=
|0ιIΜ0Γ0IΗξ�
τ0ι ΠΑ|ΙΟξΜIΟ ^0|0
Ή παροΟσα εργασία άποτελεί μερος της τριλογίας "" Ε λ λ η ν λ ό γ ο ς " :
Α' " Πώς ή Έλληνικη γονιμοποίησε τον Ευρωπαικό λόγο" - Άθ. 1 995 Έκδ. " Νέα Θέσις".
Β' "Πώς ή Έλληνικη γονιμοποίησε τόν Παγ όσμιο λογο" - Αθ. 2003 Έκδ. "Γεωργιάδη" .
Γ' " Ό έν τη λέξει Λόγος" - Άθ. 2006 Εκδ. "Γεωργιάδη".
Τίτλος: 'ΈΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ- ΠΩΣ Η ΕΛΛΗΝΙ ΚΗ ΓΟΝΙ ΜΟΠΟΙ ΗΣΕ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙ Ο ΛΟΓΟ"
Συγγραφεύς: ΑΝΝΑ ΤΖΙ ΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕγΣΤΑΘI ΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙ Σ: ΓΕΩΡΓι ΑΔΗΣ " ΒΙ ΒΛΙ ΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ"
' Έκδοσις Α' : Άθήναι 2003
' Έκδοσις Δ' : Άθήναι 2006
Έπιμέλεια: ΑΝΝΑ ΤΖI ΡΟΠΟΥΛογ ΕΥΣΤΑΘl ογ
Τεχνικη Έπιμέλεια Έκδόσεως: ΣΟΦ Ι Α ΑΘ Η Ν Η
Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίησις.
Γραφικά - Σαρώσεις: Α. Γ. ΜΑΡΙ ΝΟΣ
I SBN 960-31 6- 1 90-Χ
Πνευματικά Δικαιώματα - copyright © ΑΝΝΑ ΤΖΙ ΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙ ΟΥ
Κεντρικη διάθεσις: Μεσολογγίου5· l 05 8l Άθήναι · Τηλ. 2l 0 ·383. 523l
Στουρνάρη57, 30ςόρο · l 04 32 Άθήναι - Τηλ. 2J 0· 522. l 3 l 4
Σόλωνος l l 4· Τηλ. 2 l 0 · 384.7347
Κηφισίας235· l 45 52Κηφισια · Τηλ. 2l0 - 80l . 5l l 3
PÍÍP Å�lÎÙΠÙ7ΛÙ7 �7ξÅPÛ1Ù7
ΠΟξ Η �ΛΛ=ιIΙ=
|οιIPοHΟIΗξ�
τοι HΑIΙΟξPIΟ ^0|0
Þ�HιÞ1 ΖΟ0ó
ΣτόνΥυι όμου
τόνΤάσο
πού τόσομ έβοήθησε
Ö
Ήρ α κλ ή ς¯
* . . . ΟύδεΙ ςέ δρασε όπωςέγώ. καθαίρων τηνγ ή ν . . . ·
" " ° «
ο
υ
θ
'
Έλ λ ά ς , ο
υ
τ
'
ά
γ
λ ωσ σ ο ς
»
·οuτεοί ´Ελληνες, ουτε οί oγλωσσοι · (δηλ. οί βάρβαροι)>>
... "Graeci ... qui sermonem
primi fecerunt ...
" ... Οί Έλληνες. . . οί όποΤ οι λόγον, όμι λί αν,
πρώτοι έποίησαν. ..
Quinti/ianus, Institutio Oratoria, 8,6, 31
Σοφοκλέοuς Τραχίνιαι ¹ 060
Νέ Πεvέ, 2η 'Jouν1ot. 195.
'Αξιότψη Kupio EΊoeJou,
Μέ όλως ίδιαίτερη Χαό εΛοβ προ nμερών,
διό Χι τού άΥΜητού φίοι Κυρίου Χόπ Λαμnίδη, τό δίτομο ν φΥΟ σας -Πώ
n ΈλVΠ Υονψοποmσε τον Εύρωπciκο λόγο", που αατε την εύΥνεlO νό μού
προσφέεε Γιότην TJμTl αυτη προφρο τού εξόχου βιβλίου σος, άλ ο κo.l την
μεγCόyρ~μμη όφΙέρωί tou, Μτο δciΥμα έπιεlκείας ενα`ί μου και εμφίnοι
KCωνς σας, θμότατα σάς εύχαΡΙσώ
ΤΟ βιβλίο σας μέ κατεΥοήτεοε Κo ώ σληψις κo ώ σύVεmς κo
ώ ΠαΡοοίαΟς (το τελεuταιo μ την λαμnρη cσαΥωγ TOu). ΠVUμαTJΚΟ πόνμα
α ύ θ ε ν τ ι κ ώ ς ε πισ τ η μ ο ν ικ ό, το βι βλίο σας εKλρώνE συγχρόνω κo.
Oaλτω κ α ί ύψίσην έ θ v Ι κ n v ό n ο σ τ ο λ r ν . blQTl δΙΟ1Ρονώv πρός
κάθε κατεύθυνΟ1 όpμστω το πνευματο μεyoo τού . Eλλnνσμoί, μέ την
ύπόμνσl ττς πoμμεγiστnς oφειλfς των, καθυστερημένως, nδn - ποfTJc.ένωv
άλoφίλων πρός το τόσο ΚΟΤΟτΡεΥμένο r ένος μας. Ύ πόμνησις ακρω cvayκaia
κατό τους σnμερlνoύς ίδίως τόσον Χcι λεποuς καιρους ηϊς συντονισμένης και
εκπτoμνης είς βρο τnς 'Αληθείας κo τοϋ Δκαου, δηλαδπ τού . Ελληνσμού,
όnρnμoτίστoι διεθνοϊ επιβυMς. ..
Μέ το -πρός κάθε Kατείθυνσι- ί;παινίσσομO όσφλώ πΛεOναCώ,
και τοuς έΥχωρίους. ΠΟ1κίλους ταγούς μας, ιδίως δέ, μεταςι, ούτων, τους
-πνευμοπκούς" μας (μέ cσαγωγικά) όΟL'cυς (χωρις είσαΥωΥκά). Αύτούς, ηού
χεφότερl τών έιβίλωv, άλο κo όΡΥρωvτων δούnωv, μέ πolίo καμώματά
του ύπρετούν όσφaώ λοηεσερον τό ανομα εκεί νων συμφέροva ..
Τό βιβλίο σας ήθε ετσι νό ταρ9 τό νερο πλεoναoύσnς ML�μivo\
μaκapιόmτος ενανl1 των τεκταινομένων κo ίτομώ κuριaρχούvτος εγκλnμαTlKOί
έφησχασμού' κα! νό όnοδείξr, οτι ό . Ε λ λ η ν ι κ ό ς Λ ό Υ ο ς δ έ ν
ό π ε π ν ί Υ π. Σινοπτικώ, 011 τό Γένος ;ας &ν Κνδυνεύει, οτον αξιο παιδιά του
το ύπηρετούν με τόσn θερμουΡΥΟ noppnai ώ αύτη ττ ϊς εύλογημένς Υραφίδος
σα
ς.
-ΑΥωσΠ μοι Κυρία EuoaGiou, uποκλiνομαι ενώπιον του ποnιμόΧθου
εΡΥου σας. Δν σάς cvrκouv όλώς ouYXapntrplC • Η εθνικί ευγνωμOσί'ί σάς
oφεlεϊO. .
. Αξιότιμον Kupiov
-Α \LV Τ2Jοοποuίου-Εύσαθiου,
'AKm Moυ�σoπoύλoυ 16,
18 3 Πεφαιό
Με φιλούς χαιρετισμους κol κάθε Τιμή
ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΣΑΡΤΖετ ΑΚΗΣ
Νέα Πεντέλη, 15� Φεβρουαρίου 2003.
ΑΕιότψη Κυρία ΤζιΡοπούλου,
Με ίδιαίτερη χαρά καί [νθουσιασμό προσδέχθηκα τόν
«"λλl)l'l1 ΛόΥΟΙ'», τό νέον αιιτό δείγμα τής άκαμάτου καί άειΦόρου πνευματικής σας
άλκής. Θερμότατα σάς εύχαριστώ.
'Εάν, χωρίς να σάς γνωρίζω προσωπικώς τότε, συνέθεσα τας όλίγας [κείνας
γραμμας δια τό άρχικόν, τής αύτιΙς συλλήψεως, δίτομον πόνημά σας «Πώς ή Έλλψική
yoνιμoπαί'1σc τοι' Εv
ρωΠlϊκο λαγο», τάς όποίας και προτάσσετε ηδη εις τό νέον σας
βιβλίον, τι�ρα, έν γνώσει και τής [ΚΤΟΤ[ πνευματικής σας πορείας, καί ίδίως τού λαμπρού
έργου, τι) (J ποίον καθημερινώς έπιτελείτε, μαζί μΙ άξίους συνεργάτας, είς τήν Έλληνικήl'
ΑΥωΥΨ, τι') έθνωΦι'λί'ς Ιll'ιτιΊ Οι'(.ψοκήπιον τή� άδιατιμήτου Τλληνικής μας γλώσσης,
ημπορώ μΙ ηερίσοειαν νηφαλιότητος νά ι'παναλάβω καί ΠΊαυEήcτω τι)ν οίκαιον [παινον.
Ό λ ό γ ο ς σας είναι καταλυτικός. Ακριβώς διότι ώς " λ λ ' ν υπη(ιτιί ίξ
ορισμού τιΙν άλήθειαν. Καί ή άλήθεια ζΥΟΥονεί, διότι μόνον φωτίζει και θάλττ ει. Ό
άναγνι;ιστης τού (ιιγοιι ιτας αίσθάνεται άμέσως την C�)Oγι')νOν αιιτην αυραν, την
ι,νΙ1i)ι)ομίνην ι1ΠΟ κάθε σελίδα του. Και ή θερμουργός τνοή της άφυπνίζει τήν
έ λ λ η Ι' Ι κ fi ν μας σι ι νείδηaιν. Και άποδιώκει τά σαπρόφυτα, τα όποία
προγραμματισμένη και σιιστηματικη έπι δεκαετίες ήδη υπονομευτική δραστηριότης
έ π ι β ο ύ λ ω ν έτεσώΡϊUσ[ τρ()ς άτοπνιγμόν τής έθνικής μας γλώσσης μΙ άπωτέραν
βεβαίως, πλην έμφανεστάτην, έπιδίωξιν αύτόν τόν άφανισμ6ν τής έθνικής μας
κοινΩτητος, άφού ή άτι�λιια τής γλι�υσης συνεπάγεται άνατοτρέττως καί τής έθνικής
κοινι'nητος τήν έξαΦάνι,ιν. Και όλα αύτά υπό τό άπατηλόν κάλυμμα δήθεν
ΠΡΟοό[υτιι:ι,ιι' ιrπλοποιιjσ[ωι" κ(ί μΙ μηδίσαντας χάριν ιbιοτελείας καί καιροσκοπισμού
έγχωρίους υπηρέτας, ώς και αλλα άνερμάτιστα θλιβερά ένεργοίιμενα, μεταξi.ι τιον
όποίων και άξιοθρήνητοι δήθεν πνευματικοί μας ταγοί, ζηλώσαντες δόξαν κηρύκων τού
είδεχθεστέρου σκοταδισμού.
ΜΙ τό βιβλίον σας έλληνικάς συνειδήσεις συνεγείρετε.'Όποιος έγκύψει εις τήν
μακρnν, μι'χρι καί τής σελ 229, ιΊντω. κατανυκτικήν, ΕiσαΥω
Υ
ιiv τού "Ελληνος ΛόΥου, και
γευΟι] τιΙν ίκεί τεκμηριωμένως προσφερομιΎην πνωματικήν πανδαισίαν, άναγνωρίζει
άμέσως, ότι διατελείτε είς τήν πρωτοπορίαν τής έθνι κής έγρηγόρσεως διά τού ύπέρ τής
γλ(Jσσης μας άγιΟνος. Καί πρι)σθετον άπόδειξιν τροσΦέρουν αί ακολουθούσα ι ά'\'\Cι500
nερίτου σελίδες τού, μεγάλου οχήματος, αύτού βιβλίου, μΙ την κατάδειξιν τής έκ τή.
έλληνική, προελείιa(ως χιλιάδων λέξ(ων αη γλωσσών (γαλλικής, ίταλικής, ίσπανική..
άγΥλικής, γερμανικης καί λατινικής) .
Kι�ί είιτιι χιος διά τήν Τλλάδα μας Μν ε ίσθε μι)νη, αί τάζεις τής έθνικής μα.
άμύνη. πυκνώνουν. Παραδειγματικι;ι, άναΦέρω φωνήν έκ τού ελληνικού βορρά, ά πό τήν
Θεσσαλονίκην μας, τό έκπληκτι κόν έπίmις, Ικεί έκδοθΙν, ίργον τού Κυρίου Αριστείδη Ε.
Κω)'σταιιτινιδη, «'Η ΟΙκουμενική διι'στασ'1 τής ΈλληνικτΊς Γλώσσας»(2001), είς τό όποίον
καταχωρίCνται αί έκ τής έιληνικής προερχΩμεναι λέξεις τής άγγλικής, μόνον, γλώσσης,
καταλαμβιΊνουaαι 1.712 πι'κνοτιιπι ,ψι' νας σελίδας έπίσης μεγάλου σχήματος.
'Επαναλαμβάνω: Είς τοιις δημιουργούς τοιούτων εργων δεν άνήκουν άπλι;"ς
συγχαρητιΙρια. Ή έθνική είι γνωμουύνη σάς όφείεται. Ακεραίως καί άνεπιφυλάκτως.
ΑΕιότψον Κυρίαν
Λ νι´ÛΙ' Τ(ιΡοπούλου-Ευσταθίου,
Ακτι) Μuυτσοπούλου 16,
18535 nCιplIι.
Μέ φιλι κούς χαιρετισμούς
�
�
,n
-
www.sartzetakis.gΓ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Αθήνα, 29 Αυγούστου ¹99t
Αγαπητή κυρία Ευσταθίου,
Σας ευχαριστώ θερμότατα για την προσΦορά και πολύ ευγε
νική αΦιέρωση του θαυμάσιου δίτομου «Λεξικού» σας.
Ακόμη "ερισσότερες ευχαριστίες σας αξίζουν εκ μέρους
όλων όσσι έχουν συνείδηση της δυν&μεως της ελληνικής γλώσσης
και κατ' ακολουθίαν αντίστοιχον υπερηΦάνειαν, για την απόδει
ξη την οποίαν εφέρατε, της εκ μέρους της γονιμοποιήσεως (πολύ
επιτυχής λεκτική επιλογή) των ευρωπαΎK�ν γλωσσ�ν.
Κυρ ία
'Αννα Ευσταθίου
Ακτή Μουτσοπούλου ¹t
¹°; 5; Πειραιάς
Με ιδιαίτερη εκτίμηση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
T� Ευγενεστατη κuρίq 'ΆννΎ Τζιροπουλου-
Ευστα&ίου, &υγατρΙ της ήμων Μετρι6τητος εν Κυρίφ
αγαπητ�, χαριν καΙ ειρηνην παρα Θεου.
,
Ασμένως ελαβομεν τους υπ6 της υμετέρας
αγαπητης Ευγενείας προφρ6νω αποσταλέντας ήμιν δυο
τ6μους του πονηματος αυτης υπ6 τ6ν τί τ λον " πω ή
� Ελληνική γονιμοποίησε τ6ν Ευρωπα'ίκ6 λ6γο ",
ουστινας καΙ μετ' ενδιαφέροντος διεξελ&6ντες
απε&ΎσαυρΙσαμεν εν � κα&' ήμας Πατριαρxικ�
Bιβλι,&ηΚΎ, πρός ευρυτέραν χησιν υπό των φιλομα&ω,ι.
Ε
, ,
( ι\ Ι
-�ς απαντησ ι ν, προαγομενα ι να ευχαρ ισΤ"fσωμεν
τ�' υμετέρq Ìu¸cvcÍq επι τ� απoστoλ� του συγκρι τικου
γλωσσολογικου λεξικου τούτου
,
αποόεικνυοντος την
συμβολην της έλληνικης γλώσσης καΙ του έλληνικου
πολι τισμου εις την δημι,υργίαν του σημερι νου
Ευρωπα'ίκου τοι,υτου, καΙ συγχαΙροντες επι �
επoικoδoμ"ητικ� προσπα&εΙq ταυΤΎ, επιδαψιλευομεν
όλ6&υμον την πατρικην και Πατριαρχικην ήμων
ευλογίαν, επικαλουμενοι επί την υμετέραν Ευγένειαν τν
χαρι ν του Θεου καί τό απειρον Αυτο\ ελεος καί
ευχόμενοι ευφροσυνους έορτας του άγίου Δωδεκαημέρου.
q
�.
ζ
'
Δεκεμβρίου
Ι
Ι
η
ι
|C|> ΜΟΝΗ ΙkΗ|ωΝ
ΆΓΙΟΝ OrOC
Ά Θω
εΝ λπωι OreI ΤΗι21. •.2/6.3.2003 ................. .
Κυρία
"Αννα ΤζιΡοπούλου-Ευσταθίου
Πειαια
Κυρία ΤζιΡοπούλου, χαίρετε εν Κυρίφ,
Ευχαριστούμε γιά τήν φιλόφρονα άποστολή τού ογκώδους
τόμου πού συγγράψατε μέ τίτλο: ,ωΕλλην Λόγος. Πώς ή έλληνική
γονιμοποίησε τόν παγκόσμιο λόγο", εργασία ή όποία διακρίνεται
γιά τήν εμβρίθεια καί τό βάθος τής μελέτης τής έλληνικής
γλώσσης, πραγμα ίδιαίτερα κοπιαστικό γιά τήν περισυλλογή καί
παράθΖση
τού πλή90υς άποδεΙl(ΤΙ1(ώv στοιχειωv που
χρησιμοποιείτε.
Είναι ίδιαίτερα χρήσιμο νά μήν ξεχναμε τήν τεραστία προσ
φορά τού 'EλληVΙKOύ πολιτισμού, άρχαίου καί χριστιανικού, στήν
Ευρώπη καί τόν κόσμο καί είδικά στόν χώρο τής γλώσσης καί
τής λογοτεχνίας, όπως πολύ γλαφυρά καί διεξοδικά παρουσιά
ζετε στήν άνωτέρω μελέτη σας.
Ευχαριστούντες καί πάλι ευχόμεθα ό Δωρεοδότης Κύριος,
διά πρεσβειών της Ύ περαγίας Θεοτόκου, νά ευλογη τή ζωή σας
καί νά σας ενισχύη πρός συνέχιση τής σημαντικής συγγραφικής
σας δραστηριότητος.
Ό Καθηγούμενος τής Ίερας Μονς Ίβήρων
+ 'ΑC Χ � ', Κο ··) � . ,
Άγαπητέ κύριε Γεωργιάδη, στις 26/2/2003 θα εύρίσκωμαι έκτός Άθηνών δια
παραστάσεις με την 'ΈΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ".
Σάς έχω αποστείλει τις εύχαριστίες και τα συγχαρητήριά μου για την ' Έκδοσι τοϋ
μοναδικοϋ όθλου της κ. Τζι ροπούλου Εύσταθίου 'Άννας, για τό Βιβλίο της ΕΛΛΗΝ
ΛΟΓΟΣ,
Ή πληρέστατη αύτη έπι στημονικη έργασία, πέραν τών συγχαρητηρίων, χρειάζεται
να απολαύση και την πρακτικη αναγνώρισι και εφαρμογη της προσφοράς της, όμεσα,
είς τόν έφαρμοζόμενο έκπαιδευτικό προγραμματισμό. Ύπάρχουν πληροφορίες ότι θα
διδαχθη ή άγγλοσαξωνικη Γλώσσα από την επόμενη σχολικη περίοδο στούς μαθητας
τών ελληνικών Δημοτικών Σχολείων! 'Ίσως αύτό είναι συνέπεια και συνέχεια της
άπερίγραπτα άγράμματης πρότασης πού έγινε από την έπίσημη έλληνίδα Έπίτροπο
στην 'ΈΥΡΩΠΑΤΚΗ ΕΝΩΣΗ" ότι:
Ή Άγγλικη γλώσσα πρέπει να είναι ήπρώτη έπισήμως όμιλουμένη στην Ε.Ε. κ. λπ.
- Είναι επείγουσα ανάγκη να σταματήσουν οί προπαγάνδες περι της αξίας και προτε
ραιότητος τών γλωσσών. Ή μόνη άνάγκη είναι νά μάθουν τά Έλληνόπουλα δια της
μελέτης τού Βι βλίου 'ΈΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ" άπό πού κατάγεται ή άγγλικη και οι αλλες
Εύρωπαϊκές γλώσσες και άσφαλώς έαν έπι θυμούν τα παι δι ά μας, γνωρίζοντας
πρώτα καλώς τήν έλληνι κη μητρικη και έθνικη τους γλώσσα, να έπιλέξουν ποιά η
ποιές αλλες γλώσσες θα μάθουν ώς έργαλεϊα μορφώσεως η έπαγγελματι κης χρήσε
ως.
Τό βι βλίο 'ΈΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ", τούλάχιστον άποσπασματι κά, κατα άλφαβητι κη
σει ρα Γραμμάτων και Κρατών Εύρωπαϊκών τών όποίων η γλώσσα γονι μοποι ήθηκε
ώς παγκόσμι ος λόγος άπό την ΕΛΛΗΝΙ ΚΗ γλώσσα, θα πρέπη να βρίσκεται στόν
εκπαιδευτικό προγραμματισμό της Α/βάθμιας και Β/άθμιας 'Εκπαιδεύσεως στα έπόμενα
σχολικα βιβλία. 'Έτσι, είναι βέβαιο ότι τα παιδιά μας θα μάθουν σωστα την ελληνικη και
κάθε όλλη Εύρωπα"ικη γλώσσα πού κρίνεται σκόπιμο να σπουδάσουν.
*Πρότασίς μου: Ο ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ να γνωστοποιηθη στους κ. κ. καθηγητάς, διδα
σκάλους και μαθητάς -σπουδαστάς ώς Βασικη ύποχρέωσις ϋλης σπουδών.
"ΕΝ ΚΑΙ ΡΟΙ Σ ΧΑΛΕΠΟΙ Σ ΜΕΜΝΗΣΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ" [Πολύβιος)
'Ά ννα Συνοδινού
Γ' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΝ ΓΛΩΣΣΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ
ΟΛ ΥΜΠΙΑ 7 -1 0/8/1996
ΕΙ ΣΗΓΗΣΙ Σ: Juan Jose Puhana Arza
¦άποσπάσματα)
Κυρί αι τε και κύριοι
"'Έστι μεν ουν μοι μεγάλη τιμή, μετά πάντων ύμών συμμετέχειν έν τούτψ τψ
έγκωμιαστικψ πράγματι της έλληνικης κλασσικης γλώσσης, Λόγον δε μετ' ιδιαιτέ
ρας συγκινήσεως λαμβάνω ώδε, έν ταϊς 'Αθήναις, έν τη της Έλλάδος Kαρδί ζ
ωσπερ έλεγεν έκεϊνος ό ένδοξος Έπιτάφιος: ¨Έλλάδος Έλλας Άθήναι¨l ...
. . . Αισθάνομαι γαρ Βάσκων απα της γεννήσεως, αλλ 'Έλλην απα τού θελήμα
τος, έκλογης και παιδεύσεως . . .
'Έστι μοι μεγάλη συγκίνησις τη έλληνικη κλασσικη γλώσση χρησθαι έν τούτψ
τψ έγκωμιαστικψ πράγματι τής ήμων κοινής γλώσσης. Τούτο αποδεικνύει
ότι και σήμερον δύναται λαλεϊν έν τη γλώσση τών θεών, και πλούτος τοσούτος
έστι ωστε πάσας όλλας γλώσσας ύπερίσχυκε και ίκανη έστι τού δημιουργεϊν και
αναπτύσσειν τοσούτον πολι τισμόν. Πόσαι όλλαι ου μόνον τμτονές εισιν, αλλ
όφειλέται αυτης. Ή έλληνικη κλασσικη γλώσσα, ωσπερ ανωτέρω έλεξα, όργανον
αποτελεϊ της διαμορφώσεως τού ανθρωπίνου νοός τε και έργαλήιον δοκιμασμέ
νον τού ποιεϊν τους ανθρώπους σκεπτομένους τε και κριτικούς . . . .
.. .'Η έλληνικη κλασσικη γλώσσα υπηρξε ήκατ' έξοχην έπιστημονικη γλώσσα έν
τη Ευρώπη . . .
.. . Δεϊ δε αναλαμβάνειν τα παγκόσμιον ανθρωπιστικαν πνεύμα τού ευρωΠα' ίκού
πολιτισμού.
ουκ έ κ ταθ ήσομαι έ ν ταύθα δε ι κ ν ύ ων τα φερόμ ε να ταϊ ς ε υρωπαι
καϊ ς γλ ώσσαι ς, εις τ ο ύ τ ο συμβ ο υ λ ε υ τέ ο ν το έ ρ γ ο ν δυ οϊ ν τόμο ι ς
έ κ δ ι δό μ ε ν ο ν υ π ό τ η ς κ υ ρ ί α ς τ ε κ αι ημ ώ ν φ ί λης ' Άν ν α ς
Τ ζ ι ρ ο π ο ύ λ ο υ Ε υ σ τα θ ί ο υ , μ ε τ α τ ί τ λ ο υ : "Πώ ς ή Έλ λ η ν ι κ η
Γο νι μ ο πο ί ησε ταν Ευρ ωπαί κ α λόγο", ..
π0� Η ÷^^¬^| |¬ l0^| ^000| ¬< T0^ 0Al|0�^| 0 ^0|0
1 7
ΕΙ Σ Α Γ ΩΓ Η
'Ό,ΤΙ είχεδιευκρινισθήκαίτονισθήστήν Είσαγωγήτούβιβλίου"Πώς ή Έλληνική Γονι μοποί ησε τόν
Εύρωπαϊκό λόγο",
1
τόϊδιο άκριβώς ίσχύει καίγιά τό "Πώς ή Έλληνι κη Γονιμοποίησε τόν Παγκόσμι ο
λόγο". Δηλαδή, τόβιβλίοαύτό δεν είναιμόνονενα Λεξικό. Είναι μία εργασίαήόποία ¦ενώπεριέχειενα
όσοτόδυνατόνπληρέστεροεπτάστηλοεύρωπαίκόΛεξικό-καθωςκαίεκτενείςάναφορεςσε διάφορες
Γλώσσες Ανατολής καίΔύσεως·) φιλοδοξείνά διαβασθή καί νάμελετητηθήσάν ίστορία . . . σάν περιπέ·
τεια τών λέξεων. . . σάν ¨ταξιδιωτικό¨ τού ελληνικού λόγου καί Λόγου ... ωσάν ¨μυθιστορία¨ τής ελλη·
νικήςγλώσσης. . .
Ό W. Du|a¤I, στήν ¨Παγκόσμιο Ι στορίατού Πολιτισμού¨, βεβαιώνειότιόποι ος γνωρίζ ει την ίστορία
τών λέξεων γνωρίζ ει όλόκληρη τήν ίστορία της άνθρωπότητος. Μία άδιαμφισβήτητηάλήθεια,ήόποία
ώςάξίωμαεχειδιατυπωθήστήνγνωστήεπιγραμματικήφράσι.
Η ΓΛ Ω Σ Σ Α Ε Ι Ν Α Ι Η Γ Ε Ν ΕΑ ΛΟ Γ Ι Α Τ Ω Ν Λ Α Ω Ν
Ή Γλώσσα.Ό εναρθροςκαίελλογοςλόγος. Τόκύριονάνθρώπινονχαρακτηριστικόν,ή ίδιότηςπού
τόσο καθοριστικά διακρίνει, διαχωρίζει τόν όμιλούντα ¨μέροπα¨
?
όνθρωπον άπό τό κραυγάζον ζώον,
άφούόπωςόρίζεικαίό ΑριστοτεληςειςτήνΠοιητικήν, ''Ιών θηρί ωνεί σί νάδι αίρετσι αί φωναί. ¨.
"
Έ
π
ε
ι
δ
η
δ
ιτ
τ
ή
έ
σ
η
ν
η
φ
ω
ν
ή' η
έ
ν
α
ρ
θ
ρο
ς
,
ώ
ς
έ
κ
δ
ι
α
ν
ο
ί
α
ς
ά
ν
θ
ρ
ω
π
ί
ν
η
ς
π
ρο
β
α
λλ
ο
μ
έ
ν
η
,
η
α
ν
α
ρ
θ
ρο
ς
ω
σ
π
ε
ρ
ή
τ
ώ
ν
ά
λ
όγ
ω
ν
ζ
ώ
ω
ν
¯
..
',
3
"Δι
αφ
έ
ρ
ε
ι
δ
ε
φ
ω
ν
η
κ
α
ι
λ
έ
ξ
ις
'
φ
ω
ν
η
με
ν
κ
α
ι ό ή
χ
ό
ς
έ
σ
η
,
λ
έ
ξ
ις
δ
ε τ
ό
έ
ν
α
ρ
θ
ρο
ν
μ
ό
ν
ο
ν
.
"
4
"
Έ
π
ε
ι
δ
ή
δ
ε
ό
α
ν
θ
ρ
ω
π
ο
ς
θ
ε
ί
α
ς
μ
ε
τ
έ
σ
χ
ε
μ
ο
ί
ρ
α
ς
, π
ρ
ώτ
ο
ν
μ
ε
ν
δ
ι
ά
τ
η
ν
τ
ο
ύ
θ
ε
ο
ύ
σ
υ
γγ
έ
ν
ε
ι
α
ν
...
φ
ω
ν
η
ν
κ
α
ι
ό
ν
ό
μ
α
τ
α
,
τ
α
χ
ύ
δ
ι
η
ρ
θ
ρ
ώ
σ
α
τ
ο
τ
η
τ
έ
χ
ν
η
.,,
5
Σήμεραοίείδικοίεπιστήμονεςβεβαιώνουνότιόόνθρωποςείναι προγραμματισμένοςεκ καταβολής
νά άναπτύξη¨όμιλίανκαίγλώσσαν¨, εφοδιασμενοςγιαύτόν τόν σκοπόμε είδικάκέντραστόνεγκέφα·
λότου, τάκέντραλόγου. Όμωςκαίαύτότόεχειεκφράσειμετρόποποιητικόό Εύριπίδης,εδώκαί2500
χρόνια.
δ
η
λ
α
δ
ή
:
" . . . βίοτον έκ πεφυρμένου καί θηρι ώδους,
-ό θεός- διεσταθμήσατο,
πρωτον μέν ένθείς σύνεσι ν
είτα δέ ΟΥΥελον Υλωσσαν δούς . . . "
6
. . . τόν βίον, έκ τού πεφυρμέ νου καί τού θηρι ώδους,
-ό θεός- τόν διερρύθμι σε'
πρωτον μέν έθεσε έ ντός μας σύν-εσι ν (=
ε
ύ
φ
υί
α
ν
,
ά
ν
τ
ί
λ
η
ψ
ι
ν
, "
κ
έ
ν
τ
ρ
α
λ
όγο
υ
"
)
καί έπει τα έδωσε ώς άΥΥελι αφόρον τήν Υλωσσαν . . . "
1
. Έκδ. ΝΕΑ ΘΕΣΙ Σ, Άθήναι 1 995
?. μέροψ: έκ τοΟ μερίζω +όψ =φωνή. Ό μερίζων είς συλλαβάς την φωνήν του.
3. Ύπομν. είς Διον. Θράκα, Vaticana ρ. ¹ ?9
4
. Διογ. Λαέρτιος, Ζήνων 57
5. Πλάτωνος Πρωταγόρας 322α
6. ' Ι κέτιδες στ. 201
18 AιιA T�| |000Y^0Y ÷Y�TA^' ^Y
Πρώτος πομπος ηχων καί θορύβων προς μίμησιν, είναι το περιβάλλον
/
άλλΟ και ό ϊδιος ό όνθρω·
πος. Δέκτης και πάλιν ό άνθρωπος. Άρα το φυσι κον λίκνον, έντος τού όποί ου άναπτύσσονται οι
άνθρώπινες όμάδες, έπαιξε καθοριστικο ρόλο στήν διαμόρφωσι όμιλίας καιεπικοινωνίας μεταξύ τών
μελώντώνδιαφόρωνφύλωνκαιφυλών. Άπαιτήθηκανβέβαιαμακρές χρονικές περίοδοιπροκειμένουνά
διαμορφωθούν οί πρώτες συλλαβές καί οί μετέπειτα έναρθροι ήχοι σέ κανονική έμφρονη όμιλία, σέ
αυτο πού όνομάζουμε ¨ΓΛΩΣΣΑ¨ώς πραγματικόπερίβληματηςνοήσεως, είς ¨φωνΗvέμφαίνουσαντόν
ένδιάθετονλόγον. ¨
Ή επίδρασις τού εκθαμβωτικού ελληνικού ουρανού,
3
της ήλιακης θαλπωρης, της ποικιλίας τού
φυσικού περίγυρου ¦βουνά, πεδιάδες και κοιλάδες, ποταμοικαι ρύακες, πελάγη, παραλίες καί πολυ·
σχιδηάκρογιάλια, ¨οϋρεα σκιόεντακαίθάλασσα ήχήεσσα¨_, ηπιον παρ δλες τουτιςεναλλαγές κλίμα,
9
δλα αυτά διεμόρφωσαντήνηπια, εϋκαμπτη, πλαστική, πολύμορφη, μελωδική, γεμάτηφωνήεντα και ποι·
κιλία εκφράσεων ελληνική γλώσσα. Ζωηρή, εϋηχη, ποικιλοτονισμένη, μέ τήν κίνησι τού τρισυλλαβικού
τόνου
I 0
πού τήν κάνει νά μοιάζη μέ μουσική ¨παρτιτούρα¨, άνάλαφρη, ίκανή νά μιμηθη παντοειδείς
ηχους, κάτιπούδένσυμβαίνειμέ δλες τιςγλώσσες . ΟίΆραβες λ. χ. δέν έχουν ¨π¨. ΟίΚινέζοι δένδια·
θέτουν ¨ρ¨. ΟίΡώσοιάγνοούντο ¨θ¨. Τήνελληνικήλέξι ¨πάθος¨ τήν υίοθετούν αυτούσιαάλλΟ τήνπρο·
φέρουν¨πάφος¨. ΤΟδνομαΆνθούσατόλενεΆμφούσα.
ΟίΜεσογειακέςγλώσσες, καιίδιαιτερωςή ελληνική, θεωρούνταιώς ¨όθρίαμβοςτώνφωνηέντων¨.
¨εύανθήςγλωσσα. . . εύγράμματονόνομα. . . ¨ Άντιθετως, δσο άνεβαίνουμε προς τά βόρεια ή όρθρωσις
άλλάζει . Βαραίνει, σκληραίνει, βογγα. Ή φύσιςγύρωδένείναιγελαστήκαιφιλική. Χρειάζεταινά παλαί·
ψης πολύ γιά νά τήν δαμάσης και γιά νά επιβιώσης. ¨Εν τΓ Εύρώπη. . . χειμωνες κρατεροί καί όμβροι
πολλοί¨.
I I
¨τωνδέφωνωντυφλαίμένείσικαίνεφώδειςόσαιτυγχάνουσι αύτουκα ταπεπνιγμέναι.
I 2
Άπαιτείται προσπάθεια καί μόχθος. Τά φωνήεντα υποχωρούν, οί ήχοι κατεβαίνουν στον λάρυγγα εϊτε
άνεβαίνουν προς τήν ρινική κοιλότητα, γενικώς εκτραχύνονται. Γίνονται ¨σκληρόστομα κτυπήματα.
δαρδάπτοντα τήν άκοήν¨. Μέσα στό παγερο σκηνικό, τό ένστικτο, άπαγορεύοντας καί τήν παραμι·
κρή άπώλειαθερμότητος, υπαγορεύει.όλιγώτεροόνοιγμαστήνστοματικήκοιλότηταόλιγώτεραφωνή·
εντα, περισσότερασυμφωνα. Είναιοίλεγόμενες¨γλώσσεςτούκλειστούστόματος¨.
Ο' s| dorusΣεβίλληςπαρατηρεί.
' 'OmnesOr| enI| sgentesίπ guIture. . . verba. . .
¦=Όλοιοίάνατολικοιλαοιείςτόν λάρυγγαπροΦέρουν·τιςλέξεις. )
¨. . . mediIe||aneaegentesί π pa| ato. . ¦=οίμεσογειακοίλαοίστονουρανίσκο-όρα εύρύ όvοιγμα-)
. ø .omnesOcc| dent| sgentesve|baίπdent| busí|angunI. ¨¦ =δλοιοίδυτικοίλαοί, τίς λέξειςείς
τούςόδόνταςθραύουν). ('ΈtΥmοΙοgίca", ιχ, 8) .
ΟίΛατίνοιμονίμωςεκτραχύνουντούςφθόγγουςκαίεντοςτηςίδίαςτηςλατινικης. quat|u ·- quad|u.
Ο Βιτρούβιος¦V| truv| us)διευκρινίζει.
"
'
ήχοςτήςφωνήςείναι διαφορετικόςάνάλογαμέτίςποικιλίεςτωνφυλων . . .
στόννότο, στόχαμηλότεροσημείο,τάέθνηέχουνψιλήφωνήκαίδιαπεραστική. . .
. . . στήνΕλλάδα, ήόποίακείταιέντφμέσo, παράγουντόντόνοτήςφωνήςτουκάθε
έθνους . . . Ανεβαίνονταςπρόςβορρoν, ότόνοςτήςφωνήςπαράγεταιβαθύτερα. . ."
(ΣΤ' 5-6)
? "Μεγάλη δε άρχή καί διδάσκαλος ή φύσις, η ποιούσα μιμητικούς καί θετικούς ημας των όνομάτων . ¨
(Διον. Άλικ Περί Συνθέσ Όνομ ì66¯,
3. "Ούρανόν ύπέρ γής έχομεν εύ συγκεκραμένον, ίνα οίίτε αγαν πύρ οίίτε χείμα συμπίτνει (=συμπίπτει) " . (Εύριπ όπ 981 )
"Τίς άρά γε είναι ή αίτία της εύτεκνίας της ελληνικης φαντασίας; Ούδεν αλλο Γι ή ποιότης τού ελληνικού ούρανού καί
των ελληνικων βράχων". ,Γ Μιστριώτης -Έλλ. Γραμματολογία τ Α σλ ì e,
9. "Ή Έλλάς τάς ωρας (=εποχάς) πολλόν τ κάλλιστα κεκρημένας (=άναμεμιγμένας) έλαχε". (Ηρόδ Γ'ì 06,
I 0πρβλ. : η ποίησις, της ποιήσεως, Τf ποιήσει . .
ή μέ λισσα, της μελίσσης . . . αί μέλισσαι των μελισσών -
I ¹ Ίπποκράτοuς "Περί Άέρων Ύδάτων Τόπων" 22. b ¹
! 2. Άριστοτέλους "Περί Άκουσμάτων" 300, 30-T. L. G.
Π0� Η ÷^Φ¬ιΙ ²¬ |0ι| ^000| ¬< T0ι 0A||0�^| 0 ^0|0
ΚαιόαύτοκράτωρΊουλιανόςό Φιλόσοφοςσχολιάζει:
¨ΈθεασάμηνκαίτούςύπέρτόνΡήνονβαρβάρους, αγριαμέληλέξει πεποι ημένα παραπλησί <
τοίς κρωγμοίς τών τραχU βοώντων όρνίθων . .+ (Άντιοχικός C)
1 0
"Όμηρος λέγει είναι τόβαρβαρικόν στατόπεδον άπεικάζων αύτοϋτήνβοήνόρνισι ν αμα κλαγγq
πετομένοις . . ."¦Θεμίστιος3l l )
'Όίβάρβαροιτετίγασι κατάπερ νυκτερίδες" . ¦ Ήρόδ. 4. l 8')
'Άίγυναϊκες. . . δι ότιβάρβαροι ήσαν, έδόκουνόμοίωςόρνι σι φθέγγεσθαι¨. ¦ Ήρόδ. 2. 57)
"Γαλάται. ταϊς φωναϊςβαρυηχεϊςκαίπαντελώςτραχύφωνοι "(Π
ο
σ
ε
ι
δ
ώ
ν
ι
ο
ς
φ
ι
λ
ό
σ
. Frg. 169)
¦Καί στίς μέρες μας, έντος της Έλλάδος, οί διάφοροι άλλοδαποι πού προσπαθούν νά μιλήσουν
έλληνικά,τάάλλοιώνουνκαίτόπαραποιούν.)
Ό Ίπποκράτης, ώςίατρός, έπεξηγείδτι 'Όίκάτοικοι πρόςτάςδύσει ςκαίαρκτονβαρύφωνοι είσίκαί
βραγχώδεις, καίδιάτόνήέρα ¦=έξαίτίας τού άέρος) φθέγγονταιβαρύτατον. ¨ (Πε
ρ
ί Ά
έ
ρ
ω
ν
,
6)
Ας πάρουμε σόν χαρακτηριστικοπαράδειγμαδ0ο·τρείς ελληνικέςλέξεις, έλεημοσύνη - βαλανείον
- πρεσβύτερος, γιό νό παρατηρήσουμε καλλίτερα το φαινόμενον της προοδευτικης άλλοιώσεώς τους.
ΤΙς δανείζονταιοί Λατίνοι, δπωςεξ όλλου το σύνολον σχεδον τού λεξιλογίουτους, και τις προφέρουν
alemosi na - bal neum - presbyterus.
Παρακολουθώνταςτοταξίδιτουςκαιτίςμεταμορφώσειςτους,
ΙΤΑΛΙ ΚΑ
·
e| emos| na bagno
.
preIe
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
·
' | mosna bano presIe
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
·
aumÔne ba| n préIre
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
·
A|mosen Bad Fr|esIer
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
¬¬
a| ms baIh pr|esI
διαπιστώνουμε ότιτό φωνήεντα έξοστρακίζονται, μέάποτέλεσμα οίέλληνικές λέξεις νό καταντήσουν
δυσάρεσταάγνώριστες. ¨Έστι καίένταϊςσυλλαβαϊς
ά
μαρτία, έάνμήήδείαςqσημεϊα φωνής. ¨
Ή γλώσσα, έκτος άπο την γενεαλογία καί την ίστορία, μας άποκαλύπτει καί την ίδιοσυγκρασία, την
καλαισθησία, την ψυχη τού κάθελαού ¨κατάτήνίδίανέκάστουεΘνους ψυχολογικήνδιάθεσι νκαίκλίσι ν,
πρόςεκφρασι ντώνσυναισθημάτωντου. . .".
¹ 3
I 3Κων. Οίκονόμος ό έξ Οίκονόμων, "Περί τής γνησίας προφοράς της έλληνικης γλώσσης".
20
A^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�T| 0Y
Ή
Γλωσσα έ στί ή πατρίς μου
Έ
λλάς γ άρ άλ η θως, ήμάςτούς δυτι κούς,
βαρβάρων ήμω ν ό ντ ων.
πε πολι τι σμέ νους πε ποίηκε. . .
Χοuόν Χοσέ Ποuχάνα 'Άρθα
'Εν Βιλβαίοις, 1 9/6/97
π0� Η ÷^ΦΗι| |Η "0ι| ^000| ¬�÷ Τ0Ι 0A||0�^' 0 ^0|0 21
Άρχl
γένεθλος
γ
λώσσα
Ή Έλληνικη είναι άδιαμφι σβήτητα η άρχαι ότερη γλώσσα άπα όσες όμι λούνται σήμερα στην
Εύρωπαίκηηπειρο. Καίόνάδυνατούμε νά καθορίσουμε μεάκρίβειατηνηλικία της, εχει πλέον καταστή
όλοφάνερο ότι είναι έντυπωσιακά άρχαιότερη άπ ό,ΤΙ έδιδαχθήκαμε στά μαθητικά καί φοιτητικά μας
χρόνια. Δενεχουν παρέλθειόλλωστεπολλες δεκαετίες άπότότεπούέθεωρείτο βέβαιον ότιοίΚρήτες
καίοίΜυκηναίοιδενώμιλούσανΈλληνικά, καίότιοίπινακίδεςμετηνλεγομένη Γραμμικη ΓραφηΑ καί Β
¦πούάνεκάλυψεό Έβανςτό l 900 τόσο στην Κρήτη όσο καί στην ύπόλοιπηΈλλάδα)έξέφραζανκάποια
όγνωστη, ¨άνατολικής προελεύσεως¨,γλώσσα.
Ή λύσιςσταπρόβλημαήλθετό ¹ 952·3, ότανόόγγλοςάρχιτέκτων Μ. Βέντριςέπέτυχενάάποκρυ·
πτογραφήση την Γραμμικη Γραφη Β καίετσι ¨άπέδειξε ότι ή γλώσσα τών πι νακίδων τηςΓραμμ. Β ήταν
Έλληνική¨.
¹ +
Ό ιδιος ό Βέντρις έσημείωνε: ¨άργά καί μέ δυσκολία τάβουβά σημεία ύποχρεώθηκαν νά
μιλήσουν, καί μίλησανέλληνικά. . . ή γλώσσα είναι δύσκολη καί άρχαίkή, γραμμένηβραχυγραφικά, άλλά
πάντωςείναιέλληνική¨.
Ό συνεργάτης καίσύμβουλος τού Μ. Βέντρις, καθηγητηςΤζών Τσάντγουίκ, εχειγράψει σχετικώς
ότι όλοι οί Έλληνες πρέπει νά σέβωνται τα κομμάτι αύτό τού μαυρισμένου πηλού, γιατί αύτα κατ
έξοχην επεισε τόν κόσμο ότι οί δημιουργήσαντες τόν μυκηναικα πολιτισμα ήσαν Έλληνες. . . καί . ¨Ή
γλώσσα πούμιλoι7σε κάποιοςβοσκός σέμιάάπόκεντη περιοχή της Πελοποννήσου, I2JJχρόνια πρί ν
γεννηθη ό Χριστός, είναι παρόλες τίς διαφορές τηςήίδια γλώσσα μέ τήνέλληνική πούμιλιέται σήμε·
ρα . . . . Ύπάρχουνάκόμη πολλά πούδέν τά ξέρουμε, γιά τίςάπαρχές της Έλληνικηςγλώσσας.¨
! °
Περισσότερα όμως στοιχείαγύρωάπατηνγραπτή μαςγλώσσα θά άναπτυχθούνείς τα Κεφάλαιον
¨ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ¨.
=
Μία έπίπλέον μαρτυρία σχετικη με την άρχαιότητα τής Έλληνικής, είναι ταγεγονας ότι η γλώσσα
μας εχει διασώσει προκατακλυσμιαία καί προίστορικά τοπωνύμια όπως Μεσόγει ος, Θεσσαλία, Τέμπη,
Φάρσαλα, Πλαταιαί , Λάρι σα, Μυτιλήνη Κ. ό. . .
Αύτό ύποδηλώνει ότι ή ονοματοθεσία εγινε άπό ΕΛΛΗΝΕΣοί όποίοι ώμιλούσαν ΕΛΛΗΝΙ ΚΑ σε
άπώτατουςπροιστορικούς χρόνους, όταν ή Μεσόγειος ήτο πράγματι ¨μέσηγή¨καί η Θεσσαλία ¨θέσις
άλΟς¨η, διάτροπήςτήςδασείαςείςσίγμα, ¨θέσιςσαλός¨έξούκαίτάδύο¨σσ¨ Θεσσαλία.
¨Τήν δέ Θεσσαλί ην, λόγοςέστίν, τό παλαιόνείναι λίμνην. ¨. . . ¨τότε δέ καί τά κατά Θεσσαλίαν όρη
διέστη. . . " (Άπολλόδωρος) .
Άπα αύτην δε την τομη τών Θεσσαλι κών ορέων ώνομάσθηκαν τά "Τέμπη", έκ τού ρήματος
¨τέμνω¨ . Τά Φάρσαλα είναι ή άρχαία Φάρσαλος, δηλαδη ¨παράτην όλα¨, πλησίον τής θαλάσσης τής
πλημμυρισμένηςΘεσσαλίας. ¦π¯ Φ, παρά φαρά) .
" Πλαται αί : κέκληται άπό της πλάτης τηςκώπης. . . έκλιμνωθείσης της Βοιωτίας, τούς παΡoΙkoι7ντας
ταίςλίμναιςΒοιωτούς, πλψπορεύεσθαι πρόςάλλήλους . . . ώς Απολλόδωρος¨. (Στ. Βυζάντιος)
Ή Λάρισα, πρίν δώση τα όνομα στην όμώνυμη πόλι, ήταν όνομα ούσιαστικόν. ¨λάρισες¨ ονομάζον·
ται όλες οί πελασγικες άκροπόλεις. Έξ ού καί ¨Ζεύς Λαρισαίος¨, ό προστάτης τής άκροπόλεως τού
Άργους. Ή λέξις λάρισα έτυμολογείται έκ τού λάς =λίθος καί αϊρω, " σηκώνω, άνυψώνω, δηλαδη
ύψώνωπέτρινατείχη`λάρτοςείναι ό σκληραςλίθος. ΟίΠελασγοίύπήρξαντειχοποιοίτώνπελασγικών
άκροπόλεων. Ό ηγεμών τών Πελασγών τειχοποιών ονομάζεται Λαέρτηςη Λάρς. Έξ αύτού τού ΛΑΡΣ
κατάγεταιηάγγλικηλέξις LOHDμετηνεννοιακύριος, ηγεμών, όρχων, ¨λόρδος¨|
Ή δε Μυτι λήνη, στάπερισσότεραάρχαία κείμεναάναγράφεταιορθότερον Μιτυλήνη, έκ τού ρήματος
μιστύλλω " κατακόπτω μίτυλος σημαίνει περι κεκομμένος, άποκεκομμένος, καί όν κυττάξουμε ταν
χάρτηθάδιαπιστώσουμεότιπράγματιή Μιτυλήνηφαίνεται¦ώς έκ τούπεριγράμματοςκαίτού σχήματός
¹ +Τζών TσάντγOuK "Γραμμική Β" ¯ Έκδ. Παπαδήμα σλ. !+
¹
°.Τζών Τσάντγουικ, Πρόλογος είς τό Βιβλίον τού Π. Σινόπουλου ΚΕΡΟΓΟΣ -Έκδ. Δόμος.
22
A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TA' 0Y
της) ότι έχεικυριολεκτικώςάποκοπή άπο την έναντιάκτήν. Παρόμοιαπληροφορίαέμπεριέχειτοτοπω·
νύμιον Ρήγι ον στηνΚάτωΊταλία, τομέχρισήμερα¨ Ρέτζιο¨Καλάμπρια. ΈκτοΟ ρήματος ρήγνυμι, γιάνά
θυμίζη τονσεισμοό όποίοςκάποτεέδημιούργησετο ¨ρήγμα¨πουδιεχώρισετην Σικελίαάποτονκορμο
τής Ι ταλικής χερσονήσου. Δέν είναι , λοιπόν, μόνον οί φθεγγόμενοι λίθοι τών άρχαίων έλληνικών
ΈπιγραΦώνπουδιδάσκουνίστορία,άλλάκαιοί κραυγάζουσεςέτυμολογίεςτώντοπωνυμίων.
Στην Γραμμικη Βύπάρχουνγλωσσικοίτύποιακρωςχαρακτηριστικοί, οίόποΙοιάπαντώνταισυχνότα·
τα στον Όμηρο, όπως. άναύξητοι χρόνοι ρημάτων ¦παρατατικος καί άόριστος, βάλε=εβαλε) άρχαίκοι
τύποι προθέσεων ¦ ξύν=σύν, ποτί=πρός) , γενικη πτώσι δευτεροκλίτων ούσιαστικών εις οι ο άντι ·
ου , Κ. α. Αύτο σημαίνει ότι τά έργα τοΟ Ομήρου βασίζονται σέ μία μακρά παράδοσι. Ο
Ομηρος
¹ 0
δέν
ύπήρξε ό πρώτος, άλλά ό τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειρας έπικών ποιητών, τών
όποί ων τά όνόματα έχουν δι ασωθή (Κρεώφυλος, Πρόδι κος, Άρκτίνος, Άντίμαχος, Κι ναίθων,
Καλλίμαχος) καθώς και τα όνόματα τών έργων τους (Φορωνίς, Φωκα|ς, Δανα|ς, ΑΙθιοπίς, Έπίγονοι,
ΟΙδιπόδεια, ΘηβαΙς. . . ] δέν έχουν όμως διασωθήτάϊδιατάέργατους.
¨Τώνμένούνπρό ΟμήρουούδενόςεχομενεΙπείντoιoι7τoνποίημα, εΙκόςδέείναι πολλούς. ¨
(Άριστοτ. Ποιητ. ιv 8)
Ή γλώσσα τοΟ Ομήρου είναι μίαγλώσσα έπικη ·λογοτεχνικη η όποία περιέχει στοιχεία κυρίως
ίωνικα και αίολοδωρι κά. Οί Έλληνες έδιδάσκοντο και έμελετοΟσαν τα Ομηρι κά έπη και αύτο το
γεγονος ύπήρξε ό συνδετικος κρίκος τών διαφόρων έλληνικών διαλέκτων, έπιδρώντας κατά τρόπον
θετικονστηνμεταξύτουςάλληλοκατανόησι. Άληθώς, ¨τήνΈλλάδαπεπαίδεukενούτοςό ποιητής¨.
!
/
Γράφειό Γεωργ. Μιστριώτης.
I 3
· Ο μέγας ποιητής κατέχει άκένωτον ταμείον λέξεωνκα| τοσαύτην εύχέρει ανόπως εΙκονίση
οΙανδήποτε Ιδέαν, ωστε ή γλώσσα φαίνεται δούλη αύτoι7. Αλλαύτόςό πλoι7τoς τώνλέξεωνμαρτυρεί,
ότι πολύνχρόνονπρό τoι7 Ομήρουήέπικήποίησιςδιηνεκώςήσκείτο. ·
•
Έχειύπολογισθή ότι σήμεραχρησιμοποιοΟμεαύτούσιεςπερίπου2. 500όμηρικέςλέξεις στην καθη
μερινή μας όμιλία (νεότης, πατίς, πέλαγος, όθόνη, βουλή, πόλεμος...]. Άλλες όμως λέξεις έχουν
τόσοπαραφθαρήωστεδύσκολαάναγνωρίζονται,χωριςβεβαίωςνάπαύσουννάένυπάρχουνστονλόγο
μας.
I 9
Καί, όσο και αν φαίνεταιάπίστευτο, ύπάρχουν όμηρικές άλλΟ και ησιόδειες λέξεις οίόποίες δια·
σώζονται στις δυτικές γλώσσες, ένώ στην έλληνικη έχουν σιγήσει, και όχι σπάνιαέπανεισάγονται ύπο
τηνμορφηνάντιδανείων.
?
Ο
κόθουρος = όκολοβός, όαχρηστος
?I
όθενδειλός.
έξου. cowa|d¦άγγλ. ) = ανανδρος, δειλός.
γαλλ. =co0a|d,ίσπ. =coba|de
cower¦άγγλ. )= συστέλλομαι- ίταλ. coa|ta|e.
αύτόρ - όμως, προςτούτοις, άμέσωςμετά ··· άγγλ. aíte|=μετα
αντυξ " περιφέρειαπαντοςκυκλοτεροΟς.
¨oντυξούρανίη¨, ¨oντυγεςάρμάτων¨,
¨περίδρομοιoντυγες¨ ¦Ίλ. Ε 728) .
|ante ¦γαλλ. ) ό κύκλοςτροχοΟάμάξης.
άντιδάνειον:ζάντα.
1 6. Περί Ομήρου Βλ. τόΒιβλίον ΜελέτηςτούΓ' ΈτουςτήςΕΛΛΗΝΙΚΗΣΑΓΩΓΗΣ¦Α. Τζιροπούλου·Εuσταθίου,
Έκδ ΓΕΩΡΓιΑΔΗΣ) , Μάθημα 1 ον, περίάρχαιότητοςΟμήρουκαίγραπτήςπαραδόσεωςτώνΈπών.
1 7. Πλάτωνος Πολιτεία000, e
¹ 3.ΜεγάληΈλλην. Γραμματολογία,τ. Α', σλ.3
/
¹ 9. "Αύται έν τη πραγματικότητι δέν είχον όποθόνει, όλλ' ύπελάνθανον έν τη συνειδήσει τών Έλλήνων, έτοιμαι είς πρώτην
εύκαιρίαν νό προκύψωσι διό νό έκφράσωσι καί πάλι ν τός άθανάτους έννοίας τού Έλληνικού πολιτισμού. " (Γ. Κουρμούλης,
Ή ΈκπολιτιστικήΔύναμιςτήςΈλληνικήςΓλώσσης, Άθ. ¹ 9°0,.
?0"Ή μέν γόρ τών όναγραφομένων άρχαιότης, δυσεύρετος ούσα, πολλήν άπορίαν παρέχεται τοϊς γράφουσιν . . ¨
¦Διόδ. Σικελ.Δ' ¹ )
? ¹ "Κηφήνεσσι κοθούροις εί'ελος" ¦=Ομοιος) ¦ Ήσ. ΈργακαίΉμ 302)
π0� Η ÷^^¬^' I¬ |0^' ^000' ¬< ΤΟ, 0A|I0�^| 0 ^0|0 23
Ύπάρχειάκόμη ένας πολύ μεγάλοςάριθμος λέξεων οί όποίες, ένωδεν έχουν διασωθη αύτούσιες,
κρύβονταιμέσασέ σύνθεταrΊ σέ διάφοραπαράγωγα.
Μπορεί νό μην όνομάζουμε α ύ δ η την φωνή, λέμε όμως. έμεινα οναυδος rΊ άπηύδησα. Ή γη
σήμερα δένλέγεταια ρ ο υ Ρ α, το ίμάτιον δέν όνομάζεται λ ώπη . Έχουμε όμως και άρουραίους και
λωποδύτες.
Ή όρουρα έδωσε στον δυτικο λόγο το a|ea =έμβαδόν, το a| |e και a|a =πλέθρον, το a|e =μέτρον
έπιφανείας. Ή δέλώπηέγινε |opaίσπ. , |obaίταλ. , |obeγαλλ.
Δένλέμεκuνω τοφιλω, οϋτεκύσα τοέφίλησα. ¦κΟσαι=τψ στόματι φιλήσαι. -Ήσύχιος-)
Λέμεόμωςπροσ·κυνωτοείκόνισμα, ένωτο φιλώ άγγλικόλέγεται<| ssκα|γερμανικό <ϋssen.
πρβλ. " kiss me" ¦άγγλ. ) .
"κύσον με κα|τηνχείραδoςτην δεξιάν¨. ( Αριστ. Νεφ. 8 1 )
¨φέρε, σέ κύσω" =έλανόσέφιλήσω. (Θεσμοφοριάζοuσαι 91 4)
Δέν όνομάζουμε το κρεββάτι λέκτρον rΊ λέχος ¦έκ τοΟ ρ. λέγω =πλαγιάζω), λέμε όμως η λεχώ. Οί
Ίσπανοίτοόνομάζουν | echo ¦και ¨cama¨έκτοΟ¨κείμαι¨) , οί Ί ταλο| |etto, | | tοί Γάλλοι, Lage|οί Γερμανοι
κα|| | egenτοπλαγιάζω,| a| |oi Άγγλοιτηνφωλεόκα| |ίθτο κείμαΙ.
Το ρ. φροντίζω, σαρώνω, καθαρίζω, δέν το έκφράζουμε πιό ώς κορέω. Στούς ναούς όμως έξακο·
λουθείνόύπάρχηέναςνεω-κόρος ¦νεως=ναός) .
Αύτοτοόμηρικορημα κορέω παρήγαγεδεκάδεςλέξεωνστιςδυτικέςγλωσσες,μέσψτων Λατίνων
πού το όντέγραψαν καί το πρόφεραν curo μέ την ϊδια έννοια. φροντίζω, έπιμελοΟμαι. Ένδεικτικως:
cura = η θεραπεία, η φροντίς¯ cure ό έφημέριος, έπειδη φροντίζει το ποίμνιόν του curosite η περιέρ·
γεια, μέτηνέννοιανότιφροντίζω, ένδιαφέρομαιγιόκάπ Kurator ο έπίτροπος, ο ¨έπιμελητής¨. ΈκτοΟ
¨κορέω¨ κατάγεται κα|το όγγλικο sheriff, δηλαδη ο έπαρχος, ό έχων την έπιμέλεια, την φροντίδα της
έπαρχίας, κοινωςό ¨σερίφης¨ '
Οί περισσότερες όμηρικές έκφράσεις έπιβιώνουν σχεδoν άναλλοίωτες στο στόμα των Έλλήνων,
¨προγμα πουτονίζει τηvένότητα τοΟχαρακτήροςδιάμέσουτήςόμοι ότητοςτοΟβίουκαίτώνέκφράσε·
ωνάπό τήνάρχαιότητα μέχρι τους νεωτέρουςχρόνους¨, καθως πολύ εϋστοχα παρατηρεί ο Γερμανος
έλληνιστης Κούρτι ος. Έκφράσεις όπως. ¨λύεται γούνατα¨ ¨δακρυόεν γελάσασα¨ ¨]αρυστενάχων¨
¨ζώει νκαίόρονφάοςήελίοιο¨ ¨μήμοι σύγχει ¨ 'Àίπε ψυχή¨δένείναιδύσκολονόκατανοηθοΟνκαιόπομη
είδικούς. Θό σταθοΟμε ίδιαιτέρως στον στίχο της Όδυσσείας υ4. ¨ . . . έπί χλαινανβάλεκοιμηθέντι ¨. Σέ
κάποιασελίδααύθεντικοΟημερολογίουάποτονπόλεμοτοΟ l 940, έναςάπλoςΈλληνστρατιώτης, στις
7/l / l 94l , 30τούλάχιστον αίωνες μετότο ¨έπίχλαινανβάλεκοιμηθέντι ¨, έσημείωνε. ¨ . . . βάλαμε τήνχλαί·
νηκαίκοιμηθήκαμε.
'22
Ή λέξις χλαίνη rΊ χλανiς ¦έκ τοΟ ρήμ. χλιαίνω =θερμαίνω) σημαίνει το μάλλινο βαρύ χειμερινο κατ
έξοχην όνδρικον ίμάτιον· έπανωφόριον ("χλαίνηχειμάμυνα¨) . ΟίΛατίνοιτην είπαν laena ("graeceχλα·
νίδα d/cun|¨).
Ή χλαίνα·Ι ae¤a έδωσε στούς Γάλλους, Ίταλούς, Ίσπανούς, το ¨μαλλί ¨. | a| ne, | a¤a. ΤΟ ¨μάλλινο
ϋφασμα¨ . | a| ¤age, | a¤agg| o, | a¤a|. την ¨έριουργία¨ . | a| ¤e|| e, | a¤e|ί a. Τον ¨τριχωτό¨ . | an| Iè|e, | a¤|Ie|o.
Το¨σπάργανον¨ . | a¤ge. Άκόμη καιτην¨ ' ano| | ne¨¦λανολίνη)· έκτοΟέλαιον+¨λαίνα¨, δηλ. έλαιονέρίου.
ΟίΆγγλοι κα| οί Γερμανοι το μαλλιτο όνομάζουν νοο| καί Wo| | eέκ τοΟ γέλγη, γέλλαι=ψήγματα,
χνούδια,συγγενέςτοΟ¨ |ούλος¨=έριοΟχος (¨ούλοςτάπης¨).
*
22. Βλ. ¨Ήμερολόγιονόπό τόν πόλεμο τού ¹ 940¨, ΣτέλιουΤζιρόπουλου,Έκδ. ΝΕΑΘΕΣΙ Σ.
24
A ^^A Τ�I FοnΟΥ.ΟΥ ÷Y�ΤA�' 0Y
Άναφερθήκαμε προηγουμένως σε διαλέκτους. ¨Διάλεκτός έστι γλώττης ίδίωμα¨. Είναι γνωστον
ότιη έλληνικηγλώσσαδιαιρείταισέ 4 μεγάλες, 4 κύριες όμάδες. Αρκαδοκυπριακή, Αίολική, Δωρική καί
Iωνική· Αττική, κατανοητές όπως εtδαμε άπο όλους τούς Ελληνες. ¨Πάσας μεν συνέβη λέγεσθαι
Ελληνικάς φωνάς¨. Οί διαφορές τους, αν καί άρκετές, δέν ύπηρξαν σημαντικές. .
?3
Γι αύτο καί δέν
παρουσιάσθηκεη τάσιςνάδιασπασθούνσέγλώσσεςάμοιβαΤαάκατανόητες, όπωςσυνέβημέ τάλατινι·
κά, τά όποΤα διεσπάσθησαν στίς νεολατινικές q λατινογενεΤς γλώσσες. Τούναντίον, έρχεται ό έντε·
χνος λόγος καί χρησιμοποιεί τίς διάφορες διαλέκτους μέ σκοπο τον έμπλουτισμο τών λογοτεχνικών
κλάδων. Μέ αύτον τον τρόπο συνδέειτά έπί μέρους είδη. την έπικη, την χορική, την βουκολικη Ποίησι,
τηνΤραγψδία,τηνΚωμψδία,τοΕπίγραμμα. . .
Ο άείμνηστος καθηγητης Διον. Ζακυθηνος τονίζει ίδιαιτέρως ότι 'Όλες οί έλληνικές διάλεκτοι
=4
προέρχονται άπό τόν θρυμματισμό μιας ενι αίας έλληνι κής γλώσσας καί βασίμωςύποστηρίζεται ότ τό
όνομαΠανέλληνεςείναι άρχαιότεροντού Ελληνες. ¨
Και ό Παχώμιος Ρουσάνος.
?°
¨Ή των Ελλήνωνδιάλεκτος ή αύτή τοϊς πασι ν ήν έξ άρχής, μηδέν
διαφέρουσα. . . έξούσυνέβηδιά τόάνεπίμικτον, τήνμίανδιάλεκτονδιαιρεθήναιείς τέσσαρας. ¨
Τελικώς,η Ίωνικη·Άττικηδιάλεκτοςέκάλυψε τιςαλλεςφωνές και έδημιούργησε ¨κοινην¨γλώσσαν,
την Ί ωνικήν, η όποία στούς ξένους έκπροσωπούσε την φυσιογνωμία τού Ελληνισμού. Οί Πέρσες
ώνόμαζαντούςΕλληνεςYAUNA, δηλαδηΊάονες, Ίωνες.
?0
Ή έπομένηκαθοριστικηγιάτηνγλώσσα καμπη ύπηρξε όταν ό ΜέγαςΆλέξανδροςέφερετηνκοινη
τών Ελλήνων λαλιά στά πέρατα τού τότε γνωστού κόσμου. ¦ ¨Καί τήν έλληνική λαλιά ως μέσα στήν
Βακτιανή τήν πήγαμε, ως τούς Ίνδούς. ¨ ·Κ. Καβάφης) . Επάνω σέ αύτο το οικοδόμημα η Ρωμαίκη
Αύτοκρατορία έκπαίδευσε την πνευματικη και πολιτική της ηγεσία καίέκυβέρνησετην κοσμοκρατορία
της, παρ όλον ότι ¦όπως θά διαπιστώσουμεέν συνεχείζ) η διεισδυτικη έπίδρασις της Ελληνικης είχε
ηδη έμβολιάσει καί διαμορφώσει τον λατινικο λόγο, πολύ ένωρίτερα άπο την έποχη κατά την όποία
συνετελέσθη ό πρώτος γνωστος σέ όλους ίστορικος άποικισμός, δηλαδη το πλημμύρισμα της Δυτ.
Μεσογείουάποτίςέλληνικέςάποικίες ¦Η' Π. Χ. αίών) .
Ή Οίκουμενικότης πού έγνώρισε η γλώσσα μας κατά τούς Ελληνιστικούς χρόνους ήταν κάτι πού
είχεσυμβηξανάείςτοάπώτατονπαρελθονκαίθάσυνέβαινεκαιπάλινείςτομέλλον.
Μέ τον έξελληνισμο τού Άνατολικού Ρωμαίκού κράτους, η έξάπλωσις της έλληνικης συνεχίζεται
δίχως χάσματα. Άρχίζει πλέον η ΒΥΖΑΝΤΙ ΝΗ περίοδος της γλωσσικης μας Ίστορίας. Επί χίλια και
περισσότερα χρόνια, το Βυζάντιον διατηρεΤ και καλλιεργεΤ την Ελληνίδα φωνή, έξελληνίζοντας και
έκπολιτίζοντας συγχρόνως τούςγύρωτουλαούς. ΆκόμηκαιμετάτηνΆλωσιχαίρειμεγάληςέκτιμήσε·
ωςστην Βαλκανικη καιστονεύρύτεροχώρο τηςΆνατολικης Μεσογείου, καταλήγονταςνάγίνη, έκτος
άποέπίσημηγλώσσατών Σουλτάνων, γιάμιάάκόμηφορά, δι εθνής. Οί Οθωμανοί, όπως παλαιότερα οί
ΡωμαΤοι,έχουνέπίγνωσιτηςύπεροχηςτούλαούπούέτυχενά κατακτήσουν. Άποτον J 7oναίώναόπου
έδραιώνονται οίθεσμοίτών Ελλήνων ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, ό έλληνικος προφο·
ρικος καίγραπτοςλόγοςύπερβαίνει τούς κυρίως έλληνικούς χώρους καί καθίσταται όργανον εύρείας
έπικοινωνίας.ΣτηνΒυζαντινηΊταλία,στηνΣικελία,οίΝορμανδοιηγεμόνεςκαιβασιλεΤςσυντάσσουντά
?3 'Άί διάλεκτοι διέφερον άλλήλων μάλλον κατά τά φωνήεντα η κατά τά σύμφωνα' πχ οί Δωριείς
έλεγον Μωσα, οί Αίολείς Μοίσα καί οί ·Ιωνες Μούσα". ¦ Γ. Μιστριώτης, Μεγ. Έλλ. Γραμματολογία, τ.Α'σλ.39)
=4. ΆνακοίνωσιςείςΆκαδημ. Άθηνών, Πρακτ. I 9/°Π3
?°.Λόγιοςτού ¹ °Lυ μ. χ. αί.
?0.Ίωνες. έκτού Ίωνος, έγγονού τού Έλληνος τού Δευκαλιωνίδου καί υίού τού Ξούθου ¦έκ θεού δέ, τού Άπόλλωνος) καίτής
ΆθηναίαςΚρεούσης. ΈτυμολογεΤταιέκ τήςμετοχής ¨ίών"τούρήματοςεΙμι=πορεύομαι, όρμώ. Πιθανόνλόγψτών περιπλανήσε·
ών του. πρός Άνατολός ¦Ίωνία, έξ ου Ίάουνα, Γιουνάν οί Έλληνες μέχρι σήμερα, Γιαβάν έβραικά, Ούίνίν οί Έλληνες τής
Αίγύπτου,ΊανούήλευκήφυλήτήςΊαπωνίας)άλλόκαίπρόςΔυσμάς. Γράφειό Άθαν. Σταγειρίτης¦Ωγυγίατ. Β'σλ.449,4°3) .
" Ό Ίανός, ό άρxaιό τα τος βασιλεύς της Ίταλίας, ήτο 'Έλλην τό γένος καί υίός τού Απόλλωνος καί τής Κρεούσης, θυγατός τού
Έρεχθέως βασιλέως των Αθηνων . . . έκτισε καί φρούριον έπί τινος λόφου τής ρωμης, τό Ίανίκουλον . . . καί έδίδαΕε πολλά . . . 'Όθεν
έτίμησαν τόν Ίανόν ώς θεόν μετά θάνατον ... Ένομίσθη δέ έφορος τού πολέμου καί τής είρήνης καί ύπερασπιστής τής ρωμης . . .
καί διά τούτο είχε δύο πρόσωπα . . . τό όποία έχουσιν ήθικήν όλληγορίαν. Έπειδή ' Έλλην ων, ηλθεν εί ς τήν Ίταλίαν |
¤
ðχρόνους
πρό τού Αίνείου . . . Α νήγαγον αύτόν είς τοσαύτας άλληγορίας, διό τήν όρxaιότητα. Έπειδή όΡXaιότερoν βασιλέα καί εύεργέτην
τοιούτον δέν έγνωριζον είς τήν Ίταλίαν. Ταύτα δέ έγίνοντο είς όλα τά έθνη.
(Αίσχύλος: "' Ιάνων λαός" ='Έλληνες . -Πέρσαι, στ. 1 025-)
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^| ^000' ¬< ΤΟ^ 0A"|0�^| 0 ^0"0 25
έγγραφάτουςέλληνικάκαιύπογράφουν. ¨ΈνΧριστφ τφ Θεφεύσεβήςκραταιόςρήξ . . . .
?¯
Ο καθηγητης Σταμάτης Στανίτσας, γνωστοςγιά τις διεξοδικές μελέτες του έπι τού ¨Χρονικού τού
Μωρέως¨, έπισημαίνει ότι . ¨ή έλληνική καί στήν μεσαιωνική της μορφή, χρησιμοποιήθηκε άπό τούς
λαούς τής Μεσογείου (είδικώτερα τής Α νατολικής) Βουλγάρους, Σέρβους, Νορμανδούς, Ένετούς,
Φράγκους,Αίγυπτίους, ΓάλλουςτήςΚύπρου, Τούρκους, στίςδιεθνείς διπλωματικές τουςσχέσεις, στίς
συνθήκες, στήν άλληλογραΦία τους γενικά, πραγμα φυσικό άφού άπό αίώνες ύπήρξε ή καθιερωμένη
γλώσσαδιπλωματίαςκαί πολι τισμού, μέ άμείωτο πάντοτε γόητο. '
Σε αύτην την φάσιείναι πού, όπωςέκανε πάντοτε, έγονιμοποίησε τΙς άδιαμόρφωτεςγλώσσεςγει·
τονικώνλαών, προς τηνάνατολικη και βορειοανατολική, αύτη την φορά, πλευρά ¨τήςκαθήμαςθαλάσ·
σης¨.
ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞ Ε Ι Σ ΦΛΕ Β Ε Σ Ε Ι ΝΑΙ
Μ ΕΣΑ ΤΟΥΣ Α Ι ΜΑ ΤΡ Ε ΧΕ Ι . . .
Γ. Ρίτσος
Πορευόμαστε χιλιάδες χρόνια, όμως έξακολουθούμε νά λέμε τον ούρανο ούρανό, τον όνεμο
όνεμο, τον ηλι οηλι οκαιτην θάλασσα θάλασσα. Χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας όμιλία λέξεις
άναλλοίωτες άπο την όμηρική, προομηρικη καΙ προίστορικη έποχή, ένώ όλες οΙ σύνθετες λέξεις μας
περιέχουν όλοφάνερατην άρχαία ρίζα. Ή βασικη δομη τής έκφορας τού έλληνικού λόγου παραμένειη
αύτή.
Ο Έλλην λόγος έχει δώσει το ύλικό, και έξακολουθείνά το δίνη άνακατάπαυστα, γιά την διαμόρ·
φωσι·παγκοσμίως· τούέπιστημονικούλεξιλογίου. Ή Ίατρική,
?3
ό Άθλητισμός,η Φυσική, η Άστρονομία,
η Άστρολογία, ή Γεωγραφία, ή Φιλολογία καΙ ή Φιλοσοφία, ή Χημεία, ή Γεωμετρία, ή Γεωλογία, τά
Μαθηματικά, ή Βιολογία, ή Ορυκτολογία, ή Βοτανική, ή Ζωολογία, ή Ψυχολογία, ή Παιδαγωγική, ή
Πολιτική, ή Δημοκρατία, ή Θεολογία, ή Γλωσσολογία, όλες γενικά οίΤέχνες καΙ οί Έπιστήμες έγεννή·
θησαν,άνεπτύχθησανκαΙκινούνταιμεέναλεξιλόγιοκαθαράΈλληνικό.
Στήν Γλωσσολογία¦όπωςκαισε όλους τουςέπιστημονικούςκλάδους) καί τάέπΙμέρους κεφάλαια
όρίζονταιέλληνιστί. Λεξικογραφία, Λεξικολογία, Έτυμολογία, Σημασιολογία, Φρασεσλογία, Φωνολογία,
Όρθοέπεια, Όρθογραφία, Γραμματική. . . Συντακτικό. . .
ΤΟκύριονχαρακτηριστικοντής μεταγγίσεωςαύτήςείναιότιή έλληνικηπαρέχειλέξειςύψηλώνδια·
νοημάτων καιένδύειλεκτικώςτιςάφηρημένεςέννοιες.
Ένόλίγοις. Είναιήγλώσσατούπολιτισμού.
ΓράφειόΔιογένηςΛαέρτιος.
?9
· Τι νά δέ καί ού συνορώμενα πράγματα είσφέρονταςτούς συνειδόταςπαρεγγυήσαί
τι ναςφθόγγους τούςάναγκασθένταςάναφωνήσαι, τούςδέ τφλογισμφέλομένουςκατά
τήν πλείστηναίτίαν ούτωςέρμηνεύσαι ¨.
δηλαδή:
«Γιό μερικό πράγματα πο
υ
δέν ε
Τ
ναι άρατό ( ού συνορώμενα -τούτέστιν "άφηρημένες έννοιες")
βρήκαν όρους έκεί
νοι πο
υ
τό ηξεραν καλά, κα
ί
εννοιωθαν την ανάγκη να τα ανακοι νώσουν
.
Οί αλλοι ,
άδηγημένοι άπά την σκέψ
ι τους, έδέχθησαν αύτές τ
ί
ς λέξει ς κα
ί
τ
ί
ς έχρησι μοποίησαν στην έννοια
πού έπεκράτησε. »
?¯.ρήξ: άντιδάνειονέκτοΟ rex =βασιλεύς, παράγ. τοΟ ρήματος rego =ό-ρέγω = άπλώνω τηνχεΤρα ¦όθενδιευθύνω) .
Βλ. λήμμα¨Γοί ¨.
?3ΠερίΊατρικήςθάάναφερθοΟμεδιεξοδικώςείςείδικώτερονκεφάλαιον.
?9 ¨Έπίκουρος πρόςΉρόδοτον¨, 76, Έκδ. Γεωργιάδη,μετάφρ. Ν. Κυργιόπουλου.
20
A^^A T<' |000Y^0Y �Y�Τ' 0Y
`τους δρους τούτους έδανείσθησαν κατα μέγα μέρος οι Λατίνοι , δσους δέ όλίγους
οιϊδιοιέπλασαν, κατεσκεύασανκατατόέλληνικονπρότυπον.
Εϊτε απ εύθεί ας απο των Έλληνι κων συγγραμματων εϊτε τη μεσολαβήσει της
Λατινικηςγραμματείας, οιδροιούτοιπαρελήφθησανύποτωνέπιστημόνωντωνπεπολιτι·
σμένων Έθνων, κατέστη δ έκτοτε όργανι κη αναγκη της δι εθνοΟς Φιλοσοφίας, της
Έπιστήμηςκαί τηςΤέχνηςναδημιουργησυνεχωςνέουςδρουςπροςχαρακτηρισμοντων
έπιστημονικων καί τεχνικων έπιτευγμάτων βάσει τού Έλληνι κού λεξιλογί ου. Εις τοΟτο
συνετέλεσαν πρωτον μεν ή μεγάλη έπιστημονικη καί τεχνικη έπίδοσις των προγόνων
ήμων, έπειταδεαύτηή φύσις τηςΈλληνικηςγλώσσης, ητιςδιατηςσυνθετικηςκαίπαρα·
γωγικης δυνάμεως τοΟλεξιλογικοΟ της θησαυροΟ παρέχειάνεξαντλήτουςδυνατοτήτας
δημι ουργίας λέξεων απηκριβωμένης έννοίας καί αναμφισβήτου ακουστικης άρμονίας,
εύχαρίστωςεύπροσδέκτουςεί ςταώταπαντοςπεπολιτισμένουανθρώπου.
Τοιουτοτρόπως δια της ορολογίας της Φιλοσοφίας, της Έπιστήμης καί της Τέχνης,
ή Έλληνικη γλωσσα έξακολουθεί την έκπολιτιστικην αύτης άπoστoλpν ανα τα πέρατα
τοΟσυγχρόνουκόσμου, έμφανίζουσακαίέπίτοΟ πεδίου τούτουακατάβλητον καίάναντι·
κατάστατονδύναμιν. »
30
" Πόσαν την γην, τύχη τι ν! θεί 9, ζηλος έπέρχεται της ημετέρας σοφί ας . . .
Και δι ' ήμών όμόφωνος γέγονε πόσα ή Οί κουμένη . »
('Αριστείδης ό Άδριανοuπόλεως)
Όμως καί ό έναστρος Ούρανος φθέγγεταιελληνιστί. Γι αύτο και ο Λουκιανος ¦ ΠεΡ|Άστρολογίας
9. 4) τονίζει. ¨Έλληνεςδέ, οιIτε παρΆίθιόπωνοιIτε παρΆίγυπτίων, άστολογίας πέρι ούδέν ηκουσαν'
άλλά Όρφεύςό ΟίάγρουκαΙΚαλλιόπηςπρώτοςτάδεάπηγήσατο. . . ¨
Άντιγράφωάπο τον τόμοΣΥΜΠΑΝ
3:
τοΟ ΈγκυκλοπαιδικοΟΛεξικοΟτοΟ ΗΛΙ ΟΥ.
«πρωτοιοιΈλληνες·Όρφικοί· καί προτοΟ 4000 Π. Χ. είχονκαθορίσειτουςζωδιακουςκύκλουςτοΟ
ουρανοΟ καί ταυτοχρόνως είχον δώσει είς τα J 2 γνωστά μας ζψδια τα όνόματα τα οποία τα οποία
φέρουν μέχρι σήμερον. . . Κρι ός, ΤαΟρος, Δί δυμοι , Καρκί νος, Λέων, Παρθένος, Ζυγός, Σκορπι ός,
Τοξότης, Αίγόκερως, Υδροχόος, Ι χθύες. . .
την άληθη φύσιν τοΟ Γαλαξίου διέγνωσε πρωτος ο μέγας Έλλην φιλόσοφος Δημόκριτος, ειπών
δτι άποτελείται ¨έξ άστέρωνμικρώνπάνυκαί πεπυκνωμένων, καΙήμϊν δοκούντωνήνώσθαι διά τόδιά·
στημαάπότοΟούρανοΟέπίτqγήν¨.
Ό Ίππαρχος φθάνει είς την απόφασιν, δπως λέγει ο Πλίνιος, ¨νά άναλάβη εργον, πρό τοΟόποίου
θά όπισθοχώρει άκόμηκα|ό θεός¨. Άπεφάσισε να αριθμήση δλους τους άστέρας, να προσδιορίση την
θέσινένοςέκάστουείςτονούρανόν,καθώςκαιτηνλαμπρότητααύτοΟ. . . Συνεπλήρωσετονπερίφημον
¨Κατάλογον τών άστέρων τοΟ Ιππάρχου¨, τον οποίον έπειτα ο Κλ. Πτολεμαίος περιέλαβε εις την
¨ΜαθηματικήνΣύνταξι ν¨ του καίέσώθη μέχρις ήμων. Ό κατάλογοςαυτος περιλαμβάνειπλήρη στοιχεία
δια τους l 039 λαμπροτέρους των ορατων άστέρων, άπετέλεσε δε την αρχήν, έπι της οποίας έστηρί·
χθησανδλοιοιμετέπειτακατάλογοιάστέρων.
30. ΓεωργίουΚουρμούλη,τακτ.καθηγ Γλωσσολ Πανεπιστ.Άθηνών, "Ή έκπολιτιστική δύναμις τής έλληνικής γλώσσης",
Άθήναι 1 9b0
31 . σλ. 38, 1 04, 28, 1 27, 1 28, 1 33.
π0� Η ÷^^¬Ι' |¬ |0Ι' ^000| ¬< T0Ι 0A"²0�^| 0 ^0"0 27
Δια τούς άρχαίους Έλληνας οί ηρωες έγιναν άστέρες και φέρουν μεθ έαυτών και τά κυριώτερα
τών άντικειμένων η τών μεταφορικών μέσων τά όποία έχρησιμοποίουν . . . Μετετράπησαν εις άστέρας
ύποτώνθεώνδιάνάμείνουν άθάνατοι, όπως καιέμειναν πραγματικώς.Διότικαί μέχρι σήμερον έξακο
λουθούν άκόμη οί άστέρες καί οί άστερι σμοί νά φέρουν τά όνόματά των, τά όποία πρώτοι εδωσαν είς
αυτά οί Όρφι κοί καί μετά άπό χι λιετίας τά παρέλαβαν οί αλλοι λαοί της Άνατολης. Ύπάρχειέκείείς
τον ούρανον και θά ύπάρχη, έφ όσον θά ύφίσταται άνθρώπινοςπολιτισμός, ο Ήρακλης έχων είς την
δεξιάν χείρα το ρόπαλόν του και είς την άριστεράν τα μηλα τών Έσπερίδων. . . ό Περσευς ο υίος τού
Διός καί της Δανάης, φορών τα πτερωτα πέδιλα της Άθηνας. . . σπεύδων προς την Άνδρομέδαν . . . οί
βασιλείς γονείς της Κηφευς καί Κασσι όπη . . . η νύμφη Καλλι στώ . . . αί ' Άρκτοι . . . ό Άρκτούρος έπι
κεφαληςτώνκυνώντού Άστερίωνος.
Ύπαρχει άκόμη ό υίός τού Ήφαίστου καιτης ΓηςΈρεχθεύς, ο Ήνίοχος ό οποίος έχρησιμοποίησε
καιώδήγησετο πρώτον αρμα, κρατώνηΊναίγαΆμάλθειαν aa¤ Ό Κύκνος, ο υίοςτού' Άρεως, . . Παράτον
Κύκνον, ό Άετός φέρων τονκεραυνοντούΔιός. . . ο Γανυμήδης . . . Κατάμηκος τού ζψδιακού έχουνγίνει
άστέρες ό Κρι ός ό όποίος παρέλαβε τονΦρίξονκαιτηνΈλλην. . . όΤαύρος ειςτονοποίονμετεμορφώ·
θη ό Ζεύς διάνάάρπάση ηΊν Εύρώπην. . . αί Πλειάδες, θυγατέρεςτης Πλειόνης.. αί Ύάδες θυγατέρες
τούΆτλαντος. . .
Παρά τονΤαύρον, οί Δίδυμοι Κάστωρ καί Πολυδεύκης, οί υίοι τού Διός, οί Άργοναύται ηρωες. . . ό
Καρκίνος τόν όποίονέστειλενη ΉρανάένοχλητονΉρακλη. . . όΛέων, ο φοβεροςλέων της Νεμέας. . .
η Παρθένος Περσεφόνη, η θυγάτηρτηςΔήμητροςμετόν Στάχυντης. . . ό Σκορπίος ό παρενοχλώντον
' Ωρίωνα » . . ό Τοξότης Κένταυρος, ό Αί γόκερως είς τον όποίον μετεμορΦώθη ό Πάν. . . οί 'Ι χθύες οί
όποίοιέβοήθησανηΊνΆφροδίτηνκαταδιωκομένηνύποτούΤυΦώνος. . . ό ' Ωρί ων, υίοςτού Ποσειδώνος,
καί οί δύο Κύνες του. . . η Άργώ τών Άργοναυτών, της όποίας διασώζονται μέχρι σήμερον είς τον
ούρανονη Τρόπι ς, η Πρύμνα καιτά' Ι στία . . .
Χωρις ύπερβολήν, όλόκληρος η άρχαία Έλληνι κη Μυθολογία έχει γραφη δι άστέρων έπι τού
ούρανού καί άναγινώσκεται καί θά μελεταται ύφ όλων τώνάστρονόμων, είς οίονδήποτε έθνος καί αν
άνήκουνούτοι, τόσονειςτοπαρόνόσονκαιείςτο μέλλον.
Συγχρόνωςοίάστέρες
3?
καθορίζονταικαίδιακρίνονταιάποτηςέποχηςτού Μπάγερδιάτώνγραμ·
μάτωντούΈλληνικούάλφαβήτου, είςτρόπονωστεμέχρισήμερονοί άστρονόμοιόλωντώνΚρατώνκαί
όλωντωνΈθνοτήτωνκατατηνπρώτηνμύησίντωνείςτην άστρονομίαν,νά έκμανθάνουντοΈλληνικον
άλφάβητον. . » .
ΙΈη e| campo cu| t ura| ,
todos han recurr | doa| gr| ego"
¦=Έπίτούπνευματικούπεδίου,
όλοικατέφυγονείςτηνΈλληνικήν. )
-Javier de Aramburu, Euskalerria-
Όσοι ξένοι έλληνισταί , γνήσιοι έπιστήμονες, ού¨ζηλοϋσι τό των Eλλήνωνέπι τηδεύματα ¨,
33
σαΦώςάναγνωρίζουνκαι άσμένωςάποδέχονταιόλεςαύτεςτιςάλήθειες.
3?άστήρ ¯ astrum, astre, aster, astro, estrella, star, Stern
33 Γαληνός, WORK 036. 6. b1 (T. L. G. )
28
A^^A Τ�' |ο0ΟΥ^ΟΥ ÷Y�T' 0Y
Γράφειό |ur| o Dura¤do.
3-
·· Η Δύση ·καί ίδιαίτερα ή Ίταλία· χρωστάει τα παντα στούς Έλληνες.. . στόν Πυθαγόρα, τήν
χαρα τωναριθμωνκαί τήναρμονία ενός ναούjμιαςμουσικης σύνθεσης στόν Παρμενίδη καί τόν
Ζήνωνα τηςσχοληςτης Έλεας, τήνβεβαιότητα ότι τό
Ονε
j
ναι ένακαίμοναδικό. . . τόμίσοςκατα
των τυραννωνακόμα καί με κίνδυνο θανατου . Στούς ' Έλληνες γενικά, το άλφάβητο, άτελείωτο
λεξιλόγι ο, όνειρα, σχέδια, τεχνολογίες, τήνεπιθυμία τηςμαθησης, τόθάρροςναδι ακι νδυνεύουν
καί να γραφουν, καί ναάντιμετωπίζουντα παντα. ²
Καίή Ζακλίνντε Ρομιγύ.
3°
·. . . ή Έλλαδααφούανακαλυψε, μετα τήνγραφή, τήντέχνη ναεκθέτει τίςΙδέεςκαΙνα τΙςσυγκρίνει
μεταξύ τους. . . βαλθηκε ναμιλάει, να γράφει, καΙ νασυζητάει για όλα. . .
Καί έγέμι σε ό κόσμος Σχολεία
36
¦ sc¤o| a, scuo| a, escue' a, eco' e, sc¤oo| , Schu| e) , Γυμνάσι α
37
¦ gym¤as| um, g| ¤¤as| o, g| m¤as| o, gym¤ase, gym¤as| um, Gym¤as| um) , Λύκεια
38
¦ ' yceum, ' | cèo, ' | ceo,
| ycee, | yceum, Lyzeum) , Άκαδημ ί ες
39
¦ Academ| a, Accadem| a, Academ| a, Academ| e, Academy,
A<adem| e) , Ώδεία
4
Ο ¦ odeum, odeo, odeo¤, odeo¤ , odeum, Odeum) , Μαθήματα καί Μαθηματι κά
¦ Vathemat| ca, Vatemàt| ca, Vatemát|ca, Vat¤θmat| ques, Vathemat|cs, Vat¤emat| <). . . .
ºΛέγεται δε μαθημα
τι κόν, έπειδη αυτο διδάσκει η
μ
ας, πως δεϊ
μ
ανθά·
νειντο πράγ
μ
ατα
Ώς δε φασΙν οί Πυθαγόρει οι , δι οτοϋτολέγεται μαθημα
τ
ι κόν, έπειδη
έν τη διανοί
Q εχει την
ϋ
παρξι ν
'
μόνη
γ
αρ
ή
διάνοια μανθάνει ' ό γορ
νοϋς, CπλqπρOσβOλq, πάνταγινώσκει
Εϊδη
μ
αθη
μ
ατικοϋ. οριθ
μ
ητική,
μ
ουσική, γεω
μ
ετρία, οστρονο
μ
ία
¹'
»
( Γαληνού, Περ! ΦιλοσοΦίας, 1 2. 1 3)
Γιαύτό, ό ΧουόνΧοσέ Πουχάνα Άρθα, είς τό Γ' Παγκόσμιον Γλωσσικόν Συνέδριον της Ολυμπίας
¦7· l 0/8/l 995, Βλ. ΠρακτικόΟΔΕΓ) έδήλωσε.
·ΟΙΈλληνεςθεμέλιακαρτεραέπηξαντηεπιστήμητηνύνίσχυούση, καΙπροήγαγονσύστημα
άξιωνόπερ τούδυτικού πολι τισμούϊδιόνεστι. . .
Πάντα ταύταήύψηλοτέρακληρονομίαεστί. Ή Έλλάςεστμήτηρ τηςΕύρώπηςεγέννησε γαρ
καΙ έτεκεναύτήν.Διό, όσοιεύρωπαίοι jδυτικοί, τέκναεσμέν της Έλλάδος. Ή Έλλάς ού μόνον
το νόημα αύτής ήμίν έδίδαξε, άλλά και το νοείν. »
3-.¨ΆρχαίαΈλλάδα,ή ΑυγήτούΔυτικούΚόσμου¨,Έκδ. Καρακωτσόγλου, σλ.?°0 !
3° ¨Ή άρχαίαΕλλάδασεάναζήτησητήςΈλευθερίας¨· Έκδ. τοAΣTY
3
6. Έτυμολ.εκτούσχολή, ¨σχόλη¨=άργία,συνεκδοχικώςδε¨τοπράγμαείςόάφιεροιτιςτήνωραντής σχολήςμελέτη,
διδασκαλία¨.
37
. ¨ΓuμνασΤΙkoνσχολειον¨· ¨Γυμναστική".καθότιήθλούντογυμνοί.
38. Τόπος διδασκαλίαςάνατολ.τώνΆθηνών, έκτούναούτούΛυκείου Άπόλλωνος, όπουή όμωνυμος Σχολή
τούΆριστοτέλους.
39
. ¨ΣχολήέντοιςπροαστείοιςτώνΆθηνών,άποτούηρωοςΆκαδήμου,ένθαΟ Πλάτωνέδίδασκε. ¨
-0 ¨ΤόποςένΦοί Κιθαρωδοίήγωνίζοντο",έκτούάείδω,Oδω= ψάλλω
41
. Άριθμητική arithmetica, aritmetica, aritmetica, ari thmeti que, arithmetic, Arithmetik.
Μουσική¯ musica, musi ca, musica, musi que, musi c, Musi k.
Γεωμετρία¯ geometria . . . geometrie, geometry, Geometrie.
Άστρονομία-astronomia . . . astronomie, astronomy, Astronomie . . .
π0� Η �^^¬ι| |¬ |0^| ^0|0' ¬�� τοι |A||0�^' 0 ^0|0 20
«' Έστι μεν ουν τό όνομα ελληνl κόν ø ø = ?
Αυτες λοιπαν τις λέξεις, εϋκολα άναγνωριζόμενες ώς έλληνικές και άπολύτως άπαραίτητες στα
παγκόσμιολεξιλόγιο, ξεκίνησα ¦πρα όλίγωνέτών) νά καταγράψω σε παράλληλες στηλες στις κυριώτε·
ρες ευρωπαι κες γλώσσες. Δηλαδη στην Γαλλική, Ί ταλική, Ίσπανική, Άγγλικη και Γερμανική. Καθώς
όμως ή έργασία αυτη προχωροΟσε, ηρχοντο στην έπιφάνεια, άνεδύοντο ¦ήταν κάτι σάν άνασκαφη)
λέξειςοί όποϊες έκπρώτηςόψεως δεν άνεγνωρίζοντο ώς έλληνικές, λόγψτών μεγάλων άλλοιώσεων
πού έχουν υποστη η λόγψ τοΟ ότι κατάγονται, όπως ηδη άναφέραμε, άπα πολύ άρχαϊες έλληνικες
λέξειςκαιόνόματαπούέμεϊςδενχρησιμοποιοΟμεπλέον.
Έφθανε όμωςλίγο νό τις άναλύσης, νάτι ςάποκρυπτογραφήσης, νό τινάξης τα ξένο υλικα πού
έχει έπι καθήσει ¦ όπως άκριβώς κάνουν οι άρχαιολόγοι γι ό τό άντικείμενα πού άνασύρουν άπα τό
σπλάγχνα, τό Άρχεϊα της γης)γιά νά ξεπροβάλη θαλερός, πανάρχαιος και άκατάλυτος ό Έλληνικας
λόγος. ¨Se|mo¤em |edo| e¤IG|aecum" ¦=όζουν Έλληνικηςφωνης) . Καί, ταπλέονσημαντικόν. ύπάρχουν
λέξεις πού μέσα άπα την άτομική τους ιστορία προβάλλει ή όγνωστη Προιστορία, αύτη πού δέν έχει
έπίσημα καταγραφη, και που συγχέεται με ό, ΤΙ όνομάζουμε ¨Μυθολογία¨. Ή Μυθολογία, όταν δεν προ·
σωποποιεϊ τίς δυνάμεις της φύσεως, όλλο δενείναι παρό ή συμβολική, και γι αύτα ή πια άνόθευτη
μορφητηςίστορικηςάλήθειας. ¨τούτο, μύθουμεν σχημαεχον λέγεται , τό δε άληθεςεστί. . . '¨
( Πλάτ. Τίμαιος 22, C-D).
Συνεπώς, όχιμόνονοιέλληνικεςρί ζεςκαιλέξεις, άλλά έπί πλέον ή Μυθολογία καιή Ίστορία μας
έχουν έμπλουτίσει τηνλατινικη ¦και μέσψ αυτης τις δυτικες γλώσες) με όρους και λέξεις τών όποίων
άγνοοΟμετηνέλληνικότητα. Θάάναφέρω μόνον δύοχαρακτηριστικόπαραδείγματα.
"Παλάτι" καί"μονέδα"
Ό ηρως Εϋανδρος άπα την Άρκαδία, ξεκίνησε νό ίδρύση άποικία γύρω στό μέσα της Β' πΧ χιλιε·
τίας, όδηγώντας πληθος Άρκάδωνάπατα Παλλάντιον τηςΆρκαδίας. ¦ ΕρείπιατοΟ Παλλαντίου, κτισμέ·
νου άπα ταν Πάλλαντα, έγγονό τοΟ ΠελασγοΟ, σώζονται άκόμη σήμερα στην περιοχη Μπολέτα της
ΜάκρηςΆρκαδίας) . Ό Εϋανδρος μέτούςΆρκάδεςτουάπεβιβάσθηστηνΊταλίακαιέκτισε οίκισμα στήν
άνατολικη όχθη τοΟ ποταμοΟ Θύμβριδος,
42
έπι τοΟ μεσαίου έκ τών έπτά λόφων της περιοχης. ταν
ώνόμασε ¨Παλλάντιον¨ πρας τιμην τοΟ άρκάδος Πάλλαντος, έγγονοΟ τοΟ ΠελασγοΟ. Γύρω άπα ταν
Παλλάντιον λόφον έτέθησαν τό θεμέλια τοΟ πρώτου οικισμοΟ της Ρώμης και γι αύτα τα Παλλάντιον
της Άρκαδί ας άνεγνωρίσθη υπα τών Ρωμαί ων ώς ή ί στορι κη μητρόπολί ς των, ό δέ αύτοκράτωρ
Άντώνι ος Πίος ¦ l 38· l 5 l μ. χ. ) άπήλλαξε τα Άρκαδι καν Παλλάντι ον άπα την καταβολην φόρων.
¦ ¨Αντωνίνος. . . σφίσι νελευθερίανκα|άτέλειoνεδωκεείναι φόρων. ¨-Παυσ. Άρκ. 8. 43)
`» . . Eι1ανδρoν, σταλέντα εςάποικίαν κα| oγοντα Αρκάδων των εκΠαλλαντίου στατι άν, παρά
τψ ποταμψ τψ Θύβριδι πόλι ν οίκησαι κα| Ρωμαίων μέρος της καθ ήμας πόλεως, ό ψκείτο
ύπό τού Εύάνδρουκα| Αρκάδων των συνακολουθησάντων, όνομαεσχε Παλλάντι ονκατά μνή·
μην τηςε ν AΡkαδίς ¡ρόνu δε ι1στερoνμετέπεσε τό όνομα εν άναιρέσει γραμμάτων, τού τε
λ κα| τού ν. Τούτωνμεν τωνλελεγμένωνενεκα, Παλλαντιεύσιν, εκ βασιλέωςεγένοντοδωρεαί. ·
( Παυσαν. Άρκαδ. 43)
'ΆρκάδεςεκΠαλλαντίου πόλεωςεξελθόντες, Eι1ανδρoνήγεμόνα ποιησάμενοι τηςάποικίας. . .
πρόςεν| τωνεπτάλόφωνπολίζονται, όςενμέσuμάλιστακείται τηςΡώμης, Παλλάντιον
όνομάσαντεςτόχωρίονεπ|τηςενAΡkαδίς πατίδος. + ." (Διον. Άλικ. Ρωμ. Άρχαιολ. Β ! , 3)
την ίστορία αύτη τηνάναΦέρουνκαιοίπερισσότεροιέκτώνλατίνων συγγραφέων,Π. χ. .
• ' Ένaηdrus, p|oíugusex Arcadia ίη Ital i am Ira¤sIu|ίΙ. ." (Hygi nus)
• "Pal l anti um, de| ¤¦=έπειτα) Pal ati um mo¤Iemappe' aIum, | b| ¦=έκεϊ) Evandrum,
θχθΟ ge¤ereA|cadum. . . Ie¤¤er|I' oca, . . . a| | aIumex Arcadi a . - " (Titus Li vi us ! , 5)
¹
z Θύμβρις=άΤίβερις. Σημειωτέονότι ήνύμφηΘύμβριςύπήρξεή μήτηρτούΠονάς. ¦Θύμβρις ¯ Θύβρις ΤΙβερις)
30 A^^A τ�| ιο0ΟΥ^ΟΥ (Y�TA01 0Y
· H| s or| s, Arcades, genus. . . a Pa| |ante regem Evandrum com| Ies de' egere | ocum | ¤ mo¤I| bus
urbem eI posuere Fa' | a¤t| s proav| de ¤om| ¤e Pa| | ant| um. » ¦ =Είς αύτάς τάς όχθας Αρκάδες,
γένος προελθονέκτούΠάλλαντος, όπαδοίτούβασιλέως Εύάνδρου, έξέλεξαν τόπονκαί ίδρυ·
σανείςτάόρητοΠαλλάντιονέκτούόνόματοςτούπροπάππουΠάλλαντος) . (Βιργ. Αίνειάς Η' , 5! )
Αλλά καί ό σύγχρονοςΊ ταλόςσχολιαστης τού Α. Γέλλιου ¦ Α. Ge| | | us"NocIesatI|cae" l , lΟ)Τσέζαρε
Καλκάντε σημειώνει . ' ' Lva¤dro . . . co¤dusse da Fa| | a¤z| o u¤a co| o¤| a |¤ | ta| | a e ío¤dò u¤a c| tIà su|
Fa|at|¤o. . . " [= O Εϋανδρος ώδήγησε έκ τού Παλλαντίου μίαν άποικίαν είς την Ίταλίαν, καίίδρυσε πόλιν
είςτονΠαλατίνον. . . ) .
Εί ς αύτον τον Παλλάντιον ή Παλατίνον λόφον, ό Αϋγουστος ϋψωσε πολυτελές άνάκτορον,
¨ Fa' aI| um¨, καί άργότερα έκτισαν βασιλικές κατοικίες καί όλλοι Ρωμαίοι αύτοκράτορες ¦καθώς καί την
¨Παλατίνην¨ Βιβλιοθήκην) . Έτσι καθιερώθηκε οί βασιλικές κατοικίες νά όνομάζωνται ¨παλάτια¨ ·γαλλ.
pa|ace, ίταλ. pa' azzo, ίσπ. pa| ac| o, άγγλ. pa' ace, γερμ. Fa'ast. ¸¨ Fa|at| um, a Fa' ' a¤te, pr| ¤c| pe Arcadum
d| cIum, | ¤cu| us ¤o¤ore Arcades Fa' ' a¤teumco¤struxeru¤I" ( I si dori Etym. χν, 1 1 1 , ! 6) . ('Καίάπότότέκλήθη
τάβασιλικάκατοικητήριαπαλλάντιαέκ τούΠάλλαντος. ¨· Ίωαν. Μαλάλας) .
ΚαίόΔιονύσιοςΑλικαρνασσεύς (Ρωμαική Άρχαιολογία 1 , 32) συμπληρώνει.
·Οί δ ούν Άρκάδες ύπό η� λόφφ σuνοι κι σθέντες, τάτε αλλαδιεκόσμουντόκτίσμα, τοϊς οίκοθεν
νομίμοις χρώμενοι, καί ίερά ίδρύονται . Πρώτονμέν τψ Λυkαίu Πανί (Αρκάσι γάρ θεών άρχαιότατός τε
καί τιμι ώτατοςό Πάν), χωρίονέΕευρόντεςέπι τήδειον δ καλοϋσιν Ρωμαίοι Λοuπερκάλι ον, ήμεϊς δέ αν
εϊποιμεν Λύκαι ον.
43
. . . ήν δέ τό άρχαϊον, ώςλέγεται, σπήλαι ονύπό τψ λόφu μέγα. . . ένθαβωμόνίδρυσάμενοι τψ θεψ,
τή ν πάτρι ον θυσίαν έ πε τέλεσαν, ην μέχρι τού καθ ήμάς χρόνου Ρωμαϊοι θύουσι ν έ ν μηνί
Φεβρουαρίψ. . ²
+
Ώς προς την "μονέδα", ή ίστορίαέχειώς έξης. Κάποτε ό Ζεύςέτιμώρησε την Ήραμέ άπομόνωσι,
κρεμώνταςτηνμέχρυσηάλυσίδαμεταξύούρανούκαιγης. ¨άγανακτήσας Ζεύςέκρέμασε ν αύτήνέΕ
Ολύμπου. ¨(Άπολλόδωρος Β, ν| ' )
Ή τιμωρημένη Ήραάπεκλήθη ¨Ήραμονία". Έλατρεύθη και ύπο τών Ρωμαίων ώς¨mo¤eIa¨. Ει ςτο
προαύλιον τού έν Ρώμη ναού της εύρίσκετο το Νομισματοκοπείον όπου έχαράσσοντο νομίσματα μέ
τηνεικόνατης τιμωρημένης ' Ήρας Μονίας-Μονέτας. ΈτσιάπέκτησανοίΊ ταλοίνόμισμα mo¤eIa ¦όπως
σήμερα όνομάζουμε ¨ Βικτώριες¨ τίς χρυσές λίρες Αγγλίας μέ την εί κόνα της Βασιλ. Βικτωρίας) , οί
Γάλλοι mo¤¤a| e, οί Ίσπανοί mo¤eda, οί Γερμανοι Vo¤ete¤ καί οί Αμερικανοί mo¤ey, ή προφορά τού
όποίου θυμίζειάρκετάτηνριζικηλέξι¨μόνη¨.
Το ¨mo¤ey¨ είναι περιζήτητοότανέκφράζεταιείς ¨δολλάρια¨, "do| |ars", έκτούγερμανικού¨Ta|er¨,
τοόποίονδένείναιόλλοάποτηνόμηρικηλέξιτάλαρος. Τάλαρος¦έκτούτλάω·ώ =άντέχω-μέγα βάρος)
είναι ό μέγαςκάλαθος ¨πρός έναπόθεσι ν καρπών, τυρού, έρίων, άκόμη καί όρνίθων' ¦ ¨πλεκτοϊς έν
ταλάροισι φέρονμελιηδέα καρπόν¨Σ, 568) . Τάλαροι έχρησιμοποιούντο άρχικώς στηνάγορά και στο
έμπόριον, ώςμέτρονάνταλλαγης πρσίόντων. ¨τόσοιτάλαροι¨· λ. χ. δίδωέναντάλαρονκαρύων, λαμβά·
νωέναν τάλαρονσίτουή τυρού ή σύκων κλπ. Ή έκφρασιςδενόλλαξε. ´Εφθασε μέχρις έμας. Απλώς οι
τάλαροιέγιναντάλαρα, τάληρα, δολλάρια . . . ΟίΈλληνεςτης Αμερικης, κλείνονταςτονκύκλοτηςλέξε·
ως, άσυνειδήτωςκαίένστικτωδώςθάέλεγεκανείς,άποκαλούντάδολλάρια, ¨τάληρα¨. ·
43
. Λύκαια έτυμ. έκ τού Λυκαίου όρους τής Άρκαδίας. Έπιστεύετο ότι ό θεός παν έφύλαττε τα ποίμνια έκ τών λύκων. Έξ ού καί
τό λατινικό ν ταγμα τών Λοuπερκάλων τής Ίταλίας, ''οϊτι νες έπανηγύριζον τήν έορτήν τού Πανός καί ένομίζοντο οί όρχαιότατοι
ίερεις τής Ρώμης, ύπό τού Ευόνδροu κα τασταθέντες. " (βλ. 'Ωγυγία Σταγειρίτη, "Ίταλιώτες").
Έξ αύτού καί ό μετέπειτα μύθος της "λύκαινας" (I upa) ή όποί α έξέθρεψε τούς 'Όίκιστάς της Ρώμης" Ρώμον καί Ρωμύλο ν,
Ο Πλούταρχος είναι σαφής: "Τό μέγα τής Ρώμης όνομα . . . δΙ ' ήν αίτίαν τ,ή πόλει γέγονε . . . ΠελασΥους έπί πλειστα τής οίκοuμένης
πλανηθέντας, όνθρώπων τε πλείστων κρατήσαντας, αυτόθι κατοικήσαι, καί διό τήν έν τοις όπλοις ρώμην οϋτως όνομάσαι τήν
πόλι ν. " (Ρωμύλος. ' ì
π0� Η �^^¬Ι| |¬ |0Ι' ^000| ¬< T0Ι 0A||0�^| 0 ^0|0 31
Έκτού¨ταλάρου¨κατάγεταικαίτο ¨τελάρ都τάλαρος·ταλάριον~ ταλάρι~ ταλέρι ! τελάρο)το
όποίον κακώςεκλαμβάνεταιώςίταλικηλέξις. Στην Ρώμη ύπήρχεβωμος τήςΆφροδίτης όνομαζόμενος
¨Έπιταλάριος¨ , ¨ώς διαθέτων κάνιστρον διά προσφοράς¨ . Έτσι, έπέρασαν οί τάλαροι είς την Δύσιν
Άλλωστε, το Έτυμολ. Λεξ. τής Ί ταλικής τού G. DevoIo, διά το τελάρο ¯ ¨Ie| a| o¨, δίδει ύποθετικη ρίζα
¨Ie| a|| um¨ . ΤΟ δε γερμ. ¨Ta| e|¨ κακώς άποδίδεται είς κάποιον Joac¤| msIa' ~ Joac¤| msIa| e|. Ή άληθής
τουπροέλευσιςείναιτάλαρος · τάληρος~ Ta| e|.. Καί αλλαγνωστάνομίσματαέχουνελληνικη έτυμο·
λογία, όπωςλ.χ. τοφράγκο,ή πεσέτα, τά πέζος, το σκούδο,το έκιού,Κ.α. πολλά. . .
"φράγκο", í|a¤c. έ κ τούλατινí|a¤go=|ράγνυμι=|ρήγνυμι,κόπτω ¦όπωςτο ¨κέρμα¨έκ τού
κείρω=κόπτω).
"πεσέτα, πέζος": βλ. λήμμα¨pese|¨.
"σκούδο", "έκι ού" : ECU. Ή όνομασία ecu δεν επλάσθηκε άπο άρχικά λέξεων η, αν θέλετε, δεν
είναιμόνονάρχικά. E. C. u. Ecu στα γαλλικασημαίνει¨ασπίς¨καί ¨σκούδο¨. ¦scudoίταλικά, escudo ίσπα·
νικά, escuIc¤eo¤άγγλικά, Sc¤| ' dγερμανικά) .
ΤΟσκούδούπήρξεκυρίωςπαλαιοίταλικονόμισμα,άλλόκαίνόμισμαόλλωνχωρών,ποικίλης·κατακαι·
ρούς καί τόπους· άξίας. Ώνομάσθηκε έτσι έπειδη είχε χαραγμένη στην επιφάνειά του μία ¨άσπίδα¨ ώς
θυρεόν.
_
cu, scudo, escudo κ. λπ. προέρχονταιάπο το λατινικο scuIum =σκύτος , δηλ. δέρμα κατειρ·
γασμένον. Άπο ¨σκύτος¨ κατεσκευάζοντοάρχικώςοί ασπίδες. . ¦πρβλ. σκυτοτόμος) .
Ξεκινώντας απο την έννοια ¨ασπίς¨ οί παραπάνω λέξεις έγέννησαν πλήθος παράγωγα ¦βλ. σχε·
τικον λήμμα) με διαφορετικες σημασίες όμως.
_
cu|| e, scude|| a, ό σταύλος.
_
cuye|, scud| e|e, ό ίπποκό·
μος, άπο τηνλατινικη λέξι ¨scuIa|| us¨, τον ύπηρέτη πού προσεκόμιζε στον κύριό του τηνασπίδακαίτο
αλογο. Έτσι άπο το ¨σκύτος¨ , το κατειργασμένο δέρμα, με διαδοχικες αλληλουχίες και συνειρμούς,
προέκυψανστο δυτικολεξιλόγιοοίέννοιες¨στάβλος¨, ¨ίπποκόμος¨Κ. α.
Αύτη η διαδικασία παραγωγής λεξιλογίου, κατόπιν μεταλλάξεως τήςάρχικής εννοίας, είναι σύνη·
θεςφαινόμενον Π. χ. .
• Ό χαρακτηρισμος ¨ β άΡ βαΡ ος ¨ επέρασε στην λατινικη ώς ¨ ba|ba|us¨ καί με άλλαγες προ·
φορας¦ ba|bus¬b|abus) , έδωσε.
γαλλ. b|ave ¦γενναίος) , b|ave|¦αψηΦώ)
ίταλ. b|avo b|ava|e
ίσπαν.b|avo b|avea|
άγγλ. b|ave b|ave|yάνδρεία
γερμ. b|av
B|av¤e|I
καί πλήθος παράγωγα, για να επιστρέψη ώςάντιδάνειον ύποδηλώνοντας αύτούς πού σήμερα όνομά·
ζουμε¨μπράβους¨, μετοναπόηχοτήςέννοίας¨βάρβαροςμισθοφόρος¨.
• Ό κανθήλι ο ς ¦=φορτηγος) ïππος, έπλασε τον άντίστοιχο λατινικο ca¤I¤e|ίus καί αυτη η
λέξις με την σειρά της, το ¨φορτίον ξύλων¨ , για να καταλήξη συνεκδοχικώς στο γαλλ. ¨ξυλουργείον
c¤a¤I| e| πούαργότεραχρησιμοποιήθηκεγιαναεκφράσηκαιτο¨ναυπηγείον¨ . ¦ ' )
• Ή βάΡ κα ¦ ba|que, ba|caκ. λπ κ. λπ. ) έκ τού λατινικού ba|ίca είναιη ελληνικη βα ρις , ποταμό·
πλοιον με εύρύ πυθμένα, ίκανο να μεταφέρη εμπορεύματα, ¨βάρος¨. . . . άπικνέεται εΙς εκάστην πόλι ν
βάρις¨ ( Ηρόδ. 2, 41 ) . Άποαύτηντηνβαρινκατάγονταιή ¨βαρκάδα¨καιή ¨βαρκαρόλα¨.
• Άλλόκαίή ¨ γ όνδολα ¨ οφείλειτοόνομάτηςστοσχήματούάρχαίουποτηρίουκόνδυ (¨κόνδυ
πικρίας έκπέπωκα¨ -ηπια πικρο ποτήρι ) , προσλαμβάνοντας την χαρακτηριστικη για τα ύποκοριστικά,
κατάληξι·' a ¦ u' -| a)¦co¤dy·| a ·go¤do' a) . ¦Το ·u| | us, a, εκτούαίολ. ·ύλλιον,πρβλ. είδος,είδύλλιον) .
• Ό Έλλην ναύκληΡ ος έγινε λατινικα ¤aucΙe|us για
να καταλήξη ¤oc¤e|¦προφέρεται νοσε)
σταγαλλικά,καί¤occ¤| e|o ¦νοκιέρο)μετηνσημασία¨πλοηγος¨σταίταλικά. . .
Γιαύτοό ΓουσταύοςΛεΜπονπαρατηρεί.
·Κοι νέςλέξει ς' κα| δμωςδιεγείρουνδιαφορετικέςσκέψει ς, Ιδέες,
καΙμπορείάκόμη νά έκφράζουντελείωςδιαφορετικά πράγματα. . - ²
32
AιιA T<| |000Y^0Y ÷Y�TA^| ^Y
ΌΆδαμ. Κοραής ("Περί Παιδείας καί Γλώσσης'Ί είναιπιό δηκτικός.
·Είς τάς γλώσσας, πολλάκις ή μεταφορά γεννά όμωνυμίας (γενικώς Λεςιλόγι ον), αί όποϊαι
μαkρυνόμενoι άπό τήν έτυμολογίαν της πρώτης κυρίας λέςεως, φέρουσι ν σύγχυσι ν είς τάς
άγυμνάστουςκεφαλάς. . .²
Τό όνομαδηλαδή, ¨έκεϊθεν άρςάμενον έντεϋθενδιέτεινεν¨ ( Πλουτ. Συμποσ. 694, 3), χωρις όμως νό
χάση την έλληνική του ρίζα. ¨Καίέστί τόδνομαέλληνιΚόν. . . " (Αθήναιος) .
. . . ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΣΦΟΔΡΑ ΔΙ ΑΦΟΡΟΝ ΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ , . .
( Γ. Χατζιδάκις)
'Καθάπεραλλαπολλά,καίτοϋτο τώνέλληνικώνόνομάτωνέστίν. ¨ ( Πλουτ. Αίτια Ρωμαίκά 275- )
Εδώθόέπρεπε λίγο νόσταθούμεγιόνόδιερευνήσουμε πώς συντελούνται οίμεγάλες φθογγολο·
γικές μεταβολές και φωνητικές μεταλλόξεις που καθιστούν τις λέξεις άγνώριστες, όχι μόνον ηχητικό
άλλΟκαιγραπτά.O Τσάντγουίκγράφεισχετικώς.
αΜέ τψ πάροδο τού χρόνου ή προφορά τών λέξεων μεταβάλλεται καί παρ' όλο πού κάποτε μία νέα προφορά
είσάγεται, ύπάρχει ή τάσις νά διατηρήται ή παληά όρθογραφία, άλλά νά τής δίνεται καινούργια άξία καί προφορά.
'Ένα μέρος τής άπαίσις σύγχυσης τής νεώτερης άγγλικής, όφείλεται σ
'
αύτό".
Παρόμοιες φωνολογικές τροποποιήσεις έχουν ύποστή και τό όρχαία έλληνικό τοπωνύμια, ... . .ένθα
ήσαν έλληνίδες πόλεις . . . ... ... . . μεταπεσεϊν δέ άνά χρόνον τήν όνομασίαν εΙς τό νύν σχήμα, ούδέν θαυμαστόν, έπεί
καί τών έλληνικών, πολλά το παραπλήσι ον πέπονθεν όνομάτων. " (Διον. Άλ. Ρωμ. Άρχ. ! . 35, 3)
Στην περίπτωσι αύτη οί όλλαγές δέν ξενίζουν τόσο πολυ και γίνονται εύκολότερα άποδεκτές.
Αδιάψευστοιμάρτυρες, οίπαλαιοικαινεώτεροιχάρτες.
"Καθάπερ καί αλλα πολλά, καί τούτο τών Έλληνlκών όνομάτων έστί". ¦ Πλουτ. Αϊτ. Ρωμ. 275|)
Μοναστήριον
·
Μοντρέιγ Ίέραξ
¬
Γκεράτσε
Νίκαια
¬
Νιςη Νίζνα Αίγιαλός
¬
Γιάλτα
Άγάθη Αγκντ Χερσόνησος¯ Χερσων
Μόνοικος
ºº
Μονακό Άρεόπολις
¬
Ραμπότ
Έλέα
Bέλια Έμπορείον
¬
Άμπούριας
ΆρελΟτη
·
Άρλ Άκράγας
·
Άγκριτζέντο
Πάνορμος
¬
Παλέρμο Έπτάπηγον
¬
Έττάβγα
Ύδρούς
¬
Ότράντο Άλήτιον
¬
Λέτσε
Κάντιον
Κέντ Παλλαντία
¬
Παλένθια
Άντίπολις
¬
Άντίμπ Λημένη
·
Λεμόν
Άντιον
¬
Άντζιο Κώμον
Κόμο
Πατάβιον
¬
Πάντοβα Άμισός
¬
Σαμψούς
Ύέλη
·
Bέλια Κύτωρος
·
Κιδρός
Θαμύρα
¬
Δαμυρ Άραδος
¬
Άρβόδ
Πενταποταμία
¬
Παντζόπ Σύρτις
·
Σίντρα
Τραπεζούς Ντραμπζόν Καλλίπολις
·
Κελίμπολ
Συήνη
¬
Άσουόν Γέρασα
·
Γκερός
Μάραθος
¬
Άμριτ Σιδων
¬+
Σαίντό
Νίκαια Ίζνικ Ίεράπολις
¬
Τζεραμπλους
Άρεόπολις
¬
Ραμπότ Πανεός
Μπάνια
Άρέθουσα
~
Ραστόν Έλίκη
¬
Έλτσε
Ευαγορίτις
¬
Ούγκαριτ Κύρνος
¬
Κορσικη
ºº¨Οδετού ΜονοίκουλιμήνόρμοςέστίνέχωνίερόνΉρακλέους Μονοίκουκαλουμένου¨. ΣτράβωνΔ, C. zcz
π0� Η ÷^^Η/Ι |Η |0^' ^000' ¬< το/ 0A||0�^| 0 ^0|0
33
Νεάπολι ς = Νάπολι στην Ί ταλία, Ναπούλ στην Γαλλία, Ναμπέλ στην Τυνησία, Ναμπλούς στην
| oρδανία.
Η ¨ Σ κ α πτ η Υ λη ¨ τής ΘράκηςέΥινεSc a p I e s0Ιa λατινικά, και Σκι ψ ι λ ό Ρ τουρκικά. . . κ. λπ. κ. λπ. . .
"
'Ατρία πόλις Τυρρηνίας, Διομήδαυς κτίσμα, χειμώνας πλεύσαντας καΙ μετά τό διασωθήναι καλέσαι Αίθρίαν. Καί
παρεφθάρη παρό τοϊς βαρβάροις τ6 όνομα." (Στέφ. Βυζάντιος) .
Γι αύτό, οί βοηθητικες τής Ι στορίας Επιστήμες προσδιορίζουν τούς πληθυσμούς πού έζησαν η
έπέρασαν όπο δι αφόρους τόπους διό μέσου τών αί ώνων, μελετώντας προσεκτικό τό τοπωνύμια.
ΟπωςΟ Στράβων, Ο ¨άπό τής τώνέθνώνσυγγενείαςκαίκοινότητος, έτυμολογών¨.
Κατόπαρόμοιοντρόπον, μεγάλεςόλλοιώσειςέχουνύποστή καί τόκύριαόνόματα.
Ο ΣτέΦανος έΥινεSteía¤oιταλικά, LsIeía¤oίσπανικά, Στεπόνρωσικά, Lt| e¤¤eστόγαλλικά.
Ο Διονύσιος , D| o¤| s| oίταλικό όλλό De¤| sγαλλικά. Τον Ν ικόλαον οί γάλλοι τον είπαν N| co' as,
οίγερμανοίC| ausκαίοίόγγλοι N| c.
Ο Βασίλειος έγινεBas| ' | o, Bas| ' , Βί Ι Ι , καίστόόρμενικάBa|seg.
Ο ΓεώΡ γιος προφέρεται G| org| o στόίταλικά, Jo|| e ¦Χόρχε) στόίσπανικά, Geo|ges ¦Ζώρζ) στό
γαλλικά, Geo|ge ¦Τζώρτζ)στόόγγλικά, Gevo|g στόόρμενικά . .
ΤονΔ η μ ή τ ρ ι ο οί Ι νδοίτον είπαν Dha| ma¤ | t | a, τον Νικομήδη N| <m| d, τον Μένανδρο V| | | ¤da . . .
Στό τουρκι κό ο Δ η μ ο σ θ έ ν η ς είναι Γκι ουμουστέν, Ο Η ρ α κ λ ή ς Γιαρακλής, ο Π ε ρ ι κ λ ή ς
Μπουρεκλής, ό ΞενοΦών Εξιναχούτ, ο Πλάτων Αφλατούν, ό Σέλευκος Σαλακσά. . . O Α ϊ α ς
έγινε Αγιαξ. . . Κ. Ο. Κ.
Ο Κωνστ. Οί κονόμος ό έξ Οί κονόμων, εί ς το ¨Περί τής Γνησίας προφορoς τής Έλληνικής
Γλώσσης¨,
²¤
σχολιάζεισχετικώς.
` . . Τοσαύτα αλλα της Έλληνι κης φωνης όνόματα, αί τών Εύρωπαίων γλώσσαι παραλα
βούσαι, τα διέφθειραν είς τόσονβαθμόν, ωστε τάέκαμανπαντάπασι νάγνώριστα. . .
Όλα σχεδόντά κύρια όνόματα, κατά διαλέκτουςέςερραχώθησανκαίκατεστεβλώθησαν.
Ό Κυπριανόςμετωνομάσθη Syoran, ό Εύμάθιος \mas, ή Εύσεβία \so/e, ό Πελάγιος F/ey.. .
Τά δε Έλλάδος γεωγραφικά, Φρικτά τά πολλά καί άνωνόμαστα' ή Ζάκυνθος παρεταυλίσθη
Zan|e, ή Ναύπακτος /epando, ή Μονεμβασία Ma/vasia, ή Εύριπος Negrepon|e, ή Χίος Scio, ή
ΛήμνοςS|a/imeneέκτού ¨είςτάνΛήμνον¨,
²¤
καίτάoλλα σιωπώ. . . ·
· Όδέ Άψαροςτό χωρίον, λέγουσι νoτι Άψυρτοςέκαλεϊτο πάλαι ποτέ. . .
Έπει τα δι αφθαρηναι το όνομα ύπο τών περι οί κων βαρβάρων,
καθάπερκαί oλλαπολλά διέφθαρται . ·
4b. Έκδ. ΖΩΣΙ ΜΑΔΩΝ, τ. 3oς, σλ b96
¦Άρριανός, Περίπλους Εuξ. Πόντου,
Έπιστ. πρός Άδριανόν)
*
46. Πρβλ. . Είς τήνΠόλιν¯ I n s t amb u I , Είς Άμισόν- Σα μ ψο Ο ς , Είς Σμύρνην i z mi r . . .
34 Afff T�| |0Π0Y^0Y �Y�TA0' 0Y
Πόλεις που αλλάξαν Ο" ομα
μέ τους σπασμους της ' Ιστορίας
φριγμένες απ' τη σκόνη και τα αίματα
πόλης, εξαίσια ονόματα, λαμπρές
ώ,πόλεις τών ' Ελλήνων.
ΤΙς συναντάς στους χάρτες και στα δρομολόγια'
κάποιες ανθούσες, iλλες μιξοβάρβαρες
με τ' ονομά τους ξεφτισμένο ή σαν πληγη
Σάϊντα, Ίσμίρ, Ά ντίμπ και πόσες!
Μα τώρα σαν βραχνά;. ΓκlOυίρν, ι
ξακουστη Κυρήνεια,
μια πόλη-λέξη έλληνικη χαλάει
κι' ό κόσμος ολος βαρβαρεύει.
Άπα τν
Ποι
ητ. Συλλογ τού ·Αρισοτ. Νικολαίδη
Η ΠΕΙΡΑ ΚΑΙ Η ΠΥΡΑ.
·
Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ
Π0� Η ÷ΛΛΗ^Ι ΙΗ "0^| ^000' ¬< ΤΟ^ 0A"|0�^| 0 ^0"0
35
Όμως, ώς πρός τό Λεξιλόγιον, οίτόσοαπίθανες αλλοιώσεις οί όποίες συνοδεύονται συχνότατα
καίαπόμεταπτωσιτήςαρχικήςεννοίαςτώνλεξεων, φαντάζουν σχεδόναπίστευτες.
Αςπάρουμε τόγαλλικό ρήμα t|ava| | | er¦=εργάζομαι) με πλήθος παράγωγα. Μεχριτόν ¹ 5oν αίώνα
είχε ΤΊνέννοιατοΟύποφέρω, καθως επλάσθηκεαπόΤΊν λατιν.λέξιtr| pa' | um=τόμαρτύριον¨τώντριών
πασσάλων¨ . t|es+pa| us, εκτοΟ τρις +πάλος=πάσσαλος. ¦Άξιοπρόσεκτον ότιή εργασία παρομοιάζεται
μεμαρτύριοκαιόχιμεπαραγωγήέργουόπωςστήνελληνική) .
Στήνίταλικήτόtravag' | a|eεξακολουθείνάσημαίνηβασανίζω.
Σταίσπανικαtraba| a|=εργάζομαι, ενώ τόαγγλικόt|ava| ' εΙναι μόχθος, αλλακαί οίπόνοιτοΟ τοκε·
τοΟ.
Άπό τό μαρτύριο ¨t|| pa| | um¨ γεννήθηκε καίή αγγλικήλέξιςt|ave' ¦=ταξίδι ) , με τήν έννοιαν ότιταξι·
δεύοντας καταπονούμεθα. Ή αλήθειαείναιότιτόν l 4oν αίώνα, όταν γεννήθηκε ή λέξιςt |ave| , ταταξί·
διαησανπράγματιμίαεπίπονη περιπέτεια. Άμαξες, αλογα, κίνδυνοι, σταθμοί, λιμάνια . . .
Αςμιλήσουμεγιαλιμάνια.
Τό ρήμα πείΡ ω σημαίνει διαπερνώ, μεταβαίνω είς τό απέναντι μέρος, περνώ θάλασσα, ¨κύματα
πείρω¨(Ίλ Ω, 8 -Όδ. θ, 1 83) . ¨Πέρατος¨ είναι Ο έναντι κείμενος, εκείπού φθάνω. Αύτήν τήν λέξι δανεί·
σθηκανοίΛατίνοικαίέπλασαντό¨po|tus¨ , πούαρχικαεσήμαινε πέ Ρ α σ μα καικατόπινλιμήν.
Αςμήνξεχναμεδεότι και Ο λιμήν τοΟΠειραιώς, τόνκαιρόακόμηπούτόΆλίπεδονητοθάλασσα
καιΟ Πειραιεύςνησί¦ ''ΤόντεΠειραια νησιάζοντα πρότερονκαίπέραντήςόκτήςκείμενον, οϋτωςφασίν
όνομασθήναι ¨
+
/) , από κάποιον περαιέα ·περαματάρη επήρετό όνομά του. ¨Ήνπρότερονό Πειραιεύς
νήσος, όθενκαί τοϋνομα είληφε όπό τού διαπεραν¨.
48
· ¨Πειραιός οϋτως έκαλεϊτο ό λιμήν . . . ϋστερον
δέ Πειραιεύς. ¨
49
' Οπότε ό Πειραιευς δεν είναι μόνον ενα άπλό λιμάνι, άλλΟ είναι τό κατ' εξοχήν, τό πραγματικό
λιμάνι, που μέσα άπό την έτυμολογι κή του ρίζα εχάρισε όνομα σε όλα τά λιμάνια τού κόσμου: po|t,
po|to, pue|to. . . Άπότό po|tusοίΛατίνοιέπλασαντόΡο|Iο=κομίζω, φέρω¦αρχικώςδιαθαλασσίας οδοΟ)
καιτήνporta=πύλη. Έτσιπαρήχθησαν.
po|te|,po|tare, portea|. Fo|te, porta, puerta, po|ta| .
Άκόμη. po|t| e|όθυρωρός. Fo|cheΟ νάρθηκας. Fo|t| queή στοά.
Τήςιδίαςοίκογενείαςκαιτό SFOHT ¦s-port)·σπόρΙΈκτοΟse
°0
de
°!
po|ter, με αρχικήσημασίαδια·
σκεδάζω, ¨ξεδίνω¨, εκ·φέρομαι.
¦πρβλ. καιτήνέννοιατοΟπεραίνω, πέρας ¦τελειώνω, τέλος) . Άντικειμενικος σκοπός, περνώντας,
να φθάσω καπου, απέναντι. Ό αύτός συνειρμός ενυπάρχεικαι στήναγγλική λέξιe¤d =τέλος και στήν
γερμανικήe¤de¤=τελειώνω.ΈκτοΟ α ντην =πέραν · ¨δντηνερχεσθαι¨o )
Πραγματικασυναρπαστικότόταξίδιτών λέξεων'
+¯Στράβων, Γεωγρ. Α' , C. b9
48. Λεξ. Σουίδα
49. Στέφ. Βυζάντιος
¯0.se έκτης προσωπ. άντωνέ =αύτός,διάτροπηςτηςδασείαςείς s.
° ! de έκτούδιό
36 AιιA T<| |000Y^0Y �Y�ΤA0| 0Y
Πώς άλλοιο
ϋ
ται
ή
προφορά και
ή
σημασία τών λέξεων
-Ή μετανάστευσι ς τών έλληνι κών πρωτολέξεων
καί ή άλλοί ωσι ςαύτών ¨βαρβάρψ βορ. " °?
". .Μυρία - όνόματα-, τοίς μεθι σταμένοις έκ τής Έλλάδος,
συνεκπεσόντα, μέχρι νύν παραμέ νει καί ξενι τεύει παρ' έτέροις . . .'
¦Πλαύταρχος,"ΠερίΊσιδαςκαί Όσίριδος¨, 3¯°¯ì
«. . . . επει τα δι αφθαρηναι τό όνομα ύπό των περι οίκωνβαρβάρων. ·
(Άρρ. Περίπλους Πόντου)
«. . . πολλάκι ς τό προταθέ ν ·βαρβαρι κόν· όνομα, ·έκ· των Έλληνι κων έστίν. ·
(Γαληνός, Περί διαφοράς σφυγμών, 8. 569)
`Οί έ ν t( Τυρρηνι κ(κόλ πψ, έξ άρχης Έλληνεςό ντες
καί έκβαρβαρωθέ ντες, καί τήν φωνήνμεταβεβληκέναι. . . ·
(Άθήναιος, Έπιτομή 2. 2. ¹ 35)
Μία πρώτη ·γενική· έξήγησις τού φαινομένου αλλοιώσεως της προφορας ¦όπως ηδη αναφέραμε)
είναι ότι ό διαφορετικος τρόπος αποδόσεως τών ηχων έξαρταται απο τήν στοματική κοιλότητα, τις
φωνητικες χορδες καίτον τρόπο αναπνοής, χωρίς ναπαραβλέψουμετήν σύμφυτηδιακύμανσικαποιας
μουσικής τονικότητος, ή όποία ώς ίδιαίτερο χαρακτηριστικο ένυπάρχει σε κάθε γλώσσα καί όφείλεται
στηνψυχοσύνθεσιτούλαούπουτηνόμιλεϊ.
.
Δεν είναι όμως μόνον ή αναπνοη καί ή ιδιοσυγκρασία που φέρουν την εύθύνη της ακουστικής
αλλαγής τών όνομάτων. Πρέπει έπί πλέον να λόβουμε ύπ όψιν ότι οί διάφορες μεταβολές έπήλθαν
αργακαί προοδευτικά, το λιγότερο δέ, σε δύο φάσεις. Μία απο τα έλληνικα προς τα λατινικά, και μία
δεύτερηαποταλατινικα προςτηναντίστοιχηλατινογενήγλώσσα. Ύπαρχειόμωςκαίόλλοδρομολόγιο
σαύτοτοθαυμαστοταξίδι.
Λόγου χαριν.έλληνικη λατινικη γαλλική, καιακολούθωςέκτήςγαλλικής ειςτηναγγλικηνη
εις οιανδήποτε όλλην. . . Σε αύτην την περίπτωσι μεσολαβείδιάβασις και διαμόρφωσις σε τρείς φάσεις,
κάτι που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε ¨αλλοίωσις της αλλοιώσεως¨. Οπότε, ¨έκάστων ώς
ε τυχε συνταξάντων τάς λέξει ς¨ ¦Διόδ.Σικελ.Α' 3, , ταςόποίαςέδανείσθησαν.
°3
·· Όταντό 4/5μ. χ. ή δυτική αύτοκρατορία επεσε άπό τά κτυπήματα των βαρβάρων,
ή κληρονομιά της Ρώμης καΙ της Άθήναςδιατηρήθηκε στήν Άφρική, στήν Ίσπανία καΙ τήν
Ίρλανδία. Άπό τήν Ίρλανδία μεταδόθηκε στήν Άγγλία καΙ ϋστερα στήν Γερμανία κα| τήν
Γαλλία κα| άκόμη τήν Ίταλία. . .
Ή κληρονομιά της Έλλάδος κα| της Ρώμης ενωσε πνευματικά καΙ πολι τισμικά τήν
Εύρώπη. . . καΙ πάνω άπό αύτά, έδίδαξε ότι ύφίσταται μία κοι νή πατρίδα γι ά τους καλης
θελήσεωςάνθρώπους. ·.
°?.Εύριπ. Όρ. I 33°
Μ Car, ΡωμαϊκήΊ στορία
¦Έκδ. ΜΙ ΝΩΑΣ, Άθ.
'
+êcτ. Α'σλ. +,
°3. "Η σημειωτική των γραμμάτων . . . ή γραμματική τέχνη έκακοποιήθη τόσον ύπό των Ρωμαίων στΡατοκρατων .. καί ύπό των
λατίνων γραμματικων . . πού όταν έφθασε είς τόν Νέον Κόσμον μέσψ των Βρετανων καί 6λλων, ήτο πτωμα είς κατάστασι ν προκε
χωρημένης άποσυνθέσεως. " (''Η/Υ καίΈλλην. Γλώοσα¨, Έκδ. Γεωργιάδης, σλ. ëêì
π0� Η ÷^^¬Ι| |¬ |0Ι| ^000| ¬< T0Ι 0A||0�^| 0 ^0|0
37
Ή άρχική παράδοσις της γλώσσης, στάπρώιμα στάδια, εχειγίνεικατά το μεγαλύτερο μέρος με
τρόπο προφορι κ ο καί όχι γραπτό. Οί Ελληνε ς , θαλασσόπλαγκ τοι , θαλασσοβί ωτοι καί
θαλασσοκρατοΟντες,
°º
¨πολλαχή κατά θάλατταν πλανώμενοι, γλωτταν τήνέλληνικήνέπέβαλον, εύρύ
ποιούντες τόέμπόριον . . . " ( Πλούταρχος)
Ό καθέναςπροφέρειτούςφθόγγουςπροσαρμόζοντάςτουςστούςηχουςτηςίδικηςτουγλώσσας,
ή όποία όσο περισσότερο άδιαμόρφωτη είναι, τόσο ρέπει προς τήν ηχηρότητα καί τήν συντόμευσι,
πολύπερισσότεροότανπρόκειταιμόνονγιάηχητικάάκούσματα.
O προφορικος λόγος διαμορφώνεται δηλαδή, όχι μόνον στήν στοματική κοιλότητα, άλλά πρωτί·
στωςείςτο¨αύτί¨τοΟάκούοντος.
«. . . καί ή τροπή των όνομάτων δηλοίτό ίδι ον των βαρβάρων . . . ώτα
°°
γάρ τυγχά·
νει άνθρώποι σι ν έόντα άπι στότερα των όφθαλμων . . . ² (Διον. Άλικ. Ρητορικη ! ! . 4)
Γι αύτο καί ό Πλάτων, άναΦέροντας ότι το αίγυπτιακον όνομα ¨Νηίθ¨ είναι το ελληνικον ¨Άθηνά¨
(¨αίγυπτιστίμέν τούνομαΝηίθ, έλληνιστίδέ Ίθηνα'ϊ, παρατηρεί.
¨Μήπολλάκιςάκούοντες Έλληνικά,βαρβάρωνόνόματα, θαυμάζητε. . . μηδένέστω θαύμα
τόγάρ αίτι ονέχετε . . . τούς πρώτουςαύτά γραψαμένους, είς τήναύτωνφωνήν μετενηνοχότας
(=μετέφερον)¨.
¤¤
« Ούμόνονέθη έλληνικά τοϊς εκεϊεπεπόλασαν,
άλλάκαίλεξειςελληνικαί πολλαί,
καίμάλι στα ε ναπέμει ναν . . .
. . . καί_ρόνa ύστερονάπηχρει ώθησαν τά έλληνι κά όνόματα,
παράκοπα γεγονότα ώς βάρβαρα.
Και περι τούτου αύτού, πραγματείαι άκρι βείς
τι σι ·εκ· τών παλαι ών έκπεπόνηνται . »
(Εύστάθιος Θεσσαλονίκης)
ΌΔιογένηςΛαέρτιος επεξηγεί.
·· Όθεν καί τά όνόματα εξ άρχής μή θέσει γενέσθαι, άλλ αύτάς τάς φύσει ς των
άνθρώπων, καθ έκαστα έθνη, ίδια πασχούσας πάθη καί ίδι α λαμβανούσας φαντάσματα,
ίδίως τόν άέρα εκπέμπει νστελλόμενον ύφ έκάστων των παθων καί των φαντασμάτων,
ώς αν ποτε καί ή παρά τούς τόπους των εθνων δι αφορά ή ύστερονδέ κοι νως καθ
έκασταέθνη τά ίδι α τεθήναι πρός τό τάς δηλώσεις ήττον άμφιβόλους γενέσθαι άλλήλοι ς
καί συντομωτέρωςδηλοuμέναςo . . ²
(Βίος Έπικούρου, 76)
Δηλαδή:
τα ονοματα, αί λέξεις, δέν έτέθησαν έξ αρχής, αλλαί αί 'διαι αί Φύσεις τών ανθρώπων, σύμφωνα μέ
κάθε έθνος, πάσχουν ίδιαίτερα πάθη καί προσλαμβάνουν ίδιαιτέρας έντυπώσεις ίδίως Ο αέρας πού έξέρ
χεται απο το στόμα άνάλογα μέ το τί ύφίστανται, καθως και ή κατα τόπους διαφορα τών έθνών' ύστερον
δέ κατα τρόπον κοινον είς έκαστον έθνος τα ίδικά των έτέθησαν, ώστε αί δηλώσεις να καθίστανται
ολιγώτερον αμφίβολες, και να γνωστοποιοΟνται κατα τρόπον συντομώτερον . . .
°ºΚαίκατάτόνΔιόδωροντόνΣικελιώτην "πρώτος έκ τών 'λλήνων Μίνως έθαλαττοΚράτησεν . . .
°° Όέρμηνευτής τού Α. Γέλλιου(NoctesAII|cae Α' 1 7 Έκδ. · R| ZZÒL|)άποκαλειτάώτα"p||ma|eggede| | | nguagg|o"=πρωτον
νόμοντηςγλώσσης.
°0Βλ. Τίμαιον2¹ ·22, Κριτίαννι 1 1 3
38
ΚαίόΆριστοτέληςείςτόΠερί Άκουσμάτων, 800α.
'• • a άναπνέομεν δε τόν μεν άέρα πάντες τόν αύτόν, τό δέ πνεύμα (=άναπνοή) καΙ τάς
φωνας εκπέμπομεν άλλοί ας διά τάς των ύποκειμένων άγγείων διαφοράς. δΙ ών έκάστου
τό πνεύμα περαιούται πρός τόν έξω τόπον' ταύτα δέ έστι ν Γι τε άρτηρία καί ό πνεύμων
καί τό στόμα. Πλείστηνμέν ούνδι αφοράνάπεργάζονται της φωνηςαϊ τε τού άέρος πλη·
γαίκαί οί τούστόματοςσχηματισμοί, φανερόνδ έστίν' καί γάρ των φθόγγων αίδιαφοραί
πόσαι γίγνονται δι ά ταύτην τήναίτίαν. ·
Ό Πλάτωνείςτόν¨Κρατύλον¨(41 4, 6) καταγράφει .
(όμιλεϊ ό Σωκράτης)
' Ώ μακάριε, ούκ οίσθα ότι τά πρωτα όνόματα τεθέντα κατακέχωσται (=έχουν καλυ·
φθη) Γδη ύπό των βουλομένων ταγψδεϊν αύτά, πεΡΙΤιθέντων γράμματα καΙ εξαιρούν-των,
εύστομίας ενεκα καί πανταχηστρεΦόντων, καί ύπό καλλωπισμού καΙ ύπό χρόνου. »
( .. προσθέτουν καί άφαιροΟν γράμματα χάριν εύφωνίας . . . γιά νά Kα�λωπίσoυν τα όνόματα,
τα όποϊα άλλά ζουν καί με την πάροδο τοΟ χρόνου. )
`. . . όέπιστάμενος περίόνομάτων . . ούκέκπλήττεται, ειτι πρόσκει ται γράμμαΓιμετάκει ται
Γι άφ
ήρηται. . · (ώς όνω, 3948)
'. ª .δεϊέννοησαι περίόνομάτων. ότι πολλάκιςέπεμβάλλομενγράμματα, τάδ έξαιρούμεν. .
καί τάςόξύτηταςμεταβάλλομεν. · (ώς όνω, 399)
τηνδιαδικασίααύτητηνπεριγράφειλεπτομερως, τηνέπεξηγεϊκαίτηνπαραδέχεταιό λατίνος ΑυΙ ο
Ge| | | o,
57
παρατηρώνταςτην μεταγραφη των έλληνικωνλέξεωνείς την λατινικήν.
«Q0oda sc|| pto|| o0se' egant|ss| m| sma| o| |at|o ¤ao|tas|t son| t0svoc0m
atq0eve|oo|0m| 0c0nd| o|| s, q0aea G|eac|sεύφωνία d| c|t0|. »
Δηλαδή:
Οί πιό έκλεπτυσμένοι συγγραφεϊς προτείνουν μεγαλύτερη προσοχη στην άρμονία τών συλλαβών καί τών
λέξεων, αύτό τό όποϊον ύπό τών Έλλήνων όνομάζεται εύφωνία.
καί.
« Leg| m0s | | o|0m C| ce|on| s, q0| s | nsc|| pt0s est ' Ό|atο|¨. | n θΟ | | o|o C| ce|o, c0m d| x|sset
ve|oa ¤aec "a0í0g| o¨ et ¨a0íe|o" compos| ta q0| dem esse θχ p|aepos| t| one ¨ao" et θχ ve|o| s
"í0g| o" et ¨íe|o", sed eam p|aepos| t| onem, q0o í| e|et νοχ p|on0nt|at0 a0d| t0q0e ' en| o|, ve|sam
m0tamq0e esse n ¨a0¨ sy||aoam coept0mq0eessed|c| "aufugi o" et "aufero" , p|o "abfugi o" et
"abfero" a a a 0tp' e|aeq0ea| | ae p|aepos| t| onesa G|aec| s, |ta ¤aecq0oq0e | ndeacceptas| t
s|c0t|
est| n ί|Ιοve|s0 Home|| . ¨καίέσφαξανκαίέδειραν¨¨όβρομοιαύίαχοι¨ . »
Δηλαδή
:
Έδιαβάσαμε τό βιβλίον τοΟ Κικέρωνος τό όποϊον όνομάζεται "Ρήτωρ". Είς αύτό τό βιβλίον ό Κικέρων άναφέ
ρει ότι τά ρήματα aufugi o καί aufero είναι σύνθετα εκ τής προθέσεως "ab" καί εκ τών ρημάτων fugi o (=φεύγω) καί
fero (=φέρω) , άλλα ότι αύτη ή πρόθεσις προκειμένου νά γίνη πιό γλυκειά στην προφορά καί στην άκοή, μετεβλήθη
καί άλλοιώθηκε στην συλλαβη "au" καί τά aufug|o και auferoείναι στην θέσι τού abfug| oκαι abfero . . . 'Όπως πολ
λες αλλες προθέσεις προερχόμενες εκ της έλληνι κης, και αύτη (δηλαδη η ab) περισυνελέγη άπό έμάς. 'Όπως
άκριβώς γράφει ό Όμηρι κός στίχος: "εσφαξαν και εγδαραν",
"με θόρυβο και ίαχές.
"
(!)
¦Θέλεινόπηότιέσφαξανκαίέγδαραν·έσκότωσαν· τούςέλληνικούςηχουςγιόνότούςπροσαρμόσουνστηνίδικήτους
προφορά).
b7. NocIesAII|cae, ΧI Ι I . 21 καίXV. 3
π0� Η �^^¬ι| |¬ |0^' ^000| ¬�� τοι 0A||0�^| 0 ^^|^
Πρβλ. καίτο τούΚωνσταντίνουτού Πορφυρογέννητου.
«. . το κάστρον τού Ραουσίου ού καλεϊται Ραούσι. . . άλλ Ο έπεί έπάνω των κρημνων
ίσταται, λέγεταιρωμαίστί (=έλληνι στί) Ο κρημνος ¨λαύ¨, έκλήθησανδέ έκ τούτουΛαυσαϊοι,
ήγουν ''οΙ καθεζόμενοι εΙς τον κρημνόν¨.
°º
Ή δε κοι νη συνήθει α, ή πολλάκι ς μεταφθεί
ρουσα τά όνόματα τη έναλλαγη των γραμμάτων, μεταβαλούσα την κλήσιν, Ραουσαίους
τούτουςέκάλεσαν. ΟΙδέ αύτοί Ραουσαϊοι το παλαι ονέκράτουν τοκάστροντο έπιλεγόμε
νον Πίταυρα (=έκ τού Έπίδαυρος) . »
( Περί Δαλματίας, B5)
ΚαίΟ ΣέξτοςόΈμπειρικός.
«Παντοϊαι γίνονται τωνφωνωνμεταβολαί, καίπροτούγεγόνασι, καίεΙσαύθις γενήσονται
φιλομετάβολονγάρ τι έστίν ό αΙών, ούκεΙς φυτάμόνονκαίζψα, άλλά καίεΙςρήματα. ·
( Προς Γραμματικούς, B3)
Τελικώς,
« την τού όνόματος μετάπτωσι ν, πολληνούσαν έν πασι τοϊς έθνεσι ν . . .
ποι ούσι παραγραμματί ζοντες. » ¦Στράβων, Γεωγρ.Α'C4 ¹ )
«Οίδέ τωνΡωμαίωνσυγγραφεϊςμιμούνται τούς Έλληνας . . .
. . . καί τωνόνομάτων, όσαένδοςότατα, τωνπλείστωνόντων Έλληνικων. · ¦ώςόνω, |' C 1 66)
"
'
Έννοι α, συντονί α δι ανοί ας"
39
Καθως όμως ή γλώσσα μεταδίδεται άπο την μίαγενεό στην όλλη, σταδιακά καίέξελικτικά, έπι Φέ·
ρονται άλλαγές καίωςπροςτην ¨σημαντική¨τώνλέξεων.
¨προστι θέντεςγράμματακαίέςαιρούντες, σφόδρα άλλοιούσι τάς τωνόνομάτωνδιανοίας¨. ¦=έννοίας)
¦Κρατύλος4 ¹ 8)
Καίπρέπεινόόναζητηθήο νοηματικοςσυνειρμός, ο κρίκοςάνάμεσα στην άρχαιότερη καί νεώτερη
έννοια, δηλαδηή ενδιάμεσηνοηματικηπαρομοίωσιςή όποίαόλλοίωσε,εξέτρεψετηνόρχικησημασία.
• Ή ελληνικη λέξις πυρρός ¦εκ τού πύρ, πυρσος) σημαίνεικοκκινωπός, φλογωπος στο χρώμα. Γι`
αυτο οίΛατίνοιώνόμασανo| ||0mένα είδοςμανδύαμεζωηροκοκκινωποχρώμα. o| ||0m mante| 0m=πυρ·
ρος μανδύας. So| r|o στοίταλικό είναιό άστυνομικοςκλητήρ, έπειδη κόποτε έφερεκόκκινη στολή. Τόν
4oναίώναώνόμασανοίΓόλλοι¨oe||eI¨τόνμανδύαμε¨κουκούλα¨.
Τελικώςεφθασενά δηλώνη μόνον το κόλυμματής κεφαλής, όπότεόποκτήσαμε ¨μπερέ¨, ¨μπερε·
δάκια¨γιοτό κεφάλικαί¨μπαρέττες¨γιοτίςεπίσημεςκομμώσεις'
• ΤΓουνθΓ στο γαλλικά ¦t|ova|e, I|ova|, βλ. σχετικον λήμμα) σημαίνει ευρίσκω. Άρχικώς έσήμαινε
έπι νοω τόπους συνθέσεως μουσικής, όπό το λατινικό I|op0s, μεταγραφη τού ελληνικού τρόπος.
Tro0oado0| η T|ovaIo|eείναιαυτός ό όποίοςέπινοείτρόπουςσυνθέσεωςκαί πλοκής στίχων. ¦ Οαυτός
συνειρμοςείςτοελληνικον¨τροπάριον¨ ) .
b8. Δηλ.λάας·λός¬ όλίθος, ό βράχος
λδς¯ λαϋς¯ Λαυσαίοι ¯ Ραουσαίοι
40 A^^A T<| |000Y^0Y ÷Y�TA�' 0Y
• ¨B| gote¨ στα ίσπανικα σημαίνει ¨μουστακι¨. ¦Άπο τα σύνεργα περιποιήσεως τού μύστακος τών
εύγενών, προέρχεται το γνωστο αντιδανειον ¨μπι κουτί ¨) . Έτυμολογείται απο τήν αγγλοσαξωνι κή
έκφρασι ¨oî God¨ =¨για τον Θεό¨, τήνοποίαν ώς όρκο αναφωνούσαν οί ¨εύγενείς¨ , δηλαδή όνδρεςμε
περιποιημένον μύστακα. Προτού Ι Ε'αίώνος, αύτο το ¨oì" επροφέρετοακριβώς ¨μπί¨ και όχιoy·μπαι . Ή
αναφώνησις ¨oî God"κατέληξενα σημαίνημόνοντο ¨μουστακι¨. ¦ Σχετικώς μετοGod=Θεός, βλ. λήμμα
¨Οίθυ°)
• Τήν λέξι " νεκρομαντεία" ¦ τήν δι α μέσου τών νεκρών μαντεί α) οί λατίνοι τήν πρόφεραν
nec|omant| aκαι αργότερα, παρεφθαρμένα, n| g|omant| a.
N| g|a Ta|ta|aαπεκαλεσαν τα πένθιμα, ¨μαύρα¨ταρταρα. Ho|a n| g|a, τήννεκρική ¦¨μαύρη¨) ωρατού
θανατου. Όπως και στα ελληνικα, ό θανατος ταυτίσθηκε με το ¨μελαν¨ . Γι αύτό, απο το n| gromant| a
προέκυψετο n| ge|·n| g|| s=μέλας, μαύρος. ~γαλλ. no| |,ίταλ. ne|o, ίσπ. neg|o=όμαύροςκαιό ¨νέγρος¨.
• ¨ Έγχος κατέπηξεν έπι χθονί . . . ¨ ( Ζ, 2 ! 3)
Δηλαδήέμπηξε, έστερέωσετο δόρυ στήν γή. Ή κίνησιςαύτή σημαίνειόρνησιμονομαχίας, κατά·
παυσι τών εχθροπραξιών. Έκφέρεται και δια τών έκφράσεων ¨πήξε τήν αίχμήν¨, ¨πόξας δόρυ¨, καί
θεωρείται πάντοτε σημείον είρήνης. Έξ ού καιτο επίρρημα πάξ =τέλος, αρκεϊ. Έξ αύτοΟ προέρχεταιή
λατινική λέξις pax =ειρήνη ·~ ίταλ. pace, ίσπαν. paz,γαλλ. pa| x, αγγλ. peace και εξ αύτών πολλόπαρά·
γωγα και σύνθετα. pac|I|e|, pac|íy με τήν έννοια ειρηνοποιώ ¦pax+í| o =πάξ +Φύω) γερμ. pachten =συμ·
φωνώ, γαλλ. paye|=πληρώνω, ίταλ. paga|e ¦πρβλ. τοαντιδάνειον¨παγκάρι¨) , αγγλ. payΚ. λπ . . . Ή έννοια
τού¨πληρώνω, εξοφλώ¨, προήλθεεκτούότιέπιτυγχάνωείρήνηνδιατήςκαταβολήςχρηματικού ποσού
η διατήςεπιστροΦήςχρεωστουμένων.
• ΤΟ "κόνδυ" όπως ηδη αναφέραμε έδωσε το ¨<ondy| a¨ "gondo| a¨ και εξ αύτού το dondo| a|e
=λικνίζω,dondo| o=εκκρεμές, dondo| one=φυγόπονος¦δηλ. ¨λικνιζόμενος¨και χρονοτριβών) .
• ΤΟφυτονσχοϊνος και τοεξαύτού ¨σχοινίον¨, εκτήςεννοίας ¨τέρμα πεδίουδρόμου, όριζόμενον
διό σχοι νίου¨, έδωσε τα λατιν. I0n| s ¦=σχοίνος) , I|n|s ¦=τέρμα, τέλος) και τα εξαύτών διάφορα I| n, I| ne,
|| na| , μετήνέννοιατού¨τέλους¨.
Ό "ίεροφάντης", δηλ. ό "φαίνων" ταίερά,καιό ¨ΑπόλλωνΦαναϊος έδωσανστήνλατινικήτοIan0m
=ίερόν, το όποίον με τήν σει ρά του εγέννησε κάθε τι το ¨φανατικόν¨ . Ianót| co, íanat| q0e, Ianat| c,
|anat|<e|,μετήνέννοιαν ''τόέξίερών, ίεροφαντώνπροερχόμενον¨, όραλίανίερόν.
• Το ρήμαφρενόω-ώ =συνετίζω, συγκρατώ, ¨τίθημιφρένα¨(' ήφρήν, φρόνησις, έστί νόησιςφορας
καί νοϋ'
69
) έδημιούργησετο λατινικο í|eno =χαλινώ, διατού χαλινού συγκρατώ και τιθασσεύω τας φρέ·
ναςτούίππου, απ όπουκατάγεταιτοαντιδάνειον¨φρέν都í|eno,I|e| n. ·í|e| ne|=τροχοπεδώ) .
• Ό θύλακος αέρος "θϋλλις", δια συνήθους τροπής τού θ είς Φ, έδωσε τολατιν. ío| | | s =φούσκα
αέροςκαιεξαύτούεδημιουργήθηή έννοιατού¨τρελλού¨σταγαλλικά.ío0'
¬ΙV
¯Ι¯
Συνεκφορό - Συνεκδοχη
Ένας όλλος συνήθης τρόπος παραγωγής λεξιλογίου είναι ή απομόνωσις μιας λέξεως απο ένα
λεκτικο σχήμα, καιή πρόσληψις εννοίας διαφορετικής μεναλλασυνειρμικής προςτήν αρχική σύνθεσι.
Όπως συνέβη και στήν ελληνική, με το ¨νηρόν ιIδωρ¨. Έφυγε το ϋδωρ, έμεινε το ¨νερό¨. · ¨όΨόριον
ίχθύς¨, έφυγεή λ. ίχθυςκαιέμεινετο όψάριον, ψάρι . · ¨ποντικόςμϋς¨, έφυγεό μύς καιέμεινετοεπίθε·
τον ποντικος ¦δηλ. έκ τού Πόντου) με τήνσημασίαν¨μύς¨ | · ¨νήι ονδόρυ¨, έφυγε το δόρυ και έμεινε το
νήιον να σημαίνη ¨δόρυ¨ ' ΤΟ ¨συκωτόν ήπαρ¨, δηλαδή ήπαρ ¨παραγεμισμένο¨ με σύκα ¦συνταγή μαγει·
ρικής) εχάρισεστο ήπαρμία νέα όνομασία. ¨συκώτι¨. Καιαποτα ¨αλογαζώα¨ ("μηδέ τώνόλόγωνζώων
όλι γωρεϊν'� έφυγεή λέξιςζώακαίέμειναντα¨όλογα¨νασημαίνουν τουςïππους.
b9. ΠλάτωνοςΚρατύλος.
π0� Η ÷^^¬ι' �¬ |0^| ^000' ¬< ΤΟι ΠAΓ�0�^| 0 ιΟΓΟ
41
Κατ άνάλογον τρόπον, άπο την συνεκδοχικη έκφορά ''Φίλιος υίός¨¦=άγαπητος υίός) , οί λατίνοι
έκράτησαν το || L| US ώς ¨υίός¨. Δηλαδη το έπίθετον ούσιαστικοποιήθηκε, άργότερα δε άπέκτησε καί
θηλυκονγένος. I| | | a. Έξώντάδιάφορα δυτικάí| ' s, I| g' | o=υίος ·I| | | e, I| g' | a=κόρη.. .
Ή λέξις 'µένος'', στονΌμηρο, χαρακτηρίζειτονόνδρα ¦άμενηνοςσημαίνεινεκρός. ¨άμενηνάκάρη·
να¨ ) . Άπο την συνεκφορά 'µένος Aγαμέμνονος¨, 'µένοςΤηλεμάχου¨, 'µένε άνδρών¨(Θ 61 ) κατάγονται
τά άγγλογερμανικά ma¤ καί me¤γιάτονόνδρα. ¦Άκόμη καίή λ. ¨man¤eq0| n¨ μεάρχικη έννοια ¨άνδρεί·
κελον¨. ) Πρβλ. τοέλληνικονκύριονόνομαΆλκμάν ¦Άλκ·μόν)δηλ. ό πλήρηςάλκηςάνήρ, όΆλκ-ήνωρ.
Άπο την συνεκφορά ¨ϊκρια έπί σταυρώνέζΕuγμένα¨
00
ή λατινικη έννόησε ¨pe¤de|e ίπ c|0ce¨
¦πετάννυμι έπί ίκρίου) καί ώνόμασε τον σταυρο c|0χ-c|0c| s, έξ ου ίταλ. c|oce, ί σπ. cr0z, γαλλ. cro| χ,
άγγλοc|oss, γερμ. Hre0z, μεπολλάπαράγωγα¦καίάντιδάνειαόπωςκροσάρω, κρουαζιέρα.. . ) .
Άπο την συνεκδοχη ¨ίρας οίστρος¨, ¨ίρά ¦=ίερά) όργή¨, οί λατίνοι ώνόμασαν την όργη ¨| ra¨. Άπο
τηνέκφρασι ¨κάτωρίπτειν¨ωρισαντο¨ρίπτω¨ώς"cado¨.
Άποτην ¨τοξήρησαγιΊν¨ έφυγετοτοξήρηςκαί άπέμεινετοσαγη¯ sag|IIaώςτόξευμα.
Ό ¨ίερεύς έννος¨ ¦=παλαιος) έδημιούργησε το λατινικο se¤eχ =γηραιος καί κατόπιν τά διάφορα
se| g¤e0r, s| g¤o|e,se¤or Κ. λπ.
Ένώ ό ¨ίερεύς ακρος¨
0!
έγέννησε το sacer, sac|a ¦=ίερός, ί ερά) με πάμπολλα παράγωγα ¦ βλ.
λημμαsacre) .
Ή συχνη συνεκφορά ¨ύπνου ταρπόμενος¨, ¨ταρπώμεθακοιμηθέντες¨, ¨ύπνου ταρπήμενοι ¨ , έκανε
νάγεννηθη ή λατιν. λέξιςIorpe|eπροσλαμβάνοντας όμως την συνεκδοχη της έννοίας τού ϋπνου, της
ναρκώσεως.
Έκτού |oresI|ss| |va IorÒI ¦έκτού¨θύραθενϋλη¨δηλ. έξωτηςκατοικοιμένηςπεριοχήςδάσος) .
Καίκάτι πιο έντυπωσιακό. ¨ίλλος¨είναι ό όφθαλμός. · ίλλω ~στρέφω καί κυττάζω. · ¨ίλλε¨ σημαίνει
κύτταξεέκεί¦προστακτική) . Οίλατίνοιαύτο το ¨ίλλε¨ το προσέλαβανώςδεικτικο καίένόμισαν ότι¨ί | | θ¨
σημαίνει έκείνος.
0?
Άπο αύτοτο ¨ί ' ' θ, | | |a¨ ¦=έκείνος, έκείνη) κατάγονται τάγνωστά δυτικά όρθρα καί
άντωνυμίες· : ί | , e' , |e, ' ae' | e, κ. λπ. . . άκόμηκαίτοάραβικο"a| ¨. Π. χ. a| ·ma¤ac =ΤΟμηνιακον¦¨άλμανάκ¨) .
Άποτην συνεκφορά ¨αύληένχόρτψ¨ προέκυψανοίδυτ. ¨αύλές¨, co0|, co|Ie κλπ. ¦βλ. λημμαco0r).
Καίείναιλίανπιθανονάποτονστίχο ¨αλοχος¦=σύζυγος) σόηκαίπαϊδεςκαίοίκος . . " (0, 494) νάπροέκυ·
ψετοάνατολικο¨σόι¨.
Ό Μαρσελ Προύστ, στο πολυδιαβασμένο έργο του 'ΆΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ¨ ,
03
δεν δι στάζει νά παραδεχθη. 'Οί γαλλικές λέξεις πού τόσο περηφανΕuόμαστε νά τίς προφέρουμε
σωστά, δένείναι οίίδιες τίποτε αλλο παράβαρβαρισμοί πούέγινανάπα γαλάτες, οίόποϊοι πρόφεραν
λάθος τάλατι νικά rι τά σαξονικά, άφοϋ η γλώσσα μας δέν είναι παρά ή έλαττωματικη προφορά άπα
κάποιες ¨αλλεςγλώσσες. . . ¨.
Πράγματι. οί λεγόμενες λατινικες γλώσσες έξελίχθηκαν σε μεγάλο μέρος άπο την τραχειά λαίκη
λατινικη , |aI|n v0' ga| re) την όποία διέδωσαν στίς έπαρχίες όχι βεβαίως φιλόλογοιη ποιηταί, άλλά στρα·
τιώτες, έμποροι, ταξιδιώτες, ναυτικοί, προσαρμόζοντας στον δικό τους προφορικο καί γραπτο λόγο,
τίςξένες, στηνούσίαελληνικές,λέξεις.
00.Ήρόδ. ν, I 0 ?
61 . " Ίωνες ίκροι γενόμενοι ταύτην τήν ήμέρην"(δηλ.οΙ Ίωνεςάνεδείχθησανέξαίρετοιαύτήν τήν ήμέραν· ¨ΌτηςΡώμης
ποντίφηξ,όστιςθέλεινάόνομάζεταιδκροςΙερεύς". ¦Ιερόν Πηδάλιονσλ.487) Πρβλ. ίερεύς ίκρος
0=Πρβλ. τόέπίρρ. "Ιδού"=έδώ, "νά"' , τό όποιονπροέρχεταιάπόπαλαιάπροστακτικήτοΟάχρ. ρήματοςεϊδω=βλέπω.
03.Έκδ. Ήριδανός,τ. 1 0ς σλ. 1 67.
42 A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TA^| 0Y
·ΚαΙ πλεϊστα Έλληνικό όνόματα έχει καταμεμι γμένα. . . Οίμαι (=νομίζω) δέ το βάρβαρον
κατ όρχός έκπεφωνήσθαι (=άπεκλήθη) οϋτωςκατ όνοματοποιίαν, έπΙ των δυσεκφόρως καΙ
σκληρωςκαΙ ταχέωςλαλούντων. . . . πάντωνδή των παχυστομούντωνοϋτωςβαρβάρωνλεγο·
μένων, λέγω δέ τωνμή Έλλήνων. Έκείνους ούν Ιδίως έκάλεσανβαρβάρους, έν άρχαϊς μέν
κατά το λοίδορον (=περι παικτικώς) ώς παχυστόμους η τΡαχυστόμους, είτα κατεχρησάμεθα
(=έχρησιμοποιήσαμε)ώςέθνικψκοι νψ όνόματι, άντιδιαιΡούντες προς τούς Έλληνας. . .
. . Οί βάρβαροι οίείσαγόμενοιεΙς τονέλληνισμονούκΙσχύοντεςάρτιστομεϊν (=δέν δύναν
ται νό όμιλήσουν άρτίως, όρθώς), ώς ούδέ ήμεϊς έν ταϊς έκείνων διαλέκτοις (=οπως καΙ ήμεϊς δέν
δυνάμεθα νό όμιλήσωμεν τός Ιδικάς των διαλέκτους)>>
(Στράβων, Γεωγρ. 1 4, 2. 28-2. 29)
ΚαΙσήμερα άκόμη, όσοι ξένοιγνωρίζουνέλληνικά,έστωκαΙαν είναι καλλιεργημένοικαΙ μορφωμέ·
νοι, άποδίδουντην γλώσσα μας με τρόπο παραλλαγμένο, ¨ξενικό¨. Στά διάφορα Παγκόσμια Γλωσσικά
Συνέδρια, οί έλληνισταΙ καθηγηταΙ έκφέρουν τΙς ΕΙσηγήσεις τους έλληνικά, προφέροντας όμως τόσο
δύσφωνα καΙ κακόηχα τΙς έλληνικες λέξεις, ωστε νά νομίζη κανείς ότι πρόκειται γιά κάποια αγνωστη
γλώσσα. ¨Άρκάγια¨ τάΆρχαϊα, ¨φρίσκια¨η θρησκεία, ¨πόλλιςπεριόκις¨οίπoλλsς περιοχές, ''γερατικός''
ό ίερατικός, ¨τάόπόγια¨τάόποϊα. . . κ. ό. « .
Ό πατροπαράδοτος έλληνικός χαιρετισμός ¨Χαίρειν¨ άκούσθηκε διά στόματος Γερμανού καθηγη·
τούσάνχαιρετισμόςσεαγνωστηβαρειάγερμανικηδιάλεκτο. Χάι·ρέιν|
Έδώ βεβαίως θά ήμπορούσε νά άντιτείνη κάποιος, ότι προφέρουν ¨έρασμιακά¨. Καίέπειδη λίγοι
είναι αύτοί πού γνωρίζουν ότι ή λεγομένη "έρασμι κη προφορά" είναι μία μεγάλη άπάτη, η αν θέλετε
ενα οίκτρό λάθος, άνοίγουμε μία παρένθεσιγιά νά τεθούν έπί τέλους τά
ÿ
ράγματα στην θέσι τους καί
στην σωστή τουςδιάστασι.
Ή λεγομένη έρασμιακη ή έρασμικη προφορά αύτοαναιρεϊται καί μόνον έκ τού ότι άνατρέπει τούς
κανόνες προσψδίας άλλά καί τονισμού της έλληνικης γλώσσης καί ποιήσεως.
0-
Καί μολονότι είναι
κοινώςγνωστόότιό ' Έρασμος ¦έξαιρέσειτώνπαραδόσεωντηςέλληνικηςεΙςτούςμαθητάςτου) έχρη·
σιμοποίει σε κάθε αλλη περίπτωσι την έλληνικη προφορά, δεν έχει γίνει εύρύτερα γνωστό τό πώς
παρεσύρθη εΙς την διδασκαλικην αύτην αtρεσιν καί, τό σπουδαιότερο, πώς κατενόησε τελι κώς και
ανεγνώρισε την πλάνη του.
Οίλεπτομέρειεςαύτεςπεριέχονταιείςτόν Β' καί Γ' τόμοντού έργουτού Κωνσταντίνου Οίκονόμου
τού έξ ΟΙ κονόμων ¨Περί τής Γνησίας προφορoς τής Έλλη νι κής Γλώσσης¨ ¦ Έκδ. δαπάνη τής
ΆδελφότητοςΖΩΣΙ ΜΑΔΩΝ, Πετρούπολις l 829) . Οί τόμοιαύτοΙέχουν κυριολεκτικώς έξαφανισθη άπό
την άγορά καί είναι πολύ δύσκολο, αν όχι άδύνατον , νά τούς προμηθευθη κανεί ς. Γι αύτό,
εύχαριστούμε τόν άρχαιολόγο κ. Παν. Πυριοβολη ό όποϊος είχε την καλωσύνη νάμας τούς δανείση
άπότηνσπάνια Βιβλιοθήκητου.
Παραθέτομεν άκολούθως τά άξιολογώτατα καί τά πλέον χαρακτηριστικά άποσπάσματα έκ τού Γ'
τόμου¦σελ. 573, 705, 493, 494) .
·. . . Ό Έρασμος παραςε τράπη εΙ ς ταύτη ν τή ν φαντασία ν άπατηθεΙ ς ύπό τι νος Έρρίκου
Γλαρεανού, όστι ς, άστείζόμενος προς το φι λόκαι νον καΙ εϋπιστον τού Έράσμου, έπώλησε ν
έλθών προς αύτόν, ώςδκουσμα και νόν, ότι τάχα ¨δνδρες Έλληνες, έλθόντες κατ έκεϊνον τον
χρόνονεΙςΛευκετίαν, έπρόφεροντοβήτα oe|a καί το ήτα e|a, καΙ τάς δι φθόγγουςδιηρημένας.¨
Τούτο το πλάσμα, συναρπάσας ώς άλήθειανό Έρασμος, έγραψε τον περΙ τής νέας προφορoς
διάλογόν του. Ύστερονόμως μετανοήσας, οϋτ αύτος ποτ έπρόφερεν ώς έφαντάσθη, καΙ τούς
φίλους τουάπέτρεπε. (Βλ. WETSTENIJ ORA Τ. APOLOGET.PRO L/NG. GRAEC. PRONUNT. PAG. 1 1 9, παράβαλε καί
Βόσσι ον είς ARISTARCH. 1. 28) .
. . . Απατωνται καΙ οί σοφοί, καθώςάρρωστούσι καΙ οί Ιατοί.
Ε|χεμέν τήνδυστυχίαν ο μακαρίτης Έρασμος νά γίνη τούτου τούβαρβαροφώνουσυστήματος
64. Βλ. Βιβλία¨ΈλληνικηςΆγωγης¨¦Α.Τζιροπούλου·Εύσταθίου) , Γ` Έτους,Κύριονκαί Βοηθητικόν, Μάθημα4ον, σελ.093°καί
9¯ ì ¹ 0 άντιστοίχως.
π0� Η �^^¬ιΙ |¬ |0ι' ^000| ¬< T0ι 0A"|0�^' 0 ^0|0
43
άρχηγός, άλλόμωςαύτόςούδέποτε έφρόνησεν. ούδ έδίδαξε τόσον άλλόκοτακαίπαράδοξα περί
τής Έλληνικής προφορας, όσα μετέπει τα έφαντάσθησαν οί μαθηταί του καί διάδοχοι, Χέκοι καί
Μέκερχοι καί Έννίνι οι καί οί τούτων όμοιοι, οίτι νες άείποτε προσθέτοντες καθείς τάς ίδίας του
έπι νοίας, τόσο ν παρεμόρφωσαν τάς πρώτας τού Έράσμου άρχάς, ωστε αν ποτε ούτος ό
αίρεσιάρχης άναβιώσαςάκούση μόνοντούς όπαδούς του, πώς προφέρουσι τά Έλληνικά, καί πρίν
άναγνώση τά βιβλία των, ηθελε τάχιστα πάλι νείς τόν τάφονέπι στρέψει, νά κρύψη την αίσχύνην
του. Ό πολυμαθής καί εύφυέστατος ούτος ανθρωπος, άπατηθείς δι εύπι στίoν καί koυφόνoι oν
άπότόν Γλαρεανόν, έφαντάσθη τήν νέαντών Έλληνικών γραμμάτωνπροφοράν
¯ Όμως¯. Ει ς τον "Ή χ ω" έπι γραφόμενον αλλον δι άλογόν του- γραφέντα λατι νι στί - συμβου
λεύει ρητώς την μάθησι ν της Έλληνι κης γλώσσης κατά την γνησίαν καί πάτρι ον τών Έλλήνων
προφοράν' λέγει .
ΓΓ� ������������������
Ι Γ
¨ Μετακαλέσατε όνθρωπον το γένος
Ελληνα,
ΙΙ
κόνόλλως όλίγοντύχηπεπαιδευμένος,
διό τόνγενέθλι ονέκεϊνονκαί πάτρι ονφθόγγον,
ωστενάμανθάνηται τώνΈλληνι κώνή προφορά
άκριβης καίδιαπεπονημένη. ¨
-καί λατινιστί - :
" Co¤d0ce¤d0sa' | q0| s, ¤aI| o¤eG|eac0s,
' | ceI a' | oq0| ¤ pa|v0me| 0d| I 0s,
p|opIe| ¤aI | v0m| ' | 0mac paIr| 0mso¤0m,
0I casI| gaIe g|aecaso¤a|| d| ca¤I0r¨.
' Έρασμος, -Echo-
Ώστε καί ό Έρασμοςάδίκως είς έαυτόνέπι σπαται όλοντόβάρος τής ύστερονκορυφωθείσης
βαρβαροφωνίας. . άλλ οί παλαι οί τουόπαδοί, συνασπι σθέντες, τήν διετήρησαν ··
Πρέπει
ΟΙ
δυτ
ι
κο
ί
να βροϋ
ν τό θάρρος
να έπανορθώσουν την
"
δι όρθωσί" τους
¨Ήέλληνικήδένείναιμία γλώσσα νεκρή. Ήκυριώτερηπηγήγιάνάγνωρίσουμε τήνάρχαίαέλληνική
προφοράείναιήσημερι νή προφορά. Ήφωνητικήάξία τώνγραμμάτων, δένείναιδυνατόννάέμφανί·
σθηκε στήνέποχήμας ξαφνικά, αύτόματα¨
HENRY ΤΟΝΝΕΤ, Ίστορ, της Ν, Έλλ, Γλώσσης, Παρίσι 1 993
¨Έδώ καί αίώνες, γενιές όλόκληρες, μαθητέςκαίμελετητέςτήςΔύσης,μαθαίνουντά έλληνικά
μέκανόνεςπροφορας πούόρισεεναςφιλόσοφοςό όποϊοςείχε τό έλάττωμα πώςάγνοούσε, η
δένύπελόγιζε καθόλου, τήνέλληνική προφορά τών |διωντών Έλλήνων. Έπρόκει το γιάμία
γλώσσα ζωντανή πέρα γιά πέρα, πού όχρόνος|σως νά είχε φτωχύνει καί άπλοποιήσει, άλλά
σίγουρα δένείχε σβήσει, όπωςσυνέβημέ τάλατι νικάκαί τά έβραϊκά Άνκάποιοςπούκάνειδια·
κοπέςστήν Έλλάδαχρησιμοποιούσε λέξει ςκαίφράσει ςπούείναιάκόμηζωντανέςόπως τίς
εμαθε στό λύκειο, θά γι νότανκατανοητόςάπό τούς Έλληνες(έννοεϊται έάνείχε όρθή προφορά).
Οίχείριστοι έρασμιακοίκανόνεςμαςέπιβάλλουνμιά προφοράπούμυρίζει πτωμα|νηκαί πούοί
όμιλούντες στήν Έλλάδασιχαίνονται. . Όλα διαστεβλώνονταιμέέκείνην τήν παράλογηκαί
άνατι_ι oσΤkή προφορά¨.
(-Γκουίντο Τσερονέττι, ίταλός συγγραφεύς,
πρωτοσέλιδο της έφημερίδος LΑ c1AM|A.
Έφημερίς ΕΘΝΟΣ, 5-1 0-99, άνταπόκρισις άπα τήν Ρώμη-)
44 A^^A T�' ³000Y^0Y ÷Y�ΤA0' ^Y
Έρασμος.
" G|aec0md| dasca| 0ma0d| |edec|ev| ,
p' aneG|eac0m, νθ' poI| 0sb| sG|aec0m. "
Δηλαδή:
¨Άπεφάσισα νάάκούσω Έλληναδιδάσκαλον,
τελείως Έλληνα, η μαλλονδι πλα Έλληνα. ¨
( Epistol ae Erasmi -Ρ, Al l en- Oχford 1 906)
Αί συ ν η θέ στ ε ρ α ι φθ ογ γ ο λ ο γ ι κ α i ά λ λ ο ι ώσε ι ς
' Ως πρός τiς άλλοιώσεις τΙςόποϊες έπιφέρει¨νομοτελειακα¨σταέλληνικαφωνήματαό χρόνοςκαΙ
ό τόπος ¦δηλαδη η έκτός Έλλάδος μεταφορα τών έλληνικών πρωτολέξεων) , δεν πρέπει να παραβλέ·
ψουμε καΙ την αλλαγη την όποίαν εχουν ύποστή οΙ έλληνικες λέξεις στην ¨γκρεκάνικη¨ διάλεκτο τής
ΚάτωΊταλίας. π. χ. ¨σταφόγγι α¨ήάστοφεγγιά, ¨φούντια¨ήβοήθεια, ¨γκαπία¨ήάγάπη, ¨σκιρό¨ ό ίσχυ·
ρός. Κ. Ο. Κ.
[Σημειωτέον ότι οΙ ¨Γκρεκάνοι¨ τής πάλαι ποτε Μεγάλης Έλλάδος δενβρίσκονται έκεϊ από τούς
βυζαντινούςχρόνους, όπως πολύ συχνά, έσχάτως, άναφέρεται. ΟΈλληνισμόςτής Κ. Ίταλίας ύπάρχει
άπό την έποχη τών Πελασγών καΙ Άρκάδων άποίκων. Αύτό άποδεικνύεται μέσιμ τής γλώσσης. Π. χ. ή
φράσις ¨ac¤| aIe|a mo0 e¤ a|mame¤| ¨σημαίνει . η θυγατέρα μου είναι παντρεμένη. ΠαρατηροΟμε ότι τό
θηλυκόν αρθρον έκφέρεται δωρικά. ¨α¨. Τό ¨e¤' ' είναι τό όμηρικόν ενι -ενεστι, είναι. Τό δε a|mame¤|
προέρχεταιάπότην πανάρχαιαεκφρασι ¨άρμόζειντήνθυγατέρα¨, "άρμόζω κόΡo δνδρα¨ ¦-προσαρμό·
ζω, προσκολλώανδραστηνκόρη) , ¨άρμόττω γάμον¨¦=συνάπτωγάμον) .
Πράγματι. "Ή γλώσσα εί ναι ή γε νε αλογί α τ ών λαών ¨ . |
Είναισύνηθες φαινόμενο, κατα την μεταφορααπό ενα Ιδίωμα σε αλλο, να άποβάλλεταιη να μετα·
βάλλεταιό άρχικός φθόγγοςμιαςλέξεως, έανύπάρχουνδύο σύμφωνα.
Ειδικώτερον. άπό τηνΈλληνικηστηνΛατινική, παρατηροΟμε ότι κατα κανόνα τρέπεταιτό π εΙς t
¦σπεύδω~ sI0deo) . Τό Ρ εΙς Ι ¦σιρός~ s| ' o) . Τόλ εΙς Ρ ¦λάβρος·~ |ab| es) .
Ή έναλλαγη τών δύούγρώνφθόγγων Ρ καιλ, τείνεισχεδόννατα ταυτίση, όπωςάκριβώςκαΙστην
έλληνικη ¦άδελΦός, αδερφός) . Γιαύτό στην Γραμμικη Β ύπάρχει εναμόνο σύμβολογιατα ύγρα ¦ ΜΕ· ΡΙ
=ΜΕΛΙ . ΣΕ· ΡΙ · ΝΟ =ΣΕΛΙ ΝΟ) . Ομοίωςτόδ τρέπεται καΙαύτό εΙς λ ¦Οδυσσεύς ~ ULysses, δάκρυμα~
' ac|yma) . ΤΟ ϊ δι ο συμβαί νει και στα έλληνι κά. δάφνη ~ λάφνη. δασύς ~ λάσι ος . Οδυσσεύς ~
Ολυσσεύς ¦έπιάρχαικώναττικώναγγείων) καιΟδυσσεύς~ Ούλίξης στηνκρητικηδιάλεκτο.
0°
ΤΟγ τρέπεταιεις9 στηνλατινική, καιγενικώςστην δύσι· καΙόχιμόνον.
¦γένος~gen0s, Γαλατία Ga' aI| a) .
¨Γάμμα Τό πι ό έλαφρύ πούή άδυναμία σου νά τό προφέρει ς,
δείχνει τόνβαθμό τηςβαρβαρότητάςσου. ¨ (Όδ, Έλύτης)
00
Γιαύτό, όταντο gέπιστρέφειμέσασε λέξεις ¨άντιδάνεια¨, μετατρέπεταιέκνέου ειςγ.
¦μεγάλη, μάγα+αύλή, αύλα·~Mag¤a0| a Μαγναύρα) .
Οίλατϊνοιτοπαραδέχονταιότι ¨τωνήδίστωνέλληνικωνγραμμάτων¨στεροΟνται.
¨| 0c0¤d| ss| masθχG|aec| s' |IIe|| s¤o¤ ¤abem0s". ¦Q0| ¤I| ' | a¤0s, | ¤sI. O|aI.χι ι , J 0, 27)
Το φωνήεν"ο" ¦¨ου¨σε πρώιμεςδιαλέκτους, όλος·~ ούλος, νόσος~νοΟσος)τρέπεταιεις " u"
0° Πλουτ. Μάρκελλος20.
00.Ποιητ. Συλλ. ¨ΚαΙμέφώςκαΙμέθάνατον¨.
π0� Η �^^¬^' �¬ |0^| ^000' ¬�� T0^ 0A|�0�^| 0 ^0|0
¦τρόπαιον·Irop¤ae0m, όμβρος·0mbe|) .
Το"η" τρέπεταιείς "e" ¦θησαυρος¯ I¤esa0|0s). . .
¨ώςκαίεπίαλλωνμυρίωνκατό τόςσυνθέσειςμεταβολαίγίνονταιφωνηέντων. ¨
0¯
Ή αίολίζουσαλατι νική άγαπάπολύτην τροπηντού έλληνικού¨ν¨είς ¨μ¨¦ m) . . .
καιείςτάςαίτιατικάς¦θεον· de0m) καιέντοίς ούδετέροις¦ώ|όν· ov0m) .
45
ΤΟ θ στην άρχη λέξεων τρέπεταιεί ςf ¦θύραío|es) . Ή λατινικηάποφεύγειέπίσηςτοάρχικο ¨c¤¨
τρέποντάς το κατά κανόνα είς "cr": κνέφας ¦=σκότος) · cneI0sc0' 0m ·c|ep0sc0| 0m ¦έξ ού το γαλλ.
crep0sc0' e) .
τ η ς δασε ί ας αί π ο ι κ ι λ ί α ι
ΟίΛατίνοικαί οίΔυτικοίτηνέλληνικη ¨δασεία¨ την προφέρουνκαιτηνγράφουνόλλοτε ώςh ¦ωρα
=¤o|a) , όλλοτε ώς s ¦έπτά ·sepIem) , όλλοτε ώς ν ¦έσπέρα·vespe|), όλλοτε ώς c ¦έλη -θαλπωρή,
· ca' do|) . ΤΟίδιο και οί Άραβες ¦ούλα ·k0| a) . Οί Ρώσοι την τονίζουν περισσότερο. ηρως · γκερόι,
άρμονίαγκαρμόνιγια.
Ό Άθήναιος
03
έπισημαίνει. ¨καί διό τοΟ ' Ή" στοιχείου τυπώσασθαι τούς παλαιούς τήν δασεΙαν.
Δι όπερ καί Ρωμαιοι, πρό πάντων τών δασυνομένων όνομάτων, τό 'Ή" προγράφουσι, τό ήγεμονικόν
αύτης διασημαίνοντες. ¨
Και ό | s| dor0sστά 'ΈIΥmο' οgί ca¨. ¨ | ¤ m0' I| s ¤om| ¤| b0s q0ae |n G|aeco asp||aI|onem ¤abenI, ¤os pro
asp| |aI| one, s pon| m0s. ¨ ¦=σέ πολλά όνόματα τά όποία είς την έλληνικην έχουν δασεία, έμείς είς την
θέσιντηςδασείαςθέτομενs, .
Ή δασύτης τού ° ρ¨ τρέπεται συνήθωςεί ςf ¦ρίγος · Ir| g0s) άλλά τονίζεται και μέh ¦ρηΤΟρικη ·
r¤eIor|ca).
Το άρχαιότατον έλληνικον δίγαμμα "F" ¦τό όποίον άφηρέθη άπο το άττικον άλΦάβητον το 403
π. χ. ) , μέ παρουσία και στην αίολικη διάλεκτο και στην πανάρχαια της Κρήτης γραφή, τρέπεται είς V.
Τέτοιεςλέξεις, κατάτο LAHOUSSL
_
ΤYVOLOG| QUL, "so¤Iemp|0¤Iesa 0nd| a| ecIe q0| conse|va| I' e|
a0 momenI de Ι' empr0¤I", δηλ. προέρχονται άπό διάλεκτο ή όποία διατηρούσε το δίγαμμα κατά την
στιγμητούδανεισμού
Προφανώςάναφέρεται στην άρκαδοκυπριακηδιάλεκτο. Οί Άρκάδες είχαν μετοικίσει στην περιοχη
της Ρώμης γύρω στά μέσα της δεύτερης χιλιετίας Π. χ. , ένώ ό Άρκάς Οί νωτρός, ό έγγονος τού
Πελασγού,είναιό ¨μυθικος¨οίκιστηςτούΤάραντος.
·Οϊνωτοςδέ, ό τώνπαίδωννεώτατοςΛυκάονι, όρσένωνΝύκτιμοντόνόδελφόνχρήματα
καίανδραςαί τήσας¦=έζήτησεχρήματακαιόνδρας άπο τον άδελφόν του Νύκτιμον) επεραιώθη
ναυσί νεςΊταλίαν, καίήΟίνωτία
¤
9
χώρα τό όνομαεσχενόπόΟίνώτουβασιλεύοντος. Ούτος
εκ της Έλλάδος ές όποικίαν στόλος πρώτος έστάλη. . . ούδένες πρότερον η Οϊνωτρος
άφί κοντο ες την άλλοδαπήν . » ( Παυσ. Άρκαδ. 3, 5) .
Άκολούθησαν και δεύτερες και τρίτες μεταναστεύσεις. Ή Άρκαδοκυπριακη ήταν ή πλέον άμιγης
άπότιςύπόλοιπεςΆχαικέςύποδιαλέκτους. Ίδιαίτερο χαρακτηριστικό τηςτοδίγαμμα, κυρίωςώςάρκτι·
κόν. (¨Κύριονμενόνομα τοΟστοιχείου ήτονεξόρχης τόβαΟ. Δίγαμμα δε τοΟτο ώνόμασανϋστερονοί
Γραμματικοίδιό τήνοίονεκ2Γφαι νομένηνμορφήν.¨)
|ελύω ¯¯ Λατ. νο'νο καιέξ αύτού vo' Ie, vo|Ia κ. λπ.
|είδω ·Λατ. v| deo
» » »
νοίΓ, vede|e κ. λπ.
|έαρ Λατ. νθΓ
» > »
ve||a' , ve|a¤oκ. λπ
0¯
Άπολλώνιοςό δύσκολος, ΠερίΆντωνuμιών.
03Δειπνοσοφισταί· Έπιτομή? ? ¹ 3
09Οίνωτρία.ή νότιοςΊταλικήχερσόνησος
46
|εστία·Λατ. vesIa
Fo¿O ~ Λατ. ve¤o
Όλαέξηγούντα..
ΑffΑ T�| |000Y^0Y �Y�Τ' 0Y
καί έξ αύτού
~ ~ ~
vesIa|eΚ. λπ.
ve¤| c0' e, ve| co' a
νοί | θ, νθ' ο,wago¤, wage¤ κ. λπ.
Κάτιέπίσης πολυ σημαντικογύρωάποτηνκατανόησιτωνφωνητικων άποκλίσεωνείναιότι συχνό·
ταταοίδανεισμοίγίνονταιάποτοθέματούάορίστουχρόνουτωνρημάτων ¦. . . SOUS ' aIo|medeΙ ' ao|| sIe)
καθως άναφέρει καί το Έτυμολογικον της Λατινικης ΕΑΝουΤ-ΜΕI LLΕΤ ¦ π. χ. κυνω =φιλω, άόριστος
έκυσαη κύσα, ~ k| ss, kϋsse¤) διευκρινίζοντας ότιτο θέμα τού άορίστουέκφράζειτην ίδέακατά τρόπο
καθαροκαίάπλό.
Κατά παρόμοι ο τρόπο, παράγουν λεξι λόγι ο άπο την αί τι ατι κη πτωσι των ούσι αστι κων.
Άντιπροσωπευτικο παράδειγμαη λέξις e¤o|me-πελώριος. Έκτού θΧ ·¤o|ma¦έξ·γνώμων) δηλαδη κάτι
έξωτούμέτρου.
Ήλέξις¤ ο | m a,πάντοτεκατατο ΕΑΝουτ ΜΕΙ LLLΕΤ, είναι. ¨sa¤sdo0Ie, emp|0¤Ia Ι ' acc0saI|Ide
γνώμων, γ ν ώ μ ο ν α¨ · δηλαδη δάνει ον άπο την αίτιατικη της λέξεως ''γνώμων'' γ ν ώ μ ο ν α
¦ ¦γ)νωμ¦ο)να~ ¤omma¤o|ma| ) . ΤΟ ma' axo, emp|0¤I a0 g|ecμαλάσσω,Io|mes0|Ι' ao|| sIe¦έμάλαξα)
Συνοπτικά, καί σε πολυάδρεςγραμμές, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οί μεγαλύτερεςάλλοιώ·
σεις παρατηρούνται στα Άγγλικα ¦ λ. χ. ημι κρανία ~ μήγκριμ, ίδέα ~ άΊντία, άκόλουθος~ έκολάίτ,
αγωνία~έγκονυ, Νιόβη~ Να ίόμπι)καί στα Γερμανικα¦διάβολος·Te0Ie| , όκτασύλλαβος· ac¤Is| ' b| g) .
Άκολουθούν τα Γαλλικά. Οί Γάλλοι συνηθίζουν ναάφαιρούν τίς καταλήξεις ¦ v| ¤0s·~v| ¤) . Κόβουν
τίς λέξει ς, μέχρι σήμερα. τα Μαθηματικα κατήντησαν VaI¤s. " U¤e sy| ' abe esI de I|op, o¤ | a co0pe, ¤'
| mpo|Ie ου. ι ι e¤ ma¤q0e 0¤e, o¤ Ι ' a|o0Ie . . ¨ ¦-Περισσεύει μία συλλαβή, την κόβουν, δεν έχει σημασία
πού. Λείπει κάποια όλλη, την προσθέτουν. ) Με έξαίρεσιτίς λέξεις που έχουν μεταφερθη όχιμέσψ των
Λατίνων, όπότε οί διαφορες είναι πλέον αίσθητές, άλλα μέσψ των Φράγκων, οι όποίοι φαίνεται ότι
έμιμούντο με μεγαλύτερη έπιτυχία τους έλληνικους φθόγγους. ¦ g|| s =φαι ός, μέσψ τού φραγκ. g|| s
=γρηυς·γραία) . Άντιδάνειον, ¨γκρίζος¨.
Λιγότεροπαραμορφωμένεςδιατηρούνταιοίίταλικές, έχονταςπαραμείνειπλησιέστεραστηναρχικη
πηγή, καί άκόμη λιγότερο οί ίσπανικές, οι όποίες ώς προς την προφορό παρουσιάζουν την μικρότερη
απόκλισι, άκολουθώντας σχεδΟν έπακριβως την έλληνική. Ή λέξις p| age =παραλία, ¨πλαζ¨· ¦έννοιολ. .
έλαφρακλίσιςτούέδάφους προςτηνθάλασσα)προηλθεάποτηνέλληνικηπλάγιος, πλαγι ά . Οί Ι ταλοί
την προφέρουν πιάτζια ¦ p| agg| a) ένω οίΙ σπανοί ¨πλάγια¨ ·p' aya·, τούτέστιν πλαγιά. ¦vamos a | a p' aya.
βωμενείςτηνπλαγιάν) '
Ή πανέμορφηέλληνικηλέξις¨νοσταλγία"προφέρεταιγαλλ. vοσταλζ| ¦ ¤osIa' g| e) , ίταλ. vοσταλτζία
¦ ¤osIa| g| a) ένω ίσπανικα vοσταλχία ¦ ¤osIa' g| a) . Και το g| m¤as| o προφέρεται όπως περίπου έλληνικά.
χυμνάσιο.
Ένα ίδιαίτερο χαρακτηριστικο της ίσπανικής είναι ότι δεν άνέχεται λέξεις που άρχίζουν απο δύο
σύμφωνα, όταντο πρωτοάπο αύταείναι το s. Άναπτύσσει σχεδΌν πάντα ένα e ώς πρώτησυλλαβή.
Π. χ.
στάδιον ~
σκελετος
σπόνδυλος
στάσις
Στησίχορος
esIad|o
esq0e' eIo
espo¤d| ' o
esIac|ó¤
LsIes|co|o
Έπίσηςστηνίσπανικητοσύμπλεγμαcl τρέπεταιείς1 1
καλω ~ λατιν. c| amo · ίσπ. LLama| ¦λιαμόρ)
κλείς =· λατιν. c' av| s ίσπ. LLave ¦λιάβε)
π0� Η ÷ιιΗ^' �Η |0^' ^000' ¬�÷ T0^ ΠAΓ�0�^' 0 ιΟΓΟ
47
Καί , όπως γράφει ό J. Go¤zu| ez CasI|ο,
ΊΟ
"oIros ¤e' e¤| smos e¤Ira¤ po| med| o de| árabe" =όλλοι
έλληνισμοίείσέρχονταιδιόμέσουτήςόραβικής.
όμβιξ
¯
όραβ a' -| mb| q ίσπ. a' amb| que¦=διϋλιστήρ, ¨λαμπίκος¨)
ίάσμινος ¯ άραβ. yas| m| ¤ ¯ ίσπ. |azm| ¤ ¦=''Υιασεμί'')
κεράτιον ¯ άραβ. qu| |aI ¯ ίσπ. qu| ' aIe ¦=καράτι)
Βαρβαρι qμός εστι ν άμάρτημα εν λέξει γι νόμενον, παρά την τών
ελληνι ζόντων συνήθει αν. Ειρηται δε οϋτως, βαρυαυδατι σμός τι ς ων.
»
¯f¯
Μαζί μέ το παντόςεϊδουςφωνητικόπάθη [μεταθέσεις ¦ meIaI¤èses) , συγκολλήσεις ¦agg' uI| ¤aI| o¤s) ,
άφομοιώσεις ¦ass| m| 'aI| o¤s) , άνομοιώσεις ¦d| ss| m| ' aI| o¤s) , άφαιρέσειςσυλλαβών ¦aΡ¤e|èses) , όναδιπλα·
σιασμο0ς ¦dedup' | caI| o¤s)], ίδιαιτέρως καθοριστικό γιο τήν τελική διαμόρφωσι τών λέξεων είναι το διά·
φορα προσφύματα, προθέματα, έπιθήματα, τοόποϊα προσδιορίζουντίς λεπτέςέννοιολογικέςάποχρώ·
σεις Άπότίςδυτικέςγλώσσεςόπου σιάζειήθαυμαστόμεγάληποικιλίατώνέλληνικώνπροθέσεων,συν·
δέσμωνκαίδιευκρινιστικώνμορίων.
Σχετικοίάναλυτικοί πίνακες προτάσσονται στίς σελίδες τών ξένωνέτυμολογικών λεξικών ¦ίδιαιτέ-
ρωςστό LAHOUSSL
_
TYVOLOG| QUL) , σέ χωριστέςστήλεςγιοτοέλληνικήςκαίλατινικήςκαταγωγής
διάφορα ¨p|eí|xes¨. Ό, τι είναι έλληνικό άναγνωρίζεται βέβαια άμέσως ¦ amp¤| . . . a¤I|. . . arc¤| e. . ¤em| . . .
¤yperκ. λπ. ) ένώ το λεγόμενα ¨λατινικά¨, κατόένα συντριπτικό ποσοστό, είναικι αύτό ¨παραλλαγή¨ τής
έλληνίδος φωνής.
Καμμία γλώσσα δεν διαθέτει τόν πλούτο, τόν θησαυρό τών ελληνικών προθέσεων.71
εν (δωρ. ίν) ¯ λατιν. ί η ¦τόδέστερητικόν"ί π", έκτού¨όνευ¨)
εί ς (δωρ. ες) ¯ λατιν.es
εκ ηεξ λατιν. ex
συν ηξυν
λατιν. cum ¦χαλκιδικήγραφήCUN)
¯?
πρός λατιν. ( pros . . . )
πρό λατιν. pro
άνά
=
λατιν. ¦θηθ . . . )
κατά
~
λατιν. (cata . . . )
δι ά ¯ λατιν. (di a . . . ) , di
μετά λατιν. met
παρά ηπάρα (αίαλ. )
ηπάρ η παραί (παιητ. ) -. λατιν. para . . . καί prae
άντί
άμφί
έπί
λατιν. (anti ... )
¯ λατιν. ( amphi . .. )
¯ λατιν. (eΡί. .. )
¯ λατιν. per
·· λατιν.ab
περί ¦αίολ. πέρι)
άπό ¦αίολ. όπο)
ύπό ¦αίολ.ϋπο)
ύπερ ¦αίολ. ϋπερ)
¯
λατιν sub ¦τροπήδασείαςείςs)
¬ λατιν. super ~ ~ ~ ~
70. "Pa| abrascaste|lanasdeÒr|gengr|ego"¦Καστιλλιάνικες λέξεις έλληνικηςκαταγωγης) , Έκδ. Ed|c|onesC|as|cas σλ. 3
¯ I . έν, είς,έκ, σύν,πράς, πράο · άνά, κατά,διά,μετά, παρά,άντί,άμφί, έπίί,περί, άπά, ύπά, ύπέρ.
72. σύν cun λατ.cum ίταλ. ίσπ.γαλλ. άγγλο con,γερμ. kon
48 /ff/ T�' |0Π0Y^0Y ÷Y�T^' 0Y
Έπίσης.
ΤΟ ¨λατινικο¨ad ¦=προς)είναιτοέλληνικον"όντα" ¦πρβλ. a|o0Ie|=προσθέτω, έκ τοΟ ad +| 0¤go
δηλ. όντα+ζευγνύω)
Το "at" είναιτο"άτάρ".
ΤΟ"re", τοοποίονδηλώνειέπανάληψιν, είναιτο °ρα°έκ τοΟ όρω, πού ύπονοείσύνδεσιν, έκνέου,
έπανάληψιν.ΤΟ πρόσφυμα"bi " ¦b| ge¤e|=διγενης) προέρχεταιέκ τοΟ bi s, όπερέκ τοΟ δίς.
Όλααύτά, καίόλλασχετικά, μέ περαιτέρωδιάδοσιστίςδυτικέςγλώσσες.
Γιατο έλληνικοέπίρρημα"εύ" πούτόσεςέννοιεςόλοκληρώνειώςπρώτο συνθετικό, τό¨ ΤΗΕΝΕν
WLBSTLH D| CT| ONAHYO| ΤΗΕ LNGL| SHLANGUAGL¨στην ' ' Είσαγωγή'' του έπεξηγεί.
· Τό όνομα Eugane, Εύγένιος, σημαίνει άπόκαλήγενιά, καλογεννημένος. Πολλέςλέξεις
πού άρχίζοuνάπό eu (εύ) εχοuν τήν εννοια τού ¨ώραίοu¨, τού ¨εύχάριστοu¨ η τού ¨καλού¨.
Euphonyεχει σχέσι μέ εύχάριστοuς ηχοuς, eu/ogyμέ εύχάριστα λόγια ηλέξεις. Ένας λόγος
πούέπoινεϊηύμνεϊκάποιονε|νoι εύλογί α . . o ²
'Ως προς την έλληνι κή τους καταγωγή, δεν ύστερούν οUτε οί καταλήξει ς. Π. χ.
έλλ.·ος · λατιν. -us
»
·ον
7
-um
»
·αι
»
-ae7
3
·ηρ ~ -er
~ ·ωρ
»
-ΟΓ
·ις
:
-i s
»
·ην
7
-en
~ ·αριος -ars
έλλ. ·ουσι¦απ. ) , δωρ. ·οντι, λατιν. · unt
Ή κατάληξις·e¤sείναιη ές, έκτοΟείς, ένς, μτχ. τοΟει μί , έσμί , είσα, δωρικαεύσα αντί ούσα.
ΠαντοΟ, διαδεδομένες έκ τής έλληνικής μέσψ τής λατινικής, αναγνωρίζονται παντοςεtδουςέλλη·
νικέςκαταληκτικέςμορφές.
¯-
Λ χ. καί τελείωςένδεικτικά, εις την Γαλλικήν.
· ase έκ τοΟ · ασι ς
· eme · ημα
· ese ·εσι ς, · ησι ς
· esse ι σσα
· ί θ ·ι α
· ί οπ · ι ον
· | q0e ι κος
¯
°
· | sme ι σμος
· | so¤ ·ι σι ς
· | sIe ·ι στης
· | I e ·ι τι ς
·ode ωδης
· ome · ωμα
· o¤ · ων
sy¤e · συνη
·Ière · τήρι ον
I e0| · τωρ
¯
3. "'Άλφα θ! ίωτα, quem parant Graecis sonum, Α θ! Ε nobi s (Lati ni s) . . . si c scri bi mus". (Terent. Marus)
¯-
' ' Οί παραγωγικές καταλήξεις κατέστησαντήνγλώσσανταύτη ν ¦τήνέλληνικήν)ίκανήνναέκφρασηπόσανέννοίας
απόχρωσιν, μετασπανίαςσυντομίαςκαίδυναμεως. Διαδέτώνκαταλήξεωντούτωνανεπτύχθηκαίηύξήθηήέκφραστική
δύναμιςτηςγλώσσας ¨¦ Κ. Παλαμός, Η Κριτικήκαιή Γλώσσα) .
π0� Η ÷^^¬ι' �¬ |0ι| ^000| ¬< Τ0Ι 0A"�0�^| 0 ^0|0
49
Μεπεραιτέρω βεβαίως διείσδυσι σε όλεςτις γλωσσες.
¯0
Π. χ. έκτοΟ ίτός =διαβατός ¦άμαξ·ιτός) , ·
γαλλ. | t| e0x, ίταλ. -I ZI OSO, ίσπ.- I CI OSO, άγγλο ·| t| o0s, γερμ. ·| I| os.
·ωδης γαλλ. θυχ, ίταλο+ίσπ.·oso, άγγλο ·ous. . .
-LQ
¬
γαλλ. ·ί θ, ίταλ. +ίσπ. ·| a, άγγλο ·Υ, γερμ. -ί θ . .
·τωρ
¬
γαλλ. ·teu|, ίταλ· to|e,ίσπ. ·do| άγγλο ·to|y
·ίτις ¯ γαλλ. ·|te, ίταλ. ·|tà, ίσπ. ·| dad, άγγλο ·| ty Κ. λπ , Κ. λπ. , κ. λΠ.
Ή γαλλ. ρηματικη κατάληξις·| se|, ίταλ. ·|zza|e, ίσπ. ·| za|, άγγλο ·ί Ζθπροέρχεταιάπότάέλλ. ρήματα
είς·ίζω ¦έκτοΟïζω=καθίζω) .
Ό Γ. Χατζιδάκις (¨Περί τήςένεστώσηςμεθόδουένταϊς Γλωσσικαϊς Έρεύναις') άναλύονταςτάδιά
συγκολλήσεωςγλωσσικωνστοιχείων σύνθετα, άπομονώνει τηνίταλικηκατάληξι·me¤te ¸·me¤tστάγαλ·
λικά) άποδίδοντάς την στό λατινικό me¤s·me¤t| s =νοΟς, καταφανη άντιγραφη τοΟ έλληνικοΟ ¨μένος¨
=ψυχή, όρμή. Σαφέστατα λοιπον τό ¨gove|¤eme¤t¨ άναλύεται. gJoe|¤o =κυβερνω + me¤te, μέ πλέον
έναργητηνσυνάφειαστάέπιρρήματα όπως. d|íI| c| ' eme¤I, d| Ií| c| ' me¤Ie. . .
·Τό γερμανικό ρημα mac¤e¤ =ποιω, έ κ τοΟ μηχανωμαι =κατασκευάζω, καθιέρωσε τίς γερμανικές
ρηματικέςκαταλήξειςείς·che¤καίήκατάληξις·ειντην κατάλ. ·e¤.
Ό γερμανικός παρακείμενος ¨ge·sch|| eoe¤¨δεν ένθυμίζει ¨έκ συμπτώσεως¨τόνάντίστοιχον έλλη·
νικό''γε·γραφέναι' ' . Είναιάποτύπωμα, ¨ca'q0e¨, όπως καιτόσαόλλα, τωνέλληνικων γραμματικων κανό·
νωνκαι μορφων πούοί γερμανοίάντέγραψαν πιστά.
-Καθοριστικό γιό τό σμίλεμα καταλήξεων είναι ενα άπό τά σπουδαιότερα και άρχαιότερα ρήματα
τηςέλληνικηςγλώσσης. τό ρημααγω, τό όποίονέκτόςάπό όδηγω, σημαίνειάποκομίζω,τελω, έλαύνω,
είσχωρω, καίγενικως έκφράζεικίνησι, πορεία,τάσιν. . . ¦Χρησιμοποιείται άκόμη σε πoλλsςπεριφράσεις.
¨oγεσθαι γυναϊκα¨=νuμφεύεσθαι ¨oγει νέορτήν¨-έορτάζειν) . ΟίΛατίνοι,άντιγράφοντάς τοέπακριβως
¦όγω ago) έχάρισανστις λατινικες γλωσσες όχι μόνον εναν μεγάλο άριθμό λέξεων και όρων, άλλά
καί μία άπό τις συχνότεραάπαντώμενες καταλήξεις τοΟεύρωπαίκοΟ λόγου, κάτι πού έκτός των όλλων
άποδεικνύει και την άρίστη προσαρμοστικότητα των έλληνικων άρχετύπων. Διασαφηνίζω. τό ago καιή
έξ αύτοΟ act0s ¦=κίνησις, δρασις πρβλ. άκτέον, άκτός, όξω) έδώρισε στην δύσι την ¨πραξιν¨ ¦γαλλ.
act| o¤, ίταλ. az| o¤e, ίσπ. accί ό¤, άγγλο act|o¤ ¦ κ. ο. κ. )
Ί7
Ή λέξις ¨act| o¤¨ όμως, δεν παρέμεινε μόνον ¨πραξις¨. Έτέθη ώς χαρακτηριστικη και λίαν έκφρα·
στικηκατάληξιςσέόλεςτίςδυτικεςγλωσσες,κάτιπού δεν τό άναφέρουντά ξέναδυτικάέτυμολογικά
λεξικά.
Ή πραξιςτοΟ¤av| g0e|¦=πλέω, θαλασσοπορω)είναι. ¤av|g·at| o¤, ¤av| g·az| o¤e, ¤aνeg·acί ό¤.
Ή πραξιςτοΟ | ¤c| | ¤e|=κλίνωείναι . | ¤c| | ¤·at| o¤, | ¤c' | ¤·az| o¤e, ί ¤c' ί ¤·acί ό¤, | ¤c' | ¤·at| o¤Κ. Ο. Κ.
Καθώςδιαπιστώνουμε, στιςώςόνωλέξεις,θέματα,καταλήξεις, προθέματα,είναιόλαέλληνικά.
Άνάλυσις.
Nav| gaI| o¤. ¤av|s και ago,·ναΟς, να|ςάρχικως, καί όγω.
| ¤c' | ¤at| o¤. | ¤καίc' | ¤oκαιago, ένκαίκλίνωκαιόγω.
