2013
*
Αἴθουσα Πνευματικοῦ Κέντρου Δήμου Φυλῆς Ἀττικῆς Δημοτικῆς Κοινότητος Ζεφυρίου † Ἐπισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἐνισταμένων
Θεοφιλέστατε Ἀναπληρωτὰ Πρόεδρε Ἐπίσκοπε Ὠρεῶν κ. Κυπριανέ· Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀδελφοί· Σεβαστοὶ Πατέρες καὶ Μητέρες· ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές·
Α1. Εἰσαγωγὴ
Α’ ΜΕΡΟΣ
Ε
ΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ τὴν εὐχὴ τοῦ ἀσθενοῦντος Σεβασμ. Μη τροπολίτου καὶ Πατρὸς ἡμῶν κ. Κυπριανοῦ, παρακαλῶ γιὰ τὴν προσευχητικὴ καὶ ὑπομονετικὴ προσοχή Σας, προκειμένου νὰ ἐξετάσουμε, σὺν Θεῷ, σπουδαῖα θέματα τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, κατὰ τὴν μεγάλη καὶ ξεχωριστῆς σημασίας ἡμέρα αὐτὴ τοῦ λειτουργικοῦ μας ἔτους. Ἡ ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων, ἡ ὁποία πραγματοποιήθη κε τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, στὶς 11 Μαρτίου (ἀκριβῶς σὰν σήμερα) τοῦ ἔτους 843, πρὶν ἀπὸ 1170 χρόνια, σηματοδοτεῖ τὴν Ἐπέτειο τοῦ Θριάμβου τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας. Καθιερώθηκε ἀπὸ τότε, μὲ θεία νεῦσι, νὰ πανηγυρίζουμε τὸ χαρμόσυνο γε γονὸς τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Πίστεως καὶ τῆς Τάξεως στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία δοκιμάστηκε ἐπὶ 30 περίπου ἀκόμη ἔτη κατὰ τὴν δεύτερη φάσι τῆς Εἰκονομαχίας. Ὁ Θρίαμβος ἦταν καὶ εἶναι τῆς ἀληθινῆς Πίστεως, ἡ ὁποία «νικᾶ»1 τὸν κό σμο τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀποστασίας, καὶ εἶναι ἐπίσης Θρίαμβος κατὰ πάσης αἱρέσεως, ὡς προανάκρουσμα τοῦ αἰωνίου Θριάμβου τῆς Ἀληθείας, ὅταν «πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος
1
Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός»2! Ἐλπίζοντες ἀκράδαντα στὴν τελικὴ νίκη τῆς ἁγίας Πίστεώς μας, «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς Πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν»3, «κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας»4 καὶ σήμερα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διέρχεται νέα δοκιμασία καὶ προσβολή, ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ αἵρεσις αὐτὴ ἐμφανίσθηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος καὶ ἄρχισε νὰ ἐπιβάλλεται σταδιακὰ καὶ μεθοδικὰ στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕναν δὲ σημαντικὸ καὶ καθοριστικὸ σταθμὸ στὴν ἐπικράτησί της, ἀποτέλεσε καὶ τὸ δύσφημο δῆθεν Πανορθόδοξο Συνέδριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1923, τοῦ ὁποίου τὴν θλι βερὴ 90ὴ ἐπέτειο ἀριθμοῦμε κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Αὐτὸ τὸ ἀπαι σίας μνήμης Συνέδριο δὲν ἦταν «εἰς οἰκοδομήν», ἀλλ’ «εἰς καθαί ρεσιν»5! Ἔσεισε τὸ ἅγιο οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκλόνισε μὲ κτύπημα ἰσχυρὸ τὶς ἅγιες καὶ σεπτὲς Παραδόσεις τῆς ἁγίας Πίστεώς μας, προκειμένου νὰ διευκολύνη τὸν ὀλισθηρὸ δρόμο προσεγγίσεως μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ συνεορτασμοῦ μὲ αὐτούς, γιὰ νὰ ἐπιτευχθῆ ὄχι ἡ «ἑνότητα τῆς Πίστεως»6 ἐν Ἀληθείᾳ, ἀλλὰ τοῦ ψεύδους ἐν πλάνῃ. Ὁ σεισμὸς καὶ ὁ κλόνος ποὺ προκλήθη καν, προξένησαν τεράστια παλιρροιακὰ κύματα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε πλήττουν ἀνελέητα τὴν Κιβωτὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ δημιουργοῦν θλιβερὰ ἀποτελέσματα στὸ Πλήρωμα Αὐτῆς. Ἡ ἐξάπλωσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ διογκουμένη «ἀποστα σία»7, φαίνεται νὰ καλύπτη τὰ πάντα, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀκόμη τὸ «λεῖμμα»8 τῆς Χάριτος, τὸ ὁποῖο ἀνθίσταται καὶ εὐαγ γελίζεται τὴν «καλὴν ὁμολογίαν»9, δυνάμεθα νὰ βεβαιώσουμε –καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἀποψινή μας Σύναξις- ὅτι δὲν ἔχει ἀπολεσθῆ τὸ πᾶν! Α2. Ἡ ἀνανέωσις τῆς Εἰκονομαχίας ΟΠΩΣ εἶναι γνωστό, διὰ τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ ἔτος 787, ἀνακηρύχθηκε ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ἀποκρούσθηκε δὲ καὶ ἐξουδετερώ θηκε ἡ αἵρεσις τῆς Εἰκονομαχίας καὶ ὁ διωγμὸς τῶν εἰκονομάχων κατὰ τῶν εἰκονοφίλων. Ἡ Ἐκκλησία ἀπόλαυσε τὴν ἑνότητα καὶ εἰρήνη της, ἡ δὲ κακοδοξία τῆς εἰκονομαχίας ἀποδείχθηκε ξένη πρὸς τὴν ἔγγραφη καὶ ἄγραφη Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσι καὶ Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας10.
2
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὀλίγον ἐνωρίτερα, εἶχε ἀπο σαφηνίσει θαυμάσια, ὅτι «ὥσπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ ἐγγράφως ἐκηρύχθη τὸ Εὐαγγέλιον, οὕτως ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ ἀγράφως παρεδόθη τὸ εἰκονίζειν Χριστὸν τὸν σεσαρκωμένον Θεόν, καὶ τοὺς Ἁγίους, ὥσπερ καὶ προσκυνεῖν τὸν σταυρόν, καὶ κατὰ ἀνατολὰς ἑστῶτας προσεύχεσθαι»11. Ἡ δὲ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἐβεβαίωσε περὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάν νου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι ἐπιζητοῦσε «ἐν ἐκκλησίαις τὴν ἀρχαίαν θεσμοθεσίαν κρατεῖσθαι καὶ τὴν εἰρηναίαν κατάστασιν», τὴν ὁποί αν ὁ Κύριος ἐδώρησε ὡς γνώρισμα ὅσων καλοῦνται μὲ τὸ Ὄνομά Του12. Γιὰ τὸν λόγο τοῦτο, ἡ ἁγία Σύνοδος ἐτόνισε ἀποφασιστικὰ τὰ ἑξῆς στὸν «Ὅρο» της, δίδουσα κριτήριο καὶ μέτρο ἐκκλησιαστι κότητος, κανονικότητος καὶ νομιμότητος: «ἁπάσας τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἐγγράφους καὶ ἀγράφους τεθεσπισμένας ἡμῖν παραδόσεις ἀκαινοτομήτως φυλάττομεν· ὧν μία ἐστὶ καὶ ἡ τῆς εἰκονικῆς ἀναζωγραφήσεως ἐκτύπωσις, ὡς τῇ ἱστορίᾳ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος συνάδουσα...»13. Ὀρθὰ ἔχει πρόσφατα παρατηρηθῆ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀντιστε κόμενη στοὺς εἰκονομάχους, «δὲν εἶχε νὰ ἀντιπαλαίσει μὲ μία αἵρεση, ἀλλὰ μὲ ἕναν ὀρμαθὸ αἱρέσεων ἤ μὲ μία παναίρεση»14. Ὁ ἀγῶνας της ἦταν γιὰ τὸν Θεάνθρωπο καὶ τὸν Ἄνθρωπο, διότι ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀποτυπώνει διπλῆ πραγματικότητα: «τὴν ἀναγωγὴ τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου πρὸς τὸ ἀρχέτυπό του καὶ τὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσχατολογικὸ πλοῦτο, τὸν ὁποῖο τοῦ ἐξασφαλίζει ἡ κοινωνία του μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστό»15. Ὅμως, παρὰ τὴν καταδίκη τῆς αἱρέσεως καὶ τὴν ἐπικράτησι τῆς Ἀληθείας, ἡ κακοδοξία ἐπιβλήθηκε γιὰ ἄλλη μία φορά, τὸ 815, ὅταν στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ἀναρρήθηκε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος16. Αὐτὸς ἐπανέφερε τὴν εἰκονομαχία, τὸν δὲ νόμιμο Πα τρι άρχη Ἅγιο Νικηφόρο τὸν Ὁμολογητὴ τὸν ἐξανάγκασε σὲ παραίτησι καὶ τὸν ἐξώρισε στὴν Προκόννησο, ὅπου καὶ παρέμει νε μέχρι τὴν ἁγία κοίμησί του († 828). Στὴν θέσι του, τοποθέτησε τὸν αἱρετικὸ αὐλικὸ Θεόδοτο Κασσιτερᾶ. Μία ψευδοσύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ ἴδιο ἔτος «κατεδίκασε» τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ «ἀποκατέστησε» τὸ κῦρος τῆς εἰκονομαχικῆς συνόδου τῆς Ἱερείας τοῦ 754, ὥρισε δὲ ποινὲς κατὰ τῶν εἰκονοφίλων. Οἱ Ἅγιοι Νικηφόρος καὶ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης († 826), μὲ Μο ναχοὺς καὶ πλῆθος Ὀρθοδόξων, ἀντιτάχθηκαν ὁμολογιακῶς καὶ
3
ἀγωνίσθηκαν κατὰ τῶν εἰκονομαχικῶν ψευδοσυνόδων τοῦ 754 καὶ τοῦ 815. Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐνιστάμενοι ἐδιώχθησαν σκληρῶς: ἀνεβίωσαν καὶ πάλι οἱ φυλακίσεις, οἱ ἐξορίες, οἱ δῆθεν καθαιρέ σεις, οἱ ἐρημώσεις Μονῶν, οἱ βασανισμοὶ τῶν πιστῶν... Κατὰ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο Στουδίτη καὶ τοὺς Ὁμολογητὰς Ὀρθο δόξους, ἡ ἀναβίωσις τῆς Εἰκονομαχίας ἦταν ἀντικανονικὴ καὶ διότι δὲν συγκλήθηκε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος γιὰ νὰ τὴν ἐπιβάλη, ἀπαι τοῦσαν δὲ σύγκλησι νέας μεγάλης («οἰκουμενικῆς») Συνόδου γιὰ τὴν ἀντιμετώπισι τοῦ θέματος17, καίτοι ἡ Εἰκονομαχία εἶχε ἤδη κριθῆ ἀπὸ τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Τὸ νέο δεδομένο ἀναβιώσεως τῆς αἱρέσεως ἀπὸ νέα πρόσωπα, διὰ τῆς παρανόμου καταλήψεως τοῦ Πατριαρχείου καὶ γενικὰ τῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων, ἀπαιτοῦσε ὡς φαίνεται νέα Σύνοδο, καὶ περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχουμε κάποια ἀντίθετη μαρτυρία κατὰ τὴν συγκεκρι μένη ἐκείνη ἱστορικὴ περίοδο. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων Ε’ δολοφονήθηκε στὸ Παρ εκ κλήσιο τῶν Ἀνακτόρων τὰ Χριστούγεννα τοῦ 820 καὶ νέος αὐτοκράτορας ἀνακηρύχθηκε ὁ Μιχαὴλ Β’ ὁ Τραυλός. Αὐτὸς ἀκο λούθησε μετριοπαθέστερη πολιτικὴ στὸ θέμα τῶν Εἰκόνων καὶ ἀπαγόρευσε κάθε συζήτησι γι’ αὐτές, θεωρῶν ἄκυρες τὶς ἀπο φάσεις καὶ τῆς εἰκονομαχικῆς συνόδου τοῦ 754, ἀλλὰ καὶ τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀνακάλεσε τοὺς ἐξορισθέντας εἰκονο φίλους, ὄχι ὅμως καὶ τὸν Πατριάρχη Ἅγιο Νικηφόρο, παρὰ στὴν θέσι του τοποθέτησε τὸν ἐπίσης εἰκονομάχο Ἀντώνιο Κασσιματᾶ. Ἀργότερα ὅμως, ἐξ αἰτίας κάποιας στάσεως, σκλήρυνε τὴν θέσι του κατὰ τῶν εἰκονοφίλων. Τὸν Μιχαὴλ διαδέχθηκε ὁ υἱός του Θεόφιλος τὸ 829, πολέμιος τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ὁ σύμβουλος καὶ διδάσκαλός του Ἰωάννης Γραμματικὸς ἐκλέχθηκε πατριάρχης (837), ἀλλὰ δὲν ἔγινε δεκτὸς σὲ κοινωνία ἀπὸ τὴν Ρώμη, τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοὺς εἰκονοφίλους Ἐπισκόπους τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ σθεναρὴ ἀντίστασις ἰδίως τῶν Μοναχῶν, προκάλεσε σκληροὺς διωγμοὺς ἐναντίον τους καὶ μὲ διάταγμα τοῦ 835 ἐδιώκοντο ἀπὸ τὴν πρω τεύουσα καὶ ἀπαγορευόταν ἡ εἴσοδός τους εἰς αὐτήν. Ὅσοι ἁγιο γραφοῦσαν Εἰκόνες, τοὺς ἔκοπταν τὰ χέρια, ὅσοι δὲ ὑπεράσπιζαν τὶς Εἰκόνες μὲ λόγους καὶ συγγραφές, ἐβασανίζοντο. Ὁ Θεόφιλος ἀπέθανε στὶς 20 Ἰανουρίου τοῦ 842 καὶ τοῦτο ἐσή μανε τὸ τέλος τῶν διωγμῶν ἀπὸ τὴν σύζυγό του Ἁγία Θεοδώρα, ἡ ὁποία ἀνέλαβε ὡς Αὐτοκράτειρα ἐπιτροπεύουσα τὸν ἀνήλικο υἱό
4
της Μιχαὴλ τὸν Γ’. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἦταν ἀπὸ τὴν Παφλαγονία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ οἰκογένεια ἀνωτέρων ἀξιωματούχων. Δια κρινόταν γιὰ τὴν ὡραιότητα, σεμνοπρέπεια καὶ εὐλαβιτικὴ προσκύνησι τῶν ἱερῶν Εἰκόνων, ὡς ἐπίσης καὶ γιὰ τὴν ἐλεημο σύνη καὶ μετριοφροσύνη της18. Ὡς σύζυγος τοῦ εἰκονομάχου αὐτο κράτορος, προσπάθησε μὲ μυστικότητα καὶ διάκρισι, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀποφασιστικότητα, νὰ παραμείνη πιστὴ στὴν Ὀρθοδοξία. Ἀπέκτησε ἕξι τέκνα, πέντε θυγατέρες καὶ ἕναν υἱό, ἐκ τῶν ὁποί ων ἡ μία θυγατέρα της ἀπέθανε ἀνήλικη, γεγονὸς ποὺ ἔθλιψε ἰδιαίτερα τὴν μητρικὴ καρδιά της. Ὡς Βασίλισσα διακρίθηκε γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ καλωσύνη της. Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐνέργειές της, σὲ συμφωνία μὲ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀντιβασιλείας, ἦταν νὰ ἀλλάξη τὴν εἰκο νομαχικὴ πολιτικὴ τοῦ συζύγου της, μὲ ἀνάκλησι τοῦ διωκτικοῦ διατάγματος τοῦ 835, νὰ ἀπελευθερώση τοὺς φυλακισθέντας γιὰ λόγους Πίστεως καὶ νὰ ἀνακαλέση τοὺς ἐξωρισθέντας εἰκο νοφίλους στὴν Κωνσταντινούπολι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συρρεύ ση ἐντὸς αὐτῆς μέγα πλῆθος διωχθέντων καὶ ἐκτοπισθέντων Κληρικῶν, Μοναχῶν καὶ λαϊκῶν. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ οἱ πε ρίφημοι Ἅγιοι Μοναχὸς Συμεὼν ὁ Στυλίτης καὶ ὁ ἀδελφός του Ἱερομόναχος Γρηγόριος ἀπὸ τὴν Λέσβο19, ὁ Μιχαὴλ Σύγκελλος ὁ Ἱεροσολυμίτης, ὁ κατοπινὸς Πατριάρχης Μεθόδιος ὁ Ὁμολογητὴς κ.ἄ.20. Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος ἦταν ἀπὸ τὶς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας καὶ εἶχε μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι γιὰ ἀνώτερες σπου δές. Ἀκολούθησε τὸν Μοναχικὸ βίο καὶ συγκαταλέχθηκε στὸν Κλῆρο τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Νικηφόρου πρὸ τῆς ἐκδιώξεως αὐ τοῦ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς τὸ 815, εἶχε δὲ ὁρισθῆ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Χινολάκκου ἤ Ἐλεγμῶν στὴν Βιθυνία. Ὅταν ξέσπασε ἡ νέα φάσις τῆς Εἰκονομαχίας, ὁ Μεθόδιος κατέφυγε στὴν Ρώμη (817), γιὰ νὰ ὀργανώση ὀρθόδοξη ἄμυνα καὶ νὰ ἀποτρέψη τὴν ἀναγνώρισι ἀπὸ τὸν Πάπα τοῦ νέου παρανόμου καὶ αἱρετικοῦ πατριάρχου Θεοδότου. Ἐπὶ Μιχαὴλ Β’ Τραυλοῦ ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, κομίζων ἐπιστολὴ τοῦ Πάπα Πασχάλη Α’, ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων, μεσολάβησε δὲ στὸν αὐτο κράτορα προκειμένου νὰ ἀνακαλέση τὸν ἐξόριστο Πατριάρχη Ἅγιο Νικηφόρο στὸν Θρόνο του. Ὅμως, ὁ Μιχαὴλ ἐξεμάνη, τοῦ προσῆψε τὴν κατηγορία ὅτι ὑποκινεῖ στάσι, τὸν ἐβασάνισε διὰ 700 ραβδισμῶν καὶ τὸν ἐφυλάκισε σὲ μνῆμα στὴν νῆσο τοῦ Ἁγίου
