com
Γ Ρ Α Μ Μ ΑΤ Ι Κ Η
ΤΗΣ ΑΡ Χ ΑΙ ΑΣ Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Η Σ ΓΛΩΣΣΗΣ
ΑΧΙΛΛΕΩΣ Α. ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΥ
Γ ΡΑΜ Μ ΑΤ ΙΚΗ
ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘ Η Ν Α Ι 1 9 6 7
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΦΘΟΓΓΟΛΟΓΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΦΘΟΓΓΟΙ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
§ 1. Τὰ γράμματα τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι 24, τὰ ἴδια μὲ τὰ 24 γράμματα τῆς νέας ῾Ελληνικῆς. Ἀλλὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ῾Ελλήνων δὲν ἐπροφέροντο πάντα τὰ γράμματα ταῦτα ἀκριβῶς ὅπως τὰ προφέρομεν ἡμεῖς οἱ νέοι Ἕλληνες. Διὰ τοῦτο πολλάκις ὁ ἴδιος φθόγγος τῆς νέας γλώσσης (π. χ. ὁ φθόγγος ι) φαίνεται παριστανόμενος εἰς διαφόρους λέξεις ἢ εἰς διαφόρους συλλαβὰς τῆς ἰδίας λέξεως μὲ διάφορα γράμματα (π. χ. καὶ μὲ τὸ η ἢ τὸ υ): ῥίς, μῦς, μυστήριον.
Σημείωσις. Τὸ ἀρχαιότατον ῾Ελληνικὸν άλφάβητον περιελάμβανεν ἓν ἀκόμη γράμμα, τὸ F, τὸ ὁποῖον διὰ μὲν τὸ σχῆμά του λέγεται δίγαμμα, διὰ δὲ τὴν προφοράν του βαῦ. ᾽Επροφέρετο περίπου, ὅπως προφέρεται νῦν τὸ β ἢ ὅπως τὸ υ εἰς λέξεις, ὁποία π.χ. ἡ λέξις αὔριον. Εἰς δὲ τὴν ἀρχαιοτάτην ῾Ελληνικὴν γλῶσσαν, ὅπως θὰ ἴδωμεν εἰς τὰ ἑπόμενα, ὑπῆρχε καὶ εἷς ἰδιαίτερος φθόγγος, τὸ j (γιώτ), τοῦ ὁποίου ὅμως δέν παρεδόθη γράμμα (ἤτοι γραπτὸν σημεῖον). ᾽Επροφέρετο δὲ τὸ j, ὅπως προφέρεται τώρα τὸ γι εἰς τὴν λέξιν π.χ. Πανάγιω (Πανάγ-ω) ἢ ὅπως τὸ ἁπλοῦν ι εἰς τὰς λέξεις π.χ. παιδιά, καθάριος.
α΄) Φωνήεντα
§ 2. Ἀπὸ τὰ ἑπτὰ φωνήεντα α, ε, η, ι, ο, υ, ω : α) τὸ ε καὶ τὸ ο λέγονται βραχέα (ἤτοι σύντομα εἰς τὴν προφοράν)˙ β) τὸ η καὶ τὸ ω λέγονται μακρὰ (ἤτοι παρατεταμένα εἰς τὴν προφοράν), διότι ἀρχῆθεν τὸ μὲν η ἐπροφέρετο ὑπὸ τῶν παλαιῶν ὡςπαρατεταμένον ε (ἤτοι περίπου ὡς εε),·τὸ δὲ ω ὡς παρατεταμένον ο (ἤτοι περίπου ὡς οο)˙ γ) τὸ α, ι, υ λέγονται δίχρονα, διότι ταῦτα ἀρχῆθεν εἰς ἄλλας μὲν συλλαβὰς ἑπροφέροντο βραχέα, εἰς ἄλλας δὲ μακρά.
Σημείωσις. ῞Ινα δηλωθῇ, ὅτι τὸ δίχρονον φωνῆεν μιᾶς συλλαβῆς εἶναι βραχύ, γράφεται ὑπεράνω αὐτοῦ τὸ σημεῖον ˘, ἵνα δὲ δηλωθῇ, ὅτι εἶναι μακρόν, γράφεται ὑπεράνω αὐτοῦ τὸ σημεῖον - , ὡς π.χ. κτῆμᾰ, κτῆσῐς, πῆχῠς - ὥρᾱ, τῑμή, θῡμός.
β΄) Σύμφωνα
§ 3. Ἀπὸ τὰ 17 σύμφωνα : 1) ἐννέα, ἤτοι τὰ σύμφωνα κ, γ, χ - π, β, φ - τ, δ, θ, λέγονται ἄφωνα· 2) πέντε, ἤτοι τὰ σύμφωνα μ, ν - λ, ρ - σ (ς), λέγονται ἡμιφωνα καὶ 3) τρία, ἤτοι τὰ σύμφωνα ζ, ξ, ψ, λέγονται διπλᾶ.
Σημείωσις. Εἰς τὰ ημίφωνα συγκαταλέγονται προσέτι τὸ δίγαμμα (F) καὶ τὸ γιωτ (j) (βλ. § 1, Σημ.).
§ 4. Τὰ ἄφωνα διαιροῦνται : 1) κατὰ τὸ φωνητικὸν ὄργανον, μὲ τὸ ὁποῖον κυρίως προφέρονται, εἰς τὰ οὐρανικὰ κ, γ, χ, εἰς τὰ χειλικὰ π, β, φ καὶ εἰς τὰ ὀδοντικὰ τ, δ, θ· 2) κατὰ τὸ ποιὸν τῆς πνοῆς, ἡ ὁποία τὰ συνοδεύει κατὰ τὴν προφοράν των, εἰς τὰ ψιλὰ (ἤτοι λεπτὰ) κ, π, τ, εἰς τὰ μέσα γ β δ καὶ εἰς τὰ δασέα (ἤτοι παχέα) χ, φ, θ. § 5. Τὰ ἡμίφωνα διαιροῦνται εἰς τὰ ἔνρινα μ, ν, εἰς τὰ ὑγρὰ λ, ρ, καὶ εἰς τὸ συριστικὸν σ (ς).
Σημείωσις 1. ῎Ενρινον εἶναι καὶ τὸ γ, ὅταν εὑρίσκεται πρὸ τῶν οὐρανικῶν κ, γ,
χ, ἢ πρὸ τοῦ ξ : ἂγκυρα, ἀγγεῖον, ἄγχω, ἄγξω. Σημείωσις 2. Τὰ σύμφωνα ζ, ξ, ψ λέγονται διπλᾶ, διότι πλειστάκις προέρχονται ἀπὸ ἕνωσιν δύο συμφώνων, ἤτοι τὸ μέν ξ ἀπὸ τὸ κ + σ ἢ γ + σ ἢ χ + σ, τὸ δὲ ψ ἀπὸ τὸ π + σ ἢ β + σ ἢ φ + σ καὶ τὸ ζ ἀπὸ τὸ σ + δ ἢ ἀπὸ σύμπλεγμα ἄλλων συμφώνων : κόραξ (κόρακς), Ἄραψ (Ἄραβς), Θήβαζε (Θήβασδε), ζάπλουτος (διάπλουτος).
Πίναξ τῶν συμφώνων Οὐρανικὰ ἄφωνα κ γ χ ἔνρινα ὑγρὰ συριστικὰ διπλᾶ ζ ξ μ λ Χειλικὰ π β φ ν ρ σ(ς) ψ Ὀδοντικὰ τ δ θ
ἡμίφωνα
γ΄) Δίφθογγοι
§ 6. Αἱ δίφθογγοι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι ἕνδεκα, αἱ ἑξῆς : αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου, ᾳ ῃ ῳ. ᾽Εκ τούτων αἱ ὀκτὼ αι, οι, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου λέγονται κύριαι, αἱ δὲ λοιπαὶ τρεῖς ᾳ, ῃ, ῳ λέγονται καταχρηστικαί.
Σημείωσις 1. ῾Ημεῖς τὴν δίφθογγον αι τὴν προφέρομεν ὅπως τὸ ε, τὰς δὲ διφθόγγους ει, οι, υι καὶ ῃ ὅπως τὸ ι, τὴν δίφθογγον ᾳ ὅπως καὶ τὸ ἁπλοῦν α καὶ τὴν δίφθογγον ῳ ὅπως καὶ τὸ ἁπλοῦν ω, τὰς δὲ διφθόγγους αυ, ευ, ηυ τὰς προφέρομεν πρὸ φωνήεντος μὲν καὶ πρὸ τῶν συμφώνων β, γ, δ, ζ, λ, μ, ν καὶ ρ ὡς αβ, εβ, ηβ, εἰς πᾶσαν δὲ ἄλλην περίπτωσιν ὡς αφ, εφ, ηφ. Ἀρχῆθεν ὅμως ὑπὸ τῶν παλαιῶν ἑκάστη δίφθογγος ἐπροφέρετο οὕτως, ὥστε διεκρίνοντο κατὰ τὴν προφορὰν οἱ δύο φθόγγοι, ἤτοι τὰ δύο φωνήεντα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὔτη ἀποτελεῖται (πρβλ. νῦν : Νεράϊδα, αὐγολέϊμονο, ρόϊδο).
Σημείωσις 2. Τὸ ι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰς καταχρηστικὰς διφθόγγους ὑπὸ τὸ α, η, ω, λέγεται ὑπογεγραμμένον ἰῶτα. Τοῦτο ὅμως, ὅταν αἱ δίφθογγοι αὗται γράφωνται διὰ κεφαλαίων γραμμάτων, γράφεται κανονικῶς οὐχὶ ὑποκάτω τῶν κεφαλαίων φωνηέντων Α, Η, Ω, ἀλλὰ πρὸς τὰ δεξιὰ αὐτῶν (Αι, Ηι, Ωι) καὶ τότε λέγεται προσγεγραμμένον ἰῶτα : ἍιΔΗΣ (πρόφ. ᾅδης), ΤΗι ΘΕΩι (πρόφ, τῇ θεῷ).
§ 7. Αἱ δίφθογγοι γενικῶς εἶναι μακραί. Μόνον ἡ αι καὶ ἡ οι λαμβάνονται ὡς βραχεῖαι, ὅταν εὑρίσκωνται ἐντελῶς εἰς τὸ τέλος λέξεως κλιτῆς, ἐκτὸς ῥήματος εὐκτικῆς ἐγκλίσεως : μοῦσαι, πῶλοι, βούλομαι, παιδεῦσαι-μούσαις, πώλοις, παιδεύσαι ἄν, οἴκοι.
δ΄) Συλλαβαί, συλλαβισμὸς
§ 8. Συλλαβὴ λέγεται τεμάχιον λέξεως ἀποτελούμενον ἀπὸ ἓν ἢ περισσότερα σύμφωνα μὲ ἕν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : τε-τρά-δρα-χμον, στρα-τεύ-μα-τα. Συλλαβὴ λέξεως δύναται νὰ ἀποτελῆται καὶ ἀπὸ ἕν μόνον φωνῆεν ἢ μίαν δίφθογγον : ἴ-α, οἴ-ει (= νομίζεις). § 9. 1) Κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν συλλαβῶν της, μία λέξις, ἐὰν ἔχῃ μίαν μόνον συλλαβήν, λέγεται μονοσύλλαβος (π.χ. μῦς), ἐὰν ἔχῃ δύο συλλαβάς, λέγεται δισύλλαβος (π.χ. οἶκος), ἐὰν ἔχῃ τρεῖς συλλαβάς, λέγεται τρισύλλαβος (π.χ. παιδίον) καὶ ἐὰν ἔχῃ περισσοτέρας τῶν τριῶν συλλαβῶν, λέγεται πολυσύλλαβος (π.χ. φιλάνθρωπος). 2) ῾Η τελευταία συλλαβὴ λέξεως, ἡ ὁποία ἔχει συλλαβὰς περισσοτέρας τῆς μιᾶς, λέγεται λήγουσα, ἡ πρὸ τῆς ληγούσης λέγεται παραλήγουσα, καὶ ἡ πρὸ τῆς παραληγούσης λέγεται προπαραλήγουσα, ἡ δὲ πρώτη συλλαβὴ αὐτῆς λέγεται ἀρκτική. § 10. ῾Ο χωρισμὸς λέξεως εἰς τὰς συλλαβὰς αὐτῆς λέγεται συλλαβισμός. Γίνεται δὲ ὁ συλλαβισμὸς εἰς τὰς λέξεις τῆς ἀρχαίας γλώσσης κατὰ τοὺς ἑξῆς κανόνας : α) ῞Εν σύμφωνον εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο φωνηέντων (ἢ διφθόγγων) συλλαβίζεται μὲ τὸ ἑπόμενόν του φωνῆεν (ἢ δίφθογγον): λέ-γο-μεν, ἄπει-ροι.
πν. ἔν-τερον. τὸ δὲ δεύτερον μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν (ἢ δίφθογγον) : πέ-τρα (τρόπος). ἀρι-θμὸς (τμῆμα). βά-κτρον (κτῆμα). ἰ-σχνὸς (σχῆμα). τμ. ἄ-γρυπνος. ἀλλὰ : πα-ρέχω. 2) θέσει μακρά. Σημείωσις. ἐννέα. ἔ-στω (σταυρός)˙ ἀλλά : βάλ-λω. ἀλλὰ κατόπιν αὐτοῦ ἀκολουθοῦν δύο ἢ περισσότερα σύμφωνα ἢ ἔν διπλοῦν : ἀ-στός. θμ. Ἄλλως χωρίζονται.β) Δύο σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων (ἢ διφθόγγων) συλλαβίζονται μὲ τὸ ἑπόμενόν των φωνῆεν (ἢ δίφθογγον). φύ-γε-τε. ῾Ελλήσ-ποντος. ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν λέξεις τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης. βά-θρον (θρόνος). ἐ-χθρός. ἐ-χθρὸς (χθές). ἐὰν ἔχῃ μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : κοί-τη. Καὶ τὰ συμπλέγματα γμ ἢ χμ. ἐὰν. ἐὰν δὲν εἶναι τὰ αὐτὰ καὶ ἐὰν εἶναι ἀρκτικὰ λέξεως τῆς (ἀρχαίας) ῾Ελληνικῆς γλώσσης˙ ἄλλως χωρίζονται καὶ συλλαβίζονται τὸ μὲν πρῶτον μὲ τὸ προηγούμενον. ἐὰν ἔχῃ βραχὺ φωνῆεν. κρού- ω. ἐπειδὴ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ συμπλέγματα κμ. δρα-χμὴ (κμητός). ἄ-λλος. ὑ-πάγω. τὰ δὲ δύο ἄλλα μὲ τὸ ἑπόμενον : ἄρ-κτος. τν. τό-ξον˙ 3) βραχεῖα. συν-άγω. συλλαβίζονται καὶ αὐτὰ μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν : πρᾶγμα. φί-λιππος. § 11. κατόπιν δὲ αὐτοῦ ἄλλο φωνῆεν ἢ ἕν μόνον ἁπλοῦν σύμφωνον ἢ τίποτε : ἀ-έ-ρες. πρω-ταγωνιστής. γ) Τρία σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων συλλαβίζονται μετὰ τοῦ ἀκολούθου φωνήεντος ὅταν καὶ τὰ τρία ταῦτα σύμφωνα ἢ τουλάχιστον τὰ δύο πρῶτα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀρκτικὰ λέξεως Ἑλληνικῆς : ἐ-στράτευσε (στρατός). ἐκτὸς ἐὰν κατὰ τὴν σύνθεσιν ἔχῃ συμβῆ ἔκθλιψις. φν. ἅρ-μα. νουν-εχής. φά-τνη (θνητός).ἔχῃ μὲν βραχὺ φωνῆεν. ἄν-δρες. θν. ἕλ-κω. καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐκ τῶν τριῶν συμφώνων συλλαβίζεται μὲ τὸ προηγούμενο φωνῆεν. ε΄) Πνεύματα καὶ τὸνοι . ὁπότε καὶ αὖται συλλαβίζονται ὡς ἁπλαῖ λέξεις : προσ-έχω. Ποσότης συλλαβῶν. δ) Αἱ σύνθετοι λέξεις κατὰ τὸν συλλαβισμὸν χωρίζονται εἰς τὰ συνθετικά των μέρη. Ἀμ-βρακία. ῾Ωρισμένη συλλαβὴ μιᾶς λέξεως λέγεται: 1) φύσει μακρά. δά-φνη (πνέω).
ἤτοι σημεῖον παχείας πνοῆς : ἀρετή. Σημείωσις. τὸ ὁποῖον καλεῖται τόνος : κόρη. ἡ ψιλὴ (’). ἀγαθός. Δασύνονται (ἤτοι λαμβάνουν πνεῦμα τὴν δασεῖαν) κανονικῶς πᾶσαι αἱ λέξεις. ψιλοῦνται (ἤτοι λαμβάνουν πνεῦμα τὴν ψιλήν). ὅπως οὐδὲ ἠ μακρότης καὶ ἠ βραχύτης αὐτῶν. μαθητής. 2. σημειοῦται ἐπὶ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος ἢ τοῦ ρ σημεῖον πνεύματος ἢ πνεῦμα. καὶ ἡ δασεῖα (‘). ἤτοι σημεῖον λεπτῆς πνοῆς. ἐπροφέρετο ἀρχῆθεν περίπου ὅπως νῦν τὸ σύμφωνον χ· π. ἤτοι ἡ ὁξεῖα (΄). ἡ ὁποία ἔχει δύο ἢ περισσοτέρας συλλαβάς. Εἰς πᾶσαν λέξιν. Ἐκ τῶν λοιπῶν λέξεων ἄλλαι μέν. ἤτοι προφέρεται ἰσχυρότερον ἀπὸ τὰς ἄλλας συλλαβὰς αὐτῆς ᾽Επὶ τοῦ φωνήεντος (ἢ τῆς διφθόγγου) τῆς τονιζομένης συλλαβῆς γράφεται ἕν σημεῖον. ῥήτωρ.1. Σημείωσις. ὥρα. Τὰ πνεύματα § 12. § 13. (τὸν) κῆπον . χ. μία συλλαβὴ τονίζεται. Σημείωσις.(τῶν) κήπων. Πρβλ. ῾Η διαφορὰ τοῦ τόνου δέν παρέχει αἰσθητὴν διαφορὰν τῆς προφορᾶς τῶν φωνηέντων ἢ τῶν διφθόγγων εἱς ἠμᾶς τοὺς νέους ῞Ελληνας.(τῶν) ἐλαιῶν. ἡ βαρεῖα (`) καὶ ἡ περισπωμένη (~). Τὸ δασὺ πνεῦμα. αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν ἀπὸ υ ἢ ἀπὸ ρ : ὕπνος. ἄλλαι δὲ δασύνονται. παῖς. Σημεῖον τόνου κανονικῶς σημειοῦται καὶ ἐπὶ τοῦ φωνήεντος ἡ τῆς διφθόγγου τῶν μονοσυλλάβων λέξεων : μήν. ῥόδον. Τὰ πνεύματα εἶναι δύο. κῆπος. Πάσης λέξεως. Ὁ τονισμὸς τῶν λέξεων τῆς ἀρχαίας γλώσσης γίνεται κατὰ . (ὁ) ἐλαιὼν. φῶς. Οἱ τόνοι § 14. αἱ πλεῖσται. παίζομεν. ἤτοι ἡ δασεῖα. ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν ἢ ἀπὸ ρ. 3. Οἱ τόνοι εἶναι τρεῖς. Κανὸνες τοῦ τονισμοῦ § 16. § 15. ἵππος (πρόφ. χίππος).
οἱ θεοί.ἡ έσθής. λόγος. 8) Τῶν όνομάτων. ὀξύνεται : ἡ τιμή. ἐὰν ἔχῃ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης : . γέροντος. § 11. (δὸς) ἀπόδος. 12) Βαρεῖα τίθεται μόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης μιᾶς λέξεως ἀντὶ τῆς ὀξείας. 10) ῾Η θέσει μακρὰ συλλαβὴ κατὰ τὸν τονισμὸν λαμβάνεται ὡς βραχεῖα : χειρῶναξ. 9) ῾Η ἐκ συναιρέσεως προερχομένη λήγουσα μιᾶς λέξεως. 2) ῞Οταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά. τονιζομένη ἐπὶ τῆς ληγούσης. παῦε. Κατὰ τὸν τόνον αὐτῆς μία λέξις λέγεται : 1) ὀξύτονος. τὴν τιμήν.κλῂς) κλείς. ἑκεῖ τονίζονται καὶ αἱ ἄλλαι πτώσεις. 4) Μακρὰ παραλήγουσα πρὸ μακρᾶς ληγούσης τονιζομένη ὀξύνεται : μήτηρ. ἐὰν ἔχῃ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς παραληγούσης : κώμη· 3) προπαροξύτονος. παύω. ὁ ἱμάς. 2). θεῷ. ὅταν κατόπιν τῆς λέξεως ταύτης δὲν ὑπάρχῃ σημεῖον στίξεως : ὁ ἀγαθὸς ἀνὴρ τιμᾷ τοὺς σοφοὺς ἂνδρας. φιλανθρωπότατος. περισπᾶται : (τιμάω) τιμῶ. ὦ θεοὶ . ἐὰν ἔχῃ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς ληγούσης : ἀνήρ· 2) παροξύτονος. γέροντες· ἀλλά : γερόντων. ἡ προπαραλήγουσα δὲν τονίζεται: (῞Ομηρος) ῾Ομήρου. ἐκτὸς ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἡ δευτέρα ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν ὠξύνετο : (ἑσταὼς) ἑστώς. ὅπου τονίζεται ἡ ἑνικὴ ὀνομαστική. § 17. ὅταν τονίζεται. ὁ ποιμήν. αὖλαξ (βλ. τοὺς θεούς. θεῶν.θεοῦ. μεγαλόφρον. (διδάσκαλον) διδασκάλων. ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀνωτέρω τῆς τελευταίας συλλαβῆς τοῦ πρώτου συνθετικοῦ : (καιρὸς) εὔκαιρος. 3) ῾Η προπαραλήγουσα καὶ πᾶσα βραχεῖα συλλαβὴ τονιζομένη ὀξύνεται : πείθομαι. (φρὴν) μεγαλό-φρων. κριτῶν. ὦ τιμὴ . κριταῖς . θεοῖς. 7) ῾Η μακροκατάληκτος γενικὴ καὶ δοτικὴ τῶν όνομάτων ἐν γένει. ἐλθέ. (ἠχόος) ἠχοῦς. τονιζομένη ἐπὶ τῆς ληγούσης. κριτῇ. 5) Μακρὰ παραλήγουσα πρὸ βραχείας ληγούσης τονιζομένη περισπᾶται : μῆτερ. αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τῶν ὀνομάτων. ἐκτὸς ἄν ἐμποδίζῃ ἡ λήγουσα: γέρων. 6) ῾Η ἀσυναίρετος ὀνομαστική. 11) Κατὰ τὴν σύνθεσιν ὁ τόνος συνήθως ἀναβιβάζεται ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνωτέρω τῆς ληγούσης. (κληὶς .τοὺς ὲξῆς κανόνας : 1) Οὐδέποτε μία πολυσύλλαβος λέξις τονίζεται ὑπεράνω τῆς προπαραληγούσης : (ἄνθρωπος) φιλάνθρωπος. περισπᾶται : κριτοῦ.
οἱ. ἐὰν ἔχῃ βαρεῖαν ἀντὶ όξείας ἐπὶ τῆς ληγούσης καὶ ἐν γένει ἐὰν τονίζεται οὐχὶ ἐπὶ τῆς ληγούσης : χειμὼν βαρὺς ἐπῆλθεπείθω. αἱ. § 6. γ) ῞Οταν τὸ πνεῦμα καὶ ὸ τόνος συμπίπτουν ἐπὶ τῆς αὐτῆς συλλαβῆς. ἤτοι οἱ τέσσαρες τύποι τοῦ ἄρθρου ὁ. εὕρος. 10 . 2). οὐ. ἐξικνοῦντο δ’ οὔ. Σημ. ῞Ομηρος. Θέσις τοῦ τόνου καὶ τοῦ πνεύματος. ἐὰν ἔχῃ περισπωμένην ἐπὶ τῆς ληγούσης : τοῦ κριτοῦ. 2. ὅταν ταῦτα γράφωνται μὲ κεφαλαῖα : ἠώς. Αἵας. Τὸ μόριον οὐ τονίζεται (μὲ ὀξεῖαν). εἰ. Οἰδίπους. ἐὰν ἔχῃ περισπωμένην ἐπὶ τῆς παραληγούσης : κῆπος· 6) βαρύτονος. ἐξ ἢ ἐκ καὶ τὰ τρία μόρια ὡς. αἱ τρεῖς προθέσεις εἰς. ᾠδὴ .. οὐρανός. ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὖται ἀποτελοῦνται: Αἰγεύς. ὅταν εὐθὺς μετ’ αὐτὸ ὑπἀρχῃ στίξις : ἐτόξευον μέν. αὐλός. ᾽Ηώς. ἔμπροσθεν δὲ αὐτῶν καὶ πρὸς τὰ ἄνω. Σημείωσις. αὔρα. φῂς ἢ οὔ. ὅταν ταῦτα γράφωνται μὲ μικρὰ γράμματα. σφαῖραι. ῾Οράτιος˙ τῇ θεᾶ. τὰς σφαίρας. Πρόκλισις § 18. τιμῶ˙ 5) προπερισπωμένη. Ἔγκλισις § 19. πῶς γὰρ οὔ .ἂνθρωπος· 4) περισπωμένη. Μερικαὶ μονοσύλλαβοι ἢ δισύλλαβοι λέξεις προφέρονται πάντοτε λίαν στενῶς μὲ τὴν ἑκάστοτε προηγουμένην λέξιν καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόνος αὐτῶν κανονικῶς μεταβιβάζεται εἰς τὴν λήγουσαν τῆς προηγουμένης λέξεως (ὡς ὀξεῖα) ἢ ὅλως ἀποβάλλεται˙ἄνθρωπός τις ταῦτά φησι τῷ πατρί μου. β) ᾽Επὶ τῶν κυρίων διφθόγγων σημειοῦται πάντοτε ὑπεράνω τοῦ δευτέρου ἐκ τῶν φωνηέντων. Δέκα μονοσύλλαβοι λέξεις. ἡ. αἵμα. Ὁ τόνος ἢ τὸ πνεῦμα : α) ᾽Επὶ τῶν ἀπλῶν φωνηέντων καὶ τῶν καταχρηστικῶν διφθόγγων σημειοῦται ὑπεράνω μέν αὐτῶν. παιδεύω. Σημείωσις. ῞Ηρα. ς ΄ ) Ἄτονοι καὶ ἐγκλιτικαὶ λὲξεις 1. καὶ δι’ αὐτὸ λέγονται ἄτονοι λέξεις ἢ προκλιτικαί. ὁδὸς.᾽Ωιδεῖον ἢ (ᾨδεῖον) (βλ. ἐν. ἐπειδὴ πάντοτε προφέρονται λίαν στενῶς μὲ τὴν ἑκάστοτε ἑπομένην λέξιν. αἱρετός. τότε ἡ μὲν ὀξεῖα (ἢ ἡ βαρεῖα) σημειοῦται μετὰ τὸ πνεῦμα ἡ δὲ περισπωμένη ὑπεράνω αὐτοῦ : ῎Αρτεμις. δὲν τονίζονται.
πλὴν τῶν τύπων αὐτῶν εἵ καὶ φῄς· 4) τὰ ἐπιρρήματα πού. ὅσπερ. ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι προπαροξύτονος (ἄνθρωπός τις. Μεγαρά-δε (= εἰς τὰ Μέγαρα).χ.σοῦ. ὅπερ .πώς. μοί. ᾽Εγκλιτικαὶ λέξεις τῆς ἀρχαίας γλώσσης συνήθεις εἶναι : 1) οἱ τύποι τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν μοῦ. σὲ . § 20. ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι παροξύτονος (γέρων τις. νύν· 6) τὸ πρόσφυμα δὲ (ἄσχετον πρὸς τὸν σύνδεσμον δέ) : τοιός-δε. τοιάδε. ζ ΄ ) Ἄλλα σημεῖα ἐν τῷ γραπτῷ λὸγῳ 11 . διατηροῦν τὸν ἀρχικόν των τονισμόν : ἥδε. λέγε μας). τί. Αἱ λέξεις. τυφλὸς ἦν). πλὴν τοῦ τύπου αὐτῆς ἄττα (= τινά)· 3) οἱ τύποι τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτος τῶν ῥημάτων εἰμὶ (= εἶμαι) καὶ φημὶ (= λέγω). καλῶ τινα).ὁρῶ σε. ὥστε κλπ. ἥδε. ὥσπερ. Σημείωσις. § 21. ἢ ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις ἔχῃ πάθει ἔκθλιψιν (πολλοὶ δ’ εἰσὶν ἀγαθοί). οἵ. τοιάδε.ὁ φίλος του.τοιόσδε. ἥπερ.οὗ. λέγει τι)· 3) διατηρεῖται. πώ. ὀλίγοι εἰσίν). στρατιῶταί τινες) ἢ ἄτονος ἢ ἐγκλιτικὴ (εἴ τίς φησί μοι ταῦτα)˙ 2) ἀποβάλλεται πάντων μὲν τῶν ἐγκλιτικῶν. ἢ ὅταν προηγῆται τοῦ ἐγκλιτικοῦ στίξις (῞Ομηρος. ἥπερ. αἱ προερχόμεναι ἐκ τοιαύτης ἑνώσεως. ἕ˙ 2) οἱ τύποι τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας τίς. τόδε. τοιόνδε . τοί. Μερικὰ ἐγκλιτικὰ μὲ ὡρισμένας πρὸ αὐτῶν λέξεις ἑνώνονται καὶ γράφονται μαζὶ μέ αὐτὰς ὡς μία λέξις : ὅδε. τέ. πὴ ἢ πῄ ποτέ˙ 5) τὰ μόρια γέ. θεοί τινες . ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι παροξύτονος καὶ τὸ ἐγκλιτικὸν δισύλλαβον (φίλοι τινές. ὅταν ἡ προηγουμένη λέξις εἶναι ὀξύτονος ἢ περισπωμένη (θεός τις. φώναξέ με. κήρυκές τινες) ἢ προπερισπωμένη (σφαῖρά τις. ὥσπερ κλπ. μόνον δὲ τῶν μονοσυλλάβων ἐγκλιτικῶν. σοί. μίλησέ μου. τῆς νέας γλώσσης π. οὔτε.Αἱ τοιαῦται λέξεις λέγονται ἐγκλιτικαὶ λέξεις ἢ ἁπλῶς ἐγκλιτικὰ (πρβλ. πέρ. μὲ . Τῶν ἐγκλιτικῶν ὁ τόνος : 1) μεταβιβάζεται εἰς τὴν λήγουσαν τῆς προηγουμένης λέξεως (ὡς ὀξεῖα). ποί. ποθὲν .οὔτε. φασί.
12 .τ.)· αὔτη γράφεται εἰς τὴν ἀναφορικὴν ἀντωνυμίαν ὅ.. τοῦ Γαΐου· Σημείωσις.)˙ διὰ ταύτης χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων περίοδοι. Τὰ διαλυτικὰ δύνανται νὰ παραλείπωνται. § 28)· 4) ἡ κορωνὶς (’). ᾽Εκτὸς τῶν σημείων τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων.τ.)· διὰ τούτων δηλοῦται ὅτι ἀποσιωπᾶται. ἤτοι μέρη τοῦ γραπτοῦ λόγου. ὅτι τὸ ι ἢ τὸ υ δὲν ἀποτελεῖ δίφθογγον μὲ τὸ ἀμέσως προηγούμενον φωνῆεν τῆς ἰδίας λέξεως : ἀϋπνία..)˙ διὰ τούτου κανονικῶς χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων αἱ δευτερεύουσαι προτάσεις ἀπὸ τὰς κυρίας καὶ πᾶν ὄνομα κλητικῆς πτώσεως ἀπὸ τὰς ἄλλας λέξεις τῆς προτάσεως˙ δ΄) τὁ ἐρωτηματικὸν (. ἐν τῷ γραπτῷ λόγῳ χρησιμοποιοῦνται προσέτι τὰ ἑξῆς σημεῖα : 1) ἠ ὑποδιαστολή (. ἀναφώνησιν.τ.τ. τὰ ὁποῖα περιέχουν ἕν νόημα ὁπωσδήποτε αὐτοτελές· γ΄) ἠ ὑποδιαστολὴ ἢ τὸ κόμμα (. ἤτοι παραλείπεται νὰ ἐκφρασθῇ μία λέξις ἢ φράσις ἐκ φόβου. ἔκπληξιν κ. Γάιος. σημεῖον τῆς ἐκθλίψεως (βλ. 3) ἡ ἀπόστροφος (’). ζ΄) ἡ παρένθεσις [ () ]· ἐντὸς ταύτης περικλείεται μία λέξις ἢ φράσις ὁλόκληρος. τὰ ὁποῖα περιέχουν ἕν ὁπωσδήποτε πλῆρες νόημα˙ β΄) ἡ μέση στιγμὴ ἢ ἄνω στιγμὴ (˙)˙ διὰ ταύτης χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων κῶλα περιόδου. ὅταν ὁ χωρισμὸς τῶν δύο φωνηέντων ὑποσημαίνεται ἐκ τῆς θέσεως τῶν σημείων τῶν τόνων ἢ τῶν πνευμάτων : ἄυλος. ὅταν ζητῆται νὰ δηλωθῇ.§ 22. ἡ ὁποία παρεμβάλλεται μεταξὺ τῶν λέξεων τῆς προτάσεως ἦ τῆς περιόδου πρὸς ἐπεξήγησιν ἢ συμπλήρωσιν ἐν γένει τῶν λεγομένων˙ η΄) τὰ εἰσαγωγικὰ (« »)· ἐντὸς τούτων περικλείονται λόγοι τινὸς ἀποδιδόμενοι αὐτολεξεί.· ς΄) τὰ ἀποσιωπητικὰ (.τι πρὸς διάκρισιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ συνδέσμου ὅτι˙ 2) τὰ διαλυτικά (¨)· ταῦτα γράφονται ὑπεράνω τοῦ ι ἢ τοῦ υ. ἤτοι μέρη αὐτῆς. ἐντροπῆς κ. § 26)· 5) τὰ σημεῖα τῆς στίξεως. ἤτοι : α΄) ἡ τελεία στιγμὴ (. ἀύλου. σημεῖον τῆς κράσεως (βλ. ἡ ὁποία ἐκφέρεται ἐρωτηματικῶς˙ ε΄) τὸ θαυμαστικὸν ἢ ἑπιφωνηματικὸν (!)· τοῦτο γράφεται εἰς τὸ τέλος προτάσεώς τινος ἢ περιόδου ἢ κατόπιν μιᾶς λέξεως ἢ ἁπλῆς φράσεως.)· τοῦτο γράφεται κατόπιν λέξεως ἢ εἰς τὸ τέλος προτάσεως ἢ περιόδου. ἵνα δηλωθῇ ὅτι ταῦτα ἐκφράζουν θαυμασμὸν τοῦ λέγοντος.
(νόος) νοῦς. Συνήθως συμβαίνουν εἰς αὐτὰς διάφορα πάθη τῶν φθόγγων (ἤτοι τῶν φωνηέντων καὶ τῶν συμφώνων). ὅπως ἐπλάσθησαν ἐξ ἀρχῆς. · § 25.τὸ ἐλάχιστον. θὰ ἀγαπῶ. ῾Η συλλαβή. θἀγαπῶ . Συναίρεσις λέγεται ἡ συγχώνευσις ἐντὸς μιᾶς λέξεως δύο ἐπαλλήλων φωνηέντων ἢ φωνήεντος καὶ διφθόγγου εἱς ἕν μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ. νῦν : λέγει-λέει. γράφεται ἡ κορωνὶς (βλ.ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ § 23. ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς κράσεως. 2. § 22. ῾Υπεράνω τοῦ φωνήεντος ἢ τῆς διφθόγγου. ῞Οταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὰς πασχούσας κρᾶσιν λέξεις εἶναι κάποιος ἐκ τῶν δασυνομένων τύπων 13 . α ΄ ) Π άθ η φ ωνηὲντων καὶ διφθόγγων. 9). (τὸ ὅνομα) τοὔνομα. κανονικῶς τονίζεται. Σπανίως αἱ λέξεις διαμένουν ἀπαθεῖς καὶ ἀκέραιαι. (ἀγαπάει) ἀγαπᾷ. τοὐλάχιστον). Συναίρεσις § 24. ἐὰν πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο ἡ μία ἐκ τῶν δύο συλλαβῶν.τὰ δὲ συνηθέστερα ἐξ αὐτῶν εἶναι τὰ ἐπόμενα. (καὶ εἶτα) κἆτα· (πρβλ. Κρᾶσις λέγεται ἡ συναίρεσις τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου μιᾶς λέξεως μὲ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον τῆς ἀμέσως ἑπομένης λέξεως καὶ ἡ οὕτω προκύπτουσα συγχώνευσις τῶν δύο λέξεων εἰς μίαν : (τὰ ἄλλα) τἆλλα. ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται· (πρβλ. ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ συναιρέσεως. Κρᾶσις § 26. γέλα (γέλαε)· (βλ. Εὐφωνικά σύμφωνα 1. αἱ ὁποῖαι συνηρέθησαν : τιμῶμεν (τιμάομεν)· ἀλλὰ : ἔθνη (ἔθνεα). Τὰ πάθη ταῦτα καλοῦνται φθογγικὰ πάθη. καὶ § 16. 4). κάθισε-κάτσε).
(παρὰ ἔχω) παρέχω. Σημείωσις 2. (πρὸ ἔργου) προὔργου· 4) ὁ σύνδεσμος μέντοι μὲ τὸ μόριον ἄν : μεντἄν. § 29. συμβαίνει συνήθως ἔκθλιψις.τοῦ ἄρθρου (ὁ. ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῆς κράσεως. πλὴν τοῦ υ. ἥ. ῞Οταν μία λέξις λήγη εἰς βραχὺ φωνῆεν. § 27. . ἤτοι ἀποβάλλεται τὸ τελικὸν βραχὺ φωνῆεν τῆς προηγουμένης λέξεως πρὸ τοῦ ἀρκτικοῦ φωνήεντος (ἤ διφθόγγου) τῆς ἀμέσως ἑπομένης : (ἀλλὰ ἐγὼ) ἀλλ’ ἐγώ. (τοῦ ἀνδρὸς) τἀνδρός. (ὅ ἐφόρει) οὑφόρει. ῾Υπάρχει δὲ ι εἰς τὸ φθόγγον. ἡ δὲ ἀμέσως ἑπομένη λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν ἢ δίφθογγον. Τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἕτερος κατὰ τὴν κρᾶσιν αὐτῆς μὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον λαμβάνεται ὁ (ἀρχαιότερος) τύπος ἅτερος : (τοῦ ἁτέρου) θἀτέρου. (οὗ ἔνεκα) οὕνεκα. 3). Ἔκθλιψις § 28. ἀλλὰ ἡ δασεῖα : (ὁ ἀνὴρ) ἁνήρ. ὁ τόνος αὐτοῦ μετὰ τὴν ἔκθλιψιν : 14 .(ἄ ἐγὼ) ἁγώ. (τὰ αὐτὰ) ταὐτά. καὶ τὸ κλητικὸν ἐπιφώνημα ὦ : (ὁ ἄνθρωπος) ἅνθρωπος. τότε δὲν σημειοῦται ἡ κορωνίς. Κρᾶσιν μὲ ἄλλας λέξεις συνήθως πάσχουν : 1) τύποι τοῦ ἄρθρου ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς. . ὅ). (τὸ ἱμάτιον) θοἰμάτιον. Σημείωσις 1. (ἐπὶ αὐτὸν) ἐπ’ αὐτόν. ῾Υπεράνω τῆς θέσεως τοῦ ἐκθλιβέντος φωνήεντος σημειοῦται ἡ ἀπόστροφος (§ 22. ἥ. ἐγᾦδα (= ἐγὼ οἶδα)˙ ἀλλὰ κάπειτα (= καὶ ἔπειτα). (ἀπὸ ἐκείνου) ἀπ’ ἐκείνου. (ἃ ἂν) ἂν. οὐχὶ ὅμως καὶ ὅταν ἡ ἔκθλιψις συμβαίνῃ κατὰ τὴν σύνθεσιν λέξεων : (παρὰ ἐμοῦ) παρ’ ἐμοῦ. ᾽Εὰν τὸ ἐκθλιβὲν φωνῆεν ἐτονίζετο. οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς φωνῆεν ἢ δίφθογγον. (τὸ ἅτερον) θἄτερον. ὅ). (καὶ ὅπως) χὤπως. αἱ) ἢ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας (ὅς. οἱ. ἐὰν τοῦτο ὑπάρχῃ εἰς τὴν δευτέραν ἐκ τῶν συναιρουμένων συλλαβῶν: κᾆτα (= καὶ εἶτα). ἐγᾦμαι· 3) ὁ σύνδεσμος καὶ καὶ ἡ πρόθεσις πρὸ : (καὶ ἐγὼ) κἀγώ. Μετὰ τὴν κρᾶσιν ὁ τόνος τῆς πρώτης ἐκ τῶν δύο συγχωνευομένων λέξεων ἀποβάλλεται. 3. ἡ.(ὦ ἀγαθὲ) ὠγαθέ· 2) ἡ λέξις ἐγὼ μὲ τὴν λέξιν οἵδα (= γνωρίζω) καὶ μὲ τὴν λέξιν οἵμαι (= νομίζω) : ἐγᾦδα. (οὔτε εἶδον) οὔτ’ εἶδον.
τὸ εὐφωνικὸν κ τρέπεται εἰς 15 .τι καὶ τοῦ εἱδικοῦ συνδέσμου ὅτι. μέχρι. αἱ ὁποῖαι λήγουν εἰς φωνῆεν. Προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα § 31. 4. προσλαμβάνουν εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἕν ἐκ τῶν συμφώνων ν ἢ ς ἤ κ. οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς -σι. (κατὰ ἑαυτὸν) καθ’ ἑαυτόν. ᾽Εκτὸς τοῦ υ δὲν ἐκθλίβονται προσέτι : α) τὸ τελικὸν α καὶ ο μονοσυλλάβων λέξεων. Σημείωσις. ῥημάτων καὶ ἐπιρρημάτων. τό. καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί : ἀνδράσιν ἀγαθοῖς· εἴκοσιν ἄνδρες· λέγουσιν ἡμῖν παντάπασιν ἀνόμοιός ἐστιν ἐκείνῳ˙ β΄) οἱ τύποι τοῦ γ’ ἑνικοῦ προσώπου τῶν ῥημάτων. Μερικαὶ λέξεις. β) τὸ τελικὸν ῖ τῶν προθέσεων ἄχρι. (ἑπτὰ ἦσαν) ἕπτ’ ἦσαν. 1) Τὸ εὐφωνικὸν ν προσλαμβάνουν : α΄) οἱ τύποι ὀνομάτων. 3) Τὸ εὐφωνικὸν κ προσλαμβάνει τὸ ἀρνητικὸν μόριον οὐ : (οὐ λέγω) οὐκ ἔλεγον. τότε τὸ ψιλὸν ἢ τὰ ψιλὰ τρέπονται εἰς δασέα : (ὑπὸ ἡμῶν) ὑφ’ ἡμῶν. § 30. συναποβάλλεται : (ἐπὶ αὐτοῦ) ἐπ’ αὐτοῦ˙ 2) ἐὰν δὲ ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι κλιτὴ ἢ τὸ ἀριθμητικὸν ἑπτά. οἵον τά. τὰ ὁποῖα τότε καλοῦνται προσθετὰ ἢ εὐφωνικὰ σύμφωνα. ἡ δὲ ἑπομένη λέξις δασύνεται. οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς ε : εἶπεν ἡμῖν.1) ἐὰν μὲν ἡ ἐκθλιβομένη λέξις εἶναι ἄκλιτος. τῶν ἀντωνυμικῶν τύπων τί. Τὸ προσθετὸν ν καὶ τὸ προσθετὸν ς δύνανται νὰ ὑπάρχουν καὶ πρὸ συμφώνου. τὶ καὶ ὅ. πρὸ κλπ. ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη μετ’ αὐτᾶς λέξις ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν. Σημείωσις. (ἑπτὰ ἡμέραι) ἑφθήμερος· ἀλλά : (σάκκος ὑφάντης) σακχυφάντης. ἀναβιβάζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν αὐτῆς : (δεινὰ ἔπαθον) δείν᾽ ἔπαθον. περί. 2) Τὸ προσθετὸν ἢ εὐφωνικὸν ς προσλαμβάνει τὸ ἐπίρρημα οὕτω : (οὕτω λέγουσιν) οὕτως ἔλεγον. ῞Οταν ὅμως ἡ ἑπομένη λέξις δασύνεται. (νύκτα ὅλην) νύχθ’ ὅλην. ᾽Εὰν μετὰ τὴν ἔκθλιψιν μένῃ εἰς τὸ τέλος τῆς λέξεως ψιλὸν ἢ δύο ἑτερόφωνα ψιλά.
νῦν : ὄνειρο . Σημείωσις.ἤτοι ἀπὸ βραχέος γίνεται μακρὸν (ἐκτείνεται) ἢ ἀπὸ μακροῦ γίνεται βραχὺ (συστέλλεται). λείπω-λέλοιπα· 6) μεταβάλλεται ποσοτικῶς. ἵστημι . Πάθη φωνηέντων § 32. ἤτοι ἀποβάλλεται : πατέρα . τὸ δὲ ἀμέσως μετ’ αὐτὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἀπὸ βραχέος μακρόν : (νᾱός.ἵστᾰμεν.). μολάχη-μαλάχη. Δανούβιος .Δούναβις· (πρβλ. ῥήγνυμι-ῥωγμή· ὁμοίως : ἀμείβω-ἀμοιβή. νηὸς) νεώς.πατρὸς (πατερός). ὅταν μετὰ τὸ οὐ ὑπάρχῃ στίξις : ἐξικνοῦντο γὰρ οὔ.στάρι)˙ 2) πάσχει μετάθεσιν. ἀμέσως ἑπομένης ἢ τῆς ἀμέσως προηγουμένης συλλαβῆς τῆς λέξεως : ἅτερος-ἕτερος. ἤτοι ἐναλλάσσει τὸν χρόνον του μὲ τὸν χρόνον τοῦ ἀμέσως ἑπομένου φωνήεντος καὶ γίνεται αὐτὸ μὲν ἀπὸ μακροῦ βραχύ. Σημ. ἔ-σχον (ἔ-σεχ-ον)· (πρβλ. ὑλακτῶ . § 30). (βασιλῆᾰ) βασιλέᾱ. 5. Συστολὴν εἰς ἁπλοῦν βραχὺ φωνῆεν πάσχουν καὶ δίφθογγοι: φεύγω . (φθέρ-jω. πολλάκις : 1) πάσχει συγκοπήν. γίγνομαι (γίγνομαι). 16 . λείπω-ἐλῐπον. ἤτοι τρέπεται εἰς ἄλλο φωνῆεν τοῦ αὐτοῦ χρόνου : νέμω-νομή. κατόπιν αὐτοῦ εὑρισκομένων.ὑλαχτῶ . οὐδ’ ἔβλαπτον οὐδὲν (§ 18. ἤτοι γίνεται ὅμοιον μὲ τὸ φωνῆεν τῆς. Κατὰ τὸ οὐκέτι (=οὐκ ἔτι) ἐσχηματίσθη καὶ ἡ λέξις μηκέτι (= μἠ ἔτι). ὀβελὸς-ὀβολός˙ (πρβλ. Χωρὶς δὲ τὸ εὐφωνικὸν κ λέγεται οὐ καὶ πρὸ φωνήεντος. καλεῖται ἀντέκτασις ἢ ἀναπληρωτικἡ ἔκτασις : (μέλᾰν-ς) μέλᾱς. (ὀδόντ-ς) ὀδούς. ῝Εν φωνῆεν ἐντὸς τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἢ διαφόρων λέξεων.Μιτυλήνη.ἔφῠγον. χιὼν . (βασιλῆος) βασιλέως. φθέρρω) φθείρω. ῾Η ἔκτασις βραχέος φωνήεντος εἰς μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον μετὰ τὴν ἀποβολὴν συμφώνου ἢ συμφώνων. ἤτοι ἀλλάσσει θέσιν ἐντὸς τῆς λέξεως : Μυτιλήνη .ἀλυχτῶ)˙ 3) πάσχει ἀφομοίωσιν. νῦν : σιτάρι . (ἕνς) εἷς. : ποιέωποιητής. συγγενῶν ἐτυμολογικῶς.χιόνος. νῦν : τέσσαρα τέσσερα)· 4) πάσχει ἀντιμεταχώρησιν. (τιθέντ-ς) τιθείς.εἴνορο.χ : (οὐκ ἔρχομαι) οὐχ ἕπομαι· (πρβλ. σκόρδον (σκόροδον). (ἠοίκειν) ἐῴκειν· 5) μεταβάλλεται ποιοτικῶς.
ἔλιπον .)· π. ἑτέλεσ-σα δι’ ἀπλοποιήσεως τοῦ (διπλοῦ) σσ εἰς ἕν σ.) εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους. Σημ. ὅταν εὑρεθῇ εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως. τέλεος) τέλους (πρβλ. φρήν. (σίστημι) ἵστημι. προῆλθον ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς τύπους κρέασ-σι γένεσ-σι. ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀρχὴν λέξεως πρὸ φωνήεντος ἢ ἐντὸς λέξεως μεταξὺ δύο φωνηέντων. δύνανται νὰ παρουσιάζωνται πολλαὶ ὁμοῦ παθήσεις τοῦ φωνήεντος τοῦ θέματος π. πνεῦμα). κόραξ. Ἄραψ. β΄) Πάθη συμφωνων 1.(λέγοι-σο) λέγοι-ο.τ. φόρος. ῾Η πρόθεσις ἐκ καὶ τὸ μόριον οὐκ (ἢ οὐχ) προφέρονται μὲ τὴν ἐκάστοτε ἑπομένην λέξιν ὡς μία λέξις καὶ ἐπομένως εἰς αὐτὰ τὸ κ (ἢ τὸ χ) δὲν εἶναι κυρίως τελικόν· (πρβλ. τὸ ρ. θεός. (ἐσπάρ . φρονῶ. ἐκ τοῦ ὁποίου γίνονται πολλαὶ συγγενεῖς λέξεις. 1) ᾽Εκ τῶν συμφώνων (ληκτικά. Πᾶν ἄλλο σύμφωνον. ἀπεβάλλοντο.θαι) ἐσπάρθαι. Σημ. Ἀποβολαὶ συμφώνων § 33. ἤτοι ἐκς Κορίνθου) ἐκ Κορίνθου. φώρ. (σέχω. τὸ j καὶ τὸ F (§ 1. ἐτέλεσα κ. δί-φρ-ος (Μετάπτωσις). Σημ. ῥήτωρ. τὸ ξ (= κς) καὶ τὸ ψ (= πς)· (βλ. Εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα.Σημείωσις.φέρω. γένεσι. ἀποβάλλεται : (τοῦ γέροντ-ος) ὦ γέρον (ἀντὶ ὦ γέροντ). τὸ ς.λείπω. (Fοῖνος) οἷνος . § 31.σ . φρενός. (τοῦ γάλακτ-ος) τὸ γάλα (ἀντὶ τὸ γάλακτ). Τύποι ὡς οἱ κρέασι. Σημείωσις. 3). . τελεσ-φόρος) . (jῆπαρ) ἧπαρ. 2) Τὸ σ εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο συμφώνων ἀποβάλλεται : (γέγραφσ-θε) γέγραφθε. 2) : ῞Ελλην. (καλέ-jω) καλέω-ῶ (πνεύω. χ. (σέπομαι) ἕπομαι. Σημείωσις. Ἀπὸ τὸ σ καὶ τὸ j κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν προέκυψε κανονικῶς δασὺ πνεῦμα (§ 12. § 5. σόφρων . πνέF-ω) πνέω (πρβλ. λοιπός. ἕχω) καὶ ἔπειτα ἔχω. (σέρπω) ἕρπω. Οὕτως ἀπὸ τὴν πρόθεσιν ἐξ (= ἐκς) προῆλθε κατόπιν ὁ ἕτερος τύπος αὐτῆς ἐκ πρὸ συμφώνου : (ἐξ Κορίνθου. (τέλεσ-ος. 3) Τὸ σ.χ.(τιμάjω) τιμάω-ῶ. Σημείωσις.ὅ. ἤτοι) τελικὰ λέξεων τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἶναι μόνον τὸ ν.
ἄ. ἐὰν μὲν ἀκολουθῇ ἁπλοῦν σ. ἔνρινος (ἀλλὰ καὶ ἔρρινος). 6).τ. ὅταν ἡ ἀμέσως ἑπομένη συλλαβὴ τῆς λέξεως ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸ ἴδιον ἢ ἀπὸ ὅμοιον κἄπως σύμφωνον : ἀμφορεὺς (ἐκ τοῦ ἀμφιφορεύς). Καὶ ὁλόκληρος συλλαβὴ μιᾶς λέξεως δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως. ἀποβάλλεται : (σύν-ζυγος) σύζυγος. (συν-σκευάζω) συ-σκευάζω. § 32. ἐνσκήπτω. 2. νδ. (σπένδω. Τῆς δὲ προθέσεως σὺν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις. (κτὲν-ς) κτείς· ἀλλὰ (κτεν-σὶ) κτεσί. ἀλλὰ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος· (ἱμᾰ΄ντ-σι) ἱμᾱσι. ἐνζεύγνυμι. 1) Τὸ ἀρκτικὸν ρ διπλασιάζεται : α΄) εἰς τὰ ῥήματα τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ρ. ἀγήοχα (πρκμ. ἐκ τοῦ πεντήκοντα). (πάσχω.ἔρριπτον . Ἀνάπτυξις συμφώνων § 34. πενήντα ἐκ τοῦ πεντή-ντα. (λυθὲντ-ς) λυθείς. ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτό : (σύν-σιτος) σύσ-σιτος· ἐὰν δὲ ἀκολουθῇ ζ ἢ σ μὲ ἄλλο σύμφωνον μαζί. καὶ τὸ προη-γούμενον).ἔρριφα· β΄) εἰς πᾶσαν λέξιν. (γείτον-σι) γείτοσι (ἰδ. νθ). Οὕτω προῆλθε τὸ γίνομαι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γίγνομαι. (ἐπίεδ-σα) ἐπίεσα. σκίμπους (ἐκ τοῦ σκιμπό-πους). τοῦ ἄγω) ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ἀγήγοχα. 6) Τὸ ν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ κανονικῶς ἀποβάλλεται ἢ μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος (συνήθως εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τῶν ὀνομάτων) ἢ χωρὶς ἀντέκτασιν (συνήθως εἰς τὴν δοτ. νῦν : ἀποφοιτήριον (ἀντὶ ἀποφοιτητήριον). εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ. ὅταν ὑπάρχη εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους συλλαβὰς μιᾶς λέξεως. πένθ-σομαι) πείσομαι (= θὰ πάθω)· (βλ. ῥίπτω . Οὕτω καὶ (ἐκ τοῦ νὺκτ-ς) νύξ. Πρβλ. ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ ρ. (Πρβλ. Σημείωσις. 7) Πᾶν σύμφωνον ἐν γένει.4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἀποβάλλεται : (τάπητ-ς) τάπης. 5) ᾽Οδοντικὸν μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι ντ. σπένδ-σω) σπείσω. πληθυντικὴν τῶν ὀνομάτων) : (τάλᾰν-ς) τάλᾱς. ὅταν ἐν συνθέσει αὐτῆς. (συν-στρέφω) συ-στρέφω. (ὀδὸντ-ς) ὀδούς. ἐνράπτω. κ. Τῆς προθέσεως ἕν τὸ ν εἰς συνθέτους μὲ αὐτὴν λέξεις διατηρεῖται πρὸ τοῦ σ καθὼς καὶ πρὸ τοῦ ζ ἢ τοῦ ρ : ἐνσημαίνω. ὅταν ταῦτα λαμβάνουν αὔξησιν ἢ ἀναδιπλασιασ-μὸν ε : ῥέω-ἔρρεον. 18 . ἀποβάλλεται. δύναται νὰ ἀποβάλλεται χάριν ἀνομοιώσεως.
χάρ-jω) χαίρω. 1). μόρ-jα) μοῖρα· (πρβλ. (ὄνυχ-ς) ὄνυξ. (γράφ-ω. § 32. εὔρυθμος. (θάρσος) θάρρος. ρ) ἢ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν διετηρήθησαν τὰ δύο ὑγρά : ἄλσος.κα πρβλ. 4) Τὸ ἡμίφωνον j εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους ἐντὸς λέξεως: 19 . ἤτοι μετετέθη πρὸ τοῦ ν ἢ ρ καὶ ἡνώθη ἔπειτα μὲ τὸ α ἢ ο εἰς δίφθογγον αι ἢ οι (ὑφάν-jω) ὑφαίνω.εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ρ βραχὺ φωνῆεν : ῥητὸς .ρία.β . ἐκ τοῦ ἀνερός)· (βλ. 4. ἔνεμ-σα. Εἰς μερικὰς λέξεις δὲν ἀφωμοιώθη τὸ σ μὲ προηγούμενον ὑγρὸν (λ. (ἀγγέλλω. Σημείωσις. πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προφορᾶς. ἔπαθεν ἑπένθεσιν. ῾Ενώσεις ἢ συγχωνεύσεις συμφώνων § 36. ἔφᾰν-να) ἔφηνα. ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) ἐνρίνων (μμ. ν) ἢ ὑγρὸν (λ. φ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ψ : (τρέπ-ω. ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον. (φύρω. 2) Χειλικὸν (π. γ. ἔνεμμα) ἔνειμα. ν) ἢ ὑγροῦ (λ. ἤγγελ-σα. καὶ § 5. χ) εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ σ ἑνοῦται μὲ αὐτὸ εἰς ξ : (φύλακ-ς) φύλαξ. εἰς τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους. (Ἄραβ-ς) Ἄραψ. (λέγ-ω.χαϊμαλί).ἄρρητος . ἐκ τοῦ μεσημερία). (μό-ρα. ἔφὕρ-ρα) ἔφῦ-ρα. ἔφῠρ-σα. ῥωστὸς . μολ-ὼν λαβέ). ἔλεγ-σα) ἔλεξα. τρέπ-σω) τρέψω.β .ρός. ρ) καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος. 1) Οὐρανικὸν (κ. χαμαΐλὶ . 2). ἐντὸς λέξεως εὑρισκόμενον. κατόπιν ἐνρίνου (μ. Οὕτω μεταξὺ τοῦ μ καὶ τοῦ ρ ἢ τοῦ μ καὶ τοῦ λ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος β : μεσημ . Τὸ ἡμίφωνον j. κατόπιν τῶν συλλαβῶν αν. 2) Μεταξὺ ἐνρίνου καὶ ὑγροῦ (§ 5) ἀνεπτύχθη εἰς μερικὰς λέξεις εἰς βοηθητικὸς φθόγγος. χέρσος. (χαρ-ά. τοῦ ε εἰς ει. 3. ρ) ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτό. τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ἢ ῡ : (νέμ-ω. ρρ) εἰς ἕν ἔνρινον (μ. ῞Ερση. ορ. μέμ .ρία (ἐκ τοῦ μεσημ . 3) Τὸ σ εἰς ἀρχαιοτάτους χρόνους. τοῦ ἀνδρὸς (ἐκ τοῦ ἀν . ἤγγελλα) ἤγγειλα. (φαίνω. (χερσόνησος) χερρόνησος. Ὁμοίως μεταξὺ τοῦ ν καὶ τοῦ ρ ἀνεπτύχθη ὁ φθόγγος δ : ὁ ἀνήρ. αρ. Μετάθεσις συμφώνων § 35. νν) ἢ ὑγρῶν (λλ.ἄρρωστος· ἀλλά : εὔρωστος. ἔφαν-σα. (τάλαν-jα) τάλαινα. ἤτοι τοῦ ᾰ εἰς η (ἤ ᾱ).ἀπόρρητος.λωκᾳ (ἐκ τοῦ μέ μλω . Σημ. β. γράφ-σω) γράψω˙ (βλ.
(σπέρ-jω. ἤτοι) γίνεται ὁμόπνουν μὲ τὸ ἑπόμενον ὀδοντικὸν (§ 4. ὅταν δὲν ὑπῆρχε πρὸ αὐτῶ α ἢ ο. (τάγ-jω) τάσσω ἢ τάττω. βάλ-jω) βάλλω· β΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ν ἢ τοῦ ρ. Εἰς μερικὰς λέξεις τὸ j μὲ τὸ πρὸ αὐτοῦ γ συνεχωνεύθη εἰς ζ: (οἰμωγ-ή.(χαρίετ-jα) χαρίεσσα.jω. ἐὰν εἶναι ἑτερόπνουν (συμπνευματίζεται. 2): ταγ-ὸς (ταγ-τὸς) τακ-τός. (ἔ-βαλ-ον. γδ. Σημείωσις. 20 . (οἰκτῐ΄ρ . (ἐτάγ-θην) ἐτάχ-θην. (κρύφ-δην) κρύβ-δην. ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω.πτ. ἀμῠ΄ν-νω) ἀμῡ΄νω. δ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ ὀδοντικοῦ δ συνεχωνεύθη μὲ αὐτὸ εἰς ζ: (παίδ-jω) παίζω. σπέρ-ρω) σπείρω. 5. ἔπειτα δὲ ἔγινεν ἁπλοποίησις τῶν (δύο) νν ἢ ρρ εἰς ἓν ν ἢ ρ καὶ ἀντέκτασις τοῦ προηγουμένου ε εἰς ει καὶ τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ῆ ῡ : (τέν-jω. Τροπαὶ συμφώνων § 37. γ. τέννω) τείνω. ἑκόν-σα) ἑκοῦσα· (πρβλ. Οὕτω καὶ ἑπ-τὰ (ἀλλά: ἕβ-δομος). οἰμώγ-jω) οἰμώζω. ᾽Εντὸς μιᾶς λέξεως : 1) οὐρανικὸν ἢ χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ. πᾰ΄ν-σα) πᾶσα. φθ. συνεχωνεύθη μὲ αὐτὰ εἰς σσ ἢ ττ : (φυλάκ-jω) φυλάσσω ἢ φυλάττω. χ) καὶ σπανιώτερον κατόπιν τῶν ὀδοντικῶν τ καὶ θ. βδ. ἀφωμοιώθη κατὰ πρῶτον πρὸς αὐτά. (λυθέντ-jα. Τὰ δυνατὰ δηλαδὴ συμπλέγματα οὐρανικῶν ἢ χειλικῶν μὲ ὀδοντικὰ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι κτ. ἐκχέω κτλ. (κλῐ΄ν-jω. μὲ ἀντέκτασιν τοῦ προηγουμένου βραχέος φωνήεντος: (πάντ-jα. Τῆς προθέσεως ἐκ τὸ κ δὲν συμπνευματίζεται : ἐκδέρω. Σημείωσις. ὀκ-τὼ (ἀλλὰ: ὄγ-δοος). φῠ΄ρ-ρω) φῡ΄ρω· γ΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τῶν οὐρανικῶν (κ. κλῐ΄ν-νω) κλῑ΄νω. (ἀμῠ΄ν-jω. (φῠ΄ρ-jω. πλάτ-jω ἢ πλάθ-jω) πλάσσω. ἐκφέρω. οἰκτῐ΄ρ-ρω) οἰκτῑ΄ρω. κρύφα (κρυφ-τὸς) κρυπ-τός. (ἑκόντ-jα. (τα-ράχjω) ταράσσω ἢ ταράττω . λυθέν-σα) λυθεῖσα. § 33. χθ . νδ ἢ νθ) συνεχωνεύθη πρῶτον μὲ τὸ ὀδοντικὸν εἰς σ καὶ ἔπειτα ἔγινε ἀποβολὴ τοῦ ν. ἐκθέω. 5). (ἐρίδ-jω) ἐρίζω· ε΄) εὑρισκόμενον κατόπιν ὀδοντικοῦ μὲ ν πρὸ αὐτοῦ (ἤτοι κατόπιν τοῦ ντ.α΄) εὑρισκόμενον κατόπιν τοῦ λ ἀφωμοιώθη πρὸς αὐτό: (ἄγγελ-ος.
τότε γίνεται ἀνομοίωσις. (συν-ράπτω) συρράπτω. κατωτέρω). ἀθάνατος (ἀθανατ-ία) ἀθανασία. ὕφασμα. 4) ᾽Οδοντικὸν εὑρισκόμενον πρὸ ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ τρέπεται εἰς σ: ψεύδ-ομαι (ἐψεύδ-θην) ἐψεύσ-θην. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηροῦνται τὰ συμπλέγματα κχ. (ἐν-φύομαι) ἐμφύομαι. Πιτθεύς. ἤτοι) γίνεται καὶ αὐτὸ μ: κόπ-ος (κόπ-μα) κόμ-μα. (συν-χέω) συγχέω. 5). γράφ-ω (γράφ-μα) γράμ-μα. 7) ῞Οταν συμβῇ δύο ἀλλεπάλληλοι συλλαβαὶ τῆς λέξεως νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ ἄφωνον δασύ.2) Οὐρανικὸν κ ἤ χ εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ γίνεται γ: διώκ-ω (διωκμὸς) διωγ-μός. 6) Τὸ ἔνρινον ν εὑρισκόμενον α΄) πρὸ οὐρανικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ξ τρέπεται εἰς ἔνρινον γ: (ἐν-κύπτω) ἐγκύπτω. ἤτοι τῆς πρώτης συλλαβῆς τὸ δασὺ τρέπεται εἰς τὸ ἀντίστοιχόν του ψιλὸν (§ 5. Σημείωσις. 5) Τὸ τ τῆς συλλαβῆς τι εὑρισκόμενον κατόπιν φωνήεντος ἢ τοῦ ν εἰς πολλὰς λέξεις ἔχει τραπῆ εἰς σ: πλοῦτ-ος (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος. (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος· γ΄) πρὸ τοῦ μ ἢ πρὸ τῶν ὑγρῶν λ. ρ ἀφομοιοῦται πρὸς αὐτά : ἐν-μένω) ἐμμένω. ἐναντίος κτλ. αἰχμή. Σημείωσις.). § 32. βρέχ-ομαι (βεβρεχ-μένος) βεβρεγ-μένος. τρίβ-ω (τρῖβ-μα) τρῖμ-μα. ῾Ομοίως διατηρεῖται τὸ ττ. 6 καὶ 33. (Ἀλλά: αἰτία. ἑκόντ-ες (ἑκόντ-ιος. (συν-λέγω) συλλέγω. σκότιος. Εἰς τὸν παθητικὸν παρακείμενον μερικῶν ἐνρινολήκτων ῥημάτων καὶ εἰς λέξεις συγγενεῖς ἐτυμολογικῶς μὲ αὐτόν. (συν-γράφω) συγγράφω. (ἐν-ξύω) ἐγξύω· β΄) πρὸ χειλικοῦ ἢ πρὸ τοῦ ψ τρέπεται εἰς μ: (ἐν-πνέω) ἐμπνέω. μίασμαὑφαίνομαι (ὕφαν-μαι) ὕφασμαι. πιθ-ανὸς (πιθ -τὸς) πισ-τός. Σημείωσις. (συν -βάλλω) συμβάλλω. 2): χορεύω - 21 . ὲκόνσ-ιος) ἑκούσιος· (βλ. Εἰς μερικὰς μεμονωμένας λέξεις διατηρεῖται τὸ ὀδοντικὸν πρὸ ἄλλου ὀδοντικοῦ ἢ πρὸ τοῦ μ: Ἀτθίς. τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ κj ἢ γj ἢ χj (βλ. ἀπὸ τὸ σύμπλεγνα νμ προέρχοται σμ ἀντὶ τοῦ μμ: μιαίνομαι (μεμίαν-μαι) μεμίασμαι. ᾄδ-ω (ᾀδ-μα) ᾆσ-μα. Κάδμος. 3) Χειλικὸν εὑρισκόμενον πρὸ τοῦ μ (ἀφομοιοῦται μὲ αὐτό. πυθμήν. ἀτμός. χμ: ἀκμή.
Πολλάκις παραμένει τὸ δασὺ εἱς δύο ἀλλεπαλήλους συλλαβάς μιᾶς λέξεως συμφώνως πρὸς ἄλλους συγγενεῖς τύπους αὐτῆς: ὠρθώθην (ὅπως ὀρθώσω. θύω . ἐθέλχθην (ὅπως θέλξω.). καὶ τροφὴ (ἐκ τοῦ θροφ-ή) ἡ θρίξ.πέφυκα (ἐκ τοῦ φέ-φυ-κα). ἀλλὰ τριχ-ός.κεχόρευκα (ἐκ τοῦ χε-χόρευκα). ἔθελξα κλπ. φάθι (ὅπως φάτω. φύω . 22 . ὤρθωσα κλπ.τέθυκα (ἐκ τοῦ θέ-θυκα). λύθητι (ἐκ τοῦ λύθηθι). φατὲ κλπ. ἐτέθην (ἐκ τοῦ ἐθέ-θην). Εἰς δὲ τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου α΄ τρέπεται οὐχὶ τῆς πρώτης. τρίχ-ες κτλ. ἀλλὰ τῆς δευτέρας συλλαβῆς τὸ δασὺ εἰς ψιλόν: ἐλύθην.). Σημείωσις. ταῖς θριξί. θρέμμα (ἐκ τοῦ θρέφ-μα)˙ τρέφω (ἐκ τοῦ θρέφ-ω).).
χ. τὸ οὐσιαστικόν.λέγω. λέγεις κτλ. . (ὄνομα) ἐπίθετον. -ει κτλ.χ. ἐκεῖ. Αἱ διάφοροι μορφαί. θεός. . 1) Τὰ μέρη τοῦ λόγου (ἤτοι τὰ εἴδη τῶν λέξεων) ἐν τῇ ἀρχαίᾳ γλώσση. Μέρη τοῦ λόγου § 38. § 39. λύεις. σύνδεσμος καὶ ἐπιφώνημα. 1) Τὸ πρὸς τὸ τέλος μεταβλητὸν μέρος μιᾶς κλιτῆς λέξεως λέγεται κατάληξις αὐτῆς (π. ἐπίρρημα. ἥρωος.χ τὸ ω τοῦ θέματος ἥρω-. 23 . -ς. -εις. 2) Ἀπὸ τὰ δέκα μέρη τοῦ λόγου τὰ ἕξ. ὅπως καὶ ἐν τῆ νέᾳ εἶναι δέκα : ἄρθρον.χ. λέγονται τύποι αὐτῆς (π. 2) Ὁ τελευταῖος φθόγγος τοῦ θέματος (φωνῆεν ἢ σύμφωνον) λέγεται χαρακτὴρ αὐτοῦ (π. ὑπὸ τὰς ὁποίας παρουσιάζεται εἰς τὸν λόγον ἑκάστη κλιτὴ λέξις. (ὄνομα) οὐσιαστικόν. ἤτοι ἕκαστον ἐξ αὐτῶν παρουσιάζεται εἰς τὸν λόγον πάντοτε ὑπὸ τὴν αὐτὴν μορφὴν (π. Τὸ δὲ πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀμετάβλητον μέρος τῆς κλιτῆς λέξεως λέγεται θέμα (π. μετοχή. διότι κλίνονται. τὸ ἐπίθετον.λύω. θεὸν κτλ. ἥρως. λέγονται κλιτά. ἡ ἀντωνυμία. τὸ γ τοῦ θέματος λέγ-). ἥρωλέγ-). ἡ μετοχὴ καὶ τὸ ῥῆμα. ἤτοι τὸ ἄρθρον.)· τὰ δὲ λοιπὰ τέσσαρα λέγονται ἄκλιτα. φεῦ).). ὑπέρ. διότι δὲν κλίνονται.ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Τ ΥΠΟΛΟΓ Ι Κ ΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ ΓΕΝΙΚΟΙ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ 1.χ. θεοῦ. πρόθεσις. -ω. ἥρωα κτλ. ἀντωνυμία. -ος. -α κτλ. ῥῆμα.). ἤτοι ἕκαστον ἐξ αὐτῶν παρουσιάζεται εἰς τὸν λόγον ὑπὸ διαφόρους μορφὰς (π. καί. λύει κτλ.χ.
(σὲ ποιόν. Τὰ πτωτικά. ἡ δοτικὴ καὶ ἡ αἱτιατικὴ λέγονται πλάγιαι πτώσεις. Αἱ πτώσεις εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι πέντε : ἠ ὁνομαστική. τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίνος.ος. κλίσις § 41. 3) Δοτικὴ λέγεται ἡ πτῶσις. ἔχουν προσέτι γένος. ὅταν θέλωμεν νὰ καλέσωμέν τινα: Παῦλε.2. ἀριθμὸς. ἤτοι τὸ ἄρθρον. Τῷ Παύλῳ = εἰς τὸν Παῦλον). Κανονικῶς ὅμως τὸ γραμματικὸν γένος ἑκάστου πτωτικοῦ διακρίνεται ἐκ τοῦ ἄρθρου. τῶν ὁποίων δύναται νὰ 24 . 5) Κλητικὴ λέγεται ἡ πτῶσις. ἀρσενικόν. ἡ δὲ γενική. ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρουσιάζεται πᾶν πτωτικον. (Τίς ἦλθεν. ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητική. μῆλ . ἡ γενική.). θηλυκὰ ἐκεῖνα. Σημείωσις. (ποιόν. λέγονται πτωτικά. διότι ἔχουν πτώσεις. θηλυκὸν καὶ οὑδέτερον : ὁ μαθητής. 3. καὶ οὐδέτερα ἐκεῖνα. (Τίνα εἶδες. ἀριθμὸν καὶ κλίσιν. ᾽Εκ τῶν πτώσεων ἡ ὀνομαστικὴ καὶ ἡ κλητικὴ λέγονται μὲ ἕν ὅνομα ὀρθαὶ πτώσεις.). ἡ δοτική. τὸ δένδρον. 2) Γ ενική λέγεται ἡ πτῶσις. (Τίνος εἶναι τὸ βιβλίον: Τοῦ Παύλου). ἰατρέ. τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: εἰς τίνα. Ἀπὸ τὰ κλιτὰ μέρη τοῦ λόγου τὰ πέντε. τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον ὁ. ἡ ἀντωνυμία καὶ ἡ μετοχή. (Εἰς τίνα ἔδωκε τὸ βιβλίον. τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προτάσσεται αὐτοῦ· καὶ ἀρσενικὰ μὲν εἶναι τὰ πτωτικά. Σημείωσις. 1) Τὰ γένη τῶν πτωτικῶν εἶναι τρία. τὸ οὐσιαστικόν. ἐκτὸς τῶν πτώσεων. ἡ μαθήτρια. οἰκ . 1) ᾽Ονομαστικὴ λέγεται ἡ πτῶσις. Πτώσεις § 40. τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίς. τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίνα.ία. Τὸν Παῦλον). τὸ ἐπίθετον. Γένος. τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα. 4) Αἰτιατικὴ λέγεται ἡ πτῶσις. Πτώσεις λέγονται οἱ τύποι.ον.τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον ἡ. Ὁ Παῦλος). Τὸ γραμματικὸν γένος ἑνὸς πτωτικοῦ διακρίνεται συνήθως ἐκ τῆς καταλήξεως αὐτοῦ: οἴκ .
αἰτ. ἐνῷ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ σημαινόμενον ὄν εἶναι φυσικῶς γὲνους οὐδετέρου (ὁ λίθος. ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ κλίσις λέγονται παρεπόμενα (ἤτοι παρακολουθήματα) τῶν πτωτικῶν. 25 . Σημείωσις. δοτ. Σημείωσις. ἤτοι δύναται ἕν ὅνομα νὰ εἶναι γραμματικῶς γένους ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ. ἡ. τὸ γένος. ἡ ῥάβδος)˙ καὶ ἀντιστρόφως δύναται ἕν ὅνομα νὰ εἶναι γραμματικῶς γένους οὐδετέρου. ἡ ῥάβδος. τὸ κοράσιον = ἡ κόρη). Τοῦτο κλίνεται ὡς ἑξῆς : ῾Ενικὸς Ἀρσ. Σπανιώτεροι τύποι τοῦ θηλυκοῦ προσέτι εἶναι : τά. γεν. τώ. ἐνῷ τὸ ὑπ᾽ αὐτοῦ σημαινόμεμενον ὄν εἶναι φυσικῶς ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ γένους (τὸ μειράκιον = ὁ νέος. Τῆς δὲ κλητικῆς τῶν ὀνομάτων προτάσσεται συνήθως τὸ ἐπιφώνημα ὦ. αἱ τὰ τῶν τῶν ταῖς τοῖς τὰς τὰ ὀν. τὸ ὁποῖον ἔνεκα τούτου καλεῖται κλητικὸν ἐπιφώνημα. ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη. ὅστις δηλοῖ ἕν ὄν. ὅστις δηλοῖ πολλὰ ὅντα. τὸ. καὶ ὁ δυϊκός. τὸ τοῦ τῷ τὸ Ἀρσ. Τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει κλητικῆν. Τὸ ἄρθρον § 42.προτάσσεται τὸ ἄρθρον τό: ὁ λίθος. οἱ τῶν τοῖς τοὺς Πληθυντικὸς Θηλ. (Δυϊκός : ὀνομ καὶ αἰτ. ἡ πρώτη. καὶ δοτ τοῖν καὶ διὰ τὰ τρία γένη. ῾Η πτῶσις. ῾Η ἀρχαία γλῶσσα ἔχει μόνον τὸ ὁριστικὸν ἄρθρον ὁ. 4. ταῖν). ὁ πληθυντικός. Δὲν συμφωνεῖ δὲ πάντοτε τὸ γραμματικὸν γένος πρὸς τὸ φυσικόν. γεν. ὅστις δηλοῖ δύο ὄντα: τὼ ὀφθαλμὼ (= οἱ δύο ὀφθαλμοί). ὁ ἐνικὸς. τὸ κοράσιον. 2) Οἱ ἀριθμοὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι τρεῖς. 3) Αἱ κλίσεις εἶναι τρεῖς. Θηλ. Οὐδ. ὁ ἡ τοῦ τῆς τῷ τῇ τὸν τὴν Οὐδ.