Άλλο παράδειγμα τοΟ ότι όλα τά συστατι κά μιας λέξεως είναι έλληνι κά, άποτελεί ό όρος
I|a¤ssuosIa¤I|at|o¤=μετουσίωσις.
¯° "Μερικά άπό τά όνόματα πού κληρονομήσαμε άπό τά έλληνικά λήγουν είς -ique, θά έλεγα -ικός, σύμφωνα μέ τήν κατάληξιν
πού χρησιμοποιούσαν οί 'Έλληνες γιά ταξι νόμηση. Άς δούμε τό "Μαθηματικά", τή "Φυσική" . . . τήν "ήλεκτονική" ι'j τήν "πληροφο
ρική" . . . . οί τεχνικοί όροι (τεχνική, κι αύτή έλληνική λέξι!) . . . Θά ξαναγίνουν στά άγγλικά πάνω στίς άρχαίες ρίζες, όπως ή λ. "τερ
ματικό" ι'j "λογισμικό .. , τά Έλληνικά καθορίζουν τό πνεύμα, τίς βασικές άρχές . . . Αύτή είναι ή έλληνική συνεισφορά πού άποκτήσα
με γιά πάντα!" ¦ Ζ. ντέ Ρομιγύ, Σuναντ.μέΆρχ. Έλλάδα,Έκδ. τόΑπγ, σλ. 2092¯0,.
¯0 Πρβλ. καίτό τούΉροδότοu. " . . . -τών Περσών- τά όνόματα . . . τελευτώσι πάντα είς τό αύτό γράμμα, τό -όποίον- οί Δωριείς μέν
"σάν" καλέουσι, 'Ίωνες δέ σΙγμα, Ές τούτο εύρήσεις τελευτώντα τών Περσέων τά ούνόματα. " ¦Α ¹ 39,
¯¯ Πρβλ. παράγωγα.έκτούόγω· όξιον·
έκτού όγω ·άγγλο act| on, προφέρεται¨όκσιον¨.
50 A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TAOΙ 0Y
Άνάλυσις.
I|a¤s = πέραν,εκτούτρύω
suo, εκτούύπό, ϋπο.
sIa¤ce, εκτούστάν,αίολ. τύποςτού ρ. ίστημι .
·aI| o¤, ή εκτούόγωσυνήθηςκατάληξις.
Πολύπλαγκτες έλληνι κές λέξεις... ¨Πόντοςάτρύγετος¨τοσπέρματους. . .
Συχνόταταή διαδικασίαγονιμοποιήσεωςτού δυτικούλόγουκυλάειμέσαάποδιαφορετικη ¦γιάκάθε
μιάάποτίςγλώσσεςπούεξετάζουμε) αϋλακα, ενώ στην πηγηάνιχνεύεταισταθεράή έλληνικη καταβο·
λή.
Έναργεςπαράδειγμαή λέξις"πένθος" .
Στάγαλλικά deu| | καί στά ίσπανικά due' o,εκ τού λατινικού de| eo=άφανίζω, όπερ εκ τού δηλέομαι,
πού σημαίνειβλάπτω,φονεύω¦δήλησις-όλεθρος, δηλητηρ=καταστροφεύς)έξούδηλητήριον.
Στά ίταλικά το πένθοςείναι ' uIIo, ' uguore στάγαλλικά ό πένθιμος. Έκ τούλατινικού | ugeo =λυπώ,
πενθώ, καί αύτοέκ τού λυγρόςπούσημαίνειλυπηρός, πένθιμος. λοιγΟς =φθορά, θάνατος.
Στά άγγλικά το πένθοςείναι mou|¤ εκτού memo|δηλαδη μνήμων, εκ τού έλληνικού μερμεΡ ος .
ό προξενώνφροντίδα,άνησυχία,ό όλέθριος.
ΣτάγερμανικάείναιT|aue|, άπ εύθείαςεκτούέλληνικούτΡ αγ y δί α .
ΤΟ ϊδιοσυμβαίνεικαί μετην λέξι π ε Ρ ι σ τ ε Ρ ά ¦όπωςκαί με πληθοςόλλωνλέξεων) .
Γαλλικά co' omoeκαί Ι ταλικά co| omoo, εκτούλατινικού co' umousη co| ymous =περιστέρι καί αύτο
εκτούέλληνικού κολυμβίς , είδοςπτηνού(Άριστοφ, ΟΡΝΙ ΘΕΣ στ. 304).
Στά ίσπανικάείναι pa| oma εκ τού λατινικού pa' umoa -περιστερά, καί αύτο εκτού πέλεια =περι·
στερά. ¦άρχ. πελιστερά)[ ¨φύγενωστε πέλεια¨ =έφυγεσάνπεριστέρι. Ι Λ. Φ 493) .
Άγγλικά ·καί Γαλλικά· είναι p| geo¤ εκ τού λατινικού ρί ρί ο =τερετίζω, πιππίζω. Πιππίζω σημαίνει
άκριβώς¨φωνάζω¨·επίνεοσσών·.(Βλ. Άριστοφ. ΟΡΝΙ ΘΕΣ στ. 307: ¨πιππίζουσικαίτρέχουσι ¨ ) .
Γερμανικά ή περιστερά όνομάζεται Tauoe εκ τού τ ι τ ί ς =βραχύ όρνίθιον. ΤΟ ρημα τιτίζω σημαίνει
πιππίζω.Τιτυριστηςείναιόαύλητής.
Αξίζει νά άναφερθη άκόμη το λεξιλόγιον τού"βι βλίου" καί οί διάφορες έλληνικες λέξειςκαί ρίζες
πούκαθώρισαντηνέννοιααύτηστίςξένεςγλώσσες.Διαπιστώνουμε ότι, όπωςάκριβώςκαίστάέλληνι·
κά, όλεςέχουνέναν κοινο παρανομαστή. το ύλικο επάνωείς τοόποϊονεγράφοντοτά γράμματα. Αύτο
τούλικοδίδειόνομακαίστίςγραμμένες¨σελίδες¨. ¦εκτούϋλη,σύλη-σέλμα, ξυλεία, ξύλινηπινακίς) .
Ή λέξις βι βλί ον είναι ύποκοριστικον της λέξεως βίβλος βίβλος η βύβλος
¯3
είναι Ο εσωτερικος
φλοιος τού παπύρου ¦κατά τον Εύστάθιον καί ή κάνναβις) άπο τίς ίνες τού όποίου κατεσκευάζοντο
σχοινία,ίστία, στρώματα, χαρτί. Ή χρήσιςείναιγνωστη καί στον Όμηρο, ό όποϊος τον εξοπλισμο τού
πλοίου τον χαρακτηρίζει 'Όπλον νεόςβύβλινον¨. Ή πόλις Βύβλος είναι ¨Κρόνου κτίσμα, άπό Βύβλης
τήςθυγατόςΜιλήτου¨ καί ¨Μίλητοςυίός ΑπόλλωνοςκαίΑρείας,κτίσας τήνΜίλητον¨. ( Στ. Βυζάντιος)
ΤΟ ύδατοχαρες φυτον "πάπυρος" έδωσε στην Δύσι το ¨χαρτί¨ . pap| er, pape' , paper . + . ή δε περγα
μηνη τηςΠεργάμου ¦πέργαμα=άκρόπολις) , τούςτίτλουςεύγενείας. ¨parchem| ¤s¨.
ΟίΓάλλοικαί οί Ι ταλοίτάβιβλίατουςτάόνομάζουν¨' ίνΓθ¨καί ¨| | oro¨εκτούλατιν. | ί o|umκαί αύτοεκ
τούέλληνικού λέπυρον =εξωτερικη μεμβράνη, λέπος ¨λέπι¨, ό ¨εύκολοχάρακτοςύμηνπούύπάρχειστο
εσωτερικοτού φλοιούτώνδένδρων¨.
ΤΟ βιβλίον άγγλικά λέγεται ooo< καί γερμανικά Buch. Άπο το λατινικοIagus, πού είναι ή έλληνικη
φαγος η φηγός, ή ίερά δρύς τού Διός. Άπο τον φλοιο της φηγος κατεσκεύαζαν πινακίδες
¯9
γραφης.
Γράφειό Πλούταρχοςείς τον βίον τού Πύρρου. επηρε ¨φλοιόνδρυόςκαίένέγραψε, πόρπη ,γράμματα. ¨
¯3 Αργότερα καθωρίσθηκε ώς ¨βύβλιον¨ το αγραφον καΙ ώς ¨βιβλίον¨ τό γεγραμμένον. Όταν δέ Ο Άντίγονος Γονατδς έστειλε
στον φιλόσοφο Ζήνωνα δούλουςεΙδικευμένους ¨είς βιβλιογραφίαν¨ ¦Διογ.Λαερτ. ¯, 30ì, δηλ. άντιγραφείς, σιγά·σιγά καί μέ άλλοί·
ωσιτης σημασίας ή λ. βιβλ|Oγραφίακατέληξε νάσημα|νηκατάλογο βιβλίων. Τό δέ ¨βιβλίον¨ χρησιμοποιείται σέ σύνθετες ξενικές
λέξεις,όπως B| b| | othèque. B| b| | og|aph| e, b| b| | oph| | κλπ...
¯9 Πίναξ =σανΙς ·(πρβλ. ¨πινακΙς τού Δισπηλιούτης Καστοριας¨τού °?°0πΧ) Έπίσηςσέλμα (=σανΙς),έξού¨σελίς¨ .
π0� Η ÷^¬ιΙ |¬ "0ι| ^000' ¬�÷ T0ι 0A"|0�^| 0 ^0"0
5 1
Ή έκφρασις ¨φύλλοχαρτΙ ¨διατηρείτην άνάμνησιτούγραΨίματος έπάνω σέ πλατειάφύλλαδιαφό·
ρων δένδρων. ¨πεταλισμάς καΙέκφυλλοφορία¨. Έχρησι μοποιούντο κυρίως φύλλα φοι νι κοδένδρων
έπειδη είχαν μεγάλη έπιφάνεια. (Οί κρητες λέγουν ότι τα γραμματα "ώνομάσθηκαν φοι νι κήια από τού γρά
φει ν έν πετάλοις φοι νίκων". -Σουίδας- ) .
'' | ¤ pa' ma| 0m Io' | | s p| | m0m sc| | pI | Iat0 m, de| ¤de a| oor 0m | | o| | s" . =Πρώτα έγραφαν σε πέταλα
φύλλων καί κατόπιν σε φλοιούς δένδρων.
Ή Σίβυλλα, ¨Io' | | sq0e ma¤daI ¤otas et ¤om| ¤a¨ =¦έπάνω σέ φύλλα στέλνει μηνύματακαί όνόματα)
(Αίνειάς, Γ' 44) . Γιαυτοκαίπολλέςπινακίδεςέχουντο σχήμαφοινικοφύλλου.
Αυτα λοιπονταέλληνικα φύλλα η φύλλι α, μέσψτούλατιν. Io' | 0m, έδωσαντογαλλ. Ie0| | ' e, τοίταλ.
Iog' | o, τοίσπ. ¤o|a,τοάγγλοIo' | o, τογερμ. |o' |
o.
Άκόμη καί οί θεωρούμενες ώς ¨ξένες¨ λέξεις "κώδι ξ" καί "τεφτέρι " είναι έλληνικές. Πρόκειταιγια
άντιδάνεια.
Ό Κώδιξ, έκ τού λατιν. codex ¦=βιβλίον, κατάλογος, συλλογη νόμων) προέρχεταιαπο την άρχαία
έλλην. λέξικωας=δέρμαπροβάτου. ¨Χρύσειονκώας¨είναιτοχρυσόμαλλονδέρας.
ΤΟ κωας codex φέρειτην άνάμνησιτήςέπίδερμάτωνγραΦής. Όπως άκριβωςκαί η διφθέρα =
δέρμακατειργασμένονδιά γραφήν. ¨Τόςβίβλουςδιφθέραςκαλούσι, όπά τούπαλαιούκαιρούοίΙωνες. ¨
Καί οί θεοίέγραφον είςδιφθέρας. "Ζεύς κατεϊδε χρόνι ος εί ς τος διφθέρας. " Οί Τούρκοιτο πρόφεραν
βαρβαρικαώς¨τεφτέρι¨.
Δu τι κ ό
τ
ρ ο πη σκ έ ψι ς
Έκτος σμως άπο τίς βαρβαρικές έκφορές ·προφορές, έχουμε την περίπτωσι τού δυτικότροπου,
άφελούς, παιδικού σκεπτικού κατα την όνοματοθεσία. Όσα όπρεπώςμετεβλήθησανεΙςτήνλατι νικήν
γλώσσαν. ¦' Ήί s | ¤deco|a | ¤ Lat| ¤0msermo¤em m0tat| o¤e. ") -Qui nt. 2. 1 4. 4-
Λ. χ. ΤΟ "αγαλμα" το όποίον οί Έλληνες το καθώρισαν ώς ¨έφ Ψ τιςόγόλλεται ¨, οίλατίνοιτο είδαν
απλωςώςκάτι¨άκίνητον¨καίτοώνόμασανsIat0aέκτούίστημι,ίσταμαι.
Τον¨ο
ί
κον¨ό όποίοςσημαίνει¨είςτονχωρονμου¦¨Ο¨)tκω¨=φθάνω,οί δυτικοίτονέφιαξαναποτα
¨χάσματα¨· λατ. ¤us.
30
ίταλ.casamaIa=υπόγειον, έξ ουcasa, ¤o0se, Ha0s, ¤ùs κ. λΠ. Κ . λΠ.
Έκτούϊκω παράγεταικαί ό ίκέτης, το ίκετεύω, μέτηνέννοια "φθονω", προσφεύγωεί ςτονβωμόν
τούθεού. Ένω οιλατίνοιτοείδανώςsupp' | co,έτ. έκτούs0o+p| |co¦υπο+πλέκω) , δηλ. κάμπτωταγόνα·
τα.
Τονεϋμορφον ¦ευ+μορφη)οιδυτικοίτόν είπανp0| c¤e|, ¨έκτού ¨πολύχρωμος¨ . ¦ ' )
Τόν "ξένον" οί Έλληνεςτον είδαν καί ώς "φίλον": ¨ξεϊνοι πατψοι ¨-φίλοιπατρικοί.
ΟίΛατίνοιτονείδανώς¨έχθρ都βλ. λήμμα¤ôp| ta' ) . Αυτότόπαρατηρείκαίό Μ. Serv. Ho¤o|at0s.
3¹
· Ουί e|a¤I O|aecor0m ¨ ¤osIes¨, ξένους appe| ' a¤I. | ¤de ¤osIr| ¨ ¤ostes¨, p|o ¤osp| t| o0s d| xe|0¤t, ¤am
| ¤| m| c| d| ceoa¤I0|. ¨ =(Αύτοί πού γιό τούς 'λληνες ήσαν φιλοξενούμενοι, ξένους τούς ώνόμασαν . . , ενώ εμείς
"hostes" τούς ξένους .. , διότι έχθροί όπεκλήθησαν .. . )
Ό Έλλην "ανθρωπος" ¨oνω θρώσκει καΙ όναθρεϊα oπωπε` ' ό δυτικος παραμένει χωμα ¤omo
¦ ¤omme, ¤Omo, ¤omore) .
ΤΟ "χρήμα", ή έλληνικη γλωσσα τό καθώρισε ώς κάτι πού χρησιμοποιείται. Οί δυτικοί το είδαν
a|ge¤t0m, a|ge¤I, όργυρον
3?
προςφύλαξιν.
ΤΟ ρήμα "εχω" ¦=κρατω, κατέχω, Φέρω) , οίλατίνοι το είπαν ¤aoeo έκ τού όπτω, κάπτω, ''χάπτω' ' ,
δηλ. αρπάζω. Άρα, για την δυτικη σκέψι, προυπόθεσις τού ¨έχειν¨ είναι το ¨άρπάζειν¨. Γι αυτο καί ή
άρχικη σημασία τού ¤aoeo ¦-έχω) είναι ¨καταλαμβάνω¨. ¦ίταλ. ave| e, γαλλ. avo| |, ίσπ. ¤ a o e | , άγγλο Ι
¤aνe, γερμ. ¤aoe¤) .
30. πρβλ. Προμηθ. Δεσμ. στ.-°2 "κaτώρuχες ενaιoν ώς μύρμηκες" =είςόρύγματαύπότήνγηνδιέμενονώςμύρμηκες.
3¹ ΣχόλιαείςΑίνειάδα- -23
o2 αργυρος έκ τοΟάργός=λαμπρός,άστραφτερός¬αργυρος¬λατ. a|genIum¬γαλλa|gent¦τόχρημα), ίταλκαί
ίσπ. a|gento,αγγλ a|genI ¦ΕξαύτώνκαίήΆργεντινή A|genI|na) .
52 A^^A T<| ²000Y^0Y ÷Y�ΤA0Ι 0Y
Ύπάρχουν όμως καΙ έλληνι κώτατες λέξει ς οί όποίες θεωρούνται ¨ξενικές¨ . Άλλά,'Όϋκ έστι
τοϋνομαβαρβαρι κόν. . . ¨ όπωςγράφεικαΙό Πλούταρχος.
33
Άλλοτρί οι ς όνόμασι ν έαυτοUς καλλωπίζουσι
8
4
Ένδεικτικώς, άναφέρομεν.
Χιτών: Ό σφετερισμοςτής λέξεως¨χιτών¨πρέπειπράγματιναόφείλεται στην έσφαλμένηαπόδοσι
¦εϊτε σκοπίμως εϊτε έξαγνοίας)τής έκφράσεως ¨χι τώναφοι νικούνένδεδυκώς¨, όπου φοινικούς σημαί·
νειέρυθρος καΙδένέχεισχέσιμεξενικηέθνικότητα, με ¨φοινικικη¨ προέλευσι.
3°
Ή λογικη αρχητήςλέξεως πρέπεινα αναζητηθήεΙ ςτο ρήμα κεύθω =καλύπτω, κρύπτω.Αύτογίνε·
ταιφανεροαποτονΙωνικοτύπο"κι θών", καΙδιέναλλαγήςτούψιλού κ εΙςδασυΧ, καΙτούδασέος θ εΙς
ψιλΟν τ, χιτών. Ό χιτών κιθών, κιτών δωρ. , φερόμενοςκατάσαρκα ύποτο ίμάτιον, εκευθε πράγματι
το σώμα. Γι αύτο αλλωστε ¨χιτών¨ όνομάζεται καΙ ¨μέρος σανδαλίου καλύπτον τό σώμα¨. αλλό καΙ ό
πολεμικοςθώραξ, αλλως"κίθαρος". Κίττυλαείναι τακελύφη τών καρπών.
Ή λέξιςκι θών η κίθαρος δενένθυμίζειτυχαίωςτηνκίθαριν - κι θάραν αφού καΙή κίθαριςκατάγεται
έκ τού κεύθω. τηνπρώτη κιθάρα ·λύρα κατεσκεύασε ό Έρμής απο κέλυφος χελώνης, τό όποίον κέλυ·
φος πράγματι κεύθει την χελώνα. Γι αύτό είναι τελείως ανακριβές, αλλα καΙ παράλογο, ότι ό κι θων
χιτών τυγχάνει δάνειον έκ τού σημιτικού ΚΕΤΟΝΕΤ. ΤΟ σημιτ. ΚΕΤΟΝΕΤ είναι δάνειον έκ τού έλληνι·
κού κι θώνος, όπως ακρι βώς καΙ το αραβι κο ΚΑΤΤΑΝ , καΙ το τουρκι κο ΚΑΦΤΑΝΙ . Άκόμη καΙ το
Πολυνησιακο ΗΙ ΤΑΝ=περίζωμα.
30
Άπανταταανωτέρωκατάγονταιέκτήςέλληνικής. κεύθω, κεύθμα, κευθμός, κευθμών, κεύθος, κεύθη·
σις = απόκρυψις. ΤΟ ριζικό ρήμα κεύθω έχει καΙ την έννοια ¨περιλαμβάνω έντός μου τινά¨,
3¯
καΙ αύτο
ακριβώςποιείό κιθών ότανένδυόμεθα , δηλ. βυθιζόμεθαέντος αύτού. Γιαύτό ό χιτώνόνομάζεται
καΙ κυπασσίς, έκ τού κύβος = κοίλωμα, έπειδη μας περιλαμβάνει έντός, μας καλύπτει. Ό αύτός δηλ.
συνειρμοςπού ένυπάρχει καΙστηνλέξιλώπος - ένδυμα. μας περιβάλλει ώς λέπος =λέπι, φλούδα. Έκ
τούλώπος, τόαντιδάνειον¨ρόμπα¨.
Ή λέξι ς"αγγελος" έξετάζεται ίδιαιτέρως. έτυμολογικακαΙ σημασιολογι κά.
α) έτυμολ. . δεν αποδεχόμεθα την τάχα περσι κή της προέλευσι . είναι καθαρώς έλληνι κή. ·ώς
παρά τούείκω = όμοιώ, γίνεται τόείκελος, οϋτωκαΙ παρά τούάγωγίνεται τό άγελοςκαΙ άνγελος,
άγγελος . . . ² ( Ε. Μ. ) -
β) σημασι ολ. . «ή γλώσσα ώς αγγελι αφόρος αγγέλλει καΙ γνωστοποιεί τον ένδιάθετο λόγο» .
¦ '' αγγελος γλώσσα¨ - Εύρι π. - ) ΤΟ ότι ή λέξι ς ήτο αρχι κώς " ανγελος" έπι βεβαι ούται καΙ απο την
αναθηματικη έπι γραφη ή όποί ααπεκαλύφθη κατα τΙ ςανασκαφες τής Άκροπόλεως καίαναφέρεται
εί ς τον πολέμαρχον τής Μάχης τού Μαραθώνος Καλλί μαχον. Ή έπι γραφη εύρί σκεται εί ς το
Έπίγραφι κονΜουσείον Άθηνώνκαίέχει ώςέξής.
ΚΑΛΛΙ ΜΑΧΟΣ Μ ΑΝΕΘΕΚΕΝΑΦΙ ΔΝΑΙ ΟΣΤΑΘΕΝΑΙ ΑΙ
ΑΝΓ ΕΛΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΗΟΙ ΟΛγ ΜΠ | Α ΔΟΜΑΓ ΕΧΟΣ Ι Ν
Ή λ . 'Όγγελος" είναι φανερον ότι έπλάσθηκε απο το παρακελευστικον ¨άγε δή¨ = έμπρος λοιπόν. .
Συχνότατα το ¨αγε¨έπιτάσσεται τής Προστακτικής. ¨άγε φέρε¨. Το''oγω'' ώς σύνθετον με την πρόθεσι
¨ανά¨, ¨ανάγω¨, σημαίνειπαραπέμπω τινά. ΤΟ δε μέσον ¨ανάγομαι¨ σημαίνειέτοιμάζομαι, σαλπάρω. ΤΟ
πρόσωπονλοιπονπουακούεισυχνατηνπροσταγην ¨άνάγου¨, είναιένας¨ανάγελος¨ ¨ανγελος¨
33
Ήθ. 3¯°C, D
84. ΡωμανόςΛεκαπηνός
3°. "Φοίνιξ υίόςτοΟΑγήνορος (αγαν+άνηρ)καίτήςΤηλεΦάσσης(τηλε+φαίνω)καίέγγονόςτοΟΠοσειδώνος.
Φοίνιξ: όβαθυκόκκινος, έξούκαίηλέξις"φόνος¨ ».
Απλώς, μάζεςλαών νομάδων,πουδένδιέθετανοϋτεκαν όνομα,έσφετερίσθησαντόόνομα¨Φοίνικες¨γιονάάποκτήσουνίστο·
ρικη όνομασίακαίκαταξίωσι. Κατόπιν, καθως τουςείχε άνοίξειη όρεξις, θέλησαννά παρουσιάσουν ως ίδικό τους τό λεξιλόγιο
πουέδανείσθησανάπότουςΕλληνοφοίνικεςτήςέλληνικήςΦοινίκης.
"Φοι νίκη: ηκόκκινη, ηροδαλήάγαπημένητοΟΘεοΟΠοσειδώνοςκαίμήτηρτήςτορωνης.»
30·βλ.σχετικώςNÒRSJÒSEPHSÒN¨ΈλληνικάΓλωσσικάΣτοιχείαείςτάςΔιαλέκτουςτοΟ ΕίρηνικοΟ¨·HELLEN| CUM
PAC| l| CUM, Πανεπιστ.Έκδ. Χαιδελβέργης 1 987, | SBN3·b33·03829·7.
3¯
Βλ Όμηρ.Λεξ. Πανταζίδου, Έκδ. Σιδέρη 1 921 .
π0� Η �^^¬Ι| |¬ |0Ι| ^000' ¬< T0Ι 0Α||Ο�/Ι Ο ^0|0
53
¨όγγελος¨. Ηκατάληξις·ελοςέκτούειλέομαι=περιφέρομαι. Στιςπινακίδεςτης Γραμμ. Β, είναιγραμμέ·
νο ώς Α·ΚΕ·ΡΟ, διά συνήθους τροπης τού λ εις ρ. Έτσι και οί Πέρσαι τό έμιμήθησαν ώς όκερος
όκαρος¯" όγγαρος. Εξ ούκαίόπαρασάγγης¦μέτρονόδού) , ό περσ. ¨Iarsa¤g¨, ¨δι ούόδγγαροςφέρεται¨.
("Εκ τού ρ. αγω, καί ό διάκτωρ ;αγγελος) .
άρραβών
:
Θεωρείται σημιτικης προελεύσεως, είναι όμως λέξις άκραιφνώς έλληνική. Η σημιτική
LHABON η AHHUBAH τυγχάνει ή άλλοιωμένη προφορά τού έλληνικού ¨άρραβώνος¨ . Αρραβών σημαί·
νει l ) χρηματική προκαταβολή, ¨άρραβωνα δοι:ναι τι νός¨ 2) έγγύησις 3) μνηστεία. Η ¨μνηστεία¨ φέρει
ειςτήν μνήμην, ύπενθυμίζειτρόποντινάμίανύπόσχεσιν.
O άρραβών έτυμολογείταιέκ τού άθροιστ. α + ράπτω = συνείρω, συνδέω, συνάπτω ¦οίλέξεις που
άρχίζουν άπο ρ, κατό τήν σύνθεσιν, διπλασιάζουν αύτό, π. χ. α+ρίζα όρριζος, έσω+ρούχον ¯ έσώρ·
ρουχον Κ. Ο. Κ. ) . Δυνατον όμως καί νό προέρχεται έκ τού αρ τού όραρίσκω +ράπτω. Αρραβών λοιπον
είναιισχυρόσύναψις, δεσμός, σύνδεσις. Oαύτοςσυνειρμοςένυπάρχεικαιειςόρχαιοτάτηνπερίφρασιν
διότόν γάμον. ¨άρμόζει ντήνθυγατέρα¨σημαίνει ύπανδρεύω τήνθυγατέραμου. ¨άρμόζεινκόΡoδνδρα¨
¦ Πίνδ. Πυθ. 9, 207) .
Γι αύτό όκρι βώς, μέχρι σήμερα, στήν έλληνική ¦ ¨γκρεκάνι κη¨) δι άλεκτο της Κάτω Ί ταλίας το
¨παντρεύομαι¨ η ¨νυμφεύομαι¨ είναι "e|mazome" δηλ. όρμόζομαι ¨' armamenos" είναι ό ¨παντρεμένος¨.
π. χ. "Ι <| ate|a mu ermazete" =ή θυγατέρα μου όρμόζεται = παντρεύεται. Πρβλ. και όρμαστρα = ή μνη·
στεία.
ΟίΛατίνοιτήν λ. όρραβων τήν μεταγράφουν ορθώς ώςAHHHA, διατηρώντας τήνδασύτητατού ρ,
όπως άκριβώς και οί γάλλοι. AHHHLS ¦πρβλ. |hθtor, |hθto|| que) . ΟΤερέντιος Βάρρων( De Lί ngua Latina
5. 1 74) σαΦώςπαραδέχεταιότιήλέξιςείναιέλληνική. ¨a||aoo, hocve|oum ag|aecoάρραβών. ¨
OλεξικογράφοςΗσύχιοςδιασώζεικαιδύοόλλουςτύπουςτηςλέξεωςάρραβών.
l ) άρυφή ¦πρβλ. ¨ραφή¨ ) και2)όρφα.
O Επαφρόδιτος,όπωςάναφέρειτό Ε. Μ. , έτυμολογείέκτού ραιβός, προσθήκη στερητικούόλφα,
όμήσυγχωρωνραιβήν γενέσθαι τήν πίστι ν τωνσυναλλαττόντων, δηλ. νόπαραμένηή συμφωνίαάρρα·
γής. Ίσως, στον πυρηνα της λέξεως, κωδικοποιούνται δύο έννοιες όμού, κάτι το όποίον συναντάται
συχνόστιςέλληνικέςλέξεις. ΤΟ βέβαιον συμπέρασμαείναιότιό ¨άρραβων¨τυγχάνειέλληνικης καιόχι
σημιτικης έτυμολογίας. Αυτο συμβαίνει μέ πάμπολλες θεωρούμενες έβραίκές λέξεις, οί όποίες έχουν
κατασκευασθηέπιτώνάναλόγωνέλληνικών, όπως λ. χ. το ¨όμήν¨, ό ¨Μεσσίας¨,καιόλλες.
·Αμήν: ¦λατιν. ΑΜΕΝ) , έκτού όμηρικούβεβαιωτικού ¨Ήμήν¨ η ¨Ήμέν¨ η καιμονοσύλλαβον ¨Ημέν¨,
πάντοτεέπιβεβαιώσεως,δηλαδή¨άληθώς¨. Τόσοντό ¨η¨ όσονκαιτό ¨μήν¨ είναι ισχυρόβεβαιωτικά.
¨Ή μήν πόνος έστί ν¨ = στ άλήθεια ύπάρχει πόνος (ϊλ. Β 291 ) . · ¨Ημέν έμαρνάσθην¨= άληθώς
ήγωνίσθησαν(Η 301 ) . ¦ Πρβλ. ¨άμήν, άμήν, λέγω ύμϊν¨). Ετυμολογικώς, έκ τού γ' έν. τού ρήμ. ήμί =φημί.
Ή =είπεν
όρα,η =άληθώς. ¦ Πρβλ. . ¨ηδ ός¨= ¨αυτόςέφα¨. )
Μεσσίας: Είναι ό μέσος, ό ένδιάμεσος, ο σωτήρ, ώς μεσολαβών μεταξυ θεού και άνθρώπων.
Απαντάταιγι όπρώτηφοράστήν Κ. Διαθήκη. O¨μέσος¨γράφεταικαι ¨μέσσος¨,κυρίωςποιητικώς.
Τοότιπολλέςσημιτικέςλέξειςόμοιάζουνπρόςτις έλληνικές,αυτόδένσημαίνειότιήέλληνικητις
έδανείσθη έκ τών σημιτικών γλωσσών, άλλό τό άντίθετο. λ. χ. κοέν = ίερεύς, έκ τού έλληνικού κόης =
ίερεύς, γόης, ό έκβάλλων γοερός κραυγός κατα την ίεροτελεστίαν. - θωρά, έκ τού έλληνικού δώρα.
σαχρεντίν, έκτούέλλην. συνέδριον. σερανειμ έκτούτύραννοςκλπ. κλπ.
33
Ως ¨σημιτικές¨ χαρακτηρίζονται έπίσης ¦όχι μόνον στα Λεξικα αλλό και στα διάφορα ¨όρθρα¨ τό
όποία έσχάτως άσχολούνται μέ τήν ¨Ί στορία της Έλληνικης Γλώσσας¨ και διαδίδονται ευρέως ώς
¨ένθετα¨ Εφημερίδων)οί λέξεις έλέφας, σήσαμον, χρυσός, παρότιανεγνώσθησανηδηστις Πινακίδες
τηςΓραμμικηςΓραφης Β, οίόποίεςείναιπρογενέστερεςτηςέμφανίσεωςτών¨Φοινίκων¨.
33 (Βλ. καί"JosephYahuda ' ' Heb|ew |s G|ee<", BeckeI ÒχIo|d Pub| | c. 1 982 |SBN 0·7289·001 3·0, όπουό συγγραφεύς καταλήγει
είςτό συμπέρασμα ότι "τά Εβραϊκά ε[ναι Ελληνικά μέ προσωπείον" ·' ` Heb|ew| sG|eek w|Ih a mas<on". ·)
54 A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�ΤA0| 0Y
Έλέφας: Ύποστηρίζουνπολλοι ότι ή λέξις είναι δάνειον, έπειδη στονέλληνικο χωρο δεν ύπήρχαν
ελέφαντες. Συμφώνως όμως προς τις πρόσφατες άποκαλύψεις τού Άρη Πουλιανού, ελέφαντες
ύπήρχαν στον ελλαδικο χωρο εδω και εκατομμύρια έτη. Ό έλέφαςετυμολογείται έκτού ρ. έλεφαίρω,
έλεφαίρομαι, που σημαίνεικαταπατω,έξαπατω, καταστρέφω. Ή λέξις φανερώνειτηνάλγεινηέντύπωσι
που προκαλούσε στον προιστορικοόνοματοθέτητο ζωο αύτό, όταν περνώντας κατά άγέλας, καταπα·
τούσε και κατέστρεφε τά πάντα. Ή ελληνικη αυτη όνομασία uί oθετήθη-ε και άπο το δυτ. λεξιλόγιο
(el ephant, elefante, elefant κλπ. ) όπου χρησιμοποιείται συμβατικά, χωρις νασημαίνητίποτε. Στιςπινακί·
δεςτής Γραμμ. ΓραΦής Β κλίνεταιόπωςακριβως καισήμερα. ε·ρε·πα, ε·ρε·πατο, δηλ. ελέφας, ελέφα·
ντος.
Ή ρίζα τού ρήματος έλεφαίρω εύρίσκεται και στο όνομα τού Έλεφήνορος, τούγενναίου αρχηγού
των Άβάντων ¦ελεφαίρω+άνήρ, πρβλ. ¨ρηξήνωρ¨) , άπογόνου τού Άρεως και υίού τού Χαλκώδοντος'
Πρβλ. και τονστίχοτούΉσιόδου (Θ 330) ο όποίος άναφέρειότι ό λέων τής Νεμέας ¨έλεφαίρετο Φϋλα
άνθρώπων¨.
Είναι προφανες ότι απο την ισχύουσα έκφρασι ¨το τάδε ζωον έλεφαίρεται¨ μέχρι την όνομασία
¨ελέφας¨γιαέναζωοτοόποίονπράγματιπολυέλεφαίρεται, ή άπόστασιςείναιμηδαμινή.
Σήσαμον, κοινως σουσάμι . ΈκτοΟ σήθω =κοσκινίζω, κτυπω. Παρακείμενοςσέσησμαιη σέσημαι.ΤΟ
σουσάμιάποφλοιοΟταικαιάλέθεταιδιαποικίλαςχρήσειςσήσις= κοσκίνισμα, προφανωςέκτοΟσεί ω.
Γραμμ. Β. ΣΑ·ΣΑΜΟ
Όμηρος. ¨σήσαμονάμφενέμοντο¨.
Άλκμάν. ¨σασάμψ τεκήν πελίχναι ς¨.
Χρυσός
ë+
ΓΆργυρον χρυσόν τε, τις φήσειεν αν πάροιθεν έξευρειν έμοϋ; " ·ΠρομηθεύςΔεσμ Αίσχ. ¯0?·,
·· Η λέξις ¨χρυσος¨ κατα την Masson Ε. είναι σημιτικής προελεύσεως και περιήλθε στους Έλληνες
άπο τους σημίτες οί όποίοι έμπορεύοντο το πολύτιμο αύτο μέταλλο. Βεβαίως, λέγει ή Masson, ό
χρυσοςήτανάνύπαρκτος στις σημιτικες περιοχεςαλλα τον προμηθεύοντανοίΣημίτες άπο την Νουβία
η την Άραβικη χερσόνησο. Ή Έλληνικη γή είχε χρυσό, κατα την Masson, άλλα όχι όφθονο. Αύτο δεν
είναι όρθο διότι στην άρχαιότητα ύπήρχαν πλούσια κοιτάσματα χρυσοΟ στον ελλαδικο χωρο ¦ Παγγαίο,
Θάσος, Εϋβοια, Σίφνος) . Ή λέξις χρυσος μαρτυρείταιγια πρώτη φορα στα Άκκαδικα ("khr") κα| χρονο·
λογείται περιτο2300π. χ. Βάσειτωνώςόνωπραγματικωνδεδομένων, ή Masson καταλήγειότιή λέξις
¨χρυσος¨ είναι σημιτική. ΤΟ συμπέρασμά της πρέπει όμως να εξετασθή και ύπο το πρίσμα των νέων
άρχαιολογικωνεύρημάτωνόπωςΠ. χ. τα κυκλαδικα χρυσό κοσμήματα πουείχεστην κατοχήτουάρχαιο·
κάπηλος και τα οποία έχρονολογήθησαν στην 5η Π. Χ. χιλιετία ¦ΤΑ ΝΕΑ ¹ Όκτ. ¹ 997) . Δηλαδη οί
Έλληνες, πέντεχιλιετίεςπ. χ. , κατεσκεύαζανχρυσάαντικείμενα. ΣτονΚρατύλο ¦430β)άναφέρεταιάπο
τον Σωκράτη ότιτο όνομαείναιμίμησιςτοΟ πράγματος. Δηλαδη τοόνομα προϋποθέτειΤnνϋπαρξιτοΟ
πράγματος. Είναι απίθανο οί Έλληνες να κατασκεύασανταχρυσάαύτακοσμήματακαιϋστερανα περί·
μενανπλέοντων2000χρόνωνγιαναυίοθετήσουντο όνοματοΟ μετάλλουάποτουςσημίτες. Ό καλλι·
τέχνης που δημιουργεί μορφες είναι τουλάχιστον ίκανος να όνομάση το ύλικό του. ¨Τελχίνες. οί δέ
είπόντες τρείς αύτούς είναι όνόματα, Χρυσόν καί ΆΡΥυρονκαί Χαλκόν, όμωνύμως Όλη ηνεκαστος
εύρε. ¨-Σιμμίας άπόσπ. 1 7-
Ήδη σττν ΓΓΒη λέξις ¨χρυσος¨ είναι δόκιμη και απαντάται με τις εξής μορφές. kuruso =χρυσός,
kurusojo =χρυσοίο ¦γενική) , kurusapi =χρυσαφί , kurusowoko =χρυσουργός.
Περαιτέρωό Ήσύχιος διασώζειτις αρχαίεςλέξεις ¨χλουνος¨και ''γλουρος' ' =χρυσόςκαι ''γλούρεα' '
=¨χρύσεα¨. ¨Κουρούσης¨όνομάζεταιό χρυσοχόοςενΖακύνθψ.
Οί Τσάκωνες, κάτοικοιτήςενΆΡ-αδίζΚυνουρίας, έωςσήμερατονχρυσοτονλένε''γρουσό'',¨χρουσό¨,
και τον ϊκτερο ' ' γρουσί' ' (Χ. Δάλκος, περιοδικό Ο. Σ. Ε. 1 997 τ. 7). Ή άσθένεια αύτη στην νέα Έλληνικη
καλείται¨χρυσή¨άπο τοχαρακτηριστικο χρυσό χρωματοΟ πάσχοντος. ΟίΤσάκωνεςδηλαδηδιατηροΟν
φωνητικεςμεταβολεςτήςλέξεωςώςκατάλοιπαπαλαιοτέρων φάσεωντήςγλώσσης, καισυνειρμικους
ë+ Σχετικώςμέτηνλ. χρυσός,παραθέτουμετηνθαυμάσιαέργασίατούμαθητούμας· σπουδαστούτήςΕΛΛΗΝΙ ΚΗΣΑΓΩΓΗΣ
Γ. Νάσκαρη,δικηγόρου Πειραιώς. ¦ ΉένλόγψέργασίαέδημοσιεύθηκαίείςτόΠεριοδ. ¨ΔΙ ΚΗΓΟΡΙ ΚΗΕΠΙ ΚΑΙ ΡΟΤΗΤΙ¨36).
( ':ιός παίς ό χρυσός. " ¦ Σχόλ. είς Πινδ. Πυθ. |V,41 Ο)
π0� Η �ΛΛΗι' ² Η |0Ι' ^000| ¬< T0Ι 0A"²0�^| 0 Λο"ο
55
συσχετισμούςάποείκόνες τούβί ουοίόποίεςάποτελούν το ύπόβαθροτηςγλωσσογενέσεως. Η κατα·
γωγή τώνΤσακώνων είναιάποτούς Λάκωνες. Η διάλεκτός τους είναι ή μόνη νεοελληνική όμιλουμένη
διάλεκτος πού προηλθε άποτήνάρχαίαΛακωνική (" Εγκυκλοπαίδεια ·· Ηλως). O Vi l l oi son χαρακτηρίζειτήν
Τσακωνική ώς νέα Λακωνική. Κατά τον Αριστοτέλη καί τον Πυθαγόρα, ή λακωνική είναι ή άρχαιοτέρα
Ελληνικήδιάλεκτος. ¦ Πρβλ. καίΚρίσσα, π. Φωκίδος, νύνΧρυσό) .
Επισημαίνεται ότιό Ομηρος καίοί κλασσικοίδέν χρησιμοποιούν τήν νεοελληνική λέξι ¨χρυση¨γιά
νά περιγράψουν τήν ώςOνω άσθένεια, άλλά τήνλέξιtκτερος. Συνεπώς ή λέξις ''γρουσί'' ¦=χρυση) πού
διατηρείταιστήνΤσακωνικήδιάλεκτο, συνέχειατηςάρχαίαςλακωνικης, παραπέμπει σέ χρόνουςπαλαι·
οτάτους έως πρωτοελληνικούς. Αύτο έπιβεβαιώνεται άπο τον Ησύχιο, τον λεξικογράφο άρχαίων καί
σπανίων Ελληνικών λέξεων, ό όποίος διασώζει τίς λέξεις ¨χλουνος¨ καί''γλουρος'' μέ τήν έννοια τού
χρυσού. ¨
Σημ. Συγγρ. : Δεδομένου ότι ό Κων/νος Οίκονόμος ό έξ Οίκονόμων (¨Περί τής Γνησίας προφορας
τής Έλληνικής Γλώσσης`) έτυμολογείτήν πόλιν Φλώρινα έκ τού φλωρός, όπερ έκ τού χλωρός, συνά·
γεται ότι οί λέξε�. χλόη, χλωρός, φλόος, φλωρός, ¨φλουρ¨, γλουρός, γρουσός, χρυσός, έχουν ώς
άφετηρίατήνάναβλύζουσα, άναβλαστάνουσα πρασινοκίτρινη, χρυσοκίτρινη χλόη `Zιά πολλώνόνομά·
των. μορφή μία¨. ¦ Εκ τού χλωρός, γλούρεα, ¯ άγγλοσάξων gel b =κίτρινος, Gol d =χρυσός, Gel d =ΤΟ
χρημα, το άργύριον. Καί το τουρκικο ¨γρόσσι¨. " Ενώ τό λατινογενή ΟΓ, ΟΓΟ, εκ τού aurum, όπερ εκ τού "αύγη
ώρόρει ", αύρων (όμα τη έψ) , αύρον, θησ-αυρός, επ-αύραμαι ^ καρπούμαι , κερδίζω, όπαντα εκ τού χρυσίζοντος
χρώματος τής αύγής. )
Ολίγεςάκόμηλέξεις,άποτίς συχνότεραάναφερόμενεςώςξενικές
Οίνος, δηλ. |οίνος. Εκτού¦|)ονίνημι= ώφελώ.
Οπωςέκ τού είμι οίμος,έτσικαί έκ τού όνίνημι¯ όνησις,όνειαρ, οίνοςκαίόνείατα=φαγητά.
Ο οίνοςκαίτάόνείατα φέρουνόνειαρ. ·ΤΟκρασίκαίτοφαγητοώφελούν.
Ξίφος: άναφέρεταικαίαύτήώςσημιτική'
Ή έτυμολογία της είναιάρχαιοτάτη καί άπλουστάτη. σκίπω ¦=νύσσω) σκίφος=ξίφος¦αίολ. ) .
σκίφος·κσίφος·· ξίφος. Σχετικονκαίτοξέω ¦κσέω) .
Λέων: ΤΟ Λεξ. J. HOFMANN έτυμολογεί έκ τού έβρ. LAJI S, Oνευ περαιτέρω έξηγήσεως. Ομως ό
λέων η λίς έτυμολογείται άπο το ρημα λάω, λεύσσω =άτενίζω, θωρώ. ¨Τό δέ λέων, παρά τό λάω τό
θεωρώ. Όξυδερκέστατονγάρ τό θηρίον¨. - Ε. Μ. - Μέσψ της λατινικης, l eo, ("Ieo, ex graeca i nfl exum est
in Lati num") έπέρασε καιστιςόλλεςγλώσσεςώςl i on, l eone, l ebn, ΙδWθ.
Κάμηλος: τό ώς όνω Λεξ. έτυμολογεί έκ τού έβρ. GAMAL, ένώ στήν ούσία το GAMAL προέρχεται
έκ τού έλληνικού κάμηλος η χάμηλος, διότι το ζώον αύτο χαμηλώνει διά νά φορτωθη καί νά δεχθη
άναβάτην. Πρόκειται περίτης συνήθους έναλλαγης τών ούραν. κ, γ, χ . . χάμηλος κάμηλος. ¨ανδέν
γονάτιζε ·χαμήλωνε· ή καμήλα, δέν θά τήνέφορτώνανε. ¨ Ο Ήσύχιος καταγράφει καί τον τύπο ''γαμά·
λη¨ , χαμάλη, κάμηλος. ¦ Μέσψτούλατ. camel us, τά δυτ. chameau, camel l o, Camel , Kamel . ) . Πρβλ. καιτό
¨τουρκ. ¨ ¨χαμάλης¨, έκτούίδίουσκεπτικού.
Περι στερά: ή περιστεράάναφέρεταιώς¨πιθανόνξενική¨ένώτό Ε. Μ. έπεξηγεί. ¨παρά τό πέτεσθαι
στερρώς ι¡ παρά τό περισσώς έραν' θερμότατα γάρ κατά συνουσίαν είσί, διό καί τή Αφροδίτη
άνάκει νται ¨. Πιθανότερον όμως, έκτούπέλεια·πελιστερά,περιστερά.
Σίδηρος: Εσχάτως όρχισε νά άναφέρεται καί ό ¨σίδηρος¨ η ¨σίδαρος¨ ώς ξενικης προελεύσεως,
παρ ότι το Λεξ. Lι DDΕLL SCOn γράφει ότι ή λ. σίδηρος ¨άπαντα μόνον έν τ
ή έλληνικ
ή γλώσση¨. Τό
Λεξ. JOS. HOFMANN άναφέρει . 'Àέξις ξένη άγνώστου προελεύσεως¨¦ ' ) χωρίς νά έπεξηγη τό διατί.
Ομως, ή έτυμολογική άνίχνευσις της λέξεως προδίδει όχι μόνον τήν έλληνική της καταγωγήάλλάκαί
τήν άρχαιοτάτη κατεργασία τού σιδήρου άπο τούς Ελληνες. ¨Γλαύκος γάρ Χίος, σιδήρου κόλλησι ν
εύρεν¨. Γιαύτοκαίό Πλάτων (Φαιδ. 1 08 o) 'Γλαύκουτέχνην¨ άποκαλείτήνέπεξεργασίανσιδήρου. 'Έύρέθη
σίδηρος έν τή
Ιδη, εύρόντων τών ΊδαίωνΔακτύλων. ¨ - Πόρων Χρονικόν- Ετυμολογείται έκ τού σίζω καί
έκτούϊδη. Σίζωσημαίνεισυρίζω·''σίδηρος' ' , έκτούηχουτού προκαλουμένουότανκατάτήν διάρκειαν
της κατεργασίας του βυθίζεταιθερμος είς το ψυχρον ϋδωρ. ¨Ώς οτε άνήρ χαλκεύς πέλεκυνμέγα ήέ
σκέπαρνονείν0δατι ψυχρ(βάπτη,μεγάλαίάχοντα¨. (Οδ. ι, 391 ) . ¨Σιδαρέοισιβέλεσι ν¨ Εύρ. Ορ. 1 309-.
56 1ff1 Τ�| Ι0Π0Y^0Y ÷Y�ΤA| 0Y
"'Ίδη" είναι ή λάμψις μετάλλου. Ό Όμηροςάποκαλεί τόν σίδηρον, ώςλάμποντα, ¨πολι όνσίδηρον¨
(ω, 1 68. ) Ό Άπολλώνιος ό Σοφιστήςέπεξηγεϊ. ¨πολι ονσίδηροντονλευκονκαίλαμπρονμεταφορικως¨.
Και τό Ε. Μ. . ¨πυρωθείς ο σίδηροςλαμπρότερος γίνεται, φύσει μέλας ων. . άκονηθείςλευκος φαίνεται. ¨
Σημειωτέονότιή σύζυγος τούΏρίωνος,ονομάζεταιΣίδη. ¦Εκ τούσέλας
¬
σίλη ¯σίδη, διόσυνήθουςέναλ·
λαγηςτούλειςδ) .
Άλληλέξις κακώς χαρακτηριζομένηώςξενική είναι ό Μάγος: Γράφει ό HOFMANN, ¨δάνειονέκτης
Ιρανικης¨. Βεβαίως, τό άντίθετον συμβαίνει. Ή έλλ. λ. μάγος άρθρώθηκεάπό τους Πέρσες ώς MAGUS.
Έτυμολογείται όμως όπό τό ρημα μάσσω =κατεργάζομαι , ζυμώνω. Ό μάγος, όπως άκριβώς και ό
μαγεύςη μαγιςη μάγειρος, μάσσουν, μαλάττουν, έκτελώντας τις διάφορες συνταγές, γιό διαφορετικές
βεβαίωςχρήσειςό καθένας. Έπεξηγείτό Ε. Μ. . 'εκτούμάσσω γίνεταιμάγος, ό άπομασσόμενος πάντα. Έκ
δέ τούμάγος,μαγεϊονκαίέκμαγεϊον¨. ¨Μαγείες. οικονόμοιδείπνου, τα όλφιταμάσσοντες¨.
Βεβαίως, ύπάρχουν εις τήν Έλληνικήν ώρισμένες περσικές λέξεις, μέ καθαρώς όμως έλληνικήν
προέλευσιν. 'ιό μεν όνομα έλληνικόν, ή δε χρήσις περσική" όπως παρατηρείτό Έτυμολογικόν τό Μέγα
ειςτό λημμα ¨Έδέατρος¨.
Λόγου χάριν, ή λέξις Παράδει σος , που σημαίνει τόν περιφραγμένον κατάφυτον τόπον, κηπον,
όλσος, χώρονάναψύξεως και τόπον χλοερόν. Έκ τού ρήματος δεύω -βρέχω, ποτίζω. Δείσα είναι ή
υγρασία. Γράφειτό Ε. Μ. . ¨Παράδεισος, παρά τονδεύσωμέλλοντα, όςδηλοϊτοβρέχωρηματκονόνομα
δεύσος, καί παράδεισοςκατά τροπήντούυείςι. Οίδέ φασί ¨παραδεϊσανποιεϊσθαι ¨, όέστι τήν τωνβοτά·
νων συλλογήν¨. 'Γην άμπελϊτι ν iί παραδείσους καταφυτεύουσι . ¨
90
( Πάπυροι Έπιλ. 21 0. 93) "V|va||a, quos
παραδείσουςGraec| aρρe' ' anI. " ( Noctes Att. 1 1 , 20) ¦ Πρβλ. καιτόένΌλυμπίζόλσος Πίσα, τόόποίονέτυμο·
λογείταιέκτού ρ. πίνω=απορροΦώύγρόν. ¨Πϊσα, ότι κάθυγροςέστί τόπος¨. Άρα, τό tδιο σκεπτικό δια
τήνόνοματοθεσίαντούθάλλοντοςόλσους. ) ¨Παράδεισος.τόπος εϋυδροςένΨ περίπατοι¦Ήσύχ. ) .
"'Έρεβος" · πανάρχαιαέλληνικήλέξις. Όχιέπειδήτήνάναφέρειό Ήσίοδος καιοί αρχαίοιΌρφικο|
Ύμνοι
οϋτεέπειδήάποτελείμέροςτης Μυθολογίαςμας. ¦ Έρεβοςείναιόσκοτεινόςτόποςδιαβάσεως
μεταξυ Γης και Άδου, απ όπου περνούν υποχρεωτικώς οί ψυχές, ό δέ Έρεβος, προσωποποιημένος,
είναι υίός τού Χάους) . Ή λέξις ¨έρεβος¨ είναι έλληνική, έπειδή πρώτα κραυγάζει ή έτυμολογική της
άνάλυσις. Ή ¨φοινικική¨ e|ebείναιμίμησις, βάρβαρος προφορα της έλληνικης, και δέν σημαίνειτίποτε
όλλοέκτόςαπόαυτόπουοίΈλληνεςωρισαν¦αυτόσυμβαίνειμέπληθοςλέξεωντούσημιτικούλεξιλογίου).
Τόέλληνικόνέρεβοςείναιτόσκότοςτόύπότήνγην, τόκαταχθόνιον
ώςκατοικίατώννεκρών, τό
σκοτάδιτό άνήλιον. Σχετίζεταιπρόςτόέρέφω=στεγάζω ¦σκεπάζω) , από όπουκαιή όρφνη ¦τόσκότος
της νυκτός) έξ ού σούρουπο, άλλά και ό ορφανός, ορφνος ¦ ό μέλας) , έρεμνός ¦ό κατάμαυρος) , ό
Όρφεύς καιή όροφή,τόσκέπασμαδηλαδήπουέμποδίζειτόν ηλιο ναεΙσέλθη.Άντιθέτως,τόδωμάτιον
χωρις όροφή, τό άνοι κτό, ώνομάζετο αϊθουσα, έπειδή άκρι βώς τό κατέκαιγε ό ηλιος (αίθω=καίω).
[ Όρφεύς, έπειδήκατέβηκεστό σκότος τού Άδη, γιαναπάρη τήνΕυρυδίκη. )
Αυτή λοιπόν ή άκραιφνώς έλληνική καταγωγή χαρίζει στήν λέξι ¨έρεβος¨ τόση πλαστικότητα και
όνεσι στήνσύνθεσι.
έρεβοδιφω. ψηλαΦώστό σκοτάδι
έρεβόθεν. ή έκτούέρέβους, ή έκτού σκότους όφιξις
έρεβώδης. σκοτεινόςτόείδοςώςτόέρεβος
έρεβωπις. ή έχουσαβαθύ, σκοτεινόβλέμμα
έρεβεννός. ζοφερός
έρεβόσθε. ειςτό σκοτάδι
έρεβέσφι ν. άπότόσκοτάδι. . . ¨εκλυενέΕέρεβέσφιν, άμείλιχονήτορεχουσα¨· | . 572·,
συνηρεφής.σκιασμένοςάποδένδρα· ¨συνηρεφέςαλσος¨.
90. « επελθόντες έπί τόν παράδει σΟΥ τού Πειθολάου . . . Θεόφιλος Δωσιθέου, Φιλιστίων καί Τιμαίος, οί τρείς Ίουδαίοι τής
έπιγονής, έςετύγησαν άμπέλους' καί 'Όρου τού φύλακος έκδραμόντος έπ' αύτούς, κακοποιήσαντες αύτόν έτυπτον είς δ
έτυχον μέρος τού σώματος καί άφείλοντο τό άμπελουργικόν δρέπανον. Τυγχάνουσι δέ οί προγεγραμμένοι ληισταί έν
Κερκεοσίρει κατοικούντες. Είκάζω δέ τά τετuγημένα είς οίνου μετητός ς" " ,Πάπυροι Έπιλογης. Κλασσ Βιβλιοθ. ΙΟΕΒ, 334.)
π0� Η �^^¬ΙΙ �¬ |0Ι' /000| ¬< Τ0Ι 0A|�0�^' 0 ^0"0
57
Άκόμη καίή γερμ. λ. Arbei t =εργασία ¦ Ετυμ. Λεξ. Dudenjκατάγεταιάπότόέρεβος, μέσιτήςλατιν.
orbus ·όρφός, δηλ. εστερημένος φωτός, όρφανός ¦¨μαύρη όρΦάνια¨) . Εννοια. ό orbus, ό όρφανός,
πρέπει νά εργασθή ( arbei tenj διά νά ζήση. Καί στήν άρμενική, arbaneak είναι ό μι κρός ¦όρφανός,
έρημος) ύπηρέτης. Ακόμη καί ή τσεχικη λέξις "robot" πούσημαίνει στην ούσία ¨ύπηρέτης¨, παράγεται
άπότηνιδίαναύτηνρίζαν, ελληνικήςκαταγωγής.
Υπάρχουν καί όλλεςλέξεις τών όποίων ¨τό μέν δ νομαέλλη νι κόνΓ δέ χρήσι ςξε νι κή ¨, ώςπ. χ.
άκι νάκης ¦ εκ τοΟ άκην έχω η α +κι νώ) . O Ησύχι ος έχει και τούς τύπους κάνακι ς -α| κι νάκης.
Γαζοφυλάκιον ¦γώ =λαμβάνω, γάζω γάζα +φυλάττω) , άναξυρίδες ¦άνασυρίδες) , σατράπης ¦εξατρά·
πης) , χημεία ¦χυμεία` ό Αθ. Σταγειρίτης εις την Ωγυγίαν την όνομάζει Χυμικήν. χύμευσις =συγχώνευ·
σις) . Γέρρα ¦άσπίδες, όπλα, σκηναί, εκτοΟδέρας) , όασις ¦εκτοΟαΟω = ξηραίνω, ¨άνύδρu γήκαΙέρήμu
τάςοΙκήσειςέχουσα, τά τοιαύτα αύάσειςφασί¨. Στέφ. Βυζάντιος) . . .
Ό σφετερισμός τών ελληνικών λέξεων φαινεται ότι έχει άρχίσει άπό πολύ παληά, άφοο καί ό Α.
GeI I i us
9 1
σχολιάζει. «"Cupsones", quod homi nes Afri di cunt, non esse verbum Poeni cum, sed Graecum. »
¦=¨Κούπσονες¨, ονομασία πού χρησιμοποιοΟνοι λαοίτής Άφρικής,δεν εχει προέλευσι φοι νι κι κη άλλά
ελληνι κή. ·ετυμολογείταιεκτοΟκύπτειν- . )
"Γ λώσσης περι πέτει αι " καί "Ίνδοευρωπαϊκά"
OάείμνηστοςκαθηγητηςΔιον. Ζακυθηνός, ειςτόογκώδεςσύγγραμμάτου ¨ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙ ΝΑΚΑΙ
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝ| ΚΑ¨
92
άναφέρει ότι Ο Σπυρ. Ζαμπέλιοςσεβιβλίο του μοναδικό στην Ελληνικη βιβλιογρα·
φία. . .
` . » .έκδοθέ ν ε ν ε τος πρό τού θα νάτου τού Ζαμπελίου καΙ ήμι τελές άπομεϊναν,
¨FAR/ERS GRECS ΕΤ ROMANS ·προίστορικαΙ έπαφαΙ· Παρίσι οι I 88J¨, άνασκάπτων ώς
άρχαι ολόγος τήν λεξι κογραφι κήν ϋλη ν τής Γαλλι κής, πει ρά ται νά άποδείξη δτι αΙ
Ρωμανικα| γλώσσαι Γιρχισαν διαμορφούμεναι ούχ| άφ ήςέποχής έδραιώθη έν Γαλατίζ ή
Ρωμαίκή κυρι αρχία. . . άλλά κατά Τ| νας αΙώνας έ νωρίτερον. Τήν θεωρίαν του στηρίζει ό
Ζαμπέλι ος εΙς τήν έντή Γαλλικ
ή παρουσίαν καταλοίπων τών άρχαίων Έλληνικών διαλέ·
κτων, τήςΔωρικής, τήςΑίολικής, τής Ιωνικής, όφειλομένων ειτε εΙς άπ εύθείαςέπαφάς,
ειτεένδιαμέσως = . ø ²
ΟΙΕλληνεςΌδυσσείςέχουνσπείρεισέ κάθεγωνιάτής Οίκουμένηςγής, την ιδιαίτερηδιαλεκτολο·
γική τουςποικιλία. Θεωρίες όπωςαύτη τοΟ ίστορικοΟ Ζαμπέλιουδιετυπώθησανκαίάπόόλλουςεπιστή·
μονες,
93
Ελληνες καί ξένους, χωριςνά έχουνγίνειεύρύτεραγνωστές στην Ελλάδα, όπου ή προβολη
καί επιβολη τής ¨Ίνδοευρωπαικής¨ θεωρίας έχει μονοπωλήσει εδώ καί χρόνια, κατά τρόπον δεσποτι·
κόν, τό¨άλάθητον¨.
Τά θεμέλια τής λεγομένης ¨Ίνδοευρωπαίκής¨ θεωρίας έχουν άρχίσει άπό καιρό νά κλονίζωνται,
ενώ ηδη ολοκάθαρα άκούγονται οι τριγμοί τής καταρρεύσεως τοΟ σαθροΟ αύτοΟ οίκοδομήματος τοΟ
στηριζομένου στην κατασκευασμένη Οπαρξι κάποιας φυλής·φαντάσματος, φυλής πού μιλοΟσε την
¨συμβατικη¨ γλώσσα·φάντασμα, τής όποίας κανένα γραπτό μνημείο δέν έχει άνευρεθή, επειδη άπλού·
στα τα ποτέ δεν έχει γραΦή, όπως κατηγορηματικάδηλώνει καί ό Γάλλος ΜπουφαρτΙγκ.
94
Οϋτε ποτε
άνευρέθη εστω καί το παραμι κρό άρχαιολογικό "ί νδοευρωπαϊκόν" εϋρημα, οϋτε καν εχουμε ύπαινιγ
μό, άπό άρχαίους ' Έλληνες η ΊνδοUς συγγραφείς, γιά την ίστορία η εστω την μυθολογία, η άπλώς
την παρουσία "ίνδοευρωπαίων". Είναι παντελώς άνύπαρκτοι .
9I NocIesAII|cae,νι ι , 1 3
9?.Άθήναι ¹ 9¯3σελ. °º¯
93. (βλ έκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, μεταφρ. καί ύπομνηματικές σημειώσεις τοΟ τακτικοΟ καθηΥ. τής Ίστορίας τών Θρησκευμάτων ΛΕΩΝ.
ΦΙ ΛΙ ΠΠΙ ΔΟΥ, ό όποϊοςάναφέρεταικαί είςτήνλεγομένηνπρωτοελληνικήνθεωρίαν . . . καθ' ην ή πρωτοελληνικη γλώσσα είναι ή
μήτηρ πασών τών γλωσσών τού κόσμου καί αύτών ετ τών θεωρουμένων ώς άρχαιοτάτων . . . ).
9ºβλ ¨Έλευθεροτυπία¨3I /3/ 9¯καί NaI|ona| Geograph|c,Έκδ. Έλλην. τ. 6, Δεκ. ¹ 999
58 A^^A Τ<| |ο0ΟΥΙΟΥ �Y�ΤA0' ^Y
Ό καθηγητήςΓ. Χουρμουζιάδης, Ο οποίοςάνέσυρετήν πινακίδατού Δισπηλιούτής Καστοριάς¦τού
5250π. χ. ) έχειέπανειλημμένωςτονίσεισεσυνεντεύξειςτου.
· Α νήκω σαύτούς πού πιστεύουνότι πρέπει κάποιαστιγμή νά άνατρέψουμε τό περί·
φημο παραμύθι τών Iνδοευρωπαίων . . . Ότανέχουμεένανπλήρη πολι τισμό, όπωςό νεολι·
θικός τούΔι σπηλι ού, μέ γνώση τούχώρου, τής άρχι τεκτονικής, τής οίκονομίας, τής ίδεο·
λογίας, άναρωτιέμαι τί τελικά έφεραν οί IνδοευρωπαίοΙ. Ύπάρχει άδιάσπαστη συνέχεια
στόνέλληνικό πολι τισμό, χωρίς τομές. ¨. . . .
. . . ¨ Έδώ έχουμε άπό τήν 5η χιλιετία, μι ά μορφή τής Γραμμι κής Α στόν Έλλαδι κό
χώρο, έναντόπο έπικοι νωνίας γραπτό. Άρααύτόςέπένδυε μιά γλώσσα, ήθελε δηλαδή
νά καταγράψηλέξεις, έπένδυεένανπολι τι σμό η
Ή έν λόγφ θεωρία προήλθε ώς γνωστόν άπό τήν παρατήρησι ότι άρχαίες καΙ νεώτερες
γλώσσες ¦ σανσκρι τική, έλληνι κή, κελτι κή, λατινι κή, γερμανι κή Κ . λπ. κ. λπ. ) παρουσι άζουν ουσιώ·
δει ςόμοιότητες.
Ό πρώτος ο οποίος παρετήρησε αυτήντήν ομοι ότητα τών ρι ζών είναι ό Θεόφ. Μπάγι ερ
¦ l 590· l 738) , καθηγητής Γλωσσολογίας στό Πανεπι στήμι οτήςΆγ. Πετρουπόλεως, καταλήγοντας
όμως στό συμπέρασμα ότι τά σανσκρι τι κά ¦ =άρχαία Ι νδι κά) προέρχονται άπό τά έλληνι κά.
Άργότερα, τό l 758, ο Γ. Τζώνς διεφώνησε καΙ το l 8 l 3 ή ¨όμογλωσσία¨ έβαπτί σθη ¨Ι νδοευρωπαι ·
κή¨, η ¨ Ινδογερμανι κή¨· ¨Ι νδοκελτι κτΊ' άπότους Γερμανούς, διά λόγουςευνοήτους ¦ ένώείχεπρο·
ταθή καΙ ο όρος ¨ Άρία¨ η ¨ Ι απετική¨ , σε συσχετισμό με τόν ι απετό,
9°
τόν πατέρατού Ατλαντος
καΙ τού Προμηθέως, τόνγενάρχη τώνΈλλήνων. )
Τόγερμανι κό έτυμολογι κό λεξι κο Duden έπι μένει στον όρο ¨Ι νδογερμανι κή ρί ζα¨. παρ όλον
ότι ό γερμανόςγλωσσολόγος Φράντς Μπόπ στήν ¨ Συγκριτική Γραμματική¨ τουτού l 857 έσημεί ω·
νε .
·Δένμπορώ νά έπιδοκιμάσω τήν έκφραση ¨ί νδογερμανι κή¨ έπειδή δέν βλέπω γι ατί θά
πρέπη νάθεωρήσουμε τούς Γερμανούς ώς έκπροσώπους τώνλαώντής ήπείρουμας . . . ¨
Οί Ρώσοι Σ βί τυ τς καΙ Ν τολγκ οπόλσκ ι , τήν υ ποθετι κή πρωτογλώσσα τήν όνομάζ ουν
¨ Νοστρατική¨ ·ένώ ό γνωστός COLl N PENFPEW ¸ Ά|c¤aeο| οgΥ and Language" -Oxford l 987) δεν
διστάζεινάάποκαλέση τήν πρωτογλώσσα, ¨ Πρωτοελληνι κή¨ . " proto Greek» .
Άλλοιχρησιμοποιούνάπλώςτόνόρο¨σανσκριτική¨ρίζα, που στήνουσίαείναιή λεγομένη ¨Ινδοευ·
ρωπαι κή¨ , δηλ. ΕΛΛΗΝΙ ΚΗ. Π. χ. ¨σανσκριτικά¨ mi i ra -ό ώκεανός, έλληνικάμύρα ¦ =θάλασσα -πρβλ.
άλμύρα, πλημμύρα) , όπερέκ τούμαρμαίρω =λάμπω, άπαστράπτω. ΕΙς τά σανσκριτικά έγράφη ή κλασ·
σική Ι νδική φιλολογία, δηλαδή τά γνωστά έπη Μαχαμπαράτα, Ραμαγιάνα, Βαρτριχάρι, Άμαρού, Ριχ·
ΒέδαΚ.Ο . . .
Ή σανσκρι τι κη χωρίζεταισε δυοπεριόδους. τήν Βεδική, πρότού500Π. Χ. ¦σημειωτέον ότιγραπτή
φιλολογίαδεν υπήρχε κατάτήν βεδικήν περίοδον)
90
, καΙτήν νεώτερη μεταβεδική. Υπήρξε μίαγλώσσα
άποκρυφιστική, μίαγλώσσακλειστούίερατείου,γραπτή,ή όποίαουδέποτε ώμιλήθη.
¨ . . . μόνουςτούςίερείςγινώσκειν. ¦Διόδωρος Σικ. Γ')
ΚαΙευλόγως διατυπούταιή έρώτησις, με ποιό τρόπο οί Έλληνες τών προίστορικών καΙ τών μυκη·
ναίκώνχρόνων ¦με τήνηδηδιαμορφωμένηκαΙ γραπτώςγλώσσα τους) ύποτίθεται ότιήλθαν σεέπαφή
με αύτες τΙς άπόκρυφες ρίζες, τήν στιγμή που τά πρώταέπιγραφικάμνημεία τών Ίνδών, τά περίφημα
διατάγματατούΆσόκα,άνάγονταιμόλιςστόν ΓΙαΙώναπ. χ.
9°Ίαπετός.έτυμ.έκτού|άπτω =ρίπτω+πέμπωnπέτομαι.Δηλαδή,ό πεμφθείςείςτόνκόσμον. Ύπηρχεήέκφρασις¨Ίαπετού
άρχαιότερος¨, ένώάπλώς¨Ίαπετός¨έσήμαινεγέρων,πανάρχαιος.Τόν"παρέλαβαν¨οί Σημίταικαίτόνέκαναν¨Ίάφεθ¨.
90Βλ. Παγκόσμ.Ίστορ. ΕΣΣΔτ. Α2σλ. 9°º
π0� Η �^^¬ι' |¬ |0ι| M000| ¬< T0ι 0A||0�M' 0 ^0|0
59
Βασικόσφάλματής συγκριτικήςαύτήςγλωσσολογίαςύπήρξετόότι δενέλήφθηκαθόλουύπ όψινή
ίστορικηέποχη τών γλωσσικώνκαταστάσεωντις όποιεςσυνέκριναν. Όπωςγράφει και ό ΖώρζΜουνεν
στά¨Κλειδιάτής Γλωσσολογίας¨.
9¯
¨Συνέκρι ναντά σανσκριτικά τής πρώτηςχιλιετίας, τάέλληνικά τού8oυαίώνοςπ. χ. , τά λατι νικά τού
5oυ αί. π.χ. , τά γοτθικά τού 4oυ μ. χ. κ. λπ. Κ.λπ.. Όμως ή γλωσσικη σύγκρισις για να είναι έγκυρη και
άκριβης πρέπει να είναι συΥχρονικη ¦ V
_
THODE SYN·CHPON| QUE) και όχι διαχρονική. ¨Λίαν γάρ
ευηθες¨, ¨πλάνη γεννώσα πλάνην, ή μέσψ τής διαχρονικής όμοιότητος άπόδειξις¨. ¨Ένάποδείξει καί
έπιστήμηκαί νούς¨· ¨ήδέέπιστήμη, τόκαθ όλουγνωρίζεινέστί¨. (Άριστοτέλης) .
Προκύπτει δηλαδη σφάλμα εί ς την Λογι κην Μέθοδον, έκ της μη ταυτοχρόνου γνώσεως τών
πραγμάτων. `Zέονόλοντιθεωρήσαικαίμήτιμέροςμόνον¨. ('Αριστοτέλης) .
Ή όμογλωσσία ¨ίνδοευρωπαικη¨άποτελειταιάπόάνισόχρονεςγλώσσες, πούή μί αάπέχει χρονικα
άπότηνόλληπολλούςαίώνες.
Τί συνέβη λοιπόν με τούς εύρωπαίους ¦και έγχωρίους) ίνδοευρωπαίστάς, Αύτό πού ό Φίλων ό
Άλεξανδρεύς περιγράφει. 'Ίό ψεύδος ώς άληθές προμαθόντες έκ παίδων, καί συντοφονεχοντες,
έξαμαρτήσονται ¨.
9º
Ώςέκ τούτου προκύπτει,προέκυψε, "άπατεων λόγος".
Ένα τόσο μεγάλο σφάλμα όμως σήμερα, στις ήμέρες μας, όμοιάζει σαν έπιδίωξις να δοθή όλίγη
¨βοήθεια¨ στην ίστορίαώς πρός την χρονολογία, προκειμένουνα προβληθή ή ύποστηριζομένη θεωρία.
Ό ϊδιος ό Γερμανός ΒΟΡΡ, ηδη άπό τα τέλη τού περασμένουαίώνος είχε διευκρινίσει ότι ή σανσκρι
τικη έστηρίζετο στην έλληνι κη Kai όχι ή έλληνι κη στην σανσκριτική. Αύτη είναι ή άληθινησχέσιςπού
ύπάρχειάνάμεσαστόνΈλληνικόκαι Ι νδικόκόσμο. Ή ΈλληνικηείναιγλώσσαπΡ ωτογένεθλος.
Μία άλήθεια πού έπαληθεύεται άπό τις μελέτες συγχρόνων έρευνητών και τα συμπεράσματα
παγκοσμίων Συνεδρίων. Ή ¨JAK| NTZA ΒΑΙ ΤΗΑ¨, ή έρευνητικη όμάς η όποία έκδίδει στό ΒΙ ΙΒΑΟ την
έλληνιοτικη έπιθεώρησι HALCON · Ι ΕΡΑΞ, σε όρθρο τού Προέδρου της KPUTW| G SAGPEDO ¦Ίαν.
l 993)είναικατηγορηματική.
· Ήμυστική ί νδική λογοτεχνία στήν πραγματικότητα άνεπτύχθη ώς καθαρή λογοτεχνία
μόνονκατά τόν Γ' q Ε' αίώνα μ. χ. Οί άναφορές σέ άρχαιότατες ήμερομηνίες ώς πρός τίς
Βέδες (έκ τοϋ Fοίδα =γνωρίζω) είναι μόνονμία θεωρία, άφού οί Βέδες δέν διεδόθησαν παρά
μόνονκατά τρόπονπεριορισμένον καί προφορικώς, έπί πλέονδέ στήν Ίνδία δέν γνωρίζουν
τq |στορία. . . Μία καίμοναδική εκδοσις τών Βεδώνεχει γίνει στήν Ίνδία τόν l9oμ. χ. αί. άπό
τόν Γερμανό ί νδολόγο Μάξ Μύλλερø ø .
99
Συγκρίνοντας καλό την σανσκριτικη μέ την άρχαία
έλληνι κή, εϋκολα άντιλαμβανόμεθα δτι ή έλληνικη όχι μόνον είναι πιό άρχαία, άλλα καί ότι ,
έπi πλέον, δλοι οί auvraKTIKoi Kai γραμματι κοi τύποι της είναι ανώτεροι Kai μεγαλυτέρας
αξίας. Ήδέσύνταξιςκαθύπό τα ξι νείναικαθαράέλληνική. ·
Τις θέσεις του αύτες όάείμνηστοςΦ. Σαγκρέδοτίς τεκμηριώνειόχι μόνοναντιπαραθέτονταςχρο·
νολογίες, άλλΟ συγκρίνονταςτηνγραμματικητώνδύογλωσσών. ρήματα, φωνές, έγκλίσεις ¦κυρίωςτην
Εύκτική) , καταλήξεις, λεξιλόγιον κ. λπ. τα συμπεράσματά του διαθέτουν πρόσθετη βαρύτητα και έγκυ·
ρότητα αφού, έκτός από καθηγητης έλληνικής φιλολογίας, ύπήρξε είδικός γνώστης τών άνατολικών
γλωσσών,έχονταςμελετήσειειςβάθοςαραβικά, περσικά, ίντού, μπεγκάλι,ταμίλ, τουρκικά. . . συνολικώς
l 7 ανατολικεςγλώσσες.
9¯Έκδόσεως Μορφωτ Ι δρύματοςτηςΈθνικηςΤραπέζης
93.¨Περί Είδικών Νόμων¨ I . °3
99. Σημειωτέονότιη σανσκριτικηγραφηείναισυλλαβική.
00
A^^A Τ<| |Ο0ΟΥΙΟΥ �Y�ΤA0| ^Y
Τό Ί νδι κόν ¨ Γ ΚΡΗΚ CLUB ΚΥΚΛΟΣ¨ της Καλκούτας ¦ Πρόεδρος ό Ί νδός καθηγητής Α.
CHAHHABOHTY) , άπό τόν Άπρίλιο τού l 994 έχειάρχίσει νά διερευναέάν ή Ελληνική και Σανσκριτική
είχαν κάποια κοινή πηγή ¦ Greek and Sansk|| I or| g| nated Irom I¤e same so0|ce) προαναγγέλλοντας ότι
τά άποτελέσματα αύτης της έρεύνης θά δημοσιευθούν τελικως εις τό έπίσημον όργανον τού Ι νδικού
αύτού Ομίλου, τόπεριοδικόν¨ FLLASG| A¨.
PA RGN Νο W!R8
��¬�÷��ë�
<�o {�
��o �ι
�� O �:��C �C �
2 Υ Ñ Ο Ν. 11 t Ο S.. ο ι 9
E l l Aι cι- &ι � t
s Aι
Oι I 8ι P. G a 24Pi (. W. Β 74 tMJ
Ι
(�Ι �1 β�Û �" P Û � 8 Ù Û ". �
� ��_____�___
����
ο
�'� °
,��. ����:� 3 .t *�
�� I v��� ��
� φ � " � .m-
�� ����
UGλL KIG τo�π N&"fΈ "MλCONI'
Α l .. DSJ E
��Γ� ��r ' -� �� ε-ι �� C�� �
,' �. � � .:ππ � �¯� � �*�"
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^' ^000' ¬�� το^ 0A||0�^| 0 ^0|0 0 1
Είναι πλέον αύταπόδεικτο ότιή σανσκριτικήγλώσσα δενείναιτόσο άρχαία όσο θάεχρειάζετογιά
νάτήςάποδοθήή μητρότηςτήςέλληνικής.
Στήνπραγματικότητασυμβαίνειτόάκριβώςάντίθετο, κάτιπούτόπαραδέχονταικαί οίϊδιοιοί Ίνδοί
καί μάλιστα ύπερηφανεύονται γι αύτό. Ή Ί νδικη εφημερίς ¨ πογΡΝ' ΜΑ ΣΑΜΕΛΑΝ¨ τής Καλκούτας
¦φύλλο 2l ·Σεπτ. l 994) δημοσιεύει τό ποίημα '' ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙ Σ¨ , άπό τό περιεχόμενο τού
όποίου καταφαίνεταιότι στην σημερινηΊνδίαδέχονταιώς πραγματικότητατόότι ό Ήρακλής, κατευθυ·
νόμενοςπρόςτόνΚαύκασο, επέρασεάπότηνχώρατουςόπουόφησεάπογόνους.
�¸��� �
fΤc 01� �Ι-t�J1
�r �I'; 9IC ι
±"" (�� � ι' '�
'f'Τ� \� �I(� Ι
�:-1 ;--€ c;� �(�
11 1('1 � �� �1� r�Ι
� 1� � � � l � 91
�1 9ηl �1�1 �' � ι
�ϊ !�f �, ; �,�
��nιΓιι �i� "Π�1 1
�Π " r '� '� ;Τ�
��n � ��
�¯� ��¦
��
W
�� (� 7 .' � � � � 111
(� cv� �(( � o��|^��
;ς" ;I � �'I e� '1 ,1('1 .n
�� [ S �"Π. � �1"1 !
�� ���� (�τ� r� �� 'C; � ι
¯η�� �l�
���
fI J��1 ��H �".
.�1 �'I ;1 1
.(;" .'H� ��1 � �ι,
�11 �.� 01 ι
(��� (� �|�|�fl.
tl e� �'" ' ι
�i ���| }�ζη<ι
�oH �\ �151 �'' '1 ι
�Ώ�
Γή �t�IJ
c·|ª �ΨI( (1.!i
(�C'� (\I�Irl� 111,
i�� 1J�R (.� 5δ�1
\Ι� ι+ �||t� �ι1� J
�"(�I ; r-{
� �(� "f',
("r, :�L 't1"" �-·�-
\� ��I(�. �·:�·r
�l llcq� � (�(�
su�°· �' (1(1,
1�5 �1'�1 "1'
·-ΙΠ,"I� Ι
�I� �� 'f ;1
Ι!�I� 1[1 �1''' ι
ΤΗΕ HELLENES ΑΝΟ WE
Saaasst0tatr|ct ΙKykl os )
Come wi t h your open hear t
The fr i cnds of t he afar land
Η ands are wide open
ΤΟ embrace you with a SWeet band .
After a very I ong pause
We shal 1 b agai n ί η ουτ home,
ΤΠΥ blood flows ί η veins
Of our ancestors wbo reSt ί η tomb.
Days were wben with our peaple
Υου hac a total b| ·ac.
Bot h I-I el l enes and we together
Lived ίπ peace for years Ιο end.
Ours were the icon and rhyme
Α glorious ί η heri tance of those
Days when tbe two great races
Had a heart 10 beart 1i vel y vow.
Herakles, a great hero
18 the model indeec οΓ tbyland,
Kali das, a poet itmorta1
Is the son of the Ganga Sand.
Ο, t hefriend of tbe Fs|ryLand
Come with |by||:t|essmind,
We sball t|ehands with hand
Wίth sweet l ove and its ki nd.
62 A^^A T<' ²000Y^0Y ÷Y�ΤA^' ^Y
Ύπάρχει βεβαίως πολιτισμικη σχέσις μεταξύ Έλλήνων και Ίνδων, με την διαφορό ότι πολι τι σμό
μετέδωσαν οί ' Έλληνες στους Ίνδους καί όχι οί Ίνδοί στους ' Έλληνες.
Γράφειό ΒικτωρΜπεράρ
¸ ¹ 00
·Τάμνημονικόμας πρέπει νό Εεκαθαρίση όπά όληναύτή τήνλύμητής ¨ίνδoεuρωπαϊkής¨
θεωρίας, ή όποία έπέβαλε στήν Μεσογειακή Μυθολογία καί Προϊστορίαμία γένεσι όναγομένη
σέ μεταναστεύσειςΑρίωντώνόποίωνήκοπίςύπήρΕε τάχα είςτόάροπέδια τήςΚεντ. Ασίας,
άγνοώντας την Μυθολογία καί Προϊστορία των αύτοχθόνων1
01
Έλλήνων. »
' Έλληνες μενούνόσα άποδει κνύμενοι εργα μεγάλα τεκαι περιφανη έπι μέγα
άφί κοντο κλέος κατάτεόλλα και Εύρώπην καί δη καί Λι βύην, έπί Γάγγην τε καί
Ώκεανόν καί έπί Καύκασον ετι έλαύνοντες, έπι ταύτα δε προεληλυθότων
αλλων τε πολλων καί δη καί Ήρακλέους καί ετι πρότερον Δι ονύσου τού
Σεμέλης υί έος και πρός γε ετι Λακεδαι μονί ων καί ' Αθηναί ων, μετά δέ ταύτα
Μακεδόνων τού βασιλέως και την τούτου ϋστερον ηγεμονί αν έχόντων, πολλοΙ
πολλαχ
η έκαστα , ως έγένοντο , όλλοι έπι μνησάμενοι καΙ συνεγράψαντ ο.
' Έλληνες μεν ουν ταύτα δι επράττοντο έπί πολυ ώς μάλι στα τού χρόνου δι αγε
νόμενοι καί έπί συχνάς γενεάς . . .
(Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Άποδ. Ίστορ. Α' 1 )
Πράγματι, έξετάζοντες τό θέμα μέσα άπο τις μαρτυρίες των άρχαίων μας Κειμένων,
¹ 0?
διαπιστώ·
νουμεότιύπάρχουνσυνεχείς άναφορεςγιότηνπροίστορικηδιείσδυσιΈλλήνωνπροςΆνατολάς, μέχρι
τηνΊνδία, καΙούδέποτεΊνδωνπρος τηνΈλλάδακαΙτην Εύρώπη.
''Οίτε γάρ παρ' Ίνδων εξω σταληναί ποτε στρατιάν . æa Ό
1 00. ¨ ΠροέλευσιςΆρκαδικών Μύθων¨,Έκδ J 894
¹ 01 . Βλ. ΒιβλίαΆρχ. ΈλληνΙkιίiντήςΕΛΛΗΝΙ ΚΗΣΑΓΩΓΗΣ, Γ' έτουςΚύριονκαίΒοηθητικόν, Μάθ. 6oν. 'Άύτόχθονές έσμεν"
·Έκδ ΓΕΩΡΓι ΑΔΗΣ.
I 0? Ένδεικτικώς, βλ. . Νόννου ¨Διονυσιακά¨, Άρριανού ¨Άλεξάνδρου Άνάβασις, Ί νδική¨, Άπολλοδώρου ¨Βιβλιοθήκη¨ Γ. ν,
Θεφράστου ¨Φυσ. Ίστορία"4.4 1 , Διοδ. Σικελιώτου ¨Ίστορ Βιβλιοθήκη¨ ΒίβλοςΔευτέρα3b.39,· Λουκιανού ¨Προλαλιά Διόνυσος¨
1 . 4, ¨Θεών Δι άλογοι ¨ 1 8. 1 , ¨Περί Όρχήσεως¨ ?30 ??, ¨Περί τής Συρί ης Θεού¨ , Γαληνού ¨ Προτρεπτικός¨ 9, Πολυαί νου
¨ Στρατηγήματα¨ Α. 1 , Άθήναιου ¨ΈπιτομΙ'' 2. 2. 1 34, Φι λοστράτου ¨Βίος Άπολλωνί ου¨ Γ. χι ν, Β. νl l l , l χ, χιι l l , Σουί δας λ.
Διόνυσος,Κ. α. πολλά. ¦Βλ. καί Βιβλία¨ΈλληνικήςΆγωγής¨ Γ' Έτους, Κίφι ονκαί Βοηθητικόν,Μαθημ ¹ 0ον, ¹ ¹ ον, 1 2ον. )
π0� Η ÷^^Η^| |Η |ο^| Μο0Ο| ΗΗ το^ 0A||0�^| 0 ^^|^
63
Ως άρχαι όταται έπαφαί άναφέρονται ή έκπολι τι στι κη
I Ο
3
έκστρατεί α τού Δι ονύσου , τού
Περσέως,
¹ 0º
τούΉρακλέους, τάϊχνητώνόποίωνάκολούθησεάργότεραό Μ. Άλέξανδρος.
« Νύν δε Ήρακλέα μι μούμαι και Περσέα ζηλώ,
και τα Δι ονύσου μετι ων ¦=μετέρχομαι, άκολουθώ)ϊχνη
¦θεούγενάρχουκαίπροπάτορος) ,
βούλομαι ¦·έγώ, όΆλέξανδρος·) πάλιν εν ΊνδίC
νι κώντας 'Έλληνας εγχορεύσαι ¦=νάνικήσουνοίΈλληνεςκαί νάχορέψουν) ,
και τους ύπερ Καύκασον όρεί ους και αγρί ους,
τών βακχι κών κώμων ¦=τελετών)αναμνησαι . »
( Πλουτάρχου, Περί Άλεξάνδρου Τύχης η Άρετής, Β. 1 )
« Νυσαϊοι δέ, ούκ ' Ι νδι κόν γένος έστί ν, άλλά των αμα Δι ονύσφ έλθόντων ές
την γην των ' 1 νδων. . . Kai πρό ' Αλεξάνδρ ου , περi Δι ονύ σου μέν πολυς λόγος
κατέχει , ώς Kai τούτου στρατεύσαντος ές ' 1 νδούς . . .
. . . - οί Σί βαι - ταίς βουσί ν αύτών, ρόπαλον έπι κέκαυται , κ αι τούτο ές μνήμην τού
ροπάλου τού ΉραΚλέους. . . . και τού τ ψ όρσενας παϊδας πολλούς γενέσθαι έν τη
Ί νδών γι. . . τάδε - οί Ίνδοί - περι Ήρακλέους λέγουσι ν, έπελθόντα αύτόν πόσαν γην
καί θάλασσαν , και κ αθήραντ α ( =κ αθ άρ ι σε ) ό , τι κ ακ όν. . . Πρ ε σβύ τ ε ρον Δι όνυ σον
Ήρακλέους, δέκα και πέντε γενεαϊς Ι νδοί λέγουσι ν. ·
(Άρριανού Ινδική, 9)
' . . o ένΊνδοίς φανηναι κι σσόν έντψόρει . . . όθεν δη και τόνΔι όνυσονείναι . . . »
(Θεοφράστου Φυσ. Ιστ. 4. 4 1)
•
' κ αι θ ε όν νομι σθηναι - τ όν Δι άν υ σο ν - , τ υ χεί ν άθανάτ ων τ ι μών. . . τ όν τ ε
Ήρακλέα φασι ( =λέγουν) παρ αύτοϊς γεγενήσθαι , κ αι παραπλησί ως τοίς Έλλησι τ ότε
ρόπαλον και την λεοντην αύτψπροσάπτουσι . . .
. . . Δεί κνυσθαι δ ε παρ Ίνδοίς μέχρι τού νύν, τόν τε τόπον έ ν φ συνέβη γενέ·
σθαι , και προσηγορί ας πόλεωνάπ αύτού κατά την τών έγχωρί ων διάλεκτον. »
(Διόδ. Σικελιώτης Β')
I 03.¨πρωτονμεν παϋσαι τήςάλληλοφαγίαςτωνάνθρώπωνγένος"¦Διοδ.Α' I º I ,
I 0º.Περσεύς. "ούάπόγονοςό Άχαιμένης,πάπποςΚαμβύσουΆχαιμενίδαιέθεωρήθησανδέάεί,ή εύγενεστέρατωνΠερσων
γενεά. ¨(Άχαιμένηςέτυμολ. . τότωνΆχαιωνμένος).
64 A^^A T<| |000Y^0Y �Y�TA0| 0Y
Ό Άρριανός, συν τοϊς δλλοις, προβληματίζεται
I 0°
διατίό Διόνυσος, ότανέδίδαξε είς τους Ίνδους
ηr]ν καλλιέργεια της άμπέλου, τους έδίδαξε συγχρόνως καί νά σπέρνουν ηr]ν γη ¨διδόντα αύτόν καί
σπέρματα¨. (θά μπορούσαμε νά συμπληρώσουμε: και σπέρματα λόγου) . " Άρα, η ό Τριπτόλεμος δέν εφθασε
μέχριτους Ίνδουςότανέστάληύπό τηςΔήμητρος νά σπείρη την οίκουμένηνγην, η ό Διόνυσος προη·
γήθη τού Τριπτολέμου. (η πρό Τρι πτολέμου Δι όνυσος έπελθών τήν /νδών γην σπέρματα έδωσε καρπού
ήμέρου . .
·
'ϊ
Ό δέΦιλόστρατος
I 00
άφηγεϊταιότιτόνκαιρσπουό ΆπολλώνιοςόΤυανευςέπεσκέφθητην Ίνδίαν
συνήντησε άγάλματα όχι Ίνδικά, άλλά άρχαιότατα έλληνικά (Αθηνoς Πολιάδος, Δι ονύσου Λιμναίου,
ΑπόλλωνοςΔηλίου) τάόποϊα οίΊνδοιέλάτρευαν ¨Έλληνικοίςηθεσι ¨ ¦- κατά τάέλληνικάηθη) .
Γιά όλα αυτά, ό γάλλος Godeí|o| He|man, μεταφραστης των ¨Διονυσιακων¨ τού Νόννου, παρατη·
ρεϊ.
¹ 0° ¨ Ι νδική¨,°
· Οί έθνΟΥραφι κέςάναφορές τού Νόννου, ίσως ρίξουνκάποι ο φως
σέ πολλά σκοτει νό μέχρι σήμερα σημεία της ί στορίας των έθνων.
··I 0¯
·· Η Έλληνι κη γλωσσα άφηκενάνεξί τηλα τά tχνη αύτης
ει ς τάςγλώσσας της Ανατολής, εί ς τρόπον ωστε
ύπσ τους ποι κί λους τόνους των διαφόρωνγλωσσων
της Βαβέλ, ό μελετητης δι ακρί νει άκόμη και σήμερον
τηνάθάνατονμελψδί αν πλήθουςέλληνι κων λέξεων,
αί όποϊοι έξέφρασαν τάς έννοίας, αϊ τι νες έχρησί μευσαν
όπως δημι ουργηθηέκεϊάνθρώπι νος πνευματι κός βί ος. »
¹ 03
Δ Ι Ο Ν Υ Σ Ο Σ Ε Π Ι Ι Ν ΔΟΥΣ Σ Τ ΡΑΤ Ι Α Ν Λ Ε Ξ Ε Ω Ν Η Λ Α Σ Ε Ν . . .
ήδύς, F- αδύς ¯¯" svada' 'ίμερος --
> i smah ( =έρως) ' F- εσθής ¯¯" vaste ( =ένδύω) '
έρεβος --> raj as ( =σκότος) ' F- έτος vatsat
· έρετμόν, έρέτης ¨¯" ar i t rah '
έρπω, σερπετόν ¯¯" sar pat i ' όνθος ¯¯" andhas ( =χόρτον) ' δί δωμι ¨ dadami '
γνωτός ¯" j nat i h ( =συγγενής) ' δρύς ¯¯" d r u ( =ξύλον) ' έγεί ρομαι ¯¯" j ar ame.
νεύω - - nava-t e' κώος--> Kah ( =φωλεά) ' μει ράκι ον ¯¯" mar yakah '
μέλας--> mal i nah ( =ρυπαρός) ' μάνδρα ¯¯" mandura ( =στάβλος) '
μέδομαι ¯¯" medha ( =σοφί α) ' μάνης ¯¯" mat i h
.
. . . .
ì 00ΒίοςΆπολλων.ΤuανέωςΓ, χι ν
I 0¯ Βλ. Patro|og|aeCurs.Comp| . Ser| esGraeca,τ. º3σλ.?º3, Έκδ. M| GNE
: 03Καθηγ. Γ. Κοuρμούλη,¨ ΉέκπολιτιστικήδύναμιςτήςΈλλην. Γλώσσης",Άθ. ¹ 9°0. σλ. I °
π0� Η ÷ιιΗΙΙ ²Η |0Ι' ^000| ¬< τ0ι 0A||0�^| 0 ^0|0 05
ΤΟΌμηρικονΛεξικον Πανταζίδου (μετάφρασις έκ τού γερμανικού τού Κρουσίου- Άθ. 1 92 1 ) , εί ςτολήμμα
Ζεύς, Ζάν, σχολιάζει.
¨έν τΊ Σανσκρίτη ή ρίζα O] 3, αί τι ατι κή O] 3n, ούδέν αλλοείναι µ ή όμηρικήαί τι ατι κή Ζήν . ¨
Ή θεότηςείναι Δέ β α ¦δί|ος =θείκός) .
Ό θεος Di auh είναι Ο Δίας. Ή θεότης Βαρούνα ό Fωρανός, ουρανός. Samel an είναι ή Σεμέλη, ή
μήτηρ τού Δι ονύσου. Κουρού, ό Κουρήτης. Καρνας, ό γυι ος τού Ήλιου δηλαδή ό " Κάρνει ος"
Άπόλλων, ό προστάτης τών ποιμνίων.
I 09
Βούδας, εκ τού Fοϊδα, είναι Ο γνώστης, ό πεφωτισμενος.
Άπάνα, ήαίθεριαπνοή, εκτούάπό +ανω.
τα Ί μ α λ ά ι α ¦ Χιμαλάια) είναι πράγματι ¨αίώνια χιονισμενα βουνά¨ , εκ τού χειμών, χιών +λùας
=λίθος.
Ό Μαχαραγιας είναι ό ¨μέγα όρεγων¨ ¦βλ. λήμμα Γοί . ·όρεγω = εκτείνω ΤΊν χείρα καί διευθύνω,
λατιν. |ego) . Ρίσι είναιΟεκφερωνίερονλόγον, "ρησιν" . Ρατζά ΦοUρ Ο βασιλευς Πώρος.
ΤΟΝιρβάνα ¦ίνδ. N| ooa¤a)προερχεταιεκτούνήφω, νηφάλιος, νηφαντός.
ΤΟσανσκριτ. gsha =χθές, είναιτοεχθές, εκ τού εκθείναι. Ή ωρα έγιναhora, ή σύρι γξ j urunga, ή
άρετη erethe.
Ό ίνδoς"κούλης", ό άχθοφόρος κουβαλητής, προερχεταιάποτοκολέω =πολέω, περιφέρομαι.
ΤΟίνδικοσαρί , αποτοζιραi =χιτώνεςανάκωλοι
(" Ησύχιος)
νάμα είναιτο όνομα, μάνας το μένος, μάτραμ τομέτρον
ουάστου είναιτοαστυ.
ντάμ ¦=τιμή) , άπο ΤΊν δραχμή.
μαi ¦=μεγάλος) , εκ τού μέγας.
αγρας όάγρός, άνούντρας ό ανυδρος, νάμπας το νέφος.
ντάκσινα όδεξι ός
ρουντι ρά όέρυθρός, μάλας ό μέλας, μπάς το φώς.
γιόγκα ό ζυγός
γιοκτά τοζεύγος
ί σι ράμ ο ίερός, γιάνας τογένος.
ροκά ου όλευκός (συνήθης έναλλαγή τού Ρ είς λ)
μας ό μήν, ο μές
νάβα Ονέος, (νέFος)
γεράτι όγέρων (ίερατικός)
πιταρ ό πατήρ, μπράτορ ό φρατήρ, νταχίταρ ή θυγάτηρ.
μπάρα-μι τοφέρω (πρβλ. τά είς -μι ρήματα)
βάκτα ό βατός
χάρι όγοητεύων¦οέχωντήνχάρι ν)
γκουροU όκύρι ος
Άκόμηκαίοί αριθμοί. . .
dva δύο
trayas
sapta
asta
nava
τρία
έπτα¦δηλ. σεπτά, σεπτοςάριθμος)
όκτώ
εννεα
i 09.κάρνος=βόσκημα, έκτούκείρω=κουρεύω. ¦πρβλ. τό σημερινό ¨κουράδια" =πρόβατα). Ό Άπόλλωνείχεπολλάβοσκήματα,
άγέλες, έξ ού καί Άρνοκόμης, Ποίμνιος, Έπιμήλιος (μήλα =πρόβατα), Νόμιος, Οίοπόλος ¦δις =πρόβατον). [Έκ τού κάρνος·
ίταλο·ίσπ.carne= κρέας,γαλλ. cha|r=σάρξκ. λπ. κ. λπ. ]
00
A ^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TA^' ^Y
Ό δε Κωνστ. Οίκονόμος παρατηρει ότι 'Έίς τήν σανσκριτικήνεύρίσκει τις καί προφανέστατα ίχνη
τηςκαθ ήμας, τών Έλληνικώνγραμμάτωνπροφορας, οιΌν του γ.¡ana =γένος,¡anu=γόνυ¨ Καί άποκα·
λειτηνσανσκριτικην ¨γλώσσαντώνΒραχμάνων¨.
Οί¨ϊνδοί¨αύτοίβραχμάνες δεν είναι αλλοιάπο τους ΒραΥχίδας ίερεις τοΟ Μαντείου τοΟ Διδυμαίου
Απόλλωνοςτής Μιλήτου, οίόποιοιμετψκισανστηνϊνδία ¦είτε εκουσίωςεϊτεάκουσίως) γύρωστο 495
Π. Χ. ¨Βράγχος, υίός Απόλλωνος, γενάρχης Βραγχιδών, ίερεύς του έν Δι δύμοις Μαντείου, είς τήν
χώραν τών Μιλησίων. Μετοικισθέντες ύπό του Πέρσου είς Περσίαν, συνψκίσθησαν είς τό άπ αύτών
κληθένΒραγχιδώναστυ¨. (Λεξ. Κων/νίδη)
Ούδέποτε ' Ι νδοί , όπωςηδηετονίσαμε, εξεστράτευσαν εναντίον της Έλλάδος. ΤΟ άντίθετον συνέ·
βη. Οί Έλληνες επανειλημμένως εβάδισαν προς άνατολάς, μέχρι τών
ϊ
νδιών, ύπο τον Διόνυσον, τον
Ήρακλή, τον Περσέα, τον ΜέγανΑλέξανδρον. ΚαΙ ούδέποτε οί ' Έλληνες μετέφρασαν ίνδικά κείμενα
είς "φωνην έλλανίαν".
Ό Αίλιανος
¹ ¹ 0
γράφει ότι ¨
Ι νδοί τη παρά σφίσι ν έ πι _ωρί ( φων
η τά Όμήρου ε πη μετα·
γράψαντες, ζδoυσι ν ούμόνοι , άλλά καί οί Περσώνβασι λείς. ¨
Γι αύτο καί όκαθηγητης Γ. Κουρμούλης, είς τοπροαναφερθενέργοντου, τονίζει.
« Είς την Περσικην παρέμειναν λέξεις ώς dehi m =διάδημα, asem =όσήμιον, Ki I i d =κλείς, Iaved
=λέβης, Ki ramb =κράμβη. . . Κ. α. . . artei ¦δηλ. όρεταíoΙ) οίηρωες παρό Πέρσαις, τον ούρανον Dyaos εκ
τοΟΔι ός, damas =δώμα, guI u =γαλή,mesti = μεθη, husi =όσιος « ., »
Είς την Έλληνικην γλώσσαν όλα αύτό κάτι σημαίνουν. Έχουν ετυμολογία ελληνική. ΣτΙς όνατο·
λικες γλώσσες δεν σημαίνουν τίποτε. Ή γαλή ¦=γάτα) λ. χ. σημαίνει ότι προτιμα την ζεστασιά. όλέα
¦=θαλπωρη)·καλέα·καλέαή, γαλέα·ή. g0| 0 όμωςδενεκφράζειτίποτε.
ΤΟ ΛεξικοντοΟ Ήσύχιου μας πληροφορει.
"κάρδακες: οϋτω καλουσι τούς στατιώτας έν ΑσίO, ούκ άπό εθνουςΓι τόπου. άλλά πάντα τόν
άνδρείον. ¨ Καί ό Στράβων ¦734) το ετυμολογει εκ τοΟ περσ κάρδα = το άνδρώδες καΙ πολεμικόν.
Όμως αύτο το ¨περσικο¨ ¨κάρδα¨ είναι ή καρδία, οί δεγενναιοι ¨κάρδακες¨ είναι οί ¨καρδιωμένοι¨, οί
τολμηροί.
Εί ς την Συ ρ ι ακ ή ν , estero =στατήρ, estratego =στρατηγός, escema =σχήμα, I esto =ληστής,
kImws =χλαμύς, qajtwn =κοιτών, rhjtr =ρήτωρ, I m' n =λιμήν. ¨Μέχρι σήμερονδέ, ζη είς τάς Ίνδίας ή
παράδοσιςπερί του ¨τελευταίουμεγάλου¨, ό όποίοςέλιθόστρωσε τάς όδούς καίεκτισε τάςδεξαμενάς,
ούτοςδέεωoιό ¨S/kanderJu/kan", όέστιμεθερμηνευόμενονό ΑλέξανδροςόΜέγας." 1 1 1
· Αλεξάνδρου τήν Ασίανέξημερουντος, Όμηροςη ν άνάγνωσμα, καίΠερσώνκαίΣουσι ανών
καί Γεδρωσίων παίδες, τάςΕύριπίδουκαίΣοφοκλέους ταγψδίαςηδον(=εψαλλον) . »
¹ I ?
· Όντεςδίφωνοι. . . πλείστας τώνέλληνικώνλέξεωνδιετήρουν . . . . ´ (Διοδ. Σικ. ΙΖ 1 1 0. 5)
Ή Παγκόσμιος
ϊ
στορίατής ΑκαδημίαςΈπιστημώντής'
Έ
ΣΣΔ¨
¹ ¹ 3
σ
υ
νοψίζει .
· Από τίς πολυάριθμες γλώσσες τών λαώντών Ίνδιών, οί περισσότερες άνήκουν σέ δύο όμάδες
πού διαφέρουν ούσιωδώς ήμία άπό τήν αλλη, στήν ¨ί vδoευρωπαίίή''
/ /4
καί στήν δραβιδική που άντι·
προσωπεύει ξεχωριστή γλωσσική οίκογένεια, ασχετη πρός τίς αλλες. Οίγλώσσες της πρώτης όμάδας
έπικρατουνστόμεγαλύτερομέρος τών Ίνδιών, ένώ οίδραβιδικέςμόνοστό νότιο μισό της Ίνδικηςχερ·
σονήσου. . . Πώς σχηματίσθηκε τό έθνολογικό αυτό μωσαίίό. . . Τό γεγονός ότι ό πληθυσμός τών Βορ.
Ίνδιών, στήνέξωτερική τουμορφήκαίστήνγλώσσα όμοιάζει πιό πολύμέ τούςλαούςπούκατοικουν
¹ I 0Αίλ. ΠΟΙΚ. |στορ ¹ ? -3
¹ I ¹ Ομοίως Γ. Κουρμούλης.
¹ I ?Πλουτάρχου, ΠερίΆλεξ.Τύχηςη Αρετης,Α. b
¹ I 3τ. Α?¿ σλ. 69¹ , 9b9
¹ I ºπροφανώςέλληνική
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^| ^000' ¬<÷ ΤΟ^ 0A||0�^| 0 ^0|0 07
στό Ίράνκαί στήνΚεντρική Ασία, παράμέτόνπληθυσμό τών Νοτ. Ίνδιών, ώδήγησε τούςεύρωπαίους
έπιστήμονες τού I 9oυ αί. στό συμπέρασμα πώς οί Ίνδίες δέχτηκανκάποτε τήν είσβολή μιας όμάδας
φυλώνπούμιλούσανμιά γλώσσα της ¨ίνδoεuρωπαί kης¨οίκογενείας. . .
Διασώθηκανδεδομένα πούάποδεικνύουνπωςστίς ΊνδίεςύπηρΕανκοινότητεςγένους· ·γκάνα¨ . . .
Γραπτήφιλολογία δένύπηρχε καίε|νoι αγνωστομάλισταανοί Ίνδοί, στήνβεδική περίοδο, ηΕεραν
τήνάνεπτυγμένηγραφή. »
Κλείνουμε αύτό τό Κεφάλαιον με δυό -τρείς άναφορες στις ύποθεTlκες "ρίζες", τις όποίες επικα
λούνται τά διάφορα ετυμολογι κά Λεξι κά. Σημειώνουν ενδεικτικα τήν πεποιημενη, ¨φιαχτή¨ ρίζα, μέ
έναν άστερίσκο ¸
*
) , αφοϋ προηγουμένως έχουν απομονώσει τα κοινα γράμματα ·σύμφωνα κυρίως τα
όποίασυναντώνταιστήν¨ίνδοευρωπαική¨ύποτίθεταιμορφή, τοϋκοινοϋ¨ίνδοευρωπαικοϋ¨λεξιλογίου.
Όμως τό ' Ame|| can He||Iage D| ct| ona|y T¤e GΓοΙ ί θΓ¨
J ¹ b
δέν διστάζει, σέ πολλό λήμματα. να παρα·
δεχθη ότι ή ρίζα είναι ύποθετική, όπως λ. χ. είς τό λήμμα ¨ge¤¨ όπου γράφει . " hypotheti cal I ndo
European base" ¦ύποθετικήίνδοευρωπαίκήβάσις) .
Άξιοσημείωτη παρατήρησιςότι, πολλέςφορές, για καθαραπανάρχαιεςελληνικεςλέξεις, καταβάλ·
λεται αγωνιώδης προσπάθεια προκειμένου να προσαρμοσθοϋν αύτές, σέ ρίζες σανσκριτικές. Όπως
Π. χ. γιατήνλέξι όΡ ουΡ α όπουτόγνωστό Λεξικό Ρ.CHANTHA| NLσημειώνει.
· Lssa| de |app|oc¤emenI de Sk|. 0|va|a - mo| sson¨ ·δηλαδή, προσπάθειανα συνδεθη μέ τό σανσ·
κριτικό 0|va|a που σημαίνει θερισμός. Είς τήν λέξιν όναξ , ενώ παραδέχεται ότι οί Φρύγες
¹ ¹ 6
τήν
επηραν άπότους Έλληνες, άναφέρειεντούτοις ότι ανα ζητείται ¨ίνδοευρωπαικήετυμολογία¨.
Μάταιεςπροσπάθειεςκαίμάταιεςάναζητήσεις.Ή ϊδιαή σανσκριτική, ότανόρχισεπλέονναγράφε·
ται , εδανείσθη εκ της ελληνικης τίς άπαραίτητες για τήν γραφή λέξεις. τό όνομα της μελάνης ¦me' a)
καίτόόνοματηςγραφίδος ¦ Ha| ama) '
·Έπίτακρείττοναποιοϋνταιταςάφομοιώσεις» .
Τελικώς, πίσω άπό κάθε ελληνικό λεξιλογικό στοιχείο. ανιχνεύεται κάτι όλλο άρχαίκώτερο, ελλη·
νικό καί αύτό, τόσο που να δημιουργηται στόν ερευνητή ή εντύπωσις ότι ή ελληνική γλώσσα φθάνει
έωςεμόςάπόανεξιχνίαστακαίανεξερεύνηταάκόμηπρωτομονοπάτια. Άφ ήςδέστιγμηςοίγλωσσολό·
γοι δέν έλαβαν ύπ όψιν τους τό ¨ίσόχρονον¨ τό όποίον άπαιτείται δια τήν συγκριτικήν μέθοδον, ή
γλώσσα ή όποία προηγείται σέ όλα, δηλαδή ή ελληνική, αύτή έγονιμοποίησε τίς όλλες, αύτή είναι ή
Μητέρα Γλώσσα ¦ moI ¤e| ' ang0age) . Ματαίως άναζητείται ή Μητέρα ·γλώσσα· της Έλληνι κης. Ή
Έλληνι κη γλώσσα είναι ΑΜΗΤΩΡ όπως και ή θεό Άθηνά, εκ τοϋ ¨άναπεπάλθαι¨·όπωςάκριβώς καί ή
θεα της Σοφίας· έκ της κεφαλής τοϋ Διός. Ή σοφίαεξηλθεεκ της κεφαληςτοϋ θεοϋ. . .
Ένκατακλείδι¦καίόπωςθαδιαπιστώσουμε περαιτέρω)οί περισσότερεςάπότίςγνωστέςγλώσσες
τηςγης, είναιπαρεφθαρμέναελληνικά|
Ό ' Έλλην Λόγος είναι "ό πρώτος ό τό όνόματα θέμενος."
*
J J b. The Gro| | e|, | nIe|naI|ona| D|cI|onary,έκδ. J 979
¹ J 6. 'Όί δέ Φρύγες, ώς Μακεδόνες λέγοuσι, έκαλέοντο Βρίγες όσον Εύρωπήιοι όντες, σύνοικοι ήσαν Μακεδόσι '
μεταβάντες δέ ές την Ασίαν τό οϋνομα μετέβαλον - είς Φρύγας-" ( Ηρόδοτος Ζ, 73)
68
A^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�ΤA0| 0Y
( Παρένθεσις) : Ολίγα περι της γραπτης μας γλώσσης.
Α ΛΦ ΑΒ ΗΤΟΝ
Ή προβολΊ ύποθετι κών, άτεκμηρίωτων, άντι ·επι στημονι κών ¨ί νδοευρωπαί κοσανσκρι τι κών¨
θεωρι ών, συνοδεύεται και όλοκληρώνεται άπό ηΊν μονόπλευρη καί άπολυταρχι κά δι ατυπωμένη
¨όποψιν¨ περί της καταγωγης τοΟ ΈλληνικοΟ άλφαβήτου άπο τά ¨φοινικικά γράμματα¨, το φοινικικον
¨άλφάβητον¨¦στήνπραγματικότητασυλλαβάριον)δηλαδή ¨φοινηκήιονΨέμμα¨.
Οί φοινικισταίβασίζονταιστογνωστοάπόσπασμα
1 1 7
τοΟ Ήροδότου
'ΌίδεΦοίνικες. . . είσήγαγον
διδασκάλιαέςτούς Έλληνας
καίδι) καί γράμματα ούκέόντα
πρί νΈλλησι, ώς έμοi δοκέεl . ..
τοόποίον προβάλλεταιπερίπουώςθρησκευτικον¨δόγμα¨,χωρίςούδέποτενάπαρατίθενταιαίπερίτοΟ
άντιθέτουεκδοχαίόλλωνάρχαίωνσυγγραφέων.
· Α ταλαίπωρος τοϊς πολλοϊς ή ζήτησις τής άληθείας καί έπί τά έτοϊμαμάλλοντρέπονται . ¨
(Θουκυδ. 1 . 20, 3)
Όμως ή άληθινή έπιστήμη βασίζεται στήν έρευνα, στίς διαδοχικες άνακαλύψεις, στήν συνεχη
άνασκευή τών θεωριών καί τών άρχώντης. Ή Έπι στήμη δεν δογματίζεΙ. Τά άκίνητα καί άπαρασάλευτα
δόγματα εί ναι άντι επι στημονι κ ά. Φθάνει νά σκεφθοΟμε ότι πρί ν άκ όμη άπο 50 χρόνι α , οί
Έγκυκλοπαίδειεςάνέγραφανότιτοότομονδενδιασπαται, ότιη μυκηναίκή·μινωική διάλεκτοςήτοσημι·
τικης προελεύσεως καί ότι τά Ομηρικά έπη μετεδίδοντο τάχα άπο γενεας είς γενεάν προφορικώς,
μέχριτήνεπίόρχοντος Πεισιστράτουπερισυλλογήκαίκαταγραφήτους¦ ΣΤ μ. Χ. αί . ) .
ΏςπροςτοέπίμαχονάπόσπασματοΟΉροδότου, παρατηροΟμετάεξης.
1 ) Ο tδιος ό Ήρόδοτος διατυπώνει τήν πληροφορία με επιφύλαξι. ¨ώςέμοί δοκεϊ¨. ΤΟ ρημαδοκώ
σημαίνει νομίζω, ύποθέτω, σκέπτομαι, φαντάζομαι, φαίνομαικατ άντίθεσιν προς τήν πραγματικότητα,
ό,τιδηλαδήτο σημερινο¨μοΟφαίνεται¨. ¨´Ονφαμένδοςάζει ν, άλλούΥιγνώσκει ν¨. ( Πλατ. Πολιτ. 476 δ)
Άντιθέτως προς το ¨ώςέμοίδοκέει ¨, όποτε ό Ήρόδοτοςείναι βέβαιος γιά κάτι, χρησιμοποιεί τήν
έκφρασι ¨ώςέμοίκαταφαίνεταιείναι ¨. ¨Τόδέ Έλληνικόν, γλώσση μέν, έπείτέγένετο,άείκοτε (=άείπο·
τε)τήαύτή διo¿ράται, ώςέμοίκαταφαίνεταιείναι ¨. ¦καταφαίνεται= είναιεντελώςσαφές, όλοφάνερο) .
2)Ο Ήρόδοτοςγράφει ¨είσήγαγονγράμματα¨ καί όχι ¨είσήγαγοντά γράμματα¨, όπως θάέπρεπε
νά εκφρασθη εάν άνεφέρετο συγκεκριμένωςείς τήν ' ' γραφήν' ' . Δεν χρησιμοποιείδηλαδή το όριστικον
όρθρον ¨τά¨. Έκφράζεται άορίστως. Ή σύνταξις αύτή ημπορείκαίνάσημαίνη ότι έφεραν κάποιαγράμ·
ματα διαφορετικά άπο τά χρησιμοποιούμενα ύπο τών Έλλήνων (". . ούκ έόντα πρίν Έλλησι.."). Γι αύτό,
συνεχίζει ό Ήρόδοτος ¦ Ε58) , σύντιn χρόνι, μεταβάλλοντας τήνγλώσσα ¦μαθαίνοντας δηλ. έλληνικά)
μετέβαλλον ¦-όλλαζαν) καιτον ρυθμον τών γραμμάτων. ¨ . . μετάδέχρόνουπροβαίνοντος, δματή φωνή
μετέβαλλονκαί τόνρυθμόν των γραμμάτων. ¨ Βεβαίως, αύτοί οί όποίοι µετέβαλλον'' είναι οί Φοίνικες
καί όχι οί Έλληνες, όπως εσφαλμένως ¨μεταφράζουν¨ πολλες έκδόσεις. Δεν αλλαξαν γλώσσα οί
'Έλληνες. Αύτό είναι βέβαι ον. "Άεί ποτε τη αύτη δι αχρώνται".
J J 7. ΠολλοίέχουνδιατυπώσειάμφιβολίεςώςπρόςηΊνγνησιότητάτου.Ό δέΘουκυδίδης(Α20)άφήνειαίχμέςπερίΉροδότου
ότιάβασάνιοταπολλέςάνακρίβειεςδιετύπωνε. (Α.20)
(ΠερίτώνάνακριβιώντούΉροδότουβλ. ΒιβλίαΈλλην.ΆγωγήςΓ` Έτους, Κύριονκαί Μελέτης, Μάθ. ¹ 7oν)
Π0� Η ÷^^¬ι| |¬ |0ι' ^000| ¬�÷ Τ0Ι 0A||0�^| 0 ^0|0 69
Άντιθέτως πρόςτην διατύπωσι τού Ήροδότου (¨εΙσήγαγονγράμματα¨) ό Διόδωρος ό Σικελιώτης
¦ Ε' 74) όρίζει . ¨Ταiς δέ Μούσαις δοθήναι παρα τοΟ πατός τήν εuρεσι ν τών γραμμάτων¨ · καί όχι
¨εϋρεσιν γραμμάτων¨. Καί διευκρινίζει ότι άκόμη καί τα λεγόμενα ¨φοινίκεια¨ γράμματα δεν είναι καν
εφεύρεσιςτώνΦοινίκων,άλλαδιασκευηαλλωνγραμμάτων, δηλαδητώνελληνικών·κρητικών.
¨ΦασΙ τούς Φοίνικαςούκέ�αρχήςεύρεϊν, άλλα τούς τύπους τών γραμμάτωνμεταθεϊναιμόνον . . .
Εδώβεβαίως άναφύεται καί αλλο πρόβλημα. Ακόμη καί αύτά, τα διασκευασμένα ύπό τών ¨Φοινίκων¨
ελληνικα γράμματα, δεν είναι δυνατόν να τα έκόμισαν στην Ελλάδα σημιτοφοίνικες συνοδοί τού
Κάδμου. Ό Κάδμος εχει ζήσει πολυ πρό τών Τρωι κών, έποχη κατό την όποίαν οί σημιτοφοίνικες δέν
εχουν έμφανισθή είς τό προσκήνι ον τής ' Ι στορίας.
ΕίςτόλημμαΦΟΙ ΝΙ ΚΕΣ, η ΕγκυκλοπαίδειαΗΛΙ ΟΥδιευκρινίζει.
¨ΟΙ ΦοίνικεςήσανκλάδοςτήςμεγάληςΣημι τικήςµ Αραμαϊκήςφυλής. E�δλωντώνάρχαί·
ων πηγών συνάγεται δτι ΟΙ Φοίνικες δέν ήσαν ό γηγενής λαός τής χώρας, αλλα μετανάσται
έγκατασταθέντεςέκεϊκατακαθόριστονέποχήν. . Ό Ήρόδοτος· \//89 αναφέρει δτικατψκουν
αρχικώςπερΙτήνΕρυθρανθάλασσαν. ΤαΟταλέγεικαΙόΣτάβων¯XV/ 766-. . .
Πότε ακριβώςέγκατεστάθησανοί ΦοίνικεςεΙς τήνΦοι νίκην . . έκδιαφόρων τεκμηρίωνφαί·
νεταιλίανπιθανόνδτι τοΟτοσυνετελέσθημετα�ύ I 2JJ· I JJJπ.χ. ¨
Άλλωστε καί η όνομασία Φoϊνι�είναι ελληνικώτατη. Φo|νι� =πορφυρός. Άπό την ίδία ρίζα προέρ·
χεταικαίη λέξις φόνος. · φοίνιος=φονικός. ¨Φo|νι �¨είναικαί τό μυθικόελληνικόπτηνό τό όποϊον ¨έκ
τής τέφρας του αναγεννάται ¨. Φοϊνιξ είναι καί η ¨χουρμαδι ά¨. Ό Δάρης, ί ερευς τού Ηφαίστου εν
Τρωάδι,έγραψεεπί φύλλωνφοινίκωνΊλιάδαάρχαιοτέραντηςτού Ομήρουτηνόποίανό Αίλιανός ( Ποικ.
Ίστ. Ι Α, Ζ) λέγειότιείδε. ¦Λεξ. Ραγκαβη) . O ίστορικόςΔούριςάπέδιδεταγράμματαείς τόν Φοίνικα, τόν
παιδαγωγό τού Άχιλλέως. ¨ΔοΟριςδέ Σάμιος ό ίστορικός, έν όγδόη Μακεδονικών, άπό Φοίνικος τοΟ
Αχιλλέως τροφοΟτα φοι νίκειαγράμματαλέγεσθαι 'Ό (T. |. G. , Frg. Μαρτuρίαι 20 76 F6)
Οί κρητες Φιλισταϊοι ¦ Πελεσέθ) όταν εγκατεστάθησαν είς τα παράλια της νύν Παλαιστίνης,
I I 3
έφεραν μαζί καί την πανάρχαια γραφή τους, την όποίαν εγνώρισαν καί εμιμήθησαν οί "Φοί νι κες" οί
όποϊοι, ώς μάζες λαών νομάδων, έσφετερίσθησαν τό όνομα τών Έλλήνων κατοίκων τής Φοινί κης
γιό νό άποκτήσουν ίστορι κη όνομασία Kai καταξί ωσι , όπως άκριβώς άποπειρώνται νό πράξουν σήμε
ρα οί Σκοπιανοi μέ τό όνομα τής Μακεδονίας.
ΊδρυτηςτηςΦοινίκης
¹ J 9
υπηρξεό ΕλληνΑγήνωρ, πατηρτούΦοίνικοςκαίτηςΕυρώπης.
'Ά γήνωρ δέ, παραγενόμενοςεΙςΦοι νίκην,
γαμεi ΤηλέφασσανκαΙ τεκνοϊθυγατέραμέν Εύρώπην,
παiδας δέ ΚάδμονκαΙΦοίνικα καΙ Κίλι κα. ¨ (' Απολλόδωρος Γ' 1 )
Η Νέα Ελληνικη Εγκυκλοπαίδεια Χ . Πάτση αναφέρει ότι οί Φοίνικες έλαβαν την όνομασία αυτην
άπότόν Φοίνικα, τόνάδελφότούΚάδμου. Οί ίδιοιάπεκαλούντοΧαναανϊται.
' Όί ' Έλληνες ήσαν έκεϊνοι που τους εδωσαν αύτό τό όνομα.
¹ ?0
. . οί αποικίες πού ίδρυσαν ΟΙ Φοίνικες σπάνια είχαν μακρα έπιβίωσι, δέν κατόρθωσαν δηλαδή να
δημιουργήσουνμόνιμο κράτος. . ίδρυαν στήν Μεσόγειο πόλεις·έμπορεiα, χωρΙς να ένδιαφέρονται καΙ
πολύ για τό έσωτερικό τήςχώρας στήν όποία είχαν αποβιβασθή µ για τόνέκπολι τι σμό τών κατοίκων
τής περιοχής, πράγμα πούχαρακτήριζε τόν αρχαiο έλληνικό αποικισμό . u . Τό γραπτό κεί μενα τών
Φοι νίκων είναι έλάχι στα. Ή γραφι κη ϋλη τους ήταν φθαρτη-πάπυρος. "
I I 3 Ό ΜίνωςκαιόάδελφόςτουΡαδάμανθυς "κατακτήσασθαι καί νήσους ούκ όλίγας, καί τής 'σίας πολλής τής παραθαλαττίου
χώρας . . . " " . . . ούκ όλίγην δέ τής 'σίας τής παραθαλαττίου κατέσχε, διάπερ έν ταις νήσοις καί κατά τήν 'σίαν τάς έπωνυμίας
έχουσι Κρητών λιμένες καί Μινώαι + . « ¨ (Διοδ. Σικ. Ε, 79)
! ¹ 9. ΠόλιςΦοινίκηύπηρχεκαίστην ΉπειροκαιστόνΘερμαικό.
I ?0 ¨Φοινίκη. άπόΦοίνικοςτούΆγήνορος, ητού Ποσειδώνοςεκαλείτοδε πρότερονΚολπίτης. ¨¦Στεφ. Βυζάντιος)
70
A^^A Τ�| |ο0ΟΥιΟΥ �Y�TA^| ^Y
'Άρα: με το περίφημο ¨άλφάβητό¨ τους, σ¨Ίν πραγματικότητα ¨συλλαβάριο¨ όνευφωνηέντων, δεν
έχάραξανξύλινεςq πήλινεςπινακίδες, ούτεβότσαλα, ούτε μάρμαρα. . . Ύλικο τηςγραφης τους, μόνον
ό μεταγενέστεροςπάπυρος.
Παραμένει άδιευκρίνηστο τό τί άκριβώς εγραψαν οί περί φημοι αύτοί "Φοίνικες". 'Ίσως λογαρια
σμούς. 'Ένα είναι βέβαιον
:
δεν "συνέγραψαν" τίποτε. Διότιτο ¨φιλομαθες¨ άνήκειείς τους Έλληνας,
ένω ¨τό φιλοχρήματον, περίτουςΦοίνικας. . ."1 2
1
Ως προς ΤΊν όνομασία ¨φοινίκεια¨γράμματα, παραθέτουμεάποσπάσματα άπο ΤΊν πραγματείατού
Μ. Μί nοϊde¨Ca| | | ope¨¦ Fa|| sl 625) .
¹ 2 ¹ . Πλάτ. Πολιτ. 435 Ε
ου Τ Η/ΗΙ Τ,
SI H Ι , Α \ΤΙ : Ι Τ. \ Βι , Ε Ι I Ι �ONONΙΙ ΛTΙ ( ) "
l ι LÅ
.,ί:l,. ί ΑΙ" ι \ ³. . \ ίl: I I I·:LI . I�r o �' ) ,:1 1 1 1' Î : , .. ΙJ ΙΙ O' Ι·. ,
1 ' : 11 ( : . ι\I Ι ΝΟI I)Ε �I YN.\ S,
³ ³ � Γhυι b ×çι ι P ι ι ι ι' ιι ι ι.ιμοι· " ι ι ι l .1 - ιι ι ι ι 1 : l l. t_ I Ι.
Ι Ι ¤Ι ACr. llu, I .: .
,� "τ ι ,ji ¥7Ι 4ν Τ.ί ς "v). :. r:i� �I' 'lτί� ,
ί .ΤΥ Ι' � .;Α. ί .., � "Υ.Ι Ι. ¥ 1",1;( .
�λ ι . l4. ι , ι. 3 . cl ",I , ' �.)
λ L.\ (; ι μι\ l l·. 1 1 1- ιΟS:',\ ΝΙ;J·; 1' ·
·
I r , ' , ,',, :ί , ,
·
ιlι' S. Λ. Ι Ι . ι�ι .
Ι.· 1 ) 1 1, .Ι · οι I.::II� . l tP ,'� 1 1 ;1" ", 1",,, , It`´ [,',.
Α Ι. ι\ ι. , i. | . .\ 1 11 I I� Τ ιι ι- Ι J Τ T·: ι 1'; Τ \\. Ι ! 1 \ Τ ;� ι
.\ Ι ' .\ ΙΙ Ι ' , I Il C .11· Ι ;oιιι l'ιJH . J
..
Ι ϊ .
λ � l lλ�υυΙI ΙΙ \. , " H ,i\ 'ο ,JΙ' I I , , , ίΙ I , ι :, ΙυNΙJι ι � , ")ό ' �;Ι 'IΙ') : ; ' Ι Ι ΗΙ Ι ' .
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^| ^000' ¬�� T0^ 0A||0�^' 0 ^0|0 71
5. ··Έναςάρχαϊος γραμματικός, όνομαζόμενος Πίνδαρος, έχει τήνγνώμη ότι τά γράμματα έφευρέ·
θησανάπό έναν Αθηναϊο όνόματι ¨Στοϊχος¨, καί ότι άκριβώς γΙ αύτό όνομάζονται ¨στοιχεϊα¨, άπό τό
όνομα τοΟ εύρετοΟόμωςό Αντικλείδης, άθηναϊοςίστορικός, δένσυμφωνεϊ.
5. Η λέξις ¨φοι νίκεια¨ ή όποία έδόθη ώς έπίθετον είς αύτά τά γράμματα, ¨φοι νίκεια γράμματα¨,
έδημιούργησε τήνίδέα ("a /ourn/ Ι' /dee¨) ότι οί Φοίνικες τά είχαν δώσει στούς Έλληνες. Ό ίστορικός
lώσηπος προσπάθησε νά άποδείξη ότι ύπό τό όνομα ¨Φοίνικες¨οίάρχαϊοι έννοοΟσαν τούς Ιουδαίους
καί ότι αύτοί όχι μόνονείχανδώσει τά γράμματα στούς Έλληνες, άλλά έπί πλέον ήσαν οί πρώτοι
έπινοηταί οί όποϊοι τάμετέδωσαν σέ όλα τάδλλαέθνη. Όμως ή θεωρία αύτή δενείναι άληθοφανής,
έπειδή ό συγκεκριμένος ίστορικόςμεγαλοποιεϊύπερβολικά τάέβραϊκά συμβάνταμέ σκοπό νά παρου·
σιάσηαύτόντόνλαόώςτόνπιόπολι τισμένο, τόνάρχαιότεροκαίτόνπλέονμορφωμένο.
Άλλωστε ή όνομασία "a|e/", "ve|h" κλπ. δεν έπαρκεϊώς άπόδειξι ς δι ότι άπομένει νά μάθουμε
μήπωςοίέβραϊοι παρέλαβαναύτά τά γράμματαμαζίμέ τήν όνομασία τους, άπό δλλαέθνη..
/. Τά έπίθετα ¨φοινικικά¨, ¨φοι νίκεια¨ή ¨φοι νικήϊα γράμματα¨δέν άρκοΟν γιά νά μαςδώσουν θετική
ίδέα ώς πρός τό θέμα αύτό' διότι κατά τήν γνώμη άρκετών συγγραφέων, τά γράμματα άποκαλοΟνται
¨φοι νίκει α ¨ άντί ¨φωνίκει α¨, σύμφωναμέ τό άρχαϊο ίδίωμα τών Βοιωτών, οί όποϊοι χρησιοποιοΟσαν
δίφθογγον ΟΙ στήν θέσι τοΟ ω, καί έλεγαν ¨φοι νή¨ άντί ¨φωνή ¨, καί ¨άγκοίνη¨ άντί ¨άγκώνη'' έτσι
όρίζουντόέπίθετον ¨φοι νίκεια¨ ώς "Φωνης έγγραμμάτου είκόνες".
Άλλοι συγγραφεϊςθεωροΟνότι τά γράμματα όνομάζονταιφοι νίκεια, έπειδήάρχικώςέγράφοντομέ
κόκκι νοχρώμα τό όποϊονώνόμαζον ¨χρώμα φοινικοΟν'' όμως ήλέξις ¨γράφω¨, ή όποία σημαίνει σκαλί·
ζω, ξέω, έξού καί ή όνομασία ¨γράμματα¨, άντι τίθεται στήν γνώμη αύτήν.. "Γράμματα δέ λέγεται διά τό
γραμμαίς καί ξυσμοίς τυπούσθαι ' γράψαι γάρ τό ξύσαι παρά τοίς παλαιοίς, ώς καί παρ' Όμήρψ". (Δι οv. Άλικ. ' ' Λ στ.
388)
Άλλοιίσχυρίζονταιότήόνομασία ¨φοι νίκεια¨ προέρχεταιέκτοΟότέγραφανδλλοτεσέ φλοιούςφοινικο·
δένδρωνόνομαζομένους ¨φοι νίκαι ¨. Ώρισμένοι θεωροΟν ότι ή όνομασία ¨φοι νίκεια¨προέρχεται μέν άπό
τούς ¨Φοίνικες¨, μέ τήνδιαφορά όμωςότι οί Πελασγοί, φεύγοντες τόνΚατακλυσμό, διεσώθησαν στήν
Φοι νίκη, έδίδαξαν αύτά τά γράμματα στούς Φοίνικες καί αύτοί τά έπανέφεραν στήν Έλλάδα όπου οί
κάτοικοι λόγΙu τοΟ ΚατακλυσμοΟ τά είχαν λησμονήσει αύτή εΓναι ή γνώμη τοΟ σχολι αστοΟ τοΟ
Δι ονυσίουτοΟΘρακός.
¨Μετά δέ τόνέπί Δευκαλίωνος κατακλυσμόν, ούδείς τών ύπολειφθέντων Έλλήνωνέφύλαξε τήν
μνήμηντώνγραμμάτων, πλήντώνΠελασγών, τώνάφ Έλλάδοςείςβαρβάρους πλανηθέντων.οϋςκαίό
ποιητήςκαλεϊ
.. δϊοίτεΠελασγοί(π.κ, ν, 429)
παρ' ών μαθόντες Φοίνικες, είς 'Έλληνας ιγαγoν, όθεν καί φοι νίκεια κτητικως όνομάζονταl. "
Καί αύτή όμως ή δποψις είναι άμφίβολη. ´Αλλοι γραμματικοί τά όνομάζουνεύκρι νώς ¨γράμματα
Πελασγικά¨. Άλλοι πάλι ίσχυρίζονται ότι ή όνομασία ¨φοι νίκει α¨προέρχεται άπό τόν Φοίνικα, υίό τοΟ
Προνοπέως καί τής Εύρώπης, ό όποϊος τά έπενόησε στήν Κρήτη καί άκολούθως έφονεύθη άπό τόν
Ραδάμανθυ. Aλλοιάποδίδουντήνεϋρεσικαίτόόνομα τώνγραμμάτωνείς τήνΦοι νίκηντοΟ Ακταίωνος
καίδλλοιείς τόνΦοίνικα τόνπαιδαγωγότοΟ Αχιλλέως. ΌγραμματικόςΜελάμπουςδιδάσκει ότι όνομά·
ζονται ¨φοι νίκεια¨έπειδή παρεδόθησανείςτούςάνθρώπουςάπό τόνΈρμή,χαραγμένασέφύλλαφοίνι·
κος.
"Τι νές δέ φασι τούς χαρακτηρας των στοιχείων, τούς παρ' ήμίν άπό Έρμού έν φοίνικος φύλλψ ΥεΥραμμένους
κα τα πεμφθη ναι τοίς άνθρώποις. "
Απόλααύτάσυμπεραίνεται ότι δένύπάρχεικαμμίαβεβαίαδποψις.
8. Άλλοι συγγραφεϊς άποδίδουν τήν έξεύρεσι στόν Σίσυφο. Ό Εύρι πίδης καί ό Στησίχορος έπιμέ·
νουνστόνΠαλαμήδη.. ΌΣουίδαςστόλήμμα ¨Σαμίωνδήμος¨θεωρεϊότι τά24 γράμματαέπενοήθησαν
στήνΣάμοκαίότι οί Αθηναϊοι, άφοο τά άποδέχθηκαν, τάμετέφερανστούςΒαβυλωνίους.
72
A^^A T�' |000Y^0Y �Y�TA�| 0Y
" . . . παρά Σαμίοις εύρέθη πρώτοις τά κδ' γράμματα ύπό Καλλιστράτου, ώς 'Άνδρων έν Τρίποδι. Τούς δέ
Αθηναίους έπεισε χρήσθαι τοίς τών Ίώνων γράμμασιν, Αρχίνου Αθηναίου έπί dχοντος, καί Εύκλείδου. Τούς δέ
Βαβυλωνίους έδίδαξε διά Καλλιστράτου Αριστοφάνης, έτεσι πρό τοΟ Εύκλείδου, καί έπί Εύκλέους. Περί δέ τοΟ πεί
σαντος ίστορεί Θεόπομπος. "
9. Οί διαφορετικές αύτές άπόψεις μας κάνουν νά άντιληφθούμε ότι ή έποχή κατά τήν όποίαν
έπενοήθησαν τάγράμματα παραμένει αγνωστη φαίνεται δέότι άνάγεται σέ άρχαιότερουςαίωνες πρό
τούΚάδμου . . .
I J. Έν πάση περιπτώσει είναι άπολύτως βέβαιον δτι οί ' Έλληνες έγνώριζαν τα γράμματα πολυ
πρό τού Τρωι κού πολέμου. Αναφέρεται ότείς τόνναόντωνΔελφωνύπήρχε έναάγγεϊομέχαραγμέ·
νη τήνέξήςέπι γραφή.
'Άμφιτρύων μ' άνέθηκε λαβών άπό Τηλεβοάων"
J 22
Ύπήρχεκαίαλληέπι γραφήσέμίακρήνη τήςΠάφου.
"Ώκεανώ θυγάτηρ καί Τηθύος είμί Νύχεια
κρήνη ' Τηλεβόαι γάρ με τόδ' ώνόμασαν.
Νύμφαι ς μέν προ χέω λουτρόν, θνητοίς δ' ύγιείην.
Θήκε δέ με Πτερίλας υί ός Ένυαλίου"
. . . καίέπισημαίνεται ότι αύτή ήέπι γραφήάνάγεται σέ έποχή προγενέστερηαύτής τούπολέμου τής
Τροίας.
I3. Οίδιοςό Όμηροςέπιβεβαιώνει ότή γραφήήτογνωστή στήν Έλλάδα πρό τούΤρωικού πολέ·
μου, ότανάναφέρεται στόνΒελλερεφόντη. ''Υράψας έν πίνακι ΠΤUKΤΨ θυμοφθόρα πολλά".
Τά έργα τού Ορφέως, τούΜουσαίουκαί τού Ομήρουπροϋποθέτουνλογοτεχνία τελειοποιημένη
καίποίησι Γ όποίαύπακούεισέ κανόνες.
I4. ΟΔι ονύσιοςό ΘρÇξ, μαθητής τούδιάσημου Αριστάρχου (Βαί. πΧ) άναφέρει ότι ή γραμματική
ήτο ένχρήσει στήν Έλλάδα πρό τού Τρωικού πολέμου, γεγονός τό όποϊονπαραδέχεται καί ό σχολια·
στήςτής ¨Γραμματικής¨του, σημειώνων.
"Δι ττή δέ έστιν ή γραμματική. Ή μέν γάρ περί τούς χαρακτήρας καί τός τών στοιχείων έκφωνήσεις καταγίνεται,
ητις καί γραμματκή λέγεται παλαιά, ούσα καί πρό τών τωικών, ή δέ περί τόν έλληνισμόν, ητις καί νεωτέρα έστίν,
όρξαμένη μέν όπό Θεaγένoυς, τελεσθείσα δέ παρά τών περιπατητκών, παρ' Εξιφάνους τ καί Αριστοτέλους. "
Έναςόλλος σχολιαστης τού Διονυσίου τού Θρακός, στηριζόμενος στην γνώμητού Σμυρναίουίστο·
ρικούΆσκληπιάδου, άλλ
Ο
καίτούΔιοδώρου, καιτούΆπίωνος,γράφει .
" . . . . ούκ δλλοι ς χαρακτήρσι χρώμεθα τών στοιχείων, άλλά τοίς
ί ωνικοίς, ώς μέν Ασκληπι άδης ό σμυρναίος λέγει , δι ά τό κάλλος, καί ότι πλείστα
τών συγγραμμάτων, τούτοι ς έγέγραπτο τοίς χαρακτήρσι ν.
Ώς δέ Δι όδωρος καί Απίων έν τψ περί τών στοιχείων, ότι πλείστοι συγγραφείς
καί ποι ηταί όπό τής Ίωνίας, τούτοι ς τοίς τύποις έχρήσα ντο. "
¹ 22. "Τηλεβόας, εκγονος τού αύτόχθονος Λέλεγος, τού όποίοu οί 22 παίδες, Τηλεβόαι καλούμενο/,
κατψκησαν τήν Λεuκαδίαν". ·Λεξ. Κωνσταντινίδη·
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^| ^000' ¬< T0^ 0A||0�^| 0 ^0|0 73
I 5. Αλλος σχολιαστής τούΔι ονυσίου άναφέρει ότι τά γράμματα ώνομάζοντο ''γράμματα ίωνικά¨
έπειδή τόέσχεδίασανοίγωνες.
'
Ό
ίς δ
ε νϋ
ν χρώμεθα ήμείς, είσί ν ίωνικά,
δι ό το όρχαι οτάτην είναι τήν
"
/άδα τών ολλων δι αλέκτων,
καί αύτήν πρώτην τών ολλων τούς έλληνικούς εύρείν τύπους. "
I 8. Οί άρχαϊοι γραμματικοί άναφέρουν ότι ένσυνεχείo ό Πυθαγόρας εδωσε στά γράμματα τήν
μορφή τήν όποία διατηρούν σήμερα, έ νώ παλαι ότερα ήσανκακοφτι αγμένα καί ότι ό άθηναϊος
Προναπίδης123 ύπηρξε ό πρώτος ό όποϊος έτακτοποίησε τόν τρόπο γραφης παρόμοιομέ αύτόν πού
χρησιμοποιούμε σήμερα.
35. Ολοι οίγραμματικοίσυμφωνούνότι οίΑρχαϊοι Ελληνεςείχανκατ άρ_ήv I 5γράμματα.
Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ.
" Σιμωνίδης τόνΔ ' αί. π.χ. προσέθεσε τά Η, Ω, Ξ, Ψ, ένώ ό Παλαμήδης πρί νάπό αύτόν, είχε
έπινοήσει τά Θ, Φ, Χ, Ζ. Εάναύτόάληθεύει, είναιβέβαιονότιό Ομηρος τάέγνώριζε.
Μερικο|αποδίδουν την εϋρεσι τών Θ, Φ, χ, Ζ, στον Επίχαρμο τών Συρακουσών, Ο οποίος ύπηρξε
σύγχρονοςτούΚάδμου. ¦ Μ. V| no| de)
¹ ?º
***
"Φοι νί κει α τα γράμματα έλέγοντο, ως φησι ν . . . ' Ετεωνευς
καί Μέναδρος, ό ί στορι κός, έπει δη έν πετάλοι ς φοι νι κι κοϊς
έγράφοντο, η, δπερ κρεϊττόν έστι ν εί πεϊν, δτι φοι νί σσεται
ύπ' αύτών ό νοϋς, ητοι λαμπρύνεται . » (Bekker Anecd. -TLG)
: ?3. C διδάσκαλοςτοΟΌμήρου.
I ?-.Μετάφρασιςέκτής ΓαλλικήςΆνναΕύσταθίου.Τάάρχαϊαάποσπάσματακαθώςκαίοίέλληνικοίόροιπαρατίθενταιέλληνικά
σέ όλητηνΈργασίατοΟ Μ. M| no| de.
74
/ιι/ Τ<Ι |ΟΠΟΥΙΟΥ �Y�T/OΙ OY
Α ΛΦΑΒΗ
ΤΟΝ , ΕΛ ΛΗ Ν
ΩΝ Ε Ξ ΕΥΡΗ ΜΑ
Σύντομη προσέγγι σι ς εί ς τό ί στορι κόν της έλληνι κης γραφης
Kai εί ς τό Έλληνι κόν Άλφάβητον,
τό πρώτον αληθι νόν Άλφαβητον εί ς την ί στορίαν τού κόσμου
Ή Έλληνική, ή άρχαιότερη γλωσσα άπ όσες όμιλοϋνται και γράφονται σήμερα στήν Εύρωπαική
ηπειρο, είναι έντυπωσιακά άρχαιότερη άπο όσο έθεωρείτο στις άρχες τοϋ αιωνος μας. Μέχρι τότε,
άρχαιότερη μαρτυρία ελληνικης γραφης έφέρετο ή έπιγραφή της ¨ίστορι κης¨ περιόδου ¦ Η' αί . π. Χ. )
χαραγμένη έπάνω σε πήλινο άγγείο, στην ''οίνοχόη τοϋ Διπύλου¨, γραμμένη με το σημερινο γνωστο
άλφάβητο ηέπιγραφη άναφέρει ότι
Il
ο
ι
νοχόηδίδεταιώςβραβείο σε χορευτικοδιαγωνισμό
"ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙ ΖΕΙ , ΤΟΤΟ ΔΕΚΑΝ ΜΙ Ν" .
1 25
Ή έκδοχή ότι η συγκεκρι μένη έπι γραφή είναι ή πρώτη ελληνι κη γραφή, σήμερα πλέον δεν
εύσταθεί. τα έλληνι κα Kai πρωτοελληνι κα φύλα διέθεταν διάφορα συστήματα γραφης, Αύτο έγινε
γνωστο άπο τις πήλινες πινακίδες που τά ¨άρχεία¨ της ελληνικης γης διεφύλαξαν έπι χιλιετίες και
ήρθανστοφωςκατάτήν διάρκειατοϋ20oϋαίωνος, ¨γράμμα λίθων γαίας παναληθέος ¨. τα γραπτα
αύτό μνημεία παρουσιάζουν κανονι κη έξέλι ξι : πρώιμο είκονογραφικό στάδιο (ίερογλυφι κό), συλλα
βογραφι κό, τέλος φθογγογραφι κό. Δύο άπο αύτά τά συστήματα, το Κυπριακο συλλαβογραφικο και η
Γραμμική γραφή Β, έχουν ηδη άποκρυπτογραφηθη και έκφράζουν όλοκάθαρα τήν ελληνική γλωσσα με
άδιάσπαστηενότηταμέχρισήμερα.
Ή Γραμμική Γραφή Β άποτελεί έξέλιξι της Γραμμικης Α
1
2
6
και άποκρυπτογραφήθηκε άπο τους
Βέντις και Τσάντγοuίκκατάτο l 952. Οίσχετικες πινακίδες είχαν άνακαλυφθη άπο τον Έβανς κατά
τιςάνασκαφες τοϋ l 900 όχι μόνον στήν Κρήτη άλλά και σε διάφορα όλλα μέρη της Έλλάδος, όπως
στήνΠελοπόννησο,στιςΚυκλάδες, στάΈπτάννησα.στήνΣτερεάΈλλάδα. . . .
ΤΟσημαντικώτερο ελληνικο ίερογλυφικο γραπτο μνημείο προέρχεται άπο τήν Κρήτη και είναι ο
δίσκος της Φαιστοϋ, ο όποίος δεν είναι χαραγμένοςάλλά παρουσιάζειάποτυπώματαάπο μικρεςσφρα·
γίδες και θεωρείται το πρωτο βημα τοϋ άνθρώπου προς τήν τυπογραφία. Άλλα ίερογλυφικά σύμβολα
ύπάρχουνχαραγμένασε πελέκειςπουβρέθηκανστοΆρκαλοχώριτηςΚρήτηςκαιτάέχεισυγκεντρώσει
ό Έβανςστοέργοτου 3C¬| ºTA ΜΙ ΝΟΑ,
Ό Έβανς εύθυςέξάρχηςείχε ύποστηρίξειότιτά συλλαβογράμματα της Γραμμικης Β δεν έκφρά·
ζουνγλωσσαάνατολικηςπροελεύσεως¦όπωςέπιστεύετοπροτηςάποκρυπτογραφήσεως)άλλά μόνον
ελληνικά . Ό Έβανς άκόμη είχεκαταλήξει στο συμπέρασμα, βασιζόμενος σε παρατηρήσεις του έπί
της έξελίξεως των διαφόρων συλλαβογραμμάτων, ότι οί Φοίνικες παρέλαβαν την γραφη άπο κρητες
άποίκους οί όποίοι κατά τον Ι Γ' π χ. αιωνα άποίκησαν τις άκτες της Παλαιστ.νης ώς Φιλισταίοι . (¨Ή
Γραφή τήςΚρήτης είναι ή μήτηρ τής Φοι νικικής¨ Άρθ. Έβανς¨) . Περίπου τήν ίδίαν έποχην ό Ρενε
Ντυσσώδιετύπωσεάνάλογηόποψι. 'ΌίΦοίνικεςείχονπαραλάβει πρωιμώτατα τόάλφάβητόν τωνπαρά
τών fλλήνων, οίτι νεςείχονδιαμορφώσει τούτοέκ τήςΚρητομuκηναίκήςγραΦής¨. Ή διαφορό είναι ότι
τό φοι νι κι κό σύστημα παρέμεινε συλλαβάρι ο, όπως ακριβώς τό παρέλαβαν άπό τους ' Έλληνες, ένψ Γ
έλληνι κη φυσι ολογι κη έξέλι ξι ς κατέληξε στό σημερι νό γνωστό άλφαβητι κό σύστημα γραφης, τό
πρώτο δηλαδη άλφαβητάριο στην ίστορία τού κόσμου.
Και αύτο έπειδή το συλλαβάριον της ελληνικης Γραμμικης Β περιείχε ίδιαίτερα σύμβολα διά τά
φωνήεντα, ένψστο φοινικικο συλλαβάριο φωνήεντα δενέγράφοντο, δεν ύπηρχαν. ΤΟσημείονλ. χ. γιά
το Κ·κάπα· ήτο δυνατον νά διαβασθη ώςΚΕ, ΚΑ, ΚΟ, ΚΙ . ΔΔΜΣσημαίνειΔιδυμαίος. ΔΒΔ Δαβίδ, Κ. Ο. Κ.
Έν όλίγοι ς, τό λεγόμενον
"
φοι νl κι κόν άλφάβητον
"
δέν είναι καν "άλΦάβητον". Άλλάκαιό ίστορικος
1
25
. Όστιςνύνέκπάντωντώνόρχηστών άπαλόταταχορεύειτούτονάδοθήείςαύτόν.
1 2
6. ¨ΉγένεσητήςΓραμμ ΒγίνεταιμέμετασχηματισμοτήςΓραμμ. Α¨(Περιοδ. Na!| ona| Geog|aph| cΈκδ έλλ , τ 6, ¹ 999) .
Βλ καί τοβιβλίοτούΜ. Τσικριτσή¨ΓραμμικηΑ¨( Έκδ ΒικελαίαςΔημοτ. ΒιβλιοθΉρακλείου)·Συμβοληστηκατανόησιτής
Γραμμικής Α ΓραμμικηΑ, μία Έλληνικη Γραφή.
π0� Η ÷^^¬^' Ι¬ |0^' ^000' ¬�÷ ΤΟ^ 0A"Ι0�^| 0 ^^|^ 75
Δωσι άδης, ό όποίος κατήγετο άπό την Κρήτη, ει ς τό έργον του ¨ Κρητι κό¨ όπου πραγματεύε·
ται την τοπι κη ι στορί α της Μεγαλονήσου, άποδίδει την εϋρεσι τού άλφαβήτου εις τους κρητας.
I ?
¯
Πληροφορίες περίτης συγγραφης τού Δωσιάδου μαςπαρέχουν όΑθήναιος καίό Πλίνιος τόπρωτότυ·
πονέργον ¨άπωλέσθη¨ .
Μία άπο τίς πρώτες λέξεις που άνεγνώρισε ό Βέντρις ¦κιαςξεκινούσεκ ι αύτος όπως όλοι μέ την
πεποίθησιότιδένέπρόκειτογιοελληνικό)ήτανη λέξις ποιμήν. Σιγόσιγά,η μίαμετότηνδλλη,δρχισαν
νό έρχωνται στο Φώς ελληνικές λέξεις όχι άπλώς γνώριμες, άλλά καθημερινές. Έρημος, τέμενος,
θώρακες, λευκός, δήμος, θυγά τηρ, χαλκός, χρυσός, ί ερεύς, τοξό της, πέδι λα περυσι νά,
χι τών, κυνηγέ της, μέλι , μάραθο, κύμι νο, σησάμι , ελαι · F· ον, οίνος, μέ το άρχαιότατο ελληνικο
γράμμα | ·δίγαμμα· στην όρχη ¦ |οινος) τού όποίου η προφορό έμοιαζε μέ έλαφρυ βητα καί μέ αύτην
άκριβώςτην προφορόέχειδιατηρηθη, μέσψτηςΛατινικης ¦v| ¤0m)στίςδυτικέςγλώσσες. v|¤oλέγεταιό
οίνοςιταλικά καί ισπανικά, v| ¤στογαλλικά, We| ¤στογερμανικόκαί w| ¤eστοάγγλικό ¦καίόχι μόνογ βλ.
λημμα¨v| ¤¨) .
Χαραγμένα στίς πινακίδες όναγνωρίσθηκαν άκόμη. Τοπωνύμια (Κνωσός, Αμνισός). Κύρια όνόματα
(Διόνυσος, Εύμήδης, Πρωτεύς, Γλαι7koς, ΞoιJθoς, Έκτωρ, Λατώ, Κάστωρ, Εϋδαμος, Ορέστας, Αθάνα
πότνια. . . ). Προθέσεις (άμΦί, πρό), γραμματικοί τύποι άπίστευτα άνθεκτικοί στον χρόνο (¨τά δεδομένα¨,
¨δεδεμένα ξίφη¨). Άριθμητικό διαμορφωμένα ηδη στον σημερινό τους τύπο άπο το μέσα της δεύτερης
χιλιετίας πΧ ΚΕ ΤΟ ΡΟ τέσσαρα, τι ΡΙ ΠΟ τρίπους, Ε ΝΕ |O έννέα, || ΚΑτι εϊκοσι ¦βείκατι δωρικά) .
οκτωπτώσειςούσιαστικών ¦έκτοςάποτίς πέντεγνωστές, έπίπλέονάφαιρετική, τοπική, όργανική) .
¹ ?3
Άλήθεια, άπο πόσο βαθιόμέσα στον χρόνοπρέπεινόέρχεται αύτη η γλώσσαγιο νό έχη ηδη γύρωστο
J 500πΧ ¦σύμφωνα μέτίς μέχρισήμερα συμβατικές χρονολογίες) διαμορφώσει8 πτωτικέςκαταλήξεις,
Μέ ίδιαίτερημνείαστο ότι οίκαταλήξειςαύτέςδέν έχουνάλλάξειμέχρισήμερα'
Ε·ρέ·πα, Ερέ·πα·το ¦ Ελέφας, έλέφαντος)
Πό·με, Πο μένο, Πο·μέ·νε ¦ποιμήν, ποιμένος, ποιμένες)
ΤΟ σπουδαιότερο όμως άπ όλην αύτη την ίστορία είναι ότι άνετράπησαν δόγματα θεωρούμενα
μέχριτότεάπαρασάλευτα. Άπεδείχθη ότιη γλώσσα η μυκηναίκηπεριέχειδωρισμουςπουάναιρούντην
πεποίθησι σύμφωνα με την όποία η έμφάνισις τών Δωριέων
1 29
στον έλληνικο χώρο τοποθετείται χρο·
νικό μετό τους Μυκηναίους. Η άλήθει α είναι ότι οί Δωριείς ύπηρχαν άνέκαθεν στην μυκηναι κη
Πελοπόννησο, πρίνάποτηνύποτιθεμένηγύρωστο ¹ 200πΧ¨είσβολή¨τους.
Δεν ύπάρχει άρχαίον Κείμενον τό όποίον να όμιλή περί "Είσβολής" η "Καθόδου Δωρι έων". ' Όλοι
οί αρχαίοι συΥΥραφείς αναφέρονται εις την "Κάθοδον τών Ήρακλειδών", δηλ. την έπάνοδον τών
έκδιωχθέντωνεκ της ΠελοποννήσουάπογόνωντούΉρακλέους, ειςτηνπρογονικήν,δωρικηνέκπαλαι,
Πελοπόννησον. Κάθοδος σημαίνει έπάνοδος, όδoς πρός το κάτω, έπιστροφή, ιδίωςέπάνοδος έξορί·
στου είς την πατρίδα του. ¨Κάθοδος Μυρίων¨ =έπάνοδος, έπαναπατρισμος τών Μυρίων, ύπο τον
ΞενοΦώντα. ¦ Γι αύτο άκριβώς καί σήμερα λέμε ¨δνοδος καίπτώσιςθερμοκρασίας¨καί όχι δνοδος καί
κάθοδος. )
Επρόκειτο διό μετακινήσεις αύτοχθόνων πληθυσμών καί όχιδιό ξενικην είσβολήν. Είχε δοθη μάλι·
στα χρησμός είς τους Ήρακλείδας ότι ¨πρό τoι7δέοντοςκατελθείν¨, δηλαδη ότιέπέστρεψαν ένωρίτε·
ρονένώέπρεπενάάναμείνουνόκόμη.
« ¯ελεuτήσαντoς Ήρακλέους, οί παίδες αύτoι7 φυγόντες Εύρυσθέα, πρός Κήυκα παρεγένον·
το. Ως δέ έκείνους έκδι δόναι λέγοντος Εύρυσθέως καί πόλεμον άπειλoι7ντoς έδεδοίκεσαν,
Τραχίνα καταλι πόντες, διά τήςΈλλάδοςεφυγον. Δι ωκόμενοι δέ ηλθονείς Αθήναςκαίκαθεσθέν·
τες έπί τόν έλέου βωμόν ήξίουν βοηθείσθαι . Αθηναίοι δέ ούκ έκδι δόντες αύτούς πρός τόν
Εύρυσθέα, πόλεμονύπέστησαν, καί τούς μέν παίδας αύτoιάπέκτειναν, αύτόνδέ Εύρυσθέα φεύ·
γονταέφόρματοςκαί πέτραςηδηΣκειρωνίδας παρι ππεύοντα, κτείνει διώξας Ύλλος . . .
¹ ?¯ "Δοτιάδης δέ έ ν Κρήτη φησίν εύρεθηναι αύτά τά γράμματα". (l|g. Bek<e|anecd. ·T. L. G. )
¹ ?3¨τηνκληρονομηθείσαν* κατάστασιντων3πτώσεωνδιετήρησαναίΊνδοευρωπωκαίγλωσσαι. ¨ ¦Καθηγ. Γ Κουρμούλης,
¨Μορφολογία τούΌνόματος¨, Κεφ. Πτώσεις. ) (*κληρονομηθεισαν", ούχί αύτοφυη) .
.
¹ ?9 "Δωριείς: άπα του Δώρου, υίου του 'Έλληνος" παλαιόθεν κατοικουντες παρά ταν ·Όλυμπον. "
70 A^^A T<| |000Y^0Y ÷Y�ΤA�Ι 0Y
Α πολομένου δέ Εύρυσθέως, έπί Πελοπόννησον ήλθον οί Ήρακλεϊδαι καί πάσας είλον τάς
πόλει ς. Ενιαυτού δέ αύτοϊς έν tp καθόδψ παρελθόντος, φθορά πάσαν Πελοπόννησον κατέσχε,
καί ταύτην γενέσθαι χρησμός, διά τούς Ηρακλείδαςέδήλου πρό γάρ τούδέοντοςχρόνουαύτούς
κατελθεϊν. ² ( Βιβλιοθ. " Απολλοδώροu). Δηλαδή, ό χρησμόςπούτούςείχε δοθη ¨περιμείναντας τόν τί·
τον καρπόν κατέρχεσθαι ¨ δέν έννοοοσε καρπόν γης. 'Όύ γης, άλλά γενεάς καρπόν τρίτον¨. Γι
αύτόόάπόγονοςτοΟ ΗρακλέουςΤήμενος
¹ 30
¨ήτοίμαζε στρατόν, καί ναύςέπήξατο
ì 3 ¹
ένθα νύν, άπ
έκείνου, ό τόποςΝαύπακτοςλέγεται . ¨ ( Βιβλιοθήκη · Απολλοδώροu)
Ελάχισταπαραδείγματακαίάπόαλλουςσυγγραφεϊς.
¨Ηρακλειδώνκατελθόντων . . . " (Αριστοτ. Frg. var. 8, 44)
¨. . μετάδέ τήν Ήρακλειδώνκάθοδον + . ." (Στράβων Η' , C383)
" Ήρακλείδαιςκατιούσι νείςΠελοπόννησον. . ." (Στράβων Η' C, 357)
¨Τήνείς Ήλείανκάθοδον, προγονι κήνούσαν¨ (' " Εφορος άπ. F 1 8) Κ. Ο. Κ.
¨ΠρόςτήνΚάθοδοντώνΉρακλειδών. . . " (Διόδ. Σικ. 1 , 5)
(βλ. καί Νέες " Εποχές, ένθετον APXAΙ OΛOΓl A 5. 1 1 . 1 995, τίς δηλώσεις τοΟ άκαδημαίκοΟ Σπ. Ίακωβίδη ύπό
τόν τίτλο ν "01 ΔΩΡΙ ΕΙ Σ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΡΘΑΝ") .
Κάτι έξ ίσου σημαντι κό είναι ότι στίς πινακίδες άναφέρεται μήνας ΔΙ ΟΣ πού είναι καί μήνας
Μακεδονικός, γεγονόςπούφανερώνειτήνκοινήέλληνικήκαταγωγή ΜυκηναίωνκαίΜακεδόνων.
Τό l 930 ή γη της Ίθάκης ¦περιοχή Πιλικάτα) έδωσε καί τήν δική της μαρτυρία, μέ όστρακα κερα·
μεικάτοΟ2700π. χ. πούείχαν χαραγμένασυμβολικάσχήματαπαρόμοιαμέαύτάτώνΓραμμικώνΑ καίΒ.
Τό l 989, στό ύπ άρι θ. l 5 τεΟχος τοΟ άρχαι ολογι κοΟ περι οδι κοΟ NLSTOH, τό όποϊον έκδί δει τό
Πανεπι στήμι ο της ι νδι άνας, ό καθηγητής ΠΩΛ ΦΩΡ άνακοι νώνει ότι στήν ι θάκη τοΟ 2700 π. Χ.
μιλοΟσαν καί έγραφαν έλληνικά. Μέτήν βοήθεια χαραγμένης είκόνας πλοίου έπάνω στό όστρακο καί
σέ σύγκρισι μέ τήνηδηάποκρυΠΤΟΥραφημένη ΓΓΒό καθηγητής Φώρ κατώρθωσε νά διαβάση. ΝΥΜΦΗ
ΜΕ ΕΣΩΣΕ. Εδιάβασεάκόμη, άναγνωρίζονταςάριθμητικάκαίσυλλαβές. Ι ΔΟΥ ΕΓΩΟ ΑΡΕΑΔΗΣΔΙ ΔΩ
ΕΙ ΣΤΗΝΑΝΑΣΣΑ ΘΕΑΡΕΑ l 00 ΑΙ ΓΕΣ, J 0 ΠΡΟΒΑΤΑ. . .
=
Τό σημερι νό έλληνι κό άλφάβητο είναι τό έπικρατησαν ί ωνι κόν - άττι κόν. Η κάθεέλληνικήπόλις·
κράτος διέθετε ίδικόν της άλφάβητον. Οίπολύ μικρέςπαραλλαγέςτοΟ κάθε άλφαβήτου τό έκαναν να
διαφέρη κάπως άπό τά ύπόλοιπα. Τό Ι ΩΝΙ ΚΟΝείχε άρχικώς27γράμματα, 3 απότα όποϊαάπεβλήθησαν
ηδη άπό τό 403 π. χ. έπί αρχοντος Εύκλείδου, τη είσηγήσει τοΟ πολιτικοΟ καί ρήτορος Αρχίνου. Τά
γράμματαταόποϊαάφηρέθησανείναιτόδίγαμμα, τόκόππακαίτόσαμπΙ
ΤόΚΟΡΙ ΝΘΙ ΑΚΟΝ διέθετε 24γράμματα, τό ΚΡΗΤΙ ΚΟΝ2J , της ΜΙ ΛΗΤΟΥ 24, τό ΧΑΛΚΙ ΔΙ ΚΟΝ25.
ΑύτόάκριβωςτόχαλκιδικόνάλφάβητονπαρέλαβανάπότούςΕλληναςάποίκουςτηςΚύμης, οίκάτοικοι
τοΟΛατίουτηςΊταλίας καίτόέχρησιμοποίησανπροσαρμόζοντάςτοστήνγλώσσατους. Τό άλφάβητον
αύτό τό όποίον σήμερα όνομάζεται "Λατινικόν" και χρησι μοποιείται άπό τά 3/5 τού πληθυσμού της
γης, είναι τό έλληνικόν-χαλκι δι κόν τόόποϊονδιέδωσεή Ρώμηκατάτήνδιάρκειαντηςκοσμοκρατορίας
της.
Από τό έλληνικόν άλφάβητονκατάγονταιάκόμη τό Ετρουσκικόν, τό Κυριλικόν, τόάρχαϊονΦρυγι·
κόν, τό άλφάβητον της Λυκίας, τό Λυδικόν ¦καί αλλα άλφάβητα της Μικρός Ασίας) , τό Αρμενικόν, τό
Κοπτικόν, τό Γοτθικόν, τό Ρουνικόνκ. α.
Είναι φανερό ότι οί άπαρχές τηςέλληνικης γραΦής, όπως καί οί άπαρχές τής έλληνικής γλώσσης,
χάνονται στά βάθη τής Προιστορίας. Ή πινακίδα τού Δισπηλι ού της Καστοριάς, τήνόποί α ό καθη·
γητής Κ. Γ. Χουρμουζιάδης άνέσυρε στίς J J Αύγούστου τοΟ J 993, έχαρακτηρί σθη ώς ή πρ ώτ η
γ ρ α φή τ ο ύ κόσμου, άφοοο ί άρχαι ομέτρες τόσο τοΟ Ι δρύματος ΔΗ ΜΟΚ Ρ Ι ΤΟΣ όσον καί τοΟ
¹ 30 "Ηρακλής Υλλος Κλεοδαίος ¯ Αριστόμαχος Τήμενος.( Οί άπόγονοιτοΟΤημένουσυνέστησαντόΜακεδονικόν
βασίλειον,καίέξαύτωνοί βασιλείςτων ΜακεδόνωνέκαλοΟντοΤημενίδαι.)
¹ 3¹ `Εξou"ναυπηγείον¨.
π0� Η �^^¬^' ²¬ |0^' ^000' ¬�� ΤΟ^ 0A"|0�^| 0 ^0|0 77
εξωτερικού, τηνετοποθέτησαν με άκρί βει α στο 5250 Π. Χ. Ό tδι ος Ο καθηγητης Χουρμουζι άδης
στοβι βλί ο του ¨Τό Δι σπηλι ό τήςΚαστορι ας¨ (Έκδ. ΚΩΔΙ ΚΑΣ, Θεσσαλονίκη 1 996 σελ. 46) επι σημαί νει
την ¨παρουσία έ νδείΕε ων πρώιμης γραΦής, πού ή έ νδεχόμε νη άποκρυπτογράφησή της
μπορεί νά σημαίνει ίστορι κής σημασίας ¨άποκαλύψει ς ¨ καί άναφέρει δτι ¨γιά την σημασία τής
γραπτής πι νακίδας γίνεται Εεχωρι στη μελέ τη, ή όποία καί θά δημοσι ευθεί¨. ΘεωρεΤται βέβαι ·
ον, δτι σαν δι αβασθή ό ¨ φθεγγόμενος πί ναξ¨ τής Καστοριας, ή ελληνικη γλώσσα θα κερδίση
αύταπόδεικτα τούλάχιστον 3 επί πλέον χιλιετίες, δικαιώνοντας τον Τζων Τσάντγουίκ, ό όποΤος έχει
δηλώσειδτιδενγνωρίζουμεάκόμητίςάπαρχεςτήςγλώσσηςμας.
Θαάποτελούσε παράλειψι να μην αναφερθή εδώ δτι οί παλαιότερες έπι γραφες τής κινεζι κής
ανάγονται στό ¹ 450 Π. Χ. ενώ τα πιό παληα γραπτα μνημεία τής εβραι κής χρονολογούνται γύρω
στό 700 π. χ.
¹ 3?
τα αρχαι ότερα Κεί μενα τής αγγλικής γλώσσης άνάγονται στόν 8oν μ. Χ. αΙ ώνα,
τής γερμανι κής στον 4oν αΙ μ. Χ. ¦μετάφρασις τών ΓραΦών ύπο τού επι σκόπου Ούλφίλα) , τής δε
Γαλλι κήςάνήκουνστόν 9oν μ. Χ. αΙ ¦ Les Se|me¤Isde SIrasbo0|g) . ΤΟπαλαι ότεροίταλι κό Κεί μενο
είναιμία σύντομη ¨καντι λένα¨τού ¹ J 50 μ. Χ. , ενώ τα παλαιότερα ί σπανι καάνάγονται στον l 0oναί .
μ. χ.
¹ 33
καί τα Πορτογαλικα στόν l 2ον.
Σύγχρονη σχεδον με την πι νακί δα τής Καστορι ας εί ναι ή ¨ κροκάλη τής Καυκανι ας'' οί
αρχαι ολόγοι Π ολ. Άραπογι άννη, Γ. ΡάμπαχκαίΛ. ΓκόνταρττηνάνέσυραντονΆπρίλιο τού l 994 καί
ή επιγραφή της θεωρείται Μυκηναι κή. (Σχετική άνακοίνωσις είς τήν Ακαδημ. τών Αθηνών, Πρακτικά 1995,
τόμος 70ς). Άκολουθεί καί τρίτη ανακάλυψις. τό όστρακο τού 5500 π. χ. με ελληνικη γραφη το όποίον
άνευρέθη στην ερημονησίδα Γι ούρα τών Σποράδων, από τόν άρχαι ολόγο Άδαμ. Σάμψων. ΣηΊν
επιφάνειά του διακρίνονται εύκρινώς τα γράμματα Α, γ, Δ, αγνωστον βεβαίως με ποίαν φωνητι κην
άξίαν.
Για όλους αύτους τουςλόγους καταρρίπτεταικαί ή λανθασμένη θεωρία δτιταΌμηρικαέπη, όπως
καί οί Όρφι κοί Ύμνοι , μετεδίδοντο άπό γενεας είς γενεαν προφορι κώς μέχρι την επί αρχοντος
Πεισιστράτου ¦ΣΓ αί . π. Χ. ) περισυλλογη καί καταγραφή τους. Βεβαίως, είναι πρακτι κώς άδύνατον
τόσεςχιλιάδες στίχων μελεπτομερείςπεριγραφεςκαίκαταγραφές, σύνθεταεπίθετα, πληθώραόνομά·
των καίτοποθεσιών, αψογονποιητικόν μέτρον (¨δακτυλικόνέΕάμετον¨), ναδιατηρούνταικαί να μετα·
φέρωνται επί αίώνες με τόση άκρίβεια. Όπως χαρακτηριστικα άναφέρει ό καθηγητης Τζ. Χάίγκετ ( Ή
κλασσική παράδοσι ς - Έκδ. Μ/ΕΤ) ¨ενα τέτοι ο ποίημα σάν την Ίλι άδα, άδύνατον νά είχε παρα·
δοθήχωρίς γραφή ¨. Καί ό Χόρστ Μπλάνκ (ΤΟ βιβλίο στην Αρχαιότητα - Έκδ. Παπαδήμα σελ. 1 48) τονίζει .
´σήμεραεναμεγάλομέροςφιλολόγωνκλίνει πρός την ύπόθεσηότι ή σύνταΕη των όμηρικωνέπων
είχε ηδηκαταστήσει άπαραίτητη τη γραπτη παγίωση τούκειμένου. . . οί ραψωδοίκουβαλούσανμαζί
τους τό γραπτόχειρόγραφοάντίτυπό τους¨.
Σχετικώς, τό Λεξικον Σουί δα ¦τού όποίου ό συγγραφευς η οί συγγραφείς όταν το συνέτασσαν
είχαντηνδυνατότητανα συμβουλεύωνταισυγγράμματατώνελληνικών Βιβλιοθηκώνπριναύτεςλεηλα·
τηθούνκαίπυρποληθούν)μεταξυπολλώναλλωνμας παρέχει, ενδεικτικά, καιτιςεξήςπληροφορίες.
" . . . . ό 'Όμηρος εγραψε τήν Ίλι άδα ούχ αμα, ούδέ κατά το συνεχές, καθάπερ σύγκει ται, άλλ α
ύτος
μεν εκάστην ραψ φδί αν γράψας καί έπι δει ξάμε νος έν τςi περι νοστείν τάς πόλει ς, τροφής έ νεκε ν
άπέλι πεν . . .
Αύτες άκρι βως τι ς γραμμένες ραψφδί ες συγκέντρωσε άργότερα ό Πε ι σί στρατος και
προέβη εί ς την πρώτην επί σημη εκδοσί τους. Ό αύστηρός καί άκρι βολόγος Κι κέρων, πού
ζυγί ζει τηνκάθετου λέξι , μετα τι ς σπουδές του στις άθηναίκες σχολές, ει ς τό έργον του ΟΕ
ORATOR E ( 1 1 1 , 1 37) καταγράφει και κ υ ρι ολεκτεί . "F/S/SIRAIUS, FR/MUS HOMER/ LI BROS
CONFUSOSΑΝΤΕΑ, S/ CD/SFOSU/SSE.. = υτ NUNCHABEMUS". Δηλ . . Ό Πει σί στρατος πρώτος
συνήθροι σετα βι βλί α τού Όμήρου που ήσαν μέχρι τότε ανακατωμένα, και έτσι τα έχουμε .
I 3? Βλ. ΓΡΑΦΗ, Η ΜΝΗΜΗΤΩΝΑΝΘΡΩΠΩΝ, Έκδ. ΔΕΛΗΘΑΝΑΣΗ σελ. b4.
I 33 Βλ Τζ. Xά¡-ετ, ¨ ΗΚλασσική Παράδοσι¨,Έκδ. ΜΙ ΕΤ σλ. 734.
78
A^^A Τ�| ²ο0ΟΥlΟΥ ÷YξTA�| 0Y
Ο Στέφανος Βυζάντι ος άναφέρει .
"Φασίν ότ 'Όμηρος έν Βολισσψ έπ' aκρον Χίου πλησίον, τός διατριβός έποιειτο, ώς "Εφορος".
¹ 3º
Ο λατίνος ί στορι κός Τάκι τος δί νει κι αύτός την δι κή του μαρτυρία περί ύπάρξεως άρχαι ·
οτάτηςελληνι κήςγραΦής . . . .
". . . AHCADL ΑΒ LVANDHO DLD| CLHUN L| TTLHAS Ε Τ|OHVA L| TTLH| S LAT| N| S". Καί μόνον
άπό αύτό τό χωρί ον συνάγεται ότι μαθή ματα γραΦής εί χαν πάρει οί Λατί νοι άπό τ ούς
Έλληνας καί πρί ν άπό τ ην μεταφορά τοϋ Χαλκιδι κοϋ άλφαβήτου στην Δύσι , όταν ό Άρκάς
Εϋανδρος, κατά τά μέσα τής Β' χι λι ετί ας Π. Χ. έθεσε τί ςβάσει ς τοϋ πρώτου πολί σματος τής
Ρώμης. Τό αύτό καταθέτει καί ό Ί ωάννης ό Λυδός ¦ Περί μέτρων l , 9 ) . «Εϋανδρος πρuπος
γράμματα άπό τής Έλλάδος, τά λεγόμενα Κάδμου, εί ς τήν Ί ταλίαν έκόμι σε ν· . Καί ό Δι ον
Άλι καρνασσεύς .
''. . .καί γραμμάτων χρήσι ν είς Ί ταλίαν πρώτοι δι ακομίσαι Άρκάδες. ¨ ( Α' 33, 4)
"Γράμματαδέτούς περί τόν Εϋανδρονέδίδαςεν Ήρακλής. ¨ (Aetia Romana et Graeca Πλοuτ. 278)
Ο Άθ. Σταγειρίτης ¦ Ώγυγία· περί Καρμέντης) γράφει ότι η μήτηρ τοϋ Εύάνδρου, ή Καρμέντι ς,
¨αύτήμετεσχημάτισε τάλατι νικάέκ τών έλληνικών. ¨ Καί επει δηέλεγε τούςχρησμούςδι άστίχων,
άπ αύτής ώνομάσθησαν οί στίχοι¨carm| ¤a¨ καί το ποί ημα ¨ carme¤¨ . Πρόςτι μήντηςκαθι ερώθησαν
οί εορτες Καρμεντάλιακατάτην l 0ηνΊ ανουαρίου.
Έξόλλου ό Βι ργίλι ος, εί ςτό Γ' - 288τής¨Αίνειάδος¨, έμφανίζει τόνΤρώα ¦ όθεν Έλληνα)
I 3°
Αίνείαν νά άφι ερώνηείς τόνναόντηνΆβαντίανάσπί δαχαράσσοντας στίχονάναθηματικόν.
Ασπίδα κοίλου χαλκού, φόρημα τού μεγάλου 'Άβαντος,
έμπήγω είς τός έναντι παραστάδας καί σημειω έμμέτρως.
"ο Α/ΝΕ/ΑΣ ΑΠΟ τογΣ ΔΑΝΑΟΥΣ ΤΟΥΣ Ν/ΚΗΤΑΣ Α ΥΤΑ ΤΑ ΟΠΛΑ»
( AENEAS HAEC ΟΕ OANAI S VI CTORI BUS ARMA)
´Ας μην παραβλέπουμε καί τόάδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στον δίσκο τής Φαιστοϋ ύπάρχουν
¨τυπωμένα¨όλοκάθαρατάγράμματαΒ Γ Λ γ, χωρί ςβέβαιανάγνωρίζουμετηντότεσημασίατους, άφοϋ
ό δίσκοςδενέχει άκόμηάναγνωσθή.
Μαρτυρία άρχαιοτάτης γραΦής παρέχεται καί άπο τόν tδιον τόν Όμηρο. Είναι ή άναφορά στην
περίφημηεπιστολητοϋ Προίτου . .'. . . γράψαςέν πίνακι πτυκτψ θυμοφθόρα πολλά. . . ". (Ζ 1 69)
Όχιμόνονέγραψε, άλλά καί περιέγραψε ψυχικές καταστάσεις, θυμοφθόρα πολλά. Ψυχικές όμως
έντονες καταστάσεις δεν διεγείρονται μέ πικτογραφίες και ίερογλυφικά. Άπαιτοϋν εξελιγμένη γραφή.
τηνάναφοράαύτή, επισήμωςκαί όνευχροιας ¨μύθου¨, την επικαλείταικαί ό L| p| d| o V| o¤| , καθηγητης·
Κωδικολόγος τοϋ Πανεπιστημίου τής Πάδοβας, συντάκτης τοϋ επιστημονικοΟ καταλόγου τών ελλη·
νικών χειρογράφων τής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης τής Βενετίας, στην μονογραφία του ¨ | ¤I roduz| o¤e
a| | aFa| eograI aGreca¨ Έκδ. ΜΙ ΕΤ.
Ό Πλούταρχος στό ¨Περί Σωκράτους δαιμονίου¨ μας πληροφορεί ότι ό Άγησίλαος άνεκάλυψε
στην Άλί αρτο τον τάφο τής Άλκμήνης, τής μητερας τοϋ Ήρακλέους, ό όποίος τάφος είχε ώς
άφιέρωμα ¨πίνακα χαλκοϋνεχοντα γράμμα τα πολλά θαυμαστά, παμπάλαι α. . . ". Γράμματα τόσο
παλαι ά, πούήσανδυσκολονόηταάκόμακαί γι αύτούςτούςάρχαί ους Έλληνες.
Γιαύτοέστειλαν τόν πίνακα στηνΑïγυπτο όπουετηροϋντοάρχεία ¨παντοδαπώνχαρακτήρων¨,
καί ό αίγύπτιος ίερεύς, άφοϋ τάεμελετησε επί τρείς ήμέρες, άπήντησε δι επιστολής ('άντέγραψε¨) ότι
¨τά γράμματα κελεύει συντελεϊσθαι άγώνα ταϊς Μούσαι ς ¨. Οί δέ τύποι τών γραμμάτων ήσαν οί
χρησιμοποιηθέντεςεπίβασιλέως ΠρωτέωςκαίαύτάτάγράμματαείχεεκμάθεικαίόΉρακλής.
ΠολύσυχνάσυνέβαινενάέρχωνταιστόΦώςτάφοι, στήλες,άφιερώματα, μέ παμπάλαια γράμματα,
τα όποία οί αρχαίοι ώνόμαζαν "αρχαία":
! 3º.Ί στορικόςτούΔ' Π. Χ. αΙ μαθητήςτούΊσοκράτους.
! 3°.ΠερΙέλληνικηςκαταγωγηςτώνΤρώων, βλ.βιβλίονΈλλ.ΆγωγηςΑ'Κύκλου Σπουδών, Μάθ. 22ον.
( . . . κaί τ6 τών Τρώων έθνος έλλην/κόν, έκ Πελοποννήσοu ποτέ ώρμημένον . . . ) ·Διον.Άλικ. Ρωμ. Άρχ. Α. 0I καΙέξ. ·
π0� Η ÷^^¬ι| |¬ "0ι' ι000| ¬< T0ι 0A"|0�ι| 0 ^^"^ 79
¨Φασίν, οίκοδομούντων Αθηναίων τό τής ΔήμητοςΙερόντήςένΈλευσίνι, περιεχομένην στήλην
πέτραις εύρεθηναl χαλκην, έφ ης έπεγέγραπτο ¨ΔΗΙΟΠΗΣ ΤΟΔΕ ΣΗΜΑ ¨, ην οΙμέν λέγουσι ν
Μουσαίουείναι γυναϊκα, τινέςδέ Τρι πτολέμουμητέραγενέσθαι. . .
Τής καλουμένης ΑΙ νιακής χώρας, περi την όνομαζομένην Ύπάτην, λέγεται παλαι ά τι ς στήλη
εύρεθηναι , ην οΙ Αίνι oνες τίνος ήνεΙδέναι βουλόμενοι, εχουσαν έπι γραφην άρχαί οι ς γράμμασι ν,
άπέστειλανεΙς Αθήνας τινάςκομίζοντας αύτήν. Πορευομένωνδέ διά τής Βοιωτίας, καίτισι τωνξένων
ύπέρ τής άποδημίας άνακοι νουμένων, λέγεται αύτούς είσαχθήναι είς τό καλούμενον Ισμήνι σνέν
Θήβαις. . . έκεϊθενγάρμάλισταανεύρεθήναι τήν τωνγραμμάτωνέπι γραφήν,λέγοντεςείναί τινα άναθή
ματα όμοί ους εχοντα τους ρυθμους τών γραμμάτων άρχαία . . .
(" Αριστοτ. Περί θαυμασίων "Ακουσμάτων 8438)
O Θυμοίτης, πλανηθει ς κατα πολλους της Οι κουμένης τόπους ουνέταξε τας πράξει ς τού
Διονύσου"άρχαϊκοίς γράμμασι χρησάμενος" (Διόδ. 1 1 )
· Η λάρναξτού ΚυΨέλουείχε έπιγράμματα"γράμμασι τοίς άρχαί οι ς γεγραμμένα". (Παυσ. · Ηλ. Α' ! 7. 5)
ΤΟέπίγραμματούΊφίτουεις Ολυμπίανείχε"· Ηλείων γράμματα άρχαία." ( Παυσ. · Ηλ. Α' 4. 5)
Ακόμη καιστην Παγχαία νησο της Ερυθρας θαλάσσης, ύπηρχανελληνικαι έπιγραφαι έπι στηλών,
αποτονκαιροτούΔιος ¨ότε κατ άνθρώπουςωνέβασίλευε τήςοίκουμένης . . . σημεϊα τήςδιαλέκτουδια·
μένουνπαραύτοϊς, Κρητικωςόνομαζόμενα¨. (Διοδ. Ε' 46, 3)
Αλλα και ό Θησευς ¨έν Ισθμψ στήληνέστησεν, έπι γράψας τό δισρίζονέπίγραμμα τήν χώραν.
Τόδ ούχί Πελοπόννησος, άλλ /ωνία. Τάδέ πρόςέσπέραν, Τάδ έστίΠελοπόvvησος, ούκ Iωνία. ¨
( Πλουτάρχου Θησεύς 25)
Γράφειο Μιστριώτης¦ B' 20) .
¨Πότε έχαράχθησαν αΙ πολυθρύλητοι έπιγραφαί έπί τούίσθμού τής Κορίνθουείναι ζήτημα διότι ό
μέν Πλούταρχος άποδίδει τήνχάραξι ν τψ Θησεϊ , ό δέ Στάβων (Γ' / //) τοίςέξελαθεϊσι ν Ιωσι καί τοίς
κατασχούσι τήνΠελοπόννησον. Οπωσδήποτεαίέπι γραφαίαύταιείναιλίανάρχαίαι ¨ .
''. . . Έν τψ Ήρακλείψ τψ ένΓαδείροις, -στήλας- όκταπήχεις, έναίς άναγέγραπται τό άνάλωμα τής
κατασκευής τού Ιερού . . . έθος γάρ παλαι όνύπήρχε τό τίθεσθαι τοιούτους όρους, καθάπερ οΙ Ρηγϊνοι
τήνστυλίδαέθεσαντήνέπίτψ πορθμψ (τήςΜεσσήνης)κειμένην. . " (Στράβων Γεωγρ. Γ' C ! 70, ! 7 ¹ )
¨ΜουσαίοςΘηβαίοςΘαμύραυΙός, γεγονωςπολλψ πρό τών Τρωι κών, εγραψε μέληκαίασματα. ¨
(Σουί δας)
O Απολλόδωροςμαςγνωρίζειότιό Οϊαξ, κατά τόν Τρωι κό πόλεμο, εγραψε την ε·ίδησι τού θανά
του τού άδελφού του, τού Παλαμήδη, έπάνω σε πηδάλιο, το όποϊοντα θαλάσσια ρεύματα μετέφεραν
στονπατέρατους, τον Ναύπλιο.
Ύπενθυμίζουμε Kai την πλαστη έπι στολη βάσει της όποίας κατεδικάσθη ό Παλαμήδης, ώςέλθων
εις προδοτικηνσυνεννόησινμετουςΤρώας.
Ό ΕύριπίδηςστηνΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝΑγΛΙΔΙ παρουσιάζειτόν ' Αγαμέμνονα νά γράΦπ, νασβήνηκαινα
ξαναγράφη μέχρι που να μπορέση να συντάξη με εϋσχημο τρόπο την έπιστολη με την όποία θα
καλούσετηνκόρητουΊφιγένειαστηνΑύλίδα, διαταπεραιτέρω. ·στίχος33·. Συγκεκριμένως, τούπαρα·
τηρεϊ ό Γέροντας ύπηρέτης του . . . · Εσύ ιJψωσες τό φώς τού λυχναρι ού καί γράφει ς αύτό τό γράμμα
πού τό κρατεις ακόμα στα χέρια σου, καί σβή νει ς πάλι τα γραμμέ να καί τό σφραγίζει ς, καί πάλι τό ανοί
γει ς καί τό πετος κατα γης χύνοντας δάκρυα . . .
¨Σύ δέλαμπτήροςΦάοςάμπετάσας
δέλτον τε γράφει ς
τήνδηνπρό χερωνέ τι βαστάζει ς,
καί ταύτά πάλι νγράμματα συγχείς
καί σφραγί ζει ς λύει ς τ όπίσω,
ρίπτει ς τε πέδψ πεύκην,
θαλερόνκατά δάκρυχέων . . . ''
80
Καί ό Άγαμέμνων άπαντα: " . . λόγφ φράσω σοι πάντα τάγγεγραμμένα".
Είναι προφανες καί πάλι, ότι μεάτελη η πρώιμη ίδεογράμματη γραφη δενταιριάζει ή σκηνη ούτε
¨δένουν¨οίπαρατηρήσεις.
Όλοι οίέλληνες δραματουργοί παρουσιάζουν τους μυθικους ηρωας να γράφουν καί να άποστέλ·
λουνμηνύματα.
Δεν ήτο δυναταν να γράφουν ψεύδη, περί τάχα ύπάρξεως γραφης κατα τους μυθικους χρόνους.
τα ίδιαιτέρωςεύαίσθητο καί έκλεπτυσμένο θεατρικα κοινα της έποχης θα τους ηλεγχε, όπως έκανε
πάντοτε. Άραόλοιέγνώριζανότιύπηρχεάρχαιοτάτη Γραφή. Αύταέθεωρείτο δεδομένον.
Στην Βιέννη, σε ξύλινεςπινακίδες, σώζεται τόσο ένα έδάφιο της ¨Έκάλης¨ τού Καλλιμάχου, όσο
καί τα άπόσπασμα¨ l 44·Fea|. ¨ τού Σοφοκλέους, όπου ό Άγαμέμνωνέμφανίζεται να διατάζη να διαβά·
σουνάπαμίαπινακίδατανκατάλογοτωνΈλλήνωνάρχηγων.
κα.
¨ Aχαι ωνΣύλλογος.
Σύδέ, έν θρό νοι σι , γραμμάτων πτuχάς εχων,
νέμε εϊτι ς ού πάρεστι ν. . . ¨
Ό Αίσχύλος (Ι κέτιδες 946) παρουσιάζει ταν μυθικαβασιλέα τού Άργουςνα λέη σταν Αίγύπτιο κήρυ·
¨Ταύτ ού πί ναξί ν έστι ν έγγεγραμμένα
ούδ έν πτuχαϊς βί βλων κατεσφραγι σμένα. . . ¨
. . . τα ακούει ς σαφωςέξέλευθέρου στόματος.
Ό Σοφοκλης στίς Τραχίνιές ¦ ¹ 55) αναφέρει ότι αναχωρων ό Ήρακλής εκτού οϊκου του, άφήνει
"δέλτον έγγεγραμμένην", περιέχουσανξυνθήματα ¦=μηνύματα) .
Ό Θησευς ( Εύριπίδου Ίππόλυτος 1 250) άποσφραγίζει την έπι στολη που τού αφησε ή σύζυγός του
Φαίδρα πρίν απαγχονισθη, ερωτευμένη με τανγυιότου, ταν Ίππόλυτο. Στηνεπιστολη αύτηνή Φαίδρα,
απα εκδίκησι, κατηγορεί αδίκως ταν Ίππόλυτο καί ό Θησευς πιστεύειτην συκοφαντία ότι ό γυιός του
¨ετλη θιγεϊν¨τηνσυζυγικήτουκλίνη.
Με βαρεια κατάρα, εκδιώκει ταν Ίππόλυτο απα την πατρικη οίκία. Λίγο αργότερα ένας αγγελιαφό·
ροςαναγγέλλειτανθάνατοτούΊππολύτουμηπαραλείπονταςναδηλώσηστανΘησέα.
¨. . ού δυνήσομαι ποτέ πι θέσθαι τόν σόν παϊδα όπωςέστί ν κακός,
ούδέ εί πάν γένος γυναι κων κρεμασθείη,
καΙ πλήσει έ τι ς γραμμάτων, την έν 'Ίδ η πεύκην .. ¨
δηλ. εαν εγέμιζε κάποιος μεγράμματα όλα τα πεύκινα πινακίδια πουθα κατασκευάζονταν απα τα δέν·
δρα τού όρους Ίδη, εγω δεν θα επίστευα ότι ό γυιός σου είναικακός, ακόμη καί αν πάη να κρεμασθη
όλοτωνγυναικωνταγένος.
Στην ¨Ίφιγένεια εν Ταύροις¨, ή Ίφιγένεια χωρίς να γνωρίζη ότι οί ξένοι Έλληνες που άφίχθησαν
εκείείναιό Όρέστης καί ό Πυλάδης, τους παραδίδει έπι στολη να την κομίσουν είςΆργος. "πορθμεύ
σειν γραφάς προς ' Άργος" . Ή επιστοληαύτη μάλιστα, είναι μακροσκελεστάτη, πολύπτυχος. ¨πολύθυ·
ροιδιαπτυχαί ¨ ¦στ.725) .
την κάλυψιτων επικοινωνιακωναναγκων δια της γραφης ¦¨ταχυδρομείον¨) , την τονίζειό Εύριπίδης
καί στην τραγψδία ¨Παλαμήδης¨ (άπόσπ. 578Ν) : ¨ωστε ού παρόντα, ποντίας ύπέρ πλακός, τάέκεϊκατα
οίκους, πάντα έπίστασθαι καλως¨. (ωστε και έάν κάποιος δέν είναι παρών, νά γνωρίζη καλά τί συμβαίνει είς
τόν οίκον του, ό όποίος εύρίσκεται μακριά, πέρα άπα ηΊν θάλασσα) . Άλλακαί στην¨´Αλκηστι¨(962) αναφέρει
ότι ό Όρφευς είχε ηδη καταγράψει την δι δασκαλία του σε θρακι ώτι κες πι νακίδες. ¨έν σανίσι
Θρήσσαι ς¨. Και ό Διόδωρος μας παρέχει την πληροφορία ότι ό αρχαιότατος Όρφευς εγνώριζε την
γραφή.
" . . . χρήσασθαι τοις Πελασγι κοις γράμμασι τόν Ορφέακαί Προπανίδην τόνΟμήρουδιδάσκαλον. . . "
(Διόδ. Σικελ. Γ 67, 5)
π0� Η ÷^^¬ΙΙ ²¬ |0Ι| ^000' ¬< T0Ι 0A|²0�^' 0 ^^|^
Ύπάρχεικαί χαραγμένησχετικηΈπιγραφη (βλ. T|G Έλλην. Άνθολογία Προσάρτημα, Έπιτύμβια 1 48) :
¨Μουσάων πρόπολοντpδ Όρφέα Θρpκεςέθηκαν . . .
Οίάγρουφίλονυίόν, oς Ήρακλήνέδίδαξεν,
εύρων άνθρώποι ς γράμματα καί σοφίην¨.
Βλ. καί Ώγυγίατ. Α' σλ. 32.
8 1
"
'
Αθηναγόραςάναφέρει αλληνΚοσμογονίαν τού Όρφέως a o Λέγουσι νoπαύτός έγραψε πρώτος
τοιαύτα, καίαύτόνέμιμήθησαν, καίάπ αύτούέλαβον οίαλλοιτάςΘεογονίας, ώςό Ήσίοδοςκαίοίλοι·
ποί, καί τάς ένάρξεις τών ποιημάτων. Έπειδη αύτός έγραψε πρώτον, Μήνι ναειδε θεάΔημήτερος
άγλαοκάρπου. Όθενκαίό Όμηροςκαίπάντεςοίλοιποίαρχισανοuτωτάποιήματααύτών. ¨
(Άπόσπ. ιη' Κλήμ. Στρωμ. Ε' 7 1 8)
την τραγικη ίστορία τής Φιλομήλας, την όποίαν έβίασε ό όνδρας τής άδελΦής της, ό Τηρεύς, καί
κατόπιν τής άπέκοψε την γλώσσα γιά νά μην τόν μαρτυρήση, την άφηγούνται πολλοί συγγραφεΙς. Ή
Φιλομήλα είδοποίησε την άδελφή της ένυφαίνοντας σε τεμάχιον ύφάσματος, άντ| σχέδια, γράμματα
¨φωνήεντα γράψασα σοφψχι τώνι . ¨ (Νόννοu Διονuσ. 1 2. 75)
"'
Τηρεύς, Φιλομήλαςέρασθείς, έφθειρε ταύτην. . ή δέ ύφήνασα έν πέπλφ γράμματα, διάτούτων
έμήνυσε Πρόκνητάςσυμφοράς. ¨ (Άπολλόδωρος, Γ' 1 4,8)
Ο Παυσανίας ¦ Βοιωτ. 3l , 4) διαβεβαιώνει ότι οί Βοιωτοί τού έπέδειξανέφθαρμένην έκ τού χρόνου
μολύβδινη πλάκα, όπουήσανέγγεγραμμένα τα έργα τού Ήσι όδου: " μόλυβδον έδεί κνυσαν, ύπό τού
χρόνουλελυμασμένον, έγγέγραπται δέ αύτφ τα ' Έργα" .
Ο Πλούταρχος άφηγειται είς τόν Βίον Θησέως ¦20) ότι ό Θησευς έπιστρέφοντας άπό την Κρήτη
¨καί την Αριάδνηνέγκυονέχοντα¨, λόγψ σφοδρας θαλασσοταραχής την άπεβίβασε είς Κύπρον καί ό
tδιος έσπευσε είς τό κινδυνεύον πλοιον του. Καί οί Κύπριες γυναϊκες, έπειδη η Άριάδνη ¨άθυμούσε¨
λόγψ τήςάπουσίας τού Θησέως, τής προσεκόμιζαν "γράμματα πλαστά, ώς τού Θησέως γράφον
τος αύτι".
.. Αύτό σημαίνειόχιμόνονότιη γραφηήτογνωστηπρότώνΤρωικών, άλλά κα|ότιήτοεύρέωςδια·.
δεδομένη ωστε καί οί γυναϊκες οίόποιες ύπηρετούσαν την Άριάδνη συνέτασσανέπιστoλsς με μεγάλη
εύκολία. Στην Έλλάδα ή Γραφη δεν ύπήρξε προνόμιο κλειστών ίερατικών κύκλων, όπως στηνΑïγυπτο
κα|στηνΊνδία.
Ο Αίσχύλος στους ¨Έπτάεπί Θήβας¨ καταγράφει σε ποιάπύληέκληρώθηνά έπιτεθήέκαστοςέκ
τών έπτάπολιορκούντων άρχηγών, άναφέροντας ότιστΙς σημαίες τους, έκτός άπό τά σύμβολά τους
·οίκόσημα·,είχαν καΙ έπι γραφές - μηνύματα άπει λητι κα πρόςτουςπολιορκουμένους.
'\ρυσοιςφωνειγράμμασιν, πρήσω πόλι ν¨ -στ. 435-
¨γραμμάτωνένξυλλαβαις, ώςούδαν Άρηςέκβάλοι πυργωμάτων¨ -στ. 469-
¨Τάγράμματαλέγει, κατάξωανδρα τόνδε.. ¨ -στ. 646-
Ο Πολύαινος ( Στρατηγήματα ΣΤ, 52) άφηγειται ότι ό Σίσυφος, πάππος τού Οδυσσέως, έπειδη ό
Αύτόλυκος ¦ό όλλος του πάππος, πατηρ τής μητρόςτου) τού έκλεπτετάς βόας, ένέτηξε είς την χηλην
τών βοών λει ωμένο μολύβι όπου έχάραξε γράμματα έ κτυπούντα ' ΆΥΤΟΛΥΚΟΣ ΕΚΛΕΨΕ¨ ,
¨κατηγορούντα-είς τούς γείτονας- τηνΑύτολύκουκλοπήν¨.ΑύτόδενείναιμόνονμαρτυρίαγραΦής,άλλά
καίμαρτυρίαεκτυπώσεως, ¨τυπογραφίας¨.
ΔικαίωςλοιπόνόΔιογ. όΛαέρτιος (Βίος Φιλοσ. Α, 3) διαμαρτύρεται.
"Λανθάνουσι δ' αύτοUς τα τών Έλλήνων κατορθώματα, άφ ών μη oτι γε φιλοσοφία,
άλλά καί γένοςάνθρώπων ήρξε, βαρβάροι ςπροσάπτοντες. ¨
Προσάπτουν,άποδίδουνείς τουςβαρβάρους, τά τών Έλλήνωνκατορθώματα.
Ο Διόδωρος ό Σικελιώτης ¦ Ε, 57) θεωρει ότιαίτίατήςπαρεξηγήσεωςαύτής ύπήρξε ή ¨α γνοια, διά
τόνκατακλυσμόν¨ ¦=έξαίτίαςτούκατακλυσμού) .
82 A^^A Τ<| |ο0ΟΥΙΟΥ �Y�ΤA�| 0Y
Δι
'
ας αίτίας πολλαίς ϋστερον γενεαίς, Κάδμος ό Άγήνορος έκ της Φοι νί κης
πρώτος ύπελήφθη κομίσαι γράμματα είς την Έλλάδα.
Μαρτυρίανάρχαιοτάτηςγραφης
1 36
μΕς παρέχουν καίτά διασωθένταάποσπάσματαγύρωάπό τόν
ίστορικόν Δίκτυν, τά όποϊα έχει καταχωρίσει ή καθηγήτρια τού Παν/μίου της Καλλιφορνίας Μαρ. Μάκ
Ντόναλντει ςτόνΘησαυρόντηςΈλλην. ΓλώσσηςI ΒγΚΟΣ ¦T|. G. f a,Τ1 ) :
"Δίκτυς ίστορι κός, εγραψεν Έφημερίδα Τρωι κού διακόσμου
.
Ούτοςεγραψε τά περί τής
άρπαγής ΈλένηςκαίπερίΜενελάουκαίπάσης Ίλιακήςύποθέσεως.
Δίκτυς ό έκ τής Κρήτης ύπεμνημάτισε μετά άληθείας τά προγεγραμμένα καί τά λοι πά
πάντα τωνέπί τό
-
Ιλι ονέπιστρατευσάντων Έλλήνων. Ήνγάρμετά τού Ίδομενέως τού προμά
χου τωνΔαναωντούκατελθόντοςείς τόνπόλεμοναμα τοϊςαλλοις Αχαιοϊς.
Ύ
πογραφε
ύ
ς
*
γάρ
αύτού τού ΊδομενέωςέτύγχανεναύτόςΔίκτυς καί έωρακώς άκριβως τά τού πολέμουκαί συγ
¯
γραψάμενος, ώςπαρών τότε έντοϊςχρόνοιςέκείνοιςμετά Έλλήνων.
Ά
τινα καί έν ταϊς τούΔίκτυος έμφέρεται συγγραφαϊς, όπερ πόνημα, μετά πολλά ετη
ΌμήρουτελευτήςκαίΒεργιλίου,εύρέθηέπίΚλαυδίουΝέρωνοςβασιλέωςένκασσιτερίνψκιβω·
τίψ. Τψ δέ ι γ' ετει τήςβασιλείας Κλαυδίου Καίσαροςεπαθενύπό θεομηνίας ή Κρήτη νήσος
πόσα Έν οίςχρόνοις ηύρέθη έν τψ μνήματι τού Δίκτυος, έν κασσι τερίνψ κιβωτίψ, ή εκθεσις
τού Τρωικού πολέμουμετά άληθείας παραύτού συγγραφεϊσα πόσα. Έκει το δέ προσκέφαλα
τού λειψάνου τού Δίκτυος καί νομίσαντες τό αύτό κιβώτιον θησαυρόνείναι, προσήνεγκαν
αύτό τψβασιλεϊΚλαυδίψ' καίέκέλευσεμετά τό άνοϊςαι καί γνωναι τίέστί, μεταγραΦήναι αύτά
καίέντ
ήδημοσί
ς
βιβλιοθήκηάποτεθήναιαύτά.
Δίκτυς δέ όνομα Κρής, ός παρατυχών τψ Τρωικψ πολέμψ, γράφει τε τά πραχθέντα έκεϊ
χαλκοϊςπίναςικαίέαυτψσυνθάπτει `ο
j
καίεύρέθησανχρόνψμακρψυστερονέπί Νέρωνος, έςών
καίβιβλίοιςκατετέθησανσυμφώνοιςκατά πάντα Όμήρψ. ¨
[* ύπογροφεύς =γραμματεύς.Ό Άθ. Σταγειρίτης ¦ΩγυγίαΒ' 372)άναφέρειότικαί"ό Μίνως εΤχε τινό Μόρνον γρομμοτικόν,
όστις έβοήθει αύτόν είς τήν συγγραφήν καί διάταξιν τών νόμων. Τό δέ όνομα αύτoιJ έγένετο περίδοξο ν είς την Κρήτην, ωστε
ώνόμαζον τάς παρθένους άπ' αύτοϋ Μάρνας, οίον κυρίας". ·Μυθολ. Βανιερ Γ' 59· ¦Μάρνας, έτυμ. μάρη =χείρ, έξ ου τό λατιν.
manus. )]
ΚαίόΊ ωάννηςΜαλάλας(Χρονογραφία, 1 06. 5 T.. G)συμπληρώνει.
¨Ό σοφώτατοςΔίκτυςό έκ τήςΚρήτηςύπεμνημάτισεμετά άληθείας τά προγεγραμμένα καίτά
λοι πά πάντα των έπί τό
-
Ιλι ονέπι στρατευσάντων Έλλήνων. ήνγάρμετά τού Ίδομενέως τού προ
μάχου τωνΔαναων τού κατελθόντος είς τόν πόλεμοναμα τοϊς αλλοι ς Αχαι οϊς, συγγραφεύς γάρ
αύτού τού Ίδομενέως έτύγχανεν ό αύτόςΔίκτυς καΙ έωρακώς άκριβως τά τού πολέμου καΙ συγ
¯
γραΨάμενος, ώς παρών τότε έν τοϊς χρόνοι ς έκείνοι ς μετά Έλλήνων. όστι ς έςέθετο καΙ τούς
προτραπέντας ύπό Αγαμέμνονος καΙ Μενελάου βασιλέωνκαΙ τούς όπλι σαμένους καΙ κατελθόν
¯
ταςμετά τού στόλουέπΙ τό
-
Ιλι ον . . .
[Τα Κείμενον τού Δίκτυος μετεφράσθη είς την λατινικην κατ' έντολην τού Νέρωνος, ύπό τινος Σεπτιμίου. Ή
μετάφρασις αύτη έχρησιμοποιήθη καί άπα τούς βυζαντινούς ίστορικούς και χρονογράφους. ]
Ό Εύριπίδης,όπωςκαιπολλοίόλλοι, άποδίδειτήνεϋρεσιντώνγραμμάτωνειςτόνΠαλαμήδην.
. . αφωνα καί φωνούντα συλλαβάς τε θεΙς έξεύρον άνθρώποι σι γράμματα είδέναι ¨.
( Εύριπ. "Παλαμήδης" άποσπ. )
"Παλαμήδης εύρε γράμματα ούχύπέρ τούγράφει νμόνον,
άλλάκαΙ ύπέρ τού γι γνώσκει να δεϊμή γράφει ν¨. (Φιλοστράτου Βίος Άπόλλων, XXXI V)
"Παλαμήδης Ναυπλίου καΙ Κλυμένης, Αργεϊος έποποι ός. ήνδέ ούτος άνεψι ός τούβασιλέως
Αγαμέμνονος πρόςμη
τ
ρός, εσχεδέεύφυωςπρόςτεφιλοσοφίανκαΙ ποι ητι κήν, καΙεύρετής
¹ 36. Βλ.καίΒιβλία ΕΛΛΗΝΙ ΚΗΣΑΓΩΓΗΣΓ' Έτους,Μάθ. J 7oν, μεόλλεςπολλέςάναφορες(άρχαϊεςκαίνεώτερες)σχετικες
πρός τηνϋπαρξινάρχαιοτάτηςελληνικήςΓραΦής.
π0� Η �^^¬^| Ι¬ "0^| ^000| ¬< T0^ 0A|Ι0�^' 0 ^0|0 83
γέγονε τού ζστοιχείουκαί τού θ καί τού Φ καί τού χ, ψήφωντε καί πεσσώνκαί κύβωνκαί μέτων
καί σταθμών. τά δέ ποιήματα αύτούήφανίσθηύπό τών Αγαμέμνονοςάπογόνων. » ¢ " (ΣουΤδας)
O Λθ. Σταγειρίτης(Ωγυγία Δ' 459) γράφεισχετικώς.
-'Ο Παλαμήδης- "Επαιδεύθη καί ούτος ύπό τού Χείρωνος, καί έγένετο έποποιός 6ριστος, καί φιλόσοφος
εύφυέστατος έπενόησε καί πολλα των γραμμάτων: τό Π, Φ, Χ. 'Ή τό Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, γ.
'Όθεν έλεγεν ό 'Οδυσσεύς XλεuασΤKως πρός αύτόν, να μή KαυXCται καί έπαίρεται έπειδή ηύρε τό γ, διότι
σχηματίζουσι ν αύτό καί οί Γέρανοι ίπτάμενοι ' όθεν ώνόμαζον τούς Γεράνους όρνεα τού Παλαμήδους. " Έτι δέ
έπενόησε καί τούς άριθμούς, τό στΡατωτικόν σύνθημα, τάς τάξεις των στρατιωτων καί διαιρέσεις είς τάγματα καί
λόχους
'
τούς κύβους πρός διατΡιβήν τού στρατού έν τ/Ί πολιορκίζ, τούς όποίους έπαιζε συνήθως μέ τόν
Θερσίτην. "Έτι δέ έγίνωσκε καί τήν ίατΡικήν καί άστονομίαν . . πάνσοφος όνομαζόμενος. "
Ό Αίσχύλος άποδίδειγράμματα καί άριθμούς είς τον Προμηθέα, Ο οποίος συμβολίζειγενικώς τον
ΈλληνικονΠολιτισμόν.
"Καί μήν αριθμόν, έξοχον σοφι σμάτων,
έξη
ϋρον α
ύτο
ϊ
ς, γραμμάτων τε σ
υ
νθέσει ς,
μ νήμην άπάντων". ( Προμηθ.Δεσμ. 459)
"Χρυσ6 δακτυλιόσχημο περίαπτον (άριθ. κατ. 1 2)
με εγχάρακτα σημεία γραΦiς ( ; ) .
Έσωτερική όψη σε όπτικ6 μικροσκόπιο. "
(τέλη 6ης -4η χιλιετία π. χ. )
γπογΡΓΕΙ Ο ΠΟΛΙ ΤΙ ΣΜογ -"ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙ Κ ΗΣ ΠΡΟΙ ΣΤΟΡΙ ΑΣ, Ο ΝΕΟΛΙ ΘΙ ΚΟΣ
ΘΗΣΑγΡΟΣ" . - Προλογί ζει ό Εύάγγελος
Βενιζέλος, ώς 'Υπ. Πολιτισμού-.
'Ολίγα περί της σημασίας καί τού σχήματος των γραμμάτων
τού έλληνι κού Άλφαβήτοu
1 37
Ό Λουκιανός, στην ¨Δίκη φωνηέντων¨, επισημαίνει ότι πρέπει το κάθε γράμμα ¨μέ νει νέφ ής
τάξεως τε τύχηκε ¨. Διότι ο ¨πρώτος τούς νόμους διατυπώσας¨καθώρισε την ποιότητα καίτην δύναμι
τούκαθενοςκαθωςκαίποιόθαείναιπρώτοκαίποιόδεύτερο.
¨ . . . ού( τάξειμόνον, διώρισαντίπρώτονέσται Γ δεύτερον,
άλλά καί ποι ότητας, αςέκαστονέχει, καί δυνάμειςσυνεϊδον.¨
(Λουκιανός, Δίκη φωνηέντων 5)
1 37
. Τόσο τάσχήματα όσο καίοίόνομασίεςτώνγραμμάτωνέχουνβαθειάόργανικήσυνάφειαμε τήνετυμολογίαάρχαιοτάτων
ελληνικών λέξεων. Αύτό προφανώς δενθάσυνέβαινεέάντάγράμματαήσανέπείσακτα. Γιά περισσότερες πληροφορίες,
βλ.σχετικώςτά?Βιβλίατής ΕΛΛΗΝΙ ΚΗΣΑΓΩΓΗΣτοΟ Γ' έτους, Μάθ. J 7ον.
84 AN^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TA^' 0Y
Ό Πλούταρχοςέχειθέσειπροςσυζήτησινπαρόμοιοθέμα ¦ Προβλήματα 737 C) ώς πρός την θέσ. τού
αλφα, καίμέλεπηΊείρωνείααφήνειναδιαφανή πόσοάφεληςείναιη οποψιςαύτων πού νομίζουνότιτο
ολφα έτέθη πρωτο έπειδη οί Φοίνικες ¨ολεφ¨ όνομάζουν τον βοΟν, ό όποίος θεωρείται το πρωτον έκ
τωνάναγκαίων.
« Τςαίτία, δι ηντο oλφαπροτέτακται τωνστοιχείων. . .
