείων τυράννου παῖς Λεωκήδης. μετὰ δὲ τὸν κόλπον πάντα πλησάμενος τοῦ χρυσοῦ καὶ ἐς τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς διαπάσας τοῦ ψήγματος καὶ ἄλλο λαβὼν ἐς τὸ στόμα. [2] οὗτοι μὲν ἀπὸ Ἰταλίης ἦλθον. ἐκ δὲ τοῦ κόλπου τοῦ Ἰονίου Ἀμφίμνηστος Ἐπιστρόφου Ἐπιδάμνιος· οὗτος δὲ ἐκ τοῦ Ἰονίου κόλπου. τοσοῦτοι μὲν ἐγένοντο οἱ μνηστῆρες. 128. καὶ ἐς γυμνάσιά τε ἐξαγινέων ὅσοι ἦσαν αὐτῶν νεώτεροι. καὶ ἑνὶ ἑκάστῳ ἰὼν ἐς συνουσίην καὶ συνάπασι. ὥστε πολλῷ ὀνομαστοτέρην γενέσθαι ἐν τοῖσι Ἕλλησι ἢ πρότερον ἦν. [2] καὶ δή κου μάλιστα τῶν μνηστήρων ἠρέσκοντο οἱ ἀπ᾽ Ἀθηνέων ἀπιγμένοι. ἀπὸ δὲ Ἐρετρίης ἀνθεύσης τοῦτον τὸν χρόνον Λυσανίης· οὗτος δὲ ἀπ᾽ Εὐβοίης μοῦνος. ἐν τῇ συνεστίῃ διεπειρᾶτο· ὅσον γὰρ κατεῖχε χρόνον αὐτούς. . καὶ Ἠλεῖος Ὀνόμαστος Ἀγαίου. [2] Ὀλυμπίων ὦν ἐόντων καὶ νικῶν ἐν αὐτοῖσι τεθρίππῳ ὁ Κλεισθένης κήρυγμα ἐποιήσατο. [5] ἰδόντα δὲ τὸν Κροῖσον γέλως ἐσῆλθε. ἀπὸ μὲν δὴ Ἰταλίης ἦλθε Σμινδυρίδης ὁ Ἱπποκράτεος Συβαρίτης. τούτου τοῦ Τιτόρμου ἀδελφεὸς Μάλης. ἥκειν ἐς ἑξηκοστὴν ἡμέρην ἢ καὶ πρότερον ἐς Σικυῶνα. μετὰ δὲ γενεῇ δευτέρῃ ὕστερον Κλεισθένης αὐτὴν ὁ Σικυώνιος τύραννος ἐξήειρε. 127. καὶ Σιρίτης Δάμασος Ἀμύριος τοῦ σοφοῦ λεγομένου παῖς. Κλεισθένεϊ γὰρ τῷ Ἀριστωνύμου τοῦ Μύρωνος τοῦ Ἀνδρέω γίνεται θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἦν Ἀγαρίστη. Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον. καί οἱ πάντα τε ἐκεῖνα διδοῖ καὶ πρὸς ἕτερα δωρέεται οὐκ ἐλάσσω ἐκείνων. ἐξήιε ἐκ τοῦ θησαυροῦ ἕλκων μὲν μόγις τοὺς κοθόρνους. οὕτω μὲν ἐπλούτησε ἡ οἰκίη αὕτη μεγάλως. ἐφοίτεον μνηστῆρες· τοῖσι Κλεισθένης καὶ δρόμον καὶ παλαίστρην ποιησάμενος ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ εἶχε. καὶ Ἀζὴν ἐκ Παίου πόλιος Λαφάνης Εὐφορίωνος τοῦ δεξαμένου τε. 126. [4] ἐσπεσὼν δὲ ἐς σωρὸν ψήγματος πρῶτα μὲν παρέσαξε παρὰ τὰς κνήμας τοῦ χρυσοῦ ὅσον ἐχώρεον οἱ κόθορνοι. καὶ ὁ Ἀλκμέων οὗτος οὕτω τεθριπποτροφήσας Ὀλυμπιάδα ἀναιρέεται. καὶ ἄλλος Ἱπποκλείδης Τισάνδρου. ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων. ὃς ἐπὶ πλεῖστον δὴ χλιδῆς εἷς ἀνὴρ ἀπίκετο (ἡ δὲ Σύβαρις ἤκμαζε τοῦτον τὸν χρόνον μάλιστα). ταύτην ἠθέλησε. μετὰ δὲ κατέχων ἐνιαυτὸν διεπειρᾶτο αὐτῶν τῆς τε ἀνδραγαθίης καὶ τῆς ὀργῆς καὶ παιδεύσιός τε καὶ τρόπου. καὶ τούτων μᾶλλον Ἱπποκλείδης ὁ Τισάνδρου καὶ κατ᾽ ἀνδραγαθίην ἐκρίνετο καὶ ὅτι τὸ ἀνέκαθεν τοῖσι ἐν Κορίνθῳ Κυψελίδῃσι ἦν προσήκων. παντὶ δὲ τεῷ οἰκὼς μᾶλλον ἢ ἀνθρώπῳ· τοῦ τό τε στόμα ἐβέβυστο καὶ πάντα ἐξώγκωτο. [3] ἐνθαῦτα Ἑλλήνων ὅσοι σφίσι τε αὐτοῖσι ἦσαν καὶ πάτρῃ ἐξωγκωμένοι. ὃς ἐξαναστήσας τοὺς Ἠλείων ἀγωνοθέτας αὐτὸς τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγῶνα ἔθηκε· τούτου τε δὴ παῖς καὶ Ἀμίαντος Λυκούργου Ἀρκὰς ἐκ Τραπεζοῦντος. ὁ Κλεισθένης πρῶτα μὲν τὰς πάτρας τε αὐτῶν ἀνεπύθετο καὶ γένος ἑκάστου. [4] οὗτοι μὲν δὴ ἐξ αὐτῆς Πελοποννήσου ἦλθον. Φείδωνος δὲ τοῦ τὰ μέτρα ποιήσαντος Πελοποννησίοισι καὶ ὑβρίσαντος μέγιστα δὴ Ἑλλήνων πάντων. Αἰτωλὸς δὲ ἦλθε Τιτόρμου τοῦ ὑπερφύντος τε Ἕλληνας ἰσχύι καὶ φυγόντος ἀνθρώπους ἐς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Αἰτωλίδος χώρης.
ἐσελθούσης δὲ τῆς τραπέζης πρῶτα μὲν ἐπ᾽ αὐτῆς ὀρχήσατο Λακωνικὰ σχημάτια. οἱ μνηστῆρες ἔριν εἶχον ἀμφί τε μουσικῇ καὶ τῷ λεγομένῳ ἐς τὸ μέσον. ὡς δὲ ἡ κυρίη ἐγένετο τῶν ἡμερέων τῆς τε κατακλίσιος τοῦ γάμου καὶ ἐκφάσιος αὐτοῦ Κλεισθένεος τὸν κρίνοι ἐκ πάντων. ἐκ δὲ Ἱπποκράτεος Μεγακλέης τε ἄλλος καὶ Ἀγαρίστη ἄλλη ἀπὸ τῆς Κλεισθένεος Ἀγαρίστης ἔχουσα τὸ οὔνομα· ἣ συνοικήσασά τε Ξανθίππῳ τῷ Ἀρίφρονος καὶ ἔγκυος ἐοῦσα εἶδε ὄψιν ἐν τῷ ὕπνῳ. μετὰ δὲ τὸ ἐν Μαραθῶνι τρῶμα γενόμενον Μιλτιάδης. ἢν μιν οὐ δῶσι. φάς. καί κως ἑωυτῷ μὲν ἀρεστῶς ὀρχέετο. εἰ οἷόν τε εἴη. φαμένου δὲ ἐγγυᾶσθαι Μεγακλέος ἐκεκύρωτο ὁ γάμος Κλεισθένεϊ. [2] ἀλλ᾽ οὐ γὰρ οἷά τε ἐστὶ μιῆς πέρι παρθένου βουλεύοντα πᾶσι κατὰ νόον ποιέειν. αἰτήσας δὲ νέας ἑβδομήκοντα καὶ στρατιήν τε καὶ χρήματα Ἀθηναίους. οἳ δὲ ὅκως διαφυλάξουσι τὴν πόλιν τοῦτο ἐμηχανῶντο. καὶ ἐσπέμπων κήρυκα αἴτεε ἑκατὸν τάλαντα. [3] οἱ δὲ Πάριοι ὅκως μέν τι δώσουσι Μιλτιάδῃ ἀργύριον οὐδὲ διενοεῦντο. μήτ᾽ ἕνα ὑμέων ἐξαίρετον ἀποκρίνων μήτε τοὺς λοιποὺς ἀποδοκιμάζων. [3] μετὰ δὲ ἐπισχὼν ὁ Ἱπποκλείδης χρόνον ἐκέλευσε τινὰ τράπεζαν ἐσενεῖκαι. μετὰ δὲ ἄλλα Ἀττικά. “ἄνδρες παιδὸς τῆς ἐμῆς μνηστῆρες. θύσας βοῦς ἑκατὸν ὁ Κλεισθένης εὐώχεε αὐτούς τε τοὺς μνηστῆρας καὶ Σικυωνίους πάντας. Κλεισθένης δὲ σιγὴν ποιησάμενος ἔλεξε ἐς μέσον τάδε. προϊούσης δὲ τῆς πόσιος κατέχων πολλὸν τοὺς ἄλλους ὁ Ἱπποκλείδης ἐκέλευσέ οἱ τὸν αὐλητὴν αὐλῆσαι ἐμμελείην. διαβαλόντα μιν πρὸς Ὑδάρνεα τὸν Πέρσην. ἐδόκεε δὲ λέοντα τεκεῖν. παραλαβὼν δὲ ὁ Μιλτιάδης τὴν στρατιὴν ἔπλεε ἐπὶ Πάρον. καὶ πρότερον εὐδοκιμέων παρὰ Ἀθηναίοισι. ὁ Κλεισθένης δὲ ὁρέων ὅλον τὸ πρῆγμα ὑπώπτευε. [2] ἀπικόμενος δὲ ἐπ᾽ ἣν ἔπλεε ὁ Μιλτιάδης τῇ στρατιῇ ἐπολιόρκεε Παρίους κατειλημένους ἐντὸς τείχεος. 132. [4] Κλεισθένης δὲ τὰ μὲν πρῶτα καὶ τὰ δεύτερα ὀρχεομένου. οὐ βουλόμενος ἐκραγῆναι ἐς αὐτόν· ὡς δὲ εἶδε τοῖσι σκέλεσι χειρονομήσαντα. ἔχων τὸ οὔνομα ἀπὸ τοῦ μητροπάτορος τοῦ Σικυωνίου· [2] οὗτός τε δὴ γίνεται Μεγακλέϊ καὶ Ἱπποκράτης. 133. οὐκ ἀπονοστήσειν τὴν στρατιὴν πρὶν ἢ ἐξέλῃ σφέας. ἀμφὶ μὲν κρίσιος τῶν μνηστήρων τοσαῦτα ἐγένετο καὶ οὕτω Ἀλκμεωνίδαι ἐβώσθησαν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα. οὐ φράσας σφι ἐπ᾽ ἣν ἐπιστρατεύσεται χώρην. τοῦτο μὲν δὴ πρόσχημα λόγων ἦν. ἐγὼ καὶ πάντας ὑμέας ἐπαινέω καὶ πᾶσι ὑμῖν. κατεῖχε ἑωυτόν. 131. 130. τὸ τρίτον δὲ τὴν κεφαλὴν ἐρείσας ἐπὶ τὴν τράπεζαν τοῖσι σκέλεσι ἐχειρονόμησε. ἀτάρ τινα καὶ ἔγκοτον εἶχε τοῖσι Παρίοισι διὰ Λυσαγόρεα τὸν Τισίεω. ἀλλὰ φὰς αὐτοὺς καταπλουτιεῖν ἤν οἱ ἕπωνται· ἐπὶ γὰρ χώρην τοιαύτην δή τινα ἄξειν ὅθεν χρυσὸν εὐπετέως ἄφθονον οἴσονται· λέγων τοιαῦτα αἴτεε τὰς νέας. τούτων δὲ συνοικησάντων γίνεται Κλεισθένης τε ὁ τὰς φυλὰς καὶ τὴν δημοκρατίην Ἀθηναίοισι καταστήσας. τῷ δὲ Ἀλκμέωνος Μεγακλέι ἐγγυῶ παῖδα τὴν ἐμὴν Ἀγαρίστην νόμοισι τοῖσι Ἀθηναίων”. καὶ μετ᾽ ὀλίγας ἡμέρας τίκτει Περικλέα Ξανθίππῳ. ἀπὸ τούτου μὲν τοῦτο ὀνομάζεται. τότε μᾶλλον αὔξετο. [2] ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἐγίνοντο. πρόφασιν ἔχων ὡς οἱ Πάριοι ὑπῆρξαν πρότεροι στρατευόμενοι τριήρεσι ἐς Μαραθῶνα ἅμα τῷ Πέρσῃ. ἀπορχήσαό γε μὲν τὸν γάμον”. χαριζοίμην ἄν. ἄλλα τε . πειθομένου δὲ τοῦ αὐλητέω ὀρχήσατο. ἀποστυγέων γαμβρὸν ἄν οἱ ἔτι γενέσθαι Ἱπποκλείδεα διὰ τήν τε ὄρχησιν καὶ τὴν ἀναιδείην. τοῖσι μὲν ὑμέων ἀπελαυνομένοισι τοῦδε τοῦ γάμου τάλαντον ἀργυρίου ἑκάστῳ δωρεὴν δίδωμι τῆς ἀξιώσιος εἵνεκα τῆς ἐξ ἐμεῦ γῆμαι καὶ τῆς ἐξ οἴκου ἀποδημίης. ὁ δὲ Ἱπποκλείδης ὑπολαβὼν εἶπε “οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ”. οὐκέτι κατέχειν δυνάμενος εἶπε “ὦ παῖ Τισάνδρου. ἐόντα γένος Πάριον. Ἀθηναῖοι δὲ τούτοισι ἐπαερθέντες παρέδοσαν.129.
φᾶσα οὐ Τιμοῦν εἶναι τὴν αἰτίην τούτων. οὔτε χρήματα Ἀθηναίοισι ἄγων οὔτε Πάρον προσκτησάμενος. λαβεῖν φθόνον τε καὶ ἵμερον τῆς γῆς. ὅτι Ἑκαταῖος μὲν ὁ Ἡγησάνδρου ἔφησε ἐν τοῖσι λόγοισι λέγων ἀδίκως· [2] ἐπείτε γὰρ ἰδεῖν τοὺς Ἀθηναίους τὴν χώρην. Μιλτιάδης μὲν μετὰ ταῦτα σφακελίσαντός τε τοῦ μηροῦ καὶ σαπέντος τελευτᾷ. [3] ἡ δὲ Πυθίη οὐκ ἔα. 136. [2] Πάριοι δὲ πυθόμενοι ὡς ἡ ὑποζάκορος τῶν θεῶν Τιμὼ Μιλτιάδῃ κατηγήσατο. τὰ δὲ πεντήκοντα τάλαντα ἐξέτισε ὁ παῖς αὐτοῦ Κίμων. Μιλτιάδης μέν νυν φλαύρως ἔχων ἀπέπλεε ὀπίσω. [2] Μιλτιάδης δὲ αὐτὸς μὲν παρεὼν οὐκ ἀπελογέετο· ἦν γὰρ ἀδύνατος ὥστε σηπομένου τοῦ μηροῦ· προκειμένου δὲ αὐτοῦ ἐν κλίνῃ ὑπεραπελογέοντο οἱ φίλοι. φανῆναι οἱ τῶν κακῶν κατηγεμόνα. ἀλλὰ δεῖν γὰρ Μιλτιάδεα τελευτᾶν μὴ εὖ. ταῦτα ποιέειν. καὶ οὕτω ἐξελαύνειν αὐτοὺς οὐδεμίαν ἄλλην πρόφασιν προϊσχομένους τοὺς Ἀθηναίους. ταύτην ὡς ἰδεῖν τοὺς Ἀθηναίους ἐξεργασμένην εὖ. Μιλτιάδῃ ἀπορέοντι ἐλθεῖν ἐς λόγους αἰχμάλωτον γυναῖκα. εἴτε ὦν δὴ δικαίως εἴτε ἀδίκως· τοῦτο γὰρ οὐκ ἔχω φράσαι. θεοπρόπους πέμπουσι ἐς Δελφούς ὥς σφεας ἡσυχίη τῆς πολιορκίης ἔσχε· ἔπεμπον δὲ ἐπειρησομένους εἰ καταχρήσωνται τὴν ὑποζάκορον τῶν θεῶν τὴν ἐξηγησαμένην τοῖσι ἐχθροῖσι τῆς πατρίδος ἅλωσιν καὶ τὰ ἐς ἔρσενα γόνον ἄρρητα ἱρὰ ἐκφήνασαν Μιλτιάδῃ. ὡς ἑλὼν Λῆμνόν τε καὶ τισάμενος τοὺς Πελασγοὺς παρέδωκε Ἀθηναίοισι. ἐς μὲν δὴ τοσοῦτο τοῦ λόγου οἱ πάντες Ἕλληνες λέγουσι. πλὴν τὰ λεγόμενα. παρίοισι μὲν δὴ ταῦτα ἡ Πυθίη ἔχρησε· Ἀθηναῖοι δὲ ἐκ Πάρου Μιλτιάδεα ἀπονοστήσαντα ἔσχον ἐν στόμασι οἵ τε ἄλλοι καὶ μάλιστα Ξάνθιππος ὁ Ἀρίφρονος. 134. τῆς μάχης τε τῆς ἐν Μαραθῶνι γενομένης πολλὰ ἐπιμεμνημένοι καὶ τὴν Λήμνου αἵρεσιν. κατοικημένους γὰρ τοὺς Πελασγοὺς ὑπὸ τῷ Ὑμησσῷ. 137. εἰ περὶ πολλοῦ ποιέεται Πάρον ἑλεῖν. [2] μετὰ δὲ τὴν μὲν ὑποθέσθαι. τοὺς Πελασγοὺς ὑπὸ ὕβριός τε καὶ ὀλιγωρίης βιᾶσθαι σφέας. τοῦτο ἅμα νυκτὶ ἐξηείρετο διπλήσιον τοῦ ἀρχαίου. ζημιώσαντος δὲ κατὰ τὴν ἀδικίην πεντήκοντα ταλάντοισι. βουλόμενοί μιν ἀντὶ τούτων τιμωρήσασθαι. Λῆμνον δὲ Μιλτιάδης ὁ Κίμωνος ὧδε ἔσχε. 135. καὶ ταῦτα μέντοι σφι οὐκ ἀποχρᾶν . εἶναι δὲ ὑποζάκορον τῶν χθονίων θεῶν· ταύτην ἐλθοῦσαν ἐς ὄψιν Μιλτιάδεω συμβουλεῦσαι. τὰ ἂν αὐτὴ ὑποθῆται. ἐοῦσαν μὲν Παρίην γένος. οὔνομα δέ οἱ εἶναι Τιμοῦν. ὑπερθορόντα δὲ ἰέναι ἐπὶ τὸ μέγαρον ὅ τι δὴ ποιήσοντα ἐντός. οὐ δυνάμενον τὰς θύρας ἀνοῖξαι. καταθρώσκοντα δὲ τὴν αἱμασιὴν τὸν μηρὸν σπασθῆναι· οἳ δὲ αὐτὸν τὸ γόνυ προσπταῖσαι λέγουσι. ὃς θανάτου ὑπαγαγὼν ὑπὸ τὸν δῆμον Μιλτιάδεα ἐδίωκε τῆς Ἀθηναίων ἀπάτης εἵνεκεν. ἀλλὰ πολιορκήσας τε ἓξ καὶ εἴκοσι ἡμέρας καὶ δηιώσας τὴν νῆσον. ἐνθεῦτεν ὁρμωμένους ἀδικέειν τάδε. τὴν σφίσι αὐτοῖσι ὑπὸ τὸν Ὑμησσὸν ἐοῦσαν ἔδοσαν Πελασγοῖσι οἰκῆσαι μισθὸν τοῦ τείχεος τοῦ περὶ τὴν ἀκρόπολιν κοτὲ ἐληλαμένου. [3] ὡς δὲ αὐτοὶ Ἀθηναῖοι λέγουσι. [3] προσγενομένου δὲ τοῦ δήμου αὐτῷ κατὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ θανάτου.ἐπιφραζόμενοι καὶ τῇ μάλιστα ἔσκε ἑκάστοτε ἐπίμαχον τοῦ τείχεος. τὴν πρότερον εἶναι κακήν τε καὶ τοῦ μηδενὸς ἀξίην. φοιτᾶν γὰρ αἰεὶ τὰς σφετέρας θυγατέρας τε καὶ τοὺς παῖδας ἐπ᾽ ὕδωρ ἐπὶ τὴν Ἐννεάκρουνον· οὐ γὰρ εἶναι τοῦτον τὸν χρόνον σφίσι κω οὐδὲ τοῖσι ἄλλοισι Ἕλλησι οἰκέτας· ὅκως δὲ ἔλθοιεν αὗται. τὸν δὲ διερχόμενον ἐπὶ τὸν κολωνὸν τὸν πρὸ τῆς πόλιος ἐόντα ἕρκος θεσμοφόρου Δήμητρος ὑπερθορεῖν. Πελασγοὶ ἐπείτε ἐκ τῆς Ἀττικῆς ὑπὸ Ἀθηναίων ἐξεβλήθησαν. τὸ ἐνθεῦτεν δὲ αὐτοὶ Πάριοι γενέσθαι ὧδε λέγουσι. εἴτε κινήσοντά τι τῶν ἀκινήτων εἴτε ὅ τι δή κοτε πρήξοντα· πρὸς τῇσι θύρῃσί τε γενέσθαι καὶ πρόκατε φρίκης αὐτὸν ὑπελθούσης ὀπίσω τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἵεσθαι. δικαίως ἐξελάσαι.
ἀπὸ τούτου δὲ τοῦ ἔργου καὶ τοῦ προτέρου τούτων. γλῶσσάν τε τὴν Ἀττικὴν καὶ τρόπους τοὺς Ἀθηναίων ἐδίδασκον τοὺς παῖδας.ποιέειν. ἐκεῖνα μὲν δὴ Ἑκαταῖος ἔλεξε. ποιεῦσι δὴ ταῦτα. [3] Ἀθηναῖοι δὲ ἐν τῷ πρυτανηίῳ κλίνην στρώσαντες ὡς εἶχον κάλλιστα καὶ τράπεζαν ἐπιπλέην ἀγαθῶν πάντων παραθέντες. ἀναμιμνήσκων σφέας τὸ χρηστήριον. [2] ὡς δὲ τέκνων αὗται αἱ γυναῖκες ὑπεπλήσθησαν. νενόμισται ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα τὰ σχέτλια ἔργα πάντα Λήμνια καλέεσθαι. ὡς ἡ Χερσόνησος ἡ ἐπ᾽ Ἑλλησπόντῳ ἐγένετο ὑπὸ Ἀθηναίοισι. ἐπιστάμενοι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον γενέσθαι. 139. τί δὴ ἀνδρωθέντες δῆθεν ποιήσουσι. [4] ἐνθαῦτα ἔδοξέ σφι κτείνειν τοὺς παῖδας τοὺς ἐκ τῶν Ἀττικέων γυναικῶν. [2] ἡ δὲ Πυθίη σφέας ἐκέλευε Ἀθηναίοισι δίκας διδόναι ταύτας τὰς ἂν αὐτοὶ Ἀθηναῖοι δικάσωσι. ἐς ὃ καὶ οὗτοι παρέστησαν. τὸ ἐργάσαντο αἱ γυναῖκες τοὺς ἅμα Θόαντι ἄνδρας σφετέρους ἀποκτείνασαι. Μιλτιάδης ὁ Κίμωνος ἐτησιέων ἀνέμων κατεστηκότων νηὶ κατανύσας ἐξ Ἐλαιοῦντος τοῦ ἐν Χερσονήσῳ ἐς Λῆμνον προηγόρευε ἐξιέναι ἐκ τῆς νήσου τοῖσι Πελασγοῖσι. πεντηκοντέρους κτησάμενοι ἐλόχησαν Ἀρτέμιδι ἐν Βραυρῶνι ἀγούσας ὁρτὴν τὰς τῶν Ἀθηναίων γυναῖκας. ὅσῳ. τότε παραδώσομεν”. 138. καί σφεας ἐς Λῆμνον ἀγαγόντες παλλακὰς εἶχον. εἰ δὴ διαγινώσκοιεν σφίσι τε βοηθέειν οἱ παῖδες πρὸς τῶν κουριδιέων γυναικῶν τοὺς παῖδας καὶ τούτων αὐτίκα ἄρχειν πειρῴατο. οἳ δὲ οὔτε συμμίσγεσθαι τοῖσι ἐκ τῶν Πελασγίδων γυναικῶν παισὶ ἤθελον. ἀλλὰ τέλος καὶ ἐπιβουλεύοντας ἐπιχείρησιν φανῆναι ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ. ταῦτα δὲ Ἀθηναῖοι λέγουσι. ἀλλά σφι προειπεῖν ἐκ τῆς γῆς ἐξιέναι. τότε μὲν τοιαῦτα· ἔτεσι δὲ κάρτα πολλοῖσι ὕστερον τούτων. [2] Ἡφαιστιέες μέν νυν ἐπείθοντο. ἡ γὰρ Ἀττικὴ πρὸς νότον κεῖται πολλὸν τῆς Λήμνου. οἱ δὲ Πελασγοὶ οὗτοι Λῆμνον τότε νεμόμενοι καὶ βουλόμενοι τοὺς Ἀθηναίους τιμωρήσασθαι. [4] οἱ δὲ Πελασγοὶ ὑπολαβόντες εἶπαν “ἐπεὰν βορέῃ ἀνέμῳ αὐτημερὸν ἐξανύσῃ νηῦς ἐκ τῆς ὑμετέρης ἐς τὴν ἡμετέρην. εἴ τε τύπτοιτό τις αὐτῶν τινός. 140. ἐκέλευον τοὺς Πελασγοὺς τὴν χώρην σφίσι παραδιδόναι οὕτω ἔχουσαν. [4] ἑωυτοὺς δὲ γενέσθαι τοσούτῳ ἐκείνων ἄνδρας ἀμείνονας. Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν ἑβδόμη ἐπιγραφομένη Πολύμνια . ἐνθεῦτεν δὲ ἁρπάσαντες τουτέων πολλὰς οἴχοντο ἀποπλέοντες. [3] μαθόντες δὲ ταῦτα οἱ Πελασγοὶ ἑωυτοῖσι λόγους ἐδίδοσαν· καί σφι βουλευομένοισι δεινόν τι ἐσέδυνε. Μυριναῖοι δὲ οὐ συγγινωσκόμενοι εἶναι τὴν Χερσόνησον Ἀττικὴν ἐπολιορκέοντο. τοὺς δὲ οὕτω δὴ ἐκχωρήσαντας ἄλλα τε σχεῖν χωρία καὶ δὴ καὶ Λῆμνον. τὸ οὐδαμὰ ἤλπισαν σφίσι οἱ Πελασγοὶ ἐπιτελέεσθαι. οὕτω δὴ τὴν Λῆμνον ἔσχον Ἀθηναῖοί τε καὶ Μιλτιάδης. ἦλθόν τε δὴ ἐς τὰς Ἀθήνας οἱ Πελασγοὶ καὶ δίκας ἐπαγγέλλοντο βουλόμενοι διδόναι παντὸς τοῦ ἀδικήματος. προσαπολλύουσι δὲ σφέων καὶ τὰς μητέρας. οὐκ ἐθελῆσαι. ἐπεί σφεας ἔλαβον ἐπιβουλεύοντας. ἐβοήθεόν τε πάντες καὶ ἐτιμώρεον ἀλλήλοισι· καὶ δὴ καὶ ἄρχειν τε τῶν παίδων οἱ παῖδες ἐδικαίευν καὶ πολλῷ ἐπεκράτεον. παρεὸν ἑωυτοῖσι ἀποκτεῖναι τοὺς Πελασγούς. εὖ τε ἐξεπιστάμενοι τὰς Ἀθηναίων ὁρτάς. πιεζόμενοι δὲ λιμῷ καὶ ἀπαιδίῃ ἐς Δελφοὺς ἔπεμπον λύσιν τινὰ αἰτησόμενοι τῶν παρεόντων κακῶν. ἀποκτείνασι δὲ τοῖσι Πελασγοῖσι τοὺς σφετέρους παῖδάς τε καὶ γυναῖκας οὔτε γῆ καρπὸν ἔφερε οὔτε γυναῖκές τε καὶ ποῖμναι ὁμοίως ἔτικτον καὶ πρὸ τοῦ.
[2] ἦσαν γὰρ Δαρείῳ καὶ πρότερον ἢ βασιλεῦσαι γεγονότες τρεῖς παῖδες ἐκ τῆς προτέρης γυναικός. ἐπὶ δὲ Αἴγυπτον ἐποιέετο στρατιῆς ἄγερσιν. καὶ νέας τε καὶ ἵππους καὶ σῖτον καὶ πλοῖα. Godley. A. τοιούτου λόγου εἴχετο. τούτων δὲ περιαγγελλομένων ἡ Ἀσίη ἐδονέετο ἐπὶ τρία ἔτεα. ὁ τοίνυν Ξέρξης ἐπὶ μὲν τὴν Ἑλλάδα οὐδαμῶς πρόθυμος ἦν κατ᾽ ἀρχὰς στρατεύεσθαι. Δαρείου δὲ οὐκ ἀποδεικνυμένου κω γνώμην. Ἀρτοβαζάνης δὲ ἔτι ἰδιώτῃ ἐόντι Δαρείῳ· [3] οὔκων οὔτε οἰκὸς εἴη οὔτε δίκαιον ἄλλον τινὰ τὸ γέρας ἔχειν πρὸ ἑωυτοῦ· ἐπεί γε καὶ ἐν Σπάρτῃ ἔφη ὁ Δημάρητος ὑποτιθέμενος οὕτω νομίζεσθαι. στελλομένου δὲ Δαρείου ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ Ἀθήνας. D. [4] χρησαμένου δὲ Ξέρξεω τῇ Δημαρήτου ὑποθήκῃ. ἀλλ᾽ εἰ τὸ μὲν νῦν ταῦτα πρήσσοις τά περ ἐν χερσὶ ἔχεις· ἡμερώσας δὲ Αἴγυπτον τὴν ἐξυβρίσασαν στρατηλάτεε ἐπὶ τὰς Ἀθήνας. πολλῷ πλέω ἐπιτάσσων ἑκάστοισι ἢ πρότερον παρέχειν. ἐτύγχανε κατὰ τὠυτὸ τούτοισι καὶ Δημάρητος ὁ Ἀρίστωνος ἀναβεβηκὼς ἐς Σοῦσα. καὶ δὴ καὶ τότε πολλῷ τε δεινότερα ἐποίεε καὶ μᾶλλον ὅρμητο στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ὁ δὲ βασιλεύοντι ὀψίγονος ἐπιγένηται. 5. τοῦ ἐπιγενομένου τὴν ἔκδεξιν τῆς βασιληίης γίνεσθαι. ἵνα . οὐδέ οἱ ἐξεγένετο οὔτε τοὺς ἀπεστεῶτας Αἰγυπτίους οὔτε Ἀθηναίους τιμωρήσασθαι. καταλεγομένων τε τῶν ἀρίστων ὡς ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατευομένων καὶ παρασκευαζομένων. [3] τετάρτῳ δὲ ἔτεϊ Αἰγύπτιοι ὑπὸ Καμβύσεω δουλωθέντες ἀπέστησαν ἀπὸ Περσέων. γνοὺς ὁ Δαρεῖος ὡς λέγοι δίκαια βασιλέα μιν ἀπέδεξε. τῶν μὲν δὴ προτέρων ἐπρέσβευε Ἀρτοβαζάνης.(ed. 4. [3] ὁ μὲν Ἀρτοβαζάνης κατότι πρεσβύτατός τε εἴη παντὸς τοῦ γόνου καὶ ὅτι νομιζόμενον εἴη πρὸς πάντων ἀνθρώπων τὸν πρεσβύτατον τὴν ἀρχὴν ἔχειν. δοκέειν δέ μοι. καὶ πρὶν μεγάλως κεχαραγμένον τοῖσι Ἀθηναίοισι διὰ τὴν ἐς Σάρδις ἐσβολήν. [2] οὗτος ὡνὴρ πυθόμενος τῶν Δαρείου παίδων τὴν διαφορήν. [2] καὶ αὐτίκα μὲν ἐπηγγέλλετο πέμπων ἀγγέλους κατὰ πόλις ἑτοιμάζειν στρατιήν. τῶν παίδων αὐτοῦ στάσις ἐγένετο μεγάλη περὶ τῆς ἡγεμονίης. ἢν οἳ μὲν προγεγονότες ἔωσι πρὶν ἢ τὸν πατέρα σφέων βασιλεῦσαι. παρεὼν δὲ καὶ δυνάμενος παρ᾽ αὐτῷ μέγιστον Περσέων Μαρδόνιος ὁ Γοβρύεω. καὶ ἄνευ ταύτης τῆς ὑποθήκης βασιλεῦσαι ἂν Ξέρξης· ἡ γὰρ Ἄτοσσα εἶχε τὸ πᾶν κράτος. ὡς αὐτὸς μὲν γένοιτο Δαρείῳ ἤδη βασιλεύοντι καὶ ἔχοντι τὸ Περσέων κράτος. καὶ βασιλεύσαντι ἐξ Ἀτόσσης τῆς Κύρου ἕτεροι τέσσερες. ὡς δεῖ μιν ἀποδέξαντα βασιλέα κατὰ τὸν Περσέων νόμον οὕτω στρατεύεσθαι. Cambridge 1920) 1. βασιλεύσαντα τὰ πάντα ἕξ τε καὶ τριήκοντα ἔτεα. ὡς ἡ φάτις μιν ἔχει. Γοβρύεω θυγατρός. λέγων [2] “δέσποτα. Ξέρξῃ συνεβούλευε λέγειν πρὸς τοῖσι ἔλεγε ἔπεσι. ἐπεὶ δὲ ἀγγελίη ἀπίκετο περὶ τῆς μάχης τῆς ἐν Μαραθῶνι γενομένης παρὰ βασιλέα Δαρεῖον τὸν Ὑστάσπεος. 3. ἐστερημένος τε τῆς ἐν Σπάρτῃ βασιληίης καὶ φυγὴν ἐπιβαλὼν ἑωυτῷ ἐκ Λακεδαίμονος. ἐόντες δὲ μητρὸς οὐ τῆς αὐτῆς ἐστασίαζον. ἀποθανεῖν. τῶν δὲ ἐπιγενομένων Ξέρξης. ὃς ἦν Ξέρξῃ μὲν ἀνεψιὸς Δαρείου δὲ ἀδελφεῆς παῖς. 2. ἀλλὰ γὰρ μετὰ ταῦτά τε καὶ Αἰγύπτου ἀπόστασιν τῷ ὑστέρῳ ἔτεϊ παρασκευαζόμενον συνήνεικε αὐτὸν Δαρεῖον. ἐλθών. οὐκ οἰκός ἐστι Ἀθηναίους ἐργασαμένους πολλὰ δὴ κακὰ Πέρσας μὴ οὐ δοῦναι δίκην τῶν ἐποίησαν. ἀποθανόντος δὲ Δαρείου ἡ βασιληίη ἀνεχώρησε ἐς τὸν παῖδα τὸν ἐκείνου Ξέρξην. ἀποδέξας δὲ βασιλέα Πέρσῃσι Ξέρξεα Δαρεῖος ὁρμᾶτο στρατεύεσθαι. Ξέρξης δὲ ὡς Ἀτόσσης τε παῖς εἴη τῆς Κύρου θυγατρὸς καὶ ὅτι Κῦρος εἴη ὁ κτησάμενος τοῖσι Πέρσῃσι τὴν ἐλευθερίην. ἐνθαῦτα δὴ καὶ μᾶλλον ὅρμητο καὶ ἐπ᾽ ἀμφοτέρους στρατεύεσθαι.
οὐδαμά κω ἠτρεμίσαμεν. ἐπισταμένοισι εὖ οὐκ ἄν τις λέγοι. χρόνῳ δὲ κατεργάσατό τε καὶ ἀνέπεισε ὥστε ποιέειν ταῦτα Ξέρξην· συνέλαβε γὰρ καὶ ἄλλα οἱ σύμμαχα γενόμενα ἐς τὸ πείθεσθαι Ξέρξην. βασιλέι τε μούνῳ θνητῶν ἀξίη ἐκτῆσθαι. ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ ἁλοὺς ὑπὸ Λάσου τοῦ Ἑρμιονέος ἐμποιέων ἐς τὰ Μουσαίου χρησμόν. τῶν μὲν ἔλεγε οὐδέν. οὔτ᾽ αὐτὸς κατηγήσομαι νόμον τόνδε ἐν ὑμῖν τιθείς. ἵνα γνώμας τε πύθηται σφέων καὶ αὐτὸς ἐν πᾶσι εἴπῃ τὰ θέλει. ὡς ἡ Εὐρώπη περικαλλὴς εἴη χώρη. 6. ὡς δὲ ἀνεγνώσθη Ξέρξης στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ἐξηλάσθη γὰρ ὑπὸ Ἱππάρχου τοῦ Πεισιστράτου ὁ Ὀνομάκριτος ἐξ Ἀθηνέων. λεγόντων τῶν Πεισιστρατιδέων περὶ αὐτοῦ σεμνοὺς λόγους. τὴν ἔχθρην προκαταλυσάμενοι. ἀναβεβήκεσαν. ἵνα τὸ νοέω πρήσσειν ὑπερθέωμαι ὑμῖν· 8B μέλλω ζεύξας τὸν Ἑλλήσποντον ἐλᾶν στρατὸν διὰ τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. χρησμολόγον τε καὶ διαθέτην χρησμῶν τῶν Μουσαίου. Κύρου κατελόντος Ἀστυάγεα· ἀλλὰ θεός τε οὕτω ἄγει καὶ αὐτοῖσι ἡμῖν πολλὰ ἐπέπουσι συμφέρεται ἐπὶ τὸ ἄμεινον. τότε δὲ συναναβὰς ὅκως ἀπίκοιτο ἐς ὄψιν τὴν βασιλέος. [2] ἐγὼ δὲ ἐπείτε παρέλαβον τὸν θρόνον τοῦτον. ὡς γὰρ ἐγὼ πυνθάνομαι τῶν πρεσβυτέρων. Ἀχαιμένεα μέν νυν ἐπιτροπεύοντα Αἰγύπτου χρόνῳ μετέπειτα ἐφόνευσε Ἰνάρως ὁ Ψαμμητίχου ἀνὴρ Λίβυς. [3] οὗτος μέν οἱ ὁ λόγος ἦν τιμωρός· τοῦδε δὲ τοῦ λόγου παρενθήκην ποιεέσκετο τήνδε. ἵνα Ἀθηναίους τιμωρήσωμαι ὅσα δὴ πεποιήκασι Πέρσας τε καὶ πατέρα τὸν ἐμόν. τῶν τε αὐτῶν λόγων ἐχόμενοι τῶν καὶ οἱ Ἀλευάδαι.λόγος τέ σε ἔχῃ πρὸς ἀνθρώπων ἀγαθός. 8. [2] ὡρᾶτε μέν νυν καὶ πατέρα τὸν ἐμὸν Δαρεῖον ἰθύοντα στρατεύεσθαι . ἅμα δὲ τιμωρίην τε καὶ τίσιν γινομένην. τὰ μέν νυν Κῦρός τε καὶ Καμβύσης πατήρ τε ἐμὸς Δαρεῖος κατεργάσαντο καὶ προσεκτήσαντο ἔθνεα. σύλλογον ἐπίκητον Περσέων τῶν ἀρίστων ἐποιέετο. καί τις ὕστερον φυλάσσηται ἐπὶ γῆν τὴν σὴν στρατεύεσθαι”. παραδεξάμενός τε αὐτῷ χρήσομαι. ἀρετήν τε ἄκρη. ἐνθαῦτα δευτέρῳ μὲν ἔτεϊ μετὰ τὸν θάνατον τὸν Δαρείου πρῶτα στρατηίην ποιέεται ἐπὶ τοὺς ἀπεστεῶτας. ὡς αἱ ἐπὶ Λήμνῳ ἐπικείμεναι νῆσοι ἀφανιζοίατο κατὰ τῆς θαλάσσης. [5] οὗτός τε δὴ χρησμῳδέων προσεφέρετο καὶ οἵ τε Πεισιστρατίδαι καὶ οἱ Ἀλευάδαι γνώμας ἀποδεικνύμενοι. τήν τε ἔλασιν ἐξηγεόμενος. 7. καὶ δένδρεα παντοῖα φέρει τὰ ἥμερα. καὶ δή τι πρὸς τούτοισι ἔτι πλέον προσωρέγοντό οἱ· [3] ἔχοντες Ὀνομάκριτον ἄνδρα Ἀθηναῖον. τοῦτο δὲ Πεισιστρατιδέων οἱ ἀναβεβηκότες ἐς Σοῦσα. πρότερον χρεώμενος τὰ μάλιστα. κατέλεγε τῶν χρησμῶν· εἰ μέν τι ἐνέοι σφάλμα φέρον τῷ βαρβάρῳ. [4] διὸ ἐξήλασέ μιν ὁ Ἵππαρχος. ἐφρόντιζον ὅκως μὴ λείψομαι τῶν πρότερον γενομένων ἐν τιμῇ τῇδε μηδὲ ἐλάσσω προσκτήσομαι δύναμιν Πέρσῃσι· φροντίζων δὲ εὑρίσκω ἅμα μὲν κῦδος τε ἡμῖν προσγινόμενον χώρην τε τῆς νῦν ἐκτήμεθα οὐκ ἐλάσσονα οὐδὲ φλαυροτέρην παμφορωτέρην τε. ἐπείτε παρελάβομεν τὴν ἡγεμονίην τήνδε παρὰ Μήδων. διὸ ὑμέας νῦν ἐγὼ συνέλεξα. 8A “ἄνδρες Πέρσαι. ἐπιτράπει Ἀχαιμένεϊ ἀδελφεῷ μὲν ἑωυτοῦ. Δαρείου δὲ παιδί. ὁ δὲ τὰ εὐτυχέστατα ἐκλεγόμενος ἔλεγε τόν τε Ἑλλήσποντον ὡς ζευχθῆναι χρεὸν εἴη ὑπ᾽ ἀνδρὸς Πέρσεω. [2] τοῦτο μὲν ἀπὸ τῆς Θεσσαλίης παρὰ τῶν Ἀλευαδέων ἀπιγμένοι ἄγγελοι ἐπεκαλέοντο βασιλέα πᾶσαν προθυμίην παρεχόμενοι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα· οἱ δὲ Ἀλευάδαι οὗτοι ἦσαν Θεσσαλίης βασιλέες. ἔλεξεν Ξέρξης τάδε. τούτους μέν νυν καταστρεψάμενος καὶ Αἴγυπτον πᾶσαν πολλὸν δουλοτέρην ποιήσας ἢ ἐπὶ Δαρείου ἦν. ταῦτα ἔλεγε οἷα νεωτέρων ἔργων ἐπιθυμητὴς ἐὼν καὶ θέλων αὐτὸς τῆς Ἑλλάδος ὕπαρχος εἶναι. ὡς δὲ συνελέχθησαν. Ξέρξης δὲ μετὰ Αἰγύπτου ἅλωσιν ὡς ἔμελλε ἐς χεῖρας ἄξεσθαι τὸ στράτευμα τὸ ἐπὶ τὰς Ἀθήνας.
ἅμα Ἀρισταγόρῃ τῷ Μιλησίῳ δούλῳ δὲ ἡμετέρῳ ἀπικόμενοι. γῆν τὴν Περσίδα ἀποδέξομεν τῷ Διὸς αἰθέρι ὁμουρέουσαν. [2] καὶ γὰρ δεινὸν ἂν εἴη πρῆγμα. [3] πυνθάνομαι γὰρ ὧδε ἔχειν.ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τούτους. [2] οὐ γὰρ δὴ χώρην γε οὐδεμίαν κατόψεται ἥλιος ὅμουρον ἐοῦσαν τῇ ἡμετέρῃ. [2] ποιητέα μέν νυν ταῦτα ἐστὶ οὕτω· ἵνα δὲ μὴ ἰδιοβουλεύειν ὑμῖν δοκέω. ἐπιστάμεθα δὲ τὴν δύναμιν ἐοῦσαν ἀσθενέα· ἔχομεν δὲ αὐτῶν παῖδας καταστρεψάμενοι. οὔτε τινὰ πόλιν ἀνδρῶν οὐδεμίαν οὔτε ἔθνος οὐδὲν ἀνθρώπων ὑπολείπεσθαι. γνώμην κελεύων ὑμέων τὸν βουλόμενον ἀποφαίνεσθαι”. καὶ Ἴωνας τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ κατοικημένους οὐκ ἐάσεις καταγελάσαι ἡμῖν ἐόντας ἀναξίους. ὡς πυνθάνομαι. ἐπεὰν γὰρ ἀλλήλοισι πόλεμον προείπωσι. ὥστε σὺν κακῷ μεγάλῳ οἱ νικῶντες ἀπαλλάσσονται· περὶ δὲ τῶν ἑσσουμένων οὐδὲ λέγω ἀρχήν· ἐξώλεες γὰρ δὴ γίνονται· [2] τοὺς χρῆν ἐόντας ὁμογλώσσους κήρυξί τε διαχρεωμένους καὶ ἀγγέλοισι καταλαμβάνειν τὰς διαφορὰς καὶ παντὶ μᾶλλον ἢ μάχῃσι· εἰ δὲ πάντως ἔδεε πολεμέειν πρὸς ἀλλήλους. 8D ὑμεῖς δ᾽ ἄν μοι τάδε ποιέοντες χαρίζοισθε· ἐπεὰν ὑμῖν σημήνω τὸν χρόνον ἐς τὸν ἥκειν δεῖ. τρόπῳ τοίνυν οὐ χρηστῷ Ἕλληνες διαχρεώμενοι. καί μοι μέχρι Μακεδονίης ἐλάσαντι καὶ ὀλίγον ἀπολιπόντι ἐς αὐτὰς Ἀθήνας ἀπικέσθαι οὐδεὶς ἠντιώθη ἐς μάχην. καταστρεψάμενοι δούλους ἔχομεν. 9C σοὶ δὲ δὴ μέλλει τίς ὦ βασιλεῦ ἀντιώσεσθαι πόλεμον προφέρων. 8C τούτων μὲν τοίνυν εἵνεκα ἀνάρτημαι ἐπ᾽ αὐτοὺς στρατεύεσθαι. τούτων τῶν κατέλεξα ὑπεξαραιρημένων. ἄγοντι καὶ πλῆθος τὸ ἐκ τῆς Ἀσίης καὶ νέας τὰς ἁπάσας. προθύμως πάντα τινὰ ὑμέων χρήσει παρεῖναι. ἐξευρίσκειν χρῆν τῇ ἑκάτεροι εἰσὶ δυσχειρωτότατοι καὶ ταύτῃ πειρᾶν. ἐνέπρησαν τά τε ἄλσεα καὶ τὰ ἱρά· δεύτερα δὲ ἡμέας οἷα ἔρξαν ἐς τὴν σφετέρην ἀποβάντας. μετ᾽ αὐτὸν δὲ Μαρδόνιος ἔλεγε “ὦ δέσποτα. οἵ γε ἐμὲ καὶ πατέρα τὸν ἐμὸν ὑπῆρξαν ἄδικα ποιεῦντες. 9. τὰ ἐπίστασθέ κου πάντες. οἳ Πέλοπος τοῦ Φρυγὸς νέμονται χώρην. ἐς τοῦτο κατιόντες μάχονται. οὐκ ἦλθον ἐς τούτου λόγον ὥστε μάχεσθαι. Ἕλληνας δὲ ὑπάρξαντας ἀδικίης οὐ τιμωρησόμεθα· 9A τί δείσαντες. ἀλλὰ σφέας πάσας ἐγὼ ἅμα ὑμῖν χώρην θήσω. 9B καίτοι γε ἐώθασι Ἕλληνες. τίθημι τὸ πρῆγμα ἐς μέσον. ἀγαθὰ δὲ ἐν αὐτοῖσι τοσάδε ἀνευρίσκω λογιζόμενος· εἰ τούτους τε καὶ τοὺς τούτοισι πλησιοχώρους καταστρεψόμεθα. εἰ Σάκας μὲν καὶ Ἰνδοὺς καὶ Αἰθίοπάς τε καὶ Ἀσσυρίους ἄλλα τε ἔθνεα πολλὰ καὶ μεγάλα ἀδικήσαντα Πέρσας οὐδέν. ὃς τά τε ἄλλα λέγων ἐπίκεο ἄριστα καὶ ἀληθέστατα. ἐξευρόντες τὸ κάλλιστον χωρίον καὶ λειότατον. κοίην πλήθεος συστροφήν. τὸ ἡμῖν οἷόν τε ἔσται ἐλθεῖν ἐς μάχην. [3] πρῶτα μὲν ἐς Σάρδις ἐλθόντες. ὡς μὲν ἐγὼ δοκέω. οὕτω οἵ τε ἡμῖν αἴτιοι ἕξουσι δούλιον ζυγὸν οἵ τε ἀναίτιοι. κοίην δὲ χρημάτων δύναμιν. ὅτε Δᾶτίς τε καὶ Ἀρταφρένης ἐστρατήγεον. ταῦτα εἴπας ἐπαύετο. διὰ πάσης διεξελθὼν τῆς Εὐρώπης. τούτους οἳ ἐν τῇ ἡμετέρῃ κατοικημένοι Ἴωνές τε καὶ Αἰολέες καὶ Δωριέες καλέονται. ἀλλὰ δύναμιν προσκτᾶσθαι βουλόμενοι. οὐ μοῦνον εἶς τῶν γενομένων Περσέων ἄριστος ἀλλὰ καὶ τῶν ἐσομένων. [2] ἐπειρήθην δὲ καὶ αὐτὸς ἤδη ἐπελαύνων ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τούτους ὑπὸ πατρὸς τοῦ σοῦ κελευσθείς. ἀλλ᾽ ὃ μὲν τετελεύτηκε καὶ οὐκ ἐξεγένετο αὐτῷ τιμωρήσασθαι· ἐγὼ δὲ ὑπέρ τε ἐκείνου καὶ τῶν ἄλλων Περσέων οὐ πρότερον παύσομαι πρὶν ἢ ἕλω τε καὶ πυρώσω τὰς Ἀθήνας. δώσω οἱ δῶρα τὰ τιμιώτατα νομίζεται εἶναι ἐν ἡμετέρου. τῶν ἐπιστάμεθα μὲν τὴν μάχην. ἀβουλότατα πολέμους ἵστασθαι ὑπό τε ἀγνωμοσύνης καὶ σκαιότητος. ὃς ἂν δὲ ἔχων ἥκῃ παρεσκευασμένον στρατὸν κάλλιστα. οὐκ ἐς τοῦτο . ἐμέο ἐλάσαντος μέχρι Μακεδονίης γῆς.
διέργαστο ἂν τὰ Περσέων πρήγματα. πάρεστι δὲ καὶ σταθμώσασθαι. [2] καὶ τότε γε Ἱστιαῖος ὁ Μιλήτου τύραννος εἰ ἐπέσπετο τῶν ἄλλων τυράννων τῇ γνώμῃ μηδὲ ἠναντιώθη. λεχθεισέων δὲ ἔστι. ἀλλ᾽ ἀνὰ χρόνον ἐξεύροι τις ἄν. . εἰ μὴ παραυτίκα δοκέοντα εἶναι. Ἀρτάβανος ὁ Ὑστάσπεος. εἴ οἱ ἡ τύχη ἐπίσποιτο. ἀλλ᾽ ἀπὸ πείρης πάντα ἀνθρώποισι φιλέει γίνεσθαι”. ὁ δὲ ἐλπίζων Σκύθας τοὺς νομάδας καταστρέψεσθαι ἐμοί τε οὐκ ἐπείθετο. οὐ γὰρ ἐᾷ φρονέειν μέγα ὁ θεὸς ἄλλον ἢ ἑωυτόν. [2] τὸ γὰρ εὖ βουλεύεσθαι κέρδος μέγιστον εὑρίσκω ἐόν· εἰ γὰρ καὶ ἐναντιωθῆναί τι θέλει. καίτοι καὶ λόγῳ ἀκοῦσαι δεινόν. 10D σὺ ὦν μὴ βούλευ ἐς κίνδυνον μηδένα τοιοῦτον ἀπικέσθαι μηδεμιῆς ἀνάγκης ἐούσης. μὴ λεχθεισέων μὲν γνωμέων ἀντιέων ἀλλήλῃσι οὐκ ἔστι τὴν ἀμείνω αἱρεόμενον ἑλέσθαι. μάθοιεν ἂν ὡς εἰμὲν ἀνθρώπων ἄριστοι τὰ πολέμια. ὥσπερ τὸν χρυσὸν τὸν ἀκήρατον αὐτὸν μὲν ἐπ᾽ ἑωυτοῦ οὐ διαγινώσκομεν. [2] ἐγὼ δὲ καὶ πατρὶ τῷ σῷ. πάτρως ἐὼν Ξέρξῃ. ὅταν τοι δοκέῃ. ὅτε πατὴρ σὸς ζεύξας Βόσπορον τὸν Θρηίκιον. βεβούλευται μὲν οὐδὲν ἧσσον εὖ. τοῖσι ἐπετέτραπτο ἡ φυλακὴ τῶν γεφυρέων τοῦ Ἴστρου. ἐμὲ σοὶ δίκαιον ἐστὶ φράζειν. οὕτω δὲ καὶ στρατὸς πολλὸς ὑπὸ ὀλίγου διαφθείρεται κατὰ τοιόνδε· ἐπεάν σφι ὁ θεὸς φθονήσας φόβον ἐμβάλῃ ἢ βροντήν. ἀλλ᾽ ἢν τῇσι νηυσὶ ἐμβάλωσι καὶ νικήσαντες ναυμαχίῃ πλέωσι ἐς τὸν Ἑλλήσποντον καὶ ἔπειτα λύσωσι τὴν γέφυραν. 10F ἐπειχθῆναι μέν νυν πᾶν πρῆγμα τίκτει σφάλματα. ἀλλὰ ἐμοὶ πείθευ. ἕσσωται δὲ ὑπὸ τῆς τύχης τὸ βούλευμα· ὁ δὲ βουλευσάμενος αἰσχρῶς. τῷ δὴ καὶ πίσυνος ἐὼν ἔλεγε τάδε. διαγινώσκομεν τὸν ἀμείνω. ἐκ τῶν ζημίαι μεγάλαι φιλέουσι γίνεσθαι· ἐν δὲ τῷ ἐπισχεῖν ἔνεστι ἀγαθά. καὶ δὴ καὶ συνήνεικέ σε ἤτοι κατὰ γῆν ἢ καὶ κατὰ θάλασσαν ἑσσωθῆναι. γεφυρώσας δὲ ποταμὸν Ἴστρον διέβη ἐπὶ Σκύθας. τὰ δὲ σμικρὰ οὐδέν μιν κνίζει· ὁρᾷς δὲ ὡς ἐς οἰκήματα τὰ μέγιστα αἰεὶ καὶ δένδρεα τὰ τοιαῦτα ἀποσκήπτει τὰ βέλεα· φιλέει γὰρ ὁ θεὸς τὰ ὑπερέχοντα πάντα κολούειν. δι᾽ ὦν ἐφθάρησαν ἀναξίως ἑωυτῶν. ἧσσον δὲ οὐδέν οἱ κακῶς βεβούλευται. 10B ζεύξας φῂς τὸν Ἑλλήσποντον ἐλᾶν στρατὸν διὰ τῆς Εὐρώπης ἐς τὴν Ἑλλάδα. [3] σὺ δὲ ὦ βασιλεῦ μέλλεις ἐπ᾽ ἄνδρας στρατεύεσθαι πολλὸν ἀμείνονας ἢ Σκύθας. τοῦτο δὴ βασιλεῦ γίνεται δεινόν. ἄνδρας οὐδαμόθι γῆς ἄστυ νέμοντας. ἐπεὰν δὲ παρατρίψωμεν ἄλλῳ χρυσῷ. Μαρδόνιος μὲν τοσαῦτα ἐπιλεήνας τὴν Ξέρξεω γνώμην ἐπέπαυτο· σιωπώντων δὲ τῶν ἄλλων Περσέων καὶ οὐ τολμώντων γνώμην ἀποδείκνυσθαι ἀντίην τῇ προκειμένῃ. προσκεψάμενος ἐπὶ σεωυτοῦ προαγόρευε τά τοι δοκέει εἶναι ἄριστα. ἔστω δ᾽ ὦν μηδὲν ἀπείρητον· αὐτόματον γὰρ οὐδέν.θράσεος ἀνήκει τὰ Ἑλλήνων πρήγματα· εἰ δὲ ἄρα ἔγωγε ψευσθείην γνώμῃ καὶ ἐκεῖνοι ἐπαερθέντες ἀβουλίῃ ἔλθοιεν ἡμῖν ἐς μάχην. τότε παντοῖοι ἐγένοντο Σκύθαι δεόμενοι Ἰώνων λῦσαι τὸν πόρον. ἀλλ᾽ οἷον κοτὲ ἡμέας ὀλίγου ἐδέησε καταλαβεῖν πάθος. ἐπ᾽ ἀνδρί γε ἑνὶ πάντα τὰ βασιλέος πρήγματα γεγενῆσθαι. τὸ δὲ αὐτοῖσι ἔνεστι δεινόν. 10E ὁρᾷς τὰ ὑπερέχοντα ζῷα ὡς κεραυνοῖ ὁ θεὸς οὐδὲ ἐᾷ φαντάζεσθαι. [2] οὔκων ἀμφοτέρῃ σφι ἐχώρησε. εἰ στρατιήν γε τοσαύτην σὺν Δάτι καὶ Ἀρταφρένεϊ ἐλθοῦσαν ἐς τὴν Ἀττικὴν χώρην μοῦνοι Ἀθηναῖοι διέφθειραν. ἀδελφεῷ δὲ ἐμῷ Δαρείῳ ἠγόρευον μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ Σκύθας. νῦν μὲν τὸν σύλλογον τόνδε διάλυσον· αὖτις δέ. 10. ἢ καὶ κατ᾽ ἀμφότερα· οἱ γὰρ ἄνδρες λέγονται εἶναι ἄλκιμοι. 10C ἐγὼ δὲ οὐδεμιῇ σοφίῃ οἰκηίῃ αὐτὸς ταῦτα συμβάλλομαι. ἀλλὰ δεῖ τῇ εἰρημένῃ χρᾶσθαι. στρατευσάμενός τε πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς τῆς στρατιῆς ἀποβαλὼν ἀπῆλθε. οἳ κατὰ θάλασσάν τε ἄριστοι καὶ κατὰ γῆν λέγονται εἶναι. εὕρημα εὕρηκε. 10A “ὦ βασιλεῦ.
δεδογμένων δέ οἱ αὖτις τούτων κατύπνωσε. ἐλάσας ἐπ᾽ ἄνδρας τούτους. μὴ τιμωρησάμενος Ἀθηναίους. ὑπὸ κυνῶν τε καὶ ὀρνίθων διαφορεύμενον ἤ κου ἐν γῇ τῇ Ἀθηναίων ἢ σέ γε ἐν τῇ Λακεδαιμονίων. ὁ δὲ Περσέων συναλίσας τοὺς καὶ πρότερον συνέλεξε. εἰ χρὴ σταθμώσασθαι τοῖσι ὑπαργμένοισι ἐξ ἐκείνων. ὡς λέγεται ὑπὸ Περσέων· ἐδόκεε ὁ Ξέρξης ἄνδρα οἱ ἐπιστάντα μέγαν τε καὶ εὐειδέα εἰπεῖν [2] “μετὰ δὴ βουλεύεαι. καί τοι ταύτην τὴν ἀτιμίην προστίθημι ἐόντι κακῷ καὶ ἀθύμῳ. οἱ σοὶ ταῦτα πασχόντων. 12. ἀλλ᾽ οὐκ ἐκεῖνοι. προείπας ἁλίζειν Πέρσας στρατόν. σὺν δέ σφι καὶ σύ. φέρε. πατρὸς εἶς τοῦ ἐμοῦ ἀδελφεός· τοῦτό σε ῥύσεται μηδένα ἄξιον μισθὸν λαβεῖν ἐπέων ματαίων. κτεινέσθων οἱ ἐμοὶ παῖδες. [4] καλὸν ὦν προπεπονθότας ἡμέας τιμωρέειν ἤδη γίνεται. παῦσαι λέγων λόγους ματαίους περὶ Ἑλλήνων οὐκ ἐόντων ἀξίων φλαύρως ἀκούειν. μήτε συστρατεύεσθαι ἔμοιγε ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα αὐτοῦ τε μένειν ἅμα τῇσι γυναιξί· ἐγὼ δὲ καὶ ἄνευ σέο ὅσα περ εἶπα ἐπιτελέα ποιήσω. 13. βασιλεὺς μὲν αὐτὸς ἐν ἤθεσι τοῖσι Περσέων μενέτω. ἢν ἀπονοστήσῃς. κατεστρέψατο οὕτω ὡς καὶ ἐς τόδε αὐτοί τε ὥνθρωποι καὶ ἡ γῆ αὐτῶν ἐπώνυμοι τοῦ καταστρεψαμένου καλέονται”. [2] μὴ γὰρ εἴην ἐκ Δαρείου τοῦ Ὑστάσπεος τοῦ Ἀρσάμεος τοῦ Ἀριαράμνεω τοῦ Τεΐσπεος τοῦ Κύρου τοῦ Καμβύσεω τοῦ Τεΐσπεος τοῦ Ἀχαιμένεος γεγονώς. [2] καὶ ἢν μὲν τῇ σὺ λέγεις ἀναβαίνῃ βασιλέι τὰ πρήγματα. ὁ δὲ ἀδικέει ἀναπειθόμενος πρὶν ἢ ἀτρεκέως ἐκμάθῃ· ὁ δὲ δὴ ἀπεὼν τοῦ λόγου τάδε ἐν αὐτοῖσι ἀδικέεται. ὁ μὲν γὰρ διαβάλλων ἀδικέει οὐ παρεόντι κατηγορέων. ἵνα καὶ τὸ δεινὸν τὸ πείσομαι τοῦτο μάθω. γνόντα ἐπ᾽ οἵους ἄνδρας ἀναγινώσκεις στρατεύεσθαι βασιλέα”. ἵνα ἢ τάδε πάντα ὑπὸ Ἕλλησι ἢ ἐκεῖνα πάντα ὑπὸ Πέρσῃσι γένηται· τὸ γὰρ μέσον οὐδὲν τῆς ἔχθρης ἐστί. στρατηλάτεε αὐτὸς σὺ ἐπιλεξάμενός τε ἄνδρας τοὺς ἐθέλεις καὶ λαβὼν στρατιὴν ὁκόσην τινὰ βούλεαι. πρὸς δὲ αὐτοῖσι καὶ ἐγώ· ἢν δὲ τῇ ἐγὼ προλέγω. εἷς δὲ ὁ ἀδικεόμενος. μή νυν οὕτω γένηται. Ἀρτάβανος μὲν ταῦτα ἔλεξε.10G σοὶ μὲν δὴ ταῦτα ὦ βασιλεῦ συμβουλεύω· σὺ δέ. τὸν μὲν ταῦτα εἰπόντα ἐδόκεε ὁ Ξέρξης ἀποπτάσθαι. ταύτην ἴθι τῶν ὁδῶν”. [2] διαβολὴ γὰρ ἐστὶ δεινότατον· ἐν τῇ δύο μὲν εἰσὶ οἱ ἀδικέοντες. συγγνώμην μοι ἔχετε ὅτι . 10H ἀλλ᾽ εἰ δὴ δεῖ γε πάντως ἐπὶ τοὺς ἄνδρας τούτους στρατεύεσθαι. οἳ Σάρδις τε ἐνέπρησαν καὶ ἤλασαν ἐς τὴν Ἀσίην. ἀκούσεσθαι τινὰ φημὶ τῶν αὐτοῦ τῇδε ὑπολειπομένων Μαρδόνιον. “Ἀρτάβανε. ὦ Πέρσα. ἡμέων δὲ ἀμφοτέρων παραβαλλομένων τὰ τέκνα. ἀλλὰ καὶ μάλα στρατεύσονται ἐπὶ τὴν ἡμετέρην. εἰ μὴ ἄρα καὶ πρότερον κατ᾽ ὁδόν. [2] “ἄνδρες Πέρσαι. 11. καὶ δή κου ἐν τῇ νυκτὶ εἶδε ὄψιν τοιήνδε. οὔτε ὦν μεταβουλευόμενος ποιέεις εὖ οὔτε ὁ συγγνωσόμενός τοι πάρα· ἀλλ᾽ ὥσπερ τῆς ἡμέρης ἐβουλεύσαο ποιέειν. στράτευμα μὴ ἄγειν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. σὺ δὲ πάντως στράτευμα ἀνάξεις ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. [3] εἰ δὲ ταῦτα μὲν ὑποδύνειν οὐκ ἐθελήσεις. Ξέρξης δὲ θυμωθεὶς ἀμείβεται τοῖσιδε. Ἕλληνας γὰρ διαβάλλων ἐπαείρεις αὐτὸν βασιλέα στρατεύεσθαι· αὐτοῦ δὲ τούτου εἵνεκα δοκέεις μοι πᾶσαν προθυμίην ἐκτείνειν. ταῦτα μὲν ἐπὶ τοσοῦτο ἐλέγετο. διαβληθείς τε ὑπὸ τοῦ ἑτέρου καὶ νομισθεὶς πρὸς τοῦ ἑτέρου κακὸς εἶναι. [3] οὔκων ἐξαναχωρέειν οὐδετέροισι δυνατῶς ἔχει. μετὰ δὲ εὐφρόνη τε ἐγίνετο καὶ Ξέρξην ἔκνιζε ἡ Ἀρταβάνου γνώμη· νυκτὶ δὲ βουλὴν διδοὺς πάγχυ εὕρισκέ οἱ οὐ πρῆγμα εἶναι στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ἀλλὰ ποιέειν ἢ παθεῖν πρόκειται ἀγών. εὖ ἐπιστάμενος ὅτι εἰ ἡμεῖς ἡσυχίην ἄξομεν. ἡμέρης δὲ ἐπιλαμψάσης ὀνείρου μὲν τούτου λόγον οὐδένα ἐποιέετο. μέγα τι κακὸν ἐξεργασάμενον Πέρσας. τούς γε καὶ Πέλοψ ὁ Φρύξ. ἐὼν πατέρων τῶν ἐμῶν δοῦλος. ὦ παῖ Γοβρύεω Μαρδόνιε. ἔλεξέ σφι τάδε.
οὐδέ τι μᾶλλον ἐν κοίτῃ τῇ σῇ ἀναπαυομένῳ ἢ οὐ καὶ ἐν τῇ ἐμῇ. οὔκων δυνατός τοι εἰμὶ ταῦτα βουλόμενος ποιέειν· τετραμμένῳ γὰρ δὴ καὶ μετεγνωκότι ἐπιφοιτέον ὄνειρον φαντάζεταί μοι οὐδαμῶς συνεπαινέον ποιέειν με ταῦτα· νῦν δὲ καὶ διαπειλῆσαν οἴχεται. ἀκούσαντι μέντοι μοι τῆς Ἀρταβάνου γνώμης παραυτίκα μὲν ἡ νεότης ἐπέζεσε. οὕτω καὶ ταπεινὸς ὀπίσω κατὰ τάχος ἔσεαι”. ὁμοίως καὶ ἐμοὶ ἐντελλόμενον. εἰ λάβοις τὴν ἐμὴν σκευὴν πᾶσαν καὶ ἐνδὺς μετὰ τοῦτο ἵζοιο ἐς τὸν ἐμὸν θρόνον. Πέρσαι μὲν ὡς ἤκουσαν ταῦτα. ἐνύπνια γὰρ τὰ ἐς ἀνθρώπους πεπλανημένα τοιαῦτα ἐστὶ οἷά σε ἐγὼ διδάξω. ἀλλά τι τοῦ θείου μετέχον. τῆς δὲ καταπαυούσης καὶ λεγούσης ὡς κακὸν εἴη διδάσκειν τὴν ψυχὴν πλέον τι δίζησθαι αἰεὶ ἔχειν τοῦ παρεόντος. φρονέειν τε εὖ καὶ τῷ λέγοντι χρηστὰ ἐθέλειν πείθεσθαι· τά σε καὶ ἀμφότερα περιήκοντα ἀνθρώπων κακῶν ὁμιλίαι σφάλλουσι.ἀγχίστροφα βουλεύομαι· φρενῶν τε γὰρ ἐς τὰ ἐμεωυτοῦ πρῶτα οὔκω ἀνήκω. 14. ὅ τι δή κοτε ἐστί. οὐκ ἐῶντά σε καταλύειν τὸν στόλον. εἴ πέρ γε καὶ ἄλλως ἐθέλει φανῆναι. ἐγὼ τὸ παραυτίκα μὲν οὐκ ἐσωφρόνεον εἴπας ἐς σὲ μάταια ἔπεα χρηστῆς εἵνεκα συμβουλίης· [2] μετὰ μέντοι οὐ πολλὸν χρόνον μετέγνων. 16C εἰ δὲ ἄρα μή ἐστι τοῦτο τοιοῦτο οἷον ἐγὼ διαιρέω. ἐπιπτήσεται καὶ σοὶ τὠυτὸ τοῦτο ὄνειρον. ἥσυχοι ἔστε”. κατά περ τὴν πάντων χρησιμωτάτην ἀνθρώποισι θάλασσαν πνεύματα φασὶ ἀνέμων ἐμπίπτοντα οὐ περιορᾶν φύσι τῇ ἑωυτῆς χρᾶσθαι. ὥστε ἀεικέστερα ἀπορρῖψαι ἔπεα ἐς ἄνδρα πρεσβύτερον ἢ χρεόν· νῦν μέντοι συγγνοὺς χρήσομαι τῇ ἐκείνου γνώμῃ. τά τις ἡμέρης φροντίζει. [2] ἀλλ᾽ οὐδὲ ταῦτα ἐστι. θεῖα. [2] ἐμὲ δὲ ἀκούσαντα πρὸς σεῦ κακῶς οὐ τοσοῦτο ἔδακε λύπη ὅσον γνωμέων δύο προκειμενέων Πέρσῃσι. καὶ ἔπειτα ἐν κοίτῃ τῇ ἐμῇ κατυπνώσειας”. καὶ δὴ φαίνεαι ἐν Πέρσῃσί τε ἀπειπάμενος τὴν στρατηλασίην καὶ τὰ ἐμὰ ἔπεα ἐν οὐδενὶ ποιησάμενος λόγῳ ὡς παρ᾽ οὐδενὸς ἀκούσας. [2] οὐ γὰρ δὴ ἐς τοσοῦτό γε εὐηθείης ἀνήκει τοῦτο. ἔτεσι σεῦ πολλοῖσι πρεσβύτερος ἐών· πεπλανῆσθαι αὗται μάλιστα ἐώθασι αἱ ὄψιες τῶν ὀνειράτων. ἡμεῖς δὲ τὰς πρὸ τοῦ ἡμέρας ταύτην τὴν στρατηλασίην καὶ τὸ κάρτα εἴχομεν μετὰ χεῖρας. εὖ νυν τόδ᾽ ἴσθι· ἤν περ μὴ αὐτίκα στρατηλατέῃς. Ξέρξης μὲν περιδεὴς γενόμενος τῇ ὄψι ἀνά τε ἔδραμε ἐκ τῆς κοίτης καὶ πέμπει ἄγγελον ἐπὶ Ἀρτάβανον καλέοντα· ἀπικομένῳ δέ οἱ ἔλεγε Ξέρξης τάδε. φανῆναι δὲ οὐδὲν μᾶλλόν μοι ὀφείλει ἔχοντι τὴν ἐσθῆτα ἢ οὐ καὶ τὴν ἐμήν. καὶ οἱ παρηγορεόμενοι ἐκεῖνα ποιέειν οὐδένα χρόνον μευ ἀπέχονται. ὥστε δόξει ἐμὲ ὁρῶν . τέλος ὡς ἠναγκάζετο εἴπας τάδε ἐποίεε τὸ κελευόμενον. 16. 16B νῦν ὦν. ὦ παῖ. “Ἀρτάβανε. εὑρίσκω δὲ ὧδ᾽ ἂν γινόμενα ταῦτα. ἔγνων δὲ ταῦτα μοι ποιητέα ἐόντα τὰ σὺ ὑπεθήκαο. 15. φῄς τοι μετιέντι τὸν ἐπ᾽ Ἕλληνας στόλον ἐπιφοιτᾶν ὄνειρον θεοῦ τινος πομπῇ. [3] εἰ ὦν θεός ἐστι ὁ ἐπιπέμπων καί οἱ πάντως ἐν ἡδονῇ ἐστι γενέσθαι στρατηλασίην ἐπὶ Ἑλλάδα. οἷα οὐκ ἀξιεύμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ἵζεσθαι. τῆς μὲν ὕβριν αὐξανούσης. τοιουτέων προκειμενέων γνωμέων ὅτι τὴν σφαλερωτέρην σεωυτῷ τε καὶ Πέρσῃσι ἀναιρέο. τάδε τοι ἐξ αὐτῶν ἀνασχήσει· ὡς καὶ μέγας καὶ πολλὸς ἐγένεο ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ. νυκτὸς δὲ γενομένης αὖτις τὠυτὸ ὄνειρον τῷ Ξέρξῃ κατυπνωμένῳ ἔλεγε ἐπιστάν “ὦ παῖ Δαρείου. σὺ πᾶν αὐτὸ συλλαβὼν εἴρηκας· φανήτω γὰρ δὴ καὶ ἐμοὶ ὡς καὶ σοὶ διακελευόμενον. Ξέρξης μὲν ταῦτά οἱ ἔλεγε· Ἀρτάβανος δὲ οὐ πρώτῳ κελεύσματι πειθόμενος. τὸ ἐπιφαινόμενόν τοι ἐν τῷ ὕπνῳ. 16A “ἴσον ἐκεῖνο ὦ βασιλεῦ παρ᾽ ἐμοὶ κέκριται. [3] ὡς ὦν μεταδεδογμένον μοι μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. κεχαρηκότες προσεκύνεον. ἐπειδὴ τέτραψαι ἐπὶ τὴν ἀμείνω.
φαίην ἂν καὶ αὐτὸς θεῖον εἶναι. ἐπιστάμενος ὡς κακὸν εἴη τὸ πολλῶν ἐπιθυμέειν. μήτε τὸν Σκυθικόν. ἐγὼ μὲν καὶ αὐτὸς τρέπομαι καὶ τὴν γνώμην μετατίθεμαι. μήτε κατὰ τὰ λεγόμενα τὸν Ἀτρειδέων ἐς Ἴλιον. Ξέρξης τε ὑπερετίθετο ταῦτα Πέρσῃσι. 19. χῶρον πάντα ἐρευνῶν τῆς ἠπείρου. οὔτε ἢν τὴν ἐμὴν ἐσθῆτα ἔχω οὔτε ἢν τὴν σήν. καὶ Ἕλληνας. τοσαῦτα εἴπας Ἀρτάβανος. καὶ Ἀρτάβανος. εἰ δὲ ἐμὲ μὲν ἐν οὐδενὶ λόγῳ ποιήσεται οὐδὲ ἀξιώσει ἐπιφανῆναι. ἐλπίζων Ξέρξην ἀποδέξειν λέγοντα οὐδέν. ἐπεὶ δὲ δαιμονίη τις γίνεται ὁρμή. [3] ἐπιστάμενος ταῦτα γνώμην εἶχον ἀτρεμίζοντά σε μακαριστὸν εἶναι πρὸς πάντων ἀνθρώπων. καταλαμβάνει τις φθορὴ θεήλατος. ὅτε Σκύθαι Κιμμερίους διώκοντες ἐς τὴν Μηδικὴν χώρην ἐσβαλόντες σχεδὸν πάντα τὰ ἄνω τῆς Ἀσίης καταστρεψάμενοι ἐνέμοντο. ταῦτά τε ἐδόκεε Ἀρτάβανος τὸ ὄνειρον ἀπειλέειν καὶ θερμοῖσι σιδηρίοισι ἐκκαίειν αὐτοῦ μέλλειν τοὺς ὀφθαλμούς. ὑπερστὰν δὲ τοῦ Ἀρταβάνου εἶπε· [2] “ἆρα σὺ δὴ κεῖνος εἶς ὁ ἀποσπεύδων Ξέρξην στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ὡς δὴ κηδόμενος αὐτοῦ . καὶ Ξέρξης τοῦ στρατοῦ οὕτω ἐπάγερσιν ποιέεται. ἦλθέ οἱ κατυπνωμένῳ τὠυτὸ ὄνειρον τὸ καὶ παρὰ Ξέρξην ἐφοίτα.σὲ εἶναι. Ξέρξην δὲ τὰ δεῖ ἀνηκουστέοντα παθεῖν. συστρατευόμενος δὲ καὶ Δαρείῳ ἐπὶ Σκύθας. οἳ . τὴν οἱ μάγοι ἔκριναν ἀκούσαντες φέρειν τε ἐπὶ πᾶσαν γῆν δουλεύσειν τέ οἱ πάντας ἀνθρώπους. οὐδὲ ἐπιφοιτήσει. ὡς τὴν ὄψιν οἱ τοῦ ἐνυπνίου διεξῆλθε ἀπηγεόμενος. ἐνδὺς δὲ τὴν Ξέρξεω ἐσθῆτα καὶ ἱξόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ὡς μετὰ ταῦτα κοῖτον ἐποιέετο. φέρε. ἀπὸ γὰρ Αἰγύπτου ἁλώσιος ἐπὶ μὲν τέσσερα ἔτεα πλήρεα παραρτέετο στρατιήν τε καὶ τὰ πρόσφορα τῇ στρατιῇ. μετὰ δὲ ἀφανισθῆναι περὶ τῇ κεφαλῇ κείμενον τὸν στέφανον. ὁρμημένῳ δὲ Ξέρξῃ στρατηλατέειν μετὰ ταῦτα τρίτη ὄψις ἐν τῷ ὕπνῳ ἐγένετο. μεμνημένος δὲ καὶ τὸν ἐπ᾽ Αἰθίοπας τὸν Καμβύσεω. τῇ σῇ ἐσθῆτι τεκμαιρόμενον. οἶα ἄνθρωπος ἰδὼν ἤδη πολλά τε καὶ μεγάλα πεσόντα πρήγματα ὑπὸ ἡσσόνων. [2] κρινάντων δὲ ταῦτα τῶν Μάγων. δεύτερά οἱ λέγει τάδε. ἀπὸ δὲ τῆς ἐλαίης τοὺς κλάδους γῆν πᾶσαν ἐπισχεῖν. μήτε τὸν Μυσῶν τε καὶ Τευκρῶν τὸν πρὸ τῶν Τρωικῶν γενόμενον. χρᾶσθαι δὲ κέλευε τοῖσι ἐκ σέο πρώτοισι προειρημένοισι ἐς τὴν παρασκευήν. τοῦτο ἤδη μαθητέον ἔσται. 18. ποίεε δὲ οὕτω ὅκως τοῦ θεοῦ παραδιδόντος τῶν σῶν ἐνδεήσει μηδέν”. ἐνθαῦτα ἐπαερθέντες τῇ ὄψι. μέχρι δὲ τούτου τῇ παρεούσῃ γνώμῃ χρήσομαι”. πέμπτῳ δὲ ἔτεϊ ἀνομένῳ ἐστρατηλάτεε χειρὶ μεγάλῃ πλήθεος. ἀλλ᾽ οὔτε ἐς τὸ μετέπειτα οὔτε ἐς τὸ παραυτίκα νῦν καταπροΐξεαι ἀποτρέπων τὸ χρεὸν γενέσθαι. καὶ ὃς ἀμβώσας μέγα ἀναθρώσκει. ὥστε μήτε τὸν Δαρείου τὸν ἐπὶ Σκύθας παρὰ τοῦτον μηδένα φαίνεσθαι. ἀλλ᾽ ἤδη δεῖ ἐμὲ ἐν κοίτῃ σῇ κατυπνῶσαι. εἰ γὰρ δὴ ἐπιφοιτήσει γε συνεχέως. τούτων ἐξ ἐμεῦ ἐπιτελευμένων φανήτω καὶ ἐμοί. ἐποίεε τὸ κελευόμενον. [4] τούτων δὲ λεχθέντων. θέλων αὐτὸς ἕκαστος τὰ προκείμενα δῶρα λαβεῖν. ἡ δὲ ὄψις ἦν ἥδε· ἐδόκεε ὁ Ξέρξης ἐστεφανῶσθαι ἐλαίης θαλλῷ. καὶ παριζόμενος Ξέρξῃ. μεμνημένος μὲν τὸν ἐπὶ Μασσαγέτας Κύρου στόλον ὡς ἔπρηξε. ὡς οἶκε. τότε ἐπισπεύδων φανερὸς ἦν. ὡς ἡμέρη ἐγένετο τάχιστα. τῶν εἵνεκεν ὕστερον Δαρεῖος ἐτιμωρέετο. [3] εἰ δέ τοι οὕτω δεδόκηται γίνεσθαι καὶ οὐκ οἶά τε αὐτὸ παρατρέψαι. ὃς πρότερον ἀποσπεύδων μοῦνος ἐφαίνετο. [2] στόλων γὰρ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν πολλῷ δὴ μέγιστος οὗτος ἐγένετο. οὐκ ἔων σε τὰ πάντα τῇ ἡλικίῃ εἴκειν. 17. [2] “ἐγὼ μέν. σὺ δὲ σήμηνον μὲν Πέρσῃσι τὰ ἐκ τοῦ θεοῦ πεμπόμενα. 20. Περσέων τε τῶν συλλεχθέντων αὐτίκα πᾶς ἀνὴρ ἐς τὴν ἀρχὴν ἑωυτοῦ ἀπελάσας εἶχε προθυμίην πᾶσαν ἐπὶ τοῖσι εἰρημένοισι. ὦ βασιλεῦ. αὐτῷ ἐκείνῳ δεδήλωται”.
παρεσκευάζετο δὲ καὶ ὅπλα ἐς τὰς γεφύρας βύβλινά τε καὶ λευκολίνου. 23. 25. αὗται αἱ πᾶσαι οὐδ᾽ εἰ ἕτεραι πρὸς ταύτῃσι προσγενόμεναι στρατηλασίαι μιῆς τῆσδε οὐκ ἄξιαι. οἰκημένον ὑπὸ ἀνθρώπων. ἐν γὰρ Ἐλαιοῦντι τῆς Χερσονήσου ὅρμεον τριήρεες· ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενοι ὤρυσσον ὑπὸ μαστίγων παντοδαποὶ τῆς στρατιῆς. τοῖσι δὲ ἐς τὰς γεφύρας μακρὰς νέας παρέχειν. οἳ δὲ ἐς πεζὸν ἐτετάχατο. τὸν δὲ ὦν πλεῖστον ἐς Λευκὴν ἀκτὴν καλεομένην τῆς Θρηίκης . ἐπιτάξας Φοίνιξί τε καὶ Αἰγυπτίοισι. μεγαλοφροσύνης εἵνεκεν αὐτὸ Ξέρξης ὀρύσσειν ἐκέλευε. χερσονησοειδές τε ἐστὶ καὶ ἰσθμὸς ὡς δυώδεκα σταδίων· πεδίον δὲ τοῦτο καὶ κολωνοὶ οὐ μεγάλοι ἐκ θαλάσσης τῆς Ἀκανθίων ἐπὶ θάλασσαν τὴν ἀντίον Τορώνης. ἐς τὸν τελευτᾷ ὁ Ἄθως. ἕως ἀπίκοντο ἐς τοὺς ἀνωτάτω· οὗτοι δὲ ἐξεφόρεόν τε καὶ ἐξέβαλλον. 24. ὁ γὰρ Ἄθως ἐστὶ ὄρος μέγα τε καὶ ὀνομαστόν. 22. ἐθέλων τε δύναμιν ἀποδείκνυσθαι καὶ μνημόσυνα λιπέσθαι· παρεὸν γὰρ μηδένα πόνον λαβόντας τὸν ἰσθμὸν τὰς νέας διειρύσαι. [3] ἐν δὲ τῷ ἰσθμῷ τούτῳ. ταῦτα μέν νυν οὕτω ἐποίεε. οἳ μὲν κατώτατα ἑστεῶτες ὤρυσσον. ἐς θάλασσαν κατῆκον. ὡς μὲν ἐμὲ συμβαλλόμενον εὑρίσκειν. ἀπολαχόντες γὰρ μόριον ὅσον αὐτοῖσι ἐπέβαλλε. [4] ἐνθαῦτα λειμών ἐστι. [2] οἳ μὲν γὰρ νέας παρείχοντο. διάδοχοι δ᾽ ἐφοίτεον· ὤρυσσον δὲ καὶ οἱ περὶ τὸν Ἄθων κατοικημένοι. πλὴν τῶν μεγάλων ποταμῶν. ὤρυσσον δὲ ὧδε δασάμενοι τὸν χῶρον οἱ βάρβαροι κατὰ ἔθνεα· κατὰ Σάνην πόλιν σχοινοτενὲς ποιησάμενοι. [2] Βουβάρης δὲ ὁ Μεγαβάζου καὶ Ἀρταχαίης ὁ Ἀρταίου ἄνδρες Πέρσαι ἐπέστασαν τοῦ ἔργου. ἵνα σφι ἀγορή τε ἐγίνετο καὶ πρητήριον· σῖτος δέ σφι πολλὸς ἐφοίτα ἐκ τῆς Ἀσίης ἀληλεσμένος. τοῖσί περ καὶ τὸ ὄρυγμα. Δῖον Ὀλόφυξος Ἀκρόθῳον Θύσσος Κλεωναί. πόλιες μὲν αὗται αἳ τὸν Ἄθων νέμονται. τοῖσι δὲ ἱππαγωγὰ πλοῖα ἅμα στρατευομένοισι. ἐπείτε ἐγίνετο βαθέα ἡ διῶρυξ. ἵνα μὴ λιμήνειε ἡ στρατιὴ μηδὲ τὰ ὑποζύγια ἐλαυνόμενα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα· [2] ἀναπυθόμενος δὲ τοὺς χώρους καταβάλλειν ἐκέλευε ἵνα ἐπιτηδεότατον εἴη. Σάνη πόλις Ἑλλὰς οἴκηται. ἔσω δὲ τοῦ Ἄθω οἰκημέναι. καὶ σιτία τῇ στρατιῇ καταβάλλειν. 21. αἳ δὲ ἐκτὸς Σάνης. κοῖον δὲ πινόμενόν μιν ὕδωρ οὐκ ἐπέλιπε. ἄλλα ἄλλῃ ἀγινέοντας ὁλκάσι τε καὶ πορθμηίοισι ἐκ τῆς Ἀσίης πανταχόθεν. ὡς προσπταισάντων τῶν πρώτων περιπλεόντων περὶ τὸν Ἄθων προετοιμάζετο ἐκ τριῶν ἐτέων κου μάλιστα τὰ ἐς τὸν Ἄθων. προσετέτακτο καὶ τὸν Στρυμόνα ποταμὸν ζεύξαντας γεφυρῶσαι.διαβάντες ἐς τὴν Εὐρώπην κατὰ Βόσπορον τούς τε Θρήικας κατεστρέψαντο πάντας καὶ ἐπὶ τὸν Ἰόνιον πόντον κατέβησαν. τί γὰρ οὐκ ἤγαγε ἐκ τῆς Ἀσίης ἔθνος ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα Ξέρξης. τὰς τότε ὁ Πέρσης νησιώτιδας ἀντὶ ἠπειρωτίδων ὅρμητο ποιέειν· εἰσὶ δὲ αἵδε. ἕτεροι δὲ παρεδίδοσαν τὸν αἰεὶ ἐξορυσσόμενον χοῦν ἄλλοισι κατύπερθε ἑστεῶσι ἐπὶ βάθρων. ὤρυσσον τὸ μὲν ἄνω στόμα τῆς διώρυχος ποιεῦντες διπλήσιον ἢ ὅσον ἔδεε αὐτὴν τὴν διώρυχα γενέσθαι. τοῖσι δὲ σῖτά τε καὶ νέας. μέχρι τε Πηνειοῦ ποταμοῦ τὸ πρὸς μεσαμβρίης ἤλασαν. προβαίνοντος δὲ τοῦ ἔργου συνῆγον αἰεί· κάτω τε δὴ ἐγίνετο καὶ ἐξισοῦτο τοῖσι ἄλλοισι τὸ ἔργον. οἳ δ᾽ αὖ ἐκδεκόμενοι ἑτέροισι. [2] τοῖσι μέν νυν ἄλλοισι πλὴν Φοινίκων καταρρηγνύμενοι οἱ κρημνοὶ τοῦ ὀρύγματος πόνον διπλήσιον παρεῖχον· ἅτε γὰρ τοῦ τε ἄνω στόματος καὶ τοῦ κάτω τὰ αὐτὰ μέτρα ποιευμένων. [3] οἱ δὲ Φοίνικες σοφίην ἔν τε τοῖσι ἄλλοισι ἔργοισι ἀποδείκνυνται καὶ δὴ καὶ ἐν ἐκείνῳ. τοῖσι δὲ ἵππος προσετέτακτο. ἔμελλέ σφι τοιοῦτο ἀποβήσεσθαι. τοῖσι δὲ αὐτοῖσι τούτοισι. ὀρύσσειν ἐκέλευε διώρυχα τῇ θαλάσσῃ εὖρος ὡς δύο τριήρεας πλέειν ὁμοῦ ἐλαστρεομένας. καὶ τοῦτο μέν. τῇ δὲ τελευτᾷ ἐς τὴν ἤπειρον τὸ ὄρος.
ἐν ταύτῃ τῇ πόλι ὑποκατήμενος Πύθιος ὁ Ἄτους ἀνὴρ Λυδὸς ἐξείνισε τὴν βασιλέος στρατιὴν πᾶσαν ξεινίοισι μεγίστοισι καὶ αὐτὸν Ξέρξην. ὁ δὲ εἶπε “ὦ βασιλεῦ. οἳ δὲ ἐς Ἠιόνα τὴν ἐπὶ Στρυμόνι. ἐκ ἐκ Κριτάλλων ὁρμηθεὶς τῶν ἐν Καππαδοκίῃ· ἐνθαῦτα γὰρ εἴρητο συλλέγεσθαι πάντα τὸν κατ᾽ ἤπειρον μέλλοντα ἅμα αὐτῷ Ξέρξῃ πορεύεσθαι στρατόν. ἐγὼ ἐπείτε ἐξῆλθον τὴν Περσίδα χώρην. ἐν ᾧ δὲ οὗτοι τὸν προκείμενον πόνον ἐργάζοντο. οὔτε σε ἀποκρύψω οὔτε σκήψομαι τὸ μὴ εἰδέναι τὴν ἐμεωυτοῦ οὐσίην. 26. 27. [2] σοὶ ὦν ἐγὼ ἀντὶ αὐτῶν γέρεα τοιάδε δίδωμι· ξεῖνόν τέ σε ποιεῦμαι ἐμὸν καὶ τὰς τετρακοσίας μυριάδας τοι τῶν στατήρων ἀποπλήσω παρ᾽ ἐμεωυτοῦ δοὺς τὰς ἑπτὰ χιλιάδας. ἵνα πηγαὶ ἀναδιδοῦσι Μαιάνδρου ποταμοῦ καὶ ἑτέρου οὐκ ἐλάσσονος ἢ Μαιάνδρου. ἀλλὰ ᾖ τοι ἀπαρτιλογίη ὑπ᾽ ἐμέο πεπληρωμένη. σταθεῖσα δὲ ὑπὸ Κροίσου. χρυσίου δὲ τετρακοσίας μυριάδας στατήρων Δαρεικῶν ἐπιδεούσας ἑπτὰ χιλιάδων. εἴρετο Ξέρξης Περσέων τοὺς παρεόντας τίς τε ἐὼν ἀνδρῶν Πύθιος καὶ κόσα χρήματα ἐκτημένος ἐπαγγέλλοιτο ταῦτα. οὗτος ἐστὶ ὅς τοι τὸν πατέρα Δαρεῖον ἐδωρήσατο τῇ πλατανίστῳ τῇ χρυσέῃ καὶ τῇ ἀμπέλῳ· ὃς καὶ νῦν ἐστι πρῶτος ἀνθρώπων πλούτῳ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν μετὰ σέ”. οὐδὲ ὅστις ἐς ὄψιν τὴν ἐμὴν καταστὰς αὐτεπάγγελτος ἐς τὸν πόλεμον ἐμοὶ ἠθέλησε συμβαλέσθαι χρήματα. τὸν ὑπὸ Φρυγῶν λόγος ἔχει ὑπὸ Ἀπόλλωνος ἐκδαρέντα ἀνακρεμασθῆναι. καταμηνύει διὰ γραμμάτων τοὺς οὔρους. 28. ἔνθα στήλη καταπεπηγυῖα. ἀλλ᾽ ἐπιστάμενός τοι ἀτρεκέως καταλέξω. Ξέρξης δὲ ἡσθεὶς τοῖσι εἰρημένοισι εἶπε “ξεῖνε Λυδέ. σὺ δὲ καὶ ἐξείνισας μεγάλως στρατὸν τὸν ἐμὸν καὶ χρήματα μεγάλα ἐπαγγέλλεαι. [3] οἳ δὲ ἐπείτε διαβάντες τὸν Ἅλυν ποταμὸν ὡμίλησαν τῇ Φρυγίῃ.ἀγίνεον. [2] ἐπείτε γὰρ τάχιστά σε ἐπυθόμην ἐπὶ θάλασσαν καταβαίνοντα τὴν Ἑλληνίδα. θωμάσας δὲ τῶν ἐπέων τὸ τελευταῖον Ξέρξης αὐτὸς δεύτερα εἴρετο Πύθιον ὁκόσα οἱ εἴη χρήματα. ἐπίστασό τε εἶναι αἰεὶ τοιοῦτος· οὐ γάρ τοι ταῦτα ποιεῦντι οὔτε ἐς τὸ παρεὸν οὔτε ἐς χρόνον μεταμελήσει”. 29. βουλόμενός τοι δοῦναι ἐς τὸν πόλεμον χρήματα ἐξεμάνθανον. χρήματά τε ἐπαγγέλλετο βουλόμενος ἐς τὸν πόλεμον παρέχειν. [3] καὶ τούτοισί σε ἐγὼ δωρέομαι. ἔπειτα διὰ σταδίων ὡς πέντε μάλιστά κῃ ἀναφαινόμενος ἐκδιδοῖ καὶ οὗτος ἐς τὸν Μαίανδρον. ταῦτα δὲ εἴπας καὶ ἐπιτελέα ποιήσας ἐπορεύετο τὸ πρόσω αἰεὶ. ἀπίκετο ἐς Κολοσσὰς πόλιν μεγάλην Φρυγίης· ἐν τῇ Λύκος ποταμὸς ἐς χάσμα γῆς ἐσβάλλων ἀφανίζεται. δι᾽ αὐτῆς πορευόμενοι ἀπίκοντο ἐς Κελαινάς. οἳ δὲ ἐς Μακεδονίην διατεταγμένοι. αὐτῷ δέ μοι ἀπὸ ἀνδραπόδων τε καὶ γεωπέδων ἀρκέων ἐστὶ βίος”. [3] ἔκτησό τε αὐτὸς τά περ αὐτὸς ἐκτήσαο. τῷ οὔνομα τυγχάνει ἐὸν Καταρρήκτης. [2] ἐκ δὲ Κολοσσέων ὁ στρατὸς ὁρμώμενος ἐπὶ τοὺς οὔρους τῶν Φρυγῶν καὶ Λυδῶν ἀπίκετο ἐς Κύδραρα πόλιν. ἵνα μή τοι ἐπιδεέες ἔωσι αἱ τετρακόσιαι μυριάδες ἑπτὰ χιλιάδων. Ἄναυα δὲ καλεομένην Φρυγῶν πόλιν παραμειβόμενος καὶ λίμνην ἐκ τῆς ἅλες γίνονται. [2] ὃς μέν νυν τῶν ὑπάρχων στρατὸν κάλλιστα ἐσταλμένον ἀγαγὼν τὰ προκείμενα παρὰ βασιλέος ἔλαβε δῶρα. [2] ἐπαγγελλομένου δὲ χρήματα Πυθίου. οἳ δὲ εἶπαν “ὦ βασιλεῦ. οἳ δὲ ἐς Τυρόδιζαν τὴν Περινθίων. ὃ μὲν ταῦτα ἔλεγε. . οἳ δὲ ἐς Δορίσκον. καὶ εὗρον λογιζόμενος ἀργυρίου μὲν δύο χιλιάδας ἐούσας μοι ταλάντων. ἐν τούτῳ ὁ πεζὸς ἅπας συλλελεγμένος ἅμα Ξέρξῃ ἐπορεύετο ἐς Σάρδις. οὐδενὶ ἀνδρὶ συνέμιξα ἐς τόδε ὅστις ἠθέλησε ξείνια προθεῖναι στρατῷ τῷ ἐμῷ. 30. οὐκ ἔχω φράσαι· οὐδὲ γὰρ ἀρχὴν ἐς κρίσιν τούτου πέρι ἐλθόντας οἶδα. ἔξω σεῦ. ὃς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορῆς τῆς Κελαινέων ἀνατέλλων ἐς τὸν Μαίανδρον ἐκδιδοῖ· ἐν τῇ καὶ ὁ τοῦ Σιληνοῦ Μαρσύεω ἀσκὸς ἀνακρέμαται.
ἔστι δὲ τῆς Χερσονήσου τῆς ἐν Ἑλλησπόντῳ. τὴν μὲν λευκολίνου Φοίνικες. 35. θέντες δὲ ἐπεξῆς ἐνθαῦτα αὖτις ἐπεζεύγνυον· . τῇ δὲ ἄλλῃ πάντῃ. ἐν τῇ ἄνδρες δημιοεργοὶ μέλι ἐκ μυρίκης τε καὶ πυροῦ ποιεῦσι. ἀκτὴ παχέα ἐς θάλασσαν κατήκουσα Ἀβύδῳ καταντίον· ἔνθα μετὰ ταῦτα. καὶ βασιλεὺς μὲν Ξέρξης διαβήσεταί σε. τὰς μὲν πρὸς τοῦ Πόντου τῆς ἑτέρης τῶν ἀνέμων εἵνεκεν τῶν ἔσωθεν ἐκπνεόντων. μετὰ δὲ ταῦτα παρεσκευάζετο ὡς ἐλῶν ἐς Ἄβυδον. 34. [3] τήν τε δὴ θάλασσαν ἐνετέλλετο τούτοισι ζημιοῦν καὶ τῶν ἐπεστεώτων τῇ ζεύξι τοῦ Ἑλλησπόντου ἀποταμεῖν τὰς κεφαλάς. ὑπὸ μὲν τὴν πρὸς τοῦ Εὐξείνου πόντου ἑξήκοντά τε καὶ τριηκοσίας. ἵνα καὶ ἐς τὸν Πόντον ἔχῃ ὁ βουλόμενος πλέειν πλοίοισι λεπτοῖσι καὶ ἐκ τοῦ Πόντου ἔξω. δεινὰ ποιεύμενος τὸν Ἑλλήσποντον ἐκέλευσε τριηκοσίας ἐπικέσθαι μάστιγι πληγὰς καὶ κατεῖναι ἐς τὸ πέλαγος πεδέων ζεῦγος. χρόνῳ ὕστερον οὐ πολλῷ. 32. [4] ἐπειδὴ δὲ ἐγεφυρώθη ὁ πόρος. ἔστι δὲ ἑπτὰ στάδιοι ἐξ Ἀβύδου ἐς τὴν ἀπαντίον. τὴν δ᾽ ἑτέρην τὴν βυβλίνην Αἰγύπτιοι. τὴν κάλλεος εἵνεκα δωρησάμενος κόσμῳ χρυσέῳ καὶ μελεδωνῷ ἀθανάτῳ ἀνδρὶ ἐπιτρέψας δευτέρῃ ἡμέρῃ ἀπίκετο ἐς τῶν Λυδῶν τὸ ἄστυ. 33. τῆς δὲ ἑτέρης πρὸς ἑσπέρης τε καὶ τοῦ Αἰγαίου ζεφύρου τε καὶ νότου εἵνεκα. σχιζομένης τῆς ὁδοῦ καὶ τῆς μὲν ἐς ἀριστερὴν ἐπὶ Καρίης φερούσης τῆς δὲ ἐς δεξιὴν ἐς Σάρδις. οὐκέτι χωρὶς ἑκάτερα τάξαντες. ταύτην ἰὼν ὁ Ξέρξης τὴν ὁδὸν εὗρε πλατάνιστον. ἵνα ἀνακωχεύῃ τὸν τόνον τῶν ὅπλων· [2] συνθέντες δὲ ἀγκύρας κατῆκαν περιμήκεας. τούτους πάγχυ ἐδόκεε τότε δείσαντας δώσειν· βουλόμενος ὦν αὐτὸ τοῦτο ἐκμαθεῖν ἀκριβέως ἔπεμπε. Σηστοῦ τε πόλιος μεταξὺ καὶ Μαδύτου.31. ἐζεύγνυσαν δὲ ὧδε. τοῦ μὲν Πόντου ἐπικαρσίας τοῦ δὲ Ἑλλησπόντου κατὰ ῥόον. ὑπὸ δὲ τὴν ἑτέρην τεσσερεσκαίδεκα καὶ τριηκοσίας. ἀπικόμενος δὲ ἐς Σάρδις πρῶτα μὲν ἀπέπεμπε κήρυκας ἐς τὴν Ἑλλάδα αἰτήσοντας γῆν τε καὶ ὕδωρ καὶ προερέοντας δεῖπνα βασιλέι παρασκευάζειν· πλὴν οὔτε ἐς Ἀθήνας οὔτε ἐς Λακεδαίμονα ἀπέπεμπε ἐπὶ γῆς αἴτησιν. τῶνδε δὲ εἵνεκα τὸ δεύτερον ἀπέπεμπε ἐπὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ· ὅσοι πρότερον οὐκ ἔδοσαν Δαρείῳ πέμψαντι. ὃς καὶ ἐς τοῦ Πρωτεσίλεω τὸ ἱρὸν ἐς Ἐλαιοῦντα ἀγινεόμενος γυναῖκας ἀθέμιστα ἔρδεσκε. τὰς δὲ ἄλλοι ἀρχιτέκτονες ἐζεύγνυσαν. ἐπὶ Ξανθίππου τοῦ Ἀρίφρονος στρατηγοῦ Ἀθηναῖοι Ἀρταΰκτην ἄνδρα Πέρσην λαβόντες Σηστοῦ ὕπαρχον ζῶντα πρὸς σανίδα διεπασσάλευσαν. κατὰ λόγον δὲ ἐμβριθέστερα ἦν τὰ λίνεα. ὡς δὲ ἐκ τῆς Φρυγίης ἐσέβαλε ἐς τὴν Λυδίην. ἐς ταύτην ὦν τὴν ἀκτὴν ἐξ Ἀβύδου ὁρμώμενοι ἐγεφύρουν τοῖσι προσέκειτο. ἤν τε σύ γε βούλῃ ἤν τε μή· σοὶ δὲ κατὰ δίκην ἄρα οὐδεὶς ἀνθρώπων θύει ὡς ἐόντι καὶ θολερῷ καὶ ἁλμυρῷ ποταμῷ“. τοῖσι προσέκειτο αὕτη ἡ ἄχαρις τιμή. 36. [3] ταῦτα δὲ ποιήσαντες κατέτεινον ἐκ γῆς στρεβλοῦντες ὄνοισι ξυλίνοισι τὰ ὅπλα. πεντηκοντέρους καὶ τριήρεας συνθέντες. καὶ οἳ μὲν ταῦτα ἐποίεον. διέκπλοον δὲ ὑπόφαυσιν κατέλιπον τῶν πεντηκοντέρων καὶ τριηρέων. τῇ καὶ πορευομένῳ διαβῆναι τὸν Μαίανδρον ποταμὸν πᾶσα ἀνάγκη γίνεται καὶ ἰέναι παρὰ Καλλάτηβον πόλιν. ἤδη δὲ ἤκουσα ὡς καὶ στιγέας ἅμα τούτοισι ἀπέπεμψε στίξοντας τὸν Ἑλλήσποντον. ὡς δ᾽ ἐπύθετο Ξέρξης. ὅτι μιν ἠδίκησας οὐδὲν πρὸς ἐκείνου ἄδικον παθόν. παχύτης μὲν ἦν ἡ αὐτὴ καὶ καλλονή. τέσσερα δὲ τῶν βυβλίνων. τοῦ τάλαντον ὁ πῆχυς εἷλκε. καὶ δὴ ἐζευγμένου τοῦ πόρου ἐπιγενόμενος χειμὼν μέγας συνέκοψέ τε ἐκεῖνα πάντα καὶ διέλυσε. οἳ δὲ ἐν τούτῳ τὸν Ἑλλήσποντον ἐζεύγνυσαν ἐκ τῆς Ἀσίης ἐς τὴν Εὐρώπην. δεσπότης τοι δίκην ἐπιτιθεῖ τήνδε. [2] ἐνετέλλετο δὲ ὦν ῥαπίζοντας λέγειν βάρβαρά τε καὶ ἀτάσθαλα· “ὦ πικρὸν ὕδωρ. ἀλλὰ δύο μὲν λευκολίνου δασάμενοι ἐς ἑκατέρην. κορμοὺς ξύλων καταπρίσαντες καὶ ποιήσαντες ἴσους τῆς σχεδίης τῷ εὔρεϊ κόσμῳ ἐτίθεσαν κατύπερθε τῶν ὅπλων τοῦ τόνου.