5
Ἀνδρέου στὸν Ἀκρίτα τοῦ Εὐξείνου Πόντου, καὶ ἀργότερα στὴν Ἀντιγόνη τῶν Πριγκιποννήσων. Μετὰ δεκαετῆ περίπου ἐγκάθειρ ξι, ὑπὸ φρικτὲς συνθῆκες, ἀνακλήθηκε τὸ 838 ἀπὸ τὸν αὐτοκράτο ρα Θεόφιλο στὴν Κωνσταντινούπολι, ὡς σύμβουλος γιὰ ἐπίλυσι δυσνοήτων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀποτελεσματι κώτερη πολιτικὴ ἀντιμετώπισι τοῦ κινδύνου τῶν Ἀράβων. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοφίλου, ὁ ἱερὸς Μεθόδιος, φέρων ἐμφανῶς στὸ κάτισχνο σῶμα του τὰ στίγματα τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, μετέβη ἐπ’ ὀλίγον καὶ πάλι στὴν Μονή του στὴν Βιθυνία, ἀλλὰ ἀνακλήθηκε ἐντὸς τοῦ 842 στὴν Πόλι ἀπὸ τὴν Ἁγία Θεοδώρα, ὥστε νὰ διαδραματίση ἐνεργητικὸ ρόλο στὴν ἀναστή λωσι τῶν ἁγίων Εἰκόνων21. Α3. Ἡ Σύνοδος τοῦ 843 - Ἡ Ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων καὶ ὁ Θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ΠΩΣ ἔγινε ἡ Ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων;22 Ὅπως εἴπαμε, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοφίλου, ἐλήφθησαν μία σειρὰ μέτρων καταπαύσεως τοῦ διωγμοῦ καὶ ἀνακλήσεως τῶν εἰκονοφίλων στὴν Κωνσταντινούπολι, ὡς ἔναρξι τῆς ἐπισήμου ἀλλαγῆς πολιτικῆς ἀπὸ τὴν Αὐγούστα Ἁγία Θεοδώρα. Εἰς ἔνδει ξιν μάλιστα τιμῆς καὶ εὐλαβείας ἔναντι τῶν κακοπαθησάντων Ὁμολογητῶν, ἡ Βασίλισσα παρέθεσε γεῦμα στὰ Ἀνάκτορα, ὅπου τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν πρόθεσί της γιὰ ἀναστήλωσι τῶν ἱερῶν Εἰκόνων καὶ ἐζήτησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ συγχώρησι τοῦ ἀποθα νόντος εἰκονομάχου συζύγου της Θεοφίλου, διαβεβαιώσασα γιὰ ἔνδειξι μεταμελείας του ὀλίγον πρὸ τοῦ τέλους του. Τότε οἱ πα ρόντες, μὲ προεξάρχοντα τὸν ἱερὸ Μεθόδιο, στηριζόμενοι στὴν διαβεβαίωσι αὐτὴ ὡς ἔνδειξι τῆς ἀγάπης της γιὰ τὸν σύζυγό της, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς ὀξυδερκείας της γιὰ μία ὁμαλὴ μετάβασι στὴν νέα εἰκονόφιλη πλέον γραμμή, συνεφώνησαν νὰ δώσουν συγχώρησι καὶ νὰ μὴ προβοῦν σὲ συνοδικὴ καταδίκη καὶ ἀναθε ματισμὸ τοῦ Θεοφίλου. Σὲ συναξαριακὲς διηγήσεις ἀναγράφεται θαυμαστὴ θεία ἐπέμβασις, εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῆς συγχωρήσεως τοῦ Θεοφίλου23. Ὁ εἰκονομάχος πατριάρχης Ἰωάννης Ε’ Γραμματικός, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβανόνταν τὴν ἐπερχομένη ἀλλαγὴ καὶ ὅτι «ὀλίγον καιρὸν ἔχει»24, ἐπισκέφθηκε τὴν Αὐγούστα καὶ ζήτησε νὰ διεξαχθῆ δημόσιος διάλογος, γιὰ νὰ ἀποδειχθῆ ποιά πλευρὰ ἐκ τῶν δύο θεο
6
λογοῦσε σύμφωνα μὲ τὶς Ἅγιες Γραφές. Ἡ πρότασις ἔγινε δεκτὴ καὶ ὁ διάλογος διενεργήθηκε στὸ «Κανίκλειον», δηλαδὴ στὴν αὐτοκρατορικὴ γραμματεία, ὅπου συγκεντρώθηκαν ὑποστηρι κτὲς τῶν δύο πλευρῶν γιὰ νὰ τὸν παρακολουθήσουν. Ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους προΐστατο ὁ Ἅγιος Μεθόδιος, ἀπὸ δὲ τοὺς κακοδό ξους ὁ ἴδιος ὁ αἱρετικὸς πατριάρχης. Ὁ ἱερὸς Μεθόδιος, χάριτι θείᾳ, δὲν δυσκολεύθηκε μὲ τὴν λαμπρὴ ἐπιχειρηματολογία του νὰ κατατροπώση τὸν πείσμονα αἱρετικὸ καὶ νὰ τὸν νικήση. Ἡ νίκη αὐτὴ τῆς Ἀληθείας εἶχε ὡς ἄμεσο ἀποτέλεσμα τὴν μεταστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία τοῦ Κλήρου τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς. Ὅμως, ὁ ἄφρων πατριάρχης δὲν συνετίσθηκε, ἀλλὰ κατέβαλε ἀκόμη μία ἀπέλπιδα προσπάθεια· ἐζήτησε ἀπὸ τὴν Αὐγούστα νὰ διεξαχθῆ καὶ νέος διάλογος, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Ἁγίου Μοναχοῦ Συμεὼν τοῦ Στυλίτου, σὲ περιωρισμένο ὅμως κύκλο προσώπων, παρουσίᾳ αὐτῆς τῆς ἰδίας, πιστεύων σφαλερῶς ὅτι θὰ τὸν νικοῦσε ὡς στερούμενο μεγάλης μορφώσεως καὶ ἔτσι θὰ κέρδιζε τὶς ἐντυπώσεις καὶ τὴν εὐμένεια τῆς ἐξουσίας. Ὁ διάλο γος πράγματι διεξήχθη καὶ παρευρίσκετο μαζὶ μὲ τὴν Βασίλισσα καὶ ὁ ἀνήλικος υἱός της Μιχαήλ. Ὁ μικρὸς διάδοχος ὅμως φαινό ταν νὰ τὸ ἀπολαμβάνη μὲ ἐπιφωνήματα καὶ τὸν μὲν αἱρετικό, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζε ἀπὸ πρίν, τὸν ἀποκαλοῦσε «κακὸ παπποῦ» (!), τὸν δὲ Ἅγιο Συμεών, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζε, τὸν ἀποκαλοῦσε «καλὸ παπποῦ»! Περιττὸν δὲ νὰ τονισθῆ, ὅτι ὁ ὄντως «κακὸς παπ ποῦς» εἰκονομάχος ἡττήθηκε κατὰ κράτος ἀπὸ τὸν πλήρη Χάριτος Ἅγιο Συμεών. Ὁπότε, ἡ Ἁγία Θεοδώρα προέβη πλέον ἄμεσα, ἄνευ δισταγμοῦ, στὴν ἔκδοσι τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος, μὲ τὸ ὁποῖο συγκαλοῦσε Σύνοδο γιὰ τὴν ὁριστικὴ διευθέτησι τοῦ ζητήματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἄρχισαν τὶς κατάλληλες προετοιμασίες γιὰ τὴν ἀναμενομένη Σύνοδο, στὶς ὁποῖες συμμετεῖχε καὶ ὁ χαρισματικὸς νέος τότε πρωτασηκρήτης Φώτιος, ὁ μελλοντικὸς Μέγας Ἅγιος Πατριάρχης. Ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ νέου Πατριάρχου κατὰ τὴν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή, τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν ἀντάξιο τῶν μεγάλων Ἁγίων Πατριαρχῶν Ταρασίου καὶ Νικηφόρου, οἱ ἐλπίδες τῶν πε ρισσοτέρων ἐναπετέθησαν στὸν Ἅγιο Μεθόδιο τὸν Ὁμολογητή. Μάλιστα, ὑπάρχουν διηγήσεις περὶ θείας «πληροφορίας» τοῦ πε ριφήμου Ἁγίου Ἰωαννικίου τοῦ προφητικωτάτου στοὺς ἐρωτήσαντας αὐτὸν σχετικῶς περὶ τούτου, ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐξέλεξε τὸν Μεθόδιο. Ἀλλά, καὶ ὁ ἴδιος ὁ μέλλων Πατριάρχης προεγνώρισε τὸ
7
ἐσόμενον ἀπὸ θεία ἀποκάλυψι, τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Ὁ Ὁμολογητὴς Ἅγιος Μεθόδιος περιγράφεται ὡς ἀσκητικός, ἔμπειρος τῆς θείας Γραφῆς, μετριοπαθὴς καὶ μετριόφρων, μὲ ἐξαιρετικὴ εὐγλωττία καὶ προσήνεια25. Τονίζουμε καὶ πάλι, ὅτι ἡ ἀναγκαιότης τῆς Συνόδου ἦταν προ φανὴς σὲ ὅλους, ὄχι μόνον γιὰ τὴν ἐκλογὴ νέου Ὀρθοδόξου Πατριάρχου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ αἱρετικοῦ. Ἡ νέα φάσις τῆς κατακεκριμένης ἀπὸ τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο αἱρέσεως τῆς Εἰκονομαχίας, ἀπαιτοῦσε νέα καταδίκη αὐτῆς καὶ τῶν ἐκφραστῶν της, ὡς καὶ διακήρυξι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἦταν ἀναγκαία ἡ Συνοδικὴ ἀπό φανσις, διότι χρειαζόταν ἐπίσημη ἀνακοίνωσι τῶν αἱρετικὰ φρονούντων εἰκονομάχων καὶ διαπιστωτικὴ ἐξαγγελία τῆς ὁρι στικῆς καταδίκης των26, γιὰ νὰ προστατευθῆ τὸ Ποίμνιο ἀπὸ πι θανὴ μετάδοσι τῆς θανατηφόρου νόσου τῆς αἱρέσεως, ὥστε νὰ μὴ «ὑποτροπιάση» ποτὲ πιά. Ὁ ἴδιος ὁ «Ὅρος» τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου προέβλεπε: «Τοὺς οὖν ἑτέρως φρονεῖν ἤ διδάσκειν ἤ κατὰ τοὺς ἐναγεῖς αἱρετικοὺς τὰς Ἐκκλησιαστικὰς Παραδόσεις ἀθετεῖν καὶ καινοτομίαν ἐπινοεῖν... ἐπισκόπους μὲν ὄντας ἤ κληρικοὺς καθαιρεῖσθαι πρστάσσομεν, μονάζοντας δὲ ἤ λαϊκοὺς τῆς κοινωνίας ἀφορίζεσθαι»27. Ἡ πολυπόθητος Σύνοδος συνῆλθε τελικὰ στὶς 4 Μαρτίου τοῦ 843, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς τοῦ ἔτους ἐκείνου. Σὲ αὐτὴν συμμε τεῖχαν ὅσοι Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δὲν εὑρίσκοντο σὲ κοινωνία μὲ τὸν εἰκονομάχο πατριάρχη Ἰωάννη Ε’ Γραμματικὸ καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, καὶ ὅσοι εἶχαν χειροτονηθῆ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας φάσεως τῆς Εἰκονομαχίας καὶ ζοῦσαν μέχρι τότε, παρὰ τοὺς δι ωγμούς. Ἐφ’ ὅσον οἱ Ἀρχιερεῖς ἐκεῖνοι ἐθεωροῦντο ἐνδημοῦντες στὴν Πόλι, ἡ Σύνοδος τοῦ 843 καλεῖται «ἐνδημοῦσα» ἤ «τοπική». Στὴν μεγάλης σπουδαιότητος αὐτὴν Σύνοδον προσῆλθαν καὶ πλῆθος ὁμολογητῶν καὶ ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μά λιστα ἀντιπρόσωποι ἀκόμη καὶ ἀπὸ μακρινὰ Μοναστικὰ κέντρα, ὅπως τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, τοῦ Ἄθωνος, τῆς Ἴδης καὶ τοῦ Κυμινᾶ, ἀλλὰ πάντως ὄχι οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπεκλείσθησαν28. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς Συνόδου ἐτέθη θέμα ἐκλογῆς νέου Πα τρι άρχου. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης ὁ Λέσβιος, ἕνας ἁπλὸς δη λαδὴ Μοναχὸς μὲ ὕψιστο ὅμως κῦρος, πρότεινε τὸν Ἅγιο Μεθόδιο γιὰ τὴν φρόνησι καὶ τὴν ἀρετή του, καὶ γιὰ τὰ ὑπὲρ τῆς εὐσεβεί ας κατορθώματα καὶ ἆθλα του. Ἅπαντες συνεφώνησαν ἀνεπι φυλάκτως καὶ κατόπιν διενεργείας κανονικῆς ψηφοφορίας καὶ
8
ὁμο φώνου ἐκλογῆς, ὁ ἐψηφισμένος Μεθόδιος ὁ Ὁμολογητὴς ἀνέ λα βε ἀμέσως τὴν προεδρία τῆς Ἁγίας Συνόδου. Καὶ ὄντως, ὁ ἱερὸς Μεθόδιος διέλαμψε κατὰ πάντα καὶ ἐδικαίωσε πλήρως τὴν θεάρεστη ἐκλογή. Εὐχαρίστησε δὲ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν βαρύτατο ζυγὸ τῆς αἱρέσεως, ἐτόνισε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις εἶναι ὄντως «ἀρετῶν ἀρετὴ καὶ μήτηρ»29 καὶ προέτρεψε σὲ ἐπίδειξι ἀνεξικακίας καὶ συγχωρητικότητος -σὲ ἠθικὸ ἐπίπε δο- ἔναντι τῶν ἀθλίων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔθλιψαν δεινῶς τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπὶ τρεῖς δεκαετίες. Τὸ συρρεῦσαν πλῆθος μόλις πληροφορήθηκε τὴν ἐκλογὴ ὡς Πατριάρχου τοῦ Μεθοδίου, ἔλαβε τὴν θαυματουργὴ Εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας καὶ ἐλιτάνευσε ἐν χαρᾷ καὶ εὐχαριστίᾳ στὸν Ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ Σύνοδος ἐπικύρωσε τὶς ἀποφάσεις τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συν όδων καὶ βασιζομένη στὴν Ζ’ Οἰκουμενική, ἀπεφάσισε καὶ προέβη στὴν ἐπίσημη ἐκκλησιαστικῶς ἀναστήλωσι τῶν ἁγίων Εἰκόνων καὶ στὴν ἀκώλυτη τιμητικὴ προσκύνησί τους, τοὺς δὲ αἱρετικοὺς εἰκονομάχους ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους, μὲ πρῶτο τὸν ψευδοπατριάρχη Ἰωάννη Ε’ Γραμματικό, «μυρίοις ἀναθέμασι καθυπέβαλεν», ἀθωώσασα ὅμως τὸν αὐ το κράτορα Θεόφιλο30. Ἡ Σύνοδος ἐξέδωσε κείμενο, τὸ γνωστὸ ὡς «Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας», τὸ ὁποῖο μάλιστα χαρακτηρίζεται ὡς «Συνοδικὸν τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου». Τὸ ἀρχαιότερο τμῆμα του περιέχει τοὺς τελικοὺς Ὅρους σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς Εἰκόνες, ὑποκαθιστώντας κατὰ κάποιον τρόπο τὰ ἀπωλεσθέντα Πρακτικὰ αὐτῆς31. Ἡ Σύνοδος ἐπικύρωσε τὴν ἑδραιωμένη μέσῳ τῶν ἱερῶν Ἀγώνων Ἐκκλησιαστικὴ Συνείδησι καὶ βεβαίως δὲν εἰσήγαγε κάτι νέο στὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐπανέλαβε καὶ ἐπαναδιατύπω σε τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀξίζει ἐδῶ νὰ κάνουμε μία μικρὴ παρένθεσι, γιὰ νὰ ἀναφερ θοῦμε στὴν ἀντίδρασι τῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα τοῦ μέχρι τό τε παρανόμως πατριαρχεύσαντος Ἰωάννου Ε’ Γραμματικοῦ. Ὁ ἀναθεματισθεὶς αὐτὸς «κακὸς παπποῦς», ὅταν ἔμαθε ἀπὸ τὸ πλῆ θος τὴν ἐκλογὴ τοῦ ἱεροῦ Μεθοδίου, ἀποφάσισε νὰ «ἡρωο ποιηθῆ»! Κλείσθηκε σὲ ἕνα κελλί, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν στὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τοὺς Κατηχουμένους, καὶ μὲ ἕναν νυχοκόπτη (!) αὐτο-τραυματίσθηκε καὶ ἄρχισε νὰ κραυγάζη καλώντας σὲ βοήθεια, διότι δῆθεν κατεσφάζετο βιαίως ἀπὸ τοὺς «φονευτὰς