. . . φασί το αλφαπάντωνπροτάξαι, διά το Φοίνικαςοuτω καλεϊντονβούν,
ονούδεύτερον, ούδε τρίτον, ωσπερ Ήσίοδος, άλλά πρωτοντίθεσθαι των άναγκαίων× . . ´
¦ Ένω ό Ήσίοδος άξιολογεί ¨τά άναγκαία¨ διαφορετικά άπ ό, ΤΙ οί Φοίνικες. ¨οίκονμέν πρώτιστα,
γυναικάτε, βούν τ άροτηρα¨ -' Έργα, 405-)
Ακολούθως ό Πλούταρχος έπεξηγείότιτο ολφατίθεταιπρωτονέπειδη ¨φύσει¨ , έκτων ένάρθρων,
έκφέρεταιμέάπλΟονοιγματοΟστόματοςκαί έκπνοήν.
ΤΟΈτυμολογικοντοΜέγαέπεξηγεί.
"" Αλφα τοστοιχείον, παρά τοαλφω, τοεύρίσκω. πρωτονγάρ τωναλλωνστοιχείωνεύρέθη. » .¨
¦¨άλφηή τιμή, ολφατοστοιχείον¨Ήσύχιος)
(άλφάνω ¯ προσπορίζομαι, κτώμαι, φέρω, εύρίσκω'
άλφη ^ κτησις, πρβλ. "τιμαλφη'" όλφιτον =όλευρον, πρωταρχικον διά την ζωήν.
Τά βασικά στοιχεία τού σύμπαντος έχουν ονομασθη με λέξεις οί οποίες άρχίζουν άπο Α: άήρ, άέλιος, αίθήρ,
όρουρα, αία, όλς, άρχή, όνθρωπος. (Κρατύλος Πλάτωνος, 427 Β: "το δ' αύ όλφα- τψ "μεγάλψ" άπέδωκε") .
Καί , όπως παρατηρεί ό Πλούταρχος, ¨τά νήπια ταύτην πρώτηνάφιέναι φωνήν . . . " ¦ο. . . ) Γι αύτο
άρχίζουνάποολφαοίλέξεις άνοίγω, άλαλάζω, άΓω, αύλω, ζδω, αίρω. . .
ΟίΣημιτοφοίνικεςόμως, οί όποίοιδένείχαν τηνδυνατότητανάκατανοήσουν όλααύτά, ώνόμασαν
άπλωςτονβοΟν¨ολεφ¨ , έκτοΟάλφή=κτήσις, περιουσία.
Αύτο γίνεται περισσότερο έμφανές καί κατανοητό, άπο τον στίχο τοΟ Όμήρου ¨παρθένοι άλφεσί
βοιαι ώρχοΟντο¨ ¦-έχόρευανπαρθένεςάλφεσίβοιες)- Σ, 593-
άλφεσίβοι ος: έκτοΟάλφάνω-αποκτω, +βοΟς.
Δηλαδη παρθένες τόσο όμορφες ωστε νά άποκομίζουν είς τους γονείς τους ¨πολλά βόδια¨ ώς
δωρα έκ μέρους των μνηστήρων ¦ένα είδος ¨προίκας¨ που έπλήρωνε ό μελλοντικος σύζυγος είς τον
πενθερόν) .
Οί βάρβαροι , εκ της συνεKφoρiς -συνεκδοχης "άλφαίνω+βούς", προσέδωσαν εί ς τό "άλφα", την
εννοια τού βοδι ού' καί τό είπαν "άλεφ" ( !)
Έναολλο έπιχείρημα που προβάλλεται είς ένίσχυσιντής θέσεως ότι τοάλΦάβητον δέν είναι έλλη·
νικό, είναιτο ότι ¨τάονόματα τωνστοιχείωνακλι τάείσιν,οίοντοαλφατούαλφατφαλφα, τοβητα τού
βητα τφβητα. « ×
"
Κ. Ο. Κ. Όπως όμωςάντικρούει ό άρχαίος Σχολιαστης ¨διά τοΟτο τα όνόματα των στοι·
χείων είσίν οκλιτα, έπειδη άρχαί είσιν, αί δέ άρχαί καί ρίζαι των πραγμάτων άπλαί θέλουσιν είναι καί
άποίκιλοι, οίονή λευκότης άπλή έστιν καί άποίκιλος οϋτως ούν καί τά όνόματα των στοιχείων, έπειδη
άρχαίείσιν, διάτοΟτοάπλάείσικαίάποίκιλακαίμίανέχουσιτηνφωνηνένπάσαιςταίςπτώσεσι. . .
' Έστι δε ει πείν καί όλλην άπολογί αν τοι αύτην, δτι δι ά τά άρτι μαθη τών παι δί ων ει σί τά
όνόματα τών στοι χεί ων όκλι τα, 'ίνα μη εύθέως εί ς δυσχέρει αν αύτό περι βάλλωμεν καί συγχέω
μεν αύτό εί ς ποι κι λί αν περι βάλλοντες. Καί πάλι νολληνλύσινέστι νείπείν τοιαύτην, ότι δι άτοΟτο
οκλιτά είσιτά όνόματα των στοιχείων, έπει δη θεμέλι οί εί σι τήςΈλληνικής διαλέκτου, οί δέ θεμέλι·
οι αμεταθέτωςθέλουσινέχειν.
Ί στέον δε δτι κακώς είπεν Ο τεχνι κός "τό δε ονόματα τών στοι χεί ων όκλιτα' " ώφει λε γάρ
εί πείν μiλλoν δτι μονόπτωτά εί σι ν, όλλο γάρ εστι ν όκλι τον καί όλλο μονόπτωτον ' τό γάρ
μονόπτωτα θεωρούνται καί εν τή γενι κή καί εν τή δοτι κή καί εν τή αι τι ατι κή μετό δι αφόρου
όρθρου, οίον οί πέντε τών πέντε τοίς πέντε τους πέντε, τά δ' όκλι τα εν τή εύθεί � θεωρούνται
καί ούδέποτε οUτε εν τή γενι κή οUτε εν τή δοτι κ ή καί αί τι ατι κή . . .
Ί στέονότι τά ούδέτεραΤΊναύτην έχουσι νόρθην¦ =όνομαστι κην) καί αί τι ατι κηνκαί κλητι ·
κήν. τοβήμα. . . το βήμα, ώ βήμα. · ( Comm. εί ς Δι ον. Θρακα Σχόλι α Vati cana)
π0� Η ÷ι¬/| Ι¬ |0^| ^000| ¬< το/ 0A|Ι0�^| 0 ^^|^
"'Άτοπον γαρ τον θεμέλι ον της Έλληνι κης
δι αλέκτου, βαρβάρων εύρή ματα λέγε ι ν".
1 38
85
" Ή Κνωσσός ύπήρξε κοσμι κή με τό άληθι νό νόημα τής λέξεως. Ό πολι τι σμός που αντι ·
προσωπεύει δι αλύθηκε l 500 χρόνι α πρί ν έλθη στή γή ό Σωτήρας, άφοϋ κληροδότησε σε
όλόκληρο τον Δυτι κό κ όσμο τήν πι ο μεγαλόπρεπη κληρονομι ά πού γνώρι σε ως τώρα ό
όνθρωπος. ΤΟΑΛΦΑΒΗΤΟ. (Χένρυ Μίλλερ "Ο Κολοσσός τού Μαρουσιού " Έκδ. ΠΛΕΙΑΣ".)
«
ΤΟ Α
Λ
Φ
Α
Β
ΗΤΟΝ Ε
ΠΕΝΟΗΣΑΝ ΚΑΙ Ε
ΦΗΡΜΟΣΑΝ ΟΙ ΑΡΧ
ΑΙ ΟΙ Ε
ΛΛ
Η
Ν
Ε Σ
. . . .
ΕΔΩΡΙ ΣΑΝ ΔΕ ΑΥΤΟ ΕΙ Σ ΑΠΑΣΑΝ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΩΣ ΚΟΙ ΝΟΝ ΚΤΗΜΑ ΑΥΤΗΣ,.
Ιπόστολος Ιρβανιτόποuλος. ΙρχαιολόΥος- Ικαδημαϊκός
Ε
�
1;
-
� �
-. .
... �
Α
Ι
ΑΙ Α
Α4
λ # Å � Λ ÆÅ
Β θ B Α 8 8 1
•
Γ ι r 1 r Λ Γ
Δ Δ
A
V
�
Δ 0
Ε �.¥ Ε 4 3 Ε F º < Ι
C
7· ι
Ι
Γς
¥· ν
.
Ζ d Ζ
Η Η_ θ Η ΗΝ Η ΕΙ
θ Ú Θ • θθ Ú W θ
Ι f Ι Ι Ι Ι Ι . Ι 1 f Ι
ª ¸ '
Κ J7 Κ 6 Κ P Κ
κΙΚ
Λ ~ Λ +£ Λ 7 ι ¥
Μ ,1m Μ "'." Μ Μ ι -Μ
Ν ^
Ν, :,.
Ν Ν
ι
Ν
, Ξ Ξ Ι Σ
¸ ¸ L ιι L Ο
Ι ι ι ¸ ¯ l Í l ΓΊr" I
ι
:Ι Ι Γ
·
¸
¸ ¸
Ι
Ι' ·ο Ι'
·¸ι�ρ Ι Α
Ι
Ρ ¸Ι
4 1 [ Í ¸ι ΗΙt Ι · Î Ι s �
`
I
Τ �.¸Τ Ι Τ � τ Ιτ Τ Τ
q Υ Ι Υ Υ γ Υ
φ
S ! ι Φ Ι θ ¸ φ
χ · Ι ι Ι . ι > Ι χ
'1" . 1 ψ ! Ψ
1 Ι
¦ ·
ΊυΙ 1Ω !. . · !!Ι
, ,
. . .
Ει
GF
Ζ%
ΗΗ
0,
ιε
κ ι
"-
"'
Ν
--
wO
ο
l1 Î
B
V
�
��
τ
-Τ
ΦÝ
4 *
χ
? 3
ωa�
··.. . ..ι . ·- �.w
λ
β
Γ
Δ
ε
Ζ
Η
$
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
ο
Γ
ρ
Σ
Τ
¯
φ
Χ
..
Å λ & Αλ
β β Β δ
r r r r
.
Α Δ .
ι ι Ι �
%
"
Χ � :
Η Η Η Η
e e β θ
ι ¡ Î ι
ι κ Ι κ
Λ λ λ λ
�
Μ Μ Μ
Ν Ν Ν Ν
�
1
ι t
ο ο ο ο
ÏΤ Π Ί Í
% 7
t
!
ρ
r
¡. l
2 L
' Ι'
τ Τ τ Τ
Υ
γ
.Υ γ
Φ Φ
φ
χ l χ χ
.-
.
æ+
Æ ΙΙΑ
& Ö
'
Γ
8 Δ
ι e
5 %
,
Æ
h. I
4 .
� ι
ι. Κ
λ Α
μ �M
# Ν
. L
ο L
α τ
.
1 '
�
¹ Ύ
Æ&
�
W •
1,
a. ι
•
ί
Ι.}.
γ.
�ι
Ι
º
& • .. •
•
3
!� .
•
"-ι
ι.�
Ι'
Û
,. • ,
Ι ι ι
Ι æ
LX ιι I .1
^λ
,.
�
'�
�
μ μ
τ ´
Nj
Ρ"
�' ì
ο 0 • 9
O 7
fT
ι
W
f
� ΙΙρ � Γ U
ðm
ι(
C Oιις
'τ Τ
τΙ
Τ*
Υν
U w Þ V
f ^ �
7 Χ
χ χ Χ
³
ÁΩ �
Ψ
ι.
~i ω ω
.ww~.. -.. 1 _;;.. � �
¬iΨ+Ψ"
f P o
Ν×^
^�^^·
i
Πίνακας μέ τά διάφορα Αλφάβητα. Χαρακτηριστικό ότι ξεκινa μέ τά Πελασγικά . .
(Από άΥΥλικό Βιβλίο -Καταχώρισις είς τό Διαδίκτυον.)
¹ 38. ΓραμματικούΧοιροβοσκού,¨Προλεγόμενα¨,ρ. 340, 1. L. G.
80
A^^A T�| |000Y^0Y �Y�ΤA^| ^Y
¨Ο Βίκο ύποστηρίζει ότι ή γλώσσα στίς ρίζες της είναι . . . . συνδεδεμένη με τήν εμπειρία
πού ό oνθρωπος έχει άπό τήν φύση. . . . Όσο γιά τά φληναφήματα περί τού άρχέγονου της
έβραίκης, συντρίβονται άπό μιά σει ρά παρατηρήσει ς πού τεί νουν νά άποδείξουν ό τι είναι
πι θανότερο τά γράμματα τού άλφαβήτου νάδόθηκαν άπό τούς Έλληνες στούς Έβραίουςκαίoχι
άντίστροφα ¨. (Ούμπέρτο ' Έκο: 'Ή άναζήτηση τής τέλειας γλώσσας" Έκδ. Έλλ. Γράμματα Άθήναι 1 995)
Τ ό ό λ φ ό β η τ ό μ α ς δ έ ν ε ί ν α ι ¨ ε ί σ α γ ω γ η ς ¨ , δ έ ν ε ί ν α ι ¨ Φ Ο Ι Ν Ι Κ Ι Κ Ο Ν ¨ .
Τ ό ¨ φ ο ι ν ι κ ι κ ό ν ψ ε ύ δ ο ς ¨ κ α τ έ ρ ρ ε υ σ ε .
Τόγαλλικό Περιοδικο"Ι' LXFHLSS | NTLHNATl ONAL"τ. 25l l , l 9/8/200l περιέχειέκτενηόναφορό
στόνΈλληνικο Πολιτισμο καί στο πόσατού όφείλειή σημερινη Δύσις. Πρώτη όφειλη κατότην όξιολό·
γησι, τόΑΛΦΑΒΗΤΟΝ.
Στόέξώφυλλότου, γρόφει .
« Η ΕΛΛΑΣ
της όφεί λοuμε τό πάντα
Άλφάβητον, δί και ον, δημοκρατί α, θέατρον,
όθλητι σμόν, φι λοσοφί α, μαθη ματι κά,
ί ατρι κή, ήθι κή, άστρονομί α, τέχνη a e e ?
Π0� Η �^^¬ι| Ι¬ "0^| ^000| ¬< τοι 0A"ι0�^| 0 ^^"^ 87
Μαρτυρίαι ύπάρξεως άρχαιοτάτης ¦ προτωνΤρωικων) γραΦής, ύπάρχουνκαι σεδιάφορα κείμενα
άναφερόμενα εις άναθήματατού ΜαντείουτωνΔελφων, άναθήματατά όποϊα άνηρπάγησαν, κατεστρά·
φησαν, έχάθησαν. . .
Ό Φιλόστρατοςλ. χ. άναφέρειεις τον ΒίονΆπολλωνίουΤυανέως (Β' 8, 9) ότιειςτουςΔελφουςήτο
¨άπόθετον¨ώςάνάθημα ¨δίσκοςέξάργύρουΙνδικού¨ είςτονόποϊονδίσκονέπεγέγραπτο.
«Δι όνυσος ό Σεμέληςκαί Δι ός,
άπό Ίνδών, Άπόλλωνι Δελφψ·
Άλλά καί ό Άθήναιος (231 Θ) διασώζει δύο άναθηματικες έπιγραφες Τρωικων ηρώων, άναφερόμε·
νοςειςτονίστορικονΦαι νίαν (βλ. T. L. G. Phaeni as - Μαρτuρίαι καί Σπαράγματα).
«Καί τά έν Δελφοϊς δέ άναθήματα τά άργυρό καί τά χρυσό, ύπό πρώτου Γύγου τού
Λυδώνβασιλέως άνετέθη. Καί πρό της τούτουβασιλείας, άνάργυρος ετι δέ αχρυσος ήν ό
Πύθιος, ώςΦαι νίαςφησίν. . .
. . . ώςχαλκώνόντωντώνπαλαιώνάναθημάτωνκαί τιπόδωνκαίλεβήτωνκαίέγχειΡιδίων, ώνέφ
ένός καί έπι γεγράφθαι φησίν. Θάησαίμ έτεόνγάρ έν Ίλίου εύρέι πύργu ήν, ότε kαλλΙkόμu
μαρνάμεθάμφ Έλένη
καί μ Άντηνορίδηςέφόρει κρείων Έλικάων νύν δέ με Λητοίδου θεϊον
εχει δάπεδον. Έπι δε τρίποδος, δς ην είς των επι Πατρόκλφ αθλων τεθέντων: χάλκεός είμι
τρί πους, Πυθοϊ δ ά νάκει μαι αγαλμα
καί μ έ πί Πατρόkλ ζ θηκε ν πόδας ώκυς
Άχι λλεύς Τυδείδης δ άνέθηκε βοήνάγαθόςΔι ομήδης, νι κήσας ίπποι σι παρά πλατυν
Έλλήσποντο ν. ·
Έν κατακλείδι .
¬ Δενχρησι μοποι ούμε ¨ φοι νι κι κο¨ άλφάβητον .
ΤΟΑΛΦΑΒΗΤΟΝ ύπήρξε ¨ Έλλήνων έξεύρημα¨ .
- Δενομι λούμε¨σανσκρι τι κά¨ .
- Δενει μεθα ¨ι νδοευρωπαι κής¨ καταγωγής. . .
Αύ τ ό χ θ ο ν ε ς έ σ μ έ ν
Ή μεγάλη ΒρετανικηΈγκυκλοπαίδεια¨BH| TAN| CA¨(εκδ.
¹ 9
¯
4, τόμος6oς, σελ.
¹
0"9όρθρον ΕΥΡΩΠΗ) δημο·
σιεύει πίνακα και άναφέρει ώςάρχαιότερο μεσογειακο λαο τους κατοίκους τής Ήπειρωτικής Έλλάδος
καιτούΑιγαίου. Καιβεβαίως ¨δένκομίζει γλαύκαείς Αθήνας¨, άφούείναιπλέονγνωστο ότι τηνέποχη
πουη Βόρειοςάλλά και η Κεντρικη Εύρώπη εξακολουθούσαν νά καλύπτωνταιάκόμη άπο ύπολείμματα
πάγων, στην Μαγνησία, στο Σέσκλο, άνθούσε ηδη το 5000 π. χ. προηγμένος Νεολιθικος πολιτισμός.
Καιούτεπρέπει νά παραβλέπουμε το γεγονοςότι οί άρχαϊοιμας πρόγονοι είχαν άκλόνητα ριζωμένη
τηνπεποίθησιότιύπήρξαν ¨αύτόχθονες, διάτόμήείναι αύτουςέπήλυδας¨.
! 39
• " Αυτόχθονας κλει νάς Άθήναςούκέπείσακτον γένος ¨( ΕUρ. ·Ί ων. 589)
• ¨Ό Έρεχθεύς, ό οίκι στης τών Άθηνών, όπό της γης ετέχθη " ( Σοuίδας)
Γι αυτοκαι οί Άθηναϊοιεφερονώςσύμβολοναύτοχθονίαςχρυσούςτέττιγας ¦=τζιτζίκια)
¨δι ότι οίτέττιγεςέγεννώντοέκτηςγης¨.
¨Χρυσώντεττίγων. . άναδούμενοι τώνέντηκεφαλη τιχών¨. (Θοuκuδ. 1 , 6)
• ¨ΠελασΥοί,1
4
0 πρώτονπερί τόκαλούμενονΆχαίκόνΆργοςψκησαν,αυτόχθονες όντες "
(Δ. Άλι κ, Ρ. Άρχ. Α. 1 7 , 1 )
• ''Ούκέκ πολλώνέθνώνμιγάδεςσυλλεγέντες, άλλ οϋτωκαλώςκαί γνησίωςγεγόναμεν. . .
απαντα τόνχρόνονδιατελούμεν, αυτόχθονες όντες e + a " (Ίσοκρ, Πανηγ. 23, 24)
¹
39Γιάλεπτομερέστερηάναφορά, βλ. Βιβλία Γ' ΈτουςτηςΕΛΛΗΝΙ ΚΗΣΑΓΩΓΗΣΜάθ 6oν.
¹
40
Πελασγός.ΥίόςτούΔιόςκαίτηςΝιόβης(πρώτης θνητής γυναικός .ή έσμίγη ό Zεύς'� αύτόχθωνπάπποςτούΘεσσαλού.
88
A^^A T<| |^00Y^0Y �Y�ΤA^| ^Y
• ¨ΉτώνΜακεδόνωνχώρα, περ| τόν Όλυμπονκειμένη, ήςφασιβασιλεύσαιΜακεδόνας
γηγενείς ", ( Σκύμνου Περι ήγ. 6 1 7)
Γηγενείς καί οίπανάρχαιοιΆρκάδες (Ηρόδ. ΧΙ Ι Ι 73) ,οίπρωτοισκαπανείς της Δύσεως.
¨Προσέληνοι ¨έκαλούντο, ¨ώς πρό της ΣελήνηςύπάρΕαντες¨. ¨Λυκόσουρά έστι πρεσβυτάτη καΙ
ταύτην είδεν ό qλιος πρώτην¨(Παυσ. Άρκαδ. 38, 1 ) . Αύτόχθονες καί οί Αίγινητες. Αύτόχθονες καί οί
Θηβαίοι. Αύτόχθονες καί οίΆργείοι, φθάνοντας μάλιστα στοσημείον νάπιστεύουνότιήσανοίπρωτοι
ανθρωποιτηςγης.
Όλωντωνέλληνικωνπόλεωνοίγενάρχαιάναφέρονταιώςαύτόχθονες και θεογενείς, λ. χ. .
'Άύτόχθων όΑΙγιαλεύς, πρώτοςβασιλεύςΣικυώνος, όςεκτισε τήνΑίγιάλειανείς Αχαίoν. ."
'Άύτόχθων ό Άραςό Φλιάσιος, άρχαιότερος τούΠελασΥού.¨
¨Βοιωτίσι ν Αλαλκομενεύς, λίμναςύπέρΚαφισσίδος, πρώτοςάνθρώπωνάνέσχεν. ¨
( Πινδ. άπόσπ. 3£¬G)
" Γηγενης" Ο Προμηθεύς, έκμητροςΓαίαςκατΑίσχύλον.
(Προμ. Δεσμώτης στ. 21 1 )
¨ ΑριστοτέληςκαΙ αύτόχθονα Λέλεγαόνομάζει. . ¨ ( Στράβων νι Ι )
¨. . ΌζόλαιΛοκρο|· . . οίπρώτοι τώνένταύθα άνθρώπωνήσαναύτόχθονες, έσθήταδέούκέπι στάμε·
νοίπω ύφαίνεσθαι, σκέπηνπρός τόρίγος θηρίωνδέρματαέποιούντο άδέψητα, τό δασύ τών δερμάτων
έςτόέκτόςύπέρεύπρεπείας τέποντες..¨
¨ΠελασΥοί, πρώτονπερί τό καλούμενον ΑχαίίόνΆργοςψκησαν, αύτόχθονες όντες. ¨
(Διον. Άλικ. Ρωμ. Άρχαιολ. Α' 1 7)
¨Άργοςώ ΠελασΥικόν¨ (Εύρι π, Φοίν, στ. 33)
¨Έφοροςεϊρηκε..¨έπώνυμοντήννησονάπό Κρητός τινος, τούγενομένουβασιλέως,
αύτόχθονος" . ( Σκύμνος ό Χίος, Περιήγησις 545)
¦πρβλ. καί Ε. Μ. . ¨πάλαι οί δνθρωποι έκ δρυών καΙ λίθωνέγένοντο οίον, ού γάρ άπό δρυός έσσι
παλαιφάτου. . ; ¨ -λήμμα "παλαιφάτου" , ,
Ή αύτη άλληγορία ύπάρχει καί είς το Ήσιόδειον ¨γένος έκ μελι αν¨ ¦δένδρον ¨μελία¨) καί είς το
¨σιδηρούν γένος¨. Είς την λέξι λαος ¦Μας =λίθος) , είς τον 'Àίθι νον γόνον¨ τού Πινδάρου, είς τους
¨σπαρτούς¨ της Θήβας (σπαρτοί τε καί αύτόχθονες¨ - Πλατ. Σοφ. 247- ) , είς τους έκ μυρμήκων
Μυρμιδόνας, είς τον Κέκροπα, τον Έριχθόνιον, άναφυέντας ώςόφειςέκτηςγης, είς τον Ώρίωνα τον
όποίονό Πίνδαροςονομάζειέκτούώόν, ¨Ώαρίων¨¦ J . 4, 84) κλπ. κλπ...
Άναφοραίείς τοαύτόχθοντού έθνους των Έλλήνωνύπάρχουνδιάσπαρτες είς τάέργατων άρχαί·
ων, άλλά καί των βυζαντινων, συγγραφέων. (' Ελλάνικος, Άρποκρατίων, Άπολλώνιος σοφιστής, Ήρόδοτος,
Θουκυδίδης, ΞενοΦών, Διονύσ. Άλικαρνασσεύς, Δι όδωρος Σικελιώτης, Ί σοκράτης, Αϊλιος Άριστείδης, Λυσίας,
Χειμέριος Σοφιστής, Ήσύχιος, Νικηφόρος Γρηγορας, Φώτιος Θεολόγος Κ. α. -Βλ. Θησαυρόν ' ' Ελλην. Γλώσσης,
T| G , 'Ίβυκος, τής Μαρ. Μ. Ντόναλντ τού Πανεπιστ. τής Καλλιφορνίας-.)
Ούδείςύπαινιγμοςύπάρχει,ούδεμίαμνεία,κάποιαςάρχικηςκοιτίδοςέξωτούέλληνικούχώρου, την
όποίαντυχονθάένεθυμούντο¦γιατίόχι,)μέκάποιαδόσινοσταλγίας,έάνπράγματιαύτηείχεύπάρξει.
Τάπαρατεθένταάποσπάσματαείναιτελείωςένδεικτικάκαί,βεβαίως,δένέξαντλούντο θέμα.
( Πρός σημείωσι ν: Τοέργοντού Φερεκύδου ¦ΣΓαί. πΧ) ' Άύτόχθονες" έξηφανίσθη. )
Καί αςμην ξεχνΕψε ότιεί ςτονΤ1 ΜΑI ΟΝ (22-24) τού Πλάτωνος ό Αίγύπτιος ίερευς της Σαίδοςέχει
άποκαλύψειστονΣόλωνατηνπανάρχαιαίστορίατωνΆθηναίων, τωνόποίωντάγραπτάμνημεία·άρχαι·
ότερατωνΑίγυπτιακωνκατά J .000έτη· άφανίσθηκανκατάτηνδιάρκειακοσμικωνκαταστροφων.
Αύτην όμως την ίστορία που έχάθηκε, την πανάρχαιαέξάπλωσιΈλλήνων προς Δυσμάς ¦άλλά καί
προςΆνατολάς)έχεικαταγράψειή Μυθολογία. . .
π0� Η ÷^^¬^| |¬ "0^| ^000| ¬< ΤΟ^ 0A||0�^| 0 ^0|0
«. . . Μύθου '
²
' μέ ν σχήμα έχον λέγεται , τό άληθέςέστί. . . · ( Πλάτωvος Τίμαιος)
«Πατ
ρίους παραδοχάς, αςχρόνψ κεκτήμεθα, ούδεΙςλόγοςκαταβαλεί. · (Βάκχαι, 200)
Έπειδή.
89
« Ταύτα ούποι ητώνπλάσματάέστιν, ούδέ συγγραφέων, άλλά γεγενημένωνίχνη. . . ² (Στρ. 1 , 23)
"ΔΙ ' αΙνιγμάτωνπάλαικαΙούκέκτούεύθέοςλέγει ντούςλόγους. . .» ( Παυσ. Άρκ. 8)
Ή παραδοχή της μυθολογί ας ώς ί στορία όνομάζεται ' Έύημερισμός¨ , διότι κατά τόν ίστορι κόν
Εύήμερον¦Δ'αί. π. χ. ) οίμύθοιείναιτάεπιτεύγματαήγετώνοίόποίοιέζησανσεπαμπάλαιεςεποχεςκαΙ
τάκατορθώματά τουςεπέρασανστόνθρύλο.
-Πανάρχαιαελληνικήπαράδοσιςότιοί ΈτεοκρήτεςείσέδυσανστηνΆσίακαΙίδρυσανπολλβασί·
λει α, μεταξυ τών όποί ων καΙ τό Χετι τι κόν. ¦ F) ετεοκρήτες, εκ τού Fετεός ( =άληθης) ´¯ Χετεός.
¨Έτεόκρητες,οΙ ώςάληθώςΚρήτες, ΟΙ αύτόχθονες. (Έτυμολ. Μέγα) .
«Προσαγορευθέντες Έτεόκρητες, δοκούντεςύπάρχει ναύτόχθονες. . . · (Διόδ. Σικελ. 5. 80)
Όθεν, κατά τόν Θωμόπουλον ¦ ¨ Πελασγικά¨) Έτεοκρήτες =Χεταίοι Κρήτες, γι αύτό καΙ τό ¨χετιτικό¨
είναικατόένα38%ελληνικά. ¦a¤=οναξ, θεός·d| s=δίος-| sIak=ίστημι, χόλ=κέληςίπποςκλπ. . . )
• Ό Διόνυσος καΙ ό Ήρακλής, όπως ηδη εξετάσαμε σε προηγούμενο Κεφάλαι ο, ¨ωργωσαν¨ κυριο·
λεκτικώςτηνΆσία.
• Είχε προηγηθήό υίός τού Περσέως καΙτής Άνδρομέδας, ό Πέρσης, εκ τού όποίουκατήγοντο οί
εύγενείς Πέρσαι.
• Άπότόν Μήδον, υίόντούΑίγέωςκαΙτής Μήδει ας, κατήγοντοοί Μήδοι .
• Έκτής¨ΜυσίαςΔήμητρος¨, οίΜύσιοι.
• ΟίΛύκειοι, εκτούΛύκουτούυίούτούΠανδίονοςκαΙόδελφούτούΑΙγέως.
• Οί Λυδοί, εκτούΛυδούτούΆτυος.
• Οί Φρύγεςείναιτό ΜακεδονικόνΦύλονΒρίγες. . .
ΚαΙολλαάρκετό¨άσιατικόέθνη¨έλκουντηνκαταγωγηη tδρυσιτούκράτουςτουςεξΈλλήνων.
Ή Παγχαία, νήσοςτού Ίνδικού Ωκεανού, κατψκείτο ύπό Κρητών οί όποιοιτηνείχαν άποικίσειύπό
τηνήγεσίαντούΔιός. (Διόδωρος)
Αύτό που θό μας όπασχολήση όμως περισσότερο, είναιή προίστορικη εξάπλωσις τών Πελασγών
πρός δυσμάς, δηλαδή.
ΟΙ ΕΛ ΛΗ
Ν Ε Ι Ε Ι Ι Τ
Η Ν ΔΥΙ Ι Ν
Οί ΛατΙνοι . . . οίΊταλοί. . . οί ΣαβΙνοι. . . οίΣικελοί.. .
Λατίνος: υίός Όδυσσέως καί Κίρκης. ¨Κίρκη δέ, Ήελίου θυγάτηρ, γείνατο (=έγέvvησε) Όδυσσήος
Λατίνον. . .
-
(Θεογονία! 0! ! ,
Άλληεκδοχή.
¨Τήλεφος, υΙός Ήρακλέους ό έπικληθεΙς Λατίνος, μετωνόμασε τούς πάλαι Κητίους λεγομένους
Λατίνους¨. (Σουίδας)
τηνθυγατέρατούΛατίνουενυμφεύθη όΛοκρόςότανήλθεκαΙαύτόςμεάποίκουςεΙςτηνΊταλίαν.
Τό πρώτον όνοματης Σικελίας ήτο Τρινακρία καΙ της τό έδωσαν Έλληνες που την περιέπλευσαν καΙ
διεπίστωσαν τηντριγωνικήν της μορφην με τό τρίαοκρατης. Κατόπινάπεκλήθη Σικανία άπό τόν Σικανόν,
τόνυίόντούΒριάρεω. (¨Ήγάρ νήσοςτόπαλαιόν, άπότούσχήματος, Τρι νακρίακληθείσα. ¨ (Δι όδ. Ε' 2)
ΌΆρισταíoς¦τούΆπόλλωνος καΙτήςΚυρήνης)πατηρτούΆκταίου, ήγούμενοςόλλωνάποίκων, εξεπο·
λίτισεπεραιτέρωτόσοτηνΣικελίανόσοκαΙτηνΣαρδηνίαν.
! º2
Ή Άκραγαντίνη ¦Ακράγας) , επωνομαζο-
¹ 4 ¹ . • "μύθος": λόγοςψευδής, είκονίζωντηνάλήθειαν¨. (Σουίδας)
• " . . . τοϊςμύθοις. . ούδάπιστών παντάπασιν. . . θείoτινίτύχηψαύουσιντοΟάληθοΟς. ¨( Πλουτ. ΠερίΜύθων,Έρώτ 76¹ )
• -Οί μΟθοι· ¨άμυδράςέμφάσειςτηςάληθείας,καίδιαφάσεις,έχουσιν. . . ¨ (Πλουτ. ΠερίΊ σ. 9c)
! º2 ¨Σαρδηνίαέκαλεϊτο ΊχνοΟσα, ώςέοικυϊαήν(=ώμοίαζε)άνθρώπουΙχνει¨. ·Στ Βυζ.·
90
A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�T^| 0Y
μένη Μινψα ¨αtιτη τό παλαιόνύπό Μίνωοςεκτίσθη. . . καθ όνκαιρόνζητωνΔ αίδαλονεπεςενώθη(=έφιλο
ξενήθη) ύπόΚωκάλου,βασιλέωςτωνΣικανων. ¨ (Διόδ. Ι ΣΤ 9)
Οί άποικισμοί ¦με συνέπεια τον διαδοχικό εκπολιτισμο) διεδέχοντο ό ένας τον όλλο, μέχρι τούς
ίστορικούςχρόνους . Άφηγείταιλ χ. ό Στράβων.
! º3
¨Θεοκλέα Αθηναίον, παρενεχθέντα άνέμοιςείς τήν Σικελίαν, κατανοήσαι τήν ούδένειαν(=άναςιό·
τητα) τωνάνθρώπωνκαί τήν άρετήν τής γής, επανελθόντα, Αθηναίους μεν μή πείσαι, Χαλκιδέας δε
παραλαβόντα. . . πλεύσαι. ¨
Ο Βιργίλιος
¹ ºº
άποκαλείτην Σι κελίαν χώραν τούΕρυκος, ¨|ryc| sI| ¤| s" . ¦ Ο Έρυξύπηρξε υίοςτης
Άφροδίτης καί τού Βούτου) Καί , όπως όλοι οί Ρωμαίοι ποιηταί, άποκαλεί τούς Έλληνας ¨ Fe| asg| ¨ ,
Πελασγούς. ¦ π. χ. " |eges Fe| asg| "·ΑίνειάςΑ 524· ) .
ΟίστορικόςΦιλίσκος¦ τούόποίουέχουνδιασωθημόνον¨Σπαράγματα¨· ¨||agme¤Ia"· βλ. TLG)έχει
γράψει περί της ελληνι κότητος όλων των εν Σικελίo πόλεων. ¨ Μεγάλην Έλλάδα έλεγον καί τήν
Σικελίαν' ¦ΣτράβωνC. 253) .
Οί Σαβίνοι έλκουν την καταγωγη εκ Πελοποννήσου . ¨Σαβίνοι βούλονται Λακεδαιμονίων εαυτούς
άποίκουςγεγονέναι ¨
I 4
"
ΤΟ αύτοάναφέρεικαί όΔιονύσιοςό Άλικαρνασσεύς.
¹ ºö
¨Πολλά των. . . Σαβίνωνλακωνικά, τόφιλοπόλεμονκαίλι τοδίαι τον¨.
'Όί δε Σαβίνοι πολλοί μεν ήσαν καί πολεμικοί, κώμας δε ψκουνάτειχίστους. . Λακεδαιμονίωναποι·
κοιόντες¨. ( Πλουτ. Ρωμ. 1 6)
ΟΛατίνοςVa|ro καταγράψει καί αύτόςτην έλληνικηνκαταγωγην των Σαβίνων. ¨. . . |¤ Sab| n| s, q0oe
Graec|a ve¤e|0¤I Pe|asg|.. . ¨. ¨. . | ¤ag|o Sab| ¤o, . . c| | v0saρρe| aI0| T¤ebae..¨ ¦=είς άγρον των Σαβίνων .
λόψοςόνομάζεταιΘήβαι) . Έπί πλέον δέ,επεξηγεί·ετυμολογείκαίτο όνομάτους, άποτο ρημα σέβομαι.
"Sab| n| d| cI| . . . | desI άπό τού σέβεσθαι ".
1
4
7
"Κύρι ς ώνομάζετοη μητρόπολιςτων Σαβίνων, έξού καί ¨ΉραΚυριτία¨.
I 4º
Ο A0| . Ge| | | o¹
49
ετυμολογεί διάψορα ρωμαίκά όνόματα εκ της Έλληνι κης, όπως λ. χ. το όνομα
¨ Νέρων¨, μέσιμ των Σαβίνων.
'. . " Ner|o"s| ve"Ne|| e¤es", Sab| numverbumest, eoq0es| g¤|I|caI0rv| rI0seIIon| I0do.
' Iaq0eθχ C| a0d| | s, q0os aSab| n| so|| 0¤dosaccep| m0s, q0| eraIeg|eg| aaIq0e
p|aesIa¤I|Io|I|I0d| ¤e, " Nero"appe| | aI0sesI. Sed| dSab| n| accep|ssea Graec|s
v| de¤I0|, q0| v| ¤c0| aeII| |mame¤Ia memb|o|0mνεύρα d| c0¤I, 0¤de ¤os
q0oq0eLaI| ¤e"nervos"appe| | am0s. »
Δηλαδή:
° . . Νέριο η Νεριένες είναι λέξις τών Σαβίνων και σημαίνει άξία και δύναμι.
Γι αύτο στην οικογένεια τών Κλαυδίων, ή οποία ήτο Σαβινικής καταγωγής, το πλέον έξέχον
και τολμηρο πρόσωπον ώνομάσθη Νέρων. Φαίνεται ότι το όνομα είναι έλληνικής καταγωγής,
όπου οί σύνδεσμοι πού συγκρατούν το σώμα άποκαλούνται νεύρα, έξ ου το λατινικον "neri " » .
ΟΆθ. Σταγειρίτης
! °0
γράψειπερίτηςάρπαγηςτωνγυναικωντωνΣαβίνων,
°°
'
0 Ταλάσι ος ηρςατο πρωτοντήν άρπαγήντων παρθένων. Καίκατ αλλους,
τούτο τό όνομα έδωκε σύνθημα ό Ρωμύλοςπερί τής άρπαγής, καί πάντες
έκραζον, Ταλάσι ον, οί άρπάζοντεςτάςπαρθένους. . .
. . μετά τήν άρπαγήν ταύτην συνέβη πόλεμοςμεταςύ Ρωμαίων καί Σαβίνων,
I 43 T. L. G. Στράβωννι ?,?·lrg. ?, ?·l|g. Έφορος
I 44.ΑίνειάςΑ
"09
I 4
"
Πλουτάρχου Νουμάς I .
I 40. Ρωμ. Άρχαιολογίαz 49, 4
"
J 47. ''A¤I|qu|IaIes Rerumhuma¤orum"
¹
4ºΣτέφανοςΒυζάντιος
¹ º9NocIesAII|cae ¹ 3. 23
¦
"
0 Ωγυγία"Ίταλιώτες¨
Π0� Η �^¬Ι| |¬ "0Ι| ^000| ¬< Τ0Ι 0A||0�^' 0 ^0"0
έπ αύτ6 τούΤζ, καί τέλος συνεφώνησανείρήνην, ύποσχεθέντες οί Ρωμαίοι
να μή με ταχει Ρι σθώσι ν ώς δούλας τας παρθέ νους, τό όποίονέφοβούντο
οί Σαβίνοι, αλλ ώς γυναίκας νομίμουςεί ς τεκνογονίαν, καί να έ νασχολώνται
μόνονείς τα γυναι κεία καί οίκι ακαέργα, τα όποία έλέγοντο ταλασι α, καί
ταλασi oυργία ` ο ί δε Λατίνοι τότε ώμί λοuν την Έλληνι κην γλώσσαν
αποι κοι όντες οί πλεί στοι τών Έλλήνων' όθεν Γ Λατι νι κη γλώσσα
είναι Γ περι σσοτέρα Έλληνι κή, μ ι γείσα υ στερον . . .
Έτι δέ καί οτε είσήρχετο τό πρώτονεί ς τόν οίκοντού νυμφίουή νύμφη,
δέ ν διέβαι νε βαδίζουσα τήν θύραν, αλλ έλαμβανον αύτήνεί ς τας χείρας
μετέωρονοί προσπέμποντες, καί ούτωςεί σεβίβαζον αύτήνεί ς τόδωμάτι ον
τού Νυμφίου ' έπει δή ούτω βι αί ωςεί σήΥαγοντας παρθένους τών Σαβίνων,
οτε ηρπασαν αύτάς, οπερ ήτονό πρώτος γάμος τών Ρωμαίων. ·
9 1
Διά την Ίταλί αν μαρτυρείται πληθος παλαι οτέρων όνομάτων, όλων όμως έλληνι κών. Κρονία,
Έσπερία, Χθονία, Βρεττία άπό Βρέττου υίού Ήρακλέους, Αύσονία, Οίνωτρία, Φλεγραία. . (¨/ταλίαςκατα
τό πεδίον, ο τόμένπαλαι όναπό τούκατακεκαυμένου τόπου Φλεγραίονώνομάζετο, καταδέ τούςύστε·
ρονχρόνους Κυμαίον προσηγόρευον. ¨ (Διόδ. Ε' 7J , 4) Παλαιά, οί χώρες της Ίταλίας ήσαν "Te||ae s| ¤e
¤om| ¤e¨=γαίαιανευόνόματος (Αίνειος VI , 7`0)
Ο Ίταλός ύπηρξε άρχαίος βασιλεύς τών Πελασγών, άπο τού οποίου πολιτισθείσα επωνομάσθη η
Ίταλία¨.
¹ °¹
ΤΟ γεγονοςαύτόεπέρασε στην Μυθολογία. Ότανο Ήρακληςεπέστρεφε στην Έλλάδαάπο
της Δύσεως με τούς βούς τού Γηρυόνου, πλησίοντού Ρηγίου, ¨εΙς απορρήΥνυσι ταύροςκαί ταχέωςείς
τήν θάλασσαν έμπεσών'
+
"
z
εβγηκε είς Σικελίαν και διηλθεν είς την πλησίον χώραν ¨τήν απέκείνου
κληθείσαν Ίταλίαν¨. ¦ιταλός =ταύρος, έκ τούϊτης=όρμητικός ρημα είμι ,ϊθι,ίτω, ϊτε) .
ΟΜέσσαπος ύπηρξε υιός τού Ποσειδώνος, γιαύτό Μεσσαπία ώνομάζετοτόάκρότατο άνατολικό
άκρωτήριοτηςΊταλίας.
Αύσονία: ': ύσονεςμεσόγειον τόπονέχοντες, ούςδοκείσυνοικίσαιΑύσων, Oδυσσέωςπαίς
καί Καλυψούς. . ~ " ( Σκύμνος ό Χίος, Περιήγησις 227)
Καιό A¤to¤| ¤0sLί oe|a| s
! °3
συμπληρώνει.
·Λυκάονος τού αύτόχθονος ·έλληνος· έγέ νοντο Παίδες Ίάπυξ καί Δαύνι ος καί
Πευκέ τι ος. Ούτοι λαόν αθροίσαντες αφίκο ντο της Ί ταλί ας παρα τό ν Άδρία ν.
¹ "
4
Έξελάσαντες δέ τούς ένταυθοίοίκούνταςΑύσονας, αύτοί καθιδρύθησαν . . . . . τό μέν από
Τάραντος δχρι πρός τήν έσχαt|αν της /ταλίας. . έν ή πόλι ς ψκηται Βρεντέσι ον
¹ ""
. . . καί
έγένετο ταύταπολύπρό της Ηρακλέουςστρατείας. ·
Οί νωτρία: ¨Τήνγην ταύτην, ητις νύν Ίταλίακαλείται, τό παλαιόνεΓχονΟίνωτοί¨
(Διον. Άλικ. Ρ. Άρχ, Ι , J ,)
Άφηγεϊταιό Παυσανίας.
! °ö
Ο Οϊνωτρος, ό νεώτεροςυίός τού Λυκάονος, εζήτησε άπό τον άδελφό
του Νύκτιμοχρήματακαίανδρεςκαιεπέρασεμεπλοία στηνΊταλία (¨έπεραιώθη ναυσί νές/ταλίαν, καίή
Οίνωτρίαχώρα τόονομαέσχεναπό Οίνώτουβασιλεύοντος¨).
Και συνεχίζει . Αύτη ύπηρξε η πρώτη άποστολη πού έστειλαν άπό την Έλλάδα (¨ούτος έκ της
Έλλάδος ές αποικίαν στόλος πρώτος έστάλη¨) και αν ύπολογίσουμε επακριβώς, θά φανη ότι ούδεις
προ τού O.νώτρου, ¦ούτε έκ τών βαρβάρων) άφίχθηεις ξένηνγην ('Όύδένες πρότεροναφίκοντο ές την
αλλοδαπήν¨).
J 5 J . Λεξ. Μυθολ.καί ΊστορίαςΑ. Κωνσταντινίδη
! °2 ΆπολλόδωροςΒ' v ! 0
! °3.Μυθολογία3 ¹ ! 23
J 54. Άλλοςένας έκτώνάλλεπαλλήλωνάποικισμών.
! ""
.ΤόσημερινόνBr| nd· s· . Πρβλ.καιτό τούΣτράβωνος(ΣΤ, C, zºz, "Βρε ντέσιο ν δ' έποικησαι μέν λέγονται κρητες, οί
μετά Θησέως έπελθόντες έκ Κνωσσού, εί'τε οί έκ της Σικελίας άπηρκότες μετά τού Ίάπuγος . .
¹ b6. 8. 3, bWo|k001 T. L. G.
92
A^^ T�' |000Y^0Y ÷Y�TA0' 0Y
Άκόμη.
Cass| 0sΟί ο¦ H|st.Wo|k' 009l .2, 2. J J . to2, 2. 4)
·· Ένθα νϋν ή Ρώμη έστί, χωρίο ν ήν πρώτονλεγόμε νο ν Ο|νωτρον, όπου ό Φι λοκτήτης
κατψκησε μετο τήν της Ίλίου πόρθησι ν, καθ α Δι ονύσι ος καί Δίων ό Κοκκει ανοςκαί πάντες
οί τοΡωμαίκο γράψαντεςί στοροϋσι ν¨. (Τζέτζης, i n Lycophr. 91 2).
" . . . Πάντες οί τό Ρωμαϊκό γράψαντες ί στοροUσι . . .
Παράδειγμαό Βιργίλιος,ό όποίος στην Αίνειάδα¦Α 530)γράφει .
Est' oc0s, Hespe| am g|a| co¤g¤om| ¤ed| c0¤t , te||a a¤t q0a. . .
Oe¤ot| co| 0e|e νί Γ ί , ¤0¤cfama, m| ¤o|es | t a' amd| x ssed0c| sd e ¤om| ¤ege¤tem.
Δηλαδή,
"Ύπάρχει τόπος τον όποϊον οί ' Έλληνες ονομάζουν Έσπερία, χώρα παλαιά . . .
Οίνωτροί όνδρες την κατψκησαν' τώρα φημολογεϊται ότι οί μεταγενέστεροι
ώνομασαν το έθνος Ίταλίαν, άπο το όνομα τού άρχηγού. "
Παρ όλα αύτά, όπως παρατηρεί καί ό Μ. Ca|y,
¹ "
7
'Όί κάτοικοι τοϋ Λατίου
¹ "º
δέν έκράτησαν τήν
άνάμνησι τηςμεταναστεύσεώς τωνείς τήνχώραν . . .". Καί άναφέρεταισε v|c| ¦=κώμες)δηλαδηέλληνι·
στί(F)OiKOI .
- Ό Ήρακλής δεν εβάδισε μόνον πρός 'Ανατολάς. Διέτρεξε Kai την Δύσι ν, έξημερώνων ηθη,
έκπολιτίζων ("κατέλυσε παρανομίας καί ςενοκτονίας¨ -Διόδ. 1 9) , καί έκτελών τεχνικουςόθλους, κυριώ·
τερος τών όποίων ή διάνοιξις τού πορθμού τού ¨Γιβραλτάρ¨ , αί Ήράκλειοι Στηλαι . ¨τος Ήρακλείους
στήλαςμνημεία είναι της έκείνουμεγαλουργίας. . . ¨
¹ "9
¨Ήρακλής παραβαλuν είς τος oκρας τώνήπεί-
ρων παρο τονώkεoνoνκειμένας, τής τεΛιβύηςκαί τής Εύρώπης, έγνω τής στατείας θέσθαι στήλας
ταύτας, βουλόμενος άείμνηστον έργον έπ αύτψ συντελέσαι. ." (Διόδ. Δ' 1 8, 4) . Οίστηλες αύτές ήσαν
τόσο παλαιές ωστε ώνομάζοντο καί ¨στήλαι Κρόνου¨καί ¨στηλαι Βριάρεω¨. ¨Άριστοτέλης τος νϋν
Ήρακλέουςστήλαςκαλουμένας, πρί νηκληθήναι τοϋτο, φησίΒριάρεωκαλείσθαιαύτάς.¨
Ό Ήρα-λqςχρησιμοποιωντόρόπαλονώς ίστό, την λεοντη ώς ίστίον καί τότόξονώς ¨κουπί¨, ¨τόν
Ώκεανόνδιεπέρασε. . ."
¹
00
· ¨διαβος πόρονΩκεανοίο¨.
J 6J
Άπο τα όνόματα τών υίών πουαπέκτησε στην Εύρώπη, ώνομάσθηκαν οί Ίβηρες, οί Κελτοί, οί
Γαλάται. . . ¨ . . έςΉρακλέουςκαί Άστερόπης, δύο γενέσθαιμυθολογοϋσι παίδας, ΙβηρονκαίΚελτόν, οϋς
θέσθαι ταίςχώραις ώνήρςανάμφότεροι, τοςόνομασίας αύτών. . .
º
¹ 62
¨ . . . ΤήςΚελτικής το παλαιόν, έδυνάστευεέπιφανήςάνήρ, Ψ θυγάτηρ. . . μιγείσα τψ Ήρακλεί, έγέννη·
σεν υίoν όνόματι Γαλάτην . . . Περιβόητος δέ γενόμενος έπ ονδρείς, τούς ύφ αύτον τεταγμένους,
ώνόμασενάφέαυτοϋΓαλάταςάφών, ή σύμπασα Γαλατία προσηγορεύθη. ¨1 6
3
Περνώντας πρωτος ¨πεζή¨ τας Άλπεις ό Ήρακλης, έστρατοπεύδευσε έκεί όπου κάποτε, είς το
μέλλον,θαέκτίζετοή Ρώμη.
·· OδέΉρακλης, τήνέκτήςΚελτικήςπορείανέπί τήνΊταλίανποιούμενος,
καίδιεςιών(=διεξερχόμεvος) τήνόρεινήντήνκατο τος Άλπεις,
ώδοποίησε τήνταχύτητα τήςόδοϋκαίτοδύσβατον..´
J 57. ΡΩΜΑΙΚΗ Ι ΣΤΟΡΙ Α, Έκδ. ΜΙ ΝΩΑΣτ. Α'σλ.4º «9
¹ "º
Ό Βιργίλιος (Αίνειάς Η' 322) δίδει καί τήν έτυμολογίαν τού Λατίου. Έπειδήοίάρχικοίόλίγοιαύτόχθονες ούτε ηθη ούτε μόρ·
φωσινείχον,ό Κρόνοςκαίό ΕύανδροςτούςέδωσαννόμουςκαίτήνπεριοχήνώνόμασανΛάτιονέπειδήέκρύβησανάσφαλείςείς
αύτάτάχωρία.Λάτιον.έκτούlateo =λανθάνω,λάθω =κρύπτομαι.
¹ "
9 Στράβων Γ` C, J 72. · ΚαίόΊταλόςσχολιαστήςτούΑ. Γέλιου. ''E|co|esegnόΙ ί suo| ||guard|"¬ Ό Ήρακληςύπέγραψετήν
έπιμέλειάτου, τήν φροντίδατου.
¹ 60. Στρ. Β' v
¹
0
J 6J Θεογον. 292
J 62. Διον. Άλικ. Ρωμ. Άρχ. Ι Δ'
¹
J 63. Διόδ. Σι κ. Ε 24
π0� Η ÷ιιΗ/Ι ΚΗ "0^| ^000| ¬< το/ Π�Γ|0�^Ι 0 ^0"0 93
Άκολούθως ύπέταξετουςβαρβάρουςπουκατοικούσανστό όρεινόκαί έλήστευαν, έφόνευσε τους
άρχηγους των ληστων καί έξασφάλισε έφεξης άκίνδυνη πεζοπορία. Κατόπιν ¨καταντήσας πρός τόν
Τ
ί
βερινποταμόν, κατεστρατοπέδευσενού
,
_
ο
π
ο
_
) νύνήΡώμηέστίν¨.
! 0+
Όλα αυτότάέπιβεβαιώνεικαί όλατινοςΚορνήλιος Νέπωςείς τόν Βίον τού Άννίβα.
! ö°
«. . . ότανέφθασεστίς Αλπεις,πουδιαχωρίζουντην Ίταλία όπό την
Γ
αλατία, τίςόποιεςκανείς
πρίνόπόαύτόνδένείχεδιαβημέστρατό, έκτόςάπότόν ΗρακλητόνÆλληνα,άπότόόποιον
γεγονός σήμερα, αύτηή διάβασις όνομάζεταιΕλληνική» .
'. . .adA' pesve¤| t, q0ae | ta' | amaoGa' ' | ase| 0¤g0¤t,q0as¤emo0mq0amc0mexe|c|t0
a¤te c0m p|acte|He|c0' emG|a 0mt|a¤s e|at, q0ofacto s¤od esa|t0s G|a 0sappe' at 0|».
-O ΕλληνοτρώαςΑίνείας ίδρύειΕλληνοδαρδανικη άποικίαστην Σικελίακαί στό Λάτιο ¨συνάπτων
τήνΡώμηνπρόςτήνΤροίανκαίπρόςτήν Ελλάδα",όφού,
«. . . καί ό Βιργίλι ος, στήν προσπάθειά του νά άποδείξη ότι ή Ρώμη δέν ήτανξένη πρός τόν
Ελληνι σμόν, στό Βονβιβλίον τής Αί νειάδος παρουσιάζει τόν Αί νείαν να ζητή βoήθει oν άπό τόν
ΑρκάδαΕϋανδρον, ό όποίοςηδη είχεκτίσει τήνέλληνικήνπολίχνηνΠαλλάντι ονεΙς τήν θέσι ν όπου
μελλοντικώςθαέκτίζετο ήΡώμη.
Ο Εϋανδρος καΙ ό ΑΙ νείας έκπροσωπούντες τόν Ελληνι σμόν, τήν Ρώμην καΙ τόν πολιτισμόν,
παρορμώνται να συνεχίσωσι τό έκπολι τιστικόνεργον τό όποίον άνέλαβον κατα τούςχρόνους τής
μυθικής παραδόσεως . . . ή γή τής Ιταλίας, ηδημάλιστα κατα τήνέποχήν τού Εύάνδρου, ήτο πλήρης
λειψάνων μιάς πολιάς άρχαι ότητος . . . ΟίΙ ταλικές παραδόσειςέκφράζουν τόν λανθάνοντα ένΡώμη
έλληνι σμόνκαΙ παρουσιάζουν τόν Οδυσσέα ώς πρόδρομον καΙΙεραπόστολοντού Ελληνισμούστήν
Ιταλικήχερσόνησο. ·
¹ öö
O Ηρακλης διευθέτησεκαίτην¨κοίτην τούΤύμβριδος¨ ¦Τιβέρεως) , έδίδαξετηνέλληνικην ίερουργίαν,
τόγράμματακαίόλλαπολλά,
¹ ö¯
ωστεάργότεραόμεγαλύτεροςκαίίερώτεροςόρκοςτωνΡωμαίωνναείναι
"pe|He|c0' | em¨¦ ΜότόνΗρακλη),καίχαιρετισμόςπρός τόνΉρακλη¨He|c0| essa've¨. (Τ. Λίβιος·. )
ΩςπρόςτόνΆρκάδαΕϋανδρον, έχομεηδηαναφερθηεί ςτόΚεφάλαιοντης σελ. 29¨Εστιμένούν
τό όνομαέλληνικόν¨.
Επιπροσθέτωςόμωςπαραθέτουμεδύοάκόμημαρτυρίεςλατίνωνσυγγραφέων.
«Evandrus, pro/ugusθΧ Arcadia, inl|a/iam |ras|u/i|. . . ma|ereius Carmen|a. . . ·
(Hygi nus Mythographus, ΤΙ. Ι. , " Rerum i nventores pri mi ")
« Pa| ' a¤t | 0m mo¤t em appe' ' at 0m, | o ¦ =
ο
ποo) Eva¤d| 0m. . . A|cad0 m. . ex A|cad a. . . »
(Ti tus Li vi us, Ab urbe condi ta, 1 . 5)
Γι αυτό ό ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣστόνβίο τού Καμίλλου ( Κεφ. 22) άναφέρει ότι ό Ηρακλείδης ό Ποντικός
άποκαλειτηνΡώμην "πόλι ν έλληνίδα": (¨..ώς . . στατόςέξΎπερβορέωνέλθών,ήρήκοι πόλι νΕλληνίδα
Ρώμην . . ¨).
¨ΚαΙόΚοίλιος, ό τώνΡωμαίωνσυγγραφεύς, τίθεται σημείον τού Ελληνικόνείναικτίσμα τήνΡώμην,
τό παραύτ
ή τήνπάτριονθυσίαν
·
έλληνικήνείναι τψ Ήρακλεί. ¨
! ö°
Η Ίστορίαάναφέρεικαί συχνέςέπισκέψειςΚρητων στην Ίταλία. Γράφειό Μ. Ca|y.
! ö9
«. . . Επισκέψειςναυτκώνάπό τήν Ελλάδα πρΙ νάπό τό2JJJπ. χ. έλέγχονται άπό εύρήματα
ήφαιστειογενώναΙγαιίίώνπετωμάτωνστήν Ν. |ταλία. . . Ισως να ένι σχύουν τούς έλληνικούς
θρύλους γιαπροϊστορι κό άποι κισμό της πτέρνας της Ίταλίας άπό άποί κους προερχομένους
άπό την Κρήτη ...
! öº.Δι όδ. Σικ.Δ' ! 9.Δ'
=¹
! ö°.Hann| ba| , 3 +
! öö. βλΚων. Ήλιοπούλοu,καθηγ. τηςΛατινικηςΦιλολογίαςΗ ΠΟΛΙΤΙ ΚΗΤΗΣΡΩΜΗΣΕΙ ΣΤΟΥΣΛΑΤι ΝΟΥΣΣΥΓΓΡΑΦΕΙ Σ
ΚΑΙ Η ΕΘΝΙ ΚΗΣΥΝΕΙ ΔΗΣΙ ΣΑΥΤΩΝ.
! ö¯Διον.Αλ. Ρ. Α.
¹
+0 +
¹ ö°ΣτράβωνC =30
¹ 69. Ρωμ. Ί στορία, τ.Α' , σλ. 3
94
Α^^Α T�' |000Y^0Y �Y�TA�| 0Y
Οίθαλασσοπόροι τούΑί γαίουέπανέλαβοντήνέπικοινωνία μέ τήν Ίταλία κατά τό 8JJ π.χ.
. . . Οί Ελληνεςσποικοιείσήγαγανστήν Ιταλία τήνκαλλιέργεια τούάμπελιούκαΙ τήςέλιας, πού
μέχρι τότεβρίσκοντανμόνοσέ σγριακατάστασι. o .²
Και ό ΗΡΟΔΟΤΟΣμαρτυρείόφιξινΚρητων στην Σικελίακαι Κ Ί ταλία (Ζ, 1 70) γεγονόςπουέπιβεβαι·
ώνουνπρόσφαταμινωικαευρήματαστοΣαλέντο, όπουό Μίνωςείχείδρύσειδεύτεροβασίλειο .
Και πολυσωστά Αφού ¨έκ τών Ελλήνων, πρώτοςΜίνωςέθαλαττοκράτησε¨- ¨θαλασσοκρατήσας
δέ πασών τώννήσωνσχεδόνέπήρξεν . .". (Άπολλόδ. Γ'
3
) - ¨Μίνωςγάρπαλαίτατος. . . ναυτικόνέκτήσα·
το. . . καΙ οίκιστής πρώτος τών πλείστωνέγένετο . . . " (Θουκ. Α'
4
-5) ¯ ¨Μίνως ό Δι ός καΙ Εύρώπης, βασι·
λεύων τήςΚρήτηςκαΙμεγάλαςδυνάμειςέχων πεζάςτεκαΙ ναυτικάς,έθαλαττοκράτεικαΙ πολλάςάποι·
κίας έξαπέστειλενέκ τήςΚρήτης . . . ούκ όλίγηνδέκαΙ τής Ασίας τής παραθαλαττίου κατέσχε. Διόπερ
τάς έπωνυμίαςέχουσι Κρητών λιμένες, Μινφαι καλούμεναι ". (Διόδ. Ε' 84)
Γι αύτο καιστις πινακίδες της Γραμμικής Β ύπάρχουν τόσο πολλες λέξεις που φανερώνουν πρώι·
μες γνώσεις ναυπηγικης καΙ ναυσιπλοί ας. ναυπήει ον, ναυδόμος, ναυσι πλόος, ναύσταθμος, ναυσίστο·
νος, ναύδετον, ναύφρακτος, ναύλοχος. . .
Ò ΔιονύσιοςΆλικαρνασσεύς, στην ¨Ρωμαϊκή Αρχαιολογία¨, έπιμένει, έπεξηγεί, ύπενθυμίζει, τονίζει
συνεχώςτηνέλληνικηκαταγωγητωνΛα
τ
ίνωνκαιτων Ρωμαίων, μέσψτηςπροςΔυσμαςμεταναστεύσε·
ωςόχιμόνοντώνΆρκάδων Πελασγών αλλόκαιτωνΤρώων, αρκαδικηςκαιαύτωνκαταγωγης
Πελασγός: Υίος τού Δι ος και της Ν ιόβης, αύτόχθων πάππος τού Θεσσαλού, γενάρχης των
Πελασγων Οί διάφορες αναφερόμενες περι τού όνόματος τού Πελασγού έτυμολογίες κωδικοποιούν
και την αρχαιότητατούφύλουτων Πελασγων-πρωτοελλήνων, καθως και τοφιλαπόδημοναύτων.
α) Έκτού πάλαι +γέγαα (πρκμ. τοϋ γίγνομαι). ΤΟ αντίθετον, ¨νέονγεγαώς¨.
β) Εκτού ¨πέληον Αργος¨ ¦πέληος=παλαιος)έξούκαι¨ΆργοςΠελασγικόν¨
γ) Έκ τού ¨πελαργός¨. Η παρομοίωσις αύτη είναι έπιβεβαίωσις της διηπειρωτικης μετακινήσεως
τούαρχεγόνουαύτούέλληνικούφύλου
δ) Εκτού περάω=περνωθάλασσαν,όθενμεταναστεύω
ε) Έκτού πλάζω=περιπλανωμαι, κυρίως δια θαλάσσης, όπως και ό ¨πολύπλαγκτος Οδυσσεύς¨. ¨Οί
Πελασγοιδιεσπάρησανε
ι
ςτοπλείστον
τ
ηςγης¨
! ¯0
στ) Έκτού πέλας¦=πλησίον)+σγω ¦=όδηγω, μεταφέρω, ήγούμαι) Δηλαδή, ε
ι
ς τουςπέλας, εις τους
γείτοναςλαουςκαιείςταγειτονικαμέρημεταβαίνω
Άρα. οί Άρκάδες Πελασγοi προσήγγισαν στις γειτονικές ακτές ¦Ίταλίαν και λοιπην Μεσόγειον) ,
πλέοντες το έγγυς πέλ-αγος το όποίον τους ηγε εί ς τους πέλας. ¦Σημειωτέον δέ, ότι ¨παλαιότατα
έθνη τών ΕλλήνωνεΙσΙ τά Αρκαδικά¨ -Στρ. Η 0
3
88-. Και οί Ρωμαίοι ϋψωσανβωμοτούΆρκάδος έπΙ τού
Άβεντίουλόφου) Στον Ύδρούντα δε της Κ Ίταλίας ¦Ot|a¤to) , ύπάρχειμέχρισήμεραή P0¤ta Pa' asc| a
=ακρωτήριονΠελασγων.
Τρώες: Ό Άρκας Δάρδανος, μετα απο εναν μεγάλο τοπι κο κατακλυσμό, δι επεραι ώθη εί ς
ΣαμοθράκηνμέπολλουςόλλουςΆρκάδας,καΙάκολούθωςειςτηνεναντιΜικρασιατικηνακτήν
'Zάρδανονέτεκε πρώτονόΖεύς¨, τονίζειό Όμηρος εΙς το Υ2J 5 της Ίλιάδος Ό Δάρδανος έγέν·
νησε τονΈριχθόνιονκαΙόΈριχθόνιοςτονΤρψα, τονγενάρχητωνΤρώων.
ΓράφειήΈγκυκλοπαίδειατούΗΛΙ ΟΥείςτολημμα¨Δάρδανος¨.
¨Τό πιθανότρονείναι ότδιά τούμύθουτούΔαρδάνουώς Αρκάδος, συμβολίζεται
ή πρός τήνΜ Ασίανγενομένημετανάστευσις τώνΠελασΥώνέξ Aρκαδίας. . . ¨
¨ . . τό τών Τρώωνέθνος Ελληνικόν . . . έκΠελοποννήσουποτέώρμημένον . ¨
¹ ¯¹
¨ . . . καΙ τό Τρωικώνγένος Ελληνικόνάρχήθεν . = "
! ¯¹
! ¯0 Βλ. Διον.Άλικ. Ρωμ. Ι στορίαΑ'2º
, º
! ¯¹ Βλ. Διον. Άλικ. Ρωμ. Άρχ Α'ö¹ , 2ö! , 2ö¹ , 3·ö¹ , ºö! . °ö2. ¹ ö2.¦όπουέκθέτειδιεξοδικώςτηνγενεαλογίαντώνΤρώων) .
π0� Η ÷^^¬^' |¬ |0^' ^^00| ¬< ΤΟ^ 0A||0�^| 0 ^0|0
ΔΙ ΟΝΥΣΙ ΟΥ ΑΛΙ ΚΑΡΝΑΣΕΩΣ
ΡΩΜΑΊΚ Η APXAI OΛOΓ l A
·ερανίσματα·
(Ή Άρκαδία είναι ή
μ
ήτηρ τής Ρώ
μ
ης καί ή πρσ
μ
ή τωρ τών λατι νι κών φυλών¨)
Γ. Μιστριώτης - Ρητορικο
ι Λόγοι
95
Α' 60, 3 ταμενδησυνελθόνταέθνηκαικοινωσάμενατούςβίους, εξώντοΡωμαίωνγένοςωρμηται,
πρινηννύνέχουσιν οίκισθήναιπόλιν, ταύτάεστιν. Άβοριγίνες μεν πρωτον, οί Σικελουςεξανέ·
στησανεκ τούτων των χωρίων, 'Έλληνες όντες τό άρχαίον έκ Πελοποννήσου, συν των συν
Οίνώτρφ μετενεγκαμένων την οϊκησιν έκ της καλουμένης νύν Άρκαδίας, ώς εγώ πείθομαι
έπειτα οί μεταναστάντες εκ τής τότε μεν Αίμονίας, νύν δε Θετταλίας καλουμένης, Πελασγοί
τρίτοιδε οίσύν ΕύάνδριπαραγενεθέντεςείςΊταλίανέκ Παλλαντίουπόλεως μεταδετούτους,
των συν Ήρακλεί στρατευομένων Πελοποννησίων, Έπειοί τεκαι Φενεαται, οίς καί Τρωικόν τι
έμμέμικται. Τελευταίοι δε οί διασωθέντες συν Aίνείζ ΤΡuες εξ Ίλίου τε καί Δαρδάνου καί των
αλλωνΤρωικωνπόλεων.
Α' 89, 1 ,
. . . το μεντωνΆβοριγίνων Φύλον Οίνωτρικονην, τούτοδεΆρκαδι κόν . . .
2
. . . συνοικησάντων αύτοίς Πελασγων, οϊ Θετταλίαν καταλιπόντες, Άργείοι το γένος όντες,
εί ς Ίταλίαν άφίκοντο. Εύάνδρου τε αύ και Άρκάδων άφίξεως, οϊπερί το Παλλάντιον ψκησαν,
Άβοριγίνωναύτοίς παρασχόντωντο χωρίον. Έτιδε Πελοποννησίων των συν Ήρακλείπαραγε·
νομένων, οϊ κατψκησαν επί τού Σατορνίου. Τελευταίον δε των άπαναστάντων εκ τής Τρωάδος
καίσυγκερασθέντωντοίςπροτέροις. Τούτωνγαραν ο|)δεν εϋροι τωνεθνων οϋτε αρχαιότερον
οϋτεΈλληνικώτερον. Αίδετωνβαρβάρωνεπιμιξίαι, διαςη πόλιςπολλότωνάρχαίωνεπιτηδευ·
μάτων άπέμαθε, συν χρόνι εγένετο. Και θαύμα μεν τούτο πολλοίς αν είναι δόξειε τα είκότα
λογισαμένοις, πωςούχαπασαεξεβαρβαρώθη.
Β' 1 , 3 . . . Άρκάδες έκ Παλλαντί ου πόλεως εξελθόντες, Εϋανδρον ήγεμόνα ποι ησάμενοι τής
αποικίας, Έρμού καίνύμφης Θέμιδος υίόν, οϊπροςενίτων επταλόφων πολίζονται όςέν μέσφ
μάλιστα κείται της ' Ρώμης, Παλλάντιον όνομάσαντες τό χωρίον επίτήςέν ΆΡ-αδίζ πατρίδος.
Χρόνοι ς δ ού πολλοίς ϋστερον Ήρακλέους καταχθέντος είς Ί ταλίαν, ότε την στρατιαν έξ
Έρυθείαςοϊκαδεάπήγαγε, μοίράτις ύπολειφθείσα, τήςσυναύΤu δυνάμεως, Έλληνική, πλησίον
ίδρύεται τού Παλλαντίου, προς έτέρι των εμπεπολισμένων τη πόλει λόφων, ός τότε μεν ύπο
τωνεπιχωρίωνΣατόρνιοςελέγετο,νύνδε Καπιτωλίνος...
Α' Α, 1 ... Έπειτα Πελασγων τινες των οίκούντωνεντη καλουμένηνύνΘετταλίζ, την έαυτωνάναγ·
κασθέντες έκλιπείν, σύνοι κοι γίνονται τοίς Άβοριγίσι . . . έδέξαντο δέ αύτους οί Άβοριγίνες,
tσως μεν και κατα τηντούώφεληθήσεσθαι έλπίδα, ώς δ έγώ πείθομαι κατά τό συγγενές μάλι
στα
.
Ήν γάρ δη Kai τό των Πελασγων γένος Έλληνι κόν έκ Πελοποννήσου τό άρχαίον . . .
πρωτον μενγαρ περί το καλούμενον νύνΆχαικον Άργος ψκησαν, αύτόχθονες όντες, ώς οί
πολλοίπερι αύτωνλέγουσι τηνδεέπωνυμίανέλαβονέξάρχήςταύτηνεπίτούΠελασγούβασι·
λέως. Ήν δέ ό Πελασγός έκ Δι ός, ώς λέγεται, Kai Νι όβης τού Φορωνέως, ! πρώτη yuvaIKi
θνητή μίσγεται ό Ζεύς . . .
Α' 1 1 , 1 Οί δελογιώτατοι των Ρωμαικων συγγραφέων, ένοίς εστι ΠόρκιόςτεΚάτων ό τας γενεα·
λογίαςτων ένΊταλίζπόλεωνεπιμελέστατασυναγαγώνκαι Γάιος Σεμπρώνιος καιαλλοισυχνοί,
'Έλληνας αύτους είναι λέγουσι τωνενΆ¿αίζποτεοίκησάντων,πολλαίς γενεαίς πρότερον τού
πολέμου τού Τρωι κού μεταναστάντας ø ø ø είδ εστινό τούτωνλόγος ύγι ής, ούκ αν ετέρουτινος
εϊησαν αποικοι γένους η τούκαλουμένουνύνΆρκαδι κού. πρωτοι γάρ Έλλήνων ούτοι περαιω
θέντες τόν Ίόνιον κόλπον φκησαν Ίταλίαν, αγοντος αύτους Οίνώτρου τού Λυκάονος. Ήν δε
πέμπτος άπό τε Αί ζει ού καί Φορωνέως των πρώτων εν Πελοποννήσψ δυναστευσάντων.
ΦορωνέωςμενγαρΝιόβηγίνεταιταύτηςδευίοςκαίΔιός, ώςλέγεται, Πελασγός.
Α' 1 1 , 4 Πευκέτι ος μεν ούν ¦ υί ος Λυκάονος) εύρών χώραν πολλην μεν εί ς νομάς, πολλην εί ς
έως άρότους εύθετον, έρημον δε τηνπλείστην καίούδετην οίκουμένην πολυάνθρωπον, άνακαθή·
J ,, , ραςτοβάρβαρον. . . ψκησε πόλεις μικράς. . . . μαρτυρείδέ μοιΤu λόγι Σοφοκλής μεν ό τραγψδο-
ποιοςενΤριπτολέμιδράματι.
90
A ^^A Τ�' |0Π0Υι0Υ ÷Y�TA^' 0Y
Α' 1 2, 3 Άντίοχος δε ό Συρακούσι ος, συγγραφευς πάνυ άρχαίος. . λέγει. . την γην ταύτην ητι ς νύν
Ίταλίη καλείται τό παλαι όν είχον Οίνωτροι . .
Α' 9, 3 . . . έπι Λατί νου βασιλέως δς κατα τόν Ί λι ακόν πόλεμον έδυνάστευε, Λατίνοι αρξάμενοι
καλείσθαι. . .
Α' 30, 5
. . . τό δ ουν Πελασγικόν Φϋλον, δσον μη διεΦθάρη τε και κατα τας αποικίας διεσπάσθη. . .
συνT4 χρόνψτην Ρώμηνοί έκγονοιαύτωνσυντοίςαλλοιςέπολίσαντο.
Γ' 1 0, 3 -ΡΩΜΑΙ ΟΙ - . . eεθνος ' Ελληνι κόν καί μέγιστον τών κατοι κούντων τήνδε την γην έθνών ...
"Καί γραμμάτων έλληνι κών χρησι ν εί ς Ί ταλί αν πρώτοι δι ακομί σαι · Αρκάδες".
(κατα την Β' Π. χ. χιλιετίαν τούλάχιστον)
*
'. . . πρώτu δε μετά τήν αλωσι ν ύπά τήνμετοπωρι νήνίσημερίαν αραντες οί τρωεςέκ
της γης περαι ούνται τάν Ελλήσποντο ν καί καταχθέντεςεί ς τήν Θράι κην, αύτού δι α·
τρίβουσι τήν χειμερι νήν ωραν . . έκ δέ της Θράι κης ά ναστάντες, έαρος άρχομέ νου,
τελούσι τάν μεταξύ πλούν αχρι Σικελίας, τάς πόλεις συνοικίζοντες ένΣικελίζ. Πλο|μων
δέ γενομένων αραντες άπά της νήσου, περωσι τά Τυρρηνικάν πέλαγος καί άφικνούνται
τάν Αβορι γίνωναίγιαλόν . . .»
(Δι ον. ·Αλι κ. Ρητορ. 251 F 6. 1 )
-Καί , δύοακόμη μαρτυρί εςΛατί νων.
- Co¤o¤, ¤ θΟ | ί o|o d c t , q0am de | t a| ' asc| ps t , q0osdam
Pe' asgos a| osq0e θΧ Pe' opo¤¤eso ad | t a| am ve¤ sse. . . » (TL. G. Conon Frg. )
Δηλαδή,
' 0 Κ όνων εί ς τό βι βλί ον του λέγει , όταν έγραψε περί ϊ ταλί ας, ότι Πελασγοί
καί αλλοι έκ τής Πελοποννήσου ηλθον εί ς ϊ ταλί αν . . .
-" Pe' asg , q0 p| m co' 0 sse ' ta' | am"=Οί Πελασγοί οί όποΤοι πρωτοι αποίκησαν την Ίταλίαν.
(Α. Gel l . Ν. Atticae, Α. 1 0)
Ακόμη και ό έπισημότατος ρωμαίος θεός Ίανός, είναι Ελλην. ό Ίων, ό γενάρχης των Ί ώνων.
ΓράφειόΆθ. Σταγειρίτης.
¹
¯`
« Ο Ί ανός, ό άρχαι ότατος βασι λευς της Ίταλίας, ητο ' Έλλην τό γένος, υί ός τού
' Απόλλωνος καί της Κρεούσης, θυγατάςτού Ερεχθέως,βασιλέωςτωνΑθηνων . . . Εκτσεκαί
φρούριονέπίτινοςλόφουτηςΡώμης, τά Ιανίκουλον .. καίέδίδαξε πολλά. . Όθενέτίμησαντόν
|νάνώςθεόνμετά θάνατον . . .
Ενομίσθη δέ Εφορος τού πολέμου καί της είρήνης καί ύπερασπιστής της Ρώμης. . . διά
τούτο είχε δύο πρόσωπα τά όποϊαέχουσι ν ήθικήνάλληγορίαν. ' Επειδη ' Έλλην ων, ηλθεν εί ς
Ίταλίαν 1 50 χρόνους προ τού Αίνείου. Άνήγαγον αύτόνείς τοσαύτας αλληγορίας, δια την
αρχαιότητα. Επειδηαρχαιότερονβασιλέακαιεύεργέτηνδενέγνώριζον. »
(πρβλ. καί ".όνων λαός" =·Έλληνες. -Αίσχ. " 1 025)
Ό Πλούταρχος γράφει
¹
¯
3
δη δι αβας ό Ίανός εΙ ς Ί ταλίαν, ¨τούς περί τήν Ίταλίαν, άγρίοις καί
άνόμοιςχρωμένουςέθεσιν,είςέτρονσχημαβίουμετκόσμησε, πείσαςγεωργεϊνκαίπολι τεύεσθαι. ¨
! ¯`ΏγυγίαΒ' σλ. +º9.º°3
! ¯3Ρωμ. Πρβλ. ``
Π0� Η ÷^^Η/Ι |Η "0^| ^000| ¬< το/ 0A||0�^| 0 ^^"^ 97
Είναι φυσικόν λοιπόν που και ό Ρωμύλος ¨τέθριππονχαλκούν άνέθηκε τψ Ήφαίστψ. . έΠΙΥράψας
έλληνικοϊς Υράμμασι τάςέαυτού πράξεις.¨
! I4
¦¨Πλείστα ϊχνη της έλληνικης καταγωγης ενταύθα σώζεται. Γυμνάσιά τε και φρατρίαι και όνόματα
έλληνικά. . . " Στράβων)
Μετά την Ί ταλίαν, ό πλησιέστερος σταθμός ό ¨όγων εις τους πελας¨ δι ό θαλάσσης, ύπηρξε ή
Ίβηρία:
¨Ότι πλανηθέντες Έλληνες δλλοι άλλαχού κατοικούσι ν, οί μένείςΛιβύην, οί δέ είς Ίταλίαν, είς
Σικελίανέτεροι, τινέςδέπρόςτάςπλησίον Ίβηρίας νήσους. . . " (Άπολλοδ. Έπιτομή νι , 1 5)
«ΟύμόνονΥε περί Ίταλίαν, άλλάκαίμέχρι τώνέσχάτωντης Ίβηρίαςέστί νεύρεϊνίχνη τηςέκείνου
(Οδυσσέως) πλάνης, καίδλλωνπλειόνωνv . . " ( Στράβ. Α' C, 22)
¨Έντη Ίβηρίζ, ΌδύσσειαπόλιςδείκνυταικαίAθηνάςίερόνκαίδλλαμυρία ίχνη της τε έκείνουπλά·
νηςκαίδλλωνέκτούΤρωικούπολέμου . . . " (Στρ. Γ' C, 1 50)
Όδύσσει α πόλι ς : Πρόκει ται περι της Λισσαβωνος. Οδύσσεια πόλι ς ¯ Od. ss. po O| | ss. po
= L| spon L| sbon¯ Λισσαβών.
Αί έλληνι κής καταγωγής καί όνοματοθεσί ας άναφερόμενες κατωτέρω πόλει ς, είναι τελεί ως
ένδεικτικές. Άρκετες καταγράφονταιστόγνωστό Βιβλία- Όδοιπορικό τού Έπαμ. Βρανόπουλου καισε
όλλα σχετικά. Έλλείπει όμωςμί α συστηματικη άπαρίθμησις, όχι μόνονγιό την λεκάνη της Μεσογείου
άλλα γενικώτερον άνό την ύφήλιον. Λέγεται ότι μόνον περι την Μεσόγειον έχουν καταγραφη 2. 500
έλληνικό τοπωνύμια. Είναιόμωςτόσο άλλοιωμένη ή προφορότωνπερισσοτέρωνεξαύτων, όπως ήδη
έχουμε παρατηρήσει, ωστεδύσκολαάναγνωρίζεταιή έλληνικήτους προέλευσις. · Π. χ. .
Βέλια ¦Ύέλη) , Άγκριτζέντο ¦Ακράγας) , Πόντζα ¦ Ποντία) , Λέτσε ¦Άλήτιον) , Κορτόνα ¦Κόρυθοςάπό
τόν Κόρυθα, υίόν τού Διός και της Ήλέκτρας) , Παλέρμο ¦ Πάνορμος) , Άβόνς ¦Άβεντικόν) , Άβελλίνο
¦Άβέλλα) , Τάμεσις ¦Ίόμισσα) , Τζενοβα ¦ Γενούη) , Άλάτρι ¦Άλέτριον) , Ι βιθα ¦Έβουσος) , Μπάρι ¦ Βάρη) ,
Άρνος ¦Άορνος) , Γαέτα ¦ Και ήτη) , Κάπουα ¦ Κάπυς, πάππος Αί νεία) , Κιούζι ¦ Κλούσιον) , Κρεμόνα
¦Κρεμώνη) , Μαδρίτη ¦εκ τού VADH|, Μήτηρ, Μητρόπολις) , Μοντένα ¦ Μοτίνη) , Μπολώνια ¦ Βολωνία) ,
Πιατσέντζα ¦ Πλακεντία) , Παλεστρίνα ¦ Πραίνεστος, υίός Λατίνου και εγγονός Όδυσσέως) , Σαγκούντο
¦Ζάκανθα), Ταρτησσός ή Ταρσις ¦εκ τού τερσαίνω, τόπος χυτηρίων και Ψύξεως μετάλλων) , Αϊτνα ¦εκ
τού αίθω =καίω) , Βεζούβιος ¦εκ τού σβέννυμι) , λίμνη Άβέρνη ¦ΆFορνος) , Έρεκλι ¦ Ηράκλεια Πόντου) ,
Κέρτς ¦ Παντι κάπαι ον) , Κ ι δρός ¦ Κύτωρος) , Άμασσερό ¦ Άμαστρι ς) , Δαμυρ ¦ Θαμύρα) , Κορατζε
¦ Χερσαίος) , Άρβόδ ¦Άραδος) , Ταρτός ¦Άντάραδος) , Νέσεμπαρ ¦ Μεσημβρία Μαύρης Θαλάσσης) ,
Τραμπζόν ¦Τραπεζούς) , Έντίρνε ¦ Άδριανούπολις) , Κελίμπολ ¦ Καλλίπολι ς) , Χερσών ¦ Χερσόνησος) ,
Άσουόν ¦Συήνη) , Γκέρας ¦ Γέρασα) , Άμριτ ¦ Μάραθος) , Σίμρα ¦ Σιμύρα) , Σαίντό ¦Σιδών) , Ίζνικ ¦ Νίκαια, εκ
τού ¨εις Νίκαιαν¨ όπως Ί σταμπουλ εκ τού ¨εις την Πόλιν¨, Ίζμιρ εκ τού ¨εις Σμύρνην¨, ΣαμΨούς ¨είς
Άμισσόν¨ ) , Τζεραμπλους ¦ Ι εράπολις) , Ένεζ ¦Αίνος) , Μπαρό ¦ Μέγαρα) , Ραμπάτ ¦Άρεόπολις) , Άσδουδ
¦ Άζωρος) , Μπάνιας ¦ Πανεάς εκ τού Πανός) , Χεβρών ¦ Εύρών) , Γαλιλαία ¦εκ τού Γη Λιλαία, δηλ. Γη
επιθυμητή) , Λουμπλιάνα (ή Αίμών των Άργοναυτων) , Λατάκεια ¦Λαοδίκεια) , ΣουβΙίντα ¦Διονυσιάς) ,
Καντμους ¦Καδμεία) , Καίσερλι ¦ Καισάρεια) , Σελεμιγι έ ¦ Σαλαμιάς) , ΈλΆνταριν ¦ Άνδρών) , Ραστόν
¦ Άρέθουσα) , Άρβάντ ¦ Άραδος) , Ρόζ ¦ Ρόδη) , Άλι κάντε ¦Άκρα Λευκή) , Μάλαγα ¦ Μαινάκη) , Έλτσε
¦Ελίκη) , Περούτζια¦ Περουσία) , Πάντοβα¦ Πατάβιον) , Όρια¦Ύρία)κλπ.
¨Ό Κατίλλος, υίός τού Aμφιαράου, άφιχθείς έξ Έλλάδος είς Ίταλίαν έφερε καί τους 3 υίούς του.
Κάτλλον, Κόρανκαί Τβυρρι ν. Iδρυσαν τήν πόλι νT| bur, τό σημερινόνΤίνο| | , έκ τού όνόματος τού πρε·
σβυτέρουάδελφού.
! ¯"
Όπως άναφέρει δε τό Περιοδικόν HALCON · Ι ΕΡΑΞ της Έλληνικης Άκαδημίας της Βασκωνίας, στην
Όλλανδία, σε μία όπό τις νησίδες της έπαρχίας ΖΕLΑΝΟΑ, ύπάρχειπανάρχαιος ναός ·βωμόςάφιερω·
μένοςείςτηνθεόΝΕΗΑLΕΝΙΑ καιχρονολογείταιάπότό2000Π. Χ. Ή ΝΕΗΑLΕΝΙ Αείναιπαρεφθαρμένη
! I4 Διον. Αλικ.Ρ. Ι . , ιι
"
4.
! I"
ΣχολιαστηςΑίνειάδος, Έκδ. Παπαδήμα, Β' τ. σλ.I"9
98
A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TA�' 0Y
προφορα καί γραφη της όνομασίας ΝΕΑ ΕΛΛΑΝΙ Α Ως γνωστόν, Έλλανία κατα την δωρικηνδιάλεκτον
είναιηΈλλάς. Ο Εύριπίδηςστηντραγ. ΕΛΕΝΗ, στ. l l 47, γράφει . ¨..ίαχήθηςκαθ Έλλανίαν¨. ΣτηνΝέαν
Έλλανίαν ύπάρχει έπίσης είς βωμόν, απεικόνισις βρέφους ένθυμίζοντος τόν Διόνυσον νήπι ον. Ή κ.
Άννιες Καέρ, τού Πανεπιστημίου τών Παρισίων, ή όποία απέστειλε πολλΟ στοιχεία καί παρατηρήσεις
γύρωάπόαύτες τίς ελληνικεςάρχαιότητες,σχολιάζειμελεπτήείρωνεία. ¨άκόμηέναςθεός, παλαι ότε·
ροςτων. . /νδoεuρωπαίων¨.
Έκτός όμως άπο τίς πόλεις, καί διάφορες όλλες γεωγραφικες όνομασίες είναι ελληνικές. Λ. χ. ή
Έρυθρά θάλασσα επηρε το όνομά της άπό τόν Έρυθρο τον κρητα. Ο Άπόλλων εγέννησε άπό την
Βαβυλωνία τόν Άραβον. Άπό την Σινώπην τόν Σύρονκαί άπό την Λυκίαν τόν Πάταρον. Είς τόν
ΠερσικόνκόλπονύπάρχεινησοςΊ καρίαήόποίακατοικείταιάπότού3000π. χ. , καίόπουόΆλέξανδρος
άνήγειρε ίερόν τούΆπόλλωνος καίτης Άρτέμιδος. Στην Β. Γαλλίαεύρίσκεταιτό άκρωτήριον Χάγκτό
όποίονκατά την αρχαιότηταελέγετο Ωγυγία. Καί αί Βαλεαρίδεςνησοι όνομάζονται ¨άπό τούβάλλειν,
σφενδόναις, λίθους μεγάλους. . πρότερον ώνομάζοντο Γυμνήσιαι, διά τό τούς ένοικούντας, γυμνούς
τηςέσθητοςβιούν. . " -Διαδ. Σι κ. ν, 1 7-
. . . Καί όλλα άναρίθμητατοπωνύμια, δυστυχώςόμωςάταξινόμητα. . .
+
¨ΈφεΕης
Ι
βηρίαςέστίν
ή
ύπερ τών 'Άλπεων Κελτική".
1 76
¨ΤούςσύμπανταςΓαλάτας, Κελτούςύπό των Έλλήνωνπρoσαγoρεuθηναι¨.
¹ II
Ο Στράβων καταγράφει τά διάφορα Φύλα τών Κελτών,
! ¯°
τα l 4 Φύλα τών
Γ
αλατών,
! ¯9
τα l 5 τών
Βέλγων,
! °0
καίγενικώς περιγράφειτόν άπολίτιστονείσέτι βίον αύτών. Ομιλείπερίτών Βρεττανών καί
περί τών κατοίκων της Ίέρνης ¦Ίρλανδίας) ' Ότ άγριώτροι των Βρεττανων ύπάρχουσι ¨,
¹ º¹
καί άπορεί
διατί οίΒρεττανοί, ενώεύπορούνγάλακτοςδενγνωρίζουννατυροποιούν.
¹ °2
Ο ρωμαίοςίστορικόςΤάκιτος¦Ge|ma¤| a3) άναφέρειότι ό Οδυσσεύς, κατα τίς περιπλανήσειςτου,
ϊδρυσε καί την πόλι Άσκιβούργιον ¦σημερ. Άσμπεργκ) είς ταεδάφη της Γερμανίας, στηνόχθη τού
Ρήνου, ύψώνονταςβωμόόπουάναγράφεταικαίτόπατρωνυμικόντουΛΑΕΡΤΗΣμεελληνικάγράμματα.
' + . . et U| | xem, q0| damop ¤a¤t 0|' o¤go ί ' ' οetIao0| osoe||o|e | ¤ ¤0¤c Ocea¤0m
de| at0mad| sse German| aeterras, Asc o0|g| 0mq0e, q0od | ¤ || paP¤e¤ s t 0m
¤od| eq0e ¤co' ί t 0|, ao ί | ' οco¤st t0t0m ¤om ¤at0mq0e a|am q0 ¤ et am
U' ί χί co¤sec|atam, ad ecto Laertaepatr| snom| ne¤ ¤ . mo¤0me¤taq0eet
t 0m0' osq0osdam Graec| s| ίterί s | nsr| ptosa .
»
Έν κατακλείδι , συνοψίζοντεςκαί συγκεφαλαιούντες.
¨. . . Άπόλλων
! °3
. . . ούτοςήμέρωσε μενδι άτώνΈλληνι κώνάποι κι ώντα πλείστα
της οί κουμένης, παρεσκεύασε δερζονύποκούσαι Ρωμαί οι ς εχοuσι Kai αύτοϊς
ού γένος μόνον Έλληνι κόν, άλλά Kai θεσμους ί ερούς, Kai την περi τους θεους
εύπι στί αν εξ άρχής εΙ ς τέλος Έλληνι κήν . . . "
(Αύτοκράτωρ Ί ουλιανος Ο Φιλόσοφος, προς Σαλούστιον, 39, 1 )
" . . . Kai τα πλείστα τής Ί ταλί ας φκησαν οί Γραι κοί . . . " (ώς όνω, Συμπόσια η Κρόνια, 25. 1 )
J 76. ΣτράβωνΔ' C,
¹ II
! ¯¯ - Δ' C, ! °9
! ¯° - e C, 2: ë
! ¯9 - Δ' C, ! 9
! °0 - Δ C, ! 9ö
! °: - Δ C¿ 200
! °2 - Δ' C, 200
¹ 83Τό φώς τοΟ έλληνικοΟπολιτισμοΟ
π0� Η �^^¬ι' �¬ "0^| ^000' ¬< τοι 0A"�0�^| 0 ^ο"ο
« Οίάκατάσχετοι Έλληνεςήπλώθησανείςκάθε νήσον τούΑίγαίου. . . τήνΚύπρον,
τήνΠαλαιστίνην, τήνΣυρίαν, τήνΜεσοποταμίανκαί τήνΜικράνΑσίαν, τήνθάλασσαν
τούΜαρμαράκαί τήνΜαύρηνθάλασσαν, τήν Ίταλίαν, τήνΓαλατίαν, τήν Ίσπανίαν,
τήνΣικελίανκαί τήνΒόρειον Αφρικήν . . . όπουεκτισανπόλειςάνεςαρτήτουςμέν,
άλλΟΈλληνικάς.Ώμίλοuν ολοι την Έλληνl κην γλώσσαν e e e ~
( Γ. Ντυράν, Παγκ. Ίστορ. Πολιτ. σλ. 87)
" • • » ΤελευταϊεςερευνεςάνακαλύπτουνμηκηναϊκέςέγκαταστάσειςστήνΣικελία,Δυτ. Μεσόγειο,
Σαρδηνία, Ίβηρία, καίόλοκαίβαθύτεραστόέσωτερικότήςΜικράς Ασίας. ·
(Τζ. Χοϋκερ, Είσαγ. στην Γραμμ. Β, Έκδ. ΜΙ ΕΤ)
Καίό S| P Μ. F| NLEY-ΚαθηγητήςΊ στορίαςτοΟ ΠανεπιστημίουτοΟΚαιμπριτζ.
· Οί Έλληνικέςκοι νότητεςύπήρχανσΤΙ;νΝ. ΊταλίαότανήΡώμη δένήτανάκόμη τίποτε
περισσότερο άπόενα πρωτόγονοχωριόκάτωάπό τήνκυριαρχία των ΕτΡ ούσκων. . . '
Έτροϋσκοι . . .
'Όί Τυρρηνοί παρά τοϊς Ρωμαίοι ς, Έτρούσκοι καί Τούσκοι προσαγορεύονται .
Οί δέ Έλληνεςούτωςώνόμασαν αύτούςάπό τούΤυρρη νού τού Άτυος,
ωςφασι τού στείλαντοςέκΛυδίας έποίκουςδεύρο. . . Ό Άτυς, είς των
άπογόνωνΉρακλέουςκαί Όμφάλης . . . " ( Στρ. Ε' C, 1 9)
99
Ό Δι ον. Άλικαρνασσευς ¦Ίστορ. Α' 23, 5)μαρτυρειότιοίΈτροΟσκοιείναιπανάρχαιαέλληνικήφυλή.
Άνεπτυγμένοι συνοικισμοί Έτρούσκων ύπήρχαν ηδη στήν Ίταλία άπό τόν l l ον π. χ. αίώνα ¦ Περουζία ·
Fe|0gg a, Άρρήτιον· A||ezo. . . ) .
Ή Παγκόσμι ος Ίστορία τής Άκαδ. Έπιστημων τής ΕΣΣΔ
:
°º
γράφει , 'Όί Έτρούσκοι στήν Ίταλία
επαιςαν τόνρόλο τωνφορέωντήςέλληνικήςπολι τι στικήςέπίδρασης. Τό άλφάβητο, όλες οίάρχαιοϊτα·
λικές φυλές, τό είχαν πάρει άπό τούς Έλληνεςμέσι των Έτρούσκων. Έτσι, διάφοροι έλληνικοί όροι
έπέρασανστήν λατι νική γλωσσα. . " ¦ π. χ. ή λέξις ¨pe|so¤a¨ =πρόσωπον, μέσψ έτρουσκικοΟ ¨Ie|s0¨ έκ
τοΟρ. φέρω πρβλτόσημερινό¨Φέρσι μο¨. )
Έπιστήμονες όπως οί Fa0' , Homme| , Pe ¤ac¤, K|etsc¤me|, ύποθέτουν ότι άρχέγονο πελασγικό
έθνος συγγενές πρός τους Έτρούσκους καί λίαν πιθανόν πρός τους Βάσκους, έχρησιμοποιοΟσε ¨εν
καί τό αύτό γλωσσικόνίδίωμακατά τήνάπωτάτηνέποχήν . . .'
+ °°
ΟίΤυρρηνοί η Τυρσηνοί ύπήρξαν Πελασγοί. Τό όνομά τους προέρχεται άπό τήν λ τύρσις =πύρ·
γος. Έκ τοΟ ρήμ. τείρω =τρυπω Δηλαδή¨πελασγικάτείχη¨, ¨ύψηλά, σκολόπεσσι νάρηρότα¨ (η, 45).
ΠελασγικόςκλάδοςκινηθείςπρόςΔυσμάςάφίχθηεί ςΊταλίαν.
¨Φύλα ΠελασΥων. . έφ έσπερίην όλα βάντες, αύτόθι νηήσαντο σύν άνδράσι Τυρρηνοϊσι ¨ ¦Δι ον.
Περιηγητής) . Αύτοί άκριβωςοί Πελασγοί-Τυρσηνοί μετωνομάσθησανΈτροΟσκοιέκπαραφθορας.
ΤυρρηνοίήΤυρσηνοί¯ Τρυσηνοι·Τρουσηνοί¯ ΤροΟσκοιήΤοΟσκοι·ΈτροΟσκοι
Πρόκειταιπερίσυνήθουςέναλλαγήςρρ·~ρςκαίάντιμεταχωρήσεως, όπωςείςτιΙνλ θάρρος θάρσος
· θράσος.
Ό καθηγητής τήςΌξΦόρδης Μ. Ca|y, είςτό κλασσικόνέργοντου ¨Ρωμαϊκή Ίστορία¨, γράφειότιό
λαός αύτός ό όποιος μετψκησε έξ άνατολων καί έγκατεστάθη ει ς τήν περι οχήν τής σημερι νής
Τοσκάνης,
¹ °ö
έκτιζε πόλεις εις ύψώματα και τί ς ώχύρωνε μέ ύψηλά κυκλικά τείχη καί έπάλξεις, δηλ
τύρσεις η τύρρεις. Οίλατινοι άντέγραψαν τήν λέξι έπακριβως. t0||| s - έξ ού ίταλ και ίσπ. to||e * πύρ·
γος, γαλλ to0|, άγγλο towe|, γερμ. T0| m. Πρβλ και τήν διαθέτουσαν Πελασγικά τείχη Τίρυνθα. Άρα
τίρυνς= τύρρις.
¹ °ºτ. Α2σλ.
¹ 0¹ ¹
¹ °°ΠελασγικάΘωμόποuλοuσλ.ºë
¹ °öΈτρούσκοι, Τρούσκοι, Τούσκοι·Τοσκάνη
1 00
A^^A Τ<| |Ο0ΟΥΙΟΥ �Y�ΤA^| ^Y
Ο ηγεμων των Πελασγων-Τυρρηνωνέλέγετολάρ ηλάρς,έκ τοΟ λας=λίθος +αtρω =ανυψω ¨λάρ·
τος¨σημαίνει σκληρός λίθος, και ¨λαρίεθον¨ είναιτόστέγαστρον. ΑίΠελασγικαιακροπόλειςόνομαζον·
ται λάρι σαι . Ή πόλι ς Λαρι σα διέθετε ύψηλότατα τείχη. ¦ ¨Πελασγοί, οίΛάρι σαν νεαι τάεσκον" =
κατοι κοΟσαν. Ίλ. Β 840) . Λάρι σα είναι και η ακρόπολις τοΟ Πελασγι κοΟ Άργους, έξ ού και ¨Ζεύς
Λαρισαίος¨, oλλo και τό όνομα Λαέρτης. Έξ αύτοΟ τοΟ λάρς =ηγεμών, καταγεται η αγγλ. λέξις lord
=ορχων, κύριος, ηγεμών, 'Àόρδος''. Δηλαδη κατι αναλογο μέ την έννοια τής λέξεως ¨Τύρρανος¨, δια
την όποίαν τό Λεξικόν ΣουΤδαγραφει. 'Όί πρό των Τρωικωνποιηταί, τούς τυράννουςβασιλείς προση·
γόρευον . . . . . . προσηγορεύθηδε τύραννοςάπό Τυρρηνων . . . " . Και ό Στ. Βυζαντιος
,
¨Λέγονται Τυρρηνο|
οί Αδρι αται κατά δωρίδα διάλεκτον, έκ τού όποίου, κατά άφαίρεσι ν κα| γράμματος προσθέσει,
¨τύραννος¨ έκλήθη¨.
ΚαιόVi ctor Poschl
1 87
αποφαίνεταιμεταβεβαιότητος.
« Τόνέλληνικόν πολι τι σμόνμεταλαμπάδευσαν είς τήν άρχαίαν Ί ταλίαν κυρίως οί
Έτούσκο|. Ή άρχαιολογία έφερε άπόδειζι ν ότι άγγεία τού 5oυ π.χ. αίωνος τά όποία κατ·
σkεuάσθησανεΙς τήνΊταλίαν, προϋποθέτουνηδητήνγνωσι ντων ποιημάτων τού ΌμήρουκαΙ
τωνέλληνικωνκυκλίωνέπων, τήςΑίθιοπίδοςκαΙ τωνΚυπρίων·.
Όλοιδε οί θρΟλοι, όπως καιοί καθαραίστορικες αναφορές, συμφωνοΟνώς πρός την πελασγι κη
καταγωγη τών Έτρούσκων η Τυρρηνών, οί όποϊοι έγκατεσταθησαν στην Ίταλία στό απώτατο παρελ·
θόν, έχοντας ξεκινήσει από την Θεσσαλία κατα τόν ΈλλoνΙ-o, oλλo και από την Λήμνο κατα τόν
Στραβωνα. Τό άλφάβητό τους είναι σαΦώς δυτι κό έλληνι κό κα! ή γλώσσα τους έλληνι κη -
πελασγι κή,
1 88
ένω ό Βέντρις συσχέτιζε την έτρουσκικη με την μυκηναίκή, πριν ακόμη βεβαιωθή ότι οί
πινακίδεςμετα¨ Μυκηναικα¨ήσανπραγματιελληνικόςγλωσσικόςκωδιξ.
Σαραντα χρόνια πριν από αύτην την διαπίστωσι τοΟ Βέντρι ς, ό ημέτερος Ι . Θωμόπουλος,
έξεταζοντας και ερμηνεύοντας την Πελασγικη έπιγραφη τής Λήμνου, κατέληγε στό συμπέρασμα. ¨Ή
γλωσσα τωνένΊταλία όμοφύλωνΠελασγωνη Έτούσκων, άποτελείΠελασγικόνίδίωμα. . . " ("Πελασικό"
σελ. 456)
Δείγμα έτρουσκικοϋ Λεξιλογίου
:
βελ =όκαλλίτερος
θούρα =αδελφός
νέφτς=έγγονός
ακερ=τώρα
πρβλ. βέλ τιστος
7
θορός=γένος, σπέρμα
7
νέποδες=νεογνα,απόγονοι
7
αταρ
ανι =νΟν
7
τανΟν, νΟν
ζερόν= σώζω ~ |· ερύομαι
|.o6o=πατρις
»
εστία
δε=και καί, δέ, τέ
ρό=ρώμη
»
ρώμη
για=ίδού
»
τό μέχρισήμερα"γιά δές¨
. . . Όπουδεστηνελληνικηύπαρχειδασεϊαη |, τοΟτοπροέρχεταιέκτοΟ ΠελασγικοΟ'Ήβ¨.
Ό Θωμόπουλος δι επί στωνε ακόμη
,
¨Ή Αρχαία Έλληνι κή είναι Γ φυσική κληρονόμος τής
Πελασγικής, διατηρούσα πολλές ρίζες αύτής, πλείστα δε σημερινά όνόματα ε|σ|ν όμοια πρός τά έν
άρχαίαιςΠελασγικαίςέπι γραφαίς. . . ¨
Άτουνις
Πέκσε
Ηέρκλε
Έλσντρε
Άδωνις
Πήγασος
Ήρακλής
Άλέξανδρος
1 87. ¨ΈλληνικοςκoίPωμoΊ-oς Πολιτισμός"σλ.7
1 88. Βλ Έγκuκλ. ΗΛΙ ΟΥτ. 1 7, σλ.
957
ΠΟξ Η ÷^¬^' |¬ "0^| ^0Π0| ¬< ΤΟ^ ΠΑ"|Οξ^' Ο ^0"0
καθώςκαί όνόματαπαρόμοιαμετά σημερινάεπώνυμα
Βέρου πρβλ Βέρας
Ζίκου
»
Ζήκος
Νάσου
»
Νάζος
Σ�oυ
»
Σ�ας
Σούρε
»
Σουρής
Φάρου
»
Φάρος
Χούρκλες
»
Κουρούκλης
Ορθώςλοιπόνό Πλούταρχος
! °9
άποδίδειείςτουςΠελασγουςτόόνοματής Ρώμης,
"Τό μέγα της Ρώμης όνομα . . o δι ηναί τίαν tp πόλει γέγονε. . .
οίμένΠελασγούς, έπi πλείστα της οί κουμένης πλανηθέντας,
άνθρώπωντε πλείστωνκρατήσαντας, αύτόθι κατοικήσαι,
καί διό την έν τοίς όπλοι ς ρώμην οUτως όνομάσαι την πόλι ν . . . "
1 01
O Λατίνος A|| a¤0s
¹ 90
παραδέχεται μεν την ελληνικη προέλευσι τού όνόματος, τό άποδίδει όμως
σε κάποια Ρώμη, θυγατέρατού Ασκληπιού ¦dva Poma, Aesc0| ap| f| ' | a) , άφ ηςεκλήθη η πόλις ¦ Pomam
s0o pso¤om ¤evoca¤t ) .
Καίάπότίςπλέονπρόσφατεςέρευνες.
Ο Ντέηβιντ Ριτζγουαίη, στην μελέτη του ''Οί πρώτοι ' Έλληνες στη Δύση"
1 91
σαΦώς επισημαίνει
ότι 'Όί σχέσει ςμέ τήνΔύση ύπήρξανένα έκπληκτικό κατόρθωμα των Ελλήνων, γιά τό όποίο καμ·
μία πραγματεία δένμπορείνάθεωρηθή ώςή ΤΕΛΕγΤΑ/Α ΛΕΞΗ . . ύπάρχει όγκοςάρχαιολογικωνμαρ·
τυριωνπούπολλαπλασιάζονται συνεχως, κυριολεκτικάάπόχρόνοσέχρόνο.
Μέσασέδιάστημαλίγωνδεκαετιων, όχαρακτήρας τωνμελετωνγιάτούςΕλληνεςτήςΔύσηςέχει
ύποστή ριζικές άλλαγές πού μποροϋν νά χαρακτηρισθοϋν έπαναστατικές, μετά τίς άνασκαφές πού
πραγματοποιήθηκαν σέ εύρεία κλίμακα στίς Πιθηκοϋσες. a 192 Καί είναι δυνατόν, μεταγενέστερες
άνασκαφές193 νάκαταστήσουνξεπερασμέναάνά πάσανστιγμήν . . . τάόσα γράφονται.¨
! °9. Βίος Ρωμύλου ¹
· Μή τι ςεϊπη, ότι ό καλού
μ
ενος Εύρωπαίκόςπολι τ
ι
σ
μ
ός
ε
ί
ναι ί σολα
μ
πηςπρόςτόν Ελληνι κόν,
διότι ούδεν όλλοε
ί
ναι η ό
Ελληνι κόςέψι
μ
υθι ω
μ
ένος . ·
Γ
.
Μιστριώτης
! 90. Luperca||a
a
T. L. L.
a
(δηλ. "ThesauΓus Li nguae Latinae", σύμπ. δίσκος Πανεπιστημίου Καλλιφορνίας)
! 9! . Έκδόσεις Μορφωτ.Ίδρύμ. ΕθνικηςΤραπέζης ( ΜΙ ΕΤ)
! 92 "ΠιθηκοΟσαι: δύο μικραί νήσοι τής Ίταλίας εναντι των παραλίων τής Καμπανίας, ή Αίναρία καί ή Προχύτη".
(Λεξ. Μυθολ καίΊ στορίαςΚωνσταντινίδη)
! 9ë μηκηναΊκόκαίμινωικόκεραμεικόθραύσματα.
1 02
A^^A T�' |^00Y^0Y ÷Y�ΤΙ 0Y
Lat i ni t as Ή
τ
ών
Λ
ατ
ί
νων φωνη
"Περί της λατι νι κης διαλέκτου δτι εστίν εκ της ελληνι κης" (Τυραννίων)
J 94
"Ρωμύλος καί οί κατ' αύτόν, τη αί ολίδι εφθέγγοντο φωνη" ( Ι . Λυδ6ς 4. 2)
Οί Έλληνι κες λέξει ς, οί ελληνι κες ρί ζες, ή ελληνι κη λαλιά, κυρ ί ως δε ή αί ολι κή δι άλεκτος,
¨ή άρχαιοτάτη κοι νή τής Έλλάδος γλώσσα¨κατό τον Κωνστ. Οίκονόμου τονέξ Οίκονόμων, είναι το
ύπόβαθρονκαΙτούπόστρωμα(substrat) επιτοϋόποίουάνεπτύχθηή λατινικηγλώσσα
ΌΔιονύσιοςΆλικαρνασσευς
! 9b
γράφει .
·Ρωμαϊοιδέφωνήνμέν, ouακρωςβάρβαρον,
οϋτεάπηρτισμένως Έλλάδαφθέγγονται,μικτήνδέ τνα
έΕάμφοϊν, ήςέστι νή πλεί ων Αί ολί ς
~
Ό Qui nti I i anus
! 90
επιβεβαιώνει.
«Aeo| | ca rat|oneest sermo noster si mi I I i bus»
Δηλαδή,
Ή γλώσσαμας( ή λατινικη)είναιόμοιοτάτηπροςτηναΙολικηνδιάλεκτον.
Καίό Βάρρων(Varro - De Lί ngua Lati na) διευκρινίζει .
·Ούδέ άγνοήσαςό Ρωμύλος . . . ΕύάνδρουκαίτώναλλωνΆρκάδωνείς Ί ταλίαν
έλθόντωνποτέκαί τήνΑi ολίδα τοϊςβαρβάροιςέσπειράντωνφωνήν ».
Ό Κλαύδιος Δίδυμος επίσης, Έλλην γραμματικος τής Άλεξανδρινής εποχής, εΙ ς το έργον του
¨Περί τής παρά Ρωμαίοιςάναλογίας¨! 97 επεξηγεί καταφανώς ότι ή δομητήςλατινικής γλώσσης είναι
άπομίμησις τής ελληνικής καΙ άποδεικνύει ότιή λατινικη άπεσχίσθη είς παλαιοτέρους χρόνους εκ τής
ελληνικής καΙ συγγενεύει προς την αi ολι κην διάλεκτον. Το αύτο φρονεί ό γραμματικος Φιλόξενος ό
Άλεξανδρεύς.
Ό Κωνστ. ΟίκονόμοςόεξΟίκονόμωνπαρατηρείότι .
·Είς τήνάρχαίαν Λατι νικήν έπροφέρετο τόo, ώς τό καθ ήμάς Έλληνικόν β, ένδσφ
έπεκράτει καί είς τό Λάτι ονάκραιφνής ή των άποι κι σάντων Αi ολέων προφορά. Μετά δέ
ταύτα, μεταδιδομένης τής Λατι νικής φωνής καί είς τούς αλλους τους έτι τότε βαρβαροΦώ·
νουςκατοίκους τής Ίταλίας, άπεταχύνετο κατά τήν τούτων προφοράνκαίτόβήτα, καίμετέ·
πι πτεκατάμικρόνείςτόνήχον τού o. οίονoάντίν.o/x/|άντί v/x/|, serousάντίservus. . ··
¹ 98
,, ' Η λατινικι γλώσσα μορφωθείσα τό πλείστον εκ της Αί ολι κης διαλέκτου, φυλάττει
ταύτης τόν τονισμόνείς τά δισύλλαβαμάλιστα. . . ··
¹ 99
ΤΟ αύτοπαρατηρείκαΙό Γ . Μιστριώτης.
`00
· Η όρχαιοτέραπασώντώνΈλληνικώνδιαλέκτωνείναιή Αi ολική, καΙώςτοιαύτη ομοιάζει
ενπολλοίςπρος τηνΛατινικήν Π χ παρόμεντοϊςΑίολεϋσι ό δχλοςλέγεται (F)όλχος, παρό
δετοίςΛατίνοις voI gus.
¹ 94. "Περί της Ρωμαϊκης διαλέκτου ότ έστίν έκ της Έλληνικης, κούκ αύθιγενής ή Ρωμαίκή διάλεκτος"
·T. L. L. Tyrann| onFrg. 60, · Βλ. καιΛεξ. ΣοuΤδα, ΤuραννίωνΆρτεμιδώροu
¹ 9b Ρωμ. Άρχαιολ.Α'90, J
¹ 96. | nsI|IuI|oÒraIor| a, ¹ . 6, 3
¹ 97. ΆπότόέργοαύτόδιεσώθησανώρισμέναάποσπάσματαάπότόνΠρισκιανόν ¦Pr| scianus).
¹ 98. Περίτης ΓνησίαςπροφοραςτηςΈλλ. Γλ. σλ. 37
J 99. αύΤ. σλ. b8J ·b82
`00ΜεγάληΈλλην. Γραμματολογίατ. Α'σλ. +0
Π0� Η ÷ΛΛ¬^' �¬ |0^' ^000| ¬�÷ ΤΟ^ 0A|�0�^| 0 Λο"ο 1 03
Εχει δέ ή διάλεκτος αϋτη πολλά ιδιώματα η φωνάς, ώς τήν Άρκαδl κήν, Βοιωτικήν, Θεσσαλικήν,
Μακεδονικήν . . Ενπλείστοιςή Λατινικη συμφωνεϊότέ μέν πρόςτούτον, ότέ δέ πρόςέκεϊνοντόνκλά·
δοντήςΑίολίδος ...
Η πρόθεσις έν και έν τη Αρκαδικη καί έν τη Κυπριακη είναι iv ώς παρα τοϊς Λατίνοις ·ί n·. O δέ
τονισμός τώνλατινικών λέξεωνσυμφωνεϊπρόςτοντώνΛεσβίωνκαίδη ό άρχαιοπρεπήςτήςΑί ολίδος
χαρακτήρδείκνυταισαΦώςέντη βαρυτονήσει . . .
όπως καθορίζει καί ό Διονύσιος ό Θρoξ, ¨το δέΑίολlκον τψτ αύστηρψ τής διαίτης καί τψτής
φωνηςάρχαιοτρόπψ, διάτούτοκαίτηνβαρύτητατώντόνωνκαίτηνψιλότητατούπνεύματοςέξηλώκα·
σιν. ¨ ~
''Oi γαρ Αi ολείς βαρυνTl κοi εi σί."
201
Παραδείγματαβαρύτητοςτώντόνων.
αΙολ. έγω
··
λατιν. ego
όννα ¦ώνη)
··
λατιν o¤us
πάρα, παρ
¬¬
λατιν par
»
πέρι, πέρ
·¬
λατιν pe|
»
απο, απ
··
λατιν. ao
»
ϋπο
·¬
λατιν. suo
»
ϋπερ
·¬
λατιν super κ λπ. κ λπ
ΠαραδείγματααιολικΟύ· λατινικούλεξιλογίου.
αίολ. γνώσκω
202 ··
λατν. g¤osco
»
γέργερα=πολλα
·· »
g|ex =άγέλη
»
ό ναϋτα
»
κίσυρες=τέσσαρες
~ κέληρ=ταχύςtππος
»
άργεννος=άργυρος
~ μάτερ
~
|όρμικας=μύρμηξ
βόλο-μαι=βούλομαι
~ όκόταν =όπόταν
»
δλυκύς, δευκης
~ Ολυσσεύς= Οδυσσεύς
··
··
··
··
··
¬¬
¬¬
··
··
··
»
~
~
~
~
~
~
¤auta
q0ator
ce| er=ταχύς
a|ge¤tus
mater
Io|m|x
νο|ο
qua¤do
du' c s
U' sses
,08
Διάφοροι γραμματικοί καί λόγιοι σχολιάζουν τίς ιδιατερότητες τής αίολικής διαλέκτου, οι όποϊες
έπέρασανειςτηνλατινικήν Π. χ
• ¨Ούδέπάσαδιάλεκτοςκέχρηταιτψδυίκψάριθμψ οι γαρΑιολεϊςπαντελώςδυίκα
ούκ έχουσιν, ωσπεροί Ρωμαίοι, αποι κοι όντες τών Αί ολέων . . .. .
( Χοιροβοσκός, Προλεγ. καί Σχόλ. ρ. 88, 88)
• '' Οί Αί ολείς πολλάκι ς είς α ποι οϋσι την εύθεϊαν ¦ =όνομαστι κήν) Αρχύτα γαρ λέγουσι άντί
Αρχύτας¨ ¦πρβλ ¤a0ta)
¬
(ώς όνω, ρ. J ! 8)
• O Δημοσθένης ¨τόν Ακληπιόν, Ασκλήπιον -έλεγε· καί παρεδείκνυε όρθως λέγοντα είναι γαρ
τονθεόνηπι ον. . . Δι άλεκτός τι ς αί ολl κη έλεγε καί ' Ασκοuλάπι ος, όθεν το λατι ν. Aescul api us" .
(Κωνστ. ΟΙ κονόμου, Περί Γν. προφ. σλ. 0! ¤)
201 . Χοιροβοσκόςγραμματικός, "Προλεγόμενα"
202. "Αίολεις γάρ φησίν Ήρακλείδης, τό νοώ, γνώ φασί".
203. "Όδυσσεύς,quemΌλισσέαAeo||s". (Qu| nI| | | a¤us)
1 04
A^^A T�' |000Y^0Y �Y�T' 0Y
Ωςπροςτοαί ολl κόν δίγαμμα (F) τοοποίον ¨ό σοφός Έρμάνοςείπε FΠελασικόνκαίκοι νόνείς
όλουςτούς Έλληνας¨204 ή λατινική τοδιατηρεί ώς | ¦| οίκος, v|cus) εϊτε το τρέπει είς V
20°
¦ |µqyv0·
μι, |ράγνυμι, '|a¤go)
¨Τόςόναξυρίδαςέντq συνηθείς βρακί α φασίν, όπότού ρακία, πλεονασμψ τούβ αί ολl κώς". Ε. Μ.
ΓράφειόλατίνοςTe|e¤t| a¤0sVa0|0s.
20ö
' Aeo|| cad| a' ectos m|xtaIe|me est| ta| ae
¦ΉαίολικήείναιώςέπίτοπλείστονάναμεμειγμένημετήνΊ ταλικήν)
¤espe|0m¦ |έσπερον) q0emd| cog|aece,vespe|0mcog¤om| ¤at ¦=όνομάζει)
Έστία¦ |εστία) vestafacta¦=εγινεVesta)
|εσθής ¦έσθής) ¯ vest|s d c t0|¦=όνομάζεται)
q0osHome|0sd x|tΈνετούς, ί Ι Ι θVe¤etosa0t0mat
¦οϋς ό ΌμηροςλέγειΈνετούς, αύτή Βενετούςόνομάζει)
etv o' af| os . q0em G|a|voca¤tϊον
¦καίτοανθοςβιόλα. . . όποίονοί Γραίοι¦ Γραικοί)άποκαλοϋν¦ |ιov)
Aeo' setcete| ¦οίΑίολείςκαίοίλοιποί) .
Έτσιή Έλλάς, καί πρίνάκόμηφέρη τάς τέχναςείς τοάγροίκονΛάτιον ¦ G|aec|aa|tes | ¤t0| tag|est|
Lat|o) -κατάτονΌράτι ον-, είχε φέρειπροηγουμένωςτήν γλώσσα της Ό Μ. Ca|y
20¯
παρατηρείδτι ¨τό
μέλλοντικόί ταλικόεθνοςκατό τό I JJJπ.χ. όλίγαύπόσχεται γιό τήντελικήόρχηγίαμεταξύ τωνέθνων.
Ό ύλικός πολι τισμός τους δένείχε προχωρήσει πέρα όπό τόν πολι τισμόένός περιορισμένουάγροτι
κού λαού . . . Στήνχαραυγή τηςρωμαϊκης ίστορίας οί πληθυσμοί ήτανμιό δμορφημάζα όπό όσύνδετες
όμάδες. . . ¨
Καί ό |ed Sag|edo
20°
τονίζει δτι ή άρχική γλώσσα τών λατίνων ήτο γλώσσα χωρικών καί άνεπτύ·
χθη άντιγράφοντας τήν έλληνική ¦ "La p|op a | e¤g0a | at ί ¤a q0e e|a 0¤a | e¤g0a de ' ao| egos se ¤| zo
' ίte|a|ί acomp a¤doe| g| ego") . ΔιότιόΈλλην ¨φωνήνεναρθρονείχεκαίλόγουςqδει¦=εγνώριζε) ¨
Γιαύτοκαί όϊδιοςόΚικέρωνφέρεταινάπαραδέχεται.
«ΟίΛατίνοι, λαος άγροτικός, ξεκίνησανμε 250 περίπουάγροτικες λέξεις άντλώντας με
τοτσουβάλιλεξιλόγιο άπο τήν Έλληνική» Ό ϊδιος, μεταφράζοντας τούςελληνικούς φιιλοσο·
φι κούς διαλόγους, εφρόντι σε νά μεταφέρη στήν Ρωμαίκή γλώσσα πλήθος δρων
2Ο
9
τής
Δι αλεκτι κής δπως . φαντασί α, εποχή, ατομο, επωδός, άμερες Κ. α. ( Πλοuτ. Κικέρων 40) .
Έθαύμαζε ίδιαιτέρως τον Πλάτωνα καί ελεγε δτι εάν ό Ζεύς εχρησιμοποιοϋσε τον λόγο θά
εφθέγγετο δπως άκριβώς ό Πλάτων, ¨ώς τούΔιόςείλόγuχρησθαι πέφυκενοuτω διαλεγομέ·
νου·.
20+Κωνστ. Οίκον. Περί Γν. προφ. τ. Γ' σλ.¯2¹
20°."FAeo| | s,quodapud nos (=παρ ήμίν) ν". ¦ M. V|cIor|nus)
20ö"De||IIer|s,desy||ab|s,demeIr|s" στ. ö°
+
20/. Ρωμ.Ίστορίασλ. ë0,ë¹
208.Comp. Scho<σλ. ë2¯
209. ΠερισσότεραπερίτούΚικέρωνοςθάάναπτυχθούνπεραιτέρω, είςτόΚεφάλαιον"Λατίνοιάντιγραφείς¨.
π0� Η �^^Η^| ²Η |Ο^' Μο0Ο' ΗΗ ΤΟ^ 0A||0�^| 0 ^0|0
Tot um Graecor um est
2 1 0
( ' Άπαντ α εί ν α ι τ ών Έλ λ ή ν ων )
1 05
¨Ήσυγγένεια των ΈλλήνωνπρόςτούςΡωμαίους. . . κυρούταιδια τής παραβολήςτωνγλωσσωντων
δύο λαων . . . . . . έπιφανεΙς Ρωμαιοι, ώς ό ΠόρκιοςKoτων καί ό Γαιος Σεμπρώνιος είχον γράψει ότι οί
Ρωμαιοι ήσανΈλληνεςέλθόντεςέξΑχα|αςπολλαςγενεαςπρό τούΤρωϊκούπολέμου¨.
( Γ. Μιστριώτης, Μεγ. Έλλ. Γραμματολ. τ. Β' σλ. ,40)
Ό διάσημος γάλλος γλωσσολόγος Α Ve| ' ' et
,J J
δηλώνει άπροκάλυπτα. Τό λατι νικόνλεξιλόγι ον
είναιμετάφρασιςτούαντιστοίχουέλληνικού.
ΚαΙή ΖακλΙν ντε Ρομιγύ.
,J ,
·Κάθε λαός πού πλησιάζει τηv λατι νική πνευματική καλλιέργεια εχει τραΦήεμμεσα, χωρίς να τό
ξέρει,μέ τήνέλληνική. . .
Όλα αύτα είναι γνωστα καί προφανή. . . ή Έλλάδα, σέ μία δεδομένη στιγμή, ανακάλυψε καί μας
έκληροδότησε τήνπρώτηϋλητούεύρωπαίίωύπολι τισμούμας.. .
Θα ηθελα να δείξω ότι σέ όλουςμας, ειτε εχουμε μάθει έλληνικα ειτε όχι, τα αρχαία έλληνικα μάς
δι απερνούν κάθε στιγμή τήςζωήςμαςκαίμας έμπνέουν στίςλέξεις πούχρησιμοποιούμε, στίς ίδέες
πούσυζητούμε. . . τα ζούμε χωρί ς να το ξέρουμε.
Όποιοςσκέφτεται, σκέφτεταιέλληνικά, ακόμακαίανδέντόύποπτεύεται. ·
Θόμπορούσαμελοιπόννόπούμεότιτόλατινικόείναιήμιελληνικόη κρυπτοελληνικά
¨ . . . καίειτι Ρωμέλληναςειποι, καλωςανειποι".
21 3
ΆφούκαΙ όμισέλλην | s dorus, στό Etymol o
g
ica
21
4
παραδέχεται.
"Multa l atί na nomi na, Craecametymo| og| am rec pi unt" .
Ό ΠλούταρχοςεΙς τόν βίοντού ΝουμαέπεξηγεΤ.
· Έκάλουνδέκαίτούςπρογενεστέρους Φλαμί νας, από τωνπερικρανίωνπίλων,
οϋςέπί ταίςκεφαλαιςφορούσι, πι λαμένας
2 1 5
τινας όντας, ώςίστορούσι,
των έλληνι κων όνομάτων τότε μάλλον, η νύντοίς Λατίνοις ανακεκραμένων'
καί γαρ αςέφόρουνοίβασιλείς λαί νας, ό Ίόβας χλαί νας φησίνείναι καίτόν
ύπηρετούντα τψ ίερείτούΔι όςαμφιθαλή παίδα, λέγεσθαι Κάμι λλον,
ώς καί τον Έρμην οϋτωςενιοι τωνΈλλήνωνΚάμιλλοναπότήςδιακονίας
προσηγόρε υον. »
ΚαΙεΙς τόν βίοντού Μαρκέλλου¦8) .
¨ . . .καλείταιφερέτιοςΖεύςαπό τούφερετευομένουτοπαίουκατα τήν Έλληνίδα γλωσσαν,
ετι πολλήντότε συμμεμι γμένηντήΛατίνων¨.
ΚαΙό Άθήναιος.
¨Ρωμαίοι δέκαλούσι τήνψήτταν
21 6
ρόμβον,καίέστί τό όνομα Έλληνικόν¨.
Ή διαδικασία τής γονιμοποιήσεως,έχονταςξεκινήσειόπότό βάθη τού χρόνου, σιγό ·σιγό καΙλίγο·
λίγο ¦τό λατινικό λεξιλόγιο δέν είναι προίόν μιας γενεας) μετέφερε στΙςγειτονιές τής Δύσεως την
έλληνικηλαλιά
21 0. C| cero,ProP'acco9
21 1
. D|cI. EIymo|. de | aLangueLaI|ne, H|sIo|re des moIs
2 1 2. "Συναντήσειςμέ τήν Άρχ. Έλλάδα"Έκδ. τοΑΣΤΥ σλ 265
2
1
3. Σπ. Λάμπρου"Παλαιολ.καίΠελοπονν. "τ. 3 σλ 1 52
21
4
. χV| | , 6. 6
21 5. πιλέω=συμπιέζωέριον πιλαμένας ·πλαμένας·πλαμίνας ¬·Φλαμίνας.
21 6. ψηττα¯ ο ίχθύς γλώσσα ηρομβοςλατιν. rhombus
1 00
Αιιι Τ�| |ο0ΟΥΛΟΥ �Y�Τ| 0Y
Αί Π
ερ
ί
ο
δ
οι
- στα
θ
μο
ί
τ
ή
ς
Λ
ατι νι κή
ς:
l ) Προϊστορι κή περίοδος
Άρχαιότατεςέλληνικές λέξεις, καιγιαύτό συναντώνταιστηνλατινικηγραμματείαμέάρχικώςδια·
φορετικηόρθογραφία.Π χ συνs0m·c0m.
«Vocao0' 0ma¤t c0mg|aec0m¨τά όποκαλεΊό Α. Ge' ' | us
2! ¯
καισημειώνει . ¨q0 ¨φωρ¨
2! ë
G|aece, est
Lat¤e"I0|"»
2) Άρχαϊκή περίοδος ¦753 όπό κτίσεωςΡώμηςέωςΑ' Π Χ. αΙ )
3) Κλασσι κη περίοδος ¦Α' αΙ π χ έωςΑ' μ Χ περίπου)
4) Μετακλασσικη περίοδος παρακμής ¦Α'μ Χ αΙέως ΣΤμ Χ )
Ό δανεισμός έκ τής Έλληνικής έκορυΦώθη τόν καιρό τού Αύγούστου, που μόνον τότε διωλίσθη·
σανστάΛατινικά l 0. 000έλληνικέςλέξεις
2! 9
Ήτανή έποχηπουή Ρώμηέβίωνετόνχρυσούναιώνατης Ένας ¨χρυσούς αίών¨πουδένήτανκαι
τόσο χρυσός,άλλάμαλλονέπίχρυσος
Είναιγεγονός ότι ή Ίατρικη Έπι στήμη, δι εθνώς, εχει καρπωθή άπα την έλληνι κη γλώσσα την
μερίδα τού λέοντος Τό 2 l 8 Π. Χ. ό ιατρός Άρχόγαθος εισήγαγε έπισήμως την έλληνικη Ίατρικη στην
Ρώμη. Άπό τό 30 μ. Χ όπου ό ΡωμαΊος όριστοκρότης Αύρήλιος ΚορνήλιοςΚέλσοςώλοκλήρωσε την
μεταφορά τής Έλληνι κής ι ατρι κής όρολογί ας ει ς την Λατι νι κην ¦γι αύτό και όπεκλήθη C/cero
med/corum =ό Κικέρων τών ίατών), και ό Μοσχίων μετέφρασε τόν γυναικολόγο Σωρανό, ή Ίατρικη
Έπιστήμηφθέγγεταιέλληνιστί. καιφυσικάεμπλουτίζεταισυνεχώς Τόϊδιο καιή Φαρμακολογία.
220
Δέν
ύπάρχει σχεδόν φάρμακο που ή όνομασία του νά μην περιέχη, άνάλογα με τις ιδιότητές του και τις
ιαματικέςτουίκανότητες, τηνκατάλληληέλληνικηλέξιηέλληνικηρίζα Π χ. A' go¤ ¦παυσίπονον, έκτού
όλγους) Hyg|oto¤ ¦διουρητικόν, εκ τού ύγρόν +τόνος, τείνω) V| ag|a ¦εκ τού βία +όγρα, εις όγραν
δυνάμεως) . Οί δε λέξεις φάρμακον, φαρμακοποιός, και τά εξ αύτών παράγωγα έχουν εισχωρήσει σε
όλεςτιςγλώσσες. p¤a|mac| e, Ia|mac|a, Ia|maco,Ia|mco| og a, Ia|macote|ap a, Ia|macopeaκ λπ , κ λπ
Άπότά Πρακτικάτού l 0oυΒορειοελλαδικούΊατρικούΣυνεδρίουΘεσσαλονίκης l 995άντιγράφουμε.
·· Όλοι οί Έλληνες γιατοί ύπολογίζουμε, γνωρίζουμε η διαισθανόμαστε καί έκτιμούμε
πώςοίπερισσότεροιδροι στηνίατικη προέρχονται άπό τηνέλληνικηγλώσσα.
Λέμε πώςύπολογίζουμε, γιατί ποτεκανένας Έλληναςδενάσχολήθηκε γιάμιά ποσοτικη
έκτίμιηση τής συμβολής τής έλληνικής γλώσσας στην διεθνή ίατικη όρολογία, έκτός άπό
κατάκαιρούςέκτιμήσειςπούάπέχουνχρονικάμεταξύ τους.
Ό Κοραής τό I 9J8, πρί ν I 89 χρόνια περίπου, εγραψε. ¨Τά τρία σχεδόν τεταρτημόρια
τώνίατικώνδρωνείναιέλληνικά¨. Τό I 825ό Γάλλοςκαθηγητης ΡίθΓθAdo|/e ΡίΟΠΥείχε προ-
τείνει νάεχουν έλληνικηρίζα δλοι οί ίατρικοί δροι, πρόταση πού πυροδότησε μακροχρόνιες
συζητήσειςμέχρι τό I 855. Τό I 858 ό ΓεώργιοςΚαραμήτσαςδημοσιεύει σχετικόμε τηνόρολο·
γία όρθρο του στόν Άσκληπι ό¨. Τό I 883 ό R. \/rcho¤ πού έπίσης θεωρούσε την έλληνικη
γλώσσα μόνη κατάλληλη γιά την εκφραση νέων δρων, συστήνει μεγάλη προσοχη για την
αποφυγη ¨βαρβαρισμών¨ . . .
ΌΠ. Ροντόπουλος τό I 94J, πρίνμισό αίώνα, στηνείσαγωγή τού πολύγλωσσουλεξικού
του γράφει δτι τά 3/4 τώνδρωντούλεξικού τουανήκουνστόν Ίπποκράτηκαί ταλοι πα στόν
Γαληνόκαί νεώτερους συγγραφεϊς, ένώ ύπολογίζει δτι τά 3/4 τής διεθνούς ίατικής όρολο·
γίαςείναιέλληνικήςπροελεύσεως.
2¹ ¯ Ν. AI!|cee Α, ! ë
2¹ ë φώρ=κλέπτης
2¹ 9 Γ. Ντυράν, ¨ΠαγκΊστορ. Πολιτισμού"τ. Γ'σλ.2¯ë
220Φάρμακονέτυμολ. . ¨Τό φέρονσκος (=θεραπείαν)καΙσχος(=λύπην, πάθος") · Ε. Μ. · ΔηλαδήφάρμακοκαΙφαρμάκ|.
π0� Η �^^¬Ι| �¬ |0Ι' ^000' ¬< Τ0Ι 0A|�0�^| 0 ^0|0
Τέλοςεχουμε τήσύγχρονημαρτυρία τούBu|/erπουμέ τήχρήση ήλεκτρονικούύπολογι·
στη προσδιόρισε τήν άναλογία τών έλληνικης καταγωγης όρων τούλεξικούDOR/AND που
δίνει τά ίδια ποσοστά καί μάλιστα μεταξυ της2Jηςκαί23ηςεκδοσης ύπάρχει 22, I %αι1ξηση
τούποσοστού τώνέλληνικηςπροέλευσηςόρων.
Ηέλληνική ίατική όρολογία εδωσε στίςδυτικές γλώσσεςενα πολυέκτεταμένο λεξιλό·
γιο γιάτήνίατρικήκαίτήφυσιλογία. Αύτό τόλεξιλόγιο είναι τόπιόδιαδεδομένο άπόόλατά
έπιστημονικάλεξιλόγια. . . .
Οί άνακαλύψειςστήνίατικήδιαδέχονται ήμία τήναλλημέέπι ταχυνόμενορυθμό, καί σέ
κάθε μιά άντι στοιχεϊμία και νούργια λέξη που τίς περι σσότερες φορές προέρχεται άπό τά
έλληνικά.
Συμπερασματικά οί έλληνικές ίατικές λέξεις άποτελούν ενα σημαντικό τημα της διε·
θνούς ίατικης όρολογίας. Τό γεγονός αύτό καταδεικνύει τήν πρακτική ώφέλεια της γνώσης
τηςέλληνικηςίατικηςόρολογίαςκαί τηςέλληνικηςγλώσσαςγενικότερα. ·
1 07
¦ Σημειωτέον ότι άκόμη και στό Μπαγκλαντές, ή έπιστημονικη ίατρικη παλαιότερα, άλλά και ή λαίκη
ίατρικη σήμερα, άποκαλοϋνται Γιουνάνι, δηλ. ίωνικές. )
Παρατίθεται κατωτέρω όρθρον,
221
μέσα άπο το οποίον διαφαίνεται με ποι ό τρόπο και σκεπτικο οί
έκάστοτε δυτικοί έπιστήμονες δανείζονται έκ της έλληνικης, προκειμένου νά δώσουν όνομα στις νεώ
τερες άνακαλύψεις. Τόόρθρον άναφέρεται στον όρο της νευροφυσιολογίας "σύναψις" �synapse:
·Τό I 89/ ό νευροφυσιολόγος Ch. Sherring|on προτείνει τόν όρο αύτόνγιά τόν τόπο
σύνδεσης τών νευρικώνκυττάρων, πουγίνεται άμέσωςάποδεκτός. Σαράνταχρόνιαάργότερα
ό Sherrig|on γράφει. ¨Σκεπτόμουν νά όνομάσω αύτήν τήν νευρική δομή σύνδεσμο (syndesn1),
όμωςρωτήθηκε ό είδικός στά άρχαϊαέλληνικά καθηγητής τούΚαϊμπρι τζ, \ena/. " \erra/ τότε
πρότεινε τόνόρο σύναψι ς, έπειδή ό όρος σύνδεσμοςύπονοεϊτήνι1παρξι κάποιουέργαλείου,
που δέν άνταποκρίνεται στήνπραγματικότητα. . . Εναι πράγματι έντυπωσιακό τό πώς αύτός ό
ανθρωποςμπορούσε νά άντιλαμβάνεται τίςλεπτέςδιαφορέςστήνεννοιαέλληνικώνλέξεων. ·
[Πρβλ. τόν ' Ομηρικό στίχο δ 794 Ο οποίος άποδεικνύει προχωρημένη γνωσι ίατρικης:
"-έκοιμήθη- καίλύθεν(=έλύθησαν) αψεα πάντα¨. | | (αψος = σύναψις, σuναφη)
***
Η έ λ λ η ν Ι Κ ή , ώς σελασΦόρος πνευματι κός πυρσός
έ=l
.
τόν κόσμον, έν Ψ οί Εύρωπαίοι λαοί είχον μόνον όλίγας λέξει ς,
Ι όπως έκδηλώσωσι τάς φυσικάς αύτων άνάγκας.
Άντί τεχνων είχον βαναυσουργίαν και αί έπιστημαι ήσαν
όλως όγνωστοι αύτοϊς.
Γ. Μιστ
ι
ώτη
ς
221 . ΕφημερίςΤΟ ΒΗΜΑ, 21 / 1 2/1 997, όρθρονκαθηγ.Ήλ. Κούβελα.
1 08
AΙΙA T�I fonoyloy «y�ΤA01 0Y
ΉΊ
ατρι κ η ό
μ
ι λ
ε
ί Έλληνι κά ! 222
Είς συγκεκριμένον δείγμα Άγγλικής ' Ι ατρικής όρολογίας, άποτελούμενον είς τό σύνολόν του άπό
755ίατρικούς όρους, εύρέθη ότι ή Βρεττανική ' 1 ατρικη όμιλεί είς ποσοστόν 77, 5%άμιγως Έλληνικά!
Αύτοί οί 755 ίατρικοί όροι πού άποτελούν την "βάσιν" τρόπον τινά τής ίατρικής έπικοινωνίας,
θεωρούνται (δυστυχως) Λατινικοί όροι καί ώς τοιούτοι άδυνατούν νά μεταφρασθούν εί ς την Άγγλικήν.
Ή άνωτέρω πλάνη έδωσεν άφορμην είς την έρευναν ή όποία άκολουθεί, γιά νά διαπιστωθη κατά πόσον
αύτοί οί όροι δύνανται νά θεωρηθούν λατινικοί.
Τοιουτοτρόπως, οί 755αύτοί όροι, έταξινομήθησαν είς πέντε κατηγορίας:
1η κατηγορία: Λέξεις άμιγως Έλληνικαί, Π. χ. ACANTHOSI S
2ακατηγορία: Συνδυασμός Έλληνικων καί Λατινικων λέξεων,
Π. χ. ALOPECI A AREATA
3η κατηγορία: Λέξεις άμιγως Λατινικαί, Π. χ. DELl RI UM. (Τό "λατινικό ν" de| | || 0m, έκ τού διά +ληρος) .
4η κατηγορία: Λατινικαί λέξεις με κατάληξιν Έλληνικήν, Π. χ. ALVEOLl Tl S
5η κατηγορία: 'Άλλαι λέξεις (πλην ελληνικού i Λατινικού λεξιλογίου)
Τά άποτελέσματα τά όποία προέκυψαν άπό αύτην την έρευνα είναι τά εξής:
Άριθμος λέξεων Ποσοστον
l η κατηγορία (άμιγως έλληνικαί) 585 77, 5%
2α κατηγορία (συνδυασμός) 83 l l %
3η κατηγορία (άμιγως λατινικαί) 43 5,7%
4η κατηγορία (λατ. με έλλ. κατάληξιν) 43 5, 7%
5η κατηγορία (όλλαι λέξεις) 0,7%
Παρ' όλα αύτά, ένας είδήμων γλωσσολόγος πιθανόν νά δύναται νά άνακαλύψη καί πίσω άπό αύτες
τίς 43 άμιγως λατινικες λέξεις, τίς παρεφθαρμένες ελληνικές, όπότε εΙς τοιαύτην περίπτωσιν δεν θά
όμιλούσαμε πλέον γιά λατινικούς όρους (άμιγείς) άλλά γιά "έκλατινισμένους έλληνικούς όρους".
Συνδυασμός Λατινο
-
'Αμιγώς Έλληνικά Έλληνολατινικών Λατινικά Έλληνικά Λοιπά
(Δεδομένου ότι καί τά θεωρούμενα ώς λατινικά είναι έλληνικης καταγωγης, ώς λ. Χ. Dol orosa έκ τοΟ δηλέομαι,
Angi na έκ τοΟ όγχω, Amenti a έκ τοΟ α-μένος κλπ. κλπ. , οδηγούμεθα είς το συμπέρασμα ότι όλα είναι έλληνικά. )
ACAN1HÒS|S
ACHALAS|A
ACHLÒRHYDR| A
ACHÒNDRÒPLAS| A
ACHYL|AGASTR| CA
ACNE
ACRÒCYANÒS| S
ACRÒDYN|A
ADENÒCARC| NÒMA
ΑΟΕΝΟΜΑ
AD| ADÒCHÒK| NES| S
ΑΟΥΝΑΜΙ Α
AGÒRAPHÒB| A
AGRAPH| A
AKA1H| S| A
Α
ABRUPT|ÒPLACEN1AE ΑΒΟΟΜΕΝ
ACETÒNEM| A AD| PÒS| S· DÒLÒRÒSA
AF| BR| NÒGENEM| A ΑΜΕΝΤι Α
AGRANULÒCYTÒS| S ANGl NA· PECTÒR| S
ΑΙΒυΝΙ ΝυΑΙ Α
ΑΙΚΑΙΕΜΙΑ
ΑΙΚΑΡΤΟΝυΑΙ Α
ALÒPEC| AΑΑΕΑΤΑ
AM| NÒAC| DUR| A
ASPHYX| Aιι νΙ ΟΑ
ASPHYX| AΡΑΙΙ ΟΑ
222. ΈργασίατούΣπουδαστούτής¨ΈλληνικήςΆγωγής" ΒΑΣΙ ΛΕΙ ΟΥ ΣΤΑΜΑΤιΟΥ
AC| DÒS| S
ALKALÒS|S
ADNEX| T| S
ALVEÒL| T| S
π0� Η �^^¬ι| Ι¬ "0ι| ^000| ¬< T0ι 0Α|ΙΟ�Μ' Ο ^^"^
AK| NES| A
ANAPHYLAX| S
ANUR| A
ΑΙΕυΚΙ Α¯
ANASARCA
ΑΡΗΟΝΙ Α
HEMÒRRHAG| CA
ANENCEPHAL| A
ΑΡΝΟΕΑ
ΑΙΕΧΙ Α
ANG| T| S
APRAX| A
AΙÒPEC| A
ANG| ÒEDEMA
ARACHNÒ| D| T| S
AMAURÒS| S
ANG| ÒMA
ARGYR| A
ΑΜΒΙΥΟΡΙ Α
ANG| ÒNEURÒT|C ΕΟΕΜΑ
ARRHYTHM| A
ΑΜΕΙΙ Α
ΑΝΗΕΟΟΝΙ Α
ARTER| ÒSCΙERÒS| S
AMENÒRRHÒEA
ANHl DRÒS| S
ARTER| T| S
AMNES| A
AN|SÒCÒR| A
ARTHRALG| A
AMYΙÒ| DÒS| S
AN|SÒCYTÒS|S
ARTHR| T| S
ΑΝΑΕΜΙ Α
ΑΝΟΜΙ Α
ARTHRÒS| S
ANALGES| A
ANÒREX|A
ASC| TES
ANÒRGASM| A
ASPERM| A
ANÒSM| A
Συνδυασμός Λατινο-
Άμιγώς Έλληνι κά Έλληνολατινικών Λατινικά Έλληνικά Λοιπά
Β
BALAN| T| S B| L| RUB| NAEM| A BURS| T| S
BALANÒPÒSTH| T| S B| Ll RUB| NUR| A
BASÒPH| L| A BRÒMÒDERMA VEGETANS
BLEPHAR| T| S
BÒRBÒRYGMUS
BRADYCARD| A
BRADYPNÒEA
BRÒMÒDERMA
BRÒNCH| ECTAS|S
BRÒNCH| ÒL| T| S
BRÒNCH| T| S
BRÒNCHÒRREA
BRÒNCHÒSTENÒS| S
ΒυΙΙ Μ| Α
CACHEX| A CHÒR| Ò| DÒRET| N| T| S
CARC| NÒMA CÒRPUSυΤΕΑ| CARC| NÒMA
CATATÒN| A
CEPHALALG| A
CHE| L|T| S
CHE| ΙÒS| S
CHEMÒS| S
CHΙÒASMA
CHΙÒRÒPS| A
CHÒLANG| ÒL| T| S CHRÒMATÒPS|A
CHÒLANG| T| S CHRÒMATUR|A
CHÒLECYST| T| S CΙ| TÒR| S
CHÒLEL| TH| AS| S
CÒL| T| S
CHÒLESTAS| S
CÒLLAGENÒS|S
CHÒΙUR| A
CÒΙÒN
CHÒREA
CÒMA
C
CHÒREÒATHETÒS|S
CRYPTÒCÒCCÒS| S
CHÒRÒ| D| T| S
CALCULUS
C| CATR| X
CÒ| TUS
CALC| NÒS| S
CELLUL| T| S
CERV| C| T| S
C| NCHÒN| SM
CÒNJUNCT| V| T| S
CRET| N| SM
CRYPTÒRCH| SM
CRYSTALΙUR| A
CYANÒS| S
CYCΙÒPLEG| A
CYL| NDRUR| A
CYST| T| S
ASTHEN|A
ASTHMA
ASYNERG| A
ΑΤΑΧΙ Α
ATHERÒSCΙERÒS| S
ATHETÒS| S
ΑΤΟΝΙ Α
ATRES| A
ATR| CH| A
ATR| CHÒS| S
AURA
Αν| ΤΑΜ| ΝÒS| S
AZÒSPERM| A
ΑΖΟΤΕΜΙ Α
1 09
1 1 0
A^^A Τ�| |ο0ΟΥ^ΟΥ ÷Y�TA^| ^Y
Άμιγώς Έλληνικά
Συνδυασμός
Έλληνολατινικών Λατινικά
DERMATl Tl S
D
(DI ARRHOEA, CΙOSTRI DI M)
DI FFI CI LE
DI ABETES I NSI PI DUS
DELI RI UM
DERMATOMYOSI Tl S DYSEQUI LI BRI UM
(DELI RI UM
TREMENS)
DEMENTlA
DERMOGRAPHI A
DI ABETES MELLI TUS
DI APHORESI S
DI ARRHOEA
DI PΙOPIA
DYSARTHRI A
DYSARTHROSI S
DYSAUTONOMI A
DYSBASI A
DYSCHONDROPLASI A
DYSCRASI A
DYSDI ADOCHOKI NESI S
DYSGENESI A
DYSKI NESI A
DYSMENORRHOEA
DYSMETRI A
DYSOSMI A
DYSPAREUNI A
DYSPEPSI A
DYSPHAGI A
DYSPHONI A
DYSPHORI A
DYSPLASI A
DYSPNOEA
DYSTONI A
DYSURI A
ECCHYMOSI S
ECHOLALI A
ECΙAMPSI A
ECTROMELI A
ECZEMA
EMPHYSEMA
EMPROSTHOTONUS
ΕΝΑΝΤΗΕΜΑ
Ε NCEPHAΙOCELE
ENCEPHAΙOMYELI Tl S
ECTORI A CORDI S
ENDOCERVI TI S
(ERYTHROBLASTOSIS FETALI S)
Ε
Λατινο
Έλληνικά
DI VERTl CULI Tl S
DUODENI Tl S
Λοιπά
ENDARTERI Tl S, ENDOCARDI Tl S, ENDOMETRI OSI S, ENDOMETRI Tl S, ENDOMETRI UM, ENTERI Tl S, ENTEROCOLI Tl S.
ENURESI S
EOSI NOPHI LI A
EPENDYMI Tl S
EPI PHORA
EPI PHYSI S
EPI SCΙERI Tl S
EPI STAXI S
ERETHI SM
ERYSI PELAS
ERYTHEMA
ERYTHRODERMA
ERYTHROLEUKEMI A
ESOPHAGALGI A
ESOPHAGI Tl S
ESOPHAGOSPASM
EURHORI A
EXOMPHAΙOS
EXOPHTHALMOS
F
|ASC| T| S
|| BR| NÒGENÒPEN| A |ÒRAMEN
ονΑΙΕ ΡΑΤΕΝΤ
|ACE
ΟΕΟΕΜΑ
|| BR| NÒPEN| A
|| BRÒADENÒS| S
GALACTÒRRHEA
GASTR| T| S
GASTRÒENTER| T| S
GASTRÒPARES| S
GASTRÒSCH| S| S
GLAUCÒMA
GΙÒSS| T| S
GLYCÒLYS| S
GLYCÒSUR| A
GYNAECÒMAST|A
GYNECÒMAST| A
HAEMANG| ÒMA
HAEMARTHRÒS| S
HAEMATEMES| S
ΗΑΕΜΑΤΟΜΑ
ΗΑΕΜΑτυΑ| Α
HAEMÒLYS| S
ΗΑΕΜΟΡΕΑ|ΤΟΝΕυΜ
HAEMÒPTYS| S
ΗΕΒΕΑΡΗΑΕΝΙ Α
HEMANG| ÒMA
HEMARTHRÒS| S
HEMATEMES| S
ΗΕΜΑΤΟΜΑ
ΗΕΜΑΤΟΜΕΤΑΑ
HEMATÒPÒ| ES| S
ΗΕΜΑτυΑ| Α
ΗΕΜΕΑΑΙΟΡΙ Α
ΗΕΜΙ ΑΝΟΡΙ Α
HEM| CEPHALG| A
ΗΕΜ| ΜΕLι Α
HEM| PARES| S
HEM| PLEG| A
HEMÒCHRÒMATÒS| S
HEMÒLYS| S
HEMÒPER| CARD| UM
ΗΕΜΟΡΑ| ΤΟΝΕυΜ
HEMÒPTYS| S
HEMÒS| DERÒS| S
ΗΕΜΟΤΗΟΑΑΧ
HEPAT|T| S
ΗΕΡΑΤΟΜΑ
HERMAPHRÒD| T| SM
HERPES
ΗΕΤΕΑΟΤΑΟΡΙ Α
HYDRARTHRÒS| S
HYDRÒCEPHALUS
HYDRÒNEPHRÒS| S
ΗΥΟΑουΑΕΤΕΑ
HYPALGES| A
CΙÒBUL| NUR| A
GΙÒMERUΙÒNEPHR| T| S
GRANUΙÒCYTÒPEN| A
GRANUΙÒCYTÒS| S
HEMÒGΙÒB| NΕΜΙ Α
HEMÒCΙÒB| NUR| A
HEPAT| T| SPEL| ÒS| S
HERPESS| MPLEX
HYDRÒPS|ETAL|S
HYPERB| L| RUB| NEM| A
HYMÒGΙÒB| NUR| A
HYPERCALCEM| A
HYPERCALC| NUR| A
ΗΥΡΕΑCARB| A
HYPERGΙÒBUL| NEM| A
HYPERHAEMÒGΙÒB| NAEM|
HYPERPRÒLACT| NAEM| A
HYPERRE|LEX| A
ΗΥΡΕΑνΟΙΑΕΜ| Α
ΗΥΡΟΑΙΒυΜ| ΝΕΜ| Α
HYPÒCALCAEMΙ Α
HYPÒ|| BR| NÒGLNEM| A
HYPÒGΙÒBUL| NEM| A
HYPÒTENS| ÒN
ΗΥρονΟΙΑΕΜ| Α
ΗΥΡΕΑΑΜΜΟΝΑΕΜΙ Α
ΗΥΡΕΑΑΜΜΟΝΕΜΙ Α
HYPERCAPN| A
HYPERCHLÒRAEM| A
HYPERCHΙÒRYDR| A
HYPEREMES| S
ΗΥΡΕΑΕΜΙ Α
HYPERESTHES| A
HYPERACUS| S
HYPERAESTHES| A
HYPERALGES| A
HYPERGASTR| NEM| A
HYPERGL YCAEM| A
HYPERCHÒLESTERÒLAEM| A
|ΙUÒRÒS| S
|ΙÒLL| CUL| T| S
|URUNCUΙÒS| S
G
C| NG| V| T| S
GΙÒMERUL| T| S
Η
ΗΕΑΝΙ Α
H| RSUT| SM
GRANUΙÒMA
HAL| TÒS| S
ΗΕΑΝΙ Α
H| RSUT| SM
HAL| TÒS| S
HYPERH| DRÒS| S
ΗΥΡΕΑΚΑΙΑΕΜΙ Α
HYPERKERATÒS| S
HYPERK| NES| A
ΗΕΥΡΕΑLι ΡΑΕΜ| Α
ΗΥΡΕΑLι ΡΟΡΑΟΤΕ| ΝΕΜ| Α
HYPERMAGNESAEM| A
ΗΥΡΕΑΝΑΤΑΑΕΜΙ Α
ΗΥΡΕΑΝΕΡΗΑΟΜΑ
ΗΥΡΕΑΟΡΙ Α
ΗΥΡΕΑΟΑΕΧΙ Α
HYPERÒSTÒS| S
HYPERPHAG| A
HYPERPHÒSPHATAEM| A
HYPERPLAS| A
ΗΥΡΕΑΡΥΑΕΧΙ Α
ΗΥΡΕΑΤΗΕΑΜΙ Α
HYPERTHYRÒ| D| SM
ΗΥΡΕΑΤΟΝΙ Α
HYPERTÒNUS
HYPERTR| CHÒS| S
HYPERTR| GL YCER| DAEM| A
HYPERUR| CAEM| A
HYPERV|TAM| NÒS| S
HYPERSTHES| A
HYPÒANAESTHES| A
HYPÒCAPN| A
HYPÒCHΙÒRAEM| A
HYPÒCHΙÒRHYDR| A
HYPÒCHÒLESTERÒLAEM| A
HYPÒCHÒNDR| AS| S
HYPÒESTHES| A
HYPÒGALACT|A
HYPÒGENES| A
HYPÒGL YCAEM| A
ΗΥΡΟΚΑΙΑΕΜΙ Α
HYPÒK| NES| A
ΗΥΡΟΙΙ ΡΕΜΙ Α
ΗΥΡΟΙΙ ΡΟΡΑΟΤΕΙ ΝΕΜΙ Α
HYPÒMAGNESAEM| A
ΗΥΡΟΜΕΝΟΑΑΗΕΑ
ΗΥΡΟΝΑΤΑΑΕΜΙ Α
ΗΥΡΟΡΑΑΑΤΗΥΑΟΙ D| SM
HYPÒPHÒSPHATAEM| A
ΗΥΡΟΡΝΕΑ
ΗΥΡΟΡΑΟΤΕΙ ΝΑΕΜΙ Α
ΗΥΡΟΡΥΟΝ
ΗΥΡΟΡΥΑΕΧΙ Α
HYPÒSPAD| AS
HYPÒSTHENUR| A
ΗΥΡΟΤΗΕΑΜΙ Α
HYPÒTHYRÒ| D| SM
ΗΥΡΟΤΟΝΙΑ
HYPÒTR| CHÒS| S
HYPÒTR| G| YCER| DEM| A
HYPÒV| TAM| NÒS| S
ΗΥΡΟΧΕΜΙ Α
ΗΥΡΟΧΙ Α
HYSTER| A
1 1 1
1 1 2
AιιA T�' |000Y^0Y ÷Y�TA0' 0Y
Συνδυασμός
Άμιγώς Έλληνικό Έλληνολατινικών
Λατινο
Λατινικό ·Ελληνικό Λοιπό
| CH| ÒS| S
| CΤERUS
| LE| ΤΙ S
| LEUS
| R| DÒCYCΙ| T|S
| R| ΤΙ S
| SCHEM| A
|SÒSΤHENUR| A
KERAΤΙΤΙS
KERAΤÒS| S
KETÒS| S
Κ
ΚΕΑΑ ΤÒCÒNJUCΤΙ V| ΤΙ S
KERΤÒAC| DÒS| S
L
LABYR| NΤH| ΤΙ S L| CHEN PLANUS
LARYNG| SMUS
LAR| NG| ΤΙ S
LARYNGÒPARAL YS| S
LARYNGÒSPASM
ΙΕΙ ΟΜΥΟΜΑ
LEYCÒPEN| A
ΙΕυΚΑΕΜ| Α
LEUKÒCYΤÒS| S
ΙΕυΚΟDΕΑΜΑ
LEUKÒERYΤHRÒBLASΤÒS|
ΙΕυΚΟΡΕΝ| Α
ΙΕυΚΟΡΙΑΚ| Α
ΙΕυΚΟΑΑΗΟΕΑ
L| PÒDÒS| S
Ι| Ρ| DυΑl Α
ΙΙ ΡΟΜΑ
ΙYMPHADEN| ΤΙ S
ΙYMPHANG| ΤΙ S
ΙΥΜΡΗΕDΕΜΑ
ΙYMPHÒCYΤÒPEN| A
ΙYMPÒCYΤÒS|S
ΙΥΜΡΗΟΕDΕΜΑ
ΙΥΜΡΗΟΜΑ
ΙΥΜΡΗΟΡΕΝΙ Α
ΙYMPHÒSARCÒMÒ| D
MACRÒCYΤÒS|S
ΜΑΝΙ Α
MASΤALG|A
MASΤΙ ΤΙ S
MEGACÒLÒN
MEGALÒCARD| A
ΜΕΙΑΕΝΑ
MELANCHÒLlA
ΜΕΙΑΝΟDΕΑΜΑ
ΜΕιΑΝΟΜΑ
MELANÒS| S
MELASMA
Μ
MEΤHAEMÒGLÒB| NAEM| A
METHAEMÒGLÒB| NUR| A
MYELÒl| BRÒS| S
MYÒGLÒB| NUR| A
Ι ΜΡΟΤΕΝΤΙ Α
ER| GEND|
Ι ΝΕΑΤΙ ΑυΤΕΑ|
| NSÒMN| A
ΙUMBAGÒ
MACULAΙUΤEA
MECÒN| UM
Μ| Lι ΑΑ| Α
MUCÒS| ΤΙ S
MUCÒV| SC| DÒS| S
MÒN| L| AS| S
π0� Η �^^¬^| |¬ "0^| ^000| ¬< T0^ 0A"²0�^| 0 ^^"^
ΜΕLΕΝΑ
MEN| NG| SMUS
NEN| NG|T| S
MEN| NGÒCELE
MEN| NGÒENCEPHAL| T| S
MEN| NGÒMYELÒCELE
MENÒMETRÒRHAG| A
MENÒRRHAG| A
ME¯APLAS|A
METEÒR| SM
METRÒRRHAG| A
M| CRÒGNATH| A æ
M| ÒS| S
MÒNARTHR| T| S
MÒNÒCYTÒS| S
MÒNÒNEUR| T| S
MÒNÒPLEG| A
MYALG| A
MYASTHEN| A
MYDR| AS| S
MYEL| T| S
ΜΥΕLÒΜΑ
MYELÒMATÒS|S
MEYELÒS| S
MYÒCARD| T| S
MYÒCARDÒS| S
MYÒCΙUNUS
ΜΥΟΡΙ Α
NAN| SM
NARCÒS| S
NAUS| A
NECRÒLYS| S
NECRÒS| S
NEÒPLASMA
NEPHR| T| S
NEPHRÒL| TH| AS| S
NEPHRÒSCΙERÒS| S
NEPHRÒS| S
NEURALG| A
NEURASTHEN| A
NEUR| ¯| S
NEURÒBLASTÒMA
NEURÒDERMAT| T| S
NEURÒMA
NEURÒN| T| S
NEURÒS| S
NYCTALÒP| A
NYSTAGMUS
NASÒPHARYNG| T| S
NEPHRÒCALC| NÒS| S
NEURÒl| BRÒMATÒS| S
NEU¯RÒPEN| A
ÒDÒNTÒGENES| S
ΟΕΟΕΜΑ
ÒESÒPHAG| T| S
ÒESÒPHAGÒSPASM
ÒL| GEM| A
ÒL| GÒMENÒRRHEA
ÒL| GÒPHREN| A
ÒL| GÒSPERM| A
ÒL| GUR| A
ÒNYCHÒL YS| S
ÒÒPHÒR| T| S
ΟΡΗΤΗΑLΜΙ Α
ÒPHTHALM| ¯| S
ÒPHTHALMÒPLEC| A
ÒP| STHÒTÒNUS
ÒRCH| T| S
ΟΑΤΗΟΡΝΕΑ
ÒS¯EÒLYS| S
ÒS¯EÒMALAC|A
ÒSTEÒMYEL| T| S @
ÒT| T| SΕΧΤΕΑΜΑ
ÒVALÒCYTÒS| S
ÒSTEÒNECRÒS| S
ÒSTEÒPÒRÒS| S
ÒSTEÒS| S
ÒT| ¯| S
ÒTÒSALP| NG|T| S
ÒTÒSCΙERÒS| S
NAEVUS
NEVUS
Ν
ΝΟΜΑ
ο
ÒCCUS| ÒN
1 1 3
1 1 4
PANANG| |T| S
PANCARD| T| S
PANARTER|T' S
PANCARD| T| S
A^^A T�| |000Y^0Y �Y�TA0| 0Y
ΡΑΡΙ ΙΙΕΟΕΜΑ
ΡΑΡΙ ΙΟΕΟΕΜΑ
ΡΗΕΝΥΙΚΕΤΟΝυΑ| Α
PULSUS
Ρ
ΡΑΙΙΟΑ PANN| CUL| T| S
ΜΑΙ
PAP| LL| T| S
ΡΑΡΙ ΙΙΟΜΑ (ma| , εκ
ΡΕΤι Τ
PRUR| TUS
B| GEM| NUS
PURPURA
τού μαλερός)
PANCREAT| ¯| S
PANCYTÒPENΙ Α
PANMYEΙÒPHTH| S| S
PANMYEΙÒS| S
ΡΗΕΝΥΙΚΕΤυΑΙ Α
Pl TYR| AS| SRÒSEA
PÒYARTER| T| S NÒDÒSA
PSEUDÒ MÒNÒCUCΙEÒS| S
PANÒPHTHALM| T| S
PARALS¯HES| A
PARAGEUS| A
PARALYS| S
PARAMETR| ¯| S
ΡΑΑΑΝΟΙ Α
PARAPLEG| A
PARES| S
PARESTHES| A
PARÒNYCH| A
PARÒSM| A
PARÒ¯| T| S
PER| CAD| T| S
PLR| ÒDÒNT| T| S
PER| ÒSTE| T| S
PER| ÒST| T| S
PER|TÒN| T| S
PETECH| A
PHAEÒCHRÒMÒCYTÒMA
PHANLRÒS| S
PHARYNG| T| S
PHEÒCHRÒMÒCYTÒMA
PHLEB| T| S
PHLEBÒTHRÒMBÒS| S
ΡΗΟΒΙ Α
PHÒCÒMEL| A
PHÒTÒÒNYCHÒL YS| S
ΡΗΟΤΟΡΗΟΒΙ Α
PHÒTÒPS| A
P|TH|AT|SM
P| TYR| AS| S
PLASMACYTÒS| S
PLEÒCYTÒS| S
ΡΙΕυΑΟΟΥΝ| Α
PLEURÒTYHÒTÒNUS
PNEYMÒCÒN| AS| S •
ΡΝΕΥΜΟΝΙ Α
ΡΝΕΥΜΟΤΗΟΑΑΧ
PÒDAGRA
PÒL| ÒENGLPHAL| T| S
PÒL| ÒMYEL| T| S
ΡΟΙ YARTER| T| S
ΡΟΙ YARTHRALG| A
ΡΟΙ YARTHR| T| S
ΡΟΙ YCYTHAEM|A
PÒLYDYPS| A
PÒLYΙÒG| A
ΡΟΙ YMYALG| ARHEUMAT|CA
ΡΟΙ YMYÒS| T| S
PÒLYPHAG| A
ΡΟΙ YSERÒS| T| S
ΡΟΙΥυΑ| Α
ΡΟΑΡΗΥΑΙ Α
PÒSTH| T| S
PRESBYÒP| A
PR| AP| SM
PRÒCTALG| A
PRÒCT' T| S
QUADR| PLEG| A
PRÒGER| A
PRÒPTÒS| S
PRÒTE| NUR| A
PSEUDÒL ΥΜΡΗΟΜΑ
PSÒR| AS| S
PSYCHÒNEURÒS| S
PSYCHÒS| S
PTÒS| S
PTYAL| SM
PYEΙÒNEPHR| T| S
ΡΥΕΜΙ Α
PYΙÒRÒSPASM
PYΙÒRUS
ΡΥΟΟΕΑΜΑ
ΡΥΟΑΑΗΕΑ
ΡΥΑΕΧΙ Α
ΡΥΑΟΜΑΝΙ Α
PYRÒS| S
PYUR| A
Q
R
ΑΗΑΒΟΟΜΥΟΙ YS| S RET| CUΙÒCYTÒS| S R| SUSSARDÒN| CUS RET| N| T| S
RH| N| T| S RE¯| CUΙÒENDÒTHEL| ÒS| S RÒSACEA
ΑΗΙ ΝΟΑΑΗΕΑ
π0� Η �^^¬ι' |¬ |0ι| ^000' ¬�� T0ι 0A||0�^| 0 ^^|^
SALP| NG|T| S
SARCÒ| DÒS| S
SARCÒMA
SCH| ZÒPHREN| A
SCΙER| T| S
SCΙERÒDERMA
SCΙERÒS| S
SCÒTÒMA
SEM| NÒMA
SEPS| S
SEPT| CEM| A
S| ALADEN|T| S
S| AΙÒADEN| T| S
SPERMATÒGENES| S
SPERMATÒRRHÒEA
SPHERÒCYTÒS| S
STEATÒRRHÒEA
STEATÒS| S
STENÒS| S
STÒMAT| T| S
STRABl SMUS
SYMPHYSEÒL YS| S
SYNÒSTÒS| S
SYMPH| L| S
SEBÒRRHÒEA
S| CCASYNDRÒME
S| NUSBRADYCARD| A
STATUSASTHMAT| CUS
SULFHEMÒGΙÒB| NAEM| A
SULFHEMÒGΙÒB| NEM| A
SYNÒV| T| S
TACHYCARD| A TENÒSYNÒV| T| S
ΤACHYPHYLAX|S TR| SMUS
TACHYPNEA
TELANG| ECTAS| S
TEND| N| T| S
TENDÒN| T| S
TENESMUS
TERATÒMA
TETANUS
THRÒMBASTHEN| A
THRÒMB| N
THRÒMBÒCYTHAEM|A
THRÒMÒBCYTÒPEN| A
THRÒMBÒCYTÒS| S
THRÒMBÒPEN| A
THRÒMBÒPHLEB| T| S
THRÒMBÒS| S
THYMUS
THYRÒ| D|Tl S
THYRÒTÒX| CÒS| S
TÒXÒPLASMÒSlS
TRACHE| T| S
TRACHEÒBRÒNCH| T| S
TRAUMA
TREMÒR
s
Τ
SAL| CYL| SM
S| NUS|T| S
S| NGULTUS
SP| NA B| l| DA
SPUTUM
STR|AL
TEST| S TÒNS| LL| T| S
T| NN|TUS TÒRUΙÒS| S
TÒRT| CÒLL| S
TUMÒR
υ
URAEM| A UR| CAC| DUR| A ULCUS UVE|T|S
URETHR| T| S
URÒL| TH| AS| S
VENTR| CUL|
URT| CAR| A
T T b
1 1 0
Α^^Α Τ�| |ΟΠΟΥlΟΥ ÷Y�TA^' ^Y
ν
VACC| N| A
VAR| CES
VERRUCA
VERT| GÒ
χ
VAG| N|T| S
VASCUL| T| S
VENTR| CUL| T| S
VU|VÒVAG| N| T| S
XANTHÒCHRÒM| A
XANTÒMATÒS| S
XANTÒPS| A
XERÒDERMA
XERÒPHTHALM| A
Συνδυασμός
'Αμιγώς Έλληνικό Έλληνολατινικών
b86 83
Λατινικό
43
"
Ρωμαϊκόν Δί και ον
"
Λατινο
Έλληνικό
43
Λοιπά
Δανεισμος έκ τού έλληνικού Λεξιλογίου έπραγματοποιήθη άσφαλως καί κατά την σύνταξιν τού
"Ρωμαικού Δικαίου". Τό περίφημον "Ρωμαϊκόν Δί καιον" άποτελείται στην ούσία όπό έρανίσματα έκ τών μεγά
λων Έλλήνων νομοθετών:
¨Τρεϊς δέ οί κομίσαντες παρά Έλλήνων τούς νόμους Σπόριος Ποστόμι ος, Σερούιος Σολπίκιος,
ΑυλοςΜάλλιος¨. (Διον. Άλικ. Ρωμ. Άρχ. 1 0. 51 , 5 -57, 5)
Ό δε νομοθέτης Νουμας Πομπίλιος ¨έμιμήθητάπαρΈλλησι ¨. (ώς ονω 65, 4) .
Ό διάδοχος τού Νουμα, ό Λεύκιος Ταρκύνιος, ύπηρξε 'Έλλην, υίος τού Κορινθίου πλοιάρχου καί
έμπόρου Δημαράτου (ώς ονω, Γ' 43, 1 ) ,
Καί είναι γνωστο ότι την τελι κη διαμόρφωσι τού Ρωμαϊκού Δικαίου την έπεμελήθη ό Έρμόδωρος
ό Έφέσιος, φίλος τού Ήρακλείτου, συντάξας την " Ρωμαίκην Δωδεκάδελτον". ¨Συγγράψαντες νόμους
εκτε τωνέλληνικωννόμωνπροϋθηκανένδέκαδέλτοις¨.
Οί νόμοι των Ρωμαίων ¨έγράφησανέλληνι στί . . . ίνα δέ μηδεΙς χρόνος αύτούς άφανίση, στήλην
kατασkεuάσαντεςχαλκήνεγραψανένταύτη . . Αϋτη ή στήλη διέμει νεμέχρι τής έμής ήλικίαςέντψ τής
Άρτέμιδοςίερψκειμένη, γραμμάτωνεχουσαχαρακτήραςέλληνικων, οίςτό παλαι όνή Έλλάςέχρήτο. ¨
(ώς ονω, Δ' 26, 5)
«'Ένιοι καταγινόμενοι είς το ' Ρωμαίκον δίκαιον δεν όμολογούσιν ότι οί των Έλλήνων
νόμοι έπενήργησαν είς την των ' Ρωμαίων νομοθεσίαν, δι ίσχυριζόμενοι ότι οί ' Ρωμαϊοι αύτοί
καθ' αύτούς χωρίς ούδεμιας ξένης έπι ρροης έθεμελί ωσαν τούς νόμους των . . . Ό Λί βι ος
τούλάχιστον ( 1 1 1 , 3 1 ) καί ό Διονύσιος Άλικαρνασεύς ( Χ, 57) όνομαστ| άναφέρουσι τούς εΙ ς τψ
Έλλάδα σταλέντας των Ρωμαίων πρέσβεις, έντοληνεχοντας τού μετακομίσαι έκεϊθεν τούς
άρίστους νόμους. Ό Κικέρων λέγει (Ύπέρ Φλάκκου, 26) ότι άπο των Άθηναίων διεδόθησαν είς
την οίκουμένην τά δίκαια καί οί νόμοΙ. πως θά έτόλμα νά ε'πη τοιούτόν τι ένώπιον των ύψηλο
φρόνων ' Ρωμαίων, αν δεν ήτο άληθές;
Έκτος δε τούτων των τριων άνδρων έχομεν έτι αλλους δύο άξιοπίστους μάρτυρας, τον
Πομπώνιον (έν τψ Ί ουστινιανοϋ Πανδέκτη 1 , 2, 2, ) καί τον Πλίνιον (Πλίνιος, Φυσ, Ι στορία 34, 1 1 , 21 ) ,
π0� Η ÷ε^¬Ι| �¬ |0Ι' ^^00| ¬< T0Ι 0A|�0�^| 0 ^^|^
Κατο τούτους τους πέντε μάρτυρας ό 'Άππι ος Κλαύδι ος, μετα έκλεκτών ανδρών, συνα
γαγών τα τών ' Ρωμαί ων νόμι μα και μετακομίσας άπό τών 'Αθηνών τους Δρακοντος και Σόλωνος
νόμους και άπό όλλων όλλους τινάς, άπετέλεσε τό δωδεκάδελτον, τουτέστι τους των δώδεκα
πινάκων νόμους. Έρμόδωρος δέ τι ς Έφέσι ος, έξόρι στος ων έν τη Ί ταλί �, μετέφρασε τό δωδεκά
δελτον άπό της τών Έλλήνων ει ς την τών ' Ρωμαί ων γλώσσαν.
Παρατηρητέον δε πρός τούτοις, ότι πολλοίς ηδη πρό τού Σόλωνος έτεσιν οί 'Έλληνες
έπέδρασαν, διο μέσου των οποικιων και της κατο την θάλατταν έμπορείας των, εις πάντα
σχεδόν το τού κοινωνικού βίου των Ρωμαίων στοιχεία. Οϋτω Π. χ. το μέτρα και το σταθμά, τό
ημερολόγιον, τό ολφάβητον, τος τέχνας, την των ένοικούντων διαίρεσιν, παρο των Έλλήνων
έλαβον οί ' Ρωμαίοι " ( ΜΟΜΜΣΕΝ, 'Ρωμαίκή Ί στορία, 1 . 6. 1 0. 1 4. 1 5) .
(JOANNES TELFY, Συγγραμμάτια Έλληνικά,
Τύποις τού Ούγγρικού ΒασιλικΟύ Πανεπιστημί ου, Βουδαπέστησι, 1 880)
•
"
'
Εκκλησιαστι κόν Λεξιλόγιον"
1 1 7
Ό έπόμενος καθοριστικός σταθμός γιο την εξέλιξι και έμπλουτισμό τού δυτικού λεξιλογίου, είναι η
διείσδυσις της Έλληνικης στην Λατινικη κατο το πρωτα μεταχριστιανικο χρόνια-ένα οκόμη έπι μέρους
Κεφάλαιον στην μεγάλη αύτην ίστορία . . .
το Εύαγγέλια έγράφησαν και διεδόθησαν σε όλον τόν κόσμο στην έλληνικη γλωσσα η όποία ήτο
τότε, έπισήμως, διεθνής.
Δεν θο ηθελα όμως νο προχωρήσω, χω ρι ς νο έχω παραθέσει την οριστουργηματικο διατυπωμένη
όποψι που δημοσι εύεται στό έπίσημο όργανο HALCON - Ι ΕΡΑΞ της Έλληνι κης ' Ακαδημί ας της
Βασκωνίας (τ. 1 - 1 993, σελ. 1 9) :
' . . . Si n l a l engua gri ega, l a mayor de l as i deas super i ores que cont i ene el Νυ θνο
Testamento, hubi eran si do i mposi bl e de ser expl i cadas . . . podremos deci r que el ΡΓορί ο Di os
esperb hasta que el griego se hubi ese extendi do Υ que solo entonces se decίdίό a enviar a su
Hijo . . .
»
Δηλ. : ° . . . Χωρίς τήν έλληνική γλώσσα, το μεγαλύτερο μέρος άπο τίς άνώτερες ίδέες που περιέχει ή Καινή
Διαθήκη, θά ήτο άδύνατον νά έρμηνευθούν . . . Θά ήμπορούσαμε νά πούμε ότι καί Ο Θεος Ο ϊδιος άνέμεινε
μέχρις ότου ή Έλληνική έξαπλωθη, καί μόνον τότε άπεφάσισε νά άποστείλη τον Υίόν του . . . '
Γράφει ό Μεθόδιος Φούγιας:
223
·· H άποστολική περικοπή καί τό Εύαγγέλιο άναγι νώσκοντανκαί στίς δύο γλώσσες έπί
πολλά χρόνι α . . στήν Ν. Γαλλία, ή Λατι νική δέν παραμέρισε τήν Έλληνική μέχρι τόν Ε' αί.
ΈλληνικάμιλοΟσανστήν Αρελάτη (Αρλ)μέχρι τόν Ι' αΙ Τό θεϊο Κήρυγμαείσήγαγε στήνΡώμη
ό Ωριγένης. . . Στήν ΑΦρικήέπικρατοΟσε ή Έλληνικήμέχρι τηςΚηρηναϊκης . . . Πολλές άλήθειες
χριστιανικές διατυπώθηκανέπιστημονικώτερα, άπό τους άρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Δέν
γνωρίζω ποία θάήτανή έξέλιξις τοΟ Χρι στιανισμοΟέάνό Πλάτωνκαί ό Αριστοτέλης, γιά νά
περιορισθώ στουςέπικρατέστερους, ζοΟσανμετά τήνένανθρώπισιν τοΟ ΘεοΟ . . .
H Χριστιανική Έκκλησία εύρηκε στόν Πυθαγόρα τήνεννοια τοΟένόςκαίμόνου ΘεοΟ . . .
στους Έλεάτες τόν ενα, στόν Ηράκλει το τόν Λόγο, στόν Α ναξαγόρα τόν ΝοΟν, στόν
Πλάτωνα τόδκρονάγαθόνκαί τόπρώτονκινοΟνστόν Αριστοτέλη . . .
H Έλληνική γλώσσα εμει νε στήν Ρώμη ή γλώσσα της λει τουργίας καί τών γραμμάτων
μέχρι τοΟτετάρτουαίώνος . . .
Είδικώτερα, άπό τήν Έλληνικήλέξι Κυρι ακόν προηλθανοί όνομασίεςτης Έκκλησίαςστίς
Εύρωπαίκές χώρες. Chur ch άγγλιστί, Kl rche γερμανιστί, Kyrka στήν σουηδική, Kyrke στήν
δανική,Cyrkew στήνβοεμική, Cerkl ew στήνπολωνική,Zer kow στήνρωσικήκλπ . . . ²
223. Μητροπολίτης Πισιδίας, ¨ΤόΈλληνικόΥπόβαθρο τού Χριστιανισμού¨, σλ. J b2, ¹ 55, J 37.
1 1 8
A^^A Τ<I JοnοΥιοΥ �y�ΤA01 0Y
'Έτσι, άπο τον πέμπτο αίώνα, έκκλησιαστικά κείμενα άρχίζουννά γράφωνται σέ πολλές
¨δημοτικές¨γλώσσες της αύτοκρατορίας, κυρίως στά κοπτι κό καί τά συρι ακά, ένώ άργότερα
άκολούθησαν τα αρμενι κά, τα γεωργιανά, καί, τέλος, αραβικές διάλεκτο|. ΤΟ κήρυγμα καί ή Θ.
Λει τουργίαμπορούσανπιαναγίνωνταιάπ εύθείαςστίςδημοτικέςδιαλέκτους.¨
224
Έν όλίγοις: Ένώ πρό ΧριστοΟ η Έλληνικη Γλώσσα έλαλεϊτο "i n omni bus genti bus" (είς όλα τα
έθνη) , μετα Χριστόν έλαλεϊτο καί "i n omni bus Chri sti eccl esi ae" (είς όλες τις χριστιανικες έκκλησίες) ,
225
'Όταν όρχισαν να μεταφράζωνται αύτα τα ίερα κείμενα, στρατιες έλληνικών λέξεων (τό λεγόμενον
VOCABULAI RE ECCLESI ASTI QUE) είσέβαλαν είς την Δύσι μέσψ τής Λατινικής, η όποία εστερεϊτο αντι
στοίχων έννοιών. Έχρησιμοποίησε, όπως έκανε πάντοτε, τις έτοιμες έλληνικές, Δάνειον έκ τής έλλη
νικής (emprunt de grec) είναι τό σύνολον τοΟ θεολογικοΟ, θρησκευτικοΟ, έκκλησιαστικοΟ τους λεξιλογί
ου. Μία Θεολογία -THEOLOGI E- πού λειτουργεϊ καί διαλογίζεται έλληνικά: aphori sme, anachorete,
anatheme, apocal ypse, apostol e η apotre, apotheose, evangi l e, apocryphe, bapteme, basi l i que, bi bl e,
bl aspheme, catacombe, catechese, catechumene, cathedral , cathol i que, tal i sman (=φυλακτόν, έκ τοΟ
"τελεσμα") , decal ogue, christi ani sme, demi urge, azyme, dogme, despote, doxol ogi e, eul ogi e, euchari sti e,
exode, exorciser, athei sme, heresi e, heterodoxe, hi erati que, hi erophante, i cone, i conostase, monastere,
hymne, phi l anthropi e, hagi ographi e, encycl i que =Έγκύκλιος τοΟ Πάπα, πού και αύτός όφείλει τό όνομά
του στην όμηρικη λέξι πάππας =πατηρ (¨ήδέ aγχι στασα, φίλονπατέρα προσέειπεν. πάππα φίλε . . " -
Όδ. ζ 57) κλπ . . . κλπ",
Τό λειτουργικόν τοΟ Μ. Σαββάτου είς τό Βατικανόν έξακολουθεϊ να όνομάζεται μέχρι σήμερα
LITURGI A.
Ό έκάστοτε ηγέτης τής Καθολικής Έκκλησίας πρέπει να έχη λάβει έκτός τής λατινικής, καί έλλη
νικην παιδείαν. 'Ακόμη και το νόμι σμα τού κράτους τού Βατικανού όνομάζεται "λεπτόν".
Άπό αύτό τό θεολογικόν - έκκλησιαστικόν άποθεματικόν, προέκυψε και νέα σειρα καθημερινοΟ
γλωσσικοΟ ύλικοΟ. ' Άκρως χαρακτηριστικό παράδειγμα η λέξις παραβολή. Άφοο έχρησιμοποιήθη αύτού
σια από την Θεολογία (parabol a, parabol e Κ. λπ, ) και άπό την Γεωμετρία (parabol a, parabol e κ. λπ. )
είσήλθε άργότερα και στην καθομιλουμένη ώς "όμιλία, λόγος" :
παραβολη � parabola � parol e, parl er � parol a, parlare � pal abra, habl ar, με πλήθος παράγωγα.
(Έδώ πραγματικα κυριολεκτοΟμε: "όμιλο Ον" έλληνιστί) ,
Ό κατα φωνην έλληνισμός έξαπλώθηκε άκόμη περισσότερο με τις Θεολογικες μελέτες και τις
αναλύσει ς τών θρησκευτι κών Κει μένων. Άπό τόν 'Άγι ο Άμβρόσι ο τοΟ Μιλάνου με τό έργο του
HEXAMERON, τόν 'Άγιο Ί ερώνυμο με μεταφράσεις έλληνικών γραπτών, μέχρι τόν ' Ι ρλανδό Έριγένη,
τον μεταβιβαστη τής έλληνικής Θεολογίας είς την Δύσιν, η Λατινική, ώς έπίσημη γλώσσα τής Δυτικής
Έκκλησίας, είσχωρεϊ πλέον σε δλες τις γλώσσες τοΟ κόσμου" .
Ό καθηγ. Γ. Κουρμούλης παρατηρεί:
226
« OΚλήμης γράφει έν Ρώμη έλληνιστί, ο Σμυρναίος Πολύκαρπος κηρύττει ένFώμη έλληνιστί, ο
Ίππόλυτος γράφει έν Ρώμη έλληνιστί, όπως έλληνιστί γράφει καί ό Είρηναίος ένΛoυγδoύνu. Ό
Τερτυλλιανοςμεταφράζει εργα του έλληνι στί. . . τα όνόματα τών έπι σκόπων της Δύσεως τού /ιου καί
/Ι/ου αίώνος είναι ώς έπί το πλείστονέλληνικά, έλληνικαί είναι καί έπι τύμβιοι έπιγραφαί τών χριστια·
νικώντάφωνέν Ρώμη τώνχρόνωνέκείνων. Αίκοι νότητες της Βιέννηςκαί τούΛουγδούνου πληροφο·
ρούσι περί τώνδιωγμών τώνΧριστανώνείς τήνέλληνικήν.
Οί Σλάβοι καί οί Γερμανοί της Ανατολης δέχονται το Χριστι ανικον Φώς δι Έλλήνωνίεραποστό·
λων, ή άρχαία Σλαβική γλώσσα, όνομαζομένη καί Έκκλησιαστική Σλαβική γλώσσα, ώς καί ή Γοτθική,
πλημμυρούσινέλληνικώνλέξεων.
224. ¨Ή άντιπαγανιστικήνομοθεσίατήςΎστερηςΑύτοκρατορίας¨Είσαγ.Α. Καμάρα, Έκδ. Κατάρτι, σλ.
3
1
225. ¨ProArc¤|a", χ.z3
226. ¨ΉΈκπολιτιστικήΔύναμιςτήςΈλληνικής Γλώσσης"Άθ. 1 9
5
0, σλ 1 6
π0� Η ÷ιιΗ^| |Η |0^' ^000| ¬< ΤΟfl 0A|K0�^| 0 ^0|0 1 1 9
Οί Γότθοι διδάσκονται διό πρώτην φορόν δτι ύπάρχει aί kkl esjο=έκκλησία, ai vaggel jo, =εύαγγέλι ον,
apaustaul us =άπόστολος, psal mon =ψαλμός, hai resi s =αί'εσις, sabbatο=Σάββατον, haί ρneί ='Έθνος,
prai sbetai rei n =πρεσβυτέριον κλπ, Λέςει ς τής άρχαίας Σλαβικής οίον enkenίj a=έγκαίνια, aί jereί =Ιερεύς,
I iturgi ja =λει τουργία, ροtί rί =ποτήρι, efiti mi =ειJθυμoς, anatema =άνάθεμα, ρί aΙ ί =φιάλη, dίjakοnί =διάκονος
κ. λπ. δέν χρειάζονται πoλλfν έΡΕUναν διά νά εύρεθ. ή καταγωγή των, ,,
Οί Λατίνοι άντιγραφείς
«Δέν μπορούμε νά συγκρίνουμε τήν έλληνική μέ τήν λατι νική ώς πρός τον πλούτο κα! τήν άρμονία,
Ήλατι νική ύστερεϊ στούς χρόνους των ρημάτων κα! στή συντακτική εύλυγισία.
Ή λατι νι κη λογοτεχνία δέν είναι αύθόρμητη. Άναπτύσσεται μι μοuμένη κάθε τι έλληνι κό. ?
227
Μέσα άπο αύτην την μίμησι ή Λατινικη γλώσσα διευρύνθηκε με πολύτιμες λέξεις. Καρπώθηκε όχι
μόνον ποσότητα άλλά καΙ ποιότητα λεξιλογίου, ΚαΙ δεν άναφέρομαι μόνον στον Βιργίλιο, πού είχε ώς
πρότυπο τον 'ΌμηΡΟ,
228
ούτε στον Όράτιο πού άνθολογούσε τον Πίνδαρο καΙ τον Ήσίοδο, την Σαπφω
καΙ τον Άλκαϊο καΙ τον Άρχίλοχο. Στην δε Ars Poeti ca μιμείται την Ποιητικη τού Άριστοτέλους.
Έμι μήθησαν οί
πάντες
τ
α πάντα
.
Άπο τον Βαλέρι ο Φλάκο με τά 'ΆPGΟΝΑUΤι CΑ' , μέχρι τον 50ν μ, χ. αΙ που συντάσσεται το
¨CATHEVEP| NON¨ , ή Έλλάς, πηγη άκένωτη καΙ άστείρευτη, χαρίζει άπλόχερα όπως έκανε πάντοτε,
τους λόγους καΙ τον Λόγο της.
Ό Κικέρων, άκόμη καΙ τούς μύδρους του εναντίον τού Άντωνίου, τους όνομάζει "Φιλιππικούς" !
" . . . αύτός τε γάρ Κικέρων, τούς κατ' Α ντωνίου λόγους, Φιλιππικούς έπέγραψε κα! μέχρι νύν τά
βιβλία Φιλιππικο! καλούνται ". (Πλούταρχος)
Τ Ητο τόση ή έλληνομανία τού Κι κέρωνος, ωστε άνέθεσε την προστασία τής Ρώμης στην θεά
Άθηνά: "όγαλμα Αθηνάς εΙς Καπιτώλι ον κομίσας άνέθηκεν, έπιγράψας 'Άθηνξ Ρώμης φύλακι " . v
»
Ό Λάρκιος Λίκινος γράφει το "Ci ceromastix" κατά το "Όμηρομάστιξ" τού Ζωίλου.
Ό Ρωμαίος έπιγραμματοποιος Μαρτιάλης μιμείται -άνεπιτυχώς- τά άρχαία έλληνικά Έπιγράμματα.
Ό Προπέρτιος μιμείται τά διάφορα "παρακλαυσίθυρα ("καντάδες") .
Πρώτοι διδάσκαλοι τής Ρητορικής τέχνης στην Ρώμη ύπήρξαν οί ' Έλληνες Τεισίας καΙ Κόραξ. Οί
περίφημοι Γάιος καΙ Τιβέριος Γράκχος είχαν 'Έλληνες δασκάλους τής Ρητορικής.
Ό θεωρούμενος ώς πατηρ τής Ρωμαίκής ποιήσεως ' Έννιος Κόιντος ήτο έλληνικής καταγωγής, έκ
τού Τάραντος. Είναι χαρακτηριστικο ότι άπο τον καιρο τού Αύγούστου έχουμε πολυάριθμες προσωπο
γραφίες Έλλήνων ποιητών, όχι όμως καί Ρωμαίων, Γιά τους Ρωμαίους, οί άληθινοΙ ΠοιηταΙ παραμένουν
οί 'Έλληνες,
Οί μουσικοΙ άγώνες πού έθέσπισε ό Νέρων διεξάγονται καί αύτοί κατά τά έλληνικά πρότυπα.
Ό Τίτος, υίός τού Βεσπασιανού, "ποιήματα κα! ταγψδίας Έλλάδι φων,ή διεπονεϊτο".
Οί Ρωμαίοι άποστηθίζουν Λυσία. Ό ίστορικός Σαλλούστιος μιμείται τόν Θουκυδίδη. Ό Λουκρήτιος
άκολου θεί τον Έπί κου ρο, Ό Ν εμεσι άνος γράφει
"
CYNEGETI CA
"
καΙ ό Σενέκας στο
'
'
APOCOΙOKYNTHOSI S
''
άφηγείται την μεταμόρφωσι τού Κλαυδίου σε κολοκύνθη!
Μεταφράζουν τίς έλληνικες τραγωδίες i συνθέτουν άπομιμήσεις τους, πάντοτε με τίτλους έλληνι
κούς:
HEPV| ONA, HECTOP, TPOADES, ΟΑΝΑΕ, H ECUBA, PHOEN| SSAE, ΜΕΟΕΑ, PHAEDPA,
AGAVE VNON, COLAX, ΑΙ ΑΧ VAST| GOFOPU S , ACH| L L ES, TE PE U S , AEG| STH US, Ι ΝΟ,
ANDPOVEDA, | ΡΗΙ GΕΝ| Α. . . (Λίβ. Άνδρόνικος, Μ. Πακούβιος, Σ Καικίλιος . . . )
ΤΟ ϊδιο ίσχύει καί γιά τίς Κωμωδίες ·COVOED| AE. (Τερέντιος καΙ Πλαύτος . . . )
Καλλιεργείται τό | DYLL| UV, τό EP| GPAVVA, μεταγλωττίζονται APOPHTEGMATA.
227. 'ΈΤUDΕS CRECQUES ΕΤLAT| NES", Έκδ. Fl CARD, FAR| S¹ 926
228. Ό ΒιργίλιοςμιμεΤταιέπίσηςστό ΒουκολικότουτονΘεόκριτο ¦ Είδύλλια)καίστό ΓεωργικότουτονΉσίοδο,
¦ ΈργακαίΉμέραι). ΜιμεΤταιόκόμητονΠίνδαρο ¦A. Ge' | | 0s ¹ 7. J 0) .
1 20
A^^A T�' |000Y^0Y �Y�T' 0Y
Π. χ. ό, ΤΙ έχω τό φέρω μαζί μου (Βίας ό Πριηνεύς) -' Όmnί a mea mecum porto".
"Οίνος και όλάθεια" ('Ακταίος) ´¯ In vi no veritas
"Τό όμοια τοίς όμοίοις θεραπεύονται" (Ίπποκρ. ) ¯ Si mi i a si mί l i bus curantur
"'Ο μέν βίος βραχύς ή δέ τέχνη μακρό" (Ίπποκρ. ) ¯¯ Ars I onga, vi ta brevis
"Φοβού τούς Δαναούς και δώρα φέροντας" ¯ Ti meo Danaos et donna ferentes
"παν μέτρον αριστον" `¯ Modus i n rebus
"'Έρως όνίκατε μόχαν"- Omni a vi nci t amor
"Γνώθι σαύτόν"- Nosce te i psum
"Ύπέρ βωμών και έστιών" ¯¯ Pro ari s et foci s
"Ού παντός πλείν ές Κόρινθον" ¯ Non I i cet omni bus adi re Cori nthum
"Ίδού ή Ρόδος, ιδού και τό πήδημα" ¯ Hi c Rhodus, hi c saI tus
"' Άμ' έπος αμ' έργον" - Di ctum fatum
"Έρρίφθη ό κύβος" ( Μένανδρος) AI ea iacta est
"Κίξατο (=ήλθε) , εύρεν, έλαβεν"
229
¯¯ Veni , vi di , vi nci
"Κλαίειν σοι λέγω" PI orare te j ubeo
"Φίλος έστιν αλλ ο έγω" (Ζήνων) ¯¯ AIter ego
"Μηδέ δίκην δικό σης πριν αν όμφοίν μύθον όκούσης" Audi aI teram partem
"Μη θίγειν κακόν εύ κείμενον" (Ίπποκρ. ) Ouieta non movere
"''Οπερ έδει δείξαι" -Ouod erat demonstandum
"Ποιητική όδείς" ¯ Lί centi s poetica
"Ήμετέρα θόλασσα" "θάλασσα η Έλληνικη"
23
0
- Mare nostrum
'Όύκ έν τψ πολλψ τό εύ άλλ έν τψ εύ τό πολύ" ¯¯ Mul tum i n parvo
"Έκών, ακων" ¯¯ NoI ens, voIens
'Όύδέν εξ ούδενός" ¯¯ De ni hi I o ni hi I
"' Έπεα πτερόεντα" ('Όμηρος) Verba volant
"Τιμης ένεκεν" Honori s causa
"Τοίς τολμώσιν ή τύχη ξύμμορφος" (Θοuκ. ) - Audaces fortuna juvat
"'Ύπνος Ένδυμίωνος" ´¯ Endymi oni s somnum
"Ή δέ κακη βουλη τψ βουλεύσαντι κακίστη" (' Ησίοδος) `¯ Mal um consi I i um consui tori pessi mum
"Σύκα φί λ όρνίθεσσι" Fi cus avibus gratae
23
1 (κλπ . . κλπ . . . κλπ . . . )
ΌΑύσόνιος εμιμήθη τό άναθηματικόν επίγραμμα τού κατόπτρου τς Λαίδος "τ. Παφίη το κάτοπτρον".
'Ο Κάτουλλος ¦5l ) έμιμήθη τόν ατίχο της Σαπφούς "φαίνεται μοι κηνος {σος θέοισι ν": " ί Ι l θ mi par
esse deo videtur. " Τόν επιτιμητικό προσδιορισμό τού ' Ομήρου γιά τόν Πάρι "Δύσπαρι", τόν μιμείται ό
' Οβίδιος: "Di spari Pri ami de", όπως και τόσα αλλα . . .
Έμιμήθησαν την Ίσοκράτειον προτροπην
232
'Όταν τις πολεμη προς άνθρώπους έκ πολλων τόπων
συλλεγομένους, δτι δεϊ μή περιμένειν . . άλλά αύτοϊς επιχειρεϊν": Si viS pacem para beI I um.
Έμιμήθησαν και τό Έπιφωνήματα, Π. χ. βαβαί, παπαί ´ ¯ babai , papae. Αύτό τό "βαβαι" εδημιούργησε
και τό ύβριστικό έπίθετο "babaecai us".
Έμιμήθησαν και τι ς παρηχήσεις: "τυφλος τά τ' ώτα τόν τ νούν τά τ' δμματ' εί" ώς ''Ο Tίte, tute, Tati ,
ti bi tanta tyranne . . . "
(Τό δέ άριστοτέλειον233 περι άθλητισμού: "Αγωνιστική τού σώματος άρετή σύγκει ται εκ μεγέθους
καί ίσχύος καί τάχους" μετεφράσθη ώς "ci t i us, aI t i us, forti us" και έγινε "λατινι κόν" σύνθημα τών
' Ολυμπιακών Άγώνων . . . )
229. Άνθολογ. Παλ. 1 5. 27
23
0
. Βλ. ΒιβλίονΑ' ΈτουςΈλληνικήςΆγωγής, Μάθ. ¹ 3oν,σλ. 1 47
231 . Πρόκειταιπερίπαροιμίας.ΟίΡωμαιοιάντέγραψανκαίόλεςσχεδόντίςάρχαιεςέλληνικέςπαροιμίες.
Τόάναφέρειό Έρασμος. Βλ. καίΝι κ. Πολίτη ΠΑΡΟΙ ΜΙ ΑΙ
232. Πανηγυρικός 1 65
233. ΡητορικήΑ' 1 361 Β
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^' ^000' ¬< τ^^ 0A||0�^| 0 ^0|0 1 2 1
Ό Βιργίλιος εισάγει και "έλληνισμους" στα λατινικά, πραγμα για το οποίον κατηγορείται. Στα έλλη
νικα γράφει και Ο Κικέρων τα Πεπραγμένα του. ΤΟ ϊδιο και ο Φάβιος Πίκτωρ και ό Μάρκος Αύρήλιος
234
("Ίστορία της Ρώμης", "τα εις έαυτον") καί. . . καί. . .
" Έν λόγψ έλληνι κψ καί έμμέτρψ καί "πεζΨ . . . " . . . .
. . . . Σιγα σιγά, η Ρώμη φθέγγεται έλληνιστί.
"Έπί Σεπτιμίου Σεβήρου στήν αύλή τής Ρώμης όμιλούν μόνον έλληνικά" ¦Θ. Μπέρτ) .
Οί Ρωμαίοι όμιλοϋν έλληνικα μεταξύ τους και στην καθημερινή τους ζωή. "Καί τά μειράκια τών
Ρωμαίων παιδείας Έλληνικής μεταλαμβάνουσι ".
235
Γράφει σχετικώς ό βραβευμένος με τό βραβείο ΟΜΗΡΟΣ 1 989έλληνιστής, αείμνηστος Φεδερίκο
Σαγρέδο:
"Hasta l os propi os Anal es de Roma se habi an escri do θΠ gri ego".
Μέχρι καί αύτά τά Χρονικά τής Ρώμης είχαν γραΦή είς τήν Έλληνικήν.
καί:
Cuenta Suetoni o: (=Άφηγείται ό Σουετώνιος) : όταν ό Βροϋτος, ώς συνωμότης, έδωσε την μαχαιρια
στον Καίσαρα, αύτος βλέποντάς τον δεν άνεφώνησε λατινικα άλλα τοϋ είπε έλληνικά: καί σύ τέκνον . . «
Σε στιγμες που παίζεται η ζωή σου δεν ανατρέχεις σε μία γλώσσα που θεωρείς ώς ξένη. Έκφράζεσαι
έτσι όπως συνηθίζεις να όμιλης . . . "
Άκόμη και ό Καρχηδόνιος Άννίβας ώμιλοϋσε και έγραφε έλληνικά.
Γι' αύτό, ό ρωμαίος σατιρικος ποιητης Ίουβενάλης άναφωνεί:
"Non pOSSO ferre Grecam urbem" =Δεν ημπορώ να ύποφέρω αύτην την έλληνικην πόλιν. (Δηλ. την
Ρώμην) .
Graeca l eguntur ί n omni bus gentibus, Lati ni s ί n sui s fi ni bus
236
,, ' Ενώ οί 'Έλληνες άπαξιούσαν νά μάθουν λατινι κά, οί Ρωμαίοι έπαιρναν άπό δώ καί κεί άρκετά
έλληνικά στοιχεία καί έπλούτιζαν τίς τοπικες των διαλέκτους. Τά μέλη τής ίθύνουσας τάξεως, πού
έρχονταν σε διαρκή έπαφή με τούς ·Έλληνες . . . σπάνια άμελούσαν νά μάθουν καλά τήν έλληνική
γλώσσα . . καί ή Σύγκλητος . . συνέτασσε έλληνι κά τις άποφάσεις της aaa Αύτή ή πλατειά διάδοση τής
μελέτης τών έλληνικών άπό τούς Ρωμαίους, βελ τίωσε τήν άκουστική τους εύαισθησία καί τούς έδωσε
τήν αί'σθηση λεπτοτέρων άποχρώσεων γλωσσικής άξίας . . » ( Μ. Κάρυ "Ρωμ. Ίστορία, Έκδ. ΜΙ ΝΩΑΣ, τ. Α' σελ.
8¤
9)
" . . . οί μαθητες - τής Ρωμαϊκής δημοκρατίας- βασίζονταν πρώτα στά έλληνικά πρί ν προχωρήσουν
στήν μελέτη τής μητρικής τους γλώσσας. Γιά νά συμπληρώσουν τή μόρφωσή τους οί νέοι Ρωμαίοι
πήγαι ναν νά σπουδάσουν στά Πανεπιστήμια τών έλληνικών πόλεων. 'Ο Κι κέρων μελέτησε φιλοσοφία
στήν Άθήνα κι εστειλε και τόν γυι ό του εκεϊ. . . 'Ο Καίσαρ και ό ' Οκταβιανός εϋρι σκαν τόν καιρό νά
συνθέτουν ελληνι κά εργα η ί στορίες . . . Τό πνεύμα τών Ρωμαίων παρέμει νε όμως πάντα ξένο πρός τήν
φυσική έπιστήμη . . ό Τραϊανός 'ίδρυσε στή Ρώμη μια άκαδημία, γνωστή ώς 'Αθήναιον.» (ώς avω τ. Β' σλ. 137
'« . ή Ρώμη έμει νε κυρίαρχη σε όλο τόν πολι τισμένο κόσμο, ωσπου οί Γερμανοί βάρβαροι
τής έτοίμασαν τήν ίδια τύχη πού ή ίδια είχε έτοιμάσει στούς 'Έλληνες, παρ' όλο πού αύτοί
ήσαν άνώτεροί της στίς έπιστήμες καί τίς τέχνες. Τό ίδιο δπως στήν οί κονομία και στήν πολι
τι κή, ετσι και στή φιλοσοφία και στήν τέχνη ή Ρώμη εμεινε πάντα ενας ληστής. Σχεδόν όλοι
οί μεγάλοι της σοφοί καί ποιητες ήταν λογοκλόποι . » (Κάουτσκυ -Ή καταγωγη τού χριστιανισμού-) . . .
234 Ό Μ. ΑύρήλιοςάκολουθείτήνΣτωικήφιλοσοφία.Οί Ρωμαίοιδενάνέπτυξανίδικήτουςφιλοσοφία.Οί τυχόνφιλόσοφοίτους
άνήκουνσε2 σχολές.ΤήνσχολήτώνΕπικουρείωνκαίτήνΣχολήτώνΣτωικών.
235. Πλουτ. Κάτων22
236. Δηλαδή.ΤάΕλληνικάάναγινώσκονται.σπουδάζονται,όμιλούνταισε όλατάέθνη,ένώτάΛατινικάεντόςτώνσυνόρωντους.
1 22 A^^A Τ�I J<n<Υ.<Υ (Y�TA01 <Y
'. µ οί Ρωμαίοι εί ς την φι λολογίαν, όπως γενικώς ει ς τός έπι στήμας, εύρίσκονται ει ς
τελείαν όπό τών Έλλήνων έξάρτησιν . . .
. . Πόσοι θησαυροί έλληνικής σκέψεως καί έλληνικής έρεύνης θά μας ήσαν άγνωστοι, αν
δέν έσώζοντο έργα φιλοσοφικά, ρητορικά καί έπιστημονικά, Ρωμαίων μι μητών τών έλληνικών
προτύπων .. ?
(Ίωαν. Συκουτρής, "Έκλογη " Εργων", Έκδ. ΚΑΚΤΟΣ, σλ. 9! , 0 ! )
` Όσύγχρονος κόσμος μας συνεχίζει, άπό πολλές άπόψεις, τόν κόσμο τής Έλλάδος καί
τής Ρώμης . . εϊμαστε έγγόνια τών Ρωμαίων και δισέγγονα τών Έλλήνων ee Οί 'Έλληνες καί οί
μαθητές τους, οί Ρωμαίοι, δημιούργησαν έναν πολύπλοκο καί εύγενικό πολι τισμό . . . τώρα όμως
άρχίζουν νά έμφανίζονται γύρω μας τά πρώτα έρείπια μιας αλλης έποχής, πού μπορεί νά είναι
ένας νέος Αίώνας τού Σκότους . . .
. . . Στη φάση της μεγαλύτερης όκμης της, ή Ρωμαϊκη Αύτοκρατορί α δέν ηταν
λατι νόφωνη , παρό δί γλωσση : χρησι μοποι ούσε και έλληνι κό και λατι νι κά ¤ . . κάθε
διεύρυνση τής γλώσσας κάνει καί τΗv άνθρώπι νη σκέψη πιό εύέλικτη καί πλούσια . . 'Ένας μόνο
λαός μπόρεσε νά έπινοήση πολλά καί σημαντικά είδη λογοτεχνίας, ίκανά νά προσαρμοστούν
σέ πολλές αλλες γλώσσες: οί 'Έλληνες . . . Οί Σκοτει νοί Αίώνες σήμαιναν νίκη τής βαρβαρότη
τας καί ήττα τού κλασσικού πολι τισμού . . φυσικό ήταν ή πραγματικη χαραυγη νά προαγγελθή μέ
τΗv έπιστροφη τού έλληνικού πολι τισμού » . 'Όταν ό Σέλλευ και ό Γκαίτε όποφασίζουν νό γρά
ψουν τό μεγαλειώδη θεατρικό εργα τους, δέν ύπολογίζουν καθόλου τόν Σενέκα, όλλό προ
σπαθούν νό μι μηθούν τόν Αι σχύλο και τόν Εύρι πί δη ... ?
Τζ. Χάιγκετ, "Ή κλασσικη παράδοση", Έκδ, ΜΙ ΕΤ, σλ. 4 ! , 4b, 40, b7, 04, ! 4O,492.
Οί 'ίδι οι οί Λατίνοι δέν τό κρύβουν. Τούναντίον καυχώνται γι ' αύτό: όντιγράφουν, μι μούνται , και
πολλές φορές γράφουν έλληνολατινικά. Έλάχιστο παράδειγμα, το Κείμενο πού άκολοuθεΤ. Ειναι άπο
ηΊν Epi stul a (έπιστολη) προς Vol umni o, τοΟ Κικέρωνος.
Dei nde εύτραπελί α l i tterar um f eci t ut i nt eI I egerem t uas esse.
Equi dem sperabam i ta notata me rel i qu i sse genera
di ctor um meor u m ut congnosci sua spont e possent .
Sed quoni am t ant a faex est i n u rbe ut n i h i l t am si t άκύθηρον
q uod non al i cui ven ust um esse vi deat ur, pugna, Si me amas,
ni si acut a άμφι βολί α, ni si el egans ύπερβολή, ni si παράγραμμα
beI I um, ni si r i di cul um παρό προσδοκί αν, n i si cet era quae
sunt a me i n secundo l ί bro de oratore per Ant oni personam
di sputata de r i di cu l i s εντεχνα et argut a appar ebunt ,
ut sacrament o cont endas nea non esse.
π0� Η ÷^^¬ι| |¬ |0ι' ^000' ¬< T0ι 0A||0�^| 0 ^0"0 1 23
Αυτή ή "ελληνολατινική" μέθοδος γραφης έπροίκισε τους λατίνους μέ καθαρά έλληνικο λεξιλόγιο.
Ώρισμένες άπο αυτές τις λέξεις πάρέμειναν στά λατινικά ("ori go θΧ Graeco") , χω ρις νά είσχωρήσουν
στις λατινογενείς γλώσσες:
πχ catomum =κατ' ώμον
zabul us = διάβολος
sapl utus = ζάπλουτος
salapitta =σαλπιγκτής
sacoma =σήκωμα
paratragoedo =παρατραγψδέω
apage = όπαγε
Και έκφράσεις:
age, vade =όγε, βάδιζε
ancora de prora =όγκυρα έκ της πρψρας (κλπ. κλπ.)
Ύπηρχαν όμως και έλληνικές λέξεις τις όποίες δέν μποροΟσαν νά άντιγράψουν, νά προφέρουν.
Αυτές τις λέξεις τις άπεκάλεσαν "verba ηοη trans| at|ca". (Βλ. Α. Gel i us, Noctes Atti cae, Ι Χ,
9
) .
Λ. χ. ή "κροκόπεπλος ήως" άποδίδεται λατινιστι ως ''Aurora, i d est crocei col ori s veste ci rcumdata".
(Μ. Servi nus, Σχόλια είς Αίνειάδα 4. 423)
Αύτο τό παθαί νουν καί μεταγενέστεροι άλλά και σύγχρονοι μεταφρασταί. Γράφει ό Godefroi
Herman, ό γάλλος μεταφραστής τοΟ Νόννου:
237
,, 'πίθετα περι γραφικα η καθαρώς ποιητικα αφθονούν στούς στίχους τού Νόννου . . .