ἐνθαῦτα διελέλειπτο. καὶ αὐτὴ ἡ διῶρυξ παντελέως πεποιημένη ἀγγέλλετο. ἐκ Περσέων πάντων ἀπολελεγμένοι· μετὰ δὲ αἰχμοφόροι χίλιοι καὶ οὗτοι ἐκ πάντων ἀπολελεγμένοι. ἔφη τε ὑπουργήσειν καὶ δὴ ἀγορεύειν ἐκέλευε ὅτευ δέοιτο. τυγχάνουσί μοι παῖδες ἐόντες πέντε. καὶ ταύτῃ διεξιέναι τὸν στρατόν. τὸ σοὶ μὲν ἐλαφρὸν τυγχάνει ἐὸν ὑπουργῆσαι. [2] προηγεῦντο μὲν δὴ ἱππόται χίλιοι. τῶν Πυθίου παίδων ἐξευρόντας τὸν πρεσβύτατον μέσον διαταμεῖν. ὡς δὲ τά τε τῶν γεφυρέων κατεσκεύαστο καὶ τὰ περὶ τὸν Ἄθων. ἵνα μὴ φοβέηται τὰ ὑποζύγια τὴν θάλασσαν ὑπερορῶντα καὶ οἱ ἵπποι. [4] ὄπισθε δὲ τούτων τῶν δέκα ἵππων ἅρμα Διὸς ἱρὸν ἐπετέτακτο. ἐλθὼν παρὰ Ξέρξην ἔλεγε τάδε. αὐτίκα ἐκέλευε τοῖσι προσετέτακτο ταῦτα πρήσσειν. κατανάξαντες δὲ καὶ τὴν γῆν φραγμὸν παρείρυσαν ἔνθεν καὶ ἔνθεν. τοῦ περιέχεαι μάλιστα. 37. [2] Ξέρξης δὲ πᾶν μᾶλλον δοκέων μιν χρηίσειν ἢ τὸ ἐδεήθη. λέγοντες ἥλιον εἶναι Ἑλλήνων προδέκτορα. οὐ διακεκριμένοι· τῇ δὲ ὑπερημίσεες ἦσαν. 38. “ὦ κακὲ ἄνθρωπε. τὸν χρῆν πανοικίῃ αὐτῇ τῇ γυναικὶ συνέπεσθαι . τὸ ἵπποι μὲν εἷλκον λευκοὶ . Πύθιος ὁ Λυδὸς καταρρωδήσας τὸ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φάσμα ἐπαερθείς τε τοῖσι δωρήμασι. “ὦ δέσποτα. καὶ οὐ συνέμισγον οὗτοι βασιλέι. ἵνα μὴ πίμπληται τὰ στόματα τοῦ ὀρύγματος. οἳ τῆς ῥηχίης εἵνεκεν ἐποιήθησαν. εὐεργεσίῃσι βασιλέα οὐ καυχήσεαι ὑπερβαλέσθαι· ἐπείτε δὲ ἐς τὸ ἀναιδέστερον ἐτράπευ. μετὰ δὲ τούτους σύμμικτος στρατὸς παντοίων ἐθνέων ἀναμίξ. ἡγέοντο δὲ πρῶτοι μὲν οἱ σκευοφόροι τε καὶ τὰ ὑποζύγια. “ὦ δέσποτα. [3] οἱ δὲ ἔφραζον ὡς Ἕλλησι προδεικνύει ὁ θεὸς ἔκλειψιν τῶν πολίων. ἐμοὶ δὲ μέγα γενόμενον”. ὃς χρηστὰ μὲν ἀκούσας τέρψιος ἐμπιπλεῖ τὸ σῶμα. χρηίσας ἄν τι σεῦ βουλοίμην τυχεῖν. ἀντὶ ἡμέρης τε νὺξ ἐγένετο. σελήνην δὲ σφέων. τῇ ψυχῇ ζημιώσεαι”. ὑπεναντία δὲ τούτοισι ἀκούσας ἀνοιδέει. σὲ μὲν γὰρ καὶ τοὺς τέσσερας τῶν παίδων ῥύεται τὰ ξείνια· τοῦ δὲ ἑνός. ποιησάντων δὲ τούτων τοῦτο. κάρτα τε ἐθυμώθη ὁ Ξέρξης καὶ ἀμείβετο τοῖσιδε. διαταμόντας δὲ τὰ ἡμίτομα διαθεῖναι τὸ μὲν ἐπὶ δεξιὰ τῆς ὁδοῦ τὸ δ᾽ ἐπ᾽ ἀριστερά. ἐνθαῦτα χειμερίσας ἅμα τῶ ἔαρι παρεσκευασμένος ὁ στρατὸς ἐκ τῶν Σαρδίων ὁρμᾶτο ἐλῶν ἐς Ἄβυδον· [2] ὁρμημένῳ δέ οἱ ὁ ἥλιος ἐκλιπὼν τὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕδρην ἀφανὴς ἦν οὔτ᾽ ἐπινεφέλων ἐόντων αἰθρίης τε τὰ μάλιστα. καὶ εἴρετο τοὺς Μάγους τὸ θέλει προφαίνειν τὸ φάσμα. τὰς λόγχας κάτω ἐς τὴν γῆν τρέψαντες· μετὰ δὲ ἱροὶ Νησαῖοι καλεόμενοι ἵπποι δέκα κεκοσμημένοι ὡς κάλλιστα. 40. ὦ βασιλεῦ. οἵ τε χυτοὶ περὶ τὰ στόματα τῆς διώρυχος. [2] ὅτε μέν νυν χρηστὰ ποιήσας ἕτερα τοιαῦτα ἐπηγγέλλεο. ὡς δ᾽ ἐξήλαυνε τὴν στρατιήν. ἐμὲ ἐς τόδε ἡλικίης ἥκοντα οἰκτείρας τῶν μοι παίδων ἕνα παράλυσον τῆς στρατηίης τὸν πρεσβύτατον. ἔλεγε θαρσήσας τάδε. καί σφεας καταλαμβάνει πάντας ἅμα σοὶ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. [3] ὡς δὲ ταῦτα ὑπεκρίνατο. καὶ πρήξας τὰ νοέεις νοστήσειας ὀπίσω”. ἰδόντι δὲ καὶ μαθόντι τοῦτο τῷ Ξέρξῃ ἐπιμελὲς ἐγένετο. ἐὼν ἐμὸς δοῦλος.[5] ποιήσαντες δὲ ταῦτα ὕλην ἐπεφόρησαν. μετὰ ταῦτα διεξήιε ὁ στρατός. ὡς ἐν τοῖσι ὠσὶ τῶν ἀνθρώπων οἰκέει ὁ θυμός. εὖ νυν τόδ᾽ ἐξεπίστασο. τὴν μὲν ἀξίην οὐ λάμψεαι. [3] σὺ δέ. [3] Νησαῖοι δὲ καλέονται ἵπποι ἐπὶ τοῦδε· ἔστι πεδίον μέγα τῆς Μηδικῆς τῷ οὔνομα ἐστὶ Νήσαιον· τοὺς ὦν δὴ ἵππους τοὺς μεγάλους φέρει τὸ πεδίον τοῦτο. σὺ ἐτόλμησας. ὁ δὲ ἐπείτε ταῦτα ἤκουσε. ἵνα αὐτοῦ τε ἐμεῦ καὶ τῶν χρημάτων ἦ μελεδωνός· τοὺς δὲ τέσσερας ἄγευ ἅμα σεωυτῷ. 39. κόσμῳ δὲ θέντες καὶ τὴν ὕλην γῆν ἐπεφόρησαν. ἐμεῦ στρατευομένου αὐτοῦ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄγοντος παῖδας ἐμοὺς καὶ ἀδελφεοὺς καὶ οἰκηίους καὶ φίλους. μνήσασθαι περὶ σέο παιδός. ταῦτα πυθόμενος ὁ Ξέρξης περιχαρὴς ἐὼν ἐποιέετο τὴν ἔλασιν. ἐλάσσω δὲ τῆς ἀξίης.
41. Ἀδραμύττειόν τε πόλιν καὶ Ἄντανδρον τὴν Πελασγίδα παραμειβόμενος. ἀπικομένου δὲ τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ποταμὸν Σκάμανδρον. ἐνθαῦτα ὡς ἵζετο. ἐπέλιπε τὸ ῥέεθρον οὐδ᾽ ἀπέχρησε τῇ στρατιῇ τε καὶ τοῖσι κτήνεσι πινόμενος· ἐπὶ τοῦτον δὴ τὸν ποταμὸν ὡς ἀπίκετο Ξέρξης. Κάνης ὄρος ἔχων ἐν ἀριστερῇ. Ὀτάνεω ἀνδρὸς Πέρσεω παῖς. 42. μετὰ δὲ τὴν ἵππον διέλειπε καὶ δύο σταδίους. διὰ τοῦ Ἀταρνέος ἐς Καρήνην πόλιν· ἀπὸ δὲ ταύτης διὰ Θήβης πεδίου ἐπορεύετο. ὁ δὲ ἀμείβετο λέγων “ἕτερα τούτου παρὰ τὴν ζόην πεπόνθαμεν οἰκτρότερα. αἵ τε γὰρ συμφοραὶ προσπίπτουσαι καὶ . μετὰ δὲ τὴν ἵππον ἐκ τῶν λοιπῶν Περσέων ἀπολελεγμένοι μύριοι. “ὦ βασιλεῦ. οὗτος ὡνὴρ φρασθεὶς Ξέρξην δακρύσαντα εἴρετο τάδε. ἠθέλησε Ξέρξης ἰδέσθαι πάντα τὸν στρατόν· καὶ προεπεποίητο γὰρ ἐπὶ κολωνοῦ ἐπίτηδες αὐτῷ ταύτῃ προεξέδρη λίθου λευκοῦ. μετὰ δὲ ἵππος ἄλλη χιλίη ἐκ Περσέων ἀπολελεγμένη. ὃς τὸ πρῶτον γνώμην ἀπεδέξατο ἐλευθέρως οὐ συμβουλεύων Ξέρξῃ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ὡς δὲ ὥρα πάντα μὲν τὸν Ἑλλήσποντον ὑπὸ τῶν νεῶν ἀποκεκρυμμένον. ἥσθη τε τῇ ἁμίλλῃ καὶ τῇ στρατιῇ. ἀπὸ δὲ Καΐκου ὁρμώμενος. ὡς πολλὸν ἀλλήλων κεχωρισμένα ἐργάσαο νῦν τε καὶ ὀλίγῳ πρότερον· μακαρίσας γὰρ σεωυτὸν δακρύεις”. [2] τὴν Ἴδην δὲ λαβὼν ἐς ἀριστερὴν χεῖρα ἤιε ἐς τὴν Ἰλιάδα γῆν. καὶ μῆλα οἱ ἄγχιστα ἑπόμενοι Ξέρξῃ. ὄπισθε δὲ αὖ τῶν ἵππων εἵπετο πεζῇ ἡνίοχος ἐχόμενος τῶν χαλινῶν· οὐδεὶς γὰρ δὴ ἐπὶ τοῦτον τὸν θρόνον ἀνθρώπων ἐπιβαίνει. ἐποιέετο δὲ τὴν ὁδὸν ἐκ τῆς Λυδίης ὁ στρατὸς ἐπί τε ποταμὸν Κάικον καὶ γῆν τὴν Μυσίην. ἐν ἀριστερῇ μὲν ἀπέργων ῾Ροίτιον πόλιν καὶ Ὀφρύνειον καὶ Δάρδανον. οὗτος πεζὸς ἦν· [2] καὶ τούτων χίλιοι μὲν ἐπὶ τοῖσι δόρασι ἀντὶ τῶν σαυρωτήρων ῥοιὰς εἶχον χρυσέας καὶ πέριξ συνεκλήιον τοὺς ἄλλους. μαθὼν δέ μιν Ἀρτάβανος ὁ πάτρως. ὃς πρῶτος ποταμῶν. αὐτοῦ δὲ ὄπισθε αἰχμοφόροι Περσέων οἱ ἄριστοί τε καὶ γενναιότατοι χίλιοι. ἐπεὶ δὲ ἐγένετό τε καὶ ἐνίκων Φοίνικες Σιδώνιοι. καὶ πρῶτα μέν οἱ ὑπὸ τῇ Ἴδῃ νύκτα ἀναμείναντι βρονταί τε καὶ πρηστῆρες ἐπεσπίπτουσι καί τινα αὐτοῦ ταύτῃ συχνὸν ὅμιλον διέφθειραν. ἐς τὸ Πριάμου πέργαμον ἀνέβη ἵμερον ἔχων θεήσασθαι· [2] θεησάμενος δὲ καὶ πυθόμενος ἐκείνων ἕκαστα τῇ Ἀθηναίῃ τῇ Ἰλιάδι ἔθυσε βοῦς χιλίας. καὶ ἔπειτα ὁ λοιπὸς ὅμιλος ἤιε ἀναμίξ. ἐκ τοῦ ἅρματος ἐς ἁρμάμαξαν. ἐπείτε ἐκ Σαρδίων ὁρμηθέντες ἐπεχείρησαν τῇ ὁδῷ. ἐξήλασε μὲν οὕτω ἐκ Σαρδίων Ξέρξης. πάσας δὲ τὰς ἀκτὰς καὶ τὰ Ἀβυδηνῶν πεδία ἐπίπλεα ἀνθρώπων. χοὰς δὲ οἱ Μάγοι τοῖσι ἥρωσι ἐχέαντο. ἐν δεξιῇ δὲ Γέργιθας Τευκρούς. τοῖσι δὲ μυρίοισι ἐπετέτακτο ἵππος Περσέων μυρίη. τούτου δὲ ὄπισθε αὐτὸς Ξέρξης ἐπ᾽ ἅρματος ἵππων Νησαίων· παραβεβήκεε δέ οἱ ἡνίοχος τῷ οὔνομα ἦν Πατιράμφης. θηεύμενος δὲ ἱμέρθη τῶν νεῶν ἅμιλλαν γινομένην ἰδέσθαι. ταῦτα δὲ ποιησαμένοισι νυκτὸς φόβος ἐς τὸ στρατόπεδον ἐνέπεσε. 45. ἐποίησαν δὲ Ἀβυδηνοὶ ἐντειλαμένου πρότερον βασιλέος. 44. κατὰ νόμον τὰς λόγχας ἔχοντες.ὀκτώ. ἐπεὶ δ᾽ ἐγένετο ἐν Ἀβύδῳ μέσῃ. οἱ δὲ εἰνακισχίλιοι ἐντὸς τούτων ἐόντες ἀργυρέας ῥοιὰς εἶχον· εἶχον δὲ χρυσέας ῥοιὰς καὶ οἱ ἐς τὴν γῆν τρέποντες τὰς λόγχας. ἐνθαῦτα ὁ Ξέρξης ἑωυτὸν ἐμακάρισε. [2] ὁ δὲ εἶπε “ἐσῆλθε γάρ με λογισάμενον κατοικτεῖραι ὡς βραχὺς εἴη ὁ πᾶς ἀνθρώπινος βίος. ἅμα ἡμέρῃ δὲ ἐπορεύετο ἐνθεῦτεν. κατορῶν ἐπὶ τῆς ἠιόνος ἐθηεῖτο καὶ τὸν πεζὸν καὶ τὰς νέας. ὅκως μιν λόγος αἱρέοι. τῷ οὐ παραστήσεται πολλάκις καὶ οὐκὶ ἅπαξ τεθνάναι βούλεσθαι μᾶλλον ἢ ζώειν. [3] ἐν γὰρ οὕτω βραχέι βίῳ οὐδεὶς οὕτω ἄνθρωπος ἐὼν εὐδαίμων πέφυκε οὔτε τούτων οὔτε τῶν ἄλλων. εἰ τούτων γε ἐόντων τοσούτων οὐδεὶς ἐς ἑκατοστὸν ἔτος περιέσται”. μετεκβαίνεσκε δέ. ἥ περ δὴ Ἀβύδῳ ὅμουρος ἐστί. μετὰ δὲ τοῦτο ἐδάκρυσε. 46. 43.
ἄλλα τε πολλὰ ἐπιλεγόμενος καὶ δὴ καὶ ὁρῶν τοι δύο τὰ μέγιστα πάντων ἐόντα πολεμιώτατα”. τοῦτο μέν νυν ἐπ᾽ ἴσης ἔχει· εἰδέναι δὲ ἄνθρωπον ἐόντα κῶς χρὴ τὸ βέβαιον. εἰ τοίνυν ἐκεῖνοι οἱ πρὸ ἐμεῦ γενόμενοι βασιλέες γνώμῃσι ἐχρέωντο ὁμοίῃσι καὶ σύ. ἐούσης τοιαύτης οἵην περ σὺ διαιρέαι εἶναι. φράσον δέ μοι τόδε· εἴ τοι ἡ ὄψις τοῦ ἐνυπνίου μὴ ἐναργὴς οὕτω ἐφάνη. πᾶν ἐπιλεγόμενος πείσεσθαι χρῆμα. 47. Ξέρξης δὲ ἀμείβετο λέγων “Ἀρτάβανε. [4] ἡμεῖς τοίνυν ὁμοιεύμενοι ἐκείνοισι . μάθε ὅτι αἱ συμφοραὶ τῶν ἀνθρώπων ἄρχουσι καὶ οὐκὶ ὥνθρωποι τῶν συμφορέων. μηδὲ κακῶν μεμνώμεθα χρηστὰ ἔχοντες πρήγματα ἐν χερσί. εἶχες ἂν τὴν ἀρχαίην γνώμην. ἀνὴρ δὲ οὕτω ἂν εἴη ἄριστος. ἢ τὸ ναυτικὸν τὸ ἡμέτερον λείψεσθαι τοῦ ἐκείνων. εἰ βουλευόμενος μὲν ἀρρωδέοι. ἢ καὶ συναμφότερα ταῦτα. τὰ δὲ δύο ταῦτα ἐστὶ γῆ τε καὶ θάλασσα. ἐγὼ δ᾽ ἔτι καὶ ἐς τόδε δείματος εἰμὶ ὑπόπλεος οὐδ᾽ ἐντὸς ἐμεωυτοῦ. [2] οὔτε γὰρ τῆς θαλάσσης ἐστὶ λιμὴν τοσοῦτος οὐδαμόθι. ὃ δ᾽ ἀμείβετο λέγων “ὦ βασιλεῦ. τοῖσι δὲ ἐπιλεγομένοισί τε πάντα καὶ ὀκνέουσι οὐ μάλα ἐθέλει. ὅστις ἐγειρομένου χειμῶνος δεξάμενός σευ τοῦτο τὸ ναυτικὸν φερέγγυος ἔσται διασῶσαι τὰς νέας. τὸ πρόσω αἰεὶ κλεπτόμενος· εὐπρηξίης δὲ οὐκ ἔστι ἀνθρώποισι οὐδεμία πληθώρη. ἐν δὲ τῷ ἔργῳ θρασὺς εἴη”. [5] καὶ δή τοι. φέρε τοῦτό μοι ἀτρεκέως εἰπέ”. μεγάλα γὰρ πρήγματα μεγάλοισι κινδύνοισι ἐθέλει καταιρέεσθαι. ὡς οὐδενὸς ἐναντιευμένου. [4] οὕτω ὁ μὲν θάνατος μοχθηρῆς ἐούσης τῆς ζόης καταφυγὴ αἱρετωτάτη τῷ ἀνθρώπῳ γέγονε. 48. σφάλλεσθαι ὀφείλεις ἐν αὐτοῖσι ὁμοίως καὶ ὁ ὑπεναντία τούτοισι λέξας. ἀμείβεται Ξέρξης τοῖσιδε. στρατοῦ ἂν ἄλλου τις τὴν ταχίστην ἄγερσιν ποιέοιτο”. ὄψις μὲν ἡ ἐπιφανεῖσα τοῦ ὀνείρου ὡς βουλόμεθα ἀμφότεροι τελευτήσειε. βιοτῆς μέν νυν ἀνθρωπηίης πέρι. τοσούτῳ τοι γίνεται πολεμιωτέρη ὅσῳ ἂν προβαίνῃς ἑκαστέρω. λέγω τὴν χώρην πλεῦνα ἐν πλέονι χρόνῳ γινομένην λιμὸν τέξεσθαι. [2] εἰ δὲ ἐρίξων πρὸς πᾶν τὸ λεγόμενον μὴ τὸ βέβαιον ἀποδέξεις. [2] ὁ δὲ ἀμείβετο λέγων “ὦ βασιλεῦ. οὐκ ἐῶν με στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. 49. καὶ δὴ τῶν δύο τοι τοῦ ἑτέρου εἰρημένου τὸ ἕτερον ἔρχομαι ἐρέων. καίτοι οὐκὶ ἕνα αὐτὸν δεῖ εἶναι τὸν λιμένα. ἢ μὴ χρεώμενοι γνώμῃσι τοιαύτῃσι ἄλλους συμβούλους εἶχον τοιούτους. ἢ μετέστης ἄν . δοκέω μὲν οὐδαμῶς. Ξέρξης δὲ πρὸς ταῦτα ἀμείβετο τοῖσιδε. οἰκότως μὲν σύ γε τούτων ἕκαστα διαιρέαι· ἀτὰρ μήτε πάντα φοβέο μήτε πᾶν ὁμοίως ἐπιλέγεο. “δαιμόνιε ἀνδρῶν. 50. εἰ γὰρ δὴ βούλοιο ἐπὶ τῷ αἰεὶ ἐπεσφερομένῳ πρήγματι τὸ πᾶν ὁμοίως ἐπιλέγεσθαι. ἀλλὰ παρὰ πᾶσαν τὴν ἤπειρον παρ᾽ ἣν δὴ κομίζεαι. “Ἀρτάβανε. ποιήσειας ἂν οὐδαμὰ οὐδέν· κρέσσον δὲ πάντα θαρσέοντα ἥμισυ τῶν δεινῶν πάσχειν μᾶλλον ἢ πᾶν χρῆμα προδειμαίνοντα μηδαμὰ μηδὲν παθεῖν.αἱ νοῦσοι συνταράσσουσαι καὶ βραχὺν ἐόντα μακρὸν δοκέειν εἶναι ποιεῦσι τὸν βίον. οὐκ ἄν κοτε εἶδες αὐτὰ ἐς τοῦτο προελθόντα· νῦν δὲ κινδύνους ἀναρριπτέοντες ἐς τοῦτο σφέα προηγάγοντο. κότερά τοι ὁ πεζὸς μεμπτὸς κατὰ πλῆθος ἐστὶ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα φαίνεται πολλαπλήσιον ἔσεσθαι τοῦ ἡμετέρου. κοῖα ταῦτα λέγεις εἶναι δύο μοι πολεμιώτατα. οὔτε στρατὸν τοῦτον. εἰ γάρ τοι ταύτῃ φαίνεται ἐνδεέστερα εἶναι τὰ ἡμέτερα πρήγματα. μέμφοιτ᾽ ἂν οὔτε τῶν νεῶν τὸ πλῆθος· ἢν δὲ πλεῦνας συλλέξῃς. τοῖσι τοίνυν βουλομένοισι ποιέειν ὡς τὸ ἐπίπαν φιλέει γίνεσθαι τὰ κέρδεα. ὅστις γε σύνεσιν ἔχει. τὰ δύο τοι τὰ λέγω πολλῷ ἔτι πολεμιώτερα γίνεται. [3] οὔκων δὴ ἐόντων τοι λιμένων ὑποδεξίων. παυσώμεθα. [3] ὁρᾷς τὰ Περσέων πρήγματα ἐς ὃ δυνάμιος προκεχώρηκε. [4] γῆ δὲ πολεμίη τῇδέ τοι κατίσταται· εἰ θέλει τοι μηδὲν ἀντίξοον καταστῆναι. ὁ δὲ θεὸς γλυκὺν γεύσας τὸν αἰῶνα φθονερὸς ἐν αὐτῷ εὑρίσκεται ἐών”. ὡς ἐγὼ εἰκάζω.
τῶν ἀπεφήναο γνωμέων σφάλλεαι κατὰ ταύτην δὴ μάλιστα. ἀμείβεται πρὸς ταῦτα Ξέρξης “Ἀρτάβανε. ἢν ἕπωνται. οὕτω μηδὲ τοῦτο φοβέο. τοῦτο δέ. διέβαινον κατὰ μὲν τὴν ἑτέρην τῶν γεφυρέων τὴν πρὸς τοῦ Πόντου ὁ πεζός τε καὶ ἡ ἵππος ἅπασα. τὸ μὴ ἅμα ἀρχῇ πᾶν τέλος καταφαίνεσθαι”. Κῦρος ὁ Καμβύσεω Ἰωνίην πᾶσαν πλὴν Ἀθηναίων κατεστρέψατο δασμοφόρον εἶναι Πέρσῃσι. ἐστεφανωμένοι πάντες. 55. οὔτε λιμῷ ἐντυχόντες οὐδαμόθι οὔτε ἄλλο ἄχαρι οὐδὲν παθόντες. τῶν ἄν κου ἐπιβέωμεν γῆν καὶ ἔθνος. ταύτην μὲν τὴν ἡμέρην οὗτοι. τῶν ἢν κρατήσωμεν. ἔλεγέ σφι τάδε. ὡς δὲ ταῦτά οἱ ἐπεποίητο. 52. ἐπ᾽ ἄνδρας στρατευόμεθα ἀγαθούς. ἥ μιν παύσει καταστρέψασθαι τὴν Εὐρώπην πρότερον ἢ ἐπὶ τέρμασι τοῖσι ἐκείνης γένηται. τῇ δὲ ὑστεραίῃ πρῶτοι μὲν οἵ τε ἱππόται καὶ οἱ τὰς . [2] πάρεξ δὲ τούτου. τούτων τὸν σῖτον ἕξομεν· ἐπ᾽ ἀροτῆρας δὲ καὶ οὐ νομάδας στρατευόμεθα ἄνδρας”. τῶν σύ τε μάρτυς γίνεαι καὶ οἱ συστρατευσάμενοι Δαρείῳ ἄλλοι ἐπὶ Σκύθας. ἄνδρας τε γενέσθαι ἀγαθοὺς καὶ μὴ καταισχύνειν τὰ πρόσθε ἐργασμένα Πέρσῃσι. οὔτε εἰ μετεμέλησέ οἱ τὸν Ἑλλήσποντον μαστιγώσαντι καὶ ἀντὶ τούτων τὴν θάλασσαν ἐδωρέετο. ἐν τῇ ἡμετέρῃ καταλιπόντας τέκνα καὶ γυναῖκας καὶ χρήματα οὐδ᾽ ἐπιλέγεσθαι χρὴ νεώτερόν τι ποιήσειν. δεῖ ἀδικωτάτους γίνεσθαι καταδουλουμένους τὴν μητρόπολιν. [2] ὡς δ᾽ ἐπανέτελλε ὁ ἥλιος. ἐς θυμὸν ὦν βάλευ καὶ τὸ παλαιὸν ἔπος ὡς εὖ εἴρηται. νῦν δὲ διαβαίνωμεν ἐπευξάμενοι τοῖσι θεοῖσι οἳ Πέρσας λελόγχασι“. 53. σὺ δέ μευ συμβουλίην ἔνδεξαι· ἀναγκαίως γὰρ ἔχει περὶ πολλῶν πρηγμάτων πλεῦνα λόγον ἐκτεῖναι. ἢ δικαιοτάτους συνελευθεροῦντας. “ὦ Πέρσαι. οὐ μή τις ἡμῖν ἄλλος στρατὸς ἀντιστῇ κοτε ἀνθρώπων. καὶ καταστρεψάμενοι πᾶσαν τὴν Εὐρώπην νοστήσομεν ὀπίσω. σπένδων ἐκ χρυσέης φιάλης Ξέρξης ἐς τὴν θάλασσαν εὔχετο πρὸς τὸν ἥλιον μηδεμίαν οἱ συντυχίην τοιαύτην γενέσθαι. 51. ἄχαρι δὲ οὐδέν. θυμιήματά τε παντοῖα ἐπὶ τῶν γεφυρέων καταγίζοντες καὶ μυρσίνῃσι στορνύντες τὴν ὁδόν. ἀλλ᾽ εἷς τε ἕκαστος καὶ οἱ σύμπαντες προθυμίην ἔχωμεν· ξυνὸν γὰρ πᾶσι τοῦτο ἀγαθὸν σπεύδεται. τῶν ἔχομεν γνῶμα μέγιστον. τὸν ἀκινάκην καλέουσι. [3] ταῦτα οὐκ ἔχω ἀτρεκέως διακρῖναι οὔτε εἰ τῷ ἡλίῳ ἀνατιθεὶς κατῆκε ἐς τὸ πέλαγος. μετὰ δὲ τούτους ὁ σύμμικτος στρατὸς παντοίων ἐθνέων. τῶνδ᾽ ἐγὼ ὑμέων χρηίζων συνέλεξα. ἐόντα μεγάλα τε καὶ πολλοῦ ἄξια. ταῦτα εἴπας καὶ Ἀρτάβανον ἀποστείλας ἐς Σοῦσα δεύτερα μετεπέμψατο Ξέρξης Περσέων τοὺς δοκιμωτάτους· ἐπεὶ δέ οἱ παρῆσαν. [2] τούτους ὦν τοὺς ἄνδρας συμβουλεύω τοι μηδεμιῇ μηχανῇ ἄγειν ἐπὶ τοὺς πατέρας· καὶ γὰρ ἄνευ τούτων οἷοί τε εἰμὲν τῶν ἐχθρῶν κατυπέρτεροι γίνεσθαι. κατὰ δὲ τὴν πρὸς τὸ Αἰγαῖον τὰ ὑποζύγια καὶ ἡ θεραπηίη. [2] τῶνδε δὲ εἵνεκα προαγορεύω ἀντέχεσθαι τοῦ πολέμου ἐντεταμένως· ὡς γὰρ ἐγὼ πυνθάνομαι. ἀλλὰ θυμὸν ἔχων ἀγαθὸν σῶζε οἶκόν τε τὸν ἐμὸν καὶ τυραννίδα τὴν ἐμήν· σοὶ γὰρ ἐγὼ μούνῳ ἐκ πάντων σκῆπτρα τὰ ἐμὰ ἐπιτράπω”. εὐξάμενος δὲ ἐσέβαλε τὴν φιάλην ἐς τὸν Ἑλλήσποντον καὶ χρύσεον κρητῆρα καὶ Περσικὸν ξίφος. [2] ἡγέοντο δὲ πρῶτα μὲν οἱ μύριοι Πέρσαι. ὃς Ἴωνας φοβέαι μὴ μεταβάλωσι. 54. ὅτι ἐπὶ τούτοισι ἡ πᾶσα Περσικὴ στρατιὴ ἐγένετο διαφθεῖραι καὶ περιποιῆσαι. δικαιότατοι δὲ γινόμενοι οἷοί τε δηλήσασθαι μεγάλως τὴν σὴν στρατιὴν γίνονται. ἢ γὰρ σφέας. ἐπείτε ἀρρωδέειν οὐδὲν ἐᾷς πρῆγμα. ταύτην μὲν τὴν ἡμέρην παρεσκευάζοντο ἐς τὴν διάβασιν· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ἀνέμενον τὸν ἥλιον ἐθέλοντες ἰδέσθαι ἀνίσχοντα. τοῦτο μὲν γὰρ αὐτοὶ πολλὴν φορβὴν φερόμενοι πορευόμεθα.ὥρην τε τοῦ ἔτεος καλλίστην πορευόμεθα. οἳ δὲ δικαιοσύνην καὶ πιστότητα ἐνέδωκαν. [3] ἀδικώτατοι μέν νυν γινόμενοι οὐδὲν κέρδος μέγα ἡμῖν προσβάλλουσι. λέγει Ἀρτάβανος μετὰ ταῦτα “ὦ βασιλεῦ.
ἐς ὃ ἀπίκετο ἐς Δορίσκον. ὁ δὲ ναυτικὸς ἔξω τὸν Ἑλλήσποντον πλέων παρὰ γῆν ἐκομίζετο. ἤδη δὲ ἤκουσα καὶ ὕστατον διαβῆναι βασιλέα πάντων. τῶν ἀμφοτέρων λόγον οὐδένα ποιησάμενος τὸ πρόσω ἐπορεύετο. Ξέρξεω ἤδη διαβεβηκότος τὸν Ἑλλήσποντον. ὕψος ἀνήκουσαν ἀνδρὶ ἐς τὸν ὀμφαλόν· [3] ταύτην δὲ ποιήσαντες ἄλλους ἐσεβίβαζον ἐς τὸ περιοικοδομημένον. 59. καὶ γὰρ ἄνευ τούτων ἐξῆν τοι ποιέειν ταῦτα”. ὡς δὲ διέβησαν πάντες. οὐκ ἔχω εἰπεῖν τὸ ἀτρεκές· οὐ γὰρ λέγεται πρὸς οὐδαμῶν ἀνθρώπων· σύμπαντος δὲ τοῦ στρατοῦ τοῦ πεζοῦ τὸ πλῆθος ἐφάνη ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν μυριάδες. καὶ συννάξαντες ταύτην ὡς μάλιστα εἶχον περιέγραψαν ἔξωθεν κύκλον· περιγράψαντες δὲ καὶ ἀπέντες τοὺς μυρίους αἱμασιὴν περιέβαλον κατὰ τὸν κύκλον. διὰ μέσης δὲ πορευόμενος πόλιος τῇ οὔνομα τυγχάνει ἐὸν Ἀγορή. τὸ Ξέρξης ἐν οὐδενὶ λόγῳ ἐποιήσατο καίπερ εὐσύμβλητον ἐόν· ἵππος γὰρ ἔτεκε λαγόν. 56. . ἐπὶ δὲ αὐτός τε Ξέρξης καὶ οἱ αἰχμοφόροι καὶ οἱ ἱππόται οἱ χίλιοι. ἐν δεξιῇ μὲν ἔχων τὸν Ἕλλης τάφον τῆς Ἀθάμαντος.λόγχας κάτω τρέποντες· ἐστεφάνωντο δὲ καὶ οὗτοι. [2] ἐξηρίθμησαν δὲ τόνδε τὸν τρόπον· συνήγαγόν τε ἐς ἕνα χῶρον μυριάδα ἀνθρώπων. διὰ δὲ αὐτοῦ ῥέει ποταμὸς μέγας Ἕβρος· ἐν τῷ τεῖχός τε ἐδέδμητο βασιλήιον τοῦτο τὸ δὴ Δορίσκος κέκληται. [3] ἐνθεῦτεν δὲ κάμπτων τὸν κόλπον τὸν Μέλανα καλεόμενον καὶ Μέλανα ποταμόν. ἄγων πάντας ἀνθρώπους. τί δὴ ἀνδρὶ εἰδόμενος Πέρσῃ καὶ οὔνομα ἀντὶ Διὸς Ξέρξην θέμενος ἀνάστατον τὴν Ἑλλάδα θέλεις ποιῆσαι. ὁ δὲ χῶρος οὗτος τὸ παλαιὸν ἦν Κικόνων. τελευτᾷ δὲ αὐτοῦ Σέρρειον ἄκρη ὀνομαστή. εὐσύμβλητον ὦν τῇδε τοῦτο ἐγένετο. τὰ μὲν ἔρσενος τὰ δὲ θηλέης· κατύπερθε δὲ ἦν τὰ τοῦ ἔρσενος. Ξέρξης δὲ ἐπεὶ διέβη ἐς τὴν Εὐρώπην. [3] ἐς τοῦτον τὸν αἰγιαλὸν κατασχόντες τὰς νέας ἀνέψυχον ἀνελκύσαντες. τὰ ἔμπαλιν πρήσσων τοῦ πεζοῦ. Αἶνόν τε πόλιν Αἰολίδα καὶ Στεντορίδα λίμνην παρεξιών. ἀριθμήσαντες δὲ κατὰ ἔθνεα διέτασσον. ἐγένετο δὲ καὶ ἕτερον αὐτῷ τέρας ἐόντι ἐν Σάρδισι· [2] ἡμίονος γὰρ ἔτεκε ἡμίονον διξὰ ἔχουσαν αἰδοῖα. τοῦτον τὸν ποταμὸν διαβάς. 57. 58. ἐπ᾽ οὗ καὶ ὁ κόλπος οὗτος τὴν ἐπωνυμίην ἔχει. ἐλινύσας οὐδένα χρόνον. ἐθηεῖτο τὸν στρατὸν ὑπὸ μαστίγων διαβαίνοντα· διέβη δὲ ὁ στρατὸς αὐτοῦ ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσι καὶ ἐν ἑπτὰ εὐφρόνῃσι. ἐν τῷ Σάλη τε Σαμοθρηικίη πεπόλισται πόλις καὶ Ζώνη. οὐκ ἀντισχόντα τότε τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον ἀλλ᾽ ἐπιλιπόντα. καὶ Περσέων φρουρὴ ἐν αὐτῷ κατεστήκεε ὑπὸ Δαρείου ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου ἐπείτε ἐπὶ Σκύθας ἐστρατεύετο. [2] ὃ μὲν γὰρ πρὸς ἑσπέρην ἔπλεε. [2] ἔδοξε ὦν τῷ Ξέρξῃ ὁ χῶρος εἶναι ἐπιτήδεος ἐνδιατάξαι τε καὶ ἐξαριθμῆσαι τὸν στρατόν. [3] μετὰ δὲ οἵ τε ἵπποι οἱ ἱροὶ καὶ τὸ ἅρμα τὸ ἱρόν. μέχρι οὗ πάντας τούτῳ τῷ τρόπῳ ἐξηρίθμησαν. ἐπὶ δὲ τούτοισι ὁ ἄλλος στρατός. σὺν δέ οἱ ὁ πεζὸς στρατός. καὶ ἐποίεε ταῦτα. ἐς τὴν αὐτῷ προείρητο ἀπικομένῳ περιμένειν· ὁ δὲ κατ᾽ ἤπειρον στρατὸς πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολὰς ἐποιέετο τὴν ὁδὸν διὰ τῆς Χερσονήσου. ἐπὶ Σαρπηδονίης ἄκρης ποιεύμενος τὴν ἄπιξιν. [2] ἐνθαῦτα λέγεται. καὶ αἱ νέες ἅμα ἀνήγοντο ἐς τὴν ἀπεναντίον. ὁ δὲ ἐν τῷ Δορίσκῳ τοῦτον τὸν χρόνον τῆς στρατιῆς ἀριθμὸν ἐποιέετο. ἄνδρα εἰπεῖν Ἑλλησπόντιον “ὦ Ζεῦ. ὀπίσω δὲ περὶ ἑωυτοῦ τρέχων ἥξειν ἐς τὸν αὐτὸν χῶρον. ἐν ἀριστερῇ δὲ Καρδίην πόλιν. 60. ἤιε πρὸς ἑσπέρην. ὅσον μέν νυν ἕκαστοι παρεῖχον πλῆθος ἐς ἀριθμόν. ὁ δὲ Δορίσκος ἐστὶ τῆς Θρηίκης αἰγιαλός τε καὶ πεδίον μέγα. τὰς μὲν δὴ νέας τὰς πάσας ἀπικομένας ἐς Δορίσκον οἱ ναύαρχοι κελεύσαντος Ξέρξεω ἐς τὸν αἰγιαλὸν τὸν προσεχέα Δορίσκῳ ἐκόμισαν. ἐς ὁδὸν ὁρμημένοισι τέρας σφι ἐφάνη μέγα. ὅτι ἔμελλε μὲν ἐλᾶν στρατιὴν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα Ξέρξης ἀγαυρότατα καὶ μεγαλοπρεπέστατα.
.. ὑπὸ δὲ τῶν βαρβάρων Ἀσσύριοι ἐκλήθησαν. . 67.61. Βακτρίων δὲ καὶ Σακέων ἦρχε Ὑστάσπης ὁ Δαρείου τε καὶ Ἀτόσσης τῆς Κύρου. πέδιλα δὲ ἐς γόνυ ἀνατείνοντα εἶχον. Πάρθων μὲν καὶ Χορασμίων Ἀρτάβαζος ὁ Φαρνάκεος. ἐσταλμένοι μὲν δὴ ἦσαν οὕτω Ἰνδοί. πρὸς δὲ ἐγχειρίδια παρὰ τὸν δεξιὸν μηρὸν παραιωρεύμενα ἐκ τῆς ζώνης. τοῦτον δὲ αὐτοῦ καταλείπει· ἐτύγχανε γὰρ ἄπαις ἐὼν ὁ Κηφεὺς ἔρσενος γόνου. τόξα δὲ καλάμινα εἶχον καὶ ὀιστοὺς καλαμίνους· ἐπὶ δὲ σίδηρος ἦν. Πέρσαι μὲν ὧδε ἐσκευασμένοι· περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι εἶχον τιάρας καλεομένους πίλους ἀπαγέας. . ἡγεμόνα παρεχόμενοι Ἀριόμαρδον τὸν Ἀρτυφίου ἀδελφεόν. Ἀσσύριοι δὲ στρατευόμενοι περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι εἶχον χάλκεά τε κράνεα καὶ πεπλεγμένα τρόπον τινὰ βάρβαρον οὐκ εὐαπήγητον. ἀναξυρίδας δὲ ἐνεδεδύκεσαν. ἐκαλέοντο δὲ πάλαι ὑπὸ μὲν Ἑλλήνων Κηφῆνες. 62. Βάκτριοι δὲ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι ἀγχότατα τῶν Μηδικῶν ἔχοντες ἐστρατεύοντο. οὗτοι δὲ ὑπὸ μὲν Ἑλλήνων καλέονται Σύριοι. τόξα δὲ καλάμινα ἐπιχώρια καὶ αἰχμὰς βραχέας. ἀπικομένης δὲ Μηδείης τῆς Κολχίδος ἐξ Ἀθηνέων ἐς τοὺς Ἀρίους τούτους μετέβαλον καὶ οὗτοι τὸ οὔνομα. ἀσπίδας δὲ καὶ αἰχμὰς καὶ ἐγχειρίδια παραπλήσια τῇσι Αἰγυπτίῃσι εἶχον. ὑπὸ μέντοι σφέων αὐτῶν καὶ τῶν περιοίκων Ἀρταῖοι. Ἀρίων δὲ ἦρχε Σισάμνης ὁ Ὑδάρνεος. 66. Ὑρκάνιοι δὲ κατά περ Πέρσαι ἐσεσάχατο. οἱ δὲ στρατευόμενοι οἵδε ἦσαν. [2] Σάκαι δὲ οἱ Σκύθαι περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κυρβασίας ἐς ὀξὺ ἀπηγμένας ὀρθὰς εἶχον πεπηγυίας. [3] ἐπεὶ δὲ Περσεὺς ὁ Δανάης τε καὶ Διὸς ἀπίκετο παρὰ Κηφέα τὸν Βήλου καὶ ἔσχε αὐτοῦ τὴν θυγατέρα Ἀνδρομέδην. Κάσπιοι δὲ σισύρνας τε ἐνδεδυκότες καὶ τόξα ἐπιχώρια καλάμινα ἔχοντες καὶ ἀκινάκας ἐστρατεύοντο. καὶ λινέους θώρηκας. Ἰνδοὶ δὲ εἵματα μὲν ἐνδεδυκότες ἀπὸ ξύλων πεποιημένα. ἄριοι δὲ τόξοισι μὲν ἐσκευασμένοι ἦσαν Μηδικοῖσι. τόξα δὲ μεγάλα. αὐτοὶ περὶ σφέων ὧδε λέγουσι Μῆδοι. τούτους δὲ ἐόντας Σκύθας Ἀμυργίους Σάκας ἐκάλεον· οἱ γὰρ Πέρσαι πάντας τοὺς Σκύθας καλέουσι Σάκας. τούτων δὲ μεταξὺ Χαλδαῖοι. περὶ δὲ τὸ σῶμα κιθῶνας χειριδωτοὺς ποικίλους.. [2] τούτων δὲ ἦρχον οἵδε. [2] Κίσσιοι δὲ στρατευόμενοι τὰ μὲν ἄλλα κατά περ Πέρσαι ἐσκευάδατο. Σαραγγέων δὲ ἦρχε Φερενδάτης ὁ Μεγαβάζου. οἱ δὲ Μῆδοι ἄρχοντα μὲν παρείχοντο Τιγράνην ἄνδρα Ἀχαιμενίδην. τόξα δὲ ἐπιχώρια καὶ ἐγχειρίδια.. Σόγδων δὲ Ἀζάνης ὁ Ἀρταίου. τόξα δὲ καὶ αἰχμὰς Μηδικάς. πρὸς δὲ καὶ ἀξίνας σαγάρις εἶχον. Πάκτυες δὲ ἄρχοντα παρείχοντο Ἀρταΰντην τὸν Ἰθαμίτρεω. ἐκαλέοντο δὲ πάλαι πρὸς πάντων Ἄριοι. περὶ δὲ τὰ σκέλεα ἀναξυρίδας. 64. ἐπὶ τούτου δὴ τὴν ἐπωνυμίην ἔσχον. Κισσίων δὲ ἦρχε Ἀνάφης ὁ Ὀτάνεω. τὰ δὲ ἄλλα κατά περ Βάκτριοι. 65. πρὸς δὲ ῥόπαλα ξύλων τετυλωμένα σιδήρῳ. ἡγεμόνα παρεχόμενοι Μεγάπανον τὸν Βαβυλῶνος ὕστερον τούτων ἐπιτροπεύσαντα. λεπίδος σιδηρέης ὄψιν ἰχθυοειδέος. Γανδαρίων δὲ καὶ Δαδικέων Ἀρτύφιος ὁ Ἀρταβάνου. [2] καὶ ἄρχοντα παρείχοντο Ὀτάνεα τὸν Ἀμήστριος πατέρα τῆς Ξέρξεω γυναικός. Ἦρχε δὲ σφέων Ὀτάσπης ὁ Ἀρταχαίεω. γίνεται αὐτῷ παῖς τῷ οὔνομα ἔθετο Πέρσην. Πάρθοι δὲ καὶ Χοράσμιοι καὶ Σόγδοι τε καὶ Γανδάριοι καὶ Δαδίκαι τὴν αὐτὴν σκευὴν ἔχοντες τὴν καὶ Βάκτριοι ἐστρατεύοντο. προσετετάχατο δὲ συστρατευόμενοι Φαρναζάθρῃ τῷ Ἀρταβάτεω. ἀντὶ δὲ τῶν πίλων μιτρηφόροι ἦσαν. [2] Πάκτυες δὲ σισυρνοφόροι τε ἦσαν καὶ τόξα ἐπιχώρια εἶχον καὶ ἐγχειρίδια. ὀιστοὺς δὲ καλαμίνους. Σαράγγαι δὲ εἵματα μὲν βεβαμμένα ἐνέπρεπον ἔχοντες. οὗτοι μὲν οὕτω ἐσκευάδατο. Μῆδοι δὲ τὴν αὐτὴν ταύτην ἐσταλμένοι ἐστρατεύοντο· Μηδικὴ γὰρ αὕτη ἡ σκευή ἐστι καὶ οὐ Περσική. ἀντὶ δὲ ἀσπίδων γέρρα· ὑπὸ δὲ φαρετρεῶνες ἐκρέμαντο· αἰχμὰς δὲ βραχέας εἶχον. 63.
71. μεταβαλόντες τὸ οὔνομα. 69. ἐπὶ δὲ Λυδοῦ τοῦ Ἄτους ἔσχον τὴν ἐπωνυμίην. ἐπὶ δὲ καλαμίνους ὀιστοὺς μικρούς· ἀντὶ δὲ σιδήρου ἐπῆν λίθος ὀξὺς πεποιημένος. Οὐτίων μὲν καὶ Μύκων Ἀρσαμένης ὁ Δαρείου. ἀσπίδας δὲ μικράς. Θρήικες δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι ἀλωπεκέας ἔχοντες ἐστρατεύοντο. οἱ δὲ Σύριοι οὗτοι ὑπὸ Περσέων Καππαδόκαι καλέονται. 75. τετραπηχέων οὐκ ἐλάσσω. ἐόντες Φρυγῶν ἄποικοι. [2] οὗτοι δὲ οἱ ἐκ τῆς Ἀσίης Αἰθίοπες τὰ μὲν πλέω κατά περ Ἰνδοὶ ἐσεσάχατο. ὡς Μακεδόνες λέγουσι. ἀκοντίοισι δὲ ἐχρέωντο ἐπικαύτοισι. 73. περὶ δὲ τὸ σῶμα κιθῶνας. τοῦ δὲ σώματος τὸ μὲν ἥμισυ ἐξηλείφοντο γύψῳ ἰόντες ἐς μάχην. Λυδοὶ δὲ ἀγχοτάτω τῶν Ἑλληνικῶν εἶχον ὅπλα. Ἀράβιοι δὲ ζειρὰς ὑπεζωσμένοι ἦσαν. διαλλάσσοντες εἶδος μὲν οὐδὲν τοῖσι ἑτέροισι. ἀσπίδας δὲ μικρὰς αἰχμάς τε οὐ μεγάλας. 70. Αἰθίοπες δὲ παρδαλέας τε καὶ λεοντέας ἐναμμένοι. Στρυμόνιοι. οἱ δὲ Φρύγες. ἐπὶ δὲ ζειρὰς περιβεβλημένοι ποικίλας. τόξα δέ παλίντονα εἶχον πρὸς δεξιά. Μαριανδυνῶν δὲ καὶ Λιγύων καὶ Συρίων Γοβρύης ὁ Δαρείου τε καὶ Ἀρτυστώνης. Λίβυες δὲ σκευὴν μὲν σκυτίνην ἤισαν ἔχοντες. [2] οὗτοι δὲ διαβάντες μὲν ἐς τὴν Ἀσίην ἐκλήθησαν Βιθυνοί. τὴν μάλιστα στέρξας τῶν γυναικῶν Δαρεῖος εἰκὼ χρυσέην σφυρήλατον ἐποιήσατο. πρὸς δὲ ἀκόντιά τε καὶ πέλτας καὶ ἐγχειρίδια μικρά. ἀκοντίοισι δὲ ἐπικαύτοισι χρεώμενοι. οἰκέοντες ἐπὶ Στρυμόνι· ἐξαναστῆναι δὲ φασὶ ἐξ ἠθέων ὑπὸ Τευκρῶν τε καὶ Μυσῶν. τόξα δὲ εἶχον ἐκ φοίνικος σπάθης πεποιημένα. ὀλίγον παραλλάσσοντες. 74. τὸ δὲ πρότερον ἐκαλέοντο. [2] Ἀραβίων δὲ καὶ Αἰθιόπων τῶν ὑπὲρ Αἰγύπτου οἰκημένων ἦρχε Ἀρσάμης ὁ Δαρείου καὶ Ἀρτυστώνης τῆς Κύρου θυγατρός. μεταβάντες δὲ ἐς τὴν Ἀσίην ἅμα τῇ χώρῃ καὶ τὸ οὔνομα μετέβαλον ἐς Φρύγας. τῶν μὲν δὴ ὑπὲρ Αἰγύπτου Αἰθιόπων καὶ Ἀραβίων ἦρχε Ἀρσάμης. τούτων συναμφοτέρων ἦρχε Ἀρτόχμης Δαρείου ἔχων θυγατέρα. τὰ δὲ ὦτα τῶν ἵππων ὀρθὰ πεπηγότα εἶχον· προβλήματα δὲ ἀντ᾽ ἀσπίδων ἐποιεῦντο γεράνων δοράς. Ἀρμένιοι δὲ κατά περ Φρύγες ἐσεσάχατο. οἱ δ᾽ ἐκ τῆς Λιβύης οὐλότατον τρίχωμα ἔχουσι πάντων ἀνθρώπων. φωνὴν δὲ καὶ τρίχωμα μοῦνον· οἱ μὲν γὰρ ἀπὸ ἡλίου Αἰθίοπες ἰθύτριχες εἰσί. τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ μίλτῳ. .68. Οὔτιοι δὲ καὶ Μύκοι τε καὶ Παρικάνιοι ἐσκευασμένοι ἦσαν κατά περ Πάκτυες. [2] Παφλαγόνων μέν νυν καὶ Ματιηνῶν Δῶτος ὁ Μεγασίδρου ἦρχε. ἄρχοντα δὲ παρείχοντο Μασσάγην τὸν Ὀαρίζου. Λυδῶν δὲ καὶ Μυσῶν ἦρχε Ἀρταφρένης ὁ Ἀρταφρένεος ὃς ἐς Μαραθῶνα ἐσέβαλε ἅμα Δάτι. Θρηίκων δὲ τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ ἦρχε Βασσάκης ὁ Ἀρταβάνου. [2] οὗτοι δὲ εἰσὶ Λυδῶν ἄποικοι. μακρά. μακρά. 72. ἐκαλέοντο Βρίγες χρόνον ὅσον Εὐρωπήιοι ἐόντες σύνοικοι ἦσαν Μακεδόσι. φρύγες δὲ ἀγχοτάτω τῆς Παφλαγονικῆς σκευὴν εἶχον. Παρικανίων δὲ Σιρομίτρης ὁ Οἰοβάζου. ἀπ᾽ Ὀλύμπου δὲ ὄρεος καλέονται Ὀλυμπιηνοί. τούτων δὲ ἦρχον οἵδε. περὶ δὲ τοὺς πόδας τε καὶ τὰς κνήμας πέδιλα νεβρῶν. τῷ καὶ τὰς σφρηγῖδας γλύφουσι· πρὸς δὲ αἰχμὰς εἶχον. Μυσοὶ δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι εἶχον κράνεα ἐπιχώρια. προμετωπίδια δὲ ἵππων εἶχον ἐπὶ τῇσι κεφαλῇσι σύν τε τοῖσι ὠσὶ ἐκδεδαρμένα καὶ τῇ λοφιῇ· καὶ ἀντὶ μὲν λόφου ἡ λοφιὴ κατέχρα. οἱ δὲ ἀπὸ ἡλίου ἀνατολέων Αἰθίοπες (διξοὶ γὰρ δὴ ἐστρατεύοντο) προσετετάχατο τοῖσι Ἰνδοῖσι. ἐπὶ δὲ κέρας δορκάδος ἐπῆν ὀξὺ πεποιημένον τρόπον λόγχης· εἶχον δὲ καὶ ῥόπαλα τυλωτά. Παφλαγόνες δὲ ἐστρατεύοντο ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα πεπλεγμένα ἔχοντες. Λίγυες δὲ καὶ Ματιηνοὶ καὶ Μαριανδυνοί τε καὶ Σύριοι τὴν αὐτὴν ἔχοντες Παφλαγόσι ἐστρατεύοντο. πρὸς δὲ ἀκόντια καὶ ἐγχειρίδια. ὡς αὐτοὶ λέγουσι. περὶ δὲ τοὺς πόδας πέδιλα ἐπιχώρια ἐς μέσην κνήμην ἀνατείνοντα. οἱ δὲ Λυδοὶ Μηίονες ἐκαλεῦντο τὸ πάλαι.
νήσων δὲ ἐν τῇσι τοὺς ἀνασπάστους καλεομένους κατοικίζει βασιλεύς. 84. ἑκατοντάρχας δὲ καὶ δεκάρχας οἱ μυριάρχαι. καὶ οἱ διατάξαντες καὶ ἐξαριθμήσαντες οὗτοι ἦσαν καὶ χιλιάρχας τε καὶ μυριάρχας ἀποδέξαντες. κάμηλοί τε καὶ ὑποζύγια ἦγον. τότε σημανέω. Τιβαρηνοὶ δὲ καὶ Μάκρωνες καὶ Μοσσύνοικοι κατά περ Μόσχοι ἐσκευασμένοι ἐστρατεύοντο. ὃς Σηστὸν τὴν ἐν Ἑλλησπόντῳ ἐπετρόπευε. Μόσχους μὲν καὶ Τιβαρηνοὺς Ἀριόμαρδος ὁ Δαρείου τε παῖς καὶ Πάρμυος τῆς Σμέρδιος τοῦ Κύρου. χωρὶς τῶν ἄλλων στρατιωτέων. μόσχοι δὲ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κυνέας ξυλίνας εἶχον. ἁρμαμάξας τε ἅμα ἤγοντο. ἐπεὰν κατὰ τὴν Κιλίκων τάξιν διεξιὼν γένωμαι. τούτους δὲ συνέτασσον ἄρχοντες οἵδε. ὃς ἐν Μυκάλῃ στρατηγέων δευτέρῳ ἔτεϊ τούτων ἐτελεύτησε ἐν τῇ μάχῃ. ἐκαλέοντο δὲ ἀθάνατοι οἱ Πέρσαι οὗτοι ἐπὶ τοῦδε· εἴ τις αὐτῶν ἐξέλιπε τὸν ἀριθμὸν ἢ θανάτῳ βιηθεὶς ἢ νούσῳ. Λασόνιοι δὲ καλεύμενοι. . 78. Ἀλαρόδιοι δὲ καὶ Σάσπειρες κατά περ Κόλχοι ὡπλισμένοι ἐστρατεύοντο. ἄλλος ἀνὴρ ἀραίρητο. τούτων δὲ τῶν νησιωτέων ἦρχε Μαρδόντης ὁ Βαγαίου. ἐπὶ δὲ τῇσι κεφαλῇσι κράνεα χάλκεα· πρὸς δὲ τοῖσι κράνεσι ὦτά τε καὶ κέρεα προσῆν βοὸς χάλκεα. περὶ δὲ τῇσι κεφαλῇσι ἐκ διφθερέων πεποιημένας κυνέας.76. καὶ αὐτοὶ ἄριστοι ἦσαν· σκευὴν μὲν τοιαύτην εἶχον ἥ περ εἴρηται. ταῦτα ἦν τὰ κατ᾽ ἤπειρον στρατευόμενά τε ἔθνεα καὶ τεταγμένα ἐς τὸν πεζόν. ἱππεύει δὲ ταῦτα τὰ ἔθνεα· πλὴν οὐ πάντα παρείχετο ἵππον. καὶ Μασίστης ὁ Δαρείου τε καὶ Ἀτόσσης παῖς καὶ Γέργις ὁ Ἀριάζου καὶ Μεγάβυζος ὁ Ζωπύρου. ἀσπίδας δὲ ὠμοβοΐνας εἶχον σμικράς. ἐν τούτοισι τοῖσι ἀνδράσι Ἄρεος ἐστὶ χρηστήριον. Κόλχοι δὲ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα ξύλινα. τελέων δὲ καὶ ἐθνέων ἦσαν ἄλλοι σημάντορες. οὗτοι ἦσαν στρατηγοὶ τοῦ σύμπαντος πεζοῦ χωρὶς τῶν μυρίων· τῶν δὲ μυρίων τούτων Περσέων τῶν ἀπολελεγμένων ἐστρατήγεε μὲν Ὑδάρνης ὁ Ὑδάρνεος. καὶ ἐγίνοντο οὐδαμὰ οὔτε πλεῦνες μυρίων οὔτε ἐλάσσονες. ἀσπίδας δὲ ὠμοβοΐνας μικρὰς αἰχμάς τε βραχέας. πρὸς δὲ μαχαίρας εἶχον. τὴν ἐγώ. 83. Ξέρξῃ δὲ ἐγίνοντο ἀνεψιοί. Μᾶρες δὲ ἐπὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα ἐπιχώρια πλεκτὰ εἶχον. ἀσπίδας δὲ καὶ αἰχμὰς σμικράς· λόγχαι δὲ ἐπῆσαν μεγάλαι. τὴν αὐτὴν Κίλιξι εἶχον σκευήν. 81. ἐν δὲ παλλακὰς καὶ θεραπηίην πολλήν τε καὶ εὖ ἐσκευασμένην· σῖτα δέ σφι. τούτων δὲ Μασίστιος ὁ Σιρομίτρεω ἦρχε. τούτου ὦν τοῦ στρατοῦ ἦρχον μὲν οὗτοι οἵ περ εἰρέαται. τὰ δὲ νησιωτικὰ ἔθνεα τὰ ἐκ τῆς Ἐρυθρῆς θαλάσσης ἑπόμενα. 79. Μάκρωνας δὲ καὶ Μοσσυνοίκους Ἀρταΰκτης ὁ Χεράσμιος. ἐπῆσαν δὲ καὶ λόφοι· τὰς δὲ κνήμας ῥάκεσι φοινικέοισι κατειλίχατο. 80. 82. [2] κόσμον δὲ πλεῖστον παρείχοντο διὰ πάντων Πέρσαι. ἀλλὰ τοσάδε μοῦνα. Μιλύαι δὲ αἰχμάς τε βραχέας εἶχον καὶ εἵματα ἐνεπεπορπέατο· εἶχον δὲ αὐτῶν τόξα μετεξέτεροι Λύκια. τούτων πάντων ἦρχε Βάδρης ὁ Ὑστάνεος. 77. ἦσαν μὲν δὴ οὗτοι οἵ περεἰρέαται ἄρχοντες. ἀγχοτάτω τῶν Μηδικῶν εἶχον ἐσθῆτά τε καὶ ὅπλα. Καβηλέες δὲ οἱ Μηίονες. χωρὶς δὲ χρυσόν τε πολλὸν καὶ ἄφθονον ἔχοντες ἐνέπρεπον. ἀσπίδας δὲ δερματίνας μικρὰς καὶ ἀκόντια. .. Μαρῶν δὲ καὶ Κόλχων ἦρχε Φαρανδάτης ὁ Τεάσπιος. καὶ προβόλους δύο λυκιοεργέας ἕκαστος εἶχε.. Πέρσαι μὲν τὴν αὐτὴν ἐσκευασμένοι καὶ ὁ πεζὸς αὐτῶν· πλὴν ἐπὶ τῇσι κεφαλῇσι εἶχον ἔνιοι αὐτῶν καὶ χάλκεα καὶ σιδήρεα ἐξεληλαμένα ποιήματα.. ἐστρατήγεον δὲ τούτων τε καὶ τοῦ σύμπαντος στρατουῥ τοῦ πεζοῦ Μαρδόνιός τε ὁ Γοβρύεω καὶ Τριτανταίχμης ὁ Ἀρταβάνου τοῦ γνώμην θεμένου μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ Ἑλλάδα καὶ Σμερδομένης ὁ Ὀτάνεω. Δαρείου ἀμφότεροι οὗτοι ἀδελφεῶν παῖδες.
λαισήια δὲ εἶχον ἀντ᾽ ἀσπίδων ὠμοβοέης πεποιημένα. Βάκτριοι δὲ ἐσκευάδατο ὡσαύτως καὶ ἐν τῷ πεζῷ. τὸ δὲ πλῆθος αὐτῶν θωρηκοφόροι ἦσαν. τῶν δὲ τριηρέων ἀριθμὸς μὲν ἐγένετο ἑπτὰ καὶ διηκόσιαι καὶ χίλιαι. ἐνδεδυκότες δὲ θώρηκας λινέους. [2] Λίβυες δὲ καὶ αὐτοὶ κατά περ ἐν τῷ πεζῷ· ἤλαυνον δὲ καὶ οὗτοι πάντες ἅρματα. . 88. οἳ δὲ ἀπὸ Κύθνου. Ἀράβιοι δὲ ἔσχατοι ἐπετετάχατο· ἅτε γὰρ τῶν ἵππων οὔτι ἀνεχομένων τὰς καμήλους. τὰ δὲ ἄλλα κατά περ Ἕλληνες. ἀσπίδας δὲ ἴτυς οὐκ ἐχούσας εἶχον καὶ ἀκόντια. ἐπ᾽ ἑωυτὸν ἕλκει· οἳ δὲ ἐν ἕρκεσι ἐμπαλασσόμενοι διαφθείρονται. ἀριθμὸς δὲ τῆς ἵππου ἐγένετο ὀκτὼ μυριάδες. ἐσκευασμένοι ὧδε· τὰς μὲν κεφαλὰς εἱλίχατο μίτρῃσι οἱ βασιλέες αὐτῶν. Ἀράβιοι δὲ σκευὴν μὲν εἶχον τὴν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ πεζῷ. ὡς γὰρ ὁρμῶντο ἐκ Σαρδίων. 87. ἀγχοτάτω τῇσι Αἰγυπτίῃσι μαχαίρῃσι πεποιημένα. ἀσπίδας δὲ κοίλας. σκευὴν δὲ μεταξὺ ἔχουσι πεποιημένην τῆς τε Περσικῆς καὶ τῆς Πακτυϊκῆς· οἳ παρείχοντο μὲν ἵππον ὀκτακισχιλίην. οἱ μέν νυν ἄλλοι ἱππέες ἐτετάχατο κατὰ τέλεα. Κίλικες δὲ ἑκατὸν παρείχοντο νέας. παρείχοντο δὲ αὐτὰς οἵδε. πάρεξ τῶν καμήλων καὶ τῶν ἁρμάτων. οἳ δὲ ἀπ᾽ Ἀρκαδίης. ὅπλα δὲ οὐ νομίζουσι ἔχειν οὔτε χάλκεα οὔτε σιδήρεα ἔξω ἐγχειριδίων. ταῦτα τὰ ἔθνεα μοῦνα ἱππεύει. ἤν τε ἵππου ἤν τε ἀνθρώπου. [3] οὗτοι δὲ εἶχον περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα χηλευτά. Κύπριοι δὲ παρείχοντο νέας πεντήκοντα καὶ ἑκατόν. εἰσὶ δὲ τινὲς νομάδες ἄνθρωποι Σαγάρτιοι καλεόμενοι. οὗτοι δὲ τὸ παλαιὸν Ὑπαχαιοὶ ἐκαλέοντο. 86. [2] τὸν δὲ ἵππον αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς ἐποίησαν ὡς ἐκέλευε· ἀπαγαγόντες οἱ οἰκέται ἐς τὸν χῶρον ἐν τῷ περ κατέβαλε τὸν δεσπότην. τούτων μὲν αὕτη ἡ μάχη.85. ἐπὶ συμφορὴν περιέπεσε ἀνεθέλητον· ἐλαύνοντι γάρ οἱ ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ ἵππου ὑπέδραμε κύων. Φοίνικες μὲν σὺν Σύροισι τοῖσι ἐν τῇ Παλαιστίνῃ τριηκοσίας. ὧδε ἐσκευασμένοι· περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κυνέας εἶχον ἀγχοτάτω πεποιημένας τρόπον τὸν Ἑλληνικόν. ἡ δὲ μάχη τούτων τῶν ἀνδρῶν ἥδε· ἐπεὰν συμμίσγωσι τοῖσι πολεμίοισι. ὁ δὲ τρίτος σφι συνίππαρχος Φαρνούχης κατελέλειπτο ἐν Σάρδισι νοσέων. Φαρνούχης μὲν οὕτω παρελύθη τῆς ἡγεμονίης. καὶ κιθῶνας εἰρινέους ἐνδεδυκότες· δύο δὲ ἀκόντια ἕκαστος καὶ ξίφος εἶχον. Ἰνδοὶ δὲ σκευῇ μὲν ἐσεσάχατο τῇ αὐτῇ καὶ ἐν τῷ πεζῷ. [2] οὗτοι δὲ οἱ Φοίνικες τὸ παλαιὸν οἴκεον. ὡς αὐτοὶ λέγουσι. οὗτοι δ᾽ αὖ περὶ μὲν τῇσι κεφαλῇσι κράνεα ἐπιχώρια. βάλλουσι τὰς σειρὰς ἐπ᾽ ἄκρῳ βρόχους ἐχούσας· ὅτευ δ᾽ ἂν τύχῃ. ἐπὶ τῇ Ἐρυθρῇ θαλάσσῃ. τούτων δὲ τοσάδε ἔθνεα εἰσί. καὶ Κάσπιοι ὁμοίως. πεσὼν δὲ αἷμά τε ἤμεε καὶ ἐς φθίσιν περιῆλθε ἡ νοῦσος. οὗτοι μὲν οὕτω ἐστάλατο. καὶ ὁ ἵππος οὐ προϊδὼν ἐφοβήθη τε καὶ στὰς ὀρθὸς ἀπεσείσατο τὸν Φαρνούχεα. Ἵππαρχοι δὲ ἦσαν Ἁρμαμίθρης τε καὶ Τίθαιος Δάτιος παῖδες. 90. ὣς δ᾽ αὕτως Κάσπιοι καὶ Παρικάνιοι ἐσεσάχατο ὁμοίως καὶ ἐν τῷ πεζῷ. μαχαίρας δὲ μεγάλας εἶχον. οἱ δὲ ἄλλοι εἶχον κιθῶνας. ἐν τοῖσι γούνασι ἀπέταμον τὰ σκέλεα. καὶ δόρατά τε ναύμαχα καὶ τύχους μεγάλους. 89. ὡς αὐτοὶ Κύπριοι λέγουσι. 91. τὰς ἴτυς μεγάλας ἐχούσας. ἐνθεῦτεν δὲ ὑπερβάντες τῆς Συρίης οἰκέουσι τὸ παρὰ θάλασσαν· τῆς δὲ Συρίης τοῦτο τὸ χωρίον καὶ τὸ μέχρι Αἰγύπτου πᾶν Παλαιστίνη καλέεται. χρέωνται δὲ σειρῇσι πεπλεγμένῃσι ἐξ ἱμάντων· [2] ταύτῃσι πίσυνοι ἔρχονται ἐς πόλεμον. οἳ δὲ ἀπὸ Φοινίκης. οἳ μὲν ἀπὸ Σαλαμῖνος καὶ Ἀθηνέων. ἐπὶ δὲ Κίλικος τοῦ Ἀγήνορος ἀνδρὸς Φοίνικος ἔσχον τὴν ἐπωνυμίην. ἤλαυνον δὲ κέλητας καὶ ἅρματα· ὑπὸ δὲ τοῖσι ἅρμασι ὑπῆσαν ἵπποι καὶ ὄνοι ἄγριοι. οἳ δὲ ἀπὸ Αἰθιοπίης. καὶ Κίσσιοι ὡσαύτως. ἵνα μὴ φοβέοιτο τὸ ἱππικόν. ἔθνος μὲν Περσικὸν καὶ φωνῇ. καὶ ἐπετετάχατο ἐς τοὺς Πέρσας· Μῆδοι δὲ τήν περ ἐν τῷ πεζῷ εἶχον σκευήν. ὕστεροι ἐτετάχατο. Αἰγύπτιοι δὲ νέας παρείχοντο διηκοσίας. ἤλαυνον δὲ πάντες καμήλους ταχυτῆτα οὐ λειπομένας ἵππων.
τριηκόντεροι δὲ καὶ πεντηκόντεροι καὶ κέρκουροι καὶ ἱππαγωγὰ πλοῖα μακρὰ συνελθόντα ἐς τὸν ἀριθμὸν ἐφάνη τρισχίλια. καὶ Τύριος Ματτὴν Σιρώμου. Ἴωνες δὲ ὅσον μὲν χρόνον ἐν Πελοποννήσῳ οἴκεον τὴν νῦν καλεομένην Ἀχαιίην. [2] οὔτε γὰρ ἔθνεος ἑκάστου ἐπάξιοι ἦσαν οἱ ἡγεμόνες. καὶ Καρῶν Ἱστιαῖός τε ὁ Τύμνεω καὶ Πίγρης ὁ Ὑσσελδώμου. τῶν δὲ ἐπιπλεόντων μετά γε τοὺς στρατηγοὺς οἵδε ἦσαν ὀνομαστότατοι. Σιδώνιος Τετράμνηστος Ἀνύσου. ὅσοι αὐτῶν ἦσαν Πέρσαι. ἐπὶ δὲ αἰγὸς δέρμα περὶ τοὺς ὤμους αἰωρεύμενον. καὶ τοῦτο Πελασγικὸν ἔθνος. καὶ πρὶν ἢ Δαναόν τε καὶ Ξοῦθον ἀπικέσθαι ἐς Πελοπόννησον. ἐπὶ δὲ Ἴωνος τοῦ Ξούθου Ἴωνες. τὰ μὲν ἄλλα κατά περ Ἕλληνες ἐσταλμένοι. ἐκαλέοντο Πελασγοὶ Αἰγιαλέες. καὶ Κίλιξ Συέννεσις Ὠρομέδοντος. ἐπεβάτευον δὲ ἐπὶ πασέων τῶν νεῶν Πέρσαι καὶ Μῆδοι καὶ Σαάκαι. οὐ παραμέμνημαι. οὗτοι δὲ οἵτινες πρότερον ἐκαλέοντο. οἱ δὲ Πάμφυλοι οὗτοι εἰσὶ τῶν ἐκ Τροίης ἀποσκεδασθέντων ἅμα Ἀμφιλόχῳ καὶ Κάλχαντι. λύκιοι δὲ παρείχοντο νέας πεντήκοντα θωρηκοφόροι τε ἐόντες καὶ κνημιδοφόροι. Ἴωνες δὲ ἑκατὸν νέας παρείχοντο ἐσκευασμένοι ὡς Ἕλληνες. τούτων δὲ ἄριστα πλεούσας παρείχοντο νέας Φοίνικες καὶ Φοινίκων Σιδώνιοι. ὡς Ἑλλήνων λόγος. 92. Αἰολέες δὲ ἑξήκοντα νέας παρείχοντο. οὐ γὰρ ἀναγκαίῃ ἐξέργομαι ἐς ἱστορίης λόγον. ὡς Ἕλληνες λέγουσι. ὡπλισμένοι ὡς Ἕλληνες. Λύκιοι δὲ Τερμίλαι ἐκαλέοντο ἐκ Κρήτης γεγονότες. τούτοισι πᾶσι καὶ τοῖσι ἐς τὸν πεζὸν τεταγμένοισι αὐτῶν ἐπῆσαν ἑκάστοισι ἐπιχώριοι ἡγεμόνες. ἔν τε ἔθνεϊ ἑκάστῳ ὅσαι περ πόλιες τοσοῦτοι καὶ ἡγεμόνες ἦσαν. 94. περὶ δὲ τῇσι κεφαλῇσι πίλους πτεροῖσι περιεστεφανωμένους· ἐγχειρίδια δὲ καὶ δρέπανα εἶχον. 95. ἐσκευασμένοι τε ὡς Ἕλληνες καὶ τὸ πάλαι καλεόμενοι Πελασγοί. Ἀρτεμισίης δὲ τῆς μάλιστα θῶμα ποιεῦμαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα στρατευσαμένης γυναικός· ἥτις ἀποθανόντος τοῦ ἀνδρὸς αὐτή τε ἔχουσα τὴν τυραννίδα καὶ παιδὸς . νησιῶται δὲ ἑπτακαίδεκα παρείχοντο νέας. ἔχοντές τε Ἑλληνικὰ ὅπλα καὶ γεγονότες ἀπὸ Πελοποννήσου. τοῦ δὲ ναυτικοῦ ἐστρατήγεον Ἀριαβίγνης τε ὁ Δαρείου καὶ Πρηξάσπης ὁ Ἀσπαθίνεω καὶ Μεγάβαζος ὁ Μεγαβάτεω καὶ Ἀχαιμένης ὁ Δαρείου. ἐπὶ δὲ Λύκου τοῦ Πανδίονος ἀνδρὸς Ἀθηναίου ἔσχον τὴν ἐπωνυμίην. καὶ Δαμασίθυμος ὁ Κανδαύλεω. καὶ Κύπριοι Γόργος τε ὁ Χέρσιος καὶ Τιμῶναξ ὁ Τιμαγόρεω. τῶν ἐγώ. [2] Ἑλλησπόντιοι δὲ πλὴν Ἀβυδηνῶν (Ἀβυδηνοῖσι γὰρ προσετέτακτο ἐκ βασιλέος κατὰ χώρην μένουσι φύλακας εἶναι τῶν γεφυρέων) οἱ δὲ λοιποὶ οἱ ἐκ τοῦ Πόντου στρατευόμενοι παρείχοντο μὲν ἑκατὸν νέας. ἐν τοῖσι πρώτοισι τῶν λόγων εἴρηται. καὶ Ἀράδιος Μέρβαλος Ἀγβάλου. 93. 99. εἰρέαταί μοι. Δωριέες δὲ οἱ ἐκ τῆς Ἀσίης τριήκοντα παρείχοντο νέας. εἶχον δὲ τόξα κρανέινα καὶ ὀιστοὺς καλαμίνους ἀπτέρους καὶ ἀκόντια. καὶ Λύκιος Κυβερνίσκος Σίκα. εἵποντο δὲ ὡς οὐ στρατηγοὶ ἀλλ᾽ ὥσπερ οἱ ἄλλοι στρατευόμενοι δοῦλοι· ἐπεὶ στρατηγοί γε οἱ τὸ πᾶν ἔχοντες κράτος καὶ ἄρχοντες τῶν ἐθνέων ἑκάστων. 98. οὗτοι δὲ Ἰώνων καὶ Δωριέων ἄποικοι. εἶχον δὲ καὶ δρέπανα καὶ ἐγχειρίδια. 97. 96.Πάμφυλοι δὲ τριήκοντα παρείχοντο νέας Ἑλληνικοῖσι ὅπλοισι ἐσκευασμένοι. τῆς μὲν Ἰάδος τε καὶ Καρικῆς στρατιῆς Ἀριαβίγνης ὁ Δαρείου τε παῖς καὶ τῆς Γοβρύεω θυγατρός· Αἰγυπτίων δὲ ἐστρατήγεε Ἀχαιμένης Ξέρξεω ἐὼν ἀπ᾽ ἀμφοτέρων ἀδελφεός. Κᾶρες δὲ ἑβδομήκοντα παρείχοντο νέας. ἐσκευασμένοι δὲ ἦσαν ὡς Ἕλληνες. τῆς δὲ ἄλλης στρατιῆς ἐστρατήγεον οἱ δύο. τῶν μέν νυν ἄλλων οὐ παραμέμνημαι ταξιάρχων ὡς οὐκ ἀναγκαζόμενος. ὕστερον δὲ Ἰωνικὸν ἐκλήθη κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ οἱ δυωδεκαπόλιες Ἴωνες οἱ ἀπ᾽ Ἀθηνέων.
“βασιλεῦ. μή πύθῃ ὅσοι τινὲς ἐόντες ταῦτα ποιέειν οἷοί τε εἰσί· ἤν τε γὰρ τύχωσι ἐξεστρατευμένοι χίλιοι. πυθέσθαι”. ἐπεθύμησε αὐτός σφεας διεξελάσας θεήσασθαι· μετὰ δὲ ἐποίεε ταῦτα. καὶ ἐξοπλίσαντες τοὺς ἐπιβάτας ὡς ἐς πόλεμον. ἔλεγε τάδε. 102. καλέσας δ᾽ αὐτὸν εἴρετο τάδε. οὐ γάρ. ἐς μὲν τοσόνδε ὁ ναυτικὸς στρατὸς εἴρηται. ὁκοῖόν τι λέγεις περὶ αὐτῶν. τοὺς δὲ ἄλλους Ἐπιδαυρίους. αὖτις δὲ ὡς ἀντιώσονταί τοι ἐς μάχην καὶ ἢν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πάντες τὰ σὰ φρονέωσι. ἤν τε ἐλάσσονες τούτων ἤν τε καὶ πλεῦνες”. [3] ἀριθμοῦ δὲ πέρι. [2] ὡς δὲ ταῦτά οἱ ἐπεποίητο. 103. οὗτοι μαχήσονταί τοι. ἐπειρωτῶν τε ἑκάστας ὁμοίως καὶ τὸν πεζὸν καὶ ἀπογραφόμενος. τῇ Ἑλλάδι πενίη μὲν αἰεί κοτε σύντροφος ἐστί. οἷον ἐφθέγξαο ἔπος. ἕως ἐξ ἐσχάτων ἐς ἔσχατα ἀπίκετο καὶ τῆς ἵππου καὶ τοῦ πεζοῦ. οὐδεμιῆς οἱ ἐούσης ἀναγκαίης. καὶ ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι σεῦ τε καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων τῶν ἐμοὶ ἐς λόγους ἀπικνεομένων. εἰ Ἕλληνες ὑπομενέουσι χεῖρας ἐμοὶ ἀνταειρόμενοι. οὐδ᾽ εἰ πάντες Ἕλληνες καὶ οἱ λοιποὶ οἱ πρὸς ἑσπέρης οἰκέοντες ἄνθρωποι συλλεχθείησαν. πάντων τε τῶν συμμάχων γνώμας ἀρίστας βασιλέι ἀπεδέξατο. μὴ ἐόντες ἄρθμιοι. [3] θέλω μέντοι καὶ τὸ ἀπὸ σεῦ. τῶν νεῶν κατελκυσθεισέων ἐς θάλασσαν. ὡς δὲ καὶ ταύτας διεξέπλωσε καὶ ἐξέβη ἐκ τῆς νεός. [2] νῦν ὦν μοι τόδε φράσον. κότερα ἀληθείῃ χρήσωμαι πρὸς σὲ ἢ ἡδονῇ. 101. [2] αἰνέω μέν νυν πάντας Ἕλληνας τοὺς περὶ ἐκείνους τοὺς Δωρικοὺς χώρους οἰκημένους. μετεπέμψατο Δημάρητον τὸν Ἀρίστωνος συστρατευόμενον αὐτῷ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα.” ὁ δέ μιν ἀληθείῃ χρήσασθαι ἐκέλευε. ὡς ἐγὼ δοκέω. καὶ διεξελαύνων ἐπὶ ἅρματος παρὰ ἔθνος ἓν ἕκαστον ἐπυνθάνετο. [3] καὶ συναπάσης τῆς στρατιῆς. ἄγε εἰπέ μοι· σὺ φῂς τούτων τῶν ἀνδρῶν βασιλεὺς αὐτὸς γενέσθαι· σὺ ὦν ἐθελήσεις αὐτίκα μάλα πρὸς ἄνδρας δέκα μάχεσθαι. θυγάτηρ δὲ ἦν Λυγδάμιος. [2] οὔνομα μὲν δὴ ἦν αὐτῇ Ἀρτεμισίη. καὶ ἀπέγραφον οἱ γραμματισταί. ἐνθαῦτα ὁ Ξέρξης μετεκβὰς ἐκ τοῦ ἅρματος ἐς νέα Σιδωνίην ἵζετο ὑπὸ σκηνῇ χρυσέῃ καὶ παρέπλεε παρὰ τὰς πρῴρας τῶν νεῶν. ἐπεὶ ἠριθμήθη τε καὶ διετάχθη ὁ στρατός. τὸ ἔθνος ἀποφαίνω πᾶν ἐὸν Δωρικόν. ἐπειδὴ ἀληθείῃ διαχρήσασθαι πάντως κελεύεις ταῦτα λέγοντα τὰ μὴ ψευδόμενός τις ὕστερον ὑπὸ σεῦ ἁλώσεται. ὃ μὲν ταῦτα εἰρώτα. ἡγεμόνευε δὲ Ἁλικαρνησσέων τε καὶ Κῴων καὶ Νισυρίων τε καὶ Καλυδνίων. τῶν δὲ κατέλεξα πολίων ἡγεμονεύειν αὐτήν. ὁ δὲ ὑπολαβὼν ἔφη “βασιλεῦ. πέντε νέας παρεχομένη. πρῶτα μὲν ὅτι οὐκ ἔστι ὅκως κοτὲ σοὺς δέξονται λόγους δουλοσύνην φέροντας τῇ Ἑλλάδι. τὰς πρῴρας ἐς γῆν τρέψαντες πάντες μετωπηδόν. ὃ δ᾽ ἐντὸς τῶν πρωρέων πλέων ἐθηεῖτο καὶ τοῦ αἰγιαλοῦ. [3] τὰς δὲ νέας οἱ ναύαρχοι ἀναγαγόντες ὅσον τε τέσσερα πλέθρα ἀπὸ τοῦ αἰγιαλοῦ ἀνεκώχευον. πόλιος οὔτ᾽ ἐλαχίστης οὔτ᾽ ἀσθενεστάτης. φὰς οὐδέν οἱ ἀηδέστερον ἔσεσθαι ἢ πρότερον ἦν. ἀπό τε σοφίης κατεργασμένη καὶ νόμου ἰσχυροῦ· τῇ διαχρεωμένη ἡ Ἑλλὰς τήν τε πενίην ἀπαμύνεται καὶ τὴν δεσποσύνην. ὡς δὲ ταῦτα ἤκουσε Δημάρητος. ἀρετὴ δὲ ἔπακτος ἐστί. σὺ εἶς Ἕλλην τε. Ξέρξης δέ. “Δημάρητε. ταῦτα ἀκούσας Ξέρξης γελάσας ἔφη “Δημάρητε. νέας εὐδοξοτάτας παρείχετο. τὰ μητρόθεν δὲ Κρῆσσα. 100. ἔρχομαι δὲ λέξων οὐ περὶ πάντων τούσδε τοὺς λόγους ἀλλὰ περὶ Λακεδαιμονίων μούνων. καίτοι εἰ τὸ πολιτικὸν ὑμῖν πᾶν ἐστι τοιοῦτον οἷον σὺ διαιρέεις. Ἁλικαρνησσέας μὲν Τροιζηνίους. ἄνδρας χιλίους στρατιῇ τοσῇδε μαχήσεσθαι.ὑπάρχοντος νεηνίεω ὑπὸ λήματός τε καὶ ἀνδρηίης ἐστρατεύετο. νῦν μοι σὲ ἡδύ τι ἐστὶ εἰρέσθαι τὰ θέλω. μετά γε τὰς Σιδωνίων. γένος δὲ ἐξ Ἁλικαρνησσοῦ τὰ πρὸς πατρός. οὐκ ἀξιόμαχοι εἰσὶ ἐμὲ ἐπιόντα ὑπομεῖναι. σέ γε τὸν κείνων βασιλέα πρέπει πρὸς τὸ διπλήσιον ἀντιτάσσεσθαι κατὰ νόμους τοὺς .
τὸν ὑποδειμαίνουσι πολλῷ ἔτι μᾶλλον ἢ οἱ σοὶ σέ. ἔστι γε μὲν οὐ πολλὸν ἀλλὰ σπάνιον· εἰσὶ γὰρ Περσέων τῶν ἐμῶν αἰχμοφόρων οἳ ἐθελήσουσι Ἑλλήνων ἀνδράσι τρισὶ ὁμοῦ μάχεσθαι· τῶν σὺ ἐὼν ἄπειρος πολλὰ φλυηρέεις”. [3] ἐγὼ δὲ οὔτε δέκα ἀνδράσι ὑπίσχομαι οἷός τε εἶναι μάχεσθαι οὔτε δυοῖσι. εἰ δὲ ἀναγκαίη εἴη ἢ μέγας τις ὁ ἐποτρύνων ἀγών. πρὸς ταῦτα Δημάρητος λέγει “ὦ βασιλεῦ. διὰ τοῦτο δή οἱ τὰ δῶρα πέμπεται παρὰ τοῦ βασιλεύοντος αἰεὶ ἐν Πέρσῃσι. καὶ ὕπαρχον ἐν τῷ Δορίσκῳ τούτῳ καταστήσας Μασκάμην τὸν Μεγαδόστεω. [4] ὣς δὲ καὶ Λακεδαιμόνιοι κατὰ μὲν ἕνα μαχόμενοι οὐδαμῶν εἰσι κακίονες ἀνδρῶν. [2] οὗτοι ὦν πάντες οἵ τε ἐκ Θρηίκης καὶ τοῦ Ἑλλησπόντου. [2] εἰ γὰρ κείνων ἕκαστος δέκα ἀνδρῶν τῆς στρατιῆς τῆς ἐμῆς ἀντάξιος ἐστί. [5] ἀλλὰ παρ᾽ ἡμῖν μὲν μούνοισι τοῦτο ἐστὶ τὸ σὺ λέγεις. ἐξήλαυνε τὸν στρατὸν διὰ τῆς Θρηίκης ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. οὔκων οἰκός ἐστι ἄνδρα τὸν σώφρονα εὐνοίην φαινομένην διωθέεσθαι. μαχοίμην ἂν πάντων ἥδιστα ἑνὶ τούτων τῶν ἀνδρῶν οἳ Ἑλλήνων ἕκαστος φησὶ τριῶν ἄξιος εἶναι. αὐτὸς μάλιστα ἐξεπίστεαι. ἑκών τε εἶναι οὐδ᾽ ἂν μουνομαχέοιμι. οἵ με τιμήν τε καὶ γέρεα ἀπελόμενοι πατρώια ἄπολίν τε καὶ φυγάδα πεποιήκασι. πέμπεσκε δὲ ἀνὰ πᾶν ἔτος· ὣς δὲ καὶ Ἀρτοξέρξης ὁ Ξέρξεω τοῖσι Μασκαμείοισι ἐκγόνοισι. ἀρχῆθεν ἠπιστάμην ὅτι ἀληθείῃ χρεώμενος οὐ φίλα τοι ἐρέω· σὺ δ᾽ ἐπεὶ ἠνάγκασας λέγειν τῶν λόγων τοὺς ἀληθεστάτους. ἐόντες γε ἐλεύθεροι πάντες ὁμοίως καὶ μὴ ὑπ᾽ ἑνὸς ἀρχόμενοι. δοκέω δὲ ἔγωγε καὶ ἀνισωθέντας πλήθεϊ χαλεπῶς ἂν Ἕλληνας Πέρσῃσι μούνοισι μάχεσθαι. ὅσοι σύ τε καὶ οἳ παρ᾽ ἐμὲ φοιτῶσι Ἑλλήνων ἐς λόγους αὐχέετε τοσοῦτον. κατέστασαν γὰρ ἔτι πρότερον ταύτης τῆς ἐλάσιος ὕπαρχοι ἐν τῇ Θρηίκῃ καὶ τοῦ Ἑλλησπόντου πανταχῇ. ὃ μὲν δὴ ταῦτα ἀμείψατο. καὶ οὕτω μὲν ὀρθοῖτ᾽ ἂν ὁ λόγος ὁ παρὰ σέο λεγόμενος· εἰ δὲ τοιοῦτοί τε ἐόντες καὶ μεγάθεα τοσοῦτοι. δειμαίνοντες τοῦτον. ἐπεί τοι πλεῦνες περὶ ἕνα ἕκαστον γινόμεθα ἢ χίλιοι. βασιλεῦ”. οὐκ ἐῶν φεύγειν οὐδὲν πλῆθος ἀνθρώπων ἐκ μάχης. καὶ παρὰ τὴν ἑωυτῶν φύσιν ἀμείνονες. 104. [3] ἐπεὶ φέρε ἴδω παντὶ τῷ οἰκότι· κῶς ἂν δυναίατο χίλιοι ἢ καὶ μύριοι ἢ καὶ πεντακισμύριοι. τὸν δὲ ὑπὸ Δαρείου σταθέντα καταπαύσας. ἐόντων ἐκείνων πέντε χιλιάδων. [4] ὑπὸ μὲν γὰρ ἑνὸς ἀρχόμενοι κατὰ τρόπον τὸν ἡμέτερον γενοίατ᾽ ἄν. ἐλεύθεροι γὰρ ἐόντες οὐ πάντα ἐλεύθεροι εἰσί· ἔπεστι γάρ σφι δεσπότης νόμος. ἔλεγον τὰ κατήκοντα Σπαρτιήτῃσι. τἆλλα σιγᾶν θέλω τὸ λοιπόν· νῦν τε ἀναγκασθεὶς ἔλεξα. . ὅρα μὴ μάτην κόμπος ὁ λόγος οὗτος εἰρημένος ᾖ. ἀλλὰ μένοντας ἐν τῇ τάξι ἐπικρατέειν ἢ ἀπόλλυσθαι. ὑπὸ Ἑλλήνων ὕστερον ταύτης τῆς στρατηλασίης ἐξαιρέθησαν· τὸν δὲ ἐν Δορίσκῳ Μασκάμην οὐδαμοί κω ἐδυνάσθησαν ἐξελεῖν πολλῶν πειρησαμένων. ἀλλ᾽ ἠπίως αὐτὸν ἀπεπέμψατο. γένοιτο μέντοι κατὰ νόον τοι. πλὴν τοῦ ἐν Δορίσκῳ. τῷ μούνῳ Ξέρξης δῶρα πέμπεσκε ὡς ἀριστεύοντι πάντων ὅσους αὐτὸς κατέστησε ἢ Δαρεῖος ὑπάρχους. στρατῷ τοσῷδε ἀντιστῆναι. καὶ ἴοιεν ἀναγκαζόμενοι μάστιγι ἐς πλεῦνας ἐλάσσονες ἐόντες· ἀνειμένοι δὲ ἐς τὸ ἐλεύθερον οὐκ ἂν ποιέοιεν τούτων οὐδέτερα.ὑμετέρους. σοὶ δὲ εἰ φαίνομαι ταῦτα λέγων φλυηρέειν. τούτῳ δὲ ἐς λόγους ἐλθὼν Ξέρξης. 106. ἀλλὰ στέργειν μάλιστα. Ξέρξης δὲ ἐς γέλωτά τε ἔτρεψε καὶ οὐκ ἐποιήσατο ὀργὴν οὐδεμίαν. σὲ δέ γε δίζημαι εἴκοσι εἶναι ἀντάξιον. [5] ποιεῦσι γῶν τὰ ἂν ἐκεῖνος ἀνώγῃ· ἀνώγει δὲ τὠυτὸ αἰεί. 105. πατὴρ δὲ σὸς ὑποδεξάμενος βίον τέ μοι καὶ οἶκον ἔδωκε. κατέλιπε δὲ ἄνδρα τοιόνδε Μασκάμην γενόμενον. ἁλέες δὲ ἄριστοι ἀνδρῶν ἁπάντων. [2] καίτοι ὡς ἐγὼ τυγχάνω τὰ νῦν τάδε ἐστοργὼς ἐκείνους.
[2] μετὰ δὲ ταύτας τὰς χώρας ἰὼν τὰς ἠπειρώτιδας πόλις παρήιε. μὴ δειλίῃ δόξειε περιεῖναι βασιλέι. οἱ ἄλλοι πάντες πεζῇ ἀναγκαζόμενοι εἵποντο. ἀλλὰ διατελεῦσι τὸ μέχρι ἐμεῦ αἰεὶ ἐόντες ἐλεύθεροι μοῦνοι Θρηίκων· οἰκέουσί τε γὰρ ὄρεα ὑψηλά. ἐν τῷ χρύσεά τε καὶ ἀργύρεα ἔνι μέταλλα. [2] οὗτοι οἱ Διονύσου τὸ μαντήιον εἰσὶ ἐκτημένοι· τὸ δὲ μαντήιον τοῦτο ἔστι μὲν ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλοτάτων. ἰχθυώδης τε καὶ κάρτα ἁλμυρή· ταύτην τὰ ὑποζύγια μοῦνα ἀρδόμενα ἀνεξήρηνε. διαβὰς δὲ τοῦ Λίσου ποταμοῦ τὸ ῥέεθρον ἀπεξηρασμένον πόλιας Ἑλληνίδας τάσδε παραμείβετο. ἐκ δεξιῆς χειρὸς τὸ Πάγγαιον ὄρος ἀπέργων. τὰ νέμονται Πίερές τε καὶ Ὀδόμαντοι καὶ μάλιστα Σάτραι. ἴδῃσί τε παντοίῃσι καὶ χιόνι συνηρεφέα. 109. παραμειψάμενος δὲ ὁ Ξέρξης τὴν εἰρημένην. τῶν ἐσχάτη πεπόλισται πρὸς ἑσπέρης πόλις τῇ οὔνομα ἐστὶ Μεσαμβρίη. ταύτας τε δὴ παρεξήιε καὶ κατὰ ταύτας λίμνας ὀνομαστὰς τάσδε. . ἐπεὶ καὶ ἄξιος αἴνου μεγάλου ἐγένετο Βόγης· ὃς ἐπειδὴ ἐπολιορκέετο ὑπὸ Ἀθηναίων καὶ Κίμωνος τοῦ Μιλτιάδεω. Τραῦός τε καὶ Κόμψαντος. [2] ὡς δ᾽ οὐδὲν ἔτι φορβῆς ἐνῆν ἐν τῷ τείχεϊ. ἐς τὴν ποταμοὶ δύο ἐσιεῖσι τὸ ὕδωρ. νῦν δὲ Βριαντική· ἔστι μέντοι τῷ δικαιοτάτῳ τῶν λόγων καί αὕτη Κικόνων. ἐὸν μέγα τε καὶ ὑψηλόν. παρεὸν αὐτῷ ὑπόσπονδον ἐξελθεῖν καὶ νοστῆσαι ἐς τὴν Ἀσίην. ὅσον ἡμεῖς ἴδμεν. διὰ δὲ σφέων τοῦ μέσου Λίσος ποταμὸς διαρρέει. ποιήσας δὲ ταῦτα ἑωυτὸν ἐσέβαλε ἐς τὸ πῦρ. δεύτερα τούτων παραμείβετο τείχεα τὰ Πιέρων. οὐκ ἠθέλησε. ὃς τότε οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ Ξέρξεω στρατῷ ἀλλ᾽ ἐπέλιπε. ἔχεται δὲ ταύτης Θασίων πόλις Στρύμη. πλὴν Σατρέων. τῇ δὲ πόλι ταύτῃ οὔνομα ἐστὶ Πίστυρος. κατὰ δὲ Ἄβδηρα λίμνην μὲν οὐδεμίαν ἐοῦσαν ὀνομαστὴν παραμείψατο Ξέρξης. τούτων οἱ μὲν παρὰ θάλασσαν κατοικημένοι ἐν τῇσι νηυσὶ εἵποντο· οἱ δὲ αὐτῶν τὴν μεσόγαιαν οἰκέοντες καταλεχθέντες τε ὑπ᾽ ἐμεῦ. ποταμὸν δὲ Νέστον ῥέοντα ἐς θάλασσαν. 108. πρόμαντις δὲ ἡ χρέωσα κατά περ ἐν Δελφοῖσι. Ξέρξης δὲ ἐκ τοῦ Δορίσκου ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Μεγαβάζου τε καταστρεψαμένου καὶ ὕστερον Μαρδονίου. ταύτας μὲν δὴ τὰς πόλιας τὰς παραθαλασσίας τε καὶ Ἑλληνίδας ἐξ εὐωνύμου χειρὸς ἀπέργων παρεξήιε· ἔθνεα δὲ Θρηίκων δι᾽ ὧν τῆς χώρης ὁδὸν ἐποιέετο τοσάδε. Μαρώνειαν Δίκαιαν Ἄβδηρα. μετὰ δὲ ταῦτα τὸν χρυσὸν ἅπαντα τὸν ἐκ τοῦ ἄστεος καὶ τὸν ἄργυρον ἔσπειρε ἀπὸ τοῦ τείχεος ἐς τὸν Στρυμόνα.107. 111. [2] παραμείβετο δὲ πορευόμενος ἐκ Δορίσκου πρῶτα μὲν τὰ Σαμοθρηίκια τείχεα. κατὰ δὲ Δίκαιαν Βιστονίδα. τῶν δὲ ἐξαιρεθέντων ὑπὸ Ἑλλήνων οὐδένα βασιλεὺς Ξέρξης ἐνόμισε εἶναι ἄνδρα ἀγαθὸν εἰ μὴ Βόγην μοῦνον τὸν ἐξ Ἠιόνος. οὕτω μὲν οὗτος δικαίως αἰνέεται ἔτι καὶ ἐς τόδε ὑπὸ Περσέων. Παῖτοι Κίκονες Βίστονες Σαπαῖοι Δερσαῖοι Ἠδωνοὶ Σάτραι. Βησσοὶ δὲ τῶν Σατρέων εἰσὶ οἱ προφητεύοντες τοῦ ἱροῦ. τοὺς δὲ αἰεὶ γινομένους ἐμποδὼν συστρατεύεσθαι ἠνάγκαζε· ἐδεδούλωτο γάρ. τῶν ἐνὶ Φάγρης ἐστὶ οὔνομα καὶ ἑτέρῳ Πέργαμος. 112. ταύτῃ μὲν δὴ παρ᾽ αὐτὰ τὰ τείχεα τὴν ὁδὸν ἐποιέετο. ὡς καὶ πρότερόν μοι δεδήλωται. ἀλλὰ διεκαρτέρεε ἐς τὸ ἔσχατον. ἡ μέχρι Θεσσαλίης πᾶσα καὶ ἦν ὑπὸ βασιλέα δασμοφόρος. τοῦτον δὲ αἰνέων οὐκ ἐπαύετο. καὶ εἰσὶ τὰ πολέμια ἄκροι. καὶ οὐδὲν ποικιλώτερον. σάτραι δὲ οὐδενός κω ἀνθρώπων ὑπήκοοι ἐγένοντο. καὶ τοὺς περιεόντας αὐτοῦ ἐν Πέρσῃσι παῖδας ἐτίμα μάλιστα. τῶν ἐν μιῇ λίμνη ἐοῦσα τυγχάνει ὡσεὶ τριήκοντα σταδίων μάλιστά κῃ τὴν περίοδον. [3] ἡ δὲ χώρη αὕτη πάλαι μὲν ἐκαλέετο Γαλλαϊκή. Μαρωνείης μὲν μεταξὺ καὶ Στρύμης κειμένην Ἰσμαρίδα. συννήσας πυρὴν μεγάλην ἔσφαξε τὰ τέκνα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰς παλλακὰς καὶ τοὺς οἰκέτας καὶ ἔπειτα ἐσέβαλε ἐς τὸ πῦρ. 110.
118. οἷα ἐκ πολλοῦ χρόνου προειρημένον καὶ περὶ πολλοῦ ποιευμένων· [2] τοῦτο μέν. τοὺς μὲν παρὰ θάλασσαν ἔχων οἰκημένους ἐκ νηυσὶ στρατευομένους. τῆς ἔτι ζωὸς ἐὼν ἦρχε Βόγης τοῦ περ ὀλίγῳ πρότερον τούτων λόγον ἐποιεύμην. δασάμενοι σῖτον ἐν τῇσι πόλισι οἱ ἀστοὶ ἄλευρά τε καὶ ἄλφιτα ἐποίευν πάντες ἐπὶ μῆνας συχνούς· τοῦτο δὲ κτήνεα ἐσίτευον ἐξευρίσκοντες τιμῆς τὰ κάλλιστα. κατατείνουσα τὰ μὲν πρὸς ἑσπέρην ἐπὶ ποταμὸν Ἀγγίτην ἐκδιδόντα ἐς τὸν Στρυμόνα. ὡς ἐπύθοντο τάχιστα τῶν κηρύκων τῶν περιαγγελλόντων. ἅμα ἀγόμενος τούτων ἕκαστον τῶν ἐθνέων καὶ τῶν περὶ τὸ Πάγγαιον ὄρος οἰκεόντων. τῇ βασιλεὺς Ξέρξης τὸν στρατὸν ἤλασε. τὸν Στρυμόνα εὑρόντες ἐζευγμένον. [3] τὴν δὲ ὁδὸν ταύτην. ὁμοίως καὶ τῶν πρότερον κατέλεξα. 116. 114. ἐς ὃ ἀπίκετο ἐπὶ ποταμόν τε Στρυμόνα καὶ πόλιν Ἠιόνα. δόκιμον ἐόντα παρὰ Ξέρξῃ καὶ γένος Ἀχαιμενίδην. Ἐννέα δὲ ὁδοὺς πυνθανόμενοι τὸν χῶρον τοῦτον καλέεσθαι. 119. βασιλεὺς μὲν δὴ Ξέρξης ἀπολομένου Ἀρταχαίεω ἐποιέετο συμφορήν. ἐπονομάζοντες τὸ οὔνομα. ὡς δὲ ἀπὸ τοῦ Στρυμόνος ἐπορεύετο ὁ στρατός. [2] ἡ δὲ γῆ αὕτη ἡ περὶ τὸ Πάγγαιον ὄρος καλέεται Φυλλίς. τοὺς δ᾽ ὑπὲρ θαλάσσης πεζῇ ἑπομένους. ἐνθαῦτα πρὸς ἡλίου δυσμέων ἐστὶ αἰγιαλὸς ἐν τῷ οἰκημένην Ἄργιλον πόλιν Ἑλλάδα παρεξήιε· αὕτη δὲ καὶ ἡ κατύπερθε ταύτης καλέεται Βισαλτίη. τῶν ἀστῶν ἀνὴρ δόκιμος ὅμοια τῷ μάλιστα. [2] τούτῳ δὲ τῷ Ἀρταχαίῃ θύουσι Ἀκάνθιοι ἐκ θεοπροπίου ὡς ἥρωι. ὥστε Ξέρξην συμφορὴν ποιησάμενον μεγάλην ἐξενεῖκαί τε αὐτὸν κάλλιστα καὶ θάψαι· ἐτυμβοχόεε δὲ πᾶσα ἡ στρατιή. ἐπεὶ καὶ Ἄμηστριν τὴν Ξέρξεω γυναῖκα πυνθάνομαι γηράσασαν δὶς ἑπτὰ Περσέων παῖδας ἐόντων ἐπιφανέων ἀνδρῶν ὑπὲρ ἑωυτῆς τῷ ὑπὸ γῆν λεγομένῳ εἶναι θεῷ ἀντιχαρίζεσθαι κατορύσσουσαν. ἀπέδεξε ἐς τὸ δεῖπνον τετρακόσια τάλαντα ἀργυρίου τετελεσμένα. ὡς δὲ ἄρα ἐς τὴν Ἄκανθον ἀπίκετο. τὸ γὰρ δεῖπνον τοιόνδε τι ἐγίνετο. 115. ἐς ὑποδοχὰς τοῦ στρατοῦ· τοῦτο δὲ χρύσεά τε καὶ ἀργύρεα ποτήριά τε καὶ κρητῆρας ἐποιεῦντο καὶ τἆλλα ὅσα ἐπὶ τράπεζαν τιθέαται . φαρμακεύσαντες δὲ ταῦτα ἐς τὸν ποταμὸν καὶ ἄλλα πολλὰ πρὸς τούτοισι ἐν Ἐννέα ὁδοῖσι τῇσι Ἠδωνῶν ἐπορεύοντο κατὰ τὰς γεφύρας. τὰ δὲ πρὸς μεσαμβρίην τείνουσα ἐς αὐτὸν τὸν Στρυμόνα· ἐς τὸν οἱ Μάγοι ἐκαλλιερέοντο σφάζοντες ἵππους λευκούς. οὔτε συγχέουσι Θρήικες οὔτ᾽ ἐπισπείρουσι σέβονταί τε μεγάλως τὸ μέχρι ἐμεῦ.113. 117. [2] ἐνθεῦτεν δὲ κόλπον τὸν ἐπὶ Ποσιδηίου ἐξ ἀριστερῆς χειρὸς ἔχων ἤιε διὰ Συλέος πεδίου καλεομένου. [2] Περσικὸν δὲ τὸ ζώοντας κατορύσσειν. ὣς δὲ παραπλησίως καὶ ἐν τῇσι ἄλλῃσι πόλισι οἱ ἐπεστεῶτες ἀπεδείκνυσαν τὸν λόγον. ξεινίην τε ὁ Ξέρξης τοῖσι Ἀκανθίοισι προεῖπε καὶ ἐδωρήσατο σφέας ἐσθῆτι Μηδικῇ ἐπαίνεέ τε. οἱ δὲ ὑποδεκόμενοι Ἑλλήνων τὴν στρατιὴν καὶ δειπνίζοντες Ξέρξην ἐς πᾶν κακοῦ ἀπίκατο. ἐν Ἀκάνθῳ δὲ ἐόντος Ξέρξεω συνήνεικε ὑπὸ νούσου ἀποθανεῖν τὸν ἐπεστεῶτα τῆς διώρυχος Ἀρταχαίην. ἔτρεφόν τε ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους ἔν τε οἰκήμασι καὶ λάκκοισι. ὁρέων καὶ αὐτοὺς προθύμους ἐόντας ἐς τὸν πόλεμον καὶ τὸ ὄρυγμα ἀκούων. οὕτω ὥστε ἀνάστατοι ἐκ τῶν οἴκων ἐγίνοντο· ὅκου Θασίοισι ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ ἠπείρῳ πολίων τῶν σφετερέων δεξαμένοισι τὴν Ξέρξεω στρατιὴν καὶ δειπνίσασι Ἀντίπατρος ὁ Ὀργέος ἀραιρημένος. Στάγειρον πόλιν Ἑλλάδα παραμειβόμενος. μεγάθεΐ τε μέγιστον ἐόντα Περσέων (ἀπὸ γὰρ πέντε πηχέων βασιληίων ἀπέλειπε τέσσερας δακτύλους) φωνέοντά τε μέγιστον ἀνθρώπων. ὑπεροικέοντας δὲ τὸ Πάγγαιον πρὸς βορέω ἀνέμου Παίονας Δόβηράς τε καὶ Παιόπλας παρεξιὼν ἤιε πρὸς ἑσπέρην. τοσούτους ἐν αὐτῷ παῖδάς τε καὶ παρθένους ἀνδρῶν τῶν ἐπιχωρίων ζώοντας κατώρυσσον. καὶ ἀπίκετο ἐς Ἄκανθον.