9
εἰκονιάτας» (ἔτσι ἀποκαλοῦσε τοὺς Ὀρθοδόξους)!... Πράγματι, ἔσπευσε μία ὁμάδα ὑποστηρικτῶν του στὸ κελλὶ ὅπου κατέφυγε, στοὺς ὁποίους ὑπέδειξε μία ἔξοδο, ἀπὸ ὅπου δῆθεν ἀπέδρασαν οἱ παρ’ ὀλίγον σφαγεῖς του εἰκονόφιλοι! Κατευ θυνόμενοι δὲ ἐκεῖ οἱ δικοί του ἄνθρωποι, δὲν βρῆκαν τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν «ἔνοχο» νυχοκόπτη! Μόλις αὐτὰ ἔγιναν γνωστά, ἀποφασίσθηκε ἡ ἄμεσος ἀπομά κρυνσίς του ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἡ μεταφορά του σὲ ἄλλο μέρος. Ὅμως, ὁ ἀμετανόητος αἱρετικός, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐκατηγορεῖτο καὶ ὡς γητευτὴς καὶ ὑδρομάντης, συνέχισε τὴν κα κοτροπία του: τὸν περιώρισαν σὲ μία Μονή, ὅπου ὁ πάντολμος «ἔξυσε» καὶ «ἔβγαλε» τὰ μάτια τῶν ἱερῶν Εἰκόνων τοῦ Κυρίου μας, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἀρχαγγέλων, ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, διότι, ὅπως ἔλεγε, δὲν ἄντεχε νὰ τὸν «κοιτάζουν», οὔτε νὰ τὶς «κοιτάζη» ὁ ἴδιος! Μόλις τὸ πληροφορήθηκε αὐτὸ ἡ Αὐγούστα ταράχθηκε πάρα πολύ, ὥστε διέταξε νὰ τὸν τυφλώσουν ὡς βλάσφημο καὶ ἱερόσυ λο, γιὰ νὰ λάβη τὴν δικαία ταυτοπάθεια, ἀλλὰ παρενέβη ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Ἅγιος Μεθόδιος, προκειμένου νὰ μὴ ἐκτελεσθῆ ἡ ἀποφασισθεῖσα ποινή. Τελικά, ὁ ἀξιοθρήνητος αἱρετικὸς ἔλαβε ἀπὸ τὴν φρουρὰ διακοσίους ραβδισμούς. Ὅμως, ὁ κάκιστος αὐτὸς παπποῦς δὲν ἔπαυσε νὰ βυσσοδομεῖ: μαζὶ μὲ ἄλλους ὁμοϊδεάτες του, συμμετεῖχε ἐνεργὰ σὲ συνωμοσία ἀργότερα κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ εὐεργέτου του Ἁγίου Μεθοδίου! Αὐτὴ ἦταν ἡ «εὐχαριστία» του στὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐγλύτωσε ἀπὸ τὴν τύ φλωσι32!... Ἄς ἐπιστρέψουμε ὅμως στὴν Σύνοδο. Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργα σιῶν της, ἡ Βασίλισσα Ἁγία Θεοδώρα προσεκάλεσε γιὰ συνεστία σι στὰ Ἀνάκτορα τὸ σύνολο τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, τοὺς ἐκπρο σώπους τῶν Μονῶν, ὅλα τὰ μέλη τῆς Συγκλήτου καὶ παρουσίᾳ πλήθους λαοῦ, προέβη στὴν ἐπικύρωσι τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον εἶχε προηγηθῆ ἡ ἀνάγνωσις τῶν σχετικῶν Ὅρων καὶ τῶν ἀναθεμάτων. Ἡ Αὐγούστα προσεκάλεσε κατόπιν ἅπαντας στὴν τελετὴ τῆς ἐρχομένης Κυριακῆς, Α’ τῶν Νηστειῶν, στὴν ἉγιαΣοφιά, ὅπου θὰ γινόταν ἡ ἀποφασισθεῖσα ἐπίσημη Ἀναστήλωσι τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Τὸ ἴδιο βράδυ, μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσι τῶν ἐργα σιῶν τῆς Συνόδου, τελέσθηκε ἱερὰ Παννυχίδα33. Τὴν Α’ Κυριακὴ λοιπὸν τῶν Νηστειῶν, 11η Μαρτίου τοῦ 843, πραγ ματοποιήθηκε ἡ Ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Προ ηγή θηκε
10
ἡ ἐπίσημη τελετὴ Ἐνθρονίσεως τοῦ Πατριάρχου Ἁγί ου Μεθοδίου34. Κατόπιν, ἡ Σύνοδος μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν νέο Οἰ κουμενικὸ Πατριάρχη, κατευθύνθηκε ἐν λιτανευτικῇ πομπῇ ἀπὸ τὸν Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν στὴν Ἁγια-Σοφιά. Ἐκεῖ, ὁ Πατριάρχης προέστη τῆς τελετῆς τῶν «Ἐγκαινίων», δηλαδὴ τῶν «Θυρανοιξίων» τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ ἀποδοθῆ καὶ πάλι στὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μετὰ τὸν πολυετῆ αἱρετικὸ μολυσμό, καὶ ἀκολούθησε ἐντὸς αὐτοῦ ἡ Ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἱερὲς Εἰκόνες ἀναρτήθη καν καὶ σὲ κεντρικὰ σημεῖα τῆς Πόλεως, ἀπὸ ὅπου εἶχαν ἐκβληθῆ ἀπὸ τοὺς δυσσεβεῖς εἰκονομάχους35. Ὁ Θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶχε ὁλοκληρωθῆ ἐν μέσῳ γενικῆς ἀγαλλιάσεως, εὐχαριστίας καὶ ἐνθουσιασμοῦ καὶ καθιερώθηκε αὐτὸς νὰ ἑορτάζεται ἔκτοτε ὡς «Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ὡς νίκη κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ὡς συντριβὴ ὅλων τῶν αἱρέσεων36. Πράγματι, ἡ χαρμόσυνη διαπίστωσι, τὴν ὁποίαν ψάλουμε στὸν Κανόνα τῆς Λιτανεύσεως τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι γε μάτη ρεαλισμὸ καὶ ἐλπίδα: «αἱ μάστιγες τῶν Πατέρων, τὰ αἵματα τῶν μωλώπων ἔλειψαν ὄντως· ἐξορίαι συνεχεῖς ἐπαύσαντο, καὶ εἰρήνη πᾶσι πολιτεύεται· οὐκέτι ἰσχύσει τὸ δρᾶμα τῆς γοητείας· Θεὸς γὰρ μεθ’ ἡμῶν ἐστιν»37!... Β’ ΜΕΡΟΣ Β1. Ἐκκλησιομάχος Οἰκουμενισμὸς καὶ Ἡμερολογιακὸ Θέμα ΣΤΟ Α’ Μέρος τῆς Εἰσηγήσεώς μας, εἴδαμε τὴν αἰσία κατά ληξι στὴν ἀντιμετώπισι τῆς αἱρέσεως τῆς Εἰκονομαχίας, διὰ τῆς Συνόδου τοῦ 843, καὶ τοῦ Θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τῆς πα νηγυρικῆς Ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Μετὰ τὴν δεινὴ καταιγίδα τῆς δοκιμασίας, ἦλθε ἡ αὔρα τῆς θείας Παρηγορίας. Τόσο ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὅσο καὶ ἡ Σύνοδος τοῦ 843, ἦσαν Σύνοδοι τῆς Παραδόσεως, γιὰ τὸν λόγο δὲ τοῦτο εἶχαν τὴν
11
εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐπισφράγισι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀσφάλεια τῆς μὴ παρεκκλίσεως καὶ ἐκτροπῆς στὴν πολύμορφη πλάνη τῆς ἀποστασίας. Δώδεκα ὅμως αἰῶνες ἀργότερα, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, νέα φοβερὴ καταιγίδα ἔπληξε τὴν θεία ὁλκάδα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνεχίζει νὰ τὴν πλήττη δεινῶς. Μετὰ τὴν «Χριστομάχο» αἵρεσι τῆς Εἰκονομαχίας, ἔχουμε τὴν «Ἐκκλησιομάχο» αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς αἱρέσεις καὶ ὄντως παναιρέσεις, ἐπικαλούμενες μάλιστα προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ὁδηγοῦν ὄχι στὴν σωτηριολογικὴ μεταμόρφωσι τοῦ ἀνθρώπου «εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν»38, ἀλλὰ στὴν θλιβερὴ παραμόρφωσί του στὰ κτιστὰ ἀδιέξοδα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τοῦ κόσμου τούτου τῆς φθορᾶς καὶ τῆς πτώσεως. Ὁ Οἰκουμενισμός, στὴν προφανῆ ἀντιπαραδοσιακότητά του, πλήττει εὐθέως τὴν Μοναδικότητα καὶ τὴν Σωτηριολογικὴ Ἀποκλειστικότητα τῆς Ἀληθινῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς, ἤτοι τῆς Ὀρθοδόξου, τοῦ πραγματικοῦ αὐτοῦ θεοϊδρύτου «ἐργαστηρίου ἁγιότητος» τῶν ἀνθρώπων. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τονίζουν ὁδη γητικά, γιὰ νὰ μᾶς προστατεύσουν ἀπὸ κάθε ἐπικίνδυνη ἐκτροπή: «πατέρες κηρύττουσι, τέκνα ὑπακοῆς ἐσμέν, καὶ ἐγκαυχώμεθα ἐν προσώπῳ μητρὸς τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας... ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν· ἡμεῖς τοὺς θεσμοὺς τῶν πατέρων φυλάττομεν· ἡμεῖς προστιθέντας τι ἤ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἀναθεματίζομεν»39! Τότε, τὸν Η’ καὶ Θ’ αἰῶνα, οἱ καινοτόμοι καὶ αἱρετικοὶ Εἰκο νομάχοι ἔπληξαν τὴν ἱερὰ Παράδοσι μέσῳ τῆς ἐπιθέσεώς τους κατὰ τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ὡς ἀπαρχὴ τοῦ εὐρυτέρου μεταρρυθ μιστικοῦ καὶ κατὰ βάσιν ἀντι-εκκλησιαστικοῦ καὶ ἀντιχρίστου σχεδίου τους, γιὰ μία κοσμικοποίησι καὶ ἀπο-ϊεροποίησι τῆς κοι νωνίας, τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς γενικότερα. Τώρα, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ’ αἰῶνος καὶ ἑξῆς, οἱ νέοι καινοτόμοι καὶ αἱρετικοὶ Οἰκουμενισταὶ πλήττουν τὴν ἱερὰ Παράδοσι μέσῳ τῆς ἐπιθέσεώς τους κατὰ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, ὡς ἀπαρχὴ τοῦ εὐρυτέρου μεταρρυθμιστικοῦ καὶ κα τὰ βάσιν ἀντι-εκκλησιαστικοῦ σχεδίου τους, γιὰ μία πλήρη ἐκκο σμίκευσι καὶ ἕναν «ἐκσυγχρονισμό», ὥστε ἡ «μεταλλαγ μένη» ἐκκλησία νὰ συναρμόζεται στὴν συγκρητιστικὴ πανθρη
12
σκεία καὶ νὰ παραδοθῆ ἀνενδοίαστα στὴν ἄνομη κυριαρχία τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἡ ἐπιβολὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἄρ χισε μὲ τὴν ἀνακίνησι τοῦ ζητήματος τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Πατρο παραδότου Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, μὲ τὴν δικαιολόγησι ὅτι πρόκειται ἁπλῶς γιὰ διόρθωσι ἀστρονομικοῦ λάθους, ἀλλὰ μὲ πραγματικὸ σκοπὸ τὴν ἐπίτευξι συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Τὸ πρῶτο αὐτὸ σημαντικὸ βῆμα θὰ ἀποτε λοῦσε σπουδαῖο «ἐπίτευγμα» καὶ θὰ ἄνοιγε τὸν δρόμο γιὰ μία σταδιακὴ οἰκουμενιστικὴ διάβρωσι, πρᾶγμα ποὺ γίνεται ἐδῶ καὶ ἕναν περίπου αἰῶνα. Τὸ Πάτριο ἤ Ἰουλιανὸ ἤ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο ἐχρησιμοποιεῖτο ἀνέκαθεν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὄχι διότι ἦταν τὸ καλύ τερο ἤ ἀκριβέστερο ἀστρονομικὰ καὶ ἐπιστημονικά. Αὐτὸ βρῆκε ἡ Ἐκκλησία ἐν χρήσει στὴν Ρωμαϊκὴ Πολιτεία καὶ βάσει αὐτοῦ ἐρρύθμισε τὸ Πασχάλιο καὶ τὸ Ἑορτολόγιό της. Ἔτσι, αὐτὸ συμπλέχθηκε μὲ τὴν λειτουργικὴ ζωή της, «συνυφάνθη καὶ ἡγιάσθη»40 καὶ ἀποτέλεσε μέρος τῆς Παραδόσεώς της, ἀποκαλούμενο πλέον Ἐκκλησιαστικόν41. Κάθε ἀπόπειρα ἀλλαγῆς, ἔστω καὶ «καλοπροαίρετη», ἀλλὰ πάντως βάσει ὄχι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Κριτηρίου, ἀποβαίνει ἐπιζήμια, συγχυτικὴ καὶ ἀνατρεπτικὴ ὅσων ἔχουν θεσπισθῆ, γιὰ τὸν λόγο δὲ τοῦτο ἀνέκαθεν ἀπερρίπτετο. Μάλιστα, ὅταν τὸν ΙΣΤ’ αἰῶνα οἱ αἱρετικοὶ Παπικοὶ προσπάθη σαν νὰ πείσουν τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ δικό τους νεοεφεύρετο τότε Γρηγοριανὸ ἤ Παπικὸ Ἡμερολόγιο καὶ Πασχάλιο, οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων ἀπέκρουσαν καὶ κατεδίκασαν Συνοδικῶς τὸ Δυτικὸ Ἡμερολόγιο τρεῖς φορὲς σὲ μεγάλες Πανορθοδόξους Συνόδους: τὸ 1583, τὸ 1587 καὶ τὸ 1593 42. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, διακρινόμενοι ἐπὶ σοφίᾳ καὶ εὐρύτητι πνεύ ματος, δὲν ἦσαν κατὰ τῆς ἐπιστημονικῆς ὀρθοφροσύνης, ἀλλὰ στὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου ἔθεταν ὡς ἀρχὴ τὴν συμφωνία καὶ ἕνωσι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τὴν ἀκρίβεια τῆς ἰσημερίας43. Γιὰ τὸν λόγο τοῦτο, ἀπὸ τὸν ΣΤ’ ἤδη αἰῶνα, ὁπότε καθωρίσθηκε ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ἑνοποιημένο ἡμερολογιο-πασχάλιο σύστημα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἑορτές, δὲν ὑπῆρξε διάστασις στὸν χρόνο ἑορτασμοῦ τῆς μιᾶς καὶ αὐτῆς Ἑορτῆς στὴν λειτουργικὴ καὶ πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας44. Ὅλες οἱ Τοπικὲς Ἐκκλησίες ἐνήστευαν καὶ ἑώρταζαν ἀπὸ κοινοῦ πρὸς αἰσθητοποίησιν τῆς μο ναδικότητος, συμφωνίας καὶ ἑνώσεως στὴν Πίστι, στὰ Μυστήρια
13