Πόσες φορες -μεταφραζοντας- δεν ανέκραξα όπως ό Ρονσάρ: "Πόσο ειμαι περίλυπος πού ή
γλώσσα ή γαλλική δεν δημιουργεί λέξεις όπως τό κάνει ή ελληνική:
ώκύμορος, δύσποτμος, όλιγοφρονείν . » . »
Καί ό Κ. Παλαμας
238
γράφει: "Θυμούμαι μια γαλλική μετάφρασι τού ΑΙσχύλου . . . Με μια φράσι από
έννιό λέξει ς δίνει τό νόημα πού ό ΑΙσχύλος έκφράζει με μία λέξι: θεοφιλεστάτη. "
'
Ο Th. Rei nach προσπαθεί νά μεταφράση Άλκαίο καί Σαπφω, 23
9
και άποδίδει: παμβασίλεια ^ Γοί tout
pui ssant ¦ 3 λέξει ς, όμως Γοί σημαίνει βασιλεύς. ) Άθανάα πολεμοδόκος =Athena toi qui souti ens ' a
guerre ¦ 5λέξεις' άλλΟ το souteni r σημαίνει υποστηρίζω και δέν εκφράζει το -δοκος τοΟ δέχομαι ) . - ΤΟ
επίθετον τοΟ ' Έρωτος λυσιμελης άποδίδεται ως bri seur de membres. Bri seur όμως σημαίνει συντρίβων
και όχι λύων. Κ. Ο. Κ. ¨Verbaηοη trans|at|ca æ ø . " (Λέξεις που δέν μεταφέρονται, "άμετάφραστες") .
ΚΥΡΙ Α ΟΝΟΜΑΤΑ Λ ΑΤι ΝΩΝ
'
Ο Στράβων
,
240
μιλωντας γιά τά ελληνικά
'ί
χνη στ
ή
ν Ίταλία
,
γράφει :
"Πλείστα ϊχνη τής 'λληνικής αγωγής ενταύθα σώζεται, γυμνάσιά τε καΙ έφηβεία καΙ φρατρίαι καΙ
όνόματα έλληνι κό καίπερ όντων Ρωμαίων ø e ø »
ΤΟ ειπαμε ηδη: ''λλοτίοις όνόμασι εαυτούς καλλωπίζουσι ". Καί αυτο είναι πολυ φυσικόν. Άφοο το
υπόστρωμα της γλωσσης είναι έλληνικό, όρα και τά όνόματά τους έχουν ελληνική ετυμολογία.
' Ολίγα άπο τά γνωστότερα ονόματα:
ANTON| US. "Ήν λόγος παλαιός, Ήρακλείδας είναι τούς Α ντωνίους, από
Ά
ντωνος, παιδός
Ήρακλέους. "
241
Οί Άντώνιοι της Ρώμης υπερηφανεύοντο ότι κατήγοντο εκ τοΟ ' Άντωνος,
τοΟ υίοΟ τοΟ Ήρακλέους.
237. PaIro|og. Cu|susComp| . Se||esG| , I 43, σελ. 679, 748 ¦Εκδ. M| GNE)
238. Άπαντα,τ. ΣΤ' σλ. 362, Έκδ. Γκοβόστη
239. Έκδ. Be||es Le!Ires
240. Γεωγρ. Ε' C. 246
241 . Πλοuτ. Άντ 4
1 24
A^^A Τ<Ι |^00Y^0Y ÷Y�ΤA^| ^Y
AEM| L| US. αίμύλιος= κολακευτικός, έλκυστικός
ALB| NUS. a|o0s =άλφός,λευκός-άλφινία= ή λεύκη
AUREL| US: δηλ. Αύρήλιος, έκτοΟa0|a=αϋρα.
AUGUSTUS. έκτοΟa0geo=αϋξω, αύξάνω. Οπράττωνέπίτηαυξήσειτώνπραγμάτων.
AULUS. έκτοΟαυλός
BEATUS. βλ λήμμα"oo¤"
BRUTUS. βαρύς, δυσκίνητος, έκτοΟ¨βριθυς¨
CAESAR. έκτοΟcaedo=κεάζω, κόπτω ("κέσσε ξύλα")
CAESO. όμοίωςώςάνω
CAM| LLUS.
2^2
OΚάμιλλοςυπήρξευίόςτοΟ ΗφαίστουκαίτήςΚαβείρας, πατήρτώνΚαβείρων Κατα
δέτόν Πλούταρχον( Νοuμας 7) άπότηνπροσηγορίαν¨Καδμϊλος¨τούΈρμοΟ.
¦έκτοΟκέκαδμαι=λάμπω)
CRASSUS. έκ τοΟκράσσων, κρείσσων
CELSUS. έκτοΟcae' est0s=ουράνιος ¦coe' 0m=ουρανός,έκτοΟ¨κοϊλον¨)
CORNEL| US. έκτοΟcor¤0, όπερέκτοΟ κέρας
DOM| T| US. έκτοΟdom| ¤0s=κύριος, όπερέκτοΟdom0s=δόμος
DOM| T| ANUS. ώς όνω ( ΕνώDÒM| N| CANUS, ¨Δομινικανός",έκτούdomi nus+κύων, κυνός,δηλ.¨σκύλοςτούκυρίου¨ | )
ERUC| US.
2^º
έκτοΟΈρυκος, υίοΟΠοσειδώνοςκαίΆφροδί της. Είςτόφερώνυμονόροςτής Σικελίας
υπήρξεναόςΈρυκίνηςΆφροδίτης Ο Έρυξ τήςΆφροδίτηςκαίτοΟ Βουτό, έβασίλευεείς
ΣικελίανότεδιέβηέκεϊθενόΉρακλής '` Eryx, Ve¤er| setB0taef| ' | 0sf0| t"(Ύγϊνος Μuθολ. 257, 1 2)
FAV| US. Φάβιος, γενάρχηςέξΉρακλέουςτοΟ γένουςτών Φαβίων. Ή μήτηρ του Βινδούνη, κόρητοΟ
Ευάνδρου. ''γυναικός έπιχωρίας Ήρακλεϊ μιγείσης, γενέσθαι όνδρα δόκιμο ν έν Ρώμη των
Φαβίων γένος άφ' αύτοϋ παρασχόντα. "
2^^
FLACCUS. όέχωνώτα χαλαρά.Έτυμολογεϊταιέκ τοΟ ¨μαλακός¨ ¦Οπως καί έκ τοΟ μαλακός�μλάξ
� βλάξ )
FLAV| US. έκτοΟφαλός=λαμπερός
GA| US. γάίος=γήινος, έπιχθόνιος
| ANUS. Βλ. σελ. 90παρόντος
| GNAT| US. βλ.λήμμα"| g¤e"
| ULl US. Ίουλος, έγγονόςΑίνείου iουλος=βόστρυχος
¦πρβλ Δήμητα Ίουλώ)
C| US, θέμαλυκ =Φώς. Πρβλ. Λυκάων
LUC| ANUS,
LUC| LL| US,
LUCULLUS,
LUCAS
LAV| N| US. θέμα¨λαβ¨τοΟλαμβάνω,έλαβον
LATERANUS. έκτοΟ |at0s, όπερέκτούπλατύς.
LAURENTUS. έκτοΟ| a0|a=λάφνη=δάφνη
L| Vl US. έκτοΟλείβω=σπένδω
LUCRET| US. έκτοΟ| 0cr0mόπερέκτοΟ Ι υο =πληρώνω, ¨λύω¨, σπανίωςδέ¨λούω¨
MAX| MUS. έκτοΟ μέγιστος, μάγιστος Πρβλ έλλ όνομ. Μάγας, Μάγα
MARCUS. βλ. λήμμα"marcha¤d"
MAR| US. ma|e=μύρα, θάλασσα
Μάρι ς, υίόςβασιλέωςΛυκίας ¦ Π8J 9) Μαρίων, όλυμπιονίκης.
2^2Έξούκαίτόσημερ. θηλ.δυτ. όνομαΚαμίλλα.
2^º Έρούκιος Κλάρος, δήμαρχοςΡώμης, Β' μ· Χ· αί.
2^^ΠλουτάρχουΦάβιοςΜάξιμος J
π0� Η �^^¬ι' �¬ |0ι| ^000| ¬< Τ0Ι 0A"�0�^' 0 ^ο|ο
NATALI US: έκτού ¨g¤ata| | 0s", γνωτός.
PATRICI US: έκτούpater=παττ
PAULUS: έκτούπαύρος=όλίγος, πτωχός
PI US: έκτούη-πιος
PLACENTl US: έκτούπλάξ,πλακούς
POMPEI US: έκτούπέμπω,πομπή, pompa=πομπά
PORCI US: πόρκη=όέπιδακτύλιοςτήςέπιδορατίδος
POPLIUS: έκτούpop0' 0s, όπερέκτούπολυς
PUBLI US: ώςανω
PULCHERIA: έκτούp0| che|=εϋμορφος, όπερέκτούπολύχρωμος
RUFUS: έκτού|0o0s=έρευθός,έρυθρός.
¦Άνάλογονμέτόέλλην Πύρρος)
SCAURUS: έκτούσκαύρος=στρεβλόπους
SCI PI O: έκτούσκίπων=ράβδος
SEVERUS: έκτούσεβερός=δίκαιος,σοβαρός
SALUSTl US: βλ λήμμαsa|0t, sa| 0e|
TACITUS: βλ. λήμμα¨tac t0r¤e¨
TATlANUS:
245
Εκτούτάττω,δηλ ό ταγός
TELLUS: έκτούσ-τέλλω. Πρβλ τόέλλ Τέλλην,Τέλλις
TERENTl US: Tere¤s| s=θεάάλωνίσματος,έκτούte|o=τέρω, τείρω, τρίβω
1 25
ΤΙ ΤΟ: τιτός=άνταποδοθείς,πληρωμένος ΚατόΘωμόπουλονT|to =θερμός, έκτού Τιτώ=ήμέρα
TITIANUS: ώςανω
TlVERI US: έκτουT| oer| s, Τίβερις,όπερέκτούΘύμβρις (¯ γιαύτόό ΒιργίλιοςτόνΤίβεριτόν
γράφειTnyor s)
URBANUS: βλ.λημμα¨ 0roa| ¤¨
VALENTl US: σημαίνειεϋρωστοςέκτούva' eo, όπερέκτού²-οϋλω=ύγιαίνω
VALENTl NUS: ώςανω
VARRO: όανδρείος,έκτού Fάρσην=αρρην, αρσεν
VI CENTl US: έκτούv| s=Fις =ίσχυς
VITALI US: έκτούv|ta=βιοτά, βίος
Οί Ρωμαίοισυνήθιζανέπίσηςνόδημιουργούνκύριαόνόματαέκ τωνάριθμητικων.
Π. χ Qui ntus ¦=πέμπτος,έκτούκέντε=πέντε) ,
Sixtus ¦ έκτούs x=έξ) , Septi mi us ¦ έκτούέπτό, σεπτά) , Octavi us ¦ έκτούόκτώ) ,
Enni us ¦ έκτούέννία=έννέαβοιωτικά)
Deci us ¦έκτούδέκα) .
Πολλό έπίσης όνόματαδιασήμων οίκογενειωνη καί έθνων, έχουνόνόματαέλληνικήςκαταγωγήςη
έτυμολογίας.
Οί Σαμνίταl η Σαυνίται,έκτούσαύνιον=άκόντιον
Οί Μάρσοι , έκτού Μάρσου, υίού ΟδυσσέωςκαίΚίρκης
Ένετοί, Βενετοί , έκτήςΆσίαςάποίκησαντόπαράλιατήςΆδριατικήςύπότόνΆντήνορα.
Οί Φαλέρl οl ¦δηλ ¨Φαληριωτες¨)ήσανΤυρρηνοί¦νύν Fa| | ar )- "ωσπερ 'Έλληνες οί Φαλέριοι "
(Πλουτ. Κάμιλλος 9)
ΟίΛουτάτιοι, έκτής ΔήμητροςΛουσίας Πρβλ.καίπόλινΆρκαδίαςΛουσσοίη Λουττοί
Οί Τεύτονες, έκτούΤευταμίου, βασιλέωςΛαρίσης. γίόςτούΤευταμίουύπήρξεόΛήθος.
Οί Φλαμίνι οl , έκτού¨φλόξ¨- ¨oέστί των Φλογίνων, έκ τού φλογοειδούς καλύμματος oέφόρουν"
Κ α πολλά
Όθεν. . . "τό όνομα έλληνι κόν έστι και ού ρωμαϊκόν" (Κωνστ. Πορφυρογέννητος) .
24
5. Έξ ούτόσημερ. θηλ. Τατιάνα
1 20
A^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�ΤA^| ^Y
Έπίσης, όλα σχεδόντάμετέπειταδυτικάόνόματαέχουνρίζα έλληνική. Π. χ. .
Κάρμεν, έκ της Καρμέντης, μητρός τού Εύάνδρου. Τερέζα -Θηρεσία- έκ της θήρας, όπως καί τά
έλληνικά Θηρεύς, Θηρέσιος. Άρθοϋρος, έκ τού άρκτοϋρος, ό Φύλαξτηςαρκτου
Άδόλφος, έκτηςκωμιδίαςτούΤερέντιουAde| ph| =άδελφοί . Χίλαρυ, έκτούίλαρά =φωτεινή.
Κορί ν, έκ της Κόρι ννας, της Ταναγραίας ποιήτριας. Έλίζα, έκ τού βασκικού e| | sa =έκκλησία ¦ecc' es| a,
eg' | se, ίρλανδ. eg| s, βρεταν. ί ' ί Ζ) Ραμόν, έκτού ramusδπερέκτούράδαμνος ("Ramon, a ramus ράδα
μνος). Βι ργι νία, έκ τού v| rg ¤| a, v e|ge =άρρενωπή παρθένος, v| r, έκ τού Fίς . Κάρολος, ¦ Καρολίνα,
Κάρλ, Σάρλ κλπ. ) έκ τού chorus =χορός +au| us =αυλός, οίονεί ό "χοραύλης". Νόρα, πρβλ. Νωραξ,
υΙός Έρμού, ό όποίος έκτισε είς την Σαρδηνίαν την Νώραν. Λάνσελοτ έκ τού | ancea δπερ έκ τού
λόγχα, λόγχη- Ρι χάρδος, έκτούrego, ΓθΧ, δπερέκτούόρέγω, όρέγων . . .
*
Κ
α
ί όλί
γα περ
ί
τη
ς
Ρ
ωμα
ϊ
κη
ς
Θ
ρησ
κε
ί
ας
Γράφει ό Μ. Cary
,40
δτι είχαν ένσωματωθη στην Ρωμαίκη λατρεία στοιχεία τού έλληνικού τελε·
τουργικού. Είχαν καθορισθη εΙδικές έξιλαστήριες τελετές των έλληνικων ύποχθονίων θεοτήτων, τού
Πλούτωνος καί της Περσεφόνης. . . ιι ή ίταλική εύχαριστήριος έορτή των Κρονίων μεταβαλλόταν σέ
έλληνικό πανηγύρι ξεγνοιασιάς « . « ιι
Ό Άθήναιος
2^/
διευκρινίζει.
"Βά των ό Σι νωπεύς . . . σαφως έμφανίζει τ ην των Σατουρναλί ων
248
έ ορτ ην
Έλληνι κωτάτην, φάσκων αύτήν παρά τοϊς Θεσσαλοϊς Πελώρια καλεϊσθαι . . θυσίας κοινής τοϊς
Πελασγοϊς γι νομένης . . . καί αύτόν τόν Πελασγόν προθύμως διακονεϊν . . . καί θύοντας Δι ί
Πελωρίψ ταπέζας παρατιθέναι καί φιλάνθρωπον τήν πανήγυριν συντελεϊν . . . καί τούς δεσμώ-
τας λύει ν καί τούς οίκέτας ¦=ύπηρέτας)
2^9
παραλαμβάνει ν ..ιι
Σημειωτέονδέ δτικαίτάλατινικάόνόματατωνέλλήνωνθεωνείναιέλληνικηςέτυμολογίας.
J0p te| ¦Ζεύς Πατήρ) , V ¤erva η Άθηνά ¦ me¤s =μένος, νούς) , Ve¤0s η Άφροδίτη ¦ |ωνος -τιμή) ,
Nept0¤0s ό Ποσειδων ¦νίπτω) , Vars ό Άρης έκ τού ¦ Μ)Αρς, Vesta η Έστία, D a¤a η Άρτεμις έκ τού
d0a¤a =διπλη ¦ ¨ D| a¤avocatam q0as D0a¤am, q0od ' 0¤a et d|e et ¤octe appareat) έπειδη η Άρτεμις ·
σελήνηπαρουσιάζεταικαί την ημέρακαί την νύκτα, Frose|p ¤aη Περσεφόνη, κλπ. κλπ
Ι ¦
Περί τής κατό Ρωμαί ους Θεολογίας
:
250
" έορτάς τε, όποίας τι νάς έκάσΤζ θεων Γ δαι μόνων δγε-
σθαι προσήκει , καί θυσίας, α[ς χαίρουσι έκεχει ρίας τε αύ καί
πανηγύρει ς καί πόνων άναπαύλας καί πάντα τά τοι αύτα,
όμοίως κατεστήσατο των κρατίστων παρά τοίς 'Έλλησι νομί μων . »
*
246. Ρωμ. Ι στορίαΑ'
365, 366
247. Δειπνοσοφισταί 1 4.45
248.Saturnal i a: έκτού satis =aδην =όρκετά.διό τροπήςτής δασείαςείς Ü καί τού δείς1. .
249. Πρβλ. τηνρωμαικηέορτητωνδούλων.
2b0. Εύσέβιος Pr. Εν. 2. 8.
1
π0� Η �^^¬^| |¬ |0^' ^000| ¬�� τοι 0A||0�^| 0 ^^|^ 1 27
Άλλα καίοί μηνες τού 'Έτους, καθως καί οί ήμέρες της έβδομάδος, στα δυτικαλεξιλόγια καθορί
ζονται ελληνιστί Έμείς χρησιμοποιούμε,ωςπρόςτουςμήνες, τα σχετικααντιδάνεια.
Ίανουάρι ος
:
. . . . . .
Φεβρουάρι ος
:
. . .
Πρόςτιμηντού Ί ανού
Περίτού ΈλληνοςΊανού βλ σελ 95τής Είσαγωγής.
( γaλλ. |a¤v e|, ίτaλ. ge¤¤ayo, ίσπ. e¤e|o, άγγλ. | a¤ua|y, γερμ. Ja¤ua|)
Ό τελευταίος μήνας τού λατινικού ημερολογίου Έτελούντο εορταί καί προσέφερον
είς τους θεους ¨θερμόν όλας' ' θιβρός ¦¬θερμός)· λατιν febri s. Συνήθης έναλλαγη
τού θείς φ (γaλλ. fev||e|, ίτaλ. feoo|a o, ίσπav. feo|e|o, άγγλ. feo|ua|y, γερμ. Feo|ua|)
Μάρτι ος: .
Πρόςτιμηντού θεού Άρεως
'
Άρης λατιν APSκαί προσθήκηευφωνικούΜ, Mars.
( γaλλ. ma|s, ίτaλ. ma|zo, ίσπ. ma|zo, άγγλ. ma|ch, γερμ, Va|z)
[Σημ, : Τό γνωστό "έμπρός Μάρς" είναι άκριβώς κέλευσμα πολεμικό:
έμπρός Άρης - έμπρός Μάρς, ]
'
Απρί λι ος
:
¯
Έκτούλατινικούa p | ' u s , τόόποίονείναιελληνικήςετυμολογίας
Οίλατίνοιπαρέλαβαντηνρίζατήςλέξεως
μέσψτώνΈλλήνωνΈτρούσκων, οί όποίοι
' ΆΡΓυ", δηλ ¨ΆΦΡ ώ¨, ώνόμαζαν την εκ τού αφρού γεννηθείσαν Άφροδίτην Γι
αυτό καί ό μήνας ap| ' us, μήνας τής ανοίξεως, έδωσε καί τό ίταλ ρήμα apri re που
σημαίνει¨ ανοί γω¨ ( γaλλ. av|| ' , ίτaλ. ap|| ' e, ίσπ. ao| ' , άγγλ. ap|| ' , γερμ. ΑΡΓί | )
Μάϊος: . . . .
Πρός τι μην τής Μ αίας , τής μητρός τού θεού Έρμού ¦μαία =σεβαστη γυνή) , οί
λατίνοι ώνόμασαν τόν μήνα Va us Γι αυτό ακριβώς καί σήμερα η ¨εορτη τής μητέ·
ρας¨εορτάζεταιαυτόντόνμήνα.
( γaλλ. ma , ίτaλ. magg| o, ίσπ, mayo, άγγλ. may, γερμ. Va )
Ίούνι ος
:
.
Τό La|ousse
_
tymo' og que αναφέρει ότι απεκλήθη | ούνιος πρός τιμην τού Ίουνίου
Βρούτου ¦Ju¤ us B|utus) Ju¤| us είναιό αναφερόμενος στην Ju¤ο Έτσι ώνόμασαν
οί λατίνοι την ΗΡ α . Κατα τόν Στράβωνα εκ τού Διώνη , την πρώτη σύζυγο τού
Διός. Κατόλλουςόμωςη Ju¤ο είναιπαραφθορατήςλέξεως ¨γυν ή ¨ Ή Ήρα-Ju¤o
είναι η γυνη τού Δι ός. Ή ¨πρώτη κυρία¨ θα λέγαμε σήμερα ( γaλλ. | u| ¤, ί τaλ. g| ug¤o,
ίσπ. | u¤| o, άγγλ, | u¤e, γερμ. Zu¤ )
Ίούλι ος
:
. . .
¯
. .
Πρός τιμην τού Ίουλίου Καίσαρος Ό Ίούλιος Καίσαρ φέρει όμως όνομα ελληνικής
ετυμολογί ας ϊουλος σημαί νει χνούδι , βόστρυχος, ¨χνουδωτό¨ στάχυ. Ή θεα
ΔήμητραόνομάζεταιΊουλώ, j ul i us είναιόαναφερόμενοςείςτηνΊουλω·Δήμητρα.
( γaλλ. | u| | ' et, ίτaλ. ' ug| o, ίσπ. | u| o, άγγλ. | u'y, γερμ. Ju| ) .
ΑυΥουστος
:
. . .
Πρός τιμην τού Καίσαρος Αυγούστου Augustus λατιν. σημαίνει σεβαστός, αρχηγός,
ίερεύς, εκτούρήματοςaugeo =αυξάνω, αυξω,
Augustusείναι¨όπράττωνέπίτηαυξήσειτώνπραγμάτων¨.
Οί ίταλικες ¨ευχές¨ "augu|| ¨, δεν είναι παρα ευχες αυξήσεως Ευχόμεθα αϋξησιν
ετών, χαρός, περιουσίας, ευδαιμονίας
.
( γaλλ. aoOt, ίτaλ. agosto, ίσπav. agosto, άγγλ. august, γερμ. August ) .
Σεπτεμβρι ος
:
.
Άπότόναριθμόέπτό ¯ septem,
Άρχικώς ήτοόέβδομοςμήνας, καίόχιόένατοςόπωςσήμερα.
( γaλλ, sept emo| e, ί τaλ . settemo|e , ίσπ. sept | emo| e, άγγλ. sept emoe| , γερμ
Septemoe|)
'
Οκτώβριος
:
Άρχικώςόγδοοςμήνας,εκτούόκτω · octo.
( γaλλ. octoo|e, ίτaλ. ottoo|e,ίσπ. octuo|e, άγγλ. octooe|, γερμ. Oktooe|)
Νοέμβρι ος
:
.
Άρχικώςένατοςμήνας, εκ τού novem όπερεκ τού έννέ(F)α,
( γaλλ. ¤ovemo|e, ίτaλ. ¤ovemo|e, ίσπ. ¤ov emo|e, άγγλ. ¤ovemoe|, γερμ. Novemoe|) .
Δεκέμβρι ος
:
.
Άρχικώςδέκατοςμήνας, εκ τού decem όπερεκ τού δέκα.
( γaλλ. decemo|e, ίτaλ. d| cemo|e, ίσπ. d c emo|e, άγγλ. decemoe|, γερμ. Dezemoe|)
1 28
A^^A T�| |000Y^0Y �Y�ΤA0| ^Y
ΗΜΕΡΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ: . . . . . . . . . . . . . γαλλ. ' u¤d , ίταλ. ' u¤edί ¦έκ τού Lune =Σελήνη (βλ. σχετικόν λήμμα) +di έκ τού dies
= δϊα =ήμέρα. ίσπ. ' u¤es (βλ. λ. ' u¤e) . άγγλ. mo¤day ¦έκ τού μήνη =σελήνη +day
=δία) γερμ. Vo¤tag.
ΤΡΙ ΤΗ : . . . . . - . . . . . . . . · . . . . .
γαλλ. mard , ίταλ. marted| , ίσπαν. martes ( Mars +dies, 'Άρης + δϊα - βλ. ώς ανω- ) .
άγγλ. Tuesday, γερμ. D e¤stag ¦ έκ τού ΤΥΓ, Ζί υ =ονομασία τού Αρεως τών
Τευτόνων,εκσυγχύσεωςπροςτο Ζεύς, +day=δία).
ΤΕΤΑΡΤΗ : . . . . . . . . . . . . . . γαλλ. me|c|ed , ίταλ. me|co' ed| , ίσπ. m e|co| es, λατ. Mercuri us ¦βλ. λ. ma|cha¤t) ,
άγγλ. Wed¤esday ¦έκ τής κελτικής θεότητος Woden, ταυτιζομένης προς τον
Έρμήν, έκ τού βαδί ζει ν). γερμ. V| ttwoch έκ τού m| tt + woch ¦ώς μέττον =μέσον
τήςεβδομάδος.
woc¤εκτού |όχος, το περιλαμβάνοντι) .
ΠΕΜΠΤΗ : · . . . . . . . . . . . . . .
γαλλ. | eud , ίταλ. g| oved| , ίσπ. | ueves ¦παραΦθορατού "Jovi s di es" , δηλ Δι ός δϊα) .
άγγλ. T¤urs·day τοT¤urs θεωρείταιάβεβαίουετυμολογίας.·θύρσος, ·
γερμ. Do¤¤e|stag. Εκτού Do¤¤e| =κεραυνός, βροντη Διός, εκ τού τεννω=στενω,
βογγώ στεναγμοςτού ουρανού.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ : . . . . . . . .
γαλλ. ve¤dred| , ίταλ. ve¤e|d| , ίσπ. V| e|¤es. Ημέρατής Αφροδίτης
Venus. Ve¤us
εκτού |ώνος=τιμή. Αγγλ. F|| day, γερμ. F|e tag¦εκτού Frig =γυνή θεού, μεπρώτη
εννοια¨αγαπητή¨. ΦρίαείναιήγερμανικηΑφροδίτη (πρβλ. Αφρώ, Apru) .
ΣΑΒΒΑΤΟΝ: . . . .
'
. . . . .
γαλλ. samedi , ίταλ. saooato, ίσπ. saoado (βλ. σχετ. λήμμα) . άγγλ. Satu|day, έκ τού
Saturnus =Κρόνος, όπερεκτούsatis =οδην =αρκετά.γερμ. Samstag.
6YP| A6H
·
.
·
. . . . . . . . . . . . .
γαλλ. d| ma¤che, ίταλ. dome¤ ca, ίσπ. Dom| ¤go ¦εκ τού dοmί nus=κύρι ος, δεσπό·
της, domus = δόμος) . Αγγλ. Su¤day, γερμ. So¤¤tag, έκ τού sun =σ-ήλιος ¦ήμερα
ήλίου).
ΠαρατηροΟμεν ότι οί δυτικοί διατηροΟν άρxaι oελληνΙKή όνοματοθεσία:
Δευτέρα ¨Σεληναία¨
Τρίτη
¬
¨Αρεία¨
Τετάρτη
¬
¨ Ερμεία¨
Πέμπτη ¨Δία¨
Παρασκευη
¬
¨Αφροδιτία¨
Σάββατον
¬
¨Κρονία¨
Κυριακη
~
¨ Ηλιαία¨
Από τούς 'Έλλη νες ή έβδομάδα πέρασε στούς Ρωμαίους,
πού δι ατήρησαν τίς έλληνι κές όνομασίες των ήμερων,
μεταφράζοντάς τες όμως στήν λατι νι κή . " ,
("Μετρώντας τόν αχρονο χρόνο" - Σ. Θεοδοσίου, Μ. Δανέζη)
π0� Η �^^¬ι| |¬ "0ι| ^000| ¬�� τοι 0A"|0�^| 0 ^^|^ 1 20
Θακλείσουμετόκεφαλαιον¨Λατίνοιαντιγραφείς¨παραθέτονταςΚαταλογοντών κυριωτέρωνλατί·
νων συγγραφέων καΙ τών ¨λατινικών¨ έργων τους. Ή περιληπτική αύτή παραθεσις αποδεικνύει τα όσα
ηδη ύπεστηρίχθησαν.
¦Πηγή. CD·RΛατινικηΓραμματεία·"Μουσαϊος"(Τ. Ι Ι. ) τής Μαριάννας Μάκ Ντόναλντ· τούΠανεπιστημίουτήςΚαλλιφορνίας).
ACC| USLUC| US
Vos, exemp| ar| a Graeca noct ur na
º5¹
versate manu, versate d| urna.
(' Εσείς, ήμέρα και νύκτα τά έλληνικά παραδείγματα,
βιβλία, νά έχετε άνά χείρας) ·
Έγραψε. D| dasca| | ca, Fa|e|ga, Fragmat|ca
Τραγψδίαι.Ac¤ ' ' es, Vy|m do¤es, Aeg st¤us, C' ytem¤est|a, Agamem¤o¤ dae, E| go¤a¦=Ήριγόνη) ,
A' cest s, A| p¤es ooea¦=Άλφεσίβοια) , Amp¤ tryo, Fe|s| dae, A¤d|omeda,
A¤temor| dae, De| phoous¦=Δηίφοβος)A¤t go¤a, Astya¤ax, At¤amas, At|e0s, Bacchae,
C¤|ys| ppus, D omedes, Ep| go¤ , E| phy| ' a, Ep| ¤avs mac¤ae, E0|ysaces ¦=Εύρυσακης) ,
He| | e¤es, 1 0 ¦ =Ίώ) , F|omet¤eus, Vedea, Ve' a¤| ppus, Ve' eager¦ =Μελέαγρος) ,
V| ¤os, Neopto| em0s, T|oades, Hec0oa, Nyctegres a, Oe¤omaus, Fe| op dae,
F¤ | ' octeta, F¤oe¤| ssae, Theoa s, Stas astae,Te' ephus¦= Τήλεφος) .
AED| T| USVALER| US
Έγραψε. Ep grammata
L. AFRAN| US
Έγραψε. Ep| st0' a, Frat| ae, Fa¤te' 0s
L| B| USANDRON| CUS
Έγραψε. Odyss| a
Τραγψδίαι.Ach | | es, Aeg| sth0s, A| ax, Vast gophor0s, A¤dromeda, Da¤ae, He|m o¤a, Tereus ¦=Τηρεύς) .
CAEL| USAP| C| US
Είδικεύθηκεκυρίωςεί ςταπερίΜαγειρικήςβιβλία.
Apot¤e|mum, Amu' atum, Fepo¤es, Pap¤a¤os, Spho¤dy| , Ca|oetae, G0st0m, Faseo' , F¤oe¤ copte|o,
Bu| oos¦=βολβοί) , Ova¦=ώ Fα) , Sep| a¦=σουπια) Fo|ypous, Ec¤| ¤0s¦=αχινός), Vy|e¤a.
Έγραψεακόμη. Ep| me' es, Sa|coptes, Cep0ros¦=κηπουρός) , Osp|eo¤, Fo|yte| es, Tetrap0s, T¤a' assa,
Ha' evs¦=αλιεύς) , Fa|adoxum, Hypot| mma¦=ύπότριμμα) .
L.AMPEL| US
Έγραψεγιατα7 θαύματατούκόσμου,όπουμαςπαρέχειτηνπληροφορίαότι τατείχητήςΒαβυλώνος
ταέκτισεό Μέμνων,καΙτΙς ΠυραμίδεςόΑγαρτος ¦ Η' ) .
APULE| US
Εί ςτόπερισωθενέργοντου περιέχονταιπροτάσειςέλληνολατινικεςκαί έτυμολογίεςτούτύπου.
-¨έγκολπίαιgraeces0¤t ¤om ¤at|"=έγκολπίαι έλληνιστίόνομάζονται.
-¨έξυδρίαιAtt| co|um| ¤g0a¨=έξ0δρίαι κατατήνγλώσσαντώναττικών.
-¨αφηλιώτηςa Graec| s¨=άφηλιώτης έκτώνΈλλήνων.
¬¨βορέαςg|aece,απότήςβοής¨=βορέας έλληνιστί,απότήςβοής
-¨εύρόνοτονGraec voca¤t¨=εύρόvοτοv οίΈλληνεςαποκαλούν.
-¨κόσμος, g|aece¤ome¤ . . |ect| ss| meG|aeca' ¤guas g¤|I|cat¨=κόσμος,έλληνικόνόνομα. ..
όρθόταταήέλλην. γλώσσατόκαθορίζει.
-¨quaeδόγματαgraeced| c| ¨=αύταταόποία οί Έλληνεςλέγουνδόγματα.
-¨F' ato ίδέας vocat¨=ό Πλάτωνίδέας όνομάζει.
2b¹ Οράτιος,DearlepoeI|ca,268.
1 30 /^^A T�' ³000Y^0Y ÷Y�TA0' 0Y
ΑΝΟΝΥΜΙ TRAG| C|
Ύπάρχειεπψδόςελληνιστί. "Ύyίaι νε πάτερ,
ύyίaι νε μητερ".
ΑΝΟΝΥΜΙ EP| COLYR| C|
Fe¤tes| | ea, Ve|s0sO|ph| c| , DeVet| s
ARGUMENTA διάφορα, Άνωνύμων.
Decast c¤a, Vo¤ost cha, Tet|ast| cha, B0co| caetGeo|g ca, Ep g|amma, B0co| ί ca
APULE| USMADAURENS| S
Έγραψε. Apo' og a, Vetamo|phoses, DedeoSoc|at s, A¤ec¤ome¤os¦=άνεχόμενος) , He|mago|as,
Fhaed|o, Ep toma H sto|| a|0m, De F' ato¤ s Έμβολίμως θετει κείμενα έλληνιστί καί λέξεις έλληνικές.
Π. χ. ¨0tG|aec ίεράννόσον. . ¨
AQU| L| US
Έγραψε Boet a
AUF| D| USBASSUS
Έγραψε H sto||ae
AUGUSTUSOCTAV| ANUS
ΈγραψεApop¤t¤egmata, Ep st0|ae
C. AUREL| ANUS
Έγραψε DeFa|me¤ de·περίφύσεως-
Α. ALB| NUS
Έγραψε¨ Ι στορία¨στηνέλληνική, όπωςμαςπληροφορειό Κικέρωνστόν¨Βρούτο¨.
AULUSGELL| US
Έγραψε τόπερίφημο Noctes Att cae, στά διάφορα Βιβλία·Κεφάλαια τούόποίου περιγράφει, άφηγειται,
έπεξηγει, παραδέχεται, καυχαται , γιά τό πώς καρπώθηκαν οί ΡωμαΙοι τόν Έλληνικό Πολιτισμό καί
κυρίωςτηνΈλληνικηΓλώσσα.
Π. χ. ¦έκτόςάπόόσαέχουμεηδηέπικαλεσθή) .
-¨Fae|exq0as πάλλαξ. Ut p' e|aq0ea' a. . vocao0| 0mG|aecof' ex0mest¨¦ =Fae|exώςπάλλαξ.' Όπως
πλείστα αλλα .. καί αύτο το όνομα προέρχεται έκ της έλληνι κης) . ¦- 4. 4)
-¨σατράπηνG|aec voca¤t¨¦=σατράπηνοί Έλληνεςάποκαλούν) ¦ 8. )
-¨έκεχειρίανappe' ' a¤t¦=όνομάζουν- οί 'Έλληνες-) . . . q0odge¤0sG|aec| , τύπουςet ύπογραφάςq0am
¦=παρό) όρισμο0ςvoca¤t¦=όνομάζουν) . ¦ l . 25)
-¨hocve|o0mq0oVa||o 0s0sest, G|aec0mest. μελισσώνες, άμπελώνες,δαφνώνες¨. ¦=Όλόγοςτόν
όποιονχρησιμοποιειό Βάρρωνείναιέλληνικός...) ¦ 2. 20)
-' ' Q0odόμαξανG|aec voca¤t¨¦=αύτόπούοίΈλληνεςόνομάζουνόμαξα). ¦ 2. 2 l )
-' ' Q0aeG|aec χαρακτήραςvoca¤t¦=όποια οίΈλληνεςόνομάζουνχαρακτήρας. . άδρόν,ίσχνόν,
μέσον) . ¦ 5. l 4)
-¨Gaec ί π q0adam spec| e p|aete||t tempo|| s, q0od παρακείμενον appe' ' a¤t =¦οί Έλληνες ένα είδος
παρελθόντος χρόνου τόν όποιον όνομάζουν παρακείμενον) είναιέτσι. γράφω γέγραφα, ποιώ πεποίη·
κα, λαλώλελάληκα = . ¨ ¦ 5. 9)
-¨Oo' t s0¤tPomae| oq0 e|' | ¤g0aLat|¤a¨(=στην Ρώμη δέν ξέρουν πιό νό όμιλούν λατι νι κά). ¦ l . 24)
-¨A| o| ¤o, homoPoma¤0s, G|aecao|at o¤e|esPoma¤ascompos0 t¨ ¦=όΆλβίνος, όνηρΡωμαΙος,
στηνέλληνικηγλώσσασυνέθεσετην Ρωμαικη Ι στορία) . ¦ ¹ ¹ . 8)
π0� Η ο^^Η^Ι |Η |0^' ^000| ¬< ΤΟι 0A||0�^| 0 ^ο|ο
-Είςτό2.23έκθέτειότιοί παλαιοίποιηταίτουςέμιμήθησαντουςΈλληνας (versas de Graeci s) ,
άλλΟτά Ρωμ. έργα είναι κοινότατα καί πτωχά. . .
-Είςτό9. 9παραθέτειέκφράσειςέλληνικές"ex poemati s Gaeci s" : "το καλον πεφιλημένε",
"γέγηθε δέ τε φρένα Λητώ" . . κ. ο. πάμπολλα.
¬Είςτά9. l b έξηγείαύτάπουGraece appel I atur ¦=έλληνιστίκαλείται) δπορον καίστά9. l 5
quod Graece di ci tur ¦=λέγεται) άντι στέφον.
-Είςτά l 8. l , "quas φαντασίας phi I osophi appel l ant".
- Είςτά l 3. 5, "quas Graeci προσψδίαςappel l ant" .
- Είς τά l 3. 9έπεξηγείπώς τάέλληνικάνύπέρ οίΛατίνοιτά είπαν super("quod Graeci ύπέρ, nos
super di ci mus" ) , τό ύπτι ος supi nus, τά ύφορβός subul cus καΙ πώς τον "υπνο" τον είπαν
sypnus καΙ κατόπι ν, δι· έναλλαγης τού Υ μέ το ο, sopnus - somnus.
- Είςτά l l . bείσάγειτάνόρο σκεπτικοί : ( "Graeco cognomento σκεπτικοίappel lantur") .
-Είςτό l l . 7ζηλεύειτίςλέξειςτίςδυσκολομετάφραστες καί δυσκολοπρόφερτες,όπως οψιμαθία,
άπειρόκαλος . . . πολυπραγμοσύνη ¦ l l . l 5). = προηγμένα et άποπροηγμένα ¦ l 2. b). . .
1 3 1
-Είςτά l 3. l 7θαυμάζειτηνλέξι παιδεία ("quod Graeci παιδείανvocant") , στά l 3. 23τηνλ. σκιαμαχία,
στά l 3. 2bτάδύοόμηρικάρήματα ''άσκε lθι Ίρι ταχεία¨ , στό l 3. 3l τάρημαψύχω ("quod Graece
Ψύχεινdi citur") , στό l b. 2bτορ. άνανεοϋμαι ("quod Graeci di cunt άνανεούται¨)καίστά l b. 25άναλύει
στουςλατίνουςπώςόΑριστοτέληςκαθορίζειτηνλέξιsyl l ogi smum" ·συλλογισμός·.
-Εί ςτόl 5. l παροτρύνειτουςΛατίνουςνάστοχασθούν ("ένθυμημάτιον'') μελετώνταςτουςλόγους
τούφιλοσόφου Μουσωνίου.
-Είς τό l 7. 8έπεξηγείτίςλέξεις "ά ξίωμ α καί "εΙσαγωγαΙ " καίσυστήνειμελέτη νέλληνικώνβιβλίων
( " necessario ad Graecos I i bros" ) .
-Εί ςτάl 7. l 8 όμιλείπερί "όπτικής", ώςμέρουςτης "γεωμετίας": "Pars geometriae όπτικηappel atur . . ¨
- Είς τά l 7. l l έπεξηγείτί είναι ή "τραχεία" ( "quaeταχεία di ci tur") καίείςτό l 7.20τίείναιτό 'ενθύμημα".
- Είς τά l 8. l 4 άναφέρειέκ νέουπόσοπολλοίόροιέλλείπουνάπό την λατινικηγλώσσα ("vocabul a i n
I i ngua I ati na non habent") , όπωςήμιόλιος( hemi oI i os), έπίτριτος (epitritos) .
Είς δέ τό l 2. 9άπορεί μέ την ογνοια τών Λατίνων οί όποίοι δεν κατανοούν ότι ό άστερισμός τών
Υάδωνέτυμολογειταιέκτούϋω -βρέχω ¦ώς σηματοδοτώντηνέποχητών βροχών) καίτά έτυμολογούν
έκτούσύς=χοιρος'
C. CAES| USBASSUS
Έγραψε περί Μέτρων · De Metri s ¦ π. χ. i ambi cus, tri metrus, De Hi pponactei s ¦περί τού ποιητού
Ίππώνακτος) , de Hendecasyllabo, de ProceI eumati co ¦=περί προκελευματικού) . Ithyphal l i con ¦ίθυφαλλι·
κόν) , Εχ spondeo . Καί όταν άδυνατη νά μεταφέρη τους όρους, τους παραθέτει έλληνι στί .
'Έπτακαιδεκασύλλαβον¨, ¨άπάμείζονος¨, ¨άπάέλάσσονος¨.
Έγραψεάκόμη. Epos, Epi gramma, I ambi ca, Lyri ca, Tragoedi a, Comoedi a, Mi mi ca . . .
Μ. B| BACULUS
Έγραψε Epi grammata
BRUTTED| USN| GER
Έγραψε Hi storiae
CAEC| L| USSTAT| US
ΈγραψεAethrio, Androgynos, Asotus, Chrysion, Dardanus, Ephesi o, Epi cI eros, Epistathmos,
EpistuI a, Gamos, Harpazomene, Hymni s, Hypobol ί maeus ¦=ύποβολιμαίος) , NaucI erus
¦=ναύκληρος) , Nothus ¦=νόθος) , OboI ostates ¦=όβολοστάτης) , Progamus ¦=προγαμών) ,
Symbol um, Synaristos, Synephebi ¦=συνέφηβοι) , Syracusi i , Tri umphus . . .
1 32 A^^A Τ<Ι ΙΟΠΟΥΜ0Υ ÷Y�ΤA^' ^Y
CATULLUS
ΈμιμήθηκυρίωςτονΦιλητακαί τονΚαλλίμαχον,τουςΎμεναίουςτηςΣαπφούς,
καίείςτηνΊ στορίαντηςΎπατείας,τονΞενοΦώντα.
CALPURN| USFLACCUS
ΈγραψευχΟΓ tyra¤¤| c| da& Aeth| ops.
Τ. CALPURN| US
Έγραψε Buco' | ca.
C. L| C| N| USMACERCALVUS
Έγραψε Ep| t¤a' am| aκαί Ep| grammata.
FLAV| USCAPER
Έγραψε Περί Όρθογραφίας, ¨De O|thograph| a", όπου διευκρινίζει ότι το ¨a¤t|theto¤¨ ¦όντίθετον) τού
¨t0¤c", est¤u¤c¦έστίτονύν) .
Έτυμολογεί.¨c| |ca, q0od estκύκλψ" . ¦κίρκος=κύκλος) .
Είς το έργον του Περί όμφιβόλων Λέξεων (De ve|o| s duo| | s) έπεξηγεί ότι κατάγονται το"de' | |a|e et
de| e|areόποτούλήρου... τοexe¤terav|tόποτώνέντέρων. ¨
C. ATE| US
Έγραψε Εχ Ep| st0' | s
Μ. PORC. CATO
Έγραψε Ep| st0| ae, De Tr| umphaAthe¤| e¤ses, De Vacedo¤| a, De Pheto|| ca.
CHALC| D| US
ΈγραψεέξΈλλήνων-Εχ Graec| s. Εχ | | | ade, Εχ Odyssea, Εχ Hes| od| Theogo¤| a, Εχ Fyt¤agore,
ΠερίΦύσεως.
CORNEL| USCELSUS
Έγραψε ΠερίΊατρικης-¨Demed| c| ¤a¨. ¨Διαιτητικήν, Φαρμακευτικήν, Χειρουργίαν. ¨
Συνεχώς έπαναλαμβάνει . ¨ Graec| ¤om| ¤a¤t¨» = . ¦ =Οί Έλληνες όνομάζουν) . = . ¨ G|aec| φλεγμονην
¤om| ¤a¤t. ¨
Μ. Τ. C| CERO
Πολυγραφότατος, όσχολείται ¦όπως γράφει καί Ο Πλούταρχος)
¯ª¯
με την σύνταξι καί μετάφρασι
τών φιλοσοφικών διαλόγων καί τών όρων της διαλεκτικης καί της φυσικης, στηνγλώσσα τών Ρωμαίων
("έκαστον είς Ρωμαϊκή ν μεταβάλλει ν διάλεκτον'ϊ, ΛεηλατείτοέλληνικοΛεξιλόγιοκαίόναφωνεί.
"Deorum| | nguaest| | nguaGraecorum"
¦ ΘεώνγλώσσαείναιηγλώσσατώνΓραικών)
¯ªº
Στην Έπιστολή του προς Ήρώδη τον Άττικον ( ΧΙ , 53) δηλώνει. Έφοδιάζω την λατινικη με λέξεις.
¦ Γενικώς τίς Έπιστολές του τίς γράφει σχεδoν έλληνολατινικά) . Ό ίταλòς μεταφραστης τού ¨Ι Orato|e¨
παρατηρεί ότι ο Κι κέρων καταφεύγει πάντοτε a' | a mat r | ce g|eca ¦ εί ς την έλληνι κην μήτραν ) .
Έσπούδασε στην Έλλάδα όπου είχε διδασκάλους τον Μόλωνα, τον Φαίδρο καί τον Ζήνωνα. Ό ϊδιος
δηλώνει (Orato|e 95) ότι την έλληνι κη σοφία προσπαθεί νό μεταφέρη στους συμπατριώτες του.
(¨pr0de¤t| aGraeco|0mad ¤ost|0musumt|a¤sfe||| ¨j .
¯ª¯ Πλοuτ.Κικέρων40
¯ªº Βλ. καί Παν. Φούγια¨Κικέρωνό Έλληνολάτρης"Έκδ. Ν. ΣΥΝΟΡΑ
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^| ^000| ¬< T0^ 0A"|0�^| 0 ^^|^
Παραδείγματα άπο το Orator¦-¨ Ρήτωρ¨) .
' ' Has|e|umIormasappe' ' at
`°º
ίδέας¨ ¦8)
¨qu χαρακττG|aeced ctu|"2°º¦3. 4)
¨. . qu Graeceρυθμοςd| c t0|" ¦5b)
¨quamGraec appe| | a¤tθέσιν¨¦ ¹ 2b)
¨quodG|aec|ήθικονvoca¤t
,54
. quodπαθητικον¤om ¤a¤t¨
,54
¦ J 27)
¨q0| διάλογοιd| c|t 0|" ¦ J b0)
¨poetae, q0 λυρικοίa graec s¤om ¤a¤t0|" ¦ J 83)
¨q0os·G|aec|·appe' ' a¤t τρόπους . o q0aevoca¤tσχήματα¨.
Εκ τού " Brutus" .
¨περίοδονappe' ' a| . . . ¨ ¦ ¹ 5J . J Οj
¨0tG|aec d| c0¤tπολιτικόν. . ¨ ¦254. 2)
Εκτού¨Top|ca" :
¨sc e¤t a, quamδιαλεκτικήνappe' ' a¤t"¦b. b)
¨quamGraecέτυμολογίανappe| | a¤t"¦33. 2)
¨A||stote|esσύμβολονappe| ' at" ¦3b. 4)
¨q0aeG|aeceέπαγωγή¤om| ¤at0| ¦42. 3) , q0aeύπερβοληd c| tur" ¦4b. 2)
Είςτο"DeLeg| bus"¦ ΠερίΝόμων)μιμειταιτονΠλάτωνακαίτονΘεόφραστον
¨G|aeco¤om ¤eνόμον, egoa | ege¤do¨ ¦=έλληνικοόνομα¨νόμος¨, έγώ·τοόνομάζω· έκτού
λέγω-συλλέγω, άναγινώσκω) . ¦ J . ¹ 8)
Είςτα''Academ|ca''δηλώνει. ¨·οί Ελληνεςόνομάζουν·φαντασίαν, ¤os appe' | em0sv sum"
¦·έκτού |είδω) .
Είς το " Lucu| | us"¦ J 3b)γράφει .
¨q0aeπαράδοξα¤om| ¤a¤tu|". Καίστα ΡΑΑΑDΟΧΑοί έπικεφαλίδεςτωνκεφαλαίωνείναιστα
έλληνικά.
·¨Οτιμόνοντοκαλοναγαθόν¨.
·¨Οτιαύτάρκηςή αρετήπροςεύδαιμονίαν¨.
·¨Οτιίσατααμαρτήματακαίτακατορθώματα¨.
· Οτιπαςαφρωνμαίνεται.¨
· Οτιμόνοςό σοφοςέλεύθεροςκαί¨παςαφρωνδούλος¨.
·Οτιμόνοςό σοφοςπλούσιος¨.
Είςτο"De F| n| bus" .
¨q0aeλογικηd| c| dur" ¦ J . 2J )
¨ί | Ι ί ¦=έκεινοι)d| cu¤tπάθος¨ ¦3. 3b)
¨q0odGraec πολιτικονvoca¤t". ¦b. 5b)
Είςτο " De Oh| c| | s"μιμειταιτο¨Περίκαθήκοντος¨τού Παναιτίου.
ΕίςτοTuscu| . D| sput| o.
¨q0aeαρμονίαd| c|t0|¨ ¦ ¹ . J 9)
¨q0odκέντρονvoca¤t¨¦ ¹ . 39)
¨μελαγχολίανvoca¤t"¦3. ¹ ¹ )
¨T mo¤eq0 μισάνθρωποςappe| ' atur" ¦4. 2b)
Κατατονϊδιοτρόπο, εί ςτο"DeD| v| nat|one",είσάγειτουςόρουςφυσιολογίαν¦ ¹ . 89) ,
δαιμόνιον¦ ¹ . ¹ 2¹ ) , ζωδιακος ¦2. 87) , όρίζοντες ¦2. 42)κ. α.
Εί ςτο"DeFato"τουςόρουςαξιώματα,δυνατός,λογικη¦ ¹ ) , θεωρήματα ¦ J ¹ . 3) .
`°ºappe||o=όνομάζω,·d|co=λέγω,voco=άποκαλώ, nom| no=όνομάζω
1 33
1 34
A^^A T�| |^0^Y^^Y �YfA0| ^Y
ΓράφειCa|m ¤a. A' cyo¤es, Ep g|amma, Odyssea, θΧ Aeschy' o.
Είςτό'¯| maeus" .
¨q0ae G|aeceάναλογία¨ ¦ J 2. J 6)
¨q0odσφαιροειδέςG|aec voca¤t¨¦ J 7 9)
Είςτό " DenaturaDeorum" .
¨q0od G|aec|ήγεμονικόνvoca¤t' ¦ 2. 28)
¨κύκλοςG|aec d| c|t0|¨¦ 2. 47)
¨Κρόνοςd c t0|, q0| est¦=όποίονέστι) Χρόνος¨¦2. 64)
¨ F|ose|p ¤a, q0odG|aeco|0m ¤ome¤est¦=τόόποίονΈλλήνωνόνομαέστι) Περσεφόν稦265)
¨Δημήτηρ,q0as ¦-ώσαν)γη μήτηρ. . . ¨
Vestae ¤ome¤a G|aec| s. Έστία d ct 0|"
¨συμπάθειανG|a voca¤t" ¦3. 27)
"| ' | aq0ae aG|aec saccep| sse¤tLat| ¤ . . ¨ =ΑύταταόποίαέκτώνΈλλήνωνέδέχθησανοίΛατίνοι . .
¨. . a G|aec sve|oo|0mcop| a. . ¨ =έκτώνΈλληνικώνλέξεωνάντιγραφή. « ¦ ¹ . 8)
Γιαύτόκαί ό Γ. Μιστριώτης (' Ελλ. Γραμματολ. Β' 030, 7) παρατηρεί. "ό Κικέρων τήν έλληνικήν φιλοσο
φίαν περιεβάλετο ρωμαϊκή ν στολή ν . . . τά των Ρωμαίων γράμματα είναι άπομιμήματα των έλληνικων. "
Τί χρείανόλληνέχομενμαρτύρων,
Νά πώς έπέρασαν στους δυτικούς, λέξει ς όπως. sympat h e, ha| mo¤ e, ce¤t |e, me' a¤co' e,
m sa¤th|ope, phys o' og| e, demo¤, zod aq0e, ho| zo¤, ' og q0e, theo|eme, a¤a| og e, hegemo¤ q0e + . καί
γενικώςόλαόσαάνεΦέρθησαν ώςόνω, καιόσαθααναφερθούνένσυνε¿είo . .
C| NC| USLUC| US
ΈγραψεG|ammatcaκαι ΕχH sto|| s.
C| NNA
ΈγραψεZmy|¤aκαι Ep g|ammata.
CLOAT| USVERUS
Έγραψεπεριτης Έτυμολογίαςτών λέξεων, είδικώςδι ατήνσχέσιμεταξυΈλληνικηςκαιΛατινικης. .
¨Ve|oo|0mg|aec st|acto|0m". Ύπάρχουνμόνοναποσπάσματα,όπωςτόκατωτέρω.
¨Iae¤e|ato|, άπό τού φαίνεσθαι
e||a|e,άπότούέρρειν
¤g' a¤s, d estΔιός βάλανος¨.
CLAUD| USTUSCUS
ΈγραψεόμοίωςπεριΈτυμολογίας,διεσώθησανέλάχιστααποσπάσματα ¦I|agme¤ta) .
Π. χ. ¨m0ssa|eθΧ G|aeco . . G|aec μύσαιd| c0¤t".
MAURUSTERENT| ANUS
DeSy' ' ao| s, DeVet|| s.
CURT| US RUFUS
Έγραψε H sto||aeA'exa¤d| Vag¤
DOM| N| USMARSUS
Έγραψε Ep g|ammata.
EGNAT| US
Έγραψεπερι Φοίβου "Fhoeo0m"
π0� Η �^^¬ι| |¬ "0ι' ^000| ¬< T0ι 0A||0�^' 0 ^0"0 1 35
ENN| USQU| NTUS
Έγραψε Fa¤c|at| astes ¦ =Παγκρατι ασταί ) , Ep g|ammata, F|ot|ept| c0s, Ep| c¤arm0s, Hedyp¤aget ca
¦=¨ήδηφαγητικά¨) καί Tragoed| ae. Ac¤| ' ' es, A ax ¦Αίας) , A' cmeo, A' exa¤de|, A¤d|omac¤a, A¤d|omeda,
At¤amas, C|esp¤o¤tes, Erec¤tevs ¦=Έρεχθεύς) , E0me¤| des, Hecto||s 'yt|a ¦= Έκτοροςλύτρα), Hec0oa,
| p¤ ge¤| a, Vedea, Ve' a¤| ppa, Nemea, F¤oe¤ x, Te| amo¦ = Τελαμών) , Te' ep¤0s, T¤yestes
EP| CADUS
Έγραψε DeVet| s
G. FANN| US
Έγραψε H sto| ae
POMPE| USFESTUS
Είς το ¨Deve|oo|0m s g¤| I| cat o¤e¨ ¦ =Περίτης σημασίας τών λέξεων) έπεξηγεϊ λ.χ. ότι ¨d c| m0s θχ
G|aeco¨ ¦=ονομάζομεν έκ της Έλληνικης) το spo¤so| έκ τού σπένδω, το serpe¤tesέκ τού έρπετά, το
sexέκ τούεξ, τοseptemέκτούέπτά, το pav||eέκτούπαίειν.. Κ. α. πολλά.
ANNUSFLORUS
ΈγραψεA¤t¤o' og| a
S.FRONT| NUS
ΈγραψεSt|ategemetaκαί DeAg|or0m¦Στρατηγήματακαί Περί Άγρών) .
Μ. CORNEL| USFRONTO
Όπως καί Ο Κικέρων. στίς Ep| st0|aeπαρεμβάλλει λέξεις καίφράσειςστό έλληνικά, καθώς καίέλλη·
νικους στίχους Καί όπως άκριβώς όλοι άνεξαιρέτως οίΛατϊνοι, άναφέρεται καί αυτος στους Έλληνας
φιλοσόφους, ρήτορας,πολιτικούς,στρατηγούς.
Είς το εργον του De Fe|| s ¦ 4. 2) τελειώνει τήν έπιστολή του μέτον χαιρετισμον ¨Va' e ¦ =F·ούλε
=ύγίαινε) m| mag sterφιλόστοργεανθρωπε¨
Έγραψε καί περίτού κιθαρψδούΆρίωνος¦A| o¤) . ¨. . c| t¤araetd t¤y|amoopr m0s . . . Ar| o¤¨.
FRAGMENTA ¦=Άποσπάσματα· άγνώστων-)
De amo co, De t|oc¤a|co, De dacty' | co, De a¤apaest co, De sy| | ao s, De amp¤ mac|o, Tetramet|0m,
Tr| orac¤y, Dodecasy' | ao0m, C¤o|| amoo, Spo¤deo ¦=σπονδεϊος) .
GA| US| UL| USCAESAR
Έκτος άπο τό γνωστό De oe| ' o Ga| ' co καί Be' ' 0m C v | e, εγραψε De A¤a' og a, Ep st0' ae καί περί
Μενάνδρου ¦ Ve¤a¤de|).
L. | UN| USMODERATUS
Έγραψε¨Κτηνικός¨, ¨Καθολι κά¨, όπουάναφέρει .
¨G|aec|μυγαληνappe| ' a¤t¨ ¦5. ¹ 5)
¨G|aec|άσφάλ τειονappe' | a¤t¨¦5. ¹ 5)
¨ Graec|σίλφειονvoca¤t¨¦5. J 7)
¨Graec|κρεμαστηραςappe' ' a¤t¨¦5. 25)
' ' Est ¤ome¤ίππομανές¨ ¦5. 27)
¨G|aec|voca¤tϋδρωπᨦ7. 7)
''Appe| ' a¤tGraec όρνιθώνες,περιστερώνες,ίχθυοτροφεϊα,μελισσώνες,χηνοβόσκια,λαγοτροφεϊα. . ¨¦8. ¹ )
¨Graec|σταφυλϊνονvoca¤t¨ ¦9. 4)
` ' Q0asG|aec|voca¤tn¿oυς¨¦9. b)
¨ G|aecor0ma0to|es¦=οίσυγγραφεϊςτώνΈλλήνων) οίστρουςappe' | a¤t¨¦9. ¹ 4)
1 30
AS| N| USGALLUS
ΈγραψεGrammat ca.
CORNEL| USGALLUS
Έγραψε E| eg ae
CL. CAESARGERMAN| CUS
A^^A Τ�| Ι0Π0Y^0Y ÷Y�ΤA^| ^Y
ΈγραψεArat0sκαί Eρ| grammata ¦ad Hector| s)
GRACCHUS
Τραγικός, έγραψεAta' a¤ta, Fe| ades, T¤yestes
GRATT| US
ΈγραψεCy¤eget| ca¦Κυνηγετικά) .
Α. H| RT| US
Έγραψε Eρ| st0' ae
HOMERUSLAT| NUS¦ ' )
Έγραψε¨| | | asLat ¤a¨¦ ' )
Άποτελεϊται άπα ¹ 055στίχους καί είναι παράφρασις- κακη μίμησιςτήςΊλιάδος.
HORAT| USFLACCUS
Είς τα έργον του έξυμνεϊ τούς Έλληνας θεούς, ηρωας, μύθους. Eρod ¦έπψδοί ), Eρ| st0' ae, A|s
Foetca¦μέάναφορέςστηνέλλην. Ποίησικαίτούς Έλληναςποιητάς)
HYG| NUSAstronomus
ΈγραψεAst|o¤om caμέέπίμέρουςΚεφάλαια. DeSρ¤ae|a, Dece¤tro, Hor zo¤, Ρο'ο¦πόλος), Zod ac0s.
Όπουδενδιαθέτειτηνκατάλληληλέξι, καταφεύγειστηνγνωστη στούςλατίνουςμέθοδο.
¨λοξαςa Graec s¦=ύπατών Έλλήνων) est d ct0s"¦ J . b)
¨τροπικός. . ίσημεριναςa Graec| saρρe| ' at0s"¦ J . 5)
¨aGraec sδιακεκαυμένηvocat0r" ¦ J . 8)
¨ Graeceόρκτοςaρρe|ata¨ ¦2. ¹ )
¨ . . όμαξανGraec "¦2. 2)
¨ . . Graec|άλήτιδας ¤om| ¤a¤t" ¦ 2. 4)
ΠαντοΟοί G|aec|. μεείδικώτερεςάναφορέςεί ςΠρομηθέα, Όρφέα, Ήρακλή, Έρατοσθένη
HYG| NUSmytho| .
ΈγραψεΕχGe¤ea| og| s, όπουάρχίζειμιμούμενοςτανΉσίοδον.
' ΈχCa' | g ¤e¦=σκότους) , Chaos· θχChaos, Νοχ, D es¦=δϊα=ήμέρα) , E|eo0s¦=έρεβος) , Aethe| . . . ΕχTerra
etTa|taro, G ga¤tes .
"
Κ. Ο. Κ.
Είδικώτερα κεφάλαια. T¤em sto ¦Θεμιστώ) , | ¤o, F¤r| x0s, Athamas, Cadm0s, A¤t| oρa, N ooe, Argo¤a0tae,
Fa|ergaκλπ. . .
HYG| NUSgrammat| cus
ΈγραψεGrammat| ca, H| sto| ae
| UVENT|US
ΈγραψεκωμψδίανA¤ag¤o| zome¤e
π0� Η ÷ιιΗ/' |Η |0^' ^000| ¬�÷ το/ 0A||0�^' 0 ^^|^
| UST| N| ANUS
Είςτό¨D gesta¨τουβασίζεταισυνεχώςέπί έλληνικώνρήσεων, ¨έλληνολατινιστί¨ .
¨αίμεταγενέστεραιδιατόξειςίσχυρότεραιτών παλαιώνείσίν¨.
¨vetusp|ove|o umest, οϋτεπόνταοϋτεπόντοτεπαρόπάντων. ¨
¨quaeG|aec δεύτερονd cu¤t, quae G|aeced c| tu|πάλιν¨.
¨| ¤¤av ous¦=ένναυσίν). . . ναυφύλακες. . ¨
¨quodναυτεπιβάταςd cu¤t¨
' ` Had|| a¤usτψκοι νψτώνΘεσσαλών. . ¨
¨D vusF| us |esc|| ps| tούκεστιν εϋλογον..¨
¨προπετώςμήόμνυε¨.
¨ταϊςόπατώσαιςγυναιξίτόδόγματήςΣυγκλήτου ."
"Vi S ¦=|ίς, βία) ma o|, quamG|aec|θεοΟ βίαν appe' ' a¤t¨
¨G|aecovocaou' oένθήκαιappe| ' a¤tu|"
¨quamG|aec κατοχήνd| ca¤t¨ .
¨G|aeceήνωμένονvocat u| quod συνημμένον. ¨
¨| vus¤ome¤estόπό τοΟ ρεϊν¨.
¨Φώραappe| | a¤t·fu|es quem grec|έπαύτοφώρψappe' | a¤t"
¨quamG|aec| έταιρείανvoca¤t¨.
¨quodσυνάλλαγμαvoca¤t¨
¨quaeG|aec φαντάσματαvoca¤t¨
¨·G|aec|βέλοςappe' ' a¤t, όπότοΟβάλλεσθαι¨.
Σέόλααύτόπαρεμβάλλειμονίμωςκαίόμηρικουςστίχους.
LABER| US
ΕγραψεA| exa¤d|ea, Be' o¤| st|| a¦=βελονίστρια), Co| ax, Coph ¤us, Ep¤eous¦=εφηβος) ,
Hetae|a¦=έταίρα) , Sky|ax, Necyoma¤t a, Tau|us
LAEV| US
Εγραψε E|otopaeg¤ a· Πανόςόγάπημα.
SCR. LARGUS
Εγραψεκατότόνγνωστόν¨έλληνολατινικόν¨τρόπον¨Compos| t o¤es" , όπου.
¨quaeόξέαπάθη G|aec d cu¤t"
¨έσχάραςG|aec voca¤t"
¨ξηροφθαλμίανG|aec d cu¤t, όζαιναν,μελαγχολικούς, ερπητα,είλεόν,δυσουρίαν,κακόηθες,
ραγάδας . . G|aec d| cu¤tόπισθότονον, τέτανον, κυνικόν, κεφαλαλγίαν,σπασμόν, ma' agma,
a¤t dotosΜιθριδάτειος, emp| ast|umθΧsa' esδι όλώνG|aec d cu¤t ¨
κ. ο. πολλό παρόμοια.
Μ. LUCANUS
Εγραψεποιήματαόφιερωμέναείς. O|pheus, | ' aco¤, Catac¤to¤| o¤¦=Καταχθόνιον) , Ep g|ammata
LUCRET| USCARUS
Εγραψε"Cap| tu| a"όπουμεταξυολλωνάναφέρει .
¨Co¤t|aείς ΆπειροντήνΤομήν. . ¨
¨Co¤t|aA¤axago|a, Co¤t|a Empedoc| es, Democ| tum, He|ac| | tum", ¨ΣαρκόςΕύσταθές Κατάστημα¨.
DeAtomo|um, DeAdama¤te, De F¤aeto¤te, Deec| ps| , DeCe¤tau|| s¦=περίΚενταύρων) ,
De Scy| | a, De C¤ me||a, De Ae|e, De Lampade. . . κ. ο. πολλά.
1 37
1 38
LUTAT| USCATULUS
Έγραψε Ep g|ammata& H sto| ae.
AEM. MACER
A^^A T�' |000Y^0Y �Y<A^| ^Y
ΈγραψεO|¤ t¤ogo¤ aκαίT¤e| aca¦-Θηριακά)
MAN| L| US
Έγραψε Ep g|amma.
MARCUSMAN| L| US
Έγραψε¨Ast|o¤om co¤"μεεπί μέρουςΚεφάλαια. C¤aos, T ta¤as, Nymp¤as, Bacc¤us,
Hes odus, Cass ep a, Ho|oscopos,Tau|o, F¤oeous, E| go¤a¦=Ήριγόνη) , Ce¤tau| , Typ¤o¤Κ, Ο, Κ,
Μ. VALER| USMART| AL| S
Έγραψε Ep g|ammat o¤ ¦Περί Όρφέως, Εύρυδίκης, Ήσιόδουκ. α ) καίEp g|ammata,
όπουμεταξύτωνλατινικωνπαρεμβάλλει, ώςσυνηθίζετο, λέξειςκαίφράσειςελληνικές.
¨ Μισω μνάμονασυμπόταν¨, ¨Κοινάφίλων¨,
¨seca. . σΟκαμερίζει¨,¨s so| esπροπίνειν¨,
¨κωφανFau' aπρόσωπονamat", ¨Πύξάγαθαςfue|at, ¤u¤cίππόδαμος¨,
¨G' auce ¦-ΓλαΟκος). . χάλκεα do¤a¤t χρύσεα¨. ¦ Πρόκειταιπερί τηςγνωστης άπατηνΊλιάδα εκφράσε·
ως¨ Γλαύκου καί Διομήδους άνταλλαΥή'l,
C. MAT| US
Έγραψε" | ' as".
TERENT| ANUSMAURUS
Έγραψε De Sy| | ao s, όπουεπεξηγεί πως μεταγράφονται εκ των ελληνικων είςτάλατινικά οί συλ·
λαβές, καίDeVet| sόπου εξετάζειόλατά ελληνικά ποιητικά μέτρα.
POMPE| USΜΕΙΑ
Έγραψε De C¤o|og|ap¤ a.
C. MEMM| US
Έγραψε DeT| ump¤o.
C. VALER| USMESSALA
Έγραψε Hype| d sp|o F¤|y¤e¦Ό ΥπερείδηςύπερτηςΦρύνης)
Q. CAEC. METELLUS
Έγραψε DeT| ump¤o.
M| MOGRAPH| αγνωστοι
ΠερίΜιμικης.
NAEV| US
ΈγραψεCyp| a| ' as.
CN. NAEV| US
Έγραψε ποιήματα Ep ca et ' y| ca καί Ep tap¤ um. Τραγψδίες. Aes o¤a, Da¤ae, Hecto|, | p¤ ge¤ a,
Lycu|gus. Κωμψδί ες. Aco¤t zome¤os, Ag|yp¤u¤tes, Ast o' oga, Co' ax, Commot| a, Do' us, G' aucoma,
Gym¤ast cus, Tec¤¤ cus, T| p¤a' ' us, Lampad o, Nautae, Sta|agmus, St gmat as.
π0� Η ÷ΙΙ¬Ι| |¬ "0Ι| /000' ¬< T0Ι 0A"|0�/' 0 ^0"0 1 30
CORNEL. NEPOS
ΈμιμήθητούςΒίους Παραλλήλουςτού Πλουτάρχουκαίέγραψε"V|tae" V| ' t| ades, D o¤ Syrakousso¤,
T¤em stoc| es, | p¤| crates, Ar st | des, Pausa¤. as, C| mo¤, Lysa¤de|, A' c o ades, T¤|asyou| us, Co¤o¤,
C¤ao|| as, T| mot¤eus, Epam ¤o¤das, Pe' op| das, Ages | aus, Eume¤es, P¤oc o¤, T mo| eo¤
Έγραψεάκόμη' Έρί stu| ae¨ .
ΝΕΑΟ
Ό Αύτοκράτωρ Νέρων ύπηρξε πολυγραφότατος καί έμιμήθη τούς Έλληνας. Άπό τό έργα του
σώζονται έλάχιστα F|agme¤ta ¦θραύσματα, άποσπάσματα) όπου έξυμνεί V ma' | o¤es καί Bassa| s
¦άκολούθουςτούΔιονύσου Μιμαλλόναςκαί Βασσαρίδας) .
Ρ. N| G| D| USF|GULUS
Έγραψε G|ammat|caόπουόναλύει διάφοραγραμματικόφαινόμενα, λ. χ. την διαφορό άνάμεσα στό
¨ποιεί¨καίστό¨ποιείται¨.ΈπεξηγείότιοίG|aec τό"ου" τόγράφουνθχ ' ' ο' ' et" U" ,
Έτυμολογείότιή ¨φορβη¨έπέρασεστόλατινικόώς"¤e|oa¨-χλόη, κλπ. παρόμοια.
N| NN| USCRASSUS
Έγραψε | ' as, τηςόποίαςδιεσώθησανέλάχισταάποσπάσματα
NOV| US
KωμcδιoγράΦoς, έγραψε. A¤d|omac¤a, Exod um¦-Έξόδιον) , Hercu' es, Hetae|a, Va¤| aVed ca, Pappus,
P¤oe¤ ssae, Zo¤a.
NUM|TOR| US
ΈγραψεA¤t| ouco' |ca
P. OV| D| US
Έγραψε περίΉρωίδων - Ήe|οί des". Pe¤e' ope, Br se s¦ Βρισηίς) , P¤aed|a, Oe¤oe¦Οίνόη) , Hyps| py' e,
He|m| o¤e, De| a¤ ra ¦Δηίάνειρα) , Ar| ad¤e, Vedea, Laodam a, Hype|m¤est|a, Sapp¤o¦ΣαπΦώ) , He| e¤aκαί
¤e|o Lea¤dro.
Έγραψεέπίσης ¨Μεταμορφώσεις¨-Vetamo|p¤oses, βιβλίονπλήρεςελληνικωνμύθων.
Ακόμη. Ep| stu| ae, | o s, Vedea, διάφοραποιήματα ¦ P¤ae¤ome¤a, Ep| g|ammata) , Ha' eut ca ¦-άλιευ·
τικό)καί Ep ced. o¤¦έπικήδειον) .
Μ. PACUV| US
Έγραψε ¨T|agoed ae". A¤t| opa, Ata| a¤ta, C¤|yses, Du' o|estes, He|m o¤a, | ' | o¤a, N| pt|a, Pe| ooea
¦ Περίβοια) , Teuce|¦Τεύκρος) .
REM. ΡΑΙΑΕΜΟΝ
ΈγραψεG|ammat| ca
PAP| N| US
Έγραψε Ep grammat| o¤
PETRON| US
ΈγραψεSaty| ca
PHAEDRUS
Έγραψε Faou' aeAesop ae κατόμίμησιντούΑίσώπου.
1 40 A^^A Τ�| |ο0ΟΥ^ΟΥ ÷Y�ΤA0' ^Y
PL| N| USCAEC| L| USsecundus
Έγραψε Ep st0|ae όπου παραθέτει ¨δύσκολες¨ λέξεις όπως ¨δυσκαθαίρετον¨ , ¨κέκρικα¨, ¨έκήλει ¨,
¨άμετροεπή¨ , ¨έτερον δ άνένευσεν¨ , στίχους όμηρικούς. ¦'Έίς οίωνος όριστος. . . ¨ · ¨τ όναρ έκ Διος
έστίν¨) . Έτυμολογίες¦ ¨Σοφοκλήςvoca¤t0|άποτούσοΦώςκαίκαλεϊσθαι¨ ) , κλπ άμέτρητα. . .
Έγραψεάκόμη Fa¤egyr| c0s
G. PL| N| US
Έγραψε τοπερίφημο Nat0|a' | s H sto| a ¦ Φυσ. Ίστορία) όπουάντλών πληροφορίεςάποτους έλλη·
ναςσυγγραφεϊς¦τουςοποίουςσυνεχώςέπικαλεϊται) μεταφέρειέπακριβώςτηνέλληνικηόρολογίαστην
λατινι κή. Τον πατέρα τής Βοτανι κής, τον Θεόφραστον, τον άποκαλεϊ ¨ θεϊον¨ . ¨T¤eoop¤rast 0m,
hom ¤em. d v ¤0m. "
Όμιλεϊπερί τής Μουσικής τών άστέρων ¦ De s| de r o0s m0s ca) , de | ampades, oo' des, c¤asma, ΚΤΤ.
Είςτο 37oν Βιβλίονμεταφέρειείςτάλατινικάτηνάρχαιοτάτη ¦όρφικη)όνομασία τώνπολυτίμωνλίθων.
topazo, asp s, sapp¤| |o, amethysto, chryso' |t¤o, oat|ac¤ t| s, cora' | s, c|ysta| ' 0s. . Όμιλεϊ περί τών κομητών
¦¨cometas Graec voca¤t" ) , περίτώνΎάδωνέκτούϋω=βρέχω ¦¨q0as Graec|ooρ' υνί ο¤om| ¤ehyadas") . .
καί έπί παντοςεπιστητού περι την Φυσικήν. Είς το3boν Βιβλίονδίδειάπίθανες λεπτομερεϊς πληροφο·
ρίεςπεριτήςΈλληνικήςΖωγραφικής.
¯ªª
AS|N. ΡΟΙΙΙΟ
ΈγραψεGrammat| ca, Ep st0| ae, H stor ae.
POMP| L| US
Έγραψε Ep| g|amma, T|agoed a
LUC.POMPON| US
ΈγραψεAde' ph| ¦=άδελφοί) , Agamem¤o, C t¤a| sta, Ergast0| 0s, Sy¤epheo| .
Ρ. POMPON| USSecundus
ΈγραψεΤραγιμδίαν Atre0s
PORC| USL| C| NUS
Έγραψε Ep grammata
PORPH. POMPON| US
Έγραψε Ποιητικην Τέχνην ¦ Comm. ί π a|tem Foet ca) όπουεξετάζεικαι άναλύει πoλλsς έλληνικες
λέξεις, όπως.άτύχημα,εξάγγελος·καισχολιάζει.
¨aoοϊνιμ v ¤0m, a coe' | ce ca' cem, etaco' ocy¤t¤e=c0c0|o|tam Fa|oc¤| , άποτούπαρέχειν. .¨
¨Q0amGraec άπονίαν ¤om ¤a¤t. . ληθαργίαν, Ιρωνία. . ¨ ¦·άνορθόγραφαόπωςκαι την λέξιέλλειψιςτην
γράφει¨έλλιψις¨ . )
την¨ψυχρολουσία¨τηνκάνει"I| go¨, τοδεόμηρο ¨όχθοςάρούρης¨τομεταφράζει"te|raeg|av s".
νΑΙΕΑ. PROBUS
ΈγραψεAdGrammat| cam, DeOrt¤og|aph| a, Desy' | aoa|0m, Deeaq0aed c| t0rεύφωνία.
SEX. PROPERT| US
Έγραψε E' eg ae.
¯ªª
Βλ. Βοηθ. Βιβλ. Γ' ΕτοuςΈλληνικηςΆγωγης, Μάθ. 22oν
Γ0� Η ÷^^¬Ι' |¬ |0Ι' ^0Γ0' ¬< T0Ι ΓA||0�^' 0 ^0|0
PUB| L| US
Έγραψε Lρ g|ammata.
PUB| L| USSYRUS
ΈγραψεM m ¦=Μϊμοι)
PR| SC| ANUS
1 41
Έγραψε | ¤st| tut o G|ammat ca. Άρχίζει με βάσι τους Έλληνας Ήρωδιανον καΙ Άπολλώνιον τον
Δύσκολον, καΙπροσαρμόζειτάέργατωνεΙςτάς Ιδικάςτουάνάγκας.
Μ. FAB. QU| NT| L| ANUS
Έγραψε Ρητορικην Μελέτην, το περίφημο | ¤st tut o O|ato|| a όπου, όπως άκριβως όλοι οί όλλοι
Λατϊνοισυγγραφεϊς,άναφέρεταισυνεχωςστόέλληνικόπρότυπα.
Ολίγεςένδεικτικεςάναφορές.
¨' | ¤guae, quasG|aec|g|ossasvoca¤t¨¦ ¹ . ¹ . 3b)
¨.aG|aeco. πατρος¯¯ ρat| s, κάπρου¯¯ caρ|| ¨ ¦ J . 5. ¹ 4)
¨ρ|osoρoρoeas¨ ¦προσωποποιίας) ¦ ¹ . 7. 3b) , ' ' Oeco¤om a' ' ¦ ¹ . 8. 9)
¨quemG|aecencyc| | onvoca¤t¨¦ ¹ . ¹ 0. 2)
¨κερατίναιautκροκοδίλινα騦 ¹ . ¹ 0. 5)
ρυθμονetμέλος. . qu d| c tu|ευρυθμία.. ¨ ¦ ¹ . J 0. 22)
¨c¤| |o¤om| a, quaeestut¤om| ¤e| ρsode| ca|atu|¨=ήχειρονομίαή όποία είναιό, τιαύτηή όνομασία
δηλώνει.
¨¤ome¤ θΧ g|aeco. ¤amέγκωμιαστικόν, autέπιδεικτικονd| cu¤t¨. ¦3. 4. ¹ 3)
' Έρί c¤ί |ema¤u' | od| fIe|tasy' ' og| sm| s¨=τοέπιχείρημα δεν διαφέρειάπο τονσυλλογισμό. ¦b. ¹ 4. ¹ 4)
¨ .G|aecove|boρatet¨=δι έλληνικοϋονόματοςδεδήλωται. ¦5. ¹ 5)
¨vu' gus, Aeo' cumd| gamma¨¦ ¹ . 4. 8) . Δηλ. τό vu| gus(Fόχλος) εχει αί ολι κό δίγαμμα.
"'Οδυσσεύς, quem' Ολισσέα Aeo| |s". ¦ ¹ . 4. ¹ 7)
¨to¤o|esa G|aec s, qu τόνουςd cu¤t¨¦ ¹ . b. 22)
Είςτο ¹ . b. b8παραδέχεται.¨ G|aec sut| mu|ve|b| s, ub ¤ost|adesu¤t¨δηλ. Έλληνικό όνόματα
χρησι μοποι ούμε, δπου δεν ύπάρχουν ήμέτερα . . .
ΚαΙ είςτό¹ . 5. 4, ¨exG|aecot|a¤sfe|e¤tes ¤cat ¤um¨-εκ τής Έλληνι κής μετεφέρθησαν
είς τό Λατινικά.
Καικαταλήγειστηνδιαπίστωσι.
''Aeo||ca |at| o¤eestse|mo¤oste|s m | | | bus¨=ή γλώσσα μας είναι όμοι οτάτη πρός τήν αί ολι κην
δι άλεκτον ¦ ¹ . 5. 3¹ ) , άλλΟ ¨Ve|umo|t¤og|aρ¤ amutataest¨¦=ήάληθηςόρθογραφίαόλλαξε)· ¹ . 7. ¹ ¹ ·
Kαι συνε¿�ει ά-άθε-τoς.
¨ex G|aecot|a¤stu' e|u¤t¨ ¦-έκ των έλληνικωνμετεφέρθησαν ¦2. ¹ 2. 2¹ )
¨ύποθέσειςa G|aec| sd| cu¤tu|¨ ¦3. b. 7)
¨quaeG|aec|e¤t¤ymemata¦=ένθυμήματα) , eρ c¤| |emata, aρod x| svoca¤t¦-Ονομάζουν) ..
qu| aa' te|¤o¤ρossumus, G|aecome' ususu| (καΙ δι ' δσα αλλα δεν διαθέτουμε, καλλίτερα
νό χρησι μοποι ούμε τό ελληνικό) ·b. ¹ο, ¹ .
Ειςτο ¹ . ¹ ¹ . 4 επεξηγεί δτι άλλάζουν τό c εί ς g, τό t εί ς d.
Ει ςτο9. 4. 80καταπιάνεταιμεsρo¤d o¤, ρy||| c¤ um, ρa|| ambum¦παρίαμβον) , t|| b|ac¤ym.
Είςτο ¹ 0. ¹ . b¨quaeaρudG|aecos¤ex s¦έξις)¤om| ¤atu|-Ονομάζεται¨.
Άποτο ¹ 0. ¹ . 7 κ. έξ.άναφέρεταισε διάφορους ΈλληναςσυγγραφεϊςκαιρήτοραςΠ. χ. Μένανδρο,
Θουκυδίδη, Ήρόδοτο, Δημοσθένη, Ί σοκράτη,Αίσχίνη, Νέστοραμελίρρυτον.άκόμηκαίείςτον
Κλέωνατονδημαγωγόν.
Ολόκληροτοέργοτουείναιδομημένο μεαύτοντοντρόπο. . ¨Mu|taθΧG|aecoIo|mata¨ ¦8, 3. 33) ..
¨mxtaθΧva|a |ato. . ¨¦μικτόέκδιαφόρωνδιαλέκτων)·8. 3. b9·
1 42
A^^A T�| |000Y^0Y �Y�ΤA0| ^Y
Τελικώς, είς τό8. 5. 3J καθορίζει.
' Ό¤οmatΟΡοeίaqu dem destf|ct|o¤om ¤| s"
¦= Η όνοματοποιίαή όποίαείναι πλάσιμο όνομάτων) ,
Graec| s ¤te|maχ| mas ¤ab| tav rtutes
¦ένυπάρχουσαείςτουςΈλληναςμεταξυτώνμεγίστωνάρετών)
¤ob|sνί χpe|m|tt|tur
¦παρήμϊνμόλιςύπάρχει, ¨έπιτρέπει¨) .
Ltsu¤tp| u|| matapos|taab | s
¦Καιύπάρχουνοϋτωπάμπολλαόρισθένταύπ αύτών)
qui sermonem pri mi fecerunt"
οί όποίοι πρώτοι όμιλίαν έδημι ούργησαν . . .
RUT| L| USRUPUS
Έγραψε ¨Sc¤emat a ' eχeos¨ όπου άρχί ζει με ηΊν άνάλυσι της λέξεως ¨προσαπόδοσι ς. ¨ ¤oc
sc¤ema. . ¨ καί συνεχίζει μετις λέξεις συναθροισμός, παρονομασία, άνάκλασις, άντιμεταβολή, έπιβολή,
έπιφορά, κοινότης ¦¤oc duorum sc¤ematum) , πολύπτωτον, έπανάληψις, διαφορά, έπιπλοκή, πολυσύν·
δετον ¦ sc¤ema mu' to|um art | cu| orum) , διάλυσις. μετάνοι α, παρένθεσις, μερι σμός, παρομολογία,
άναγκαϊον, ήθοποιία, μετάβασις, άλλοίωσις, δικαιολογία, πρόληψις, όρισμός, προσωποποιία ¦pe|so¤a ¤
|ebus= πρόσωπονείςτάπράγματα) , χαρακτηρισμός, βραχυλογία, συνοικείωσις,άπορία,παρασιώπησις,
παρόμοιον ¦sc¤ema ¤omoeote' euto¤ et ¤omoeptoto¤ =σχημα όμοιοτέλευτον και όμοιόπτωτον) , ίσόκω·
λον, άντίθετον,έπιτροπή, παρρησία,αίτιολογία,τάξις.. ¦taχ|s. . )
SALLUST| USCR| SPUS
ΈγραψεH| sto| ae, Lp stu' ae.
SAUTRA
Tragoed| ae, G|ammat ca.
TERENT| USSCAURUS
Έγραψε De Ort¤og|ap¤ a, όπουμεταξύ τώνόλλων έπεξηγεϊ. ¨quam G|aec έτυμολογίαν appe| | a¤t,
quaegraeceάναλογίαd| c| tu| . . " ¦ ¹ 3. l 4)
¨G|aec| qu| ub ¤os ¦=. . οί όποϊοι όπου ήμεϊς) ¨m" ' tte|am po¤| mus ¦=θέτουμε) "¤" po¤u¤t ¦-θέτουν) o . ut
¦=π. χ. ) grap¤| um, γραφεϊον·sa' um, σάλον ets m ' | a¦=καίτάπαρόμοια). . .
Πυρρίαν,¤osBy|r| am, κορώναν, c¤o|o¤am, HLKATON·~CLNTUM.
SENECAJunor
Έγραψε Hercu' es ¦όπου μιμεϊται τόν Ήρακλή Μαινόμενον τού Εύριπίδου) , T|oades, F¤oe¤| ssae,
Medea, F¤aed|a, Oed pus, Agamem¤o¤, T¤yestes, Apoco|ocy¤t¤os| s, D| a| og , Lp| stu| ae.
Q. SERENUS
Έγραψε Περί ' ατρικης. Lm| g|a¤ um ¦ήμικρανία) , F¤t| | as| s ¦Φθειρίασις) , Fre¤es , Περί Humo|| bus
¦περί χυμών) , L| eIa¤t| as , Stomac¤o, Sp' e¤| ¦περί σπληνός) , Hyd|op , Fodagrae, Ne|v s, L| ta|g| ae,
Hemorro|desκλπ.κλπ.
FL. S| CULUS
DeAgrorum
CORN. S| SENNA
H| sto||ae, M | es| ae
ΡΑΡΙΝ.STAT| US
T¤eba| s, Ac¤| ' ' e| s
SUE| US
Έγραψε | dy' | a.
Π0� Η ÷^^¬Ι| |¬ "0Ι' ^0|0| ¬< Τ0Ι |A"|0�^' 0 ^^"^
Μ. SERVl USHONORATUS
Έγραψε l ) De Met| s, όπου έξετάζειόλατά ποιητικά μέτρα.
1 43
2) Περί Τέχνης, όπου προσπαθεί νά έτυμολογήση τήν λέξι a|s =τέχνη . "ars di cta est
(=ώνομάσθη) η άπό της άρετης ... η άπό τού αΡTlος."
3) Περί Κ
α
τ
α
λήξεων, όπουσυγκρίνειτις έλληνικέςκαιλατινικέςκαταλήξεις
Σχολιάζονταςτήν Αί νειάδ
α
τού Βιργιλίουπροβαίνεισέ έτυμολογίες, όπωςλ. χ.
¨ca| o¤esd cu¤tu|άπά τώνκάλων, καλοπόδια¨.
¨p|o¤us, πρηνής¨
¨¤ ememθΧ g|aecoχειμώνα¨.
¨Cymot¤oeάπάτούθέειντα κύμα¨.
¨scae¤a¦=σκηνή)άπάτηςσκιας¨.
¨ce|vosάπατών κεράτων¨.
¨t|| ¤ac|| og|aecum est, τρίαόκρα¨
¨Vesta άπα της έστίας, ηρ·νe|, Ένετάς Ve¤etus, s | va ¦ -δάση) quam G|aec ύλην voca¤t,
¤ sto||a· d|ctaάπατού ίστορείν ", omni a (=δπαντα) nomi na quae de Graecis ad nos (=πρός ήμάς)
transeunt . « άγρας·age|, Εύανδρος·Lva¤d|usη Lva¤de|. . Ζεύς·Zeus άπατηςζωης, aet¤e| άπα
τού αϊθει ν, Sabae άπα τού σέβειν, |u|a G|aece όρουρα, G|aec boves ¦=τους βούς) F-ιταλούς, ¤os
¦=ήμείς)v tu| osd c mus. . ¨
. . .. μεγάλη Έλλάς appel l ata est (=ώνομάσθη) I tal i a . . ...
¨pa' ' a, d cta est άπά τού πάλλει ν αύλη ¯ au' ea, Αϊτνη ·Aet¤a, a|ctu|us όρκτου ουρά, ¤yades
G|aeceυάδες, άπάτούύειν. . ¨
Καιέκτού Β' Βιβλίου.
¨fo|m cas, | d est μύρμηκας. t|| to¤ a άπάτού τρείν, .c' a¤go|G|aecum est, κλαγγή d c tu|. te' um
¦=βέλος) d c tu| ¦=λέγεται) secu¤dum G|aecam etymo' og am άπά τού τηλόθεν (δηλ. τό τηλόθεν βαλλόμε
νον τόξευμα) , , , b| uma ¦ =χει μών, άμί χλη) quas βραχυ ημαρ ( δηλ, brevi ssi ma, βραχuτάτη ήμέρα) ". a|a
¦=βωμός) , quasg|aecάράd cu¤Ι ΑροΙ Ι ο, άπά τού άπολλύειν.
¨S| by' ' as, σιούβουλάς ¤am ¦=διότι) Αίο' ί σιουςd| cu¤t·τους· deos ¦-θεούς) . ¨
Όλυμπος, quas ¦=ώς)όλολαμπήςesΙ. o|g aάπάτης όργης, aptumάπάτούόπτεσθα騦 Δ' Βιβλ. )
¨p| st m, άπατούπρίζειντάκύματα¨
¨s ¤ef| go|e, όνευφρίκης¨
¨t¤eat|um, άπάτηςθεωρίας¨( Ε' Βιβλ,)
¨tapetas,τουςτάπητας¨(Ζ' Βιβλ,)
Έτυμολογείέπίσηςτοπωνύμιακαιόνόματαέκτηςέλληνικης. | ¤a| meέκτούείνΆρίμοις, Fa| c
έκτούπάλινηκειν.
Είςτα Η' ΒιβλίονσχολιάζειτουςΆρκάδαςτουςπροσέληνους.
'Ά|cadesast| s ' u¤a p| o|es. . ¨ Καισυνεχίζειτήνέτυμολογίαν.
''oc us¦-ταχύτερον) , θΧ G|aecoώκέως¨
Θ' Βιβλίον.
¨N ' usd ctusestquas νέανίλυν t|a¤e¤s ¦=φέρει) . . . ¨
¨G|aec αυλάςvoca¤t. . ¤oscau' asvocamus¨
' ' Quam ¤os"u" ¤abemus, ί Ι Ι ί d p¤to¤go¤¤abe¤t''ου' '. ¦= Όπουέμείςέχουμε u, έκείνοι, οιΈλληνες,
έχουνδίφθογγονου) .
¨T|opaeumd ctum estάπατούτρέπεσθαι.t| ump¤umάπάτούθριαμβεύειν. ¨
¨fe|et|um.g|aeceφέρετρονd| c tu|¨.
¨Nava| ad c mus' ocaub ¤avessu¤t ¦ =Ναυάλια όνομάζουμετουςτόπουςόπουνηεςείσίν) ,
sed mododeG|aeco¦=άλλά κατά τάνέλληνικάντρόπον) . . . g|aeceναυπήγια. . Home|usνήιον
1 44 A^^A T<| |000Y^0Y ÷Y�Τ' 0Y
d| c| t¤ava|e| g¤um¦ =ό Όμηροςνήιονόνομάζειτό ναυτικόξύλο) . ¨
"' at|o¤es est G|aecum -¤ome¤ απότού λατρεύειν. . . . ¨ "Co|¤a, quas G|aec κέρατα, άπό τού κεί·
ρειν. . p ' ata, πιλωτά¨ .
" mussa|eestθΧ G|aeco, G|aec|μύσαιd cu¤t¨.
Ό Seve|| us Ho¤o|atusεχειγράψειάκόμη Παρατηρήσεις: είςΒιργιλίου Βουκολικόν όπου, "Buco' | co¤
estάπότωνβουκόλων ø . fagus d| cta estάπό τού φαγεΙν. « . cas a quam G|aece κασίαν. + ¤ | a|us a g|aeco
ίλαρός. . ¨
Έτυμολογειέπίσης πολλά όνόματα καί παραλληλίζειέκφράσεις.
Σχολιάζονταςτό Geo|g co¤τού Βιργιλίου, τοποθετειταιεύθυςέξάρχής. ό ΒιργίλιοςείςτηνΑίνειά·
δαέμιμήθη τόν Όμηρον, είςτά Βουκολικά τόν Θεόκριτον καίείς τά Γεωργικά τόΈργα καίΉμέραι τού
Ήσιόδου. Καίσυνεχίζεινά έτυμολογή. Geo|g| aest, γήςεργον.. ¤e|baέκτής φορβής, F| e adesάπό τού
πλέειν, Ύάδες άπό τού ϋειν, διότι είς τό μέτωπον τού άστερισμού τού Ταύρου σχηματίζεται τό γ . .
amugda' umέκ τούάμύγδαλον, ost||Ie|έκ τού όστρεον ¦+φέρω) , Ba| ea|es ¦ =Βαλεαρίδες)παράτού βάλ·
λειν, p' a¤etaeάπότήςπλάνης. aco¤| tumάπότήςάκόνης, τό άκόνιτον. . v pag| άπότων πηγων, pa|aest|a
άπότούπάλλειν, Nom usάπότής νομής. . .
Γιάόλαύτά,εί ς το Περi Καταλήξεων Β' b0¹ καθορίζει
:
"πας μη 'Έλλην βάρβαρος".
SUETON| US
Έγραψε ¹ ) DeH sto|| c| s2) DeG|ammat c set H¤eto|| bus.
' Appe| ' at og|ammat co|um, G|aecaco¤suetud| ¤e¦=κατάτηνέλληνικηνσυνήθειαν) ¨.
Όσοιδέεγραψαν, ¨aG|aec sg|ammat c ¤om ¤e¤tu|". ¦3, 5)
TAC|TUS
H| sto||ae
ΑΙΒ. T| BULLUS
L| eg| ae
T| C| DAS
Hyme¤aeus, Lp g|ammata
T|T| US
G|ammat|ca
ΡΟΜΡ. TROGUS
H| sto| ae F¤| ' pp|cae
Μ. TULL| SΤ1 ΑΟ
Lp| stu' ae, Deg|ammat c s-H¤eto|| c| s
ΑΕΙ. τυΒΕΑΟ
H sto|ae
S. TURP| LL| US
Κωμψδιογράφος. Ca¤ep¤o|us, Demet|| us, Dem u|gus, Lp c| e|us, Hetae|a, Lem¤ ae, Leucad a,
L ¤d a, F¤| ' opato|,T¤|asy| eo¤.
TERTYLL| ANUS
Apo|oget cum
π0� Η ÷^^¬^| |¬ |0^' ^000| ¬< ΤΟ^ 0A||0�^| 0 ^0|0 1 45
νΑΙ. MARCUSTERENT| US
Λόγιος, ποιητής. Είς τα γραμματικα του έργα διακρίνεται σαφως ή μεταφορα καί η χρήσις των
ελληνικων μεθόδων. Μεταξυ όλλων καίτο έργοντου ΟΕOH| G| NLL| NGUAL LΑΤι ΝΑΕ, όπου αναφέρε·
ταιείςτηνκαταγωγηντωνγλωσσων. ΈπωνομάζετοΡεατινός.
Τ1 ΤΟ
¨Τίτος, βασιλευς Ρωμαίων, Βεσπασιανοϋυίός, ποιήματακαί τραγψδίαςΈλλάδιφωνήδιεπονείτο ¨
(ΣοuΤδας)
VALER| US
Fo|m| o
VALER| USFLACCO
A|go¤aut| co¤
JUL| USVALER| US
Έγραψε' Έ G|aec| s¨ , όπουαρχίζειμετηνέπίκλησιν¨adF¤oebum".
VALER| USSORANUS
Εί ςταΠοιήματάτουύμνείτονHecto|a.
VALG| USRUFUS
Lp g|amma, L| eg| ae.
VAR| USRUFUS
Έγραψε Fa¤egy|| cusAugust| καίT|agoed|ae¦ T¤yesta, At|eus).
VEL| US LONGUS
Έγραψε DeO|t¤og|ap¤ a· περί τωνάρχαίωνελληνικωνγραμμάτων· ¦"quaefu tG|aeco|umapud
a¤t| quos") .
Όπωςόλοιοίλατίνοι, ετυμολογεί.
¨QuodG|aec|d cu¤tκύμινον, ¤oscum| ¤um quamί ' Ι ί κυπάρισσον, ¤oscup|essum,
quemί ' | ί κυβερνήτην, ¤osgube|¤ato|em. .
Περισσότεροάναλύειταελληνικαγράμματα παρα τα ¨λατινικά¨. Π. χ. .
"G|aec p|o¤u¤t| a¤e|u¤t Ψ ' ίtte|amεκτοϋπί καίσ¨ .
'' O|t¤og|ap¤| a, m|xtaest όρθοεπείας¨ .
¨. . χαριέστατονί n όρθoyραφίC . . . ¨ ¦s c) |
Είς τοεδάφ. ρ. 7l επεξηγείτηνδιαφοραάνάμεσα στην όρθοέπειακαί τηνόρθογραφία.
¨ίn όρθoεπείC ¤o¤quae| tu|quo modosc| be¤dums|t... sed est quaesto |¤ | oque¤do" ¦=στην όρθοέπεια
δεν άναζητείται με ποίον τρόπον γράφεται ..αλλό το ζητούμενον είναι η ομιλία) . Άρα δεν πρέπει να
άναμιγνύοουμετηνόρθογραφίαμετηνόρθοέπεια¦ ¤o¤| | cetόρθογραφίαcumόρθοεπείςm| sce| ) .
Είςτοέδάφιον73παρατηρεί.
"de' e|us¦πρβλ. de| | | o, ¨ντελίριο¨)ag|aecot|actavοχest, παρατο ληρείν¨.
Καίείςτοέδάφ. 74.
¨c¤| | o¤es. . ag|aeco,παραταχείλη¨-Κ. Ο. Κ . . .
VALER| USPATERCULUS
Έγραψε H sto|ae Homa¤aeόπουμαςπαρέχειπροίστορικεςπληροφορίεςπερίτωνΈλλήνων.
λ. χ. Ό Άγαμέμνων παρασυρθείς ύπο θυέλλης είς Κρήτην, ίδρυσε εκεί τρείς πόλεις ¦ Hex |egum
Agamem¤o¤, tempestate, | ¤ C|etam | ¤su' a¤Ί |e|ectus, t|es b| u|besstatu|t, duas a pat|ae ¤om| ¤e, u¤am
av|cto||aememo|| a, Myce¤asTegeamFe|gamum) .
1 40 A^^A TΙ |ΟΠΟΥ^ΟΥ �Y�TA^Ι 0Y
Άναφέρεταιείς τονένδοξονθάνατοντού Κόδρου ¦Cod|um, cummo|te, ete|¤ag| o| a. . )
Καθορίζει το έτος κτίσεως τής Ρώμης. ¦ Sexta O' ymp| ade. . Homu' us, Ma|t s I | | us, Homam u|bem | ¤
Fa|atoco¤d d| t) .
VERG| L| ANA·διάφοραf|agme¤ta·
Aet¤a, L| eg| ae, C| | s¦Κείρις) , Cata' epto¤ ¦=καταλεπτόν) .
V| RG| L| US
ΈκτοςάποτηνΑίνειάδα¦Ae¤e s) , έγραψε Lc| ogae Buco' ca¦ Fa| aemo¤, Mopsus, T¤y|s| s), Geo|g ca.
"
'
Β
ιργίλιος
δ
έν παρέχει ού
δ
έ μία
ν π
αραβολήν, ην
δ
έν ελαβε παρά τού
'
μήρου η π
αρά Απολλωνίου
τού Ρο
δ
ίου".
256
VERR. FLACCUS
J ) Lt|uscu|umcί b|| 2)G|ammat|ca3) Lp| stu' ae
V|TRUV| US
Έγραψε De A|t¤ tectu|a, άναφερόμενος μονίμως στούς Έλληνες, στην οίκοδομική τους μέθοδο
καί όχι μόνον. Όμιλεί γιό την καταγωγη ίταλικων πόλεων ¦ή Σαλπία έκτίσθη άπο τον Διομήδη) ,
25/
ομολογεί ότι πρέπεινό χρησιμοποιήέλληνικέςλέξεις οί περισσότερεςάποτίς όποίες δέν έχουν λατι·
νικές άποδόσεις,
25°
παρέχει αγνωστες πληροφορίεςλ. χ. ότιστην Κίνα ύπηρξε μία πηγη όνομαζομένη
"Πηγη τού Ποσειδώνος"
259
. . .
Καταγράφειτηνλέξι¨c| s s¨-νόσου· ¦Ίπποκράτης) , 'Ότομον¨ ¦Δημόκριτος) , ¨te| eo¤¨¦=τέλειον) ,
¨ναος έν παραστάσιν¨, ¨έμβάτην¨, ¨όρμονία¨ ¦ ·''είναι δύσκολο νό έξηγηθή σέ όσους δέν γνωρίζουν
έλληνικό¨) , ¨pa'aesta¨¦σχεδιάσθηκεόποτούςΈλληνες) , ¨κυκλικηκίνησις¨,¨ρηκτίδες¨,Κ. Ο. Κ . . .
TERENT| USVARRO
Πολυγραφότατος,έγραψε μεταξύαλλων.
Res rust|ca. όπου περιέχει έλληνικη ορολογία καί άτόφυες έλληνικές λέξεις. Π. χ. ¨ med| c| peco|um
ίππιατροίappe' | at| ".
De V| ta Ρορu| ί Roman| . περιέχει πoλλsς έτυμολογίες τού τύπου ¨ca| e¤dae appe' ' atae. . a G|aec s, qu
καλείν d xe|u¤t¨.
Log|stor| c| . όπουομιλείπερίνεκυιομαντείας, geoma¤t s, ae|oma¤t s, py|oma¤t s, ¤yd|oma¤ts× . .
Abor| g| nes, Περί άνθρώπων φύσεως. Άνθρωπόπολις, Περί γενεθλιακής, He|cu' e περί δόξης, Cyc¤us
περίταΦής, Lcdemet cus,Έκατόμβηπεριθυσιων, περιτάφων, Κ. α. παρόμοια¨λατινοελληνιστί . ¨
Ep| stu|ae,Grammat|ca.
DeH sto||a Lίtte|a|um. ¦DeFoet s, DeFoematum, deComoed s) .
DeEphemer|de. . .
ΤΟπλέονένδιαφέρονόμωςέργοντουείναιτοDeL| nguaLat| na, όπουόναδεικνύεταιή έλληνί ζοu
σα λατινι κή. Άρχίζειώςέξής.
' ' Quomadmodum vocabu|a esse¤t | mpos|ta |ebus ¤ ' | ¤gua ' at ¤a¨ ¦ =με ποίον τρόπον έτέθησαν αί
λέξεις είς την λατι νι κην γλώσσαν) .
¨. . . quamvoca¤tέτυμολογικην¨ ¦-αύτοπούόνομάζουνέτυμολογικήν) . .
256. Γ. Μιστριώτης, Μεγ. Ελλην. Γραμματολογία,τ . Α' σλ. 1 2
2b7. Α' 4
2b8. Δ' 1
259. Η` 1 5
Γ0� Η ÷^^¬^' ²¬ |0^| ^0|l ^' ¬< τοι |A|²0�^| 0 ^0|0
Καίσυνεχίζει. (όλίγα χαρακτηριστικά παραδείγματα)
5. 4Περίsy' ' aba|um
5. 2¹ Lva¤de|, qu| ve¤| t ¤Fa|at um, e G|aec|aA|cas.
b. 32 age|, έκτούάγρος
5. 34 ¤emo|aέκτούνέμη
5. 5l Ο ΕϋανδροςκαίοίΠάλλαντες ώνομάσθησαν Παλατίνοι
5. 74g|egesέκτούγέργερα
5.75 mu|ae¤aέκτούμύραινα
5. 77a' cedoέκτούάλκυών¦καίάλλαπολλόa¤ ma' | a|¤ aquaπωςέπέρασανείςτηνλατινικήν) .
5. 85co¤o|sέκ τού χόρτος
5.95v tu' usέκτούF-ιταλας·καίάλλαόπως βούς, ταύρος ¦bos,tau|os)κλπ.
5. 99 ma| umέκτούμήλον
5. l 02 ' ' umέκτούλείριον, ma'vaέκτούμαλάχη, |osaέκτούρόδονκαίάλλαπολλά. . .
5. l l 1 matteaέκτούματτύη
5. l l 8 | uce|¤aέκτούλύχνος
5. l 55 |ectcasέκ τούλέκτρον, segest||aέκτούστέγαστρον, Ie|et|umέκτούφέρετρον
5. l 74a||abo,¤ocve|bum ¦=αύτηή λέξις) ag|aecoάρραβών.
2öΟ
5. l 82 st|ps, ab¦άπο)στοιβη
5.5 ¤oxέκτού νύξ, vespe|usέκτούέσπερος
5.8νθΓέκτούήρ, aest vumέκτούαίθεσθαι, aevumέκτούαί·|-ών.
5. l l d es ¦-δϊαι=ήμέραι) , Ago¤a' esέκτού¨ago¤¨¦άγών)
5. 50d| co,έκτούδείκνύω, δείκω
5. 57t| ump¤usέκτού θρίαμβος, spe¤doέκτού σπένδω
5.82 edoέκτού έδω, gustatέκτούγεύεται, pot|oέκτούπότον
5. 94sca' pe| έκ τού σκαλεύειν, te έκ τούϊτε, ste|¤oέκ τού στρωννύω,στόρνυμι, g| g¤|tu|
1 47
έκ τού γίγνεται, Ie|te έκ τού φέρετε, p|ovde|eέκ τού προιδεϊν¦προFιδείν) , e||a|eέκ τού
έρρειν, sI|a¤gu| a|eέκτούστραγγαλάν, t| ¤gue|eέκτούτέγγειν, ma| axa|eέκτούμαλάσσει ν,
ga|ga¤|ssa|eέκτούγαργαρίζεσθαι, pute|eέκτούπύθεσθαι,doma|eέκτούδαμάζειν,
mu| ge|eέκτούάμέλγειν,pecte|eέκτού πέκειν, st|| ¤ge|eάποτούστλεγγίζειν, |u¤c| ¤a
άποτούρυκάνη. . .
7. l 5 umb ' cusέκτούόμφαλας
7. 5l ' at|o¤esέκτούλάτρον
Z. 93c' epe|eέκτούκλέπτειν
7. l 05 exbo'asέκτούέκβολη
Είςτο8oνΒιβλίονόμιλεϊπερίΚαταλήξεων.
·usέκτού·ος¦Τερέντιος Te|e¤t| us). . .
9 88 περίομωνυμίας,συνωνυμίας. . .
l 0.35¨άνάλόγον. . άναλογία¨
l l . l l coc¤' eaέκτού κοχλίας, c¤a|Iaέκτούχάρτης, gausapa¦=είδοςύφάσματος)έκτούγαυσάπης
¦γαυσος = κυρτός) .
l l . 23¨άξίωμα¦ax oma) . . συνημμένονάξίωμα, συμπεπλεγμένονάξίωμα¨. . . Καί όλλαάμέτρητα. .
TER. νΑΑΑΟ ATAC| NUS
ΕγραψεA|go¤autae, C¤o|og|ap¤| a, Lp me¤ des.
TERENT|US
Κ ωμ φδι ογράφος, έγραψε κ ωμ φδί ες οι οποί ες βρί θουν έλληνι κων λέ ξεων, όπως π. χ .
¨sy¤apot¤¤esco¤tes¨¦=συναποθνήσκοντες) , καίέχρησιμοποίησεμόνονέλληνικάπρότυπαόπουή έλλη·
2ö0καΙόχιέκτοΟ¨σημιτικοΟ¨όπωςέτυμολογείταιλανθασμένωςσήμερα. Βλ. καΙσελ. 5
3
τής Είσαγωγής.
1 48 AιιA T�| |000Y^0Y �Y�TA0| ^Y
νικηζωη παρουσιάζεταιώςπρότυπον όλης της άνθρωπότητος.
Έγραψε. Andria ¦κατατό ¨Σαμία¨τού Μενάδρου) , Hecyra ¦έκυρά) , Heautonti morumenos, Eunuchus,
Phormio, Adel phi ·κατα τό ¨Άδελφοι¨ τού Μενάνδρου, τού όποί ου τό θέμα ξαναβρίσκουμε στό ' ' Ecole
des Mari s" τού Μολιέρου, κ. α. . .
Ό Τερέντιος έχάθηκε εις ναυάγιον, έπιστρέφων άπό την Έλλάδα, "φέρων μετ' αύτού πολλάς
KωμCδίας τού ποιητού Μενάνδρου". Ό Κόιντος Κοσκόνιος άναφέρει ότι μετέφερε ¹ 08 έργα, απαντα
προσαρμογαςτωνπρωτοτύπωντού Μενάνδρου.
¦ Κικέρων. "Σύ, Τερέντε, ξαναζωντάνεψες τόν Μένανδρον. "
Καίσαρ. "Είσαι μέγας καλλι τέχνης μισός Μένανδρος").
PLAUTUS
Καιαύτόςκωμψδιογράφος.
Ό Πλαύτος δεν έδίσταζε να δηλώνq ενώπιον τού θεάτρου. "Μένανδρος -Γ Φιλήμων- εγραψε τό
ποίημα τούτο έλληνιστί, Πλαύτος δέ μετέφρασε είς γλώσσαν βάρβαρο ν".
Έργα του. Amphitryo, Bacchi des, Epi di cus, Pseudol os ¦=ψευτύλος, ¨ψευταράκος¨ ) , Sti chus, Menai chmi ,
Persa.
Περί της Λατι νl κης Κωμ φδί ας
Ή λατινικηκωμψδίαέμιμήθηκαιάντέγραψετην ΝέανΆττικηνΚωμψδίαν,ίδίωςτούς Μένανδρονκαί
Φιλήμονα.
Ύπάρχουν2εϊδηλατινικηςκωμψδίας.
¹ . Ή "fabul a pal l i ata", ή όποίαμιμείταιτην ΝέαΆττικηΚωμψδίακαιόπουοίήθοποιοίφέρουνμανδύα
έλληνι κόν ( pal l i um, έτ. πελλόν ίμάτιον) . Ή ύπόθεσις διεξάγεται στην Έλλάδα καί οί ηρωες είναι
Έλληνες. Τό είδος μετέφερε στην Ρώμη ό Λί βι ος Άνδρόνι κος και τό έκαλλιέργησαν οί. Ναίβιος,
Έννιος, Καικίλος,Πλαύτος, Τερέντιος. ¦ Μόνοντωνδύοτελευταίωνέργαέφθασανμέχριςέμας) .
2. Ή "fabul a togata" άναπαριστα σκηνες της ρωμαίκης ζωης, οί ηρωεςφέρουν τήβεννον άλλα
συμπεριφέρονταικατατρόπονέλληνικόν, ένθυμίζοντεςέντονατούςτύπους τού Μενάνδρου. (toga έτ.
tego =στέγω,καλύπτω) .
Δεν είναι όμωςμόνον τό PALLl UM ¦πελλόν ίμάτιον) καιή TOGA¦TLGO=στέγω) πού προέρχονται
έκ της έλληνικης. Και ή περιβόητος ρωμαικη τήβεννος, "ή ρωμαϊκή έσθής f τήβεννον καλούσιν, άπό
Τημένου τού 'ρκάδος ώνομάσθη" -Άρτεμίδ. 2, 3· ¦δηλ. ¨τημενίς¨) .
Ό καθηγητης της Λατιν. Φιλολογίας Κωνστ. Ήλιόπουλος ¦¨Λατίνοι συγγραφείς καί έθνικη συνείδη·
σιςαύτων¨)γράφει .
"Καίτοι ή σκηνή των KωμCδι ών τού Πλαύτου (254- 1 84 π.χ.) μας φέρει συχνότατα είς τάς
'θήνας, τάς Θήβας, τήν Αίτωλίαν, τήν Σικυώνα, τήν Έπίδαυρον καί άλλαχού τής Έλλάδος, ό
Πλαύτος διά τών θεατικών αύτού εργων έγένετο λαοφιλέστατος έκπρόσωπος τής έν Ρώμη
άνθελληνικής ύπό τόν Κάτωνα κι νήσεως καί άντιδράσεως είς τήν ψυχικήν κατάστασι ν θαυμα
σμού πρός τόν Έλληνικόν πολι τισμόν . . .
Πυκνότατα είναι τά βέλη, τά όποϊα ό ποιητής έξακοντίζει κατά τής ύπερβαλλούσης
άγάπης τών Ρωμαίων πρός τόν έλληνικόν πολι τισμόν καί ίδίζ πρός τόν έλληνικόν τρόπον
ζωής. Ό Πλαύτος μάλι στα επλασε καί ίδιαι τέρους όρους πρός δήλωσι ν τού τότε έλληνικού
τρόπου ζωής, τού μαλθακού βίου, ό όποϊος άνηλίσκετο είς τέρψει ς καί ήδονάς, ώς είναι τά
ρήματα congraeco, τούτέστι ν έλληνίζω, κωμάζων διατελώ, καί μετέγραψεν έκ τής Έλληνικής
άναλόγους όρους. Έν τ,ή KωμCδία Bacch/desή έτέρα τών άδελΦών λέγει είς τόν Πιστόκληρον:
¨ma/ac/ssanduses¨.
Ό Πλαύτος μετέγραψεν είς τήν Λατι νικήν τό ρήμα "μαλακίζεσθαι ", τό έχον τήν εννοιαν
τού χαυνούσθαι, έκθηλύνεσθαι, δεικνύει ν δειλίαν. Ή ένέργειά του αύτή δέν ήτο aνεu σημα
σίας».
ΚαιτόΈτυμολ. ΛεξικόντηςΛατινικης Ernount-Mei l let γράφει. ''Le grec a des formes que l a comedi e
l atί ne a empruntees". "Att| c| sso(=άΤTlκί ζω), όμολΟΥεϊ ό Πλαύτος.
Ενκατακλείδι . Ö|ec| acapI aI e| | u m, v| cI O| em cep| I
eI a| I es | nI u| | I ag | esI | LaI| O
Ho|at us
ΗΕλλόςάλωθείσαδιάτώνόπλων, -όμως- ενίκησε,
καιταςτέχναςεισήγαγεειςτοαγροίκονΛάτιον.
1 40
'Κατά την εκτην έκατονταετηρίδα μ. Χ. Γ Λατι νικη δέν έλαλείτο πλέον . . . διετηρήθη δε αμορφος,
άκαλλης Kai πλήρης βαρβαρισμών έν τψ στόματι τού όχλου. "
2ö¹
Ι ΤΑΛΙ ΚΗ
Η πρωτότοκη θυγατέρα τής λατινικής είναι ή σύγχρονη Ί ταλική γλώσσα, διαμορφωμένη επάνω
στήν ιδιαίτερη διάλετκτο τής Τοσκάνης, ή όποία επεκράτησε ώς επίσημη, παραμερίζοντας το πλήθος
τών όλλωνίταλικών διαλs<των. Η ίστορία τής λατινικήςείναισυγχρόνως ή ·οίκογενειακή· ίστορίατής
ίταλικής. Καί καθώς οί Ίταλοι θεωροΟν τούς εαυτούς των άπόγονους τών Ρωμαίων, θεωροΟν και τήν
Λατινικήώςεθνικήτουςγλώσσα.
Γράφει
ό
Στράβων
2ö2
δια τούς βάρβαρους
Γ
αλάτας ¦Ούόλκαι,
Αρηκομίσκοι, Σάλυες, Καούαροι
κλπ. ) και δι όλλα "όδοξα
ε
θνη κα! μικρά" ότι εξεπολιτίσθησαν ''ετακείμενα τό πλέον εΙς τόν των
Ρωμαίων τύπον κα! τ γλώττη . » .¨ Οί λεγόμενες όμως ρωμανικές η λατινογενείς γλώσσες δεν είναι
¨διάλεκτοι¨ τής λατινικής. Παρ όλον ότι προέρχονται άπο τα Λατινικά, γρήγορα άποξενώθηκαν και
εξελίχθηκανσέγλώσσεςαύτόνομες.
Γ ΑΛΛΙ ΚΗ
Η ΓΑΛΛΙ ΚΗ γεννήθηκε άπο μία τοπική παραλλαγή τής λατινικής, χωρις να άποφύγη και κάποια
έπίδρασι τών Γερμανικών γλωσσών, κυρίως είς τα Βόρεια ¦ " | a¤gue d' οϊ| ¨) . Η Ν ότι ος δι άλεκτος
¦ ¨ | a¤gue d' oc" ) παρέμει νε πλησιεστέρα προς τήν λατι νι κή γλώσσα. τα πρώτα γραπτα κείμενα
τήςγαλλι κήςάνάγονται στον9oνμ. Χ. αίώνακαιχαρακτηρίζονταιώς¨άρχαία γαλλικά¨ .
¨ ce | at ί πque | es Gau| o| sapp| | |e¤t peua peu des so' dats
et des ma| c¤a¤ds | oma ¤s π' éta t pas ce' u de C cé|o¤.
C' ét a t υπ ' at | ¤ vu| ga |e b| e¤d| IIé| e¤t de ' a' a¤gueéc|| te. . .
C' estd e ce | at | ¤qu' est | ssue| e I | aπςaί s"
2öº
Δηλαδή:
το λατινικό που οί Γαλόται εμαθαν λίγο- λίγο όπό ρωμαίου ς στρατιωτες
και έμπόρους δέν ήσαν το λατινικό τού Κικέρωνος. Ήσαν λατινικό τού όχλου,
τελείως διαφορετικό όπό τήν γραπτή γλωσσα . . . · Από αυτό το λατινικό όνεδύθη ή Γαλλική".
Οί πληθυσμοί τής Κεντρικής Εύρώπης ώνομάζοντο γενικώς Κέλται
2ö^ "
Τούς σύμπαντας
Γ
αλάτας
,
Κελ τούς ύπό των Ελλήνων πρoσαγoρευθηνaι " ¦ Στράβων Δ' C, l 89) . Οί Γαλάται , όπως ηδη έχει
αναφερθή, όφείλουν το όνομά τους είς υί ον τοΟ Ηρακλέους και μιας Κελτής πρι γκήπι σσας, τον
Γαλάτην.
2ö! Βλ. Γ. Χατζιδάκη,ΆπάντησιςείςΚρουμβάχερ, Βιβλιοθ. Μαρασλη Άθ. ¹ 905.σλ.ººº
2ö2Γεωγρ.Δ' C, ¹ °ö· ¹ °°
2öº Βλ. LagardeθΙ M|chard"MoyenAge" TeχIeseI L|IIéraIure, Ed. Bordas Far| s, σλ. νl l
2ö^ Εϊτε έκτούΚελτού, υίούτούΠολυφήμου, εϊτε έκτούΚελτού, υίούς Ηρακλέους (Βλ. Διον. Αλικ. Ρωμ
Αρχ. ¹ ^ ! . ^ 5, , εϊτε
διότι τάπλοιατών Ελλήνωνέξώκειλαν¦εκελσαν) στίς Δυτ. άκτές της Γαλλίας.
1 50 Α^^Α Τ�' |ο0ΟΥ^ΟΥ ÷Y�ΤA0| 0Y
¨Ga' | a, aca¤do|eρορυ' ί ¤u¤cupataesI,
γάλαe¤ mG|aece|acd| c| tu|¨ .
2ö5
Δηλ. : ( Η Γαλλία έτυμολογειται άπα την έλληνικη λέξι "γάλα" έπειδη οί Γαλάται είχαν χρώμα πολυ λευκό . . . )
Τελικώς επεκράτησε ή όνομασία ¨Φράγκοι¨, άπό την παλαια γερμανική λsξι F|a¤c -ελεύθερος ¦εκ
τού |ρήγνυμι, Fράγνυμι � λατιν. I|a¤go=θραύω) μετήνέννοια ¨οίθραύσαντες τήν ύποτέλειαν καί μή
καταβάλλοντεςπλέονφόρους¨. "Μάλι στα Φράγκοι έλευθερίας άντι ποι ούμενοι " (Λ. Σοφοϋ. Τακτικά 87) .
Οί Φράγκοι έπεκράτησαν έπί τών Γαλατών καί επεκράτησε καί τό όνομα F|a¤ce, f|a¤ςaί s. Μόνον οί
Έλληνεςσυνεχίζουνμέχρισήμερατήνόνομασία ΓΑΛΛΙ Α, ΓΑΛΛΟΙ .
Οί πολυάριθμες ελληνικες άποικίες στήν Γαλατία επηρέασαν καί κατα τρόπο αμεσο τήν γαλλική
φωνή. Κατά τόν Στράβωνα, ή ελληνική γλώσσα "φιλέλληνας κατεσκεύαζε τούς Γαλάτ
α
ς, ωστε κ
α
ί τά
συμβόλαια έλληνι στί γράφει ν". Ό Έπ. Βρανόπουλος ¦''ΟΔΟΙ ΠΟΡΙ ΚΟ ΣΤΗΝ Ν. ΓΑΛΛΙ Α¨) αναφερει ότι
"Μυκηναϊκά εύρήματα βεβαιώνουν πώς "Έλληνες είχ
α
ν Φθάσει στήν Νότιο Γαλλία καί Ίσπ
α
νία όπό τήν
Β' ηδη χιλιετία
π.χ. ".
Κατα τόν Μεσαίωνα παρατηρείται σκόπιμος δανεισμός λογίων λέξεων άπό τα λατινοελληνικα για
τί ς ηύξημένες ηδη ανάγκες τής ύπό δι αμόρφωσιν γαλλι κής , χωρί ς να λησμονούμε ότι καί οί
Σταυροφορίεςεστάθηκανάφορμήναμεταναστεύσουναμέτρητεςελληνικές· βυζαντινέςλέξεις.
Κατα τόν l 5oν αί ώνα, ό Γάλλος ποι ητής ου Β Ε LLΑΥ με τό έργο του ¨ D
_
F L NSL ΕΤ
l LLUSTHAT| ON ΟΕ LΑ LANGUL FHANÇA| SL¨ επιδιώκει τόν εξευγενισμό τής Γαλλικής δια τής
εί σαγωγής ελληνι κού λεξιλογίου άπ εύθείας άπό τους Άνακρέοντα, Θεόκριτο, καί αλλους. Ό δε
HONSAHD συνεβούλευε να δημιουργηθούν λέξειςελληνικής προελεύσεως. ¨C|ée|des mots d o|| g ¤e
g|ecque¨ ' Τότε είναι που καθι ερώθηκαν στήν γαλλική, λέξει ς όπως. ode, | y| que, o|g e, µé|| p¤|ase,
st|atageme, | do' e, sympaI¤| e, Κ. α. Κ. α . . . Πρότεινε επί πλέον να είσαχθή τό εναρθρον άπαρέμφατον ώς
ουσιαστικόν, καταταελληνικα πρότυπα. ¦ | eνί νΓθ.τό ζήν) , κάτιπου τελικώς καθιερώθηόχιστήνΓαλλία
άλλΟ στήν Γερμανία. Κατα τόν Φυρετιέρ, άκόμη καί ή γαλλική ' ΆHGΟΤ¨ετυμολογείται άπό τό ¨Άργος¨,
¨ώςπεριέχουσαπoλλsςελληνικέςλέξεις¨ ' .
Γιαύτόή Ζακλίν ντε Ρομιγυ
2öö
δηλώνει.
"'Όλος ό κόσμος πρέπει νά μάθει Έλληνικά, γιατί ή Έλληνική γλωσσα
μας βοηθάει
πρώτα άπ' ολα νά καταλάβουμε τήν δική μας γλώσσα. "
Καίστό βιβλίοτης ¨Fou|quo| | aG|ece¨
2ö/
όμιλείσυνεχώςγια ταϊχνη πουαφησεή γλώσσα μας στην
γαλλική ¦¨| est|acesqu` e' | aa |assées da¤s ¤ot|eI|a¤ςaί s¨), τα όποίαϊχνη βοηθούν στήν κατανόησι τής
ρίζαςτώνγαλλικώνλέξεων ¦¨ςa m' a adée a comp|e¤d|e | a |ac ¤edesmots¨·σλ. l l 9· ) .
Γι αυτό τόπεριοδικό LΕ F| GAHO
2ö°
γράφει ότι 'Όί γλώσσες δεν έμφανίζονται άπό τό χάος . . ολοι
γνωρίζουμε ότι ή γ
α
λλική είναι κόρη της λατι νικης κ
α
ί της άρχαίας έλληνικης. " · Καίπάλιτό F| GAHO σε
νέο δημοσίευμά του τονίζει ότι οί Γαλάτες χρησιμοποιούσαν τό ελληνικό αλφάβητο ακόμη καί για να
γράφουνγαλατικές·κελτικέςεπιγραφεςτούτύπου.
2ö5| s· do|| Etymo|og|ca, χιv 25
2ööΌμιλίατηςείς ΠνύκακατάτήνάπονομήνείςαύτήντούΒραβείου"Όμηρος¨ Ωνάση.
2ö/Έκδ. Bayard ·Far| s
2ö° ¯/º/92
π0� Η ÷^^¬ι' ²¬ |0ι' ^^00' ¬�÷ Τ0Ι 0A|²0�^| 0 ^^|^ 1 5 1
Πράγματι, ό Ί ούλιος Καίσαρ είς το Debe' | oGa| ' co ¦ Περιτού Γαλατικού πολέμου) μας παρέχειτην
πληροφορία ότιοίΔρυίδαι, ίερείςτώνΚελτών καίτών Γαλατών, ¨στουςδημόσιους καί ίδιωτικους λογα·
ριασμους χρησιμοποιούν τα έλληνικα γράμματα¨. ¨pub' | c s p| vat sque |at o¤ bus G|aec s ' ίtte|ί s uta¤tu|¨
¦ ΣΤ ¹ 4)
Φυσικον είναι λοιπον που είς την Λυων έχει εύρεθη έλληνικη έπιγραΦή, αφιερωμένη είς Έλληνα
ναυτικόν, ή όποίαγράφει .
"Κύμα σι ν κα! πελάγει συνεχώς έπέδωκεν έαυτψ,
δώρα τά πάντα φέρων εΙς Κελ τούς καΙ Δύσεως γην"
¯ö9
Εις τον κατάλογοντώνέλληνικών πόλεων μέ άλλοιωμένο όνομα που ηδη παραθέσαμε, θα έπρεπε
άκόμη να προσθέσουμε τίς γαλλι κές πόλει ς Ca¤¤es ¦ άρχ. Κάννα·κάννα =κάλαμος) , Ma|se | ' e
¦ Μασσαλία, ¨μάσσαι ¨ δε το δησαι =δέσαι , φασι ν οί Αί ολείς) ,
¯¯0
¨ Νέμαυσος πόλι ς Γαλλίας, απο
Νεμαύσου Ήρακλείδου¨,
¯¯:
την έπαρχία Aquta ¤e ¦Άκούτεια πόλις καί το έθνικον Άκουιτανοι) , τον
ποταμο Se ¤e ·Σηκουάνα ¦¨Σηκοανος
¯¯¯
πόλις Μασσαλιωτών, ως Άρτεμίδωρος έν πρώτη¨) , την συνοι·
κία Mo¤ma|t|e¦έκτού mo¤s
¯¯º
ma|ty|u^ =βουνός, ύψωμαμαρτύρων)καίτο Παρίσι. . .
¨ΠερίδέτόνΣηκοάναν ποταμονείσίκαίοί Παρί σιοl ,
νησονέχοντεςέντψποταμψ
¯¯^
καί πόλινΛοuκοτοκίαν - . . " (Στράβων Δ' C, 1 94)
Παρίσιοl : ΌπωςάναφέρουνκαιταΛεξικά, "ή έτυμολογία της λέξεως ύπηρξε πάντοτε άντικείμενον
έρεύνης". Ό Ίούλ. Καίσαρ άναφέρεισυνοικισμονέκ καλυβών αλιέων έπί της νησίδος τού Σηκουάνα, ην
αποκαλεί Λουτητίαν. Luteta Fa|| so|um. Πρβλ. πάρισοι = οίονεί ίσοι. παρισόομαι =ποιώ έμαυτον ίσον
τινί.· λατιν. pa|tas=παρισότης.
ΩςπροςτηνΛουκοτοκίαν=Παρίσι,έκ τούλυκ+τίκτω, ¨ή πόλιςτούφωτός¨.
Στονπρόλογοτούέτυμολογικού λεξικού τσέπης LAHOUSSL ¹ 97¹ , έπισημαίνεταιότι οίείσαγόμε·
νες λέξεις δέν είσχωρούν μόνον στο άπλο λεξιλόγιο, άλλα μέ την δυναμικη παρουσία τους τροπο·
ποιούν βαθμιαία τηνδομηκαίμερικέςφορέςηΊν Γραμματικητηςυίοθετούσαςγλώσσας. Έτσι, έντελώς
φυσικά,γίνεταιμιααξιόλογη ΕΛΛΗΝΟΠΟΙ ΗΣΙ ΣΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ.
Ή είδικηαύτηπαρατήρησιςίσχύειπερισσότερογιατην
Ι Σ ΠΑΝΙ ΚΗ
άφού,
" . . οί Ίσπανο! πού άγαποΟν τΙς άκρα/ες καταστάσεις πηγαν πιά μακριά άπά τούς Άγγλους κα! άπά
τούς Γάλλους καΙ δέν υίοθέτησαν μόνον έλληνικές καΙ λατι νικές λέξεις άλλά έλληνικά καΙ λατι νικά σχή
ματα . . . διαμορφώνοντας ταχιές κα! άπλοίίές διαλέκτους, στΙς γλώσσες της δυτκης Εύρώπης καΙ της
σύγχρονης Αμερικης".
2
74
α
Είναι προτιμώτερο όμως να αφήσουμε να μιλήση επί τού θέματος αύτού ένας ίσπανός. Ό καθη·
γητηςJosé Lus Nava||o.
Παρατίθενται ακολούθως άποσπάσματα άπο την Είσήγησί του είς το Γ' Παγκόσμιον Γλωσσικον
ΣυνέδριοντηςΌλυμπίας ¦7· ¹ 0/8/¹ 995, Βλ. ΠρακτικαΟΔΕΓ) .
¯ö9Διον. Ζοκυθηνοϋ¨ΜεταβυζαντινάκαίΝέαΈλληνικά¨
¯¯0Στέφ. Βυζάντιος
¯¯¹ '
U
¯¯¯ [σηκός=βωμός+ονω)
¯¯ºβουνός vons mo¤s
¯¯^Πρόκειταιδιάτήννησίδα||ede| acte.
¯¯^α Βλ. G H| GHET, καθηγ. ΠανεπιστημίουCÒLUMB| A, 'Ή ΚΛΑΣΣΙ ΚΗΠΑΡΑΔΟΣΗ¨Έκδ. ΜΙ ΕΤ, σλ. ! ¯ö
1 52
Κύριε Πρόεδρε
ΚυρίεςκαίΚύριοι
A^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�ΤA�| 0Y
Αί σθάνομαι μεγάλη μου τι μή που συμμετέχω σ αύτήν τήν έκδήλωσι μέ θέμα "Ή Έλληνι κή
γλώσσα¨.γνωρίζωκαλάότιδένύπάρχειάλληγλώσσαστόνκόσμοσάντήνΈλληνική. . .
Έπιδράσεις
τ
ής Έλληνικής γλώσσας σ
τ
ην
Ί
σπανική.
Έάν ρωτήσετε κάποιον τί είδος γλώσσας είναι ή Ί σπανική θά σάς άπαντήση άμέσως ¨είναι μία
λατινική γλώσσα¨. Βεβαίως έχει δίκιο, άλλά δέν σάς δίδεται μία άκριβής άπάντησις. Ή Ίσπανικη είναι
κυρίωςμίαλατινικήγλώσσαάλλάόχιμόνονμίαλατινικήγλώσσα.
Εννοώ ότι ή γλώσσα μας πηγάζει άπό τήν Λατινική άλλά έχει δεχθή επίσης επιδράσεις άπό δύο
άλλεςγλώσσες.άπότήγλώσσαπούάμιλείταιάπότουςΆραβες καίάπότήνελληνικήγλώσσα.
2/ª
Λίγαχρόνια πρίν, προετοίμασα μιά μικρή ερευνητική εργασίαμέτούςσπουδαστάς μου στήντελευ·
ταίατάξιτούΛυκείου. Αύτηή εργασία πραγματευoταν μόνο τίς ελληνικέςλέξεις·δηλαδήτόλεξιλόγιο.
Οί σπουδασταίεξέτασανμέ διεξοδικότρόπο ·όχιμέ θεωρητικήπροσέγγισι· πoλλsςλέξειςτής καθημε·
ρινήςζωής.
Ονόματα κινηματογράφων, θεάτρων, καφετεριών, καταστημάτων τροΦώνκαί ποτών ·βεβαίως
συνηθισμένων γνωστών φαρμάκων πού προέρχονται κατ εύθείαν καί μέ άκρίβεια άπό τήν ελληνική
γλώσσα. Τόσυμπέρασμαήτανάπολύτωςκαίκαθοριστικά σαφές. Περισσότεροάπό34%τώνίσπανικών
λέξεων . . .ήταν πραγματικώς ελληνικές λέξεις άκόμα καί άν είναι γραμμένες οί ίσπανικές λέξεις μέ
χαρακτήρεςλατινικούάλφαβήτου.
Αύτήήτανάπλώςμιάπρώτηπροσέγγισις όσονάφορά τό Λεξιλόγιο.Άλλάέάν προχωρήσωμε λίγο
βαθύτερα, θά έκπλαγούμε περισσότερο, διότι ή όμοιότητα καί ή εγγύτητα τών δύο αύτών γλωσσών
έγκειταικυρίωςστήνγραμματική.
.. οίΈλληνες δέν θάαίσθανθούν ποτέ l 00%άρχάριοιόταν μαθαίνουνίσπανικά.
Φωνολογικες άποχρώσεις:
Έάν άρχίσουμε άπό τήν φωνολογία, θά διαπιστώσουμε άπόλυτη συγκλονιστικη όμοιότητα μεταξυ
τώνφωνητικώνσυστημάτωντώνδύογλωσσών.
Έάν ένας Ίσπανός άκούση έναν Έλληνα νά όμιλή, θά άντιληφθή άμέσως ότι αύτός χρησιμοποιεί
τουςïδιουςφωνητικούςηχουςκαί δέν θάεκπλαγή καθόλου. Τά φωνήεντάμας είναι καθαράα ε ι ο u. Τά
σύμφωναείναισχεδόν τάïδια, τόφθογγικό σύστημαλειτουργείκατάτόνïδιοτρόπο. .
Αντωνυμίες
Ή πιό συγκλονιστική ταύτισις προέρχεται άπά το γεγονός ότι χρησιμοποιούμε τίς προσωπικές
άντωνυμίες ώς άντικείμενα, άνεξάρτητα άν χρησιμοποιούμε μέ μιάη δύοάντωνυμίες, άμεσαη έμμεσα
συμπληρώματα.
Οριστική. Σούδίνωέναποτήρινερο · Σού τόδίνω
Τθdoy u¤vasodeagua - Τθ10 doy
Προστακτ.Δώσε μουένα ποτήρινερο · Δώσεμούτο
Dameu¤ vasodeagua - Dame 1 0
Ύποτακτ. Νάσούδώσωέναποτήρινερο · Νάσούτόδώσω
Ουθtedeu¤vasodeagua · Ουθte 10 de
Προστακτ.στήνάρνητικήτηςμορφή
Μήμούτοδώσης
Νοme1 0 des
2/ª. Σ.Σ. έλληνικά άραβικά ίσπανικά.
π0� Η ÷^^¬^' �¬ |0^| ^000| ¬�÷ T0^ 0A|�0�^| 0 ^0|0 1 53
Ρήμ α τα .
Έόν συγκρίνης τό Άγγλικό ρήματα με τό ρήματα τής ελληνικής η με ίσπανικό ρήματα, θό όντιλη·
φθής πόσηεγγύτηταύπόρχειμεταξυτώνΊσπανικώνκαίΈλληνικών σε σύγκρισιμετόΆγγλικό.
. . .Όσονόφορότην διόταξι τών Έλληνικώνλέξεων, καί οί δύο γλώσσεςπαρουσιάζουνμεγάλησυγ·
γένεια. Κανονικόχρησιμοποιούμε ¨ύποκείμενο+ ρήμα +αμεσο άντικείμενο καίέμμεσο¨,άλλόείναι πολυ
γνωστό ότι εόν θέλης νό προσδώσης έμφασι σε κάποια είδικη λέξι μπορεί νό την βάλης στην άρχη η
στότέλοςτής προτάσεωςΠ. χ. Τό διαβατήριο δεν τόέχω.
Δενέχωτόδιαβατήριο.
. . . Η Ί σπανικη καί ή Νέα έλληνικη έχουν εξελιχθή άντιστοίχως άπό τό Λατινικό καί τό Άρχαία
Έλληνικόκαικαταλήγουνστόϊδιαάκριβώςάποτελέσματα. . .
. . Νόγιατίεγώ,ανκαίείμαιίσπανός, μπορώνόυίοθετήσωτόνστίχοτούΈλύτη
"τή γλώσσα μοϋ έδωσα ν έλλη νι κή "
Έκτός άπό την προίστορικη πανάρχαιασχέσι τής Μινωικής Κρήτηςμε τηνΊσπανία, ή Ί βηρικηχερ·
σόνησος ύπήρξε άναμφίβολα γνωστη στους Έλληνες κατό τους μυθολογικους χρόνους.
Γ
ράφει ό
Πλούταρχος ¦ ΠερίΠοταμών ¹ 5) . "Δι όνυσος, Νικήσας καί Ίβηρίαν, Πάνα κατέλιπεν έπιμελητήν. 'Ός τήν
χώραν άπ' αύτοϋ Πανίαν μετωνόμασε: "Ην οί μεταγενέστεροι, παραγώγως, Σπανία ΠΡOσηγόρεuσαν, ώς
ίστορεϊ Σωσθένης έν ΙΓ' Ίβηρικών" . Τό στενό τού Γιβραλτόρ ήσαν "αί στηλαι τοϋ Ήρακλέους", όπως
εϊδαμε.
2/ö
Κατότηνπαράδοσινό ΉρακλήςέξεστράτευσεστηνΊβηρίαδύοφορές.
Ό Τεύκρος, υίός τού Αϊαντος, εκδι ωχθείς ύπό τού Εύρυσάκου, κατέφυγε στην Ί σπανία. την
Λισαβώνατηνέκτισεό Όδυσσεύς, χαρίζοντάςτηςτό όνομάτου. . . . έν τη ΊβηρίC, Όδύσσεια πόλις δεί
κνυται καί 'θηνάς ίερόν καί δλλα μυρία ίχνη της τε έκείνου πλάνης ¦=περιπλανήσεως) καί δλλων έκ
τοϋ Τρωικοϋ πολέμου . . . ή τοϋ Αίνείου καί 'ντήνορος καί ή τών Ένετών, ώσαύτως καί ή Δι ομήδους καί
Μενελάου καί δλλων πλειόνων . . . ¨
2//
¨Όδύσσειαπόλις¨ Od ss| po · O| | ss| po=Lί spo¤· Lί soo¤ Λισαβών.
ΓράφειτόΈγκυκλοπ. ΛεξικόνΗΛΙ ΟΥ.
2/°
"Ή παρατηρηθεϊσα όμοιό της τοϋ ίβηρικοϋ άλφαβήτου πρός τό κρητικόν άποδεικνύει παναρχαίαν
σχέσι ν τών θαλασσοκρατόρων Κρητών μέ τήν Ίσπανίαν. "
Ό Διόδωρος ό Σικελιώτης ¦ Ε' 37) περιγράφοντας τό όρυχεία τής Ί βηρίας όμιλεί διό τους "κατά τήν
Σπανίαν μεταλλουργούς. " ¦σπανία=σπάνις) .
Οί Ίσπανοί, όπως έχουμε ηδη παρατηρήσει, προσθέτουν ένα έψιλον ¦ε) ώςπρώτη συλλαβη στίς
ελληνικές, λέξεις που όρχίζουνόπό2 σύμφωνα,έξώντό πρώτο είναισίγμα. στάδιον ¯ estad o, στάσις
estacί ό¤, Σπανία·Espa¤a. ¦Έσφαλμένωςκαίόδικαιολογήτωςή Ίσπανίαδασύνεται ) .
Ή χαρακτηριστικη κραυγη ·έπευφημία τώνΊσπανών "όλε" προέρχεται άπότόνόλοφυρμόν "ώ όλέ
δαίμον¨.
2/ü
Τό Πυρηναία τό ώνοματοθέτησε ό Ήρακλής όταν έθαψε είς τό μεταξυ Γαλλίας καί Ίσπανίας όρη
τηνάγαπημένη του Πυρήνην.
2°Ο
Καί ας μη μας διαφεύγη τό γεγονός ότι ίσπανογενης είναι καί ή πορτογαλικηγλώσσα, όπως ίσπα·
νογενείςείναικαίοίδιάφορεςγλώσσες τής ΝοτίουΆμερικής.
2/ö ΔιότηντεχνικηντήςδιανοίξεωςτούστενούύπόΉρακλέους,βλ.Διόδ. Σικελ.Δ' 1 7
2//.ΣτρόβωνΓ ' C, ! 50
2/°.τ. Θ' σλ. ¹ 0¹ °
2/ü.Αλκμόνόπόσπ. ¹ 09. !
2°0.ΎπήρχεκαΙεΙςτηνΛοκρίδαπόλιςΠυρηναία(Στ. Βυζάντιος)
1 54
Αιιι T�| |000Y^0Y ÷Y�TA0| 0Y
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Οί γερμανικεςγλώσσες, με άρχική τους εστία την Β. Εύρώπη, ώμιλούντο στην άρχη άπο διάφορες
γερμανικες
2°¹
φυλες ¦Τεύτονες, Κίμβρους, Σάξονες, Άλαμανούς, Γότθους, Φράγκους κ. α. ) , οί οποίες
κατά την κάθοδό τους προς Νότον γύρω στον Β' Π. Χ αί. ήλθαν σε επιμιξία με τούς τοπικούς πληθυ·
σμούς. Έτσιεγνώρισαντηνγλώσσατώνλαώναύτών καθώς καίτολατινικοάλφάβητο Τά βόρεια αύτά
Φύλα τά όποΤα τόσο επίεσαν την Ρωμαικη αύτοκρατορία, τελικώς εκλατινίσθηκαν. (. . μετακειμένους τό
πλέονείς τόντων ΡωμαίωντύπονκαίΤΥλώττηκαί τοϊςβίοις, τινόςδέκαί Τ πoλι τείς.)
2°2
Τά γραπτά μνημεία τής γερμανικής άρχίζουν άπο τον 4oν μ. Χ. αΙ και άποτελούνται κυρίως άπο
μεταφράσεις λατινικών κειμένων, τών όποίων ή επίδρασις επι τής Γερμανικής γλώσσης εκορυφώθη
κατά τον l 0oναίώνα. Έχουμεόμως μαρτυρίες καίγιάάπ εύθείαςεπαφεςμετην Ελληνικη Γλώσσα. O
Τάκιτος άναφέρει ότι στην εποχή του ύπήρχαν είς το εσωτερικον τής Γερμανίας ενεπίγραφα μνημεία
σε γλώσσα ελληνική. O ι ούλ. Καίσαρ ίστορεί ότι Κέλται ίερείς εχρησιμοποιούσαν την ελληνικηγραφή,
ένώ σε στρατόπεδο Ελβετών άνευρέθησαν κατάλογοι στρατευσίμων καθώς καί άμάχου πληθυσμού,
σύνολον358. 000όνομάτων, γραμμέναόλαελληνικά'
'. . ¤ cast | s He| vet o| um, t abu' ae |epe|tae su¤t ,
l | tter | s Graec| s co¤fectae. . . qu a| maIe||e posse¤t et t em
sepa|at m ρυθΓ ί , se¤es mu' | e|esque. .
»
( ΟΕ ΒΕLLΟ GALLl CO Ι , 29)
Χάλκινοιελληνικοίκρατήρεςέχουν βρεθή όχι μόνον στην Ελβετίακαί την Γερμανία,άλλάκαί στίς
Σκανδιναυικεςχώρες. Άνλάβουμεδεύπ όψιν μας καίτο ότιό Λούθηροςμετέφρασεεκτής Έλληνικής
τηνΆγίαΓραφή, διαμορφώνονταςτην Γερμανικηγλώσσαεπάνωστάπρότυπατής δομήςτώνΆρχαίων
Έλληνικών, καί άκόμη το ότι ό Έρασμος μετεγλώττισε και δι έδωσε 5. 000 ελληνι κες παροι μίες,
εξηγείται θαυμάσιατογιατίοί γερμανικες γλώσσες περιέχουν τόσο μεγάλο άριθμο ελληνικών λέξεων,
ελληνικώνριζών, ελληνικώνγραμματικοσυντακτικώνσχημάτων καιελληνικώντοπωνυμίων, όπωςπχό
ποταμοςτήςΚελτικής Αραρ, έκ τού όραρίσκω ¦=συνδέω) , όρόρω. (Ώγ. Δ' 1 99)
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
ΓερμανικάΦύλαήσανκαιοί ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΕΣοίόποίοιείσέβαλανστην Βρετανίακατάτον5oνμ. Χ.
αίώνα, περιορίζοντας τούς Γαλάτες ·Κέλτες κατοίκουςτης, οί όποίοιζούσανεκείάπο τον 5oνπ. χ. αΙ,
έχονταςύποταχθή στις Ρωμαίκεςλεγεώνεςγύρω στο 55 Π. Χ. Σε αύτεςτις Ρωμαικεςλεγεώνεςσυμμε·
τείχε πλήθος Έλλήνων στρατιωτών, σύμφωναμε μαρτυρία ή όποίαάπεκαλύφθηγραμμένηελληνικάσε
άνασκαφες στην Άγγλία.
2°º
Μυκηναίκά θραύσματα και κοσμήματα Μυκηναίκής τεχνοτροπίας έχουν
άνευρεθήκαιείςτοΟύέσσεξ.
Ή γηραιά Άλβιών
º°«
δεν ύστερεί ούτε σε μυθολογικες ελληνικες παραδόσεις. Κατά τον Λατίνο
χρονογράφο Σολίνο, βρίσκουμε ϊχνη τού Οδυσσέως στά παράλια τής Σκωτίας όπου άναφέρεται ύπαρ·
ξις βωμού με επιγραφη στό ελληνικά ¸ "Co' 'ecta¤ea He|um Memo|ab ' | um" 22, J - J 2) . Καιείναι βαρύνου·
σαςσημασίαςή πληροφορία τού Ι στορικού Πολύβιου, σύμφωνα με τηνόποία ό Πυθεύς ό Μασσαλιώτης
επεσκέφθη την Βρετανία και ύπελόγισε μόλιστα την περίμετρό της ¦με ελάχιστη διαφορά άπο τις σύγ·
χρονεςμετρήσεις) .
2°! Γερμανός. έκτοϋgermen=βλαστός,γόνος, σπέρμα. Εκτοϋλατιν.ρήμ.geroΓι Ie|o,όπερέκτοϋφέρω.
2°2ΣτράβωνΔ'C, ! °ö- ¹ °°
2°º. Βλ. ΠρακτικάΒ'Παγκοσμ. Γλωσσ. ΣυνεδριουΚαβάλας ! 99º.
2°^Πρβλ . Άλεβίων,υίας Ποσειδώνος, φονευθείςυπα τοϋ Ήρακλέους. Πρβλ. καί a' bus=άλφας=λευκός.Οί ¨λευκοίβράχοι¨
τοϋ Ντόβερ,
π0� Η �^^¬^' �¬ |0^| ^000' ¬< T0^ 0A|�0�^| 0 ^^|^ 1 55
Άλλά καιόW Durant2
85
γράφειεπι λεξει.
·Οί Ίρλανδο! πιστεύουν, κα! δέν έχουμε καμμία πρόθεσι νά τούς άντικρούσουμε
,
ότι ή νησος
των έκατοικείτο κατ' άρχάς άπό 'Έλληνας κα! Σκύθας, I . JJJϊσως κα! περι σσότερα ετη π.χ. "
Έτσιεξηγείταικαιτό πλήθοςτών ελληνικήςετυμολογίαςλέξεωνειςτό ίρλανδι κόν λεξιλόγιον.
Π. χ. orbe =κληρονόμος
mag -μέγας
mi di ur =σκέπτομαι
l i ge =κλίνη
l och =λίμνη
loathar =λεκάνη
clu =δόξα
cl uai n =άπάτη
cl oi n =έπικλινης
lann =τηγάνι
εκτούόρφανός
» »
μέγας, μάγας
» »
μέδω, μεδέω=προνοώ, σκέπτομαι
» »
λέχος=κλίνη
»
λάκκος=λίμνη
`
>
λοFετρόν,λουτρόν
ª
»
κλέος-δόξα
» »
κλέπτω
» »
κλίνω
» »
λάσανον=μαγειρ.σκεύος ¦κλπ. κλπ )
Έχει ν δετουςΎπερβορέους ί δί αν τι νά δι άλεκτον,
και πρός τουςΈλληνας οί κει ότατα δι ακείσθαι ,
Και ό Στράβων.
καί μάλι στα πρός τους Άθηναί ουςκαι Δηλί ους,
έκ παλαι ών χρόνων παρει ληφότας την εϋνοι αν ταύτην,
και τών Έλλήνων τι νας μυθολογούσι παραβαλείν (=έπήγαν)
εις Ύπερβορέους, καί αναθήματα πολυτελή καταλι πείν,
γράμμασι ν Έλληνι κοίς έπι γεγραμμένα.
Ώσαύτως δεκαι έκτώνΎπερβορέων Άβαρι ν
εί ς την Έλλάδα καταντήσαντα (=κατέφθασε) τόπαλαιόν,
άνασώσαιτηνπρόςΔηλίουςεϋνοιάντε καισυγγένειαν.
(Διοδ. Σικ. Β' 47, 4-5)
"Φασ! ν είναι νησον πρός τ.η Βρεττανικ.η, καθ' ην όμοι α τοίς έ ν Σαμοθράκη
περί τήν Δήμητρα κα! τήν κόρην ίεροποι είται . ιι ¦5 ¹ 95 5)
Πλήθοςτάελληνικάτοπωνύμιαστις Βρετανικέςνησίδες.
Muggenaes, Orcades, Li mnu, Mal aens I cti s, Θούλη ¦θόλος,θολός) κ ο. . .
(Γιά περισσότερες πληροφορίες βλ. "Οί Άρχαϊοι 'Έλληνες στην Βρετανία" τού Ρ. Κuριακίδη, Εκδ. Κύπρος 1 999)
Ή α' περίοδος τής ίστορίας τής αγγλικήςγλώσσης όνομάζεταιαγγλοσαξωνι κή, από τό όνομα τών
κατακτητών αύτών οί όποίοιείσέβαλαν από την Βόρ. Γερμανία και από την Δανία. τα λατινικά έμφανί·
ζονται έκ νέου πρός τό τέλος τού 5oυ αί. μ. Χ. μέ τόν Χριστιανισμό. Μέσα απόαύτητην διασταύρωσι
διαμορφώνεταιή διάλεκτος που παίρνειτελικατό όνομα 'ΈΝGLι SΗ". Όταντό J 055 μ. Χ. ό Νορμανδός
Γουλιέλμος ό Κατακτητης καταλαμβάνει τά νησιά, καθιστό τηνγαλλικη όχι μόνον έπίσημη γλώσσα τής
αύλήςκαιτού κράτους,αλλάκαιτούγραπτούλόγου. Ή νέααύτηδιασταύρωσιςτήςαγγλοσαξονικήςμέ
την γαλλονορμανδικη ύπήρξε πραγματικά γόνιμη. Τεράστιος αριθμός λατινικών και ελληνικών λέξεων
ριζώνει όριστικάκαικαθοριστικά Παντού έν τ.η Θούλη, άπό πολύ παληά, έδιδάσκετο ή έλληνική ρητορι
κή.
285α
285. Παγκοσμ.Ίστορ. Πολιτ. τ. Δ' 1 03
285α. Μιστριώτης, Μεγ.Έλλην. Γραμματολογία, 8
2
1 075
1 50
A^/A T�| |000Y^0Y ÷Y�TA0| ^Y
Γράφεια Γ. Χατζιδάκις.
2°ö
''Οί Άγγλοι, ώς γνωστόν, τάςμέν γαλλικάς, διά τώνκατακτητώνΝορμαννώνείσαχθείσας λέξεις,
μεταχειρίζονταιέπίτήςΔιοικήσεως καί τώνπολι τικώνσχέσεων, τάςδέΣαξονικάςέπίτώνίδιωτικών¨.
Νέαόντλησιλεξιλογίουέχουμε μετό τό ¹ 4b3 μ. Χ. όπότελαγιοι όπό τήν Κωνσταντινούπολιέγκαθί·
στανταιώςδιδάσκαλοιστήν Βρετανία, καθώςκαικατότόν ¹ 5oναιώνα όπου όλοκληρώνεταιη μετάφρα·
σιςτοϋ ΕύαγγελίουειςτήνΆγγλικήν. Γιαύτα,ένώάπόίστορικήόποψιήόγγλικήγλώσσακατατάσσεται
στιςγερμανικες·άγγλοσαξονικές, άπόμορφολογικήόνήκει στιςλατινικές.
Άναφέρεται ότιέπιΊακώβουτοϋΑ' , υίοϋτήςΜαρίας Στιούαρτ, η μετάφρασιςτήςΒίβλουέγινε όπ
εύθείαςέκτήςελληνικής. Είναιδεγνωστόνότιη Έλισάβετη Μεγάληέγνώριζενόόμιλή, νόδιαβάζηκαι
νόγράφηελληνικά.
Όλες οίφάσειςτήςίστορίαςτήςάγγλικήςγλώσσαςφέρουν τήνσφραγίδαέλληνικήςεπιδράσεως,
εϊτε κατό τρόπονόμεσονεϊτε κατό τρόπονέμμεσον. Ό Ντυρόνσχολιάζονταςτήν Γλώσσα τοϋ Σαίξπηρ
καταλήγει είςτό συμπέρασμαότι ¨αύτή είναι γεμάτημέ τά γλωσσικά λάφυρα τής Γαλλίας καί Ίταλίας. . .
Ή βασίλι σσα Eλι σάβετ σέ τιμη τική προσφώνησι στά έλληνικά πρός τό πρόσωπό της στό Τρίνιτυ
Κόλλετζ άπάντησε όμοίως έλληνιστί . . . Τόν l ôoναί. κύμα μεταφράσεωνκατέκλυσε τήνχώρα άπό τήν
Eλλάδα, Ίταλία, Γαλλία. Ή έπίδρασις τών μεταφράσεωναύτώνύπήρξε τεραστία. . .
Και ό GI LBERT HI GHET
287
με τρόποάνάλαφρο καιδιασκεδαστικόάναλύειτήν καταλυτικήέπίδρα·
σιτήςέλληνικήςπαιδείαςστήνάγγλικήλογοτεχνίακαιγλώσσα.
·. . . Ό Τρωίλος καί Χρυσηίς τού Σαίξπηρ άποτελεϊθεατικήμεταφορά ένόςμέρους τής άγγλικής
μετάφρασης, τής γαλλικής μετάφρασης, της λατι νικήςμίμησης μιάς παλαιογαλλικής άνάπτυξης τής
λατινικήςπερίληψηςμιάςέλληνικήςμυθιστορίας|. ·
Ό παγκόσμιος έλληνικός λόγος και Λόγος άναδεικνύουν μίαν Εύρώπην ¨Eλλάδοςφθόγγονχέou·
σαν¨. Άπό τό άπλά μονοκύτταρα τώνελληνικών πρωτολέξεων μέχρι τους σημερινους πολυκύτταρους
όργανισμους τών συγχρόνων λεξιλογίων όπου και τό προσφύματα άκόμη είναι έλληνικά, άριθμώντας
παράγωγα, σύνθετα, παράγωγαέκπαραγώγων, σύνθεταεκ συνθέτων καιπαρασύνθεταεκ παρασυνθέ·
των, οίκρουνοιτήςελληνίδοςφωνήςέχουν πλημμυρίσεικατόένατούλάχιστον9b%τις δεξαμενεςτών
εύρωπαι κών γλωσσών. Και όχι μόνον τών πέντε γλωσσών που περιλαμβάνονται στό όνό χείρας
Λεξικόν. Έπειδή όμωςκάποιαάπόπειρακαταγραΦήςσε παράλληλες στήλες καιγιότιςαλλεςγλώσσες
θό άποτελοϋσε έγχείρημα ίσάξιο με ¨ηράκλειον άθλον¨, τελείως όποσπασματικό και περιληπτικό ας
επιχειρήσουμενό καταγράψουμε παρόμοιες όναφορες καιέργασίες που καλύπτουν η και μόνον θίγουν
τήνέκτήςΈλλάδοςμετανάστευσιν¨ένάρθρου φθογγής» .
=
Η ΕΛΛΑΣ ΣΤΕΡΗΘΕΙ ΣΑ
ΣΤΕΝΩΝ ΠΟΛΙ ΤΙ ΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ,
ΑΠΕΚΤΗΣΕΝ ΑΝΑΠΕΠΤΑΜΕΝΑ ΓΛΩΣΣΙ ΚΑ2
88
(Δ. Ζακυθηνός)
Έχει γίνει κοινώς παραδεκτό και συνεχώς άκούγεται όλο και πιό συχνά, στό σχετικό παγκόσμια
γλωσσολογικόκαιαλλαΣυνέδρια, ότιήγλώσσαμαςείναιό συνδετικόςκρίκοςμε όλεςσχεδόντιςγνω·
στες γλώσσες. λατινικές, άγγλοσαξονικές, σκανδιναυικές, σλαβικές, όνατολικές, ίνδικες κ. λπ. κ. λπ.
Δεν είναι λί γοι οί επι στήμονες οί όποίοι, άναφερόμενοι στην Έλληνική, την άποκαλοϋν ΜΟΤΗΕΑ
LANGUAGE, ΜΗΤΕΡΑ ΓΛΩΣΣΑ¦"Α| mamate|" ) .
Άπότό ΠρακτικότήςΆκαδημίαςΆθηνώντής J 3. J 2. ¹ 98b, άντιγράφω.
286. "ΆπάντησιςείςΚρουμβάχερ"τ. Β' σλ. b31
287. ¨ Η κλασσική Παράδοση"·Έκδ. ΜΙ ΕΤ.
288. Βλ. εΙςτότέλοςτούΒιβλίουΠΑΡΑΡΤΗΜΑ¨ΚατάλογοςτήςΆκαδημίαςΆθηνών".
π0� Η ÷^^¬Ι| |¬ |0Ι| ^000| ¬< T0Ι 0A"|0�^' 0 ^^|^
,,'Ο επηλυς Βουλγαρι κός λαός έφερε είς τήν άΠoσkΕuήν του περιωρισμένον άριθμόν
Πρωτοβουλγαρικώνλέξεων, τουρκικής προελεύσεως, δηλωτικών όνομάτωνκαί θεσμών, σπα·
νιώτατα δέ άφηρημένωνέννοι ών, τάςόποίαςέχάρασσε διάγραμμάτωντοΟέλληνικοΟάλφαβή·
του. Έπ| διακόσια καΙ πεντήκοντα έτη τό ΒουλγαρικόνΚράτος έχρησιμοποίει τήν Έλληνικήν,
έφθέΥετοέλληνιστί. ·
1 57
Πράγματι, στην σημερινη βουλγαρι κη γλώσσα ύπάρχουν χιλιάδες λέξεις όλοφάνερα έλληνικής
καταγωγής. argaI =εργάτης, daska' =δάσκαλος, Ko| | ba =καλύβα, poIr =ποτήριον, darvo =δενδρον ¦ετ.
δρύς) , KamaI=κάματος, κόπωσις,εργασία,da| ag=μακρύς¦εκτούδολιχός) , Iopa|=ζεστός¦ετ.θάλπος) ,
pa| e¤ =γεματος¦ ετ. πλέων) , k|a¤s| v=ομορφος ¦ εκτούχαρίεις) , ze¤a=γυνή, kuIse =σκύλος¦ ετ. κύων) ,
νο' =βούβαλος, pI|Isa =πουλί ¦ετ. πτηνόν) , όκό=όφθαλμός ¦δωρ. οκκος) , z|voI=ζώον, p| |a =πίνω, v zda
=όρώ ¦ετυμ. Fείδω) , sp|a =κοιμαμαι ¦ετ. ύπνόω) , sma|I =θνήσκω ¦εκ τού μόρτος =θάνατος) , prav|a
=πράττω, s|adam =κάθημαι, -σ·έδομαι, davam =δίδω, gov0r|a =όμιλώ ¦έκτούάγορεύω) , de¤ =ήμέρα ¦εκ
τού δϊα =ήμέρα) , voda =¦ Fϋδωρ), ρο| θ =πεδιάς ¦πολέω =περιφέρομαι ) , ¤ebe =ούρανός ¦εκ τού νέφη)
Ι eg' ό=κλίνη¦εκτούλέκτρον) , more=θάλασσα¦εκτούμύρα=θάλασσα)κλπ. , κλπ. , κλπ.
Όλες γενικώς οί σλαυlκές γλωσσες ¦βουλγαρική, σερβική, πολωνική, ρωσική, τσεχική, ούγγρική,
βαλτικόκλπ.) έχουνέλληνικόύπόστρωμα.
"Ή Έλληνική είναι ή βάσις τής γλωσσικής δομής όλων τών Εύρωπαϊκών Kai των Σλαυl κων
γλωσσων. Ό σημερι νός παγκόσμιος άνθρωπιστικός πολι τισμόςείναι Έλληνοκεντικός καΙ ή γλώσσα
είναι τόκατέξοχήνόργανονέκφράσεως τοΟπολι τι σμοο¨.
=º9
Έλάχιστονδεϊγμα"σλαυlκοϋ" ενγένειλεξιλογίου.
Ieku =δρόμος πρβλτρέχω
Ioku =ρεύμα » ταχύς
g| ava=κεφαλη »
γαβαλά,κεβλη ¦=κεφαλη)
ko¤| =ϊππος
» κονέω =σπεύδω κόνει=τρέχε
|a'e =λείριον, κρίνον · λείριον
k' | soura =κλεισούρα » κλεισώρεια
| es= δάσος » δασύς¦συνήθηςτροπη τού δ είς λ)
zapad=δύσις » ζέφυρος
dosv da¤| a=είςτόεπανιδεϊν πρβλ διό +είς +Fιδεϊν
sIa|a=στέγαστρον πρβλ στέγη
ma| eIc¤ko=μικρό » μικρό ¦μαλακόν)
mec|=μάχαιρα
»
μάχαιρα,μάχη
v|I|s=κλημα » Fϊτυς
voda=νερό
»
Fϋδωρ
vod|I|=όδηγώ » Fοδός
zapad=δύσις » ζόφος, ζέφυ
ρος
mora=έφιάλ της »
μόρος=θάνατος
sIva=θημωνιό » στοιβάζω, στοίβα
sIo¤pa=κοπανίζω
»
στείβω =καταπατώ
zora¤=βίαιος » ζωηρός
mo|e=θάλασσα » μύρα =θάλασσα
Καίείδικώτερον.
Ούγγρι κό
289. lranc|scOAdradOs(ίσπανόςκαθηγητής), ΒραβείονΏνάση 1 99b, όμιλίατουένΆθήναις, J 0ΠΙ9b
290. Έκδ. Άμφισσα ·Άθήναι ! 9º"
1 58 A^ΙA T�| |000Y^0Y ÷Y�TA^| ^Y
Ό Άνδρέας Δενιόζος εχει καταγράψει τό ¨Έλληνικό Λεςιλόγιο στήν Ούγγρική γλώσσα¨
=90
¦και
παραλλήλωςμεγάλοάριθμό έλληνικών έκφράσεων όπως ¨D| oge¤es Lampada¨ =ό φανός τού Διογένη,
¨ Morp¤eusKa||a| ba1"=οίάγκάλεςτού Μορφέως) .
I | ' ozI| I a, mat emat ka, aszt|o' I g a, ocea¤, mύseυm« « . κ. τ. τ.
puspok =έπίσκοπος, k st s =κύστις, ket =κήτος, marva¤y =μάρμαρον, o' a| =ελαιον, ba|ato¤ =λίμνη, βάλ·
τος, p| | =άνταύγεια ¦ πύρ) , Iο'Υό =ποταμός ¦φλοϊσβος) , mez =μέλι , azembe| =ανθρωπος, νίΖ =|ύδωρ,
ku| acs =κύλιξ, ka¤a=κάνιστρονκλπ. . κλπ . . .
Πολωνικό
I| ' ozoI a, matematyka, ¤ sto| a, muzeum, teatr, muzyka=μουσική. . . κ. τ. τ.
o| ez=ελαιον, k ' |c¤=κύλιξ,dem=δώμα,δόμος, ¤| e¯ όχι ¦νη)
da|= δώρον, p|aca=έργασία ¦έτ.πράξις) , gόra=όρος¦τροπηδασείαςειςg) ,
ZyO =σϊτος, zo¤a=γυνηκλπ. κλπ.
Ειδικώτερον, ή
' Αλβανικη κατάγεται έμφανώς άπό την Πρωτοελληνική·Πελασγική. Εχει άποκληθή ¨άπλό πρωτο·
ελληνικό ιδίωμα. ¨ Πρόκειται στην ούσία περι κακοποιημένης έλληνικης διαλέκτου ¦άναμεμειγμένηςκαι
μέδιάφορεςαλλεςγλώσσες) . Αύτόγίνεταιφανερόκαιάπόάρχαιόταταέλληνικάτοπωνύμια,άγνώριστα
σήμερα λόγψβαρβαροφωνίας. Ωρικόν ¦O|| kum) , Αντιπάτρεια ¦ Berat) , Βάλλις ¦ Ba' | s¤) , Εγχελάνες ¦ L ¤) ,
Ορέστια ¦ Korce) , Λισσός ¦Lez¤e) , Βαρβιλησσός ¦ Ba|b0| us¤) Κ. α. . . Ησημερινη Αλβανία είναι μέρος της
άρχαίας Ίλλυρίας, τά παράλιατής όποίας κατοικούσαν, σχεδόν άποκλειστικά, Ελληνες. οι δε Ίλλυριοι
ύπήρξανφυλησυγγενικηπρόςτηνέλληνική. (Βλ. Έγκuκλ. ΗΛΙ ΟΥ, τ. ΒΌλ.
¹ 9º, .
Ελάχιστονδεϊγμαλεξιλογίου.
βέρβερε=φλυαρία έκτού βάρβαρος
βιτ= ετος * Fέτος
νίπ=έγγονός
κιέφτ=ποτήρι
κτσένες= όδοιπόρος
μαραζός=φθίνω
λίγκγια = μυρολόι
σαρπέρι= όφις
ζέμερα=καρδία
σκύτι=άσπίς
:
>
~
~
~
>
νέμεα= κατάρα
>
-ά� = tππoς
~
λέσι =τριχωτός ~
ζαγάρ =κυνηγετικόςκύων
>
βέρεα=εαρ
>
εθε =πυρετός *
ζέρ =φωνη
~
αρσεζε" τολμηρός
:
φάρα=γένος ~
τζάρ =φωτιά
>
νέρς=κόσμος
>
πούσιν = πηγάδι
ª
ντέρα=πύλη, πόρτα
>
ντίμρι= χειμών
~
κρήε= κεφαλη ~
βρέστα= αμπελος
~
κόκα=κεφάλι
:
κλιάν= θρηνώ
>
νέπους
κεύθος
ξένος
μαραίνω¦μαραζώνω)
έλεγεϊον
σ·ερπετόν
θυμός+ήτορ
σκύτος
νέμεσις
κέλης
δασύς, ¨λάσιος¨
ζωγρέω,ζώγρημα
Fέαρ
αϊθω
γήρυς
αρσεν
φέρω
έστία,έσχάρα
άνέρες¦=ανδρες)
πόσις
θύρα
δρϊμαι=ψύχος
κάρα, κράς
βόστρυχος
καικύλη,κόγχος, κόκκα=κεφαλη
κλαίω
π0� Η ÷^^¬^' |¬ |0^| ^000' ¬< τοι 0A||0�^| 0 ^^|^ 1 50
δέα -γη εκτοΟ δα ¦δωρ. γα,γη)
όρα =χωράφι
» »
όρουρα
βην-έρχομαι
» »
βαίνω
δρόμι=λεωφόρος
» »
δρόμος
οϋδα= όδΟς
» »
όδός, ούθα
πορέα=διάβα
» »
πορεία
κεν=σκύλος
» »
κύων
στρέξεμ-δέχομαι
7
στέργω
θάρτα= άλμυρη
» »
θάλαττα
ρων -ζώ
» »
ρώννυμί
έρετ=σκοτεινιάζει
» »
έρεβος
πουν=εργασία
» »
πόνος
μύελ-άλεύρι
» »
μύλω, μύλη
ντράπρ -δρεπάνι
» »
δρέπω
πρίφτι-ίερευς
» »
προφήτης
μυ=ποντικός
» »
μΟς
καργαρ-φορτώνω
»
γαργαίρω
χιρ =χάρις
» »
χάρις
Κ. ό. αμέτρητα. . . (Βλ. σχετ.μονογραφίεςπερίΆλβανίαςκαιάλβανικήςγλώσσης,τοΟΘ. Μαργαρίτη, τοΟΑ. Κόλλια,καθώς
καιτόΈλληνο·άλβανικόΛεξικότοΟ ΜάρκουΜπότσαρη. )
ΟΆρμένιοςεθνολόγοςκαθηγητης ΣιμόνΚαρκισεριάν, τηςΆκαδημίαςΈπιστημωντηςΆρμενίας
29ì
αναλύειτόν ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΔΑΝΕΙ ΣΜΟΣΤΗΝΑΡΜΕΝΙ ΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.
`. o . λόγuστενώνίστορικώνκαί πολι τικώνέπαΦώνπούοίρίζες τωνχάνονται στάβάθη τώνχιλιετη·
ρίδων. Ή κατηγορία δανεισμούείναι τόσο προσαρμοσμένη στό σΙiστημα τής άρμενικής καί τόσοκαλά
άφομοιωμένη, ωστ ή έλληνική προέλευσις άνακαλύπτεταιμόνονμέ τηvβοήθειαέτυμολογικής άναλύ·
σεως (erd/k ή στέγη οίκίας, άπό τό έδρανον). Ό υίός τού βασιλέως (oas//avs/) Τι γράνη, ό Αρταβάς,
έγραφε ταγωδίες στήνέλληνική γιά τόάρμενικό θέατρο (|a|rόn). Ό τάφοςλέγεται s/r/m έκ τούσιρός,
Κ.α. Κ.α . * . * ´
Είναι γνωστον ότι οί Άρμένιοι θεωροΟν ώς γενάρχη τους τον ηρωα Άρμενον, σύντροφο τοΟ
Ίάσονος κατό τηνΆργοναυτικη Έκστρατεία Ο Άρμενοςκατήγετο άπο το ΆρμένιονΛαρίσης. Ή ίστο·
ρίαάναφέρειότιστηνΆρμενία κατοίκησαν ΠελασγικαΦΟλα, τα όποίαεξεπολίτισαν τουςεκείίθαγενείς.
Έπαρχία της Άρμενί ας εκαλείτο ¨ Μι νυάς¨ . Μι νύαι δέ, ήσαν οι προι στορι κοι κάτοι κοι τοΟ
ΟρχομενοΟτης ΒοιωτίαςκαιοίπρωτοιόποικοιτοΟ Πειραιως. . .
ΤονΕ' μ. Χ. αΙ ό επίσκοπος Μαστότςεπενόησετο άρμενικόνάλφάβητον βασιζόμενοςεις το ελλη·
νικόν. Συγχρόνως όρχισαν οί μεταφράσεις των εκκλησιαστικων κειμένων στα αρμενικά. Ί δρύθη και
Έλληνικη Σχολή, οί καθηγηται της όποίας, έχοντας ώς πρότυπον την ελληνικη γλωσσα, μετέφεραν
στηνάρμενικητηνεπιστημονικη όρολογίακαιτιςελληνικές παραγωγικές καταλήξεις. Μετέφρασαντην
¨Γραμματική Τέχνη¨ τοΟ Διονυσίου τοΟ Θρακος και έκαναν τα πρωτα βήματα για την διατύπωσι της
άρμενικηςγραμματικης.
ΜεγάλομέροςτοΟελληνικοΟλεξιλογίουεπέρασεστηνάρμενικημέσψ τής περσι κής, ¦Ίραν =Περσία,
εκτοΟ Άριοι. Άερία, η πρώτηόνομασίατηςΚρήτης) .
Τον ΣΓ μ. Χ. αίωναάρχίζουνοί στενέςεπαφεςτηςΆρμενίαςμε το Βυζάντιοκαιτην Έκκλησία.
ΧαρακτηριστικαέρανίσματαέκτοΟάρμενικοΟλεξιλογίου.
ma|d-θνητός, όνθρωπος, εκτοΟμορτος¦·περσ. ma|t|ya)
ayts-δερμάτινος
» »
αίξ
29¹
Βλ.Πρακτ. Β' Παγκ Γλωσσ. Συνεδρ Καβάλας.
1 00
A^^A T�| |000Y^0Y �Y�TA�| 0Y
m| =μη εκτοΟμη
ga|¤ =άρνί
» »
|uµhv-άρνί
ge'e| =λάμπω
» »
γλαύσσω-λάμπω
a' eu|-όλευρον
» »
όλευρον, άλέω
dz| 0¤-χιόνι
» »
χιών
s| 0¤=στύλος
» »
κίων
u|a¤am=άρνοΟμαι
» »
άρνεομαι
ekeg¤ets|=εκκλησία
» »
εκκλησία
¤eta¤os=εθνος
» »
εθνος
meg¤ed| -μελος μελωδία
|aka¤ -σκεΟοςπήλινον
> »
λεκάνη
s|| ¤g-σΟριγξ
» »
σΟριγξ
p¤ak-πίναξ
» »
πίναξ,πινάκιον
stamoks-στομάχι
» »
στόμαχος
ag¤ekat -ήλακάτη
» »
ήλακάτη
ta|¤ag¤a¤-καλάθι
» »
τάλαρος
'apte|-λάμπα
» »
λαμπτηρ
sag¤mos -ώδη
» »
ψαλμός
a| estay=άθληταί
» »
άθλητης
ago¤| stay =άγωνισταί
» »
άγών, άγωνιστης
zep| u|¤ =δυτ όνεμος
» »
ζέφυρος
pok=φώκια
» »
φώκη
ma|keg¤ =¨τσάπα¨
» »
μακέλα, μακέλλη
kem =σχοινί
» »
κημός
ma' ovte=προβειά
» »
μηλωτη
sk| ¤tg¤ -ράβδος
» »
σκυτάλη
toma|-τομάρι
» »
τέμνω,τόμος
e|ge¤o¤ =οργανον
» »
οργανον, εργον
ast|¤og¤abo¤ =άστρολάβος
» »
άστηρ+λαμβάνω
ko¤-κωνος
» »
κωνος
s¤| o|¤os=χλωρός
» »
χλωρός
oksu¤aka¤-βαθυκόκκινος
» »
όξυς
p|¤otesm| os=προθέσμιος
> »
προθεσμία
bag¤a¤| k=λουτρόν
» »
βαλανεϊον
mato0|¤u=μικρός ναός
» »
μαρτύριον
ak¤- όφθαλμός
» »
οκκος
sava¤ -σεντόνι
» »
σάβανον
skem -ενδυμ. ίερωμένου
» »
σχήμα
makdag¤| a-ζυμάρι
» »
μαγδαλιά
gavat-ποτήρι
» »
γάβαθος, γαβάθα
apse-δίσκος
» »
άψίς
zme| | ¤=σμιλίον
» »
σμίλη
tag¤a¤d=τάλαντον
» »
τάλαντον
metag¤-μέταλλον
» »
μέταλλον
ma|ma|-μάρμαρον
» »
μάρμαρον
a|m| o¤-όρμενον
» »
όρμενον
|ope=τόλεπτόν
» »
λέπω
¤| upatos=πρόξενος
» »
ϋπατος
ka|tug¤a|=γραμματευς
» »
χαρτουλάριος
| so¤=άντίγραφον
» »
ϊσον
ka¤o¤-νόμος
» »
κανών
π0� Η ÷ιιΗ^| ΙΗ |0^| ^000| ¬< ΤΟ^ 0A||0�^| 0 ^0|0
vard = ρόδον έκτού Fρόδον
kg¤esur=στενό, φρούριο
» »
κλεισούρα
ska¤a¤em=φονεύω
» »
σΦάζω, σπάθη
sur=σπαθι
»
' σύρω
kog¤ob=είδοςγιλέκου
»
' κολόβιον=χιτωνίσκος
1 61
Ύπάρχουν βεβαίως και οί όλοφάνερα έλληνικές λέξεις . adama¤d, a¤dr| a¤d, eIer ¦αιθήρ) , r| s,
ovk| a¤os ¦ώκεανός) , peg¤agos ¦πέλαγος) , se| ¦σέλας) , ¤| u| e ¦ϋλη) , Kom| I ¦ κομήτης) , ¤oIos, I| upo¤
¦τυφών) , I| Ia¤, ¤ekIar, kaIog¤| ke ¦καθολ. έκκλ. ) , ma|I| ros, ep| d| m| aka¤, | epr¤ ¦λέπρα) , KeI ¦κήτος) ,
asIakos, de| p| ¤, d| mos, por¤¤| k ¦πορνικός) , pras ¦πράσον) , dap¤| ¦δάφνη) , ma¤dra ¦μάνδρα) , akadem| a,
k|o¤| ko¤, | ko¤, k Ia|¤ ¦κιθάρα) , asIr¤o¤om| , ke¤dro¤, d| opIr¤a, | marm| ¤e¦ειμαρμένη) , ¤| uposIaz|z ¦ύπόστα·
σις) , k| ¤¤| kos ¦κυνικός) , Iokos, apoI| ks ¦άπόδειξις) , amp| IaIro¤ ¦αμφιθέατρον) , meIaks ¦μέταξα) , I||er
¦τριήρης) , Iem ¦θέμα) , K| | m ¦κλίμα) , pag¤a¤g ¦φάλαγξ) , sIraIe| aI, asp| s, argas| k ¦έργασία) , eksod| o¤,
zod| akos,Iada|os, osIre ¦όστρεον) , pog¤| pod ¦πολύπους) , spu¤g¦σπόγγος) , ¤r¤eIor¦ρήτωρ) , pueI¦ποιη·
τής) , karI ¦χάρτης) , meg¤ed| ¦μελιμδία) , sy¤od ¦σύνοδος) , Kama| ¦καμάρα) , sv| ¤ ¦σφήνα) , draxm ¦δρα·
χμή) , a¤um ¦όνομα) , Iorg¦ Fspyov) , g¤| ¤| ¦ Fοίνος) , ' uam¦λούω) κ. ο. . . . .
*
Ό Κωνστ. Οικονόμος ό έξ Οικονόμων, εις έπιστολήν του πρός τους Ρώσους, γράφει δια τήν
Ρωσl κήν:
¨ΠολληκαΙμεγάληείναι ημεταξύ τής πατίουγλώσσης σαςκαΙ τής ΈλληνικήςσυγγένειακαΙ σχέ·
σις. ΌχιμόνονπερΙ τά πρωτότυπα θέματα τών λέξεων, άλλά καΙ περΙ πολλούς σχηματισμούςκαΙσυν·
θέσειςσυλλαβώνκαΙφθόγγουςστοιχείων.¨
Καιό Ντενίζωφ. "Ή έλληνικηγλώσσα προμήθευσε στΗvΡωσι κή τά πρώταβάθρα. ¨
Πρέπει να είναι πανάρχαια η Έλληνι κή γλωσσική έπί δρασις έπι τής ρωσικής. Και βέβαια, οί
ΈλληνεςδένήλθαναπόταΟύράλια. ΟίΠρωτοέλληνες-Πελασγοιέπήγαν παντούκαιώνόμασανκαι τα
έκεϊ'Όϋρεαμακρό¨·Ούρ·άλια. ¦ολις=συγκέντρωσις) .
ταέλληνικό Φύλα πρωτοέφθασαν στα Ούκρανικό ¦έτυμ. έκ τού όκρις =οκρη) παράλια τού τότε
¨Άξείνου¨, καιμετα τηνέκεϊπαρουσίατους¨Εύξείνου¨ Πόντου, πολυ πριντους ίστορικους χρόνουςκαι
τους γνωστους όποικισμούς. "' ούν Εϋξεινος έκαλεϊτο πρότερον Άξεινος διά τό ύπό ληστών οίκεϊσθαι καί
μηδενός αύτψ παραβάλλει ν τών ξένων' κατά άντίφρασι ν δέ Εϋξεινος έκλήθη ι', ώς τινές φασιν, ό Ήρακλής
έκβαλών έκεϊθεν τούς ληστάς φιλοξένοuς τινάς κατφκισεν. " ( ΣχόλιαT. L. G. είςΔιονύσιονΠεριηγητήν)
Μέ τήνπάροδο τών χιλιετιώνκαιτώναιώνων, ό Εϋξεινος Πόντος, η ¨Έλληνικηλίμνη¨, έγινεβυζα·
ντινή ¦ Οδησσός. Εύπατορία,Θεοδοσία, Μαριούπολις. . . ). Ό Μεθόδιοςκαιό Κύριλλοςδένδιεμόρφωσαν
μόνον τό σλαυικό αλφάβητο καιτό έκκλησιαστικόΛεξιλόγιο.Διεμόρφωσανκαιτήν φιλολογική γλώσσα,
τό ¨Καλλιλεξιλόγιον¨ όλωναύτώντώνλαών.
Στότέλος τού J 7oυ μ. χ. αίώνος δύοΚεφαλλωνίτες, οί αδελφοι Λειχούδη, ϊδρυσαν στην Ρωσία στό
κέντροτηςΜόσχας,τό Πρώτο Πανεπιστήμιο,ελληνικό, ύπότνέπωνuμίαν¨ΣλαυογραικολατινικήΆκαδημία.¨
· ΌΜέγαςΠέτοςάποφάσι σεμιάμέρα, προσπαθώντας νά δημιουργήσειέθνικησυνείδη·
σι, ότι όλοι οίΡώσοι θά πρέπει νά γράφουνρωσικά. Έδωσεέντοληστούςφιλολόγους του νά
μεταφράσουν δυτικά έργα άπά τά λατι νικά στά ρωσικά. ΑύτοΙ δέν τά κατάφεραν. Φώναξαν
τούςδύοΚεφαλλωνίτες (ΆφούςΛειχούδη)καΙμετέφρασανδύοτίαέργαστΗvκαθομιλουμένη
ρωσική.ΑύτοΙείναι πούέφιαξαν τη γλώσσα τούΝτοστογιέφσκι, τού Τολστόι, τούΠούσκι ν. την
γλώσσα πού μιλάνε οίΡώσοι σήμερα, τΗv έφιαξαν Έλληνες . . . Όποια πέτα κι αν σηκώσης,
κυρίωςπρΙ νάπά τάνΜ. Πέτο, Έλληνεςθάβρήςάπάκάτω. . .
··=9=
Ύπάρχουν βέβαια, όπως σέ όλες τιςγλώσσες τού κόσμου, οι όλοφάνερα έλληνικές λέξεις, όπως
Π.χ. ανατόμιγια, αστρονόμιγια, όκαντέμιγια, τραγέντιγια, κομέντιγια, όντα ¦=ώδή) , έλέγκιγια, ρετόρικα,
όκσιόμα ¦-αξίωμα) , άλλεγκορίτσνη ¦=αλληγορικός) , έκονόμιγια, ντεμοκρατιγια, γκεκζάμετρ ¦=έξάμε·
τρον) , γκελιοτσεντι τσέσκι ¦=ηλιοκεντρικός) , ντιακριτι τσέσκι ¦=διακριτι κός) , γεβανγκελίγιε ¦=εύαγγέ·
λιον) , ίγκούμεν¦ηγούμενος) , ίρονίγια,ίχτιολογίγια,κοσμογκονίγια, αβτονόμιγια,όβτόγκραφ, αμφιτέατρ. .
=9=
Δημ.Γιαλαμάς, Μορφ. άκόλοuθοςΈλλ. Πρεσβ. στηνΜόσχα, Περιοδ.ΝΕΜΕΣΙ Σ, Όκτ. ì 99I
1 02
A^^A τ<ι ιο0ΟΥ^ΟΥ �Y�ΤA^Ι 0Y
Ύπάρχουνόμως καί οιπo�υάλλοιωμένες, έλληνικήςκαταβολής,λέξεις.
μαρ=ήλιακήθερμότης, έκτού μαρμαίρω
άλλοπάτ=ίατρός
» »
άλλοπάθεια
τροφέι=βραβείον
» »
τρόπαιον
σέλο=άγρος
» :
όλως, άλώνι
βορ=κλέφτης · · φωρ=κλέπτης
ζενα=γυναίκα · γυνη
γέστι=είναι · · έστί ¨τόγέστ¨ =τούτέστιν
μάτ=μητέρα · · δωρ. μάτηρ
πανομάρ=όέφημέριος · · ότιπαραμένειεντιναι, ¨παραμονάριος¨µπανημέριος)
πόραντόμοί=έλαστοσπίτι · · πορεύουείς τον δόμον
καραβ · · καράβιον
Ό Άνδρέας Δενιόζος έχει καταγράψει το ¨Έλλην|κό Λεξιλόγιο στήν Ρωσική γλώσσα¨, μία πλήρη
λεξικογραφικημονογραφία. ¦Βλ. Βιβλιογραφία)
Ό Γιάννης Γαβριηλίδης, με σειρα εργασιών ¨Τό Έλληνικό πνεύμα στήν ύπηρεσία τών Ρώσων¨,
αναλύει διεξοδικώτερα το πέρασμα λέξεων άπο την ελληνικη στην ρωσικη ¦υίος ¯ συίν, χάρις ¯ χαρί·
τα, γαλήνη ·γκαλίνα. . . ) , εκφράσεων όπως ¨Φίγκλι μίγκλι¨ ¦ φύρδην μίγδην) · ¨αττίτσεσκαγια σόλ¨
¦=άττικονόλας) · ¨πόντεγκίντοί¨¦=ύποτηναίγίδα) ·''γκομερίτσεσκιιχόχοτ¨ ¦=όμηρικαγέλια, χαχανητα)
· ¨ντάρυιΝταναιτσε⨦=ταδώρατώνΔαναών) · ¨ότόλφυιντοόμέγκι¨ ¦=άπο τοόλφαώςτοώμέγα). . .
Καταγράφει ακόμη την δι αφοροποίησι τής προφοράς ¦ ¨πάφος¨ το πάθος, ¨καφεντρα¨ η καθέ·
δρα) ,
29º
τηνμεταβολη τώνκαταλήξεων ¦συμπάθεια ¯ συμπάτιγια, όρθογραφία ¯ όρφογκράφιγια) , την
τροπη τής δασείαςόλλοτε είς ¨γκ¨ και όλλοτε εις Υ ¦αρμονία ~ γκαρμόνιγια, ηρως ¯ γκερόι, ηλιος ··
γκέλιι,αiρεσις ·γέρες) καιόλλαπολλά. . . Fo¤eI| ca, μπιοσφέρα. Μορφολογίε, Συντάξα.
Παραθέτει έπίσης κατάλογο κυρίων όνομάτων. π. χ. . Άλεκσάντρ, Άντρέι , Άριάτνα, Άπολλόν,
Άριστάρχ, Άρκάντιι, Γκλαφίρα ¦ =ήγλαφυρά) , Ζόγια ¦=ή Ζωή) , Ζενον ¦=Ζήνων) , Ί ρίνα, Ίππολίτ, Καλίνικ,
Κσενοφόν, Λεονίντ, Λέβ ¦=Λέων) , Ναρκίς, Νικάντρ, Νικίτα, Νικίφορ, Νικολάι, Όλυμπιάντα, Όρέστ,
Παμφίλ, Πλατόν, Πολιέβκ ¦ =Πολυδεύκης) , Πολικσένιγια¦ =Πολυξένη) , Φιλίπ . . . Κ. ό. πολλά.
Ή δερωσικηκατάληξιςτώνέπωνύμωνείς·ωφ ¦ Ρωμανώφ, Τσακάλωφ, ΆργυρώΦ, Γκλιγκόρωφ)είναι
ή συντετμημένη έλληνι κη · όπουλος, άρχι κώς · όπωλος ¦ εκ τού πώλος =μι κρόν, νεογνόν) .
Ρωμανόπουλος, Γρηγορόπουλος, Άργυρόπουλος, άρχικώςΆργυρόπωλος.
Άκόμη. τοπωνύμια, είς τα όποίαέχουμε ηδη άναφερθή ¦Γιάλτα ό Αίγιαλός, Κριμαία ή Κιμμερία, εκ
τούχειμερία,καίόλλαώνούκέστινάριθμός. . . ) .
Τελει ώνουμε με ένα συμβολικο δείγμα εκ τής λι θουανι κης γλώσσης. m| skas =δάσος ¦εκ τού
μίσχος) , Ι ΟΡΘ =Φώς ¦ εκ τού λάμπω) , p| | | s =φρούριον ¦εκ τού πόλις) , pat| s =σύζυγος ¦ εκ τού πόσι ς,
πότις). . .
**
Έχειύποστηριχθήκατακαιρουςότικαίοί Βάσκοι έφθασανστηνΊβηρικηχερσόνησοπεζή, έχοντας
ξεκινήσειη έχονταςδιαβήάποτηνΚριμαία. Πολυ πιθανόν, άφού το ρήμα"βάσκω" σημαίνειβαίνω, βαδί·
ζω. ¦Όμηρος ¨βάσκε, ίθι, Ίριςταχεία.. · ¨ ) . ΑλλοιπάλιπιστεύουνότιοίΒάσκοιείναι Πελασγοί ¦Δωριείς ·
Κρήτες) οί όποίοιμετανάστευσαν προς την σημερινη Ί σπανία δια τής θαλασσίας όδού, όταν οί Κρήτες
¨έθαλαττοκράτουν¨. Καί αύτο είναι εξ ϊσου πιθανόν. Ίσως να είναι σωστες καί οί δύο εκδοχές, άφού
έτσικιόλλοιώςπρόκειταιγιαΠελασγουςμονίμωςεύρισκομένουςενμετακινήσει, καίόχιγια¨μυστηριώ·
δη¨ φυλή, όπως πολλοί εθνολόγοι συνηθίζουν νά αποκαλούν τον ύπερήφανο αύτον λαο ό όποίος
κατοικείαποαρχαιοτάτωνχρόνωνστηνΊ βηρία.
23=
29ºΌπωςάναφέραμεηδηστηνΕίσαγωγή,οίΡώσοιάδuνατοϋννάπροφέροuντό ¨θ¨.
29^Ήσύχιος. 'Τβηρ=χερσαίοντιθηρίον,άφουκαί
Ί βηρες¨.
π0� Η �^^¬ιΙ |¬ |0^' ^000| ¬�� τοι 0A||0�^' 0 ^^|^ 1 03
Στο περιοδικο LXFHLSS Ι ΝΤΕΑΝΑΤι ΟΝΑL¦ Fa| s J . 9. l 994) , σε είδικηκαταχώρισιγια την χώρα των
Βασκων, αναφέρεται έπί λέξει . ¨S/ nous nous |ournons vers /epasse de Ι'Europe, nous |rouverons /es
prem/ers ves|/ges de /a cu/|ure du Feup/e Basque, 5J.JJJ ans avan|Jesus·Chr/s|¨. ¦=Έαν στραφούμε
προς το παρελθον τής Ευρώπης, θα ανακαλύψουμε τα πρωτα ιχνη τής "κουλτούρας¨ των Βασκων,
50. 000χρόνιαπ. χ. )
Έπιστήμονες όπως οί ΡΑυLΙ , ΗΟΜΜΕL, HL| NACH KHLTSCHMLH, υποθέτουν ότι αρχέγονον
Πελασγικονεθνος, συγγενεςπροςτουςΈτρούσκουςκαίπιθανονπροςτουςΒάσκους, χρησιμοποιούσε
¨ένκαίτόαύτόγλωσσικόνίδίωμα¨
z9
"
Ό Ίωάννης Πασσας στην 'ΆΛΗΘΙ ΝΗ ΠΡΟΙ ΣΤΟΡΙ Α¨ εχειέκφράσειτην όποψι ότι ¨κατα πόσαν πιθα·
νότηταοίΒάσκοιε/ναιφυλή προελθούσαάπό τήνέπιμειξίανόμάδος τώνσυνοδώντού Ήρακλέους, πού
παρέμει νανεΙς τήν περιοχήν, ένισχυθεισαν από πανάρχαιους Κρήτες οί όποιοι ήλθαν άργότερονείς
τόνχώροναύτόν. . . ¨
Ό FEDER| CO KRUTW|G SAGREDO, ώς Πρύτανις της Βασιλικής Ακαδημίας των Βάσκων ¦ Deca¤o
de ' aHea| Academ aVasca) , εχειδιατυπώσειπαρόμοιεςαπόψεις.
·ΟΙ Έλληνεςκαί οί Βάσκωνεςεχομεν ένko|vu πράγματα, ωστε ή έλληνική γλώττα ή άρ_oι oτάτη
τώνένΕύρώπη γεγραμμένωνγλωττώνέστίν . . . ΉμειςοΙΒάσκωνες, Ίάονες τού Ατλαντικού Ωκεανού,
σοί ΈλλάδιΧαίρεινλέγομεν. . .
Ό έλληνικός πολι τισμός τήν εύρωπαίΊήν ψυχήνέποίησεν. . . Ήμιν τοις Βασκούσι, τών άκτών τού
Ατλαντικού, αίμέγισται μερίδες τής ήμετέρας έθνικής ούσίας, ή βασκωνική γλώττα έστί . . . Πόσαι αΙ
εύρωπαίΊαί γλώτται εχουσι πλέονή 5J% τούέαυτώνλεξιλογίου έκ τήςέλληνικήςκλασσικης γλώττης
ήρημένονκαί ούτωσί έστίν έν πάσαις ταις γλώσσαις. . . Αύται αί λέξεις ύπάρχουσι έν τ βασκωνικp
γλώτψ όπωςκαίένταις oλλαις, άλλά ή βασκωνική γλώττα εχει oλλας λέξεις, αίούκ ήλθονήμινμετα
τής έλληνικής παιδείας, οϋτε έκ τών τεχνών, ούδέ δια τής λατι νικής γλώττης, ούδέ διά τής χριστια·
νικής θρησκείας, άλλά αύταίαΙπανάρχαιοι λέξειςλαλούσι περΙμιόςαρχαίας συγγενείας. Δι ότι αύταί αΙ
λέξειςούκείσίνέκτούστελέχους τών ¨ί νδoεuρωπαίΊώνγλωττών¨αλλαπρότεραι . ·
Στοι χεία της Γραμματι κης
Βασκωνιστί ό τύποςτού ρήματος, ός σημαίνει το είκοςη τοδυνατόν, εχειτηνσυλλαβην ke. Αυτη
έλληνιστίτοαν έστίναλλαένΌμήρψ τοκε ¦-όν) .
Βασκωνιστίή Ευκτικηπέπρακταιμετα τής λέξεωςa|t, ελληνιστίειθε, αϊθε ¦Όμήρου) .
Βασκωνιστίή έξέτασιςπράττεταιμετατήςλέξεωςe| , e| a, ean, έλληνιστί ¯ εί , έάν.
Ή λήγουσα -το(ς) τούρήματος βασκ. ·tu
καίή λήγουσα-τεο(ς) βασκ. -teko
Ή λήγουσα-σύνη βασκ·suna
ΕΠΙ ΡΡΗΜΑΤΑ
ΤΟέπίρρηματήςαρνήσεως,ελληνιστί ού ούχ, βασκωνιστί ukha|u - αρνέομαι¦-ου·λέγειν)
σημαίνει.
Έλλην. ήλέξιςτής καταφάσεως ναί, καίμεταέμΦάσεωςναι χί , έστίνβασκ. ba|, καίba| k|.
ΤΟέπίρρημαείκη, βασκ. ·e| k .
ΟΥΣΙ ΑΣΤι ΚΑΚΑΙ ΕΠΙ ΘΕΤΑ
Βασκ.
»
»
ΑΙ Ν-Iza. . .
AHTO, AHTHO
ATOLMA-t0
Ζι τυ
Έλλην.
»
»
295. Βλ. "Πελασγικά" Ι . Θωμόπουλου, σλ. Ζζ'
αiνη
όρτος
τολμά·ω
σίτος
1 04 AffA Τ�I FοnΟΥ.ΟΥ (Y�ΤA01 0Y
Βασκ. AHG| Έλλην. άργός
LSKAHAIza
»
έσχάρα
»
·ZA-¤
»
ζά·ω
»
LΑΙ ΟΟ
»
λοιδο·ρός
»
LAFHUH¦=κλέπτης)
»
λάφυρ ¦ον)
»
ΖΙ LΟ
»
σιρός
»
ΟΑΟ
»
όλο¦ς)
ΡΗΙΤΖeg| ¤¦=ποιεϊν)
»
φύ·ω
»
ΡΗυΤΖeg ¤
»
φυσιάω
»
MUNO, MUNHO
»
βουνό¦ς)
»
GAHA
»
κάρα
»
TALATSA
»
θάλασσα
»
SAHAMA
»
σάρωμα
ΖΙ ΟΑΑ
»
σίδηρος, σίδαρος
ΗΙ LΑΝΕ
»
σελήνη
ΈντοϊςχαλκείοιςτήςΒασκωνίαςλέγουσιz|dar·zu|oτόνσιλόνδιάτούόποίουέκβαίνειό σίδηρος.
Βασκ. TLG| ¦=οικία) Έλλην. τέγο·ς¦σ·τέγη)
»
ΕLΟυ, ¦=έρχομαι)
»
έστίνή ρίζα ήλθον
»
HAH·Iu
»
αίρέ-ω
»
ΒΕL, ΒΕLΤΖ
»
μέλας
»
GA| , GA| A¦=ϋλη)
»
γαϊα, γή
»
ALL·tu
»
άλέ·ω
»
AS-k
»
όση
»
ASL-Iu
»
άσά·ω
»
BLHA-Iz
»
Fέρα·ξ,ιέραξ
Τόξ ¦κσ)έκφωνέουσιβασκωνιστιώςκσ=τσ, τς
»
UH/UDA έλλην. ϋδωρ, ϋδατος
»
ΒΙ ΖΙ =ζώ βιόω
MYΘOΛOΓl A και ΤΟΠΩΝΥΜΙ Α
Τό όνομαΆριάδνηβασκωνιστίσημαίνειa| , ¤a| =λίνον, νήμα, κλωστηρκαιοϋτωςAr| a¤eη A|| a¤a¨ή
κόρητού λίνου¨=ήκόρητούνήματος=τούκλωστήρος¨άνάλογόνέστι.
29ö
Και τό όνομα ¨Aθηνo¨ μεταφραζόμενον σημαίνειβασκωνιστί ¨τών πυλών¨. Τάχα ή θεός τώνπυλών
ήν.
29/
Ή λέξις Ι ΝΟΑ, Ι ΝΤΗΑ, έν μεταφράσει άτραπός, όδός έστιν.
29°
Διά τούτο τό όνομα Κόρι νθοςέν
μεταφράσει ¨άταπός τούβουνού¨ όνεϊη.
Τό Διονύσια
Αυτάςτάςέορτάςένόλητη Ευρώπη έγνώκασιοι λαοί, καίέν Βασκωνίιοί γεωργοίέγνω·
σαν, καί έτι καί νυνί γιγνώσκουσιν. Ή Έκκλησία ή καθολικη αιεί έβούλευεν αυτάς άφανίσαι,
άλλάάδύνατονήν τούτο ποιεϊν. Άντεκήρυξε τοίνυνταύταςτάς έορτάς θρησκείαντού Σατάν
είναΙ.Διά τούτο τόόνομααυτώνβασκωνιστιΑΚΗΕLΑΑΑΕόν, ίσπανιστίAQULLAHHLίσοδύνα·
μονέγίγνετοτή διαβολική πράξει
·
Άλλά ένάρχή αυταίαί έορταί μόνονήσαν ώςαί¨Διονύσια¨
τήςΈλλάδος. Καίτούτο δήλόνέστινέάν όρώμεν ότιβασκωνιστί¨AKHLH"τράγος έστί, καίτό
δεύτερονμέροςταύτηςτήςλέξεως, τό LΑΑΑΕ, ουκέστιώςσυχνάκις άκούομεν ό λειμώνη ό
29ö. Δηλαδή άναφέρεταιείς τον "μίτον"(=νήμα)τήςΆριάδνης.
29/πρβλ.Άθηνά¨έρυσίπτολις","έπιπυργίτις".
29°Εκ τούδωρ. ήνθον =ήλθον
π0� Η �^^¬^| |¬ |0^| ^000| ¬< T0^ 0A||0�^' 0 ^^|^
αγρός, αλλό LAHHLώς έλληνιστι λάλη έστίν, οϋτως ή λέξις AKHLLAHHL ¨ό λήρος (ή λόλη)
του τάγου¨γίγνεται.. . Έλληνιστι τό αύτό ην ή τραγιμδία =ή ψδη τού τραγου. Βασκωνιστι ή
λέξις LΕLΟ, λήρος και μωρός τυγχάνει ούσα, ώσαύτως και ό όνθρωπος αφροσύνας λαλών τε
καιποιών, ωσπερόματούτιγε στίχος καιψδήέστιν. »
leder/coSagredo
Οiδιος,εις τόβιβλίον του "COMFUTLHSHOC, VASCON| A2000"τονίζει.
'ΈΙ/a|ίn nunca ha s/do /engua creadura de cu/|ura, s/no re|ransm/sora ¨¦σλ. 298)
1 05
¦= Ηλατινικηούδέποτεύπήρξεγλώσσαδημιουργόςπολιτισμού, άλλόμόνον¨διαμετακομιστική¨) .
¨. . . c/er|oparen|esco en|re vascosΥ pe/asgos¨ ¦σλ. 3¹ 3)
¦=βεβαία συγγένειαμεταξύβάσκωνκαι πελασγών)
¨. . . deποπ quererνθΓ nada decοmύn en|re e/ vascoΥ e/gr/ego,
es υπ de/ec|o de /ospro/essores de Un/vers/dad. ¨¦σλ.32b)
¦=τόναμηθέλητιςναδιακρίνησυνάφειαμεταξύβασκικήςκαιέλληνικής,
είναιενμειονέκτηματώνπανεπιστημιακώνκαθηγητών) .
Και εις τό Περιοδικόν HALCON · Ι ΕΡΑΞ τής Ελλην. Ακαδημίας τής Βασκωνίας, ό Fed. Sagredo
συμπεραίνει¦τ. 4, σλ. 2b, μετάφρασιςέκτής Ι σπανικής) .
(,Αφού ε Ι ς τ ά βασκι κά το έλάχι στον τ ων λέξεων προέρχεται κατά 75%έκ τ ή ς λατι νοελληνι κής,
τότε χωρΙ ς άμφι βολί α το 0 0% είναι έλληνι κά.
Ή Βασκωνία ούδέποτε άπέκτησε αλλη "κο υλτούρα" άπο την έλληνι κ ή. Θά έπρεπε λοι πον νά
παραδεχθούμε δτι παρ' ημίν ό , τι δήποτε δέν είναι έλληνι κό, είναι άπλως "αγρι ο" ( sal vaj e) . »
Παρατίθεται κατωτέρω έλόχιστον δείγμα βασκι κού λεξιλογίου προερχομένου έκ τής έλληνικής,
απότό Βιβλίοτούβάσκου L|ramu¤Ge|r kago|I|a 'ΈuskaraΖkοarro|zh/|zak¨¦Έκδ. ΗΙ ΚΑ-ΜΙ ΚΑ, B| ' bao) .
a| ho= προσ·ευχη έκτού εύχη
ar =άρσενικός » » όρρην
ba|tha=κατοικία » » Fεστία
berme =κλωβός » » φωριαμός ¦=κιβώτιον)
be|os=τρίχωμα » » γέλγαι,πέλος
dorre=επαλξις » » πύργος
e| |za=έκκλησία » » έκκλησία
eremus=έκτεταμέvοςτόπος » » ερημος
errama=κώπη » » έρετμόν¦=κουπι)
ge|a=δώμα » καλια¦=καλύβη)
goma=τρίχες
hur| =κώμη
ίχί =όφθαλμός
|sto" ιός
jeurr=χαιρετισμός
kale=φωλεά
khuma=ϋπνος
kako
kal e=όδός
k| l | ka =κύπελλον
kota=είδοςένδύματος
|e|o=φήμη
mu| n = έγκέφαλος
» »
» »
» »
» »
» »
» »
>
» »
» »
» »
» »
» »
»
κόμη
χωρίον
όσσε, όκκε ¦=όφθαλμοι)
όιστός¦=βέλος, ιός)
χαίρε
κώFος ¦=σπήλαιον)
κώμα,κείμαι
κακός
καλιά
κύλιξ¦=ποτήριον)
κιθών, χιτων
λαλιότης ¦-φλυαρία)
μένος
1 00 A^^A T<| |^00Y^0Y ÷Y�ΤA0| 0Y
marra =κύματα έκτού μύρα ¦ =θάλασσα)
or| tz=τέλος
7 ~ όρι ον
orro =κραυγη
: ~ όρύομαι
pe| a -άγων ~ ~ παλαί ω
sa| e -πόθος ~ ~ ζηλος
taka =γρήγορος ταχ0ς ¦ πρβλ. ¨ τάκα· τάκα¨ )
usma =μυρωδι ά ~ ~ όσμη
ϋ| e =έρι ον
: ~ ούλον ¦ -ερι ον)
ze| ma -ξύλο , σανί ς
: ~ σέλμα ¦ =ξυλεί α)
ze| u -ούρανος
J7 :
κοϊ λοv
t
"Ας μετακι νηθούμε καί πάλ ι ν προς Ά νατολάς . . .
-' Εγγύς ' Ανατολή, Μέση ' Ανατολή, 'Άπω 'Ανατολή-
Ό καθηγητηςτηςγλωσσολογίαςΓ . Κουρμούληςέδίδασκε.
·· Η Βόρειος Συρία είναι σχεδόν έλληνική χώρα. Είς τήν γλώσσαν της διετηρήθησαν όχι μόνον
πλήθοςέλληνικώνλέξεων, άλλάκαίστοιχεία τήςέλληνικήςκλίσεωςκαίσυντάξεως. Τόαύτόκoίείςτήν
γλώσσαν τώνΆρμενίων . . .
Άφησε άνεξίτηλα τά ίχνη της στίς γλώσσες τής Άνατολής. . . ύπό τούς ποι κί λους τόνους τών δια
φόρων γλωσσών της Βαβέλ, ό μελετητης δι ακρίνει μέχρι σήμερα την άθάνατον μελωδίαν πλήθους
έλληνικών λέξεων.
Πλήθοςοίέλληνικέςλέξειςστήνί νδι κή:
hora ·ωρα, surunga·σϋρι γξ, kha//na ·χαλι νός, s/aqe=έρπετόν . . .
Πλήθοςκαίστήv Περσική
:
deh/m δι άδημα, asem άσήμι ον, /avedλέβης, es|ero στoτήρ, es|ra|ego στρατηγός, escema
σχήμα, /es|oληστής, k/m¤sχλαμύς, qa¡|¤n κοι τών, rh¡|rρήτωρ, //mnλιμήν . . .
Στό Άφγανιστάν, σέ ϋψος 4. 5JJμέτων, δέν βρίσκουμε μόνονέπιγραφές μέ έλληνικές λέξεις.
Βρίσκουμε έπιγραΦές στήν έπι τόπια γλώσσα τήv "KO\CHANE¨ Τ όποία εχει γραΦήμέ έλληνικούς
χαρακτήρες. . « »
Ό δε Γ. Μιστριώτηςγράφει .
299
· Τήνδι αφθοράν τής γλώσσηςέπηύξανον τά ίδι ώματα
τών έξελληνι σθέντων λαώνδι ό τι Σ ύροι , Φρύγες, ' 1 0υδαίοι ,
Αί θί οπες, ' Ι νδοί καί όλλοι , δι ελέγοντο καί εγραφον δι εφθαρμένην
έλληνι κην γλώσσαν. »
Ας άφήσουμε καί πάλι τον Πρόεδρο της Έλληνι κης Ακαδημίας της Βασκωνίας |LDLH| CO
SAGHLDO νά μαςάποκαλύψημετάθαυμάσιαέλληνικάτου.
··Η έπιρροή τής έλληνικής σοφίας καί τέχνης πάνυ μεγάλη έστΊv έντή σανσΚΡΙ Tl κ!
γλώσσo, έντή τέχνη τοϋπολέμουτώνΊνδών' καίένταϋθα τά έλληνικάρήματα πολλάείσίν . . .
Οί έλληνικοί τραγψδιογράφοιείσίνοί διδάσκαλοι τών Ίνδώνκαί τήvσκηνήνόνομάζουσι ν
\AAAN/KA, τούτέστιν ΙΩΝ/ΚΗ. Τό ύλικόν τώνέλληνικώνμύθων τοϋ Όμήρουείσβαίνειείς τήν
ίνδικήνλογοτεχνίανκαίέλληνικάμυθιστορήματαμιμοϋνται. Καίοίφιλοσοφικοίδιάλογοι ωσπερ
οί τοϋΠλάτωνοςεχουσιμιμητάς,καθώςΤφιλοσοφικήόμιλία τοϋM/L/NDRAμετά τοϋίερέως
299¨ΜεγάληΈλληνικήΓραμματολογία",τ. Α` σλ. b1
π0� Η ÷^^¬^| ²¬ "0^| ^000| ¬<÷ T0^ 0A|²0�^| 0 ^^"^
ΝεζίαΣένα.