ἡ μαθήτρια. ὅταν σημαίνουν ἕν μόνον ὡρισμένον πρόσωπον ἢ ζῷον ἢ πρᾶγμα: Περικλῆς. 26 . ἀρσενικὴ . ὄρος. ἕνα διὰ τὸ ἀρσενικὸν γένος καὶ ἕνα διὰ τὸ θηλυκόν: ὁ μαθητὴς . ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. τράπεζα. ζῷα ἢ πράγματα. Ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ ὅμως.ὁ θῆλυς ἀετός. Τὰ πλεῖστα οὐσιαστικὰ ἔχουν ἕνα μόνον τύπον καὶ ἕν μόνον γένος : ὁ ἀνήρ. ἤτοι πρόσωπα. λέων.ἡ θήλεια. καὶ νῦν: ἀρσενικὸς . 2) Τὰ οὐσιαστικά. καλοῦνται ἐπίκοινα : ὁ ἱέραξ. λευκότης. Πίνδος· 2) ὀνόματα προσηγορικά.ἡ ἱέρεια. τὰ ὁποῖα σημαίνουν πρᾶξιν.ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ 1 . 2.ἡ βοῦς˙ ταῦτα καλοῦνται μονοκατάληκτα καὶ διγενῆ ἢ κοινοῦ . τὸ ξύλον. ἠρεμία. ὁ ἄρρην ἀετός. ἡ γυνή.ἡ ἵππος.ἡ λέαινα.θηλυκὸς ἀετός. Ὀνόματα οὐσιαστικὰ λέγονται αἱ λέξεις. ὁ θῆλυς . Τῶν ἐπικοίνων οὐσιαστικῶν τὸ φυσικὸν γένος καθορίζεται. Γένος τῶν οὐσιαστικῶν § 45. ἡ θύρα. λέγονται συγκεκριμένα: Ἀριστοτέλης. ἠ θήλεια ἀλώπηξ (πρβλ.θηλυκὴ ἀλεποῦ). ὁ ἵππος . ἵππος. Σπάρτη. πρᾶξιν. ὁ λέων . λέγονται ἀφῃρημένα: θυσία. διὰ τῶν ἐπιθέτων ὁ ἄρρην . ὁ βοῦς . Τὰ συγκεκριμένα οὐσιαστικὰ λέγονται : 1) ὀνόματα κύρια. τὸ τέκνον .ἡ ἄρρην. ἡ γαλῆ. ἀλλὰ δύο γένη. τὰ ὁποῖα σημαίνουν ζῶντα ὄντα : 1) πολλὰ ἔχουν ἕνα μόνον τύπον.ἡ παῖς. ἐὰν δὲ εἶναι ὀνόματα ζῴων. Ταῦτα λέγονται δικατάληκτα καὶ διγενῆ. 1) Τὰ οὐσιαστικά. αἱ ὁποῖα σημαίνουν ὄντα. Ὁ ρ ι σμὸς καὶ διαίρεσις τῶν οὐσιαστικῶν § 13. ἀρσενικὸν καὶ θηλυκόν: ὁ παῖς .ὁ κύων. ὅταν σημαίνουν ἕν σύνολον ὁμοειδῶν προσώπων ἢ ζῴων ἢ πραγμάτων: μαθητής. § 44.γένους˙ 2) πολλὰ ἔχουν δύο τύπους. Σημείωσις. ὁ ἱερεὺς . ζῷα ἢ πράγματα. θεός. ἡ ἄρρην ἀλώπηξ . κατάστασιν ἢ ἰδιότητα. Βουκεφάλας. κατάστασιν ἢ ἰδιότητα. Τὰ τοιαῦτα οὐσιαστικὰ καλοῦνται μονοκατάληκτα καὶ μονογενῆ. τὰ ὁποῖα σημαίνουν πρόσωπα.
ὁ γεν. μαχαιρα-) μάχαιρα μαχαίρας (θ. βουλευτα-) βουλευτὴς βουλευτοῦ βουλευτῇ βουλευτὴν βουλευτὰ β. ταμια-) ὀν. Κατὰ τὴν πρώτην κλίσιν κλίνονται ὀνόματα ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ μόνον· ἀρσενικά. ἡ τῆς (θ. Παραδείγματα ἀρσενικῶν ῾Ενικὸς (θ. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ας ἢ -ης. Κλίσις τῶν οὐσιαστικῶν Ι. ὦ ταμίας ταμίου ταμίᾳ ταμίαν ταμία (θ.3. τῷ αἰτ. Ἀτρειδα-) Ἀτρείδης Ἀτρείδου Ἀτρείδῃ Ἀτρείδην Ἀτρείδη Πληθυντικὸς ὀν. Πρώτη κλίσις 1 . τὸν κλητ. Ἀσ υ ν α ί ρ ε τ α § 46. τῶν ταμιῶν δοτ. φρουρα-) φρουρὰ φρουρᾶς (θ. Παραδείγματα θηλυκῶν ῾Ενικὸς ὀν. μουσα-) μοῦσα μούσης 27 . γεν. καὶ θηλυκὰ εἰς -α ἢ -η. α. τοὺς ταμίας κλητ. οἱ ταμίαι γεν. ὦ ταμίαι Ἀτρεῖδαι Ἀτρειδῶν Ἀτρείδαις Ἀτρείδας Ἀτρεῖδαι βουλευταὶ βουλευτῶν βουλευταῖς βουλευτὰς βουλευταὶ (θ. τοῖς ταμίαις αἰτ. τοὗ δοτ.
-ᾱν ἢ -ην κλητ. κλητ. γεν.δοτ. τὴν νύμφην κλητ. αἱτ. ὀνομαστικῆς -ας προῆλθεν ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος α μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως -ς. -ου δοτ. τῆς νύμφης δοτ. δοτ.6). ἡ κατάληξις τῆς πληθ. -ᾱ ἢ -ᾰ ἢ -η -αι -ᾱς ἢ -ης -ῶν -ᾳ ἢ -ῃ -αις -ᾱν ἢ -ᾰν ἢ -ην -ᾱς -ᾱ ἢ -ᾰ ἢ -η -αι Σημείωσις. -ᾳ ἢ -ῃ αἰτ. -ᾱ ἢ -η ἢ ᾰ Πληθυντικὸς Θηλυκὸν Ἀρσ. -ᾱς ἢ -ης γεν.χ. ἡ κατάληξις τῆς πληθ. ὦ νύμφη § 47. αἱ τῶν ταῖς τὰς ὦ μάχαιραι μαχαιρῶν μαχαίραις μαχαίρας μάχαιραι ῾Ενικὸς φρουραὶ φρουρῶν φρουραῖς φρουρὰς φρουραὶ μοῦσαι μουσῶν μούσαις μούσας μοῦσαι Πληθυντικὸς (θ. ἡ νύμφη γεν. Αἱ καταλήξεις αὖται προῆλθον ἐκ συγχωνεύσεως τῶν ἀρχικῶν κυρίως καταλήξεων μετὰ τοῦ χαρακτῆρος. αἰτιατικῆς -ας ἐκ συγγωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος α μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως -νς (-ανς = ᾶς)· (πρβλ. τῇ αἰτ. τὴν κλητ ὦ μαχαίρᾳ μάχαιραν μάχαιρα φρουρᾷ φρουρὰν φρουρὰ Πληθυντικὸς μούσῃ μοῦσαν μοῦσα ὀν. τιμα-) τιμὴ τιμῆς τιμῆ τιμὴν τιμὴ αἱ νύμφαι τῶν νυμφῶν ταῖς νύμφαις τὰς νύμφας ὦ νύμφαι τιμαὶ τιμῶν τιμαῖς τιμὰς τιμαὶ (θ. 28 . Φαινομενικαὶ καταλήξεις τῶν πρωτοκλίτων ῾Ενικὸς Ἀρσενικὸν ὀν. τῆ νύμφῃ αἰτ. § 33. καὶ Θηλ. νυμφα-) ὀν. ὁ ὁποῖος εἰς τὰ πρωτόκλιτα εἶναι α ἢ η π. ἡ κατάληξις τῆς ἑνικ. γενικῆς -ῶν ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος α μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως -ων.
Εἰς τὴν αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ τὸ α εἶναι μακρὸν ἢ βραχύ. γλώσσῃ). Τὰ πρωτόκλιτα ὀνόματα : 1) εἰς τὸν πληθυντικὸν (καὶ τὸν δυϊκὸν) ἔχουν πάντα τὰς ἰδίας καταλήξεις· 2) τὸ α εἰς τὴν κατάληξιν -ᾱς (καθὼς καὶ εἰς τὴν κατάληξιν -α τοῦ δυϊκοῦ) τὸ ἔχουν πάντοτε μακρόν: ὁ ὀρνιθοθήρᾱς. ὥρ-α). Κατὰ κανόνα τῶν θηλυκῶν πρωτοκλίτων ὀνομάτων : 1) τὸ καθαρὸν α εἶναι μακρόν: βασιλείᾱ. μυῖα· 3) εἰς τὰ ἑξῆς εἰς -ρα δισύλλαβα ὀνόματα: μοῖρα. καὶ § 16. λέγεται καθαρὸν α (οἰκί-α. ὡς εὐσέβεια. πεῖρα. Σημείωσις 2. -μέτρης. Χαιρώνεια. ὦ παντοπῶλα. ὦ παιδοτρίβα. ὦ δικαστὰ . τῶν σφαιρῶν. ὦ χώρᾱ. τὼ μούσᾱ)· 3) εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ τονίζονται ἐπὶ τῆς ληγούσης καὶ περισπῶνται: τῶν Ἀτρειδῶν. πλὴν τοῦ ρ. (ἤτοι τὰ σύνθετα μὲ δεύτερον συνθετικὸν ῥῆμα): ὦ γυμνασιάρχα. πρῷρα. λέγεται μὴ καθαρὸν α (ῥίζ-α. τρίβης. -ώνης κλπ. εὔνοια κτλ. Φώκαια. ὅπως εἰς τὴν ἐνικὴν ὀνομαστικήν: (ἡ χώρᾱ) τὴν χώρᾶν. 7 καὶ 8). ἀλλά : οἱ ἐτησίαι = τὰ μελτέμια. σχηματίζουν τὴν κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ εἰς ᾰ 1) τὰ ἐθνικά: ὦ Πέρσα. θήρᾱ· 2) τὸ μὴ καθαρὸν α εἶναι βραχὺ καὶ εἰς τὴν γενικὴν καὶ δοτικὴν τοῦ ἑνικοῦ τοῦτο τρέπεται εἰς η: γλῶσσᾰ (γλώσσης. -πώλης. τῶν ἐτησίων˙ (βλ. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ης. μᾶζᾰ (μάζης.δεσπότης. μάζῃ). Ἀπὸ τὰ ἀρσενικὰ πρωτόκλιτα ὀνόματα.· 2) εἰς τὰ ὀνόματα γραῖα. τῆς χώρᾱς. ὦ Σκύθα· 2) τὰ εἰς -της: ὦ πολῖτα. Τῶν θηλυκῶν πρωτοκλίτων εἰς -α τὸ α τοῦτο. § 50. 6. ὦ γεωμέτρα. μοῦσ-α. σφαῖρα καὶ σφῦρα. τῶν γεφυρῶν. § 49. ἀλήθεια. ὦ δέσποτα. Τὸ καθαρὸν α εἶναι βραχύ : 1) εἰς τὰ προπαροξύτονα ὀνόματα. τοὺς Ἀτρείδᾱς. τὰς σφαίρᾱς (τὼ Ἀτρεί-δᾱ. ἐὰν μὲν πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχῃ φωνῆεν ἢ ρ. (ἡ . 3) τὰ εἰς -άρχης. ὦ τελῶνα. ἐὰν δὲ πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχῃ σύμφωνον. ἄκανθ-α).Παρατηρήσεις § 48. Σημείωσις 1. μαῖα.
γλῶσσᾰ) τὴν γλῶσσᾰν . τὸν Ἑρμῆν κλητ.τῷ βορρᾷ κτλ. μναα-. κλητ. Σημείωσις. πλὴν ὅτι τὸ εα εἰς τὸν ἑνικὸν τὸ συναιροῦν εἰς η : ὁ ῾Ερμέας . Τῶν πρωτοκλίτων οὐσιαστικῶν. τοῦ βορέου . τὰ πλεῖστα ἔπαθον συναίρεσιν.§ 16. ὁ ῾Ερμῆς γεν. ὅσα εἶχον ἀρχῆθεν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος α τοῦ θέματος ἄλλο α ἢ ε. γαλη-) ἡ γαλῆ τῆς γαλῆς τῇ γαλῆ τὴν γαλῆν ὦ γαλῆ § 52. Συνῃρημένα § 51.ὦ γλῶσσᾰ.῾Ερμῆς· ἐνῷ : τοὺς ῾Ερμέ-ας ῾Ερμᾶς˙ 2) εἶναι εἰς ἁπάσας τὰς πτώσεις περισπώμενα· (βλ. ὦ ῾Ερμῆ ῾Ενικὸς (θ. Παραδείγματα (θ. Τὸ ὅνομα ὁ βορέας λαμβάνεται εἰς ἁπάσας τὰς πτώσεις καὶ ἀσυναιρέτως καὶ συνῃρημένως. (γέα) γῆ. μνα-) ἡ μνᾶ τῆς μνᾶς τῆ μνᾷ τὴν μνᾶν ὦ μνᾶ Πληθυντικὸς ὀν. διὸ καλοῦνται συνῃρημένα πρωτόκλιτα ὀνόματα : (Ἀθηνάα) Ἀθηνᾶ. γεν.ὁ βορρᾶς. τῷ βορέᾳ . (῾Ερμέας) ῾Ερμῆς. οἱ τῶν τοῖς τοὺς ὦ ῾Ερμαῖ ῾Ερμῶν ῾Ερμαῖς ῾Ερμᾶς ῾Ερμαῖ αἱ τῶν ταῖς τὰς ὦ μναῖ μνῶν μναῖς μνᾶς μναῖ γαλαῖ γαλῶν γαλαῖς γαλᾶς γαλαῖ (θ. ἀλλὰ συνῃρημένον ἐκφέρεται μὲ διπλοῦν ρ : ὁ βορέας . δοτ. 30 . 9). τῷ Ἑρμῇ αἰτ. ῾Ερμη-) ὀν.τοῦ βορρᾶ. 2. αἰτ. τοῦ Ἑρμοῦ δοτ. ῾Ερμεα-. (μνάα) μνᾶ. Τὰ συνῃρημένα πρωτόκλιτα ὀνόματα˙ 1) ἔχουν καὶ μετὰ τὴν συναίρεσιν τὰς καταλήξεις τῶν ἀσυναιρέτων. γαλεα-.
φυτο-) φυτὸν φυτοῦ φυτῷ φυτὸν φυτὸν 31 Πληθυντικὸς τὰ τῶν τοῖς τὰ ὦ ποτήρια ποτηρίων ποτηρίοις ποτήρια ποτήρια φυτὰ φυτῶν φυτοῖς φυτὰ φυτὰ . οἱ γεν. ὦ ποτήριον (θ. Ἀσυναίρετα § 53. τῶν Δοτ. καὶ οὐδέτερα. ὦ ἄνθρωποι ἀνθρώπων ἀνθρώποις ἀνθρώπους ἄνθρωποι ἰατροὶ αἱ ἰατρῶν τῶν ἰατροῖς ταῖς ἰατροὺς τὰς ἰατροὶ ὦ ψῆφοι ψήφων ψήφοις ψήφους ψῆφοι ὁδοὶ ὁδῶν ὁδοῖς ὁδοὺς ὁδοὶ Παραδείγματα οὑδετέρων ῾Ενικὸς (θ. ποτήριο-) ὀν. τοὺς κλητ. Δευτέρα κλίσις 1. τῷ ποτηρίῳ αἰτ. Παραδείγματα ἀρσενικῶν καὶ θηλυκῶν ῾Ενικὸς (θ. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν εἰς -ος. τὸ ποτήριον κλητ. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ον. τὸν ἄνθρωπον ἰατρὸν κλητ. τῷ ἀνθρώπῳ ἰατρῷ αἰτ. ἰατρο-) ὀν. ὦ ἄνθρωπε ἰατρὲ (θ. ὁ ἄνθρωπος ἰατρὸς γεν. τοῖς αἰτ. ψηφο-) ψῆφος ψήφου ψήφῳ ψῆφον ψῆφε (θ. τοῦ ἀνθρώπου ἰατροῦ δοτ. τοῦ ποτηρίου δοτ. ὁδο -) ὁδὸς ὁδοῦ ὁδῷ ὁδὸν ὁδὲ ἡ τῆς τῇ τὴν ὦ Πληθυντικὸς ὀν. Ἡ δευτέρα κλίσις περιλαμβάνει ὀνόματα καὶ τῶν τριῶν γενῶν. ἄνθρωπο -) (θ.ΙΙ. τὸ ποτήριον γεν. ἀρσενικὰ καὶ θηλυκά. α.
καὶ § 16. -ου δοτ. ἡ κατάληξις -ους ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος ο μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως -νς (-ονς = ους· βλ. § 56. ὅσα εἶχον ἀρχῆθεν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος ο τοῦ θέματος ἄλλο ο ἢ ε. ὀν. Οὐδέτ. -ον κλητ. Συνῃρημένα § 57. 2. τὴν αἰτιατικὴν καὶ τὴν κλητικήν.χ. ὁ ὁποῖος εἰς τά δευτερόκλιτα εἶναι ο (ἢ ε)· π. -ε 0ὐδέτ. καὶ Θηλ. Τῶν δευτεροκλίτων ὀνομάτων : 1) τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν αἱ καταλήξεις εἶναι αἱ ἴδιαι εἰς πάσας τὰς πτώσεις· 2) τῶν οὐδετέρων αἱ καταλήξεις διαφέρουν ἀπὸ τὰς καταλήξεις τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν καὶ τὴν κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ εἰς τὴν ὀνομαστικήν.54.8). -ον -ου -ῳ -ον -ον Πληθυντικὸς Ἀρσ. 1) Τὰ οὐδέτερα (οἱασδήποτε κλίσεως) ἔχουν τρεῖς πτώσεις ὁμοίας. ἤτοι τὴν ὀνομαστικήν. τὰ μῆλᾰ (τὰ ποιήματᾰ)· (βλ. αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ πληθυντικοῦ. καὶ θηλ. τὰ πλεῖστα ἔπαθον συναίρεσιν. Ἀπὸ τὰ δευτερόκλιτα οὐσιαστικά. (ὀστέον) 32 . -ῳ αἰτ. ἡ κατάληξις -ος ἢ ον προῆλθεν ἐκ συγχωνεύσεως τοῦ χαρακτῆρος ο μετὰ τῆς κυρίως καταλήξεως -ς ἢ -ν. -ος γεν. -οι -ᾰ -ων -ων -οις -οις -ους -ᾰ -οι -ᾰ Σημείωσις. 2 . Αἱ καταλήξεις αὖται προῆλθον ἐκ συγχωνεύσεως τῶν ἀρχικῶν κυρίως καταλήξεων μετὰ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ θέματος.6). 2) ῾Η κατάληξις α εἰς τὰ οὐδέτερα εἶναι βραχεῖα : τὰ δῶρᾰ. Φαινομενικαὶ καταλήξεις τῶν δευτεροκλίτων ῾Ενικὸς Ἀρσ. διὸ καλοῦνται συνῃρημένα δευτερόκλιτα ὁνόματα : (νόος) νοῦς. Παρατηρήσεις § 55. § 33.
ἐκπλου-) (θ. οἱ τῶν τοῖς τοὺς ἔκπλοι ἔκπλων ἔκπλοις ἔκπλους ῥοῖ ῥῶν ῥοῖς ῥοῦς αἱ τῶν ταῖς τὰς πρόχοι πρόχων πρόχοις πρόχους τὰ ὀστᾶ τῶν ὀστῶν τοῖς ὀστοῖς τὰ ὀστᾶ Παρατηρήσεις § 58. εἰς τὴν ὁποίαν τονίζεται ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ (τὰ σύνθετα παρὰ τὸν κανόνα § 25)˙ 3) δὲν ἔχουν κλητικὴν (οὐδὲ δυϊκὸν ἀριθμόν). ἀλλὰ εἰς -ως. . Τὰ συνῃρημένα δευτερόκλιτα ὀνόματα : 1) ἔχουν καὶ μετὰ τὴν συναίρεσιν τὰς καταλήξεις τῶν ἀσυναιρέτων. ἐκπλοο-. Μερικὰ ὀνόματα τῆς δευτέρας κλίσεως λήγουν οὐχὶ εἰς ος. δοτ. § 51). 3. Παραδείγματα ῾Ενικὸς (θ. γεν.ὀστοῦν· (πρβλ. -ον. Ταῦτα λέγονται ἀττικόκλιτα. πλὴν ὅπου τὰ ἀσυναίρετα ἔχουν εἰς τὴν κατάληξιν. ῥου) (θ. ἡ ἅλως. ο ἢ ε. τὸν ἔκπλουν ῥοῦς ῥοῦ ῥῷ ῥοῦν ἡ τῆς τῆ τὴν πρόχους πρόχου πρόχῳ πρόχουν τὸ τοῦ τῷ τὸ ὀστοῦν ὀστοῦ ὀστῷ ὀστοῦν Πληθυντικος ὀν. -ων: ὁ Ἄθως. Ἀττικόκλιτα § 59. ὁ ἔκπλους γεν. ῥοο-. διότι τὰ μετεχειρίζοντο πρὸ πάντων οἱ ὁμιλοῦντες τἠν Ἀττικὴν διάλεκτον. τοῦ ἔκπλου δοτ. ὀστοῦ-) ὀν. προχου-) (θ. ὁ νεώς. ταῦτα ἔχουν ου (τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς συναιρέσεως τοῦ ο + ο ἢ ε + ο)˙ 2) τονίζονται εἰς πάσας τὰς πτώσεις εἰς τὴν συλλαβήν. προχοο-. αἰτ. τῷ ἔκπλῳ αἰτ.ὀστεο-.
οἱ νεῲ (οἱ ναοί)· 2) ἔχουν τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ὀνομαστικήν˙ 3) τονίζονται εἰς πάσας τὰς πτώσεις ὅπου καὶ ὅπως ἡ ἑνικὴ ὀνομαστική: ὁ λεώς. τὸν Μίνω (κατὰ τὴν τρίτην κλίσιν). τῶν δοτ. τοῦ νεὼ Μενέλεω δοτ. ΙΙΙ. νεω-) (θ.ὁ ταῶς. τοῦ λεὼ . Σημείωσις. Μενελεω-) ὀν. τῷ νεῲ Μενέλεῳ αἰτ. τοὺς κλητ.ὁ Δεξίλεως. ἁλω-) ἡ ἅλως τῆς ἅλω τῇ ἅλῳ τὴν ἅλω ὦ ἅλως (θ. τοῦ ταῶ κλπ. τὴν ἅλω. τὴν Κῶ. ὅπου ἡ ἀντίστοιχος κατάληξις τῶν κοινῶν δευτεροκλίτων ὀνομάτων ἔχει ι: τῷ νεῲ (τῷ θεῷ). ἀνωγεω-) τὸ ἀνώγεων τοῦ ἀνώγεω τῷ ἀνώγεῳ τὸ ἀνώγεων ὦ ἀνώγεων Πληθυντικὸς ὀν. Τρίτη κλίσις Εἰσαγωγικαὶ παρατηρήσεις 34 . τοῖς αἰτ.Παραδείγματα ῾Ενικὸς (θ. Μερικὰ ἀττικόκλιτα ὀνόματα σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν χωρὶς τὸ τελικὸν ν: τὸν Ἄθω. ὦ νεῲ νεὼν νεῲς νεὼς νεῲ αἱ τῶν ταῖς τὰς ὦ ἅλῳ τὰ ἀνώγεω ἅλων τῶν ἀνώγεων ἅλῳς τοῖς ἀνώγεῳς ἅλως τὰ ἀνώγεω ἅλῳ ὦ ἀνώγεω Παρατηρήσεις § 60. ὦ νεὼς Μενέλεως (θ. Τὰ ἀττικόκλιτα ὀνόματα : 1) ἔχουν εἰς τὰς καταλήξεις πασῶν τῶν πτώσεων ω· ὑπὸ τοῦτο δὲ τὸ -ω ὑπάρχει ι ὑπογεγραμμένον. τοῦ Δεξίλεω . τὸν νεὼν Μενέλεων κλητ. τὴν ἕω. οἱ γεν. ὁ νεὼς Μενέλεως γεν.
ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ ἡ κατάληξις αὐτῆς -ος (῞Ελληνος. ι. ρ. § 65. 1) Κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ θέματος αὐτῶν τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα διαιροῦνται εἰς φωνηεντόληκτα (στάχυ-ς. Τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων τὸ θέμα γενικῶς εὑρίσκεται ἐκ τῆς ἑνικῆς γενικῆς. ἄλλα δὲ εἶναι διπλόθεμα.πατρίς. τὸ ἕτερον ἐκ τῶν θεμάτων αυτοῦ εὑρίσκεται ἐκ τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς (λιμέν-ος. ὅταν τοῦτο ἔχῃ εἰς τὴν τελευταίαν συλλαβήν του μακρὸν φωνῆεν. ς. ἀγῶν-ος . γίγαντ-ος). ᾽Εὰν δὲ τὸ ὄνομα εἶναι διπλόθεμον. εἰς δὲ τὴν ἑνικὴν γενικὴν εἰς -ος (καὶ σπανιώτερον εἰς -ως ἢ -ους). ἄλλα δὲ τὴν σχηματίζουν ἄνευ καταλήξεως. Τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα λήγουν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν εἰς ἕν τῶν φωνηέντων α. λέγεται ἰσχυρὸν (λιμην.). 1) Τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ τριτόκλιτα ὀνόματα. ψ). ω ἢ εἰς ἕν ῶν ληκτικῶν συμφώνων (ν. φύλακ-ος . στάχυ-ος. 3 . χιον-). γέροντ-ος)· 2) τὰ συμφωνόληκτα τριτόκλιτα ὀνόματα ὑποδιαιροῦνται εἰς ἀφωνόληκτα. Ἐκ τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων : 1) ἄλλα μὲν εἶναι μονόθεμα.γέρων. γίγα-ς). σωλῆνος κλπ. υ. καὶ ταῦτα λέγονται καταληκτικὰ (στάχυ-ς. πόλε-ως) καὶ εἰς συμφωνόληκτα (ἀγών. Τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα λέγονται περιττοσύλλαβα. λιμήν . ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ἄφωνον (φύλαξ. πόλι-ς. γέρων)· 2) τὰ οὐδέτερα τριτόκλιτα ὀνόματα δὲν ἔχουν καμμίαν κατάληξιν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν. ἤτοι σχηματίζονται ἀπὸ ἓν θέμα πάσας τὰς πτώσεις (σωλήν. § 64.)· 2) τῶν διπλοθέμων τὸ ἕν θέμα. λέγεται ἀσθενὲς (λιμεν-. ῾Η τρίτη κλίσις περιλαμβάνει ὀνόματα καὶ τῶν τριῶν γενῶν (ὅπως καὶ ἡ δευτέρα κλίσις). διότι κανονικῶς εἰς τὰς ἄλλας πτώσεις ἔχουν μίαν συλλαβὴν περισσοτέρα τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς (καὶ κλητικῆς). § 62. ξ.§ 61. λιμένος κλπ. καὶ ταῦτα λέγονται ἀκατάληκτα (λιμήν. § 66. χιών.χιόν-ος. § 63. αἰτιατικὴν καὶ κλητικήν. ἄλλα μὲν σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν μὲ τὴν κατάληξιν -ς.).χιων-) τὸ δὲ ἔτερον. τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν τελευταίαν συλλαβήν του βραχὺ φωνῆεν. ἤτοι σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα (λιμήν.
τῷ ἥρω-ι αἰτ. -ωος ἢ -υς. -υος. δρυ-) δρῦ.σὶ θῶ. ῾Ομοίως δὲ κλίνονται καὶ ὅσα φωνηεντόληκτα ἔχουν χαρακτῆρα ι. 1 . ὦ ἥρω. ὅπως ὁκῖς.ων ἰχθύ. τὸν κῖ-ν.ες αἱ δρύ. καὶ εἰς ἡμιφωνόληκτα. Σημ. τῶν δοτ. ἐλάχιστα δὲ εἶναι γένους οὐδετέρου. τὸν ἥρω-α κλητ.ες ἰχθύ. τοὺς κῖ-ς κτλ. ἡ οἱς (ἐκ τοῦ ὄϊς). προσέτι δὲ τω ὀνόματα ἡ τίγρις. § 68. Παρατηρήσεις § 69. ᾽Εκ τῶν φωνηεντολήκτων τριτοκλίτων ὀνομάτων τὰ πλεῖστα εἶναι γένους ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ.ες τῶν δρυ. τοῖς αἰτ. καὶ § 50. καὶ ἡ τύρσις.ες ἡρώ. οἱ γεν. τοῦ κι-ός.ς γεν.ς δρυ-ὸς δρυ-ὶ δρῦ-ν δρῦ Πληθυντικὸς ὀν. ῥήτορ-ος)· (βλ. ὁ ἥρω.σὶ τὰς δρῦ. ἡρω-) ὀν. τοῖς κι-σί. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ἡμίφωνον (λιμήν.ς ἰχθύ-ος ἰχθύ-ι ἰχθὺ-ν ἰχθὺ ἡ τῆς τῆ τὴν ὦ (θ. ὁ. § 3. ὦ ἥρω-ς (θ.ας θῶ. τοῦ ἥρω-ος δοτ.).ς ἰχθύ. καὶ τὸ κύριον ὅνομα ὁ Συέννεσις.ες ἰχθύ.ες θώ.ς θω-ὸς θω-ι θῶ-α θὼ-ς (θ. Κατὰ τὸ ὄνομα ἰχθὺς κλίνεται καὶ τὸ ὄνομα ἔγχελυς εἰς τὸν ἐνικὸν ἀριθμόν˙ (βλ. α΄) Καταληκτικὰ εἰς -ως. Α΄ Φωνηεντόληκτα § 67.ῥήτωρ.σι ἥρω. τῶν κι-ῶν. θω-) θὼ.ῶν ταῖς δρυ.πατρίδ-ος).σι ἰχθῦ.ων ἥρω.ς ὦ δρύ.ες Σημείωσις. τοὺς κλητ.ων θω.2). λιμέν-ος . οἱ κῖ-ες.ας ἥρω.ες θῶ. μονὸθεμα ῾Ενικὸς (θ. τῷ κι-ί. εἰς τὸν ἑνικόν ἀριθμόν: ὁ κῖς. ἰχθυ-) ἰχθὺ. Τῶν εἰς -υς -υος τριτοκλίτων ὀνομάτων : 3 .
ἀστε-) ὀν. τοῦ δοτ. πολι.1) ἡ ἑνικὴ κλητικὴ σχηματίζεται ἄνευ καταλήξεως. τὸν ἰχθύ-ν. τοὺς μῦς . τῷ αἰτ. 37 . 6): ὁ μῦς. πελεκυ. ὅταν τονίζωνται εἰς τὴν λήγουσαν. τοῖς αἰτ.πρυτανε-) (θ. β΄) Καταληκτικὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ εἰς -ις -εως ἢ . Κατὰ δὲ τὸ ὄνομα ὁ πέλεκυς κλίνονται τὰ ὀνόματα ὁ πῆχυς.εως.ς τὸ ἄστυ τοῦ πελέκε-ως τοῦ ἄστε-ως τῷ πελέκει τῷ ἄστει τὸν πέλεκυ-ν τὸ ἄστυ ὦ πέλεκυ ὦ ἄστυ Πληθυντικὸς ὀν. τῶν δοτ. Κατὰ τὸ ὄνομα ἡ πόλις. Σημ. § 68. Οὐδ. ὁ πρέσβυς. § 71.πελεκε-) (θ.ς πρυτάνε-ως πρυτάνει πρύτανι-ν πρύτανι ἡ πόλι. καθὼς καὶ τὸ ὄνομα ὁ ἔγχελυς εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν· (βλ.τὰς ὀφρῦς . ὁ γεν. κλίνονται εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν καὶ τὰ ὁνόματα τίγρις καὶ τύρσις.πολε-) (θ.). καὶ τὸ οὐδέτερον τὸ ἄστυ ῾Ενικὸς (θ. Οὐδ. ὦ μῦ. τοὺς ἰχθῦ-ς˙ 2) οἱ μονοσύλλαβοι τύποι καὶ ἡ πληθυντικὴ αἰτιατικὴ ἐν γένει. καὶ Θηλ. τὸν κλητ. διπλὸθεμα.τοὺς ἰχθῦς. οἱ γεν. ἡ ἑνικὴ αἰτιατικὴ μὲ τὴν κατάληξιν -ν ἀντὶ -α καὶ ἡ πληθυντικὴ αἰτιατικη μὲ τὴν κατάληξιν -ς ἀντὶ -ας: ᾦ ἰχθύ. πρυτανι. περισπῶνται παρὰ τὸν κανόνα (§ 16. τοὺς κλητ.ἀστυ. Καταλήξεις τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων εἶναι Ἑνικὸς Ἀρσ. Πληθυντικὸς Ἀρσ.ς τῆς πόλε-ως τῆ πόλει τὴν πόλι-ν ὦ πόλι ὁ πέλεκυ. § 70. ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων ὀνομάτων. καὶ θηλ. ὦ πρύτανι. τὸν μῦν. ὦ πρυτάνεις πρυτάνε-ων πρυτάνε-σι πρυτάνεις πρυτάνεις αἱ πόλεις τῶν πόλε-ων ταῖς πόλε-σι τὰς πόλεις ὦ πόλεις οἱ τῶν τοῖς τοὺς ὦ πελέκεις τὰ ἄστη πελέκε-ων τῶν ἄστε-ων πελέκε-σι τοῖς ἄστε-σι πελέκεις τὰ ἄστη πελέκεις ὦ ἄστη Σημείωσις.υς .
4).πόλε . πολι-) καὶ ἀπὸ ἕτερον εἰς ε (πρυτανε. παρὰ τὸν κανόνα (§ 16. -ς -ος -ῐ -ᾰ -ς ὴ (ἢ -ως) ἢ -ν ἢ -ος (ἢ -ως) -ῐ - -ες -ων -σῐ -ᾰς ἢ -ξ.6). γεν.ι. § 32. αἰτ. κλητ. τοὺς πήχεις. 2): πόλεως.οἱ πήχεις. ἡ δὲ κατάληξις τῆς πληθυντικῆς αἰτιατικῆς -νς γίνεται -ς μετ’ ἀποβολὴν τοῦ ν πρὸ τοῦ ς˙ (βλ. ῾Η κατάληξις τῆς ἑνικῆς γενικῆς -ως προῆλθεν ἐξ ἀντιμεταχωρήσεως : πόλη-ος. ἀπὸ δὲ τὸ δεύτερον. Παρατηρήσεις § 72. βασιλέ-ως (βλ. δοτ. -έως). καθὼς καὶ εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ. σχηματίζεται ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ. Τοῦ οὐδετέρου ὀνόματος τὸ ἄστυ εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν ὁ χαρακτὴρ ε συναιρεῖται μὲ τὴν κατάληξιν -α εἰς -η: (ἄστε-α) ἄστη. ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητικὴ. 4 καὶ 33. -εως) φωνηεντόληκτα ὀνόματα : 1) σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα.βασιλῆ-ος. γ΄) Καταληκτικὰ εἰς -εὺς (γεν. Σημείωσις. πηχυ-) καὶ ἀπὸ ἕτερον εἰς ε (πελεκε-. ἤτοι ὅσα μὲν λήγουν εἰς -ις ἀπὸ ἕν θέμα εἰς ι (πρύτανις-. τὴν δὲ πληθυντικὴν αἰτιατικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ὀνομαστικὴν: αἱ πόλεις. πᾶσαι αἱ ἄλλαι πτώσεις˙ 2) τὸν χαρακτῆρα ε μὲ τὸ ἑπόμενον ι ἢ ε τῶν καταλήξεων τὸν συναιροῦν εἰς ει (πόλε . πόλει . πόλε-ως . εἰς -αῦς καὶ εἰς -οῦς. § 32.ες. μονόθεμα Ἑνικὸς 3 . τονίζονται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν. πόλεις)˙ 3) εἰς τὴν γενικὴν τοῦ ἑνικοῦ ἔχουν κατάληξιν οὐχὶ -ος ἀλλὰ -ως καὶ εἰς τὴν πτῶσιν ταύτην.πολε-). πηχε-)˙ καὶ ἀπὸ μὲν τὸ πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον λήγει εἰς ι ἢ υ. τὰς πόλεις . ὅσα δὲ λήγουν εἰς -υς ἀπὸ ἕν θέμα εἰς υ (πελεκυ-. -ς (-νς) -ες -ᾰ -ων -σῐ -ᾰ -ᾰ Σημείωσις. § 73. πήχε-ων˙ 4) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τὴν σχηματίζουν ἄνευ καταλήξεως καὶ τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν μὲ τὴν κατάληξιν -ν. τὸ ὁποῖον λήγει εἰς ε.ὀν. Τὰ εἰς -ις ἢ -υς (γεν.
τὸ ὁποῖον μένει μετὰ τὴν ἀποβολὴν τοῦ χαρακτῆρος υ. ἱππευ-) (θ. § 32. § 76. 3 . τοὺς κλητ.ες οἱ τῶν τοῖς τοὺς ὦ βό-ες βο-ῶν βου-σὶ βοῦ-ς βό-ες Παρατηρήσεις § 74. τοῦ ἱππέ-ως ἁλιέως καὶ ἁλιῶς τῆς δοτ. Τῶν εἰς -εὺς φωνηεντολήκτων ὀνομάτων : 1) τὸ ε τοῦ θέματος. § 33.γραῦν. βασιλεῦ. (ἱππέ-ες) ἱππεῖς. ὦ ἱππεῦ ἁλιεῦ ὦ Πληθυντικὸς ὀν. Τῶν εἰς -εὺς ἢ -αῦς ἢ -οῦς φωνηεντόληκτων ὀνομάτων : ὁ χαρακτὴρ υ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται: βασιλεύς.(θ.σὶ γραῦ. 4). βου-) γραῦ-ς ὁ βοῦ-ς γρα-ὸς τοῦ βο-ός γρα-ῒ τῲ βο-ῒ γραῦ-ν τὸν βοῦ-ν γραῦ ὦ βοῦ γρᾶ.γραός. ὁ ἱππεὺ-ς ἁλιεὺ-ς ἡ γεν. Ὅσα φωνηεντόληκτα εἰς -εὺς ἔχουν φωνῆεν πρὸ τοῦ τελικοῦ ε τοῦ θέματος συνήθως συναιροῦν τὸ ε τοῦτο μὲ τὸ ἑπόμενον ω καὶ α τῶν καταλήξεων (τῆς γενικῆς καὶ αἰτιατικῆς τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ): (Εὐβοέως) Εὐβοῶς.ς γρᾶ. 3). βασιλέα . ἁλιευ-) (θ. (Εὐβοέα) Εὐβοᾶ. τοῖς αἰτ. γραυ-) ὀν. γραυσί˙ ἀλλὰ βασιλέως. γρᾶες (βλ. τῷ ἱππεῖ ἁλιεῖ τῇ αἰτ. (ἱππέ-ε) ἱππεῖ (πρβλ. § 72. συναιρεῖται μὲ τὸ ἑπόμενον ι ἦ ε τῶν καταλήξεων εἰς ει: (ἱππέ-ϊ) ἱππεῖ. τῶν δοτ. 2)˙ 2) ἡ ἑνικὴ κλητικὴ σχηματίζεται ἀπὸ τὸ θέμα μόνον ἄνευ καταλήξεως: ὦ βασιλεῦ˙ 3) ἡ ἑνικὴ γενικὴ ἔχει κατάληξιν οὐχὶ -ος ἀλλὰ -ως καὶ τὸ α τῆς καταλήξεως τῆς ἑνικὴς αἰτιατικὴς καὶ τῆς πληθυντικῆς αἰτιατικὴς εἶναι μακρόν˙ (βλ.ῶν γραυ. (Εὐβοέων) Εὐβοῶν. βασιλεῦσι . § 75. ὦ ἱππεῖς ἱππέ-ων ἱππεῦ-σι ἱππέ-ας ἱππεῖς ἁλιεῖς ἁλιέων καὶ ἁλιῶν ἁλιεῦ-σι ἁλιέ-ας καὶ ἁλιᾶς ἁλιεῖς αἱ τῶν ταῖς τὰς ὦ (θ. τὸν ἱππέ-ᾱ ἁλιέ-α καὶ ἁλιᾶ τὴν κλητ. (Εὐβοέας) Εὐβοᾶς.ες γρα. οἱ γεν.
Συμφωνόληκτα 1.α φύλαξ ἡ τῆς τῇ τὴν ὦ φλὸξ φλογ. καταληκτικὰ εἰς -ξ.ι φύλακ. τῶν λεχῶν. Τὰ ὀνόματα ταῦτα κανονικῶς ἔχουν μόνον ἑνικὸν ἀριθμόν. τῆς Λητοῦς δοτ. Εἰς τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν ὀξύνονται παρὰ τὸν κανόνα (§ 16. χ)· 2) χειλικόληκτα. ὁσάκις δὲ σχηματίζονται καὶ εἰς τὸν πληθυντικὸν. τὰς λεχοὺς κτλ. -ς. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ὀδοντικὸν (τ. β. μονόθεμα ῾Ενικὸς ὀν. τῷ αἰτ. τὴν Λητὼ (ἐκ τοῦ Λητό-ϊ) κλητ. ἠχω-. . κλίνονται εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν δευτέραν κλίσιν : ἡ λεχώ. τὸν κλητ. Λητω-.ος φύλακ. ὦ φύλαξ φύλακ. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα χειλικὸν (π. φ)· 3) ὁδοντικόληκτα. 9) Β΄. δ. τῆς λεχοῦς κτλ. -ψ. διπλόθεμα Ἑνικὸς (θ. Λητο-) ὀν. δ΄) Ἀκατάληκτα εἰς -ώ.α φλὸξ ὁ τοῦ τῷ τὸν ὦ ὁ ὄνυξ ὄνυχ-ος ὄνυχ-ι ὄνυχ-α ὄνυξ Πληθυντικὸς . γ. γεν. Τὰ ἀφωνόληκτα τριτόκλιτα ὀνόματα εἶναι : 1) οὐρανικόληκτα. Οὐρανικὸληκτα καὶ χειλικόληκτα. ταῖς λεχοῖς.ὸς φλογ -ι φλόγ. ἠχο-) ἡ ἠχὼ τῆς ἠχοῦς τῇ ἠχοῖ τὴν ἠχὼ ὦ ἠχοῖ Σημείωσις. ἡ Λητὼ γεν. θ)˙ § 79. ὦ Λητοῖ (ἐκ τοῦ Λητό-α) (θ. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα οὐρανικὸν (κ. Ἀφωνόληκτα § 78. ὁ γεν.§ 77. τοῦ δοτ. -οῦς. τῇ Λητοῖ (ἐκ τοῦ Λητό-ος) αἰτ.αἱ λεχοί.
Ἄραβ-σι· (βλ.ας ὦ ὄρνιθ. τοὺς κλητ.ες οἱ ὄρνιθ.ῶν φλοξὶ φλόγ. ὦ τάπητ.ων τοῖς ὄρνι.ες τῶν ὀρνίθ. τῶν ταπήτ. τῷ τάπητ-ι αἰτ.ων ῾Ελληνί. τοῦ τάπητ-ος δοτ. ὄνυχ-ς. τοῖς τάπησ. τοῦ δοτ.ες ὁ τοῦ τῷ τὸν ὦ ὄρνις ὄρνιθ.ος ῾Ελληνίδ.ας κλητ.α κλητ.ος κώνωπ.ὀν.ας φύλακ.ι αἰτ. οἱ γεν. ὧ τάπης ἡ τῆς τῆ τὴν ὦ ῾Ελληνὶς Ἑλληνίδ. 1 καὶ 2). κώνωπ-ς. ὁ τάπης γεν. μονὸθεμα ῾Ενικὸς ὀν. τῶν δοτ.ες ῾Ελληνίδ.ες κωνώπ.ων κώνωψι κώνωπ. ὦ κώνωψ κώνωπ.ι ῾Ελληνίδ. Οἱ τύποι τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς καὶ τῆς πληθυντικῆς δοτικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων φύλακ-ς.α ῾Ελληνὶς Πληθυντικὸς ὀν.ες ῎Αραβ-ες Ἄράβ-ων Ἄραψι Ἄραβ-ας Ἄραβ-ες ὀν.α κώνωψ Σημείωσις. τῷ αἰτ. οἱ τάπητ. φλόγ-ς. Ὀδοντικόληκτα α) Καταληκτικὰ εἰς -ς.ες ῾Ενικὸς αἱ τῶν ταῖς τὰς ὦ φλόγ. φλογ-σί.φύλακσι.ες τῶν ὀνύχ. κώνωπ-σι.ας ὦ ὄνυχ-ες Πληθυντικὸς Ἄραψι Ἄραβ-ος Ἄραβ-1 Ἄραβ-α Ἄραψ οἱ τῶν τοῖς τοὺς ὦ κώνωπ.ας ῾Ελληνίδ.ων τοῖς ὄνυξι τοὺς ὄνυχ.ι κώνωπ. Ἄραβ-ς .ες αἱ τῶν ταῖς τὰς ὦ ῾Ελληνίδ.ας κώνωπ. τοὺς τάπητ. τὸν κλητ.ας φλόγ. τοῖς αἰτ. ὦ φύλακες φυλάκ.ων δοτ.ες φλογ.ες γεν.σι ῾Ελληνίδ.ος ὄρνιθ.ων φύλαξι φύλακ.σι τοὺς ὄρνιθ. τὸν τάπητ. § 80. § 36.ες οἱ ὄνυχ.ι ὄρνιν ὄρνι 41 . ὁ γεν.
τὸν ἀνδριάντ. ᾽Εξαιροῦνται καὶ 1) τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν τὰ βαρύτονα ὀδοντικόληκτα εἰς -ις τὴν σχηματίζουν εἰς -ν (κατὰ τὰ φωνηεντόληκτα εἰς -ις. Παρατηρήσεις § 82. ὦ πατρίς. σώματ. γέροντ.α ἐλέφαν Πληθυντικὸς οἱ ἀνδριάντ.α κλητ.ες ἐλεφάντ. β΄) Ἀκατάληκτα εἰς -ων. τῷ ἀνδριάντ.ας ἐλέφαντ. ἀνδριάντ-ς. Ἑλληνίδ-σι. τὴν 42 . σωματ-) τὸ σῶμα τὰ σώματ-α τοῦ σώματ-ος τῶν σωμάτ-ων τῷ σώματ-ι τοῖς σώμα-σι τὸ σῶμα τὰ σώματ-α ὦ σῶμα ὦ σώματ-α Σημείωσις.ες τῶν ἀνδριάντ.ος ἐλέφαντ. ὄρνιθ-ς. ὦ ἱμάς. τὸν γέροντ-α τοὺς γέροντ-ας κλητ. -εως): ἡ ἔρις. τῷ γέροντ-ι τοῖς γέρου-σι αἰτ. . § 84. τὴν πατρίδα) καὶ τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (ὦ τάπης.ων ἐλέφασ. οἱ δὲ τῆς πληθυντικῆς δοτικῆς ἐξ ἀρχικῶν τύπων γέροντ. 4. γεροντ-) ὀν. -ατος ῾Ενικὸς Πληθυντικὸς ῾Ενικὸς Πληθυντικὸς (θ. § 33. 4 καὶ 5). ἀνδριάντ-σι. Οἱ τύποι τῆς ἑνικῆς ὀνομαστικῆς καὶ πληθυντικῆς δοτικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων τάπητ-ς. σώματ.ες Σημείωσις.ων τοῖς ἀνδριᾶσ. 5). Ἑλληνίδ-ς.σι· (βλ. γερωντ-. τοῦ γέροντ-ος τῶν γερόντ-ων δοτ. ἐλέφαντς. ὁ ἀνδριὰς γεν. Οἱ τύποι τῆς ἑνικῆς ὁνομαστικῆς καὶ κλητικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων γέρωντ.ι ἐλέφαντ. ὦ ἀνδριὰς ἐλέφας ἐλέφαντ.ες ἐλέφαντ. § 33. -οντος διπλόθεμα καὶ οὐδέτερα εἰς -α.σι.ος δοτ.ι ἐλέφαντ. ἐλέφαντ-σι· (βλ.τάπητ-σι. τοῦ ἀνδριαντ. ὁ γέρων οἱ γέροντ-ες γεν.῾Ενικὸς ὀν. ὦ γέρον ὦ γέροντ-ες (θ. ὦ ὀδούς). 1.ας ὦ ἀνδριάντ. Τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ἀφωνόλῃκτα ὀνόματα κανονικῶς σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν εἰς α (τὸν πίνακα.ι τοὺς ἀνδριάντ.ι αἰτ.
ὦ τυραννί. § 16. ταῖς θριξί). 9. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα τοῦ θέματος ἔνρινο (ν)˙ 2) ὑγρόληκτα. Μερικὰ ὀδοντικόληκτα ὀνόματα μὲ θέμα εἰς -ντ ἔπαθον συναίρεσιν ἐντὸς τοῦ θέματος (τοῦ α + ω ἢ α + ο εἱς ω. καὶ ἀπὸ τὸ θέμα τριχ.. 1 καὶ 5). ἀλλάεις). -ᾶνος. τοῦ Ξενοφῶντος (Ξενοφάοντ.ρ)˙ 3) σιγμόληκτα. τοῦ πλακοῦντος (πλακόεντ. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα σ. ὦ παῖ (ὅπως: ὦ πρύτανι. § 25.ἡ χάρις. ὁ ἀλλᾶς (ἀλλάεντ. τὸ ὀξύτονον ὄνομα τυραννὶς καὶ τὸ ὄνομα ὁ παῖς (= πά. § 84. τὴν χάριν (ὅπως ἡ πόλις. Τὰ ὀνόματα ἡ ἀλώπηξ (τῆς ἀλώπεκος) καὶ ὁ ποὺς (τοῦ ποδὸς) σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα. ὦ θρίξ. τῇ τριχί)· (βλ. -ωνος. Τὰ ἡμιφωνόληκτα τριτόκλιτα ὀνόματα εἶναι : 1) ἐνρινόληκτα. γεν. Τὸ δὲ ὄνομα ἡ θρὶξ σχηματίζεται ἀπὸ τὸ (ἀρχικὸν) θέμα θριχ. ὦ Ἆγι. Ἡμιφωνὸληκτα § 83. μονὸθεμα 43 . 2. (βλ. α΄) ᾽Ενρινὸληκτα 1) Καταληκτικὰ εἰς -ις.ος (ἀλλάεντος) κτλ. Σημείωσις 2. -ην. ὦ γίγαν (ἐκ τοῦ γίγαντ)· (βλ. ὦ ὄρνι. ἀπὸ ἱσχυρὸν (ἀλώπηκ-. -ῖνος καὶ ἀκατάληκτα εἰς -αν. ἤτοι μὲ χαρακτῆρα ὑγρὸν (λ. γεν. πλακόεις). ὦ ἔρι.εἰς τὴν ὀνομαστικὴν καὶ τὴν κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ εἰς τὴν δοτικὴν τοῦ πληθυντικοῦ (ἡ θρίξ.ἔριν . ποδ-) εἰς τὰς ἄλλας πτώσεις.ς. 1). τοῦ α + ε ἢ α + ει εἰς α καὶ τοῦ ο + ει ἢ ο + ε είς ου) : ὁ Ξενοφῶν (Ξενοφάωντ).. § 37. τὴν πόλιν)· 2) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν α΄) τὰ εἰς -ις βαρύτονα ὀδοντικόληκτα. πουδ-) εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ τὴν κλητικὴν καὶ ἀπὸ ἀσθενὲς (ἀλώπεκ-.ς. γεν.ις) τὴν σχηματίζουν ἄνευ τῆς καταλήξεως -ς (κατὰ τὰ εἰς -ις φωνηεντόληκτα): ὦ Ἄρτεμι.ος) κτλ. Σημείωσις 1.ος) κτλ. -ηνος καὶ -ων. τοῦ ἀλλᾶντ. § 33. § 33. 7).εἰς τὰς ἄλλας πτώσεις (τῆς τριχός. ὁ πλακοῦς (πλακόεντ. ὦ πόλι) β΄) τὰ εἰς -ας (-αντος) βαρύτονα ὀδοντικόληκτα τὴν σχηματίζουν ὁμοίαν μὲ τὸ θέμα: ὦ ἐλέφαν (ἐκ τοῦ ἐλέφαντ). γεν.
῾Ενικὸς (θ. δελφιν-) ὀν. ὁ δελφὶς γεν. τοῦ δελφῖν- ος δοτ. τῷ δελφῖν- ι αἰτ. τὸν δελφῖν- α κλητ. ὦ δελφὶς (θ. παιαν-) παιὰν παιᾶν- ος παιᾶν- ι παιᾶν- α παιὰν (θ. ῾Ελλην-) (θ. χιτων-) Ἕλλην χιτὼν Ἕλλην- ος χιτῶν- ος ῞Ελλην- ι χιτῶν- ι Ἕλλην- α χιτῶν- α Ἕλλην χιτὼν
Πληθυντικὸς ὀν. οἱ δελφῖν- ες παιᾶν- ες ῞Ελλην- ες χιτῶν- ες γεν. τῶν δελφίν- ων παιάν- ων Ἑλλήν- ων χιτών- ων δοτ. τοῖς δελφῖ- σι παιᾶ- σι Ἕλλη- σι χιτῶ- σι αἰτ. τοὺς δελφῖν- ας παιᾶν- ας Ἕλλην- ας χιτῶν- ας κλητ. ὦ δελφῖν- ες παιᾶν- ες Ἕλλην- ες χιτῶν- ες
Σημείωσις. Καταληκτικὸν ἐνρινόληκτον εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸν ὄνομα ὁ κτεὶς (τοῦ κτεν-ός, τῷ κτεν-ί, τὸν κτέν-α, ὦ κτεὶς - οἱ κτέν-ες, τῶν κτεν-ῶν, τοῖς κτε-σί, τοὺς κτένας κτλ.). Οἱ τύποι δελφίς, κτείς, δελφῖσι, παιᾶσι, Ἕλλησι, χιτῶσι κλπ. προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων δελφίν-ς, κτέν-ς, δελφῖν-σι, παιᾶν-σι, χιτῶν-σι· (βλ. 1 33, 6),
§ 85. 2) ᾽Ακατάληκτα εἰς -ην, γεν. -ένος, -ων, γεν. -ονος, διπλὸθεμα ῾Ενικὸς (θ. ποιμην-, ποιμεν-) ὀν. ὁ ποιμὴν γεν. τοῦ ποιμέν- ος δοτ. τῷ ποιμέ - ι αἰτ. τὸν ποιμέν- α κλητ. ὦ ποιμὴν (θ. χελιδων-, χελιδον-) ἡ χελιδὼν τῆς χελιδόν- ος τῇ χελιδόν- ι τὴν χελιδόν- α ὦ χελιδὼν Πληθυντικὸς ὀν. οἱ γεν. τῶν ποιμέν- ες ποιμέν- ων αἱ χελιδόν- ες τῶν χελιδόν- ων οἱ τῶν κίον- ες κιόν- ων (θ. κιων-, κιον-) ὁ κίων τοῦ κίον- ος τῷ κίον- ι τὸν κίον- α ὦ κίον
44
δοτ. τοῖς αἰτ. τοὺς κλητ. ὦ
ποιμέ- σι ποιμέν- ας ποιμέν- ες
ταῖς χελιδό- σι τὰς χελιδόν- ας ὦ χελιδόν- ες
τοῖς τοὺς ὦ
κίο- σι κίον- ας κίον- ες
Σημείωσις. Οἱ τύποι τῆς πληθυντικῆς δοτικῆς προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων ποιμέν-σι, χελιδόν-σι, κίον-σι· (βλ. § 33, 6).
§ 86. β΄) ῾ Υγ ρ ό λ η κ τ α 1) Ἀκατάληκτα εἰς -ήρ, γεν. -ῆρος, μονόθεμα, καὶ εἰς -ήρ, γεν. έρος,-ωρ, γεν. -ορος, διπλὸθεμα ῾Ενικὸς (θ. κρατηρ-) (θ. ἀθηρ-, ἀθερ-) ὀν. ὁ κρατὴρ ἀθὴρ γεν. τοῦ κρατῆρ- ος ἀθέρ- ος δοτ. τῷ κρατῆρ- ι ἀθέρ- ι αἰτ. τὸν κρατῆρ- α ἀθέρ- α κλητ. ὦ κρατὴρ ἀθὴρ Πληθυντικὸς ὀν. οἱ γεν. τῶν δοτ. τοῖς αἰτ. τοὺς κλητ. ὦ κρατῆρ- ες κρατήρ- ων κρατῆρ- σι κρατῆρ- ας κρατῆρ- ες ἀθέρ- ες ἀθέρ- ων ἀθέρ- σι ἀθέρ- ας ἀθέρ- ες ῥήτορ- ες ῥητόρ- ων ῥήτορ- σι ῥήτορ- ας ῥήτορ- ες (θ. ῥήτωρ-, ῥητορ-) ῥήτωρ ῥήτορ- ος ῥήτορ- ι ῥήτορ- α ῥῆτορ
Σημείωσις 1. Κατὰ τὸ ὄνομα ὁ κρατὴρ κλίνεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ τὸ ὄνομα ὁ σωτὴρ (τοῦ σωτῆρος), καὶ κατὰ τὸ ὄνομα ὁ ἀθὴρ κλίνεται καὶ τὸ ὄνομα ὁ ἀστὴρ (τοῦ ἀστέρος), ἀλλὰ τὸ μὲν ὄνομα ὁ σωτήρ σχηματίζει τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὦ σῶτερ, τὸ δὲ ὄνομα ὁ ἀστὴρ σχηματίζει τὴν πληθυντικὴν δοτικὴν τοῖς ἀστράσι (κατὰ τὰ συγκοπτόμενα). Σημείωσις 2. ῾Υγρόληκτον μὲ χαρακτῆρα λ εἶναι μόνον ὁ ἅλς (τοῦ ἁλός, τῷ ἁλί, τὸν ἅλα, ὦ ἅλς - οἱ ἅλες, τῶν ἁλῶν, τοῖς ἁλσί, τοὺς ἅλας κτλ.).
2) Οὐδέτερα
45
§ 87. Οὐδέτερα ὑγρόληκτα εἶναι τὰ ὀνόματα τὸ ἔαρ καὶ τὸ νέκταρ, εὔχρηστα μόνον εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμόν. Τὸ ὄνομα τὸ ἔαρ ἐκφέρεται καὶ συνηρημένον : ἔαρ-ἦ, τοῦ ἔαρος-ἦρος, τῷ ἔαρι-ἦρι κλπ.· (βλ. § 56 καὶ § 63, 2). Παρατηρήσεις εἰς τὰ ἐνρινὸληκτα καὶ ὑγρόληκτα ὀνὸματα § 88. Τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα ὀνόματα 1) τὰ διπλόθεμα σχηματίζουν ἀπὸ μὲν τὸ ἰσχυρὸν θέμα τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικήν, ἀπὸ δὲ τὸ ἀσθενὲς τὰς ἄλλας πτώσεις : ὁ λιμήν, ἡ χιών, ὁ αἰθήρ, ὁ κοσμήτωρ - τοῦ λιμέν-ος, τῆς χιόν-ος, τοῦ αἰθέρ-ος, τοῦ κοσμήτορ-ος κλπ.˙ 2) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τὴν σχηματίζουν τὰ πλεῖστα ὁμοίαν μὲ τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικήν: ἡ ἀκτὶς - ὦ ἀκτίς, ὁ πελεκὰν - ὦ πελεκάν, ὁ ποιμὴν - ὦ ποιμήν, ἡ χελιδὼν - ὦ χελιδών, ὁ ἀστὴρ - ὦ ἀστήρ. Ἐξαιροῦνται ἐκ τῶν διπλοθέμων τὰ βαρύτονα εἰς -ων (γεν. -ονος) καὶ -ωρ (γεν. -ορος), τὰ ὁποῖα σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα : ὁ γείτων - ὦ γεῖτον, ὁ αὐτοκράτωρ - ὧ αὐτοκράτορ. Τὰ κύρια ὀνόματα Ἀγαμέμνων καὶ Ἀριστογείτων καὶ τὰ ὅμοια εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ἀναβιβάζουν προσέτι τὸν τόνον : ὦ Ἀγάμεμνον, ὦ Ἀριστόγειτον. 3) Συγκοπτόμενα § 89. Ἀκατάληκτα εἰς -ηρ, γεν, -ρος, διπλὸθεμα Ἑνικὸς (θ. πατηρ-, πατερ-, ἀνηρ-, ἀνερ-) ὀν. γεν. δοτ. αἰτ. κλητ. ὁ τοῦ τῷ τὸν ὦ πατὴρ πατρ-ὸς πατρ-ὶ πατέρ-α πάτερ ἀνὴρ ἀνδρ-ὸς ἀνδρ-ὶ ἄνδρ-α ἄνερ οἱ τῶν τοῖς τοὺς ὦ πατέρε-ς πατέρ-ων πατρά-σι πατέρ-ας πατέρ-ες ἄνδρ-ες ἀνδρ-ων ἀνδρά-σι ἄνδρ-ας ἄνδρ-ες Πληθυντικὸς
46
῾Ενικὸς ἡ Δημήτηρ τῆς Δήμητρ-ος τῇ Δήμητρ-ι τὴν Δήμητρ-α ὦ Δήμητερ Παρατηρήσεις § 90. Τὰ διπλόθεμα εἰς -ηρ ὑγρόληκτα ὀνόματα πατήρ, μήτηρ, θυγάτηρ, γαστήρ, Δημήτηρ καὶ ἀνὴρ λέγονται συγκοπτόμενα, διότι (συγκόπτουν, ἤτοι) ἀποβάλλουν τὸ ε τοῦ ἀσθενοῦς θέματος, τὰ μὲν ὀνόματα πατὴρ, μήτηρ, θυγάτηρ καὶ γαστὴρ εἰς τὴν γενικὴν καὶ δοτικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ τὴν δοτικὴν τοῦ πληθυντικοῦ, τὸ δὲ ὄνομα Δημήτηρ εἰς τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ ἑνικοῦ καὶ τὸ ὄνομα ἀνὴρ εἰς τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ ἑνικοῦ καὶ εἰς πάσας τὰς πτώσεις τοῦ πληθυντικοῦ (καὶ τοῦ δυϊκοῦ)· (βλ. § 32, 1 καὶ § 34, 2). Πάντα τὰ συγκοπτόμενα ὀνόματα εἰς τὴν δοτικὴν τοῦ πληθυντικοῦ μεταξὺ τοῦ συγκεκομμένου θέματος καὶ τῆς καταλήξεως -σι ἔχουν α βραχύ,ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ τονίζονται : μητρ- ά - σι, θυγατρ- ά - σι, γαστρά - σι. § 91. ᾽Εκ τῶν συγκοπτομένων ὀνομάτων : 1) τὰ μὲν ὀνόματα πατὴρ, μήτηρ, θυγάτηρ καὶ γαστὴρ εἰς τὴν γενικὴν καὶ δοτικὴν τοῦ ἑνικοῦ, τὸ δὲ ὄνομα ἀνὴρ καὶ εἰς ταύτας τὰς πτώσεις καὶ εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ τονίζονται ἐπὶ τῆς ληγούσης: μητρός, μητρὶ - ἀνδρός, ἀνδρί, ἀνδρῶν· 2) τὸ ὄνομα Δημήτηρ εἰς πάσας τὰς βραχυκαταλήκτους πτώσεις τονίζεται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν· 3) τὰ. ὀνόματα πατὴρ, θυγάτηρ καὶ ἀνὴρ εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ἀναβιβάζουν τὸν τόνον: ὦ πάτερ, θύγατερ, ἄνερ˙ 4) τὸ ὄνομα γαστὴρ ἔχει τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν ὀνομαστικὴν: ὦ γαστὴρ (κανονικῶς πρβλ. § 88, 2). § 92. γ΄) Σιγμόληκτ α
47
2) σχηματίζονται ὡς σιγμόληκτα μόνον ἀπὸ θέμα εἰς ασ τὰ ὀνόματα κρέας. τὰ πέρατ-α. καὶ § 33. τέρας. Τὸ δὲ ὄνομα τὸ πέρας (ὅπως καὶ τὸ ὄνομα τὸ τέρας εἰς τὸν ἑνικὸν) ἀπὸ σιγμόληκτον θέμα εἰς -ασ σχηματίζει μόνον τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικήν. Πληθυντικὸς τὰ κέρατ-α τῶν κεράτων τὰ κέρατ-α ὦ κέρατ-α τὸ κέρας τὰ κέρα ἢ το κέρως ἢ τοῦ κέρατος τῶν κερῶν ἢ τῷ κέρᾳ ἢ τῷ κέρατ-ι τοῖς κέρα-σι τὸ κέρας τὰ κέρα ἢ ὦ κέρας ὦ κέρα ἢ Παρατηρήσεις § 93. γεν. τοῦ κρέως. δύναται νὰ βραχύνεται κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰ ἂλλα οὐδέτερα : τὰ γέρᾱ ἢ γέρᾰ (ὅπως τὰ δῶρᾰ). (κρέασ. τοῦ πέρατ-ος κλπ. αἰτ.). Τούτων 1) ὁ χαρακτὴρ σ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται καὶ τὰ συναντώμενα μετὰ τὴν ἀποβολὴν τοῦ σ φωνήεντα συναιροῦνται : (κρέασος.· (βλ. δοτ.πέρας.γέρας. Σημείωσις. Τὸ καταληκτικὸν α τῆς πληθυντικῆς ὀνομαστικῆς. τοῦ τέρατος κλπ.α΄.ος =) κρέως. γεν. τὰς δὲ ἄλλας πτώσεις τὰς σχηματίζει μόνον ἀπὸ θέμα εἰς -ατ (κατὰ τὰ εἰς -α οὐδέτερα ὀδοντικόληκτα) : τὸ πέρας.ϊ =) κρέᾳ κλπ. αἰτιατικὴν καὶ κλητικήν. β΄ Οὐδέτερα εἰς -ος. -ους 48 . γεν... γέρας καὶ γῆρας (τὸ κρέας. -ως (ἢ -ατος) ῾Ενικὸς ὀν. τὸ όποῖον προῆλθεν ἐκ συναιρέσεως τοῦ α + α. τῶν περάτ-ων κλπ.ι. ῾Ως σιγμόληκτον δὲ ὁμοῦ καὶ ὡς ὀδοντικόληκτον ἀπὸ θέμα εἰς -ατ σχηματίζεται τὸ ὄνομα τὸ κέρας καὶ τὸ ὄνομα τὸ τέρας εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν (τὰ τέρα ἢ τέρατα. § 81). τὸ τέρας. κλητ. Οὐδέτερα εἰς -ας. Σιγμόληκτα οὐδέτερα εἰς -ας εἶναι ἕξ : κέρας. κρέας . (βλ. κρέα. τῷ κρέᾳ κλπ.). αἰτιατικῆς καὶ κλητικῆς τῶν ὀνομάτων τούτων. 3). τῶν τερῶν ἢ τεράτων κλπ. κρέα. γῆρας . § 94.
3. γεν. τὸ ε + ι εἰς ει (τῷ δάσε-ϊ .Σωκρατεσ-) Πληθυντικὸς (θ. τὸ ε + ο εἰς ου (τοῦ ὄρε-ος ὄρους). διπλόθεμα ῾Ενικὸς (θ.χρέᾱ).βέλη. εἰς ᾱ (τὰ βέλεα . Σωκρατησ . τὸ στέλεχος τοῦ στελέχους τῷ στελέχει τὸ στέλεχος ὠ στέλεχος χρέος χρέους χρέει χρέος χρέος Πληθυντικὸς τὰ στελέχη τῶν στελεχῶν τοῖς στελέχεσι τὰ στελέχη ὦ στελέχη χρέα χρεῶν χρέεσι χρέα χρέα Παρατηρήσεις § 95. ἂν προηγῆται ἄλλο ε. στελεχεσ-) (θ. τὰ χρέεα . τὰ δὲ συναντώμενα μετὰ τὴν ἀποβολὴν αὐτοῦ φωνήεντα συναιροῦνται. Σημ. -ους (ἢ -ῆς. ἤτοι τὸ ε + α εἰς η ἢ. αἰτ κλητ. γεν. Μερικὰ σιγμόληκτα οὐδέτερα εἰς -ος τὴν πληθυντικὴν γενικὴν τὴν σχηματίζουν ἀσυναίρετον (τῶν ἀνθέων. καὶ § 33. Ἄρσενικὰ ἀκατάληκτα εἰς -ης.τειχῶν) βλ. γ΄.δάσει). ῾Ηρακλεησ. έους). τὸ ε + ω εἰς ω (τῶν τειχέων . ἀλλὰ τὸ ε τὸ πρὸ τοῦ χαρακτῆρος σ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν) τρέπεται εἰς ο : (θ. χρεεσ-) ὀν. δοτ. τῶν χειλέων) ἢ καὶ ἀσυναίρετον καὶ συνῃρημένην (τῶν ὀρέων ἢ τῶν ὀρῶν). § 96. Τῶν σιγμολήκτων οὐδετέρων εἰς -ος 1) τὸ θέμα λήγει εἰς -εσ. 5)˙ 2) ὁ χαρακτὴρ σ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται.).῾Ηρακλεεσ) 49 . ἐθνεσ-) ἔθνος (§ 32. γεν. Σημείωσις.῞Ενικὸς (θ.
ὁ Σωκράτης τοῦ Σωκράτους τῷ Σωκράτει τὸν Σωκράτη ὦ Σώκρατες Ἡρακλῆς Ἡρακλέους Ἡρακλεῖ Ἡρακλέα Ἡράκλεις οἱ Σωκράται τῶν Σωκρατῶν τοῖς Σωκράταις τοὺς Σωκράτας ὦ Σωκράται Ἡρακλεῖς Ἡρακλέων Ἡρακλεῖς Ἡρακλεῖς Παρατηρήσεις § 97. -ους συνήθως κατὰ τὴν πρώτην κλίσιν. γεν. γεν.Ἀριστοφάνης (ἄριστος. ὦ Ἀγαθόκλεις (Ἀγαθόκλεες)· 3) ὁσάκις λαμβάνονται εἰς πληθυντικὸν ἀριθμόν. αἰτ. -ους σχηματίζουν τὴν ἑνικὴν αἰτιατικὴν καὶ εἰς -ην (κατὰ τὰ πρωτόκλιτα): τὸν Σωκράτην. Τὰ εἱς -ης. -έους (ἤτοι τὰ εἰς -κλῆς) κατὰ τὴν τρίτην˙ 4) ὅσα λήγουν εἰς -κλῆς συναιροῦν τὸ ε τῆς συλλαβῆς -κλε. κράτος) . τὰ δὲ εἰς -ῆς. -οῦς. ὅπου μετ’ αὐτὸ ἀκολουθεῖ η ἢ ε ἢ ει: (Θεμιστοκλέης) Θεμιστοκλῆς. γεν. Θηλυκὰ ἀκατάληκτα εἰς -ώς. γεν. ὦ Δημόσθενες. (Θεμιστοκλέει) Θεμιστοκλεῖ.ὀν. -ους (ἤ ης. σθένος) -Ἀγαθοκλῆς (ἀγαθός. Τούτου ὁ χαρακτὴρ σ μεταξὺ δύο φωνηέντων ἀποβάλλεται καὶ τὰ συναντώμενα φωνήεντα συναιροῦνται. κλέος) . ὄνομα σιγμόληκτον οὐδέτερον εἰς -ος ἢ ῥῆμα) : Πολυκράτης (πολύς. -έους) εἶναι πάντα κύρια ὀνόματα (σύνθετα. ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. κλητ. γεν. σχηματίζονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τὰ μὲν εἰς -ης. χαίρω) κλπ. φαίνομαι) Δημοχάρης (Δῆμος. γεν. 2)· 2) εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν ἀναβιβάζουν τὸν τόνον : ὦ Ἀριστότελες. (Θεμιστόκλεες) Θεμιστόκλεις. δοτ. τὸν Δημοσθένην (ὅπως τὸν Ἀριστείδην). Τὰ ἀρσενικὰ σιγμόληκτα οὐσιαστικὰ εἰς -ης.Δημοσθένης (δῆμος. § 98. Ταῦτα 1) σχηματίζονται ἀπὸ δύο θέματα. γεν. διπλὸθεμα Ἑνικὸς 50 . μὲ δεύτερον συνθετικόν. ἀπὸ ἰσχυρὸν θέμα εἰς -ησ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ ἀπὸ ἀσθενὲς θέμα εἰς -εσ εἰς πάσας τὰς ἄλλας πτώσεις. Σημείωσις. δ΄. ὅπως εἰς τὰ σιγμόληκτα οὐδέτερα εἰς -ος (§ 95.
§ 102. Σημείωσις. § 101. τῶν Τρῴων. § 56. ἂν καὶ δὲν προέρχονται ἐκ συναιρέσεως (§ 16. τοῦ θηρός. κλητ. § 100. § 63. § 55. ὁ Τρὼς καὶ τὸ φῶς εἰς τὴν πληθυντικὴν γενικὴν τονίζονται κανονικῶς: τῶν δᾴδων. 9). κλητῆρᾰ. § 16. τὴν αἰτιατικὴν καὶ τὴν κλητικὴν˙ (βλ. τῶν θώων. Περισπῶνται παρὰ τὸν κανόνα. τῶν παίδων. ὁ θώς. § 16. αἰτ. Ἀλλὰ τὰ μονοσύλλαβα ὀνόματα ἡ δᾴς. ᾽Ηοσ-) ἡ Ἠὼς τῆς Ἠοῦς τῇ Ἠοῖ τὴν Ἠῶ ὦ Ἠὼς (πρβλ.ὀν. αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τῶν ὀνομάτων τὸ πῦρ καὶ τὸ οὗς (βλ. κλητῆρᾰς. κλητῆρσῐ. (θ. ὁ παῖς. τῷ θηρὶ . Αἱ καταλήξεις τῶν τριτοκλίτων ὀνομάτων: 1) τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν εἶναι αἱ ἴδιαι˙ 2) τῶν οὐδετέρων διαφέρουν ἀπὸ τὰς καταλήξεις τῶν ἀρσενικῶν καὶ τῶν θηλυκῶν μόνον εἰς τὴν ὀνομαστικήν. αἰδοσ-) ἡ αἰδὼς τῆς αἰδοῦς (ἐκ τοῦ αἰδόσ-ος) τῇ αἰδοῖ (ἐκ τοῦ αἰδόσ-ι) τὴν αἰδῶ (ἐκ τοῦ αἰδόσ-α) ὧ αἰδὼς (θ. τῶν ὤτων. ᾽Ηωσ-.(τοῖν θηροῖν). § 77). -σι. 9) 51 . διότι προῆλθον ἐκ συναιρέσεως (πάϊς. -α καὶ -ας τὸ δίχρονον ι καὶ α εἶναι βραχύ : κλητῆρῐ. δοτ. Τῶν καταλήξεων τῆς τρίτης κλίσεως -ι. γεν. φάος). 2). § 16. 8) : ὁ θήρ. Ἡ δὲ λέξις ἡ κλεὶς προῆλθεν ἐξ. Γ ενικαὶ παρατηρήσεις εἰς τὰ τριτόκλιτα ὀνόματα § 99. τὸ οὗς. 6) 1) ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ὀνόματος ἡ γλαῦξ· 2) ἡ ἑνικὴ κλητικὴ τῶν εἰς -εύς: ὦ γραμματεῦ. ὦ Θησεῦ· 3) ἡ ἑνικὴ ὀνομαστική. ἀρχαιοτέρου τύπου κληὶς καὶ κανονικῶς ὀξύνεται· (βλ.τῶν θηρῶν. αἰδωσ-. Περισπῶνται κανονικῶς αἱ λέξεις παῖς καὶ φῶς. τῶν φώτων. Τὰ μονοσύλλαβα τριτόκλιτα ὀνόματα εἰς τὴν γενικὴν καὶ τὴν δοτικὴν παντὸς ἀριθμοῦ τονίζονται ἐπὶ τῆς καταλήξεως (παρὰ τὸν κανόνα. τοῖς θηρσὶ .
τὴν αἰτιατικὴν καὶ τὴν κλητικήν.τὼ βασιλεῖ. καὶ κλητ. γεν. 2) τῆς β΄ κλίσεως ὀνομ. ὅσα εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμὸν ἐκφέρονται κατὰ δύο γένη : ὁ ζυγὸς καὶ τὸ ζυγόν.οἱ πρέσβεις. Ἐκ τῶν ἀνωμάλων οὐσιαστικῶν λέγονται : 1) ἑτερογενῆ. 5. Αἱ δὲ καταλήξεις τοῦ δυϊκοῦ τῶν ὀνομάτων εἶναι : 1) τῆς α΄ κλίσεως ὀνομ.τὰ λύχνα. γεν. εἰς ἄλλας δὲ κατ’ ἄλλην. -α. -οιν. ἤτοι ἕνα διὰ τὴν ὀνομαστικήν. τῶν πρέσβεων κλπ. τοῖν πολέ-οιν . 3) τῆς γ΄ κλίσεως ὀνομ. αἰτ. νῦν : ὁ πλοῦτος . τοῖν βουλευτ-αῖν .τὼ δένδρ-ω. τοῖν νήσ-οιν . τὰ νῶτα (πρβλ. ὁ ναῦλος . καὶ δι’ αὐτὸ λέγονται. ὁ σῖτος . -ε.4 . 2).τὼ βό-ε. Ὁ δυϊκὸς ἀριθμὸς τῶν ὀνομάτων § 103. αἰτ. § 95. τοῖν δένδρ-οιν˙ γ΄) τὼ ἥρω-ε. τοῖν μούσαιν˙ β΄) τὼ ἰατρ-ώ.. τὰ ζυγὰ . Ἀνώμαλα οὐσιαστικά § 104. τοῖν βο-οῖν . Πολλὰ οὐσιαστικὰ ὀνόματα δὲ σχηματίζονται καὶ δὲν κλίνονται ὁμαλῶς. τοῖν βασιλέ-οιν . τοῖν ἰατρ-οῖν . τοῖν σκελοῖν)· (βλ. ὅσα εἰς τὸν ἔνα ἀριθμὸν κλίνονται κατά τινα κλίσιν.τὼ πόλει. (κατὰ τὴν α΄ κλίσιν) .τὰ σῖτα. καὶ κλητ. πληθ. νῦν : τὸ πεῦκο καὶ ὁ πεῦκος .(τὼ σκέλει. γεν. ἤτοι) διάφορον γένος ἀπὸ τὸ γένος το ἑνικοῦ.. καὶ δοτ. ἀνώμαλα. καὶ δοτ. -ω. καὶ δοτ.τὰ στάδια καὶ οἱ στάδιοι (πρβλ. πληθ. οἵον· α΄) ὁ πρεσβευτής. εἰς τὸν ἄλλον δὲ κατ’ ἄλλην. τὸ στάδιον .οἱ ναῦλοι καὶ τὰ ναῦλα)· 2) διπλογενῆ. (κατὰ τὴν γ΄)· 52 .τὼ νήσ-ω. καὶ ἄλλον διὰ τὴν γενικὴν καὶ δοτικήν. -οιν. καὶ κλητ. ἤτοι κατὰ πάντα συμφώνως μὲ τοὺς κανόνας μιᾶς τῶν τριῶν κλίσεων.ὁ νῶτος .τὼ μούσα. ὅσα εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν ἔχουν (ἔτερον. Ὁ δυϊκὸς ἀριθμὸς τῶν ὀνομάτων πάσης κλίσεως ἔχει δύο μόνον τύπους. ἤ συγχρόνως τὸ αὐτὸ γένος καὶ διάφορον: ὁ λύχνος .καὶ τὸ νῶτον. τοῖν φυλάκ-οιν . -αιν. ὁ δεσμὸς . ἢ εἰς τινας μὲν πτώσεις κατά τινα κλίσιν.τὼ φύλακ-ε.τὰ πεῦκα)˙ 3) ἑτερόκλιτα. τοῦ πρεσβευτοῦ κλπ. τοῖν ἡρώ-οιν . α΄) τὼ βουλευτ-ά.οἱ δεσμοὶ καὶ τὰ δεσμά..τὰ πλούτη. αἰτ.