καὶ στὴν ἐν Χριστῷ ἁγιαστικὴ ζωὴ τῆς Χάριτος. Ἡ ἀναζήτησις ἀκριβοῦς ἐπιστημονικὰ ἡμερολογίου γιὰ χρῆσι στὴν Ἐκκλησία εἶναι μία μεγάλη πλάνη, καὶ διότι ἐξαρτᾶ τὸν ἑορ τολογικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις καὶ ἐξελίξεις, ἀλλὰ καὶ διότι –πρᾶγμα ποὺ εἶναι καὶ τὸ πλέον σημαντικό- δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ Κανονικὲς ἀπαιτήσεις τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Ἱεροὺς Κανόνες ζ’ Ἀποστολικόν, ὡς καὶ Ὅρον Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου βεβαιούμε νον ἀπὸ τὸν α’ τῆς Ἀντιοχείας), ὥστε τὸ Χριστιανικὸ Πάσχα νὰ μὴ συμπίπτη ποτὲ μετὰ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ, οὔτε βέβαια νὰ προηγῆται αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντοτε νὰ ἕπεται. Ὅπως δὲ ὀρθῶς ἔχει παρατηρηθῆ, ἡ ἀπαγόρευσις συνεορτα σμοῦ τοῦ Πάσχα μὲ τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύν οδο, ἔχει τὴν ἔννοια καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους45. Ὁ συνεορτασμὸς προϋποθέτει ταυτότητα καὶ ἑνότητα Πίστεως· ὁπότε, ἡ ἀπόρριψις κοινοῦ ἡμερολογίου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν ὀφείλεται σὲ ἄκαιρο καὶ παράλογο πεῖσμα ἀρνή σεως τῆς ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας καὶ τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ἀλλὰ καθαρὰ σὲ λόγους Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας, οἱ ὁποῖοι τονίζουν τὴν ἀπόλυτη ἀδυναμία συνεορτασμοῦ ἐν ὅσῳ ὑφίσταται οὐσιώδης διαφορὰ Πίστεως. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, διακηρύσσουμε μαζὶ μὲ τὸν Πρόεδρο τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Ἅγιο Ταράσιο Κωνσταντινουπόλεως ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐπιγνώσει, ὅτι «οὐ μετατίθεμεν ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλ’ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦμεν τὰς παραδόσεις ἅς παρελάβομεν»46. Πιστεύουμε, ὅτι ἦταν ἀνάγκη νὰ ἐκτεθοῦν ὅλα τὰ ἀνωτέρω μὲ κάθε συντομία, γιὰ νὰ κατανοηθοῦν καλύτερα ὅσα θὰ ἐπακολου θήσουν. Β2. Τὸ μοιραῖο πρόσωπο τοῦ Μελετίου Μεταξάκη ΓΙΑ νὰ ἐπιτελεσθοῦν Καινοτομίες στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ προ κληθῆ σάλος καὶ διαίρεσις, χρειάζονται τὰ «κατάλληλα» πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν τὸ θράσος καὶ τὴν ἀσέβεια, ὥστε νὰ ἐπιτε λέσουν ἔργο καταστροφικὸ καὶ δαιμονιῶδες. Ἕνα τέτοιο μοιραῖο πρόσωπο ἀποδείχθηκε καὶ ὁ ἐκ Κρήτης καταγόμενος Μελέτιος Μεταξάκης, πνεῦμα ἀνήσυχο, ὁρμητικὸ καὶ παράτολμο, μὲ ἀναμ φισβήτητα μεγάλες καὶ ἐντυπωσιακὲς ἱκανότητες. Νέος κατατά
14
χθηκε στὴν Ἁγιοταφικὴ Ἀδελφότητα στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴν Δαμασκό, ἐν συνεχείᾳ καὶ πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἔφθασε μέχρι τὴν θέσι τοῦ Ἀρχιγραμματέως πρὶν νὰ ἐκδι ωχθῆ ἀπὸ ἐκεῖ, κατόπιν ἐξελέγη μητροπολίτης Κιτίου στὴν Κύπρο (1910) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, τὸ 1918, ἐκλήθη νὰ ἀναλάβη τὴν θέσι τοῦ μητροπολίτου Ἀθηνῶν, λόγῳ πολιτικῶν ἀλλαγῶν. Ὡς Ἀθηνῶν, ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ἔθεσε τὸ 1919 τὸ θέμα μεταβολῆς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, κατ’ αἴτησιν τῆς Πολιτείας, προκειμένου νὰ συμβαδίζουν Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία ἡμερολογιακῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, δηλαδὴ τοῦ Γρη γο ριανοῦ-Παπικοῦ Ἡμερολογίου, μὲ ἐπίκλησι λόγων καθαρὰ πρα κτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐξυπηρετήσεως47, ἄνευ οὐδεμιᾶς πα ραδοσιακῆς, θεολογικῆς, λειτουργικῆς, κανονικῆς ἤ ποιμαντικῆς ἀναφορᾶς καὶ δικαιολογήσεως. Εἶναι ὅμως δεδομένο, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα δὲν ἐπι λύονται μὲ κοσμικὲς παρεμβάσεις καὶ ἰδίως βάσει «κοσμικοῦ» σκεπτικοῦ. Ἡ Συνοδικὴ διαγνώμη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνεπηρέαστη ἀπὸ κάθε ἔξωθεν παρέμβασι, νὰ στηρί ζεται δὲ στὴν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν Συνοδικὴ καὶ Πατερικὴ Μαρτυρία καὶ Διδασκαλία. Διαφορετικά, χάνεται ὁ σύν δεσμος τῆς συνεχείας τῆς Παραδόσεως καὶ τῆς ταυτότητος τῆς Πίστεως. Οἱ Καινοτόμοι-Μεταρρυθμισταί, τύπου Μελετίου Μεταξάκη καὶ τῶν ἀκολούθων του, παλαιῶν καὶ συγχρόνων, σκεπτόμενοι στὴν ἐξέτασι τοῦ ἡμερολογιακοῦ θέματος κοσμικά, ἐπιφανειακὰ καὶ ἄρα λανθασμένα, δὲν παύουν νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ μετα βολὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου «δὲν προσκρούει σὲ δογματικοὺς καὶ κανονικοὺς λόγους». Τὰ ἴδια ὅμως τὰ γεγονότα τοὺς διαψεύδουν οἰκτρῶς! Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1920, ἐκυκλοφόρησε ἡ αἱρετικὴ Ἐγκύκλιος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὁ Καταστατικὸς αὐτὸς Χάρτης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία προέβλεπε –μεταξὺ ἄλλων- καὶ παρα δοχὴ «ἑνιαίου ἡμερολογίου πρὸς ταὐτόχρονον ἑορτασμὸν τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπὸ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν»48. Ἡ ὁμολογία αὐτὴ εἶναι τόσο σαφὴς καὶ καθαρή, ὥστε νὰ μὴ ἐπιδέ χεται παρερμηνείαν. Τὰ δὲ ὑποστηριζόμενα περὶ «ἀστρονομικῆς ἀκριβείας», περὶ «ἀναγκαίας διορθώσεως λάθους» κλπ., ὡς καὶ τὰ περὶ ἐντελῶς ἀθώας καὶ ἀκινδύνου ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἡμε
15
ρολογιακῆς μεταβολῆς, ἀποτελοῦν θλιβερὲς ἐπινοήσεις ἀνοή του ἐξαπατήσεως. Καὶ ναὶ μέν, οἱ πλανώμενοι Οἰκουμενισταὶ τῆς σήμερον εὐχαριστοῦνται μὲ τέτοιου εἴδους συγκαλύψεις. Οἱ Ἀντι-οικουμενισταὶ Ἀδελφοὶ τοῦ «Νέου Ἡμερολογίου» πῶς ἀλλοιθωρίζουν στὸ σημεῖο αὐτὸ τόσον δεινῶς καὶ θεωροῦν τὸ Ἡμερολογιακὸ ὡς ἀνάξιο λόγου θέμα, ἀποχωρίζοντες τοῦτο ἀπὸ τὸ «φυσικό» του πλαίσιο γενέσεως καὶ ἐξελίξεως;!... Στὰ τέλη τοῦ 1920, ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ἐξαναγκάσθηκε σὲ παραίτησι ἐξ αἰτίας νέας πολιτειακῆς ἀλλαγῆς καὶ μετέβη στὴν Ἀμερική, ὅπου εἶχε σημαντικὴ οἰκουμενιστικὴ δρᾶσι μὲ τοὺς Ἀγ γλι κανούς. Μὲ αὐτοὺς εἰδικῶς διατηροῦσε πάντοτε τὶς πλέον θερμὲς σχέσεις ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἑλλάδα49, τὸ δὲ ἔτος 1922 προέβη στὴν ἀναγνώρισι τῆς ἰσχύος τῶν χειροτονιῶν τους! Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1922 ἐξελέγη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1923 ἄρχισε νὰ προ ετοιμάζη τὴν ψήφισι, προώθησι καὶ ἐφαρμογὴ τῶν Καινοτομιῶν, οἱ ὁποῖες ἀπεδείχθησαν ἄκρως ἐπιζήμιες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκ κλη σία, μὲ πρώτη αὐτῶν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμε ρολογίου. Ἡ σπουδὴ τοῦ Μελετίου στὴν προώθησι Καινοτομιῶν ἐξηγεῖται ὄχι μόνον λόγῳ τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ καὶ ἀντι-συντηρητικοῦ χαρακτῆρος του, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς μασωνικῆς ἰδιότητός του, ἡ ὁποία εἶναι ἀδιαμφισβήτητη50. Ἐφ’ ὅσον ἦταν μέλος τῆς ἀντι χρίστου μασωνίας ἀπὸ τὸ 1909, ἡ ὁποία ὡς σκοτεινὴ φιλοσοφικοθρησκευτικὴ ὀργάνωσις εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστη πρὸς τὴν Χριστιανικὴ ἰδιότητα, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Μελέτιος μελέτησε μὲ πάθος καὶ τὴν κατέστησε βίωμά του, εἶναι πλήρως εὐεξήγητη ἡ πορεία καὶ δραστηριότητά του ὡς ὀλετῆρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ζηλώσας λοιπὸν δόξαν μεταρρυθμιστοῦ καὶ ἀνατροπέως τῆς Τάξεως καὶ Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χάριν ἱκα νοποιήσεως κοσμικῶν, πολιτικῶν, κοινωνικῶν καὶ φιλαιρετικῶν σκοπῶν, ὁ Μεταξάκης συνεκάλεσε τὸ λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» στὴν Κωνσταντινούπολι ἀπὸ 10 Μαΐου ἕως 8 Ἰουνίου τοῦ 1923. Ἡ στιγμὴ καὶ συγκυρία ἦταν ἐντελῶς ἀκατάλληλη γιὰ κάτι τέτοιο. Προηγήθηκε ἡ κατάρρευσις τοῦ Μικρασιατικοῦ μετώπου τὸ προηγούμενο μόλις ἔτος 1922 μὲ τὰ τραγικὰ ἐπακόλουθά του τοῦ ξερριζωμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου ἀπὸ τὶς πατρογονι κές του ἑστίες· ἐπικρατοῦσε πολιτικὸς διχασμὸς στὴν Ἑλλάδα
16
μὲ ἐκκλησιαστικὲς συνέπειες· οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς ἐξ αἰτίας προβλημάτων μεταξύ τους διατελοῦσαν σὲ διάστασι· ἡ Ἐκκλησία στὴν Ρωσία ἐδιώκετο ἀπὸ τοὺς ἀθεϊστές· ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ἦταν ἀποκομμένη τῆς κοινωνίας τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων ἐξ αἰτίας τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ κλπ. Ἄρα, οἱ συνθῆκες δὲν ἦσαν πρόσφορες, ἀλλὰ μᾶλλον ἐντελῶς ἀποτρεπτικές51. Παρὰ ταῦτα, ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ἦταν ἀποφασισμένος καὶ δὲν φαινόταν νὰ συγκρατῆται ἀπὸ τίποτε... Β3. Τὸ «Πανορθόδοξον Συνέδριον» τοῦ 1923 καὶ οἱ πικροὶ καρποί του Ο ΜΕΛΕΤΙΟΣ δι’ ἐπιστολῆς του ἀπὸ 3.2.1923, καλοῦσε ἀντιπρο σώπους τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν γιὰ ἐμπεριστατωμένη μελέτη τοῦ ἡμερολογιακοῦ θέματος καὶ ἄλλων ζητημάτων πανορθο δόξου ἐνδιαφέροντος, τὰ ὁποῖα μάλιστα θεωροῦσε ἐπείγοντα. Κωνσταντινούπολις καὶ Ἀθήνα εἶχαν ἤδη δρομολογήσει τὴν Ἡμε ρο λογιακὴ Καινοτομία καὶ ὁ Μελέτιος, γιὰ νὰ προωθήση αὐτήν, ἐπικαλοῦνταν λόγους πρακτικοὺς κοινωνικῆς διευκολύνσεως, «ἀλ λὰ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν... τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος πάντων τῶν ἐπικαλουμένων τῷ ὀνόματι Κυρίου ἑορταζόντων τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὴν Γέννησιν αὐτοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασιν». Ἰδοὺ καὶ πάλι ὁ σαφὴς καὶ ἀπροκάλυπτος πραγματικὸς οἰκου μενιστικὸς σκοπὸς καὶ προσανατολισμός! Ἐπίσης, γίνεται μνεία στὴν δῆθεν ἐξυπηρέτησι διὰ τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσε ως τῶν μεταναστῶν ἀπὸ Ὀρθόδοξα κράτη στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερική, γιὰ νὰ μὴ ζημιώνωνται δῆθεν «τὰ ὑλικὰ αὐτῶν συμφέ ροντα»52! Ὅμως, τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱερο σο λύμων δὲν συμμετεῖχαν στὸ «Συνέδριο», παρὰ μόνον οἱ Ἐκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Σερβίας, Ρουμανίας, Ἑλλάδος καὶ Κύπρου, καὶ μάλιστα οἱ δύο τελευταῖες ὄχι μὲ ἰδικούς τους ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ μὲ «δοτὴ» ἐκπροσώπησι. Δύο δὲ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ἁπλῶς εὑρέθησαν στὴν Κωνσταντινούπολι, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐν Σερβίᾳ ἑδρεύοντες μετανάστες καὶ ἕνας ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ προσεκλήθησαν «αὐτεπαγγέλτως» ἀπὸ τὸ Οἰκου μενικὸ Πατριαρχεῖο, χωρὶς βεβαίως νὰ εἶναι πραγματικὰ ἀντι πρόσωποι τῆς ἐν διωγμῷ εὑρισκομένης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Συν ολικὰ συμμετεῖχαν53 δέκα πρόσωπα τὸν ἀριθμόν, ὑπὸ τὴν
17