πάντα. [3] ταῦτα μὲν αὐτῷ τε βασιλέι καὶ τοῖσι ὁμοσίτοισι μετ᾽ ἐκείνου ἐπεποίητο, τῇ δὲ ἄλλῃ στρατιῇ τὰ ἐς φορβὴν μοῦνα τασσόμενα. ὅκως δὲ ἀπίκοιτο ἡ στρατιή, σκηνὴ μὲν ἔσκε πεπηγυῖα ἑτοίμη ἐς τὴν αὐτὸς σταθμὸν ποιεέσκετο Ξέρξης, ἡ δὲ ἄλλη στρατιὴ ἔσκε ὑπαίθριος. [4] ὡς δὲ δείπνου ἐγίνετο ὥρη, οἱ μὲν δεκόμενοι ἔχεσκον πόνον, οἳ δὲ ὅκως πλησθέντες νύκτα αὐτοῦ ἀγάγοιεν, τῇ ὑστεραίῃ τήν τε σκηνὴν ἀνασπάσαντες καὶ τὰ ἔπιπλα πάντα λαβόντες οὕτω ἀπελαύνεσκον, λείποντες οὐδὲν ἀλλὰ φερόμενοι. 120. ἔνθα δὴ Μεγακρέοντος ἀνδρὸς Ἀβδηρίτεω ἔπος εὖ εἰρημένον ἐγένετο, ὃς συνεβούλευσε Ἀβδηρίτῃσι πανδημεί, αὐτοὺς καὶ γυναῖκας, ἐλθόντας ἐς τὰ σφέτερα ἱρὰ ἵζεσθαι ἱκέτας τῶν θεῶν παραιτεομένους καὶ τὸ λοιπόν σφι ἀπαμύνειν τῶν ἐπιόντων κακῶν τὰ ἡμίσεα, τῶν τε παροιχομένων ἔχειν σφι μεγάλην χάριν, ὅτι βασιλεὺς Ξέρξης οὐ δὶς ἑκάστης ἡμέρης ἐνόμισε σῖτον αἱρέεσθαι· [2] παρέχειν γὰρ ἂν Ἀβδηρίτῃσι, εἰ καὶ ἄριστον προείρητο ὅμοια τῷ δείπνῳ παρασκευάζειν, ἢ μὴ ὑπομένειν Ξέρξην ἐπιόντα ἢ καταμείναντας κάκιστα πάντων ἀνθρώπων διατριβῆναι. 121. οἳ μὲν δὴ πιεζόμενοι ὅμως τὸ ἐπιτασσόμενον ἐπετέλεον. Ξέρξης δὲ ἐκ τῆς Ἀκάνθου, ἐντειλάμενος τοῖσι στρατηγοῖσι τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ ὑπομένειν ἐν Θέρμῃ, ἀπῆκε ἀπ᾽ ἑωυτοῦ πορεύεσθαι τὰς νέας, Θέρμῃ δὲ τῇ ἐν τῷ Θερμαίῳ κόλπῳ οἰκημένῃ, ἀπ᾽ ἧς καὶ ὁ κόλπος οὗτος τὴν ἐπωνυμίην ἔχει· ταύτῃ γὰρ ἐπυνθάνετο συντομώτατον εἶναι. [2] μέχρι μὲν γὰρ Ἀκάνθου ὧδε τεταγμένος ὁ στρατὸς ἐκ Δορίσκου τὴν ὁδὸν ἐποιέετο· τρεῖς μοίρας ὁ Ξέρξης δασάμενος πάντα τὸν πεζὸν στρατόν, μίαν αὐτέων ἔταξε παρὰ θάλασσαν ἰέναι ὁμοῦ τῷ ναυτικῷ· [3] ταύτης μὲν δὴ ἐστρατήγεον Μαρδόνιός τε καὶ Μασίστης, ἑτέρη δὲ τεταγμένη ἤιε τοῦ στρατοῦ τριτημορὶς τὴν μεσόγαιαν, τῆς ἐστρατήγεον Τριτανταίχμης τε καὶ Γέργις· ἡ δὲ τρίτη τῶν μοιρέων, μετ᾽ ἧς ἐπορεύετο αὐτὸς Ξέρξης, ἤιε μὲν τὸ μέσον αὐτῶν, στρατηγοὺς δὲ παρείχετο Σμερδομένεά τε καὶ Μεγάβυζον. 122. ὁ μέν νυν ναυτικὸς στρατὸς ὡς ἀπείθη ὑπὸ Ξέρξεω καὶ διεξέπλωσε τὴν διώρυχα τὴν ἐν τῷ Ἄθῳ γενομένην, διέχουσαν δὲ ἐς κόλπον ἐν τῷ Ἄσσα τε πόλις καὶ Πίλωρος καὶ Σίγγος καὶ Σάρτη οἴκηνται, ἐνθεῦτεν, ὡς καὶ ἐκ τουτέων τῶν πολίων στρατιὴν παρέλαβε, ἔπλεε ἀπιέμενος ἐς τὸν Θερμαῖον κόλπον, κάμπτων δὲ Ἄμπελον τὴν Τορωναίην ἄκρην παραμείβετο Ἑλληνίδας γε τάσδε πόλις, ἐκ τῶν νέας τε καὶ στρατιὴν παρελάμβανε, Τορώνην Γαληψὸν Σερμύλην Μηκύβερναν Ὄλυνθον. 123. ἡ μέν νυν χώρη αὕτη Σιθωνίη καλέεται, ὁ δὲ ναυτικὸς στρατὸς ὁ Ξέρξεω συντάμνων ἀπ᾽ Ἀμπέλου ἄκρης ἐπὶ Καναστραίην ἄκρην, τὸ δὴ πάρης τῆς Παλλήνης ἀνέχει μάλιστα, ἐνθεῦτεν νέας τε καὶ στρατιὴν παρελάμβανε ἐκ Ποτιδαίης καὶ Ἀφύτιος καὶ Νέης πόλιος καὶ Αἰγῆς καὶ Θεράμβω καὶ Σκιώνης καὶ Μένδης καὶ Σάνης· αὗται γὰρ εἰσὶ αἱ τὴν νῦν Παλλήνην πρότερον δὲ Φλέγρην καλεομένην νεμόμεναι. [2] παραπλέων δὲ καὶ ταύτην τὴν χώρην ἔπλεε ἐς τὸ προειρημένον, παραλαμβάνων στρατιὴν καὶ ἐκ τῶν προσεχέων πολίων τῇ Παλλήνῃ, ὁμουρεουσέων δὲ τῷ Θερμαίῳ κόλπῳ, τῇσι οὐνόματα ἐστὶ τάδε, Λίπαξος Κώμβρεια Αἷσα Γίγωνος Κάμψα Σμίλα Αἴνεια· ἡ δε τουτέων χώρη Κροσσαίη ἔτι καὶ ἐς τόδε καλέεται. [3] ἀπὸ δὲ Αἰνείης, ἐς τὴν ἐτελεύτων καταλέγων τὰς πόλις, ἀπὸ ταύτης ἤδη ἐς αὐτόν τε τὸν Θερμαῖον κόλπον ἐγίνετο τῷ ναυτικῷ στρατῷ ὁ πλόος καὶ γῆν τὴν Μυγδονίην, πλέων δὲ ἀπίκετο ἔς τε τὴν προειρημένην Θέρμην καὶ Σίνδον τε πόλιν καὶ Χαλέστρην ἐπὶ τὸν Ἄξιον ποταμόν, ὃς οὐρίζει χώρην τὴν Μυγδονίην τε καὶ Βοττιαιίδα, τῆς ἔχουσι τὸ παρὰ θάλασσαν στεινὸν χωρίον πόλιες Ἴχναι τε καὶ Πέλλα.
124. ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς στρατὸς αὐτοῦ περὶ Ἄξιον ποταμὸν καὶ πόλιν Θέρμην καὶ τὰς μεταξὺ πόλιας τούτων περιμένων Βασιλέα ἐστρατοπεδεύετο, Ξέρξης δὲ καὶ ὁ πεζὸς στρατὸς ἐπορεύετο ἐκ τῆς Ἀκάνθου τὴν μεσόγαιαν τάμνων τῆς ὁδοῦ, βουλόμενος ἐς τὴν Θέρμην ἀπικέσθαι· ἐπορεύετο δὲ διὰ τῆς Παιονικῆς καὶ Κρηστωνικῆς ἐπὶ ποταμὸν Χείδωρον, ὃς ἐκ Κρηστωναίων ἀρξάμενος ῥέει διὰ Μυγδονίης χώρης καὶ ἐξιεῖ παρὰ τὸ ἕλος τὸ ἐπ᾽ Ἀξίῳ ποταμῷ. 125. πορευομένῳ δὲ ταύτῃ λέοντές οἱ ἐπεθήκαντο τῇσι σιτοφόροισι καμήλοισι. καταφοιτέοντες γὰρ οἱ λέοντες τὰς νύκτας καὶ λείποντες τὰ σφέτερα ἤθεα ἄλλου μὲν οὐδενὸς ἅπτοντο οὔτε ὑποζυγίου οὔτε ἀνθρώπου, οἳ δὲ τὰς καμήλους ἐκεράιζον μούνας. θωμάζω δὲ τὸ αἴτιον, ὅ τι κοτὲ ἦν τῶν ἄλλων τὸ ἀναγκάζον ἀπεχομένους τοὺς λέοντας τῇσι καμήλοισι ἐπιτίθεσθαι, τὸ μήτε πρότερον ὀπώπεσαν θηρίον μήτ᾽ ἐπεπειρέατο αὐτοῦ. 126. εἰσὶ δὲ κατὰ ταῦτα τὰ χωρία καὶ λέοντες πολλοὶ καὶ βόες ἄγριοι, τῶν τὰ κέρεα ὑπερμεγάθεα ἐστὶ τὰ ἐς Ἕλληνας φοιτέοντα. οὖρος δὲ τοῖσι λέουσι ἐστὶ ὅ τε δι᾽ Ἀβδήρων ῥέων ποταμὸς Νέστος καὶ ὁ δι᾽ Ἀκαρνανίης ῥέων Ἀχελῷος· οὔτε γὰρ τὸ πρὸς τὴν ἠῶ τοῦ Νέστου οὐδαμόθι πάσης τῆς ἔμπροσθε Εὐρώπης ἴδοι τις ἂν λέοντα, οὔτε πρὸς ἑσπέρης τοῦ Ἀχελῴου ἐν τῇ ἐπιλοίπῳ ἠπείρῳ, ἀλλ᾽ ἐν τῇ μεταξὺ τούτων τῶν ποταμῶν γίνονται. 127. ὡς δὲ ἐς τὴν Θέρμην ἀπίκετο ὁ Ξέρξης, ἵδρυσε αὐτοῦ τὴν στρατιήν. ἐπέσχε δὲ ὁ στρατὸς αὐτοῦ στρατοπεδευόμενος τὴν παρὰ θάλασσαν χώρην τοσήνδε, ἀρξάμενος ἀπὸ Θέρμης πόλιος καὶ τῆς Μυγδονίης μέχρι Λυδίεώ τε ποταμοῦ καὶ Ἁλιάκμονος, οἳ οὐρίζουσι γῆν τὴν Βοττιαιίδα τε καὶ Μακεδονίδα, ἐς τὠυτὸ ῥέεθρον τὸ ὕδωρ συμμίσγοντες. [2] ἐστρατοπεδεύοντο μὲν δὴ ἐν τούτοισι τοῖσι χωρίοισι οἱ βάρβαροι, τῶν δὲ καταλεχθέντων τούτων ποταμῶν ἐκ Κρηστωναίων ῥέων Χείδωρος μοῦνος οὐκ ἀντέχρησε τῇ στρατιῇ πινόμενος ἀλλ᾽ ἐπέλιπε. 128. Ξέρξης δὲ ὁρέων ἐκ τῆς Θέρμης ὄρεα τὰ Θεσσαλικά, τόν τε Ὄλυμπον καὶ τὴν Ὄσσαν, μεγάθεΐ τε ὑπερμήκεα ἐόντα, διὰ μέσου τε αὐτῶν αὐλῶνα στεινὸν πυνθανόμενος εἶναι δι᾽ οὗ ῥέει ὁ Πηνειός, ἀκούων τε ταύτῃ εἶναι ὁδὸν ἐς Θεσσαλίην φέρουσαν, ἐπεθύμησε πλώσας θεήσασθαι τὴν ἐκβολὴν τοῦ Πηνειοῦ, ὅτι τὴν ἄνω ὁδὸν ἔμελλε ἐλᾶν διὰ Μακεδόνων τῶν κατύπερθε οἰκημένων ἔστε Περραιβοὺς παρὰ Γόννον πόλιν· ταύτῃ γὰρ ἀσφαλέστατον ἐπυνθάνετο εἶναι. [2] ὡς δὲ ἐπεθύμησε, καὶ ἐποίεε ταῦτα· ἐσβὰς ἐς Σιδωνίην νέα, ἐς τήν περ ἐσέβαινε αἰεὶ ὅκως τι ἐθέλοι τοιοῦτο ποιῆσαι, ἀνέδεξε σημήιον καὶ τοῖσι ἄλλοισι ἀνάγεσθαι, καταλιπὼν αὐτοῦ τὸν πεζὸν στρατόν. ἐπεὶ δὲ ἀπίκετο καὶ ἐθεήσατο Ξέρξης τὴν ἐκβολὴν τοῦ Πηνειοῦ, ἐν θώματι μεγάλῳ ἐνέσχετο, καλέσας δὲ τοὺς κατηγεμόνας τῆς ὁδοῦ εἴρετο εἰ τὸν ποταμὸν ἐστὶ παρατρέψαντα ἑτέρῃ ἐς θάλασσαν ἐξαγαγεῖν. 129. τὴν δὲ Θεσσαλίην λόγος ἐστὶ τὸ παλαιὸν εἶναι λίμνην, ὥστε γε συγκεκληιμένην πάντοθεν ὑπερμήκεσι ὄρεσι. τὰ μὲν γὰρ αὐτῆς πρὸς τὴν ἠῶ ἔχοντα τό τε Πήλιον ὄρος καὶ ἡ Ὄσσα ἀποκληίει συμμίσγοντα τὰς ὑπωρείας ἀλλήλοισι, τὰ δὲ πρὸς βορέω ἀνέμου Ὄλυμπος, τὰ δὲ πρὸς ἑσπέρην Πίνδος, τὰ δὲ πρὸς μεσαμβρίην τε καὶ ἄνεμον νότον ἡ Ὄθρυς· τὸ μέσον δὲ τούτων τῶν λεχθέντων ὀρέων ἡ Θεσσαλίη ἐστὶ ἐοῦσα κοίλη. [2] ὥστε ὦν ποταμῶν ἐς αὐτὴν καὶ ἄλλων συχνῶν ἐσβαλλόντων, πέντε δὲ τῶν δοκίμων μάλιστα τῶνδε, Πηνειοῦ καὶ Ἀπιδανοῦ καὶ Ὀνοχώνου καὶ Ἐνιπέος καὶ Παμίσου, οἳ μέν νυν ἐς τὸ πεδίον τοῦτο συλλεγόμενοι ἐκ τῶν ὀρέων τῶν περικληιόντων τὴν Θεσσαλίην ὀνομαζόμενοι δι᾽ ἑνὸς αὐλῶνος καὶ τούτου στεινοῦ ἔκροον ἔχουσι ἐς θάλασσαν, προσυμμίσγοντες τὸ ὕδωρ πάντες ἐς τὠυτό· [3] ἐπεὰν δὲ συμμιχθέωσι τάχιστα, ἐνθεῦτεν ἤδη ὁ Πηνειὸς τῷ οὐνόματι κατακρατέων ἀνωνύμους τοὺς ἄλλους εἶναι
ποιέει. τὸ δὲ παλαιὸν λέγεται, οὐκ ἐόντος κω τοῦ αὐλῶνος καὶ διεκρόου τούτου, τοὺς ποταμοὺς τούτους, καὶ πρὸς τοῖσι ποταμοῖσι τούτοισι τὴν Βοιβηίδα λίμνην, οὔτε ὀνομάζεσθαι κατά περ νῦν ῥέειν τε οὐδὲν ἧσσον ἢ νῦν, ῥέοντας δὲ ποιέειν τὴν Θεσσαλίην πᾶσαν πέλαγος. [4] αὐτοὶ μέν νυν Θεσσαλοί φασι Ποσειδέωνα ποιῆσαι τὸν αὐλῶνα δι᾽ οὗ ῥέει ὁ Πηνειός, οἰκότα λέγοντες· ὅστις γὰρ νομίζει Ποσειδέωνα τὴν γῆν σείειν καὶ τὰ διεστεῶτα ὑπὸ σεισμοῦ τοῦ θεοῦ τούτου ἔργα εἶναι, κἂν ἐκεῖνο ἰδὼν φαίη Ποσειδέωνα ποιῆσαι· ἔστι γὰρ σεισμοῦ ἔργον, ὡς ἐμοὶ φαίνεται εἶναι, ἡ διάστασις τῶν ὀρέων. 130. οἱ δὲ κατηγεόμενοι, εἰρομένου Ξέρξεω εἰ ἔστι ἄλλη ἔξοδος ἐς θάλασσαν τῷ Πηνειῷ, ἐξεπιστάμενοι ἀτρεκέως εἶπον “βασιλεῦ, ποταμῷ τούτῳ οὐκ ἔστι ἄλλη ἐξήλυσις ἐς θάλασσαν κατήκουσα, ἀλλ᾽ ἥδε αὐτή· ὄρεσι γὰρ περιεστεφάνωται πᾶσα Θεσσαλίη”. Ξέρξην δὲ λέγεται εἰπεῖν πρὸς ταῦτα “σοφοὶ ἄνδρες εἰσὶ Θεσσαλοί. [2] ταῦτ᾽ ἄρα πρὸ πολλοῦ ἐφυλάξαντο γνωσιμαχέοντες καὶ τἆλλα καὶ ὅτι χώρην ἄρα εἶχον εὐαίρετόν τε καὶ ταχυάλωτον. τὸν γὰρ ποταμὸν πρῆγμα ἂν ἦν μοῦνον ἐπεῖναι σφέων ἐπὶ τὴν χώρην, χώματι ἐκ τοῦ αὐλῶνος ἐκβιβάσαντα καὶ παρατρέψαντα δι᾽ ὧν νῦν ῥέει ῥεέθρων, ὥστε Θεσσαλίην πᾶσαν ἔξω τῶν ὀρέων ὑπόβρυχα γενέσθαι”. [3] ταῦτα δὲ ἔχοντα ἔλεγε ἐς τοὺς Ἀλεύεω παῖδας, ὅτι πρῶτοι Ἑλλήνων ἐόντες Θεσσαλοὶ ἔδοσαν ἑωυτοὺς βασιλέι, δοκέων ὁ Ξέρξης ἀπὸ παντός σφεας τοῦ ἔθνεος ἐπαγγέλλεσθαι φιλίην. εἴπας δὲ ταῦτα καὶ θεησάμενος ἀπέπλεε ἐς τὴν Θέρμην. 131. ὁ μὲν δὴ περὶ Πιερίην διέτριβε ἡμέρας συχνάς· τὸ γὰρ δὴ ὄρος τὸ Μακεδονικὸν ἔκειρε τῆς στρατιῆς τριτημορίς, ἵνα ταύτῃ διεξίῃ ἅπασα ἡ στρατιὴ ἐς Περραιβούς. οἱ δὲ δὴ κήρυκες οἱ ἀποπεμφθέντες ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ γῆς αἴτησιν ἀπίκατο οἳ μὲν κεινοί, οἳ δὲ φέροντες γῆν τε καὶ ὕδωρ. 132. τῶν δὲ δόντων ταῦτα ἐγένοντο οἵδε, Θεσσαλοὶ Δόλοπες Ἐνιῆνες Περραιβοὶ Λοκροὶ Μάγνητες Μηλιέες Ἀχαιοὶ οἱ Φθιῶται καὶ Θηβαῖοι καὶ οἱ ἄλλοι Βοιωτοὶ πλὴν Θεσπιέων τε καὶ Πλαταιέων. [2] ἐπὶ τούτοισι οἱ Ἕλληνες ἔταμον ὅρκιον οἱ τῷ βαρβάρῳ πόλεμον ἀειράμενοι· τὸ δὲ ὅρκιον ὧδε εἶχε, ὅσοι τῷ Πέρσῃ ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ἕλληνες ἐόντες μὴ ἀναγκασθέντες, καταστάντων σφι εὖ τῶν πρηγμάτων, τούτους δεκατεῦσαι τῷ ἐν Δελφοῖσι θεῷ. τὸ μὲν δὴ ὅρκιον ὧδε εἶχε τοῖσι Ἕλλησι. 133. ἐς δὲ Ἀθήνας καὶ Σπάρτην οὐκ ἀπέπεμψε Ξέρξης ἐπὶ γῆς αἴτησιν κήρυκας τῶνδε εἵνεκα· πρότερον Δαρείου πέμψαντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο, οἳ μὲν αὐτῶν τοὺς αἰτέοντας ἐς τὸ βάραθρον οἳ δ᾽ ἐς φρέαρ ἐμβαλόντες ἐκέλευον γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐκ τούτων φέρειν παρὰ βασιλέα. [2] τούτων μὲν εἵνεκα οὐκ ἔπεμψε Ξέρξης τοὺς αἰτήσοντας· ὅ τι δὲ τοῖσι Ἀθηναίοισι ταῦτα ποιήσασι τοὺς κήρυκας συνήνεικε ἀνεθέλητον γενέσθαι, οὐκ ἔχω εἶπαί τι, πλὴν ὅτι σφέων ἡ χώρη καὶ ἡ πόλις ἐδηιώθη. ἀλλὰ τοῦτο οὐ διὰ ταύτην τὴν αἰτίην δοκέω γενέσθαι. 134. τοῖσι δὲ ὦν Λακεδαιμονίοισι μῆνις κατέσκηψε Ταλθυβίου τοῦ Ἀγαμέμνονος κήρυκος. ἐν γὰρ Σπάρτῃ ἐστὶ Ταλθυβίου ἱρόν, εἰσὶ δὲ καὶ ἀπόγονοι Ταλθυβιάδαι καλεόμενοι, τοῖσι αἱ κηρυκηίαι αἱ ἐκ Σπάρτης πᾶσαι γέρας δέδονται. [2] μετὰ δὲ ταῦτα τοῖσι Σπαρτιήτῃσι καλλιερῆσαι θυομένοισι οὐκ ἐδύνατο· τοῦτο δ᾽ ἐπὶ χρόνον συχνὸν ἦν σφι. ἀχθομένων δὲ καὶ συμφορῇ χρεωμένων Λακεδαιμονίων, ἁλίης τε πολλάκις συλλεγομένης καὶ κήρυγμα τοιόνδε ποιευμένων, εἴ τις βούλοιτο Λακεδαιμονίων πρὸ τῆς Σπάρτης ἀποθνήσκειν, Σπερθίης τε ὁ Ἀνηρίστου καὶ Βοῦλις ὁ Νικόλεω, ἄνδρες Σπαρτιῆται φύσι τε γεγονότες εὖ καὶ χρήμασι ἀνήκοντες ἐς τὰ πρῶτα, ἐθελονταὶ ὑπέδυσαν ποινὴν τῖσαι Ξέρξῃ τῶν Δαρείου κηρύκων τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀπολομένων. [3] οὕτω Σπαρτιῆται τούτους ὡς ἀποθανευμένους ἐς Μήδους ἀπέπεμψαν.
135. αὕτη τε ἡ τόλμα τούτων τῶν ἀνδρῶν θώματος ἀξίη καὶ τάδε πρὸς τούτοισι τὰ ἔπεα. πορευόμενοι γὰρ ἐς Σοῦσα ἀπικνέονται παρὰ Ὑδάρνεα· ὁ δὲ Ὑδάρνης ἦν μὲν γένος Πέρσης, στρατηγὸς δὲ τῶν παραθαλασσίων ἀνθρώπων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ· ὅς σφεας ξείνια προθέμενος ἱστία, ξεινίζων δὲ εἴρετο τάδε. [2] “ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, τί δὴ φεύγετε βασιλέι φίλοι γενέσθαι; ὁρᾶτε γὰρ ὡς ἐπίσταται βασιλεὺς ἄνδρας ἀγαθοὺς τιμᾶν, ἐς ἐμέ τε καὶ τὰ ἐμὰ πρήγματα ἀποβλέποντες. οὕτω δὲ καὶ ὑμεῖς εἰ δοίητε ὑμέας αὐτοὺς βασιλέι, δεδόξωσθε γὰρ πρὸς αὐτοῦ ἄνδρες εἶναι ἀγαθοί, ἕκαστος ἂν ὑμέων ἄρχοι γῆς Ἑλλάδος δόντος βασιλέος”. [3] πρὸς ταῦτα ὑπεκρίναντο τάδε. “Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. τοῦ μὲν γὰρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δὲ ἄπειρος ἐών· τὸ μὲν γὰρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δὲ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ᾽ εἰ ἔστι γλυκὺ οὔτ᾽ εἰ μή. εἰ γὰρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἂν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περὶ αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλὰ καὶ πελέκεσι”. 136. ταῦτα μὲν Ὑδάρνεα ἀμείψαντο. ἐνθεῦτεν δὲ ὡς ἀνέβησαν ἐς Σοῦσα καὶ βασιλέι ἐς ὄψιν ἦλθον, πρῶτα μὲν τῶν δορυφόρων κελευόντων καὶ ἀνάγκην σφι προσφερόντων προσκυνέειν βασιλέα προσπίπτοντας, οὐκ ἔφασαν ὠθεόμενοι ὑπ᾽ αὐτῶν ἐπὶ κεφαλὴν ποιήσειν ταῦτα οὐδαμά· οὔτε γὰρ σφίσι ἐν νόμῳ εἶναι ἄνθρωπον προσκυνέειν οὔτε κατὰ ταῦτα ἥκειν. ὡς δὲ ἀπεμαχέσαντο τοῦτο, δεύτερά σφι λέγουσι τάδε καὶ λόγου τοιοῦδε ἐχόμενα [2] “ὦ βασιλεῦ Μήδων, ἔπεμψαν ἡμέας Λακεδαιμόνιοι ἀντὶ τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀπολομένων κηρύκων ποινὴν ἐκείνων τίσοντας”, λέγουσι δὲ αὐτοῖσι ταῦτα Ξέρξης ὑπὸ μεγαλοφροσύνης οὐκ ἔφη ὅμοιος ἔσεσθαι Λακεδαιμονίοισι· κείνους μὲν γὰρ συγχέαι τὰ πάντων ἀνθρώπων νόμιμα ἀποκτείναντας κήρυκας, αὐτὸς δὲ τὰ ἐκείνοισι ἐπιπλήσσει ταῦτα οὐ ποιήσειν, οὐδὲ ἀνταποκτείνας ἐκείνους ἀπολύσειν Λακεδαιμονίους τῆς αἰτίης. 137. οὕτω ἡ Ταλθυβίου μῆνις καὶ ταῦτα ποιησάντων Σπαρτιητέων ἐπαύσατο τὸ παραυτίκα, καίπερ ἀπονοστησάντων ἐς Σπάρτην Σπερθίεώ τε καὶ Βούλιος. χρόνῳ δὲ μετέπειτα πολλῷ ἐπηγέρθη κατὰ τὸν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων πόλεμον, ὡς λέγουσι Λακεδαιμόνιοι. τοῦτο μοι ἐν τοῖσι θειότατον φαίνεται γενέσθαι. [2] ὅτι μὲν γὰρ κατέσκηψε ἐς ἀγγέλους ἡ Ταλθυβίου μῆνις οὐδὲ ἐπαύσατο πρὶν ἢ ἐξῆλθε, τὸ δίκαιον οὕτω ἔφερε· τὸ δὲ συμπεσεῖν ἐς τοὺς παῖδας τῶν ἀνδρῶν τούτων τῶν ἀναβάντων πρὸς βασιλέα διὰ τὴν μῆνιν, ἐς Νικόλαν τε τὸν Βούλιος καὶ ἐς Ἀνήριστον τὸν Σπερθίεω, ὃς εἷλε Ἁλιέας τοὺς ἐκ Τίρυνθος ὁλκάδι καταπλώσας πλήρεϊ ἀνδρῶν, δῆλον ὦν μοι ὅτι θεῖον ἐγένετο τὸ πρῆγμα ἐκ τῆς μήνιος· [3] οἳ γὰρ πεμφθέντες ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἄγγελοι ἐς τὴν Ἀσίην, προδοθέντες δὲ ὑπὸ Σιτάλκεω τοῦ Τήρεω Θρηίκων βασιλέος καὶ Νυμφοδώρου τοῦ Πύθεω ἀνδρὸς Ἀβδηρίτεω, ἥλωσαν κατὰ Βισάνθην τὴν ἐν Ἑλλησπόντῳ, καὶ ἀπαχθέντες ἐς τὴν Ἀττικὴν ἀπέθανον ὑπὸ Ἀθηναίων, μετὰ δὲ αὐτῶν καὶ Ἀριστέας ὁ Ἀδειμάντου Κορίνθιος ἀνήρ. ταῦτα μέν νυν πολλοῖσι ἔτεσι ὕστερον ἐγένετο τοῦ βασιλέος στόλου, ἐπάνειμι δὲ ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον. 138. ἡ δὲ στρατηλασίη ἡ βασιλέος οὔνομα μὲν εἶχε ὡς ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐλαύνει, κατίετο δὲ ἐς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. πυνθανόμενοι δὲ ταῦτα πρὸ πολλοῦ οἱ Ἕλληνες οὐκ ἐν ὁμοίῳ πάντες ἐποιεῦντο. [2] οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν δόντες γῆν καὶ ὕδωρ τῷ Πέρσῃ εἶχον θάρσος ὡς οὐδὲν πεισόμενοι ἄχαρι πρὸς τοῦ βαρβάρου· οἱ δὲ οὐ δόντες ἐν δείματι μεγάλῳ κατέστασαν, ἅτε οὔτε νεῶν ἐουσέων ἐν τῇ Ἑλλάδι ἀριθμὸν ἀξιομάχων δέκεσθαι τὸν ἐπιόντα, οὔτε βουλομένων τῶν πολλῶν ἀντάπτεσθαι τοῦ πολέμου, μηδιζόντων δὲ προθύμως. 139. ἐνθαῦτα ἀναγκαίῃ ἐξέργομαι γνώμην ἀποδέξασθαι ἐπίφθονον μὲν πρὸς τῶν πλεόνων ἀνθρώπων, ὅμως δὲ τῇ γέ μοι φαίνεται εἶναι ἀληθὲς οὐκ ἐπισχήσω. [2]
εἰ Ἀθηναῖοι καταρρωδήσαντες τὸν ἐπιόντα κίνδυνον ἐξέλιπον τὴν σφετέρην, ἢ καὶ μὴ ἐκλιπόντες ἀλλὰ μείναντες ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ξέρξῃ, κατὰ τὴν θάλασσαν οὐδαμοὶ ἂν ἐπειρῶντο ἀντιούμενοι βασιλέι. εἰ τοίνυν κατὰ τὴν θάλασσαν μηδεὶς ἠντιοῦτο Ξέρξῃ, κατά γε ἂν τὴν ἤπειρον τοιάδε ἐγίνετο· [3] εἰ καὶ πολλοὶ τειχέων κιθῶνες ἦσαν ἐληλαμένοι διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ Πελοποννησίοισι, προδοθέντες ἂν Λακεδαιμόνιοι ὑπὸ τῶν συμμάχων οὐκ ἑκόντων ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀναγκαίης, κατὰ πόλις ἁλισκομένων ὑπὸ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ τοῦ βαρβάρου, ἐμουνώθησαν, μουνωθέντες δὲ ἂν καὶ ἀποδεξάμενοι ἔργα μεγάλα ἀπέθανον γενναίως. [4] ἢ ταῦτα ἂν ἔπαθον, ἢ πρὸ τοῦ ὁρῶντες ἂν καὶ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας μηδίζοντας ὁμολογίῃ ἂν ἐχρήσαντο πρὸς Ξέρξην. καὶ οὕτω ἂν ἐπ᾽ ἀμφότερα ἡ Ἑλλὰς ἐγίνετο ὑπὸ Πέρσῃσι. τὴν γὰρ ὠφελίην τὴν τῶν τειχέων τῶν διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐληλαμένων οὐ δύναμαι πυθέσθαι ἥτις ἂν ἦν, βασιλέος ἐπικρατέοντος τῆς θαλάσσης. [5] νῦν δὲ Ἀθηναίους ἄν τις λέγων σωτῆρας γενέσθαι τῆς Ἑλλάδος οὐκ ἂν ἁμαρτάνοι τὸ ἀληθές. οὗτοι γὰρ ἐπὶ ὁκότερα τῶν πρηγμάτων ἐτράποντο, ταῦτα ῥέψειν ἔμελλε· ἑλόμενοι δὲ τὴν Ἑλλάδα περιεῖναι ἐλευθέρην, τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν πᾶν τὸ λοιπόν, ὅσον μὴ ἐμήδισε, αὐτοὶ οὗτοι ἦσαν οἱ ἐπεγείραντες καὶ βασιλέα μετά γε θεοὺς ἀνωσάμενοι. [6] οὐδὲ σφέας χρηστήρια φοβερὰ ἐλθόντα ἐκ Δελφῶν καὶ ἐς δεῖμα βαλόντα ἔπεισε ἐκλιπεῖν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καταμείναντες ἀνέσχοντο τὸν ἐπιόντα ἐπὶ τὴν χώρην δέξασθαι. 140. πέμψαντες γὰρ οἱ Ἀθηναῖοι ἐς Δελφοὺς θεοπρόπους χρηστηριάζεσθαι ἦσαν ἕτοιμοι· καί σφι ποιήσασι περὶ τὸ ἱρὸν τὰ νομιζόμενα, ὡς ἐς τὸ μέγαρον ἐσελθόντες ἵζοντο, χρᾷ ἡ Πυθίη, τῇ οὔνομα ἦν Ἀριστονίκη, τάδε.
[2] ὦ μέλεοι, τί κάθησθε; λιπὼν φεῦγ᾽ ἔσχατα γαίης δώματα καὶ πόλιος τροχοειδέος ἄκρα κάρηνα. οὔτε γὰρ ἡ κεφαλὴ μένει ἔμπεδον οὔτε τὸ σῶμα, οὔτε πόδες νέατοι οὔτ᾽ ὦν χέρες, οὔτε τι μέσσης λείπεται, ἀλλ᾽ ἄζηλα πέλει· κατὰ γάρ μιν ἐρείπει πῦρ τε καὶ ὀξὺς Ἄρης, Συριηγενὲς ἅρμα διώκων. [3] πολλὰ δὲ κἆλλ᾽ ἀπολεῖ πυργώματα κοὐ τὸ σὸν οἶον, πολλοὺς δ᾽ ἀθανάτων νηοὺς μαλερῷ πυρὶ δώσει, οἵ που νῦν ἱδρῶτι ῥεούμενοι ἑστήκασι, δείματι παλλόμενοι, κατὰ δ᾽ ἀκροτάτοις ὀρόφοισι αἷμα μέλαν κέχυται, προϊδὸν κακότητος ἀνάγκας. ἀλλ᾽ ἴτον ἐξ ἀδύτοιο, κακοῖς δ᾽ ἐπικίδνατε θυμόν.
141. ταῦτα ἀκούσαντες οἱ τῶν Ἀθηναίων θεοπρόποι συμφορῇ τῇ μεγίστῃ ἐχρέωντο. προβάλλουσι δὲ σφέας αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ κακοῦ τοῦ κεχρησμένου, Τίμων ὁ Ἀνδροβούλου, τῶν Δελφῶν ἀνὴρ δόκιμος ὅμοια τῷ μάλιστα, συνεβούλευέ σφι ἱκετηρίην λαβοῦσι δεύτερα αὖτις ἐλθόντας χρᾶσθαι τῷ χρηστηρίῳ ὡς ἱκέτας. [2] πειθομένοισι δὲ ταῦτα τοῖσι Ἀθηναίοισι καὶ λέγουσι “ὦναξ, χρῆσον ἡμῖν ἄμεινόν τι περὶ τῆς πατρίδος, αἰδεσθεὶς τὰς ἱκετηρίας τάσδε τάς τοι ἥκομεν φέροντες, ἢ οὔ τοι ἄπιμεν ἐκ τοῦ ἀδύτου, ἀλλ᾽ αὐτοῦ τῇδε μενέομεν ἔστ᾽ ἂν καὶ τελευτήσωμεν”, ταῦτα δὲ λέγουσι ἡ πρόμαντις χρᾷ δεύτερα τάδε.
[3] οὐ δύναται Παλλὰς Δί᾽ Ὀλύμπιον ἐξιλάσασθαι λισσομένη πολλοῖσι λόγοις καὶ μήτιδι πυκνῇ. σοὶ δὲ τόδ᾽ αὖτις ἔπος ἐρέω ἀδάμαντι πελάσσας. τῶν ἄλλων γὰρ ἁλισκομένων ὅσα Κέκροπος οὖρος ἐντὸς ἔχει κευθμών τε Κιθαιρῶνος ζαθέοιο, τεῖχος Τριτογενεῖ ξύλινον διδοῖ εὐρύοπα Ζεύς μοῦνον ἀπόρθητον τελέθειν, τὸ σὲ τέκνα τ᾽ ὀνήσει. [4] μηδὲ σύ γ᾽ ἱπποσύνην τε μένειν καὶ πεζὸν ἰόντα πολλὸν ἀπ᾽ ἠπείρου στρατὸν ἥσυχος, ἀλλ᾽ ὑποχωρεῖν
νῶτον ἐπιστρέψας· ἔτι τοι ποτε κἀντίος ἔσσῃ. ὦ θείη Σαλαμίς, ἀπολεῖς δὲ σὺ τέκνα γυναικῶν ἤ που σκιδναμένης Δημήτερος ἢ συνιούσης.
142. ταῦτα σφι ἠπιώτερα γὰρ τῶν προτέρων καὶ ἦν καὶ ἐδόκεε εἶναι, συγγραψάμενοι ἀπαλλάσσοντο ἐς τὰς Ἀθήνας. ὡς δὲ ἀπελθόντες οἱ θεοπρόποι ἀπήγγελλον ἐς τὸν δῆμον, γνῶμαι καὶ ἄλλαι πολλαὶ γίνονται διζημένων τὸ μαντήιον καὶ αἵδε συνεστηκυῖαι μάλιστα. τῶν πρεσβυτέρων ἔλεγον μετεξέτεροι δοκέειν σφίσι τὸν θεὸν τὴν ἀκρόπολιν χρῆσαι περιέσεσθαι. ἡ γὰρ ἀκρόπολις τὸ πάλαι τῶν Ἀθηναίων ῥηχῷ ἐπέφρακτο. [2] οἳ μὲν δὴ κατὰ τὸν φραγμὸν συνεβάλλοντο τοῦτο τὸ ξύλινον τεῖχος εἶναι, οἳ δ᾽ αὖ ἔλεγον τὰς νέας σημαίνειν τὸν θεόν, καὶ ταύτας παραρτέεσθαι ἐκέλευον τὰ ἄλλα ἀπέντας. τοὺς ὦν δὴ τὰς νέας λέγοντας εἶναι τὸ ξύλινον τεῖχος ἔσφαλλε τὰ δύο τὰ τελευταῖα ῥηθέντα ὑπὸ τῆς Πυθίης,
ὦ θείη Σαλαμίς, ἀπολεῖς δὲ σὺ τέκνα γυναικῶν ἤ που σκιδναμένης Δημήτερος ἢ συνιούσης.
[3] κατὰ ταῦτα τὰ ἔπεα συνεχέοντο αἱ γνῶμαι τῶν φαμένων τὰς νέας τὸ ξύλινον τεῖχος εἶναι· οἱ γὰρ χρησμολόγοι ταύτῃ ταῦτα ἐλάμβανον, ὡς ἀμφὶ Σαλαμῖνα δεῖ σφεας ἑσσωθῆναι ναυμαχίην παρασκευασαμένους. 143. ἦν δὲ τῶν τις Ἀθηναίων ἀνὴρ ἐς πρώτους νεωστὶ παριών, τῷ οὔνομα μὲν ἦν Θεμιστοκλέης, παῖς δὲ Νεοκλέος ἐκαλέετο. οὗτος ὡνὴρ οὐκ ἔφη πᾶν ὀρθῶς τοὺς χρησμολόγους συμβάλλεσθαι, λέγων τοιάδε· εἰ ἐς Ἀθηναίους εἶχε τὸ ἔπος εἰρημένον ἐόντως, οὐκ ἂν οὕτω μιν δοκέειν ἠπίως χρησθῆναι, ἀλλὰ ὧδε “ὦ σχετλίη Σαλαμίς” ἀντὶ τοῦ “ὦ θείη Σαλαμίς”, εἴ πέρ γε ἔμελλον οἱ οἰκήτορες ἀμφ᾽ αὐτῇ τελευτήσειν· [2] ἀλλὰ γὰρ ἐς τοὺς πολεμίους τῷ θεῷ εἰρῆσθαι τὸ χρηστήριον συλλαμβάνοντι κατὰ τὸ ὀρθόν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐς Ἀθηναίους· παρασκευάζεσθαι ὦν αὐτοὺς ὡς ναυμαχήσοντας συνεβούλευε, ὡς τούτου ἐόντος τοῦ ξυλίνου τείχεος. [3] ταύτῃ Θεμιστοκλέος ἀποφαινομένου Ἀθηναῖοι ταῦτα σφίσι ἔγνωσαν αἱρετώτερα εἶναι μᾶλλον ἢ τὰ τῶν χρησμολόγων, οἳ οὐκ ἔων ναυμαχίην ἀρτέεσθαι, τὸ δὲ σύμπαν εἰπεῖν οὐδὲ χεῖρας ἀνταείρεσθαι, ἀλλὰ ἐκλιπόντας χώρην τὴν Ἀττικὴν ἄλλην τινὰ οἰκίζειν. 144. ἑτέρη τε Θεμιστοκλέι γνώμη ἔμπροσθε ταύτης ἐς καιρὸν ἠρίστευσε, ὅτε Ἀθηναίοισι γενομένων χρημάτων μεγάλων ἐν τῷ κοινῷ, τὰ ἐκ τῶν μετάλλων σφι προσῆλθε τῶν ἀπὸ Λαυρείου, ἔμελλον λάξεσθαι ὀρχηδὸν ἕκαστος δέκα δραχμάς· τότε Θεμιστοκλέης ἀνέγνωσε Ἀθηναίους τῆς διαιρέσιος ταύτης παυσαμένους νέας τούτων τῶν χρημάτων ποιήσασθαι διηκοσίας ἐς τὸν πόλεμον, τὸν πρὸς Αἰγινήτας λέγων. [2] οὗτος γὰρ ὁ πόλεμος συστὰς ἔσωσε ἐς τὸ τότε τὴν Ἑλλάδα, ἀναγκάσας θαλασσίους γενέσθαι Ἀθηναίους. αἳ δὲ ἐς τὸ μὲν ἐποιήθησαν οὐκ ἐχρήσθησαν, ἐς δέον δὲ οὕτω τῇ Ἑλλάδι ἐγένοντο. αὗταί τε δὴ αἱ νέες τοῖσι Ἀθηναίοισι προποιηθεῖσαι ὑπῆρχον, ἑτέρας τε ἔδεε προσναυπηγέεσθαι. [3] ἔδοξέ τέ σφι μετὰ τὸ χρηστήριον βουλευομένοισι ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα τὸν βάρβαρον δέκεσθαι τῇσι νηυσὶ πανδημεί, τῷ θεῷ πειθομένους, ἅμα Ἑλλήνων τοῖσι βουλομένοισι. 145. τὰ μὲν δὴ χρηστήρια ταῦτα τοῖσι Ἀθηναίοισι ἐγεγόνεε. συλλεγομένων δὲ ἐς τὠυτὸ τῶν περὶ τὴν Ἑλλάδα Ἑλλήνων τῶν τὰ ἀμείνω φρονεόντων καὶ διδόντων σφίσι λόγον καὶ πίστιν, ἐνθαῦτα ἐδόκεε βουλευομένοισι αὐτοῖσι πρῶτον μὲν χρημάτων πάντων καταλλάσσεσθαι τάς τε ἔχθρας καὶ τοὺς κατ᾽ ἀλλήλους ἐόντας πολέμους· ἦσαν δὲ πρὸς τινὰς καὶ ἄλλους ἐγκεκρημένοι, ὁ δὲ ὦν μέγιστος Ἀθηναίοισί τε καὶ Αἰγινήτῃσι. [2] μετὰ δὲ πυνθανόμενοι Ξέρξην σὺν τῷ στρατῷ εἶναι ἐν Σάρδισι, ἐβουλεύσαντο κατασκόπους πέμπειν ἐς τὴν Ἀσίην τῶν βασιλέος πρηγμάτων, ἐς Ἄρος τε ἀγγέλους ὁμαιχμίην συνθησομένους πρὸς τὸν Πέρσην, καὶ
ἐς Σικελίην ἄλλους πέμπειν παρὰ Γέλωνα τὸν Δεινομένεος ἔς τε Κέρκυραν κελεύσοντας βοηθέειν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐς Κρήτην ἄλλους, φρονήσαντες εἴ κως ἕν τε γένοιτο τὸ Ἑλληνικὸν καὶ εἰ συγκύψαντες τὠυτὸ πρήσσοιεν πάντες, ὡς δεινῶν ἐπιόντων ὁμοίως πᾶσι Ἕλλησι. τὰ δὲ Γέλωνος πρήγματα μεγάλα ἐλέγετο εἶναι, οὐδαμῶν Ἑλληνικῶν τῶν οὐ πολλὸν μέζω. 146. ὡς δὲ ταῦτα σφι ἔδοξε, καταλυσάμενοι τὰς ἔχθρας πρῶτα μὲν κατασκόπους πέμπουσι ἐς τὴν Ἀσίην ἄνδρας τρεῖς. οἳ δὲ ἀπικόμενοί τε ἐς Ξάρδις καὶ καταμαθόντες τὴν βασιλέος στρατιήν, ὡς ἐπάιστοι ἐγένοντο, βασανισθέντες ὑπὸ τῶν στρατηγῶν τοῦ πεζοῦ στρατοῦ ἀπήγοντο ὡς ἀπολεόμενοι. [2] καὶ τοῖσι μὲν κατεκέκριτο θάνατος, Ξέρξης δὲ ὡς ἐπύθετο ταῦτα, μεμφθεὶς τῶν στρατηγῶν τὴν γνώμην πέμπει τῶν τινας δορυφόρων, ἐντειλάμενος, ἢν καταλάβωσι τοὺς κατασκόπους ζῶντας, ἄγειν παρ᾽ ἑωυτόν. [3] ὡς δὲ ἔτι περιεόντας αὐτοὺς κατέλαβον καὶ ἦγον ἐς ὄψιν τὴν βασιλέος, τὸ ἐνθεῦτεν πυθόμενος ἐπ᾽ οἷσι ἦλθον, ἐκέλευε σφέας τοὺς δορυφόρους περιάγοντας ἐπιδείκνυσθαι πάντα τε τὸν πεζὸν στρατὸν καὶ τὴν ἵππον, ἐπεὰν δὲ ταῦτα θηεύμενοι ἔωσι πλήρεες, ἀποπέμπειν ἐς τὴν ἂν αὐτοὶ ἐθέλωσι χώρην ἀσινέας. 147. ἐπιλέγων δὲ τὸν λόγον τόνδε ταῦτα ἐνετέλλετο, ὡς εἰ μὲν ἀπώλοντο οἱ κατάσκοποι, οὔτ᾽ ἂν τὰ ἑωυτοῦ πρήγματα προεπύθοντο οἱ Ἕλληνες ἐόντα λόγου μέζω, οὔτ᾽ ἄν τι τοὺς πολεμίους μέγα ἐσίναντο, ἄνδρας τρεῖς ἀπολέσαντες· νοστησάντων δὲ τούτων ἐς τὴν Ἑλλάδα δοκέειν ἔφη ἀκούσαντας τοὺς Ἕλληνας τὰ ἑωυτοῦ πρήγματα πρὸ τοῦ στόλου τοῦ γινομένου παραδώσειν σφέας τὴν ἰδίην ἐλευθερίην, καὶ οὕτω οὐδὲ δεήσειν ἐπ᾽ αὐτοὺς στρατηλατέοντας πρήγματα ἔχειν. [2] οἶκε δὲ αὐτοῦ αὕτη ἡ γνώμη τῇ γε ἄλλῃ. ἐὼν γὰρ ἐν Ἀβύδῳ ὁ Ξέρξης εἶδε πλοῖα ἐκ τοῦ Πόντου σιταγωγὰ διεκπλώοντα τὸν Ἑλλήσποντον, ἔς τε Αἴγιναν καὶ Πελοπόννησον κομιζόμενα. οἱ μὲν δὴ πάρεδροι αὐτοῦ ὡς ἐπύθοντο πολέμια εἶναι τὰ πλοῖα, ἕτοιμοι ἦσαν αἱρέειν αὐτά, ἐσβλέποντες ἐς τὸν βασιλέα ὁκότε παραγγελέει. [3] ὁ δὲ Ξέρξης εἴρετο αὐτοὺς ὅκῃ πλέοιεν· οἳ δὲ εἶπαν “ἐς τοὺς σοὺς πολεμίους, ὦ δέσποτα, σῖτον ἄγοντες”. ὁ δὲ ὑπολαβὼν ἔφη “οὐκῶν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ πλέομεν ἔνθα περ οὗτοι, τοῖσί τε ἄλλοισι ἐξηρτυμένοι καὶ σίτῳ; τί δῆτα ἀδικέουσι οὗτοι ἡμῖν σιτία παρακομίζοντες;” 148. οἱ μέν νυν κατάσκοποι οὕτω θεησάμενοί τε καὶ ἀποπεμφθέντες ἐνόστησαν ἐς τὴν Εὐρώπην, οἱ δὲ συνωμόται Ἑλλήνων ἐπὶ τῷ Πέρσῃ μετὰ τὴν ἀπόπεμψιν τῶν κατασκόπων δεύτερα ἔπεμπον ἐς Ἄργος ἀγγέλους. [2] Ἀργεῖοι δὲ λέγουσι τὰ κατ᾽ ἑωυτοὺς γενέσθαι ὧδε. πυθέσθαι γὰρ αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς τὰ ἐκ τοῦ βαρβάρου ἐγειρόμενα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, πυθόμενοι δέ, καὶ μαθόντες ὡς σφέας οἱ Ἕλληνες πειρήσονται παραλαμβάνοντες ἐπὶ τὸν Πέρσην, πέμψαι θεοπρόπους ἐς Δελφοὺς τὸν θεὸν ἐπειρησομένους ὥς σφι μέλλει ἄριστον ποιέουσι γενέσθαι· νεωστὶ γὰρ σφέων τεθνάναι ἑξακισχιλίους ὑπὸ Λακεδαιμονίων καὶ Κλεομένεος τοῦ Ἀναξανδρίδεω· τῶν δὴ εἵνεκα πέμπειν. [3] τὴν δὲ Πυθίην ἐπειρωτῶσι αὐτοῖσι ἀνελεῖν τάδε.
ἐχθρὲ περικτιόνεσσι, φίλ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσιν, εἴσω τὸν προβόλαιον ἔχων πεφυλαγμένος ἧσο καὶ κεφαλὴν πεφύλαξο· κάρη δὲ τὸ σῶμα σαώσει.
ταῦτα μὲν τὴν Πυθίην χρῆσαι πρότερον· μετὰ δὲ ὡς ἐλθεῖν τοὺς ἀγγέλους ἐς δὴ τὸ Ἄργος, ἐπελθεῖν ἐπὶ τὸ βουλευτήριον καὶ λέγειν τὰ ἐντεταλμένα. [4] τοὺς δὲ πρὸς τὰ λεγόμενα ὑποκρίνασθαι ὡς ἕτοιμοι εἰσὶ Ἀργεῖοι ποιέειν ταῦτα, τριήκοντα ἔτεα εἰρήνην σπεισάμενοι Λακεδαιμονίοισι καὶ ἡγεόμενοι κατὰ τὸ ἥμισυ πάσης τῆς συμμαχίης. καίτοι κατά γε τὸ δίκαιον γίνεσθαι τὴν ἡγεμονίην ἑωυτῶν· ἀλλ᾽ ὅμως σφίσι ἀποχρᾶν κατὰ τὸ ἥμισυ ἡγεομένοισι.
149. ταῦτα μὲν λέγουσι τὴν βουλὴν ὑποκρίνασθαι, καίπερ ἀπαγορεύοντός σφι τοῦ χρηστηρίου μὴ ποιέεσθαι τὴν πρὸς τοὺς Ἕλληνας συμμαχίην· σπουδὴν δὲ ἔχειν σπονδὰς γενέσθαι τριηκοντοέτιδας καίπερ τὸ χρηστήριον φοβεόμενοι, ἵνα δή σφι οἱ παῖδες ἀνδρωθέωσι ἐν τούτοισι τοῖσι ἔτεσι· μὴ δὲ σπονδέων ἐουσέων ἐπιλέγεσθαι, ἢν ἄρα σφέας καταλάβῃ πρὸς τῷ γεγονότι κακῷ ἄλλο πταῖσμα πρὸς τὸν Πέρσην, μὴ τὸ λοιπὸν ἔωσι Λακεδαιμονίων ὑπήκοοι. [2] τῶν δὲ ἀγγέλων τοὺς ἀπὸ τῆς Σπάρτης πρὸς τὰ ῥηθέντα ἐκ τῆς βουλῆς ἀμείψασθαι τοῖσιδε· περὶ μὲν σπονδέων ἀνοίσειν ἐς τοὺς πλεῦνας, περὶ δὲ ἡγεμονίης αὐτοῖσι ἐντετάλθαι ὑποκρίνασθαι, καὶ δὴ λέγειν, σφίσι μὲν εἶναι δύο βασιλέας, Ἀργείοισι δὲ ἕνα· οὔκων δυνατὸν εἶναι τῶν ἐκ Σπάρτης οὐδέτερον παῦσαι τῆς ἡγεμονίης, μετὰ δὲ δύο τῶν σφετέρων ὁμόψηφον τὸν Ἀργεῖον εἶναι κωλύειν οὐδέν. [3] οὕτω δὴ οἱ Ἀργεῖοι φασὶ οὐκ ἀνασχέσθαι τῶν Σπαρτιητέων τὴν πλεονεξίην, ἀλλ᾽ ἑλέσθαι μᾶλλον ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἄρχεσθαι ἤ τι ὑπεῖξαι Λακεδαιμονίοισι, προειπεῖν τε τοῖσι ἀγγέλοισι πρὸ δύντος ἡλίου ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ τῆς Ἀργείων χώρης, εἰ δὲ μή, περιέψεσθαι ὡς πολεμίους. 150. αὐτοὶ μὲν Ἀργεῖοι τοσαῦτα τούτων πέρι λέγουσι· ἔστι δὲ ἄλλος λόγος λεγόμενος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, ὡς Ξέρξης ἔπεμψε κήρυκα ἐς Ἄργος πρότερον ἤ περ ὁρμῆσαι στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα· [2] ἐλθόντα δὲ τοῦτον λέγεται εἰπεῖν “ἄνδρες Ἀργεῖοι, βασιλεὺς Ξέρξης τάδε ὑμῖν λέγει. ἡμεῖς νομίζομεν Πέρσην εἶναι ἀπ᾽ οὗ ἡμεῖς γεγόναμεν παῖδα Περσέος τοῦ Δανάης, γεγονότα ἐκ τῆς Κηφέος θυγατρὸς Ἀνδρομέδης. οὕτω ἂν ὦν εἴημεν ὑμέτεροι ἀπόγονοι. οὔτε ὦν ἡμέας οἰκὸς ἐπὶ τοὺς ἡμετέρους προγόνους στρατεύεσθαι, οὔτε ὑμέας ἄλλοισι τιμωρέοντας ἡμῖν ἀντιξόους γίνεσθαι, ἀλλὰ παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖσι ἡσυχίην ἔχοντας κατῆσθαι. ἢν γὰρ ἐμοὶ γένηται κατὰ νόον, οὐδαμοὺς μέζονας ὑμέων ἄξω”. [3] ταῦτα ἀκούσαντας Ἀργείους λέγεται πρῆγμα ποιήσασθαι, καὶ παραχρῆμα μὲν οὐδὲν ἐπαγγελλομένους μεταιτέειν, ἐπεὶ δὲ σφέας παραλαμβάνειν τοὺς Ἕλληνας, οὕτω δὴ ἐπισταμένους ὅτι οὐ μεταδώσουσι τῆς ἀρχῆς Λακεδαιμόνιοι μεταιτέειν, ἵνα ἐπὶ προφάσιος ἡσυχίην ἄγωσι. 151. συμπεσεῖν δὲ τούτοισι καὶ τόνδε τὸν λόγον λέγουσι τινὲς Ἑλλήνων πολλοῖσι ἔτεσι ὕστερον γενόμενον τούτων. τυχεῖν ἐν Σούσοισι τοῖσι Μεμνονίοισι ἐόντας ἑτέρου πρήγματος εἵνεκα ἀγγέλους Ἀθηναίων Καλλίην τε τὸν Ἱππονίκου καὶ τοὺς μετὰ τούτου ἀναβάντας, Ἀργείους δὲ τὸν αὐτὸν τοῦτον χρόνον πέμψαντας καὶ τούτους ἐς Σοῦσα ἀγγέλους εἰρωτᾶν Ἀρτοξέρξεα τὸν Ξέρξεω εἴ σφι ἔτι ἐμμένει ἐθέλουσι τὴν πρὸς Ξέρξην φιλίην συνεκεράσαντο, ἢ νομιζοίατο πρὸς αὐτοῦ εἶναι πολέμιοι· βασιλέα δὲ Ἀρτοξέρξεα μάλιστα ἐμμένειν φάναι, καὶ οὐδεμίαν νομίζειν πόλιν Ἄργεος φιλιωτέρην. 152. εἰ μέν νυν Ξέρξης τε ἀπέπεμψε ταῦτα λέγοντα κήρυκα ἐς Ἄργος καὶ Ἀργείων ἄγγελοι ἀναβάντες ἐς Σοῦσα ἐπειρώτων Ἀρτοξέρξεα περὶ φιλίης, οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν, οὐδέ τινα γνώμην περὶ αὐτῶν ἀποφαίνομαι ἄλλην γε ἢ τήν περ αὐτοὶ Ἀργεῖοι λέγουσι· [2] ἐπίσταμαι δὲ τοσοῦτο ὅτι εἰ πάντες ἄνθρωποι τὰ οἰκήια κακὰ ἐς μέσον συνενείκαιεν ἀλλάξασθαι βουλόμενοι τοῖσι πλησίοισι, ἐγκύψαντες ἂν ἐς τὰ τῶν πέλας κακὰ ἀσπασίως ἕκαστοι αὐτῶν ἀποφεροίατο ὀπίσω τὰ ἐσενεικαίατο. [3] οὕτω δὲ οὐδ᾽ Ἀργείοισι αἴσχιστα πεποίηται. ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασι ὀφείλω, καί μοι τοῦτο τὸ ἔπος ἐχέτω ἐς πάντα λόγον· ἐπεὶ καὶ ταῦτα λέγεται, ὡς ἄρα Ἀργεῖοι ἦσαν οἱ ἐπικαλεσάμενοι τὸν Πέρσην ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἐπειδή σφι πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους κακῶς ἡ αἰχμὴ ἑστήκεε, πᾶν δὴ βουλόμενοι σφίσι εἶναι πρὸ τῆς παρεούσης λύπης.
153. τὰ μὲν περὶ Ἀργείων εἴρηται· ἐς δὲ τὴν Σικελίην ἄλλοι τε ἀπίκατο ἄγγελοι ἀπὸ τῶν συμμάχων συμμίξοντες Γέλωνι καὶ δὴ καὶ ἀπὸ Λακεδαιμονίων Σύαγρος. τοῦ δὲ Γέλωνος τούτου πρόγονος, οἰκήτωρ ὁ ἐν Γέλῃ, ἦν ἐκ νήσου Τήλου τῆς ἐπὶ Τριοπίῳ κειμένης· ὃς κτιζομένης Γέλης ὑπὸ Λινδίων τε τῶν ἐκ ῾Ρόδου καὶ Ἀντιφήμου οὐκ ἐλείφθη. [2] ἀνὰ χρόνον δὲ αὐτοῦ οἱ ἀπόγονοι γενόμενοι ἱροφάνται τῶν χθονίων θεῶν διετέλεον ἐόντες, Τηλίνεω ἑνός τευ τῶν προγόνων κτησαμένου τρόπῳ τοιῷδε. ἐς Μακτώριον πόλιν τὴν ὑπὲρ Γέλης οἰκημένην ἔφυγον ἄνδρες Γελῴων στάσι ἑσσωθέντες· [3] τούτους ὦν ὁ Τηλίνης κατήγαγε ἐς Γέλην, ἔχων οὐδεμίαν ἀνδρῶν δύναμιν ἀλλὰ ἱρὰ τούτων τῶν θεῶν· ὅθεν δὲ αὐτὰ ἔλαβε ἢ αὐτὸς ἐκτήσατο, τοῦτο δὲ οὐκ ἔχω εἰπεῖν· τούτοισι δ᾽ ὦν πίσυνος ἐὼν κατήγαγε, ἐπ᾽ ᾧ τε οἱ ἀπόγονοι αὐτοῦ ἱροφάνται τῶν θεῶν ἔσονται. [4] θῶμά μοι ὦν καὶ τοῦτο γέγονε πρὸς τὰ πυνθάνομαι, κατεργάσασθαι Τηλίνην ἔργον τοσοῦτον· τὰ τοιαῦτα γὰρ ἔργα οὐ πρὸς τοῦ ἅπαντος ἀνδρὸς νενόμικα γίνεσθαι, ἀλλὰ πρὸς ψυχῆς τε ἀγαθῆς καὶ ῥώμης ἀνδρηίης· ὁ δὲ λέγεται πρὸς τῆς Σικελίης τῶν οἰκητόρων τὰ ὑπεναντία τούτων πεφυκέναι θηλυδρίης τε καὶ μαλακώτερος ἀνὴρ. 154. οὗτος μέν νυν ἐκτήσατο τοῦτο τὸ γέρας· Κλεάνδρου δὲ τοῦ Παντάρεος τελευτήσαντος τὸν βίον, ὃς ἐτυράννευσε μὲν Γέλης ἑπτὰ ἔτεα, ἀπέθανε δὲ ὑπὸ Σαβύλλου ἀνδρὸς Γελῴου, ἐνθαῦτα ἀναλαμβάνει τὴν μουναρχίην Ἱπποκράτης Κλεάνδρου ἐὼν ἀδελφεός. ἔχοντος δὲ Ἱπποκράτεος τὴν τυραννίδα, ὁ Γέλων ἐὼν Τηλίνεω τοῦ ἱροφάντεω ἀπόγονος, πολλῶν μετ᾽ ἄλλων καὶ Αἰνησιδήμου τοῦ Παταίκου . . . ὃς ἦν δορυφόρος Ἱπποκράτεος. [2] μετὰ δὲ οὐ πολλὸν χρόνον δι᾽ ἀρετὴν ἀπεδέχθη πάσης τῆς ἵππου εἶναι ἵππαρχος· πολιορκέοντος γὰρ Ἱπποκράτεος Καλλιπολίτας τε καὶ Ναξίους καὶ Ζαγκλαίους τε καὶ Λεοντίνους καὶ πρὸς Συρηκοσίους τε καὶ τῶν βαρβάρων συχνούς, ἀνὴρ ἐφαίνετο ἐν τούτοισι τοῖσι πολέμοισι ἐὼν ὁ Γέλων λαμπρότατος. τῶν δὲ εἶπον πολίων τουτέων πλὴν Συρηκουσέων οὐδεμία διέφυγε δουλοσύνην πρὸς Ἱπποκράτεος· [3] Συρηκοσίους δὲ Κορίνθιοί τε καὶ Κερκυραῖοι ἐρρύσαντο μάχῃ ἐσσωθέντας ἐπὶ ποταμῷ Ἐλώρῳ, ἐρρύσαντο δὲ οὗτοι ἐπὶ τοῖσιδε καταλλάξαντες, ἐπ᾽ ᾧ τε Ἱπποκράτεϊ Καμάριναν Συρηκοσίους παραδοῦναι. Συρηκοσίων δὲ ἦν Καμάρινα τὸ ἀρχαῖον. 155. ὡς δὲ καὶ Ἱπποκράτεα τυραννεύσαντα ἴσα ἔτεα τῷ ἀδελφεῷ Κλεάνδρῳ κατέλαβε ἀποθανεῖν πρὸς πόλι Ὕβλῃ στρατευσάμενον ἐπὶ τοὺς Σικελούς, οὕτω δὴ ὁ Γέλων τῷ λόγῳ τιμωρέων τοῖσι Ἱπποκράτεος παισὶ Εὐκλείδῃ τε καὶ Κλεάνδρῳ, οὐ βουλομένων τῶν πολιητέων κατηκόων ἔτι εἶναι, τῷ ἔργῳ, ὡς ἐπεκράτησε μάχῃ τῶν Γελῴων, ἦρχε αὐτὸς ἀποστερήσας τοὺς Ἱπποκράτεος παῖδας. [2] μετὰ δὲ τοῦτο τὸ εὕρημα τοὺς γαμόρους καλεομένους τῶν Συρηκοσίων ἐκπεσόντας ὑπό τε τοῦ δήμου καὶ τῶν σφετέρων δούλων, καλεομένων δὲ Κυλλυρίων, ὁ Γέλων καταγαγὼν τούτους ἐκ Κασμένης πόλιος ἐς τὰς Συρηκούσας ἔσχε καὶ ταύτας· ὁ γὰρ δῆμος ὁ τῶν Συρηκοσίων ἐπιόντι Γέλωνι παραδιδοῖ τὴν πόλιν καὶ ἑωυτόν. 156. ὁ δὲ ἐπείτε παρέλαβε τὰς Συρηκούσας, Γέλης μὲν ἐπικρατέων λόγον ἐλάσσω ἐποιέετο, ἐπιτρέψας αὐτὴν Ἱέρωνι ἀδελφεῷ ἑωυτοῦ, ὁ δὲ τὰς Συρηκούσας ἐκράτυνε, καὶ ἦσάν οἱ πάντα αἱ Συρήκουσαι· [2] αἳ δὲ παραυτίκα ἀνά τ᾽ ἔδραμον καὶ ἔβλαστον. τοῦτο μὲν γὰρ Καμαριναίους ἅπαντας ἐς τὰς Συρηκούσας ἀγαγὼν πολιήτας ἐποίησε, Καμαρίνης δὲ τὸ ἄστυ κατέσκαψε, τοῦτο δὲ Γελῴων ὑπερημίσεας τῶν ἀστῶν τὠυτὸ τοῖσι Καμαριναίοισι ἐποίησε· Μεγαρέας τε τοὺς ἐν Σικελίῃ, ὡς πολιορκεόμενοι ἐς ὁμολογίην προσεχώρησαν, τοὺς μὲν αὐτῶν παχέας, ἀειραμένους τε πόλεμον αὐτῷ καὶ προσδοκῶντας ἀπολέεσθαι διὰ τοῦτο, ἀγαγὼν ἐς τὰς Συρηκούσας πολιήτας ἐποίησε· τὸν δὲ δῆμον τῶν Μεγαρέων οὐκ ἐόντα μεταίτιον τοῦ πολέμου τούτου οὐδὲ προσδεκόμενον κακὸν οὐδὲν πείσεσθαι,
ἀγαγὼν καὶ τούτους ἐς τὰς Συρηκούσας ἀπέδοτο ἐπ᾽ ἐξαγωγῇ ἐκ Σικελίης. [3] τὠυτὸ δὲ τοῦτο καὶ Εὐβοέας τοὺς ἐν Σικελίῃ ἐποίησε διακρίνας. ἐποίεε δὲ ταῦτα τούτους ἀμφοτέρους νομίσας δῆμον εἶναι συνοίκημα ἀχαριτώτατον. 157. τοιούτῳ μὲν τρόπῳ τύραννος ἐγεγόνεε μέγας ὁ Γέλων· τότε δ᾽ ὡς οἱ ἄγγελοι τῶν Ἑλλήνων ἀπίκατο ἐς τὰς Συρηκούσας, ἐλθόντες αὐτῷ ἐς λόγους ἔλεγον τάδε. “ἔπεμψαν ἡμέας Λακεδαιμόνιοι καὶ οἱ τούτων σύμμαχοι παραλαμψομένους σε πρὸς τὸν βάρβαρον· τὸν γὰρ ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πάντως κου πυνθάνεαι, ὅτι Πέρσης ἀνὴρ μέλλει, ζεύξας τὸν Ἑλλήσποντον καὶ ἐπάγων πάντα τὸν ἠῷον στρατὸν ἐκ τῆς Ἀσίης, στρατηλατήσειν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, πρόσχημα μὲν ποιεύμενος ὡς ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐλαύνει, ἐν νόῳ δὲ ἔχων πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα ὑπ᾽ ἑωυτῷ ποιήσασθαι. [2] σὺ δὲ δυνάμιός τε γὰρ ἥκεις μεγάλως καὶ μοῖρά τοι τῆς Ἑλλάδος οὐκ ἐλαχίστη μέτα ἄρχοντί γε Σικελίης, βοήθεέ τε τοῖσι ἐλευθεροῦσι τὴν Ἑλλάδα καὶ συνελευθέρου. ἁλὴς μὲν γὰρ γενομένη πᾶσα ἡ Ἑλλὰς χεὶρ μεγάλη συνάγεται, καὶ ἀξιόμαχοι γινόμεθα τοῖσι ἐπιοῦσι· ἢν δὲ οἳ μὲν ἡμέων καταπροδιδῶσι οἳ δὲ μὴ θέλωσι τιμωρέειν, τὸ δὲ ὑγιαῖνον τῆς Ἑλλάδος ᾖ ὀλίγον, τοῦτο δὲ ἤδη δεινὸν γίνεται μὴ πέσῃ πᾶσα ἡ Ἑλλάς. [3] μὴ γὰρ ἐλπίσῃς, ἢν ἡμέας καταστρέψηται ὁ Πέρσης μάχῃ κρατήσας, ὡς οὐκὶ ἥξει παρὰ σέ γε, ἀλλὰ πρὸ τούτου φύλαξαι· βοηθέων γὰρ ἡμῖν σεωυτῷ τιμωρέεις. τῷ δὲ εὖ βουλευθέντι πρήγματι τελευτὴ ὡς τὸ ἐπίπαν χρηστὴ ἐθέλει ἐπιγίνεσθαι”. 158. οἳ μὲν ταῦτα ἔλεγον, Γέλων δὲ πολλὸς ἐνέκειτο λέγων τοιάδε. “ἄνδρες Ἕλληνες, λόγον ἔχοντες πλεονέκτην ἐτολμήσατε ἐμὲ σύμμαχον ἐπὶ τὸν βάρβαρον παρακαλέοντες ἐλθεῖν· [2] αὐτοὶ δὲ ἐμεῦ πρότερον δεηθέντος βαρβαρικοῦ στρατοῦ συνεπάψασθαι, ὅτε μοι πρὸς Καρχηδονίους νεῖκος συνῆπτο, ἐπισκήπτοντός τε τὸν Δωριέος τοῦ Ἀναξανδρίδεω πρὸς Ἐγεσταίων φόνον ἐκπρήξασθαι, ὑποτείνοντός τε τὰ ἐμπόρια συνελευθεροῦν ἀπ᾽ ὧν ὑμῖν μεγάλαι ὠφελίαι τε καὶ ἐπαυρέσιες γεγόνασι, οὔτε ἐμεῦ εἵνεκα ἤλθετε βοηθήσοντες οὔτε τὸν Δωριέος φόνον ἐκπρηξόμενοι, τό τε κατ᾽ ὑμέας τάδε ἅπαντα ὑπὸ βαρβάροισι νέμεται. [3] ἀλλὰ εὖ γὰρ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τὸ ἄμεινον κατέστη. νῦν δὲ ἐπειδὴ περιελήλυθε ὁ πόλεμος καὶ ἀπῖκται ἐς ὑμέας, οὕτω δὴ Γέλωνος μνῆστις γέγονε. [4] ἀτιμίης δὲ πρὸς ὑμέων κυρήσας οὐκ ὁμοιώσομαι ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἕτοιμος εἰμὶ βοηθέειν παρεχόμενος διηκοσίας τε τριήρεας καὶ δισμυρίους ὁπλίτας καὶ δισχιλίην ἵππον καὶ δισχιλίους τοξότας καὶ δισχιλίους σφενδονήτας καὶ δισχιλίους ἱπποδρόμους ψιλούς· σῖτόν τε ἁπάσῃ τῇ Ἑλλήνων στρατιῇ, ἔστ᾽ ἂν διαπολεμήσωμεν, ὑποδέκομαι παρέξειν. [5] ἐπὶ δὲ λόγῳ τοιῷδε τάδε ὑπίσχομαι, ἐπ᾽ ᾧ στρατηγός τε καὶ ἡγεμὼν τῶν Ἑλλήνων ἔσομαι πρὸς τὸν βάρβαρον. ἐπ᾽ ἄλλῳ δὲ λόγῳ οὔτ᾽ ἂν αὐτὸς ἔλθοιμι οὔτ᾽ ἂν ἄλλους πέμψαιμι”. 159. ταῦτα ἀκούσας οὔτε ἠνέσχετο ὁ Σύαγρος εἶπέ τε τάδε. “ἦ κε μέγ᾽ οἰμώξειε ὁ Πελοπίδης Ἀγαμέμνων πυθόμενος Σπαρτιήτας τὴν ἡγεμονίην ἀπαραιρῆσθαι ὑπὸ Γέλωνός τε καὶ Συρηκοσίων. ἀλλὰ τούτου μὲν τοῦ λόγου μηκέτι μνησθῇς, ὅκως τὴν ἡγεμονίην τοι παραδώσομεν, ἀλλ᾽ εἰ μὲν βούλεαι βοηθέειν τῇ Ἑλλάδι, ἴσθι ἀρξόμενος ὑπὸ Λακεδαιμονίων· εἰ δ᾽ ἄρα μὴ δικαιοῖς ἄρχεσθαι, σὺ δὲ μηδὲ βοήθεε”. 160. πρὸς ταῦτα ὁ Γέλων, ἐπειδὴ ὥρα ἀπεστραμμένους τοὺς λόγους τοῦ Συάγρου, τὸν τελευταῖόν σφι τόνδε ἐξέφαινε λόγον. “ὦ ξεῖνε Σπαρτιῆτα, ὀνείδεα κατιόντα ἀνθρώπῳ φιλέει ἐπανάγειν τὸν θυμόν· σὺ μέντοι ἀποδεξάμενος ὑβρίσματα ἐν τῷ λόγῳ οὔ με πείσεις ἀσχήμονα ἐν τῇ ἀμοιβῇ γενέσθαι. [2] ὅκου δὲ ὑμεῖς οὕτω περιέχεσθε τῆς ἡγεμονίης, οἰκὸς καὶ ἐμὲ μᾶλλον ὑμέων περιέχεσθαι, στρατιῆς τε ἐόντα πολλαπλησίης ἡγεμόνα καὶ νεῶν πολλὸν πλεύνων. ἀλλ᾽ ἐπείτε ὑμῖν ὁ λόγος οὕτω προσάντης κατίσταται, ἡμεῖς τι ὑπείξομεν τοῦ ἀρχαίου λόγου· εἰ τοῦ
μὲν πεζοῦ ὑμεῖς ἡγέοισθε, τοῦ δὲ ναυτικοῦ ἐγώ. εἰ δὲ ὑμῖν ἡδονὴ τοῦ κατὰ θάλασσαν ἡγεμονεύειν, τοῦ πεζοῦ ἐγὼ θέλω. καὶ ἢ τούτοισι ὑμέας χρεόν ἐστι ἀρέσκεσθαι ἢ ἀπιέναι συμμάχων τοιῶνδε ἐρήμους”. 161. Γέλων μὲν δὴ ταῦτα προετείνετο, φθάσας δὲ ὁ Ἀθηναίων ἄγγελος τὸν Λακεδαιμονίων ἀμείβετό μιν τοῖσιδε. “ὦ βασιλεῦ Συρηκοσίων, οὐκ ἡγεμόνος δεομένη ἡ Ἑλλὰς ἀπέπεμψε ἡμέας πρὸς σέ, ἀλλὰ στρατιῆς. σὺ δὲ ὅκως μὲν στρατιὴν πέμψεις μὴ ἡγεύμενος τῆς Ἑλλάδος οὐ προφαίνεις, ὡς δὲ στρατηγήσεις αὐτῆς γλίχεαι. [2] ὅσον μέν νυν παντὸς τοῦ Ἑλλήνων στρατοῦ ἐδέεο ἡγέεσθαι, ἐξήρκεε ἡμῖν τοῖσι Ἀθηναίοισι ἡσυχίην ἄγειν, ἐπισταμένοισι ὡς ὁ Λάκων ἱκανός τοι ἔμελλε ἔσεσθαι καὶ ὑπὲρ ἀμφοτέρων ἀπολογεύμενος· ἐπείτε δὲ ἁπάσης ἀπελαυνόμενος δέεαι τῆς ναυτικῆς ἄρχειν, οὕτω ἔχει τοι· οὐδ᾽ ἢν ὁ Λάκων ἐπιῇ τοι ἄρχειν αὐτῆς, ἡμεῖς ἐπήσομεν· ἡμετέρη γὰρ ἐστὶ αὕτη γε, μὴ αὐτῶν βουλομένων Λακεδαιμονίων. τούτοισι μὲν ὦν ἡγέεσθαι βουλομένοισι οὐκ ἀντιτείνομεν, ἄλλῳ δὲ παρήσομεν οὐδενὶ ναυαρχέειν. [3] μάτην γὰρ ἂν ὧδε πάραλον Ἑλλήνων στρατὸν πλεῖστον εἴημεν ἐκτημένοι, εἰ Συρηκοσίοισι ἐόντες Ἀθηναῖοι συγχωρήσομεν τῆς ἡγεμονίης, ἀρχαιότατον μὲν ἔθνος παρεχόμενοι, μοῦνοι δὲ ἐόντες οὐ μετανάσται Ἑλλήνων· τῶν καὶ Ὅμηρος ὁ ἐποποιὸς ἄνδρα ἄριστον ἔφησε ἐς Ἴλιον ἀπικέσθαι τάξαι τε καὶ διακοσμῆσαι στρατόν. οὕτω οὐκ ὄνειδος οὐδὲν ἡμῖν ἐστι λέγειν ταῦτα”. 162. ἀμείβετο Γέλων τοῖσιδε. “ξεῖνε Ἀθηναῖε, ὑμεῖς οἴκατε τοὺς μὲν ἄρχοντας ἔχειν, τοὺς δὲ ἀρξομένους οὐκ ἕξειν. ἐπεὶ τοίνυν οὐδὲν ὑπιέντες ἔχειν τὸ πᾶν ἐθέλετε, οὐκ ἂν φθάνοιτε τὴν ταχίστην ὀπίσω ἀπαλλασσόμενοι καὶ ἀγγέλλοντες τῇ Ἑλλάδι ὅτι ἐκ τοῦ ἐνιαυτοῦ τὸ ἔαρ αὐτῇ ἐξαραίρηται”. [2] οὗτος δὲ ὁ νόος τοῦ ῥήματος τὸ ἐθέλει λέγειν· δῆλα γὰρ ὡς ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐστὶ τὸ ἔαρ δοκιμώτατον, τῆς δὲ τῶν Ἑλλήνων στρατιῆς τὴν ἑωυτοῦ στρατιήν· στερισκομένην ὦν τὴν Ἑλλάδα τῆς ἑωυτοῦ συμμαχίης εἴκαζε ὡς εἰ τὸ ἔαρ ἐκ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐξαραιρημένον εἴη. 163. οἱ μὲν δὴ τῶν Ἑλλήνων ἄγγελοι τοιαῦτα τῷ Γέλωνι χρηματισάμενοι ἀπέπλεον· Γέλων δὲ πρὸς ταῦτα δείσας μὲν περὶ τοῖσι Ἕλλησι μὴ οὐ δύνωνται τὸν βάρβαρον ὑπερβαλέσθαι, δεινὸν δὲ καὶ οὐκ ἀνασχετὸν ποιησάμενος ἐλθὼν ἐς Πελοπόννησον ἄρχεσθαι ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἐὼν Σικελίης τύραννος, ταύτην μὲν τὴν ὁδὸν ἠμέλησε, ὁ δὲ ἄλλης εἴχετο. [2] ἐπείτε γὰρ τάχιστα ἐπύθετο τὸν Πέρσην διαβεβηκότα τὸν Ἑλλήσποντον, πέμπει πεντηκοντέροισι τρισὶ Κάδμον τὸν Σκύθεω ἄνδρα Κῷον ἐς Δελφούς, ἔχοντα χρήματα πολλὰ καὶ φιλίους λόγους, καραδοκήσοντα τὴν μάχην τῇ πεσέεται, καὶ ἢν μὲν ὁ βάρβαρος νικᾷ, τά τε χρήματα αὐτῷ διδόναι καὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ τῶν ἄρχει ὁ Γέλων, ἢν δὲ οἱ Ἕλληνες, ὀπίσω ἀπάγειν. 164. ὁ δὲ Κάδυος οὗτος πρότερον τούτων παραδεξάμενος παρὰ πατρὸς τυραννίδα Κῴων εὖ βεβηκυῖαν, ἑκών τε εἶναι καὶ δεινοῦ ἐπιόντος οὐδενὸς ἀλλὰ ὑπὸ δικαιοσύνης ἐς μέσον Κῴοισι καταθεὶς τὴν ἀρχὴν οἴχετο ἐς Σικελίην, ἔνθα παρὰ Σαμίων ἔσχε τε καὶ κατοίκησε πόλιν Ζάγκλην τὴν ἐς Μεσσήνην μεταβαλοῦσαν τὸ οὔνομα. [2] τοῦτον δὴ ὁ Γέλων τὸν Κάδμον καὶ τοιούτῳ τρόπῳ ἀπικόμενον διὰ δικαιοσύνην, τήν οἱ αὐτὸς ἄλλην συνῄδεε ἐοῦσαν, ἔπεμπε· ὃς ἐπὶ τοῖσι ἄλλοισι δικαίοισι τοῖσι ἐξ ἑωυτοῦ ἐργασμένοισι καὶ τόδε οὐκ ἐλάχιστον τούτων ἐλίπετο. κρατήσας γὰρ μεγάλων χρημάτων τῶν οἱ Γέλων ἐπετράπετο, παρεὸν κατασχέσθαι οὐκ ἠθέλησε, ἀλλ᾽ ἐπεὶ οἱ Ἕλληνες ἐπεκράτησαν τῇ ναυμαχίῃ καὶ Ξέρξης οἰχώκεε ἀπελαύνων, καὶ δὴ καὶ ἐκεῖνος ἀπίκετο ἐς τὴν Σικελίην ἀπὸ πάντα τὰ χρήματα ἄγων.
165. λέγεται δὲ καὶ τάδε ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Σικελίῃ οἰκημένων, ὡς ὅμως καὶ μέλλων ἄρχεσθαι ὑπὸ Λακεδαιμονίων ὁ Γέλων ἐβοήθησε ἂν τοῖσι Ἕλλησι, εἰ μὴ ὑπὸ Θήρωνος τοῦ Αἰνησιδήμου Ἀκραγαντίνων μουνάρχου ἐξελασθεὶς ἐξ Ἱμέρης Τήριλλος ὁ Κρινίππου τύραννος ἐὼν Ἱμέρης ἐπῆγε ὑπ᾽ αὐτὸν τὸν χρόνον τοῦτον Φοινίκων καὶ Λιβύων καὶ Ἰβήρων καὶ Λιγύων καὶ Ἐλισύκων καὶ Σαρδονίων καὶ Κυρνίων τριήκοντα μυριάδας καὶ στρατηγὸν αὐτῶν Ἀμίλκαν τὸν Ἄννωνος, Καρχηδονίων ἐόντα βασιλέα, κατὰ ξεινίην τε τὴν ἑωυτοῦ ὁ Τήριλλος ἀναγνώσας καὶ μάλιστα διὰ τὴν Ἀναξίλεω τοῦ Κρητίνεω προθυμίην, ὃς ῾Ρηγίου ἐὼν τύραννος τὰ ἑωυτοῦ τέκνα δοὺς ὁμήρους Ἀμίλκᾳ ἐπῆγε ἐπὶ τὴν Σικελίην τιμωρέων τῷ πενθερῷ· Τηρίλλου γὰρ εἶχε θυγατέρα Ἀναξίλεως, τῇ οὔνομα ἦν Κυδίππη. οὕτω δὴ οὐκ οἷόν τε γενόμενον βοηθέειν τὸν Γέλωνα τοῖσι Ἕλλησι ἀποπέμπειν ἐς Δελφοὺς τὰ χρήματα. 166. πρὸς δὲ καὶ τάδε λέγουσι, ὡς συνέβη τῆς αὐτῆς ἡμέρης ἔν τε τῇ Σικελίῃ Γέλωνα καὶ Θήρωνα νικᾶν Ἀμίλκαν τὸν Καρχηδόνιον καὶ ἐν Σαλαμῖνι τοὺς Ἕλληνας τὸν Πέρσην. τὸν δὲ Ἀμίλκαν Καρχηδόνιον ἐόντα πρὸς πατρός, μητρόθεν δὲ Συρηκόσιον, βασιλεύσαντά τε κατ᾽ ἀνδραγαθίην Καρχηδονίων, ὡς ἡ συμβολή τε ἐγίνετο καὶ ὡς ἑσσοῦτο τῇ μάχῃ, ἀφανισθῆναι πυνθάνομαι· οὔτε γὰρ ζῶντα οὔτε ἀποθανόντα φανῆναι οὐδαμοῦ γῆς· τὸ πᾶν γὰρ ἐπεξελθεῖν διζήμενον Γέλωνα. 167. ἔστι δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν Καρχηδονίων ὅδε λόγος λεγόμενος, οἰκότι χρεωμένων, ὡς οἱ μὲν βάρβαροι τοῖσι Ἕλλησι ἐν τῇ Σικελίῃ ἐμάχοντο ἐξ ἠοῦς ἀρξάμενοι μέχρι δείλης ὀψίης (ἐπὶ τοσοῦτο γὰρ λέγεται ἑλκύσαι τὴν σύστασιν), ὁ δὲ Ἀμίλκας ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ μένων ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἐθύετο καὶ ἐκαλλιερέετο ἐπὶ πυρῆς μεγάλης σώματα ὅλα καταγίζων, ἰδὼν δὲ τροπὴν τῶν ἑωυτοῦ γινομένην, ὡς ἔτυχε ἐπισπένδων τοῖσι ἱροῖσι, ὦσε ἑωυτὸν ἐς τὸ πῦρ· οὕτω δὴ κατακαυθέντα ἀφανισθῆναι. [2] ἀφανισθέντι δὲ Ἀμίλκᾳ τρόπῳ εἴτε τοιούτῳ ὡς Φοίνικες λέγουσι, εἴτε ἑτέρῳ ὡς Καρχηδόνιοι καὶ Συρηκόσιοι, τοῦτο μέν οἱ θύουσι, τοῦτο δὲ μνήματα ἐποίησαν ἐν πάσῃσι τῇσι πόλισι τῶν ἀποικίδων, ἐν αὐτῇ τε μέγιστον Καρχηδόνι. 168. τὰ μὲν ἀπὸ Σικελίης τοσαῦτα. Κερκυραῖοι δὲ τάδε ὑποκρινάμενοι τοῖσι ἀγγέλοισι τοιάδε ἐποίησαν· καὶ γὰρ τούτους παρελάμβανον οἱ αὐτοὶ οἵ περ ἐς Σικελίην ἀπίκοντο, λέγοντες τοὺς αὐτοὺς λόγους τοὺς καὶ πρὸς Γέλωνα ἔλεγον. οἳ δὲ παραυτίκα μὲν ὑπίσχοντο πέμψειν τε καὶ ἀμυνέειν, φράζοντες ὡς οὔ σφι περιοπτέη ἐστὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπολλυμένη· ἢν γὰρ σφαλῇ, σφεῖς γε οὐδὲν ἄλλο ἢ δουλεύσουσι τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερέων· ἀλλὰ τιμωρητέον εἴη ἐς τὸ δυνατώτατον. [2] ὑπεκρίναντο μὲν οὕτω εὐπρόσωπα· ἐπεὶ δὲ ἔδει βοηθέειν, ἄλλα νοέοντες ἐπλήρωσαν νέας ἑξήκοντα, μόγις δὲ ἀναχθέντες προσέμιξαν τῇ Πελοποννήσῳ, καὶ περὶ Πύλον καὶ Ταίναρον γῆς τῆς Λακεδαιμονίων ἀνεκώχευον τὰς νέας, καραδοκέοντες καὶ οὗτοι τὸν πόλεμον τῇ πεσέεται, ἀελπτέοντες μὲν τοὺς Ἕλληνας ὑπερβαλέεσθαι, δοκέοντες δὲ τὸν Πέρσην κατακρατήσαντα πολλὸν ἄρξειν πάσης τῆς Ἑλλάδος. [3] ἐποίευν ὦν ἐπίτηδες, ἵνα ἔχωσι πρὸς τὸν Πέρσην λέγειν τοιάδε. “ὦ βασιλεῦ, ἡμεῖς, παραλαμβανόντων τῶν Ἑλλήνων ἡμέας ἐς τὸν πόλεμον τοῦτον, ἔχοντες δύναμιν οὐκ ἐλαχίστην οὐδὲ νέας ἐλαχίστας παρασχόντες ἂν ἀλλὰ πλείστας μετά γε Ἀθηναίους, οὐκ ἠθελήσαμέν τοι ἐναντιοῦσθαι οὐδέ τι ἀποθύμιον ποιῆσαι”. τοιαῦτα λέγοντες ἤλπιζον πλέον τι τῶν ἄλλων οἴσεσθαι· τά περ ἂν καὶ ἐγένετο, ὡς ἐμοὶ δοκέει. [4] πρὸς δὲ τοὺς Ἕλληνάς σφι σκῆψις ἐπεποίητο, τῇ περ δὴ καὶ ἐχρήσαντο. αἰτιωμένων γὰρ τῶν Ἑλλήνων ὅτι οὐκ ἐβοήθεον, ἔφασαν πληρῶσαι μὲν ἑξήκοντα τριήρεας, ὑπὸ δὲ
ἐτησιέων ἀνέμων ὑπερβαλεῖν Μαλέην οὐκ οἷοί τε γενέσθαι· οὕτω οὐκ ἀπικέσθαι ἐς Σαλαμῖνα, καὶ οὐδεμιῇ κακότητι λειφθῆναι τῆς ναυμαχίης. 169. οὗτοι μὲν οὕτω διεκρούσαντο τοὺς Ἕλληνας. Κρῆτες δέ, ἐπείτε σφέας παρελάμβανον οἱ ἐπὶ τούτοισι ταχθέντες Ἑλλήνων, ἐποίησαν τοιόνδε· πέμψαντες κοινῇ θεοπρόπους ἐς Δελφοὺς τὸν θεὸν ἐπειρώτων εἴ σφι ἄμεινον τιμωρέουσι γίνεται τῇ Ἑλλάδι. [2] ἡ δὲ Πυθίη ὑπεκρίνατο “ὦ νήπιοι, ἐπιμέμφεσθε ὅσα ὑμῖν ἐκ τῶν Μενελάου τιμωρημάτων Μίνως ἔπεμψε μηνίων δακρύματα, ὅτι οἳ μὲν οὐ συνεξεπρήξαντο αὐτῷ τὸν ἐν Καμικῷ θάνατον γενόμενον, ὑμεῖς δὲ ἐκείνοισι τὴν ἐκ Σπάρτης ἁρπασθεῖσαν ὑπ᾽ ἀνδρὸς βαρβάρου γυναῖκα”. ταῦτα οἱ Κρῆτες ὡς ἀπενειχθέντα ἤκουσαν, ἔσχοντο τῆς τιμωρίης. 170. λέγεται γὰρ Μίνων κατὰ ζήτησιν Δαιδάλου ἀπικόμενον ἐς Σικανίην τὴν νῦν Σικελίην καλευμένην ἀποθανεῖν βιαίῳ θανάτῳ. ἀνὰ δὲ χρόνον Κρῆτας, θεοῦ σφι ἐποτρύναντος, πάντας πλὴν Πολιχνιτέων τε καὶ Πραισίων ἀπικομένους στόλῳ μεγάλῳ ἐς Σικανίην πολιορκέειν ἐπ᾽ ἔτεα πέντε πόλιν Καμικόν, τὴν κατ᾽ ἐμὲ Ἀκραγαντῖνοι ἐνέμοντο· [2] τέλος δὲ οὐ δυναμένους οὔτε ἑλεῖν οὔτε παραμένειν λιμῷ συνεστεῶτας, ἀπολιπόντας οἴχεσθαι. ὡς δὲ κατὰ Ἰηπυγίην γενέσθαι πλέοντας, ὑπολαβόντα σφέας χειμῶνα μέγαν ἐκβαλεῖν ἐς τὴν γῆν· συναραχθέντων δὲ τῶν πλοίων, οὐδεμίαν γάρ σφι ἔτι κομιδὴν ἐς Κρήτην φαίνεσθαι, ἐνθαῦτα Ὑρίην πόλιν κτίσαντας καταμεῖναί τε καὶ μεταβαλόντας ἀντὶ μὲν Κρητῶν γενέσθαι Ἰήπυγας Μεσσαπίους, ἀντὶ δὲ εἶναι νησιώτας ἠπειρώτας. [3] ἀπὸ δὲ Ὑρίης πόλιος τὰς ἄλλας οἰκίσαι, τὰς δὴ Ταραντῖνοι χρόνῳ ὕστερον πολλῷ ἐξανιστάντες προσέπταισαν μεγάλως, ὥστε φόνος Ἑλληνικὸς μέγιστος οὗτος δὴ ἐγένετο πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν, αὐτῶν τε Ταραντίνων καὶ ῾Ρηγίνων, οἳ ὑπὸ Μικύθου τοῦ Χοίρου ἀναγκαζόμενοι τῶν ἀστῶν καὶ ἀπικόμενοι τιμωροὶ Ταραντίνοισι ἀπέθανον τρισχίλιοι οὕτω· αὐτῶν δὲ Ταραντίνων οὐκ ἐπῆν ἀριθμός. [4] ὁ δὲ Μίκυθος οἰκέτης ἐὼν Ἀναξίλεω ἐπίτροπος ῾Ρηγίου καταλέλειπτο, οὗτος ὅς περ ἐκπεσὼν ἐκ ῾Ρηγίου καὶ Τεγέην τὴν Ἀρκάδων οἰκήσας ἀνέθηκε ἐν Ὀλυμπίῃ τοὺς πολλοὺς ἀνδριάντας. 171. ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ ῾Ρηγίνους τε καὶ Ταραντίνους τοῦ λόγου μοι παρενθήκη γέγονε· ἐς δὲ τὴν Κρήτην ἐρημωθεῖσαν, ὡς λέγουσι Πραίσιοι, ἐσοικίζεσθαι ἄλλους τε ἀνθρώπους καὶ μάλιστα Ἕλληνας, τρίτῃ δὲ γενεῇ μετὰ Μίνων τελευτήσαντα γενέσθαι τὰ Τρωικά, ἐν τοῖσι οὐ φλαυροτάτους φαίνεσθαι ἐόντας Κρῆτας τιμωροὺς Μενέλεῳ. [2] ἀπὸ τούτων δέ σφι ἀπονοστήσασι ἐκ Τροίης λιμόν τε καὶ λοιμὸν γενέσθαι καὶ αὐτοῖσι καὶ τοῖσι προβάτοισι, ἔστε τὸ δεύτερον ἐρημωθείσης Κρήτης μετὰ τῶν ὑπολοίπων τρίτους αὐτὴν νῦν νέμεσθαι Κρῆτας. ἡ μὲν δὴ Πυθίη ὑπομνήσασα ταῦτα ἔσχε βουλομένους τιμωρέειν τοῖσι Ἕλλησι. 172. Θεσσαλοὶ δὲ ὑπὸ ἀναγκαίης τὸ πρῶτον ἐμήδισαν, ὡς διέδεξαν, ὅτι οὔ σφι ἥνδανε τὰ οἱ Ἀλευάδαι ἐμηχανῶντο. ἐπείτε γὰρ ἐπύθοντο τάχιστα μέλλοντα διαβαίνειν τὸν Πέρσην ἐς τὴν Εὐρώπην, πέμπουσι ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀγγέλους· ἐν δὲ τῷ Ἰσθμῷ ἦσαν ἁλισμένοι πρόβουλοι τῆς Ἑλλάδος ἀραιρημένοι ἀπὸ τῶν πολίων τῶν τὰ ἀμείνω φρονεουσέων περὶ τὴν Ἑλλάδα. [2] ἀπικόμενοι δὲ ἐπὶ τούτους τῶν Θεσσαλῶν οἱ ἄγγελοι ἔλεγον Ἄνδρες Ἕλληνες, δεῖ φυλάσσεσθαι τὴν ἐσβολὴν τὴν Ὀλυμπικήν, ἵνα Θεσσαλίη τε καὶ ἡ σύμπασα ᾖ Ἑλλὰς ἐν σκέπῃ τοῦ πολέμου. ἡμεῖς μέν νυν ἕτοιμοι εἰμὲν συμφυλάσσειν, πέμπειν δὲ χρὴ καὶ ὑμέας στρατιὴν πολλήν, ὡς, εἰ μὴ πέμψετε, ἐπίστασθε ἡμέας ὁμολογήσειν τῷ Πέρσῃ· οὐ γάρ τι προκατημένους τοσοῦτο πρὸ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος μούνους πρὸ ὑμέων δεῖ ἀπολέσθαι. [3] βοηθέειν δὲ οὐ βουλόμενοι ἀναγκαίην ἡμῖν οὐδεμίαν οἷοί τε ἐστὲ προσφέρειν· οὐδαμὰ γὰρ ἀδυνασίης ἀνάγκη κρέσσων ἔφυ. ἡμεῖς δὲ πειρησόμεθα αὐτοί τινα σωτηρίην μηχανώμενοι”.