1)· 3 . τὴν γ΄ κλίσιν)· ε΄) ὁ Ἄρης. τῶν ἀρνῶν. τῆς γυναικός. ἀρν. τὴν γυναῖκα. τὸν Θάλητα (κατὰ. τοῦ ἀμνοῦ κλπ.ον. ἀλλὰ δοτικὴ καὶ χρῷ (κατὰ τὰ ἀττικόκλιτα.ος)· α΄) ὁ κύων.τοῦ Θάλητος. οἱ σέες. (θ. τῆς κλειδός. τὴν κλεῖδα καὶ τὴν κλεῖν . ὦ κύον . 1)· δ΄) ὁ Θαλῆς (= Θαλέης). ταῖς γυναιξὶ κλπ.τὰ πυρά. σεσ-. τοῖς πυοοῖς κλπ. ὦ Οἰδίπου (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν) . τὸν Οἰδίπουν (κατὰ τὰ συνῃρημένα τῆς β΄)· ι΄) ὁ χρώς.) ζ΄) ὁ υἱός. § 82.σι. ὦ Ἄρες (κατὰ τὴν γ΄ καὶ τὴν α΄ κλίσιν). πρβλ. ἀρεν-. τὸν Θαλῆν. τὸν Ἀστυάγην.τοῦ ὀνείρατος (ἐξ ἀχρήστου ὀνομαστικῆς τὸ ὄνειραρ). τοῦ υἱοῦ κλπ. τοῦ Ἄρεως (ἀρχῆθεν Ἄρηος. τῷ Θάλητι. § 97. τοὺς υἱεῖς (κατὰ τὴν γ΄) η΄) ὁ ὄνειρος. (κατὰ τὴν β΄ κλίσιν) . τοῦ μάρτυρος κτλ.τοῦ σπανίου ὀνόματος τῆς γ΄ κλίσεως ὁ ἀρήν. τῇ γυναικί. ὦ γύναι . τοῦ Ἀστυάγους. τῷ υἱεῖ . τοῦ σεός. τῇ κλειδί.τὰ ὀνείρατα. ὦ Θαλῆ (κατὰ τὰ συνῃρ. πρβλ. τῶν κυνῶν. τοῦ ὀνείρου κλπ. κυον. κλειδ-.τῆς α΄ κλίσεως καὶ τὰ ἀττικόκλιτα) . τῷ Ἀστυάγει (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν). τοὺς μάρτυρας κτλ. Τισσαφέρνης καὶ ἄλλα ξενικὰ ὀνόματα). τῶν ὀνειράτων (κατὰ τὴν γ΄)˙ θ΄) ὁ Οἰδίπους.κυν-) β΄) ὁ μάρτυς. τῶν υἱέων. τῷ Οἰδίποδι. τοὺς ἄρνας (ἐκ θ.οἱ υἱεῖς.αἱ κλεῖδες κτλ. τὸν ῎Αρη καὶ Ἄρην. τοῖς κυσὶ κτλ. 4).οἱ ἄρνες.τοῦ υἱέος.τοῦ Οἰδίπου. τὸν ἄρνα . τοῦ γραψίματ.αἱ γυναῖκες. ε.β΄) τὸ πῦρ. μαρτυ-. τῷ Θαλῇ. ὦ μάρτυς . τοῖς υἱέσι. τῶν πυρῶν. ὅσα κλίνοντα μὲν κατὰ μίαν ὡρισμένην κλίσιν εἰς πάσας τὰς πτώσεις. μαρτυρ-)· γ΄) ὁ σής. τῷ χρωτί. ἀλλὰ τὸ θέμα των (μεταπλάσσεται. τὸν κύνα. τῷ ὀνείρατι . τοὺς σέας . σητ-)· δ΄) ἡ κλείς. ῾Ομοίως ὁ Ἀστυάγης (Κυαξάρης. τὸν χρῶτα (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν). κυων-. (κατὰ τὴν β΄ κλίσιν) καὶ τοῦ ἀρνός. τῶν σέων. § 32. τῶν σητῶν. τῷ κυνί. (κατὰ τὴν β΄ κλίσιν) . τὰς κλεῖδας καὶ τὰς κλεῖς (θ.. τοὺς σῆτας (θ· σησ-. § 90 κ.ός. (κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν) . ὦ Ἀστυάγη (κατὰ τὴν α΄)˙ ς΄) ὁ ἀμνός. κλει-) (πρβλ.τοῦ σητ. οἱ σῆτες.οἱ μάρτυρες. τῶν γυναικῶν.οἱ κύνες. τοῖς μάρτυ. (κατὰ τὴν γ΄. (κατὰ τὴν β΄)˙ γ΄) ἡ γυνὴ (κατὰ στὴν α΄ κλίσιν). τὸ γράψιμ. τοῦ πυρὸς κλπ. τοῦ Οἰδίποδος. τοῦ χρωτός. τῷ Ἄρει. τοῦ κυνός. εἰς τὴν φράσιν ἐν χρῷ = ἔως τὸ δέρμα)· 4) μεταπλαστά. τῶν μαρτύρων. ἤτοι) μεταβάλλεται (πρβλ. τῷ ἀρνί. τοῦ Θαλέω. (θ.
ναυ-. ἰδίᾳ δὲ ξενικά· οἷον ὁ Ἀλεξᾶς (ἐκ τοῦ Ἀλέξανδρος). (θ. τῇ Πυκ. Πνυκ-. ταῖς ναυσί. ὦ ναῦ . χερ-)· ζ΄) τὸ γόνυ. τὼ χεῖρε. τῶν χειρῶν.ελέατ. ὦ Ἀλεξᾶ (πρβλ.ὑδατ-)· ια΄) τὸ οὗς. ὁ καταφαγᾶς κλπ. τὸν ᾽Ιησοῦν. τὸν Δί. ὦ ᾽Ιησοῦ (῾Εβραϊκὸν ὄνομα)˙ ὁ Νεκῶς. τοῦ Ποσειδῶνος.ος. τὸν Νεκῶν.ί. τὰ ὧτα . τῷ ᾽Ιησοῦ. τὸ γόνυ .α. τοῦ Ἀπόλλωντος. Δι-)· ιε΄) ἡ Πνύξ.ος).ός.τὰ ἥπατα. ἀλλὰ κατὰ (ἰδίαν. ὦ Ζεῦ (θ.Μεμᾶς)· ὁ Φιλῆς (ἐκ τοῦ Φιλήμων). τοῦ Νεκῶ. τοῦ γόνατ.ος). τὰς ναῦς. ταῖς χερσί. τῶν ἡπάτων κτλ.ί. οὐσ-. τῆς νεὼς (ἀρχῆθεν νηός. ἡπαρ-. (ὅπως τὸ προηγούμενον)˙ θ΄) τὸ ἦπαρ. τῷ Ποσειδῶνι. τὸ οὗς . τοῖς ὕδασι κτλ. τοῖς γόνασι κτλ. ἤτοι ἔχουν τὸν αὐτὸν τύπον εἰς πάσας τὰς πτώσεις· ἄκλιτα δὲ εἶναι : . § 102)· ιβ΄) ὁ Ἀπόλλων. . ὅσα δὲν κλίνονται κατὰ μίαν τῶν τριῶν κλίσεων. τὰς χεῖρας κτλ.ος κτλ. ὦ νῆες (θ.αἱ νῆες. ὦ Φιλῆ (πρβλ.ος)· ι΄) τὸ ὕδωρ. ὠτ-.νί.τὰ γόνατα.ί. ὦ Ἄπολλον (θ. τὸν Διονῦν. ὕδωρ. τοῦ Φιλῆ. τοῖς ὠσί. τοῦ Διονῦ. νε-)· ς΄) ἡ χείρ. τῷ Διονῦ. γονατ-)· η΄) τὸ δόρυ.ι.ός. τοῦ ὕδατ-ος. τῷ Ἀλεξᾷ τὸν Ἀλεξᾶν. γόνυ-.ος.τὰ ὦτ. ἡπατ-)˙ ὁμοίως τὸ δέλεαρ (τοῦ δ. τοῦ Ἀλεξᾶ.τὼ ὧτε. τῷ Ἀπόλλωνι. τοῦ ἥπατ. § 32.· β΄) πολλὰ κύρια ὀνόματα συντετμημένα. τὸν Ἀπόλλωνα καὶ Ἀπόλλω. ὦ Πόσειδον˙ ιδ΄) ὁ Ζεύς. τὸ φρέαρ (τοῦ φρέατ. Ἀπολλων-. τῶν νεῶν.α. τοῦ Δι. Πυκν) 5) ἰδιόκλιτα. (θ. τοῦ δόρατ. τῷ Φιλῇ. Σπυρίδων . τῷ γόνατ. τῷ Δι. τὸ ἧπαρ ..δυϊκ. Γεράσιμος . τοῦ ᾽Ιησοῦ.Πίπης)· ὁ Διονῦς (ἐκ τοῦ Διονύσιος). ἤτοι) ἰδιαιτέραν κλίσιν. τὸ ὕδωρ .αἱ χεῖρες.α (θ. νη-.ι. τῇ νη . τῷ ὕδατ-ι. ὦ Διονῦ˙ ὁ Ἰησοῦς. τοῖν ὥτοιν (θ. Ζευ-. τοῦ ὠτ. τὸ στέαρ (τοῦ στέατ. ὅσα δὲν κλίνονται. χειρ-. τῶν ὤτων. τῷ Νεκῷ. ὡς ὁ φαγᾶς. § 101. ὦ Νεκῶ (Αἰγυπτιακὸν ὄνομα)· 6) ἄκλιτα. τῶν ὑδάτων. τῷ ἥπατ. Ἀπολλον-. τῆς Πυκ. τὴν Πύκν. 4). Ἀπολλο-)· ιγ΄) ὁ Ποσειδῶν (ἀρχῆθεν Ποσειδάων). τῆς χειρὸς κτλ. τὸν Ποσειδῶνα καὶ Ποσειδῶ. Εἶναι δὲ ἰδιόκλιτα : α΄) μερικὰ προσηγορικὰ ὀνόματα εἰς -ᾶς. (θ. τὴν ναῦν.τὰ ὕδατ. τὸν Φιλῆν.ε΄) ἡ ναῦς. τῶν γονάτων.α. τοῖν χερ-οῖν (θ. βλ.νός. τῷ ὠτ.
). ἀρχῆθεν λέξεις Φοινικικαὶ (πρβλ. τὸ ζενίθ. νῦν : ὁ Γκαῖτε.ἐλλειπτικὰ κατὰ πτῶσιν)· α΄) ἐλλειπτικὰ κατ’ ἀριθμὸν εἶναι : 1) τὰ κύρια ὀνόματα· ταῦτα κανονικῶς ἀπαντῶσιν ἦ εἰς μόνον τὸν ἑνικὸν ἢ εἰς μόνον τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν : Μενέλαος. ὁ σίδηρος. τὸ ὄναρ. ἡ Κέρκυρα. τὰ Χριστούγεννα κτλ. τὸ γῆρας κτλ.τὸ φοὺτ.).ἡ γῆ. ἐκ ξένων γλωσσῶν. τὸ δέλτα.τὰ σέβη. τὰ Διονύσια (πρβλ.τὸ ἄλφα (τοῦ ἄλφα κλπ.εἶνα : 1) αἱ λέξεις τὸ ὄφελος. ὁ χρυσὸς . νῦν : τὸ σέβας . εἰς πάντας τοὺς ἀριθμοὺς ἢ εἰς πάσας τὰς πτώσεις (ἐλλειπτικὰ κατ’ ἀριθμὸν . εὔχρηστος μόνον εἰς τὴν γενικὴν εἰς τὴν φράσιν ὑπὸ μάλης (= ὑπὸ τὴν μασχάλην)· 3) ἡ λέξις νέωτα. ὁ Κλεμανσὼ . τὰ ἄρματα = τὰ ὅπλα)· 2) ἡ λέξις μάλη. τὸ ναδίρ) 7) ἐλλειπτικά.ὁ Πειραιεύς. β΄) ἐλλειπτικὰ κατὰ πτῶσιν (ἢ ἅμα καὶ κατ’ ἀριθμὸν).ἡ νεότης.τὰ ᾽Ολύμπια. εὔχρηστος εἰς τὴν φράσιν ἐς νέωτα (= τοῦ χρόνου)· 4) αἱ λέξεις ὦ τᾶν (= ὦ φίλε) καὶ ὦ μέλε (= καλέ μου).). οἱ Δελφοί. αἰτιατικῆς ἑνικοῦ.τὸ τράμ. ὁπωσδήποτε ἀμετάβλητα. αἱ Σπέτσαι. αἱ Ἀθῆναι . ἡ Καρδίτσα. ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ὀνόματα τῶν γραμμάτων. .).). εἰλημμένα. τὸ Πάσχα (τοῦ Πάσχα κλπ. τὸ ῥεκὸρ . τὸ ὕπαρ (= ὀπτασία ἐν ἐγρηγόρσει). τὸ ἔαρ. Ἀριστείδης . ὅσα δὲν εἶναι εὔχρηστα. οἶον ὁ Αδὰμ (τοῦ Ἀδὰμ κλπ. τὰ Παναθήναια. τῷ χρεών·· β΄) πολλὰ ὀνόματα προσώπων ἢ πραγμάτων.). τὰ Κεραύνια . τὸ Πτῷον.μπώλ. οἱ ἐτησίαι (§ 48. 3) .)· 2) τὰ ὀνόματα τῶν μετάλλων ἢ φυσικῶν σωμάτων ἢ φαινομένων : ὁ ἄργυρος. ὁ ἀήρ.). τὸ βῆτα (τοῦ βῆτα κλπ.ὁ ῎Ολυμπος. εὔχρηστοι μόνον κατ’ ὀνομαστικὴν καὶ αἰτιατικὴν τοῦ ἑνικοῦ (πρβλ. ὁ Πύργος. ἡ Πίνδος. τοῦ χρεών. τὸ γάμμα (τοῦ γάμμα κλπ. ὁ οὐρανός. λέξεις ῾Εβραϊκαὶ . ὁ Δαβὶδ (τοῦ Δαβὶδ κλπ.α΄) ἡ λέξις τὸ χρεὼν (= ἡ ἀνάγκη).)· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ δίγαμμα (τοῦ δίγαμμα κλπ. ὁ Ἰώβ (τοῦ Ἰὼβ κλπ.
ἡ εὐγενής.εῖα. ἡ φυγὰς . τὸ εὔελπι. καὶ ταῦτα λέγονται τριγενῆ: ὁ καλός. ἡ ἄκαρπος. καὶ ταῦτα λέγονται δευτερόκλιτα. τὸ βάναυσ. ἡ εὐθεῖα.ύ·· 2) τὰ δικατάληκτα ἐπίθετα κλίνονται ἄλλα μὲν κατα τὴν β΄ κλίσιν.εὐρ. ἡ καλή. τὸ εὐθὺ .ον .ον . δικαί. κακὸν .ὁ ἂρπαξ. ἄλλων δὲ κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν. Ἐκ τῶν ἐπιθέτων : 1) τὰ πλεῖστα ἔχουν τρία γένη. Γενικαὶ παρατηρήσεις § 105. τὸ βάρβαρον . εὐρ. θηλυκὸν καὶ οὐδέτερον. (ὅπλον) βαρύ. Τὰ διγενῆ ἐπίθετα εἶναι μονοκατάληκτα : ὁ πένης. 1) Τῶν τρικαταλήκτων ἐπιθέτων τὸ θηλυκὸν κλίνεται πάντοτε κατὰ τὴν α΄ κλίσιν. λέγονται τρικατάληκτα: κακός.ὁ εὐθύς.ος. ἡ εὔελπις.ὁ εὐγενής. ᾽Επίθετα λέγονται αἱ λέξεις. ἡ βάναυσ. τὸ εὐγενές·· 2) πολλὰ ἔχουν δύο μόνον γένη. λέγονται δικατάληκτα : ὁ. εὐρ.βαρύς. § 107. ἡ βάρβαρος. τὸ ἄκαρπον . καὶ ταῦτα λέγονται τριτόκλιτα : δίκαι. (οἰκία) ὑψηλή. καὶ ταῦτα λέγονται διγενῆ : ὁ φυγάς. § 108. βαρύ· 2) ὅσα ἔχουν δύο καταλήξεις. ᾽Ορισμὸς. ἡ βλάξ. ἤτοι μίαν δι’ ἕκαστον γένος.ύς.ὁ ἄκαρπος. τὸ ἀρσενικὸν καὶ τὸ θηλυκόν. ἡ πένης .ὁ. § 109. § 106.ὁ βλάξ. κακή.ος. ἡ εὐγενής.ὁ. ἄλλα δὲ κατὰ τὴν γ΄ : ὁ. ἤτοι μίαν διὰ τὸ ἀρσενικὸν καὶ τὸ θηλυκὸν καὶ μίαν διὰ τὸ οὐδέτερον. βαρεῖα. τὸ δὲ ἀρσενικὸν καὶ τὸ οὐδέτερον ἄλλων μὲν κατὰ τὴν β΄ κλίσιν.ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ 1 . ἀρσενικόν. τὸ εὐγενές·· . δίκαι.α. ἡ ἂρπαξ. αἱ ὁποῖαι σημαίνουν ποιότητα ἢ ἰδιότητα οὐσιαστικοῦ τινος: (ἄρτος) λευκός. τὸ καλὸν . ᾽Εκ τῶν τριγενῶν ἐπιθέτων : 1) ὅσα ἔχουν τρεῖς καταλήξεις.
ὲ καλ.ων δικαί.ὸς καλ. β).α (βλ.1) : νέ.ος. δικαιο-) δίκαι.οι δίκαι.ων δικαί.αὶ καλ.α δικαί. .3) τὰ μονοκατάληκτα ἐπίθετα κλίνονται τὰ πλεῖστα κατὰ τὴν γ’ κλίσιν. καλο-.ὰ καλ. τότε τὸ θηλυκὸν λήγει εἰς α μακρὸν (§ 50. Ἀσυναίρετα § 110.αῖς καλ. σοφὴ .ῶν καλ.οις δικαί. Τῶν τρικαταλήκτων εἰς -ος ἐπιθέτων τὸ θηλυκόν : 1) κανονικῶς λήγει εἰς -η : σοφός.αι δίκαι.ῳ δικαί.οις δίκαι.ῶν καλ.αν δίκαι.ων δικαί. Κλίσις τῶν ἐπιθέτων Α ΄ ) Δ ε υ τ ε ρ ό κ λ ιτ α 1.ὰ καλ.τέλει.ὰ δίκαι.ου δίκαι. δικαια-.ον δικαί.αι δικαί.α . νέ.ος δικαί.ας δίκαι.οι δίκαι. Ἀλλ’ ὅταν πρὸ τῆς καταλήξεως -ος τοῦ ἀρσενικοῦ ὑπάρχῃ φωνῆεν ἢ ρ.ον Πληθυντικὸς καλ.ος. τερπνή. § 46.ὴν καλ.τερπνός.ον δικαί. 2.ῆς καλ. καλη-. α.α δίκαι. § 53.αις δικαί. 2.οῖς καλ.ας δικαί.ε δικαί.οὺς καλ.ὸν καλ.αὶ καλ.ῶν καλ.ὰς καλ.οὶ καλ.ους δικαί.ὴ καλ.ου δικαί. Παραδείγματα δευτεροκλίτων ἀσυναιρέτων ἐπιθέτων ῾Ενικὸς (θ.οὶ καλ.α δίκαι.ὸν καλ.οῦ καλ.ὸν (θ.ῇ καλ.οῖς καλ.ῷ καλ.ῷ καλ. καλο-) καλ. § 111.ᾳ δικαί.ὴ καλ. δικαιο-.ὸν καλ.οῦ καλ.ον δίκαι.ῳ δικαί.α δίκαι.
ος.. Μερικὰ σύνθετα εἰς -ος εἶναι τρικατάληκτα.· 2) μερικὰ ἁπλᾶ.τιμος. ἐναντίον . ἡ ἐρήμη ἢ ἔρημος. εὐδαιμονικόν. ἐξεταστική.α . ἀρχαίων) . νεκρ. τὸ ἀνάξιον.δοξος κλπ. τὸ ἔρημον . (ὁ. ᾽Εκ τῶν εἰς -ος ἐπιθέτων δικατάληκτα εἶναι : 1) τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν συνθέτων εἰς -ος : (ὁ. μικρῶν (μικροί. ἀντάξιον . κίβδηλος. § 112. 2.μικραί. πλουσιων (πλούσιοι. ἡ) ἀθάνατος.ιμος·· 3) τὰ ἐπίθετα βάναυσος. ἡ ἀναξία ἢ ἀνάξιος. ἡ) βόρ. (ὁ. παγκάλη.τελεί. Σημείωσις. τὸ βέβαιον -ὁ ἔρημος.ἐναντίος. ἀνταξία. ἡ) ἐπί. πλουσίων) . ἤρεμος. πάγκαλον. ἀρχαίων (ἀρχαῖοι.νεκρ. ἥμερος. ἠ βεβαία ἢ βέβαιος. Μερικὰ δὲ ἁπλᾶ ἢ σύνθετα εἰς -ος εἶναι συγχρόνως τρικατάληκτα καὶ δικατάληκτα : ὁ βέβαιος. ἐξεταστικὸν .(εὐδαίμων) εὐδαιμονικός. ἡ ἀναιτία ἢ ἀναίτιος.ὁ ἀνάξιος. ἡ) ἄ. ἡ) γαμήλ. ἥσυχος.καρπος. Παραδείγματα δευτεροκλίτων συνῃρημένων ἐπιθέτων .ἀρχαῖαι. (ὁ.η)· 2) εἰς τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικὴν καὶ γενικὴν τονίζεται ὅπου καὶ ὅπως τὸ ἀρσενικὸν εἰς τὰς ἰδίας πτώσεις : πλούσιαι. (ὁ.ός. ἡ) ἔν.ειος.πάγκαλος. λάβρος.ὁ ἀναίτιος. μικρῶν). ὀγδό.ιος. ὡς ἀντάξιος. λάλος. τὸ ἀναίτιον . βάρβαρος.ὰ (πλὴν ὄγδο. (ὁ. ἡ) δόκ. ῾Ομοίως τὰ εἰς -ικος παρασύνθετα : (ἐξεταστὴς) ἐξεταστικός. ἐναντία. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ειος ἢ -ιος ἢ -ιμος : (ὁ. εὐδαιμονική. Συνῃρημένα § 113.
τὸ εὔπλουν . ἁπλῆ. ροῦς. τὁ χρυσοῦν : ἁπλοῦς. Ἀλλ’ ὅταν πρὸ τῆς καταλήξεως -ους τοῦ ἀρσενικοῦ ὑπάρχῃ ε ἢ ρ. § 57 κ.῾Ενικὸς (θ.). Παρατηρήσεις § 114.ὁ. τὸ εὔρουν . χαλκῆ. τὸ ἄχρουν. Τὰ τρικατάληκτα συνῃρημένα εἰς -οῦς ἐπίθετα κανονικῶς σχηματίζουν τὸ θηλυκὸν εἰς -ῆ : κυανοῦς. χρυσεο-. 1). κυανῆ . ἡ ἄχρους. § 116. ἡ κακόνους. ἁπλοῦν . ἀργυρᾶ· (πρβλ. χροῦς : ὁ. κεραμεᾶ ἀργυροῦς.χαλκοῦς. τότε σχηματίζουν τὸ θηλυκὸν εἰς -α : ἐρεοῦς. Δικατάληκτα συνῃρημένα εἰς -ους ἐπίθετα εἶναι σύνθετα ἐπίθετα μὲ δεύτερον συνθετικὸν τὰς λέξεις νοῦς. εὐνου-) ὁ τοῦ τῷ τὸν ἡ εὔνους τὸ εὔνουν τῆς εὔνου τοῦ εὔνου τῆ εὔνῳ τῷ εὔνῳ τὴν εὔνουν τὸ εὔνουν Πληθύντικος χρυσοῖ χρυσῶν χρυσοῖς χρυσοῦς χρυσαῖ χρυσῶν χρυσαῖς χρυσᾶς χρυσᾶ χρυσῶν χρυσοῖς χρυσᾶ οἱ αἱ τῶν τοῖς ταῖς τοὺς τὰς εὖνοι τὰ εὔνοα εὔνων τῶν εὔνων εὔνοις τοῖς εὔνοις εὔνους τὰ εὔνοα (βλ. ἡ εὔρους. Σημείωσις. Τῶν δικαταλήκτων συνῃρημένων εἰς -ους ἐπιθέτων 1) τὸ -οα τοῦ πληθυντικοῦ τοῦ οὐδετέρου μένει ἀσυναίρετον : τὰ εὔπλοα. § 115. ἐρεᾶ . τὸ κακόνουν . εὐνοο-. χρυσεᾶ-. χρυσεο-) χρυσοῦς χρυσοῦ χρυσῷ χρυσοῦν χρυσῆ χρυσῆς χρυσῆ χρυσῆν χρυσοῦν χρυσοῦ χρυσῷ χρυσοῦν (θ. διπλοῦν κλπ. διπλῆ. τὰ ἂχροα· 2) ἡ ἐκ συναιρέσεως προερχομένη κατάληξις -οι τῆς πληθυντικῆς . Τὰ πολλαπλασιαστικὰ ἀριθμητικὰ εἰς -πλοῦς εἶναι τρικατάληκτα καὶ κλίνονται κατὰ τὸ συνῃρημένον ἐπίθετον ὁ χρυσοῦς.ὁ. ἡ εὔπλους. § 111.κεραμεοῦς. πλοῦς.ὁ. ἑ.διπλοῦς. ἠ χρυσῆ.
πλέων)˙ 2) εἰς τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικὴν. Τρικατάληκτα § 119. Β ΄ ) Τ ρ ιτ ό κ λ ιτ α 1. ἡ ἀξιόχρεως. ἡ ἀγήρως. αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ οὐδετέρου ἔχουν κατάληξιν οὐχὶ -ω.ὁ.ὀνομαστικῆς ὡς πρὸς τὸν τονισμὸν λαμβάνεται ὡς βραχεῖα : οἱ εὖνοι. τὸ ἀγήρων . ἱλεω-) ὁ ἡ ἵλεως τοῦ τῆς ἵλεω τῷ τῇ ἵλεῳ τὸν τὴν ἵλεων ὦ ἵλεως τὸ τοῦ τῷ τὸ ὦ ἵλεων ἵλεω ἵλεῳ ἵλεων ἵλεων οἱ αἱ ἵλεῳ τὰ τῶν ἵλεων τῶν τοῖς ταῖς ἵλεῳς τοῖς τοὺς τὰς ἵλεως τὰ ὦ ἵλεῳ ὦ ἵλεα ἵλεων ἵλεῳς ἵλεα ἵλεα Πληθυντικὸς Παρατηρήσεις § 118. ἡ εὔκερως.ὁ. εὗχροι (ὅπως π. Τὰ ἀττικόκλιτα ἐπίθετα 1) εἶναι δικατάληκτα : ὁ.χ. 3. τὸ ἔμπλεων . Φωνηεντόληκτα. τὰ δίκαια). Παραδείγματα τρικαταλήκτων ἐπιθέτων 60 . ἀλλὰ -α. ὅπως τὰ οὐδέτερα τῆς κοινῆς β΄ κλίσεως : τὰ ἔμπλεα (ὅπως π. Ἀττικόκλιτα § 117. ἡ ἔμπλεως. Παραδείγματα ἀττικοκλίτων ἐπιθέτων Ἑνικὸς (θ. οἱ ταῦροι). τὸ εὔκερων˙ τρικατάληκτον δὲ εἶναι μόνον τὸ ἐπίθετον πλέως (πλέα. χ. τὸ ἀξιόχρεων -ὁ.
ος ἡμίσει ἥμισυ ἥμισυ Πληθυντικὸς εὐθεῖς εὐθεῖαι εὐθέ-ων εὐθειῶν εὐθέ-σι εὐθείαις εὐθεῖς εὐθείας εὐθεῖς εὐθεῖαι εὐθέ-α εὐθέ-ων εὐθέ-σι εὐθέ-α εὐθέ-α ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσε-α (καὶ ἡμίση) ἡμισέ-ων ἡμισειῶν ἡμισέ-ων ἡμίσε-σι ἡμισείαις ἡμίσε-σι ἡμίσεις ἡμισείας ἡμίσεα (καὶ ἡμίση) ἡμίσεις ἡμίσειαι ἡμίσεα (καὶ ἡμίση) § 12Ο.ος ἡμίσει ἥμισυ.)· βαρύτονα δὲ εἶναι μόνον τὸ ἥμισυς καὶ θῆλυς (θήλεια. ὡς ὁἡ εὔβοτρυ.ν τὸ εὔβοτρυ κλπ. ταχὺς κτλ.ος τῷ τῆ εὐβότρυ. οἱ αἱ εὐβότρυ. -υος ἢ -εος) σύνθετα. § 121. διπήχε. κλπ.ων κλπ. δίπηχυ. Τὸ δὲ θηλυκὸν αὐτῶν σχηματίζεται ἀπὸ τὸ θέμα. μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα φωνηεντόληκτον.ν ἥμισυ ἡμίσεια ἡμισείας ἡμισείᾳ ἡμίσειαν ἡμίσεια ἥμισυ ἡμίσε.ων τῶν εὐβοτρύ.ν εὐθὺ εὐθεῖα εὐθείας εὐθείᾳ εὐθεῖαν εὐθεῖα εὐθὺ εὐθέ. μὲ τὴν κατάληξιν -ια : (βαρέ.ος διπήχει δίπηχυ κλπ.ς εὐθέ.ων κλπ. -υος ἢ -εως).Ἐνικὸς εὐθὺ.ς διπήχε.ος εὐθεῖ εὐθὺ. εὐρύς.α (καὶ διπήχη) 61 .ια) βαρεῖα. δίπηχυ διπήχε.ϊ τὸν τὴν εὔβοτρυ.ς τὸ ευβοτρυ τοῦ τῆς εὐβότου. τὸ ὁποῖον λήγει εἰς -υς (γεν.ος εὐθεῖ εὐθὺ εὐθὺ ἥμισυ.ν κλπ. τὸ ὁποῖον λήγει εἰς -ε.ς ἡμίσε. βαρύς.ες τὰ εὐβότρυ.ος τοῦ εὐβότρυ. διπήχεις διπηχέ.ος διπήχει δίπηχυ. κλπ. Κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν κλίνονται καὶ δικατάληκτα ἐπίθετα εἰς -υς (γεν. Τὰ εἰς -υς τρικατάληκτα ἐπίθετα τὰ πλεῖστα εἶναι ὀξύτονα : (βαθύς. παχύς.α τῶν εὐβοτρύ. θῆλυ).ϊ τῷ εὐβότρυ.
α ἅπαντ.ων ἄκου. ὑλήεις.σι ἄκοντ.πάντες. ἀστερόεν).α (βλ. Κατὰ τὸ ἐπίθετον χαρίεις κλίνονται καὶ τὰ ἐπίθετα ἀστερόεις (ἀστερόεσσα. Κατὰ τὰ ἅπας κλίνεται καὶ τὸ ἐπίθετον πᾶς.σι ἅπαντ.ες ἄκουσαι ἄκοντ. πᾶσα.α ἅπασαν ἅπας ἅπασα (θ.ος χαριέσσης ἅπαντ. ε΄ καὶ § 101 . 4.ς χαρίεντ.ες ἅπασαι ἅπαντ. πᾶν (παντός. πάντων).ος χαρίεντ. παντὶ .ι ἆκον ἆκον χαρίεντ-ες χαρίεσσαι χαρίεντ-α χαριέντ-ων χαριεσσῶν χαριέντ-ων χαρίε-σι χαριέσσαις χαρίε-σι χαρίεντ-ας χαριέσσας χαρίεντ-α χαρίεντ-ες χαρίεσσαι χαρίεντ-α Πληθυντικὸς ἄκοντ.ι χαρίεντ.α ῾Ενικὸς ἄκων ἄκοντ. α΄) Ἀφωνόληκτα ῾Ενικὸς (θ. ε.ος ἄκοντ. Τούτων ἡ πληθυντικὴ δοτικὴ καὶ τὸ θηλυκὸν σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα εἰς -ετ : (τοῖς φωνήετ.§ 103).ες ἅπασαι ἅπαντ.σι=) φωνήεσι. ἐκὸν· (βλ. (βλ.ος ἄκοντ. φωνῆεν) κτλ. (ἡ φωνήετ-ια=) φωνήεσσα (βλ.ας ἀκούσας ἄκοντ.ων ἀκουσῶν ἀκόντ. ἁπαντ-) ἅπας ἅπασα ἅπαντ.ες ἄκουσαι ἄκοντ.ος ἁπάσης ἅπαντ. φωνήεις (φωνήεσσα. 4 καὶ § 36. χαριεντ-.ας ἁπάσας ἅπαντ. Κατὰ τὸ ἄκων κλίνεται καὶ τὸ ἐπίθετον ἐκών. χαριετ-) χαρίεν χαρίεντ.ων ἁπασῶν ἁπάντ. ἰχθυόεις. 62 . Σημείωσις. 4 καὶ § 81). ἐκοῦσα. § 36. § 33.ι ἁπάσῃ ἅπαντ.α χαρίεσσαν ἅπαν χαρίεν χαρίεσσα Πληθυντικὸς ἅπαντ.σι ἀκούσαις ἄκου.ι χαρίεν χαρίεν ἅπαν χαρίτις χαρίεσσα ἅπαντ. § 80 κ. 4 γ΄).2.α ἀκόντ.α ἄκοντ.α ἁπάντ. Συμφωνόληκτα § 122.ι χαριέσσῃ ἅπαν χαρίεντ. § 36.ων ἅπα-σι ἁπάσαις ἅπα.ι ἄκοντ-α ἆκον ἄκουσα ἀκούσης ἀκούσῃ ἄκουσαν ἄκουσα ἆκον ἄκοντ.).
τοῦ. τῆς βλακ. § 81 κ. (βλ. τὸ ἂχαρι . αἱ εὐέλπιδες. ἡ φυγὰς . τῆς ἀχάριτος . οἷον ὁ. τῆς μονόδοντος. μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα οὐσιαστικὸν τριτόκλιτον ἀφωνόληκτον. § 33.τόν.ὸς κτλ. 3 .) 2) μονοκατάληκτα ἐπίθετα ἁπλᾶ ἢ σύνθετα. ἡ εὔελπις. ἡ ἄχαρις.τοῦ.τοῦ. τὸ μονόδουν . τῆς ἅρπαγ-ος κτλ. τῆς ἐπήλυδος κτλ. Ἀφωνόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα εἶναι προσέτι : 1) δικατάληκτα ἐπίθετα σύνθετα. ἡ ἄπαις .ες μέλαιναι μέλαν. 35).§ 123. μελαν-) μέλας μέλαν.σι μελαίναις μέλα.α μέλαν.· ὁ. ὁ.ας μελαίνας μέλαν.τόν.τοῦ.τοῦ.ων μελαινῶν μελάν. τῶν εὐελπίδων κτλ. τὴν ἄχαριν κτλ. τὸ δίπουν κτλ.α Πληθυντικὸς Οὕτω κλίνεται καὶ τὸ ἐπίθετον τάλας (τάλαινα. οἷον ὁ.σι μέλαν.ος κτλ.ος μέλαν. (βλ. τὸ εὔελπι .ι μέλαν μέλαν μέλαν.τοῦ. οἱ. τῆς εὐέλπιδος . ἡ δίπους. ἡ ἔπηλυς . ἡ βλὰξ . .α μέλαν μέλαινα μελαίνης μελαίνῃ μέλαιναν μέλαινα μέλαν μέλαν. ἡ ἅρπαξ .τοῦ.ων μέλα. τὴν εὔελπιν κτλ. ἑ. β΄) ᾽Ενρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα § 124. . Σημ. τάλαν)· (βλ. 1)· ὁ. ὁ.ος μέλαν. § 82. τῆς φυγάδ-ος κτλ. ὁ.τοῦ. τοῦ μονόδοντος κτλ. Τὰ ἐπίθετα ταῦτα κλίνονται κατὰ τὸ πλεῖστον ὅπως καὶ τὸ δεύτερον συνθετικόν των. α΄ Τρικατάληκτα ῾Ενικὸς (θ. τῆς ἄπαιδ. .α μελάν.· (βλ.ες μέλαιναι μέλαν.ος κτλ.·· ὁ. ἡ πένης . τῆς πένητ. § 82)· ὁ. ἡ μονόδους. ὁ.ι μέλαν.τοῦ.
ας τὰ ἀπάτορ.ων τοῖς ταῖς εὐδαίμο.πᾶς. πασῶν. τάλαινᾰ· 2) εἰς τὴν γενικὴν τοῦ πληθυντικοῦ τονίζεται πάντοτε ἐπὶ τῆς ληγούσης : τῶν ταχειῶν. 2). Α.σι τοῖς ἄρρε-σι τοὺς τὰς ἄρρεν.ι τῷ ἀπάτορ-ι τὸν τὴν ἀπάτορ.ες ὦ εὐδαίμον.ων τοῖς ταῖς ἀπάτορ-σι τοῖς ἀπάτορ-σι τοὺς τὰς ἀπάτορ. 64 . καὶ § 111.φωνήεις.ι τῷ ἄρρεν.τάλας. ταλαινῶν (βλ.ος ἄρρεν. § 126.α εὐδαίμον.ες ὦ ἄρρεν.ι ἄρρεν. εὐδαιμων-. Δικατάληκτα ῾Ενικὸς (θ.ας τὰ ὦ εὐδαίμον.ι εὐδαίμον. φωνήεσσᾰ . β΄.ες τὰ τῶν εὐδαιμόν. ἑκοῦσᾰ . φωνηεσσῶν.ἑκών. ἑκουσῶν. εὐδαιμον-) ὁἡ τοῦ τῆς τῷ τῇ τὸν τὴν ὦ εὐδαίμων εὐδαίμον-ος εὐδαίμον. σελ.ος τοῦ ἀπάτορ-ο τῷ τῆ ἀπάτορ.α τὸ ἄρρεν ἄρρεν Πληθυντικὸς οἱ αἱ εὐδαίμον. ἀρρεν-) ὁ ἡ τοῦ τῆς τῷ τῇ τὸν τὴν ὦ ἄρρην τὸ ἄρρεν ἄρρεν.α εὐδαίμο. 13 .α ῾Ενικὸς ὁ ἡ ἀπάτωρ τὸ ἀπάτορ τοῦ τῆς ἀπάτορ.α οἱ αἱ. ἐν ᾖ συλλαβῇ ἔχει αὐτὸν ἡ εὐθεῖα ».ἄρρεν.ων τοῖς ταῖς ἄρρε. ἀρρεν-. 419.ες τὰ ἀπάτορ-α τῶν ἀπατόρ.α ὦ ἄρρεν. πᾶσᾰ .ορ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς κλητικαὶ ἐν ταύτῃ τῇ συλλαβῇ φυλάττουσι τὸν τόνον.α ὦ ἀπάτορ.σι τοῖς τοὺς τὰς εὐδαίμον.ας τὰ ἄρρεν.§ 125. Τῶν τριτοκλίτων τρικαταλήκτων ἐπιθέτων τὸ θηλυκὸν 1) λήγει πάντοτε εἰς α βραχύ : ταχύς.α τῶν ἀρρέν.ες τὰ ἄρρεν.α εὔδαιμον τὸ εὔδαιμον τοῦ εὐδαίμον-ος τῷ εὐδαίμον-ι τὸ εὔδαιμον (θ.α τὸ ἀπάτορ ὦ ἀπάτορ* Πληθυντικὸς οἱ αἱ ἀπάτορ.σι εὐδαίμον.α * «αἱ δὲ είς .ες ὦ ἀπάτορ.16. ῾Ηρῳδιανός. ταχεῖᾰ .ος τοῦ ἄρρεν.
ὁ ή ὑψαύχην. γένος) .(νοήμων.ὁ. σέβομαι) . τὸ ἀμνῆμον· (ὁ. γ΄) Σιγμόληκτα § 129. τὸ νοῆμον) ὡ νοῆμον (ἄρρην. τοῦ τῆς μάκαρ. τὸ ἀμελὲς (ἀ. τὸ ἐλεῆμον) ὦ ἐλεῆμον . ἡ εὐσεβής. ὁ ἡ μακρόχειρ.ος. ἡ πλήρης.ὁ. κτλ. καὶ ἂν εἶναι διπλόθεμα. Τὰ σιγμόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα εἶναι πάντα δικατάληκτα. ἡ μεγαλόφρων) ὦ μεγαλόφρον.ὁ.ὁ. ἡ ἀμνήμων) ὦ ἀμνῆμον.ος) ὦ ἄρρεν . μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα οὐδέτερον σιγμόληκτον είς -ος ἢ ῥῆμα : ὁ. ὄζω. ἡ εὐγενής. μέλει) . τοῦ τῆς ὑψαύχεν. ἡ ἀμελής. ἀπάτορ. ὀδ-). ἡ εὐώδης. ἡ ὑγιής.ος) ὦ ἀπάτορ·· 2) ἐκ τῶν συνθέτων εἰς -ων τὰ πλεῖστα ἀναβιβάζουν τὸν τόνον εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν) τοῦ οὐδετέρου : (ὁ. ἡ εὐσχήμων) ὦ εὔσχημον. ὁμοίαν μὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα : ὦ μέλαν.(ἐλεήμων. ᾽Ενρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα εἶναι προσέτι μονοκατάληκτα ἐπίθετα ἁπλᾶ ἢ σύνθετα μὲ δεύτερον συνθετικὸν ὄνομα οὐσιαστικὸν τριτόκλιτον ἐνρινόληκτον ἢ ὑγρόληκτον. κτλ. τὸ εὔσχημον· ἀλλὰ (ὁ. τὸ ὑγιὲς .(ἀπάτωρ. ἄρρεν. Παραδείγματα .§ 127. θ. κτλ. ἡ εὐγνώμων) ὦ εὔγνωμον. τὸ εὐγενὲς (εὖ. ὦ τάλαν . τὸ εὐῶδες (εὖ. τοῦ τῆς μακρόχειρ.ὁ. σύνθετα δὲ τὰ πλεῖστα. τὸ εὔγνωμον· (ὁ. τὸ πλῆρες . διπλόθεμα. οἷον ὁ ἡ μάκαρ. τὸ εὐσεβὲς (εὖ. § 128. Τὰ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα τριτόκλιτα ἐπίθετα 1) τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τὴν σχηματίζουν πάντα ὁμοίαν μὲ τὸ θέμα.ος. τὸ μεγαλόφρον.ος. εἰς -ης τὸ ἀρσενικὸν καὶ θηλυκὸν καὶ εἰς -ες τὸ οὐδέτερον.
ἡ εὐσεβής. ὦ εὐσεβὲς . ὦ αὔταρκες. ἐπιμελεσ-) ὁἡ τοῦ τῆς τῷ τῇ τὸν τὴν ἐπιμελὴς τὸ ἐπιμελὲς οἱ αἱ ἐπιμελεῖς τὰ ἐπιμελῆ ἐπιμελοῦς τοῦ ἐπιμελοῦς τῶν ἐπιμελῶν ἐπιμελεῖ τῷ ἐπιμελεῖ τοῖς ταῖς ἐπιμελέσι τοῖς ἐπιμελέσι ἐπιμελῆ τὸ ἐπιμελὲς τοὺς τὰς ἐπιμελεῖς τὰ ἐπιμελῆ ὦ ἐπιμελὲς ὦ ἐπιμελεῖς ὦ ἐπιμελῆ ῾Ενικὸς Πληθυντικὸς (θ. Τὰ εἰς -ης. εἰς δὲ τὴν πληθυντικὴν γενικὴν παντὸς γένους τονίζονται εἰς τὴν παραλήγουσαν παρὰ τὸν κανόνα : ὁ.. τὰς εὐγενεῖς· 3) τὰ βαρύτονα εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν (αἰτιατικὴν καὶ κλητικὴν) τοῦ οὐδετέρου ἀναβιβάζουν τὸν τόνον. ἡ αὐτάρκης. ἐπιμελησ-.῾Ενικὸς Πληθυντικὸς (θ. τὴν δὲ πληθυντικὴν αἰτιατικὴν ὁμοίαν μὲ τὴν πληθυντικὴν ὀνομαστικήν : ὁ. αἱ εὐγενεῖς) τούς. αἱ πλήρεις.(οἱ. τὸ σύνηθες . εὐηθησ.οἱ. ἡ συνήθης. -ες σιγμόληκτα τριτόκλητα ἐπίθετα 1) ἀπὸ τὸ ἰσχυρὸν θέμα σχηματίζουν μόνον τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ γένους· 2) τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ γένους τὴν μὲν ἑνικὴν κλητικὴν σχηματίζουν ὁμοίαν μὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα. ὦ σύνηθες.ὁ. τῶν πλήρων (ἐκ τοῦ πληρέσ . .ων. τὸ αὔταρκες . τὰ πλήρη. εὐηθεσ-) ὁἡ τοῦ τῆς τῷ τῇ τὸν τὴν εὐήθης τὸ εὐήθους τοῦ εὐήθει τῷ εὐήθη τὸ ὦ εὔηθες εὔηθες οἱ αἱ εὐήθεις εὐήθους τῶν εὐήθει τοῖς ταῖς εὐήθεσι εὔηθες τοὺς τὰς εὐήθεις ὦ εὐήθεις τὰ εὐήθη εὐήθων τοῖς εὐήθεσι τὰ εὐήθη ὦ εὐήθη Παρατηρήσεις § 130.
τὴν τριήρη. Τονίζονται κανονικῶς εἰς τὴν ἑνικὴν κλητικὴν τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ εἰς τὸ οὐδέτερον τὰ σύνθετα ὅσα λήγουν εἰς -ώδης. ὦ τριῆρες . τὸ ἐξῶλες . -ώλης καὶ -ήρης : εὐώδης.ων) .ἐξώλης. τὸ εὐῶδες . ἐγένετο δὲ οὐσιαστικὸν ἡ λέξις αὕτη κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως ναῦς.αἱ τριήρεις. τῶν τριήρων. § 25). 3. ταῖς τριήρεσι. Ἀνώμαλα ἐπίθετα § 131. Σημείωσις 2. ὦ εὐῶδες. πρᾶος. Σημείωσις 1. 67 . ὦ ξιφῆρες. πολύς. Συνήθη ἀνώμαλα ἐπίθετα τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι πέντ : μέγας. Ἐπίθετον εἰς -ης ἀρχῆθεν ἦτο καὶ ἡ λέξις ἡ τριήρης (τῆς τριήρους. εὐμεγεθέ-ων) (βλ. σῶος ἢ σῶς καὶ φροῦδος. τῶν εὐμεγέθων (ἐκ τοῦ εὐμεγεθέσ-ων.οἱ. αἱ εὐμεγέθεις. τὸ ξιφῆρες. τῇ τριήρει.ξιφήρης. τὰ εὐμεγέθη. τὰς τριήρεις).πληρέ . ὦ ἐξῶλες.
Παράρτημα Κλίσις τῶν μετοχῶν .καὶ μεγαλο-) μέγας μεγάλη μεγάλο μεγάλης μεγάλῳ μεγάλῃ μέγα-ν μεγάλην ὦ μέγα ἢ μεγάλε μεγάλη μέγα μεγάλου μεγάλῳ μέγα μέγα μεγάλοι μεγάλων μεγάλοις μεγάλους μεγάλοι μεγάλαι μεγάλων μεγάλαις μεγάλας μεγάλαι μεγάλα μεγάλων μεγάλοις μεγάλα μεγάλα (θ. μεγα. πολυ. Τὸ δὲ φροῦδος. πραέα πραέων πραέσι πραέα ὁ σῶς τὸν σῶν ἡ σῶς τὴν σῶν τὸ σῶν τὸ σῶν οἱ σῷ τοὺς σῶς αἱ σῷ τὰς σῶς τὰ σᾶ τὰ σᾶ Οἱ ἄλλοι τύποι ἀναπληροῦνται ὑπὸ τοῦ ὁμαλοῦ σῶος. σῶον.καὶ πραε-) πρᾶος πράου πράῳ πρᾶον πραεῖα πραείας πραείᾳ πραεῖαν κτλ. φροῦδον εἶναι ἐλλειπτικὸν καὶ εὑρίσκεται μόνον εἰς τὴν ὀνομαστικὴν τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ. σώα.Ἑνικὸς Πληθυντικὸς (θ. φρούδη (καὶ φροῦδος).καὶ πολλο-) πολὺς πολλοῦ πολλῷ πολὺ-ν πολὺ πολλὴ πολλῆς πολλῆ πολλὴν πολλῆ πολὺ πολλοῦ πολλῷ πολὺ πολὺ πολλοὶ πολλῶν πολλοῖς πολλοὺς πολλοὶ πολλαὶ πολλῶν πολλαῖς πολλὰς πολλαὶ πολλὰ πολλῶν πολλοῖς πολλὰ πολλὰ (θ. πρᾶον πράου πράῳ πρᾶον πρᾶοι πραέων πραέσι πράους πραεῖαι πραειῶν πραείαις πραείας κτλ. πραο.
α. ἄλλων δὲ κατὰ τὴν τρίτην (πρβλ. § 110.οἱ λούσαντ-ες. -οῦσα.. λελυκυσ-) (θ. -οῦν) : γράφων. 2. τοῦ λούσαντ-ος κτλ. μένον: γραφόμενος. ὦ γράφουσα. διδὸν (τοῦ διδόντ.ος λελυκυίας λελυκότ. -ῶσα. ὦ διδὸν . . τιμῶσα (τιμώσης).ος) (πρβλ. ὦ παιδευθὲν . Αἱ δευτερόκλιτοι μετοχαὶ λήγουν πᾶσαι εἰς -μένος. § 125. -ῦσα. γεγραμμένη. § 122.α.γεγραμμένος. γράφουσα.οἱ ἀπολλύντ. τῆς ἀπολλύσης. Πᾶσαι αἱ μετοχαὶ εἶναι τρικατάληκτοι καὶ (ὅπως τῶν τρικαταλήκτων ἐπιθέτων) τὸ μὲν θηλυκόν των κλίνεται πάντοτε κατὰ τὴν πρώτην κλίσιν. τὸ δὲ ἀρσενικὸν καὶ τὸ οὐδέτερον ἄλλων μὲν κατὰ τὴν δευτέραν κλίσιν.. τῆς παιδευθείσης κτλ. καλή.) (πρβλ. παιδευθὲν (τοῦ παιδευθέντ-ος. αἱ γράφουσαι. τοῖς λούσασι κτλ. ὦ διδούς. τοῖς ἀπολλῦσι κτλ. (θ. ὦ λούσας.α.οἱ γράφοντ.) (πρβλ. λούσασα. ὦ ἀπολλὺν . ἀπολλῦσα.ες. τοῖς παιδευθεῖ-σι κτλ. ἀνδριάς. ὦ γράφων. § 109. Ξενοφῶν) . λελυκοτ-) (θ. τῆς λουσάσης. γράφον (τοῦ γράφοντ. τὰ γράφοντ.σι κτλ. -ἄν: λούσας. τὰ παιδευθέντ-α. τὰ λούσαντ-α. τιμῶν (τιμῶντ. -ός : λελυκώς. ὀδόντος)· 4) εἰς -ύς.ος κτλ. τοῦ διδόντ. καλοῦσα (καλούσης) καλοῦν (καλοῦντ.§ 132. αἱ λούσασαι. ὦ παιδευθείς. λελυκός. λελυκυῖα.ος).ες.) (βλ. διδοῦσα. § 80). τοῖς διδοῦ. τὰ ἀπολλύντ. -εῖσα. 1). λοῦσαν (τοῦ λούσαντ-ος. -μένη. -ον (ἢ -ῶν. αἱ διδοῦσαι. -υῖα.ος κτλ.τιμῶν (τιμῶντ-ος). -ῶν ἢ -ῶν. παιδευθεῖσα.γραφομένη.. αἱ ἀπολλῦσαι. ὦ ἀπολλύς. § 134.ος. ὦ ἀπολλῦσα. ἅπας)· 2) εἰς -είς. αἱ παιδευθεῖσαι. καλός. ἀπολλὺν (τοῦ ἀπολλύντος.) (βλ. § 80. ὦ διδοῦσα..) (πρβλ.σι κτλ. § 122. τοῖς γράφου. -όν: διδούς. τοῦ ἀπολλύντ. ὦ γράφον. ἄκων) . -έν: παιδευθείς. τὰ διδόντ.ος λελυκότ.ι .ος. καλόν). -ύν : ἀπολλύς. § 82. τῆς γραφούσης. τοῦ γράφοντ. τῆς διδούσης. ὦ λοῦσαν .καλῶν (καλοῦντ. ᾶσᾰ. -οῦσα. Αἱ τριτόκλιτοι μετοχαὶ λήγουν 1) εἰς -ᾶς. καὶ § 122)· 5) εἰς -ων.οἱ παιδευθέντ-ες. ὀδούς. λελυκοσ-. ὦ λούσασα. χαρίεις)˙ 3) εἰς -ούς. λελυκωσ-. γραφόμενον .ες. λελυκοτ-) λελυκὼς λελυκυῖα λελυκὸς λελυκότ. -οῦσα.οἱ διδόντ. § 133. γεγραμμένον (βλ. Σημ.ι λελυκυίᾳ λελυκότ. ὦ παιδευθεῖσα.ος κτλ.ος)· 6) εἰς -ώς.
ὦ ἑστώς. ἑστὼς (τοῦ ἑστῶτ. λευκὸν τὸ ὀστοῦν. § 135.) (βλ. ὁ λυθεὶς . ε’). παιδευθέντ-σι. τοῖς διδοῦσι κτλ. 5). (βλ.ων λελυκό.ος. ῾Η λύσασα ἐκ τοῦ ἡ λυσάντ. ἐκ τοῦ λύσαντ. τὴν ὁποίαν δηλοῖ ἕν ἐπίθετον. 7) εἰς -ώς. § 16. λευκὴ ἡ χιών. ἡ λελυκυῖα ἐκ τοῦ ἡ λελυκύσ. Παραθετικά § 136. ἑστῶσα.α λελυκότ.ὦ γράψας. τῆς ἑστώσης. ὅτι ἕν οὐσιαστικὸν ἔχει τὴν δηλουμένην ὑπ’ αὐτοῦ ποιότητα ἢ ἰδιότητα εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ἐν συγκρίσει πρὸς ἕν ἄλλο οὐσιαστικὸν ὁμοειδὲς ἢ ἐτεροειδὲς ἢ ἐν συγκρίσει πρὸς πολλὰ ἄλλα. ἡ γράφουσα ἐκ τοῦ ἡ γραφόντ. ῾Η ἑνικὴ κλητικὴ τοῦ ἀρσενικοῦ (ὅπως καὶ τοῦ θηλυκοῦ καὶ τοῦ οὐδετέρου) τῶν τριτοκλίτων μετοχῶν εἶναι πάντοτε ὁμοία μὲ τὴν ὀνομαστικήν : ὁ γράψας .ες λελυκότ.ια (βλ.ὦ λυθεὶς κτλ. ὅτι ἕν οὐσιαστικὸν ἔχει ἁπλῶς τὴν δηλουμένην ὑπ’ αὐτοῦ ποιότητα ἢ ἰδιότητα.σι κτλ. τοῖς παιδευθεῖσι. 1) ῞Οταν τὸ ἐπίθετον δηλοῖ..χρυσὸς δὲ κρείσσων μυρίων λόγων βροτοῖς· 3) ὅταν τὸ ἐπίθετον δηλοῖ ὅτι ἕν οὐσιαστικὸν ἔχει τὴν δηλουμένην ὑπ’ αὐτοῦ ποιότητα ἢ ἰδιότητα εἰς ἀνώτατον βαθμὸν καθ’ ἑαυτὸ ἢ ἐν συγκρίσει πρὸς πάντα τὰ ἄλλα ὁμοειδῆ ὄντα.ἵππος λευκότερος χιόνος . λέγεται ἐπίθετον συγκριτικοῦ βαθμοῦ ἢ συγκριτικόν : ὁ ῎Ολυμπός ἐστιν ὑψηλότερος τῆς ῎Οσσης .ια.σι. τοῖς ἑστῶσι κτλ. ἀλλ’ εἰς διάφορον βαθμόν : λευκὸς ὁ ἄρτος. ἡ διδοῦσα ἐκ τοῦ ἡ διδόντ. Σημείωσις.ια. δυναται νὰ ὑπάρχη εἰς περισσότερα τοῦ ἑνὸς ὄντα. λέγεται ἐπίθετον 70 .ια.ια. § 33.λελυκότ. -ῶσα. το ἑστῶτ.σι κτλ. δίδοντσι κτλ.ια (βλ. λέγεται ἐπίθετον θετικοῦ βαθμοῦ ἢ θετικόν : ὁ ὑψηλὸς ῎Ολυμπος· 2) ὅταν τὸ ἐπίθετον δηλοῖ.. ὡς ἕν τι λαμβανόμενα. 4. λελυκὸς ὦ λελυκὸς λελυκότ. § 33.ος κτλ. κτλ. § 36.ων λελυκό. ἡ παιδευθεῖσα ἐκ τοῦ ἡ παιδευθέντ. ῾Η ἰδιότης ἢ ποιότης. ἡ ἀπολλῦσα ἐκ τοῦ ἡ ἀπολλύντ. 3) -τοῖς λύσασι. ώς : ἑστώς. ὦ λελυκυῖαν λελυκυῖα λελυκυῖαι λελυκυιῶν λελυκυίαις κτλ. 9).α ὦ λελυκὼς λελυκότ. 4.
ξηρό-τατος βραχύ-τατος ὑγιέσ-τατος χαριέσ-τατος § 139. χαριεσ-) ξηρό-τερος βραχύ-τερος ὑγιέσ-τερος χαριέσ-τερος. Τὰ παραθετικὰ παντὸς ἐπιθέτου κανονικῶς σχηματίζονται ἐκ τοῦ θετικοῦ. ἐὰν ἡ πρὸ αὐτοῦ συλλαβὴ εἶναι βραχεῖα. Συνήθεις καταλήξεις τῶν παραθετικῶν καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι -τερος. α’) Ὁμαλὰ παραθετικὰ § 138. Τοῦ θέματος τῶν δευτεροκλίτων ἐπιθέτων ὁ χαρακτὴρ ο. μετὰ τὴν προσθήκην τῶν παραθετικῶν καταλήξεων ἐκτείνεται εἰς ω (§ 32. -τερον) διὰ τὸ συγκριτικὸν καὶ -τατος. Τὸ συγκριτικὸν καὶ τὸ ὑπερθετικὸν ἑνὸς ἐπιθέτου ὁμοῦ λέγονται μὲ ἕν ὄνομα παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου· διακρίνονται δὲ ταῦτα ἀπὸ τοῦ θετικοῦ διὰ τῆς καταλήξεως αὐτῶν. τατον) διὰ τὸ ὑπερθετικόν. (-τάτη. ξηρο-) (θ. ἀφοῦ εἰς τὸ θέμα αὐτοῦ (τοῦ ἀρσενικοῦ γένους) προστεθοῦν αἱ παραθετικαὶ καταλήξεις. ὑγιεσ-) (θ.ὑπερθετικοῦ βαθμοῦ ἢ ὑπερθετικόν : ὁ ὑψηλότατος ῎Ολυμπος . οἷον : ξηρὸς βραχὺς ὑγιὴς χαρίεις (θ. § 137. (-τέρα.ὁ ῎Ολυμπός ἐστι τὸ ὑψηλότατον πάντων τῶν ὀρέων τῆς ῾Ελλάδος. βραχυ-) (θ. 6) : 71 .
νεο-) σοφὸς (θ.τατος ἀλυπό.τερος ἰσχυρό.τατος πένης (θ.τατος ἰσχυρό.τατος ἡσυχώ. κατὰ τὸ βαρύ.τατος ἐντιμό.τατος ἀκινδυνό.τερος τιμιώ.νέος (θ. νεώ.τερος ἐρρωμεν-έσ. ἐρρωμένος (= δυνατὸς) καὶ πένης (= πτωχὸς) σχηματίζονται εἰς -έστερος -έστατος (κατὰ τὰ παραθετικὰ τῶν εἰς -ης.τερος ἀσμεν-έσ.τατος * Τὰ ἐπίθετα κενὸς καὶ στενὸς ἀρχῆθεν ἦσαν κεινός.γλυκό-τερος ἀντὶ γλυκύ.τερος ἀλυπό.τατος § 140. πενητ-) πεν-έσ.τερος ἐντιμό.τερος σεμνό.ἐλαφρύ-τερος ἀντὶ ἐλαφρό.τερος).τατος ἐλαφρό.τατος ἀνιαρό. κατὰ τὸ πικρὸ. εὐδαιμον-) εὐδαιμον-έσ.τερος ἀνιαρό.τερος ἐνδοξό.τερος νεώ.τερος.τερος εὐδαιμον-έσ .τερος σοφώ.τερος. τιμῐο-) Ἀλλὰ ἀνιᾶρὸς ἰσχῡρὸς λῑτὸς ἔντῑμος ἀκίνδῦνος εὔθῡμος ἄλῡπος ἐλαφρὸς σεμνὸς ἕνδοξος (βλ.τερος ἐλαφρό. -ον. ἀσμενο-) ἀσμεν-έσ. ἡσῠχο-) τίμιος (θ.τερος ἡσυχώ.τατος σεμνό. σοφο-) ἱκανὸς (θ.τερος πεν-έσ.τερος εὐθυμό.τερος ἱκανώ.τατος τιμιώ. στεινὸς καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἀρχικὰ παραθετικά των εἶναι κενότερος.τατος λιτό.τατος ἐνδοξό. Πολλῶν ἐπιθέτων τῆς ἀρχαίας γλώσσης τὰ παραθετικὰ σχηματίζονται οὐχὶ κανονικῶς διὰ τῆς προσθήκης μόνον τῶν παραθετικῶν καταλήξεων -τερος καὶ -τατος εἰς τὸ θέμα αὐτῶν. ἱκᾰνο-) ἥσυχος (θ. στενότερος κτλ.τατος* σοφώ. Οὕτω : 1) τὰ παοαθετικὰ τῶν εἰς -ων.τατος ἱκανώ.τερος λιτό. 72 . γλυκὺς .τατος ἐρρωμένος (θ. -ες σιγμολήκτων) : εὐδαίμων (θ. § 11. νῦν : ἐλαφρὸς . 2).τατος εὐθυμό.τερος. γεν.τερος ἀκινδυνό.τατος ἄσμενος (θ. -ονος τριτοκλίτων ἐπιθέτων καὶ τῶν ἐπιθέτων ἄσμενος (= εὐχαριστημένος). ἀλλὰ κατ᾽ ἀναλογίαν πρὸς τὰ παραθετικὰ ἄλλων ἐπιθέτων (πρβλ. ἐρρωμενο-) ἐρρωμεν-έσ.
κλέπτης καὶ πλεονέκτης σχηματίζονται εἰς -ίστερος.ίστατος λάλος (θ.τερος ἰδι-αί.τερος).τερος. ἀλλὰ -ίων.ίστατος κλέπτης (θ.τατος καὶ μάλιστα φίλος.ἁπλοο-) ἁπλούσ. -ιστον εἰς τὸ ὑπερθετικόν. Μερικῶν ἐπιθέτων τῆς ἀρχαίας γλώσσης τὰ παραθετικὰ ἔχουν καταλήξεις οὐχὶ -τερος. βλακ-) βλακ.τερος σχολαί. λάλος (= φλύαρος).ίστατος πλεονέκτης (θ.ίστερος πλεονεκτ.τατος) ἴσος (ἰσ-αί. κλεπτα-) κλεπτ.τατος) σχολαῖος (σχολαί.ίστατος βλὰξ (θ. πλεονεκτα-) πλεονεκτ.τερος ἰσ-αί.ίστερος κλεπτ.῾Ομοίως σχηματίζονται τὰ παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου ἁπλοῦς καὶ τῶν ἐπιθέτων τῶν συνθέτων μὲ δεύτερον συνθετικὸν τὸ ὄνομα νοῦς : ἁπλοῦς (θ. -τατος. ἄνω . ἀλλὰ μὲ θέμα τὸ ἐπίρρημα πάλαι : παλαί-τε-ρος. λαλο-) λαλ. β΄) Ἀνώμαλα παραθετικὰ § 141.τερος ἁπλούσ-τατος (ἐκ τοῦ ἁπλο-έσ-τερος ἁπλο-έσ-τατος) εὔνους (θ. -ιον εἰς τὸ συγκριτικὸν καὶ -ιστος.τερος εὐνο-έσ-τατος)· 2) τὰ παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου παλαιὸς σχηματίζονται οὐχὶ μὲ τὸ θέμα αὐτοῦ παλαιο-.τερος ὀψι-αί.τερος γεραί.τατος).τατος) 3) τὰ παραθετικὰ τῶν μονοκαταλήκτων ἐπιθέτων ἅρπαξ.ίστερος λαλ.φίλ.τερος εὐνούσ-τατος (ἐκ τοῦ εὐνο-έσ. Κατὰ ταῦτα δὲ κατόπιν ἐσχηματίσθησαν τὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων ὄψιος (ὀψι-αί. βλάξ.ἀχαρίσ. παλαί-τατος (πρβλ.ἀνώ. Κατὰ δὲ τὰ παραθετικὰ ταῦτα τοῦ παλαιὸς ἐσχηματίσθησαν κατόπιν (μὲ ἀποκοπὴν τοῦ χαρακτῆρος ο τοῦ θέματος) καὶ τᾲ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων γεραιὸς (γεραί.ίστερος βλακ.τερος καὶ μᾶλλον φίλος . -ίστη. ἁρπαγ-) ἁρπαγ. ἀχαρίσ-τατος) : ἅρπαξ (θ.τατος) ἴδιος (ἰδι-αί. -ἱστατος (κατὰ τὰ παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου ἄχαρις .ίστερος ἁρπαγ. . εὐνοο-) εὐνούσ.τερος ἰδιώ.τατος ἀλλὰ καὶ ἰδιώ.ίστατος Σημείωσις. Τοῦ ἐπιθέτου φίλος τὰ παραθετικὰ εἶναι καὶ φίλ.
λω-) λῷστος κακὸς ὁ. ἐλάχ-) ἐλάχιστος ὀλίγος ὁ. ἡ ἀμείνων τὸ ἄμεινον (θ. ἡ ἥττων τὸ ἧττον (θ. τῆς ἀμείνον. κρετ-) κράτιστος (πρβλ. κράτος) ὁ. ἡ ἐχθίων τὸ ἔχθιον (θ. ἡ αἰσχίων τὸ αἴσχιον (θ. ἡ μείων τὸ μεῖον (θ. ἡ πλέων τὸ πλέον (θ.ι τὸ ἄμεινον ὦ ἄμεινον Πληθυντικὸς 74 . ἡ βελτίων τὸ βέλτιον (θ. τὴν ἀμείνον. βελτ-) βέλτιστος ὁ. θαχ-) τάχιστος ὁ. ἡ καλλίων τὸ κάλλιον (θ. ἄμεινον. τῇ ἀμείνον. ῥα-) ῥᾷστος ὁ. ἐχθ-) ἔχθιστος ὁ. ἡ λώων τὸ λῶον (θ. -ιον (-ον) συγκριτικὰ κλίνονται κατὰ τὸ ἑξῆς παράδειγμα : ῾Ενικὸς (θ. ἡδ-) ἥδιστος ὁ. ἡ χείρων τὸ χεῖρον (θ. μει-) ὀλίγιστος πολὺς ὁ. § 142.Οὕτω μὲ διαφόρους φθογγικὰς παθήσεις σχηματίζονται τὰ παραθετικὰ τῶν ἑξῆς ἐπιθέτων : αἰσχρὸς ἐχθρὸς ἡδὺς καλὸς μέγας ῥᾴδίος ταχὺς ἀγαθὸς καὶ ἀνωμαλίας ὁ. ἀμειν-) ἄριστος ὁ. καλλ-) κάλλιστος ὁ. ἡ θάττων τὸ θᾶττον (θ. ἡ ἀμείνων τοῦ. ἡ κρείττων τὸ κρεῖττον (θ. ἡκ-) ἐπίρρ : ἤκιστα μικρὸς μικρότερος μικρότατος ὁ. ἡ κακίων τὸ κάκιον (θ. χειρ-) χείριστος ὁ. ἡ ἐλάττων τὸ ἔλαττον (θ. ἡ ῥᾴων τὸ ῥᾷον (θ. Τὰ εἰς -ίων (-ων). ἡ μείζων τὸ μεῖζον (ἐκ τοῦ μέγ-ιων) μέγιστος ὁ.α ἢ ἀμείνω ὦ ἄμεινον τὸ ἄμεινον τοῦ ἀμείνον. ἀμεινων-. πλε-) πλεῖστος γεν. ἡ ἡδίων τὸ ἥδιον (θ. κακ-) κάκιστος ὁ.ος τῷ.ι τόν. αἰσχ-) αἴσχιστος ὁ.καὶ ἀμεινοσ-) ὁ. τοῦ πλείονος καὶ τοῦ πλέονος.ος τῷ ἀμείνον.
τὰ ὁποῖα παράγονται ἀπὸ ἐπιρρήματα ἢ προθέσεις : 75 . τὸ δὲ ὑπερθετικὸν μὲ τὸ ἐπίρρημα μάλιστα καὶ τὸ θετικὸν τοῦ ἐπιθέτου : σοφὸς . ἤτοι τὸ μὲν συγκριτικὸν μὲ τὸ ἐπίρρημα μᾶλλον καὶ τὸ θετικὸν τοῦ ἐπιθέτου.μᾶλλον συμφέρων .ων τοῖς ἀμείνο. καὶ §140. Παραθετικὰ ἐπιθέτων σχηματίζονται εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν καὶ διὰ περιφράσεως. γ΄) Παραθετικὰ περιφραστικὰ καὶ ἐλλειπτικὰ § 143.ες ἢ ἀμείνους τῶν ἀμεινόν.α ἢ ἀμείνω Σημείωσις. ἡμερινός. 3.α ἤ ἀμείνω ὦ ἀμείνον.ἀθάνατος. ξύλινος· 2) καταγωγὴν ἢ συγγένειαν : πατρικός. πάγκαλος . ᾽Επίσης πολλὰ σύνθετα μὲ πρῶτον συνθετικὸν τὸ ἐπίθετον πᾶς ἢ τὸ στερητικὸν ἀ.ες βλ. παππῷος. δίπηχυς. Τοῦτο συμβαίνει πρὸ πάντων εἰς ἐπίθετα. αἱ ἀμείνον. εὐδαίμων). Μερικῶν ἐπιθέτων ἐλλείπει τὸ θετικὸν ἢ ἐκτὸς τοῦ θετικοῦ ἐλλείπει καὶ τὸ ἔτερον τῶν παραθετικῶν.α ἤ ἀμείνω τῶν ἀμεινόν. παιδικός·· 3) τόπον ἢ χρόνον : γήινος.ες ἢ ἀμείνους (πρβλ.). δὲν ἔχουν παραθετικά.: πάντιμος.ας ἢ ἀμείνους ὦ ἀμείνον.μάλιστα συμφέρων·· 2) συνήθως μονοκατάληκτα ἐπίθετα : εὔελπις . ἀμείνω. Οἱ τύποι. πάρα πολὺ σοφὸς) (βλ. 3). ἡ ὁποία δὲ δύναται νὰ παρουσιάση διαφόρους βαθμούς. νῦν : πιὸ σοφός. Σημ. § 126. ἀδελφικός. § 144. νυκτερινός· 4) μέτρον : σπιθαμιαῖος. τὰς ἀμείνον.σι τὰ ἀμείνον.(ἀμείνοσ. τὰ ἀμείνον. § 145.μᾶλλον σοφὸς . ἐπειδὴ δηλοῦν ποιότητα τἢ ἰδιότητα.οἱ. ἄυπνος. 33. θαλάσσιος. Πολλὰ ἐπίθετα.μᾶλλον εὔελπις μάλιστα εὔελπις κτλ. ἀμείνοσ. ἀμείνους σχηματίζονται ἀπὸ τὸ σιγμόληκτον θέμα ἀμείνοσ. Περιφραστικῶς σχηματίζουν τὰ παραθετικὰ 1) κανονικῶς αἱ μετοχαί : συμφέρων .α. Τοιαῦτα ἐπίθετα ἄνευ παραθετικῶν εἶναι ὅσα δηλοῦν 1) ὕλην : χαλκοῦς. ταῖς ἀμείνο.μάλιστα σοφὸς (πρβλ.σι τούς.ων τοῖς. μητρῷος.
τατος (πρῶτος) ὑπέρ. κρεῖττον .πλέον. μᾶλλον .πλεῖστον. βέλτιστα. -τάτω.πορρωτερω 76 ἀνωτάτω κατωτάτω ἐγγυτάτω ἐγγύτατα πορρωτάτω καὶ .τερος πρό. 1) Τῶν ἐπιρρημάτων.ἄμεινον.τερος - ἀνώ. -τατα : ἄνω κάτω πέρα ἐγγὺς πόρρω .(ἄνω) (κάτω) (πρὸ) (ὑπὲρ) ἀνώ. μάλιστα. πρὸ πάντων ὅσα παράγονται ἀπὸ ἐπίθετα.τερος ὕστερος (ἐπικρατῶν) ἐπικρατέστερος (προτιμώμενος) προτιμό. τῶν δὲ χρονικῶν μὲ τὰς καταλήξεις -τερον. μεῖον. μάλα . ὑπερθετικοῦ δὲ βαθμοῦ ἡ πληθυντικὴ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τοῦ ὑπερθετικοῦ αὐτοῦ : (δίκαιος) δικαίως δικαιότερον δικαιότατα (σαφὴς) σαφῶς σαφέστερον σαφέστατα (ἡδὺς) ἡδέως ἥδιον ἥδιστα Οὕτω καὶ (ἀγαθὸς) εὖ .τατος κατώ.ἀνωτέρω . Παραθετικὰ σχηματίζουν καὶ πλεῖστα ἐπιρρήματα.ἐλάχιστα.τερος κατώ.τατος ὕστατος ὕπατος ἔσχατος δ΄) Παραθετικὰ ἐπιρρήματα § 146. τὰ ὁποῖα παράγονται ἐξ ἐπιθέτων.ἔλαττον.ἐγγυτέρω . παραθετικὸν συγκριτικοῦ μὲν βαθμοῦ εἶναι ἡ ἑνικὴ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τοῦ συγκριτικοῦ τοῦ ἐπιθέτου. 2) Τῶν τοπικῶν ἐπιρρημάτων τὰ παραθετικὰ σχηματίζονται συνήθως μὲ τὰς καταλήξεις -τέρω. βέλτιον.ἄριστα.τερος ὑπέρ. κράτιστα (ὀλίγος) ὀλίγον . πλεῖστα. ἥκιστα (πολὺς) πολύ.ἐγγύτερον . καθὼς καὶ ὅσα ἔχουν τοπικὴν ἢ χρονικὴν σημασίαν.κατωτέρω . ἧττον .περαιτέρω .
ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ (ἐγώ. ἀόριστοι καὶ ἀναφορικαί. σε γ΄ προσ. δεικτικαί. (οὗ) οἷ. (σφεῖς) (σφῶν) σφίσι (ν) (σφᾶς) 77 . πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται ὁ λόγος (σύ. ὑμεῖς ὑμῶν ὑμῖν ὑμᾶς γ΄ προσ. αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται εἰς τὸν λόγον ἀντὶ ὀνομάτων οὐσιαστικῶν ἢ ἐπιθέτων : ἐκείνος γράφει (π. περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ λόγος (ὅδε. Αἱ προσωπικαὶ ἀντωνυμίαι κλίνονται ὡς ἑξῆς : ῾Ενικὸς α΄ προσ. μου ἐμοί. -πρωιαίτερον πρῳαίτερον πρωιαίτατα καὶ πρῳαίτατα ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ϛ΄ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑΙ § 147. με β΄ προσ. σου σοί. ὁριστικὴ ἢ ἐπαναληπτική.χ. αἱ ὁποῖαι δηλοῦν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ λόγου. δεύτερον πρόσωπον) καὶ ἐκεῖνον ἢ ἐκεῖνο. Αἱ ἀντωνυμίαι εἶναι ἐννέα εἰδῶν : προσωπικαί. α ΄) Προσωπικαὶ ἀντωνυμίαι § 148. Πολλοὶ τύποι τῶν ἀντωνυμιῶν τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι οἱ ἴδιοι μὲ τοὺς ἀντιστοίχους τύπους τῶν ἀντωνυμιῶν τῆς νέας γλώσσης. πρῶτον πρόσωπον). ὁ Πλάτων) . οἱ πλεῖστοι ὅμως διαφέρουν. ἤτοι ἐκεῖνον. ἡμεῖς ἡμῶν ἡμῖν ἡμᾶς Πληθυντικὸς β΄ προσ. Σημείωσις.. ἐγὼ ἐμοῦ.τοιοῦτος ἦν Ἀριστείδης (δηλ. αὐτοπαθεῖς. σοι σέ. Προσωπικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι. οἱ (ἕ) α΄ προσ. μοι ἐμἐ. οὗτος κτλ.πρωὶ ἢ πρῲ (πρβλ. § 140. ἐκεῖνον. Ἀντωνυμίαι λέγονται αἱ λέξεις. τρίτον πρόσωπον). σὺ σοῦ. ἀλληλοπαθεῖς. 2). δίκαιος). ἐρωτηματικαί. κτητικαί.