προ εδρία τοῦ Μελετίου, ἕξι ἀρχιερεῖς (τρεῖς τοῦ κλίματος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῶν ὁποίων γιὰ τοὺς δύο ἄδεται λόγος ἐπίσης περὶ τῆς μασωνικῆς τους ἰδιότητος), ἕνας Ἀρχιμανδρίτης καὶ τρεῖς λαϊκοί (ἕνας καθηγητὴς θεολογίας, ἕνας γερουσιαστὴς καὶ ἕνας μηχανικός!). Ἄρα λοιπὸν ὁ τίτλος του ὡς «Πανορθοδόξου» Συνεδρίου δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα, ἔχων δὲ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν του ὁ Ὁμολογητὴς Ἱεράρχης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος (Κα βουρίδης), Ἡγέτης ἀπὸ τοῦ 1935 τοῦ Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου ἐν Ἑλλάδι, διεπίστωνε ὅτι ὄντως «κακῶς ἀπεκλήθη πανορθόδοξον»54, ἐνῶ δὲν ἦταν τέτοιο, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔτυχε τοιαύτης ἀποδοχῆς, παρὰ μᾶλλον πανορθοδόξου ἀπορρίψεως! Ἐπίσης, πρόβλημα συνιστᾶ καὶ ὁ τίτλος του ὡς «Συνεδρίου». Ἀρ χικῶς μάλιστα ὁ Μελέτιος ὡμίλει καὶ ἔγραφε περὶ «Διορθοδόξου Ἐπι τροπῆς», ἐφ’ ὅσον ἦταν κάτι πρωτάκουστο στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἕνα τέτοιο καινοφανὲς ὄργανο, τὸ ὁποῖο εἶχε σαφῶς ὡς πρότυπό του τὶς παν-αγγλικανικὲς συνελεύσεις, ἀλλὰ καὶ τὶς πολιτικὲς διασκέψεις55, ὄργανα/σώματα ἰδιαί τερα ἀγαπητὰ στὸν Μεταξάκη. Ἡ μὲν ἀγάπη του ἔναντι τῶν Ἀγγλι κανῶν ἦταν δεδομένη, ἡ δὲ ὑπεροχὴ ἐντός του τοῦ «πολιτικοῦ» ἔναντι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡγέτου, εἶχε ἤδη τονισθῆ δεόντως σὲ κείμενα τῆς ἐποχῆς ἅμα τῇ ἀποβιώσει του56. Σύμφωνα ὅμως μὲ τοὺς ἱ. Κανόνες καὶ τὴν Παράδοσι τῆς Ὀρθο δόξου Ἐκκλησίας, τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα τοπικῆς καὶ εὐρυ τέρας σημασίας ἐπιλύονται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἀπὸ Σύνοδο τῶν διαποιμαινόντων Ἐπισκόπων (βλ. λζ’ Ἀποστολικόν, ε’ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς, ιθ’ τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς καὶ στ’ τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς). Τὰ δὲ λεγόμενα «Συνέδρια», «Συνελεύσεις», «Συμπόσια» κλπ., ἀποτελοῦν διαφορετικοῦ χαρακτῆρος συναθροίσεις, οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκαθιστοῦν τὸ Συνοδικὸ σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας57. Ἀκόμη, πρέπει νὰ τονισθῆ ὅτι τὰ ὀλιγάριθμα μέλη τοῦ «Συν εδρίου», ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχαν οἱ Ἐκκλησίες τὶς ὁποῖες ἀντιπροσώ πευαν διαμορφωμένη ἀντίληψι καὶ Συνοδικὴ τοποθέτησι γιὰ τὰ περισσότερα ἤ καὶ γιὰ ὅλα ἐκ τῶν θεμάτων ποὺ ἐτέθησαν εἰς αὐτό, οὐσιαστικὰ ἐξέφραζαν προσωπικὲς γνῶμες αὐτῶν ἤ ἔστω τῶν Συνόδων τους, δὲν ἠδύναντο ὅμως νὰ ἀποφασίσουν γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ κανονικῶν καὶ δογματικῶν θεμάτων.
18
Ἐπρόκειτο δηλαδὴ γιὰ ἰδιωτικὴ συνάντησι ὀλίγων ἀνθρώπων μὲ προσωπικὲς γνῶμες ἐπὶ διαφόρων θεμάτων καὶ οὐδὲν περισσό τερον. Δὲν ἀποτελοῦσαν πάντως Ἐπιτροπὴ ἤ πολὺ περισσότερο Σύνοδο τῆς ὅλης Ἐκκλησίας58! Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, τὸ «Συνέδριο» ἦταν ἕνα Ἀντι κανονικὸ σῶμα, μία καινοφανὴς συνάθροισις, ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐ θεντίας ἔναντι τῆς Συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πληρώ ματος Αὐτῆς. Τὸ δὲ περιεχόμενο τῶν ἀποφάσεων ἤ ἔστω προτάσεων αὐτοῦ ἦταν ἐντελῶς ἀντίθετο πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρᾶγμα ποὺ καθιστᾶ τὸ «Συνέδριον» τῷ ὄντι «Ἀντορθόδοξον», κατὰ τὸν Κασσανδρείας Εἰρηναῖο59. Ἡ τεθεῖσα θεματολογία εἰς αὐτὸ ἔδειχνε καθαρὰ τὸ νεωτερι στικὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐνεφορεῖτο, καὶ τὴν διάθεσι προσαρμογῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὶς «ἀπαιτήσεις» τοῦ κόσμου: μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τοῦ Πασχαλίου· μετάθεσις ἑορτασμοῦ Ἁγίων τὴν Κυριακὴ ἡμέρα· περιορισμὸς κωλυμάτων γάμου· γάμος Κληρικῶν (δυνατότης ἐγγάμων ἐπισκόπων, δεύ τερος γάμος τῶν ἐν χηρείᾳ διατελούντων πρεσβυτέρων καὶ δια κόνων καὶ ἐπίσης δικαίωμα γάμου αὐτῶν μετὰ τὴν χειροτονία)· συντόμευσις τῆς θείας Λατρείας· ἐλάφρυνσις καὶ περικοπὴ τῶν νηστειῶν· συγκρότησις Πανορθοδόξων Συνόδων. Τὸ «Συνέδριο» εἶχε ἕνδεκα Συνεδρίες ἀπὸ 10ης Μαΐου ἕως 8ης Ἰου νίου, τὴν δὲ 5η καὶ 6η Ἰουνίου ἐξέδωσε ἑπτὰ ἀποφάσεις, οἱ ὁποῖ ες ὑπε γράφησαν ἀπὸ ὀκτὼ ἤ ἐννέα ἀντιπροσώπους (ὁ Ἀρχιεπί σκο πος Κι σνοβίου Ἀναστάσιος τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς εἶχε ἀπο χωρήσει), πλήρεις ἀντορθοδοξίας καὶ ἀντι-παραδοσιακότητος, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν ἑβδόμη καὶ τελευταία, περὶ ἐκφράσεως συμπαθείας στὸν διωκόμενο Πατριάρχη τῆς Ρωσίας Τύχωνα60· ὅλα δὲ τὰ προαναφερθέντα θέματα ὑπερψηφίσθηκαν, κατὰ παράβασιν βεβαίως τῶν Ἱ. Κανόνων καὶ τῆς Παραδόσεως καὶ Πράξεως τῆς Ἐκκλησίας. Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ Ἡμερολογιακό, τὸ ὁποῖο μᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο, ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη Συνεδρία, ὁ Μελέτιος τὸ ἐχαρα κτήρισε ὡς «προέχον» καὶ ὡς «ζωτικόν», μὲ βασικὸ σκεπτικὸ τὴν διευκόλυνσι τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Προέβη δὲ στὴν πα ρατήρησι, ὅτι ἡ μονομερὴς ἀπόφασις ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου μιᾶς «Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας», ἤτοι τῶν Παπικῶν τὸν ΙΣΤ’ αἰῶνα,
19
ἐπέφερε διάσπασι ἑορτολογικὴ καὶ ἐξέφρασε τὴν πεποίθησι, ὅτι «ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἐκ νέου ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν χριστιανῶν τοὐλάχιστον ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ»61. Ἡ λογικὴ τοῦ Μελετίου εἶναι παράδοξη καὶ πάντως τελείως ἀντορθόδοξη, ἀλλὰ ἐξηγεῖται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀντιμετώπιζε τὸ θέμα «ὡς μέλος τῆς παγχριστιανικῆς ἀδελφότητος»62. Ὅποιος λοιπὸν θεωρεῖ ἀσφυγκτικὰ τὰ ὁμολογιακὰ ὅρια τῆς Ὀρθοδοξίας, τὰ ὁποῖα ταυτίζοντα μὲ τὰ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αἰσθά νεται μέλος τῆς «παγχριστιανικῆς ἀδελφότητος», εἶναι δηλαδὴ Οἰκουμενιστής, ἀσπάζεται τὴν Μελέτιο θεώρησι, ὅτι ἡ Ρώμη μὲν ἐκαινοτόμησε μονομερῶς ὡς πρὸς τὸ Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν στὸ Ἡμερολογιακὸ θέμα, θὰ πρέπει καὶ οἱ ὑπόλοιποι Χριστιανοὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμά της, δηλ. νὰ καινοτομήσουν καὶ αὐτοί! Ὅμως, εἶναι προφανέστατον, ὅτι αὐτὸ δὲν συνιστᾶ «ἀποκατάστασι» ἀληθινῆς Ἑνότητος, ἀλλὰ ἔκπτωσι ἀπὸ αὐτήν. Ὁ θεωρούμενος ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μητροπολίτης Δυρραχίου Ἰάκωβος, κατέθεσε ἕτοιμη πρότασι αὐ τῆς γιὰ διαρρύθμισι τοῦ Ἡμερολογίου, μὲ ἀπάλειψι 13 ἡμερῶν ἀπὸ τὸ Ἰουλιανό, χωρὶς μεταβολὴ τοῦ Πασχαλίου, μὲ τὴν διευ κρίνισι, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἕτοιμη νὰ ἀποδεχθῆ ἀκόμη καὶ νέα λύσι γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, ἀρκεῖ αὐτὴ νὰ εἶναι σύμφωνη πρὸς τὴν συνοδικὴ ἀπόφασι καὶ τοὺς Κανόνες καὶ τὴν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας63. Αὐτὴ ἦταν οὐσιαστικὰ ἡ πρότασις καὶ τοῦ θεωρητικοῦ τῆς ἡμερολογιακῆς ἀλλαγῆς μητροπολίτου Βιζύης Ἀνθίμου, τὴν ὁποία προώθησε ὁ τότε νεωστὶ τοποθετηθεὶς ὡς μητροπολίτης Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὁ καὶ μεταρρυθμιστὴς τοῦ Ἡμερολογίου στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ 1924 64. Γιὰ τὴν μελέτη τοῦ Ἡμερολογιακοῦ συνεστήθησαν ὑπὸ τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τρεῖς Ὑποεπιτροπές, γιὰ τὴν ἐξέτασί του ἀπὸ ἔποψι δογματοκανονική, πρακτικὴ καὶ ἐπιστημονική65. Ἡ πρώτη δὲν βρῆκε κάτι τὸ ἐπιλήψιμο στὴν μεταρρύθμισι καὶ θεώρησε ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναφερθῆ ἡ Ἰσημερία χρονικῶς στὴν 21η Μαρτίου, ὅπως δῆθεν τὴν ὥρισε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἐξέφρασε δὲ ὑποστήριξι στὸ ἐνδεχόμενο μονιμοποιήσεως τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα. Τὸ πόσο λανθασμένα καὶ ἀντιφατικὰ εἶναι αὐτά, δὲν εἶναι σχεδὸν ἀνάγκη νὰ τονίσουμε! Ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὥρισε τὴν Ἰσημερία τοῦ Μαρτίου ὄχι φυσικῶς, ἀλλὰ
20
θετῶς66, γιὰ νὰ ἀποφευχθῆ ἀκριβῶς ἡ ἐξάρτησις ἀπὸ τὴν ἀστρο νομία καὶ γιὰ νὰ τηροῦνται πάντοτε οἱ «διορισμοὶ» τοῦ Πάσχα ἀπαρασάλευτα. Ἡ δὲ πρότασις γιὰ μονιμοποίησι τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀποτελεῖ ἀπροκάλυπτη προδοσία τῆς Α’ Οίκουμενικῆς Συνόδου ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἀνατροπὴ ὅλης τῆς λειτουργικῆς ζωῆς καὶ πράξεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δεύτερη Ὑποεπιτροπή, ἡ πρακτική, πρότεινε τρόπο ἐφαρ μογῆς τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς, ὡς ἐπίσης καὶ τῆς ἀνα λόγου προσαρμογῆς καὶ τοῦ Πασχαλίου «διὰ λόγους ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, πρακτικῆς ὠφελείας αὐτῶν, σκοπιμότητος καὶ καλῆς ἐντυπώσεως»67. Εἶναι ἀπίστευτο, τὸ ὅτι ἡ κατάλυσις τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, γράφεται ὅτι ὑπηρετεῖ ἀκριβῶς τὴν ἑνότητα! Ὅμως, ποιά ἑνότητα;... Ἡ δὲ τρίτη Ὑποεπιτροπή, ἡ ἐπιστημονική, ἀσχολήθηκε μὲ τὰ σχέδια νέων προτεινομένων ἡμερολογίων, τῶν καθηγητῶν Μιλάνκοβιτς (Σέρβου) καὶ Δραγγὶτς (Ρουμάνου), τοποθετηθεῖσα ὑπὲρ σταδιακῆς υἱοθετήσεώς τους. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τὸ ἡμερολόγιο τοῦ Δραγγὶτς ἦταν τελειότερο ἐπιστημονικῶς ἀπὸ τοῦ Μιλάνκοβιτς, τὸ ὁποῖο προέβαινε ἁπλῶς σὲ μικρὴ τροποποίησι τοῦ Γρηγοριανοῦ, ἀλλὰ δὲν εἰσήχθη ἄμεσα ἐκεῖνο, διότι ἁπλού στατα δὲν βοηθοῦσε στὸν σκοπὸ τῆς ἐπιθυμητῆς ἀλλαγῆς, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν συνεορτασμὸ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους68! Τὸ ὅτι τὸ «Συνέδριον» εἶχε σαφῶς Οἰκουμενιστικὴ προοπτικὴ καὶ τὰ τοῦ Ἡμερολογίου ἦσαν προσυνεννοημένα καὶ προειλημ μένα, ἀποδεικνύεται πασιφανῶς καὶ ἀπὸ τὴν δῆθεν τυχαία (!) παρουσία καὶ συμμετοχὴ σὲ αὐτό, κατὰ τὴν πέμπτη Συνεδρία του, τοῦ Ἀγγλικανοῦ ἐπισκόπου τέως Ὀξφόρδης Γκόρ, μεθ’ ἑνὸς κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος παρεκάθησε ἐπίσημα ἐκ δεξιῶν τοῦ Μελετίου, ἐνημερώθηκε γιὰ τὴν προώθησι τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας καὶ θεώρησε τὸν συνεορτασμὸ διὰ τῆς ἀποδοχῆς κοινοῦ ἡμερολογίου ὡς βῆμα ἑνώσεως καὶ ὡς αἰτία μεγάλης πνευματικῆς εὐχαριστήσεως τῶν ἑτεροδόξων τῆς Δύσεως69. Τὸ «Συνέδριον» ἄν καὶ ἔλαβε τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων νὰ μὴ προβῆ σὲ μεταβολὴ τοῦ ἡμερολογίου, ἀπε φάσισε τελικὰ νὰ ἄρη τὴν διαφορὰ θρησκευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἡμερολογίου, ὡς «ἀνάγκην ἀναπόφευκτον», ἐφ’ ὅσον δὲν ἔβλεπε κανένα κώλυμα πρὸς τοῦτο, διὰ τῆς δῆθεν διορθώσεως τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ ὄχι τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ. Ἀλλὰ τὸ
21
χαρακτηρισθὲν ὡς «νέον Ἰουλιανόν», τὸ ὁποῖον θεωρήθηκε ὡς ἀκριβέστερον τοῦ Γρηγοριανοῦ κατὰ 24’’ ἤ 26’’ (!), θὰ συμπίπτη χρονικῶς μὲ τὸ Παπικὸ ἕως τὸ ἔτος 2800 καὶ κατόπιν θὰ ἔχουν πλέον διαφορὰ μιᾶς ἡμέρας70!!... Ἆρά γε, δὲν πρόκειται γιὰ ἐμπαιγμό;... Οἱ τοῦ «Συνεδρίου», κοπτόμενοι δῆθεν γιὰ τὴν παγχριστιανικὴ ἑνότητα στὸ ἡμερολογιακὸ θέμα, διαισθάνονταν ὅτι ἡ προτει νομένη Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία δὲν θὰ γινόταν εὔκολα καὶ εὐχάριστα δεκτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς Τοπικὲς Ἐκκλησίες· ἤδη τὸ τηλε γράφημα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἐδήλωνε ρητῶς ὅτι δὲν πρόκειται τὸ ἐκεῖ Πατριαρχεῖο νὰ προβῆ σὲ ἀλλαγὴ Ἡμερολογίου ἐν ὄψει τοῦ ἐπικρατοῦντος στοὺς Ἁγίους Τόπους καθεστῶτος σχέσεων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ «Συνέδριον» ἐφρόντισε νὰ κατα στήση σαφές, ὅτι ἄν κάποιες Τοπικὲς Ἐκκλησίες δὲν ἀποδεχθοῦν τὴν Μεταρρύθμισι, τοῦτο νὰ μὴ ἐπιφέρη κάποια ρῆξι στὶς σχέσεις μὲ ὅσες ἀποδεχθοῦν αὐτήν71. Ἄρα, ἡ ἑορτολογικὴ διαίρεσις τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν ἀναμενομένη καὶ ἁπλῶς κρίθηκε ἀναγκαῖο νὰ «καλυφθοῦν τὰ νῶτα» τῶν Καινοτόμων, γιὰ τὴν ἀποφυγὴ ἐπι σήμου κηρύξεώς των ὡς σχισματικῶν ἀπὸ ὅσους θὰ παρέμεναν ἑδραῖοι στὴν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ «Συνέδριον» λοιπὸν ἀπεφάσισε τὴν μεταρρύθμισι τοῦ Ἐκ κλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καὶ ἀποδέχθηκε ὁ καθορισμὸς τῆς πασχαλινῆς πανσελήνου (Φάσκα) νὰ γίνεται βάσει ἀστρονομι κῶν ὑπολογισμῶν. Ἡ δὲ Καινοτομία αὐτὴ θεωρήθηκε προσωρινή, ἐφ’ ὅσον ἐκφράσθηκε διάθεσις καὶ γιὰ ἀποδοχὴ ἑτέρου-τελειο τέρου ἡμερολογίου σὲ μία μεταγενέστερη τροποποίησί του, μὲ τὴν ἀπαραίτητη βεβαίως οἰκουμενιστικὴ συμφωνία «ὅλων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν». Ἀκόμη, τέθηκε ὑπὲρ μονιμοποιήσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, καθοριζομένης «δι’ ἐπιστημονικῆς μεθόδου», ὥστε αὐτὴ νὰ ἀντι στοιχῆ δῆθεν «πρὸς τὴν πραγματικὴν Κυριακὴν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου»72. Τὸ «Συνέδριον» προχώρησε, ὅπως ἀναφέραμε, σὲ εὐρύτερες μεταρρυθμίσεις: ἀπεφάσισε ἀντικανονικῶς τὸν γάμο τῶν ἱερέων καὶ τῶν διακόνων ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν χειροτονία τους, ἐπέτρε ψε τὴν σύναψι δευτέρου γάμου στοὺς ἐν χηρείᾳ διατελοῦντας ἐξ αὐτῶν, δέχθηκε τὴν κουρὰ τῆς κόμης τους καὶ τὴν ἔνδυσί τους σύμφωνα μὲ τοὺς λαϊκούς, δηλαδὴ τὴν ἀποβολὴ τοῦ τιμημένου ράσου, ἐλάττωσε τὸ ὅριον ἡλικίας γιὰ τὴν χειροτονία διακόνων