Ό ΜιλίνδΡα τυγχάνει ων ό βασιλεύς Μέ νανδΡος , ός γέγονε βουδιστής. Έν τψ
έπει ΜΑΗΑΒΗΑΑΑΤΑ φαίνεται ό βασιλεύς Δημέτιος όπωσπερ ή πόλι ς ΟΑΠΑΜ/Π/JΑ ΤΑΚΑ
/ΟΝΑΚΑ κεκλημένη ην, ηνούτοςόβασιλεύςέκτισε.
Καλως γιγνώσκομεν τήμερονότι ή παλι γγενεσία τηςΚι νεζικης Τέχνηςέντψχρόνψ τού
αύτοκράτορος Βου T της Δυναστείας τών Χάν καλουμένωνβασιλέων, έγένετο τηςμετά τού
έλληνικού πολι τισμού έπαφης χάριν. Έν τή κι νεζι κή γλώσσC πολλό ρήματα εχουσι έλληνικό
ετυμα, ούτως τό όνομα τών μηδικών Γππων έλληνικόν όνομα έστΊv, ούτωσί βότρυς κι νεζιστί
λέγουσι νφου θαϋ, όμόνονμίαμεταγραφήέστίν. Oς κι νεζιστί προσέτι μί τ =μέλι έκ τού "μέθυ"
έστί. Μού, σεληνιακή θεότης, έκ τούμήνη. Τιόν =ήμέρα (δία, τι τώ) , μέι =μή, γκόν =ξηρός
(κόγκανος), νίαν = σκέπτομαι (νοώ), σύ =ύγρός(υειν, σύειν) , ρί ου =οίνος (ρέει ) , πί π=πανι¦έκ
τού νήθω) , πυ =γυνη (νυός =νύμφη) , zen =άνθρωπος ¦έτυμ. γένος) , χι -σί =ιατρος ¦έκ τού
ιητήρ, ίάσων).
Ανασκάψεις έν τη Όξανίζ δεδείκασι τάς όδούς q ηλθεν ή έΠιΡροή της Έλλάδοςμέχρι
τηςΚίνας. ·
1 07
Σημειωτέον ότι η Κίνα διαθέτει έπαρχία Γιουνόν [Ί ων ί α) ή δε Έλλός κινεζιστι ονομάζεται hs| ·| a
( ΣΙ - λά) . Καιαςμηνάγνοούμεότικαί στήν Ίαπωνία ύπάρχειάκόμημέχρισήμεραή ¨μυστηριώδης¨λευκη
μειονότηςτών "Άϊνού" . . .
Δεν είναι εϋκολο νάσυγκρίνη κανείς την ελληνικη γλώσσα μετην κινεζικη καί την ίαπωνική. Μία
παρόμοιαμελέτη άπαιτεί βαθιάγνώσιτών δύσκολωναύτώνγλωσσών. Εύλόγως όμως τίθεταιτοέρώτη·
μα. Ποίος τuφων ¦"τάϊ - φοUν" ίαπωνικά) έξαπέστειλε στην Ίαπωνία την όμηρικη λέξι γιά την ¨καρδιά¨
"κ ηρ" ¦coeu|, c0o|e, cο|aΖό¤, ¤ea|t, ¤e|z) ώς κο- κο- ρ ό ; Ή τις λέξεις Κυηί =γένος g osu =ώθώ, agern
=έγεί ρω, χάρα -κίρι ¦χαράττω +κείρω) , ei en =αίωνιότης, gen-shi =γέννησις, ί ί η =άνθρωπος¦γένος) , me
kura ¯ τυφλος ¦μη FoµOv) , nae =φυντάνι ¦ νέος) , nagare = ροη ¦νάω+ρέω) , naki =κλάμα ¦κνυζάω) ,
nakuraku =θνήσκω ¦νέκυς) , nami = κύμα ¦νάμα) , nan =μη ¦νη) , naya =στάβλος ¦ναίω=κατοικώ) , ηί =οίδύο
¦νώι ) , πο -νόος, νούς, καί τί ςοίδε πόσεςάλλες,
Άραβι κή - Τουρκι κη
Ή Άρα
βl κη γλώσσαάνήκειείςτην οίκογένειαντώνσημιτικώνγλωσσωνκαιπεριλαμβάνειπολλες
διαλέκτους. Έπλούτισε καίαύτη τολεξιλόγιό της καιτηνδομή της, άντλώνταςκατάδιαστήματαέκ τής
έλληνικής. Γράφειένδεικτικώςό Παυσανίας.
·· Ηρακλέους δέ ή δόξα καί τό Έλληνι κόν, πρό τούβαρβαρι κού, έξε νίκησε,
ώςκαί τάς έν τη έρήμζι τη Άράβων, Στυμφαλίδες -αί 6ρνι θες- όνομάζονται . ·
(Άρκαδ. 22. 6)
Πράγματι, τό άραβικό λεξιλόγιο στις άπαρχές του ύπήρξε ισχνό, άρκούμενο νά έκφράση περι-
γραφες καί νά έξυπηρετήση άνάγκες μιας νομαδικής ζωής τής έρήμου. Κύριος μεσάζων μεταξυ τής
Έλληνικής και τής Άραβικής ύπήρξε ή Άραμαικη γλώσσα, ή άργότερον άναφερομένη ώς Συριακή. "La
| | ngua aramea.. | a m|tad de su vocabu| ar| o era gr| ego" ¦= Τό ημισυ τού άραμαίκού λεξιλογίου ήτο
έλληνικό. - Fed. Sagredo, Comp. Shoc, σλ. 253)
Άκολούθως, κατά τον boν μ. Χ αιωνα όπωςπαρατηρείό Γ. Μιστριώτης,
º00
οί Άραβες ¨έστράφη·
σαν πρός τά έλληνι κά γράμματα, έξ ών ούχί όλίγα μετέφρασαν αλλα μέν άμέσως, αλλα έκ
Συρι ακών με ταφράσεων . . . Έκ τού Άραβι κού έ γέ νο ντο μεταφράσει ς εί ς τό λατι νι κό ν . . . Τά
Έλλη νι κά γράμμα τα περι φανώς έ πέδρασα ν έ πί τών γραμμάτων τών άρχαίων λαών, ώς
έπι δρώσι καί έπί τών νεωτέρων, εΓτε άμέσως. . . είτε έμμέσως δι ά τών Ρωμαίκών γραπτών
μνημείων. Δι ότι έ νεκα τού πρωτοτύπου πνεύματοςόπερ ύπάρχει έ ν τοϊς Έλληνι κοϊς γράμμα·
σι , ταύτα είναι ή άρχή πάσης γραμματολογίας. ¨
º00.¨ΜεγάληΈλλην. Γραμματολογία¨τ. Α` σλ 2º
1 08 A^^A T�| Ι0Π0Y^0Y ÷Y�T| 0Y
"Ή διάδοσις τής Έλληνικήςείς τους πνεuμαΤΙkoυςκύκλους τών Aράβων, έπέτρεπενείς τους
Έλληνας αύτοκράτορας νά έπι στέλλωσι πρός τους Άραβας ήγέτας έλληνι στί, ώς άποδει κνύει
περισωθεϊσα έπι στολή τούΛεκαπηνούπρόςτόν AμιράντήςΑί γύπτου. ¨ ( Γ. Κουρμούλης)
ΚατατονΖ' μ. χ. αΙηΑϊγυπτοςκαιη Συρίακατελήφθησανύπο τώνΆραβων οί οποίοιέκτοτεεξου·
σίασαν όλεςτιςελληνιστικές πόλεις Ή Έλληνικηγλώσσα αρχίζει να ύποχωρή, έχοντας όμωςγονιμο·
ποιήσειτηνΆραβικηγλώσσα, τηναραβικηιατρικηκαιτηναραβικηφι λοσοφία "φάλσαφα".
Ό Άλ Μαμούνμεταφραζει όλόκληρα ελληνικα συγγραμματα στηναραβική, ενώτα βιβλία τούΊ μπν
Ρόσντ ¦ ό ϊδιος μετέφρασε το όνομά του και το έκανε Άβερρόης) καταστρέφονται ώς περιέχοντα
πολλόελληνικά.
Γράφειο ΜουσταφαελΆμπαντί.
ºΟ!
¨Τά ΣΤΟ/ΧΕ/Α τού Ευκλείδη ήτα ν τό πρώτο
έπι στημονι κόκείμενο στήν ίστορία τού Ισλάμ πουμεταφράσθηκε στά άραβι κά. . .
Ό Χοσρόηςέ νθάρρυνε τήνμετάφραση πλατωνι κών καί άρι στοτελι κών συγγραμμάτων . . .
Aντι μετώπι σανμέ τόσο θαυμασμό καί δέος τήν φήμη τών έλληνι κών προ τύπων,
ωστε νά μήνμπορέσουνποτέ νάπελευθερωθούνάπό τήν έπιρροή τους. . . ¨.
Και έτσιεμπλούτισανγιαμιαάκόμη ¦και καθοριστικη)φορά, τολεξιλόγιότους.
γιόρου=ορώ εκτούόρώ
νάμε= βιβλίον
σάρη=ανατολη
κούλου= όλος
-αλ· ιξιρ= ίατρικον
» >
> »
» »
» »
μπέαρ=υίος
» »
δεμας = σώμα » »
νταλάλ=κήρυξ » »
Άλ·καλούροψ=Άρκτούρος » »
ζαλζάαλ=σεισμος
» »
ΆλΣιραχ= ό Σείριος
νέμω
Fόρνυμι¦εξουτοαντιδάνειοσιρόκος)
ουλος¦διατροπήςτήςδασείαςείςκ)
ξηρίον¦αντιδάνειον,ελιξήριον)
φέρω
δέμας
διαλαλητης
καλαύροψ=ράβδοςποιμενικη
ζάλη
Ή αύθεντίαέγινεaIa¤I|aI,τοάσθμαazm,τογαρύφαλλονqou|oy¤Io| , τογένος||¤s,ηδυσκολία | s¤ka| ,η
είκόνα ayqo¤¤a, η εντύπωσις |¤Iubbaa, η ηγεμονία ¤ayma¤a, το θεμέλιον I¤amae| , η κάμινος qam| ¤, ό
κανων qa¤¤ou¤ , το κλίμα q| | | m, ό λόγος | ouga, ό ναύλος ¤aoy| oy¤, ό νόμος ¤amous, ό όκτάπους
ak¤IIabouh ¦πρβλ. τοαντιδάν. ¨μπούτι¨) , τοπαλάτιον ba'|aII, τοπετρέλαιον beI|o| , η ράχις |a¤¤a, τόρυά·
κιον|yaq, όσημαντηρs¤ama¤dour,τοσχήμα sk| m, ήτεχνικη Iaq¤| a, τοτηλsφωνoνIa|Io¤, όφανόςIa¤ous,
ηχορηγίαk¤|rag,όΩκεανοςoqya¤os.Ό Aλλάχ ¦A||a¤)έχειτηνρίζατουείςτονθεον Άλιον,ηλιον.
Ή μουσικηπαρέμεινεmoyss|ca,
η ίδεολογία|d| o| og| a,
ηδημοκρατίαd| moqraI|a.
Ή κιθάρα, ώςq|Ia|,επέρασεστηνΊ σπανία ¦gu|Iar|a)καιαποεκείείσεβαλεστην Εύρώπη. . .
302
¦ Σημ. . ΤΟ διαδεδομένο, ώς εκφρασις, αντιδάνειον "κουλουβάχατα" προέρχεται εκ τού ¨ούλα
(κούλα) Foνωκάτω¨.)
Ή Τ
ο
uρ κ ι κη γλώσσα είναι ένα συνονθύλευμα λέξεων εκ τής αραβικής, περσικής, ελληνικής,
λατινικής. Πoλλsς αποτίς ελληνικές λέξεις είσήλθαν στην τουρκικη μέσψ αραβοπερσικης όδού, αλλό
και τής ελληνίζουσας αρμενικής. Ή Τουρκικη γλώσσα εδανείσθη ακόμη λsξεις μέσψ τής φρυγικής, δια
την όποίαν ό Κούρτιος γράφει. "Ή φρυγική γλώσσα ήτο συγγενής μέ τήνέλληνική . . .¨. Πολύ φυσικόν,
αφούό Ήρόδοτος¦Ζ73)μαςπαρέχειτηνπληροφορίαότι ¨Οί Φρύγεςέκαλούντο Βρίγες¨ όσονχρόνον
κατοικούσαν στήν Ευρώπηκαί ήσαν γείτονες τώνΜακεδόνων. ¨Μεταβάντες δέές τήνAσίαν, καί τό
όνομαμετέβαλονέςΦρύγας¨.
301 . "Ή Άρχαία ΒιβλιοθήκητήςΆλεξανδρείας",Έκδ. ΣΜΙΛΗ, σλ. 206,21 4, 2 1 b.
302. Βλ. ΠρακτικόσΔ. Ε. Γ. Γ' Παγκοσμ. Γλωσσ. Συνεδρίου
π0� Η �^^¬^| |¬ |0^| ^000| ¬< T0^ 0A"|0�^| 0 ^^|^ 1 09
Οί Τούρκοι, b0. 000περίπου, έμφανίσθηκανγιό πρώτηφορό στό όνατολικόσύνορόμαςτό980μ. χ.
ΥπηρξαννομόδεςόναχωρήσαντεςόπότόΤουραχόνλόγψμακράςξηρασίας. ( " Νομάδες δέκαλούνται.
ότ ούκεστισφί ¦=ειςαύτούς) οίκήματα, άλλάένάμάξαιςοίκούσι ¨. ¯ Ίπποκρ. Περι Άέρ. 93) .
Οί ¨Όσμανίδαι¨Τούρκοιέγκατεστόθησαν στην Βιθυνία τό l 23J μ. χ. μέ όρχικό πυρηνα 400 οικογέ·
νειες. Καί, όπως γράφει Kai ό Κωνστ. Παπαρηγόπουλος, 303 οί Τούρκοι δεν ήσαν εθνος, άρα δεν
είχαν εθνικη γλώσσα. Συνεννοούντο μεταξύ τους με ενα βασικό λεξιλόγιο που δεν ύπερέβαινε τiς
200ρι ζι κες λέξεις.
Ή πρωτόγονη τουρκομογγολικη γλώσσα δέν ήτο έπαρκης γιό έπικοινωνία μέ τόν πολιτισμένο
μεσογειακόκόσμο.
Οί τουρκομογγόλοιαύτοινομόδες, έρχόμενοισέεπαφημέτονΈλληνισμότης ενAO.oΑιολίαςκαι
Ί ωνίας, έδημιούργησανσιγό-σιγόέναγλωσσικό ύπόστρωμα όρχαιοελληνικόκαιεπέκεινα βυζαντινό.Τό
δέ όραβοπερσικά τους δάνεια, όπως ηδη έτονίσαμε, στην ούσίαείναι και αύτόέλληνικό όφού και οί
Άραβεςκαιοί περσαι, μέσψτηςέλληνικηςδιεισδύσεωςειςτόβάθητηςΆσίας¦καιμέσψτηςδιεισδύσε·
ως τών Άράβων εις την Άλεξάνδρεια) έχουν έμπλουτίσει το Λεξιλόγιό τους έκ της Έλληνικης. ¦'Όύ
γόρέστιτοϋνομαβαρβαρικόν. . . " -Πλούτ. Περι Ίσ. Όσίρ. 60Ο)
Έξετάζοντας δειγματοληπτικώς λέξεις τουρκικές όπως καταχωρίζονται στό δι άφορα σχετικό
Λεξικό ¦Δενιόζου, Σπυρώνη, Τσόγκα κ. ά. ) , εϊτε γραμμένες μέ τόελληνικόείτε μέτό ¨λατινικό¨όλφάβη·
το, διαπιστώνουμεότιαύτέςοί ¨τουρκικές¨λέξειςδένείναιπαρόή κακόηχημεταποίησιςτούόρχαιοτέ·
ρου όλλό και νεωτέρου ελληνικού Λεξιλογίου. Άρκετό μεγάλον όριθμό αύτών τών λέξεων χρησιμο·
ποιούμε σήμερα στην καθημερινή μας όμιλία. Κακώς βέβαια. Παρ όλ αύτά, όσο και άν ή έκφορά τους
είναιβαρβαρόφωνος, οι λέξ ει ς αύ τ ές. . .
. . . Δέ ν εί ναι τ ο υ ρ κ ι κ έ ς
άγός
άγιάζι -πρωινηψύχρα
μέάνεμο
άκράνης =άρχηγός
άλαμπίκος ηλαμπίκος
¦μέσψάραβ. )
άλάνης ηόλάνι=πλόνης
όλατζός = βαμβ. ϋφασμα
εκ τού άγός ¦τού ρ. άγω ·πρβλ. πυραγός, λοχαγος)
»
άFημι =φυσάω·άησις, όήτης=άνεμος
¨ά νέμωνμένοςά[F)έντων¨ -Ήσ. Θ. 869-
κράντης, κραντηρ=ήγεμών
» »
άμβυξ +σύντό¨άραβ. ¨άρθρον"άλ"
»
* άλη =περιπλάνησις·άλήτης, άλάτας
ποικιλόχρουν
» »
άλλάττω χρώματα, ¨έναλλάξ¨
άλι σβερίσι =δούναικαιλαβείν,
»
άλίσβη =άπάτη
έμπορικήσυναλλαγή
άλμανάκ ¦όραβ. ) =ήμερολόγιον
»
a| +μηνιακόν
άμάν ¦εξούκαιόάμανές)
» »
ή +μέν=άληθώς, άληθώς
"ή μάν . . . νικξςγέρον, υίας Αχαι ών¨
¨αναγεμάν¨=σήκωπι ά, ¨όμάνπιά¨ '
άμανάτη =ενεχυρον εκτού γαλατικούa ma¤e=χείρ, όπερέκτούμάρη=χειρ¦βλ. λ. ma| ¤)
άμανατζης =όδανείζωνέπ ενεχύρψ βλ. ώςανω.
Ή κατάληξι ς -ατζη- -ατζής,
εκ τού άγω ¦¬λατ.ago, έξούage¤I=¨άτζέντης¨)
άμπάρι =άποθήκη -κύτοςπλοίουεκτού εμπόρι ον
άναντάμ, παπαντάμ =όνέκαθεν
¦a¤a=μάμμη έκτού άννiς =μάμμη
πάπα=πατηρ)
» »
πάπας =πατηρ
άντε! ντέ! ¦τόγνωστο » »
άγετε
παρακελευστικό)
άραλίκι = ρωγμή, χάσμα,εύκαιρία
» »
άραι ός
303. Τ. Ζ' σλ.31 8
1 70 A^^A T�' |000Y^0Y �Y�TA�| 0Y
άραμπάς =φορτηγόνόχημα εκτού
συρόμενον, διόμεγάλαβάρη
άρναούτης
» »
άσήκης =εϋσωμος, θαρραλέος
» »
άσκέρι =σώμαστρατού
» »
άστάρι : στερεωτικοβαφης
» »
άτζαμης =όμηείδήμων,όάδαης
» »
ότι =ίππος
»
άφέντης
»
άφι όνι
»
άχούρι ¦μέσψπερσ. )
»
άχταρμάς =κυρίως, μεταφόρτωσις
»
συνεκδ. "άνακατωσούρα"
»
»
»
»
άρραβάσσω =κτυπώίσχυρώς
αραβος=μέγαςθόρυβος
άλβανός
άσήκορος =όκηδής, άτάραχος
όσκη =ασκησις
άσκέρα =χειμερ. άνδρο ύπόδημα
¦πρβλ. ¨παντούκρηπίδες¨=παντούστρατιώτες
-Θεόκρ. - ¨κρηπΙς¨ =ύπόδημα)
στερεω
άδαήμων =απειρος, άδαης
(ττω =άΤττω,άΤσσω =κινώορμητικώς. ¨έπ| τους
πολεμίους (ττει ν" ·Αίλ. Π. | . 1 1 ,44· Εκτού ζΊττω καί η
κατάληξις·άτιον.όκάτιον, ίμάτιον. ¦ Πρβλ. καίάτίζω =
δεν ύπολογίζω. ¨όλέωνάτίζει ¨, ¨άτίζωνερχεται ¨.)
αύθέντης ¦αύτος +ανυμι =φέρω είς πέρας)
όπι ον ¦όπος=χυμος)
άχυρών, άχύριος
όχθος +αιρω +όμοϋ
όχτι
» »
όχθος =βάρος
βάϊ - βάϊ: σχετλιαστ.επιφώνημα
» »
βαυζω =φωνάζω βαυ ø . . (κωμ. άδέσπ. 1 304)
βακούφιον: ίδιοκτ άναπαλλοτρίωτος,
» »
vacuum ¦βλ λημμα va ¤)
άκίνητονάνηκονείςναους
βαλής =νομάρχης
»
¦εξ ού βιλαέτι,βαλεσης)
Βαλκάνια
»
βεδουΊνος =νομάς, πλάνης
»
βεζί ρης =όξιωματούχος, διοικητης
»
»
βαλην =βασιλευς
(¨βαλήν, άρχαϊοςβαλήν¨ -Αίσχ. -)
»
Fάλκαρ =άμυντήριον
»
βαδισματίας, βαδιστης
»
Fοϋρος =φύλαξ, εφορώ=εποπτεύω
Βι διαίοι =επόπταιενΣπάρτη
βεράτι =σουλτ. διάταγμαχορηγούν
» »
Fερατεινόν =εύχάριστον
προνόμιον
βερεσές =πώλησιςεπίπιστώσει
γεμι τζης =ναύτης
7 ?
φέρει ν, φέρευ =ΤΟΦέρειν¦αίολιστΙ)
> >
γεμίζω ¦πρβλ. ¨πλήρωμα", εκ τού ¨πληρόω τήνναύν')
γενίτσαρος: εκτούγενί+τσαρι
»
=νέοςστρατος
γιαβας-γιαβάς =βαθμηδόν, σιγά-σιγά
»
γι αβρης, γιαβρούμ =¹ ) άγαπητος »
2) νεογνον
γιαγλί =λίπος,γλίνα
?
γιακάς
>
γιάντες
>
γιατάκι =στρωμνη
>
γιαχνί
ª
γι λέκι
»
γι όκ ¯ όχι
>
γι ουρούκης =όγροτικός, άπολίτιστος
>
γι ούχα
>
γι ουρούσι =έφοδος, επίθεσις
ª
?
γένος +και σάρειος =όάνήκωνειςκαίσαρα
¦καίσαρετυμ. εκτού κεάζω)
>
διάβασις, διαβάς διαβάσκω=περιπατώ
¦γιά=διό)
?
άβρός
¨ώς παρθένοιάβραΙ¨-Άθήν. 1 2,30-
>
γλίνα, γλίνη =λιπαρονέλαιον
>
οϋια, οlα, φα =προβιά, ακρη
»
όντυγες: μτφ. τάστρογγύλαμέρητούσκελετούμηροι
»
ίατός: άσθενηςόνδύναταίτιςνάθεραπεύση,
Ο έχωνάνάγκηνίατορίας. ¦πρβλ. ¨επεσεστόστώμα''
πρβλ. καιιαυθμος=κοίτη)
» άχνίζω
»
γλόκκη ¦είδοςενδύματος)
>
ούχί Πελασγ.jokr (Θωμόπουλος)
»
άγροίκος
»
ί αχη
»
γιούργια, όπερεκτούαίώρησις,αιωρούμαι¦επίόλματος)
π0� Η ÷^Η^Ι ΙΗ |0^| ^000' ¬< T0^ ΠA|Ι0�^Ι 0 ^0|0
γιουσουρούμ =τοκογλυφία
γκελ
έκτούούσίδιον -ίδιοκτησία,περιουσία
» » κέλλω =έλαύνω,ωθώ ¨τάάπάέδάφουςάναπήδημα
έλαστικής σφαίρας¨.
γκέμι » » κημός (ένκημφκαίχαλι νφ)
γκι αοUρ » » άραβ. γκαβίρ =έλληνες,όπερέκ τού Κάβει ρος
γκιουβέτσι » » κυθρόγαυλος -κύθρα-χύτρα
1 71
γλέντι » » βυζ. "εκλέντισμα", εκλέντιον =υφαντόν, και εορτή εν τψ]
γρόσι χρυσός ¦βλ. λήμμα¨gras¨) [πέρατι τής εργασίας.
δελής, ντελή ς =τρελλός » » δηλέομαι =βλάπτωπρβλ. ¨βλαμμένος¨
δερβένι =στενηδίοδος » » διαβαίνει =περνάδιά μέσου
δερβέναγας -φρουρΌςδιόδων » » άμοίως
δερβίσης = ! \ μοναχΌς2) θαρραλέος » » »
δοβλέτι =κυβέρνησις,δυναστεία » » δι οβλής =όυπΌ τούΔιΌςριφθείς
δράμι ¦dra¤m ) » » δραχμή, δράγμα
εμί ρης, όμιρός =άξιωματούχος » » μύρα =θάλασσα,έξούam ra' =ναύαρχος
¦μέσψτήςγαλλ )· Εκ τού εμίρης +άχούρι =άχuρών emi rahor =σταβλάρχης
εργένης
ζαμάνι -μεγάλοχρον. διάστημα
ζάφτι , κάνω ζάφτι -καταβάλλω,
δαμάζω ζαπτιες =χωροφύλαξ
ζεϊμπέκης, ζεϊμπέκι κο
ζόρι ¦μέσψπερσ. ζούρ) =
=σύρω διά τήςβίας
έκ τού ερημογένης
»
»
» διαμένω =έξακολουθώνάυπάρχω,είμαιδιαρκής.
δι αμονη =διάρκεια
» διάκαμψι ς, διακάμπτω =στρέφω, καταβάλλω
¦ ήκαΙέκτού¨οπτω¨, ¨κάπτω¨)
» "Ζεϋ Βάκχε" ¦· άναφωνησιςδιονυσιακή)
"σύρεις μήθέλοντα¨. έκτού
ζορμπάς =οτακτος όπλοφόρος έκτού διαρπάζω
έκτρεπόμενοςείςλεηλασίαςκαίάρπαγάς
θεριακλής =μανιωδηςόπιοπότης έκτού θηρι ακη =άντίδοτονδηλητηρίου
ί μάμης = θρησκευτ.λειτουργΌς » » ίμαίον μέλος-είδοςoσματος
καλώντουςπιστουςδιάδυνατής » » ί μαοιδός
φωνής, ψαλμωδίας
(γ)ινάτι =ίσχυρογνωμοσύνη, μίσος » » FIvaia =δύναμις
καβούκι =όστρακον χελωνης
καβουρντίζω
καδής =δικαστης
καζάς =διοικ. περιφέρεια,
διαμέρισμα¦μέσψάραβ. )
καΤκι
καϊμάκι
ίνάττω =ίσχυνπαρέχω
» » κώFον =κοίλωμα, πρβλ. καΙ καπυρός =ξηρός.
» » καπυρός -ξηρΌς
» » καδδίζω =ρίπτωΨήφονεΙς κάδον. Κατολλουςέκτού
¨προκατίζωνέδίκαζε¨ (" Ηρόδοτος) .
»
»
κεάζω =σχίζω,διαμερίζω ¦πρβλ. νέμωνομός) .
»
» άϊκη =ορμη· ¨άνέμωνδικες¨¨πολυκάϊκοςπολέμου¨.
ποταμΌςΚάι κος: έχύνετοέναντι Λέσβου.
» "caesus θχ mo¤teAt¤o¨=τυρΙ¦κοπτΌν)έκ τού όρους
Άθως. (Κωνστ. Οίκον. ) ΤΟcaedoέκτούκεάζω
καλαφατίζω =φράττωτάμεταξυ » » κόλα =ξύλα, σανίδες ¦καλαφατώ. κάλα +πατώ,
τώνσανίδωντούπλοίουκενά
καλέμι =! \ γραφΙς2) έργαλείον κοπής
καλντερίμι
καλούπι »
καλπάκι =κάλυμμακεφαλής »
κάλπικος: έκ τού ¨καλούπι¨,
μήτραπαραχαράξεως.
καλπουζάνος =άπατεων
πατικωνω, πιέζω) .
»
κάλαμος
» καλλι δρόμι ον
» καλάπους, καλαπόδι
» καλυμμαύχιον
βλ. λ. καλούπι
¦πρβλ. καΙκλέπος =πράγμακλεμμένο)
1 72 Α^N Α T�I JOnOYfOY -Y�TA01 0Y
καμτσίκι έκτού ίμάσθλη =λωρίονμάστιγος
καμτσίκι
-
κημός +ίμάς
καμπούρης » * κύμβαχος ¦έτυμ. κύμβη, κύπτω, κάμπτω, καμπύλος) .
κανάτ(ι) =άγγείον * ^ κάνηστρον
καντάρι ¦άραβ. ) =μονάςβάρους
» » centumόπερέκτούεκατόν
καντέμης =δυστυχής, γρουσούζης, » >
κάδαμος =τυφλός, όθενδυστυχης
καπάρο
» » κάπτω +άραρίσκω
καλύπτω καπλαμάς= λεπτόνφύλλονέπιφανείας
»
καπουδάν πασάς » βλ. λήμμα¨cap| ta| ¤"
καπουτζη-μπασης =άρχιθαλαμηπόλος »
καραβάνα » »
βλ. λήμμαcap| ta| ¤· +¦έμβαίνω,μπαίνω)
κρίβανος =πλατειάχύτρα
καραβάνι
καραούλι ¦άραβ )
τουρκ. καρακόλι
καρατάρω ¦άραβ. ) =ύπολογίζω,
καράτι =μονάςβάρους
κάρμα
καρμί ρης =φιλάργυρος
καρντάσης, άρκαντάς
=άδελφός, φίλος
καρπούζι
καρσί ¦έξουκαρσιλαμάς.
χορόςάντικρυστός)
κασμάς
κατιμάς =εύτελεςτεμάχιον
κρέατος
καυγάς, καυγατζης
καφάσι
καφτάνι =ποδήρηςχιτών
¦άραβοπερσ. )
κελεμπία ¦άραβ. gi l af)
κεμέρι =ζώνημεάψιδωτες
θήκεςγιάνομίσματα
κεσάτι =έμπορικηάπραξία
κεσές =μικρόνάγγείον
κέφι = καληδιάθεσις
κεφτές, κι μάς
κι λί μι είδοςτάπητοςδιά
κάλυμμακλίνης
κι λί κι ον: χονδρόν ϋφασμα
κι όσκι
κιοτης =δειλός
κιοτεύω =τόβάζωστάπόδια
κι ούπι =πιθάρι
» »
» »
κριβάνη=γλύκισμα(Άθήν. 646)
καράβι, κάραβος ¦πρβλ. καμήλα=πλσίσντήςέρήμου) .
καραδοκώ
>
καραταί =κεφαλαι(Ήσύχ.)
» » κεράτιον
» » άρμονία ¦τροπηδασείαςεις κ)
¨Δι όςάρμσνία ή είμαρμένη, ή άρμόζσuσα τά πάντα¨.
> » κακομοί ρης' κάρμορος·κάμμορος(Ήσύχ. )
» » έγκάρδι ος γκαρδιακός
> » ¨σάνάδέλφιαγκαρδιακά¨ ¦ Σολωμός)
» » καρπός
» » άντικαρεί , άντικρυ
» >
σκαπάνη κασπάνη κασμάς
» »
κάττυμα =δέρμα, πετσί,σόλα
¦πρβλ. ¨ήμπριζόλαήτανσάνσόλα¨) .
» >
κραύγασος =¨κραυγατζής¨(Λοβ. Φρύνιχος 338, 436)
»
»
»
»
>
>
^
»
»
>
»
» σκάφη, κάφη. ΜήναςΚαφάσιος: καθόνοιδούλοι
παρήλαυνονβαστάζοντεςσ·κάφας.
» κι θών =χιτώγκεύθω =καλύπτω
» κελύφιον, κέλυφος, καλύπτω
» καμάρα' ¨καμάραι=ζώναιστρατιωτικα騦 Ήσύχ. )
» άδεια, κενηκάσσα, όπερέκ τού "κάμψα".
» ώς άνω
» κεφαλη ¦πρβλ. . μετόκρασι¨κάνωκεφάλι¨) .
>
"κοφτάδες" : κοπτόνκρέας, ¨περικόμματακρεάτων¨
πρβλ. κεμάς έκτούκεάζω=κόπτω (Ίππης372)
» κάλυμμα
» Κι λι κία ¦δηλ. άπό τρίχεςαίγών Κιλικίας) .
» σκιώ =σκιάζω,σύσκιος =όπανταχόθενέσκιασμένος
δηλ ''οίκίσκοςσύσκι ος".
» κίω =τρέχω
» κύπη, κύπελλον
1 73
κι σμέτ =μοίρα, πεπρωμένον έκτού εϊσκει μαι =είμαιτεθειμένοςέντός, εγκειμαι
εϊσκειται . έπίπραγμάτων άφιερωμένωνειςτονΘεόν.
(Λεξ. Κοντέοu)
κολάϊ =εύκολία
κονάκι
» »
εύκολία
» »
γωνία"γωνιάκι ", "ή γωνιάμου¨
κόπιτσα =κομβίον, πόρπη
κοράνι ¦έκτούκουράν=
» »
κόμβος ¯ κομβίον··· κουμπι··κόπτσε.
άνάγνωσις)
»
κορέω =διατρέχωφροντίζων. ¦ Όπωςτο¨διαβάζω¨
έκτούδιαβαίνω,μέτήνεννοιαν¨διάτωνόφθαλμων
περιέρχομαι¨).
κοτσάνι
» »
κοψάνιον ¦Φιλήντας) , δηλ.τοσημείονκοπήςτού
όνθους
κότσι
» »
κοττΙς =κεφαλή ¦λόγψ σχήματος, όπωςτόκουβάριέκ
τού κύβη =κεφαλή)
κουβάς
κουμάσι
» »
κύβη, κυφόν ποτήριον
» »
κουμάσι ον, άντικοιμάσιον.
¨τότώνόρνίθωνοiκημα¨-Κοραής-
κουπέ =θόλος
» »
κούπα
κουμπούρι = θήκηγιάόπλο,
» »
κόμπος, κόμβος, κομβίον
σε¨κουμπωτό¨περιστήθιο
κουσούρι =! ) μειονέκτημα
»
2) μικρόμέροςύπολειφθέν
άνεξέργαστον
κουτούκι
»
λαγούμι
»
λαKερν�
»
λεβέντης =ναύτης, πλήρωμα
»
άπο τήν άνατολή
»
¦μέσψλατιν. )
λημέρι
»
λούκι =φωταγωγος
»
λουκούμι
»
λουφές =μισθός,κέρδος
»
¦άρχικως¨έλφες¨)
μαβής =κυανούς
»
μαγαζΙ ¦άραβ. maxze¤, maaze¤)
»
μαγκάλι : φορητήθερμάστρα
»
¦όπωςκαιμαραφέτι.μάρη+Φύω)
μαϊντανός ¦mede¤os)
»
μασούρι
»
μαντζούνι =εκλειγμα
»
μαχαλάς =συνοικία
»
μαχαραγιάς
»
μαγιά
»
μεδρεσές = ίεροσπουδαστήριον,
»
σχολείον
μεζές ¦ meze)
»
μεϊντάνι =άγορά¦άραβ. )
»
Μέκκα ¦η Μέκα)
»
¦εις τοΚέντροντης, Μέγα τέμενος)
»
"ξύλο άπελέκητο¨
Πρβλ. Γραμμική Β. ξύλο= ΚU-SU-ΑΟ
»
κύτος
* λάκκος
»
λακερολογία =φλυαρία
»
|evante=άνατολή ¦βλ. λήμμα| eve|)
»
¨άνδρολογοϋσι νέκ ΠειΡαιώςμέχρι τφ Γεραιστφ
τούς τηςθαλάττηςέργάτας. ¨ -"Αλκίφρων " Επιστ. ¡ . ! 4·
»
έκτούλάμια, λήμι α =χάσματα
»
θέματος λυκ =φως
»
λούκα =ρόφημαέκλευκωνάλεύρων, λούματα =τά των
πτισσομένωνκριθωνόχυρα (" Ησύχ. )
»
άλφή =άμοιβή, κέρδος
» λατιν. ma| νa, όπερέκ τού μολόχη ¦έξ ου καιτό¨μώβ¨)
» μέγας,μάγας ¦δηλ. ύπερ·άγορά) .
»
μάν ¦ma¤uόπερέκτού μάρη=χειρ)+κάλη,καλέα=
=θερμότης.
»
"μακεδονικόν"
»
τού μαζεύω, μικρο ξύλο όπουτυλίγεται,μαζεύεται το
»
μασώ, μαζώ, μάζα [νήμα.
»
μέγας +καλιά =καλύβη (πρβλ. Πολυν. ma¤a' o=μεγάλος)
»
μέγας +όρέγω (βλ. λήμμα ¨Γοί ¨)
»
μάττω, έξ ουμάγειρος
»
μέδομαι =μελετω, σκέπτομαΙ.
μέζεα =τάγεννητ.μόριατωνζώων ('Όύράςύπόμέζεα
έθεντο¨. ·ό καλλίτερος¨μεζές¨)
»
μέσδον, μέττον =μέσον(πρβλ. γκρεκάνικα: μέση,
messi , =ή πλατεία)
»
μέγας
¦καιστήν Πολυνησίαmeka=μεγαλοπρέπεια)
1 74 A^^A Τ<| |ο0ΟΥΙΟΥ �Y�TA^' ^Y
μεράκι =πόθος έκτού 'ίμερος ¦=πόθος) , ίμεράκιον
¦έξουμερακλής)
μερεμέτι =έπισκευή, χειροδικία
μετερί ζι =όχύρωμα, πρόχωμα
μουεζί νης =ψάλ της
» »
μάρη -χείρ
» »
μέττον =μέσον+ρίζωμα
» »
μουσίζω =όδω, μούσειος=μουσικός, μουσίδδει =λαλεϊ
μουλάς =δικαστής, ίερωμένος
»
μουράτης = έπιθυμητός
»
μουρντάρης =άκάθαρτος,όσεμνος
»
μουσακάς
»
μουσαφίρης ¦m| sa·Ie|) »
περσ. μοσααφερ =ταξιδιώτης
¦σαφάρ=ταξίδι,μα=ήμεϊς)
μπάζα
»
μπακάλης, μπαχάρι
»
μπεκι άρης ¦ιδίας οικογενείας)
»
μωλώ =διεκδικώ
ίμερτός =επιθυμητός
»
μουραίνει =μαίνεται¦Ήσύχ. )
»
βλλημμα¨mo0sse¨
»
"ήμίν έσφέρεται".
»
βάσις
(Ήσύχ. )
»
λατιν. bacca =δαφνίς,όπερέκ τού Βάκχος.
bacca||a-πολύκαρποςδάφνηβακχούρια =πρωτο·
γεννήματα,bacca| | s=καρποφόρος
βάκκαρις =άρωματικόνφυτόν.
»
bacca·bac¤e| or=! \ τελειόφοιτος,δαφνοστεφης
2) όγαμοςάνηρ
μπαξές = κηπος, ώςΦέρων
καρπούς, βακχούρω
¦μπαχτσές, μπαχτσεβάνης -
κηπουρός)
» »
σχετικόν με όλα τά άνωτέρω
μπαλτάς
μπαμπάς
μπαρμπούτι
μπαρούτι ¦άραβ. bu| t s)
μπασκίνας =χωροφύλαξ,
έκτούBask ¤=εφοδος
μπεζεστένι =ύπόστεγος
άγοράμε καταστήματα
μπέης, βέης -αύθέντης
μπεκρής
μπελλάς =ένόχλησις,πρόσωπον
ένοχλητικόν
μπερντές ¦μέσψ περσ. perde)
μπι ζέλι
μπόι =άνάστημα
μπόλι κος, μπουλούκι
μπουγάζι
μποστάνι - λαχανόκηπος
μπότζι =κλυδωνισμός
μπουγάζι ¦bo·gaz) =θαλάσσιον
πέρασμα, πορθμός
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
μπούζι =πάγος
»
»
»
»
»
»
»
»
»
παλτό ν =άκόντιον ¦εκ τού πάλλω)
¨κρανέί να παλτάέχοντες¨-ΞενοΦών
°ώφίλεπάππα" ¦Ομ. )
βάρβιτος -κιθάρα, έκτηςόμοιότηςτώνκινήσεων,
διατηςχειρός, τώνζαριών.
πυρίτις
βάσκειν' βάσκω =βαίνω,
πορεύομαι, πηγαίνω.
πεζή ¦πρβλ "πεζόδρομος")+"στενη" -όδός·
οιονεί,"πεζόστενον".
βέομαι =ζώ, θαζήσω¨δηρόνβέπ" =είθεναζήση
έπίπολύ, ναείναιδηρόβι ος, ¨πολυχρονεμένος".
βίκος =άμφορεύςοϊνου¦πρβλ. κώθων=! \ ποτήρι
2) μέθυσος· ¨γερό ποτήρι ¨
»
βέλλιον =άτυχες
»
βελάς =εϊρων,καταγελαστης
»
παραπέτασμα
»
πίσος
»
φυη -σωματ.άνάπτυξις
»
πολυς
»
¨όνεμοςβύκτης"
»
βοτάνη,έμ-βοτανι κός
»
βαυκάλη, βαυκαλίζω
»
βόσ·πορος+¦gaz, όπερέκτούχάος) .
»
πήγνυμι=πήζω
π0� Η �ιι¬ΙΙ Ι¬ |0Ι| ^000' ¬< T0Ι 0Α|ΙΟ�ΜΙ Ο ^0|0 1 75
μπουνταλός=άγροϊκος, όξεστος εκτοΟ βοδηλάτης ¦πρβλ. βοίδοφυλάχτης =άδρανής, βοϊδης=
άνόητος) .
μπουντρούμι » » ίππόδρομος¦τόποςσυγκεντρώσεωςσηλληφθέντων
ύπόπτων) .
μπουρέκι =μικρηπίττα » » βορό =τροφή, βοράζω=τρέφω,
βορεασμός=εορτή,τραπέζι
μπουρì =καπνοσωλήν, » » βορευς· ¨έπέπνεεβαρεύς¨ ¨φυσάειβοριάς¨
μπουρου =σάλπιγξ » » ώςoνω
μπούρτζι=φρούριονπαράκτιον » » πύργος, πυργίον,¤00¶ì
μπούτι » πόδι Πρβλ. όκτάπους άραβ ak¤IIaboutt
μπουχτίζω=κορέννυμι » » βύω=γεμίζω, βύσμα
¦b| kI um) βύκτης= ό φουσκώνων
μπρε » · μωρε ¦ μρε μπρε)
μπρίκι μέσψ τού γαλατ. broc=πρόχους » » πρόχους¦κανάτιμεραμφοειδεςστόμιον) .
Μωάμεθη Μωχάμετη Μουχούμετ » » εκ τοΟ μέγας+άτμός,όϋτμη=ψυχή.
η Μεχμέτ, εκ τοΟ Μαχάτμα=μεγάθυμος
νενε=μάμμη
νέφτι
νταβατούρι =θόρυβος, συρροη
άνθρώπων
νταης
νταλκός=! )κΟμα2) σφοδρά
έπιθυμία
νταμάρι =λατομεϊον
νταμάχι=άπληστία
νταντά, δαδά
ντελάλης
ντεμερτζής, δεμερτζης"
σιδηρουργός
» » νάννη =θεία,νέννος=θεϊος,πάππος
³ » νάφθα
» » διαβατάρης=περαστικός, ταχέωςδιαβαίνων.
¦ΚατόλλουςεκτοΟτύρβη =φασαρία) .
» » δάϊος=φοβερός (¨δάιαςάντιπάλαις¨)·δαΤφρων =
=πολεμικός (`Ίλoυνεδo|φρων¨).
¦πρβλ. καίταυς=μέγας, ισχυρός
» » δι ολκή. τόσύρεινδιά μέσου.
» » τέμνω,ταμέσθαι
» » διαμάχη
» » δαδαίνω=μεριμνώ, φροντίζω(Ήσύχ. )
» » διαλαλητης
» » δημι ουργός. ¨όμετερχόμενοςτέχνην¨¨χειροτέχνης
καίδημιουργός¨· (¨έχάλkεuεξίφαςδημιουργός¨
-Αιας ! O3b·)
ντερμπεντέρης =άλήτης » » διαβατάρης
ντέρτι=βάσανο » » δάρσις=γδάρσιμο,δαρτός=γδαρμένος
» τύπτω =κτυπώ, κρούω ντέφι=κρουστόόργανο »
» δίβαμος=δίπους, ό επί δύοποδώνίστάμενος. ντιβάνι , διβάνιον =! \ άνάκλιντρον »
όνευ ερείσματοςστηριζόμενον
μόνονεπίτώνποδών2) αiθουσα
συνεδρίων3)κυβέρνησις¦συνεκδ. )
ντονερ » » τόρνος
ντόρτια=τέσσαρα
ντουλάπι ¦do| ap)
ντουμάνι ¦duma¤)=καπνός
ντουνιάς¦dϋ¤|a)=κόσμος,γη
ντουφέκι ¦τυφέκιον)
όγλάν, όγλού=υίός
όκό
όντός=δωμάτιον,ενδιαίτημα
¦όδάς, εξ ούόδαλίσκη)
όρδί =στρατόπεδον
» » τέτταρα τέτραντόρτια
» » θόλος=θολοειδης λουτρών
» » θυμιάω =καπνίζω
» » δά,δή=γη
» » τύφος=καπνός
» » κλής: όκαλούμενος, ό ¨επίκλην¨, όυίός
¦πρβλ. Μητροκλής, Μεγακλης) .
» » όγκη =γωνία, μέγεθος, όγκα
» -
ένδον, ενδοί. · σύδας=έδαφος, ούδός=κατώφλι
» » ¦ ¨Διόςενδαν¨=είςτόν οίκον τοΟΔιός) .
» » βλ. λημμα"ordonner" τοΟ ΛεξικοΟ.
1 70 AιιA T<| |000Y^0Y �Y�ΤA0| ^Y
ούρι
παζάρι -τόποςάγοραπωλησιων
πάλα -σπάθη
παλάσκα =φυσιγγιοθήκη
παντζούρι
παπούτσι
παράς =χρημα,νόμισμα
πασάς, πατισάχ
πασούμι
παστουρμός
πατιρντι
πατσός
πελτές
περβάζι =όνοιγμαθύρας,
παράθυρον
πεσκέσι =δωρον
πεσκίρι -τεμάχιονύφάσματος
πετιμέζι
πιλάφι
πλιάτσι κο
πούλι ¦άρχικωςδιακοσμ.
πετάλιον)
ραβα'ί
'
σι -φασαρία,διασκέδασις
ραγιός =δούλος
ράφι , ράφια: σανίδεςστερεως
προσηρμοσμέναι
ραχάτ(ι) ¦άραβ. )
ρεζές -στρόφιγξθύρας
ρεμάλι =άνερμάηστος, έρημος
ρεμπέτης -περιπλανώμενος
ρεμπεσκές =τεμπέλης
ρουμάνι =πυκνh λόγχη
ρουσφέτι =δωροδοκία
σαγάνι , σαγανάκι=μικροτηγάνι
έκτού ούράνιος (¨καλλοναίούράνιοι,καλούμενοι ούρί.. . )
"Κωνστ. Παπαρρ. τ. Ε' σ. 53, έκδ. Χ. ΠΑΤΣΗ
» »
πεζοβατώ, πεζέμπορος
¦πρβλ. ¨έμπορικοςπεζόδρομος¨) .
»
* πάλλω
» »
πάλλα =σΦαΤρα,¨άπο τού πάλλεσθαι¨.
» >
πέτασμα, πετάννυμι=έκτείνω,πέταυρον =σανίς.
» »
πατώ +πούς, ¨πατούτσ騦πρβλ. πατούσα,πατίδιον,
¨πατούμενα¨) .
» »
πόρος, έμπόρι ον, πόροι
»
πόσις =κύριος,αύθέντηςπότις, πάστας =πόσις.
» »
βάσις =βημα, βάσιμον,βασίμιον ¯πασούμι (Κωνστ.
Οίκονόμοu) . · ''ούκέχωβάσι ν¨=άδυνατωνάβαδίσω.
» »
παστός =ό διόλατοςπεπασμένος
» »
πατώ +ερα +δη ¦-γη)
»
πόδες (¨πόδες παντόςσφακτού').
» »
πολτός
» »
περιβάσιον (κατά Κοραήν) .
» » πέσκος =δοράζώου
¦προφανωςπροςπεριτύλλιγμα) .
»
πότιμος =πόσιμος (¨πότιμοςοίνος¨, όέκδευτέρας
συνθλίψεως).
» »
πίλημα =πόν το διά συμπιέσεωςσυγκεκολλημένον.
» »
πολυ-ληι στικόν
» »
άστερισμούτης Πλειάδος· Πούλι ας.
» »
ραβάσσω -προκαλωθόρυβονόρχούμενος.
»
ραίω -καταστρέφω
ραίομαι -συντρίβομαι,έραϊΌθη =άπώλετο
» »
ραφιαίος -ό διά ραφηςσυναπτόμενος¦πρβλ. ¨λέβητες
μηχανήςέφθαρμένοικατά τάςραφάς¨. )
» »
ραχίτης: ό της ράχεως,ραχιτος¦πρβλ. . ¨ξάπλα') .
» »
ροι ζώ =παράγωήχοντριγμού.
» »
έρημάδιον ¦διά τροπηςτού ηε καί δλ) .
» »
ρέμβω -περιπλανωμαι
»
» »
όρμανόν =χαλεπον
» »
πρεσβήιον =δωρονπροςτουςπρεσβυτέρους.
σαγούλι , σακούλι-μικροσχοινί
»
»
τάγανος, τήγανος, τηγάνι.
»
σάγμα ¦βλ λημμα¨sac¨)
σαινι =! \ είδοςίέρακος
2) όνθρωποςεϋστροφος
¦ίδίαςρίζης. σειζης ¦seg s) =ίπποκόμος
»
¨τοξήρηςσαγή" -όπλισμός. ¦βλ. καίλήμμα¨sagetIe¨=
=σαίτα) .
σαλβάρι ¦περσ. σαλ·βαρυ)
» »
σάλι. χιτων άσσάλι ος, δηλ.πτερυγωτος¦axa| | 0s)
σαματός =θόρυβος
σαντζάκι =¹ ) σημαία
2\διοικητ. περιφέρεια
σαντούρι =έγχορδονδργανον
»
»
»
¨έπέθετοτοιςωμοιςάσσάλι ον¨
»
δμαδος -συγκεχυμένοςθόρυβος
άμάδις ¯ δμα, όμού
»
σάνδυξ =¹ \ λαμπρονέρυθρονχρωμα
»
2\μικράθήκη, ¨σεντούκι¨.
»
πανδουρις η ψαλτήρι
π0� Η �ιιΗι| ²Η |οι' ^ο0Ο| Η�� τοι 0A"²0�^' 0 ^0|0 1 77
σαρίκι έκτοΟ βυζ. και σαρίκει ον =τοστέμματοΟκαίσαρος
¦καΊσαρ. έκτοΟκεάζω)
σαστίζω -θορυβω, φοβίζω
σεβντάς -έρως, πόθος
» »
εί σα'ί"ττω =είσπηδω, έφορμω
» »
σεβί ζω =λατρεύω
σέβας =αντικ. σεβασμοΟ, ¨σέβαςίδέσθαι ¨
σε'ί"χης: τίτλοςτιμής, ήγεμων
σελάχι =δερμάτ. φορητή θήκη
μεέπαλλήλουςπτυχάς
σεντούκι ¦sa¤d k)
» »
ευς, ήϊς =γενναΊος, άγαθος, μεγαλοπρεπής
>
² σελάτης =κοχλίας
> >
σάνδυξ, σάνδυκος =κιβώτιον (Ήσύχ. )
σεράϊ -μέγαρον¦¨δωμάτια στήν
σειρα¨)
> >
σει ρά: α' έννοια, σύνολονπραγμάτων στήν γραμμη
σεργιάνι =περίπατος,·ω
»
σερέτης -φίλερις,ευέξαπτος
»
¦έξ ούσέρτι κος)
σερί =ίεροςνόμος
»
σερμπέτι =σακχαρ. ποτον
»
συρφετάς, εκ τού άραβ.σεφερ-τάσι
»
=σκεΟοςδια μεταφορανφαγητοΟ
σεφτες =ήπροσέλευσιςτοΟ
»
πρώτουπελάτου, ηα'πώλησις
σινί -κυκλοτερες μαγειρ. σκεΟος
»
σιντριβάν(ι)
»
σιρμακέσης: ό κεντωνϋφασμα
»
με χρυσοη άσημο σύρμα
σικτίρ ¦χυδαίαϋβρις)
»
¦έξ ού καί ¨sé| e¨) .
>
σύρω +αγω
ª
σει ρι ω =είμαιθερμος
¦κατόλλουςέκτοΟ¨έρέτης¨)
> βυζ. σειρά =κομποσκοίνιπροσευχων
σεράπιον -είδοςφυτοΟ
»
είσφέρω +τάσι , έκ τοΟ τάσκα =σακκίδιον
»
σεύται =ηλθε (Σοφ. Τραχ. 645)
»
σινίον -κόσκινον
»
άναβρυτήρι ον
»
σύρμα +κεντώ
»
οί κτ( ε) ί ρω' ¨καίπατηρ παρίσταταιΔαρε|ος οίκτίρων".
¨Νικήτην, οίτινεςοί κτείρετε"
¨έλεΊνκαίοί κτείρειν"
σκεμπες =κοιλία, στόμαχοςσφαγίου
» »
σκέπη ¦πρβλ. έπίπλοον=όέπικαλύπτωντην
κοιλίανυμήν, ¨μπόλια¨. )
σκι τζής -μπαλωματής, άδέξιοςτεχνίτης έκτοΟ σχίζω
σόι -τοσύνολοντωνσυγγενων
» »
σοί -οίιδικοίσου (Ήέκ τού ¨αλοχόςτε σόη
καίπα|δες. . . ¨) 0, 498
σοκάκι
» »
εσοκωχή =έσοχη ¦άνοκωχη=άνοχή) . ΕκτοΟ
όκωχα, τοΟρ. έχω.
σουλούπι ¦ 0s' 0p)=έξωτερ. έμφάνισις,
»
είσλεύσσω -παρατηρω
παρουσιαστικον
σουλτάνος ¦έκτοΟ άραβ. σάλτ·άνάτ
=έξουσία)
σουσούμι =διακριτικονσημάδι
σοφράς =δίσκος φαγητοΟ
σοΦΦάς
σινάφι =σωματεΊον
τσουτσέκι =θρασύς, όρμητικος
ταβάνι
τα'ί"νι =τροφηγιάζωα
έξού(ν) ταϊφάς
ταμπλάς ηταβλάς
ταμπουράς: έγχορδον δργανον
ταμπούρι =άμυντι κός, χαράκωμα
ταραμάς
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
αλτ ο +ανω
»
σύσσημον =διακριτικονσημεΊον
»
βλ. λήμμα'ΌII|ί|¨
»
¨λατινικοΟ¨sub+I ct0s¦βλ. λήμμα¨soIIte¨)
»
συνάφεια -συνένωσις
»
συσσεύω, σεύω =όρμω
¨συσσεύωβοων¨ (Όμηρ. Ύμν. Έρμ 94) .
»
βλ. λήμμα¨tabu' a¨
»
ταγή
»
τηλία η τα-F-λία =σανίς,τράπεζαάλφιτοπωλική.
» πανδουρίς
»
άποταφρεύω -όχυρω, ¨ταμπουρώνω¨.
»
τάραμα, τάραγμα ¦πρβλ. αύγο·τάραχο)
1 78 A^^A T�I F<n<YN>Y (Y�TA01 <Y
ταρσανας =ναυπηγεΤον
ταυραμπας =παχύσαρκος ίερευς
ταχίνι =πολ τοςάποάλεσμ. σουσάμι
ταψί η τεψι (tepsi )
τεκες = 1 ) άσκητήριον2) καταγώγιον
τεμενας =προσκύνημα
τεφτέρι (defter)
τεπες =κορυφη
τζάκι, οΙτζάκι ¦=μαγειρεΤον)
τζαμί
τζάμπα
τζαναμπέτης =άνάποδος, κακότροπος
τζαντερμας =χωροφύλαξ
τζατζί κι ¦cas| k) . πηκτοπαρασκεύασμα
μεβάσιτογιαούρτι
τζελάτης -δήμιος, ce||at
τζερεμες ¦cereme)=ζημία
τζερτζελtς ¦ze|ze|e) ÷σεΤσις,
άναστάτωσις,άναταραχη
τζιβί =καρφι
τζίβα =άγριόχορτο
τζι ρίTlον =λόγχη
τζί νι =πνεύμα, δαιμόνιον
τζίφος ( zifos) =όγονηπροσπάθεια
τζοβαΤρ =χρυσαφικό
τζουμπες (cϋΡΡe) -επανωφόριον
τιμάρι (ti mar) =περιποίησις
τι μάρι ον ¦περσ. )-εκτασιςγης
προσφερομενη προςευγενεΤς,
όθεν¨εξουσία¨
τουλούμι =άσκος
τουλούμπα
τουμπεκί, ταμπάκο, τσι μπούκι
τουρλου -τουρλου
τουρμπάνι (tϋl bend)
εκτού τάρσωμα -πλέγμαεκκαλάμων,κωπηλασία
τερσαίνω -ξηραίνωξύλαπρος κατασκ. πλοίου.
"ταρσός κωπών¨
» »
ταύρος +άπφυς ¦=πατηρ)
»
ταγίνι , ταγη =σιτηρέσιον
»
¨πράςτά έψει ν¨ ¨τέψησα¨ -τόψησα
¨τάδέψησε¨.
»
τέγος -¹ ) πάν εστεγασμένον2)καταγώγιον
» »
τεμενίζω -άφιερώνω
τεμένι σμα =ίερόνεδαφος
¨τεμένηέτεμένισαν¨ ( Νόμοι 738C)
¦πρβλ. ΑπόλλωνΤεμενίτης)
»
διφθέρα ¦ ¨τάςίεράςβίβλουςδιφθέρας.
καλέουσι νάπά τούπαλαιούIωνες¨. · Ηρόδ. b. b8)
¨Ζεύςκατεϊδεχρόνιοςείςτάςδιφθέρας¨
·πρβλ. . ¨Υράφει ά θεάς στά τεφτέρι του¨.
» »
βλ. λημμα"top"
» »
έστία, εστάκιον. εστία. εκεΤόπουηναπτοντοπύρο
» »
τέμενος
» »
(πιθανόν) : είσεμβαίνω δωρεάν (προίκα =
δωρεάν, εκ τού προ +ίκω -Φθάνω)
´
ª
ανάποδος
» »
γαλλ. "gent d' armes"
¦βλ. σχετικάλήμματα)
» »
βλ. στολημμα"fromage"
τιςλέξειςcheese, Käse.
(πιθανόν) μακελλάρης -σφαγευς
¦μάκελλα, δικέλλα)
»
κείρω, κηραίνω -καταστρέφω
κηρ η κήρα =ολεθρος
» »
κέλλω = ¹ ) ελαύνω2)φωνάζω
.τύποςάορίστου. "κέλσαι"
»
ζι βήνη -λόγχη
»
»
» »
γένος, ¦πρβλ. "genus")
»
βλ λημμα"zero"
» »
βλ. λημμαj aune, joyau
» »
κυπασσίς -χλαίνη,χιτων
»
τιμώ =άποδίδωχάριν,άξίαν,
προσφέρω, τιμώ
» »
τύλη =¨ύπόστωμαέφ ούφέρουσι
»
τολύπη
τάβάρηοίάχθοφόροι ¨
» »
τύφος =καπνος
»
τρυηλίς =κουτάλα
» »
τολύπη -ογκοςσφαιροειδηςεξ ερίου, η
τυμπάνι ον: ¨τυμπάνι ονπερικεϊσθαι τψ
π0� Η ÷^¬ι' �¬ |0^| ^000' ¬< τοι 0A|�0�^| 0 ^^|^
τουροUν =έγγονος
τουρσί -λαχανικαέντοςόλμης
τουφέκι
τσάγαλα =χλωρααμύγδαλα
τσαγκάρης
ί νίψ περιφερέςκαίσφίΥΥοντήν
κεφαλήν¨ ζΑρτεμίδωρος, Τεμ. καί Μάρτ. 2·3)
έκ τού θορός =σπέρμα
» » θύρσος =κλαδί
» » τϋφος =καπνος
» » σύγγαλα =αμύγδαλα
» »
βυζ. τζαγγίον = ύπόδημαστρατιωτικον
όπερέκτούσάγος, σαγίον.
σάγη =αποσκευαίπολεμικαί.
τσακμάκι : τεμάχ. χάλυβος
» » δι ακναίω =ξέω, τρίβω
προςπρόστριψινέπίπυρίτουλίθου
διόπαραγωγηνσπινθήρος.
τσαλί ¦ca||) =φρύγανον
τσαλίμι ¦�a| | m) =άρμονικηκίνησις
χορού, χάρις
τσαμασίρια ¦camas| r) =άσπρόρρουχα
τσαμπουκάς =προκλητικησυμπεριφορα
τσανάκι ¦ca¤ak) =πήλινοπιάτο
τσάντα =σακκίδιον¦�anta)
τσαντίρι ¦cad|r)=σκηνή, τέντα
τσαοUς =λοχίας
» "
» »
» »
- >
? ?
> >
> >
> -
? »
κάλον =ξύλον
καλός, καλη
καλλίχορος: ό καλΟςέντψχορψ.
καμίσιον =ύποκάμισον
σαμβύκη -! \ θορυβωδεςμουσ. όργανον
2)πολεμ. μηχανη
κάνεον, κανοϋν, κανάτι
¨κεράμιον κάνεον¨ (Διον. Άλ. 2. 23)
κανθήλια =κοφίνια
κάδαλοι , κάδηλοι =κοιλώματαη δορά.
βυζ. τσαούσιος,έκτούταγοϋχος, ταγός.
σάπφειρος
1 79
τσαπράζια =κοσμήματα
τσαρδάκι -πρόχειρούπόστεγο,
»
κάρδακες: '`ούτωκαλοϋσι τούςστατιώταςεν
όρακαίστρατών
τσαρούχι : ύπόδ. ποιμενικον
έξάκατεργάστουδέρματος
τσάρκα ¦carca) =έπιδρομή,
τριγύρισμα, περίπατος
τσέπη ¦cep)
τσεμπέρι
τσέρκι =στεφάνη
τσιγκέλι
τσιγγούνης, έκτούτσιγιανέ=
=άτσίγγανος,
τσιφούτης =γύφτος
τσικρίκι ¦c| kr| k| )=είδος
ηλακάτης
τσιράκι =μαθητευόμενος
¦μέσιτούπερσ. c|r =λύχνος
φωτίζωντονδρόμο)
τσίτα: τεμάχιονξύλουμετο
όποίονκρατείται κάτι τεντωμένον
¦ίδ. οίκογ. το ϋφασμα¨τσίτι¨)
τσίφτης ¦c|lt)=όψογος, τέλειος
τσόλι =εύτεληςτάπης, ϋφασμα
¦έξούτσολιας=ο φέρων ένδυμα
έξεύτελούςύφάσματος) .
τσουβάλι
τσουράπια
?
>
?
»
»
?
»
?
»
>
»
»
-
»
»
Ασίo« ." (· Ησύχιος)
>
συρραπτόν
>
κί ρκος =κύκλος
κι ρκήσια =άγωνεςίπποδρόμου
?
σκέπη -κάλυμμα,σκέπασμα. ¦πρβλ.σ·τέγω,
τέγω σ+κέπη, κέπη) .
»
κρήδεμνον
»
κίρκος
>
αγκύλη
>
αθίγγανος
>
αΙγύπτιος αθίγγανος
»
κιρκόω =δένωκυκλικως
>
πϋρ
»
τείνω =τεντώνω
"
σεπτά =θαυμαστά,σεβάσμια(" Ησύχ. )
»
"ούλος τάπης¨¦πρβλ. .ϊουλοςτσουλούφι
ούλος τσόλι¦τρίχινο)
»
(πιθανόν) κόβαλος, κοβαλεύω, ¨κουβαλάω¨.
»
συρραπτά (πρβλ. ραφίδες=ύποδήματα)
1 80 ffff T�I fOnOY"OY <Y�TA01 0Y
τσόφλι έκτού κέλυφος
τσυμπούσι ¦cumbus)
» »
συμπόσιον
φάκα
» » παγίς, πάκα, "παγανιά"
φαράσι ¦lera| e) » » φέρω
φαρί -íππος » »
φαρφουρί -σκεύοςέκπορσελάνης » » πορφύριον
φελλάχος =άγρότης » » φελλευς =έδαφοςσκληρο· ''γηφελλίς¨.
φερετζες
» » φέρω, φερτός, φορεσιά.
ί δ. οίκογ. καίτοφέσι » » φάριον =κεκρύφαλος
φίλντισι
» » έλεφαντόδοντον
φι ρμάνι ¦Ie|ma¤) » » φέρω, δηλ. τοφερμένο ('εναφερμάνι σδφερα,
σοuλτανικό φερμάνι')
η. πιθανησχέσιςμέ ¨I |me|¨=ύπογράφωη¨Ie|me|¨-
κλείω¦βλ. σχετ. λήμματα).
φετφά =άπόλυτοςπροσταγη » » έφίημι εφετμη =προσταγη
¦έφετμα~ φετμα· ¨φετΦά¨)
φι ρί -φιρί -κυκλικά, έπίμονα » » φέρω ¦γυροφέρνω)
φιστίκι » » πι στάκι ον
φλιτζάνι ¦l| | can)
φουκαρός ¦μέσψάραβ. )
φούλι : είδοςγιασεμιού
φούλ: είδοςόσπρίου
» » φιαλίδιον
» »
lu-oco-φωτιο καί κάρα =κεφαλη
» φυλίκη =γένοςφυτού, φύλλον
φουντούκι »
φυντάνι ¦μέσψαραβ. ) »
φυσέκι »
φιτίλι =έλλύχνιον »
χαβαλές =ύπερκείμενονβάρος,
φορτίον
χαβούζα =δεξαμενη »
χαγιάτι =διάδρομος στενός οίκίας »
χάζι , χαζεύω »
¦έξ ού καί χαΤνης -όκνος)
χαϊρι -εύδοκίμησις
¦έξούάχαΤρευτος)
�λ�ς
»
χαλί, χαλάς »
χάλι
»
χαλιμό »
χαλίφης »
χαλιφεία -έξουσία,κράτος
χαλκός =μεταλλ. κρίκος
χαμάλης »
» "ποντικόν κάρυον¨
» φυτόν
» Φύσα -σωλήν, πνοηαέρος
» πτίλον ¦καταπαραμοίωσιν)
-
χάβος -περιστόμιον, καπίστρι
¦πρβλ. iπποςκαβάλης,κόβαλος, κουβαλώ)
> κώ-Fος =κοιλότης
> χάζομαι =χωρώ 'µήχάζεσθε. . έν στείνει τuδε' ' O, 425
>
χαίνω) χάσκω,χαζός. όανοίγωνπολυτοστόμα,
χάσκαξκεχηνώς, χάχας
χαι ρηδων -εύφροσύνη
'µή τ δχαρι πάθης¨
>
χαλβάνη -ρητινώδηςόπόςπρβλ. καί χλαβός -
θρεμμένος, εύτραφης
>
χηλεύω =πλέκω,
χηλάς η χαλάς =ράπτης(Φρύνιχος 435)
χήλι νον -πλεκτον
>
χάλις =οκρατοςοίνος. Τον οκρατονοίνονόνομάζουν
χάλιν ηχαλίκρητον, έπειδη¨χαλάει¨τονπίνοντα.
¦ '' Αθηναίοι τόνδκρατονχάλινλέΥοuσι ' ' Αίσχ.άπόσπ.71 9) .
> χαλιμάς, γυνη μεθύουσα, ¨άναίσχuντοςκαΙθρασεία¨ Ήσ
χαλίμα -πόρνη
-
καλύφη -κεφαλη
¦πρβλ. κρος=κεφαλη·κράτος)
-
χαλκεύω, χαλκός
>
χαμηλός ¦έπειδησκύβειέξαίτίας τού βάρους) .
1 8 1
χαμόμ
έκτού χαμαι η χαμό. Τάάρχαίαβαλανείακαιάκολούθωςαί
ρωμ. θέρμαιέθερμαίνοντοχαμαί, με ύποκαυστήρας
δαπέδου. Τάλουτράώνομάσθηκαντουρκικά άπότούς
πρώτουςόγγλουςέπισκέπταςτηςΚων/λεωςμετάτην
χαμπέρι =εϊδησις, παίρνωεϊδησι, »
λαμβάνωνέα
χόν =ήγεμών »
¦έξ ού καίή χανούμ)
χόνι -πανδοχείον,χώροςοίκίας »
χατζόρα »
χαντ
ούμης -εύνούχος »
χό
πι ¦άραβ. ¤ap) »
χαραμόδα -σχισμη »
χαρότσι -φόρος »
χαρέμι ¦¤a|em)
»
¦άραβ. ¤a|| m=ίερόν)
χαρμόνι : μείγμαέκλεκτώνκαπνών »
χαρούπι -ξυλοκέρατον »
χαρτζιλίκι
»
χασόπης, κασόπης »
¦δηλ. σφαγεύς, έκδορεύς)
χασι ς
»
χι ρι σμ
ό - λουτρόννύφης »
χατζής -προσκυνητής, άσκητης »
¦σχετ. καί τόχότζας)
χατήρι ¦άραβ. ¤at r)
χουζ
ούρι ¦¤uzur)
χρόμι =χονδρόϋφασμα »
¦άραβ. ¤|am)
» λα1ν ¤abeο, όπερ έκ τού όπτω, χάπτω
» F-αναξ =ήγεμών
»
χανδόνω =χωρώ, δέχομαι
»
σχόζω =σχίζω
χαόω -καταστρέφω
» κόδαμος =δυστυχής, τυφλός, άνάπηρος
»
κόπτω, χόπτω καταπόηον.
χαραμός -σχισμηγης
όλωσι.
ºΟ^
»
χαρόττω, δηλ. σημειώνω,γράφωόφειλόμενα
»
χηραμός η χαραμός=όπή, κοίλωμα,φωλεά
»
χόρμη, χάρμα: τόποιούνεύφροσύνην
»
κέρας, κεράτιον
»
χαρισμός, χαριστείον =προσφορά
»
κόσαι -δορά, δέρμα
κόσσω =κεάζω, κόπτω
κάναβις
»
χρίσμα
» αγιος
» ητορ
»
χουχουλιόζω =έμφυσώθερμότητα
»
χραισμώ =προστατεύω
º0^ Βλ. ¨ΤαξίδιστόνΑρχαίοΚόσμο¨, Λ Κάσσον, Έκδ. ΜΙ ΕΤ, σλ. 2öº
1 82
aba¤oz
ab s
ace| e(βιασύνη)
ac ¦πικρός)
ae|odrom
aI(συγγνώμην)
'aIIosp os¨
aIo|oz
ag |' k
ag' ama
a¤' aI
a¤|em
a¤Iapod
a¤Ier
akca¦χρημα)
akaya
aka¤I um
akdes
akrosI s
aks yo¤
a| ay
a' eks
â' (μέγας)
amb| o¤
am do¤
amo¤yak
amp | k
am¤ os
a¤a(μάνα)
a¤ado| ¤
A^^A Τ�I f<n<Υ,<Υ (Y�T/01 <Y
Λέξ
ει ς
τ
οuρκι κε
ς
εκ τ
η
ς Έλληνι κης
·μη χρησιμοποιούμενεςώςάντιδάνεια·
έβενος
aoma άόμματος
όβυσσος aorI άορτη
κέλλω-σπεύδω aparmak άρπάζω
άκίς-όξύτι aΡοkόrΥa άπόκρεω
άεροδρόμιον apoIek άποθήκη
όφεσις apoIem άπόθεμα
¨αύτόςποιος¨ ar¦όνειδος) έκτούάρά
άφορισμός arama έρευνα
βάρος ¦όγκυρα) a| καθάριος
κλάμα ar z εύρύς
άχράς, άχλάδι a|¤o¤I όρχων
άκρώμιον a|ma(έξοπλ. πλοίου) όρμενον
όκτάπους, όκταπόδι a|moz άρμός
άστηρ as=φαγητόν, έκτούέδω, έσθίω
άξία όση=κορεσμός
άκακία arz¦γη) όρουρα, έραζε
άκάνθιον arsez(αύθάδης) έκτούόρσεν
όγιος ars b sop άρχιεπίσκοπος
άκροστιχίς ars ¤ άρχειον
άξίωμα asa όσον, δσα
άλλάγιον asaI σοφός
άλεξία asay s ησυχία
όλω,άλδαίνω=αύξάνω ase¤k|o¤ άσύγχρονος
έμβρυον aseps άσηψία
όμυλον as I όξύ
άμμωνία asIa'I όσφαλτος
έμπειρικός asIer άστηρ
άμνός,άμνίον asIma άσθμα
άννίς-μήτηρ aIa¦πατηρ) όττα, τάττα ¦πατηρ)
άνατολη ¦έξου Άτα·τούρκ, ό ¨πατηρ¨ τωνΤούρκων)
a¤aIor(άνάρρους) άνα·φέρω aIer ¤a άθερίνα
a¤a¤Ia|(κλειδί) άνοιχτήρι aIes¦φωτιά) αϊθω
a¤a' |e| άναλγησία aIme (κραττl ήφ. ) άτμοί
a¤a| oy άναλογία av| ak, ev| ek αύλάκι
a¤a¤eI άνικανότης ayazma (ίαμ. πηγή) άγίασμα
a¤ars άναρχία ay' a όλως
a¤aso¤ όνησσον az z όγιος
a¤avaII z άναβάπτισις bagmak μαγεύω
a¤emo¤ άνεμώνη ba' ada πουλάδα
a¤yd| I όνυδρος bacIe| βακτηρίδιον
a¤k ' os άγκύλωσις ba| aI παλάτιον
a¤oIe| άνωφελης ba| e¤a φάλαινα
a¤oI όνοδος ba' gam φλέγμα
a¤seIa| έγκέφαλος ba| sIa βαλλίστρα
a¤Ier I έντεριτις ba| os¦χορός) βάλλισμα
a¤I pod άντίποδες bά¤ΥΟ βαλανειον
a¤I Iez άντίθεσις
π0� Η �ιι¬ιΙ |¬ |0^| ^000| ¬< τοι 0A"|0�^| 0 ^0|0 1 83
ba| βάρος ebed| ¦αίών) αί|ων
ba|aeI βραδύτης ek| em¦αρθρωσις) άγκύλη
ba| staryo¤ περιστερων darp δάρσιμο
bas ¦έξουσία) βάσις dek τέχ·νασμα
bas | βάκιλλος de|f ¤ δελφίνι
basIou¤ μπαστούνι¦βαστάζω) de' ί ¦τρελλας) δηλέομαι¦βλάπτω)
bask| πίεσις de|Ia δέλ ταποταμού
batos βάτος dem αίμα
batr|k πατριάρχης demet δεμάτιον
bat| ¨μπάτης¨, έμβάτης deme| | emek δεματιάζω
bazπέλμα βάσις de¤ z ¦θάλασσα) δίνη¦πρβλ. καιτέναγος)
be¤a| έαρ der| ¦δέρμα) δέρη
be| esam βάλσαμον derk ¦άντίληψις) όξυδέρκεια
be| de¦πολιτεία) πολτας ¦ , ' ' ) dey ¤ek¦ράβδος) δικανίκιον
b be| πιπέρι dev ¦δράκος) διάβολος
b r φρέαρ deveg| ¦καμηλοδηγας) διαβάτης
b ze| | πίσον d| a' e| διαλληλία
bocergaI¦βαρούλκον) έργάτης d| a| | z διάλυσις
bo|a ¦μπόρα) βορέας d asIaz διάστασις
boyraz¦βοριάς)
»
dfter| διφθερίτις
buka| ¦μπουκάλι) βαυκαλις d ke| δικέλλα
bϋ|c πύργος d | διάλεκτος
bu|u ¦σωλην) πόρος d | em δίλημμα
bϋΥϋ μαγεία d m δίμιτον
caIe|¦ποταμας) κατωφερης d ¤ç δυνατας
ça| ¦θάμνος) ϋλη ¦δάσος) d s δόντι , όδούς
çar¤ σάρωθρον d sk δίσκος
cam a¦κοινότης) κώμη d yabazo¤ διαπασών
ça|k¦τροχας) κίρκος d yab t| s διαβήτης
cat | ¦φονεύς) καταλύω d yaI|am διάφραγμα
cat¦πάτωμα) κάτω d yag|am διάγραμμα
ce|I¦φλοιας) κέλυφος d yak| az διάκλασις
ce| φαλακρας κελεφας ¦λεπρας) d yakoz διάκονος
ce| | δηλος d ya| ekt| k διαλεκτικη
çe| e¤kξύστρα στλεγγις d ya| os διάλογος
çémba| o κύμβαλον d| ye| ek διάλεκτος
çe| ¦στρατας) Καισάρειοι d| yez δίεσις
¦μισθωτοίΚαίσαρος) d yoptr| διόπτραι
ç ¤| e κίχλη d za¤Ie| δυσεντερία
c | t δέλτος d z ¦τάξις) τάττω,τάξις
c m¤as γυμναστικη dogma δόγμα
c ¤s γένος do| a¤¦άπάτη) δόλος
çί ρί Ι ¦τσίμπλα) σιπαλη doz δόσις
ç r|I δόρυ dogum¦τοκετας) τόκος
ç ros¦τσίρος) κηρις ¦ασχετικαςιχθύς) d|am δραμα
çog|aIya γεωγραφία duas δέησις
çuka¤¦ρόπτρον) τυκάνιον du| ¤uma¦πανόραμα) διόραμα
cuva¤ ¦ κυΨέλη) κύβηνα¦κατάλυμα) dϋ|ϋ δώρον
dad δόσις dϋskϋ ¦δυστυχία) δύσκολον
daf¤e δάφνη dϋsma¤¦έχθρας) δυσμενης
da¤ ye(καταστροφή) δήωσις dϋΖ ¦εύθύςανεμος) πρβλ. ¨διιθύνωπλούν¨
dakI | oskop| σήμανσις eda ήθος
da' as ¦φιλονικία) διαλαλία ede¦άδελΦός) ήθείος
dam δώμα eI|e¤c άφροδισιακας
dama|¦καταγωγη) δάμαρ ¦σύζυγος) eksa¤d| k έκκεντρικας
1 84 A^^A Τ�' |000Υι0Υ �Y�TA�| 0Y
ekse¤ αξων I z ka φυσικη
eks όξινος I' urya φλόος, χλωρίς
ekI ¦παρείσακτος) έκτoς Iob| a φοβία
egeme¤ ηγεμών Iok φώκη
egzama έκζεμα Io' ¦ώoνφωλεας) φώλι, φωλεό
e| ekr| k ηλεκτρικoν Iora φόρα
e| mas ¦e' adamas) όδόμας IoIa,IuIa βυτίον
emare τεκμήριον ga|zar¦γόιδαρος) ''γκαρύζω'',γηρύω
embr yo¤ έμβρυον gameI γαμέτης
eme' αμιλλα garga|e γαργάρα
emoray| αίμορραγία ge¤ γόνος
e¤de|um ένδότερον ge¤e| γενικoς
e¤er|| ένέργεια geo I γεωειδης
e¤ez άνίκανος ge|ek¦πρέπει) χρήζει
e¤g ¤ar κινάρα¦άγγινάρα) ge|m θερμότης
e¤Ie' ekya έντελέχεια g| | aI¦θήκη) κέλυφος
ep kerem έπιχείρημα g | gar ¦ζεΟγοςβοων) ζεΟγος
ep sIemo| o| | έπιστημολογία g rda·g| |da¦κυκλικό) γύρω+κυρτό
epIe| ym έπιθήλιον gOb|e κόπρος
θΓ ¦ανδρας) όν·ηρ gO' ¦λίμνη) κοίλωμα
ergad, | |gad έργάτης gÖ¤ye γωνία
erg έργον gÖ|e ¦θέαμα) άρω
ergamu¤ ¦όνεμώνη) όργεμώνη gÖzμάτι όκκος=όφθαλμoς
ergamum oργανον g|am γράμμα
er| sI| k έριστικη gϋΖe| ¦ώραιος) κάλλος, καλας
erk ένέργεια gϋ| ϋs γέλως
eros έρως gύme¤a ¦όλυσ. όγκ. ) γούμενα=καλώδιον
es αίσθησις gϋmrϋkη Kome|k έμπόριον ¦βλ. λήμμαcomme|ce)
esaI rη esIu|¦μΟθος) ίστορία gϋ¤Υe γωνία
esbru όφρύς ¤aIIa ¦έβδομός) έπτό
es|r, eIer αίθηρ ¤a| a¦κενoν) χάλασμα
es|I ίσος ¤a| âs¦σωτηρία) οϋλω ¦σώζω)
θν ίαύω ¤a'Ie| όλτηρ
ev|ak έγγραφα ¤a¤dak χάνδαξ, χανδoν
Iά|aka φάλαγξ ¤a|abe έρείπιον
Ia¤os φανάς ¤a|b ¦ράβδος) όρπηξ=κλάδος
Ia¤a|η Ie¤ar φανάρι ¤a|çe¤k καρκίνος
Ia¤Idz|ya¦ύπερηφάνεια)φαντασία ¤ar k πυρκαίό
Iar φάρος ¤arIa χάρτης
Ia|ak| I παράκλητος ¤asa|¦όπώλεια) χασούρα
Ia|Iάra Φλύαρος, φαφλατός ¤ava¦ όηρ) αϋρα
Ias|| φασίολος ¤av| | αύλη
Iaz φάσις ¤avya¦κημoς) χαβoς ¦κημoς)
Ie| a¤ όσ·φάλεια ¤e| | ko|I έλικοειδης
Ie| s¦λέπι) φολίς ¤e|yosIa ηλιοστάτης
Ie|seIe φιλοσοφία ¤e|aIeke αίρετικoς
Ies| eke¤ βασιλικoς ¤erek χάραξ
I | έλέφας ¤ p¤oI| sm ύπνωτισμoς
I | akIer φυλακτήριον ¤ posIaz ύπόστασις
I | amu| φιλλύρα,φλαμουρία ¤ poIeuc s ύποτείνουσα
I| | okséra φυλλοξήρα ¤ | poIez ύπόθεσις
I||tka ¦φελούκα) έφολκίς ¤ sIer| ύστερία
I| |a φύραμα ¤| ye|a|s ίεραρχία
I||e¦ζύμη) φύρω ¤omoge¤ άμογενης
I| || ¤, Iuru¤ φοΟρνος(έκ τού θερμός) ¤o|a ¦έπαρχία) χώρα
π0� Η �^^¬ι' |¬ |0ι' ^000| ¬< T0ι 0A||0�^| 0 ^^|^ 1 85
¤o|o¤ χορός spazmos σπασμός
¤a|p¦πόλεμος) άρπάζω | sIadya στάδιον
¤o|os¦άλέκτωρ) κόκκορος |sIakoz άστακός
¤o|ata χωρατά |sIa' agmt σταλαγμίτης
¤o|atac| χωρατατζής | sIa' akt I σταλακτίτης
¤o|yaI χωρικός, χωριάτης |sIav|os σταυρός
¤u¤ χωνί sIeIa¤ στέφανος
¤u¤¤ak κυνάγχη ste¤og|aI στενογραφία
¤up άγάπη ste|oskop στερεοσκόπιον
¤uI ίχθυς ste|| υστερία
¤uzme δέσμη st I στοίβα
b| s διάβολος st gmat στίγμα
d| ' είδύλλιον st|| dya στρείδια
g| p¦άλιευτ. δίχτυ) γρίπος st|omaça στρώματα (προφυλακτ.πλευρών
| k' d, k | d κλειδί ¤sI|o¤k| ' o στρογγυλός πλοίου)
| k' m κλίμα | ska' δυσκολία
| ks |¦πανάκεια) ξηρίον¦ελ·ιξήριον) |I |a| άντίρρησις
| ' | eI ελάττωμα | I s ωθησις, ώσις
| m νόημα | yo¤ ϊον
| mb| αμβυξ | yoI ίώδιον
| ¤c| ' η e¤ge| um ευαγγέλιον | zome|| ίσομέρεια
¤ek γυναίκα ί Ζ ¦ϊχνος) ιθ·μα¦ϊχνος)
¤¤ m άνίκανος | a| e¦όχθη) αίγιαλoς
¤s yak ένστικτον | eo| o| γεωλογία
¤t ba εντύπωσις kaaI χάρτης
p| k¦κλωστή) πλέκω kab | e όμιλος ¦τροπήδασείαςεί ςκ)
popoIam ίπποπόταμος kad |ga¦γαλέρα) κάτεργα
poIek ύποθήκη kaIa κύβη, κεφαλή
poIeI k ύποθετικός kaç¦πόσος) όκόσος¦ίων. )
ps| d άψίδιον ka¤ka' a καγχασμος
| pIe|| πτέρη ka tas κήτος
| | s ίρις kak¤os ¦τόπτηνόνφοίνιξ,εκσυγχύσεωςπροςτόν
| s¦αίθάλη) αίσις=καύσις ka|em ¦γραΦίς) κάλαμος ¸κύκνον)
| sIe¤c σπόγγος ka' | baη ku' | be καλύβη
|sIe¤dam σΦέδαμνος ka| ¤ s¦πάπια) άρχ.γλάνις
|sIe¤d| ' | um σπόνδυλος ka| mu¤ χαμαιλέων
|sI ¤a¤ σπανάκι ka| oké|ya καλόγρια
| sI ¤ σφήν kamak κάμαξ
|sI| ¤ks Σφίγξ kάma|a κάμαρα,καμάρα
| skam¤| σκαμνί kame|| yé¦ύπερωον)
»
| ska¤d | ¦βολίς) σκανδάληθρον keme|¦θόλος)
| ska|a εσχάρα ka¤a| ¦διωρυξ) κάναλος
| ska|d o¤ σκόρδον ka¤άIa κάνηστρον
| ska|moz σκαρμος ka¤d ¤a' apt κανδηλανάπτης
| ské| e¦άποβάθρα) σκαλί¨σκάλα¨ ka¤g|e¤ γάγγραινα
ske|eI σκελετος ka¤u¤¦μουσ. όργ. ) κανων
sko| asI k σχολαστικος ka¤¤ ¦νομικος)
»
| sko|p I σκορπιός kap ¦δοχείον) κάπη ¦δοχείον)
| sk |os σκιρός, σκληρος ka|abus¦μέροςσέλλας) κρηπίς
ί skύIya σκούφια ¦εκτούσκύφος) ka|akIe| χαρακτήρ
ί skύm|u σκόμβρος ka|ac ¦άξιωματικός) κάρανος¦άρχηγός)
| soba| ίσοβαρής
¦ ήκατάληξις·ac εκτούαγω)
| so¤| ps ίσοϋφης
ka|άsί Υa κεράσια
soIop ίσότοπον
ka|av da καρίς, καραβίς
spaI σπάθη, σπαθί
ka|dam κάρδαμοι
1 80 ffff T�I f<n<Yf<Y <Y�TA01 <Y
ka|Iça
ka| ¦γυνη)
κadά' e¦κοφίνι)
kasd| |
kasta'e
kat ' ¦φονεύω)
kesta¤e
keb|e
ke| se
κάρφος, καρφίς
χάρις
κάρταλος
κασσίτερος
κάστανον
καταλύω
καστανός
κάππαρις
εκκλησία
kemu¤ κύμινον
ke|emet κεραμίδι
ke|evet
κράββατος
ke|kes κίρκος
kes ¦σφάζω) κεάζω ¦κόπτω)
keste|et¦εργαλ ζωγρ. )κεστρον
key' us χυλός
keymus χυμός
k| d|a χύτρα
k| ' a| κέλλα, κελλάρι
k| ' e χιλιόγραμμον
k| ' omét|o χιλιόμετρον
k| ' ¤de| κύλινδρος
k ' t κλειδί
k ' o| χλώριον
k mya χημεία
k || m ¦σφαγη) κείρω ¦κόπτω)
k |tas χάρτης
k ta|a κίθαρις, κιθάρα
k | zma ¦βαθυόργωμα)''γύρισμα''χώματος
k t|e κίτρον
k' eItac κλέφτης
k| ¤ k κλινικη
kÖI|u γιοφύρι
kÖIte|os κοπτερός
kό' a κόλλα
ko' aIa¤
ka' aga¤
ko' e|a
ko'
kο' όςka
ko' yos
κολοφώνιοι
καλαγκάθι
χολέρα
χολη
κλώσσα
κολιός
κόma κόμμα
kÖ¤de| κοντάρι
ko¤du|a (χοvτροπάποuτσο) κόθορνος
kop| | ¦νεαρόςέλλην) κοπέλλι
k| ko κρίκος
kotu =κακός κότος=όργη
k| sa¤tem χρυσάνθεμον
k| sta' κρύσταλλον
k|o¤ χρόνος
k|om χρώμα
κϋb κύβος
kuIe κόφινος
kϋk' a κούκλα ¦ετυμ. ¨εσθηςκuκλας")
kukuΙ y κουκούλι
ku' ¦δούλος) κολέω
ku' aç ¦κουλούρα) κόλλιξ
ku' aIe κέλυφος
ku| ube καλύβη
ku| us κάλως
kuma¦σύζυγος) κειμαι,όκοιτις
ku¤dak κόνταξ
kupa κύπελλον
kϋΡeste κουπαστη ¦ετ. κώπη)
ku|¤a¦γούρνα) γρώνη
ku|u ¦ξηρός) ξηρός
kut κυτίον
kuy¤ ¦λάκκος) κώος
| a¤a¤a λάχανα
' άmba λάμπα, λαμπτηρ
| apa ¦λαπας) λαπάσσω =καταπραΟνω
|astά|Υa βλαστάρα
|ast k ελαστικόν
|avda¤um λάβδανον
' ay k λαικός
' ec¤çe¦γλώσσα) λείχω
' e¤u¤a¦λεχώνα) λεχώ
' Ögusa¦λοχούσα)
~
' eke¤η ' ge¤ λεκάνη
' e¤Ia λέμβος
' e¤ge| ¦e| e¤ge| άραβ. ) όγκυρα
' e¤|ek λαυράκι
' ί ma¤ λιμην
| ί mo¤ λεμόνι
| pa| λιπαρός
| psos λειψός
| sa|gos λήθαργος
| tu|ya λειτουργία
| odos νότα
| ogoIet λογοθέτης
| ugat λόγος, λεξικόν
| uku¤ ελαιοκονία
| u|a λύρα
| ί |ί k λυρικός
mada' ya μετάλλια
maga|a¦όντρον) μέγαρα¦ίερόσπήλαια)
mag¤at sη m| ¤' ad z μαγνήτης
ma¤am¦φυσερόνσιδηγουργ. ) μηχανη
ma¤a¤e¦όφορμη) ¨κατεμόνμαχαναν"
ma¤uΙ yaη ma| ¤uΙ ga μελαγχολία
ma| mu¦μαμoύ) μιμώ
ma| a¦μυστρίον) ¨όμαλάς¨
ma|ak ¦νεογνόν) μαλακόν
ma' uΙ aη ma| uta μάλλινον,
¦έπανωΦόριον)μηλωτη
ma¤da' μάνδαλος
ma¤d | ¦μαντήλι) μανδύας
ma¤d|a μάνδρα
ma¤ta|
ma¤ya
μανιτάρι
μανία
π0� Η ÷^^Η^Ι |Η |0^| ^000' ¬< ΤΟ^ 0A||0�^' 0 ^^|^ 1 87
man| ¦θλίψις)
maraz ¦φθίσις)
marIo' os¦ένοπλος)
maruΙ
marya¦προβατίνα)
masa ¸τραπέζι)
masa| ¦παραμύθι)
masar|ka ¦μεσεντέρι)
masdar ¦πρι:ηαίτία,γένεσις)
masI| k
maIraoaz
me| aío|¦κεραία πλοίου)
meg| | ¦ταχυδρόμος)
me' | sa
me' hem¦ίατρ. )
men¦άπαγορευτικον)
mengene¦πιεστήριον)
me|cam ¦κοράλλι)
me|mer
me|s| n
mesI
meIamo|ío|
meIe| | k
μανία
μαρασμος
άρματωλòς
μαρούλι
άμοργίς
μάσα, (η μέση)
μύθος
μεσάραιον
μαστός
μαστίχη
μεταπράτης
¨μεταφόρι¨
μέσον
μέλισσα
μάλαγμα
μη¦ν)
μέγγενη
μύρα¦θάλασσα)
μάρμαρον
μυρσίνη
μέθη
μεταμόρφωσις
μεταλλικεςδεκάρες
meIeo|Ias| μετεωρίτης
m�� �
�
α
mezaI¦δημοπρασία) μεσιτεία
m| asmos μίασμα
m| d| ' | | (ίππος μικροΟάναστήματος)άπο τηνΜυτιλήνη
m| dya
μύδια
m| kan| k μηχανικη
m| k|oo μικρόβιον
m| ' μήλη
m| ras ¦κληρονομιά) μοίρα
m| sk μόσχος
m| skeI μοσχάτοσταφύλι
m| s| |a¦σύνορα) μεθόριος
m| Io| o|| μυθολογία
m|I|an ¦μητροπολίτης)
ώςφέρων¨μίτραν¨
m|Ira|yOz μυδράλιον
m| yop| uk μυωπία
m| z|I|a μυζήθρα
mο| όhΥa μολόχα
mo| oz μώλος
monars|
mοrύna
mu|var| d
musame|e
mus| k| η mϋΖί k
musmu| a
muz
namus¦ύπόληψις)
nar¦ρόδι)
mau| um
nam¦φήμη)
¤eοge¤ ¦πρόσφατος)
μοναρχία
μουρούνα¦έτ. μύρα)
μαργαρίτης
μεσημέρι
μουσικη
μέσπιλον
μούσα
νόμος
άνάρ¦ροδιά)
ναύλος
όνομα
νέονγένος
¤eIes¦άναπνοη)
ne|g| s
neh| |¦ποταμος)
nenIe|
νέφος
νάρκισσος
νέω¬ ϋδωρ
νούφαρον, νυμφαία
n| sIe| νυστέρι
nov|a|| | νευραλγία
nϋme¦νομισμάτιον) νούμμος
ooo| os¦μέτρονβάρους)όβολός
oge¤de|e βούκεντρον
ok| anos ώκεανος
ok| ye ούγγία
Okse ίξος
οksί άkanIha όξυάκανθα
oks| |en όξυγόνον
oku| ¦σχολη) σχολη ¦πρβλ.γαλλ. aco' e)
omuz ώμος
Orcke ρόκα
o|íana¦ύπηρέτρια)
όρφανη
o|íane όρφανος
o|g¦an) όργανον
o|gϋI όργάνωσις
ό|kί nοs ¦θύννος) όρκινος
o|Ioped| k όρθοπεδικη
oya¦ούγια,όκρον) ψα, ωια
oIomaI αύτόματος
paydos¦διάλειμμα) παύσις
pa' amud παλαμίδα,πηλαμίς
pa' aIer παραθύρι
ρa' ί kά|Υa¦έλληνόπουλο)παλληκάρι
ρa|άν|a¦ψευδολόγημα)παραβολη
panay| r πανήγυρις
ράnί a(πρυμνήσια, πανιά, σχοινιά) πανία
pan| k πανικός
ρaράdΥa¦άνθεμίς) παπαδιά
ρaρά|a¦τεμάχ. όρτου) πεπαίνω=μαλακώνω
papas πάππας
papaz' | k¦ίερωσύνη) πάππας
paI πάταγος
paI|ka¦μονοπάτι) πατίκιον
paIr| k, oaIr|k πατριάρχης
peda| πηδάλιον
pedav|a πέταυρον
Ρθςθ¦κάλυμμα) πιττάκιον
Ρθ| Ι θ¦πηκτη) πολτος
parama ¦λέμβος) πέραμα
pes ¦κράσπεδον) πούς, πέζα
peraoo| | πρόπολις
perese¦στάθμη) περασιά
peIaka¦σήμα) πιττάκιον
p| ada¦πεζοπόρος) πεζή
p| a| e¦ποτήριον) φιάλη
peygan πήγανον
p| kI| πηκτη
p| nakoo πινακωτη
p| nes πίννα¦όστρακοειδες)
1 88 A ^^A T�Ι |0Π0Y^0Y ÷Y�TA0Ι 0Y
p |ame¤ περίμετρος
p| | ¤a πυρήνας
ρί Γ
Π
Ο πειρούνι
p| s s ψησις
p s| ka¤a| z ψυχανάλυσις
p s| koz Ψύχωσις
p ydta¦πιάττα) έτ.πλατυς
ρΙ άka ¦έπιγραφη) πλάκα
p|sIo| πιστόλι
p| ak ¦πλακί)φαγητόν ψηνόμενον είςάβαθές
σκεύος, ¨πλάκα¨
ρΙά¤Υa ¦ρυκάνη) πλάνη,πλανίζω
p| azma πλάσμα
p| asI k πλαστικη
ρόΙ ί ça¦συναλλαγματικη) πολύπτυχον
po| s ¦άστυνομία) πόλις
po| |t| ka¦φιλοφροσύνη) ¨πολιτικη¨
ρό¤bοΙ ¦όΦθονος) πάμπολυ
p|asa
p| sma
p|ob| eme
πράσα
πρίσμα
πρόβλημα
p|og|am πρόγραμμα
ρυΙ Ι υ¦στικτός) πολιός
pup| a¦πούπουλα)
πτίλον
pu|¤a|¦πουρνάρι) πρίνος
p |¤a| ¦δρύς)
»
|abba¤ ¦θείος) �Ή λέξιςαυτηθυμίζειτόέβρ.
ραββί , όπερέκ τούραβδίον, ό κρατώνραβδί.
|ad c a¦ραδίκια) ράδιξ
|at| ¤ ρητίνη
|e¤| t| s ραχίτις
|e¤ga¦ρέγγα) άρίγγη
|e¤c¦χρώμα) ρηγευς ¦βαφευς)
|omat zma ρευματισμοί
sabu¤ σάπων
saI ¦καθαρός) σαφης
saI| σάπφειρος
sάkο¦έπανωφόρι) σάγος¦μανδύας)
sa| amo¤ σολωμός
sa|dta σαλάτα¦έτ. όλας)
sa|apat| ¦τσαλαπατώ) λακπατώ
sάΙΥa σάλιο,σίαλος
sa| ya¤gos σάλιαγκας
sa|dάΙΥa σαρδέλλα
sa¤d k σάνδυξ, ¨σεντούκι¨
sa|gos σαργός
sad¦σχοινίπλοίου) έξάρτιον
saIse| aηsaIsata σόφισμα
saz¦μουσ. όργανον) σακάδιον
sek |os¦οϊδημα) σκληρός, σκίρος
seIe|¦πόλεμος) "είσφέρω πόλεμον¨
έσΦέρομαι =όρμώ
se|| ¤ga
se| θρησκ. νόμος
seme|¦σαμάρι)
sempaI
σύριγξ
ίερός
σαγμάριον
συμπάθεια
semsem, susam σήσαμον
sest|e ξύστραάλόγου
se|t u¤y χειροτονία
s| c | ¦άρχείονδικ. άποφ. ) μέσιμβυζ. σιγίλλιον,
όπερέκτούs| g¤um�σημείoν
s Io¤¦τυφων) σίφων
s | ¤d |
κύλινδρος
s | |st|a συρίστρα
s| ma¦πρόσωπον, μορφη) σημα
s| ma¤d |a ¦σημαδούρα) σημαντηρ
s| mI t σύμφυτον
s m| a ¦μαγεία) σημεία
s m| d¦κουλούρι) σεμίδαλις
s ¤agu
s ¤a| d
s| ¤d k
s| ¤od
συναγωγη
συναγρις
σύνδικος
σύνοδος
s| ¤o| t
»
s ¤ k¦μέτρονσιτηρών)χοίνιξ
s zIu¤ ζίζυφον
s ¤o| (έξ ου σύνορον
s| ¤o|das=όμορος)
s| |a ¦γραμμη) σειρά
s | ¤a σειρήνα
s |ma¦χρυσοκλωστη) σύρμα
s |t o¦χορός) συρτός
s ya¦ναυτ.παράγγ. ) σίγα
s| zmat k σχισματικός
ska¤da| σκάνδαλον
soI ¦μυστικιστης) σοφός
soIu ¦εύλαβης) σοφός
soda σόδα
so| uca¤ σκώληξ
spe|me σπέρμα
sIadyum στάδιον
sIat | k στατικη
sϋbΥe¦σουπιό) σηπία
su| ¤a σωλήν
su¦ϋδωρ) σούς¦κίνησιςόρμητικη
πρόςτόόνω)
¨συ·το¨=έτινάχθη
somum ¦όρτίδιον) ψωμ.
su' ab¦μέσιπερσ.
usIu|bab) άστρολάβος
sϋ¤ge| ¦σφουγγάρ� σπόγγος
su|ub¦σιρόπι) σεράπιον
suΥut|ά ίτέα,ίτιό
Iaga¤¦τηγόνι) τάγηνος
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^' ^000| ¬< T0^ 0A||0�^| 0 ^^|^ 1 80
Iagar¦ταγάρι)
Iay| ¤
Iakoz
Ia| e ¦θρόνος)
Iaks¦τυπικανθρησκ. )
ta' az ¦κύμα)
Ia|¤a¤a ¦τραχανάς)
Iasma¦έπίδεσμος)
Iavus¦παγώνι)
Iavuk ¦όρνιθα)
IayIu¤
ted| p¦τιμωρία)
te¤ ¦σώμα)
tedI ¤ ¦θάπτω)
te|esm ¦φυλακτο)
te| g|aI
teme'
Ie¤ya
teras¦ϋβρις)
tebe¤I
term t
tίάIrο
t|Io
t|Ioyd
t| ma|
t rI |
I r| d
I| rpa¤
I ryak¦φάρμ. )
Ioks| ¤
Io| os
Iopaz
Ior¤os
Ior¤ac
t|| ko ¦πλεκτα)
traced| a
traga¤
trάΡeΖa
trop| k
tseku| ¦τσεκούρι)
tuIa¤ ¦κατακλυσμος)
tu| u ¦άνατoλq)
tuma| ¦τόμος)
σάκοςδιάταγήν, ταγήριον Iuma¤da ¦τροφαντο)
ταγη Iu|¤a ¦όρνιςγέρανος)
τάκος Iϋ|kϋ
τάτ| ω, ταγας
τάξις
θάλασσα
τραγανας
δεσμά
\uFως
τα ¦F)ως
τυφων
τύπτω
δέμας
ταφη
τέλεσμα
τηλέγραφος
θεμέλιον
ταινία
τέρας
τερέβινθος
τερμίτης
θέατρον
τύφος
τυφοειδης
τιμάριον
τριφύλλι
τυρόπιττα
¦άρχ. τυρωτον)
δρεπάνι,τρυπάνι
θηριακη
τοξίνη
θόλος
τοπάζιον
τόρνος
τορνευτης
τριχιά
τραγωδία
τραγανος
τράπεζα
τροπικας
σάγαρις
τυφων
τέλλω, άνατέλλω
τομάριον
Iϋ|mϋs
IϋΓpϋ
uIIer|
υ| υ ¦μέγας)
υΓ ¦πρήξιμο)
ϋra¤ϋs¦άστρον. )
ϋre
us
ϋskuI
ϋsku| ί ¦σκουλλι)
uskum|u ¦σκουμπρι)
usku|u¤
ϋstukus
ϋstuρϋ ¦στουπι)
uz ma
vaIIz
va|da' ¦πρόσεχε, βάρδα' )
va| |
va|yoz ¦σφυρι)
ve| é¤se ¦βελέντζα)
v ¤ç¦βαρούλκον)
νυΓ κτυπώ
νο| ί ¦ρίΨιμοδικτύων)
ya¤ak¦μάγουλο)
yakamoz ¦φωσφορισμος
θαλάσσης)
ya|| ¦γιαλος)
yasem| ¤¦γιασεμι)
yéke ¦δοιάκι)
yé' | oz ¦πόρνη)
yem ¦τρώγω)
y|sa ¦άνυψωτ.έπιφ. )
yer ¦χώμα, γη)
y gt ¦άνδρείος)
y| ¤e¦ξανά)
yo|Iu
zer¤| k
zevc ¦ασύζυγος)
zevce¦ήσύζυγος)
zu¤ar¦ζωνάρι)
z|ya¤
προφαντος
τόρνος ¦κύκλος)
τραγούδι
θερμος
τρυπώ
πτέρη
ούλος, δλος
όρούω, δρνυμι
ούρανος
ούρία
νούς
έπίσκοπος
σκόλλυς
σκόμβρος
σκωρία
στοιχείον
στυπείον
οtδημα
βάπτισις
Fópu
βαρέλιον
¨βαρειά¨
Fούλος ¦έριούχος)
Fι ς¦δύναμις)
βαρύς, ¨βαράω¨
βολή, βόλος=δίκτυ
γένυς
διακαμος
αίγιαλoς
ïασμος
οtαξ
¦περί)γελως
γεύμα
tσα'
ερα
ύγιης
έκνέου
γιορτη
θειούχονάρσενικον
ζεύγος
»
ζώνη, ζωνάριον
ζημία,ζημιά
Σημ. : Ή ώς όνω παράθεσις δέν καλύπτει βεβαίως ολόκληρο το τουρκι κο Λεξιλόγι ον. Ώς προς το
όνομα "Τούρκοι ", έτυμολογείται έκ τού tu| ga -ένείλημα ¦τυλιχτάρι) κεφαλης, ¨τουρμπάνι¨, χαρακτηρι·
στικο κεφαλοκάλυμμα τών τούρκων ήγεμόνων. ΤΟ t u| ga προέρχεται έκ τού τύλη =ì \ έξαγκωμα 2,
στρογγύλον προσκεφάλαι ον. . . ¨τυλυΦάντης¨ είναι ό ύφαί νων σκεπάσματα. ·Όθεν : τύλη, τύλα -
Iu| gaIu|ga·tu|g| ·Τούρκοι. Πρβλ. καιIu|key¦=γαλοπούλα)έκτού λειρίου, λοφίουτης.
1 00 Α^^Α T�| P0Π0Yι0Y ÷Y�T' 0Y
Ώς προςτά Έβρ
α
ϊ
κ
ά,
έπανέρχομαιστά ΠρακτικάτήςΆκαδημίαςΆθηνών,τόμοςb8τού ¹ 983.
,, ' Η έλλη νl κή, γλωσσα μονήρης, έχουσα συνείδησι ν τής μο ναδι κό τη τός της,
γλώσσα κατακτητι κή e + e Έκ των μεγίστων έπι τευγμάτων της είναι ό έΕελλ η νι σμός
τ ω ν Ί ο υ δ α ί ω ν. . . ό ό ποϊο ς λ αμβά νε ι μείζο νας δι α στά σε ι ς εΙ ς α ύ τ ή ν τ ή ν
ΑλεΕάνδρει αν, πρωτεύουσαν των Έλλή νων βασι λέων.
Είναι πι θανόν ότι ή έλληνική γλωσσα είχε ηδη ένωρίτερονεΙσδύσει είς τήν Φοι νίκην
κα| εΙ ςαύτήν τήνΚυρηναικήν, χώραντού πρωίμουέποικισμού των Έλλήνων . . ·
Πλήθος Πελασγικών λέξεων είχαν είσέλθει στο άπώτατο παρελθον και στην Σημιτικη Άσσυριακη
Γλώσσα,άκόμακαιμέσψτώνΧετιτικώνίδεογραμμάτων.Ό ΆρμένιοςγλωσσολόγοςΣανδαλγιάνυπολο·
γίζειότι το Χετιτικολεξιλόγιο σε ένα ποσοστο38% είναι ελληνικό. Γιαυτο στάέβραικά συναντώνται
άρχαιότατεςέλληνικεςλέξεις.
ταμρούρ, ταμρουρείν,τ ι μωΡ ί α
τωδά,θ ωρ ά , δώρα
γιάγιν,οίνος
περεί , ό π ώ ρ α
άδίρ, άδρός. . . μπαμά,βωμός. . . κέβερ, κιβώριον. . κοέν, κόης=ίερεύς, εκτού''γόης' ' ,ίερεύςεκβάλ·
λωνγόους, γοερόςκραυγάς ουρίμ,εïρω. . . ελωχιμ¦=φωτεινάπνεύματα)εκτούέλη-ήλιακονΦώς.
κέρετ= κόπτω,φονεύω, εκ τού κείρω= κόπτω
Οί Έβραίοι q Ί σραηλίται q Ί ουδαίοι νομάδες εγκατεστάθησαν είς τά παράλια μεταξύ έλληνικής
ΦοινίκηςκαιΑιγύπτουγύρωστο ¹ 200π. χ.
«Στό πρωτο ημισυ τού l 3oυαιωνος, στά σύνορα τηςΠαλαι στίνης,
παρουσι άσθηκεμίαέ νωσι ςφυλωνπού όνομάζεται Ίσραήλ. 30"
ΟΙ ντόπι οι έφυγανη άναμείχτηκαν. ·
300
Έτυμολογούν τοόνομα ¨Έβραϊοι ¨ εκ τού άραμαίκού ¨lμπρ| ¨ =οίπέραντού ποταμού, δηλαδή. ίν
=εν +περάτης. Ή δασεία όμως τού όνόματος ¦ Εβραίοι) δεν δικαιολογείται άπο το Ί μπρί. Πιθανότερη
φαίνεταιή εκδοχη τού Μανέθωνος τηνόποίαδιασώζει¦γιάνά την άντικρούση) ό ίουδαίος Ί ώσηποςείς
το¨ΚατάΆπίωνος¨ ¦34.3 ¹ 0 κ. έξ. ) .
·. . διά τήςέρήμου πορευόμενο| . . ύβρί ζοντας τά Ιεράκα|συλωντας,
έλθεϊνείς τήν νύν Ίουδαίαν. . . κτίσανταςδέ πόλι νένταύθακατοικεϊν.
Τόδέ δστυ τούτο Ιερόσυλα, άπό έκείνων, ώνομάσθαι υστερονδέ. . .
διαλλάΕαι τήν όνομασίαν πρός τόμή όνει δίζεσθαι, κα| τήν πόλι ν
Ίεροσόλυμα προσαγορεύεσθαι . ·
πρβλ. . ϋβρις · ¤ub| s(άγγλ. )
υβρίζοντες¯ ¤eb|ew
30
"
.Ι Σ¯ΡΑ¯ΗΛ. ϊς=δύναμις, Ρά Ήλ=τούθεούΉλίου.
300Παγκ. ΙστορίαΕΣΣΔτ. Α2σλ./°2
*
π0� Η ÷^^¬Ι' |¬ |0Ι' ^000| ¬< T0Ι 0A||0�^' 0 ^^|^
Ή έβραϊκη γλώσσα διεμορφώθηκυρίωςμεδάνεια μέσιμ τών Φιλισταίων καΙ Έλληνοφοινίκων.
" ο /ohannesFe|rus Er/cus τα l 59/έκδίδει τήν `Άn|rΟΡοg/ο||οnίa. . . ¨
στήν αποία ύποστηρίζει τήνπροέλευση όλωντών γλωσσών,
άκόμα καί τηςέβραϊκης, άπο τήνέλληνική. ·
º0/
Λπο τά Πρακτικά τού Β' Παγκοσμίου ΓλωσσικούΣυνεδρίου·Καβάλα¦7· l 0/5/93) άντιγράφω.
ºΟ°
1 01
·Στή Φοι νίκη καί τήν Παλαιστίνη, χώρα της Βίλου, τώνΠατιαρχώνκαί τών Προφητών, ή
παρουσία τού Έλληνισμού άνάγεται σέ άρχαιότατους χρόνους. Παλαιότερες καί σύγχρονες
έρευνες ύποστηρίζουν τήν έλληνική προέλευση τών Φιλι σταίων. Πρόσφατα καθητηγες τού
Πανεπιστημίου τού Χάρβαρντκαί άρχαιολόγοι της Εύρώπης καί τού Ίσραήλ άνεκοίνωσαν τήν
άνακάλυψη μνημείων, πού έπεκτείνουν κατά πολύ τήν έξάπλωση καί έπιρροή τού Έλληνικού
Πολι τισμού. Πρόκει ται γιά εύρήματα, πού άφορούν τήν προίστορική ¨ήρωί κή έποχή ¨ τών
Ομηρικών Έπών. . .
. . . η Έλληνι κη γραφη διαδόθηκε στην Παλαιστίνη Kai σ' δλη τη Μέση 'Ανατολή, την έποχη
τού Μίνωα ΑΙ τό 3300π. Χ. περίπου. Οί Φιλισταϊοι έγκαταστάθηκανόχιμόνονστήνΠαραλιακή
λωρίδα όριζοντίως, άλλά καί καθέτως στον Ίορδάνη καί στήν Ίσρδανία φέρνονταςμαζί γραφή
καίγλώσσα. . .
Έπί Σελευκιδών λει τούργησε καί σώμα Γερουσίας, μέ τα όνομα Συνέδριο. Καί τα όνομα
αύτα διατηρήθηκεκάπωςπαρεφθαρμένο, ώς ¨Σανχεδρίν¨· ( Ε. Ίωαvvίδης)
· ΣημαντικημαρτυρίαγιάτηνέπίδρασιντούέλληνικούπολιτισμούεΙςτους Εβραίουςάποτε·
λεϊ το δημοσι ευθέν εΙς τά ¨ Χρονι κά¨ Μαί ου · ϊουν. l 992, σλ. 2 καΙ 30, όρθρο μέ τίτλο. ¨Η
Έλληνικη ΓλώσσακαΙό Εβραισμός¨ , τούΓουσταύουΚαλό. .
· Η Έλληνική γλώσσα, ή τόσονμελωδική, ή τόσονμουσική, είχε γοητεύσει τά ώτα τών
άρχαίων Έβραίωνμέχρι τούσημείου νά γεννήσειείςαύτούς τήνέπι θυμίαν νά τήνμεταχειρί·
ζονται ώςίδι οναύτώνίδίωμα. Ένγένει, έάνέξαιρέσωμεν τα μέροςέκεϊνο της ¨έθνικης¨φιλο·
σοφίας, τα όποϊονδέν συνεβιβάζετο με τάς έβραί κάς παραδόσεις καί τά έθιμα αύτών, οί
Έβραϊοι ύπέστησαν τήν γοητείαν τούέλληνικού πολι τισμού. . . Οί Ραββϊνοι, οί όποϊοι διά νά
δώσουνμεγαλύτερονκύρος είς τάς γνώμας των έστήριζον αύτάς είς τάςέλευθέρας πολλάκις
έρμηνείας ρητών της Γραφης, δεν έλαβον μεγάληνδυσκολίαν νά ευρουνέδάφι ονέπ| τού
όποίου θά βασίζουν τήν πρας τήνέλληνικήν γλώσσαν προτίμησίν των. ΤΟ έδάφιον2/ τού 9oυ
κεφαλαίου της Γενέσεως¨ ¨Ίάφτέλόημ λαίέφετβείσκανμπσολε Σέμ¨, σημαίνει ¨άςέπεκτείνει ό
θεος τον Ίάφεθ καί νά κατοικήσει είς τάς σκηνάς τού Σήμ¨. Αλλ έναςραββϊνος, ο Μπάρ
Καππαρά, μετέφρασε κατά τανέξης τόπον. Άς καλλωπίσει ό θεός τόν Ίάφεθ καί νά κατοική·
σει είς τάς σκηνάς τού Σήμ, έρμηνεύων ώς έξης. Άς άναγνωσθη ή Τορά είς τήν ώραίαν
γλώσσαν τού Iάφεθ . . . Αλλ έπειδή ή Ιαπετική όμοεθνία περιέχει πολλούς λαούς διαφόρων
γλωσσών, προσέθηκεότι ή ¨ώραία¨γλώσσα τούέθνολογικούτούτουκλάδουείναι ήέλληνική. . .
. . . Ή έλληνική άπετέλει τήν άνωτέραν άγωγήν τών άρχαίων έβραίων, οί όποϊοι τήν έδίδα·
σκονείς τά τέκνα των, άρρενα καί θήλεα. Σχετικώς προς τούτο άναγι γνώσκομεν εΙς το
Ταλμούδ. . . . Είπεν ό Ραββί Αμπαού . . . έπι τρέπεται εiς τον Ίσραηλίτην νά διδάσκει τήνκόρη του
έλληνικά, ώςπνευματικονκόσμημα δι αύτήν. Έκ τούτου γίνεται φανερόνότι ήάγωγήμιάς νέας
της Ίερουσαλήμέθεωρεϊτο έλλιπήςέάνδενέγνώριζε τήνέλληνικήν .
. . . Προσέτι ή έλληνική άγωγή έπετέπετο άνευ περι ορισμού εΙς τούς προορισμένους εΙς
δημοσίας θέσειςκαί πολι τικά άξιώματα. . . άκόμηκαίκατά τον Γ'αίώνα οί Έβραϊοι τηςΚαισαρείας
έλεγονκαί τα Σύμβολον της Πίστεως, ¨Σεμάγγ¨, έλληνιστί . . . Αί ίστορικαί αύται άναμνήσεις
δηλούν πόσον ή έλληνική γλώσσα έξετιμάτο καί πόσον έθεωρεϊτο άπαραίτητος διά τήνδιακό·
σμησι ντούπνεύματος. . .² ( Νι κ. Μάρτης)
º0/ Βλ. UmbenoEcco¨Ήάναζήτησητηςτέλειαςγλώσσας¨,Έκδ. Έλλην. Γράμμ. σλ.2/:
º0°Είσηγήσεις Έλ. Ίωαννίδοuκαί Νικ. Μάρτη.
1 02 A ^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�TA0' ^Y
ΤΟ J 982 ήλθε στο Φώς το πολύκροτο Βιβλίο τού εβραίου Josep¤ Ua¤uda ''Heore¤/s Greek" ¦=Τα
Έβραίκα είναι Έλληνικά¨,
º09
όπου Ο συγγραφεύς άποδεικνύει ότι τα ¨B b' | ca' Heb|ew s camouf' aged
G|eek, ¤g|amma|aswe| ' asvocabu| a|y". Εν ολίγοις. Ή διαμορφωθείσαεβραικήγλώσσα έχειελληνική
προέλευσι.
ΤΟενλόγψΒιβλίονπεριέχειεκτεταμένολεξικογραφημένούλικό, το όποίονείναιδύσκολονααντι·
γραΦή διότι ενώ οί ελληνικές λέξεις ·μήτρες είναι γραμμένες ελληνικά, οί εξ αύτών προελθούσες
εβραίκέςείναιγραμμένεςμέεβραίκαστοιχεία.
Έναμικροδείγμαεβραϊκούλεξιλογίου.
άμήν=άληθώς εκτού ¦όμηρ. ) ήμέν=άληθώς
άρα-γή
άλάί -πομπή
όμπα=πατήρ
βακχούρια =άπαρχα|
γκεματρία =γεωμετρία
έρετς =έδαφος
θελαμήτ= θέλημα
κανέχ= κάνιστρον
κάδ-κάδος
κάλ-ταχύς
μεκόνα-μηχανή
μεσσίας
μάκερα =ξίφος
» »
» »
» »
» »
»
»
> »
: »
» »
» »
»
»
μάννα(ή "τροφή" τής έρήμου,
» »
φυτόν μέ μικρούς κόκκους)
νασσαχ" ταξιδεύω
» »
νούφ-νεύω
» »
πάρβαρ-περίβολος
πιλλεγκές=νεανίας
»
ραββι =δάσκαλος
» :
σέρανι,σερανίμ=ήγεμόνες
» »
σουφέτης=κριτής
» »
σχέμα -προσευχή
» »
ταμαρ = ήμερομηνία
»
τεραφειμη θεραφείμ
» »
τεφιλιν=φυλακτο
» »
χα =τό όριστ.όρθρον
»
Και κύρι α όνόματα και τοπωνύμια
Αδόμ=γήινος, χοικος
Αννα, Αννας
Αύναν
Βαβέλ¦πόλιςάνατολής)
Γαλιλαία
Δαλιδό ηΔελιδό
εκτού
» »
»
» »
» »
» »
º09 BeckeI Fub||caI|onsÒxIord, | SBN0/
º°900¹ º0
όρουρα" γή
όλη - περιπλάνησις
άπΦύς, όπφα=πατήρ
βακχίς, Βάκχος
γεωμετρία
έρα, έρασδε
θελήματα
κάνιστρον
κάδος
κέλλω=όρμώ, κέλης=ταχύς
μηχανή
διάμεσος
μάχαιρα
μάννα=μικροντεμάχιον
μάννος =περιδέραιον
νίσσομαι
νεύμα
περ|·βάλλω
πάλλαξ,παλληκάριον
ράβδος, ραβδίονποιμενικον
τύραννοι
σοφος
σχήμα ¦πρβλ. ¨ίερατικόνσχήμα¨)
τήμερον
θεραπεία
θεοφιλείν
α -ή ¦ήδασεία Χ, ¤)
α (έπιτατ.) +δό=γή
Ανα ¦όνω) ·προσωνύμιοντούΔιος
(¨Ζεϋ, Ανα,Δωδωναίε, Πελασγικέ¨).
πρβλ. κα|άναίηηάννις=τροφός, μήτηρ.
Ανύτη. ποιήτρια,ή θήλυς"Όμηρος¨
Ανάνιος. λυρικοςποιητής
εύναν=σύνευνος=σύζυγος
βαβέλιος=ηλιος¦κρητ. )
γό=γή +λιλαία -έπιθυμητή
δέλλις =σφήξ
Π0� Η �^^¬^| |¬ "0^| ^000| ¬< Τ0^ 0A||0�^| 0 ^^|^ 1 03
Έδεμ¦ada¤=εύχαρίστως)
Έμμανουηλ ¦-oθεαςένημίν)
Έρμων¦έρημοςτόπος)
Εϋα
Έφραίμ¦=γόνιμος)
Ήλίας ¦=oθεός μου)
Θωμας¦ταόμα=δίδυμος)
Ίερεμίας
Ίεροσόλυμα
Ίησούς ¦-σωτηρ)
Ίορδάνης
Ίωάννης
Ί σραηλ
Κάιν ¦οδολοφόνος)
καί
Άβελ
ΚηΦάς
έκ τού ηδύς, άδύς. άνδάνω,έαδον, =εύχαριστώ,τέρπω
» » ίν ¦-έν)+μανου ¦μένω) +ελ ¦=ηλιος,θεας)
» » έρημος
7? » εύ·σ·α-ούσα¦Εύα. άρχαιοτάτηπόλιςΆρκαδίας)
εϋφορος
» » Ήλιος ¦θεας)
» »
δύο ¦πρβλ.άγγλο tw| ¤)
» ίερας
» » ίερόΣόλυμα
» » Ίασούς¦πρβλ. Ίασώ-θυγάτηρΆσκληπιού·ϊασις) .
Ίάρδανος ¦ποταμας ΉλιδοςκαίΚρήτης)
» Ίάνης, Ίανός, όπερ έκ τού Ίων
» » ¨παρά τόϊς, δσημαίνειδύναμι ν, κα| το δρω ηόρω
δσημαίνειβλέπω, κα| το έλ δσημαίνει τον Θεόν . . . ¨Ε. Μ.
» » καίνω=φονεύω, μετοχηκαίν·ων
» όβελος-ταπεινας
¦πρβλ. . ¨ανθρωπόςτιςούκ άβέλτερος θύσαςίερεϊον
πρωτοςωπτυσενκρέας¨¯ Άθηνίων, κωμ.
άπόσπ. Σαμόθρακες 1 -)
» κεφαλη( I si dorus Etymol ogi ca)
Μυριάμ, Μαρία, ¦ηκυράτήςθάλασσας)έκτού μύρα=θάλασσα,έτυμ. έκτούμαρμαίρω.
Νώε
Νώε, λέγεταικαίΝούχης
Σαμάρεια
Σημίται¦sem=όνομα)
Σαοσάντ ¦=λυτρωτης)
Σινά
Φιλισταίοι
Χετταίοι
Έξ ού Μαίραη Μαίρη =Νηρηίς, άδελφητής Θέτιδος
έκτού ¨παρά το νέω·νω=κολυμβω¨ ¦ Ε. Μ. )
· »
νήχω-κολυμβώ
» » Άσ�αλάφoυ, έναςέκ τών Άργοναυτών,υίούτού Άρεως
καίτής Άστυόχης. Έφονεύθη άπατανΔιήφοβονκαί
έτάφηείςΠαλαιστίνην. Ό τάφοςτουώνομάσθη
¨σαμα Άρεως¨¦σήμα =τάφος) πραςέξευμενισμαντού
όργισθέντοςΆρεως.
σαμα Άρεως¯ Σαμάρεια
»
σημαίνω, σήμα. Κατ όλλην έκδοχηνέκ τού
¨σημαδεμένος¨¦λόγψπεριτομής)
» » σωτηρ
» » ϊς, ¨δτιέκεϊέδόθηήέκτού νόμουδύναμι ς¨.
» » Πελεσέθ, Πελασγοί¦όποικοιΚρητών)
» » |·ετεοί¦-παλαιοί)
|ετεοκρήτες. οίπαλαιοί,αύτόχθονεςΚρήτες
Τελειώνουμε την σύντομη αύτη καταγραφη με σχετικόκείμενα τού Πλουτάρχου, έκ τού έργου του
¨Τίςό παρϊουδαίοιςθεός¨.
3¹ 0
ΒΑΚΧΟΣ .. "Γι ΑΧΒΕ"
¨ . . . τόν ¯συμ πατιώτην θεόν, ώ Λαμπρία, έΥΥράφειςκα| ύποποιεϊς (=ύπονοείς) τοϊς άπορ·
ρήτοις-τών- Έβραίων, . . . όδέΜοιραΥένηςείπεν.. . . μηδέναλλονείναι κα| τάμένπολλά-έκ- των
εΙς τούτο τεκμηρίων έστ| ρητά κα| διδακτά μόνοις τοϊς μυοuμένοις παρήμϊνείς τήν τριετη·
ρικήν παντέλει oν¦=οί άποδείξεις λέγονται καί διδάσκονται μόνον είς τους μυουμένους παρ
ημίν είςτην τριετηρικην παντέλειαν)
31 0. ΗΘΙ ΚΑ67¹ , ¹ Κ. έξ.
1 04 A ^^A T�I f<n<Yf<Y (Y�TAOI <Y
τρι ετηρι κη παντέλει α: Μυστήρια τοϋ Βάκχου έορταζόμενα άνα τριετίαν είς απασαν ηΊν Έλλάδα,
καθιερωθέντα είς Δελφούς Κύριονχαρακτηριστικόναύτης της έορτης, ή αναίμακτοςθυσία καί ή χορ·
τοφαγία
Διόνυσος ΛΥΣΙ ΟΣ κα! ΕΥΙ ΟΣ · ΛΕΥΙ ΤΗΣ
Κατατηνέορτηντης "Σκηνοπηγίας" οίΈβραίοιπαραθέτουντραπέζας ¨ύπό σκηναϊς¨,
διαπλεγμένες ¨έκκλημάτωνκαίκισσοϋ¨. Και την παραμονην ¨τηςέορτης σκηνην όνομάζουσι. ¨
Οί δέ ίερείς, 'Όϋς αύτοί Λευίτας προσονομάζουσι ν, είτε παρά τόν ·Βάκχον· Λύσιονείτεμαλλον
παρά τόνΕϋι ον. ¨
Δηλαδή. Λύσιος+Εϋιος·¨Λευίτης¨
Δι όνυσος Σαβάζι ος "Σάββατον"
'Όίμαι ¦-νομίζω) δέ τήν των σαββάτων έορτήν, μή παντάπασι νάπροσδιόνυσον εωαι ¨ ¦=καθόλου
δένείναιξένηπροςτονΔιόνυσον) .
¨Σάβουςκαί νϋντούςΒάκχουςκαλοϋσι καί ταύτηντήνφωνήνάφιασι¦=έκβάλλουν)
ότανόργιάζωσι τψθεψ·Διονύσφ. . . σόβησις¦=ταραχη)κατέχει τούςβακχεύοντας. . . ¨
Σαβάζι ος: έπίθετον τοϋ Βάκχου κυρίως έν Θράκη καί Φρυγίς, έκ των κραυγων "εύοϊ σαυοϊ " των
έορταζόντων.
¨ . . . έΕέλαμψε τωνγυναικωνή τυφήκαίό τυμπανισμόςκαίοίΣαβάζιοι ¨ (Άριστοφ. Λυσιστρ. 387)
¨ΣαβάζιοςόαύτόςέστίτψΔι ονύσφ. Έτυχεδετηςπροσηγορίας ταύτης
παρα τόν γι νόμενονθειασμόν. ¨ (έτυμολογικώς σέβομαι +όζομαι)
¨Όθενκαί των Έλλήνωντούςακολουθοϋντας τόνεύασμόν, σεβασμόνλέγουσι ν
ένθενΣαβάζιοςόΔι όνυσος. Σάβουςέλεγονκαί τούςαφιερωμένουςαύτψ τόπους,
καί τούςΒάκχουςαύτοϋ.¨
Περι Σ Ι ΩΝ
( σι ος ·δωρικα· =θεος)
¨. . . εία κοϋφα παλον, ώςΣπάρτον ύμνίωμεν, η) σι ών χοροι καί ποδων κτύποι ς . . ."
( Λυσιστράτη 1 305)
( πρβλ. . " . . . κα! χόρευε Σι ών . . . ")
[Για όλααύτά, καιόχι μόνον, όJosep¤Ja¤udaόμολογείστο όμώνυμοβιβλίοτου. ' ' Hebrew iS Greek"]
* * *
π0� Η �^^¬ι| |¬ "0ι' ^000| ¬�� T0ι 0A|²0�^| 0 ^0|0 1 05
Έτσιέξηγείταικαιή άθρόαπαρουσίαελληνικώνλέξεωνστην σημιτικηγλώσσατης Μάλ
τας
, όπου
τάέλληνικά έχρησιμοποιήθησαν κατάκαιρο0ςάκόμη καιώςέπίσημηγλώσσα, καθωςμαρτυρούνέλλη·
νικέςέπιγραφές.
k¤ s| aέκκλησία, I | usχρημα, έκ τού όβολός,
| aps| ¦άνά)ληψις, | t | =πομπή, έκτούλιτανεία, m |u =χρίσμα,έκτούμύρον. . . .
·Είναι τεράστι ος ό άρι θμάς τών λέΕεων πού ή Μαλτέζι κη γλώσσα εχει δανει στή άπά τά
Έλληνικά. . . περισσότερες άπά τΙς λέΕεις πού δανείστηκαν οί Εύρωπαϊκές γλώσσες, όπωςκαΙ ή
Μαλτέζικη, προέρχονται άπά τά Έλληνικά. Όλοι είναι γλωσσολογικά ύπόχρεοι σέ τούτη τήνχώρα ,
· τήνΈλλάδα·. . .»
Καθηγ. A'I|edGa| ea
º
¹
¹
Π ρ ο ς Δυ σμ ά ς . . .
Ό καθηγητης HUMBOL είναι βέβαιος ότι οί 'Ίνκας μι λούσαν έλληνι κό και ή έπιθεώρησις ' ΊΑ
HLV| STA ΟΕ BULNOSA| HLS"δημοσιεύει. " Las |a|cesde ¤omb|esde ' os | ¤cas so¤ G|| egas" ¦=οίρίζες
τών όνομάτωντώνΙνκαςείναιελληνικές. )
'' Ambos| d| omassoΠunoso|o"
¦=Άμφότερατάίδιώματαείναιενκαιμόνον¨)
" LaaceΡcί όπΥ | alon|dezsoΠgr|egos,Υ soΠ homer|cas"
¦=Ή σημασίακαιή έκφώνησιςείναιελληνικές, καιείναιόμηρικές. ¨
[ Βλ. καΙ τά Βιβλίο ' ' ΟίΊ νκαμιλούσανΈλληνικά, ¨Δωρικού -Χατζηγιαννάκη, Έκδ. "ΕΛΕΥΘ. ΣΚΕΨΙ Σ)
Π. χ. .
accu¤ =άγωνιώ
a¤ua¤a=ίεροτελεστία
a| ma|a-βωμός
a| cama|| -δυνατός
a¤a=άνώτατος
a¤ya¤ =φιλονικώ
apu=ύψηλός
ava=νεκρός
cap| a=άραβόσιτος
causa¤| = καύσων
co|ak=κόραξ
cu|ae =υίός
c¤ ¤a=γυναίκα
c¤ || =κρύος
c¤| |way|a=δροσερη
c¤u|| =κόρη
c¤¤a|=χώρος
c¤' ask =γυμναστης
c¤' υ|ί =μαστός
¤a¤ =άνώτατος
º¹ ! Α' Γλωσσ. ΣυνέδριονΔίου
¦έτ. άγνός)
¦έτ. αίμα+άρά)
¦έτ. άλκη+μάρη=χειρ)
¦¨Ζεύόνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ)
¦έτ. άνία=βάρος)
¦έτ. σπω)
¦έτ. αϋω=ξηραίνω)
¦έτ. καπος, κηπος κάπιον=σκόρδον)
¦έτ. κούρος)
¦έτ. γυνη)
¦έτ. κρύααϋρα)
¦έτ. άσκώ)
¦έτ. θηλη)
¦έτ. Fάναξ,σνω)
1 00
¤ua° υίός
| c¤as=ίσως
|a|ap` ay=άρπάζειν
kamay=δημιουργώ
ku¤a¤ =τωρα
ky| os¦τίτλοςηγεμόνων)
k¤a' ' u=γλώσσα
|ak¤o -φύκι
| ' a¤ta=χωρίον
| ' aqu| y=λαίκός
mayc¤¤ ka¤=μέγιστος
mak¤a¤akuy=μάχομαι
ma' ' k -δένδρον
k¤oc¤a=λίμνη
mat-μέτωπον
m ta =μϋθος
mu¤akuy=έρωτεύομαι
¤aka=σφάζω
¤u¤u=πνεϋμα
o¤qosqa=έγκυος
o|c¤o=όρρην, όρχαμος
ρί ' ί =περιστέρι
pampa=πεδινηέκτασις
pata=πεζοδρόμιον
peqa=πρόβατον
ρί ? =ποϊος,
p |qa-τείχη
ppac¤a=πατηρ
ρυπυ=δοχ. ϋδατος
paky =σπάω
putumu=άναβλύζω
| ma=όμιλία
| t y=χιονίζει
sapa=σοφός
su-ζωη
t ay =κρατώ
tukuy=τελειοποιώ
tupa¤a =χώρος
twu =άρένα
u¤ay =χρον. διάστημα
u|as =χρόνος
wa|s|y=άτμός
wata-έτος
watu| =μαντικός
way|a=αϋρα,άηρ
A^^A T�| |000Y^0Y �Y�TA| 0Y
¦έτ. κάμνω)
¦έτ. καινϋν)
¦έτ. καλώ)
¦έτ. λειχην)
¦έτ. λαός, λα|ός)
¦έτ. μαλάχη)
¦έτ. κόγχη, κόγχα)
¦έτ. μαίνομαι. Πρβλ. τότης Σαπφοϋς. "κaί ποθήωκaί μάομαι ''ì
¦έτ. νέκυς=νεκρός)
¦έτ. νοϋς, ¨νιονιό¨)
¦έτ. έν+κύω)
¦έτ. όρχις)
¦έτ. πέλεια)
¦έτ. παμπασία)
¦έτ πατώ)
¦έτ. πέκος)
¦έτ. πύργος)
¦έτ. πότις, πάστας =κύριος)
¦έτ. πίνω)
¦έτ. πότιμος, ποταμός)
¦έτ. ρημα)
¦έτ. ρίπτει)
¦έτ. σοφός, όπας)
¦έτ. ζώ)
¦έτ. τείνω·πρβλ. . t e¤ |)
¦έτ. τεύχω)
¦έτ. τόπος)
¦έτ. στίβος)
¦έτ. ένιαυτός)
¦έτ. ωρα=χρόνος)
¦έτ. ό-|·ημι=πνέω)
¦έτ. |·έτος)
¦έτ. φάτις=προφήτης)
¦έτ. αϋρα)
Παρόμοιες άναφορές περιέχουν και δύο έργα ξένων έρευνητών, τοϋ Ενρίκο Ματίεβιτς και της
Ενριέττας Μέρτζ.
pu¤cu ¦πέρασμα) , u|co =λόφος ¦όρκος) , oca ¦οίκία) , ¤uaca =σπηλιά ¦κώα) , puqu os ¦πηγαί), ¤a¤a¤
¦ όνω, |άνω) , ' a¤so¤=μαχαίρι¦λόγχη) , ama¤ta=σοφός¦μανθάνω) , καιπολλάόλλα. . .
π0� Η �^^Η^' ΙΗ |0^| ^000' ¬�� τοι 0Α|ΙΟ�Μ| Ο ^0|0 1 07
Σχετικώςπρόςτα τοπωνύμια,γραφειόΈνρ. Ματτίεβιτς.
º
¹
2
ταόνόματα, όπωςτης ΊριδοςΠ. χ. , ¨έντοπισμένασέμιά άρχαία περουβιανήέπαρχία δένείναι προ|
όντα τυχαίωνσυμπτώσεωνάλλάαύθεντικάκομμάτιαμιαςπραγματικότητας . . . ¨
Καί τό όνομα της Βραζιλίαςτό ετυμολογεί από ηΊν πόλι ¨Βρασιαί¨της Λακωνίας, πόλι την όποίαν
αναφέρεικαιό Στέφ. Βυζάντιος.
' Η δεΈνριέττα ΜέρτζέτυμολογείτιςAζόρες έκτηςAζώρου καιτηνAΑ ίτή εκτούΑίήτου . .
Όμως τό αξιολογώτερο, επισημότερο και πλέον έπιστημονικα τεκμηριωμένο βιβλίο που ύποστηρί·
ζει παρόμοιες θεωρίες είναι τό βιβλίο τού καθηγητού Νόρς Γιόζεφσον "Ελληνικό Γλωσσικό Στοι χεία
στις Διαλέκτους της Πολυνησίας" μέ ύπότιτλο ¨Έλληνικός Είρηνικός¨, Εκδόσεως τού Πανεπιστημίου
της Χαίδελβέργης. ¦ G|eek Lί ¤gu st| c L| eme¤ts ¤ t¤e Fo' y¤es| a¤ ca¤guages ¦ He' ' e¤ cum Fac l cum) ,
He de| be|g J 987 U¤ve|statsve|' ag,I SBN 3-533-03828-9).
Ή πρώτη έκδοσις ¦κυκλοφορεί ηδη ή δευτέρα έκδοσις βελτιωμένη και επηυξυμένη) αποτελείται
από 220 πυκνοτυπωμένες σελίδες και περιλαμβάνει Πρόλογο, Λεξικό και Έπίλογο. Καταπλήσσει τόν
αναγνώστη όχι μόνον μέ τα λήμματά του, αλλό και μέ την σπάνια Βιβλιογραφία την όποία παραθέτει.
Στόν Επίλογο δέ, τονί ζει ότι από τα ελληνι κα διαλεκτολογικα στοι χεία που εντοπί ζονται στην
Πολυνησία ¦ίωνικά,αττικά,έπικακ. α. ) σαΦώςύπερτερούντααί ολι κό.
Αύτόέρχεται σέ πλήρησυμφωνία μέ τηνδιαπίστωσι τού Κοίντιλιανού ¦που ηδηέχουμεαναφέρει)
ότιήγλώσσαήλατινικηείναιόμοιοτάτηπρόςτηναίολικηνδιάλεκτον. ''Aeol i ca ratione estse|mo¤oste|
s| m| | ' bus. " Και αύτό προφανώς, επειδη τα αιολοδωρικα στοιχεία είναι τα αρχαιότερα. ' Η γλώσσα μας
διεδόθησέπρωίμώτατουςπροιστορικουςχρόνους. . .
Στην πρώτη Έκδοσι, ό καθηγ. Γιόζεφσον παραθέτει περισσότερες άπό J 000 ριζικές και κύριες
ελληνικέςαρχαιότατεςλέξεις¦στηνβ'έκδοσιύπερδιπλάσιες) . Ανιχνεύειτίακριβώςσημαίνουναύτέςοί
λέξεις, αύτούσιες η ελαφρώς αλλοιωμένες, σε κάθε μία από τίς πολλές πολυνησι ακες δι αλέκτους:
Χαβάη, Μαορί, Μοριόρι, Τουαμότου, Ανατολ. Νησοι, Ράπα, Ταίτή, Ραροτόνγκα, Μανγκάια, Μανγκαρέβα,
Σαμόα, Τόνγκα, Μαρκέζας.
Ξεφυλλίζοντας επι τροχάδην τις σελίδες τού πρωτοποριακού αύτού βιβλίου, διαπιστώνουμε ότι
τόν όετό οί Πολυνήσιοιτόν όνομάζουνaeto. Ή λέξιςόγκόλη ανιχνεύεταισέ όλεςτιςδιαλέκτους, από
Μαορί έως Ταίτή, καί προφέρεται anga. Προσλαμβάνει δέ διάφορες περεμφερείς έννοιες που όλες
θυμίζουντηναγκάλη. σφικτά,κοιλότης, κόλπος, όρμοςκ. τ. τ.
Ή λέξιςόηρ προφέρεταιau καίσημαίνειτόνατμό ¦πρβλ. αημι =πνέω) .
Η λέξιςαλς ¦=τόάλάτι ) , στηνΧαβάηπροφέρεταιal ia καίσημαίνειάλατισμένος.
Ή ώδή, τόαδω, σέόλητηνΠολυνησίαλέταιate η uta μέτηνϊδιαακριβώςέννοια. ώδή, αδω.
τουςβασιλείς,τουςαρχοντέςτουςγενικώτερα,τουςαποκαλούνarki ' πρβλ. όρχή, αρχει ν.
Τόβόθος τόλένεvato. Τόβαίνω-bai . Τόβόρος- baru.
Τόνγόμο τόνπροφέρουνhamo, καί τούδίνουντηνέννοιαμνηστείαηδεσμόςη συγγένεια.
' Η γαία γίνεταιgenoua. Τόρημαγαρύω ¦=φωνάζω δυνατα) τόμεταχειρίζονταιμέτηνίδιαακριβώς
έννοια, δηλ. βοώ, "garuru" ¦πρβλ. τόεκτούγαρύω γκαρύζω) .
Τόγόνυ προφέρεταιkono αλλαμέτηνσημασία¨κάμψις¨ , ¨λυγίζω¨ .
Ή γυνη μεταλλάσσεταιείς hi ne -γυνή, κόρη, hi na =σύζυγοςκαί Hi na =θεα σελήνης.
Ή γωνία γίνεταιkona ¦όπωςκαιστην Ανατολή, στην Ίωνία, οίΤούρκοιτηνέκαναν¨κονάκι¨δηλ.
γωνιάκι, ή ¨γωνίτσα¨μου) .
Τόναριθμόδέκα τόνλένεtaka, καιτό εϊκοσι ¯¯ ta' an δηλαδηδέκα ανω.
Οελληνικόςδημος, δόμος δωρικά, στην Πολυνησίαπροφέρεταιtama προσδιορίζονταςτόνλαό.
Ή δί κη, δί κα, έγινε ti ka καίλέγεταιγιακάθετιτόόρθόνκαί δίκαιον.
Οδίος, δηλαδηόθει κός, γενναίος, λαμπρός, ό ¨δίοςΑχιλλευς¨τού Ομήρου, στους Πολυνησίους
σημαίνειακριβώςτόίδιο. Μόνοπουτό κάθενησίτόνπροφέρειδιαφορετικά.ti u, teu, tia . . .
º¹ 2¨ΤαξίδιστήνΜuθολ Κόλαση¨, σλ 59,έκδ. ΕΚΑΤΗ
J 08 A^^A Τ�' |ο0ΟΥ^ΟΥ ÷Y�TA0' ^Y
ΤΟδόρυ έγινε turu, προσδιορίζονταςκάθετι πού έχει τοσχημα τού δόρατος. ράβδος, καλάμι,
επίμηκεςξύλοκαίπαρόμοια.
ΤΟεθνος ώςetu καθορίζειτηνφυλή.
Ή ελαία λέγεταιa| aa καί χαρακτηρίζειτοκάθεεiδουςμεγάλοδένδρο.
ΤΟελεος άλλοιώθηκεσεa| ohaκαί έγινεκαί τραγούδιμεσημασίαπαραπλήσια. παρακαλώ,ζητώ.
Ό ερως μετεβλήθη είς aroστούςΜαορί, ενώστηνΧαβάη·διατροπηςτού Ρ είςλ· δηλ. a|o, σημαί·
νειτονάγαπητό.
ΤΟ ετος, έχονταςδιατηρήσειτοπαλαιοδίγαμμαFέτος, ìιροφέρεται πανομοιότυπα. vetu.
Τοομηρικονείς ¦=ώραίος,γενναίος) , μετηνiδιασημασία,άκούγεταιώςe| au.
Ό Ζευς ¦κρητικαΖάν, Δόν) στην ΠολυνησίαέγινεΤόν καί είναιγενικώςΟ θεός.
Ή ζωη παραμένειto|στούςΜαορί, καίη ηβη ·ewe,ενώστηνΧαβάηeveείναιή μήτρα.
Ή άρχαιοτάτηελληνικηλέξις ηρως (ή οποίαπαγκοσμίωςέκφράζεταιελληνιστί)
º¹ º
έχειπεράσεικαί
σε όλεςτίςδιαλέκτουςτης Πολυνησίας.
ΔιάλεκτοςMao|| , wh| ro -θεοςταξιδίων ¦κωδικοποιείάσφαλώςτούςεξΆνατολώνάφιχθέντας
Έλληνας)
Διάλεκτος Hawa , h| | o=θαλασσοπόρος
³ Tuamotus, h| ro =θεοςμορφώσεως
T¤a t| , h| ro =θεοςκλεπτών¦όραο Έρμης)
~ ¬a|oto¤ga, ίΓΟ -διάσημοςπρόγονος ¦βλ. ύποσημείωσιν)
Ma¤ga| a, ίΓΟ=προστάτηςκλεπτών ¦καίπάλιΟ θεοςΈρμης) .
Ή λέξιςί ερός, διατηρώνταςάκριβώςτηνδασεία, h| ero, σημαίνειτονναόν, τοίερόν.
ΤΟϊκω ¦=φθάνω)παραμένειh| ko
Ό'ίππος παραμένειh| po.
ΤΟ καλάμι ka|a.
Ό συμπλεγματικοςσύνδεσμοςκαί παραμένειka|.
ΤΟκαλώ ¬ka|auθυμίζειτοσημερινολαίκο¨καλάω¨.
Ό καπνός έγινεkapuάλλασημαίνειτοσύννεφο.
Ό κέραμος έγινεkereμετηνσημασίατούπηλού.
Ό κήπος η κάπος παρέμεινε kepo, kapoκαίσημαίνει¨φύκια¨, δηλ ύποβρύχιοςκηπος.
Ή ομηρικηλέξιςκήρ ¦=καρδία)έγινε kereμετηνtδια σημασία.
Ή κορώνη παραμένειcorone, Ο κύβος ¯ k|va, οκύκλος ` k| ko, ό κύρι ος kura.
ΤΟ φαιδρο ελληνικο ¨ξεφάντωμα¨ με χορό, τραγούδι καί ποτό, Ο κώμος, παραμένει komoκαί είναι
γνωστο ότι οί συμπαθείς πολυνήσιοι, ώς γνήσιοι κωμασταί, χρησιμοποιούν επί μονίμου βάσεως τόσο
την λέξι όσο καί τίς πράξεις πού αύτη εκφράζει. Ένώ koro, kοrόa είναι τα τραγούδια καί οί γιορτες
γενικώτερα, δηλ. χορός,
Ή λέξιςλαβη έδωσεστην Χαβάη¯o |aweμετηνέννοιατούλαμβάνω,έγγίζω, πιάνω. ¦ πρβλ. ¨λαβέ¨)
Ό λαός ¦λεFως)είναι | ahu| καί τολάχανον ¯ | aau.
Ιί nοηΓί nοείναιτοσχοινίαπολινάρι,όλί νος .
Ένδιαφέρον λημμα είναι καί το προερχόμενον εκ της ελληνικης λέξεως λώπη ¦=ίμάτιον) . Ή λώπη
στην Χαβάη προφέρεται ακριβώς |ορί ενώ στα όλλα νησιά, δια συνήθους τροπης τού Ρ είς λ, γίνεται
Γορί η ropa. ¦Όπως ακριβώς το άλλοίωσαν καί οίεύρωπαίκεςγλώσσες. robe, roba, το γνωστο άντιδά·
νειο ¨ρόμπα¨) .
Ό δισταγμοςέκφράζεταιόπωςκαί σταέλληνικά, ma(μά),
Όμάγος ¦εκτούμάσσω,μάγσω)τηςφυληςείναιmako| , ή μάζα ¯ mata, ό μακάριος μάκαρ
μάκα.
º¹ ºηρως λατιν. heros, ίταλ.eroe, γαλλ. heros, ί σπ. heroe, άγγλο hero, γερμ. Heros, ρωσ. γκερόϊ, ίαπων. χιρόσι .
,, 'Ήρωες: οί πάλαι, οί πρωτογενείς δνθρωποι, οί ημίθεοι δνδρες. 'Ήρωας δέ φασί κληθηναι, άπό της ερας, της γης . . . ´ (Ωρίων)
π0� Η ÷^^Η/' ΚΗ |ο/| Μο0Ο| ΗΗ το/ 0A"|0�^' 0 ^0|0 1 00
Τόμαλλί , μαλλός, στην Χαβάη είναι ma| o, ένώ σε όλεςάνεξαιρέτωςτις νήσουςτης Πολυνησίας ή
μανία παραμένειmani a, λαμβάνονταςκαιτην άπόχρωσιτης συγκινήσεως.
Η μάρη, άρχαιοτάτη όνομασία της χειρός, ¦ πρβλ. ευμάρεια=ευχέρεια) προφέρεται maor| , με την
έννοιαόρθηχείρ,όσκησιςχειρών. ¦ Ίσωςάπόέκεϊκαιή όνομασίατηςφυλης Maori . )
Απότό άρχ. ρημαμαρμαίρω ¦=λάμπω, έξούκαιτό μάρμαρον) οιΠολυνήσιοιέφιαξαντηνδικήτους
¨λάμψι¨ και την είπαν marama, στην Χαβάη δε ma| ama. ¦Κάτι που θυμίζει τό λαμπερό χρυσάφι, τό
¨μάλαμα¨) .
την λέξι μάχη την προφέρουν mah| άλλά της δίνουν την έννοια δυνατός, ευρωστος, μάχιμος. O
μέγας παραμένειmeka, μεδιάφοραπαράγωγα. meha =τρομερός,mahalo =ένδοξος, mahao =θαυμάζω.
Τό μει ράκι ον ¦=νεανίας) προφέρεται meraki άλλά σημαίνει όγγελος, έπειδη πάντοτε οί όγγελοι
άπεικονίζονταιώςνεανίσκοι.Δενυπάρχουνγέροιόγγελοι.
Τόμέλι σεόλεςτιςδιαλέκτουςτηςΠολυνησίαςάποκαλεϊταιmel i η mer| .
Οί Ελληνεςέφρόντιζανίδιαιτέρωςγιάτό μέλος, δηλ την μελψδία, την μουσική. Απότό μέλοςτών
μουσικών όργάνων μέχρι τό μέλος της γλώσσας, τό μέλος τού λόγου, τό ¨λογώδες μέλος¨. Τό μέλος
ήτανή μουσικη άρμονία σε όλες τηςτίςέκφάνσεις. Στην Χαβάη mele είναι τόάσμα καιη ποίησις με τό
λογώδες μέλοςτης.
Ποιόςτουςτάέδίδαξε όλααυτά, Είναιπροφανές. Κάποιοιπουέφθασανάπόπολυ μακριά, οί¨λευ·
κοι θεοι¨ όπως τους θυμούνται, αυτοι που τους συστήθηκαν ώς ¨ηρωες¨. Καί φαίνεται ότι γι αυτό
ώνόμασαντόνμεγάλοθαλασσοπόροhi ro, τόνένδοξοπρόγονο h| roκαιτόν θεότηςμορφώσεωςhi ro.
Διατηρούνκαι τό ρημα νηστεύω ώς netete. Ένώ τό νι κώ, ώς ni ke, σημαίνει κερδίζω τό παιχνίδι. Ό
νόθος παραμένει ηοΙο με την tδιαάκριβώςσημασία,η νομή -. nome, καιόνούς ` ηου.
Ή νύχτα, νύξ, ώς ni hu, καθορίζειτόμαύροχρώμα καιό ξανθός ¯ kanό σημαίνειώραϊος, ευειδής.
Τό άρσενικό όρθρο ό έπιβιώνει αυτούσιο άλλα χρησιμοποιεϊται ώς αντωνυμία, ¨αυτός¨ . Όπως
ακριβώςτόχρησιμοποιεϊκαιόΌμηρος.
Αξιόλογοςείναιό συνειρμόςέννοίαςώςπρόςτόρημανέμω ¦=διανέμω, κατέχω, καρπούμαι πρβλ.
¨εις νομην και κατοχήν¨) . Αυτό λοιπόν τό νέμω - 'nemo τό έδιπλασίασαν γιά περισσότερη έμφασι,
nemo-nemo και τού προσέδωσαν την σημασία ¨ανεξάρτητος¨. Πολυ λογικό. Ότανκατέχειςκαινέμε·
σαι,τότεβεβαίωςδενέξαρτασαιάπόκανέναν. Είσαιπράγματι¨ανεξάρτητος¨.
Ό νήπι ος ¦β' έννοια¨άνόητος¨) προφέρεταιni ba χαρακτηρίζονταςτόνηλίθιο.
Ή Νηρηί ς ¦νεράιδατηνλέμεσήμερα) , στηνΠολυνησίαέγινεni re καισημαίνειπαρθένος.
Τόμνήμα --- menema απέκτησε διπλησημασία.τάφοςκαινεκροταφεϊον.
Ό μόγος ¦=μέγαςκόπος) προφέρεταιmokaκαιό μόχθος -. moho,
την λέξι μοι χός την χρησιμοποι ούν γι α νά όρίσουν την πόρνη, αλλα και τόν σοδομισμό. Στην
Χαβάηδέ, προφέρεταιώςmoi heno ¦μοιχεύω) '
Ή μυίγα, ώςmui a ηάπλώς mu σημαίνειτόέντομον, ένώ όλλο mu είναι ό μύς, ό ποντικός.
Τό μύρον προφέρεται mi ri ,
Ή κατάφασις,σεόλατανησιατης Πολυνησίαςέκφράζεταιελληνικά. na, ναί .
Όπωςκαιό ναός παραμένειnao.
Ήλέξιςνεαρός έκφέρεταιώςneru =παιδί.Θυμίζειβέβαιατό¨νερό¨τόόποϊονόμωςτόαποκαλούν
ίηυ ¦οίνον), όπωςκαίκάθεποτόν.
Ένδιαφέρονπαρουσιάζειτόλήμμαόλος, όλόκληρος, με την άρχαιοτάτηπροφορα''ούλος' ' , uΙ υ.
(¨Θεόςείςέστί, ούλοςόρα, ούλοςνοεί, ούλοςάκούει ¨). ¦Πρβλ τόσημερινό¨ούλαχαλάλισου¨) .
Ή όπώρα στηνΤαίτηέγινε oporo καισημαίνει¨μικροικαρποί¨, όμωςοίΜαοριaporo όνομάζουν
τόμηλο. Στηνδιάλ. Ραροτόνγκαoporo είναιτόότριφτοπιπέρι.
Τόρημαόρώ παραμένεισχεδόναναλλοίωτο.aro.
Τόόστούν -- otO. Ό ουρανόςέγέννησετόρημαui ra =λάμπω, καιώςκύρι ονόνομα( Ui ra) είναι
θεότης ¦ουρανός) .
Ό όφις προφέρεταιol| η ofa η opa η ονίκαίσημαίνειερπετόν
200 A^^A T<' |000Y^0Y ÷Y�ΤA�' 0Y
Ή όμηρικηλέξιςδαρ ¦=σύντροφος, συγγενής, σύζυγος) έγινε oa με την ϊδιαάκριβώςσημασία.
Ή όδός στηνΤαιτηέγινεotea, ή οί κία ·uka. Ό ελληνικόςF-οίνος σε όλητην Πολυνησία
παραμένεινί nο.
Άπότηνλέξι παλαι ός, οί Χαβανέζοιώνόμασαντόνωριμοpal a.
Τόπατώ τόλένεpatu ¦=πατώκαί λακτίζω) , τόπάχος paca, τόπαύω--'pao καί τόπέρας pea.
Τό έλληνικό ρημα πέκω σημαίνει κουρεύω καί δευτερευόντως κτενίζω. Με ελαφρες παραλλαγες
της προφορας επέρασε σε όλες τίς πολυνησιακες διαλέκτους ώς veco, beku, veu, καθορίζοντας διά·
φορεςπαρεμφερείςέννοιες. τρίχα, μαλλιά, μπερδεύω, κλπ. σχετικά. . . weko =θυσσανωτός, puoco =τρί·
χες. . .
Ή ελληνικη πέλεια ¦=περιστερά, ¨έΦuΥενώςπέλειo¨ γράφειό Όμηρος)στην Πολυνησία προφέρε·
ταιpareaκαίεκτούτουparaoη paraIώνόμασαντόνάετό.
Τότοπικόεπίρρ που τό προφέρουνεπικάπη (¨πηέβηAνδρομάχη¨;).
Ή λέξις πημα ¦=πάθημα) λέγεται pi maa. Ένώ ό πηνος ¦=πηνίον, πανί) σε ένα νησίώς pena σημαί·
νειλουρίδα καίσεόλλοώςpi ni ku σημαίνειδίκτυον.
Ό πηχυς, μέτρον μήκους, παραμένει pi hi , μόνον που μετράει τόν χρόνο. Είναι τό χρονικόν διά·
στημα ¹Οετών.
Τόρ. πλέκω, μετηνϊδιαάκριβώςέννοια, σεόλλανησιάτόπροφερουνpeka καίσεόλλα pea.
Ή πόα ¦=χλόη)προφέρεταιpua σημαίνονταςπαντούτόόνθος.
Τόποιέω-ποιώ, ώςpuai , προσδιορίζειτό ¨ενεργείνμετάδυνάμεως¨.
Καίή πόλις ¦διάτηςκαθιερωμένηςθάλέγαμετροπηςτούλείςρ) έγινεΡΟΓί =λαός, χώρα,φυλή.
Σε όλα τά νησιά της Πολυνησίας τό ρημα φύω χρησιμοποιείται πολυ καί μάλιστα με άρχαιοελλη·
νικεςκυρίωςέννοιες. pua =εμφανίζομαι, εξέρχομαι¦ Χαβάη) ρυ =παράγωτέκνα, ¨φύω¨ ¦Τουαμότου) ρυ
=νέος ¦ΤαΙτή) . pua =αίμα, πρόγονος, δηλ. φύτρα, φυά' pukokau =φυτόν ¦πρβλ. Φύκι ), puco =κοράλλι
¦πρβλ.Φύκος) .
Τόpareo ¦τόγνωστόμας¨παρεό¨) , διεναλλαγηςτώνχειλικώνπ, φ, είναιτόφαρος=φόρεμα.
Υπάρχει μία πανάρχαια ελληνικη λέξις, ή πόρτις ¦=παρθένος πόρτις= παρτένος · παρσένος
·παρθενος) . ΣτηνΠολυνησία τηνπροφέρουνροΙί καί,όπωςεξηγείό συγγραφευς Γιόζεφσον, σημαίνει
g| r' , κορίτσι.
Τόποτήριον έγινεροΙίο ¦=δοχείον) . Ό πους έχασεάπλώςτόσίγμα καίέγινερυ ¦=βάσις) .
Ή λέξις πρεσβεία, ώςpavea, δείχνει τόν σεβασμό. Καί πολυ σωστά. Μην ξεχναμε ότι τους πρέ·
σβειςτουςεσέβοντοκαίτελούσανύπότηνπροστασίαντούΆπόλλωνος.
Τόπρωi μεταμορφώθηκεσε ροί , μετηνϊδιασημασία.
Ή πρώρα ¦εκ τού πρό +όρούω) ώς pora, σημαίνει συνεκδοχικώς όλόκληρο τό πλοίον, ενώ porara
σημαίνειπέρασμα ¦εκτούπείρω=περνώθάλασσα) .
Ή πύλη παραμενειρί l ί καίσηματοδοτείτόστενόπέρασμα.
Τόπυον τόλένεpua · γιάκάθεάπόστημα.
Τόπυρ εγέννησε τόρημαpura =σπινθηρίζω,καιτόράπτω ώςrapa έγινετρυπώ, καρφώνω.
Τόρημα ρήγνυμι ¦=σπάζω Fραγίζω) τό εδιπλασίασαν. rengo -rengo, ϊσωςγιάνά εκφράσουν καλλί·
τερατόντεμαχισμό,άφούγιαυτους τό ρήγνυμι-rengo σημαίνειτεμαχίζω.
Τόρ. ρέω, με πρώτησημασία λέγω, όμιλώ ¦εξ ού καιή ¨ροητού λόγου¨) , οί Πολυνήσιοιτό προφέ·
ρουν reo, καιώςούσιαστικό σημαίνειάκριβώςτόνλόγο, τηνγλώσσα, την φωνή. Άπότό ¨ρεω¨ παράγε·
ταικαιό ¨ρυθμός¨. Τόν ρυθμό στην Πολυνησία τόν όνομάζουν rutu καίτού προσδίδουντην έννοια της
άπαγγελίας, τού όσματος, τού χορού, τού τυμπανισμού, καίγενικώς τό χρησιμοποιούν προκειμένου νά
εκφράσουνκάθετιτό ρυθμικό.
Ή λέξιςσαύρα μετεβλήθηείςauru καιχαρακτηρίζειτάψάριαπούμοιάζουνμεχελια.
Άπό τό σέβας εσχημάτισαν τό heva, λέξι που χαρακτηρίζει την ήμερα την άφιερωμένη στους
νεκρούς. Τόόφειλόμενονσέβαςπρόςαύτούς.
Τόσέλας έγινε helo ¦=Φώς) . Τόσέλινο·~sel e ¦=φύκι) . Τόσκάφος¯ kapu.
Τόσκεπάζωτόπροφέρουν hiapao, μετηνσημασίαφυλλάττω,προστατεύω.
Ή σκοπιάώς-σ-Κορί σημαίνειΦύλαξις. Τόσίγματόάπέβαλεκαί ή λ. σκύλος·kul i .
π0� Η ÷ΙΙ¬^| |¬ '0^| ^000' ¬�÷ Τ0^ 0A||0�^| 0 ^0|0 201
ΤΟίδιοκαιή σπάθη ή όποίαώςpatia καθορίζειδιάφοραμεσχετικοσχήμα. καμάκι, ξίφος, σπαθί . .
Ό σταυρός ώςtaurό διατηρειτήνελληνικη σημασία, ενωό στάχυς--- tahu είναιγενικως τοφαγητόν.
Ή στοα ώςtoa σημαίνει ράφι.
ΤΟστρατεύω ώςtata σημαίνειέκστρατεύω, πηγαίνω,προετοιμάζωπόλεμον.
Το σφάζω έγινεpatu μετηνσημασίατοΟφονεύω, καιή σπάθα έγινεpati a =δόρυ, καμάκι.
ΤΟσφίγγω τολένεpi ngo, ΤΟσχοινι¯ hua, πιθανωςέκτοΟωι α,
Ή σχόλη η σχολη ¦=άργία)έχασεκαιαυτήτοάρχικονσιγμα, έγινε hol i -ήρεμία, συνομιλία
Ό ταμίας άλλοιώθηκεείςtama καιπροσέλαβετήνέννοιατοΟάρχηγοΟ. Συνειρμός. όποιοςέχει
το χρήμαέξουσιάζει.
Ή μονόπτωτηλέξις"ώ ταν" ,-ώφίλε μου)έπέρασεκαιαυτησ
τ
ηνΠολυνησίαώςtane καίσημαίνει
σύζυγος.
ΤΟτάττω, ό ταγός, ή τακτική, έδημιούργησαντιςλέξειςtahu ¦=τακτοποιω) , take ¦=άρχηγος)taki tu
¦=παράταξις) .
Ό τάπης ώςtape είναιτοϋφασμα.
ΤΟ ρ. ταράσσω, πιοπαραστατικοώςtara-tara σημαίνειένεργωμε πάθος, μεταραχή.
Ή ταχύτης έδωσετο ρήμαtahuti ¦-τρέχω) .
ΤΟτέκνον έγινεtanga ¦=έφηβος) , έξουπιθανονκαιτομαγιώ ¨τάνγκα¨.
Τάτεύχεα, τάόμηρικάόπλα, ή πανοπλία,όλλαξανέλάχιστα. Ωςtauha είναιτάόπλατήςέργασίας,
τάέργαλεια.
ΤΟ τι μωρώ, τι μώ, ώςti mo έκφράζειτήν θλίψΙ, τήν στενοχώρια.Ή έπιβολήτιμήματοςφέρειπάντοτε
θλίψιν.
ΤΟρήματρέμω, γιάνάτο κάνουνπερισσότεροπαραστατικό,τοέδιπλασίασανκαιαυτό.temo-temo,
ΤΟτρί βω τοείπανtiwari , Τοντροχό ¯ tohi μετήνσημασίατοΟ κύκλου.
Το τρώγω έγινεtongi , σημαίνονταςδοκιμάζω,γευομαι.
Ό τύλος δηλ. ό ¨κάλος¨, ώςΙuΙ ί σημαίνεισυνεκδοχικωςτηνένόχλησιη φαγούρα.
ΤΟτύπτω το προφέρουνΙίροκαιτοΟδίνουντηνσημασίατήςένέδρας. Συνεκδοχηέννοίας.
στην ένέδρα, κτυπάςτονάντίπαλο.
Ό τύραννος ώςtura, προσέλαβεόλεςτιςέννοιες τοΟ σεβασμοΟκαιτήςέξοχότητος.
Ήτύχη ώςti ki δείχνειτον¨τυχάρπαστο¨. ¦Μήπωςάποαυτήντήνλέξι,καιτοθρυλικοσκάφος ko¤ ·t k| , )
Ή άστείασύμπτωσιςείναιότι τονύγι η, ύγι ό, τονπροφέρουν.. i ka !
ΤΟ ϋδωρ, ώς utu, στά διάφορανησιάτής Πολυνησίαςέκφράζειπάντοτεέννοιεςσχετικεςμε το
υγρό. utu =βυθίζωείς το ϋδωρ ¦ Μαορί) .
utuhi =ραντίζω¦ϋδωρ+έχω) ¦Ταίτή) .
utu -υδροφράκτης, υΙο=πηγάζω, utaί =υγρός.
Ή ϋλη ώςuΙ υ, μετηνάρχαίατηςάκριβωςσημασία,έκφράζειτο δάσος ¦πρβλ. υλοτόμος).
Ό ϋμνος και τούμνώ, στην Χαβάησημαίνουντραγουδω. hi mene. Ό δε ϋπνος, διπλασιασμένος,
upe-upe καθορίζειτονόκνηρο ¦ϋπνος·ϋπνος) ώςρήμαupe =φθίνω, καταρρέω.
ΤΟρ. ύψόω-ώ, ώς upa-upa, σημαίνειχορεύω, υψώνωτάπόδιακαιτοκορμίμουάποτηνγή.
ΤΟάρχαιότατοϋω ¦=βρέχω, ¨Ζευςϋει¨)σεόλαάνεξαιρέτωςτάνησιάτήςΠολυνησίαςλέγεταιua
μετηνίδιασημασία,χωριςκαμμίαπαραλλαγηέννοίας.
Άποτηνλέξιφαγητόν παράγεταιτοwakea άλλάσημαίνειάπλωςτηνόρεξιγιάφαγητό.
Άποτοφέγγος, όπωςέμειςέφιάξαμετο¨φεγγάρι¨ . οί Πολυνήσιοιέφιαξαντονηλιοτουςκαιτον
είπανfeka.
την φορα τήν λένε pori a. Τήν δε φυγη ¦δωρ. φυγά, άπ όπου και ή δυτ. fuga) τήν είπαν puke.
Διπλασιάζοντας δετήντελευταία συλλαβή, puka-ka, γιά νά δείξουν το έσπευσμένοτήςφυγήςκαιτοΟ
κυνηγητοΟ, έφιαξαν τορήμαφεύγω.
Ή φυλη παραμένειρί | ί , έκφράζειόμωςτηνσυντροφικότητακαιτήνφιλικήσχέσι.
Μέχρικαιτηνφώκι α τήνλένεpaki a.
Άποτονχαιρετισμο"χαί ρει ν" έκράτησαντήνπρώτησυλλαβη hai προσδίδονταςτιςέννοιεςάγαπω,
άγκαλι άζω, γι ορτάζω. Ύπάρχει όμως και η έκδοχή το hai αυτο νά προέρχεται άπο το ρήμα
γαίω. ¦=χαίρω) .
202 AιιA T<| |000Y^0Y ÷Y�ΤA�' 0Y
Φαινομενικωςπαράξενη είναι ή άλλοίωσιςτηςεννοίαςτοΟ χαλεπός, δηλ. δυσάρεστος.
Τόπροφερουνhel apa και σημαίνει¨στομάχι¨.
Ίσωςεπειδήκάθετιχαλεπόκαιδυσάρεστο,εϊτεστήνγεΟσιεϊτεστήνψυχή, έχειάντίκτυπο
στό στομάχι.
Ή χαίτη ¦-μαλλιό)διπλασιάζεται. hete-hete καισημαίνει¨τρίχες¨.
Τό χαλάω, ώςhal a, σημαίνειχάνω. Τό χαράσσω λέγεται hara i whara. Ή δεχάρι ς, ώς hari ,
προσδιορίζειτόν χορόκαι τόθέαμα.
Τόχαίνω έφιαξετό haha =χάσμα,στόμα.
Η χείρ, τό χέρι,έγινεhei . Η χιων προφέρεταιhiona. Ο χι των ¯ hitan. Η χλαμυς ¯ hami και
σημαίνειτό μικρόπερίζωμαπουδένουνστηνμέσητους,όλλόκαιτόκάλυμματηςπλάτης.
Ενδιαφέρονπαρουσιάζειτόλημμα χορεύω ¯ hura i hula ¦πρβλ. την όνομασίατοΟχοροΟ
¨χούλα·χούπ¨) . Εκτόςόμωςάπότό¨χορεύω¨, ό χορός ώςkoro σημαίνειτραγούδικαιγιορτή.
O χόρτος ώςhotu -φροΟτο O δεχρόνοςώς honu =σεληνιακηήμέρα. O ώμος παρέμεινεoma και
ή ωρα, hora ¦έδωπροφέρουνκαιτηνδασεία) .
Οώχρός έγινεοhί rό μετηνσημασίατηςώχρόςνέαςσελήνης.
Kai μί α συντομώτερη καταγραφη έπι λεγμένων πολυνησι ακών λέξεων
al i hi - θηλειά, κυκλ. όνοιγμα
ΑΓί : τοπικός θεός
apu = βαδίζω
au =περίοδοςχρόνου
baitu: όνομασίαμηνων
e = ύπάρχω
eito =όμοιότης
eko -ώδη
emi . + . ώςπρωτονσυνθετ.
hale =καλύβη
hal i n =στρέφω
he =ή
hei ma =χειμων
henua i whenua =χώρα
hi ma =ένδυμασία
hi po =ιππος
hi pa =διαβαίνω
hi ro =πλέκωκόμην, στρέφω
huri =γυρίζω
hela =λαμπρότης
hure =σχοινι
hi pe =ύπερέχω
hi pu -φιάλη,όγωγός
hoto =ώμος
hue -ξύνω
hupana -ίπταμαι
huri -huri =θυμός
itea =ιδέα
ite =όρω
ka =φλέγω, μαγειρεύω
kai na -εξολοθρεύω
kakai =κακίζω
kakei =χαλίκι
εκτοΟ έλιξ
>
Άρης
~ ~ έπομαι
~ ~ αιων
~ Fέτος
~ ~ ε, εσ·μι
~ είδος, έοικα
~ ήχω
77 ~ ήμΙ. .
~ ~ καλιό¦=καλύβη)
~ ~ |ελύω ¦=κυλίω, στρέφω)
~ ~ ή
~ ~ χείμα, χειμων
~ ~ γαία
~ σχημα
~ ~
ιππος
~ ~ ιππάζομαι
~ ~
γΟρος
~ ~ γΟρος
~ σέλας,όλως
~ ~ ειρω =συνδέω
~ ~ ύπερ
~ ~ σίφων
~ ~ όστοΟν
~ ~ ξύω
~ ϋψος+όνω
~ χολη
~ ~ ιδέα
~ ~ ειδω
~ ~ κηίω, καίω
~ ~ καίνω=φονεύω
~ κακός, κακίζω
~ κάχληξ
π0� Η �^^¬^| |¬ '0^| ^0¯0' ¬< T0^ ¯A||0�^| 0 ^^'^
203
kala η karai -καλώ έκτοΟ καλώ
kal a -μαγεύω
»
κηλέω-μαγεύω
kama -καλύβη
» »
καμάρα
kana =ράβδος
» »
κάννα-καλάμι
kano -παις
» »
γένος
kenu -σύζυγος
» »
kenana -άνηρ
» » ª
whana -φυλη
> » ª
kanohi -όφθαλμοί "κανθός όφθαλμοΟ¨
kao η karo -σκάπτω
7
σκάπτω
kapo η hapo -άρπάζω
> >
κάπτω, χάπτω
karaua -κεφαλη
»
κάρα-κεφαλη
karanga -θόρυβος
»
κλαγγη -όξυςήχος
karu -μέροςφυτοΟ
»
κάλυξ
kau -γεύομαι γεΟμα
kau -καυλΟς
» »
καυλός
kavai -πηγούνι,ράμφος
» »
κύβη-κεφαλη
kene =κινοΟμαι
» »
κίνησις
keneu -κινέω·ώ
» »
kene -πλησιάζω
» »
kepu -δόρυ σκι_πτρον
kere, keri -έξορμώ, πλέω
»
κέλλω, κέλης
ki ko -mata -όφθαλμός
»
κύκλος+μάτι¦όμμάτιον)
kio - άναχωρώ
» »
κίω
ki ra -άκαρπία » »
ξηρασία
kona -πεδιας
»
κόνις
kono -σπήλαιον » »
κώνος
lago -ύποστήριγμα
»
λέγω -πλαγιάζω
rango -φορειον
»
λέκτρον-κλίνη
l ama -πυρσός
»
λάμπω
leka -φωτεινός
»
λευκός
l ogo -λέγω, όμιλώ
»
λόγος
lοηο -αναφορα
» »
δηλόω, δηλώνω
mahcronga -μεγαλοπρέπεια
» »
μέγας + όρέγω-διευθύνω
mai -έμέ »
έμοΟ, έμοί, έμέ
mai na -σελήνη
» »
μήνη-σελήνη
maka -μαστός μαζός, μαστός
makore -μεγάλος, πλατυς
»
μακρός
mal a -καταστροφη
» »
μαλερός-καταστρεπτικός
manu η mana -δύναμις
»
μένος
manoo, manako -σκέπτομαι
» »
μένομαι
matia -μήτηρ μάτηρ
mara, mala -μαΟρος
»
μέλας
mara, morea =τεμάχιον,μόριον
»
μοιρα,μοιράζω, μόριον
matau -θεωρώ, κρίνω
»
μέδω=σκέπτομαι,φροντίζω
matua -ορχων
» »
μέδων ('Ζεύςμεδέων¨)
mau -πολυ
» »
μάλλον
mele -οσμα μέλος
mi ne -κατασκοπεύω »
μηνύω
mi ngo -σμίγω »
μίσγω, μειγνύω
mu -σιωπη »
μύ·ω-κλείωτα χείλη, μυκός-σιωπηλός, μουγγός
204 A^^A T| ²000Y^0Y ÷Y�TA�Ι 0Y
muta -muta =γογγύζω
nae =ρέω
nao = κυματούμαι
nau =κύματα
navao -μυστήριον, όμιχλωδες
ngata, ngati =όμάς, όμιλος
ngau =δάκνω, μασω
ni ho =δόντι
ni ka =μαυρίλα
nohu -πόνος
ηου-δηλητηρ. ίχθυς
nua -θεα
oho =αναχωρω
ohua =ύπηρέται
ohu =συντροφια
uka, oi nga =κατοικία
ona =πλούσιος
onae -όνειροπόλος
οηί -κινω
ΟΓίΙο-λόφος
orunga =κινω
paa =πλησίον
pai hi =ύπηρέτης
pai na =έορτή, ίερουργία
ρο| ί ο=φαιός
pana -φωνή
pana -αναλαμπή
panau =κινούμαι
pao =κτυπω
papa =πατήρ, πρόγονος
para =κόνις
para -θάρρος, όρμή
pari =άφθονία
patu =οίκογένεια
pau =τρίβω
pau =παύω
pera =λίπος
petu -petu =σαλεύω, σκιρτω
ρίΙο=στρατός
Ρο|ο=όνομααστέρος
ρου -πολυ
pura, pul a =απόγονος
rehu =ύπνώττω
ri ka =τρόμος, φόβος, σπασμός
riva =χύνωύγρόν
rotu =μυθικόνφυτόν
rue =διαλύω
runga =όκρον, κορυφή
tai ka =φρίκη
takoko =σανίς,φάτνωμα
tango =δοκός
έκτού μύζω
» »
» »
» »
»
»
» »
» »
» »
» »
νάω =ρέω
νέω=πλέω
» »
νέφος, νεφώδης
γνωτός=συγγενής
γνάθος
νύγω
νύχα= νύκτωρ
νόσος
»
νύμφα, νυός
» »
όχος, όχημα,όχούμαι
» »
όχλος
» »
οίκος, οίκία
» »
ώνος=αξία,τιμή
» »
όναρ
»
· όρίνω=κινω
» »
όριον
» »
όρνυμι
» »
παρα
? »
πάις -παϊς
»
παιάν, παιανισμός
»
πολιός -φαιός
»
φαίνω, φωνή
» »
φανός
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
»
πλανωμαι
»
παίω
»
πάππας=πατήρ
»
παλή= κόνις
»
πάλλω, παλάμη
»
πάλιν
» πατήρ
»
ψάω=τρίβω
»
παύω
»
πέλανος =παχύρρευστος
»
πετώ
»
πλήθος
»
Πόλος
»
πολυ
»
σπορα
»
ρέγχω=ροχαλίζω
»
ρίγος
»
λείβω-στάζω
»
λωτος
»
λύω
»
οϋρεα,όρη
»
τραγικα
»
τέγω, σ·τέγη
»
τέγω, στέγη
π0� Η �^^¬^| Ι¬ '0^| ^000' ¬< T0^ 0A'|0�^| 0 ^^'^ 205
tara=κέρας
taura=σχοινί,¨λάσσο¨
tau|a =ογκυρα
tea=λάμψις
t| ara =σημείον
t| mo=διατρυπω
t| more=τομη
t| pu =πρόγονος,άπόγονος,
δηλαδη ¨τύπος¨
t| ra=ίεράράβδος
t| rou=αίχμηρόνάντικείμενον
t|tau=ζητω
t|to=μάχομαι
tore=διατρυπω
tu| a=θυσία
tumu=θεικη δύναμις
tumu= κυρίαρχος
tupa =¹ ) άρχ. λίθος
2) θέσιςίερέως
tupuh| =θύελλα
ure=τό άνδρο γεννητ. όργανον
va| =παρίσταμαι
va|a =άγγελία, πληροφορία
va|to=μέτρον
va|tu=έτησίαι
ve|e=βότανον,κήπος
vero=βέλος, λόγχη
νίο =έκπνέω
whara=χαράσσω
hara -hara =κόπτω
whata =βωμός, τράπεζα
νονο =όρύομαι
έκτοΟ τερσαίνω=ξηραίνω
~ ~ ταΟρος
~ (λόγψ όμοιότητος τού σχήματος τής αγκύρας
πρός τά κέρατα τού ταύρου) .
~ θέα
~ ~ τέρας=σημείον
~ ~ τέμνω, τόμος
~ ~ ~ τομη
~ ~ τύπος "τυπικά χαρακτηριστικά μεταβιβαζόμενα
~ ~ θύρσος
~ στύλος
α
π
ό γενεάς ε
ί
ς γενεαν" .
~ ~ τιταίνω=άπλώνωχείρας
~ ~ στίζω =κεντρίζωδι όξέουςόργάνου
~ ~ τείρω,τρύω
~ » θυσία,θύω
~ » θΟμος, θυμίαμα
» » δόμος
» » τόπος
~ » τυφών
~ ~ ούρω, όρούω
~ ~ βαί ·νω
~ ~ φαείνω ('ίόΥοςφαείνει ¨)
~ » |·είδος
~ » |-έτος
~ ~ φύλλον
~ ~ βέλος
~ ~ έκβιόω
~ ~ χαράσσω
~ ~ ~
~ |-εστία
~ ~ βαΟζω
Ό Νόρς Γι όζεφσον συμπεραίνε
ι
ότι μέσα άπό αύτόν τόν χείμαρρο ¦τίς περισσότερες φορές
άτόφυο)τωνέλληνικωνλέξεωνστόΆρχιπέλαγοςτοΟΕίρηνικοΟ, άναδεικνύεταιμία μετανάστευσιςτων
Έλλήνων πρός την Πολυνησία, μέσψ τής Ν. Άμερικής. Ή μετανάστευσις αύτη πρέπει νά έγινε κατά
κύματα. Στούς άρχαίκούς χρόνους, πρό των Ίνκας ¦καί έτσι δικαιολογείται καί ή παρουσία πολλων
έλληνικωνλέξεωνστόΛεξιλόγιο των Ίνκας) , καίκατά τούςπρώτουςαίωνεςπρίνάπότούς ίστορικούς
¦άλλά καί κατά τούς ίστορικούς) χρόνους. Καί δέν ξεχνα νά άναφέρη ότι στό C¤av ¤ τής Ν. Άμερικής
έχουνάνευρεθήνεκρικέςμάσκεςκαίκτερίσματα Μυκηναίκά.
*�*
200 A^^A Τ�| |0Π0Y^0Y ÷Y�ΤA0' 0Y
ΛΕ Ξ Ι Κ ΟΓ ΡΑΦΙ ΚΑ - ΛEΞ I KOΛOΓ l KA
« Η μελέτη των έλληνι κων λέξεων στην λατινι κη δέν εχει άκόμη όλοκληρωθη κατά τρόπο
ι κανοποι ητι κό. ΕUχομαι οι πολυ σύντομες και άρα ι έ ς πληροφορίες αύτού τού Λεξικού νά
ύποχρεώσουν κάποιον νέο και θαρραλέο φι λόλογο να άναλάβη έκ νέου την έργασία. »
( ERNOUT- MEI LLET, Ετυμολογ. Λεξικόν τής Λατινικής)
Τό διόφορα ετυμολογικό λεξικό τό όποϊα εβοήθησαν στην παρούσα ερευνα ¦εiτε ή λατινικη λεξις
είναιγνήσιαόπομίμησιςτής ελληνικής,εiτεεχεικαταστή όγνώριστησυνεπείς διαδοχικωνόλλοιώσεων) ,
εχουν κατό κανόνα την επεξήγησι ¨έκ τού έλληνικού¨. Άλλα λεξικό ¦κυρίωςτόγερμαν. Dude¤) σταμα·
τούν στην λατινική. λ. χ. . Komed| e, εκ τού λατι ν comoed a, χωρίς νό διευκρινίζεται πού βρήκαν οί
λατίνοιτηνcomoed a, τηνκωμψδίαν, την ¨κώμουώδήν. ¨
Πολύ συχνό επίσης, κυρίως τό παλαιότερα, όναφερονται σέ ¨ί νδοευρωπαι κες¨, ¨μεσογειακές¨.
¨σανσκριτικές¨ ρίζες οί όποίες, όπως ηδη όναπτύξαμε, δένείναι παρό όρχαιότατες έλληνικές. Τελικό
μπορώνόπώ ότιμέχριςεναςόρισμένου σημείου, ή πραγματικόεπίπονηαύτη διερεύνησις κόθελέξεως
ξεχωριστό, δέν ύπήρξε παρό ή συγκέντρωσις πληροφοριών οί όποίες εύρίσκονται διόσπαρτες στό
παντοειδή σχετικό βοηθήματα Ελλήνων καί ξένων μελετητών ¦καί Κειμένων εκ τής ελληνικής καίλατι·
νικής Γραμματείας), ωστε τό συγκεντρωμένα αύτό στοιχεία νό γίνουν εύκολώτερα προσιτό στό εύρύ
κοιναν καί κυρίως στην νεολαία μας, ή όποία εχει φθόσει νό ¨εκλιπαρή¨ τίς ξενες γλώσσες γιό νά
εκφρασθή
γπόρχουν όμως όρκετές λέξεις καταχωρισμένες μέ την ενδειξι ¨e|ymo/og/e /nconnue¨, δηλαδη
όγνώστου ετυμολογίας, η ¨|erme emprun|θ¨=δανεισμένος όρος, χωρίς νό διευκρινίζεται όπα πού εχει
γίνει τό δάνειον ¦στό Ετυμολογικό τού Ρ. CHANT¬A| NLκυρίως) , η όκόμη μέ όλοφάνεραλανθασμένη
τοποθέτησι. O Josep¤ HoIma¤¤ετυμολογεί σχεδόν μονίμως. ¨ δάνειονέκ τής σημι τικής¨η ¨δάνειονέκ
τινοςμεσογειακούλαού¨. Άκόμη καίτην λέξι πύργοςτην θέλεινό προέρχεταιεκ τού Burg. ¦ | ) Όμως ό
"πύργος" είναι λέξιςόμηρική Πούήσαν οίΓερμανΟ|όταν όΌμηροςσυνέθετετό έπη του,
Κατέληξα νό παραθέσω δι κές μου έτυμολογι κές παρατηρήσει ς σέ ώρι σμενες λέξει ς ¦ όπως
a|me-ορμενον·,texte ·τεύχω, τεύξω·, c¤e|·-uµu· κ. Ο , βλ σχετικόλήμματα) , συγκεντρώνοντας, συγκρί
νοντας, ταξινομώνταςτόδιάφοραύπάρχονταστοιχεία.
Παραθέτω ενδεικτικώς την συλλογιστικη γύρω άπα την ετυμολογία τού επιθετου c¤e|-άγαπητός,
ca|o στό ίταλικά καί ισπανικά. Προέρχεται όπα τα λατινικα carus, cara και αύτα άναμφίβολα άπα την
έλληνικηλέξικάρα πούσημαίνεικεφαλή, ονθρωπος, πρόσωπο. Εκ πρώτηςόψεωςφαίνεταιiσωςάπίθα·
νο Παρακολουθήσαμε όμως πόσο καί πώς οί Λατίνοι άντέγραψαν ·εμιμήθησαν την ελληνικη γραμμα·
τεία. Σέτέτοιομάλιστασημείοωστεό G. ΜΟΥΝΙ Νστά¨Κλειδιότής Γλωσσολογίας¨(σελ. 1 1 6) σχολιάζει .
·Πρέπει νάδείκανείςτηνάμηχανία τώνλατίνωνγραμματικώνκάθεφορά πούήγλώσσα
τους δένσυμφωνείμέ τίςκατηγορίες τήςέλληνικήςγραμματικής, τόίδανικό τουςπρότυπο.
γιά νάέχουντάλατνικά τόνίδιοάριθμόμερώντούλόγουμέ τάέλληνικά, τόόρθρο πού
λείπειάπότάλατνικά, άντικαθίσταταιάπό τήνγεμάτηέπι νόησηέφεύρεση τούέπιφωνήματος . . . "
Ώς πραςτίςελληνικέςτραγψδίες καί κωμψδίες, όχι μόνοντίςμετέφρασανη τίς άντέγραψαν, άλλΟ
πoλλsς άπα αύτέςεπαίχθηκαν στην Ρώμη όπ εύθείαςεκ τού ελληνικούπρωτοτύπου.
Γράφειόκαθηγητης Γ. Κουρμούλης.
º¹ ^
·Hέκμάθησις τής Έλληνικήςείναι στοιχειώδεςκαθήκονπαντόςεύήγμένουΡωμαίου, διό
καί συνισταται ¨aGraeco sermonepuerum /nc/pere ma/o quama Romano". Μέγα πληθος λέξε-
ων της Έλληνι κης εί σάγεται εί ς την Λατι νι κην γλώσσαν, εί ς τό Λατι νι κόν Άλφάβητον προστί θε-
ντ αι έ λ λ η ν ι κ ό γ ρ ά μ ματ α, αύτή αύτη ή Λα τι νι κή κλίσι ς καί σύνταξι ς δέχονται πλήθος
Έλληνισμών, οί Λατίνοι συγγραφείς καί ποι ηταί έλληνίçουσιν, όσάκιςέπι θυμούσι νά έπι τύχωσι
λεπτότηταέκφράσεως, θυσιάçοντεςούτω τήνΛατι ν|κήνpo|en|/amείς τήν Έλληνικήνgra|/am.
3¹ 4. ¨Ή ΈκπολιτιστικήΔύναμιςτήςΈλληνικής Γλώσσης¨, σλ. ì ºΑθΗΝΑ| ¹ 950
π0� Η ÷^¬ΙΙ |¬ |0Ι| ^000' ¬< Τ0Ι 0A||0�^| 0 ^0|0
"Ian|o es| sermo Graecus La|/no¡ucund/or, u| nos|r/ poe|ae, quo|/ens du/ce carmen esse
vo/uerun|, ///orum/dnom/n/ous exornen|¨ ¦κοιντιλιανός).
Τόσονπολύεχει διαδοθή ή Έλληνική γλώσσαμεταξύ τώνΡωμαίων, ώστεέπί τώνΑύγουστεί·
ωνχρόνωνδιδάσκονταιείς τά Ρωμαίίάθέατα Έλληνικάεργαάπό τοΟπρωτοτύπου.
Είς τά όχθας τοΟ Τιβέρεως λατεύονται οί θεοί τών Έλλήνων, δι ότι κατέπεμψαν τό
άγαθοποι όνΈλληνικόν πνεΟμα, τό όποϊονέβοήθησε τήνΡώμηννά παρασκευάση εν πλούσι ον
μέλλονέθνικήςάνατάσεωςκαί προόδουκαίνάάχθήμέχρι τήςκοσμοκρατορίας. »
207
Οί ¨έλληνισμοί¨τούΠλαύτου καταντούν έξοργιστικοί. Έχει λ. χ. μεταγράψει στήν λατινική τορημα
¨μαλακίζεσθαι¨ μέ τήν έννοια τού ¨έκθηλύνεσθαι¨ , δημιουργώντας στίχο "ma| ac ssa¤dus es". Γενικώς οί
Λατίνοι συγγραφείς έχουν δανεισθη ¦τόσο στίς κωμωδίες όσο καί στίς τραγωδίες) όλες τίς έλληνικές
έκφράσειςκαίπροσαγορεύσεις. Καίέδώηθελανό καταλήξω.
Είναι γνωστον ότι ή ΑΝΤΙ ΓΟΝΗ τού Σοφοκλέους όρχίζει μέ τον στίχο. "Ώ κοινόν αύτάδελφον
Ίσμήνης κάρα¨, που έρμηνεύουμε περίπου ώς "ώ άγαπημένη μουάδελφή Ίσμήνη¨, κατό λέξι ν δέ,
¨κεφαλή τής Ίσμήνης¨. Είναιέκφρασις που φανερώνει μεγάλη τρυφερότητα καίέκτίμησι
·
πρβλ. όκόμη.
"ώ κράτιστον Οίδίπουκάρα¨, "ώ κασι γνήτηκάρα¨( Ορ. Εύρ. 294) , "ώ φίλονκάρα¨(Οίδ. Κολ. 1 631 ) δηλαδή
¨φίληκεφαλή¨, άγαπητήκεφαλή, "ώ φίλτατονγυναικόςκάρα¨ (Οίδ. Τύρ. 950) .
Αύτο όκριβώς το τελευταίο, "ώ φίλτατον γυναικός κάρα¨έχει μεταφερθη σέ λατινικο στίχο ώς
παρομοία έκφρασι ς. ¨ο ca|a co¤| ux¨ ^ ώ όγαπητή μου σύζυγε. Ό σπόρος έκάρπισε χαρίζοντας στό
δυτικό λεξιλόγια τά. ca|o, c¤é| =όγαπημένος, car|ta, ca| dad, c¤ar té, c¤a|ty = φιλανθρωπία, κλπ. κλπ.
σχετικά.
Όμως ή λέξις ¨κάρα¨ , έκτος όπο κεφάλι , σημαίνει καΙ πρόσωπον. Όπως Π. χ. στήν Ηλέκτα τού
Εύριπίδου. ¨δρύπτε κάρα¨=ξέσχιζε το ' πρόσωπο' σου. Στήν Ηλέκτα τού Σοφοκλέους. ¨γέλωτι φαι·
δρόντούμόνόψεται κάρα¨. Στον ΟίδίποδαέπίΚολωνψ. ¨μηδέμουκάρα όρών¨. Πανομοιότυπα λοιπόν,
το¨ca|a¨ ώς ούσιαστικόν, στό Ισπανικό σημαίνει¨πρόσωπον¨ ¦a ca|adescub| e|ta =μέ όκάλυπτο πρόσω·
πο), με πληθος παράγωγα. ca|atu' aή μάσκα, ca|eoόντιπαράστασις, ca| | ' aκαίca|eta=προσωπείον ·καί
πολλόόλλα, όφού πάντοτε οΙ σημασιολογικές διαφοροποιήσεις όδηγούν έκ νέου στήνδημιουργία και·
νούργιωνλέξεωνκαίεκφράσεων. Με το ¨aca|a¨δηλώνεταιή Ιδιαιτέρα συνάντησις, αυτοπου οί Γάλλοι
όποκαλούν ¨tetea tete¨.
Ή λέξις omb|e, omb|a, sombra ¦=σκιό) παράγεται εκ της λατινικης umb|a τήν όποίαν έτυμολογούν
όποσανσκρ λέξιa¤d¤a¤=σκοτάδι, μήόποκλείονταςπροέλευσικαίόποτοσύμπλεγμαu¤ks-|a¦ ' )
ΤΟ πρόβλημα όμως έχειόπλούστερη λύσι. όμβΡ ος στό έλληνικό δενείναι μόνον ή βροχή καί ή
καταιγίδα. Συνεκδοχικό είναι καί το σύννεφο καί ή μαυρίλα ¦όρα έχουμε ¨σκιά¨). Άλλωστε καί το σύν
νεφο, το νέφος, παράγεται εκτού νή ¦=όχι) φάος ·Φώς. Το ό μβΡ ος έγινε umb|a όπως ό όμφαλος
έγινεumb| ' cus, οαμβων umbo, το όλολύζω υ' υ' ο, ό Όδυσσευς U' ysses. . .
Γιαύτο καίή όνόχείρας καταγραφήδενείναιδυνατοννόπροσλάβη τήνμορφήενός τυπικούλεξι·
κού. Ξεκινώνταςόποτήν Γαλλική ¦κατότήν λεξικογραφική σειρότού¨ La|ousse Ltymo| og| que)
º ! ª
παρα·
θέτει τό κυριώτερα παράγωγα καί σύνθετα, καταγράφει γενικό οΙκογένειες λέξεων, καί έν συνε¿είζ
επεκτείνεται στίς ύπόλοιπες γλώσσες, στίς όποίες ή ϊδια λέξις, πολυ συχνά, προσλαμβάνει διαφορε·
τικήέννοια,ενώή αυτήέννοια, όχισπάνια, προέρχεταιόποδιαφορετικήελληνικήλέξι.
Παρελείφθησαν οί πολυ εξειδικευμένοι όροι καί το Ιδιαίτερο λεξιλόγιο τών διαφόρων επιστημο·
νικών κλάδων. Μία παρόμοια λεπτομερής καταγραφή θά είχε ώς όποτέλεσμα τήν ύπέρμετρη αϋξησι
τών σελίδων καί τού όγκου αύτης της εργασίας, ένώ θό περιώριζε συγχρόνως το όναγνωστικο κοινο
στουςπερισσότεροεΙδικούς.
Έχουν παραλειφθη επίσης οί ίδιαίτερες γι όκάθε γλώσσα λέξεις, οΙ όποίες ενώ δέν όπαντώνται
στίςόλλεςσυγγενικέςδυτικες γλώσσες, δένπαύουννόπροέρχωνταιόποτόελληνικά. . .
º¹ 5 ΤΟ La|ousseEIymo|og|queπαραθέτειμέμεγαλύτερηακρίβειακαίσυνοπτικότηταταπαράγωγατώνδιαφόρωνλημμάτων
208 Α^^Α T�' ²000Y^0Y ÷Y�TA�| 0Y
Π. χ. ¦Ένδεικτικηάναφοράκαί όχι πλήρηςκαταγραφή)
Λέξει ς έκ της έλληνι κης, άλλά μόνον ατά Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
a| gente=ψυχρός
andare =πηγαίνω
arcoba|eno=ούράνιοντόξον
area=έδαφος
au|a =αϊθουσα
au| eta =αύλητης
au|edo-αύλωδός
b|cch|ere=ποτήρι
bora=θύελλα
bor|a-ύπεροψία
bram| re-όρύομαι
ch|oma -μαλλιά
comprare
`¹ ö
-άγοράζω
c| urma=έρέται
co|az|one =πρόγευμα
etera=πόρνη
fer|re-πληγώνω
gonna -φούστα
guanc| a=παρειά
l abaro-λάβαρον
l adro -κλέπτης
l asagna=λαζάνια
l | mo=λάσπη
magar|-εϊθε
mandra =ποίμνιον
nuora=νύμφη ¦σύζ. υίού)
omero -ωμος, ώλένη
omop|ata
papavero=παπαρούνα
ru| do=θόρυβος
scenata=ταραχη
scrofa-γουρούνα
stufa-θερμάστρα,φούρνος
suocero=πενθερός
Καί όλλα. . . .
έκτού όλγος¦έννοια. τό πάγωμαπροξενείπόνον)
» όντα, άντάω
» » όρκος+βάλλω
» » όρουρα
» » αύλή, αύλά
» » αύλός, αύλητης
> » αύλός+όδω
» » βίκος=άμφορεύς
J
» βορράς
» » βορράς
» » βρέμω
» » κόμη
» πιπράσκω, πρασις
» κέλευσμα
» » κάλαθος
» » έταίρα
» »
κατα·φέρωκτύπημα
`¹ /
» » έπιγονατίς =χιτώνάνάκωλος, δηλ. κοντός
» » γνάθος
» » λαβη
» » λάθρα
» λάσανα=μαγειρεία (Ήσύχ. )
» » λύμη
» » μακάρι
» » μάνδρα
» » νυοί =αί τωνυίωνγυναίκες
´ ωμος
» » ώμοπλάτη
» πό|α-χλόη
» » ρόθος=θόρυβος
» » σκηνη
» » γρομφάς-γουρούνα
» » τύφος-καπνός
» » έκυρός-πενθερός
=
Παραδεί γματα Λέξεων έκ της έλληνl κης, άλλά μόνον ατά Ι Σ ΠΑΝ Ι ΚΑ
ambos=καίοίδύο, άμφότεροι
bac|a=λεκάνη
broma =άστείο
h| |ar-κλώθω
mujer=γυνη
έκτού όμφω, άμφότεροι
» » βαθεία
» » βρώμα, βιβρώσκω
» » εϊλω =στρέφω
mozo=ύπηρέτης (προφορά "μόθο") »
μύλλω=συνουσιάζομαι, μαχλός=γυνηκοινη
» μόθων=υίόςδούλου
`
ì ö ΚαΙ Ισπαν.comp|as=ψώνια
`¹ ¯ ¨Ενταίς μάχαις.. Φέρε, τούτέστιν παίε, παρεγγυώσινάλλήλοις¨¦Πλουτ Μάρκ 8)
π0� Η ÷^^¬ι| |¬ |0ι| ^000' ¬< T0ι 0A||0�^| 0 ^0|0
o|e¦έπιφώνημα)
para|e =μέρος, περιοχη
patena-δίσκοςέκκλησίας
pat|o-αύλη
prop| na-φιλοδώρημα
yermo-άκατοίκητος
καιόλλα. . .
έκτού " ώ όλε δαϊμον¨
~ ~ περιοχη
~ ~ φάτνη
~ έκπάτιον ¦τόέξωτούκοινού δρόμου)
~ ~ προπίνω=! \ πίνω εις ύγείαν2) δωρίζω
~ ~ έρημος
Παραδε ί γματα Λέξεων εκ τής έλληνι κής, άλλά μόνον στά ΑΓΓΛΙ ΚΑ Kai Γ ΕΡΜΑΝ Ι ΚΑ
Άγγλικό
alter =ϋστερα, μετά
by =πλησίον
d| ve -καταδύομαι
dady-μπαμπάς
do| | -κούκλα
do-πράττω
ear|y=πρωί,ένωρις
easy=όνετος
lood =τροφη
l|e|d =χωράφι
lu|| =πλήρης
g| ow-φλογερόνπύρ
grave=τάφος
h| de=καλύπτω
hurry=σπεύδω, βιάζομαι
jave| | n=άκόντιον
k|t-μικρόςκάδος
k| | | =φονεύω ¦άρχικώς cy| |an)
| ather=άφρός
|oose=λυτός,έλεύθερος
|uck=τύχη
|ady=λαίδη
meet-συναντώ ¦έξ ούmeet ¤g)
mouse =ποντίκι
nod =νεύω
open =άνοικτός
p| nalore=¨μπροστέλλα¨,ποδιά
rush =όρμη
see=βλέπω
shake-σείω
sk|ll|, sh| p-πλοϊον
scatter-σκορπίζω
s|n =άμαρτία
sm| | e=χαμογελώ
sph|een=βαρυθυμία
teacher=δασκάλα
t| | | =άροτριώ
έκτού αύτάρ
~ ~ άμφι
~ δύω
~ ~ όττα,τέττα=πατηρ
~ ~ εtδωλον
~ ~ θώ, θίημι
~ ~ ήρι=πρωί, ένωρις
~ ~ όν"εσι ς
~ ~ πατέομαι=τρέφω, γεύομαι
~ ~ φελλεύς=έδαφοςπετρώδες
~ ~ φλύω, πολυς
~ ~ γληνος=Φώς
~ ~
γραβά-σκαφίον, βόθρος, τάφρος(Ήσύχ. )
~ ~ κεύθω=καλύπτω
~ ~
όρούω =όρμώ
~ ~ ζιβήνη=άκόντιον
~ ~ κυτίον
~ ~ καλινδέω, κυλίομαι¦-πίπτω)
¨άποθνήσκοντεςέκoλι νδοϋντο¨
~ λούω, λο¦ F)ετρόν
~ ~ λύω
~ ~ λαγχάνω, λαχνός
~ ~ λάδα =γυνη (Λuκ. ) , έκ τού Λητώ, Λατώ, λατ. Lato¤a
~ ~ μετά μετώ =καλώ (Ήσύχ.)
~ ~ μύς
~ νεύω
~ ~ όψ, όπη
~ ~ έπανωφόριον¦Τέκ τού πηνίον=πανι+φέρω)
~ ~ ρώομαι =σπεύδω, όρμώ
~ · σάω-θεάομαι,όρώ
· · σείω
· · σκάφος
· · σκεδάζω=σκορπίζω
ª · σίνομαι=βλάπτω
· · μειδιώ
· · σπλην
· ~ τίτθη =τροφός, παιδαγωγός
· · τέλλω =έπιτελώ
209
2 1 0
Ιο||=φόρος
vat=πιθάρι
weather-καιρός
wh|ch =ποιος
yeast- μαγιά
who|e=όλος
whore=πόρνη
w|thy=λυγαρια
Γερμανι κό
Αcht =προσοχή
Bärme=ζύμη¦άγγλ.oa|m)
Boden= πυθμήν
Bote=αγγελιαφόρος
Brot=ψωμί¦αγγλ. o|ead)
A^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�TΙ 0Y
έκ τού τέλος, τέλη
~ ~ βατίη=φιάλη
~ ~ αίθτΊ
~ ~ ποιος,κοιος, όκοιος
~ ~ ζύμη
~ ~ όλος
~ ~ Fόαρ¦ήσύντροφος)
~ Fίτυς, Fιτέα
έκτού ανάγκη
~ ~ φύρω, φύραμα
πυθμήν
πυνθάνομαι
βρώσις
Brunnen=πηγάδι ~ ~ φρέαρ
τειχος
έσθίω
φέρω
πόρτις
πλάξ
πέτομαι
πώλος
πρωί
αλίγκιος
καλός
χάλαζα
De|ch=πρόχωμα ~ ~
essen=τρώγω ¦άγγλ. eat)
~ ~
lahren=φέρω, όδηγώ ¦άγγλ oea|)
~
Färse =δάμαλις
~
l|ach =έπίπεδος
F|tt|ch =πτέρυξ
Foh|en =πουλάρι
lrϋh=νωρίς
g|e| ch=όμοιος¦άγγλ | ke)
He| d=ηρως
Hage|-χαλάζι¦άγγλ. ¤aί Ι )
krank-ασθενής
Κϋbe| =κάδος
| a| | en =ψελλίζω
Leute=ονθρωποι
Locke=βόστρυχος
machen =κατασκευάζω
nunc =τώρα¦άγγλ.¤ow)
m|t -μέ, συν
M| ete =ένοίκιον
muss| g=ρυπαρός
Que| | e=πηγή
sch| uchzen-όλολύζω
~ ~
~ ~
~ ~
~ ~
~ >
~
~ ~
~ ~
~ ~
~ ?
κροιός=ασθενής
κύπελλον
λαλώ
~ ~ λαός
~ ~ λυγίζω
~ μηχανώμαι
~ ~ νύν
μετα
~ μίσθωμα
~ ~ μύσος= ακαθαρσία
~ ~ βάλλω ¦τό βάλλω, καί έΙυγρών. ¨ποταμόςβάλλει ¨).
~ ~ λύζω, λυγμός,λύγξ
scheren -κουρεύω κείρω=κόπτω
Schere=ψαλίδι ~ ~ ~ ~
Schm|ed = σιδηρουργός
~ σμίλη
schwer=βαρυς ~ ~ σοβαρός
Schwung=έφόρμησις ~ ~ σεύω =κινούμαιγοργα
Schmerz=φόβος, πόνος, λύπη ~ ~ σμερδαλέος, σμερδνός=φοβερός
schmauchen=καπνίζω ¦άγγλ. smok ¤g) » σμύχω=καίωβραδέως
Span=σχίζα
~ ~ σφήν
sto| |en-στήνω,έτοιμάζω ~
στέλλω,στήλη (¨στέλλωστατόν'ϊ
St|ch=νυγμός
~ ~ στίζω,στίγμα
St| mme=φωνή, φθόγγος ~ ~ στόμα,αίολ. στύμα
Storche-πελαργός ¦άγγλ.stork)
Schwert=ξίφος ¦άγγ. swo|d)
Trummer=έρείπια, χαλάσματα
Tίefe =βάθος
έκτού στοργη(στοργη πελαργών, η γνωστη'·άντιπελάργωσις") .
» ?
α -|-oµ=ξίφος(ετ. εκ τού αϊρω)
» ~ τρύφος, θρύμμα
» ~ βυθός
tunken-βάπτω
»
νοη -άπό¦άρχικώςabo) ~
ver -πρό ~
warm =θερμός ¦άγγλ. wa|m)
?
wachsen=μεγαλώνω, βλαστάνω
·
¦άγγλ.wax)
we|chen -ύποχωρώ
»
\ve|che=μαλακός¦άγγλ.νveak
»
άσθενης)
weder=οϋτε¦άγγλ. w¤et¤e|=εϊτε) '
Werk =έργον
?
Wer=προσοχη
»
w|ssen-γνωρίζω¦άγγλ.w t) ~
wϋrgen-στραγγαλίζω
~
Zuber-δοχεϊονμέ2λαβές ~
καί ολλα πολλά . . .
~ τέγγω
»
άπό
»
φέρω
?
θέρμω
»
αϋξω
»
|·είκω=ύποχωρώ
? ? >
~ έτερος, |έτερος
»
|sµyov
~ |oµc
» |εϊδω, |οίδα
~ βρόχος
~ δίφορος
Σημειωτέονότιτά"παλαιό" γερμανικό είναιόλιγώτερονάλλοιωμένα. π. χ. .
2 1 1
mus =μύς, ¤e| m =πατρις ¦έκ τού κώμη) , ¤roso =πάγος ¦έκ τού κρυώδης) , tât =ένέργεια ¦έκ τού θέσις) ,
te¤a|=παλάμη ¦ έκτούθέναρ) , ¤uo' e¤=άπατώ ¦ έκτούκηλέω =θέλγω, μαγεύω) , ¤' | ¤e¤ =στηρίζομαι ¦εκ
τού κλίνω) , su| -πάσσαλος ¦έκ τού ξύλον) , sca| m -πλοϊον ¦έκ τού σκαλμός -πάσσαλος κώπης, ¨σκαρ·
μός¨)Κ. Ο. Κ. . .
ΕΠ Ι ΜΕΤΡΟΝ
O δανεισμόςάπότόνάνεξάντλητο θησαυρότής Ελληνικής Γλώσσαςδένέσταμάτησε ποτέ, οϋτε
πρόκειταιποτέ νάσταματήση. Συνεχώς άναφύονταινέες ίδέες καιέννοιες, κατασκευάζονταινέαάντι·
κείμενα. Τό ¨εϋπλαστον¨ τής έλληνικής γλώσσης καί, τό κυριώτερον,η μαθηματική τηςδομή, καθιστούν
τηνσύνθεσινέωνόρωνεϋκολη, άπλή, κατανοητή, άκριβεστάτη.
Ένας άπό τούς τελευταίους νεολογισμούςτής ίσπανικήςγλώσσαςείναιη λέξις efb os s ¦εύ +βιώ) ,
τόκαλώςδιάγειν.
ΑπότηνΤηλεόρασιτούΚαράκας
º¹ °
¨βγήκεστόνάέρα¨καιεντυπωσίασε η λέξιςta¤ato¤auta¦θανα·
τοναύτης) , δηλ. όάποθανωνκαιάνανήψας¨.
ΤόελληνογενέςΛεξιλόγιονστά ξέναλεξικάαύξάνεταισυνεχώς. Στατιστικη μελέτητού¨Διεθνούς
Ι δρύματος Έπιστημονικής Ορολογίαςκαι Γλώσσας¨ τής Γενεύης άποδεικνύει ότι ό άριθμός τών ελλη·
νικώνλέξεωνείναιμεγαλύτεροςσε κάθενέαέκδοσιτώνδιαφόρωνλεξικών, όπωςπ. χ. τούWebste|.
º¹ 9
·· Η κατανόηση τής δικής μας (τής Γαλλικής) γλώσσας, ή εκ νέου άνακάλυψη τής ούσίας της, νά
ποιά ε|νoι ή χρησιότητα τού νά γνωρίζει κανεΙς τΙς Eλληνικέςρίζες. Οί Eλληνικέςρίζες δίνουν στήν
Γαλλική τό πιόβαθύστήριγμακαΙσυΥρόνωςτής παρέχουντήνπιόύψηλήδυνατότητα γιάάφαίρεση
º¹ ° Κανάλι
5
, ¯º
/¹ /9^.έκπομπη¨S|emp|eDom| ¤go¨
º¹ 9Βλ.Άριστοτ. Νικολαίδη¨Ή πείρακαίη πυρά", Έκδ. Κέδρος, σλ.º+
2 1 2 A^^A Τ�| |ο0ΟΥ^ΟΥ �Y�Τ' 0Y
"Είναι άδύνατον νά προσπαθήσουμε νά δώσουμε άκριβη συνολι κό άρι θμό τών Έλληνικών λέξε
ων που περιέχει τό γαλλικό λεξιλόγιο, είναι άδύνατο μιάκαίή γλώσσακερδίζει κάθεχρόνο,κάθεμέρα
λέΕεις . . . πού οί περισσότερες δέν προέρχονται, δπως θά περίμενε κανείς άπά τά Αγγλικά, άλλά
άκριβώςάπάτάέλληνικά. . .