αὐτός)˙ ἐκεῖνος ἐκείνη ἐκεῖνο τοιόσδε τοιάδε τοιόνδε . τοσόνδε καὶ τηλικόσδε. τοιόνδε . τόση.οἵδε. § 20. § 150. οἱ . Σημείωσις. τηλικόνδε κλίνονται μόνον κατὰ τὸ πρῶτον μέρος αὐτῶν (τοῖος. .β΄ προσ. αἵδε. τηλικήδε.τόσος. ᾽Εκ τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν 1) ἡ ὅδε. ᾽Εκ τῶν τύπων τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ γ΄ προσώπου εὔχρηστοι εἶναι κυρίως οἱ τύποι τῆς δοτικῆς οἷ. αὐτὸς δά) οὗτος αὕτη τοῦτο (= ἐτοῦτος. τοιοῦδε . . Ἀντὶ τῆς ἐλλειπούσης ἑνικῆς ὀνομαστικῆς αὐτῆς γίνεται χρῆσις τῶν δεικτικῶν ὅδε. τοσαύτη. σφῷν βλ. τῆδε. τοιαύτη. τότε οἱ τύποι τοῦ ἑνικοῦ τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ α΄ προσώπου τονίζονται ὡς ἑξῆς : ἔγωγε. τοιάδε. τόσον . αἱ ὁποῖαι δηλοῦν δεῖξιν. τοιάδε. ἐμέγε.τοιῷδε κτλ. ῾Ομοίως αἱ ἀντωνυμίαι τοιόσδε. τοιόνδε . Δεικτικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι. νώ. ἐμοῦγε. τηλικαύτη.τοσοῦτος. σφώ. β΄) Δεικτικαὶ ἀντωνυμίαι § 149.σφίσιν.(Δυϊκός : α΄ προσ. τοσήδε. ἐκεῖνος. ἔμοιγε.τῶνδε κτλ. 1). ῞Οταν πρὸς ἔμφασιν προστίθεται εἰς τοὺς τύπους τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν τὸ (ἑγκλιτικὸν) μόριον γέ. οὗτος. τῆσδε. τηλίκη. τηλίκον) μὲ τὸ ἐγκλιτικὸν δέ κατόπιν : τοιόσδε. ἀντὶ δὲ τῶν πλαγίων πτώσεων αὐτῆς γίνεται συνήθως χρῆσις τῶν πλαγίων πτώσεων τῆς ὁριστικῆς ἀντωνυμίας. τόδε κλίνεται ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον μὲ τὸ (ἐγκλιτικὸν) δέ κατόπιν αὐτοῦ : τοῦδε. νῷν. ἥδε. τῷδε κτλ.τηλίκος. 2) ἡ οὗτος. τοιᾶσδε.τηλικοῦτος. τοιοῦτο (ν) (=τέτοιος)· τοσόσδε τοσήδε τοσόνδε .τοιοῦδε. Δεικτικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἲναι αἱ ἑξῆς : ὅδε ἥδε τόδε (= αὐτὸς ἐδῶ. τοία.τοσόσδε. αὕτη.τοιοῦτος. τοῦδε .τῷδε. τοσοῦτον (ν) (=τόσος)˙ τηλικόσδε τηλικήδε τηλικόνδε . τοῖον . τάδε . τοῦτο κλίνεται ὡς ἑξῆς : . τηλικοῦτο(ν).
᾽Εκτὸς τῶν κλητικῶν ὦ οὗτος καὶ ὦ αὕτη.ί). τοῦτο π. αὐτὸ δά). δοτ. 3) ἡ ἐκεῖνος. ἄλλη κλητικὴ ἀντωνυμίας δέν ὑπάρχει. ἀλλὰ χωρὶς ν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ αἰτιατικὴν τοῦ οὐδετέρου (βλ. προσέθετον πολλάκις οἱ ἀρχαῖοι εἱς τὸ τέλος αὐτῶν τὸ λεγόμενον δεικτικὸν -ί : οὑτοσὶ (= οὗτος. τηλίκος καὶ τῆς ο ὗτος) κλίνονται ὁμοίως μὲ τὴν ἀντωνυμίαν οὗτος. ῞Ινα ἐπιτείνηται περισσότερον ἡ δεικτικὴ σημασία τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν. ἐκεῖνο κλίνεται ὡς δευτερόκλιτον τρικατάληκτον ἐπίθετον. καλός)· 4) αἱ ἀντωνυμίαι τοιοῦτος. ταυτὶ (= ταῦτα-ί). ἐκείνη. τουτουὶ κτλ. τουτὶ (= τοῦτο-ί). ὡς ὡδί.῾Ενικὸς ὀν. τηλικοῦτο ἢ τηλικοῦτον. τοῦτο ἀποβάλλεται· ὁδὶ (=ὅδε-ί·). ῾Ενικὸς τοιοῦτος τοιαύτη τοιοῦτο(ν) τοιούτου τοιαύτης τοιούτου τοιούτῳ τοιαύτῃ τοιούτῳ τοιοῦτον τοιαύτην τοιοῦτο(ν) Πληθυντικὸς τοιοῦτοι τοιαῦται τοιαῦτα τοιούτων τοιούτων τοιούτων τοιούτοις τοιαύταις τοιούτοις τοιούτους τοιαύτας τοιαῦτα Ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τῶν ἀντωνυμιῶν τούτων διφορεῖται. οὑτωσὶ 79 . αἰτ. ταυτησὶ κτλ. ἤτοι λήγει εἰς -ο ἢ εἰς -ον : τοσοῦτο ἢ τοσοῦτον. τόσος. οὗτος αὕτη τοῦτο τούτου ταύτης τούτου τούτῳ ταύτῃ τούτῳ τοῦτον ταύτην τοῦτο ὦ οὗτος αὕτη Πληθυντικὸς οὗτοι αὗται ταῦτα τούτων τούτων τούτων τούτοις ταύταις τούτοις τούτους ταύτας ταῦτα - Σημείωσις. Ὁ τόνος τότε πίπτει πάντοτε ἐπὶ τοῦ δεικτικοῦ -ὶ (τὸ ὁποῖον εἶναι μακρόν). γεν.νῦν: ἐτοῦτο δά. τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος (σύνθετοι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ἀντωνυμιῶν τοῖος. αὑτηί. αὕτη. Τὸ δεικτικὸν -ὶ προσλαμβάνουν καὶ δεικτικὰ ἐπιρρήματα. κλητ. ἐὰν δὲ πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχη βραχὺ φωνῆεν. (πρβλ. § 110. Σημείωσις.. χ.
ἐπὶ ἑνὸς κτήτορος : ἐμός. § 152. ἵνα ἐπαναλάβῃ τι. Κτητικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι. σὸν (= ἰδικός σου). 80 . ἐκεῖνο) 2) λαμβάνεται καὶ μετὰ τοῦ ἄρθρου (ὁ αὐτός. Ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (αὐτή. 1) ῾Οριστικὴ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (κατὰ πᾶσαν πτῶσιν). τὸ αὐτὁ) καὶ τότε σημαίνει ὁ ἴδιος (ὄχι διάφορος) Σημείωσις. ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κατάληξιν -ον : (τὸ αὐτὸ =) ταὐτὸ καὶ ταὐτόν· (βλ. ἵνα ὁρίσῃ τι (ἤτοι ἵνα διαστείλη. ὅταν λαμβάνεται. ἐμὸν (= ἰδικός μου)· β΄ προσώπου. ἐπὶ ἑνὸς κτήτορος : σός. ῞Οταν πάσχῃ κρᾶσιν μετὰ τοῦ ἄρθρου ἡ ἀντωνυμία αὐτός. 1 καὶ § 150. αὐτοπροσώπως. αὐτό. 4). ἡμέτερον (= ἰδικός μας)· β΄ προσώπου. 2) ᾽Επαναληπτικὴ δὲ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (εἰς τὰς πλαγίας μόνον πτώσεις). δ΄) Κτητικαὶ ἀντωνυμίαι § 153. Κτητικαὶ δὲ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι : α΄ προσώπου. ῾Οριστικὴ ἢ ἐπαναληπτικὴ λέγεται ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς. ἀπὸ ἄλλα ὁμοειδῆ) : Κῦρος ἀποκτεῖναι λέγεται αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ χειρὶ Ἀρταγέρσην (= μόνος του. ἐπὶ πολλῶν κτητόρων : ἡμέτερος. τότε ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου αὐτῆς σχηματίζεται ὄχι μόνον μὲ τὴν κατάληξιν -ο. ἡ αὐτή. αἱ ὁποῖαι σημαίνουν κτῆσιν. ὅταν λαμβάνεται.(= ἔτσι δά). § 27. γ΄) ῾Οριστικὴ ἢ ἐπαναληπτικὴ § 151. ὑμετέρα. αὐτὴ. περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε προηγουμένως λόγος : Κλεάρχῳ συγγενόμενος ὁ Κῦρος ἠγάσθη τε αὐτὸν καὶ δίδωσιν αὐτῷ μυρίους δαρεικοὺς (= τὸν ἐξετίμησε πολὺ καὶ τοῦ δίδει). αὐτὸ) 1) κλίνεται ὅπως ἡ δεικτικὴ ἀντωνυμία ἐκεῖνος (ἐκείνη. ἐπὶ πολλῶν κτητόρων : ὑμέτερος. καὶ ὄχι κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἀκολούθων του). ξεχωρίσῃ τι. ὑμέτερον (ἰδικός σας). σή. α΄ προσώπου. ἐμή. ἡμετέρα.
Δοτ. αἰτ ἡμῶν αὐτῶν ἡμῖν αὐτοῖς ἡμᾶς αὐτοὺς Θηλ ἡμῶν αὐτῶν ἡμῖν αὐταῖς ἡμᾶς αὐτὰς Ἀρσ ἡμῶν αὐτῶν ἡμῖν αὐτοῖς ἡμᾶς αὐτοὺς Θηλ ἡμῶν αὐτῶν ἡμῖν αὐταῖς ἡμᾶς αὐτὰς γ΄ προσώπου . γεν. αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἐπὶ αὐτοπαθείας. ἤτοι ὅταν δηλοῦται ὅτι ἕν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἐνεργεῖ συγχρόνως καὶ πάσχει : γνῶθι σαυτὸν (= γνώρισε σὺ τὸν ἐαυτόν σου). σεαυτῆς σεαυτῇ σεαυτὴν Πληθυντικὸς Ἀρσ γεν. κλίνονται δὲ ὡς ἑξῆς : Ἑνικὸς Ἀρσ. Τοῦ γ΄ προσώπου κτητικὴ ἀντωνυμία ἀρχῆθεν ἦτο ἐπὶ ἐνὸς μέν κτήτορος ἡ ἑός. ὁ πατήρ αὐτοῦ . Αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι λέγονται ἐκεῖναι. σφετέρα. σφέτερον σπανία.τοὺς ἐκείνων φίλους. σφέτερον (= ἰδικός των)· ἀλλ’ ἡ μὲν ἑός. ἑὸν (= ἰδικός του).Σημείωσις. ε ΄) Αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι § 154. Αἰτ. ἡ δὲ σφέτερος. ἑή. Αἱ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι ἔχουν μόνον τὰς πλαγίας πτώσεις. ἑή. τοὺς ἑαυτῶν φίλους. ἐπὶ πολλῶν δὲ κτητόρων ἡ σφέτερος. ἑὸν εἶναι ὅλως ἄχρηστος εἰς τοὺς πεζοὺς Ἀττικοὺς συγγραφεῖς. ἐμαυτοῦ ἐμαυτῷ ἐμαυτὸν Θηλ ἐμαυτῆς ἐμαυτῇ ἐμαυτὴν Ἀρσ σεαυτοῦ σεαυτῷ σεαυτὸν Θηλ. δοτ. καὶ ἀντὶ αὐτῶν γίνεται χρῆσις τῆς γενικῆς τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν ἢ τῆς ὁριστικῆς ἢ αὐτοπαθοῦς ἀντωνυμίας: ὁ τούτου πατήρ. σφετέρα.
δοτ. ἀλλήλων ἀλλήλοις ἀλλήλους Θηλ. Οἱ τύποι σεαυτοῦ. αὑτῆς κτλ. ὅπως τοῦτο καταφαίνεται εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν. ἑαυτοὺς ἢ σφᾶς αὐτοὺς Θηλ. § 110) : Ἀρσ. σαυτῆς κτλ. ῾Η ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία προῆλθεν ἐκ συνεκφορᾶς τύπων τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἄλλος.). δοτ. ἑαυτῶν ἢ σφῶν αὐτῶν ἑαυταῖς ἢ σφίσιν αὐταῖς ἑαυτὰς ἢ σφᾶς αὐτὰς Οὐδ. εὑρίσκονται καὶ συνῃρημένοι : σαυτοῦ.αὐτὸν = ἐμαυτόν. Πληθυντικὸς γεν. ἑαυτοῦ ἑαυτῷ ἑαυτὸν Ἀρσ. ἐαυτὰ Σημείωσις 1. ἑαυτῆς ἑαυτῇ ἑαυτὴν Πληθυντικὸς Θηλ. ὡς ἄλλοι . γεν.. ἑαυτὸ Οὐδ.ἄλλους (= ἀλλήλους) ἄλλαι - 82 Δυϊκὸς .αὐτὸν = σεαυτὸν κτλ. γεν. Αἱ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι προῆλθον ἐκ συνεκφορᾶς τῶν πλαγίων πτώσεων τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν μὲ τὰς πλαγίας πτώσεις τῆς ὁριστικῆς ἀντωνυμίας αὐτὸς (ἐμὲ . ἑαυτοῖς ἢ σφίσιν αὐτοῖς αἰτ. σὲ . αἰτ.῾Ενικὸς Ἀρσ. ῾Η ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία ἔχει μόνον τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ πληθυντικοῦ καὶ τοῦ δυϊκοῦ. αὑτοῦ. ἡ ὁποία λαμβάνεται ἐπὶ ἀλληλοπαθείας. ἀλλήλων ἀλληλαις ἀλλήλας Οὐδ. Σημείωσις 2. ἑαυτῶν ἢ σφῶν αὐτῶν δοτ.. κλίνεται δὲ ὡς ἑξῆς (πρβλ. ἑαυτῆς κτλ. Ἀλληλοπαθὴς λέγεται ἡ ἀντωνυμία. ἐαυτοῦ. ἤτοι ὅταν δηλοῦται ὅτι δύο ἢ περισσότερα πρόσωπα ἐνεργοῦν καὶ πάσχουν ἀμοιβαίως : ἀγαπᾶτε ἀλλήλους (= ὁ εἰς τὸν ἄλλον). ἀλλήλων ἀλλήλοις ἄλληλα ἀλλήλοιν ἀλλήλοιν ἀλλήλω Σημείωσις. σεαυτῆς κτλ. ς΄) Ἡ ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία § 155. αἰτ.
ὀν γεν. Ἀόριστοι λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι. πόστον (= ποῖος κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν σειράν . πηλίκον (= ποίας ἡλικίας . § 110). τί δέν τονίζεται ὅπως κανονικῶς τονίζονται τὰ μονοσύλλαβα (βλ.)· 8) ποσταῖος.) 3) πόσος. αἱ ὁποῖαι δηλοῦν ἀορίστως 3 . καὶ Θηλ. ποσταῖον (= ἐντὸς πόσων ἡμερῶν . ποία. ποσταία. καὶ Θηλ.) 6) ποδαπός. ποδαπὸν (= ἀπὸ ποιὸ μέρος .) 5) πηλίκος. ῾Η ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς.ἄλλας (= ἀλλήλας) κτλ. ποδαπή. τί. πηλίκη. τί κλίνεται κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν ὡς ἐξῆς : ῾Ενικὸς Ἀρσ. πόσον·· 4) ποῖος. ᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι λέγονται ἐκεῖναι. πόστη. τεταρταῖος). αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἐπὶ ἐρωτήσεως. τρίτος. ᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι : 1) τίς.)· 2) πότερος. ποτέρα. τὶς τίνος ἢ τοῦ τίνι ἢ τῷ τίνα Οὐδ τί τίνος ἢ τοῦ τίνι ἢ τῷ τί Πληθυντικὸς Ἀρσ. Οὐδ τίνες τίνων τίσι (ν) τίνας τίνα τίνων τίσι (ν) τίνα τίνε τίνοιν τίνοιν τίνε Δυϊκὸς Σημείωσις. η΄) Ἀόριστοι ἀντωνυμίαι § 158. ζ ΄ ) ᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι § 156. § 157. πρβλ. τί (=ποῖος . δοτ. ποῖον (= ποιᾶς λογῆς . ᾽Εκτὸς τῆς ἀντωνυμίας τίς. πρβλ. αἰτ. πότερον (= ποῖος ἀπὸ τοὺς δύο . πόσον μεγάλος . § 101). τέταρτος κτλ. αἱ λοιπαὶ ἐρωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι εἶναι δευτερόκλιτοι τρικατάληκτοι (βλ. πόση.) 7) πόστος. ῾Η ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς.
πᾶσα. ἀμφότερα (= καὶ οἱ δύο· βλ. ἀμφότεραι. § 150. ἑτέρα. ἐκεῖνος)· 4) οὐδείς. ἑκάτερον (= καθεὶς ἀπὸ τοὺς δύο)˙ 7) ἕτερος. ῾Η ἀντωνυμία δεῖνα λαμβάνεται καὶ ἄκλιτος : τοῦ. ἄλλη. ἑκατέρα. ῾Η τίς.)· 3) ἔνιοι. ὀν γεν.μηδείς. τῶν δεῖνα κτλ.πληθ. τήν δεῖνα . αἰτ. § 159. τῆς δεῖνα . ἔνιαι. πᾶν (= ὁ καθείς· βλ. καὶ Θηλ. 2)· 2) ὁ δεῖνα. § 160. Οὐδ τινὲς τινῶν τισὶ (ν) τινὰς τινὰ ἢ ἄττα τινῶν τισὶ (ν) τινὰ ἢ ἄττα τινὲ τινοῖν τινοῖν τινὲ Δυϊκὸς ῾Ενικὸς ὀν γεν. ῾Ως ἀόριστοι ἀντωνυμίαι λαμβάνονται καὶ αἱ ἑξῆς λέξεις. ἄλλο (βλ. τὶ καὶ ἡ δεῖνα κλίνονται κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν ὡς ἑξῆς : ῾Ενικὸς Ἀρσ. ῾Η ἀόριστος ἀντωνυμία ἔνιοι. μηδεμία. § 110)˙ 3) ἄλλος. § 122)· 2) ἕκαστος. ἔνιοι)· 6) ἑκάτερος. αἰτ. ἑκάστη. ἐπὶ δύο)˙ 84 . § 159.τόν. ἡ δεῖνα. οὐδεμία. αἱ ὁποῖαι εἰδικώτερον καλοῦνται ἐπιμεριστικαὶ ἀντωνυμίαι : 1) πᾶς. καὶ Θηλ. Ἀόριστοι ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι : 1) τίς. § 20. ἕκαστον (βλ. ἔνιαι. τὸ δεῖνα (= ὁ τάδε κτλ.τῷ τῇ δεῖνα. οὐδὲν . οἱ δεῖνα. ὁ τοῦ τῷ τὸν ἡ τῆς τῇ τὴν τὸ δεῖνα τοῦ δεῖνος τῷ δεῖνι τὸ δεῖνα οἱ Πληθυντικὸς αἱ τῶν (τοῖς ταῖς τοὺς τὰς δεῖνες δείνων δεῖσι) δεῖνας Σημείωσις. μηδὲν (= κανείς)· ) ἀμφότεροι. ἕτερον (= ἄλλος. 3. δοτ. τὶ (= κάποιος. ἔνια εὑρίσκεται μόνον εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν καὶ εἶναι δευτερόκλιτος τρικατάληκτος. ἔνια (= μερικοί).ἕν πρόσωπον ἢ πρᾶγμα. τὶς τίνος ἢ του τίνι ἢ τῳ τίνα Οὐδ τί τίνος ἢ του τίνι ἢ τῳ τί Πληθυντικὸς Ἀρσ. δοτ. βλ.
6). ἥτις. . ὅ. ἕν. οὐδεμία οὐδεμιᾶς οὐδεμιᾷ οὐδεμίαν Οὐδ. οὐδέτερον . μηδέτερον (= οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος)· 9) ποσός. ὁποία. τὸ ὁποῖον)· 2) ὅσπερ.τι (= ὅποιος. Ἀναφορικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι διὰ τῶν ὁποίων κανονικῶς μία πρότασις ὁλόκληρος ἀναφέρεται (ἤτοι ἀποδίδεται) εἰς μίαν λέξιν ἄλλης προτάσεως : ῎Εστι Δίκης ὀφθαλμός. ποσή. ὁποδαπὸν (= ἀπὸ τὸν τόπον πού· πρβλ. ὅς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ. οἷον (= τέτοιος πού˙ πρβλ. ὁπότερον (= ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο˙ πρβλ. ποιὸν (= κάποιας λογῆς· βλ. § 156. οὐδεμία. μηδεμία. μηδετέρα. ἀλλοδαπή. ποσὸν (= κάμποσος˙ βλ. οὐδὲν (μηδείς. ἥπερ. ὁποδαπή. ῾Η ἐπιμεριστικὴ ἀντωνυμία οὐδείς. Σημείωσις. 3)· 6) οἷος. § 156. Ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλωσσης εἶναι : 1) ὅς.μηδέτερον. § 156. δοτ. 156. ἡλίκη. ὅσον (πρβλ. ποιά. ὅποια. 4)· 8) ἡλίκος. § 156. ὅπερ (= ὁ ὁποῖος ἀκριβῶ)· 3) ὅστις. αἰτ. § 156. ὅση. ὁποτέρα. 5)˙ 9) ὁποδαπός. 2)· 5) ὅσος. οὐδεὶς οὐδενὸς οὐδενὶ οὐδένα Θηλ. ἥ. 1 156. ἀλλοδαπὸν (= ἀπὸ ἄλλον τόπον· βλ.) οὐδέτερος. ὀν γεν. ὁπηλίκη. 4)˙ 7) ὁποῖος. § 156. 4)· 11) ἀλλοδαπός. 6). ἀλλὰ εἰς τὸ ἀρσενικὸν γένος ἔχει καὶ πληθυντικὸν ἀριθμόν : ῾Ενικὸς Ἀρσ. ὃ (= ὁ ὁποῖος. § 156. ὅποιο)· 4) ὁπότερος. 3)· 10) ποιός. ἡ ὁποία. μηδὲν) κλίνεται ὅπως τὸ ἀριθμητικὸν εἷς. ὁποῖον (= ὅποιας λογῆς· πρβλ. οὐδὲν οὐδενὸς οὐδενὶ οὐδὲν Πληθυντικὸς οὐδένες οὐδένων οὐδέσι οὐδένας θ΄) Ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι § 161. οἵα. ὁπηλίκον } (= ὅσον μέγας· πρβλ. οὐδετέρα. μία. ἡλίκον ὁπηλίκος.
ὀν. ὀν. ὅπερ οὗπερ ᾧπερ ὅπερ Πληθυντικὸς Ἀρσ. αἵ ὦν αἶς ἃς Οὐδ. δοτ. ἥπερ ἧσπερ ᾗπερ ἥνπερ Οὐδ. § καὶ § 159) : ῾Ενικὸς Ἀρσ. § 150. ἅπερ ὧνπερ οἵσπερ ἅπερ . ἅ ὧν οἷς ἅ Ἀρσ. γεν. ὅς οὗ ᾧ ὅν Θηλ.§ 162. αἰτ. ὅσπερ οὗπερ ᾧπερ ὅνπερ Θηλ. γεν.τι οὗτινος ἢ ὅτου ᾧτινι ἢ ὅτῳ ὅ. οἵπερ ὧνπερ οἵσπερ οὕσπερ ῾Ενικὸς ὀν. οἵ ὧν οἷς οὕς Θηλ. αἰτ. δοτ. οἵτινες ὧντινων οἷστισι οὕστινας αἵτινεςς ὦντινων αἶστισι ἃστινας ἅτινα ἢ ἅττα ὧντινων οἷστισι ἅτινα ἢ ἄττα ὅ. ἣ ἧς ᾗ ἣν Οὐδ. γεν. αἵπερ ὦνπερ αἶσπερ ἅσπερ Οὐδ. αἰτ. αἰτ. δοτ. Αἱ ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι ὅς. δοτ. γεν.τι Θηλ. ὅ οὗ ᾧ ὅν Ἀρσ. ὅστις οὗτινος ἢ ὅτου ᾧτινι ἢ ὅτῳ ὅντινα ἥτις ἧστινος ᾗτινι ἣντινα Πληθυντικὸς ὀν. ὅσπερ καὶ ὅστις κλίνονται ὡς ἑξῆς (πρβλ.
ἐκεῖνος (ὁ ἕτερος) τοσόσδε. ὅστις ὁπότερος ὅσος. ἔνθα ὅθεν. ἐκεῖσε ἐνθένδε.τοσοῦτος τοιόσδε. ἐκεῖθεν τότε τηνικάδε. Δεικτικαὶ ὅδε. ὁπόσος οἷος.. ἔνθα οἷ. τηλικοῦτος Ἀόριστοι τίς. πόθεν . ὁποῖος ἡλίκος.ὥσπερ ὅπως ποῦ . ἄλλος.οὐδείς. ἐντεῦθεν αὐτόθεν. ἔνθεν ὅτε. ἐνθάδε. ὁποτε ἡνίκα. ἐκεῖ ἐνθάδε. πότε . ἑκάτερος. τοιοῦτος τηλικόσδε. ποῖ .§ 163. τηνικαῦτα τῆδε. ὅπῃ ὡς. ἕκαστος. Πίναξ τῶν συσχετικῶν ἀντωνυμιῶν καὶ ἐπιρρημάτων Ἐρωτηματικαὶ τίς . ὅποι. ὁ δεῖνα. ὁπηνίκα ᾗ.οὗτος. πηλίκος . ποδαπός. ἀμφοτεροι ποσὸς ποιὸς ποὺ ποὶ ποθὲν ποτὲ πῂ πὼς Ἀναφορικαὶ ὅς. ὁπηλίκος ὁποδαπὸς οὗ. ποῖος . ἐνταῦθα αὐτοῦ. πῆ . οὕτως (ς) 87 . πηνίκα . ἕτερος. ὁπόθεν. ὅπου. πῶς . πόσος . πότερος . ᾗπερ. ταύτῃ ὧδε. ἐνταῦθα αὐτόσε. ἔνιοι οὐδέτερος.
ὅταν δηλοῦν χρόνον. εἶναι ὀνόματα ἐπίθετα ἢ οὐσιαστικὰ καὶ ἐπιρρήματα.αῖος πυρετὸς (βλ.στός. § 115. (ἑπτὰ) ἑπτα . ὅταν δηλοῦν ἁπλῶς ὡρισμένον πλῆθος ὄντων τινῶν ἀπολύτως. Καὶ τῶν πολλαπλασιαστικῶν ἀριθμητικῶν τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων. § 110. ἤτοι τὸν ἀριθμὸν τῆς ἡμέρας. (εἴκοσι) εἰκο. δίκαιος)· 4) πολλαπλασιαστικά. (χίλιοι) χιλιοστὸς (βλ. ἤτοι ποσάκις ἕν ποσὸν εἶναι μεγαλύτερον ἄλλου ὁμοειδοῦς ποσοῦ : ὁ τῶν Περσῶν στρατὸς ἧν δεκαπλάσιος τοῦ τῶν . αἱ ὁποῖαι δηλοῦν ὡρισμένον πλῆθος ἢ μέτρον. Τῶν τακτικῶν ἀριθμητικῶν τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων. ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις -αῖος : (τρίτος) τριτ-αῖος. ὅταν δηλοῦν ποία ἡ ἀναλογία ἑνὸς ποσοῦ πρὸς ἄλλο ποσὸν ὁμοειδές. Τὰ χρονικὰ ἀριθμητικὰ σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν τακτικῶν.τὸ πέμπτον ἔτος τοῦ πολέμου. ἤτοι ἀσχέτως πρὸς ἄλλα ὄντα: εἷς στρατιώτης. α΄) Ἀριθμητικά ἐπίθετα § 165. Τὰ ἀριθμητικά. Σημ. ὅταν δηλοῦν ἀπὸ πόσα μέρη σύγκειται κάτι τι : ἅλμα τριπλοῦν. (τέταρτος) τεταρτ. (δέκα) δέκα. Τὰ ἀριθμητικὰ ἐπίθετα λέγονται 1) ἀπόλυτα. ἤτοι τὴν θέσιν. ἀφότου ἐξεκίνησε).ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ § 164. καλός)· 3) χρονικά.πλοῦς.) 5) ἀναλογικά. τὴν ὁποίαν κατέχει τι ἐντὸς μιᾶς σειρᾶς ὁμοειδῶν ὄντων : ἡ δεκάτη ἡμέρα τοῦ μηνὸς . δέκα βιβλία· 2) τακτικά. ἀπὸ δὲ τοῦ 20 καὶ ἄνω ἡ κατάληξις -στός : (τρία) τρί-τος.τος. ἤτοι αἱ λέξεις. (τριάκοντα) τριακο.πλοῦς (βλ. κατὰ τὴν ὁποίαν συμβαίνει κάτι τι. ὅταν δηλοῦν τὴν τάξιν. ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ μέχρι μὲν τοῦ 19 ἡ κατάληξις -τος.στός. § 110. ἀφοῦ τοῦτο ἤρχισε μίαν προηγουμένην ἡμέραν : ἐναταῖος ἀφίκετο εἰς Ἀθήνας (= τὴν ἐνάτην ἡμέραν. ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις -πλοῦς : (τρία) τρι .
τὸν ένα ἐξ αὐτῶν τὴν λέξιν μέρος ἢ μοῖρα : π.διακόσιοι καὶ τριάκοντα καὶ πέντε . δοτ. 28.τριακοστὸς καὶ πέμπτος . Σημείωσις 2. Ἀριθμοὺς συνθέτους. δυοῖν δέοντα τριάκοντα (= 28) κτλ. αἰτ. π. ὅπως νῦν: πέντε καὶ τριάκοντα καὶ διακόσιοι .Ἑλλήνων. Ὁμοίως ἐπὶ τῶν τακτικῶν: πέμπτος καὶ τριακοστὸς . (πρβλ. Τὰ τέσσαρα πρῶτα ἀπόλυτα ἀριθμητικὰ κλίνονται ὡς ἑξῆς : ὀν. χιλία ναῦς (= 1000 νῆες). ὁπότε κανονικῶς ἔθετον μεταξὺ αὐτῶν τὸν σύνδεσμον καὶ. ἐξέφερον οἱ ἀρχαῖοι συνήθως δι’ ἀφαιρέσεως ὡς ἑξῆς : δυοῖν δέοντα εἴκοσι (= 18). πρσθέτοντες ὅμως εἰς. τρι . Τοὺς κλασματικοὺς ἀριθμοὺς οἱ ἀρχαῖοι ἐξέφερον δι᾽ ἀπολύτων ἀριθμητικῶν κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς ὅρους. σαράντα παρὰ ἕνα κτλ. τοὺς. 19.χ.).διακόσιοι τριάκοντα πέντε. ᾽Εκ τῶν ἀπολύτων ἀριθμητικῶν. τῶν ἑπτὰ μερῶν τὰ πέντε ἡ τῶν ἑπτὰ αἱ πέντε μοῖραι (= ⁵/₇). ᾽Ενίοτε ὅμως λαμβάνονται ταῦτα καὶ εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμὸν μὲ ὀνόματα περιληπτικά : διακοσία ἵππος (= 200 ἱππεῖς). ἢ προέτασσον τὸν ἑκάστοτε μεγαλύτερον πρὸ τοῦ μικροτέρου μετὰ τοῦ καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἢ ἄνευ τοῦ καὶ. διακόσια) καὶ ἄνω εἶναι τρικατάληκτα δευτερόκλιτα ἐπίθετα πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ (βλ. Τὸ δύο λαμβάνεται καὶ ὡς ἄκλιτον. ἀφοῦ προστεθῇ εἰς αὐτὸ ἡ κατάληξις -πλάσιος: (τρία).χ. ἤτοι ἢ προέτασσον τὸν ἑκάστοτε μικρότερον πρὸ τοῦ μεγαλυτέρου.πλάσιος (βλ. εἶς μία ἓν ἑνὸς μιᾶς ἑνὸς ἑνὶ μιᾷ ἑνὶ ἕνα μίαν ἓν δύο δυοῖν δυοῖν δύο τρεῖς τρία τριῶν τρισὶ τρεῖς τρία τέτταρες τέτταρα τεττάρων τέτταρσι τέτταρας τέτταρα Σημείωσις 1. εἴκοσι παρὰ δύο. Τοὺς δὲ ἄλλους συνθέτους ἀριθμοὺς ἐν γένει τοὺς ἐξέφερον οἱ ἀρχαῖοι κατὰ τρεῖς τρόπους. δίκαιος). . τῶν δύο μερῶν. ἐνὸς δέοντα εἴκοσι (= 19). γεν. 29 κτλ. ἰδίᾳ μετὰ τοῦ ἄρθρου. δίκαιος). § 110. οἷοι οἱ ἀριθμοὶ 18. § 166. Καὶ τῶν ἀναλογικῶν ἀριθμητικῶν τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων. Σημείωσις 3. § 110. τοῖς δύο μέρεσι.τριακοστὸς πέμπτος. τὰ ἀπὸ τοῦ πέντε μέχρι τοῦ ἑκατὸν εἶναι ἄκλιτα· τὰ δὲ ἀπὸ τοῦ διακόσιοι (διακόσιαι.πλάσιος. (δέκα) δεκα .
(δέκα) δεκ . ρ .ἡ εἰκὰς (= εἰκοσάς. τ΄ = 300 κτλ.). γ΄ = 3 κτλ. (δέκα) δεκά-κις.. Πρὸς παράστασιν δὲ τῶν χιλιάδων ἐχρησιμοποίουν τὰ ἴδια στοιχεῖα.ἅπαξ (= μίαν φοράν). Σημείωσις.) καὶ τῆς τρίτης πρὸς παράστασιν τῶν ἑκατοντάδων (ρ΄ = 100. τριανταριά). γ΄) Ἀριθμητικὰ ἐπιρρήματα § 168.ἡ τριακὰς (= ἡ τριακοντάς. τοῦ δύο . μὲ τὸ ὁποῖον παρίστανον τὸ 90.π. δύο. Ταῦτα πάντα εἶναι θηλυκοῦ γένους καὶ σχηματίζονται τὰ πλεῖστα ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων. τρεῖς) ἐπιρρήματα εἶναι τοῦ εἷς . Τοῦ εἷς (μία.᾽Εὰν δὲ ὁ παρονομαστὴς ἦτο μόνον κατὰ μίαν μονάδα μεγαλύτερος τοῦ ἀριθμητοῦ. ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις -ὰς (γεν.).δὶς (= δύο φοράς). ἑξ . μὲ τὸ ὁποῖον παρίστανον τὸ 900. τοῦ πέντε .άς. Τὸ σημεῖον ϛϘ.ω· καὶ τῆς μὲν πρώτης ὁμάδος τὰ στοιχεῖα τὰ ἐχρησιμοποίουν πρῶτον πρὸς παράστασιν τῶν ἁπλῶν μονάδων (α΄ = 1.ἡ τετράς. -άδος) : (δύο) δυ . τοῦ τρεῖς . μὲ τὰς ὁποίας δίδεται ὡρισμένη ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ποσάκις. Τῶν τριῶν πρώτων ἀριθμητικῶν (εἷς. β΄ = 2. καὶ τὸ σημεῖον Ϡ. παρελείπετο : τὰ πέντε μέρη (= ⁵/₆). ϙγ = 3000 κτλ. Ἀριθμητικὰ ἐπιρρήματα λέγονται αἱ λέξεις.ἡ πεμπὰς (= ἡ πεντάς). τοῦ τριάκοντα . σ΄ = 200. ϙβ .2000. μὲ τὸ ὁποῖον οἱ ἀρχαῖοι παρίστανον τὸ 6. τῆς δὲ δευτέρας ὁμάδος πρὸς παράστασιν τῶν δεκάδων (ι΄ = 10. λ΄ = 30 κτλ. κ΄ = 20. καλεῖται κόππα. τὰ ἐννέα μέρη (= ⁹/₁₀).άς.θ. (τρία) τρι . ἒν) τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι ἡ μονὰς τοῦ τέτταρα . Καὶ τούτων τὰ πλεῖστα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπολύτων. Διῄρουν δὲ πρὸς τοῦτο τὰ 24 στοιχεῖα τοῦ ἀλφαβήτου εἰς τρεῖς ὁμάδας. β΄) Ἀριθμητικά οὐσιαστικά § 167. καλεῖται σαμπῖ. (ἑκατὸν) ἑκατοντ . τὸ δὲ σημεῖον ϞϘ. εἰκοσαριά). ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προστεθῇ ἡ κατάληξις -κις ἢ -άκις : (ἑπτὰ) ἑπτά . Τὰ οὐσιαστικὰ ἀριθμητικὰ σημαίνουν ἀφῃρημένην ἀριθμητικὴν ποσότητα. τοῦ εἴκοσιν . ι . Πρὸς παράστασιν δὲ τῶν ἀριθμῶν ἐν γένει οἱ ἀρχαῖοι ἐχρησιμοποίουν τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀλφαβήτου μὲ μίαν κεραίαν πρὸς τὰ ἄνω καὶ δεξιὰ ἢ κάτω καὶ ἀριστερά. ἀλλὰ μὲ τὴν κεραίαν πρὸς τὰ κάτω καὶ ἀριστερὰ (ϙα = 1000.άκις.άς. 90 . καλεῖται στίγμα. Σημείωσις.άκις. (πέντε) πεντ . α .τρὶς (= τρεῖς φοράς).άς.κις.
ϙαϠιβ΄ = 1912. -α. α΄ β΄ γ΄ δ΄ ε΄ ς΄ ζ΄ η΄ θ΄ ι΄ ια΄ ιβ΄ ιγ΄ ιδ΄ ιε΄ ις΄ ιζ΄ ιη΄ ιθ΄ κ΄ λ΄ μ΄ ν΄ ξ΄ ο΄ π΄ ϞϘ ρ΄ σ΄ τ΄ υ΄ φ΄ χ΄ ψ΄ ω΄ ϠϘ Ἀραβ. ἓν δύο τρεῖς. ϙαϠμς΄ = 1946). τρία τέτταρες. -ον τρίτος. ψηφία 1 2 3 4 7 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 30 40 50 60 70 80 90 100 200 300 400 500 600 700 800 900 Ἀπόλυτα εἷς. μία. σημ.ϙαωκα΄ = 1821.τέτταρα πέντε ἓξ ἑπτὰ ὀκτὼ ἐννέα δέκα ἕνδεκα δώδεκα τρεῖς (τρία) καὶ δέκα τέτταρες(-ρα)καὶδέκα πεντεκαίδεκα ἑκκαίδεκα ἑπτακαίδεκα ὀχτωκαίδεκα ἐννεακαίδεκα εἴκοσι (ν) τριάκοντα τετταράκοντα πεντήκοντα ἑξήκοντα ἑβδομήκοντα ὀγδοήκοντα ἐνενήκοντα ἑκατὸν διακόσιοι -αι -α τριακόσιοι -αι -α τετρακόσιοι -αι -α πεντακόσιοι -αι -α ἑξακόσιοι -αι -α ἑπτακόσιοι -αι -α ὀκτακόσιοι -αι -α ἐνακόσιοι -αι -α Τακτικά πρῶτος. -ον δεύτερος. -η. Π ί ν α ξ τ ῶ ν ἀ ρ ι θ μη τ ι κ ῶ ν Ἑλλ. -η. -ον τέταρτος πέμπτος ἕκτος ἕβδομος ὄγδοος ἔνατος δέκατος ἐνδέκατος δωδέκατος τρίτος καὶ δέκατος τέταρτος καὶ δέκατος πέμπτος καὶ δέκατος ἕκτος καὶ δέκατος ἕβδομος καὶ δέκατος ὄγδοος καὶ δέκατος ἔνατος καὶ δέκατος εἰκοστὸς τριακοστὸς τετταρακοστὸς πεντηκοστὸς ἑξηκοστὸς ἑβδομηκοστὸς ὀγδοηκοστὸς ἐνενηκοστὸς ἑκατοστὸς διακοσιοστὸς τριακοσιοστὸς τετρακοσιοστὸς πεντακοσιοστὸς ἑξακοσιοστὸς ἑπτακοσιοστὸς ὀκτακοσιοστὸς ἐνακοσιοστὸς Ἐπιρρήματα ἅπαξ δὶς τρὶς τετράκις πεντάκις ἑξάκις ἑπτάκις ὀκτάκις ἐνάκις δεκάκις ἑνδεκάκις δωδεκάκις τρισκαιδεκάκις τετράκαιδεκάκις πεντεκαιδεκάκις ἑκκαιδεκάκις ἑπτακαιδεκάκις ὀκτωκαιδεκάκις ἐννεακαιδεκάκις εἰκοσάκις τριακοντάκις τετταρακοντάκις πεντηκοντάκις ἑξηκοντάκις ἑβδομηκοντάκις ὀγδοηκοντάκις ἐνενηκοντάκις ἑκατοντάκις διακοσιάκις τριακοσιάκις τετρακοσιάκις πεντακοσιάκις ἑξακοσιάκις ἑπτακοσιάκις ὀκτακοσιάκις ἐνακοσιάκις 91 .
ϙα ϙβ ϙι ϙκ 1000 2000 10000 20000 χίλιοι -αι -α δισχίλιοι -αι -α μύριοι -αι -α δισμύριοι -αι -α χιλιοστὸς δισχιλιοστὸς μυριοστὸς δισμυριοστὸς χιλιάκις δισχιλιάκις μυριάκις δισμυριάκις 92 .
Εἶναι δὲ αἱ συζυγίαι τῶν ῥημάτων δύο.ομαι). § 41. § 170. ἡ δὲ ἐνέργειά του ἐπιστρέφει εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιον : ὁ παῖς ἑνδύεται (= ἐνδύει τὸν ἑαυτόν του). δείκνυ . ἡ ἔγκλισις. ῾Ρήματα λέγονται αἱ λέξεις. Διάθεσις ῥήματος λέγεται ἡ σημαινομένη ὑπ’ αὐτοῦ κατάστασις τοῦ ὑποκειμένου. Εἶναι δὲ αἱ διαθέσεις τῶν ῥημάτων τέσσαρες : ἐνεργητική. τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον οὔτε ἐνεργεῖ οὔτε πάσχει τι. 3) ῾Ρήματα παθητικῆς διαθέσεως ἢ παθητικὰ λέγονται ἐκεῖνα. ἤτοι ἡ συζυγία τῶν εἰς -ω (-ομαι) καὶ ἡ συζυγία τῶν εἰς -μι (-μαι) : λύ . τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ. τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον ἐνεργεῖ : ὁ παῖς χορεύει · κρούει τὴν θύραν.ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ ΡΗΜΑΤΑ α ΄ ) Ὁ ρ ι σ μὸς καὶ παρεπὸμενα τοῦ ῥήματος Γ ενικά τινα περὶ τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῶν § 169.μι (δείκνυ- 3 . μέση. αἱ ὁποῖαι σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον ἐνεργεῖ ἢ πάσχει κατά τι ἢ εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν. 4) ῾Ρήματα οὐδετέρας διαθέσεως λέγονται ἐκεῖνα. τὸ πρόσωπον καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ (πρβλ. ἀλλ᾽ ἁπλῶς εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν : ὁ παῖς καθεύδει (κοιμᾶται).ω (λύ . 3. Συζυγία ῥημάτων λέγεται ὁ τρόπος τῆς κλίσεως αὐτῶν. τὰ ὁποῖα σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον πάσχει : ὁ παῖς λούεται ὑπὸ τῆς μητρός. 1) ῾Ρήματα ἐνεργητικῆς διαθέσεως ἤ ἐνεργητικὰ λέγονται ἐκεῖνα. παθητικὴ καὶ οὐδετέρα.). ἤτοι ἡ διάθεσις. ὁ χρόνος. Πᾶν ῥῆμα ἔχει πολλοὺς καὶ διαφόρους τύπους καὶ μὲ αὐτοὺς δηλοῦνται τὰ παρεπόμενα τοῦ ῥήματος. § 171. 2) ῾Ρήματα μέσης διαθέσεως ἢ μέσα λέγονται ἐκεῖνα. Σημ. ἡ φωνή. § 172. ἡ συζυγία.
λύ. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις γίνεται τώρα. Περὶ τῆς σημασίας δὲ τῶν χρόνων εἰς τὰς ἄλλας ἐγκλίσεις ἰδὲ τὸ Συντακτικόν. 2) τὴν μέσην φωνήν. ὁ παῖς ἐγεγράφει τὴν ἐπιστολὴν (= τὴν εἶχε γραμμένην)· 7) ὁ τετελεσμένος μέλλων.ω. λύ . ἤτοι ἧτο τετελεσμένη κατά τι χρονικὸν σημεῖον τοῦ παρελθόντος .ῃ. ῾Ο ἑνεστώς.μι. Φωνὴ ῥήματος λέγεται ἓν σύνολον τῶν τύπων αὐτοῦ. ἤτοι καθ’ ὅν χρόνον ὁμιλεῖ ὁ λέγων : ὁ μαθητὴς γράφει· 2) ὁ παρατατικός. μὲ τὸν ὁποῖον δηλοῦται πότε γίνεται ἡ πρᾶξις. δείκνυ. § 174. § 173. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις ἑγίνετο (διαρκῶς ἢ ἐπανειλημμένως) εἰς τὸ παρελθόν : ὁ μαθητὴς ἐγραφεν· 3) ὁ μέλλων (ὁ ἁπλοῦς). ἤτοι θὰ εἶναι τετελεσμένη κατά τι χρονικὸν σημεῖον τοῦ μέλλοντος : γεγραφὼς ἔσομαι τὴν ἐπιστολὴν (= θὰ ἔχω γράψει τὴν ἐπιστολήν)· ἡ ἐπιστολὴ γεγράψεται (= θὰ ἔχῃ γραφῆ ἢ θὰ εἶναι γραμμένη ἡ ἐπιστολή).εται κτλ. ἤτοι : 1) τὴν ἐνεργητικὴν φωνήν. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις ἔχει γίνει. ἤτοι ἕν σύνολον τύπων.μαι). δείκνυμαι.ομαι. Σημειωσις 1. Οἱ χρόνοι τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι ἑπτά. Πᾶν δὲ ῥῆμα ἔχει δύο φωνὰς ἢ δύο σύνολα τύπων. οἱ ἑξῆς: 1) ὁ ἐνεστώς. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶχε γίνει.. ἤτοι ἕτερον σύνολον τύπων. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις θὰ ἔχῃ γίνει. λύ.σαι κτλ. δείκνυ.ς κτλ. Χρόνος ῥήματος λέγεται ὁ τύπος αὐτοῦ. ὁ μέλλων (ἁπλοῦς καὶ τετελεσμένος) καὶ ὁ 94 . τὸ ὁποῖον ἀρχίζει μὲ τὴν κατάλῃξιν -ομαι ἢ -μαι : λύ. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ὅτι ἡ πρᾶξις θὰ γίνῃ ἢ θὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον : ὁ μαθητὴς γράψει (θὰ γράψῃ ἢ θὰ γράφη)· 4) ὁ ἀόριστος. Σημείωσις 2. ἤτοι εἶναι τετελεσμένη : ὁ παῖς γέγραφε τὴν ἐπιστολὴν (= τὴν ἔχει γραμμένην)· 6) ὁ ὑπερσυντέλικος. ὁ ὁποῖος δηλοῖ ἁπλῶς ὅτι ἡ πρᾶξις ἔγινεν εἰς τὸ παρελθόν : ὁ παῖς ἔγραψε τὴν ἐπιστολήν· 5) ὁ παρακείμενος. τὸ ὁποῖον ἀρχίζει μὲ τὴν κατάληξιν -ω ἢ -μι : λύ . δείκνι. ῾Η σημασία ἐκάστου χρόνου εἶναι οἵα ἐδηλώθη ἀνωτέρω μόνον εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔγκλισιν. .εις κτλ.
ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ τετελεσμένος μέλλων λέγονται προσέτι χρόνοι συντελικοί. εὑρήσεις· 3) Προστακτικὴ λέγεται ἡ ἔγκλισις. παίζει (ὁ παῖς. Ἡ σημασία ἑκάστης ἐγκλίσεως εἶναι οἵα ἀνωτέρω ἐδηλώθη εἰς τὰς ἀνεξαρτήτους προτάσεις. ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς βεβαίαν: προσέχομεν 2) ῾Υποτακτικὴ λέγεται ἡ ἔγκλισις. § 175. § 148). ᾐμπορεῖτε νὰ λέγετε). Σημείωσις 1. πολλοί). Εἶναι δὲ αἱ ἐγκλίσεις τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης τέσσαρες. Πρόσωπον ῥήματος λέγεται τύπος αὐτοῦ. ᾽Εκτὸς τῶν τεσσάρων ἐγκλίσεων τὸ ῥῆμα ἔχει προσέτι δύο ὀνοματικοὺς τύπους. εἷς). παίζομεν (ἡμεῖς. ἤτοι ἂν τὸ ὑποκείμενον τοῦ ῥήματος εἶναι πρώτου προσώπου ἢ δευτέρου ἢ τρίτου : λέγω (ἐγώ). § 176. ἂν τὸ ὑποκείμενον αὐτοῦ περιλαμβάνῃ ἒν ἢ πολλὰ πρόσωπα ἢ ζῷα ἢ πράγματα : παίζω (ἐγώ. εἷς). διδάσκει τὸ Συντακτικόν. πολλοί).ἡ ὑποτακτική. ῾Ἡ εὐκτικὴ μετὰ τοῦ (δυνητικοῦ) μορίου ἂν κανονικῶς παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς δυνατήν : λέγοιτε ἂν (θὰ ἐλέγατε. ἤτοι ἡ ὁριστική. ὁ ὁποῖος δηλοῖ τὴν ψυχικὴν διάθεσιν τοῦ ὁμιλοῦντος. Σημείωσις 2. λέγει (ἐκεῖνος) (βλ. ῾Ο παρακείμενος. ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς ἐπιθυμητὴν ἡ προσδοκωμένην : προσέχωμεν (=ἂς προσέχωμεν)· ἐὰν ζητῇς καλῶς. 1) ῾Οριστικὴ λεγεται ἡ ἔγκλισις τοῦ ρήματος. ῎Εγκλισις ῥήματος λέγεται ὁ τύπος αὐτοῦ. παίζουσιν (οἱ παῖδες. τὸ ὁποῖον ὅμως . ὁ ἀόριστος καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος λέγονται χρόνοι παραγόμενοι (ἢ ἰστορικοὶ ἢ παρῳχημένοι). ἡ προστακτικὴ καὶ ἡ εὐκτική. ἤτοι τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχήν. μὲ τὸν ὁποῖον δηλοῦται. ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς ἀξίωσιν ἢ προσταγὴν τοῦ ὁμιλοῦντος : προσέχετε. Ἀριθμὸς ῥήματος λέγεται τύπος αὐτοῦ. § 178. Τίνας δὲ σημασίας λαμβάνει ἑκάστη ἔγκλισις εἰς τὰς δευτερευούσας προτάσεις.παρακείμενος λέγονται χρόνοι ἀρκτικοί. 1) Τὸ ἀπαρέμφατον εἶναι ῥηματικὸν οὐσιαστικόν. 4) Εὐκτικὴ λέγεται ἡ ἔγκλισις. λέγεις (σύ). μὲ τὸν ὁποῖον δηλοῦται τίνος προσώπου εἶναι τὸ ὑποκείμενον αὐτοῦ. ὁ δὲ παρατατικός. § 177. ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν πρᾶξιν ὡς εὐχὴν τοῦ ὁμιλοῦντος : ὑγιαίνοιτε (= εἴθε νὰ ὑγιαίνετε).
Τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης 1) ὁ ἁπλοῦς μέλλων δὲν ἔχει δύο τύπους ὅπως εἰς τὴν νέαν γλῶσσαν..γραφείς. ἐκεκκόμμην (= εἶχον κοπῆ) κτλ. κέκοφα (= ἔχω κόψει). . κέκομμαι (= ἔχω κοπῆ). γράφουσα. γραφόμενον . τὸ ὁποῖον ὅμως δηλοῖ συγχρόνως διάθεσιν καὶ χρόνον (βλ. Καλεῖται δὲ ἀπαρέμφατον.γράψας. ἐκεκόφειν (εἶχον κόψει). κόψω (= θὰ κόψω ἢ θὰ κόπτω). τὸ χρονικὸν θέμα καὶ τὸ ῥηματικὸν θέμα. γράφον . Πᾶσαι αἱ ἐγκλίσεις καὶ οἱ χρόνοι τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης. μὲ αὐτὸν δὲ δηλοῦται ἡ μέλλουσα πρᾶξις εἴτε ἁπλῶς ἐν συνόψει εἴτε κατὰ διάρκειαν ἢ ἑπανάληψιν : γράψω (= θὰ γράψω ἢ θὰ γράφω)· 2) ὁ τετελεσμένος μέλλων α΄) τῆς ἐνεργητικὴς φωνῆς ἐν γένει σχηματίζεται περιφραστικῶς μὲ τὴν μετοχὴν τοῦ ἐνεργητικοῦ παρακειμένου καὶ τὸν μέλλοντα τοῦ ῥήματος εἰμί : (λύω) λελυκὼς ἔσομαι (= θὰ ἔχω λύσει)˙ β΄) τῆς μέσης φωνῆς ἐν γένει σχηματίζεται καὶ μονολεκτικῶς καὶ περιφραστικῶς μὲ τὴν μετοχὴν τοῦ μέσου παρακειμένου καὶ τὸν μέλλοντα τοῦ ῥήματος εἰμί : (λύομαι) λελύσομαι καὶ λελυμένος ἔσομαι (= θὰ ἔχω λυθῆ ἢ θὰ εἶμαι λυμένος). γραφέν. γραφεῖσα. β ′ ) Σ υστατικὰ μέρη τοῦ ῥήματος.λῦσαι.δηλοῖ συγχρόνως διάθεσιν καὶ χρόνον : λύειν. § 132 κ. λεγέτω (= ἂς λέγῃ). διότι εἰς πάντα χρόνον ἔχει μίαν μόνον κατάληξιν καὶ μόνον του δὲν (παρεμφαίνει.γραφόμενος.ἑ) : γράφων. ἤτοι δὲν) δηλοῖ ὡρισμένον πρόσωπον καὶ ἀριθμόν : βούλομαι λέγειν (= θέλω νὰ λέγω)· βουλόμεθα λέγειν (= θέλομεν νὰ λέγωμεν) βούλονται λέγειν (θέλουν νὰ λέγουν). Πρβλ. λυθῆναι. γράψαν. κοπήσομαι (= θὰ κοπῶ). ἐξαιρέσει ὡρισμένων τύπων αὐτῶν σχηματίζονται μονολεκτικῶς. διότι μετέχει τῶν παρεπομένων καὶ τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ ῥήματος. λύεσθαι . § 179. γράψασα. γραφομένη. Καλεῖται δὲ μετοχή. θέμα. ὑγιαίνοιτε (= εἴθε νὰ ὑγιαίκετε). § 180. χαρακτὴρ § 181. ἀλλὰ ἕνα μόνον τύπον. 2) Ἡ μετοχὴ εἶναι ῥηματικὸν ἐπίθετον. Εἰς τοὺς ῥηματικοὺς τύπους κανονικῶς διακρίνομεν δύο θέματα.
1) Χρονικὸν θέμα λέγεται ἐκεῖνο. κρού.α.ω. ἐκ τοῦ κε-κοπ.κοπτον . ἔ. τέ . λέγ.ω. § 182.ον). χρί. ἄλλους δὲ εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ πρὸ τῶν ῥηματικῶν καταλήξεων. ἀγγέλω .ταξ .ω. Πρβλ. τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ σχηματισμοῦ πάντων τῶν χοονικῶν θεμάτων αὐτοῦ.ω).ω. καὶ συνηθέστερον ἀπὸ κάποιαν λέξιν ἐτυμολογικῶς συγγενῆ πρὸς τὸ ῥῆμα (βλάπτω .ω βασιλεύ.ω εἶναι κόπ-.ω.κόψ. βάλ-.ὼς ἔσομαι) κτλ.). ἤτοι ἐκεῖνο. πληρόω.ω). κόπτ. β΄ ἔ.α . τέ . ἄλλους μὲν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. συνήθως ὅμως εὑρίσκεται ἀπὸ τὸν ἀόριστον β΄ (ὡς τοῦ βάλλω. Κανονικῶς δὲ ἔχουν κοινὸν τὸ χρονικὸν θέμα ὁ ἐνεστὼς μὲ τὸν παρατατικόν. ἐ-τε -τάχ . ἔ.βλάβ-η.ος. τύπτω . ἐ . Κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν διαφόρων τύπων ἑνὸς ῥήματος τὸ ῥηματικὸν θέμα αὐτοῦ ὑφίσταται διαφόρους μετασχηματισμοὺς. ἀόρ.καὶ τὸ τοῦ παρακειμένου κε. § 184.α.μαι. ἐξ οὗ τάσσ. ἔ. Τὸ ῥηματικὸν θέμα ἐνίοτε μὲν εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ θέμα τοῦ ἐνεστῶτος (λύ. τὸ τοῦ μέλλοντος κοψ = κοπ .ω. ἔ-κοψ. ἀγγέλλ. φιλέω. πείθ. Πρβλ.ἄγγελ. ἐ-κεκόφ.κοφ -.ω. § 183. Κατὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ῥηματικοῦ θέματος αὐτῶν τὰ ῥήματα διαιροῦνται εἰς φωνηεντόληκτα καὶ συμφωνόληκτα : λύ.κέκοφ.ῶ.ῶ.ἄρ. ἀπὸ τὸ ὁποῖον σχηματίζονται οἱ τύποι ἑνὸς ὡρισμένου χρόνου ἢ ὡρισμένων χρόνων τοῦ ῥήματος. βλέπ.ω.σο . ῥηματικὸν θέμα ταγ-.α.ον.τά .ω. ταχ .τύπ-ος. αἴρω . 97 . Οὕτω τὸ ῥηματικὸν θέμα τοῦ ῥ· κόπτ. κόπτ. 2) ῾Ρηματικὸν θέμα λέγεται τὸ ἀρχικὸν θέμα τοῦ ῥήματος.θή .ω γράφ. μέν.χθην. καθαίρ.τακ .ταχ .σις κτλ. ὁ δὲ χαρακτὴρ τοῦ ῥηματικοῦ θέματος λέγεται ῥηματικὸς χαρακτηρ.ται κτλ.ω. § 66).ω (βλ.σ .ω. Σημείωσις.ω. ἐξ αὐτοῦ δὲ ἐσχηματίσθη τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα κόπ-τ-. ῾0 χαρακτὴρ ἑνὸς χρονικοῦ θέματος λέγεται χρονικὸς χαρακτήρ.ειν.βαλ . ῥηματικὸν θ.ω.ω) καὶ εἰς ἐνρινόληκτα ἢ ὑγρόληκτα (μέν.ῥαφ-ή. τάξ.κτλ. ῞Υποδιαιροῦνται δὲ 1) τὰ μὲν φωνηεντόληκτα ῥήματα εἰς ἀσυναίρετα (κωλύ.τασσ . ῥάπτω . ὁ ἁπλοῦς μέλλων μὲ τὸν ἀόριστον καὶ ὁ παρακείμενος μὲ τὸν ὑπερσυντέλικον (καὶ τὸν τετελεσμένον μέλλοντα).ω) καὶ εἰς συνηρημένα (τιμάω.ῶ) 2) τὰ δὲ συμφωνόληκτα εἰς ἀφωνόληκτα (ἄγ.ειν (κεκοφ.
κειν ῥίπτ. Οἱ παραγόμενοι χρόνοι τῶν ῥημάτων εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔχουν αὔξησιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ θέματος.πεπιστεύ . ἀπὸ τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἕκαστος ἐκ τῶν παραγομένων χρόνων : πιστεύ. ῾Υπερσυντέλικοι ῥημάτων. Α ὔ ξ η σ ι ς § 185. εἰδ-) . Σημείωσις 2.ρριψ .ἐλπίζω.εἶρον. ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ αὐτῶν σχηματίζεται. δέν ἔχουν αὔξησιν : ἐστράτευκα . ηὔξανον . ἱκέτευον˙ τὸ ῠ γίνεται ῡ : ὑβρίζω. 6). ἐζήτηκα Τὸ ἐ δηλαδὴ τῆς συλλαβικῆς αὐξήσεως ἀρχῆθεν ἦτο ἐπίρρημα καὶ ἐσήμαινε τότε.εὑρίσκω. ᾔκαζον· τὸ αυ ἢ ευ γίνεται ηυ : αὐξάνω. ᾐσθανόμην . τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ σύμφωνον.ἐστρατεύκειν.ρριπτ .ἐ.ᾗα ἢ ᾕειν καὶ εἰς τὸν ὑπερσυντέλικον τοῦ οἵδα (θ. ὕβριζον· τὸ αι ἢ ει γίνεται η : αἰσθάνομαι.γ ΄ ) Αὔξησις καὶ ἀναδιπλασιασμὸς 1. τῶν ὁποίων ὁ παρακείμενος ἔχει ἀναδιπλασιασμὸν ε. ᾤκτιρον.ἦγον. αἲτῶ . Εἶναι δὲ ἡ συλλαβικὴ αὔξησις ἒν ε ψιλούμενον. ῾Η αὔξησις δηλοῖ τὸ παρελθόν. ἤλπιζον· τὸ ο γίνεται ω : ὀδύρομαι.ᾗδον (ὅπως ἄγω .ᾕδειν. .ειν (34.ον. καίτοι εἶναι μακρόν.εἰκάζω.ἤθλουν.ω . ἐ. ἐ . Τὸ ἀρκτικὸν ᾱ ἢ ᾳ.ον. 1) Συλλαβικὴν αὔξησιν ἔχουν οἱ παραγόμενοι χρόνοι τῶν ῥημάτων. Εἰς τὰ ἄλλα ῥήματα μένει ·.ω . εἶναι δὲ δύο εἰδῶν. Εἶναι δὲ ᾑ χρονικὴ αὔξησις ἕκτασις τοῦ ἀρκτικοῦ βραχέος φωνήεντος τοῦ θέματος. ἐ. συλλαβικὴ καὶ χρονική. ᾄδω . ὠδυρόμην· τὸ ῐ γίνεται ῑ : ἱκετεύω. ἠγόραζον .ἤργουν. τὸ ὁποῖον προτάσσεται* τοῦ θέματος.ᾖτουν). Τὸ ἀρκτικὸν ει γίνεται κατὰ τὴν αὔξησιν ῃ προσέτι εἰς τὸν παρατατικὸν τοῦ ῥήματος εἶμι .ἐ . τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν.ρρίφ .σα. 2) Χρονικὴν αὔξησιν ἔχουν οἱ παραγόμενοι χρόνοι τῶν ῥημάτων.α.πίστευ . τρέπεται κατὰ τὴν αὔξησιν εἰς η ἢ ῃ κατ’ ἀναλογίαν : ἀθλῶ . ηὕρισκον˙ τὸ οι γίνεται ῳ : οἰκτίρω.εἶργον· εἴρω . Σημειωσις 1. ἀργῶ .εἴκω-εἶκον˙ εἴργω . ἔ . ἀπὸ τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἕκαστος ἐκ τῶν παραγομένων χρόνων (§ 32. 1).πίστευ . Κατὰ τὴν χρονικὴν αὔξησιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ θέματος τὸ ᾰ ἢ ε γίνεται η : ἀγοράζω.
μην.ἔ .θε .κα ἐ. σπερ-. Ἀν α δ ι π λ α σ ι α σ μ ὸ ς § 186.κα δρῶ (δρά.κειν (χε . Οἱ συντελικοὶ χρόνοι (ἤτοι ὁ παρακείμενος.ρριφα (ὅπως ἔ .δίκη .φθαρκα (ὅπως ἔ .φύτευ . ῾Ο ἀναδιπλασιασμὸς δηλοῖ τὸ τετελεσμένον τῆς πράξεως.κα ἐ.ἐζητήκειν.πε .κα πνέω (θ.φθειρα) στρατεύω .θυ .κειν) φυτεύω .ἐ .παιδεύ .κε .φυτεύ .δρα .θυ .φε .μαι ἐ. ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ τετελεσμένος μέλλων) ἔχουν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ θέματος ἀναδιπλασιασμὸν εἰς πάσας τὰς έγκλίσεις (καὶ εἰς τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχήν).ομαι· 2) ὅ. φθαρ-) .στράτευσα) β) χρονικὴν αὔξησιν ὡς ἀναδιπλασιασμὸν τὰ ῥήματα.τι καὶ ἡ αὔξησις.κα ἐ.γέ . τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν: ἀδικῶ .πνευ .κέ .ω) .πε . ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον εἶναι ἄφωνον καὶ τὸ δεύτερον ἔνρινον ᾒ ὑγρόν : παιδεύω .7) κάμνω (θ. φθερ-.κα ἐ. γε.γραμ . πνευ-) ..παίδευ .γράμ .γε .δέ .κα γράφομαι . τῶν ὁποῖων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ σύμφωνον διπλοῦν ἢ ἀπὸ ρ ἢ ἀπὸ δύο σύμφωνα.τε .κα) (ἐ.χορεύ .κμη .φύτευ .ἐ .θύ .κειν) (§ 37.κε .σπαρκα (ὅπως ἔ .ἠ .ζήτησα) ῥίπτω .χε . Λαμβάνουν δὲ α) συλλαβικὴν αὔξησιν ὡς ἀναδιπλασιασμὸν τὰ ῥήματα.φυτεύ .κειν) χορεύω . σπαρ-) .κα (ὅπως ἠδίκησα) .κειν (φε .ζήτηκα (ὅπως ἐ .γράψ . κμη-) .πέ .πε . τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν ἀπὸ ἐν ἁπλοῦν σύμφωνον ἐκτὸς τοῦ ρ. 2 .χορεύ .πε .κειν (θέ .θύ . Τοιοῦτον ἀναδιπλασιασμὸν λαμβάνουν τὰ θέματα. ἢ ἀπὸ δύο σύμφωνα.ἔ . χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν ἄφωνον καὶ τὸ δεύτερον ἔνρινον ἢ ὑγρὸν ἢ ὅσων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ τρία σύμφωνα : ζητῶ .χόρευ .στράτευκα (ὅπως ἐ .κα) (ἐ. εἶναι δὲ δύο εἰδῶν: 1) ἐπανάληψις τοῦ ἀρκτικοῦ συμφώνου τοῦ θέματος μὲ ἕν ε κατόπιν αὐτοῦ.σπειρα) φθείρω (θ.κα) (ἐ.χορευ .κειν θύω -τέ .ἔ .ρριψα) σπείρω (θ.
ἑρημῶ ὁμολογῶ αἰτῶ οἰκῶ
- ἠ - ρήμω - κα - ὡ - μολόγη - κα - ἡ - τη - κα - ᾤ-κη-κα
(ὅπως ἠρήμωσα) (ὅπως ὡμολόγησα) (ὅπως ᾔτησα) (ὅπως ᾤκησα)
3. Αὔξησις καὶ ἀναδιπλασιασμὸς τῶν συνθέτων ῥημάτων § 187. 1) Τὰ μετὰ προθέσεων σύνθετα (ἢ παρασύνθετα)* ῥήματα ἔχουν τὴν αὔξησιν καὶ τὸν ἀναδιπλασιασμὸν μετὰ τὴν πρόθεσιν: εἰσ - πέμπω - εἰσ - έ - πεμπον εἰσ - πέ - πομφα συν - οικῶ - συν - ῴ - κουν συν - ῴ - κηκα παρα - νομῶ - παρ - ε - νόμουν παρα - νε - νόμηκα ἐγ - κωμιάζω - ἐν - ε - κωμίαζον ἐγ - κε - κωμίακα ἐν - χειρίζω - ἐν - ε - χείριζον ἐγ - κε - χείρικα (§ 37, 7). 2) Τὰ παρασύνθετα ῥήματα, ὅσα ἔχουν πρῶτον συνθετικὸν ἄλλην λέξιν ἐκτὸς προθέσεως, ἔχουν τὴν αὔξησιν καὶ τὸν ἀναδιπλασιασμὸν εἰς τὴν ἀρχήν, ὡς ἐὰν ἦσαν ἁπλᾶ ῥήματα: (ἄ - δικος) ἀδικῶ - ἠδίκουν ἠδίκηκα (δυσ - τυχὴς) δυστυχῶ - ἐ - δυστύχουν δε - δυστύχηκα (μυθο - λόγος) μυθολογῶ - ἐ - μυθολόγουν με - μυθολόγηκα (οἰκο-δόμος) οἰκοδομῶ - ᾠκοδόμουν ᾠκοδόμηκα.
Σημείωσις. Τὰ παρασύνθετα ῥήματα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτον συνθετικὸν εἶναι τὸ ἐπίρρημα εὗ, συνήθως δέν λαμβάνουν αὔξησιν οὐδὲ ἀναδιπλασιασμόν: εὐδοκιμῶ εὐδοκίμουν εὐδοκίμησα εὐδοκίμηκα εὐεργετῶ εὐεργέτουν εὐεργέτησα εὐεργέτηκα εὐτυχῶ εὐτύχουν εὐτύχησα εὐτύχηκα εὐωχοῦμαι εὐωχούμην εὐωχήθην.
4. Ἀνωμαλίαι αὐξήσεως § 188. 1) Τὰ ῥήματα βούλομαι, δύναμαι καὶ μέλλω ἔχουν αὔξησιν κανονικῶς ἐ καὶ ἀνωμάλως ἠ (κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ ῥ ἐθέλω ἢ θέλω - ἤθελον). ἐβουλόμην καὶ ἠβουλόμην - ἐβουλήθην καὶ ἠβουλήθην ἐδυνάμην καὶ ἠδυνάμην - ἐδυνήθην καὶ ἠδυνήθην
Τὶ λέγονται παρασύνθετοι λέξεις βλ. κατωτέρω, εἱς τὸ τέλος τοῦ περὶ συνθέσεως κεφαλαίου.
100
ἔμελλον
καὶ ἤμελλον.
2) Τὰ ῥήματα (κατ)άγνυμι, ὠνοῦμαι καὶ ὡθῶ, ἐνῷ τὸ θέμα των ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν, ἔχουν συλλαβικὴν αὔξησιν ἐ: κατ-έ-αξα, ἐ - ωνούμην, ἐ - ώθουν. 3) Τὰ ῥήματα ἐθίζω, ἑλίττω, ἔλκω, ἕπομαι, (περι)έπω, ἐργάζομαι, ἕρπω, ἑστιῶ, ἔχω καὶ ἐῶ κατὰ τὴν αὔξησιν τρέπουν τὸ ἀρκτικὸν ε ὄχι εἰς η ἀλλὰ εἰς ει: εἴθιζον, εἵλιπτον, εἶλκον, εἱπόμην, περι - εῖπον, εἰργαζόμην, εἷρπον, εἱστίων, εἶχον, εἴων.
Σημείωσις. Τοῦ ῥ. ἐργάζομαι ὁ παρατατικὸς καὶ ὁ ἀόριστος σχηματίζονται καὶ μὲ κανονικὴν αὔξησιν: ἠργαζόμην, ἠργασάμην.
4) Τὸ ῥῆμα ἀν - οίγω εἰς πάντας τοὺς παραγομένους χρόνους, τὸ ῥ· ὁρῶ εἰς τὸν παρατατικὸν καὶ τὸ ῥ· ἀλίσκομαι εἰς τὸν ἀόριστον ἔχουν καὶ συλλαβικὴν καὶ χρονικὴν αὔξησιν ὁμοῦ: ἀν - έῳγον, ἀν - έῳξα, ἑώρων, ἑᾱ΄λων. 5) Τὸ ῥῆμα ἑορτάζω κατὰ τὴν αὔξησιν ἐκτείνει ὄχι τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν ἑ ἀλλὰ τὸ κατόπιν αὐτοῦ ο: ἑώρταζον, ἑώρτασα.
Σημείωσις. Πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω ἀνωμαλίαι τῆς αὐξήσεως εἶναι φαινομενικαὶ καὶ ὀφείλονται εἰς διαφόρους φθογγικὰς παθήσεις π.χ. τὸ ῥῆμα ἐργάζομαι ἀρχῆθεν ἦτο Fεργάζομαι καὶ τὸ ῥῆμα ἔχω ἀρχῆθεν ἧτο σέχω, ὁ παρατατικὸς δὲ αὐτῶν ἀρχῆθεν ἦτο κανονικῶς ἐ - Fεργαζόμην, ἔ - σεχον, ἐκ τούτων δὲ κατόπιν προῆλθον οἱ τύποι ἐεργαζόμην, ἔεχον καὶ μετὰ συναίρεσιν τοῦ εε εἰς ει προῆλθον τέλος οἱ τύποι εἰργαζόμην, εἶχον (βλ. § 33, 3). ᾽Επίσης οἱ τύποι ἑώρταζον, ἑώρτασα προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων κανονικῶν τύπων ἡόρταζον, ἡόρτασα δι’ ἀντιμεταχωρήσεως (βλ, § 32, 4). Ὁμοίως δὲ ἐκ τῶν παλαιοτέρων τύπων ἀν - ήFοιγον, ἡFόρων (μὲ ἰσχυροτέραν συλλαβικὴν αὔξησιν η) προῆλθον οἱ τύποι ἀν - έῳγον, ἑώρων (μὲ δασεῖαν κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ δασυνόμενον ὁρῶ) (βλ. § 32, 4).
6) ᾽Εκ τῶν συνθέτων ἢ παρασυνθέτων ῥημάτων: α΄) τὰ ῥήματα ἀμφι - έννυμι, ἐγγυῶ (ἐκ τῆς λ. ἐγ - γύη), ἑμπεδῶ (ἐκ τῆς λ. ἔμ - πεδος), ἐναντιοῦμαι (ἐκ τῆς λ. ἐν - αντίος), ἐπ - είγω, ἑπ - σταμαι καὶ καθ - έζομαι ἔχουν τὴν αὔξησιν ὅλως εἰς τὴν ἀρχήν, ὡσὰν νὰ ἧσαν ἁπλᾶ: ἠμφιέννυν, ἠγγύων, ἠμπέδουν, ἠναντιούμην, ἤπειγον, ἠπιστάμην, ἐκαθεζόμην·
101
β΄) τὰ ῥήματα ἐκκλησιάζω (ἐκ τῆς λ. ἐκ - κλησία), καθ - εύδω, κάθ - ημαι καὶ καθ - ίζω διφοροῦνται, ἡτοι ἔχουν τὴν αὔξησιν ἄλλοτε μὲν ὅλως εἰς τὴν ἀρχὴν ὡς ἁπλᾶ, ἄλλοτε δὲ μετὰ τὴν πρόθεσιν: ἠκ κλησίαζον καὶ ἐξ - εκκλησίαζον, ἐκάθευδον καὶ καθ - ηῦδον, ἐκαθήμην καὶ καθ - ήμην, ἐκάθιζον, ἐκάθισα καὶ καθ - ῖσα˙ γ΄) τὰ ῥήματα ἀν - έχομαι, ἀμφι - σβητῶ (ἀρχῆθεν ἀμφισ - βητῶ), ἐν - οχλῶ καὶ (ἐπ)αν - ορθῶ ἔχουν συγχρόνως δύο αὐξήσεις, ἤτοι καὶ ὅλως εἰς τὴν ἀρχὴν ὡς ἁπλᾶ καὶ μετὰ τὴν πρόθεσιν: ἠν - ειχόμην, ἡμφεσβήτουν, ἡν - ώχλουν, (ἐπ)ην - ώρθουν. 5. Ἀνωμαλίαι ἀναδιπλασιασμοῦ § 189. 1) Τὰ ῥ. γιγνώσκω καὶ γνωρίζω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν τοῦ β΄ εἴδους, ἀντιστρόφως δὲ τὰ ῥ. κτῶμαι, μιμνήσκομαι καὶ πίπτω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν τοῦ α΄ εἴδους, παρὰ τὸν κανόνα (§ 186) : ἔγνωκα (θ. γνω-), ἐγνώρικα (θ. γνωριδ-) - κέκτημαι (θ. κτα-), μέμνημαι (θ. μνη-), πέπτωκα (θ. πτω-)˙ 2) τὰ ῥ. ἐθίζω, ἕλκω, ἑργάζομαι, ἑστιῶ καὶ ἐῶ καὶ τὸ ῥ· (ἀν)οίγω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν ὅμοιον μὲ τὴν αὔξησίν των: εἴθικα, εἵλκυκα, εἴργασμαι, εἱστίακα, εἴακα, (ἀν)έῳχα, (ἀν)έῳγμαι, (ἀν)εῴξεται (βλ. § 188, 3 καὶ 4)· 3) τὰ ῥ (κατ)άγνυμι, ἁλίσκομαι, ὁρῶ, ὠθοῦμαι καὶ ὠνοῦμαι ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν ε, ἂν καὶ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν: (κατ)έαγα, ἑάλωκα, ἑόρακα (καὶ ἑώρακα), ἔωσμαι, ἐώνημαι· 4) τὰ ῥ. λαμβάνω, λαγχάνω, λέγω, (συλ)λέγω καὶ (δια)λέγομαι ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸν ει : εἴληφα, εἴληχα, εἴρηκα (θ. Fερ-, Fερε-), (συν)είλοχα, (δι)είλεγμαι. ῾Ομοίως εἴωθα (= συνηθίζω), εἵμαρται (= εἶναι πεπρωμένον) τῶν ἀχρήστων εἰς τὸν ἐνεστῶτα ῥημάτων ἔθω (θ. Fεθ-, Fηθ-) καὶ μείρομαι (θ. σμερ-, σμαρ-).
Σημείωσις. Καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ ἄλλαι μέν ὁφείλονται εἰς φθογγικὰς παθήσεις, ἄλλαι δὲ εἰς ἀναλογίαν (πρβλ. § 188, 5, Σημ.).
§ 190. Ἀττικὸς ἀναδιπλασιασμός. Εἰς μερικὰ ῥήματα, τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἀρχίζει ἀπὸ α ἢ ε ἢ ο, κατὰ τὸν ἀναδιπλασιασμὸν ἐπαναλαμβάνονται οἱ δύο ἀρκτικοὶ φθόγγοι τοῦ θέματος καὶ συγχρόνως ἐκτείνεται τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν αὐτοῦ. ῾Ο τοιοῦτος ἀναδιπλασιασμὸς
102
καλεῖται Ἀττικὸς (πρβλ. § 59). ἀκούω (θ. ἀκο-) ἀκ - ήκο - α ἐλαύνω (θ. ἐλα-) ἐλ - ήλα - κα ἐλέγχομαι (θ. ἐλεγχ-) ἐλ - ήλεγ - μαι (ἐκ τοῦ ἐλ - ήλεγγ - μαι) ἐσθίω (θ. ἐδε-, ἐδο-) ἐδ - ήδο - κα ἔρχομαι (θ. ἐλυθ-) ἐλ - ήλυθ - α ὄμνυμι (θ. ὀμο-) ὀμ - ώμο - κα (ἀπ)όλλυμι (θ. ὀλε-) (ἀπ)ολ - ώλε - κα (ἀπ)όλλυμαι (θ. ὀλ-) (ἀπό)όλ - ωλ - α ὀρύττω (θ. ὀρυχ-) ὀρ - ώρυχ - α φέρω (θ. ἐνεκ-) ἐν - ήνοχ - α ἐγείρομαι (θ. ἐγερ-) ἐγ - ήγερ - μαι ἐγείρομαι (θ. ἐγορ-) ἐγρ - ήγορ - α (μὲ ἐπανάληψιν ὄχι μόνον τῶν δύο ἀρκτικῶν φθόγγων ἐγ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ρ).