173. ταῦτα ἔλεγον οἱ Θεσσαλοί. οἱ δὲ Ἕλληνες πρὸς ταῦτα ἐβουλεύσαντο ἐς Θεσσαλίην πέμπειν κατὰ θάλασσαν πεζὸν στρατὸν φυλάξοντα τὴν ἐσβολήν. ὡς δὲ συνελέχθη ὁ στρατός, ἔπλεε δι᾽ Εὐρίπου· ἀπικόμενος δὲ τῆς Ἀχαιίης ἐς Ἄλον, ἀποβὰς ἐπορεύετο ἐς Θεσσαλίην, τὰς νέας αὐτοῦ καταλιπών, καὶ ἀπίκετο ἐς τὰ Τέμπεα ἐς τὴν ἐσβολὴν ἥ περ ἀπὸ Μακεδονίης τῆς κάτω ἐς Θεσσαλίην φέρει παρὰ ποταμὸν Πηνειόν, μεταξὺ δὲ Ὀλύμπου τε ὄρεος ἐόντα καὶ τῆς Ὄσσης. [2] ἐνθαῦτα ἐστρατοπεδεύοντο τῶν Ἑλλήνων κατὰ μυρίους ὁπλίτας συλλεγέντες, καί σφι προσῆν ἡ Θεσσαλῶν ἵππος· ἐστρατήγεε δὲ Λακεδαιμονίων μὲν Εὐαίνετος ὁ Καρήνου ἐκ τῶν πολεμάρχων ἀραιρημένος, γένεος μέντοι ἐὼν οὐ τοῦ βασιληίου, Ἀθηναίων δὲ Θεμιστοκλέης ὁ Νεοκλέος. ἔμειναν δὲ ὀλίγας ἡμέρας ἐνθαῦτα· [3] ἀπικόμενοι γὰρ ἄγγελοι παρὰ Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀμύντεω ἀνδρὸς Μακεδόνος συνεβούλευόν σφι ἀπαλλάσσεσθαι μηδὲ μένοντας ἐν τῇ ἐσβολῇ καταπατηθῆναι ὑπὸ τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐπιόντος, σημαίνοντες τὸ πλῆθός τε τῆς στρατιῆς καὶ τὰς νέας. ὡς δὲ οὗτοί σφι ταῦτα συνεβούλευον, χρηστὰ γὰρ ἐδόκεον συμβουλεύειν καί σφι εὔνοος ἐφαίνετο ἐὼν ὁ Μακεδών, ἐπείθοντο. [4] δοκέειν δὲ μοι, ἀρρωδίη ἦν τὸ πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καὶ ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολὴν ἐς Θεσσαλοὺς κατὰ τὴν ἄνω Μακεδονίην διὰ Περραιβῶν κατὰ Γόννον πόλιν, τῇ περ δὴ καὶ ἐσέβαλε ἡ στρατιὴ ἡ Ξέρξεω. καταβάντες δὲ οἱ Ἕλληνες ἐπὶ τὰς νέας ὀπίσω ἐπορεύοντο ἐς τὸν Ἰσθμόν. 174. αὕτη ἐγένετο ἡ ἐς Θεσσαλίην στρατηίη, βασιλέος τε μέλλοντος διαβαίνειν ἐς τὴν Εὐρώπην ἐκ τῆς Ἀσίης καὶ ἐόντος ἤδη ἐν Ἀβύδῳ. Θεσσαλοὶ δὲ ἐρημωθέντες συμμάχων οὕτω δὴ ἐμήδισαν προθύμως οὐδ᾽ ἔτι ἐνδοιαστῶς, ὥστε ἐν τοῖσι πρήγμασι ἐφαίνοντο βασιλέι ἄνδρες ἐόντες χρησιμώτατοι. 175. οἱ δὲ Ἕλληνες ἐπείτε ἀπίκατο ἐς τὸν Ἰσθμόν, ἐβουλεύοντο πρὸς τὰ λεχθέντα ἐξ Ἀλεξάνδρου τῇ τε στήσονται τὸν πόλεμον καὶ ἐν οἵοισι χώροισι. ἡ νικῶσα δὲ γνώμη ἐγίνετο τὴν ἐν Θερμοπύλῃσι ἐσβολὴν φυλάξαι· στεινοτέρη γὰρ ἐφαίνετο ἐοῦσα τῆς ἐς Θεσσαλίην καὶ ἅμα ἀγχοτέρη τῆς ἑωυτῶν· [2] τὴν δὲ ἀτραπόν, δι᾽ ἣλωσαν οἱ ἁλόντες Ἑλλήνων ἐν Θερμοπύλῃσι, οὐδὲ ᾔδεσαν ἐοῦσαν πρότερον ἤ περ ἀπικόμενοι ἐς Θερμοπύλας ἐπύθοντο Τρηχινίων. ταύτην ὦν ἐβουλεύσαντο φυλάσσοντες τὴν ἐσβολὴν μὴ παριέναι ἐς τὴν Ἑλλάδα τὸν βάρβαρον, τὸν δὲ ναυτικὸν στρατὸν πλέειν γῆς τῆς Ἱστιαιώτιδος ἐπὶ Ἀρτεμίσιον. ταῦτα γὰρ ἀγχοῦ τε ἀλλήλων ἐστὶ ὥστε πυνθάνεσθαι τὰ κατὰ ἑκατέρους ἐόντα, οἵ τε χῶροι οὕτω ἔχουσι. 176. τοῦτο μὲν τὸ Ἀρτεμίσιον· ἐκ τοῦ πελάγεος τοῦ Θρηικίου ἐξ εὐρέος συνάγεται ἐς στεινὸν ἐόντα τὸν πόρον τὸν μεταξὺ νήσου τε Σκιάθου καὶ ἠπείρου Μαγνησίης· ἐκ δὲ τοῦ στεινοῦ τῆς Εὐβοίης ἤδη τὸ Ἀρτεμίσιον δέκεται αἰγιαλός, ἐν δὲ Ἀρτέμιδος ἱρόν. [2] ἡ δὲ αὖ διὰ Τρηχῖνος ἔσοδος ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐστὶ τῇ στεινοτάτη ἡμίπλεθρον. οὐ μέντοι κατὰ τοῦτό γε ἐστὶ τὸ στεινότατον τῆς χώρης τῆς ἄλλης, ἀλλ᾽ ἔμπροσθέ τε Θερμοπυλέων καὶ ὄπισθε, κατὰ τε Ἀλπηνοὺς ὄπισθε ἐόντας ἐοῦσα ἁμαξιτὸς μούνη, καὶ ἔμπροσθε κατὰ Φοίνικα ποταμὸν ἀγχοῦ Ἀνθήλης πόλιος ἄλλη ἁμαξιτὸς μούνη. [3] τῶν δὲ Θερμοπυλέων τὸ μὲν πρὸς ἑσπέρης ὄρος ἄβατόν τε καὶ ἀπόκρημνον, ὑψηλόν, ἀνατεῖνον ἐς τὴν Οἴτην· τὸ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ τῆς ὁδοῦ θάλασσα ὑποδέκεται καὶ τενάγεα. ἔστι δὲ ἐν τῇ ἐσόδῳ ταύτῃ θερμὰ λουτρά, τὰ Χύτρους καλέουσι οἱ ἐπιχώριοι, καὶ βωμὸς ἵδρυται Ἡρακλέος ἐπ᾽ αὐτοῖσι. ἐδέδμητο δὲ τεῖχος κατὰ ταύτας τὰς ἐσβολάς, καὶ τό γε παλαιὸν πύλαι ἐπῆσαν. [4] ἔδειμαν δὲ Φωκέες τὸ τεῖχος δείσαντες, ἐπεὶ Θεσσαλοὶ ἦλθον ἐκ Θεσπρωτῶν οἰκήσοντες γῆν τὴν Αἰολίδα τήν νῦν ἐκτέαται. ἅτε δὴ πειρωμένων τῶν Θεσσαλῶν καταστρέφεσθαι σφέας, τοῦτο προεφυλάξαντο οἱ Φωκέες, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ θερμὸν τότε ἐπῆκαν ἐπὶ τὴν ἔσοδον, ὡς ἂν χαραδρωθείη
ὁ χῶρος, πᾶν μηχανώμενοι ὅκως μή σφι ἐσβάλοιεν οἱ Θεσσαλοὶ ἐπὶ τὴν χώρην. [5] τὸ μέν νυν τεῖχος τὸ ἀρχαῖον ἐκ παλαιοῦ τε ἐδέδμητο καὶ τὸ πλέον αὐτοῦ ἤδη ὑπὸ χρόνου ἔκειτο· τοῖσι δὲ αὖτις ὀρθώσασι ἔδοξε ταύτῃ ἀπαμύνειν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸν βάρβαρον. κώμη δὲ ἐστὶ ἀγχοτάτω τῆς ὁδοῦ Ἀλπηνοὶ οὔνομα· ἐκ ταύτης δὲ ἐπισιτιεῖσθαι ἐλογίζοντο οἱ Ἕλληνες. 177. οἱ μέν νυν χῶροι οὗτοι τοῖσι Ἕλλησι εἶναι ἐφαίνοντο ἐπιτήδεοι· πάντα γὰρ προσκεψάμενοι καὶ ἐπιλογισθέντες ὅτι οὔτε πλήθεϊ ἕξουσι χρᾶσθαι οἱ βάρβαροι οὔτε ἵππῳ, ταύτῃ σφι ἔδοξε δέκεσθαι τὸν ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ὡς δὲ ἐπύθοντο τὸν Πέρσην ἐόντα ἐν Πιερίῃ, διαλυθέντες ἐκ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐστρατεύοντο αὐτῶν οἳ μὲν ἐς Θερμοπύλας πεζῇ, ἄλλοι δὲ κατὰ θάλασσαν ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον. 178. οἱ μὲν δὴ Ἕλληνες κατὰ τάχος ἐβοήθεον διαταχθέντες, Δελφοὶ δ᾽ ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ ἐχρηστηριάζοντο τῷ θεῷ ὑπὲρ ἑωυτῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος καταρρωδηκότες, καί σφι ἐχρήσθη ἀνέμοισι εὔχεσθαι· μεγάλους γὰρ τούτους ἔσεσθαι τῇ Ἑλλάδι συμμάχους. [2] Δελφοὶ δὲ δεξάμενοι τὸ μαντήιον πρῶτα μὲν Ἑλλήνων τοῖσι βουλομένοισι εἶναι ἐλευθέροισι ἐξήγγειλαν τὰ χρησθέντα αὐτοῖσι, καί σφι δεινῶς καταρρωδέουσι τὸν βάρβαρον ἐξαγγείλαντες χάριν ἀθάνατον κατέθεντο. μετὰ δὲ ταῦτα οἱ Δελφοὶ τοῖσι ἀνέμοισι βωμόν τε ἀπέδεξαν ἐν Θυίῃ, τῇ περ τῆς Κηφισοῦ θυγατρὸς Θυίης τὸ τέμενος ἐστί, ἐπ᾽ ἧς καὶ ὁ χῶρος οὗτος τὴν ἐπωνυμίην ἔχει, καὶ θυσίῃσι σφέας μετήισαν. 179. Δελφοὶ μὲν δὴ κατὰ τὸ χρηστήριον ἔτι καὶ νῦν τοὺς ἀνέμους ἱλάσκονται. ὁ δὲ ναυτικὸς Ξέρξεω στρατὸς ὁρμώμενος ἐκ Θέρμης πόλιος παρέβαλε νηυσὶ τῇσι ἄριστα πλεούσῃσι δέκα ἰθὺ Σκιάθου, ἔνθα ἦσαν προφυλάσσουσαι νέες τρεῖς Ἑλληνίδες, Τροιζηνίη τε καὶ Αἰγιναίη καὶ Ἀττική. προϊδόντες δὲ οὗτοι τὰς νέας τῶν βαρβάρων ἐς φυγὴν ὅρμησαν. 180. τὴν μὲν δὴ Τροιζηνίην, τῆς ἦρχε Πρηξῖνος, αὐτίκα αἱρέουσι ἐπισπόμενοι οἱ βάρβαροι, καὶ ἔπειτα τῶν ἐπιβατέων αὐτῆς τὸν καλλιστεύοντα ἀγαγόντες ἐπὶ τῆς πρῴρης τῆς νεὸς ἔσφαξαν, διαδέξιον ποιεύμενοι τὸν εἷλον τῶν Ἑλλήνων πρῶτον καὶ κάλλιστον. τῷ δὲ σφαγιασθέντι τούτῳ οὔνομα ἦν Λέων· τάχα δ᾽ ἄν τι καὶ τοῦ οὐνόματος ἐπαύροιτο. 181. ἡ δὲ Αἰγιναίη, τῆς ἐτριηράρχεε Ἀσωνίδης, καὶ τινά σφι θόρυβον παρέσχε, Πυθέω τοῦ Ἰσχενόου ἐπιβατεύοντος, ἀνδρὸς ἀρίστου γενομένου ταύτην τὴν ἡμέρην· ὃς ἐπειδὴ ἡ νηῦς ἡλίσκετο ἐς τοῦτο ἀντεῖχε μαχόμενος ἐς ὃ κατεκρεουργήθη ἅπας. [2] ὡς δὲ πεσὼν οὐκ ἀπέθανε ἀλλ᾽ ἦν ἔμπνοος, οἱ Πέρσαι, οἵ περ ἐπεβάτευον ἐπὶ τῶν νεῶν, δι᾽ ἀρετὴν τὴν ἐκείνου περιποιῆσαί μιν περὶ πλείστου ἐποιήσαντο, σμύρνῃσί τε ἰώμενοι τὰ ἕλκεα καὶ σινδόνος βυσσίνης τελαμῶσι κατειλίσσοντες· [3] καί μιν, ὡς ὀπίσω ἀπίκοντο ἐς τὸ ἑωυτῶν στρατόπεδον, ἐπεδείκνυσαν ἐκπαγλεόμενοι πάσῃ τῇ στρατιῇ περιέποντες εὖ. τοὺς δὲ ἄλλους τοὺς ἔλαβον ἐν τῇ νηὶ ταύτῃ περιεῖπον ὡς ἀνδράποδα. 182. αἱ μὲν δὴ δύο τῶν νεῶν οὕτω ἐχειρώθησαν· ἡ δὲ τρίτη, τῆς ἐτριηράρχεε Φόρμος ἀνὴρ Ἀθηναῖοις, φεύγουσα ἐξοκέλλει ἐς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Πηνειοῦ, καὶ τοῦ μὲν σκάφεος ἐκράτησαν οἱ βάρβαροι, τῶν δὲ ἀνδρῶν οὔ· ὡς γὰρ δὴ τάχιστα ἐπώκειλαν τὴν νέα οἱ Ἀθηναῖοι, ἀποθορόντες κατὰ Θεσσαλίην πορευόμενοι ἐκομίσθησαν ἐς Ἀθήνας. 183. ταῦτα οἱ Ἕλληνες οἱ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ στρατοπεδευόμενοι πυνθάνονται παρὰ πυρσῶν ἐκ Σκιάθου· πυθόμενοι δὲ καὶ καταρρωδήσαντες ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου μετορμίζοντο ἐς Χαλκίδα, φυλάξοντες μὲν τὸν Εὔριπον, λείποντες δὲ ἡμεροσκόπους περὶ τὰ ὑψηλὰ τῆς Εὐβοίης. [2] τῶν δὲ δέκα νεῶν τῶν βαρβάρων τρεῖς ἐπήλασαν περὶ τὸ ἕρμα τὸ μεταξὺ ἐὸν Σκιάθου τε καὶ Μαγνησίης, καλεόμενον δὲ Μύρμηκα. ἐνθαῦτα οἱ βάρβαροι ἐπειδὴ στήλην λίθου ἐπέθηκαν
κομίσαντες ἐπὶ τὸ ἕρμα, ὁρμηθέντες αὐτοὶ ἐκ Θέρμης, ὥς σφι τὸ ἐμποδὼν ἐγεγόνεε καθαρόν, ἐπέπλεον πάσῃσι τῇσι νηυσί, ἕνδεκα ἡμέρας παρέντες μετὰ τὴν βασιλέος ἐξέλασιν ἐκ Θέρμης. [3] τὸ δὲ ἕρμα σφι κατηγήσατο ἐὸν ἐν πόρῳ μάλιστα Πάμμων Σκύριος. πανημερὸν δὲ πλέοντες οἱ βάρβαροι ἐξανύουσι τῆς Μαγνησίης χώρης ἐπὶ Σηπιάδα τε καὶ τὸν αἰγιαλὸν τὸν μεταξὺ Κασθαναίης τε πόλιος ἐόντα καὶ Σηπιάδος ἀκτῆς. 184. μέχρι μέν νυν τούτου τοῦ χώρου καὶ Θερμοπυλέων ἀπαθής τε κακῶν ἦν ὁ στρατός, καὶ πλῆθος ἦν τηνικαῦτα ἔτι, ὡς ἐγὼ συμβαλλόμενος εὑρίσκω, τῶν μὲν ἐκ τῶν νεῶν τῶν ἐκ τῆς Ἀσίης, ἐουσέων ἑπτὰ καὶ διηκοσιέων καὶ χιλιέων, τὸν μὲν ἀρχαῖον ἑκάστων τῶν ἐθνέων ἐόντα ὅμιλον τέσσερας καὶ εἴκοσι μυριάδας καὶ πρὸς χιλιάδα τε καὶ τετρακοσίους, ὡς ἀνὰ διηκοσίους ἄνδρας λογιζομένοισι ἐν ἑκάστῃ νηί. [2] ἐπεβάτευον δὲ ἐπὶ τουτέων τῶν νεῶν, χωρὶς ἑκάστων τῶν ἐπιχωρίων ἐπιβατέων, Περσέων τε καὶ Μήδων καὶ Σακέων τριήκοντα ἄνδρες. οὗτος ἄλλος ὅμιλος γίνεται τρισμύριοι καὶ ἑξακισχίλιοι καὶ πρὸς διηκόσιοί τε καὶ δέκα. [3] προσθήσω δ᾽ ἔτι τούτῳ καὶ τῷ προτέρῳ ἀριθμῷ τοὺς ἐκ τῶν πεντηκοντέρων, ποιήσας, ὅ τι πλέον ἦν αὐτῶν ἢ ἔλασσον, ἀν᾽ ὀγδώκοντα ἄνδρας ἐνεῖναι. συνελέχθη δὲ ταῦτα τὰ πλοῖα, ὡς καὶ πρότερον εἰρέθη, τρισχίλια. ἤδη ὦν ἄνδρες ἂν εἶεν ἐν αὐτοῖσι τέσσερες μυριάδες καὶ εἴκοσι. [4] τοῦτο μὲν δὴ τό ἐκ τῆς Ἀσίης ναυτικὸν ἦν, σύμπαν ἐὸν πεντήκοντα μυριάδες καὶ μία, χιλιάδες δὲ ἔπεισι ἐπὶ ταύτῃσι ἑπτὰ καὶ πρὸς ἑκατοντάδες ἓξ καὶ δεκάς. τοῦ δὲ πεζοῦ ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν μυριάδες ἐγένοντο, τῶν δὲ ἱππέων ὀκτὼ μυριάδες. προσθήσω δ᾽ ἔτι τούτοισι τὰς καμήλους τοὺς ἐλαύνοντας Ἀραβίους καὶ τοὺς τὰ ἅρματα Λίβυας, πλῆθος ποιήσας δισμυρίους ἄνδρας. [5] καὶ δὴ τό τε ἐκ τῶν νεῶν καὶ τοῦ πεζοῦ πλῆθος συντιθέμενον γίνεται διηκόσιαί τε μυριάδες καὶ τριήκοντα καὶ μία, καὶ πρὸς χιλιάδες ἑπτὰ καὶ ἑκατοντάδες ἓξ καὶ δεκάς. τοῦτο μὲν τὸ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἀσίης στράτευμα ἐξαναχθὲν εἴρηται, ἄνευ τε τῆς θεραπηίης τῆς ἑπομένης καὶ τῶν σιταγωγῶν πλοίων καὶ ὅσοι ἐνέπλεον τούτοισι. 185. τὸ δὲ δὴ ἐκ τῆς Εὐρώπης ἀγόμενον στράτευμα ἔτι προσλογιστέα τούτῳ παντὶ τῷ ἐξηριθμημένῳ· δόκησιν δὲ δεῖ λέγειν. νέας μέν νυν οἱ ἀπὸ Θρηίκης Ἕλληνες καὶ οἱ ἐκ τῶν νήσων τῶν ἐπικειμενέων τῇ Θρηίκῃ παρείχοντο εἴκοσι καὶ ἑκατόν· ἐκ μέν νυν τουτέων τῶν νεῶν ἄνδρες τετρακισχίλιοι καὶ δισμύριοι γίνονται. [2] πεζοῦ δὲ τὸν Θρήικες παρείχοντο καὶ Παίονες καὶ Ἐορδοὶ καὶ Βοττιαῖοι καὶ τὸ Χαλκιδικὸν γένος καὶ Βρύγοι καὶ Πίερες καὶ Μακεδόνες καὶ Περραιβοὶ καὶ Ἐνιῆνες καὶ Δόλοπες καὶ Μάγνητες καὶ Ἀχαιοὶ καὶ ὅσοι τῆς Θρηίκης τὴν παραλίην νέμονται, τούτων τῶν ἐθνέων τριήκοντα μυριάδας δοκέω γενέσθαι. [3] αὗται ὦν αἱ μυριάδες ἐκείνῃσι προστεθεῖσαι τῇσι ἐκ τῆς Ἀσίης, γίνονται αἱ πᾶσαι ἀνδρῶν αἱ μάχιμοι μυριάδες διηκόσιαι καὶ ἑξήκοντα καὶ τέσσερες, ἔπεισι δὲ ταύτῃσι ἑκατοντάδες ἑκκαίδεκα καὶ δεκάς. 186. τοῦ μαχίμου δὲ τούτου ἐόντος ἀριθμὸν τοσούτου, τὴν θεραπηίην τὴν ἑπομένην τούτοισι καὶ τοὺς ἐν τοῖσι σιταγωγοῖσι ἀκάτοισι ἐόντας καὶ μάλα ἐν τοῖσι ἄλλοισι πλοίοισι τοῖσι ἅμα πλέουσι τῇ στρατιῇ, τούτους τῶν μαχίμων ἀνδρῶν οὐ δοκέω εἶναι ἐλάσσονας ἀλλὰ πλεῦνας. [2] καὶ δή σφεας ποιέω ἴσους ἐκείνοισι εἶναι καὶ οὔτε πλεῦνας οὔτε ἐλάσσονας οὐδέν· ἐξισούμενοι δὲ οὗτοι τῷ μαχίμῳ ἐκπληροῦσι τὰς ἴσας μυριάδας ἐκείνοισι. οὕτω πεντακοσίας τε μυριάδας καὶ εἴκοσι καὶ ὀκτὼ καὶ χιλιάδας τρεῖς καὶ ἑκατοντάδας δύο καὶ δεκάδας δύο ἀνδρῶν ἤγαγε Ξέρξης ὁ Δαρείου μέχρι Σηπιάδος καὶ Θερμοπυλέων. 187. οὗτος μὲν δὴ τοῦ συνάπαντος τοῦ Ξέρξεω στρατεύματος ἀριθμός, γυναικῶν δὲ σιτοποιῶν καὶ παλλακέων καὶ εὐνούχων οὐδεὶς ἂν εἴποι ἀτρεκέα ἀριθμόν· οὐδ᾽ αὖ ὑποζυγίων τε καὶ τῶν ἄλλων κτηνέων τῶν ἀχθοφόρων καὶ κυνῶν
Ἰνδικῶν τῶν ἑπομένων, οὐδ᾽ ἂν τούτων ὑπὸ πλήθεος οὐδεὶς ἂν εἴποι ἀριθμόν. ὥστε οὐδέν μοι θῶμα παρίσταται προδοῦναι τὰ ῥέεθρα τῶν ποταμῶν ἔστι ὧν, ἀλλὰ μᾶλλον ὅκως τὰ σιτία ἀντέχρησε θῶμά μοι μυριάσι τοσαύτῃσι. [2] εὑρίσκω γὰρ συμβαλλόμενος, εἰ χοίνικα πυρῶν ἕκαστος τῆς ἡμέρης ἐλάμβανε καὶ μηδὲν πλέον, ἕνδεκα μυριάδας μεδίμνων τελεομένας ἐπ᾽ ἡμέρῃ ἑκάστῃ καὶ πρὸς τριηκοσίους τε ἄλλους μεδίμνους καὶ τεσσεράκοντα· γυναιξὶ δὲ καὶ εὐνούχοισι καὶ ὑποζυγίοισι καὶ κυσὶ οὐ λογίζομαι. ἀνδρῶν δὲ ἐουσέων τοσουτέων μυριάδων, κάλλεός τε εἵνεκα καὶ μεγάθεος οὐδεὶς αὐτῶν ἀξιονικότερος ἦν αὐτοῦ Ξέρξεω ἔχειν τοῦτο τὸ κράτος. 188. ὁ δὲ δὴ ναυτικὸς στρατὸς ἐπείτε ὁρμηθεὶς ἔπλεε καὶ κατέσχε τῆς Μαγνησίης χώρης ἐς τὸν αἰγιαλὸν τὸν μεταξὺ Κασθαναίης τε πόλιος ἐόντα καὶ Σηπιάδος ἀκτῆς, αἱ μὲν δὴ πρῶται τῶν νεῶν ὅρμεον πρὸς γῇ, ἄλλαι δ᾽ ἐπ᾽ ἐκείνῃσι ἐπ᾽ ἀγκυρέων· ἅτε γὰρ τοῦ αἰγιαλοῦ ἐόντος οὐ μεγάλου, πρόκροσσαι ὁρμέοντο ἐς πόντον καὶ ἐπὶ ὀκτὼ νέας. [2] ταύτην μὲν τὴν εὐφρόνην οὕτω, ἅμα δὲ ὄρθρῳ ἐξ αἰθρίης τε καὶ νηνεμίης τῆς θαλάσσης ζεσάσης ἐπέπεσέ σφι χειμών τε μέγας καὶ πολλὸς ἄνεμος ἀπηλιώτης, τὸν δὴ Ἑλλησποντίην καλέουσι οἱ περὶ ταῦτα τὰ χωρία οἰκημένοι. [3] ὅσοι μέν νυν αὐτῶν αὐξόμενον ἔμαθον τὸν ἄνεμον καὶ τοῖσι οὕτω εἶχε ὅρμου, οἳ δ᾽ ἔφθησαν τὸν χειμῶνα ἀνασπάσαντες τὰς νέας, καὶ αὐτοί τε περιῆσαν καὶ αἱ νέες αὐτῶν· ὅσας δὲ τῶν νεῶν μεταρσίας ἔλαβε, τὰς μὲν ἐξέφερε πρὸς Ἴπνους καλεομένους τοὺς ἐν Πηλίῳ, τὰς δὲ ἐς τὸν αἰγιαλόν· αἳ δὲ περὶ αὐτὴν τὴν Σηπιάδα περιέπιπτον, αἳ δὲ ἐς Μελίβοιαν πόλιν, αἳ δὲ ἐς Κασθαναίην ἐξεβράσσοντο· ἦν τε τοῦ χειμῶνος χρῆμα ἀφόρητον. 189. λέγεται δὲ λόγος ὡς Ἀθηναῖοι τὸν Βορέην ἐκ θεοπροπίου ἐπεκαλέσαντο, ἐλθόντος σφι ἄλλου χρηστηρίου τὸν γαμβρὸν ἐπίκουρον καλέσασθαι. Βορέης δὲ κατὰ τὸν Ἑλλήνων λόγον ἔχει γυναῖκα Ἀττικήν, Ὠρειθυίην τὴν Ἐρεχθέος. [2] κατὰ δὴ τὸ κῆδος τοῦτο οἱ Ἀθηναῖοι, ὡς φάτις ὅρμηται, συμβαλλόμενοι σφίσι τὸν Βορέην γαμβρὸν εἶναι, ναυλοχέοντες τῆς Εὐβοίης ἐν Χαλκίδι ὡς ἔμαθον αὐξόμενον τὸν χειμῶνα ἢ καὶ πρὸ τούτου, ἐθύοντό τε καὶ ἐπεκαλέοντο τόν τε Βορέην καὶ τὴν Ὠρειθυίην τιμωρῆσαι σφίσι καὶ διαφθεῖραι τῶν βαρβάρων τὰς νέας, ὡς καὶ πρότερον περὶ Ἄθων. [3] εἰ μέν νυν διὰ ταῦτα τοῖσι βαρβάροισι ὁρμέουσι Βορέης ἐπέπεσε, οὐκ ἔχω εἰπεῖν· οἱ δ᾽ ὦν Ἀθηναῖοι σφίσι λέγουσι βοηθήσαντα τὸν Βορέην πρότερον καὶ τότε ἐκεῖνα κατεργάσασθαι, καὶ ἱρὸν ἀπελθόντες Βορέω ἱδρύσαντο παρὰ ποταμὸν Ἰλισσόν. 190. ἐν τούτῳ τῷ πόνῳ νέας οἳ ἐλαχίστας λέγουσι διαφθαρῆναι τετρακοσιέων οὐκ ἐλάσσονας, ἄνδρας τε ἀναριθμήτους χρημάτων τε πλῆθος ἄφθονον. ὥστε Ἀμεινοκλέι τῷ Κρητίνεω ἀνδρὶ Μάγνητι γηοχέοντι περὶ Σηπιάδα μεγάλως ἡ ναυηγίη αὕτη ἐγένετο χρηστή· ὃς πολλὰ μὲν χρύσεα ποτήρια ὑστέρῳ χρόνῳ ἐκβρασσόμενα ἀνείλετο πολλὰ δὲ ἀργύρεα, θησαυρούς τε τῶν Περσέων εὗρε, ἄλλα τε ἄφατα χρήματα περιεβάλετο. ἀλλ᾽ ὃ μὲν τἆλλα οὐκ εὐτυχέων εὑρήμασι μέγα πλούσιος ἐγένετο· ἦν γάρ τις καὶ τοῦτον ἄχαρις συμφορὴ λυπεῦσα παιδοφόνος. 191. σιταγωγῶν δὲ ὁλκάδων καὶ τῶν ἄλλων πλοίων διαφθειρομένων οὐκ ἐπῆν ἀριθμός. ὥστε δείσαντες οἱ στρατηγοὶ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ μή σφι κεκακωμένοισι ἐπιθέωνται οἱ Θεσσαλοί, ἕρκος ὑψηλὸν ἐκ τῶν ναυηγίων περιεβάλοντο· [2] ἡμέρας γὰρ δὴ ἐχείμαζε τρεῖς. τέλος δὲ ἔντομά τε ποιεῦντες καὶ καταείδοντες γόησι οἱ Μάγοι τῷ ἀνέμῳ, πρός τε τούτοισι καὶ τῇ Θέτι καὶ τῇσι Νηρηίσι θύοντες, ἔπαυσαν τετάρτῃ ἡμέρῃ, ἢ ἄλλως κως αὐτὸς ἐθέλων ἐκόπασε. τῇ δὲ Θέτι ἔθυον πυθόμενοι παρὰ τῶν Ἰώνων τὸν λόγον. ὡς ἐκ τοῦ χώρου τούτου
ἁρπασθείη ὑπὸ Πηλέος, εἴη τε ἅπασα ἡ ἀκτὴ ἡ Σηπιὰς ἐκείνης τε καὶ τῶν ἀλλέων Νηρηίδων. 192. ὃ μὲν δὴ τετάρτῃ ἡμέρῃ ἐπέπαυτο· τοῖσι δὲ Ἕλλησι οἱ ἡμεροσκόποι ἀπὸ τῶν ἄκρων τῶν Εὐβοϊκῶν καταδραμόντες δευτέρῃ ἡμέρῃ ἀπ᾽ ἧς ὁ χειμὼν ὁ πρῶτος ἐγένετο, ἐσήμαινον πάντα τὰ γενόμενα περὶ τὴν ναυηγίην. [2] οἳ δὲ ὡς ἐπύθοντο, Ποσειδέωνι σωτῆρι εὐξάμενοι καὶ σπονδὰς προχέαντες τὴν ταχίστην ὀπίσω ἠπείγοντο ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον, ἐλπίσαντες ὀλίγας τινάς σφι ἀντιξόους ἔσεσθαι νέας. 193. οἳ μὲν δὴ τὸ δεύτερον ἐλθόντες περὶ τὸ Ἀρτεμίσιον ἐναυλόχεον, Ποσειδέωνος σωτῆρος ἐπωνυμίην ἀπὸ τούτου ἔτι καὶ ἐς τόδε νομίζοντες. οἱ δὲ βάρβαροι, ὡς ἐπαύσατό τε ὁ ἄνεμος καὶ τὸ κῦμα ἔστρωτο, κατασπάσαντες τὰς νέας ἔπλεον παρὰ τὴν ἤπειρον, κάμψαντες δὲ τὴν ἄκρην τῆς Μαγνησίης ἰθέαν ἔπλεον ἐς τὸν κόλπον τὸν ἐπὶ Παγασέων φέροντα. [2] ἔστι δὲ χῶρος ἐν τῷ κόλπῳ τούτῳ τῆς Μαγνησίης, ἔνθα λέγεται τὸν Ἡρακλέα καταλειφθῆναι ὑπὸ Ἰήσονος τε καὶ τῶν συνεταίρων ἐκ τῆς Ἀργοῦς ἐπ᾽ ὕδωρ πεμφθέντα, εὖτ᾽ ἐπὶ τὸ κῶας ἔπλεον ἐς Αἶαν τὴν Κολχίδα· ἐνθεῦτεν γὰρ ἔμελλον ὑδρευσάμενοι ἐς τὸ πέλαγος ἀφήσειν. ἐπὶ τούτου δὲ τῷ χώρῳ οὔνομα γέγονε Ἀφέται. ἐν τούτῳ ὦν ὅρμον οἱ Ξέρξεω ἐποιεῦντο. 194. πεντεκαίδεκα δὲ τῶν νεῶν τουτέων ἔτυχόν τε ὕσταται πολλὸν ἐξαναχθεῖσαι καί κως κατεῖδον τὰς ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ τῶν Ἑλλήνων νέας. ἔδοξάν τε δὴ τὰς σφετέρας εἶναι οἱ βάρβαροι καὶ πλέοντες ἐσέπεσον ἐς τοὺς πολεμίους· τῶν ἐστρατήγεε ὁ ἀπὸ Κύμης τῆς Αἰολίδος ὕπαρχος Σανδώκης ὁ Θαμασίου τὸν δὴ πρότερον τούτων βασιλεὺς Δαρεῖος ἐπ᾽ αἰτίῃ τοιῇδε λαβὼν ἀνεσταύρωσε ἐόντα τῶν βασιληίων δικαστέων. ὁ Σανδώκης ἐπὶ χρήμασι ἄδικον δίκην ἐδίκασε. [2] ἀνακρεμασθέντος ὦν αὐτοῦ, λογιζόμενος ὁ Δαρεῖος εὗρέ οἱ πλέω ἀγαθὰ τῶν ἁμαρτημάτων πεποιημένα ἐς οἶκον τὸν βασιλήιον· εὑρὼν δὲ τοῦτο ὁ Δαρεῖος, καὶ γνοὺς ὡς ταχύτερα αὐτὸς ἢ σοφώτερα ἐργασμένος εἴη, ἔλυσε. [3] βασιλέα μὲν δὴ Δαρεῖον οὕτω διαφυγὼν μὴ ἀπολέσθαι περιῆν, τότε δὲ ἐς τοὺς Ἕλληνας καταπλώσας ἔμελλε οὐ τὸ δεύτερον διαφυγὼν ἔσεσθαι· ὡς γὰρ σφέας εἶδον προσπλέοντας οἱ Ἕλληνες, μαθόντες αὐτῶν τὴν γινομένην ἁμαρτάδα, ἐπαναχθέντες εὐπετέως σφέας εἷλον. 195. ἐν τουτέων μιῇ Ἀρίδωλις πλέων ἥλω, τύραννος Ἀλαβάνδων τῶν ἐν Καρίῃ, ἐν ἑτέρῃ δὲ ὁ Πάφιος στρατηγὸς Πενθύλος ὁ Δημονόου, ὃς ἦγε μὲν δυώδεκα νέας ἐκ Πάφου, ἀποβαλὼν δὲ σφέων τὰς ἕνδεκα τῷ χειμῶνι τῷ γενομένῳ κατὰ Σηπιάδα, μιῇ τῇ περιγενομένῃ καταπλέων ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον ἥλω. τούτους οἱ Ἕλληνες ἐξιστορήσαντες τὰ ἐβούλοντο πυθέσθαι ἀπὸ τῆς Ξέρξεω στρατιῆς, ἀποπέμπουσι δεδεμένους ἐς τὸν Κορινθίων ἰσθμόν. 196. ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς ὁ τῶν βαρβάρων στρατός, πάρεξ τῶν πεντεκαίδεκα νεῶν τῶν εἶπον Σανδώκεα στρατηγέειν, ἀπίκοντο ἐς Ἀφέτας. Ξέρξης δὲ καὶ ὁ πεζὸς πορευθεὶς διὰ Θεσσαλίης καὶ Ἀχαιίης ἐσβεβληκὼς ἦν καὶ δὴ τριταῖος ἐς Μηλιέας, ἐν Θεσσαλίῃ μὲν ἅμιλλαν ποιησάμενος ἵππων τῶν τε ἑωυτοῦ ἀποπειρώμενος καὶ τῆς Θεσσαλίης ἵππου, πυθόμενος ὡς ἀρίστη εἴη τῶν ἐν Ἕλλησι· ἔνθα δὴ αἱ Ἑλληνίδες ἵπποι ἐλείποντο πολλόν. τῶν μέν νυν ἐν Θεσσαλίῃ ποταμῶν Ὀνόχωνος μοῦνος οὐκ ἀπέχρησε τῇ στρατιῇ τὸ ῥέεθρον πινόμενος· τῶν δὲ ἐν Ἀχαιίῃ ποταμῶν ῥεόντων οὐδὲ ὅστις μέγιστος αὐτῶν ἐστι Ἠπιδανός, οὐδὲ οὗτος ἀντέσχε εἰ μὴ φλαύρως. 197. ἐς Ἄλον δὲ τῆς Ἀχαιίης ἀπικομένῳ Ξέρξῃ οἱ κατηγεμόνες τῆς ὁδοῦ βουλόμενοι τὸ πᾶν ἐξηγέεσθαι ἔλεγόν οἱ ἐπιχώριον λόγον, τὰ περὶ τὸ ἱρὸν τοῦ Λαφυστίου Διός, ὡς Ἀθάμας ὁ Αἰόλου ἐμηχανήσατο Φρίξῳ μόρον σὺν Ἰνοῖ
βουλεύσας, μετέπειτα δὲ ὡς ἐκ θεοπροπίου Ἀχαιοὶ προτιθεῖσι τοῖσι ἐκείνου ἀπογόνοισι ἀέθλους τοιούσδε· [2] ὃς ἂν ᾖ τοῦ γένεος τούτου πρεσβύτατος, τούτῳ ἐπιτάξαντες ἔργεσθαι τοῦ ληίτου αὐτοὶ φυλακὰς ἔχουσι. λήιτον δὲ καλέουσι τὸ πρυτανήιον οἱ Ἀχαιοί. ἢν δὲ ἐσέλθῃ, οὐκ ἔστι ὅκως ἔξεισι πρὶν ἢ θύσεσθαι μέλλῃ· ὥς τ᾽ ἔτι πρὸς τούτοισι πολλοὶ ἤδη τούτων τῶν μελλόντων θύσεσθαι δείσαντες οἴχοντο ἀποδράντες ἐς ἄλλην χώρην, χρόνου δὲ προϊόντος ὀπίσω κατελθόντες ἢν ἁλίσκωνται ἐστέλλοντο ἐς τὸ πρυτανήιον· ὡς θύεταί τε ἐξηγέοντο στέμμασι πᾶς πυκασθεὶς καὶ ὡς σὺν πομπῇ ἐξαχθείς. [3] ταῦτα δὲ πάσχουσι οἱ Κυτισσώρου τοῦ Φρίξου παιδὸς ἀπόγονοι, διότι καθαρμὸν τῆς χώρης ποιευμένων Ἀχαιῶν ἐκ θεοπροπίου Ἀθάμαντα τὸν Αἰόλου καὶ μελλόντων μιν θύειν ἀπικόμενος οὗτος ὁ Κυτίσσωρος ἐξ Αἴης τῆς Κολχίδος ἐρρύσατο, ποιήσας δὲ τοῦτο τοῖσι ἐπιγενομένοισι ἐξ ἑωυτοῦ μῆνιν τοῦ θεοῦ ἐνέβαλε. [4] Ξέρξης δὲ ταῦτα ἀκούσας ὡς κατὰ τὸ ἄλσος ἐγίνετο, αὐτός τε ἔργετο αὐτοῦ καὶ τῇ στρατιῇ πάσῃ παρήγγειλε, τῶν τε Ἀθάμαντος ἀπογόνων τὴν οἰκίην ὁμοίως καὶ τὸ τέμενος ἐσέβετο. 198. ταῦτα μὲν τὰ ἐν Θεσσαλίῃ καὶ τὰ ἐν Ἀχαιίῃ· ἀπὸ δὲ τούτων τῶν χώρων ἤιε ἐς τὴν Μηλίδα παρὰ κόλπον θαλάσσης, ἐν τῷ ἄμπωτίς τε καὶ ῥηχίη ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην γίνεται. περὶ δὲ τὸν κόλπον τοῦτον ἐστὶ χῶρος πεδινός, τῇ μὲν εὐρὺς τῇ δὲ καὶ κάρτα στεινός· περὶ δὲ τὸν χῶρον ὄρεα ὑψηλὰ καὶ ἄβατα περικληίει πᾶσαν τὴν Μηλίδα γῆν, Τρηχίνιαι πέτραι καλεόμεναι. [2] πρώτη μέν νυν πόλις ἐστὶ ἐν τῷ κόλπῳ ἰόντι ἀπὸ Ἀχαιίης Ἀντικύρη, παρ᾽ ἣν Σπερχειὸς ποταμὸς ῥέων ἐξ Ἐνιήνων ἐς θάλασσαν ἐκδιδοῖ. ἀπὸ δὲ τούτου διὰ εἴκοσί κου σταδίων ἄλλος ποταμὸς τῷ οὔνομα κεῖται Δύρας, τὸν βοηθέοντα τῷ Ἡρακλέι καιομένῳ λόγος ἐστὶ ἀναφανῆναι. ἀπὸ δὲ τούτου δι᾽ ἄλλων εἴκοσι σταδίων ἄλλος ποταμός ἐστι ὃς καλέεται Μέλας. 199. Τρηχὶς δὲ πόλις ἀπὸ τοῦ Μέλανος τούτου ποταμοῦ πέντε στάδια ἀπέχει. ταύτῃ δὲ καὶ εὐρύτατον ἐστὶ πάσης τῆς χώρης ταύτης ἐκ τῶν ὀρέων ἐς θάλασσαν, κατ᾽ ἃ Τρηχὶς πεπόλισται· δισχίλιά τε γὰρ καὶ δισμύρια πλέθρα τοῦ πεδίου ἐστί. τοῦ δὲ ὄρεος τὸ περικληίει τὴν γῆν τὴν Τρηχινίην ἐστὶ διασφὰξ πρὸς μεσαμβρίην Τρηχῖνος, διὰ δὲ τῆς διασφάγος Ἀσωπὸς ποταμὸς ῥέει παρὰ τὴν ὑπωρείαν τοῦ ὄρεος. 200. ἔστι δὲ ἄλλος Φοῖνιξ ποταμὸς οὐ μέγας πρὸς μεσαμβρίην τοῦ Ἀσωποῦ, ὃς ἐκ τῶν ὀρέων τούτων ῥέων ἐς τὸν Ἀσωπὸν ἐκδιδοῖ. κατὰ δὲ τὸν Φοίνικα ποταμὸν στεινότατον ἐστί· ἁμαξιτὸς γὰρ μούνη δέδμηται. ἀπὸ δὲ τοῦ Φοίνικος ποταμοῦ πεντεκαίδεκα στάδια ἐστὶ ἐς Θερμοπύλας. [2] ἐν δὲ τῷ μεταξὺ Φοίνικος ποταμοῦ καὶ Θερμοπυλέων κώμη τε ἐστὶ τῇ οὔνομα Ἀνθήλη κεῖται, παρ᾽ ἣν δὴ παραρρέων ὁ Ἀσωπὸς ἐς θάλασσαν ἐκδιδοῖ, καὶ χῶρος περὶ αὐτὴν εὐρύς, ἐν τῷ Δήμητρός τε ἱρὸν Ἀμφικτυονίδος ἵδρυται καὶ ἕδραι εἰσὶ Ἀμφικτύοσι καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀμφικτύονος ἱρόν. 201. βασιλεὺς μὲν δὴ Ξέρξης ἐστρατοπεδεύετο τῆς Μηλίδος ἐν τῇ Τρηχινίῃ, οἱ δὲ δὴ Ἕλληνες ἐν τῇ διόδῳ. καλέεται δὲ ὁ χῶρος οὗτος ὑπὸ μὲν τῶν πλεόνων Ἑλλήνων Θερμοπύλαι, ὑπὸ δὲ τῶν ἐπιχωρίων καὶ περιοίκων Πύλαι. ἐστρατοπεδεύοντο μέν νυν ἑκάτεροι ἐν τούτοισι τοῖσι χωρίοισι, ἐπεκράτεε δὲ ὃ μὲν τῶν πρὸς βορέην ἄνεμον ἐχόντων πάντων μέχρι Τρηχῖνος, οἳ δὲ τῶν πρὸς νότον καὶ μεσαμβρίην φερόντων τὸ ἐπὶ ταύτης τῆς ἠπείρου. 202. ἦσαν δὲ οἵδε Ἑλλήνων οἱ ὑπομένοντες τὸν Πέρσην ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ, Σπαρτιητέων τε τριηκόσιοι ὁπλῖται καὶ Τεγεητέων καὶ Μαντινέων χίλιοι, ἡμίσεες ἑκατέρων, ἐξ Ὀρχομενοῦ τε τῆς Ἀρκαδίης εἴκοσι καὶ ἑκατόν, καὶ ἐκ τῆς λοιπῆς Ἀρκαδίης χίλιοι· τοσοῦτοι μὲν Ἀρκάδων, ἀπὸ δὲ Κορίνθου τετρακόσιοι καὶ ἀπὸ
Φλειοῦντος διηκόσιοι καὶ Μυκηναίων ὀγδώκοντα. οὗτοι μὲν ἀπὸ Πελοποννήσου παρῆσαν, ἀπὸ δὲ Βοιωτῶν Θεσπιέων τε ἑπτακόσιοι καὶ Θηβαίων τετρακόσιοι. 203. πρὸς τούτοισι ἐπίκλητοι ἐγένοντο Λοκροί τε οἱ Ὀπούντιοι πανστρατιῇ καὶ Φωκέων χίλιοι. αὐτοὶ γὰρ σφέας οἱ Ἕλληνες ἐπεκαλέσαντο, λέγοντες δι᾽ ἀγγέλων ὡς αὐτοὶ μὲν ἥκοιεν πρόδρομοι τῶν ἄλλων, οἱ δὲ λοιποὶ τῶν συμμάχων προσδόκιμοι πᾶσαν εἶεν ἡμέρην, ἡ θάλασσά τέ σφι εἴη ἐν φυλακῇ ὑπ᾽ Ἀθηναίων τε φρουρεομένη καὶ Αἰγινητέων καὶ τῶν ἐς τὸν ναυτικὸν στρατὸν ταχθέντων, καί σφι εἴη δεινὸν οὐδέν· [2] οὐ γὰρ θεὸν εἶναι τὸν ἐπιόντα ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἀλλ᾽ ἄνθρωπον, εἶναι δὲ θνητὸν οὐδένα οὐδὲ ἔσεσθαι τῷ κακὸν ἐξ ἀρχῆς γινομένῳ οὐ συνεμίχθη, τοῖσι δὲ μεγίστοισι αὐτῶν μέγιστα. ὀφείλειν ὦν καὶ τὸν ἐπελαύνοντα, ὡς ἐόντα θνητόν, ἀπὸ τῆς δόξης πεσεῖν ἄν. οἳ δὲ ταῦτα πυνθανόμενοι ἐβοήθεον ἐς τὴν Τρηχῖνα. 204. τούτοισι ἦσαν μέν νυν καὶ ἄλλοι στρατηγοὶ κατὰ πόλιας ἑκάστων, ὁ δὲ θωμαζόμενος μάλιστα καὶ παντὸς τοῦ στρατεύματος ἡγεόμενος Λακεδαιμόνιος ἦν Λεωνίδης ὁ Ἀναξανδρίδεω τοῦ Λέοντος τοῦ Εὐρυκρατίδεω τοῦ Ἀναξάνδρου τοῦ Εὐρυκράτεος τοῦ Πολυδώρου τοῦ Ἀλκαμένεος τοῦ Τηλέκλου τοῦ Ἀρχέλεω τοῦ Ἡγησίλεω τοῦ Δορύσσου τοῦ Λεωβώτεω τοῦ Ἐχεστράτου τοῦ Ἤγιος τοῦ Εὐρυσθένεος τοῦ Ἀριστοδήμου τοῦ Ἀριστομάχου τοῦ Κλεοδαίου τοῦ Ὕλλου τοῦ Ἡρακλέος, κτησάμενος τὴν βασιληίην ἐν Σπάρτῃ ἐξ ἀπροσδοκήτου. 205. διξῶν γάρ οἱ ἐόντων πρεσβυτέρων ἀδελφεῶν, Κλεομένεός τε καὶ Δωριέος, ἀπελήλατο τῆς φροντίδος περὶ τῆς βασιληίης. ἀποθανόντος δὲ Κλεομένεος ἄπαιδος ἔρσενος γόνου, Δωριέος τε οὐκέτι ἐόντος ἀλλὰ τελευτήσαντος καὶ τούτου ἐν Σικελίῃ, οὕτω δὴ ἐς Λεωνίδην ἀνέβαινε ἡ βασιληίη, καὶ διότι πρότερος ἐγεγόνεε Κλεομβρότου· οὗτος γὰρ ἦν νεώτατος Ἀναξανδρίδεω παῖς καὶ δὴ καὶ εἶχε Κλεομένεος θυγατέρα. [2] ὃς τότε ἤιε ἐς Θερμοπύλας ἐπιλεξάμενος ἄνδρας τε τοὺς κατεστεῶτας τριηκοσίους καὶ τοῖσι ἐτύγχανον παῖδες ἐόντες· παραλαβὼν δὲ ἀπίκετο καὶ Θηβαίων τοὺς ἐς τὸν ἀριθμὸν λογισάμενος εἶπον, τῶν ἐστρατήγεε Λεοντιάδης ὁ Εὐρυμάχου. [3] τοῦδε δὲ εἵνεκα τούτους σπουδὴν ἐποιήσατο Λεωνίδης μούνους Ἑλλήνωι παραλαβεῖν, ὅτι σφέων μεγάλως κατηγόρητο μηδίζειν· παρεκάλεε ὦν ἐς τὸν πόλεμον, θέλων εἰδέναι εἴτε συμπέμψουσι εἴτε καὶ ἀπερέουσι ἐκ τοῦ ἐμφανέος τὴν Ἑλλήνων συμμαχίην. οἳ δὲ ἀλλοφρονέοντες ἔπεμπον. 206. τούτους μὲν τοὺς ἀμφὶ Λεωνίδην πρώτους ἀπέπεμψαν Σπαρτιῆται, ἵνα τούτους ὁρῶντες οἱ ἄλλοι σύμμαχοι στρατεύωνται μηδὲ καὶ οὗτοι μηδίσωσι, ἢν αὐτοὺς πυνθάνωνται ὑπερβαλλομένους· μετὰ δέ, Κάρνεια γάρ σφι ἦν ἐμποδών, ἔμελλον ὁρτάσαντες καὶ φυλακὰς λιπόντες ἐν τῇ Σπάρτῃ κατὰ τάχος βοηθέειν πανδημεί. [2] ὣς δὲ καὶ οἱ λοιποὶ τῶν συμμάχων ἐνένωντο καὶ αὐτοὶ ἕτερα τοιαῦτα ποιήσειν· ἦν γὰρ κατὰ τὠυτὸ Ὀλυμπιὰς τούτοισι τοῖσι πρήγμασι συμπεσοῦσα· οὔκων δοκέοντες κατὰ τάχος οὕτω διακριθήσεσθαι τὸν ἐν Θερμοπύλῃσι πόλεμον ἔπεμπον τοὺς προδρόμους. 207. οὗτοι μὲν δὴ οὕτω διενένωντο ποιήσειν· οἱ δὲ ἐν Θερμοπύλῃσι Ἕλληνες, ἐπειδὴ πέλας ἐγένετο τῆς ἐσβολῆς ὁ Πέρσης, καταρρωδέοντες ἐβουλεύοντο περὶ ἀπαλλαγῆς. τοῖσι μέν νυν ἄλλοισι Πελοποννησίοισι ἐδόκεε ἐλθοῦσι ἐς Πελοπόννησον τὸν Ἰσθμὸν ἔχειν ἐν φυλακῇ· Λεωνίδης δέ, Φωκέων καὶ Λοκρῶν περισπερχεόντων τῇ γνώμῃ ταύτῃ, αὐτοῦ τε μένειν ἐψηφίζετο πέμπειν τε ἀγγέλους ἐς τὰς πόλιας κελεύοντάς σφι ἐπιβοηθέειν, ὡς ἐόντων αὐτῶν ὀλίγων στρατὸν τὸν Μήδων ἀλέξασθαι. 208. ταῦτα βουλευομένων σφέων, ἔπεμπε Ξέρξης κατάσκοπον ἱππέα ἰδέσθαι ὁκόσοι εἰσὶ καὶ ὅ τι ποιέοιεν. ἀκηκόεε δὲ ἔτι ἐὼν ἐν Θεσσαλίῃ ὡς ἁλισμένη εἴη
ταύτῃ στρατιὴ ὀλίγη, καὶ τοὺς ἡγεμόνας ὡς εἴησαν Λακεδαιμόνιοί τε καὶ Λεωνίδης ἐὼν γένος Ἡρακλείδης. [2] ὡς δὲ προσήλασε ὁ ἱππεὺς πρὸς τὸ στρατόπεδον, ἐθηεῖτό τε καὶ κατώρα πᾶν μὲν οὒ τὸ στρατόπεδον· τοὺς γὰρ ἔσω τεταγμένους τοῦ τείχεος, τὸ ἀνορθώσαντες εἶχον ἐν φυλακῇ, οὐκ οἷά τε ἦν κατιδέσθαι· ὁ δὲ τοὺς ἔξω ἐμάνθανε, τοῖσι πρὸ τοῦ τείχεος τὰ ὅπλα ἔκειτο· ἔτυχον δὲ τοῦτον τὸν χρόνον Λακεδαιμόνιοι ἔξω τεταγμένοι. [3] τοὺς μὲν δὴ ὥρα γυμναζομένους τῶν ἀνδρῶν, τοὺς δὲ τὰς κόμας κτενιζομένους. ταῦτα δὴ θεώμενος ἐθώμαζε καὶ τὸ πλῆθος ἐμάνθανε. μαθὼν δὲ πάντα ἀτρεκέως ἀπήλαυνε ὀπίσω κατ᾽ ἡσυχίην· οὔτε γάρ τις ἐδίωκε ἀλογίης τε ἐνεκύρησε πολλῆς· ἀπελθών τε ἔλεγε πρὸς Ξέρξην τά περ ὀπώπεε πάντα. 209. ἀκούων δὲ Ξέρξης οὐκ εἶχε συμβαλέσθαι τὸ ἐόν, ὅτι παρασκευάζοιντο ὡς ἀπολεόμενοί τε καὶ ἀπολέοντες κατὰ δύναμιν· ἀλλ᾽ αὐτῷ γελοῖα γὰρ ἐφαίνοντο ποιέειν, μετεπέμψατο Δημάρητον τὸν Ἀρίστωνος ἐόντα ἐν τῷ στρατοπέδῳ· [2] ἀπικόμενον δέ μιν εἰρώτα Ξέρξης ἕκαστα τούτων, ἐθέλων μαθεῖν τὸ ποιεύμενον πρὸς τῶν Λακεδαιμονίων. ὁ δὲ εἶπε “Ἤκουσας μὲν καὶ πρότερόν μευ, εὖτε ὁρμῶμεν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, περὶ τῶν ἀνδρῶν τούτων, ἀκούσας δὲ γέλωτά με ἔθευ λέγοντα τῇ περ ὥρων ἐκβησόμενα πρήγματα ταῦτα· ἐμοὶ γὰρ τὴν ἀληθείην ἀσκέειν ἀντία σεῦ βασιλεῦ ἀγὼν μέγιστος ἐστί. [3] ἄκουσον δὲ καὶ νῦν· οἱ ἄνδρες οὗτοι ἀπίκαται μαχησόμενοι ἡμῖν περὶ τῆς ἐσόδου, καὶ ταῦτα παρασκευάζονται. νόμος γάρ σφι ἔχων οὕτω ἐστί· ἐπεὰν μέλλωσι κινδυνεύειν τῇ ψυχῇ, τότε τὰς κεφαλὰς κοσμέονται. [4] ἐπίστασο δέ, εἰ τούτους γε καὶ τὸ ὑπομένον ἐν Σπάρτῃ καταστρέψεαι, ἔστι οὐδὲν ἄλλο ἔθνος ἀνθρώπων τὸ σὲ βασιλεῦ ὑπομενέει χεῖρας ἀνταειρόμενον· νῦν γὰρ πρὸς βασιληίην τε καὶ καλλίστην πόλιν τῶν ἐν Ἕλλησι προσφέρεαι καὶ ἄνδρας ἀρίστους”. [5] κάρτα τε δὴ Ξέρξῃ ἄπιστα ἐφαίνετο τὰ λεγόμενα εἶναι, καὶ δεύτερα ἐπειρώτα ὅντινα τρόπον τοσοῦτοι ἐόντες τῇ ἑωυτοῦ στρατιῇ μαχήσονται. ὁ δὲ εἶπε “ὦ βασιλεῦ, ἐμοὶ χρᾶσθαι ὡς ἀνδρὶ ψεύστῃ, ἢν μὴ ταῦτά τοι ταύτῃ ἐκβῇ τῇ ἐγὼ λέγω”. 210. ταῦτα λέγων οὐκ ἔπειθε τὸν Ξέρξην τέσσερας μὲν δὴ παρεξῆκε ἡμέρας, ἐλπίζων αἰεί σφεας ἀποδρήσεσθαι· πέμπτῃ δέ, ὡς οὐκ ἀπαλλάσσοντο ἀλλά οἱ ἐφαίνοντο ἀναιδείῃ τε καὶ ἀβουλίῃ διαχρεώμενοι μένειν, πέμπει ἐπ᾽ αὐτοὺς Μήδους τε καὶ Κισσίους θυμωθείς, ἐντειλάμενος σφέας ζωγρήσαντας ἄγειν ἐς ὄψιν τὴν ἑωυτοῦ. [2] ὡς δ᾽ ἐσέπεσον φερόμενοι ἐς τοὺς Ἕλληνας οἱ Μῆδοι, ἔπιπτον πολλοί, ἄλλοι δ᾽ ἐπεσήισαν, καὶ οὐκ ἀπηλαύνοντο, καίπερ μεγάλως προσπταίοντες. δῆλον δ᾽ ἐποίευν παντί τεῳ καὶ οὐκ ἥκιστα αὐτῷ βασιλέι, ὅτι πολλοὶ μὲν ἄνθρωποι εἶεν, ὀλίγοι δὲ ἄνδρες. ἐγίνετο δὲ ἡ συμβολὴ δι᾽ ἡμέρης. 211. ἐπείτε δὲ οἱ Μῆδοι τρηχέως περιείποντο, ἐνθαῦτα οὗτοι μὲν ὑπεξήισαν, οἱ δὲ Πέρσαι ἐκδεξάμενοι ἐπήισαν, τοὺς ἀθανάτους ἐκάλεε βασιλεύς, τῶν ἦρχε Ὑδάρνης, ὡς δὴ οὗτοί γε εὐπετέως κατεργασόμενοι. [2] ὡς δὲ καὶ οὗτοι συνέμισγον τοῖσι Ἕλλησι, οὐδὲν πλέον ἐφέροντο τῆς στρατιῆς τῆς Μηδικῆς ἀλλὰ τὰ αὐτά, ἅτε ἐν στεινοπόρῳ τε χώρῳ μαχόμενοι καὶ δόρασι βραχυτέροισι χρεώμενοι ἤ περ οἱ Ἕλληνες, καὶ οὐκ ἔχοντες πλήθεϊ χρήσασθαι. [3] Λακεδαιμόνιοι δὲ ἐμάχοντο ἀξίως λόγου, ἄλλα τε ἀποδεικνύμενοι ἐν οὐκ ἐπισταμένοισι μάχεσθαι ἐξεπιστάμενοι, καὶ ὅκως ἐντρέψειαν τὰ νῶτα, ἁλέες φεύγεσκον δῆθεν, οἱ δὲ βάρβαροι ὁρῶντες φεύγοντας βοῇ τε καὶ πατάγῳ ἐπήισαν, οἳ δ᾽ ἂν καταλαμβανόμενοι ὑπέστρεφον ἀντίοι εἶναι τοῖσι βαρβάροισι, μεταστρεφόμενοι δὲ κατέβαλλον πλήθεϊ ἀναριθμήτους τῶν Περσέων· ἔπιπτον δὲ καὶ αὐτῶν τῶν Σπαρτιητέων ἐνθαῦτα ὀλίγοι. ἐπεὶ δὲ οὐδὲν ἐδυνέατο παραλαβεῖν οἱ Πέρσαι τῆς ἐσόδου πειρώμενοι καὶ κατὰ τέλεα καὶ παντοίως προσβάλλοντες, ἀπήλαυνον ὀπίσω.
212. ἐν ταύτῃσι τῇσι προσόδοισι τῆς μάχης λέγεται βασιλέα θηεύμενον τρὶς ἀναδραμεῖν ἐκ τοῦ θρόνου δείσαντα περὶ τῇ στρατιῇ. τότε μὲν οὕτω ἠγωνίσαντο, τῇ δ᾽ ὑστεραίῃ οἱ βάρβαροι οὐδὲν ἄμεινον ἀέθλεον. ἅτε γὰρ ὀλίγων ἐόντων, ἐλπίσαντες σφέας κατατετρωματίσθαι τε καὶ οὐκ οἵους τε ἔσεσθαι ἔτι χεῖρας ἀνταείρασθαι συνέβαλλον. [2] οἱ δὲ Ἕλληνες κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα κεκοσμημένοι ἦσαν, καὶ ἐν μέρεϊ ἕκαστοι ἐμάχοντο, πλὴν Φωκέων· οὗτοι δὲ ἐς τὸ ὄρος ἐτάχθησαν φυλάξοντες τὴν ἀτραπόν. ὡς δὲ οὐδὲν εὕρισκον ἀλλοιότερον οἱ Πέρσαι ἢ τῇ προτεραίῃ ἐνώρων, ἀπήλαυνον. 213. ἀπορέοντος δὲ βασιλέος ὅ τι χρήσηται τῷ παρεόντι πρήγματι, Ἐπιάλτης ὁ Εὐρυδήμου ἀνὴρ Μηλιεὺς ἦλθέ οἱ ἐς λόγους· ὃς μέγα τι παρὰ βασιλέος δοκέων οἴσεσθαι ἔφρασέ τε τὴν ἀτραπὸν τὴν διὰ τοῦ ὄρεος φέρουσαν ἐς Θερμοπύλας, καὶ διέφθειρε τοὺς ταύτῃ ὑπομείναντας Ἑλλήνων. [2] ὕστερον δὲ δείσας Λακεδαιμονίους ἔφυγε ἐς Θεσσαλίην, καί οἱ φυγόντι ὑπὸ τῶν Πυλαγόρων τῶν Ἀμφικτυόνων ἐς τὴν Πυλαίην συλλεγομένων ἀργύριον ἐπεκηρύχθη. χρόνῳ δὲ ὕστερον, κατῆλθε γὰρ ἐς Ἀντικύρην, ἀπέθανε ὑπὸ Ἀθηνάδεω ἀνδρὸς Τρηχινίου. [3] ὁ δὲ Ἀθηνάδης οὗτος ἀπέκτεινε μὲν Ἐπιάλτεα δι᾽ ἄλλην αἰτίην, τὴν ἐγὼ ἐν τοῖσι ὄπισθε λόγοισι σημανέω, ἐτιμήθη μέντοι ὑπὸ Λακεδαιμονίων οὐδὲν ἧσσον. 214. Ἐπιάλτης μὲν οὕτω ὕστερον τούτων ἀπέθανε, ἔστι δὲ ἕτερος λεγόμενος λόγος, ὡς Ὀνήτης τε ὁ Φαναγόρεω ἀνὴρ Καρύστιος καὶ Κορυδαλλὸς Ἀντικυρεὺς εἰσὶ οἱ εἴπαντες πρὸς βασιλέα τούτους τοὺς λόγους καὶ περιηγησάμενοι τὸ ὄρος τοῖσι Πέρσῃσι, οὐδαμῶς ἔμοιγε πιστός. [2] τοῦτο μὲν γὰρ τῷδε χρὴ σταθμώσασθαι, ὅτι οἱ τῶν Ἑλλήνων Πυλαγόροι ἐπεκήρυξαν οὐκ ἐπὶ Ὀνήτῃ τε καὶ Κορυδαλλῷ ἀργύριον ἀλλ᾽ ἐπὶ Ἐπιάλτῃ τῷ Τρηχινίῳ, πάντως κου τὸ ἀτρεκέστατον πυθόμενοι· τοῦτο δὲ φεύγοντα Ἐπιάλτην ταύτην τὴν αἰτίην οἴδαμεν. [3] εἰδείη μὲν γὰρ ἂν καὶ ἐὼν μὴ Μηλιεὺς ταύτην τὴν ἀτραπὸν Ὀνήτης, εἰ τῇ χώρῃ πολλὰ ὡμιληκὼς εἴη· ἀλλ᾽ Ἐπιάλτης γὰρ ἐστὶ ὁ περιηγησάμενος τὸ ὄρος κατὰ τὴν ἀτραπόν, τοῦτον αἴτιον γράφω. 215. Ξέρξης δέ, ἐπεὶ ἤρεσε τὰ ὑπέσχετο ὁ Ἐπιάλτης κατεργάσασθαι, αὐτίκα περιχαρὴς γενόμενος ἔπεμπε Ὑδάρνεα καὶ τῶν ἐστρατήγεε Ὑδάρνης· ὁρμέατο δὲ περὶ λύχνων ἁφὰς ἐκ τοῦ στρατοπέδου. τὴν δὲ ἀτραπὸν ταύτην ἐξεῦρον μὲν οἱ ἐπιχώριοι Μηλιέες, ἐξευρόντες δὲ Θεσσαλοῖσι κατηγήσαντο ἐπὶ Φωκέας, τότε ὅτε οἱ Φωκέες φράξαντες τείχεϊ τὴν ἐσβολὴν ἦσαν ἐν σκέπῃ τοῦ πολέμου· ἔκ τε τόσου δὴ κατεδέδεκτο ἐοῦσα οὐδὲν χρηστὴ Μηλιεῦσι. 216. ἔχει δὲ ὧδε ἡ ἀτραπὸς αὕτη· ἄρχεται μὲν ἀπὸ τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ τοῦ διὰ τῆς διασφάγος ῥέοντος, οὔνομα δὲ τῷ ὄρεϊ τούτῳ καὶ τῇ ἀτραπῷ τὠυτὸ κεῖται, Ἀνόπαια· τείνει δὲ ἡ Ἀνόπαια αὕτη κατὰ ῥάχιν τοῦ ὄρεος, λήγει δὲ κατά τε Ἀλπηνὸν πόλιν, πρώτην ἐοῦσαν τῶν Λοκρίδων πρὸς τῶν Μηλιέων, καὶ κατὰ Μελαμπύγου τε καλεόμενον λίθον καὶ κατὰ Κερκώπων ἕδρας, τῇ καὶ τὸ στεινότατον ἐστί. 217. κατὰ ταύτην δὴ τὴν ἀτραπὸν καὶ οὕτω ἔχουσαν οἱ Πέρσαι, τὸν Ἀσωπὸν διαβάντες, ἐπορεύοντο πᾶσαν τὴν νύκτα, ἐν δεξιῇ μὲν ἔχοντες ὄρεα τὰ Οἰταίων, ἐν ἀριστερῇ δὲ τὰ Τρηχινίων. ἠώς τε δὴ διέφαινε καὶ οἳ ἐγένοντο ἐπ᾽ ἀκρωτηρίῳ τοῦ ὄρεος. [2] κατὰ δὲ τοῦτο τοῦ ὄρεος ἐφύλασσον, ὡς καὶ πρότερόν μοι εἴρηται, Φωκέων χίλιοι ὁπλῖται, ῥυόμενοί τε τὴν σφετέρην χώρην καὶ φρουρέοντες τὴν ἀτραπόν. ἡ μὲν γὰρ κάτω ἐσβολὴ ἐφυλάσσετο ὑπὸ τῶν εἴρηται· τὴν δὲ διὰ τοῦ ὄρεος ἀτραπὸν ἐθελονταὶ Φωκέες ὑποδεξάμενοι Λεωνίδῃ ἐφύλασσον. 218. ἔμαθον δὲ σφέας οἱ Φωκέες ὧδε ἀναβεβηκότας· ἀναβαίνοντες γὰρ ἐλάνθανον οἱ Πέρσαι τὸ ὄρος πᾶν ἐὸν δρυῶν ἐπίπλεον. ἦν μὲν δὴ νηνεμίη, ψόφου δὲ γινομένου πολλοῦ, ὡς οἰκὸς ἦν φύλλων ὑποκεχυμένων ὑπὸ τοῖσι ποσί,
ἀνά τε ἔδραμον οἱ Φωκέες καὶ ἐνέδυνον τὰ ὅπλα, καὶ αὐτίκα οἱ βάρβαροι παρῆσαν. [2] ὡς δὲ εἶδον ἄνδρας ἐνδυομένους ὅπλα, ἐν θώματι ἐγένοντο· ἐλπόμενοι γὰρ οὐδένα σφι φανήσεσθαι ἀντίξοον ἐνεκύρησαν στρατῷ. ἐνθαῦτα Ὑδάρνης καταρρωδήσας μὴ οἱ Φωκέες ἔωσι Λακεδαιμόνιοι, εἴρετο Ἐπιάλτην ὁποδαπὸς εἴη ὁ στρατός, πυθόμενος δὲ ἀτρεκέως διέτασσε τοὺς Πέρσας ὡς ἐς μάχην. [3] οἱ δὲ Φωκέες ὡς ἐβάλλοντο τοῖσι τοξεύμασι πολλοῖσί τε καὶ πυκνοῖσι, οἴχοντο φεύγοντες ἐπὶ τοῦ ὄρεος τὸν κόρυμβον, ἐπιστάμενοι ὡς ἐπὶ σφέας ὁρμήθησαν ἀρχήν, καὶ παρεσκευάδατο ὡς ἀπολεόμενοι. οὗτοι μὲν δὴ ταῦτα ἐφρόνεον, οἱ δὲ ἀμφὶ Ἐπιάλτην καὶ Ὑδάρνεα Πέρσαι Φωκέων μὲν οὐδένα λόγον ἐποιεῦντο, οἳ δὲ κατέβαινον τὸ ὄρος κατὰ τάχος. 219. τοῖσι δὲ ἐν Θερμοπύλῃσι Ἑλλήνων πρῶτον μὲν ὁ μάντις Μεγιστίης ἐσιδὼν ἐς τὰ ἱρὰ ἔφρασε τὸν μέλλοντα ἔσεσθαι ἅμα ἠοῖ σφι θάνατον, ἐπὶ δὲ καὶ αὐτόμολοι ἦσαν οἱ ἐξαγγείλαντες τῶν Περσέων τὴν περίοδον. οὗτοι μὲν ἔτι νυκτὸς ἐσήμηναν, τρίτοι δὲ οἱ ἡμεροσκόποι καταδραμόντες ἀπὸ τῶν ἄκρων ἤδη διαφαινούσης ἡμέρης. [2] ἐνθαῦτα ἐβουλεύοντο οἱ Ἕλληνες, καί σφεων ἐσχίζοντο αἱ γνῶμαι· οἳ μὲν γὰρ οὐκ ἔων τὴν τάξιν ἐκλιπεῖν, οἳ δὲ ἀντέτεινον. μετὰ δὲ τοῦτο διακριθέντες οἳ μὲν ἀπαλλάσσοντο καὶ διασκεδασθέντες κατὰ πόλις ἕκαστοι ἐτράποντο, οἳ δὲ αὐτῶν ἅμα Λεωνίδῃ μένειν αὐτοῦ παρεσκευάδατο. 220. λέγεται δὲ καὶ ὡς αὐτός σφεας ἀπέπεμψε Λεωνίδης, μὴ ἀπόλωνται κηδόμενος· αὐτῷ δὲ καὶ Σπαρτιητέων τοῖσι παρεοῦσι οὐκ ἔχειν εὐπρεπέως ἐκλιπεῖν τὴν τάξιν ἐς τὴν ἦλθον φυλάξοντες ἀρχήν. [2] ταύτῃ καὶ μᾶλλον τὴν γνώμην πλεῖστος εἰμί, Λεωνίδην, ἐπείτε ᾔσθετο τοὺς συμμάχους ἐόντας ἀπροθύμους καὶ οὐκ ἐθέλοντας συνδιακινδυνεύειν, κελεῦσαι σφέας ἀπαλλάσσεσθαι, αὐτῷ δὲ ἀπιέναι οὐ καλῶς ἔχειν· μένοντι δὲ αὐτοῦ κλέος μέγα ἐλείπετο, καὶ ἡ Σπάρτης εὐδαιμονίη οὐκ ἐξηλείφετο. [3] ἐκέχρηστο γὰρ ὑπὸ τῆς Πυθίης τοῖσι Σπαρτιήτῃσι χρεωμένοισι περὶ τοῦ πολέμου τούτου αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς ἐγειρομένου, ἢ Λακεδαίμονα ἀνάστατον γενέσθαι ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἢ τὴν βασιλέα σφέων ἀπολέσθαι. ταῦτα δέ σφι ἐν ἔπεσι ἑξαμέτροισι χρᾷ λέγοντα ὧδε.
[4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο, ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος. οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.
ταῦτά τε δὴ ἐπιλεγόμενον Λεωνίδην, καὶ βουλόμενον κλέος καταθέσθαι μούνων Σπαρτιητέων, ἀποπέμψαι τοὺς συμμάχους μᾶλλον ἢ γνώμῃ διενειχθέντας οὕτω ἀκόσμως οἴχεσθαι τοὺς οἰχομένους. 221. μαρτύριον δέ μοι καὶ τόδε οὐκ ἐλάχιστον τούτου πέρι γέγονε, ὅτι καὶ τὸν μάντιν ὃς εἵπετο τῇ στρατιῇ ταύτῃ, Μεγιστίην τὸν Ἀκαρνῆνα, λεγόμενον εἶναι τὰ ἀνέκαθεν ἀπὸ Μελάμποδος, τοῦτον εἴπαντα ἐκ τῶν ἱρῶν τὰ μέλλοντά σφι ἐκβαίνειν, φανερός ἐστι Λεωνίδης ἀποπέμπων, ἵνα μὴ συναπόληταί σφι. ὁ δὲ ἀποπεμπόμενος αὐτὸς μὲν οὐκ ἀπέλιπε, τὸν δὲ παῖδα συστρατευόμενον, ἐόντα οἱ μουνογενέα, ἀπέπεμψε. 222. οἱ μέν νυν σύμμαχοι οἱ ἀποπεμπόμενοι οἴχοντό τε ἀπιόντες καὶ ἐπείθοντο Λεωνίδῃ, Θεσπιέες δὲ καὶ Θηβαῖοι κατέμειναν μοῦνοι παρὰ Λακεδαιμονίοισι. τούτων δὲ Θηβαῖοι μὲν ἀέκοντες ἔμενον καὶ οὐ βουλόμενοι· κατεῖχε γὰρ σφέας Λεωνίδης ἐν ὁμήρων λόγῳ ποιεύμενος· Θεσπιέες δὲ ἑκόντες μάλιστα, οἳ οὐκ
ἔφασαν ἀπολιπόντες Λεωνίδην καὶ τοὺς μετ᾽ αὐτοῦ ἀπαλλάξεσθαι, ἀλλὰ καταμείναντες συναπέθανον. ἐστρατήγεε δὲ αὐτῶν Δημόφιλος Διαδρόμεω. 223. Ξέρξης δὲ ἐπεὶ ἡλίου ἀνατείλαντος σπονδὰς ἐποιήσατο, ἐπισχὼν χρόνον ἐς ἀγορῆς κου μάλιστα πληθώρην πρόσοδον ἐποιέετο· καὶ γὰρ ἐπέσταλτο ἐξ Ἐπιάλτεω οὕτω· ἀπὸ γὰρ τοῦ ὄρεος ἡ κατάβασις συντομωτέρη τε ἐστὶ καὶ βραχύτερος ὁ χῶρος πολλὸν ἤ περ ἡ περίοδός τε καὶ ἀνάβασις. [2] οἵ τε δὴ βάρβαροι οἱ ἀμφὶ Ξέρξην προσήισαν, καὶ οἱ ἀμφὶ Λεωνίδην Ἕλληνες, ὡς τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἔξοδον ποιεύμενοι, ἤδη πολλῶ μᾶλλον ἢ κατ᾽ ἀρχὰς ἐπεξήισαν ἐς τὸ εὐρύτερον τοῦ αὐχένος. τὸ μὲν γὰρ ἔρυμα τοῦ τείχεος ἐφυλάσσετο, οἳ δὲ ἀνὰ τὰς προτέρας ἡμέρας ὑπεξιόντες ἐς τὰ στεινόπορα ἐμάχοντο. [3] τότε δὲ συμμίσγοντες ἔξω τῶν στεινῶν ἔπιπτον πλήθεϊ πολλοὶ τῶν βαρβάρων· ὄπισθε γὰρ οἱ ἡγεμόνες τῶν τελέων ἔχοντες μάστιγας ἐρράπιζον πάντα ἄνδρα, αἰεὶ ἐς τὸ πρόσω ἐποτρύνοντες. πολλοὶ μὲν δὴ ἐσέπιπτον αὐτῶν ἐς τὴν θάλασσαν καὶ διεφθείροντο, πολλῷ δ᾽ ἔτι πλεῦνες κατεπατέοντο ζωοὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων· ἦν δὲ λόγος οὐδεὶς τοῦ ἀπολλυμένου. [4] ἅτε γὰρ ἐπιστάμενοι τὸν μέλλοντα σφίσι ἔσεσθαι θάνατον ἐκ τῶν περιιόντων τὸ ὄρος, ἀπεδείκνυντο ῥώμης ὅσον εἶχον μέγιστον ἐς τοὺς βαρβάρους, παραχρεώμενοί τε καὶ ἀτέοντες. 224. δόρατα μέν νυν τοῖσι πλέοσι αὐτῶν τηνικαῦτα ἤδη ἐτύγχανε κατεηγότα, οἳ δὲ τοῖσι ξίφεσι διεργάζοντο τοὺς Πέρσας. καὶ Λεωνίδης τε ἐν τούτῳ τῷ πόνῳ πίπτει ἀνὴρ γενόμενος ἄριστος καὶ ἕτεροι μετ᾽ αὐτοῦ ὀνομαστοὶ Σπαρτιητέων, τῶν ἐγὼ ὡς ἀνδρῶν ἀξίων γενομένων ἐπυθόμην τὰ οὐνόματα, ἐπυθόμην δὲ καὶ ἁπάντων τῶν τριηκοσίων. [2] καὶ δὴ Περσέων πίπτουσι ἐνθαῦτα ἄλλοι τε πολλοὶ καὶ ὀνομαστοί, ἐν δὲ δὴ καὶ Δαρείου δύο παῖδες Ἀβροκόμης τε καὶ Ὑπεράνθης, ἐκ τῆς Ἀρτάνεω θυγατρὸς Φραταγούνης γεγονότες Δαρείῳ. ὁ δὲ Ἀρτάνης Δαρείου μὲν τοῦ βασιλέος ἦν ἀδελφεός, Ὑστάσπεος δὲ τοῦ Ἀρσάμεος παῖς· ὃς καὶ ἐκδιδοὺς τὴν θυγατέρα Δαρείῳ τὸν οἶκον πάντα τὸν ἑωυτοῦ ἐπέδωκε, ὡς μούνης οἱ ἐούσης ταύτης τέκνου. 225. Ξέρξεώ τε δὴ δύο ἀδελφεοὶ ἐνθαῦτα πίπτουσι μαχόμενοι, καὶ ὑπὲρ τοῦ νεκροῦ τοῦ Λεωνίδεω Περσέων τε καὶ Λακεδαιμονίων ὠθισμὸς ἐγίνετο πολλός, ἐς ὃ τοῦτόν τε ἀρετῇ οἱ Ἕλληνες ὑπεξείρυσαν καὶ ἐτρέψαντο τοὺς ἐναντίους τετράκις. τοῦτο δὲ συνεστήκεε μέχρι οὗ οἱ σὺν Ἐπιάλτῃ παρεγένοντο. [2] ὡς δὲ τούτους ἥκειν ἐπύθοντο οἱ Ἕλληνες, ἐνθεῦτεν ἤδη ἑτεροιοῦτο τὸ νεῖκος· ἔς τε γὰρ τὸ στεινὸν τῆς ὁδοῦ ἀνεχώρεον ὀπίσω, καὶ παραμειψάμενοι τὸ τεῖχος ἐλθόντες ἵζοντο ἐπὶ τὸν κολωνὸν πάντες ἁλέες οἱ ἄλλοι πλὴν Θηβαίων. ὁ δὲ κολωνὸς ἐστὶ ἐν τῇ ἐσόδῳ, ὅκου νῦν ὁ λίθινος λέων ἕστηκε ἐπὶ Λεωνίδῃ. [3] ἐν τούτῳ σφέας τῷ χώρῳ ἀλεξομένους μαχαίρῃσι, τοῖσι αὐτῶν ἐτύγχανον ἔτι περιεοῦσαι, καὶ χερσὶ καὶ στόμασι κατέχωσαν οἱ βάρβαροι βάλλοντες, οἳ μὲν ἐξ ἐναντίης ἐπισπόμενοι καὶ τὸ ἔρυμα τοῦ τείχεος συγχώσαντες, οἳ δὲ περιελθόντες πάντοθεν περισταδόν. 226. Λακεδαιμονίων δὲ καὶ Θεσπιέων τοιούτων γενομένων ὅμως λέγεται ἀνὴρ ἄριστος γενέσθαι Σπαρτιήτης Διηνέκης· τὸν τόδε φασὶ εἰπεῖν τὸ ἔπος πρὶν ἢ συμμῖξαι σφέας τοῖσι Μήδοισι, πυθόμενον πρός τευ τῶν Τρηχινίων ὡς ἐπεὰν οἱ βάρβαροι ἀπίωσι τὰ τοξεύματα, τὸν ἥλιον ὑπὸ τοῦ πλήθεος τῶν ὀιστῶν ἀποκρύπτουσι· τοσοῦτο πλῆθος αὐτῶν εἶναι. [2] τὸν δὲ οὐκ ἐκπλαγέντα τούτοισι εἰπεῖν ἐν ἀλογίῃ ποιεύμενον τὸ Μήδων πλῆθος, ὡς πάντα σφι ἀγαθὰ ὁ Τρηχίνιος ξεῖνος ἀγγέλλοι, εἰ ἀποκρυπτόντων τῶν Μήδων τὸν ἥλιον ὑπὸ σκιῇ ἔσοιτο πρὸς αὐτοὺς ἡ μάχη καὶ οὐκ ἐν ἡλίῳ. 227. ταῦτα μὲν καὶ ἄλλα τοιουτότροπα ἔπεα φασὶ Διηνέκεα τὸν Λακεδαιμόνιον λιπέσθαι μνημόσυνα· μετὰ δὲ τοῦτον ἀριστεῦσαι λέγονται Λακεδαιμόνιοι δύο
ἀδελφεοί, Ἀλφεός τε καὶ Μάρων Ὀρσιφάντου παῖδες. Θεσπιέων δὲ εὐδοκίμεε μάλιστα τῷ οὔνομα ἦν Διθύραμβος Ἁρματίδεω. 228. θαφθεῖσι δέ σφι αὐτοῦ ταύτῃ τῇ περ ἔπεσον, καὶ τοῖσι πρότερον τελευτήσασι ἢ ὑπὸ Λεωνίδεω ἀποπεμφθέντας οἴχεσθαι, ἐπιγέγραπται γράμματα λέγοντα τάδε.
μυριάσιν ποτὲ τῇδε τριηκοσίαις ἐμάχοντο ἐκ Πελοποννάσου χιλιάδες τέτορες.
[2] ταῦτα μὲν δὴ τοῖσι πᾶσι ἐπιγέγραπται, τοῖσι δὲ Σπαρτιήτῃσι ἰδίῃ.
ὦ ξεῖν᾽, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.
[3] Λακεδαιμονίοισι μὲν δὴ τοῦτο, τῷ δὲ μάντι τόδε.
μνῆμα τόδε κλεινοῖο Μεγιστία, ὅν ποτε Μῆδοι Σπερχειὸν ποταμὸν κτεῖναν ἀμειψάμενοι, μάντιος, ὃς τότε κῆρας ἐπερχομένας σάφα εἰδώς οὐκ ἔτλη Σπάρτης ἡγεμόνα προλιπεῖν.
[4] ἐπιγράμμασι μέν νυν καὶ στήλῃσι, ἔξω ἢ τὸ τοῦ μάντιος ἐπίγραμμα, Ἀμφικτύονες εἰσὶ σφέας οἱ ἐπικοσμήσαντες· τὸ δὲ τοῦ μάντιος Μεγιστίεω Σιμωνίδης ὁ Λεωπρέπεος ἐστὶ κατὰ ξεινίην ὁ ἐπιγράψας. 229. δύο δὲ τούτων τῶν τριηκοσίων λέγεται Εὔρυτόν τε καὶ Ἀριστόδημον, παρεὸν αὐτοῖσι ἀμφοτέροισι κοινῷ λόγῳ χρησαμένοισι ἢ ἀποσωθῆναι ὁμοῦ ἐς Σπάρτην, ὡς μεμετιμένοι γε ἦσαν ἐκ τοῦ στρατοπέδου ὑπὸ Λεωνίδεω καὶ κατεκέατο ἐν Ἀλπηνοῖσι ὀφθαλμιῶντες ἐς τὸ ἔσχατον, ἢ εἴ γε μὴ ἐβούλοντο νοστῆσαι, ἀποθανεῖν ἅμα τοῖσι ἄλλοισι, παρεόν σφι τούτων τὰ ἕτερα ποιέειν οὐκ ἐθελῆσαι ὁμοφρονέειν, ἀλλὰ γνώμῃ διενειχθέντας Εὔρυτον μέν, πυθόμενον τῶν Περσέων τὴν περίοδον, αἰτήσαντά τε τὰ ὅπλα καὶ ἐνδύντα ἄγειν ἑωυτὸν κελεῦσαι τὸν εἵλωτα ἐς τοὺς μαχομένους, ὅκως δὲ αὐτὸν ἤγαγε, τὸν μὲν ἀγαγόντα οἴχεσθαι φεύγοντα, τὸν δὲ ἐσπεσόντα ἐς τὸν ὅμιλον διαφθαρῆναι, Ἀριστόδημον δὲ λιποψυχέοντα λειφθῆναι. [2] εἰ μέν νυν ἢ μοῦνον Ἀριστόδημον ἀλγήσαντα ἀπονοστῆσαι ἐς Σπάρτην ἢ καὶ ὁμοῦ σφεων ἀμφοτέρων τὴν κομιδὴν γενέσθαι, δοκέειν ἐμοί, οὐκ ἄν σφι Σπαρτιήτας μῆνιν οὐδεμίαν προσθέσθαι· νυνὶ δὲ τοῦ μὲν αὐτῶν ἀπολομένου, τοῦ δὲ τῆς μὲν αὐτῆς ἐχομένου προφάσιος οὐκ ἐθελήσαντος δὲ ἀποθνήσκειν, ἀναγκαίως σφι ἔχειν μηνῖσαι μεγάλως Ἀριστοδήμῳ. 230. οἳ μέν νυν οὕτω σωθῆναι λέγουσι Ἀριστόδημον ἐς Σπάρτην καὶ διὰ πρόφασιν τοιήνδε, οἳ δὲ ἄγγελον πεμφθέντα ἐκ τοῦ στρατοπέδου, ἐξεὸν αὐτῷ καταλαβεῖν τὴν μάχην γινομένην οὐκ ἐθελῆσαι, ἀλλ᾽ ὑπομείναντα ἐν τῇ ὁδῷ περιγενέσθαι, τὸν δὲ συνάγγελον αὐτοῦ ἀπικόμενον ἐς τὴν μάχην ἀποθανεῖν. 231. ἀπονοστήσας δὲ ἐς Λακεδαίμονα ὁ Ἀριστόδημος εἶχε ὄνειδός τε καὶ ἀτιμίην· πάσχων δὲ τοιάδε ἠτίμωτο· οὔτε οἱ πῦρ οὐδεὶς ἔναυε Σπαρτιητέων οὔτε διελέγετο. ὄνειδος δὲ εἶχε ὁ τρέσας Ἀριστόδημος καλεόμενος. ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἐν τῇ ἐν Πλαταιῇσι μάχῃ ἀνέλαβε πᾶσαν τὴν ἐπενειχθεῖσαν αἰτίην· 232. λέγεται δὲ καὶ ἄλλον ἀποπεμφθέντα ἄγγελον ἐς Θεσσαλίην τῶν τριηκοσίων τούτων περιγενέσθαι, τῷ οὔνομα εἶναι Παντίτην· νοστήσαντα δὲ τοῦτον ἐς Σπάρτην, ὡς ἠτίμωτο, ἀπάγξασθαι. 233. οἱ δὲ Θηβαῖοι, τῶν ὁ Λεοντιάδης ἐστρατήγεε, τέως μὲν μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἐόντες ἐμάχοντο ὑπ᾽ ἀναγκαίης ἐχόμενοι πρὸς τὴν βασιλέος στρατιήν· ὡς δὲ εἶδον κατυπέρτερα τῶν Περσέων γινόμενα τὰ πρήγματα, οὕτω δή, τῶν σὺν Λεωνίδῃ Ἑλλήνων ἐπειγομένων ἐπὶ τὸν κολωνόν, ἀποσχισθέντες τούτων χεῖράς τε προέτεινον καὶ ἤισαν ἆσσον τῶν βαρβάρων, λέγοντες τὸν ἀληθέστατον τῶν λόγων, ὡς καὶ μηδίζουσι καὶ γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐν πρώτοισι ἔδοσαν βασιλέι, ὑπὸ δὲ
ἀναγκαίης ἐχόμενοι ἐς Θερμοπύλας ἀπικοίατο καὶ ἀναίτιοι εἶεν τοῦ τρώματος τοῦ γεγονότος βασιλέι. [2] ὥστε ταῦτα λέγοντες περιεγίνοντο· εἶχον γὰρ καὶ Θεσσαλοὺς τούτων τῶν λόγων μάρτυρας· οὐ μέντοι τά γε πάντα εὐτύχησαν· ὡς γὰρ αὐτοὺς ἔλαβον οἱ βάρβαροι ἐλθόντας, τοὺς μὲν τινὰς καὶ ἀπέκτειναν προσιόντας, τοὺς δὲ πλεῦνας αὐτῶν κελεύσαντος Ξέρξεω ἔστιζον στίγματα βασιλήια, ἀρξάμενοι ἀπὸ τοῦ στρατηγοῦ Λεοντιάδεω· τοῦ τὸν παῖδα Εὐρύμαχον χρόνῳ μετέπειτα ἐφόνευσαν Πλαταιέες στρατηγήσαντα ἀνδρῶν Θηβαίων τετρακοσίων καὶ σχόντα τὸ ἄστυ τὸ Πλαταιέων. 234. οἱ μὲν δὴ περὶ Θερμοπύλας Ἕλληνες οὕτω ἠγωνίσαντο, Ξέρξης δὲ καλέσας Δημάρητον εἰρώτα ἀρξάμενος ἐνθένδε. “Δημάρητε, ἀνὴρ εἶς ἀγαθός. τεκμαίρομαι δὲ τῇ ἀληθείῃ· ὅσα γὰρ εἶπας, ἅπαντα ἀπέβη οὕτω. νῦν δέ μοι εἰπέ, κόσοι τινὲς εἰσὶ οἱ λοιποὶ Λακεδαιμόνιοι, καὶ τούτων ὁκόσοι τοιοῦτοι τὰ πολέμια εἴτε καὶ ἅπαντες”. [2] ὃ δ᾽ εἶπε “ὦ βασιλεῦ, πλῆθος μὲν πολλὸν πάντων τῶν Λακεδαιμονίων καὶ πόλιες πολλαί· τὸ δὲ θέλεις ἐκμαθεῖν, εἰδήσεις. ἔστι ἐν τῇ Λακεδαίμονι Σπάρτη πόλις ἀνδρῶν ὀκτακισχιλίων μάλιστα, καὶ οὗτοι πάντες εἰσὶ ὅμοιοι τοῖσι ἐνθάδε μαχεσαμένοισι· οἵ γε μὲν ἄλλοι Λακεδαιμόνιοι τούτοισι μὲν οὐκ ὅμοιοι, ἀγαθοὶ δέ”. [3] εἶπε πρὸς ταῦτα Ξέρξης “Δημάρητε, τέῳ τρόπῳ ἀπονητότατα τῶν ἀνδρῶν τούτων ἐπικρατήσομεν; ἴθι ἐξηγέο· σὺ γὰρ ἔχεις αὐτῶν τὰς διεξόδους τῶν βουλευμάτων οἷα βασιλεὺς γενόμενος”. 235. ὃ δ᾽ ἀμείβετο “ὦ βασιλεῦ, εἰ μὲν δὴ συμβουλεύεαί μοι προθύμως, δίκαιόν με σοί ἐστι φράζειν τὸ ἄριστον· εἰ τῆς ναυτικῆς στρατιῆς νέας τριηκοσίας ἀποστείλειας ἐπὶ τὴν Λάκαιναν χώρην. [2] ἔστι δὲ ἐπ᾽ αὐτῇ νῆσος ἐπικειμένη τῇ οὔνομα ἐστὶ Κύθηρα, τὴν Χίλων ἀνὴρ παρ᾽ ἡμῖν σοφώτατος γενόμενος κέρδος μέζον ἂν ἔφη εἶναι Σπαρτιήτῃσι κατὰ τῆς θαλάσσης καταδεδυκέναι μᾶλλον ἢ ὑπερέχειν, αἰεί τι προσδοκῶν ἀπ᾽ αὐτῆς τοιοῦτο ἔσεσθαι οἷόν τοι ἐγὼ ἐξηγέομαι, οὔτι τὸν σὸν στόλον προειδώς, ἀλλὰ πάντα ὁμοίως φοβεόμενος ἀνδρῶν στόλον. [3] ἐκ ταύτης τῆς νήσου ὁρμώμενοι φοβεόντων τοὺς Λακεδαιμονίους. παροίκου δὲ πολέμου σφι ἐόντος οἰκηίου, οὐδὲν δεινοὶ ἔσονταί τοι μὴ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἁλισκομένης ὑπὸ τοῦ πεζοῦ βοηθέωσι ταύτῃ. καταδουλωθείσης δὲ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἀσθενὲς ἤδη τὸ Λακωνικὸν μοῦνον λείπεται. [4] ἢν δὲ ταῦτα μὴ ποιέῃς, τάδε τοι προσδόκα ἔσεσθαι. ἔστι τῆς Πελοποννήσου ἰσθμὸς στεινός· ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ πάντων Πελοποννησίων συνομοσάντων ἐπὶ σοὶ μάχας ἰσχυροτέρας ἄλλας τῶν γενομενέων προσδέκεο ἔσεσθαί τοι. ἐκεῖνο δὲ ποιήσαντι ἀμαχητὶ ὅ τε ἰσθμὸς οὗτος καὶ αἱ πόλιες προσχωρήσουσι”. 236. λέγει μετὰ τοῦτον Ἀχαιμένης, ἀδελφεός τε ἐὼν Ξέρξεω καὶ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ στρατηγός, παρατυχών τε τῷ λόγῳ καὶ δείσας μὴ ἀναγνωσθῇ Ξέρξης ποιέειν ταῦτα, “ὦ βασιλεῦ, ὁρῶ σε ἀνδρὸς ἐνδεκόμενον λόγους ὃς φθονέει τοι εὖ πρήσσοντι ἢ καὶ προδιδοῖ πρήγματα τὰ σά. καὶ γὰρ δὴ καὶ τρόποισι τοιούτοισι χρεώμενοι Ἕλληνες χαίρουσι· τοῦ τε εὐτυχέειν φθονέουσι καὶ τὸ κρέσσον στυγέουσι. [2] εἰ δ᾽ ἐπὶ τῇσι παρεούσῃσι τύχῃσι, τῶν νέες νεναυηγήκασι τετρακόσιαι, ἄλλας ἐκ τοῦ στρατοπέδου τριηκοσίας ἀποπέμψεις περιπλέειν Πελοπόννησον, ἀξιόμαχοί τοι γίνονται οἱ ἀντίπαλοι· ἁλὴς δὲ ἐὼν ὁ ναυτικὸς στρατὸς δυσμεταχείριστός τε αὐτοῖσι γίνεται, καὶ ἀρχὴν οὐκ ἀξιόμαχοί τοι ἔσονται, καὶ πᾶς ὁ ναυτικὸς τῷ πεζῷ ἀρήξει καὶ ὁ πεζὸς τῷ ναυτικῷ ὁμοῦ πορευόμενος· εἰ δὲ διασπάσεις, οὔτε σὺ ἔσεαι ἐκείνοισι χρήσιμος οὔτε ἐκεῖνοι σοί. [3] τὰ σεωτοῦ δὲ τιθέμενον εὖ γνώμην ἔχω τὰ τῶν ἀντιπολέμων μὴ ἐπιλέγεσθαι πρήγματα, τῇ τε στήσονται τὸν πόλεμον τά τε ποιήσουσι ὅσοι τε πλῆθος εἰσί. ἱκανοὶ γὰρ ἐκεῖνοί γε αὐτοὶ ἑωυτῶν πέρι φροντίζειν εἰσί, ἡμεῖς δὲ ἡμέων
ὡσαύτως. Λακεδαιμόνιοι δὲ ἢν ἴωσι ἀντία Πέρσῃσι ἐς μάχην, οὐδὲν τὸ παρεὸν τρῶμα ἀκεῦνται”. 237. ἀμείβεται Ξέρξης τοῖσιδε. “Ἀχαίμενες, εὖ τε μοι δοκέεις λέγειν καὶ ποιήσω ταῦτα. Δημάρητος δὲ λέγει μὲν τὰ ἄριστα ἔλπεται εἶναι ἐμοί, γνώμῃ μέντοι ἑσσοῦται ὑπὸ σεῦ. [2] οὐ γὰρ δὴ κεῖνό γε ἐνδέξομαι ὅκως οὐκ εὐνοέει τοῖσι ἐμοῖσι πρήγμασι, τοῖσί τε λεγομένοισι πρότερον ἐκ τούτου σταθμώμενος καὶ τῷ ἐόντι, ὅτι πολιήτης μὲν πολιήτῃ εὖ πρήσσοντι φθονέει καὶ ἔστι δυσμενὴς τῇ σιγῇ, οὐδ᾽ ἂν συμβουλευομένου τοῦ ἀστοῦ πολιήτης ἀνὴρ τὰ ἄριστά οἱ δοκέοντα εἶναι ὑποθέοιτο, εἰ μὴ πρόσω ἀρετῆς ἀνήκοι· σπάνιοι δὲ εἰσὶ οἱ τοιοῦτοι· [3] ξεῖνος δὲ ξείνῳ εὖ πρήσσοντι ἐστὶ εὐμενέστατον πάντων, συμβουλευομένου τε ἂν συμβουλεύσειε τὰ ἄριστα. οὕτω ὦν κακολογίης τῆς ἐς Δημάρητον, ἐόντος ἐμοὶ ξείνου πέρι, ἔχεσθαι τινὰ τοῦ λοιποῦ κελεύω”. 238. ταῦτα εἴπας Ξέρξης διεξήιε διὰ τῶν νεκρῶν, καὶ Λεωνίδεω, ἀκηκοὼς ὅτι βασιλεύς τε ἦν καὶ στρατηγὸς Λακεδαιμονίων, ἐκέλευσε ἀποταμόντας τὴν κεφαλὴν ἀνασταυρῶσαι. [2] δῆλά μοι πολλοῖσι μὲν καὶ ἄλλοισι τεκμηρίοισι, ἐν δὲ καὶ τῷδε οὐκ ἥκιστα γέγονε, ὅτι βασιλεὺς Ξέρξης πάντων δὴ μάλιστα ἀνδρῶν ἐθυμώθη ζῶντι Λεωνίδῃ· οὐ γὰρ ἄν κοτε ἐς τὸν νεκρὸν ταῦτα παρενόμησε, ἐπεὶ τιμᾶν μάλιστα νομίζουσι τῶν ἐγὼ οἶδα ἀνθρώπων Πέρσαι ἄνδρας ἀγαθοὺς τὰ πολέμια. οἳ μὲν δὴ ταῦτα ἐποίευν, τοῖσι ἐπετέτακτο ποιέειν. 239. ἄνειμι δὲ ἐκεῖσε τοῦ λόγου τῇ μοι τὸ πρότερον ἐξέλιπε. ἐπύθοντο Λακεδαιμόνιοι ὅτι βασιλεὺς στέλλοιτο ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πρῶτοι, καὶ οὕτω δὴ ἐς τὸ χρηστήριον τὸ ἐς Δελφοὺς ἀπέπεμψαν, ἔνθα δή σφι ἐχρήσθη τὰ ὀλίγῳ πρότερον εἶπον· ἐπύθοντο δὲ τρόπῳ θωμασίῳ. [2] Δημάρητος γὰρ ὁ Ἀρίστωνος φυγὼν ἐς Μήδους, ὡς μὲν ἐγὼ δοκέω καὶ τὸ οἰκὸς ἐμοὶ συμμάχεται, οὐκ ἦν εὔνοος Λακεδαιμονίοισι, πάρεστι δὲ εἰκάζειν εἴτε εὐνοίῃ ταῦτα ἐποίησε εἴτε καὶ καταχαίρων. ἐπείτε γὰρ Ξέρξῃ ἔδοξε στρατηλατέειν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἐὼν ἐν Σούσοισι ὁ Δημάρητος καὶ πυθόμενος ταῦτα ἠθέλησε Λακεδαιμονίοισι ἐξαγγεῖλαι. [3] ἄλλως μὲν δὴ οὐκ εἶχε σημῆναι· ἐπικίνδυνον γὰρ ἦν μὴ λαμφθείη· ὁ δὲ μηχανᾶται τοιάδε· δελτίον δίπτυχον λαβὼν τὸν κηρὸν αὐτοῦ ἐξέκνησε, καὶ ἔπειτα ἐν τῷ ξύλῳ τοῦ δελτίου ἔγραψε τὴν βασιλέος γνώμην, ποιήσας δὲ ταῦτα ὀπίσω ἐπέτηξε τὸν κηρὸν ἐπὶ τὰ γράμματα, ἵνα φερόμενον κεινὸν τὸ δελτίον μηδὲν πρῆγμα παρέχοι πρὸς τῶν ὁδοφυλάκων. [4] ἐπεὶ δὲ καὶ ἀπίκετο ἐς τὴν Λακεδαίμονα, οὐκ εἶχον συμβαλέσθαι οἱ Λακεδαιμόνιοι, πρίν γε δή σφι, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι, Κλεομένεος μὲν θυγάτηρ Λεωνίδεω δὲ γυνὴ Γοργὼ ὑπέθετο ἐπιφρασθεῖσα αὐτή, τὸν κηρὸν κνᾶν κελεύουσα, καὶ εὑρήσειν σφέας γράμματα ἐν τῷ ξύλῳ. πειθόμενοι δὲ εὗρον καὶ ἐπελέξαντο, ἔπειτα δὲ τοῖσι ἄλλοισι Ἕλλησι ἐπέστειλαν. ταῦτα μὲν δὴ οὕτω λέγεται γενέσθαι.
Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν ὀγδόη ἐπιγραφομένη Οὐρανία (ed. A. D. Godley. Cambridge 1920) 1. οἱ δὲ Ἑλλήνων ἐς τὸν ναυτικὸν στρατὸν ταχθέντες ἦσαν οἵδε, Ἀθηναῖοι μὲν νέας παρεχόμενοι ἑκατὸν καὶ εἴκοσι καὶ ἑπτά· ὑπὸ δὲ ἀρετῆς τε καὶ προθυμίης Πλαταιέες ἄπειροι τῆς ναυτικῆς ἐόντες συνεπλήρουν τοῖσι Ἀθηναίοισι τὰς νέας. Κορίνθιοι δὲ τεσσεράκοντα νέας παρείχοντο, Μεγαρέες δὲ εἴκοσι. [2] καὶ
Χαλκιδέες ἐπλήρουν εἴκοσι, Ἀθηναίων σφι παρεχόντων τὰς νέας, Αἰγινῆται δὲ ὀκτωκαίδεκα, Σικυώνιοι δὲ δυοκαίδεκα, Λακεδαιμόνιοι δὲ δέκα, Ἐπιδαύριοι δὲ ὀκτώ, Ἐρετριέες δὲ ἑπτά, Τροιζήνιοι δὲ πέντε, Στυρέες δὲ δύο, καὶ Κήιοι δύο τε νέας καὶ πεντηκοντέρους δύο· Λοκροὶ δέ σφι οἱ Ὀπούντιοι ἐπεβοήθεον πεντηκοντέρους ἔχοντες ἑπτά. 2. ἦσαν μὲν ὦν οὗτοι οἱ στρατευόμενοι ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον, εἴρηται δέ μοι καὶ ὡς τὸ πλῆθος ἕκαστοι τῶν νεῶν παρείχοντο. ἀριθμὸς δὲ τῶν συλλεχθεισέων νεῶν ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον ἦν, πάρεξ τῶν πεντηκοντέρων, διηκόσιαι καὶ ἑβδομήκοντα καὶ μία. [2] τὸν δὲ στρατηγὸν τὸν τὸ μέγιστον κράτος ἔχοντα παρείχοντο Σπαρτιῆται Εὐρυβιάδην Εὐρυκλείδεω· οἱ γὰρ σύμμαχοι οὐκ ἔφασαν, ἢν μὴ ὁ Λάκων ἡγεμονεύῃ, Ἀθηναίοισι ἕψεσθαι ἡγεομένοισι, ἀλλὰ λύσειν τὸ μέλλον ἔσεσθαι στράτευμα. 3. ἐγένετο γὰρ κατ᾽ ἀρχὰς λόγος, πρὶν ἢ καὶ ἐς Σικελίην πέμπειν ἐπὶ συμμαχίην, ὡς τὸ ναυτικὸν Ἀθηναίοισι χρεὸν εἴη ἐπιτρέπειν. ἀντιβάντων δὲ τῶν συμμάχων εἶκον οἱ Ἀθηναῖοι μέγα πεποιημένοι περιεῖναι τὴν Ἑλλάδα καὶ γνόντες, εἰ στασιάσουσι περὶ τῆς ἡγεμονίης, ὡς ἀπολέεται ἡ Ἑλλάς, ὀρθὰ νοεῦντες· στάσις γὰρ ἔμφυλος πολέμου ὁμοφρονέοντος τοσούτῳ κάκιον ἐστὶ ὅσῳ πόλεμος εἰρήνης. [2] ἐπιστάμενοι ὦν αὐτὸ τοῦτο οὐκ ἀντέτεινον ἀλλ᾽ εἶκον, μέχρι ὅσου κάρτα ἐδέοντο αὐτῶν, ὡς διέδεξαν· ὡς γὰρ δὴ ὠσάμενοι τὸν Πέρσην περὶ τῆς ἐκείνου ἤδη τὸν ἀγῶνα ἐποιεῦντο, πρόφασιν τὴν Παυσανίεω ὕβριν προϊσχόμενοι ἀπείλοντο τὴν ἡγεμονίην τοὺς Λακεδαιμονίους. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὕστερον ἐγένετο. 4. τότε δὲ οὗτοι οἱ καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον Ἑλλήνων ἀπικόμενοι ὡς εἶδον νέας τε πολλὰς καταχθείσας ἐς τὰς Ἀφέτας καὶ στρατιῆς ἅπαντα πλέα, ἐπεὶ αὐτοῖσι παρὰ δόξαν τὰ πρήγματα τῶν βαρβάρων ἀπέβαινε ἤ ὡς αὐτοὶ κατεδόκεον, καταρρωδήσαντες δρησμὸν ἐβουλεύοντο ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου ἔσω ἐς τὴν Ἑλλάδα. [2] γνόντες δὲ σφέας οἱ Εὐβοέες ταῦτα βουλευομένους ἐδέοντο Εὐρυβιάδεω προσμεῖναι χρόνον ὀλίγον, ἔστ᾽ ἂν αὐτοὶ τέκνα τε καὶ τοὺς οἰκέτας ὑπεκθέωνται. ὡς δ᾽ οὐκ ἔπειθον, μεταβάντες τὸν Ἀθηναίων στρατηγὸν πείθουσι Θεμιστοκλέα ἐπὶ μισθῷ τριήκοντα ταλάντοισι, ἐπ᾽ ᾧ τε καταμείναντες πρὸ τῆς Εὐβοίης ποιήσονται τὴν ναυμαχίην. 5. ὁ δὲ Θεμιστοκλέης τοὺς Ἕλληνας ἐπισχεῖν ὧδε ποιέει· Εὐρυβιάδῃ τούτων τῶν χρημάτων μεταδιδοῖ πέντε τάλαντα ὡς παρ᾽ ἑωυτοῦ δῆθεν διδούς. ὡς δέ οἱ οὗτος ἀνεπέπειστο, Ἀδείμαντος γὰρ ὁ Ὠκύτου ὁ Κορίνθιος στρατηγὸς τῶν λοιπῶν ἤσπαιρε μοῦνος, φάμενος ἀποπλεύσεσθαί τε ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου καὶ οὐ παραμενέειν, πρὸς δὴ τοῦτον εἶπε ὁ Θεμιστοκλέης ἐπομόσας [2] “οὐ σύ γε ἡμέας ἀπολείψεις, ἐπεί τοι ἐγὼ μέζω δῶρα δώσω ἢ βασιλεὺς ἄν τοι ὁ Μήδων πέμψειε ἀπολιπόντι τοὺς συμμάχους”. ταῦτά τε ἅμα ἠγόρευε καὶ πέμπει ἐπὶ τὴν νέα τὴν Ἀδειμάντου τάλαντα ἀργυρίου τρία· [3] οὗτοί τε δὴ πάντες δώροισι ἀναπεπεισμένοι ἦσαν καὶ τοῖσι Εὐβοεῦσι ἐκεχάριστο, αὐτός τε ὁ Θεμιστοκλέης ἐκέρδηνε, ἐλάνθανε δὲ τὰ λοιπὰ ἔχων, ἀλλ᾽ ἠπιστέατο οἱ μεταλαβόντες τούτων τῶν χρημάτων ἐκ τῶν Ἀθηνέων ἐλθεῖν ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ τὰ χρήματα. 6. οὕτω δὴ κατέμεινάν τε ἐν τῇ Εὐβοίῃ καὶ ἐναυμάχησαν, ἐγένετο δὲ ὧδε. ἐπείτε δὴ ἐς τὰς Ἀφέτας περὶ δείλην πρωίην γινομένην ἀπίκατο οἱ βάρβαροι, πυθόμενοι μὲν ἔτι καὶ πρότερον περὶ τὸ Ἀρτεμίσιον ναυλοχέειν νέας Ἑλληνίδας ὀλίγας, τότε δὲ αὐτοὶ ἰδόντες, πρόθυμοι ἦσαν ἐπιχειρέειν, εἴ κως ἕλοιεν αὐτάς. [2] ἐκ μὲν δὴ τῆς ἀντίης προσπλέειν οὔ κώ σφι ἐδόκεε τῶνδε εἵνεκα, μή κως ἰδόντες οἱ Ἕλληνες προσπλέοντας ἐς φυγὴν ὁρμήσειαν φεύγοντάς τε εὐφρόνη καταλαμβάνῃ· καὶ ἔμελλον δῆθεν ἐκφεύξεσθαι, ἔδει δὲ μηδὲ πυρφόρον τῷ ἐκείνων λόγῳ ἐκφυγόντα περιγενέσθαι.
δεύτερα δὲ σημήναντος ἔργου εἴχοντο ἐν ὀλίγῳ περ ἀπολαμφθέντες καὶ κατὰ στόμα. ἐν ταύτῃ τῇ ναυμαχίῃ Ἀντίδωρος Λήμνιος μοῦνος τῶν σὺν βασιλέι Ἑλλήνων ἐόντων . ὃς καὶ ἐν τῇ ναυηγίῃ τῇ κατὰ Πήλιον γενομένῃ πολλὰ μὲν ἔσωσε τῶν χρημάτων τοῖσι Πέρσῃσι. οἰκότα κάρτα ἐλπίσαντες. πρῶτα μὲν ἀντίπρῳροι τοῖσι βαρβάροισι γενόμενοι ἐς τὸ μέσον τὰς πρύμνας συνήγαγον. 9. 10. πρὸς ταῦτα ὦν τάδε ἐμηχανῶντο· τῶν νεῶν ἁπασέων ἀποκρίναντες διηκοσίας περιέπεμπον ἔξωθεν Σκιάθου. [2] ἐνθαῦτα τριήκοντα νέας αἱρέουσι τῶν βαρβάρων καὶ τὸν Γόργου τοῦ Σαλαμινίων βασιλέος ἀδελφεὸν Φιλάονα τὸν Χέρσιος. μετέπειτα νύκτα μέσην παρέντας πορεύεσθαι καὶ ἀπαντᾶν τῇσι περιπλεούσῃσι τῶν νεῶν. ἐλπίσαντες σφέας εὐπετέως αἱρήσειν.7. οὐδὲ πρότερον ἢ τὸ σύνθημά σφι ἔμελλε φανήσεσθαι παρὰ τῶν περιπλεόντων ὡς ἡκόντων. ἅμιλλαν ἐποιεῦντο ὅκως αὐτὸς ἕκαστος πρῶτος νέα Ἀττικὴν ἑλὼν παρὰ βασιλέος δῶρα λάμψεται· Ἀθηναίων γὰρ αὐτοῖσι λόγος ἦν πλεῖστος ἀνὰ τὰ στρατόπεδα. καταφρονήσαντες ταῦτα ἐκυκλοῦντο αὐτοὺς ἐς μέσον. σταδίους μάλιστά κῃ τούτους ἐς ὀγδώκοντα διὰ τῆς θαλάσσης διεξελθών. ἀλλ᾽ οὐ γάρ οἱ παρέσχε ὡς τότε. οὐκ ἔχω εἰπεῖν ἀτρεκέως. [3] τοὺς δ᾽ ἐν τῇ ναυμαχίῃ ταύτῃ ἑτεραλκέως ἀγωνιζομένους νὺξ ἐπελθοῦσα διέλυσε. πολλὰ δὲ καὶ αὐτὸς περιεβάλετο· οὗτος ὁ Σκυλλίης ἐν νόῳ μὲν εἶχε ἄρα καὶ πρότερον αὐτομολήσειν ἐς τοὺς Ἕλληνας. πάγχυ σφι μανίην ἐπενείκαντες ἀνῆγον καὶ αὐτοὶ τὰς νέας. τὰς δὲ ἑωυτῶν πλήθεΐ τε πολλαπλησίας καὶ ἄμεινον πλεούσας. θωμάζω δὲ εἰ τὰ λεγόμενα ἐστὶ ἀληθέα· λέγεται γὰρ ὡς ἐξ Ἀφετέων δὺς ἐς τὴν θάλασσαν οὐ πρότερον ἀνέσχε πρὶν ἢ ἀπίκετο ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον. [2] ταῦτα βουλευσάμενοι ἀπέπεμπον τῶν νεῶν τὰς ταχθείσας. ἀπόπειραν αὐτῶν ποιήσασθαι βουλόμενοι τῆς τε μάχης καὶ τοῦ διεκπλόου. [3] λέγεται μέν νυν καὶ ἄλλα ψευδέσι εἴκελα περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου. ὡς δὲ ἀπίκετο. αὐτοὶ οὐκ ἐν νόῳ ἔχοντες ταύτης τῆς ἡμέρης τοῖσι Ἕλλησι ἐπιθήσεσθαι. ὡς ἂν μὴ ὀφθείησαν ὑπὸ τῶν πολεμίων περιπλέουσαι Εὔβοιαν κατά τε Καφηρέα καὶ περὶ Γεραιστὸν ἐς τὸν Εὔριπον. ὡς οὐδείς σφι ἐπέπλεε. πολλῶν δὲ λεχθέντων ἐνίκα τὴν ἡμέρην ἐκείνην αὐτοῦ μείναντάς τε καὶ αὐλισθέντας. ὁρῶντες δὲ σφέας οἵ τε ἄλλοι στρατιῶται οἱ Ξέρξεω καὶ οἱ στρατηγοὶ ἐπιπλέοντας νηυσὶ ὀλίγῃσι. τὰς μέν γε τῶν Ἑλλήνων ὁρῶντες ὀλίγας νέας. τοῖσι δὲ Ἕλλησι ὡς ἐσήμηνε. μετὰ δὲ τοῦτο. πρῶτος δὲ Ἑλλήνων νέα τῶν πολεμίων εἷλε ἀνὴρ Ἀθηναῖος Λυκομήδης Αἰσχραίου. ταύτας μὲν δὴ περιέπεμπον. ἀέκοντές τε ἐστρατεύοντο συμφορήν τε ἐποιεῦντο μεγάλην ὁρῶντες περιεχομένους αὐτοὺς καὶ ἐπιστάμενοι ὡς οὐδεὶς αὐτῶν ἀπονοστήσει· οὕτω ἀσθενέα σφι ἐφαίνετο εἶναι τὰ τῶν Ἑλλήνων πρήγματα. 8. τὰ δὲ μετεξέτερα ἀληθέα· περὶ μέντοι τούτου γνώμη μοι ἀποδεδέχθω πλοίῳ μιν ἀπικέσθαι ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον. ἦν γὰρ ἐν τῷ στρατοπέδῳ τούτῳ Σκυλλίης Σκιωναῖος δύτης τῶν τότε ἀνθρώπων ἄριστος. σφεῖς δὲ ἐπισπόμενοι ἐξ ἐναντίης. οἱ δὲ βάρβαροι ἐς τὰς Ἀφέτας. δείλην ὀψίην γινομένην τῆς ἡμέρης φυλάξαντες αὐτοὶ ἐπανέπλεον ἐπὶ τοὺς βαρβάρους. οἱ μὲν δὴ Ἕλληνες ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον ἀπέπλεον. ἵνα δὴ περιλάβοιεν οἳ μὲν ταύτῃ ἀπικόμενοι καὶ φράξαντες αὐτῶν τὴν ὀπίσω φέρουσαν ὁδόν. καὶ τὸ ἀριστήιον ἔλαβε οὗτος. λόγιμον ἐόντα ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἄνδρα. [2] ὅτεῳ μὲν δὴ τρόπῳ τὸ ἐνθεῦτεν ἔτι ἀπίκετο ἐς τοὺς Ἓλληνας. [2] ὅσοι μέν νυν τῶν Ἰώνων ἦσαν εὔνοοι τοῖσι Ἕλλησι. αὐτίκα ἐσήμηνε τοῖσι στρατηγοῖσι τήν τε ναυηγίην ὡς γένοιτο. 11. [3] ὅσοισι δὲ καὶ ἡδομένοισι ἦν τὸ γινόμενον. τοῦτο δὲ ἀκούσαντες οἱ Ἕλληνες λόγον σφίσι αὐτοῖσι ἐδίδοσαν. ἐν δὲ τούτῳ τῷ χρόνῳ ἐν ᾧ οὗτοι ἀριθμὸν ἐποιεῦντο τῶν νεῶν. καὶ τὰς περιπεμφθείσας τῶν νεῶν περὶ Εὔβοιαν. τῶν δὲ λοιπέων νεῶν ἐν τῇσι Ἀφέτῃσι ἐποιεῦντο ἀριθμόν. πολλὸν παρὰ δόξαν ἀγωνισάμενοι.