22
καὶ ἱερέων, δέχθηκε τὴν ὑποχρεωτικὴ τήρησι τῆς Μοναχικῆς Κουρᾶς μόνον ἄν ἔγινε μετὰ τὸ 25ο ἔτος, ἐπέτρεψε τὴν μετά θεσι Ἑορτῶν καθημερινῶν στὴν Κυριακὴ ἡμέρα, δέχθηκε τὴν συντόμευσι τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τὴν ἐλάφρυνσι καὶ ἐλάτ τωσι τῶν νηστειῶν, περιώρισε τὰ κωλύ ματα γάμου καὶ δέχθηκε τὴν συμμετοχὴ ἑτεροδόξων σὲ Πανορθόδοξο Σύνοδο73. Ὅπως ἀντιλαμβανόμεθα, ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, μύρια ἕπονται! Ὀρθὰ τονίσθηκε μὲ ρητορικὴ διάθεσι, ὅτι «τὸ “Πανορθόδοξον Συνέδριον” Κωνσταντινουπόλεως ἀπετέλεσε τὸ πρῶτον μοιραῖον ”ἄνοιγμα“ εἰς τὰ τείχη τῆς Ὀρθοδοξίας. Δι’ αὐτοῦ εἰσῆλθεν ἤδη ὁ “Δούρειος Ἵππος” τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἀπὸ τὴν κοιλίαν του ἐξέρχονται οἱ ποικιλώνυμοι ψευδοπροφῆται τοῦ Βάαλ καὶ κατακρημνίζουν τὰ ἱερὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ νὰ κτίσουν, ἀπὸ τὰ ἐρείπιά της, τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ ἀλτάρια τῆς Αἱρέσεως καὶ τῆς Πλάνης»74. Εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι ὀλίγες μόλις ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν λῆ ξι τοῦ «Συνεδρίου», τὴν 1η Ἰουνίου 1923, ὁμάδα ἐξεγερμένων λαϊκῶν εἰσώρμισε ἐντὸς τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐπιτέθηκε κα τὰ τοῦ Μελετίου ὥστε νὰ τὸν ἐξαναγκάση σὲ φυγή, γιὰ πολιτι κοὺς κυρίως λόγους καὶ ἴσως καὶ γιὰ τὶς Καινοτομίες του· ὁπότε, ὁ Μελέτιος δύο μόλις ἡμέρες μετὰ τὴν λῆξι τοῦ «Συνεδρίου» του, στὶς 10 Ἰουνίου, ἀπομακρύνθηκε ἐσπευσμένα ἀπὸ τὴν Κων σταν τινούπολι καὶ δὲν ξαναεπέστρεψε, ὑποβαλὼν καὶ τυπικῶς τὴν παραίτησί του ὀλίγους μῆνες ἀργότερα75. Τελικὰ ὅμως, ὁ πολυπράγμων Μελέτιος ἐξελέγη τὸ 1926 πατρι άρχης Ἀλεξανδρείας, τὸ 1930 παρίστατο στὸ Συνέδριο τοῦ Λάμπεθ τῶν ἀγαπητῶν του Ἀγγλικανῶν, ἀπεβίωσε δὲ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1935. Οἱ ὅποιες προσφορὲς καὶ δράσεις του σὲ θέματα ὀργανωτικά, δι οικητικά, ἐκπαιδευτικά, προνοιακὰ καὶ κοινωνικο-πολιτικά, δὲν ἀντισταθμίζονται μὲ τὴν μέγιστη ζημία, τὴν ὁποίαν προκάλεσε στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον «ἐνόσει περὶ τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν»76 καὶ αὐτὴ ἡ νόσος ἦταν πρὸς θάνατον. Βάσει τῶν ἐκνόμων ἀποφάσεων τοῦ «Συνεδρίου» τοῦ 1923, ὀλί γες μόνον Τοπικὲς Ἐκκλησίες προχώρησαν στὴν ἐφαρμογὴ τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας, χωρὶς νὰ θίξουν τὸ Πασχάλιο, ὥστε
23
νὰ συνεορτάζουν τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἀλλὰ τὶς κινητὲς βάσει τοῦ «λανθασμένου» κατ’ αὐτοὺς Ἐκκλησιαστι κοῦ Ἡμε ρολογίου. Δραστηριότης γιὰ τὴν ἐπίτευξι Κοινοῦ Πασχαλίου σημειώνεται ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἐντὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, μὲ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχὴ καὶ τῶν ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. Μόνον ἡ αὐτόνομη ὀρθόδοξη ἐκκλησία τῆς Φινλανδίας ἔχει υἱοθε τήσει καὶ τὸ Δυτικὸ Πασχάλιο, κάτι τὸ ὁποῖο ἔκανε πρόσφατα καὶ ἡ ὑπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι αὐτόνομη ὀρθόδοξη ἐκκλησία τῆς Ἐσθονίας, καὶ ἔτσι παρατηρεῖται τὸ ἱλαροτραγικὸ φαινόμενο διαιρέσεως τῶν ὀρθοδόξων στὰ τρία, ἐν ὀνόματι τῆς ἑνώσεως μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, κάτι τὸ ὄντως πρωτοφανὲς στὰ Ἐκκλησιαστικὰ Χρονικά! Στὴν πρᾶξι, οἱ Νεοημερολογῖται συρράφουν μὲ ἐντελῶς ἀδέξιο τρόπο τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Ἡμερολόγιο (γιὰ τὸ Πασχάλιο) μὲ τὸ δῆθεν Νεο-ιουλιανό τους (γιὰ τὶς ἀκίνητες ἑορτές), χρησι μοποιοῦντες καὶ τὰ δύο ταυτοχρόνως καὶ προσθέτοντες σύγχυσι στὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας77, ἀνεχόμενοι παράλληλα καὶ τοὺς Νεοπασχαλῖτες Φινλανδοὺς καὶ Ἐσθονούς!... Ἰδοὺ ὁ πικρότατος καρπὸς τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ παύουμε νὰ στηλιτεύουμε: ἡ διάσπασις ἐντὸς αὐτῆς ταύτης τῆς Ὀρθοδοξίας, χάριν τοῦ δῆθεν ἐπιστημονισμοῦ καὶ μάλιστα τοῦ συνεορτασμοῦ καὶ τῆς προσεγγίσεως μὲ τοὺς ἑτεροδόξους! Β4. Ἡ Ἀντίδρασις κατὰ τοῦ «Συνεδρίου» τοῦ 1923 ΟΙ ἄφρονες Καινοτόμοι εἶχαν μὲν προβλέψει τὴν πιθανὴ μὴ ἀποδοχὴ τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας ἀπὸ κάποιες Τοπικὲς Ἐκκλησίες, ὅμως συνεπαρμένοι ἀπὸ τὸν οἶστρο τῆς «ἀγάπης» τους γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους, δὲν ὑπολόγισαν τὴν δυναμικὴ ἀντί δρασι τῶν Ὀρθοδόξων ἐντὸς ἐκείνων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες θὰ ἀποτολμοῦσαν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν Καινοτομία, καίτοι ἐβεβαίωναν ὅτι θὰ ἐφρόντιζαν νὰ μὴ προκληθοῦν ἀντιδράσεις! Ἐκτὸς καὶ ἄν ὁ ἄνομος στόχος τους ἦταν καὶ αὐτός: νὰ ἰδοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ἐντὸς τῆς ἴδιας πατρίδος, τῆς ἴδιας πόλε ως, τῆς ἴδιας οἰκογενείας, νὰ διαιροῦνται πικρῶς καὶ νὰ ἀλληλοσπαράσσωνται οἰκτρῶς, πρὸς χαρὰν τοῦ διαβόλου καὶ πρὸς ἱκα νοποίησιν τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, τῆς ἑνότητος καὶ τῆς προόδου! Ἡ συνήθης δικαιολογία τῶν Καινοτόμων, εἶναι ὅτι τὸ Ἡμε ρολογιακὸ δὲν εἶναι θέμα δογματικὸ καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ εἰσαγωγὴ
24
τοῦ Νέου Ἡμερολογίου νὰ προκαλέση ἀντίδρασι καὶ διαίρεσι, ὡς παράγωγα ἀγνοίας καὶ φανατισμοῦ. Ὅσοι διακρατοῦμε, χάριτι Θεοῦ, τὴν Παράδοσι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου ἀκαινοτό μητη καὶ ἀντιτασσόμεθα στὴν Αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία προκάλεσε τὴν Καινοτομία, ἀποκρινόμεθα μὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «ἡ γὰρ κατὰ σμικρὸν τῶν παραδεδομένων ἀφαίρεσις, ὡς ἐξ οἰκοδομῆς λίθων, θᾶττον ἅπασαν τὴν οἰκοδομὴν καταρρήγνυσιν»78! Δηλώνουμε λοιπόν, ὅτι θὰ ἀγωνισθοῦμε ἕως θανάτου γιὰ τὸ θεῖο Οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ δὲν θὰ ἀλλοιώσουμε οὔτε θὰ «κολοβώσουμε» τὸν θεῖο Θησαυρό, ἐπειδὴ τὸ ἀποφασίζουν καὶ διατάσσουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καυχῶνται ἴσως γιὰ τὰ ἀξιώματα καὶ τὴν κατὰ κόσμον δύναμί τους, ἀλλὰ στεροῦνται τῆς θείας εὐλογίας καὶ αὐθεντίας, ἐφ’ ὅσον δὲν περιπατοῦν κατὰ τὴν Παράδοσιν τῶν Πατέρων! Ἤδη ἀμέσως μετὰ τὸ «Συνέδριον» τοῦ 1923 ἠγέρθησαν σφο δρὲς ἀντιδράσεις κατὰ τῶν ἀποφάσεών του πρωτίστως ἀπὸ τοὺς Πατριάρχας τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ λοιπὲς Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐξέφρασαν σκεπτικισμὸ καὶ μόνον ἡ ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἀπεδέχθη τὸ «Συνέδριον» εὐμενῶς79. Ὁ Μητροπολίτης Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, ἔγραφε τὸ 1929, ὅτι ὁ Μελέτιος Μεταξάκης, «ἱκανοποιῶν ἁμαρτωλὰς θε λήσεις καὶ ἰδιοτελεῖς ἐπιθυμίας ἀλλοδόξων ἐκκλησιῶν καὶ μυστι κῶν ἑταιρειῶν» ἐνήργησε ἀντικανονικῶς καὶ ὀλεθρίως γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μέσῳ τοῦ «Συνεδρίου» του κατεπάτη σε τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες καὶ ἐπέφερε διαίρεσι τῶν Ὀρθοδόξων. Διότι, ἀκύρωσε ἀναρμοδίως καὶ αὐθαιρέτως τὶς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ’ αἰῶνος περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου καὶ οὐσιαστικὰ «διάπλατα ἤνοιξε τὰς πύλας πρὸς πάντα νεωτερισμόν»80. Ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Ἀντώνιος, Πρωθιεράρχης τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, θεώρησε τὴν μεταρρύθ μισι τοῦ Ἡμερολογίου ἀπαράδεκτη, ὡς ἀντιφάσκουσα στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες καὶ τὴν ἀρχαιοπαράδοτη ἐκκλησιαστικὴ πρᾶξι, τὴν δὲ μεταβολὴ χαρακτήρισε ἐπικίνδυνη καὶ ἄκαιρη καὶ ἐπίσης διεῖδε παπικὸ καὶ μασωνικὸ ἐπηρεασμό81. Ὁ ἐπιφανὴς σέρβος Ἱεράρχης καὶ ἐσχάτως Διακηρυχθεὶς Νι κό λαος Βελιμίροβιτς, κατεφέρθη τὸ 1930 κατὰ τοῦ «Συνεδρίου» τοῦ 1923, θεωρήσας ὅτι ἐδημιούργησε «εἶδός τι σχίσματος»82. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς, Ἀρχιεπίσκοπος Σαγγάης καὶ Σαν
25
Φραντσίσκο, ὁ σύγχρονος Θαυματουργός, διεκήρυσσε σὲ Ἀναφορά του στὴν Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς τὸ 1938, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ «Συνεδρίου» τοῦ Μελετίου Μεταξάκη γιὰ υἱο θέτησι τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, «εἰσήγαγεν ἕνα ἀπαίσιον σχίσμα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν... (Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον) ἔχον ἀπωλέσει τὴν σημασίαν του ὡς στύλου τῆς ἀληθείας, καὶ ἔχον κατασταθῆ πηγὴ διαιρέσεως, ταυτοχρόνως δὲ διακατεχόμενον ὑπὸ μιᾶς ὑπερμέτρου ἀγάπης διὰ δύναμιν, ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἐλεεινὸν θέαμα...»83. Ὁ δὲ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἐπίσης Πρωθιεράρχης τῆς τότε ὁμολογητρίας Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Δια σπορᾶς, ἔγραφε χαρακτηριστικὰ τὸ 1972 τὰ ἑξῆς: «Ἡ Καινοτομία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπροξένησε σχίσμα εἰς ὅλας τὰς Τοπικὰς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι τὴν υἱοθέτησαν. Οὕτως, ἡ Ἑλλάς, ἡ Κύπρος, ἡ Ρουμανία καὶ τώρα ἡ Βουλγαρία ἐγεύθησαν τὸν καρπὸν τῆς παρακοῆς. Εἶναι θλιβερὸν ὅτι ὁ Ὀρθό δοξος λαὸς τῶν προαναφερθεισῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἠ δυ νήθη νὰ ἐγερθῇ σύσσωμος καὶ ὡς μέγα κῦμα νὰ ὑπερισχύ σῃ καὶ καταστείλῃ τὴν παλίρροιαν τῶν Καινοτομιῶν... Ἡ ἡμε τέρα Ρωσσικὴ Ἐκκλησία ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ μακαρίας μνή μης τότε Ἀρχιεπισκόπου καὶ κατόπιν Μητροπολίτου καὶ Πρωθιεράρχου τῆς ἡμετέρας Συνόδου κ. Ἀναστασίου, ἐντόνως καὶ ἀποφασιστικῶς διεμαρτυρήθη κατὰ τῶν Καινοτομιῶν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ ἄλλων νεωτερισμῶν τοῦ θλιβερᾶς μνήμης πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη εἰς τὴν συνάθροισιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1923, ἡ ὁποία ἐσφαλμένως ἀναφέρεται ὡς Πανορθόδοξος, ἐφ’ ὅσον τὰ Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς καί τινες Ἐκκλησίαι δὲν ἀντεπροσωπεύθησαν. Οἱ περισσότεροι δὲ Ἱεράρχαι τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἠρνήθησαν νὰ παρευρεθοῦν, διαμαρτυρόμενοι οὕτω διὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῆς βεβιασμένης πολιτικῆς ἀναδείξεως τοῦ Μελετίου ὡς Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου»84. Οἱ δὲ ἀκόλουθοι τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου στὴν Ἑλλάδα ἀπε κάλεσαν ἐξ ἀρχῆς, ὅλως δικαίως, τὸ «Συνέδριον» τοῦ 1923 «ἀντορθόδοξον», «κακόδοξον», «ληστρικόν», «ἄνομον», «ἀποστατικὸν»85 κλπ., διότι ἀπετέλεσε τὴν ἀπαρχὴ μυρίων δεινῶν γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐδῶ καὶ 90 χρόνια...