Σημείωσις 1. ᾽Εκ τῶν ῥημάτων τούτων αὔξησιν (χρονικὴν) εἰς τὸν ὑπερσυντέλικον ἔχουν μόνον ὅσα ἀρχίζουν ἀπὸ α ἢ ο: ἀκήκοα - ἠκηκόειν ὀμώμοκα - ὠμωμόκειν· τὰ ἄλλα δὲν λαμβάνουν αὔξησιν εἰς τὸν ὑπερσυντέλικον: ἐλήλακα - ἐληλάκειν ἐλήλυθα - ἐληλύθειν. Σημείωσις 2. Ἀναδίπλωσις τοῦ ῥηματικοῦ θέματος συμβαίνει εἴς τινα ῥήματα καὶ κατὰ τὸν σχηματισμὸν δευτέρων χρόνων αὐτῶν ἢ παραγωγὴν λέξεων ἐξ αὐτῶν: ἄγ - ω, ἤγ - αγ - ον (ἐκ τοῦ ἄγ - αγ - ον), φέρω (θ. ἐνεκ-), ἤν - εγκ - ον (ἐκ τοῦ ἐν - ένεκ - ον, ἔν - ενκ - ον) (βλ. § 32, 6) - ἀγωγὴ (ἐκ τοῦ ἀγ - αγ - ή), ἐδωδὴ (ἐκ τοῦ ἐδ - εδ - ὴ) (βλ. § 32, 1 καὶ 2).
δ ΄ ) Τὸ βοηθητικὸν ῥῆμα εἰμὶ (= εἶμαι)
§ 191. Ἀρκετοὶ τύποι τοῦ ῥήματος τῆς ἀρχαίας γλώσσης σχηματίζονται περιφραστικῶς μὲ τὸ ῥῆμα εἰμὶ ὡς βοηθητικόν. (Πρβλ. τῆς νέας γλώσσης: ἔχω γράψει - εἶχα γράψει - εἶμαι γραμμένος - ἤμουν γραμμέ - νος). § 192. Τὸ ῥῆμα εἰμὶ εἶναι ἀνώμαλον, οἱ δὲ χρόνοι αὐτοῦ εἶναι: ἐνεστ. εἰμί, παρατ. ἦν (- ἤμην), μέλλ. ἔσομαι (= θὰ εἶμαι), ἀόρ. ἐγενόμην (= ὑπῆρξα ἢ ἔγινα), πρκμ. γέγονα (= ἔχω ὑπάρξει ἢ ἔχω
103
Συζυγία τῶν εἰς -ω ῥημάτων § 193.: εἶναι. ἔσοισθε. Σημείωσις. ἐσομένη. εἰ. ἔσεσθε. ἀλλ’ (= ἀλλά). οἱ ὁποῖοι κλίνονται ὡς ἑξῆς: Ὁριστική Ἑνεστὼς εἰ-μὶ εἶ ἐσ-τὶ(ν) ἐσ-μὲν ἐσ-τὲ εἰ-σὶ(ν) ἐσ-τὸν ἐσ-τὸν Παρατατικὸς ἦν ἢ ἦν ἦ-σθα ἦν ἦ-μεν ἦ-τε (ἦσ-τε) ἦ-σαν ἦσ-τον ἤσ-την Ὑποτακτικὴ ὦ ᾖς ᾖ ὦ-μεν ἦ-τε ὦ-σι(ν) ἦ-τον ἦ-τον Εὐκτικὴ Προστακτικὴ εἴη-ν εἴη-ς εἴη εἴη-μεν ἢ εἶ-μεν εἴη-τε ἢ εἶ-τε εἴη-σαν ἢ εἶ-εν εἴη-τον ἢ εἶτον εἰή-την ἢ εἴ-την ἴσ-θι ἔσ-τω ἔσ-τε ἔσ-των. ἔσῃ (ἢ ἔσει). ἔσονται ἐσοίμην. ἐσόμενον. οὐκ ἔστι˙ 3) ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν άρχὴν προτάσεως: ἔστι τις σοφός. Τὸ γ΄ ἑνικὸν τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτος (ἐστὶ) -τονίζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν (ἔστι): 1) ὅταν ἔχῃ τὴν σημασίαν τοῦ ὐπάρχει ἢ τοῦ εἶναι δυνατόν: ἔστι θεὸς . ὂν (ὅντ-ος) Ὁριστικὴ: Εὐκτικὴ: Ἀπαρέμφατον: Μετοχὴ: Μέλλων ἔσομαι.ἐσοίμεθα. ῾Η συζυγία τῶν εἰς -ω ῥημάτων περιλαμβάνει: 104 . ἑσται-ἐσόμεθα. ἔσοιτο . ὄντων (ἢ ἔσ-τωσαν) ἔσ-τον ἔσ-των Ἀπαρέμφ.γίνει). ἐγεγόνειν (= εἶχα ὑπάρξει ἢ εἶχα γίνει).ἔστι λαβεῖν˙ 2) ὅταν εὑρίσκεται κατὸπιν τῶν λέξεων τοῦτ’ (= τοῦτο). ἔσοιντο ἔσεσθαι ἐσόμενος. ἔσοιο. οὖσα (οὔσης). ὑπερσ. Μετοχή: ῶν (ὅντ-ος). οὐκ: τοῦτ’ ἔστι. ε ΄ ) Σχ ηματισμὸς τῶν ἐγκλίσεων καὶ τῶν χρόνων τῶν ῥημάτων 1. καὶ. ᾽Εκ τούτων ὡς βοηθητικοὶ πρὸς σχηματισμὸν τῶν ῥημάτων ἐν γένει λαμβάνονται ὁ ἐνεστώς. ὁ παρατατικὸς καὶ ὁ μέλλων.
Παράδειγμα βαρυτόνον ῥήματος ἐνεργητικῆς φωνῆς (§ 173. § 194. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ω περισπώμενον: τιμῶ. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ω ἄτονον (§ 17. ἤτοι ῥήματα. 6): λύω. 4). ἤτοι ῥήματα.1) ῥήματα βαρύτονα. ποιῶ (§ 17.1) Ὁριστικὴ Χρόνοι ἀρκτικοὶ Χρόνοι παραγώμενοι Ὑποτακτικὴ 105 . πείθω˙ 2) ῥήματα συνῃρημένα ἡ περισπώμενα.
Μέλλων Ἀόριστος α΄ λελυκὼς ἔσομαι. 106 . ὦσι(ν) Παρακείμενος Ὑπερσυντέλικος ¹ Τετελ. ἐλελύ-κη. ἔσται λελυκότες ἐσόμεθα. ἐλελύ-κης. ἐλελύ-κειτε. Ἀρχαιότεροι τύποι προσέτι: ἐλελύ-κη(ν). ᾖς. ἐλελύ-κεισαν. ἦτε. ἔσονται 1. καὶ (συνηθέστερον) λελυκὼς ὦ. 2. ἔσεσθαι. ᾖ. ἔσει.Ἐνεστὼς Παρατικὸς λῡ΄-ω λύ-εις λύ-ει λύ-ομεν λύ-ετε λύ-ουσι(ν) λῡ΄-σω λύ-σεις λύ-σει λύ-σομεν λύ-σουσι(ν) ἔ-λῡ-ον ἔ-λυ-ες ἔ-λυ-ε(ν) ἐ-λύ-ομεν ἐ-λύ-ετε ἔ-λυ-ον (ἵνα) λύω λύ-ῇς λύ-ῇ λύ-ωμεν λύ-ητε λύ-ωσι(ν) Μέλλων ἔ-λῡ-σα ἔ-λυ-σας ἔ-λυ-σε(ν) ἔ-λύ-σαμεν ἐ-λύ-σατε ἔ-λυ-σαν λέ-λῡ-κα λέ-λυ-κας λέ-λυ-κε(ν) λε-λύ-καμεν λε-λύ-κατε λε-λύ-κασι(ν) ἐ-λελῡ-΄κειν¹ ἐ-λε-λύ-κεις ἐ-λε-λύ-κει ἐ-λε-λύ-κεμεν² ἐ-λε-λύ-κετε ἐ-λε-λύ-κεσαν (ἵνα) λύ-σω λύ-σῇς λύ-σῇ λύ-σωμεν λύ-σητε λύ-σωσι(ν) (ἵνα) λελύκω λελύκῇς λελύκῇ κλπ. λελυκότες ὦμεν. Μεταγενέστεροι τύποι προσέτι: ἐλελύ-κειμεν.
-ειε. λέγονται Αἰολικοὶ καὶ εἶναι εὐχρηστότεροι τῶν ἄλλων. οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς ντων. 4.εἴης. ῾Η εὐκτικὴ τοῦ μέλλοντος ἐν γένει οὐδέποτε λαμβάνεται ὡς εὐχετική. καὶ (συνηθέστερον) λελυκὼς εἴην. οἱ ὁποιοι ληγουν εἰς -τωσαν. ἀορ. -ειαν. Οἱ τύποι τῆς εὐκτικῆς τοῦ ἐνεργ. α΄. εἴη λελυκότες εἴημεν ἢ εἴμεν. 107 . εἴητε ἢ εἴτε. εἶναι εὐχρηστότεροι τῶν τύπων.Εὐκτικὴ (εἴθε) λύ-οιμι λύ-οις λύ-οι λύ-οιμεν λύ-οιτε λύ-οιεν (ὅτι) λύ-σοιμι λύ-σοις λύ-σοι λύ-σοιμεν λύ-σοιτε λύ-σοιεν (εἴθε) λύσαιμι λύσαις ἢ λύ-σειας λύ-σαι ἢ λύ-σειε(ν) λύ-σαιμεν λύ-σαιτε λύ-σαιεν ἢ λύ-σειαν (εἴθε) λε-λύ-κοιμι λελύκοις λελύκοι κτλ. Οἱ τύποι τοῦ γ΄ πλῃθυντικοῦ τῆς προστακτικῆς. οἱ ὁποῖοι λήγουν εἰς -ειας. 5. εἴησαν ἢ εἴεν Προστακτικὴ λῡ-ε λυ-έτω λύ-ετε λυ-όντων ἢ λυ-έτωσαν Μετοχὴ Ἀπαρέμφατον λύ-ειν λύ-ων (λύ-οντος) λύουσα (λυούσης) λῡ-ον (λύ-οντος) λύ-σειν λύ-σων (λύσοντος) λύ-σουσα (λυσούσης) λῦ-σον (λύσοντος) λῦ-σον λυ-σάτω λύ-σατε λυ-σάντων ἢ λυ-σάτωσαν λελυκὼς ἴσθι ἔστω λελυκότες ἔστε ἔστων λῦ-σαι λύ-σας (λύσαντος) λύ-σασα (λυσάσης) λῦ-σαν (λύσαντος) λελυκέναι λελυ-κὼς (λελυ-κότος) λελυ-κυῖα(λελυ-κυίας) λελυκὸς (λελυκότος) 3.
μέσης διάθεσης (§171. Ὁριστικὴ Χρόνοι ἀρκτικοὶ Χρόνοι παραγώμενοι Ὑποτακτικὴ λῡ΄-ομαι λύ-ῇ (ἢ λύει) λύ-εται λυ-όμεθα λύ-εσθε λύ-ονται λῡ΄-σομαι λύ-σῇ (ἢ λύ-σει) λύ-σεται λυ-σόμεθα λύ-σεσθε λύ-σονται ἐ-λῡ-όμην ἐ-λύ-ου ἐ-λύ-ετο ἐ-λυ-όμεθα ἐ-λύ-εσθε ἐ-λύ-οντο (ἵνα) λύ-ωμαι λύ-ῇ λύ-ηται λυ-ώμεθα λύ-ησθε λύ-ωνται Μέσος μέλλων Ἐνεστὼς Παρατατικὸς ἐ-λῡ-σάμην ἐ-λύ-σω ἐ-λύ-σατο ἐ-λυ-σάμεθα ἐ-λύ-σασθε ἐ-λύσαντο λέ-λῡ-μαι λέ-λυ-σαι λέ-λυ-ται λε-λύ-μεθα λέ-λυ-σθε λέ-λυ-νται ἐ-λε-λῡ΄-μην ἐ-λέ-λυ-σο ἐ-λέ-λυ-το ἐ-λε-λύ-μεθα ἐ-λέ-λυ-σθε ἐ-λέ-λυ-ντο (ἵνα) λύ-σωμαι λύ-σῇ λύ-σηται λυ-σώμεθα λύ-σησθε λύ-σωνται (ἵνα) λελυμένος λελυμένος λελυμένος λελυμένοι λελυμένοι λελυμένοι ὦ ᾖς ᾖ ὦμεν ἦτε ὦσι(ν) Παρακείμενος Ὑπερσυντέλικος Μέσος Ἀόριστος α΄ 108 . 2). Παράδειγμα βαρυτόνου ῥήματος μέσης φωνῆς (§ 273.§ 195. Λύομαι = λύω τὸν ἐαυτὸ μου.2).
ὄψει). Τετελ. Μέλλων Εὐκτικὴ (εἴθε) λυ-οίμην λύ-οιο λύ-οιτο λυ-οίμεθα λύ-οισθε λύ-οιντο (ὅτι) λυ-σοίμην λύ-σοιο λύ-σοιτο λυ-σοίμεθα λύ-σοισθε λύ-σοιντο (εἴθε) λυ-σαίμην λύ-σαιο λύ-σαιτο λυ-σαίμεθα λύ-σαίσθε λύ-σαιντο Προστακτικὴ λύ-ου λυ-έσθω λύ-εσθε λυ-έσθων ἢ λυ-έσθωσαν Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ λύ-εσθαι λυ-όμενος λυ-ομένη λυ-όμενον λύ-σεσθαι λυ-σόμενος λυ-σομένη λυ-σόμενον λῦ-σαι λυ-σάσθω λύ-σασθε λυ-σάσθων ἢ λυ-σάσθωσαν λύ-σασθαι λυ-σάμενος λυ-σαμένη λυ-σάμενον 109 .λε-λύ-σομαι ἢ λελυμένος ἔσομαι λε-λύ-σῃ (ἢ-σει) ἔσει λε-λύ-σεται » ἔσται λε-λυ-σόμεθα ἢ λελυμένοι ἐσόμεθα λε-λύ-σεσθε » ἔσεσθε λε-λύ-σονται » ἔσονται * Ἀντὶ τῶν εἰς -η παλαιοτέρων τύπων τοῦ προσώπου τούτου συνηθέστεροι εἶναι ὁ εἰς -ει. οἴει. Οὕτω δὲ κανονικῶς ἐκφέρονται διὰ τοῦ -ει τὰ δεύτερα ἐνικὰ του βούλομαι. οἴομαι καὶ ὄψομαι (βούλει.
-αι. 110 . -α * Οἱ εἰς -σθων τύποι εἶναι παλαιότεροι καὶ συνηθέστεροι. -η. -ον. -η. ἢ λελυμένος ἐσόμενος. -ον λελυμένοι ἐσόμενοι.(εἴθε) λελυμένος εἴην λελυμένος εἴης λελυμένος εἴη λελυμένοι εἴημεν ἢ εἴμεν λελυμένοι εἴητε ἢ εἴτε λελυμένοι εἴησαν ἢ εἴεν λέ-λυ-σο λε-λύ-σθω λέ-λυ-σθε λε-λύ-σθων ἢ λε-λύ-σθωσαν λε-λύ-σθαι λε-λυ-μένος λε-λυ-μένη λε-λυ-μένον λε-λύ-σοιμην ἢ λελυμένος ἐσοιμην λε-λύ-σοιο » ἔσοιο λε-λύ-σοιτο » ἔσοιτο λε-λυ-σοίμεθα ἢ λελυμένοι ἐσοίμεθα λε-λύ-σοισθε » ἔσοισθε λε-λύ-σοιντο » ἔσοιντο λε-λύ-σεσθαι ἢ λε-λυ-μένος ἔσεσθαι λε-λυ-σόμενος.
Μέλλων α΄ Παρακείμενος Ὑπερσυντέλικος ἐ-λε-λύ-μην (ἵνα) λελυμένος ὦ ἐ-λέ-λυ-σο ᾖς ἐ-λέ-λυ-το κτλ. 2).§ 196. παθητικὴς διαθέσεως (§ 171. Παράδειγμα βαρυτόνου ῥήματος μέσης φωνῆς (§ 173. (ἵνά) λυ-θῶ λυ-θῇς λυ-θῇ λυ-θῶμεν λυ-θῆτε λυ-θῶσι Παθητικὸς Ἀόριστος α΄ Παθ. Λύομαι = λύομαι ὑπὸ ἄλλου.3). ὅπως τῆς μέσης διαθέσεως λῡ-θή-σομαι λυ-θή-σῃ (ἢ -σει) λυ-θή-σεται λυ-θή-σόμεθα λυ-θή-σεσθε λυ-θή-σονται ἐ-λῡ΄-θην ἐ-λύθης ἐ-λύ-θη ἐ-λύ-θημεν ἐ-λύ-θητε ἐ-λύ-θησαν λέ-λυ-μαι λέ-λυ-σαι λέ-λυ-ται κτλ. ἐ-λῡ-όμην ἐ-λύ-ου ἐ-λύ-ετο κτλ (ἵνα) λύ-ωμαι λύ-ῃ λύ-ηται κτλ. ᾖ κτλ. ὅπως τῆς μέσης διαθέσεως 111 . Ὁριστικὴ Χρόνοι ἀρκτικοὶ Χρόνοι παραγόμενοι Ὑποτακτικὴ Ἐνεστὼς Παρατατικὸς λῡ΄-ομαι λύ-ῃ (ἢ λύ-ει) λύ-εται κτλ.
λυ-θή-ῃς. λυ-θή-ῃ κτλ. Μέλλων λε-λύ-σομαι λε-λύ-σῃ (ἢ -σει) λε-λύ-σεται κτλ. Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχή λύ-εσθαι λυ-όμενος λυ-ομένη λυ-όμενον λυ-θή-σεσθαι λυ-θη-σόμενος λυ-θη-σομένη λυ-θη-σόμενον (εἴθε) λυ-οίμην λύ-οιο λύ-οιτο κτλ. λύ-ου λυ-έσθω κτλ. ὅπως τῆς μέσης διαθέσεως 1. Οἱ τύποι οὗτοι προῆλθον διὰ συναιρέσεως ἐκ παλαιοτέρων τύπων λυ-θήω. ὅπως τῆς μέσης διάθεσεως (ὅτι) λυ-θη-σοίμην λυ-θή-σοιο λυ-θή-σοιτο λυ-θη-σοίμεθα λυ-θή-σοισθε λυ-θή-σοιντο (εἴθε) λυ-θείην λύ-θείης λύ-θείη λυ-θείημεν ἢ λυ-θεῖμεν λυ-θείητε ἢ λυ-θεῖτε λυ-θείησαν ἢ λυθεῖεν λύ-θη-τι λυ-θή-τω λύ-θη-τε λυ-θέ-ντων ἢ λυ-θή-τωσαν ὅπως τῆς μέσης διάθεσεως λύ-θῆ-ναι λυ-θεὶς (λυ-θέντος) λυ-θεῖσα (λυ-θείσης) λυ-θὲν (λυ-θέντος) 112 .Τετελ.
ἐλυσάμην (= ἔλυσα τὸν ἑαυτόν μου). 7. λελύ-σ-ομαι· 2) πρὸς σχηματισμὸν τοῦ παθητικοῦ μέλλοντος προστίθεται εἰς τὸ θέμα πρῶτον τὸ πρόσφυμα θη καὶ ἔπειτα ὁ χρονικὸς χαρακτὴρ σ πρὸ τῶν καταλήξεων: (λύ-ομαι) λυ-θή-σ-ομαι. -η. λυ-θέ-ντ. λύθήσ-ομαι. παθητικοῦ καὶ μονολεκτικοῦ τετελεσμένου) εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις εἶναι αἱ ἴδιαι μὲ τὰς καταλήξεις τοῦ ἀντιστοίχου ἐνεστῶτος: λύσ-ω (λύω). Τὰ ῥήματα μέσης καὶ παθητικῆς διαθέσεως (§ 171). ᾽Εκ τῶν τύπων λυ-θε-ίη-ν. Χρονικὸν χαρακτῆρα σ ἐκτὸς τοῦ μέλλοντος ἔχει καὶ ὁ 113 . (βλ. λελύσομαι· ἀλλά: λύσομαι (= θὰ λύσω τὸν ἑαυτόν μου). λέλυμαι. 4. -ον κτλ. § 208). § 33. λελύσ-ομαι (λύ-ομαι). 2. λυ-θέ-ντ-ια. (λύομαι) λύ-σ-ομαι. λυ-θε-ίη-μεν ἢ λυ-θε-ῖ-μεν κτλ. Ἀλλὰ 1) πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ μέσου (ἁπλοῦ ἢ τετελεσμένου μονολεκτικοῦ) μέλλοντος προστίθεται εἰς τὸ θέμα πρὸ τῶν καταλήξεων ὁ χρονικὸς χαρακτὴρ αὐτοῦ σ : (λύ-ω) λύ-σ-ω. Σημ. ἐλυόμην. Οἱ βραχύτεροι τύποι λυθεῖμεν. ᾽Εξ ἀρχικῶν τύπων λυθέ-ντ-ς. 4. λυθεῖτε. § 199. ἔχουν πάντας τοὺς χρόνους κοινούς. § 37. 3. λύσ-ομαι. ὅπως τῆς μέσης διάθεσεως λε-λύ-σεσθαι λε-λυ-σόμενος. λυ-θε-ίη-ς. ᾽Εξ ἀρχικοῦ τύπου λύ-θη-θι (βλ.). ἐκτὸς τοῦ μέλλοντος καὶ τοῦ ἀορίστου: λύομαι (= λύω τὸν ἑαυτόν μου ἢ λύομαι ὑπὸ ἄλλου). § 198. Αἱ καταλήξεις τοῦ μέλλοντος ἐν γένει (ἐνεργητικοῦ. ἐλύθην (= ἐλύθην ὑπὸ ἄλλου). λυθείησαν. λυθεῖεν εἶναι συνηθέστεροι τῶν μακροτέρων τύπων λυθείημεν. ἤτοι τὰ μέσα καὶ τὰ παθητικὰ ῥήματα. λυθήσομαι (= θὰ λυθῶ ὑπὸ ἄλλου).λε-λυ-σοίμην λε-λύ-σοιο λε-λύ-σοιτο κτλ. Γ ενικαὶ παρατηρήσεις εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν χρόνων καὶ τῶν ἐγκλίσεων § 197. 5.. (βλ. μέσου. 5 καὶ 36. ε΄). λυθείητε. ἐλελύμην.
ἐτάξ-ασο κτλ. λέγουσι κτλ. Τύποι οἶοι λύουσι. § 33. ἐλυ-σ-άμην. Τοῦ δὲ ἐνεργητικοῦ ἀπαρεμφάτου τύποι οἷοι λύειν. Τύποι δἐ οἷοι οἱ τοῦ β’ ἑνικοῦ τοῦ μέσου ἢ τοῦ παθητικοῦ ἐνεστῶτος κτλ. γεγράφανσι .γεγράφαντι (βλ. Σημείωσις.λελύκαντι. λύ-ο-νται. φαν-) πέφαγ-κ-α. 104).. ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύ-οισο. λέγεαι. οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύεσαι. ἐλύσ-αο. παιδεύ-εσο κτλ. § 200. ῾Ομοίως τύποι οἷοι ἐλύον. § 33. 5).. ὁ δὲ ὑπερσυντέλικος αὐτῶν εἰς -κειν. οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύ-εσο. προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων τύπων λελύκανσι . 6 καὶ § 37. ἐλέγου κτλ. ῾Ο ἐνεργητικὸς παρακείμενος πλείστων ῥημάτων σχηματίζεται εἰς -κα. ῾Ομοίως τύποι οἷος ὁ λύωσι προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων λύωνσι . λέγειν κτλ. προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων τύπων λύονσι. παιδεύου κττ. λύη (λύεσαι). ἔλυ-ο-ν. λέγοντι (βλ. (βλ.λέγονσι. (βλ. οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων ἐλύ-εσο. ἐτάξ-αο κτλ. 5). ἐλέγ-εο κτλ. ἐκ παλαιοτέρων τύπων λύ-εο. Κανονικῶς τὸ μὲν θεματικὸν φωνῆεν ο ὑπάρχει πρὸ τοῦ μ ἢ τοῦ ν ἢ πρὸ φωνήεντος: λύ-ο-μεν. ῾Ομοίως τύποι οἷοι λελύκᾶσι . 3). οἱ ὁποῖοι πάλιν προῆλθον ἐξ ἀρχικῶν τύπων λύοντι.γεγράφᾶσι κτλ. ἐκτὸς τῆς ὑποτακτικῆς. 3). θ. (βλ. § 33. λέγῃ (= λέγεσαι) κτλ. ῾Ομοίως προῆλθον τύποι τῆς εὐκτικῆς οἷοι λύοιο. πειθ-) πέπει-κ-α. παιδεύ-εο κτλ. προῆλθον διὰ συναιρέσεως έκ παλαιοτέρων τύπων λύεαι.λύωντι (βλ. τῶν ὀδοντικολήκτων καὶ τῶν ἐνρινολήκτων ἢ ὑγρολήκτων ῥημάτων ἔχει χρονικὸν χαρακτῆρα κ: (λύ-ω) λέλυ-κ-α. θ. (φαίνω. προῆλθον διὰ συναιρέσεως ἐκ παλαιοτέρων τύπων ἐλύ-εο. καὶ εἰς τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχήν. παιδεύσαιο κττ. § 37. § 37. ἐλέγ-εσο κττ. 5). ἐλύσω.* τῆς σελ. Τὸ ο καὶ τὸ ε. λύ-ο-ιμεν˙ τὸ δὲ θεματικὸν φωνῆεν ε ὑπάρχει πρὸ τοῦ σ ἢ τ: λύ-ε-σθε λύ-ε-ται. ἐτάξω κττ. § 201.ἐνεργητικὸς καὶ μέσος ἀόριστος α΄: ἔλυ-σ-α. καθαρ-) κεκάθαρ-κ-α. παιδεύ-σαισο κτλ. § 33. καθὼς καὶ τοῦ μέλλοντος ἐνεργητικοῦ καὶ μέσου ἢ παθητικοῦ εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις. προῆλθον διὰ 114 . ἤτοι ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος τῶν φωνηεντολήκτων. ῾Ομοίως προῆλθον τύποι τῆς προστακτικῆς λύου.. λέγονται θεματικὰ φωνήεντα τῶν ἐγκλίσεων τούτων.. § 32. ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν πᾶσαι σχεδὸν αἱ καταλήξεις τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ. ἐλελύ-κ-ειν. λέγεσαι (βλ. 3). (καθαίρω. 3 καὶ ὑποσημ. θ. ἐλύσ-ασο. (πείθω.
λύσ-α-ιντο.συναιρέσεως ἐκ παλαιοτέρων τύπων λύ-ε-εν. πλὴν τῆς ὑποτακτικῆς. οἱ ὁποῖοι σχηματίζονται μονολεκτικῶς. λύσ-αιμεν. § 202. λελύκ-α-μεν. αἱ δὲ καταλήξεις προστίθενται ἀμέσως εἰς τὸ θέμα αὐτοῦ: λέλυ-μαι. μὲ τὴν μετοχήν του καὶ τὰς ἀντιστοίχους ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστῶτος τοῦ ῥήματος εἰμὶ (λελυμένος ὦ. λύσ-α-σθε. λελυκὼς ἔστω. § 206. 1) Καὶ τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου οἱ τύποι ἐν γένει σχηματίζονται χωρὶς θεματικὰ φωνήεντα. τὸ ὁποῖον πρὸ τοῦ (ἐγκλιτικοῦ) φωνήεντος ι καὶ πρὸ τοῦ ντ πάσχει συστολὴν καὶ 115 . ῾Ο ἐνεργητικὸς καὶ μέσος ἀόριστος α΄ εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις. ἐλελυκ-έ-την). λελυκὼς εἴην. λελυ-μένος. § 203. τὴν εὐκτικὴν καὶ τὴν προστακτικὴν σπανίως σχηματίζεται μονολεκτικῶς (λελύκω. λελυμένος εἴην). ῾0 ἐνεργητικὸς ὑπερσυντέλικος εἰς τὴν ὁριστικὴν εἰς μὲν τὸν ἑνικὸν ἔχει θεματικὸν φωνῆεν ει. λελυκέτω)· συνηθέστερον σχηματίζεται περιφραστικῶς μὲ τὴν μετοχὴν αὐτοῦ καὶ τὰς ἀντιστοίχους ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστῶτος τοῦ ῥήματος εἰμί: λελυκὼς ὦ. λέγ-ε-εν κτλ. § 204. 1) ῾Ο ἐνεργητικὸς παρακείμενος εἰς τὴν ὑποτακτικήν. καὶ ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔχουν θεματικὸν φωνῆεν α: ἐλύσ-α-μεν. 2) ῾Ο μέσος παρακείμενος εἰς μὲν τὴν ὑποτακτικὴν καὶ τὴν εὐκτικὴν σχηματίζεται πάντοτε περιφραστικῶς. ἤτοι ἡ κατάληξις τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀπαρεμφάτου -ειν προῆλθεν ἐκ τῆς -εεν. Εἰς πάντας τοὺς τύπους τοῦ μέσου καὶ παθητικοῦ παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου. λελύ-σθαι. ῾Η ὑποτακτικὴ πάντων τῶν χρόνων καὶ τῆς ἐνεργητικῆς καὶ τῆς μέσης φωνῆς ἔχει θεματικὰ φωνήεντα ω καὶ η (ἀντίστοιχα πρὸς τὰ θεματικὰ φωνήεντα ο καὶ ε τῆς ὁριστικῆς) : λύ-ω-μεν (λύ-ο-μεν). εἰς δὲ τὴν προστακτικὴν σχηματίζεται καὶ μονολεκτικῶς καὶ περιφραστικῶς: λέλυσο ἢ λελυμένος ἴσθι. λελύκοιμι. ἐλελύκ-ει-μεν. (ἐλελύκ-ε-τον. ἐλύσ-α-ντο. § 205. ἐλέλυ-ντο. ἀλλὰ πρὸς σχηματισμὸν αὐτῶν προστίθεται εἰς τὸ θέμα πρὸ τῶν καταλήξεων τὸ πρόσφυμα θη. δὲν ὑπάρχουν θεματικὰ φωνήεντα. εἰς δὲ τὸν πληθυντικὸν (καὶ τὸν δυϊκὸν) ε: ἐλελύκ-ει-ν. § 207. λύ-ησθε (λύ-ε-σθε).
λύσ-οι-τον. Τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς α΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς ἀρκτικοὺς χρόνους καὶ τῆς ὑποτακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) -τον. ὑποσ. Σημείωσις. λελύκ-α-τον˙ λύ-η-τον. λυθήσ-ε-σθον .(λελύκ-ε-τον. Τοῦ δυϊκοῦ ἀριθμοῦ τῶν ῥημάτων ἐν γένει ἰδιαίτεραι καταλήξεις ὑπάρχουν μόνον διὰ τὸ β΄ καὶ τὸ γ΄ πρόσωπον. ς ΄ ) Ὁ δυϊκὸς ἀριθμὸς τῶν ῥημάτων § 209. § 208. λύσ-α-ι-ντο. λύ-ο-ι-μεν.λύσ-ε-τον. λελύκ-η-τον)˙· β΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς παραγομένους χρόνους καὶ τῆς εὐκτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ ἢ καὶ τοῦ ἐγκλιτικοῦ φωνήεντος) -τον. 6 καὶ § 198. § 196. ΙΙ. λυ-έ-των . -τον: λύ-ε-τον. -θῇς.γίνεται θε : ἐλύ-θη-ν. ἐλυ-έ-την . (βλ. λυθε-ῖ-μεν. λυ-θέ-ντων (βλ.ἐλελύκ-ε-τον. λυ-θε-ῖ-μεν.).ἐλύσ-α-τον. λελύσ-ε-σθον . λύσ-η-τον . ἐλελυκ-έτην λύ-οι-τον. λύε-σθον .λύσ-αι-τον.(λελύκ-οι-τον. εἶναι δὲ αἱ ἑξῆς: Ι.λύσ-ε-σθον.λύ-η-σθον 116 .λυθήσ-ε-σθον. λελυκ-οί-την)˙ γ΄) τῆς προστακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) τον. ῾Η εὐκτικὴ ἔχει ἐγκλιτικὰ φωνήεντα ιη ἢ ἁπλοῦν ι. 2) Τὸ πρόσφυμα θη εἰς τὴν ὑποτακτικὴν τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου συναιρεῖται μὲ τὰς καταλήξεις καὶ οὕτω προκύπτουν (φαινομενικαὶ) καταλήξεις. λυσ-οί-την . Καὶ τοῦ ἀπαρεμφάτου τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου ἡ κατάληξις θῆναι προῆλθε διὰ συναιρέσεως ἐκ τοῦ -θηέναι (λυ-θη-έναι) λυ-θῆναι. Τὸ ἐγκλιτικὸν φωνῆεν ι συναιρεῖται μὲ τὸ προηγούμενον φωνῆεν τοῦ θέματος: λυ-θε-ίη-μεν.λέλυσθον. ἐλυσ-ά-την . λέλυ-σθον . -την: ἐλύ-ε-τον.(λελύκ-η-τον. λύ-ε-τον . λυσ-ά-των . ἐλύ-θη-σαν.λύσ-η-τον. λύσ-ε-τον . λύ-η-τον .λελύκ-α-τον.λελύσ-ε-σθον.λύ-η-σθον. -των : λύ-ε-τον. λελυκ-έ-των). λυσ-αίτην . -θῶ. λυ-οί-την . τὰ ὁποῖα προστίθενται εἰς τὸ θέμα πρὸ τῶν καταλήξεων μετὰ τὸ θεματικὸν φωνῆεν (ὅπου ὑπάρχει τοιοῦτον φωνῆεν). § 32.λύσ-α-τον. 2). -σθον: λύ-ε-σθον. λύσ-ε-σθον . -θῇ κτλ. λύ-σα-ι-μεν. Τ ῆ ς μ έ σ η ς φ ω ν ῆ ς (ἐξαιρέσει τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου) α΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς ἀρκτικοὺς χρόνους καὶ τῆς ὑποτακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) -σθον.
λυ-έ-σθον . ἀλείφ-ω.λυ-θείητον ἢ λιθεῖ-τον. φεύγ-ω. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα μετασχηματισμένον. ζ ΄ ) Σχ η μ ατ ισμὸς τῶν χρόνων τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων α΄) ᾽Ενεστὼς καὶ παρατατικὸς § 210.λύσ-α-σθων. ἄρχ-ω. κρύφ-τ-ω) κρύπτω (βλ. § 37. διώκ-ω. λυθή-των. κοπ-) κόπ-τ-ω.λύσ-αι-σθον. ἀμείβ-ω. χ. λύσ-η-σθον· β΄) τῆς ὁριστικῆς εἰς τοὺς παραγομένους χρόνους καὶ τῆς εὐκτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ ἢ καὶ τοῦ ἐγκλιτικοῦ φωνήεντος) -σθον. λυσ-ά-σθων . φυλάκ-jω) φυλάττω ἢ φυλάσσω 117 . -σθην: ἐλύ-ε-σθον.) καὶ οὕτω α΄) τὰ οὐρανικόληκτα καὶ ἐκ τῶν ὀδοντικολήκτων ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα θ ἤ τ λήγουν εἰς τὸν ἐνεστῶτα εἰς -ττω ἢ -σσω. Π. λυσ-αί-σθην . λυθησ-οί-σθην· γ΄) τῆς προστακτικῆς ἐν γένει (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος) σθον. ἐλυ-σ-ά-σθην . βλέπ-ω. ἐλελύ-σθην λύ-οι-σθον. λελύ-σθων.λυθήσ-οι-σθον. λυθῆ-τον . ᾄδ-ω. ἤτοι 1) τὰ χειλικόληκτα ἀφωνόληκτα ῥήματα πρὸς σχηματισμὸν τοῦ θέματος τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ προσλαμβάνουν εἰς τὸ ῥηματικόν των θέμα τὸ πρόσφυμα τ καὶ οὕτω λήγουν εἰς -πτω : (θ.ἐλέ-λυσθον. λυ-οί-σθην . βλάβ-. πείθ-ω. φυλακ-. ὡς ἄγ-ω. 1). τρέπ-ω.λύθη-τον .. βλάβ-τ-ω) βλάπτω.ἐλύσ-α-σθον. ψεύδ-ω κτλ. (θ.λύσ-η-σθον. Τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων ὀλίγα σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα ἀμετάβλητον. ἐλυθή-την . κρυφ-.λέλυσθον. Σημείωσις. ἐλυ-έ-σθην . -σθων: λύ-ε-σθον. (θ. (θ. ἔχ-ω. Τοῦ δυϊκοῦ τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου ἐν γένει καταλήξεις εἶναι αἱ τοῦ δυϊκοῦ τῶν ἀντιστοίχων ἐγκλίσεων τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀορίστου (ἄνευ τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος): ἐλύθη-τον. σημ. 2) τὰ οὐρανικόληκτα καὶ τὰ ὁδοντικόληκτα πρὸς σχηματισμὸν τοῦ θέματος τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ προσλαμβάνουν εἰς τὸ ῥηματικόν των θέμα τὸ πρόσφυμα j (§ 1.λυθῆ-τον. λυθειή-την ἢ λυθεί-την .λύσ-οι-σθον. λυσ-οί-σθην . γράφ-ω.
ἁρμότ-jω) ἁρμόττω ἢ ἁρμόσσω (θ. ὄδ-. σχίζω . ἐγυμνα-σάμην (ἐκ τοῦ ἐγυμναδ-σάμην) (βλ.(θ. ταραχ-. Οὕτω κτίζω -κτίσω. ἀλαλαγ-. Τῶν ὁδοντικολήκτων ῥημάτων 1) ὁ μέλλων ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς -σω καὶ ὁ μέσος εἰς -σομαι. πυρετ-. παιδ-. ἀλλαγ-. 2) ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος λήγει εἰς -κα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς -κειν: (θ. (θ. ὅπως καὶ τῶν φωνηεντολήκτων ῥημάτων: (θ. κραγ-. γ΄)· β΄) τῶν ὀδοντικολήκτων ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα δ λήγουν εἰς τὸν ἐνεστῶτα εἰς -ζω. ταράχ-jω) ταράττω ἢ ταράσσω (θ. ὀλολύγ-jω) ὀλολύζω. γυμναδ-) ἐγύμνα-σα (ἐκ τοῦ ἐγύμναδ-σα). ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα δ. σπεί-σομαι (ἐκ τοῦ σπένδ-σομαι) . στενάγ-jω) στενάζω (θ. ἐλπιδ-. ἐλπίδ-jω) ἐλπίζω (θ. πειθ-) πεί-σω (ἐκ τοῦ πείθσω). οἰμωγ-. ᾽Ενεστῶτα εἱς -ζω. § 36. Σημείωσις. ὁ ἀόριστος α΄ ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς -σα καὶ ὁ μέσος εἰς -σάμην. § 198 κ. καὶ μερικὰ ρήματα οὐρανικόληκτα. -ιοῦμαι (κατὰ τὰ εἰς -έω συνῃρημένα ῥήματα). ὄδjω) ὄζω (θ. 4. τὰ ὁποῖα σημαίνουν συνήθως ἦχον. ἐκεκομί-κειν (βλ.σχίσω. παίδ-jω) παίζω Σημείωσις. Μέλλοντα ἄσιγμον συνῃρημένον κατα τὰ εἰς -άω συνῃρημένα ῥήματα ἔχει καὶ τὸ ῥῆμα βιβάζω: βιβῶ. ἀλλὰ κομίζω (θ. κομιδ-).(θ. Π. ἁρμοτ-. πεί-σομαι (ἐκ τοῦ πείθ-σομαι) . (θ. κεκόμι-κα. § 200)· 118 . κομιδ-). κομιεῖται). ἑ. χ. ἀλλάγ-jω) ἀλλάττω ἢ ἀλλάσσω (θ. κομιεῖ). Π. σχηματίζουν τὸν ἐνεργητικὸν καὶ μέσον μέλλοντα χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ εἰς -ιῶ.χ. βιβᾷς.). σπενδ-) σπεί-σω (ἐκ τοῦ σπένδσω).(θ. ἀλαλάγ-jω) ἀλαλάζω (θ. οἰμώγ-jω) οἰμώζω (θ. πυρέτ-jω) πυρέττω ἢ πυρέσσω (βλ. σχηματίζουν. κράγ-jω) κράζω (θ. κομιῶ (κομιεῖς. βιβᾷ κτλ. β΄) Οἱ ἄλλοι χρόνοι § 211. Ἀλλὰ τὰ ὑπερδισύλλαβα ὀδοντικόληκτα εἰς -ίζω. κομιοῦμαι (κομιεῖ. στεναγ-. ὀλολυγ-.
ταγ-) τάξομαι. ἐφύλαξα (ἐκ τοῦ φυλάκ-σω.(θ. Τῶν οὐρανικολήκτων ῥημάτων 1) ὁ μέλλων ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς -ξω καὶ ὁ μέσος εἰς -ξομαι.(θ. ἐκεκομίσθην (ἐκ τοῦ ἐκεκομίδ-μην). κομιδ-) κεκόμισμαι (ἐκ τοῦ κεκόμιδ-μαι). ἐταγ-σάμην) (βλ. § 36. ἤχθην (ἐκ τοῦ ἀγ-θήσομαι κτλ. ἐὰν εἶναι ψιλὸν ἢ μέσον. 4)· 4) ὁ μέσος παρακείμενος λήγει εἰς -σμαι καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς -σμην: (θ. 1). 2). ἐψεύσθην (ἐκ τοῦ ἐψεύδ-σθην) .(θ.(θ. ψευδ-) ψευσθήσομαι (ἐκ τοῦ ψευδ-σθή-σομαι). ἐὰν εἶναι ψιλὸν ἢ μέσον. ἐκεκόφειν . πειθ-) πέπεισμαι (ἐκ τοῦ πέπειθ-μαι). ἐπεπλέγμην (ἐκ τοῦ πέπλεκ-μαι. ἔκοψα (ἐκ τοῦ κόπ-σω. § 37. § 37. ἐτετάχειν· 3) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ λήγει εἰς -χθήσομαι καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ εἰς -χθην: (θ. ἐτριβ-σάμην) . πλεκ-) πλεχθήσομαι. ταγ-) τέταχα. 1)· 4) ὁ μέσος παρακείμενος λήγει εἰς -γμαι καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς -γμην: (θ. § 36. ὁ ἀόριστος α΄ ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς -ψα καὶ ὁ μέσος εἰς -ψάμην: (θ. ἔκοπ-σα) .(θ. ἐταξάμην (ἐκ τοῦ τάγ-σομαι.(θ. φυλακ-) φυλάξω. ἐφύλακ-σα) . ἐπεπείσμην (ἐκ τοῦ ἐπεπείθ-μην) . πλεκ-) πέπλεγμαι. ἐπλέχθην (ἐκ τοῦ πλεκθήσομαι) . ἐτεταράχ-μην) (βλ. 2)· 2) ὁ ἐνεργητικὁς παρακείμενος λήγει εἰς -φα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς -φειν (ἤτοι εἰς τοὺς χρόνους τούτους ὁ χειλικὸς χαρακτὴρ τοῦ ῥηματικοῦ θέματος. ἐτετρίφειν (βλ. ἐπεπλέκ-μην) . 2) ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος λήγει εἰς -χα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς -χειν (ἤτοι εἰς τοὺς χρόνους τούτους ὁ οὐρανικὸς χαρακτὴρ τοῦ ῥηματικοῦ θέματος. τριβ-) τρίψομαι. § 212.3) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ λήγει εἰς -σθήσομαι καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ εἰς -σθην: (θ.(θ.(θ. ἁρμοτ-) ἡρμόσθην (ἐκ τοῦ ἡρμότθη) (βλ. γραφ-) γράψομαι. ὁ ἀόριστος α΄ ὁ ἐνεργητικὸς εἰς -ξα καὶ ὁ μέσος εἰς -ξάμην: (θ. τρέπεται εἰς δασύ): (θ. ἐγραψάμην (ἐκ τοῦ γράφ-σομαι. ἐκεκηρύχειν .) (βλ. § 37. κοπ-) κόψω.(θ. τρέπεται εἰς δασύ): (θ. § 213. ἐτριψάμην (ἐκ τοῦ τρίβ-σομαι. τριβ-) τέτριφα. κηρυκ-) κεκήρυχα. ἀγ-) ἀχθήσομαι. 2)˙ 3) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ λήγει εἰς -φθήσομαι καὶ ὁ παθητικὸς 119 . κοπ-) κέκοφα. Τῶν χειλικολήκτων ῥημάτων 1) ὁ μέλλων ὁ ἐνεργητικὸς λήγει εἰς -ψω καὶ ὁ μέσος εἰς -ψομαι. ἐγραφ-σάμην) (βλ. ταραχ-) τετάραγμαι. § 212. ἐτεταράγμην (ἐκ τοῦ τετά-ραχμαι.
) . τρεπ-). κλέπ-). ἀντὶ τοῦ ε τούτου εἰς τὸν ἐνεργητικὸν παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον ἔχουν ο: κλέπτω. 1)· 4) ὁ μέσος παρακείμενος λήγει εἰς -μμαι καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἰς μμην: (θ. ἐστράμμην . τρέπω καὶ τρέφω εἰς τὸν μέσον παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον ἀντὶ τοῦ ε τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ἔχουν α (βραχύ): (θ. ἐτετράμμην . πεμπ-) πεμφθήσομαι. τρεπ-) τέτραμμαι.φέρω (θ. ἐκαλύβ-θην) (βλ.τρέπω (θ. τέτροφα. ἐνήνοχα. ᾽Εκ τῶν ἀφωνολήκτων ῥημάτων 1) ὅσα ἔχουν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ε. ἐπέμπ-θην) . στρεφ-) ἔστραμμαι. γραφ-) γέγραμμαι. θρεφ-) τέθραμμαι. κοπ-) κέκομμαι. ἐκεκόμμην (ἐκ τοῦ κέκοπ-μαι κτλ. 3). § 190)˙ 2) τὰ ῥήματα στρέφω. τριβ) τέτριμμαι. Παράδειγμα κλίσεως μέσου παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου ἀφωνολήκτων ῥημάτων Ὁριστικὴ ἔψευσ-μαι ἔψευ-σαι ἔψευσ-ται ἐψεύσ-μεθα ἔψευ-σθε ἐψευσμένοι εἰσὶ πέπραγ-μαι πἑπραξαι πέπρακ-ται πεπράγ-μεθα πέπραχ-θε πεπραγμένοι εἰσὶ ἐψεύσ-μην ἔψευ-σο ἔψευσ-το ἐψεύσ-μεθα ἔψευ-σθε ἐψευσμένοι ἦσαν ἐπεπράγ-μην ἐπέπραξο ἐπέπρακ-το ἐπεπράγ-μεθα ἐπέπραχ-θε πραγμένοι ἦσαν Προστακτικὴ ἔψευ-σο ἐψεύ-σθω ἔψευ-σθε ἐψεύ-σθων πέπραξο πεπράχ-θω πέπραχ-θε πεπράχ-θων Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ ἐψεῦ-σθαι ἐψευσ-μένος ἐψευσ-μένη ἐψευσ-μένον πεπρᾶχ-θαι πεπραγ-μένος πεπραγ-μένη πεπραγ-μένον 120 . ἐπέμφθην (ἐκ τοῦ πεμπ-θήσομαι.(θ.(θ.(θ. § 37.(θ. ἐγεγράμμην (ἐκ τοῦ γέγραφ-μαι κτλ. § 37.(θ.ἀόριστος α΄ λήγει εἰς -φθην: (θ. ἐτεθράμμην. ἐτετρίμμην (ἐκ τοῦ τέτριβ-μαι κτλ. ἐτετρόφειν . ἐκαλύφθην (ἐκ τοῦ καλυβ-θήσομαι. § 215.) .) (βλ. ἐκεκλόφειν . ἐνεκ-). κέκλοφα. (θ. ἐνηνόχειν (βλ. § 214. καλυβ-) καλυφθήσομαι.
μέν-ω. σπερ-. οἰκτῐ΄ρ-jω) οἰκτῑ΄ρω 121 . ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω (βλ. βαλ-. Οὕτω 1) τῶν ῥημάτων. τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρακτῆρα λ. μετεσχηματίσθη εἰς τὸν ἐνεστῶτα καὶ λήγει εἰς -αιν. κτέν-jω) κτείνω (θ. κρῐν-. -ειν. ὑφαν-. κρῐ΄ν-jω) κρῑ΄νω (θ. ἐφθάραται (ἐφθαρμένοι εἰσί). τὸ ἐνεστωτικὸν θέμα ἔχει διπλασιασμένον τὸ λ: (θ. Συμφωνολήκτων ῥημάτων ἐν γένει μονολεκτίκοὶ τύποι τοῦ γ΄ πληθυντικοῦ προσώπου τοῦ μέσου παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου εἶναι σπανιώτατοι. -ῑν. -εν. ἐτετάχατο (= τεταγμένοι ἦσαν). -ερ. -ῡρ˙ (θ.γέγραμ-μαι γέγραψαι γέγραπ-ται γεγράμ-μεθα γέγραφ-θε γεγραμμἐνοι εἰσὶ ἐγεγράμ-μην ἐγέγραψο ἐγέγραπ-το ἐγεγράμ-μεθα ἐγέγραφ-θε γεγραμμένοι ἦσαν γέγραψο γεγράφ-θω γέγραφ-θε γεγράφ-θων γεγράφ-θαι γεγραμ-μένος γεγραμ-μένη γεγραμ-μένον (Βλ. νέμ-ω κτλ. κτεν-. 5) Σημείωσις. οἰκτῐρ-. -ῠρ. η ΄ ) Σχ η μ ατ ισμὸς τῶν χρὸνων τῶν ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων α΄) ᾽Ενεστὼς καὶ παρατατικὸς § 216. 4. ὡς τετάχαται (= τεταγμένοι εἰσί). -ῐρ. τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀρχῆθεν ἔληγεν εἰς -αν. γεγράφαται (= γεγραμμένοι εἰσί). ὑφάν-jω) ὑφαίνω (θ. Τὰ πλεῖστα δὲ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα ῥήμᾳτα σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα μετεσχηματισμένον. τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρακτῆρα ν ἢ ρ. -ῑρ. καθαρ-. § 36. -ῐν. ῠν. βάλ-jω) βάλλω (θ. α΄)· 2) τῶν ῥημάτων. ἀφοῦ εἰς αὐτὸ προσετέθη τὸ πρόσφυμα j. ὡς δέρ-ω. σπέρ-jω) σπείρω (θ. -αρ. καθάρ-jω) καθαίρω (θ. ἀγγελ-. Καὶ τῶν ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων πολὺ ὀλίγα σχηματίζουν τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα ἀμετάβλητον. -αιρ. -ειρ. § 37 καὶ 33. -ῡν.
ἅλλομαι.ἀγγελέω) ἀγγελῶ καθαίρω (θ. 3). ὑφᾰν-) ὕφην-α ὑφην-άμην λεαίνω (θ.(θ. μιᾰν-) ἐμίᾶ-να (μιᾶναι) μαραίνω (θ. τοῦ ῐ ἢ ῠ εἰς ῑ ἢ ῡ: ὑφαίνω (θ.νεμέω) νεμῶ (νεμέομαι) νεμοῦμαι μένω (θ.ἔκριν-σα. ἔκριννα κτλ. μεν. πλῠν-. 4. ἀγγελ-) ἤγγειλ-α ἠγγειλ-άμην νέμω (θ. ἤτοι μὲ ἔκτασιν τοῦ ᾰ εἰς η (ἢ κατόπιν ε ἢ ι ἢ ρ εἰς ᾱ). ἀγγελ. 3). § 36.κτενέω) κτενῶ 2) ὁ ἐνεργητικὸς καὶ ὁ μέσος ἀόριστος α΄ σχηματίζονται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ εἰς -α. καθαρ. κερδαίνω καὶ κοιλαίνω. ὁ ὸποῖος πάλιν προῆλθεν ἐξ ἀρχικοῦ τύπου ὀφέλνω (πρβλ. ὕφαννα . νέμ-) ἔνειμ-α ἐνειμ-άμην μένω (θ.καθαρέω) καθαρῶ κτείνω (θ. τοῦ ε εἰς ει. καθᾰρ-) ἐκάθηρ-α ἐκαθηρ-άμην ἀγγέλλω (θ. (βλ. Σημείωσις 2. -άμην. (θ. μαρᾰν-) ἐμάρᾱν-α (μαρόναι) καθαίρω (θ. ῎Εχουν ᾱ ἀντὶ η εἰς τὸν ένεργητικὸν καὶ μέσον ἀόριστον α΄ προσέτι τὰ ῥήματα αἴρω.μενέω) μενῶ ἀγγέλλω (θ. ἂν καὶ τοῦ α δέν 122 . § 36. -οῦμαι (ἤτοι κατὰ τὰ εἰς -έω συνῃρημένα ῥήματα): νέμω (θ.ἐκάθαρ-σα. Σημείωσις. νεμ. πλῠ΄ν-jω) σῠ΄ρ-jω) πλῡ΄νω σῡ΄ρω (βλ. Τῶν ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων 1) ὁ ἐνεργητικὸς καὶ ὁ μέσος μέλλων σχηματίζεται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ (συνῃρημένος) εἰς -ῶ.ἦγγελ-σα. Τὸ ῥῆμα ὁφείλω προῆλθεν ἐκ παλαιοτέρου τύπου ὀφέλλω. ἐκάθαρρα . λεᾰν-) ἐλέᾱν-α (λεᾶναι) μιαίνω (θ. μεν-) ἔμειν-α κρίνω (θ. β΄) Οἱ ἄλλοι χρόνοι § 217. κρῐν-) ἔκρῑν-α (κρῖναι) ἀμύνω (θ. ἥγγελλα . μὲ ἐκτεταμένον τὸ πρὸ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ῥηματικοῦ θέματος βραχὺ φωνῆεν. β΄). ἀμῠν-) ἤμῡν-α (ἀμῦναι) Σημείωσις 1. Οἱ τύπο῾ οὗτοι προῆλθον ἐκ παλαιοτέρων ὕφαν-σα. κτεν. σῠρ-. § 35 καὶ 36.
§ 185. ἤρ-μην˙ β΄) τῶν ἐνρινολήκτων μὲ χαρακτῆρα ν σχηματίζονται ἄλλων μὲν (κανονικῶς) εἰς -μμαι. ἀρ-). ἀγγελ-). Εἰς τὴν ὁριστικὴν ἔχουν η ἀντὶ ᾱ οἱ ἀόριστοι ἧρα καὶ ἡλάμην ἕνεκα τῆς αὐξήσεως (βλ. 123 . α΄). κοιλαν-) ε ἢ ι ἢ ρ: ἧρα (ὑποτ. κερδᾶναι κτλ.προηγῆται εἰς τὸ θέμα αὐτῶν (ἀρ-. ἀγγελ-). μιαν-). ἡλάμην (ὑποτ. εὐκτ. γ΄). ἦρ-μαι.). ἀπρφ. ἤγγελ-μαι. πέφασμαι. ἐκέρδᾶνα (ἀπρφ. ῾ᾱλαίμην κτλ. ἐκοίλᾶνα (ἀπρφ. ἆραι κτλ. 2. ἆρον. ὠξύμμην . ῎ᾱρω. ὀξυν-). ἀλ-. Σημ. -μην: ἀγγέλλομαι (θ.).αἴρομαι (θ. φαν-) (θ. 6. § 37. κοιλᾶναι). ἐπεφάσμην (βλ. ἄλλων δὲ εἰς -σμαι. α΄) ἠγγέλ-κειν 4) ὁ παθητικὸς μέλλων α΄ καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος α΄ σχηματίζονται κανονικῶς εἰς -θήσομαι. -σμην: ὀξύνομαι (θ. ἠγγέλ-μην . 6. 3) ὁ ἐνεργητικὸς παρακείμενος σχηματίζεται εἰς -κα καὶ ὁ ἐνεργητικὸς ὑπερσυντέλικος εἰς -κειν (§ 200): φαίνω ἀγγέλλω (θ.φαίνομαι (θ. ῎ᾶρα-ιμι. ἀγγελ-) πέφαγ-κα ἤγγελ-κα (§ 37. μιαν-θή-σομαι ἐμιάν-θην .). ῞ᾱλωμαι. -μμην.ἀγγέλλομαι (θ. φαν-). -θην: μιαίνομαι (θ. εὐκτ. ἠγγέλ-θην· 5)ὁ μέσος παρακείμενος καὶ ὑπερσυντέλικος α΄) τῶν ὑγρολήκτων ῥημάτων σχηματίζονται κανονικῶς εἰς -μαι. κερδαν. ἀγγελ-θήσομαι. προστ. ὤξυμμαι.
6. § 37. Παράδειγμα ἐνεργητικοῦ καὶ μέσου μέλλοντος καὶ μέσου παρακειμένου καὶ ὑπερσυντελίκου ἐνρινολήκτων καὶ ὑγρολήκτων ῥημάτων (βλ. γ΄) ᾽Οριστικὴ Εὐκτικὴ Απαρέμφατον Μετοχὴ νε-μεῖν νεμ-ῶν (νεμοῦντος) νεμ-οῦσα (νεμ-ούσης) νεμ-οῦν (νεμ-οῦντος) νεμ-ῶ νεμ-εῖς νεμ-εῖ νμ-οῦμεν νεμ-εῖτε νεμ-οῦσι νεμ-οῦμαι νεμ-εῖ (ἢ -ῇ) νεμ-εῖται νεμ-ούμεθα νεμ-εῖσθε νεμ-οῦνται ἤγγελ-μαι ἤγγελ-σαι ἤγγελ-ται ἠγγέλ-μεθα ἤγγελ-θε ἠγγελ-μένοι εἰσὶ ὤξυμ-μαι ὤξυν-σαι ὤξυν-ται ὠξύμ-μεθα ὤξυν-θε ὠξυμ-μένοι εἰσὶ νεμ-οῖμι ἢ νεμοίην νεμ-οῖς ἢ νεμ-οίης νεμ-οῖ ἢ νεμ-οίη νεμ-οῖμεν νεμ-οῖτε νεμ-οῖεν νεμ-οίμην νεμ-οῖο νεμ-οῖτο νεμ-οίμεθα νεμ-οῖσθε νεμ-οῖντο ἠγγέλ-μην ἤγγελ-σο ἤγγελ-το ἠγγέλ-μεθα ἤγγελ-θε ἠγγελ-μένοι ἦσαν ὠξύμ-μην ὤξυν-σο ὤξυν-το ὠξύμ-μεθα ὤξυν-θε ὠξυμ-μένοι ἦσαν νεμ-εῖσθαι νεμ-ούμενος νεμ-ουμένη νεμ-ούμενον ἤγγελ-σο ἠγγέλ-θω ἤγγελ-θε ἠγγέλ-θων ὤξυν-σο ὠξύν-θω ὤξυν-θε ὠξύν-θων ἠγγέλ-θαι ἠγγελ-μένος ἠγγελ-μένη ἠγγελ-μένον ὠξύν-θαι ὠξυμ-μένος ὠξυμ-μένη ὠξυμ-μένον 124 .§ 218.
ἐσπάρμην. § 214. ἐτετάμην. σπερ-) ἔ-σπαρ-κα. ἐτετάκειν. Τὰ ἐνρινόληκτα ῥήματα κλίνω. τα-) τέ-τα-κα. τέταμαι. ἐστάλκειν. ἐφθάρ-ην. τα-θήσομαι. κλιν-) κέ-κλι-κα ἐκεκλί-κειν κλι-θήσομαι ἐκλί-θην (θ. εἰς τὸν ἐνεργητικὸν παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον α΄. ἐστάλ-ην τεινω (θ. ἐσπάρκειν.τα-) τέ-τα-κα ἐτετά-κειν τα-θήσομαι ἐτά-θην § 220. ὅσα ἔχουν θέμα μονοσύλλαβον μὲ φωνῆεν ε. κρίνω. πλύνω καὶ τείνω τὸν ἐνεργητικὸν καὶ μέσον παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον καὶ τὸν παθητικὸν μέλλοντα καὶ ἀόριστον α΄ τοὺς σχηματίζουν ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα μετ’ ἀποβολὴν τοῦ χαρακτῆρος ν: (θ. θ ΄ ) Δεύτεροι χρὸνοι τῶν ῥημάτων § 221. πλυν-) πέ-πλυ-κα ἐπεπλύ-κειν πλυ-θήσομαι ἐπλύ-θην (θ. ἐστάλμην. τεν-. § 199 καὶ § 201). κριν-) κέ-κρι-κα ἐκεκρί-κειν κρι-θήσομαι ἐκρί-θην (θ. εἰς τὸν μέσον παρακείμενον καὶ ὑπερσυντέλικον καὶ παθητικὸν μέλλοντα καὶ ἀόριστον α΄ ἢ β΄ ἀντὶ τοῦ φωνήεντος ε ἔχουν ᾰ (πρβλ. ἔσπαρμαι. στελ-) ἔ-σταλ-κα. ἔσταλμαι. ἔφθαρμαι. 125 . ἐτά-θην φθείρω (θ.πέφασ-μαι πέφαν-σαι πέφαν-ται πεφάσ-μεθα πέφαν-θε πεφασ-μένοι εἰσὶ ἐπεφάσ-μην ἐπέφαν-σο ἐπέφαν-το ἐπεφάσ-μεθα ἐπέφαν-θε πεφασ-μένοι ἦσαν πέφαν-σο πεφάν-θω πέφαν-θε πεφάν-θων πεφάν-θαι πεφασ-μένος πεφασ-μένη πεφασ-μένον § 219. 2): σπείρω (θ. τετ-. σπαρ-ήσομαι. φθαρ-ήσομαι. ἐλαβ-ό-μην (βλ. Τὰ ἐνρινόληκτα καὶ ὑγρόληκτα ῥήματα. ῾Ο ἐνεργητικὸς ἀόριστος καὶ ὁ μέσος ἀόριστος πολλῶν ῥημάτων σχηματίζονται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα σ καὶ μὲ θεμα φωνῆεν οὐχὶ τὸ α. φθερ-) ἔ-φθαρ-κα. ἀλλὰ τὸ ο καὶ τὸ ε: ἔλαβ-ο-ν. ἐφθάρμην. σταλ-ήσομαι. ἐσπάρ-ην στέλλω (θ. ἐφθάρκειν.
λαβέ. παράλαβε. ἐλθέ.ἐλαβ-όμην. γίγνομαι κλίνονται ὡς ἑξῆς: Ὁριστικὴ ἔβαλ-ον ἔβαλ-ες ἔβαλ-ε ἐβάλ-ομεν ἐβάλ-ετε ἔβαλ-ον ἐγεν-όμην ἐγέν-ου ἐγέν-ετο ἐγεν-όμεθα ἐγέν-εσθε ἐγέν-οντο Ὑποτακτικὴ Εὐκτικὴ βάλ-ω βάλ-ῃς βάλ-ῃ βάλ-ωμεν βάλ-ητε βάλ-ωσι γἐν-ωμαι γέν-ῃ γέν-ηται γεν-ώμεθα γέν-ησθε γέν-ωνται βάλ-οιμι βάλ-οις βάλ-οι βάλ-οιμεν βάλ-οιτε βάλ-οιεν γεν-οίμην γέν-οιο γέν-οιτο γεν-οίμεθα γέν-οισθε γέν-οιντο Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ βάλ-ε βαλ-έτω βάλ-ετε βαλ-όντων γεν-οῦ γεν-έσθω γέν-εσθε γεν-έσθων βαλ-εῖν βαλὼν βαλοῦσα βαλ-ὁν γεν-έσθαι γεν-όμενος γεν-ομένη γεν-όμενον Σημείωσις 1.παραλαβεῖν. ἔξευρε. ἐλάμβαν-ον . ἤτοι τῶν ῥημάτων λέγω. Σημείωσις 2. παραγενοῦ· ἐὰν δὲ εἶναι μονοσύλλαβον. εἰς δὲ τὰς ἄλλας ἐγκλίσεις ἔχει τὰς καταλήξεις τοῦ ἀντιστοίχου ἐνεστῶτος. συντιθέμενον μὲ δισύλλαβον πρόθεσιν. παράσχου ἕπομαι. ἐσχόμην . ἀντιλαβοῦ˙ ἐγενόμην . ἀναβιβάζει τὸν τόνον: ἔχομαι. Π. ἄπελθε.ἠγαγόμην) ἀγαγέσθαι. ἑσπόμην . 126 .σποῦ. Τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀορίστου β΄ τὸ ἀπαρέμφατον καὶ ἡ μετοχή. τονίζονται ἐπὶ τῆς ληγούσης: λαβεῖν . ἑπίσπου.παραλαβὼν (παραλαβόν.γενοῦ. εἴτε ἁπλᾶ εἴτε σύνθετα. εὑρίσκω. ἐὰν μὲν εἶναι πολυσύλλαβον.ἐγενόμην) γενέσθαι.σχοῦ.) Πέντε δὲ ῥημάτων. (γίγνομαι . ἔπιδε.λαβοῦ. Τὸ δὲ δεύτερον ἐνικὸν τῆς προστακτικῆς τοῦ μέσου ἀορίστου β΄.Ὁ τοιοῦτος ἀόριστος λέγεται ἐνεργητικὸς ἀόριστος δεύτερος ἢ μέσος ἀόριστος δεύτερος καὶ εἰς μὲν τὴν ὁριστικὴν ἔχει τὰς καταλήξεις τοῦ ἀντίστοιχου παρατατικοῦ (ἔλαβ-ον. ὁρῶ καὶ λαμβάνω προσέτι τὸ δεύτερον ἑνικὸν τῆς προστακτικῆς τοῦ ἀορίστου β΄ ἁπλοῦν τονίζεται ἐπὶ τῆς ληγούσης: εἰπέ. χ. Τοῦ μέσου ἀορίστου β΄ τὸ ἀπαρέμφατον τονίζεται ἐπὶ τῆς παραληγούσης: (ἄγομαι . τονίζεται ἐπὶ τῆς ληγούσης: ἐλαβόμην . λαβὼν (λαβὸν) . εὑρέ. ἔρχομαι. Ἀλλά: πρόσειπε. εἴτε ἁπλοῦν εἴτε σύνθετον. ἐλαμβανόμην). ὁ ἐνεργητικὸς ἀόριστος β΄ τοῦ ῥ· βάλλω καὶ ὁ μέσος ἀόριστος β΄ τοῦ ρ. ἰδέ.
κρᾰγ-) κέ-κρᾱγ-α ἐκεκράγ-ειν § 223. ἤτοι χωρὶς τὸ θ: κό-πτομαι (θ.§ 222. νῦν: ἐγράφ-θη-κα ἢ ἐγράφ-τη-κα καὶ ἐγράφ-η-κα). 2). § 200. κλίνεται δὲ ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ α΄. Ὁ τοιοῦτος παθητικὸς μέλλων καὶ παθητικὸς ἀόριστος λέγεται δεύτερος. μᾰν-) μέ-μην-α ἐμεμήν-ειν πράττω (θ. λειπ-) λέ-λοιπ-α ἐλελοίπ-ειν φαίνω (θ. Π. ἀλλὰ εἰς τὸ θέμα αὐτοῦ συνήθως ἀντὶ τοῦ ε τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ἔχει ο καὶ ἀντἰ τοῦ ᾰ ἔχει η (ἢ ᾱ κατόπιν ρ): κτείνω (θ. ῾Ο ἐνεργητικὸς παρακείμενος καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος πολλῶν ῥημάτων σχηματίζονται χωρὶς τὸν χρονικὸν χαρακτῆρα κ ἢ χωρὶς δάσυνσιν τοῦ ψιλοῦ ἢ μέσου ἀφώνου χαρακτῆρος τοῦ θέματος (πρβλ. ῾Ο παθητ.κοπ-ή-σομαι. Ὁ τοιοῦτος ἐνεργητικὸς παρακείμενος καὶ ὑπερσυντέλικος λέγεται δεύτερος κλίνεται δὲ ὅπως ἀκριβῶς ὁ α΄. § 212. κτεν-) (ἀπ)έ-κτον-α (ἀπ) εκτόν-ειν τίκτω (θ. ἐκόπ-η (πρβλ. ὁ παθητικὸς μέλλων β΄ καὶ ὁ παθητικὸς ἀόριστος β΄ τοῦ ῥ· γράφομαι κλίνονται ὡς ἑξῆς : Ὁριστικὴ γραφ-ή-σομαι γραφ-ή-σει γραφ-ή-σεται γραφ-η-σόμεθα γραφ-ή-σεσθε γραφ-ή-σονται ἐγράφ-η-ν ἐγραφ-η-ς ἐγράφ-η ἐγράφ-η-μεν ἐγράφ-η-τε ἐγράφ-η-σαν γραφ-ῶ γραφ-ῇς γραφ-ῇ γραφ-ῶμεν γραφ-ῆτε γραφ-ῶσι Ὑποτακτικὴ Εὐκτικὴ γραφ-η-σοίμην γραφ-η-σοιο γραφ-ή-σοιτο γραφ-η-σοίμεθα γραφ-ή-σοισθε γραφ-ή-σοιντο γραφ-είην γραφ-ειης γραφ-είη γραφ-είημεν γραφ-ειητε γραφ-είησαν* γράφ-η-θι γραφ-ή-τω γράφ-ητε γραφ-έ-ντων Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ γραφ-ή-σεσθαι γραφ-η-σόμενος γραφ-η-σομένη γραφ-η-σόμενον γραφ-ῆ-ναι γραφ-εὶ-ς γραφ-εισα γραφ-ὲν 127 . μέλλων καὶ ὁ παθητ. φᾰν-) πέ-φην-α ἐπεφήν-ειν μαίνομαι (θ. πρᾱγ-) πέ-πρᾱγ-α ἐπεπράγ-ειν κράζω (θ. 2 καὶ 213. χ. τεκ-) τέ-τοκ-α ἐτετόκ-ειν λείπω (θ. κοπ-) . ἀόριστος πολλῶν ῥημάτων σχηματίζονται μὲ πρόσφυμα η καὶ ὄχι θη.
φάνη-θι (βλ.(θ. ἐ-τράφ-ην (πρβλ. 2) τὰ ῥήματα κλέπτω.ἐτραπόμην.τρεφ-) τραφ-ήσομαι.ἐτραπόμην(= διηυθύνθην) ἐφάνθην (= ἀπεδείχθην ὑπὸ ἄλλου). ἐξ-επλᾰ΄γ-ην. γραφ-εῖτε.ποιῶ˙ 3) τὴν τάξιν τῶν εἰς -όω: δουλόω .χ.: πέπεικα (= ἔχω πείσει). κλαίF-ω.τιμῶ ()˙ 2) τὴν τάξιν τῶν εἰς -έω: ποιέω . στρεφ-) στραφ-ήσομαι. κλεπ-) ἐ-κλά-πην. Ταῦτα διαιροῦνται εἰς τρεῖς τάξεις. 3 καὶ § 35). (θ. ἤτοι 1) τὴν τάξιν τῶν εἰς -άω: τιμάω . κλαίF-ω. τὰ ὁποῖα ἀρχῆθεν ἦσαν καίF-ω. ι ΄ ) Π ερισπώμενα ἢ συνῃρημένα ῥήματα § 226. (θ. Σπανίως ὁ αὐτὸς χρόνος ἑνὸς ῥήματος σχηματίζεται καὶ ὡς α΄ καὶ ὡς β΄ (*). Περισπώμενα ἢ συνῃρημένα εἰς τὸν ἐνεστῶτα καὶ παρατατικὸν εἶναι τὰ φωνηεντόληκτα ῥήματα. 1) Τὰ ῥήματα (ἐκ)πλήττομαι ἢ (κατα)πλήττομαι. * ἢ γραφ-είμεν. ἑτρεψάμην . μένουν ἀσυναίρετα (πρβλ. (θ. κᾱ΄ω καὶ κλᾱ΄ω.δουλῶ. ἐ-στράφ-ην. τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρακτῆρα α ἢ ε ἢ ο. § 196. πληγ-) ἐκ-πλᾰγ-ήσομαι. καὶ τρέπω εἰς τὸν παθητικὸν ἀόριστον β΄ καὶ τὰ ῥήματα στρέφω καὶ τρέφω εἰς τὸν παθητικὸν μέλλοντα β΄ καὶ εἰς τὸν παθητικὸν ἀόριστον β΄ ἀντὶ τοῦ ε τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ἔχουν ᾰ: (θ. κλαί-ω. πέφηνα (= ἔχω φανερωθῆ) ἐτρεψάμην (τινὰ=ἔτρεψά τινα εἰς φυγήν). σηπ-) σᾰπ-ήσομαι. ἐφάνην (= ἐδείχθην ἐγώ).Σημείωσις. § 33. πλεκ-) ἐ-πλάκ-ην. ἐσᾰ΄π-ην . Τὰ ῥ. τρέπω ἔχει πάντας τοὺς ἀορίστους α΄ καὶ β΄: ἔτρεψα ἔτραπον (ποιητικός). πλέκω. ὡς (διαφθείρω) διέφθαρκα καὶ διέφθορα. Μόνον τὸ ῥ. γραφ-εῖεν. (βλάπτομαι) ἐβλάφθην καὶ ἐβλάβην. § 224.ἐτράπην. 128 . ἐτᾰ΄κ-ην. τρεπ-) ἐ-τράπ-ην. (θ. ἐτρέφθην . Συνήθως δὲ τότε ὁ εἷς τύπος ἔχει διάφορον σημασίαν τοῦ ἑτέρου· π. σήπομαι καὶ τήκομαι εἰς τὸν παθητικὸν μέλλοντα καὶ ἀόριστον β΄ ἀντὶ τοῦ η τοῦ ῥηματικοῦ θέματος ἔχουν ᾰ: (θ. § 214. § 225.(θ. πέποιθα (= εἶμαι πεπεισμένος) πέφαγκα (= ἔχω φανερώσει). 2). ἔπειτα καίF-ω . τηκ-) τᾰκ-ήσομαι. 4). ὑποσ. κατα-πλᾰγήσομαι. καὶ τέλος καί-ω. κατ-επλᾰ΄γ-ην . Ὁ παθητικὸς ἀόριστος β΄ εἰς τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς ἔχει (τὴν ἀρχικὴν) κατάληξιν -θι: ἀλλάγη-θι. (ἀλλάττομαι) ἠλλάχθην καὶ ἠλλάγην.
Κλίνονται δὲ ταῦτα εἰς τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν κατὰ τὰ ἑπόμενα παραδείγματα: § 227. -ει) (τιμάεται) (τιμαόμεθα) (τιμάεσθε) (τιμάονται) (ἐτιμαόμην) (ετιμᾴου) (ἐτιμάετο) (ἐτιμαόμεθε) (ετιμάεσθε) (ετιμάοντο) Ὁριστικὴ τιμῶμαι τιμᾷ τιμᾶται τιμώμεθα τιμᾶσθε τιμῶνται ἐτιμώμην ἐτιμῶ ἐτιματο ἐτιμ-ώμεθα ἐτιμᾶσθε ἐτιμῶντο Ἐνεστῶτος Παρατατικοῦ ἐτίμων ἐτίμας (ἐτίμαε) ἐτίμα (ἐτιμάομεν) ἐτιμῶμεν (ἐτιμάετε) ἐτιμᾶτε (ἐτίμαον) ἐτίμων (τιμάω) τιμῶ (τιμάῃς) τιμᾷς (τιμάῃ) τιμᾷ (τιμάωμεν) τιμωμεν (τιμάητε) τιμᾶτε (τιμάωσι) τιμῶσι (τιμάοιμι) τιμῷμι ἢ τιμῴην (τιμάοις) τιμῷς ἢ τιμῴης (τιμάοι) τιμῷ ἢ τιμῴη (τιμάοιμεν) τιμῷμεν (τιμάοιτε) τιμῷτε (τιμάοιεν) τιμῷεν (τιμάωμαι) (τιμάῃ) (τιμάηται) (τιμαώμεθα) (τιμάησθε) (τιμάωνται) τιμῶμαι τιμᾷ τιμᾶται τιμώμεθα τιμᾶσθε τιμῶνται Ὑποτακτικὴ (τιμαοίμην) τιμῴμην (τιμάοιο) τιμῷο (τιμάοιτο) τιμῷτο (τιμαοίμεθα) τιμῴμεθα (τιμάοισθε) τιμῷσθε (τιμάοιντο) τιμῷντο Ε'ὐκτικὴ 129 . Παράδειγμα συνῃρημένου ῥήματος εἰς -άω (θ. τιμᾱ-) Ἐνεργητικὸν (τιμάω) τιμῶ (τιμάεις) τιμᾷς (τιμαει) τιμᾷ (τιμαομεν) τιμωμεν (τιμάετε) τιμᾶτε (τιμάουσι) τιμῶσι (ἐτίμαον) (ἐτίμαες) Μέσον καὶ Παθητικὸν (τιμάομαι) (τιμάῃ.
Μετοχὴ Ἀπαρ. -ει) (ποιεεται) (ποιεόμεθα) (ποιέεσθε) (ποιέονται) ποιοῦμαι ποιῇ ἢ ποιεῖ ποιεῖται ποιούμεθα ποιεῖσθε ποιοῦνται ἐποιουμνην ἐποιοῦ ἐποιεῖτο ἐποιούμεθα ἐποιεῖσθε ἐποιοῦντο Ὁριστικὴ Ἐνεστῶτος (ἐποίεε) ἐποίει (ἐποιέομεν) ἐποιοῦμεν (ἐποιέετε) ἐποιεῖτε (ἐποίεον) ἐποίουν (ἐποιεομην) (ἐποιέου) (ἐποιέετο) (ἐποιεόμεθα) (ἐποιέεσθε) (ἐποιέοντο) 130 . ποιε-) Ἐνεργητικὸν (ποιέω) ποιῶ (ποιέεις) ποιεῖς (ποιέει) ποιεῖ (ποιέομεν) ποιοῦμεν (ποιεετε) ποιεῖτε (ποιέσουσι) ποιοῦσι (ἐποιεον) ἐποίουν (ἐποίεες) ἐποίεις Παρατατικοῦ Μέσον καὶ Παθητικὸν (ποιέομαι) (ποιέῃ. Παράδειγμα συνῃρημένου ῥήματος εἰς -έω (θ. Προστακτικὴ (τίμαε) τίμα (τιμαέτω) τιμάτω (τιμάετε) τιμᾶτε (τιμαόντων) τιμώντων (τιμάου) τιμῶ (τιμαέσθω) τιμάσθω (τιμάεσθε) τιμᾶσθε (τιμαέσθων) τιμάσθων (τιμάειν) τιμᾶν (τιμάεσθαι) τιμᾶσθαι (τιμαόμενος) τιμώμενος (τιμαομένη) τιμωμένη (τιμαόμενον) τιμώμενον (τιμάων) τιμῶν (τιμάουσα) τιμῶσα (τιμάον) τιμῶν § 228.