πρὶν γὰρ ἢ καὶ ἀναπνεῦσαι σφέας ἔκ τε τῆς ναυηγίης καὶ τοῦ χειμῶνος τοῦ γενομένου κατὰ Πήλιον. οἱ δὲ βάρβαροι μηνοειδὲς ποιήσαντες τῶν νεῶν ἐκυκλοῦντο. ὃς δαπάνην οἰκηίην παρεχόμενος ἐστρατεύετο ἀνδράσι τε διηκοσίοισι καὶ οἰκηίῃ νηί. 16. καὶ οἱ Ἀθηναῖοι διὰ τοῦτο τὸ ἔργον ἔδοσαν αὐτῷ χῶρον ἐν Σαλαμῖνι. [2] οἱ δὲ στρατιῶται οἱ ταύτῃ ἀκούοντες ταῦτα ἐς φόβον κατιστέατο. ὡς τῶν βαρβάρων οἱ περιπλέοντες τὴν Εὔβοιαν πάντες εἴησαν διεφθαρμένοι ὑπὸ τοῦ γενομένου χειμῶνος. οἱ δὲ Ἕλληνες ὡς διακριθέντες ἐκ τῆς ναυμαχίης ἀπηλλάχθησαν. οὗτοι μέν νυν περὶ τὰ Κοῖλα τῆς Εὐβοίης διεφθείροντο· οἱ δ᾽ ἐν Ἀφέτῃσι βάρβαροι. ἀπέπλεον ὀπίσω ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον. καὶ τὸ τέλος σφι ἐγίνετο ἄχαρι. [2] ὁ γὰρ Ξέρξεω στρατὸς ὑπὸ μεγάθεός τε καὶ πλήθεος αὐτὸς ὑπ᾽ ἑωυτοῦ ἔπιπτε. ἐλπίζοντες πάγχυ ἀπολέεσθαι ἐς οἷα κακὰ ἧκον. τῶν μὲν νεκρῶν καὶ τῶν ναυηγίων . [2] ἦν δὲ πᾶς ὁ ἀγὼν τοῖσι κατὰ θάλασσαν περὶ τοῦ Εὐρίπου. ἐκ δὲ τῆς ναυμαχίης ὄμβρος τε λάβρος καὶ ῥεύματα ἰσχυρὰ ἐς θάλασσαν ὁρμημένα βρονταί τε σκληραί. 18. οἳ δ᾽ ὅκως τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα διαφθείραντες τοῦ πόρου κρατήσουσι. ἐν ταύτῃ τῇ ναυμαχίῃ Αἰγύπτιοι μὲν τῶν Ξέρξεω στρατιωτέων ἠρίστευσαν. [2] αὗταί τε δή σφεας ἐπέρρωσαν ἀπικόμεναι καὶ ἅμα ἀγγελίη ἐλθοῦσα. πλέοντες ἐπέπεσον νηυσὶ Κιλίσσῃσι· ταύτας δὲ διαφθείραντες. ἐγίνετο δὲ ὕδωρ τε ἄπλετον διὰ πάσης τῆς νυκτὸς καὶ σκληραὶ βρονταὶ ἀπὸ τοῦ Πηλίου· οἱ δὲ νεκροὶ καὶ τὰ ναυήγια ἐξεφέποντο ἐς τὰς Ἀφέτας. οἱ Ἕλληνες ἀτρέμας εἶχον πρὸς τῷ Ἀρτεμισίῳ. 12. καὶ περί τε τὰς πρῴρας τῶν νεῶν εἱλέοντο καὶ ἐτάρασσον τοὺς ταρσοὺς τῶν κωπέων. καὶ τούτοισι μὲν τοιαύτη ἡ νὺξ ἐγίνετο. τοῖσι δὲ ταχθεῖσι αὐτῶν περιπλέειν Εὔβοιαν ἡ αὐτή περ ἐοῦσα νὺξ πολλὸν ἦν ἔτι ἀγριωτέρη. ἀλλὰ παρακελευσάμενοι κατὰ μέσον ἡμέρης ἀνῆγον τὰς νέας. ἄσμενοι ἑκάτεροι ἐς ὅρμον ἠπείγοντο. οὕτω δὲ ἀγωνιζόμενοι διέστησαν χωρὶς ἑκάτεροι. 15. ὥσπερ τοῖσι ἀμφὶ Λεωνίδην τὴν ἐσβολὴν φυλάσσειν. πολλῷ δ᾽ ἔτι πλεῦνες νέες τε τῶν βαρβάρων καὶ ἄνδρες. ὑπέλαβε ναυμαχίη καρτερή. ἐνθεῦτεν οἱ Ἕλληνες ἐπανέπλεόν τε καὶ συνέμισγον. τοσούτω ὅσῳ ἐν πελάγεϊ φερομένοισι ἐπέπιπτε. 17. [3] πολλαὶ μὲν δὴ τῶν Ἑλλήνων νέες διεφθείροντο πολλοὶ δὲ ἄνδρες. ταρασσομενέων τε τῶν νεῶν καὶ περιπιπτουσέων περὶ ἀλλήλας· ὅμως μέντοι ἀντεῖχε καὶ οὐκ εἶκε· δεινὸν γὰρ χρῆμα ἐποιεῦντο ὑπὸ νεῶν ὀλιγέων ἐς φυγὴν τρέπεσθαι. ἐν ταύτῃ τῇ ναυμαχίῃ παραπλήσιοι ἀλλήλοισι ἐγίνοντο. ἀτρέμας τε εἶχον τὰς νέας καί σφι ἀπεχρᾶτο κακῶς πρήσουσι ἡσυχίην ἄγειν ἐν τῷ παρεόντι. φερόμενοι τῷ πνεύματι καὶ οὐκ εἰδότες τῇ ἐφέροντο ἐξέπιπτον πρὸς τὰς πέτρας· ἐποιέετό τε πᾶν ὑπὸ τοῦ θεοῦ ὅκως ἂν ἐξισωθείη τῷ Ἑλληνικῷ τὸ Περσικὸν μηδὲ πολλῷ πλέον εἴη. ὡς εὐφρόνη ἐγίνετο. καὶ τὸ ἀπὸ Ξέρξεω δειμαίνοντες. τῶν δὲ Ἑλλήνων κατὰ ταύτην τὴν ἡμέρην ἠρίστευσαν Ἀθηναῖοι καὶ Ἀθηναίων Κλεινίης ὁ Ἀλκιβιάδεω. οὐκ ἀνέμειναν ἔτι τοὺς Ἕλληνας μάχης ἄρξαι. φυλάξαντες δὴ τὴν αὐτὴν ὥρην. τοῖσι δε Ἕλλησι ἐπεβοήθεον νέες τρεῖς καὶ πεντήκοντα Ἀττικαί. 14. τρίτῃ δὲ ἡμέρῃ δεινόν τι ποιησάμενοι οἱ στρατηγοὶ τῶν βαρβάρων νέας οὕτω σφι ὀλίγας λυμαίνεσθαι. ὥς σφι ἀσμένοισι ἡμέρη ἐπέλαμψε. ὡς δὲ εὐφρόνη ἐγεγόνεε. οἳ ἄλλα τε μεγάλα ἔργα ἀπεδέξαντο καὶ νέας αὐτοῖσι ἀνδράσι εἷλον Ἑλληνίδας πέντε. ὡς γὰρ δὴ πλέουσι αὐτοῖσι χειμών τε καὶ τὸ ὕδωρ ἐπεγίνετο ἐοῦσι κατὰ τὰ Κοῖλα τῆς Εὐβοίης. ὡς δὲ ταξάμενοι οἱ Ξέρξεω ἐπέπλεον. ὡς δὲ διέστησαν.αὐτομολέει ἐς τοὺς Ἕλληνας. συνέπιπτε δὲ ὥστε τὰς αὐτὰς ἡμέρας τάς τε ναυμαχίας γίνεσθαι ταύτας καὶ τὰς πεζομαχίας τὰς ἐν Θερμοπύλῃσι. ἦν μὲν τῆς ὥρης μέσον θέρος. 13. ὡς περιλάβοιεν αὐτούς. οἳ μὲν δὴ παρεκελεύοντο ὅκως μὴ παρήσουσι ἐς τὴν Ἑλλάδα τοὺς βαρβάρους.
οὐ ποιέετε δίκαια ἐπὶ τοὺς πατέρας στρατευόμενοι καὶ τὴν Ἑλλάδα καταδουλούμενοι. [2] οὗτος ὦν ὁ Ἀβρώνιχος ἀπικόμενός σφι ἐσήμαινε τὰ γεγονότα περὶ Λεωνίδην καὶ τὸν στρατὸν αὐτοῦ. “ἄνδρες Ἴωνες. τὰ Ἴωνες ἐπελθόντες τῇ ὑστεραίῃ ἡμέρῃ ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον ἐπελέξαντο. σημαίνειν τοῖσι ἐν Θερμοπύλῃσι ἐοῦσι· ὣς δ᾽ αὕτως ἦν Ἀβρώνιχος ὁ Λυσικλέος Ἀθηναῖος καὶ παρὰ Λεωνίδῃ ἕτοιμος τοῖσι ἐπ᾽ Ἀρτεμισίω ἐοῦσι ἀγγέλλειν τριηκοντέρῳ. ἦν μὲν γὰρ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ κατάσκοπος Πολύας. Εὐβοίης ἀπέχειν πολυμηκάδας αἶγας. ἐπ᾽ ἀμφότερα νοέων. [3] Θεμιστοκλέης δὲ ταῦτα ἔγραφε. καὶ εἶχε πλοῖον κατῆρες ἕτοιμον. ὕστατοι δὲ Ἀθηναῖοι. ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀναγκαίης μέζονος κατέζευχθε ἢ ὥστε ἀπίστασθαι. Θεμιστοκλέης μὲν ταῦτα ἐνέγραψε· τοῖσι δὲ βαρβάροισι αὐτίκα μετὰ ταῦτα πλοίῳ ἦλθε ἀνὴρ Ἱστιαιεὺς ἀγγέλλων τὸν δρησμὸν τὸν ἀπ᾽ Ἀρτεμισίου τῶν Ἑλλήνων. ἐντάμνων ἐν τοῖσι λίθοισι γράμματα. [2] ταῦτα μέν νυν ἐς τοσοῦτο παρεγύμνου. ὥστε ἀσινέας ἀπικέσθαι ἐς τὴν Ἑλλάδα. δοκέειν ἐμοί. τῶν τε προβάτων τῶν Εὐβοϊκῶν καταθύειν ὅσα τις ἐθέλοι· κρέσσον γὰρ εἶναι τὴν στρατιὴν ἔχειν ἢ τοὺς πολεμίους· παραίνεέ τε προειπεῖν τοῖσι ἑωυτῶν ἑκάστους πῦρ ἀνακαίειν· κομιδῆς δὲ πέρι τὴν ὥρην αὐτῷ μελήσειν. οἱ γὰρ Εὐβοέες. . ταῦτα ἤρεσέ σφι ποιέειν. [2] ἀλλὰ μάλιστα μὲν πρὸς ἡμέων γίνεσθε· εἰ δὲ ὑμῖν ἐστι τοῦτο μὴ δυνατὸν ποιῆσαι. παρῆν δὲ ὁ ἐκ Τρηχῖνος κατάσκοπος. Ἀθηναίων δὲ νέας τὰς ἄριστα πλεούσας ἐπιλεξάμενος Θεμιστοκλέης ἐπορεύετο περὶ τὰ πότιμα ὕδατα. οὐκέτι ἐς ἀναβολὰς ἐποιεῦντο τὴν ἀποχώρησιν. ἐθελοκακέετε μεμνημένοι ὅτι ἀπ᾽ ἡμέων γεγόνατε καὶ ὅτι ἀρχῆθεν ἡ ἔχθρη πρὸς τὸν βάρβαρον ἀπ᾽ ὑμέων ἡμῖν γέγονε”. ἐκομίζοντο δὲ ὡς ἕκαστοι ἐτάχθησαν. δρησμὸν δὴ ἐβούλευον ἔσω ἐς τὴν Ἑλλάδα. οἳ δὲ ὡς ἐπύθοντο ταῦτα. τῇ ἐλπίζοι τῶν βασιλέος συμμάχων ἀποστήσειν τοὺς ἀρίστους. περιπετέα τε ἐποιήσαντο σφίσι αὐτοῖσι τὰ πρήγματα. 19. τρηχέως δὲ περιεφθέντες. τὰ δὲ γράμματα τάδε ἔλεγε. γένος Ἀντικυρεύς. νέας δὲ ταχέας ἀπέστειλαν προκατοψομένας· ἀπαγγειλάντων δὲ τούτων τὰ ἦν. καὶ οὐκ ἥκιστα Ἀθηναῖοι τῶν αἱ ἡμίσεαι τῶν νεῶν τετρωμέναι ἦσαν. εἰ δὲ μηδέτερον τούτων οἷόν τε γίνεσθαι. συλλέξας τοὺς στρατηγοὺς ἔλεγέ σφι ὡς δοκέοι ἔχειν τινὰ παλάμην. [2] Βάκιδι γὰρ ὧδε ἔχει περὶ τούτων ὁ χρησμός. ἐπὶ δὲ τοῖσι κατήκουσι πρήγμασι τάδε ποιητέα σφι εἶναι ἔλεγε. τῷ προσετέτακτο. φράζεο. τούτοισι οὐδὲν τοῖσι ἔπεσι χρησαμένοισι ἐν τοῖσι τότε παρεοῦσί τε καὶ προσδοκίμοισι κακοῖσι παρῆν σφι συμφορῇ χρᾶσθαι πρὸς τὰ μέγιστα. νόῳ δὲ λαβὼν ὁ Θεμιστοκλέης ὡς εἰ ἀπορραγείη ἀπὸ τοῦ βαρβάρου τό τε Ἰωνικὸν φῦλον καὶ τὸ Καρικόν. ἢ ἐπείτε ἀνενειχθῇ καὶ διαβληθῇ πρὸς Ξέρξην. 20. ἵνα ἢ λαθόντα τὰ γράμματα βασιλέα Ἴωνας ποιήσῃ μεταβαλεῖν καὶ γενέσθαι πρὸς ἑωυτῶν. οἷοί τε εἴησαν ἂν τῶν λοιπῶν κατύπερθε γενέσθαι. ἐλαυνόντων τῶν Εὐβοέων πρόβατα ἐπὶ τὴν θάλασσαν ταύτην. Κορίνθιοι πρῶτοι. οὔτε τι ἐξεκομίσαντο οὐδὲν οὔτε προσεσάξαντο ὡς παρεσομένου σφι πολέμου. παραχρησάμενοι τὸν Βάκιδος χρησμὸν ὡς οὐδὲν λέγοντα. 23. εἰ παλήσειε ὁ ναυτικὸς στρατός.ἐπεκράτεον. οὕτω δὴ ἅμα ἡλίῳ σκιδναμένῳ πᾶσα ἡ στρατιὴ ἐπέπλεε ἁλὴς ἐπὶ τὸ Ἀρτεμίσιον. οἳ μὲν δὴ ταῦτα ἔπρησσον. βαρβαρόφωνος ὅταν ζυγὸν εἰς ἅλα βάλλῃ βύβλινον. ὑμεῖς δὲ ἐν τῷ ἔργῳ. ὑμεῖς δὲ ἔτι καὶ νῦν ἐκ τοῦ μέσου ἡμῖν ἕζεσθε καὶ αὐτοὶ καὶ τῶν Καρῶν δέεσθε τὰ αὐτὰ ὑμῖν ποιέειν. ἀπίστους ποιήσῃ τοὺς Ἴωνας καὶ τῶν ναυμαχιέων αὐτοὺς ἀπόσχῃ. 21. 22. καὶ αὐτίκα πῦρ ἀνακαυσάμενοι ἐτράποντο πρὸς τὰ πρόβατα. οἳ δ᾽ ὑπ᾽ ἀπιστίης τὸν μὲν ἀγγέλλοντα εἶχον ἐν φυλακῇ. ἐπεὰν συμμίσγωμεν. ἤν τι καταλαμβάνῃ νεώτερον τὸν πεζόν.
δόξασαι ἄλλο τι εἶναι τέρας. Ξέρξης ἑτοιμασάμενος τὰ περὶ τοὺς νεκροὺς ἔπεμπε ἐς τὸν ναυτικὸν στρατὸν κήρυκα. σύλλογον ποιησάμενος παντὸς τοῦ στρατοπέδου ἔλεγε τάδε. οὔτε ἠνέσχετο σιγῶν εἶπέ τε ἐς πάντας τάδε. τῇ δ᾽ ὑστεραίῃ οἳ μὲν ἀπέπλεον ἐς Ἱστιαίην ἐπὶ τὰς νέας. [3] πυνθανόμενος γὰρ τὸ ἄεθλον ἐὸν στέφανον ἀλλ᾽ οὐ χρήματα. νυκτὸς ἐπεθήκατο τοῖσι Θεσσαλοῖσι. τὸ ἀπὸ τούτου ἔπλεον ἐς Ἱστιαίην· ἀπικόμενοι δὲ τὴν πόλιν ἔσχον τῶν Ἱστιαιέων. ἀρίστους. ἐνθαῦτα ὁ Τελλίης οὗτος σοφίζεται αὐτοῖσι τοιόνδε. βίου τε δεόμενοι καὶ ἐνεργοὶ βουλόμενοι εἶναι. καὶ ἕτεροι τοιοῦτοι ἐν Ἄβῃσι ἀνακέαται. 26. [2] οἳ δέ σφι ἔλεγον ὡς Ὀλύμπια ἄγουσι καὶ θεωρέοιεν ἀγῶνα γυμνικὸν καὶ ἱππικόν. αὐτούς τε τούτους καὶ τὰ ὅπλα αὐτῶν. [2] ὡς δὲ διέβη ἐς τὴν Ἱστιαίην ὁ κῆρυξ. ἅτε σφι ἔχοντες αἰεὶ χόλον. ἄγοντες δὲ τούτους ἐς ὄψιν τὴν βασιλέος ἐπυνθάνοντο οἱ Πέρσαι περὶ τῶν Ἑλλήνων τί ποιέοιεν· εἷς δέ τις πρὸ πάντων ἦν ὁ εἰρωτῶν αὐτοὺς ταῦτα. καὶ μετὰ τὰς φυλακὰς αὐτὴ ἡ στρατιὴ οὕτω ὥστε τετρακισχιλίων κρατῆσαι νεκρῶν καὶ ἀσπίδων Φωκέας. φυλλάδα τε ἐπιβαλὼν καὶ γῆν ἐπαμησάμενος.ἐπισχόντες δὲ ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ μέχρι μέσου ἡμέρης. [2] οὐ μὲν οὐδ᾽ ἐλάνθανε τοὺς διαβεβηκότας Ξέρξης ταῦτα πρήξας περὶ τοὺς νεκροὺς τοὺς ἑωυτοῦ· καὶ γὰρ δὴ καὶ γελοῖον ἦν· τῶν μὲν χίλιοι ἐφαίνοντο νεκροὶ κείμενοι. ταῦτα ἐπαγγειλαμένου. οἳ δὲ πάντες ἐκέατο ἁλέες συγκεκομισμένοι ἐς τὠυτὸ χωρίον. γυψώσας ἄνδρας ἑξακοσίους τῶν φωκέων τοὺς. οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς”. ἧκον δέ σφι αὐτόμολοι ἄνδρες ἀπ᾽ Ἀρκαδίης ὀλίγοι τινές. . [2] ἐσβαλόντες γὰρ πανστρατιῇ αὐτοί τε οἱ Θεσσαλοὶ καὶ οἱ σύμμαχοι αὐτῶν ἐς τοὺς Φωκέας. τέσσερες χιλιάδες. ἐπείτε τὸ ἐν Θερμοπύλῃσι τρῶμα ἐγεγόνεε. “παπαῖ Μαρδόνιε. ἐν δὲ τῷ διὰ μέσου χρόνῳ. τῶν τὰς μὲν ἡμισέας ἐς Ἄβας ἀνέθεσαν τὰς δὲ ἐς Δελφούς· [5] ἡ δὲ δεκάτη ἐγένετο τῶν χρημάτων ἐκ ταύτης τῆς μάχης οἱ μεγάλοι ἀνδριάντες οἱ περὶ τὸν τρίποδα συνεστεῶτες ἔμπροσθε τοῦ νηοῦ τοῦ ἐν Δελφοῖσι. οὐ πολλοῖσι ἔτεσι πρότερον ταύτης τῆς βασιλέος στρατηλασίης. τούτῳ μὲν δὴ ταῦτα εἴρητο. μετὰ ταῦτα οὐδὲν ἐγίνετο πλοίων σπανιώτερον· οὕτω πολλοὶ ἤθελον θεήσασθαι. τοῦτον κτείνειν. τοὺς λοιποὺς τάφρους ὀρυξάμενος ἔθαψε. καὶ τῆς Ἐλλοπίης μοίρης γῆς δὲ τῆς Ἱστιαιώτιδος τὰς παραθαλασσίας χώρας πάσας ἐπέδραμον. προετοιμάσατο δὲ τάδε· ὅσοι τοῦ στρατοῦ τοῦ ἑωυτοῦ ἦσαν νεκροὶ ἐν Θερμοπύλῃσι (ἦσαν δὲ καὶ δύο μυριάδες). ἐνθαῦτα δὲ τούτων ἐόντων. διαπεραιωθέντες δὲ ἐθηεῦντο διεξιόντες τοὺς νεκρούς· πάντες δὲ ἠπιστέατο τοὺς κειμένους εἶναι πάντας Λακεδαιμονίους καὶ Θεσπιέας. κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας. βασιλεὺς Ξέρξης τῷ βουλομένῳ ὑμέων παραδίδωσι ἐκλιπόντα τὴν τάξιν καὶ ἐλθόντα θεήσασθαι ὅκως μάχεται πρὸς τοὺς ἀνοήτους τῶν ἀνθρώπων. [3] ταύτην μὲν τὴν ἡμέρην πρὸς θέην ἐτράποντο. 25. οἳ ἤλπισαν τὴν βασιλέος δύναμιν ὑπερβαλέεσθαι”. τὸν ἂν μὴ λευκανθίζοντα ἴδωνται. 24. ὑπολιπόμενος τούτων ὡς χιλίους. ἑσσώθησαν ὑπὸ τῶν Φωκέων καὶ περιέφθησαν τρηχέως. αὐτίκα Θεσσαλοὶ πέμπουσι κήρυκα ἐς Φωκέας. ὁ δὲ ἐπείρετο ὅ τι τὸ ἄεθλον εἴη σφι κείμενον περὶ ὅτευ ἀγωνίζονται· οἳ δ᾽ εἶπον τῆς ἐλαίης τὸν διδόμενον στέφανον. “ἄνδρες σύμμαχοι. [4] τούτους ὦν αἵ τε φυλακαὶ τῶν Θεσσαλῶν πρῶται ἰδοῦσαι ἐφοβήθησαν. ἀπὸ δὲ τοῦ ὑστάτου τρώματος καὶ τὸ κάρτα. ἵνα μὴ ὀφθείησαν ὑπὸ τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ. [3] ἐπείτε γὰρ κατειλήθησαν ἐς τὸν Παρνησὸν οἱ Φωκέες ἔχοντες μάντιν Τελλίην τὸν Ἠλεῖον. ὁρῶντες καὶ τοὺς εἵλωτας. προείπας αὐτοῖσι. οἱ δὲ ἀμφὶ Ξέρξην ἐς ὁδὸν ὁρμέατο. ἐνθαῦτα εἴπας γνώμην γενναιοτάτην Τιγράνης ὁ Ἀρταβάνου δειλίην ὦφλε πρὸς βασιλέος. 27.
ὑπὸ Ἀλεξάνδρου . ἐς γῆν τὴν Ὀρχομενίων. ὡς δὲ ἐκ τῆς Δωρίδος ἐς τὴν Φωκίδα ἐσέβαλον. οὔτε δώσειν ἔφασαν χρήματα. 32. καὶ ὑμῖν ὑποδεκόμεθα τὰ ἐπιόντα ἐπὶ τὴν χώρην ἀποτρέψειν”. ἔνθα ἦν ἱρὸν Ἀπόλλωνος πλούσιον. ἐν ταύτῃ τάφρον μεγάλην ὀρύξαντες ἀμφορέας κενεοὺς ἐς αὐτὴν κατέθηκαν. ὅσον χρόνον ἐκεῖνα ἡμῖν ἥνδανε. Βοιωτῶν δὲ πᾶν τὸ πλῆθος ἐμήδιζε. αὐτοὺς μὲν τοὺς Φωκέας οὐκ αἱρέουσι. ὡς ἐμοὶ δοκέειν. κατὰ Νέωνα πόλιν κειμένη ἐπ᾽ ἑωυτῆς· Τιθορέα οὔνομα αὐτῇ· ἐς τὴν δὴ ἀνηνείκαντο καὶ αὐτοὶ ἀνέβησαν. ἐνθεῦτεν δὲ ἤδη διακρινομένη ἡ στρατιὴ αὐτῶν ἐσχίζετο. κατὰ δὲ τὸ ἔχθος τὸ Θεσσαλῶν· [2] εἰ δὲ Θεσσαλοὶ τὰ Ἑλλήνων ηὖξον. ὡς ἐγὼ συμβαλλόμενος εὑρίσκω. καὶ κατὰ μὲν ἔκαυσαν Δρυμὸν πόλιν κατὰ δὲ Χαράδραν καὶ Ἔρωχον καὶ Τεθρώνιον καὶ Ἀμφίκαιαν καὶ Νέωνα καὶ Πεδιέας καὶ Τριτέας καὶ Ἐλάτειαν καὶ Ὑάμπολιν καὶ Παραποταμίους καὶ Ἄβας. “ὦ Φωκέες. ἐκ μὲν δὴ τῆς Τρηχινίης ἐς τὴν Δωρίδα ἐσέβαλον· τῆς γὰρ Δωρίδος χώρης ποδεὼν στεινὸς ταύτῃ κατατείνει. τὰς δὲ πόλις αὐτῶν ἄνδρες Μακεδόνες διατεταγμένοι ἔσωζον. καὶ γυναῖκας τινὰς διέφθειραν μισγόμενοι ὑπὸ πλήθεος. [2] οἳ δὲ πλεῦνες αὐτῶν ἐς τοὺς Ὀζόλας Λοκροὺς ἐξεκομίσαντο. κατ᾽ ἄλλο μὲν οὐδέν. πορευόμενοι γὰρ ταύτῃ παρὰ τὸν Κηφισὸν ποταμὸν ἐδηίουν πάντα. ἐνθαῦτα οἱ ἵπποι τὰ σκέλεα διεφθάρησαν. πάντα ἐπέφλεγον καὶ ἔκειρον. 31. τούτων δή σφι ἀμφοτέρων ἔχοντες ἔγκοτον οἱ Θεσσαλοὶ πέμψαντες κήρυκα ἠγόρευον τάδε. παρέχειν τε σφίσι Θεσσαλοῖσι ὁμοίως μηδίζειν. καὶ ἐς τὰς πόλις ἐνιέντες πῦρ καὶ ἐς τὰ ἱρά. ἐπειδὴ δὲ ἀνηνείχθησαν οὗτοι οἱ λόγοι. ταῦτα μέν νυν τὸν πεζὸν ἐργάσαντο τῶν Θεσσαλῶν οἱ Φωκέες πολιορκέοντας ἑωυτούς· ἐσβαλοῦσαν δὲ ἐς τὴν χώρην τὴν ἵππον αὐτῶν ἐλυμήναντο ἀνηκέστως. ταῦτά σφι ἐπαγγέλλοντο οἱ Θεσσαλοί. 33. παραποταμίους δὲ παραμειβόμενοι οἱ βάρβαροι ἀπίκοντο ἐς Πανοπέας. ἐμήδιζον ἂν οἱ Φωκέες. 29. οὕτω δὴ οἱ Θεσσαλοὶ κεχολωμένοι τοῖσι Φωκεῦσι ἐγένοντο ἡγεμόνες τῷ βαρβάρῳ τῆς ὁδοῦ. ἀλλ᾽ ἡμῖν γενέσθω ἀντ᾽ αὐτῶν πεντήκοντα τάλαντα ἀργυρίου. 34. χοῦν δὲ ἐπιφορήσαντες καὶ ὁμοιώσαντες τῷ ἄλλῳ χώρῳ ἐδέκοντο τοὺς Θεσσαλοὺς ἐσβάλλοντας. οἳ δὲ ὡς ἀναρπασόμενοι τοὺς Φωκέας φερόμενοι ἐσέπεσον ἐς τοὺς ἀμφορέας. [2] πρόσθε τε γὰρ ἐν τοῖσι Ἕλλησι. ἡμεῖς μέντοι τὸ πᾶν ἔχοντες οὐ μνησικακέομεν. ἔστι δὲ καὶ ἐπιτηδέη δέξασθαι ὅμιλον τοῦ Παρνησοῦ ἡ κορυφή. 30. τὸ μὲν πλεῖστον καὶ δυνατώτατον τοῦ στρατοῦ ἅμα αὐτῷ Ξέρξῃ πορευόμενον ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐσέβαλε ἐς Βοιωτούς. ὡς τριήκοντα σταδίων μάλιστά κῃ εὖρος. ἥ περ ἦν τὸ παλαιὸν Δρυοπίς· ἡ δὲ χώρη αὕτη ἐστὶ μητρόπολις Δωριέων τῶν ἐν Πελοποννήσῳ. οἱ γὰρ Φωκέες μοῦνοι τῶν ταύτῃ ἀνθρώπων οὐκ ἐμήδιζον. κείμενος μεταξὺ τῆς τε Μηλίδος καὶ Φωκίδος χώρης. πλέον αἰεί κοτε ὑμέων ἐφερόμεθα· νῦν τε παρὰ τῷ βαρβάρῳ τοσοῦτο δυνάμεθα ὥστε ἐπ᾽ ἡμῖν ἐστι τῆς γῆς ἐστερῆσθαι καὶ πρὸς ἠνδραποδίσθαι ὑμέας. ταύτην ὦν τὴν Δωρίδα γῆν οὐκ ἐσίναντο ἐσβαλόντες οἱ βάρβαροι· ἐμήδιζόν τε γὰρ καὶ οὐκ ἐδόκεε Θεσσαλοῖσι. ἐν γὰρ τῇ ἐσβολῇ ἣ ἐστὶ κατὰ Ὑάμπολιν. ταῦτα ἐπαγγελλομένων Θεσσαλῶν. καί τινας διώκοντες εἷλον τῶν Φωκέων πρὸς τοῖσι ὄρεσι. οἱ δὲ βάρβαροι τὴν χώρην πᾶσαν ἐπέδραμον τὴν Φωκίδα· Θεσσαλοὶ γὰρ οὕτω ἦγον τὸν στρατόν· ὁκόσα δὲ ἐπέσχον. ἤδη τι μᾶλλον γνωσιμαχέετε μὴ εἶναι ὅμοιοι ἡμῖν.28. εἰ ἄλλως βουλοίατο· ἀλλ᾽ οὐκ ἔσεσθαι ἑκόντες εἶναι προδόται τῆς Ἑλλάδος. ἐς Ἄμφισσαν πόλιν τὴν ὑπὲρ τοῦ Κρισαίου πεδίου οἰκημένην. θησαυροῖσί τε καὶ ἀναθήμασι πολλοῖσι κατεσκευασμένον· ἦν δὲ καὶ τότε καὶ νῦν ἔτι χρηστήριον αὐτόθι. καὶ τοῦτο τὸ ἱρὸν συλήσαντες ἐνέπρησαν. οἳ μὲν γὰρ τῶν Φωκέων ἐς τὰ ἄκρα τοῦ Παρνησοῦ ἀνέβησαν.
[2] Δελφοὶ δὲ ταῦτα ἀκούσαντες σφέων αὐτῶν πέρι ἐφρόντιζον. οἳ δὲ ἐς Ἄμφισσαν τὴν Λοκρίδα ὑπεξῆλθον. τούτους δὲ τοὺς δύο Δελφοὶ λέγουσι εἶναι ἐπιχωρίους ἥρωας. ἐν τούτῳ ὁ προφήτης. [2] ὃ μὲν δὴ ἤιε Δελφῶν τοῖσι παρεοῦσι σημανέων τὸ τέρας· οἱ δὲ βάρβαροι ἐπειδὴ ἐγίνοντο ἐπειγόμενοι κατὰ τὸ ἱρὸν τῆς Προναίης Ἀθηναίης. πάντες δὲ ὦν οἱ Δελφοὶ ἐξέλιπον τὴν πόλιν. Αὐτονόου δὲ πέλας τῆς Κασταλίης ὑπὸ τῇ Ὑαμπείῃ κορυφῇ. ὅκως συλήσαντες τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Δελφοῖσι βασιλέι Ξέρξῃ ἀποδέξαιεν τὰ χρήματα. ἄλλοι δὲ αὐτῶν ἡγεμόνας ἔχοντες ὁρμέατο ἐπὶ τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Δελφοῖσι. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. πολλῶν αἰεὶ λεγόντων. ἐν τῷ τεμένεϊ τῆς Προναίης Ἀθηναίης κείμενοι. 36. μαθόντες δὲ οἱ Δελφοὶ φεύγοντας σφέας. ὁρᾷ πρὸ τοῦ νηοῦ ὅπλα προκείμενα ἔσωθεν ἐκ τοῦ μεγάρου ἐξενηνειγμένα ἱρά. 37. 38. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. [2] ἐπορεύοντο δὲ ταύτῃ ἀποσχισθέντες τῆς ἄλλης στρατιῆς τῶνδε εἵνεκα. 39. τῶν οὐκ ὅσιον ἦν ἅπτεσθαι ἀνθρώπων οὐδενί. ἐκ δὲ τοῦ ἱροῦ τῆς Προναίης βοή τε καὶ ἀλαλαγμὸς ἐγίνετο. ἐπεὶ δὲ ἀγχοῦ ἦσαν οἱ βάρβαροι ἐπιόντες καὶ ἀπώρων τὸ ἱρόν. ἐπιγίνεταί σφι τέρεα ἔτι μέζονα τοῦ πρὶν γενομένου τέρεος. οἱ Δελφοὶ δὲ πυνθανόμενοι ταῦτα ἐς πᾶσαν ἀρρωδίην ἀπίκατο. ἐν δείματι δὲ μεγάλῳ κατεστεῶτες ἐμαντεύοντο περὶ τῶν ἱρῶν χρημάτων. Φυλάκου μὲν παρ᾽ αὐτὴν τὴν ὁδὸν κατύπερθε τοῦ ἱροῦ τῆς Προναίης. εἴτε σφέα κατὰ γῆς κατορύξωσι εἴτε ἐκκομίσωσι ἐς ἄλλην χώρην. 40. Φύλακόν τε καὶ Αὐτόνοον. τῶνδε δὲ εἵνεκα προσεδεήθησαν αὐτῶν σχεῖν πρὸς Σαλαμῖνα Ἀθηναῖοι. οἱ δὲ περιεόντες ἰθὺ Βοιωτῶν ἔφευγον. ἄμεινον ἢ τὰ ἐν τοῖσι οἰκίοισι ἔλιπε. ἵνα αὐτοὶ παῖδάς τε καὶ γυναῖκας ὑπεξαγάγωνται ἐκ τῆς . ἐν τούτῳ ἐκ μὲν τοῦ οὐρανοῦ κεραυνοὶ αὐτοῖσι ἐνέπιπτον. ὁ δὲ θεός σφεας οὐκ ἔα κινέειν. ὡς πρὸς τούτοισι καὶ ἄλλα ὥρων θεῖα· δύο γὰρ ὁπλίτας μέζονας ἢ κατ᾽ ἀνθρώπων φύσιν ἔχοντας ἕπεσθαί σφι κτείνοντας καὶ διώκοντας. 35.ἀποπεμφθέντες· ἔσωζον δὲ τῇδε. θῶμα μὲν γὰρ καὶ τοῦτο κάρτα ἐστί. ὁ δὲ Ἑλλήνων ναυτικὸς στρατὸς ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου Ἀθηναίων δεηθέντων ἐς Σαλαμῖνα κατίσχει τὰς νέας. ἀπὸ δὲ τοῦ Παρνησοῦ ἀπορραγεῖσαι δύο κορυφαὶ ἐφέροντο πολλῷ πατάγῳ ἐς αὐτοὺς καὶ κατέβαλον συχνούς σφεων. ὅσα δὲ καὶ οὗτοι ἐπέσχον τῆς Φωκίδος. τούτων μέν νυν τῶν ἀνδρῶν αὕτη ἀπὸ τοῦ ἱροῦ ἀπαλλαγὴ γίνεται. ὅπλα ἀρήια αὐτόματα φανῆναι ἔξω προκείμενα τοῦ νηοῦ· τὰ δὲ δὴ ἐπὶ τούτῳ δεύτερα ἐπιγενόμενα καὶ διὰ πάντων φασμάτων ἄξια θωμάσαι μάλιστα. πλὴν ἑξήκοντα ἀνδρῶν καὶ τοῦ προφήτεω. τῷ οὔνομα ἦν Ἀκήρατος. ἐπικαταβάντες ἀπέκτειναν πλῆθός τι αὐτῶν. ἐς τὸ ἐνέσκηψαν διὰ τῶν βαρβάρων φερόμενοι. αὐτῶν δὲ οἱ μὲν πλεῖστοι ἀνέβησαν ἐς τοῦ Παρνησοῦ τὰς κορυφὰς καὶ ἐς τὸ Κωρύκιον ἄντρον ἀνηνείκαντο. ἔλεγον δὲ οἱ ἀπονοστήσαντες οὗτοι τῶν βαρβάρων. οὗτοι μὲν δὴ τῶν βαρβάρων ταύτῃ ἐτράποντο. [2] οἱ δὲ πεσόντες ἀπὸ τοῦ Παρνησοῦ λίθοι ἔτι καὶ ἐς ἡμέας ἦσαν σόοι. ἐν δεξιῇ τὸν Παρνησὸν ἀπέργοντες. τέκνα μέν νυν καὶ γυναῖκας πέρην ἐς τὴν Ἀχαιίην διέπεμψαν. φὰς αὐτὸς ἱκανὸς εἶναι τῶν ἑωυτοῦ προκατῆσθαι. φόβος τοῖσι βαρβάροισι ἐνεπεπτώκεε. συμμιγέντων δὲ τούτων πάντων. τῶν τὰ τεμένεα ἐστὶ περὶ τὸ ἱρόν. πάντα δ᾽ ἠπίστατο τὰ ἐν τῷ ἱρῷ ὅσα λόγου ἦν ἄξια Ξέρξης. καὶ μάλιστα τὰ Κροίσου τοῦ Ἀλυάττεω ἀναθήματα. [3] ἐπεὶ γὰρ δὴ ἦσαν ἐπιόντες οἱ βάρβαροι κατὰ τὸ ἱρὸν τῆς Προναίης Ἀθηναίης. πάντα ἐσιναμώρεον· καὶ γὰρ τῶν Πανοπέων τὴν πόλιν ἐνέπρησαν καὶ Δαυλίων καὶ Αἰολιδέων. δῆλον βουλόμενοι ποιέειν Ξέρξῃ ὅτι τὰ Μήδων Βοιωτοὶ φρονέοιεν.
[2] δοκέοντες γὰρ εὑρήσειν Πελοποννησίους πανδημεὶ ἐν τῇ Βοιωτίῃ ὑποκατημένους τὸν βάρβαρον. λέγουσι Ἀθηναῖοι ὄφιν μέγαν φύλακα τῆς ἀκροπόλιος ἐνδιαιτᾶσθαι ἐν τῷ ἱρῷ· λέγουσί τε ταῦτα καὶ δὴ ὡς ἐόντι ἐπιμήνια ἐπιτελέουσι προτιθέντες· τὰ δ᾽ ἐπιμήνια μελιτόεσσα ἐστί. ἐστρατεύοντο δὲ οἵδε· ἐκ μὲν Πελοποννήσου Λακεδαιμόνιοι ἑκκαίδεκα νέας παρεχόμενοι. [3] αὕτη δὴ ἡ μελιτόεσσα ἐν τῷ πρόσθε αἰεὶ χρόνῳ ἀναισιμουμένη τότε ἦν ἄψαυστος. Ἀθηναῖοι μὲν πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους παρεχόμενοι νέας ὀγδώκοντα καὶ ἑκατόν. [2] ναύαρχος μέν νυν ἐπῆν ὡυτὸς ὅς περ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ. Τροιζήνιοι δὲ πέντε. οἳ δὲ ἐς Σαλαμῖνα. σημηνάσης δὲ ταῦτα τῆς ἱρείης. [2] Ἀθηναῖοι δὲ ἐπὶ μὲν Πελασγῶν ἐχόντων τὴν νῦν Ἑλλάδα καλεομένην ἦσαν Πελασγοί. ἐπὶ δὲ Κέκροπος βασιλέος ἐκλήθησαν Κεκροπίδαι. 45. Μεγαρέες δὲ τὠυτὸ πλήρωμα παρείχοντο καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ. 43. ἐξ Ἐρινεοῦ τε καὶ Πίνδου καὶ τῆς Δρυοπίδος ὕστατα ὁρμηθέντες. οἱ δὲ ἐκ τῆς ἔξω ἠπείρου. συνέρρεε καὶ ὁ λοιπὸς πυνθανόμενος ὁ τῶν Ἑλλήνων ναυτικὸς στρατὸς ἐκ Τροίζηνος· ἐς γὰρ Πώγωνα τὸν Τροιζηνίων λιμένα προείρητο συλλέγεσθαι.Ἀττικῆς. μᾶλλόν τι οἱ Ἀθηναῖοι καὶ προθυμότερον ἐξέλιπον τὴν πόλιν. οἱ δὲ Ἑρμιονέες εἰσὶ Δρύοπες. νησιωτέων δὲ Αἰγινῆται τριήκοντα παρείχοντο. Ἑρμιονέες δὲ τρεῖς. ὡς καὶ τῆς θεοῦ ἀπολελοιπυίης τὴν ἀκρόπολιν. ἀλλὰ τῇσι μὲν τὴν ἑωυτῶν ἐφύλασσον. Ἀμπρακιῶται δὲ ἑπτὰ νέας ἔχοντες ἐπεβοήθησαν. οἱ μὲν δὴ ἄλλοι κατέσχον ἐς τὴν Σαλαμῖνα. οὗτοι μέν νυν Πελοποννησίων ἐστρατεύοντο. ἐνθαῦτα οἱ μὲν πλεῖστοι ἐς Τροίζηνα ἀπέστειλαν. πρὸς δὲ καὶ βουλεύσωνται τὸ ποιητέον αὐτοῖσι ἔσται. ἐπεὶ δὲ οἱ ἀπ᾽ Ἀρτεμισίου ἐς Σαλαμῖνα κατέσχον τὰς νέας. [2] ἔσπευσαν δὲ ταῦτα ὑπεκθέσθαι τῷ χρηστηρίῳ τε βουλόμενοι ὑπηρετέειν καὶ δὴ καὶ τοῦδε εἵνεκα οὐκ ἥκιστα. τὰ ἄλλα δὲ ἀπιέναι. Ἀθηναῖοι δὲ ἐς τὴν ἑωυτῶν. ὀνομαζόμενοι Κραναοί. 42. Κορίνθιοι δὲ τὸ αὐτὸ πλήρωμα παρεχόμενοι καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ· Σικυώνιοι δὲ πεντεκαίδεκα παρείχοντο νέας. μοῦνοι· ἐν Σαλαμῖνι γὰρ οὐ συνεναυμάχησαν Πλαταιέες Ἀθηναίοισι διὰ τοιόνδε τι πρῆγμα· ἀπαλλασσομένων τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου. 44. ἐόντες οὗτοι πλὴν Ἑρμιονέων Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος. ἔπλεον ἐς τὸ στρατόπεδον. τριήκοντα δὲ τῇσι ἄριστα πλεούσῃσι ἐν Σαλαμῖνι ἐναυμάχησαν. ταῦτα πυνθανόμενοι οὕτω δὴ προσεδεήθησαν σφέων σχεῖν πρὸς τὴν Σαλαμῖνα. ἔθνος ἐόντες οὗτοι Δωρικὸν ἀπὸ Κορίνθου. οἳ δὲ ἐπυνθάνοντο τὸν Ἰσθμὸν αὐτοὺς τειχέοντας. ὑπὸ Ἡρακλέος τε καὶ Μηλιέων ἐκ τῆς νῦν Δωρίδος καλεομένης χώρης ἐξαναστάντες. ἐκδεξαμένου δὲ Ἐρεχθέος τὴν ἀρχὴν Ἀθηναῖοι μετωνομάσθησαν. οὗτοι μέν νυν τούτους σώζοντες ἐλείφθησαν. ὡς δέ σφι πάντα ὑπεξέκειτο. Εὐρυβιάδης ὁ Εὐρυκλείδεω ἀνὴρ Σπαρτιήτης. ὡς ἐγίνοντο κατὰ Χαλκίδα. ἦσαν μέν σφι καὶ ἄλλαι πεπληρωμέναι νέες. Ἐπιδαύριοι δὲ δέκα. Ἴωνος δὲ τοῦ Ξούθου στρατάρχεω γενομένου Ἀθηναίοισι ἐκλήθησαν ἀπὸ τούτου Ἴωνες. ἐπὶ γὰρ τοῖσι κατήκουσι πρήγμασι βουλὴν ἔμελλον ποιήσασθαι ὡς ἐψευσμένοι γνώμης. Αἰγινῆται δὲ εἰσὶ Δωριέες ἀπὸ . οἱ Πλαταιέες ἀποβάντες ἐς τὴν περαίην τῆς Βοιωτίης χώρης πρὸς ἐκκομιδὴν ἐτράποντο τῶν οἰκετέων. ὡς τὴν Πελοπόννησον περὶ πλείστου τε ποιευμένους περιεῖναι καὶ ταύτην ἔχοντας ἐν φυλακῇ. 46. Λευκάδιοι δὲ τρεῖς. μετὰ δὲ τὴν ἄπιξιν κήρυγμα ἐποιήσαντο. Ἀθηναίων τῇ τις δύναται σώζειν τέκνα τε καὶ τοὺς οἰκέτας. οἳ δὲ ἐς Αἴγιναν. 41. οὐ μέντοι γένεος τοῦ βασιληίου ἐών· νέας δὲ πολλῷ πλείστας τε καὶ ἄριστα πλεούσας παρείχοντο Ἀθηναῖοι. τῶν μὲν εὗρον οὐδὲν ἐόν. συνελέχθησάν τε δὴ πολλῷ πλεῦνες νέες ἢ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ἐναυμάχεον καὶ ἀπὸ πολίων πλεύνων.
ἵνα σφι τιμωρίη οὐδεμία ἐπιφανήσεται. οἳ ἐξ ἐσχατέων χωρέων ἐστρατεύοντο. Νάξιοι δὲ εἰσὶ Ἴωνες ἀπὸ Ἀθηνέων γεγονότες. ἀλογήσαντες δὲ τῶν ἐντολέων ἀπίκατο ἐς τοὺς Ἕλληνας Δημοκρίτου σπεύσαντος. ἀποπεμφθέντες μὲν ἐς τοὺς Μήδους ὑπὸ τῶν πολιητέων κατά περ οἱ ἄλλοι νησιῶται. ὡς δὲ ἐς τὴν Σαλαμῖνα συνῆλθον οἱ στρατηγοὶ ἀπὸ τῶν εἰρημενέων πολίων. [4] Στυρέες δὲ τὰς αὐτὰς παρείχοντο νέας τάς περ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ. ἕνα αὐτοῦ διατρίψαντες μῆνα ἐν τῷ διέβαινον ἐς τὴν Εὐρώπην. ἐν Σαλαμῖνι μὲν ἐόντες πολιορκήσονται ἐν νήσῳ. 50. ἐν τρισὶ ἑτέροισι μησὶ ἐγένοντο ἐν τῇ Ἀττικῇ. Κύθνιοι δὲ μίαν καὶ πεντηκόντερον. ἀνδρὸς τῶν ἀστῶν δοκίμου καὶ τότε τριηραρχέοντος. τὸν Ἀθηναῖοι καλέουσι Ἀρήιον πάγον. ἐπιλέγοντες τὸν λόγον τόνδε. 52. οἱ μέν νυν ἄλλοι τριήρεας παρεχόμενοι ἐστρατεύοντο. καὶ Σερίφιοί τε καὶ Σίφνιοι καὶ Μήλιοι ἐστρατεύοντο· οὗτοι γὰρ οὐκ ἔδοσαν μοῦνοι νησιωτέων τῷ βαρβάρῳ γῆν τε καὶ ὕδωρ. 47. [2] καὶ αἱρέουσι ἔρημον τὸ ἄστυ. αὐτῶν ἐκλελοιπότων ἐς Πελοπόννησον. ὅκου δοκέοι ἐπιτηδεότατον εἶναι ναυμαχίην ποιέεσθαι τῶν αὐτοὶ χωρέων ἐγκρατέες εἰσί· ἡ γὰρ Ἀττικὴ ἀπεῖτο ἤδη. ἐπολιόρκεον τρόπον τοιόνδε· ὅκως στυππεῖον περὶ τοὺς ὀιστοὺς περιθέντες ἅψειαν. πρὸς δὲ τῷ Ἰσθμῷ ἐς τοὺς ἑωυτῶν ἐξοίσονται. ταῦτα τῶν ἀπὸ Πελοποννήσου στρατηγῶν ἐπιλεγομένων. πάρεξ τῶν πεντηκοντέρων. [2] αἱ γνῶμαι δὲ τῶν λεγόντων αἱ πλεῖσται συνεξέπιπτον πρὸς τὸν Ἰσθμὸν πλώσαντας ναυμαχέειν πρὸ τῆς Πελοποννήσου. ἐόντες συναμφότεροι οὗτοι Δρύοπες. ταμίας τε τοῦ ἱροῦ καὶ πένητας ἀνθρώπους. [3] Νάξιοι δὲ παρείχοντο τέσσερας. οἱ δὲ Πέρσαι ἱζόμενοι ἐπὶ τὸν καταντίον τῆς ἀκροπόλιος ὄχθον. ὡς εἰ νικηθέωσι τῇ ναυμαχίῃ. ἐμπρήσας Θεσπιέων τὴν πόλιν. μετὰ δὲ Αἰγινήτας Χαλκιδέες τὰς ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ εἴκοσι παρεχόμενοι καὶ Ἐρετριέες τὰς ἑπτά· οὗτοι δὲ Ἴωνες εἰσί. τὸ ξύλινον τεῖχος ἀνάλωτον ἔσεσθαι· αὐτὸ δὴ τοῦτο εἶναι τὸ κρησφύγετον κατὰ τὸ μαντήιον καὶ οὐ τὰς νέας. Σίφνιοι δὲ καὶ Σερίφιοι Ἴωνες ἐόντες ἀπ᾽ Ἀθηνέων μίαν ἑκάτεροι. τῶν δὲ λοιπέων πέρι προετίθεε. 51. οἳ φραξάμενοι τὴν ἀκρόπολιν θύρῃσί τε καὶ ξύλοισι ἠμύνοντο τοὺς ἐπιόντας. τῶν δὲ ἐκτὸς τούτων οἰκημένων Κροτωνιῆται μοῦνοι ἦσαν οἳ ἐβοήθησαν τῇ Ἑλλάδι κινδυνευούσῃ μιῇ νηί. ἔθνος ἐὸν Ἰωνικὸν ἀπὸ Ἀθηνέων. Καλλιάδεω ἄρχοντος Ἀθηναίοισι. 48.Ἐπιδαύρου· [2] τῇ δὲ νήσῳ πρότερον οὔνομα ἦν Οἰνώνη. ἅμα μὲν ὑπ᾽ ἀσθενείης βίου οὐκ ἐκχωρήσαντες ἐς Σαλαμῖνα. ἧκέ τε ἐς τὰς Ἀθήνας καὶ πάντα ἐκεῖνα ἐδηίου. μετὰ δὲ Κήιοι τὰς αὐτὰς παρεχόμενοι. καὶ τὴν Πλαταιέων ὡσαύτως. ἀριθμὸς δὲ ἐγένετο ὁ πᾶς τῶν νεῶν. [2] ὁ γὰρ διὰ Βοιωτῶν τραπόμενος στρατὸς ἅμα Ξέρξῃ. καί τινας ὀλίγους εὑρίσκουσι τῶν Ἀθηναίων ἐν τῷ ἱρῷ ἐόντας. ἐτόξευον ἐς τὸ φράγμα. προθέντος Εὐρυβιάδεω γνώμην ἀποφαίνεσθαι τὸν βουλόμενον. οὗτοι μὲν ἅπαντες ἐντὸς οἰκημένοι Θεσπρωτῶν καὶ Ἀχέροντος ποταμοῦ ἐστρατεύοντο· Θεσπρωτοὶ γὰρ εἰσὶ ὁμουρέοντες Ἀμπρακιώτῃσι καὶ Λευκαδίοισι. τῆς ἦρχε ἀνὴρ τρὶς πυθιονίκης Φάυλλος· Κροτωνιῆται δὲ γένος εἰσὶ Ἀχαιοί. καίπερ ἐς τὸ ἔσχατον κακοῦ ἀπιγμένοι καὶ τοῦ φράγματος προδεδωκότος· [2] οὐδὲ λόγους τῶν Πεισιστρατιδέων προσφερόντων . ἔνθεν πορεύεσθαι ἤρξαντο οἱ βάρβαροι. ἐβουλεύοντο. πρὸς δὲ αὐτοὶ δοκέοντες ἐξευρηκέναι τὸ μαντήιον τὸ ἡ Πυθίη σφι ἔχρησε. ἐνθαῦτα Ἀθηναίων οἱ πολιορκεόμενοι ὅμως ἠμύνοντο. Μήλιοι δὲ καὶ Σίφνιοι καὶ Σερίφιοι πεντηκοντέρους· Μήλιοι μὲν γένος ἐόντες ἀπὸ Λακεδαίμονος δύο παρείχοντο. τριηκόσιαι καὶ ἑβδομήκοντα καὶ ὀκτώ. ἐνέπρησε δὲ Θέσπειάν τε καὶ Πλάταιαν πυθόμενος Θηβαίων ὅτι οὐκ ἐμήδιζον. 49. ἐληλύθεε ἀνὴρ Ἀθηναῖος ἀγγέλλων ἥκειν τὸν βάρβαρον ἐς τὴν Ἀττικὴν καὶ πᾶσαν αὐτὴν πυρπολέεσθαι. ἀπὸ δὲ τῆς διαβάσιος τοῦ Ἑλλησπόντου.
55. ταύτῃ ἀνέβησαν τινὲς κατὰ τὸ ἱρὸν τῆς Κέκροπος θυγατρὸς Ἀγλαύρου. 57. ταύτας δὲ ἀνοίξαντες τοὺς ἱκέτας ἐφόνευον· ἐπεὶ δέ σφι πάντες κατέστρωντο. εἴ τι θέλει. ἐν τῷ ἐλαίη τε καὶ θάλασσα ἔνι. [2] ἐνθαῦτα ὁ Θεμιστοκλέης παριζόμενός οἱ καταλέγει ἐκεῖνά τε πάντα τὰ ἤκουσε Μνησιφίλου. ἐς τοσοῦτον θόρυβον ἀπίκοντο ὡς ἔνιοι τῶν στρατηγῶν οὐδὲ κυρωθῆναι ἔμενον τὸ προκείμενον πρῆγμα. περὶ οὐδεμιῆς ἔτι πατρίδος ναυμαχήσεις· κατὰ γὰρ πόλις ἕκαστοι τρέψονται. ἀλλ᾽ εἴ τις ἐστὶ μηχανή. οἳ δὲ ἐς τὸ μέγαρον κατέφευγον. οὗτοι μέν νυν ταῦτα ἔφρασαν. καίτοι περ ἀποκρήμνου ἐόντος τοῦ χώρου. καὶ ἄλλα πολλὰ προστιθείς. τὰ λόγος παρὰ Ἀθηναίων Ποσειδέωνά τε καὶ Ἀθηναίην ἐρίσαντας περὶ τῆς χώρης μαρτύρια θέσθαι. ἔμπροσθε ὦν πρὸ τῆς ἀκροπόλιος. ἐνθαῦτα δὴ Θεμιστοκλέα ἀπικόμενον ἐπὶ τὴν νέα εἴρετο Μνησίφιλος ἀνὴρ Ἀθηναῖος ὅ τι σφι εἴη βεβουλευμένον. ἤν κως δύνῃ ἀναγνῶσαι Εὐρυβιάδην μεταβουλεύσασθαι ὥστε αὐτοῦ μένειν”. οἱ δὲ φυγάδες τῶν Ἀθηναίων ἐποίησαν τὰ ἐντεταλμένα. τὸ ἱρὸν συλήσαντες ἐνέπρησαν πᾶσαν τὴν ἀκρόπολιν. ὥς σφι ἐξηγγέλθη ὡς ἔσχε τὰ περὶ τὴν Ἀθηναίων ἀκρόπολιν. ἤν ἀπαείρωσι τὰς νέας ἀπὸ Σαλαμῖνος. 54. οἳ μὲν ἐρρίπτεον ἑωυτοὺς κατὰ τοῦ τείχεος κάτω καὶ διεφθείροντο. τῶν δὲ Περσέων οἱ ἀναβεβηκότες πρῶτον μὲν ἐτράποντο πρὸς τὰς πύλας. 56. χρόνῳ δ᾽ ἐκ τῶν ἀπόρων ἐφάνη δή τις ἔξοδος τοῖσι βαρβάροισι· ἔδεε γὰρ κατὰ τὸ θεοπρόπιον πᾶσαν τὴν Ἀττικὴν τὴν ἐν τῇ ἠπείρῳ γενέσθαι ὑπὸ Πέρσῃσι. ἑωυτοῦ ποιεύμενος. ὥρων βλαστὸν ἐκ τοῦ στελέχεος ὅσον τε πηχυαῖον ἀναδεδραμηκότα. πυθόμενος δὲ πρὸς αὐτοῦ ὡς εἴη δεδογμένον ἀνάγειν τὰς νέας πρὸς τὸν Ἰσθμὸν καὶ πρὸ τῆς Πελοποννήσου ναυμαχέειν. εἴτε δὴ ὦν ὄψιν τινὰ ἰδὼν ἐνυπνίου ἐνετέλλετο ταῦτα. ἴθι καὶ πειρῶ διαχέαι τὰ βεβουλευμένα. ὄπισθε δὲ τῶν πυλέων καὶ τῆς ἀνόδου. τῇ δὴ οὔτε τις ἐφύλασσε οὔτ᾽ ἂν ἤλπισε μή κοτέ τις κατὰ ταῦτα ἀναβαίη ἀνθρώπων. ἑωυτῷ δὲ ἑπομένους. ἀμυνόμενοι δὲ ἄλλα τε ἀντεμηχανῶντο καὶ δὴ καὶ προσιόντων τῶν βαρβάρων πρὸς τὰς πύλας ὀλοιτρόχους ἀπίεσαν. ἀπικόμενος δὲ ἔφη ἐθέλειν οἱ κοινόν τι πρῆγμα συμμῖξαι· ὃ δ᾽ αὐτὸν ἐς τὴν νέα ἐκέλευε ἐσβάντα λέγειν. ταύτην ὦν τὴν ἐλαίην ἅμα τῷ ἄλλῳ ἱρῷ κατέλαβε ἐμπρησθῆναι ὑπὸ τῶν βαρβάρων· δευτέρῃ δὲ ἡμέρῃ ἀπὸ τῆς ἐμπρήσιος Ἀθηναίων οἱ θύειν ὑπὸ βασιλέος κελευόμενοι ὡς ἀνέβησαν ἐς τὸ ἱρόν. νύξ τε ἐγίνετο καὶ οἳ διαλυθέντες ἐκ τοῦ συνεδρίου ἐσέβαινον ἐς τὰς νέας. καὶ οὔτε σφέας Εὐρυβιάδης κατέχειν δυνήσεται οὔτε τις ἀνθρώπων ἄλλος ὥστε μὴ οὐ διασκεδασθῆναι τὴν στρατιήν· ἀπολέεταί τε ἡ Ἑλλὰς ἀβουλίῃσι. σχὼν δὲ παντελέως τὰς Ἀθήνας Ξέρξης ἀπέπεμψε ἐς Σοῦσα ἄγγελον ἱππέα Ἀρταβάνῳ ἀγγελέοντα τὴν παρεοῦσάν σφι εὐπρηξίην. [2] ὡς δὲ εἶδον αὐτοὺς ἀναβεβηκότας οἱ Ἀθηναῖοι ἐπὶ τὴν ἀκρόπολιν. ἔστι ἐν τῇ ἀκροπόλι ταύτῃ Ἐρεχθέος τοῦ γηγενέος λεγομένου εἶναι νηός. ἐκέλευε τρόπῳ τῷ σφετέρῳ θῦσαι τὰ ἱρὰ ἀναβάντας ἐς τὴν ἀκρόπολιν. φράσω.περὶ ὁμολογίης ἐνεδέκοντο. εἴτε καὶ ἐνθύμιόν οἱ ἐγένετο ἐμπρήσαντι τὸ ἱρόν. 53. 58. καὶ οὐδὲν πρὸς ταῦτα ἀμειψάμενος ἤιε ἐπὶ τὴν νέα τὴν Εὐρυβιάδεω. κάρτα τε τῷ Θεμιστοκλέι ἤρεσε ἡ ὑποθήκη. ἀπὸ δὲ τῆς πέμψιος τοῦ κήρυκος δευτέρῃ ἡμέρῃ συγκαλέσας Ἀθηναίων τοὺς φυγάδας. ἐς ὃ . τοῦ δὲ εἵνεκεν τούτων ἐπεμνήσθην. εἶπε [2] “οὔτ᾽ ἄρα. ἀλλ᾽ ἔς τε τὰς νέας ἐσέπιπτον καὶ ἱστία ἀείροντο ὡς ἀποθευσόμενοι· τοῖσί τε ὑπολειπομένοισι αὐτῶν ἐκυρώθη πρὸ τοῦ Ἰσθμοῦ ναυμαχέειν. οἱ δὲ ἐν Σαλαμῖνι Ἕλληνες. ὥστε Ξέρξην ἐπὶ χρόνον συχνὸν ἀπορίῃσι ἐνέχεσθαι οὐ δυνάμενον σφέας ἑλεῖν.
ταῦτα δέ οἱ προέφερε ὅτι ἡλώκεσάν τε καὶ κατείχοντο αἱ Ἀθῆναι. ἢν δέ γε καὶ τὰ ἐγὼ ἐλπίζω γένηται καὶ νικήσωμεν τῇσι νηυσί. 60C. αὖτις δὲ Σαλαμὶς περιγίνεται. ἀντίθες γὰρ ἑκάτερον ἀκούσας. 61. 60A. τότε μὲν ἠπίως πρὸς τὸν Κορίνθιον ἀμείψατο. ἐς τὴν ἡμῖν ὑπέκκειται τέκνα τε καὶ γυναῖκες. πρὸς μὲν τῷ Ἰσθμῷ συμβάλλων ἐν πελάγεϊ ἀναπεπταμένῳ ναυμαχήσεις. λέγων τάδε. Μεγάροισί τε κερδανέομεν περιεοῦσι καὶ Αἰγίνῃ καὶ Σαλαμῖνι. πρὶν ἢ τὸν Εὐρυβιάδην προθεῖναι τὸν λόγον τῶν εἵνεκα συνήγαγε τοὺς στρατηγούς. ἥ περ ἡμετέρη τε ἐστὶ ἐκ παλαιοῦ ἔτι. σιγᾶν τε κελεύων τῷ μὴ ἐστὶ πατρὶς καὶ Εὐρυβιάδην οὐκ ἐῶν ἐπιψηφίζειν ἀπόλι ἀνδρί· πόλιν γὰρ τὸν Θεμιστοκλέα παρεχόμενον οὕτω ἐκέλευε γνώμας συμβάλλεσθαι. οὔτε ὑμῖν ἐς τὸν Ἰσθμὸν παρέσονται οἱ βάρβαροι οὔτε προβήσονται ἑκαστέρω τῆς Ἀττικῆς. ὁ Κορίνθιος στρατηγὸς Ἀδείμαντος ὁ Ὠκύτου εἶπε “ὦ Θεμιστόκλεες. ἢν ἐμοὶ πείθῃ ναυμαχίην αὐτοῦ μένων ποιέεσθαι. τοσάδε ἐν αὐτοῖσι χρηστὰ εὑρήσεις· πρῶτα μὲν ἐν στεινῷ συμβάλλοντες νηυσὶ ὀλίγῃσι πρὸς πολλάς. ταῦτα λέγοντος Θεμιστοκλέος αὖτις ὁ Κορίνθιος Ἀδείμαντος ἐπεφέρετο. ὁ δὲ ἀπολυόμενος ἔφη “οἱ δέ γε ἐγκαταλειπόμενοι οὐ στεφανοῦνται”. ἀπίασί τε οὐδενὶ κόσμῳ. “ἐν σοὶ νῦν ἐστὶ σῶσαι τὴν Ἑλλάδα. ἢν τὰ οἰκότα ἐκ τοῦ πολέμου ἐκβαίνῃ. 62. σημαίνων δὲ ταῦτα τῷ λόγῳ διέβαινε ἐς Εὐρυβιάδην. οἰκότα μέν νυν βουλευομένοισι ἀνθρώποισι ὡς τὸ ἐπίπαν ἐθέλει γίνεσθαι· μὴ δὲ οἰκότα βουλευομένοισι οὐκ ἐθέλει οὐδὲ ὁ θεὸς προσχωρέειν πρὸς τὰς ἀνθρωπηίας γνώμας”. ἤν περ καὶ τὰ ἄλλα εὐτυχήσωμεν. ὡς δὲ ἄρα συνελέχθησαν. ἅμα δὲ τῷ ναυτικῷ αὐτῶν ἕψεται καὶ ὁ πεζὸς στρατός. πολλὸς ἦν ὁ Θεμιστοκλέης ἐν τοῖσι λόγοισι οἷα κάρτα δεόμενος· λέγοντος δὲ αὐτοῦ. καὶ οὕτω σφέας αὐτὸς ἄξεις ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον. καὶ τὰ λόγια λέγει ὑπ᾽ ἡμέων αὐτὴν δέειν κτισθῆναι· ὑμεῖς δὲ συμμάχων τοιῶνδε μουνωθέντες μεμνήσεσθε τῶν ἐμῶν λόγων”. ἔστ᾽ ἂν διηκόσιαι νέες σφι ἔωσι πεπληρωμέναι· οὐδαμοὺς γὰρ Ἑλλήνων αὐτοὺς ἐπιόντας ἀποκρούσεσθαι. ἐν τῇ ἡμῖν καὶ λόγιον ἐστὶ τῶν ἐχθρῶν κατύπερθε γενέσθαι. λέγων μᾶλλον ἐπεστραμμένα. ὡς ἐπεὰν ἀπαείρωσι ἀπὸ Σαλαμῖνος διαδρήσονται· παρεόντων γὰρ τῶν συμμάχων οὐκ ἔφερέ οἱ κόσμον οὐδένα κατηγορέειν· ὁ δὲ ἄλλου λόγου εἴχετο. ἢν δὲ τὰ ἐγὼ λέγω ποιήσῃς. μηδὲ πειθόμενος τούτων τοῖσι λόγοισι ἀναζεύξῃς πρὸς τὸν Ἰσθμὸν τὰς νέας. καὶ μὲν καὶ τόδε ἐν αὐτοῖσι ἔνεστι. [2] εἰ δὲ ταῦτα μὴ ποιήσῃς. ἡμεῖς μὲν ὡς ἔχομεν ἀναλαβόντες τοὺς οἰκέτας κομιεύμεθα ἐς Σῖριν τὴν ἐν Ἰταλίῃ. 60B. εἴ περ εὖ φρονέεις. ἀνατρέψεις τὴν Ἑλλάδα· τὸ πᾶν γὰρ ἡμῖν τοῦ πολέμου φέρουσι αἱ νέες. ἐν εὐρυχωρίῃ δὲ πρὸς ἐκείνων. κινδυνεύσεις τε ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι. 59. τοῦ καὶ περιέχεσθε μάλιστα· ὁμοίως αὐτοῦ τε μένων προναυμαχήσεις Πελοποννήσου καὶ πρὸς τῷ Ἰσθμῷ. ἑωυτοῖσι τε ἐδήλου λόγῳ ὡς εἴη καὶ πόλις καὶ γῆ μέζων ἤ περ ἐκείνοισι. “σὺ εἰ μενέεις αὐτοῦ καὶ μένων ἔσεαι ἀνὴρ ἀγαθός· εἰ δὲ μή. ἄξεις ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον. .ἀνέγνωσε χρηίζων ἔκ τε τῆς νεὸς ἐκβῆναι συλλέξαι τε τοὺς στρατηγοὺς ἐς τὸ συνέδριον. ἀλλ᾽ ἐμοὶ πείθεο. ἐς τὸ ἥκιστα ἡμῖν σύμφορον ἐστὶ νέας ἔχουσι βαρυτέρας καὶ ἀριθμὸν ἐλάσσονας· τοῦτο δὲ ἀπολέεις Σαλαμῖνά τε καὶ Μέγαρα καὶ Αἴγιναν. οὐδὲ σφέας. πρὸς δὲ τὸν Εὐρυβιάδην ἔλεγε ἐκείνων μὲν ἔτι οὐδὲν τῶν πρότερον λεχθέντων. ἐν τοῖσι ἀγῶσι οἱ προεξανιστάμενοι ῥαπίζονται”. πολλὸν κρατήσομεν· τὸ γὰρ ἐν στεινῷ ναυμαχέειν πρὸς ἡμέων ἐστί. [2] τότε δὴ ὁ Θεμιστοκλέης κεῖνόν τε καὶ τοὺς Κορινθίους πολλά τε καὶ κακὰ ἔλεγε. 60.
καὶ ἐν ἑτέρῃσι τρισὶ ἡμέρῃσι ἐγένοντο ἐν Φαλήρῳ. τυχεῖν τότε ἐὼν ἅμα Δημαρήτῳ τῷ Λακεδαιμονίῳ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. ἐπὶ δὲ Αἰακὸν καὶ τοὺς ἄλλους Αἰακίδας νέα ἀπέστελλον ἐς Αἴγιναν. Μηλιέας καὶ Δωριέας καὶ Λοκροὺς καὶ Βοιωτοὺς πανστρατιῇ ἑπομένους πλὴν Θεσπιέων καὶ Πλαταιέων. ἀλλ᾽ ἔχ᾽ ἥσυχος. 65. ταῦτα μὲν Δίκαιος ὁ Θεοκύδεος ἔλεγε. εἰρέσθαί τε αὐτὸν ὅ τι τὸ φθεγγόμενον εἴη τοῦτο. ἢ ἐπί τε Σηπιάδα ἀπίκοντο καὶ ἐς Θερμοπύλας· [2] ἀντιθήσω γὰρ τοῖσί τε ὑπὸ τοῦ χειμῶνος αὐτῶν ἀπολομένοισι καὶ τοῖσι ἐν Θερμοπύλῃσι καὶ τῇσι ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ναυμαχίῃσι τούσδε τοὺς τότε οὔκω ἑπομένους βασιλέι. [2] ἔδοξε δέ σφι εὔξασθαι τοῖσι θεοῖσι καὶ ἐπικαλέσασθαι τοὺς Αἰακίδας συμμάχους. ὅσῳ γὰρ δὴ προέβαινε ἐσωτέρω τῆς Ἑλλάδος ὁ Πέρσης. καί οἱ φαίνεσθαι τὴν φωνὴν εἶναι τὸν μυστικὸν ἴακχον. οὕτω μὲν οἱ περὶ Σαλαμῖνα ἔπεσι ἀκροβολισάμενοι. αὐτὸς δὲ εἰπεῖν “Δημάρητε. ἀνὴρ Ἀθηναῖος φυγάς τε καὶ παρὰ Μήδοισι λόγιμος γενόμενος τοῦτον τὸν χρόνον. οὐκ ἔστι ὅκως οὐ μέγα τι σίνος ἔσται τῇ βασιλέος στρατιῇ· τάδε γὰρ ἀρίδηλα. ἢν δὲ ἐπὶ τὰς νέας τράπηται τὰς ἐν Σαλαμῖνι. κατά τε ἤπειρον καὶ τῇσι νηυσὶ ἀπικόμενοι. ταῦτα δὲ Θεμιστοκλέος λέγοντος ἀνεδιδάσκετο Εὐρυβιάδης· δοκέειν δέ μοι. καὶ σε οὔτε ἐγὼ δυνήσομαι ῥύσασθαι οὔτ᾽ ἄλλος ἀνθρώπων οὐδὲ εἶς. ὅτι θεῖον τὸ φθεγγόμενον. τοσούτῳ πλέω ἔθνεά οἱ εἵπετο. [4] τὴν δὲ ὁρτὴν ταύτην ἄγουσι Ἀθηναῖοι ἀνὰ πάντα ἔτεα τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κούρῃ. πλὴν τῶν πέντε πολίων τῶν ἐπεμνήσθημεν πρότερον τὰ οὐνόματα. οὐκ ἐλάσσονες ἐόντες ἀριθμὸν ἐσέβαλον ἐς τὰς Ἀθήνας. ἐπισχόντες ἡμέρας τρεῖς ἔπλεον δι᾽ Εὐρίπου. αὐτόθεν μὲν ἐκ Σαλαμῖνος Αἴαντά τε καὶ Τελαμῶνα ἐπεκαλέοντο. ἡμέρη τε ἐγίνετο καὶ ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι σεισμὸς ἐγένετο ἔν τε τῇ γῇ καὶ τῇ θαλάσσῃ. καὶ αὐτῶν τε ὁ βουλόμενος καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων μυεῖται· καὶ τὴν φωνὴν τῆς ἀκούεις ἐν ταύτῃ τῇ ὁρτῇ ἰακχάζουσι”. Δημαρήτου τε καὶ ἄλλων μαρτύρων καταπτόμενος. ἐκ δὲ τοῦ κονιορτοῦ καὶ τῆς φωνῆς γενέσθαι νέφος καὶ μεταρσιωθὲν φέρεσθαι ἐπὶ Σαλαμῖνος ἐπὶ τὸ στρατόπεδον τὸ τῶν Ἑλλήνων. ἀρρωδήσας μάλιστα τοὺς Ἀθηναίους ἀνεδιδάσκετο. [6] τὸν μὲν δὴ ταῦτα παραινέειν. ἐπείτε Εὐρυβιάδῃ ἔδοξε. ὡς δέ σφι ἔδοξε. ἀποβαλέεις τὴν κεφαλήν. ἐπείτε ἐκείρετο ἡ Ἀττικὴ χώρη ὑπὸ τοῦ πεζοῦ στρατοῦ τοῦ Ξέρξεω ἐοῦσα ἔρημος Ἀθηναίων. πρὸς ταῦτα εἰπεῖν Δημάρητον “σίγα τε καὶ μηδενὶ ἄλλῳ τὸν λόγον τοῦτον εἴπῃς· [5] ἢν γάρ τοι ἐς βασιλέα ἀνενειχθῇ τὰ ἔπεα ταῦτα. οἱ δὲ ἐς τὸν Ξέρξεω ναυτικὸν στρατὸν ταχθέντες. αὐτοῦ μένοντας διαναυμαχέειν. ἢν πρὸς τὸν Ἰσθμὸν ἀγάγῃ τὰς νέας· ἀπολιπόντων γὰρ Ἀθηναίων οὐκέτι ἐγίνοντο ἀξιόμαχοι οἱ λοιποί. ἐρήμου ἐούσης τῆς Ἀττικῆς. κίνδυνος αὐτῷ τε βασιλέι καὶ τῇ στρατιῇ τῇ ἐν τῇ ἠπείρῳ ἔσται. ταύτην δὲ αἱρέεται τὴν γνώμην. οὕτω δὴ αὐτοὺς μαθεῖν ὅτι τὸ ναυτικὸν τὸ Ξέρξεω ἀπολέεσθαι μέλλοι. ἔφη δὲ Δίκαιος ὁ Θεοκύδεος. [3] καὶ ἢν μέν γε κατασκήψῃ ἐς τὴν Πελοπόννησον. ἀπ᾽ Ἐλευσῖνος ἰὸν ἐς τιμωρίην Ἀθηναίοισί τε καὶ τοῖσι συμμάχοισι. αὐτοῦ παρεσκευάζοντο ὡς ναυμαχήσοντες. ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν. ἀποθωμάζειν τε σφέας τὸν κονιορτὸν ὅτεων κοτὲ εἴη ἀνθρώπων. περὶ δὲ στρατιῆς τῆσδε θεοῖσι μελήσει”.63. ἐπειδὴ ἐκ Τρηχῖνος θεησάμενοι τὸ τρῶμα τὸ Λακωνικὸν διέβησαν ἐς τὴν Ἱστιαίην. μή σφεας ἀπολίπωσι. καὶ μάλα Καρυστίους τε καὶ Ἀνδρίους καὶ Τηνίους τε καὶ τοὺς λοιποὺς νησιώτας πάντας. 66. καὶ πρόκατε φωνῆς ἀκούειν. καὶ ἐποίευν ταῦτα· εὐξάμενοι γὰρ πᾶσι τοῖσι θεοῖσι. 64. ἰδεῖν δὲ κονιορτὸν χωρέοντα ἀπ᾽ Ἐλευσῖνος ὡς ἀνδρῶν μάλιστά κῃ τρισμυρίων. τὸν ναυτικὸν στρατὸν κινδυνεύσει βασιλεὺς ἀποβαλεῖν. . [2] εἶναι δ᾽ ἀδαήμονα τῶν ἱρῶν τῶν ἐν Ἐλευσῖνι γινομένων τὸν Δημάρητον.
ἢν σὺ ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον ἐλαύνῃς τὸν πεζὸν στρατόν. τὴν δὲ ἐοῦσαν γνώμην με δίκαιον ἐστὶ ἀποδείκνυσθαι. συμφορὴν ἐποιεῦντο τοὺς λόγους ὡς κακόν τι πεισομένης πρὸς βασιλέος. οὐδέ σφι μελήσει πρὸ τῶν Ἀθηνέων ναυμαχέειν. οἱ δὲ λοιποὶ ὡς ἀπίκοντο ἐς τὸ Φάληρον. τότε δὲ αὐτὸς παρεσκεύαστο θεήσασθαι ναυμαχέοντας. παρῆσαν μετάπεμπτοι οἱ τῶν ἐθνέων τῶν σφετέρων τύραννοι καὶ ταξίαρχοι ἀπὸ τῶν νεῶν. ὡς τοῖσι μὲν χρηστοῖσι τῶν ἀνθρώπων κακοὶ δοῦλοι φιλέουσι γίνεσθαι. τοῦτο φράσω. καὶ ἵζοντο ὥς σφι βασιλεὺς ἑκάστῳ τιμὴν ἐδεδώκεε. καὶ νομίζων ἔτι πρότερον σπουδαίην εἶναι τότε πολλῷ μᾶλλον αἴνεε. [2] ἐπεὶ δὲ ἀνηνείχθησαν αἱ γνῶμαι ἐς Ξέρξην. ἐμποδὼν δέ τοι ἵσταται οὐδείς· οἳ δέ τοι ἀντέστησαν. ἀλλὰ σφέας διασκεδᾷς. τοῖσι δὲ κακοῖσι χρηστοί. ἀτρεμιεῖν τοὺς ἐκεῖθεν αὐτῶν ἥκοντας. ὅσοι μὲν ἦσαν εὔνοοι τῇ Ἀρτεμισίῃ. [2] τί δὲ πάντως δέει σε ναυμαχίῃσι ἀνακινδυνεύειν. 69. ἔχεις δὲ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα . τῇ δὲ ἐγὼ δοκέω ἀποβήσεσθαι τὰ τῶν ἀντιπολέμων πρήγματα. ὅτι οὐκ ἔα ναυμαχίην ποιέεσθαι· οἳ δὲ ἀγαιόμενοί τε καὶ φθονέοντες αὐτῇ. Μαρδόνιε. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. μετὰ δὲ ὁ Τύριος. τῶν ὄφελος ἐστὶ οὐδέν”. οἱ γὰρ ἄνδρες τῶν σῶν ἀνδρῶν κρέσσονες τοσοῦτο εἰσὶ κατὰ θάλασσαν ὅσον ἄνδρες γυναικῶν. ἐτέρποντο τῇ ἀνακρίσι ὡς ἀπολεομένης αὐτῆς. [2] οὐ γὰρ οἷοί τε πολλὸν χρόνον εἰσί τοι ἀντέχειν οἱ Ἕλληνες. 68B. ἐνθαῦτα κατέβη αὐτὸς Ξέρξης ἐπὶ τὰς νέας. οἱ μὲν ἄλλοι κατὰ τὠυτὸ γνώμην ἐξεφέροντο κελεύοντες ναυμαχίην ποιέεσθαι. ἀλλὰ τὰς νέας αὐτοῦ ἔχῃς πρὸς γῇ μένων ἢ καὶ προβαίνων ἐς τὴν Πελοπόννησον. ὦ βασιλεῦ. τὰ τυγχάνω φρονέουσα ἄριστα ἐς πρήγματα τὰ σά. ἐπεὶ δὲ περιιὼν εἰρώτα ὁ Μαρδόνιος ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ Σιδωνίου. ὅμως δὲ τοῖσι πλέοσι πείθεσθαι ἐκέλευε. σοὶ δὲ ἐόντι ἀρίστῳ ἀνδρῶν πάντων κακοὶ δοῦλοι εἰσί. οὐκ ἥκιστα δὲ τοὺς ἀπὸ Πελοποννήσου· ἀρρώδεον δὲ ὅτι αὐτοὶ μὲν ἐν Σαλαμῖνι κατήμενοι ὑπὲρ γῆς . ἐπεὶ ὦν ἀπίκατο ἐς τὰς Ἀθήνας πάντες οὗτοι πλὴν Παρίων (Πάριοι δὲ ὑπολειφθέντες ἐν Κύθνῳ ἐκαραδόκεον τὸν πόλεμον κῇ ἀποβήσεται). ἢν δὲ αὐτίκα ἐπειχθῇς ναυμαχῆσαι. καὶ τόδε ἐς θυμὸν βάλευ. ὡς δὲ κόσμῳ ἐπεξῆς ἵζοντο. 68A. ἀνῆγον τὰς νέας ἐπὶ τὴν Σαλαμῖνα καὶ παρεκρίθησαν διαταχθέντες κατ᾽ ἡσυχίην. οὔτε γὰρ σῖτος πάρα σφι ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ. 70. ταῦτα λεγούσης πρὸς Μαρδόνιον. πρὸς δὲ. [2] ἐπεὶ δὲ ἀπικόμενος προΐζετο. δέσποτα.67. πρῶτος μὲν ὁ Σιδώνιος βασιλεύς. “εἰπεῖν μοι πρὸς βασιλέα. οὐκ ἔχεις μὲν τὰς Ἀθήνας. οὔτε κακίστη γενομένη ἐν τῇσι ναυμαχίῃσι τῇσι πρὸς Εὐβοίῃ οὔτε ἐλάχιστα ἀποδεξαμένη. 68C. ἐθέλων σφι συμμῖξαί τε καὶ πυθέσθαι τῶν ἐπιπλεόντων τὰς γνώμας. 68. οἳ ἐν συμμάχων λόγῳ λέγονται εἶναι ἐόντες Αἰγύπτιοί τε καὶ Κύπριοι καὶ Κίλικες καὶ Πάμφυλοι. δειμαίνω μὴ ὁ ναυτικὸς στρατὸς κακωθεὶς τὸν πεζὸν προσδηλήσηται. κάρτα τε ἥσθη τῇ γνώμῃ τῇ Ἀρτεμισίης. ἀπήλλαξαν οὕτω ὡς κείνους ἔπρεπε. ὡς ἐγὼ τάδε λέγω. Ἀρτεμισίη δὲ τάδε ἔφη. τῶν περ εἵνεκα ὁρμήθης στρατεύεσθαι. ἅτε ἐν πρώτοισι τετιμημένης διὰ πάντων τῶν συμμάχων. τότε μέν νυν οὐκ ἐξέχρησέ σφι ἡ ἡμέρη ναυμαχίην ποιήσασθαι· νὺξ γὰρ ἐπεγένετο· οἳ δὲ παρεσκευάζοντο ἐς τὴν ὑστεραίην. φείδεο τῶν νεῶν μηδὲ ναυμαχίην ποιέο. πέμψας Ξέρξης Μαρδόνιον εἰρώτα ἀποπειρώμενος ἑκάστου εἰ ναυμαχίην ποιέοιτο. κατὰ πόλις δὲ ἕκαστοι φεύξονται. τάδε καταδόξας. ἢν μὲν μὴ ἐπειχθῇς ναυμαχίην ποιεύμενος. ἐπεὶ δὲ παρήγγελλον ἀναπλέειν. εὐπετέως τοι δέσποτα χωρήσει τὰ νοέων ἐλήλυθας. ἐπὶ δὲ ὧλλοι. πρὸς μὲν Εὐβοίῃ σφέας ἐθελοκακέειν ὡς οὐ παρεόντος αὐτοῦ. [2] τοὺς δὲ Ἕλληνας εἶχε δέος τε καὶ ἀρρωδίη. καὶ τοι τάδε λέγω. οὔτε αὐτοὺς οἰκός.
τῆς Ἀθηναίων ναυμαχέειν μέλλοιεν. οἰκέει δὲ τὴν Πελοπόννησον ἔθνεα ἑπτά. καὶ ἐλίνυον οὐδένα χρόνον οἱ βοηθήσαντες ἐργαζόμενοι. “ἔπεμψέ με στρατηγὸς ὁ Ἀθηναίων λάθρῃ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων (τυγχάνει γὰρ φρονέων τὰ βασιλέος καὶ βουλόμενος μᾶλλον τὰ ὑμέτερα κατύπερθε γίνεσθαι ἢ τὰ τῶν Ἑλλήνων πρήγματα) φράσοντα ὅτι οἱ Ἕλληνες δρησμὸν βουλεύονται καταρρωδηκότες. καὶ χρήμασι ὄλβιον. Ἀρκάδες τε καὶ Κυνούριοι· ἓν δὲ ἔθνος τὸ Ἀχαιϊκὸν ἐκ μὲν Πελοποννήσου οὐκ ἐξεχώρησε. μετὰ τοῦτο ὥς σφι ἔδοξε βουλευομένοισι. οὐκ οὕτω περὶ σφίσι αὐτοῖσι δειμαίνοντες ὡς περὶ τῇ Πελοποννήσῳ. Λεωνίδεω δὲ ἀδελφεός. [3] οἱ δὲ Κυνούριοι αὐτόχθονες ἐόντες δοκέουσι μοῦνοι εἶναι Ἴωνες. ἅτε περὶ τοῦ παντὸς ἤδη δρόμου θέοντες καὶ τῇσι νηυσὶ οὐκ ἐλπίζοντες ἐλλάμψεσθαι· οἳ δὲ ἐν Σαλαμῖνι ὅμως ταῦτα πυνθανόμενοι ἀρρώδεον. Αἰτωλῶν δὲ Ἦλις μούνη. οἳ μὲν δὴ ἐν τῷ Ἰσθμῷ τοιούτῳ πόνῳ συνέστασαν. 71. οὔτε νυκτὸς οὔτε ἡμέρης. ἐκ τοῦ κατήμενοι ἐμήδιζον. 73. ἐξελθὼν δὲ πέμπει ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ Μήδων ἄνδρα πλοίῳ ἐντειλάμενος τὰ λέγειν χρεόν. οἰκέει δὲ τὴν ἀλλοτρίην. Δωριέων μὲν πολλαί τε καὶ δόκιμοι πόλιες. συνδραμόντες ἐκ τῶν πολίων ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἵζοντο. Ἀθηναῖοι δὲ καὶ Αἰγινῆται καὶ Μεγαρέες αὐτοῦ μένοντας ἀμύνεσθαι. [2] ἱζόμενοι δὲ ἐν τῷ Ἰσθμῷ καὶ συγχώσαντες τὴν Σκιρωνίδα ὁδόν. τῷ οὔνομα μὲν ἦν Σίκιννος. ἐκ τοῦ μέσου κατέατο· εἰ δὲ ἐλευθέρως ἔξεστι εἰπεῖν. ἅτε δὲ ἐουσέων μυριάδων πολλέων καὶ παντὸς ἀνδρὸς ἐργαζομένου. τούτων ὦν τῶν ἑπτὰ ἐθνέων αἱ λοιπαὶ πόλιες. [2] τέως μὲν δὴ αὐτῶν ἀνὴρ ἀνδρὶ παραστὰς σιγῇ λόγον ἐποιέετο. 74. ἤνετο τὸ ἔργον· καὶ γὰρ λίθοι καὶ πλίνθοι καὶ ξύλα καὶ φορμοὶ ψάμμου πλήρεες ἐσεφέροντο. ἀπέντες τὴν ἑωυτῶν ἀφύλακτον· τῶν δὲ βαρβάρων ὁ πεζὸς ὑπὸ τὴν παρεοῦσαν νύκτα ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον. πάρεξ τῶν κατέλεξα. λαθὼν ἐξέρχεται ἐκ τοῦ συνεδρίου. ἢν μὴ περιίδητε διαδράντας αὐτούς. νικηθέντες τε ἐν νήσῳ ἀπολαμφθέντες πολιορκήσονται. ὡς ἐπεδέκοντο οἱ Θεσπιέες πολιήτας. [2] ὃς τότε πλοίῳ ἀπικόμενος ἔλεγε πρὸς τοὺς στρατηγοὺς τῶν βαρβάρων τάδε. Δρυόπων δὲ Ἑρμιών τε καὶ Ἀσίνη ἡ πρὸς Καρδαμύλῃ τῇ Λακωνικῇ. Λακεδαιμόνιοί τε καὶ Ἀρκάδες πάντες καὶ Ἠλεῖοι καὶ Κορίνθιοι καὶ Ἐπιδαύριοι καὶ Φλιάσιοι καὶ Τροιζήνιοι καὶ Ἑρμιονέες. οὗτοι μὲν ἦσαν οἱ βοηθήσαντες καὶ ὑπεραρρωδέοντες τῇ Ἑλλάδι κινδυνευούσῃ· τοῖσι δὲ ἄλλοισι Πελοποννησίοισι ἔμελε οὐδέν. Λημνίων δὲ Παρωρεῆται πάντες. Δωριέες τε καὶ Αἰτωλοὶ καὶ Δρύοπες καὶ Λήμνιοι. 75. 72. Ὀλύμπια δὲ καὶ Κάρνεια παροιχώκεε ἤδη. οἰκοδόμεον διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ τεῖχος. καίτοι τὰ δυνατὰ πάντα ἐμεμηχάνητο ὅκως κατ᾽ ἤπειρον μὴ ἐσβάλοιεν οἱ βάρβαροι. οἳ μὲν ὡς ἐς τὴν Πελοπόννησον χρεὸν εἴη ἀποπλέειν καὶ περὶ ἐκείνης κινδυνεύειν μηδὲ πρὸ χώρης δοριαλώτου μένοντας μάχεσθαι. ἐκδεδωρίευνται δὲ ὑπό τε Ἀργείων ἀρχόμενοι καὶ τοῦ χρόνου. καὶ νῦν παρέχει κάλλιστον ὑμέας ἔργων ἁπάντων ἐξεργάσασθαι. [2] τὰ δὲ λοιπὰ ἔθνεα τῶν ἑπτὰ τέσσερα ἐπήλυδα ἐστί. ἐόντες Ὀρνεῆται καὶ οἱ περίοικοι. καί σφι ἐπῆν στρατηγὸς Κλεόμβροτος ὁ Ἀναξανδρίδεω. τούτων δὲ τὰ μὲν δύο αὐτόχθονα ἐόντα κατὰ χώρην ἵδρυται νῦν τε καὶ τὸ πάλαι οἴκεον. ὡς γὰρ ἐπύθοντο τάχιστα Πελοποννήσιοι τοὺς ἀμφὶ Λεωνίδην ἐν Θερμοπύλῃσι τετελευτηκέναι. [3] οὔτε γὰρ . θῶμα ποιεύμενοι τὴν Εὐρυβιάδεω ἀβουλίην· τέλος δὲ ἐξερράγη ἐς τὸ μέσον. οἰκέτης δὲ καὶ παιδαγωγὸς ἦν τῶν Θεμιστοκλέος παίδων· τὸν δὴ ὕστερον τούτων τῶν πρηγμάτων Θεμιστοκλέης Θεσπιέα τε ἐποίησε. οἱ δὲ βοηθήσαντες ἐς τὸν Ἰσθμὸν πανδημεὶ οἵδε ἦσαν Ἑλλήνων. ἐκ μέντοι τῆς ἑωυτῶν. ἐνθαῦτα Θεμιστοκλέης ὡς ἑσσοῦτο τῇ γνώμῃ ὑπὸ τῶν Πελοποννησίων. σύλλογός τε δὴ ἐγίνετο καὶ πολλὰ ἐλέγετο τῶν αὐτῶν.
κατεῖχόν τε μέχρι Μουνυχίης πάντα τὸν πορθμὸν τῇσι νηυσί. ἀνὴρ Ἀθηναῖος μὲν ἐξωστρακισμένος δὲ ὑπὸ τοῦ δήμου· τὸν ἐγὼ νενόμικα. ἐς δὲ τὴν νησῖδα τὴν Ψυττάλειαν καλεομένην ἀπεβίβαζον τῶν Περσέων τῶνδε εἵνεκεν. ἀλλ᾽ ἐσελθών σφι ταῦτα σήμηνον”. 77. ἀνῆγον μὲν τὸ ἀπ᾽ ἑσπέρης κέρας κυκλούμενοι πρὸς τὴν Σαλαμῖνα. ἴσθι γὰρ ἐξ ἐμέο τὰ ποιεύμενα ὑπὸ Μήδων· ἔδεε γάρ. θέλων αὐτῷ συμμῖξαι· προακηκόεε δὲ ὅτι σπεύδοιεν οἱ ἀπὸ Πελοποννήσου ἀνάγειν τὰς νέας πρὸς τὸν Ἰσθμόν. ἐπειδὴ ἐγίνοντο μέσαι νύκτες. οἱ μὲν δὴ ταῦτα τῆς νυκτὸς οὐδὲν ἀποκοιμηθέντες παραρτέοντο. ὕβριος υἱόν. πρὸς ἑωυτούς τε σφέας ὄψεσθε ναυμαχέοντας τοὺς τὰ ὑμέτερα φρονέοντας καὶ τοὺς μή”. ἐνθαῦτα μάλιστα ἐξοισομένων τῶν τε ἀνδρῶν καὶ τῶν ναυηγίων (ἐν γὰρ δὴ πόρῳ τῆς ναυμαχίης τῆς μελλούσης ἔσεσθαι ἔκειτο ἡ νῆσος). ὅτε οὐκ ἑκόντες ἤθελον ἐς μάχην κατίστασθαι οἱ Ἕλληνες. ἐς τοιαῦτα μὲν καὶ οὕτω ἐναργέως λέγοντι Βάκιδι ἀντιλογίης χρησμῶν πέρι οὔτε αὐτὸς λέγειν τολμέω οὔτε παρ᾽ ἄλλων ἐνδέκομαι. ἄριστον ἄνδρα γενέσθαι ἐν Ἀθήνῃσι καὶ δικαιότατον. [2] . οὐ βουλόμενος ἐναργέως λέγοντας πειρᾶσθαι καταβάλλειν. ἀλλ᾽ ἀπολαμφθέντες ἐν τῇ Σαλαμῖνι δοῖεν τίσιν τῶν ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ἀγωνισμάτων. 80.ἀλλήλοισι ὁμοφρονέουσι οὔτε ἀντιστήσονται ὑμῖν. ἐγὼ γὰρ αὐτόπτης τοι λέγω γενόμενος ὅτι νῦν οὐδ᾽ ἢν θέλωσι Κορίνθιοί τε καὶ αὐτὸς Εὐρυβιάδης οἷοί τε ἔσονται ἐκπλῶσαι· περιεχόμεθα γὰρ ὑπὸ τῶν πολεμίων κύκλῳ. [2] χαλκὸς γὰρ χαλκῷ συμμίξεται. “ἡμέας στασιάζειν χρεόν ἐστι ἔν τε τῷ ἄλλῳ καιρῷ καὶ δὴ καὶ ἐν τῷδε περὶ τοῦ ὁκότερος ἡμέων πλέω ἀγαθὰ τὴν πατρίδα ἐργάσεται. αὐτός σφι ἄγγειλον. τοῦτο μὲν ἐς τὴν νησῖδα τὴν Ψυττάλειαν. ἐξ Αἰγίνης διέβη Ἀριστείδης ὁ Λυσιμάχου. ἀλλ᾽ ὥσπερ τῆς ἡμέρης ὥρων αὐτοὺς τεταγμένους. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε. 79. αἵματι δ᾽ Ἄρης πόντον φοινίξει. ἐδόκεον κατὰ χώρην εἶναι. ὡς μὴ πυνθανοίατο οἱ ἐναντίοι. τότ᾽ ἐλεύθερον Ἑλλάδος ἦμαρ εὐρύοπα Κρονίδης ἐπάγει καὶ πότνια Νίκη. χρησμοῖσι δὲ οὐκ ἔχω ἀντιλέγειν ὡς οὐκ εἰσὶ ἀληθέες. αὐτὸς αὐτόπτης γενόμενος ἥκεις. ἵνα τοὺς μὲν περιποιέωσι τοὺς δὲ διαφθείρωσι. 76. [3] ἐποίευν δὲ σιγῇ ταῦτα. πολλοὺς τῶν Περσέων ἀπεβιβάσαντο· τοῦτο δέ. λιπαρὰς πέρσαντες Ἀθήνας. ἀέκοντας παραστήσασθαι. “κάρτα τε χρηστὰ διακελεύεαι καὶ εὖ ἤγγειλας· τὰ γὰρ ἐγὼ ἐδεόμην γενέσθαι. ὃ μὲν ταῦτά σφι σημήνας ἐκποδὼν ἀπαλλάσσετο· τοῖσι δὲ ὡς πιστὰ ἐγίνετο τὰ ἀγγελθέντα. ἀνῆγον δὲ οἱ ἀμφὶ τὴν Κέον τε καὶ τὴν Κυνόσουραν τεταγμένοι. [3] ὡς δὲ ἐξῆλθέ οἱ Θεμιστοκλέης. τῶν δὲ ἐν Σαλαμῖνι στρατηγῶν ἐγίνετο ὠθισμὸς λόγων πολλός· ᾔδεσαν δὲ οὔκω ὅτι σφέας περιεκυκλοῦντο τῇσι νηυσὶ οἱ βάρβαροι. ὡς ἐπεὰν γίνηται ναυμαχίη. ἵνα δὴ τοῖσι Ἕλλησι μηδὲ φυγεῖν ἐξῇ. 78. συνεστηκότων δὲ τῶν στρατηγῶν. ἔλεγε Ἀριστείδης τάδε. ἀλλ᾽ ὅταν Ἀρτέμιδος χρυσαόρου ἱερὸν ἀκτήν νηυσὶ γεφυρώσωσι καὶ εἰναλίην Κυνόσουραν ἐλπίδι μαινομένῃ. δῖα δίκη σβέσσει κρατερὸν κόρον. δεινὸν μαιμώοντα. σὺ δὲ ἐπεί περ ἥκεις χρηστὰ ἀπαγγέλλων. ἐς τοιάδε πρήγματα ἐσβλέψας. [4] λέγω δέ τοι ὅτι ἴσον ἐστὶ πολλά τε καὶ ὀλίγα λέγειν περὶ ἀποπλόου τοῦ ἐνθεῦτεν Πελοποννησίοισι. [2] οὗτος ὡνὴρ στὰς ἐπὶ τὸ συνέδριον ἐξεκαλέετο Θεμιστοκλέα. μεταξὺ Σαλαμῖνός τε κειμένην καὶ τῆς ἠπείρου. [2] τῶνδε δὲ εἵνεκα ἀνῆγον τὰς νέας. δοκεῦντ᾽ ἀνὰ πάντα πίεσθαι. ἐόντα μὲν ἑωυτῷ οὐ φίλον ἐχθρὸν δὲ τὰ μάλιστα· ὑπὸ δὲ μεγάθεος τῶν παρεόντων κακῶν λήθην ἐκείνων ποιεύμενος ἐξεκαλέετο. πυνθανόμενος αὐτοῦ τὸν τρόπον.
ἠώς τε διέφαινε καὶ οἳ σύλλογον τῶν ἐπιβατέων ποιησάμενοι. ὅσα δὴ ἐν ἀνθρώπου φύσι καὶ καταστάσι ἐγγίνεται· [2] παραινέσας δὲ τούτων τὰ κρέσσω αἱρέεσθαι καὶ καταπλέξας τὴν ῥῆσιν. διὰ δὲ τοῦτο τὸ ἔργον ἐνεγράφησαν Τήνιοι ἐν Δελφοῖσι ἐς τὸν τρίποδα ἐν τοῖσι τὸν βάρβαρον κατελοῦσι. τῶν δὲ βαρβάρων οὔτε τεταγμένων ἔτι οὔτε σὺν νόῳ ποιεόντων οὐδέν. 82. τῶν δὲ αὖτις ἐγίνετο λόγων ἀμφισβασίη· οἱ γὰρ πλεῦνες τῶν στρατηγῶν οὐκ ἐπείθοντο τὰ ἐσαγγελθέντα. Σαμίων ἀμφοτέρων. ὅτι Θεομήστωρ μὲν διὰ τοῦτο τὸ ἔργον Σάμου ἐτυράννευσε καταστησάντων τῶν Περσέων. προηγόρευε εὖ ἔχοντα μὲν ἐκ πάντων Θεμιστοκλέης. [2] ἔχω μέν νυν συχνῶν οὐνόματα τριηράρχων καταλέξαι τῶν νέας Ἑλληνίδας ἑλόντων. οἱ δὲ πλεῦνες οὔ. τὰ δὲ ἔπεα ἦν πάντα κρέσσω τοῖσι ἥσσοσι ἀντιτιθέμενα. κατὰ δὲ Λακεδαιμονίους Ἴωνες· οὗτοι δ᾽ εἶχον τὸ πρὸς τὴν ἠῶ τε καὶ τὸν Πειραιέα. ταῦτα δὴ τὰ κάλλιστα. οὕτω δὴ οἱ ἄλλοι Ἀμεινίῃ βοηθέοντες συνέμισγον. 84. εἴ περ περιεχόμεθα πανταχόθεν.ἢν γὰρ ἐγὼ αὐτὰ λέγω. περὶ μέν νυν τούτους οὕτω εἶχε· τὸ δὲ πλῆθος τῶν νεῶν ἐν τῇ Σαλαμῖνι ἐκεραΐζετο. καίτοι ἦσάν γε καὶ ἐγένοντο ταύτην τὴν ἡμέρην . [3] τοῦδε δὲ εἵνεκα μέμνημαι τούτων μούνων. ταύτην εἶναι τὴν ἄρξασαν. καὶ ἧκε ἡ ἀπ᾽ Αἰγίνης τριήρης. φάμενος ἐξ Αἰγίνης τε ἥκειν καὶ μόγις ἐκπλῶσαι λαθὼν τοὺς ἐπορμέοντας· περιέχεσθαι γὰρ πᾶν τὸ στρατόπεδον τὸ Ἑλληνικὸν ὑπὸ τῶν νεῶν τῶν Ξέρξεω· παραρτέεσθαι τε συνεβούλευε ὡς ἀλεξησομένους. φανεῖσαν δὲ διακελεύσασθαι ὥστε καὶ ἅπαν ἀκοῦσαι τὸ τῶν Ἑλλήνων στρατόπεδον. Αἰγινῆται δὲ τὴν κατὰ τοὺς Αἰακίδας ἀποδημήσασαν ἐς Αἴγιναν. ὡς οὐ ποιεύντων τῶν βαρβάρων ταῦτα. ὡς φάσμα σφι γυναικὸς ἐφάνη. χρήσομαι δὲ αὐτοῖσι οὐδὲν πλὴν Θεομήστορός τε τοῦ Ἀνδροδάμαντος καὶ Φυλάκου τοῦ Ἱστιαίου. τῆς ἦρχε ἀνὴρ Παναίτιος ὁ Σωσιμένεος. “ὦ δαιμόνιοι. οἱ μὲν δὴ ἄλλοι Ἕλληνες ἐπὶ πρύμνην ἀνεκρούοντο καὶ ὤκελλον τὰς νέας. ἥ περ δὴ ἔφερε τὴν ἀληθείην πᾶσαν. ἀλλά σφι σήμηνον αὐτὸς παρελθὼν ὡς ἔχει. ἣ κατὰ τοὺς Αἰακίδας ἀπεδήμησε. [2] Ἀθηναῖοι μὲν οὕτω λέγουσι τῆς ναυμαχίης γενέσθαι τὴν ἀρχήν. ἅτε γὰρ τῶν μὲν Ἑλλήνων σὺν κόσμῳ ναυμαχεόντων καὶ κατὰ τάξιν. ὅμοιον ἡμῖν ἔσται· οὐ γὰρ ἔτι διαδρήσονται. ἀπιστεόντων δὲ τούτων ἧκε τριήρης ἀνδρῶν Τηνίων αὐτομολέουσα. 81. κατὰ μὲν δὴ Ἀθηναίους ἐτετάχατο Φοίνικες (οὗτοι γὰρ εἶχον τὸ πρὸς Ἐλευσῖνός τε καὶ ἑσπέρης κέρας). ὀνειδίσασαν πρότερον τάδε. 83.” 85. 86. οἱ δ᾽ εὐεργέται βασιλέος ὀροσάγγαι καλέονται περσιστί. Φύλακος δὲ εὐεργέτης βασιλέος ἀνεγράφη καὶ χώρῃ ἐδωρήθη πολλῇ. καὶ ὃ μὲν ταῦτα εἴπας μετεστήκεε. ἐθελοκάκεον μέντοι αὐτῶν κατὰ τὰς Θεμιστοκλέος ἐντολὰς ὀλίγοι. παρεσκευάζοντο ὡς ναυμαχήσοντες. ἐνθαῦτα ἔλεγε παρελθὼν ὁ Ἀριστείδης. ἐσβαίνειν ἐκέλευε ἐς τὰς νέας. τοῖσι δὲ Ἕλλησι ὡς πιστὰ δὴ τὰ λεγόμενα ἦν τῶν Τηνίων ῥήματα. ἢν μὲν πείθωνται. ἐπεὰν δὲ σημήνῃς. ἐνθαῦτα ἀνῆγον τὰς νέας ἁπάσας Ἕλληνες. [2] σὺν δὲ ὦν ταύτῃ τῇ νηὶ τῇ αὐτομολησάσῃ ἐς Σαλαμῖνα καὶ τῇ πρότερον ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον τῇ Λημνίῃ ἐξεπληροῦτο τὸ ναυτικὸν τοῖσι Ἕλλησι ἐς τὰς ὀγδώκοντα καὶ τριηκοσίας νέας· δύο γὰρ δὴ νεῶν τότε κατέδεε ἐς τὸν ἀριθμόν. αἳ μὲν ὑπ᾽ Ἀθηναίων διαφθειρόμεναι αἳ δὲ ὑπ᾽ Αἰγινητέων. μέχρι κόσου ἔτι πρύμνην ἀνακρούεσθε. ἢν δὲ αὐτοῖσι μὴ πιστὰ γένηται. δόξω πλάσας λέγειν καὶ οὐ πείσω. ἀναγομένοισι δέ σφι αὐτίκα ἐπεκέατο οἱ βάρβαροι. ὡς σὺ λέγεις”. καὶ οὗτοι μὲν δὴ ἐσέβαινον. λέγεται δὲ καὶ τάδε. Ἀμεινίης δὲ Παλληνεὺς ἀνὴρ Ἀθηναῖος ἐξαναχθεὶς νηὶ ἐμβάλλει· συμπλακείσης δὲ τῆς νεὸς καὶ οὐ δυναμένων ἀπαλλαγῆναι. ἔμελλε τοιοῦτό σφι συνοίσεσθαι οἷόν περ ἀπέβη.