«Οίβάσειςκαί άέΕοπλισμάς τουέπιστημονικουλεΕιλογίουήρθανάπά τήν Έλλάδα, άκόμακαίστήν
άρχαι ότητα. Τά δάνεια δμως άπά τήν Έλλάδα έΕακολούθησαν άκόμα καί μετά άπά τάν θάνατο τής
Έλληνικήςέπι στήμης καίδχιμόνοάπάσυνήθεια. Συνέχισαν, γιατί ή Έλληνική γλώσσα προσφέρεταιμέ
άΕιοθαύμαστο τρόπο, πολύ περι σσότερο άπά δ,τι ήΛατι νική, γιά τήνδημιουργία νέωνλέΕεωνάνάλογα
μέ τίςάνάγκες. »
Jean Boufarti que -Anne Mari e Del ri e.
'Ό
ί
έλληνικές ρίζες στην γαλλικη γλώσσα"
320
Παραδείγματα νεολογισμών με δανεισμό εκ της ελληνι κης:
Me| a¤o' em¤et es, A¤at ¤eo| o' ogos, Fs cotec¤ ca, D| so|t og|af | a, He' osp¤e| c, Ago|ate|ap| a,
Mesoscop ca, Ast|od| ag¤os s, Cosmob| ot| co, Ca|c ¤oge¤ec ty, Cytoske| eto¤ , L' ect|op¤ys o| og ca| ,
Fs| cog|afo| og| a, O| ¤auta, | tocosmet ca, Fa¤k|ato|, C|ί οge¤eΖacί ό¤, Lp stemo| og| a, || | oge¤et ca,
Osmoge¤es s, HomoIob| a, Hyd|op| asma, Neot | op| co, |a¤t asmoge¤es| s, Fa' eoc ' | mato| og a,
H p¤ocosm at|| a, Fa|us| a, Fs coIo¤| a, H p¤ot¤e|apeutas, Geocosm| ca, H d|ok| ¤es| a, Se' e¤og|ap¤ a,
O|tote¤ a, Habdoma¤c| a, Fs| cometaf s ca, O¤ coIag| a, |otod| ag¤os| s, C|| ptozoo| og a, Neu|of| s o' og| a,
De|matog' | f a, Fa' eobota¤ ca, He' oe| ect|| ca, Neu|ops coIa|maca, Hap' o' og e, D| e|eu¤ét co, F|ot|ept|co,
C' o¤age ¦κλωνοποίησις) , Mo|Iof s o| og a. . . Κλπ. . . .
Οί Γερμανοίτοαύτόματοφωτογραφικομηχάνηματο ώνόμασαν F¤otoautomat.
Ό |ede|co Sag|edo έπλαθε συνεχώς όρους έκ της έλληνικης. t¤a¤atop¤ ' | a¦τάσις προς το φαινό·
μενον της ¨έντροπίας¨) , dex| oe¤ceIa' | co, a||ste|oe¤ceIa||co, k|yptog'ossa ¦λεξιλόγιον κλειστώνέπαγγελ·
μάτων), Be' t|stoc|ac| a,
ºº¹
T| mé¦ *τιμή)
º22
. . . .
Χωρίς ποτέ νόσταματά ή παραγωγή τεχνητού λεξιλογί ου, άνατρέχουν καί σέ παληές δόκιμες
έλληνικέςλέξειςγιόνόέκφρασθούν. ΣτήνΆμερικήέχειγίνει τούσυρμούή λέξις ¤ub|ίs·χιούμπρις· ή
ϋ β Ρ ι ς μέ τήν όρχαιολογική της έννοι α. ΤΟ ϊδιο καί ή λέξι ς | ys s ¦ ρύσις) . Στήν Γαλλία ή λέξις
¨ast¤é¤ίe¨τείνεινόπεριορίσητήν¨ma' ad| e¨, ένώόλοκαίπερισσότεροχρησιμοποιούντήνλέξι έΡ ως
άμετάφραστη-e | os- έπεδή είναι άδύνατοννόμεταφρασθούνμονολεκτικώς, όλα όσααύτή σημαίνει .
·Έρωςδέ, δτι έσρεϊέΕωθενκαίούκοίκείαέστίνήροήαϋτητψέχοντι ,
άλλ έπείσακτοςδι άτών όμμάτων, δι άταυτα άπά τουέσρεϊν ¨έσρος¨
τό γε παλαι άνέκαλεϊτο, νυνδε ¨έρως¨κέκληται. . . »
( Πλάτωνος Κρατύλος 420 Β)
Προ όλί γων έτών έκυκλοφόρησε στήν Έλβετί α το " ΛΕ Ξ Ι ΚΟΝ ΑΝΥΠΑΡΚΤΩΝ ΛΕ Ξ Ε ΩΝ
D| CT| ONNA| HL DLS MOTS | NLX| STANTS¨,
ººº
όπου προτείνεται νό άντικατασταθούν γαλλικές περι·
φράσει ς μέ μονολεκτι κούς όρους άπο τό έλληνι κά. Π. χ. a¤d|op|epe, b| opa| este, dyspa|égo|ete,
écogé¤| a|c¤e, e| p dop¤o|e, g' ossocto¤ e, p¤ ' omat¤ée, tac¤ymat¤ e, t¤éopempte, κλπ. περίπου2. 000λήμ·
ματα,μέ προοπτικήπεραιτέρωέμπλουτισμού. . .
Γιαύτοό καθηγητήςΛουίΧοσέ Ναβάρο, κατότήνδιάρκειατώνέργασιώντούέκπαιδευτι-
κούΠρογράμματος' Έύρωκλάσικα¨της Ε. Ε. , έδήλωσε.
«. . . Ή Έλληνικήγλώσσα γιάμέναείναι σάνΚοσμογονία. Δένείναι άπλώςμιά Γλώσσα. . . "
320. Έκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙ Α σλ. 9 Κ. έξ.
321 . CompuIe|Shocσλ.442
322. ¨p|op||aI| mé", Περιοδ. Ha|con Ι έραξάρ. 4
323. Ed. METRÒPÒL| S¯GENEVE·| SBN2-88340-006-7
π0� Η ÷^^Η^Ι ΙΗ |0^| ^000| ¬�÷ ΤΟ^ ¯A||0�^| 0 ^^|^
2 1 3
Και ό Πρόεδρος της Έλληνικης Ακαδημίας της Βασκωνίας Φεδερί κο Κρούντβιγ Σαγρέδο, στό
Βιβλίο του ¨Κομπιούτερ-Σόκ¨ (σλ. 296-297) γράφει ότι ή πιό θαυμαστη γλώσσα που εγνώρισε ποτε ή
Ανθρωπότης είναι η ελληνι κή . " | a | e ¤ g u a d e | mas e x c e | s o m | ag | o q u e ¤ a c o ¤ o c | d o | a
Hu ma¤| dad, | a | engua he| en| ca" .
Καισυνεχίζει.
' . . . cua¤do | os eu |opeos act ua' es qu| e| e¤ de¤om ¤a| a| go πυθνο, | ecu| | e¤ mayo| me¤te a|
g || ego, | ¤ve¤t a¤dose as| pa| ab|as act ua| es, mode| ¤as, co¤ | a| ces g || egas au ¤que | as m| smas
¤ u ¤caex| st | e| o¤ θΠ ' aépocac| as| ca.
Επ cua¤t o a' e| eme¤to g |i ego debemos dest aca| s u va' o| s u pe|| o| , po| va| | as |azo¤es.
Tod o 1 0 que es c u | t o en Eu r opa se ha cr eado a t raves de| g r | ego, Υ como dec| a υ π
h| stor | ador | ng| es, " entre nosotros, | os europeos, 1 0 que ποe s gr| egoe s sa| vaj e. »
Δηλαδή:
Κάθε φορά που οί σημερι νοί Ευρωπαίοι θέλουν νά όνομάσουν κάτι νέο, άνατέχουν κυρίως στά
έλληνικά, δημιουργώντας έτσι σύγχρονεςλέξεις, ¨μοντέρνες¨, με ρίζες ελληνικές, αν καί οί ίδιες ·
αυτες· κατασκευασμένεςλέξειςδεν ύπήρξανστήνκλασσικήέποχή.
Ως πρός τα έλληνικαν στοιχείον όφείλουμε νά άναγνωρίσουμε τήν άνωτερότητα τής άξίας του,
γιά διαφόρους λόγους. Όποια ¨καλλιέργεια¨ (κουλτούρα) ύπάρχει στήν Ευρώπη εδημι ουργήθη μέσω
της ελληνι κης, και όπως ελεγε ενας αγγλος ίστορι κός "ότιδήποτε στους Εύρωπαίους δεν είναι ελλη
νικό, είναι αγριο".
Γιά όλους αυτους τους λόγους, μία πλήρης καταγραφή και καταμέτρησις τών ελληνικών λέξεων
που βρίσκονται διάσπαρτες στάξένα λεξιλόγια, καθίσταται δυσχερης αν όχι άδύνατη. Παρόμοια εργα·
σίαόφείλεισυνεχώςνάσυμπληρώνεταικαινάάνανεώνεται.
Οί παράγωγες λέξεις που καταχωρίζονται στό κάθε λημμα τού Λεξικού που άκολουθεί, δεν είναι
δυνατόννάμηνπαρουσιάζουνκενάκαιελλείψεις. Δενπαρατίθενταιόλαάνεξαιρέτωςτά παράγωγα,τά
σύνθετα, παρασύνθετα,πολυσύνθετα,παράγωγαεκ παραγώγων Κ. Ο. Κ.
"Kai πολύστιχον βίβλον αν τι ς άπαρτίσn . . . τάς πολυσήμους φωνάς άπάσας περιλαβείν . . .
εργωδες τούτο καί πλησίον των άνεφίκτων."
Γιά αυτό, ή παρούσαέρευναδενμπορείνά θεωρηθη όλοκληρωμένη. Ή ύληείναι τόσονεκτενής,
ωστε ή μηύπαρξις ελλείψεωνκαιπαραλείψεωνθάήτανέναάληθινόθαύμα. Κατάτόν ΞενοΦώντα,
... . . χαλεπόν γάρ οϋτω τι ποι ησαι ωστε μηδεν άμαρτείν . . ...
Καιενώή άναζήτησιςσυνεχίζεται,διατυπώνεταιεκπαραλλήλουή ευχή.
... . . τά άγνοηθέντα τυγχανέτω δι ορθώσεως ύπό των δυνατοτέρων . . ...
' Άννα Τζι ροπούλου - Εύσταθί ου
0<0
Σημ. . Μέ τό κάθε γράμμα τού λεγομένου "λατινικού" άλφαβήτου
324
πού σηματοδοτεί την παράθεσι τών σχε
τικών λημμάτων, τίθεται ένδεικτικώς μία λέξις ή όποία, άρχίζοντας άπό αύτό άκριβώς τό γράμμα, έχει ένσωματωθη
στό λεξιλόγιο όχι μόνον τών πέντε κυριωτέρων εύρωπαΊκών γλωσσών, άλλά όλων σχεδόν τών γλωσσών τού πολι
τισμένου κόσμου. Άκολουθούν διάφορες ρήσεις γύρω άπό αύτά τά έλληνι κόόρχέτυπα λόγου,τό όποία έθεμελίω-
σανό,τιόκρι βώςσήμεραόποκαλούμεΔυτι κοευρωπαϊκόΠολιτι σμό.
Α.Τ. Ε.
324 . ... . . ΤΟ λατινικον άλφάβητον ήλθεν άπο τήν Χαλκίδα τής Εύβοίας μέσφ τής Κύμης (τής Ίταλίας) καί τής Ετουρίας. Είς την
άρχαιοτέραν γνωστήν λατι νικήν έπιγραφήν, ήτις άνάγεται είς τον 60ν π.χ. αΙ, όλα τά γράμματα εχουν τήν Ελληνικήν
μορφήν. Το C έπροφέρετο όπως το Κ, το J όπως το Υ, το νόπως το υ η το W, τά φωνήεντα όπως τά σημερινά ίταλΙΚά . . . ..
(W. DuranI, Παγκ.Ίστορ. Πολιτ. ·Τ. Γ' , σλ. 92)
2 1 4 A^^A T�' |000Y^0Y ÷Y�TA0| ^Y
Πολύπλαγκτες άλλα άκαταπόνητες οί Έλλην
ι
κές Λέ
ξ
ει ς . . .
. . μεταφέρουνμέτηντέλειαπρο
σ
αρμο
σ
τικότητάτους, πότεπρόςτηνΑνατοληνκαιπότεπρόςτην
Δύ
σ
ιν ¦
σ
έ καθωρι
σ
μένεςκαι καθορίζου
σ
εςί
σ
τορικές
σ
τιγμές) τόνθαυμα
σ
ταγονιμοποιό χυμότώνέλλη·
νικών·
σ
υμπαντικώνάρχετύπων
- Καί δι ήμων όμό φωνος γέ γο νε πάσα ή Οί κοuμέ νη ·
("Αριστείδης ό ·Αvδριαvοuπόλεως)
=
«Κα
Ι τ
ην έλλην
ι
κη λαλ
ι
α
ως μέσα στη
ν
Βακτρ
ι
ανη την πήγαμε
ως τους Ίνδούς
...
?
º
'Ή γε των Έλλήνων φωνη
πολλαχη ονο ηΊν Οί κοuμένην δι έ σπαρται
και σuχναϊ ς έγκαταμέμι κται
κα
ι
κλέ
ος μ
εν α
ύ
τ
f
μ
έ
γα τ
ό
πα
ρ
αυτ
ί
κα,
μει ζον δε και ες αύθι ς
.
»
(Κων. Κaβάφης)
π0� Η ÷^^¬^| |¬ |0^| ^000| ¬< T0^ 0A||0�^' 0 ^0|0
Σύντομη περίληψι ς έκ τού Κει μένου τής Εί σαγωγής
εί ς την ΓΑΛΛΙ ΚΗΝ
2 1 5
π0� Η �^^¬^' |¬ |0^| ^000| ¬�� T0^ 0A||0�^' 0 ^0|0
LO00B0I | BQ|BC B · I · ί | ÍBCO00B
| B5 | B0QuB5 Bu|OµBB00B5
MOns| eu|| e D| |ecIeu| deΙ ' Acadam| edesSc| encesdeCZLCH HL|ÜBL| C,
Mesdames et Mess| eu|s
21 7
O¤ co¤ ¤aît o e¤ que, de t out es ' es ' a¤gues eu|opée¤¤es, ' e g|ec e¤ est ' e p| us a¤c| e¤. 1 1
semo' e u ¤ peu d f f | c | | e de p |éc se| so¤ âge avec exact t ude. Ο' aut | e pa| t , ί | pa|aίt c | a| |
au| ou | d' ¤u| qu e | a ' a¤gue g|ecque |eve¤d que des dat es oeaucoup p| u s v eί ' ' es de ce| ' es qu e
¤os ' ί v|es sco' a |es me¤t o¤¤a e¤t .
O¤ se |éfe|e a des t émo| ¤s vé| | d| ques. | es d| ve|s éc| t eaux que | es a| c¤ ves de | a t e| | e
g|ecque o¤t co¤se|vé pa¤da¤t des m| | ' é¤a |es, comme ' es éc| t eaux des Ί ί ¤éaί |es" Α et Β ,
comme| e p' us | éce¤t Lc| | t eaud e | a νί | ' θd e Kasto| a, q u e | es a| c¤θo' ogues g|ecs découv| | | e¤t
pe¤da¤t Ι ' ét é de l 993. Les " a|c¤ éomet |es" de Ι ' ét ao| ί sseme¤t " DLMOKH| TOS" o¤t p|éc| sé
so¤ âge. 7. 000 a¤¤ées - au mo ¤s- ¦ Ι θ p' us a¤c| e¤ éc| | t eau de Ι ' H| sto |e) .
Cette |évé| at | o¤ ¤ous aff| | me que e¤ | éa| t é ¤ous ¤e co¤ ¤a sso¤s | | e¤ su| | a p| é¤ st o |e de
¤ot | e ' a¤gue. Ma| s, comme ' e t emps co¤du t t ou| ous | a vé| t é ve|s ' a | um| e| e, ί ' pa|aît év de¤t
que | es d ve |ses t ¤éo| | es ¦ e| | ées ου t | ompa¤t es) vo¤t se dét | u| |e , et ce| a comme¤ce dé| a a se
fa| |e νοί Γ.
Tous ' es A| t s, t out es | es Sc| e¤ces, ¤aqu |e¤t , se déve| oppe¤t et | s fo¤ct | o¤¤et a Ι ' a| de d'
u¤vocaou| a| |e pu|eme¤t g| ec, pu sque ' a Médec ¤e, ' a F¤ys que, Ι ' Ast | o¤om| e, | aGéog|ap¤| e,
| a F¤ | o| og| e et ' a F¤| | osop¤ e, | a C¤| m| e, | a Géomét | | e, | es Mat ¤émat ques, ' a Fo| ί t que, | a
T¤éo' og e, | a Démoc|at | e, | a G |amma| | e, ' a Sy¤t axe, ' e T¤éât |e. . . o¤t oeso ¤ , ex ge ¤t , u¤
vocaou' a |e ¤t e' | ect ue| qu pu ssedo¤¤e| fo| mea | ape¤séeet a t out es ' es| déesaost |a t es.
L¤ p| us. s o¤ exam ¤e p' us p|ofo¤déme¤t ' e pa| | e| eu|opée¤, o¤ a| | ve a co¤st at e| que | a
g|a¤de ma| o| | t é du vocaou| a |e quot d e¤ ex¤a' e - Ι υ ί auss - u¤ voca| ί sme g|ec. Je me |appo|t e
a des mί | ' ί e|s de mots ' esque' s, de p|em| e|e vue, ¤e se |eco¤¤a sse¤t pas comme des mot s
g|ecs, pu sque ί | s o¤t suo des a| t é|at | o¤s t |es g|a¤des, ου meme, de ce qu' | s descede¤t des
mot s g|ecs t |es a¤c e¤s, vocaou| a| |e ép| que p. ex. Ma| s ί ' suff| t u¤e a¤a' yse | ex | oco' og| que et
¤ sto| que pou| que ' a pa| o' e g| ecque su|g| sse toute a¤c| e¤¤e et t ou| ou|s ¤t me. T|es souve¤t
ces mot s p|ot o· g| ecs |e¤t | e¤t c¤ez- ¤ous comme s' | s éta e¤t des mots ét |a¤ge|s . p¤é¤ome¤e
que¤ousappe| o¤s" co¤t |e· emp| u¤t ¨ . ¦ a¤t | · emp| u¤t ) .
1 1 ex| ste e¤co|e u¤e assez g| a¤de catégo| e de mot s qu , a t |ave|s | eu| ¤ sto |e, |éve' e¤t | a
p| é¤ st o |e ¤ co¤¤ue, ce' | e qu' o¤ ¤ ' a pas e¤co| e e¤ |eg| st |ée off | c e' ' eme¤t , ca| e| ' e est
co¤fo¤due avec t out ce que ¤ous appe' o¤s " Myt ¤o' og| e" , | aque| | e e¤ vé|| té co¤st t ue | a fo| me
symoo| ί que et ¤a| t é|ée - ¤o¤fa' s| f ée· de | a vé| t é ¤ sto| que.
Do¤c, ¤o¤ seu| eme¤t ' es |ac| ¤es et | es mots g| ecs, ma s e¤ p' us ¤ot | e Myt ¤o| og e, ¤ot | e
H st o |e, o¤t e¤ | c ¤ | | e vocaou| a |e occ| de¤t a' avec des t e| mes do¤t ' e p| us souve¤t ¤ous
| g¤o|o¤s | eu| g|éc t é.
* ΣύντομηπερίληψιςείςτήνΓαλλικήν,άποτήνσχετικήνείσήγησινείςτο"Συμπόσιοντής Πράγας¨·Τσεχία· ( 1 1 / ¹ 996)
| nI|oducI|ona SYMPÒS| UMde P|ague.
2 1 8 A^/A T<| |000Y^0Y �Y�ΤA�' 0Y
L¤ peu de mots, deuχου t | o s eχemp' es.
De ' a Myt ho| og| e. | e mot ¨monna/e" (mone|a, moneda, Mone|en. money) v e¤t du su| ¤om
¨ mo¤| a" , que po|t a t Ι ' épouse de J UF| TEH ¦ ΖΕΥΣ ΠΑΤΗΡ) . Le Γοί des d| euχ ava t co¤dam¤é
sa femme a so' | t0 de a cause de sa g| a¤de | a' ous| e, ' es g|ecs Ι ' appe' è|e¤t Μονία, μόνη, qu
νθυΙ d |e " seu' e¨ . Lo|sque ' es |oma ¤s f ab| què|e¤t des p| èces d' a| ge¤t avec Ι ` | mage de ' a
déesseJ UNO- MON| A· MON LTA, ces p| èces, µa| sy¤ecdoque, s' appe| è| e¤t " ΜΟΝΕΤΑΕ"
De ' a Preh| st o| r e. ' eιηοΙ Ρ aΙaί s , Ρ aΙ ace (pa/azzo, pa/ac/o, pa/ace, Fa/as|) .
Le ¤é|os g| ec LVANDHOS, pa| t de A|cad e, fo¤da u¤e co' o¤ e | Ε, ου p| us t a|d ¤aqu t ' a νί | Ι θ
de Home. C' est pou| quo| Ι ' A|cad| e f ut t ou| ou|s co¤s dé|ée pa| ' es Homa ¤s comme ' eu |
mét|opo' e L e¤é|os g|ec appe| ' a| amoye¤¤edes 7 co' ' | ¤esdeHome ¨ Fa| ' a¤t um' , a Ι ' ¤o¤¤eu|
de ¨ ΠΑΛΛΑΣ¨ qu éta t | e pet t-f | ' s de Fe| asgos. Su| cette co' ' | ¤e ¦ | a co| ' | ¤e de ΠΑΛΛΑΝΤΟΣ)
| es empe|eu|s |oma ¤s vo¤t p' us ta|d co¤st | u |e ' eu|s dom c ' es g |a¤d oses. . . ¦ Fa' ' a¤t | um ·
Fa| at u m) .
Lχemp' es d u vocabu| a |e q uot | d| e¤ . ' e mot g|ec τόρνος ( "|ornus" e¤ | at ¤ ) a do¤¤é ' e
|our/sme, /e |ourno/, /a |ournee. . . Lemot κόνδυ a do¤¤é ' a gondo/e et ' e gondo//er o o . L eve| be
κορέω ¦ =se s ouc e| ) a do¤ ¤ é ' e cure, | a cur/ os/ |e, meme ' e sher/// amé| | ca ¤ . Les mot s
¤omé| | ques τάλαροςθΙ δντυγεςo¤t do¤¤é ' e do| | ar et ' esj antes desvo t u| es.
1 1 Υ a e¤co|e u¤e aut |e catégo| e. ' es mot s qu o¤t sub| u¤e t |ès g| a¤de a| téat o¤, su |tout
acoust | que. Comme eχemp| e | e me¤t o¤ ¤ e ' e mot ναύκληρος [ nauc/erus e¤ | at | ¤ ) , deve¤u
nauchere¤f | a¤ça s.
Le mot g| ecβάρβαροςorave e¤ f |a¤ca s, oravo e¤ ta' | e¤.
Les mot s g|ecs έλεημοσύνη (aumöne, //mosna, a/n¯s, A|mosen) θΙ βαλανεϊο ν (oa/n, oagno,
oano, Bad, oa|h).
ces g ' osso ' ogues do ve¤t eχa m ¤ e | c omme¤ t se c o¤ t | bue¤ t ces g |a¤des a' t é | at o¤ s
p¤o¤o| og| quesqu | e¤de¤t ' es pa| o' est a¤t méco¤¤a| ssab' es'
Ι' a¤t ¤ | opogéog| ap¤| e ¤ous exp' que que ' a f aço¤ d| ffé | e¤t e de ' a | est t ut | o¤ des so¤s
dépe¤d de | a cav| té stomat que, desco| des p¤o¤ét | ques, du t empé|ame¤t , du ca|act è e, de ' a
ma¤| è|e ΡΓ ΟΡΓ θ deΙ ' act | o¤ de |esp | e|, déte| m| ¤éepa| ' ec| mat .
L¤ fou | ' a¤t ¤os teχtes c' ass ques ¤ous voyo¤s que | es auteu|s g|ecs ava| e¤t dé| a do¤¤é
u¤e eχp' cat o¤ comp| ète de ce p¤é¤omè¤e. F| ut a|qu e, St |avo¤ , D ogè¤e Lae| t e, De¤ s de
Ha' | ca| ¤assos, F' ato¤, et aut | es. . .
Je me¤t o¤¤e u ¤ e seu' e | ema|que | ¤d cat| ve, Ι ί Γθθ du d| a| ogue Κρα τύλος d e F| ato¤. ¦ ce
d| a' ogue K|aty' os co¤st t ue 'e p|em| e| t|a té étymo| g| que sc O¤t f que) . C est Soc|ate qu pa| | e.
"Les prem/ers noms on| de¡a suo/ une a/|θra|/on. Αυ nom de/ a ΕυΡ hοn /e on a¡ou|e ου on
en/ ève des /e||res. On / es dθ/orme ρουΓ / es emoe///r . . . a/ ns/ ¦ ' es mot s) se |rans/ormen|
gravemen| au/υΓe|a mesure que/e |empspasse . . ¨ ¦ C 4 l 4)
| | ¤efaut pasd a| ' | eu|s ¤ous éc¤appe| que ' a ' ί ν|aί so¤ ¤ t | a| e de |a | a¤gue, a des pé| odes
p | écoces, est | éa' s ée de f aço¤ o| a| e. F| ut a| que | ema| que que | es g |ecs, ge¤ s de me |,
dom ¤at eu | s de ' a me| , ¤ av ga¤t pa| t out et a p ' u s e u | es | ep| | ses, o¤t mposé ' a ' a¤ g u e
g|ecque
¨. . . πολλαχ
ή κ α τά θάλα τ τα ν πλ α νώμε νοι
γλ ωτ τα ν τή ν έλλ η νι κήνέ πέβαλ ο ν εύρύ ποι οϋν τες τό έμπόρι ο ν. . . ' '
2 1 0
Les a¤c| es t opo¤ymes g|ecs ¦ | a ου ί | Υ ava| t des v | | es ¤é| ' é¤| ques) o¤ I s u b u¤e pa|0| | ' e
a' t é| at | o¤ .
Ταυρομένι ον est deve¤ u Tao|m| ¤e
Άγάθη Agde
Δυρράχι ον Du||azzo
Ποσει δωνί α Fest um
Αί γι αλος
Ya| t e
Έλί κη
L' ce
Qua¤t a Ν ε ά π ο λ ι ς , Napo| | a Ι ' | t a| · e, Nap' es a | a || a¤ce, Nab| ousse a | o| da¤ | e, Nabe| a
Tu ¤| s| e.
C' e st pou | qu o| | es s c e¤ ces au x | ' a| | es de Ι ' ¤ st o | e dés | g ¤ e¤ t | es p op u | at | o¤ s q u |
passe| e¤t pa| | esd| ffé| e¤t es |ég| o¤s, e ¤ exam ¤a¤t Ι ' étymo| og edest opo¤ym| es.
Le voyage des mot s dev| e¤t sédu sa¤t comme | a ' a¤gue, passa¤t de f aço¤ success| ve d '
u ¤ p e u p ' e a Ι ' au t | e et d ' u ¤ e g é ¤ é | at o¤ a ' a s u | va¤t e, s u b | t peu a peu u ¤ e a| t é| at o¤
p|og| ess| ve co¤ce| ¤a¤t a ' a séme¤t | que des pa|o' es. A| ¤s| | e " ma|ty| d e s t | o| s p| quet s" ¦ I|es
+pa| us, e¤ ' at | ¤) -du g|ec τρεϊς πάσσαλοι estdeve¤u e¤ f | a¤ça s" t | ava| | " .
Le mot g |ec πέρατος s g¤ | f | e u ¤ e¤ d|o| t q u | se t |ouve e¤ f ac e. Fou| Υ a| | | ve| o¤ do| t
t |ave| se| | a me|. Les ' at ¤s p| o¤o¤ce|e¤t ' e Π Ε ΡΑΤΟΣ comme " po| t us" et vo| | a | e po|t , Fo| t ,
pue|to, po|t a, po|t | e|, po|t | queet c.
Les d e | ¤ | e| es c o ¤ c | u s | o ¤ s de Ι ' A| c ¤ éo| og | e , de | a G| os s o' og| e Comp a| at | ve , de Ι '
_
p| g| ap ¤ q u e , a Ι ' a| de des c a| c u ' at e u |s é | ect |o¤ q u e s ¦ Comput e | s) off | e¤t a | a Sc e¤ c e
Co¤t empo| a ¤e Ι ' occas o¤ de b| e¤ comp| e¤d|e et exp| | que|, t out ce que ' es aut eu| s a¤t | ques
co¤¤a| ssa e¤I dé| a b e¤ , ¤o¤ seu| eme¤t ' es aut eu |s et ' es sava¤t s g |ecs. Les ' at ί ¤s auss| ,
comme C| cé|o¤ , Su ét o¤ e, Co| ¤t | | a¤e, Ty| a¤ ¤ | o¤ . . . da¤s des oeuv|es sous des t | t |es . " Du
d a| ect e |oma ¤ q u | a| | | ve du g |ec" ου . " Aeo| | ca | at | o¤e est se| mo ¤ost e| s m| ' | bus" q u | veut
d |e , ¤ot |e | a¤gue ¦ | e | at ¤) est t out e pa|e| ' | e aud| a| ecte éo' | e¤ g|ec.
Α ¤os | ou|s, des p|ofesseu|s ét | a¤ge|s, p¤| | o| ogues, auteu| s, ¤é| | é¤| stes, co¤ve| ge1 t a ! '
| dée que | es mot s g|ecs compose¤t ' a La¤gue · Me|e du mo¤de occ| de¤t a| . . . et pas seu' eme¤t
du mo¤deocc| de¤t a' .
Le g| osso| ogue | ¤d| e¤ D|. C¤ak| abo|ty, F|és de¤t du G¬LLK CLUB KYKLOS de Ca| cutt a,
D |ecteu | du M| ¤ | ste|e d ' | ¤ st | uct | o¤ | ¤d| e¤, pa| ' a¤t 22 ' a¤gues ét | a¤ge| es, admet quece ¤' est
pas | a | a¤gue g |ecque ce| ' e qu| desce¤t du Sa¤sc| | t , ma| s c ' est ' e Sa¤sc| | t qu| desce¤t du
G| e c . C' est pou| ce| a que ' a Γ θνυ θ off | c | e | e d u C| u b KYKLOS de Ca' c u t t a s e ¤ o mme
FLLASG| A, ¤o¤¤o|a¤t | es F|oto- G|ecs Fe' asges, a| ¤s| q u e | eu| | ou|¤a| s ' appe| | e SAMLLAN.
Σεμέλη ét a| t | a me|e d e D o¤ysos qu| , aux t emps t |es a¤c| e¤s, appo|t a aux peup| es d e Ι ' As| e
' ac v| | | sat o¤, comme beaucoup p| ust a| d | el e| ade ¤ouveau A' exa¤d|e | e G|a¤d.
Qua¤t a | a co¤cept | o¤ e| | o¤ée, de Ι ' a¤c e¤¤et é des |ac ¤es sa¤sc|| t es, e' | e est due a | a
mét ¤ode " ¤o¤ sy¤c¤|o¤| que" qu ' o¤ ava| t adapt éeve| s | af ¤ du J 9e s ec| e, af ¤ de p| ocÓe| a
des compa| a| so¤ s . Le ' | ¤ g u | st e f | ança| s co¤t empo|a ¤ Geo| ges Mou ¤ | ¤ ¦ da¤s so¤ ΟθυνΓθ
CLL|S FOU¬ LΑ L | NGU| SΤΙ QUL) revè| e | a cause de cette e || eu| . ' ' O¤ compa| a| t | e Sa¤sc| | t
du p| em| e| m| ' | é¤a| | e, ' e G|ec de Ι ' 8eme s| ec| e av. J . , | e Lat ¤ du beme s| ec| e, ' e Got ¤| que du
4eme s. ap|es J . , et c. . . Ma| s ' a mét ¤ode compa|at | ve do| t et | e sy¤c¤ |o¤| que ¦ pou| avo | de | a
va| eu| ) , et ¤o¤d| ac¤|o¤| que. ¨
A| | st ot e, da¤s sa f ameuse ΟθυνΓθ " O¬GANL" , ava| t sou ' | g¤é Ι ' e| | eu| du sy| | og| sme qu
dé| ve qua¤d o¤ ¤e s ' appu| epasa ' a s mu' t a¤é| t é, af| ¤ d' a| | | ve| a | a v| a| e co¤¤a| ssa¤ce des
ob¡ et s. [ Τό σφάλμα τόάπορρέονέκ τηςμή ταυτοχρόνου γνώσεως των πραγμάτων) .
220 A^^A T�| |000Y^0Y ÷Y�TA0| ^Y
Le p|ofesseu| |LDLH| CO KHUTW| G, ΡΓ ί χ HOMLHL J 989, da¤s so¤ ΟθυνΓθ LΕ M| HACLL
GHLC Γθνθ' θ que | a ¨ myst é| | euse" ' a¤gue des Basques ¦ LUSKAHA) est d' o| g ¤ e g |ecque
co¤t e¤a¤t des |ac| ¤es etdes pa| o' es p|otog|ecs · Pé' asg ques.
CONCLUS| ON ca f éco¤dat o¤ du pa| ' e| eu|opée¤ pa| ' es ge| mes g|ecs qu| | ¤o¤da| e¤t de
| eu| | | c¤e d ve|s| té d| a' ect o| og| que | es vo| s ¤ ages de Ι ' Occ de¤t , a θυ ' ί θυ pet t a pet t , a
t |ave|s ' es d ffé| e¤tes p¤ases et stat o¤s de Ι ' H st o| |e. Le comme¤ceme¤t de cette | ¤f | ue¤ce,
pe|due auχ f o¤ds de | a F|é¤ | st o| | e, t ouc¤eso¤ comb| e a Ι ' époque dè Césa| Auguste pe¤da¤t
| aque| | e J 0. 000 mot s g|ecs ¦ au mo| ¤s) ¦ se' o¤ W. DU HANT da¤s Ι H sto| |e de Ι ' H u ma¤ t é)
pé¤ét | è| e¤t da¤s | evocabu| a| |e ' at ¤ .
F| us t a|d , ¤ous au |o¤s ' e f ' uχ du " Vocabu' a| |e Lcc' és| ast que" , ' o|sque | es Lva¤g| ' es ¦ a| ¤s
que ' es aut | es teχtes c ¤ |ét | e¤s) set |adu| s |e¤t d |ecteme¤t des p|ototypes g| ecs.
Ι ét ude de ' a p ¤ ' osop ¤ e ¤ é ' | é ¤ q u e pa| ' es Homa ¤ s et p u | s p a| ' es é | u d t s de | a
He¤a ssa¤ce, ap|ès | a c¤ ute de Co¤sta¤t ¤op' e, a | épa¤du de ¤ouveau u¤e t |ès | c¤e mat è|e
' ¤ g u st | q ue. | ' s' ag t de ce q u ' o¤ appe| | e Vocab u ' a | e p ¤ ' osop ¤ q u e. ca |égor/e, |héor/e,
symé|r/e, mé|hode, zé|θ|/que, a||égor/e, omonyme ¦ mot c |éé pa| A| | st ote ) , a|ome, analyse,
syn|hèse, | usqu' auχ mots . ph/lhé||enet sperma|ozoa/re queso¤t u¤ec |éat | o¤ de F| ato¤.
| | ¤e faut pas d' a| ' ' eu| oub| e| que Ου Be| | a| y ¦ da¤s sa " Dθfe¤se et | ' | ust |at o¤ de ' a ' a¤gue
f | a¤ca se" ) et | e poèt e F e| | e Ho¤sa|d co¤se | ' a e¤t . ¨Créez des mo|s d' or/g/ne grecque,
u|/l/sez des mo|s d' or/g/ne grecque, u|/l/sez des mo|s comme. lyr/que, org/e, ode, pér/phrase,
s|ra|agème, /dole, sympa|h/e. . .
Α ' a s u t e d e s | e c ¤ e | c ¤ e s p é ¤ | b ' e s e t obs t | ¤ é e s , e ¤ c οmme ¤ ς a¤ t p a | | e s s mp | e s
mo ¤ ocyt es des a | c ¤ ét y p e s ' ¤ g u | s t q u e s g | e c s , | u s q u a u χ o | g a ¤ s me s p o| ycyt es d e s
voc a b u ' a | | e s act u e | s , d a ¤ s | e sq u e ' s p | e s q u e t ou s ' e s s u f f χ es , | e s p | é p o s t o ¤ s , ' e s
co¤| o¤ct o¤s, | es te| m| ¤a so¤s meme, so¤t u ¤ e ca' que g|ecque, e¤ é¤umé|a¤t | es dé| vés et
| es composés, o¤ vo| t c' a |eme¤t que Ι ' Lu |ope " |épe¤d des so¤s g |ecs" ¦ se' o¤ ' e d| ct o¤ de
Lsc¤y| e. ¨ Ελλάδος φθόγγον χέουσα¨ ) .
Cet emp| u ¤ t co¤t | ¤ u e | u squ' a ¤ o s | o u |s . No u s avo¤ s beso ¤ d ` eχp | me | des | dées
¤ouve| | es, ου de p|éc se| des ob| ets et des s| t uat | o¤s mode| ¤es. La | a¤gue g|ecque, g|âce a
sa p| ast | | t é et a sa st | uct u|e mat ¤émat | que, possède | a capac| t é de déte | m ¤ e| de f aςο¤
a¤a| yt que ου sy¤t ¤ét | que toutes | es ¤ua¤ces de s| g¤| f | cat | o¤s, e¤f | ¤ , u¤e va| | été | ¤t e| m ¤ab| e
qu dés| g¤etoutes | esg|aduat o¤s de | a pe¤sée.
Je f ¤ s e¤ vou s d é posa¤t deu χ ¤ éo| og s mes | éc e¤ t s , q u | o¤t e ¤ | c ¤ ' e vocabu ' a | e
espag¤o| . ¨|ana|onau|a ¨ ¦ θανάτου ναύτης) ce' u qu meu|t et pu s ί ' |ev e¤t a |a v e g|âce auχ
p|og| ès de | a mθdec| ¤e ¨e/O/os/s¨ ¦ εύ βι ώ) , | e b e¤νί νΓ θ, b| e¤et | e.
Lt e¤vous sou¤a| t a¤t u¤e " ef b os| s"
| evous |eme|c| e ¤f | ¤| me¤t .
Χάρι τ ας πλεί στ ας ό μ ολογώ
π0� Η ÷ΛΛΗ^| |Η |0^| ^000| ¬< T0^ 0A||0�^| 0 ^0|0
Σύντομη περίληψι ς έκ τού Κει μένου της Εί σαγωγης
εί ς την ΑΓ ΓΛΙ Κ Η Ν
221
l oΙ
π0� Η �^^¬^| |¬ |0^' ^000| ¬< T0^ 0A|²0�^' 0 ^^|^
µ./¬.ι
mmpιÞ
ίCont U5. �I
We p deg a deeo b A Ii sι.
2841001: 16 δΙ
223
224 AιιA Τ<| |ο0ΟΥΙΟΥ ÷Y�TA�| 0Y
T ρο Gcw bJ/ww. ιd
·
ι: tpσ
·
hι
Ι 0(4
�hc|owcrolCrcckYords
We ώl know that the Gτek Ianguage i s the oIdest of ώΙ of ts Europ languages.
Although we are not able to define precisely its age, ίt is without any doubt far more
ancient t wbat we w taugt at schol. Tbat can be witessed fom the tIe tbat
wre concee for tousnds of ye fom the Grek land and bave be n reveled
during the last centur (the last tblet found at Displion -Catoria h be n date to b
at least 700 years oId). Thίs evidence have made us realize that we really do not know
much abut the bgnning ofthe Greek laguage. A the Gτeek sying gos "άει ε
φ τ αήθε ο χ", tme bring everg to lίgt, it is defnite tbat at the very
end the νarious misleaing or fa1 se theorie conng the Greek language will b
revoked and this alredy h starte tking place.
It is ηοι only well known but it is obνious, that ώ1 A ad Sciences were bm,
developd and ae still oprating with a pure Geek vocabu1ar. The Grek langg
poνides all those bighly sopbisticated words that can desribe al abstract meanings.
Without any exception ίη all Europan (and not only) languages the vat majority of
everdy's talking includes words of Grek orign. Ι refer to thousnds of wors which
οη f hearing can not be identife as Grek bcause ofthe altertion that h taken
place through the years οτ bcaus they are desended fom aDcient Greek words οτ
names tbat the moem Greks c ηο 10ngr identif. Α word analysis, that is an
eoIogical and historcal analysis of a word, reveals the ancient but familia Gre k
spe h. Many times these Greek "protolexis", orignal word, retum to t spken Gre k
language as foreig. They a the 5 caIIe re-loas. Tere is a lage Ctegory of words,
which thrugh their own bistor. reveal the unknown Prehistory. That is the bistor that
has not been ofcial1y recorded υηιίΙ now and it is usua\ly confsed with wbt w nae
Mytholog. Thίs is notίng else t the symblic and thus the most p historic tuth.
We c derive the conclusion tbat ηοΙ only the Grek words but a150 the Gek
Mytholog and History have enriche th Westem languages with terms and words, of
wbicb most ofthe times we igore their Greek orgns. Naes such Ibria, Itly, Egypt,
Etbiopia, Spin, Celtics. Lisbon. Rome, lreland have Greek origins. Wors such a 2te
"ζά", which derives fom the word "άες", the whels ofthe acient Greek
chariots. From the νerb koreo "1opέ" derive words such as cure and sherif, the acient
tomo "τόρος" gave nae to tousm, touent, touey. Ιη words such as p1ace,
money, gondola, dol1a, and ECU the ίnfύttίοn ofthe Greek reloic 50unds caus
astonishment and aament.
The queston tbat comes u is how these phonologίcal alterations take place 50 tbat
some words are bcoming ui ble orally but ίη written a well ? How did the
Grek word "να1ηρς". naleros. which the Latinos pronounced as NAUCLERUS
end υρ a NOHR ί" Frenh ? How did the characteriztion "βάβ", barbarous
(brbaria), end υρ as BR V ίη Eng1ish or BR νο in Italian ? How did the word
"ελμ", eleirosyne, end up as ALMS ίη English? How did the word
"βανεων", valaion, end up ίη German as BA and ne the German city, which is
faous for its healing baths, as BAE BAE ? Anthropgegphy help us t
explain bow the diferent exρession οΓ 50uds depnds οη the mouth cavity, the voal
cords and the respiration. which is determined by the clate. ΒΥ serching de pr we
fmd that ou acestors fom t very old time have given flI expIation of the
phenorenon Plutarch, Diogenes. Dionysios fom Ali50s and Plato have all
284/2007: Ι 8 ιμ
π0� Η �ΛΛ¬Ι| Ι¬ |0Ι| ^000' ¬< T0Ι 0A||0�^| 0 ^0|0 225
T pwe o Ge k wo
ht://ww.ad g.oagorpe.bl
2 0f4
wrίtten about ίι Here Ι wl 1 only mention an indicative remark fom "Κatylos".
Sorates : "The frst names have been a1terated. Because of euphony they add or they
remove some letters . . . They claim that they change them to make them nicer . . . they
change through time . . . "
We must ηοΙ ignore the fact that at the early times the only expression ofthe Greek
language was taking place oral ly. The Greeks by being sea pople ºπλχκατά
θάλ απαν πώμενοι, γλώπαν τν εληνι!ν εβαν", they impsed the Greek
language. lt is well known that over time the acoustic sounds tend Ιο become short and
loud.
The se alterations have taken place ίη Greek city names: Taormina i nstead of
Tavromenion (TαυρΜν), Yalta instead of Aegialos (Αιγιός), Agd instead of
Agathe (Αgάθη), DU o instead ofDyπacruon (Δυρράχιον), Ambourias instead of
Emborion (Εμπόρειον). Naples has become Napli ί η ltaly, Napoul ί η France and Nabl
ίη Tunisia instead ofNeapolis (Νεάολις). That is why historians very ofen identif the
pople who were inhabiting a place by studying linguistically tbe names ofthe places.
The trip of Greek words becomes fascinating as the language is passing from one
country to another, one generation Ιο another, tbe pronunciation changes and sometimes
so does the meaning ofthe words. For example "πρρός μανδύας" pyrros mandyas (red
cloak) has become ίη Latin "birrum mantel l um" at the ltalian ίι ended identifing the
plίce-man ,"sbίπο", because of rus red uniform When a hood was attached to this
"cloak" ίι became known ίη French as "beret".
The fertilization ofthe Europan spech from the pwerful Greek "protolexis" (original
words) took place gadua1ly through various phases and stations ίη the Latin language
and ί η other languages as wel 1 . The peak of all times was at the time of August when
thousands of Greek words entered the Latin vocabulary. Large materiaJ of Greek
vocabuJar rushed once more ίη the West when the Gospl and others religious texs
wbere translated ίη Latin, German, English, directly fom the Greek prototyp. It is the
so called ecclesiastical voabuJary through which much of the foπnal and everyday's
informal, spech entered ίη the westem languages.
The beginning of all these infuxes is lost at the depths ofhistory, when the Greeks, by
being inventors and pioneers, fooded with their dialecticaI variety the por neighbor
languages ofHespria (West), Hyprborea (South), the East and the South as wel l . This
conclusion derives from the latest evidence wruch is being multiplίed continuously year
by year. With the use ofthe Computers the latest fndings of Archaeology, Comρarative
Glossology and Scriptology , prsuade the modem Science [οτ what was well known ηοι
οηlΥ Ιο the Greeks writers but to the Latinos as wel1. Writers such as Κkeron, TaIάtos,
Cointilianos, Tyrannion ίη their wrίtings have clearly mentioned "Περί της Pωμαι!ς
Διτoυ ότι εστ ε τς Eληνι!ς", (the Roman dialect has derived fom the Gτeek)
οτ ''Aeolica ratione est seπno noster simillibus" (our language is very similar to the
Aeolic dialect). Preνious and present scientists, wrίters and researchers are aware that
the mother language of β1l of Westem languages (and not only) is the Gτeek language.
But this is another story . . .
The Indian professor oflinguistics M. Sacramborty (he speaks 22 1anguages), President
ofthe "Greek Cycle" and Director ofthe lndian Ministry ofEducation, declares without
any reservation that the Greek language h not derived from the Sanscritic, but the
exact opposite is true. The ofcial priodical ofthe Greek�Indian Club is naed
28/4/2000 7: 18 πμ
220 AιιA T<' |000Y^0Y ÷Y�ΤA�' 0Y
Te ρ\ve of Ge wods hn:/w w.addg.cmar/gwods/p\e.hι
of4
"ΠΛΓΙ" and their newspaper is named "SAMLAN", that is "ΣΕΛΗΝΗ"
(SΕLΙΝΈ), "ΣΕΜΛΗ" (SEMELI), named afer Dionysos mother. Dionysos was the
first who at the ancient times ciνilized India. From the "Greek Academy of Baskonia"
the conclusions of their scientifc researches are coming one afer the other. President of
their scientifc committee is the Bask HelIenist and professor ofEastem Languages,
Fredericko Sagedo (Homer Award ίη 1 989 from the Onasis Foundation). They haνe
reached the conclusion that the so called mysterious Baskic language has Greek origins.
It includes not only the root5 but whole Protohellenic, Pelasgic words.
Afer prsonal, persistent, laborious and time lengthy studies οη the comparison
between Greek and the fνe major European languages, a Greek spaking Europe has
ben reνealed to me, "Ελφθόγον χέουσα", Aeschylus.
From the simple cells ofthe Greek prototypes until the muJticell organizations of
modem νocabularies, almost all conjunctions, prepositions and endings are Greek.
Composite and deriνatiνe words are the faucets that haνe t100ded the tanks of all
Europan languages. Finally we haνe reached the conclusion that behind eνery Greek
word lies another older Greek word. For the scientifc researcher the beliefthat the
Greek language was always present "ουκ ην καφός ότε ουκ ήν", strengthens day by day.
The bοποwίng from the endless teasure of the Greek language has never stopped and it
is not going to stop because new ideas, meanings, objects and situations are being bom
continuously. Ι will bring as an example two new words:
EFBIOSIS -- good liνing Τ ΑΝΑ TONAUTA --The patient who briety dies and then
comes back to l ife.
The Greek language because of its plasticit and its mathematical nature, has the unique
atτribute to describe analytical1y οτ synthetica1ly a1l minor meanings, details and
gatings.
The fruits of the plasticity of the Greek language are the Greek νocabulary and the
Greek proper names. From the most well known and glorious names to the most rare
and scarce as they are being l isted ίn the ancient texts. Ιη order to be conνinced
someone can only take a look at the two volumes of Appolodoros Historical Bibliothic,
this secret Greek Genealogy.
Ι am not willing to express euchologies but it is absolutely necessary to list, as soon as
pssible this unknown and neglected treasure ofthe Greek onomatology. This h to b
done not only to admire the unique νariety and wisdom ofthe ancient Greek names. ΒΥ
observing the identifcation of a prson with his name, the projection of a person's
character through his name, we can understand the modem scientific theories, which
claim that the sound of a prson's name, "το εφ' ώ τ καλείται" (how one is calle.),
afects someone's personality by awakening cel1ular memories.
Α case that proves the historic νalue ofthe Greek names is:
1t is well known that the Kalash who live at Afghanistan claim that they are descended
from Great Alexander's soldiers. Their Greek origins c be found ίη their vocabulary,
fmiture, painting, music and customs. Neνertheless we haνe neglected the most
impornt evidence and that is their name Kalash (ΚΑ) which up to know w
considered Ιο be 1ndian. This happned because we have not prptuated υρ to our days
the ancient Macedonian πame, it can only be found at "ΡΟΙ Υ AINOU
28/4/2000 7: 21 πμ
π0� Η ÷ιιΗ^Ι |Η ΓΟ^Ι ΜΟΠΟΙ ΗΗ ΤΟ^ 0A'²0�^| 0 ιΟΓΟ
1c ρο\l Oof Οα!.\or htι:/.addg.coargvoρ\vcr.htm
ST TEGEM Τ Α"
Book Ε/44,5/ "ΡΟΙ Υ Αου ST TEGEM ΤΑ"
" . . . When Memnon attacked the Kyzicians, he wore οη his head the Macedonian
helmet. Seeing him from the city walls the Kyzicians took him for Κalash the
Macedonian, their fiend and ally . . .
Kalash is a Greek name and not an lndian as we used to think.
The Greek names compse the picture, soul, identity and history of our nation.
h� ΛI1I1ί1 1ΊίΓιψοιι!ου |-| .| | h|oti
ΗΟΜΕ
Contact us: w@ c
Web pages desiged and developed by AdInnS.
227
&
¤
.
w
�
r
�
Ι
U
=
�
¹
¬
^
�
+
ª
¬
·
ό
~
.
^
^
ι
�
·
·
Ί
.·
�
=
'
Α
Β
Γ
Δ
Ε
ι
Η
ο
Ι
Κ
Λ
/
Ν
J
ο
Α
Β
Λ
Δ
Ε
ι
Η
ο
Ι
Κ
�
/
¬
X
¸
ο
•
r
=
-
=
Ό
•
•
º
"
º
'
ι
¨
"
°
"
°
-
-
ª
x
ª
ª
1
-
.
'
Ρ
�
Τ
Υ
φ
χ
`
¯
'
�
J
`
φ
χ
φ
�
'
-
P
¬
~
ο
Α
/
Λ
Δ
/
/
ι
Η
Θ
`
Ι
ι
Μ
Ν
¬
´
ο
¯
·
�
¯
\
d
1
d
:
.
Ι
Α
?
Λ
^
�
/
ι
}
ω
´
·
�
�
�
+
¸
¤
¤
'
�
´
τ
V
ω
+
�
´
ª
=
�
'
.
.
Α
Β
Γ
Δ
Ε
ι
Η
²
Κ
/
/
Ν
f
ο
¯
`
�
¯
ν
φ
χ
ψ
Α
J
C
D
�
�
ι
Β
Θ
�
Κ
/
f
r
f
Ο
Q
f
R
Μ
Τ
V
C
+
Ψ
Α
Β
C
D
Ε
F
Ι
Η
Θ
Ι
Κ
�
ι
|
χ
Ο
¯
¯
·
,
Τ
V
1
Ψ
!
Ε
Ι
,
ώ
"
2
4
Ω
|
ι
· �
.
·
;
·
-
'
¡
2
η
<
!
.
j
m
Å
4
M
�
.
|
:
`
'
`
�
.
�
:
C
|
Π
_
·
.
:
4
λ
;
•
•
•
'
�
Ω
,
5
1
�
.
�
•
@
¸
�
.
"
�
¹
*
·
<
'
.
9
�
.
1
.
.
�
7
Χ
λ
:
�
Ι
·
o
¡
¸
C
Π
α
ο
α
β
ο
λ
ή
,
o
i
ο
χ
ή
μ
α
ι
ο
ς
-
ώ
ν
Υ
ι
α
μ
μ
ά
t
ω
ν
t
o
i
ά
λ
φ
α
β
ή
τ
ο
υ
τ
ο
ν
Ά
ι
χ
Ι
ν
ο
υ
n
Q
O
C
ι
ά
I
I
\
ν
t
t
n
o
l
i
Q
I
I
Y
π
ι
ο
ε
υ
Χ
Α
ε
ι
δ
ε
ί
ω
ν
.
00< Η ÷ΙΙΗ^Ι ΙΗ |0^| ^000' ¬<÷ τοN 0A|K0<^' 0 ^0|0 229
«
. . . ΤΟδεΈλληνικόν, γλώσσ
η μ
έν, έπείτεέγένετο, άείποτε τηαύτη διαχραται »
Ήρόδοτος ¯ (Κλειώ 58)
«' Η
λατι νι κή, γλωσσα λαούάγροτι κού , ήλθε σε έπαφη
μ
ε δύοπολι τι σ
μ
ούςάστι κούς
άποτούς όποί ους έπηρε τηνπλει ονότητα τωνλέξεωνπούτης έλει παν. . . τονετρουσκι κο
και τον ελληνι κό
Ή
ετρουσκι κη επι ρροη στα
μ
άτησε νωρίς. ό
μ
ως η ελληνι κη δεν εστα-
μ
άτησε ποτέ ΤΟ άφηρη
μ
ένο και το τεχνι κο λεξι λόγι ο της λατι νι κης είναι κατά το
μ
εγα·
λύτερο
μ
έρος του άνταύγει α τού ελληνι κού λεξιλογί ου , όπως η λατι νι κη σκέψι ς ε
ί
ναι
κόρη της ελληνι κης. Σε κάθε χρονι κη στι γ
μ
η δι ακρί νονται στην λατι νι κη και νούργι ες
ει σροεςπροερχό
μ
ενεςάπ
ά
τηνελληνι κή . . »
ΕΑΝουτ·ΜΕ/ΙΙΕΤ
(D/C7ONNA/RE
_
I\MOLOG/OUEΟΕΙΑ LANGUEΙΑΤΝΕ·H/SIO/REDESMOIS)
Ό
Α
Al phabet
Ar i t hmet i que
Ast rol ogi e
Ath l ete
233
º. . o Οί Έλληνεςεδραίωσαντοναλφαβητισμο στην καρδιατού Δυτικού πολιτισμού Είναιαπολύ·
τως ταιριαστο πούη λέξηΑΛΦΑΒΗΤΟΝ ¦ΑLΡΗΑΒΕΤ) , λέξηφιαγμένη αποταδύο πρώταγραμμα·
τα, τοόλφακαΙτοβητα,είναιελληνική. . . »
Όλιβερ Τάπλιν
έλλην/στής καθηγητής της Όξφόρδης
'
'Τ
ο ΕΛΛΗΝ/ΚΟΝ ΠΥΡ", Έκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΤΗ
º Η Κνωσος ήταν κοσμικη με το αληθινο νόημα της λέξεως. Ό πολιτισμος πού αντιπροσωπεύει
διαλύθηκε J G00χρόνια πρΙν έλθη ό Σωτήρας μας, αφού κληροδότησε στον Δυτικο κόσμο την πιο
μεγαλόπρεπηκληρονονομιαπούγνώρισεωςτώραό όνθρωπος. τοΑΛΦΑΒΗΤΟ» .
Χένρυ Μίλλερ
"Ό Κολοσσός τού Μαρουσ
ι
ύ", Έκδ. ΠΛΕ/ΑΣ
º Η κλασσικη γλώσσα τών Έλλήνων είναι μίααπο τΙς σημαντικότερες πηγες πούέπηρέασαν την
καθημερινή μας γλώσσα. . Όταν αναφέρεσθε στο αλφαβητο (ΑΙΡΗΑΒΕΤ) προφέρετε ακριβώς τα
δύοΈλληνικαγραμματα,Άλφα και Βητα .
Λ
ίγοαργότερα, όταν αρχίσατεναμιλότεγια τηναριθμη·
τικη (ARITHMETl C) σχεδονεtπατεαριθμός, τηνελληνικηλέξι.. . »
IheNe¤ Aeos|erD/c/|/onaryo/|heEng|/sh/anguage
Ed/|/on GRO//ER, Ν. \ork.
'. o Δεν έχομεν αδελφούς έπι της γης. τα μόνα τα οποϊα μας συνδέουν με την ανθρωπότητα
ολόκληρον, είναιαύτατα μαγικασύμβολατού Έλληνl κοϋ Άλφαβήτοu. Αύτα είναιτα διεθνη πιστο·
ποιητικακαΙδιαβατήριαμας o .»
ΚαθηΥΔιονύσιοςΖακυθηνός
º. Η ελληνικη γλώσσα η πληρέστερη σε νοηματικο πλούτο, η πιο εύλύγιστη στην ποιητικη
έκφρασι, η πιοπλούσιαστολεξιλόγιο, η πιοαρχαίατώνεύρωπαικώνγλωσσών,καΙπούτοφθογγο-
λογικό της αναγεται στην μυθικηκαταγωγητώνάρχετuπι κων εννοιών. . .
>
(archEHypes . . . )
ΧάρηςΛαμπίδης
' Α κ α δ ή μ ε ι α η Ά κ α δ η μ ί α : γυμνασιον έν τοϊς προαστείοις τών Άθηνών, κληθεϊσα οϋτως
απο τού ηρωος Α καδή μου ("έν δρόμοισι ν Ακaδήμοu θεού"), ένθα ό Πλατων έδί δασκεν
εντεύθεν οί είς την ΠλατωνικηνΣχοληνανήκοντεςφιλόσοφοι, έκαλούντοακαδημιακοί.»
Λεξικόν //dde||·Sco||
***
234
«'Ό
ποιος σκέπτ
ε
ται , σκέπτ
ε
ται έλληνικά
,
άκ
ό
μα και
αν δεν
τό ύποπτ
ε
ύ
ε
ται .
»
ΖακλίνντεΡο
μ
ΙΥύ
"Συναντήσεις μέ τήν Αρχ. Έλλάδα"
- Έκδ. ΤΟ ΑΣΤΥ-
« Μίλησα για τα ελληνικα. . . Άνέφερα συχνα ελληνικές λέξεις στή γαλλική γλώσσα Θα
μποροϋσα να συνεχίσω επίώρες. Άποτήστιγμή πουένας νέος έχειδιδαχθείλίγα ελληνικα. . . οί
λέξειςαυτέςθαγίνουνσταγαλλικα σαΦέστατες. Μαθαίνονταςελληνικα,φωτίζονταιταγαλλικα
· που τόσοτο έχουν αναγκη
Μαζί όμωςμέτί ςλέξεις συνδυαζονταικαί οί αναλύσεις. Άκόμαμία ελληνική λέξη. άνάλυση
(analyse) σημαίνειναδιαλύειςτα στοιχείαένοςπραγματος, νατοχωρίζειςστασυστατικατου.
τα ελληνικα, γλώσσα της διαύγειας καί τοϋ διαλογισμοϋ, χρησίμευαν στήν αναζήτηση της
σαφήνειας καΙ της λογικης σέ όλα. . τα ελληνικα κυλοϋν κατω απο τήν καθημερινή ζωή μας. . Ό
ίδεαλι σμός, το ίδεωδες, γενικα ή ίδέα, είναι καΙ αυτές λέξεις ελληνικές . κάνετέ τις να ξαναζή-
σουν, κυρίες καί κύριοι, καΙ θα σας έλεγα στα ελληνικα εύχαριστω, λέξη που έδωσε τήν εύχαρι
στία (eustarichie) = καΙή όποίαθαείναιή τελευταίαμουλέξη . ευχαριστώ.
Ζακλί νντε Ρο
μ
ΙΥύ
(ώς 6νω)
·· Έλληνες δέ, οϋτε παρ ΑΙθιόπων, οϋτε παρ ΑΙγυπτίων, άστ ρ ο λ ο γ ί η ς πέρι, ουδέν ηκου·
σαν αλλάΌρφευςόΟίάγρουκαίΚαλλιόπηςπρώτοςτάδεάπηγήσατο. .
»
Λουκιανός, Περί ΑστΡολΟΥίας9.4
" Τ Αθλ ο ν : ¨το διδόμενοντ� καρτεροϋντικαίνικώντι . ¨ Ε Μ. Όθεν ά θ λ η τ η ς (athl ete) , ό τά
πάντα υπομένων διά νά κερδίση τον τοϋ άγώνος στέφανον ¦α έπιτατικον + τλάω ·τλώ " υπομέ·
νω, αντέχω, εξούκαί· Άτλας)
Άννα Εύσταθίου
235
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
a =είς a a at
ad=πρός
όντα, εντε =εως (χρον.
[καί τοπικόν)
A9AGU£όβαξ
abaco abaco abacus
abacus
όβαξ, όβακος
ΑΒΒΕάββάς
abate abad abba Abbe
ab+avus
όπο +όπφα¬ πατήρ,
abbaye μονή abadia abadiado abbey Abtei
άπφϋς (έξ ού έφυ τς)
abbat|a| ήγουμενικός abbazziale abad abbatial Abt
a|eux προπάτορες avi abuel o παππ. abbot
av|aμάμμη aFIa, αία ¯ γη, μήτηρ,
atav|smeκληρονομικό· atavismo atavismo atavism Atavismus
άδελφή. Αβία: τροφός
[
τς
Ηρακλέους
ΑΒΕΙΙLΕμέλισσα ape abeja bee Bi ene
ap| sμέλισσα εμπίς (είδος οϊστρου)
ap| cu|tureμελισσοκομία
apicul tura api cul tura api cul ture Bi enen . . .
api s +(colo, " . . . τά δίπτερα, εμπροσθεν
ap| cu|teurμελισσοκόμος apicultore api cul tor api cul turist
βλ. λέξι cul tiver) έχει τά κέντρα, οίον μυία
καί έμπίς" ,Άριστοτ Ζ. Ι . 490)
ΑΒΙ ΜΕόβυσσος
abisso abi smo abyss Abyss
abyssus όβυσσος
abîmerκαταβυθίζω
abissare abi smar (abysmal
abysseόβυσσος ¸θαλ| άπύθμενος)
A9|DΤΙGU£όνευζωής (abiogenesis) άβι οτι κός
ΑΒLυΤΙΟΝ καθαρισμός abl uzi one abl ucίόn
abl ution
ab|ut|o άπό + λούω
έκ τού ab+| uο
A9DUL| £άβουλία abul I a
abul i a, -iCO
άβουλί α
A95£NC£άπουσία assenza ausenzia absence
Abwesenheit
ab-sent|a άπ- ουσί α
absentάπών assente ausente absent abwesend ( τού εί μί , έσμί )
A95| D£ άψίς,τόίερόν abside abside
Apsis abs|s
άψί ς ( έκ τού όπτω)
[·καθολικούναού
A95|N1N£όψινθος, assenzio
ajenjo
absinthe Absinth abs| nt| um άψί νθι ον, αψι νθος
[πικρία
όψινθος¯ μτφ. "άψινθίψ κατέπασας
λύπη,πικρία Αττικόν μέλι " (Μένανδροςi
A95DLUάπόλυτος
assolto absoluto absolute absolut abso|uo
άπολύω
(καί διάΦ. παράγωγα)
A95DH9£H άπορροφω
assorbire absorber absorb absorbieren
άπό + ροπτός (βλ. λέξ.
(καί παράγωγα) ¸ sorbet)
ACAC|A άκακία
acacia acacia
acacia
Akazie acas|a
άκακί α
ACAD£M|£
Accademia
Academia Academy Akademie Academ|a Ακαδημία
académ|c|en
accademista
academista academician akademisch (Γυμναστήριονπρόςτιμήν
(κλπ. παράγωγα)
Akademiker
τούηρωοςΆκαδήμου,όπου
άργότερονέδίδαξενό
Πλάτων. )
ACAN1N£όκανθα
acanto
acanto acanthus
acanthus
όκανθος, ακανθα
(tragacanto)
"φορέησι ν άκανθας, όμ
πεδίον" ΓΟμ. Όδ ε 328)
ACAÞN| £
α στερ. +καπνός
ACCA9L£Hκαταβάλλω
accab|ementκατάθλιψις
¸έκ τού νορμανδικού
¨caab|e"όπερέκτού
catabo|a καταβολή
λατινικού
236
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ACCDHD συμφωνία accordo acuerdo accord
Akkord
accordare
άρμονία(μουσ.) έκ τού chorda χορδη . . έπτά δέ συμφώ-
accorder συμφωνω accordare acordar accord akkordieren νους έτανύσσατο χορ-
χορδίζω δάς" (Ομ.Υμνοςείς
désaccord άσυμφωνία di saccorto desacuerdo di scord Έρμην,
accordéon φυσαρ (fisarmonica) acordeon accordion
¸μόνικα
(ή κατάληξις -ΟΠ κατά
τό οφΜοπ =μουσ.
όργανον πρός τιμήν
τού ορφέως)
AC£ÞNAL£(κυίω σν acefalo acefal o acephal us Kopflos acepha|us άκέφαλος
μετρική καί
στήν ζωολογία)
AC£H9£δριμύς,στυφός acerbo acerbo acerb scharf acer όξύς ακορον=φυτον στυφον
acéteuxόξύς acetoso (aceria) acetic schiren άκοραϊος =βλαβερος
acétate όξ όλας acetato acetal acetate άκονίζω ακορνα ^ άκάνθη
ac|deόξύς acido acido acid άκή, άκίς= αίχμή
(έξουacier =χάλυψ) acciajo acero (-steel- έτυμ. (Stahl) (άντδάν. : άτσάλι)
στήλη,
ACM£άκμηνόσου acme acme άκμη
acnéέξάνθδέρματος acne acne
Akne
" . . έπί ξυρού . . άκμής . .
(/Λ. Κ 1 73)
(δηλ. είςκρίσιμονσημείον,
ACDL1£άκόλουθος accolito
acolito
acolyte
aco|utus
άκόλοuθος
(έκκλησ.)
ACDU5T| GU£ acustica
acustica
acoustic
Akustik, -er
άκοuστικη(έπιστήμη
τής Άκουστικής)
ACH£πλέθρον(τεμάχ. acro
acre στρέμμα
acre
ager
άγρός
άγρού,
Λέξεις με α' συνθ.
ACHD . .
ακρον
acrocépha||e acro ..
acro . . .
acro . .
acrocyanose
Akribi e άκρίβεια
acrodonteκλπ.acro..
ACHD9AT£άκροβάτης acrobata
acrόbata
acrobat
Akrobat
άκροβάτης (όκρον +
acrobat|eάκροβασία acrobatismo
acrobacia
acrobatics
Akrobatik
βαίνω)
-t|que, -t|sme -tico
-atico
-atic
-atisch
ACHD5T| CN£άκρο acrostico
acrostico acrostic
Akrostichon
άκροστιχίς (όκρον +
¸στιχίς
στίχος)
acronymeάκρωνύμιον acronym
Akroterion
άκρωτήριον(το τού
acrotèreάκρωτήριον acroterio
(cabo)* (cape)*
όκρου)
*(έτυμ. κύβη = κεφαλη)
ACT£UH -βλ. ag|-
AC1|N|0Mάκτίνιον
actinio
acti ni sme
Aktis άκτίς
άκτίς
act|n|queάκτινικός (radial e)*
actinico acti ni k
άκτινικος
act|n|e atti ni o
act|nograph|e radiografia
radiografia actinographe
radio . + . * άκτινογραφία
act|nothérap|e καί πολλά
(actinometria)
*rad|us=ράβδος άκτινοθεραπεία
K. G . . . αλλα με α'
έτυμ. έκ ΤΟύ -t ράβδος
συνθ. radio*
ΑDΑΡΤΕΑπροσαρμόζω adattare
adaptar
Ι adapt
ad+apto αντα+απτω(έγγίζω)
adaptat|onπροσαρ adattamento
adaΡtacίόn adaptation
=(όπτω,
¸μογή,K.G.
AD£N|1£άδενίτις adenite
adenitis adenitis
άδήν ¸γεν άδένος]
adéno|og|eάδενολο (adenoide) (adenopathy)
¸γία
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
ADJAC£N1προσκείμε aggetto
¸νος
adject|fέπίθετον aggettivo
ADOL£8C£N1 εφηβος
ado|escenceέφηβία
adu|teένηλιξ
ADON|8σύμβολον
καλλονης
ADOÞ1£H υίοθετω
adopt|onυίοθεσία
adopt|fθετός, κλπ.
AëD£ άοιδός
A£GAGH£ αϊγαγρος
AGAC£H ένοχλω
agacement ένόχλησις
agacer|es άκκισμοί
adoIescente
adoiescenza
aduito
adone, -ίο
adottare
adozione
adottivo
aedo
(capra
AGAÞ£δειπνονπτωχων
agape
AGA1£ άχάτης
agata
AG£ ήλικία
eta
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
adjectivo
adoIescen.te
adoIescentia
adulto
adόnίcο
adoptar
adΟΡcίόn
adoptivo
aedo
cabra)
agape
agata
edad
co-etaneo
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
adjacent
adjective
adoIescent
adoiescence
adul t
Adonis
Ι adopt
adoption
adoptive
aegagros
agapemone
agate
age
aging
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
237
έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Adjektiv
adoni si eren
καλλωπίζω
adoptieren
Adoption
adoptiv
Achat
ad+jaceo
ado|escens,
adoIescentia,
aduI tus, έκ τοΟ
ad+aI o=τρέφω
ad=πρός, αντα
ad+opto
υίοθετω
αντα+ίημι , ηκα
αλω, άλδαί νω =
=τρέφω, αύξάνω
, βλαστημόνάλδαίνοντα
σώματοςπολύν,Αίσχ.
Άδωνις,υίος Κινύρα καί
Μύρρας, άγαπημένος
τής Άφροδίτης'
έτ. όδω, δηλΟ άδόμενος,
ό θρηνούμενος .
άντ-οπτεύω=παρατηρώ
άντόπτευσις
έπόπτης=ό φύλαξ
άοιδός
αϊγαγρος, κάπρος
ad-ac|o άκίς,άκή=αίχμη
έκ τοΟ ac|es
"έρως .. ή φρενών άκίς"
(Τιμόθεος)
agape άγάπη
achates άχάτης
αί ών, άρχ. αί |ων-
ãgé ήλικιωμένος,
¸μακραίων
moyen-ãgeμεσαίων
medio-evo
σύγχρονος
medi oevo
mi ddI e-ages
Mi tteI-aI ter
(διά τό β' συνθετ.
βλ. λ. a||me¤I)
aetas=ήλικία
έκ τοΟ aevitas,
aeνum =αίών
ό άέναος, αίδιος χρόνος
: . τόν της έκάστοτε ζωης
χρόνον . . . αίών έκάστου
κέκληται " . (Αριστοτέλης)
AGGL01|N£H συγκολλω aggI utinare agI uti nar
agg|ut|nat|onσυγκόλ
aggIutinazione
agΙ utίnacίόn
¸λησιςκ.α]
AG|H ένεργω
-μέ πληθος παράγωγα-
'νδεικτικώς:
agile εύκίνητος
ag| | |téεύκινησία
agentπράκτωρ
agenceπρακτορειον
agenda
acte πραξις
acteur ήθοποιός
actua|reλογιστής
actue| όύπάρχων
actua||téέπικαιρότης
act|on πραξις
act|fδραστήριος
act|ν|téδραστηριότης
ag|terάνακινω,
ag|tat|onδιασάλευσις
Σύνθετα:
ΕΧ|GΕHάπαιτω·e¤ce·a¤I
prod|geθαΟμα-ί θυχ
cacher κρύβω
cachet σφραγίς
coagu|erπήζω Κ α
agi re
agi I e
agi I ita
agente
agenzi a
agenda
atto
attore
attuario
attuaIe
attuaIita
azi one
attivo
attίvita
agitare
agitazione
esi gere
prodi gio -oso
agenciar
προμηθεύω
agiI
agi Iidad
agente
agenci a
agenda
acto
actor
actuario
actuaI
actuaI i dad
accίόn
activo
actividad
agitar
agίtacίόn
agitador τσρσ
¸ξίας
exigi r
prodi gi o -so
coaguI o πυτία coagulo
coaguIare coagular
Ι aggI uti nate
gI uei ng
Ι act (a -go-)
( α γω,
πηγαίνω
agi I e
agi I ity
agent
agency
agenda
act
actor
actuary
actuaI
actuaIity
action
active
activity
agi tate
agitation
exigent
prodigy
coaguIate
agi eren
Agi o νομισμ
¸διαφορά
Akten εγγραφα
agi I
Agent
Agentur
Akt
Aktuar γραμμα
¸τεύςΔικαστ
aktueII
AktuaIitat
Aktie μετοχή
aktiv
aktivitat
agitieren
Agitation
Aktionitis έκπτ.
g| ut| noκολλώ
έκ τοΟ gIuten =
^ κόλλα
ago^ όγω,
πράττω
ag|to ,θαμιστικόν
τοΟαγω,
ag| | |tas
agens
agenda
actum
actor
actual i s
actio
agito
ex|go (ex+ago)
γλοι ός=κολλώδηςούσία
" . . . είσελθών είς τό
βαλανεϊον τψ Υλοιψ
ήλείψατο. " (Στοβαίος)
αγω ~ οδηγώ,
δι ευθύνω
άκτέον, άκτός
ακτωρ=οδηγός,
άρχηγος
"φίλος 6κτωρ"
(Αίσχ. Πέρσαι 557)
έξ + αγω
prod|go(pro + πρό + αγω
ago)
cogo (con+ago)
σύν+αγω [άντιδ.:
άτζέντα, άτζέντης]
238
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
AGN£A0άρνίον agnel I o (agnocasto)
agnus=άμνός άμνός, άβνός
AGNO8|£άγνωσία
agnost|queάγνωστι agnostico agnόstίcο agnostic όγνωστος
¸κιστής άγνωσtiκιστης
agnost|c|smeάγνω agnosti ci smo agnosticismo agnosti ci sm άγνωστικι σμός
¸στικισμός
AGON|£άγωνία,θανάτου,
agoni a agonia agony
Agoni e
agon| a άγωνία
antagon|sme (antagonista) antagoni smo antagonist άνταγωνι σμός
AGOHAÞuO9|£ agorafobia agorafobi a agoraphobia
άγοραφοβία
AGH£81£άγροίκος agreste agreste agrostis
agrarisch
agrest|s
άγρώστης "άΥρώστης
άγροτικός
όχλος".
agr|co|eγεωργικός
agri coI o agricuI tor agri cuI turaI
(Acker) =άγρός
ager- agri +coI o
άγρός+ρ. °κολ',πρβλ
agr|cu|tureγεωργία
agricoItura agri cuI tura agri cul ture
Agri kuI tur
agri cuI tura
βουκόλος)
agronome-mi e agronomico - agronomo -
Agronomi e
άγρός + νέμω
[-mi a [-mi a
agra|reάγρονομικός agrario agrario agrari an
Agrari er =
Κ.α. μέ α' σuνθ. agro-
μεγαλοκτηματίας
ΑΙ ΟΕΑ βοηθώ ai utare ayudar Ι heI p* ad-juvo=βοηθω,
όντα+ αϋω=καλω
a|deβοηθός,βοήθεια a|uto ayudo heI pe*
Adjunkt
προστρέχωείς εντε+ίή,ίωFή =κραυγή
(πρβλ άϋτέω=
heIfen βοηθώ¯
¸ βοήν.
°Άπόλλωνίήιος°.όν
καλώείςβοή
Hi Ife βοηθός¯
(πρβλ. βοηθός.'
έπικαλούνταιώςβοη
θειαν) βοή +θέω
θόν. διάκραυγής
βοηδρόμος:
" 'ν τη μάχη άυτει" Λ258
βοή+δράμω) * -έλπω,έλπω=δίδω
έλπίδαέλπιστικός=
όπαρέχωνέλπίδα
A|GL£άετός aqui I a
agui I a eagI e (FaI ke έτ. πέλεια,
aqu| | | a
άκυλεης^ αετός (Ήσύχ.)
A|G0αίχμηρός acuto
agudo acute
Akut
acutus αίχμηρός
άκίς =αίχμή, άκή, όκα
(πρβλ. άική,
(agujero =όπή) ague πυρετός acus βελόνη
άϊκη ,άκίςβέλους,
a| gu|serάκονίζω acuminare
acu|téόξύτης acutezza
agudeza
acuteness
a| gre, ac·c δριμύς agro, acre
agri o, acre
acri d
a| gu| | | e βελόνη agugI i a
aguja
goad βούκεν
Geiss αϊξ άκωκή =αίχμήδόρατος
a| gu| | | onκεντρί,κ α. , aculeo
aguί jόn
¸τρον
ΑΙΙ σκόρδο agI i o
ajo ,+csco·do,
a| | | um=σκόρδο
άλλος άλλάντος
ΑΙΙΕ πτέρυξ aIa
aIa
aIate
Fittίch (έτ. πετώ,
ag|aέκτούago
όγω ( πρβλ. αξιος.
a|sse||eμασχάλη ascel l a
aχi I a
ai sI e πτέρυξ AchseI
aχiI I a "
α' έννοια, ίσόβαρος,
ha|eterάσθμαίνω,
¸ναού
έκ τού °πτερυγίζω°¦
ΑΙ ΜΑΝΤ μαγνήτης (magnete)*
i man
(magnet)*
(Magnet)*
adamas
άδάμας
a| manter-at|on magnetizzare*
* ,μαγνήτης,έτ.Μαγνησία,
ΑΙ ΜΕΑ άγαπώ amare
amar
(aunt θεία)
Αmmo=τροφός
amoάγαπώ
άδαμνω=φιλωαίμυλία=
amourέρως, άγάπη amore
amor
(I ove *)
(Li eben*) θελκτικότης
Παραγ ...amab| | |té amabil ίta
amabi I i dad
amabi I ity
I i eb προσφιλής¯
am|ta=θεία
άμμάς =τροφός, μήτηρ
amoureuxέρωτευμέ i nnamorato
enamorado
( πρβλ. λίψόθος,
¸°Ζεύς Αμάριος
,Ρέαδέλέγεται,άμμάς
¸νος ένΆΡ-αδίζ,τής
καίάμμία, Ήσύχ.
amateurέρασιτέχνης amatore amador
amateur,
Amateur
ΑχαίκήςΣυμμαχίας
°Άμμάςή ΆμαίαΔημήτηρ°
amadouΟσκα (esca) Οσκα (yesca)
amatory -Στράβων]
όμμα: μήτηρ(έΠΙΥΡ.)
am| ,φίλος,am|ca|· ami co, -aI e ami go,-abIe
ami cabI e (κατ' αλλους έκ τού αίμα,
φιλικός
Lust =έπιθυμία
όμαιμος, όθεν άγαπητός)
amantέραστής amante amente
ami ty άρμονία * | | b| do
×
λί πτομ αι , λά-ω, λώ
a| mab|eάγαπητός amabi I e amabI e
=έπιθυμώ (πρβλ άπολαύω,
ennem|έχθρός nemi co enemi go
enemy άπόλαυσις,
Κ.α. παράγ. καί σύνθετα
άμύκτας =γλυκύς,άμύκτα=
φίλη (Σημ. : διάκρισις
άνάμεσα στίς λέξεις έρως
καί άγάπη, μόνον στήν
έλληνική).
ΑΙ ΝΕ πρωτότοκος (pri mogeni to) (pri mogeni to) ante=πρό,
όντα= πέραν
,πρόμος=πρώτος, πρόσθεν
,όθεν,°πρό°,
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
ΑΙΑάήρ(ariette άσμά aria
¸τιον,
aerer άερίζω, aerique aerare
aerateur, aerati on,
aerien κλπ.
καί: παράγωγα μέ α'
συνθ. aero . . .
aerobie, aerobus,
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
ai re
airear
airoso
(aeronauta)
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
air
ai ri ng άερι
¸σμός
airy άέριος
aerochi mi que,
aerodrome, aero
dynami que,
Ομ ο ί ως σε ό λ ε ς τ ί ς γ λ ώσ σ ε ς
aerogramme, aero-
graphi e, aerol ithe,
aerologie, aeromanci e
aerometrie, aeromo-
del isme, aeronaute,
aeronaval , aerophagie
aerophobie, aeropl ane,
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
aer
239
έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
άηρ(έτ. όημι =πνέω +
+ρ =ροη)
"αηρ παρα νηυσί"
Όμ Οδ 1 44 ι·
,άντιδάνειοναρια,
aerophysi que,
aeroscaphe, aerostat,
aerotherme, etc. κλπ.
εύκόλως κατανοητά, ώς έλληνικά. ' Ακόμη: aί raί n=χαλκός, έκ της άερώδους διαυγείας:
'Άb sp/endore aeris vocatum" Ίσίδωρος,ëtyao'oqca
A|8ëόνεσις
aisance εύκολία
agioter κερδοσκοπώ
A|88ëA0πέλεκυς
ΑΙΤΑΕ +atrium ατριον
AJO01ëHπροσθέτω
ALëM9|Cδιcλιστηρ
aI embi quer, -age
ΑΙΒΑΤΑΕ άλάβαστρος
AL9A1HO8 ,τόγνωστό
θαλασσοπούλι,
ALCN|M|ë άλχημεία
-mi que, -mi ste κλπ.
ALCYON άλκυών
alcyonien
ΑιΕΑ τύχη
aIeatoire τυχαίος
ALë8ëH λειαίνω
aIesage λείανσις
ALGOH|1NMë άλγόρι
¸θμος
agio, adagio
agiatezza
ascia
atrio
aggi ungere
al ambi cco
al abastro
albatro
al chi mi a
-mi co
al ci one
al ci oni o
al ea
aleatorio
alesare
alesaggio
algoritmo
agio
agi otaje
hacha
atrio
juntar
al ambi co
al ambi car
al abastro
al batros
al qui mi a
-mi co
al cί όn
al ci oni o
al ear φτερου
¸γίζω
aleatorio
alisar
aliso
al goritmo
easy ανετος
easement
hatchet
atrium
j unta συνωμο
¸σία
al embi c
al embi cated
al abaster
albatross
al chemy
-mi cal , -mist
halcyon
aleatory
al gorithm
Axt
Alabaster
Al chi mi e
Al chi mi st
ad +jacens
τοΟ jacio
ascia (άκ-σίνη
άσ-κίνη)
atrium
ad +j ungo
έκ του άραβικου
al ' ambi a,
όπερ έκ του
αμβυξ
aIabastrum
Μέσφ του πορ
τογαλικου
alcatraz, όπερ έκ
του αραβικου
al gadus, έκ του
αν-εσιςέκ τοΟ ρ. ϊημι ,
άνίημι, όντα +Ιημι
άξίνη = πέλεκυς
αϊθριον = πρόδομος
αντα=προς + ζεύγνυμι
αμβυξ= χύτρα
άλάβαστρος, άλαβαστί
[της λίθος
έλληνικου γάδος ίχθύς
aIchemi a, έκ του
άραβ. al -Ki mi ya,
όπερ έκ του
έλληνικου
aIea =κύβος
aI-Iatiare
Χημεί α, δηλΧυμεία ,
Χύμευσις
άλκυιν
(
'
Ό
τ έν
T
άλί κύει '
)
άλέα, όλη=περιπλάνησις
έκ του Iatus = πλατoς
άλγόριθμος. Έπλάσθη
κατά τον Ι Γ' αΙ έκ του
"λογάριθμος"
240
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
ALI ENER άλλοτριώ, al i enare al i enar
¸ταράζω
a||énat|on άλλοίωσις al i enazione alίenacίόn
a||énnéφρενοβλαβής al i enato alienado
ΑLιΜΕΝΤ τροφή
a| | menterτροφοδοτώ
a| | mentat|onτροφο
¸δοσία
κλπ. κλπ . . .
al i mentario
al i mentare
al i mento
al i mento
al i mentar
al i mentoso
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
alienate
alienation
alien άλλοδα
¸πός
al i ment
al i mentary
al i mentation
al i mony δια
¸τροφή
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
al i mentieren
altern γηράσκω
ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
a| |eno=άλλοιώ άλλοι ώ` πρβλ. καί άλύω
=είμαι μανιώδης'
"άλύοuσα άπεβήσατο"
=εφυγε σάν τρελλή
, Ε :ë¯,
a| |enus άλύων=μαινόμενος
a| | mentum
έκ τού a| o¬
[τρέφω
όλω,άλδαίνω =τρέφω
(βλ. λέξι adole5cent)
ΑιιΕιυIΑ .»«
,
κοινώς, καίείς όλες τίς
~
γλώσσες"άλληλούϊα". Θεωρείται ότιπροέρχεταιέκτού έβρ hallelouyah, πούσημαίνει°αίνείτεΤόν¸
Κύριον¨ Στήν πραγματικότηταέχει ληφθήέκτήςέλληνικήςλέξεως"άλληλουχία" ή όποίαέκφρόζειτόάμοιβαίωςσυνέχεσθαι,
προφανώςμετάτούΘεού°συνέχω°=τηρώήνωμένους
ALLEGORIE
al l egorique. . . κλπ.
ALLEGRE ζωηρός,
εύθυμος
a||égresseεύθυμία
(ΑΙLΕR) πγαίνω(je vai5)
Καί πλειστα παράΥ. :
ώς πχ envah| r, ¯
|nvas|on,éνade| . . κλπ.
[πρβλ. 5' en aller =
φεύγω-άλέομαι =φεύγω
aIIegoria al egoria al l egory Al l egorie
al l egorico al egorico al l egorical aIIegorisch
allegro alegre allegro
allegrezza al egri a aI Iacrity
¦|re)vado (ίΓ) vadear waden wandeln
va =βη =εβη vamos, βόμες (qo,πρβλ. όγω, (gehen έτ. κιγ
¸χάνω=φθάνω,
invadere*
Κ. Ο. Κ.
γαλλ. allez =πηγαίνετε- ίταλ. vada =πήγαινε¯ ίσπ. van ¯ πηγαίνουν βάν(Όμ.) ]
όλλευε,αλευ βήθι,βδθι
ALLERGI E, -g|que aI I ergia
ALLU3| DNύπαινιγμός al l usi one
co||us|onσυμπαιγνία coIIusi one
| | |us|onαύταπάτη i l l usi one
(Κ.δ. παράΥ. καί σύνθ.)
al l ergi a allergy -ic Al l ergi e -i ker
al usί όn allusion
cοl l usί όn collusion
ί l l usίόn illusion I I l usi on
a| | egor|a
a|acer =γοργός,
[εϋθυμος
όλλως.a|ecr|s
eo, i re, vado
(πρβλ.εϊρη=
=άγορό,
*ίn +vado
ad + | udo
con+ l udo
ί π ¬ l udo
Ύπάρχεικαίόλληεκδοχή ΚατάτόνΉρόδοτον " . . τός πaιγνίας, Λυδών έξεύρημα"
ι όθενΛυδός ·l υdo. O Λυδός,έγγονόςτούΜάνου(τού Διόςκαίτής Γής, μετωνόμασε
ΙτούςΜαΙοναςείςΛυδούς
Διάφ. λέξεις μέ α'
σuνθ. ALLO ...
πχ a| |ocentr|sme allo . . . allo . . . Allotria =όλλα
a||ochtone,a| |ogène ¸όντόλλων
a| | omorphe, a| |opath|e
ALMANAC al manacco al manaque almanac Al manach
ALOES άλόη aloe aloe aloe Aloe a|oe
ALOPECIE άλωπε alopecia alopecia alopecia a|opec|a
¸κίασις (όσθεν.)
ΑΙΡΗΑΒΕΤ όλφάβητον alfabet alfabeto alphabet Alphabet
καί πλειστα παράγωγα al phabetisieren
-ét|que,-quement όμοίως
ana| phabète, κλπ. analfabeta analfabeto
άλληγορία
άλεκτορίς.ζωηρός άλέ-
[κτωρ
εω, βαί νω, βάω, βέω,
άλάομαι= πορεύομαι.
βάδος=περίπατος
"τόνδε βάδον βαδίζο-
μεν" (Άριστ Ορν ,
*έν+βαίνω άλεύω=
φεύγω' όλεu! =άναχώ
ρει , πήγαινε!
όλη =περιπλάνησις
βάμα=βημα
Ίρις.κομίστρια μηνυμά
"Ι ρος, όμοίως. [των
"7ρον έκίκλησκον σπαν
τες, οϋνεκ' άπαΥΥέλλε
σκε κιών".
άλλεργία ¦έτ όλλον
[ εργον)
όντα+λίζωηλοιδορώ
συν +λίζω
ίν ¬ λίζω (βλ. +λέξ.
[el uder)
όλλο...
(όλλος)
έκ τού άραβ. "al" +
[μηνιακόν
άλόη(Διοσκουρίδης,
άλωπεκία(έτ. άλώπηξ)
άλφάβητον
(Βλ. καίΒιβλΓ' Έτους
ΈλληνικήςΆγωγής,
¡ ¯oνΜάθ, 'Άλφάβητον,
Έλλήνων Έξεύρημα").
άναλΦάβητος
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ALvëOL£κυψέλη
a| v| nύπογάστριον
AMALGAM£
ΑΜΑΝΟΕ άμύγδαλο
amand|erάμυγδαλιά
amygda|e
AMAHAN1£(τόφυτόν,
AMA0HO8£άμαύρωσις
¸τύφλωσις
ΑΜΑΖΟΝΕ : , άμαζών
2) στολήίππευτριών
AM9A88AD£πρεσβεία
ambassadeurπρέσβυς
amb| guάμφισβητούμε
¸νος
amb| gu|téάμφισβήτη
¸σις
amb| gument άμφιβο
ambageάμφιλογία¸λία
amb|t|onφιλοδοξία
amb|t|euxφιλόδοξος
Κ.α.
ΑΜΒΙ ΑΝΤ περιβάλλον
ΑΜΒΟΝ όμβων
AM9HO|8|£άμβροσία
ambro|s|en
AM90LAN1περιοδεύων
ambu| ance κιν.νοσοκ
ambu|ato|re κινητός
κλπ.
ΑΜΕ ψυχη
an| merέμψυχώ
an|mat|on
an|mateurέμψυχωτης
an|mos|téέχθρότης
an| ma|ζώον
magnam|neμεγαλό
¸ψυχος
Έπίσης πολλές λέξεις
μέ σ' συνθ. ανεμος
Π.χ.anemographie,
anemometre,
anemophi l e,
anemoscope,
anemotropisme
ΑΜΕΝ άμην
AM£Hπικρός
amertumeπικρία
24!
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
alveolo alveolo alveolus a|vus =κοίλωμα, έκτούαύλός, κατάντι
alvo (alveo, alveo alvine (Hypogastri um) ¸ύπογάστριον ¸μετάθεσιν
¸κοίτη) (β σημασίαπάνέγκοιλον,
amal gama ama|gama(άαβ. μάλαγμα
a| -ma| agma)
amandorl a al mendro al mond Mandel
ami gdal i na al mondtree amandu| a ¸έκ άμυγδαλή
ami gdal a amigdal a τούami ddul a
amaranto amaranto amaranth Amarant amarantus άμαράντος
amaurosi amaurosi amaurosis Amaurose άμαύρωσις(άμαυρω)
amazzone amazona amazon Amazone amazon Άμαζων
ambasciata embajada embassy ambactus άμΦΙ+ αγω, άκτός
ambasciatore embajador ambassador =δοϋλος
ambi guo ambi guo ambi guous amb . . . + . . . . . amb| guus
ambi guita ambίgϋedad ambi guity amb| gu|tas
έκτούambigo
(amfibologia)
ambi + ago άμφί + αγω
ambi zi one ambί cί όn ambi ti on Ambition ambitio άμΦί + ίτέον
ambizioso ambicioso ambitious ambi+eo άμφί + εω
ambi ente ambi ente ambi ent amb|ens, amb|re έντάσσεται στό aller,
ίΓθ (βλ. λ. )
ambone ambόn ambo (Katheder)* ambo αμβων (*καθέδρα)
ambrosia ambrosia ambrosia Ambrosia ambros|a άμβροσία
ambrosiano
ambul ante ambul ante ambulant ambulant ambu|o άμπολω,άνά+ πολώ
ambul anza ambul anci a ambul ance Ambulanz
πολέωώ=κινούμαι.
ambul atario amblador ambul atory
περιπολώ,περιφέρομαι
°τρίς,τετράκιςτάμπολείν°
¸ Πίνδαρος,
ani ma al ma (soul* Seele*) an| mus, ψυχή έκ τού ανεμος(αημι =
ani mare ani mar ani mate ani mi eren an| ma, πνοή φυσω) (ίδίαίδέακαίστην
ani mazi one anί macί όn ani mation "anima, θΟ quod έλληνικήψύχω, ψυχή,.
ami natore ani mador ani mator ventus sit. ΊδιωμΚαστοριάς.
ani mosita ani mosidad ani mosity Ani mositat Graece, ventus ανιμοuς =νεμος
ani mal e ani mal ani mal ani mal i sch =6 νεμος " "τόν μέν ανεμον,
ζωή
magnani mo magnani mo magnani mous ζωικός ani mositas σϊπoνόvσ". Λουκ. Τόξαρις. 38
=θυμός (*Soul καί Seel e, έκ τού
Fαiόλος = όρμητικός. )
όμοίως .
Λστ. amen.Ή λέξις δεν είναι έβραίκή, άλλά άρχαιοτάτη έλληνική, πρός ένίσχυσιν διαβεβαιώσεως:
Γ μην=άληθως. ΙΛΙΑΣ Β 291 ¯ 'ημέν",Η 301 ¯ Έξέλιξις τού "ήμέν", τό σημερινό "άμέ" !
amaro
amarezza
amargo
amargura
Ammer
=συκοφάγος
amarus=πικρός
καίκατηφης
"amarus senex"
= κατηφηςγέρος
άμαυρός =σκοτει νός
καίκατηφής
( άρχ. άμαρFός)
-Στά γκρεκάνικα της Κ.
Ίταλίας, άμέρο(έκ τού
άμαυρός) σημαίνει
δυστυχής. ( πρβλ. σημερ.
°όμαύρος'=όδυστυχής, .
242 -
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
AMETHYSTE ametista amatista amethyst Amethyst amethystus άμέθυστος
ΑΜΙ ΑΝΤΕ amianto amianto amianthus Amiant am|antus άμίαντος
ΑΜΙDΟΝ όμυλον amido al mίdόn amyl um Amyl um am| dumέκτού αμυλον
(και amy|e, ami l o amy| um
am|donner
κ. ο. σύνθετα
AMMONI AC ammoni aca amoni aco ammoni e Ammoni ak ammon|acum άμμωνία(έτ. ΑμμωνΖεύς,
ammon| acé άμμω· έπειδήπλησίοντούναού
¸νιούχος του παρεσκευάζετο τό
λεγόμενονάμμωνιακόν
όλας) . ("μμων Ζεύς: καί
ό πλανήτης Δίας περι-
βάλλεται άπό σύννεφα
"μμωνίας).
AMNESI E άμνησία amnesia amnesia amnesi a Amnesi e amnes|a άμνησία
AMNI STlE amni stia amni stia amnesty Amnestie άμνηστία
amn| st|erάμνηστεύω amni stiare
ΑΜΟΑΡΗΕ όμορφος amoro amoro amorphus -unforml ich- αμορφος
(Φυσ.)
Λέξεις μέ α' σύνθ.
ΑΜΡΗΙ . . ambi dexter άμφί. . .
amph| b| e anfibio anfibio amphi bi um Amphi bi en
amph|arthrose (anfibraco) (ambos =όμφω, (amphi brach)
amph|bo|e anfibolo άμφότεροι) amphi bol e
amph|gour|δυσανά·
·γνωστος, έτ. έκ του
amph| +a||égor|e
amph|théãtre amfiteatro anfiteatro amρhitheatre Amρhi theater amph|teatrum άμφί+ άλληΥορία
amph|tryon anfitrione anfitrione amphitryon άμφιθέατρον
amph|tryonner-o
άμφιτρύων
ΑΜΡΗΟΑΕ anfora anfora amphora Amphora amphora άμφορεύς (άμφι +φέρω)
ΑΜΡΙΕ εύρύχωρος ampl i o ampl ίo ampl e a(m)ρl us [τού άπλόω-ώ, άπλοΟς
amp|eurεύρυχωρία ampiezza amρl ί acίόn ampl y a(m)p||o¬ "είς μήκος άπλώσω τόν
έπαυξάνω)] λόγον".
amp||tudeέκτασις ampl ί tudi ne ampl itud amplitude amρlitudo
amp| |f|erμεγαλοποιώ ampl i are ampl i ar ampl ify
κλπ . . .
AMPOULE φιάλη ampol l a ampol i a ampul l a Ampul l e ampu| | aέκτού·¬ άμφορεύς
ampou|éπομπώδης amρol osso ampuloso Ampel [κρεμ (άντιδάν. . άμπούλα)
ampollar λάμπα]
AMUSER διασκεδάζω amuse amϋsί eren βλ. λέξι "muse|¨
κλπ . . . .
ANABOLISME anaboli smo (anabol ί sieren) άναβολισμός
ANACHORETE άναχω·
άσκητής [ρητής anacoreta anacoreta anchorite Anachoret anachoreta άναχωρητης
ANACHRONISME anacronismo anacronismo anachroni sm Anachronismus άναχρονισμός
anachron|que
ANACOLUTHE άνακό· anacoluto anacoluto anaccoluthon anakolutisch anaco|uthon άνακόλοuθον
¸λουθον
ANAGRAMME, -|sme anagramma anagramatismo anagram Anagramm anagramma άνάγραμμα,
anagrammat|ser anagramma- anagramatizar anagram- άναγραμματίζω
[tizzare [matize
ANALGESIE άναλγησία anal gesia analgesia anal gesia άναλγησία
ana|gés|que ·ητικός Anal geti kum
ana|gés|er
ANALOGIE anal ogi a analogia analogy Anal ogie ana|og|a άναλογία ¦άνά+λόγος)
ana|ogue anal ogo analogo anal ogue anal og
ana|og|que analόgίcο analogic
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ANALY5£,-er, -ab|e
ana|yt|que,-yste
ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
anal i si , -are anal i si s, -zar
anal i tico, -ista anal itico
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Analyse
analysieren
ANAÞ£51£άνάπαιστος anapesto anapesto
anapestico
analyse
analytic, ana
[Iyst
anapest
anapestic
Anapast
(anacreontico*
=λυρικός)
ANAÞNA5£
ΑΝΑΡΗΟΑΕ,-|que anafora, -ico anafora anaphora
ΑΝΑΡΗΥΙΑΧΙΕ ,-actique anafilassi
ANAHCN|£
anarch|que,-|ste
anarch|smeκλπ.
anarchia
anarchico
anarchismo
ANA51DMD5£ (ίατ. ) anastomosi
anastrofe
anafilaxis anaphylaxie Anaphylaxie
anarqui a anarchy
anarquico, -isto anarchic
anarquismo anarchi sm
Anarchi e
anarchi sch
anastόmοsίs anastomosis Anastomose
anastrofe ANA51HDÞN£
ΑΝΑΤΗΕΜΕ
anathémat|ser
anateme anatema anathema Anathem
anatematizzare anatematizar anathematize anathemati
[sieren
ΑΝΑΤΟΜΙ Ε, -|queκλπ.
ANCND|5μικρός ίχθύς,
jμαρίδα
anatomia, -ico
afio
ANC|LLA|H£ύπηρετικός ancella ύπηρέ·
[τρια
ANCH£όγκυρα
ancrerάγκυροβολώ
ancrageάγκυροβόλιον
ANDHD.. α' συνθ.
androgyne,
androgène,
androstérone Κ.ά.
ΑΝΕ όνος
ãn|erόνηλάτης Κ.ά.
AN£CDD1£
anecdoter,anecdoti
[que κλπ.
ΑΝΕΜΙ Ε, aném|que
Λέξεις μέ α' συνθετικό
ΑΝΕΜΟ-...
anémograph|e
anémomètreΚ. ά . . .
anémone άνεμώνη
AN£51Në5|£
anesthés|er
anesthés|que. . .
ΑΝΕΤΗ όνηθον
AN|5γλυκάνισον
ANëvH|5M£
anévr|smat|que...
ANG£όγγελος
angé||que
archangeάρχάγγελος
ancora
ancorare
ancoraggio
androgino
androceo -
·άνδρών
asino
asi naio
aneddoto
aneddotico
anemi a, -ico
anem6grafo
anem6metro
anemone
anestesia
anestesiare
anestetico
aneto
anice
aneuri sma
-atico
angel o
angel i co
arcangelo
anatomia, ico anatomy, -ist Anatomie, ¯
- mi sch
Anchove anchoa anchovy
anci l l ary
ancora, ancl a anchor
ancl ar
Anker
ankern
Ankergrund
androgino
androceo
asno
asi ni no
anecdota
anecdόtίcο
anemi a, -ico
anemόgrafο
anemόmetrο
anemona
anestesia
anestesiar
anestetico
ani s
aneuri sma
angel
angel i co
arcangel
ancress
androgynous (Androphili e
Andromanie)
ass Esel
easel όκρίβας
anecdote Anekdote
anaemi a, -ic Anami e
anemograph
anemometer
anemone Anemone
anaesthesia
anaesthetic
anise
anise
aneurysm
angel
angelic
archangel
Anis
Aneurysma
Engl el
engel artig
Erzengel
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
anathema
anatom|a
ap|uva
243
έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
άνάλυσις
άνάπαιστος(άνά+παίω
[κτυπώ)
ªΆνακρέων (6 ποιητής)
άνάφασις
άναφορά
άναφυλαξία
άναρχία
άναστόμωσις
άναστροφΙ
άνάθεμα
άνατομία (άνά+τέμνω)
άφύη=άφρόψαρο,
σαρδέλα,μαρίδα
ancu| us=ύπηρ. , άνά+ κολέω =πολέω,
άμφίπολος ¸περιπολέω
ancoraόγκυρα
as|no =όνος
anaem|a
anemone
ange|us
αγκυρα
( .. πέλονται δύο άΥκυροι . . )
[Πίνδ.]
άνήρ, άνδρός
όνος, άρχαίκάόσ-νος
άνέκδοτον
άναιμία
ανεμος άνεμογρά·
φος- άνεμόμετρον.
άνεμώνη(ώςταχέως ύπό
του άνέμου ΦθειΡομένη)
άναισθησία
ανηθον
(γλυκ)άνισον
άνεύρυσμα
(άνά+εύρύς,
αγγελος.Έκτουάνά+όγω
όναγε, άνάγου άνάγε·
λος·όνγελος · όγγελος
¦έξούτό περσ. όγγαρος).
Άρχ.Έλλ.Έπιγ0αφή
ΑΝΓΕΛΟΝΑΘΑΝΑΤΩΝ
244
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ΑΝΟΙ Ο ..
ώς α' συνθ. (ίατ.)
ang|ocard|ograph|e
ang|o|og|e
ang|osperme. . . ..
ΑΝΟLΕ γωνία
angu| a| reγωνιαίος
rectang|eόρθογώ·
[νιος
tr|ang| e τρίγωνον
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
angiol ogi a
angiospermo
angol o
angol are
rettangolo
triangolo
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
angul o
angul ar
(anguloso)
triangulo
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
angi o . . .
angle
angul ar
(angl er)
angui sch
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Angi ol ogi e
*Wi nkel , Ecke
wi nkel i g
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ
angu| usγωνία
angularis
rego + angul us
Angst angust|a
Angi na
έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
άγγεϊον
άγγειο-καρδιο-γράφημα
άγγειο-λογία
άγγειό-σπερμα
έκ τοο άγκών, *Fαγκύλος
"όρθωθείς έπ' άγκώvος"
(Ι Λ. Κ 80)
Κυπρ. . άγκόλαι=άγκώνες
άγκλόν =σκολιόν -Ήσύχ-
αϊκλοι = γων. βέλους
ANGOISSE άγωνία
ang| ne κυνάγχη
anx|été άνησυχία
angoscia
angi na
ansi eta
angustia
angi na
ansiedad anχiety Enge στενότης anχietas ·ango αγχω
ΑΝουΙLLΕ χέλι
angui I I a
ANKYLOSE άγκύλωσις anchil osi
angui l a
anquil osi s
eel Aal
anchylosis Ankylose
ΑΝΝΕΕ +ΑΝ χρόνος,
έτος,χρονιά
anna|æχρονκά
annæu δακτύλιος
anno arO year* Jahr*
b|enna| διετής
annua|æ,annue| κπ . . .
ANNONCER άγγέλλω
ΑΝΟΟΕ ανοδος
ΑΝΟΟΙ Ν άνώδυνος
ΑΝΟΜΑL
anoma| |e
ΑΝΟΝΥΜΕ
anonym|eκλπ . .
ANOREXIE
ANTAGONISME
antagon|ste
ΑΝΤΕΝΝΕ κεραία
ANTHEMIS
(ηanthére)
ΑΝΤΗΟLΟΟΙΕ
annal i annal
annel o ani I I o
bi enal e bi enal
annual e έτήσ. anual
annunciare
anodo
anodi no
anomal o
anomal ί a
anoni mo
anoressia
antagonismo
antagonista
antenna
antemio,
antera
antologia
anunci ar
anodo
anodi no
anόmal ο
anomal i a
anoni mo
anoreχia
antagonismo
antagonista
antena
antera
antol ogia
Ahnen προπά·
·τορες
yearly έτήσιος jarl i ch έτήσιος
bi enni al
annual
announce
anode
anodyne
anomalous
anomaly
anonymous
anoreχia
antagonism
antagonist
antenna
anther
Bi ennal e
annonci eren
Anode
anomal
Anomalie
anonym
Anoreχie
Antagonismus
antagonist
Antenne
Anthemis
ANTHRANX, anthracite
antrace, -cite
antraχ
Λέξεις μέ α' συνθ.
anthology
anthraχ
Anthologie
Anthrazit
ANTHROPO
anthropocentr|sme
anthropogéograph|e
aπthrΟΡοϊde
anthropo|og|e,-
|ogue
antrhopométr|e
anthropomorphe
anthropophage
anthropotechn| e
aπthrΟΡοthéϊsme
anthroponym|e Κ.α . .
(antropo
morfismo)
(antropogenia)
antropoide
antropologia
-Iogo
antropometria
antropomorfo
antropofago
(antropogonia)
(antropozoiCO)
(anthropo-
antropo- -geny)
-centrismo -graphy
antropoideo anthropoid
ant r opol og i a, anthropology
-Iogo
antropometria -metry
antropomorfo -morphite
antrΟΡόfagο
( antroposofia)
antrΟΡόnί mο
(anthropogene)
anthropoid
Antropologie
Anthropometrie
Anthropomorphi
[-smus
Anthropophagi e
Anthropophobie
Anthroposophie
Anthropozentri-
[smus
anguΊ s
annus έτος,
ένιαυτός
( Άγγλ.& Γερμ.
έκ τού hora¯)
bi s (δίς)+annυs
δηλ.¨δίενος¨
nunt|us
anoma| us
anonymus
antemna. έπί·
κριον, κεραία.
Κυριολ. 2ξύλα,τό
ένπλάγιονέηί
ίστού,αρμενον.
ant hem| s
έγχελυς
"έΥέλυες καί
ίχθύες" ( Ι λ. Φ 203)
άγκύλωσις
ένος,ένιαυτός (καί έvος
"ό μέγας ένιαυτός",
χρονικόςκύκλος (Πυθαγ.,
ωρα* (άρχ. σημασία, χρον.
[περίοδος)
ανιος,ηνιος=ένός ετους
ό άγγέλλων "νέον τι'
ανοδος
άνώδυνος
άνώμαλος
άνωμαλία
άνώνυμος
άνορεξία
άνταγωνισμός
άνταγωνιστης
έντέμνω. έγκόπτω
(έπίξύλου) (κεραία.ξύλα
τεμνόμενα, σχηματίζοντα
μετά τού ίστού σταυρόν) .
Έπίσης. "-Αντεμνα, πόλις
γένος έχουσα έλληνικόν" .
(Διον. Άλ Ρωμ. Άρχ. Β 35,7)
άνθεμίς - άνθηρά
άνθολογία
ανθραξ
ανθρωπος
245
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΑΝΤΙΒlοτιουΕ
antίbίόtίcο
antίοbίόtίcο antibiotic Antibiotikum άντιβιοτικον
ΑΝΤΙDΟΤΕ antidoto
antidoto antidote Antidot ant|dotum άντίδοτον
ΑΝΤΙ ΕΝΝΕ άντίφωνον
antifona
antifona antiphone ant|phona άντίφωνον
ant| phona| re
antifonario
antifonario antiphonary
anthem έθν.
[ύμνος
ΑΝΤΙLΟΡΕ
antilope
antilope antelope Antilope antha|opus άνθόλοψ κερασφ. ζώον
ΑΝΤΙ ΝΟΜΙ Ε, -ique
anti nomi a, -ico
anti nomi a, -i co antinomy Antinomi e ant| nom| a άντινομία
ΑΝΤΙΡΑΤΗΙΕ, -atique
antipatia, -ico
antipatia, -ico anti pathy Antipathie, - ant|pat|a άντιπάθεια
-pathisch
ΑΝΤΙΡΟDΕ άντίπους,
antipodi
antipoda antipodes Antipode ant|podes άντίπους
έναντιώτατος (Anti kl i ma)
ΑΝΤΙΡΥΑΙΝΕ
anti pi ri na
anti pi ri na, antipyretic Antipyrin άντιπυρετικον
anti pi retiko
ante =πρόσθεν αντα=πέραν
ΑΝτιουΕ άρχαίος
antico
anti guo antique antik [μέτήνεννoιoντού
ant|qu|téάρχαιότης antichita
antiguedad antiquity Antike ¨άντίκειμαι")
ant|qua|reάρχαιοπώλης
anti quari o
anti cuari o anti quary Antiquar
antér|eurπροηγούμενος
anteriore
anterior anterior
antanπαρελθόν
ante . . .
antes =πρό ante . . . . Ant . . . . .
anc|enάρχαίος κλπ.
anziano
anziano ancient (alt -έτ. αλω·)
ANTISEPSIE
antisepsia
antisepsia antiseptic antiseptisch άντισηψία (άντί+σήπω)
ANTITHESE άντίθεσις
antitesi
antitesis antithesis Antithese ant|thes|s άντίθεσις
ant|thét|queάντιθετικός
antitetico
antitetico antithetic antithetisch
ANTONOMASE άντονο·
antonomasia antonomasia antonomasia Antonomasie antonomas|a άντονομασία
¸μασία
antonymeάντώνυμον
antonimo
antόnί mο antonym άντώνυμον
antonym|eάντωνυμία
(pronome)
(pronombre) (pronoun) (Pronomen) (προ + όνομα)
ΑΝΤΑΕ αντρον
antro
antro antrum αντρον"λέοντος dvτov"
(Αίσχ. Εύμ. 1 93)
AORISTE
aoristo
aoristo aorist Aorist aor|stus άόριστος
ΑΟΑΤΕ άορτή
aorta
aorta aorta Aorta άορτη
ΑΡΑΤΗΙ Εάπάθεια
apatia
apatia apathy Apathie apath|a άπάθεια
apath|que
apatico
apatico apathetic apathisch
APHASIE, -i que
afasia afasia aphasia Aphasiae άφασία
APHELI E
afel i o
afel i o aphel i on aphe| | um άφήλι ον(άπό +ηλιος)
APHERESE
aferesi
aferesis aphaeresis aphaeres|s άφαίρεσις
ΑΡΗΟΝΙΕ άφωνία
afoni a
afoni a aphoni a Aphoni e άφωνία
aphoneαφωνος
afono
afono aphony
APHORISME
aforisma
afori smo aphori sm Aphori smus aphor|smus άφορισμος
aphor|st|que
aforistico
APHRODISIAOUE
afrodisiaco
afrodisiaco aphrodisiac aphrodisisch άφροδισιακός
anaphrod|s|e
anafrodisia
anafrodisia anaphrodi sia άναφροδισία
APOCAL VPSE ¦τόόμώ·
apocalisse
apocalipsis Apocalypse
άποκάλυψις
¸νυμοβιβλίοκαίμτφ.
¸όλικήκαταστροφή)
apocalyptique,-quement
apocalittico apocalyptic apocalyptisch
Διάφορa μέ α' συνθ.
άπο
ΑΡΟ ...
apocope apocope
aΡόCΟΡe apocope Apokope
apocopa άποκοπη
apocryphe apocrifo aΡόcrίfο apocrypho,-al apocryph
apocryphus απόκρυφος
apod|ct|que apodittico
apodictico apodectic apodiktisch
άποδεικτικός
apodose apodosi apodosis apodosis
άπόδοσις
apogam|e (aΡόgrafο)
apogamia
άπογαμία
-¬
.
246
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
apogée apogeo apogeo apogee Apogaum apogeus άπόγειον
apo|og|e,-et|que, apologia, -etico apol ogi a, -etico apology, -etic Apologie apologia άπολογία
apo|ogue apol ogo apologo apologue Apolog apologus άπόλογος
aponévrose aponevrosi aponeurosis aponeurosis Aponeurose άπονεύρωσις
apophon|e apoloni a apolonia apophony άποφωνία
apophtegme apoftegma apotegma apo(ph)thegm Apophthegma άπόΦθεγμα
apophyse,-a|re apol i si apolisis apophysis Apophyse άπόφυσις
apop|ex|e,-ct|que apopl essi a, apopleja, -etico apopl exy ΑρορlθΧίθ apoplexia άποπληξία
-etti co
apostas|e,(apostat) apostasia -ata apostasia apostasy -sie Apostat apostasia άποστασία, άποστάτης
apostroph|e,-pher apostrole, -10 apostrole, -10 apostrophe Apostroph, -e apostropha άποστροφή, άπόστροος
apostume& aposteme apostema apostema aposteme apostema άπόστημα
apothéose apoteosi apoteosis apotheosis Apotheose apotheosis άποθέωσις
apoth| ca| re κ. α . . . apothecary Apotheker apothecarius άποθηκάρι ος
(Aposiopese άποσιώπησις
διακοπήόμιλίας)
ΑρόΤΑΕ άπόστολος apostolo apostol apostle Apostel aposto|us άπόστολος
aposto||que apostolico aΡοstόlίcο apostol i cal apostol i sch άποστολικός
aposto|at apostolato apostolado
ΑΡΡΑΤ δέλεαρ pasto έδεσμα pastel paste ζύμη Pastete ΡastusΤΟύpasco πατέομαι=γεύομαΙ,τρώγω
appasθέλγητρα - βόσκω, θρέφω "νέκταρ έπάσαντο"
appaterδελεάζω, ("Ησ. Θ. 642)
[ψωμίζω πάστη=ζωμόςάλφίτων
(αντιδάνειον: πάστα,
ΑΡΡΕΙΕΑ καλώ appellare apel ar κλητεύω appeal appel l i eren appe|are άπελλάζω, άπαλλάζω
appe|,-at|on(πρβλ. appello aΡel acίόn appel ant Appel (pe|-jo)+ad = συγκαλωέκκλησίαν
¸άπέλλα) rappellare appel i do έπών. appelation Appel l ati on πάλλω,/κρούω πάλ
-j
ω, πάλλω + αντα
rappe|er, rappe|
[άνακαλώ
ΑΡΡΕτιτ όρεξις appetito apetito appetite ΑΡΡθΙί! ad+ peto όντα+ πετώ("όρεξις¨,
appetenceέπιθυμία. . . appetenza apetencia appetence ¦πετώπρός) αναλ. ενν: όρέγω=άπλώνω)
APPUYERστηρίζω appogiare apoyar (basi eren) appod| are έκ όντα +πόδιον¦άντίπους)
appu| στήριγμα appoggio apoyo appui έτ.βάσις τού ad+pod| um
ΑΡΑΕ τραχ¤ς aspro aspero asperity τρα· asper ΚατάτόνΚων. Οίκονόμου
jχύτης έξΟίκονόμων,έκτού
άφρός (λάμψιςάφρού).
(άντιδάνειον,¨σσπρο")
ΑΡΤΕ έπιτήδειος atto apto apt aptus άπτός
apt|tudeέπιτήδειότης attitιdi ne aptitud aptitude έκ τού apto απτω, συνάπτω
att|tudeσυμπεριφορά
l
attitude
ΑρτΕΑΕ aptero aptero aptery απτερος
ΑΑΑΒΕ σραψ arabo arabo arab Araber arabus όραψ,όραβος=κρότος
arab|queάραβικός arabico arabico arabic arabisch Αραβος. υίόςΑπόλ·
arabesqueάραβούρ· arabesco arabesco arabesque Arabeske [λωνος,έξούήΑραβία.
[γημα
ARABΙE-oλλιεργημένoς arabil e arable arable arab| | | s
arato|re γεωργικός aratorio arador ear σροτρον έκ τού aro άρώ,άροτριω
ΑΑΒΑΕ δένδρον al bero arbol (ΙΓθθέτ. δρύς)' arvusάροτός άροτριώ(*"δρύας πάντα
τα δένδρα έκάλοuν".)
ARA| GN
g
Eάράχνη aragno araia araneus+aranea άράχνη (έκ τού όρκυς=
arachn|de aracni de arachnide δίκτυκυνηγοΟ)
arachnοϊde aracnoide aracnoide arachnidean arachnoides άραχνοειδής
ARC& ARCHEάψίς, arco, arca arco, arcada arch, ark Arche arcus τόξο, τού άρκέω=άποκρούω,
κιβώτιον arceoάρκέω, ειργω
archerτοξότης arciere arquero archer ειργω("όρκος όρκος(όμ. ) =άμυντήριον
arquerκάμπτω arcuare arquear arrow βέλος βελέων")
arba|èteβαλλιστρίς archibugio arcabuz arbalest arcuball ista όρκος +βάλλω
ARCHAι|SME arcaismo arcaismos archaism Archaismus αρχαϊσμός
archaϊque arcaico arcaico archaic archaisch αρχαϊκός
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
ARCHALόρειχάλκινον oricalco or| cha| cum
¸σύρμα σάλπιγξ
ARCH
g
OLOG| E archeoIogia arquaeologia archaeoIogy Archaologie
archéo|og|que archeologico arqueοΙόgίcο archaeologicaI archeologic
archéo|ogue archeologo arqueόlοgο archaeoIogist ArchaoIog
ARCH
g
TYPEάρχέτυπον archetipo arquetipo archetype Archetyp archetypum
Λέξεις με σ' σa.θ
ARCM| . .
arch|mandr|te archi mandri ta archi mandrita archi mandrite Archimandrit arch| mandr|ta
arch|pe| arcipeIago archipieIago archipeIago Archi pel
arch|tecte,-ureκλπ . . architetto, -ura arquitecto;tura architect, -ure Architekt,-tur arch|tectus
ARCH|VESάρχεία archivii archivo archives Archiv arch|vum
arch|v|steάρχειοφύλαξ archivista archivero archivist Archivar
ARCHONTE όρχων arconte archon Archontenamt archon
archontat άρχοντιά
ARCT|QUE artico arctico arctic Arktis arct|cus
antarct| que antartico antarctico antarctic Antarktis antarcticus
AREμέτρονέπιφαν ara πλέθρον are area οίκόπεδον.
a|reάλώνι,έμβαδόν area area, era area AreaI ¸έμβαδόν
AR
g
NE ήόμμοςτού arena arena arena Arena arenaΓ (h)arena
¸άμφιθεάτρου arenaceous Θεωρείταιάβεβαίου
άμμώδης έτυμολμέκατάλ
έτρουσκική,δηλ
Τυρρηνική,
/ Πελασγική
AR
g
OMETRE areόmetrο areometro areometer Areometer
AR
g
OPAGE areόΡagο areόΡagο
aréopag|te areopagita areopagita areopagite
ARGENTόργυρος,χρήμα argento argento argent argentum
argenterέπαργυρώ i nargentare argentar
argenter|eάσημικά argenteria argenteria
argent|nάργυρόηχος argentinus argentino argentine
argyr|e,argyr|sme
κλπ.
ARG|LEόργιλος argi l l a arci I I a argiI arg| | | a
arg||euxάργιλώδης argi l l oso arci I l oso argilIaceous
ARGOT: ηδω\c-οςορvo, '0,0 Φcρr·»Ρ,t, ωΟ
Α
ργοος�ωςΠrρέχοcοα
¸
ολ\ςrλλψ+rςλrξ
rς-¸
Οί argotiers έθεώρουνέαυτούςπνευματικάτέκνατών Αργοναυτών
Όίλέξειςτής°αργκό°υπήρξανάρχικώςιδιωματαέπαγγελματων° -Φεδ Σσγκρέδο-
~~ ¬¬»¬ ¬
ARGUMENT, argomento argumento argument Argument argumentum
argumentat|onέπιχεί argumentacίόn argumentation έκτοϋ arguo^
¸ρημα,σόφισμα (arguir) =έλέγχω.μέ
άρχικήσημασία
argut|eσόφισμα arguto εύφυής argucia argue συζητώ - « « « « faire bri l l er=
=δίδωλάμψιν
ARGUSέπιτηρητής,όξυ arguto
¸δερκής
AR|STOCRAT|E aristocrazia aristocracia aristocracy Aristocratie
ar|stocrat|que aristocratico aristocratico aristocratic aristokratisch
ar| stocrate κ. Ο . . . aristocrata arίstόcrata aristocrat Aristokrat
AR|THM
g
T| QUE aritmetica aritmetica arithmetic Arithmetik ar|thmet|ca
ar|thmét|c|en aritmetico aritmetico arithmeticaI ari thmetisch
247
εκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
όρείχαλκος
άρχαιολογία
άρχαιολογικός
άρχαιολόγος
άρχετυπον
άρχι...
άρχιμανδρίτης
άρχιπελαγος
άρχιτέκτων
άρχείον
ορχων
άρκτικός
άνταρκτικός
ορουρα,ερα=ήγη
Ωςπεδίονάναμετρήσεως,
χώροςμονομαχίας,Ίσως
προέρχεταιέκτού
άρέομαι =θάνικήσω,
άράω=βλάπτωΠιθανή
σχέσιςκαίμέαροuρα.
άραιόμετρον(άραιός+
¸μέτρον,
Αρειος Πάγος(πάγος¬
Άρεοπαγίτης ¸βράχος,
οργυρος,αίολάΡΥεννός
άργήεις,άργύεντος
άργός=λαμπρός
( "6ργuρέσ λιμός" =έλλειψις
¸χρημάτων,
οργιλος
άργός=λαμπρός
αργυρος
έκ τοϋ
·
·ΑΡΥΟU,
°έπιτηρητού°τής Ι ούς.
άριστοκρατία
άριστοκρατικός
άριστοκράτης
άρι θμητι κη
(άρ=σa.δ+ϊθμα=βάδισις,
248
-
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΑΑΜΟΙ Α ερμάριον armadi o armari o armory armari um ¹ ) ΕϊτεεκτοΟάρμαλιά=
τροφή ¦ίων. ) . . "παρά τό
άρμόζειν καί ίσχυροποιε/ν
τά μέλη" ¦ Ησ. ) όθεν, κατά
Κοραην, ή άρτοθήκη, εϊτε
2) εκ τοΟ ερμάρι ον ¦ Ε. Μ. .
'Όί γάρ ·"λληνες οίά τινας
άιιδριάντας έποίουν μήτε
χείρας μήτε πόδας έχον-
τας, τούτους δέ έρμος
έκάλουν, ού ύποκοριστικόν
έρμάριον") .
ΑΑΜΕ όπλον arma arma arms arma όπλα όρμενον=έργαλειον
armer όπλίζω armare armar Ι arm όρμενα=οπλα, έξάρτια,
arInee στρατός armata armada army Armee παντας ε"δους
al-arme συναγερμός al l arme al arma al arm Al arm έξοπλισμός
armement εξοπλι· armamento armamento armament armi cren εξο·
[σμός [πλίζω
armure πανοπλία armatura armadura armour
armet κράνος el mo* yel mo* hel met* Hel m* ¯έτυμ. °χελώνη', λόγψ
armoi ries οίκόσημα
armeggio armaΖόn armori al τού κελύφους της,
armistice άνακωχή armistizio armi sticio armistice τα όποιον την προ-
desarmer άφοπλίζω desarmare desarmar disarm [στατεύει.
armateur εφοπλιστής armatore armador armature
κ. α . . . πανοπλία
ΑΑΟΜΕ αρωμα aroma aroma aroma Arom aroma όρωμα=εύώδης καρπας
aromatiser άρωματίζω aromatizzare aromatizar aromatisch γης ¦άρόω=καλλιεργώ)
aromatique άρωμαf|· aromatico aromatico aromatic
[κός
ARRACHER ξερριζώνω sradicar arrancar Ι eradicate ausreissen exradicor έκ τού
arrachage, sradicamento desarraigo eradication Ausreissen ex+radix έξ+ράδιξ= κλάδος
arrachement, εκρί· arrancada
[ζω σι ς (arranque)
arracheur εκριζωτής sradicatore εκκίνησις
ARROSERποτίζω rociar (wateri ng (wassern) arroro καταβρέχω δρόσος
arrosement πό:|σμα
rociada έτ. ύδωρ) ( +fliessen, έκτοΟros -roris
arrosoir ΠΟ1|στήρι έτ. φλύω)
ARR
¿
TERσταματώ arrestare arrestar Ι arrest arretieren re + sto ρά+στώ, τού ·ίστημι
arrestation σύλληψις arresto arresto arrest Arrest (βλ. λ. rester)
arret άπόφασιςκ. α . . .
Arrestant
φυλακισμένος
ARRHES άρραβών, arra arras earnest arrha i arra άρ-ραβών (λέξις καθα-
ενέχυρον
" arrabo: hoc ρως έλληνικη, κακώς
verbum, a έκλαμβάνεται ώς ξενι-
graeco άρραβών.¨ κή· α έπιτατ. +ράπτω =
-Varro, Del i ngua συνδέω, συνάπτω
latina, 5. 1 74- (αρφα, άρυφη _ ·Ησύχ. )
ARR|VERφθάνω
arrivare arri bar arrive ad +rivus όντα+ρύαξ
arrivee αφιξις arrivo arribado arrival (βλ. λ. rival, rive)
arriviste καιροσκόπος arrivista arriba ύψηλά
ARS άρμός ώμου
armel l a στρό· arm βραχίων Arm βραχίων armus =άρμός άρμοςέκτοΟάρμόττω
¸φιγξ Armel χειρίς
ARS
g
N|Cάρσενικόν
arsenico arsenico arsenic Arsenik arsenicum άρσενικον¦τόδηλητή·
(δηλητ.) ¸ριον)
arsenieux άρσενι·
arsenioso arsenical arsenig
[κοΟχος. . .
ΑΑΤ τέχνη
arte arte art Art ¦είδος) ars - artis τέχνη όρτιος=τέλειος
artiste καλλιτέχνης
artista artista artistic arten δια πλάττω ar-s: ¦έννοιολο· άρ-αρ-ίσκω, όρω,
artisan τεχνίτης
artigiano artesano (artistical) Artist γικώς,ήτέχνη παρασκευάζω, κοσμώ,
artifice τέχνασμα
artificio artificio artifice τοΟπροαρμόζειν) άρτύω = έπινοώ
artificiel τεχνητός
artificiale artificial artifical ( πρβλ. όρθρωσις)
i nerte άδρανής
i nerte i nerte i nert (energie-Ios)* ί π + ars (άντιδάνειον: άρτίστας)
κ. α . . . (* έτ. ένέργεια)
249
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτοϋΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ART
g
REάρτηρία arteria arteria artery Arterie arter|a άρτηρία (έκ τού αϊρω,
artér|e|άρτηριακός arterioso arterial arterial arteienblut ώς καί ή άορτή)
artér|cgraph|e arteriografia "περί στήθεα καί 6ρτη-
artér|csc|ércse arteriosclerosi arteriosclerosis arteriosclerosis Arteriosklerose ρίας" (Ίπποκρ.)
artér|ectcm|e arteriotomy άρτηριοσκλήρωσις·
άρτηριεκτομήκλπ. .
ΑΑΤΗΑΙΤΕ άρθρίτις artritide artritis arthritis Arthritis
arthr|t|queάρθριτικός artritico artritico arthritic (Arthrose arthr|t|s άρθρϊτις
arthr|t|smeάρθρι· artritismo artritismo arthritism όρθρωσις) "6ρθρίτις vούσος" (Ίππ. )
[τισμός
arthrcpath|eάρθρο· (artrodie) arthropathy
[πάθεια
ART|CLEόρθρον articolo articulo articl Artikel art|cu|usόρθρον άρτίκολλος= καλώς
art|cu|at|cnόρθρωσις articolazione artίculacίόn articulation Artikulation "artus, θΧ προσηρμοσμένος.
art| cu| erπροφέρω articol are articular articul ate artikulieren Graeco appel- (αρθρον, έκ τού άρα-
[καλώς lantur, quos ίΙί ρίσκω, δρω =συνδέω)
art|cu|eέναρθρος articolato articulatorio αρθρα vocant" "πλεuρaίς άρτίκολλος"
-Festus- ,Εύρ. Τρ ¯öë,
ΑΑΤΙΜΟΝ άρτέμων artimone artίmόn artemc-onis άρτέμων=ίστίον πλοίου
ART|SON τερηδών, tarlo caries* caries* Karies* tarnes-itis τερηδών
[σκώρος *(κεραί
ζω= καταστρέφω)
ΑΑΤΟΝ όρτος artcna αρτος
A3 όσσος asso as ace As as¯ assis άς=είς (παρά
Ταραντίνοις)
A3C£N3| DNάνύψωσις ascensione ascensίόn ascension (Iuftig)* ad+scandc αντα± σκάνδαλον,
ascenseurάνuψωτήρ ascensore ascensor (Iift)* έλαφρύς άναβαίνω σκανδάληθρον =
des-cendreκαταβαίνω dis-cendere descender descend scanda| um έλατήριον τινασσό-
descenteκάθοδος discensione descenso descension μενον πρός τά έπάνω.
Κ.ό. . . . *(έλαφρίζω = άνυΨώ
"πτεροίς ελαφρίζω")
(Πλουτ. 2. 3¹ 7Ε)
ASC
g
TEάσκητής asceta asceta ascites Asket asceta άσκητής
ascét|que άσκητικός ascetico ascetico ascetic asketisch
ascét|smeάσκητισμός ascetismo ascetismo ascetism Asketismus
ascèse. όσκησις ascesi Askese
¸μοναχού
ASEPS|Eάσηψία asepsia asepsia asepsia άσηψία (ά + σήπω)
asept|queάσηπτικός aseptico aseptico antiseptic aseptisch
AS|LE asi l o asi l o asylum Asyl asy| um ασυλον
ASPECTόποψις aspetto aspecto aspect Aspekt aspectus αντα± σκοπέω -ώ
έκτού ad+ σκοπώ =έξετάζω,
¸spec|c παρατηρώ
ASPERGEσπαράγγι sparagio esparrago asparagus Spargel asparagus άσπάραγος
ASPERGERραντίζω aspergo asperjar Ι spri nkl e besprengen ad +spargc= σπάργω,σπείρω,
aspers|cnραντισμός aspersione aSΡersίόn spri nkl i ng Besprengen =σπείρω σπέρρω (αίολ.)
aspersc| rραντιστήρι aspersorio aspersorio spri nkl er Spreng . . .
ASPHALTEόσφαλτος asfalto asfalto asphalt Asphalt aspha|tus ασφαλτος(έννοιολογ. . ή
aspha|t|er asfaltare asfaltar (asphal tic) asphaltieren όδόςήπαρέχουσαάσφά·
Κ. α . . . . λειαν¯ "τό μή προσκόπτει ν
καί καταπίπτειν έν τψ
περιπατείν". )
ASFOD
¿
LEάσΦόδελος asfodel o asfόdelο asphodel Asphodi l l o asphcde|us άσφόδελος
ASPHYX|Eάσφυξία asfissia asfiχia asphyχia Asphyχie άσφυξία
asphyx|er asfissiare asfiχiar asphyχiate
2b0
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ASP|C ì; όόφις, aspide aspid asp aspis άσπίς(δηλητηρ.όφις)
2) κακολόγος
ASP|R|NE aspirina aspirina aspirin Aspi rin a +spi raea ¬ σπειραία,θαμνώδες
ASP|RER άναπνέω
[φυτόν
(βλ. "esρrίΙ'ϊ
ASSEO| Rκαθίζω (ad+
sedere sentar seat setzen ad + sedeo, όντα+εζομαι,(πρβλ.
¸seo||)
παρακάθημαι [καθέζομαι)
seance συνεδρία
seduta sesion session Sitzung sido =·ίζω έδος=κάθισμα
assidu έπιμελής
assiduo asiduo assiduous σέδα=καθέδρα
siege κάθισμακ. λ. π.
seggi o, sedi a asiento settee Sitz sedi cum έδεθλον=έδαφος
- assiette πινάκιον
(piatto πινάκιον)* (plato)* (dish πινάκιον)* "έζεα έπί δίφρψ"
σασαι=καθησαι(Ήσύχ.)
Ι Τόίταλ�aIIοκαίτόίσup|aIoεκτούp|atus=πλατύς.Τόάγγλο d| sh, έκτούd|scus=δίσκος
ASSEZ άρκετά
assai asaz (assets sattsam ad +satis ¬ άσάω=αίσθάνομαικόρον
περιουσία) άρκετά αδην=oρκούντως¦βλ.λ.
[satiete)
ASS| M| LER άφομοιώ
assomigliare asamejar assi mi l ate assimil i eren ad + si mi l i s αντα+ομοι ος, όμαλός
όμοιάζω
assi mi I iation όμοιότης
assomiglianza semejanza assi mi lation Assi mi l ation
- assembIee όμήγυρις
assemblea asamblea assemblage
ASS|STERπαρίσταμαι
assistere asistir assist assistieren ad +Sisto αντα +ïστημι , ίστώ
assistant βοηθός
assistente asistente assistant Assistent (ίστημι)
assistance συνδρομή
assistenza asistencia assistance
ASTH
g
N| Eάσθένεια
asteni a asteni a άσθένει α(o στερητ. +
asthenique
astenico astenico asthenic ¸σθένος)
ASTHME
asma asma asthma Asthma asthma άσθμα
asthmatique
asmatico asmatico asthmatic asthmatisch άσθματι κός
AST|GMAT|SME
astigmatismo astigmatism Asti gmatismus άστιματισμός
astigmatico astigmatic astigmatisch άστιγματικός
ASTRAGALE
astragalo astragalo astragal astragal us άστράγαλος
ASTREόστρον& aster
astro estreIIa star, aster Stern astrum όστρον
astraI άστρικός
astrale astral astral sternen . . Κυρίωςείςτόνπληθυν·
astrolabe άστρολάβος
astrolabio astrolabio astrolabe Astrol abi um τικόνάριθμόν.¨άστήρ¨¬
astrolatrie ·λατρεία
astrolatria astrolatry είςμόνοςάστήρ. Ετυμ. έκ
astroIogie άστρολογία
astrologia astrologia astrology Astrol ogi e τού στρώννυμι,ώςκατε·
astroIogique ·λογικός
astrοlόgίcο astrοlόgίcο astrological astrologisch στρωμένοιείςτόνούρανόν.
astrologue ·λόγος
astrόlοgο astrologo astrologer Astrolog
astronomie, -i que
astronomia, -ico astronomi a, - astronomy, - Astronomi e, -
[-ico [-ical [-isch
astronome ·νόμος
astrόnοmο astronomo astronomer Astronom
astrobioIogie
astrobiologia
άστροβιολογία
(astroboli smo) (asterisco)
astronautique . . .
astronaute ·ναύτης
astronauta astronauta astronaut Astronautik
astrophysique . . . . .
astrofisica astrofysica astrophysics Astronaut
asterie άστερίας
asteria aster (asterism) Astrophysik
asterisque άστερί·
asterisco asterisco asteri k Seestern
asterοϊde ¸σκος
asteroide asteroide asteroid sternchen
άστεροειδής
άστεροειδής sternartig
ASTRE| NDRE άναγ·
astringere estreni r ad stringierend ad + stringo ¬ (όντα)+στράγγω,¯
¸κάζω (astretto) σφίγγω
astreinte καταναγκα·
(estreni mi ento) (stypti sch)
[σμός
astringent στυπτικός
astringente astringente astringent
astriction στύψις
astringenza estrujόn astringency
ASTUCE πανουργία
astuzia astucia astuteness astus: °exgraecc° όστυ ¦πρβλ.¨άστείος¨)
astucieux πανούργος
astuto astuto astute "αστυ". (εννοιa:
όπνευματώδης)
2bJ
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Λέςεις μέ α στερηπκόν πχ
asymptote asintoto asintota asymptote Asymptote άσύμπτωτος
asyndète
asindeto asindeton asyndeton asyndetisch άσύνδετος
atarax|e
atarassia ataraχia άταραξία
atax|e,-|que atassia ataχia ataχy Ataχie άταξία
athé,athé|sme ateo, ateismo ateo, ateismo atheist, Atheist, -i smus αθεος,άθεϊσμός
Κ.α . .
atheism
ATHL
_
TE, ath|ét|que atleta, atletico atleta, atletico athlete, -ic Athlet, -isch ath|eta άθλητής(ά έπιτατ. +
ath|et|sme atletismo atletismo athletical Athletiker +τλάω=ύπομένω,
άντέχω)
ATLASσυλλογήχαρτών atlante atlas atlas Atlas ατλας Άτλας,ηρωςτής
(τό J 595άπότόν Atlas ύπερφυσ. έλληνικήςΜυθολογίας.
Me|cado|. [δύναμις 'κ τού έπιτατικού
Συλλογήχαρτώνμέ α+τλάω=ύπομένω
είκόνατοΟΑτλαντος κόπους.
στηρίζοντοςτήνγη
" .. τόν σύμπαντα κόσμον
έπίτώνώμωντου. ) έπί τού ' Α τλαντος ώμον
at|anthropeάτλάνθρω·
ώχείσθαι", ¯Διόδ- ¯
[πος " .. καί τότε πέλαγος εσχεν
at|ant|queάτλαντικός
atlantico atlantico atlantic Atlantik έπωνυμίαν, Α τλαντικόν
trans-at|ant|que λεχθέν . . ¯Πλάτων¯
ύπερωκεάνειον
¦βλ.+λ.I|ans·)
ATMOSPH
g
RE,-ique atmosfera, atmosfera, atmosphere, Atmosphare άτμόσφαιρα
-ico [-iCO [-i C
ΑΤΟΜΕ ατομον(Φυσ.) atomo atomo atom Atom atomus ατομον
atom|queάτομικός atomico atόmίcο atomic atomar (πρώτοςόνοματοθέτης
atom|smeάτομισμός atomi smo atomi smo atomism Atoml ehre τήςέννοίας°ότομον¨
atom|steάτομιστής atomista atomista atomist atomist στηνΦυσικηΈπιστήμη,
atom|c|téάτομικότης atomizar atomicity όΔημόκριτος).
(Χημ.) Κ. α.
ΑΤΟΝΕ ατονος atono atono atone (ohneton)'
ατονος
aton|eάτονία atonia atonia atony Atonie '(έκ τού ohne =όνευ+
aton|queάτονικός atonico atonico atonic atonisch τόνος)
Α ΤΑΕ έστία,γωνιά ostro νότος ostra βλάξ (oyster όστρε· Auster όστρακον ostracum όστρακον
ον)
ATR|UMατριον atrio atrio atri um atr|um αϊθριον=πρόδομος
ATROCEφοβερός atroce, atro atroz atrocious atrox,ater σκο· αϊθω=καίω
atroc|téσκληρότης atrocita atrocidad atrocity [τεινός αίθuκτήρ ό όρμών
βιαίως(έπίθηρίων)
ΑΤΑΟΡΗΙΕ άτροΦία atrofia atrofia atrophy Atrophie atroph| a άτροφία
atroph| éάτροφικός atrόfίcο atrόfίcο atrophied atrophisch
atroph|er ίσχναίνω atrofizzare atrofiar
ΑΤΑΟΡΙΝΕ άτροπίνη atropina atropina atropine Atropine ατροπος
ΑΠΕLLΕ ζεύγλη,νάρθηξ atelaje (Joch έτ ζυγός) assu|a=μικρός άξόνιον
atte|er ζεύω
attelare αξων,σχίδαξ, αξων (έκ τού μέλλοντος
έκ τού ax|s όξωτού ρ. όγω)
ΑΠΕΝDΑΕ, attenter,
attenti on, βλ. λ. Ie¤d|e
AUBEαυγή al ba alba auburn ξανθός (Al bi no) a|ba=αύγή άλφός=λευκός(πρβλ.
a|bumλεύκωμα al bume al bumi na al bum Al bum al bum Άλφειός=λευκάςάπά
a| p| n|sme al pi ni smo al pi ni smo al pi ne Al pensport τού a|bus τούςάφρούς
a| pestreαλπειος alpestre al pestre (Al be) λεύκη =λευκός Άλπεις=λευκέςάπά
όρεινός
τά χιόνια. α'άναφορά
στηνόνομασίαΆλπεις,
Άργοναυτικά [στ J J 3J )
AUDACE θράσος audacia audacia audacity audac| a θρασύ· αύδάω,αύδάζομαι
audac|euxθρασύς audace audaz audacious τηςπερίτό =λαλώ
όμιλείν αύδήει ς=ενδοξος
audeo.τολμώ "θάρσησε καί ηύδα" -I Λ.92-
"audeo dicere"
2b2
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
AUD| ENCEάκρόασις
auditeur άκροατης
auditoire άκροατήριον
audition άκοη
ίηουί άνήκουστος
-auricuIe λωβός ώτός
audi ometre
audiogramme κ.Ο . , .
άκόμη:
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
udienza
uditore
uditorio
audizione
inaudito
auri col a
audio . . . .
auscuIter στθοσκοπώ ascoltare
auscuItation στηθο- ascoltazione
[σκόπησις
AUGMENTERαύξάνω
augmentation αύξησις
auguste σεβαστός
augure οίωνός
augurer μαντεύω
Κ. Ο . . . . .
AURAπνοη
aumentare
aumento
augusto
auguri o
augurare
aura
aureoIe φωτοστέφανον aureola
ΑυιιουΕ αύλικός
aul ico
aula αύλη
Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
audi enci a
oyente
auditorio
audί cί όn
i naudito
auscul tar
auscultacίόn
aumentar
auge άπόγειον
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
audiance
auditor
auditory
audition
i naudi bl e
auri cl e
auscultate
auscultation
augment
aumento augmentation
augusto august
augu�o augur
augurar Ι augur
aura
aureόlο
aulico
aul a
aurel ia χρυ
[σαλλίς
(halo έτ. όλως)
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Audi enz
Ηϋrrοhr
άκουστικόν
Horsaal
άκροατήριον
horen άκούω
horig ύπήκοος
wachsen
Augment
Augur μάντις
Aul a
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
audi o ¬
auris ¬
augeo = αύξω
auguri um: οίωνός
προφητεύων
αϋξησιν
εκ τούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
όίω,άκούω
αίς= ούς
όν-ήκουστος
αίς± κολέω=πολέω
αϋξω, αύξάνω=ένισχύω,
[ύΨώνω, μεγαλώνω
augustus: (έννοιολογ. αύξητής, ό προξενών
αύξησιν, ό πράττων επ· αύξήσει πραγμάτων) -
- Αύγουστος - "Κοσμοκράτωρ, αύξητά . . ..
ορφ. Υμνος 1 0- 1 1
aura αϋρα
auIa αύλή, αύλά,έκτεθειμένη είς
μεγάλη αίθουσα άνέμους όελλα =όνεμος
AUMONE-erie έλεημο- el emosi na
[σύνη
l ί mosna al ms Al mosen alemosi na &
Eleemosynarius eleemosyna
ελεημοσύνη
aumonier ίερεύς
al moner
AUROREαύγη aurora aurora aurora
AUSP|CEοίωνός
auspicio auspicio auspice Auspizien
AUSS| =έπίσης (έτυμολ. pure (έτ. πύρ) tambien (έτυμ. so (έτ. ό-πόσον) auch (έτ. αύ,
al i ud + aut
άρχ.συνδ. εύγεν. tanto+bien [αύτε =πάλιν)
άλλοίον + αύτε)
AUSTER νότιος, μεσημ- austro
austraI " [βρινός australe
AUST
_
REαύστηρός austero
austerite αύστηρότης austerita
Αυτ ARC|Eαύτάρκεια autarchia
AUTEURσυγγραφεύς autore
autorite εξουσία
autorita
autoritaire αύταρχικός autoritario
AUTHENT|QUEαύθεν- autentico
[τικός
authenticite γνησιότης autentica
authentiquer επικυρώ autenti care
τόσο καλά)
βλ. λ. bon
austro
austral
austero
austeridad
autarquia
autarquico
autor
autoridad
autoritario
autentico
autenticidad
autenticar
austral
austere
austerity
autarchy
author
authority
authoritative
authentic
authenticity
authenticate
(hart
έτυμ. κρατύς)
Autarkie
autarkisch
Autor
Autoritat
autoritar
authentisch
Authentizitat
(Authentiker)
aurora
auspi ci um
έκ τού avi s ¬
πτηνόν + specio
= σκοπώ
auster ¬ νότιος
[όνεμος
austerus ¬
auctor, autor
authenticus
αύγή, έως, αϋως, αϋριον
ωρορε=ηγειρε· όβώρ=
αύγή· αγχαυρος^
ό εγγύς τής πρωΤας
οίωνοσκοπί α
αίβετός, οίFωνος +
+σκοπώ ^ εξετάζω
αFω, αϋω =ξηραίνω,
ήχώ, φυσάω, βροντώ
(αύε δέ πόντος)
αύστηρός(έκ τού αύος
=ξηρός) Καί σήμερα λέγε
ται "στεγνη φυσιογνωμία"
μέ τήν εννοια: αύστηρή.
αύτάρκεια(αύτός +άρκέω)
αύταρχικος (αύτος +
[όρχω)
αϋτωρ,αύτώρης. Ο άφ·
εαυτοϋ ποιών τι η
λέγων. π. χ.
"αύτώρης
ε
π
ε
φραδε".
αύθενt|κός
(έτυμολ. αύθεντης,
αύτοεντης)
2b3
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
A01|8M£αύτισμός auti smo Auti smus αύτισμός (ψυχ. νόσος)
autiste, autistique αύτιστής,αύτιστικός
Διάφ. λέξεις μέ α' συνθ.
A01O. . . Π. χ. αύτο . . . (αύτός)
autobiographie autobiografia autobiografia autobiography Autobiographi e . . . . . αύτοβιογραφία
autochtone autoctono autoctono autochthon αύτόχθων
autoclave autoclave autocIave αύτοέγκλειστος
autocrate, autocrator autocrate autocrata,-ico aυtocrate Autokrat αύτοκράτης, αύτοκράτωρ
autocritique autocritica autocritica αύτοκριτικη
audodidacte autodidatta autodidacto Autodidakt αύτοδίδακτος
autographe autografo autόgrafο aυtograph Autogramm αύτόγραφον
automatique, -isme automatico aυtόmata, automaton Automat αύτόματος
-i smo
autonome, -ie, -iste autonomo,-ia aυtόnοmΟ,ί a autonomy Autonomie αύτονομία
autopsie autopsia autopsia autopsy Autopsie αύτοψία
auto (mobile) [βλ. λ.
autostrade* [mobile autostrada,* αύτοκινητόδρομος
autodrome κλπ . . . autQdromo . . . . aυtόdrοmο (*strasse, strada έκ τού
στρωτη οδός)
A01OMN£φθινόπωρον autυnno otofo autυmn (Herbst) (έτ . . auctumnus αϋξω(έννοια: καρπος
βλ. λ. herbe) (μέσψ Έτρούσκων) ηύξημένος, μέγας)
έκ τού augeo
A01H£αλλος aItro otro eIse, other. (aIso) alter αλλοςε-τερος
ai l l eurs άλλοϋ aItrove elsewhere al i us αλλος άλλότριος,όλλοίος
aliener έκποιω, άλλοιω al i enare al i enar ( συγκρι τ.: aI i or)
al i bi όλλοθι aI i bi alibi αλλοθι
alterner έναλλάσσω aIternare aIternar alternate
alternatif έναλλακτικός alternativo aIternativo alternable
altruisme φιλαλληλία . . ai trui smo al trui smo, -ista altruism aItruistisch
καί
adultere μοιχός (πρώτη adυlterio aduIterio aduItery ad + alter αντα± ετερος
έννοια: έναλλαγη)
alteration άλλοτρίωσις aiterazione aΙteracίόn aIteration άλλοτρίωσις,έτεροίωσις
A01H0Cu£στρουθο- struzzo avestruz ostrich Strauss στροuθίον
[κάμηλος
A0X|L|A|H£βοηθητικός ausi I i ario auxί l i ar auxiIiary auxi l i um κυριολε- αϋξω,αύξάνω
[κτικως αϋξησις (πρβλ. αύξιθαλής)
[δυνάμεως
έκ τού augeo
AvAN1πρό avantj* ante .. front** (νΟΓ έτ. παρά) ante αντα
avancer έκτείνω avanzare avanzar advance ab + ante * πρβλ. άβάντασιν =
avantage πλεονέκτημα avvantagio ventaja advantage άναβάσιν (**βλ. λ. front)
AvAH£φιλάργυρος avare avaro avaricious (geitig) ετ. gi er avarus άδηφάγος αεπιτ. ¬ βορός=άδηΦά-
avarice φιλαργυρία avari zi a avaricia avarice =απληστος, [γος, αβαρτος' άβαρτία
(GeίΖ)εκ τού ª άπληστία (Ήσύχ.)
χαίρειν
AvAH|£άβαρία, βλάβη avaria averia average Havarie, άβαρής: ο ανευ βάρους
Haverei (κυριωτέρα ζημία: έκβολη
φορτίου είς θάλασσαν)
-Δουκάγγιος, Κοραής-
Av£0GL£τυφλός (orbo =τυφλός (cieco =τυφλός (bIind =τυφλός bIind ab +ocul i s όπό± δκκος=όφθαλμας
aveugl er τυφλώνω ετ. όρφνός = ετ. καικίας ¯ ετ. πελίδνωμα (δωρικά)
aveuglement τύφλω- [μέλας) ανεμος σκο- =μελανάδα)
*
" .. κήκα την μελaνίaν λεγου-
[σις [τεινός)* σιν, όθεν Ρωμαιοι τόν
τ υφλόν, κεκον λεγουσιν"
Ε Μ.
Av|ONάεροπλάνο aeropIano aνίόn aeropIane avis πτηνόν αημι,öFæ=πνέω
aviation έεροπορία aviazione aνίacίόn aviation Aviatik αίβετόςαβετος^ όητός
aviateur άεροπόρος aviatore aviador aviator Aviatiker οίωνος =πτηνον
hydravion idropIano
aviculture (πτηνοτρο- avicoitυra avicuItυra aviary πτηνο- οί(F)ωνος + κολέω
[φία) oca χήνα [τροφείον
2b4
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
έ
κ
τούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
AVO|Rέχω avere haber Ι have haben habeo =έχω (
αβεις
=
εχεις Ησύχ.-)
Habe περιουσία ( πρώτη έννοια: απτωέγγίζω ( Ηαπτω)
capt-ure: haptisch άπτώς [ άρπάζω) κάπτω =άρπάζω
συλλαμβάνω ( πρβλ. σημερ. χάπτω)
=άρπάζω (άλλά καί τό έχω, άρχαι-
avete έχετε habeis έχετε ότατα: Ηεχω (χέχω)
(πρίν γίνη ή άνομοίωσις
[τού δασέος)
AVR| L Άπρίλιος apri I e abrί l aprί l ΑΡΓί Ι apri I i us ¯ μέαψ
έτοuσκικοΟ apru
=
Άφρώ
, ή Άφροδίτη
(Benveni ste, Stewasser καί "Webster
Word Histories")
ΑΧΕ ίξων asse eje axIe Achse
axis αξων
axi aI άξονικός assiaIe axi I axis achsen
desaxer Κ. δ . . . .
AX| OLOG| E axioIogy άξιολογία
ΑΧΙΟΜΕ άξίωμα assioma axi oma axi om Axiom axioma άξίωμα
axiomatique assiomatico axi omatico axiomatic
'Έχ graeco
axiomatiser
accepimus
άςίωμα". Α . . Gel l .
Noctes Atticae
ΑΖΑιΕΕ άζαλέα azaIea azaIea azaIea Azaiee
azaIea άζαλέα
(άζαλέος =ξηρός)
ΑΖΟΤΕ ίζωτον azoto azote azote αζωτον
azoteux άζωτούχος (azotemia) (azotar) (έτ. α στερηρ. +ζωή)
azotique άζωτικός . . . azotico azotic
ΑΖΥΜΕ ίζυμος azzi mo azi mo azyme αζυμος
Γ
Ι
Β
Ί
|
'
2b7
Bi bl i otheque
Base
. . . Ή πρώτη"βιβλι οθήκη" τωνΆθηνωνεδημιουργήθηάπότόνΠεισίστρατοτόνöoναΙΠ. Χ.
. . . Βιβλι οθήκη Άλεξανδρείας. ή πρώτηΤράπεζαΔεδομένωντης Άνθρωπότητος .
ΦεδερίκοΣαγκρέδο
· Ο Άρι στοτέλης επεχείρησε στην ¨Λογι κή¨ του νά άναλύση τΙς μορφες της γλώσσας. . .
Δημιούργησεπραγματικάτηβάση (base) γιάτηνεπιστημονικηγλωσσα. »
Β. Χάιζενμπεργκ, ¨Φυσική& Φιλοσοφία¨, ΈκδόσειςΚΑΛΒΟΣ
ºΤά λατινικά, ώς λόγια γλωσσα, είναι άνάτυπο των έλληνικων. Ό Κικέρων μεταφέρει στην λατι-
νικη την έλληνικη ρητορικη καΙ φιλοσοφία, ό Χριστιανισμός άκολούθως συνετέλεσε στην επίδρασι
των έλληνικων επιτων λατινικων Τό λατινι κό λεξιλόγιο είναι μετάφρασις τού άντιστοίχου έλλη
νι κού, καΙγιαύτότάλατινικάδεν παραμέρισαντάέλληνικάστηνΆνατολή, γιατΙή μίμησιςδενείχε
άρκετόγόητρο, ωστενάάντικαταστήση τόπρωτότυπον. . . »
Les Cah| e|s de Ι' Ana|ysedesDOnnaes
VOl . χν 1 990 πο J ρρ« 78
ΕΚΔ. DυΝΟD¯ FAH| S ¹ 990
ΊωάννηςΠαύλοςΜπενζέκρι
-JLAN ΡΑυLBLNZLCH| καθηγητης Μαθηματικών·
ΤΩI ΑΝΑΓΝΩΣΤΗI ΤΩI
ΦΙ ΛΕΛΛΗΝΙ
ΧΑΙ ΡΕΙ Ν
Α ΜΕΙΙΙΕΤ, Γάλλοςγλωσσολόγος
(Έτυμ. Λες. τηςΛατι ν. Ernou|·Meile|)
"Φιλεπιστήμων μεν φύσει ό όνθρωπος και άείποτε και πανταχοΟ, όμολογείται δε Ι
ώς πηγη των μαθημάτων τά των παλαιων Έλλήνων εύρήματα. Διδάσκαλος μεν
Ιέγένετο ό Άριστοτέλης τοΟ συλλογίζεσθαι, και τοίς Ρωμα"ίκοίς και τοίς ' Άραψιν.
Έλληνίζει δέ και νΟν η έπιστήμη και όχρι των της άνατολης μεθορίων, Άδύνατον
γαρ πεπαι δευμένφ τι νι βαρβάρφ τό τεχνι τεύει ν, ανευ τρι ακοσίων τών της
ΙΈλλάδος λέξεων. »
ι
Είς τηνΒοτανlκην ¦Bota¤ que, Bota¤ ca, Bota¤| c, Bota¤|k)περιλαμβάνοντα
ι
b00.000περίπουόνόματα
φυτών, δένδρων κλπ. , άκραιφνώς έλληνικά.
259
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΒΑΒΕL σύγχυσις, άταξία babel e babel babel babyIonicus Βαβυλών,Βαβυλωνία,
babelίsme babi l on έλλην. έτυμολΟΥίας ( Ε. Μ. ) .
FαFέλιος, άFέλιος =
=άέλι ος, ηλιος ("Ανατολή).
BACCHANAL πάταγος baccano bacanal baccanals Bacchantin BacchanaIia ¬ Βάκχος: ό θεός
bacchanaIe κραιπάλη baccanale bacchanal [Βακχεία Διόνυσος έκ τοΟ
bacchanaIiser βακχεύω baccel one bacca =δαφνίς, ['Ίακχος, ίαχή,
άγραίκος έκ του Βάκχος Βακχί ς= μαινάς, βάζω=
όμιλώ, φωνάζω (πρβλ. τό
bacchante όσεμνος γυνή baccante bacante bacchante Bacchantin σημερ. "μπάχαλο")
καί: baccal ί s l aurus [έκ του φυτοΟ βάκχαρις ->
baccaIaureat "δίπλωμα" baccalaureato baccal aureate =βάκχειος λάφνη, τό μπαχάρι καί τό άντιδά-
bachelier τελειόφοιτος bacceI I i ere bachiIIer bachel or δάφνη νειον "μπακάλης"]
BACLER κλείω διά bacchiare bacul um ^ βάκτρον
[ μοχλοΟ ραβδίζω βάκλον= ρόπαλον
bacle μοχλός θύρας bacchio b8culo
(Αϊσωπος)
ρόπαλον
baclage φράξιμο bacchiata
πλήγμα
BACILLE βάκιλλος, μικρό- baci I I o baci l o baci I I us Bazi IIus bacul um βάκλον
bacterie βακτήριον [βιον batterio bacteria bacteri um Bakterie βακτηρί α, βακτηρί δι ον
bacterien βακτηριακός (batteriologo) (bacteriologo) bacteriology (Bakteriologe)
bacteriologie βακτηριο- bacteriologia, Bakteriologie
[λογία -Iogico
bacteriophage -φάγος (bactericida)
bacteriostati que
βακτηριοστατικός
bacteriotherapie κλπ.
ΒΑΟΕΑΝΕ πλέγμα baderla ήλίθια baderna bad όαχημος πτέρνα
abadernar
BAGA ΤΕLLΕ φλυαρία bagateIIa bagatela bagateIIe bacca =δαφνίς, Βάκχος
baie καρπός bacca bahia λιμήν καρπός
bassin όρμος bacino (bacin δοχείον) basin Becken
(έννοιολ. έκ τής καμπυλό- (baci netto
τητος τοΟ καρποΟ) κράνος)
ίδίας ρίζης:
bagasse γύναιον bagascia bagassa Βακχί ς(Μαινάς)
bagascio bagazo * (Έκ τοΟ ότι άρχ. σημασία
καί πολτός ήτο "άπόρριμμα" ώς ή
bagages άποσκευαί* bagagli bagaje baggage Bagage άπορριπτέα γυνή, βλ.
Oχford Dictionn. Έκδ 1 966)
ΒΑGUΕΠΕ ράβδος bacchetta baqueta bacul um ¬ βάκτριον,βακτηρία(έκ
baton ράβδος bastone bastόn baton basto-onis τοΟ βαστάζω)
( άντιδάν. : μπαστούνι)
ΒΑΙΝ λουτρόν bagno baFo bath Bad bal neum i βαλανείον,βαλανεύς,
baigner λούω, καταβρέχω bagnare baFar Ι bathe Bader βαλα- bal i neum ¯ Έτυμ. λόΥΨ του ότ
baignade λούσιμο (bagnatura) (baFado) bathing Baden [νεύς =βαλανείον
"βάλλει τήν άνίαν"
,
bai gnoi r λουτήριον bagnol o baFera Badewanne την κούρασι. ( Ε Μ,
balneaire λουτρικός bal neare baFista Badeanzug
'Όύδέ είς βαλανεϊον
bal neotherapie λου- κολυμβ. Balneol ogie
ήλθε λουσόμενος"
[τροθεραπεία bal neario λουτρολογία Άριστ. Νεφέλαι
bagne κάτεργον bagno λουτρόπολις bagnio (άντιδάν. : μπάνιο,
μπανιέρα, μπανιερό)
BAI SER φιλώ, φίλημα baciare besar Ι kiss, kiss Κϋssen, basi o =φιλώ στό βαδυς (Fαδύς) =εύχάρι-
bacio φιλί bese (άρχ. cyssan) Kuss στόμα στος στην γεΟσι,
έκ του κυνέω = βάδομαι =άγαπώ "Έν
=φιλώ, έκυσσα φιλήμασι άδεία τέρψις"
κισσώ=έ πιθυμώ
Θεόκρι
τ
ος
σφόδρα)
260
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΒΑΙ χορός ballo baile bal Ball ballare βαλλίζω=κινώ, γέρνω
bal let μπαλλέτο χορός balletto bal l et ballet τούς πόδας βαλλισμός
ballade μπαλλάντα, ballata balada bal l ad Ballade =χορός (πρβλ. μπάλλος)
χορωδία (ballare) bailar χορεύω "βαλλίζοuσι ν όπαντες
balade περίπατος τt θεψ" (Έπίχαρμος)
bal l eri ne χορεύτρια ballerina bailarina bal l eri ne BaIIetense
καί:
baladeur περιπατητής (baI I abi l e) (άνTl δάνει α: μπαλλέτο,
baladeuse μπαλαντέζα μπαλλαρί να, μπαλλάν-
(+πόρνη) τα, μπάλλος, μπαλαν-
bal adi n γελωτοποιός τέζα, μπαλαντέρ,
καί bayadere (μπαγια- μπαγιαντέρα)
[ντέρα)
έκ τού: baί l aderίa baiadera bayadere
(χορεύτρια)
Πολλές λέξεις μέ α συνθ.
"õALANO..." βάλανος
ΒΑLΒυΤΙΕΑψελλίζω bal bettare bal bucear (l aI I en, bal bus =τραυλός βαμβαί νω=τραυλί ζω
begayer τραυλίζω Κ. α . . . bal bassare (balbuciente) έκ τού λαλώ)
BALCON έξώστης, balcone balcόn balcony Balkon Fόλκαρ=προπύργιον,
[μπαλκόνι palco palco θεωρείον Bal ken δοκός έπαλξις, άμυντήριον
(cata) -falque ίκρίον alcalde (έτ. έκ τού άλκή, μέ την
=δήμαρχος έννοια τής όμυνας)
Ίλ. "αλκαρ Αχαιών" Λ-823
(άντιδ. : μπαλκόνι) 'κ τού
Fάλκαρ καί τά Βαλκάνια'
Μπαλκάν = ύψηλή,
όχυρή όροσειρά. )
ΒΑLΕΙ ΝΕφάλαινα bal ena bal ena bal aena Wal l balaena Φάλαινα, μακεδ. βάλαινα
baleinier φαλαινοθη- bal eniera Wallfanger "Φάλaινα πανδοκεύτρια"
[ρικόν ( άντιδ. : μπαλένα,
μπανέλα)
õAL|STEβαλιστρίς balista baIIesta bal l ί sta bal Ι ί sta βαλλητυς=βολή,
balίstίque βαλιστικός balistico balistico baIIistic έκ τού βάλλω
ΒΑLLΕσφαίρα, μπάλλα palla bala ball BaII μέσψ τού ίταλ. πάλλα=σφαίρα
ballot μικρό δέμα Ρallόttοla bal l ot ballast έρμα, palla (έκ τού πάλλω =σεί ω,
(mal l κόπανος) παραγέμισμα κινώ, ταλαντεύω)
emballage συσκευασία i mbal lagio embal ar Ι embal e bal l en σχηματίζω
σφαίρες
ΒΑΙΙΟΝάερόστατον paI I one bal όn bal l on BaI I en δέμα bul l a, bul bus βολβόςπομφόλυξ
bul letin ψηφοδέλτιον bul l eta buldero bul l et σφαίρα Bal l on μπαλόνι ρίζα συγγενής με
bal l onner έξογκώ Κ.α . . . (BaI I mani e "βώλος", "βάλλω"
bal lotter ταλαντεύω μανία τής μπάλ- (άντιδ.: μπαλλόνι)
ballottage ψηφοφορία
λας, ποδοσφαι-
ρομανία)
BAΙSAM|QUEβαλσαμώ- bal samo bal samo balsam Balsam balsamum βάλσαμον(έτ. έκ τού
[δης "βάλλω είς")
balsami ne βαλσαμίνη balsami na bal sami na bal sami ne bal sami sch
õALUSTREκιγκλίς balaustro balaύstre bal ustrade Balustrade balaustί um βαλαύστιον=κλάδος
bal ustrade κιγκλίδωμα bal austrata balaustrada baluster ροιας καί κιγκλίς
ΒΑΜΒΙ Ννήπιος bambi no παιδί bambol ear "bambi no" Bambus έκ τού μτΥν. βόμβος
bambol a κού βαμβαλίζω bamboozle ίνδοκάλαμος ίταλικού bambo βαμβαίνω =ψελλίζω
[κλα κροτώ
ΒΑΝπροκήρυξις bando bando ban Bann έκ τού άπαρεμφ.
banal κοινός, χυδαίος banal e banal banal banal Φάναι, τού φημί,
banal ite χυδαιότης banal ita banal idad banal ity Banal itat δηλαδή, "λέγειν".
έξ ού: abandon- abbandono abandono abandon (bannen
=έγκατάλειψις
(έκ τού a ban do, είς τό φάναι
γοητεύω)
δίδωμι , δηλ. άφήνω τινα είς διασυρμάν)
26!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
BANCθρανίον banco banco bench Bank pango =παγιώ παγιώ,πήγνυμι,πάγιος
banque τράπεζα banca banco bank Bank
(έννοια: ποιώ τι έδραίον) πρβλ. παράπηγμα. Οί °τράπε-
bancaire τραπεζίτης bancario banquero banker Bankier ζες επηραν την όνομα σία τους άπό τά πρώτα ¯τραπέζια¯
banquet συμπόσιον banchetto banqu�te banquet Bankett
(¯πάγκους; πού έστησαν οί χρηματισταί τοΟ λιμένος Πειραιώς
πρός συναλλαγήν, τόν ëoν π. Χ αί Ελλείψει μακρών τραπεζών
έστερέωναν σανίδες Σημειωτέον ότι καί τό τραπέζι τοΟ άργυ
ραμοιβοο λέγεται ξύλον, ώς ξύλον στερεωμένον. έμπηχθεν
είς την γην.
BANDEταινία banda banda band Band (μέσψ τού φραγκ. πείσμα=καλώδιον,
bander έπιδέω Ι bi nd bi nden bi nda) έκτού πάθνη, πένθμα, έξ
bandouIiere τελαμών bandoul iera banderola bandoleer
ού καί ή λέξις "πενθερός"
bandiere σημαία bandiera bandera banderole Banderole
μέ τήν έννοια δεσμός συγ-
ες ού: bandit ληστής bandito bandido bandit Bandit
γενείας. ("λύεσθαι νεώς
κ. Ο. πολλά bandolero (bandage Bandage
πείσματα")
έπίδεσμος) Bund δεσμίς
(άντιδάνεια: μπάντα,
(husband παντιέρα, μπίντα)
σύζυγος,
"δεσμός")
BANJO"πάντσο" (μουσ. pandora bandurria banjo pandura πανδουρίς,πανδούρα
¸ όργανο; bandol i no mandol i na mandol i n Mandol i ne
( άντδ. : μαντολίνο)
ΒΑρτΕΜΕ βάπτισμα battesimo bauti smo baptism ( Baptist) baptisma βάπτισμα(έκ τού βάπτω
baptiser βαπτίζω battezzare bautizar baptize Baptisterium
=βυθίζω είς ϋδωρ)
baptistere βαπτιστήριον battisterio baptisterio baptistery
( " Ι δίας ρίζης καί τό ϋφασμα
anabaptisme κ.Ο . . . . "βατί στα" bat i ste, bat i st a,
bat i st κλπ. , έκ τού όνόμα-
τος Bapt i st e, Βαπτι στής,
τού κατασκευαστού. )
ΒΑΑΒΑΑΕ βάρβαρος, barbaro bcrbaro barbarian Barbar barbarus βάρβαρος
σκληρός Barbarei
("βάρβαρος ούκ έπί
barbarie βαρβαρότης barbarie barbaridad
έθνους, άλλά έπί φωνής
barbarisme βαρβα- barbarismo barbarismo barbarism Barbarismυs
έλ αβά νε τ" -Στ Βυζ. ·
[ρισμός
"άγνώτα φωνήν
barbaresques βάρβα- barbarico barbarico barbaric barbarisch
βάρβαρον" -Αίσχ-)
[ροι barbarize
barbariser βαρβαρίζω barbarizzare
BARDOTήμίονος μικρός bardotto al-barda bard
βάρδος.ύποζύγιον
(βαδίζον άργά) , βάρδιον
"Με α' σνθ. ''βάρος'', ώς:
baresthesie baricentro
βάρος
barometre barCetro barόmetrο barometer Barometer
βαρόμετρον
barometrique barometrico (barόgrafο) barometric barometrisch
BARQUEλέμβος barca barca barque, bark Barke barca, barica
βάρις=ποταμόπλοιοv
berge πλατύ πλοίον (barquero) barge
"άπικνέεται ές έκάστην
embarquer έπιβιβάζω i mbarcare embarcar
πόλιν β
ά
ρις" Ηρόδ.
embarcation έπιβίβασις i mbarco embarco embark (Ei nschi ffung)*
(ετ. βάρος)
barcaroIe κ. Ο . . . barcarola barcarola barcarole Barkarole
(άντιδ. : βάρκα, μπαρκάρω)
*
ετ. έν +σκάφος
ΒΑΑΟΝ βαρώνος barone barόn baron Baron Μεσφ τού φραγκ. βάρος, βάρημα βαρείας
baronnage βαρωνία baronia baronia baronage (baronisieren) baro."barone": =ίσχυρός. "barones graeco
baronata νarόn όρρεν . . . . αρχικώς έδήλωνε nomine, fortes ίπ /aboribus"
πανουργία varona θήλυ τόν ύπάλληλο ό -Isidori EtymoIogica-
varonil ίσχυρός όποίος είσέπραττε
πρόστιμα, βάρη.
ΒΑΑ "μπάρ" barra μοχλός barra bar Barre Barra, μεσψ τού
μάρρα=έργαλείον σιδ.
barre ράβδος μεταλλική barriera barrote barrier Barriere βασκικού marra
μάρρον =σκαπάνη
barrage φραγμός marra δικέλλα barricade Barricade =οριον, τέρμα όρι-
μάρπτω=λαμβάνω είς χείρας
barrer κλείω όδόφραγμα ζόμενον δι· έμπή-
[το bar =ποτοπωλείον, έκ
ξεως πασσάλου.
τής διαχ. ράβδου μεταξύ
"Αλλά καί στά έλλη-
πελατών καί ταμείου.]
νικά -''γκρεκάνικα''
[embargo =θέτω έμπόδιον].
τής Κ. " ιταλίας,
varra =σιδηρά
σκαπάνη.
262
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Διάφ. μέ a' σuνθ. bary- βαρύ. . .
barymetre βαρύμετρον bari metro (bari sfera) Barometer βαρύμετρον
baryton βαρύτονος bar1tono baritono baritone Bariton βαρύτονος
baryum βάριον Κ. ά . . . bario bario bari um Baryum βάριον
BASE βάσις base basa basis Basis basis βάσις
baser βασίζω basare basar basieren
basilaire θεμελιακός basilare basely
basi que βασικός basico basico basic basisch
embasement θε- basamento basamento basement (έν)± βάσις
base-bal l : [μέλιον
basicidad
δηλ. "balle a la base"
βασικότης (άντιδ. : μπάσσα,
καί τό bas =χαμηλός' basso Bass bassus =χαμηλός μπάσσος, μπάζα)
εκ τού basis, με τήν ( πρβλ .. βαθύς, βάσσων)
έννοιαν αύτού πού
είναι χαμηλά, πλησίον
τής βάσεως, (Κ. ά .. .)
BASI LQUE: 1) μητρο- basil ica basil ica basilica Basilika basi l i ca βασιλι κη
πολιτικός z, βασιλικός
basilico basilisc όφις
basi l i c βασιλικός ,φυτόν,
(basi l i sco) Basi l i kum βασιλικός
BASIN υφασμα λινοβάμ- bambagi ne bombasi ne bomby βόμβυξ
[βακον
BASTE άρκεί
basta! (προστ. baste bastion basta! bastum έκ του βαστάζω
bastant άρκετόν τού bastare bastante έπαλξις Bastei έπαλξις ράβδος, σάγμα
bastion προμαχών άπό τήν έννοι α =άρκετά
bastionner όχυρώνω τού βάρους πού
basti ngue θωράκιmς άντέχει τό
έξ ού BastiIIe =Βαστίλλη σάγμα)
baster bastare bastar baton
baton ράβδος bastone bastόn 10 bastinade
batonner ραβδίζω bastonare bastonear bastinade (άνπδά�: μπαστoύ�
bastonnade ραβδισμός bastonata bastonazo basting μπάσκα)
καί basque ì , Kράσnεδoν bastione
¯; μέρος ενδύματος πού
προπύργιον (Basken-
"φουσκώνει"
mϋtΖe) πηλήκιον
ΒΑΤσάγμα, σαμάρι basto basto bat ράβδος
batier σαγματοποιός bastiere bastidor basting ¯ bastum βαστάζω, βάσταγμα
bater σαμαρώνω i mbastare bastir - [=ραβδισμός βαστακτης ^ άχθοφό-
batard νόθος (γεννη-
bastardo bastardo bastard Bastard [ρος
[θείς είς στάβλον)
(άνπδ. : μπάσταρδος)
ΒΑΤΕΑυπλοίον
battel lo bote λέμβος boat ΒοοΙ (έσψ του παλ. βαστάζω¯ έγείρω,
batelier πορθμεύς
bastl mento άγλο bat) ύψώνω ( πρβλ. καί τήν
ίδίας ρίζης:
πλοίον εκφρασι "κτίζειν πλοία")
batir κτίζω
i mbastire embastar
batiment οίκοδομή Κ.ά.
BATHYSCAPHE
batiscafo batiscafo Bathyskaph βαθυσκάφος
bathymetre
batimetro batimetro Bathymeter βαθύμετρον
bathysphere
bathysphere Bathysphare βαθύσφαιρα
bathypelagique Κ.ά ..
βαθυπελαγικός
BATRACI ENS βατρα-
batraci batracii batrachoid βατραχοειδης
[χοειδή
ΒΑΠHΕκτυπώ battere batear batter (Klopfen*) batuo =πατάσσω πατάσσω
batai l le μάχη
battaglia batalla battle Debatte παταγέω, παταγή'
bataillon τάγμα battagli one batallόn battal i on Bataillon "καλά δή παταΥείς"
.
batterie μπαταρία batteria bateria battery Batterie
·(έτ. κόλαφος)
batte κόπανος debate συζήτη- (άνπδ. : μπατταρία)
battage άλώνισμα [σι ς
de-battre συζητώ Κ.ά.
di batto
debate
BAUME βάλσαμον. balsamo balsamo bal sam Bal sam balsamum βάλσαμον
παρηγορία (έτ. βάλλω είς)
embaumer βαλσαμώνω i mbalsamare embal samar Ιο embal m ei nbalsami eren
embaumeur βαλσα- i mbal samatore
[μωτής
embaumement i mbalsama- embal mend Ei nbal samierung
βαλσάμωσις zi one
263
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝ| κον
ΒΕΑΤ μακάριος beato beato beatitude beo =εύφραίνω, ¨βέω'' βέομαι=θά ζήσω,
καί πολλά παράγ. εύτυχής όλβιότης αύξάνω θά εύτυχήσω, θά αύξηθώ
BECH QUE βηχικός bechi co bechicus βήξ, βηχός-βηχι κός
ΒΕI GΕάβαφής έκ τού ίταλ. bambagi a ¯ beige βάμβαξ (άντιδ. μπέζ)
βάμβαξ
BEΙΙ QUEUX πολεμικός bel l i coso bel i coso bel l i cose bel l um πόλεμος πάλλω κραδαίνω
bel l i gerent έμπόλεμος bel l i gerante beligerante bel l i gerent (κατ' αλλους, τό τό όπλον, πρό τής
bel l i cisme κ. α . . . bel l i ci smo bel i ci smo bel l um έκ τού βολης. "βάλλω τόξον,
debel ar νικώ duel um, δηλ. ξίφος". "βαλου =ρίψε"
διμαχία, έκ τού ( πρβλ. βέλος)
δύο¯duο)
BENTHOS, benthos βένθος -βάθος
benthographe
ΒΕΑΕΤ i berretσκούφος berretto bi rrete bi retta bi rrum =είδος πυρρός=κοκκινωπός
bourgeron χιτών έργα- μανδύου, άρχικώς (έκ τοΟ πΟρ)
[τών χρώματος πυρρού (άντι δ. : μπερές,
barrette σκούφος, μπαρέττα)
"μπαρρέττα" ,
β
λ άνάλυσιν ε
Ι
ς Είσαγωγήν,
BERGER ποιμήν, brebis vervex κριός Fαρήν, Fαρνός +έρ�ος
άμνάς
ΒΕΑΥΙ βήρυλλος beri l l o beri l o beryl Beryl l beryl l us βήρυλλος(όρυκτ. )
besicles όμματοϋάλια
ΒΕΤΑ =άκτίνες Β beta beta βήτα
betatron, betatherapie
ΒΕΤΕ ζώον bestia bestia beast Bestie besta, bestia βαστάζω=έγείρω,
bέΗίsse άνοησία bestiale bestiaI bestiai besti al i sch αλογον, ζώον κουβαλώ
hebeter άποβλακώνω άνόητος
βαστακτης=άχθοφόρος
κ. α . . . καί μεταφορικώς φορτίον
BESOGNE δουλειά bi sogna (bi soferi a busi ness μέσι φραγκ. bisia βιόTlον¬μικρόν είσόδημα,
besoin άνάγκη, πενία bi sogno άπειρία) βι ώσι μος: όν πρέπει τις
(bisofo) (Κατ· αλλ ους έκ νά διέλθη έν τή ζωή.
τού obsoni um- όψώνιον)
ΒΕΠΕ, blette σέσκουλο bietoIa bledo beet Bete bl i tum βλίτον
betterave τεύτλον bietoIone βλάξ beet Beete (έν τψ Μουνιχιωνι σπεί-
(έξ 00 barbitourique = ρεται σίκυος, βλίτον.)
βαρβιτουρικόν, έκ τού ·Θεόφραστος·
betle+uree=ούρίνη)
BEURRE βούτυρον burro butter Butter butyrum βούτυρον
beurrerie βουτυρο- burraja butteractory
"ΤΟ μέν π/ον του γάλα-
[ποιείον κτος, δ βούτυρον καλέ-
ουσι " -1 πποκράτης-
BIAIS λοξός bieco bi as epikarsius Λεξικόν Larousse:
biaiser λοξοδρομώ (apostatize) "sans doute emprunte
au grec" (άναμφιβόλως
δάνειον έκ τού έλληνικού:
'επικάρσι ος°=πλάγιος)
ΒΙ ΒΙΕ βίβλος Bi bbi a Bi bl i a Bi bl e Bi bel bi bl i a βί βλος
bi bl ique βιβλικός bi bI i co bi bl ico bi bl i cal bi bl i sch
Λέξεις μέ α' συνθ. biblio- βιβλι ο-
bi bl iographie bi bI iografia bi bl i ografia bibIiography Bi bl i ographie βιβλι ογραφία
bi bl i omani e bi bl i omani a bi bl i omani a biblίomania Bi bl i omani e βιβλι ομανία
bi bl i ophi l i e bi bl i ofi I i a bi bI i ofi l i a bibliophiIe bi bl i ophi l e βιβλιοφιλία
bi bl iotheque bi bl i oteca bi bl ioteca Bi bl i othek βι βλι οθήκη
bi bl iothecaire bi bl i otecario bi bl iotecario Bi bl i othekar βιβλι οθηκάριος
bi bl iotheconomi e bi bl i oteco- (bi bli opoIa) βι βλι οθηκονομία
bi bl ίotechnie κ. α . . nomi a βιβλιοτεχνία
bi bl iolathrie βιβλιοπώλης
BIC
E
PHALE bicefalo bicefalo bicephalous * Zwei-Kopfig δικέφαλος
(έκ της ίδίας ρίζης) *(zwei έκ τού δύο)
264
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΒΟΤΤΕ μπόττα botta
Ιπιθανόν καί έκ τοΟ ποος άραβ. but) έκ τού βυτίον, βuτίνη.
b|don βυτίον botte
bidone
BI
E
RE φέρετρον bara
feretro bi er Bahre
(μέσψ τού φραγκ. φέρω,φορείον
bera)
BI GAME δίγαμος
bigamo
bi gamo bi gami st Bi gamie
δίγαμος
bigamie διγαμία
bi gami a
bi gami a bi gamy
BI GOT θρησκομανής
bi gotto
bigote μουστά- bigoted bigott
Βλ. άνάλυσιν παρόντος
b|goter|eθρησκολη-
bigotteria
bigotera [κι bigotry Bigotterie
λήμματος είς Είσαγωγήν
[ψία
(έννοιολ. όρκος
b|goud|τσιμπιδ. μαλ-
μυστακοφόρων)
[λιών
ΒΙ ΙΕχολή
bi I e
bi I i s bi I e GaI I e
b| | | s=χολή χολή, χόλος
b| | | a| reχολικός
bi I i ari o
bi I i ari o bi I i υs
· Επίσης: bί nόme, monome, trinome, polynome κλπ . . ( Αλγεβρικά)
Λέξεις μέ α' συνθ. b|o.. βιο... (βί ος)
b|och| m| e
bi ochi mi ca
bi oqυi mi ca bi ochemi stry Bi ochemi e
βιοχημεία
b|ograph|e
bi ografia
biografia biography Biographie
βιογραφία
b|ographe biografo
biografo biographer biographisch
βιογράφος
b|o|og|e
biologi a
biol ogia bioIogy BioIogie
βιολογία
b|ométr|e
biometria
biometria biometry (Biotopia)
βιομετρία
b|ops|e
biopsia
(bioscop) Biopsie
βιοψία
b|osphère
biosfera
Biosphare
βιόσφαιρα
b|osynthèse
(bioritmo) βιοσύνθεσις
b|otechn|e
(Si mbiosis) Biotechni k
βιοτεχνία
b|othérap|e . κλπ . .
bioterapia
(caIobiotica)
βιοθεραπεία κλπ.
(+b|ogéograph|e)
(biodynamica)
BIS δίς
bi (s)
bis
b|s δίς
b|sserμπιζάρω (+biser) bissare (άντδ. : μπίζ, μπιζάρω)
ΒΙΑΜΕΑκατακρίνω
biasi mare
bIamieren
b|astemare
b|ãmab|eάξιόμεμπτος
biasi mevoIe
bIasfemabIe
έκ τού
b|ãmeμομφή
biasimo
(bI asfemi a) bI ame BI amage
b|asphemo¬ βλασφημώ (έτυμολ.
καί b|asphèmeβλα-
bestemmi a
bIasfemo bIaspheme Lasterυng
βλαβερόν φημί)
[σφημία
Iastern
b|asphémerβλασφημώ
bestemmi are
bIasfemar bIasphame Iasternd,
b|asphémateurβλά-
bestemmiatore
bIasfemador bI asphemoυs bI asphemi eren
[σφημος
BLANC λευκός
bianco
bIanco bIank, bIeich
έκ τού a|bus ¬ άλφός=λεuκός
b|ancherλευκαίνω
i mbi ancare
bI anquear Ι bIanch άστραφτερός
λευκός (βλ. καί λέξι aυbe)
b|anch|ssageπλύσις
(bianchezza)
(bI ancura) bIanching (BIasse λευκό-
b|anch|sseuseπλύν-
λευκότης
της)
[τρια
b|anch|sser|eπλυν-
bI anqυeci mi e BI ei ch
[τήριον
Διάφ. λέξεις μέ α' συνθ.
b|asto . . .
βλαστο. .
καί b|ennorrag|e,
(έκ τού βλαστός,
b|éphar|te(ίατρ. όρ.)
βλαστάνω, βλέννα)
BL
E
σίτος
μέσψ τού φραγκ. βλαστός,βλάστη
b|at|er σιτοπώλης
b|ato)
BL
E
SER ψευδίζω
bIeso ψευδός b|aseus=τραυλός βλαισός =στρεβλός
b|és|téψελλισμός
(α' έννοια στρεβλός στά πόδια, κατόπιν
b|ésementψευδισμός
στρεβλός στήν γλώσσα)
BLESSER πληγώνω ferire* heri r* Ι wound* ver-wunden*
μέσψ φραγκ.
πλήττω,βλής, βλητός =
b|essureπληγή ferita herida
pIague PI age, Wυnde
bIetjane
βεβλημένος, βάλλω.
Wυnder θαΟμα
παλ. Γερμ. b|e|za
* Τό ίσπ. καί ίταλ. έκ τού
κατα-φέρω κτύπημα.
Τό άγγλ. κσί γερμ. έκ τού
ουτάζω=πληγώνω
26b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΒΙΕυκυανούς azzurro' azul* blue Bl au, (μέσψ παλ. πελιός,πλεFός^
(έκ τού βυζσντ. Bl aue γερμ. b|acwe) κυανόφαιος
"λθ λαζαριoς") ( άντιδ. : μπλέ, μπλάβος)
0LDU5£, b|ouson bl usa blusa blouse Bluse (μέσψ φραγκ. βλήδην =ριχτά βάλλω:
χιτωνίσκος, "μπλούζα" b|ouse) μέ τήν είδικώτερη σημασία
''ίχνω
τ
έπάνω μου"
0DCALβαυκαλίς, φιάλη boccale bocal bottle bauca||s βαυκαλΙς=είδος φιάλης
(άντιδ. : μπουκάλα)
0D£UF βούς bue, bove buey beef bos βούς
bov|dé βοοειδής (bύfalο) bovine
bouver|eβουστάσιον bovile boyera
bouv|erβουκόλος Κ.α . . bovaro boyero bovarius
0D|5δάσος, ξύλον bosco bosque bush θάμνος Busch boscus βοσκεών. ό τρέφων
bosquet,bocageόλσος bosquetto boscaje boscage κυριολεκτ. ("βόσκει γαία . . ")
bouquetσυστάς δέν- boscoso boscoso bosky buschig τόπος βοσκής βοσκη =τροφή,
δρων boscai uol o emboscada bouquet Bukett βοσκός
bucheron ξυλοκόπος boschivo ένέδρα "μπουκέτο" Βϋschel ( άντιδ. : μπουκέττο)
bu|ssonθάμνος δασόφυτος
bouchonπώμα Κ.α ..
ΒΟΙ ΑΕπίνω bere beber +potar b|bo πί ω,πίνω,πώνω,
buνab|e,potab|e, potabile potable potable ποτόν.
πόσιμος bevitore, potation πόσις (άρχικώς πί Fω)
buveurπότης beone bebedor
bo|ssonποτό, pot|on bevanda, bebida, potaje
beuver|eοίνοποσία pozione beverage
κσί b| beron, bi bita
| mb| berέμποτίζω abbevare empapor i mbi be ab+b|bo άπό+πίFω
abreuνer,ποτίζω abrevar
ΒΟΙΤΕκυτίον box Βϋchse bux|da, πυξΙς
bousso|eπυξίς bossolo brujul a buxus ( έτ. πυκάζω =καλύπτω)
καί bo¡terχωλαίνω, bussola brujulear
(άντιδ. : μπούσουλας)
bo¡teuxχωλός, μέ (bussoloto
μέ τήν εννοια ύπάρξεως κύπελλον)
κουφώματος εΙς τά όστά
Κ. α.
ΒΟΙκύαθος (+χάπι) bola bowl (έξ ού bo| us=βώλος βώλος & βόλος
(έξ ού bolero) bowl i ng)
0DLCM£V| 8"μπολσεβί- bolsevico (κ. ο. κ . . . όρος διεθνής) πλεός =πολύς.
κος", δηλ. ό άνήκων είς
πλειοψηφίαν
BOL| DEβολΙς bol ide bόl ί dο bol i de Bol i de bo||s¯ βολίς βολΙ ς- βολίδος
0DV0ANC£εύωχία bombo πότος bombus βόμβος
ΒΟΜΒΕ βόμβα bomba bomba bomba Bombe bombus βόμβος
bombarderβομβαρδίζω bombardare bombear to bomb bombardieren (πρβλ. "βαβούρα")
bombardement βομ- bombarda- bombardeo bombardment Bombardement
[βαρδισμός mento (bombi l l a) (bombast) (Bombast)
bombéκαμπύλος Κ.ό . . . σίφων στόμφος
ΒΟΜΒΥΧμεταξοσκώληξ bombice bombasi bombyx
βόμβυξ
ΒΟΝ, ΒΙΕΝκαλός, -ώς buono, ben bueno, bien gut* guot* bonus, έκ πσρσ- δυνατός, σίολ. δυνοτός,
bontéάγαθότης bonta bondad bonus φθoς τού duonus δηλ. ίσχυρός, άκμαίος
bonasseόκακος bonario bondadoso φιλοδώρημα δηλ. καλός, άνδρείος ("bonum etiam ΡΓΟ forti
bonaceνημεμία bonaccia bonanza bonanza (όπως τό "duel l um" di ci t" -Etymo/. /sidori-)
bén| rεύλογώ benedire bendecir Ι benefit benedeien εγινε bell um). δηλ. τό bonum, προσέτι,
bénéd|ct|onεύλογία* benedi zione benedίcίόn benediction *bonus+dire (βλ. λ. περί τού δυνατού λέγει.
bénéf|ceόφελος* benficenza bonificar benefaction dire, bonus+fio
bénéνo|eεύμενής* benevolo benevolo benevol ence (Φύω) bonus +νοlο
bonbon,bonbon|ère bomboni era bombonero bonbon Bonbon (βόλομαι)
º66
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ίδίας ρίζης: bel l o bel l o, bonito bonny, bonne Belle . . Εκ τού bonus, τό Πρβλ. δροι όν=καλόν
beau, belle ώραίος, -α bel l eza bel l eza beauty ώς α' συνθετικόν dwenolos καί (άντιδάνεια: μποναμάς,
beaute καλλονή άργότερα bel l us μπουνάτσα, μπομπο-
καί τό: τό όποίον άντικα- νιέρα)
beaucoup ;πολύ, τέστησε τό
με την έννοια δυνατό pulcheL' ;ώραίος
(beau +COUp ; (pulcher, έτυμ. έκ
κτύπημα, έκ τού τού "πολύχρωμος")
κόλαφος, colpus)
0DND|Hσκιρτώ Ι bound bombito βομβώ
bondi ssement σκίρ- bond
bond Κ. α . . . [τημα
0DH0DHYCM£ borborigmo borborigmo βορβορυγμός
0DH££βορέας borea bόreas Boreas boreas βορέας(Βορέας: υίός
boreal βόρειος boreale boreal boreal Άστραίου καί Ήοϋς)
(hί Ρerbόreο)
0D5THYCN£ βόστρυχος
ΒΟΤΑΝιουΕ βοτανικη botanica botanica botanic Botani k βοτανiκη
botanologie βοτανο- botanologia (botanista botany (Botaniker (βοτάνη έτ. βόσκω)
[λογία βοτανολόγος) βοτανολόγος) βοτανολογία
0DUCτράγος becco (cabrio έκ τού Bock bos βούς
bοucher κρεοπώλης κάπρος) butcher bucula βούκος=γελαδάρης
κλπ.
0DUCN£στόμα bocca boca (mouth* Mund* bucca βύκτης =φουσκωμένος
bouchee μπουκιά boccone bocado έτ. μασσώ) (Κατ" δλλους έκ "6vεμοι βύκται ".
ρίζης -bhag-, έκ βύω="μπουκώνω"
τού φαγ-ητόν)
"Τό στόμα έπιβύσας"
Πλο
ύ
τος
:
¯
ü-
(άντιδ. : μπουκιά,
μπούκα, μπουκάρω)
0DUL£σφαίρα bal l a bolo bal l Bal l bulla ;βόλος βόλος (έκ τού βάλλω)
boui l l e σφραγίς bol lo σφραγίς bola ψεύδος ( πρβλ. βουλώνω)
boulier όβαξ bolear βάλλω
καί boulanger άρτο- bοlόn
ποιός, αύτός πού κάνει όγκόλιθος
βόλους άπό ψωμί
boulon σφήνα bul l one
boul ot όλοστρόγγυ- (bol ometre)
[λος
0DUL£VAHDλεωφόρος . . . . . bul evar boulevard Boul evard Μέσψ γερμαν.
(έκ τού baΙk;δοκός, (baluardo (bul wark bal k ¬ ¯ Fάλκαρ, άμuντήριον
φρόγμα +werk ;έργον. προμαχών) προπύργιον) Werk - ¯ (F)έργον
Όχύρωμα ά1χώμα &
δοκούς. Αργότερα
άπέκτησε καί τήν
έ ννοι α " δενδροΦύτευ-
μα", καί συνεκδοχικώς
"λεωφόρος" με δενδρο-
[στοιχία)
0DUL| M| £βουλιμία bul i mi a bul i mi a bul i mi a Bul i mi e βουλιμία(βοϋς +λιμός)
boul i mique βουλιμικός boul i my
0DUDU|N βιβλίον buccia (fuina ίκτίς) book βιβλίον Buch fagus φηγός- φαγός
bouqui nerie βιβλιοπωλ. φλοιός book + . . . buch + . . . φηγός, όξυά έννοιολ. έκ τού φλοιού της
bouqui niste παλαιο- bookish μελε- bucchen έγγρά- φηγού, όξυας, πού χρησί-
βιβλιοπώλης, κλπ ..
[τηρός [φω μευε ώς ύλικόν πινακιδίων
beech φηγός, Buche γραφης. ' Όθεν, "βιβλίον" -
[όξυά "περιελών δρυός φλοιόν
ένέγραψε γράμματ α".
,Πλουτ Πύρρος ',
9DuH9£,bourbi er βόρβορος
βόρβορος
bourbi l l on πύον
"barboter" σημαίνει "ταράσσω τόν βόρβορο", έξ ού τό "μπαρμπούτι".
267
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
9DUHCκώμη borgo burgo bourg Burg πύργος burgusφρούριον πύργος(επαλξις)
bourgeo|sάστός borghese burgues bourgeois Berg όρος
"
πυργήρης κώμη
"
faubourgπροάστειον sobborgo (burgomaestre) faubourg Βϋrger πολίτης "έν τοίς πύργοις τών
Κ. Ο . . δήμαρχος τειχών" ¨Θοcκcδ. ¯
"πύργωμα" =πόλις τειχι-
[σμένη
9DUHL£, burle άστεϊον burl a burl a είρωνία (μέσψ τοΟ μωρολογία
bur|esqueγελοϊος burlesco burl esco burl esque ίσπανικοΟ bur|a) ( πρβλ. μούρλα, βοΟρλο,
burlare περι- burl ar βουρλισία)
[γελώ burl ador άπα-
burl etta άστεί- [τεώl
[σμός μωρολόγος(μουρλός)
burl one burl όn χλευα-
γελωτοποιός [στης
9DUHHA5GU£θύελλα burasca borrasca boreas βορέας(βλ. καί λ. boree)
ΒουΑΑΕγνάφαλον, έριον (gnafal i o) έκ τού burra | a|1a πυρρόμαλλί
έξ αύτού bourre|et =τούέπιθ. burrus πυρρός
προσκέφαλον = (έπίθετον ούσιαστικοποιηθέν)
bourre||erσαγματοποιός
bourrer, bourre|er
κακοποιώ *άντιδ. : "μπόγιας"
έξ ού boureauό δήμιος (boia, έκ τοΟ' burden Βϋrde =φορτίον
άκόμη: bourréeδέσμη βοείη =δορά) φορτίον
bourradeέπιτίμιον
bourrageγέμισμα
τυφεκίου
bourruδύστροπος burdo άγροϊκος
9DUHH| 0U£όνος borrico βρι κός=όνος (Ησύχιος)
9DUH5£1 ) βαλλάντιον borsa bolsa bourse Borse bursa =βύρσα βύρσα =δέρμα, ασκός,
(&τό bοrsa=περιεχόμενον) bolsico τσέπη & burse βυρσίς (έννοιολ. : βαλ-
z, χρηματιστήριον bolsista χρημα- λάντιον έκ δέρματος).
[τιστης τσακώνικα, λέγεται "πούρ-
bours|erύπότροφος borsaiolo σα". βύρσα=πουγγειον
débourserπληρώνω κλέπτης
rembourserέξοφλώ ri mborsare reembol sar
(Ή έν Bruges οίκία τών χρηματιστών τής Έσπερίας είχε στην
Κ.Ο . .
έξώθυρα, ώς διακοσμ. στοιχεϊον, τρία άνάγλυφα βαλλάντια) .
9DUTAHCU£αύγοτάρα botarga botargo αυγοτάραχον
[χον
9DU1£|LL£φιάλη botti gl i a botel l a bottle Fl asche, but|cu|a,butt|s= βυτίνη
η
πυτίνη =φιαλη
emboute|||erέμφιαλώνω botti gl i ere embotel l ar bottl i ng Pul l e (άντιδάν. : μποτίλια)
bou| | | e, δοχεϊον κάπηλος borrachera
μέθη
ΒουτιουΕ κατάστημα bottega botiga bodega apotheca άποθήκη
(έκ τού apoteque ¯ botica apothecary's Apotheke
άποθήκη =φαρμακεϊον) φαρμακεϊον
ΒΟΧ θεωρ. θεάτρου box box θήκη Βοχ pyx|s πυξίς, πύξος
boxonπορνεϊον
ΒΟΧΕ πυγμαχία boxe boxeo box Βοχ πύξ=δια της πυγμης
boxerπυγμαχώ boxear to box boxen "πύξ μέν ένίκησα . . ¨ Ίλιάς
boxeurπυγμάχος pugi latore boxeador boxer Boxer "πύξ έχω τούς δακτύλους"
�Ί
ππ.-
πύξ, έκ τοΟ πτύσσω, πτύξ .... πύξ.
"συστρέφουσιν είς γρόνθον τής χειρός
τούς δακτύλους οί πυγμάχοι".
Λέξεις μέ α' συνθ. βραχυ. . .
brachy . . βραχoς
πχ brachΥcεφha|e brachicefalo braquicefalo brachycephalίc βραχυκέφαλος
brachyptère (brachil ogia) (braquipnea) (bracygraphy) βραχύπτερος
brachysomeΚ. Ο. (braquicero) (brachyl ogy).
βραχύσωμος
βραχυλογία ...
268
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Λέξεις μέ σ' σuνθ.
brady . . . βραδύς
Π.χ. bradycard|e
bradicardia
βραδυκαρδία
bradypeps|eΚ.ά. bradipepsia
bradipepsia
βραδυπεψία
ΒΑΑΙΕσπάργανον brache
braga breeches βράκος =πλούσιον
bragu|erέσώβρακον περισκελις
frock φράκον γυναικεΤον ένδυμα
bragueσχοινί braca σχοινί
braguero braiI (ΣαπΦώ άπόσπ z:;
embrayerΣναρμόζω
embragar bracket bracken Fράκος=λωρίς ύφάσμ.
débrayerάποσυμ-
κοχλός άποχωρίζω
πλέκω Κ.ά.
0HA| 5£άνθρακιά brace
brasa braise Braten ψητό ν brasas^ βράσις
braseroπύραυνον brasare
brasero brasier braten ψήνω =κάρβουνα
bras|erπυρά (pi ra)
(pira) Bratofen (aντιδ. : "μπριζόλα". πρβλ. και τό έλληνικόν:
brasser|e
brasserie φούρνος "τά δέ όπτά κρέα καλείται φ
λ
ΟΥ
ίδες"
.)
ζυθοπωλείον
Brauer ζυθο- (Α θή ν. Δειπν. 14, 72)
brés||ξύλον δάσους brasiIe
brasiI [ποιός
έρυθρωπού έξ ού
0ras| | , Βραζιλία
0HANCM| £5βράγχια branchia
branquia branchise Branchie βράγχια
branch|a|βραγχιακάς
branquiaI branchiaI bronchi aI
branch|opodes
(tetrabranquiaI) branchiopod
βραγχιόποδα
BRASβραχίων braccio
brazo arm* Arm* bracch| um βραχίων, βράσσων
brach|a|βραχιόνιος bracciante
bracero έργάτης Armer χειρις ¯armus (aντιδaν.: μπράτσο)
brasseόργυιά braccio
braza Armel ange * έκ τού άρμός^aρθρωσις
brasserάναταράζω
bracear ώμοπλάτης
brace|etβραχιόλι braccialetto
brazalete arml et Armband
braquerόδηγώ +braceiet
embrasserάγκα- ambracciare
abrazar embrace (umarmen) (έν ¬ βραχίων)
[λιάζω BrezeI** •• (έκ τού σχήματός του: 2βραχίονες συμπλε-
bretze|κουλούρι** κόμενοι)
0HAV£γενναίος bravo
bravo brave brav barbarus βάρβαρος
braverάψηΦώ bravare
bravear Ι bravery barbaricum = βαρβαρικόν
bravoureάνδρεία bravura
bravura bravery Bravheit πολεμική κραυγή (άντιδάν . . : μπράβος,
bravadeθράσος Κ.ά. , bravaccio
bravata bravado Bravourstϋck (barbus-bravus) μπράβο
!
, μπάρμπας,
άκόμη καί τό barbe ¬ barba (γένεισ, καί θειος,μπάρμπσς έννοιολ. : ό τρέφων γενειάδα) μπαρμπέρης)
γενειάς
0H£CM£ρωγμή breccia
brecha break ρήγνυμι Bresche & (F) ρήγνυμι
Bruch
ΒΑΕυ|ι λόχμη, ύγρόν brolo
broza σάπια brook (μέσψ γαλατικού
δάσος λαχανόκηπος
φυτά ρυάκι broga) βροχη
0H£Fβραχύς breve
breve brief Brevier brev|s βραχύς
br|évetéβραχύτης, brevita
brevedad brevity &
συντομία
briefness
brevetπτυχίον brevetto
breveter άπονέμω brevettare
πτυχίον
brév|a|reσύνοψις breviario
breviario breviary Brevier breviarium
κσί brimborion,
εύτελές τι
abrégerσυνοψίζω Κ. ά. abbreviare
abreviar abridge
ΒΑΙ ΙΙΕΑλάμπω bri l l are
bri l l ar bery||us βήρυλλος(πολύτιμ. λίθος)
br|||antλαμπρότης, bri l l ante
bri l l ante bri l Iant Bri l l ant
άδάμας
bri l l antez Bri l l e ματογυά- (άντιδάν. : μπριγιαντίνη)
briIIantine Κ.ά.
πολυέλαιος [λια
bri l l o δόξα bri l I i ancy
0H| 5£Hθραύω
br|sa=στέμφυλα βρύτεα=στέμφυλα
brisoir κόπανος Κ.ά.
briso =συνθλίβω
0HDCοίνοχόη brocca
brocchus πρόχους=ε
ί
δος άγγείου
brocheόβελός brocateI l o
broche περόνη brooch Brosche
brocartυφασμα χρυ- broccato
(broqueta brocade (άντιδάν. : μπρόκολο,
[σοποίκ. bricco μπρίκι
σουβλάκι) μπρίκι, μπροσσούρα)
brochureφυλλάδιον broccolo
(brocha) broccoli
=κράμβη
brochure Βrοschϋre
269
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝ| κον
ΒΑΟΜΕβρώμιον bromo bromo bromine Brom βρώμιον
0HDNCM£βρόγχος bronco bronquio bronchia βρόγχος. ήτραχεία
bronch|teβρογχίτις bronchite bronquitis bronchitis Bronchitis βρογχίτις [άρτηρ. (Ίππ.,
bronch|a| βρογχικός Κ.Ο. (broncorrea) bronchial bronchi al βρογχι κός
0HDNTD5AUH£ brontosauro brontosauro brontosaurus βροντόσαυρος
0HD55£Ψήκτρα, "βούρ- - brocha brush Βϋrste brusc|a βρύσσος. είδος άχινού
[τσα"
0HU| H£βομβώ, θορυβώ brigare bregar Ι bruit rug|o¯ βρυχώμαι,βρύκω
bru|tθόρυβος briga brega bruit φήμη
bruyantθορυβώδης κλπ. brio ζωηρότης βρυχη =βρυχηθμός
καί έξ αύτού brigand brigante brig πάρων βρύχημα = άγρία φωνή
ληστής, στρατιώτης brigadier brigant Brigade ληστής
br|gade brigata ύποστράτηγος brigade ( άντιδάν. : μπριγκαντίνι,
br|gant|nδρόμων, βρί bri ganti no bergantin ταξιαρχία Brigg μπρίκι)
[κιον
0HUL£Hκαίω bruci are abrasar Ι burn brennen πρήθω=καίω
brûΙot|erπυρπολητής (brul otto πυρ- brulotero burner (Brander πυρ- πρηστηρ =κεραυνός
Κ. Ο . . . πολικό) πολικόν) (άντδάν. : μπουρλότο)
0HUV£ όμίχλη bruma bruma brumal (Nebel bruma=βραχυτά-
brumeuxόμιχλώδης brumai o brumoso brumus έτ. νεφέλη) τ' δλλος τύπος τύ
bruma| χειμερινός brumal e brevima
embrumer άμαυρώ i mbrunare έκ τού brev|s= βραχυς
embrumούρανός όμιχλ. brumar (bruma di es ¬ βραχυτάτη ήμέρα. δηλ. χει-
κλπ . . . μωνιάτικη, όμιχλώδης)
0HUNμελαχροινός bruno bruno brown braun φρύνος. είδος φαιοϋ
brun|rμαυρίζω Κ. α. bruni re στιλ- bruii r brownness braunen βατράχου
[βώνω φαιότης Φρύνη. ή γνωστή έταίρα,
λόγψ τού σκοτεινού δέρ-
ματός της.
ΒΑυτάκατέργαστος bruto bruto (βλάξ) brute Brut (έκτρωμα) brutus =βαρύς, βριθύς, βαρύς
bruta|άγροίκος, αξεστος brutale brutal brutal brutal αλογος (έτυμολ. κατά Ερρ. Οϋλεριχ)
bruta||téκτηνωδία brutalita brutalidad brutality Brutal itat βρίθω=ύπερισχύω, νικώ
bruta||serκακομεταχει- brutalizzare brutalize κυριαρχώ
[ρίζομαι brutish ( άντιδάν. : μπούρδα)
bruteκτήνος Κ.Ο . . . bruto bruto & burdo
ΒΑΥΟΝ βρύον (briol ogia) (briol ogia) bryony - βρύον
(bryology)
0U0DNβουβών bubbone buba bubo Bubo βουβων(λέξις όμηρ. )
bubon|queβουβωνικός bubboni co bubόnί cο bubonic bubonen βουβωνι κός
0UCC| N£βούκινον bucci na bocina (buccinator) buc|naέκ τού βοη+κάννα(δηλ. σωλήν +
bou+ cana βοώ
'
βλ. λ. canne)
0UCDL|DU£ bucol i co bucόlίcο bucolic bukolisch buco| | cus βουκολι κός
0UCHAN£βούκρανον bucranio (bugl oss) boucran|um βούκρανον
bup|èvre βούπλευρον βούγλωσσον boup|euron βούπλευρον
0UFFL£βούβαλος bufalo bύfalο buffalo Βϋffel bufa| us βούβαλος
0U| 5θάμνος, πύξος bosso boj box buxus =πύξος πύξος(ή άειθαλής),
bu|ss|èreθαμνότοπος bojedad θαμνώδες φυτόν
bu|sson 1) θάμνος z, Τό ξύλον τού πύξου.
z; μικρό δάσος πεξεών ¯ δάσος
0UL0£βολβός bulbo bul bo bul b Bol bus bu|bus βολβός
bu| beuxβολβώδης bulboso bulboso bulbous Ρί l Ζ μύκης
πιθανόν έξ αύτού καί τό bi gl ietto bi l l ete bi l let Bi l let
b| | |et=είσιτήριον
bu||eφυσαλίδα bul l one, bollo bul a bul l Bul l e bul l a
φούσκωμα
(άντιδάν. : βούλλα,
έξ ού: bou| | | | r=βράζω bol l i re (hervi r έκ τού Ι boi l Boui l lon μπουγιότα)
bou| | | on=ζωμός bol l i to θερέω) boi l i ng
bu||et|nψηφοδέλτιον bul l etta bul dero bul l et
270
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ εκ τούΕΛΛΗΝι κογ
0UH£μάλλινον ϋφασμα buratto burralana
bureau J)χαλάκι κόσκινο bureau ΒϋΓΟ (πυρρό μαλλί)
2)έπιπλον γραφείον
τοίέπιθburrus= πυρρός
bura||steέπιστάτης (bi rrus =μανδύας βέρρον, βειρόν,
γραφείου τραχύς) βίρροξ =δασύ
burocrat|e burocrazia burocracia bureaucracy Βϋrοkratίe
γραφειοκρατία Κ. δ.
burocrata burόcrata bureaucrat
ΒυΑΙ Νγλυφίς
buri no buri l buri n Bohrer έκτοί πείρω=τρuπω
(έτέκτοίγερμ.
τρυπάνιαν
"
τ
.
ή
τ
ριαί
νη
έπειρε . .
bohren)
bul i nare
bur|nerχαράττω
γλύφω buri l ar bohren τρυπώ
0UTYH£UX butirro butirico butyric boutterm βουτυρώδης
butyromètre
buttery βουτυροποιώ βοuτuρόμετρον
βουτυροειδης
3Y55U5βύσσος
bisso byssus byssus βύσσος
Ι
\ .
ι
Ι
Ι
Ι
! ί
Ι
"
ι
Ι
ι
ί Ι
Ι ί
Ι
Û
1
1
1
ι
Ι
Ι
Ι Ι
ΙΙ
Ι
Ι '
!