(ποιέειν) (ποιέων) (ποιέουσα) (ποιέον) ποιεῖν ποιῶν ποιοῦσα ποιοῦν (ποιέεσθαι) ποιεῖσθαι (ποιεόμενος) ποιούμενος (ποιεομένη) ποιουμένη (ποιεόμενον) ποιούμενον Μετοχὴ 131 .(ποιέω) ποιῶ (ποιέῃς) ποιῇς (ποιέῃ) ποιῇ (ποιέωμεν) ποιῶμεν (ποιέητε) ποιῆτε (ποιέωσι) ποιῶσι (ποιέοιμι) ποιοῖ-μι ἢ ποιοίην (ποιέοις) ποιοῖς ἢ ποιίης (ποιέοι) ποιοῖ ἢ ποιοίη (ποιέοιμεν) ποιοῖμεν (ποιέοιτε) ποιοῖτε (ποιέοιεν) ποιοῖεν (ποίεε) (ποιεέτω) (ποιέετε) (ποιεόντων) (ποιέωμαι) ποιῶμαι (ποιέῃ) ποιῇ (ποιέῃται) ποιῇται (ποιεώμεθα) ποιώμεθα (ποιέησθε) ποιῆσθε (ποιέωνται) ποιῶνται (ποιεοίμην) (ποιέοιο) (ποιέοιτο) (ποιεοίμεθα) (ποιέοισθε) Ὑποτακτικὴ (ποιέοιντο) ποιοίμην ποιοῖο ποιοῖτο ποιοίμεθα ποιοῖσθε ποιοῖντο ποιοῦ ποιείσθω ποιεῖσθε ποιείσθων Εὐκτικὴ Προστακτικὴ ποίει ποιείτω ποιεῖτε ποιούντων (ποιέου) (ποιεέσθω) (ποιέεσθε) (ποιεέσθων) Ἀπαρ.
δουλο-) Ἐνεργητικὸν (δουλόω) δουλῶ (δουλόεις) δουλοῖς (δουλόει) δουλοῖ (δουλόομεν) δουλοῦμεν (δουλόετε) δουλοῦτε (δουλόουσι) δουλοῦσι (ἐδούλοον) (ἐδούλοες) Παρατατικοῦ Μέσον καὶ Παθητικὸν (δουλόομαι) (δουλόῃ.§ 229. ει) (δουλόεται) (δουλοόμεθα) (δουλόεσθε) (δουλόονται) Ὁριστικὴ Ἐνεστῶτος δουλοῦμαι δουλοῖ δουλοῦται δουλούμεθα δουλοῦσθε δουλοῦνται ἐδούλουν ἐδούλους (ἐδούλοε) ἐδούλου (ἐδουλόομεν) ἐδουλοῦμεν (ἐδουλόετε) ἐδουλοῦτε (ἐδούλοον) ἐδούλουν (ἐδουλοόμην) ἐδουλούμην (ἐδουλόου) ἐδουλοῦ (ἐδουλόετο) ἐδουλοῦτο (ἐδουλοόμεθα) ἐδουλούμεθα (ἐδουλόεσθε) ἐδουλοῦσθε (ἐδουλόοντο) ἐδουλοῦντο (δουλόω) δουλῶ (δουλόεῃς) δουλοῖς (δουλόῃ) δουλοῖ (δουλόωμεν) δουλῶμεν (δουλόητε) δουλῶτε (δουλόωσι) δουλῶσι (δουλόοιμι) δουλοῖμι ἢ -οίην (δουλόοις) δουλοῖς ἢ -οίης (δουλόοι) δουλοῖ ἢ -οίη (δουλόοιεν) δουλοῖμεν (δουλόοιμεν) δουλοῖτε ((δουλόειεν) δουλοῖεν (δουλόωμαι) δουλῶμαι (δουλόῃ) δουλοῖ (δουλόηται) δουλῶται (δουλοώμεθα) δουλώμεθα (δουλόησθε) δουλῶσθε (δουλόωνται) δουλῶνται (δουλοοίμην) δουλοίμην (δουλόοιο) δουλοῖο (δουλόοιτο) δουλοῖτο (δουλοοίμεθα) δουλοίμεθα (δουλόοισθε) δουλοῖσθε Ε'ὐκτικὴ Ὑποτακτικὴ (δουλόοιντο) δουλοῖντο 132 . Παράδειγμα συνῃρημένου ῥήματος εἰς -όω (θ.
2) Εἰς τὰ εἰς -έω. (τιμάητε) τιμᾶτε· β΄) τὸ α + ει ἢ α + ῃ εἰς ᾳ: (τιμάει) τιμᾷ (τιμάη) τιμᾷ˙ γ΄) τὸ α + ο ἢ α + ω ἤ α + ου εἰς ω: (τιμάομεν) τιμῶμεν. 133 . διότι ἡ κατάληξις αὐτοῦ -ειν προῆλθεν ἀπὸ τὴν κατάληξιν -εεν καὶ δὲν περιεῖχεν ἐξ ἀρχῆς ι (βλ. ε + η = η. (δηλόουσι) δηλοῦσι· β΄) τὸ ο + η ἢ ο + ω εἰς ω: (δηλόητε) δηλῶτε. -ῶ ῥήματα συναιροῦνται α΄) τὸ ο + ε ἢ ο + ο ἤ ο + ου εἰς ου: (δηλόετε) δηλοῦτε. (ποιέουσι) ποιοῦσι κτλ. Εἰς τὰ συνῃρημένα ῥήματα γίνονται αἱ ἑξῆς συναιρέσεις: 1) Εἰς τὰ εἰς -άω. (δηλόω) δηλῶ· γ΄) τὸ ο + ει ἢ ο + ῃ ἢ ο + οι εἰς οι: (δηλόει) δηλοῖ. Προστακτικὴ (δούλοε) (δουλοέτω) (δουλόετε) (δουλοόντων) δούλου δουλούτω δουλοῦτε δουλούντων (δουλόου) (δουλοέσθω) (δουλόεσθε) (δουλοέσθων) δουλοῦ δουλούσθω δουλοῦσθε δουλούσθων (δουλόειν) δουλοῦν (δουλόεσθαι) δουλοῦσθαι (δουλοόμενος) δουλούμενος (δουλοομένη) δουλουμένη (δουλοόμενον) δουλούμενον (δουλόων) δουλῶν (δουλόουσα) δουλοῦσα (δουλόον) δουλοῦν § 230. (ποιέεις) ποιεῖς. (τιμάουσι) τιμῶσι˙ δ΄) τὸ α + οι εἰς ῳ: (τιμάοιμι) τιμῷμι. (ποιέητε) ποιῆτε. (δηλόομεν) δηλοῦμεν. (ποιέετε) ποιεῖτε·˙ β΄) τὸ ε + ο εἰς ου: (ποιέομεν) ποιοῦμεν˙· γ΄) τὸ ε μὲ μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον εἰς τὸ ἴδιον μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον (ἤτοι ε + ω = ω. Σημείωσις. 3) Εἰς τὰ εἰς -όω.). (τιμάωμεν) τιμῶμεν. (δηλόοιμεν) δηλοῖμεν. -ῶ ῥήματα συναιροῦνται α΄) τὸ ε + ε εἰς ει: (ποίεε) ποίει. (δηλόῃ) δηλοῖ. Εἰς τὸ ἐνεργητικὸν ἀπαρέμφατον τὸ α + ει συναιρεῖται εἰς α ἁπλοῦν (καὶ ὄχι εἱς ᾳ). ε + ει = ει κτλ. § 201.Μετοχὴ Ἀπαρ. Σημ.): (ποιέω) ποιῶ. -ῶ ῥήματα συναιροῦνται α΄) τὸ α + ε ἢ α + η εἰς ᾶ: (τίμαε) τίμᾶ.
ζῶσα. ἐπεινῶμεν. § 231. χρωμένη. ζῶμεν. Τοῦ ῥ. διψῶ καὶ χρῶμαι ἔχουν θέμα μὲ χαρακτῆρα η (καὶ ὄχι α) καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα.ζῶν. πεινῆν κτλ. Εἰς τὸ ἐνεργητικὸν ἀπαρέμφατον τὸ ο + ει συναιρεῖται είς ου (καὶ ὄχι εἰς οι). διψῆτε κτλ. ἐχοῆσθε κτλ. πνέ-ω. χρῶ. (ἔζη-ον) ἔζων. (ἔ-πλε-ον) ἔπλειν. διψῶμεν. ζῶν.Σημείωσις. Τὰ εἰς -έω ῥήματα μὲ μονοσύλλαβον θέμα (ὡς πλέ-ω. ἐχρῶ. χρώμεθα. ἔπλει. ἐζῶμεν. ἐζῆτε κτλ. ζῇς. διψῆν κτλ. πεινῆτε κτλ. δεῖται. ἐπείνη. ἔζη. ζῆ. (πεινή-ω) πεινῶ. ἐν τούτοις ἔχουν η (ἢ ῃ). ἐπλεῖτε κτλ. δέ-ομαι) συναιροῦνται μόνον. ζῆτε. ἐδιψῶμεν. (ἐχρη-όμην) ἐχρώμην. ἐδεῖτο. ζῇς. Σημ. ἐδεῖσθε κτλ. χρῆσθαι . (χρή-ομαι) χρῶμαι. ἂν καὶ ἐν γένει κλίνωνται κατὰ τὰ εἰς -άω συνῃρημένα ῥήματα. Σημείωσις. § 201. § 232. 134 . ἐπείνης. ζῶ οἱ τύποι ζῶ. ὅπου τὰ εἰς -άω ἔχουν ᾱ (ἢ ᾳ). διψῇ. πεινῇς. χρώμενον. ζῇ. πλεῖν κτλ. ἐχρῆτο. δε-όμεθα. (δέ-ομαι) δέῃ (ἢ δέει). πλέ-ομεν. χρῆσθε κτλ.). ζήτω ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν κοινὴν ὁμιλουμένην. ζῆν . ἐπλέ-ομεν. Τὰ ῥ ζῶ. ἐδε-όμεθα. ζῆτε κτλ. διψῇς. ἐδίψης. Σημείωσις. πλεῖ. ζῇ. δε-όμενον. (ἐδήψη-ον) ἐδίψων. πεινῇ πεινῶμεν. χρήσθω κτλ. δεῖσθε κτλ. (ζή-ω) ζῶ. δεῖσθαι-δε-όμενος. χρῆ.χρώμενος. (διψή-ω) διψῶ. διότι ἡ κατάληξις αὐτοῦ -ειν προῆλθεν ἀπὸ τὴν κατάληξιν -εεν καὶ δὲν περιεῖχον ἐξ ἀρχῆς ι (βλ. χρῆται. ἔζης. ἐδίψη. δε-ομένη. ὅπου μετὰ τὸν χαρακτῆρα ε ἀκολουθεῖ ε ἢ ει τῆς καταλήξεως: (πλέ-ω) πλεῖς. πλεῖτε κτλ. (ἐ-δε-όμην) ἐδέου. τὸ ὁποῖον σημαίνει δένω (καὶ ὄχι ἔχω ἀνάγκην). ἐπεινῆτε κτλ. ἐχρώμεθα. Τὸ ῥ. ἐδιψῆτε κτλ. (ἐπείνη-ον) ἐπείνων. πεινῶ. ζἡτω κτλ. δέω.
(ἐρρίγω-ον) ἐρρίγων. -οίη. συνῃρημένων καὶ ἀσυναιρέτων. ῥιγῷ κτλ. ὅπου τὰ εἰς -όω ἔχουν ου ἢ οι: (ῥιγώ-ω) ῥιγῶ. ἕδει κτλ. -μην). τετίμη-κα. Οἱ ἄλλοι πλὴν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ χρόνοι τῶν φωνηεντολήκτων ῥημάτων ἐν γένει. δεῖ.συνήθως συναιρεῖται εἰς πάντας τοὺς τύπους: (δέ-ω) δῶ. ῥιγῷς. δοῦσι (ἔ-δε-ον) ἔδουν. θηρᾰ-). β΄) Οἱ ἄλλοι χρόνοι § 235. δεῖς. ἐτιμή-θην τε-τίμη-μαι. ῥιγῶ. ἐτεθηρᾱ΄-κειν θηρᾱ΄-σομαι. (ῥιγω-οίην) ῥιγῴην. -σα. εἴᾱ-σα.(ῥιγώ-ειν) ῥιγῶν. -κειν. ἀφοῦ προστεθοῦν εἰς τὸ ῥηματικὸν θέμα αἱ σχετικαὶ καταλήξεις (-σω. ἰᾰ-). αἱ ὁποῖαι λέγονται ᾽Αττικαὶ καταλήξεις: (τιμαοίην) τιμῴην (τιμαοίης) τιμῴης (τιμαοίη) τιμῴη (καλεοίην) καλοίην (καλεοίης) καλοίης (καλεοίη) καλοίη (δηλοοίην) δηλοίην (δηλοοίης) δηλοίης (δηλοοίη) δηλοίη. § 233. δεῖτε. Ἀλλὰ εἰς τοὺς χρόνους τούτους ὁ βραχὺς χαρακτὴρ τοῦ θέματος πρὸ τῶν (ἀπὸ συμφώνου ἀρχομένων) καταλήξεων τούτων κανονικῶς ἐκτείνεται. τιμᾰ-). ἐθήρᾱ-σα. ἤτοι τὸ ᾰ γίνεται η (ἢ ᾱ κατόπιν ε ἢ ι ἢ ρ). σχηματίζονται. τὸ ε γίνεται ὡσαύτως η. -κα. τιμη-θήσομαι. ἐνεστῶτος τῶν συνῃρημένων ῥημάτων τὰ τρία ἑνικὰ σχηματίζονται συνηθέστερον μὲ τὰς καταλήξεις -οίην. ἐᾰ-). ἔχει θέμα μὲ χαρακτῆρα ω (καὶ ὄχι ο) καὶ διὰ τοῦτο συνῃρημένον ἔχει ω ἢ ῳ. -θήσομαι. τεθήρᾱ-κα. ἐτετιμή-κειν τιμή-σομαι. ἐτιμη-σάμην. -σομαι. ἐτετιμή-μην· έῶ (θ. . εἱᾱ΄-θην εἴᾱ-μαι·˙ ἰῶμαι (θ. ἰᾱ΄-σομαι. δοῦμεν. ἰᾱ-σάμην. ἐρρίγως κτλ. ἐθηρᾱ΄-θην 135 . (ῥιγώ-ων) ῥιγῶν. -οίης. Τῆς εὐκτικῆς τοῦ ἐνεργ. ἐᾱ΄-σω. τὸ ο γίνεται ω καὶ τὸ (ῐ ἢ) ῠ γίνεται (ῑ ἢ) ῡ: τιμῶ (θ. -θην. τιμήσω. ἐτίμη-σα. εἴᾱ-κα ἐᾱ΄-σομαι. ἰᾱ΄-θην˙ θηρῶ (θ. Τὸ ῥ. -σάμην. ἔδεις. τὸ ὁποῖον κλίνεται ἐν γένει κατὰ τὰ εἰς -όω. ῥιγῴης κτλ. . ῥιγῶντος κτλ. -μαι. § 234. θηρᾱ΄-σω. ἐθηρᾱ-σάμην θηρᾱ-θήσομαι.
ἐμεμηνύ-μην. ἠκροᾱ-σάμην. ἐμεμηνῡ΄-κειν μηνύ-σομαι. μεμήνῡκα. ἐτεθηρᾱ΄-μην· μηνύω (θ. θηρῶμαι). Σημείωσις. ἐμηνῦ-σάμην μηνῡ-θήσομαι. οἷον: 136 . ὅπως (θηρά-ομαι.τεθήρᾱ-μαι. μηνῠ-) μηνῡ΄-σω. αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν ἀπὸ μ ἢ τ˙ 3) παρουσιάζουν προσέτι διαφόρους ἄλλας ἀνωμαλίας. (Ἀκροά-ομαι. ἀρκετὰ φωνηεντόληκτα ῥήματα εἰς τοὺς ἄλλους. χρόνους πάντας ἢ τινας μόνον 1) διατηροῦν τὸν βραχὺν χαρακτῆρα τοῦ θέματος˙ 2) διατηροῦν τὸν χαρακτῆρα βραχὺν ἢ τὸν ἐκτείνουν καὶ συγχρόνως προσλαμβάνουν σ πρὸ τοῦ θ τοῦ προσφύματος θη (θε) ἢ καὶ πρὸ τούτου καὶ πρὸ τῶν καταλήξεων. ἀκροᾱ΄-σομαι. πλὴν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ. ἀκροῶμαι). ἐμήνῡ-σα. ἐμηνύ-θην μεμήνῡ-μαι. Παρὰ τὸν προηγούμενον κανόνα. ἐθηρᾱ-σάμην. θηρᾱ΄-σομαι. § 236.
ἐπ-αινέω. -ῶ(= συλλαμβάνω. αἱρε-. δοῦμαι δύω (= βυθίζω) δύ-ομαι (= βυθίζομαι) θύ-ω (= θυσιάζω) θύομαι (= προσφέρω θυσίαν) θύ-ομαι (= θυσιάζομαι) λύ-ω λύ-ομαι χέ-ω (= χύνω. προτιμῶ) αἱροῦμαι (=ἐκλέγο-μαι) δέ-ω. -ῶ αἱρέ-ω. χεF-. χευ-. χυ-) χέ-ομαι (παρ-) αινέ-σω ἐπ-αινέ-σομαι (=θὰ ἐπαινέσω) αἱρή-σω αἱρή-σομαι αἱρε-θήσομαι δή-σω δε-θήσομαι δῡ΄-σω δῡ΄-σομαι δῠ-θήσομαι θῡ΄-σω θῡ΄-σομαι τῠ-θήσομαι λῡ΄-σω λῡ΄-σομαι λῠ-θήσομαι (ἐπ-)ῄνε-σα (ἐπ-)ῃνέ-θην εἶλ-ον εἱ-λόμην ᾑρέ-θην ἔδη-σα ἐδέ-θην ἔδῡ-σα ἔδῦ-ν ἐδῠ΄-θην ἔθῡ-σα ἐθῡ-σάμην (ἐπ-)ῄνεκ-α (ἐπ-)ῄνη-μαι ἥρη-κα ᾕρη-μαι ᾕρη-μαι δέ-δε-κα δέ-δε-μαι δέ-δῡ-κα δέ-δῠ-μαι τέ-θῠ-κα τέ-θῠ-μαι ἐτῠ΄-θην § 37. κυριεύω θ.7 ἔλῡ-σα λέ-λῠ-κα ἐλῡ-σάμην λέ-λῠ-μαι ἐλῠ΄-θην κέ-χῠ-κα χέ-ω χέ-ομαι χῠ-θήσομαι ἔχε-α ἐχε-άμην ἐχύ-θην κέ-χῠ-μαι . Fελ-) αἱροῦμαι (= ἐκλέγω. δῶ (= δένω) δέ-ομαι. θ.
μυρώνω) καλῶ καλοῦμαι κλη-θήσομαι δρᾱ΄-σω χώ-σω χρῑ΄-σω 138 . αἰδε-) ἁνύ-ω ἢ ἁνύτ-ω (=τελειώνω) γελά-ω. γελασ-. -οῦμαι αἰδέ-σομαι ἁνῠ΄-σω γελᾰ΄-σομαι (= θὰ γελάσω) γελα-σ-θήσομαι σπᾰ΄-σω σπᾰ΄-σομαι σπᾰ-σ-θήσομαι χαλᾰ΄-σω ἠδε-σάμην ἠδέ-σ-θην ἥνῠ-σα ἡνῠ΄-σ-θην ἐγέλᾰ-σα ἐγελᾰ΄-σ-θην ἔσπᾰ-σα ἐσπᾰ-σάμην ἐσπᾰ΄-σ-θην ἐχάλᾰ-σα ἐχαλᾰ΄-σ-θην ἐτέλε-σα ἐτελε-σάμην ἐτελέ-σ-θην ἐκάλε-σα ἐκαλε-σάμην ἐκλή-θην ἔδρᾱ-σα ἐδρᾱ΄-σ-θην ἔχω-σα ἐχω-σ-θην ἔχρῑ-σα ἐχρῑ-σάμην ἐχρῑ΄-σ-θην ᾔδε-σ-μαι ἥνῠ-κα ἥνῠ-σ-μαι γε-γέλᾰ-κα γε-γέλα-σ-μαι ἔ-σπᾰ-κα ἐ-σπᾰ-σ-μαι τελῶ τελε-σ-θήσομαι τε-τέλε-κα τε-τέλε-σ-μαι κέκλη-κα κέκλη-μαι δέδρᾱ-κα δέδρᾱ-μαι κέχω-κα κεχω-σ-μαι κέχρῑ-κα κέχρῑ-μαι καλέ-ω. -ῶ καλέ-ομαι. σπα-) (σπά-ομαι. σέβομαι. -ῶ (= πράττω) χό-ω ἢ χών-νυμι (= σκεπαζω μὲ χῶμα) χρῑ΄-ω (= ἀλείφω. γελα-) σπά-ω. -ῶμαι) χαλά-ω. σπῶ (= ἕλκω. -ῶ (= ἐκτελῶ) τελέ-ομαι. -ῶ (θ. αἰδεσ-. θ. -οῦμαι δρά-ω.-ῶ (= χαλαρώνω) τελέ-ω. σπασ-. θ.αἰδέ-ομαι (= ἐντρέπομαι.
πλεFπλε-) πνέ-ω (θ. Τὰ εἰς -μι ῥήματα ἐν γένει κλίνονται διαφόρως ἀπὸ τὰ εἰς -ω 139 . ἀκο-) θραύ-ω (= σπῶ. θ. ἐγέλα-σα. πνευ-. παύ-) σεί-ω πλέ-ω (θ. παυσ-. Ὁ συνῃρημένος μέλλων τῶν ῥημάτων καλῶ καὶ τελῶ προῆλθεν ἐξ ἀρχικῶν τύπων καλέ-σω. ἤτοι ὅσα ἔχουν ῥηματικὸν θέμα μὲ χαρακτῆρα φωνῆεν: (ῥ. καὶ ἀόριστοι. Τὸ σ. πνεFπνε-) ἀκού-σομαι (= θὰ ἀκούσω) κελεύ-σω κλεί-σω κλει-σ-θήσομαι παύ-σω παύ-σομαι παυ-σ-θήσομαι σεί-σω πλεύ-σομαι ἢ πλευ-σοῦμαι πνεύ-σομαι ἢ πνευ-σοῦμαι ἤκου-σα ἠκού-σ-θην ἔθραυ-σα ἐθραύ-σ-θην ἐκέλευ-σα ἐκελεύ-σ-θην ἔκλει-σα ἐκλει-σάμην ἐκλει-σ-θην ἔπαυ-σα ἐπαυ-σάμην ἐπαύ-σ-θην ἔσει-σα ἐσει-σάμην ἐσεί-σ-θην ἔπλευ-σα ἔπνευ-σα ἀκήκο-α ἤκου-σ-μαι τέθραυ-σ-μαι κεκέλευ-κα κεκέλευ-σ-μαι κέκλει-κα κέκλει-μαι πέπαυ-κα πέπαυ-μαι σέσει-κα σέσει-σ-μαι πέπλευ-κα πέπλευ-σ-μαι πέπνευ-κα Σημείωσις. 3. δεικ-) δείκ-νυ-μι. έγέλασ-σα. τελέ-σω (βλ. τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ θέματος καὶ τῶν ἀπὸ θ. τ ἀρχομένων καταλήξεων.ἀκού-ω (θ.). πνευσοῦμαι τῶν ῥημάτων πλέω καὶ πνέω καλεῖται Δωρικός.). ἀκοF-. § 238. § 33. ἤτοι ὅσα ἔχουν ῥηματικὸν θέμα μὲ χαρακτῆρα σύμφωνον: (ῥ. Τὰ εἰς -μι ῥήματα διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις: 1) τὰ φωνηεντόληκτα εἰς -μι. εἰς μερικὰ ἐκ τῶν ἀνωτέρω ῥημάτων ὑπῆρχεν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ θέμα αὐτῶν. μὲ ἁπλοποίησιν τῶν δύο σ εἰς ἕν (βλ. Ὁ ἔνσιγμος καὶ συγχρόνως συνῃρημένος μέλλων πλευσοῦμαι. ἀκου-. Συζυγία τῶν εἰς -μι ῥημάτων § 237. ὡς ὁ ἐτέλε-σα. θ. Σημ.συντρίβω) κελεύ-ω (= διατάσσω) κλεί-ω ἢ (κλῄω) παύ-ω (θ. δω-) δί-δω-μι· 2) τὰ συμφωνόληκτα εἰς -μι. 1. προῆλθον ἀπὸ παλαιοτέρους τύπους ἐτέλεσ-σα. 2. μ. πλευ-. Εἰς ἄλλα τὸ σ τοῦτο παρενεβλήθη κατ’ ἀναλογίαν. § 217. Σημ.
Κατὰ ταῦτα ἐσχηματίσθη καὶ τὸ ρ. (ῥ. (ῥ. θ. (ῥ. δω-) δί-δω-μι. σβεσ-. θη-. κεράσ-νυμι) κερά-ννυμι. Τεσσάρων μόνον φωνηεντολήκτων εἰς -μι ῥημάτων. § 239. § 240. θ. σί-στημι) ἵ-στη-μι. θ. σβέσ-νυμι) σβέ-ννυμι (πρβλ. ἤτοι τῶν ρημάτων ἵστημι. ἐνεργητικὸς καὶ μέσος. Τὸ ἐνεστωτικὸν θέμα τῶν εἰς -μι ῥημάτων εἶναι ἰσχυρὸν (ἱστη. σχηματίζεται ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα. κερασ-. τίθημι. ἀφοῦ προστεθῇ εἰς αὐτὸ τὸ πρόσφυμα νυ: (ῥ. ζευγ-) ζεύγ-νυ-μι. τοῦ ὸποίου τὸ ρηματικὸν θέμα εἶναι στρω-. ᾽Ενεστωτικὸς δὲ ἀναδιπλασιασμὸς εἶναι ἡ ἐπανάληψις τοῦ ἀρκτικοῦ συμφώνου τοῦ θέματος μὲ ἕν ι κατόπιν αὐτοῦ: (ῥ. jη-. τῶν πλείστων.) καὶ ἀσθενὲς (ἱστᾰ. θ. ἀφοῦ τοῦτο λάβη ἐνεστωτικὸν ἀναδιπλασιασμόν. θ. μειγ-) μείγ-νυ-μι. Καὶ ἀπὸ μὲν τὸ ἰσχυρὸν θέμα σχηματίζονται τὰ τρία ἑνικὰ πρόσωπα τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτος καὶ παρατατικοῦ. τὸ β΄ ἑνικὸν πρόσωπον τῆς προστακτικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτος καὶ ἡ ὑποτακτικὴ ἐν γένει. Τὸ θέμα τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ: 1) τῶν φωνηεντολήκτων. θ. δεικνῦ. Παράδειγμα κλίσεως συμφωνολήκτου ῥήματος εἰς -μι. Πρβλ. jι-jη-μι) ἵ-η-μι (βλ. ἵημι καὶ δίδωμι κλίνεται διαφόρως ἀπὸ τὰ εἰς -ω ῥήματα καὶ ὁ ἀόριστος β΄. θ. (ῥ· θ. 3 καὶ § 37. Πέλοπος νῆσος = Πελοπόννησος). δεικνῠ. 7)· 2) τῶν συμφωνολήκτων σχηματίζεται ἀπὸ τὸ ῥηματικὸν θέμα.ῥήματα μόνον εἰς τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικόν. Τὸ (ἀπ)όλλυμι προῆλθεν ἐξ ἀρχικοῦ τύπου (ἀπ)όλνυμι. (ῥ.κτλ. 2 Σημ. § 64).κτλ. ἀπὸ δὲ τὸ ἀσθενὲς θέμα σχηματίζονται πάντες οἱ ἄλλοι τύποι αὐτῶν.). § 241. ἤτοι αἰς -νυμι (ἢ -ννυμι) 140 . § 216. θι-θη-μι) τί-θη-μι. Σημείωσις. στη-. Τῶν σιγμολήκτων είς -μι ῥημάτων ὁ χαρακτὴρ σ ἀφωμοιώθη πρὸς τὸ ὲπόμενον ν τοῦ προσφύματος νυ καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα λήγουν είς -ννυμι: (ρ. § 33. στρώ-ννυμι. (Πρβλ.
δεικνύ-σθων δείκ-νῠ-σθαι δεικ-νύ-μενος δεικ-νυ-μένη δεικ-νύ-μενον δείξομαι . δεικ-νύ-ντων δεικ-νῠ΄-ναι δεικ-νύ-ς δεικ-νῦ-σα δεικ-νὺ-ν (§ 134. Σημ.ἐδείχ-θην δέδειγ-μαι Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ Μέλλων Ἀόριστος Παρακείμενος . δεικ-νύ-οις δεικ-νύ-οι κτλ.) δείξω ἔδειξα δέδειχα (§ 212. 2) δεικ-νύ-ωμαι. δεικ-νύ-ηται κτλ. δεικ-νύ-ῃς.δειχθήσομαι ἐδειξάμην . δεικ-νύοιο δεικ-νύ-οιτο κτλ δείκ-νῠ-σο. 7. δεικ-νύ-οιμι. δεικ-νῠ΄-τω δείκ-νυ-τε. δεικ-νύσθω δείκ-νυ-σθε. δεικ-νύ-ῃ κτλ. δεικ-νυ-οίμην.Ἐνεργητικὴ φωνὴ δείκ-νῡ-μι δείκ-νῡ-ς δείκ-νῡ-σι δείκ-νῠ-μεν δείκ-νῠ-τε δει-κνῠ΄-ασι ἐ-δείκ-νῡ-ν ἐδείκ-νῡ-ς ἐδείκ-νῡ ἐδείκ-νῠ-μεν ἐδείκ-νῠ-τε ἐδείκ-νῠ-σαν Μέση φωνή δείκ-νῠ-μαι δείκ-νῠ-σαι δείκ-νῠ-ται δείκ-νῠ΄-μεθα δείκ-νῠ-σθε δείκ-νῠ-νται ἐ-δεικ-νῠ΄-μην ἐδείκ-νυ-σο ἐδείκ-νυ-το ἐδεικ-νύ-μεθα ἐδείκ-νυ-σθε ἐδείκ-νυ-ντο Ὁριστικὴ Ὑποτακτικὴ Παρατατικοῦ Ἐνεστῶτος δεικ-νύ-ω. δείκ-νῠ. δεικνύ-ῃ.
ἱστη-. διδω-. διδοῖ-τε διδοίη-σαν. ἰσταῖ. ἱεῖ-εν δί-δω-μι δίδω-ς δίδω-σι δίδο-μεν δίδο-τε διδό-ασι ἐ-δί-δουν ἐδίδου-ς ἐδιδου ἐδίδο-μεν ἐδίδο-τε ἐδιδο-σαν δι-δῶ διδῷς διδῷ διδῶμεν διδῶτε διδῶσι δι-δοίη-ν διδοίη-ς διδοίη διδοίη-μεν. ἱσταῖ-εν τί-θη-μι τιθ-ης τίθη-σι τίθε-μεν τίθε-τε τιθέ-ασι ἐ-τίθην ἐτίθει-ς ἐ-τίθει ἐτίθε-μεν ἐτίθε-τε ἐτίθε-σαν τι-θῶ τιθῇς τιθῇ τιθῶμεν τιθῆτε τιθῆσι τι-θείη-ν τιθείη-ς τιθείη τεθείη-μεν. ᾽Ενεστὼς καὶ Παρατατικὸς (θ. διδο-) ἵ-στη-μι ἵστη-ς ἵστη-σι ἵστᾰ-μεν ἵστᾰ-τε ἵστᾰσι ἵ-στη-ν ἵστη-ς ἵστη ἵστᾰ-μεν ἵστᾰ-τε ἵστᾰ-σαν ἱ-στῶ ἱστῇς ἱστῇ ἱστῶμεν ἱστῶτε ἱστῶσι ἱ-σταίη-ν ἱσταίη-ς ἱσταίη ἱσταίημεν. ἱεῖ-τε ἱείν-σαν. Παράδειγμα κλίσεως φωνηεντολήκτων εἰς -μι ῥημάτων Α΄) ᾽Ενεργητικὴ φωνὴ 1. ἱε-) (θ. διδοῖ-εν Ὁριστικὴ Εὐκτικὴ Ὑποτακτικὴ Παρατατικὸς Ἐνεστὼς 142 . ἱσταῖ-τε ἱσταίη-σαν. ἱη-.μεν ἱσταίη-τε. διδοῖ-μεν διδοίη-τε. τιθεῖ-μεν τιθείη-τε. ἱστα-) (θ.§ 242. ἱεῖ-μεν ἱείη-τε. τιθη-. τιθεῖ-τε τιθείη-σαν. τιθεῖ-εν ἵ-η-μι ἵη-ς ἵη-σι ἵε-μεν ἵε-τε ἱᾶσι ἵ-η-ν ἵει-ς ἵει ἵε-μεν ἵε-τε ἵε-σαν ἱ-ῶ ἱῇς ἱῇ ἱῶμεν ἱῆτε ἱῶσι ἱ-είη-ν ἱείη-ς ἱείη ἱείη-μεν. τιθε-) (θ.
σταῖ-μεν σταίη-τε. εἷ-μεν εἵη-τε. θεῖ-τε θείη-σαν. εἷ-τε εἵη-σαν. Ἀόριστος ἔ-στη-ν ἔ-στη-ς ἔ-στη ἔ-στη-μεν ἔ-στη-τε ἔ-στη-σαν στῶ στῇς στῇ στῶμεν στῆτε στῶσι σταίη-ν σταίη-ς σταίη σταίη-μεν. δοῖ-εν Εὐκτικὴ Ὑποτακτικὴ Ὁριστικὴ 143 . σταῖ-εν ἔ-θη-κα ἔ-θη-κας ἔ-θη-κε ἔ-θε-μεν ἔ-θε-τε ἔ-θε-σαν θῶ θῃς θῇ θῶμεν θῆτε θῶσι θείη-ν θείη-ς θείη θείη-μεν θεῖ-μεν θείη-τε. 2.ἵ-στῃ ἱστά-τω ἵστα-τε ἱστά-ντων ἱ στᾰ΄-ναι ἱ-στὰς (ἱστάντος) ἱ-στᾶσα (ἱστάσης) ἱ-στὰν (ἱστάντος) τί-θει τιθέ-τω τίθε-τε τιθέ-ντων τι-θέ-ναι τι-θεὶς(τιθέντο-ς) τι-θεῖσα (τιθεῖσης) τι-θέν (τιθέντος) ἵ-ει ἱέ-τω ἵε-τε ἱέ-ντων ἱ-έ-ναι ἱ-εὶς (ἱέντος) ἱ-εῖσα(ἱείσης) ἱ-έν (ἱέντος) δί-δου διδό-τω δίδο-τε διδό-ντων δι-δό-ναι διδοὺς(διδόντος) δι-δοῦσα (διδούσης) δι-δὸν (διδόντος) Μετοχὴ Προστα κτικὴ Ἀπαρ. σταῖ-τε σταίη-σαν. θεῖ-εν ἧ-κα ἧ-κας ἧ-κε εἷμ-εν εἷ-τε εἵ-σαν ὧ ᾗς ᾗ ὧμεν ἧτε ὧσι εἵη-ν εἵη-ς εἵη εἵη-μεν. εἷ-εν ἔ-δω-κα ἔ-δω-κας ἔ-δω-κε ἔ-δο-μεν ἔ-δο-τε ἔ-δο-σαν δῶ δῷς δῷ δῶμεν δῶτε δῶσι δοίη-ν δοίη-ς δοίη δοίη-μεν δοῖ-μεν δοίη-τε. δοῖ-τε δοίη-σαν.
θείσης στάν. στάντος θέν. δόντος Μετοχὴ στάς. Ἐνεστὼς καὶ Παρατατικὸς ἵ-στᾰ-μαι ἵστα-σαι ἵστα-ται ἵστά-μεθα ἵστα-σθε ἵστα-νται ἵ-στᾰ΄-μην ἵστα-σο ἵστα-το ἵστά-μεθα ἵστα-σθε ἵστα-ντο ἱ-στῶμαι ἱστῇ ἱστῆται ἱστώμεθα ἱστῆσθε ἱστῶνται τί-θε-σαι τιθε-σαι τίθε-ται τίθε-μεθα τίθε-σθε τιθέ-νται ἐ-τιθέ-μην ἐτίθε-σο ἐ-τίθε-το ἐτιθέ-μεθα ἐτίθε-σθε ἐτίθε-ντο τι-θῶμαι τιθῇ τιθῆται τιθώμεθα τιθῆσθε τιθῶνται ἵ-ε-μαι ἵε-σαι ἵε-ται ἱέ-μεθα ἵε-σθε ἵε-νται ἱ-έ-μην ἵε-σο ἵε-το ἱέ-μεθα ἵε-σθε ἵε-ντο ἱ-ῶμαι ἱῇ ἱῇται ἱώμεθα ἱῆσθε ἱῶνται δί-δο-μαι δίδο-σαι δίδο-ται δίδο-μεθα δίδο-σθε διδό-νται ἐ-δίδό-μην ἐδίδο-σο ἐδίδο-το ἐδιδό-μεθα ἐδίδο-σθε ἐδίδο-ντο δι-δῶμαι διδῷ διδῶται διδώμεθα διδῶσθε διδῶνται Ὁριστικὴ Ὑποτακτικὴ Παρατατικὸς Ἐνεστὼς 144 . Προστακτικὴ στῆ-θι στή-τω στῆ-τε στά-ντων θὲ-ς θέτω θέ-τε θέ-ντων ἕ-ς ἕ-τω ἕ-τε ἕ-ντων δὸ-ς δό-τω δό-τε δό-ντων στῆναι θεῖναι εἷναι εἵς.Ἀπαρ. ἕντος δοῦναι δούς. εἵσης ἕν. δούσης δόν. θέντος στᾶσα. δόντος δοῦσα. θέντος Β΄) Μέση φωνὴ 1. στάντος θείς. ἕντος εἷσα. στάσης θεῖσα.
Εὐκτικὴ 2. Ἀόριστος ἐ-θέ-μην ἔ-θου ἔ-θε-το ἐ-θέ-μεθα ἔ-θε-σθε ἔ-θε-ντο θῶμαι θῇ θῆται θώμεθα θῆσθε θῶνται εἵ-μην εἶ-σο εἷ-το εἵ-μεθα εἷ-σθε εἶ-ντο ὧμαι ᾗ ἧται ὥμεθα ἧσθε ὧνται ἐ-δό-μην ἔ-δου ἔ-δο-το ἐ-δό-μεθα ἔ-δο-σθε ἔ-δο-ντο δῶμαι δῷ δῶται δώμεθα δῶσθε δῶνται Ὑποτακτικὴ Ὁριστικὴ 145 .ἱ-σταί-μην ἱσταῖ-ο ἱσταῖ-το ἱσταί-μεθα ἱσταῖ-σθε ἱσταῖ-ντο ἵ-στᾰ-σο ἱστά-σθω ἵστα-σθε ἱστά-σθων ἵ-στᾰ-σθαι ἱ-στᾰ΄-μενος ἱστα-μένη ἱστα-μενον τι-θεί-μην τιθεῖ-ο τιθεῖ-το τιθεί-μεθα τιθεῖ-σθε τιθεῖ-ντο τί-θε-σο τιθέ-σθω τίθε-σθε τιθέ-σθων τί-θε-σθαι τι-θέ-μενος τιθε-μένη τιθέ-μενον ἱ-εί-μην ἱεῖ-ο ἱεῖ-το ἱεί-μεθα ἱεῖ-σθε ἱεῖ-ντο ἵ-ε-σο ἱέ-σθω ἵε-σθε ἱέ-σθων ἵ-ε-σθαι ἱ-έ-μενος ἱε-μένη ἱέ-μενον δι-δοί-μην διδοῖ-ο διδοῖ-το διδοί-μεθα διδοῖ-σθε διδοῖ-ντο δί-δο-σο διδό-σθω δίδο-σθε διδό-σθων δί-δο-σθαι δι-δό-μενος διδο-μένη διδό-μενον Μετοχὴ Προστακτικὴ Ἀπαρ.
(διδώ-ῃ) διδῷ.θεί-μην θεῖ-ο θεῖ-το θεί-μεθα θεῖ-σθε θεῖ-ντο θοῦ θέ-σθω θέ-σθε θέ-σθων θέ-σθαι θέ-μενος θε-μένη θέ-μενον εἵ-μην εἵ-ο εἵ-το εἵ-μεθα εἷ-σθε εἷ-ντο οὗ ἕ-σθω ἕ-σθε ἕ-σθων ἕ-σθαι ἕ-μενος ἑ-μένη ἕ-μενον δοί-μην δοῖ-ο δοῖ-το δοί-μεθα δοῖ-σθε δοῖ-ντο δοῦ δό-σθω δό-σθε δό-σθων δό-σθαι δό-μενος δο-μένη δό-μενον Παρατηρήσεις § 243. 4) Εἰς τὴν εὐκτικὴν τῶν φωνηεντολήκτων εἰς -μι ῥημάτων τὸ ι τῶν ἐγκλιτικῶν φωνηέντων ιη ἢ ι συναιρεῖται μὲ τὸ προηγούμενον φωνῆεν τοῦ (ἀσθενοῦς) θέματος α ἢ ε ἢ ο εἰς αι. σχηματίζονται χωρὶς θεματικὸν φωνῆεν. 1) Οἱ τύποι τῶν εἰς -μι ῥημάτων. ἵσταμεν. (διδώ-ητε) διδῶτε. ὅσοι κλίνονται διαφόρως ἀπὸ τὰ εἰς -ω ῥήματα. τὰ δὲ εἰς -νυμι ἔχουν τὰς καταλήξεις τῶν εἰς -ω καὶ εἰς τὴν εὐκτικήν: δεικνύ-οιμι. Εὐκτικὴ . Πρβλ. § 208). δεικνυ-οίμην. 2) Πάντα τὰ εἰς -μι ῥήματα εἰς τὴν ὑποτακτικὴν ἔχουν τὰς καταλήξεις τῶν εἰς -ω ῥημάτων. Μετοχὴ Προστακτικὴ Ἀπαρ. (διδώ-ω) διδῶ. δείκνυ-μεν· ἀλλὰ λέγ-ο-μεν (§ 201). οι: (ἱστᾰ-ίη-ν) ἱσταίην (τιθεί-μεθα) τιθείμεθα (διδο-ίη-ν) διδοίην (πρβλ. αἱ δὲ προσωπικαὶ καταλήξεις προστίθενται ἀμέσως εἰς τὸ θέμα. 3) Εἰς τὰ φωνηεντόληκτα εἰς -μι ῥήματα αἱ καταλήξεις τῆς ὑποτακτικῆς συναιροῦνται μὲ τὸ προηγούμενον φωνῆεν τοῦ θέματος. (τι-θή-ῃς) τιθῇς˙· β΄)τὸ η + ω ἢ ω + η ἢ ω + ω εἰς ω καὶ τὸ ω + ῃ εἰς ῳ: (ἱστή-ω) ἱστῶ. ει. ἤτοι α΄) τὸ η + η εἰς η καὶ τὸ η + ῃ εἰς ῃ: (ἱστή-ητε) ἱστῆτε.
Οὕτω σχηματίζεται σπανίως καὶ τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτος. ἔθου. ἵει . Ἀόριστον β΄ κατὰ τὰ εἰς -μι κλινόμενον τὸ μὲν ῥῆμα ἵστημι ἔχει μόνον ἐνεργητικῆς φωνῆς (ἔστην). δίδωμι τὰ τρία ἑνικὰ τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ παρατατικοῦ καὶ τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς προστακτικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτος αὐτοῦ σχηματίζονται ὁμοίως κατὰ τὰ συνῃρημένα ῥήματα (είς -οω) : ἐδίδουν. 147 . τὰ δὲ ῥήματα τίθημι. 2) Τοῦ ῥ. ἐθέμην . ἵημι καὶ δίδωμι ἔχουν καὶ ἐνεργητικῆς καὶ μέσης φωνῆς: ἔθηκα. § 33.:τιθεῖς (= τίθης). ἧκα καὶ ἔδωκα 1) εἰς τὰ τρία ἑνικὰ τῆς ὁριστικῆς σχηματίζονται ὡς πρῶτοι ἀόριστοι. δοῦ κτλ.ἐτίθεις. § 216. ἐδίδους.δείκνυσο. ἐτίθεσο . θῶ. τιθῇ κτλ.δίδου. εἰς τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς προστακτικῆς τοῦ ἐνεστῶτος καὶ εἰς τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἀορίστου β΄ εἴμην: ἐδείκνυσο . ἐτίθει . πλὴν τῆς εὐκτικῆς καὶ τῆς μετοχῆς (καὶ τοῦ δευτέρου τύπου τοῦ γ΄ πληθυντικοῦ τῆς προστακτικῆς στάντων). § 247. § 245. ἔ-ς. Οἱ ἀόριστοι β΄ ἔθηκα. πλὴν τῆς ὁριστικῆς καὶ τοῦ ἀπαρεμφάτου. θῇς. τιθῆς. 3). Ὁ ἀόριστος ἔστην 1) εἰς πάσας τὰς ἐγκλίσεις.ἵεις.τίθεσο.ἦκα. § 244. εἵμην . ἱεῖς (= ἵης). σχηματίζεται ἀπὸ τὸ ἰσχυρὸν θέμα (στη-)· 2) εἰς τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς προστακτικῆς ἔχει κατάληξιν -θι: στῆ-θι. εἷσο (ἀλλὰ ἱσταῖο.5) Τῆς καταλήξεως τῆς μέσης φωνῆς -σο τὸ σ διατηρεῖται εἰς τὸ β΄ ἑνικὸν τοῦ παρατατικοῦ. ἵει. . ἐδίδου . θῇ κτλ. § 199)· 2) εἰς τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς προστακτικῆς ἔχουν κατάληξιν -ς: θέ-ς. δό-ς 3) εἰς τὰς ἄλλας. ἵστασο. ἐγκλίσεις ἐν γένει σχηματίζονται ὅπως αἱ ἀντίστοιχοι ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτος (χωρὶς ἐνεστωτικὸν ἀναδιπλασιασμόν)· πρβλ. ἐδόμην.ἔδωκα.τιθῶ. 1) Τῶν ῥημάτων τίθημι καὶ ἵημι τὸ β΄ ἑνικὸν τῆς προστακτικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτος καὶ τὸ β΄ καὶ γ΄ ἑνικὸν τῆς ὁριστικῆς τοῦ παρατατικοῦ αὐτῶν κανονικῶς σχηματίζονται κατὰ τὰ συνῃρημένα ῥήματα (εἰς -έω): τίθει. ἀλλὰ μὲ χαρακτῆρα κ (πρβλ.
. Καὶ τῶν μέσων ἀορίστων ἐθέμην. θε-) 148 . ἐδὸμην αἱ ἄλλαι. τίθημι. ὅταν τοῦτο συντίθεται μὲ πρόθεσιν μονοσύλλαβον ἢ μὲ δισύλλαβον. στᾰ-) Μέλλων στή-σω στή-σομα στᾰ-θήσομαι ἑστήξω θή-σω θή-σομαι τε-θήσομαι Ἀόριστος ἔστη-σα ἐστη-σάμην (ἔστη-ν) ἐστά-θην (ἔθη-κα) ἐτέ-θην (§ 37. ἐὰν αὕτη εἶναι δισύλλαβος: ἀνά-στηθι. (δοῦναι) ἀποδοῦναι. ἢτοι ἄλλοι ὁμαλῶς καὶ ἄλλοι ἀνωμάλως (βλ. θῶμαι. ἵημι καὶ δίδωμι σχηματίζονται ὅπως τῶν φωνηεντολήκτων ἐν γένει ῥημάτων. τι-θείμην κτλ. § 235 κ. Ἐνεστὼς ἵστημι (= στήνω. Οἱ ἄλλοι χρόνοι τῶν φωνηεντολήκτων εἰς -μι ῥημάτων ἵστημι.Σημείωσις. ἀπό-δος. ἀπό-δοτε. ἑ. κατά-θεσθε. κατάθου. (τοῦ ῥ. ἡ ὁποία πάσχει πρὸ αὐτοῦ ἔκθλιψιν: (θοῦ) ἐν-θοῦ (οὗ. ἑγκλίσεις σχηματίζονται ὅπως αἱ ἀντίστοιχοι ἐγκλίσεις τοῦ μέσου ἐνεστῶτος (χωρὶς ἐνεστωτικὸν ἀναδιπλασιασμόν) πρβλ. ἀλλ’ ὄχι καὶ πέραν τῆς ληγούσης τῆς προθέσεως.7) Παρακείμενος ἕστη-κα (= στέκομαι) εἱστή-κειν (= ἐστεκόμην) τέθη-κα (ἢ τέθει-κα) τεθει-μαι (παθητ. § 248. ἀπὸ . Ὁ τόνος τῶν εἰς -μι ῥημάτων. θη-. (τιθεὶς) μετατιθείς. ῥ. (θέσθαι) μεταθέσθαι. τι-θῶμαι. πλὴν τῆς ὁριστικῆς. Ἀλλὰ τοῦ β΄ ἑνικοῦ τῆς προστακτικῆς τοῦ μέσου ἀορίστου β΄ ὁ τόνος δὲν ἀναβιβάζεται. (τιθέναι) συντιθέναι.οὗ) ἀφοῦ. (ἱστὰς) συνιστάς. ὅταν ταῦτα συντίθενται μετὰ προθέσεως 1) εἰς τὴν προστακτικὴν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ μέσου ἀορίστου β΄ ἀναβιβάζεται. εἵμην. ἀφ-ίεμαι)· 2) εἰς τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχὴν διατηρεῖται ὅπου καὶ ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ: (ἱστάναι) ἀφιστάναι.). ἐπί-θες. θ. θ. κεῖμαι = εἷμαι τοποθετημένος) τίθημι (= θέτω. στη-. § 249. ῥ. θείμην κτλ.
ἑστῶτος. Μετχ. ἑστῶσα. ζεύγνυμι. μείγνυμι κτλ. 1) δίδωμι (= δίδω. χ. ἑστᾶ-σι. ἑστώς. δο-) ἥ-σω ἥ-σομαι ἑ-θήσομαι δώ-σω δώ-σομαι δο-θήσομαι (ἧ-κα) εἵ-θην ἔδω-κα ἐδό-θην εἷ-κα εἵ-μαι δέδω-κα δέδο-μαι § 250. παρακειμένου. κατὰ τὰ πολλὰ οὐδέτερα τῆς μετοχῆς τοῦ ἐνεργ.ἵημι (= ῥίπτω. Ἀπαρ. ἑστά-ναι. θ. ἑστὼς (ἢ ἑστός. ἕστα-τε. τὰ ὁποῖα κλίνονται κατὰ τὸ ἵστημι .ἵσταμαι. τὸ γεγονός). ὠφέλουν ὀ-νί-να-μαι ὠνινά-μην πίμ-πλη-μι (= γεμίζω) ἐ-πίμπλη-ν πίμ-πλα-μαι ἐ-πιμπλά-μην Μέλλων ὀνή-σω ὀνή-σομαι πλή-σω πλη-σ-θήσομαι Ἀόριστος ὤνη-σα ὠνή-μην ὠνή-θην ἔπλη-σα πέπλη-κα Παρακείμενος ῥ.ῥ. ἑστώσης. θ. θ. ῾Ο παρακείμενος ἕστηκα καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος εἱστήκειν ἐκτὸς τῶν κανονικῶν τύπων ἔχουν καὶ δευτέρους τύπους. ζώννυμι. Τοιοῦτοι τύποι συνήθεις εἶναι οἱ ἑξῆς: ῾Οριστ. ἡ-. ὀ-νι-νη-. ἕστα-μεν. Ἄλλα ῥήματα εἰς -μι συμφωνόληκτα κλινόμενα εἰς τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸν κατὰ τὸ δείκνυμι ὑπάρχουν ἀρκετά. π. πλη-. οἱ ὁποῖοι σχηματίζονται κατὰ τὰ εἰς -μι ἐκ τοῦ θέματος ἑστα-. ῾Υπερσ. ὡς κατ-άγνυμι. ἐνεστ. θ. ἐνεστ. θ. γεν. Παρακ. § 251. ἑ-) (§ 239. Φωνηεντόληκτα δὲ εἰς -μι ῥήματα συνήθη εἶναι τὰ ἑξῆς ἕξ. ἑστῶτος. ὀνη-. ἀμφι-έννυμι. ὀ-νι-να- ῥ. ἕστα-σαν. δω-. πι-μ-πληἐπλησά-μην πέπλη-σ-μαι πι-μ-πλαἐπλή-σ-θην 149 . Ἐνεστὼς Παρατατικὸς ὀ-νί-νη-μι (= ὠφελῶ) παρτ. ῥ. θ.
πίμ-πρη-μι πρή-σω (= πυρπολῶ. δύνωμαι δύνῃ δύνηται κτλ. δυνα(βλ.1) ῥ.6) ἐπιστή-σο. δυναίμην δύναιο δύναιτο κτλ. ἐπίστωμαι ἐπίστῃ ἐπίστηται κτλ. πι-μπρη-. ὁμοίως μὲ τὸν ἀόριστον β΄ ἔστην (βλ. ἐπρίω.(ἠπιστήμαι θην) ῾Ομοίως πρὸς τὸν παρατατικὸν καὶ τὸν ἐνεστῶτα τῶν τριῶν τελευταίων (ἀποθετικῶν) ῥημάτων κλίνεται καὶ ὁ (ἄσιγμος) μέσος ἀόριστος α΄ (τοῦ ῥ. ἐπρίατο. πρίωμαι πρίῃ πρίηται κτλ. ῾Η ὑποτακτικὴ καὶ ἡ εὐκτικὴ πάντων τούτων τονίζονται κατὰ τὰ βαρύτονα: ῾Υποτ. § 246).) ἐπί-στα-μαι (= γνωρίζω καλῶς) ἠπιστά-μην (ἠπίστω. καίω) ἐ-πίμπρη-ν πίμ-πρα-μαι (ἐ-πιμπρά-μην) ἄγα-μαι (= θαυμάζω) ἠγά-μην δύνα-μαι ἐ-δυνά-μην (ἐδύνω. πρη-. ἠπίστα-το κτλ. θ. Εὐκτ.) (ἀγά-σομαι) δυνή-σομαι ἔπρη-σα ἐπρή-σ-θην (ἠγα-σάμην) ἠγά-σ-θην ἐδυνή-θην (ἢ ἐδυνά-σθην) δεδύνη-μαι ῥ. Ὁ ἀόριστος β΄ μερικῶν βαρυτόνων ῥημάτων κλίνεται κατὰ τὰ εἰς -μι. ἀγα- ῥ. ἐπιστα(βλ. § 188. ι α ΄ ) Ἀ ὸ ρ ι στοι β΄ βαρυτὸνων ῥημάτων κλινὸμενοι κατά τά εἰς -μι § 252. ἐνεστ. ἐδύνατο κτλ. 150 . θ. ἐπριάμεθα κτλ. ὠνοῦμαι) ἐπριάμην (= ἠγόρασα). § 188. θ. θ. θ. πι-μ-πραῥ.
θῶ) ῥυῇς ῥυῇ ῥυῶμεν ἔγνω-ν ἔγνω-ς ἔγνω ἔγνω-μεν ἔγνω-τε ἔγνω-σαν ἔδυ-ν ἔδυ-ς ἔδυ ἔδυ-μεν ἔδυ-τε ἔδυ-σαν ἔδρα-ς ἔδρα ἔδρα-μεν ἔδρα-τε ἔδρα-σαν δρῶ Ὑποτακτικὴ δρᾷς δρᾷ δρῶμεν κτλ. χαρη-.ἔφθη-ν (θ. δῶ) (πρβλ γνῷς δεικνύ-ω) γνῷ -ῃς γνῶμεν -ῃ κτλ. φύομαι . βᾰ-). γνῶ-θι γνώ-τω γνῶ-τε γνό-ντων δῦ-θι Εὐκτικὴ Προστακτικὴ δρᾶ-θι δρά-τω δρᾶ-τε δρά-ντων βή-τω βῆ-τε βά-ντων δύ-τω δῦ-τε δύ-ντων 151 . γνο-)˙ 4) ῡ . δυ-ῶμεν κτλ. (πρβλ. γνω-. ἁλο-). ῥυε-).ῠ: δύομαι . βιο-). γνοίην γνοίη-ς γνοίη γνοῖ-μεν κτλ. βαίνω . βαίη-ς βαίη βαῖ-μεν κτλ.ἐχάρη-ν (θ. βῆ-θι ῥυείη-ν ῥυείη-ς ῥυείη ῥυεῖ-μεν κτλ.ε: ῥέω . ῥυη-. φῡ-. δρᾰ-). βη-. Ἀόριστος β΄ (ἀπ-)ἔδρᾶ-ν Ὁριστικὴ ἔβη-ν ἔβη-ς ἔβη ἔβη-μεν ἔβη-τε ἔβη-σαν βῶ ἐρρύη-ν ἐρρύη-ς ἐρρύη ἐρρύη-μεν ἐρρυη-τε ἐρρύη-σαν ῥυῶ (πρβλ.ἐρρύη-ν (θ. βαίη-ν κτλ. γνῶ δύ-ω (πρβλ.ἔβη-ν (θ.ἔγνω-ν (θ. δραίη-ν δραίη-ς δραίη δραῖ-μεν κτλ. γιγνώσκω . ζῶ .ο: ἁλίσκομαι . Fαλω-. δῡ-.ᾰ: ἀποδιδράσκω .ἀπ-έ-δρᾱ-ν (θ.ἑάλω-ν (θ. χαίρω . φθάνω . χαρε-)· 3) ω . φθᾰ-)· 2) η . φῠ-).ἔδῡ-ν (θ.Τὸ ῥηματικὸν θέμα τῶν ῥημάτων τούτων ἔχει χαρακτῆρα 1) ᾱ ἢ η . στῶ) βῇς βῇ βῶμεν κτλ. βιω-. δρᾱ-. δῠ-).ἐβίω-ν (θ. φθη-.ἔφῡ-ν (θ. ἁλω-.
φη-. Τοῦ φημὶ ὁ παρατατικὸς ἔφην. δρᾶ-ναι δράς. Κατὰ τὰ εἰς -μι μὲ διαφόρους ἀνωμαλίας κλίνονται προσέτι τὰ ἑξῆς ῥήματα: 1. γνῶ-ναι γνούς. ῥυέντος γνόντος γνοῦσα. ἰσχυρίζομαι (ῥ. τότε μέλλων αὐτοῦ εἶναι φήσω καὶ ἀόριστος ἔφησα. ῞Οταν τὸ φημὶ σημαίνῃ ἁπλῶς λέγω. Μέλλων φή-σω. εἰ-. γνούσης γνόν. φᾰ-· βλ. δύντος ρυέντος ῥυεῖσα. θ. τότε μέλλων αὑτοῦ εἶναι ἐρῶ ἢ λέξω καὶ ἀόριστος εἶπον ἢ ἔφην. δράσης δράν.). Εἴμι = θὰ πάω (ῥ. 152 . ῥυείσης ῥυέν. Μετοχὴ φά-σκ-ων. ἰ-). βάντος βᾶσα. βάσης βάν. φά-σκ-ουσα. δραντος δρᾶσα. φά-ναι. γνόντος § 253. ῞Οταν δὲ σημαίνῃ συμφωνῶ ἢ ἰσχυρίζομαι. δῦ-ναι δύς. Φημὶ = λέγω. καὶ § 240). θ. Μετοχὴ Ἀπαρ. φά-σκ-ον. συμφωνῶ. δράντος βῆ-ναι βάς. βάντος ῥυῆ-ναι ῥυείς.Ἀπαρ. δύσης δύν. 2. ἡ εὐκτικὴ καὶ τὸ ἀπαρέμφατον αὐτοῦ ἔχουν προσέτι σημασίαν ἀορίστου (= εἶπα κτλ. καθὼς καὶ ἡ ὑποτακτική. Ὁριστικὴ Ἐνεστὼς φη-μὶ φὴ-ς (ἢφῂς) φη-σὶ φᾰ-μὲν φᾰ-τὲ φᾰ-σὶ Παρατατικὸς ἔ-φη-ν ἔ-φη-σθα ἔ-φη ἔ-φα-μεν ἔ-φα-τε ἔ-φα-σαν φῶ φῇς φῇ φῶ-μεν φῆ-τε φῶσι φαίη-ν φαίη-ς φαίη φαῖ-μεν φαῖ-τε φαῖ-εν φά-θι φά-τω φά-τε φά-ντων Ὑποτακτικὴ Εὐκτικὴ Προστακτικὴ Σημείωσις 1. ᾽Αόριστος ἔ-φη-σα. δύντος δῦσα. Σημείωσις 2.
Σημείωσις 1. ἰ-έναι. Ὁριστικὴ Ἐνεστὼς οἶδ-α οἶ-σθα οἶδ-ε ἴσ-μεν ἴσ-τε ἴσ-ασι Παρατατικὸς ᾔδ-η ἢ ᾔδ-ειν ᾔδ-ησθα ἢ ᾔδ-εις ᾔδ-ει ἢ ᾔδ-ειν ᾔδ-ε-μεν ἢ ᾖσ-μεν ᾔδ-ε-τε ἢ ᾖσ-τε ᾔδ-ε-σαν ἢ ᾖσ-αν εἰδῶ εἰδῇς εἰδῇ εἰδῶμεν εἰδῆτε εἰδῶσι εἰδείη-ν εἰδείη-ς εἰδείη εἰδεῖ-μεν εῖδεῖ-τε εἰδεῖ-εν Ὑποτακτικὴ Εὐκτικὴ Προστακτικὴ ἴσ-θι ἴσ-τω ἴσ-τε ἰσ-των Ἀπαρ. εἰδ-ὸς (εἰδότος). ἰ-οῦσα (ἰούσης). Οἷδα = γνωρίζω. Μέλλων εἴ-σομαι καὶ εἰδή-σω. Μετοχὴ ἰ-ὼν (ἰόντος). Ὁ ἐνεστὼς εἴμι εἰς μὲν τὴν ὁριστικὴν ἔχει πάντοτε σημασίαν μὲλλοντος. ἰδ-). ἄπιθι. Fειδ-.Ὁριστικὴ Ἐνεστὼς εἴ-μι εἶ εἶ-σι ἴ-μεν ἴ-τε ἴ-ᾰσι Παρατατικὸς ἦ-α ἢ ἤ-ειν ἤ-εις ἢ ᾔ-εισθα ᾔ-ει ᾖ-μεν ᾖ-τε ᾖ-σαν ἢ ᾔ-εσαν Ὑποτακτικὴ Εὐκτικὴ Προστακτικὴ ἴ-ω ἴ-ῃς ἴ-ῃ ἴ-ωμεν ἴ-ητε ἴ-ωσι ἴ-οιμι ἴ-οις ἴ-οι ἴ-οιμεν ἴ-οιτε ἴ-οιεν ἴ-θι ἴ-τω - ἴ-τε ἰ-όντων Ἀπαρ. ἐξ οὗ οἰδ-. τὸ ἀπαρέμφατον καὶ τὴν μετοχὴν ἄλλοτε ἐνεστῶτος καὶ ἄλλοτε μέλλοντος (τοῦ ἔρχομαι). 153 . ἠξεύρω (ῥ· θ. 3. Εἰς τὰ σύνθετα τοῦ φημὶ καὶ τοῦ εἴμι ὁ τόνος εἰς τὴν ὁριστικὴν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ εἰς τὴν προστακτικὴν ἀναβιβάζεται: ἀπόφημι. Σημείωσις 2. εἰδ-έναι. εἰδ-υῖα (εἰδυίας). Μετοχὴ εἰδ-ὼς (εἰδότος). σύμφαθιἂπειμι. ἰ-ὸν (ἰόντος). εἰς δὲ τὰς ἄλλας ἐγκλίσεις.
τεθνεὼς ἢ τεθνεὸς (γεν. Παρατατικὸς ἐ-κεί-μην ἔ-κει-σο ἔ-κει-το ἐ-κεί-μεθα κτλ. Παρακείμενος μὲ σημασίαν ἐνεστῶτος (ῥ. ἀλλὰ κατακεῖσθαι. ἐῴκ-ειν. 4. δεδι-ὼς (δεδιότος). εἰκ-υῖα (εἱκυίας). Ἀπαρφ. § 250. ἐξ οὗ οἰκ-. ῾Οριστ. ῾Υπερσ. (βλ. κεί-σεται κτλ. τεθνεῶτος) πρβλ. καθ-η-). δέδι-ας. δέδι-μεν. 6. Σημ. κεῖ-σο κεί-σθω κεῖ-σθε κτλ. βλ. Εἱς τὰ σύνθετα τοῦ οἶδα ὁ τόνος εἱς τὴν ὁριστικὴν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ εἰς τὴν προστακτικὴν ἀναβιβάζεται: σύνοιδα. ῾Υπερσ. 7. εἰκ-έναι. κατάκεισο. 5. Ἀπρφ. ἐδέδι-σαν. τέθνα-μεν. δέδι-τε. Ἔοικα = ὁμοιάζω. Ὁριστικὴ Ἐνεστὼς κεῖ-μαι κεῖ-σαι κεῖ-ται κεί-μεθα κτλ. δέδι-ε. ἔοικ-ας. Κάθ-ημαι (ῥ. τεθνά-ναι. τέθνα-τε. Fεικ-. τεθνεῶτος). Μετοχὴ εἰκ-ὼς (εἰκότος). τεθνεώσης). θ. δεδί-ασι. ἐῴκεις. θ. δεδι-έναι. τεθνε-ὼς (γεν. 4). δεδι-ὸς (δεδιότος). δεδιυῖα (δεδιυίας). § 32. Ἀπρφ. καθ-ησ-. ἐξαιρέσει τοῦ ἀπαρεμφάτου. 5. Μτχ. ἔοικ-ε. Κεῖμαι = κοίτομαι. § 188.). β΄) ῾Οριστ. δείδω) καὶ τέθνηκα = ἔχω ἀποθάνει (παρακείμενος τοῦ ῥ· θνῄσκω). ἔοικ-α. τεθνε-ῶσα (γεν.Σημείωσις. κεί-σῃ. τεθνᾶσι. Σημείωσις. Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ κεῖ-σθαι κεί-μενος κει-μένη κεί-μενον Μέλλων κεί-σομαι. Ταῦτα ἐκτὸς τῶν κανονικῶν τύπων ἔχουν καὶ τοὺς ἑξῆς εὐχρήστους τύπους κατὰ τὰ εἰς -μι: α΄) ῾Οριστ. ἐοικ-. ἐτέθνα-σαν. δέδι-α. Εἰς τὰ σύνθετα. εἶμαι βαλμένος (βλ. ῾Υπερσ. σύνισθι. § 249). εἰκ-ὸς (εἰκότος). ἐῴκ-ει κτλ. Μτχ. Δέδοικα ἢ δέδια = φοβοῦμαι (παρακείμενος μὲ σημασίαν ἐνεστῶτος τοῦ οὐχὶ εὐχρήστου ῥ. 154 . ἐοίκ-αμεν κτλ. ὁ τόνος ἀναβιβάζεται : κατάκειμαι.
§ 235)˙ 155 . Α΄). Σημείωσις. Νέμ-ω (= μοιράζω. μέσ. ἀόρ. καθ-έζομαι) 8. α΄) ῥ. Εὐκτ. θ. Πλείστων ῥημάτων τὸ ῥηματικὸν θέμα μεταβάλλεται ποικιλοτρόπως κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν διαφόρων χρόνων αὐτῶν. 4).χρὴ ἦ . (τὸ) χρεὼν (βλ. χρῆν ἢ ἐχρῆν. 2 καὶ § 32.ἐδέδοκ-το˙ β΄) ῥ. ἔνειμα. ἔδοξα. παρατ. παθ. παθ. νεμ-. μέσ. καθῆ-σθαι καθή-μενος καθη-μένη καθή-μενον Μέλλων (συνῃρημένος) καθ-εδοῦμαι (ἐκ τοῦ ῥ. 6. Χρὴ = ὑπάρχει χρεία. παρακ. Οὕτω μερικῶν ῥημάτων 1) τὸ ῥηματικὸν θέμα ἐπαυξάνεται μὲ ἕν ε πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ ἢ μερικῶν ἢ πάντων τῶν ἄλλων χρόνων. Ὁριστ. χρή. ἀόρ. Προστακτικὴ Ἀπαρέμφατον Μετοχὴ κάθη-σο καθή-σθω κάθη-σθε κτλ. § 154. π.χρὴ εἴη . ἀνάγκη). μέλλ. παρατ. παρατ. Ὑ ποτ. χρῆναι. (ἐδόκε-ον) ἐδόκουν. χρῇ. νενέμ-η-κα . Παρατ. (Δοκ-έ-ω) δοκῶ (= φαίνομαι).χρὴ εἶναι . χρείη. Μτχ. βόσκω). μέλλ. δόξω.Ὁριστικὴ Ἐνεστὼς κάθη-μαι κάθη-σαι κάθη-ται καθή-μεθα κτλ. ἔνεμ-ον. νεμοῦμαι (ἐκ τοῦ νεμ-έ-σομαι). Τὸ χρὴ εἶναι ἀρχῆθεν ὄνομα οὐσιαστικὸν (= χρεία. χρειάζεται. α΄). ἑνεμ-όμην. ἀόρ. πρκμ. νενέμ-η-μαι (βλ. θ. ὑπερσ. δοκ-.νέμομαι. § 104. χ. ι β ΄ ) Ἀν ώ μ α λα ῥήματα κατά τὸν σχηματισμὸν ἢ τὴν σημασίαν τῶν χρόνων § 254. ἀόρ. δέ-δοκ-ται. ἐξ οὗ δοκε-. ἑνειμάμην. νεμ-ῶ (ἐκ τοῦ νεμ-έ-σω). Σημ. ἐνε-μή-θην πρκμ. οἱ δὲ ἀνωτέρω τύποι προῆλθον ἐκ συνεκφορᾶς τῶν λέξεων χρὴ ἦν . ἐξ οὗ νεμε-. Παρατατικὸς ἐ-καθή-μην ἐ-κάθη-σο ἐ-κάθη-το ἐ-καθή-μεθα κτλ. μέλλ. Ἀπρφ. Ἐνεστ.χρὴ ὄν (βλ.
ἐκ τοὺτου δὲ ἱκ-νε-. θ. γνώ-σομαι. ηὕρ-η-κα . κουράζομαι). θ. (ἀφι-ικ-νε-όμην) ἀφικνούμην. παρακμ. ἀν-ε-μιμνῃσκ-όμην. πρκμ. 1). ἀόρ. ἀν-έ-μνη-σα . ἐκ. μέσ. ἀνα-μνή-σω. ἔγνω-σ-μαι. ἐγιγνωσκ-όμην. ὑπερσ. ἀόρ. π. ηὑ-ρέ-θην. ἐκ τούτου δὲ βανι καὶ ἐκ τούτου βαιν-. με-μνή-σομαι. εὑρε-. ἔκαμν-ον. παρατ. καμοῦμαι (§ 217. ἐκ τούτου δὲ βλαστ-αν-. παθ. πολλάκις δὲ συγχρόνως καὶ μὲ ἐνεστωτικὸν ἀναδιπλασιασμὸν (§ 239. ἀορ. ἐμάνθαν-ον. θ. πρκμ. ἐβλαστ-ή-κειν· ῥ. ἑγνώ-σ-μην· β΄) ῥ· θ. παρατ. παθ. εὑρ-ή-σομαι. μέσ. ἐξ οὗ βουλε-. ἐγίγνωσκ-ον. κέ-κμη-κα·˙ β΄) μὲ τὸ πρόσφυμα αν (πολλάκις συγχρόνως καὶ μὲ ἕν ν πρὸ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ): ῥ. τετελ. παθ. ἐξ οὗ εὑρ-ισκ. μνη-. παρατ. ἐβουλή-θην. ηὕρισκ-ον. ἀόρ. ὑπερσ. μέλλ. ἀόρ. πρκμ. πρκμ. ἀφ-ίξομαι. ἐβλάσταν-ον. εὑρ-εθήσομαι. ἐμε-μαθ-ή-κειν .εὑρίσκομαι. μέλλ. παρατ. ἀόριστος β΄ ἔκαμ-ον. γνω-. ηὑρισκόμην. β΄ ηὗρ-ον. § 188. ἐγνώ-σ-θην. ἔγνω-κα. εὑρ-ή-σω. πρκμ. μέσ. βεβούλ-η-μαι (βλ. (ἀνα)-μνησ-θήσομαι. μέλλ. χ. παρατ. παθ. καμ-. 1). παρατ. ἐγνώ-κειν . ἀόρ. μέλλ. βλαστ-. βη-. φρονῶ). ἀόρ. 156 . μέλλ. ἀόρ. ὑπερσ. παθ. παρατ. (μὲ ἐνεργ. β΄ ἔγνω-ν (§ 252). πρκμ. μέσ. § 35): ῥ. μέλλ. ἀφ-ίγ-μην· δ΄) μὲ τὸ πρόσφυμα νι ἢ νυ (μὲ μετάθεσιν τοῦ ι ἢ τοῦ υ τούτου πρὸ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ θέματος πρβλ.ἀνα-μιμνήσκ-ομαι. παθ. μέλλ. μέσ. ἐμε-μνήμην. β΄ ἔβλαστ-ον. παρατ. Βλα-στάν-ω. εὑρ-. ηὕ-ρη-μαι. ὑπερσ. γνω-σ-θήσομαι. ἐκ τούτου δὲ μα-ν-θ-αν-. Βούλομαι (= θέλω). σημασίαν) μαθ-ή-σομαι. μαθ. παρατ. ἀόρ. β΄ ἔ-βη-ν (§ 252). μέσ. θ. ἐξ οὗ γι-γνω-σκ-. παθ. Γιγνώσκ-ω (= γνωρίζω. ὑπερσ. ἔ-βαι-νον. Βαίν-ω (= βαδίζω). σημασίαν) βή-σομαι. πρκμ. ἀόρ. παρατ. 2) Τὸ ῥηματικὸν θέμα ἐπαυξάνεται μὲ τὸ πρόσφυμα σκ ἢ ισκ πρὸς σχηματισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ. θ. πρκμ. μέσ. παρατ. βουλ-. Κάμν-ω (= κοπιάζω. παρατ. μελλ. μέλλ. Ἀνα-μιμνῄσκ-ω (= ἐνθυμίζω). θ. ἀόρ. α΄) ῥ. μέλλ.γ΄) ῥ. ὑπερσ. ηὑρ-ή-μην˙ γ΄) ῥ. Εὑρίσκ-ω. β΄ ἔμαθ-ον. ὑπε-ρσ. μέ-μνη-μαι. ἀν-εμνή-σ-θῳ. μέσ. ἀν-εμίμνησκ-ον. βουλ-ή-σομαι. τούτου δὲ καμν-. μέλλ. ἐξ οὗ (μι-μνη-ισκ) μιμνῃσκ-. (μὲ ἐνεργ. 1). θ. Μανθάν-ω. ἐβουλόμην. ἀόρ. βα-.γιγνώσκ-ομαι. (Ἀφ-ικνέ-ομαι) ἀφικνοῦμαι (= φθάνω). μέλλ.μανθάν-ομαι· γ΄) μὲ τὸ πρόσφυμα νε: ῥ· θ. με-μάθ-η-κα. 3) Τὸ ῥηματικὁν θέμα ἐπαυξάνεται πρὸς σχηματισμὸν τοῦ θέματος τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ παρατατικοῦ α΄) μὲ τὸ πρόσφυμα ν: ῥ. ἀφ-ῖγ-μαι. μέλλ. β΄ ἀφ-ικ-όμην. β΄ ηὑρ-όμην. ἱκ-. βέ-βη-κα. μέσ. πρκμ.
μέλλ. συν-. διότι ἐσφαλμένως ἐνομίζετο ὑπ’ αὐτῶν.χ. δὲν ὑπάρχουν). βέ-βα-μαι· ῥ. ἢ παθ. Οὕτω μερικὰ ῥήματα ἔχουν 1) ἐνεργητικὸν ἀόριστον ἢ παρακείμενον μὲ σημασίαν μέσου ἢ παθητικοῦ ἀορίστου ἢ παρακειμένου· ἵστημι . § 190).βαίνομαι.ἐλαύν-ομαι. πρκμ. ὑπερσ. 157 . ἐλα-. ἠγόρευ-ον. μέλλοντος: ᾄδω ᾄσομαι (= θὰ τραγουδήσω). παθ. ἔρχομαι. πρκμ.καὶ ἐκ τούτου ἐλαυν-. § 255. ἐληλάμην (βλ. ἐκ τοῦ ἐλά-σω). ἀπ-) εἵρηκα. προσ-) ῥηθήσομαι. παθ. ἀόρ.ἀδικήσομαι (= θὰ ἀδικηθῶ ὑπ’ ἄλλου) 3) παθητικὸν μέλλοντα ἢ ἀόριστον μὲ σημασίαν μέσου μέλλοντος ἢ ἀορίστου: ἀπαλλάττω . ἐρε-. ἔπειτα δὲ (ἀπέθεντο. ἀπ-. προσ-) ἐρῶ. ἤτοι) ἀπέβαλον αὐτήν. ἐσταμάτησα). εἰπ-). ἀδικῶ .ἔστην (= ἐστάθην.ὑπερσ. ἐβε-βήκ-ειν .). ἦλα-σα. μέλλ. εἰρήκειν . Ἀποθετικὰ ῥήματα λέγονται τὰ ῥήματα. θ. Τῶν ἀποθετικῶν ῥημάτων Ἐκλήθησαν ἀποθετικὰ ὑπὸ τῶν παλαιῶν γραμματικῶν τὰ ῥήματα ταῦτα. ᾽Ελαύν-ω. ἀνιῶ . (συνῃρημένος) ἐλῶ (ἐλᾷς έλᾷ κτλ. πέφυκα (= εἶμαι ἐκ φύσεως) 2) μέσον μέλλοντα μὲ σημασίαν ἐνεργ. ἐλήλα-μαι. Σημείωσις. παρατ. ἀγορεύ-ω. κατ-. ἀόρ.ἔφυν (= ὑπῆρξα ἐκ φύσεως).ὲ. ἤλαυν-ον. ὑπερσ. ῥε-. συν-. ἔστηκα (= στέκομαι) φύω . ῞Οπως βλέπομεν εἰς τὰ ἀνωτέρω παραδείγματα (§ 253 κ. ἀγορευ-. παρατ. παρατ. ἀόρ. ἠγορευ-όμην. ἀγορεύ-σω καὶ (ἀπ-. (παρ)ε-βά-θην. μέλλ. ἐλή-λα-κα . πολλὰ ῥήματα ἔχουν πολλὰς συγχρόνως ἀνωμαλίας. ιγ΄) Ἀποθετικὰ ῥήματα § 256. ἀπηλλάγην (= ἀπήλλαξα τὸν ἑαυτόν μου). Β΄) Πολλῶν ῥημάτων μερικοὶ χρόνοι δὲν ἔχουν σημασίαν σύμφωνον μὲ τὴν κατάληξιν αὐτῶν. προσ-) εἶπον.ἠνιάθην (= ἐλύπησα τὸν ἑαυτόν μου). παθ. ἀλλ’ ἀπὸ διάφορα θέματα συγγενῆ κατὰ τὴν σημασίαν· π. 4) Οἱ χρόνοι δὲν σχηματίζονται πάντες ἀπὸ ἕν θέμα.. ἔρχω κτλ. ἀόρ. (ἀνα-. (ἀν-. μάχομαι (δέχω. ἠγόρευ-σα καὶ (ἀν-. (ἀν-.ἀγορεύ-ομαι. ἐκ τούτου δὲ ἐλα-νυ. ἀπ-) ἐρρήθην (θ. πρκμ. ὅτι ταῦτα εἶχον ἀρχῆθεν καὶ τὴν ἐνεργητικὴν φωνήν. τὰ ὁποῖα ἔχουν μόνον τὴν μέσην φωνὴν (§ 173): δέχομαι. πρκμ.ἀπαλλαγήσομαι (= θὰ ἀπαλλάξω τὸν ἑαυτόν μου).