26
Β5. Σύγκρισις τῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 843 καὶ τοῦ «Συνεδρίου» τῆς Συμφορᾶς τοῦ 1923 ΑΝ θὰ προβαίναμε σὲ μία σύγκρισι τῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 843 καὶ τοῦ «Συνεδρίου» τῆς Συμφορᾶς τοῦ 1923, θὰ λέγαμε ἐπιγραμματικὰ τὰ ἑξῆς: ● Ἐκεῖ (843) ἡ παρέμβασις τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας ἦταν βοηθητικὴ καὶ εὐεργετική, ἐδῶ (1923) ἦταν βλαβερὴ καὶ ἀνεπίτρεπτη· ● ἐκεῖ εἴχαμε ἅγιες μορφές, ριζωμένες στὴν Παράδοσι, μὲ προεξάρχοντα τὸν Ἅγιο Μεθόδιο τὸν Ὁμολογητή, ἐδῶ εἴχαμε μυστηριώδη πρόσωπα, ξεκομμένα ἀπὸ τὴν Παράδοσι, μὲ προεξάρχοντα τὸν μασῶνο Μελέτιο Μεταξάκη· ● ἐκεῖ εἴχαμε πραγματικὴ καὶ ἁγία Σύνοδο, ἐδῶ εἴχαμε καινοφανές, ἀμφίβολο καὶ κακόδοξο «Συνέδριο»· ● ἐκεῖ εἴχαμε ὁδηγὸ τὴν ἱερὰ Παράδοσι καὶ τοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἐδῶ εἴχαμε ὑπὸ διωγμὸν τὴν ἱερὰ Παράδοσι καὶ καταπάτησι τῶν ἱερῶν Κανόνων· ● ἐκεῖ εἴχαμε ἐκβολὴ καὶ καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, ἐδῶ εἴχαμε προσέγγισι καὶ ὑποδοχὴ τῶν αἱρετικῶν· ● ἐκεῖ εἴχαμε ἐπιβεβαίωσι καὶ διακήρυξι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστε ως, ἐδῶ εἴχαμε νόθευσι καὶ προσβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως· ● ἐκεῖ εἴχαμε εἰρήνευσι καὶ ἕνωσι τῆς Ἐκκλησίας, ἐδῶ εἴχαμε ταραχὴ καὶ διαίρεσι τῆς Ἐκκλησίας· ● τέλος, ἐκεῖ εἴχαμε τὸν Θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐδῶ εἴχαμε τὴν ἀπαρχὴ τῆς Ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία!... Β6. Ἐπιλογικὰ συμπεράσματα Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ καὶ ὁ ἀγώνας μας, κατόπιν πάντων τούτων, εἶναι νὰ καταδικασθῆ ἡ νέα αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μάλι στα αὐτὸ τοῦτο τὸ θλιβερὸ «Συνέδριο» τοῦ 1923, ὥστε νὰ ἀποκα τασταθῆ καὶ πάλιν ἡ Ἑνότης τῶν Ὀρθοδόξων, νὰ καταδικασθοῦν οἱ αἱρέσεις καὶ οἱ νέοι αἱρετικοί, καὶ ἡ Ὀρθοδοξία νὰ θριαμβεύση ἐκ νέου ὡς «Στῦλος καὶ Ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας»86, ὡς μοναδικὴ Ἐλπίδα σωτηρίας τοῦ κόσμου. Τοῦτο, ἄν δὲν παρέμβη ὁ θεῖος Παράγων διὰ τῆς Δευτέρας Παρουσίας, δύναται νὰ συμβῆ μό νον διὰ συγκλήσεως Ὀρθοδόξου Συνόδου, κατὰ τὸ πρότυπο τῆς Συνόδου τοῦ 843. Οἱ Ἀποτειχιζόμενοι καὶ ὀρθοδόξως Ἐνιστάμενοι ἔναντι τῆς μαι
27
νομένης αἱρέσεως καὶ ἀποτελοῦντες τὸ Ἀκαινοτόμητον Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν δυνάμεθα νὰ διατελοῦμε σὲ ἐφησυχασμό, προτάσσοντες ἄλλες, ὁπωσδήποτε ἀναγκαῖες, ἀλλὰ πάντως ὑπο δεέστερες προτεραιότητες. Ἡ μεγαλύτερη κρίσις εἶναι ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ χειρότερη ἐξαθλίωσις εἶναι ἡ ψυχική. Ἡ νόθευσις τῆς Πίστεως καὶ ἡ διολίσθησις στὴν Πλάνη ἀποτελοῦν τὴν σοβαρότερη καὶ πλέον θανατηφόρο ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κλῆσις μας, παρὰ τὴν ἀναξιότητα καὶ ἀνεπάρκειά μας καὶ παρὰ τὶς πιεστικὲς ὑποχρεώσεις μας, εἶναι Προφητική: ἡ πι στὴ καὶ συνεπὴς ἐξαγγελία καὶ ὀρθοτόμησις τοῦ λόγου τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἑτοιμότης νὰ ὑποστοῦμε ὅλες τὶς συνέπειες τούτου, ὄχι μόνον ἐλπιδοφόρες καὶ εὐχάριστες, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνες καὶ δυσάρεστες. Οἱ αἱρετικοὶ Οἰκουμενισταὶ καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολουθοῦν καὶ κοι νωνοῦν μαζί τους, διὰ τῆς συμμετοχῆς τους σὲ παναιρετικοὺς ὀργανισμούς, ὅπως τὸ «Π.Σ.Ε.», καὶ διὰ τῶν ποικίλων δραστηριο τήτων τους, προχωροῦν σὲ συνεχῶς στενώτερη σχέσι καὶ κοινωνία μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς, ὥστε συνεργάζονται ἀνενδοι άστως, συμπροσεύχονται ἀδιαλείπτως, συλλειτουργοῦνται ἀνε ξετάστως, συνυπογράφουν ἐπιλήψιμα κείμενα καὶ διακηρύσσουν κακόδοξες ἀπόψεις. Μάλιστα, ἔφθασαν μέχρι σημείου σχέσεων συνεργασίας καὶ συμπροσευχῆς ἀκόμη καὶ μὲ ἀλλοθρήσκους, παγανιστὲς καὶ ἀγνωστικιστές! Ἡ «γραμμὴ» ποὺ χάραξε ὁ κακόδοξος Μελέτιος Μεταξάκης, ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι μέλη τῆς Παγχριστιανικῆς Ἀδελφότητος καὶ ὀφείλουν νὰ συνεορτάζουν καὶ νὰ συνεργάζωνται μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἀκολουθεῖται πιστῶς καὶ συνεπῶς ἀπὸ τοὺς ἀκο λούθους καὶ ὑποστηρικτές του. Αὐτοὶ θεωροῦν, ὅτι ἡ Ἀποστολικὴ Πίστις ἐπιβάλλεται νὰ ἐφαρμοσθῆ στὸ σύγχρονό μας ἱστορικὸ περιβάλλον ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ μὲ τὰ λοιπὰ χριστιανικὰ σώματα, ἔστω καὶ ἄν δὲν ὑπάρχη πλήρης ἑνότης. Τὴν συγκρητιστικὴ αὐτὴ δοξασία τὴν διακηρύσσει εὐκαίρως ἀκαίρως ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς σήμερον πατρι άρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος ἐν τοῖς πράγμασι ἀποδεικνύεται ἐπάξιος συνεχιστὴς τοῦ προκατόχου του Μελετίου Μεταξάκη. Ἄλλωστε, ἡ μόλις αὐτὲς τὶς ἡμέρες παρουσία καὶ δραστηριότης του στὴν ἐνθρόνισι τοῦ νέου Πάπα Φραγκίσκου στὸ Βατικανὸ καὶ ὅσα σχεδίασαν νὰ κάνουν ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τὴν προώθησι τοῦ οἰκουμενιστικοῦ ὁράματός τους, μόνον μέσα ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω
28
πρῖσμα δύναται νὰ θεωρηθῆ καὶ ἑρμηνευθῆ. Ἡ Καινοτόμος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑστερεῖ· πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν, ὁ τότε Ἀθηνῶν Χριστόδουλος, ὑποδεχόμενος τὸ 2005 στὴν Ἀθήνα τὸν τότε Γενικὸ Γραμματέα τοῦ «Π.Σ.Ε.» πάστορα Σάμουελ Κομπία, ἐτόνισε τὴν σημασία ποὺ ἀποδίδει στὴν «διεθνῆ Ἀδελφότητα τῶν Ἐκκλησιῶν» στὸ νὰ ἐκπληρώσουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν κοινή τους κλῆσι87. Δὲν χρειάζεται νὰ παραθέσουμε ἄπειρες δηλώσεις καὶ περι στατικά, ποὺ ἔχουμε στὴν διάθεσί μας, γιὰ νὰ ἀποδείξουμε τὸ μέγεθος τῆς ἐκτροπῆς καὶ νὰ καταφανῆ ἐναργέστερα ἡ εὐθύνη ὅσων συμμετέχουν ἤ ὅσων ἀνέχονται αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἡ σημασία τῆς κατὰ Θεὸν ὁμολογίας καὶ μαρτυρίας μας. Γιὰ τὸν λόγο τοῦτο, κλείνοντες, στρεφόμεθα στὰ πιστὰ τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας μας, τὰ διακρατοῦντα ἡρωϊκῶς ἐν μέσῳ «γενεᾶς σκολιᾶς»88 (διεστραμμένης) τὰ Πάτρια μὲ σταθερότητα, φρόνημα μαρτυρικὸ καὶ θυσίες ὑπέρμετρες· ἄς ἑνωτισθοῦμε τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ πρὸς ἀναθέρμανσιν τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀποφασιστικότητός μας: «διό, ἀδελφοί, στῶμεν ἐν τῇ πέτρᾳ τῆς πίστεως, καὶ τῇ παραδόσει τῆς Ἐκκλησίας, μὴ μεταίροντες ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Ἅγιοι Πα τέρες ἡμῶν· μὴ διδόντες τόπον τοῖς βουλομένοις καινοτομεῖν, καὶ καταλύειν τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Εἰ γὰρ δοθῇ ἄδεια παντὶ βουλομένῳ, κατὰ μικρὸν ὅλον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καταλυθήσεται... Δεξώμεθα οὖν τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἐν εὐθύτητι καρδίας, καὶ μὴ ἐν πολλοῖς λογισμοῖς· ὁ Θεὸς γὰρ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον εὐθῆ... Μὴ καταδεξώμεθα νέαν πίστιν μαθεῖν, ὡς κατεγνωσμένης τῆς τῶν ἁγίων πατέρων παραδόσεως...»89! Στῶμεν καλῶς! Ὁ Θεὸς γὰρ μεθ’ ἡμῶν ἐστι!... Εὐχαριστῶ!