ἐς τὸ πρόσθε τῇσι νηυσὶ παριέναι πειρώμενοι ὡς ἀποδεξόμενοί τι καὶ αὐτοὶ ἔργον βασιλέι. καὶ τοὺς φάναι. τῇσι σφετέρῃσι νηυσὶ φευγούσῃσι περιέπιπτον. [2] τῶν δὲ βαρβάρων οἱ πολλοὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ διεφθάρησαν νέειν οὐκ ἐπιστάμενοι. ἵνα μὴ αὐτοὶ κακοὶ . καὶ σφεων ἐκέλευσε τὰς κεφαλὰς ἀποταμεῖν. ἐνθαῦτα αἱ πλεῖσται διεφθείροντο· οἱ γὰρ ὄπισθε τεταγμένοι. αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες”. ὁρᾷς Ἀρτεμισίην ὡς εὖ ἀγωνίζεται καὶ νέα τῶν πολεμίων κατέδυσε. καὶ τὸ τῶν ἐκ τῆς Καλυνδικῆς νεὸς μηδένα ἀποσωθέντα κατήγορον γενέσθαι. ὀλίγοι δὲ τινὲς καὶ Ἑλλήνων· ἅτε γὰρ νέειν ἐπιστάμενοι. σαφέως τὸ ἐπίσημον τῆς νεὸς ἐπισταμένους· τὴν δὲ διαφθαρεῖσαν ἠπιστέατο εἶναι πολεμίην. ὡς δι᾽ ἐκείνους ἀπολοίατο αἱ νέες. τὸ καὶ συνήνεικε ποιησάσῃ. ἀπ᾽ ὧν εὐδοκίμησε μᾶλλον ἔτι παρὰ βασιλέι. οὐ μέντοι ἔχω γε εἰπεῖν οὔτε εἰ ἐκ προνοίης αὐτὰ ἐποίησε. πᾶς τις προθυμεόμενος καὶ δειμαίνων Ξέρξην. [2] ἐπειδὴ γὰρ ἐς θόρυβον πολλὸν ἀπίκετο τὰ βασιλέος πρήγματα. 88. ὡς προδόντων. ἡ δὲ αὐτῆς πρὸς τῶν πολεμίων μάλιστα ἐτύγχανε ἐοῦσα.” καὶ τὸν ἐπειρέσθαι εἰ ἀληθέως ἐστὶ Ἀρτεμισίης τὸ ἔργον. ἐλθόντες παρὰ βασιλέα διέβαλλον τοὺς Ἴωνας. διωκομένη γὰρ ὑπὸ τῆς Ἀττικῆς φέρουσα ἐνέβαλε νηὶ φιλίῃ ἀνδρῶν τε Καλυνδέων καὶ αὐτοῦ ἐπιπλέοντος τοῦ Καλυνδέων βασιλέος Δαμασιθύμου. ἔμπροσθε γὰρ αὐτῆς ἦσαν ἄλλαι νέες φίλιαι. ἥ τε δὴ Ἀττικὴ κατεδύετο καὶ ἐπιφερομένη Αἰγιναίη νηῦς κατέδυσε τῶν Σαμοθρηίκων τὴν νέα. αὐτῇ συνήνεικε ἐς εὐτυχίην γενόμενα. 87. ταῦτα μὲν Ξέρξην φασὶ εἰπεῖν. ὡς εἴρηται. ἀποστρέψας πρὸς ἄλλας ἐτράπετο. ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ ἡ νηῦς ἡ Ἀρτεμισίης ἐδιώκετο ὑπὸ νεὸς Ἀττικῆς· καὶ ἣ οὐκ ἔχουσα διαφυγεῖν. τοῦτο μὲν τοιοῦτο αὐτῇ συνήνεικε γενέσθαι διαφυγεῖν τε καὶ μὴ ἀπολέσθαι. [4] ὡς δὲ ἐνέβαλέ τε καὶ κατέδυσε. ἐδόκεέ τε ἕκαστος ἑωυτὸν θεήσασθαι βασιλέα. τοῖσι αἱ νέες διεφθείροντο. ἔδοξέ οἱ τόδε ποιῆσαι. τοῦτο δὲ συνέβη ὥστε κακὸν ἐργασαμένην ἀπὸ τούτων αὐτὴν μάλιστα εὐδοκιμῆσαι παρὰ Ξέρξῃ. ἀπὸ δὲ ἄλλοι πολλοί τε καὶ ὀνομαστοὶ Περσέων καὶ Μήδων καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων. οὔτε εἰ συνεκύρησε ἡ τῶν Καλυνδέων κατὰ τύχην παραπεσοῦσα νηῦς. Ξέρξεω ἐὼν ἀδελφεός. τῶν αἱ νέες διεφθάρατο. ἐν δὲ τῷ πόνῳ τούτῳ ἀπὸ μὲν ἔθανε ὁ στρατηγὸς Ἀριαβίγνης ὁ Δαρείου. εὐτυχίῃ χρησαμένη διπλᾶ ἑωυτὴν ἀγαθὰ ἐργάσατο. 89. ἐτράπετο πρὸς τοὺς Φοίνικας οἷα ὑπερλυπεόμενός τε καὶ πάντας αἰτιώμενος. συνήνεικε ὦν οὕτω ὥστε Ἰώνων τε τοὺς στρατηγοὺς μὴ ἀπολέσθαι Φοινίκων τε τοὺς διαβάλλοντας λαβεῖν τοιόνδε μισθόν. [3] τά τε γὰρ ἄλλα. νομίσας τὴν νέα τὴν Ἀρτεμισίης ἢ Ἑλληνίδα εἶναι ἢ αὐτομολέειν ἐκ τῶν βαρβάρων καὶ αὐτοῖσι ἀμύνειν. [3] εἰ μὲν καί τι νεῖκος πρὸς αὐτὸν ἐγεγόνεε ἔτι περὶ Ἑλλήσποντον ἐόντων. ἐγένετο δὲ καὶ τόδε ἐν τῷ θορύβῳ τούτῳ. [2] ἔτι τούτων ταῦτα λεγόντων ἐνέβαλε νηὶ Ἀττικῇ Σαμοθρηικίη νηῦς. τῶν τινες Φοινίκων. ὅ τε γὰρ τῆς Ἀττικῆς νεὸς τριήραρχος ὡς εἶδέ μιν ἐμβάλλουσαν νηὶ ἀνδρῶν βαρβάρων. ἐπεὶ δὲ αἱ πρῶται ἐς φυγὴν ἐτράποντο. [2] λέγεται γὰρ βασιλέα θηεύμενον μαθεῖν τὴν νέα ἐμβαλοῦσαν. ἅτε δὲ ἐόντες ἀκοντισταὶ οἱ Σαμοθρήικες τοὺς ἐπιβάτας ἀπὸ τῆς καταδυσάσης νεὸς βάλλοντες ἀπήραξαν καὶ ἐπέβησάν τε καὶ ἔσχον αὐτήν.μακρῷ ἀμείνονες αὐτοὶ ἑωυτῶν ἢ πρὸς Εὐβοίῃ. 90. καὶ δή τινα εἰπεῖν τῶν παρεόντων “δέσποτα. [3] ταῦτα γενόμενα τοὺς Ἴωνας ἐρρύσατο· ὡς γὰρ εἶδε σφέας Ξέρξης ἔργον μέγα ἐργασαμένους. Ξέρξην δὲ εἰπεῖν λέγεται πρὸς τὰ φραζόμενα “οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασί μοι γυναῖκες. καὶ μὴ ἐν χειρῶν νόμῳ ἀπολλύμενοι. κατὰ μὲν δὴ τοὺς ἄλλους οὐκ ἔχω μετεξετέρους εἰπεῖν ἀτρεκέως ὡς ἕκαστοι τῶν βαρβάρων ἢ τῶν Ἑλλήνων ἠγωνίζοντο· κατὰ δὲ Ἀρτεμισίην τάδε ἐγένετο. ἐς τὴν Σαλαμῖνα διένεον.
κατήμενος ὑπὸ τῷ ὄρεϊ τῷ ἀντίον Σαλαμῖνος τὸ καλέεται Αἰγάλεως. οὗτος ἐν τῷ θορύβῳ τούτῳ τῷ περὶ Σαλαμῖνα γενομένῳ τάδε ἐποίεε· παραλαβὼν πολλοὺς τῶν ὁπλιτέων οἳ παρατετάχατο παρὰ τὴν ἀκτὴν τῆς Σαλαμινίης χώρης. ὡς αὐτοὶ οἷοί τε εἶεν ἀγόμενοι ὅμηροι ἀποθνήσκειν. τοῦ καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων ἐπεμνήσθην ὡς ἀνδρὸς ἀρίστου. τὰ ἱστία ἀειράμενον οἴχεσθαι φεύγοντα. καὶ βώσας τὸν Θεμιστοκλέα ἐπεκερτόμησε ἐς τῶν Αἰγινητέων τὸν μηδισμὸν ὀνειδίζων. ἥ περ εἷλε τὴν προφυλάσσουσαν ἐπὶ Σκιάθῳ τὴν Αἰγιναίην. ταῦτα μέν νυν νηὶ ἐμβαλὼν ὁ Πολύκριτος ἀπέρριψε ἐς Θεμιστοκλέα· οἱ δὲ βάρβαροι τῶν αἱ νέες περιεγένοντο. ἐπὶ δὲ Ἀθηναῖοι. [2] ὡς δὲ ἐσεῖδε τὴν νέα τὴν Ἀττικὴν ὁ Πολύκριτος. ὡς πρότερον εἴρηται. [4] οὕτω δὴ ἀποστρέψαντα τὴν νέα αὐτόν τε καὶ τοὺς ἄλλους ἐπ᾽ ἐξεργασμένοισι ἐλθεῖν ἐς τὸ στρατόπεδον. τὸν οὔτε πέμψαντα φανῆναι οὐδένα. τούτους μὲν τοιαύτη φάτις ἔχει ὑπὸ Ἀθηναίων. [2] ὡς δὲ ἄρα φεύγοντας γίνεσθαι τῆς Σαλαμινίης κατὰ ἱρὸν Ἀθηναίης Σκιράδος. αὖτις τάδε λέγειν. ἔγνω τὸ σημήιον ἰδὼν τῆς στρατηγίδος. [4] ὅκως γάρ τινα ἴδοι Ξέρξης τῶν ἑωυτοῦ ἔργον τι ἀποδεικνύμενον ἐν τῇ ναυμαχίῃ. ἐκπλαγέντα τε καὶ ὑπερδείσαντα. φεύγοντες ἀπίκοντο ἐς Φάληρον ὑπὸ τὸν πεζὸν στρατόν. οὔτε τι τῶν ἀπὸ τῆς στρατιῆς εἰδόσι προσφέρεσθαι τοῖσι Κορινθίοισι. οἳ μὲν δὴ πρὸς τοὺς Φοίνικας ἐτράποντο. εἰ μέν νυν ἔμαθε ὅτι ἐν ταύτῃ πλέοι Ἀρτεμισίη. ἐς τὴν Ψυττάλειαν . οὐ μέντοι αὐτοί γε Κορίνθιοι ὁμολογέουσι. πρὸς δὲ καὶ ἄεθλον ἔκειτο μύριαι δραχμαί. ἐν δὲ τῇ ναυμαχίῃ ταύτῃ ἤκουσαν Ἑλλήνων ἄριστα Αἰγινῆται. [3] “Ἀδείμαντε. 95. τὸν οἱ Πέρσαι κατακοπέντα ἀρετῆς εἵνεκα εἶχον ἐν τῇ νηὶ ἐκπαγλεόμενοι· τὸν δὴ περιάγουσα ἅμα τοῖσι Πέρσῃσι ἥλω ἡ νηῦς ἡ Σιδωνίη. σὺ μὲν ἀποστρέψας τὰς νέας ἐς φυγὴν ὅρμησαι καταπροδοὺς τοὺς Ἕλληνας· οἳ δὲ καὶ δὴ νικῶσι ὅσον αὐτοὶ ἠρῶντο ἐπικρατήσαντες τῶν ἐχθρῶν”. οἱ δὲ Αἰγινῆται τὰς ἐκπλεούσας· ὅκως δὲ τινὲς τοὺς Ἀθηναίους διαφύγοιεν. ἀνδρῶν δὲ Πολύκριτός τε ὁ Αἰγινήτης καὶ Ἀθηναῖοι Εὐμένης τε ὁ Ἀναγυράσιος καὶ Ἀμεινίης Παλληνεύς. διέφυγε· ἦσαν δὲ καὶ οἱ ἄλλοι. ἰδόντας δὲ τοὺς Κορινθίους τὴν στρατηγίδα φεύγουσαν ὡσαύτως οἴχεσθαι. αὕτη μὲν δή. [2] τοῖσι γὰρ Ἀθηναίων τριηράρχοισι παρεκεκέλευστο. οἱ μὲν γὰρ Ἀθηναῖοι ἐν τῷ θορύβῳ ἐκεράιζον τάς τε ἀντισταμένας καὶ τὰς φευγούσας τῶν νεῶν. φερόμενοι ἐσέπιπτον ἐς τοὺς Αἰγινήτας. 93. Ἀδείμαντον δὲ τὸν Κορίνθιον στρατηγὸν λέγουσι Ἀθηναῖοι αὐτίκα κατ᾽ ἀρχάς. ὥστε Πυθέην οὕτω σωθῆναι ἐς Αἴγιναν. 91.γενόμενοι τοὺς ἀμείνονας διαβάλλωσι. πρὸς δέ τι καὶ προσεβάλετο φίλος ἐὼν Ἀριαράμνης ἀνὴρ Πέρσης παρεὼν τούτου τοῦ Φοινικηίου πάθεος. Αἰγινῆται ὑποστάντες ἐν τῷ πορθμῷ ἔργα ἀπεδέξαντο λόγου ἄξια. 92. ὃς καὶ Ἀρτεμισίην ἐπεδίωξε. οὐκ ἂν ἐπαύσατο πρότερον ἢ εἷλέ μιν ἢ καὶ αὐτὸς ἥλω. ἐνθαῦτα συνεκύρεον νέες ἥ τε Θεμιστοκλέος διώκουσα νέα καὶ ἡ Πολυκρίτου τοῦ Κριοῦ ἀνδρὸς Αἰγινήτεω νηὶ ἐμβαλοῦσα Σιδωνίῃ. ὡς γὰρ ἀγχοῦ γενέσθαι τῶν νεῶν. τῶν δὲ βαρβάρων ἐς φυγὴν τραπομένων καὶ ἐκπλεόντων πρὸς τὸ Φάληρον. ταῦτα λεγόντων ἀπιστέειν γὰρ τὸν Ἀδείμαντον. τῇδε δὲ συμβάλλονται εἶναι θεῖον τὸ πρῆγμα. τῶν αἱ νέες περιεγεγόνεσαν. ἐν τῷ Φαλήρῳ. ἀλλ᾽ ἐν πρώτοισι σφέας αὐτοὺς τῆς ναυμαχίης νομίζουσι γενέσθαι· μαρτυρέει δέ σφι καὶ ἡ ἄλλη Ἑλλάς. 94. περιπίπτειν σφι κέλητα θείῃ πομπῇ. ἐπ᾽ ἧς ἔπλεε Πυθέης ὁ Ἰσχενόου. καὶ οἱ γραμματισταὶ ἀνέγραφον πατρόθεν τὸν τριήραρχον καὶ τὴν πόλιν. ὡς συνέμισγον αἱ νέες. ὃς ἄν μιν ζωὴν ἕλῃ· δεινὸν γάρ τι ἐποιεῦντο γυναῖκα ἐπὶ τὰς Ἀθήνας στρατεύεσθαι. Ἀριστείδης δὲ ὁ Λυσιμάχου ἀνὴρ Ἀθηναῖος. ἢν μὴ νικῶντες φαίνωνται οἱ Ἕλληνες. τοὺς ἀπὸ τοῦ κέλητος λέγειν τάδε. γένος ἐόντες Ἀθηναῖοι. ἀνεπυνθάνετο τὸν ποιήσαντα.
οὐκ οὕτω δὲ περὶ τῶν νεῶν ἀχθόμενοι ταῦτα οἱ Πέρσαι ἐποίευν ὡς περὶ αὐτῷ Ξέρξῃ δειμαίνοντες. ὁ δὲ δεύτερος τῷ τρίτῳ· τὸ δὲ ἐνθεῦτεν ἤδη κατ᾽ ἄλλον καὶ ἄλλον διεξέρχεται παραδιδόμενα. ὑποπτεύων δὲ αὐτὸν δρησμὸν βουλεύειν ἐκ τῶν Ἀθηνέων. οὐκ ὄμβρος. τούτων δὲ τῶν ἀγγέλων ἐστὶ οὐδὲν ὅ τι θᾶσσον παραγίνεται θνητὸν ἐόν· οὕτω τοῖσι Πέρσῃσι ἐξεύρηται τοῦτο. ἀρτέετό τε ἐς πόλεμον ὡς ναυμαχίην ἄλλην ποιησόμενος.νῆσον ἀπέβησε ἄγων. . ὡς ἔχοι Ἀθήνας Ξέρξης. ἵνα ἀντί τε σχεδίης ἔωσι καὶ τείχεος. οὐ νὺξ ἔργει μὴ οὐ κατανύσαι τὸν προκείμενον αὐτῷ δρόμον τὴν ταχίστην. 99. ταῦτά τε ἅμα Ξέρξης ἐποίεε καὶ ἔπεμπε ἐς Πέρσας ἀγγελέοντα τὴν παρεοῦσάν σφι συμφορήν. ὡς δὲ ἡ ναυμαχίη διελέλυτο. μήτε λυπέο μήτε συμφορὴν μηδεμίαν μεγάλην ποιεῦ τοῦδε τοῦ γεγονότος εἵνεκα πρήγματος. καὶ ἀπολαμφθεὶς ἐν τῇ Εὐρώπῃ κινδυνεύσῃ ἀπολέσθαι. καὶ δὴ καὶ κατὰ τὰ ναυήγια τὰ ταύτῃ ἐξενειχθέντα τὸ εἰρημένον πολλοῖσι ἔτεσι πρότερον τούτων ἐν χρησμῷ Λυσιστράτῳ Ἀθηναίῳ ἀνδρὶ χρησμολόγῳ. οἳ τοὺς Πέρσας τοὺς ἐν τῇ νησῖδι ταύτῃ κατεφόνευσαν πάντας. Μαρδόνιος δὲ ὁρῶν μὲν Ξέρξην συμφορὴν μεγάλην ἐκ τῆς ναυμαχίης ποιεύμενον. [2] ὁρῶντες δέ μιν πάντες οἱ ἄλλοι ταῦτα πρήσσοντα εὖ ἠπιστέατο ὡς ἐκ παντὸς νόου παρεσκεύασται μένων πολεμήσειν· Μαρδόνιον δ᾽ οὐδὲν τούτων ἐλάνθανε ὡς μάλιστα ἔμπειρον ἐόντα τῆς ἐκείνου διανοίης. θέλων δὲ μὴ ἐπίδηλος εἶναι μήτε τοῖσι Ἕλλησι μήτε τοῖσι ἑωυτοῦ. τοῦτο τὸ δράμημα τῶν ἵππων καλέουσι Πέρσαι ἀγγαρήιον. [2] ἡ δὲ δευτέρη σφι ἀγγελίη ἐπεσελθοῦσα συνέχεε οὕτω ὥστε τοὺς κιθῶνας κατερρήξαντο πάντες. [2] ὁ μὲν δὴ πρῶτος δραμὼν παραδιδοῖ τὰ ἐντεταλμένα τῷ δευτέρῳ. οὐ καῦμα. Κωλιάδες δὲ γυναῖκες ἐρετμοῖσι φρύξουσι τοῦτο δὲ ἔμελλε ἀπελάσαντος βασιλέος ἔσεσθαι. ἡ μὲν δὴ πρώτη ἐς Σοῦσα ἀγγελίη ἀπικομένη. [2] τῶν δὲ ναυηγίων πολλὰ ὑπολαβὼν ἄνεμος ζέφυρος ἔφερε τῆς Ἀττικῆς ἐπὶ τὴν ἠιόνα τὴν καλεομένην Κωλιάδα· ὥστε ἀποπλησθῆναι τὸν χρησμὸν τόν τε ἄλλον πάντα τὸν περὶ τῆς ναυμαχίης ταύτης εἰρημένοι Βάκιδι καὶ Μουσαίῳ. 96. δρησμὸν ἐβούλευε. λέγουσι γὰρ ὡς ὁσέων ἂν ἡμερέων ᾖ ἡ πᾶσα ὁδός. 98. ἔτερψε οὕτω δή τι Περσέων τοὺς ὑπολειφθέντας ὡς τάς τε ὁδοὺς μυρσίνῃ πάσας ἐστόρεσαν καὶ ἐθυμίων θυμιήματα καὶ αὐτοὶ ἦσαν ἐν θυσίῃσί τε καὶ εὐπαθείῃσι. ἐλπίζοντες τῇσι περιεούσῃσι νηυσὶ ἔτι χρήσεσθαι βασιλέα. τὸ ἐλελήθεε πάντας τοὺς Ἕλληνας. Ξέρξης δὲ ὡς ἔμαθε τὸ γεγονὸς πάθος. βοῇ τε καὶ οἰμωγῇ ἐχρέωντο ἀπλέτῳ. Μαρδόνιον ἐν αἰτίῃ τιθέντες. δείσας μή τις τῶν Ἰώνων ὑποθῆται τοῖσι Ἕλλησι ἢ αὐτοὶ νοήσωσι πλέειν ἐς τὸν Ἑλλήσποντον λύσοντες τὰς γεφύρας. κατά περ ἐν Ἕλλησι ἡ λαμπαδηφορίη τὴν τῷ Ἡφαίστῳ ἐπιτελέουσι. κατειρύσαντες ἐς τὴν Σαλαμῖνα οἱ Ἕλληνες τῶν ναυηγίων ὅσα ταύτῃ ἐτύγχανε ἔτι ἐόντα. 97. μέχρι οὗ Ξέρξης αὐτός σφεας ἀπικόμενος ἔπαυσε. ἐς τὴν Σαλαμῖνα χῶμα ἐπειρᾶτο διαχοῦν. καί οἱ κρέσσον εἴη ἀνακινδυνεῦσαι ἢ κατεργάσασθαι τὴν Ἑλλάδα ἢ αὐτὸν καλῶς τελευτῆσαι τὸν βίον ὑπὲρ μεγάλων αἰωρηθέντα· πλέον μέντοι ἔφερέ οἱ ἡ γνώμη κατεργάσασθαι τὴν Ἑλλάδα· λογισάμενος ὦν ταῦτα προσέφερε τὸν λόγον τόνδε. φροντίσας πρὸς ἑωυτὸν ὡς δώσει δίκην ἀναγνώσας βασιλέα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. [2] “δέσποτα. καὶ περὶ Πέρσας μὲν ἦν ταῦτα τὸν πάντα μεταξὺ χρόνον γενόμενον. γαύλους τε Φοινικηίους συνέδεε. ἕτοιμοι ἦσαν ἐς ἄλλην ναυμαχίην. τοσοῦτοι ἵπποι τε καὶ ἄνδρες διεστᾶσι κατὰ ἡμερησίην ὁδὸν ἑκάστην ἵππος τε καὶ ἀνὴρ τεταγμένος· τοὺς οὔτε νιφετός. 100.
ἐπαινέσας δὲ τὴν Ἀρτεμισίην. εἰ ἐθέλει τε καὶ ὑποδέκεται ταῦτα ποιήσειν. ἐμὲ δὲ σοὶ χρὴ τὴν Ἑλλάδα παρασχεῖν δεδουλωμένην. “κελεύει με Μαρδόνιος μένοντα αὐτοῦ πειρᾶσαι τῆς Πελοποννήσου. νῦν τε συμβούλευσον ὁκότερα ποιέων ἐπιτύχω εὖ βουλευσάμενος”. παρέχει ποιέειν ταῦτα. μὴ ποιήσῃς καταγελάστους γενέσθαι Ἕλλησι· οὐδὲ γὰρ ἐν Πέρσῃσί τοί τι δεδήληται τῶν πρηγμάτων. [4] σὺ Πέρσας. οὐδὲν πρὸς Πέρσας τοῦτο προσήκει τὸ πάθος. οὐδ᾽ ἐρέεις ὅκου ἐγενόμεθα ἄνδρες κακοί. [2] ὡς δὲ ἀπίκετο ἡ Ἀρτεμισίη. ἀλλὰ βουλομένοισί σφι γένοιτ᾽ ἂν ἀπόδεξις. [3] εἰ μέν νυν δοκέει. ταύτην μὲν ἀποστέλλει ἄγουσαν αὐτοῦ παῖδας ἐς Ἔφεσον· νόθοι γὰρ τινὲς παῖδές οἱ συνέσποντο. ταῦτα ἀκούσας Ξέρξης ὡς ἐκ κακῶν ἐχάρη τε καὶ ἥσθη. 101. ἥσθη τε δὴ τῇ συμβουλίῃ Ξέρξης· λέγουσα γὰρ ἐπετύγχανε τά περ αὐτὸς ἐνόεε. αὐτοῦ καταλιπεῖν σὺν τοῖσι ἐθέλει. ἢ αὐτὸς ἐθέλει τριήκοντα μυριάδας ἀπολεξάμενος τοῦ στρατοῦ παρασχεῖν μοι τὴν Ἑλλάδα δεδουλωμένην. τῶν εἵνεκα τὸν στόλον ἐποιήσαο. εἰ δὲ Φοίνικές τε καὶ Αἰγύπτιοι καὶ Κύπριοί τε καὶ Κίλικες κακοὶ ἐγένοντο. σὸν τὸ ἔργον ὦ δέσποτα γίνεται· οἱ γὰρ σοὶ δοῦλοι κατεργάσαντο. καὶ γὰρ περὶ τῆς ναυμαχίης εὖ συνεβούλευσας τῆς γενομένης οὐκ ἐῶσα ποιέεσθαι. 104. λόγος οὐδεὶς γίνεται. ἔδοσαν δίκας. Μαρδόνιον δέ. ὃ μὲν ταῦτα συνεβουλεύετο. πυρώσας τὰς Ἀθήνας ἀπελᾷς”. δοῦλον σὸν ἀπολέσαντες· σὺ δέ. ἔδοξέ οἱ καὶ Ἀρτεμισίην ἐς συμβουλίην μεταπέμψασθαι. 103. ἔλεξε Ξέρξης τάδε. ὡς δὲ ἐβουλεύετο ἅμα Περσέων τοῖσι ἐπικλήτοισι. μάλιστα μέν νυν ταῦτα ποίεε· εἰ δ᾽ ἄρα τοι βεβούλευται αὐτὸν ἀπελαύνοντα ἀπάγειν τὴν στρατιήν. οὐδὲ γὰρ εἰ πάντες καὶ πᾶσαι συνεβούλευον αὐτῷ μένειν. σὺ μὲν ἐς ἤθεα τὰ σεωυτοῦ ἀπέλαυνε τῆς στρατιῆς ἀπάγων τὸ πολλόν. ἐμοὶ πείθεο· εἴ τοι δέδοκται μὴ παραμένειν. [4] σὺ ὦν ἐμοί. Μαρδονίου δέ. βασιλεῦ. ἤν τι πάθῃ. πολλοὺς πολλάκις ἀγῶνας δραμέονται περὶ σφέων αὐτῶν οἱ Ἕλληνες. τριήκοντα μυριάδας τοῦ στρατοῦ ἀπολεξάμενον”. ἔμενε ἂν δοκέειν ἐμοί· οὕτω καταρρωδήκεε. [5] ἤδη ὦν. ἣ δὲ λέγει τάδε. λέγων ὥς μοι Πέρσαι τε καὶ ὁ πεζὸς στρατὸς οὐδενὸς μεταίτιοι πάθεος εἰσί. [2] τοῦτο μὲν γὰρ ἢν καταστρέψηται τὰ φησὶ θέλειν καί οἱ προχωρήσῃ τὰ νοέων λέγει. [3] ἐμὲ ὦν ἢ ταῦτα κελεύει ποιέειν. πρὸς Μαρδόνιόν τε βουλευσάμενος ἔφη ὑποκρινέεσθαι ὁκότερον ποιήσει τούτων. μηδὲ δυσθύμεε· οὐ γὰρ ἔστι Ἕλλησι οὐδεμία ἔκδυσις μὴ οὐ δόντας λόγον τῶν ἐποίησαν νῦν τε καὶ πρότερον εἶναι σοὺς δούλους. φερόμενον δὲ οὐ τὰ δεύτερα τῶν εὐνούχων παρὰ βασιλέι· [οἱ δὲ Πηδασέες οἰκέουσι ὑπὲρ Ἁλικαρνησσοῦ· ἐν δὲ τοῖσι Πηδάσοισι τούτοισι τοιόνδε συμφέρεται πρῆγμα γίνεσθαι· ἐπεὰν τοῖσι ἀμφικτυόσι πᾶσι τοῖσι ἀμφὶ ταύτης οἰκέουσι τῆς . γένος μὲν ἐόντα Πηδασέα. χαλεπὸν μὲν ἐστὶ συμβουλευομένῳ τυχεῖν τὰ ἄριστα εἴπασαν. ἀλλ᾽ ἀνδρῶν τε καὶ ἵππων. αὐτὸν δέ με κελεύει ἀπελαύνειν σὺν τῷ λοιπῷ στρατῷ ἐς ἤθεα τὰ ἐμά. σοὶ δὲ οὔτε τις τούτων τῶν τὸ πᾶν σφίσι ἤδη δοκεόντων κατεργάσθαι ἀποβὰς ἀπὸ τῶν νεῶν πειρήσεται ἀντιωθῆναι οὔτ᾽ ἐκ τῆς ἠπείρου τῆσδε· οἵ τε ἡμῖν ἠντιώθησαν. “βασιλεῦ. ἄλλην ἔχω καὶ ἐκ τῶνδε βουλήν. ὅτι πρότερον ἐφαίνετο μούνη νοέουσα τὰ ποιητέα ἦν. οὐδέ τι νικῶντες οἱ Ἕλληνες νικῶσι. μεταστησάμενος τοὺς ἄλλους τούς τε συμβούλους Περσέων καὶ τοὺς δορυφόρους. ἐπὶ μέντοι τοῖσι κατήκουσι πρήγμασι δοκέει μοι αὐτὸν μέν σε ἀπελαύνειν ὀπίσω. οὐδεμία συμφορὴ μεγάλη ἔσται σέο τε περιεόντος καὶ ἐκείνων τῶν πρηγμάτων περὶ οἶκον τὸν σόν· [3] ἢν γὰρ σύ τε περιῇς καὶ οἶκος ὁ σός.οὐ γὰρ ξύλων ἀγὼν ὁ τὸ πᾶν φέρων ἐστὶ ἡμῖν. ἐπειδὴ οὐ Πέρσαι τοι αἴτιοι ἐισί. συνέπεμπε δὲ τοῖσι παισὶ φύλακον Ἑρμότιμον. αὐτίκα πειρώμεθα τῆς Πελοποννήσου· εἰ δὲ καὶ δοκέει ἐπισχεῖν. τοῦτο δὲ ἢν τὰ ἐναντία τῆς Μαρδονίου γνώμης γένηται. 102.
ἁλόντα γὰρ αὐτὸν ὑπὸ πολεμίων καὶ πωλεόμενον ὠνέεται Πανιώνιος ἀνὴρ Χῖος. λέγων ὡς εἰ λύσουσι τὰς σχεδίας. ὡς ταῦτα ἐργάσατο. διαφυλαξούσας τὰς σχεδίας πορευθῆναι βασιλέι. τοῦτο δέ σφι δὶς ἤδη ἐγένετο. τοῦτ᾽ ἂν μέγιστον πάντων σφι κακῶν τὴν Ἑλλάδα ἐργάσαιτο. ἀχθέντων τῶν παίδων ἐς ὄψιν ἠναγκάζετο ὁ Πανιώνιος τῶν ἑωυτοῦ παίδων τεσσέρων ἐόντων τὰ αἰδοῖα ἀποτάμνειν. πειρῷτο ἂν ἡσυχίην μὴ ἄγειν. Ξέρξης δὲ ὡς τοὺς παῖδας ἐπέτρεψε Ἀρτεμισίῃ ἀπάγειν ἐς Ἔφεσον. τὴν Χῖοι μὲν νέμονται Ἀταρνεὺς δὲ καλέεται. ὁρῶντες οἱ Ἕλληνες κατὰ χώρην μένοντα τὸν στρατὸν τὸν πεζὸν ἤλπιζον καὶ τὰς νέας εἶναι περὶ Φάληρον. ἐνθαῦτα καταβὰς κατὰ δή τι πρῆγμα ὁ Ἑρμότιμος ἐς γῆν τὴν Μυσίην. καὶ ποιέειν τοῖσι λόγοισι τὰ ἔργα πειρώμενον ὅμοια. ὅτι με ἀντ᾽ ἀνδρὸς ἐποίησας τὸ μηδὲν εἶναι. ἄλλους τε δὴ ὁ Πανιώνιος ἐξέταμε πολλούς. χρόνου δὲ προϊόντος πάντων τῶν εὐνούχων ἐτιμήθη μάλιστα παρὰ Ξέρξῃ. συλλεχθέντες ἐκομίζοντο. ἀναγκαζόμενος δὲ ἐποίεε ταῦτα· αὐτοῦ τε. καὶ δὴ καὶ τοῦτον. [2] ἐπεὶ δὲ ἀγχοῦ ἦσαν Ζωστῆρος πλέοντες οἱ βάρβαροι. ἐπεὶ δὲ ἐπύθοντο τὰς νέας οἰχωκυίας.πόλιος μέλλῃ τι ἐντὸς χρόνου ἔσεσθαι χαλεπόν. ἐκ τούτων δὴ τῶν Πηδασέων ὁ Ἑρμότιμος ἦν] τῷ μεγίστη τίσις ἤδη ἀδικηθέντι ἐγένετο πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. ἐδόκεές τε θεοὺς λήσειν οἷα ἐμηχανῶ τότε· οἳ σε ποιήσαντα ἀνόσια. ἢ σὲ ἢ τῶν σῶν τινα. “ὦ πάντων ἀνδρῶν ἤδη μάλιστα ἀπ᾽ ἔργων ἀνοσιωτάτων τὸν βίον κτησάμενε. [2] ἐπιγνοὺς δὲ ἔλεγε πρὸς αὐτὸν πολλοὺς καὶ φιλίους λόγους. ἀνατείνουσι γὰρ ἄκραι λεπταὶ τῆς ἠπείρου ταύτης. ὡς ἄγοντι μέν οἱ ἡσυχίην οὔτε τι προχωρέειν οἷόν τε ἔσται τῶν πρηγμάτων οὔτε τις . ὥστε ὑποδεξάμενον ἄσμενον τοὺς λόγους τὸν Πανιώνιον κομίσαι τὰ τέκνα καὶ τὴν γυναῖκα. [3] εἰ γὰρ ἀναγκασθείη ὁ Πέρσης μένειν ἐν τῇ Εὐρώπῃ. αὐτίκα μετὰ ταῦτα ἐδόκεε ἐπιδιώκειν. ἐκτάμνων ἀγινέων ἐπώλεε ἐς Σάρδις τε καὶ Ἔφεσον χρημάτων μεγάλων. ὑπήγαγον ἐς χεῖρας τὰς ἐμάς. πρῶτα μέν οἱ καταλέγων ὅσα αὐτὸς δι᾽ ἐκεῖνον ἔχοι ἀγαθά. [2] παρὰ γὰρ τοῖσι βαρβάροισι τιμιώτεροι εἰσὶ οἱ εὐνοῦχοι πίστιος εἵνεκα τῆς πάσης τῶν ἐνορχίων. ἐδόκεόν τε ναυμαχήσειν σφέας παραρτέοντό τε ὡς ἀλεξησόμενοι. καὶ οὐ γὰρ τὰ πάντα ἐδυστύχεε ὁ Ἑρμότιμος. τὸν μέν νυν ναυτικὸν τὸν Ξέρξεω στρατὸν οὐκ ἐπεῖδον διώξαντες μέχρι Ἄνδρου. 105. ταύτην μὲν τὴν ἡμέρην ἐς τοσοῦτο ἐγίνετο. τῆς δὲ νυκτὸς κελεύσαντος βασιλέος τὰς νέας οἱ στρατηγοὶ ἐκ τοῦ Φαλήρου ἀπῆγον ὀπίσω ἐς τὸν Ἑλλήσποντον ὡς τάχεος εἶχε ἕκαστος. τότε ἡ ἱρείη αὐτόθι τῆς Ἀθηναίης φύει πώγωνα μέγαν. εὑρίσκει τὸν Πανιώνιον ἐνθαῦτα. ὡς δὲ ἡμέρη ἐγίνετο. ὃς τὴν ζόην κατεστήσατο ἀπ᾽ ἔργων ἀνοσιωτάτων· ὅκως γὰρ κτήσαιτο παῖδας εἴδεος ἐπαμμένους. [3] ὡς δὲ ἄρα πανοικίῃ μιν περιέλαβε. ἐς δὲ τὴν Ἄνδρον ἀπικόμενοι ἐβουλεύοντο. 108. τί σε ἐγὼ κακὸν ἢ αὐτὸς ἢ τῶν ἐμῶν τίς σε προγόνων ἐργάσατο. [4] ὡς δέ οἱ ταῦτα ὠνείδισε. ἔλεγε ὁ Ἑρμότιμος τάδε. ἅτε ποιεύμενος ἐκ τούτου τὴν ζόην. 106. [2] Θεμιστοκλέης μέν νυν γνώμην ἀπεδείκνυτο διὰ νήσων τραπομένους καὶ ἐπιδιώξαντας τὰς νέας πλέειν ἰθέως ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον λύσοντας τὰς γεφύρας· Εὐρυβιάδης δὲ τὴν ἐναντίην ταύτῃ γνώμην ἐτίθετο. Πανιώνιον μέν νυν οὕτω περιῆλθε ἥ τε τίσις καὶ Ἑρμότιμος. ὥστε σε μὴ μέμψασθαι τὴν ἀπ᾽ ἐμέο τοι ἐσομένην δίκην”. ἔδοξάν τε νέας εἶναι καὶ ἔφευγον ἐπὶ πολλόν· χρόνῳ δὲ μαθόντες ὅτι οὐ νέες εἶεν ἀλλ᾽ ἄκραι. ἀπικνέεται ἐκ τῶν Σαρδίων παρὰ βασιλέα μετ᾽ ἄλλων δώρων. οἱ παῖδες ἀναγκαζόμενοι ἀπέταμνον. νόμῳ δικαίῳ χρεώμενοι. δεύτερα δέ οἱ ὑπισχνεύμενος ἀντὶ τούτων ὅσα μιν ἀγαθὰ ποιήσει ἢν κομίσας τοὺς οἰκέτας οἰκέῃ ἐκείνῃ. ὡς δὲ τὸ στράτευμα τὸ Περσικὸν ὅρμα βασιλεὺς ἐπὶ τὰς Ἀθήνας ἐὼν ἐν Σάρδισι. 107. καλέσας Μαρδόνιον ἐκέλευσέ μιν τῆς στρατιῆς διαλέγειν τοὺς βούλεται.
[4] ἀλλ᾽ εὖ γὰρ ἔχει ἐς τὸ παρεὸν ἡμῖν. ἐς ὃ ἔλθοι φεύγων ἐς τὴν ἑωυτοῦ· τὸ ἐνθεῦτεν δὲ περὶ τῆς ἐκείνου ποιέεσθαι ἤδη τὸν ἀγῶνα ἐκέλευε.κομιδὴ τὰ ὀπίσω φανήσεται. ἤτοι ἁλισκομένων γε ἢ πρὸ τούτου ὁμολογεόντων· τροφήν τε ἕξειν σφέας τὸν ἐπέτειον αἰεὶ τὸν τῶν Ἑλλήνων καρπόν. ὡς ἥκοιεν Ἀθηναῖοι περὶ ἑωυτοὺς ἔχοντες δύο θεοὺς μεγάλους. [3] τάδε γὰρ οὐκ ἡμεῖς κατεργασάμεθα. Θεμιστοκλέης μὲν ταῦτα λέγων διέβαλλε. πάντως ἕτοιμοι ἦσαν λέγοντι πείθεσθαι. οὕτω τέ σφι κάρτα δοτέα εἶναι χρήματα. νῦν μὲν ἐν τῇ Ἑλλάδι καταμείναντας ἡμέων τε αὐτῶν ἐπιμεληθῆναι καὶ τῶν οἰκετέων. ἡμεῖς δέ. [2] πρῶτοι γὰρ Ἄνδριοι νησιωτέων αἰτηθέντες πρὸς Θεμιστοκλέος χρήματα οὐκ ἔδοσαν. Ἀθηναῖοι δὲ ἐπείθοντο· ἐπειδὴ γὰρ καὶ πρότερον δεδογμένος εἶναι σοφὸς ἐφάνη ἐὼν ἀληθέως σοφός τε καὶ εὔβουλος. 109. σοὶ βουλόμενος ὑπουργέειν. αὐτίκα μετὰ ταῦτα ὁ Θεμιστοκλέης ἄνδρας ἀπέπεμπε ἔχοντας πλοῖον. 110. [5] ταῦτα ἔλεγε ἀποθήκην μέλλων ποιήσασθαι ἐς τὸν Πέρσην. ὁρμέατό τε ἐς τὸν Ἑλλήσποντον πλέειν καὶ ἐπὶ σφέων αὐτῶν βαλόμενοι. Σίκιννος δὲ ἀναβὰς παρὰ Ξέρξην ἔλεγε τάδε. καὶ νῦν κατ᾽ ἡσυχίην πολλὴν κομίζεο”. 111. ἐπιχειρέοντι δὲ αὐτῷ καὶ ἔργου ἐχομένῳ πάντα τὰ κατὰ τὴν Εὐρώπην οἷά τε ἔσται προσχωρῆσαι κατὰ πόλις τε καὶ κατὰ ἔθνεα. [4] ἀλλὰ δοκέειν γὰρ νικηθέντα τῇ ναυμαχίῃ οὐ μενέειν ἐν τῇ Εὐρώπῃ τὸν Πέρσην· ἐατέον ὦν εἶναι φεύγειν. νέφος τοσοῦτο ἀνθρώπων ἀνωσάμενοι. μὴ διώκωμεν ἄνδρας φεύγοντας. πειθώ τε καὶ ἀναγκαίην. ὑπεκρίναντο πρὸς ταῦτα λέγοντες ὡς κατὰ λόγον ἦσαν ἄρα αἱ Ἀθῆναι μεγάλαι τε καὶ εὐδαίμονες. εὕρημα γὰρ εὑρήκαμεν ἡμέας τε αὐτοὺς καὶ τὴν Ἑλλάδα. οἳ μὲν κατέμενον ἐπὶ τῷ πλοίῳ. φράσοντά τοι ὅτι Θεμιστοκλέης ὁ Ἀθηναῖος. τοῖσι ἐπίστευε σιγᾶν ἐς πᾶσαν βάσανον ἀπικνεομένοισι τὰ αὐτὸς ἐνετείλατο βασιλέι φράσαι· τῶν καὶ Σίκιννος ὁ οἰκέτης αὖτις ἐγένετο· οἳ ἐπείτε ἀπίκοντο πρὸς τὴν Ἀττικήν. ἐπείτε σφι ἀπέδοξε μήτ᾽ ἐπιδιώκειν ἔτι προσωτέρω τῶν βαρβάρων τὰς νέας μήτε πλέειν ἐς τὸν Ἑλλήσποντον λύσοντας τὸν πόρον. [3] “ἔπεμψέ με Θεμιστοκλέης ὁ Νεοκλέος. ἔσχε τοὺς Ἕλληνας τὰς νέας βουλομένους διώκειν καὶ τὰς ἐν Ἑλλησπόντῳ γεφύρας λύειν. λιμῷ τέ οἱ ἡ στρατιὴ διαφθερέεται. [2] “καὶ αὐτὸς ἤδη πολλοῖσι παρεγενόμην καὶ πολλῷ πλέω ἀκήκοα τοιάδε γενέσθαι. καὶ τούτων . παντελέως ἀπελάσας τὸν βάρβαρον· ἅμα δὲ τῷ ἔαρι καταπλέωμεν ἐπὶ Ἑλλησπόντου καὶ Ἰωνίης”. [2] ὡς δὲ οὗτοί οἱ ἀνεγνωσμένοι ἦσαν. οἳ ἐφθόνησαν ἄνδρα ἕνα τῆς τε Ἀσίης καὶ τῆς Εὐρώπης βασιλεῦσαι ἐόντα ἀνόσιόν τε καὶ ἀτάσθαλον· ὃς τά τε ἱρὰ καὶ τὰ ἴδια ἐν ὁμοίῳ ἐποιέετο. ἀλλὰ θεοί τε καὶ ἥρωες. [3] ἐπεὶ Ἀνδρίους γε εἶναι γεωπείνας ἐς τὰ μέγιστα ἀνήκοντας. οἳ μὲν ταῦτα σημήναντες ἀπέπλεον ὀπίσω. ἀλλὰ προϊσχομένου Θεμιστοκλέος λόγον τόνδε. μεταβαλὼν πρὸς τοὺς Ἀθηναίους (οὗτοι γὰρ μάλιστα ἐκπεφευγότων περιημέκτεον. ἄνδρας ἐς ἀναγκαίην ἀπειληθέντας νενικημένους ἀναμάχεσθαί τε καὶ ἀναλαμβάνειν τὴν προτέρην κακότητα. οἱ δὲ Ἓλληνες. αἳ καὶ θεῶν χρηστῶν ἥκοιεν εὖ. ὡς δὲ ἔμαθε ὅτι οὐ πείσει τούς γε πολλοὺς πλέειν ἐς τὸν Ἑλλήσποντον ὁ Θεμιστοκλέης. καὶ θεοὺς δύο ἀχρήστους οὐκ ἐκλείπειν σφέων τὴν νῆσον ἀλλ᾽ αἰεὶ φιλοχωρέειν. ἐμπιπράς τε καὶ καταβάλλων τῶν θεῶν τὰ ἀγάλματα· ὃς καὶ τὴν θάλασσαν ἀπεμαστίγωσε πέδας τε κατῆκε. πενίην τε καὶ ἀμηχανίην. εἰ οἱ ἄλλοι μὴ βουλοίατο) ἔλεγέ σφι τάδε. στρατηγὸς μὲν Ἀθηναίων ἀνὴρ δὲ τῶν συμμάχων πάντων ἄριστος καὶ σοφώτατος. τὴν Ἄνδρον περικατέατο ἐξελεῖν ἐθέλοντες. καὶ τις οἰκίην τε ἀναπλασάσθω καὶ σπόρου ἀνακῶς ἐχέτω. ταύτης δὲ εἴχοντο τῆς γνώμης καὶ Πελοποννησίων τῶν ἄλλων οἱ στρατηγοί. ἵνα ἢν ἄρα τί μιν καταλαμβάνῃ πρὸς Ἀθηναίων πάθος ἔχῃ ἀποστροφήν· τά περ ὦν καὶ ἐγένετο.
ἄνδρας στρεπτοφόρους τε καὶ ψελιοφόρους. καὶ ἔπειτα ἅμα τῷ ἔαρι πειρᾶσθαι τῆς Πελοποννήσου. καὶ ἔλειπον οὐδέν· ταῦτα δ᾽ ἐποίεον ὑπὸ λιμοῦ. λέγων ὡς εἰ μὴ δώσουσι τὸ αἰτεόμενον. ὅτι σφέων τὸν βασιλέα ἀπέκτεινας ῥυόμενον τὴν Ἑλλάδα”. πέμπουσι δὴ κήρυκα τὴν ταχίστην Σπαρτιῆται. οἳ πυνθανόμενοι τήν τε Ἄνδρον ὡς πολιορκέοιτο διότι ἐμήδισε.τῶν θεῶν ἐπηβόλους ἐόντας Ἀνδρίους οὐ δώσειν χρήματα· οὐδέκοτε γὰρ τῆς ἑωυτῶν ἀδυναμίης τὴν Ἀθηναίων δύναμιν εἶναι κρέσσω. ὥστε σύμπαντας τριήκοντα μυριάδας γενέσθαι σὺν ἱππεῦσι. ἔδοξε γὰρ Μαρδονίῳ ἅμα μὲν προπέμψαι βασιλέα. εἰ δὲ δὴ τινὲς καὶ ἄλλοι ἔδοσαν νησιωτέων. δεικνὺς ἐς τοῦτον εἶπε “τοιγὰρ σφι Μαρδόνιος ὅδε δίκας δώσει τοιαύτας οἵας ἐκείνοισι πρέπει”. καὶ Θεμιστοκλέα ὡς εἴη ἐν αἴνῃ μεγίστῃ τῶν στρατηγῶν. ἵνα ἑκάστοτε . οἳ δὲ τὴν ποίην τὴν ἐκ τῆς γῆς ἀναφυομένην καὶ τῶν δενδρέων τὸν φλοιὸν περιλέποντες καὶ τὰ φύλλα καταδρέποντες κατήσθιον. οὗτοι μὲν δὴ ταῦτα ὑποκρινάμενοι καὶ οὐ δόντες τὰ χρήματα ἐπολιορκέοντο. [2] ὡς δὲ ἀπίκατο ἐς τὴν Θεσσαλίην. [3] ἐπιλαβὼν δὲ λοιμός τε τὸν στρατὸν καὶ δυσεντερίη κατ᾽ ὁδὸν ἔφθειρε. ἐλθὼν ἐς ὄψιν τὴν Ξέρξεω ἔλεγε τάδε. τοῖσι εἴδεά τε ὑπῆρχε διαλέγων καὶ εἰ τεοῖσι τι χρηστὸν συνῄδεε πεποιημένον· ἓν δὲ πλεῖστον ἔθνος Πέρσας αἱρέετο. ἐκ δὲ τῶν ἄλλων συμμάχων ἐξελέγετο κατ᾽ ὀλίγους. καὶ τὸν πεζὸν καὶ τὴν ἄλλην ἵππον. χρεώμενος τοῖσι καὶ πρὸς βασιλέα ἐχρήσατο. δοκέω δὲ τινὰς καὶ ἄλλους δοῦναι καὶ οὐ τούτους μούνους. ὃ μὲν δὴ δεξάμενος τὸ ῥηθὲν ἀπαλλάσσετο. [2] ὅκου δὲ πορευόμενοι γινοίατο καὶ κατ᾽ οὕστινας ἀνθρώπους. τοὺς δὲ καὶ νοσέοντας αὐτῶν κατέλειπε. ὁ δὲ γελάσας τε καὶ κατασχὼν πολλὸν χρόνον. ῥώμῃ δὲ ἥσσονες. καὶ ἀπικνέεται ἐς τὸν πόρον τῆς διαβάσιος ἐν πέντε καὶ τεσσεράκοντα ἡμέρῃσι. 115. [3] ταῦτα μὲν ἔθνεα ὅλα εἵλετο. χειμερίσαι τε ἄμεινον εἶναι ἐν Θεσσαλίῃ. δείσαντες ταῦτα ἔπεμπον χρήματα. [2] “ὦ βασιλεῦ Μήδων. μετὰ δὲ τῶν ἄλλων Περσέων τοὺς θωρηκοφόρους καὶ τὴν ἵππον τὴν χιλίην. Θεμιστοκλέης δὲ. Ξέρξην αἰτέειν δίκας τοῦ Λεωνίδεω φόνου καὶ τὸ διδόμενον ἐξ ἐκείνου δέκεσθαι. 112. ἐπάξει τὴν στρατιὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ πολιορκέων ἐξαιρήσει. 113. ἐπὶ δὲ Μήδους· οὗτοι δὲ τὸ πλῆθος μὲν οὐκ ἐλάσσονες ἦσαν τῶν Περσέων. ἀπάγων τῆς στρατιῆς οὐδὲν μέρος ὡς εἰπεῖν. Θεμιστοκλέης μέν νυν ἐξ Ἄνδρου ὁρμώμενος χρήματα παρὰ νησιωτέων ἐκτᾶτο λάθρῃ τῶν ἄλλων στρατηγῶν. καὶ Μήδους τε καὶ Σάκας καὶ Βακτρίους τε καὶ Ἰνδούς. τὸν τούτων καρπὸν ἁρπάζοντες ἐσιτέοντο· εἰ δὲ καρπὸν μηδένα εὕροιεν. ἐν δὲ τούτῳ τῷ χρόνῳ. Ξέρξης δὲ Μαρδόνιον ἐν Θεσσαλίῃ καταλιπὼν αὐτὸς ἐπορεύετο κατὰ τάχος ἐς τὸν Ἑλλήσποντον. ἅμα δὲ ἀνωρίη εἶναι τοῦ ἔτεος πολεμέειν. οὐκ ἔχω εἰπεῖν. 114. χρηστήριον ἐληλύθεε ἐκ Δελφῶν Λακεδαιμονίοισι. ὥς οἱ ἐτύγχανε παρεστεὼς Μαρδόνιος. ἐσπέμπων ἐς τὰς ἄλλας νήσους ἀπειλητηρίους λόγους αἴτεε χρήματα διὰ τῶν αὐτῶν ἀγγέλων. ὃς ἐπειδὴ κατέλαβε ἐοῦσαν ἔτι πᾶσαν τὴν στρατιὴν ἐν Θεσσαλίῃ. [2] λέγων ταῦτα συνέλεγε χρήματα μεγάλα παρὰ Καρυστίων τε καὶ Παρίων. πλὴν Ὑδάρνεος τοῦ στρατηγοῦ (οὗτος γὰρ οὐκ ἔφη λείψεσθαι βασιλέος). ὁμοίως τῶν τε ἡμέρωι καὶ τῶν ἀγρίων. ἐπιτάσσων τῇσι πόλισι. οἱ δ᾽ ἀμφὶ Ξέρξην ἐπισχόντες ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ναυμαχίην ἐξήλαυνον ἐς Βοιωτοὺς τὴν αὐτὴν ὁδόν. Λακεδαιμόνιοί τέ σε καὶ Ἡρακλεῖδαι οἱ ἀπὸ Σπάρτης αἰτέουσι φόνου δίκας. [3] καίτοι Καρυστίοισί γε οὐδὲν τούτου εἵνεκα τοῦ κακοῦ ὑπερβολὴ ἐγένετο· Πάριοι δὲ Θεμιστοκλέα χρήμασι ἱλασάμενοι διέφυγον τὸ στράτευμα. ἐν τῷ Μαρδόνιός τε τὴν στρατιὴν διέκρινε καὶ Ξέρξης ἦν περὶ Θεσσαλίην. ἐνθαῦτα Μαρδόνιος ἐξελέγετο πρώτους μὲν τοὺς Πέρσας πάντας τοὺς ἀθανάτους καλεομένους. οὐ γὰρ ἐπαύετο πλεονεκτέων.
ὡς καὶ πρότερόν μοι εἴρηται. ἀλλ᾽ οἴχετο ἄνω ἐς τὸ ὄρος τὴν ῾Ροδόπην. ὥστε ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ἐπεόντων συχνῶν Περσέων τῶν σὺν Ξέρξῃ κομιζομένων. ἐνθαῦτα ἐς δεῖμα πεσόντα τὸν βασιλέα εἰρέσθαι βώσαντα τὸν κυβερνήτην εἴ τις ἐστί σφι σωτηρίη. καὶ δὴ μᾶλλον γάρ τι χειμαίνεσθαι γεμούσης τῆς νεός. 116. . ἔνθα καὶ ὁ τῶν Βισαλτέων βασιλεὺς γῆς τε τῆς Κρηστωνικῆς Θρῆιξ ἔργον ὑπερφυὲς ἐργάσατο· ὃς οὔτε αὐτὸς ἔφη τῷ Ξέρξῃ ἑκὼν εἶναι δουλεύσειν. 118. οἱ δὲ Πέρσαι ὡς ἐκ τῆς Θρηίκης πορευόμενοι ἀπίκοντο ἐπὶ τὸν πόρον. εἰ μὴ τούτων ἀπαλλαγή τις γένηται τῶν πολλῶν ἐπιβατέων”. [4] τὸν μὲν ταῦτα λέγειν. ἀλλὰ δόντες οἱ Παίονες τοῖσι Θρήιξι ἀπαιτέοντος Ξέρξεω ἔφασαν νεμομένας ἁρπασθῆναι ὑπὸ τῶν ἄνω Θρηίκων τῶν περὶ τὰς πηγὰς τοῦ Στρυμόνος οἰκημένων. οἱ δὲ λοιποὶ ἅμα Ξέρξη ἀπικνέονται ἐς Σάρδις. ἀποταμεῖν τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. ὅτι δὲ Περσέων πολλοὺς ἀπώλεσε. [2] πλέοντα δέ μιν ἄνεμον Στρυμονίην ὑπολαβεῖν μέγαν καὶ κυματίην. τοὺς δὲ προσκυνέοντας ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν. [4] ἔνθα καὶ τὸ ἱρὸν ἅρμα καταλιπὼν τοῦ Διός. λέγοντες ἔμοιγε οὐδαμῶς πιστά. νῦν τις διαδεξάτω ὑμέων βασιλέος κηδόμενος· ἐν ὑμῖν γὰρ οἶκε εἶναι ἐμοὶ ἡ σωτηρίη”. μέγα δὲ καὶ τόδε μαρτύριον· φαίνεται γὰρ Ξέρξης ἐν τῇ ὀπίσω κομιδῇ ἀπικόμενος ἐς Ἄβδηρα καὶ ξεινίην τέ σφι συνθέμενος καὶ δωρησάμενος αὐτοὺς ἀκινάκῃ τε χρυσέῳ καὶ τιήρῃ χρυσοπάστῳ. τοὺς μὲν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος καταβιβάσαι ἐς κοίλην νέα ἐόντας Πέρσας καὶ Περσέων τοὺς πρώτους. ἐξώρυξε αὐτῶν ὁ πατὴρ τοὺς ὀφθαλμοὺς διὰ τὴν αἰτίην ταύτην. τὰ δὲ Ἄβδηρα ἵδρυται πρὸς τοῦ Ἑλλησπόντου μᾶλλον ἢ τοῦ Στρυμόνος καὶ τῆς Ἠιόνος. 120. καὶ Ξέρξην λέγεται ἀκούσαντα ταῦτα εἰπεῖν “ἄνδρες Πέρσαι. πρῶτον ἐλύσατο τὴν ζώνην φεύγων ἐξ Ἀθηνέων ὀπίσω. αὐτὸς δ᾽ ἐπὶ νεὸς Φοινίσσης ἐπιβὰς ἐκομίζετο ἐς τὴν Ἀσίην. ἐπειγόμενοι τὸν Ἑλλήσποντον τῇσι νηυσὶ διέβησαν ἐς Ἄβυδον· τὰς γὰρ σχεδίας οὐκ εὗρον ἔτι ἐντεταμένας ἀλλ᾽ ὑπὸ χειμῶνος διαλελυμένας. ὁδῷ χρεώμενος ἅμα τῷ ἄλλῳ στρατῷ ἀπενόστησε ἐς τὴν Ἀσίην. ὅθεν δή μιν φασὶ ἐπιβῆναι ἐπὶ τὴν νέα. ὡς ἐπειδὴ Ξέρξης ἀπελαύνων ἐξ Ἀθηνέων ἀπίκετο ἐπ᾽ Ἠιόνα τὴν ἐπὶ Στρυμόνι. [2] οἳ δὲ ἀλογήσαντες. οὐκ ἔστι οὐδεμία. ἔστι δὲ καὶ ἄλλος ὅδε λόγος λεγόμενος. καὶ ὡς αὐτοὶ λέγουσι Ἀβδηρῖται. μελεδαίνειν τε καὶ τρέφειν. τῶν δ᾽ ἐρετέων ἐόντων Φοινίκων ὅκως οὐκ ἂν ἴσον πλῆθος τοῖσι Πέρσῃσι ἐξέβαλε ἐς τὴν θάλασσαν. ἀλλὰ τὴν μὲν στρατιὴν Ὑδάρνεϊ ἐπιτράπει ἀπάγειν ἐς τὸν Ἑλλήσποντον. [3] καὶ τὸν εἶπαι “δέσποτα. 119. ὡς ἐν ἀδείῃ ἐών. ἀπιὼν οὐκ ἀπέλαβε. ἢ ἄλλως σφι θυμὸς ἐγένετο θεήσασθαι τὸν πόλεμον. ποιῆσαι τοιόνδε· ὅτι μὲν ἔσωσε βασιλέος τὴν ψυχήν.γίνοιτο ἐλαύνων. δωρήσασθαι χρυσέῃ στεφάνῃ τὸν κυβερνήτην. οὐδαμῶς ἔμοιγε πιστὸς οὔτε ἄλλως οὔτε τὸ Περσέων τοῦτο πάθος· εἰ γὰρ δὴ ταῦτα οὕτω εἰρέθη ἐκ τοῦ κυβερνήτεω πρὸς Ξέρξην. ἐν μυρίῃσι γνώμῃσι μίαν οὐκ ἔχω ἀντίξοον μὴ οὐκ ἂν ποιῆσαι βασιλέα τοιόνδε. ἐνθεῦτεν οὐκέτι ὁδοιπορίῃσι διεχρᾶτο. οὗτος δὲ ἄλλος λέγεται λόγος περὶ τοῦ Ξέρξεω νόστου. ἐστρατεύοντο ἅμα τῷ Πέρσῃ· ἐπεὶ δὲ ἀνεχώρησαν ἀσινέες πάντες ἓξ ἐόντες. καὶ οὐδένα τε κόσμον ἐμπιπλάμενοι καὶ ὕδατα μεταβάλλοντες ἀπέθνησκον τοῦ στρατοῦ τοῦ περιεόντος πολλοί. ἐν Θεσσαλίῃ τε τινὰς καὶ ἐν Σίρι τῆς Παιονίης καὶ ἐν Μακεδονίῃ. καὶ οὗτοι μὲν τοῦτον τὸν μισθὸν ἔλαβον. [2] ἐνθαῦτα δὲ κατεχόμενοι σιτία τε πλέω ἢ κατ᾽ ὁδὸν ἐλάγχανον. ὡς δὲ ἐκβῆναι τάχιστα ἐς γῆν τὸν Ξέρξην. ὅτε ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἤλαυνε. καὶ τὴν νέα ἐπικουφισθεῖσαν οὕτω δὴ ἀποσωθῆναι ἐς τὴν Ἀσίην. ἀλλ᾽ ὃ μέν. 117. τοῖσί τε παισὶ ἀπηγόρευε μὴ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα.
. τὴν ἐς Λακεδαίμονα ἄπιξιν προφέρων. [2] ὡς δὲ ὃ μὲν ἦν ἐν τῇ Ἀσίῃ. ἄλλως δὲ οὐ τῶν ἐπιφανέων ἀνδρῶν. [2] ὁ δέ. ὡς βασιλεὺς παρεξεληλάκεε καὶ ὁ ναυτικὸς τοῖσι Πέρσῃσι οἰχώκεε φεύγων ἐκ Σαλαμῖνος. αὐτὸς ἕκαστος δοκέων ἄριστος γενέσθαι. οὗτοι οἵ περ ἱππέες καλέονται. παρὰ Αἰγινητέων δὲ οὔ. ἐνθαῦτα πᾶς τις αὐτῶν ἑωυτῷ ἐτίθετο τὴν ψῆφον. οἳ ἐπὶ ἱστοῦ χαλκέου ἑστᾶσι τρεῖς ἐπὶ τῆς γωνίης. 124. ἐνθαῦτα Τιμόδημος Ἀφιδναῖος τῶν ἐχθρῶν μὲν τῶν Θεμιστοκλέος ἐών. τὴν μὲν ἐς Ἰσθμὸν ἀναθεῖναι. ταῦτα μέν νυν ἐς τοσοῦτο ἐγένετο. ἐκ τῶν ἐγένετο ἀνδριὰς ἔχων ἐν τῇ χειρὶ ἀκρωτήριον νεός. ὁ δὲ ὀπίσω πορευόμενος κατὰ τὴν Παλλήνην ἐγίνετο. Θεμιστοκλέης δὲ δευτερείοισι ὑπερεβάλλετο πολλόν. ἀριστήια μέν νυν ἔδοσαν . οἳ μὲν δὴ ἐμουνοῦντο. 125.121. αὐτίκα μετὰ ταῦτα ἐς Λακεδαίμονα ἀπίκετο θέλων τιμηθῆναι· καὶ μιν Λακεδαιμόνιοι καλῶς μὲν ὑπεδέξαντο. [2] ὡς δὲ ἀπικόμενοι οἱ στρατηγοὶ διένεμον τὰς ψήφους ἐπὶ τοῦ Ποσειδέωνος τῷ βωμῷ. Αἰγινῆται δὲ πυθόμενοι ἀνέθεσαν ἀστέρας χρυσέους. ἔχων ἓξ μυριάδας στρατοῦ τοῦ Μαρδόνιος ἐξελέξατο. μέχρι οὔρων τῶν Τεγεητικῶν. ἀλλὰ ἀπαίτεε αὐτοὺς τὰ ἀριστήια τῆς ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχίης. σοφίης δὲ καὶ δεξιότητος Θεμιστοκλέι καὶ τούτῳ στέφανον ἐλαίης· ἐδωρήσαντό τέ μιν ὄχῳ τῷ ἐν Σπάρτῃ καλλιστεύσαντι. μετὰ δὲ τὴν διαίρεσιν τῆς ληίης ἔπλεον οἱ Ἕλληνες ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἀριστήια δώσοντες τῷ ἀξιωτάτῳ γενομένῳ Ἑλλήνων ἀνὰ τὸν πόλεμον τοῦτον. 126. πρῶτα μέν νυν τοῖσι θεοῖσι ἐξεῖλον ἀκροθίνια ἄλλα τε καὶ τριήρεας τρεῖς Φοινίσσας. ἀλλ᾽ ἀποπλεόντων ἑκάστων ἐς τὴν ἑωυτῶν ἀκρίτων. [3] οἱ γὰρ Ποτιδαιῆται. . τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον κρίνοντες ἐκ πάντων. τὴν δὲ ἐπὶ Σούνιον. ἀλλ᾽ οὐ δι᾽ ἑωυτόν. ὅμως Θεμιστοκλέης ἐβώσθη τε καὶ ἐδοξώθη εἶναι ἀνὴρ πολλὸν Ἑλλήνων σοφώτατος ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἀρτάβαζος δὲ ὁ Φαρνάκεος ἀνὴρ ἐν Πέρσῃσι λόγιμος καὶ πρόσθε ἐών. ἐπείτε οὐκ ἐπαύετο λέγων ταῦτα ὁ Τιμόδημος. οὐκ ἐδικαίου ἐντυχὼν ἀπεστεῶσι Ποτιδαιήτῃσι μὴ οὐκ ἐξανδραποδίσασθαι σφέας. οὔτ᾽ ἂν σὺ. ὤνθρωπε. [3] αἰνέσαντες δὲ πολλά. [2] ὅτι δὲ νικῶν οὐκ ἐτιμήθη πρὸς τῶν ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχησάντων. οἱ δὲ Ἕλληνες ἐπείτε οὐκ οἷοί τε ἐγίνοντο ἐξελεῖν τὴν Ἄνδρον. οὐ βουλομένων δὲ ταῦτα κρίνειν τῶν Ἑλλήνων φθόνῳ. φθόνῳ καταμαργέων ἐνείκεε τὸν Θεμιστοκλέα. ἐὼν Ἀθηναῖος”. μοῦνον δὴ τοῦτον πάντων ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Σπαρτιῆται προέπεμψαν. ἐκ δὲ τῶν Πλαταιικῶν καὶ μᾶλλον ἔτι γενόμενος. ἐκ τοῦ φανεροῦ ἀπέστασαν ἀπὸ τῶν βαρβάρων· ὣς δὲ καὶ οἱ ἄλλοι οἱ τὴν Παλλήνην ἔχοντες. πέμψαντες δὲ ἀκροθίνια οἱ Ἕλληνες ἐς Δελφοὺς ἐπειρώτων τὸν θεὸν κοινῇ εἰ λελάβηκε πλήρεα καὶ ἀρεστὰ τὰ ἀκροθίνια. [2] μετὰ δὲ τοῦτο διεδάσαντο τὴν ληίην καὶ τὰ ἀκροθίνια ἀπέπεμψαν ἐς Δελφούς. ἐὼν μέγαθος δυώδεκα πηχέων· ἕστηκε δὲ οὗτος τῇ περ ὁ Μακεδὼν Ἀλέξανδρος ὁ χρύσεος. ἅτε Μαρδονίου τε χειμερίζοντος περὶ Θεσσαλίην τε καὶ Μακεδονίην καὶ οὐδέν κω κατεπείγοντος ἥκειν ἐς τὸ ἄλλο στρατόπεδον. προέπεμπε βασιλέα μέχρι τοῦ πόρου. Εὐρυβιάδῃ ἐλαίης στέφανον. εἶπε “οὕτω ἔχει τοι· οὔτ᾽ ἂν ἐγὼ ἐὼν Βελβινίτης ἐτιμήθην οὕτω πρὸς Σπαρτιητέων. προέπεμψαν ἀπιόντα τριηκόσιοι Σπαρτιητέων λογάδες. τὴν δὲ τῷ Αἴαντι αὐτοῦ ἐς Σαλαμῖνα. δεύτερα δὲ οἱ πολλοὶ συνεξέπιπτον Θεμιστοκλέα κρίνοντες. ἥ περ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἦν. 123. μεγάλως δὲ ἐτίμησαν. ὡς διὰ τὰς Ἀθήνας ἔχοι τὰ γέρεα τὰ παρὰ Λακεδαιμονίων. τραπόμενοι ἐς Κάρυστον καὶ δηιώσαντες αὐτῶν τὴν χώρην ἀπαλλάσσοντο ἐς Σαλαμῖνα. ὁ δὲ παρ᾽ Ἑλλήνων μὲν τῶν ἄλλων ἔφησε ἔχειν. ὡς δὲ ἐκ τῆς Λακεδαίμονος ἀπίκετο ἐς τὰς Ἀθήνας. ἀγχοτάτω τοῦ Κροίσου κρητῆρος. 122.
ὑποπτεύσας δὲ καὶ τοὺς Ὀλυνθίους ἀπίστασθαι ἀπὸ βασιλέος. ἐχειμέριζε ἐν Κύμῃ. ὁ δὲ ναυτικὸς ὁ Ξέρξεω περιγενόμενος ὡς προσέμιξε τῇ Ἀσίῃ φεύγων ἐκ Σαλαμῖνος καὶ βασιλέα τε καὶ τὴν στρατιὴν ἐκ Χερσονήσου διεπόρθμευσε ἐς Ἄβυδον. οὗτοι μὲν οἱ προπέμψαντες βασιλέα οὕτω ἔπρηξαν. ἔτι δὲ τρεῖς ὑπόλοιποι ἦσαν. οἳ αὐτίκα τὸ τόξευμα λαβόντες ὡς ἔμαθον τὸ βυβλίον. τὰς διελθόντας χρῆν εἶναι ἔσω ἐν τῇ Παλλήνῃ. τὴν δὲ πόλιν παραδιδοῖ Κριτοβούλῳ Τορωναίῳ ἐπιτροπεύειν καὶ τῷ Χαλκιδικῷ γένεϊ. ἰδόντες δὲ οἱ βάρβαροι τέναγος γενόμενον παρήισαν ἐς τὴν Παλλήνην. οὐδ᾽ ἐπηνάγκαζε οὐδείς. ἐνθαῦτα δὴ Ἀρτάβαζος ἐπολιόρκεε τὴν Ποτίδαιαν. πολλάκις γινομένη. ἔφερον ἐπὶ τοὺς στρατηγούς· παρῆν δὲ καὶ τῶν ἄλλων Παλληναίων συμμαχίν. κατὰ μέν νυν τὴν θάλασσαν ἑσσωμένοι ἦσαν τῷ θυμῷ. νέας ἔχοντες σὺν τῇσι Ἰάσι τριηκοσίας. ἅτε δὲ μεγάλως πληγέντες. τέλος μέντοι τοιάδε ἐγίνετο· ὅκως βυβλίον γράψειε ἢ Τιμόξεινος ἐθέλων παρὰ Ἀρτάβαζον πέμψαι ἢ Ἀρτάβαζος παρὰ Τιμόξεινον. γίνεται ἄμπωτις τῆς θαλάσσης μεγάλη καὶ χρόνον ἐπὶ πολλόν. οὐ προήισαν ἀνωτέρω τὸ πρὸς ἑσπέρης. κατέσφαξε ἐξαγαγὼν ἐς λίμνην. ὃ μὲν δὴ τοιούτῳ τρόπῳ ἐπάιστος ἐγεγόνεε· Ἀρταβάζῳ δὲ ἐπειδὴ πολιορκέοντι ἐγεγόνεσαν τρεῖς μῆνες. ὅντινα μὲν τρόπον ἀρχήν. σταθμεύμενοι ὅτι σφέας οὐκ ἐπεδίωξαν φεύγοντας ἐκ Σαλαμῖνος ἀλλ᾽ ἄσμενοι ἀπαλλάσσοντο. πεζῇ δὲ ἐδόκεον πολλῷ κρατήσειν τὸν Μαρδόνιον. [2] ἐπάιστος δὲ ἐγένετο ὁ Τιμόξεινος προδιδοὺς τὴν Ποτίδαιαν· τοξεύων γὰρ ὁ Ἀρτάβαζος ἐς τὸ συγκείμενον. οἱ μὲν δὴ νέειν αὐτῶν οὐκ ἐπιστάμενοι διεφθείροντο. [2] ὡς δὲ τὰς δύο μὲν μοίρας διοδοιπορήκεσαν. ἀλλ᾽ ἐν τῇ Σάμῳ κατήμενοι ἐφύλασσον τὴν Ἰωνίην μὴ ἀποστῇ. καὶ ταύτην ἐπολιόρκεε· εἶχον δὲ αὐτὴν Βοττιαῖοι ἐκ τοῦ Θερμαίου κόλπου ἐξαναστάντες ὑπὸ Μακεδόνων. τοξεύματος παρὰ τὰς γλυφίδας περιειλίξαντες καὶ πτερώσαντες τὸ βυβλίον ἐτόξευον ἐς συγκείμενον χωρίον. [4] ἐόντες δὲ ἐν Σάμῳ ἅμα μὲν ἐβουλεύοντο εἴ τι δυναίατο κακὸν τοὺς πολεμίους ποιέειν. 128.127. ἐπεὶ δὲ σφέας εἷλε πολιορκέων. τὸν δὲ βληθέντα περιέδραμε ὅμιλος. ἁμαρτὼν τοῦ χωρίου τούτου βάλλει ἀνδρὸς Ποτιδαιήτεω τὸν ὦμον. . [3] οὐ μὲν οὐδὲ προσεδέκοντο τοὺς Ἕλληνας ἐλεύσεσθαι ἐς τὴν Ἰωνίην ἀλλ᾽ ἀποχρήσειν σφι τὴν ἑωυτῶν φυλάσσειν. 129. ὡς οἱ ἐπιχώριοι λέγουσι. καὶ οὕτω Ὄλυνθον Χαλκιδέες ἔσχον. ἅμα δὲ καὶ ὠτακούστεον ὅκῃ πεσέεται τὰ Μαρδονίου πρήγματα. ἔαρος δὲ ἐπιλάμψαντος πρώιος συνελέγετο ἐς Σάμον· αἳ δὲ τῶν νεῶν καὶ ἐχειμέρισαν αὐτοῦ· Περσέων δὲ καὶ Μήδων οἱ πλεῦνες ἐπεβάτευον. ὅτι τοῦ Ποσειδέωνος ἐς τὸν νηὸν καὶ τὸ ἄγαλμα τὸ ἐν τῷ προαστείῳ ἠσέβησαν οὗτοι τῶν Περσέων οἵ περ καὶ διεφθάρησαν ὑπὸ τῆς θαλάσσης· αἴτιον δὲ τοῦτο λέγοντες εὖ λέγειν ἔμοιγε δοκέουσι. τοὺς δὲ ἐπισταμένους οἱ Ποτιδαιῆται ἐπιπλώσαντες πλοίοισι ἀπώλεσαν. [3] αἴτιον δὲ λέγουσι Ποτιδαιῆται τῆς τε ῥηχίης καὶ τῆς πλημμυρίδος καὶ τοῦ Περσικοῦ πάθεος γενέσθαι τόδε. μὴ νομιζοίατο εἶναι Σκιωναῖοι ἐς τὸν μετέπειτα χρόνον αἰεὶ προδόται. ἔγωγε οὐκ ἔχω εἰπεῖν [οὐ γὰρ ὦν λέγεται). [2] στρατηγοὶ δέ σφι ἐπῆλθον Μαρδόντης τε ὁ Βαγαίου καὶ Ἀρταΰντης ὁ Ἀρταχαίεω· συνῆρχε δὲ τούτοισι καὶ ἀδελφιδέος αὐτοῦ Ἀρταΰντεω προσελομένου Ἰθαμίτρης. ἐπῆλθε πλημμυρὶς τῆς θαλάσσης μεγάλη. ὅση οὐδαμά κω. οἷα φιλέει γίνεσθαι ἐν πολέμῳ. 130. τοὺς δὲ περιγενομένους ἀπῆγε Ἀρτάβαζος ἐς Θεσσαλίην παρὰ Μαρδόνιον. [3] τοῖσι δὲ στρατηγοῖσι ἐπιλεξαμένοισι τὸ βυβλίον καὶ μαθοῦσι τὸν αἴτιον τῆς προδοσίης ἔδοξε μὴ καταπλῆξαι Τιμόξεινον προδοσίῃ τῆς Σκιωναίων πόλιος εἵνεκα. ἐξελὼν δὲ ταύτην ὁ Ἀρτάβαζος τῇ Ποτιδαίῃ ἐντεταμένως προσεῖχε· προσέχοντι δέ οἱ προθύμως συντίθεται προδοσίην Τιμόξεινος ὁ τῶν Σκιωναίων στρατηγός.
οὗτος ὁ Μῦς ἔς τε Λεβάδειαν φαίνεται ἀπικόμενος καὶ μισθῷ πείσας τῶν ἐπιχωρίων ἄνδρα καταβῆναι παρὰ Τροφώνιον. [2] Θηβαίων δὲ οὐδενὶ ἔξεστι μαντεύεσθαι αὐτόθι διὰ τόδε· ἐκέλευσε σφέας ὁ Ἀμφιάρεως διὰ χρηστηρίων ποιεύμενος ὁκότερα βούλονται ἑλέσθαι τούτων. ἐὼν τῆς ἑτέρης οἰκίης τῶν βασιλέων. ἕπεσθαι δέ οἱ τῶν ἀστῶν αἱρετοὺς ἄνδρας τρεῖς ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ὡς ἀπογραψομένους τὰ θεσπιέειν ἔμελλε. ὁ δὲ ναυτικὸς ἀπίκετο ἐς Αἴγιναν. τοῦτο δὲ τὸ ἱρὸν καλέεται μὲν Πτῷον. [2] καὶ τοὺς μὲν ἑπομένους τῶν Θηβαίων ἐν θώματι ἔχεσθαι ἀκούοντας βαρβάρου γλώσσης ἀντὶ Ἑλλάδος. ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενος ἔπεμπε κατὰ τὰ χρηστήρια ἄνδρα Εὐρωπέα γένος.131. τοὺς δὲ Ἕλληνας. τῷ οὔνομα ἦν Μῦς. οἳ καὶ ἐς Σπάρτην ὀλίγῳ πρότερον τούτων ἀπικόμενοι ἐδέοντο Λακεδαιμονίων ἐλευθεροῦν τὴν Ἰωνίην· [2] τῶν καὶ Ἡρόδοτος ὁ Βασιληίδεω ἦν· οἳ στασιῶται σφίσι γενόμενοι ἐπεβούλευον θάνατον Στράττι τῷ Χίου τυράννῳ. οὐδὲ ἔχειν ὅ τι χρήσωνται τῷ παρεόντι πρήγματι· τὸν δὲ Εὐρωπέα Μῦν . καὶ ἐς Ἄβας τὰς Φωκέων ἀπικόμενος ἐπὶ τὸ χρηστήριον· καὶ δὴ καὶ ἐς Θήβας πρῶτα ὡς ἀπίκετο. [3] τὸ γὰρ προσωτέρω πᾶν δεινὸν ἦν τοῖσι Ἕλλησι οὔτε τῶν χώρων ἐοῦσι ἐμπείροισι. ἐόντες ἀρχὴν ἑπτά· ἐπιβουλεύοντες δὲ ὡς φανεροὶ ἐγένοντο. οὐκ ἔχω φράσαι· οὐ γὰρ ὦν λέγεται· δοκέω δ᾽ ἔγωγε περὶ τῶν παρεόντων πρηγμάτων καὶ οὐκ ἄλλων πέρι πέμψαι. στρατιῆς τε πάντα πλέα ἐδόκεε εἶναι. καὶ ἐς τοῦ Πτῴου Ἀπόλλωνος τὸ τέμενος. 134. Ἀθηναίων δὲ ἐστρατήγεε Ξάνθιππος ὁ Ἀρίφρονος. [3] οὗτοι πάντες. ὅ τι μὲν βουλόμενος ἐκμαθεῖν πρὸς τῶν χρηστηρίων ταῦτα ἐνετέλλετο. συνέπιπτε δὲ τοιοῦτο ὥστε τοὺς μὲν βαρβάρους τὸ πρὸς ἑσπέρης ἀνωτέρω Σάμου μὴ τολμᾶν καταπλῶσαι καταρρωδηκότας. ὁ μὲν δὴ πεζὸς οὔκω συνελέγετο. 133. τοὺς δὲ Ἕλληνας τό τε ἔαρ γινόμενον ἤγειρε καὶ Μαρδόνιος ἐν Θεσσαλίῃ ἐών. ἀπίκοντο Ἰώνων ἄγγελοι ἐς τὸ στρατόπεδον τῶν Ἑλλήνων. τῶν οἷά τε ἦν σφι ἀποπειρήσασθαι. τοῦ ἑτέρου ἀπεχομένους· οἳ δὲ σύμμαχόν μιν εἵλοντο εἶναι. καὶ πρόκατε τὸν πρόμαντιν βαρβάρῳ γλώσσῃ χρᾶν. τῶν Ἑλλήνων δεόμενοι καταπλῶσαι ἐς τὴν Ἰωνίην· οἳ προήγαγον αὐτοὺς μόγις μέχρι Δήλου. τὸ πρὸς τὴν ἠῶ κατωτέρω Δήλου· οὕτω δέος τὸ μέσον ἐφύλασσε σφέων. διὰ τοῦτο μὲν οὐκ ἔξεστι Θηβαίων οὐδενὶ αὐτόθι ἐγκατακοιμηθῆναι. Μαρδόνιος δὲ περὶ τὴν Θεσσαλίην ἐχείμαζε. τότε δὲ θῶμά μοι μέγιστον γενέσθαι λέγεται ὑπὸ Θηβαίων· ἐλθεῖν ἄρα τὸν Εὐρωπέα Μῦν. νέες ἀριθμὸν δέκα καὶ ἑκατόν. περιστρωφώμενον πάντα τὰ χρηστήρια. ἔστι δὲ Θηβαίων. ἐντειλάμενος πανταχῇ μιν χρησόμενον ἐλθεῖν. ὡς δὲ παρεγένοντο ἐς τὴν Αἴγιναν πᾶσαι αἱ νέες. 132. οἱ ἄλλοι βασιλέες ἐγένοντο Σπάρτης. κεῖται δὲ ὑπὲρ τῆς Κωπαΐδος λίμνης πρὸς ὄρεϊ ἀγχοτάτω Ἀκραιφίης πόλιος. 135. χρηιζόντων Χίων. ἐξενείκαντος τὴν ἐπιχείρησιν ἑνὸς τῶν μετεχόντων. ἑωυτῷ ἢ ἅτε μάντι χρᾶσθαι ἢ ἅτε συμμάχῳ. τὴν δὲ Σάμον ἐπιστέατο δόξῃ καὶ Ἡρακλέας στήλας ἴσον ἀπέχειν. οὕτω δὴ οἱ λοιποὶ ἓξ ἐόντες ὑπεξέσχον ἐκ τῆς Χίου καὶ ἐς Σπάρτην τε ἀπίκοντο καὶ δὴ καὶ τότε ἐς τὴν Αἴγιναν. [2] στρατηγὸς δὲ καὶ ναύαρχος ἦν Λευτυχίδης ὁ Μενάρεος τοῦ Ἡγησίλεω τοῦ Ἱπποκρατίδεω τοῦ Λευτυχίδεω τοῦ Ἀναξίλεω τοῦ Ἀρχιδήμου τοῦ Ἀναξανδρίδεω τοῦ Θεοπόμπου τοῦ Νικάνδρου τοῦ Χαρίλεω τοῦ Εὐνόμου τοῦ Πολυδέκτεω τοῦ Πρυτάνιος τοῦ Εὐρυφῶντος τοῦ Προκλέος τοῦ Ἀριστοδήμου τοῦ Ἀριστομάχου τοῦ Κλεοδαίου τοῦ Ὕλλου τοῦ Ἡρακλέος. τοῦτο μὲν τῷ Ἰσμηνίῳ Ἀπόλλωνι ἐχρήσατο· ἔστι δὲ κατά περ ἐν Ὀλυμπίῃ ἱροῖσι αὐτόθι χρηστηριάζεσθαι· τοῦτο δὲ ξεῖνον τινὰ καὶ οὐ Θηβαῖον χρήμασι πείσας κατεκοίμησε ἐς Ἀμφιάρεω. οἱ μὲν δὴ Ἕλληνες ἔπλεον ἐς τὴν Δῆλον. [2] ἐς τοῦτο τὸ ἱρὸν ἐπείτε παρελθεῖν τὸν καλεόμενον τοῦτον Μῦν. πλὴν τῶν ἑπτὰ τῶν μετὰ Λευτυχίδεα πρώτων καταλεχθέντων.
οἳ μὲν δὴ ἀπήισαν. Μαρδόνιος δὲ ἐπιλεξάμενος ὅ τι δὴ λέγοντα ἦν τὰ χρηστήρια μετὰ ταῦτα ἔπεμψε ἄγγελον ἐς Ἀθήνας Ἀλέξανδρον τὸν Ἀμύντεω ἄνδρα Μακεδόνα. ἔχων τὸ οὔνομα τοῦ μητροπάτορος. ὁ δὲ βοῦς. ὡς λέγεται ὑπὸ Μακεδόνων. ἐν τοῖσι φύεται αὐτόματα ῥόδα. ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενοι.ἐξαρπάσαντα παρ᾽ αὐτῶν τὴν ἐφέροντο δέλτον. φάναι δὲ Καρίῃ μιν γλώσσῃ χρᾶν. λεών τε πολλὸν ἄρα ἀκούων εἶναι καὶ ἄλκιμον. δέξας τὸν ἥλιον. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριοὺς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί. ὑπὲρ δὲ τῶν κήπων ὄρος κεῖται Βέρμιον οὔνομα. τῷ δὴ ἐκ βασιλέος τῆς Φρυγίης ἐδόθη Ἀλάβανδα πόλις μεγάλη νέμεσθαι· ἅμα δὲ ὁ Μαρδόνιος πυθόμενος ὅτι πρόξεινός τε εἴη καὶ εὐεργέτης ὁ Ἀλέξανδρος ἔπεμπε· [2] τοὺς γὰρ Ἀθηναίους οὕτω ἐδόκεε μάλιστα προσκτήσεσθαι. ἐνθαῦτα ὁ βασιλεὺς τοῦ μισθοῦ πέρι ἀκούσας. ἐπεὶ δὲ αἰεὶ τὠυτὸ τοῦτο ἐγίνετο. τῷ δὲ βασιλέι σημαίνει τις τῶν παρέδρων οἷόν τι χρῆμα ποιήσειε ὁ παῖς καὶ ὡς σὺν νόῳ κείνων ὁ νεώτατος λάβοι τὰ διδόμενα. ὁ ἄρτος τοῦ παιδὸς τοῦ θητὸς Περδίκκεω διπλήσιος ἐγίνετο αὐτὸς ἑωυτοῦ. οὐ μοῦνον ὁ δῆμος· [3] ὅκως δὲ ὀπτῴη. Ἀμύντεω δὲ θυγατέρα. ἦν γὰρ κατὰ τὴν καπνοδόκην ἐς τὸν οἶκον ἐσέχων ὁ ἥλιος. Βουβάρης ἀνὴρ Πέρσης ἔσχε. συγγραψάμενον δὲ οἴχεσθαι ἀπιόντα ἐς Θεσσαλίην. ἄβατον ὑπὸ χειμῶνος. καλέσας δὲ τοὺς θῆτας προηγόρευέ σφι ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ γῆς τῆς ἑωυτοῦ. [5] ὁ μὲν δὴ Γαυάνης τε καὶ ὁ Ἀέροπος οἱ πρεσβύτεροι ἕστασαν ἐκπεπληγμένοι. τάχα δ᾽ ἂν καὶ τὰ χρηστήρια ταῦτά οἱ προλέγοι. ἐκ δὲ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τὴν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. 138. κατεστρέφοντο καὶ τὴν ἄλλην Μακεδονίην. μέγας οὕτω ἐρρύη ὥστε τοὺς ἱππέας μὴ οἵους τε γενέσθαι διαβῆναι. εἶπε πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν ἑωυτῆς· τὸν δὲ ἀκούσαντα ἐσῆλθε αὐτίκα ὡς εἴη τέρας καὶ φέροι μέγα τι. ἅμα μὲν ὅτι οἱ προσκηδέες οἱ Πέρσαι ἦσαν· Ἀλεξάνδρου γὰρ ἀδελφεὴν Γυγαίην. [3] ἐν τούτοισι καὶ ὁ Σιληνὸς τοῖσι κήποισι ἥλω. ἐπείτε διέβησαν οἱ Τημενίδαι. εἴπας τάδε “δεκόμεθα ὦ βασιλεῦ τὰ διδοῖς”. ὀδμῇ τε ὑπερφέροντα τῶν ἄλλων. εἶπε θεοβλαβὴς γενόμενος “μισθὸν δὲ ὑμῖν ἐγὼ ὑμέων ἄξιον τόνδε ἀποδίδωμι”. [3] τούτων δὲ προσγενομένων κατήλπιζε εὐπετέως τῆς θαλάσσης κρατήσειν. [2] ἐνθαῦτα δὲ ἐθήτευον ἐπὶ μισθῷ παρὰ τῷ βασιλέι. ἡ δὲ γυνὴ τοῦ βασιλέος αὐτὴ τὰ σιτία σφι ἔπεσσε· ἦσαν γὰρ τὸ πάλαι καὶ αἱ τυραννίδες τῶν ἀνθρώπων ἀσθενέες χρήμασι. οἳ δὲ ἀπικόμενοι ἐς ἄλλην γῆν τῆς Μακεδονίης οἴκησαν πέλας τῶν κήπων τῶν λεγομένων εἶναι Μίδεω τοῦ Γορδίεω. ὃ μὲν ἵππους νέμων. τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ προφήτεω γράφειν ἐς αὐτήν. περιγράψας δέ. 136. συμβουλεύοντα σύμμαχον τὸν Ἀθηναῖον ποιέεσθαι· τοῖσι δὴ πειθόμενος ἔπεμπε. ἐτύγχανε γὰρ ἔχων μάχαιραν. τοῦ δὲ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστὶ ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τὴν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ὁ δὲ ταῦτα ἀκούσας καὶ ὀξυνθεὶς πέμπει ἐπ᾽ αὐτοὺς ἱππέας ἀπολέοντας. ἐς τὸν κόλπον τρὶς ἀρυσάμενος τοῦ ἡλίου. Γαυάνης τε καὶ Ἀέροπος καὶ Περδίκκης. ὡς ταύτην ἔσχον. ὁ δὲ νεώτατος αὐτῶν Περδίκκης τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων. τῷ θύουσι οἱ τούτων τῶν ἀνδρῶν ἀπ᾽ Ἄργεος ἀπόγονοι σωτῆρι· [2] οὗτος. ἐκ τῆς οἱ ἐγεγόνεε Ἀμύντης ὁ ἐν τῇ Ἀσίῃ. οὕτω τε ἐλογίζετο κατύπερθέ οἱ τὰ πρήγματα ἔσεσθαι τῶν Ἑλληνικῶν. [4] οἳ δὲ τὸν μισθὸν ἔφασαν δίκαιοι εἶναι ἀπολαβόντες οὕτω ἐξιέναι. ποταμὸς δὲ ἐστὶ ἐν τῇ χώρῃ ταύτῃ. πεζῇ τε ἐδόκεε πολλῷ εἶναι κρέσσων. περιγράφει τῇ μαχαίρῃ ἐς τὸ ἔδαφος τοῦ οἴκου τὸν ἥλιον. 137. ὡς ἤκουσαν ταῦτα· ὁ δὲ παῖς. ἓν ἕκαστον ἔχον ἑξήκοντα φύλλα. ἀπαλλάσσετο αὐτός τε καὶ οἱ μετ᾽ ἐκείνου. τά τε κατὰ τὴν θάλασσαν συντυχόντα σφι παθήματα κατεργασαμένους μάλιστα Ἀθηναίους ἐπίστατο. . τά περ ἂν καὶ ἦν.
ἢν μὴ τὸ ὑμέτερον αἴτιον γένηται. οὐκ ἄν κοτε ἐς ὑμέας ἦλθον ἔχων λόγους τούσδε· καὶ γὰρ δύναμις ὑπὲρ ἄνθρωπον ἡ βασιλέος ἐστὶ καὶ χεὶρ ὑπερμήκης. ἐνδεικνύμενοι τοῖσι Λακεδαιμονίοισι τὴν ἑωυτῶν γνώμην. ὡς δὲ ἐπαύσατο λέγων Ἀλέξανδρος. Μαρδόνιος μὲν ταῦτα ὦ Ἀθηναῖοι ἐνετείλατό μοι εἰπεῖν πρὸς ὑμέας· ἐγὼ δὲ περὶ μὲν εὐνοίης τῆς πρὸς ὑμέας ἐούσης ἐξ ἐμεῦ οὐδὲν λέξω. εἴδετε μὲν γὰρ τῆς Ξέρξεω στρατηλασίης τὸ πλῆθος καὶ τὰ ἔργα. ἢν δὴ βούλωνταί γε ἐμοὶ ὁμολογέειν. τούτων δὲ ἀπιγμένων ἀναγκαίως ἔχει μοι ποιέειν ταῦτα. [2] νῦν τε ὧδε Μαρδόνιε ποίεε· τοῦτο μὲν τὴν γῆν σφι ἀπόδος. βασιλέος ταύτῃ ὁρμημένου. Μαρδόνιος τάδε λέγει. ἄλλη παρέσται πολλαπλησίη. τοῦ δὲ Φίλιππος. εὖ ἐπιστάμενοι ὅτι ἔμελλον Λακεδαιμόνιοι πεύσεσθαι ἥκοντα παρὰ τοῦ βαρβάρου ἄγγελον ἐπ᾽ ὁμολογίῃ. ἀπὸ τούτου δὴ τοῦ Περδίκκεω Ἀλέξανδρος ὧδε ἐγένετο· Ἀμύντεω παῖς ἦν Ἀλέξανδρος.139. οὔτε γὰρ ἂν ὑπερβάλοισθε οὔτε οἷοί τε ἐστὲ ἀντέχειν τὸν πάντα χρόνον. τοῦ δὲ Περδίκκης ὁ κτησάμενος τὴν ἀρχήν. [4] μὴ ὦν βούλεσθε παρισούμενοι βασιλέι στέρεσθαι μὲν τῆς χώρης. Ἀλέξανδρος μὲν ταῦτα ἔλεξε. νῦν δὲ φέρει καὶ ἐς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα· [3] ἄλλως τε τούτων ἁπάντων αἰτίους γενέσθαι δουλοσύνης τοῖσι Ἕλλησι Ἀθηναίους οὐδαμῶς . μεγάλα προτεινόντων ἐπ᾽ οἷσι ὁμολογέειν ἐθέλουσι. διαδεξάμενοι ἔλεγον οἱ ἀπὸ Σπάρτης ἄγγελοι “ἡμέας δὲ ἔπεμψαν Λακεδαιμόνιοι δεησομένους ὑμέων μήτε νεώτερον ποιέειν μηδὲν κατὰ τὴν Ἑλλάδα μήτε λόγους ἐνδέκεσθαι παρὰ τοῦ βαρβάρου. Ἀμύντης δὲ Ἀλκέτεω. τοῦ περ ὑμῖν οὐδεμία ἐλπὶς εἴ περ εὖ φρονέετε. ἡμῖν ὁμαιχμίην συνθέμενοι ἄνευ τε δόλου καὶ ἀπάτης. 142. “ἄνδρες Ἀθηναῖοι. ἐόντες αὐτόνομοι· ἱρά τε πάντα σφι. κάρτα τε ἔδεισαν μὴ ὁμολογήσωσι τῷ Πέρσῃ Ἀθηναῖοι. ἀναμνησθέντες τῶν λογίων ὥς σφεας χρεόν ἐστι ἅμα τοῖσι ἄλλοισι Δωριεῦσι ἐκπίπτειν ἐκ Πελοποννήσου ὑπὸ Μήδων τε καὶ Ἀθηναίων. ὅσα ἐγὼ ἐνέπρησα”. θέειν δὲ αἰεὶ περὶ ὑμέων αὐτῶν. καὶ περὶ τῆς ὑμετέρης ἀρχῆθεν ὁ ἀγὼν ἐγένετο. προσχρηίζω δὲ ὑμέων πείθεσθαι Μαρδονίῳ. [3] ἢν ὦν μὴ αὐτίκα ὁμολογήσητε. [2] καὶ δὴ συνέπιπτε ὥστε ὁμοῦ σφεων γίνεσθαι τὴν κατάστασιν· ἐπανέμειναν γὰρ οἱ Ἀθηναῖοι διατρίβοντες. πυθόμενοί τε πέμψειν κατὰ τάχος ἀγγέλους. αὐτίκα τέ σφι ἔδοξε πέμπειν ἀγγέλους. ἐξαίρετον μεταίχμιόν τε τὴν γῆν ἐκτημένων. πυνθάνεσθε δὲ καὶ τὴν νῦν παρ᾽ ἐμοὶ ἐοῦσαν δύναμιν· ὥστε καὶ ἢν ἡμέας ὑπερβάλησθε καὶ νικήσητε. Ἀλκέτεω δὲ πατὴρ ἦν Ἀέροπος. τοῦτο δὲ ἄλλην πρὸς ταύτῃ ἑλέσθων αὐτοί. εἰ βασιλεύς γε ὁ μέγας μούνοισι ὑμῖν Ἑλλήνων τὰς ἁμαρτάδας ἀπιεὶς ἐθέλει φίλος γενέσθαι”. ὑμῖν δὲ δὴ καὶ διὰ πάντων ἥκιστα πολλῶν εἵνεκα. νῦν τί μαίνεσθε πόλεμον βασιλέι ἀειρόμενοι. ἀλλὰ καταλύσασθε· παρέχει δὲ ὑμῖν κάλλιστα καταλύσασθαι. οὐ γὰρ ἂν νῦν πρῶτον ἐκμάθοιτε. ἐπίτηδες ὦν ἐποίευν. [2] ἐνορῶ γὰρ ὑμῖν οὐκ οἵοισί τε ἐσομένοισι τὸν πάντα χρόνον πολεμέειν Ξέρξῃ· εἰ γὰρ ἐνώρων τοῦτο ἐν ὑμῖν. ἔστε ἐλεύθεροι. ἥντινα ἂν ἐθέλωσι. ἠγείρατε γὰρ τόνδε τὸν πόλεμον ὑμεῖς οὐδὲν ἡμέων βουλομένων. Φιλίππου δὲ Ἀργαῖος. 141. ἀνόρθωσον. [3] λέγω δὲ ὑμῖν τάδε. 140B. ἔλεγε τάδε. [2] οὔτε γὰρ δίκαιον οὐδαμῶς οὔτε κόσμον φέρον οὔτε γε ἄλλοισι Ἑλλήνων οὐδαμοῖσι. 140A ἐγεγόνεε μὲν δὴ ὧδε ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Ἀμύντεω· ὡς δὲ ἀπίκετο ἐς τὰς Ἀθήνας ἀποπεμφθεὶς ὑπὸ Μαρδονίου. δειμαίνω ὑπὲρ ὑμέων ἐν τρίβῳ τε μάλιστα οἰκημένων τῶν συμμάχων πάντων αἰεί τε φθειρομένων μούνων. [4] ἀλλὰ πείθεσθε· πολλοῦ γὰρ ὑμῖν ἄξια ταῦτα. Ἀθηναίοισι τὰς ἁμαρτάδας τὰς ἐς ἐμὲ ἐξ ἐκείνων γενομένας πάσας μετίημι. Λακεδαιμόνιοι δὲ πυθόμενοι ἥκειν Ἀλέξανδρον ἐς Ἀθήνας ἐς ὁμολογίην ἄξοντα τῷ βαρβάρῳ Ἀθηναίους. ἐμοὶ ἀγγελίη ἥκει παρὰ βασιλέος λέγουσα οὕτω”.
[2] νῦν τε ἀπάγγελλε Μαρδονίῳ ὡς Ἀθηναῖοι λέγουσι. κάρτα ἀνθρωπήιον ἦν· ἀτὰρ αἰσχρῶς γε οἴκατε ἐξεπιστάμενοι τὸ Ἀθηναίων φρόνημα ἀρρωδῆσαι. [2] πολλά τε γὰρ καὶ μεγάλα ἐστι τὰ διακωλύοντα ταῦτα μὴ ποιέειν μηδ᾽ ἢν ἐθέλωμεν. πρὸς δὲ τοὺς ἀπὸ Σπάρτης ἀγγέλους τάδε. ἀλλ᾽ ἐπειδὰν τάχιστα πύθηται τὴν ἀγγελίην ὅτι οὐδὲν ποιήσομεν τῶν ἐκεῖνος ἡμέων προσεδέετο. Ἡροδότου Μοῦσαι Ἱστοριῶν ἐνάτη ἐπιγραφομένη Καλλιόπη . 144. οὐκ ἑκὰς χρόνου παρέσται ὁ βάρβαρος ἐσβαλὼν ἐς τὴν ἡμετέρην. Ἀθηναῖοι δὲ πρὸς μὲν Ἀλέξανδρον ὑπεκρίναντο τάδε. [5] ὡς γὰρ ἡμεῖς εἰκάζομεν. ὅτι προείδετε ἡμέων οἰκοφθορημένων οὕτω ὥστε ἐπιθρέψαι ἐθέλειν ἡμέων τοὺς οἰκέτας. λεήνας τὸν Μαρδονίου λόγον. νῦν δέ. μηδαμὰ ὁμολογήσοντας ἡμέας Ξέρξῃ. ταῦτα ἔλεξαν οἱ ἄγγελοι. εἴ περ εὖ τυγχάνετε φρονέοντες. τῶν ἐκεῖνος οὐδεμίαν ὄπιν ἔχων ἐνέπρησε τούς τε οἴκους καὶ τὰ ἀγάλματα. ὥστε οὐδὲν δέει τοῦτό γε ὀνειδίζειν. ἡμεῖς μέντοι λιπαρήσομεν οὕτω ὅκως ἂν ἔχωμεν. [4] καὶ ὑμῖν μὲν ἡ χάρις ἐκπεπλήρωται. ἔστ᾽ ἂν καὶ εἷς περιῇ Ἀθηναίων. οἳ μὲν ταῦτα ὑποκριναμένων Ἀθηναίων ἀπαλλάσσοντο ἐς Σπάρτην. “τὸ μὲν δεῖσαι Λακεδαιμονίους μὴ ὁμολογήσωμεν τῷ βαρβάρῳ.ἀνασχετόν. ἔστ᾽ ἂν ὁ ἥλιος τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἴῃ τῇ περ καὶ νῦν ἔρχεται. ἔστ᾽ ἂν ὁ πόλεμος ὅδε συνεστήκῃ. εἰ μὴ πρότερον ἐτυγχάνετε ἐπιστάμενοι. μηδὲ δοκέων χρηστὰ ὑπουργέειν ἀθέμιστα ἔρδειν παραίνεε· οὐ γάρ σε βουλόμεθα οὐδὲν ἄχαρι πρὸς Ἀθηναίων παθεῖν ἐόντα πρόξεινόν τε καὶ φίλον”. ἡμέας καιρός ἐστι προβοηθῆσαι ἐς τὴν Βοιωτίην”. οἵτινες αἰεὶ καὶ τὸ πάλαι φαίνεσθε πολλοὺς ἐλευθερώσαντες ἀνθρώπων. μήκοτε ὁμολογήσειν ἡμέας Ξέρξῃ· ἀλλὰ θεοῖσί τε συμμάχοισι πίσυνοί μιν ἐπέξιμεν ἀμυνόμενοι καὶ τοῖσι ἥρωσι. πρῶτα μὲν καὶ μέγιστα τῶν θεῶν τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ οἰκήματα ἐμπεπρησμένα τε καὶ συγκεχωσμένα. πιεζευμένοισι μέντοι ὑμῖν συναχθόμεθα. [3] σύ τε τοῦ λοιποῦ λόγους ἔχων τοιούσδε μὴ ἐπιφαίνεο Ἀθηναίοισι. τὰ ἡμεῖς δεξάμενοι ἐθέλοιμεν ἂν μηδίσαντες καταδουλῶσαι τὴν Ἑλλάδα. τοῖσι ἡμέας ἀναγκαίως ἔχει τιμωρέειν ἐς τὰ μέγιστα μᾶλλον ἤ περ ὁμολογέειν τῷ ταῦτα ἐργασαμένῳ. μηδὲ ὑμέας Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδὼν ἀναγνώσῃ. ἐπισταμένοισι ὡς βαρβάροισι ἐστὶ οὔτε πιστὸν οὔτε ἀληθὲς οὐδέν”. ἀλλ᾽ ὅμως ἐλευθερίης γλιχόμενοι ἀμυνεύμεθα οὕτω ὅκως ἂν καὶ δυνώμεθα. καὶ ὅτι καρπῶν ἐστερήθητε διξῶν ἤδη καὶ ὅτι οἰκοφθόρησθε χρόνον ἤδη πολλόν. [4] ἀντὶ τούτων δὲ ὑμῖν Λακεδαιμόνιοί τε καὶ οἱ σύμμαχοι ἐπαγγέλλονται γυναῖκάς τε καὶ τὰ ἐς πόλεμον ἄχρηστα οἰκετέων ἐχόμενα πάντα ἐπιθρέψειν. πρὸς μὲν Ἀλέξανδρον ταῦτα ὑπεκρίναντο. ὅτι οὔτε χρυσός ἐστι γῆς οὐδαμόθι τοσοῦτος οὔτε χώρη κάλλεϊ καὶ ἀρετῇ μέγα ὑπερφέρουσα. τῶν προδότας γενέσθαι Ἀθηναίους οὐκ ἂν εὖ ἔχοι. ὡς οὕτω ἐχόντων. ὑμέων μέντοι ἀγάμεθα τὴν προνοίην τὴν πρὸς ἡμέας ἐοῦσαν. [5] τούτῳ μὲν γὰρ ταῦτα ποιητέα ἐστί· τύραννος γὰρ ἐὼν τυράννῳ συγκατεργάζεται· ὑμῖν δὲ οὐ ποιητέα. [3] ἐπίστασθέ τε οὕτω. 143. αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα. οὐδὲν λυπέοντες ὑμέας. ὁμολογῆσαι δὲ τῷ βαρβάρῳ μήτε σὺ ἡμέας πειρῶ ἀναπείθειν οὔτε ἡμεῖς πεισόμεθα. πρὶν ὦν παρεῖναι ἐκεῖνον ἐς τὴν Ἀττικήν. “καὶ αὐτοὶ τοῦτό γε ἐπιστάμεθα ὅτι πολλαπλησίη ἐστὶ τῷ Μήδῳ δύναμις ἤ περ ἡμῖν. στρατιὴν ὡς τάχιστα ἐκπέμπετε.