ἰάθην (= ἐθεραπεύθην)· ταῦτα λέγονται ἀποθετικὰ μεικτά. ᾐτιασάμην (= κατηγόρησα). τὸν δὲ παθητικὸν μὲ σημασίαν παθητικοῦ: αἰτιῶμαι.ἐπεμελήθην (= ἐφρόντισα) ταῦτα λέγονται ἀποθετικὰ παθητικά˙ 3) ἄλλα ἔχουν καὶ μέσον καὶ παθητικὸν ἀόριστον.1) ἄλλα ἔχουν μόνον μέσον ἀόριστον (α΄ ἢ β΄) μὲ ἐνεργητικὴν σημασίαν: ἀσπάζομαι .ἰῶμαι. 158 . ἠτιάθην (= κατηγορήθην) . τὸν μὲν μέσον μὲ σημασίαν ἐνεργητικοῦ ἀορίστου.ἐβουλήθην (= ἠθέλησα). αἰσθάνομαι ἠσθόμην (= ἐκατάλαβα)˙ ταῦτα λέγονται ἀποθετικὰ μέσα˙ 2) ἄλλα ἔχουν μόνον παθητικὸν ἀόριστον μὲ ἐνεργητικὴν σημασίαν: βούλομαι . ἱασάμην (= ἐθεράπευσα). ἐπιμέλομαι .ἠσπασάμην (= ἐχαιρέτισα).
αὔριον. ἐξ. σήμερον. χθές. ἵθι. τρόπον. ἄλλαι μὲν καὶ ἐν συντάξει καὶ ἐν συνθέσει. 2. Προθέσεις λέγονται αἱ ἄκλιτοι λέξεις (ἀρχῆθεν ἐπιρρήματα καὶ αὐταί). νή. φέρε (= ἔλα) κτλ. μετά. δή.ἆρα.οὐ.μέχρι τοῦ θέρους. ἕνεκα ἢ ἔνεκεν. διά. ἀντί. § 33. παραθαλάσσιος. ἀπό. μά. κατά. λέγονται κύριαι καὶ εἶναι 18. οὕτω (= ἔτσι). καὶ β΄) ὡς. ἐνταῦθα. αἱ ὁποῖαι συντάσσονται μετὰ γενικῆς. 1) Αἱ προθέσεις. Σημείωσις. Προθέσεις § 258. ἐν. κάτω κτλ. 4) Ποσοτικὰ ἐπιρρήματα: ἄγαν. ἐκεῖ. περί. ἢ ἐκ. πρό. ἀμφί. χρόνον. 6). ἐπί. ὑπό. σὺν . 6 καὶ § 37. 3) Τροπικὰ ἐπιρρήματα: ὧδε. αἱ ὁποῖαι συνήθως τίθενται πρὸ τῶν κλιτῶν λέξεων πρὸς δήλωσιν διαφόρων ἐπιρρηματικῶν σχέσεων.ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ ΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1. ὑπὲρ (βλ. καλῶς. πλήν. τότε κτλ. παραπλέω . λίαν (= πολύ). δηλοῦσαι τόπον. ἄνευ. Σημ. αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται μόνον ἐν συντάξει. ἄλλαι δὲ μόνον ἐν συντάξει: παρὰ τὴν θάλασσαν. 5) Βεβαιωτικὰ ἢ ἀρνητικὰ ἐπιρρήματα: ναί.ἀνά. ἰδίᾳ προῖκα (= δωρεὰν) .. ἄνω. Ἐπιρρήματα § 257 Ἐπιρρήματα λέγονται αἱ ἄκλιτοι λέξεις. ποσὸν κτλ. εὗ. λέγονται καταχρηστικαὶ καὶ εἶναι 9: α΄) ἄχρι. δῆτα . δὶς κτλ. μάλιστα. κακῶς κτλ. πρός. § 30. αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται καὶ ἐν συντάξει καὶ ἐν συνθέσει.ἂγε. χωρίς. 2) Αἱ προθέσεις. ἅπαξ. § 259. 2) Χρονικὰ ἐπιρρήματα: νῦν (= τώρα). ῾Ως ἐπιρρήματα λαμβάνονται πολλάκις καὶ τύποι ὀνομάτων ἢ ῤημάτων: δημοσίᾳ. παρά. αἱ 159 . μὴ . 1) Τοπικὰ ἐπιρρήματα: ἐνθάδε (= ἐδῶ). μῶν (= μήπως) κτλ. μέχρι. ἔξ μονοσύλλαβοι καὶ δώδεκα δισύλλαβοι: εἰς. αἱ ὁποῖαι προσδιορίζουν συνήθως τὰ ῥήματα.
ἐπειδή. παπαῖ! 3) θειαστικὰ (ἤτοι δηλοῦντα ἐνθουσιασμόν): εὐοῖ˙ 4) σχετλιαστικὰ (ἤτοι δηλοῦντα σφορδὰν λύπην ἢ ἀγανάκτησιν): παπαῖ. Ἐπιφωνήματα § 261. Τὰ ἐπιφωνήματα εἶναι 1) γελαστικά: ἅ-ἅ-ἅ· 2) θαυμαστικά: ἆ. ἔστε. 4.ἤ. λύπης. οὐδέ. καίπερ. οὔκουν. οὔτε. αἱ ὁποῖαι δηλοῦν ψυχικόν τι πάθημα. θαυμασμοῦ. ἐπειδή· 5) τελικοί: ἵνα. οὖν. ὁπότε. τοίνυν. Σύνδεσμοι λέγονται αἱ ἄκλιτοι λέξεις (ἀρχῆθεν αἱ πλεῖσται ἐπιρρήματα καὶ αὐταί). οἴμοι. οὐκοῦν. 3.ἦντε· 3) ἀντιθετικοί: μέν. καίτοι. ἐπεί. ἐπεί. ἰώ. εἴτε . καί.ἄντε.). ἄντε . ἀλλά. ἤντε . ἐάν. πρίν· 8) εἰδικοὶ: ὅτι. ὡς. ὡς· 6) συμπερασματικοί: ἄρα. μέντοι. ὅπως. ὡς· 9) ὑποθετικοὶ: εἰ. ὤ. τοιγάρτοι. ἤν. φεῦ. ἕως. Οἱ σύνδεσμοι εἶναι 1) συμπλεκτικοί: τέ. 160 . βαβαί. § 42. ἐάντε . ὡς ἔκρηξιν χαρᾶς. ᾽Επιφωνήματα λέγονται αἱ ἄκλιτοι λέξεις. Σύνδεσμοι § 260. Σημ. αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται. δή. διότι.ὁποῖαι συντάσσονται μετ’ αἰτιατικῆς. ὅτι. ἄν. καὶ μήν˙ 4) αἰτιολογικοί: γάρ. ἰού! 5) κλητικόν: ὦ (βλ. μήν. ὅτε. ἵνα συνδέουν λέξεις ἢ προτάσεις πρὸς ἀλλήλας: Πλάτων τε καὶ Ἀριστοτέλης. Χαίρω ὅτι εὐδοκιμεῖς.ἐάντε. μηδέ· 2) διαζευκτικοί: ἤ. μήτε. ὡς. ἄχρι. μέχρι. ἤτοι . τοιγαροῦν. ἡνίκα. ἀλλὰ μήν. οὐαῖ. ὥστε˙ 7) χρονικοὶ: ὡς. εἰ καί. δέ. ἀγανακτήσεως κτλ.εἴτε.
Αἱ πλεῖσται λέξεις προέρχονται ἀπὸ ἄλλας λέξεις διὰ παραγωγῆς ἢ διὰ συνθέσεως. (ἰά-ομαι. Α΄) ΠΑΡΑΓΩΓΗ Γ ενικὴ προεισαγωγικὴ παρατὴρησις Ἔτυμος = ἀληθής. Κατὰ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν σύνθεσιν κανονικῶς λαμβάνονται θέματα λέξεων καὶ οὐχὶ ἀκέραιαι λέξεις Πρβλ. Σημείωσις.(πρῶτος ἀγωνιστὴς) πρωταγωνιστής.ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I΄ § 262. (λόγο-ς. γράμ-μα. γραμμή. Πρβλ. § 263. γραμματεύ-ω . γραφ-) γράφ-ω. (ἐκ ταύτης) πολί-της. ἡ ὁποία δὲν προέρχεται ἀπὸ ἄλλην λέξιν. ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ δύο ἄλλας λέξεις πρωτοτύπους ἢ παραγώγους μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν θεμάτων αὐτῶν. γραφ-εύς. γραφ-ή. ἤτοι) ἀπὸ ἕν ἀρχικὸν θέμα μὲ τὴν προσθήκην ἀμέσως εἰς αὐτὸ καταλήξεως μόνον.(βιβλίον. (ἐκ ταύτης) πολίτευ-μα. Μία καὶ ἡ αὐτὴ λέξις εἰς μίαν σειρὰν συγγενῶν πρὸς αὐτὴν ἐτυμολογικῶς λέξεων δύναται νὰ εἶναι παράγωγος ὡς πρὸς τὴν προηγουμένην καὶ πρωτότυπος ὡς πρὸς τὴν ἐπομένην. 161 . λέγεται παράγωγος: (φύσι-ς) φυσι-κό-ς. πωλῶ) βιβλιοπώλης . ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ μίαν ἄλλην λέξιν μὲ τὴν προσθήκην εἰς τὸ θέμα αὐτῆς ἑνὸς παραγωγικοῦ προσφύματος. 2) Λέξις. λέγεται πρωτότυπος ἢ ἁπλῆ λέξις: (θ. γράφ-ω) λογο-γράφ-ος. λέγεται σύνθετος: (ναῦ-ς. γραμματ-εύς. πόλι-ς. 1) Λέξις. γράφ-ω. Πρβλ. (ἐκ ταύτης) πολιτ-ικὸς καὶ πολιτ-εύω. πραγματικός. ᾽Ετυμολογία δὲ λέγεται ἡ ἀνάλυσις λέξεως εἰς τὰ ουστατικά της μέρη καὶ ἠ εὕρεσις τῆς προελεύσεως καὶ τῆς ἀληθοῦς σημασίας αὐτῆς. (λόγο-ς. πήγ-νυμι) ναυ-πηγ-ός. ἀλλὰ σχηματίζεται (ἀπὸ κάποιαν ῥίζαν. ἰῶμαι) ἰα-τρό-ς. γράφ-ω) λογο-γρά-φος. βέβαιος. 3) Λέξις. (πόλι-ς) πολί-της. (πολι-) πόλ-ις.
τέλε-ιος).τι δηλοῖ τὸ πρωτότυπον. 2) Αἱ πλεῖσται παραγωγικαὶ καταλήξεις προέρχονται ἀπὸ ἄλλας καταλήξεις διὰ τῆς ἑνώσεως μετά τινος ἢ μετά τινων ἐκ τῶν τελικῶν φθόγγων τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἢ διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν στοιχείων δύο ὁμοειδῶν καταλήξεων. σημαίνουν συνήθως ὅτι τὸ 162 . πονέω-ῶ δοῦλος (θ.ὑστερ-ίζω. τέλειος (ἐκ τοῦ τέλεσ-ιος. (βλ. 1) Κατὰ τὴν παραγωγὴν τὰ θέματα τῶν πρωτοτύπων λέξεων σπανίως μένουν ἀκέραια καὶ ἀμετάβλητα. συνήθως δὲ ἀποβάλλουν ἕνα ἢ περισσοτέρους ἐκ τῶν τελικῶν φθόγγων αὐτῶν. τιμάω-ῶ· ἀνία (ἀνια-. παίζω· ἐλπὶς (ἐλπίδ-jω). ἀνιά-jω). φρην-. ἑ. ἐλπίζω· μέλας (μελάν-jω). -αίνω -ὑνω. ὑφίστανται ποιοτικὴν μεταβολὴν τοῦ θεματικοῦ φωνήεντος ἢ ἄλλας μεταβολὰς (§ 32 κ. λαμπρὸς-λαμπρ-ύνω. ἀλλὰ τελ-ικὸς . φρον-έω. ὑγιὴς . -άζω. 2): σφρῖγος-σφριγ-άω-ῶ (= ἔχω σφρῖγος).μέγας .ἰδιωτεύω. ῾Ρήματα παράγωγα ἀπὸ ὀνόματα κύρια ἢ ἐθνικὰ ἢ ἀπὸ ὀνόματα ζῴων μὲ τὴν κατάληξιν -άζω ἢ συνηθέστερον -ίζω. ἐρυθρὸς . -έω. πονέ-jω).φρὴν (θ. καθαίρω (βλ. ἀλλὰ ὥρ-ιμος . ὀφθαλμιάω-ῶ· πόνος (θ. πλήρης . τιμάjω). § 33 κ. ὥρα (θ. εὐ-δαίμων . -αίρω κτλ.ἡσυχ-άζω.ὑγιαίνω. χαλεπὸς . ἀνιάω-ῶ· ὀφθαλμία (ὀφθαλμιά-jω). -ιάω. φρεν-). δόξα .φενακ-ίζω.). τιμα-. -ίζω.δουλ-εύω (= εἶμαι δοῦλος). ἥσυχος . Τὰ ῥήματα τὰ παράγωγα ἐξ ὀνομάτων ἔχουν ποικίλας σημασίας.πληρ-όω-ῶ (= ποιῶ πλῆρες). -ζω. δουλό-jω). τελεσ-φόρος).δο-ξα-ζω (= παρέχω δόξαν). πονε-. δουλόω-ῶ· βασιλεὺς (βασιλεύ-jω). 1) Ἀρχικὴ παραγωγικὴ κατάληξις εἶναι -jω: τιμὴ (θ. -όω. δοῦλος . πρβλ. φενάκη . ἑ. πίναξ (πίνακ-ος) . δουλο-. ὡραῖος (ἐκ τοῦ ὡρά-ιος). -εύω. Παράγωγα ῥήματα α΄) Ἐξ ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν ἢ ἐπιθέτων) § 265. βασιλεὺ-ς . 2) Ἀπὸ παραδείγματα ὡς τὰ προηγούμενα προῆλθον αἱ παραγωγικαὶ καταλήξεις -άω. μέγας-μεγαλ-ύνω. βασιλεύ-ω· φύλαξ (φυλάκjω) φυλάσσω· παῖς (παίδ-jω).χα-λεπ-αίνω.ἐρυθρ-ιάω-ῶ (= γίνομαι ἐρυθρός). Σημείωσις 1. μελαίνω· καθαρὸς (καθάρ-jω).μεγ-αίρω κτλ. -νω. ὡρα-).τέλος (θ. Πρβλ.). ἡδὺς . 1.§ 264.πινακ-ὶς (πινακ-ίδ-ος) πινακ-ίδ-ιον.ἡδύ-νω. συνήθως δὲ σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον εἶναι ἢ γίνεται ἢ ἔχει ἢ παρέχει ἢ ποιεῖ ὅ. § 264. Πρβλ. τελεσ-. μῆκος-μηκ-ύνω. ὕστερος .βασιλιεύ-ω.εύδαιμον-έω-ῶ (= εἶμαι εὐδαίμων). ἰδιώτ-ης .
σπλην-ιάω. αἰτῶ . τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον: Βοιωτὸς .(κλαύσ-ομαι) κλαυσ-ιάω-ῶ.γηρά-σκω. -ύζω: στένω . τυραννῶ (τυραννήσω) τυραννησ-είω (ἐπιθυμῶ νὰ τυραννήσω. λίθος . Τὰ ῥήματα τὰ παράγωγα ἐξ ἐπιρρημάτων ἢ ἐπιφωνημάτων σημαίνουν συνήθως.στρατηγ-ιάω. γρῦ .παπαγαλ-ίζω = μιλῶ σὰν παπαγάλος). νῦν: γαῦ. -ίζω. ἤτοι σφοδρὰν ἐπιθυμίαν πρὸς ἐκεῖνο.γρύ-ζω (πρβλ. ἢ πάθησιν: θάνατος . Σημείωσις 2. ἐλελεῦ . ἤτοι νὰ γίνω τύραννος). τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον. ῾Ρήματα παράγωγα ἀπὸ ὀνόματα μὲ τὴν κατάληξιν -άω ἢ ιάω σημαίνουν συνήθως ἔφεσιν. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον· κατάληξις αὐτῶν εἶναι -σκω: γηράω-ῶ . Κατάληξις αὐτῶν εἶναι -ιάω ἢ -είω καὶ προσαρτᾶται εἰς τὸ χρονικὸν θέμα τοῦ μέλλοντος τοῦ πρωτοτύπου: κλαίω . ἤτοι σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον ἀρχίζει νὰ κάμνῃ ἢ νὰ πάσχῃ ἐκεῖνο.ἡβά-σκω (= ἀρχίζω νὰ γίνωμαι ἔφηβος)˙ 2) θαμιστικά. 163 . Πρβλ. ἤτοι σημαίνουν ἔφεσιν. δηλαδὴ σφοδρὰν ἐπιθυμίαν πρὸς ἐκεῖνο. ἤτοι) συχνὰ καὶ εἰς μέγαν βαθμὸν ἐκεῖνο.αἰτ-ίζω (= αἰτῶ συχνὰ καὶ πολύ). τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον. ἡβάω-ῶ .ἀλαλά-ζω. 2. ὅτι τὸ ὑποκείμενον εἶναι ἢ ποιεῖ ἐκεῖνο. παπαγάλος . -ίζω.ὑποκείμενον μιμεῖται ἢ ἀκολουθεῖ τὰ φρονήματα ἐκείνου.πιθηκ-ίζω (πρβλ.στεν-άζω. Κατάληξις αὐτῶν εἶναι -ζω (-άζω.ἐλελ-ίζω. ἐγγὺς . γαῦ . ἀλαλὰ . ἔρπω ἑρπ-ύζω· 3) ἐφετικά. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον. § 265.ἐγγ-ίζω. Τὰ ῥήματα τὰ παράγωγα ἐξ ἄλλων ῥημάτων εἶναι 1) ἐναρκτικά.θανατ-άω (= ἐπιθυμῶ σφοδρῶς τὸν θάνατον).βοιωτ-ιάζω (= μιμοῦμαι τὰ ἤθη ἢ τὴν γλῶσσαν τῶν Βοιωτῶν). Σημ. τσὰκ .φιλιππ-ίζω (= ἀκολουθῶ τὰ πολιτικὰ φρονήματα τοῦ Φιλίππου). β΄) ᾽Εκ ῥημάτων § 266. στρατηγὸς . σπλήν .λιθι-άω (= πάσχω ἀπὸ λιθία-σιν). πίθηκος . Φίλιππος . γ΄) ᾽Εξ ἐπιρρημάτων καὶ ἐπιφωνημάτων § 267.τσακίζω).διχά-ζω. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον· συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -άζω. ἤτοι σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενον ἐκτελεῖ (θαμά. 2. -ύζω) δίχα .γαυγίζω.
-η.θυ-σία.βά-θρον.ποίη-μα.μαν-ία. τρέπω τροπ-ή.ποιη-τὴς (ποιῄτρια). -της. -ία (-εία).γραφ-εύς.τροφ-ός.ζωσ-τήρ. τρέφω . 164 .φθορ-ά. ὡς κλητήρ.γράμ-μα.πλῆκ-τρον. ποιέω . θύω . ψεύδομαι .ἄρο-τρον. αὐλέω . ῾Ως ἐπὶ τὁ πλεῖστον δὲ εἰς τοὺς εἰρημένους συγγραφεῖς τὰ τοιαῦτα παράγωγα εἰς -τὴρ δηλοῦν τὸ ὄργανον: ζώννυμι . -ὸς. συλλαμβάνω . -μός. κλείω . -σία: φθείρω (θ. γράφω . καίω καυ-τήρ.ὀδυρ-μός. βασιλεύω .δικασ-τή-ριον.ψεῦδ-ος. 4) τὸ ὄργανον˙ συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -τρον. γιγνώ-σκ-ω .λόγ-ος. Σημείωσις. Σημείωσις.ἀμοιβ-ή. 3) τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας˙ συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -μα. Τὰ οὐσιαστικὰ τὰ παράγωγα ἐκ ῥημάτων σημαίνουν 1) τὸ ἐνεργοῦν πρόσωπον· συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -εύς. φθερ-) . νέμω . τὸ κοπίδι).ῶ . βαίνω (θ.συλ-λήπτωρ (συλ-λήπ-τρια). διδάσκω .βουλευ-τήριον. Παράγωγα ἐκ ῥημάτων οὐσιαστικὰ είς -τήρ.αὐλη-τὴς (αὐλη-τρίς). Μερικὰ δὲ ἐκ τῶν εἰς -τρον.σω-τὴρ (σώ-τειρα). νίπτω (ἢ νίζω) . πράττω . -ος (γεν.νομ-εύς. -τειρα.κλεῖ-θρον 5) τὸν τόπον˙ συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -τὴριον. τέμνω . -τήρ.τομ-εὺς (= σκυτοτομικὸν ὄργανον. Τὸ ὄργανον σημαίνουν καὶ μερικὰ ἐκ τῶν εἱς -εύς: σφάττω σφαγ-εὺς (= τὸ ξίφος). -τρίς): γράφω . δικαδ-) . σημαίνουν τὴν ἀμοιβὴν διὰ τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν: λύω . -τρια. λέγω . πέμπω .προφήτης (προφῆ-τις). βα-) . -ου). -ῶμαι .) .κλη-τήρ.λύ-σις. πρόφημι . θρεφ.τὰ δίδακτρα. -τωρ σχηματίζονται μὲ τὰς καταλήξεις -τις.θέατρον.βασιλεία.νιπ-τὴρ κτλ. μνηστήρ. καλέω . 2) τὴν ἐνέργειαν· συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -α. -τρον. -τωρ· (θηλυκὰ τῶν εἰς -της. σωτήρ. πληγ-) . . γραμ-μή. ἀμείβω . θρον: βουλεύομαι . Παράγωγα οὐσιαστικὰ α΄) Ἐκ ῥημάτων § 268. -ος (γεν. ὀδύρο-μαι . -θρον: ἀρό-ω. λύω . σῴζω . -ους): ποιέω . τρέφω (θ.(πρᾶγ-σις) πρᾶξις. κολακεύω .πομπ-ός. μαν-) .τὰ λύ-τρα. ὁλίγα εἶναι εὔχρηστα εἱς τοὺς πεζοὺς συγγραφεῖς.2. θεά-ομαι.τὰ θρέπ-τρα (= ἡ ἀμοιβὴ διὰ τὴν τροφήν). τὰ ὁποῖα δηλοῦν τὸ ἐνεργοῦν πρόσωπον.γνώ-μη. -μή. -σις. δικάζω (θ.κολακεία. πλήττω (θ. ἰδίᾳ εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν. μαίνομαι (θ. -τήρ.
§ 268.κερδ-οσύνη. § 141). Συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -ίᾱ. Πρβλ. ζεστὴ . -ίτης.νεανί-σκος. -της (θηλ.κακ-ία. δῆμος .ἀλήθεια. εὔνους (εὔνο-ια) .Ἀκουμενός.ἠ ἀνδρεία.σωφρ-οσύνη. γ΄) Ἐξ οὐσιαστικῶν § 270. -σύνη.στρατιώτης (πρβλ. -ὶς (γεν. ὅπως εἶναι ἢ μὲ ἀναβιβασμὸν τοῦ τόνου: αἴτιος (αἰτία) ἡ αἰτία. νέφος 165 . τὰ ὁποῖα σημαίνουν ἁπλῶς τὸν ἔχοντα σχέσιν μὲ ἐκεῖνο.παιδ-ίσκη. Ἀντιθέτως δὲ τοῦ ἐπιθέτο ἀμαθής παράγωγον οὐσιαστικὸν εἶναι ἀμαθία (ὅπως σοφία). ἱερὸν . ἅξιος (ἀξία) . 1)· 2) ὑποκοριστικά.παιδ-άριον. -ίσκος. θυγάτηρ . στρατιὰ . Μερικῶν ἐπιθέτων τὸ ἀφῃρημένον οὐσιαστικὸν γίνεται ἀπὸ τὸ θηλυκὸν αὐτῶν. -ιᾰ. -τις). § 43. οἶκος . σώφρων . ῥᾷστος.θιασ-ώτης. ῥύαξ . -ιον. ὡς μικρόν. ῥᾴδιος οὐσιαστικὰ εῖναι ἠ ἀρετή.πολί-της (πολῖτις). -ιώτης: ἵππος .δεξαμενή. -ώτης. -ίδος). -τῆτος)· σοφὸς . πόλις . εἴτε διότι τοῦτο ὄντως εἶναι μικρὸν εἴτε χάριν θωπείας ἢ σκώμματος ἢ καταφρονήσεως˙ συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -άριον.ἡ θέρμη.ξιφ-ίδιον. ἤτοι παριστάνουν ἐκεῖνο.δημό-της. πύλη πυλ-ίς.ῥυάκ-ιον.οἰκ-ίσκος. -σκος. Παρομοίως δὲ παράγονται οὐσιαστικὰ ἐν γένει καὶ ἀπὸ μετοχὰς διὰ καταβιβασμοῦ τοῦ τόνου: (ἀκοῦμαι) ἀκούμενος . -έτης. δίκαιος . ἀληθὴς (θ. παῖς . πινακὶς .θυγάτριον.πινακίδ-ιον. (ἐδεξάμην. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον.φυλ-έτης. ἀλήθε-ια) . εὐρὺς .εὔνοια. φυλὴ . -ύλλιον: παῖς . ὑπερθ.εὖρ-ος. Τὰ παράγωγα οὐσιαστικὰ τῶν ἐπιθέτων βοηθὸς καὶ ἐνεργὸς εἶναι βοήθεια.πινάκ-ιον. ἱερὸς . ἀλήθεσ-ια. δεξάμενος) δεξαμένη . ὅπλον . πίναξ .ἡ ζέστη. ἡ ῥᾳστώνη (πρβλ. 2). -οιᾰ). ἀνδρεῖος (ἀνδρεία) . ἐχθρὸς (ἐχθρὰ) . Τῶν δὲ ἐπιθέτων ἀγαθὸς. κακὸς . -εια).ἱερω-σύνη. -οσύνη.ἱππ-εύς. ξίφος .ἱερ-εὺς (ἱέρ-εια). ἤ τὸν ἀνήκοντα εἰς αὐτό· συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -εὺς (θηλ. ἀληθεσ-. -ους). (-ειᾰ. ἐνέργεια (ὅπως ἀλήθεια).σοφ-ία. Σημείωσις 2.δικαιο-σύνη. -της (γεν. νῦν: θερμός. Σημείωσις 1.ταχύ-της (ταχύ-τη-τος) ἢ ταχυ-τὴς (ταχυ-τῆτος). ταχύ-ς .β΄) ᾽Εξ ἐπιθέτων § 269. Τὰ οὐσιαστικὰ τὰ παράγωγα ἐξ ἄλλων οὐσιαστικῶν εἶναι 1) παρώνυμα. -ος (γεν. ἤτοι ὀνόματα παράγωγα. τὸ ὁποῖον σημαίνει τὸ πρωτότυπον.ὁπλ-ίτης. ζεστός. -τητος) ἢ -τὴς (γεν. -ύδριον. κέρδος . ἡ καλλονὴ ἢ τὸ κάλλος. θίασος . -ίδιον. -ίσκη.ἡ ἔχθρα.ἡ ἀξία. νεανίας . καλός. θερμὴ . Τὰ οὐσιαστικὰ ἐν γένει τὰ παράγωγα ἐξ ἐπιθέτων εἶναι ἀφηρημένα (βλ.
-αδῆ.ὀρνιθ-ών.λυκ-ιδεύς. διδάσκαλος . χαλκέ-ιον) .ῥοδ-ὼν καὶ ῥοδ-ωνιά· οὕτω καὶ στρατὸς .)· 4) τοπικά. -άδος.Βουτά-δης. τὸ ὁποῖον σημαίνει τὸ πρωτότυπον· συνήθεις καταλήξεις τούτων εἶναι -ιον. -οίδης). ἀνεψ-ιαδῆ ἀδελφιδοῦς. -ίων (θηλ. νῦν κατάληξιν -πουλλος.Βορεά-δης.διδασκαλ-εῖον (= οἰκία διδασκάλου. Δαναὸς . γεν. ίδος): Βούτης .μυρμηκ-ιά. νῦν: παιδ-άκι. Κρόνος . Μερικῶν ὑποκοριστικῶν ἀπεβλήθη σὺν τῷ χρόνῳ ἡ ἔννοια τῆς μικρότητος: βιβλίον (= βίβλος).ἐμπόρ-ιον (= ἐμπορικὸς λιμήν). γε.) Σημείωσις. -ωνιά: ἐλαία . άδης.στρατ-ιά˙ ) πατρωνυμικά. μύο. ὁ ὁποῖος περιέχει πολλὰ ἐξ ἐκείνων. -ιά. π.χ. ὅτι κάποιος ἔχει μέγα ἐκεῖνο. ῥόδον . δένδρον . -ων: μέτωπον . Πέλοψ .Δανα-ΐς (Δανα-ΐδος) (πρβλ.μετωπ-ίας. ἰατρὸς .Ἀτρείδης. τὸ ἀρχοντόπουλλο)˙ Σημείωσις. Ἀτρεὺς . ὡς ἀμνὸς (= τὸ νεογνὸν 166 .δενδρ-ύλλιον (πρβλ. Θέστιος . Μὲ τὰ πατρωνυμικὰ ἔχουν σχέσιν καὶ τὰ ὀνόματα τὰ παραγόμενα ἐκ συγγενικῶν ὀνομάτων μὲ τὰς καταλήξεις -αδοῦς. κοιλ-αρᾶς κτλ. λύκος .χαλκεῖον. -ιάδης. νῦν: κεφάλ-ας. δοντ-ᾶς.ἰατρ-εῖον. -άς. 3) μεγεθυντικά.. τὸ ὁποῖον σημαίνει τὸ πρωτότυπον· συνήθεις καταλήξεις τούτων εἶναι -ίας.λαγ-ιδεύς· μερικῶν ὄμως ζῴων τὸ νεογνὸν δηλοῦται συνήθως μὲ ἰδιαίτερον ὄνομα. Ἀσκλη-πιὸς .Κρον-ίων. τὸν ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον (ὄνομα πατρὸς ἢ μητρὸς ἢ προγόνου τινός)· συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -δης. Βορέας .Λητοίδης.ἐλαι-ών. ἤτοι σημαίνουν τὸν υἱὸν ἢ τὴν θυγατέρα ἢ τὸν ἀπόγονον ἐκείνου. ἤτοι σημαίνουν νεογνὸν ζώου ἢ μικρὸν κατὰ τὴν τὴν ἡλικίαν ζῷον εἴδους τινός· κατάληξις αὐτῶν εἶναι -ιδεύς: ἀετὸς ἀετ-ιδεύς.στρατήγ-ιον (νῦν στρατηγ-εῖον). -ιδῆ: ἀνεψιαδοῦς (= υἱὸς ἀνεψιοῦ ἣ ἀνεψιᾶς. χεῖλος . ἤτοι παριστάνουν.νεφ-ύδριον. λαγὼς . ἀδελφ-ιδῆ (= κόρη ἀδερφοῦ ἢ ἀδερφῆς)· 7) γονεωνυμικά. ὄρνις . ἔμπορος . ῾Ηρακλῆς .γάστρ-ων. -ίδης (-είδης.-μηξ . σχολεῖον)· 5) περιεκτικά. ἤτοι σημαίνουν τόπον. ἤτοι σημαίνουν τὸν τόπον. χαλκεὺς (χαλκέως. Λητὼ . γαστὴρ . θηρίον (= θήρ). ᾔτοι ἐξαδέλφου ἢ ἐξαδέλφης). τὰ ὁποῖα δηλοῖ τὸ πρωτότυπον· συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -ών. ὅπου διαμένει ἢ δρᾷ ἐκεῖνο. ἀνθρωπ-άκος. -ιδοῦς . -εῖον: στρατηγὸς .῾Ηρακλείδης. πορτ-ούλα κτλ.Ἀσκληπιάδης.Θεστι-ὰς (Θεστι-άδος).χείλ-ων (πρβλ. -ίς.Πελοπ-ίδης. -πουλλο.
3. Ἀτρε-) Ἀτρείδης. Λαύρειον . Λάμψακος . Λητο-) Λητοίδης. λαγὼς (θ. -ήτης. -νός. Λάρισα-) Λαρισαῖος.Αἰγινή-της. -ηνός. -ίς). ὁ ὁποῖος δύναται ἡ εἶναι ἄξιος νὰ πάθῃ ὅ. σκάφος (θ.Λαυρε-ώτης. Κω-) Κῷος. νεβρὸς (= ἐλαφάκι). ᾽Επίθετα ἐκ ῥημάτων παράγονται 1) μὲ τὰς καταλήξεις -τος καὶ -τέος (κυρίως ῥηματικὰ ἐπίθετα)˙ ἐκ τούτων α΄) τὰ εἰς -τος σημαίνουν ὅ. Σικελία . πουλάρι). βο-) βοίδιον. -ίδης τὸ ι. ὑπογράφεται ὑπ’ αὐτό: χαλκεὺς (θ. πῶλος (= ἀλογάκι ἢ γαϊδουράκι˙ πρβλ. σκύλαξ (= σκυλάκι). -Ιτης. ἐὰν μὲν προηγῆται βραχὺ φωνῆεν. μόσχος (= μοσχάρι). κανονινῶς συναιρεῖται μὲ αὐτό.γραπ-τὸς (= γεγραμμένος). Λάρισα (θ. Ἀτρεὺς (θ. Κρότων . ξιφεσ-) ξιφ-ίδιον. ῎Ιος . νεοσσὸς (= πουλάκι). -τις).Σικελιώτης. Κατὰ ταῦτα καὶ ἤπειρος . ἀρνάκι).ὁξ-ίδιον = ξίδι).᾽Ι-ήτης. γραῦς (θ. τὸν ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον˙ συνήθεις καταλήξεις αὐτῶν εἶναι -ιος (θηλ. ἀλλὰ καὶ τὸ ε πρὸ αὐτοῦ: ξίφος (θ. Γύθειον .Τεγεάτης (Τεγεᾶ-τις). -ιος. σκύμνος (= λεονταράκι)˙ 8) ἐθνικά.Ταραντ-ῖνος.Κροτων-ιάτης. ἤτοι σημαίνουν τὸν καταγόμενον ἔκ τινος χώρας ἢ πόλεως ἢ τόπου ἐν γένει. Σημείωσις 2.Ἀσιανός. ὁ Χί-ῐος) Χῖος. Τῶν παραγωγικῶν καταλήξεως -ιον. Στάγιρα . -εὺς (θηλ. Σημείωσις 1. νῆσος . Παράγωγα ἐπίθετα α΄) Ἐκ ῥημάτων § 271. δέλφαξ (= χοίρίδιον).νησ-ιώτης. λέξε-) λεξείδιον. Ἀργεσ-) Ἀργεῖος. -ώτης: Κόρινθος Κορίνθ-ιος (Κορινθ-ία). Τάρας . βοῦς (θ.Σταγιρ-ίτης. (ὄξος . Ἀσία .τι καὶ ἡ μετοχὴ τοῦ παθητικοῦ παρακειμένου τοῦ ῥήματος ἢ ἐκεῖνον. -ίδιον.Μεγαρ-εὺς (Μεγαρ-ίς). Κῶς (θ. -της (θηλ. Μέγαρα .τι δηλοῖ τὸ ῥῆμα: γράφω .Λαμψακ-ηνός. Τεγέα . Λητὼ (θ. -ῖνος. ἐὰν δὲ προηγῆται μακρὸν φωνῆεν. ἔριφος (= κατσικάκι).Γυθε-άτης. λέξις (θ. -άτης. Χίος (θ.τοῦ προβάτου. χαλκε) χαλκεῖον. -ιάτης. -ία).ἠπειρ-ώτης. Χῐ-. Ἄργος (θ. γρᾶ-) γρᾴδιον. μείγνυμι 167 . Αἴγινα . Εἰς τὰ εἰς -ος οὐδέτερα τριτόκλιτα μετὰ τὴν προσθήκην τῆς ὑποκοριστικῆς καταλήξεως -ίδιον ἀποβάλλεται ὄχι μόνον ὁ χαρακτὴρ τοῦ θέματος σ. λαγω-) λαγῴδιον. σκαφεσ-) σκαφ-ίδιον.
-κὸς (-ικός.σωτήριος (= ὁ ἱκανὸς νὰ σῴζη).παππ-ῷος. ἐρίζω (θ. -ερός˙ ταῦτα σημαίνουν ὅ. φρονῶ .γελοῖος. σῴζω (θ.ὠφέλ-ιμος. ὠφελῶ .λοιπ-ὸς (= ὁ ὑπολειπόμενος). ἐλεέω-ῶ .οὐράνιος.λαμπ-ρός. ἀμύνομαι . -ός.φυ-γὰς (= ὁ φεύγων).νὰ θαυμάζεται)· β΄) τὰ εἰς -τέος σημαίνουν ὅτι ὀφείλει τις νὰ πάθῃ ὅ.λιβυ-κός.έπαινε-τός.φρόν-ιμος. νοέω-ῶ . -ειος. ἐπιλανθάνομαι (θ. -νός. -οιος.θηλυ-κός. σω-) . διαβαίνω . πανήγυρι-ς. -μων.μιαν-) .μεικ-τὸς (= μεμειγμένος). 2) μὲ τὰς καταλήξεις -άς. ὁ ὁποῖος ἀνήκει ἢ ἔχει σχέσιν πρὸς ἐκεῖνο. ἐπαινῶ .ἐπιλήσμων. β΄) Ἐξ ὀνομάτων § 272. γέλως (θ. ἐριδ-) . λίβυς . -ής.ἐλεή-μων (= ὁ ἔχων κλίσιν εἰς τὸ νὰ ἐλεῇ). μάχομαι .στιλπ-νὸς (= ὁ στίλβων).῾Ροδ-ιακὸς (= τῶν Ῥοδίων). ᾽Επίθετα ἐξ ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν καὶ σπανίως ἐπιθέτων) παράγονται 1) μὲ τὰς καταλήξεις -ιος (-αιος. φυγ-) .χερσαῖος. γελό-ιος) .τι δηλοῖ τὸ ῥῆμα: γράφω = γραπ-τέος (= ὅστις πρέπει νὰ γραφῇ). πολλαπλασιασ-τέος. -ιμος.θαυμασ-τὸς (= ἄξιος νὰ ἐπαινῆται . -τὴριος˙ ταῦτα σημείνουν ἱκανότητα ἢ ἐπιτηδειότητα ἢ κλίσιν πρὸς ἐκεῖνο. ἀ-μιγ-ὴς (= ὁ μὴ μεμειγμένος). βαίνω . μείγνυμι (θ. πανηγυρι-κός.στεγανὸς (= ὁ καλῶς στέγων. ἁλίσκομαι . ἐπιληθ-) . -ακός)˙ ταῦτα σημαίνουν ἐκεῖνον. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον: ἂρχω . ἵππος . λείπο-μαι .φυσικός. θαυμάζω . μιαίνω (θ.θαλ-ερός. θῆλυ-ς . -ανός.ἀγοραῖος.ἁλω-τὸς (= ὁ δυνάμενος νὰ ἁλωθῇ). ἥρως .διαβα-τέος (= ὅστις πρέπει νὰ διαβαθῇ)· Πρβλ. μιγ-) μιγὰς (= ὁ μεμειγμένος). ἄβα-τος (= ὁ δυνάμενος ἢ μὴ δυνάμενος νὰ πατηθῇ). τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον: οὐρανὸς . -ῷος). γελο (σ-).ἐριστικὸς (= ὁ ἔχων κλίσιν εἰς τὸ ἐρίζειν).ἵππειος. ῾Ρόδιος . οἰκέ-ιος) . τὸ ἐνοίκιον προπληρω-τέον· ἀφαιρετέος.Κιμών-ειος. Κίμων . οἰκε-.(ἡρώ-ιος) .βα-τός. χέρσος . θάλλω . -ρός.κηπ-αῖος. πάππος . βασιλεὺς (βασίλε-ιος) .ἡρῷος.ἀρχ-ικὸς (= ἱκανὸς νὰ ἄρχῃ). κῆπος .. 168 . Ἀθηναῖος .Ἀθηναῖ-κός. στέγω .μάχ-ιμος (= ἱκανὸς νὰ μάχεται).νοή-μων (= ἐπιτήδειος εἰς τὸ νὰ νοῇ).ἀμυν-τικὸς (= ἐπιτήδειος εἰς τὸ ἀμύνεσθαι).μια-ρός 3) μὲ τὰς καταλήξεις -ικός.βασίλειος (= τοῦ βασιλέως). φύσι-ς .τι καὶ ἡ μετοχὴ τοῦ ἐνεστῶτος ἢ τοῦ παρακειμένου τοῦ ῥήματος: φεύγω (θ.οἰκεῖος. -τικός. λάμπω . ἤτοι καλύπτων). διαιρε-τέος κτλ. ἀγορὰ (ἀγοράιος). στίλβω . οἶκος (θ.
ἀπατη-λός.χειμ-ερινός.Πυθαγόρ-ειος. -ινος˙ ταῦτα σημαίνουν ὕλην ἢ (σπανίως) χρῶμα: ἄργυρος . -ηρός.μεσημβρ-ινός. -όεις.ἐτ-ήσιος. κύκνος . φθινόπωρον .ἐαρ-ινός. -ηλός.λιπ-αρός. ἀνία .παχυ-λός.ὄν-ειος. -ινός. ψώρα .φειδω-λός. -αρός. παιδάριον . φθόνος . ἔτος .σκι-ερός. -ήσιος. 3). ὁ ὁποῖος ἁρμόζει εἱς ὅ. -ιαῖος. λίπος .κύκν-ειος.πένθ-ιμος· 4) μὲ τὰς καταλήξεις -εις (γεν. κύανος . Τὰ εἰς -ώδης σημαίνουν πολλάκις ὁμοιότητα ἢ ἐκεῖνον. σπιθαμὴ . -ερινός· ταῦτα σημαίνουν μέτρον ἢ χρόνον: πῆχυς .πηχυ-αῖος (= ἔχων μῆκος ἑνὸς πήχεως).ἡμερ-ινός.γαλακτ-ώδης (= γαλακτ-ο-ειδής). ᾽Εξ ἐπιρρημάτων (ἰδίως τοπικῶν καὶ χρονικῶν) παράγονται 169 . τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον: καῦσις καύσι-μος (= κατάλληλος πρὸς καῦσιν). -νός.Σημείωσις.ἀφρ-ώδης (= πλήρης ἀφροῦ)· Σημείωσις.φθονε-ρός. ὄνος . Εἰς -ειος (καὶ ὄχι εἰς -ιος) κανονικῶς λήγουν τὰ ἐπίθετα. -λέος. παχὺς .νυκτ-ερινός.ἰσχυ-ρός. σκιὰ . πένθος .ψωρα-λέος.῾Ομήρ-ειος.(χρύσεος) χρυσοῦς. δεεσ-) . -εντος).σταδι-αῖος.(κυάνεος) κυανοῦς. 2) μὲ τὰς καταλήξεις -εος (-οῦς).λυπη-ρός.ἐδώδ-ιμος (= φαγώσιμος).φθινοπωρ-ινός. σκοτεν-νὸς =) σκοτεινός. -εινός. μεσημβρία . χειμὼν . λύπη .ἀστερ-όεις.(ἀργύρεος) ἀργυροῦς. δέος (θ.ἀνια-ρός. ἰσχὺς . ἀφρὸς . ἔαρ .χρήσι-μος. ὕψος . -ιμος˙ ταῦτα σημαίνουν τὸν κατάλληλον πρὸς ἐκεῖνο.ὑψ-ηλός. πλέθρον . 5) μὲ τὰς καταλήξεις -αῖος. χρυσὸς .ἀνθ-ηρός. σκοτεσ-νός. ὄγκος . -λός. Πυθαγόρας . -ρός. βοῦς (βο-ὸς).παιδαρι-ώδης (= ἁρμόζων εἰς παιδάριον).λίθινος· 3) μὲ τὰς καταλήξεις -μος. ἀπάτη . -ερός. λίθος .πλεθρ-ιαῖος. νὺξ .σπιθαμ-ιαῖος. ἡμέρα . ἰχθὺς . φῶς φωτ-εινὸς (πρβλ.τι δηλοῖ τὸ πρωτότυπον: γάλα .χαρί-εις (= πλήρης χάριτος).ἰχθυόεις.δει-λός. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ πρωτότυπον: χάρις . φειδὼ . ἤτοι ἀφθονίαν ἐκείνου. σκότος (θ. -ώδης˙ ταῦτα σημαίνουν πλησμονήν. ἀστὴρ . ἐδωδὴ . σφήξ . § 36. θέρος θερ-ινός.βόειος κτλ. χρῆσις . δίψα . ἄνθος .σφηκ-ώδης (= σφηκ -ο-ειδής). σκοτεσ-.ὀγκ-ηρός. τὰ ὁποῖα παράγονται ἀπὸ ὀνόματα προσώπων ἢ ζῴων: ῞Ομηρος .διψα-λέος. γ΄) ᾽Εξ ἐπιρρημάτων § 273. στάδιον .
-ικός: ῥάδγην . -ίνδην. δέκα .ἄλλο-θι.ἀγελη-δόν. ὀνομάζω . ἄλλος .Μεγαράδε (= εἰς τὰ Μέγαρα).εὐγεν-ῶς. καὶ § 145)˙ 2) μὲ τὰς καταλήξεις -αῖος. πᾶς . ἐσκεμμένος . ἀμφότεροι .έθελοντ-ί.κακ-ῶς.ἂλλο-σε (= εἰς ἄλλο μέρος). ἐκεῖ .χθεσ-ινὸς (βλ.ἐπίθετα 1) μὲ τὰς καταλήξεις -ιος. χύδην χυδαῖος.αὐτό-θι· β΄) -θεν.ἑπτά-κις. πάνδη-μος πανδημ-εί.μυριάκις. ἄνω .ἑκάστο-τε. πολὺς .οἴκ-οι. -άδην. ἄριστος . ἕκαστος . ᾽Επιρρήματα παράγονται ἀπὸ πᾶν κλιτὸν μέρος τοῦ λόγου ἢ ἀπὸ ἄλλα ἐπιρρήματα. 4.ὄψ-ιος καὶ ὄψ-ιμος. ἐναλλάσσω (ἐναλλὰγ-ς) ἑναλλάξ.ὀνομασ-τί˙ δ΄) -ς: ἀναμείγ-νυμι (ἀναμὶγ-ς) .πρώ-ιος ἢ πρῷος καὶ πρώ-ιμος. -θι πρὸς δήλωσιν στάσεως ἐν τόπῳ: Πλαταιαὶ Πλαται-ᾶσι (= ἐν Πλαταιαῖς).ἀριστ-ίνδην. -ιμος.ἄνωθεν. αὐτὸς . ὄπισθεν .περυσι-νός. -εί. 1) Τοπικά ἐπιρρήματα παράγονται μὲ τὰς καταλήξεις α΄) -ασι. πρῴ ἢ πρωὶ .βά-δην. ἑλληνίζω . -νός. Μέγαρα .καθολ-ικός. -οθεν. ταῦρος . εὐγενὴς .ταυρ-ηδόν˙ γ΄) -ί.ἐσκεμμέν-ως˙ β΄) -δην.ἐκεῖ-θεν.ἄλλο-θεν. 170 . πέρυσι . -ησι. -ωθεν πρὸς δήλωσιν κινήσεως ἀπὸ τόπου: οἶκος οἴκο-θεν (= ἐκ τοῦ οἴκου). ἄλλος .ὁμολογουμέν-ως.δικαί-ως. Ἀθῆναι . 4) Χρονικὰ ἐπιρρήματα παράγονται μὲ τὴν κατάληξιν -τε: ἄλλος .ἀναμίξ. ἀγέλη . μύριοι . -δόν. -ινός: πρόσθεν . τρέχω . πόσος ποσ-άκις (βλ. Παράγωγα ἐπιρρήματα § 274.βαρέ-ως. -τί: ἄμισθος .πάντ-οθεν. § 168). Ἀθῆναι . οἱκος .Μεγαρ-οῖ. -σε πρὸς δήλωσιν κινήσεως εἰς τόπον: Μέγαρα . χθὲς .ἀμφοτέρ-ωθεν˙ γ΄) -δε.πολλ-άκις.τροχ-άδην. μείγ-νυμι .ὀπίσθ-ιος. καθόλου . -ζε. -οι. κακὸς .(Ἀθήνας-δε) Ἀθήναζε.Ἀθήν-ησι.ἀμισθ-ί. ὀψὲ . 3) Ποσοτικὰ ἐπιρρήματα παράγονται μὲ τὰς καταλήξεις -κις. 2) Τροπικὰ ἐπιρρήματα παράγονται μὲ τὰς καταλήξεις α΄) -ως.ἄλλο-τε.ῥαγδ-αῖος. -άκις: ἑπτὰ . -ῶς: δίκαιος .ἑλληνισ-τί. βαρὺς .δεκά-κις.πρόσθ-ιος. ἂλλος . ἄλλος .μίγ-δην. ὁμολογούμενος . ἐθέλων .ἄλλ-ως. βα-) . -ηδόν: βαίνω (θ.
κανονικῶς ἐκτείνεται (§ 32. Σημείωσις 2. 2): (αἰχμή.χ. ἔχω. ἂν τὸ β΄ τοῦτο συνθετικὸν ἤρχιζέ ποτε ἀπὸ F ἢ σ. ὅταν εἶναι βραχύ. 6): (ἀ. (λόχος. Γ ενικὴ προεισαγωγικὴ παρατήρησις § 276. (ἡνία. ἄγω) στρατ-ηγός. ἀκούω) ὑπή-κοος. ὅταν τὸ β΄ συνθετικὸν ἀρχίζῃ ὡσαύτως ἀπὸ φωνῆεν. κιθαρα-. Π. ἄνω).θυρα-ορὸς) θυρωρός. (κακός. Fεῖδος) θεο-ειδής. ἐκείνη δέ. σέχω) ἡνίοχος. ὄνομα) εὔ-ωνυμος. σέχω κληρό-οχος) κληροῦχος. ἱππο-. Καὶ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν τοῦ β΄ συνθετικοῦ δέν ἐκτείνεται. ᾠδὴ) κιθαρ-ῳδός. ἑν τῇ συνθέτῳ λέξει ναυπηγὸς ἡ λέξις ναῦς εἶναι α΄ συνθετικὸν˙ (μέρος) αὐτῆς. ἁλωτός. Ἐκ τῶν δύο λέξεων. Fαλίσκομαι) αἰχμ-άλωτος. ο). (εὖ. σὰλς) ἀγχί-αλος. κανονικῶς ἀποβάλλεται: (κιθάρα. ἐκείνη. λέγεται πρῶτον συνθετικὸν (μέρος) αὐτῆς. εἷδος. ἅλς. (ἵππος. ἡ ὁποία ἔχει τὴν δευτέραν θέσιν. ἡ δὲ λέξις πήγνυμι β΄ συνθετικόν˙ ἐν τῆ συνθέτῳ κατάγω ἡ λέξις κατὰ εἶναι α΄ συνθετικὸν καὶ ἡ λέξις ἄγω β΄ συνθετικόν. ὁράω.Β΄) ΣΥΝΘΕΣΙΣ § 275. (ἄγχι. ἢ ἂν τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν αὐτοῦ εἶναι θέσει μακρὸν (§ 11. ε. ἡ ὁποία ἔχει τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ συνθέτῳ. πόνος). ὑπεράνω (ὑπέρ. θ. (ἄρμα. ἄρχω) ἵππ-αρχος. (α. (ὑπό. ῞Εκαστον ἐκ τῶν δύο συνθετικῶν μερῶν μιᾶς συνθέτου λέξεως δύναται νὰ εἶναι κλιτὸν ἢ ἄκλιτον: φυγόπονος (φεύγω. λέγεται δεύτερον συνθετικὸν (μέρος) αὐτῆς. 2) Τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν τοῦ β΄ συνθετικοῦ. τότε διατηρεῖται τὸ τελικὸν α ἢ ο τοῦ θέματος τοῦ πρώτου συνθετικοῦ καὶ συνήθως συναιρεῖται μὲ τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν τοῦ β΄ συνθετικοῦ: (θεός. εὐγενὴς (εὗ.κακό-εργος) κακοῦργος. παν171 . (ναῦς. Εἰσαγωγή. Σημείωσις 1. Αἱ λέξεις ὄλεθρος καὶ ὄροφος ὡς β΄ συνθετικὰ δέν ἐκτείνουν τὸ ἀρκτικὸν ο. ἔργον. ἔχω. (στρατός. ἀκέομαι) ἀν-ήκεστος. αἱ ὁποῖαι ἑνοῦνται καὶ σχηματίζουν μίαν ἄλλην λέξιν σύνθετον. ἄρχω) ναύ-αρχος (τὸ α τοῦ ἄρχω εἷναι θέσει μακρόν). Ἄν τὸ β΄ συνθετικὸν ἡρχιζέ ποτε ἀπὸ F ἢ σ. ἐλαύνω) ἁρματ-ηλάτης. (κλῆρος. ἄγω) λοχ-ᾱγός. γένος). Fοράω . ὅταν ἡ πρὸ αὐτῶν συλλαβὴ εἶναι μακρὰ (φύσει ἤ θέσει): δι-ώροφος. Fέργον . 1) Πρωτοκλίτου ἢ δευτεροκλίτου ὀνόματος ὁ χαρακτὴρ α ὴ ο τοῦ θέματος αὐτοῦ ὡς πρώτου συνθετικοῦ. (θύρα. θ.
σκια-) σκιαμαχῶ. ὑδατο. θ. λιθο-) λιθό-στρωτος. Α΄ . (θ. θ.γενής. (θ. δημο-) δημο-κρατία. § 46 κ. (θ. θανατο) θανατη-φόρος.ἢ γεω-. θ. Τῶν εἰς -μα οὐδετέρων τριτοκλίτων ὀνομάτων ὡς πρώτων συνθετικῶν πολλάκις τὸ θέμα ἀποβάλλει τὴν τελικὴν συλλαβὴν ατ: (θ. (θ. ἁμαξα-) ἁμαξο-πηγός. θ. ἰχθυ-) ἰχθυ-ο-πώλης. ἀλλὰ χρῦσ-όροφος. θ. κρεασ-) κρε-ο-πώλης. (σκιά.ἢ πυρι. β΄.ἢ ὑδρ: γη. ἐλαφο-) ἐλαφη-βόλος. ριν-) ῥιν-ό-κερως· 2) σπανίως καὶ τὸ θέμα τῶν δευτεροκλίτων καὶ τριτοκλίτων ὀνομάτων ὡς πρώτων συνθετικῶν. ἡμερα-) ἡμερο-δρόμος. γεω-γράφος . 1.ἑ. (θ. ἀγορα-) ἀγορα-νόμος. θ. ἰδίᾳ ὅταν τὸ οὐσιαστικὸν τοῦτο εἶναι δευτερόκλιτον: (ἀγορά. ὅταν τοῦτο λαμβάνεται ὡς α΄ συνθετικόν. (θ. βου-) βου-κέφαλος.ἢ ὑδρο. βιβλιο-) βιβλια-γράφος. ὑδρ-αγωγός. θ. ὕδωρ ὡς πρώτων συνθετικῶν θέμα εἶναι γη. παιδ-) παιδ-ο-νόμος. β΄) ᾽Επίθετον 172 . (νίκη. (δῆμος. περι-φλεγής. (θ. Σημείωσις 2. ὑφ-όφορος (τὸ υ τῆς λέξεως ὕψος εἶναι θέσει μακρόν)· πρβλ. (θ.ὴ πυρο. ἤτοι λήγει εἰς η ἢ α: (θ. Πρῶτον συνθετικὸν 1 . (θ.ωλεθρία. κανονικῶς μένει ἀμετάβλητον. (ναῦς. πυρ. σωματ-) σωματ-ο-ειδής. λαμπαδ-) λαμπαδ-η-φόρος.). καὶ § 34. (θ. (βοῦς. Ἀλλὰ 1) συνήθως τὸ θέμα πρωτοκλίτων καὶ τριτοκλίτων ὀνομάτων ὡς πρώτων συνθετικῶν μετασχηματίζεται κατὰ τὰ δευτερόκλιτα. τελεσ-) τελεσ-φόρος (βλ. αἱμ-ο-βαφής. (θ. (λίθος. μετασχηματίζεται κατὰ τὰ πρωτόκλιτα. ὑδροπότης. ἀνθεσ-) ἀνθ-ο-πώλης. (θ. Σημείωσις 1. ἀλλὰ σωμ-ασκῶ. πυρο-ειδής . ψῦχ-όλεθρος. Τῶν ὀνομάτων γῆ. ἤτοι λήγει εἰς ο: (θ.πυρ-φόρος. Τὸ θέμα οὐσιαστικοῦ. ναυ-) ναυ-μάχος. (τέλος. νικη-) νικη-φόρος. αἱματ-) αἱματ-ο-σταγής. ὕλη-) ὑλο-τόμος.ὑδατο-ει-δής. πῦρ. θ. ἁρ-ματ) ἁρματ-ηλάτης. γεωμέτρης. Κ λ ιτ ὸ ν α΄) Ὄνομα οὐσιαστικὸν § 277.
στρεψ ό-δικος. ἑξα-έτης. Τὰ δὲ ἄκλιτα ἀπόλυτα ἀριθμητικὰ ὡς πρῶτα συνθετικὰ ἢ μένουν ἀμετάβλητα ἢ μετασχηματίζονται καὶ λήγουν εἰς α (κατὰ τὸ ἑπτά. ἢ τὸ ὅλον σύνθετον: (ἄ-κρα. (χίλια. πόλις) Μεγαλό-πολις. οἱουδήποτε γένους καὶ ἂν εἶναι τὸ ὄνομα. τάλαντα) χιλιο-τάλαντος.ἀορίστου ἢ τοῦ μέλλοντος)˙ 1) ἀμετάβλητον. (Μεγάλη.μέδιμνος. τοῦ χαρακτῆρος ε: (φιλέ-ω) φιλ-άνθρωπος. Σημείωσις 1. πρὸ συμφώνου δὲ λαμβάνεται τὸ θέμα μὲ ο ἀντὶ. Σημείωσις. τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὡς β΄ συνθετικόν. ἀρχ-ιτέκτων. πειθ-αρχῶ. ἑκατοντα-έτης. πόλις) ἀκρό-πολις. τρεῖς. (διακόσιοι. πύλαι) Θερμο-πύλαι.ἢ παν. εἰκοσί-πηχυς. (ἄξιος. φθιν-όπωρον. χαιρ-έ-κακος. τετρά-πηχυς. Τῶν ἐπιθέτων ὡς πρώτων συνθετικῶν. ἐγγύη) ἐχ-έγγυον. μέδιμνοι) διακασιο .§ 278. δι-. θέμα εἶναι μονο-. λαμβάνεται κανονικῶς τὸ θέμα τοῦ ἀρσενικοῦ. νίκη) ἀξιό-νικος. Τῶν τεσσάρων πρώτων κλιτῶν ἀπολύτων ἀριθμητικῶν εἷς. (μισέ-ω) μισο-γύνης. δέκα): πεντά-δραχμον. κρυψ-ί-νους. γ΄) Ῥῆμα § 279. Τοῦ ἐπιθέτου καλὸς ὡς πρώτου συνθετικοῦ θέμα εἶναι καλλι(καλλί-μορφος. ἐννέα. ὅταν τὸ β΄ συνθετικὸν ἀρχίζῃ ἀπὸ φωνῆεν: (ἔχω. δύο. Τοῦ ῥήματος ὡς πρώτου συνθετικοῦ λαμβάνεται τὸ θέμα ἢ τὸ ῥηματικὸν ἢ τὸ χρονικὸν (κανονικῶς τοῦ ἐνεργητικοῦ. τετρα-: (ἓν εἶδος) μονο-ειδής.(παντοπόρος. Ἄκ λ ιτ ο ν 173 . Οὕτω καὶ ἐκ τῶν εἱς -έω συνῃρημένων ῥημάτων ὡς πρώτων συνθετικῶν πρὸ φωνήεντος μέν λαμβάνεται τὸ θέμα ἄνευ τοῦ χαρακτῆρος ε. τρί-πους. (Θερμαί. δωσ-ί-δικος. εὐρησί-λογος. ῥίψ-ασπις˙ 2) μετεσχηματισμένον διὰ τῆς προσλήψεως ἑνὸς ε ἢ ι ἢ ο. ὅταν ταῦτα λαμβάνωνται ὡς πρῶτα συνθετικά. ὅταν τὸ β΄ συνθετικὸν ἀρχίζῃ ἀπὸ σύμφωνον: ἐχ-έ-φρων. τρι-. Σημείωσις 2. ἑκατόμ-πεδος. δί-δραχμον. φυγ-ό-δικος. καλλί-νικος) καὶ τοῦ ἐπιθέτου πᾶς εἶναι παντο. τέσσαρες. παν-σέληνος). εἰκοσά-πηχυς. 2 .
τὸ όποῖον ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ κακὸς ἢ τοῦ δύσκολος: δυσ-ώδης (= κακῶς ὄζων). 6. ἀ-τυχὴς (= ἄτυχος). δυσ-άλωτος (= δυσκόλως ἁλισκόμενος)· γ΄) τὰ ἐπιτακτικὰ μόρια ἀ-. ἀρι-. ἄ-γνωστος (= ὄχι γνωστός). 3) ἀχώριστα μόρια· οὕτω καλοῦνται μερικαὶ ἐπιρρηματικαὶ λέξεις. Σημ. ὡς ἀμφι-θάλασσος (= ὁ ἔχων ἀμφοτέρωθεν θαλασσαν). ἄλλοτε δὲ τὴν συνήθη προθετικὴν σημασίαν. νῦν: ξε. 2. ἀργὸς (ἐκ τοῦ ἀ-εργός)· πρβλ. σύν-τροφος (= ὁ τρεφόμενος μαζί). πάρα πολύ: ἀ-τενὴς (= λίαν τεταμένος). νωδὸς (ἐκ τοῦ νη-ὀδοὺς = ἄνευ ὀδόντων)· Σημείωσις.§ 280. νηνεμία (= ἔλλειψις ἀνέμου). αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε λαμβάνονται μεμονωμέναι. ἄ-οπλος. ὑπερ-άνθρωπος (= ὁ ὑπὲρ ἄνθρωπον) βλ. εὐ-γενής. ἔχουν κανονικῶς ἐπιρρηματικὴν σημασίαν: εἰσ-άγω (= ἄγω ἐντός). ἀρι-ζήλωτος (= λίαν ζηλωτός). ὀπισθο-φύλαξ· 2) αἱ κύριαι προθέσεις· αὗται α΄) ὅταν τὸ β΄ συνθετικὸν εἶναι ῥῆμα.καὶ τὸ στερητικὸν νη-. § 28 κ. συμμένω (= μένω μαζί)· β΄) ὅταν τὸ β΄ συνθετικὸν εἶναι ὄνομα.ἑ. καὶ § 33. ᾽Εκ τῶν ἀκλίτων ὡς πρῶτα συνθετικὰ δύνανται νὰ λαμβάνωνται 1) ἐπιρρήματα˙ ταῦτα ἢ μένουν ἀπαθῆ ἢ πάσχουν φθογγικὰς παθήσεις ἢ ἀναλογικοὺς μετασχηματισμοὺς κατὰ τὸ τέλος αὐτῶν: ἀεί-μνηστος. χαμαί-ζηλος. ἀγχί-νους. ἄκων (ἐκ τοῦ ἀ-έκων). τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν ἔννοιαν τοῦ πολύ.πρὸ φωνήεντος συνήθως γίνεται ἀν-: ἀνεύθυνος· ἀλλά: ἀ-ήττητος. ἄσχημος). 1. (ἔνδον) ἐνδό-μυχος. ὑψι-πέτης . ἄ-υπνος. β΄) τὸ δυσ-. παλιρ-ροια. δυσ-ειδὴς (= ἔχων κακὴν μορφήν. ἐρι-. παλιν-ῳδία. Τὸ στερητικὸν α. (ὀψὲ) ὀψι-μαθής. Ἀχώριστα μόρια τῆς ἀρχαίας γλώσσης συνήθη εἶναι: α΄) τὸ στερητικὸν ἀ. πολὺ ἐκτεταμένος). λέω . ἐρί-τι174 . Σημ. ἐπι-τίθημι (= θέτω ἐπάνω). ἀ-χανὴς (= λίαν χαίνων. τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄνευ ἢ ὄχι: ἄ-καρπος (= ἄνευ καρποῦ). ὡς ἀνά-λογος (= ὁ ἀνὰ λόγον). παρά-λογος (= ὁ παρὰ λόγον). (ὄπισθεν) ὀπισθό-δομος.(ἄγχι) ἀγχέ-μαχος. ἔν-τιμος (= ὁ ἐν τιμῇ). ἀρτι-μελής. ἀλλὰ πάντοτε ἐν συνθέσει ὡς πρῶτα συνθετικὰ (πρβλ. π. ζα-. νη-ποινεὶ (= ἀτιμωρητί). (χαμαὶ) χαμερπής. § 276.ξεγράφω.ξελέω). ἄλλοτε μὲν ἔχουν ἐπιρρηματικὴν σημασίαν. ἀνω-φερής.χ. γράφω .
ὁμο-μήτρ-ιος. (σῶμα) ἀσώματ-ος. θέατρον) ἀμφι-θέατρον. (μέγεθος) ὑπερ-μεγέθ-ης. δυνατὸν ὅμως νὰ εἶναι ἐπίθετον. ἀ-χίτων. πάν-δημος. τὰ ὁποῖα λήγουν εἰς -ος. ἄ-τοπος. (σπονδὴ) ὁμό-σπον-δος. (τέλος) εὐ-τελ-ής. μήτηρ. εὐ-άριθμος. (ἀμφί. ῥίψ-ασπις. -ων: (μηχανὴ) πολυ-μήχαν-ος. (πατήρ. Εἰς μερικὰ τοιαῦτα σύνθετα τὸ οὐσιαστικόν. Κ λ ιτ ὸ ν α΄) Ὄνομα οὐσιαστικὸν § 281. Β΄. τὸ ὁποῖον εἶναι β΄ συνθετικόν. (εἷδος) εὐ-ειδ-ής. Σημείωσις. 1) ῞Οταν ἕν σύνθετον ὄνομα μὲ οὐσιαστικὸν ὡς β΄ συνθετικὸν εἶναι καὶ αὐτὸ οὐσιαστικόν. μετασχηματίζεται εἰς -ον ἢ -ιον: (πρό. (κτῆμα) ἀ-κτημ-ων. μάχαιρα) ξιφο-μάχαιρα. ζά-πλουτος (= βαθύπλουτος)˙ δ΄) τὸ ἡμι. Τὰ ὀνόματα πατήρ. (ἥμισυς. φύλαξ) ὀπισθο-φύλαξ.μος (= πολύτιμος). (ξίφος. (ὄπισθεν. ὁβολὸς) ἠμι-ωβὸλ-ιον (πρβλ. ἡμι-τάλαντος. -ιος. (ἥμισυς. μέδιμνος) ἠμι-μέδιμν-ον. εὐ-δαίμων. δρόμος) ἱππό-δρομος. (αἷμα) ὅμ-αιμ-ος. (ἵππος. θύρα) πρό-θυ-ρον. μήτηρ καὶ γαστὴρ ὡς δεύτερα συνθετικὰ ἐπιθέτων μὲ α΄ συνθετικὸν ἄλλην λέξιν ἐκτὸς τῆς λέξεως ὁμὸς (= εἵς καὶ ὁ αὐτὸς) 175 . σώ-φρ-ων (πρᾶγμα) πολυ-πράγμ-ων. (ἅλς) ἐν-άλ-ιος. Δεύτερον συνθετικὸν 1 . (ἀνὴρ) ἄν-ανδρ-ος (θάλαττα) ἐπι-θαλάττιος. (πρό. ἅμαξα) ἁρμ-άμαξα. τότε τὸ β΄ συνθετικόν α΄) μένει ἀμετάβλητον. εὔ-παις. γαστὴρ) ὁμο-πάτρ-ιος. 2) ῞Οταν σύνθετον ὄνομα μὲ οὐσιαστικὸν ὡς β΄ συνθετικὸν εἶναι ἐπίθετον. ἄστυ) προ-άστ-ιον. ἂν εἰς τὸ ὅλον σύνθετον παρέχεται μορφὴ ἐπιθέτου (δικαταλήκτου ἢ μονοκαταλήκτου): ἄ-ὑπνος. -ης. (φρὴν) ἄ-φρ-ων. εὔ-χαρις. ὁμο-γάστριος.(ἐξ οὗ τὸ ἐπίθετον ἥμισυς): ἡμί-θεος. ἡμι-τά-λαντον). Σημείωσις. Σύνθετον ὄνομα μὲ οὐσιαστικὸν ὡς β΄ συνθετικὸν δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ αὐτὸ οὐσιαστικόν. τότε τὸ β΄ συνθετικὸν συνήθως μένει ἀμετάβλητον: (ἅρμα. μακρό-χειρ˙ β΄) μετασχηματίζεται κατὰ τὰ ἐπίθετα.
κακογράφω κτλ. τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὡς β΄ συνθετικόν. -ος: (ἄρχ-ω). Σημείωσις. -ῶ (ἐκ τοῦ ζωγράφος) . βλαβ-) ἀ-βλαβ-ής. προσλαμβάνει τὰς καταλήξεις α΄) -ς: (θηρά-ω) ὀρνιθο-θήρα-ς (νικά-ω) ὀλυμπιο-νίκη-ς. τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὸ ἐνεργοῦν πρόσωπον: συγ-γράφω. (πέτ-ομαι) ὑψι-πέτ-ης. (ὠνέ-ομαι) τελ-ώνη-ς. (πήγ-νυ-μι) ναυ-πηγ-ός· γ΄) -ὴς (γεν. (θνῄσκω. μαθ176 . (ἴσος) ἄν-ισος. θυρο-κόπτω κτλ. νεοελλ. ἀλλὰ ζωγραφέ-ω. ῾Υπὸ τῶν μεταγενεστέρων ὅμως ἀρχίζουν νὰ σχηματίζωνται τοιαῦτα σύνθετα. θ. ἀν-ώνυμος. (πλήττω. θ. μόνον ὅταν τὸ α΄ συνθετικὸν εἶναι πρόθεσις˙ ἄλλως σχηματίζεται παρασύνθετον ῥῆμα εἰς -έω ἀπὸ συγγενὲς σύνθετον ὄνομα. (μαν-θάνω. ἀ-μήτωρ. (γράφ-ω) ζω-γράφ-ος. § 286. θ. -ῶ (ἐκ τοῦ εὐ-εργέτης)· βλ.μεταβάλλουν τὴν λήγουσαν -ηρ εἰς -ωρ: ἀ-πάτωρ. (γιγνώσκ-ω) ἀ-γνὼ-ς (= ἄγνωστος ἢ ἀγνοῶν). προ-γάστωρ. -ώνυμος: παν-ήγυρις. (ἀκούω) ὑπ-ακούω. κανονικῶς δὲν σχηματίζονται εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν. β΄) Ἐπίθετον § 282. ἀλλὰ εὐεργετ-έω. Τὸ ἐπίθετον ὡς β΄ συνθετικὸν μένει ἀμετάβλητον: (γνω-στὸς) ἄ-γνωστος. θνη-) ἡμι-θνή-ς. μεσό-γαιος. χαρτοπαίζω. ῥοδο-κόκκινος). (πωλέω) βιβλιο-πώλη-ς. (ποικίλος) πολυ-ποίκιλος. θ. καλοτρώγω. Αἱ λέξεις ἀγορὰ καὶ ὄνομα ὡς β΄ συνθετικὰ μετασχηματίζονται εἰς -ήγυρις. Λέξις σύνθετος μὲ ῥῆμα ὡς β΄ συνθετικὸν δυνατὸν νὰ εἶναι πάλιν ῥῆμα. ῾Η λέξις γῆ ὡς β΄ συνθετικὸν ἐπιθέτων μετασχηματίζεται εἰς -γεως ἢ -γαιος (ἢ -γειος): λεπτό-γεως. ὡς ἀμπελο-τέμνω. -ου). (συν-ήθης) ἀσυνήθης (πρβλ. ὁμ-ήγυρις . δυνατὸν ὅμως νὰ εἶναι ὄνομα οὐσιαστικὸν ἢ ἐπίθετον: (γράφω) ἀντι-γράφω. Σύνθετα ῥήματα ὡς τὰ τῆς νέας γλώσσης βιοπαλαίω. σχολάρχ-ης. γ΄) ῾Ρῆμα § 283.εὐ-ώνυμος. 1) Τὸ ῥῆμα ὡς β΄ συνθετικὸν κανονικῶς μένει ἀμετάβλητον. -οῦς): (βλάπτω.ἐξεργάζομαι. ὑπ-ήκοος. κατ-εργάζομαι. πληγ-) οἰστρο-πλὴξ (ἐκ τοῦ οἰστροπλήγ-ς)· β΄) -ης (γεν. 2) Ὅταν μὲ ῥῆμα ὡς β΄ συνθετικὸν σχηματίζεται ὄνομα οὐσιαστικὸν ἢ ἐπίθετον.: μον-άκριβος. (μεσό-γειος). τότε τὸ θέμα τοῦ ῥήματος. ζω-γράφος.
Τὰ τοιαῦτα σύνθετα καλοῦνται νόθα. νεώς.Ἐρυθροσταυρ-ίτης. (πᾶσι. (κατὰ χώραν τίθημι) καταχωρ-ίζω. 1) Αἱ παράγωγοι λέξεις. θ. Λέξις ἄκλιτος ὡς β΄ συνθετικὸν μένει ἀμετάβλητος: ἔκ-παλαι. θ. πόλις) νεά-πολις. σύν-αμα. πετ-) προ-πετ-ής· δ΄) -της. (καλὸς κἀγαθὸς) καλοκαγαθ-ία. ἔξω φρενῶν . -τωρ: (ἵστημι.πολυ-πράγμων) πολυπραγμον-έω -ῶ. ἢ μόνον κατὰ τὸ α΄.) εὐ-μαθ-ής. (λαβμάνω. (νοῦν. 2 . (σέβ-ομαι) εὐ-σεβ-ής. § 286. (δορί. ἀλλὰ) συνθέτους. στα-) ἐπι-στά-της. οἷκος) νεώσ-οικος. Νόθη σύνθεσις. ὅταν β΄ συνθετικὸν εἶναι 177 . δο-) προ-δότης. ἔχω) νουνεχής. Νόθα σύνθετα καὶ παρασύνθετα § 285. ἄγω . 2) Παρασύνθετα παράγονται καὶ ἀπὸ δύο ἢ περισσοτέρας λέξεις. 11) δὲν ἀναβιβάζεται κατὰ τὴν σύνθεσιν ὁ τόνος. (σῦκον. ἀλλ’ ἀπὸ ἀκεραίους τύπους λέξεων: (νέα.στρατ-ηγὸς) στρατηγ-έω. ἀλλὰ δὲν ἑνοῦνται εἰς μίαν λέξιν σύνθετον: (῎Αρειος πάγος) Ἀρεοπαγ-ίτης. Ἐρυθρὸς Σταυρὸς .ἀκρό-πολις).ἐξωφρεν-ικός). (ὁ ἀπὸ τῶν χειρῶν ἔχων τὸν βίοτον) ἀποχειροβίοτος (πρβλ. κτητὸς) δορί-κτητος. ληβ-) ἀντι-λήπ-τωρ. αἱ ὁποῖαι συνεκφέρονται μὲν κανονικῶς καὶ ἀποτελοῦν μίαν ἔννοιαν. φαίνω-συκοφάντης) συκοφαντ-έω. (δίδωμι. (ναῦς. Τονισμὸς καὶ σημασία τῶν συνθὲτων α΄) Τονισμὸς § 287. αἱ ὁποῖαι παράγονται ἀπὸ ἄλλας λέξεις (οὐχὶ ἁπλᾶς. ὑπερ-άνω. πόλις . Οὕτως ἐσχηματίσθη καὶ ἡ λέξις Πελοπόννησος (ἐκ τῶν λέξεων Πέλοπος νῆσος). οὐχὶ ἀπὸ θέματα ἁπλᾶ. (ἐν χειρὶ τίθημι) ἐγχειρ-ίζω. ὑπέρ-ευ. (ἐνῷ: ἄκρα. θ. Μερικαὶ σύνθετοι λέξεις σχηματίζονται καὶ κατὰ τὸ α΄ καὶ κατὰ τὸ β΄ συνθετικόν. Παρὰ τὸν κανόνα (§ 16. λέγονται παρασύνθετοι: (στρατός. πρᾶγμα . -ῶ. -ῶ. θ. Ἄκ λ ιτ ο ν § 284. (πολύς. νῦν: Μαύρη θάλασσα . (πίπτω. γνωστὸς) πασί-γνωστος.Μαυροθαλασσ-ίτης.