ι
Ι
ι
ι
ι
Ι
'
Ι
Categori e
Cri ti que
Cosmeti que
Cl asse, cl assi que
273
''Οι Έλληνες έχάραξαν ταν χάρτη της έννοιολογικης μας γεωγραφίας καΙ ωρισαν τΙς κατηγο
ρί ες βάσειτώνόποίωνταξινομούμετΙςάντιλήψειςμας. . . ¨
'Όλιβερ Τάπλι ν
¨ Πρώτοςό Διογένηςέφεύρετήνλέξιν κοσμοπολίτης. ΈρωτηθεΙς πόθενεtη, κοσμοπολίτηςέφη. . .
"
Παναγιώτης Κανελλόπουλος
" Χε ι ρ ο u ργ ί α (chi rurgie) έστΙ χειρών άτρόμων όξεϊα κίνησις μετ έμπειρίας έντεχνος πραξις
ένΙατρικήδιάχειρώνη όργάνωνπεριγινομένη.. . ¨
Γαληνού 'Όροι Ίατρικοί
¨ . ΚαΙ ταν ούρανόν, πρώτον·Πυθαγόραν· όνομάσαικόσμ ον . . . ¨ Διογένης Λαέρτος
¨Πυθαγόραςπρώτοςώνόμασε τήντώνόλωνπεριοχήνκόσμον, έκτηςέναύτψτάξεως¨.
Γαληνός, Περ. Φιλοσ. 44
¨Ή δεκρείττων καΙθειοτέραφύσιςέκτριώνέστί, τούνοητούκαΙτηςϋληςκαΙτούέκτούτων, όν
κόσμον Έλληνεςόνομάζουσιν ¨
Πλουτ. Ήθ. 373 F
' ' Οι Ρωμαϊοι , "κλάσε ι ς" κατά τάς έλληνικάς " κλήσει ς" παρονομάσαντες. . . καΙ τάς κλάσεις
άρχαϊονέκάλουν¨καλέσεις¨ .
Διον. ;λικ. Ρωμ. ;ρχ. 4. 18
"Οί λέξεις " κρι τι κη" καΙ "κρι τ ι κός" , ώς όροι φιλολογικοί , είναι άρχαϊοι έδήλουν ό, ΤΙ ήμεϊς
όνομάζομεν¨λογοτεχνικήν κριτικήν¨ . . . ¨ .
Ίωάνν. Συκουτρής - ΚΡΙΤ/ΚΗ
¨Ή λήψις καΙ προβολή κινουμένων εΙκόνων, όνομάζεται "κ ι νη ματογράφος" ¦c| némaIOg|aphe) ,
c| néma, c| ne, ki nO καΙμόνον οΙΣουηδοΙδενταόνομάζουνάπατΙς έλληνικες λέξεις κινώ +γράφω,
άλλά ταάποκαλοϋν "b| Og|aI" , δηλαδή πάλι άπα λέξεις έλληνικές. Ή Έσπεράντο ταείπε "C| nemO" .
ΚαΙμάλιστασόλητήνγη, μέχριτήνΊαπωνία,άκολουθούνταπαράδειγμα της Εύρώπης. . ¨
Δαμιανός Στρουμπούλης, Έφημ. Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ
•
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
9Α τοΟτο
ceούτος
CABANE καλύβη
cab|ne
καί cab|net,cabaret
CABOTER άκτοnλοώ
cabotageάκτοπλοία
CABR|OLEπήδημα
cabr|o|erπηδώ, cabrer
cabr|o|etέλοφρύ όχημα
cabr| έρίφιον, cabre
CACN£Hκρύπτω
καί πολλα παράγωγα . .
ΙΤΑΛΙ ΚΑ
cί ό
( πρβλ. "έκειό")
questo
(έτ. όστις)
capanna
cabina
cabi netto
cavo
cabotaggio
capriolo
σκίρτημα
capriolo
capro
(nascondo)*
CACHEX|Eκαχεξία cachessia
cachect|queκαχεκτικός cachettico
Λέςεις μέ α' συνθ. CACO
πχ cacograph|e
cacographe
caco|og|e
cacophon|e Κ.α.
CACTUSκάκτος
cactéesκακτοειδή
cacografia
cacografo
cacofoni a
cacto
cactaceo
CADASTREκτηματολόγιον catasto
cadastrer, Κ.α. catastico
CADAVREπτώμα
cadavéreuxνεκρικός
CADEAU δώρον
& cadet δευτερότοκος
CADENCEηchute
πτώσις, ρυθμός
chanceτύχη
έξ ού ac-c|dentάτύχημα
oc-c|dent δύσις
("πτώσις" ήλίου)
oc-cas|onεύκαιρία
σύμπτωσις
Κ.α. πολλα παράγ. καί
cadavero
cadaverico
(dono)*
cadetto
cadenza,
caduta
cadere πίπτω
accidente
occidente
occasione
σ. όπως Û =περίmωσις caso
CAD
g
NEάλυσίδα
(καί cha¡ne,
cadenasλουκέτο
catena
catenaccio
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
eso
este
cabafa
cabi na
cabo 6κρον
cabotaje
cabeza κεφαλή
cabriola
cabrioiar
cabriol e
cabra
(esconder)*
caquexia
caquectico
cacografia
cacografo
(cacosmia)
cacofoni a
cacto
cactaceo
cadastro
cadaver
cadaverico
(don)*
cadete
cadencia,
caida
caer πίπτω
accidente
occidente
οcasίόn
caso
cadena
cadeni l l a
CA|LLOUχάλιξ, έμπό
[διον
ca| | |otθρόμβος κ.λπ.
pietruzza gui ha
(έκ τού πέτρα)
& ghiaja
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
that
cabin
cabinet
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
das
di eser
Kabane
Kabine
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
ecce (έκ τού
en+ce)
|ste
capanna
έκ τού canaba,
καλύβη άπό
κάνναβον
27b
έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
έν- κε( κε = έκεί,
έκείνος)
όστις
κάνναβος. τό ποώδες
φυτόν
(αντιδάνεια: καμπίνα,
καμπινέ, καμπαρέ)
cape άκρωτήρι Kap άκρωτηρι caput=κάπυς
cabotage
κάπυς =πνεΟμα
κύβη = κεφαλή
( αντιδαν.: κάβος)
cabriole
cabriolet
(Ι hi de έκ ίΟύ
[κεύθω)
c;achexy
cachectic
cacography
cacophony
cactus
cactaceous
cadastre
cadaver
cadaverous
cadet
cadence
chance τύχη
accident
occident
occasion
case
(casual )
chai n
(bergen έκ
τού Fείργω)
caper= κάπρος
con+ago συν+ογωόθεν "κρύπτω"
* έκ του in+ab+cum+do, δηλ.
iv +6πο + σύν +δόω-δώ
Kachexie cachex|a καχεξία
Kachektisch
Kaktυs
Kataster
Kadaver
"ΨοΦίμι"
Kadaverge
horsam=
ή άπόλυτος
ύποταγή
Kadett
εύελπις,
δόκιμος
Kadenz
(fal l en, πίπτω
έκwύ σΦάλλειν)
Okzident
Kette
cactus=
cadaver=πτώμα,
θνησιμaιoν
(έτ. κακή έξις)
κακο . . .
κακογραφία
κακογράφος
κακολογία
κακοφωνία
κάκτος
κατάστιχον
κενέβρε|ος=1 ) νεκρός,
ίδίως έπί κτηνών
z) πτώμα :) θνησιμαίος
,Αριστοφ Όρνιθ ë:ë)
(πιθανόν καΙ έκ του cado=ninTW, όπερ έκ
τοΟ "κάτω", διότι καΙ στά γκρεκάνlκα τής Κ.
Ίταλίας τό πτώμα είναι "kata!aro" -κάτω Ι
+φέρω πρβλ. : πτώμα, έκ τοΟ πίπτω)
Ι
capitel l um ¬
κύβη, κάπυς(βλ. λ. cape)
=κεφαλάκι, έκ τού *έκ τού δόω, δί - δω
caput
cado¬ ρίπτω,
κατωθώ
ad +cado:
(κυριολ. σύμmωσις)
casus
έκ τού cado
catena
μέσψ τού γαλα
τικού cal i avo
(ca|)
κατωθώ, τό κάτω ρίπτειν
κατώγειος =ό έπί τοΟ
έδάφους
( αντιδάν. : κάζο)
κάθεμα =περιδέραιον,
έκ τού καθ' -ίημι
έκ τού χάλ-ι ξ
Στήν 'Άγρα Μυτι λήνης
"καγι ά" είναι τό χαλί κι .
276
ΓΑΛΛΙ
ΚΑ ΙΤΑΛΙ
ΚΑ Ι ΣΠ
ΑΝΙ
ΚΑ ΑΓΓ
ΛΙ
ΚΑ ΓΕΡΜΑ
ΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ
ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CAISSE κιβώτιον, ταμείον cassa caja cash Kasse capsa =κιβώτιον
κάμψα, κάψα=θήκη
caissier ταμίας cassiere cajero cashier Kassierer
έκ του κάπτω =έσθίω,
caisson δοχείον cassone cajόn συρτάρι chest kastchen
μέλλων κάψω.
encaisser είσπράττω i ncassare encajar Ι encash ei nkassieren ί π (έν) +capsa
ώς: "χωρη
τκή ο
ύ
σα τών
chas όπή βελόνης capsus μικρόν
έντιθεμένων έν αύτ".
chassis πλαίσιον κιβώτιον
καμψίον= δοχειον
capsuIe καψύλλιον capsul a capsul a capsule Kapsel capsella
(άντιδάν. : καψούλι,
cassette κιβωτίδιον cassetta Kassette
κάψουλα, κασέττα,
σασί) Κ.δ . . .
CALAME κάλαμος cal amaio (cal amar, ό (cal emar) Hal m καλάμη
κάλαμος
μελανοδοχ. ίχθύς, ώς διαθέ- + Kal mus
(άντιδάν. : καλαμάρι,
cal mar φορ. γραφείον calamaro των μελάνην) (ό ίχθύς: "sepia"
καλαμαράς, "καλαμάρι"
έκ του σηπία)
- ίχθυς)
CALAMITE θεομηνία cal amita cal amidad cal amity Kal amitat calamitas έκ του
καδοσύνη, κηδοσύνη:
cal amiteux όλέθριος cal amitoso cal amitoso cal amitous cadamitas ¬
θλίψις
συμφορά
κάδαμος =τυφλός
κήδω =θλίβω, λυπώ
CALANDRE πιεστήρ, calandra calandria cal ender calendra ¬
κύλινδρος
μάγγανον
caIandrer πιέζω cal andrar
caIandrage πίεσις
CALCULER λογαριάζω calcolare calcul ar cal culate Kalkul i eren cal cul us =ψηφίς
cal cul λογαριασμός calcolo calcolo cal cul e Kal kul έκ του cal x -
calculateur υπολογι- calcolatore cal culador cal culator Kalkulator calicis =
κάχληξ-χάλι ξ, χάλικος
καί [στής
calciner άσβεστοποιώ cal cinare cal ci nar Ι cal ci ne kal ken άσβεστώ
calcination άσβεστο- cal cinazi one cal cίnacίόn cal cination
[ποίησις cal ci um Kal k όσβεστος
chaux όσβεστος cal ce όσβεατος cal άσβέστιον Kalzium άσβέ-
calcaire άσβεστούχος calcareo calcareo i nculcate [στιον
καί incalquer άποτυπώ- i ncalcare Kalkartig ί π + calχ
[νω
CALEvON είδος έσώρ. calzoni calzones shoe υπόδημα (Schuft παληάν- cal ceus =υπόδη-
chaussure υπόδημα (calciare calza θρωπος) μα έκ τού calx-i s
λακτίζω) sock* Schuh υπόδημα =mέρνα, κατά μετά-
chausson καλ τσάκι calza calzeta (Stiefel θεσιν έκ του
λάξ (έπίρρ. ) =δι ό τού
chausse έπωμίς έκ τού στίβω =
ποδός πχ ':άξ έν στή-
chausser υποδέω calzare calzar shoemaker πατώ)
θεσι βάς" ιλ. "λάξ ποδί
c a Ι Ζ a ί u ο Ι ο (calcaza Schuster
κι νήσας" "παίει τε λάξ,
υ π ο δ η μ α τ ο - πεπατημένη) heel** υποδηματοποιός
πάξ"
ποιός calzador υπο- ( άντιδάν.: κάλ τσα,
chaussee όδός [δετήρ. Chaussee
σοσσόνι, τσόκαρο)
έπίσης: όδός *
συκ χάς =περ
ι
πόδι ον
calquer έκτυπώ calcare calcar calck πεταλώ- έκ τού calco
(έκ τού συνέχειν τόν πόδα)
(ξεπατηκώνω) calcagno [νω =πατώ
**πρβλ. χηλή =όπλή
calque άποτύπωμα πτέρνα calca
Στά Γκρεκάνικα τής Κ.Ίταλίας οί κάλτσες
calco
λέγονται kaplsia
CALENDRIER ήμερολό- cal endario cal endar Kal ender cal endae, τού ρ.
[γιον cal endario calo =
καλώ
CALER καταβιβάζω ίατίον calar βουτώ chal o= χαλώ
χαλώ=λύνω, χαλαρώνω,
cale υποστριγμα πλοίου calare cala κατεβάζω ίστίον (πρβλ.
calage υποστήριγμα cala άμπάρι calado ναuτ. πόστ. . "χάλασον")
CALFATER "καλαφατίζω" calafatear μέσιμ του βυζαντ.
φράττω τά ένδιάμεσα
calfat "κάλφας" cal afatare cal afate "καλαφατίζω"
τών ξύλωγ κόλα =ξύλα
cal afato
CALICE ποτήριον caliz cal i χ Kel ch calix
κύλιξ, είδος ποτηρίου
(que l a cal ί ce passe cal i ce chalice δισκο- (πρβλ. κυλικειον)
=άπελθέτω τό ποτήριον) [πότηρον
CALICE κάλυξ caliz calyχ Kelch calyx-is
κάλυξ
calice
277
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝI ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Διάφ. λέξεις μέ α' σuνθ.
CALLI.. καλλι ..
cal l i graphie, -ique cal l i grafia, -i co caligrafia,-ico cal l i graphy, -ic Kal ligraphie, καλλιγραφία, -ικός
cal l igraphe cal l1rafo cal i grafo cal l igrapher -isch καλλιγράφος
cal l i pyge κ. α cal l ipygian Kal l i graph καλλίπυγος
CALME γαλήνη, calma cal ma cal m cauma =καύμα καύμα (έκ του καίω)
calmer καθησυχάζω calmare calmar calmer (όθεν ζεστή, καλο- (άντιδάν. : κάλμα, καλμά-
accalmie νηνεμία κ. α. καταπραϋντικός καιρινή ήμέρα) [ρω)
CALOMNIE συκοφαντία cal unni a cal umni a cal umny cal umnus κηληθμός
calomnier συκοφαντώ cal unniare cal umni ar cal umniate (Sykophante) έκ του calvor= κηλέω-ώ = έξαπατώ,
έξαπατώ θέλγω
CALOYER καλόγερος (mόnacο) caloyo νεαρός caloyer καλόγηρος(μοναχός)
καλογυιός
CAMARADE σύντροφος camerata camarada comrade Kamerad camera = καμάρα =κάθε τι πού
(μέ την έννοια σύντροφος camaraderie έχει θολωτό σκέπασμα,
στό ϊδιο δωμάτιο) αμαξα, θάλαμος κλπ . .
cambrioler κλέmω (βλ. καί λ. "chambre")
(μέ την έννοια άδειάζω τά "έπί ζευέων έν καμάρησι
δωμάτια) camaήlle (αύλι- camari l l a camarilla Kameral ien έλάσασαι" -Ηρόδ-
κοί) πολιτ. " Επιστ. ( άντιδάν. : κάμερα, καμα-
ρίλα, καμπριολέ)
CAMBRER λυγίζω curvare curbarse Ι curve krϋmmen camur, a, um ~ καμπύλος
cambrure κύρτωμα curvatura curva curve Κrϋmmung
curva kurr κυρτός curtus +curvus κυρτός
(καί πόρνη) [βραχύς
CAMELEON χαμαιλέων camaleonte cameleόn chameleon Chamal eon camaeleon χαμαιλέων
cameleonisme
CAMOMILLE χαμομήλι camomi l l a camomila camomi l e Kami l l e chamaemelon χαμαίμηλον
CAMPAGNE πεδιάς, campagna campana campaign Kampf άγών campus πεδίον κάπος, κήπος =τόπος,
[έκστρατεία φυτεία
campagnard χωρικός campagnuol o campanl "άνά κηπον απαντα . . "
άρουραίος -Ομηρος
camp στρατόπεδον campo campo camp "κάμπος = ίππόδρομος-
camper στρατοπεδεύω campeggiare campar to en-camp kampfen άγωνί- Σικελοί" (" Ησύχ.)
champ άγρός campo [ζομαι C Βιργίλιος (Αίνειάς χ, 1 45)
champion μαχητής, campi one camρeόn champion Kampfer γράφει: "Capys: hinc nomen
πρωταθλητής Campanae duci t ur u rbi "
chiampionnat πρωτά- campionato campeonato championiship • έκ του "fungus =Κάπυς, έξ αύτού παράγεται
[θλημα campagni ol us" τό όνομα τής πόλεως
champignon μανιτάρι fungo' hongo' fungus' δηλ. πεδινός Καμπανίας".
campi ng σπόγος
ίδίας ρίζης καί ή έπαρχία CHAMPAGNE (άπ· όπου ή"σαμπάνια") (Κάπυς: υίος "Ασπαράκου, πατήρ τού ·Αγχίσου) . ·Ησύχιος:
καί ή έπαρχία CAMPANIA (άπ· όπου οί "καμπάνες") " κάπυς το πνεύμα, καί κήπος Ο περιπνεόμενος τόπος".
(άντιδάν. : κάμπος,
κάμπινγκ, καμπάνια)
CANAL αύλαξ, διώρυξ canal e canal canal, channel Kanal canalis
canal i sation παροχέ- canalίΖacίόn canalization Kanal i sation έκ του canna = κάννα =κάλαμος,
[τευσις cannon Kanone ράβδος, σωλην
canon κανόνι canone cann cane (έξ ού κάνηστρον)
canne ράβδος canna cana cannonade Kanonade άρχ. παροιμία: "ό κάνης
canonade (cannoniere) canada Φαγ canyon (Kanoni er) της κοίτης ύπερέχειν
chenal διώρυξ caneria διοχέ- φαράγγι πυροβολητής μοι δοκεϊ".
[τευσις kennel κοίτη ( άντιδάν.: κανάλι,
canule σωληνίσκος canaletto canul a canister κάνι- κανόνι, κάνουλα)
κ. α. [στρον
CANARD, cane νηττα anitra anade Ente anas, anatis = νήττα, νήσσα = "πάπια"
CANAPE =1 ) εΙδος canape canape canape Kanapee conopeum κωνωπεϊον
άνακλίντρου
(έννοιολΟΥικώς: μικρό άνάκλιντρο μέ "κουνου-
z; " κουνουπιέρα" canopy
πιέρα," συνεκδοχικώς το ϊδιο το κάθισμα)
278
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CANCERκαρκίνος cancro caIlcer cancer Krebs cancer καρκίνος
cancereux καρκινώ- canceroso cancerado cancerous krebsartig
(κάρκαρος =τραχ
U
ς)
καί [δης
chancre καρκίνος canchero cancer chancre
carcil10me καρκίνωμα carci noma carcinoma carci noma Krebsschaden
καί cancre μεταφ. (carcinologia) άνίατον κακόν
"φιλάργυρος"
CANDEURόψογον ηθος candidezza candidez candidness candor λάμψις, κόνδαρος =ανθραξ ( Ησ ì
candide όκακος candi do candi do candi d λευκότης (πολύ άρχαία λέξις)
candidat υττοψήφιος, candi dato candi dato candi date Kandi dat candeo ¬ καίω
ώς φερων λευκην ένδυμασαν
(kandi di eren γυαλίζω
chenu άσπρομάλλης ύποβάλλω υπο-
Κ. α. ψηφιότητα)
CAN| Fσουγιάς ΚπίΙθ μάχαιρα kneifen κνίζω καινίς = μάχαιρα
καίνω = φονεύω
κνηστις =τρίφτης
CANON κανών canone canόn canon Kanon canon -iS κανων
canoniser άγιο ποιώ canoni zzare canonizar canoni ze kanoni sieren ( πρβλ. : κανονίζω =έπιβάλ-
canoni sation άγιο- canonizzazio- canοnίΖacίόn canonization λω έκκλησαστικόν έπιίμιον
)
[ποίησις -ne kanoni sch
canonique κανονικός canoni co canόnίca κανονικός
canoniales άκολου- (canoni ca canόnίgο canonical Kanoni cus
[θίαι -έκκλ. πρεσβυτέριον) ίερεύς ίερεύς
chanoi ne έκκλ. άξίωμα Kanoni si erung
CANN£κάλαμος, canna, etta cafa, cafόn cane Kanne κανάτα canna ¬ κάννα (έξ 00 κανων =εύθ.
ράβδος, σωλήν cafada ράβδος)
cannaie σακχ/κάλαμον cannamel e φαράγγι (βλ. παρατηρ. είς λέξιν
cannel l e κανέλλα, κίν- canneII a canela ci nnamon Kaneel canal)
[ναμον (καί Zi mt
cannel ure ράβδωσις scanalatura acanaladura έτ. κινάμωρον)
canut μεταξουφαντος canaste καλάθι
(έκ τού canette
μασούρι μέ μετάξι) *έκ τού ίταλ.
έπίσης caramel *ζαχα- caramel ! a caramelo caramel KarameI I e canna+mell a κάννα+μέλι ( δηλ. (σάκχα-
[ρωτόν (μέσιμ τού ίσπ. ρο) -μελο - κάλαμον
ίδίας ρίζης: canot i canoa, canόa canoe canόa, έκ της δια- κάνεον i κανούν=κάνι -
canoe ="κανό", κάνεον canotto canoero λέκτου τών Άρα- (η)στρον, έκ τού κάννα
canotier λεμβούχος (canottierra canotie ουκάνων, οί όποίοι ( άνTlδάν. : καραμέλα,
καττελλίνα) canasta κάνι- διατηρούν πολλές κάννη, κανέλλα, κανό)
canotage λεμβοδρομία canotaggio στρον έλληνικές λέξεις)
κλπ. cantaro στάμνα
CANTHAREκάνθαρος cantaro (cantarero) cantharides Kantharide cantharus κάνθαρος =έντομον
canthere & ε
ί
δος δοχείου.
cantharide cantaride canthari s κανθαρίς
capa
CAPEκαλυπτρα, κάπα cappa capota cap kappe caput =κεφαλή κάπος =ψυχή, πνεύμα
capote έπανωφόριον cappotta capucha capote "Καπιτωλίνος" κάπω =πνέω, άποκαπύω
capuchon, chaperon cappucino cabeza κεφαλή Kapuze λόφος, ώς κεψαλή ^ έκπνέω (kaputt)
=έπίκρανον, "κουκούλα" decapitar της Ρώμης κύβη, κύβητον, καπαλή =
decapiter άποκεψαλίζω decapito decaΡίtacίόn decapitate Kaputt κεφαλή
decapitation άποκε- decapitazione decaρitation κατεστραμμένος, Ήσυχ. : "κάπυς τό πνεύμα . .
[ψαλισμός νεκρός καί γάρ αύτή ή κεφαλή, ύπό
decapage άποκάλυ- Ρωμαίων κάπουτ κέκληται,
[ψις, καθαρισμός caρuchi no άπό τού ύψηλοτέρου είναι
capuci n καπουκίνος cappucino cabezal capuchi n Kapuzi ner τού αλλ ου σώματος, καί
cheνet προσκέψαλον caνezera capί l l a αύτήν πεπνεϊσθαι".
chape όμψιον, chapelle capρella chapel Kapel l e. * *(έννοιολ. : σκεττα- ( άνΤιδάν. : κάππα, καττου-
παρεκκλήσιον caΡaraΖόn σμένος χώρος τσίνο, κ. α. )
caparaIon έψίττττιον (cabezazo caparison ΗυΙ όπου έψυλάσσον-
chapeau πίος, καπέλλο caρρeI I o, -i na κεψαλιά) hat, chaρeau το το όμψια).
chapelet κομπολόΊ (cappeIIetti) capitulo
chapitre κεφάλαιον capitolo cabezo caρital Kaρital
chapiteau ΚiOνόκρανον caρi tello cabeIiudo capi I I us =τρίχα * *Τό Γlead έκ τού χαίτη'
capi l l ai re τριχώδης capeIIuto cabeIIo (συνεκδοχικώς έκ Haar+hai r, έκ τού
cheνeu τρίχα caρello cavezza χαλινάρι hai r** Haar** τού capi I I i s cri ni s κάρ= θρίξ
cabeilo =οί τρίχες της
cheνeux μαλλιά capeI I i cabeza Kopfhaar κεφαλης) .
caboche κεφάλα Κ. α. capo κεψαλή, head** ΚορΙ
ώς chaparder κλέπτω
άρχή
279
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CAP άκρωτήριον cavo cabo cape Kape
capital κεφαλαιώδης capitale capitale capital kapital capitalis βλ λέξι cape
capitale πρωτεύουσα capitale capital capital kapital ύπέροχος κεφαλαίος
capitasl i sme,-iste capitalismo, capital ismo, capital i sm, Kapital i sm, έκ τού caput (άντιδάν.: καπιταλισμας
-ista -ista -iste -ist καπετάνιος)
capitaliser κεφαλοποιώ capital i zzare capital izar capital ize kapital isieren
capitation κεφαλ. φόρος capitazione capitaciorI Kapitol * πρβλ: capitaine =
capitaine άρχηγός capitano capitan captain Kapitan κυβερνήτης, ίδία έννοιο-
caporal δεκανεύς caporale (caporal) (Korporal) λογική ρίζα: caput =
capitonner παραγεμίζω (capitone (Kapitell κιονό- κάπος, κεφαλή'
μετάξι) κρανον) κύβη = κεφαλή.
capituler συνθηκολογώ capitolare capitul ar capitulate kapi tul i eren Δηλ. ό "έπί κεφαλης".
Κ. δ . . .
CAPTIF αίχμάλωτος cattίνΟ(β' έννοια
cautivo captive capio Γ capto ¬ κάπτω, όπτω άρπάζω,
(chetif =κακός) κακός) haft =λαβίς χάπτω, Ηάπτω
captiver αίχμαλωτίζω cattivare cautivar captivate πρβλ. : καί "κώπη"=
captivite αίχμαλωσία cattivita cautiverio captivity κυριολ "λαβή. "
capture σύλληψις captazione captura capture
capturer συλλαμβάνω captare capturar to capture
capter άποκτώ δούλους captare captar (*heavy φορ-
άκόμη: τικός)
capable ίκανός capace capaz apt
capacite ίκανότης capacita capacidad capacity
accepter άποδέχομαι accettare aceptar Ι accept
acheter άγοράζω accetto aceptacion acceptance (Kaufen άγορά- ad -CipiO Γ capio (σχέσις καί με "κάπηλος")
achats ψώνια άποδοχή [ζω)
interception παρακώλυ- intercettazione interceptar
[σι ς
έπίσης cable κάλως, cavo cabl e cable Kabel capax -Ci S (άντιδάν. : καπάτσος,
καλώδιον cable-grafiar cablegram kabeln έκ τού capio καπάκι, καί έκ τού ίταλ . .
cabler τηλεγραφώ =μήνυμα cattivo --κατσίβελος)
cabas καλάθι (calato Kaper
(ίδίας ρίζης καί τό catch έκ τού κάλαθος)
CAPRE, caprier κάππα- cappero caper Kaper capparis κάππαρις
[ρις "τήν κάππαριν συνέλεγε".
CAPRICE ίδιοτροπία capriccio, capricho, caprice, (μέσψ τού ίταλ κάπος, καπαλή,
capricieux ίδιότροπος -iOSO -choso capricious capo-riccio κεφαλή + έρίκιον
=σγουρό κεΦάλι) =σγουρας θάμνος
CARABE κάραβος carabo carabe κάραβος, κεράμβυξ =
εξ ού carabine, carabina, carabina, Karabiner, κάνθαρος κερασφόρος
carabinier -ni ero -nero -ni er
CAR διότι for quare ¬ γάρ
CARACTERE χαρακτήρ carattere caracter character Charakter character χαρακτηρ (έκ τού
caracteriser χαρακτηρί- -are -izar characterize charakterisieren χαράσσω διακριτικόν
[ζω γνώρισμα Γι σημείον)
caracteristique -ικός -iCO -iCO -istic -stisches
caracterologie κλπ . . . Charakterologie
CARAFEE καρυόφυλλον garofano (cl avel (clove) caryophyllon καρυόφυλλον
καί caryophyllee έτυμ. κλαFίς)
CARATE καράτιον carato qui late carat Karat κεράτιον =μικραν κέρας
χρησι μεύον είς στάθμι -
σιν βάρους
CARAVELLE caravel l a carabela caravel carabus ¯ κάραβος =1 ) όστρακό-
¹ ) είδος καρκίνου δερμον (άστακας)
2) είδος πλοίου z) είδος πλοίου
CARCASSE σκελετός, carcassa carcaj carcass carchesi um ¯ καρχήσιον =ε
ί
δος
ξυλεία (calcese καρ- (carcesia) πτώμα ποτηρίου καί γερανας
carcaisse κάμινος χήσιον) πλοίου: "καρχήσιον,
έν Φ τόν ίμάντα ένεί-
ροuσι ".
280
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Μέ α' συνθ. CARDI O . . . καρδιο . . .
π. χ. cardiaIgie cardiaIgia cardialgia cardialgia Kardialgie καρδιαλγία
cardiographe cardί όΡal mο cardίόgrafο cardiograph Kardiographie καρδιογράφος, -ημα
cardiaIogie cardiologia cardiologia cardiology Kardiologie καρδιολογία
cardiopathie κ. α . . . cardiopatia (pericarditis (pericarditis (Perikarditis) καρδιοπάθεια
cardiaco endocarditis) endocarditis) Kardiogramm περικαρδίτις
κλπ . . .
CARENE τρόπις, carena carena careen carina =τρόπις, κάρυον, καρύδι,
καρίνα ώς έκ τού σχήμα- (έτυμολ. : κάρα)
τος προσομοιά-
ζοντος είς ημισυ
καρύου
CAROLE εύθυμον άσμα corale χορδία carol chorauIa χορός +αύλός
carol a χορός carousal γλνπ χοραύλης, χοραυλω
CAROTlDE καρωτίς carotide carόtίda carotid Karotide καρωτίς
carus κάρος, ύπνος caro caro (έτ. καρω=ναρκω)
CΑRΟΠΕ καρώτον carota (carozo =καλα- carrot Karotte carota καρωτόν έτ. έκ του κάρα
carotter έξαπατώ
μπόκι). Τό καρώ- =κεφαλη ( όπως "κεφα-
τον λέγεται λωτόν" = σκόρδον, έκ
zanaharia έκτου . . . . . του κεφαλη) δηλ. φυτά
"σαφυλίνη άγρία" πού έχουν κεφαλήν.
CARTE χάρτης carta carta card Karte charta χάρτης
carteI σύμβασις cartello cartel cartel Kartell
carton χαρτόνι cartone cartόn cartoon Karton
cartouche φυσίγγιον cartuccia cartucho cartouch KartiHsche
chartier άρχειοφυ- (cartaio) (cartera
λακείον
χαρτοφυλ.)
cartabIe χαρτοΦύλαξ cartolare cartel ero Kartei χαρτήσιον
charte χάρτα carta carta, cartilla chart
άλφαβητάριον charter ναυλόω χαρτομαντεία
cartomancie cartomanzia cartomancia cartomancy Kartenlegen χαρτογραφία
cartographie cartografia cartografia cartography Kartographi e (άντιδάν. : χαρτόνι,
ecarter παραμερίζω s-cartare, descarte καρτέλ, σκάρτο)
κ.λ.π. , κ.λ.π ... scarto παρέκβασις
cartero ταχu-
[δρόμος
CASAQUE χιτωνίδιον casacca casaca cassock κάσας: ίμάτιον βαρύ και
τραχύ, έκ του κώδιον =
προβιά (άντδάν.: καζάκα,
Κοζάκος)
CASEMATE κρύπτη casamatta casamata casemate Kasematte (μέσψ τού φραγκ. χάσμα, χάσματα:
case, chez =έν οϊκψ casa ο!κος casa casement hus =χάσμα) σπηλαίοι κατοικίαι, δηλ.
casino καζίνο casaniere παράθ. "κατάγειοι οίκήσεις".
casanier οίκουρών
Οlκουρών House οίκία Haus "κατώρuχες ενaι oν ώς
κ. α . . .
(home μύρμηκες". ·Αίσχ. Προμ.-
έκ του κώμη)
CASSER θραύω cassare casar quasso =σείω, κόσσω =κόπτω (αίαλ. )
cassant εύθραστος
άκυρώ κόπτω κοσσίζω =ραπίζω, KΤUπω
cassemnet ρήξις
cassazione casacίόn cassation Kassation κεάζω =συντρίβω, κόβω
άκύρωσις (caesura) "κέασαν ξύλα" -Ι Λ. Υ, 1 61 -
cassure ράγισμα, cesura τομή cesura (άντιδάν. : κάσκα)
cesure τομή
casque κράνος casco casco casque
άρχ. σημασία: σπασίματα
cascara κέλυ-
σχετκό καί τό ciment
φος
τσιμέντο
CASTAGNEΠE κρόταλον castagnette castaneta castanets Kastanie castanea καστανέα, καστανιά
chataigne κάστανον
castagno castana chestnut
chatain κασανός
castagno castano (άντιδάν. : καστανιέτα)
CASTOR κάστω, καστόι castoro castor castor Kastor
κάστωρ
CATACHRESE κατά-
catacresi catacresis catachresis catachresis κατάχρησις
[χρησις
CATACLYSME
catacl i smo catacl i smo cataclysm
catacIysmi que catacIysms κατακλυσμός
CATACOMBES κατα- catacombe catacumbas catacombs Katakomben
[κόμβη
κατακόμβαι (έτ. κατα-
κύμβη η κατά ±τύμβος
=τάφος)
28J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CATALECTIQUE κατα- catalettico catalectico katalektisher καταληκτικός
[ληκτικός
CAT ALEPSIE καταληΨία catalessia catalepsia catalepsy cata|eps|s καταληψία
CATALOGUE κατάλογος catalogo catalogo catal ogue Katalog cata|ogus κατάλογος
CA Τ ΑΙ YSE κατάλυσις catalisi catalisis catalysis κατάλυσις
cata|yt|queκαταλυ- catalitico catalitico katalytisch καταλυτκός
[τικός
CA Τ ΑΡΗΟΤΕ κατάφωτος κατάφωτος
CATAPLASME cataplasma cataplasma cataplasm Kataplasma catap|asma κατάπλασμα
CATAPULTE catapulta catapulta catapult Katapult catapu|ta καταπέλτης
catapu|ter,catapu|tage
CATARACTE cateratta catarata cataract Katarakt cataracta καταρράκτης
CATARRHE catarro catarro catarrh Katarrh catarrhus κατάρρους
catarrheux catarroso catarroso catarrhal katarrhalisch catarrhosus καταρροϊκός
CATASTROPHE catastrofe catastrofe catastrophe Katastrophe catastropha καταστροφή
catastrophique Κ.α ... catastrofico catastrόfίcο catastrophic katastrophal
CATECHESE κατήχησις catechesi catecismo catechize Katechese cateches|s κατήχησι ς
catéch| sme
: catechi smo catechi sm Katechi smus catechismus
catéchèteκατηχητικόν catechi sta catequista catechist Katechetik κατηχητης
catéchumène catecumeno catecumeno catechumen Katechi smus catechumenus κατηχούμενος
κατηχ/νος -schϋl er
CATEGORIE κατηγορία categoria categoria category Kategorie categor|a κατηγορία
categorique κατηγ/κός categorico categόrίcο categoric kategorisch categorius κατηγορηματικός
categoriquement categorica- (categόrema κατηγορηματικώς
κατηγορηματικώς -mente κατηγόρημα) κατηγόρημα
CATHEDRAL καθεδρικός catedrale catedral cathedral Kathedrale cathedra||s καθεδρικός
cathedrale μητρόπολις (Katheder) (έτ. κατά + έδρα)
CATHETER καθετήρ catetere cateter catheter Katheter καθετήρ
cathete κάθετος cateto cateto κάθετος (έτ. καθίημι)
CATHODE κάθοδος catodo catodo cathode Kathode καθοδικός
cathod|queκαθοδικός catodico κάθοδος
CATHOΙQUE καθολικός cattol i co catόlίcο catholic kathol i k catho||cus καθολικός
catho||c|sme cattol ί ci smo catol icismo cathol i ci sm Kathol izismus καθολικισμός
catholicon καθολικόν catolicidad catholicity
CATI MI NI (en) κρυφίως έκ τού "καταμήνια"
(έννοιολ. : κρυφόν τι)
CΑΤΟΡΤRIQuΈ, catottrica catόΡtrίcο catoptric κατοπτρικός,
d|optr|c, Κ. α. διοπτρικός
CAUSTIQUE καυστικός caustico caustico caustic kaustisch caust|cus καυστικός
causticite caustica causticidad causticity καυστικότης
cautere, -iser cauterio,-zare cauterio,-zar cauterize Kauterium cauter|um καυτήριον, -άζω
thermocautere termocauterio termocauterio thermocautery θερμοκαυστήρ
CAUTION έγγύησις cauzione caucίόn caution Kaution praecaut|o, (άρχ KoFEo)
precaution προφύλαξις precauzione Ρrecaucίόn precaution (prekar έκ τού caveo= κοέω-ώ =άκούω,
cautela προσοχή . . . . . έπισφαλής) φυλάττω, προσέχω
πρόναα προσέχω "σύ δέ, αύ καείς
"
(
Ά
νακρ,
CAVE κοίλος, ύπόγειον cava, cavo concavo cave Koncav cavus=κοίλος κόος & κώος άρχ
caverκοιλαίνω cavare cavar
κωFος =κοίλωμα
cav|téκοιλότης cavita cavidad cavity Konkavitat κόοι, κώοι =
caveauαντρον cueva
τό χόσματα της γης
aΙ cόveμυχός al cova al-coba alcove Al koven
caverneσπήλαιον caverna caverna cavern
282
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
cage κλουβί gabbea jaul a cage Kafig cavea ( άντιδάν. : κάβα)
(καί cavatine: μονωδία, . . . . . cavada όπή
"Ψάχνοντας νά βρής cavati Jla cavatina
ήχους άρμονικούς")
CAVIAR χαβιάρι caviale caviar caviare Kavi ar αύγό+Τάριχος
( πρβλ : αύγοτάραχο)
CECITE τυφλότης cecita ceguedad caecitas τυφλό- καικίας =σκοτεινος
cieco τυφλός ciego [της (βλ. καί λ. aveugl e)
CEDER παραχωρώ. cedere ceder Ι cede cedieren cedo =χωρώ, άπο- κεκάνδοντο =εχουν
ύποχωρώ χωρώ, χάζομαι ύποχωρήσει ¦ Ομηρ.;, τοΟ
cession εκχώρησις cessione cesίόn cession Cession τινός χάνομαι , χαί νω
cesser παύω cessare ceder (cesser) Cessionsakt cesso =cedo =ύποχωρώ, χάζω
cessation παΟσις cessazione cοncesίόn cessation (Cessionar =άναχαιτίζω
preceder πρoηγoCμαι precedere preceder precede εκδοχεύς)
proceder προερχομαι procedere proceder proceed
proces δίκη Κ.Ο ....
processo proceso process Prozess
CEDILLE ύπόσηξις cedi gl i a zedi l l a έκ του cedi l l a
(Τό σημαδάκι πού τίθεται κάτω άπό τό Υ.
zeda =ζήτα 'Εκ τοΟ ελληνικοΟ
Άρχικώς ώς Ζ. ' Εκ τοΟ ίσπανικοΟ zedi I I a γράμματος Ζ (ζήτα)
=μικρό Ζ)
CEDRE κεδρος cedro cedro cedar Zeder cedrus κέδρος
cedrat κιτρέα cedro cidro citron Zedrat citrus κιτρέα κέδρος
citron λεμόνι ci tri no Zitrone κιτρέα
citronnier, κιτρικός Zitronembaum κίτρον ="λεμόνι", δηλ.
citronnade λεμονιά λειμωνήρης βοτάνη
citroui I I e κολοκύθι (Kol oquinte)
CEDULE χρεόγραφον cedol a cedul a schedul a =σελίς,
ceduI ai re έκ τού scheda ή σχέδη, σχίσμα
scida = σχέδη
CEI NDRE, ceinturer ci ngere ceFi r ci ngere
περιζώνω ζώννυμαι
ceinture ζώνη cintura cίnturόn ζώστρον =ζώνη
cei nturon ζωστήρ cinto cinto
ζειρaί =ζώνηκαί χλαμύς,
en-ceinte 1) περίβο- cinta recinto έκ τού εϊρειν_ κατά πλεονα-
[λος 2) έγκυος in-cinta enci rlta αάν τού ζ: δειρά καί ζειρά
(πρβλ. κεστός: "ζωστρ
CELEBRE έπιφανής
cel ebre cel ebre ceIeber 1 ) συχνός, έστίν .. )
ceIebrer πανηγυρίζω
cel ebrare cel ebrar cel ebrate z, έπιφανής κέλομαι =παρακινώ,
ceIebration ίερουργία celebrazione celebracίόn cel ebration celebro φοιτώ, ένθαρρύνω (Ομ;
ceIebrite διασημότης
cel ebrita cel ebridad cel ebrity συχνάζω κέλλω =έλαύνω, προ-
cel ebratio πανή- [χωρώ
[γυρις
cel ebritas εύδοκί-
[μησις
CELER άποκρύπτω celare celar cei l όροφώ ceIo =κολύπτω
receIeur κλεπταποδό-
(celada παγίς) cei l irlg όροφή καλύπτω
ceI I uI e κύτταρον [χος cel l a, -ul a celda cel l ul e, cel l ar Zel l e, Kel l er κοιλώ =ποιώ τι κοϊλον
(άντιδάν.: κελλί, κελλάρι)
CELERI σέλινον sedano (apio έτ. όπιον) cel ery Sel l eri e sel i non
σέλινον (άρχαιοτάτη έλλη-
νική λέξις (Πι νακ. Γραμμ Β)
CELERITE ταχύτης
cel erita celeridad cel erity schnel l =ταχύς ceIer =ταχύς
acceIerer έπιταχύνω
accelerare acelerar accelerate schneller geherl "ce/oces, Graeci κέ λης= 1 ) 'ί ππος ( αί ολ.
acceIeration έπιτά-
acceleramento aceleracίόn acceleration Schnel l e dicunt κέλητες" κέληρ) z) πλοϊον ταχύ
[χυνσις κέλλω = ώθώ προς τά
Κ. Ο.
έμπρος, έλαύνω
CENACLE δείπνον, cenacolo cenacul o cena i coena
όμιλος
cena δείπνον cerla κοι νή ("τό μέν
Υ
όρ
cenare δειπνώ cenar δειπνον κήναν καλεισθαι
-έν τ.ή λατι νικ.ή- διό τήν
κοινωνίαν").
-Πλουτ Συμπ. ¨zö|·
283
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CENDREστάκτη cenero ceni za ci nder c|n|s=κόνις κόνι ς
cendréστακτόχρους cencerino cenizo
cendr|erστακτοδοχεϊον portacenere ceni cero
cendr| | | onσταχτοπούτα cenerentola ceni ci enta ci nderel l a
(urne)c|néra|re cenerario (ci neraria)
τεφροδόχος
C
g
NOB| TEκοινόβιον cenobi o cenobi o cenobite coenob|um κοινόβιον
C
¿
NOTAPHE cenotafio cenotafio cenotaphio cenotaph| um κενοτάφιον
CENTέκατόν cento ciento hundred Hundert centum έκοτόν
cent|gramme centi gramma centigramo centigram (κ. λ. π. μέ σ' συνθ.
έκατοστόγραμμον
cent|mètre centimetro centimetro centimetre hundert)
εκατοστόμετρον
centa|neέκατοντός centinaio centena
(cντδcν. : "κεντυρίων",
centena|reέκατονταε- centenario centenario centenary άρχηγός 1 00 άνδρών'
Κ.α. [τηρίς "καντάρι")
CENTAUREκένταυρος centauro centauro centaur Zentaur centaurus Κένταυρος
CENTREκέντρον centro centro centre Zentrum centrum κέντρον
centra|κεντρικός centrale central central zentral
centr|fugeφυγόκεντρος centrifugo centrifugo centrifugal zentrifugal
κέντρον + φεύγω
concentrerσuγKεντρώ- concelltrare concentrar concentre zentralίsieren
σύν ¬ κέντρον
excentr|que [νω eccentrico excentrico eccentric exzentrisch ec-centricus έκ - κεντρικός
égocentr|ste Κ.α. egocentrico egocentrico egocentric egozentrisch
έγωκεντρικός
Διcφ. μέ σ' συνθ. cephalo ..
κεφαλο. . .
C
g
PHALALG|E cefalalgia cefal al gi a cephal al gi e Kopf . . cepha| a| g| a κεφαλαλγία
cépha| | queΚ.α. πoλλc cefalico cefalico cephalic Kopf cephal i cus κεφαλικός
C
g
RAM| QUE ceramica ceramica ceramic ceram|cus κεραμει κός, κεραμεική
céram|ste ceramista ceramista
κεραμεύς ( "Τό χωρίον
Κεραμεικός, τό ονομα
εχει όπό -τοο- ηρωος
Κεράμου, -υίοΟ- Δι ονύ-
σου καί 'ριόδνης".
Παυσ
Αττικά`
C
g
RATκηραλοιφή - cerato cerato cero . . Kerze . . . ceratum
κηρός, κερί (έτ. καίω +
"τσιρότο" έκ τοο cera ρέω)
CERB
g
REαύστηρός cerbero cerbero Cerberus Zerberus Cerberus Κέρβερος (ό κύων ό
φυλάττων τόν ·Άδη) .
CERCLEκύκλος cerchio cerco ci rcl e Zi rkel c| rcu| us= κύκλος
κίρκος, κρίκος
c| rqueίπποδρόμιον ci rcolo, circo ci rculo ci rcus Zi rkus
έκ τού κίρκος =είδος
c|rcu|erκυκλοφορώ circolare ci rcul ar ci rcul ate zi rkul ί eren
ίέρσκος ό όποίος έν τη
c|rcu|at|onκυκλοφορία circol azione cίrcul acί όn ci rcul ati on Zi rkulation
πτήσει έκτελεί κύκλους
c| rcu|areέγκύκλιος ci rcolare ci rcul ar ci rcul ar Zi rkul ar
(
κιρκσετός
).
c| rcu| tγύρος ci rcuito ci rcuito ci rcui t circuίtus
c| rconstanceπερίστα- circostanza ci rcustancia ci rcumstance circumstantia . . .
�
ί Ρkoς± ίσταμαι
[σις
[ή εννοισ τού "ζητώ",
cerceauστεφάνη cerchia
ώς έκ τού "γΟρος"--> τό
cerneκύκλος ci cl o ci cl o
"γυρεύω"]
c| rconférence περιφέ- ci rconferenza circonferencia circumference zi rkel l i ni e
(cντιδcν. : τσίρκο, τσέρκι
ρεια καί chercher¯ζητώ cercare* cercar* περί-
τσ
cP
Kσ)
(ένν. : κάνω κύκλους ψά- cerca ζήτησις [βολος
χνοντας) (c| rcaète cerca πλησίον
κιρκαετός)
CERCUE| Lφέρετρον (feretro) (feretro) (coffin*) Sarg sarcophagus σαρκοφάΥος-Φέρε-
και sarcophage sarcόfagο sarcόfagο sarcophagus Sarkophag
H
[τρον
* τό coffi n, έκ τού
κόφινος, κοΦίνι
C
g
R
g
ALES δημητριακό cereali cereales cerials Zerealien Ceres=Δήμητρα Κερεϊς ^ θερίσεις
κείρω=κόπτω, δρέπω.
Εννοιολ. : δρέπω τούς
καρπούς πού εσπειρα
ώς έδίδαξε ή Δήμητρα.
284
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CEREBRAL έγκεφα- cerebrale cerebral cerebral Gehi rn . . . cerebrum=έγκέ- κάρα = κεφαλή
λικός φαλος (άντιδάν. : τσερβέλο
cerveaucerve| | e cervello cerebro (brain)* Gehi rn *βρεγμός, βρέγμα=τό
έγκέφαλος μέσον της κεφαλης.
cerve|etπαρεγκε- cervelletto cerebelo cerebel l um βρεχμός=κρανίον lλ. Εëëö
φαλίς
cerv|ca|αύχενικός cervicale cervical cervical
CEREMONIE ίεροτελε- cerimoni a ceremonia ceremony Zeremonie caer|mon|a Καφέα,Καίρη.πόλις
Ιστία ίεροπρέπεια "Ετρουρίας, κτισθείσα ύπό
cérémon|a|έθιμοτυ- cerimonial e ceremonial ceremonial zeremoniel l Πελασγων, όπου έλάτρευον-
[πικός το άρχαιόθεν, με πολύ μεγά-
cérémon|euxφιλό- cerimoniere ceremonioso ceremonious λη έπισημότητα, αί "Εστιάδες.
[φρων τελετάρχης '"Ετσι, ή π. Καίρη έταυτίσθη
με τίς έπίσημες ίερουργίες.
ΟVal. Maximus έπεξηγεί:
"sacra, caerimoniae vocari,
quia Caeretani . . coluerυnt"
·J , J , J 0·. Δηλ.: Αί ίερουργίαι
άπεκλήθησαν "caerimoniae"
σύμφωνα με όσα οί κάτοικοι
τής Καίρης έπιμελούνται
Σχετικως με την έτυμολ. τς
πόλεως έκ τού "χαίρε", βλ.
Στράβωνος Γεωγρ. Ε, C zz¡ .
(άντιδάν. : τσιριμόνια)
CERF έλαφος cervo ciervo hart Hi rich cervus=έλαφος κεραός = ελαφος -
cerv|desέλαφοειδή cervino cervido cervine κερασφόρος
CERISE κεράσι ci l i egi a cereza cherry, sherry Ki rsche cerasus κέρασος
cér|s|erκερασιά & cerasa cerezo cherry-tree* Ki rsch . . . τό *tree =δένδρον,
mer|seάγριοκερασιά έτυμολ. έκ τού δρΟς =
(έκ τού amer cerise, άρχικως, πάν δένδρον
βλ. λέξι amer)
CERTAIN βέβαιος certo cierto certain certus=ό κριθείς, κρίνω
certa|nementβεβαίως certamente ciertamente Zertifikat όθεν ό βέβαιος, έκ
certlf|catβεβαίωσις certificato certificado certificate τού cerno=κρίνω.
cert|tudeβεβαιότης certezzo certeza certitude Θαμιστικόν τού σύν ± κρί νω
καί concernerάφορω concernere concerni r cerno, είναι τό
concertσυνεννόησις, concerto concierto concert Konzert ceήο.con+cerno έκ-κρίνω
συναυλία (άντιδάν.: κοντσέρτο)
excrémentέκκριμα secrezione secrecίόn excrement Exkrement
CESAR καίσαρ Cesare Cesar Caesar Kaiser Caesar Ή γνωστή έκδοχή "a caeso
césar|smeάπολυταρ- cesarismo αύτοκράτωρ matris utero" (διά τομής
[χία τής μητρικής ύστέρας,
caeso =κεάζω, κόπτω) είναι
μάλλον παρετυμολογία.
Κατά τό Λατιν. Λεξ.
ΕΓπου! -Meillet προέρχεται
έκ τού Τυρρηνικού aisa
=θεότς, Αίσα =ή Μοίρα
("Εκ τού "Καίσαρ" καί ό
ρωσος 'Τσάρος")
CETACE κήτος, κητο- ceto, cetaceo cetcceo cetaceus cetus¯ κήτος
[ειδής
CHABLIS ξερριζωμένα catabo|a καταβολή,
δένδρα δηλ. κάτω+βάλλω
CHACUN έκαστος ciascuno cadauno (one al l ) cataunum κατά± ενα,καθείς,
chaqueεκαστος, κάθε catuno καθένας
CHAIR σάρξ carne carne caro-carn| s κάρνος=βόσκημα,κρέας
charne|σαρκικός carnale carnal carnal =κρέας, σάρξ κείρω =¡ ; κουρεύω,
charnuσαρκώδης carnuto carnoso, car- (carnal ity caro=κείρω z; σΦάζω
charcut|erάλλαντο- (carnefice nudo φιληδονία) (Κάρνειος Άπόλλων: ώς
[πώλης δήμιος) carnicero θεός προστάτης τού ποι-
charnier όστεοθήκη μνίου. ''ούς Απόλλων
écharner γδέρνω
carnear σΦάζω νέμει" ¨Πocσ. ¨ Άχ z0·,
carnageσφαγή carneficina carniceria carnage
carnat|onσαρκόχΡους carnagione encarnado carnation
28b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
carnivore σαρκοβόρος carnivoro carniboro carnivorous κάρνος + βορό
carnifier σαρκούμαι in-carnare encarnar Ι carnify
καί Carnaval Carnevale Carnaval Carnival Karneval Πρβλ. Άπό-κρεω
charogne "ψοφίμι" carogna carnero πρόβα- ( άντιδάν.: Καρναβάλι)
carogne "παληογύ- (carnalita carnosidad [το
ναικο" φιληδονία) σάρκωμα
acharner έρεθίζω Κ.α. carnerada
ποίμνιον
CHAIRE έδρα sedra, sede, catedra chair Sitz cathedra καθέδρα, εδρα
chaise κάθισμα carrega * *(έξ ου cadrega, εζομαι, ( θέμα: σεδ) -
seggio, sedil e asiento seat, chaise Stuhl, Sessel carrega, καρέκλα)
εδος, έδώλιον
s' asseoir κάθημαι sedere sentar Ι sit setzen
καθέζομαι
cour d' assises: κακουργοδικείον, με την έννοιαν ότι "εδράζεται",
όπως άκριβώς οί 'Έλληνες έλεγον: "ϊζω βουλην", καθ-ίζω, εδράζω βουλήν.
CHALET ξύλινος οίκίσκος cala calaje συρτάρι Hel l κόλασις cala =καλιά καλιό =καλύβη ξύλινη
Hal les σκεπαστη άγορά κύτος πλοίου calle στενη hall διάδρομος Halle στοά
κάλον =ξύλον
[όδός (άντιδάν. : χώλλ)
CHALCOGRAPHIE calcografia calcografia chal cography χαλκογραφία
chalcographe calcografo chalcographer χαλκογράφος
CHALE σάλι scialle chal shawl Shal assal i us, axal i us Έκ τής ρίζης τού
"ογω", βλ. λ. aile =πτέ-
ρυξ. "άσσάλιος χιτών",
δηλ. πτερυγωτός.
"έπέθετο τοίς ωμοις
άσσάλι ον".
άντιδάν. : σάλι
CHALLENGE challenge cal umni a βλ. λ. "cal omnie"
πρόσκλ. είς μονομαχίαν
chal lengeur challenger
CHALIT νεκρικη κλίνη lettiera
κατό +λέκτρον =κλίνη
CHAMBRE δωμάτιον camera camara chamber Kammer camera καμάρα = θολωτόν
camerier θαλαμηπόλος cameri ere camarero chamberlain Kammerdieren
δωμάτιον
Kamera φωτομηχανη camarin *room δωάτον (Zi mmer (έτ. *rus =άγρός "έν καμάρησι ν" Ομ
chambel l an ύπηρέτης camareto roomy εύρύ- [δόμος)
"όρούς =λιβάδια (Ησ.;
camerlingue " camerlingo χωρος δηλ. έκτεταμένος χώρος
(άντιδάν.: κάμαρα,
καμαρίνι, καμπαρέ,
καμαρότος, καμαριέρα)
CHAMEAU κάμηλος cammel l o cameIIo Camel Kamel camel us κάμηλος δηλ. "χάμηλος"
chamelier καμηλιέρης cammel liere camellero Kameltreiber
(χαμηλώνει διά νά την
camelot μάλλινο ν camelote
φορτώσουν)
ϋφασμα
CHANCELER παραπατώ cancellare cancelar άκυ- cancello "θύραι κιγκλί δες
chancelier καγκελάριος cancelliere [ρώνω chancellor cancel l arius έκαλοϋντο, ας οί
(θυρωρός ίστάμενος canci ller cancel Kanzler =θυρωρός επί Τf Ρωμαίοι καΥκελλωτάς
είς κιγκλίδωμα) cancelacion ίερόν ναού [κιγκλίδι λέΥοuσι.
"
cancel κιγκλίς cancell o άκύρωσις cancellation Kanzel όμβων
(Πολυδ. Όνομ Vl l l , 1 21 , 5)
cancel l i =κιγκλί- κιγκλίς (άρχικώς η κιγκλι-
[δες δωτη θύρα τού δικαστηρίου)
(άντδάν. : κάγκελλο,
καγκελλάριος)
CHANDELLE κερί candela candela candel Kerze candela =κηρίον κάνδαρος =ονθραξ , Ησ,
chandelier κηροπήγιον candel l iere candelero chandelier . Kandelaber έκ τού κέκαδμαι=έξέχω,
candelabre πολυλαιος candelabro candelabro candelabrum candeο=γυαλίζω, λάμπω, πυροΟμαι
Chandeleur ΎπαπαV candel arum Candel aria Candlemas
(βλ. κaί candeur)
άντιδάν.: καντήλι
CHANGER άλλάζω cambiare cambiar Ι change cambio άλλάττω κάμπτω: έπί αρματος,
change άλλαγή, συνάλ- cambi o cambio change
στρέφω καί άλλάζω
[λαγμα
δίαυλον. "κάμψαι διαύ-
λου", έπανακάμπτω
286
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CnAN1LHτραγουδώ, cantare cantar chanter ψάλλω ( * si ngen) cano+canto= κανάσσω =ήχώ, θορυβώ,
όδω =όδω καναχέω
chantόσμα canto, cancίόn chant ψαλμός (Psal m) (aντδaν.: καντάδα,
(προβηγκ. ªcanso") canzone καντάτα
chanson, cantate cantata cantata chanson (son9') cant|cum καναχή ª1 ) θόρυβος
chantageέκβιασμός (cantabi le chantaje (cantata)
2) άντήχησις
άδόμενος) "καναχη πέλει" Ιλιάς
chantre Ψάλτης cantore cantor chanter Kantor "πλήκτρου καvαχή ίμε-
cant|queϋμνος cantico cantico canto ρόεσσα" =γλυκό κτύπη-
κ.ο. ώςcant||èneϋμνος cantilena canti l ena cant ( γλωσ. μα κιθάρας. (Ομ γμν
can-can θορυβώδης ίδ
Ιωμ
α) Απόλλ; "καvαχά χαλκό-
χορός τυπος" (Βακχυλίδης;
καί accent τόνος accento acento accent Akzent accentusτοΟ έν +καναχη
enchanterγοητεύω i ncantare encantar enchant akzentuieren accino (ad=OVTQ (*έκ τοΟ όμφή: es -ong)
| ncantat|onγοητεία i ncantamento encanto i ncantation τονίζω +cano =προσάδω
Κ.λ. π. . . ίn+cantο=μαγεύω)
CnAN1|LHξυλουργείον canti ere cantera canter canther|us¯ κανθήλιος, κάνθων =
(αρχικώς φορτίον ξύλων) λατομείον καλπασμός =φορτηγός "ππος φορτηγός 'ππος (Αριστοφ,
CnANvHLκάναβις canapa caiamo cannabi s Hanf cannab|s¬ κάνναβις
canevas,ϋφασμα; canovaccio caiamazo canvas Kanevas (aντδάν. : καμβάς, κανα-
καμβάς βάτσο)
CnAO8χάος caos caos chaos Chaos chaosχάος χάος
chaot|queχαώδης cabtico caόtίcο chaotic chaotisch
CnAH όμαξα 4 τροχος carro carro car Karre carrusόμαξα 4τρ. Οί Γαλάταί έσερναν καί
chargerφορτώνω caricare cargar cargo Kargo currusόρμα τίς άποσκευές τους μέ
carrosseκαρότσα carrozza carroza carry Karose
(carrico φορτώνω) αύτά τά "carra", συνήθεια
carr|o|a carri ola κουβαλώ άγνωστη στους Ρωμαίους.
(caricatura (γαργαίρω =γέμω, είμαι
έννοια: βεβαρυ- πλήρης) " Εάν τό θέμα είναι
μένες, τονισμέ- έκ τοΟ "currus" (The Grolier,
νες γραμμές lnternational Diction. ¯¡ 9¨ü¯)
σχεδίου) τότε βλ. λ. "courir" πρβλ.
καί κροαίνω =τετραποδίζω.
CnAH|v ΑΑΙ πάταγος charivari charivari car|bar|a¯ καρηβαρία (βάρος είς τήν
hourvar|όχλοβοή crapul a κραι- κάραν =κεφαλήν)
[πάλη
CnAHMLγοητεία i ncanto encanto charm carmen-| n| s κανάχω =ήχώ
charmerγοητεύω i ncantare encantar Ι charm =μαγ. άσμα έκ τού (βλ. λ. chanter)
charmantγοητευ- i ncantante encantador enchanti ng cano=οδω, ηχώ ό Α. Gel l i us στίς ""Αττικές
[τικός Νύκτες" έτυμολογεί έκ
τής Κάρμης Carmen,
μητρός τού Εύάνδρου.)
CnAHÞLN1LH, carpire encarpetar carpo=δρέπω καρπόω ª κόπτω
chaφί r, κόπτω άφαιρώ carpinteri a carpentry καρπούς.
charpenteξυλεία carpo καρπός ξυλουργική carpenter κάρφος: πάν ε
ί
δος
charpent|erξυλου- carpentiere carpi ntero carpet ξύλου
[ργός carpeta κιλίμι
charp|eξαντό κ.α.
CnAHHëL"στάκτη cathera καθαίρω, καθαρίζω
πλυσίματος"
CnAH1HLφυλακή carcel carcern Kerker carcer=είρκτή κάρκαρον =είρκτη
chartreuseμονή certosa (carcelera) (παλ άγγλ; κάρκαρος = δεσμοί
chartreuxμοναχός certosimo carcelero γέργερος =βρόγχος
δεσμοφύλαξ Kerkermeister
CnA88LHκυνηγώ cacciare cazar Ι chase haschen cap|o,capto απτω, κάπτω =άρπάζω
chasseκυνήγι caccia caza chase =ζητώ, λαμβάνω χάπτω
chasseurκυνηγός cacciatore cazador chaser ( aντδάν. : καπίστρι,
καί chevêtreκημός capestro cabestro catch λαβή κατσάδα, κάτς)
cassade"μπλόφα" cazzada
(βενετσιάν. )
CΗΑΤ, CΗΑΠΕγάτος, -Ό gallo gato cat Kater, Katze cattusγάτος κάπος, κάπα (αϊλουρος)
chatou| | |erγαργαλάω
Ki tzel n (έτ. κάητος, κάπος δη.
συλληφθείς διά γαλεά-
γρας. (βλ. καί λ. captif)
287
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CHA ΤΕΑυ πύργος castello castillo castle Kastell caste| | um. άλλοι-
chãte|a|nπυργοδεσπό- (AI-catraz ωμένη προφορά
ίδίας ρίζης : [της Άλκατράζ) τού castrum όπερ
chãtrerεύνουχίζω castrare castrar Ι castrate kastrieren έκ τού castro= ¯ κεάζω(σχίζω) κόσσω
(κόπτω) (έννοιολ. : κτίσμα
castrat έκτομίας castrato ά π ο σ χ ι σ μ έ ν ο , (άντιδάν. : κάστρον,
άπομεμακρυσμένο καστράτος)
άπό (πρβλ. τέμνω, τέμενος)
τά άλλα) �
CHAUD θερμός caldo caldo, cal i do warm' (έκ τού warm'
κήλεος=καυστικός
,cã||nerθωπεύω) caliente θερμός)' ca|or=θερμός "πυρί κηλέψ" Θ. ¯:ë
cha|eurθερμότης calore, calor & cal i na caloric χλιάω-ώ=είμαι θερμός
chaud| èreθερμολέβης caldezza θερμογόνον ca|eo=θερμαίνο- χλίω =θερμαίνω
chaudron χύτρα cal danino caldera μαι (στά ίσλανδικά, πρβλ. χλιαρός
chaudronn|erλεβητο- calderaio calderero hl aer)--> κήλει ος=θερμός
[ποιός ca| | dus=θερμός έκ +χλιαίνω
échauderζεματίζω escaldar heat (έτ. καίω) θχ + caleo άλέα =ήλιακή θερμό
καί chaufferθερμαίνω scaldare caldear Ι calefy calor + facio της, έξ ού ό "καλός"
chauffeurθερμαστής scaldatore chauffeur (Kal ori metrie)
(Ίδίας έτυμολ. και ή
ca|or|eθερμίς cal oria caioria calorie Καληδονία)
chauffageθέρμανσις scaldata calefaccίόn calefaction (άντιδάν. : σωφέρ, καλο-
caldana όργή caldo ζωμός caldron λέβης ριΦέρ. )
ca| or|fère calorifero calorifero
CHAUME καλάμη cal amo calamo Hal m
κάλαμος
chaum|èreκαλύβη Kal mus ca|amus "καλάμου εΤχο ν τάς
και c| oyèreκάνιστρον (canestro) (calato) κάλαμος οροφάς αί οίκίαι " .
cha| umeauαύλός cannel l o carami l l o ( Ηρ. 5, 1 01 )
c|a|eκαλαμωτή Κ. Ο . . . canniccio (Iitocal amo)
CHAUX όσβεστος calce cal (asbestιιs) Kal k
χάλιξ-ικος
καΙ ga|etχάλιξ (μέσψ ca|x-ca||c|s (βλ. καί λ. calculer,
τού φραγκ, ga| ,
cal ci ner)
ga|ette=γαλέττα (λόγψ galetta galleta
τού στρογγυλού της
σχήματος)
CHAUVE φαλακρός calvo calvo bald* Kahl
κάλαφοςΓάσκάλα-
ca|v|t|eφαλάκρα cal vizie calvez Kalheit ca|vus βος. έντομον μέ ίδιαιτέ-
ca|va|reγολγοθάς calvario calvario calvary φαλακρός ρως μεγάλη κεφαλή.
(δηλ γυμνοΟ κρανίου τόπος; *έτ. φαλός =λαμπερός
πρβλ. φαλ-ακρός
CHEF άρχηγός, έξ ού capo jefe chief Haupt
κάπος=πνοή, πνεϋμα
acheverφέρω είς πέρας caput=κεφαλή κύβη=κεφαλή
(βλ. λ. cape)
CHEMIN όδός, δρόμος cammi no cami no come έρχο- Kommen έρχο-
κομι δή=έπιστροΦή
cammi nare μαι, έπιστρέφω μαι, έπιστρέφω
ρ. κομίζω, κομίζομαι,
"κομίζou εϊσω" =εϊσελθε,
έλα. "κομίζou τάχιστα έξ
όμμάτων" =χάσου άπ' τά
μάτια μου" (lκέτ. 949).
"περί κομιδης . . άφικέσθαι
εΙς Έλλάδα" . ( Ηρόδ ;
(Σημ. : έκ τού έκ-κομίζομαι,
έξ-έκομίσθην, τό σημε-
ρινό "ξεκουμπίζομαι")
CHIMINEE έστία, καπνο- cami no chi menea chi mney Kami n
κάμινος(έκ τοϋ καίω)
δόχος cami netto chemi nea cam| nus (πλίνθους ωπτησaν έν
Kaμί�/Olσl) -Ήρόδ-
CHEMISE ύποκάμισον cami si a camisa chemi se ¨κάμασοςάμφίμαλλος"
chem|sette χιτωνι- cami cetta cami sol i n
cam|s|a, μέσι
π. σεμίαρ=xιτίν (λακων. )
[σκος τού βυζ. κάμασος
σεμαλία =ράκη (Άργ. )
chem|s|er camiciotto camisero
(ύπο-κάμισον) ή καμινος, και το καμισον
[Εκ παπύρου: ώς καΙ θερμαίνων]
έκ τού καίω, χιτών
288
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CHER προσφιλής, caro caro carus, cara= κάρα 1) κεφαλή 2) πρό-
άκριβός προσφιλής σωπον, γενικώς όνθρωπος
cherir άγαπώ
κατά τό: .. ώ Ίσμήνης κάρα"
cheri άγαπητός '' ο cara conjux" ¯ ,Άντιιγ Σοφοκλ.;
cara όψις ώ άγαπητή σύζυγε δηλ. άγαπητή μου άδελφή,
caresser χαϊδεύω carezzare acariciar Ι caress karessieren (πρβλ. : ώ φίλτατον -κεφαλή τής Ίσμήνης
caresse χάδι carezza caricia caress γυναικός κάρα". "ώ κασίΥνητον κάρα"
charite φιλανθρωπία carita caridad charity Karitas Οίδ Τύρ 950-) Όρέστης Εύρ z:¨
καί chere =εύωχία ( cari catevole carino στοργή cheer 'Τεύκρε, φίη κεφαλή" Θ 281
(εννοια: έκ τού ότι έλεήμων) (πρβλ. "κάρηνον") cheri ness "ώ φίλον κάρα"Σοφ Οίδ. Κολ
δημιουργεί εύχάριστο φαιδρότης 1 631 , "φίλη κεφαλή":
πρόσωπο) , Ιρλανδ caraim (έκ τού ότι ή κεφαλή είναι τό
=άγαπώ) ήγεμονικόν μέρος τού σώμα-
τος. Βλ. έκτεv άνάλυσι ν τού
λήμματος εΙς ΕίσαΥωΥήν).
CHEVAL ϊππος caval l o cabal l o cabal I us =καβάλ-
"καβάλης ϊππος", διά φορ-
chevalier ίππότης caval i ere cabal l ero cheval i er Kaval i er [λης τίον ένώ: κέλης ϊππος ¯
chevaIerie ίπποσύνη caval l eri a cabal l eri a ταχύς ϊππος Πρβλ. : κόβα-
chevaucher καλπάζω cavalcare cabalgar λος, κοβαλώ (κουβαλάω)
cavaIcade ίππασία, calvacata caballada cavalcade Kaval kade
ίππηλασία άγέλη ϊππων
(άντιδάν.: καβαλλιέρος,
cavaIerie ίππικόν caval l eri a cavalry Kaval l eri e καβάλλα)
cavaIier ίππεύς, συνο- caval l eresco cabal l eresco caval i er Kaval l erist
K.a . . [δός εύγενής
CHEVETRE κημός, capestro cabestro capistrum κάπτω (βλ. λ. captif)
χαλινός έκ τού capio
cabestan βαρούλκον
CHEVRE αϊξ capra cabra capra (θηλ. τού κάπρος
capricorne αίγόκερως capricorno capricornio Capricorn Kapriol e caper)
chevreau έρίφιον capretto cabrito chevron
chevrier βοσκός capraio cabrero
CHIASME χιασμός chi asmo quiasmo chi asmus χιασμός (έκ τοΟ Χ)
chiastico
CHI C κομψός chico παιδί μικρό chi c schick έκ τού coccum= κόκκος (δηλ. μικρό μέγε-
chiquita όμορ- ¬ κόκκος ''όσοι έν Τ ροι.ή [θος)
φούλα
κόκκοι " Ήρόδ.
(άντδάν. : σίκ, σικάτος)
CHI EN σκύλος cane can hound Hund cani s = κύων
cyni que, cani n, κυνι- cini co ci nico cynical zynisch κυνικός
[κός canido cani ne
cani de κυνοειδής κύων + ε
ί
δος
cani cul ai res κυνικά canicolare cani cula cani cul ar Hundstage
καύματα & cagnesco ci ni smo κυνι-
canai I Ie όχλος canaglia canalla [σμός knave Canai l l e κυνώλης
"σκυλολόι" (άντδ. : κανάγιας)
καΙ chenet προστάτης *(καναρίνι, έκ τού κυνά-
cagnard όκνηρός cagnotto (cinegetica hundstott ριον. Δηλαδή πτηνόν έκ
( πρβλ. τεμπελόσκυλο) cagnaccio κυνηγετική) των Καναρίων νήσων,
cheni I l e κάμπια κυριολεκτικώς Νήσων
*canari , κανάρι canarino canarino canary Kanarien . . . τοΟ κυνός) .
CHIFFRE άριθμός-
βλ. λέξ. zero
CHI MERE χίμαιρα chi mera quimera chi mera Chi mara Chi marea Χίμαιρα
chi merique χιμαιρικός chi merico qui merico chi merical chi marisch
CHI MI E χημεία chi mi a quimia chemi stry Chemi e Χημεί α. 'Ορθή γραφή
quimico
X
uμεία, έκ τού χυμός.
Οί βυζαντινοί τό έγραφαν με
ϋψιλον ,Δουκάγγιος;
Χύμε
υ
σις=μΤξις,
συγχώνευσις
χυμευτική, χυμευτής.
χΟμα =χυμός.
289
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝI ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CHI OURME δεσμώται ci urma Schwarm
ce|eusma= κέλευσμα
κατέργου ci urmare =κέλευσμα κελεύω: διατάζω
άπατώ
ci urmatore
άπατεών ( αντιδάν.: τσούρμο)
ci urmeria
άπάτη
Λέξεις μέ α' σuνθ. CHIRO . . . χει ρο. . .
πχ ch| rographe chirografo qui rografo chi rograph (Chi rol ogi e)
χειρόγραφον
ch| romanc|e chi romanzia qui romanci a chi romancy Chi romantie
χειρομαντεία
ch| ropracteur chi ropractic χειροπράκτης
ch| rurg|eχειρουργική chi rurgi a cirugia chi rurgy, Chi rurgi e
ch| rurg|a χειρουργική
ch| rurg|enχειρουργός chi rurgo cirujano surgery Chi rurg
χειρουργός
Κ.α. surgeon
CHLAMYDE χλαμύς cl ami de cl ami de (cloak)* Chl amys
ch| amys χλαμυς(Ύλόκη)
Λέξεις μέ α' συνθ.
CHLORO . . χλωρός
ch| oroforme cloroformi o cloroformi o chl oroforme Chl oroforme χλωροφόρμιον
ch| orophy||eΚ.α . . . cl orofil la clorofila chl orophyll Clorophyll χλωροφύλλη
CHO (βλ. λέξ "shaker",
CHOEPHORE coefora χοηφόρος
CHOEUR χορός (χορψδία) coro coro chorus, choi r Chor, -ist
chorus χορός
chora|,chorus ύμνος coral choric choral έκκλησ.
(αντιδάν.: κόρο)
chor|ste άοιδός corista corista, chorister ύμνος
corenta (chorology)
CHOISIR έκλέγω, προτιμώ [scegliere escoger choose Kiesen
μέσψ τού παλ. όπερ έκ τού Υεύομαι
cho|xέκλογή (βλ. λ. elire) choosing γερμ. 8ausjan,
Λέξεις μέ α' συνθ. CHOL ..
χολή
πχ cho|agogue (coledoco colagogo bi l iary χολαγωγός
cho|édo|og|e χοληδόχος) coledoco (βλ. λ. bile) χοληδολογία
cho|estére| ne colesterina (Chol era)
χοληστερίνη
cho|ér|que colerico colerico choleric Chol eri ker
χολερικός
CHOMER =άργώ (κυριολ. (caustico caustic caumare καύμα
άναπαύομαι λόγψ καύσω- καυστικός)
έκ τού cauma
chômage άργία [νος) (ΟΖίο)* (ociosidad)* (i naction * ot| um=άργία * ταίσιος=άνωφελής
chômeur ονεργος έκ τού ονευ
+ογω)
CHOSE πραγμα cosa cosa kosen
καί πολλα παράγωγα causa αίτία causa (αρχικός τύπος
ώς causer, koson)
causer|e
Θεωρείται άγνώστου έτυμολογίας. 'Όμως, προέρχεται καί αύτό έκ συνεκδοχης δύο έννοιών, λαμ-
Κ. ο . . . .
βανομένου ύπ' όψιν ότι (όπως έπεξηγεί καί τό Λεξ Ern. Mei l let) "causa a traduit (=έξέφρασε)
αίτία, αιτιον, dans la langue medicale (=είς την ίατρ. όρολογίαν) . " Πρβλ. τό τού ίατρού Γαληνού
"κόσα=πόσα έν κρισίμοις .. " (W. 088 TLG, 1 6. 642) Έννοείται "πόσα-πράγματα, αϊτια", Γι " αύτό
άκριβώς, τό ί"διο Λεξικό παρατηρεί ότι "causa est frequemment accompagne de res" -δηλ. ή λ.
causa συνοδεύεται συχνά άπό τήν λ. res =πραγμα. 'Όπως γράφει καί ό Ίπποκράτης: "όκόσα κατ'
Ίατρείον" έννοώντας όπόσα -πράγματα είς τό Ίατρείον". (όκόσα =όπόσα, κόσος =πόσος, κόσα
=πόσα- πρβλ. ίταλοισπαν. cosa. Πρόκειται περί συνήθους έναλλαγής των χειλικοϋπερωϊκών.)
CHOREGE χορηγός corego corego choragus Chοrϋhrer
χορηγός
chorégraph|e coreografia coreografia choreography Choreographie
χορογραφία
choréeχορείος coreo coreo, corea
CHOU λάχανον cavolo col cole Kohl
cau| | s=κράμβη καυλός=στέλεχος,
τ6 ύπέρ τής γής μέρος
τού φυτού.
CΗΟUΕΠΕ κουκουβάγια civetta
c| cumaφραγκ. κί κυμος, κι κκάβη= hLL~
kawa [κουβάγια
CHREME χρίσμα cresima crisma chrisma Chri sam
chr|sma¬ χρίσμα
CHRESTOMATHIE crestomazia crestomatia chrestomathy Christomathie
χρηστομάθεια
290
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CHRI ST Χριστός Chri sto Cristo Chri st Christus Chri stus Χριστός (έτ. χρίω)
christianisme χρι- cristianismo cristianismo christianity Chri stenheit chri sti anismus χριστιανισμός
[στιανισμός chri st chri sti anus χριστιανός
chrεHien χριστιανός cristiano cristiano christian έκ-χριστιανίζω
christianiser έκχρι- cristianizzare acristianar christen Christfest
στιανίζω Christmas ChristoIogie
( Στήν Έλληνι κή Άντι όχει α της Άσίας ,
chretiente χριστιανο- christendom Χριστολογία
' Έλληνες όπαδοί τού Ί ησού ώνομάσθηκαν
"Χριστιανοί" καί αύτή ή έλληνική όνομασία
[σύνη
έπεκράτησε έκτοτε, σέ όλον τόν κόσμο, γιά
τήν νέα θρησκεία)
Λέξεις μέ a' συνθ,
CHROMO . . χρώμα
chromatique χρωμα- cromatico cromatico chromatic Chromatic χρωματικός
[τικός
chromosome chromosoma (cromatismo) chromosome Chromosomen χρωμόσωμα
achromatique κ, δ"" acromatico acromatico achromatic Achromatik άχρωματικός
Λέξεις μέ a' συνθ,
CHRONO .. (pancronico) χρονο . . .
chronique χρονικόν cronico cronico chronic Chroni k χρονικόν
chronoIogie cronoIogia cronoiogia chronoIogy ChronoI ogi e χρονολογία
chronometre κ, δ", cronometro cronometro chronometer Chronometer χρονόμετρον
Λέξεις μέ a' συνθ,
CHRYSO . . . χρυσο . . .
chrysalide χρυσαλίς crisaIide crisaIida chrysaIis ChrysaIIide χρυσαλίς
chrysantheme κ, δ" cri santemo crisantemo chrysanthe- Chrysenthemum χρυσάνθεμον
mum
CHYLE χυλός chi I o quί l o chyIe ChyIus chyI us χυλός
chyIeux χυλώδης chi I oso qui Iifico chyIous
chyIification χυλο- chi I osi (qui I ifero) chyIification ChyIifikation χυλός +φύω
[ποίησις
CHYMO χυμός
chi mo χυμός
CIBLE σημάδι (scopo) (scope) Schei be σκίπων =ράβδος
CI BOI RE άρτοφόριον ciborio (copon) ci bori um Cibori um κιβώριον =περικάρπιον
έτ
,
κύπη
"άκμαίοu καρποίο κιβώρια"
CIEL ούρανός ci eI o ci eI o Sky (πιθ, έκ Hi mmeI *
caeI um, coeIum κοίλον
ceIeste ούράνιος ceieste ceIestiaI του σκύφος ¬ =ούρανός, έκ τού ("κοίλον ούρανού"
ceruIe κυανούς ceruI eo (ceIaje) =πλατύστομον καμπύλου σχήμα- "κοίλον θεάτρου")
(άΥΥλ. ceruIean)
άβαθές ποτή- τος ώς φαί νεται
ριον η κύτος = έκ της γης, μέ τό (
*
Himmei έτ, όκμων =
=κοιλότης, περί- έσω μέρος κενόν, ούρανός,
βλημα: "κύτος ΚατΌλους, έκ του
άστέριον" ένα- "χειμέριος". )
στρος ούρανός.
Kατ' Qλoυς, έκ
του "σκιά")
CIERGE λαμπάδα
candeIa cera chandi er Kerze κερί
cera =κηρός κηρός
cierger κηροπλάστης
ceraiuoio cerero μικρεμπόριον cereus =κέρινος
CIL όφρύς
ci gI i o ceja (brow)* ( Braue)* ci I i um =κύλον κύλα = ύπώπιον
sourciI βλεφαρίς
sopraci gI i a superciIiar (ci I iary βλεφα- Hϋl I e κάλυμμα κύλον = τό κοίλον τού
καί dessiIIer άνοιγο-
[ρικός) Hϋl se κέλυφος όνω βλεΦάρου
'
Ι
ππ ,
κλείνω τά βλέφαρα
(superci I i us ύπέρ +κύλον
άγέρωχος, (* έτυμ. έκ τού όφρύς)
"ύπέροφρυς")
CIME κορυφή
ci ma ci ma cyma =κύμα κύμα
cimier λοφείον(έκ του:
ci mero (άνTδάν. : τσίμα= τσίμα)
όκρη τού κύματος)
cίmaίseκuμάτιον (αρχιτ.;
ci masa ci maci o Kymatic =Kuμα-
[τική
CI METl ERE κοιμητή-
ci mitero cementerio cemetery coemeterium κοιμητήριον
[ριον
CΙΝέΜΑΤΟGRΑΡΗΕ
cinematografo ci ne cinematograph Kino, κινηματογράφος
ci nemascope*
ci nemascope ci nematica ci nemascop Ki nematograph *κίνημα ¬ σκοπέω-ώ
ci nematique κινημα-
ci netico (teIequinesia)
[τικός
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
CI NQ πέντε ci nque ci nco
(καί παράγωγα)
CI RE κηρός cera cera
ci rer στιλβώνω i ncerata μου- (cereria)
ci rage στίλβωσις σαμάς (ceroso)
CIRRHOSE ci rrosi ci rrosis
CISSE κισσός
CISTE κάλαθος cesto cesta
scatola κυτίον
CITE πολιτεία ci tta ci udad
citadelIe άκρόπολις cittadella ci udadela
citadin άστός cittadino ciudadano
citoyen πολίτης CiviCO άστικός CiviCO
καί:
CiviI πολιτικός ci vile ci vil
Civi I i ser έκπολιτίζω ci vili zzare ci vi lizar
Civi I i sation πολιτισμός ci vi l i zzazione cί νίlίΖacί όn
civisme φιλοπατρία ci vi smo ci vismo
Κ. δ . . .
CITER άναφέρω citare citar
citateur άπάνθ. ρητών citatore ci ta
καί i nciter προτρέπω i ncitare excitar
reciter άπαγγέλλω recitare
CISEAUX σμίλη, ψαλλίδι scalpello ci ncel
καί i nciser διασχίζω κλπ. (σμίλη) (έκ τού escalpedo
cesure τομή σκόλοψ)
uccidere
φονεύω
CITERNE δεξαμενή cίsteιηa cisterna
chi stera άπόχη
CITHARE κιθάρα chitarra guitarra,
citara
CI VIERE φορείον ci bori o ci bori o,
ci mborio
CLAIR φωτεινός chiaro claro
cl arte διαύγεια chiarita claridad
cIarine κωδωνίσκος cl ari no clarinete
ecIairer φωτίζω chi arificare aclarar
+gIaire τό όσπρο τοϋ chi ara clara
αύγοϋ (ώς διαυγές) Κ.δ.
CLAMER φωνάζω chi amare I lamar
cIameur κραυγή chi ama clanl0r
acclamer έπευφημώ acclamare aclamar
καί chamade τυμπανο- chiamata II amada
[κρουσία
καί reclame διαφήμησις
reclame
reclamar
decIamer άπαγγέλλω
declamare
declamar
excIamer άνακράζω
esclamare
procIamer άνακηρύπω,
proclamare
proclamar
Κ.δ . . .
CLANDESTIN κρυφός
clandestino clandestino
clandestinement λάθρα
clandestina-
-mente
CLANGOREUX θορυβώ-
clangore
[δης
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Ιίνθ fϋη!
Kerze
cirrhosis Zirrhose
(cissoid)
ciste κιβώτιον Kiste
chest κασέλλα
city (Staat)'
citadel Zitadelle
citizen Zivi l i st
Civi C
ci vil (pol i ti sch)
ci vil i ze zi vi l i sieren
ci vil i zation Zivil isation
ci vi sm (Patri oti sm)
cite zitieren
(citer) Zitat
Ι i nci te
sci ssors Schere
shissel
cistern Zi sterne
guitar Gitarre,
Zither
ci bori um
clear Kl ar
clari ty Klarhei t
clarinet Klari nette
clarify klaren καθαίρω
διευκρινίζω
Ι cl amour
cl amour
accl ai m
Ι cal l καλώ
chamade
reclamation
Rekl ame
declamation
deklami eren
άπαγγελία
proclaim
clandesti ne
clangorous
klangreich
clank κρότος
clang
Klang
συγκρούω, ηχώ kl angl i g
291
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ci nque, qui nque πέντε (ώς έκ τού 'ππος->
(έναλλαγή χειλικο- -eqlΙUS, ούτω έκ τού
ϋπερωικών) πέντε - qui nque, δηλ.
κέντε)
cera ¬ κηρός
("κηρός μελιηδευς") Όμ.
(έτ. καίει +ρέει) (έκ τού
i ncerata τό άντιδάν.
"νιτσεράδα")
κίρρωσις, έκ τού
κιρρός = κιτρινωπός
CiSSUS κι σσός (έτ. κίσσω=φιλώ)
cista κίστη =κιβώτιον
c ί ν ί s , ..άρχι Κ6) ς κέω, κεί ω, κοιτάζω
ceivis =έγχώριος, =κείμαι
πολίτης. "κείται", εύρίσκεται
ci vi tas πολιτεία εν τινι τόπψ, νοουμένης
civilis πολιτικός διαρκείας, ώς έκ τού
"κείμαι" ή κώμη
(χωρίον), κοιτίς, κοίτη,
κωFα.
(*status ¬ = στατός, ίδρυμένος)
citare, έκ τοϋ κίω, κινώ
cieo =κινώ (άντιδάν.: "τσιτάτο")
caedo =κόπτω κόσσω =κόπτω, κεάζω,
κείρω
cista ¬ κί στη =κιβώτιον
"έν κίστη έτίθει " ζΌμ.)
(άντιδάν.: στέρνα)
cithara κίθαρις
"
κίθαριν περικaλλέα
" (Όμ.)
"
κίθαρι ν
,
ματέρα ϋμνων"
( Αριστοφ
,
ci bus, ci bori um κίβος, κιβώριον
(κιβωτός, κιβώτιον)
( πρβλ. κιβούρι)
έκ τού clara νοχ=
ή φωνή πού καλεί.
('Αργότερα τό έπί-
θετο έχαρακτήρι-
σε καί τν Opa().
Εκτού caIo =καλώ καλώ
clamor βοή, τοϋ
clamo, caIo ¬ καλώ
(άντιδάν. : ρεκλάμα)
cladesti nus
κρυφός έκ τοϋ ceIo καλύπτω ( πρβλ. κέλυφος)
=κρύπτω, καλύπτω
cIangor =κλαγγή κλαΥΥη ( πρβλ. κλαγγή
cl ango =κλάζω όπλων) κλαγγάζω,
292
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
c|angueurκλαγγή Klangl ehre κλάζω =έκβάλλω κραυγήν
(άκουστική)
"Ζεύς πατήρ εκλαΥξεν βροντήν" ·Πίνδ
(άντιδάν.: κλάξογ πρβλ. προστ. άορ. "κλάγξον")
CLASSE τάξις classer classe, -are clase class Klasse c|ass|s=κλησις κλήσι ς, κλάσι ς, καλώ
c|ass|f|erταξινομώ classificare clasificar classificate klassifizieren πολιτών Γ. Ρωμαίοι καλουσι κλάσ-
c|ass|queκλασικός classico clasico
classic klassisch
classicus (κυριολ. σεις, κατά τάς έλληνικάς
c|ass|c|smeκλπ. . . classicismo clasicismo classicism
έκ τής πρώτς τάξε-
κλήσεις παρονομάσαντες . .
καί 91as =έπικήδειος (cl assi ficazione clasίfίcacίόn
cl assification Klassifikation
ως τών πολιτών) έκ
καί τάς κλάσσεις τό άρχαίον
κωδωνοκρουσία ταξινόμησις)
τοο ca|o =καλώ
έκάλουν καλέσεις" ·Διον.
"Primae classis
έκ του c|as-s|cum
homines". (Α. Ge|cs
Αλικαρν. Ρωμ Αρχ +. l ë•z-,
CLAUSE ρήτρα cl ausul a cl ause όρος
χ | , ¡ ,
clausola Klausel
c|audo=κλείω κλείω
c|austra|μοναστικός cl australe cl austral
claustral Klausner,
c|austrum κλείστρον
έρημίτης
c|austrat|onέγκλεισμός claustro cl austro
close -inclose Kl ausur
c|austerέγκλείω accludere enclaustrar κλείω -έγκλείω
cl austrofobi a
claustrophobia Klaustrophobie
κλειστοφοβία
c|oίtreμοναστική ζωή claustro
cloister μονα-
μοναστήρι
[στήρι
CLAVECIN clavicembolo clavicordio Klavier
c|av|cymba| um κλειδοκύμβαλον
c|av|erπληκτρολόγιον clave
CLEF κλειδί chiave Ilave key Schl Ossel
c|av|sκλειδί κλαίς, κλές =κλείς
enc|averέγκλείω i nchi udo i ncl ui r enclave einschliessen ί n+c|av|s (άρχ. κλαFις)
chev|||eάστράγαλος chi aveIIo I l avero cl osing πέρας Schloss
cl avi cul a κλειδάκι (έν± κλαFις)
(κλείδωσις) κλειδάκι -κρίκος- clasp κόπιτσα έκ του cl audo= κόλλαβος =μουσ. κλειδί
chev|||erσφηνώ clavija σφήνα (sphene) ¬ κλείω κλείω, κλέω -έπικώς-
c|oreπερικλείω chi udere κλείω cl ausurar cl ose schl iessen
( πρβλ. ahu|sc|os¬ I l avera clog κώλυμα (Schlosser
κεκλεισμένων τών θυρών) (cl ausura) οίκονόμος cloister μονή κλειδαρδς)
c|o|sonδιάφραγμα chiaverina δόρυ I I avin κλειδάκι
άκόμη: c|ou καρφί
chiodo cl avo, -ar (spi ke καρφί)* (Nagel )**
c|avus =καρφί,
conc| aveσύνοδος conclavio conclave concl ave Konklave
γόμφος (* έτ. σπίκα)
κλειστή Καρδιναλίων κ.ά .. closet θάλαμος (** έτ. όνυξ)
CLEPSYDRE clessidra clepsidra clepsydra Kl epsydra c|epsydra κλεψύδρα
CLEPTOMANE cleptomane cleρtomania kleptomania Kleptomanie c|eptomane κλεπτομανης
CLERC κλήρος clero clero cleri c Kl erus
c|er|cus κληρι κός
c|ergé ίερατείον clerical i smo clerecica cl ergy
c|ér|ca|ίερατικός clerical e cl erical cl eri cal Klerical
CLIENT πελάτης cl i ente cl iente cl ient Kl ient
cliens, cluens, κλύζω=βρέχω, όρμώ
c||entè|eπελατεία cl i entel a cl ientel a clients Kl i entel τοΟ c|uo=κλύζω ( πρβλ . . . κόσμος κατέ-
κλυσε τόν χώρο)
CLIGNER καμμύω chi nare κλίνω
c| | no=κλίνω κλίνω
c||gnement κλίσις china κατωφέ-
c||n(dΌeuίl) ματιά [ρεια
c||nκλίσις clivo
enc||n έπιρρεπής i ncl i nato
ί n+c| | no έν± κλί νω
καί s'|nc||ner ύποκλίνο- i nchi narsi i ncl i nar, -acίόn inclination
dé||ner κλπ... [μαι chi nato κυφός (declίnacίόn) (i ncl i ne)
CLIMAT κλίμα cl i ma cl i ma cl i mate Kl i ma
c| | ma=κλίμα κλίμα
c||mat|queκλιματικός cl i materico climaterico clime χώρα kl i matisch
c||mat|ser κλιματίζω cl i matizzare acl i matar
c||mato|og|que cl i matologico cl i matologico cl i matologic kl i matologisch
CΙΙMAΤERQUE κλιμα- cl i materico cl i materico cl i macteric Kl i makterisch
c||macter|cus κλΙ μακτηρι κός
[κτηρικός
CΙINQUE κλινική cl i ni ca cl i ni ca cl i ni c Kl i ni k
c| | n| cus κλι νι κός
c||n|c|en κλινικός cl inico clinico cl i nical kl i ni ker,-isch
πολυκλινική i πολικλι-
po|yc||n|queπολυκλι- policlinico policl i nica pol yclinic Polykl inik
νική (τό όρθόν μέ ι έκ τοΟ
[νική
πόλις καί όχι μέ υ, έκ τοΟ
πολύς)
CLOAQUE ύπόνομος cloaca cloaca cloaca Kloace cloaca, τοΟ c|uo= κλύζω. 1) βρέχω,
"Cloaca Maxima": z; όρμώ :; άποπλύνω,
Διάφορες λέξεις μέ α' συνθετκό CLONO øøu (κλώνος)
ό μεγάλος ύπόνο- καθαρίζω
'εκι.
εν
μος τής Ρώμης ποταμψ λύματα
"
(Καλλ. ;
293
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CLOWN "κλόουν" cIown COIO =κολέω πολέω, κολέω
coIonus βουκόλος
βουκόλος*
("με τήν έννοιαν άγροίκος)
CLUB λέσχη cI ub ci ub ci ub KI ub εκ τού κλωβός(γι' αύτότά
cI ubiste μέλος λέσχης
πρώτα "κλάμπ" ήσαν
διακοσμημένα μέ καλάμια)
CL YST
E
RE κλύσμα cIistere, cIisma cIister cIyster KIistier cIyster κλυστιρ
COASSER κοάζω quaken coaxo κοάζω
COBRA κόμπρα cobra cobra, cuiebra cobra Kobra coIubra χέλυδρος
COCCYX coccige coccix coccyx Kuckuk κόκκυξ (το κατώτατον
όστοΟν της σπονδυλ.
στήλης)
COCU κερατάς (+cornu) (cornuto) (cornudo) cuckoId cornu ª κέρας κόκκυξ =ό κοΟκος
(Larousse: έπειδή τό θηλ. (έκ τού λατ, (βλ, λέξι cor) Άριστοτ, : "ό δ κόκκυξ ού
τού κούκου θέτει τά αύγά cornu) ποιεί νεοττιάν, άλλ' έν
σε φωληες cλων πουλιων) άλλΟτίαις τίκτει
νεοττιαίς" (ΖI 61 8)
("κέρατα ποιω τι άνδρί " =άπατώ τόν ανδρα
μου Λουκιανός,
CΟDΕ κώδιξ codice cόdίgο code Kodex
codex κώδlον=διφθέρα, προ-
κλπ. παράγωγα . . , βιά, δέρμα προβάτου,
κατάλλήλη προς γραφην,
"Κρατίνου κώδι ον"
-Αριστοφ. Ίπ. 400-
COD
E
I NE KωδεLvη codeina codeina κωδείνη
(έτ, κώδεια =κεφαλη)
COELlAQUE ceIiaco coeIiac coeIiacus κοιλιακός
coeIioscopie κοιλιοσκόπησις
COEUR καρδιά cuore cοraΖόn heart* Herz* cor - cordis = κέαρ-κηρ=καρδία,
courage θάρρος coraggio coraje courage herzgrube (a graeca derivatυm 'Άχιλληος κηρ Υηθεί έν
courageux "καρδιωμέ-
δηλ. έκ της έλλην, στήθεσσι " Όδ σ :++
[νος"
προελθόν) (* ήτορ)
cordiaI έγκάρδιος cordiaIe cordiaI cordiaI-Iy herzi nni g
recorder θυμάμαι ricordare recordar (se) record Coeur =κούπαl
concorde όμόνοια concordia concordia concord χαρτοπ.} cum + cor -> συν ± κηρ (άκόμη καί
καί record "ρεκόρ"" "to record" herzen 'απωνικά: κοκορο =
recors μάρτυς
θωπεύω =καρδία)
επίσης: ecoeurer άηδιά- corazonada herzig χαρίεις ( άντιδάν, : κουράγιο,
K.ι. πολλά". [ζω προαίσθησις ρεκόρ)
COFFIN κάλαθος cofano coffin (φέρετρο) Koffer
cophinus κόφινος
coffre θώραξ coffa
cofre coffer
"και τούς κοφίνους
couffre κάλαθος
απαντας έμπίπλη πτερών"
coffrer φυλακίζω Κ, Ο"
encofrar
Αριστοφ Όρν.
COIFFE κεκρύφαλος cuffia, scuffia coif
cofia έκ τού σκύφειος, ό έχων
coiffer φορώ στν κεφα- Ι coif
κεκρύφαλος σχημα σκύφου (είδος ποτη-
λή, κτενίζομαι ρίου)
coifure κόμμωσις, σκυφίδιον =το κρανίον
κάλυμμα κεφαλης (άντιδάν, : σκούφια)
coifeur κομωτής (perrucchiere)
(peIuquero)* Coi ffeur ( * βλ. λ. ροί l )
COGITATlON σκέψις cogitazione cogitation
cogito, ε κ τού
cogito σκέπτο- cogitate
con + ago συν ± tγω
[μαι
haereo, έχομαι αίρέω =κυριεύω
COH
E
RENCE συνέπεια coerenza
coherencia coherence Koharenz
cohesion συνοχή coesione cοhesίόn cohesion Kohasion
τινός (+cum) (+ σύν)
coherent συναφής coerente
coherente coherent
COIN γωνία canto
canto coin Kante
canthus =κανθός κανθός =γωνία τοΟ
coincer σφηνώ
acunar (chamfer άρχι- ΚθίΙ σφήνα
όφθαλμοΟ
cognee άξίνα
cuna σφήνα τεκτ, διακόσμ.)
cogner κτυπώ
(contonearse)
cuneiforme σφηνοειδής cuneiforme
cuneiforme cuneiform KeiIformig
cuneus +forma= γώνιος +μορφη
cantine καντίνα cantina
cantina canteen Kantine
294
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝ! ΚΟΥ
cantonκαντόνι cantone cantόn canton Kanton
(άντδάν. : καντίνα,
(δηλ. au coin du pays & Kent
καντόνι)
=ατό ακρον τής χώρας)
cantonade
παρασκήνιον κπ. ..
COING κυδώνιον cotogna (membri l l o qui nce ΟυίΙΙθ cydoneum κυδώνιον
cognasseκυδώνιον cotogno έτ. μελίμηλον)
COL
E
OPT
E
RES κολεό- coleottero cοleόΡterο coleoptera κολεόπτερα
[πτερα
COL
E
RE θυμός col l era cόl era (fury, έτ. θήρ) (
A
rger έτ. όργή) cho|era=χολή χολη χόλος =όργή,
co|éreuxθυμώδης col l eroso ( encol erizar) gall χολή, λύπη θυμΌς "Αχιλήχόλος
co|érlqueχολερικός col l eri co col erico chol eric Chol eI'iker
φρεσί " ΊλΑ¯º:
cho|ér|que ( πρβλ. καί τό τού Γαληνού:
οί χολικοί τιίποι, όξύθυμοι.)
COLIaUE κωλικός col i ca cόl ί cο col ic Kolic co|l cus
κωλικός
co||te
κωλίτις
COLLE κόλλα col l a col a (gl ue co||a=κόλλα κόλλα
co||erκολλάω collare colar έτ. γλοιός) kleben κολλώ (Στόν · Όμ. κολλάω ¯
co||ageκόλλησις i ncol l adura encol adura
καρΦώνω, προσηλωνω)
cο| | οϊdeκολλοειδής
COLLECTION συλλογή collezione coleccion collection Kollektion collectioroO |ego λέγω =συλλέγω
co||ecteσυνεισφορά col l etta έρανος coll ecta collect Kollation =συλλέγω (πρβλ. συλλογή, σύλλο-
co||ectlfπεριληπτικός collettivo col l ectivo col l ective kollektiv γος, νεοσύλλεκτος)
co||ègeκολλέγιον, col l egi o colegio col l ege Koll egi um λογάδες =έπίλεκτοι
λύκειον Kollegial όνδρες έξ ού ή ρωμαική
co||ègueσυνάδελφος col l ega col ego col l eague συναδελφικός λεγε ων
Κ.α . . , (άντδάν.: κολλέγιον)
COLLINE λόφος col l i na col i na hi l l (Haufe έκ τού co| | l na, τού col l i s κολώνη=λόφος, ϋψωμα,
κείμαι) =βουνό βουνΌ
Kolonne =στήλη κολωνΌς=τόπος ύψηλΌς
Αλησίου κολώνη =
=λόφος τοΟ Άλησίου
( ΙλιάςΛ :s:)
COLLOaUE συνομιλία col l oqui o col l oquy |oquor=λέγω έκ τοΟ λέγω, λόγος
(κατά Ούλριχ)
COLL ΥΑΕ κολλύριον col l i ri o col i ri o col l yri um Kol l yri um co||yrl um¬ κολλύρι ον (έκ τού κολ-
λύρα) πλακούντιον
θεραπευτικόν, άλοιφή
όφθαλμών
COLOMBE+Pi geon colombo
1
pal oma
2
pigeon
3
Taube
^
ì , co|umbus l ) Kόλυμβoς, Koλυμ�ς
περιστέρι =περιατέρι (είδος πτηνοΟ,
pa|ombeάγριοπερι- pal ombo (pal omi l l a) (col umbi ne) 2) pa| umba έτ. κολυμβώ)
[στερά περιστερώδης) =περιστερά 2) πέλεια =περιστερό
co|omblerπεριστε- col ombari o pal omar º,ρίρίο=τερερίζω, Ίλ. Φ493. ''
Φ
ύΥ
εν ωστε
[ ρών πιππίζω πέλε
ια"
κaί co|ombl ne col ombi na :, πιππίζω =φωνάζω
"κολομπίνα" (έπί νεοσσών)' πίγγαν
co|ombophl | eπερι- palomero =νεοσσΌς
στερόφιλος (palombaro (col umpi ar Άριστοφ. ' Όρνιθες: "πιπ-
co| umbarl umτεφρο- δύτης) ζυγιάζομαι) πίζουσι κaί τρέχουσι ν"
[φυλάκιον (col umpi o 4) τιτιβίζω
(έννοιολ. "φωλεά" διά αίώρα)
τήν τέφραν)
COLON κώλον colon colon (γραμμ. ) col on Κοlοη co|on κώλον
co|ureκόλουρος coluro sin cola col ure Kol ur co|urus κόλουρος (κολόβουρος,
κολοβΌς)
COLONIE άποικία coloni a col oni a colony Κοl οπίθ co|cnl a έκ τοΟ κολώνεια =άποικιακή
co|onl a| άποικιακός coIonial e col oni al col oni al kol oni al colo =θεραπεύω, πόλις, κολέω =θερα-
co|onlsab|eάποικίσι- colono αποικος, colono Ιο colonize εργάζομαι, οίκώ πεύω, έργάζομαι (μόνον
[μος γεωργός άποικίζω τόπον εν συνθέσει) πρβλ. βουκό-
co|onlsat|onάποικι- colonizzazione col onisacion colonization Kolonisation λος ( πρβλ. καί κολώνη
σμός κλπ . . . =πόλις μεγάλη) Σούίδας.
(Ή "κολώνια" εκ τής
πόλεως "Κολωνίας")
29b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τοί ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
COLONNE στήλη, φάλαγξ col onna col umna col umn Kolonne co| umna¬ κολώνη
co|one|στρατηγός col oneI I o coronel col onel General (έκ τοΟ ¦βλ.καίλ. col l i ne)
(ώς διοικών την colonne) colonnato
γενικός)
co|onnadeκιονοστοιχία col umIΊata col onIΊade KoIIonade
COLOSSE κολοσσός colosso coloso colossus Koloss co|ossus κολοσσός
colossal κολοσσιαίος colossale colosal colossal Kolossal
· Ηρ. : "επεσ
τ
κολοσσός
λίθι νος"
COMA κώμα, λήθαργος coma coma coma Koma, κώμα ( ετ. κεΙμαι)
Lethargie* * λήθαργος
CΟΜΜΑ κόμμα comma coma comma Komma
κόμμα (έτ. κόπτω)
COMBE κοιλός comba κυρτό- coombe μέσψ γαλατ. κύμβη = το κοlλον τού
[της cumba άγγείου
COMBLE πλήρης, ξέχει- col mo col mo cumu| us κίμα (εκ της κορυφης
[λος cumul o σωρίς cumul o cumul ation =σωρός, τού κύματος, κατάρ
comb|erύπερπληρώ col mare col mar κuρι ολ. : ή κορυφη SCHULZE)
cumu|erσυσσωρεύω cumul are οίκοδομήματος
accumu|erσυσσωρεύω accumul are accumul ar accumul ate Akkumul ator ad +cumul us όντα +κύμα
cu|m|nerμεσουρανώ cul mi ne cul mi nar (Καταλλουςκαίτό
κορυφη comble έκτού κύμβη)
cu|m|nat|on cul mi nazi one cul mί nacί όn
cu|m|nant cul mi nante τό κατακόρυφον
κορυφαίος
(col mata
πληρότης)
COMBURER άναφλέγω com-buro συν -πυρώ
combust|on άνάφλεξις combustione cοmbustίόn combustion
COM
E
DIE κωμψδία commedi a comedi a comedy Komodie comoed|a κωμφδία (κώμος+ώδη)
coméd|enκωμψδός, commedi ante comedi ante comedian (Komi ker)
(κώμος =εϋθ. άσμα,
ήθοποιός commedio- cοmedίόgrafο ζδόμενoν άνά τάς
grafo οδούς της κώμης)
COMESTlBLE έδώδιμος, commesti bi l e comestible comestible comest us, μτχ.
τρόφιμον τοο com-edo= εδω, έσθίω
COM
E
TE κομήτς cometa cometa comet Komet
κομήτης
COMQUE κωμικός comico cόmίcο comic Komi k, -er
κωμικός
com|quementκωμικώς comicamente comi camente komisch
CΟΜΜΕ ώς come como as ,έτώς) "quomodoª "κοίφ μήδει"
cοmment πώς was
comb|enπόσο
COMMENCER άρχίζω comi nci are comenzar commence com+| n+eo σύν + έν, ίν, + εω
commencementάρχη cominciamento comienzo commence-
-ment
COMMERCE έμπόριον βλ.
λ "marchand"
CDVVUNκοινός
comure cοmύn commune Kommunal commun| s,
communauté,-ότης
comunita comuni dad community δημοτικός κοινός
commun|sme
comuni smo comuni smo communi sm Kommuni smus con+mun| s
μοίνος, μόνος
commun|onένότης comuni one cοmunί όn communi on Kommuni on (σπάνιον έπίθ. ,
συμμονη=το παραμένειν
commun|erκοινωνώ comunero λαι- συνήθως σύνθετον)
ομού, το "είναι" μετά τινος
commun|querέπι! νώ comunicare comunicar [κός communicate Kommunikation
commun|cat|on
comunicazione cοmunί cacί όn communica-
(έπί)-συγκοινωνία κ α -Ιίοπ
COMPACT συμπαγής compatto compacto compact Kompakt σύμπακτος
compac|téπυκνότης κα compattezza compactness
συμπαγης
(σύν+πήγνυμι)
COMPAGNE, copa| n compagno compafero compani on Kumpan cum+pan| s συν + πανό ς = όρτος-
σύντροφος compagnia compafi a company Kompanie κυριολ σύν-τροφος
compagn|eέταιρία κ. α . . . Kompagnie ¦βλλέξι pai n)
άντδάν.: κομπανία
λόχος
296
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ
COMP
E
RE κουμπάρος compare
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
compadre
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝI ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
"cumparest" ¯ συμπάρεστι
"πάροχος ό Ήφαιστίων συμπάρεστι, δαδα καιομένην εχων" ΕΙ ΚΟΝΕΣΓάμοι Αλεξάνδρου
"' πάροχος, φίος ίj συγγενής ό μάλιστα τιμώμενος καί άΥαπώμενος" -Εύστάθιος· Ό Ήφαιστίων συμπαρίσταται ώς "κουμπάρος" κρατών
λαμπάδα άναμμένην. ¨Cτρίτος συμπαρών, πάροχος λέγεται" Πολυδεύκης Ονομαστικόν συμ-παρά-έστί (cum-para est compare -t
"κουμπάρος") πάροχος, έκ τού παρέχω ¯! ) έχω πλησίον 2) χορηγώ, προμηθεύω ' παρέχομαι ¯ παρουσιάζω, προσΦέρω. " Ο, ΤΙ δηλαδή
κάνει καί σήμερα ό "κουμπάρος". Ή ίταλ. λέξις compare =συνεργός, σύντροφος, άνάδοχος, κακώς έτυμολογειται έκ τού cum+pater, padre.
Δέν είναι "συμπατήρ" είναι συμ-πάροχος -compare. Έπειδή είναι φανερό ότι παρουσιάζει δυσκολία ή λανθασμένη έτuμOλόγησις έκ τού
cum +pater, τό 'ταλικό Eτuμoλoy. Λεξ τού Giac. Devoto ύποθέτει πιθανή βενετική διαμεσολάβησι: "forse veneta, che semplifica (=ή όποία
άπλοποιει ) -tr ίπ -r". (τό tr είς r).
COMP
E
TENT άρμόδιος
competence άνταγω
[νισμός
competer άρμόζω
κλπ.
COMPLET πλήρης
completement έντελώς
complement συμπλ/μα
compleer συπληρώνω
compl i ment φιλο-
φρόνησις κλπ . .
competente
competenza
competere
completo
cmpletamente
compl emento
completare
compl i mento
COMPLEXE σύνθετος complesso
complexion κράσις compl essione
complice συνένοχος compl ice
compl i quer περιπλέκω compl i care
complex συνωμοσία complicita
COMPTER λογαριάζω
compte λογαριασμός
compteur μετρητής
comptoir όβαξ
computer ύπολογίζω
computation
ύπολογισμός
ίδία ς οίΚΟΥενείας:
conter διηγούμαι
conte διήγημα
Κ.α. παράγ. +σύνθ.
COMPTE κόμης
(άρχικώς: άκόλουθος)
comptesse κόμησσα
comte κομητεία
comite συνέδριον
Κ.α. διάφ.
CON ...
CONCHYLIEN κογχύ-
coqui l le, [λιον
conche
concyl i ologie
CONCILE έκ. σύνοδος
conci l ier συμφιλιώνω
conci l iation συμφι-
[λίωσις
reconci l ier
CONCLUSION συμπέ
ρασμα, με τήν εννοια
κλείω τήν άναφορά)
conclure συμπεραίνω
exclure άποκλείω
i ncl ure έγκλείω
κλπ. κλπ.
contare
conto
contatore
conteggio
computista
λογιστής
computo
(s-conto
έκπτωσις)
contare
(contante
μετρητά)
conte
contesa
contea
comitato
conchigl i a
concil i o
concil i are
conci l i azi one
concl usi one
concludere
escludere
i ncl udere
CONCUBINE παλλακίς concubi na
concubi nage παλλα- concubi nato
[κεία
competente
competencia
competir
completo
completamente
compl emento
compl etar
cumpl i mi ento
complejo
cοmΡleχίόn
cόmΡlίce
complicar
complejidad
contar
cuenta
contador
computar
computo
(descuendo)
contar
cuento
conde
condesa
condado
comite
conque,
concha
conqui l i ologia
conci l i o
conci l i ar
reconci l i ar
cοncl ucί όn
concl ui r
excl ui r
i ncl ui r
concubina
concubi nato
competent
competency
compete
complete
compl etely
complement
Ι compl ete
compl i ment
compl ex
compl exi on
accompli ce
complexity
compute
account
accountant
computer
λογιστής
computation
count
countess
county
comitia
conchi l l a
conchiliologia
council
conciliar
reconciliation
conclusion
conclude
exclude
include
concubine
concubi nage
Kompetent
Kompetenz
Kompl ett
komplettieren
Kompl i ment
Kompl ex
Kompl i kation
Komplizicrt
Komplex
cum+peto,
συμπετώ,
συντρέχω
cum +pleo
con-plexus
έκ τού plecto
Kontor γραφειον cum+puto
ΚοηΙο λογαριάζω,
καθαρίζω
( Graf, κόμης ε
κ
cum+eo
τού βυζ. γραφεύς)
Muschel
(έκ τού μύαξ,
δηλ. μύδι)
ΚοηΖίl
Schluss
exkludieren
Konkubine
Konkubinat
comes, comitis
(δηλ. συνοδοιπό
ρος)
cum
conchyl i um
conci l i um,
έκ τού con-calo
con +cludo ¯
¯ κλείω
ex - cl udo
ί η - cl udo
concubi na ¯ ή
σύγκοιτις
con + cubo
συγκοιμώμαι
συν + πετώ
(πρβλ. : "πτερύγων
άμίλλαις" Αίσχ Πρόμ i zü;
συν +πλέω (αχρ.)
έξ ου πλήρης
(άντιδ. : κομπλέ, κομπλι
μέντο)
συν+πλέκω (συμπλέκω)
(άντιδάν. : κόμπλεξ,
κομπλεξικός)
συμ-ποσόω=ύπολογίζω
ποσότητα, μετρώ
( πρβλ. : computer ^
"συμποσοτήρ")
"συμποσόω είς είκοσι
και δύο" (βλ. Λεξ Lidd
Scott)
συν +εω, είμt=ερχομαι
συν +'ίτω, 'ίτε
( άντιδ. κόμης, κοντέσσα)
συν μεγαλογράμματη
άρχαία γραφή: CUN
ΚΟΥχύλιον
κογχυλιολογία
σύγκλητος
συν +καλώ
συν +κλείω
έκ ¬ κλείω
έν + κλείω
συν + κύβη=κεφαλ1
(κείμαι όμοΟ . . . )
πρβλ. α ¬ (έπιτ. ) κοιτις ¬
ακοιτις = ή σύζυγος
297
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CONDUIRE όδηγώ condurre conduci r conduce (fϋhren)" con + duco βλ. λέξι "duc"
conducteurόδηγός conduttore conductor conductor Kondukteur
(άντιδάν.: κοντοττιέρος)
condu|teδιαγωγή condotta condutta conduct "(έκ τού φέρω)
condott|ereήγέτης condottiere condottiere
CONDYLE κόνδυλος condilo cόndίlο condyle Knopf condy|us κόνδυλος
condy|omeκονδύλωμα condiloma condyloma Kondylom condyloma κονδύλωμα
CΟΝFΕΠΙ "κονφετί" confetto ζαχα- confite confect Konfect con+facio, f|o συν+φύω
[ρωτό βλ. λ. "faire"
CONE κώνος cono cono cone konisch conus κώνος
con|queκωνικός conico cόnίcο conical κωνικός
cοnοϊdeκωνοειδής conoidal e coniforme
κωνοειδής
con|fèreκωνοφόρος conifero conifero conifer Koniferisch
κωνοΦόρος
Κ. δ.
CONF
E
RENCE διάλεξις conferenza conferencia conference konferenz cum+fero συν +φέρω
conférenc|erόμιλητής conferenziere conferenciante confer,
κ. λ. π. conferee
CONFESSER όμολογώ confessare confesar confess cum+fateor συν+ Φάσκω,φατός
confess|onέξομολόγη- confessione cοnfesίόn confession Konfession
( πρβλ. confesseur =
κλπ . . . [σις έξομολογητής,
συμφήτωρ^ μάρτυς)
CONFIER έμπιστεύομαι confidare confiar conflide cum+f|do συν + πείθω
conf|denceέκμυστή- confidenza confidencia confidence (έναλλ. χειλικών π, Φ,
ρευσις Κ. δ. καί όδοντ. θ, δ)
CONGESTlON συμφόρη- congestione cοngestίόn congestion Kongestion cum+gero συν+φέρω
congèreσωρός [σις congerie conger geroέκ τού fero
Κ.δ.
CONJECTURE είκασία congettura conjetura conjecture Conjektur cum +jaceo συν+ίημι , ήκα
Κ.δ.
CONJUGUER συνδέω, coniugare conjugar conjugate konjugieren cum+jungo συν+ ζυγός
κλίνω
conjuga|sonκλίσις coniugazione cοnjugacίόn conjugation Konjugation
(Υ
ραμμ.)
conjuga|συζυγικός coni ugal e conjugal
κλπ.
CONNAITRE γνωρίζω conosco conozco Ι know kennen congnosco¬
συν+νώσκω, γιγνώσκω
conna|ssance conoscenza conocimiento knower Kenner =
κοννέω=γιγνώσκω
γνωριμία, γνώσις γνώστης
(Αίσχ. Ίκ. 164)
καί acco|ntanceοίκειό- cogni zi one knowing (Kenntnis
γνωτός =γνωστός
[της γνώσις)
( άντιδάν. : ίνκόγνιτο)
|nconnuαγνωστος i gnoto ignoto unknown
καί |ncogn|toΚ. δ . .
CONQUE κόγχη, κοχύλι conca cuenca couch Koncha concha κόγχη, κόγχα
CONSEIL συμβούλιον consiglio conseja Konsultation consi l i um: συν+εζομαι
conse|||erσυμβουλεύω consigliare consejar cum+θέμα (βλ. καί λέξι asseoir)
έξ ού sed- τού sedeo
consu|πρόξενος console cόnsul consul Konsul =έζομαι
consu|at προξενείον consolato consulado consulate Konsulat
Κ.δ. πολλά
CONSERVER διατηρώ conservare conservar conserve konservieren con(cum)+
συν + (F)έρύω
conservation, -σις conservazione -acίόn -ation Konserva +serνus (βλ. λέξεις serf, servir)
Conserνato|reΏδείον conservatorio conservatorio conservatory Konservatori um
(έννοια: διατηρεί τις τέχνες)
καί conserνe"κονσέρβα" conserva conserva conserve Konserve
( άντιδάν.: κονσέρβα)
(διατηρεί τά τρόφιμα)
CONSID
E
RER θεωρώ considerare considerar consider cum+ s|dus συν+εΙδος
cons|dérat|onθεώρη- considerazio- cοnsίderacίόn -ation
(βλ. λ. sideral)
κλπ . . [σις -ne
CONSOLER παρηγορώ consolare consolar console konsolidieren cum+so|- συν+εδος
conso|at|onπαρηγορία -azione -acίόn -ation Konsolidation έννοιολ. : "στηρίζω", (βλ. λ. sol)
καί conso|e(τό έπιπλο) consola konsole εμποδίζω κατάρ- ( άντιδάν.: κονσόλα)
κλπ. κλπ ..
[ρευσιν
298
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι
Τ
ΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤ
ι
ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CONSTERNER πλήττω, consternar con (cum) σύν + στέρνον
[νικώ +sterno ¦ τού στορέννυμι)
consternation κΟ . cοnsternacίόn consternation πρβλ "έστόρεσαν
δύναμιν"
CONSTlPATlON constipazione cοnstίΡacίόn constipation con + stipo = σύν ± στείβω ~
δυσκοιλιότης στοιβάζω καταπατώ
CONSTlTUER συνιστώ constituire constituir constitute cum+sto σύν ± στώ
constitution σύντα- constituzione cοnstίtucίόn constitution Konstitution ¦ τού "στημι) συνι στώ
κ. Ο . [γμα
CONSTRUIRE κατα- construire construi r construct konstruieren cum + struo, σύν + στρώννυμι
[σκευάζω τού sterno i στόρνυμι
construction /σκευή construzione cοnstrυccίόn construction Konstruktion στορεύς: ά κατασκευά-
dEHruire καταστρέφω distruggere destrui r destroy [ζων
i nstruire μορφώνω
καίδιάφολλαπαράγ&
σύνθετα .
CONTAMINER μολύνω contaminare contaminar contaminate Kontagibs contamino, έκ σύν + τέγγω
contamination contami na- cοntamίnacίόn contamination μολυσματικός τού con+tingo (βλλ.tei ndre)
μόλυνσις κ λ π . zione
CONTEMPTEUR contempt contemno =περι- συν ± τέμνω
ό περιφρονητής, περιφρόνησις [φρονώ ¦έννοια άποκόπτω,
ό άποκλείων (cun + temno) άποκλείω, πρβλ"κόπη-
κα" άντ! άποκλείσθηκα
άπά τις έξετάσεις)
CONTENIR περιέχω contenere contener contain
continuer συνεχίζω continuare continuar continue cum +teneo σύν + τείνω
continent ηπειρος continente continente continent Kontinent ¦βλκαίλέξι tenir)
content ίκανοποιημέ- contento contento content
κ Ο [νος ¦ένωcontender contend)
έρίζω
CONTONDANT άμβλύς contundente contundente cum ± tundo ¯ σύν + τύνδω =πλήττω
contusion μώλωψ contusione cοntusίόn contusion Kontusion =κτυπώ, πλήττω τυνδευς iΊ τυδεύς,
contusionner μωλω- contundere contusionar contuse ό πλήκτης.
κλπ.κλπ [πίζω (έξ ού Τυνδάρεως)
CONVOaUER συγκαλώ convocare convocar convoke cum ± νοχ σύν ¬ (F)όΨ ¦βλλ. νοίχ)
convocation σύγκλη- convocazione cοnνοcacίόn convocation
[σι ς
COPIE άντίγραφον copia
copia
copy Κορίθ
copia =άφθονία οπος =χυμός
,έννοια εύχέρεια άντι-
(copier άντι- (Kopist)
έκ τού con=cu n αφνος =άφθονίαy δύναμις
[γραφης)
γραφεύς)
kopieren
=σύν con +opS, όμπνη=αφθονος τροφή
copier αντιγράφω copiare
copi ar
COpiOUS
OpiS =δύναμις πρβλ Όμπνία Δημήτηρ
copieux όφθονος COpiOSO
COpiOSO
(copyright
, άντιδάν . κόπια, κοπιάρω,
συγγρ. δικαίωμα)
κοπυράίτ)
COPTE κόπτης, δηλ copto
copto
Copt (kopt)
α
ί(γύ
πτ
)
ι
α
ς
Χριστιανός τής Αίγύπτοc,
εκ τού ελλην αί(γύπτ,ιος
COaUE κέλυφος (guscio έτ
coucha
(husk)
κογχύλιον
cosse λέπυρον κεύθος)
(Schuppe)
conchyI i um
CORAIL κοράλλι corallo
coral
coral
Koral l e
coraI I i um κοράλλιον
( Ορφικά -
Λίθοι, ë¡ ¨,
CORBEAU κόραξ κ. α. corvo
cuervo
crow
Krahe
corvus κόραξ
έξούcorvette κατα- corvetta
corveta
corvette
ΚΟΓνθΗ
θ
¦άντιδ κορβέττα)
[διωκτικόν πλοίον
CORDE χορδή, σκοινί corda
cuerda
chord
Kordel
chorda
χορδή, χορδάριον
cordon σπάγγος cordone
cοrdόn
cordon
Kordon
(κορδύλη =κάλυμμα
cordeIIe κορδέλλα cordeIla
cordel
cordage
Kordel
κεφαλής)
cordeIier,
(Garn
¦άντδάν. κορδόνι,
cordonnier ύποδημα-
cordonero
νήμα)
κορδέλλα, κόρδωμα,
τοποιός
κορδελιάστρα)
cordonnerie ύποδη-
cordoneria
[ ματαποιείον
gourdi n μαστγιον cordigl io
(cordonci l lo)
299
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτοίΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CORIACE σκληρόσαρ· coriaceo (cornijal) coriaceous cor| um=χόριον χόριον=δέρμα
jκος
COR, CORNE κέρας corno cuerno horn Horn cornum=κέρας κέρας
corner σαλπίζω cornare cornear hornet σφίγξ (άντιδάν. : κορνάρω,
K.Q. ώςcenέλαφος cervo ci ervo Hart Hi rsch
κόρνα, κορνέτα)
(κερασφ.) (cornamuza ¬ ¨καραμούζα¨)
CORNICHE noioov corni ce cornisa cornisch corn| x=κορώνη κορώνη, κορωνίς
COROLLE κάλυξ corolla στεφάνη corola coro!la Kelch κάλυξ coro||a,άλλοίωσις (άντιδάν. : κορνίζα)
coro||a|reπορισμα corollario corolario corollary τού corona� κορώνη
κορώνη (κορωνός = κυρτός)
CΟHΡ5 κορμί COrpO cuerpo COrpS σώμα K6rper κορμί corpus σώμα, κορσός= κορμός (Ησύχ.,
στρατου κορμί
corpore|σωματικός corporale corporal cοrΡοral,σωμα- Korporal
τικός,δεκανεύς δεκανεύς
Korps σώμα,
σωματείον
corporat|onσωματείον corporazione corporacibn corporation Korporation
corsage corsetto corse corset (άντιδάν. : κορσές)
CORRESPONDANCE
άλληλογραφία βλ. λ. répondre
CDHH| C£Hδιορθώ correggere corregir corrigible δ/τός korrigieren con± rego σύν +όρέγω =
correct|onδιόρθωσις correzione correccibn correction Korrektion
=εύθύνω
correctόρθός corretto correcto correct korrekt
(βλ. καί λέξεις regler,
courro|eτελαμών coreggia (correcio (coITectness (Korrektor
regent)
κλπ.σύνθ.καίπαρασύνθ. (correggiato άκριβής) άκρίβεια) διορθωτής)
ώς.escorteφρουρά θεομηνία ·ώς
escourgéeμαστίγωσις νουθετουσα·)
CDHYM9£κόρυμβος cori mbo cori mbo corymb corymbus κόρυμβος
(κόρυς, κορυφη)
CDHYPM££ corifeo corifeo coryphaeus Koryphaer coryphaeus κορυφαίος
CD5M£T| OU£ cosmetica cosmetico cosmetic kosmeti sch,
κοσμητι κός
κοσμητικός (καί μέ την (cosmology) kosmetik
(κόσμος: τάξις,
έννοια των ψιμμυθίων) (cosmos) (Kosmos)
άρμονία, στολίδι)
CD5M| OU£ cosmico cbsmico cosmic kosmisch
κοσμι κός
cosmogon|e cosmogonia cosmogonia cosmogony Kosmogonie
κοσμογονία
cosmograph|e cosmografia cosmografia cosmograpllY Kosmographie
κοσμογραφία
cosmopo||te cosmopolita cosmopolita cosmopolite Kosmopolit
κοσμοπολίτης
cosmonauteκλπ.,κλπ. cosmonauta cosmonauta cosmonaute κοσμοναύτης
CD55£H κουτουλώ cozzare (cociente cott|re κο
π
ί ς=κεφαλη [Δωρ. )
cot|ssureκουτουλιά cozzo πηλήκιον) cut πλήγμα
¨όδύνη κοττίδος¨-· ΙΠΠΟΚΡ.-
cot|r συνθλίβω πρβλ. : κότος =όργή,
κοτάω =τολμώ.
(άντιδάν. : κοτσάρω,
κότσος)
CDT£& OυΟΤΕ,έρανος quota cuota quota Kustos, quotus=πόστος, κοσοίτος, τοσοίτος
coter διατιμώ quote όέφορος ¦πόστος=ποίος όκόσος =όπόσος
cot|serσυνεισΦέρω quotare κατάσειράΥ Συνήθηςέναλλαγήχειλικο·
cotat|onτιμολόγιον quotazione quotation ("πόστο ν έτος";) ϋπερωικών
CDT£, côtéπλευρά,·όν costa costa coast Κϋste costaπλευρά,έκ όστοίν "γης όστέα" =
côte|ette πλευρίδιον costaletta costilla (coaster Kotelett του(C) LÜ =όσο0v, οί βράχοι
άκταιωρός) λίθοςσκληρός ( άντιδάν. : κόστα,
côt|erάκτοπλοϊκός costiero costero coasting kϋsten . . . ossa: οστά κοτολέττα)
άκτοπλοια
accosterπλευρίζωκ.Ο . . . accostare acostar accost
CDTDN βάμβαξ cotone godbn cotton Baum-Wol l e
Κακώςέτυμολογείταιέκτουάνατολ. KoIon.
¦wo|'e =έριον)
Προέρχεταιάπότήνέλλην.λέξι¨κότινος¨=
δηλ. ¨έριον δέν·
άγριελαίακοτινάςείναιΟ καρπόςκοτίνου.
δρου¨ ·0 συνειρ·
κότινος i είρεσιώνη =κλάδοςέλαίαςστολι·
μός έκ τού ¨κοτί·
σμένος με τουφες, τολύπες λευκού έρίου,
νου¨. "εϊριa άπό
πούέδιναντήνέντύπωσιάκριβώςτου¨βάμ·
ξύλου".
Ι βακος¨. "Εί'ρια άπό ξύλου", "δενδρόμαλλον".
300
&
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CΟΠΕ ένδυμα χωρικού cotta ράσο cota coat Kutte μέσψ φραγκ. κοπίς C κεφαλη
έξ ού cot| | |on cotiglione cοtίl lόn coti l l on (chozza χονδρό kotta
cotto μεθυσμέ- ίμάτιον)
(ώς "κόπα" χαρακτηρίζεται γενικώς ένδυμα
[νος
μέ καλύπτρα κεφαλής. Πρβλ. κόπος = άλέ-
κτωρ (γιά τό "λειρί" του) , όμοίως "κόπα",
"κόσσυφος", κοτσύφι διά τό λοφίο τους.
κότσος, κοτσίδα, (άντιδάν. : "κοτιγιόν")
COTHURNE coturno coturno cothurnus Kothurn cothurnus κόθορνος
COTYLE κοτύλη ciotola (escudilla)* cotyl a κοτύλη, κοτυληδων
coty|édonκοτυληδών cotiledone cοtίledόn cotyl edon Kotyledon (* έτ. σκυτάλη)
COU, COL λαιμός coll o cuel l o Kehl e λάρυγξ co| | umλαιμός έκ τού κύκλος
co| | |erπεριδέραιον col l ana col l ar col l ar (όπως τράχηλος, έκ τού
déco||etéέξωμος scol l ato escotado decollete τροχός)
καί co||s=δέμα, μέ την col l etto coleto col l et Κοllο δέμα (άντιδάν. : κολλάρο,
έννοια βάρος φερόμε- περιτραχήλιον περιτραχήλιον ντεκολτέ, κολλιέ)
[ν ον έπί τού λαιμού
COUARD δειλός coartare cobarde coward (schen)* κόθουρος= κολοβός,
coyer νώτα ζώου συστέλλω cobardia cower δειλός
δειλία cowardice *(schen, έκ τού σκαίρω,
σκιρτώ, δηλ. άναπηδώ
έκ Φόβου)
COUDE άγκών gomito codo cub|t= άγών κύβιτον =άγκων (Δωρ.;
coudoyerδιαγκωνίζω gomitolo κου- codear cubit ώλένη (έκ τού cubo ¯ όπερ έκ τού κείμαι)
s'accouderάκουμπώ [βάρι acodar
cub|ta|ώλενικός cubital e cubital
COUDRE ράπτω cuci re coser (nachen cosere=ράπτω, κασσύω =ράπτω. "πέδι-
couseuseράπτρια costurera -Nacherin έτ. έκ τού consuo = λα κασσύοuσι ν" (Νικ ,
coutureραπτική cuci tura costura έκ τού -νύπω, = ράπτω πρβλ. κάττυμα, καττυμα-
coutur|erράπτης κλπ. νυγμός) τοποιός ^ έπιδιορθωτης
ύποδημάτων
COULER ρέω, χύνω colatura col ar col ander Kul ant co|o=γεωργώ κολέω- βου-κόλος
cou| o| rδιάδρομος διύλισις διϋλίζω στραγγιστήριον πρόθυμος κολέω =πολέω
cou||sζωμός colaticcio ( πρβλ. περίπολος)
σταλακτίτης ίδίας ρίζης "κυλίω"
cul l a κούνια
CDUL£UHχρώμα colore color colour co|or,έκ τού βλ. λ. "chaud" (άλέα,
co| orerχρωματίζω & colorare colorar Ι colour kolorieren calor =θερμότης καλέα ^ θερμότης)
πολλά παράΥ. & σύνθ.
Kolorit χρωμ/στός
"col or, quod cal ore i gni s perfeci unt ur"
ώς: cou| | ssesπαρα-
Kul i sse
=color, διότι διά τής θερμότητος τού πυρός
κλπ. κλπ. [σκήνια
τελειοποιούνταΙ. Isidori Etymologica
CDUPκτύπημα col po gol pe cut klopperl κόπα- co|aphus¯ κόλαφος= κτύπημα
couperκόπτω col pi re gol pear cut Kl opfen [νος έκ τού κολάπτω
coupureτομή
(golpezear ¯ Kl aps κόλαφος =κτυπώ, κόπτω
coupable ένοχος colpevole σείομαι) (culpable klapsen κτυπώ ( πρβλ. δρυοκολάπτης)
cou|peσΦάλμα colpa culpa ένοχος) Tat (έτ. τιθημι) cul pa i col pa, έκ
cu| pab| | |téένοχή colpabil ita culpabilidad cul pability (Tater ένοχος) τού colaphus
coupon άπόκομμα cupone CUΡόn coupon έννοια: "κτυπιέμαι"
coupéδμαξα κπ κπ cupe τοκομερίδιον κaί άναγνωρίζω τό (άντιδάν. : κόλπο,
& (beau)-cοuρ=(πολύ) molto* mucho* (very έτ. βλ. λ. λάθος μου κουπόνι, κλόμπ)
verbe) *mu|tus=πολύ
έκ τού *μάλα(συγκριτικόν τού
πολύ)
CDUP£κύπελλον coppa copa cup ΚϋΡe λέβης cupa=ξύλ. άγγείον κύπη=κύπελλον
cuveκάδος cuba cupel ΚϋΡer ')ύσεια κύπελλα ο/νου"
cuvetteλεκάνη coppel la copel a χωνευτήριον καδοποιός
·Ι λιάς·
κουπήιον =καμάρα η έπι
τών άμαξών γινομένη
,Ήσύχ,
301
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
COUPOLE θόλος cupol a cύρul a
(vault)tT. έλύω (Tholos) cupu| a, μικρή βλ. λ. coupe
cupa
COUR αύλή corte
corte
court & yard cur|a=κουρία,
court|sanαύλικός cortigiano cortesano
courtier έκ τοΟ cohors-
court|serέρωτοτροπώ corteggiare
cortejar
courtly cohoris =άγροικία,
courto|sφιλόφρων cortese cortes
courteous έκ τοΟ hortus χόρτος = τόπος μέ δέν-
courto|s|eφιλοφροσύνη cortesia εύγενής
courtesy =κήπος δρα- "αύλης έν χόρτοισι "
cortègeάκολουθία corteggio, cortejo,
courtesan Ίλ Λ ¯¯+
corteo cortesia
°κορταίαγη"=χορτότο-
c o r t e s a n a
[πος
καί court|neπαραπέτα- cortina έταί-
curtain Gardi ne cohors, cohortina (άντιδάν.: κουρτίνα,
[σμα cortina [ρα
κόρτε, ύάρδα)
( Πρβλ. αύλή, αύλαία' μέ
τήν έννοια: σκηνη στό
ϋπαιθρο i παραπέτα-
σμα πρός την αύλήν,
τόν "χόρτον")
COURBE καμπύλη curva curved Krumm curνus κυρτός
courbéκυρτός curvo
encorvado
curve Kurve
courberκυρτώ curvare
curvo
(curvature) krϋmmen
curva στροφή
CDUH| Hτρέχω correre (run έτ. ρέω) kursieren curro=σπεύδω, κορέω=φροντίζω
courante.coursρεΟμα corrente, correr
current κυκλοφορώ τρέχω καθαρίζω, σπείρω
corso corriente,
hurried δρομαιος Kursus
κυρέω=συναντω, περι-
coureurδρομεύς corridore curso
(currency
πίπτω "6ρματι κύρσας"
courr|erταχυδρόμος corriere corredor
κυκλοφορία) Kuri er
"τί κύρσει "; = "τί τρέχει ; "
courseτρέξιμο corsa (correo ταχ/ειο)
cursive ρέων Kurs νόμισμα
τί γίνεται;
court|erμεσίτης corsivo κοινός corrida
cursoril y τρο- Kursaal λουτρών
έπίκουρος=βοηθός
corr|dorδιάδρομος corridoio correria ταξίδι
corridor [χάδην Korridor
έπ| κουρέω σπεύδω είς
corsa|reπειρατής corsaro corredor
corsair Korsar
βοήθειαν, συντρέχω
se-coursβοήθεια soccorso corsario
succour
"Άπόλλων έπικούριος" :
κλπ. παράΥ. καί σύνθ. socorrer
βοηθός Έπι-κουρία:
ώς: concurrenceσυνα- concorrenza (concourse Konkurrenz
συνδρομη. Κουρήτες:
γωνισμός concurrencia
συρροή)
όρμητικοί νέοι
excurs|onέκδρομή κπ escursione excursion (Eχkurs
( Αντιδάν. : κούρσα,
eχcursίόn
καί παρέμβασις)
κουρσάρος)
hurry βιασύνη
horse όλογο Ross
CDUHDNN£στεφάνη corona crown Kranz corona=κορώνα κορώνη
couronnerστεφανώ coronare corona
coronet στέμμα Krone
"κορώνη άργυρέη"
coronar
(coronis) kronen
"κορώνη χρυσέη"
(coronis)
Οδ. Α++i
couronnementστέψις coronamento -γραμματ.- coronation Kronung
καί corona| reστεφα- cοrοnacίόn
coronary
[νιαία ,άρτηρία; corolario
(coroner άνα- (kranzen στε-
[κριτής) [φανώ)
corona|μετωπικός coronal Kranzformi g
coronal
CDUHTβραχύς corto short kurz curtusσύντομος έκ τοίί κυρτός
écourterσυντομεύω (cortezza corto
shorten kϋrΖen
σκούρτι=ό βραχύς
courtand κοντόχον- βραχύτης) cortar κόπτω ΚϋrΖe βραχύτης
(πρωτο-Πελασγικά)
[δρος cortedad
( άντιδάν.: "σόρτς,
βραχύτης
"σορτσάκι")
COUSIN έξάδελφος cugi no cousin con + sobrinus όαρ, όαριστης (φίλος,
(έκ τοίί con+sobr|nus (sobrino
sobrinus, έκ τοίί οίκείος, σύζυγος)
-λατ.-) άνεψι ός)
soror
(βλ. λ. soeur)
CDU55|N προσκεφάλι cusci no (ρί l Ιον έτ. Kissen coxa= ίσχύον κοχώνη
(άρχικώς μαξιλάρι μόνον cjin
pul vi s, έκ τοίί
κοχώνα =τά ίσχύα
Υιά κάθισμα) παιπάλη)
(τάς κοχώνας άλγέει)
Ίππ
302 ^
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ
COUTER στοιχίζω costare
coGt τίμημα costo
coGteux δαπανηρός costoso
COUTUME εθιμον
ac-coutumer Σθίζω
costume στολή,
τρόπος ενδύσεως
costume
consuetudine
συνήθεια
COUVER έπωάζω covare
couvee έπώασις Κ. α. . cova
Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
costar
costo
costoso
costumbre
acostumbl'ar
consuetudine
cobijar
ίncubacίόn
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
cost
costly
custom
Ι accustom
costume
cover
(coveri ng
ενδυμα,
έπικάλυμμα)
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
kosten
Kosten
Kost τροφεία
Kostϋm
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
con+sto =είμαι συν + στώ, (συνιστώ)
στερεός 'στημι (άντδάν. : κόστος,
κοστίζω)
con +sueo ¬
είωθα
σύν± έθος, (βέσορ
λακων.)
έθος βέσος ` sueo
(άντδάν.: κοστούμι)
I nkubationszeit cubo =κείμαι
(έν+κύβη)
κύβη=κεφαλή
COXAL ίσχιακός
coxaI gi e ίσχυαλγία
coscia ίσχύον coxal coxal coxa =ίσχύον κοχώνη=ίσχύον
(βλ. καί λ. coussi n)
CRAQUER τρίζω
craquement τριγμός
craqueIer διασχίζω
Κ. δ.
CRAIE κιμωλία
cretace κρητιδώδης
crayon γραφίς
CRAINDRE φοβούμαι
crai nte φόβος
craintif φοβιτσιάρης
Κ. δ.
crac τριγμός,
χρεωκοπία
(strido, έτ.
τρίζω)
creta
cretaceo
tremare
tremito &tre
molo-tremolio
tremebondo
tremarel l a
πανικός
CRAMPE σπασμός
crampo
μυών
crampon άρπάγη
arpi no
cramponner άγκιστρώ
CRANE i , κρανίον,
2) άλαζών
craner είμαι άλαζών
cranement άγέρωχα
cranerie άλαζονεία
cranio
(craniologia)
( cranioscopia)
κ. λπ παρόμοια
CRAPULE κραιπάλη
crapul a
CRASE κράσις (γραμμ. crasi
+φυσ. )
CRATERE κρατήρ
cratere
CREATlNE
creatina
CH££H δημιουργώ
creare
createur δημιουργός creatore
creation δημιουργία creazione
creature δημιούργημα creatura
Κ.α.
CREMAILLERE cremagl iera
κρεμάστρα
cremaster κρεμαστήρ
CREMATION άποτέ-
cremazione
[φρωσις
crematoire άποτε- crematorio
[φρωτήρ cremare
άποτεφρώ
cojuel o χωλός halt
chi rri ar
crujido
creta
cretoso
Ι creak
crackle
crack ρωγμή,
" κράχ"
(chal k)*
cretaceous
crayon
temer, tembl ar Ι tremble
tremor trembl i ng
tremul ento
tremendo
τρομερός
cal ambre
tremb!er
tremendus
cramp
calambria
acal ambrarse Ι cramp
craneo
hemi cranea
ήμικρανίο
(craneal )
crani um
(crani al)
(crani ol ogy)
( I schias)
Krachen τριγμός
Krach
Krei de
(Feder)**
(Angst,
έτ. αγχος)
angstlich
Krampf
( Krapfen
τηγανίτα)
( Kranioscopie)
creta =γύψος
cremo,
έκ παραφθορδς
τού tremo
=τρέμω
μέσψ τού φραγκ.
Kramp
crani um
κρι γή, κριγμος
καρκαίρω * δονοΟμαι,
τρίζω. "κάρκαιΡε
δέ
Υ
αία" Ιλ. Υi ¯¯ (έτριζε,
έδονείτο ή γη)
(άντδάν.: κράχ)
κρητί ς. έτυμ. Κρήτη
( δπως κιμωλία έτ.
Κίμωλος)
(*έκ τού "χάλιξ")
(** έκ τού "πτερόν")
τρέω,τρέμω. (Κατά τον
Κοραη, τό cremo έκ
τού κρυμός=άνατριχίλα)
γρυπός
(βλ. καί λ. grappin)
(άντδ. : κράμπα)
κρανίον
crapul a crapul ous crapuIa κραι πάλη
(sineresi s)
crater
creatina
crear
creador
creacίόn
criatura
cremal l era
cremacίόn
crematorio
κραιπαλώδης
crasis Krasis
(έκ τού κάρα +πάλλω)
κράσις (έτυμ. κεράνvυμι)
crater Krater (έξ ού crater κρατηρ
Graal : τό ίερόν δισκοπότηρονì
creatin
Ι create
creator
creation
creature
cremation
crematori um Krematori um
Ι cremate
creo =ποιώ,
δημιουργώ
cramacuI us ~
κρεατίνη
κραίνω.έκτελώ,
έκπληρώ Ίλ. Α41 : "τάδε
μοι κρήηνον έέλδωρ" *
"κάνε μου αύTlΙν τήν χάριν"
κρεμαστηρέκ τού
κρεμάνvυμι
cremo =καίω κέραμος (μάζα άργίλου
"cremia fornacem στερεοποιουμένη διά
incendemus" =τά ψησίματος) ' κεραμοτήξ *
φρύγανα είς τόν ό κεραμευς
φούρνο καίομεν. -cremia κεράμια-
303
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CREME κρέμα crema crema cream Creme chr|sma¯ χρίσμα - κράμα
crémeux Κ.α. cremoso (Kεράννuμι = άναμειγνύω)
CR
E
PUSCULE λυκόφως crepuscolo crepuscolo crepuscle
crepuscul um= κνέφας (σούρουπο) ( Ομ.;
(Ή λατινική συνήθως αποφεύγει τό αρχικό cn
καΙ τό τρέπει είς CΓ. 'Όθεν: κνέφας ....
cnefusculum
.
...crepuscul um)
CR
E
TIN ήλίθιος cretino cretino cretin Kretin chr|st|anus χριστιανός
crét| n|smeήλιθιότης creti ni smo cretinismo creti ni sm Kretinismus
έκ του chrét|en, χριστι-
ανός, μέ τήν έννοια του
pauvrechrét|en
(καημένος χριστιανός)
CRIER φωναζω (KUOλεκ- gridare gritar Ι cry (φωναζω schreien qu| r|to=έπικαλού- κuρίσσω=κτυπώ διά
τικώς έπικaλoOαι τούς -κλαίω) μαι τος Ku[τας (έ τών κεράτων (τυμπάνων;
Κυρίτας (Κουρήτες;) πρός φωνές καί φopvτας ώς ό κριός, κερατίζω
βοήθια ν) cr|κραυγή gri do grito cry Schrei προσωπεία ζcvων) KυρίΤQί: έκ τού κυριττοί,
cr|ardφωνακλός gri datore grίtόn crier κήρυξ Schreihals . . "οί έχοντες τά προσωπεία
cr|a| | |erφωνασκώ gridio κατα- schreien κατά Ίταλίαν καΙ έoρταζovτες
cr|éeπλειστηριασμός [κραυγή τη Κορυθαλίζ" ( Ησ. )
cr|a||er|e,cr|er|eφωνα- grida διάταγμα ["'Άρτεμις Κορυθαλία":
s'écr|er, décr|er [σκία gri di o gri teri a Schreierei έτιμδτο είς Σπάρτην με
Κ. α . . . όργιαστικούς χορούς τών
κυριτών δηλ. γελωτοποιών.
(έτυμ. κέρας - κέρατος)
κυρηβάζω: μάχομαι διά τών
κεράτων (όπλωνj, έξ ού
Κορύ-βας ...Κουρήτης ....
Κυρίτης
.
κρίζω =κραυγάζω
γηρύω =φωνάζω.]
CH| V£έγκλημα cri mi ne cri men cri me cr|men-i ni s ¯ κρίμα=κρίσις, ποινή,
cr| m| ne|έγκληματικός cri mi nal e cri mi nal cri minal Kri mineI I έγκλημα, έτυμ. έκ του
cr| m| na|ίtéέγκλικότης cri mi nal ita cri mi nal i dad cri mi nality κρίνω
cr| m| na| |steέγκ/λόγος, cri mi nalista cri mi nal ista cri mi nal ist Kri mi nal i st
ποινικολόγος (καί πολλά σύν-
θετα μέ α' συνθ. Kri mi )
| ncr| m| nerένοχοποιώ i ncri mi nare i ncri mi nar incrimi nate i nkrimi ni eren
CH| 5£ crisi crisis crisis Krisis, Krise cr|s|s κρίσις
craze τρέλλα
CH| 5TALκρύσταλλος cristaIIo cristal crystal KristaII crysta| | us κρύσταλλος -έτ. έκ του
cr|sta||er|eκρυστ/είον cristaIIeria cristaleria (crystal l oi d) (Kristalloid) "κρύος". Παρομοιάζεται μέ
cr|sta| | ί nδιαυγής cristal l i no cristalino crystal l i ne (kristaIIisieren πάγο.
κρυσταλλοποιώ)
CH|T|0U£κριτική critica critica cΓi ti que Kri tik cr|t|cus κρι τι κός
cr|t|querέπικρίνω criticare criticar cri ticize kritisieren
cr|t|queurέπικριτής critico κριτικός critico κριτικός critic κριτικός Kritiker κριτικός
cr|tèreκριτήριον Κ.α . . . criterio criterio criterion Kriterium cr|ter|um κριτήριον
CHDCDD| L£ coccodrillo cocodri l o crocodile Krokodil crocod| | us κροκόδει λος έτ. κρόκη
(βότσαλο) + δρίλος (σαύρα)
CHDCN£Tάγκύλη crosce crotchet Κrϋcke λαβή μέσψ φραγκ. κροσσός=έπαλξις,
θύσανος
CHD|Xσταυρός croce cruz cross Kreuz crux,cruc|s ϊκρια=σανίδωμα, ίστός
cro|serδιασταυρώ crociare cruzar Ι cross kreuzen "pendere ίπ cruce
"
"ί'κρια έπί σταυρών έζευ-
cro|sadeσταυροφορία crociata cruzada crusade Kreuzzug =κρεμώ έπί Υμένα" -Ήρόδ. Ε', 1 6,2-
cro|s|èreπερίπλους crociera crucero cruise Kreuzfahrt σταυρού ϊκρια: σανίδες καί κέρας
cruc|fèreσταυροφόρος crocifero cruzado crusader Kreuz . . ,Άπολλ Σοφ ì
cruc|f|erσταυρώνω Κ.α. crosifiggere crucificar Ι crusify kreuzen (άντιδ. : κροσάρω,
(Kreuzer κρουαζιέρα)
θωρηκτόν)
CHDTAL£ κρόταλον, crotalo crόtalο crotalus crota| um κρόταλον
κροταλίας ή crotalo κροτώ
καί crou|erκαταρρέω, crollare Ι crumbl e
σείομαι
écrou|ementκατάρ- crol l o crumbl i ng
ρευσις
304
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CHDUT£κόρα, φλοιός crosta corteza crust Kruste crusta=οστρακον έκ τού κρύσταλλος
croûton crostino, cortical cortical
crostata φλοιώδης
croust|||anτραγανός πλακούς crustiness
croustacéόστρακό- crustaceo crustaceo τραχύτης
[δερμον crustaceus Krustetier (άντιδ. : κρούστα, κόρα)
CHUCN£ύδρία
(brocca έτ. (cantaro έτ. Krug, Kruke κρωσσός= ύδρία,
cruchonστάμνα βροχίς) κάνθαρος) στάμνος
CHU£Lώμός, άπηνής crudel e crudo crude grausam crude||s=ωμός, κρυόεις=φρικτός
cruautéωμότης crudel ta cruel dad crudeness Graus αγριος κρούερ(λcκων;
cruωμός crudo crudeza grausen φρικιώ cruor=τραύμα κρουερός=φοβερός
,Ήσύχ;
Λέξεις μέ α' συνθ. "κρuόεις Φόβος" ¦ Ι λ
Ι
.z;
CRYO ..
Π.χ. cryoscop|e crioscopia crioscopia cryo . . . (Kryophysik) κρύο..
cryothérap|e crioterapia (cryometer) Kryotherapie κρυοσκόπησις
κρυοθεραπεία
CHYÞT£κρύπτη cripta cripta crypt Krypta crypta κρύπτη
cryptograph|e criptografia cri ptografia cryptography Kryptographi e κρυπτογραφία
κρυπτογραφία cryptology
CU0£κύβος cubo cubo cube Kubus cubus κύβος
cub| queκυβικός cubi co cύbί cο cubic kubisch
cub|smeκυβισμός cubi smo cubi smo cubi sm Kubi smus
CU£| LL| Hδρέπω cogl ί ere recolectar, cul l cum+| ego¬ σύν +λέγω (συλλέγω)
recoger (καί reap
cue| | |ageσυγκομιδή ( accoglienza) έκ τού δρέπω) ad + lego όντα + λέγω
καί accue| | | | rδεξιούμαι accogl i ere acoger re +cum+lego ρά + συν + λέγω
recue| | | |rσυλλέγω raccogl i ere recoger
κλπ.
CU| LL£H£κουτάλι cucchiaio cuchara (spoon (L6ffel coch|ear|um κοχλιάριον,κύκηθρον,
cu| | |eréeκουταλιά cucchiaiata cucharada 'έκ τού σφήν) έκ τού λάπτω)
χουλιάρι"
CU| Hδέρμα cuoi o cuero (skίn,έτ. σκύτος) cor|um=δέρμα χόρι ον =στιβάς δέρμα-
cu| rasseθώραξ
coraza coraza cui rass Κϋrass τος
cu| rasséτεθωρακι-
corazzato acorazado (armored)*
[σμένος
cuirassier ( *βλ. λ. arme)
cu| rass|erθωρακοφό- corazziere excoriate Κϋrassίer
excor|erέκδέρω [ρος
scorticare schr6pfen έξ -χόριον
CU| H£ ψήνω cuocere cocer cook kochen coquo. μαγει- κηί ω, καίω (κηFίο)
cu| s|neμαγειρείον
cuci na cocino kitchen Κϋche ρεύω, ψήνω (άντιδάν.: κουζίνα)
b|scu|tμπισκότο
bi scotto bizcocho biscuit δίς +κηίω (δίπυρον)
(άντιδάν. : μπισκότο)
CU|55£ μηρός coscia (musclo, έτ. (thigh έτυμ. (Schenkel έτυμ. coxa=μηρός, κοχώνη=ίσχίον
cu| ss|èreέπιμηρίς
μύς) τύμος) σκέλος) ίσχύον κοχώνα =ίσχία (Ίππ ;
CU| VH£χαλκός cupro cobre copper Kupfer cupreumέκ χαλκός
cupr|queχαλκωδης
cupreo cobrizo cupreous kupfern τού aes μέταλλον Κύπρου
Διεθνώς: cu=χαλκός
cyprium=
CUL| NA| H£μαγειρικός cul i nari o cul i nary Kulinarisch βλ. λ. cui re
cu||naμαγειρείον
CUΙΟΠΕπερισκελίς κωλη+κώλον=τό
cu| asseούρω0ν cul atta culata cu| us=όπίσθια μηριαίον όστοϋν μετά
όπλου τής σαρκός
cu| buteκυβίστημα
culero "κωλήν σαρκώδη" (Ξεν ;
accu|διέξοδος
acculo (όκνηρός) (άντιδάν. : κυλόττα)
recu| erόπισθοχωρώ
συνωθώ recular
Κ. Ο . .
CULT|V£Hκαλλιεργώ
coltivare cultivare cultivate Kultivieren κολέω, συνήθως έν
cu|tureκαλλιέργεια
cul tura cul tura culture Kul tur cultor, co|o= συνθέσει. 'κ τού πέλω,
cu|teλατρεία
cul to cul to cult Kul tus =θεραπεύω, ύπη- συγγενές τού κέλλω.
ρετώ, καλλιεργώ
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
couteauμαχαίρι
coutreύνίον
CUPIDE άπληστος
cup|don έρωτιδεύς
cup| d|téπλεονεξία
CURER καθαρίζω, φρον-
[τίζω
curage καθάρισμα
curab|eθεραπεύσιμος
curat|onθεραπεία
curate||eκηδεμονία
curat|f ίαματικός
cureθεραπεία
ΙΤΑΛΙ ΚΑ
coltello
coltro
Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
cuchi l l o
cupi do άπλη- cupi do
έρωτιδεύς [στος έρως
cupi dita
curare
curabile
cuidar
cuido
curable
curante θερά- curacίόn
curatela [πω ν curatela
curativo curativo
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
(knife έκ του ( Dol ch) cu|ter
KVστις =άχαι- -βλ. λ. deui l -
ρ)
30b
έκ τούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
βουκόλος, αίπόλος
(άντιδάν. : κουλτούρα)
concupi scen- . . . . .
ce φιληδονία
cupidity
cup|o=έπιθυμώ κάπος=πνεύμα, ψυχή
Ι cure
care φροντίς
curable
to scour καθα
curator [ρίζω
curative κηδε-
[μών
kurieren
Kurator έπίτρο
[πος
cuΓΟ=πελoαι
cura=έπιμέλεια,
φροντίς
(έννοιολ. : βράζω, καίγομαι,
καπνίζω, φουντώνω,
έξ έπιθυμίας)
κορέω-ώ =σαρώνω,
καθαρίζω, έπιμελούμαι,
φροντίζω
( πρβλ. νεωκόρος)
"
δ
ώμα κορήσατε"
=καθαρίστε, σαρώστε
τό άνάκτορον Όδ υ: +ü
( Πρβλ. καί τό νεώτ.
curéέφημέριος
cura
curato
curatore
curioso
curiosita
i ncuranza
i ncurabi l e
cura
cura [σένος cure
Kur
Kurat
"κούρασις")
( άντιδάν. : κούρα) (δηλ. ό φροντίζων)
κσί cur|euxπερίεργος
cur|os|téπεριέργεια
| ncur|eάφροντισιά
κσί procurerπρομηθεύω
κ. αλλσ διάφ. πσράγ. κσί
σύνθ. ώς: man|cure,
péd|cure
procureur=είσαγγελεύ
κλπ. κλπ.
άνίατος
curro ΦΡΟΥΤΙ-
curioso
curiosidad
i ncuria
curiosear
κατασκοπεύω
procurador
curate
curious
curiosity
(i ncur)
curacy
έφημερία
kurios
Kuriositat
pro + curo
Ιέκ τού cura, καί τό αγγλικό sh| re(έπαρχία, κομητεία), έξ ου sherif = έπαρχος, ό έχων την έπιμέλειαν, κοινώς "σερίφης".
. CUSTODE φρουρά
CUTANE δερμάτινος
cut|cu|eλεπτό δέρμα
CYANOSE κυάνωσις
cyan| queκυανικός
CYBERNETIQUE
κυβερνητικη
custodia custodia
custode Φύλαξ custodio
cutaneo
cuticola έπι
[δερμίς
cianosi
cianico
cibernetica
cutaneo
cuticola
cianosis
cianico
cibernetica
CYCLAMEN κυκλάμινον ciclamino
Διάφ. λέξεις μέ συνθ.
CYCLO ..
cyc|eκύκλος
cyc||queκυκλικός
cyc||steποδηλάτης
cyc|oneκυκλών
ant|cyc|oneάντικυκλών
bycyc|etteδίκυκλον
cyc|ot| m| queκυκλοθυ-
[μικός
ciclo
ciclico
ciclista
ci clone
anticiclone
bicicl etta
cicl o
cicl ico
cicl ista
cίcl όn
antίcίclόn
enciclica
έγκύκλιος
custody
custodion
cutaneous
ski n δέρμα
cyanosis
cyanic
cybernetics
cyclamen
cycle
cyclic
cyclist
cyclone
anticyclone
bycyclist
Κϋster custod|aφυλακη κεύθω =καλύπτω
σκευοφύλαξ custosφρουρός (άντιδάν.: κοuστοδία)
Zyan . .
(Akyanoblepsie)
Kybernetic
Zyklame
Zyklus
kyklisch
Zyklon
(antizyklisch
άντικυκλικός)
cut|s=δέρμα
cyc|us
κύτος. 1 ) κοιλότης,
z, περίβλημα' σκύτος
=κατειργ. δέρμα
κυάνωσις
κuανικός
κυβερνητική (βλ.
Πλάτωνος Γοργίας 51 1 Ο)
κυκλάμινον
κυκλ襤+
KύKλoς (έ� Kαλύπτω)
κυκλικός
κυκλών
άντικυκλών
δις ¬ κuκλο . . .
έγκύκλιος
κσί πολλά αλλσ ώς cyclometrie, cyclotouriste, recyclage, cyclometre, cyclothermique κλπ. κλπ.
CYGNE ci gno
CYLlNDRE κύλινδρος cilindro
cy| | ndr|queκυλινδρικός cilindri co
Κ. α . . .
CYMBALE
Λέξεις μέ σ' συνθ. CYN øee
cynégét|queκυνηγ/κός
cyn|que κυνικός
cyn|sme κυνισμός
cynocépha|e
CYPRES κυπάρισσος
CYPRIN κυπρίνος
cimbalo
cinegetica
cinico
ci ni smo
cinocefalo
ci presso
ciprino
cisne
ci l i ndro
cilindri co
cimbalo
cinegetico
ci ni co
ci ni smo
cinocefalo
ci pres
cygnet
cyl i nder
cyl i ndrical
cymbal
cynegetic
cynic, -al
cynism
cynocephalus
cypress
carp
Schwan
Zyl i nder
zylindrisch
Zimbel
(Kynologie)
zynisch
K(Z)ynismus
Zypresse
Karpfen
cycnus
cy||ndrus
kymba| um
kyn|cus
cyn| smus
cynocepha|us
cypressus
cypr|nus
κύκνος
κύλινδρος
κύμβαλον
κύων-κυνός
κυνηγετικός
κυνι κός
κυνισμός
κυνοκέφαλος
κυπάρισσος
κυπρίνος
306
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
Λέξεις μέ a' συνθετικό
CYSTO ...
cysteκύστις
cysta|g|e
cyst|te
cystoscope
CYTOLOGIE
cytop|asme
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
cista quiste
(Cistotomia)
cistite cistitis
cistoscopiO cistOSCOpiO
citologia citologia
citoplasma citoplasma
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
κuστο. .
cyst Zyste κύστις
(cystocel) Zystalgie κυσταλγία
cysti . . Zystitis κυστίτις
cystOSCOP ZystOSCOP κυστοσκόπιον
cetology κuτολογία
cytopl asm κυτόπλασμα
Ü
l
Ι
ι
Ι
D r a me
De mo c r at i e
¨ΤΟάλφάβητο μας προηλθενάποτην Έλλάδα διά της Κύμης και της Ρώμης. Ή γλώσσα
μας βρίθει ελληνικών λέξεων Ή επιστήμη μας εσφυρηλάτησε μία διεθνή γλώσσα διά τών
ελληνικών όρων Ή γραμματική μας και ή ρητορική μας, άκόμα και ή στίξις και ή διαίρεσις
είς παραγράφους είναι ελληνικέςέφευρέσεις. Τάλογοτεχνικάμας εϊδη είναιελληνικά ·το
λυρικόν, ή ώδή, το ειδύλλιον, το μυθιστόρημα, ή πραγματεία,ή προσφώνησις, ή βιογραφία,
ή ίστορίακαιπροπαντοςτοΔ Ρ ό μ α Καίόλαισχεδοναύτα|αίλέξειςείναιελληνικαί.
Οί όροι και αί μορφαι τού συγχρόνου δράματος ·τραγψδία, κωμψδία, παντομίμα · είναι
ελληνικαί ¨
W DURANT
(ΠαγκόσμιοςΊστορία Πολι τισμού, τ. Β', σελ. 680)
' . . . καΙόνομαμέν, διά το μη ες όλίγουςάλλές πλείονας οίκεϊν,δημοκρατία κέκληται. .
»
Θουκυδίδης
¼ª+
¯E¯
«Οί Έλληνες άνεκάλυψαν την πολι τι κη ζωη και την δημοκρατί α (democratie) και σφυ·
ρηλάτησαν τις δύο αύτές λέξεις. . αρχισαν νά σκέπτωνται γιά τά διάφορα καθεστώτα,
άναζητώντας τιςβασικέςάρχέςπάνωστιςόποϊεςβασιζόταντο καθένα, τάπλεονεκτήματα
και τά μειονεκτήματά τους. . . Τά όνόματα τών καθεστώτων παραμένουν έλληνικά. ή μοναρ
χία (monarchi e) και ή τυραννία (tyranni e) , αν ύπάρχειενας μόνον αρχοντας, γιά το καλο η
το κακο Ή άρισΤΟΚΡατία (ari stocratie) η όλι γαρχία (ol i garchi e) · ανείναι μία ομάδα. . . . Όταν
μιλάμε γιά άναρχία (anarchi e) η δημαγωγία ( demagogi e) μιλάμε έλληνικά. . . και ό ορισμός
τους δόθηκε άπο την Άθήνα μιά γιά πάντα. ΤΟ ϊ δι ο και μέ την λέξη πλουτοκρατία
( pl utocrati e) πού συναντάμε στον Ξενοφώντα. . . . Και συνεχίσαμε έπίσης . νά μιλάμε γιά
τεχνοκράτες (technocrates) καιγιά φαλλοκράτες ( phal l ocrates) . . .
' Ολόκληρη ή πολιτικη σκέψη e e a εχει οί κοδομηθεί άπό τους 'Έλληνες' καιοί θεωρητικοί
μας (theori ques) σήμερα είναι ύποχρεωμένοι εϊτε το θέλουν εϊτε όχι, νά στηρίζονται σε
αύτήν. .
Ακόμακαιότανοί λέξειςείναιλατινικές,οί άναλύσεις (anal yses) είναιελληνικές
•
ΖακλίνντεΡομιγύ
¨Συναντήσειςμέ τµν Αρχαία Έλλάδα¨
Έκδ. ΤΟΑΣτγ
309
3! !
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Λέξεις μέ α' συνθ.
DAKTYlO ...
dactyle δάκτυλος
datti I o dactilo dactyI Zehe dactyIus δάκτυλος
dactyI i que
datti I i co dactilico dactyIic (Schrei bma- δακτυλικός
dactyIographe
dattiIografia dactilografia dactyle schi ne) δακτυλογράφος
dactyIoscopie Κ. α. dattiloscopia dactiloscopia dactyloIogy δακτυλοσκόπος
DAIS θόλος, σκήνωμα dais έξέδρα (Dach* στέγη) discus δίσκος(*έκ τοΟ τέγος)
DAMNER κολάζω, τωρώ dannare danar damn ver-damnen damnum ¬ βλάβη,
damnabIe κολάσιμος dannabi l e danoso damnabl e ζημία,
damnation καταδίκη dannazi one damnacί όn damnation έκ τοΟ dapnum δαπάνη
condamner κατ/κάζω condannare condenar condemn (άρχική έννοια,
dedommager άποζη-
(dannegi a- προσφορά θυσίας)
[μιώ mento)
endommager βλάπτω
danneggiare i ndemni zar
καί dommage κρϊμα κπ danno ζημία dano damage
DANDY κομψευόμενος dandi dandi dandy (μέσι τοΟ άγγλ.
dandi smo dandy, ύποκορι-
DANGER κίνδυνος στικόν τοΟ όνόμ. Ανδρέας (άντιδάν.
βλ. λ. dόme (2) Andrew) δανδης)
DANS έντας dentro dentro ( i n . . i n*) de +intus έντός* (έν, ί ν)
(de+i nterus)
DANSER χορεύω danzare danzar Ι dance tanzen μέσιμ τοΟ φρaγκ. δι νεύω=στροβιλίζω,
danse χορας danza danza danci ng Tanz di ntjan, χορεύω
danseur χορευτής danzatore danzante dancer Tinzer (όλλανδ.): dei nzen δονώ=σείω, κινω -
tinzeln ¬ κινούμαι άπα δώ ( "κοΟροι έδίνεον"
χοροπηδώ καί άπα κεϊ Ίλ. Σ, 496)
δονοΟμαι ,στρατ.,
έκτελω κίνησι περι-
στροφική. (δίνησις)
Πίνδ ' . . . χοροί παρθένων,
λυράν τε βοαί καναχαί τ'
αύλων δονέονται . . ' Π i 0.:-
DAPHNE δάφνη dafne rododafne daphne δάφνη
DARD αίχμή, δόρυ dardo dardo dart tart dardus δάρδα= ή μέλισσα -(ώς
darder άκοντίζω darter άκοντι- (παλ. γερμαν. ) διαθέτουσα κεντρί)
[στής αρδι ς=η αίχμη
DARTRE λειχήν (erpete* herpe*) dartre derbitae λειχήν έκ τοΟ δέρω,γδέρνω
dartreux λειχηνώδης (*έκ τοΟ έρπης)
DA ΤΕ ήμερομηνία data data date Datum έκ τοΟ data I ίttera δοτός, δοτή
dater χρονολογώ datare datar Ι date (ραντεβαΩ, datieren =έπιστoλi)
dation δόσις dato dadiva δώρον παραδθεϊσο.
datif δοτική dativo dativo dative Dativ έκ τοΟ do = δόω, δίδωμι (βλ. donner)
DΑΠΕ χουρμάς dattero datiIera date Dattel dactylus δάκτυλος "αί τοΟ φοίνι-
dattier φοϊνιξ dativo datiI ( Pal me έτ. κος βάλανοι, δάκτυλοι
παλάμη) καλοΟνται " Άρτεμίδ.
Όνειροκρ ν. ë-
DAUBER γρονθοκοπώ, Ι daub έπιχρίω de-aIbo= έκλευ- άλφός=λευκός
σκώπτω daub έπίχΡισμα al bus [καίνω
daubeur χλευαστης
DAUPHIN i , δελφίνι delfino delfin dol phi n DeI phi n del phi nus δελφίν,δελΦΤνος
z; διάδοχος
DE τού, έκ τοΟ: des έκ di de de . . . des de (de ÷θχ) τού(τοΟ +έξ)
(βόρ. ίδίωμα, "ντού")
πρβλ. καί διά, διαί
DE ζάρι dado dado di e datum τού do= δόω, δίδωμι , δοτός
3! 2
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
D
E
δακτυλήθρα ditale dedal
D
E
CADE δεκάς decade decada
décapodes deciφοdί decapodi
déca|ogue decalogo decenio περίο-
δος 1 0 έτών
décanatκομητεία decanato decanato
dîmeή "δεκάτη" decima deci ma
D
E
CANTER μεταγγί- decantare decantar
[ζω ύγρά
décantat|on decantazione decantacίόn
D
E
CEMBRE Δεκέμβριος di cembre di ci embre
décup|eδεκαπλούς deculpo decupl icado
D
E
CEPTlON διάψευσις deceΡcίόn
έλπίδος
D
E
-CHQUETER λιανί-
ζω, σχίζω
D
E
CIDER άποφασίζω decidere decidir
déc|s|onάπόφασις decisione decίsίόn
D
E
CLINER κλίνω declinare decl i nar
déc|ίna|sonκλίσις declinazione decl ί nacί όn
déc||nπαρακμή declinare decli natorio
s' | nc| | nerύποκλίνομαι i ncl i narsi i ncl i nar
D
E
COR διάκοσμος decoro decoro
décorerδιακοσμώ decorare decorar
décorateurδιακο- decoratore decorativo
[σμητής
décorat|onδιακόσμη- decorazione decοracίόn
[σις, παράσημον
décentευπρεπής decente decente
décenceεύπρέπεια decenza decencia
decorum ευπρέπεια
decoroso
σεμνός
D
E
CRET διάταγμα decreto decreto
décreterδιατάσσω, decretare decretar
κρίνω
D
E
DALE λαβύρινθος dedalo dedalo
déda||en
D
E
FENSER ύπερσπίζω difendere defender
défenseόμυνα difesa defensa
D
E
F
E
RER έπινέμω deferire
déférenceσυγκα- deferenza deferencia
[τάβασις deferente
déférentέκρηκτικός ύποχωρητικός deferente
D
E
JA =ΙΊδη gi a ya
D
E
L
E
BILE έξαλειπτός delebi l e (del e)
|ndé|éb||eάνεξάλει- indelebi l e indeleble
[πτος
dé|etèreδηλητηριώδης deleterio del etereo
D
E
LIRER παραληρώ del i rare delirar
dé||reπαραλήρημα deli rio delirio
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
decade Dekade
deca . . . Deka . . .
decalogue Dekalog
dean κοσμήτωρ Dekan
deci mate Zehute
tithe
άποδεκατίζω
decant
decantation
december Dezember
decupl e
deception
decide
decision
Ι decl i ne dekl i ni eren
(i ncl i nati on) Declination
decl i ne
Ι i ncl i ne ( I ncli nation)
decor
decorate dekorieren
decorator
decoration Dekoration
decent Dozent ύΦΙτής
decency
decorous Decorum
decree διάταγ- Dekret
decretory [μα dekretieren
όριστικός
(daedalian) (didalisch)
Ι defend defensiv
άμυντικός
defence Defensive
defer άναβλλω
deference
ύποταγή
deferential
(ηον έκ τού jetzt
νύν)
delete έξαλεί-
i ndel i bl e [φω
deleterious
Ι am del i ri ous (phantasieren)
del i ri um Del i ri um
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
d|ta|e
decas
decalogus
decanus
decima
cantho,έκ τού
canthus =όξυ
όκρον τής ύδρίας
decembr|s
(ώς 1 00ς μήν
έκ τού decem)
de+cap| o
de +caedo
=κόπτω
de +c| | no
decor εύπρέπεια
έκ τού decet^
=άρμόζει (κυρίως
έκ τού όμ. δέκτο)
decretum, έκ τού
de+cerno =κρίνω
do+fendo=θείνω
de +fero
jam
delebile, έκ τού
de|eo=έξαλείφω,
άφανίζω
de| | ro=παραληρώ
έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
δάκτυλος
δεκός
δεκάποδα
δεκάλογος
δέκαρχος ( πρβλ. δεκα-
δεκάτη νευς)
κανθός =γωνία
Δεκέμβριος
δέκα
βλ. λέξι "captif"
(έννοιολ. άπαγγιστρούμαι
τής έλπίδος)
έκ τού σχίζω
κεάζω=κόπτω
κλίνω(βλ. & λ. "de")
συγγενές τού δοκεϊν
κaί τού δέχομαι= άπο-
δέχομαι, προσδοκώ,
περιποιοΟμαι, χαιρετίζω.
δέγμενος=ύπομονε-
[τικος
κρί νωδιάκρισις=άπό-
φασις' διάκριτος =
έκλεκτος
Δαίδαλος,δαιδαλώδης
θείνω=κτυπώ
φέρω(βλ. κaί λ. "de")
ηδη("ηδη νΟν")
δηλέομαι=φθείρω,
βλάπτω, καταστρέφω
(έξ ού δηλητήρ, δηλητήριον)
λήρος=άνόητη ομιλία
παραληρώ =μωρά λαλώ
3! 3
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΟΕΙΤΑ Δέλτα (ποταμών) delta delta delta Delta Δέλτα
de|tοϊdeδελτοειδής deltoide deltόίdes deltoid Zelt σκηνή δελτοειδής
DELUGE κατακλυσμός di l uvi o di l uvi o deluge (Fl ut -έτ. φλύω) di l uvi u m, έκ τοΟ
d| | uv|enκατακλυσμιαίος di l uvi al e di luvi al diluvial di l uvianisch d| ÷| uo
δ| (α)9 λούω
di l ui r (διαλύω
έν ϋδατι)
DEMAGOGUE δημαγω- demagogo demagogo demagogue Demagog δημαγωγός(δήμος
γωγός δημαγωγία +ογω)
démagog|eδημαγωγία demagogia demagogia demagogy Demagogie δημαγωγικός
démagog|queδημαγω- demagogico demagόgίcο demagogic demagogisch
[γικός
ΟΕΜΑΙΝ =αϋριο domani
βλ. λημμα ΜΑΙ Ν
(βλ. ma| n,
ΟΕΜΙ ημισυς (semi . . ) (semi . . . ) demi . . . med| us
μέσος, μεσίδιος
έτ. ήμι . .
DEMIURGE δημιουργός demi urgo demi urgo demi urge dem|urgus δημιουργός(δήμος
+έργον)
DEMOCRATlE democrazia democrazia democracy Demokratie Δημοκρατία
démocrate democrat Demokrat δημοκράτης
démocrat|queκλπ. democratico democratico democratic demokratisch δημοκρατικός
καί démot|que demotico demόtίcο (demography) Zunft συντεχνία δημοτικός
(δημοτ.)
DEMOGRAPHIE demografia demografia demography (DemosKop) δημογραφία
δημοσκόπησις
DEMOLlR κατεδαφίζω, demolire demoler demolish demolieren demol i ri έκ τού
μώλος =μόχθος πολέ-
καταστρέφω mo|es=i , σωρός
μου, μέγας κόπος.
démo||t|onκατεδόφισις demol i zi one demοl ί cί όn demol i ti on Demol i erung χωμάτων, κυρίως
μολέω = μάχομαι
πρός τήν πλευρά
της θαλάσσης.
(πρβλ. μωλος)
z, βία· " mo|es
Nercu|a"=ή τοΟ
·Ηρακλέους βία,
άνάλογον τοΟ
''ωλος
Ά
ρηος"
Γ
Ομ ;
DEMON δαίμων demone demoni o demon Damon daemon
δαίμων ('Ότι φρόνιμοι καί
demoni o (endemoni ar) (demoni sme)
δαήμονες, δαίμονες . . 'ϊ
démon|aque demoni aco demoni aco demoniacal damoni sch
δαιμονικός Πλάτων
DENDROLOGIE dendrografia) dendrology Dendrochrono- δενδρολογία,δενδρο-
dendrochrono|og|e logie
χρονολογία,
dendrophage Dendrochirurgie
δενδροφάγος Κ. τ. τ.
dendr|te dendrite dendrite
DENSE πυκνός denso denso dense densus=δασύς δασύς ¬ πυκνός
dens|téπυκνότης densita densidad density
δασύτης
ΟΕΝΤ όδούς dente diente tooth Zahn dens-dentis
όδούς-όδόντος
dent|steόδοντίατρος dentista dentista dentist Dentist dentes
όδόντες(έκ τού έδω)
denta|reόδοντικός dentale dental dental dental
dente||eδαντέλλα denteIIo (dentado dentated
όδοντωτός)
dent|erτεχν. όδ/στοιχία dentiera dentadura denture Zahnreihe
dent|t|onόδοντοφυια dentizione dentίcίόn dentition Zahnen
καί tr|dent=τρίαινα tridente tridente trident Dreizack τρις± όδούς
(ώς έχουσα τρείς αίχμάς) (ortodoncia)
( άντιδάν. : δαντέλλα)
DEONTOLOGIE deontologia deontologia deontology
δεοντολογία
δεοντολογία
δεοντολογικός
déonto|og|que deontologico deοntοlόgίcο deontological
DEPOUILLER άπογυ- spogliare despojar Ι spoil de + spolio σκύλα,σπολάδες
[μνώ, έκδέρω =σκυλεύω συγγενες με τό συλάω
dépou| | | e δορά spogl i a despojo spoi l i ng έκ τού spo||a¬ (βλ. λ. spolier)
dépou|||esλάφυρα spogl i a despojos άρπαγή =σκΟλα
spoi l
3J 4
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
DEPUTE βουλευτής deputato di putado depute στέλ- DΘρυΙίΘΓΙΘΓ de +puto =
λω πρεσβείαν λογίζομαι (βλ λέΕι
compter-tvvoιa:-> ό βουλευτής "υπολογίζει")
DERAPER σηκώνω salpare exarpo,έκ τού έξαρπάζω
dérapage [όγκυρα ( πρβλ. άπαίρω)
(άντιδ. : ντεραπάρω,
σαλπάρω)
DERMATOLOGI E
dermatologia dermatologia dermatology Dermatologie δερματολογία
dermat|te dermatite dermatitis dermatitis δερματίτις
ép|derme
epidermide epi dermi s epi dermi s (Dermopl astik) ep|derm|s έπιδερμίς
(derma)
D£8A81Hëκατα-
disastro desastre disaster (Katastrophe) d| s+astrum δυς +όστρον,
[στροφή δυσαστρία
désastreux κατα-
di sastroso desastroso disastrous ( katastrophal ) (έννοια: κακή έπήρεια τών
[στροφικός όστρων)
DESERT έρημος deserto desierto desert Deserteur de+sero=εϊρω (βλ. "de') +εϊρω =
déserterλιποτακτώ disertare desertar Ι desert λιποτάκτης δηλ. άποσυνείρω συνάπτω
κ.Ο.
desertieren
DESIR έπιθυμία desiderio deseo desi re de +sidero έκ τού έκ τού είδος=μορφη,
dés|rerέπιθυμώ desi dero desear Ι desi re s|dus=άστήρ σχημα ( πρβλ ε'δωλον)
κaί cons|dérerέκτιμώ considerare considerar consider (sidera: όστρα που
cons|dérat|onέκτί- considerazione cοnsίderacίόn consideration σχηματίζουν μορφή,
κ.Ο. [μησις πρόσωπο, είδος)
D£5DÞ|L£Honççooom di soppi l are ορρί l ο (od =όντα πιλέω =συμπιέζω
désop||at|onάπό- (disoppilativo) ÷ρί Ι ο, πιέζω) πρβλ. : "συμπίλημα"
[φραξις
D£5ÞDΤ£δεσπότης despota despota despot Despot δεσπότης
despot|que
despotico deSΡόtίcο despotic despotisch δεσποτικος
despot|sme despotismo despotismo despotisme Despotie δεσποτισμος
D£55|Nσχέδιον (κλπ.) disogno di bujo desi gn βλ λ "si gne"
D£5T| Nπεπρωμένον destino destino destiny Bestimm destino, έκ τού
(ρητός, ώρισμένος) de +stano ίστάνω (θέτω, ορίζω)
dest|nerπροορίζω
destinare destinar destine besti mmen
dest|nat|onπροορι-
destinazione destίnacίόn destination Besti mmung
[σμός κλπ.
D£Τ£CT|V£ντεντέκτιβ . . . . . detect άποκα- de + stergo= Τό stergo, έκ τού στλεγ-
(λέΕ,ις άγγλική)
λύπτω, έξ ού =σφουγγίζω γίς η στελγίς, όργανον
detective δια τοΟ όποίου άπέξεον έκ
τοΟ σώματος οί άθληταί
τήν σκόνη καί τόν ίδρώτα.
D£TDN£Hέκπυρσο-
detonare detonar detonate detonieren tono¬ βροντώ στένω =βογγώ, θρηνώ,
[κροτώ
ήχώ πολυ δυνατά " .. στέ-
détonat|onέκπυρσο-
detonazione detοnacίόn detonation Detonation νοντα πόντον" Σοφ.
[κρότησις
D£ΤH£55£αγωνία, stringimento estrechamie- Stress έντασις Strenge αυστη- di -str|ngo στράΥΥω =σφίγγω,
κίνδυνος
stringere -πΙο ρότης, δριμύτης στραγγίζω (συνθλίβω)
détro|tστενόν
σφίγγω, θλίβω estrechar
D£TH| V£NT βλάβη detrimento detrimento detri ment de-tri mentum, τέρω = τείρω, τρίβω
τού tero,ΙΓίνί ( πρβλ τερηδων)
D£U| Lπένθος
duelo πένθος . ª . . . έκ τού do| us δόλος
de|eo=άφανίζω, δηλέομαι =βλάπτω
Φθείρω
(| ugubre=πένθιμος)
lutto πένθος luto πένθος |ugeo=πενθώ λUΥρός =(λυπηρός,
luttuoso όλέθριος, πενθικος)
πένθιμος "πένθος λuγρόν" "ηματα
λuγρά" =πένθιμα ->
3J b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
λοιγός=Φθορά, θάνα-
[τος
morneσκυθρωπός mourn trauer πένθος' memor(μνήμων)
μέριμνα+μέρμερος.
πένθος
ό προξενων φροντίδα,
όλέθριος
'έτ. τραγωδία
0£UXδύο due dos Ινο Ζνθί duo
δύο(βοιωτικά: διού)
deux| èmeδεύτερος (endiadis)
( πρβλ. °τώ°
¸
δυικός
dua||téδιφυΤα duaIita dual ί dad
άριθ. όρθρου)
dua||smeδυαδισμός duaIe δυίκός duai duaI DuaI
0£VD| Hόφείλω dovere deber debeo όφείλω βλ. λ. de+avo|r
devo|rκαθήκον duty έκ τού de-habeo
detteχρέος debito debi do debt
DEVORER καταβροχθίζω divorare devorar Ι devour auffressen de + νΟΓΟ
βρώσκω, βιβρώσκω
dévoreurάδηφάγος divoratore voraz devouri ng ( πρβλ. βορά) βορός=
vorac|téάδηφαγία voracita voracidad voracity Frass βορά
λαίμαργος· θuμOβOρω=
κ. Ο.
= κατατρώγω την
0£VDTεύσεβής
καρδίαν
devoto devoto devout de +voveo
εύχομαι
dévot|onεύσέβεια devozi one deνοcίόn devotion =άφοσιώ
devocionario Ι devote άφιερώ
εύχολόγιον devotee λάτρις
D£XTH£δεξιός destro diestro dexterous dexter=δεξιός
δεξι τερός, δεκτήρ
dextér|téέπιδεξιότης destrezza destreza dexterity
(έτ. δέχομαι)
destr|erπολεμικός destriero destrier
ϊππος όδηγούμενος διά
τής δεξιάς, διότι μέ τήν
άριστεράν κρατούσαν
τήν άσπίδα.
amb|dextreάμφιδέξιος ambidestro ambi dextro ambi dexter
άμφί+δεξιός
D| A9(T£διαβήτης (ίατρ ; diabete di abetes diabetes Di abetes
διαβήτης (ίατ. ενν. :
d|abét|queδιαβητικός diabetico diabetico diabetic diabetiker
τό ϋδωρ διαβαίνει ,
διαπερνά τό σωμα
συνεχως, προκαλών-
[τας δίψα).
0|A9L£ή 0|ANTH£ diavoIo di abI o deviI Teufei d|abo|us διάβολος
ή TiuveI
(διό +βάλλω)
d|abo||que diaboIico dί abόΙ ί cο di aboI i c di aboI i sch
d|ab|er|eμαγεία κλπ. diavoieria diabI ura di abI eri e
D| ACNHDN| £διαχρονία diacronia diacronia
διαχρονία
d|achron|que-ικός diacrQnico dίacrόnίcο
διαχρονικός
κ.Ο . .
D|ACH£διάκονος diacono diacono deacon Diakon d|aconus
διάκονος
d|acona|διάκονικός diacQnico diaconaI diaconicon Diakonissin
διακονικός
νοσοκόμος
διακονία
d|aconatδιακονία diaconato diaconado deaconry Diakonat
Λέξεις μέ Õ σuνθ. DIA ..
διά
d|acr|t|queδιακριτικός diacr1tico diacritico diacritic diskret
διακριτικός
d|adèmeδιάδημα di adema di adema diadem Diadem diadema
διάδημα
d|agnost|cδιαγνωστικός di agnQstica dί agnόstίcο diagnosis Di agnose
διαγνωστικός
d|agona|διαγώνιος di agonaI e di agonaI diagonaI DiagonaIe diagonaIis
διαγώνιος
d|agrammeδιάγραμμα diagramma di agrama diagram Diagramm
διάγραμμα
d| a|ecteδιάλεκτος di aI etto di aIecto diaIect DiaIekt dialectυs
διάλεκτος
d| a|ecto|og|e di aI ettoIogia di aIectoIogia diaIectoIogy DiaIektoIogie
διαλεκτολογία
d|a|ect|queδιαλεκτική diaiettica di aiectaI diaIectic DiaIektik diaIectica
διαλεκτικη
d| a| |è|eδιάλληλος (diafonia) (Di aIektilis)
διάλληλος
d|a|ogueδιάλογος diaIogo diaIogo diaIogue DiaIog diaIogus
διάλογος
d|a|yseδιάλυσις diaI i si di aI i si s diaIysis DiaIyse
διάλυσις
d|amètreδιάμετρος di ametro di ametro diameter Diameter diametrus
διάμετρος
d|apasonδιαπασών diapason dίaΡasόn di apason Diapason
διαπασών
d|apédèseδιαπήδησις (diaspora)
διαπήδησις
d| aphaneδιαφανής diatano diatano diaphanous
διαφανης
d| aphragmeδιάφραγμα diaframma diafragma di aphragm di aphragma
διάφραγμα
3! 6
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
d|arrhéeδιάρροια diarrea diarrea diarrhoea Di arrhoe d| arrhoea διάρροια
(+|ogod|arrhée) (λογοδιάρροια)
d|arthrose diartrosis di arthrosis διάρθρωσις
d|astase diastasti diastasa diastasis ( Diaspora) διάστασις (διασπορά)
d| asto|e diastole diastole diastole Diastole διαστολη
d|atherm|e diatermia diatermia diathermy Diathermie διαθερμία (διαθήκη)
d| athèse diatesi diatesis (diatheke) διάθεσις
d|aton|que dίatόnίcο dίatόnίcο diatonic diatonisch diatonicus διατονικός
d|atr|beδιατριβή, diatriba diatriba diatriba diatriba διατριβη
λίβελλος (κ.δ.)
DICHOTOME κ. δ .. dicotomia dicotomia dichotomy διχοτόμος
DIAMANT άδάμας diamante diamante diamont Diamant adamas-nt|s άδάμας -ντος (έννοιολ. :
d|amant|nάδαμάννο di amantino di amanti no adamant diamenten ό μη δαμαζόμενος, ώς
adamant|n " λίαν σκληρός)
DIDACTIQUE didattica di dactico, -a di dactic Didaktik διδακτικός
didascalia
DIDYME (βατ.; di di mo didymous δίδυμος
DI EDRE (βατ; diedro diedro dihedral diedrisch δίεδρος
DIERESE (γραμμ , dieresi di eresis diaeresis Diarese d|aeres|s διαίρεσις
DIESE diesis diesi diesis d|es|s δίεσις(διά +'ίημι)
DIETE di eta dieta diet Diat d|aeta δίαιτα =τρόπος ζωής
(διό +αίσα)
DIEU θεός Οί ο Dios God* Gott* 0eus. Θεός Δεύς, Ζευς (Διός) ,
déesseθεά dea, diva diosa goddess Schei n dea.θεά Θεύς (Υμν Δήμ. Καλλίμ;
d| v| nθεϊκός divino di vi no divi ne gottlich divinus, d|vus δϊος =θείκός
d| v| n|serθεοποιώ di vini zzare di vinizar Ι deify vergottern ( Τό λατιν. "Jupiter" έκ τού
d| v| n|téθεότης divinita divinidad divinity Gottheit " Ζεύς Πατηρ")
καί dev|nerμαντεύω devinare adivinar Ι di vine (prophezeien) Γραμμ. Β: δι|ος= δϊος
dé|smeμονοθεϊσμός deismo deismo dei sm Theisme *(Τό άγγλ. & γερμ. έκ τού
Ζάν = Ζεύς, Δάν =Ζεύς
Ζητήρ =Ζεύς Κυπρ.
Ζότι = ίσχuρός, Κύριος)
DIFFERER διαφέρω differre diferir differ d|f-fero δια -φέρω
d|fférenceδιαφορά differenza diferencia difference Di fferenze
d| fférentδιάφορος differente diferente different (i ndifferent)
| nd| fférentάδιάφορος i ndifferente i ndiferente i ndifference I ndifferenz
κ.δ.
DIGERER χωνεύω digerire digerir Ι digest d|+gero,fero διό+φέρω
d| gest|onπέψις digestione dίgestίόn digestion
DIGNE άξιος degno di gno di gni fy τιμώ di gnus, τού έκ τού όμηρ. "δέκτο"τού
d| gn|téάξίωμα, άξιο- dignita di gnidad di gnity deceo¯ δέχομαι (καί
[πρέπεια =άρμόζω συγγενές τού δοκεϊν).
d| gn|ta|reάξιωμα- dignitario di gnitario dignitary πρβλ. : δεκτός, άποδε-
[τούχος κτός ( κατά μίαν δλλην
| nd|gnerάγανακτώ i ndi gnarsi i ndi gnar (i ndi gnant) έκδοχήν έκ τού δυνατός,
| nd| gnat|onάγανά- indi gnazione ί ndί gnacί όn indi gnati on δυνοτός, κατ· δλλοuς δέ,
κτησις έκ τού δείκνυμι).
déda|gner άπαξιώ sdegnarsi desdefar Ι disdai n
déda|nύπεροψία didegno desden (disdai nful )
3! 7
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
DILATER διαστέλλω dί l atare dilatar Ι dilate di -Iato =πλατύνω,
πλατυς
d| | atat|onδιαστολή di l atazione dίlatacίόn dilatation έκ τού |atus=
πλατύς
DILEMME di l emma di l ema di l emma Di l emma d| |emma
δίλημμα
DI LUER διαλύω ύγρόν di l ui re di l ui r di l ute Ibsen d| -| uo=διαβρέχω
διό + λούω
d| | ut|onδιάλυσις di l ui zione di l uent διαλυ- I bsungs
[τικός
DIMENSION διάστασις di mensi one dί mensί όn di mensi on Di mensi on di mensi o, τού
μετρώ
met|or=μετρώ
DINOSAURE dinosauro dinosaurio dinosaur Di nosauri er
δεινόσαυρος
DIOCESE έπισκοπή diocesi diocesis diocese Dibzese d|oces|s
δι οί κησις
d|océsa|nέπισκοπικός diocesano diocesano diocesan (bischbflich)*
*έτ. έπισκοπή
DIONYSIAQUE βακχικός dionisiaco di oni si aco dionysiac dionysisch
Διόνυσος, διονυσιακός,
0|onys|aquesΔιονύmα Dionysion
Διονύσια
DIOPTRE diottra dioptria dioptre DίΟΡΙΓίθ
δίοπτρον
d|optr|que diottrico (a) dioptrica dioptrics Dioptrik
Διοπτρικη
DIPHT
E
RIE difterite difteria di phteria Di phtheritis
διφθερίτις (έκ τού
διΦθέρα=μεμβράνη)
DIPHTONGUE dittongo diptongo diphtong Diphthong d| phtongus
δίφθογγος
DIPLOME δίπλωμα di ploma diploma di ploma Dipl om d| p|oma
δίπλωμα
d| p| omateδιπλωμάτης di plomatico di pl omatico diplomatic Diplomat
διπλωμάτης
d| p|omat|eδιπλωματία di pl omazi a diplomacia diplomacy Di pl omatie
διπλωματία
Κ.δ ..
DIPSOMANIE dipsomani a di psomania di psomani a
διψομανία
DIPTERE diptero biptero diptera d| pterus
δίπτερος
DIPTYQUE dittici diptico diptych Diptycha d| ptycha
δίπτυχον
tr|ptyque,po|ypt|que
τρίπτυχον, πολύπτυχον
κλπ.
DIRE λέγω dire decir (speech)* (sprechen)* dico-diχi (λέγω,
δεί κνυμι , δεικνύω =
d|seurχαριεντολόγος dicente Dichter άοιδός μέ πρώτη έννοια
1) δείχνω 2) έπεξηγω
Δ/άφορα σύνθετα: diceria λόγος (reden =λέγω, δεικνύω)
διό τού λόγου, όρχικως
déd|reάναιρώ di sdi re desdecir έκπί- έτ. ρέω, εϊρω (dico, originem
δείκ-ω' το "νυ" είναι
| nd| ct|onσύγκλησις i ndi cato [πτω i ndi ction =όμιλώ) habet Graecam,
πρόσφυμα Kai ή κατά-
méd| reκακολογώ di r male (i ndeci ble quod Graeci δε/κ-
ληξις -μι προσ. όντων.
αφατος) νύω). Δηλαδή, τό
ή όποία έτέθη είς το
contred|reάντιμιλώ contradecir Ι contradict dico έχει έλληνική
τέλος: δείκ-νυ-μι.
| nd| cat|νeή 'Οριστική, I ndi cativo I ndicativo I ndicatiνe I ndikativ καταγωγή, αύτό
ώς "ένδεικτική". πού οί 'Έλληνες
maud|reκαταριέμαι mal edi re mal deci r (mal edicti on)** . . . . . (λέγουν) δεικνύω
Έκ τού μέλεος +δεί κ-
préd|reπρολέγω predire predecir Ι predict **ma| us+d|co
νυ-μι (βλ. λ. mal)
|nterd|reάπαγορεύω interdire interdict
καί aæ|querπαραιτούμαι abdi care abdίcacίόn abdicate
άπο +δεικνύω
| nd| querύποδεικνύω i ndi care indicar i ndicate
έν +δεικνύω
άκόμη: d| cterύπαγορεύω dettare dictar di ctate di ktieren dicto: θαμ/στικόν
d|ctatureδικτατορία dittatura dictadura dictatorship Di ktatur τού di co
d|ctateurδικτάτωρ dittatore dictador dictator Di ktator
éd|tδιάταγμα editto edicto edict Edikt
(*speech καί sprechen έκ
éd|cterδημοσιεύω
τού σπω=λέγω, μέλλων
éd|t|onέκδοσις edi zione edί cί όn
σπήσω.
d|ct|onπροφορά di zi one dίccίόn diction
"'Έσπετε Μοϋσαι " ª
d|ct| onna| reλεξικόν di zi onario diccionario dictionary Diktionar
=λέγετε Μούσες.
d|ctonρητόν detto dicho dictum
(άντιδάν. : δικτατορία,
déd|erάφιερώνω dedicare dedicar dedicate dedizieren
έδικτον, δικτάτωρ)
Κ.δ. πολλά παράγ. έκ
σνθέτων καί παράγωγα
έκ παραγώγων.
DIRECT εύθύς di retto di recto di rect di rekt εύθέως di rectus, έκ τού
d| recteurδιευθυντής di rettore director di rector Di rektor d|-rego=εύθύνω,
διό +όρέγω
d| rect|on διεύθυνσις direzione dί reccίόn di rection Di rektion διοικώ, ϊσταμαι
όρέγω =έκτείνω τήν
d| recto|reδ/ντήριον di rettorio di rectorio di rectory Di rektorium όρθιος
χειρα
"
χείρα όρέγω"
(έννο/ολ. : σηκώνω το
χέρι Kai διευθύl'ω. )
3J 8
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
i ndi rect μή όρθός i ndi retto i ndi recto i ndi rect i ndi rekt (Βλ. καί λέξεις regent, Γοί)
di riger διευθύνω di ri gere di rigir Ι di rect, di rge diri gieren
άκόη: dresser άνορθώ drizzare derezar dress adressieren
dressage παίδευσις (drizza) dressing
στολισμός Adresse
addresse διεύθυνσις i ndi rizzo address Adressat
κ.Ο · .
παραλήπτης
DISCERNER διακρίνω discernere discerni r Ι di scern di s -cerno ¬ δια -κρίνω
discernabIe εύδιάκρι- di scerni bi l e di scerni bl e (βλ. & λ. certai n)
[τος
καί discret διακριτικός discreto di screto discret discret
discretion δια/τικότης discrezione dίscrecίόn discretion Diskretion
discretement δια/τικά
discretamente di scretamente discretly
i ndiscrEHion άδιακ/σία
i ndiscrezione ί ndίscrecίόn i ndiscretion I ndi skretion
DISCIPLE όπαδός, discepolo di scipul o disciple di sci pI i na ¬
μαθητής
παιδεία
di sci pI i ne πειθαρχία di sci pl i na di sci pl i na di sci pl i ne Diszi pl i n di sci pul us =μαθη-
di sci pI i ner πειθαρχώ
di sci pl i nare di sci pl i nar Ι di sci pl i ne di szi pl i ni eren τής, έκ τού disco
di sci pI i naire πειθαρ-
di sci pl i nare di sci pl i nari o di scipl i nary di szipl i nari sch =μανθάνω διδάσκω, δάω, δάσκω
χικός
i ndisci pI i ne άπειθαρ- i ndi sci pl i na- i ndi sci pl i na i ndi sci pl i ne Undi sci pl i ni er-
κ. Ο. [χία
- tezza -hei t
DΙSΕΠΕ σιτοδεία (bi sesto (bi siesto) (bissextile) bisextus ¯ έκ του έλλην. δίσεκτος
disetteux σπορος δίσεκτος) δίσεκτος, χρονια (κατά Κοραην, έκ τού
δυστυχής δυσετία)
DISPERSER διασπείρω di spergere di spersar Ι disperse dispersus, έκ του δια- σπείρω
di spersion διασπορα dispersione dί SΡersίόn dispersion di s -pergo ¯ (μέλ. σπερώ, σπέρσω)
DISQUE δίσκος disco disco di sk δίσκος Discus (άθλ.) discus δίσκος(έκ του δίκω
desco τραπέζι dish πινάκιον Tisch τραπέζι =ρίπτω)
di scotheque
di scoteca discoteca disco Diskothek
καί dais =θόλος, σκεπή
dais έξέδρα
DISTANCE άπόστασις distanza distancia distance Abstand distans,
distancer ύπερβαίνω
distanziare distanciar Ι distance Distanz τού di -sto δι-ίσταμαι(ίστώ, στώ)
DISTILLER διϋλίζω di sti l lare destilar Ι distil desti l l i eren di -sti I I O, άποστά-
distillerie διϋλιστήριον
distilleria destileria disti l l ery ζω, έκ του stiIIa= στίλη,στάλα
distil l atioIl άπόσταγμα
distillazione destίlacίόn distillation Destillation
DISTIQUE διάστιχον
distico distico distich Distichon δίστιχον
DITHYRAMBE
ditirambo ditirambo dithyramb Dithyrambe dithyrambus διθύραμβος
dithyrambique
ditirambico ditirambico dithyrambic dithryrambisch dithyrambi cus διθυραμβικός
DIURESE διούρησις
di uresi di uresis di uresis Di uresis di uresis διούρησις
di uretique διουρητκός di uretico di uretico di uretic di uretisch
DIV ΑΝ "ντιβάνι", αϊθουσα
divano divan divan Divan έκ του τουρκι κού,
συνεδριάσεων
011ερέκ του έλλην. "δίβαμος"=ό έπί δύο ποδών
έξ αύτοϋ καί douane
dogana aduana βαίνων, στηριζόμενος.
τελωνεΤον
DIX δέκα dieci diez ten, tithe zehn decem δέκα (έτυμ. έκ του
decimer άποδεκατίζω
decimare decimar decimate dezimieren decimo δεκατίζω
[
δέχομαι)
DOCIMASIE άπόδειξις, docimasia δοκιμασία
άναζήτσις docimastico
DOCTE λόγιος, σσφός
dotto docto (doctoral) Dozent ύφ/τής ·Άπαντα έκ τού δάω, δάσκω =διδάσκω
docteur διδάκτωρ
dottore doctor doctor Doctor doceo, disco Σχετικόν έπίσης, τό
doctorat διδακτορία
dottorato doctorado doctorate Doktorat =διδάσκω δοκέω-ώ =πιστεύω, σκέ-
doctrine διδαχή
dottrina doctrina doctrine Doktorin πτομαι, αίολικά "δόκημι".
document έγγραφον
documento documento document Dokument πρβλ. : δόκιμος, δοκίμιον,
documentaire άποδει-
documentare documentary (dozieren δοκιμή, δοκιμασία.
κτικός άποδεικνύω documentar διδάσκω)
docίle εύπειθής
docile dόcίl docile
dociIite εύπείθεια
docilita docilidad docility
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
dogme δόγμα
dogmatique δογμα
[τικ ας
Λέξεις μ α' ΣUνθ.
DODECA . . .
dodecaedre
dodecagone
dodecaphonie Κ.α.
DOIGT δάκτυλος
di gitaI δακτυλικας
di gitiforme δακτυλο-
[ειδής
doigtier δακτυλήθρα
index ενδείκτης, (έκ τού
doigt i ndicateur)
i ndice ένδειξις
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
dogma
dogmatico
dodecaedro
dodecagono
dodecafoni a
dito
digitable
digitiforme
ditale
indi ce δείκτης
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
dogma
dogmatico
dodecaedro
dodecagono
(dodecasilabo)
dedo
digital
dedal
indice
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
dogma
dogmatic
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Dogma, -i ker
(Dogmati smus)
dodecahedron Dodekaeder
dodecagon
digit (μετρ. )
digital
(i ndict)
(zwolfsi l bi g)
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
di gitus
3! 9
έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
(άντιδάν. : δόκτωρ,
ντοκουμέντο)
δώδεκα
δωδεκάεδρον
δωδεκάγωνον
δωδεκαφωνία, δωδεκα
σύλλαβος
δάκτυλος
( θέμα δεικ τού δεικνύω)
DOL δόλος
doIosif δόλιος
dolo
doloso
dolo
doloso
dole θλίψις dolen ύποφερω doI us
Dol ch μάχαιρα
δόλος
(βλ. καΙ λ. doul eur)
DOLER σκεπαρνίζω
doIoire σκεπαρνον
DOLLAR: δολλάριον
DOME 1 ) ό θόλος
DOME 2) μητρόπολις
domiciI e κατοικία
domi ci I i er εγκαθίσταμαι
don (τίτλος εύγεν. κύριος)
domaine ίδιοκτησία
dolabra
d61 1 aro
tallaro
(cupola
duomo
domicilo
domi ci l i arsi
don
domi nio
(azuela
dόlar
tal l er
cύΡul a)*
(metrόΡοlί)
domi ci l i o
domi ci l i ar
don, dofa
domi ni o
adze
dol l ar
dome
dome
domi ci l e
domi ci l i ary
don, dona
domi ni on
Α
χ
Ι)*
tal er τάληραν
Dom
Domi zi l
Domane
duefo ίδιοκτή 8ασιλ. κτήμα
domestique οίκιακός domestico domestico [της domestic
domestiquer εξημερώ domesticare
domesticite ύπηρ.
domesticar domesticate
domesticidad domesticity
προσωπικαν
domi ner κυριαρχώ
domi nation κυριαρχία
dominateur κυρίαρχος
(pre) domi nance
επικράτησις
καί Di manche Κυριακή
Dame Κυρία
D(a)emoiseIIe Δεσποινίς
donzeIIe νεαρό γυνή
damoisau νεανίας
domi nare
domi nazi one
domi natore
predomini o
domi nar
dοmί nacίόn
domi nador
predomi ni o
Domeni ca Domi ngo
ένώ τόsί gnοra* sefor*
signore* senra*
έκ τού senior*
signori na*
donzella παρ
θένος
damo έραστής
seforita
doncel l a
domi nate domi ni eren
domination
domi nator
predominance
(Sunday)
(βλ. λ. sol ei l )
Sir* +Mister***
lady (λάδα,
Λήδα, Λατώ)
mi ss
(εκ τού
master)
(Sontag)
(βλ. λ. sol ei l )
Dame
Frau (έτυμ. έκ
τού "Άφροδίτη")
(Herr: κύριος
έκ τού ήρως)
doIo κατασκευάζω δαιδάλλωκατασκευάζω
(*έκ τού άξίνη)
τάλαρος (όμηρ. λ.)
Σημ. Είς την Ρώμην κάλαθοςπρας εναπόθεσιν
ύπήρχε βωμας τής καρπών, τυρού, άνθέων καί
Άφροδίτης όνομα- κιβώτιον μεταφοράς όρνί-
ζόμενος "Έπιτα- θων. Ό τάλαρος αύτας
λάριος". Διέθετε εχρησίμευε ώς μέτρον
είδικαν κάνηστρον συναλλαγής.
(τάλαρον) διό τός (βλ. εκτενή όνάλυσιν είς
προσφοράς. Είσαγωγήν)
domus
(domi ci l i um)
(domi ni um)
domi ni ca -
seni or*
(στήν λατινική
seniores, ώς τό
όντίθετον τού
i uniores =νεώτε-
έκ τού δώμα ( * έκ τού
κύπη)
δόμος , έκ τού δέμω
=κτίζω, οίκο δομώ
i , οί κί α 2) οί κος θεοΟ
"Διός δόμος"
δομη =οίκοδόμημα
βλ. λέξεις: jour καί dome
- έκ τού ένος*=ό παλαιό
τερος "ένη καί νέα
ημέρα" =η παλαιά καί
νέα ημέρα' "στρατηγοί
ροι)
t νοι " =οί παλαιότεροι, οί
πρεσβύτεροι στρατηγοί.
(+dame-jeanne)
( σκωπτικό έκ τού κυρία
Ίωάννα)
άκόμη: danger κίνδυνος
dami gi ana
"νταμιζάνα"
damajuana demi john
***Mister, εκ τού master, magister, έκ τού μέγιστος καί μήστωρ.
Τό Herr κατό τόν Κούρτιον, εκ τού ήρως =όρχική σημασία άξιότιμος,
κύριος (βλ. καί λ. heros)
pericolo*
κίνδυνος
domi ni on έξουσία domi ni o
dangereux επικίνδυνος pericoloso*
donjon πύργος φρουρίου
Τό παιχνίδι DOMINO
εκ τής εκφράσεως:
"benedicamus
domino"
perigro*
κίνδυνος
dominio
peligroso*
danger
domi ni on
dangerous
dungeon
είρκτή
(τα άγγλ. "I ord" έκ τού λόρς =ήγεμών, λάρισα ¯
φρούριον, εξ ού καί τό όνομα Λαέρτης)
danger, έκ τού
domi ni ari um
=εξουσία. Δηλ. τό
νά είσαι στήν εξου
σία κάποιου, σημαί
νει κίνδυνο.
pericolo, * έκ τού: Ρerίcul um=πείρα, δοκιμα
σία εκ τού ΡΘΓίΟΓ, όπερ εκ τού πείρα* =
δοκιμή, δοκιμασία, προσπάθεια.
320
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
DOMPTER δαμάζω domare domar Ι tame zihmen domo δάμω
dompteurδαμαστής damatore domador tame ημερος zahm domito δαμάζω
| ndomptéάδάμαστος i ndomito ί ndόmίtο i ndomi nabl e Zihmung
δάμασμα
DONNER δίδω donare donar donor δωρητής dono, doκαι δί δωμι , δί δω, δώ, δίνω=
donδώρο
dono don donativ d|do =προσφέρω, χαρίζω
donat|onδωρεά donazione dοnacίόn donation Donation δόω, δόνω, δόμα,
donateurδωρητής donatore donador donor Donator δοτόν, δον=δώρον
s'adonnerάφοσιούμαι adonare donee δωρολ. dator δοτήρ
καί dat|fδοτικός
dativo dativo dative Dativ
pardonner
perdonare perdonar pardoner per + do περί, πέρι +δόνω
pardon
perdono Ρerdόn pardon Pardon
ad-d|t|onπρόσθεσις
addizione adίcίόn addition Addition ad -do όντα+δίδω
κλπ. κλπ.
DORMIR κοιμάμαι
dormi re dormi r dormant Dor =κώμη dorm|o κοιμάμαι δάρθω, δαρθάνω
=λανθάνων (Schlaf ύπνος =κοιμαμαι
dorto|rκοιτών dormitorio dormitorio dormitory schlafen παρακ. δέδορμαι(άχρ. )
dorm|t|fύπνωτικός dormitivo dormitive κοιμάμαι)' • (έ κ τοίί χαλαρός
χαλαρώνω άναπαύομαι)
DORYPHORE
doriforo doriforo δορυφόρος
DOS ράχις
dosso dorso ( Rϋchen dorsum δειράς=ράχις
dorsa|νωτιαίος dorsale dorsal dorsal έτ. ράχις) άρχικώς δέρσα
doss|erΦάκ. εγγρ. dossiere endorse
endosserεπωμίζομαι
indossare endosar έπισθογραΦώ
DOSE δόσις
dose dόsίs dose Dosis dos|s δόσις
doser,dosage dosaggio (antidoto) Dose κυτίον
DOUANE τελωνείον
dogana aduana (Tol l ) (Zol l amt) έκ τοίί divana, διβάνιον
(έκ τοίί τελος, Βλ. λ. "divan"
τελωνείον)
DOT προίκα dote dote dowry & dos,dοtίs=προίξ δώς, δωτίνη=δώρον,
doterdouerπροικίζω
dotare dotar dower dotieren προσφορά· "δωτίνην
dotat|onπροίκισις dotazione dοtacίόn dowering Dotation τλέσω" ·Οδ. λ :ë¯
dota|προικώος dotale dotal dotal πρβλ. : δώτις, δοτήρ,
δότης, δοτός
DOUBLE διπλούς
dublice,doppio dobl e+dupl o double doppel t dup| us διπλούς
doub|erδιπλασιάζω,
dublicare dobl ar dupl icate doppel n διπλόη =πτυχη
φοδράρω
doub|ementδιπλα-
duplicita dupl icidad duplicity διπλοΤς, δίπλαξ: ίμάτιον
σιασμός
doub|ouίσπ νόμισμα doppia dobl adi l l o doubl oon
doub|ureφόδρα
doublet γιλtKO
καί dub| | c|téδιπλο-
doppiezza doblez dupl i city Dupl ίzitit
[προσωπία
dup| |cat|onδιπλασια-
dupl icazione dUΡl ίcacίόn duplication Dupl i kat διπλότ.