[2] ταῦτα δὲ τὸ δεύτερον ἀπέστελλε προέχων μὲν τῶν Ἀθηναίων οὐ φιλίας γνώμας. [2] ὃ μὲν δὴ ταύτην τὴν γνώμην ἀπεφαίνετο. “ἕξεις ἀπόνως πάντα τὰ ἐκείνων ἰσχυρὰ βουλεύματα· [3] πέμπε χρήματα ἐς τοὺς δυναστεύοντας ἄνδρας ἐν τῇσι πόλισι. πυνθάνονται τὸ γινόμενον αἱ γυναῖκες τῶν Ἀθηναίων. ἀλλ᾽ αὐτοῦ ἱζόμενον ποιέειν ὅκως ἀμαχητὶ τὴν πᾶσαν Ἑλλάδα καταστρέψεται. [2] κατὰ μὲν γὰρ τὸ ἰσχυρὸν Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας. πέμπων δὲ τὴν Ἑλλάδα διαστήσεις· ἐνθεῦτεν δὲ τοὺς μὴ τὰ σὰ φρονέοντας ῥηιδίως μετὰ τῶν στασιωτέων καταστρέψεαι„. ἐξενεῖκαι ἐς τὸν δῆμον. τούτους παρελάμβανε. διακελευσαμένη δὲ γυνὴ γυναικὶ καὶ παραλαβοῦσα ἐπὶ τὴν Λυκίδεω οἰκίην ἤισαν αὐτοκελέες. οὕτω δὴ ὑπεξεκομίσαντό τε πάντα καὶ αὐτοὶ διέβησαν ἐς Σαλαμῖνα. πέμπει ἐς Σαλαμῖνα Μουρυχίδην ἄνδρα Ἑλλησπόντιον φέροντα τοὺς αὐτοὺς λόγους τοὺς καὶ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδὼν τοῖσι Ἀθηναίοισι διεπόρθμευσε. Μαρδόνιος δέ. ὅκου δὲ ἑκάστοτε γίνοιτο. τὸν δὲ Ἑλλησπόντιον Μουρυχίδην ἀπέπεμψαν ἀσινέα. τοῖσι δὲ Θεσσαλίης ἡγεομένοισι οὔτε τὰ πρὸ τοῦ πεπρηγμένα μετέμελε οὐδὲν πολλῷ τε μᾶλλον ἐπῆγον τὸν Πέρσην. εἴτε δὴ δεδεγμένος χρήματα παρὰ Μαρδονίου. οἵ περ καὶ πάρος ταὐτὰ ἐγίνωσκον. ἀλλά οἱ δεινὸς ἐνέστακτο ἵμερος τὰς Ἀθήνας δεύτερα ἑλεῖν. Godley. [3] γενομένου δὲ θορύβου ἐν τῇ Σαλαμῖνι περὶ τὸν Λυκίδην. καὶ συμπροέπεμψέ τε Θώρηξ ὁ Ληρισαῖος Ξέρξην φεύγοντα καὶ τότε ἐκ τοῦ φανεροῦ παρῆκε Μαρδόνιον ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. ἡ δὲ βασιλέος αἵρεσις ἐς τὴν ὑστέρην τὴν Μαρδονίου ἐπιστρατηίην δεκάμηνος ἐγένετο.(ed. χαλεπὰ εἶναι περιγίνεσθαι καὶ ἅπασι ἀνθρώποισι· “εἰ δὲ ποιήσεις τὰ ἡμεῖς παραινέομεν„. οἳ μὲν ταῦτα συνεβούλευον. ὥς οἱ ἀπονοστήσας Ἀλέξανδρος τὰ παρὰ Ἀθηναίων ἐσήμηνε. περιστάντες Λυκίδην κατέλευσαν βάλλοντες. ἕως μὲν προσεδέκοντο ἐκ τῆς Πελοποννήσου στρατὸν ἥξειν τιμωρήσοντά σφι. ἐπεὶ δὲ ἐν Ἀθήνῃσι ἐγένετο ὁ Μαρδόνιος. ὡς δοριαλώτου ἐούσης τῆς Ἀττικῆς χώρης καὶ ἐούσης ὑπ᾽ ἑωυτῷ. καὶ κατὰ μὲν ἔλευσαν αὐτοῦ τὴν γυναῖκα κατὰ δὲ τὰ τέκνα. ἅμα δὲ ὑπομνήσοντας ὅσα σφι ὑπέσχετο ὁ . ὁ δὲ ἀπικόμενος ἐπὶ τὴν βουλὴν ἔλεγε τὰ παρὰ Μαρδονίου. ἀλλ᾽ ἔν τε Σαλαμῖνι τοὺς πλείστους ἐπυνθάνετο εἶναι ἔν τε τῇσι νηυσί. τῶν δὲ βουλευτέων Λυκίδης εἶπε γνώμην ὡς ἐδόκεε ἄμεινον εἶναι δεξαμένους τὸν λόγον. ὁ δὲ ἐπιὼν καὶ δὴ ἐν τῇ Βοιωτίῃ ἐλέγετο εἶναι. αἱρέει τε ἔρημον τὸ ἄστυ. 4. ἅμα δὲ πυρσοῖσι διὰ νήσων ἐδόκεε βασιλέι δηλώσειν ἐόντι ἐν Σάρδισι ὅτι ἔχοι Ἀθήνας· [2] ὃς οὐδὲ τότε ἀπικόμενος ἐς τὴν Ἀττικὴν εὗρε τοὺς Ἀθηναίους. τόν σφι Μουρυχίδης προφέρει. ἐπεὶ δὲ πορευόμενος γίνεται ὁ στρατὸς ἐν Βοιωτοῖσι. D. ὁ δὲ οὐκ ἐπείθετο. ἐλπίζων δὲ σφέας ὑπήσειν τῆς ἀγνωμοσύνης. ἐς Λακεδαίμονά τε ἔπεμπον ἀγγέλους ἅμα μὲν μεμψομένους τοῖσι Λακεδαιμονίοισι ὅτι περιεῖδον ἐμβαλόντα τὸν βάρβαρον ἐς τὴν Ἀττικὴν ἀλλ᾽ οὐ μετὰ σφέων ἠντίασαν ἐς τὴν Βοιωτίην. 6. ἅμα μὲν ὑπ᾽ ἀγνωμοσύνης. Cambridge 1920) 1. ὁρμηθεὶς ἐκ Θεσσαλίης ἦγε τὴν στρατιὴν σπουδῇ ἐπὶ τὰς Ἀθήνας. οὐδὲ ἔων ἰέναι ἑκαστέρω. οἱ Θηβαῖοι κατελάμβανον τὸν Μαρδόνιον καὶ συνεβούλευον αὐτῷ λέγοντες ὡς οὐκ εἴη χῶρος ἐπιτηδεότερος ἐνστρατοπεδεύεσθαι ἐκείνου. οἳ δὲ ἔμενον ἐν τῇ Ἀττικῇ· ἐπεὶ δὲ οἳ μὲν μακρότερα καὶ σχολαίτερα ἐποίεον. ἔφασαν λέγοντες. 3. A. ἐς δὲ τὴν Σαλαμῖνα διέβησαν οἱ Ἀθηναῖοι ὧδε. 5. τούτων μὲν εἵνεκα ἀπέπεμψε Μουρυχίδην ἐς Σαλαμῖνα. 2. εἴτε καὶ ταῦτά οἱ ἑάνδανε· Ἀθηναῖοι δὲ αὐτίκα δεινὸν ποιησάμενοι οἵ τε ἐκ τῆς βουλῆς καὶ οἱ ἔξωθεν ὡς ἐπύθοντο.
[2] ἐγίνετο μὲν ἡ ἡγεμονίη Πλειστάρχου τοῦ Λεωνίδεω· ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἦν ἔτι παῖς. μεγάλαι κλισιάδες ἀναπεπτέαται ἐς τὴν Πελοπόννησον τῷ Πέρσῃ. δυνάμενος ἐν Λακεδαίμονι μέγιστον ξείνων. περὶ πλείστου δ᾽ ἦγον τὰ τοῦ θεοῦ πορσύνειν· ἅμα δὲ τὸ τεῖχός σφι. πρίν τι ἄλλο Ἀθηναίοισι δόξαι σφάλμα φέρον τῇ Ἑλλάδι„. 7A. καὶ διότι τεῖχος ὑμῖν διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐλαυνόμενον ἐν τέλεϊ ἐστί. τῶν ἐφόρων ἐπύθετο πάντα λόγον τὸν δὴ οἱ Ἀθηναῖοι ἔλεγον· ἀκούσας δὲ ὁ Χίλεος ἔλεγε ἄρα σφι τάδε. 10. οὐδ᾽ ἔχω εἰπεῖν τὸ αἴτιον διότι ἀπικομένου μὲν Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος ἐς Ἀθήνας σπουδὴν μεγάλην ἐποιήσαντο μὴ μηδίσαι Ἀθηναίους. τῇ δὲ ὑστεραίῃ ἐς τὴν ἑτέρην· τοῦτο καὶ ἐπὶ δέκα ἡμέρας ἐποίεον. ἀνεβάλλοντο ἐς τὴν ὑστεραίην ὑποκρίνασθαι. ἐπιστάμενοί τε ὅτι κερδαλεώτερον ἐστὶ ὁμολογέειν τῷ Πέρσῃ μᾶλλον ἤ περ πολεμέειν· οὐ μὲν οὐδὲ ὁμολογήσομεν ἑκόντες εἶναι. Παυσανίῃ τῷ Κλεομβρότου ἐπιτάξαντες ἐξάγειν. [2] ἡμεῖς δὲ Δία τε Ἑλλήνιον αἰδεσθέντες καὶ τὴν Ἑλλάδα δεινὸν ποιεύμενοι προδοῦναι οὐ καταινέσαμεν ἀλλ᾽ ἀπειπάμεθα. καὶ τὸ μὲν ἀπ᾽ ἡμέων οὕτω ἀκίβδηλον νέμεται ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας· 7B. ὡς καὶ αὐτοί τινα ἀλεωρὴν εὑρήσονται. καὶ δὴ λόγον οὐδένα τῶν Ἀθηναίων ποιέεσθε. καίπερ τείχεος διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐληλαμένου καρτεροῦ. [2] ἐς μέν νυν τὸ παρεὸν Ἀθηναῖοι ὑμῖν μηνίουσι· οὐ γὰρ ἐποιήσατε ἐπιτηδέως. ὁ δὲ τούτου ἐπίτροπός τε καὶ ἀνεψιός. ἀλλ᾽ ἐσακούσατε. [2] “οὕτω ἔχει. ἐξ ἡμέρης ἐς ἡμέρην ἀναβαλλόμενοι. ἐθέλει δὲ καὶ ἄλλην χώρην πρὸς τῇ ἡμετέρῃ διδόναι. 7. ἔλεγον τάδε ἐπελθόντες ἐπὶ τοὺς ἐφόρους. ἅμα ἀγόμενοι ἔκ τε Μεγάρων ἀγγέλους καὶ ἐκ Πλαταιέων. [2] καί σφι ἦν πρὸς τέλεϊ. ἐπείτε ἐξεμάθετε τὸ ἡμέτερον φρόνημα σαφέως. τὸ ἐν τῷ Ἰσθμῷ ἐτείχεον. καὶ ἤδη ἐπάλξις ἐλάμβανε. τέλος δὲ τῆς τε ὑποκρίσιος καὶ ἐξόδου τῶν Σπαρτιητέων ἐγένετο τρόπος τοιόσδε. νυκτὸς ἔτι ἐκπέμπουσι πεντακισχιλίους Σπαρτιητέων καὶ ἑπτὰ περὶ ἕκαστον τάξαντες τῶν εἱλώτων. ὡς δὲ ἄρα ἤκουσαν οἱ ἔφοροι ταῦτα. τῇ προτεραίῃ τῆς ὑστάτης καταστάσιος μελλούσης ἔσεσθαι Χίλεος ἀνὴρ Τεγεήτης. Κλεόμβροτος γὰρ ὁ Παυσανίεω μὲν πατὴρ . ὑμεῖς δὲ ἐς πᾶσαν ἀρρωδίην τότε ἀπικόμενοι μὴ ὁμολογήσωμεν τῷ Πέρσῃ. καίπερ ἀδικεόμενοι ὑπ᾽ Ἑλλήνων καὶ καταπροδιδόμενοι. ἄνδρες ἔφοροι· Ἀθηναίων ἡμῖν ἐόντων μὴ ἀρθμίων τῷ δὲ βαρβάρῳ συμμάχων. προεῖπαί τε ὅτι εἰ μὴ ἀμυνεῦσι Ἀθηναίοισι. οὔκω ἀπετετείχιστο. ἄλλο γε ἢ ὅτι ὁ Ἰσθμός σφι ἐτετείχιστο καὶ ἐδόκεον Ἀθηναίων ἔτι δεῖσθαι οὐδέν· ὅτε δὲ Ἀλέξανδρος ἀπίκετο ἐς τὴν Ἀττικήν. ὅτι οὐδαμὰ προδώσομεν τὴν Ἑλλάδα. τότε δὲ ὤρην ἐποιήσαντο οὐδεμίαν. ὡς δὲ ἀπίκοντο ἐς τὴν Λακεδαίμονα οἱ ἄγγελοι οἱ ἀπ᾽ Ἀθηνέων. τοῦτο δὲ συμμάχους ἐθέλει ἐπ᾽ ἴσῃ τε καὶ ὁμοίῃ ποιήσασθαι ἄνευ τε δόλου καὶ ἀπάτης. τὴν ἂν αὐτοὶ ἑλώμεθα. τῆς γε ἡμετέρης ἐπιτηδεότατον ἐστὶ μαχέσασθαι τὸ Θριάσιον πεδίον„. νῦν δὲ ὅτι τάχος στρατιὴν ἅμα ἡμῖν ἐκέλευσαν ὑμέας ἐκπέμπειν. ἐν δὲ τούτῳ τῷ χρόνῳ τὸν Ἰσθμὸν ἐτείχεον σπουδὴν ἔχοντες πολλὴν πάντες Πελοποννήσιοι. περιείδετέ τε προεσβαλόντα ἐς τὴν Ἀττικὴν τὸν βάρβαρον. ὃ μέν σφι ταῦτα συνεβούλευε· οἳ δὲ φρενὶ λαβόντες τὸν λόγον αὐτίκα. 8.Πέρσης μεταβαλοῦσι δώσειν. ὡς ἂν τὸν βάρβαρον δεκώμεθα ἐν τῇ Ἀττικῇ· ἐπειδὴ γὰρ ἡμάρτομεν τῆς Βοιωτίης. φράσαντες οὐδὲν τοῖσι ἀγγέλοισι τοῖσι ἀπιγμένοισι ἀπὸ τῶν πολίων. “ἔπεμψαν ἡμέας Ἀθηναῖοι λέγοντες ὅτι ἡμῖν βασιλεὺς ὁ Μήδων τοῦτο μὲν τὴν χώρην ἀποδιδοῖ. οἱ γὰρ δὴ Λακεδαιμόνιοι ὅρταζόν τε τοῦτον τὸν χρόνον καί σφι ἦν Ὑακίνθια. ἐργάζοντο δὲ μεγάλως καταρρωδηκότες τοὺς Πέρσας. 9. συνθέμενοί τε ἡμῖν τὸν Πέρσην ἀντιώσεσθαι ἐς τὴν Βοιωτίην προδεδώκατε.
ἐπειρόμενοι δὲ ἐξέμαθον πᾶν τὸ ἐόν. ὡς ἤκουσε ταῦτα. 12. Λακεδαιμονίων χιλίους· πυθόμενος δὲ ταῦτα ἐβουλεύετο θέλων εἴ κως τούτους πρῶτον ἕλοι. συστρατευσόμεθα ἐπ᾽ ἣν ἂν ἐκεῖνοι ἐξηγέωνται. Μαρδόνιος μὲν δὴ ὑπεξεχώρεε. [3] ἀπῆγε δὲ τὴν στρατιὴν ὁ Κλεόμβροτος ἐκ τοῦ Ἰσθμοῦ διὰ τόδε· θυομένῳ οἱ ἐπὶ τῷ Πέρσῃ ὁ ἥλιος ἀμαυρώθη ἐν τῷ οὐρανῷ. ἔπεμψάν με Ἀργεῖοι φράσοντά τοι ὅτι ἐκ Λακεδαίμονος ἐξελήλυθε ἡ νεότης. ξείνους γὰρ ἐκάλεον τοὺς βαρβάρους. ἀλλ᾽ ἀπαγαγὼν ἐκ τοῦ Ἰσθμοῦ τὴν στρατιὴν τὴν τὸ τεῖχος δείμασαν μετὰ ταῦτα οὐ πολλὸν χρόνον τινὰ βιοὺς ἀπέθανε. ἐνθαῦτα δὲ τῶν Θηβαίων καίπερ μηδιζόντων ἔκειρε τοὺς χώρους. καταπροδόντες τοὺς συμμάχους· Ἀθηναῖοι δὲ ὡς ἀδικεόμενοι ὑπὸ ὑμέων χήτεΐ τε συμμάχων καταλύσονται τῷ Πέρσῃ οὕτω ὅκως ἄν δύνωνται· [2] καταλυσάμενοι δέ. θέλων εἰδέναι τὸ παρ᾽ Ἀθηναίων. πυθόμενος πάντα λόγον. προσαιρέεται δὲ ἑωυτῷ Παυσανίης Εὐρυάνακτα τὸν Δωριέος. ἐλπίζων διὰ παντὸς τοῦ χρόνου ὁμολογήσειν σφέας· [2] ἐπεὶ δὲ οὐκ ἔπειθε. εἴ τε νικῷτο συμβαλών. ἐνθεῦτεν δὲ ἐς Τάναγραν· [2] ἐν Τανάγρῃ δὲ νύκτα ἐναυλισάμενος. “Μαρδόνιε. ἐβουλεύετο ὦν ἐπαναχωρήσας ἐς τὰς Θήβας συμβαλεῖν πρὸς πόλι τε φιλίῃ καὶ χώρῃ ἱππασίμῳ. ἤδη δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἐόντι αὐτῷ ἦλθε ἀγγελίη πρόδρομον ἄλλην στρατιὴν ἥκειν ἐς Μέγαρα. ὁκοῖόν τι ποιήσουσι. ὡς ἡμέρη ἐγεγόνεε. καὶ τραπόμενος τῇ ὑστεραίῃ ἐς Σκῶλον ἐν γῇ τῇ Θηβαίων ἦν. ἐς ταύτην δὴ ἑκαστάτω τῆς Εὐρώπης τὸ πρὸς ἡλίου δύνοντος ἡ Περσικὴ αὕτη στρατιὴ ἀπίκετο. πρὶν ἢ τοὺς μετὰ Παυσανίεω ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἐσβαλεῖν. καὶ οὔτε ἐπήμαινε οὔτε ἐσίνετο γῆν τὴν Ἀττικήν. πρὸς ταῦτα τύγχανε εὖ βουλευόμενος„. 15. ὃ μὲν δὴ εἴπας ταῦτα ἀπαλλάσσετο ὀπίσω. ὅτι οὔτε ἱππασίμη ἡ χώρη ἦν ἡ Ἀττική. πέμπουσι κήρυκα τῶν ἡμεροδρόμων ἀνευρόντες τὸν ἄριστον ἐς τὴν Ἀττικήν. οὐδὲν εἰδότες περὶ τῆς ἐξόδου ἐπῆλθον ἐπὶ τοὺς ἐφόρους. οὕτω δὴ ὀπίσω ἐπορεύετο διὰ Δεκελέης· οἱ γὰρ βοιωτάρχαι μετεπέμψαντο τοὺς προσχώρους τῶν Ἀσωπίων. ὥστε ὀλίγους σφέας ἀνθρώπους ἴσχειν.Ἀναξανδρίδεω δὲ παῖς οὐκέτι περιῆν. πρὶν μέν νυν ἢ πυθέσθαι ἀνεκώχευε. ὑποστρέψας δὲ τὴν στρατιὴν ἦγε ἐπὶ τὰ Μέγαρα· ἡ δὲ ἵππος προελθοῦσα κατιππάσατο χώρην τὴν Μεγαρίδα. 14. ὥστε ἐν θώματι γενόμενοι ἐπορεύοντο τὴν ταχίστην διώκοντες· σὺν δέ σφι τῶν περιοίκων Λακεδαιμονίων λογάδες πεντακισχίλιοι ὁπλῖται τὠυτὸ τοῦτο ἐποίεον. οἳ μὲν δὴ ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἠπείγοντο· Ἀργεῖοι δὲ ἐπείτε τάχιστα ἐπύθοντο τοὺς μετὰ Παυσανίεω ἐξεληλυθότας ἐκ Σπάρτης. μετὰ δὲ ταῦτα Μαρδονίῳ ἦλθε ἀγγελίη ὡς ἁλέες εἴησαν οἱ Ἕλληνες ἐν τῷ Ἰσθμῷ. καὶ ὡς οὐ δυνατοὶ αὐτὴν ἔχειν εἰσὶ Ἀργεῖοι μὴ οὐκ ἐξιέναι. ἀπάλλαξις οὐκ ἦν ὅτι μὴ κατὰ στεινόν. οὗτοι δὲ αὐτῷ τὴν ὁδὸν ἡγέοντο ἐς Σφενδαλέας. ἐν νόῳ δὴ ἔχοντες ἀπαλλάσσεσθαι καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τὴν ἑωυτοῦ ἕκαστος· ἐπελθόντες δὲ ἔλεγον τάδε. 13. ἄνδρα οἰκίης ἐόντα τῆς αὐτῆς. οἱ ἔφοροι εἶπαν ἐπ᾽ ὅρκου καὶ δὴ δοκέειν εἶναι ἐν Ὀρεσθείῳ στείχοντας ἐπὶ τοὺς ξείνους. Μαρδόνιος δὲ οὐδαμῶς ἔτι πρόθυμος ἦν μένειν ἐν τῇ Ἀττικῇ. δῆλα γὰρ ὅτι σύμμαχοι βασιλέος γινόμεθα. 11. πρότερον αὐτοὶ Μαρδονίῳ ὑποδεξάμενοι σχήσειν τὸν Σπαρτιήτην μὴ ἐξιέναι· [2] ὃς ἐπείτε ἀπίκετο ἐς τὰς Ἀθήνας ἔλεγε τάδε. ὦ Λακεδαιμόνιοι αὐτοῦ τῇδε μένοντες Ὑακίνθιά τε ἄγετε καὶ παίζετε. “ὑμεῖς μὲν. οἳ μὲν δὴ σὺν Παυσανίῃ ἐξεληλύθεσαν ἔξω Σπάρτης· οἱ δὲ ἄγγελοι. ταῦτα λεγόντων τῶν ἀγγέλων. [3] ἐξήλαυνε δὲ τῶνδε εἵνεκεν. ὑπεξεχώρεε ἐμπρήσας τε τὰς Ἀθήνας. οὔτι κατὰ ἔχθος αὐτῶν ἀλλ᾽ . [3] οἳ δὲ ὡς οὐκ εἰδότες ἐπειρώτων τὸ λεγόμενον. καὶ εἴ κού τι ὀρθὸν ἦν τῶν τειχέων ἢ τῶν οἰκημάτων ἢ τῶν ἱρῶν. πάντα καταβαλὼν καὶ συγχώσας. ὑμεῖς δὲ τὸ ἐνθεῦτεν μαθήσεσθε ὁκοῖον ἄν τι ὑμῖν ἐξ αὐτοῦ ἐκβαίνῃ„.
τάδε δὲ ἤδη τὰ ἐπίλοιπα ἤκουον Θερσάνδρου ἀνδρὸς μὲν Ὀρχομενίου.ὑπ᾽ ἀναγκαίης μεγάλης ἐχόμενος ἔρυμά τε τῷ στρατῷ ποιήσασθαι. διαβεβλημένους ὑπὸ Θεσσαλῶν. ὡς αὐτὸς αὐτίκα λέγοι ταῦτα πρὸς ἀνθρώπους πρότερον ἢ γενέσθαι ἐν Πλαταιῇσι τὴν μάχην. [3] ἐπεὶ δὲ ἐποίησαν ταῦτα. [3] παρῆκε δὲ αὐτοῦ τὸ στρατόπεδον ἀρξάμενον ἀπὸ Ἐρυθρέων παρὰ Ὑσιάς. μοῦνοι δὲ Φωκέες οὐ συνεσέβαλον (ἐμήδιζον γὰρ δὴ σφόδρα καὶ οὗτοι) οὐκ ἑκόντες ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀναγκαίης. καὶ ἢν συμβαλόντι οἱ μὴ ἐκβαίνῃ ὁκοῖόν τι ἐθέλοι. πέμψας ὁ Μαρδόνιος ἱππέας ἐκέλευσε σφέας ἐπ᾽ ἑωυτῶν ἐν τῷ πεδίῳ ἵζεσθαι. κατέτεινε δὲ ἐς τὴν Πλαταιίδα γῆν. αὐτίκα παρῆν ἵππος ἡ ἅπασα. ὃ μὲν ταῦτα παραίνεε· οἱ δὲ ἱππέες ἐπεί σφεας ἐκυκλώσαντο. οὐ μέντοι τό γε τεῖχος τοσοῦτο ἐποιέετο. διεξῆλθε δὲ δι᾽ αὐτῶν Φωκέων τὠυτὸ τοῦτο. ἔφη δὲ ὁ Θέρσανδρος κληθῆναι καὶ αὐτὸς ὑπὸ Ἀτταγίνου ἐπὶ τὸ δεῖπνον τοῦτο. μετὰ δὲ ταῦτα διεξῆλθε μὲν διὰ τοῦ στρατοπέδου τοῦ Ἑλληνικοῦ τοῦ μετὰ Μήδων ἐόντος φήμη ὡς κατακοντιεῖ σφεας. [2] ἡμέρῃσι δὲ οὐ πολλῇσι μετὰ τὴν ἄπιξιν τὴν ἐς Θήβας ὕστερον ἦλθον αὐτῶν ὁπλῖται χίλιοι. κρησφύγετον τοῦτο ἐποιέετο. πολλὰ φρονέοντα μηδενὸς κρατέειν„. καί σφεων οὐ χωρὶς ἑκατέρους κλῖναι. ὅ τι δεῖ γενέσθαι ἐκ τοῦ θεοῦ ἀμήχανον ἀποτρέψαι ἀνθρώπῳ· οὐδὲ γὰρ πιστὰ λέγουσι ἐθέλει πείθεσθαι οὐδείς. κληθέντες δὲ οὗτοι εἵποντο· ἦν δὲ τὸ δεῖπνον ποιεύμενον ἐν Θήβῃσι. [4] αὐτὸς δὲ θωμάσας τὸν λόγον εἰπεῖν πρὸς αὐτὸν “οὐκῶν Μαρδονίῳ τε ταῦτα χρεόν ἐστι λέγειν καὶ τοῖσι μετ᾽ ἐκεῖνον ἐν αἴνῃ ἐοῦσι Περσέων. ἀλλὰ μαθέτω τις αὐτῶν ὅτι ἐόντες βάρβαροι ἐπ᾽ Ἕλλησι ἀνδράσι φόνον ἔρραψαν„. Μαρδονίου δὲ ἐν τῇ Βοιωτίῃ στρατοπεδευομένου οἱ μὲν ἄλλοι παρείχοντο ἅπαντες στρατιὴν καὶ συνεσέβαλον ἐς Ἀθήνας. [2] ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἦσαν. ὡς ἐγὼ εἰκάζω· νῦν ἄνδρα πάντα τινὰ ὑμέων χρεόν ἐστι γενέσθαι ἀγαθόν· κρέσσον γὰρ ποιεῦντάς τι καὶ ἀμυνομένους τελευτῆσαι τὸν αἰῶνα ἤ περ παρέχοντας διαφθαρῆναι αἰσχίστῳ μόρῳ. ἦγε δὲ αὐτοὺς Ἁρμοκύδης ἀνὴρ τῶν ἀστῶν δοκιμώτατος. ταῦτα μὲν Ὀρχομενίου Θερσάνδρου ἤκουον. “ὦ Φωκέες. καὶ δὴ διετείνοντο τὰ βέλεα ὡς ἀπήσοντες. λογίμου δὲ ἐς τὰ πρῶτα ἐν Ὀρχομενῷ. ἐχόντων δὲ τὸν πόνον τοῦτον τῶν βαρβάρων. καὶ κού τις καὶ ἀπῆκε. καὶ οἳ ἀντίοι ἔστησαν πάντῃ συστρέψαντες ἑωυτοὺς καὶ πυκνώσαντες ὡς . [5] ταῦτα δὲ Περσέων συχνοὶ ἐπιστάμενοι ἑπόμεθα ἀναγκαίῃ ἐνδεδεμένοι. μνημόσυνά τοι γνώμης τῆς ἐμῆς καταλιπέσθαι θέλω. ἐπήλαυνον ὡς ἀπολέοντες. αὐτὸς δὲ ὑποκρίνασθαι ὡς εἴη Ὀρχομένιος. ἵνα καὶ προειδὼς αὐτὸς περὶ σεωυτοῦ βουλεύεσθαι ἔχῃς τὰ συμφέροντα. ἐπεὶ δὲ ἀπίκατο καὶ οὗτοι ἐς Θήβας. [3] ὁρᾷς τούτους τοὺς δαινυμένους Πέρσας καὶ τὸν στρατὸν τὸν ἐλίπομεν ἐπὶ τῷ ποταμῷ στρατοπεδευόμενον· τούτων πάντων ὄψεαι ὀλίγου τινὸς χρόνου διελθόντος ὀλίγους τινὰς τοὺς περιγενομένους„. 17. ταῦτα ἅμα τε τὸν Πέρσην λέγειν καὶ μετιέναι πολλὰ τῶν δακρύων. παρὰ τὸν Ἀσωπὸν ποταμὸν τεταγμένον. Ἀτταγῖνος ὁ Φρύνωνος ἀνὴρ Θηβαῖος παρασκευασάμενος μεγάλως ἐκάλεε ἐπὶ ξείνια αὐτόν τε Μαρδόνιον καὶ πεντήκοντα Περσέων τοὺς λογιμωτάτους. ἐχθίστη δὲ ὀδύνη ἐστὶ τῶν ἐν ἀνθρώποισι αὕτη. ἁλλ᾽ ὡς ἐπὶ δέκα σταδίους μάλιστά κῃ μέτωπον ἕκαστον.„ τὸν δὲ μετὰ ταῦτα εἰπεῖν “ξεῖνε. κληθῆναι δὲ καὶ Θηβαίων ἄνδρας πεντήκοντα. 16. πρόδηλα γὰρ ὅτι ἡμέας οὗτοι οἱ ἄνθρωποι μέλλουσι προόπτῳ θανάτῳ δώσειν. [4] ἔνθα δή σφι ὁ στρατηγὸς Ἁρμοκύδης παραίνεε λέγων τοιάδε. καὶ τάδε πρὸς τούτοισι. 18. ἀλλὰ Πέρσην τε καὶ Θηβαῖον ἐν κλίνῃ ἑκάστῃ. τὸν δὲ εἰπεῖν “ἐπεὶ νῦν ὁμοτράπεζός τέ μοι καὶ ὁμόσπονδος ἐγένεο. διαπινόντων τὸν Πέρσην τὸν ὁμόκλινον Ἑλλάδα γλῶσσαν ἱέντα εἰρέσθαι αὐτὸν ὁποδαπός ἐστι. ὅσοι περ ἐμήδιζον Ἑλλήνων τῶν ταύτῃ οἰκημένων.
οὐκ ἐδικαίευν λείπεσθαι τῆς ἐξόδου Λακεδαιμονίων. ἀπικόμενος δὲ ὁ κῆρυξ πρὸς αὐτοὺς ἔλεγε τάδε. κατ᾽ ἀρχὰς οὐ δυνάμενοι. “θαρσέετε ὦ Φωκέες· ἄνδρες γὰρ ἐφάνητε ἐόντες ἀγαθοί. [3] ὡς δὲ ὀπίσω ἀπήλασαν οἱ ἱππόται. κατὰ συντυχίην δὲ Μεγαρέες ἔτυχον ταχθέντες τῇ τε ἐπιμαχώτατον ἦν τοῦ χωρίου παντός. τύπτοντες δὲ ἐς τὸν θώρηκα ἐποίευν οὐδέν. τῆς ἱππάρχεε Μασίστιος εὐδοκιμέων παρὰ Πέρσῃσι. προσβάλλοντες δὲ κακὰ μεγάλα ἐργάζοντο καὶ γυναῖκας σφέας ἀπεκάλεον. πυνθανόμενοι δὲ ταῦτα οἱ λοιποὶ Πελοποννήσιοι τοῖσι τὰ ἀμείνω ἑάνδανε. ἐνεσκεύαστο γὰρ οὕτω· ἐντὸς θώρηκα εἶχε χρύσεον λεπιδωτόν. πέμπει ἐς αὐτοὺς πᾶσαν τὴν ἵππον. ἀναχωρήσιός τε γινομένης καὶ ὑποστροφῆς οὐκ ἔμαθον τὸ γινόμενον. ὡς οὐ κατέβαινον οἱ Ἕλληνες ἐς τὸ πεδίον. 20. πέμψας Μαρδόνιος κήρυκα ἔλεγε τάδε. [2] ἐκ δὴ ὦν τοῦ Ἰσθμοῦ καλλιερησάντων τῶν ἱρῶν ἐπορεύοντο πάντες καὶ ἀπικνέονται ἐς Ἐλευσῖνα· ποιήσαντες δὲ καὶ ἐνθαῦτα ἱρά. κατύπερθε δὲ τοῦ θώρηκος κιθῶνα φοινίκεον ἐνεδεδύκεε. τόν τε δὴ ἵππον αὐτοῦ λαμβάνουσι καὶ αὐτὸν ἀμυνόμενον κτείνουσι. [3] ταῦτα δέ κως γινόμενα ἐλελήθεε τοὺς ἄλλους ἱππέας· οὔτε γὰρ πεσόντα μιν εἶδον ἀπὸ τοῦ ἵππου οὔτε ἀποθνήσκοντα. [2] οὐκ ἔχω δ᾽ ἀτρεκέως εἰπεῖν οὔτε εἰ ἦλθον μὲν ἀπολέοντες τοὺς Φωκέας δεηθέντων Θεσσαλῶν. αὐτίκα ἐπόθεσαν. Μαρδόνιος δέ. οὐκ ὡς ἐγὼ ἐπυνθανόμην. οὐ δυνατοί εἰμεν τὴν Περσέων ἵππον δέκεσθαι μοῦνοι. καὶ πρόσοδος μάλιστα ταύτῃ ἐγίνετο τῇ ἵππῳ. νῦν τε εἰ μή τινας ἄλλους πέμψετε διαδόχους τῆς τάξιος. ἴστε ἡμέας ἐκλείψοντας τὴν τάξιν„. μαχομένων δὲ σφέων ἐπὶ χρόνον τέλος τοιόνδε ἐγένετο τῆς μάχης. οὗτοι ἦσαν οἵ τε ὑποδεξάμενοι καὶ οἱ πρὸ τῶν ἄλλων τῶν παρεόντων Ἑλλήνων ἐς Ἐρυθρὰς ταχθέντες. ἐνθαῦτα οἱ ἱππόται ὑπέστρεφον καὶ ἀπήλαυνον ὀπίσω. προσβαλλούσης ὦν τῆς ἵππου οἱ Μεγαρέες πιεζόμενοι ἔπεμπον ἐπὶ τοὺς στρατηγοὺς τῶν Ἑλλήνων κήρυκα. ἀλγήσας δὲ ἵσταταί τε ὀρθὸς καὶ ἀποσείεται τὸν Μασίστιον· [2] πεσόντι δὲ αὐτῷ οἱ Ἀθηναῖοι αὐτίκα ἐπεκέατο. ὁ Μασιστίου προέχων τῶν ἄλλων ἵππος βάλλεται τοξεύματι τὰ πλευρά. ἵππον ἔχων Νησαῖον χρυσοχάλινον καὶ ἄλλως κεκοσμημένον καλῶς. οἳ δὲ καὶ ὁρῶντες ἐξιόντας Σπαρτιήτας. τὰ περὶ Φωκέων μὲν ἐς τοσοῦτο ἐγένετο. οὕτω δὴ ἔπεσέ τε καὶ ἀπέθανε. καὶ νῦν προθύμως φέρετε τὸν πόλεμον τοῦτον· εὐεργεσίῃσι γὰρ οὐ νικήσετε οὔτ᾽ ὦν ἐμὲ οὔτε βασιλέα„.μάλιστα. οὕτω δὴ ἀπήλαυνον ὀπίσω· ὣς γάρ σφι ἐνετείλατο Μαρδόνιος· οὔτ᾽ εἰ αὐτῶν πειρηθῆναι ἠθέλησε εἴ τι ἀλκῆς μετέχουσι. ἐπείτε δὲ ἔστησαν. ὥς σφι ἐκαλλιέρεε. προσέβαλλον κατὰ τέλεα. τῶν ἐλοχήγεε Ὀλυμπιόδωρος ὁ Λάμπωνος. ἐνθαῦτα ὡς προσήλασαν οἱ ἱππόται πρὸς τοὺς Ἕλληνας. διαβάντες μὲν ἐκ Σαλαμῖνος. ἔμαθόν τε δὴ τοὺς βαρβάρους ἐπὶ τῷ Ἀσωπῷ στρατοπεδευομένους. ἄνδρες σύμμαχοι. [2] “Μεγαρέες λέγουσι· ἡμεῖς. . τὸν Ἕλληνες Μακίστιον καλέουσι. δείσαντες μὴ καὶ σφίσι γένηται τρώματα. 21. Ἀθηναῖοι δὲ ἅμα αὐτοῖσι. οὐ βουλομένων δὲ τῶν ἄλλων Ἀθηναῖοι ὑπεδέξαντο καὶ Ἀθηναίων οἱ τριηκόσιοι λογάδες. τοὺς τοξότας προσελόμενοι. ἐπεὶ δὲ ὥρων πρὸς ἀλέξησιν τραπομένους. προσβαλλούσης τῆς ἵππου κατὰ τέλεα. φρασθέντες δὲ τοῦτο ἀντετάσσοντο ἐπὶ τῆς ὑπωρέης τοῦ Κιθαιρῶνος. [3] ὃ μὲν δή σφι ταῦτα ἀπήγγελλε. 19. 22. πρίν γε δὴ μαθών τις τὸ ποιεύμενον παίει μιν ἐς τὸν ὀφθαλμόν. συμμιγέντες δὲ ἐν Ἐλευσῖνι. [3] ὡς δὲ ἄρα ἀπίκοντο τῆς Βοιωτίης ἐς Ἐρυθράς. τὸ πρόσω ἐπορεύοντο. ἐν τούτῳ ἐστρατοπεδεύοντο. Παυσανίης δὲ ἀποπειρᾶτο τῶν Ἑλλήνων εἴ τινες ἐθέλοιεν ἄλλοι ἐθελονταὶ ἰέναι τε ἐς τὸν χῶρον τοῦτον καὶ τάσσεσθαι διάδοχοι Μεγαρεῦσι. ἔχοντες στάσιν ταύτην ἐς τὴν ἔστημεν ἀρχήν· ἀλλὰ καὶ ἐς τόδε λιπαρίῃ τε καὶ ἀρετῇ ἀντέχομεν καίπερ πιεζόμενοι. Λακεδαιμόνιοι δὲ ὡς ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἦλθον.
23. ἀπικόμενοι δὲ ἐτάσσοντο κατὰ ἔθνεα πλησίον τῆς τε κρήνης τῆς Γαργαφίης καὶ τοῦ τεμένεος τοῦ Ἀνδροκράτεος τοῦ ἥρωος. ἢν δὲ νικηθῇ. [6] ὑμῖν μέν νυν ὦ Λακεδαιμόνιοι οὐκ ἀντιεύμεθα. ἀπικομένης δὲ τῆς ἵππου ἐς τὸ στρατόπεδον πένθος ἐποιήσαντο Μασιστίου πᾶσά τε ἡ στρατιὴ καὶ Μαρδόνιος μέγιστον. ἐς τοῦτον δὴ τὸν χῶρον καὶ ἐπὶ τὴν κρήνην τὴν Γαργαφίην τὴν ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ ἐοῦσαν ἔδοξέ σφι χρεὸν εἶναι ἀπικέσθαι καὶ διαταχθέντας στρατοπεδεύεσθαι. ἀλλὰ διδόντες . [2] “ἡμεῖς αἰεί κοτε ἀξιεύμεθα ταύτης τῆς τάξιος ἐκ τῶν συμμάχων ἁπάντων. καὶ ἐμουνομάχησέ τε καὶ ἀπέκτεινε Ὕλλον. διὰ ὄχθων τε οὐκ ὑψηλῶν καὶ ἀπέδου χώρου. ἐν τούτῳ μάχη ὀξέα περὶ τοῦ νεκροῦ γίνεται. [5] προσκρίθη τε δὴ ἐκ πάντων τῶν συμμάχων ἐθελοντὴς Ἔχεμος ὁ Ἠερόπου τοῦ Φηγέος στρατηγός τε ἐὼν καὶ βασιλεὺς ἡμέτερος. ἐθάρσησάν τε πολλῷ μᾶλλον καὶ πρῶτα μὲν ἐς ἅμαξαν ἐσθέντες τὸν νεκρὸν παρὰ τὰς τάξις ἐκόμιζον· ὁ δὲ νεκρὸς ἦν θέης ἄξιος μεγάθεος εἵνεκα καὶ κάλλεος. τότε ὦν λόγος Ὕλλον ἀγορεύσασθαι ὡς χρεὸν εἴη τὸν μὲν στρατὸν τῷ στρατῷ μὴ ἀνακινδυνεύειν συμβάλλοντα. 25. σφέας τε αὐτοὺς κείροντες καὶ τοὺς ἵππους καὶ τὰ ὑποζύγια οἰμωγῇ τε χρεώμενοι ἀπλέτῳ· ἅπασαν γὰρ τὴν Βοιωτίην κατεῖχε ἠχὼ ὡς ἀνδρὸς ἀπολομένου μετά γε Μαρδόνιον λογιμωτάτου παρά τε Πέρσῃσι καὶ βασιλέι. τοῦτο μὲν οἱ Τεγεῆται ἔλεγον τάδε. τὰ διατελέομεν ἔχοντες. ἐκ δὲ τοῦ Πελοποννησίου στρατοπέδου τὸν ἂν σφέων αὐτῶν κρίνωσι εἶναι ἄριστον. ἢν μὲν Ὕλλος νικήσῃ τὸν Πελοποννησίων ἡγεμόνα. ἀποστήσαντες ὦν ὅσον τε δύο στάδια ἐβουλεύοντο ὅ τι χρεὸν εἴη ποιέειν· ἐδόκεε δέ σφι ἀναρχίης ἐούσης ἀπελαύνειν παρὰ Μαρδόνιον. ἐν ᾧ δὲ ὁ πεζὸς ἅπας ἐβοήθεε. ἑσσοῦντό τε πολλὸν καὶ τὸν νεκρὸν ἀπέλειπον· ὡς δέ σφι τὸ πλῆθος ἐπεβοήθησε. ὅσαι ἤδη ἔξοδοι κοιναὶ ἐγένοντο Πελοποννησίοισι καὶ τὸ παλαιὸν καὶ τὸ νέον. 26. τοῦτόν οἱ μουνομαχῆσαι ἐπὶ διακειμένοισι. καὶ καινὰ καὶ παλαιὰ παραφέροντες ἔργα. οἱ μέν νυν βάρβαροι τρόπῳ τῷ σφετέρῳ ἀποθανόντα ἐτίμων Μασίστιον· οἱ δὲ Ἕλληνες ὡς τὴν ἵππον ἐδέξαντο προσβάλλουσαν καὶ δεξάμενοι ὤσαντο. [3] ἀναλαβόντες δὲ τὰ ὅπλα ἤισαν διὰ τῆς ὑπωρέης τοῦ Κιθαιρῶνος παρὰ Ὑσιὰς ἐς τὴν Πλαταιίδα γῆν. καὶ τοῦ κέρεος τοῦ ἑτέρου αἰεὶ ἡγεμονεύειν κοινῆς ἐξόδου γινομένης. ἀλλὰ πρὸς ἐκείνῳ ἄλλους προσαπώλεσαν τῶν ἱππέων. 24. [2] ἕως μέν νυν μοῦνοι ἦσαν οἱ τριηκόσιοι. [4] ἔδοξέ τε τοῖσι Πελοποννησίοισι ταῦτα εἶναι ποιητέα καὶ ἔταμον ὅρκιον ἐπὶ λόγῳ τοιῷδε. διακελευσάμενοι ἤλαυνον τοὺς ἵππους πάντες. [2] μετὰ δὲ ἔδοξέ σφι ἐπικαταβῆναι ἐς Πλαταιάς· ὁ γὰρ χῶρος ἐφαίνετο πολλῷ ἐὼν ἐπιτηδεότερός σφι ἐνστρατοπεδεύεσθαι ὁ Πλαταιικὸς τοῦ Ἐρυθραίου τά τε ἄλλα καὶ εὐυδρότερος. ἐκ τούτου τοῦ ἔργου εὑρόμεθα ἐν Πελοποννησίοισί γε τοῖσι τότε καὶ ἄλλα γέρεα μεγάλα. ἐπεὶ μετὰ Ἀχαιῶν καὶ Ἰώνων τῶν τότε ἐόντων ἐν Πελοποννήσῳ ἐκβοηθήσαντες ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἱζόμεθα ἀντίοι τοῖσι κατιοῦσι. οὕτω δὴ οὐκέτι οἱ ἱππόται ὑπέμενον οὐδέ σφι ἐξεγένετο τὸν νεκρὸν ἀνελέσθαι. τῶν δὴ εἵνεκα καὶ ταῦτα ἐποίευν· ἐκλείποντες τὰς τάξις ἐφοίτων θεησόμενοι Μασίστιον. τὴν ἄλλην στρατιὴν ἐπεβώσαντο. τὰ ἔμπαλιν Ἡρακλείδας ἀπαλλάσσεσθαι καὶ ἀπάγειν τὴν στρατιὴν ἑκατόν τε ἐτέων μὴ ζητῆσαι κάτοδον ἐς Πελοπόννησον. ἰδόντες δὲ οἱ Ἀθηναῖοι οὐκέτι κατὰ τέλεα προσελαύνοντας τοὺς ἱππέας ἀλλὰ πάντας. ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου ἐπείτε Ἡρακλεῖδαι ἐπειρῶντο μετὰ τὸν Εὐρυσθέος θάνατον κατιόντες ἐς Πελοπόννησον· [3] τότε εὑρόμεθα τοῦτο διὰ πρῆγμα τοιόνδε.ὥς σφεας οὐδεὶς ἦν ὁ τάσσων μαθόντες δὲ τὸ γεγονός. ἐνθαῦτα ἐν τῇ διατάξι ἐγένετο λόγων πολλῶν ὠθισμὸς Τεγεητέων τε καὶ Ἀθηναίων· ἐδικαίευν γὰρ αὐτοὶ ἑκάτεροι ἔχειν τὸ ἕτερον κέρας. ὡς ἂν τὸν νεκρὸν ἀνελοίατο. κατιέναι Ἡρακλείδας ἐπὶ τὰ πατρώια.
27. ἀλλ᾽ οὐ γάρ τι προέχει τούτων ἐπιμεμνῆσθαι· καὶ γὰρ ἂν χρηστοὶ τότε ἐόντες ὡυτοὶ νῦν ἂν εἶεν φλαυρότεροι.αἵρεσιν ὁκοτέρου βούλεσθε κέρεος ἄρχειν παρίεμεν· τοῦ δὲ ἑτέρου φαμὲν ἡμέας ἱκνέεσθαι ἡγεμονεύειν κατά περ ἐν τῷ πρόσθε χρόνῳ. τὸ μὲν δεξιὸν κέρας εἶχον Λακεδαιμονίων μύριοι· τούτων δὲ τοὺς πεντακισχιλίους ἐόντας Σπαρτιήτας ἐφύλασσον ψιλοὶ τῶν εἱλώτων πεντακισχίλιοι καὶ τρισμύριοι. [4] τούτων δὲ ἐχόμενοι ἵσταντο Ἀρκάδες Ὀρχομένιοι ἑξακόσιοι. ἀναγκαίως ἡμῖν ἔχει δηλῶσαι πρὸς ὑμέας ὅθεν ἡμῖν πατρώιον ἐστὶ ἐοῦσι χρηστοῖσι αἰεὶ πρώτοισι εἶναι μᾶλλον ἢ Ἀρκάσι. οὕτω δὴ ἔσχον οἱ Ἀθηναῖοι καὶ ὑπερεβάλοντο τοὺς Τεγεήτας. Τροιζηνίων δὲ ἐχόμενοι Λεπρεητέων διηκόσιοι. ἐξηγέεσθε δὲ ὡς πεισομένων„. οἵτινες μοῦνοι Ἑλλήνων δὴ μουνομαχήσαντες τῷ Πέρσῃ καὶ ἔργῳ τοσούτῳ ἐπιχειρήσαντες περιεγενόμεθα καὶ ἐνικήσαμεν ἔθνεα ἕξ τε καὶ τεσσεράκοντα. σὺν ἐκείνοισι μάχῃ νικήσαντες τοὺς τότε ἔχοντας Πελοπόννησον. τούτων δὲ ἐχόμενοι Φλειάσιοι χίλιοι. μετὰ δὲ τούτους ἵσταντο Κορινθίων πεντακισχίλιοι. τελευτήσαντας τὸν αἰῶνα καὶ ἀτάφους κειμένους. πολλοὶ δὲ καὶ πρὸς ἄλλους. ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἐν τῷ τοιῷδε τάξιος εἵνεκα στασιάζειν πρέπει. [6] ἆρ᾽ οὐ δίκαιοι εἰμὲν ἔχειν ταύτην τὴν τάξιν ἀπὸ τούτου μούνου τοῦ ἔργου. [2] μετὰ δὲ ταῦτα ἐτάσσοντο ὧδε οἱ ἐπιφοιτῶντές τε καὶ οἱ ἀρχὴν ἐλθόντες Ἑλλήνων. καὶ τότε ἐόντες φλαῦροι νῦν ἂν εἶεν ἀμείνονες. Ἀθηναῖοι δὲ πρὸς ταῦτα ὑπεκρίναντο τάδε. [3] προσεχέας δὲ σφίσι εἵλοντο ἑστάναι οἱ Σπαρτιῆται τοὺς Τεγεήτας καὶ τιμῆς εἵνεκα καὶ ἀρετῆς· τούτων δ᾽ ἦσαν ὁπλῖται χίλιοι καὶ πεντακόσιοι. πρότερον ἐξελαυνομένους ὑπὸ πάντων Ἑλλήνων ἐς τοὺς ἀπικοίατο φεύγοντες δουλοσύνην πρὸς Μυκηναίων. [2] Ἡρακλείδας. χωρίς τε τούτου τοῦ ἀπηγημένου ἔργου ἀξιονικότεροί εἰμεν Ἀθηναίων ταύτην τὴν τάξιν ἔχειν. [5] παλαιῶν μέν νυν ἔργων ἅλις ἔστω· ἡμῖν δὲ εἰ μηδὲν ἄλλο ἐστὶ ἀποδεδεγμένον. [4] ἔστι δὲ ἡμῖν ἔργον εὖ ἔχον καὶ ἐς Ἀμαζονίδας τὰς ἀπὸ Θερμώδοντος ποταμοῦ ἐσβαλούσας κοτὲ ἐς γῆν τὴν Ἀττικήν. τούτων δὲ Σικυώνιοι τρισχίλιοι. στρατευσάμενοι ἐπὶ τοὺς Καδμείους ἀνελέσθαι τε τοὺς νεκροὺς φαμὲν καὶ θάψαι τῆς ἡμετέρης ἐν Ἐλευσῖνι. ἄρτιοι εἰμὲν πείθεσθαι ὑμῖν ὦ Λακεδαιμόνιοι. [7] πολλοὶ μὲν γὰρ καὶ εὖ ἔχοντες πρὸς ὑμέας ἡμῖν. τῶν οὗτοι φασὶ ἀποκτεῖναι τὸν ἡγεμόνα ἐν Ἰσθμῷ. 28. ἵνα δοκέει ἐπιτηδεότατον ἡμέας εἶναι ἑστάναι καὶ κατ᾽ οὕστινας· πάντῃ γὰρ τεταγμένοι πειρησόμεθα εἶναι χρηστοί. [5] Ἑρμιονέων δὲ ἐχόμενοι ἵσταντο Ἐρετριέων τε καὶ . ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ ἐν Μαραθῶνι ἔργου ἄξιοι εἰμὲν τοῦτο τὸ γέρας ἔχειν καὶ ἄλλα πρὸς τούτῳ. “ἐπιστάμεθα μὲν σύνοδον τήνδε μάχης εἵνεκα συλλεγῆναι πρὸς τὸν βάρβαρον. παρὰ δὲ τούτους ἔστησαν Ἑρμιονέες τριηκόσιοι. οὔτ᾽ ὦν καινὰ οὔτε παλαιά„. περὶ ἄνδρα ἕκαστον ἑπτὰ τεταγμένοι. τοῦτο μὲν τούτους. ἀλλ᾽ οὐ λόγων· ἐπεὶ δὲ ὁ Τεγεήτης προέθηκε παλαιὰ καὶ καινὰ λέγειν τὰ ἑκατέροισι ἐν τῷ παντὶ χρόνῳ κατέργασται χρηστά. παρὰ δὲ τούτους Τροιζηνίων ἐτάσσοντο χίλιοι. οὕτω ὦν δίκαιον ἡμέας ἔχειν τὸ ἕτερον κέρας ἤ περ Ἀθηναίους· οὐ γάρ σφι ἐστὶ ἔργα οἷά περ ἡμῖν κατεργασμένα. οἱ μὲν ταῦτα ἀμείβοντο. μοῦνοι ὑποδεξάμενοι τὴν Εὐρυσθέος ὕβριν κατείλομεν. τούτων δὲ εἴχοντο Ἐπιδαυρίων ὀκτακόσιοι. οἳ μὲν ταῦτα ἔλεγον. ἀγῶνες ἀγωνίδαται. ὥσπερ ἐστὶ πολλά τε καὶ εὖ ἔχοντα εἰ τεοῖσι καὶ ἄλλοισι Ἑλλήνων. καὶ ἐν τοῖσι Τρωικοῖσι πόνοισι οὐδαμῶν ἐλειπόμεθα. [3] τοῦτο δὲ Ἀργείους τοὺς μετὰ Πολυνείκεος ἐπὶ Θήβας ἐλάσαντας. ἄνδρες Σπαρτιῆται. Λακεδαιμονίων δὲ ἀνέβωσε ἅπαν τὸ στρατόπεδον Ἀθηναίους ἀξιονικοτέρους εἶναι ἔχειν τὸ κέρας ἤ περ Ἀρκάδας. τούτων δὲ Μυκηναίων καὶ Τιρυνθίων τετρακόσιοι. παρὰ δὲ σφίσι εὕροντο παρὰ Παυσανίεω ἑστάναι Ποτιδαιητέων τῶν ἐκ Παλλήνης τοὺς παρεόντας τριηκοσίους.
ὡς εἷς περὶ ἕκαστον ἐὼν ἄνδρα. [5] Σακέων δὲ ἐχομένους ἔταξε ἀντία Ἀθηναίων τε καὶ Πλαταιέων καὶ Μεγαρέων Βοιωτούς τε καὶ Λοκροὺς καὶ Μηλιέας τε καὶ Θεσσαλοὺς καὶ Φωκέων τοὺς χιλίους· οὐ γὰρ ὦν ἅπαντες οἱ Φωκέες ἐμήδισαν. εἴχοντο δὲ τούτων Πλαταιέες ἑξακόσιοι. πεντακόσιοι καὶ τετρακισχίλιοι καὶ τρισμύριοι ἦσαν. 31. καὶ τούτων πᾶς τις παρήρτητο ὡς ἐς πόλεμον· [2] οἱ δὲ τῶν λοιπῶν Λακεδαιμονίων καὶ Ἑλλήνων ψιλοί. τελευταῖοι δὲ καὶ πρῶτοι Ἀθηναῖοι ἐτάσσοντο.Στυρέων ἑξακόσιοι. παρῆσαν. σύμπαντες ἐόντες ἀριθμὸν τρεῖς τε μυριάδες καὶ ὀκτὼ χιλιάδες καὶ ἑκατοντάδες ἑπτά. καὶ ἐνθεῦτεν ὁρμώμενοι ἔφερόν τε καὶ ἦγον τήν τε Μαρδονίου στρατιὴν καὶ τοὺς μετ᾽ αὐτοῦ ἐόντας Ἑλλήνων. τῆς μὲν Σπαρτιητικῆς τάξιος πεντακισχίλιοι καὶ τρισμύριοι ἄνδρες. ὀκτακισχίλιοι· ἐστρατήγεε δ᾽ αὐτῶν Ἀριστείδης ὁ Λυσιμάχου. ἔταξε δὲ καὶ Μακεδόνας τε καὶ τοὺς περὶ Θεσσαλίην οἰκημένους κατὰ τοὺς Ἀθηναίους. ἀριθμὸν ἐς ὀκτακοσίους καὶ χιλίους· ὅπλα δὲ οὐδ᾽ οὗτοι εἶχον. [4] μετὰ δὲ Βακτρίους ἔστησε Ἰνδούς· οὗτοι δὲ ἐπέσχον Ἑρμιονέας τε καὶ Ἐρετριέας καὶ Στυρέας τε καὶ Χαλκιδέας. σὺν δὲ Θεσπιέων τοῖσι παρεοῦσι ἐξεπληροῦντο αἱ ἕνδεκα μυριάδες· παρῆσαν γὰρ καὶ Θεσπιέων ἐν τῷ στρατοπέδῳ οἱ περιεόντες. Φρυγῶν τε καὶ Θρηίκων καὶ Μυσῶν τε καὶ Παιόνων καὶ τῶν ἄλλων. τὸ δὲ ἀσθενέστερον παρέταξε κατὰ τοὺς Τεγεήτας. ἦσαν ὁπλῖται. [2] καὶ δὴ πολλὸν γὰρ περιῆσαν πλήθεϊ οἱ Πέρσαι. 32. ὁπλῖται μὲν οἱ πάντες συλλεγέντες ἐπὶ τὸν βάρβαρον ἦσαν τοσοῦτοι. κέρας ἔχοντες τὸ εὐώνυμον. καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τὸν Ἀσωπὸν τὸν ταύτῃ ῥέοντα. πυθόμενοι τοὺς Ἕλληνας εἶναι ἐν Πλαταιῇσι. [2] τούτους δὲ ἔτι ἐν Φαλήρῳ ἐὼν ἀπὸ τῶν νεῶν ἀπεβιβάσατο ἐόντας ἐπιβάτας· οὐ . τούτων δὲ Ἀμπρακιητέων πεντακόσιοι. [6] μετὰ δὲ τούτους Αἰγινητέων πεντακόσιοι ἐτάχθησαν. τά περ ἐπιφανέστατά τε ἦν καὶ λόγου πλείστου· ἐνῆσαν δὲ καὶ ἄλλων ἐθνέων ἄνδρες ἀναμεμιγμένοι. ἐν δὲ καὶ Αἰθιόπων τε καὶ Αἰγυπτίων οἵ τε Ἑρμοτύβιες καὶ οἱ Καλασίριες καλεόμενοι μαχαιροφόροι. Ἰνδῶν δὲ ἐχομένους Σάκας ἔταξε. 30. οἵ περ εἰσὶ Αἰγυπτίων μοῦνοι μάχιμοι. παρὰ δὲ τούτους ἐτάσσοντο Μεγαρέων τρισχίλιοι. [3] Περσέων δὲ ἐχομένους ἔταξε Μήδους· οὗτοι δὲ ἐπέσχον Κορινθίους τε καὶ Ποτιδαιήτας καὶ Ὀρχομενίους τε καὶ Σικυωνίους. οὗτοι μέν νυν ταχθέντες ἐπὶ τῷ Ἀσωπῷ ἐστρατοπεδεύοντο. κατὰ μὲν Λακεδαιμονίους ἔστησε Πέρσας. ταῦτα μὲν τῶν ἐθνέων τὰ μέγιστα ὠνόμασται τῶν ὑπὸ Μαρδονίου ταχθέντων. ἔταξε δὲ οὕτω· ὅ τι μὲν ἦν αὐτῶν δυνατώτατον πᾶν ἀπολέξας ἔστησε ἀντίον Λακεδαιμονίων. οὗτοι. οἱ δὲ ἀμφὶ Μαρδόνιον βάρβαροι ὡς ἀπεκήδευσαν Μασίστιον. τούτων δὲ ἐχόμενοι Παλέες οἱ ἐκ Κεφαλληνίης διηκόσιοι. μετὰ δὲ τούτους Λευκαδίων καὶ Ἀνακτορίων ὀκτακόσιοι ἔστησαν. μιῆς χιλιάδος. ψιλῶν δὲ πλῆθος ἦν τόδε. πλὴν τῶν ἑπτὰ περὶ ἕκαστον τεταγμένων Σπαρτιήτῃσι. οἳ ἐπέσχον Ἀμπρακιήτας τε καὶ Ἀνακτορίους καὶ Λευκαδίους καὶ Παλέας καὶ Αἰγινήτας. ἀλλὰ τινὲς αὐτῶν καὶ τὰ Ἑλλήνων ηὖξον περὶ τὸν Παρνησσὸν κατειλημένοι. ἀπικόμενοι δὲ ἀντετάσσοντο ὧδε ὑπὸ Μαρδονίου. ταῦτα δ᾽ ἐποίεε φραζόντων τε καὶ διδασκόντων Θηβαίων. ψιλῶν μὲν δὴ τῶν ἁπάντων τῶν μαχίμων ἦν τὸ πλῆθος ἕξ τε μυριάδες καὶ ἐννέα χιλιάδες καὶ ἑκατοντάδες πέντε. τούτων δὲ Χαλκιδέες τετρακόσιοι. 29. Μήδων δὲ ἐχομένους ἔταξε Βακτρίους· οὗτοι δὲ ἐπέσχον Ἐπιδαυρίους τε καὶ Τροιζηνίους καὶ Λεπρεήτας τε καὶ Τιρυνθίους καὶ Μυκηναίους τε καὶ Φλειασίους. ὡς ἐόντων ἑπτὰ περὶ ἕκαστον ἄνδρα. πρὸς δὲ ὀκτακοσίων ἀνδρῶν καταδέουσαι. τοῦ δὲ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ τοῦ συνελθόντος ἐς Πλαταιὰς σύν τε ὁπλίτῃσι καὶ ψιλοῖσι τοῖσι μαχίμοισι ἕνδεκα μυριάδες ἦσαν. ἐπί τε τάξις πλεῦνας ἐκεκοσμέατο καὶ ἐπεῖχον τοὺς Τεγεήτας.
καὶ γὰρ οὗτος Ἑλληνικοῖσι ἱροῖσι ἐχρᾶτο. 35. 33. πάντως συνεχώρεόν οἱ. μοῦνοι δὲ δὴ πάντων ἀνθρώπων ἐγένοντο οὗτοι Σπαρτιήτῃσι πολιῆται. Ἱερωνύμῳ τῷ Ἀνδρίῳ ἐλθὼν ἐς ἔριν. τέλος δὲ δείματος μεγάλου ἐπικρεμαμένου τοῦ Περσικοῦ τούτου στρατεύματος καταίνεον μετιόντες. ἀσκέων δὲ πεντάεθλον παρὰ ἓν πάλαισμα ἔδραμε νικᾶν Ὀλυμπιάδα. [2] Τισαμενῷ γὰρ μαντευομένῳ ἐν Δελφοῖσι περὶ γόνου ἀνεῖλε ἡ Πυθίη ἀγῶνας τοὺς μεγίστους ἀναιρήσεσθαι πέντε. ποιήσει ταῦτα. μισθῷ ἐπειρῶντο πείσαντες Τισαμενὸν ποιέεσθαι ἅμα Ἡρακλειδέων τοῖσι βασιλεῦσι ἡγεμόνα τῶν πολέμων. τοῖσι μέν νυν Ἕλλησι καλὰ ἐγίνετο τὰ ἱρὰ ἀμυνομένοισι. Ἕλλησι μὲν Τισαμενὸς Ἀντιόχου ἦν ὁ θυόμενος· οὗτος γὰρ δὴ εἵπετο τῷ στρατεύματι τούτῳ μάντις· τὸν ἐόντα Ἠλεῖον καὶ γένεος τοῦ Ἰαμιδέων [Κλυτιάδην] Λακεδαιμόνιοι ἐποιήσαντο λεωσφέτερον. οὕτω δὴ πέντε σφι μαντευόμενος ἀγῶνας τοὺς μεγίστους Τισαμενὸς ὁ Ἠλεῖος. [2] οἱ δὲ πέντε ἀγῶνες οἵδε ἐγένοντο. οὕτω δὴ ὑποστάντες τὰ ὁ Μελάμπους προετείνατο ἤισαν δώσοντές οἱ ταῦτα. ὡς καὶ πρότερον δεδήλωται· τῶν δὲ Ἑλλήνων τῶν Μαρδονίου συμμάχων οἶδε μὲν οὐδεὶς ἀριθμόν· οὐ γὰρ ὦν ἠριθμήθησαν· ὡς δὲ ἐπεικάσαι. ὣς δὲ καὶ Σπαρτιῆται. διαβᾶσι δὲ τὸν Ἀσωπὸν καὶ μάχης ἄρχουσι οὔ.γὰρ ἐτάχθησαν ἐς τὸν πεζὸν τὸν ἅμα Ξέρξῃ ἀπικόμενον ἐς Ἀθήνας Αἰγύπτιοι. ὡς δὲ ἄρα πάντες οἱ ἐτετάχατο κατὰ ἔθνεα καὶ κατὰ τέλεα. [4] ὁ δὲ ὁρέων περὶ πολλοῦ ποιευμένους Σπαρτιήτας φίλον αὐτὸν προσθέσθαι. ἀλλὰ δεῖν ἔτι τὸν ἀδελφεὸν ἑωυτοῦ Ἡγίην γίνεσθαι Σπαρτιήτην ἐπὶ τοῖσι αὐτοῖσι λόγοισι τοῖσι καὶ αὐτὸς γίνεται. μετὰ δὲ ὁ ἐν Διπαιεῦσι πρὸς Ἀρκάδας πάντας πλὴν Μαντινέων. καὶ γὰρ δὴ καὶ Μελάμπους τῶν ἐν Ἄργεϊ γυναικῶν μανεισέων. ἢν μὴ καὶ τῷ ἀδελφεῷ Βίαντι μεταδῶσι τὸ τριτημόριον τῆς βασιληίης. οὗτος δὴ τότε τοῖσι Ἕλλησι ὁ Τισαμενός. [5] Σπαρτιῆται δὲ πρῶτα μὲν ἀκούσαντες δεινὰ ἐποιεῦντο καὶ μετίεσαν τῆς χρησμοσύνης τὸ παράπαν. οὗτοι οἱ παραταχθέντες πεζοὶ ἦσαν. σημαίνων σφι ὡς ἤν μιν πολιήτην σφέτερον ποιήσωνται τῶν πάντων μεταδιδόντες. εἷς μὲν καὶ πρῶτος οὗτος ὁ ἐν Πλαταιῇσι. ὁ δὲ ἐνθαῦτα δὴ ἐπορέγεται ὁρέων αὐτοὺς τετραμμένους. μάντιν ἔχων Ἡγησίστρατον ἄνδρα Ἠλεῖόν τε καὶ τῶν Τελλιαδέων ἐόντα λογιμώτατον. 34. ἡ δὲ ἵππος χωρὶς ἐτέτακτο. γενόμενος Σπαρτιήτης. τῶν μὲν δὴ βαρβάρων ἦσαν τριήκοντα μυριάδες. ἀγόντων τῶν Σπαρτιητέων. ἐς πέντε μυριάδας συλλεγῆναι εἰκάζω. [2] οὐκ ἀνασχομένων δὲ τῶν Ἀργείων ἀλλ᾽ ἀπιόντων. τὸν δὴ πρότερον τούτων Σπαρτιῆται λαβόντες ἔδησαν ἐπὶ θανάτῳ ὡς πεπονθότες . ὁ δὲ γνοὺς τετραμμένους σφέας οὐδ᾽ οὕτω ἔτι ἔφη ἀρκέεσθαι τούτοισι μούνοισι. ἀμυνομένῳ δὲ καὶ τούτῳ καλά. ἐμαντεύετο ἐν τῇ Πλαταιίδι. μαθὼν τοῦτο ἀνετίμα. ὥς μιν οἱ Ἀργεῖοι ἐμισθοῦντο ἐκ Πύλου παῦσαι τὰς σφετέρας γυναῖκας τῆς νούσου. ὕστατος δὲ ὁ ἐν Τανάγρῃ πρὸς Ἀθηναίους τε καὶ Ἀργείους γενόμενος· οὗτος δὲ ὕστατος κατεργάσθη τῶν πέντε ἀγώνων. ὃ μὲν δὴ ἁμαρτὼν τοῦ χρηστηρίου προσεῖχε γυμνασίοισι ὡς ἀναιρησόμενος γυμνικοὺς ἀγῶνας. φάς. ὡς εἰκάσαι βασιληίην τε καὶ πολιτηίην αἰτεομένους. [3] Λακεδαιμόνιοι δὲ μαθόντες οὐκ ἐς γυμνικοὺς ἀλλ᾽ ἐς ἀρηίους ἀγῶνας φέρον τὸ Τισαμενοῦ μαντήιον. ταῦτα δὲ λέγων οὗτος ἐμιμέετο Μελάμποδα. ἐδέοντο γὰρ δεινῶς τοῦ Τισαμενοῦ. συγκαταιρέει. ἐνθαῦτα τῇ δευτέρῃ ἐθύοντο καὶ ἀμφότεροι. 36. οἱ δὲ Ἀργεῖοι ἀπειληθέντες ἐς στεινὸν καταινέουσι καὶ ταῦτα. ὡς ἐμαίνοντο πλεῦνες τῶν γυναικῶν. ἐπὶ δὲ ὁ Μεσσηνίων ὁ πρὸς Ἰθώμῃ. ἐπὶ δὲ ὁ ἐν Τεγέῃ πρὸς Τεγεήτας τε καὶ Ἀργείους γενόμενος. οὐ ποιήσειν τὰ βούλονται. 37. μισθὸν προετείνατο τῆς βασιληίης τὸ ἥμισυ. συγχωρησάντων δὲ καὶ ταῦτα τῶν Σπαρτιητέων. Μαρδονίῳ δὲ προθυμεομένῳ μάχης ἄρχειν οὐκ ἐπιτήδεα ἐγίνετο τὰ ἱρά. ἐπ᾽ ἄλλῳ μισθῷ δ᾽ οὔ.
ὁρῶντας τὸ ἡμίτομον τοῦ ποδὸς κείμενον.πολλά τε καὶ ἀνάρσια ὑπ᾽ αὐτοῦ. 40. ἅτε μηδίζοντες μεγάλως. ἐνθαῦτα ἐς λόγους ἦλθον Μαρδόνιός τε ὁ Γοβρύεω καὶ Ἀρτάβαζος ὁ Φαρνάκεος. ἐσενειχθέντος κως σιδηρίου ἐκράτησε. ὅτε ταῦτα ἐκεῖνος συνεβούλευε Μαρδονίῳ. ἐπιρρεόντων δὲ τῶν Ἑλλήνων καὶ γινομένων πλεύνων. ἔθα σῖτόν τέ σφι ἐσενηνεῖχθαι πολλὸν καὶ χόρτον τοῖσι ὑποζυγίοισι. κἀκεῖνον οὐ δυναμένους εὑρεῖν. πεμφθέντες δὲ οἱ ἱππόται οὐ μάτην ἀπίκοντο· [2] ἐσβάλλοντα γὰρ ἐς τὸ πεδίον λαμβάνουσι ὑποζύγιά τε πεντακόσια. προθύμως ἔφερον τὸν πόλεμον καὶ αἰεὶ κατηγέοντο μέχρι μάχης. 41. [2] ὁ δὲ ἐν τούτῳ τῷ κακῷ ἐχόμενος. τότε δὲ ἐπὶ τῷ Ἀσωπῷ Μαρδονίῳ μεμισθωμένος οὐκ ὀλίγου ἐθύετό τε καὶ προεθυμέετο κατά τε τὸ ἔχθος τὸ Λακεδαιμονίων καὶ κατὰ τὸ κέρδος. ὃς ἐν ὀλίγοισι Περσέων ἦν ἀνὴρ δόκιμος παρὰ Ξέρξῃ. [2] ὡς δὲ οὐκ ἐκαλλιέρεε ὥστε μάχεσθαι οὔτε αὐτοῖσι Πέρσῃσι οὔτε τοῖσι μετ᾽ ἐκείνων ἐοῦσι Ἑλλήνων (εἶχον γὰρ καὶ οὗτοι ἐπ᾽ ἑωυτῶν μάντιν Ἱππόμαχον Λευκάδιον ἄνδρα). τὰ λοιπὰ αὐτῶν ἤλαυνον περιβαλόμενοι παρά τε Μαρδόνιον καὶ ἐς τὸ στρατόπεδον. οὐδέτεροι βουλόμενοι μάχης ἄρξαι· μέχρι μὲν γὰρ τοῦ Ἀσωποῦ ἐπήισαν οἱ βάρβαροι πειρώμενοι τῶν Ἑλλήνων. 39. τὸ δὲ ἀπὸ τούτου παραδεκόμενοι Πέρσαι τε καὶ Μῆδοι μάλα ἔσκον οἳ ἀπεδείκνυντο ἀρετάς. ὥστε τρέχων περὶ τῆς ψυχῆς πρό τε τοῦ θανάτου πεισόμενος πολλά τε καὶ λυγρά. ὡς γὰρ δὴ ἐδέδετο ἐν ξύλῳ σιδηροδέτῳ. τὰς Βοιωτοὶ μὲν Τρεῖς κεφαλὰς καλέουσι. διορύξας τὸν τοῖχον ἀπέδρη ἐς Τεγέην. 38. μέχρι μέν νυν τῶν δέκα ἡμερέων οὐδὲν ἐπὶ πλεῦν ἐγίνετο τούτων· ὡς δὲ ἑνδεκάτη ἐγεγόνεε ἡμέρη ἀντικατημένοισι ἐν Πλαταιῇσι. οὐ φειδόμενοι οὔτε ὑποζυγίου οὐδενὸς οὔτε ἀνθρώπου. πέμπει τὴν ἵππον ἐς τὰς ἐκβολὰς τὰς Κιθαιρωνίδας αἳ ἐπὶ Πλαταιέων φέρουσι. τὰς δὲ ἡμέρας καταδύνων ἐς ὕλην καὶ αὐλιζόμενος. [3] ταῦτα δὲ ποιήσας. ἔργον ἐργάσατο μέζον λόγου. οὕτω ὡς Λακεδαιμονίων πανδημεὶ διζημένων τρίτῃ εὐφρόνῃ γενέσθαι ἐν Τεγέη. διέβαινον δὲ οὐδέτεροι. ἣ μὲν Ἀρταβάζου ὡς χρεὸν εἴη ἀναζεύξαντας τὴν ταχίστην πάντα τὸν στρατὸν ἰέναι ἐς τὸ τεῖχος τὸ Θηβαίων. [4] τότε μὲν οὕτω διαφυγὼν Λακεδαιμονίους καταφεύγει ἐς Τεγέην ἐοῦσαν οὐκ ἀρθμίην Λακεδαιμονίοισι τοῦτον τὸν χρόνον· ὑγιὴς δὲ γενόμενος καὶ προσποιησάμενος ξύλινον πόδα κατεστήκεε ἐκ τῆς ἰθέης Λακεδαιμονίοισι πολέμιος. ὁ μέντοι θάνατος ὁ Ἡγησιστράτου ὕστερον ἐγένετο τῶν Πλαταιικῶν. ὡς δὲ ἄδην εἶχον κτείνοντες. οἵ τε δὴ Ἕλληνες πολλῷ πλεῦνες ἐγεγόνεσαν καὶ Μαρδόνιος περιημέκτεε τῇ ἕδρῃ. ἡ μέντοι ἵππος ἡ Μαρδονίου αἰεὶ προσέκειτό τε καὶ ἐλύπεε τοὺς Ἕλληνας· οἱ γὰρ Θηβαῖοι. ἀπέταμε τὸν ταρσὸν ἑωυτοῦ. κατ᾽ ἡσυχίην τε ἱζομένους διαπρήσσεσθαι ποιεῦντας . Ἀθηναῖοι δὲ Δρυὸς κεφαλάς. λέγων ὡς ἐπιρρέουσι οἱ Ἕλληνες αἰεὶ ἀνὰ πᾶσαν ἡμέρην καὶ ὡς ἀπολάμψοιτο συχνούς. τοὺς δὲ ἐν θώματι μεγάλῳ ἐνέχεσθαι τῆς τε τόλμης. αὐτίκα δὲ ἐμηχανᾶτο ἀνδρηιότατον ἔργον πάντων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· σταθμησάμενος γὰρ ὅκως ἐξελεύσεταί οἱ τὸ λοιπὸν τοῦ ποδός. ὡς εὐφρόνη ἐγένετο. Τιμηγενίδης ὁ Ἕρπυος ἀνὴρ Θηβαῖος συνεβούλευσε Μαρδονίῳ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Κιθαιρῶνος φυλάξαι. οὐ μέντοι ἔς γε τέλος οἱ συνήνεικε τὸ ἔχθος τὸ ἐς Λακεδαιμονίους συγκεκυρημένον· ἥλω γὰρ μαντευόμενος ἐν Ζακύνθῳ ὑπ᾽ αὐτῶν καὶ ἀπέθανε. ὁ δὲ μαθὼν τὴν παραίνεσιν εὖ ἔχουσαν. σιτία ἄγοντα ἀπὸ Πελοποννήσου ἐς τὸ στρατόπεδον. ἑλόντες δὲ ταύτην τὴν ἄγρην οἱ Πέρσαι ἀφειδέως ἐφόνευον. μετὰ δὲ τοῦτο τὸ ἔργον ἑτέρας δύο ἡμέρας διέτριψαν. καὶ ἀνθρώπους οἳ εἵποντο τοῖσι ζεύγεσι. τὰς μὲν νύκτας πορευόμενος. [2] βουλευομένων δὲ αἵδε ἦσαν αἱ γνῶμαι. ἡμέραι δέ σφι ἀντικατημένοισι ἤδη ἐγεγόνεσαν ὀκτώ. ὡς φυλασσόμενος ὑπὸ φυλάκων.
ὥστε ἐκράτεε τῇ γνώμῃ· τὸ γὰρ κράτος εἶχε τῆς στρατιῆς οὗτος ἐκ βασιλέος. 45. Μαρδονίου δὲ ἰσχυροτέρη τε καὶ ἀγνωμονεστέρη καὶ οὐδαμῶς συγγινωσκομένη· δοκέειν τε γὰρ πολλῷ κρέσσονα εἶναι τὴν σφετέρην στρατιὴν τῆς Ἑλληνικῆς. ὡς δὲ πρόσω τῆς νυκτὸς προελήλατο καὶ ἡσυχίη ἐδόκεε εἶναι ἀνὰ τὰ στρατόπεδα καὶ μάλιστα οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐν ὕπνῳ. [2] σιγώντων δὲ τῶν ἐπικλήτων. [2] τῶν δὲ φυλάκων οἱ μὲν πλεῦνες παρέμενον. ἡμεῖς τοίνυν αὐτὸ τοῦτο ἐπιστάμενοι οὔτε ἴμεν ἐπὶ τὸ ἱρὸν τοῦτο οὔτε ἐπιχειρήσομεν διαρπάζειν. καὶ ταχέως σφέας παραδώσειν τὴν ἐλευθερίην· μηδὲ ἀνακινδυνεύειν συμβάλλοντας. ἀλλ᾽ οὐκ ἐς Πέρσας. αὐτὸς Μαρδόνιος ἔλεγε “ἐπεὶ τοίνυν ὑμεῖς ἢ ἴστε οὐδὲν ἢ οὐ τολμᾶτε λέγειν. [4] τούτου μὲν ἡ αὐτὴ ἐγίνετο καὶ Θηβαίων γνώμη. τῶν δὲ εἰδότων μὲν ἐν ἀδείῃ δὲ οὐ ποιευμένων τὸ λέγειν. πολλὸν δὲ ἄργυρόν τε καὶ ἐκπώματα· τούτων φειδομένους μηδενὸς διαπέμπειν ἐς τοὺς Ἕλληνας. οἳ δὲ ἐπεὶ ταῦτα ἤκουσαν. ταῦτά σφι εἴπας δεύτερα ἐσήμαινε παραρτέεσθαί τε πάντα καὶ εὐκρινέα ποιέεσθαι ὡς ἅμα ἡμέρῃ τῇ ἐπιούσῃ συμβολῆς ἐσομένης. ταῦτα μὲν καὶ παραπλήσια τούτοισι ἄλλα Μουσαίῳ ἔχοντα οἶδα ἐς Πέρσας. [2] τὴν δ᾽ ἐπὶ Θερμώδοντι καὶ Ἀσωπῷ λεχεποίῃ Ἑλλήνων σύνοδον καὶ βαρβαρόφωνον ἰυγήν. ἐλθόντες δὲ ἔλεγον ὡς ἄνθρωπος ἥκοι ἐπ᾽ ἵππου ἐκ τοῦ στρατοπέδου τοῦ Μήδων. ὅταν αἴσιμον ἦμαρ ἐπέλθῃ. “ἄνδρες Ἀθηναῖοι. [4] ὥστε ὑμέων ὅσοι τυγχάνουσι εὔνοοι ἐόντες Πέρσῃσι. τῶν μὲν οὐκ εἰδότων τοὺς χρησμούς. ἐς Ἰλλυριούς τε καὶ τὸν Ἐγχελέων στρατὸν οἶδα πεποιημένον. [2] αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ᾽ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα. στρατηγοὺς δὲ ὀνομάζων ἐθέλειν φησὶ ἐς λόγους ἐλθεῖν.τάδε· [3] ἔχειν γὰρ χρυσὸν πολλὸν μὲν ἐπίσημον πολλὸν δὲ καὶ ἄσημον. λέγω δὲ ὦν ὅτι Μαρδονίῳ τε καὶ τῇ στρατιῇ . συμβάλλειν τε τὴν ταχίστην μηδὲ περιορᾶν συλλεγομένους ἔτι πλεῦνας τῶν συλλελεγμένων. μή με καὶ διαφθείρητε· οὐ γὰρ ἂν ἔλεγον. ὃς ἄλλο μὲν οὐδὲν παραγυμνοῖ ἔπος. ταύτης τε εἵνεκα τῆς αἰτίης οὐκ ἀπολεόμεθα. μετὰ δὲ τὴν διαρπαγὴν ἀπολέσθαι πάντας. ὁ δὲ Θερμώδων ποταμὸς ῥέει μεταξὺ Τανάγρης τε καὶ Γλίσαντος. ὡς προειδότος πλεῦν τι καὶ τούτου. αὐτίκα εἵποντο ἐς τὰς φυλακάς· ἀπικομένοισι δὲ ἔλεγε Ἀλέξανδρος τάδε. ἀλλὰ νόμῳ τῷ Περσέων χρεωμένους συμβάλλειν. τοῦτον δ᾽ ἔγωγε τὸν χρησμόν. 44. στρατηγός τε ἐὼν καὶ βασιλεὺς Μακεδόνων. ἀπόρρητα ποιεύμενος πρὸς μηδένα λέγειν ὑμέας ἄλλον ἢ Παυσανίην. παραθήκην ὑμῖν τὰ ἔπεα τάδε τίθεμαι. 42. εἰ μὴ μεγάλως ἐκηδόμην συναπάσης τῆς Ἑλλάδος. 43. μεταπεμψάμενος ὦν τοὺς ταξιάρχους τῶν τελέων καὶ τῶν μετ᾽ ἑωυτοῦ ἐόντων Ἑλλήνων τοὺς στρατηγοὺς εἰρώτα εἴ τι εἰδεῖεν λόγιον περὶ Περσέων ὡς διαφθερέονται ἐν τῇ Ἑλλάδι. ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐρέω ὡς εὖ ἐπιστάμενος· [3] ἔστι λόγιον ὡς χρεόν ἐστι Πέρσας ἀπικομένους ἐς τὴν Ἑλλάδα διαρπάσαι τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Δελφοῖσι. ἀλλ᾽ οὐκ Ἀρτάβαζος. τῇ πολλοὶ πεσέονται ὑπὲρ λάχεσίν τε μόρον τε τοξοφόρων Μήδων. οἳ δ᾽ ἔθεον ἐπὶ τοὺς στρατηγούς. τὸν Μαρδόνιος εἶπε ἐς Πέρσας ἔχειν. ἥδεσθε τοῦδε εἵνεκα ὡς περιεσομένους ἡμέας Ἑλλήνων„. τούτου δὲ οὕτω δικαιεῦντος ἀντέλεγε οὐδείς. ἀλλὰ τὰ μὲν Βάκιδι ἐς ταύτην τὴν μάχην ἐστὶ πεποιημένα. τά τε σφάγια τὰ Ἡγησιστράτου ἐᾶν μηδὲ βιάζεσθαι. μετὰ δὲ τὴν ἐπειρώτησιν τῶν χρησμῶν καὶ παραίνεσιν τὴν ἐκ Μαρδονίου νύξ τε ἐγίνετο καὶ ἐς φυλακὰς ἐτάσσοντο. ἐδίζητο τοῖσι στρατηγοῖσι ἐς λόγους ἐλθεῖν. τηνικαῦτα προσελάσας ἵππῳ πρὸς τὰς φυλακὰς τὰς Ἀθηναίων Ἀλέξανδρος ὁ Ἀμύντεω. Ἑλλήνων δὲ μάλιστα ἐς τοὺς προεστεῶτας ἐν τῇσι πόλισι.
παράγων τοὺς Πέρσας κατὰ τοὺς Λακεδαιμονίους. ἐπεὶ δὲ κατέστησαν ἐς τὰς ἀρχαίας τάξις. ὥς οἱ οὐδεὶς οὐδὲν ὑπεκρίνατο. πρὸς ταῦτα ἑτοιμάζεσθε. ἠώς τε διέφαινε καὶ διαλλάσσοντο τὰς τάξις. νῦν δέ οἱ δέδοκται τὰ μὲν σφάγια ἐᾶν χαίρειν. ὑμέας μὲν χρεόν ἐστι τοὺς Ἀθηναίους στῆναι κατὰ τοὺς Πέρσας. “καὶ αὐτοῖσι ἡμῖν πάλαι ἀπ᾽ ἀρχῆς. ἐν νόῳ ἐγένετο εἰπεῖν ταῦτα τά περ ὑμεῖς φθάντες προφέρετε· ἀλλὰ ἀρρωδέομεν μὴ ὑμῖν οὐκ ἡδέες γένωνται οἱ λόγοι. ὃ μὲν ταῦτα εἴπας ἀπήλαυνε ὀπίσω ἐς τὸ στρατόπεδον καὶ τὴν ἑωυτοῦ τάξιν. [3] ἀλλ᾽ ἀναλαβόντας τὰ ὅπλα χρεόν ἐστι ἰέναι ὑμέας ἐς τόδε τὸ κέρας. ὑμεῖς δὴ λέγεσθε εἶναι ἄνδρες ἄριστοι ὑπὸ τῶν τῇδε ἀνθρώπων. ἀλλὰ πλεῖστον δὴ ἐν ὑμῖν ἐψεύσθημεν. ἡμεῖς δὲ ἄπειροί τε εἰμὲν καὶ ἀδαέες τούτων τῶν ἀνδρῶν· Σπαρτιητέων γὰρ οὐδεὶς πεπείρηται Μήδων· ἡμεῖς δὲ Βοιωτῶν καὶ Θεσσαλῶν ἔμπειροι εἰμέν. καὶ δὴ φεύγοντας καὶ στάσιν ἐκλείποντας ὑμέας εἴδομεν. τούτους τῷ ἅπαντι στρατοπέδῳ νικᾶν„. οἱ δ᾽ ὦν μετέπειτα μαχέσθων ὕστεροι· εἰ δὲ καὶ μὴ δοκέοι ἀλλ᾽ ἡμέας μούνους ἀποχρᾶν. ὡς δὲ ἔμαθε τοῦτο τοιοῦτο γινόμενον ὁ Παυσανίης. 46. γνοὺς ὅτι οὐ λανθάνει. ἀπαλλάσσετο ὀπίσω. ἐκπαγλεομένων ὡς οὔτε φεύγετε ἐκ πολέμου οὔτε τάξιν ἐκλείπετε. ἐπείτε δεδόξωσθε εἶναι ἄριστοι. ἡμέας δὲ ἐς τὸ εὐώνυμον„. πρὸ δὲ τῶν βαρβάρων ἡμεῖς ἴσοι πρὸς ἴσους ἀριθμὸν ἐμαχεσάμεθα. 48. 47. ὀπίσω ἦγε τοὺς Σπαρτιήτας ἐπὶ τὸ δεξιὸν κέρας· ὣς δὲ οὕτως καὶ ὁ Μαρδόνιος ἐπὶ τοῦ εὐωνύμου. “ὦ Λακεδαιμόνιοι. ὡς ἐγὼ εἰκάζω. [3] ἢν δὲ ὑμῖν ὁ πόλεμος ὅδε κατὰ νόον τελευτήσῃ. ἢν δὲ ἄρα ὑπερβάληται τὴν συμβολὴν Μαρδόνιος καὶ μὴ ποιέηται. [3] ταῦτα οὐδαμῶς ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργα. ἐπεὶ δ᾽ ὦν αὐτοὶ ἐμνήσθητε. [2] τῶν δ᾽ ἄρ᾽ ἦν οὐδὲν ἀληθές· πρὶν γὰρ ἢ συμμῖξαι ἡμέας ἐς χειρῶν τε νόμον ἀπικέσθαι. [4] τί δὴ οὐ πρὸ μὲν τῶν Ἑλλήνων ὑμεῖς. ἀπελθὼν δὲ ἐσήμαινε Μαρδονίῳ τὰ καταλαβόντα. ὁ δὲ . ἵνα μὴ ἐπιπέσωσι ὑμῖν ἐξαίφνης οἱ βάρβαροι μὴ προσδεκομένοισί κω. τῶνδε εἵνεκα· ὑμεῖς ἐπίστασθε τοὺς Μήδους καὶ τὴν μάχην αὐτῶν ἐν Μαραθῶνι μαχεσάμενοι. ἐν Ἀθηναίοισί τε τὴν πρόπειραν ποιευμένους αὐτούς τε ἀντία δούλων τῶν ἡμετέρων τασσομένους. ἐπείτε εἴδομεν κατ᾽ ὑμέας τασσομένους τοὺς Πέρσας. ὡς δ᾽ ἤρεσκε ἀμφοτέροισι ταῦτα. οἱ δὲ στρατηγοὶ τῶν Ἀθηναίων ἐλθόντες ἐπὶ τὸ δεξιὸν κέρας ἔλεγον Παυσανίῃ τά περ ἤκουσαν Ἀλεξάνδρου. πέμψας ὁ Μαρδόνιος κήρυκα ἐς τοὺς Σπαρτιήτας ἔλεγε τάδε. μνησθῆναι τινὰ χρὴ καὶ ἐμεῦ ἐλευθερώσιος πέρι. ὃ μὲν ταῦτα εἴπας τε καὶ ἐπισχὼν χρόνον.τὰ σφάγια οὐ δύναται καταθύμια γενέσθαι· πάλαι γὰρ ἂν ἐμάχεσθε. ὃ δ᾽ ἐπείτε ἤκουσε. ἡμέας δὲ κατὰ τοὺς Βοιωτούς τε καὶ τοὺς κατ᾽ ὑμέας τεταγμένους Ἑλλήνων. καὶ ἡδομένοισι ἡμῖν οἱ λόγοι γεγόνασι καὶ ἕτοιμοι εἰμὲν ποιέειν ταῦτα„. ἐθέλων ὑμῖν δηλῶσαι τὴν διάνοιαν τὴν Μαρδονίου. προσδεκόμενοι γὰρ κατὰ κλέος ὡς δὴ πέμψετε ἐς ἡμέας κήρυκα προκαλεύμενοι καὶ βουλόμενοι μούνοισι Πέρσῃσι μάχεσθαι. μένοντές τε ἢ ἀπόλλυτε τοὺς ἐναντίους ἢ αὐτοὶ ἀπόλλυσθε. γνόντες δὲ οἱ Βοιωτοὶ τὸ ποιεύμενον ἐξαγορεύουσι Μαρδονίῳ. λιπαρέετε μένοντες· ὀλιγέων γάρ σφι ἡμερέων λείπεται σιτία. καὶ ἢν μὲν δοκέῃ καὶ τοὺς ἄλλους μάχεσθαι. ἅμ᾽ ἡμέρῃ δὲ διαφωσκούσῃ συμβολὴν ποιέεσθαι· καταρρώδηκε γὰρ μὴ πλεῦνες συλλεχθῆτε. ὃς Ἑλλήνων εἵνεκα οὕτω ἔργον παράβολον ἔργασμαι ὑπὸ προθυμίης. πρὸς δὲ ταῦτα εἶπαν οἱ Ἀθηναῖοι τάδε. εἰμὶ δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών„. ἀλλ᾽ ἡμεῖς ἄρχομεν. νῦν ὦν ἐπειδὴ οὐκ ὑμεῖς ἤρξατε τούτου τοῦ λόγου. ἡμεῖς δὲ διαμαχεσώμεθα· ὁκότεροι δ᾽ ἂν ἡμέων νικήσωσι. ὁ δὲ τούτῳ τῷ λόγῳ καταρρωδήσας τοὺς Πέρσας ἔλεγε τάδε. αὐτίκα μετιστάναι καὶ αὐτὸς ἐπειρᾶτο. ἄρτιοι ἐόντες ποιέειν ταῦτα οὐδὲν τοιοῦτο λέγοντας ὑμέας εὕρομεν ἀλλὰ πτώσσοντας μᾶλλον. 49. [2] “ἐπεὶ τοίνυν ἐς ἠῶ ἡ συμβολὴ γίνεται.
πρὸ τῆς Πλαταιέων πόλιος. ἐς μὲν τὸν χῶρον ἐς τὸν συνέκειτο οὐκ ἐν νόῳ ἔχοντες. ἅτε τοῦ τε ὕδατος στερηθείσης τῆς στρατιῆς καὶ ὑπὸ τῆς ἵππου ταρασσομένης. οὔνομα δέ οἱ Ὠερόη· [3] θυγατέρα δὲ ταύτην λέγουσι εἶναι Ἀσωποῦ οἱ ἐπιχώριοι. οἳ δὲ ὡς ἐκινήθησαν ἔφευγον ἄσμενοι τὴν ἵππον πρὸς τὴν Πλαταιέων πόλιν. [2] ἐνθαῦτα οἱ μὲν ἄλλοι ἄρτιοι ἦσαν τῶν ταξιάρχων πείθεσθαι Παυσανίῃ. ἣν ὑπερβάλωνται ἐκείνην τὴν ἡμέρην οἱ Πέρσαι συμβολὴν ποιεύμενοι. 51. ἐπ᾽ ᾗ ἐστρατοπεδεύοντο τότε. ἀπολιπεῖν τὸν λόχον τὸν Πιτανήτην.περιχαρὴς γενόμενος καὶ ἐπαερθεὶς ψυχρῇ νίκῃ ἐπῆκε τὴν ἵππον ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας. [3] ἦσαν μὲν ὦν κατὰ τὴν κρήνην Λακεδαιμόνιοι τεταγμένοι μοῦνοι. δέκα σταδίους ἀπέχουσα. νυκτὸς δὴ γινομένης καὶ ἐούσης τῆς ὥρης ἐς τὴν συνέκειτό σφι ἀπαλλάσσεσθαι. Ἀμομφάρετος δὲ ὁ Πολιάδεω λοχηγέων τοῦ Πιτανητέων λόχου οὐκ ἔφη τοὺς ξείνους φεύξεσθαι οὐδὲ ἑκὼν εἶναι αἰσχυνέειν τὴν Σπάρτην. τούτου δὲ τοιούτου γινομένου οἱ τῶν Ἑλλήνων στρατηγοί. [3] ὁ δὲ Παυσανίης τε καὶ ὁ Εὐρυάναξ δεινὸν μὲν ἐποιεῦντο τὸ μὴ πείθεσθαι ἐκεῖνον σφίσι. φεύγοντες δὲ ἀπικνέονται ἐπὶ τὸ Ἥραιον· τὸ δὲ πρὸ τῆς πόλιος ἐστὶ τῆς Πλαταιέων. νομίσας αὐτοὺς ἐς τὸν χῶρον ἰέναι ἐς τὸν συνεθήκαντο. [2] νῆσος δὲ οὕτω ἂν εἴη ἐν ἠπείρῳ· σχιζόμενος ὁ ποταμὸς ἄνωθεν ἐκ τοῦ Κιθαιρῶνος ῥέει κάτω ἐς τὸ πεδίον. 53. Παυσανίης δὲ ὁρῶν σφεας ἀπαλλασσομένους ἐκ τοῦ στρατοπέδου παρήγγελλε καὶ τοῖσι Λακεδαιμονίοισι ἀναλαβόντας τὰ ὅπλα ἰέναι κατὰ τοὺς ἄλλους τοὺς προϊόντας. διέχων ἀπ᾽ ἀλλήλων τὰ ῥέεθρα ὅσον περ τρία στάδια. ὑπὸ τὴν νύκτα ταύτην ἐδόκεε τοὺς ἡμίσεας ἀποστέλλειν τοῦ στρατοπέδου πρὸς τὸν Κιθαιρῶνα. μὴ ἢν ἀπολίπωσι ποιεῦντες τὰ συνεθήκαντο . ἐθώμαζέ τε ὁρέων τὸ ποιεύμενον ἅτε οὐ παραγενόμενος τῷ προτέρῳ λόγῳ. συνετάραξαν καὶ συνέχωσαν. ἐλθόντες παρὰ Παυσανίην ἐπὶ τὸ δεξιὸν κέρας. οἵ τε σφέων ὀπέωνες ἀποπεμφθέντες ἐς Πελοπόννησον ὡς ἐπισιτιεύμενοι ἀπεκεκληίατο ὑπὸ τῆς ἵππου. 52. ἵνα καὶ ὕδατι ἔχωσι χρᾶσθαι ἀφθόνῳ καὶ οἱ ἱππέες σφέας μὴ σινοίατο ὥσπερ κατιθὺ ἐόντων· μετακινέεσθαί τε ἐδόκεε τότε ἐπεὰν τῆς νυκτὸς ᾖ δευτέρη φυλακή. καὶ οἳ μὲν περὶ τὸ Ἥραιον ἐστρατοπεδεύοντο. 50. καὶ ἔπειτα συμμίσγει ἐς τὠυτό. οὐ δυνάμενοι ἀπικέσθαι ἐς τὸ στρατόπεδον. [4] ἀπικομένων δὲ ἐς τὸν χῶρον τοῦτον. ταῦτα βουλευσάμενοι κείνην μὲν τὴν ἡμέρην πᾶσαν προσκειμένης τῆς ἵππου εἶχον πόνον ἄτρυτον· ὡς δὲ ἥ τε ἡμέρη ἔληγε καὶ οἱ ἱππέες ἐπέπαυντο. ἐς τὴν νῆσον ἰέναι. ἄλλα γὰρ τούτων τοιούτων ἐόντων μᾶλλον σφέας ἐλύπεε· οὔτε γὰρ σιτία εἶχον ἔτι. εἴκοσι σταδίους ἀπὸ τῆς κρήνης τῆς Γαργαφίης ἀπέχον· ἀπικόμενοι δὲ ἔθεντο πρὸ τοῦ ἱροῦ τὰ ὅπλα. τοῖσι δὲ ἄλλοισι Ἕλλησι ἡ μὲν κρήνη πρόσω ἐγίνετο. ἐνθαῦτα ἀερθέντες οἱ πολλοὶ ἀπαλλάσσοντο. [2] ὡς δὲ ἐπήλασαν οἱ ἱππόται. ἐσίνοντο πᾶσαν τὴν στρατιὴν τὴν Ἑλληνικὴν ἐσακοντίζοντές τε καὶ τοξεύοντες ὥστε ἱπποτοξόται τε ἐόντες καὶ προσφέρεσθαι ἄποροι· τήν τε κρήνην τὴν Γαργαφίην. συνελέχθησαν περὶ αὐτῶν τε τούτων καὶ ἄλλων. ὡς ἂν μὴ ἰδοίατο οἱ Πέρσαι ἐξορμωμένους καί σφεας ἑπόμενοι ταράσσοιεν οἱ ἱππόται. ἀπ᾽ ἧς ὑδρεύετο πᾶν τὸ στράτευμα τὸ Ἑλληνικόν. ἣ δὲ ἐστὶ ἀπὸ τοῦ Ἀσωποῦ καὶ τῆς κρήνης τῆς Γαργαφίης. ὡς ἕκαστοι ἔτυχον τεταγμένοι. βουλευομένοισι δὲ τοῖσι στρατηγοῖσι ἔδοξε. δεινότερον δὲ ἔτι. τὸν δὴ ἡ Ἀσωπὶς Ὠερόη περισχίζεται ῥέουσα ἐκ τοῦ Κιθαιρῶνος. ὁ δὲ Ἀσωπὸς ἀγχοῦ· ἐρυκόμενοι δὲ τοῦ Ἀσωποῦ οὕτω δὴ ἐπὶ τὴν κρήνην ἐφοίτων· ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ γάρ σφι οὐκ ἐξῆν ὕδωρ φορέεσθαι ὑπό τε τῶν ἱππέων καὶ τοξευμάτων. ἐς τοῦτον δὴ τὸν χῶρον ἐβουλεύσαντο μεταναστῆναι. ὡς ἀναλάβοιεν τοὺς ὀπέωνας τοὺς ἐπὶ τὰ σιτία οἰχομένους· ἦσαν γὰρ ἐν τῷ Κιθαιρῶνι ἀπολελαμμένοι. κείνου ταῦτ᾽ ἀναινομένου.
ὡς γὰρ δὴ παρηγορέοντο τὸν Ἀμομφάρετον ὅ τε Εὐρυάναξ καὶ ὁ Παυσανίης μὴ κινδυνεύειν μένοντας μούνους Λακεδαιμονίων. Ἀθηναῖοι δὲ ἐποίευν τοιάδε· εἶχον ἀτρέμας σφέας αὐτοὺς ἵνα ἐτάχθησαν. ἤλαυνον τοὺς ἵππους αἰεὶ τὸ πρόσω καὶ ἅμα καταλαβόντες προσεκέατό σφι. καὶ ἐπειρῶντο πείθοντές μιν ὡς οὐ χρεὸν εἴη ταῦτα ποιέειν. Ἀθηναῖοι δὲ κάτω τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον. καὶ ὃ μὲν ἀπαλλάσσετο ἐς τοὺς Ἀθηναίους· τοὺς δὲ ἐπεὶ ἀνακρινομένους πρὸς ἑωυτοὺς ἠὼς κατελάμβανε. πρὸς τε τὸν Ἀθηναῖον κήρυκα ἐπειρωτῶντα τὰ ἐντεταλμένα λέγειν ὁ Παυσανίης ἐκέλευε τὰ παρεόντα σφι πρήγματα.τοῖσι ἄλλοισι Ἕλλησι. τὰ δὴ καὶ ἐγένετο. ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ κατήμενος ὁ Παυσανίης. ἐπεί σφεας ἔδεε πρὸς τοὺς ἀψευδέως ἀρίστους ἀνθρώπων μάχῃ διακριθῆναι. 55. νῦν τε ὑπὸ τὴν παροιχομένην νύκτα καὶ οἱ πάντες ὁρῶμεν διαδράντας· διέδεξάν τε. οἱ γὰρ ἱππόται ἐποίευν οἷον καὶ ἐώθεσαν ποιέειν αἰεί. ἔτι τί λέξετε τάδε ὁρῶντες ἔρημα. Ἀμομφάρετος δὲ ἀρχήν γε οὐδαμὰ δοκέων Παυσανίην τολμήσειν σφέας ἀπολιπεῖν. περιείχετο αὐτοῦ μένοντας μὴ ἐκλιπεῖν τὴν τάξιν· προτερεόντων δὲ τῶν σὺν Παυσανίῃ. ἔπεμπον σφέων ἱππέα ὀψόμενόν τε εἰ πορεύεσθαι ἐπιχειρέοιεν οἱ Σπαρτιῆται. 56. καταδόξας αὐτοὺς ἰθέῃ τέχνῃ ἀπολείπειν αὐτόν. περὶ ποταμὸν Μολόεντα ἱδρυμένον Ἀργιόπιόν τε χῶρον καλεόμενον. καλέσας τὸν Ληρισαῖον Θώρηκα καὶ τοὺς ἀδελφεοὺς αὐτοῦ Εὐρύπυλον καὶ Θρασυδήιον ἔλεγε [2] “ὦ παῖδες Ἀλεύεω. ὁ δὲ μαινόμενον καὶ οὐ φρενήρεα καλέων ἐκεῖνον. ἐπαινεόντων τούτους τοῖσί τι καὶ συνῃδέατε· Ἀρταβάζου δὲ . [3] καὶ ὑμῖν μὲν ἐοῦσι Περσέων ἀπείροισι πολλὴ ἔκ γε ἐμεῦ ἐγίνετο συγγνώμη. σημήνας ἀπῆγε διὰ τῶν κολωνῶν τοὺς λοιποὺς πάντας· εἵποντο δὲ καὶ Τεγεῆται. [4] ταῦτα λογιζόμενοι ἀτρέμας εἶχον τὸ στρατόπεδον τὸ Λακωνικόν. [3] καὶ οἵ τε ἀμφὶ τὸν Ἀμομφάρετός παρεγίνοντό σφι καὶ ἡ ἵππος ἡ τῶν βαρβάρων προσέκειτο πᾶσα. λέγων τοὺς βαρβάρους. εἴτε καὶ τὸ παράπαν μὴ διανοεῦνται ἀπαλλάσσεσθαι. ἐπειρέσθαι τε Παυσανίην τὸ χρεὸν εἴη ποιέειν. ὡς δὲ ἀπίκετο ὁ κῆρυξ ἐς τοὺς Λακεδαιμονίους. ἰδόντες δὲ τὸν χῶρον κεινὸν ἐν τῷ ἐτετάχατο οἱ Ἕλληνες τῇσι προτέρῃσι ἡμέρῃσι. ἀναλαβόντα τὸν λόχον τὰ ὅπλα ἦγε βάδην πρὸς τὸ ἄλλο στῖφος· [2] τὸ δὲ ἀπελθὸν ὅσον τε δέκα στάδια ἀνέμενε τὸν Ἀμομφαρέτου λόχον. ὥρα τε σφέας κατὰ χώρην τεταγμένους καὶ ἐς νείκεα ἀπιγμένους αὐτῶν τοὺς πρώτους. ἐπιστάμενοι τὰ Λακεδαιμονίων φρονήματα ὡς ἄλλα φρονεόντων καὶ ἄλλα λεγόντων· [2] ὡς δὲ ἐκινήθη τὸ στρατόπεδον. ὑμεῖς γὰρ οἱ πλησιόχωροι ἐλέγετε Λακεδαιμονίους οὐ φεύγειν ἐκ μάχης. [2] Ἀθηναῖοι δὲ ταχθέντες ἤισαν τὰ ἔμπαλιν ἢ Λακεδαιμόνιοι· οἳ μὲν γὰρ τῶν τε ὄχθων ἀντείχοντο καὶ τῆς ὑπωρέης τοῦ Κιθαιρῶνος φοβεόμενοι τὴν ἵππον. οὐ δοκέων τὸν Ἀμομφάρετον λείψεσθαι τῶν ἄλλων Λακεδαιμονίων ἀποστειχόντων. ἀλλ᾽ αὐτοῦ μένωσι. ἀλλὰ ἄνδρας εἶναι τὰ πολέμια πρώτους· τοὺς πρότερόν τε μετισταμένους ἐκ τῆς τάξιος εἴδετε. Μαρδόνιος δὲ ὡς ἐπύθετο τοὺς Ἕλληνας ἀποιχομένους ὑπὸ νύκτα εἶδέ τε τὸν χῶρον ἔρημον. ἐς ὃ ἐς νείκεά τε συμπεσόντες ἀπίκατο καὶ ὁ κῆρυξ τῶν Ἀθηναίων παρίστατό σφι ἀπιγμένος. ὅτι οὐδένες ἄρα ἐόντες ἐν οὐδαμοῖσι ἐοῦσι Ἕλλησι ἐναπεδεικνύατο. ἀπόληται ὑπολειφθεὶς αὐτός τε Ἀμομφάρετος καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ. καὶ οἳ μὲν παρηγόρεον Ἀμομφάρετον μοῦνον Λακεδαιμονίων τε καὶ Τεγεητέων λελειμμένον. ἐχρήιζέ τε τῶν Ἀθηναίων προσχωρῆσαί τε πρὸς ἑωυτοὺς καὶ ποιέειν περὶ τῆς ἀπόδου τά περ ἂν καὶ σφεῖς. ἀνέμενε δὲ τοῦδε εἵνεκα. οὔ κως ἔπειθον. βοηθέοι ὀπίσω παρ᾽ ἐκείνους. τῇ καὶ Δήμητρος Ἐλευσινίης ἱρὸν ἧσται. [2] νεικέων δὲ ὁ Ἀμομφάρετος λαμβάνει πέτρον ἀμφοτέρῃσι τῇσι χερσὶ καὶ τιθεὶς πρὸ ποδῶν τῶν Παυσανίεω ταύτῃ τῇ ψήφῳ ψηφίζεσθαι ἔφη μὴ φεύγειν τοὺς ξείνους. 54. ἵνα ἢν μὴ ἀπολείπῃ τὸν χῶρον ἐν τῷ ἐτετάχατο ὁ Ἀμομφάρετός τε καὶ ὁ λόχος. 57. 58.