τότε τονίζονται ἐπὶ τῆς ληγούσης: ναυ-πηγός. τὸ διάλυτον (= διαλελυμένος). -ὸν (= δυνάμενος νὰ διαλυθῇ) . (γραφεὺς) συγ-γραφεύς. τὸ ὁποῖον λήγει εἰς -ἠς ἢ -ικὸς: (δοτέος) ἀπο-δοτέος. ἡ ἐξαίρετος. κακοῦργος. -ή. ναύ-αρχος.πρωτό-τοκος (= ὁ τεχθεὶς πρῶτος). ή διάλυτος. -ὸν (= δυνάμενος νὰ ἐξαιρεθῇ) . ᾽Εὰν ὅμως τὰ τοιαῦτα σύνθετα ἔχουν τὴν παραλήγουσαν φύσει ἢ θέσει μακράν. τὸ ὁποῖον λήγει εἰς -ά. δύσ-τροπος· β΄) ὅσα λἠγουν εἰς -οχος. ἂ-γονος. 2. (συμβουλεύω) συμ-βουλευτικός.ὁ. (ἀγωνιστὴς) ἀντ-αγωνιστής. πρωτο-τόκος (= ἡ τὸ πρῶτον τεκοῦσα) . ἡ νεόδαρτος (= νεωστὶ δεδαρμένος). ἀργυραμοιβός. ὅταν δὲ ἔχουν παθητικὴν ἤ ἀμετάβατον σημασίαν. τῶν ὁποίων τὸ μὲν α΄ συνθετικὸν εἶναι θέμα ὀνομαστικόν.αὐτό-γραφος (= ὁ ὑπ’ αὐτοῦ γραφείς). ἱερό-συλος·· γ΄) αἱ σύνθετοι λέξεις ἐπίβουλος. ὁ. -εύς. Σημ. -αρχος καὶ -συλος (ἐκ τῶν ῥ.ἐξαιρετός. § 288. συλῶ): ἡνί-οχος. εἰς τὸ β΄ συνθετικόν. ὅταν μέν ἑν τῷ συνθέτῳ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια τοῦ δυνατοῦ. ἤτοι εἰς τὴν παραλήγουσαν. -τής. (ἐπιεικὴς) ἀνεπιεικής. ψυχο-πομπός. τονίζονται συνήθως. πανοῦργος (§ 276.1) οὐσιαστικόν. ἂν καὶ ἔχουν ἐνεργητικὴν σημασίαν α΄) τὰ εἰς -ος σύνθετα μὲ πρόθεσιν ἢ μὲ τὸ ἐπίρρημα εὕ ἢ μὲ τὰ ἀχώριστα μόρια ἀ. τὸ ἐξαίρετον (= ἐξῃρημένος. ὅταν δὲ ἑν τῷ συνθέτῳ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια τοῦ παθητικοῦ παρακειμένου. Τὰ ῥηματικὰ ἐπίθετα εἰς -τος ὡς β΄ συνθετικά. ἄρχω. Σημείωσις. -ή.ὁ. (πλωτὴρ) συμ-πλωτήρ· (ἀλλὰ δεσμὸς . εὔ-φορος. διατηροῦν τὸν τόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης καὶ εἶναι τρικατάληκτα. (ἱερεὺς) ἀρχ-ιερεύς. ἀναβιβάζουν τὸν τόνον καὶ εἶναι δικατάληκτα (§ 271. διά-δοχος. Τὰ εἰς -ος σύνθετα. ἡ ἄγραπτος (= μὴ γεγραμμένος). ἔχω. Οὕτως ὁ. αὐτό-μολος (= ὁ αὐτὸς μολών. 1.σύνδεσμος)· 2) ῥηματικὸν ἐπίθετον εἰς -τέος ἢ ἐπίθετον ἐν γένει. ἤτοι ἐλθών). ἐκλελεγμένος) λυτὸς -διαλυτός. (βολὴ) προσ-βολή. -ή. τὸ δὲ β΄ συνθετικὸν εἶναι θέμα ῥηματικόν. Παρὰ τὸν ἀνωτέρω κανόνα ἀναβιβάζουν τὸν τόνον. ὅταν μὲν ἔχουν ἐνεργητικὴν σημασίαν. 1).καὶ δυσ-: πρό-μαχος. (σαφὴς) ἀ-σαφής. Σημείωσις. (σιτισμὸς) ἐπι-σιτισμός. ὁ. 178 . α΄): αἱρετὸς . τὴρ: (φορὰ) μισθο-φορά. ἡ χειροποίητος (= χειρὶ πεποιημένος). εἰς τὸ α΄ συνθετικόν. ἤτοι εἰς τὴν προπαραλήγουσαν: λογογράφος (= ὁ γράφων λόγους) . κυν-ηγός. -μός.
2). τὰ ὁποῖα δηλοῦν ἁπλῶς συνύπαρξιν ἐκείνων. ἀρχέκακος (= ὁ ἄρχων. ἐπιθετικὸς ἢ ἐπιρρηματικὸς ἢ κατὰ πτῶσιν γενικήν: ἀκρόπολις (= ἄκρα πόλις). δεισιδαίμων (= ὁ δεδιώς. (βλ. πάμπρωτος (= πάντων πρῶτος)· 2) τὰ ἀντικειμενικὰ ἢ σύνθετα έξαρτὴσεως· οὕτω καλοῦνται τὰ σύνθετα. δημογέρων (= τοῦ δήμου γέρων).ἀμπελοχώραφα. εἰς τὰ ὁποῖα. εἰς τὰ ὁποῖα. ἀνοιγοκλείνω.).)· 4) συνδετικά· οὕτω καλοῦνται τὰ σύνθετα. ὅταν ἀναλύωνται κατὰ τὴν σημασίαν των. ἤτοι τὰ σύνθετα. 179 . καὶ § 280. παλαιγενὴς (= πάλαι γενόμενος). γυναικόπαιδα. στενόμακρος. ἡμερονύκτιον.) μὲ ἀντικείμενον αὐτῆς ἀμφότερα τὰ συνθετικὰ μέρη τοῦ συνθέτου. πλουθυγίεια (= πλοῦτος καὶ ὑγίεια). τὸ α΄ συνθετικὸν γίνεται προσδιορισμὸς τοῦ β΄ συνθετικοῦ. τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναλύωνται εἰς τὴν μετοχὴν ἔχων (φέρων. ἤτοι φοβούμενος τοὺς δαίμονας). τραγέλαφος (= τράγος συγχρόνως καὶ ἔλαφος). τὰ ὁποῖα σημαίνουν τὰ δύο συνθετικὰ μέρη τοῦ συνθέτου. σώφρων (= ὁ ἔχων σώας τὰς φρένας). παράγων κτλ. Συνθετικὰ σύνθετα πολὺ ὀλίγα ἔχει ἡ ἀρχαία γλῶσσα. ἰατροφιλόσοφος. πολύκαρπος (= ὁ ἔχων ἢ φέρων ἢ παράγων πολλοὺς καρπούς· (πρβλ. πλεῖστα δὲ ἡ μεσαιωνικὴ καὶ ἰδίως ἡ νεωτέρα ῾Ελληνική. ξανθομάλλης = ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ξανθὰ μαλλιά. ὡς θεάνθρωπος. μπαινοβγαίνω κτλ.τι καὶ τὰ δύο συνθετικὰ μέρη αὐτῶν συνδεόμενα μὲ τὸ καί: ἰατρόμαντις (= ἱατρὸς συγχρόνως καὶ μάντις). Σημείωσις. μαυροκίτρινος.β΄) Σημασία § 289. ὀψιμαθὴς (= ὀψὲ μαθών). ἤτοι κάμνων ἀρχὴν τοῦ κακοῦ)· 3) κτητικά· οὕτω καλοῦνται τὰ σύνθετα. τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν ὅ. ἀνοιχτομάτης = ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοιχτὰ τὰ μάτια του κτλ. ὅταν ἀναλύωνται κατὰ τὴν σημασίαν των. Τὰ σύνθετα κατὰ τὴν σημασίαν των διαιροῦνται εἰς 1) ὁριστικά· οὕτω καλοῦνται τὰ σύνθετα. γλυκύπικρος (= γλυκὺς καὶ πικρός). ὀλιγαρχία (= ὀλίγων ἀρχή). τὸ ἕν ἐκ τῶν συνθετικῶν μερῶν λαμβάνει θέσιν ἀντικειμένου τοῦ ἑτέρου: λογογράφος (= ὁ γράφων λόγους). τὸ ἕν ὡς ἐπιθετικὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἑτέρου: ἀργυρότοξος (= ὁ ἔχων ἀργυροῦν τόξον. νυχθημερὸν .
. § 236. 130. ἀχθήσομαι. Βλ. . ἀρῶ. ᾐσθανόμην. ἄρω. 3. μέσ. 2. ἠκεσάμην (§ 236. ἠράμην. 148. φέρω˙ θ. Αἱρέω-ῶ. σημασίαν) ἑάλων. ἄξομαι. παρατ. παρακμ. (μὲ ἐνεργητικὴν σημασίαν) ᾄσομαι (= θὰ τραγουδήσω ἢ θὰ τραγουδῶ). Σημ. ἠρόμην. 141. 2). ἐξ οὗ αἱσθαν-. ἀειδ-. παρατ. . σελ. § 254. (μὲ ἐνεργ. παρατ. μέσ . Βλ. . αἰσθ. Βλ. 7). μέσ. β΄ ἥμαρτον. § 236. ἡμάρτηται. ἦρα (ὑποτ. ἀκεσ-). ἦρκα. β΄ ἠγαγόμην. § 254. παρακμ. § 252.ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ Ἄγαμαι. ἤρθην. 130. Fαλ-. ἀόρ. μέσ. μέσ. ᾖρον. ἡμαρτήθη. β΄ ἤγαγον (§ 190. ἀόρ.ἀόρ. § 216. μέλλ. παρατ. Κατάγνυμι. παρατ. 3). Βλ. § 251. παρακμ. παθ. παθ. ᾌδω (= τραγουδῶ. ᾔσθημαι. μέλλ. § 188. Ἁλίσκομαι (ἀποθετικόν. ἐνεργ. Βλ. ἁλω-. § 217. παθητικὸν τοῦ αἱρέω -ῶ. σηκώνω· θ. β΄ ᾐσθόμην. ἐξ οὗ ἁμαρταν-. παρακμ. β΄ (μὲ παθ. παρατ. (ἀπροσώπως) ἁμαρτάνεται. μελλ. 131. ἐξ οὗ ἁλισκ-. μέλλ. ὑπερσ. μελλ. 4. σημασίαν) ἁμαρτήσομαι. ἦγμαι. ἦγον. 3. μέσ. παρακμ. ἀόρ. παρακμ. ἂξω. ὑπερσυντ. παρακμ. § 236. ἡμαρτάνετο. β΄ ἁμαρτε-. Αἰδοῦμαι. ἡμάρτηκα. ἀόρ. ἀροῦμαι. (μὲ παθ. μέλλ. αἰσθε-). ᾀδ-). ἡλισκόμην. μέλλ. ᾐσθήμην. ἀόρ. ἦρμαι. ἀγ-). ἀόρ. ἐξ οὗ αἰρ-. ἡλώκειν. σημασίαν) ἑάλωκα. ᾖδον. ἀόρ. 3. ἡμάρτανον. Ἀγορεύω. σελ. Βλ. ψάλλω· θ. μέσ. β΄. ἀρ-. ἀόρ. 3. κυριεύομαι· θ. ἀόρ. § 254. 1). Αἰσθάνομαι (ἀποθετικόν. ἀόρ. μέλλ. Αἴρω (= ὑψώνω. παθ.Ἄγομαι. ἦγμην. = συλλαμβάνομαι. § 189.Παθ. ἀόρ. παρατ. Ἄγνυμι. Ἀκοῦμαι (ἀποθετικόν. σελ. (συνῃρημένος) ἀκοῦμαι.ᾌδομαι. σελ. 3. 2) παρατ. 2). μέλλων (μὲ παθητικὴν σημασίαν) ἁλώσομαι. ᾔσθην. μέσ. αἰσθήσομαι. μέσ. 3. μέλλ. ἤχθην. ὑπερσ.-. ἦχα ἢ ἀγήοχα (§ 33. παρατ. ἠγόμην. ᾖσα. ἁμαρτ-. = καταλαβαίνω· θ. σελ.Αἴρομαι. Ἀκούω. 1). Ἄγω (= ὁδηγῶ. Βλ. § 254. Σημ. 180 . ἆρον κτλ. = θεραπεύω· θ. παθ. Ἁμαρτάνω (= ἀποτυγχάνω· θ. προστ. παθ. παρακμ. ἀόρ. ἁλ-. 3. ἐνεργ. καὶ Ἁλίσκομαι. μέσ.
Ἀφικνέομαι -οῦμαι (= φθάνω). παρατ. . ἀν-αλ-. μέλλ. = καθίσταμαι μισητός· θ. . παρακμ. θνη-. 1). τέθνηκα. Fοιγ-. ἠρεσκόμην. ἀπ-εδίδρασκον. ἀμφιέσομαι. ἀόρ.). παρακμ. δρᾶ. παρακμ. Ἀρκέω -ῶ. 2) . 130. § 254. Ἀναλίσκω ἢ ἀναλόω -ῶ (= ἐξοδεύω· θ. ἀρε-. Ἀρόω -ῶ (= ἀροτριῶ· θ. σημασίαν) ἀπηχθόμην. ἑσ-. ἀνεώξομαι (= θὰ εἶμαι ἀνοικτός). μελλ. ἤρεσα. ἀνήλωσα. ἠμφιέννυν.ἕννυμι = ἐνδύω· θ. παρατ. ἐνεργ. § 254. β΄ (μὲ παθ. 4. 143). 2). ἀπ-έθνῃσκον. ἐτεθνήκειν. μέλλ. μέλλ. μέλλ. Βλ. ἀνήλωμαι. ἐξ οὗ ὀλλυ-. παρακμ. ἀνέῳγμαι. ἤρκεσα (§ 236. παρατ. 1). σελ. ἀόρ. Ἀπ-εχθάνομαι (ἀποθετικόν. ἀόρ. ἀόρ. παρακμ. ἀπώλεσα. 2. μέλλ.Ἀμφιέννυμι (ἀμφὶ . ἀπήχθημαι. 3. ὑπερσυντ. ἀόρ. ἀόρ. ἐξ οὗ οἰγνυ-. τεθνήξω (§ 253. εἶμαι χαμένος). μέλλ. Ἀπο-θνῄσκω (θ. ὀλ-. ἀνηλισκόμην ἢ ἀνηλούμην. (συνῃρημένος) ἀπ-ολοῦμαι. ἀνεώχθην. . ἀνηλώθην. παθ. παρατ. (συνῃρημένος) ἀμφιῶ. ἠμφιεννύμην. παθ. ἐξ οὗ θνησκ-. Ἀφίημι.§ 254 3 β΄ ἐχθε-) παρατ. παρακμ. § 239 2. Ἀρέσκω (θ. σημασίαν) ἀπεχθήσομαι.οἴγω· θ. ἐξ οὗ ἐχθαν. ἐκ τοῦ ὀλνυ-. τετελ. μέσ. ἀνέῳξα. 2). ἀνοίξω. § 254.) παρατ. παρατ.Ἀρέσκομαι. ἐξ οὗ ἀρεσκ-. παρακμ. ἠμφίεσα. μέλλ. ἤροσα (§ 236. ἀπ-ωλλύμην. μέλλ. ἀνήλισκον ἢ ἀνήλουν. παρακμ. Fεσ-. (συνῃρημένος) ἀπο-θανοῦμαι. 2. μέλ. 2). γ΄. ἀνέῳγον. τετελ. παρατ. Ἵημι. ἀπο-δέδρακα. ἀόρ. § 254. ἐξ οὗ ἀναλισκ-. οἰγ-. παρατ. σελ. ἀόρ. ἀρ-. παρατ. ἐξ οὗ ἑννυ. θαν-.ἐκ τοῦ ἑσνυ-. μέλλ. σελ. μέσ. . ἀόρ. ἤρεσκον. β΄ (μὲ παθ. παρατ. ἀρο-). παθ. ἀν-αλο-). ἐξ οὗ διδρασκ-. ἀνήλωκα. β΄ ἀπ-έδραν (§ 252. § 236. 4). ἀπ-ώλλυν μέλλ (συνῃρημένος) ἀπ-ολῶ. ὑπερσ. (μὲ ἐνεργ. σημασίαν) ἀπο-δράσομαι. ἀόρ. β΄ ἀπ-έθανον. ἐκ τοῦ θνηισκ-. Ἁνύω ἢ ἁνύτω (= τελειώνω). σημασίαν) ἀπ-όλωλα (= ἔχω καταστραφῆ. μέσ.Ἀμφιέννυμαι. § 239. § 188. παρακμ.Ἀπ-όλλυμαι. μέσ. ἀρέσω. § 239. ἀόρ. ἀπ-ωλώλειν (§ 190). ἀπ-ολώλεκα. μέσ. παρατ. Ἀνοίγω ἢ ἀνοίγνυμι (ἀνὰ . Σημ. ἀόρ. ἐχθ-. μέλλ. 3. 148. ἀνέῳχα. Βλ. παρατ. ἀναλώσω. 181 . Ἀπ-όλλυμι (= καταστρέφω. -εῖς κτλ. ἀναλωθήσομαι. Σημ. ἀνεῳγόμην. ἠρεσάμην. Ἀπο-διδράσκω (= δραπετεύω· θ. § 254. (μὲ παθ. ἀόρ. παρακμ. Βλ. μέσ.Ἀναλίσκομαι. ἀόρ. Ἀνοίγομαι. ἠμφίεσμαι (§ 186. ἀπηχθανόμην μέσ. χάνω· θ. 6). Βλ. β΄ ἀπ-ωλόμην.
πα182 . ἀγανακτῶ θ. β΄ (μὲ τὴν αὐτὴν σημασίαν) γέγονα. 130 καὶ § 232. μέσ. ὑπερσ. ἐξ οὗ βαλλ-. παρακμ. διαβιβάζω κτλ. συζητῶ). ἀόρ. α’. δ΄).γν-. μέλλ.. ἀόρ. (περι)βαλοῦμαι. ἐδακνόμην. ἐδέησε. φρονῶ. δέδηγμαι. Βλ. Βιβάζομαι. ἀχθ-. μέλλ. γενήσομαι. § 239. Βλ. παρατ. 2). § 32. γεγήρακα. (μἐ ἐνεργ. Δάκνω (= δαγκάνω· θ.. α΄). παρακμ. (συνῃρημένος) βαλῶ. -Βάλλομαι. β΄ ἐγενόμην. -ᾷς. παθ. Δέω. μέλλ. 3. ἠχθόμην. Δέω (= ἔχω ἀνάγκην· θ. γεν-. δακ-. Βούλομαι. Βλ. 2. βλη-). παρατ. ἐβλήθην. -ᾷ -ᾶται κτλ. § 254. παρατ. ἀόρ. μέσ. (καὶ ὡς μέσος) ἐδήχθην. παρακμ. 148 (§ 254. σελ.). ἀχθέσομαι. ἔδει. 147. ἔδακνον μέσ. 3. ἀόρ. μέλλ. 147 (§ 254. μέλλ. γενε).Δέομαι (= ἔχω ἀνάγκην ἢ παρακαλῶ). δηκ-. β΄ ἐγήραν (§ 252). παρατ. γηράσω καὶ μέσος (μὲ τὴν αὐτὴν σημασίαν) γηράσομαι. γηρα-. (συνῃρημένος) βιβῶμαι. ἀόρ. ἐβίβαζον. παρατ. μέλλ. παρατ. σελ. μέσ. 1). ἔβαλλον. 2). γ΄). ἀόρ. παρατ. = δυσαρεστοῦμαι. θ. Βάλλω (= ῥίπτω. 148 (§ 254. βέβληκα. (μὲ μέσην σημασίαν) ἐδεήθην (= ἔλαβον ἀνάγκην ἢ παρεκάλεσα). σελ. ἀόρ. β΄ ἔβαλον. § 254. βέβλημαι. 3. Σημ. ἀόρ. βληθήσομαι. ἐξ οὗ δακν-. ὑπερσ. Γίγνομαι (ἀποθετικόν. παρακμ. ἐδεόμην. ἐβιβασάμην. Γ ηράσκω (θ. (μὲ μέσην σημασίαν) ἠχθήσθην (§ 236. ἀόρ. § 216. Βιβάζω (εὔχρηστον σύνθετον: ἀναβιβάζω. ἔδεον. μέσ. έδέησα· (συνήθως ὡς ἀπρόσωπον ῥῆμα: δεῖ.Ἄχθομαι (ἀποθετικόν. γι. γεγένημαι καὶ ἐνεργ. ἐβεβλήκειν. ἀόρ. δεήσω. Βαίνω (= βαδίζω). ἐβαλλόμην. § 254. β΄). παθ. σελ. παρατ. παθ. ἐγήρασα καὶ ἀόρ. δεδέηκε). ἐξ οὗ δεε-.Δάκνομαι. δεδέημαι (§ 235). ἐξ οὗ γηρασκ-. γεν-. . -ᾷ κτλ. δε-. ἐβεβλήμην. = συνομιλῶ. παρατ. μέλλ. παθ. (συνῃρημένος) βιβῶ. (μὲ ἐνεργητικὴν σημασίαν) δήξομαι (= θὰ δαγκάνω ἢ θὰ δαγκάσω). Γιγνώσκω (= γνωρίζω. μέλλ. παρατ. παρατ. μέλλ. μέσ. ἀόρ. 6. κτυπῶ· θ. ἀόρ. δεήσει. ἐβίβασα. μέλλ. ὑπερσ. -ῶ (= δένω). μέσ. ἀχθεσ). 1). § 254. μέσ. 1. β΄ (περι)εβαλόμην. . σημασίαν) διελέχθην. παρακμ. Βλ. δεήσομαι. ἐγήρασκον. β΄ ἔδακον. σελ. μέλλ. Βλαστάνω. παθ. ἐγιγνόμην. ἀόρ. Βλ. παρακμ. μέσ. μέσ. παθ. διαλέξομαι. βαλ-. διελεγόμην. 1. παρακμ. ἐγεγόνειν (πρβλ. ἐξ οὗ γι-. μέλλ. Διαλέγομαι (ἀποθετικόν. ἀποφασίζω).
παρατ. μέλλ. ἐξ-επληττόμην. ἐθελ-. . ἐξ-έπλητον. Βλ. παθ. ἐθελήσω. 147. ἀόρ. § 236. (= εἶμαι ξύπνιος. σελ. παρακμ. ἀγρυπνῶ. παρακμ. παθ. ἐμεσ-). (συνῃρημένος) ἐγερῶ. μέλλ. 3 καὶ § 252. παρατ. Λανθάνω.᾽Εκ-πλήττομαι. εἵλκυκα. εἱλκόμην. Δύω. παρακμ. β΄ (μὲ ἀμετάβατον σημασίαν) ἐγρήγορα. μέσ. 1. παρακμ. παρακμ. ῾Ομοίως σχηματίζονται οἱ χρόνοι τοῦ καταπλήττω· βλ. ᾽Επαινῶ. Εἶμι (ἐνεστὼς μὲ σημασίαν μέλλοντος = θὰ πορευθῶ. ἤγειρα. μελλ. καὶ πλήττω. εἱλκύσθην. § 189. εἱλκυσάμην. = φροντίζω· θ. Βλ. ᾽Επιμελέομαι. ἀόρ. παρατ. -ῶ. ἐξ οὗ ἑγειρ-. . ὠθ-). β΄ ἐπελαθόμην. ἠγειρόμην. (καὶ ὡς μέσος) ἠγέρθην. μέσ. σελ. ᾽Εθέλω ἢ (σπανιώτερον) θέλω (θ. ἐκ-πέπληγμαι. ἐξ-επεπλήγμην. Βλ. 130. § 216. ἐγήγερμαι (= ἔχω σηκωθῆ. σελ. ἤθελον. ἐπελανθανόμην. § 236. β΄ ἠγρόμην. ἐκπλήξω. μέσ. σελ. Εἰμί. Fωθ-. εἵλκυσμαι (§ 188. 4). § 236. εἵλκυσα. ἀόρ. 2. Βλ. μέλλ. ἠθέληκα. Λέγω. . 148. ἠθελήκειν (§ 235). παρακμ. ἐπιλέλησμαι. Βλ. ἐπι183 . β΄ (καὶ ὡς μέσος) ἐξ-επλάγην. 3). ἀόρ. ᾽Επιλανθάνομαι (ἀποθετικόν. ἐπελελήσμην. ἑγερ-. = λησμονῶ).Ἐγείρομαι. ἤγειρον. Δοκέω. Βλ. § 254. Βλ. ὑπερσ. Βλ. § 253. Δύναμαι. παρατ. ἀόρ. παρατ. § 192. ὑπερσ. εἱλκον. § 254. ἐξ οὗ ἐθελε-. παρατ. σελ. Fελκ-. Βλ. -ῶ (= κάμνω ἔμετον· θ. τραβῶ· θ. 145. Ἐκ-πλήττω (= προξενῶ ἔκπληξιν). Δράω. (μὲ σημασίαν παρατατικοῦ) εἰώθειν (συνήθιζον. § 253. ὑπερσ. παθ. (μὲ μέσ. δ΄. ῞Ελκω (= σύρω. 144. Ἐγείρω (= σηκώνω˙ θ. σελ. σελ.ρακμ. ἀόρ. 5. α΄. § 242 κ. ἀόρ.ἑ. μέσ. Βλ. 3. ἕλξω. Δίδωμι. παρατ.῞Ελκομαι. ἐξ-έπληξα. ὑπερσ. 131. 2 καὶ ἑγρ-. ἀόρ. 3. ἠθέλησα. ἀόρ. μέλλ. ἀόρ. ἐπιλήσομαι. παθ. Fηθ-. 100. § 254. ἱλκυ-). 1). Εἴωθα (παρακείμενος μὲ σημασίαν ἑνεστῶτος συνηθίζω θ. σημασίαν) ἐκ-πλαγήσομαι. § 32. ᾽Ελαύνω (= κτυπῶ νὰ πάῃ ἐμπρός). ᾽Εμέω. Βλ. σελ. παρατ. 1). 130. ῎Εοικα. ἤμεσα (§ 236. σελ. 134. θὰ πάω)· βλ. διείλεγμαι. σελ. 3. μέλλ. -ῶ. 1). εἶμαι σηκωμένος) καὶ ἑνεργ. § 190). ἀόρ. 141. -οῦμαι ἢ ἐπιμέλομαι (ἀποθετικόν. παρακμ. § 251.
2). 2. τὰ βεβιωμένα (§ 252).Ἔψομαι Ζεύγνυμι (= ζευγνύω. εἰχόμην. σελ. σημασίαν) ἑψήσομαι (= θὰ βράζω ἢ θὰ βράσω). μέλλ. παρακμ. 2). 2. σχεῖν. παρατ. (ὡς μέσος) ἐπεμελέθην. σχῶ.. ἀόρ. ἀόρ. ᾽Εσθίω (= τρώγω˙ θ. ᾽Επίσταμαι (= γνωρίζω καλῶς). § 251. = εὐχαριστοῦμαι· θ. Παθ. μέσ. ἐλυθ-.).. Σημ. § 32. ι-. 3). παρατ. παρακμ. μέσ. ἐρωτα-. β΄ ἕφαγον. ἑχ-.σχηματίζεται μόνον ἡ ὁριστικὴ τοῦ ἐνεστῶτος. 1. ἀόρ. ἐδήδεσμαι (§ 190). (Βλ. παρακμ. ἠρώτηκα. ἑψ-. παρατ. ἐσθι-. β΄ ἔσχον (ὑποτ. β΄ ἦλθον. μέλλ. ἀόρ. παρακμ. ἠρωτώμην. § 253. ἀόρ. ἀόρ. βεβίωκα. Εὑρίσκω. παρακμ. ἀόρ. ἀόρ. σχε-). θ. ἐπ-. β΄ ἑσπόμην. § 33.Ζεύγνυμαι. σχ-. μέσ. ἀόρ. παθ. ῞Εψω (= βράζω· θ. παθ. σημασ. ἐρχ. β΄ ἐβίων. σχῶμαι. ἐπι-μελε-). σχών). ἐπιμεμέλημαι. (ἄσιγμος. παρακμ. Σημ. ἤσθιον. ἐλήλυθα. ἡδ-). μέλλ. κτλ. εἷμι (= θὰ ἔλθω ἢ θὰ πάω. σχοῖμεν. παρακμ. § 188. ζευγ-. μέσ. ἔζευγμαι. μέλλ. § 188. παράσχοις κτλ. παρατ. εἶχον. α΄ ἐζεύχθην καὶ β΄ ἐζύγην. παθ.) ἠρόμην. § 33. παρακμ. Σημ. ἐρε-). 3 καὶ § 211. μέλλ.. ἐρωτήσω καὶ μέσος (μέ τὴν αὐτὴν σημασίαν) ἐρήσομαι. σχοίη. φαγ-). = ἀκολουθῶ· θ.. σχῆται κτλ. ἔζωσα. καὶ ζυγ). ἔζευξα. παρατ. ἠρωτήθην. ἠρώτων. βιω-. παρατ. 147. μετχ. ὑπερσ. μέσ. μέλλ. ἐρ-. παρατ. ἀόρ. (ὡς μέσος) 184 . ἠρώτημαι. παρακμ.. εὐκτ. σελ. σημασίαν) ἔδομαι (= θὰ φάγω ἢ θὰ τρώγω). μετχ. βεβίωται. ἀπαρμφ. ἀόρ. ᾽Ερωτῶ (θ. παρατ. ἐξ οὗ ζευγνυ-. παθ. ἔσχηκα. ἠρώτησα καὶ μέσ. ἀλλὰ παράσχοιμι. ἐζεύγνυν. μέλλ. § 254. παρακμ. (μὲ ἐνεργ. μέλλ. σχοίης. ἧψον. ἐδήδοκα. ἐληλύθειν (§ 190). σχές. προστ. σχῇς. ἐδ-. ἀόρ. 2). σπ-). ἕψομαι.). παρακμ. Ἥδομαι (ἀποθετικόν. Ζῶ (θ. β΄ ἐσχόμην (ὑποτ. ἐπιμελήσομαι. ζη-. 2. μέλλ. ἔσχημαι (§ 32. § 239. 3. μὲ ἐνεργ. ἥψησα. ἀόρ. Ἔχω (θ. ἐχ-. 141. § 239. . Βλ. ζώνω. παρατ. μέσ. ζωσ-. 2. παρατ. οἱ δὲ ἄλλοι τύποι ἐκ τοῦ θέματος εἰ-. ἐζευξάμην. 3. μέλλων ζήσω καὶ μέσ. Βλ. παρατ. σχῇ κτλ. ἐπεμελούμην. -᾽Ερωτῶμαι. ἧα. ἔζων. 1. παθ. ἐκ τοῦ ζωσνυ-. ἔξομαι καὶ σχήσομαι. σεπ-.μελ-.. μέσ. σχῇ. ἔζωσμαι ἢ ἔζωμαι (§ 236. Ἔρχομαι (ἀποθετικόν˙ ἐκ τοῦ θ. (μὲ τὴν ἰδίαν σημασίαν) βιώσομαι. ἔξω καὶ σχήσω. παρακμ. εἱπόμην. μέσ. σεχ-. παθ. βιο-). ῞Επομαι (ἀποθετικόν. Ζώννυμι (= ζωννύω. ἐξ οὗ ζωννυ-.῞Ἔχομαι. ἐλθ-). ἐδε-. ἀόρ. ζεύω˙ θ. ἀόρ. ἑψε-). β΄ (μὲ ἐνεργ. σχοίην. σχέτω κτλ.
§ 254. § 253. σιδ-. 146. σελ.= ἐξιλεώνω· θ. = πηγαίνω νὰ καθίσω· θ. (μὲ σημασίαν ἀορίστου) ἐκαθεζόμην (= ἐκάθισα). 1). β΄ κατ-εάγην. Θύω (= θυσιάζω). Κατάγνυμι (κατὰ + ἄγνυμι = συντρίβω. θε-). β΄). καὶ ἑδε-). 2. Ἵζω. ἀγ-. παρατ. 3). ἐξ οὗ ἱλασκ-. β΄ ἔθιγον (§ 254. παρατ. ἀόρ. Θέω (= τρέχω. ῞Ιστημι. παθ. Ἀφικνοῦμαι. Βλ. σελ. 4). 146. Καθεύδω (= κοιμῶμαι κατὰ + εὕδω. μέσ. ἀόρ. Κεράννυμι (= ἀνακατεύω. § 236. μέλλων (συνῃρημένος) καθιῶ. 3. ἐξ οὗ ἑζ. Ἱλάσκομαι (ἀποθετικόν. ἐκ 185 . μέλλων κατ-άξω. § 254. . ἐκάθισα ἢ καθῖσα. μέσ. Βλ. ἱλάσθην. 130. μέλλ. Βλ. Fαγ-. (συνῃρημένος) καθεδοῦμαι. ἱλα-. κερασ-. Βλ. Βλ. 131. Ἱκνέομαι.. Ἵημι. παρατ. ἀόρ. 6. ἔθεον. 6. καθιζήσομαι. ἀόρ. Βλ. ἐκαθισάμην (§ 188. σελ. § 242 κ. παρατ. σεδ-. ἐκάθευδον ἢ καθηῦδον. . Κάμνω. μέσος μέλλων (μὲ ἐνεργ. Βλ. 2. § 236. Κελεύω. ἀόρ. § 210. ἀόρ. ἀόρ. -ῶ. σελ. 147. ἐξ οὗ ἀγνυ. καὶ Τρέχω. μέλλ. τσακίζω˙θ8. θ. ἱδ-. 3. 134. ἐκάθιζον. ἑδ-. 7. μέσ. β΄). ἐξ οὗ ἱζ. θιγ-.Θέομαι (§ 33. Καθέζομαι (ἀποθετικόν. ἐξ οὗ θιγγαν-). Βλ. § 242 κ. β΄). β΄. Βλ. β΄ (μὲ παθητικὴν σημασίαν) κατ-έαγα (= εἶμαι τσακισμένος).ἡσθήσομαι. Καθίζω (κατὰ + ἵζω = βάζω ἄλλον νὰ καθίση· θ. παρακμ. παρατ. Βλ. Θνήσκω. -εῖς κτλ. ἱλασκόμην. § 236. ἐνεργ.3. Καλέω. 2). παθ. ἐξ οὗ κεραννυ-. 3. § 253. Καθίζω. ἑ. θευ-. ἐκαθιζόμην. § 210.Κατάγνυμαι μέσ. μέσ. 134. ἐπὶ ὑγρῶν θ. ψαύω· θ.ἐκ τοῦ ἱδj-. § 236.Καθίζομαι.§ 239. Ἀποθνήσκω. 131. μέσ. καθευδήσω (§ 188. μέλλ. σελ. Θιγγάνω (= ἐγγίζω. -οῦμαι. 131. ἐξ οὗ θεF-. (ὡς μέσος) ἥσθην (§ 37. 6. σελ. σελ. Κάθημαι. μέλλ. παρατ. 3. σελ. εὑδ-). ἀόρ. Βλ. Βλ.. σελ. σημασίαν) θεύσομαι (= θὰ τρέχω ἢ θὰ τρέξω).ἐκ τοῦ ἑδj-. 3. θ. ἑ. Κεῖμαι. β΄ καὶ 211. ἱλάσομαι. κατ-έαξα. 2). Βλ. ἱλασάμην. Θραύω.
ἐξ οὗ κρεμαννυ-. λεχθήσομαι ἢ ῥηθήσομαι. ληχ-. (μὲ ἐνεργ. ἀόρ. ἀόρ. εἴληφα. παρακμ. ἔλεγον. ἔκλαιον ἢ ἔκλαον.Κεράννυμαι. (μὲ σημασίαν παρατ. β΄). ἐκ τοῦ κρεμασνυ. -Λείπομαι. κρέμαμαι (ἐνεστὼς μὲ σημασίαν παρακμ. παρακμ. -Κλαίομαι. παρακμ. λείψομαι. σημασίαν) λήψομαι (= θὰ λαμβάνω ἢ θὰ λάβω). κλαήσω ἢ (μέσος μὲ τὴν ἰδίαν σημασίαν) κλαύσομαι.). παρατ. παθ. ἀόρ. λευ. εἰλήφειν. 3. ἐλάμβανον. παθ. τετελ. ἐλέχθην ὴ ἐρρήθην.. φονεύω 186 . θ.. ἔλειπον. ἐξ οὗ κλαFj. β΄ ἔλαθον. λέλοιπα. καὶ ᾽Επιλανθάνομαι. Σημ. λειφθήσομαι. ἔκλαυσα. λείψω. ἐκράθην.). παρακμ. 2. παθ. μελλ. λαχ-. θ. ὑπερσ. παρατ. ἐλαβόμην. ἐλελοίπειν (§ 222).-Λαγχάνομαι. ὑπερσ. ἐλελήθειν. α΄ ἕλεξα ἢ εἱπα. ἀόρ. § 236. λοιπ-). μέσ. ὑπερσ. μέλλ. μέσ. ἀόρ. ἐκερασάμην. παθ. παρακμ. λήσω. Βλ. ἀόρ.λιπ-. εἴρηκα. παρακμ. παρακμ. 3. εἰπ-). παρατ. β΄). σελ. ἐκέρασα. λαβ-. ῥε-. κρεμασ-. ἐκρέμασα. Λέγω (θ. παρατ. παρακμ. § 239. 2β΄. Κράζω (θ. 3. μέλλ. ἐκλαυσάμην. λέληθα. διαφεύγω τὴν προσοχήν. ἐλειπόμην. Σημ. παθ. μέλλ. εἴλημμαι. ἐξ οὖ κραζ-. μέλλ. λέλειμμαι. ἀόρ. ἐλάγχανον. μέλλ. ἀόρ. 3. Κλαίω ἢ κλάω (θ. -Λέγομαι. (μὲ σημασίαν ἐνεστῶτος) κέκραγα (= φωνάζω δυνατά). § 254. μέσ. ἐκ τοῦ κραγj-. ἀόρ. ἀόρ. ἀόρ΄ β΄ ἐλιπόμην. κρα-. καὶ διαλέγομαι καὶ συλλέγω. Σημ. θ. ληβ-. παρακμ. Βλ. Λαγχάνω (= λαμβάνω διὰ κλήρου. παρατ. § 210. ἀόρ. ἐξ οὗ λαγχαν-. § 239. μέλλ. παθ. β΄ εἶπον. ἐξ οὗ λαμβαν-. μέλλ. 4). λέλεγμαι ἢ εἴρημαι. εἴληχα. Κρεμάννυμι (= κρεμῶ. παρατ. λελείψομαι.τοῦ κερασνυ-. Fερε-. θ. μέλλ. β΄ ἔλαβον. παθ. ἐλάνθανον. μέλλ.). παθ. παρατ. ὑπερσ. ληθ-. κλαε-). ἀόρ. -Κρεμάννυμαι. μέσ. παθ. λειπ. ὑπερσ. παθ. § 254. β΄ ἔκραγον. ἐλείφθην. τετελ.) ἐκεκράγειν (§ 222). κραθήσομαι. ἐλήχθην. Κλείω. β΄). . ἐλελείμμην. εἰρήσομαι (§ 189.= κλαι-. Λείπω (= ἀφήνω. κέκραμαι. ἀόρ. εἰρήμην. 4).εὔχρηστον τὸ σύνθετον καταλεύω = λιθοβολῶ. λαθ-. § 254. παρακμ. εἴληγμαι (§ 189. κραγ-. ἐκεκράμην. ἀόρ. ἀόρ. ἀόρ. ἀόρ. παρατ. κλαF-. 2. παρατ. ὑπερσ. Λεύω (θ. εἰρήκειν. μέλλ. κραυγ-. Λαμβάνω (θ. ἐλεγόμην. ἐκρεμάσθην. λέξω ἢ ἐρῶ (συνῃρημένος). μέσ. ἐλαμβανόμην. Βλ. λεγ-. ὑπερσ. εἱλήμμην (§ 189. μέσ. ἀόρ. παρακμ.). μέσ. β΄ ἔλῐπον. ἐξ οὗ λανθαν-. ἐλήφθην. μέλλ. κλαυ-. ἀόρ. (μὲ ἐνεργ. παρακμ. 131. Λανθάνω (= μένω ἀπαρατήρητος. ἐρε-. ὑπερσ. β΄ ἔλαχον. 4). ληφθήσομαι. ὑπερσ.Λαμβάνομαι. μέλλ. σημασίαν) λήξομαι (= θὰ λάβω διὰ κλήρου).
ἀόρ. ἐμειγνύμην. παθ. παθ. ᾠόμην ἢ ᾤμην. παρακμ. παρατ. Οἶδα. 145. παρατ. μελλε-). μέσ. ἔνεον. καὶ ἁπλοῦς) ἐμνήσθην. 2. παρατ. μέλλ. ἀόρ. Βλ. ὑπομιμνῄσκω . μέλλ. παρατ. μνήσομαι. ἔμειξα. σημασίαν) νεύσομαι (= θὰ πλέω ἢ θὰ πλεύσω) ἀόρ. § 239. (μὲ μέσην σημασίαν. μαχε-). παρακμ. μέμειγμαι. μεσ. ἐμαχεσάμην. παθ. μέλλ. γ΄). ἔμελλον ἢ ἦμελλον (§ 188. μιμνῃσκ-.Ἀναμιμνῄσκομαι. ἐμιμνησκόμην. Νέμω. β΄. ἔξεσα (§ 236. ξεσ-). παρατ. 3. § 254. (μὲ σημασίαν ἀορίστου) ᾠχόμην (= 187 . μελ. ἐμαχόμην. θ.) ἐμεμνήμην (= ἐνεθυμούμην). ἐμέλησε. ἀόρ. κατ-έλευσα. νένευκα (§ 33. καὶ μιγ-). ἀναβάλλω. μνήσω. Μανθάνω. ὑπερσ. ἀόρ. Μέλλω (= σκοπεύω. νε-).διὰ λιθοβολισμοῦ). Μάχομαι (ἀποθετικόν. § 254. ἐμείχθην (καὶ β΄ ἐμίγην). παρατ. θ. μελλήσω. 1). ἀόρ. μεν-. μεμένηκα (§ 254. Μέλει (ἀπρόσωπον. οἰχε-). μέσ. παρατ. κατ-ελεύσθην (§ 236. μειχθήσομαι. 3). ἀόρ. οἰε-). μαχ-. (μὲ σημασίαν ἐνεστῶτος) μέμνημαι (= ἐνθυμοῦμαι). 1. (μὲ ἐνεργ. σελ. Βλ. οἰ-. ἐμεμελήκει. μέλλ. κολυμβῶ. κατα-λευσθήσομαι. Μένω (θ.ὑπενθυμίζω· θ. (μὲ ἐνεργ. (μὲ ἐνεργ. παρατ. σημασίαν. παρακ. Μείγνυμι (= σμίγω. παρατ. = νομίζω. μελ-. Οἴχομαι (ἀποθετικόν· ἐνεστὼς μέ σημασίαν παρακειμένου = ἔχω ἀπέλθει θ. τετελ. ἀόρ. παρατ. ἐμίμνῃσκον. ἔμελε. νεF-. (μὲ σημασίαν παρατ. ἁπλοῦς) μνησθήσομαι. ὑπερσ. 1). ὑπερσ. θ. μέσ. θ. νευ-. μέλλ. παρακμ. μνη-. παθητ. σημασίαν) ᾠήθην (= ἐνόμισα). 2. ἔνευσα. μέλλ. θ. ἀόρ. παρακμ. 147. μενε-). μελε-). ἔμεινα. μειγ-. σελ. μεμάχημαι. μέλλ. παρατ. σελ. ἐμεμείγμην. μέλλ. μέσ. μέσ. μέλλ. θ. ἐμειξάμην. ἀόρ. ἔμενον. θ.Μέλλεται. Μιμνήσκω (εὔχρηστα τὰ σύνθετα ἀναμιμνῄσκω = θυμίζω. παρακμ. μέλλ-. κατ-έλευον. = ὑπάρχει φροντίς. μεμνήσομαι. ἀόρ. (μὲ ἐνεργητικὴν σημασίαν) οἰήσομαι (= θὰ νομίζω ἢ θὰ νομίσω). ἀόρ. μέλλ. μελήσει. (συνῃρημένος) μενῶ. 148. μεμέληκε. οἰχ-. 3). 1). παθ. παθ. Ξέω (= ξύνω. Βλ. παθ. Οἴομαι ἢ οἶμαι (ἀποθετικόν. ἐξ οὗ μειγνυ-. μείξω. 2. -Μείγνυμαι. μέλλ. ἐμείγνυν. ἀόρ. § 253. § 254. . μέλλ. ἐμέλλησα. ἐκ τοῦ μιμνηισκ-. παρατ. ἔμνησα. ἀόρ. Νέω (= πλέω. (συνῃρημένος) μαχοῦμαι. ἐξ οὗ.
ὠμώμοτο. ὁμο-). (μὲ ἐνεργ. παρατ. 5. παρακμ. πιθ-). πείσω. παι-). 2). ἑωρώμην. (ὠφειλήθην). παρατ. ἀόρ. μέσ. ἰδεῖν. ὀμώμοται. ὑπερσ. ἑόρακα ἢ ἑώρακα. Παθ. ἴδοιμι. ἐπάταξα. παθ. ἐξ οὗ ὁμνυ-. ἔπαισα. Πατάσσω (= κτυπῶ· θ. Ὄμνυμι (= ὀμνύω. μέσ. ὠφλίσκανον. ἀόρ. ἀόρ. μέλλ. § 254. Fιδ-.). ὤφλησα καὶ) ἀόρ. Ὀφλισκανω (= καταδικάζομαι νὰ πληρώσω πρόστιμον˙ θ. ὀμωμοσμένος. 1. ἴδωμαι κτλ. ὀμ-. Fειδ-. Ὄλλυμι. μέλλ. ὀμώμοκα. ὀφλ-. μετχ.ἀπῆλθον). ἑωράκειν.. 3. παρακμ. ὤφειλον. παρακμ. παρακμ. ὠμωμόκειν. ὁρα-. μέλλ. ἑόραμαι καὶ ὦμμαι (§ 188. (μὲ ἐνεργ. παθ. πλήττω. β΄ εἶδον (ὑποτ. μέσ. ὠφλήκειν. 2. μέλλ. ὤμνυν. ἔπειθον. παρατ. καὶ παιγ-). ἀόρ. μέλλ. σελ. ἐκ τοῦ ὀφελν-. ἐξ οὖ ὀφλισκαν-. ὠμόσθην. ὠφειλήκειν. ἐπεπόνθειν. (ἀόρ. καὶ τὰ συνώνυμα παίω. ἰδών). . σημασίαν) παιξοῦμαι (= θὰ παίξω ἢ θὰ παίζω) ἀόρ. ἀόρ. ἀόρ. προστ. § 216. ἑώρων. (Βλ. ὀφθήσομαι. παρακμ. § 210. § 190 καὶ 236. ὑπερσ. ὀφλήσω. ὑπερσ. ἐκ τοῦ παιδj-. ἀόρ. ἀόρ. § 254. ὑπερσ. ἐκ τοῦ παθ-σκ-. πέπεικα. παίσω. ἀόρ. παρακμ. θ. μέσ. β΄ ὤφελον. ἔπαιξα. Ὀφείλω (= χρεωστῶ· θ. οἰχήσομαι.Πείθομαι. καὶ τὰ συνώνυμα πατάσσω. Σημ. μτχ.Παθ. πέπαισμαι. σελ. β΄. ἔπαιον. Βλ. ὠμσάμην. μέλλ. παθ. ἰδ-). § 236. Παίζω (θ. παρακμ. παρατ. μέσ. ὀφειληθεῖσα. παρακμ. πενθ-. ὀφελ-. Βλ. παρατ. ἔπεισα. Ὄμνυμαι. β΄ ἔπαθον. § 251. παρατ. ἐπεπείκειν. ὑπερσ. 141. ὠφείλησα καὶ ἀόρ. μτχ. εὐκτ. ὠμνύμην. β΄ εἰδόμην (ὑποτ. ὤμοσα.). μέσ. Παύω. 2. ἀόρ. πλήττω καὶ τύπτω. Fορα-. πέπονθα. ὀφειλήσω. παρατ. παιδ-. παταγ-). Σημ. μέλλ. μέλλ. ὀμοσθήσομαι. 131. ἔπαιζον. ὀπ-. ἐξ οὗ ὀφειλ-. πέπαικα. ἐπαίσθην.). σημασίαν) ὀμοῦμαι (= θὰ ὀμνύω ἢ θὰ ὀμόσω). β΄. ἐπειθόμην. ὀμόνω· θ. Ἀπόλλυμι. ὤφληκα. Βλ. 2. παρακμ. παρατ. ἀπαρμφ. β΄ ὦφλον. 3. 188 . ἰδέ. ἀόρ. ἀόρ. § 239. παθ-. ὑπερσ. Βλ. ἔπασχον. μέλλ.Ὁρῶμαι. . Βλ. ὠφειλόμην. καὶ ὀφλε-). (δωρικὸς μὲ ἐνεργ. Παίω (= κτυπῶ. ὠφείληκα. . ἴδω. καὶ ὀφειλε-). πειθ-. Πείθω (θ. ἀόρ. Ὀνίνημι. α΄ μτγν. παρατ. τύπτω. ἐξ οὖ παιζ-. μέλλ. ῾Οράω-ῶ (= βλέπω· θ. ὑπερσ. μέσ. πείσομαι (ἐκ τοῦ πένθ-σομαι). παρατ. παρακμ. Πάσχω (θ. -᾽Οφείλομαι. παθ. σημασίαν) ὄψομαι (= θὰ βλέπω ἢ θὰ ἴδω). παρατ. παρατ. μέλλ. πασχ-. παθ. ὤφθην.
Πίμπρημι. ἐπετάννυν. ἐξ οὖ πῖπτ-. ἐνεργ. παρακμ. πετασ-. μέλλ. μὲ ἐνεργ. Βλ. β΄ ἐπλήγην. μέλλ. Πλέκω. παρακμ. β΄ ἔπεσον. ἐπόθην. Πέτομαι (ἀποθετικόν. ἐπηγνύμην. μέλλ. πῖν-. καὶ παγ-). 131. β΄ πληγήσομαι. § 236. πρᾶγ-). ἔπηξα. ἐπεπράμην. πέτ-. σελ. πῖ-. μέλλ. . πω-). ὑπερσ. καὶ Πωλῶ.ἄ. πλαγ-). Πίνω (θ. παρατ. παρακμ. 131. μέσ. παρακμ. μέσ. πο-. Πράττω (θ. μέλλ. Βλ. β΄ ἐπτόμην. μέλλ. ἐπεταννύμην. ἐκ τοῦ πιπετ-. § 224. παρατ. β΄ παγήσομαι. σημασίαν) πίομαι (= θὰ πίνω ἢ θὰ πίω). § 236. καὶ ἐκπλήττω.Πίνομαι. Πνέω. πτ-). . (Μόνον οὗτοι οἱ χρόνοι τοῦ ἁπλοῦ πλήττω μὲ τὴν σημασίαν τοῦ κτυπῶ εἶναι εὔχρηστοι. πράξω. ὑπερσ. θ. ἀόρ. ἔπραξα. σελ. 141.Παθ. ἀόρ. πεισθήσομαι. Βλ. πηγ-. ἀόρ. παρακμ. 3. Σημ. παθ. παρακμ. πέπεισμαι. β΄ ἐπάγην. πεπράσομαι. ἐπηξάμην.Πετάννυμαι. ἀόρ. β΄ ἐπιθόμην. = πετῶ· θ. πέπομαι. τετελ. 3. παθ. παρακμ. παθ. μέλλ. (δωρικὸς) πεσοῦμαι. σελ. (ἄσιγμος. § 239. ἐξ οὖ πηγνυ-. ἐπεπτώκειν. σήμασίαν) πέποιθα (= ἔχω πεποίθησιν. μέσ.). ἀόρ. ἐπείσθην. ἀόρ. ἐπεπράκειν. παρακμ. σελ. § 32. πέπταμαι. ἀόρ. ἐπέτασα. 189 .) πέπληγα. β΄ (μὲ μέσην σημασίαν) πέπηγα (= εἶμαι πεπηγμένος). Πετάννυμι (= ἀνοίγω· εὔχρηστον σύνθετον ἀνα-πετάννυμι κτλ. παθ. παρακμ. ἔπραττον. ἀόρ. καὶ πτω-). πετ-. Πιπράσκω (= πωλῶ˙ θ. ἐπινόμην. μέλλ. 2. 141. Βλ. ἀόρ. πατάσσω καὶ τύπτω ἢ συνώνυμοι ἐκφράσεις. ἀόρ. 2). ἔπιπτον. Βλ. ἐπεποίθειν. παρακμ. 3. πεπλήξομαι. πέπτωκα. ἐξ οὖ πιπράσκ-. παρατ. § 251. 1. ἔπινον. ἐπεπράχειν καὶ ἀμετάβ. ὑπερσ. παρατ. Πλήττω (= κτυπῶ· θ. παθ. Πιπράσκομαι. Πήγνυμι ἢ πηγνύω (= ἐμπήγω· θ. 123. πέπωκα. ἐπεπήγειν. μέσ. πείσομαι. § 251.πέπρακα. πτήσομαι. πληγ-. Βλ. Βλ. 2.μέσ. ὑπερσ. . ὑπερσ. καὶ πτα-). πέπραχα καὶ ἀμετάβ. παρακμ. πτε-. τετελ. ἐνεργ. παθ.. μέσ. ὡς πληγὰς δίδωμι. Πίπτω (θ. ἀόρ. θαρρῶ). § 239. ἐξ οὖ πεταννυ-. ἀόρ. σελ. πρα-. μέλλ. πέπραγα. παρατ. πέπραμαι. ἐπράθην. παρατ. ἀόρ. πληγὰς ἐμβάλλω κ. παρακμπέπληγμαι.. καὶ ἀντ’ αὐτῶν δὲ καὶ ἀντ’ ἄλλων χρησιμοποιοῦνται οἱ ἀντίστοιχοι χρόνοι τῶν συνωνύμων ρημάτων παίω. Πλέω. παθ. Πίμπλημι. -Πήγνυμαι. § 254. παρατ. ὑπερσυντ. β΄ (μὲ σημασίαν ἐνεργ. β΄ ἔπιον. μέλλ. β΄ (μὲ μέσ. ἐκ τοῦ πετασνυ-.
σᾰπ-. μέλλ. = πληροφοροῦμαι· θ. β΄ (μὲ παθητ. 5 καὶ 6). (καὶ μὲ μέσην σημασίαν) ἐρρώσθην. 3 καὶ § 252. § 140. ὑπερσ. πεύσομαι. . ἀόρ. ἐνεργ. ῾Ρήγνυμι (= σχίζω· θ. παρατ. ἐξ οὗ ῥωννυ-. ἀόρ. ἔρρεον. παρακμ. ἀόρ. ἐπωλούμην. ἐνεργ. 2). μέλλ. παρακμ. ἐκ τοῦ ῥωσνυ-. ἔσβεσα. ῥευ. ἀόρ. σελ. παρατ. ὡς ἐπίθετον = γερός. = φτερνίζομαι· θ. παρακμ. παρακμ. Πωλέω. ἐπεπύσμην. πταρ-. 2. § 239. παρακμ. § 239. σηπ-. β΄ ἐρράγην. μέσ. ἔπρῑσα. μέλλ. δυνατός. μέλλ. μέλλ.Σβέννυμαι. ἐρρηξάμην. σημασίαν) ἔρρωγα. μέσ. Πωλοῦμαι ἢ πιπράσκομαι. ἐπωλήθην ἢ ἐπράθην. ἐρρύηκα (§ 33. πέπρῑσμαι (§ 236. ἐρρώγειν. ἐσβέσθην. § 32.Πράττομαι κτλ. ἔπτῠσα (§ 236. κατα-σβέννυμι). παρατ. 2. 190 . μέσ. β΄). Σημ. πευθ-. σβεσ-.. ἐξ οὖ πυνθαν-. 131. ὑπερσ. Βλ. Σημ. ἐσβεννύμην. μέσ. ἐξ οὖ πταρνυ-. παθ. ῥεF-. 2. σβη-· συνήθ. ἀόρ. ῥυε-). Σείω. ἐπυνθανόμην. ἀόρ. μέλλ. 1). § 236. ῥώσω. 2. 3. ῥήξω. ἐρρύην. ῥαγ-. ἀόρ.(μὲ ἐνεργ. παθ. σημασίαν) ἔσβην (πρβλ. § 239. ἐνεργ. 1). ὑπερσ. ἐξ οὗ ῥηγνυ-. πωλήσω ἢ ἀποδώσομαι. Σβέννυμι (= σβήνω· θ. Πρίω (= πριονίζω.῾Ρήγνυμαι. ἀόρ. μέλλ. Βλ.Παθ. ἐσβέννυν. τετελ. ἀόρ. παθ. ἐρρωμένος. ῥωγ-. παρατ. ἀόρ. παρατ. 5 καὶ 6). μέλλ. σβέσω. ἐρρηγνύμην. παρατ. ἔρρωσα. ἀόρ. § 252). ἐνεργ. πέπρακα. β΄ ἐπυθόμην. ἐπεπράκειν. ῾Ρώννυμι (= δυναμώνω· θ. β΄ σαπήσομαι. ἐπεπράμην. . ῥηγ-. σημασίαν) ῥυήσομαι. -ῶ ἢ ἀποδίδομαι. 3. β΄ ἐσάπην. ἔρρηξα. ῥε-.. ὑπερσ. παρακμ. Πυνθάνομαι (ἀποθετικόν. ἐρρήγνυν. σελ.Σήπομαι. σημασίαν) σέσηπα. παρατ. (μὲ μέσην ἢ παθητ. ῥωσ-. παθ. β΄ (μὲ παθ. παρακμ. § 254. 127. § 32. ἐπώλουν ἢ ἀπεδιδόμην. 2). παθ. πρῖ-). Ῥέω (θ. β΄ ἔπταρον. . παρατ. πυθ-. παθ. Πτύω. σβήσομαι.ἐπεπράγειν. . (μὲ παθ. . Σήπω (= σαπίζω· θ. παρακμ.ῥυ-. πεπράσομαι. ἀόρ. μέλλ. ἔρρωμαι (μτχ. Πτάρνυμαι (ἀποθετικόν.). ἐξ οὗ σβέννυ-. § 233. ῾Ριγῶ. πέπυσμαι. ἀόρ. ἀπεδόμην.). παρακμ. μέσ. πέπραμαι. θ. § 239. ἀόρ. ἐνεργ. ἀόρ. ἀόρ. σύνθετον: ἀπο-. σημασίαν) ἔσβηκα (= ἔχω σβησθῆ). ἐκ τοῦ σβεσνυ-.
ὑπερσ. παρακμ. τῐ-. ἀόρ. τέτεισμαι. μέσ. α΄ ἐτήχθην καὶ β΄ ἐτάκην. . τετελ. καὶ τμε-). ἐξετάζω. Βλ. τέτμημαι.Σκοπέω. σκέπτομαι· θ. ἔτεινον. παθ. τεκ-. σημασίαν) τέξομαι (= θὰ γεννήσω ἢ θὰ γεννῶ). παρακμ. τηκ-. τεμ-. § 268. Συλ-λέγω. Βλ. παρατ. ἔτεμνον. ἐτίτρωσκον. 2. μεσ. μέλλ. ἐτετήκειν. Σπάω. μέσ. ἔσκεμμαι. μέλλ. δραμ-. Βλ. μέσ. συλ-λέξω. 3. Στρώννυμι (= στρώνω· θ. παρατ. παρατ. (συνηρημένος) τεμῶ. τετμήσομαι. ἀόρ. α΄ (μὲ μέσην σημασίαν) συν-ελέχθην καὶ β΄ συν-ελέγην. τᾰκ-. Βλ. 7. τραυ-. 134. στορεσ-).Τέμνομαι. τρεχ-. ἐκ τοῦ τι-τκ-. ἐτεμνόμην. παρατ. 130. 123. παθ. ἐξ οὗ τιτρωσκ-. παρατ. ἀόρ. ἐσκόπουν ἢ ἐσκοπούμην. παρακμ. παθ. τρω-. ἔστρωμαι. § 236. παρακμ. ἔτρεχον. Τιτρώσκω (= πληγώνω· θ. σελ. ἐξ οὗ στορνυ-. ἀόρ. συλλέξομαι. σκέψομαι. ἐστόρεσα. ἐτμήθην. β΄ συλ-λεγήσομαι. β΄ (μὲ μέσην ἢ παθ. 4. § 254. . Βλ. ἐτείσθην. μέλλ. ἔτηκον. θρεχ-. ἐξ οὗ στρωννυ-. μέσ. 3. τέτρωμαι. ἔτεισα. Τείνω. σκοπε-). β΄ ἐτεμόμην. β΄ ἔτεκον. ἔτρωσα. ἐξ οὗ τεμν-. μέλλ. τικτ-. ἐτετμήμην. μέσ. συν-είλοχα. (συνῃρ. 3. μέσ. τμηθήσομαι. -ῶ ἢ σκοπέομαι. συν-έλεξα. τι-τεκ-. καὶ στορ-. τέτμηκα. ἀόρ. ὑπερσ. 120. ἀόρ. Τέμνω (= κόπτω· θ. παρατ. ἀόρ. Βλ. σκεπ-. § 224. τῑ-. Τελέω -ῶ. δραμε-). παρακμ. § 242 κ.Τιτρώσκομαι. § 239. ἀόρ. τοκ-). .Τίνομαι. § 220. παρακμ. ἐστρώννυν. παθ. 5 καὶ 6). παρατ. τρώσω. Τίκτω (= γεννῶ· θ. παρατ. ἐτετρώμην. μέλλ. ἐνεργητ. σελ. μέλλ. παρατ. § 32. ἔτηξα. ἀόρ. συνελεξάμην. στρω-. ἀόρ. μέλλων τείσω. Τίνω (= πληρώνω· θ. Στόρνυμαι. Τήκω (= λειώνω· θ. τέτοκα. μέλλ.. τέτεικα. παθ. μέλλ. Σημ. 2. ἀόρ. Τρέχω (θ. ἀόρ. ἀόρ. α΄. παρακμ. σελ.-οῦμαι (= παρατηρῶ. 123. ἀόρ. 2). ἐτεισάμην. μέλλων τρωθήσομαι. μέλλ. § 32. παθ. μέλλ. παρακμ. ἐσκέψομαι. β΄ ἔτεμον. σελ. ἐτρώθην. ἀόρ. § 37. μέσ. σημασίαν) τέτηκα. σελ. Τίθημι. παρακμ. β΄ ἔδραμον. ἀόρ. Τρέφω. -ῶ. ἐτιτρωσκόμην. παρακμ. 130. ἐσκεψάμην. . παρατ. παθ.Συλλέγομαι. σημασίαν) δραμοῦμαι. 1. Τρέπω.Τήκομαι. 2. . § 224.ἑ. τῐν-). (μὲ ἐνεργ. τει-. συν-έλεγον. μέσος μέλλων (συνῃρημένος μὲ ἐνεργ. παρατ. μέλλων τείσομαι. 191 . τρωF-. σελ. ἀόρ. τετελ.) τεμοῦμαι. μέλλ. παθ. ὑπερσ. συν-είλεγμαι. ἔτικτον. Βλ. § 236. μέσ. παρακμ. καὶ λέγω καὶ διαλέγομαι καὶ § 189.
2. σελ. α΄ ἔφθασα καὶ β΄ ἔφθην (§ 252). παρακμ. ὑποσχήσομαι. πληγὰς λήψομαι. τυχε-). μέλλ. . σελ. πατάσσω. παρατ. παρατ. οἴσομαι. 3. ἐδεδραμήκειν. εὐκτ. Χόω ἢ χώννυμι. παθ. 3. § 210. μέλλ. § 252. ὑπόσχωμαι. σημασίαν) φεύξομαι καὶ (δωρικὸς) φευξοῦμαι. (ἀόρ. ἀόρ. β΄. φθᾰν-). σελ. 131. μέλλ. ἐνήνοχα. ἐτύγχανον. τευχ-. ἔφθακα. μέσ. Φθείρω. 129. δεδράμηκα. σημασίαν) φθήσομαι. τυπτήσω. οἰ-. § 236. παρατ. Φέρω (φερ-. σχε-. τυπτ-. καὶ παίω. μέλλων (μὲ ἐνεργητ. ἐνήνεγμαι. β΄ ἐχάρην (§ 252). φθη-. τυπτε-). μέσ. πληγὰς ἔλαβον). σεχ-. § 32. -ῶ. φευγ-. γ΄). Βλ. ἀόρ. πληγὰς ἐλάμβανον. Βλ. σελ. σελ. ἀόρ. τετύχηκα. οἰσθήσομαι καὶ ἐνεχθήσομαι. 3. ὑπεσχήμην. μέσος μέλλ. πλήττω. 1. σχ-. καταδιώκομαι. 3 192 . ἀόρ. Χαλάω. ἠνέχθην. Βλ.Τύπτομαι (ἢ πληγὰς λαμβάνω. Χαίρω (= χαίρομαι· θ. παρατ. ἀόρ. § 239. μέλλων οἴσω. ἐνηνέγμην (§ 190). § 254. μέσ. § 220. παρακμ. ὑπερσ. ἔτυπτον. ὑπερσ. ἐπάταξα ἢ ἔπαισα ἢ πληγὰς ἔδωκα. 144. ἔχαιρον. παρακμ. β΄ ὑπεσχόμην (ὑποτ. ὑπερσ. § 253. χαιρε-). ἐξ οὗ ἰσχ-. φθα-. παρατ. παρακμ. καὶ θέω. ἐφερόμην. Ὑ π-ισχνέομαι.ὑπισχνούμην. τυχ-. σελ. Φθάνω (= προφθάνω. 3. ἔφθανον. α΄ (ἄσιγμος) ἤνεγκα καὶ β΄ ἤνεγκον. 1.Φέρομαι. σημασίαν) τεύξομαι (= θὰ ἐπιτύχω).παρακμ. Τύπτω (= κτυπῶ· θ. παρακμ. ἀόρ. ὑπέσχημαι. § 236. ἀόρ. ὑπερσ. χαρ-. παθ. Βλ. Βλ. τέτυμμαι (ἢ πέπληγμαι ἢ πληγὰς εἴληφα). 142. παρατ. 1. ἐνεκ-. μέσ. τυπ-. Βλ. παρακμ. πέπληγα ἢ πληγὰς δέδωκα). β΄ ἔτυχον. Χέω. προλαμβάνω· θ. ἔφερον. Φεύγω (= τρέπομαι εἰς φυγήν. μέλλ. παρατ. μέλλ. 120. Φημί. παρατ. πέφευγα. ὑπερσ. καὶ ἰσχνε-. § 236. γέγηθα. παρακμ. § 216. ἐνηνόχειν. τυχαίνω· θ. = ὑπόσχομαι θ. ἔφευγον. παρατ. παθ. ὑπόσχοιο κτλ. φυγ-). (μὲ ἐνεργ. 129. μέσος μέλλων (μὲ ἐνεργ. εὑρίσκω. β΄ ἐφυγον. Τυγχάνω (= ἐπιτυγχάνω. μέσ. 1). Βλ. παθητ. μέλλ. ἐπεφεύγειν. ἐξ οὗ χαιρ-. ἐκ τοῦ σισχ-. εἶμαι ἐξόριστος· θ. ἀόρ.). -οῦμαι (ἀποθετικόν. ὑποσχοίμην. ἐγκ-. παρακμ. Φύω. . (ἄσιγμος) ἠνεγκάμην. § 254. παρακμ. ἐξ οὗ τυγχαν-. χαιρήσω. Βλ. ἀόρ.
ὤσω. σελ. Fωνε-. 193 . ἐωνήθην. χρα-). 127. § 253. ζητῶ χρησμόν). § 231. Fωθ-. § 236. 2). ἀόρ. ὑπερσ. . ἐώνυμαι. μέσ. ἐωνήμην (§ 188. μέλλ. ὠνε-. ὠθ-. ἐωνούμην. ἔωσα. ἐώσθην. -οῦμαι (ἀποθετικόν. παθ. μέσ. ὠνήσομαι. ὠθε-). ἐωσάμην. ἀόρ. Βλ. 8. ἀόρ. ὠσθήσομαι. ἐχρήσθην. Χρίω. 2 καὶ 251). ἐχρησάμην. ἀόρ. Χρή. χρη-.Χρῶμαι (= ἐρωτῶ τὸ μαντεῖον. Χρῶμαι (= μεταχειρίζομαι). σελ. παθ. σελ. παθ. -ῶ (= χρησμοδοτῶ· θ. Βλ. ἐώθουν. 146. α΄ (ἄσιγμος) ἐπριάμην (= ἠγόρασα).Χράω. μέλλ. . παρακμ. μέσ. 3. ἔωσμαι (§ 188. πρια-). ᾽Ωθέω. = ἀγοράζω· θ. ἀόρ. παρατ. ἀόρ. παρατ. παρακμ. μέσος μέλλων ὤσομαι. ἐωθούμην. ἔχρησα. μέσος ἀόρ. παθ. ἀόρ. Βλ. παρατ. -ῶ (= σπρώχνω θ. μέλλ. 131. ᾽Ωνέομαι.᾽Ωθοῦμαι.
Ἀντιμεταχώρησις. σελ. § 147 κ. σελ.ἑ. § 188. σελ.ἑ. 21. σελ. § 18. 2 . Ἄντέκτασις. σελ.ἑ. § 63.ἑ. § 164 κ. § 42. 28. 21. 136. § 256. Ἀπαρέμφατον. σελ. § 254 κ. σελ. . σελ. σελ. 1 . 7.ἑ. 132. 77. σελ. Ἀφωνόληκτα τριτόκλιτα. Ἀριθμοὶ ὀνομάτων. σελ. σελ. σελ. § 37. 22.συμφώνου. καὶ 6. 150. Ἄφωνα. 16. 30.Ἀττικός. 68. 146. § 3. 30. Ἀνώμαλα ἐπίθετα. 30. 62. § 32 .παραθετικά. 23.ἐπίθετα. 3. σελ. (Κατάλογος ἀνωμάλων ῥημάτων. § 252. 194 . Αὔξησις ὁμαλὴ. 99. Ἀντωνυμίαι. Ἄρθρον. § 33. σελ.ἀνώμαλος. § 41.ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗΝ ΣΕΙΡΑΝ Ἀκατάληκτα τριτόκλιτα. σελ. γ΄. 2 σελ. σελ. § 185 κ. 171 κ. σελ. 9. σελ. Ἄτονοι λέξεις. 97. § 32.έ. § 106 κ. § 117.ἀνώμαλος.ἑ. § 131 . σελ. σελ. σελ. Γ ράμματα. 86. σελ. 95. § 190 . Ἀφομοίωσις φωνήεντος. § 177. 7 . 43. § 37. 6. σελ. 21. σελ. § 8.σελ.ἑ. 29. Ἀνομοίωσις συμφώνου. σελ. § 1 κ. § 257 κ. 4. Γ ένος.σελ. Ἀποθετικὰ ῥήματα. 92. σελ. Ἀόριστοι δεύτεροι κλινόμενοι κατὰ τὰ εἰς -μι. § 32. 1. § 141 κ. 1.ἑ. σελ.ἑ. 24. 37. 149. § 186 .ἐνεστωτικὸς. § 41. Ἀττικόκλιτα οὐσιαστικά. 27. § 210 κ.ῥὴματα. 3 . . Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου. § 189 . 58. § 239. σελ.ῥημάτων. σελ. Ἀποβολὴ φωνέεντος. 22. σελ. 99. § 178. Ἀνώμαλα ῥὴματα.ἑ. § 34. 73. σελ. 96.συλλαβῆς. 112. § 38. § 59 . σελ. σελ. § 45 . Ἀναδιπλασιασμὸς (ῥημάτων). σελ. § 32. σελ.συμφώνου. Ἀνάπτυξις συμφώνου. § 78 κ. 22. 1. σελ. § 33 κ. 39. Ἀριθμητικά. 31.ἑ). 10.
ἑ. 90.ἑ. Διπλόθεμα τριτόκλιτα. 150. § 39. Ἐπιφωνήματα. σελ. Ἐπίθετα. 31. σελ.ὀνομάτων. σελ. 10. σελ. σελ. Εἰμὶ (βοηθητικόν). 36. σελ. § 175. 93.σελ. σελ. 110. 71. 28. 58. 1 . § 47. 158. σελ. § 194 κ. § 5. 20.ἑ. . § 146. § 41. § 168 παράγωγα. Ἐτυμολογικὸν. 16. 46. Σημ. σελ.ἑ.καταλήξεις πρωτοκλίτων. § 191 κ. § 64.ῥηματικόν. 132. 88. 102 . σελ. ἰσχυρόν. § 54. § 216 κ. 2. Κατάληξις (λέξεως ἐν γένει). σελ. 16. τριτοκλίτων. § 24Ο . § 39. Κλίσις σελ. σελ. § 261. . 2 . σελ.παραθετικά. σελ. σελ. Διάθεσις ῥήματος. Ἐγκλίσεις ῥήματος. Ἡμιφωνὸληκτα τριτόκλιτα. § 41. Ἐπιρρήματα. σελ. . 116. § 1. § 64. 46. 3 . § 209. ῥημάτων. § 27Ι κ. Ἔγκλισις τόνου. σελ. σελ. 30. σελ. Ἐγκλιτικαὶ λέξεις. σελ. σελ. 116. 151. Ἔκτασις φωνήεντος. σελ. § 221 κ. 6. Ἔκθλιψις. σελ.ἀσθενές. 16Ι. § 3. καὶ σελ. σελ. Δίφθογγοι. 33. Θέμα (λέξεως ἐν γένει). Ἔνρινα σύμφωνα. § 105. 10. 1. Δυϊκὸς ἀριθμός. 39. 152. 110. σελ. § 46 195 . Ἡμίφωνα σελ. 100. σελ. σελ. 41.έ.ῥήματα. σελ.ἀριθμητικά.πρώτη. § 31.παράγωγα.ῥὴματα. 29. § 28. σελ. σελ. σελ. Ἐνρινόληκτα τριτόκλιτα. § 32. § 271 . § 19. Δίγαμμα. σελ.39. Εὐφωνικὰ σύμφωνα. § 209. παραθετικά. 92. Καταληκτικὰ τριτόκλιτα.ἑ. § 136 κ. δευτεροκλίτων. 5. 120. σελ. 20. σελ.ἑ. § 71. 11. Ἐγκλίσεις ῥὴματος. σελ. 22. § 83 κ. § 216 κ.ἑ. § 171. σελ. 1 καὶ σελ. § 103 ῥημάτων. 28. § 181. 54. § 83 κ. § 6. 76. κ. 39 § 63.έ.Δεύτεροι χρόνοι ῥημάτων.ἑ. § 262 κ.ἑ. § 38. 1 . σελ. § 257 . 28. § 20. χρονικόν. σελ. σελ. 41. σελ.
150. § 22.ἑ. σελ.ἑ. § 257 κ. 13. 151. 9. 93. 28. . σελ. § 268 κ. Παραγωγή. σελ.ἑ. σελ. σελ. Σημεῖα τοῦ γραπτοῦ λόγου. σελ. § 169 κ. Συγκοπτὸμενα τριτόκλιτα. 28.κ. σελ. σελ. 2. σελ. 21. σελ. . σελ. § 265 κ. .ῥήματος. .κλίσις μετοχῶν. § 216 κ. 38. 22. Πρὸσφυμα. 132. Ῥήματα ἀποθετικά.ἑ. § 176. § 193. σελ. 92. § 132 κ.ἄκλιτα.ἑ. . 2 . 2 . σελ.. § 38 . σελ. § 40. 90.περισπώμενα ἢ συνῃρημένα. Σιγμόληκτα τριτόκλιτα. σελ.ὡς πρῶτα συνθετικά. σελ. σελ.ἐνρινόληκτα ἢ ὑγρόληκτα. σελ. 152. 2.ἑ. § 32. Προθέσεις.ἑ. 149 § 256 . Μέρη τοῦ λόγου. 155. 76. 116. § 38 κ. 30. 1 καὶ § 194 κ. Παραθετικὰ ἐπίθετα.παράγωγα. κλιτά. 1. κ. σελ. σελ. § 280. § 26. 3.ἑ. 150.ἑ. 101. σελ. σελ. § 258 κ. Κλιτὰ μέρη τοῦ λόγου. 2.ἑ. σελ. σελ. 2 . 77. Μονόθεμα τριτόκλιτα. σελ. σελ. § 32.ἑ. § 178. Παρεπὸμενα ὀνόματος. 140. σελ. σελ.ἀφωνόληκτα. Παρασύνθετα. σελ. σελ. § 286. σελ. § 89. § 38. 165. 108.ἑ. σελ. 24. § 25Ι κ. Ληκτικὰ (ἢ τελικὰ) σύμφωνα. § 12 κ.ῥήματος.. § 193. 168. 1. § 29 κ.ἑ. § 43 κ. δευτέρα. 196 . § 61 κ. 28. § 148 . § 170. 69. σελ. σελ.ἑ. 5 136 κ. Κρᾶσις. 28. 71. Μετοχή. σελ. 35. § 53. τρίτη. 1 § 146. § 41. 50.συμφώνου. § 198. σελ. 30.ἑ. 1. § 210 κ.ἐπιρρὴματα. . Ῥῆμα. σελ. 17. § 237 κ. 49.ἑ.ἑ. 101. 19. 192. σελ. σελ.ἑ.ἑ. Συγκοπὴ φωνὴεντος.παράγωγα.ἑ. Οὐσιαστικά. Σημ. § 64. § 262 κ. Μετάθεσις φωνὴεντος. § 33. . 21. 90. σελ. σελ. Πτώσεις. Πνεύματα.βαρύτονα. § 35. -εἰς -μι. Πρὸσωπα (τοῦ λόγου). κλινόμενα κατὰ τὰ εἰς -μι.
ἑ. σελ. σελ. 3 . 18. Ὑ γρὰ σύμφωνα. σελ. Σύμφωνα. § 57 . 115.ἑ. 168 § 287 κ. 22. 14.ἑ. 151. 91. σελ. § 183 . Ὑ γρὸληκτα τριτόκλιτα. σελ. σελ. Συνηρημένα ὀνὸματα. 162. σελ. 168.σελ. σελ. § 216 κ. § 287 κ. σελ. σελ. § 3 κ. 25. § 260.ῥήματα.σελ. 123. 164. χρονικός σελ.ἑ. § 10. σελ. Συμφωνόληκτα τριτὸκλιτα. § 201 . 94. § 51 . § 275. σελ.ῥήματα. σελ. 10. § 24. Σύνδεσμοι. σελ. Φωνὴ ῥὴματος. 6. Συναίρεσις. § 174. σελ.ἑ. . .συλλαβισμός. Τονισμός. σελ. 152. σελ.τῶν εἰς -ω. 123.σελ. § 86 . σελ. § 173. Φθογγικὰ πάθη. Χαρακτὴρ θέματος. σελ. σελ. § 226 κ. . § 172 . σελ. Συστολὴ φωνήεντος. Συλλαβή. σελ. § 2 . Σύνθετα. Σύνθεσις. 169. 1 καὶ § 67 κ. 197 .ἑ. 162. σελ. κ. § 14 κ.ἑ.συνθέτων σημασία.ἑ. 48. § 78 κ. 30 § 66. σελ. 152.ῥήματα.ῥηματικός.ἑ. σελ.τόνοι σελ.ἑ. 90. § 39. 12. 94. σελ. § 112. σελ. Συμπνευματισμὸς. § 23 κ. σελ. § 32. 101. 43.σελ. § 5. § 8 . 10. σελ. 3 . 2 . § 210 κ. 90. 28.ἑ.νόθα. § 37. 108. . § 226 κ.ἑ.ἑ.σελ. σελ. 100. § 237 κ.ἑ.Συζυγία ῥημάτων. Φωνήεντα. § 262. Χρόνοι ῥήματος. 1. 108. 12. § 262. § 275 κ.θεματικά.ἑ. 9. § 168 .τονισμὸς συνθέτων. §΄ Φωνηεντόληκτα τριτόκλιτα. ῥήματα.τῶν εἰς -μι. 37. 18. § 198 κ. 132.ἑ.συνθέτων τονισμός.ἐγκλιτικά. σελ. σελ. § 285 . § 289 . § 193 κ. 34.
ΚΑΜΠΑΝΑ Ο. Ὁ διαθέτων. Α΄ 108).Τὰ ἀντίτυπα τοῦ βιβλίου φέρουσι τὸ κάτωθι βιβλιόσημον εἰς ἀπόδειξιν τῆς γνησιότητος αὐτῶν. 1946.000 .ΑΝΤΙΤ. Ἀντίτυπον στερούμενον τοῦ βιβλιοσήμου τούτου θεωρεῖται κλεψίτυπον.Ε.ΑΠ. Κυβ. 86. ΥΠ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΣΤ΄ 1967 (VΙΙ) . 241.360/22-6-67 ΕΚΤΥΠΩΣΙΣ: Ι. 198 . ΔΙΚΑΙΟΣ: ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ Ι. πωλῶν ἢ χρησιμοποιῶν αὐτὸ διώκεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 1129 τῆς 15/21 Μαρτίου 1946 (᾽Εφ. ΠΑΙΔ.
199 .