29
Ὑποσημειώσεις
(*) Τὸ κείμενο τῆς Εἰσηγήσεως δημοσιεύεται στὴν πληρότητά του, ἐπηυξημένο καὶ ὑπομνηματισμένο. 1. Α’ Ἰωάν. ε’ 4. 2. Φιλιπ. β’ 10-11. 3. Ἑβρ. ια’ 2. 4. Ἑβρ. δ’ 14. 5. Β’ Κορ. ιγ’ 10. 6. Ἐφεσ. δ’ 13. 7. Β’ Θεσ. β’ 3. 8. Ρωμ. ια’ 5. 9. Α’ Τιμ. στ’ 12. 10. Βλ. Δεσποίνης Δ. Κοντοστεργίου, Αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 229-233. 11. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Δεύτερος Ἀπολογητικὸς Πρὸς τοὺς Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § ιστ’, PG τ. 94, στλ. 1304ΑΒ. Βλ. καὶ πρόσφατη ἡμετέρα Εἰσήγησι «Εἰκόνες καὶ Θαύματα» (http://www. synodinresistance.org/pdfs/2013/01/01/20130101bEikonesThaumata.pdf). 12. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 357. 13. Αὐτόθι, στλ. 377. 14. Βλ. «Εἰκονομαχία», λῆμμα στὴν «Μεγάλη Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐγκυ κλο παιδεία» (Μ.Ο.Χ.Ε.), τ. 6, σελ. 447, στλ. 3η («στρατηγικὲς ἐκδόσεις», Ἀθήνα 2012). 15. Αὐτόθι, στλ. 4η. 16. Βλ. Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία – Πανεπιστημιακαὶ Παραδόσεις, τ. Β’, Ἀθῆναι 1972, σελ. 47-53· Georg Ostrogorsky, Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, τόμος Δεύτερος, Ἱστορικὲς Ἐκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, Ἀθήνα 1989, σελ. 72-82· «Εἰκονομαχία», Μ.Ο.Χ.Ε., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 443-444. 17. PG τ. 99, στλ. 1420ΑΒ: Ep.Lib. II, ΡΚΘ’: «Λέοντι σακελλαρίῳ»· βλ. καὶ PG τ. 99, στλ. 1128D: Ep.Lib. II, ΣΤ’: «Πρεσβυτέρῳ ὑπογράψαντι». 18. Βλ. Ἀσματικὴ Ἀκολουθία καὶ Βίος τῆς Ἁγίας Θεοστέπτου Βασιλίδος Θεοδώρας τῆς Αὐγούστης τῆς Στερεωσάσης τὴν Ὀρθοδοξίαν, Κέρκυρα 1957, σελ. 26-28· Ἀναστασία Ν. Κυνηγοπούλου, Βασίλισσες καὶ Πριγκίπισσες Ἅγιες τῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 42-47· Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑπὸ Ἱερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, τόμος Ἕκτος, Φεβρουάριος, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2006, σελ. 126-129. 19. Βλ. Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λεσβιακὰ Ἁγιολογικὰ Μελετήματα, Α’, ἔκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, 14, Μυτιλήνη 1997, σελ. 77-91. 20. Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Μεθόδιος Α’ ὁ Ὁμολογητὴς (843-847) καὶ τὸ ἔργο του, Διδακτορικὴ Διατριβή, Ἀθήνα 2002, σελ. 182 ἑ. Βλ. ἐπίσης Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμος Δέκατος, Ἰούνιος, σελ. 168-172. 21. Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 183 καὶ 202. 22. Κύρια πηγὴ ἐξιστορήσεως, ἐκτὸς τῶν πηγῶν τῆς ὑποσημ. 16, τὸ Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 182 ἑ. 23. Ὑπόμνημα τῇ Κυριακῇ πρώτῃ τῶν Νηστειῶν, στὸ Τριώδιον Κατανυκτικόν,
30
ἐκδ. ΦΩΣ-ΧΕΕΝ, Ἀθῆναι 2004, σελ. 617-618. 24. Ἀποκαλ. ιβ’ 12. 25. PG τ. 100, στλ. 1253Β: Vita, cap. II, § ι’. 26. Τὸ «Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας», τὸ ὁποῖο προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐξεταζομένη ἐνταῦθα Σύνοδο τοῦ 843, γράφει σχετικῶς: «τοῖς ἐπιμένουσι τῇ εἰκονομάχῳ αἱρέσει, μᾶλλον δὲ τῇ χριστομάχῳ ἀποστασίᾳ... (καὶ) τοῖς ἀνεπιστρόφως τῇ πλάνῃ ταύτῃ κατεχομένοις καὶ πρὸς πάντα λόγον θεῖον καὶ πνευματικὴν διδασκαλίαν τὰ ὦτα βεβυσμένοις, ὡς ἤδη λοιπὸν σεσηπόσι καὶ τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας ἀποτεμοῦσιν ἑαυτούς, ἀνάθεμα» («Τὸ Συνοδικὸν ὅπερ ἀναγινώσκεται τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας», στὸ Κυριακὴ τῆς Ὀρθο δοξίας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2006 [Τὸ «Συνοδικὸν» κατὰ τὴν κριτικὴ ἔκδοση τοῦ J. Gouillard]· βλ. καὶ Τριώδιον Κατανυκτικόν, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 623). 27. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 380Β. 28. Σύμφωνα μὲ τὸν κώδικα 1117 τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ τοῦ ΙΔ’ αἰ., ἡ Σύνοδος τοῦ 843 πραγματοποιήθηκε στὸν Ναὸ τῶν Βλαχερνῶν καὶ ὄχι στὸ «Κανίσκειον» τῶν Ἀνακτόρων ἤ στὴν Ἁγια-Σοφιὰ (Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 199). 29. PG τ. 100, στλ. 1256Α: Vita, cap. II, § ιβ’. 30. Βλ. Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 194· Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 52-53· Ὀρθόδοξη Ὁμάδα Δογματικῆς Ἔρευνας (ΟΟΔΕ), «Ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 843» (23.5.2007), www.oodegr.com/ oode/dogma/synodoi/843_a.htm· «Εἰκονομαχία», Μ.Ο.Χ.Ε., ἐνθ’ ἀνωτ., σελ. 444. 31. Georg Ostrogorsky, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 87· ΟΟΔΕ, «Ἡ Σύνοδος τῆς Κων σταν τινουπόλεως τὸ 843». 32. Βλ. Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 196-197. 33. Αὐτόθι, σελ. 200. 34. Ἄν δεχθοῦμε ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἦταν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης Ἐπίσκοπος (μία ἄποψις ποὺ τὸν θεωρεῖ Ἐπίσκοπο Κυζίκου μᾶλλον δὲν εὐσταθεῖ), τὸ πιὸ πιθανὸν ἦταν νὰ τελέσθηκε πρῶτα ἡ εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία του. 35. Ἰωάννου Ἀντ. Παναγιωτόπουλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 200-201. 36. Βλ. Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 52-53· Georg Ostrogorsky, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 93. 37. Ποίημα Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἦχος πλ. β’, Ὠδὴ δ’, τροπάριον δ’, στὸ Τριώδιον Κατανυκτικόν, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 174-175. 38. Ἐφεσ. ε’ 32. 39. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 201. 40. Μητροπολίτου Λεοντοπόλεως Χριστοφόρου, Ἡμερολογιακά, Ἀθῆναι 1925, σελ. 19-20. 41. Βλ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας Εἰρηναίου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύν οδον τῆς Ἑλλάδος, συγκληθεῖσαν τῇ 14 Ἰουνίου 1929, Ἐν Ἀθήναις 1929, σελ. 19. 42. Βλ. Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανοῦ, Ποιμαντικὴ Ἐπιστολή: «Σχίσμα» ἤ «Ἀποτείχισις»; Τὸ Ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ ἡ Αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Ἀθήνα 1998, σελ. 11, ὑποσημ. 16, ἔνθα ἡ σχετικὴ βιβλιο γραφία· βλ. καὶ Ἀ. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, Δημιουργία - Ἀνακαίνισις καὶ Ἀποστασία, Ἀθῆναι 1985, σελ. 571-576.
31
43. Βλ. Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἱερὸν Πηδάλιον, σελ. 9, ὑποσημ. (σχόλιον στὸν ζ’ Ἀποστολικὸν ἱ. Κανόνα). 44. Βλ. Ἐπισκόπου Τριάδιτσα Φωτίου, «Τὸ Πάτριο Ἐκκλησιαστικὸ Ἡμερολόγιο Ἕνα ἀδιαχώριστο στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως», στὸ περιοδ. «Ἅγιος Κυπριανός», ἀριθ. 259/Μάρτιος-Ἀπρίλιος 1994, σελ. 221. 45. Βλ. Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, «Δὲν εἶναι ἡμερολογιακὴ ἡ διαφορά. Δογματικὲς καὶ Θεολογικὲς οἱ ἀντιθέσεις ποὺ ὁδηγοῦν σὲ χωριστὸ Πάσχα», στὴν ἐφημερ. «Καθημερινή», 14.4.1996, σελ. 7 (ἀνατύπωσι στὸ περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καὶ Μαρτυρία», περίοδος Β’, ἀριθ. 1/Ἰανουάριος 2000, σελ. 52). 46. Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 4. 47. Βλ. Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 650-652· Ἐμμανουὴλ Καραγεωργούδη, Ὁ Μελέτιος Μεταξάκης ὡς Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἐκδ. «Π. Πουρναρᾶς», Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 137-139. ● Ὅπως ὀρθὰ ἐτόνισε ὁ ζηλωτὴς τῶν Πατρίων Γρηγόριος Εὐστρατιάδης σχετικὰ μὲ τὴν ἡμερολογιακὴ καινο τομία: «Θρησκευτικὸς καὶ Ἐκκλησιαστικὸς λόγος οὐδεὶς ὑπῆρχε. Λόγοι κοσμοπολιτικοὶ μόνον ὤθησαν νὰ διαιρέσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἡ Πραγματικὴ Ἀλήθεια περὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, Ἀθῆναι 1929, ἀνατύπω σις ἐν Κύπρῳ τὸ 1960 ὑπὸ Κιτίου Ἐπιφανίου, σελ. 8). 48. Β.Θ. Σταυρίδου καὶ Ε.Α. Βαρέλλα, Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἐκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 334. 49. Ἐμμανουὴλ Καραγεωργούδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 113-121. 50. Βλ. ἀφιερωματικὸ ἄρθρο τοῦ μασώνου Ἀλέξ. Ἰ. Ζερβουδάκη γιὰ τὸν «Διάσημο Τέκτονα» Μελέτιο Μεταξάκη, τὸν ὁποῖο ἐγνώρισε προσωπικὰ στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1922, στὸ «Τεκτονικὸν Δελτίον», ἀριθ. 71/Ἰαν.Φεβρ. 1967, σελ. 25-50 (παρουσίασις στὸ περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καὶ Μαρτυρία», τ. 18-21/Ἰανουάριος-Δεκέμβριος 1990, σελ. 149-152, ἔνθα τὸ α’ μέρος τοῦ ἄρθρου: «Ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης 1871-1935, α) ὁ Μασῶνος, β) ὁ Νεωτεριστής, γ) ὁ Οἰκουμενιστής»). 51. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου, 10 Μαΐου – 8 Ἰουνίου 1923, Ἀθῆναι 1982, σελ. στ’ τῆς «Εἰσαγωγῆς» τοῦ ἐπι μελητοῦ τῆς ἀνατυπώσεως Διονυσίου Μ. Μπατιστάτου· Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη Μητροπολίτου Δημητριάδος, Ἱστορικὴ καὶ Κανονικὴ Θεώρησις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Ζητήματος κατά τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι, Ἐναίσιμος ἐπὶ διδακτορίᾳ διατριβή, Ἀθῆναι 1982, σελ. 77-78, ὑποσημ. 31. 52. Βλ. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 6· Χριστοδούλου Κ. Παρα σκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 67-68. 53. Βλ. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 11-12· Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καὶ Μαρτυρία», τ. 17/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1989, σελ. 70, ὑπο σημ. 7, τοῦ κειμένου τοῦ Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, «Οἱ ἐμπνευσταὶ καὶ πρωτεργάται τῆς καινοτομίας: “Οἱ δύο οὗτοι Λούθηροι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”». 54. Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, «Οἱ ἐμπνευσταὶ καὶ πρωτεργάται...», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 68-69. 55. Bishop Photius of Triaditsa, «The 70th Anniversary of the Pan-Orthodox Congress
32
56. 57.
58. 59. 60. 61. 62. 63. 64. 65. 66. 67. 68. 69.
70. 71. 72. 73. 74. 75. 76. 77. 78. 79. 80. 81. 82.
in Constantinople – A Major Step on the Path Towards Apostasy», in «Orthodox Life», No 2/1994, p. 39. Βλ. περιοδ. «Ζωή», ἀριθ. 1195/10.8.1935, σελ. 248 («Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καὶ Μαρτυρία», τ. 18-21/Ἰανουάριος-Δεκέμβριος 1990, σελ. 159-160). Βλ. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. ζ’ «Εἰσαγωγῆς»· Bishop Photius of Triaditsa, ἔνθ’ ἀνωτ., p. 39· βλ. καὶ Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 77-82, ἔνθα ὁ σ. θέτει τὸν προβληματισμὸ περὶ τῆς ταυ τότητος καὶ ἁρμοδιότητος τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τούτου, βάσει τῶν ἀπόψεων, οἱ ὁποῖες ἐκφράσθηκαν ἐπ’ αὐτοῦ. Bishop Photius of Triaditsa, ἔνθ’ ἀνωτ., p. 38-39 (κατὰ τὸν καθ. S. Troitsky). Βλ. Ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 19. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 211-222. Αὐτόθι, σελ. 13-14. Αὐτόθι, σελ. 72. Αὐτόθι, σελ. 17-18· Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 70-71. Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 654-658, 665-666. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 23 (οἱ τρεῖς εἰσηγήσεις τῶν ὑποεπιτροπῶν στὶς σελ. 50-64). Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 418, 576. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 73. Ἀλεξάνδρου Καλομοίρου, Τὸ Σύγκριμα, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 11. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 84-89· Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 668· βλ. ἐπίσης «Τὸ ἐν “Κωνσταντινουπόλει Πανορθόδοξον Συνέδριον” τοῦ 1923», στὸ περιοδ. «Ἅγιος Κυπριανός», ἀριθ. 314/ΜάϊοςἸούνιος 2003, σελ. 239. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 212-213· Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 75 (ὑποσημ.). Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 69· Χριστοδούλου Κ. Παρα σκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 82. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 214-215· Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 669. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 215-221· Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 669-670. Βλ. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. ζ’ «Εἰσαγωγῆς». Αὐτόθι, σελ. ε’ «Εἰσαγωγῆς». Αὐτόθι, σελ. στ’ «Εἰσαγωγῆς». Ἐπισκόπου Τριάδιτσα Φωτίου, «Τὸ Πάτριο Ἐκκλησιαστικὸ Ἡμερολόγιο...», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 222. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Πρῶτος Ἀπολογητικὸς Πρὸς τοὺς Δια βάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, PG τ. 94, στλ. 1284Α. Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 672-674. Ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 19-20. Ἀ.Δ. Δελήμπαση, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 672· Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 77. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 80. ● Ἀπόψεις καὶ Πράξεις τοῦ Ἁγίου Ἐπισκόπου Νικολάου Βελιμίροβιτς κατὰ τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τοῦ 1923 καὶ εἰδικῶς τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας παρα
33
83. 84.
85. 86. 87. 88. 89.
θέτουν καὶ ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος (1935) καὶ ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος (1937) (βλ. αὐτὲς στὸ περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καὶ Μαρτυρία», τ. 17/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1989, σελ. 69-70, ὑποσημ. 6). Βλ. περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καὶ Μαρτυρία», τ. 22-23/ἸανουάριοςἸούνιος 1991, σελ. 288. Βλ. «Τὸ Παράνομο Συνέδριο τοῦ 1923», στὸ Ἔλεγχος καὶ Ἀνατροπὴ τῆς Νεοημερολογιακῆς Νεοεκκλησιολογίας, Λάρνακα Κύπρου 1995 (Ἱστολόγιο «Ὀρθοδοξία ἤ Θάνατος»: orthodoxiahthanatos.blogspot.gr/2010/04/1923. html, 26.4.2010). ● Ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀναφέρεται ἐπίσης ἐπικριτικὰ στὸ «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ 1923, στὴν ἐκκοσμίκευσι καὶ τὸν μοντερνισμὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῆς υἱοθετήσεως τοῦ δυτικοῦ ἡμερολογίου, στὴν κατάφωρη παράβασι τῶν ἱερῶν Κα νόνων καὶ στὴν φρικτὴ διάστασι τῆς ἑνότητος τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῶν Ὀρθο δόξων Χριστιανῶν σὲ διάφορες χῶρες, ποὺ ἐπέφερε αὐτό, στὴν «Δευτέ ρα Ἐπιστολὴ Πόνου» πρὸς τοὺς «Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ ἔτους 1972 (βλ. Ὀρθόδοξος Μαρτυρία Ἀντιοικουμενιστικὰ Κείμενα... τοῦ Μητροπολίτου κ. Φιλαρέτου, ἔκδ. Καλ λινίκου Ἱερομονάχου Ἁγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος - Ἀθῆναι 1985, σελ. 44). Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 76. Α’ Τιμ. γ’ 15. Βλ. περιοδ. «Ἅγιος Κυπριανός», ἀριθ. 327/Ἰούλιος-Αὔγουστος 2005, σελ. 214. Πράξ. β’ 40. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Τρίτος Ἀπολογητικὸς Πρὸς τοὺς Δια βάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § μα’, PG τ. 94, στλ. 1356, 1357.
34