ἀγῶνος μεγίστου προκειμένου ἐλευθέρην εἶναι ἢ δεδουλωμένην τὴν Ἑλλάδα. [2] νῦν ὦν δέδοκται τὸ ἐνθεῦτεν τὸ ποιητέον ἡμῖν· ἀμυνομένους γὰρ τῇ δυνάμεθα ἄριστα περιστέλλειν ἀλλήλους. ὥστε μηκέτι δύνασθαι βοηθῆσαι· τὸ γὰρ προσκείμενον σφέας ἐλύπεε. ἐπεῖχέ τε ἐπὶ Λακεδαιμονίους τε καὶ Τεγεήτας μούνους· Ἀθηναίους γὰρ τραπομένους ἐς τὸ πεδίον ὑπὸ τῶν ὄχθων οὐ κατώρα. 59. ἐχώρεον καὶ οὗτοι ἐπὶ τοὺς Πέρσας. 61. καὶ οὗτοι μὲν βοῇ τε καὶ ὁμίλῳ ἐπήισαν ὡς ἀναρπασόμενοι τοὺς Ἕλληνας· Παυσανίης δέ. πέμψας πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ἱππέα λέγει τάδε. ταῦτα εἴπας ἦγε τοὺς Πέρσας δρόμῳ διαβάντας τὸν Ἀσωπὸν κατὰ στίβον τῶν Ἑλλήνων ὡς δὴ ἀποδιδρησκόντων. καὶ πλεῦνές τε καὶ ἐλάσσονες συστρεφόμενοι. οὕτω ὥστε πιεζομένων τῶν Σπαρτιητέων καὶ τῶν σφαγίων οὐ γινομένων ἀποβλέψαντα τὸν Παυσανίην πρὸς τὸ Ἥραιον τὸ Πλαταιέων ἐπικαλέσασθαι τὴν θεόν. [2] Πέρσας δὲ ὁρῶντες ὁρμημένους διώκειν τοὺς Ἕλληνας οἱ λοιποὶ τῶν βαρβαρικῶν τελέων ἄρχοντες αὐτίκα πάντες ἤειραν τὰ σημήια. ἐόντες σὺν ψιλοῖσι ἀριθμὸν οἳ μὲν πεντακισμύριοι Τεγεῆται δὲ τρισχίλιοι (οὗτοι γὰρ οὐδαμὰ ἀπεσχίζοντο ἀπὸ Λακεδαιμονίων). ὁρμέατο βοηθέειν καὶ τὰ μάλιστα ἐπαμύνειν· καί σφι ἤδη στείχουσι ἐπιτίθενται οἱ ἀντιταχθέντες Ἑλλήνων τῶν μετὰ βασιλέος γενομένων. προεξαΐσσοντες δὲ κατ᾽ ἕνα καὶ δέκα. καὶ ἐδίωκον ὡς ποδῶν ἕκαστος εἶχον. .θῶμα καὶ μᾶλλον ἐποιεύμην τὸ καὶ καταρρωδῆσαι Λακεδαιμονίους καταρρωδήσαντά τε ἀποδέξασθαι γνώμην δειλοτάτην. 60. νῦν δὲ ἐκείνοισι ταῦτα ποιεῦσι οὐκ ἐπιτρεπτέα ἐστί. καὶ οἱ Πέρσαι ἀντίοι τὰ τόξα μετέντες. ἀλλὰ διωκτέοι εἰσὶ ἐς ὃ καταλαμφθέντες δώσουσι ἡμῖν τῶν δὴ ἐποίησαν Πέρσας πάντων δίκας„. συνοίδαμεν δὲ ὑμῖν ὑπὸ τὸν παρεόντα τόνδε πόλεμον ἐοῦσι πολλὸν προθυμοτάτοισι. ταῦτα δ᾽ ἔτι τούτου ἐπικαλεομένου προεξαναστάντες πρότεροι οἱ Τεγεῆται ἐχώρεον ἐς τοὺς βαρβάρους. ὡς προσέκειτο ἡ ἵππος. χρηίζοντα μηδαμῶς σφέας ψευσθῆναι τῆς ἐλπίδος. ἐς ὃ ἀπίκοντο ἐς ὠθισμόν· τὰ γὰρ δόρατα ἐπιλαμβανόμενοι κατέκλων οἱ βάρβαροι. ὡς χρεὸν εἴη ἀναζεύξαντας τὸ στρατόπεδον ἰέναι ἐς τὸ Θηβαίων ἄστυ πολιορκησομένους· τὴν ἔτι πρὸς ἐμεῦ βασιλεὺς πεύσεται. ὥστε καὶ ταῦτα ἐσακούειν„. ταῦτα οἱ Ἀθηναῖοι ὡς ἐπύθοντο. 62. ὡς δὲ ταῦτα ἐπεπτώκεε. [2] οὕτω δὴ μουνωθέντες Λακεδαιμόνιοι καὶ Τεγεῆται. προδεδόμεθα ὑπὸ τῶν συμμάχων ἡμεῖς τε οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ ὑμεῖς οἱ Ἀθηναῖοι ὑπὸ τὴν παροιχομένην νύκτα διαδράντων. [4] καὶ τούτων μὲν ἑτέρωθι ἔσται λόγος. καὶ τοῖσι Λακεδαιμονίοισι αὐτίκα μετὰ τὴν εὐχὴν τὴν Παυσανίεω ἐγίνετο θυομένοισι τὰ σφάγια χρηστά· ὡς δὲ χρόνῳ κοτὲ ἐγένετο. ὑμεῖς δ᾽ ἡμῖν τοὺς τοξότας ἀποπέμψαντες χάριν θέσθε. οὔτε κόσμῳ οὐδενὶ κοσμηθέντες οὔτε τάξι. ἐσφαγιάζοντο ὡς συμβαλέοντες Μαρδονίῳ καὶ τῇ στρατιῇ τῇ παρεούσῃ. δίκαιοι ἐστὲ ὑμεῖς πρὸς τὴν πιεζομένην μάλιστα τῶν μοιρέων ἀμυνέοντες ἰέναι. ἐς ἡμέας γὰρ ἅπασα κεχώρηκε. ἤδη ἐγίνετο ἡ μάχη ἰσχυρὴ παρ᾽ αὐτὸ τὸ Δημήτριον καὶ χρόνον ἐπὶ πολλόν. [3] λήματι μέν νυν καὶ ῥώμῃ οὐκ ἥσσονες ἦσαν οἱ Πέρσαι. ἐσέπιπτον ἐς τοὺς Σπαρτιήτας καὶ διεφθείροντο. [3] εἰ δ᾽ ἄρα αὐτοὺς ὑμέας καταλελάβηκε ἀδύνατόν τι βοηθέειν. “ἄνδρες Ἀθηναῖοι. εἰ μέν νυν ἐς ὑμέας ὅρμησε ἀρχὴν ἡ ἵππος. ἄνοπλοι δὲ ἐόντες καὶ πρὸς ἀνεπιστήμονες ἦσαν καὶ οὐκ ὅμοιοι τοῖσι ἐναντίοισι σοφίην. [2] ἐγίνετο δὲ πρῶτον περὶ τὰ γέρρα μάχη. χρῆν δὴ ἡμέας τε καὶ τοὺς μετ᾽ ἡμέων τὴν Ἑλλάδα οὐ προδιδόντας Τεγεήτας βοηθέειν ὑμῖν· νῦν δέ. ἔπιπτον δὲ αὐτῶν ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ πολλοὶ καὶ πολλῷ πλεῦνες ἐτρωματίζοντο· φράξαντες γὰρ τὰ γέρρα οἱ Πέρσαι ἀπίεσαν τῶν τοξευμάτων πολλὰ ἀφειδέως. [3] καὶ οὐ γάρ σφι ἐγίνετο τὰ σφάγια χρηστά.
οἳ μὲν δὴ νικῶντες εἵποντο τοὺς Ξέρξεω διώκοντές τε καὶ φονεύοντες. ἐν δὲ τούτῳ τῷ γινομένῳ φόβῳ ἀγγέλλεται τοῖσι ἄλλοισι Ἕλλησι τοῖσι τεταγμένοισι περὶ τὸ Ἥραιον καὶ ἀπογενομένοισι τῆς μάχης. τούτους. δοκέω δέ. ὅτι καὶ τοὺς Πέρσας ὥρων. ἀλλὰ τὴν ταχίστην ἐτρόχαζε φεύγων οὔτε ἐς τὸ ξύλινον οὔτε ἐς τὸ Θηβαίων τεῖχος ἀλλ᾽ ἐς Φωκέας. 67. Ἀρτάβαζος δὲ ὁ Φαρνάκεος αὐτίκα τε οὐκ ἠρέσκετο κατ᾽ ἀρχὰς λειπομένου Μαρδονίου ἀπὸ βασιλέος. περί τε τὸ ἱρὸν οἱ πλεῖστοι ἐν τῷ βεβήλῳ ἔπεσον. 68. ὅκως ἂν αὐτὸν ὁρῶσι σπουδῆς ἔχοντα. εἰ καὶ τότε οὗτοι πρὶν ἢ καὶ συμμῖξαι τοῖσι πολεμίοισι ἔφευγον. 66. 64. ἔφευγον. οὐ τῇ περ οἱ Πέρσαι καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων ὁ πᾶς ὅμιλος. ὅτι μάχη τε γέγονε καὶ νικῷεν οἱ . οὗτοι εἶχον προθυμίην οὐκ ὀλίγην μαχόμενοί τε καὶ οὐκ ἐθελοκακέοντες. ἔφευγον ἐς τὰς Θήβας. [3] ταῦτα παραγγείλας ὡς ἐς μάχην ἦγε δῆθεν τὸν στρατόν.63. οὕτω τε πάντες ἔφευγον πλὴν τῆς ἵππου τῆς τε ἄλλης καὶ τῆς Βοιωτίης· αὕτη δὲ τοσαῦτα προσωφέλεε τοὺς φεύγοντας. οὕτω δὴ καὶ οἱ ἄλλοι ἐτράποντο καὶ εἶξαν τοῖσι Λακεδαιμονίοισι. 65. οἱ γὰρ μηδίζοντες τῶν Θηβαίων. ἐνθαῦτα ἥ τε δίκη τοῦ Λεωνίδεω κατὰ τὸ χρηστήριον τοῖσι Σπαρτιήτῃσι ἐκ Μαρδονίου ἐπετελέετο. τῇ δὲ ἐτύγχανε αὐτὸς ἐὼν Μαρδόνιος. εἴ τι περὶ τῶν θείων πρηγμάτων δοκέειν δεῖ. 69. ἐν δὲ Πλαταιῇσι οἱ Πέρσαι ὡς ἐτράποντο ὑπὸ τῶν Λακεδαιμονίων. καὶ δὴ οὗτοι μὲν ταύτῃ ἐτράποντο· τῶν δὲ ἄλλων Ἑλλήνων τῶν μετὰ βασιλέος ἐθελοκακεόντων Βοιωτοὶ Ἀθηναίοισι ἐμαχέσαντο χρόνον ἐπὶ συχνόν. καὶ τότε πολλὰ ἀπαγορεύων οὐδὲν ἤνυε. οἳ δὲ ἀντεῖχον καὶ ἀμυνόμενοι κατέβαλλον πολλοὺς τῶν Λακεδαιμονίων· [2] ὡς δὲ Μαρδόνιος ἀπέθανε καὶ τὸ περὶ ἐκεῖνον τεταγμένον ἐὸν ἰσχυρότατον ἔπεσε. ἀποθνήσκει δὲ Μαρδόνιος ὑπὸ Ἀειμνήστου ἀνδρὸς ἐν Σπάρτῃ λογίμου. ταύτῃ δὲ καὶ μάλιστα τοὺς ἐναντίους ἐπίεσαν. ἐθέλων ὡς τάχιστα ἐπὶ τὸν Ἑλλήσποντον ἀπικέσθαι. παραγγείλας κατὰ τὠυτὸ ἰέναι πάντας τῇ ἂν αὐτὸς ἐξηγέηται. ὃς χρόνῳ ὕστερον μετὰ τὰ Μηδικὰ ἔχων ἄνδρας τριηκοσίους συνέβαλε ἐν Στενυκλήρῳ πολέμου ἐόντος Μεσσηνίοισι πᾶσι. ἡ θεὸς αὐτή σφεας οὐκ ἐδέκετο ἐμπρήσαντας τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Ἐλευσῖνι ἀνάκτορον. προτερέων δὲ τῆς ὁδοῦ ὥρα καὶ δὴ φεύγοντας τοὺς Πέρσας· οὕτω δὴ οὐκέτι τὸν αὐτὸν κόσμον κατηγέετο. [2] θῶμα δέ μοι ὅκως παρὰ τῆς Δήμητρος τὸ ἄλσος μαχομένων οὐδὲ εἷς ἐφάνη τῶν Περσέων οὔτε ἐσελθὼν ἐς τὸ τέμενος οὔτε ἐναποθανών. εὖ ἐξεπιστάμενος τὰ ἔμελλε ἀποβήσεσθαι ἀπὸ τῆς μάχης. ὅκως ἡ συμβολὴ ἐγίνετο. ἔφευγον οὐδένα κόσμον ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ ἑωυτῶν καὶ ἐς τὸ τεῖχος τὸ ξύλινον τὸ ἐποιήσαντο ἐν μοίρῃ τῇ Θηβαΐδι. δηλοῖ τέ μοι ὅτι πάντα τὰ πρήγματα τῶν βαρβάρων ἤρτητο ἐκ Περσέων. πλεῖστον γὰρ σφέας ἐδηλέετο ἡ ἐσθὴς ἔρημος ἐοῦσα ὅπλων· πρὸς γὰρ ὁπλίτας ἐόντες γυμνῆτες ἀγῶνα ἐποιεῦντο. οὔτε διαμαχεσάμενος οὐδενὶ οὔτε τι ἀποδεξάμενος. αὕτη μέν νυν ἡ μάχη ἐπὶ τοσοῦτο ἐγένετο. καὶ αὐτός τε ἀπέθανε καὶ οἱ τριηκόσιοι. συμβάλλειν οὐκ ἐῶν· ἐποίησέ τε αὐτὸς τοιάδε ὡς οὐκ ἀρεσκόμενος τοῖσι πρήγμασι τοῖσι ἐκ Μαρδονίου ποιευμένοισι. οὕτω ὥστε τριηκόσιοι αὐτῶν οἱ πρῶτοι καὶ ἄριστοι ἐνθαῦτα ἔπεσον ὑπὸ Ἀθηναίων. [2] τῶν ἐστρατήγεε ὁ Ἀρτάβαζος (εἶχε δὲ δύναμιν οὐκ ὀλίγην ἀλλὰ καὶ ἐς τέσσερας μυριάδας ἀνθρώπων περὶ ἑωυτόν). ἀπ᾽ ἵππου τε μαχόμενος λευκοῦ ἔχων τε περὶ ἑωυτὸν λογάδας Περσέων τοὺς ἀρίστους χιλίους. ὅσον μέν νυν χρόνον Μαρδόνιος περιῆν. καὶ νίκην ἀναιρέεται καλλίστην ἁπασέων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν Παυσανίης ὁ Κλεομβρότου τοῦ Ἀναξανδρίδεω· [2] τῶν δὲ κατύπερθέ οἱ προγόνων τὰ οὐνόματα εἴρηται ἐς Λεωνίδην· ὡυτοὶ γάρ σφι τυγχάνουσι ἐόντες. αἰεί τε πρὸς τῶν πολεμίων ἄγχιστα ἐοῦσα ἀπέργουσά τε τοὺς φιλίους φεύγοντας ἀπὸ τῶν Ἑλλήνων. ἦγε κατηρτημένως. ὡς δὲ ἐτράποντο καὶ οὗτοι.
τὴν μέν νυν φάτνην ταύτην τὴν Μαρδονίου ἀνέθεσαν ἐς τὸν νηὸν τῆς Ἀλέης Ἀθηναίης Τεγεῆται. 71. Ἀθηναίων δὲ δύο καὶ πεντήκοντα. λυσσῶντά τε καὶ ἐκλείποντα τὴν τάξιν ἔργα ἀποδέξασθαι μεγάλα. οὗτοι μὲν δὴ ἐν οὐδενὶ λόγῳ ἀπώλοντο· οἱ δὲ Πέρσαι καὶ ὁ ἄλλος ὅμιλος. ἀνὴρ δὲ λέγεται Μαρδόνιος· Ἑλλήνων δέ. Ποσειδώνιον δὲ οὐ βουλόμενον ἀποθνήσκειν ἄνδρα γενέσθαι ἀγαθόν· τοσούτῳ τοῦτον εἶναι ἀμείνω. τῶν ἀποθανόντων ἐν ταύτῃ τῇ μάχῃ τίμιοι ἐγένοντο· Ἀριστόδημος δὲ βουλόμενος ἀποθανεῖν διὰ τὴν προειρημένην αἰτίην οὐκ ἐτιμήθη. ὃς ἐκ Θερμοπυλέων μοῦνος τῶν τριηκοσίων σωθεὶς εἶχε ὄνειδος καὶ ἀτιμίην. ἀγαθῶν γενομένων καὶ Τεγεητέων καὶ Ἀθηναίων. ἐλθὼν ἀνὴρ κάλλιστος ἐς τὸ στρατόπεδον τῶν τότε Ἑλλήνων. οὐδέ τις αὐτῶν ἀλκῆς ἐμέμνητο. ἐσπεσόντες δὲ κατεστόρεσαν αὐτῶν ἑξακοσίους. Τεγεητέων δὲ ἑκκαίδεκα. [2] ἄλλῳ μὲν οὐδενὶ ἔχω ἀποσημήνασθαι (ἅπαντες γὰρ οὗτοι τοὺς κατ᾽ ἑωυτοὺς ἐνίκων). ἠρίστευσε δὲ τῶν βαρβάρων πεζὸς μὲν ὁ Περσέων. τὰ δὲ ἄλλα ἐς τὠυτό.μετὰ Παυσανίεω· οἳ δὲ ἀκούσαντες ταῦτα. Καλλικράτης γὰρ ἔξω τῆς μάχης ἀπέθανε. [2] ἕως μὲν γὰρ ἀπῆσαν οἱ Ἀθηναῖοι. οἱ μὲν ἀμφὶ Κορινθίους ἐτράποντο διὰ τῆς ὑπωρέης καὶ τῶν κολωνῶν τὴν φέρουσαν ἄνω ἰθὺ τοῦ ἱροῦ τῆς Δήμητρος. καὶ τὴν σκηνὴν τὴν Μαρδονίου οὗτοι ἦσαν οἱ διαρπάσαντες. οὕτω δὴ ἰσχυρὴ ἐγίνετο τειχομαχίη καὶ χρόνον ἐπὶ πολλόν. τῶν λοιπέων μηδὲ τρεῖς χιλιάδας περιγενέσθαι. [2] καὶ δὴ οἳ μὲν ἐμάχοντο. τά τε ἄλλα ἐξ αὐτῆς καὶ τὴν φάτνην τῶν ἵππων ἐοῦσαν χαλκέην πᾶσαν καὶ θέης ἀξίην. τέλος δὲ ἀρετῇ τε καὶ λιπαρίῃ ἐπέβησαν Ἀθηναῖοι τοῦ τείχεος καὶ ἤριπον· τῇ δὴ ἐσεχέοντο οἱ Ἕλληνες. ἀλύκταζόν τε οἷα ἐν ὀλίγῳ χώρῳ πεφοβημένοι τε καὶ πολλαὶ μυριάδες κατειλημέναι ἀνθρώπων· [5] παρῆν τε τοῖσι Ἕλλησι φονεύειν οὕτω ὥστε τριήκοντα μυριάδων στρατοῦ. [4] ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ φθόνῳ ἂν εἴποιεν· οὗτοι δὲ τοὺς κατέλεξα πάντες. μετὰ δὲ τοῦτον ἠρίστευσαν Ποσειδώνιός τε καὶ Φιλοκύων καὶ Ἀμομφάρετος ὁ Σπαρτιήτης. ἵππος δὲ ἡ Σακέων. ἀπιδόντες σφέας οἱ τῶν Θηβαίων ἱππόται ἐπειγομένους οὐδένα κόσμον ἤλαυνον ἐπ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἵππους. τῶν ἱππάρχεε Ἀσωπόδωρος ὁ Τιμάνδρου. καταδεουσέων τεσσέρων τὰς ἔχων Ἀρτάβαζος ἔφευγε. [3] πρῶτοι δὲ ἐσῆλθον Τεγεῆται ἐς τὸ τεῖχος. 70. ἀναβάντες δὲ ἐφράξαντο ὡς ἠδυνέατο ἄριστα τὸ τεῖχος· προσελθόντων δὲ τῶν Λακεδαιμονίων κατεστήκεέ σφι τειχομαχίη ἐρρωμενεστέρη. οὗτοι μὲν τῶν ἐν Πλαταιῇσι ὀνομαστότατοι ἐγένοντο. καὶ ἄριστος ἐγένετο μακρῷ Ἀριστόδημος κατὰ γνώμας τὰς ἡμετέρας. ὡς κατέφυγον ἐς τὸ ξύλινον τεῖχος. ὅσα περ ἔλαβον. κατήμενος ἐν τῇ τάξι ἐτρωματίσθη τοξεύματι τὰ πλευρά. οἳ δ᾽ ἠμύνοντο καὶ πολλῷ πλέον εἶχον τῶν Λακεδαιμονίων ὥστε οὐκ ἐπισταμένων τειχομαχέειν· ὡς δέ σφι Ἀθηναῖοι προσῆλθον. ὃ δ᾽ ἐξενηνειγμένος ἐδυσθανάτεέ τε καὶ . οἱ δὲ ἀμφὶ Μεγαρέας τε καὶ Φλειασίους διὰ τοῦ πεδίου τὴν λειοτάτην τῶν ὁδῶν. [2] ἐπείτε δὲ ἀγχοῦ τῶν πολεμίων ἐγίνοντο οἱ Μεγαρέες καὶ Φλειάσιοι. ἐσήνεικαν τοῖσι Ἕλλησι. ἔφθησαν ἐπὶ τοὺς πύργους ἀναβάντες πρὶν ἢ τοὺς Λακεδαιμονίους ἀπικέσθαι. ὅτι δὲ κατὰ τὸ ἰσχυρότερον προσηνείχθησαν καὶ τούτων ἐκράτησαν. Λακεδαιμονίων δὲ τῶν ἐκ Σπάρτης ἀπέθανον οἱ πάντες ἐν τῇ συμβολῇ εἷς καὶ ἐνενήκοντα. οὐδένα κόσμον ταχθέντες. ἐπειδὴ ἐσφαγιάζετο Παυσανίης. οὐ μοῦνον αὐτῶν Λακεδαιμονίων ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων· ὅς. ἔγνωσαν οἱ παραγενόμενοι Σπαρτιητέων Ἀριστόδημον μὲν βουλόμενον φανερῶς ἀποθανεῖν ἐκ τῆς παρεούσης οἱ αἰτίης. πλὴν Ἀριστοδήμου. 72. τοὺς δὲ λοιποὺς κατήραξαν διώκοντες ἐς τὸν Κιθαιρῶνα. ὑπερεβάλοντο ἀρετῇ Λακεδαιμόνιοι. [4] οἱ δὲ βάρβαροι οὐδὲν ἔτι στῖφος ἐποιήσαντο πεσόντος τοῦ τείχεος. [3] καίτοι γενομένης λέσχης ὃς γένοιτο αὐτῶν ἄριστος.
καὶ οὐκ ἐκ τοῦ θώρηκος δεδεμένην σιδηρέην. ἐνθαῦτά σφι ἐπῆλθε γυνὴ αὐτόμολος· ἣ ἐπειδὴ ἔμαθε ἀπολωλότας τοὺς Πέρσας καὶ νικῶντας τοὺς Ἕλληνας. αὐτίκα μετὰ ταῦτα ἀπίκοντο Μαντινέες ἐπ᾽ ἐξεργασμένοισι· μαθόντες δὲ ὅτι ὕστεροι ἥκουσι τῆς συμβολῆς. ἀλλ᾽ ὅτι οὐκ ἐχρήσατο τῇ χειρὶ καὶ ὅτι οὐδέν ἐστί οἱ ἀποδεδεγμένον ἔργον ἑωυτοῦ ἄξιον προθυμευμένου ἀποδέξασθαι. 77.ἔλεγε πρὸς Ἀρίμνηστον ἄνδρα Πλαταιέα οὐ μέλειν οἱ ὅτι πρὸ τῆς Ἑλλάδος ἀποθνήσκει. οὕτω ὥστε καὶ ἐς τὸν πόλεμον τὸν ὕστερον πολλοῖσι ἔτεσι τούτων γενόμενον Ἀθηναίοισί τε καὶ Πελοποννησίοισι. σὺ γὰρ καὶ ἐς τόδε ὤνησας. ἐξηγησάμενόν σφι τὸ πᾶν πρῆγμα κατηγήσασθαι ἐπὶ τὰς Ἀφίδνας. τούτους ἐδίωκον μέχρι Θεσσαλίης· . Δεκελέων δὲ τῶν κοτὲ ἐργασαμένων ἔργον χρήσιμον ἐς τὸν πάντα χρόνον. Δεκελέης ἀπέχεσθαι. ἄξιοί τε ἔφασαν εἶναι σφέας ζημιῶσαι. ὁ δὲ ἀμείβεται τοῖσιδε. ὁρῶσα δὲ πάντα ἐκεῖνα διέποντα Παυσανίην. ἐοῦσα παλλακὴ Φαρανδάτεος τοῦ Τεάσπιος ἀνδρὸς Πέρσεω. 76. οὐκ εἰδότες ἵνα ὑπεξέκειτο ἡ Ἑλένη. μετὰ δὲ τὴν ἄπιξιν τῆς γυναικός. [2] πυνθανόμενοι δὲ τοὺς Μήδους τοὺς μετὰ Ἀρταβάζου φεύγοντας. τὴν ὅκως πελάσειε ἀπικνεόμενος τοῖσι πολεμίοισι βαλλέσκετο. ἀποθανεῖν ὑπὸ Ἠδωνῶν ἐν Δάτῳ περὶ τῶν μετάλλων τῶν χρυσέων μαχόμενον. ὡς ἐπ᾽ ἀσπίδος αἰεὶ περιθεούσης καὶ οὐδαμὰ ἀτρεμιζούσης ἐφόρεε ἄγκυραν. θάρσεε καὶ ὡς ἱκέτις καὶ εἰ δὴ πρὸς τούτῳ τυγχάνεις ἀληθέα λέγουσα καὶ εἶς θυγάτηρ Ἡγητορίδεω τοῦ Κῴου. τότε λέγουσι τοὺς Δεκελέας. ὃς ἐμοὶ ξεῖνος μάλιστα τυγχάνει ἐὼν τῶν περὶ ἐκείνους τοὺς χώρους οἰκημένων„. ὁ δ᾽ ἕτερος τῶν λόγων τῷ πρότερον λεχθέντι ἀμφισβατέων λέγεται. Ἀθηναίων στρατηγέοντα ἅμα Λεάγρῳ τῷ Γλαύκωνος. ἐς τὴν αὐτὴ ἤθελε ἀπικέσθαι. συμφορὴν ἐποιεῦντο μεγάλην. θυγάτηρ δὲ Ἡγητορίδεω τοῦ Ἀνταγόρεω· βίῃ δέ με λαβὼν ἐν Κῷ εἶχε ὁ Πέρσης„. ὡς αὐτοὶ Ἀθηναῖοι λέγουσι. ἔγνω τε τὸν Παυσανίην καὶ λαβομένη τῶν γουνάτων ἔλεγε τάδε. οἳ δὲ αὐτὸν Δέκελον ἀχθόμενόν τε τῇ Θησέος ὕβρι καὶ δειμαίνοντα περὶ πάσῃ τῇ Ἀθηναίων χώρῃ. πρότερόν τε τὸ οὔνομα ἐξεπισταμένη καὶ τὴν πάτρην ὥστε πολλάκις ἀκούσασα. σινομένων τὴν ἄλλην Ἀττικὴν Λακεδαιμονίων. ἵνα δή μιν οἱ πολέμιοι ἐκπίπτοντες ἐκ τῆς τάξιος μετακινῆσαι μὴ δυναίατο· γινομένης δὲ φυγῆς τῶν ἐναντίων δέδοκτο τὴν ἄγκυραν ἀναλαβόντα οὕτω διώκειν. κοσμησαμένη χρυσῷ πολλῷ καὶ αὐτὴ καὶ ἀμφίπολοι καὶ ἐσθῆτι τῇ καλλίστῃ τῶν παρεουσέων. ταῦτα δὲ εἴπας τότε μὲν ἐπέτρεψε τῶν ἐφόρων τοῖσι παρεοῦσι. ῥῦσαί με τὴν ἱκέτιν αἰχμαλώτου δουλοσύνης. τὸν μὲν ὡς ἐκ τοῦ ζωστῆρος τοῦ θώρηκος ἐφόρεε χαλκέῃ ἁλύσι δεδεμένην ἄγκυραν σιδηρέην. ἐκ δήμου Δεκελεῆθεν. Ἀθηναίων δὲ λέγεται εὐδοκιμῆσαι Σωφάνης ὁ Εὐτυχίδεω. τούτου τοῦ δήμου ἐὼν ὁ Σωφάνης καὶ ἀριστεύσας τότε Ἀθηναίων διξοὺς λόγους λεγομένους ἔχει. ὅτι περικατημένων Ἀθηναίων Αἴγιναν Εὐρυβάτην τὸν Ἀργεῖον ἄνδρα πεντάεθλον ἐκ προκλήσιος ἐφόνευσε. καταβᾶσα ἐκ τῆς ἁρμαμάξης ἐχώρεε ἐς τοὺς Λακεδαιμονίους ἔτι ἐν τῇσι φονῇσι ἐόντας. ὡς δὲ τοῖσι Ἕλλησι ἐν Πλαταιῇσι κατέστρωντο οἱ βάρβαροι. ὕστερον δὲ ἀπέπεμψε ἐς Αἴγιναν. [2] “ὦ βασιλεῦ Σπάρτης. 75. εἰμὶ δὲ γένος μὲν Κῴη. 74. 73. τὰς δὴ Τιτακὸς ἐὼν αὐτόχθων καταπροδιδοῖ Τυνδαρίδῃσι. αὐτὸν δὲ Σωφάνεα χρόνῳ ὕστερον τούτων κατέλαβε ἄνδρα γενόμενον ἀγαθόν. ἔστι δὲ καὶ ἕτερον Σωφάνεϊ λαμπρὸν ἔργον ἐξεργασμένον. [2] οὗτος μὲν οὕτω λέγεται. [3] “γύναι. [2] ὡς γὰρ δὴ τὸ πάλαι κατὰ Ἑλένης κομιδὴν Τυνδαρίδαι ἐσέβαλον ἐς γῆν τὴν Ἀττικὴν σὺν στρατοῦ πλήθεϊ καὶ ἀνίστασαν τοὺς δήμους. [3] τοῖσι δὲ Δεκελεῦσι ἐν Σπάρτῃ ἀπὸ τούτου τοῦ ἔργου ἀτελείη τε καὶ προεδρίη διατελέει ἐς τόδε αἰεὶ ἔτι ἐοῦσα. τούσδε ἀπολέσας τοὺς οὔτε δαιμόνων οὔτε θεῶν ὄπιν ἔχοντας.
συγκομίζειν ἐκέλευε τοὺς εἵλωτας τὰ χρήματα. καὶ ἔλαβον ἕκαστοι τῶν ἄξιοι ἦσαν. σὺ δὲ καὶ τὰ λοιπὰ τὰ ἐπὶ τούτοισι ποίησον. ἀπ᾽ ἧς δεκάπηχυν χάλκεον Δία ἀνέθηκαν. τὸ μὲν εὐνοέειν τε καὶ προορᾶν ἄγαμαί σευ. καὶ τῷ ἐν Ὀλυμπίῃ θεῷ ἐξελόντες. Λεωνίδῃ δέ. σὺ μέντοι ἔτι ἔχων λόγον τοιόνδε μήτε προσέλθῃς ἔμοιγε μήτε συμβουλεύσῃς. ἀπ᾽ ἧς ἑπτάπηχυς χάλκεος Ποσειδέων ἐξεγένετο. καί τοι θεὸς παρέδωκε ῥυσάμενον τὴν Ἑλλάδα κλέος καταθέσθαι μέγιστον Ἑλλήνων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν. ἐπεὶ ἐσθῆτός γε ποικίλης λόγος ἐγίνετο οὐδείς. Αἰγινητέων ἐὼν τὰ πρῶτα· ὃς ἀνοσιώτατον ἔχων λόγον ἵετο πρὸς Παυσανίην. ἔργον ἔργασταί τοι ὑπερφυὲς μέγαθός τε καὶ κάλλος. . “ὦ ξεῖνε Αἰγινῆτα. καὶ ἢν ταῦτα ποιέω. γνώμης μέντοι ἡμάρτηκας χρηστῆς· ἐξαείρας γάρ με ὑψοῦ καὶ τὴν πάτρην καὶ τὸ ἔργον. ἀπικόμενος δὲ σπουδῇ ἔλεγε τάδε. ὃ μὲν δοκέων χαρίζεσθαι ἔλεγε τάδε. ὃ μὲν ταῦτα ἀκούσας ἀπαλλάσσετο. [3] ἐνθαῦτα πολλὰ μὲν κλέπτοντες ἐπώλεον πρὸς τοὺς Αἰγινήτας οἱ εἵλωτες. [2] “ὦ παῖ Κλεομβρότου. [3] Λεωνίδεω γὰρ ἀποθανόντος ἐν Θερμοπύλῃσι Μαρδόνιός τε καὶ Ξέρξης ἀποταμόντες τὴν κεφαλὴν ἀνεσταύρωσαν· τῷ σὺ τὴν ὁμοίην ἀποδιδοὺς ἔπαινον ἕξεις πρῶτα μὲν ὑπὸ πάντων Σπαρτιητέων. ψυχῇσί τε τῇσι τῶνδε ἀναριθμήτοισι τετίμηται αὐτός τε καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ἐν Θερμοπύλῃσι τελευτήσαντες. 80. [3] μετὰ δὲ Μαντινέας ἧκον Ἠλεῖοι. τὰ κατὰ Μαντινέας μὲν καὶ Ἠλείους τοσαῦτα. ὅσα αὐτῶν οὐκ οἷά τε ἦν κρύψαι· ὥστε Αἰγινήτῃσι οἱ μεγάλοι πλοῦτοι ἀρχὴν ἐνθεῦτεν ἐγένοντο. ὅσια δὲ καὶ λέγειν. κρητῆράς τε χρυσέους καὶ φιάλας τε καὶ ἄλλα ἐκπώματα· [2] σάκκους τε ἐπ᾽ ἁμαξέων εὕρισκον. οὐ λέγεται πρὸς οὐδαμῶν. φὰς ἄμεινόν με ἀκούσεσθαι· τὰ πρέπει μᾶλλον βαρβάροισι ποιέειν ἤ περ Ἕλλησι· [2] καὶ ἐκείνοισι δὲ ἐπιφθονέομεν. 81. ὅκως λόγος τε σὲ ἔχῃ ἔτι μέζων καί τις ὕστερον φυλάσσηται τῶν βαρβάρων μὴ ὑπάρχειν ἔργα ἀτάσθαλα ποιέων ἐς τοὺς Ἕλληνας. γυναῖκες ἵπποι τάλαντα κάμηλοι. οἳ τὸν χρυσὸν ἅτε ἐόντα χαλκὸν δῆθεν παρὰ τῶν εἱλώτων ὠνέοντο. 79. κλίνας τε ἐπιχρύσους καὶ ἐπαργύρους. [2] ὃσα μέν νυν ἐξαίρετα τοῖσι ἀριστεύσασι αὐτῶν ἐν Πλαταιῇσι ἐδόθη. φημὶ μεγάλως τετιμωρῆσθαι. Παυσανίης δὲ κήρυγμα ποιησάμενος μηδένα ἅπτεσθαι τῆς ληίης. χάριν τε ἴσθι ἐὼν ἀπαθής„. οἳ δὲ ἀναχωρήσαντες ἐς τὴν ἑωυτῶν τοὺς ἡγεμόνας τῆς στρατιῆς ἐδίωξαν ἐκ τῆς γῆς.Λακεδαιμόνιοι δὲ οὐκ ἔων φεύγοντας διώκειν. ὃ δ᾽ ἀνταμείβετο τοῖσιδε. οἳ δὲ ἀνὰ τὸ στρατόπεδον σκιδνάμενοι εὕρισκον σκηνὰς κατεσκευασμένας χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ. πολλὰ δὲ καὶ ἀπεδείκνυσαν. ἐγὼ δ᾽ ὦν τούτου εἵνεκα μήτε Αἰγινήτῃσι ἅδοιμι μήτε τοῖσι ταῦτα ἀρέσκεται. καὶ τῷ ἐν Ἰσθμῷ θεῷ. ἐν δὲ Πλαταιῇσι ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῶν Αἰγινητέων ἦν Λάμπων Πυθέω. καὶ ὡσαύτως οἱ Ἠλεῖοι τοῖσι Μαντινεῦσι συμφορὴν ποιησάμενοι ἀπαλλάσσοντο· ἀπελθόντες δὲ καὶ οὗτοι τοὺς ἡγεμόνας ἐδίωξαν. ταῦτα ἐξελόντες τὰ λοιπὰ διαιρέοντο. ὣς δὲ αὕτως καὶ τἆλλα χρήματα. δοκέω δ᾽ ἔγωγε καὶ τούτοισι δοθῆναι· Παυσανίη· δὲ πάντα δέκα ἐξαιρέθη τε καὶ ἐδόθη. ἐς τὸ μηδὲν κατέβαλες παραινέων νεκρῷ λυμαίνεσθαι. ἀπ᾽ ἧς ὁ τρίπους ὁ χρύσεος ἀνετέθη ὁ ἐπὶ τοῦ τρικαρήνου ὄφιος τοῦ χαλκέου ἐπεστεὼς ἄγχιστα τοῦ βωμοῦ. συμφορήσαντες δὲ τὰ χρήματα καὶ δεκάτην ἐξελόντες τῷ ἐν Δελφοῖσι θεῷ. καὶ τὰς παλλακὰς τῶν Περσέων καὶ τὸν χρυσὸν καὶ ἄργυρον καὶ ἄλλα χρήματα τε καὶ ὑποζύγια. ἐν τοῖσι λέβητες ἐφαίνοντο ἐνεόντες χρύσεοί τε καὶ ἀργύρεοι· ἀπό τε τῶν κειμένων νεκρῶν ἐσκύλευον ψέλιά τε καὶ στρεπτοὺς καὶ τοὺς ἀκινάκας ἐόντας χρυσέους. 78. ἀποχρᾷ δέ μοι Σπαρτιήτῃσι ἀρεσκόμενον ὅσια μὲν ποιέειν. αὖτις δὲ καὶ πρὸς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων· Μαρδόνιον γὰρ ἀνασκολοπίσας τετιμωρήσεαι ἐς πάτρων τὸν σὸν Λεωνίδην„. τῷ με κελεύεις τιμωρῆσαι.
οὗτοι μὲν οὕτω ἔθαπτον. καὶ Ἀθηναῖοι τοὺς ἑωυτῶν ὁμοῦ. οὕτω δὴ ἑνδεκάτῃ ἡμέρῃ ἀπὸ τῆς συμβολῆς ἀπικόμενοι ἐπολιόρκεον Θηβαίους. τούτους δέ. ἔθαπτον τοὺς ἑωυτῶν χωρὶς ἕκαστοι. οἱ δὲ Ἕλληνες ὡς ἐν Πλαταιῇσι τὴν ληίην διείλοντο. [2] ὡς δέ σφι ταῦτα ἔδοξε. ὃς τοιήνδε δίαιταν ἔχων ἦλθε ἐς ἡμέας οὕτω ὀϊζυρὴν ἔχοντας ἀπαιρησόμενος„. πολλοὺς δὲ τινὰς ἤδη καὶ παντοδαποὺς ἤκουσα θάψαι Μαρδόνιον. 85. αὐτίκα βουλευομένοισί σφι ἐδόκεε στρατεύειν ἐπὶ τὰς Θήβας καὶ ἐξαιτέειν αὐτῶν τοὺς μηδίσαντας. τὸν ἐγὼ ἀκούω καὶ δέκα ἔτεσι ὕστερον μετὰ ταῦτα δεηθέντων τῶν Αἰγινητέων χῶσαι Κλεάδην τὸν Αὐτοδίκου ἄνδρα Πλαταιέα. Τεγεῆται δὲ χωρὶς πάντας ἁλέας. καὶ πενταπήχεος ἀνδρὸς ὀστέα ἐφάνη. δεικνύντα ἐς ἑκατέρην τοῦ δείπνου παρασκευήν. ἐπείτε δὲ Μαρδονίου δευτέρῃ ἡμέρῃ ὁ νεκρὸς ἠφάνιστο. ἐκπλαγέντα τὰ προκείμενα ἀγαθὰ κελεῦσαι ἐπὶ γέλωτι τοὺς ἑωυτοῦ διηκόνους παρασκευάσαι Λακωνικὸν δεῖπνον. ὡς δ᾽ ἄρα ἔθαψαν τοὺς νεκροὺς ἐν Πλαταιῇσι οἱ Ἕλληνες. ἐν δὲ τῷ ἑτέρῳ οἱ ἄλλοι Σπαρτιῆται. 86. ἐφάνη δὲ καὶ γνάθος κατὰ τὸ ἄνω τῆς γνάθου ἔχουσα ὀδόντας μουνοφυέας ἐξ ἑνὸς ὀστέου πάντας τούς τε προσθίους καὶ γομφίους. ὡς Ξέρξης φεύγων ἐκ τῆς Ἑλλάδος Μαρδονίῳ τὴν κατασκευὴν καταλίποι τὴν ἑωυτοῦ· Παυσανίην ὦν ὁρῶντα τὴν Μαρδονίου κατασκευὴν χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ καὶ παραπετάσμασι ποικίλοισι κατεσκευασμένην. Λακεδαιμόνιοι μὲν τριξὰς ἐποιήσαντο θήκας· ἔνθα μὲν τοὺς ἰρένας ἔθαψαν. οἳ ἀρχηγέται ἀνὰ πρώτους ἦσαν· ἢν δὲ μὴ ἐκδιδῶσι. ἐπεὶ καὶ Αἰγινητέων ἐστὶ αὐτόθι καλεόμενος τάφος. κελεῦσαι τούς τε ἀρτοκόπους καὶ τοὺς ὀψοποιοὺς κατὰ ταὐτὰ καθὼς Μαρδονίῳ δεῖπνον παρασκευάζειν. ἐν δὲ τῷ τρίτῳ οἱ εἵλωτες. ἐν πρώτοισι δὲ αὐτῶν Τιμηγενίδην καὶ Ἀτταγῖνον. [3] τούτων μὲν δὴ πάντων πλήρεες ἐγένοντο οἱ τάφοι· τῶν δὲ ἄλλων ὅσοι καὶ φαίνονται ἐν Πλαταιῇσι ἐόντες τάφοι. ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι. κελεύοντες ἐκδιδόναι τοὺς ἄνδρας· οὐ . ἐνθαῦτα τὸν Παυσανίην ἰδόντα κλίνας τε χρυσέας καὶ ἀργυρέας εὖ ἐστρωμένας καὶ τραπέζας τε χρυσέας καὶ ἀργυρέας καὶ παρασκευὴν μεγαλοπρεπέα τοῦ δείπνου. 83. ὑπὸ ὅτευ μὲν ἀνθρώπων τὸ ἀτρεκὲς οὐκ ἔχω εἰπεῖν. καὶ δῶρα μεγάλα οἶδα λαβόντας πολλοὺς παρὰ Ἀρτόντεω τοῦ Μαρδονίου παιδὸς διὰ τοῦτο τὸ ἔργον· [2] ὅστις μέντοι ἦν αὐτῶν ὁ ὑπελόμενός τε καὶ θάψας τὸν νεκρὸν τὸν Μαρδονίου.82. λέγεται δὲ καὶ τάδε γενέσθαι. ταῦτα μὲν Παυσανίην λέγεται εἰπεῖν πρὸς τοὺς στρατηγοὺς τῶν Ἑλλήνων. “ἄνδρες Ἕλληνες. μὴ ἀπανίστασθαι ἀπὸ τῆς πόλιος πρότερον ἢ ἐξέλωσι. [2] ἐν μὲν δὴ ἑνὶ τῶν τάφων ἦσαν οἱ ἰρένες. τὸν Παυσανίην γελάσαντα μεταπέμψασθαι τῶν Ἑλλήνων τοὺς στρατηγούς. 84. ἐπαισχυνομένους τῇ ἀπεστοῖ τῆς μάχης ἑκάστους χώματα χῶσαι κεινὰ τῶν ἐπιγινομένων εἵνεκεν ἀνθρώπων. [2] ὡς δὲ κελευόμενοι οὗτοι ἐποίευν ταῦτα. τῶνδε εἵνεκα ἐγὼ ὑμέας συνήγαγον. [2] ἐφάνη δὲ καὶ τόδε ὕστερον τούτων ἐπὶ τῶν νεκρῶν περιψιλωθέντων τὰς σάρκας· συνεφόρεον γὰρ τὰ ὀστέα οἱ Πλαταιέες ἐς ἕνα χῶρον· εὑρέθη κεφαλὴ οὐκ ἔχουσα ῥαφὴν οὐδεμίαν ἀλλ᾽ ἐξ ἑνὸς ἐοῦσα ὀστέου. οὐ δύναμαι ἀτρεκέως πυθέσθαι. τῶν καὶ Ποσειδώνιος καὶ Ἀμομφάρετος ἦσαν καὶ Φιλοκύων τε καὶ Καλλικράτης. πρόξεινον ἐόντα αὐτῶν. ἔχει δὲ τινὰ φάτιν καὶ Διονυσοφάνης ἀνὴρ Ἐφέσιος θάψαι Μαρδόνιον. καὶ Μεγαρέες τε καὶ Φλειάσιοι τοὺς ὑπὸ τῆς ἵππου διαφθαρέντας. συνελθόντων δὲ τούτων εἰπεῖν τὸν Παυσανίην. βουλόμενος ὑμῖν τοῦδε τοῦ Μήδων ἡγεμόνος τὴν ἀφροσύνην δέξαι. ὑστέρῳ μέντοι χρόνῳ μετὰ ταῦτα καὶ τῶν Πλαταιέων εὗρον συχνοὶ θήκας χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ τῶν ἄλλων χρημάτων. ἀλλ᾽ ὃ μὲν τρόπῳ τοιούτῳ ἐτάφη. [3] ὡς δὲ τῆς θοίνης ποιηθείσης ἦν πολλὸν τὸ μέσον.
τῆς δὲ αὐτῆς ἡμέρης τῆς περ ἐν Πλαταιῇσι τὸ τρῶμα ἐγένετο. καὶ ὡς οἱ βάρβαροι οὐκ ὑπομενέουσι· ἢν δὲ καὶ ἂρα ὑπομείνωσι. τοὺς δὲ ἄλλους ἄνδρας τοὺς ἐξέδοσαν οἱ Θηβαῖοι. αὐτίκα τε ἐπεκηρυκεύοντο πρὸς Παυσανίην οἱ Θηβαῖοι θέλοντες ἐκδιδόναι τοὺς ἄνδρας. οὗτος μὲν οὕτω ἀπενόστησε ἐς τὴν Ἀσίην. τὸν κατέστησαν Σάμου τύραννον οἱ Πέρσαι. εἴ τι . ἐπειδὴ οὕτω δέδοκται τοῖσι Ἕλλησι. [4] ταῦτα δὲ εἴπας ἀπήλαυνε σπουδῇ τὴν στρατιὴν διὰ Θεσσαλίης τε καὶ Μακεδονίης ἰθὺ τῆς Θρηίκης. πεμφθεὶς κατά τι πρῆγμα ἐκ τοῦ στρατοπέδου μετὰ τῶνδε· αὐτὸς δὲ ὑμῖν Μαρδόνιος καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦ. καταλιπὼν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἑωυτοῦ συχνοὺς ὑπὸ Θρηίκων κατακοπέντας κατ᾽ ὁδὸν καὶ λιμῷ συστάντας καὶ καμάτῳ· ἐκ Βυζαντίου δὲ διέβη πλοίοισι. 90. καὶ τὴν μεσόγαιαν τάμνων τῆς ὁδοῦ. [3] “ἐγὼ μὲν ὦ ἄνδρες Θεσσαλοί. Ἀρτάβαζος δὲ ὁ Φαρνάκεος φεύγων ἐκ Πλαταιέων καὶ δὴ πρόσω ἐγίνετο. [2] ὁ δὲ Ἀρτάβαζος γνοὺς ὅτι εἰ ἐθέλει σφι πᾶσαν τὴν ἀληθείην τῶν ἀγώνων εἰπεῖν. οὗτος κατὰ πόδας ἐμεῦ ἐλαύνων προσδόκιμος ἐστί. ἀπικόμενον δὲ μιν οἱ Θεσσαλοὶ παρὰ σφέας ἐπί τε ξείνια ἐκάλεον καὶ ἀνειρώτων περὶ τῆς στρατιῆς τῆς ἄλλης. ταῦτα μὲν τὰ ἐν Πλαταιῇσι καὶ Θήβῃσι γενόμενα. ὡς ἀληθέως ἐπειγόμενος. Ἀτταγῖνος μὲν ἐκδιδρήσκει ἐκ τοῦ ἄστεος. τοῦτον καὶ ξεινίζετε καὶ εὖ ποιεῦντες φαίνεσθε· οὐ γὰρ ὑμῖν ἐς χρόνον ταῦτα ποιεῦσι μεταμελήσει„. 87. μὴ πρότερον ἀπαναστῆναι πολιορκέοντας ἢ ἐξέλωσι Θήβας ἢ ἡμέας αὐτοῖσι παραδῶτε. ὡς ὁρᾶτε. οὐκ ἑτέρην ἄγρην τοιαύτην εὑρεῖν ἂν αὐτούς· θεούς τε κοινοὺς ἀνακαλέων προέτραπε αὐτοὺς ῥύσασθαι ἄνδρας Ἕλληνας ἐκ δουλοσύνης καὶ ἀπαμῦναι τὸν βάρβαρον· [3] εὐπετές τε αὐτοῖσι ἔφη ταῦτα γίνεσθαι· τάς τε γὰρ νέας αὐτῶν κακῶς πλέειν καὶ οὐκ ἀξιομάχους κείνοισι εἶναι. καὶ οὐ γὰρ ἐπαύοντο σινόμενοι. αὐτοί τε. ὡς ἢν μοῦνον ἴδωνται αὐτοὺς οἱ Ἴωνες ἀποστήσονται ἀπὸ Περσέων. οὐδὲν ἐπιστάμενοι τῶν ἐν Πλαταιῇσι γενομένων. ἐπεὶ γὰρ δὴ ἐν τῇ Δήλῳ κατέατο οἱ Ἕλληνες οἱ ἐν τῇσι νηυσὶ ἅμα Λευτυχίδῃ τῷ Λακεδαιμονίῳ ἀπικόμενοι. φὰς τοῦ μηδισμοῦ παῖδας οὐδὲν εἶναι μεταιτίους. αὐτὰ ταῦτα ὑπονοέων τὴν στρατιὴν τὴν τῶν συμμάχων ἅπασαν ἀπῆκε καὶ ἐκείνους ἀγαγὼν ἐς Κόρινθον διέφθειρε. “ἄνδρες Θηβαῖοι. νῦν ὦν ἡμέων εἵνεκα γῆ ἡ Βοιωτίη πλέω μὴ ἀναπλήσῃ. παῖδας δὲ αὐτοῦ ἀπαχθέντας Παυσανίης ἀπέλυσε τῆς αἰτίης. [2] ἐπελθόντων δὲ σφέων ἐπὶ τοὺς στρατηγοὺς ἔλεγε Ἡγησίστρατος πολλὰ καὶ παντοῖα. καὶ ἀπικνέεται ἐς Βυζάντιον. [2] ἀλλ᾽ εἰ μὲν χρημάτων χρηίζοντες πρόσχημα ἡμέας ἐξαιτέονται.βουλομένων δὲ τῶν Θηβαίων ἐκδιδόναι. ὡς δὲ ὡμολόγησαν ἐπὶ τούτοισι. ταῦτα ἐκλογιζόμενος οὔτε πρὸς τοὺς Φωκέας ἐξηγόρευε οὐδὲν πρός τε τοὺς Θεσσαλοὺς ἔλεγε τάδε. ἡμεῖς ἡμέας αὐτοὺς ἐς ἀντιλογίην παρέξομεν„. 88. οἳ μὲν ἐδόκεον ἀντιλογίης τε κυρήσειν καὶ δὴ χρήμασι ἐπεποίθεσαν διωθέεσθαι· ὁ δὲ ὡς παρέλαβε. 89. εἰκοστῇ ἡμέρῃ ἔλεξε τοῖσι Θηβαίοισι Τιμηγενίδης τάδε. ἐπείγομαί τε κατὰ τάχος ἐλῶν ἐς Θρηίκην καὶ σπουδὴν ἔχω. τήν τε γῆν αὐτῶν ἔταμνον καὶ προσέβαλλον πρὸς τὸ τεῖχος. κάρτα τε ἔδοξε εὖ λέγειν καὶ ἐς καιρόν. χρήματά σφι δῶμεν ἐκ τοῦ κοινοῦ (σὺν γὰρ τῷ κοινῷ καὶ ἐμηδίσαμεν οὐδὲ μοῦνοι ἡμεῖς). πεμφθέντες ὑπὸ Σαμίων λάθρῃ τῶν τε Περσέων καὶ τοῦ τυράννου Θεομήστορος τοῦ Ἀνδροδάμαντος. αὐτός τε κινδυνεύσει ἀπολέσθαι καὶ ὁ μετ᾽ αὐτοῦ στρατός· ἐπιθήσεσθαι γάρ οἱ πάντα τινὰ οἴετο πυνθανόμενον τὰ γεγονότα. εἰ δὲ ἡμέων ἀληθέως δεόμενοι πολιορκέουσι. ἦλθόν σφι ἄγγελοι ἀπὸ Σάμου Λάμπων τε Θρασυκλέος καὶ Ἀθηναγόρης Ἀρχεστρατίδεω καὶ Ἡγησίστρατος Ἀρισταγόρεω. συνεκύρησε γενέσθαι καὶ ἐν Μυκάλῃ τῆς Ἰωνίης.
ἀλλ᾽ ὡς ἐπύθοντο. ὦ ξεῖνε Σάμιε. τὰς δὲ νύκτας ἀραιρημένοι ἄνδρες οἱ πλούτῳ τε καὶ γένεϊ δοκιμώτατοι τῶν ἀστῶν. τούτου τὸν πατέρα Εὐήνιον κατέλαβε πρῆγμα τοιόνδε. ὃς ἐκ Λάκμονος ὄρεος ῥέει διὰ τῆς Ἀπολλωνίης χώρης ἐς θάλασσαν παρ᾽ Ὤρικον λιμένα. [2] ταῦτα δὲ ποιήσαντες οἳ μὲν ἀπέπλεον· μετὰ σφέων γὰρ ἐκέλευε πλέειν τὸν Ἡγησίστρατον. καὶ κοτὲ αὐτοῦ κατακοιμήσαντος φυλακὴν παρελθόντες λύκοι ἐς τὸ ἄντρον διέφθειραν τῶν προβάτων ὡς ἑξήκοντα. ἐς ὃ κατέβαινον συλλυπεύμενοι τῷ πάθεϊ· ταύτῃ δὲ ὑπάγοντες εἰρώτων τίνα δίκην ἂν ἕλοιτο. [2] ὁ δὲ ὑπαρπάσας τὸν ἐπίλοιπον λόγον. μαντευομένου σφι Δηιφόνου τοῦ Εὐηνίου ἀνδρὸς Ἀπολλωνιήτεω. οἳ δὲ αὐτοῖσι ἔφραζον ὅτι ἀδίκως τὸν φύλακον τῶν ἱρῶν προβάτων Εὐήνιον τῆς ὄψιος ἐστέρησαν· αὐτοὶ γὰρ ἐπορμῆσαι τοὺς λύκους. ἐπείτε δὲ τὸν Εὐήνιον ἐξετύφλωσαν. οὐ πρότερόν τε παύσεσθαι τιμωρέοντες ἐκείνῳ πρὶν ἢ δίκας δῶσι τῶν ἐποίησαν ταύτας τὰς ἂν αὐτὸς ἕληται καὶ δικαιοῖ· τούτων δὲ τελεομένων αὐτοὶ δώσειν Εὐηνίῳ δόσιν τοιαύτην τὴν πολλούς μιν μακαριεῖν ἀνθρώπων ἔχοντα. οἳ δὲ πάρεδροι εἶπαν ὑπολαβόντες “Εὐήνιε. “ὦ ξεῖνε Σάμιε. εἴρετο Λευτυχίδης. σὺ δὲ ἡμῖν ποίεε ὅκως αὐτός τε δοὺς πίστιν ἀποπλεύσεαι καὶ οἱ σὺν σοὶ ἐόντες οἵδε. ἦ μὲν Σαμίους ἡμῖν προθύμους ἔσεσθαι συμμάχους„. οἱ δὲ Ἀπολλωνιῆται ἀπόρρητα ποιησάμενοι προέθεσαν τῶν ἀστῶν ἀνδράσι διαπρῆξαι. ἔστι ἐν τῇ Ἀπολλωνίῃ ταύτῃ ἱρὰ ἡλίου πρόβατα. Ἀπολλωνίης δὲ τῆς ἐν τῷ Ἰονίῳ κόλπῳ. ὁ δὲ ὡς ἐπήισε. καὶ δίκην οἱ ταύτην ἀποχρᾶν γενομένην. ἐν νόῳ ἔχων ἀντικαταστήσειν ἄλλα πριάμενος. τὸ ἐνθεῦτεν πυθόμενος τὸν πάντα λόγον.„ ὁ δὲ εἶπε “Ἡγησίστρατος„. ταῦτά τε ἅμα ἠγόρευε καὶ τὸ ἔργον προσῆγε. τῆς ὄψιος στερηθῆναι. εἴ τινα ὅρμητο λέγειν ὁ Ἡγησίστρατος. οὗτοι φυλάσσουσι ἐνιαυτὸν ἕκαστος· περὶ πολλοῦ γὰρ δὴ ποιεῦνται Ἀπολλωνιῆται τὰ πρόβατα ταῦτα ἐκ θεοπροπίου τινός· ἐν δὲ ἄντρῳ αὐλίζονται ἀπὸ τῆς πόλιος ἑκάς. ἐπείτε ἐπειρώτων τοὺς προφήτας τὸ αἴτιον τοῦ παρεόντος κακοῦ. τὰ τὰς μὲν ἡμέρας βόσκεται παρὰ Χῶνα ποταμόν. 92. εἴτε κληδόνος εἵνεκεν θέλων πυθέσθαι εἴτε καὶ κατὰ συντυχίην θεοῦ ποιεῦντος. 93. οἱ δὲ Ἕλληνες ἐπισχόντες ταύτην τὴν ἡμέρην τῇ ὑστεραίῃ ἐκαλλιερέοντο. εἰ ἐθέλοιεν Ἀπολλωνιῆται δίκας ὑποστῆναι δώσειν τῶν ἐποίησαν. οἰωνὸν τὸ οὔνομα ποιεύμενος. [2] ὁ δὲ οὐκ ἀκηκοὼς τὸ θεοπρόπιον εἵλετο εἴπας εἴ τις οἱ δοίη ἀγρούς. ὃ μὲν δὴ πρὸς ταῦτα δεινὰ ἐποίεε. [4] πρόφαντα δέ σφι ἔν τε Δωδώνῃ καὶ ἐν Δελφοῖσι ἐγίνετο. τί τοι τὸ οὔνομα. ὡς τὴν φυλακὴν κατακοιμήσαντα. 94. τὰ μὲν χρηστήρια ταῦτά σφι ἐχρήσθη. [2] ἔνθα δὴ τότε ὁ Εὐήνιος οὗτος ἀραιρημένος ἐφύλασσε. καὶ οἴκησιν πρὸς τούτοισι τὴν ᾔδεε καλλίστην ἐοῦσαν τῶν ἐν πόλι· τούτων δὲ ἔφη ἐπήβολος γενόμενος τοῦ λοιποῦ ἀμήνιτος εἶναι. ἕτοιμοι εἶναι ἐν τῇσι νηυσὶ τῇσι ἐκείνων ἀγόμενοι ὅμηροι εἶναι. εἶπε “δέκομαι τὸν οἰωνὸν τὸν Ἡγησιστράτου. [3] καὶ ὃ μὲν ταῦτα ἔλεγε. οἳ δέ σφι διέπρηξαν ὧδε· κατημένου Εὐηνίου ἐν θώκῳ ἐλθόντες οἱ παρίζοντο καὶ λόγους ἄλλους ἐποιεῦντο. τῶν ἀστῶν ὀνομάσας τοῖσι ἠπίστατο εἶναι καλλίστους δύο κλήρους τῶν ἐν τῇ Ἀπολλωνίῃ. 91. ταύτην δίκην Ἀπολλωνιῆται τῆς ἐκτυφλώσιος ἐκτίνουσί τοι κατὰ θεοπρόπια τὰ γενόμενα„. αὐτίκα μετὰ ταῦτα οὔτε πρόβατά σφι ἔτικτε οὔτε γῆ ἔφερε ὁμοίως καρπόν. ὡς ἐξαπατηθείς· οἳ δὲ πριάμενοι παρὰ τῶν . [3] καὶ οὐ γὰρ ἔλαθε τοὺς Ἀπολλωνιήτας ταῦτα γενόμενα. αὐτίκα γὰρ οἱ Σάμιοι πίστιν τε καὶ ὅρκια ἐποιεῦντο συμμαχίης πέρι πρὸς τοὺς Ἕλληνας. εἶχε σιγῇ καὶ ἔφραζε οὐδενί. ὑπαγαγόντες μιν ὑπὸ δικαστήριον κατέκριναν.ὑποπτεύουσι μὴ δόλῳ αὐτοὺς προάγοιεν. ὡς δὲ πολλὸς ἦν λισσόμενος ὁ ξεῖνος ὁ Σάμιος.
Λευτυχίδης ὑπὸ κήρυκος προηγόρευε τοῖσι Ἴωσι λέγων [3] “ἄνδρες Ἴωνες. μεμνῆσθαι τινὰ χρὴ ἐλευθερίης μὲν πάντων πρῶτον. καὶ οὗτοι μὲν ἐτάσσοντο. μάθετε τὰ λέγω· πάντως γὰρ οὐδὲν συνήσουσι Πέρσαι τῶν ἐγὼ ὑμῖν ἐντέλλομαι. ὅκως ἔωσι ὑπὸ τὸν πεζὸν στρατὸν τὸν σφέτερον ἐόντα ἐν τῇ Μυκάλῃ. ἐπεὶ δὲ ἐγένοντο τῆς Σαμίης πρὸς Καλαμίσοισι. πολλὸν δὲ πεζὸν παρακεκριμένον παρὰ τὸν αἰγιαλόν. ἀπικόμενοι δὲ παρὰ τὸ τῶν Ποτνιέων ἱρὸν τῆς Μυκάλης ἐς Γαίσωνά τε καὶ Σκολοπόεντα. τῇ Δήμητρος Ἐλευσινίης ἱρόν. πεντακοσίας κεφαλὰς τῶν Ξέρξεω πολεμίων λυσάμενοι. [4] ὡυτὸς δὲ οὗτος ἐὼν τυγχάνει νόος τοῦ πρήγματος καὶ ὁ Θεμιστοκλέος ὁ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ· ἢ γὰρ δὴ λαθόντα τὰ ῥήματα τοὺς βαρβάρους ἔμελλε τοὺς Ἴωνας πείσειν. καὶ σκόλοπας περὶ τὸ ἕρκος κατέπηξαν. τέλος δὲ ἔδοξε τούτων μὲν μηδέτερα ποιέειν. οἳ μὲν αὐτοῦ ὁρμισάμενοι κατὰ τὸ Ἥραιον τὸ ταύτῃ παρεσκευάζοντο ἐς ναυμαχίην. τούτου δὴ ὁ Δηίφονος ἐὼν παῖς τοῦ Εὐηνίου ἀγόντων Κορινθίων ἐμαντεύετο τῇ στρατιῇ. δένδρεα ἐκκόψαντες ἥμερα. οἱ δὲ Πέρσαι ὡς εἶδον τοὺς Ἕλληνας παρασκευαζομένους ἐς μάχην καὶ τοῖσι Ἴωσι παραινέσαντας. ἀλλ᾽ ὥρων νέας ἀνελκυσμένας ἔσω τοῦ τείχεος. 96. καὶ μετὰ ταῦτα αὐτίκα ἔμφυτον μαντικὴν εἶχε. τοῦτο μὲν ὑπονοήσαντες τοὺς Σαμίους τὰ Ἑλλήνων φρονέειν ἀπαιρέονται τὰ ὅπλα. ἐστρατήγεε δὲ αὐτοῦ Τιγράνης κάλλεϊ καὶ μεγάθεϊ ὑπερφέρων Περσέων. τοὺς ἔλαβον ἀνὰ τὴν Ἀττικὴν λελειμμένους οἱ Ξέρξεω. ἐνθαῦτα πρῶτον μὲν ἐν τῇ νηὶ παραπλέων. [3] ὑπὸ τοῦτον μὲν δὴ τὸν στρατὸν ἐβουλεύσαντο καταφυγόντες οἱ τοῦ ναυτικοῦ στρατηγοὶ ἀνειρύσαι τὰς νέας καὶ περιβαλέσθαι ἕρκος ἔρυμά τε τῶν νεῶν καὶ σφέων αὐτῶν κρησφύγετον. καὶ τάδε ἴστω καὶ ὁ μὴ ἀκούσας ὑμέων πρὸς τοῦ ἀκούσαντος„. εἴτε ἀπαλλάσσωνται ὀπίσω εἴτε καταπλέωσι ἐπ᾽ Ἑλλησπόντου. ὡς ὁ Δηίφονος ἐπιβατεύων τοῦ Εὐηνίου οὐνόματος ἐξελάμβανε ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα ἔργα. 95. ὃς κελεύσαντος Ξέρξεω καταλελειμμένος τοῦ ἄλλου στρατοῦ Ἰωνίην ἐφύλασσε· τοῦ πλῆθος μὲν ἦν ἓξ μυριάδες. ἤχθοντο ὡς ἐκπεφευγότων ἀπορίῃ τε εἴχοντο ὅ τι ποιέωσι. οἳ ὑμέων τυγχάνουσι ἐπακούοντες. ἐπεὰν συμμίσγωμεν. 98. 97. ἐγχρίμψας τῷ αἰγιαλῷ τὰ μάλιστα. ἐνθαῦτα τὰς τε νέας ἀνείρυσαν καὶ περιεβάλοντο ἕρκος καὶ λίθων καὶ ξύλων.ἐκτημένων διδοῦσί οἱ τὰ εἵλετο. 99. καὶ παρεσκευάδατο ὡς πολιορκησόμενοι καὶ ὡς νικήσοντες. βουλευομένοισι γάρ σφι ἐδόκεε ναυμαχίην μὴ ποιέεσθαι· [2] οὐ γὰρ ὦν ἐδόκεον ὅμοιοι εἶναι. ἐπιπλέειν δὲ ἐπὶ τὴν ἤπειρον. τοῖσι δὲ Ἕλλησι ὡς ἐκαλλιέρησε. οἱ δὲ Ἕλληνες ὡς ἐπύθοντο οἰχωκότας τοὺς βαρβάρους ἐς τὴν ἤπειρον. ἤδη δὲ καὶ τόδε ἤκουσα. ταῦτα βουλευσάμενοι ἀνήγοντο. οὐκ ἐὼν Εὐηνίου παῖς. ἐς δὲ τὴν ἤπειρον ἀπέπλεον. ἀνῆγον τὰς νέας ἐκ τῆς Δήλου πρὸς τὴν Σάμον. τὸ Φίλιστος ὁ Πασικλέος ἱδρύσατο Νείλεῳ τῷ Κόδρου ἐπισπόμενος ἐπὶ Μιλήτου κτιστύν. μετὰ δὲ τοῦ συνθήματος Ἥβης. [2] παρασκευασάμενοι ὦν ἐς ναυμαχίην καὶ ἀποβάθρας καὶ ἄλλα ὅσων ἔδεε. ἐπ᾽ ἀμφότερα ἐπιλεγόμενοι γὰρ παρεσκευάζοντο. ἔπλεον ἐπὶ τῆς Μυκάλης. Λευτυχίδεω δὲ ταῦτα ὑποθεμένου δεύτερα δὴ τάδε ἐποίευν οἱ Ἕλληνες· προσσχόντες τὰς νέας ἀπέβησαν ἐς τὸν αἰγιαλόν. [2] οἱ γὰρ ὦν Σάμιοι ἀπικομένων Ἀθηναίων αἰχμαλώτων ἐν τῇσι νηυσὶ τῶν βαρβάρων. τούτους λυσάμενοι πάντας ἀποπέμπουσι ἐποδιάσαντες ἐς Ἀθήνας· τῶν εἵνεκεν οὐκ ἥκιστα ὑποψίην εἶχον. οἳ δὲ Πέρσαι πυθόμενοι σφέας προσπλέειν ἀνῆγον καὶ αὐτοὶ πρὸς τὴν ἤπειρον τὰς νέας τὰς ἄλλας. ἐπεὶ δὲ ἀγχοῦ τε ἐγίνοντο τοῦ στρατοπέδου καὶ οὐδεὶς ἐφαίνετό σφι ἐπαναγόμενος. ἢ ἔπειτα ἀνενειχθέντα ἐς τοὺς βαρβάρους ποιήσειν ἀπίστους τοῖσι Ἕλλησι. ὥστε καὶ ὀνομαστὸς γενέσθαι. τὰς δὲ Φοινίκων ἀπῆκαν ἀποπλέειν. [3] τοῦτο δὲ τὰς διόδους τὰς ἐς τὰς κορυφὰς τῆς Μυκάλης φερούσας .
ἵνα ἐκτὸς τοῦ στρατοπέδου ἔωσι. ἐνθεῦτεν ἤδη ἑτεροιοῦτο τὸ πρῆγμα. [2] γεγονέναι δὲ νίκην τῶν μετὰ Παυσανίεω Ἑλλήνων ὀρθῶς σφι ἡ φήμη συνέβαινε ἐλθοῦσα· τὸ μὲν γὰρ ἐν Πλαταιῇσι πρωὶ ἔτι τῆς ἡμέρης ἐγίνετο. 103. οἱ μὲν δὴ Ἕλληνες καὶ οἱ βάρβαροι ἔσπευδον ἐς τὴν μάχην. ὡς καὶ πρότερόν μοι εἴρηται. μὴ περὶ Μαρδονίῳ πταίσῃ ἡ Ἑλλάς. καὶ τῶν στρατηγῶν τῶν Περσικῶν δύο μὲν ἀποφεύγουσι. ὡς δὲ καὶ τὸ τεῖχος ἀραίρητο. ὅκως ἑωυτῶν γένηται τὸ ἔργον καὶ μὴ Λακεδαιμονίων. [2] ἕως μέν νυν τοῖσι Πέρσῃσι ὀρθὰ ἦν τὰ γέρρα. καὶ τόδε ἕτερον συνέπεσε γενόμενον. τρόποισι τοιούτοισι προεφυλάσσοντο οἱ Πέρσαι. τοῖσι μέν νυν Ἀθηναίοισι καὶ τοῖσι προσεχέσι τούτοισι τεταγμένοισι. μᾶλλόν. παρακελευσάμενοι ἔργου εἴχοντο προθυμότερον. καὶ τὰ λοιπὰ συνδιεχείριζον. ὥς σφι καί αἱ νῆσοι καὶ ὁ Ἑλλήσποντος ἄεθλα προέκειτο. τοῖσι δὲ Λακεδαιμονίοισι καὶ τοῖσι ἐπεξῆς τούτοισι τεταγμένοισι κατά τε χαράδραν καὶ ὄρεα. 100. ἠμύνοντό τε καὶ οὐδὲν ἔλασσον εἶχον τῇ μάχῃ· ἐπεὶ δὲ τῶν Ἀθηναίων καὶ τῶν προσεχέων ὁ στρατός. ὡς μέντοι ἡ κληδὼν αὕτη σφι ἐσέπτατο. οὔτ᾽ ἔτι πρὸς ἀλκὴν ἐτράποντο οἱ βάρβαροι πρὸς φυγήν τε ὁρμέατο οἱ ἄλλοι πλὴν Περσέων· [4] οὗτοι δὲ κατ᾽ ὀλίγους γινόμενοι ἐμάχοντο τοῖσι αἰεὶ ἐς τὸ τεῖχος ἐσπίπτουσι Ἑλλήνων. δύο δὲ τελευτῶσι· Ἀρταΰντης μὲν καὶ Ἰθαμίτρης τοῦ ναυτικοῦ στρατηγέοντες ἀποφεύγουσι. τι καὶ ταχύτερον τὴν πρόσοδον ἐποιεῦντο. [3] διωσάμενοι γὰρ τὰ γέρρα οὗτοι φερόμενοι ἐσέπεσον ἁλέες ἐς τοὺς Πέρσας. οὔτι περὶ σφέων αὐτῶν οὕτω ὡς τῶν Ἑλλήνων. ὡς εἶδον αὐτίκα κατ᾽ ἀρχὰς γινομένην ἑτεραλκέα τὴν μάχην. Μαρδόντης δὲ καὶ ὁ τοῦ πεζοῦ στρατηγὸς Τιγράνης μαχόμενοι τελευτῶσι. προσήισαν πρὸς τοὺς βαρβάρους· ἰοῦσι δέ σφι φήμη τε ἐσέπτατο ἐς τὸ στρατόπεδον πᾶν καὶ κηρυκήιον ἐφάνη ἐπὶ τῆς κυματωγῆς κείμενον· ἡ δὲ φήμη διῆλθέ σφι ὧδε. Σαμίους δὲ ἰδόντες οἱ ἄλλοι . 102. οὗτοι οἱ ἐπὶ τῷ ἑτέρῳ κέρεϊ ἔτι καὶ δὴ ἐμάχοντο. χρόνῳ οὐ πολλῷ σφι ὕστερον δῆλα ἀναμανθάνουσι ἐγίνετο. ἡ μάχη. ὡς δὲ ἄρα παρεσκευάδατο τοῖσι Ἕλλησι. ὡς οἱ Ἕλληνες τὴν Μαρδονίου στρατιὴν νικῷεν ἐν Βοιωτοῖσι μαχόμενοι. τῆς αὐτῆς ἡμέρης συμπιπτούσης τοῦ τε ἐν Πλαταιῇσι καὶ τοῦ ἐν Μυκάλῃ μέλλοντος ἔσεσθαι τρώματος. ἐν ᾧ δὲ οἱ Λακεδαιμόνιοι περιήισαν. πρὶν τὴν φήμην ἐσαπικέσθαι. τὸ δὲ ἐν Μυκάλῃ περὶ δείλην· ὅτι δὲ τῆς αὐτῆς ἡμέρης συνέβαινε γίνεσθαι μηνός τε τοῦ αὐτοῦ. ἔπεσον δὲ καὶ αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων συχνοὶ ἐνθαῦτα ἄλλοι τε καὶ Σικυώνιοι καὶ στρατηγὸς Περίλεως· [2] τῶν τε Σαμίων οἱ στρατευόμενοι ἐόντες τε ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῷ Μηδικῷ καὶ ἀπαραιρημένοι τὰ ὅπλα. ἡ ὁδὸς ἐγίνετο κατ᾽ αἰγιαλόν τε καὶ ἄπεδον χῶρον. ἔτι δὲ μαχομένων τῶν Περσέων ἀπίκοντο Λακεδαιμόνιοι καὶ οἱ μετ᾽ αὐτῶν. τοῖσι καὶ κατεδόκεον νεοχμὸν ἄν τι ποιέειν δυνάμιος ἐπιλαβομένοισι. [2] δῆλα δὴ πολλοῖσι τεκμηρίοισι ἐστὶ τὰ θεῖα τῶν πρηγμάτων. τούτους μὲν Ἰώνων. [3] ἦν δὲ ἀρρωδίη σφι. εἰ καὶ τότε. αὐτοὶ δὲ συνεφόρησαν τὰ γέρρα ἕρκος εἶναι σφίσι. καὶ ἐν Μυκάλῃ ἔμελλε ὡσαύτως ἔσεσθαι. ἐποίευν δὲ τοῦτο τοῦδε εἵνεκεν. ὥστε θαρσῆσαί τε τὴν στρατιὴν πολλῷ μᾶλλον καὶ ἐθέλειν προθυμότερον κινδυνεύειν. Δήμητρος τεμένεα Ἐλευσινίης παρὰ ἀμφοτέρας τὰς συμβολὰς εἶναι· καὶ γὰρ δὴ ἐν τῇ Πλαταιίδι παρ᾽ αὐτὸ τὸ Δημήτριον ἐγίνετο. Ἀθηναῖοι δὲ καὶ Κορίνθιοι καὶ Σικυώνιοι καὶ Τροιζήνιοι (οὕτω γὰρ ἦσαν ἐπεξῆς τεταγμένοι) συνεπισπόμενοι συνεσέπιπτον ἐς τὸ τεῖχος. φήμη τοῖσι Ἕλλησι τοῖσι ταύτῃ ἐσαπίκετο.προστάσσουσι τοῖσι Μιλησίοισι φυλάσσειν ὡς ἐπισταμένοισι δῆθεν μάλιστα τὴν χώρην. ἔρδον ὅσον ἐδυνέατο προσωφελέειν ἐθέλοντες τοῖσι Ἕλλησι. 101. μέχρι κου τῶν ἡμισέων. οἳ δὲ δεξάμενοι καὶ χρόνον συχνὸν ἀμυνόμενοι τέλος ἔφευγον ἐς τὸ τεῖχος.
μετὰ δὲ Ἀθηναίους Κορίνθιοι καὶ Τροιζήνιοι καὶ Σικυώνιοι ἠρίστευσαν. ὡς ἢν ἄρα σφέας καταλαμβάνῃ οἷά περ κατέλαβε. ἄλλα τε καὶ γυναικὸς κακίω φὰς αὐτὸν εἶναι τοιαῦτα στρατηγήσαντα. πορευομένων δὲ κατ᾽ ὁδὸν Μασίστης ὁ Δαρείου παρατυχὼν τῷ πάθεϊ τῷ γεγονότι τὸν στρατηγὸν Ἀρταΰντην ἔλεγε πολλά τε καὶ κακά.Ἴωνες ἄρξαντας οὕτω δὴ καὶ αὐτοὶ ἀποστάντες ἀπὸ Περσέων ἐπέθεντο τοῖσι βαρβάροισι. πίστι τε καταλαβόντες καὶ ὁρκίοισι ἐμμενέειν τε καὶ μὴ ἀποστήσεσθαι. Μιλησίοισι δὲ προσετέτακτο μὲν ἐκ τῶν Περσέων τὰς διόδους τηρέειν σωτηρίης εἵνεκά σφι. [4] καὶ οὕτω δὴ Σαμίους τε καὶ Χίους καὶ Λεσβίους καὶ τοὺς ἄλλους νησιώτας. ἐς τὸ συμμαχικὸν ἐποιήσαντο. [3] πρὸς ταῦτα Πελοποννησίων μὲν τοῖσι ἐν τέλεϊ ἐοῦσι ἐδόκεε τῶν μηδισάντων ἐθνέων τῶν Ἑλληνικῶν τὰ ἐμπολαῖα ἐξαναστήσαντας δοῦναι τὴν χώρην Ἴωσι ἐνοικῆσαι. Ἀθηναίοισι δὲ οὐκ ἐδόκεε ἀρχὴν Ἰωνίην γενέσθαι ἀνάστατον οὐδὲ Πελοποννησίοισι περὶ τῶν σφετερέων ἀποικιέων βουλεύειν· ἀντιτεινόντων δὲ τούτων προθύμως. 106. δεινὰ ποιεύμενος σπᾶται ἐπὶ τὸν Μασίστην τὸν ἀκινάκην. πολέμου ἐόντος Ἀθηναίοισί τε καὶ Καρυστίοισι. 104. ἐν Κύρνῳ τῆς Καρυστίης χώρης ἀποθανόντα ἐν μάχῃ κεῖσθαι ἐπὶ Γεραιστῷ. ἀνὴρ παγκράτιον ἐπασκήσας. ἄλλας τε κατηγεόμενοί σφι ὁδοὺς φεύγουσι. τὴν δὲ Ἰωνίην ἀπεῖναι τοῖσι βαρβάροισι· ἀδύνατον γὰρ ἐφαίνετό σφι εἶναι ἑωυτούς τε Ἰώνων προκατῆσθαι φρουρέοντας τὸν πάντα χρόνον. 107. τὰς νέας ἐνέπρησαν καὶ τὸ τεῖχος ἅπαν. καὶ ὅκῃ χρεὸν εἴη τῆς Ἑλλάδος κατοικίσαι τῆς αὐτοὶ ἐγκρατέες ἦσαν. [3] ὁ δὲ Ξειναγόρης ταῦτα ἐργάσατο χάριτα αὐτῷ τε Μασίστῃ τιθέμενος καὶ Ξέρξῃ. τῶν δὲ ἀποφυγόντων βαρβάρων ἐς τὰ ἄκρα τῆς Μυκάλης κατειληθέντων. [2] ὁ δὲ ἐπεὶ πολλὰ ἤκουσε. . ἐγίνετο κομιδὴ ἐς Σάρδις. παρὰ δὲ τοῖσι Πέρσῃσι γυναικὸς κακίω ἀκοῦσαι δέννος μέγιστος ἐστι. καί μιν ἐπιθέοντα φρασθεὶς Ξειναγόρης ὁ Πρηξίλεω ἀνὴρ Ἁλικαρνησσεὺς ὄπισθε ἑστεὼς αὐτοῦ Ἀρταΰντεω ἁρπάζει μέσον καὶ ἐξαείρας παίει ἐς τὴν γῆν· καὶ ἐν τούτῳ οἱ δορυφόροι οἱ Μασίστεω προέστησαν. ἀποκτεῖναι θέλων. ἐπείτε δὲ κατεργάσαντο οἱ Ἕλληνες τοὺς πολλοὺς τοὺς μὲν μαχομένους τοὺς δὲ καὶ φεύγοντας τῶν βαρβάρων. τῶν δὲ κατ᾽ ὁδὸν πορευομένων οὐδὲν ἐπὶ πλέον τούτων ἐγένετο. καὶ τέλος αὐτοί σφι ἐγίνοντο κτείνοντες πολεμιώτατοι. καὶ ἄξιον εἶναι παντὸς κακοῦ τὸν βασιλέος οἶκον κακώσαντα. οὕτω δὴ τὸ δεύτερον Ἰωνίη ἀπὸ Περσέων ἀπέστη. ἐτάχθησαν μέν νυν ἐπὶ τοῦτο τὸ πρῆγμα οἱ Μιλήσιοι τούτου τε εἵνεκεν καὶ ἵνα μὴ παρεόντες ἐν τῷ στρατοπέδῳ τι νεοχμὸν ποιέοιεν· οἳ δὲ πᾶν τοὐναντίον τοῦ προστεταγμένου ἐποίεον. τούτους δὲ καταλαβόντες ὁρκίοισι ἔπλεον τὰς γεφύρας λύσοντες· ἔτι γὰρ ἐδόκεον ἐντεταμένας εὑρήσειν. αἳ δὴ ἔφερον ἐς τοὺς πολεμίους. εἶξαν οἱ Πελοποννήσιοι. τοῦτον δὲ τὸν Ἑρμόλυκον κατέλαβε ὕστερον τούτων. [2] ἀπικόμενοι δὲ ἐς Σάμον οἱ Ἕλληνες ἐβουλεύοντο περὶ ἀναστάσιος τῆς Ἰωνίης. ἀλλ᾽ ἀπικνέονται ἐς Σάρδις. καὶ θησαυρούς τινας χρημάτων εὗρον· ἐμπρήσαντες δὲ τὸ τεῖχος καὶ τὰς νέας ἀπέπλεον. ἐν δὲ ταύτῃ τῇ μάχῃ Ἑλλήνων ἠρίστευσαν Ἀθηναῖοι καὶ Ἀθηναίων Ἑρμόλυκος ὁ Εὐθοίνου. ἐκσώζων τὸν ἀδελφεὸν τὸν ἐκείνου· καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔργον Ξειναγόρης Κιλικίης πάσης ἦρξε δόντος βασιλέος. καὶ ἑωυτῶν μὴ προκατημένων Ἴωνας οὐδεμίαν ἐλπίδα εἶχον χαίροντας πρὸς τῶν Περσέων ἀπαλλάξειν. οἳ ἔτυχον συστρατευόμενοι τοῖσι Ἕλλησι. 105. ἐόντων οὐ πολλῶν. ἔχοντες ἡγεμόνας σώζωνται ἐς τὰς κορυφὰς τῆς Μυκάλης. οὗτοι μὲν δὴ ἐπ᾽ Ἑλλησπόντου ἔπλεον. τὴν ληίην προεξαγαγόντες ἐς τὸν αἰγιαλόν.
πρὸς ταῦτα εἶπε Ξέρξῃ “δώσεις μοι τὸ ἄν σε αἰτήσω. οὐ γὰρ δοκέει ἐμοί. [3] ὁ δὲ δεινόν τε καὶ ἀνάρσιον ἐποιέετο τοῦτο μὲν ἀδελφεοῦ γυναῖκα παραδοῦναι. [2] ἁρμόσας δὲ καὶ τὰ νομιζόμενα ποιήσας ἀπήλαυνε ἐς Σοῦσα· ἐπεὶ δὲ ἐκεῖ τε ἀπίκετο καὶ ἠγάγετο ἐς ἑωυτοῦ Δαρείῳ τὴν γυναῖκα. ἐκ τῆς μοι παῖδές τε νεηνίαι εἰσὶ καὶ θυγατέρες. [3] ὁ δὲ Μασίστης ἀποθωμάσας τὰ λεγόμενα λέγει τάδε. ἐξυφήνασα Ἄμηστρις ἡ Ξέρξεω γυνὴ φᾶρος μέγα τε καὶ ποικίλον καὶ θέης ἄξιον διδοῖ Ξέρξῃ. ἐμέ . Περσικὸν δὲ κάρτα ὁ στρατὸς δῶρον. ταύτῃ συνοίκεε· τὴν δὲ νῦν ἔχεις.„ ὁ δὲ πᾶν μᾶλλον δοκέων κείνην αἰτῆσαι ὑπισχνέετο καὶ ὤμοσε.108. [2] “Μασίστα. κελεύων με γυναῖκα. ἣ δὲ ὡς ὤμοσε ἀδεῶς αἰτέει τὸ φᾶρος. καὶ ἡ Ἄμηστρις πυνθάνεταί μιν ἔχουσαν· μαθοῦσα δὲ τὸ ποιεύμενον τῇ μὲν γυναικὶ ταύτῃ οὐκ εἶχε ἔγκοτον. ἐν δὲ τῇσι Σάρδισι ἐτύγχανε ἐὼν βασιλεὺς ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου. 109. οὐδὲ βίην προσεφέρετο προμηθεόμενος τὸν ἀδελφεὸν Μασίστην· τὠυτὸ δὲ τοῦτο εἶχε καὶ τὴν γυναῖκα· εὖ γὰρ ἐπίστατο βίης οὐ τευξομένη· ἐνθαῦτα δὴ Ξέρξης ἐργόμενος τῶν ἄλλων πρήσσει τὸν γάμον τοῦτον τῷ παιδὶ τῷ ἑωυτοῦ Δαρείῳ. μὴ καὶ πρὶν κατεικαζούσῃ τὰ γινόμενα οὕτω ἐπευρεθῇ πρήσσων· ἀλλὰ πόλις τε ἐδίδου καὶ χρυσὸν ἄπλετον καὶ στρατόν. τοῦτο δὲ ἀναιτίην ἐοῦσαν τοῦ πρήγματος τούτου· συνῆκε γὰρ τοῦ εἵνεκεν ἐδέετο. καὶ παραδοὺς ποιέει ὧδε· τὴν μὲν κελεύει ποιέειν τὰ βούλεται. τῇ δὲ κακῶς γὰρ ἔδεε πανοικίῃ γενέσθαι. ὅτι ἀτυχῆσαι τὸν χρηίζοντα οὔ σφι δυνατόν ἐστι βασιληίου δείπνου προκειμένου. σὺ εἶς Δαρείου τε παῖς καὶ ἐμὸς ἀδελφεός. ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἔπειθε. [3] Ξέρξης δὲ παντοῖος ἐγίνετο οὐ βουλόμενος δοῦναι. μὴ ἔχε γυναῖκα„. ἐπείτε ἐξ Ἀθηνέων προσπταίσας τῇ ναυμαχίῃ φυγὼν ἀπίκετο. οὔνομα δὲ τῷ δείπνῳ τούτῳ Περσιστὶ μὲν τυκτά. 111. τοῦ ἔμελλε οὐδεὶς ἄρξειν ἀλλ᾽ ἢ ἐκείνη. ἐούσης καὶ ταύτης ἐνθαῦτα. [2] φυλάξασα δὲ τὸν ἄνδρα τὸν ἑωυτῆς Ξέρξην βασιλήιον δεῖπνον προτιθέμενον· τοῦτο δὲ τὸ δεῖπνον παρασκευάζεται ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἡμέρῃ τῇ ἐγένετο βασιλεύς. ποιήσω μέντοι τούτων οὐδέτερα. “ὦ δέσποτα. τῇ Μασίστεω γυναικὶ ἐβούλευε ὄλεθρον. τῶν καὶ σὺ μίαν τῷ παιδὶ τῷ σεωυτοῦ ἠγάγεο γυναῖκα. θυγατέρα τῆς γυναικὸς ταύτης καὶ Μασίστεω. τέλος μέντοι ἐκείνης τε λιπαρεούσης καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐξεργόμενος. σὺ δὲ μηδαμῶς βιῶ πρήγματος τοιοῦδε δεόμενος· ἀλλὰ τῇ τε σῇ θυγατρὶ ἀνὴρ ἄλλος φανήσεται ἐμεῦ οὐδὲν ἥσσων. κατ᾽ ἄλλο μὲν οὐδέν. χρόνου δὲ προϊόντος ἀνάπυστα γίνεται τρόπῳ τοιῷδε. 110. φοβεόμενος δὲ Ἄμηστριν. ὁ δὲ διαμειψάμενος ἤρα τε καὶ ἐτύγχανε τῆς Δαρείου μὲν γυναικὸς Μασίστεω δὲ θυγατρός· οὔνομα δὲ τῇ γυναικὶ ταύτῃ ἦν Ἀρταΰντη. ὁ δὲ μεταπεμψάμενος τὸν ἀδελφεὸν λέγει τάδε. ἣ δὲ ἐλπίζουσα τὴν μητέρα αὐτῆς εἶναι αἰτίην καὶ ταῦτα ἐκείνην πρήσσειν. κάρτα δὴ ἀέκων κατανεύει. ἀλλά τοι ἀντ᾽ αὐτῆς ἐγὼ δίδωμι θυγατέρα τὴν ἐμήν. ὡς δέ οἱ προσπέμποντι οὐκ ἐδύνατο κατεργασθῆναι. δοκέων αὐτὴν μᾶλλον λάμψεσθαι ἢν ταῦτα ποιήσῃ. διδοῖ τὸ φᾶρος. τότε δὴ ἐν τῇσι Σάρδισι ἐὼν ἄρα ἤρα τῆς Μασίστεω γυναικός. αὐτή τέ μοι κατὰ νόον τυγχάνει κάρτα ἐοῦσα· ταύτην με κελεύεις μετέντα θυγατέρα τὴν σὴν γῆμαι. τίνα μοι λόγον λέγεις ἄχρηστον. ὁ δὲ ἡσθεὶς περιβάλλεταί τε καὶ ἔρχεται παρὰ τὴν Ἀρταΰντην· [2] ἡσθεὶς δὲ καὶ ταύτῃ ἐκέλευσε αὐτὴν αἰτῆσαι ὃ τι βούλεταί οἱ γενέσθαι ἀντὶ τῶν αὐτῷ ὑπουργημένων· πάντα γὰρ τεύξεσθαι αἰτήσασαν. ἣ δὲ περιχαρὴς ἐοῦσα τῷ δώρῳ ἐφόρεέ τε καὶ ἀγάλλετο. οὕτω δὴ τῆς Μασίστεω μὲν γυναικὸς ἐπέπαυτο. πρὸς δ᾽ ἔτι τούτοισι καὶ εἶς ἀνὴρ ἀγαθός· γυναικὶ δὴ ταύτῃ τῇ νῦν συνοικέεις μὴ συνοίκεε. κατὰ δὲ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν τέλειον· τότε καὶ τὴν κεφαλὴν σμᾶται μοῦνον βασιλεὺς καὶ Πέρσας δωρέεται· ταύτην δὴ τὴν ἡμέρην φυλάξασα ἡ Ἄμηστρις χρηίζει τοῦ Ξέρξεω δοθῆναί οἱ τὴν Μασίστεω γυναῖκα. [4] ἐγὼ δὲ βασιλεῦ μεγάλα μὲν ποιεῦμαι ἀξιεύμενος θυγατρὸς τῆς σῆς.
. αὐτός τε ὅκως ἀπίκοιτο ἐς Ἐλαιοῦντα ἐν τῷ ἀδύτῳ γυναιξὶ ἐμίσγετο. οὐ δὴ κώ με ἀπώλεσας„. [5] ὃ μὲν δὴ τοιούτοισι ἀμείβεται. λέγων δὲ τοιάδε Ξέρξην διεβάλετο. αὐτίκα μετὰ ταῦτα συμβουλευσάμενος τοῖσι παισὶ ἐπορεύετο ἐς Βάκτρα σύν τε τοῖσι ἑωυτοῦ υἱοῖσι καὶ δή κου τισὶ καὶ ἄλλοισι ὡς ἀποστήσων νομὸν τὸν Βάκτριον καὶ ποιήσων τὰ μέγιστα κακῶν βασιλέα· [2] τά περ ἂν καὶ ἐγένετο. ὑπὸ ἀνέμων ἀπολαμφθέντες. ἐνθεῦτεν δὲ ἀπίκοντο ἐς Ἄβυδον καὶ τὰς γεφύρας εὗρον διαλελυμένας.τε ἔα γυναικὶ τῇ ἐμῇ συνοικέειν„. καὶ τούτων οὐκ ἥκιστα εἵνεκεν ἐς τὸν Ἑλλήσποντον ἀπίκοντο. ἐς δὲ τὴν Σηστὸν ταύτην. 115. Ξέρξης δὲ θυμωθεὶς λέγει τάδε. τὰ Πρωτεσίλεω τοῦ Ἰφίκλου χρήματα ἐξ Ἐλαιοῦντος ὑπελόμενος. πέπρηκται· οὔτε γὰρ ἄν τοι δοίην θυγατέρα τὴν ἐμὴν γῆμαι. οἱ δὲ ἐκ Μυκάλης ὁρμηθέντες Ἕλληνες ἐπ᾽ Ἑλλησπόντου πρῶτον μὲν περὶ Λεκτὸν ὅρμεον. ὡς μάθῃς τὰ διδόμενα δέκεσθαι„. ὃς τὰ ἐκ τῶν γεφυρέων ὅπλα ἐνθαῦτα ἦν κεκομικώς. εἴ περ ἔφθη ἀναβὰς ἐς τοὺς Βακτρίους καὶ τοὺς Σάκας· καὶ γὰρ ἔστεργόν μιν καὶ ἦν ὕπαρχος τῶν Βακτρίων. τὰ Ἀρταΰκτης ἐσύλησε βασιλέος δόντος. ἐν τῷ Ξέρξης τῷ ἀδελφεῷ διελέγετο. 114. ταῦτα λέγων εὐπετέως ἔμελλε ἀναπείσειν Ξέρξην δοῦναι ἀνδρὸς οἶκον. 113. ὃς καὶ βασιλέα ἐλαύνοντα ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐξηπάτησε. συνῆλθον. ἐλπόμενος δέ τί οἱ κακὸν εἶναι. ἔνθα ἦν χρήματα πολλὰ καὶ φιάλαι χρύσεαι καὶ ἀργύρεαι καὶ χαλκὸς καὶ ἐσθὴς καὶ ἄλλα ἀναθήματα. Ἀθηναίοισι δὲ καὶ Ξανθίππῳ τῷ στρατηγῷ αὐτοῦ ὑπομείναντας πειρᾶσθαι τῆς Χερσονήσου. κατὰ μὲν τὸν ἔρωτα τὸν Ξέρξεω καὶ τὸν Μασίστεω θάνατον τοσαῦτα ἐγένετο. [3] “δέσποτα. δεινὸς δὲ καὶ ἀτάσθαλος. Ἀθηναῖοι δὲ ἐκ τῆς Ἀβύδου διαβάντες ἐς τὴν Χερσόνησον Σηστὸν ἐπολιόρκεον. ὁ δὲ ὡς ταῦτα ἤκουσε. ἔκ τε τῶν ἀλλέων τῶν περιοικίδων. ὡς ἐμοὶ δοκέειν. ἔστι οἶκος ἀνδρὸς Ἕλληνος ἐνθαῦτα. οὔτε ἐκείνῃ πλεῦνα χρόνον συνοικήσεις. ἀνὴρ μὲν Πέρσης. ὃς ἐπὶ γῆν σὴν στρατευσάμενος δίκης κυρήσας ἀπέθανε· τούτου μοι δὸς τὸν οἶκον. οἳ μὲν δὴ ἀπέπλεον. τότε δὲ ἐπολιορκέετο ὑπὸ Ἀθηναίων οὔτε παρεσκευασμένος ἐς πολιορκίην οὔτε προσδεκόμενος τοὺς Ἕλληνας. ἐσπίπτει δρόμῳ ἐς τὰ οἰκία. ἡ Ἄμηστρις μεταπεμψαμένη τοὺς δορυφόρους τοῦ Ξέρξεω διαλυμαίνεται τὴν γυναῖκα τοῦ Μασίστεω· τούς τε μαζοὺς ἀποταμοῦσα κυσὶ προέβαλε καὶ ῥῖνα καὶ ὦτα καὶ χείλεα καὶ γλῶσσαν ἐκταμοῦσα ἐς οἶκόν μιν ἀποπέμπει διαλελυμασμένην. “οὕτω τοι. ἀφύκτως δέ κως αὐτῷ ἐπέπεσον. ὡς ἤκουσαν παρεῖναι τοὺς Ἕλληνας ἐς τὸν Ἑλλήσποντον. εἴπας τοσόνδε ἐχώρεε ἔξω “δέσποτα. ὁ δὲ Μασίστης οὐδέν κω ἀκηκοὼς τούτων. πέμψας ἐπ᾽ αὐτὸν στρατιὴν ἐν τῇ ὁδῷ κατέκτεινε αὐτόν τε ἐκεῖνον καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ τὴν στρατιὴν τὴν ἐκείνου. ἵνα καί τις μάθῃ ἐπὶ γῆν τὴν σὴν μὴ στρατεύεσθαι„. ἀλλὰ γὰρ Ξέρξης πυθόμενος ταῦτα ἐκεῖνον πρήσσοντα. εἶχον δὲ ταύτην ἐπιχώριοι Αἰολέες. 112. καὶ τὸ τέμενος ἔσπειρε καὶ ἐνέμετο. ἐν δὲ τούτῳ διὰ μέσου χρόνῳ. ἐτυράννευε δὲ τούτου τοῦ νομοῦ Ξέρξεω ὕπαρχος Ἀρταΰκτης. τὰ χρήματα ἐξ Ἐλαιοῦντος ἐς Σηστὸν ἐξεφόρησε. ὡς ἐόντος ἰσχυροτάτου τείχεος τῶν ταύτῃ. ἰδὼν δὲ διεφθαρμένην τὴν γυναῖκα. τὰς ἐδόκεον εὑρήσειν ἔτι ἐντεταμένας. ἐπὶ γῆν δὲ τὴν βασιλέος στρατεύεσθαι Πρωτεσίλεων ἔλεγε νοέων τοιάδε· τὴν Ἀσίην πᾶσαν νομίζουσι ἑωυτῶν εἶναι Πέρσαι καὶ τοῦ αἰεὶ βασιλεύοντος. Μασίστα. συνῆσαν δὲ Πέρσαι τε καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων συχνὸς ὅμιλος. [2] ἐν γὰρ Ἐλαιοῦντι τῆς Χερσονήσου ἐστὶ Πρωτεσίλεω τάφος τε καὶ τέμενος περὶ αὐτόν. οὐδὲν ὑποτοπηθέντα τῶν ἐκεῖνος ἐφρόνεε. καὶ δὴ καὶ ἐκ Καρδίης πόλιος Οἰόβαζος ἀνὴρ Πέρσης. ἐπεὶ δὲ ἐδόθη. [2] τοῖσι μέν νυν ἀμφὶ Λευτυχίδην Πελοποννησίοις ἔδοξε ἀποπλέειν ἐς τὴν Ἑλλάδα. 116.
τά τε ἄλλα χρήματα ἄγοντες καὶ δὴ καὶ τὰ ὅπλα τῶν γεφυρέων ὡς ἀναθήσοντες ἐς τὰ ἱρά. Ὀιόβαζον μέν νυν ἐκφεύγοντα ἐς τὴν Θρηίκην Θρήικες Ἀψίνθιοι λαβόντες ἔθυσαν Πλειστώρῳ ἐπιχωρίῳ θεῷ τρόπῳ τῷ σφετέρῳ. [4] ταῦτα ὑπισχόμενος τὸν στρατηγὸν Ξάνθιππον οὐκ ἔπειθε· οἱ γὰρ Ἐλαιούσιοι τῷ Πρωτεσίλεῳ τιμωρέοντες ἐδέοντό μιν καταχρησθῆναι. ὄπισθε τοῦ τείχεος καταβάντες. μετ᾽ αὐτῶν δὲ καὶ Ἀρταΰκτην δεδεμένον αὐτόν τε καὶ τὸν παῖδα αὐτοῦ. οἱ Χερσονησῖται ἀπὸ τῶν πύργων ἐσήμηναν τοῖσι Ἀθηναίοισι τὸ γεγονὸς καὶ τὰς πύλας ἄνοιξαν. 121. ἐπείτε δὲ οὐδὲ ταῦτα ἔτι εἶχον. 119. ἀλλ᾽ ἐμοὶ σημαίνει ὁ ἐν Ἐλαιοῦντι Πρωτεσίλεως ὅτι καὶ τεθνεὼς καὶ τάριχος ἐὼν δύναμιν πρὸς θεῶν ἔχει τὸν ἀδικέοντα τίνεσθαι. [2] “ἐπεὶ Ζεὺς Πέρσῃσι ἡγεμονίην διδοῖ. 122. 118. γῆν γὰρ ἐκτήμεθα ὀλίγην καὶ ταύτην τρηχέαν. ἀντὶ μὲν χρημάτων τῶν ἔλαβον ἐκ τοῦ ἱροῦ ἑκατὸν τάλαντα καταθεῖναι τῷ θεῷ. φέρε. τῶν δὲ οἱ μὲν πλεῦνες ἐδίωκον. κατελὼν Ἀστυάγην. ἀντὶ δ᾽ ἐμεωυτοῦ καὶ τοῦ παιδὸς ἀποδώσω τάλαντα διηκόσια Ἀθηναίοισι περιγενόμενος„. 120. τῶν μίαν σχόντες πλέοσι ἐσόμεθα θωμαστότεροι. [3] νῦν ὦν ἄποινά μοι τάδε ἐθέλω ἐπιθεῖναι. [4] ὥστε συγγνόντες Πέρσαι . καὶ αὐτοῦ τοῦ στρατηγοῦ ταύτῃ νόος ἔφερε. [2] καὶ οἳ μὲν περιχυθέντες ἐθώμαζον. ἐπεὶ δὲ πολιορκεομένοισί σφι φθινόπωρον ἐπεγίνετο. ἀπαγαγόντες δὲ αὐτὸν ἐς τὴν Ξέρξης ἔζευξε τὸν πόρον. καλέσας τὸν ὀπτῶντα τοὺς ταρίχους ἔφη “ξεῖνε Ἀθηναῖε. τοὺς δὲ μετ᾽ ἐκείνου ἄλλῳ τρόπῳ ἐφόνευσαν. τούτου δὲ Ἀρταΰκτεω τοῦ ἀνακρεμασθέντος προπάτωρ Ἀρτεμβάρης ἐστὶ ὁ Πέρσῃσι ἐξηγησάμενος λόγον τὸν ἐκεῖνοι ὑπολαβόντες Κύρῳ προσήνεικαν λέγοντα τάδε. οἳ δὲ τὴν πόλιν εἶχον. ὁ δὲ Ἀρταΰκτης ὡς εἶδε τὸ τέρας. καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο οὐδὲν ἐπὶ πλέον τούτων ἐγένετο. οἰκὸς δὲ ἄνδρας ἄρχοντας τοιαῦτα ποιέειν· κότε γὰρ δὴ καὶ παρέξει κάλλιον ἢ ὅτε γε ἀνθρώπων τε πολλῶν ἄρχομεν πάσης τε τῆς Ἀσίης. οἳ δὲ οὐκ ἔφασαν πρὶν ἢ ἐξέλωσι ἢ τὸ Ἀθηναίων κοινόν σφεας μεταπέμψηται· οὕτω δὴ ἔστεργον τὰ παρεόντα. οὕτω δὲ αὐτοῖσι παραίνεε κελεύων παρασκευάζεσθαι ὡς οὐκέτι ἄρξοντας ἀλλ᾽ ἀρξομένους· φιλέειν γὰρ ἐκ τῶν μαλακῶν χώρων μαλακοὺς γίνεσθαι· οὐ γὰρ τι τῆς αὐτῆς γῆς εἶναι καρπόν τε θωμαστὸν φύειν καὶ ἄνδρας ἀγαθοὺς τὰ πολέμια.„ [3] Κῦρος δὲ ταῦτα ἀκούσας καὶ οὐ θωμάσας τὸν λόγον ἐκέλευε ποιέειν ταῦτα. [2] οἱ δὲ ἀμφὶ τὸν Ἀρταΰκτην ὕστεροι ὁρμηθέντες φεύγειν. [2] ὡς δὲ ἡμέρη ἐγένετο. καὶ ὡς κατελαμβάνοντο ὀλίγον ἐόντες ὑπὲρ Αἰγὸς ποταμῶν. οὕτω δὴ ὑπὸ νύκτα οἴχοντο ἀποδράντες οἵ τε Πέρσαι καὶ ὁ Ἀρταΰκτης καὶ ὁ Οἰόβαζος.117. καὶ ἤσχαλλον οἱ Ἀθηναῖοι ἀπό τε τῆς ἑωυτῶν ἀποδημέοντες καὶ οὐ δυνάμενοι ἐξελεῖν τὸ τεῖχος. ἐδέοντό τε τῶν στρατηγῶν ὅκως ἀπάγοιεν σφέας ὀπίσω. μηδὲν φοβέο τὸ τέρας τοῦτο· οὐ γὰρ σοὶ πέφηνε. τῇ ἦν ἐρημότατον τῶν πολεμίων. ταῦτα δὲ ποιήσαντες ἀπέπλεον ἐς τὴν Ἑλλάδα. καὶ συνδήσαντες σφέας οἱ Ἕλληνες ἦγον ἐς Σηστόν. καί τεῳ τῶν φυλασσόντων λέγεται ὑπὸ Χερσονησιτέων ταρίχους ὀπτῶντι τέρας γενέσθαι τοιόνδε· οἱ τάριχοι ἐπὶ τῷ πυρὶ κείμενοι ἐπάλλοντό τε καὶ ἤσπαιρον ὅκως περ ἰχθύες νεοάλωτοι. οἱ δὲ ἐν τῷ τείχεϊ ἐς πᾶν ἤδη κακοῦ ἀπιγμένοι ἦσαν. μεταναστάντες ἐκ ταύτης ἄλλην σχῶμεν ἀμείνω. οἳ δὲ λέγουσι ἐπὶ τὸν κολωνὸν τὸν ὑπὲρ Μαδύτου πόλιος. οὕτω ὥστε τοὺς τόνους ἕψοντες τῶν κλινέων ἐσιτέοντο. ἀνδρῶν δὲ σοὶ Κῦρε. εἰσὶ δὲ πολλαὶ μὲν ἀστυγείτονες πολλαὶ δὲ καὶ ἑκαστέρω. ἀλεξόμενοι χρόνον ἐπὶ συχνὸν οἳ μὲν ἀπέθανον οἳ δὲ ζῶντες ἐλάμφθησαν. πρὸς σανίδας προσπασσαλεύσαντες ἀνεκρέμασαν· τὸν δὲ παῖδα ἐν ὀφθαλμοῖσι τοῦ Ἀρταΰκτεω κατέλευσαν.
com . TEΛΟΣ Α’ ΜΕΡΟΥΣ Ευχαριστούμε την Ιστοσελίδα ΜΙΚΡΟΣ ΑΠΟΠΛΟΥΣ για την ευγενική προσφορά της ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ http://politikokafeneio.οἴχοντο ἀποστάντες. ἄρχειν τε εἵλοντο λυπρὴν οἰκέοντες μᾶλλον ἢ πεδιάδα σπείροντες ἄλλοισι δουλεύειν. ἑσσωθέντες τῇ γνώμῃ πρὸς Κύρου.