[σμός
(doppione Dupl i k άνταπάν-
dup| | querάνταπαντώ
διπλότυπον) dupl icar [τησις
κ.α. διάΦ. & αλλα σύνθ.
DOUCHE καταιόνησις
doccia ducha douche Douche acquadoc| um. βλ. λ. eau+duc
άγωγός ύδατος (άντιδ.: ντούς)
DOULEUR πόνος
dolore dol or dol our dol or, έκ τοίί δηλέομαι ^βλάπτω
dou|oureuxεπώδυνος
dolorosso dol oroso dolorous do|eo=άλγώ κτυπώ, πληγώνω
και endo|or|rλυπώ
doler κακοποιώ ( 1 η έννοια, κτυπώ
do|éanceπαράπονο
dolenza dolorido dolen ύποφέρω τινα) ( πρβλ. δηλητήριον,
do|entθρηνώδης
dolente doliente (dol e δωρεά, δήλησις)
περίλυπος dol encia ελεημοσύνη)
condo|éanceσυλλυ-
condoglianza άναπηρία condol e
[πητήριον κλπ.
condolecia condolence Kondol enz
32!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΟΟUΤΕΑ άμφιβάλλω dubitare dudar doubt zweifeln dub|to=δοιάζω δοιάζω =άμφιβάλλω
douteάμφιβολία dubito duda doubtless Zweifel dubi ns =δοιός
δοιη =άμφιβολία
dub|tat|on dubitazione (dubitativo) (doubiousness) (δοι-F-η)
καί redouterμετανοω δοιάζοντο=ένόμιζον
οουνΕ δούγα doga dogar θηλειά Daube dogaδοχείον
δοχή, δοχά =δοχείον
done||eβαρελοσάνιδο (dogare) καμπ. σανίς
οουχ γλυκός dolce dulce (sweet* sOss*) du| c| sγλυκύς
δεuκης =γλυκύς (αίολ;
douce
γλυκύς (δ-λυκύς)ηδύς
douceurγλυκύτης dolzore dul zura douceur φιλο-
γλεύκος.
doucementήπίως dolcemente dul cemente δώρημα
Μυκην. : δλεϋκος
doucetύπόγλυκος dul ci gno (dulzura) sOsslich (Τό σύμπλεγμα "δλ" στήν
doucereuxμειλίχιος dol ci ume dulΖόn dulcet Μυκηναϊκή διατηρείται
douceãtreγλυκίζω ν dolci astro dulcero
άμετάβλητον. ένω στήν
du|c|f|erγλυκαίνω dolcificare dulcificar dul cify sOssen άλφαβητ. έλληνική έξαφα-
κaί adouc|rΚ.ά. Κ.ά. addolcire edulcol ar νίζεται)
'(ΤΟ sweet. sOss έκ τού
-ηδύς. F ηδύς. )
οουΖΕ δώδεκα dodici doce twelve zwδlf dodec|m
δώδεκα
douza|neδωδεκάς dozzivia docena dozen Dutzend (άντιδ. : ντουζίνα)
DOXOLOGIE dossologia doχologia doχology δοξολογία
ΟΟΥΕΝ κοσμήτωρ, decano decano dean Dekan decanus=διοι-
δέκα
ήγούμενος κητής 1 Ο άνδρών
(δεκανεύς)
décanatκοσμητεία decanato decanato deanery Dekanat
"The Athenian drachma . . . became the standard coin ΟΙ trade ί π Greece and ίπ much ΟΙ
δραχμή. έτ. δράττομαι DRACHME .......
Asia and ΕurΟΡe . . . ·ΈncΥc/ΟΡaedίa Britannica, Macropaedia, νοl. 12 (Money")
δράγμα
DRAGON δράκων + dragone dragόn dragon Dragoner ~ draco-n|s
δράκων
δραγόνος δράκων δραγόνος
(έκ τού δέρκομαι =κυτ-
dracon|enδρακόντειος draconiano draconiano draconion τάζω έπίμονα)
dragonneθύσανος dragoma (dragontea) dragonisch drakonisch
ξίφους
dracenaδράκαινα
DRAGEE ζαχαρωτόν traggia dragea drug Drogen = tragemata τραγήματα, τρωγάλια
drageo|rθήκη droga φάρμακο droga φάρμακα
=έπιδόρπιον
( πρβλ. στραγάλια)
DRAGUE άπόχη, βυθο- draga draga drag άπόχη δράξ=το κοίλον τής
[κόρος Ι drag τραβώ παλάμης (έξ ού δρα-
draguer, dragueur dragare. dragar χμη) δράγμα Ι Λ Σ ëë¯
dragante "
δράγματα εραζε"
DHAV£ dramma drama drama Drama drama δράμα (έκ τοΟ δράω-ώ)
dramat|que drammatico dramatico dramatic dramatisch
dramaturgeδραμα drammaturgo dramaturgo dramaturgist Dramaturg. -gi e
δράμα ± εργον
[τουργός
dramat|serδραματοποιώ drammatizzare dramatizar dramatize dramatisieren
κλπ .. (dramatismo)
ΟΑΑΝΕΤ δίχτυ draga βυθοκό- draga drag άρπαγη
δράγμα, δράττομαι
[ρος
ΟΑΑΡ σινδόνη (Ienzuolo (sabana Laken μέσ φ τού φραγκ. δρέπω ± δρέπτω
έτ. λινόν) έτ. σάβανον} (έτ. λακίς drappus=κουρέλι = κόπτω
drapeauσημαία drappo ϋφασμα =σχίσμα)
έννοιολ. : ένα κομμάτι
draperκαλύπτω Κ.ά. drappeggiare drapery drapieren (κόπτω) ϋφασμα
Ι drap στρώνω
DRASTlQUE drastico drastico drastic drastich δραστικός
DROGUE φάρμακον draghe droga drug Drogen drog|a,άλλοιωμέ- τραγήματα
droguer|eφαρμ!ποθήκη drogheria drogueria drugstore Drogerie νη γραφή τού (βλ. λ. dragee)
droguerχορηγώ φάρ- drogare tragemata
[μακον (+άρωματίζω)
droghiere droguero. druggist Droguist
drogu|steφαρμακέμ- droguista
[πορος
322
m
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
DROIT εύθύς, δίκαιος, di ritto derecho di rect recht- di rectus, έκ τού δι α+όρέγω=έκτείνω
[ δεξιός d|-r|goη rego
"
χείρα όρέΥω"
dro|teδεξιά destra derecha right rechts =εύθύνω έννοιολ. :
dro|ture εύθύτης destrezza derechura righteness Richtung έκτείνω τήν χείρα
(δικαιοσύνη) & διευθύνω
DROMADAIRE dromedario dromedario dromedary Dromedar dromedar|us δρομάς (έτ. δράμω,
δρομάς, κάμηλος δρόμος)
(καί σύνθετα έκ τού δρόμος ώς: anadromous, palindrome, hίΡόdrοmο, loχodromia, orodromia, Ρrόdrοmο, κ. α . . )
DRUI DE ίερεύς δρυίδης drύίdο druida drui d Drui den dru|da δρυίδης(έκ τού δρύς)
dru|d| sme κλπ.
(dίuίdίcο) (druitico, -ismo) (πρβλ. δρυάς = νύμφη
δασων)
DUC δούξ, άρχηγός
duca, duce duque duke (Fϋhrer dux. αρχαϊος βου- δούναξ. ποιμενική
ducatδουκάτον ducato ducado duchy έτ. περάω) κολικός όρος, ράβδος
duct||eάγώγιμος
duttile (ducal) (ducal ) Dukaten κυριολεκτικώς όέπί duχ έκ τού δού(να)ξ
κaί διάφ. σύνθ. ώς πχ
νόμισμα κεφαλης ποιμνίου. (άντιδ. : δούξ, δούκισσα
|ntroduct|on
introduzione ίntrοduccίόn introduction duco =όδηγώ δουκάτον, δόγης)
άρχικώς: douco
DUEL μονομαχία
duel l o duelo duel Duel l due| | um, δύο
due| | |steμονομάχος duel l ista duelista duel l ist Duellant έκ τού dual i s ¯ ¯ δυαδικός
κaί be| | |queuxπολε-
bel l icoso belίco bel l icose bel l um¬πόλεμος διμάχης =μαχόμενος
μικός έκ τού duel l u m, διμαχία
be| | |gérentέμπόλεμος
bel l i gerante beligerante bel l igerent dvel l um
DULIE δουλΙα dul ia dul ia, du| | a δουλεία
hiperdulia
DUR τραχύς, σκληρός duro duro Dur durus=σκληρός δροός=ίσχυρός, τραχUς
duretéσκληρότης
durezza dureza duress (έτ. έκ τού δρύς, ώς κaί
durc|rσκληρύνω i ndurire endurecer endureri ng τό δόρυ)
dur| | | onτύλος
καρτερικός
κaί druίσχυρός κλπ.
ουΑΕΑδιαρκώ durare durar Ι endure dauren duro=σκληρώ, δηρός=διαρκής
duréeδιάρκεια durata duracίόn duration Dauer διαρκώ "δηρόν χρόνον"
durab|eδιαρκής durabile durable durable dauernd δήν =έπί μακρόν
durantκατά (ΤΊν διάρ-
durante durante durance
[κειαν)
(κράτησις)
DYADE δυάς
di ade (dualidad) dyad Zweiheit dyas δυάς
DYNAMQUE
di namico dinamico dynami c dynamisch δυναμι κός
dynam|sme
di nami smo dinamismo Dynamismus δυναμισμός
dynam|te, -er
di namite dynamita dynamite Dynamit δυναμίτης
dynamomètre
dί namόmetrο dίnamόmetrο dynamometer Dynametrie δυναμόμετρον
dynamographe
(biodinamica) dynamograph δυναμογράφος
dynamo-é|ectr|que
di namo . . . . dinamo . . . . . dynamo . . . . . Dynamo δυναμο-ηλεκτρικόν
dyneδύναμις
(adinamia) dyne
dynaste
di nasta dinasta dynast Dynast δυνάστης
dynast|e
di nastia dinastia dynasty Dynastie δυναστεία
dynast|que
di nastico dinastico dynastic dynastisch δυναστικός
Λέξεις μέ σ' συνθ. DYS- δυσ-
dysménorrhée
dismenorrea dismenorrea dysmenorιea δυσμηνόρροια
dysenter|e
dissenteria disenteria dysentery dys . . . dysenteria δυσεντερία
dyspeps|e
dispepsia dispepsia dyspepsia dyspepsia δυσπεψία
dyspnée dispnea disnea dyspnoea dyspnoeo δύσπνοια
ΟΥτιουΕδύτης
δύτης, (κατα)-δυτικός
Ι
ι
Ε
Ι
Ι
Et ymo l og i e
E c o l e
E p i l o g u e
32b
"
'
Ετυμολογία έστίλέξεων άνάπτυξις συμφώνωντώνσημαινομένων, άρμόζουσα
T
q φωνq πρός την
τού ύποκειμένου πράγματος πιθανότητα. Γίνεται έκ τού ¨είμί ¨, τό ύπάρχω, όνομα έτός ·ένός· ό
ύπάρχων. . . ό ύπάρχων καί άληθής. Τό άληθές ύπάρχει. Έκτού έτός, έτυμος, καί τού λόγος, γίνεται
έτυμολογία, οίονείάληθολογία. ¨
Ετυμολογικόντό Μέγα
¨ Μία λέξις άπό τά άρχαϊα Έλληνικά δείχνει πόσο άλλάζουν οί έννοιες. Οί εύκατάστατοι στην
Έλλάδα είχαν μιά ανετη ζωή, δηλαδη αφθονο καιρό γιά σχόλη . Αύτό τό διάστημα τό όνόμαζαν
σχολή . Έπει δη μελετούσαν κατά τόν χρόνο της σχολης τους ώνομάσθηκαν καί σχολαστι κοί
¦ SCHÒLAHS) καί ό χώρος όπου σύχναζαν όνομάσθηκε Σχολη (SCHOOL) b a b η εύχαρίστησις που
εϋρισκανσ αύτόντόνχρόνο, ήτανηεύχαρίστησιςτηςμελέτης.
ΤΗΕNEAAEBSIER D/C!ONAR\OFΤΗΕENG//SH/ANGUAGE.
ΕΟΙΤ/ΟΝGRO//ER, Ν. \ORK
¨. . . Γράφονταςτη λέξη Έπί λ ο γ ο ς ( Epi I ogue) , λέωγιά αλλη μιά φορά μέσαμου. είναι μιά έλλη·
νι κη λέξη. Σάν όλες αύτές που χρησι μοποι ούμε καθημερι νά χωρί ς καν νά τό ύποψιαζόμαστε.
Άνώφελονάτίς καταγράψουμε, θάέπιαναν άπό μόνεςτουςένα όλόκληρολεξικό. Αν ένα παρόμοιο
έγχείρημα γινότανε κατά τύχη, θ άντιλαμβανόμασταν ότι αύτές οί λέξεις καλύπτουν τό σύνολο
σχεδόντούέπιστημονικού, φιλοσοφικούκαίθρησκευτικούλεξιλογίου μας. Φέρομε κιέμεϊςμέσαμας
μιάν άόρατη καίάσύνειδη ρωμιοσύνη. Γράφω λοιπόν αύτη την φραγκο·έλληνικη λέξη, που έχει μιά
ηλικία 3. 000 έτών. ΕΠΙ ΛΟΓΟΣ. Ό ϋστερος λόγος. Αύτός που σφραγίζει. Αύτός που συμπεραίνει .
Αύτός πουγράφομε άφού έχομε γράψει . Ύστατο τέλοςτούΛόγου. . Ίλιγγος λέξεων πουμ ό ν ο ν
τά έλληνικά μπορούν νά προσΦέρουν, γιατί μόνον αύτά έξερεύνησαν, κατέγραψαν, άνέλυσαν τίς
ένδότατες διαδικασίες της όμιλίας καί της γλώσσας όσο καμμιά αλλη γλώσσα. . . Έδώ, πάνω σ αύτη
τηγη. . . έχουνγεννηθηοίλέξεις, τά έντυπώματακαίοίκατηγορίεςτού πνεύματος. . . ¨
ΖάκΛακαρριέρ ¨Τό ΕλληνικόΚαλοκαίρι ¨Εκδ. ΧΑΤΖΗΝ/ΚΟΛΗ
¨Τελευτη δέ της λέξεωςάρμόττει η άσύνδετος , όπως Έπί λογος άλλά μη λόγος ή. . . "
Αριστοτέλης
¨Οί Έλληνες είχαν καταλάβει τη μυστηριώδη δύναμη της κρυφης πλευράς τών πραγμάτων. Μάς
έκληροδότησανμι άάπότίς ώραιότερεςλέξειςτηςγλώσσαςμας, τηλέξη Ένθουσιασμός, άπότόέν
·θεός, ένας θεός μέσα μας. Τό μεγαλεϊο τών πράξεων τού άνθρώπου, έχει σάν μέτρο του την
έμπνευσηάπότηνόποίαπηγάζουν. Μακάριοςόποιοςφέρειέναθεόμέσατου. . . ¨
ΆρθουρΚαϊσλερ, ¨Εναφάντασμαστήμηχανή¨
¨Καί οί πιό άμαθεϊς άπό τους νέους διανοουμένους χρησιμοποιούν την έλληνικη λέξη "έρως
"
μέ
περισσότερη διάθεση άπό τη γαλλική. . . οί έλληνικές λέξεις διατηρούν την δύναμη καί την λάμψη
τους. Όέρωςδένείναιοϋτεηφιλίαοϋτεηάγάπη. Ό ΕΡΩΣείναιπραγματικά σαφέστερηέννοιαάπό
την άγάπη. . . Καί, όπως σέ πολλους αλλους χώρους, η άρχαία Έλλάδα μάς προσφέρει μιά γλώσσα
γιάτηνόποίαθάπώάκόμαμιάφορά, ότιείναιοίκουμενική. . .
Ζακλίνντέ Ρομιγύ, 'Γιατίή Ελλάδα¨
�26
¨Ή Έλλάδα μας κληροδότησε ένα όνομα · ένα όνομα που τώρα μας άπασχολεί πολυ
Εύρώπη ¦ Lu|Ope) .
ΤΟ όνομα Ευρώπη έχουν μιά η περισσότερεςελληνίδεςηρωίδες. Έγινεγεωγραφικοςόροςμε
άρκετάάκαθόριστοπερίγραμμα.Όταν όμωςό Ί σοκράίηςεκθειάζειτηνένωσητών πόλεωνεναν·
τίων τών Βαρβάρων, όταν άποδί δει σε αυτη την ένωση μιά πολιτιστικη άξί α, σκέπτεται την
Έλλάδαάλλάλέειτηλέξη' ' Ευρώπη''. . . .
Ή έπέκταση όμως τής λέξης έπιβεβαιώνει εντελώς ότι όλο το παρόν μας ξεκινάει άπο την
Έλλάδα καιότιτό ελληνι κό επι ζούν, επι βεβαι ωμένα η λανθάνοντα, πνευματικό η συναισθηματι
κά, στό λεξιλόγι ο, στη σκέψη , στις συγκι νήσει ς μας. "
Ζακλίνντέ Ρομιγύ
¨Συναντήσειςμέ τήνΑρχαία Έλλάδα¨Έκδ. ΤΟΑΣΤΥ
¨Ευχής έργονθα ήτανή επίσημη πολιτεία να εξέδιδε ΛΕΞΙ ΚΟ που να περιλαμβάνει όλες τις
ελληνικες λέξεις που είναι στα λεξιλόγια τών αλλων χωρών. Να γνωρίσουν οί νεώτεροι και να
θυμηθούνοί παλαιότεροι , Ευρωπαίοι κυρίως, απο πού προέρχονται οί λέξεις που χρησιμοποιούν,
γιατι δυστυχώς πOΛu λίγοιξέρουν ότιή Ε ύ Ρ ώ π η , αυτηή γηραια Ήπειρος, χρωστάει το όνομά
τηςσεμιαόμορφηκοπέλλατήςέλληνικήςμυθολογίας. . . ¨
ΣπύροςΚοκκι νάκης
"Ή Οίκουμενικότητα τής Έλληνικήςγλώσσας¨
¨Ή Ευρώπηοίκοδομείται. Είναιμιαελπίδαπουθαπάρεισάρκακαιόστα, μόνονανλάβειύπόψη
της την ίστορία. μια Ευρώπη χωρίς ίστορία θα ήταν όρφανη και θλιβερή. Γιατί το σήμερα πηγάζει
αποτοχθές, καιτο αϋριοείναιπροίΟντού παρελθόντος .
. Η Εύρώπη μαςυπάρχειεδώκαίχιλιάδεςχρόνια, γεωγραφικασχηματισμένηκαιίστορικαδια·
μορφωμένη, αποτηνεποχηπουοίΈλληνεςτήςέδωσαντοόνομάτης. ¨
Jacques/e GoJ, προλογίζοντας τόβιβλίο τούΟύμπέρτο Εκο
"Ή άναζήτηση τής τέλειαςΓλώσσας¨Έκδ.Έλλ. Γράμματα
¨Ή ελληνl κη γλώσσα, ώς δομη πνευματική, είναι τό ύπόδειγμα με το οποίον εδομήθησαν
άκριβώςκαιπιστώςόλεςοί εύρωπαϊκές γλώσσες".
ΜαριάνναΜάκΝτόναλντ, καθηγήτιαΠανεπιστ. Καλλιφορνίας,
όμιλία τηςστο ΠανεπιστήμιοΘεσσαλονίκης τόνΜάίστού I995.
¨ Για έναν Ι άπωνα ¦Ασιάτη). o οί Εύρωπαϊκές γλώσσες δεν φαίνονται ώς ξεχωριστές, αλλα ώς
διάλεκτοιμιαςκαίτήςαυτήςγλώσσας,τήςΈλληνικής¨.
Ο. Βαντούσκα, ΚαθηΥ. Πανεπιστ. Βιέννης, Έφημερίς Αδέσμ. Τύπος I9/2/I995
"Ή Έλληνl κη γλώσσα είναι τό παρελθόν τών Εύρωπαί ων"
ΜπρούνοΣνέλλ, ΚαθηΥ. Πανεπιστ. Αμβούργου,
''Οίέλληνικέςρίζες τήςΕύρωπαϊκήςσκέψης¨· Έκδ. Μ/ΕΤ I 98I
•
327
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΑυ ύδωρ acqua agua water* Wasser* aqua ύδωρ άχά άχή , θορυβώδης
a|guadeύδρευσις acquata βροχή aguacero wet ύγρός· wasser . . . πτώσις, ήχος ϋδατος:
a| gu|èreύδροχόη acquario acuario -χέεται καί ηχεί'
aqueuxύδατώδης acquoso acuatico aqueous wassering
"
άχερόν κύ
μ
α".
aquare||eύδατογραφία acquarel l o acuarela aquarel l e Aquarell Άχελώος, Άχέρων κλπ
aquar| umένυδρείον acquario acuario aquari um Aquari um Αχαιοί: λαοί τής θάλασ-
καί: év|erνεροχύτης acquajo σας. • (ϋδωρ, Fύδωρ,
κλπ βέδυ: ''δυ τούς Φρύγας
τό ύδωρ φησί καλείν,
καθ' δ καί Όρφεύς".)
¦άντιδ . "άκουαρέλλα")
£CCNYVD5£έκχύμω- ecchimosi equi mosis ecchymosis Ekchymose έκχύμωσις
[σι ς
£CCL£5|A5T|DU£ ecclesiastico ecclesiastico ecclesiastic ecc|es|ast|cus έκκλησιαστι κός
ecc|és|o|ogy eccl esiol ogy
£CNA|AUDίκρίωμα - catafalco cadalso catafalque, Schafott cata +fa|a=ψεύ- κατά+φηλος, φαλος
·auder κενοτάφιον scaffold τικος πύργος =άπατηλός
£CNALA5πάσσαλος (pal o)* (pal o)* (pol e)* charac|as χάραξ,χαρακίας
écha|asser, * pa((ssa)|us 'πάσσαλος
charasser
£CNAÞÞ£Hδραπετεύω scappare escapiar Ι escape βλλέξιcape
escapadeάπόδρασις scappata escape escape
,έννοιολάφήνω την
κάπα μου aτά χέρια αύτΟΟ
πού μέ καταδιώκει).
£CNAHÞ£Hτεμαχίζω carpi re carpi r carp μέμφομαι carpo=συλλέγω καρπώ= φέρω καρπ6ν
écharpeτεμάχ. ύφά- άποσπώ
λαμβάνω καρπ6v
[ σματος
£CN£V£AUκουβαρά- scabel l um, έκ τού σκάπος(δωρ.)
[κι scapus=βάθρον =σκήπος, σκήπτρον
(στήριγμα)
£CN| N£ράχις schi ena (dorso)* (dorsal)* έχίνοι= οί τραχηλικοί
éch|nerθραύω ράχιν, schi enal e ραχιαίος σπόνδυλοι
"ραχίζω "= φονεύω έρεισίνωτον
* ¦έκτού δειράς=ράχις)
£CNDήχώ eco eco, ecol al ia echo Echo echo ήχω
£CNDÞÞ£Hχαράττω, scol pi re escolpo ψαλίς scal prum (σμίλη) γλάφω=ξέω, κοιλαίνω
γλύφω έκ τού sca|po¬ πρβλγλαφυρ6ς
échoppeγλυφίς scal pel l o escal pel o γλύφω
£CLAVÞ5| £έκλαμψία ecl ampsi a ecl ampsi a eclampsy Eklampsie έκλαμψία
£CL£C7|DU£ ecclettico eclectico eclectic Ekl ektisch έκλεΚΤι κός
éc|ect|sme eccletismo eclecticismo eclecticism Ekl oge ποιητ. έκλεκτισμ6ς
έκλ.
£CL| Þ5£έκλειψις eclisse ecl i pse eclipse Ekl i psi s ec| | ps| s έκλει ψι ς
éc| ί pserέπισκιάζω eclίssare ecl ipsar
éc||pt|queέκλειπτική ecl ίttίca ecliptica ecl iptic ekliptik
£CLU5£ύδροφράκτης escluso έκτός esclusa θΧ ¯ c|udo έκ-κλείω
£CDL£σχολείον scuola escolar school Schul e scho|aσχολή σχολή, σχόλη
éco||erμαθητής scolaro escuel a scholar Schϋl er
£CDLDC|£ ecologia ecologia ecology Oekologie οίκολογία
£CDNDV|£οίκονομία economia eCOtOmia economy
O
konomie econom|a οί κονομία
économeοίκονόμος economo ecόnοmο (economiste)
O
ekonom
économ|queοίκονο- economico economico economic bkonomisch
'Όίκονο
μ
ικός" Ξεvοφ
μικός
"Οίκο νο
μικά ¨ Άριστοτ
économ|serοίκονομώ economizzare economizar economise (Oekonometrie) (πραγματείαι περί
écosystèmeοίκοσύ- (perieco περί-
οίκιακης οίκονομίας. )
στημα οικος)
328
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
£CDÞ£ξύλινο φτυάρι scopa escoba scoop scopa, scopae σκάπος =κλάδος
σάρωθρον σάρωθρον (άντιδ.: σκούπα)
ecoper scopare escobar (scooping)
£CDHC£φλοιός scorza corteza scortum =χόριον χόριον =δέρμα
ecorcer άποφλοιώ scorzare descortezar
£CDUT£Hάκούω ascoltare & escuchar hear hbren aus+cuIto ούς± κολέω
udi re (καί οί Γ έτ. άίω) (έκ τού COIO) άκούω
ecouteur άκροατής ascoltatore (escucha) hearer Horchen
καί auscuIter στηθο- ascoltare auscultar ώτ -άκουστω
[σκοπώ (audi ence (Audienz) (οίΓ, udίre,έκ τού άίω
auscuItation στηθ/σις ascoltazione auscultacίόn άκρόασις) audio)
'Ό
ύκ ά
ί
εις
; "
=δέν άκούς; -ΙΛ O, i 1u·
£CH| Nκοσμηματοθήκη scrigno screen scri ni um = ικρια. ξύλινο κατασκεύ-
(scribe) παραβάν κιβώτιον ασμα, έξέδρα
(άντδ.: σκρίνιο)
£CH| H£γράφω scrivo escribi r write schreiben scribo γράφω σκαριφώ,σκαριφώμαι
scribe γραφεύς scrivente escribiente writer Schreiber =χαράζω, γράφω
ecriteau πινακίς scritta esrίbania γραφ. γραφεύς γριφώμαι=γράφω
ecrit έγγραφον scritto escrito written ScrίbentγραΦεύ
ecriture γραφη scrittura escritura Scripture Schrift
ecrivain συγγραφεύς scrittore escritor writer Schriftstel l er
decrire περιγράφω descrivere describir describe beschreiben
description περιγραφη descrizione descrίΡcίόn description -ung
inscrire έγγράφω i nscrivere i nscri bi r inscribe ei nschreiben
inscription έγγραφη i nscri zi one ίnscrίΡcίόn inscription -ung
recrire άναγράφω rescrivere (escritorio)
rescrit έπ/λη μονάρχου rescritto rescripto rescript
ίδ. οίΚΟΥενείας: schermo, (esgrima ξιφο-
ecran i , θήκη (πΡονώ scrigno μαχία. 'Έννοια: screen Schrank
z; "παραβάν" [γραπτών) scalfire ξέω χαράσσω)
Κ.ά. πολλά . . .
£CTDPLA5V£έκτό- ectoplasma (metaplasmo) (plasma) (Plasma) ekto .. +pIasma έκτόπλασμα
[πλασμα
£CUάσπίς, σκούδο scudo escudo escutcheon Schild scutum=θυρεός, σκύτοςª δέρμα
(καί θυρεός) squi re άσπίς κατειργασμένον
ecurie σταύλος scuderia escuderia εύγενης (ύλικόν άσπίδων) .
ecuyer ίππευτής, scudiere escudero σκυτόω: έπιδερματίζω
ίπποκόμος scudo ίππότης scutarius: ύπηρέ- σκυτοτόμος: ό τέμνων
ecusson θυρεός (scudato escudo (esquire Schild της προσκομίζων δέρματα.
καί ecueIIe γαβάθα άσπιδοφόρος) (escudar: κύριος) Schϋssel την άσπίδα & τόν
scodellla ύπερασπίζω) (ski n δέρμα) Schutz ϊππον
σκυτάλη ύπεράσπισις, (βλ. άνάπτυξι τού
σκέπη λήμματος στην
Είσαγωγή).
£CU£|Lσκόπελος- scoglio escollo roch (έτ. ρώξ) . . . . . scopuIus σκόπελος
κίνδυνος
£CUH£U| Lσκίουρος scoiattolo esquirol squi rrel scurius σκίουρος (έτ. ό κάμνων
sciurides σκιουροειδή διά της ούράς σκιόν
είς έαυτόν)
£CZ£VA eczema eczema eczema Ekzem έκζεμα(έκ + ζέω)
£0£Nέπίγ. παράδεισος eden eden eden Eden Έτoλoγίταέ τού adan
edenien παραδείσιος edeni co =εύχαρίστησις. Δέν πρό-
κειται περί έβρα"ίκής λέξε-
ως. Ή έτυμολογική του
ρίζα εύρίσκεται στό ήδύς,
άνδάνω(=εύχαριστώ).
ηνδανον, εαδον "κραδίη
άδοι ", "άδόντα εϊη . . "
πρβλ. : έδνα: δώρα γάμου,
ώς προξενούντα εύχαρί-
στησιν.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
£D| || C£οίκοδόμημα
éd|f|erοΙκοδομώ
éd|f|cat|onοίκοδομή
£D| L£άγορανόμος
éd| | |téάγορανομία
ΙΤΑΛΙ ΚΑ
edifizio
edificare
edificazione
edi l e
edi l i ta
£D|T£Hέκδίδω editare
éd|t|onέκδοσις edi zione
éd|teurέκδότης editore
éd|tor|a| κύριον άρθρο editoriale
|nθd|tάνέκδοτος [έφημ. i nedito
£DUDU£Hέκπαιδεύ, educare
éducat|on άγωγή κ.δ.. educazione
£||HACT|DNδιάρρη- frattura
[ξις
καί enfre| ndre=θετώ
£||HAV£H τροάζω
effro| φρίκη
effroyab|eφρικώης
£CAL όμοιος, ίσος
éga||té ίσότης
équ|té ίσότς
équateur=σPlVOς
κλπ. παράγωγα
fremere
fremito
fremente
egual e
eguagl i anza
equita
equatore
£C|D£αίγίς, προστασία egi da
£CL|5£έκκλησα chiesa
(aglisia στά
γκρεκάνικα)
£CLDCU£ΆvλOγία egloga βοuκ.
|λογοτεχν,
£CD| 5V£έγωσμό
égo|steέγωστ
égot|sme
£LA5T|DU£έλαοός
é|ast|c|té
£L£CTH| DU£
ήλεκτρικός
ποίημα
egoismo
egoista
egotismo
egolatria
egocentrico
elastico
elasticita
el ettrico
é|ectr|c|téήλεκτρισμός elettricita
é|ectr|c|enήλεκτρολό- el etrizzante
[γο
é|ectrodeήλεκτρόδον elettrodotto
é|ectro|yteήλεκτρολί- elettrbl i si
[της
é|ectron|queήλεκτρο- elettrbnico
[νικός
κα . . κ.δ . ..
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
edificio
edificar
edίfίcacίόn
(agoranomia)
editar
edίcίόn
editor
editorial
inedito
educar
educacίόn
fractura
(escalofrio)*
escalofriado
igual
igualdad
ecuacίόn
ecuador
egida
iglesia
(Βασκικά:
"el l i sa")
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
edifice
Ι edify
edification
(i nspector
έτ. έν +σκοπώ)
edit
edition
editor
editorial
i nedited
educate
education
(fraction
κλάσμα)
fracture
θραύσις
equal
equality
equity
equator
aegis
(Church)*
άρχ. άγγλ. , Liz
ίρλανδ. eglis
ecloga είδύλ- eclogue
egoismo
egoista
egotismo
egolatria
[λιον
elastico
elasticidad
electrico
electricidad
electricista
electrodo
electrolisis
electrόnίcο
egoism, ego
egoist [=έγώ
egotism
elastic
elasticity
electric
electricity
electrician
el ectrode
electrolysis
electronic
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ
329
έκ τούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
aedifico =ίκοδομώ αϊθω ¬ καίω
έκ τού aedes αϊθουσα.άρχικώς, στοά
=ναός, όπερ έκτού έστραμμένη πρός άνα-
aedo=αίθω τολάς έκτεθειμένη είς
τόν ηλιον.
aedί | | s. άγορανό- βλ. ώς δνω
μος περί τά
ο ί κ ο δ ο μ ή μ α τ α
(aedo)
edίtίο, έ τα e-do
duco=όδηγώ
ex± frango
=θραύω
ί π + frago
ex+ fr|geo
(ριγώ)
βλ. λέξι donner
βλ. λέξι "duc"
έξ± |ρήγνυμι
(θέμα Fpay)
( πρβλ. ράκος, άρχ. Fράκος)
έκ ± ριγώ( Fριγώ)
ρίγος, Fρίγος, φρίκη
*(έκ τού ές +χλιόν
+κρύον! )
aquivalent
έοι κις¬ όμοιος
ίσότιμον aequus=ίσος
A
quator
Aegide
(Ki rche)*
Egoismus
Egoist
Egoitat
elastisch
Elastizitat
el ektrisch
Elektrizitat
Elektriker
El ektrode
El ektrolyse
el ektronik
όμοιος
aeg|s
αίγίς(άπά τά δέρμα της
αίγός Άμαλθείας, ήτο
κατασκευασμένη ή άσπίς
τού Διός καί της Άθηνάς)
πρβλ. : "ύπό την αίγίδα"
έκκλησία
*(Τό άγγλο καί γερμ. έκ τού έπιθέτου κυριακός,
δηλ. ά της Κυριακής. "Κυριακόν δώμα".
Κατ' άλλους έκ τού κίρκος =κύκλος (έκκλησια
στικός) . Kirk: ή έκκλησία της Σκωτίας)
ecc|es|a
ec|oga
ego=έγώ, έγω
e|ast|cus
e|ectr|cus
έκλογή- "'Εκλογή"
¦λογοτεχν)
έγώ, έγωισμός
έγωιστής
έγωτισμός
έγωλατρεία
έγωκεντρικός
έλασ:|κός
έλαστικότης
ήλεκτρι κός
¦ηλεκτρον. λέξις άμηρική,
κράμα χρυσού καί άργύ
ρου, ίδίας ρίζης μέ τό
ήλέκτωρ=λαμπρός, άκτινο
βολών)
330
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
£L£C7UA|H£έκλειγμα el ettuario (electuario) electuary e|ectuar| um εκλει κτον, εκλειγμα
( φάρμακο λει χόμενο &
διαλυόμενο στό στόμα)
£L£C|£έλεγεία el egi a el egi a elegy El egi e e|eg| a έλεγεία,έλεγος:
άσμα
é|ég|acέλεγειακός el egiaco elegiaco elegiac elegisch θρηνητικαν
έ
ιΕΜΕΝΤ στοιχείον el emento el emento el ement El ement el ementum όλω (βλ. κaί λέξι
é|émenta|reστοιχειώ- elementario el emental elemental el ementar τού a| o=τρέφω al i ment)
[δης
ΕιΕΡΗΑΝΤ el efante elefante el ephant Elefant e|ephantus έλέφας-αντος
é|éphant|nΚ.Ο. el efantesco elefantino el ephanti ne el ephanti n Κατά τόν ϊδιο τρόπο κλί-
νεται καί στίς πινακίδες
τής γραμμ. Β. e-re-pa,
e- re- pa- to.
Άρχαιοτάτη έλλην.
λέξις- έλεφαίρω =κατα-
πατώ, καταστρέφω
ΕΙΙ ΑΕέκλέγω eleggere elegi r Ι select ex-|ego έκ± λέγω
é|ecteurέκλογεύς el ettore elector elector λογάδες ανδρες=
é|ectora|έκλογικός elettorable electoral el ectoral =έκλεκτοί
é|ectoratέκλογ. δικαίωμα elettorato el ectorado electorate
é|ect|onέκλογή θlΘΖίΟΠθ eleccίόn election
é|ect|fαίρετός el ettivo el ective
é| | g| b| eέκλεξιμος el eggi bi l e el egi bl e el i gi bl e
é||teέπίλεκτος el etta s-eleccionado select ΕlίΙθ elegans (φιλόκα- έκλεκτικας
κaί é|égantκομψός elegante elegante elegant elegant λος, μέ τήν έννοια
é|éganceKOμιjότης eleganza elegancia elegance El eganz ότι ξέρει νά έκλέγη)
ΕΙΙ ΧΙ Αέλιξήριον el i si r θl ί χί Γ θl i χί Γ Εl ί χί θΓ έκ τού άραβ. όπερ έκ τού έλληνικού
a|| ks| r, ξήρι ονηξηρίον:
σκόνη άποξηραντικη
ή όποία έτίθετο έπί
πληγων.
άντιδάν. : έλιξήριον
£LL| Þ5£έλλειψις ,γεωμ., el l i sse el i psi s, el i pse el l i pse El l ipse e| | | ps| s ελλειψις
e| | | pt|que el l ittico el i ptico el l i ptic el l i ptisch έλλειπτικας
e| | | pso|`de el i psoi de el l i psoid El l ipsoid έλλειψοειδης
£LDC£ έγκώμιον elogio elogio (encomi um) * eu|og| um εύλογία,εύλόγιον
é|og|euxέγκωμιαστικός encomiastico* elogioso eul ogistic (καί * (έγκώμιον)
(elogiare) (elogiar) panegyric)** (έν+κωμος)
é|og|steέγκωμιαστής elogioso (panegi rista) eulogist ** (πανηγυρικας)
£LD0U£NC£εύγλωττία el oquenza el ocunci a el oquence El oquenz e|oquent|a,έκ εύγλωττία
é|oquentεϋγλωτος eloquento elocuente el oquent el oquent τού |oquor¬ ¦λάσκω=φωνάζω)
καί | nter|ocut|onσυνο- interlocuzione (i nterlocutor) (i nterlocutor) λέγω
μιλία
ΕιυΟΕΑύπεκφεύγω el udere el udi r el ude | udus=παίγνιον λίζει=παίζει ( Ησ.)
παίζοντας el usi on ύπεκ- (Ludothek | udo=παίζω Σχέσις καί μέ λοιδορώ
φυγή παιγνιοθήκη) (οι =u)
ÉLY5££5Ήλύσια el i si o, el i so el i seos El ysi um El ysi um e|yse| Ήλύσια (πεδία) . . .
é|yséenπαραδείσιος παράδεισος Elysian (elysaisch) ("έν ταίς τών μακάρων
νήσοις")
ΕΙΥΤΑΕέλυτρον θl ί ΙΓθ θl ί ΙΓΟ elytron ελuτρον
£VA| L,éma| | |er βλ. λ. °sma|te° (άντιδ.: έμαγιέ)
ΕΜΒLΕΜΕέμβλημα embl ema embl ema embl em Embl em emb|ema εμβλημα
emb|émat|queέμβλη- embl ematico embl ematico embl ematic embl ematisch (έτυμ. έν + βάλλω)
ματικός
ΕΜΒLΟL| Εέμβολή (embol o embol i sm Embol i e έμβολη
emb|o||sme(παρ)εμβο- embol i smo έμβολον) έμβολισμας
[λισμός
£V0HDCA7|DNέμβρο i mbroccare embrοcacίόn embrocation embrocat|o έμβροχη (έν + βρέχω)
[χή, έμπότισμα βλαστάνω κατάπλασμα έντριβή
331
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΜΒΑΥΟΝέμβρυον embri one embrί όn embryo Embryo embryon εμβρυον (έν + βρύον)
embryonna| re embri onal e embri onari o embryonisch εμβρυος =ό αύξανόμε-
έμβρυώδης νος έντός.
embryotom| e έμβρυοτομία
embryo|og|e embri ol ogia embri ologi a embryology Embryologie έμβρυολογία
£V£HAUD£ smeral do esmeral d emerald Smaragd smaragdus σμάραγδο ς ,ορφ Λιθ 608,
émer| smeri gl i o esmeril emery Schmi rgel "αίγλήεις μάραγδος"
)
smaragd|te, σμύρις
smaragd|n
£V£T|DU£ emetico emetico emetic emet|cus έμετικός
£V| CH£Hμετανα- emigrare emigrar emi grate emi gri eren m|groμετοικώ άμείβω: άλλάσσω τόπον.
στεύω "άμ
είβω πόρο ν, πορθμόν"
ém|gréμετανάστης emigrante emi grante emi grant Emi grant "άμ
είβω στέγας" =έγκα-
ém| grat|onμετανά- emigrazione emί gracίόn emi gration ταλείπω τΊν οίκίαν μου.
στευσις
ΕΜΡΑΑΕΑάρπάζω,
βλ. λέξι " rapace¨
£VÞ£CN£Hέμποδίζω i mpedire impedir i mpede |m-ped|co έμ-πεδώ
empêchement i mpedi mento i mpedi mento i mpedi ment έκ τού pedica= πέδη
έμπόδιον
καί dépêcheτηλε- dispaccio despacho
[γράφημα
oépêcher σπεύδω dispacciare despachar
£VÞ£H£UHαύτοκρά- I mperatore emperador emperor i mpero =προστάζω ίν =έν + παρα-σκευάζω
[τω Ρ έκ τού |n+paro, (κaτΊ jλλοuς έκ του ίν, έν,
emp| reαύτοκρατορία i mpero i mperi o empi re i mpero +περί : έν έμοί κaί περί
κλπ. παράγ. καί σύνθ.
έμέ, τά πάντα:
ώς: | mpérat|f=προ- i mperativo i mperativo i mperative I mperative αύταρχικόν άξίωμα) .
[σταΚTlκή
αντδ.: ίμπεριαλισμός
£VÞNA5£έμφασις enfasi enfasis emphasis Emphase emphas| s εμφασις
emphat|que enfatico enfatico emphatic emphatisch έμφατικός
£VÞNY5EV£ enfisema enfisema emphysema Emphysem έμφύσημα
£VÞNYTN£D5£ enfiteusi enfiteusis emphyteusi s Emphyteusis emphyteus|s έμΦύτευσις
έμφύτευσις
έμφυτευτΊς
emphythéoteέμφυ- enfiteuta enfiteuta emphyteutI- Emphytent
τευτής ciary
£VÞ| H| DU£έμπειρικός empi rico empi rico empi ri c empirisch έμπειρικός
emp|r|smeέμπειρι- empi ri smo empi ri smo empi ri sm Empi rie έμπειρισμός
σμός (έμπειρία)
ΕΜρι
Α
ΤΑΕ έμπλα- i mpiastro emplasto pl aster Pflaster emp|astrum εμπλαστρον ± εμπλασον
[στρον i mpi astrare emplastar
(Ίππ.)
£VÞL| Hπληρώ ad-empire cumpl i r accompl i sh | mp|eo έμπίπλημι
désemp| | rέκκενώ (cumleanos
(εμπλεως = πλήρης
remp| | rπληρώ Κ.λπ. ri empire γενέθλια) (ρά + πλέω ς)
ΕΜΡΙΟΥΕΑμεταχειρί- i mpiegare empl ear Ι employ |m -p||co έμ-πλέκω
[ζομαι
emp|oyéύπάλληλος i mpi egato empl eado employee
emp|o|χρήσις i mpi ego empl ed (employ)
emp| ettesΨώνια
ΕΜΡΥΕΜΕ όμοίως . . . έμπύημα
empyreume. . .
ΕΜυΙΕέΦάμιλλος, emul o emul o emulous aemu| us αίμύλος =κολακευτικός,
άντίζηλος =ζηλωτής δόλιος
ému|at|onόμιλλα emul azi one emul acί όn emulation
(αίμυλόφρων,
£VUL5|DN γαλάκτωμα
"αίμύλαι μηχαναί")
emul si one emul sί όn emulsion Emul sion emu|geo ¯ άμέλγω ,Ομ.,
ému|s| fγαλακτώδης emul sivo emul gente αμέλγω
"άμέλ γω γάλα λ
ευκόν"
'
λ
'
332
«
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΝ i n en
i n (εξ ού i nn= i n in έν, ίν (άρκαδοκυπριακά)
ξενοδοχείον)
£NALLAC£έναλλαγη enallage enalage
enal l age έναλλαγη
£NCA51H£Hένσφηνω i ncastrare |n-castro Βλ. λ. chateau
encastrementένσφή- i ncastro
νωσις
£NC£|NT£έγκυος incinta encinta
enceinte |nc|ens.έγκυος έγκυος (κύω =φοu-
£NC£VÞNAL£έγκέφα-
σκώνω)
encefaio encefaIo
(brai n)* (Hi rn)** έγκέφαλος
λος encephal i tis έγκεφαλίτις
encépha| |te encefalitis encefalitis (encephalo- έγκεφαλογράφημα
έγκεφαλίτις tomy)
**κύρνα=τά κρανία
encépha|ograph|e encefalografia encefalografia (Ησύχιος;
Κ.α. (encefalico)
* Τό άγγλο brain έκ του έλλ. βρεγμός =τό πρόσθιον μέρος τού κρανίου
(πρβλ. βρεγματικά όστα)
£NCNANT£Hγοητεύω i ncantare encantar enchant | n-canto ίν + κανάσσω
enchantement i ncanto encanto enchantment . . . + βλ. λ. chanter
γοητεία, μαγεία Κ.α.
£NCL|Nέπιρρεπης i ncI i nato i ncI i n =κλίσις i ncl i ned έπι- i ncl i ni s εκ τού έγκλίνων
enc||seέγκλισις (γραμμ; encl i si encI i sis
[κλινης (i nkI i nieren) ί η -c| | no έγκλίνω (έν +κλίνω)
enc||t|queέγκλιτικός enclitico enclitico inclination
enclitic enklitisch
£NCH£μελάνη i nchiostro tinta*
I nk Tinte* 1 ) Γαλλ. , "ταλ.
encr|erμελανοδοχείον (calamaio) έτ. tintero i nkhorn Tintenfass ΑΥΥλ. έκ τού
encrerμελανώνω κάλαμος (Mel anom) encaustum¯ έγκαυστον (άπαραίτητη
encrageμελάνωσις i nchiostrare i nkiness θερμικη έπεξεργασία πρός
2) "σπ. , Γερμ. έκ παραγωγην μελάνης) .
τού tίngΟ=βρέχω τέγγω =βρέχω
"
δάκρυσι κόλπουςτέγ-
γουσι ". (Αϊσχ. Πέρσαι; -540
£NCYCL|DU£έγκύκλιος enc'Iica enciclica encycIical - Enzyklika έγκύκλιος " .. τέχναι, ας
[παππικη οί 'Έλληνες κaλοϋσι ν
encyc|opéd|e enciclopedia enciclopedia encyclopedia Enzyklopadie έγκυκλίους" Σενέκας·
έγκuκλοπαίδεια
encyc|opéd|que enciclopedico enciclopedico encyclopedic EnzykIopadisch έγκuκλοπαιδικός
£ND£V| £ένδημία endemi a endemi a (endemi aI ) ένδημία, ένδημικός,
endém|que,-|sme endemico, endemico, endemi c, πανδημία
pandemia pandemi a pandemi c endemi sch
Διάφ. λέξεις μέ α' σuνθ.
endo. . ένδον -έντός . .
πχ endocarde endocardio (endocarditis) endocardiac endo . . . ένδοκάρδιον
endogam|e endogamia (endόgenο) endogamy ένδογαμία
endocr|no|og|e endocrinoIogia endocrinoIogia endocrinology ένδοκρινολογία
endoscopeκ. ό. endoscopio endoscopio endoscope ένδοσκόπιον
£N£HC| £ένέργεια, energia energia energy Energi e energ|a ένέργεια (έν +έργον)
δραστηριότης (energetisch)
énerg|que energetico energico energetic energisch
énergumèneδαιμονι- energumeno energύmenο energumen (tenflisch έτ. energumenus ένεργούμενος
[σμένος, διάβολος "ένεργούμ
ενοι ύπό
+
λέω) πνε
υμάτων άκaθάρ-
των" ' Ι ερόν ΠΗΔΑΛΙ ΟΝ
£N|ANTπαιδί, |nfant= infante infante ί nfant - νήπιος i nfant (πρίγκιΨ) infans =νήπιος, (ίδία έννοια στά έλλην.
"ίνφάντης" fantoccio (boy =παίς, έτ. (Ki nd*) έκ τού i n+ for νήπιος: νη - έπος -
enfanceπαιδ. ηλικία infanzia infancia infancy [βούς) =φημί, φάσκω είπεϊν, Δηλ. άκόμη δέν
enfant|nπαιδικός infantile infantiI infantile Fante νεανίσκος (for, fatussum) άρθρώνει λόγον).
fantocheνευρόσασον fante ύπηρέτης, fantoche fantocci ni τό i n έκ τού (Φάτο, έφατο=έμίλησε)
fantass|n πεζ
ό
στρτ
ώτ
η
όν(ευ) (άντιδάν. : ίνφάντης,
καί |nfanter|eπεζικόν infanteria infanteria
infantry I nfanterie φάντης φαντάρος)
|nfant||eπαιδικός infanti le, έξ ού infantil infantile Ι nfanterist *Ki nd: έκ τού "genus,
fanciuIlo καί =φαντάρος γένος" πρβλ. γέντο =
ciulIo= αγόρι chuI o = έγένετο
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ENFER κόλαQις
infernai καταχθόνιος
ENFLER έξογκώ
enfIure έξόγκωμα
s'enfIer έπαίρομαι
ENIGME αϊνιγμα
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
inferno
infernale
enfiarsi
enfiatura
enfiarsi
eni gma,
eni mma
eni gmati que αίνιγμα- eni gmatico
τικός κλπ.
ENNUVER στενοχωρώ
(S'ennuyer πλήττω)
ennui στενοχώρια,
[άνία
ennuyeux όχληρός
ENORME πελώριος
enormite υπερβολή
(έννοιολ. : e-norme
αυτός που έξέρχεται
τού κανόνος)
noiare
noi a άνία
(odi o =μίσος)
noioso
enorme
enormita
( S' )ENROUER βρα- arrochi re
[χνιάζω
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
infierno
infernal
infernar κολά-
i nfl ar
ίnflacίόn
eni gma
enigmatico
enojar
[ζω
enojo άνία
(odio =μίσος)
enojoso
enorme
enormi dad
enronquecer
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
(hel l *
infernal
i nfl ate
inflation
eni gma
eni gmatic
annoy ένοχλώ
(annoyi ng)
θηηυί
(annoyance
πλήξις)
enormus
enormi ty
hoarse
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
ΗόΙ Ι θ)*
infernal
I nflation =
πληθωρισμός
eni gmatisch
enorm
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
ί η+ fero, έξ ού
infernus =ό κάτω
ό έντός φερόμενος
ίη +flo
aenigma
ί η + odio =μισώ
(odi um =μίσος)
(Κατά τόν Κοραή,
έκ τού "ανία":
"έν άνίς")
ex-norma =γνώ
[μων
raucus =βραχνός
f έκ τού ravus ¬
=βραχνός
έκ τού ΕΛΛΗΝι κον
έν + φέρω
• (καλιά)
333
έν +φλόω, φλέω =είμαι
γεμάτος, φλύω
άναβρύω (πρβλ. φλέΨ)
αϊνι γμα "αί'νιγμα πλέ
κειν καί λύειν"
ίέκ τού αΙνίσσομαι =όμιλώ
σκοτεινώς).
όδύσσομαι =όργίζομαι,
μισώ. "τψ μέν επει τ'
όδύσαντο θεοί"(Ίλ. Ζ 1 38).
Η μυθική άρχή τού
όνόματος τού 'Οδυσσέως,
ώς μισουμένου άπό θεους
καί άνθρώπους.
'κ τού γνώμων, γνώρι
μος (έτ. Ernout-Meillet:
sans doute, emprunt a Ι '
accusat i f de γνώμων,
γνώμονα).
Δηλαδή, τό "norma",
άναμφίβολα δάνειον
άπό τήν αίτιατική τής
λέξεως 'γνώμων", γνώ
μονα. ( Αντιδ. : νόρμα)
ρώχω =άσθμαίνω
όπερ έκ τού βραγχός
ENSEIGNER διδάσκω insegnare enseiar
enseigne σήμα insegna enseia
Insiegel σφραγίς ίη+ si gnus
ensi gn σημαία I nsi gni en
έν + σημεϊ ον (βλ. καί
λέξεις si gne, si gnal)
enseignement διδα- insegnamento enseianza έμβλήματα
[σκαλία
ENSEMBLE όλον,
όμού
i nsi eme Uunto Ensembl e
έτυμ. ζυγός)
ENTELECHIE έντελέ- entelechi a
χεια
entelequia entel echy
ENTENDRE άκούω,
έννοώ
entente συνενόησις
entendeur νοήμων
entendement κρίσις,
νούς Κ. ά.
ΕΝτΕΑ|ΤΕέντερίτις
enterique
enterotomi e
(gastro )-enteroIogie
Κ.ά.
ENTHOUSIASME
enthousiasmer
enthousiaste Κ.ά.
entender Ι intend
διανοούμαι
intendere
ίηΙθηΙο πρόθε
σις, σκοπός
i ntenditore
i ntendi mento
entendido intended I ntendant
entendi mi ento προμελετημέ- έπιμελητής
[νος I ntendanture
θηΙθΓίΙθ
enterico
enterotomia
enteritis
enterico
(disenteria)
(enteralgia)
entusiasmo entusiasmo
entusiasmare entusiasmar
entusi asta entusiasta
enteritis
enteric
enterectomy
Enteritis
enthusiasm Enthusiasmus
(enthusiastic) Enthusiast
enthusiast όπαδός
enthusiasmiert
ΕΝΤΗΥΜΕΜΕένθύμη- entimema
|φιλοσοφ. ) [μα
entimema enthymeme
entimematico
ΕΝτιτΕ όντότης entita entidad θηΙίΙΥ
ίη+ simul
entelechia
έν + αμα (ή δασεία
έτράπη είς s: αμα-sίm)
έντελέχεια. Ή λέξις
έπλάσθη ύπό τού
Άριστοτέλους. Δηλ. τό
"έντελώς έχειν"
ί η+tendo έν + τείνω, τανύω
( έννοιολ. t endre (έντείνω τήν προσοχή)
vers, etre attentif, έντάνυσις
δηλ. τεί νω πρός,
είμαι προσεκτικός)
entitas, έκ
τού ens, entis
έντερον, έντερίτις
έντερικός
"άποφυάδες έντερικαί "
έντεροτομία
γαστροεντερολογία
ένθουσιασμός
(έν +θεός)
ένθουσιάζω
ένθουσιώδης
ένθύμημα (ένθυμέομαι)
έν +θυμός
όντότης
(όν, όντος)
334
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
£NTDVDLDC|£ entomologi a entomol ogi a entomology Entornol ogie
έντομολογίο,
entomo|og|ste entomologo entοmόlοgο entomologi st Entomol og
έντομολόγος (έντομα: -
έν + τέμνω -διότι φαίνονται
ώς κομμένα είς δύο).
£NTHA|LL£5έντόσθια interiore entraias entrails ( Gedar me έ τ.
|ntra||a έντερον, έντεριώνη
έγκατα
Darm =έντερον,
έκ τού | ntus έκ τού έντός. ένδον
έκ τού τόρμος
ένδινα ª έντόσθια
=κοιλότης)
£NTHAv£Hέμποδίζω trabeazione travar συνδέω entrap trabs- trab|s¯ τράπηξ, τράφηξ =
entraveέμπόδιον έπιστύλιον traba =δοκός, σανίς δοκός, σανίς ( Ησύχ;
(άντιδ.: τραμπάλα, τραβω)
ΕΝΤΑΕΑείσέρχομαι entrare entrar Ι enter Entree
|ntro^ ίν + τρύω ª είσχωρω
entréeeίσοδος entrata entrada entrance είσέρχομαι (έξ ού καί όντρον)
entreμεταξύ, έν τψ entro entre entry
μέσψ έγγραφη
ΕΝΤΑΟΡΙΕέντροπία entropia entropia entropy
έντροπίο (θερμοδ.)
ΕΝνΑΗΙΑείσβάλλω invadere invadi r Ι invade Invasi on
ί η +vado έν +βοίνω, βάδος =
|nvas|onείσβολη invasione ί nνasίόn invasion
=όδός (βλ. λέξεις
évaderδραπετεύω evadere evadirse evade
al l er +veni r)
κ. λ. π . . .
ΕΝνΙ ΕΦθόνος, ζηλοτπία invidia + envidia + enνy, jealousy i nvi dia =ζήλεια, Fείδω=γvωρίζω,
env|er ζηλεύω gel osi a cel osi a Ι enνy |n+v|deo όρω , Ομ ;
invidiare + envidi ar =βλέπω ( πρβλ. : "έποΦθαλμιω",
ingelosire ίδία εννοια)
env|ab|eέπίζηλος, μισητός i nvidi abi l e envidiabe enviable
gel osi a έκ τού ζήλος
env|euxΦθονερός invidioso + envidioso + envious
celosi a
ζηλιάρης κ.α . . gel oso cel oso
jealousy
£NvDY£Hστέλλω inviare enviar Ι envoy
ίnνίare=πορεύοαι
envo|άποστολη ίηνίο envio (convoy) έκ τού via =όδός,
παράγωγο ν τού
eo¬ έω, ε
ί
μι =πορεύομαι
( Fέω)
ΕΝΖΥΜΕένζυμον enzima enzi ma enzyme Enzyme ένζυμον
£DC(N£ eocene eoceno eocene ήώκοινος
(m| ocène,p| | ocène) miocene mi oceno mi ocene μειόκαινος
pliocene pl i oceno pliocene πλειόκαινος
έΟΝαιωνιότης eόn οίων
£ÞACT£έπακτή epatta epactas epact Epakte epactae έποκτή (κοσμογρ.)
( έτ. έπί ¬ όγω)
£ÞACDC| GU£
''Quam di al ectici έπογωγικός
épagomèneέμβόλι-
έπαγωγην
[μος ημέρα
appell ant"
(Α. Gel l i us Noct.
Att. νί , 3,35)
£ÞA|5παχύς, πυκνός spesso espeso sp|ssus=πuκνός σπιδνός =πuκνός (Ήσ ,
épa|sseurπάχος, spessezza σπιδης = έκτεταμένος
καί s' épa| ss| rπήζω espesar πυκνω (έξ ού σπιθαμη) (Όμ ;
£ÞANCM£Hδιαχέω,
ex-Ρaηdο=άπλω πετάννυμι =άπλώνω
άπλώνω
καί épandre
épanchement,
épandage
£ÞAH5διεσπαρμένος sparso esparcido
spargo¯ σπείρω
335
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΡΑυΙΕωμος spaIIa espalda ράχις (arm ώμος (Achsel ώμος spathul a =ώμο σπάθη
épau|ementπαραπέ spaIIetta espaldaI' έτυμ. άρμός, έτυμ. όγω, πλάτη,έκ τού (άντδ. : σπάλα, σπάτουλα)
τασμα spatha
épau|etteέπωμίς spaIIi na epaul et Epaul ette
épée ξίφος spada espada spade άξινη Spaten
£Þ£NTM(5£έπένθε epentesi epentesis epenthesis έπένθεσις
¸σις epentetico epentetico epenthetic έπενθετικός
£Þ£HDNπτερνιστηρ sperone espuela spur Sporn μέσι του φραγκ. είς +πείρω
éperonnerκεντρίζω sprone espolear Ι spur spornen s-poro περόνη, πειρούνι
Κ.α. (άντδάν. : σπιρούνι)
ΕΡΗΕΒΕέφηβος efebo etebo ephebus εφηβος
éphéb|eέφηβεία Ephebi e έφηβεία (έπί ¬ ηβη)
£ÞM£VEH£έφήμε effi mero efi mero ephemerai ephemer έΦήμερος (έπί +ήμέρα)
ρος έφημερίς
éphémér|desημερο effemeride efemerides ephemeri s
λόγιον
£Þ| C£όρτυμα spezie especia spice, -cy Spezerei spec| es 1 ) όψι ς, σκέπτομαι, ( σκέπσομαι)
ép|cerάρτύω especiar (especial είδος2) άρώματα (έκ μεταθέσεως skep -
ép|c|erπαντοπώλης speziale especiero είδικός, έκτούspec|o spek)
φαρμακοποιός =σκοπώ σκοπιάζω * θεώμαι άΦ'
éΡίcerίeπαντοπωλείον spezieria especieria spicery ύψ)λoϋ
(σπανταέκτού φαρμακείον άρώματα
especes, μεάρχικη
σημασία°εϊδη,πρoιόvτα°,
£Þ| CUH| £Nφιλήδονος epi cureo epicureo eΡί cύre epikurisch
έπικούρειος (Φιοσοφ.)
epicureismo
έκ τούφιλοσόφου
£ Þ| 0£V| £έπιδημία
Έπικούρου
epi demi a epidemi a epi demie Epidemi e ep|dem|a έπιδημία
ép|dém|que epidemico epidemi co epi demic epidemisch έπιδημικός
£Þ|CA5TH£ epi gastrio epigastrio epigastrium Epigastrium έπιγάστριον
£Þ| CHAVV£ epigramma epigrama epi gram Epi gramm ep|gramma έπίγραμμα
ép|grammat|que epigrammatico epigramatico epi grammatic epigrammatisch έπιγραμματικός
£Þ| CHAÞM£έπιγραφη epi grafe epi grafe epi graph Epi graphi k έπιγραΦι
ép|graph|que ικός epi grafico epi gratico epi graphic epi graphisch έπιγραφικός
£Þ| L£Þ5| £έπιληΨία epil essia epilepsia epi l epsy Epί lepsie ep||eps|a έπιληψία
ép||ept|queικός epi l ettico epileptico epi leptic epi leptisch
έπιληπτικός
(έπί +λαμβάνω)
£Þ| LDCU£έπίλογος epil ogo epil ogo epil ogue Epilog epί|ogus έπίλογος
ép||oguerέπικρίνω epilogar epi logize
ΕΡΙ ΝΕάγκάθι spi na espi na Ι pi n καρφώνω Splitter spi na, spi n(c)a, σφήξ, σφηκός, σφηκα
ép| ng| eκαρφίτσα spiIIa espi no, -oso pi n sp|ca=στάχυς, σφηκ
ί
σκος
=όξυ ξύλον
sp|na| νωτιαίοςΚ. α. espinaze όκανθα (συνήθης τροπή Φ είς π)
σπονδ.στήλη
ΕΡΙΡΗΑΝΙΕ Θεοφάνεια epifania epifania epi phany Epi phani asfest ep| phan| a ΈπιΦάνεια, (ΘεοΦάνεια)
£Þ|5CDÞ£ κπ.:
βλ. λέξι "éνêque"
£Þ|5D0£έπεισόδιον episodio episodio episode Episode έπεισόδιον
ép|sod|queέπεισο episodico eΡίsόdίcο episodic
έπεισοδιακός
¸διακός
£Þ| 5T£VDLDC| £ epistemologia . . . . . epistemology
έπιστημολογία
έπιστημολογία
ΕΡΙΤΑΡΗΕέπιτύμβιον epitaffio epitafio epitaph Epitaph ep|taph| um έπιτάφιον
& pitaffio
336
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΡΙΤΗΑLΑΜΕέπιθαλά epitalamio epitalamio epithal ami um . . . . . ep|tha| am| um έπιθαλάμιος
¸μιος epitalamico
ΕΡΙΤΗΕL| υΜέπιθήλιον epitelio epitelio epi thel i um έπιθήλιον
ép|thé||a|ιακός (epitelioma) έπιθηλιακός
ΕΡΙΤΗΕΜΕέπίθεμα (epitesis) epitema Epithema ep|thema έπίθεμα
ΕΡΙΤΗΕΤΕέπίθετον epiteto epiteto epithet Epitheton έπίθετον
ΕΡΙΤΟΜΕέπιτομή epitome epitome epitome ep|tome έπιτομη
epitomare epitomar epitomize
συντέμνω
£Þ| TH£έπιστολή epistola epistola epistle Epistel ep|sto|a έπιστολη
ép|sto|a|reέπιστολικός epistolare (epistolar) epistolary
ép|sto||er έπΙγράφος epistolario epistolario epistoler
epistolografo epistolografo
ΕΡΙΖΟΟΤΙΕ epizoozia epizootia epizooty έπιζωοτία
ép|zoot|que epizootico epizootico epizootic έπιζωοτικός
£ÞD0£έπωδός epodo epodo epode epodos έπφδός
£ÞDNC£σπόγγος spugna esponja sponge Schwamm spong|a¬ σπόγγος
épongerσπογγίζω spugnatura esponjar spongy Schwammig =σπόγγος
κaί ponce (έκτού άποσπόγγισις σπογγώδης (καίporos,
éponge, έκτούπόρος,
έλαφρόπετρα
Ροncer στιλβώ
£ÞDNYV£ eponymo eponi mo eponymous έπώνυμος
ΕρορΕΕέποποιία,έπος epopea epopeya epopee Epos epos έπος
ép|queέπικός epico epico epi c episch epicus έπικός
£ÞDDU£έποχή epoca epoca epoch Epoche epocha έποχη
£ÞDU5£Hνυμφεύομαι sposare esposar Ι espouse (spenden spendo =σπένδω σπένδω, σπένδομαι =
χειροδετώ δωρίζω, έξ ού sponso ^ κάνω σπονδές
épouseurνυμφίος esposado espousal Spender =έγγυώ,spondeo ( Επειδήέπεκράτεικατά
νεόνυμφος γαμήλιος χορηγός =πίστινδίδω τηνσυνομολόγησινσυν
époux σύζυγος sposo esposo spouse (Spende δωρεά, sponsor θηκώννάκάνουνσπονδές
esposas (κaί wife, έκ =έγγυητής έσήμανεκαί°κάμωσυνθή
χειροπέδες τοί Fίμβω κη°,δίδωέγγυήσεις,
espondeo =ζεύγνυμι, "σπένδ
εσθαι
τf
σπένδω πρεσβεί('
£DU£5TH£έφιππος equestre ecuestre equestrian equester =ίππι ϊκκος ="ππος
équ| nίππειος equerry κός,έκτούequus (διάτούϊκκου, άΦίκοντο,
σταβλάρχης =ϊππος (Αρχικώςίκ-ος,
équ|tat|onίππασία equitazione equitacion equitation
£H£CT|DNάνέγερσις, ΘΓΘΖίοηΘ ereccion erection Errichtung erectio =ορθωσις, όρέγω =έκτείνω
στύσις eretto όρθός erectil erecter έκτούe-rego "χείρα όρέγω"
érect| | eδιεγερτικός ίδρυτής errichten =άνορθώ, εύθύνω
ér|ger άνεγείρω.ίδρύω erigere eri gi r Ι erect (rego)
£H£TM| 5V£έρεθισμός eretismo eretismo erethism Erethismus έρεθισμός
(ία
τ
ρ i
£HCA5TUL£κάτεργον ergastolo ergastulo (ergotine (Ergonomie ergastu| um= έργαστήριον
(ergologia) (ergonomia) έργοτίνη, έργονομία, κολαστικόνέργα
¸στήριον
£HCDλοιπόν ergon έργασία ergo έπίπλέον ergo Erguss, έκχείλι ergo=λοιπόν έργον, "έπι Τ4 έργψ"
ergoteorσοφιστής ergotista erg φυσική σις(ergeben
ergoter|eστρεψοδικία ergotismo παράγω,
£H|5ΤΙDU£έριστικός eristico eristico eristic έριστικός
ΕΑΜΙΤΕέρημίτης eremita eremita eremite Eremi t erem|ta έρημίτης
erm|tageέρημητήριον eremitico eremitico eremitic Eremitage eremiticus έρημιτικός
έξοχικήκατοικία
337
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΑοτιουΕ erotico erotico erotic erotisch έρωτικός
érotoman| e erotomani a erotomania erotomani a Erotomanie έρωτομανία
érot|sme erotismo erotismo erotism (erotoisieren) έρωτισμός
eros έρως eros
ΕΑΑΕΑπλανώμαι errare errar l err irren erro=πλανώμαι ερρω =βαδίζω, σύρομαι
erreurπλάνη errore error error irre =πεπλανη- "errare, dictum -Ίλ. Σ-421 : "μέ έρροντι
erronéέσφαλμένος erroneo erroneo erroneous μένος est άπό του συνήντετο¨=μέ συνάν-
aberrerάποπλανώ" aberrare aberrar aberration ερρειν". -Α. Gellius, τη σε πλανώμενον'
άποπΝσις Noct. At. l νl, 1 2- "(άπό + ερρω)
£HU0£5C£NC£ erubescenza erubescencia, erubescent Erythem e r u b e Ô c ο έρεύθω =καθιστώ
έρύθημα eritema έρυθρώ έρυθρόν
ruber=έρυθρός ¨αίατι Υαϊανέρεύθων¨.
έρευθός = έρυθρός
£HUCTAT|DNέρυγή erutazzione eructacion eructation Rϋl ps ructus W
έρυγή, έρευγμός
éructerέρεύγομαι eruttare eructar eructate rϋlpsen ructo C έρεύγομαι, έρυγγάνω
e-ructoC
έξ - ερεύγομαι
£HU0|Tπολυμαθής, erudito erudito erudite e -rud|o=έκπαι - ρύζω =βρυχώμαι
λόγιος δεύω
'
έκ του ( ένοιολ. : παύω νά εΤμαι
érud|t|onπολυμάθεια erudizione erudicion erudition ex -rudis =γροίο άγροίκος, νά γρυλλίζω)
rudo=ρύζω,
βρυχώμαι
£HY5|Þ£L£έρισίπελας erisipela erisipela erysipelas erys|pe|as έρυσίπελας (Ίππ;
érythèmeέρύθrα (ίατρ; eritema eritema erythema Erythem έρύθημα
£5CA0£AUσκαμνί sgabello escabel (shambles -Schemel scabe||um^ σκίμπους =σκαμνί,
escabe|onύποπόδιον sgabellino σφαγείον) σκίμπους (έκ του σκίπτομαι
=έμπήγομαι)
(άντδ.: σκαμπω)
£5CAL£λιμήν άνεφοδ. scalo escala escalade sca|a σκάλλω =σκάπτω
esca||erκλίμαξ scala escalera έφοδος (Leiter, έκ του σκάλωμα =κλίμαξ έκ
éche||eάποβάθρα scalino scale lehnen =στηρί- σχοινίου' σκάλσις =σκά-
καί échant|||onδείγμα echelon ζω, όπερ έκ τού λισμα -όσκαλος = ό μη
(ένν. : κατόπιν συγκρίσε- (scaling κλίνω) σκαλισθείς.
ως άναβαθμών) άναρρίχησις) (δημιουργία άναβαθμων είς
άνηφορικόν πεδίον διά
σκαπτικού όργάνου'
σκαλιστές βαθμίδες).
σκαλοπιά =σωρός χώμα-
τος, όθεν χωμάτινα σκα-
λοπάτια (άντδ.: σκάλα)
£5CAÞ£βάσις κολώνας . . = o . escapo scapus^ σκάπος =σκηπος, κλάδος
στέλεχος, στύλος
£5CAHCD1σαλιγκά- (I umaca) (muschel) διασταύρωσις τών
ρι, κοχλίας -έτ. : λείμαξ- -έτ. : μύς- λέξεων
escargot|ère scarabaeus σκαραβαίος +κογχύλιον
κοχλιοτροφείον +conchy| | um
£5CAHH£έφελκίς escara escara +asco scab Eschara eschara=έσχάρα έσχάρα =1 ) πυρά
=άποστροφή 2) έφελκίς
asquear άηδιά-
[ζω
£5CMATDLDC| £ escatologia escatologia eschatology έσχατολογία
eschato|og|que escatologico escatologico έσχατολογικός
£5CLAN0H£ scandalo escandalo scandal Skandal scanda| um¬ σκάνδαλον, σκανδάλη-
σκανδαλώδες συμβάν
-θρον ¨σκανδάληθρα
scanda|e
έπών¨=παγίδες λόγων
£5CH| V£ξιφασκία scherma esgrima schirmen ύπε- φραγκ. escrem|e σκάριφος=καρφί' σκαρι-
scherzo [ρασπίζω φισμός: τό έπιξέειν
άκκισμός
£5CULAÞ£ίατρός, asclepiade asclepias asclepiades -Asklepias Aescu| ap| us 'Ασληπιός (' Ο θεός της
"άσκληπιάδης" (βοτανολογ. )
ίατρικης' έτυμολ. , ό ¨τό
όσκελη ποιώνfrtg".)
338
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
£5DT£R| DU£έσωτε-
esoterisme [ρικός
£5PAC£διάστημα
espacer διαχωρίζω
espacement διάστασις
μεταξύ δύο
spacieux εύρύχωρος
£5PA0DNσπάθη, ξιφίας
espaIe τελευταία σειρά
κωπηλατών
£5Þ(C£είδος
speciment δείγμα
£5Þ|DNκατάσκοπος
espionnage » /σκοπεία
espionner » /σκοπεύω
(όχικ. epier: 1) σταχυύαι
2) κατασκοπεύω)
έκ τού epi =στάχυς-
πιθανή έννοια: κρύβομαι
στά στάχυα καί παρατηρώ
£5PD| R, esperance,
έλπίς
esperer έλπίζω κλπ . .
£5PR| Tπνεύμα
aspi rer είσπνέω
expirer έκπνέω
soupi rer στενάζω
καί διάφ. δλλα παράγ. &
σύνθετα ίδία ς ρίζης:
apre =τραχύς
£5DU|| σκάφος, πλοιά-
ές ού: [ριον
equi pe 1 ) σειρά πλοίων
2) συνεργείον
equi page πλήρωμα
πλοίων
£5DU| LL£σχιζα
£5DU| NANC| £κυνάγχη
£55A|Vσμήνος, πλήθος
£55AY£Hδοκιμάζω
essai δοκιμή, προσπάθεια
essayerie δοκιμαστριον
essayiste δοκιμιογρά-
[φος
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
essoterico
spazio
spaziare
περιΦέρομαι
spaziosita
εύρύτης
spazioso
εύρύς
spada
spalla ώμος
specie
(specioso
πιθανός)
spi one
spionaggio
spiare
speranza
sperare
spi rito
spi rare
(spiritoso)
πνευματώδης
spi ritato
δαιμονισμένος
aspro
schifo
equipaggiare
equipaggio
scheggia
chi nanche
sciame
saggiare
saggio
(saggiatore
δοκιμαστής)
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
esoterico esoteric Esoteri k έσωτερικός
έσωτερισμός
espacio space spazieren spatium =χώρος σπάδιον =τό στάδιον
espaciar (περιπατώ) ,Δωρ;- σπίζω=έκτείνω
(ές ού σπιθαμίς, άσπΙς) .
espaciosidad "Διό σπιδέος πεδίου"
=δι' άχανούς πεδίου.
espacioso spacius (Ίλ Λ ¨ë+;
espada spathe Spaten spatha σπάθη
espalda (spal l ) (σκαπάνη) spathula (άντιδ. : σπάτουλα)
(ύποκοριστ.)
especie species species όψις βλ. λ. epice
especimen speciment
espia spy Spaher (θρί έκ τού σΦήξ, σφηκός, σφηκα
espionaje espionage Spionage spi cum, spica σφηκίσκος =όξύ ξύλον
espiar, Ι spy spahen =στάχυς, όκανθα)
acechar Πιθανότερον όμως
καί έκ τού specio (άντιδ.: σπιούνος)
=σκοπώ δηλ.
έπι- σκοπώ.
esperar (spri nkle spes =έλπίς σπέρμα=1 ) σπόρος
ραντίζω) άρχικώς sperem 2) τέκνον "σπερμαίνειν
esperanza spero =έλπίζω Υενεήν" (όθεν έλπίς,
spargo =σπέρνω προσδοκία)
σπείρω αίολ. σπέρω
Κατ' όλλους έκ τού θέματος "Φθ"τού Φθάνω. 'Όμως οί Ίσπανοί έχουν μία παροιμία πού
λέει: arar sembrar Υ esperar =όργώνω, σπέρνω καί έλπίζω. Πρβλ. καί τό άσπαίρω
=άναπνέω. Έν όσι άναπνέω, έλπίζω Τό Έτυμολ. Λεξ . Carassiti γράφει: | si gnificato¸
originale e quello di tendenza, aspi razi one" (=άναπνοή) (Dum spi ro spero) Βλ. λ. esprit
espititu spirit Spiritus spi ri tus =πνεύμα, άσπαίρω =άσθμαίνω.
respirar Ι respire (Atem άναπνοή) έκ τού spi ro 'πί νεΟΥεννήτου,
expirar Ι expire =πνέω κινούμαι ζωηρώς
"έπάλλοντο καί ησπαι-
ρον" Ήρόδ 9, 1 20-
" νεοσφαΥούς τού σώ-
ματος καί σπαίροντος"
Διον Άλικ. Ρωμ Αρχ Δ. 39.3
aspero (asperity) (aspirieren
"άσπαίροντα σώματα" (ώς έκ τού όνεμος --
δασύνω)
anima (ψυχή) έκ τού άσπαίρω spiritus =
=πνεύμα) (άντιδ. : σπίρτο, σπιρτόζος, όσπρο)
shi p Schiff skif (Λογγοβαρδ. ) σκάΦος =τό κύτος τού
equi p Τό γαλλ. equi per, πλοίου ( θέμα: σκαπ)
equi par equi pment έκ τού eshi per. σκαφίον =πλοιάριον
έξοπλισμός
"ούδ' έπόντισε σκάφος" ΑΙσχ (άρχ. έννοια:
equi paje equi page
πλοιάριον κατασκευασθέν διά κοιλάνσεως
μεγάλου κορμού δένδρου)
schidiae =σχίζαι σχίζαι , έκ τού σχίζω
angi na qui nsy Angi na cynanche κυνάγχη
(swarm) (Schwarm) examen =έσμός
έκ τού ex -ago εξ - αγω
μέ τήν έννοια,
σπρώχνω, πιέζω
ensayar Ι essay exagi um =ζυγός,
ensayo essay ζυγαριά
(όθεν, δοκιμή)
ensayista essayist εκ τού ex - ago εξ - αγω
339
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
£55£NC£ούσία, άπό- essenza esencia essence Essenz essentia ούσία
σταγμα μύρον
essentiel ούσιωδες essenzi al esel1cial essential essential i s ούσιώδης
£55|£Uόξων asse eje axie, axis Achse axis αξων
κaί axe όξων
£55DHπτήσις, όρμή ex +aura=aOpa έξ +αϋρα
essorer στεγνώνω
essorage στέγνωμα
κ,δ,
£5Tάνατολη est est east Ost aurora =αύγή έως καΙ ήως =αύγή,
ouest δύσις ovest (eόο oeste west (eoan Westen άρχικως: ausosa άνατολη
=έωος) =έωος) εώος = άνατολικός
£5TAV£Tμάλλ ύφασμα stame (στήμων) estambre stamen στήμων staub, . , stamen = στήμων
etamine λεπτόν " stami gna
£5TAVÞ£Hέκτυπω stampare estampar Ι stamp stampfen κοπα- μέσ
ιμ φρaΥκικου στέμβω = κινω μετά
estampe έκτύπωμα stampa estampa stamp νίζω stamΡόn =κοπα- ταχύτητος
estampeur έκτυπωτής stampatore estampador stamped Stampfe κόπανος [νίζω στείβω = καταπατώ
estampi l ler έπισφρα- stamperia estampi l l ar ένσημος στέμφυλον: άποπίεσμα
[γίζω κ,δ, τυπογραφείον (stampi ng) βότρυος, ελαίας.
(άντιδάν,: στάμπα,
σταμπάρω)
£5TM£T|GU£αίσθηT!l estetica estetica aesthetics Asthetik aesthetica αίσθητική
estheticien κ,δ . . estetico estetico asthetisch αίσθητικός
£5T|V£Hέκτιμω estimare estimar estimate aestimo =διατιμω αϊθω +τιμώ,
estimation έκτίμησις estimazione estί macί όn estimation δηλ. διακαώς, λίαν, τιμώ
estime ύπόληψις estimo estima (estimator) (έπί δικοστου: όρίζω
estimable άξιότιμος esti mabi l e esti mabl e esti mabl e τιμωρίαν)
κλπ, κλπ,
£5T|v£Hστοιβάζω stivare estibar Ι stow στείβω =πατώ
estive φορτίον πλοίου stiva esteva stowage Stanung στιβόω =συνθλίβω
stivale estevado Stiefel στοιβάζω =συσσωρεύω
ύπόδημα ραιβόπους
στιβάς =στρωμνή
£5TDVACστόμαχος stomaco estόmagο stomach (Magen)* stomachus στόμαχος
estomaquer κατα- stomacare (estomacal) stomachic * έκ του μάσσω' μαγίς =
[πλήσσω άηδιάζω stomachache ' = « « - ζυμαρικόν' μαγηες
=μάγειροι ,Ησύχ ,
£5TDU||A0£στφάδο stufato estufa stuffy ex -tufo, tupus = τύφος (άτμός, καπνός)
stufare ψήνω φούρνος πνιγηρός
(άντδ,: στούφα)
£5THA0£i , έξέδρα strada estrado estrade Estrade stratum, έκ του στρωτή =όδός
2) όδός street όδός Strasse όδός sterno =στρώνω στορέννυμι, στόρνuμι=
=στρώνω ( πρβλ. όδό-
στρωμα)
£5THDÞ£κρίκος strapazzo estrofa στροφή strop λωρίον Stropp strophus στρόφος =στριφτό
καλωδίου κακομεταχείρη- estrobo σχοι- striving πάλη Strapaze σκοινί
estrapade βασανιστή- [σις [νίον ταλαιπωρία "στόφος ήεν άορτήρ"
ριο μέ σκοινί strapazzare (estrόfίcο) strapazieren στρίβω, στρέφω
estrapasser κυρτώνω ταλαιπωρω
κακομεταχειρίζομαι (άντιδ, : στραπάτσο)
estropier άκρωτηριά- strappare estropear Ι strive μοχθω
-ζω, διαστρέφω
ΕΤ =καί e e (& Υ) and und έκ του et ετι =άκόμη, προσέτι
et cetera =καί λοιπά yet =έτι ceterus έτερος (ή δε = καί)
(δηλ, έτι καί έτερα)
£TA0L£στάβλος stalla establo stable Stal l stabu!o έκ του ίστάνω =ϊστημι
etal θέσις stal l o (estal l a στά- stal l stano =ϊστημι σταθμός
stalle στασίδι stabi l e κτήμα βλος)
etabl i r άποκαθιστω stabi l i re establecer Ι establish etablieren stabi l i re στερεω,
ως ονω
etabli όκρίβας stabi l i mento (estable σταθε- stabil στερεός έκ τοο sto, stano (Τό etage, κατό τόν
etablissement καθί- stabil ita estable- [ρός) establishment Etabl issement
Κοραη, εκ τοΟ "στέγη",
δρυμα και etage όρσή, στερεότης -cimiento Stab βακτηρία "στέγω")
etagere [όροφος* estabi l i dad
(άντιδ, : εταζέρα)
σκευοθήκη stage έξά-
stage έξέδρα
[σκησις
340
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ εκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΤΑΤκατάσταmς, κράτος stato estado state Staat status=στάσις, στατός = έγκατεστη-
état|smeκρατισμός (statizzare) (estadia δια- statel i ness κατάστασις μένος
constanceεπιμονή constare μονή) constancy konstant στα- γενικώς τό εστάναι "στατόν ϋ
δωρ" =
κλπ. κλπ. constancia θερός cum+status στάσιμον ύδωρ
ΕτΕθερος
συν +στατος
estate verano*, estio (Summer Sommer) aestas=θερος αίθος =καύμα
est|va|θερινός estivo estival, estivo εκ τοΟ άμα Ρ εκ τοΟ aestus α'ίθω ¬ καίω
estua|reάμμώδης άκτή =ημαρ, δηλ. =καΟμα (αϊθοuσα: δωμάτιο πού
est|verπαραθερίζω ήμερα, εποχή βλέπει στην άνατολη)
πρβλ. : "άμαρ
χειμεριον" ( πρβλ. Αϊτνα -τό ήφαίστειον ώς παράγον καΟμα)
"άμαρ θερινόν"
* ( Τό "σπανικό verano, έκ τού Fεαρ =έαρ)
vernal εαρινός
ΕΤΕΑΝ| τΕαίωνιότης eternita eternidad eternity Ewigkeit aeternitas, εκ τοΟ αί ων (άρχικώς αίFών,
éterne|αίώνιος eterno eterno eternal ewig aeviternitas, τοΟ αίFως) αίέν =πάντοτε
étern|serδιαιωνίζω eternare eternizar eternalize aevus=αίων (αίες [Δωρ , ·Γραμμ Β':
Κ.α. αίFεί =(αίεί, άεί)
ΕΤΕΑΝυΕΑmαρνίζομαι starnutire estornudar sternuoC
πτάρνuμαι
éternumentmάpvuoμa starnuto estornudo
£T£5|£N5ετσίαι etesio etesio etesian etes|ae ετησίαι
(όνεμοι)
ΕΤΗΕΑαίθήρ etere eter ether Aether aether αί θήρ, έκ τού αϊθω
éthθréαίθέριος etereo etereo ethereal atherisch =καίω, λάμπω
éthér|ser αίθεροποιώ eterizzare etherealize
éthéroman|eαίθερομανί α eteromani a
éthy|eαίθύλιον κ.α . . . eti l e etil o ethyl
£TM|DU£ήθικός, ήθική etico etico ethic Ethik, Ethos eth|cus ήθικός
£TMN|DU£έθνικός etnico etnico ethni c ethni sch ethn| cus εθνι κός (έθνος)
ethnograph|e etnografia etnografia ethnography Ethnographie έθνογραφία
ethnographe etnografo etnόgrafο ethnographer ethnographisch έθνογράφος
ethno|ogue,ethn|e,Κ.α. etnologo etnόlοgο ethnologist Ethnologe έθνολόγος
etni a
£T|NC£LL£σπινθήρ scintiII a centeI Ia stencil σχέδιον sc|nt| | | a=σπίθα έκ τού σπινθηρ & στίλ-
et|nce|erσπινθηροβολώ scintill are centeIIear ( Ι stenci l χρω- βω (βλ. κα; λ. sci nti l l e)
ét|nce||ement scintiII amento centeI Ieo ματίζω)
£T| DLDC| £ etiol ogia, -ico etiology Aetiologie αίτιολογία
ΕΤι ουΕΠΕέπιγραφή, etichetta etiqueta etiquette Eti kette st|(g)mu| us στίζω =σημειω δι'
t|quetéδιάστικτος ticchio έξις tick σήμα όξέος όργάνου.
t|querέχω "τίκ", ti c σύσπασις στίγμα, στικτός,
δηλ. "στίγμα" (άντιδάν. : έτικέττα, τίκ. )
t|cketείσιτήριον tiquete ticket
£TD||£Οφασμα stoffa estofa stuff Stoff - παλ, γερμ. stuppa στύππη ( Ηρόδ.;
étohéόΦθονος, παχύς estofado stuffer stophon- στυπεΙ0ν =χονδρον
stohμάλλινο ν ϋφασμα estofar κεντώ (Ι stuff) Stempel n λινάριον
étapeδιάστημα (μέσψ (άντιδ. : στόφα, τάππα)
όλλανδ. °stape°, tappo πώμα taΡόn taper
£TD| L£άστήρ steIIa estreI I a star Stern, Gestirrn steI I a & steru| a άστήρ
éto||éέναστρος steIIato estreIIado starred sternatrig έκ τού sterno
conste||at|onάστερι- consteIIazione cοnstelacίόn consteIIation άστεροειδής (έννοιολ. : οί άστέ- στόρνuμι , στρώνuμι
[σμός Sternchen ¬ ρες κατεσπαρμένοι, (βλ. κα; λ. "asrre")
ste||a|reάστρικός stellante estelar steIIar άστερίσκος, κατεστρωμένοι
κα; star|ett"στάρλετ" KonsteI Iation είς τόν ούρανόν.)
άστερισμός
ΕΤΟΙΕπεριτραχήλιον stola estola stola Stole sto|a στολή
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
ΕΤΟΝΝΕΑέκπλήττω stonare desentonar
étonnementέκπληξις stonatura
étonnantέκπληκτικός stonato
ΕΠΟU||ΕHπνίγω stufare (tufo
ματαιοδοξία)
étouffeurπνίκτης stufato tufarada
etoufferment φύσημα
stufa φούρνος estufa
ΕτουΡΕστυπείον stoppa estopa
étouperστουπώνω stoppare estopar
étoup| | eφυτίλι stoppino estofa ϋφασμα
£TDUH0|άφηρημένος, stordito aturdido
étourd| rζαλίζω stordire aturdir
étourder|eάνοησία stordimento aturdimiento
étourd|ssementζάλη storditezza
ΕτουΑΝΕΑυ1 ) ιjρόνι storno estorni no
2) ανθρωπος κακού
χαρακτήρος
£THANC£Hξένος strani ero extranjero
étrangeπαράξενος strano extrano
£THANCL£Hστραγ- strangolare estrangul ar
[γαλίζω
étrang|ementστραγ- stragolamento estrangul acί όn
γαλισμός
κaί strangu|at|on
étrang| eurστραγγα strangolatore estrangul ador
[λιστής
ρήμα ΕΤΑΕ εΙμαι
je su| s sono soy
tues se| eres
ί | est e es
ns.sommes s|amo somos
vs.êtes s|ete sois
| | ssont sono son
£TH£| N0H£σφίγγω stringere estrechar
étre|nteπερίπτυξις stringimento estrechamiento
étro|t στενός stretto estrecho
étro|tesseστενότης stretezza estrechez
£TU0| £Hμελετώ studiare estudiar
étudeμελέτη, σπουδή studio estudio
étud|antφοιτητής, studente estudiante
stud|eux
Ετυι θήκη, δακτυλήθρα astuccio estuche
(έκ τού estu|er,όπερ
έκ τού studeo)
ΕτυνΕΑθερμαίνω, stufare estufar
ξηραίνω
étuveάπολυμαντήριον stufa estufa
£TYVDLDC| £έτυμο- etimol ogia etimologia
λογία (paretimologia)
étymo|og|que-ικός etimologico etίmοlόgίcο
étymonέτυμον etimo etimo
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
Ι astonish
astonishment
astoni shi ng
suffocate
suffocation
stuffΥπνιγηρός
stuff
starl ing
stranger
strange
Ι strangle
strangulation
strangl i ng
strangl er
am
Υ
ο
υ
are
he,she, ί! is
(we are
you are
they are)
(άγνώστου ρΙζης;
Ι stress
Stress (έντα-
σις)
strait
straitness
Ι study
study
student,
studied
chest (έκ τού
κύστις)
stove θερ/στρα
etymology
etymological
etymon
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
erstaunen
Erstaunen
erstaunl i ch
stoffen
Stbpsel βύσμα
Star
strangul ieren
Strangulation
Strang βρόχος
34!
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ox·tono τέννει (δωρ. ) =στένει,
tonus =βροντή βρυχάται
στένω=στενάζω, βογγώ
ex- tufo έκ -τυΦώ
tupusκαπνός τύφος =καπνας
άντδ.: στιΦάδο
stuppa στύππη
στυππεϊον = χονδρα
λινάρι
άντδ.: "στόφα"
turdus στρουθίον
sturnus=ψάρ, "άστραλός, ό ψαρας
κοινώς ψαρόνι (ψαρόνι) ύπα Θετταλών
λέγεται".
extraneus,ό έξ + τρύω, τρυπώνω
έξωθεν, ό άλλο- είσχωρώ
δαπός (ex+truo)
strangu| o στραγγαλάω-ώ,
στράγγω
(έτρουσκ. esume-εσυμε)
(i ch bί n, έΤ "φύω") sum(su-mi ) είμί (και έσμί )
du bist es εί (και έσσί)
er ist est έστί
νίΓ si nd sumus έσμέν (και είμέν)
ihr seid estis έστέ
sie si nd sunt είσί (καί έντί)
drϋcken strίngο=σφίγγω στράγξ =πίεσις
"κατά στά
ΥΥa ρείν"
(
Αριστοφ;
(eng έτ. αγχω) strinctus, τού ( πρβλ στραγγίζω)
stringo ώς aνω
studieren studeo σπουδάζω-σπεύδω -
Studie, Studium σπουδη (συνήθηςτροπη
Student τού π είς τ. ,
(άντδ. : στούντιο)
Etui κaί studeo ώς δνω
Kastchen ( Τό άγγλ & γερμ. έκ τού
(έκ τού κύστις) "κύστις")
ex · tufo τύφος =καπνας
(βλ λ. etouffer)
Etymologie etymo| og| a ετυμολογία
έτυμολογικας
etymologisch
έτυμον=άληθές
(έκ τού έσμί, έστί) .
342
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
£UCAL γÞTU5εύκάλυ- eucal itto eucal ipto eucal yptυs Eukal yptus εύκάλυπτος
[πτος
£UCMAH| 5T| £εύχαρι- eucaristia eucaristia eucharist ElIcharistie eukharistia εύχαριστία
στία
eucharistique εύχαρι- eucaristico eucari stico eucharistic
[στικός
Λέξεις μέ a' συνθ. Ευευ eu . . (εύ) έUς =θεοειδης,
eudemonisme εύδαιμο- (eutrapelia) eudaemonism Eudamoni smus εύγενής, εύειδης
[νισμός eugenic εύδαιμονισμός
eudiometre εύδιόμετρον eudi emetro (eufonia) eudiometer εύδιόμετρον
eugenisme εύγονία eugenetica eugenesia Eugeni k εύγονία
eulogie εύλογία eul ogi a eucol ogi o eulogy, eul ogi a εύλογία, εύχολόγιον
eutexie εύτηξία κλπ. εύχολόγιον euchology
(βλ. καί κάτωθι)
£UNU0U£ εύνούχος ennuco eunuco eunuch Eunuch eunuchus εύνούχος (ό τήν εύνήν
έχων, ό φυλάττων τήν
συζυγ. κο[την παρά τοίς
βαρβάροις).
£UÞM£V| 5V£εύφημι- eufemismo eufemisrno euphemism Euphemi smus εύφημισμός
σμός
euphemi que εϋφημος eufemico eufemico euphemistic euphemi stisch εϋφημος
ΕυΡΗΟΝΙ Εεύφωνία eufonia eufonia euphony Euphoni e euphonia εύφωνία
euphoni que εύωνικός eufόnίcο eufόnίcο euphonious (Euphoni um) εύφωνικός
ΕυΡΗΟΑΙ Εεύφορία euforia euforia euphoria Euphori e εύφορία
euphorique eufόrίcο eufόrίcο euphori sch
£UHDÞ££Nεύρωπαίος europeo europeo european europaisch Europa Ευρώπη -θυγάτηρ
εύρωπαίκός (europeanize) "Αγήνορος καί ΤηλεΦάσ-
eurocrate εύρωκράτης εύρωπαΤζω σης, άπόγονος τής "ιοϋς
τού " ινάχου, έξ ··Αργοuς.
£UTMANA5|£εύθανασία eutanasia eutanasia eutllanasia Euthanasie ευθανασία
£vANC| L£Εύαγγέλιον Evangelio Evangel i o Evangel Evangel i um evangeI i um Ευαγγέλιον
evangel i ste εύαγγελι- evangel i sta evangel ista evangelist Evangelist (εύ +άγγελία)
στής
evangelίque εύγγελικός evangel ico evangel ico evangelic evangel i sch
evangeIiser εύαγγελί- evangel izzare evangel izar evangelize
[ζομαι
£v£0U£έπίσκοπος vescovo obispo bishop Bishof episcopus έπίσκοπος
episcope, archeveque arcivesovo arzobispo archbishop Erzbishof
άρχιεπίσκοπος
episcopal έπισκοπικός episcopale episcopal episcopal bischoflisch άρχιεπίσκοπος
evecM έπισκοπή K.Q . . vescovato, obi spado bishopric (Di ozese)*
(diocesi)* * (έκ τού Διοίκησις)
£vDLUT|DNέλιγμός θνοl υΖί οηθ eνοl ucί όn evolution e-volutio, έκ τού έλύω, (Fελύω) =κυλίω,
evoI uer έξελίσσομαι svolgere evol uci onar evolve νοΙνο = κυλίω κυλάω
evoIutif παραλλάξιμος (evoluto) evolutivo evolute ( πρβλ. Fελιξ, έλιξ)
evoI uti onnisme evoluzionismo νοlνθΓ έπιστρέ- . . . . .
θεωρία έξελίξεως [φω
£vUL5|DNάπόσπασις evul sione evulsion e +veIIo =τίλλω τίλλω: άποσπώ, τραβώ
"τίλλε κόμην" lλ. χ +0ö
£XACTάκριβής esato exacto exact exakt ex - ago έξ ± αγω
e
xactitude άκρίβεια esatezza exactidad exactness Exaktheit
exactement άκριβώς esattamente exactamente exactly
κ. α.
ΕΧΑΜΕΝέξέτασις esamen examen exami nation Eχamen eχamen=πλάστιγξ έξ ± αγω
examiner έξετάζω esaminare exanlinar Ι examine exami ni eren έκ τού ex -ago
343
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΧΑΝΤΗΕΜΕέξάνθη esantema eχantema eχanthema Eχanthem exanthema έξάνθημα
[μα έξανθηματικός
exanthémateux esantematico eχantematico eχanthematic
£XAUC£Rείσακούω esaudire escuchar hear . . .
×
horen* ex- aud| o έξ -άΤω, (άκούω)
όρώ =προσέχω,
άντιλαμβάνομαι
£XCAv£Rάνασκάπτω scavare eχcavar Ι eχcavate ex+cavo (έκ + σκάπτω)
excavat|onόρυγμα scavamento eχcaνacίόn eχcavation Konkavitit cavus =κοίλωμα κόοι, κώοι =κοιλώματα
(κοιλότης) (KwF οι)
excavateurέκσκαφεύς scavatore eχcavator Konkav =κοιλος KoF οι (άΡΧ. )
£XC£LL£Rέξέχω eccelIere Ι eχcel ex-ce||o=έξέχω έξ + κέλλω =κινώ
exce||entέξοχος eccelIente eχcelente eχcel l ent θχΖθ||θΠΖ πρός τά έμπρός
exce||enceέξοχότης, ecceIIenza eχcel enci a eχcelIence ΕχΖθ||θΠΖ (έννοιολ. : τό έξέχειν)
ύπεροχή Κ.α. Eccelso eχcelso
'Ύψιστος
£XC£ÞT£Rέξαιρώ eccetuare eχceptuar to eχcept ex+c| p| o^ έξ + απτω, κάπτω =
except|onέξαίρεσις eccezione eχceΡcίόn eχception =έξαιρώ έκ τού άρπάζω
except|onne|έξαιρε- eccezionale eχcepcional eχceptionaI θχ + capio
[τικός
καί exc|per ένίσταμαι. . . . . .
κλπ . .
£XC|T£Rπαροτρύνω eccitare eχcitar Ι eχcite θχ + c|o=έκκινώ κίω =πορεύομαι,
exc|tab|eεύερέθιστος eccitabile eχcitable eχcitable κινοΟμαι
exc|tat|onδιέγερσις eccitazione eχcίtacί όn eχcitation "κίομεν .. θυμψ" Ομ. Φ456-
ύποκίνησις eχcitement (άντδ.: έξιτάρω)
exc|tateurδιεγερτικός, eccitatore eχcitante eχciter
ύποκινητής
£X£C(5£έξήγησις esegesi eχegesis eχegesis Eχegese έξηγησις (έξ +ήγοομαι)
exégèteέξηγητής eχegeta eχegete Eχeget έξηγητής
exégét|queέξηγητικός esegetico eχegetico eχegetic έξηγητικός
ΕΧΕΜΡΙΕπαράδειγμα esempi o ejempl o eχempl ar Eχempel eχemΡlum, έκ τού νέμω =μοιράζω
exemp|a|reάντίτυπον eselηΡlare ejempl ar eχemplary Eχempl ar θχ·emo νέμομαι =κατέχω
=λαμβάνω
ΕΧΕΜΡΤάπηλλαγμέ νος esente eχento Το eχempt eχemptus, έκ τού
exempterέξαιρώ esentare eχentar eχemption θχ·emo έκ + νέμω
exempt|onάπαλλαγή esenzione eχencίόn (έξαιρώ)
£X£HC£Rέξοσκώ esercitare ejercitar to eχercise eχerzieren θχ -erco,έξασκώ, άρκέω-ώ (έμποδίζω,
exerc|seέξάσκησις esercizio ejercicio eχercise Eχerzitium έκ τού arceo άποκρούω, έπαρκώ)
=άρκέω-ώ, έπαρκώ
£X£RCU£έξεργον esergo eχergo eχergue έξ + έργον
£X£R(5£έξαίρεσις Eχaresis έξαίρεσις
(χειρ.;
£X|DL| £Rάποφλοιώ (scortecciare * descortezar) * eχfoliate ex-fo||o έκ + Φύλλον.
=άποφλοιώ *(έκ + χόριον)
ΕΧΗ| Β| Τι ΟΝπροσφο- esibizione eχhίbί cί όn eχhibition eχ+hibio, habeo έξ + απτω (βλ. λ. "avoir")
ρά, έκθεσις
exh| berέκθέτω esibire eχhi bi r eχhibit
ΕΧΗΟΑΤΕΑπαροτρύνω esortare eχhortar Ι eχport eχhortor =προτρέ- δρω, δρνυμι, (κινώ, έξε-
exhortat|onπαρακί- esortazione eχhοrtacίόn eχorte έκ τού [πω
γείρω) (έξ ού "όρος".
νησις, παρότρυνσις πρόλογος θχ+ΟΓίΟΓ =όρνυμι Σχηματισθέν άπό ηΊν
πρός τά όνω κίνησιν
τοΟ φλοιοΟ της γης).
£X| C£Rάπαιτώ esigere eχi gir eχigo, ex-ago έξ - αγω
ex|g|b|eάπαιτητής esigibίle (eχigente) eχigent =έξάγω έξελαύνω
ex|genceάπαίτησις esigenza eχigencia eχigence
Κ.α.
£X|CUέλάχιστος esiguo eχiguo eχiguous
ώς
α
νω ώς ονω
eΧίguϊ!éλιτότης esiguita eχiguidad eχiguity
344
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠ
ΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕΧΙLέξορία esiIio θΧί Ιίο θχί Ι θ ΕΧί Ι θΧ ·s| | | um έξ+βλ. λ. "asseo|r"
ex||erέξορίζω esiIiare exiIiar Ι θχίΙ θ ( δηλ. έκτός έδρας)
£X|5T£Hύπάρχω esistere existir Ι exist existieren ex|sto,έκ τού έξ +ϊστημι
ex|stenceϋπαρξις esistenza existencia existence Existenz θΧ +sisto ϊστημι (τροττη δασείας είς ς)
ex|stent|a||smeύπαρ- έξίστημι, μέ τήν έννοια
[ξισμός τού έξέχω, προέχω
Λέξεις μέ α' σuνθ. ΕΧΟ .. έξω...
exogam|e esogamia (exoterico) exogamy Εχο . . έξωγαμία
exosmose esosmosi έξόσμωσις
exostos esostosi exostosis έξόστωσις
exotherm|que exothermi c έξωθερμικός
exophta|m|eΚ. α .. esoftaImo exoftaI mi a exophtaImic έξωΦθαλμία
£XDC£Tέξώκοιτος exocoetus έξώκοιτος(είδος ίχθύος'
('Ονομασία είδους πυραύ- βγαίνει καί άναπαύεται
[λων) στήν ξηρά)
£XD0£ έξοδος (τραγ; esodo exodo exodus Exodus έξοδος
exi t =έξοδος* * έκ τού έξιτε"=έξέλθετε
£XDN£R£Rάπαλλάσσω esonerare exonerar exonerate exonero, έκ τού
exonérat|onάπαλλαγή esόnerο eχοneracίόn exoneration θΧ +onus άνίαηόνία(αίολ.)
βάρους =βάρος φορτίον =βάρος, θλίψις - "
δαιτός
ανίη"=βάρος τού δείπνου
£XDHC| 5£Hέξορκίζω esorcizzare exorcizar exorcise exorc|zare έξορκίζω
exorc|smeέξορκισμός esorcismo exorcismo exorcism Exorzismus
exorc|steέξορκιστής esorcista exorcista exorcist Exorzist
£XDT|GU£έξωτικός esόtίcο eχόtίcο exotic exotisch exot|cus έξωτικός(έκ τού "έξω")
exot|smeέξωτισμός esotismo exoti smo Exoten έξωτισμός
£XÞ£0|£Hάποστρέφω, spedire expedir expedite expedieren θΧ -pedio, άπο- έξ+ πούς
άπολύω λύω, άπαλλάττω, ( πρβλ. "πήρε πόδι" =
éxpéd|teurάποστολεύς spedizioniere expedidor (expediente Spediteur έκ τού ex-pes έξεδιώχθη)
σκόπιμος)
expéd|t|onάποστολή spedizione eΧΡedίcίόn expedition Expedition
£XÞ£H|£NC£πείρα esperienza experiencia experience Experiment θΧ - peri ent i a, έκ έκπειρώμαι=δοκιμάζω
πείραμα τού ex-per|or= πείρα, πέρρα(αίολ.)
expertέμπειρος esperto experto expert πειρώμαι έμπερής, έμπειρος
expér|menter esperimentare experimentar experiment experimentieren
expér|menta| esperimentaIe experimentaI experimentaI experimentaI
ΕΧΡLι ουΕΑέξηγώ espIicare expIicar expIicate ex-pIico =έξελίττω πλέκω
exp||cat|onέξήγησις espIicazione eΧΡΙίcacίόn expIication p||co, p|ecto ( πρβλ. έννοιολ. : "ξεμπλέ-
exp||cab|eεύεξήγητος espIicabiIe expIicabIe expIicabIe =πλέκω κω" έκ τού έξ-έν-
exp||cat|fέπεξηγημα- espI icativo expI i cativo expl ί cative πλέκω)
[τικός
exp||cateurέξηγητής espI icatore expIicador expIicatory
exp| | c|teρητός espIicito expIicito expIicit ExpIosion
άκόμη: exp|o|tκατάρ- expIoit έκρηξις
θωμα
exp|o|terέκπονώ espIodere expIotar expIodieren
exp|o|tab|eέκμεταλ- έκσπώ expIotabIe
λεύσιμος (espIodente
exp|o|tat|onέκμετάλ- έκπληκτικός) eΧΡΙοtacίόn expIoitation
λευσις Κ.ά . .
£XÞUL5£Hάπελαύνω, espeI I ere expuIsar θΧΡθΙ expuIso, έκ τού έξ +πάλλω=κραδαίνω,
έκδιώκω (i m-peI I ere ex+pe||o=ώθώ σείω, όρμώ
expu|s|onάπέλασις, προτρέπω) eΧΡuΙsίόn expuIsion
έξωσις
£XTA5£έκστασις estasi extasis ecstasy Ekstase extas|s έκστασις("έκ τού
(5' ) extas|erέκστασιάζο estasiare estasiarse ecstasized έκστήναι, τό χωρίζειν
[μαι
μάλιστα από τού σώμα-
extat|queέκστατικός estatico extatico ecstatic ekstatisch τος τήν ψυχήν".
Κ.ά.
Πλάτων Φαίδρος).
345
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΕχτΕΝυΕΑέξασθενω estenuare extenuar extenuate ex-tenuo τένω, τείνω
μετριάζω =λεπτύνω
exténuat|onάτονία estenuazi one eχtenuacίόn extenuation
ΕχτΕΑ| ΕυΑ έξωτε- esterno exterior exterior exter|or έξωτερικός
[ρικός esternare exteriorizar exteriority
extér|or|serέξ/κεύω estero ξένος externo external
externeέξωτερικός, & άλλοδαπ.
exotér|que
externatέξ. ύπηρεσία
καί extrêmeέσχατος, estrerno extremo extreme Extrem (άντιδ.: έξτρα)
άκρος
άκόμη: êtresτά κατα- extra τά έκτός
τόπια
ΕχυΒΕΑΑΝΤάφθονος esuberante exuberante exuberant exubero =γέμω οúθαρ =μαστός, κυρίως
exubéranceάφθονία esuberanza exuberancia exuberance εκ του uber ζώου '
Όύ
θαρ άρούρης"
:
ubre =μαστός =μαστός (τό 'Άργος, ώς εϋφορος
ζώου χώρα)
�
Ι
ι
ι
Ι
Ι
Ι
ι
ι
ι
ι
Ι
|
ί
Ι
ι
ι
ι
Ι
ι
Ι
ι
Ι
, .
ι
Ι
|
349
Fant ai si e
« Η λέξιςΦαντασία εΙσήχθηεΙςτηνΛατινικηνέκτηςΈλληνικης, ύπότοϋΚικέρωνος . »
Λεξ. Liddel -Scott
•
«Τή άρ¿αίζ ελληνική γλώσση χρώμεθα καΙ άναντικατάστατόν τι εν τψ εύρωπαι κψ πολιτισμψ
άνακτασθαι πειρώμεθα. . . Ή Έλλάς, της Εύρώπης τό λίκνον καΙ η παιδαγωγός εστΙν η μεγίστη . .
Χάριταςπλείσταςόμολογω»
Άρι στείδης Πολιάναξ
ό λεγόμενος JUAN Jοsέ PUJANA ARZA
( Από τήν Είσήγησί του της 8. 5. 93 είς τό Β' Παγκόσμι ον Γλωσσι κόν Συνέδρι ον της Καβάλας. Ε{ναι ό Βάσκος
Γερουσιστής ό όποιος έπεισε τούς Ίσπανούς Εύρωβουλευτας να καταθέσουν πρότασι στό Εύρωπαίίό Κοι νοβούλι ο
προκειμένου να καθιερωθη Γι Έλληνική ώς έπίσημη γλώσσα της Εύρωπαίίης Κοινότητος.)
«... Οποιαδήποτεόλληγλωσσαδενείναιτίποτεόλλο παράμίαύποδιάλεκτοςτηςΈλληνικης»
Α. Jacobs "ΤΗΕ NEW PENGUIN DICTONARY OF MUSIC
*
« Η έλληνι κη γλώσσα, ό μακρόβιος αύτός ζωντανός όργανισμός, ξέρουμε πώς δικτυώθηκε καΙ
βοήθησε στη διαμόρφωση των εύρωπαικωνγλωσσων καΙ όχι μόνον αύτων, άφοϋ δι εισδύσεις της
άνακαλύπτοuμε καΙ στΙ ς άνατολικες γλώσσες, όπωςείναιγι άπαράδειγμαη Ιαπωνι κή.
Ό Κι κέρων έλεγε πως ή γλώσσα της ρωμαϊκης αύτοκρατορίας ξεκί νησε με 250 άγροτικες
λέξει ς και στι πλούτισε το λεξι λόγι ό της παίρνοντας με το τσουβάλι τις λέξεις άπο την έλληνι κη
γλώσσα".
Νικηφόρος Βρεττάκος
Διάλεξίς του "Ή Φθορά της γλώσσας" 12.5. 1 990
351
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝ Ι ΚΟΥ
|A0L£μΟθος favo!a
fabul a fable Fabel fabula, έκ τού
fabul i ste μυθογράφος favolatore
fabul i sta fabulist Fabulist for, fatus sum, φάσκω,φημί , εφατο,
fabuleux μυθώδης favoioso
fabuloso fabulous fabel haft fari =φάσκω (όμηρ. Φάτο)
famen =φατόν, φΙμα =ρημα
έπίσης: fatal μοιραίος fatale
fatal fatal fatal φήμη, λόγος,
fatalite πεπρωμένον fatalita
fatal i dad fatality Fatalitat fatalis, fatum
(δηλ. προλεχθέν) habl ar =όμι λώ συμφορά [(fatum, quod φατός. ρημστ. έπίθ. τού
(έκ τού fabul ari ) =αύτό τό όποιον φημί
feu μακαρίτης, έκλιπών defunto
difunto είμαρμένην (φατόν) Φάτιες -αί Μοίραι
Graeci vocant
(=άποκαλοΟν)]
|A0H|DU£Hκατασκευάζω fabricare
fabricar fabricate fabrizieren faber τεχνίτης βαφεύς
fabrique έργοστάσιον fabbrica
fabri ca fabric Fabrik μετάλλων, βαφή: σ' σημασία, κατα-
(κλπ. παράγωγα) "χαλκευτής". βύθισις πυρακτωμένου
"faber ferrarius" μετάλλου είς το ϋδωρ'
"βαπτό
μενο
ς
σίδηρος
"
"
άνήρ χαλκεύς πέλεκυν
έν ϋδατ βάπ
τ
ει ". Όδύσ.
(άντιδάν . .
·
φάμπρικα)
|AC£όψις faccia
faz face faci es =όψι ς φαι κός=λαμπρ6ς
faγade πρόσοψις facciada
fachada facade Fassade ( ί δί ως καλή, φάηκες = 6φθαλμοί
κσί πλήθος παράγωγα λαμπρή όψις) φάσις= έμφάνισις
"facies significa φύσις, φωΊ=μορφή,
l'ίΠΙθΓΒ forma e όψις προσώπ
ου, ή
la struttυra ". των μελων άναλογία.
(άντιδάν. "φάτσα")
FAGOT δέσμη fascio
haz faggot fascί s=φάκελος,
fascine φάκελος fascicolo fascine δέσμη (δέσμη φάκελος= δέσμη
fagoter κάνω δέσμη fasciare
haci nar ράβδων, ώς σύμ- "
Φ
άκελος ράβδων"
fagotage δεμάτιασμα fascinata
haci na βολον έξουσίας
"ϋλης Φ
άκελοι "
fagotin δεματάκι fagotto fajo Fagott τών Ρωμαίων
faisceau δέσμη fascetta βαρύαυλος δημάρχων, έδωσε βάσκι οι * δέσμαι
fasce ζώνη, ταινία fascia
faja fascia τόν διεθνή πολιτι- φρυγάνων (Ησύχ.)
faix φορτίον, βάρος Κ.α. fajar τυλίγω κό όρο φασισμός). (άντιδάν. : φασισμός,
φάσα, φασκιά
φακιόλι, φασκιώνω)
|A| 0L£άσθενής, άδύνα- fl ebi l e febl e, fl ebi l feeble fl ebil is =άξιοδά-
faiblesse άδυναμία [τος flojedad feebleness κρυτος, έκ τού φλέω=γέμω, εΙμαι
fai bl i r άδυνατώ flojear 11eo =κλαίω πλήρης (κυρίως έξ ύγροο)
affaibiir έξασθενώ* Κ. α. • ab +fleo απο(=άηο) +φλέω
|A| Mπείνα fame
hambre, μέσc hunger * Hunger* fames (θεωρείται
famine λιμός famelico
τού πσρτογαλ. fami ne (* έκ τού άγνώστου έτυμολ.) πρβλ. φα(γέ)μεν
κλπ. πσράγ & σύνθετα πειναλέος
fome κάγκανος= "
φαΥέμεν τε πιέμεν"
κατάξηρος) Οδ. 0,378
-έπιθυμία φαγητοϋ-
( πρβλ. καί τΟ σημερ.
"
νά
φ
αμε" ) .
|A| LL| Hσφάλλω, άμαρ-
fal l i re
fal l i r fail falli eren fallo =σφάλλω σΦάλλω,φαλκιδεύω
[τάνω, χρεωκοπώ fallecer θνήσκω χρεωκοπώ φηλός=άπατηλός, φολ-
faillite χρεωκοπία fal l i mento fal l i do fai l ure fal l en καταπίπτω κός. φηλόω=έξαπατω
fai l l ible έπισφαλής fal i bi l e
fallo σύλληψις false ψευδής Fal l i ssement "έφήλωσεν φρένας"
καί defaut έλάττωμα (fal lacia άπάτη)
falta (λάθος) fall πτώσις Fall (Αίσχ. Άγ +üz,
detai l l ance λιποθυμία fal l eci mi ento
(faltar θάνατος) fal l i ng Falle παγίδα (άντιδάν.: φαλλίρω,
faux πλαστός Κ.α. falso πλαστός κατάπτωσις φάλτσος)
|A| H£ποιώ κλπ. παάΥ. - fare
hacer fact γεγονός faktisch πραγ- facio+fio= ποιώ, φύω=Γοιω,
σύνθ. ώς facile εύκολος όμσίως ματικός γίγνομαι γεννω
faγοn κατασκευή
affaire έργασία
fetish φετίχ
|ALLAC£δολιότης fallacia falacia fallacy Fal schhei t fallacia έκ τού βλ. λέξι "fai l l i r"
fallacieux δόλιος fall ace falaz fal l aci ous Fal scher fallo
ΙΣχετικό μέ τό faiIIir τό faΙΙ�ίr=ΠΡέπει (έννοια: petit s' en faut, PUi S ίΙ faut) δηλ. : λίγο λείπει, τόσο λείπει, όρα κάτι "χρειάζεται", "πρέπει".
352
-
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
|A|5ANφασιaνός fagiano faisan Phasi anbi rd Fasan phas|anus φασιανός
|A|T£ κορυφή, στέγη (first =πρώτος Fi rst κορυφη μέσιμ τοϋ γερμ. παραστός(παραστάδες:
faîtageδοκός (μέ την έννοια: στέγης First εκ τοϋ τά στηρίζοντα τήν
faΊteauάκροκέραμον "κορυφαίος") pa(ra)stas θύραν ξύλα)
Κ.α. πολλά.
|ALA|5£άπόκρ. άκτη falesia Fels βράχος μέσι φρaγκ. fa||sa εκ τοϋ πέλλα=λίθος
|AL0ALAποδόγυρος falpala falbala falbala Falbel & fa|da=πτυχές φάλαρα =κοσμήματα
falda =κράσπε- falda =φούστα, fold Falz (φρaγκ. ) έξέχοντα της περικε-
[δον κλιτύς fl ounce φαλαίας η τού πλοίου,
=διακόσμησις γενικώς προμετωπίδες.
|ALDTλαμπτηρ falo faro Φάρος (συνήθηςενaλλaγΓ
τοϋ ρ είς λ)
|AL5| || £Hνοθεύω, falsificare falsear falsify falschen falsifico, fa| | o= σΦάλλω
παραποιώ
FalschmϋnΖereί φηλόω =έξαπατώ
fa|s|f|cat|onπαραχά-
falsificazione falsίfίcacίόn falsification φηλός =άπατηλός
[ραξις (βλ. κaί λ. fai I I i r)
fauxπλαστός falso falso false falsch φηλητής =κλέπτης
fί|ou κλέπτης falsita ψεύδος falsedad falsity fi l ou
|AV£UXδιάσημος famoso famoso famed famos famosus=διάση- φημι σμός, φημισμένος
famos|téδιασημότης,
fama fama fame Fama [μος φήμη, φάμα(δωρ. )
φήμη fama=φήμη
κaί d|ffamerδυσφημώ diffamare difamar Ι difame
|nfãmeδτιμος'
infame infame infamous infam ί η +fama* * αν(ευ) +φήμη
|nfam|eάτιμία Κ.δ. infamia infamia infamy Infamie
FΑΝΑΙ Φάρος fanale fanal Fanal φανός-φάω=φωτίζω
fan|onσημαιούλα,
Fahne φανίον
[φανίον
|ANAT|DU£φανατκός fanatico fanatico fanatic Fanatiker fanum =ίερόν φαίνω, φανώ=φανερώ·
fanat|ser φανατίζω fanatizzare fanatizar fanaticize fanatisieren fano=ίερώ νω, άποκαλύπτω
fanat|sme,-ισμός fanatismo fanatismo fanaticisme Fanatismus profanusδηλ. ό ίεροφάντης. ό φαίνων
profaneβέβηλος κλπ. profano profano profane profan προφαίνων, ό τά ίερά.
καταμαρτυρών πρβλ. : Φαναϊος Απόλων
(άντιδάν. φανατισμός)
|AN£Hμαραίνομαι
fenum =χόρτος, φύω
faneξηρά φύλλα
έκ τοϋ feo=φύω
|AN|H£LUCM£
fanfaluca famfa|ucaεκτοϋ- πομφόλυξ=φούσκα,
εύτελές κόσμημα
πομφός ,Ι ππ.,
fre|ucheφούντα
fanfano κaί κόσμημα
|ANTA| 5| £φαντασία
fantasia fantasia fantasy Phantasie phantas|a φαντασία "φαντασίαι καί
δόξαι ' Πλότων
fanta|s|steκαλλιτέχνης fantasioso
fantasioso fantasticism Phantast "quas (=όποίας) ,
φαντασίωσις φαντασιοκόπος φαντασίας phi/osophi
fantasqueάλλόκοτος
fantastic appe//ant (=όνoμάζoν)"
fantast|queφαντ/κός
fantastico fantastico (fantasticaIIy phantasieren A.Gellius i ë, ¡
fantasmagor|e
fantasmagoria fantasmagoria άπίθανα) phantastisch
φαντασμαγορία
fantasear fancy ίδέα φαντ.
fantômeφάντασμα κ.δ.
fantasma fantasma phantom Phantom phantasma φάντασμα
|AHC| H παραγεμίζω farcire farsante farcical farcio, άρχικώς φράγνυμι ,φάργνυμι ,
farc|ssureγέμισμα
farcino κωμικός farce pharc|o(εννοιολ. φράσσω, φράττω
farceθεατρ. άστείον farsa farsa Farce παραγεμισμένο
έργο άπό έπει-
σόδια.)
|AHD ψιμμύθιον farda Farbe χρώμα μέσι φρaγκ. περκνός=σκοτεινό-
farderχρωματίζω
farben farwjan χρωμος
περκαίνω=χρωματίζω
|A5|DLφασίολος
fagiolo frijol φασίολος
|AH|£LUδτακτος,
fanfarone fanfarrόn fanfaron famfa|uca,εκ τοϋ πομφόλυξ= φούσκα
τρελούτσικος
άλαζων ( άντιδ. : φανφάρα,
φανφαρόνος)
353
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
|Av£URεύνοια favore favor favour favor, τούfaveo εύφημώ
favorab|eεύνοίκός favorevole favorable favourable =εύνοώ,εύφημώ (aντιδ.: φαβοριτισμός)
faνοrί εύνοούμενος favorito favorito favourite Favorit
favor|serεύνοώ favorire favorecer (favourited favorisieren
fausto εύτυχής προικισμένος,
|AHDUCM£αγριος foraneo = foraneo farouche Frema έκ τού φρaγκ/κού έκ τού θύρασδε,θύρα-
(κλπ. πaρaγ.) ξένος άλλοδαπός foreign άλλοδαπός forache σιν =εξω, έκτός ο"κου,
forum άγορά forastero άλλοδαπός Fremde άλλο έκτός πόλεως·
fuori έξω ξένος (door θύρα) δαπή for|sθύρασιν,έξω θύρδα, θύρφι =εξω
afuera έκτός (ΤϋΓθ θύρα) fores =θύραι
"έκ δέ θύραζεν έδρα-
μο
ν
" -Ίλ. Σ, 29-
|A5C| N£Rβασκαίνω, fascinare fascinar Ι fascinate faszi nieren fasc|nus, άλλοιω βασκανία =κακολογία,
γοητεύω μένη προφορά τού μαγεία, έκ τού βάζω=
fasc|nat|onγοητεία fascino, -ΖίΟΠθ fascίnacίόn fascination Faszination bascanum λέγω +καίνω =φονεύω·
fasc|nateurβάσκανος, fascinatore fascinador fascinating faszi ni erend "fascinare, est "έβάσκηνε πάντα"
γόης quasi bascinare,
bascanum"
(Γέλλιος1 6, 1 2)
|AUCAHDδρέπανον falcetto falconete Balken δοκός fa|x δρέπανον φάλκης=κεκαμμένον,
fauconίέραξ(γαμψή falcone halcόn falcon Falke γαμψόν ξύλον
μύτη,κ.α. (aντιδ.: φαλ τσέτα)
|AUN£ζωολογία,πανίς fauna fauno fauna Fauna faunus έκ τού Πάνες, Πάν
fatάνόητος Faun| =θεοί ( πρβλ. πανΙς)
fadeανοστος fad fade δασών
|AUT£σφαλμα fal l o (falto fault fallen πίπτω fallita, τούfa| |o¯ σφάλλω
fauxκίβδηλος,ψευδής falso έλαττωματικός, fake έξαπατώ Fall πτώσις σφάλλω(έκπεσόν- φηλόω =έξαπατώ
faut|fσφαλερός false faulty τοςτούσίγμα, φηλός = άπατηλός
falsus =φηλός (βλ. & λ. faί l l i r, falsifier)
|AU1£U|Lπολυθρόνα (poltrona sίllόn fauteuil Fauteui l μέαψ φρaγκ. ώς πρός τό a' σuνθ. βλ.
fa| d| sto|reθρόνος πολυθρόνα) (ρίζαεδ- σεδ, stool σκίμπους Stuhl fa|d-stô| δηλ. λ. "falbala". Τό -stol έκ
έπισκόπου σελ-) πτυσσόμ.κάθισμα τού στήλη, (έννο/ ολ. :
μέστολίδια. κάθισμα στολισμένο
με πτυχωτά ύφάσματα
καΙ στόλίδια: "Φάλαρα")
|AUv£ύπόξανθος ful vo (fallow falb μέαψ τού φρaγκ. πολιός=ύπόλευκος,
χέρσος, fahl ώχρός fa|w φαιός
|AX(te|e-|AX) fax-fac|s= φέΥΥω· φαίνω=φανε-
=δαυλός ρώνω, φάναξ =φανός
(τηλε =μακράν)
πaρaκείμ. : πέφαγγα
|£CDNDγόνιμος fecondo fecundo fecund fecundus, φύω=παράγω, γεννώ
fécond|téγονιμότης fecondita fecuntidad fecundity έκ τού feo=φύω ( πρβλ. : Φύκιον)
féconderγονιμοποιώ fecondare fecundar Ι fecundate
fécondat|onγονιμοποί fecondazione fecundacίόn fecundation
¸ησις
|££ νεράίδα fata hada fay Fee fatum. τόύπό της φατόν(βλ. λ. fable)
faήadetμορμολύκειον μοίραςρηθέν
féer|eμαγεία fatare μαγεύω hado μοίρα fate μοίρα Feerei fata.θεάτού φάτις: χρησμός
féer|queμαγικός fatato ατρωτος feerico Fatum μοίρα πεπρωμένου Φάτι ες. ΜοΤραι
(for, fari, fatus φάτης: λάλος
sum) (φημί, φάσκω, εφατον)
|£L|C|T£εύτυχία felicita felicidad felicity felicitas, έκ τού θαλία =εύτυχία
fé||c|terσυγχαίρω felicitare felicitar Ι felicitate fe||o=θηλάζω θηλέω =άκμάζω, άνθώ
fé||c|tat|onsσυγχαρη feIicitazioni feιicίtacίόn feIicitation feIix: άρχικήσημα θάλλω (εχω άφθονίαν
τήρια feIice εύτυχής feIice, feIiz feIicitous σία,'ούτόςπού τινός)
μακάριος δίδειγάλα° θηλάζω
354
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
F£MM£ γυνη
femelle θήλεια
femi ni n θηλυκός
"femi nisme"
|£NDH£σχίζω
fente σχισμη
fendeur σχίστης
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
femmi na
(femmi neo)
femmi ni l e
femmi ni smo
fendere
fenditura
fendente
πληγη
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
(mujer)*
femeni l
femenino
femi ni smo
hender
henditura
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
(woman)**
femal e
femi ni ne
femi ni sme
to fissure
fissure
(schist)
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
(Wei b)**
femi ni n
Femi ni smus
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ
femi na
έκ τού feo =φύω
*(έκ τού λατιν.
mul i er, όπερ έκ
τής συνεκδοχής
"γυνή μοχλός" =
=άκμαία, όργώσα)
Άχ Τάτ Ζ' 1 6-
findo =σχίζω
εκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
φύω, φύμα
(**έ τού γυνή' "τό
όνομα
"γυνή", έκ τού "γονή"
μοι φαίνεται είναι ".
Πλάτ Κρατύλος,
φιτρός =σχίζα, τεμάχιον
δένδρου
"φι τρούς ταμόντες"
καί fesse γλουτός
fessura σχισμη hendedura
|£NgTH£παράθυρον
fenetrage θυρίδωμα
|£Hσίδηρος
(μέ πολλά παράγωγα)
finestra
finestrino
ferro
F£H| Hκτυπώ ferire
feru πληγωμένος Κ. α. ferito
|£HM£στερεός
(μέ πολλά παράγ. &
σύνθ. )
καί :
fermo
fermer κλείω (μέ τήν fermare
έννοια καθιστώ τι στερε- άναχαιτίζω
όν, όρα άπαραβίαστον. )
firmer ύπογράφω
|£HM£NTζύμη
ferveur ζήλος, ζέσις
fervent διάπυρος
|£HDC£ θηριώδης
ferocite θηριωδία
effarer τρομάζω
|£HT|L εϋφορος
fertίl ite εύφορία
ferti l isation γονιμο-
[ποίησις
farine όλευρον (κ. α. )
|£U|LL£φύλλον
feuίllee Φύλλωμα
feuillage "
feui l l eton έπιφυλλίς
exfol i er άποφλοιώ
(κ.α.)
|
g
T£έορτη
festin συμπόσιον
festival
ferie άργία
foire πανηγύρι
feston έορταστ.
στέφανος, κέντημα
fermento
fervore
fervente
feroce
ferocita
ferino όγριος
fertile
fertilita
(fertilizzare)
farina
foglio
foglίa
fogl i ame
(sfogliata)
sfogl iare
festa
festino
festivale
feria
fi era
festone
(fenico)
hi erro
heri r
heri do
fi rme
fi rmar
ύπογράφω
(καθιστώ τι
έγκυρον)
fermento
fervor
ferviente
Fenster
fenestel l a
(ίΓοη Ei sen
σχέσις καί με
aes, όρεί χαλ-
κος,
βλ. λ. "ai rai n")
fi rm
fi rmness
στερεότης
ferment
fervour
fervent
fi rmen χρίω
Fi rma
έμπορ. Έπων.
Ferment
Warme θερμός
(fenri g)
fenestra =φωστήρ, φωστήρ=φωταγωγός.
θυρίς, όπη "φωστήρ θυρίς" =παρά-
φανή =φανός (άντιδ. : φινιστρίνι) [θυρον
Κατά "Etymologica" Isidori, έκ τού
''ferre et ne mol l i atur" δηλ. φέρει (ύποφέρει)
καί δεν φθείρεται. Πρβλ. καί τό "όρης ό εστί
σίδηρος" Ε. Μ λήμμα "άγρός".
ferio φερω ( δηλ. καταφέρω
κτύπημα) ( πρβλ. τό σημε
ρινό: "μοΟ την έφερε").
fi rmus Προφανώς έκ τού Fίς,
fi rmo =στερεώ =ίσχύς -F| p
( θεωρείται άγνώ- Βλ. καί λ. "νί Γί l "
στου έτυμολογίας)
(άντιδ. : Φίρμα)
fermentum, έκ θερμός
τού ferveo =ζέω θερέω=ζέω, θερμαίνω
συνήθης τροπη θ--φ
feroz
ferocidad
ferocius
ferocity
(deer έλάφι)
tierartig ferus =όγριος φήρ=θήρ, θηρίον
Φήρες: οί Κένταυροι
fertil
fertilidad
(fertilizar)
hari na
hoja +folio
folleto φυλλάδ.
follaje
fοlΙetόn
hojear
exfol i ar
i nfol i o δίπτυχον
fiesta
festin
festival
fertile
fertility
fertilization
farina
folio
foliage
foliate
φυλλοφόρος
foliation
Φύλλωσις
feast
feasting
festival
ferie διακοπές
feriante έμπει- fair
festόn [ρος Festoon
tierische
(ΙίθΓ =θήρ, θ
/
ηρίον)
Folio
Folie πετάλιον
Foliant μεγάλος
τόμος
Fest
Festrede
πανηγ/κός
Festival
Ferium
Feston
fertil is εϋφορος φέρω
έκ τού ferο =φέρω (ρηματ. έπίθ. φερτός)
far
fol i um =φύλλον
feriae :ορτάσιμες
ήμέρες, συνήθως
καλοκαιρινές:
θέρειοι
φάρος=iρoτρoν
Φύλλον, φύλλιον
φυλλείον
(άντιδ. : σφολιάτα)
έκφυλλίζω, έξεφύλισσα
θέρειος=θερινός
θερεία=καλοκαίρι
όθεν θερισμός, έορτη
(Συνήθης έναλλαγή
θ, φ. , όπως θήρ, φήρ)
(άντιδ. : φεστιβάλ,
φεστόνι)
355
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτοϋΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
F£Uπύρ fuoco fuego fire Feuer focusβωμός φώγω=ψήνω
foca|έστιακός focale Fackel πυρσός έσχάρα "τό πϋρ
, Φϋ
ρ έστί " Ε Μ
foyerέστία focolare hogar focus Foyer φώ =Φώς
fus| | τυφέκιον fuci l e fusi l fusi l 8acker ψήστης
άρτοποιός
|£UTH£συμπίλημα. feltro fieltro felt Fi l z μέσψ πίλος
τσόχα φραγκ. f||t|r πιλητόν =συμπιεσμένα
f||treδιϋλιστήρ filtro filtro filter Filter έρια
f||trerδιυλίζω filtrare fil tar filtrate filtrieren
|(V£κύαμος fava haba vote, vetch faba φάβα
F| CM£Hέμπήγω ficcare hi near φυτεύω fichu f|go=σφίγγω πήγω, σφίγγω
f|cheσφηνίσκος ficha (βλ. καί λ. fiχe)
f|chuπεριθώριον (fίjacίόn)
καίaff|cheτοιχοκόλλημα affisso afijo ad (όντα)+figo
F|D(L£πιστός fido fi el fiducial fi del i s, f|des= -+ πί στι ς, πειθω
f| duc| eέμπορπίστις έμπιστευτικός fidel f|do~ πείθω, άόρ. έπιθον
f|dé||téέμπιστοσύνη fiduccia fidelidad fidelity εύθυμος έπ. τύπος: πιθέω
(se) f|erέμπιστεύομαι fidarsi fiar έγγυώμαι fiduciary vertrauen Πρβλ. καί φίντις=φίλος
άκόμη (déf|er,méf|er) diffidare desafiar έμπιστευτικός έμπιστεύομαι ,δωρ ,
δυσπιστώ fe πίστις faith
καί f|ancerάρραβωνίζω fidanzare fianza έγγύησις fiancee μνηστή
conf|anceέμπιστοσύνη confidenza confianza confidence
κλπ.
F|£Fτιμάριον feudo feudo (Timar) φραγκ. fehu έκ τού βίοςβλ. λ. "vie"
f éoda| φεουδαλι κός feodal feudal feudal feudal (άντιδ. : Φέουδον κλπ.)
(έννοια: άπόλουσιςζωής,
||£Lχολή fi el e hi el bi l e Gal l e fe| =χολή χολή
f|e||euxχολώδης (ahel ear) bi l i ary gal l i g
|| £Hύπερήφανος fiero fiero όγριος fierce όγριος ferus=όγριον φήρ =θήρ, θηρίον
f|ertéύπερηφάνεια fierezza fiereza fieriness ζώον,όγριος (βλ. καί λ. feroce)
άγριότης
|| (VH£πυρετός febbre fiebre fever Fi eber febr|s,πυρετός, θερέω, θέρω =θερμαί-
f|évreuxπυρετώδης febbroso febrίl feverisch fieberhaft έκτούferveo νω. θίβρός=θερμός
fébr||eπυρετικόςΚ.ά. febbril e febril febrile fieberartig =ζέω (άντιδ. : Φεβρουάριος)
δπωςfévrίerΦεβαχριος febbraio febrero february Februar
(έννοια: προσφοραίθερμού
όλατοςκατάτάςέορτάς
τούκαθαρμού,
F| CU£σύκον fico hi go fig Feige f|cus=σύκον σϋκον φήληξ,
φήληκος=άγριόσυκον
F|CUH£μορφή,πρόσωπο figura figura fi gure Fi gur f| ngo=έγγίζω θιγγάνω=έγγίζω
f| gurer°φιγουράρω° fi gurare fi gurar fi gurate fi guri eren (διάσυνήθους πρόσωπον, ζυμώνω,
f| gurantβωβόπρόσ. είς fi gurante fi gurado fίgϋrlίch τροπήςθφ, σχηματίζω
έργον μεταφορικώς θίγημα=-ψαϋσις
f|gur|ne°φιγουρίνι°κλπ. fi guri no fi guri n figuri ne figura ( άντιδ. : φιγούρα,
φιγουρίνι)
F|LMταινίακινηματογρ pel l i col a pel i cul a fi l m Fi l m pe| | | s=δέρμα πέλλα =δέρμα
f||merκινηματογραφώ μεβράνη fi l mar fi l men (βλ. λ. "peau"
Κ. α. fi l mare (pel l i za) pel i sse Pel zmantel ' *(πέλλα +μανδύας)
(pel l i cci a = pellejeria μεμβρανώδης γούνα (άντιδ. : Φίλμ, φιλμάρω)
διφθέρα,γουνα, βυρσοδεψειον
|| Nτέλος fi ne fi n fine Fine f| n| s=τέλοςτέρμα σχοϊνος, σχοινί.
f| na| τελικός fi nal e fi nal fi nal fi nal έκ τού fun|s -Εννοια: τέρμα πεδίου,
f| n| rτελειώνω fi ni re fenezer finish Finisch τέρμα =σχοινος,σχοινί δρόμου, όριζόμενον
f|nλεπτόςfίnesse fino, finezza fi no, fineza fi ne, finesse Finesse διό σχοινίου
πλείστα παράγ. & σύνθ. (Fi nanzen
τάοίκονομικά,
||Lνήμα fi l o hί l o fi l e f| | um=νήμα, πίλος=έρια
f||etδίκτυον fi l etto filete fillet Filet τρίχες (βλ. λ. feutre)
f||ageκλώσιμοκλπ fί l a σειρά fί l όn φλέβα filament Αντιδ. : φιλέ, φιλέττο,
μετάλλου felt πίλημα Fi l z φιλάρω
356
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ
|| DL£φιάλη
f|aconφιαλίδιον
f|asqueφλάσκη
fiai a frasco phiaI
fIacone fiasco
fiasca, fiasco fiasca fIask
||L5υίός
fi gIio
f|||a|υίικός fi IiaIe
f| | | eθυγατέρα figIi a
f|||eu|βαπτιστικός
figIi occio
aff| | | éσυνεταίροςκ.ο. affiIiato
||5Cδημόσ.ταμείον
f|sca|ταμιακόςΚ.δ.
||X£άκίνητος
f|xerστερεω
f|xat|onστερέωσις
(Κ.δ. όπως préf|xe
πρόσφυμα,
|LACHANDαύτόφωρος
enf|agranddé||t=
έπαύτοφώρψ
καί τό fIageIIer =μαστι-
γώνω
,τόέντ Κ.Δ.μετατραπεν
είςφραγγέλιον,
άκόμη.f|éau=μάστιξ
,έκτοοf|age| | um,
|LAN£LL£φανέλλα
|LAV0£ρομφαία
f|amberφλογίζω
f|ambeauπυρσός
f|ambéeάναλαμπή
f|amboyerσπινθηρο
¸βολος
&ό χορός FLAMENCO
f|ammeφλόγα
enf|ammerφλογίζω
καίf|ammèche
σπινθήρ
foudreκεραυνός
|LA5GU£πλαδαρός,
μαλακός
|ΙΑΠΕHκολακεύω,
θωπεύω
f|atter|eκολακεία
f|atteurκόλαξ
|L(CM£βέλος
f|écherτοξεύω
|L£CV£φλέγμα,
fisco
fisso
fissare
fissazione
fIagrante
i n -fIagrante
fIagel lare
fI agel l o
fI agel l azi one
fI anel l a
i nfiammare
fiaccoIa
fiaccoIata
λαμπαδηφορία
(=φλογώδης,
fi amma
infiammare
fi ammifero
σπίρτο
foIgore
fIoscio
fIoscezza
freccia
frecciare
ψυχραιμία
fI emma
f|egmat|queφλεγμα
fI emmatico
τικός
hijo (έτ. °υίός°,
fi I i aI
hija
ahijado
fisco
fijo
fijar
fίjacίόn
fizar κεντω
fIagrante
en fIagrante
fIageIar
fIageIo
fΙageΙacίόn
franeIa
son (έκ τοΟ
υίός,
*daughter
θυγάτηρ
affiIiate
υίοθετω
fiscaI
fixed
Ι Ιίχ
fixeness
fIagrant
κατάφωρος
fIagrance
φλογερότης
fIagel l ate
fIagellation
fIanneI
fIamy
(fIogistico) φλογερός
(fIogosis) fI ambeau
(fI amenqueri a) δαυλός
fIama+llama*
i nfI amar
fIamante
fIamear
άστράπτω
fIojo, fIacido
fIojedad
fIecha
fI ema
fIematico
Ι fIame
Φλέγομαι
phI egm
φλέγμα
fI ame
i nfI ame
fIaming φλογε
fIash
[ό
άστραπή
fIabby
fIabbiness
fIatter
fIattery
fIatterer
& fIat επίπεδος
όροφος
fI i ng βολή
fl ί nger σφεν
δονιστής
phI egm
phI egmati c
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Phi oI e
PokaI
FIasche
Sohn υίός
έτυμ. υίός,ίνις
*Tochter
θυγάτηρ
Fi I i aI e
ύποκ/μα
Fiscus
Ιίχ
fixieren
Fi xierung
in fIagranti
έπαύτοφώρψ
FI anel l
fIammend
FI amme,
PhI egm
fI ammen
FI i ge στόχαστρον
FI i eger άεροπό
[ο
FIegma
phIegmatisch
(PhI egmoni e)
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ
ph|a|a
f|asca
f| | | us=υίός
fi I i a =θυγάτηρ
(πρβλ. : "παϊδα
φίλην" Ι λ Α 447)
f|scus
έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
φιάλη
"φιάλη χρυσέη" ( Όμ ;
φλάσκων. είδος ποτη·
ρίου (άντιδάν. : φιάσκο)
φί λι ος.έπίπροσώπων,
όάγαπημένος¦Φίλιος
υίός) "φίλια βρέφη"
Εύριπ Τρώες ''¹
• έκ τοΟ θυγάτηρ. Πρβλ.
τόδημωδες ¨δυχατέρα°,
τόγκρεκάνικο"kiatera".
,Τόάγγλοgί rΙ=κορίτσι,
κόρη,έκ τοΟ κωραλίσκη,
κοράλλιον,°κορούλα
°
)
φάσκωλος=1 ) βαλλάν-
2) ίματιοφορεΙον[τιον
fixus τοΟ f|xo¬ πήγω, σφίγγω
=πήγω,σφίγγω (βλ. καί λ. ficher)
(άντιδάν.: φιξάρω)
fu|geo, f|agro¬
=φλέγω
paenu|a
f|amma,φλόγα,
έκ τοΟ fIagro
ph|egma
f|accus
έκτοΟφραγκ.
f|at¯ p|at
φλέγω, φλεγέθω
¦φλογερός, φλεγυρός)
(Ή έννοια°μαστιγώνω°,
φλόγωσιςτωνπληγων
έκτοΟμαστιγώματος,
φαι λόνι ον
έπανωΦόρι ον
ΕΓΠΟUΙ
=βαρύ
- Λέξ.
Μθί/θΙ: "ΡΓΟΙΟΙΥΡθ dorien"-
Φλέγμα, φλόξ, έμφλέγω
φλέγμα
"πηγή Φλεγμαίvουσα"
"Φλεγμαίvουσα π
όλις"
*(έκ τοΟ Ι Ι ama, τό ζώον
°λάμα°)
βλάξ -βλακός
πλατύς
"Έννοια: θωπεύωμετό
πλατύμέροςτήςχειρός,
σύρωτήνπαλάμη(ίδία
έννοια στό νεοελληνικό
°ξεσκονίζω°μετήνσημα
σίατούκολακεύω,φέρομαι
δουλοπρεπως,
βέλος, έκ τοΟ βάλλω
(βλ. καί λ. "voler")
ph|egma=
φλέγμα
φλέγμα= θερμότης,
φλέμμα.τόσυνεπείζέσωτερικήςφλεγμονής,
ψυχρόνάποχρεμπτόμενον
357
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
FLEUR όνθος fiore fIor fIower, bIoom FIor, BI ume f|os·f|o||s=όνθος φλόος=ανθησις, ανθος
f|eur| rάνθίζω fiorire fIorear fIoraI, fIorieren φλύσις =έξάνθησις
f|eurerάναδίδωόσμήν fiorame όνθη bIossom bI umi g άνθηρός φλέω=γέμω έξ άΦθο-
f|oreχλωρίς fIora fIora άνθεστήριος FIora [νίας
f|ora|sonόνθησις fioritura fIorecimiento fIora blϋhend "τήν χλωρότητα καΙ τό
f|eur|steάνθοπώλης fi oraja & fIorista & fIoweriness άνθισμένος 6νθος τών καρπών,
(κ.α. σύνθετα) Firenze fIorero fIorist άνθοπώ BIatt φύλλον "Φλόον" προσαΥορεύ-
άόη.déf|orerδιακορεύ ή Φλωρεντία desfIorar ¸λης defIorieren ε/ ν . . . " -Πλοcτ Ήθ. 8-436
f|or| n. τόνόμισμαφλορίνι Ι defIower (FI orett (άντιδ. : φιοριτούρα,
,ώςδιακοσμημένονμέ & FIoride ξιΦίδιον, φλουρι)
όνθη, ήΦλώριδα
FL£UV£ποταμός fI ume Γίο* river* FI uss fI uvi us, έκ τού φλύω, άναβλύω
f|uv|a|ποταμώδης fluviaIe rioIado fIuviai f|uo(* Γίο +river ( πρβλ Φλέψ)
άφθονία fIush ροή έκ τού rivus) .. . *ρέω, ρεύμα
FL£X|0L£εϋκαμπτος fIessibiIe fIexibIe fIexibIe FIexibeI fI exi bi I i s =εϋκαμ
f|ex| b| | |téεύλυγισία fIessibiIita fIexibiIidad fIexibiIity FI exibi I itat πτοςέκ τού fIexo
f|ex|onκάμψιςκλπ fIessione fιeχίόn fIexion (fIechten ) np|ecto¯ πλέκω, πλεξείω
-L|HT έρωτοτροπία fIirt to fIirt FI i rt f|uo φλύω 1) άναβλύζω
(έκ τού άγγλ. f| | rt, έκτινάσσω fIirten 2) φλυαρω
f| | rterέρωτοτροπώ fIi rtation fΙϋstern (άντιδ.: φλέρτ, φλερτά-
έρωτοτροπία κρυφομιλώ ρω)
FLΟΠΕHέπιπλέω fIottare fIotar Ι fIoat bI ei ben fIuctuo =κυματίζω φλύω, πλέω,πλωτός
f|otκύμα fiotto fIotiIla FIosse σχεδία έκ τού f| uο=φλύω φλυδάω =ύγραίνομαι
f|otteστόλος fIotta fIota fIeet FIotte fIuctuus =ροή
Κ.α. ώς f|otteur,κυρ/ολ.
°πλωτήρ°.
FLDUχάρις,°φλού° Iau χλιαρός μέσι φραγκ. χλίω=θερμαίνω,
h| ãο=χλιαρός είμαι χλιόεις
FLUCTUAT|DNκύμανσις fIuttuazione fΙuctuacίόn fIuctuation FIattein f|uo=φλύω φλύω
f|uctueuxκυματώδης fIuttuante fIuctuente (fIuctuate ( πρβλ φλύκταινα, φου-
κυμαίνομαι, σκάλα στο χέρι,
κυρίως μετά άπο
κωπηλασία) .
FLU£Hχύνομαι fI ui re fl ui r Ι fIow FI uί dum ρευστό ώς ανω ώς ανω
f| u|deρευστός fI ui do fI ui do fIowing, fI ui d fΙ ϋssί g
f| u| d|téρευστότης fI ui dita fI ui dez fI uency fIiessen ρέω
f| uxπλημμυρίς fIusso fIujo fI ux, fIood FIut
(f|uxetref|ux)Κ.α. (e rifIusso) (e refIujo) FIuss ποταμός
FLUDHφθόριον fI uore fI uor fI uor FI uor f|uor(ροή) ώς ανω
FD£TU5έμβρυον feto feto foetus Fotus fetus=γόνος φυτός, φυτον
foeta|έμβρυακός fetaI έκ τού φύω
faonνεβρός,έλαφάκι fawn feo=φύω
FD|πίστις fede fe faith fides, έκ τού πεί θω, πειθω
f|do=πείθω (βλ καί λ fideI e )
FD|£ηπαρ fegato higado (I iver* Leber*) ficatum (*έκ τού "λιπαρον")
(έννοιολ . ηπαρ
χήνας,παραγεμι σύκον"ήπαρ σύκο/ς
σμένομέσύκα, μεστόν" και "ήπαρ
f|cus=σΟκον
σuκωτόν" έξ ού και το
"συκώτι".
FD|Nχόρτον,όχυρον fieno heno hay Heu foenum =χόρτος, φύμα
έκ τού feο=φύω φύω
|D|5φορό,μίαφορά. . , voita vez vice . . v| c| s ,έναλλαγή (F)είκω=ύποχωρω
autrefo| sόλλοτε τάνάπαλιν άμοιβαδόν,
( προβλ. vi cari us:
όλλοςάντίόλλου,
νο|νο κυλίω Fελύω,έλύω
358
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
FDNDβάθος,πυθμήν fondo fondo founder Boden fundus=πυθμήν σχοϊνος
pro-fondβαθύς profondo βυθίζομαι έκ τού fun| s (έννοιολ. : μέτρησιςτού
έξ ού: fun| cu| a| re
bοttοmβένθος =σχοινί βάθουςδιόσχοινίου,.
fondementθεμέλιον fondamento fundacίόn foundation Fundament , (άντιδ . φούντο,
fondamenta|θεμε
fondamentale fundamental foundamental Fond φουντάρωΦόντο,
λιώδης Ι found fundamental
fonderίδρύω
fondare fundar (foundress fundi eren
έπίσης: (μέ α' έννοια:
θεμελιώτριαj καταθέτω
κυλίωπρόςτόκάτω,,
fondreτήκω
fondere fundi r Fundgrube
fonder|eχυτήριον
fonderia fundacίόn foundry μεταλλείον
πρβλ. "fondue"
|DNCU5μύκης fungo hongo fungus Schwamm fungus=μύκης σφόγγος(σπόγγος)
( πρβλ. : σφουγγίζω)
|DNTA| N£πηγή
fontana fontana, fountain Fontane fonsκρήνη έκ τού χώνος ¬
fontsκολυμβήθρα
fonte fuente fond χώνη,χοάνη
|DDT0ALL
ΙοοΙ πούς+oa|' Fussbal l πούςy ποδός
σφαίρα πάλλα =σφαίρα (έκ του
πάλλω,βλ. λ. balle
|DHA|Nάλλοδαπός
forestiero forastero foreign fremd fores=θύραι θύραι(έναλλ.τούθ μεΙ)
forsέκτός ΙυΟΓί fuera (ουΙ, έτυμ. (forum όγορά, (κυρίως αύλειαιθύραι,
έξ ού forêtδάσος foresta se|vaδάσος¯ ύστερος, δημ.χώρος, θύρηφιν,έννοια τού °έξω°,
(δηλέξωτήςπόλεως, forestale forestal forest Forst *(forestis s| | νa¯ βλ. καί λ. farouche
forest|erδασοφύλαξ
(τρβλ. θύρασιν= ferester Fbrster * έξωδάσος, ' ύλη. δάσος ( πρβλ. ύλο-
=έξω, τόμος) βλ. λ. "sylvestre"
|DHM£σχήμα forma forma form For m forma=μορφή μορφή, δωρ μορφά.
formerμορφώ, πλάττω formare formar Ι formise for men (διόμέσουτής
forme|τυπικός formal e formal formal for mal έτρουσκικής,
formu|συνταγή formul a formul a formul a For mel τύπος
| n-format|onπληροφο i n-formazione ίn-fοrmacίόn i n-formation I nfor mat i on
form|dab|e¸ ρ ί ακ. Ο.
formi dabi l e (hermoso for mul i eren
con-former
ώραίος, δι ατυπώνω
|DHTδυνατός,farde forte, fardel l o fuerte, fard fort φρούριον Fort φρούρι ον fort|sδυνατός, φόρτος=βαρύ φορτίον
φορτίον
fortaleza φρού force, fortitude εύρωστος Φόρταξ = άχθοφόρος
forceδύναμις
forza fuerza ¸ριον forte fortia (ούδ. πληθ.) φορτικός =κυρίως άρμό-
(πολλά τά παράγωγα)
=δύναμις,κυρίως διος πρός μεταφοράν
π χ fort|f|cat|on
fortificazione fοrtίfίcacίόn fortification πράξειςθάρρους φορτίων,φερτός¬
όχύρωσις
ό δυνάμενος φέρειν
effortπροσπάθεια
sforzo esfuerzo effort
confortsάνέσειςκ. Ο.
conforto (confortare) Komfort
|DHTUN£τύχη
fortuna fortuna fortune Fort una fortuna (τύχη, φέρωΤό φέρον =τύχη
fortu|tτυχαίος ΙΟΓΙυίΙο fortuito fortuitous έκ του fero (πρβλ. συμφορά)
(fortunale di "εί τό φέρον σέ φέρει. . ..
mare =ήτρικυ (άντιδ. : φουρτούνα)
μία,φουρτούνα,
|DUτρελλός
(ρazzo* & (Ιοll =τρελλός, fo| | | s=φούσκα θύλλις (θύλακος άέρος)
fo||eτρέλλα
matto)** (dementia -έτ. mad, ** Ιοοl έκ τού °θολός°, άέρος
fo|àtreφιλοπαίγμων
folia de +mens, foolery μωρία **(Τό matto καί *(Tc ρazzo έκ τού πάθος)
folletto στοιχειό μένος,μανία, (craze παρά mad έκ του
φρων, έκ τού μάταιος=οφρων
κρίσις, μάτη=άφροσύνη
ήλέματος=άνόητος,
|DU£Tμαστίγιον
(fagotto δέσμη, (fagot) fagent fagus=φηγός φηγός, φαγ6ς = δρϋς,
(δρχ σημασία, μικρήόξυ,
Ι fag fagi nus =φήγινος φήγινος 6ξυά
fouetterμαστιγώνω
fugue (μουσ.,
κ.Ο.
|ΟUCUΕ φυγή
fuga fuga (fugacious Fuge όρμός. fuga=φυγή,φυγά φυγήκαί φύζα(Ομ. ;
fougueuxόρμητικός
foga όρμή fogata φευγαλέος, °φούγκα° έκ του fugio, φεύγω Fύγα(έπιγρ.)
fugace φυγάς (fugaz fugacity φεύγω, φυγγάνω
fougasseύπόνομος
καί fuggiasco παροδικός, άστασία (φύζα. έκ του φύγια)
"δεσμά ΦUΥΥάνω" -Αίσχ·
359
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ εκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
|DUL£πλήθος,όχλος fol l a Ιυl l πλήρης Fϋl l e πληθώρα. pl enus =πλήρης
πολύς, πλήρης,
νίΘI πολυς πίμπλημι
(άντιδ. : "φούλ")
|DULDN=γναφεύς, Ιοl l ο ful l ero ful l er Walker ful l o γναφεύς. φαλός = λευκός,
έξ ού foulard λευκαντής φαληρός· φαληριάω
=είμαι λευκός.
(άντιδ. : "φουλάρι")
|DURκλίβανος forno horno Kami n* fermus θερμός θερμός
fourneau κάμινος fornace horni l l o furnace Furni er *κάμινος
fournir χορηγω fornire (hornear) furni sh καπλαμάς
,πρβλ¯φουρνίρω°,
|ΟURCΗΕΠΕδίκρανον fora horca όγχόνη fork Forke forca δίκρανον φόΡKες=xάραKες [H�)
πειρούνι forchetta horcada δικρα Forkette (χάραξ =ράβδος
¸νιά δισχιδής)
πρβλ: Φόρκuς =
=θαλάσσιοςδαίμων,
υίόςτούΠοσειδωνος,
έκφράζειτήνθαλασσο
ταραχή Αναταράσσει
τήνθάλασσα.
Φορκίδες: θυγατέρες
Φόρκυος.
"Πλήν τού Ποσειδωνος, καί
όλους τούς θαλασσίους
δαίμονας τούς παρίστων
τριaι νoφόρoυς. "
- ΓΝ. Πολίτης -Πoραδόσεις
(άντιδ. : φουρκέττα,
φούρκα)
|DUHCDN 1) σκαλιστήρι furgone furgόn fur =κλέπτης
φωρ =κλέπτης
2) σκευοφόρος (έκ τού Φέρω)
fourgonner hurgar
( πρβλ έπ· αύτοΦώρψ)
άναμοχλεύω
|DUHM| μυρμήγκι formica hormiga formication formix-i ci s μύρμηξ, βόρμαξ ,Ησ. , ,
fourmi ller βρίθω formicolare hormi guear μυρμηκίασις =μύρμηξ δρμlκας ,αίολ,
,έξαύτήςτήςρίζης
ή°φορμόλη°,
|DUHHAC£φορβή foraggio forraje fodder Futter μέσψ φραγκ. φορβή =vομή
fourrier σιτιστής ΙυΓί ΘΓΘ ΙυΓΓί ΘΓ ΙυΓΓί ΘΓ Fϋtterer * fοdr-μέ σημασία (άντιδ. : φουρρώ,
fourreau κολεός foraggiare forrajear "animaux errants" φόδρα)
χορτοκοπω =ζωαπλανώμενα
|DURRUR£γούνα fodera forro Futter ύπόρραμ μέσψ βύρσα=έκδαρέv δέρμα
Κ. πολλά παράγωγα °Φόδρα° μα,°Φόδρα° φραγκ. "fodr"
|HAC|L£εϋθραστος fragile, -ίΙΒ fragi l , -idad fragile, -ίΙΥ frango =θραύω ρήγνυμι , ράττω
- ite, τόεϋθραστον θέμα ραγ + F (F)pay-
fragment δείγμα frammento fragmento fragment Fragment φρηξις =ρηξις , Αλκαϊοςì
fraction κλάσμα,κλάσις fragor κρότος fraction Fraktion μερίς. ( πρβλ ραγίζω)
frέΗe άδύναμος κόμμα FράΚΟς, ράκος, Fρωγμή
fracture ρήγμα,κάταγμα frattura fractura fracture (Fraktur fragor =θραύσις,
frayeur πάταγος,φόβος (fratturare) (fracturar) rag ράκος ·Η Γοτθ γραφή, κρότος
K. Q . . fracas, briquet. .. Wrack συντρίμια
ίδίαςρίζης.
franc έλεύθερος franco franco free, frank frank
franchise είλικρίνεια franchezzo franqueo frankness (franki eren)
¸Εκτούfranc - Frank, Franςaίs, °Φράγκοι°
Εννοια.άποσπασθέντες.ρήξαντεςδεσμάκαίάπαλλαγέντεςάπότήςείσφοράςδασμωνj
|HA| 5£φράουλα fragola fresa fraga (F)ρόγα, ράξ, ραγός
|RAÞÞ£Hτύπτω,κτυπω rap κτύπημα Rapier ραπίς μέσψφραγκ ( F) ραπί ζω
=τύπτω,
frappant έκπληκτικός rapt frappant hrappan κτυπώ ραπίς =ράβδος
frappe έκτύπωσις frappa κρόσσι franja fri nge frappieren ρι πή, ράπισμα
έκπλήττω
|R£CAT£φρεγάτα fregata fragata frigate Fregade έ τ
"
ναύς
α
φρακτος
"
,
δηλ μή ώχυρωμέ\η
(άντιδ. : φρεγάτα)
360
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
|P£| Nχαλινός freno freno Bremse freno=χαλινώ φρενόω-φρενω =συνε-
fre|nerτροχοπεδώ frenare enfrenar bremsen frenum, frena, τίζω, συγκρατω, ποιω
pa|efren|erίπποκό- χαλινός. φρόνιμον
·
φρόνις =
μος έννοια: διό τού φρόνησις, φρήν, -ενός
χαλινού συγκρα- "τίθημι φρένα"
τούνται, τιθασσεύ- "κτί
ζ
ω φρένα" (Α
Ι
σχ;
ονται αί φρένες
"ή φρόνησις
,
φορ
ά
ς
τού ίππου. έστί καί ρού
νόησις"
·Πλατ Κρατ·
( άντιδ.: φρένα,
φρενάρω)
|H(V| Hφρικιώ fremo fϋrchten fremoγογγύζω βρέμω=1 ) θορυβω
frém|ssementφρίκη fremito Furcht 2) κραυγάζω
|P£N£5| £φρενίτις frenesia frenesi frenzy Phrenesie phrenes|s φρενίτις
frénét|queφρενιτιώ- frenetico frenetico frantic phrenetisch
[δη ς
|H(H£όδελφός frateIIo hermano* brother Bruder fraterόδελφός φράτωρ.μέλος φρατρίας
fraterne|όδελφικός fraterno brotherIy brϋderΙ ίch άδελφός. έτ πατρίς
fratern|téόδελφό- fraternita hermandad brotherhood Βrϋdergemeί n--
*(τό ίσπ. hermano, έκ τού germen =σπέρμα·
[της, όμόνοια de "Αδελφότον
germen, έκ τού genus =γένος)
con-frèreσuνάδελφoς confraleIIo confrere
|P| A0L£εϋθρυπτος friabiIe friabIe friabIe fr|oθραύω θρύπτω, θραύω
fr|ab|||téτό εϋθρυmον friabίl ita friabi I i dad friabilίty
|H| CA55£Pφρύγω friggere freir τηγανίζω Ι fry fr|goφρύγω φρύγω=ξεροψήνω
fr|casséeψητό (κρέας) fricassea fricase fricassee Frikassee φρυκτός =ψητός
fr|cotκαρύκευμα fricando refrito fricandeau φρύγανον, φρυγανιά
fr|coterκαρυκεύω fricassa fritada (άντιδ. : φρικασσέ)
|H| C| D£ψυχρός frigido frio frigid frigid fr|gusΨύχος, |ρίγος,ψύχος
fr|g|d|téψυχρότης frigidita frialdad frigidity Frigiditat ρίγος
"φρίσσονες όμβρο" Πινδ.
fr|gor|fèreψυγείον frigorifero frigorifico refrigerator Frigidar fr|gus+fero ριγεδανός =ό ψυχρός
fr|g|da|re
H
(frigidezza) (frigorizar) ψυκτήρ ρίγος +φέρω
fr||euxεύαισθ. στό friolero frost πάγος frostig
Ψύχος friera χιονίστρα Frostbeul e
|P|H£τηγανίζω friggere ΙΓθίΓ fry fr|goφρύγω φρύγω
fr|tureτηγάνισμα frittura freidura frying (βλ. καί λ. fricasser)
fr|andλαίμαργος fritto τηγανητός . . . . . (άντιδ. : φριτούρα)
fr|and|se¹ ) λιχουδιό (fritteI I a fritanga fried
2) ζαχ/στείον τηγανίτα)
|H| 55DNρΤγος fremito frigidez frish σκίρτημα Frost fr|ctus,τού Fριγέω-ώ, φρίσσω
fr|ssonnerριγώ fremere enfriar thri I I frostel n fr|geo¯ ριγώ "φρίσσονες όμβροι "
fra|s,fr|squet δροσ. fresco fresco fresh frisch -Πινδ.
fro|dκρύο freddo ΙΓίο frost frisch frigidus =ψυχρός φρικτός, φρίξ, φρίκη
fro|deurψυχρότης, freddezza frialdad frosty frostig ( άντιδ. : φρέσκος)
όδιαφορία
cooI ΚϋhΙ
έκ τού λατ. geI u, όπερ έκ τού
·Ελλην. γέλα =πόχνη,
γελαδρόν =ψυχρόν
|PDVAC£τυρί formaggio queso* cheese* Kase* format|o=μορφή
(όρχικώς formage, έκ τού forma μoρφq, μoρφό
fromager|e formaggi gi o Kaserei (έννοια: γαλακτερό (βλ. λ. forme)
τυροκομειον ( Προφανώς έξ μέ στερεό μορφή) * έκ τού "caseum
αύτού τό κασέρι) formaticum" δηλ. τυρός
"φορμαρισμένος". Τό
*caseum έκ τού κεάζω
=κόπτω, δηλ. κόπτεται
ώς στερεόν.
|PDND£σφενδόνη fionda honda front Fronde funda=σφενδό- σφενδόνη ( ·Ομ.)
(όρχ. fonde, (hondero) νη, δι" έκπτώσεως σφεδανός =όρμητικός
fronderσφενδονίζω τοϋ σ.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
FHDNTμέτωπον
fronta|μετωπικός
front|èreσύνορον,
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
fronte
frontale
frontiera
(frontone
μετόπηj
fronteggiare
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
frente
frontal
frontera
frοntόn
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
front
frontal
frontier
(frontage
πρόσοψιςj
frown
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Front
frontal
(& Sti rn,
έκ τού °στέρνον°j
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ
361
έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
frons-ntis =μέτω έκ τού φροντ
ί
ς
πον, (έννοιολ. : τό μέτωπονέκλαβάνεταιωςο
καθρέπτηςτών συναισθη
μάτων ( Πρβλ. συνοφρυω
μένος,έμφροντιςj
μεθόριος
fronta| |erσυνοριακός
con-fronterάντιμετω
affronter κ.ο. ¸πίζω
afrontar
συνοφρύωσις konfrontieren
affront**
cum +frons
** (Τόaf-tK
τού ad ..
συμ-φροντίζω
όπερ εκ τού όντα *
έναντι)
FHU|Tκαρπός
fru|ter|eόπωροπωλείον
fructueuxκαρποφόρος
κ.ο. παράγ. & σύνθ.
|U| Hφεύγω
fu|teφυγή
fuyard, fug|t|fφυγάς
fugaceέφήμερος
καί fut||eούτιδανός
re-fugeκαταφύγιον
|ULCUHAT|DNάστραπή
fur|gurantκεραυνοβό
¸λοςκλπ.
της ΙδΙας οίκογενεΙας:
frutto, -a fruto
fruttiera fruteria
fruttuoso fructuoso
frutteto φυτεία (huerto
fuggire
fuga
fuggitivo
fugace
futi l e
rifugio
έτ. χόρτοςj
fugarse
fuga
fugitivo
fugaz
futil
refugio
προσβάλλω
fruit
fruiterer
(fructify
καρποφορώj
fugue (μουσ;
fugitive
fugacious
futil e
refuge
fulgore λάμψις ful gor λάμψις ful gency
fulgido ful gurar λάμπω λάμψις
φωτεινός ful gent
fu| m| nerκεραυνοβολώ ful mi nare ful mi nar
(fulmί nacί όn
κεραύνωσις)
ful mi nante
ful mi nico
ful mi nate
(ful mi nation
έκπυρσοκρότη
σιςj
ful mi nating
(ful minatory)
fu| m| nat|onέκπυρσο (ful mi ne
¸κρότησις κεραυνόςj
fu| m| nantκεραυνοβόλος ful minante
fu| m| n|queκαπνώδης & ful mi neo
(κ. α. )
|UM£Hκαπνίζω
fuméeκαπνός
fumeuxκαπνώδης
fumare
fumo
fumatore
fumar
humo
fumador
Ι fume
fume
fumous
(+smoke*)
smoking
Frucht
fruchtbar
(fruchten
συμφέρω)
fl i ehen
Fl ucht
fl ϋchtί g
Fl ϋchtl ί ng
φυγάς
fruorκαρπούμαι
fructum καρπός
fug|o=φεύγω
fuga=φυγή,φυγό
ful guratio
έκ τού fu|geo=
=φλέγω
ful men, κεραυνός,
έκ τού ful gi men
dampfen fumus=τύφος,
Dampf άτμός καπνός
(schmauchen)*
βρύω =είμαι πλήρης,
κατάφυτος
"βρύω έλαίας"
''ρύω άμπέλοu'"
πρβλ. : βρύον, έμ-βρυον:
ό καρπός της κοιλίας.
"βρύτεα": τά στέμφυλα.
(άντιδ.: φροΟτο,
φρουτιέρα)
φεύγω, φuγγόνω
φυγη καί φύζα, φυγάς
"Φύζαν έμβάλλω" Όμ ο 62
φύζα: έκ τού φύγια
(βλ. +λ. "fougue")
έκφούγιν =καταφύγιον
φλέγω, φλεγέθω
(βλ. καί λέξεις flagrand,
flambe, fl amme)
θύμος, θύμον, πρός
καύσιν έπί τοΟ βωμού.
θύω =καπνίζω, άτμίζω,
φυσάω
* Τό άγγλικό "smoke", καπνίζω,καί τό
γερμ. "schmauchen" έκ τού σμύχω=
=καίωβραδέως
πρβλ. θυμιάω, θυμιατίζω,
θυμίαμα. Κατά την
καΟσιν τοΟ προσφερο
μένου, παράγεται
"καπνός".
|UNAM0UL£σχοινο funambolo
¸βάτης
fun| cu| a| reσχοινικός funicolare
funeσχοινίον fune σχοινι
|UN£0H£πένθιμος
funéra|||esκηδεία
funéra|reέπικήδειος
funesteόλέθριος
Κ.α. όπω défuntμακαρί
¸της
|UH£UHμανία
fur|e
fur|euxμαινόμενος
fur|bondμανιώδης
funebre
funerale
funereo
funesto
furore
furia
furioso
furibondo
funambulo
fύni cular
(cuerda
fύnebre
funeral
funerario
funesto
furor
furia
furioso
furibundo
funambulist
funi cul ar
cord)* έκ τού
°χορδή°
funeral
fury
furious
funeral
πένθιμος
Furore κρότος
Furi e Μαινάς
fun| s=σχοίνος,
+ ambu| | o=
άμπολέω
funebris νεκρικός
funeralia κηδεία
funus=νεκρός
(έννοιολ. : νεκρός.
αί τί α θανάτου, ό
φόνοςj
σχοϊνος, σχοινι
όνο + πολώ, πέλω
βλ. λ. ambul l ant
funus, έκ τού φόνος
φένω =φονεύω
furo=μαίνομαι θ
οuρώ =έφορμώ
( συνήθης έναλ· θούρος =όρμητικός,
λαγήτούθ¬φ, . θούριος "θoιρoς"Aρης":
μαινόμενος 'Άρης
(άντιδ. : φούρια)
362
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
|UHT|| λαθραίος, furtivo furtivo furtive furt|vus φώρι ος, φωρίδιος ¬
κρυφός hurto =κλοπιμαίος κλοπιμαίος
καί:
κλοπιμαίον έκ του fur¯ φώρ =κλέπτης
furet ίκτίς, νuφίτσα furetto fui na ferret κλέπτης φωρά =κλοπη
fureterέρεcνώ furare hurtar κλέβω ( πρβλ. "έπ· αύτοφώρψ")
furonc|eδοθιην foruncolo fοrύncοlο furuncl e Furunkel (fur + 6νυξ) ¯ έννοια: "κλέβει" τούς
χυμοUς τού σώματος
|UTUH μέλλων futuro futuro future Futurum feo φύω, φυτώρι
ον
futur|sme futurismo futuri smo futuri smus Futuri smus έννοια: 6 "μέλλων" είναι
6 άναφυόμενος, ό μέλ-
λων νά ύπάρξη.
( άντιδ. : φουτουρισμός -
κuριολ. "μελλοντισμός").
Ι
'
Ι
Ü
ι
Ι
Ι
Grammai re
Geometrie
Geographi e
Gymnase
365
«Τόότιεμεϊς οί Γερμανοίδιακρίνουμε τό ρήμακαίτό ουσιαστικόν, τίςκλίσεις καίτίςεγκλίσεις,
καί διαπιστώνουμε Τnν ϋπαρξι Νόμων, είναι γιατί τά παραλαμβάνουμε άπό τους Ρωμαίους, οί δε
Ρωμαϊοιτά παρέλαβονδουλικώςάπότους Έλληνες.
Άπό τουςΈλληνες προέρχονται οί όροι όνομαστκή, γενική, δοτική, προστακτική, παρακείμε
νος, έπίρρημα, άντωνυμία κ. λπ, τής γ ρ α μ μ α τ ι κ η ς » ,
ΤΕΟΝΤΟΡΜΠΕΡΤ
« . . . Όλος ό κόσμος έχει διαπερασθή άπό τό ΕΛΛΗΝΙ ΚΟ Δεν υπάρχει πολιτισμένη γλώσσα,
εκτός άπό την Κινεζική, στην όποία τά πιό βασικά πράγματα τής πνευματικής ζωής νά μην εκφρά·
ζονταιμε ελληνικες λέξεις, χωρίς καννάυπάρχουναυτες οίέννοιες μεάλλεςλέξειςσ αυτεςτίς
γλώσσες. Θέατρο, δρόμα, ταγtδία, Kωμtδία, ποίηση, λυρική, ήθική, φιλοσοφία, πολι τική, δημο
κρατία, μουσείο, γ υ μ ν ά σ ι ο . δενέχουν στίς ευρωπαικεςγλώσσες άντίστοιχες, που σημαίνει ότι
αυτες οί έννοιες δεν υπήρχαν στη συνείδησητώνλαών.. , Παντού είναι παρόντες οί ·Έλληνες . . . »
ΛαυρέντιςΓκεμερέυ
¨ΉΔύση τηςΔύσης¨(έκδ ΠΑΠΑΖΗΣΗ)
« ο ΆριστοΦάνης εκ Βυζαντίου εν τη Άλεξανδρείζ εσπούδαζε την έλληνιικην γλώσσαν καί περί
τής Γραμματικης έγραψενοtας θεωρίας καίτοσαύτας, ωστε νύν τόν δημιουργόν τής Γραμματικής
είναιλέγομεν» .
Feder/co Sagredo
·ΠρακτικάΒ' Παγκοσμ. Γλωσσ. ΣυνεδρίουΚαβάλας· I993
«τηνμελέτηντής Γραμματικης ουδείςεθεράπευενεΙςτην Ρώμην. . Ό πρώτοςό όποϊοςείσήγα·
γεμελέτην Γραμματικήςείςαυτηντηνπόλιν υπήρξεν ό ·έλλην· Κράτηςό Μαλλώτης . »
Σουετώνιος· ΠερίΓραμματικών
« Η μελέτη τής Ρητορι κής εί σήχθη εί ς την πόλι ν μας όπως άκρι βώς καί η Γραμματι κ ή .
Μετέφραζανέργαέλληνικά. ήσκούντοκατάτόντρόποντώνΈλλήνων. . .
>
Σουετώνιος· ΠερίΡητόρων
«Αλέξανδρος, τρισμυρίους παϊδας Περσώνέπιλεξάμενος, έκέλευσεγράμματα μανθάνειν
έλληνι κά. »
Πλούταρχος
«'Αγεωμέτρητος μηδείςείσίτω. » Πλάτων
¨Ή γεωγραφία μίμησις εστί διαγραΦής τού κατειλημμένου τής γής μέρους . . καΙ διαφέρει τής
χωρογραφίας επειδη αϋτη μέν, άποτεμνομένη, τους κατά μέρος τόπους. . εκτίθεται..
ΚλαύδιοςΠτολεμαιοςΑ` I
367
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CA9AHH£φορτηγίς gabarra gabarra Krabbe κάραβος · · . . . κάραβος(όστρακό-
δερμον) βυζαντ. είδος
πλοίου, "καράβι".
CA||£άρπάγη.γκάφφα gaffe gafas gaff κάμαξ Gei er γύψ gausapa γαυσός,γαύσος(αιΌλ. )
gafferγαντζώνω γυαλιάήλίου γυαλιάήλίου =κυρτός. γαυσάομαι
gaffeur°γκαφατζής¨ =κυρτοΟμαι
(άντιδ. : γκάφα,
γκαφατζής)
CAC£ένέχυρον gaggio gaje άντιμισθία gage έγγύησις Gage άναμισθία μέσψ τού φραγκ. γυίον.μέλος σώματος
gager|eκατάσχεσις (sequestro* secuestro*) wett έξοΦλώ wad| , πού σημαί- έγγύη. ένέχυρον τιθέ-
gageureένέχυρον, Wette στοίχημα νειμέλοςσώματος μενον είς την χείρα
στοίχημα Gei sel όμηρος τινός ώς άσΦάλεια,
gag|steένεχυρούχος, ingaggio engaging ώς έγγύησις.
μισθωτός στρατολογία έπαγωγός (* βλ. λ. "suivre")
κσί engagerένεχυριάζω i ngaggiare engage
CACN£Hκερδίζω guadagnare ganar gain gewinnen γάνυμαι,γαίω, =χαίρω
(& παράγ.) γάνος = χαρά
"λάφυρα
,
άρχα
ί
ον
γάνος"
(Αίσχ. Ά
γ. 579)
CA|εύθυμος gaio gozoso gay Gaukelei gaudeo =χαίρο γαίω,γηθέω =χαίρω
ga|etéφαιδρότηςΚ.δ. gaiezza gozo gaiety γοητεία ¸μαι "γηθέω κατά θυμόν"
γήθος =χαρά
(βλ. & λ. "joie"
CALAέορτή gala gala gala Gal a μέσψ τού φραγκ. άγάλλω.χαίρω, τιμώ,
ga|antφιλόφρων galante gal an(te) galanty galant ga|e τέρπομαι
ga|anter|eφιλοφροσύνη gal anteria gal anteria gallantry Galanterie άγαλλητός, άγαλλα-
κσί ré-ga|τρις,¨ρεγάλο¨
Galan έραστής τός, άγαλλίασις.
Κ. δ . . .
(άντιδ. : "ρεγάλο")
"soiree de gala",
κυριολεκτικώς "έσπερίς
άγαλλιάσεως"
Λέξεις μέ α' σuνθ. GALA . . .
γάλα
ga|act|te galattite galactites galactite ga|act|t|s γαλακτίτης
g|actose (galattoforo) galactosa galactose
γαλάκτωσις
ga|actomètre galattometro galactometro lactometer γαλακτόμετρον
ga|actophag|eΚ.δ. galattofago gal actofago galactophagist γαλακτοφαγία
ga|ax|eγαλαξίας galassia ( & galaxia (& galaxy Galaxie ga|ax|as γαλαξίας(έτ. άπό τό
via lattea) via lactea)
γάλα τοΟ μαστοΟ τής
CAL(N£γαλήνη
θεός ' Ήρας)
gal ena gal ena gal ena γαλήνη
CALEH£γαλέρα gal era gal era galley Gal eere γαλέα. είδος μικροΟ
(βυζαντινής προελεύσεως) gal eotto καπετ galeoto
ίχθύος
ga|ér|enκατάδικος galere φυλακή Galeerensklave (Άπότίςκινήσειςαύτού
τούίχθύος,έπήρετό
όνομάτουτόπλοίον,
(άντδ. : γαλέρα,
γαλεότος)
CAL£Tχαλίκι μέσψ τού φραγκ. χάλιξ
ga|etteπήττα gal etta ga| =χάλιξ (άντδ. : γαλέτα)
CAL£TA3ύπερψον
Πύργος τοΟ Γαλατά
(du nom dela tour Galata a Constantinople)
είς Κων/πολιν.
CAL|VAT|A3άσυναρτη·
galimatias galimatias
¡ ) baI iemati a 1) βαλλημάτιον,
¸σίες
=χοροί ή βάλλημα (βλ. λ. bal)
2) baIIemathia ¯; βαλλισμός+μανθάνω
=°βαλλημαθία°
CALL|NAC£5 gal l i naceo gaIIinaceo gal l i naceous
ga||us=άλέκτωρ κάλλαιον=τό λειρί καί
άλεκτοροειδή gallo, gal l i na όρνιθοειδής
gal l i na όρνις τά ούραία πτερά τοΟ
ga| | | neόρνις
gaI I o, gaI I i na
gaI I aruza:
(gal l ant)
άλέκτορος
'δίας οίκοΥ. : ga| | | ard'
gagliardo
έπανωφόριμέ κάλλεατάπτεράτού
τολμηρός,αύθάδης.
κουκούλα κόκκοραμέτάμεταβαλλό
όρμητικός, παλληκαράς
ώσάνκάλλαιον
μεναχρώματάτους,έκ τού
ga|onδιακοσμσειρήτι,
gal l one
(λειρί,
gaIIoon
κάλαίς=πολύτλίθοςπρα
gaIIardo
σι νοκυανούς* ( πρβλ.
γαλόνι
galon
¨κόκκορας°,χαρατηρισμός
παλληκαρα,. (άντδ. γαλόνι,
368
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CALLDNγαλλόνι gal l one gal l on ga| |eta,ga|ea γαυλός=μέγα δοχείον
(μετρ. χωρητ. ύγρών) γάλακτος ''Υαuλοί τ
σκαφίδες τε" Όδ ι, 223
(άντιδ. : "γαλλόνι")
CALDCM£πηλοβατίς galoscia galocha galoche Gal osche ga|op|a καλόπους (καλον¬
(γαλότσα, =ξΟλον +ποΟς)
δηλ. ξυλοπάπουτσο
πρβλ. καλαπόδι
(άντιδ.: γαλότσα)
CALDÞ£Hκαλπάζω
galoppare galopar Ι gallop gal oppieren μέσψ φρσγκ. καρπάλιμος=ταχύς
(κλπ. πσράγ.)
laufen τρέχω h| aupan (έκ τού κάρα +πάλλω)
κάλπηςδρόμος =άγών
ίπποδρομίας
CAV9AD£χοροπήδημα
gambada gambeta gambol (Gamasche έκ τού ίτσλ. όπερ έκ τού καμπη·
gambaderχοροπηδώ
(gambal e gambetear σκίρτημα περικνημίς, gamba=κνήμη δωρ. καμπά·
gamb|erείδοςέργα
περικνημίς, Ι gambol
¸λείου gambetto gambito
τρικλοποδιά
CAV(T£σύζυγος gamete Λέξεις μέ σ' +β' gamete (Βιολ.; . . . . . γαμέτης,γάμος
σuνθ. "gamo":
endogami a,
pol i gamo κλπ.
CAV|Nάγυιόπαις,
gami n χαμάνδι .έπί τοΟ
άλητάκι.°χαμίνι° έδάφους "χαμ/τις αμπε-
λος": ή χαμαί κειμένη
CAVV£μουσκλίμαξ gamma gama gamma, ΆπότόΓ, τό3oνγράμμα
καίγενικώςκλίμαξ
gammaute gamut τούέλλην Άλφαβήτου.
gammée χειρουργικόν gammadion Γάμμα, ώνόμασε ό
έργαλείον σβάστικα, G. d' Arezzo τόντό,
σχήματοςΓ γαμμάδιον σύμφωνα με τήν όνομα-
σία πού έδινε ό Πυθα-
γόρας στήν νότα σόλο
CANACM£1) γνάθος ganascia (quijada γνάθος(ΣτηνΠολυ
2) νωθρός ¸ίππου
σιαγών έτ. κάμψα¦ νησίαngau =δάκνω,
μασώ, τρίζω όδόντας) .
CANCL|DN γάγγλιον gangl i o gangl i o gangl i on Gangl i on γάγγλιον
CANCHEN£γάγγραινα
cancrena gangrena gangrene Gangrana gangraena γάγγραινα
gangreneuxγαγγραι
cancrenoso gangrenoso gangrenous έκ τού γράω =τρώγω
Ινώδης
CΑHςΟΝάγόρι
garzone barόn garςοn μέσιρ γσλστ. |άρσην, γάρσην=αρσεν
garςοnnίèreοίΚάγά
gwas=νέος Fάρρης,γάρρης=αρρην
garsπαλληκάρι ¸μου
(Ησύχιος;
'Εξ σύτού κσί διά
Fάρρης=αρσην,
πσρσφθορός- νassa|,
άρσενικός
νa|et ύπηρέτης
(άντιδ.: γκαρσόν,
γκαρσονιέρα)
CAHD£φρουρά
guardia guarda guard, ward Warte (μέσψ φρσγκ. |ερύω=διασώζω
garderδιαφυλάττω
guardare guardar Ι ward wahren warjan σχέσις καί με έΦόρώ·
gard|enφύλαξ
guardiano guardian guardian Warter πρβλ. βαρδιάνος, (βλ. κσί λ. guerir, garer)
Κ. δ. πολλά πσράγ. κσί
(warn προει (Wahrung (άντιδ. : βάρδια, βάρδα!
σύνθ. όπως: re-garder
δοποιώ, διατήρησις) γκαρνταρόμπα)
κυττάζω
garde-robeίματιοθήκη
ίδ. οίκογ. garantie
garanzia garantia guarantee Gewahr
έγγύησις
CAH£H. ύποστεγάζω,
garage (ware (wahren έκ τού νereor όπερ, έκ τού δρομαι=
προσορμίζω(έκ τού
έμπορεύματα, διαφυλάττω, εύλαβούμαι, =έπιτηρώ φυλάττω,
γερμσν. wahren) έξ ού
(steward φυλάττω έκ τού (Fορώ)
garage(κυριολ.
garage garage
ύπηρέτης Fόρος =ούρος =φύλαξ
χώροςπροστασίας,
°ίσταταικαί
gare σταθμός
έφορδ°,
369
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CAN5£σειρήτι gancio gancho (Tresse*) άπ' εύθείας έκ τού: γαμψός(* έκ τού τριχιά,
gansetteγαίτανάκι ογκιστρον gauchudo (άντιδ.: γάντζος,
τρέσσα)
CARCAR| 5M£γαργάρα gargarismo gargara gargle gurgel n gargar|sma γαργάρα
Λέξεις μέ α' σuνθ.
CA5T£R . . γαστήρ
π. χ. gastr|que gastrico gastrico gastric gastrisch γαστρικός
gastr|te gastrite gastritis gastritis Gastritis γαστρίτις
gastroentér|te gastroenterico gastroenteritis gastroenteritis (Gastrokritiker) γαστροεντερίτις
gastro|og|e gastrologia gastrologia gastrology γαστρολογία
gastronom|eκλπ gastronomi a gastronomia gastronomy Gastronomie γαστρονομία
CAT£AUγλύκισμα Wastil τροφή Wastel μέσψ φραγκικού πάστη(βλ. & λ. "pate")
(παλ. άγγλοσα- wastί|=τροφή
ξων.)
CAUL£κάλαμος (bacchiare ¬ ca| amus κάλαμος(βλ. & λ.
gau| erραβδίζω ραβδίζω,έκ τού "chaume")
βακτηρία,
CAZφωταέριον gas gas gas Gas χάος
gazeuxάεριοΟχος gasoso gaseoso gaseous gashaltig (άντιδ.: γκαζόζα, γκάζι
*gazo| | ne gazol i na gasolina gasoline γκαζολίνη)
gazogèneάεριογόνος gasogeno gasogene gaserzeugend * (χάος +ελαιον)
κο . (gape χάσκω, (Chaos)
χασμώμαι,
CA2£TT£έφημερίς gazzetta gazette (μέσψ βυζαντ. γάζα= θησαυρός
έφημερίς (gazetteer: λεξιλογ.) (ΘεόΦρ,
(άπότόόνομα γεωγρ.λεξικόν,
Βενετσιάνικης
έφημερίδος,
CΕΑΝΤ γίγας gigante gigante giant Gigant g| gas-gigantis γίγας,γίγαντος
g|gantesqueγιγαντιαΤος gigantesco gigantesco gigantic gigantisch (έτυμ. γίγνομαι)
g|gant|smeγιγαντι giganteo (Gigantomanie)
¸σμός
C£| NDR£μεμψιμοιρώ gemere gi motear gemoστενάζω γέμω =είμαι φορτωμέ-
gém| rστενάζω (gemente) gemi r
[νος, βρίθω
ge|gnardγκρινιάρης (gemito (gemido)
στεναγμός, gi moteo κλάψα
C£Lπαγετός(+ge|ée, gelo hi el o (gelly) ge|u=κρύος -''γέλα''την πάχνη ν οί
gê|erπαγώνω gelare helar ίδίαςρίζης, Kalt Σικελοί"
,
Στέφ. Βcζ.
gé|at|neπηκτή (κλπ.) gelatina cool, gelatine γελανδρόν=ψυχρόν
gelato παγωτό helado παγωτό
(Ήσύχ.,
(άντιδ. : ζελατίνα, ζελέ)
C£M£AUXδίδυμοι(ζωδ; gemel l i gemel o Gemi ni gemel l us δίδυμος γέμος =βάρος, φορ-
gemmeπολύτ.λίθος gemma gema gem gemma. α' σημα- [τίον
gemmerβλαστάνωΚ. δ. σία, βλαστός γέμω =είμαι πλήρης
δένδρου
C£NC| V£=ούλα gengiva enci a gums Ki nn πηγούνι g|va καί μέ άναδι- γένυς=γνάθος
κλπ. παράγωγα . . . πλασμόν gi n-giva
C£N£ALDC|£γενεαλο genealogia genealogia genealogy Geneal ogi e genea|og|a γενεαλογία
généa|og|que ¸γία geneal ogi co genealόgίcο genealogical genealogisch γενεαλογικός
C£NR£γένος genere genero gender Genre είδος, genusγένος γένος
généra| στρατηγός generale general general General ¸γένος
généra|ementγενικώς general mente general mente generaly (Genetik γενετική,
généra||serγενικεύω generalizzare generalizar generalize generalisieren
généra||téγενικότης generalizzazio generalidad general ity
congénèreσυγγενής congenere [ne (homogeneo) Generator (μηχ, cum+genus σ
υ
ν +γένος, συγγενης
générat|onγενεά generazione generacίόn generation Generation generatio γένεσις γενετήριος, γενετηρ
générateurγεννητικός generatore generador generator (generi eren παρ
générat|f
generativo generativo generative Schwager ¸άγω
καί.gendreγαμβρός geneto yerno (Ι generate) (Genosse γενέτωρ
engendrerπαράγω i ngenerare engendrar engendrer σύντροφος, i n + genus έν +γένος
370 ~
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
dégénérer έκφυλίζω degenerare degenerar degenerate
Κ.α. παράγωγα καί σύνθ.
άκόμη:
généreuxγενναίος generoso generoso generolls (Genuss generosus
généros|té ·· οδωρία generosita generosidad generosity άπόλαυσις, generositas
génér|queγενικός generico generico generic
gén|t|fήγενπτώσις genitivo genitivo genitive Geniti f
gent||εύγενής genti l e henti l genteel genug ίκανός
généth| |aque Uaunty ζωηρός, genethl i acus γενεθλιακός
Κ.α. πολλά . . .
C£N(3£γένεσις genesi genesi s genesi s Genesi s γένεσις
(βιβλ ,,παραγωγή
genitori γονείς γεννήτορες, γενέτορες
génét|queγενετικός genetico genetico genetic genetisch γενετικός
Κ . α . . .
C£N| £πνεύμα,εύφυΙα genio geni o geni us Geni e gen|usδαίμων, γνήσιος,γενητός.
gén| a| πνευματώδης geni al e geni al geni us geni al έκ τού gens ό λαβων άρχήν
Κ.α. παράγ. καί σύνθ.
ji nn, ji nni ,djinn =γένος γένος(άντιδ. : τζίνι)
C£NDC| D£γενοκτονία genocidio genocidio genocide γένος+καίνω=κτείνω,
φονεύω
C£NDUγόνυ ginocchio (rodil l a)* Knee Kni e genu=γόνυ γόνυ, γεύνα=γόνατα
s' agenou|||erγονα s'inginocchiare (arrodil l arse)* Ι Kneel . . Kni en (* έκ τού ρuτός=έλκυστός)
¸τίζω
C£N3οίόνθρωποι gente gente gens gentry άστοί gens=genus γένος, γενεά,γένη
gendarmeχωρσφύλαξ gendarme gendarme gendarme Gendarm
(έτ. gent d'armes βλ. kiIld γένος Kind παιδίον
καί λέξι arme)Κ.α . . ki n συγγενής
C£NTέθνος,φυλή gente gentio πλήθος genti l e έθνικός Genus gens ώς ανω
gent||εύγενής, άβρός genti l e gentil genteel edel γενέτης, γενέθλιος
gent|| | esseεύγένεια gentilezza gentileza gentility Edel mut
gent||hommeεύπα genti l uomo genti l hombre gentl eman Ede! man γεννήτορες
¸τρίδης (κ. α. )
geni tori γονείς
Λέξεις μέ α' αuνθ. GEO ..
γq, γαία
πχ géocentr| que geocentrico geocentrico geocentric γεωκεντρικός
géodés|e geodesia geodesia geodesy Gedasie γεωδαισία
géograph|e geografia geografia geography Geographie γεωγραφία
géo|og|e geol ogia geologia geology Geologie γεωλογία
géométr|e geomentria geometria geometry Geometrie γεωμετρία
géophys|que geofisica geofisica geophysics Geophysik γεωφυσικη
géotherm|e geotermica (geΟΡόnίca) (Cau=νομός, γεωθερμία
géoh|sto|re
geomorfologia περιΦέρεια,
géomorpho|og|e
Κ. α . . .
C£DL£φυλακή
(arcere φυλακή (galera φυλακή gaol (Loch φυλακή caveo| a, έκ τού κώος=κοίλωμα
géô||erδεσμοφύλαξ
έκ τού έρκος, βλ. λ. "galere" gaol er) έκ τού λόχμη= cavus=κοίλος άρχικώς κοFος, κώFος.
φωλεά,
C£HC£Hσχίζω,σκάζω (ragada) charaxo=χαράσ χαράσσω
gerςureραγάς
¸σω
C£H£Hδιοικώ
gero,fero φέρω
géranceδιαχείρησις
κλπ. σύνθετα . .
C£HVA| Nάδελφός germano hermano german gero=Φέρω, φέρω
germer βλαστάνω
germi nare germinar βλαστικός έξούgermen (έννοια: φέρω είς τόν
germeσπέρμα
germe germen germi nate, =σπέρμα κόσμον)
gérond|f°γερούνδιον° gerundio germ, gerund
C£HDNTDLDC|£
gerontologia gerontologia gerontology Gerontologie γεροντολογία
gérontocrat|e
gerontocrazia gerontocracy Gerontokrat γεροντοκρατία
géronte,géront|sme
geriatria
κα.
C£3T£χειρονομία gesto gesto gesture Geste gero=φέρω φέρω
gestat|onκυοφορία
gestazione gestacίόn gestation Συχνάτόέλλην.
gest|onδιαχείρησις
gestione gestίόn (gesture °Φ°είςτηνλατινικήν
χειρονομία, παρίσταταιδιάτού
"g"
Π χνίφω-ni ngo
371
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
C| 00£UXκυφός gibboso jorobado gi bbous g| bbus=ύβός κυφός, έκ τού κύπτω
g| bbos|téκυφότης gibbosita joroba gibbosity ύβος =καμπούρωμα
C| LΕΤγιλέκι gi l e j i leco cloak χλαμύς (Weste έτυμ. λόκκη, λόκη,λέκκη,
g| |et|erράπτης έσθής, λόκμη =έπενδύτης,
χλαμύς
κολόβιον =χιτωνίσκος
(Ήσύχ ,
(άντι
δ
. , γιλέκο, ζιλέ)
C| HAT|DNκυκλικήκίνη gi rare γυρίζω girar gi rd περιζώνω gi ri eren gyrare-γυρίζω γυρίζω
¸σις gi ro (Gi ro γύρος
g| rato|reκυκλικός gi rata γύρος (gi ratorio girder στεφάνη όπισθογράφησις)
g| rando|eπολύφωτον girandola περιστροφικός,
g| rouetteάνεμοδείκτης gi rel l a gi rasol όνθος
C| HD|L£γαρύφαλλον garofano clavel cl ove caryophy||on καρυόφυλλον
C|TANτσιγγάνος, zi ngaro gitano gi psy** Zi gener έκ τού έλλην. άθίγγανος,
άθίγγανος* άτσίγγανος ¬
* Έτυμολογικώςέκτούα,στερητ,+θιγγάνω=έγγίζω.αίτήναίρεσινταύτηνέχοντες.ουδένπαρόλλου
Αίγύπτιος -'γύφτος**
λαμβάνουσι,μήθέλοντεςπροσεγγίσαι°. Λεξ Li ddell -Scott-
CLAC£πάγος,κάτο ghiaccio hi el o gl ass ύαλος Glass g|ac|es ϋαλος,ϋελος
¸πτρον gl assi ness, Glaser κρύσταλλος (έκ τού ϋω=βρέχω' δηλ.
g|acerκρυσταλλώ ghiacciare hel ar -ώδης ύαλοποιός ge|u χιών άρχικώς. στογώνβροχής
g| açureύαλοβερνίκωμα gl aci al παγω gl asί erenστιλβώ θαλάσσης,άλός,διάτήν
g|assποτήριον,ύαλικόν ¸μένος όμοιότητα ,
καί.g| |sserόλισθαίνω gl aci er Glatze φαλάκρα
Κ.δ. πολλά . . . παγετών
glad glatt λείος
χαρούμενος
CLAD|AT£UHμονομά gladiatore gl adiador gladiator Gladiator g|ad|es=μάχαιρα κλαδάω=σείω, έπισείω
¸χος (gladiatorio) (gladiolo Gladi ol e , συγγενές. cl ades κλάω=κόπτω, τσακίζω
g| aϊeu|σπαθόχορτο σπαëάκι) =όλεθροςπολέμου, (άντιδ. , γλαδιόλες)
g|a|veρομφαία
CLANDβάλανος ghi ando bal ano banacl e g|ansβάλανος βάλανος,έκ τού βάλλω
g|andeάδήν Κ.δ. gl andul a gl andul a gl and
CLAUDU£γλαυκός gl auco glauco glaucous g|aucus γλαυκός
g|aucomeγλαύκωμα gl aucoma gl aucoma gl aucoma Gl aukom
CLD| H£δόξα gl ori a gl ori a glory Glorie g|οrί =κλέος. δόξα κλέος
g|or|euxένδοξος glorioso glorioso glorious glorreich ("pro c, "g" Ιitera" άγλαας =λαμπρας
g|or|f|erδοξάζω gl orificare gl orificar Ι gl orify δηλ άντίτούc, άγλάισμα: κόσμημα,
κaί g| or|etteμικρόδωμ (gloriuzza gl orieta (gloss γράμμαg, τιμή.
(έκ τού ίσπaν.) φιλοδοξία, λαμπρότης,
CLD5£έρμηνεία, glossa glose gloss Gl osse g|o(s)sa=γλώσσα γλώσσα,γλωσσάριον
σχόλιον
g|oserσχολιάζω glossare glosar (glossarist glossieren
σχολιαστής,
g|ossa|reγλωσσάριον glossario glosario glossary Glossar
g| otteγλωττίς glottide glotis glottis γλωσσìς
ép|g|otteέπιγλωττίς epi gl otta epigl otis epi glottis Epi gl ottίs έπιγλωττίς
GLOUSSER κλώζω
chiocciare cl οquear κρεμώ Ι cl uck gl ucken g|oc|o κλώζω κλώζω
g|oussementκλωγμός
chioccia cloqueo cl ucki ng Gl ucken κλωγμας =φωνή όρνί-
CLUίξός
θων
g| uant,g| ut|neux gl uti noso agl uti nante gl ue κόλλα
Kl ei ster κόλλα g|us γλοιός
γλοιός=πάσα
γλοιώδης gl ui sh
(gleiten
κολλώδης ούσία,
g| utenάλευρόκολλα gl utί ne gl uten gl uten
όλισθηρός,
¨γλ|ττόν'.
dé-g|ut|nerάποκολλώ (ag-glutinare) degl uti nar gluti nate
kl ei stern κολλώ
Λέξεις μέ α' συνθ.
κολλώ
CLU (Y,C. «
γλυκ. . . γλευκ. . .
Π χ g| ucoseγλυκόζη glicosio gl ucosa glucose Glykose
γλυκόζη
g|yc|neγλυκίνt; gl i ci ne gl i ci na gl uci na
γλυκίνη
372
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
g|ycosur|e gl i cemi a gl ucosuri a, sugardiabetes Zucker . . . (γλυκ+ούρον) σακχα-
ζαχαροδιαβήτης
gl ucemi a glycerine (έκ τού σάκχαρις) ροδιαβήτης γλυκαιμία
g|ycér|neκ Ω gl i ceri na gl i ceri na Gl yzerin γλυκερίνη
(άντιδ. : γλυσίνα)
CLYÞT|DU£γλυπτική gl ittica gl i ptica glyptic Gl yptik γλυπτι κός, γλυπτική
g|yptothèque gl ittoteca glyptotheca Gl yptothek γλυπτοθήκη (γλύφω=
σκαλίζω)
CNDV| DU£γνωμικός, gnomico gnomi co gnomi c γνωμικός
άποφθεγματικός
ο ΟροςπλασθείςάπότόνΠαράκελσο,άπότήνλ ΓΝΩΜΗ
gnome=στοιχειό,
gnomo gnomo gnome
δαιμόνιο,γνώσις
CNDVDNγνώμων gnomone gnomon γνώμων
,ήλιακόνώρολόγιον,
CND3£γνώσις gnosi (pro-gnosis) gnosi s gnos|s γνώσις
gnost|queγνωστικός
gnostico (pronostico) γνωστικας
gnost|c|sme gnosticimo gnosticismo gnostic gnostich γνωστικισμας
CD9|£κωβιός ghiozzo gobio goby κωβιός
CDD£Tκάμινος
guthusείδοςπο κώθων:εϊδος ποτηρίου
¸τηρίου
CDL|£κόλπος golfo golfo gυl f Gol f (wolbung co| phus κόλπος
=καμάρα,
CDL|''γκόλφ
golf golfo golf (kolf) Gol f co|aphus κόλαφος
CDVV£γόμμα gomma goma gum ,τσίχλα, Gummi gumm| , δάνει ον κόμμι , κόμμεως
καί παράγωγα . .
σιαγών μέσωτηςέλληνικής, (Λέξις την όποία ν συναν-
τάμε aτόν "ρόδοτο,
Ίπποκρ. , Γαληνό, άγνώ-
στου έτυμολογίας, πιθανόν
ξενικής προελεύσεως).
(άντιδ.: γόμμα)
CDVÞMD3£ gonfosi γόμφωσις,γόμφος
γόμφωσις
gond στροφεύςέξού
engoncer=κρύπτω
CDNDDL£γόνδολα gondola gondol a gondola Gondel condy+-uIIus, a κόνδυ:είδος ποτηρίου
(έκ τού έλλην. κόνδυ,
dondolare gondel n: ( ή κατάληξις -uI I us με σχετικα σχήμα.
λόγωσχήματος,
λικνίζω κάνωβαρκάδα έκτούαίολύλλιον, πρβλ. "κόνδυ πικρίας
gondo||erγονδολιέ
gondol i ere gondolero gondol i er πρβλ.είδύλλιον, έκπέπωκα"
¸ρης dondol o
δενδρύλλιον,
gondo|er.κυρτούμαι
έκκρεμές
είςτάΩκρα
(gondoletta)
CDN|L£Hφουσκώνω
gonfiare inflar conf|o συν +φλάω,φλέω,
gonf|ementέξόγκω
gonfiamento infl amiento i nfl ux συρροή (con+ Ιlυο) φλύω
¸μα
CDN| DV(TH£γωνιό goni ometro goniometro goni ometer γωνιόμετρον(γωνία +
μετρον
μέτρον)
gon|ométr|e
goni ometri a goni ometry
CDNN£μακρύςχιτών
gonna φούστα gown τβννο gunnaένδυμα τόγόνυ, πληθ. ταγούνα
gonneIIa έσω °έπιγονατίς° "γόννα οί Αίολείς τα
φόριον μέχριγονάτων γόνατα" Στεφ Βcζ -
-"έπιγονατίς"
(άντιδ.: γούνα)
CDNDCDDU£
gonococo gonococo gonorrhoea Gonorrhoe γονόκοκκος
gonorrhee
gonorrea gonorrea (γόνος+κόκκος)
γονόρροια (γόνος +ροή)
CD3|£Hφάρυγξ
(fari nge) (faringe guIIet, pharynx (Pharynx) gos|er, έκτού
gorgeλάρυγξ
(I ari nge) (I ari nge) (I arynx), geusiai =παρειαί· έκ τού γεύσις
gorgéeρόφημα,κ. α.
gorge ,τάλοιπάέκτού- Φάρυγξ, λάρυγξ)
373
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού
ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CDUFFR£βάραθρον βλ. λ. goIfe (κόλπος)
έκτούίταλ.golfo
CούΤ γεύσις gusto gusto gust Κοst τροφή gustus =γεύσις γεύσις,γεύομαι
goCter γεύομαι gustare gustar kosten γεύομαι (άντδ.: γούστο)
de-goCter άηδιάζω di gustarsi di sgustarse Gaumen
degustateur δοκιμασής gustatore degustador ούρανίσκος
ragoCt καρύκευμαΚ.α. regosto
CDUV£HN£Hκυβερνώ governare governar Ι govern (regieren) * guberno ° κυβερνώ, κυβερνήτης
gouverneur κιβρντης governatore gobernador governer Gouverneur =κυβερνώ (έτ. κύβη = κεφαλή
gouverne καθοδηγία (governativo) (gονernacίόn) +νέω =πλέω)
gouvernement κυβέρ governo gobierno government (Regi erung)* (άντδ. : γκουβερνάντα)
¸νησις *(έκ τού rego =όρέγω,
gouvernante παιδα governante gobernante governess Gouvernante βλ. λ. "Γοί ")
¸γωγός
gouvernail πηδάλιον governatorato governalle
CHA0ATεύτελήςκλίνη
gl abatus ^ κράββατος,κρεββάτι
grabatai re κλινήρης
κράββατος
CHÂC£χάρις grazia χάρις gracia grace Grazie gratia =χάρις, χαριτία
(grazie εύχαρι (gracias) greet χαιρετώ (γοτθ. garws) έκ τού gratus χαρτός^ άρεστός
gracier δίδωχάριν graziare ¸στώ, agraciar (chari sma ^ άρεστός (τού χαίρω)
graciabIe συγγνωστός graziabile agraciado χάρισμα, " . . σοί χaρτά τυγχάνει "
gracieux θελκτικός grazioso gracioso gracious grazibs (Σοφ ,
gracieusement φιλο graziosamente graciosamente graceful χάρισμα, χάρις
¸φρόνως χαρίσιος
gratitude εύγνωμοσύνη gratitudi ne gratitud gratitude G ratifikation
i ngratitude άγνωσ i ngratidudine i ngratitud i ngratitude δωρεά
gratuit δωρεάν gratuitamente gratuitament gratis gratis
gre θέλησις (grato (de grado (agree συμ
προσφιλής, έκουσίως) φωνώ,
agreabIe εύχάριστος agradable agreeable
gratifier φιλοδωρώ gratificare gratificar gratify
con-gratuIer συγχαίρω congratularsi congratular congratulate gratul i eren
Κ.α . . .
(ga|bο=χάρις,έξούs-garbato =όχαροςκαίέξαύτούτόάντιδάνειον°όγαρμπος°,
CHAFF|T|έπιγραφή graffito graffito graffito Graphik graphi um ¬ γραφείον, γραφίς
CHA| Nσπόρος,κόκκος grano grano grain Gran ',δώμαχρησιμεύον γράω, γραίνω
grenier σοΦίτα' granaio granero **(attic=aOΦiTa) ώςάποθσπόρων =τρώγω, ροκανίζω
έξ ού: grenade =ì , ρόδι mel a-grana granada grenade Granate i στρωμένομέ κόκκους. (**έκ τού
,γέμειάπό κόκκους, (grandine (granizo) ροκανίδια, "άττική" άρχιτεκτο-
2) χειροβομβίς χαλάζι, νική συνήθεια) .
,όμοιάζειμέρόδι, (άντδ.: γρεναδιέρος)
grenadier γρεναδιέρος grenatiere granadero grenadier
GHAM£Nγρασίδι,χλόη gramigna gramma (gram) Grass gramen=χορτάρι¿ γράστις=χλωρα
grami nees σιτoειδn gramignoso gramineo grass χλόη χόρτα, χλόη
CHAMMA| H£γραμμα grammatica gramatica grammar Grammatik grammatica Γραμματική -ή περ! τα
¸τική γράμματα Έπιστήμη.
grammairien γραμμα grammatista gramatico grammarian Grammatiker (Α' Γραμματική,ή'Τέχνη
τοδιδάσκαλος Grammatisch Γραμμα¬κή°τούΔιονυσίου
grammaticaI γραμμα grammatico gramatical grammatical Grammatikalisch τούΘρακός,Β' π χ αΙ,
τικόςκαίgri moi re μαγ gri mari o γραμ gri moi re
βιβλίο,Σολομωνική ματοδιδάσκαλος
CHAMM£γραμμάριον grammo gramo gramme
i Gramm gramma γράμμαy γραμμή
gramil γραμμή gram Υραμμάριον.βάροςίσο
(gl amour ^ δύναμονπρός3 όβολους
μαγεία, άπό
τόγρμμάριον,
μέτρονβα
ύλικώνμαγικη
συναγής,
CHAMDÞMDN£ grammofono gramόfοnο gramophone Grammophon γραμμόφωνον
(έγγράφει τήν φωνήν)
374
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CHANDμέγας,ίσχυρός grande grande grand, great Grand χονδρη grand|s=μέγας κραντήρ,κραταιός,
grandeurίσχύς,τιμη grandezza grandeza grandeυr όμμος κρατερός (εκ τοΟ κρός
grand|rαύξάνω i ngrandi re engradecer aggrandize grandig άμμώ = κεφαλ!)
grand|oseμεγαλο grandioso grandioso agrandiose δης κραίνω, κρατοίνω =
¸πρεπής ίδίαςρίζης Harte σκληρότης εξουσιάζω
hard σκληρός ( πρβλ. κάρτα= κρείσσων, κράσσων
=λίαν, =δυνατότερος
CHAPM| £ grafica grafia (graphical (Graphi k γραφη
γραφικος, Γ ραφικητέχνη,
graph|que grafico grafico graphic graphisch γραφικός
grapho|og|e grafol ogi a grafo! ogi a graphology Graphometry γραφολογία
graph|teγραφίτης Graphi sma
CHAÞÞ|Nμικρηόγκυ grappino grapa grapυel Harpυne (έκ του φρaγκ.
όπερ έκ του γρυπός,
ρα, άρπάγη Krumm κυρτος krappo) Ύρυπότης =ΤΊ κυρτότης,
grappeβότρυς grappolo grape(s) Krapfen κυκλ τ6 αγκιστροειδές
έξ ου group ομάς gruppo grυpa (grapple λουκουμάς ( πρβλ. γραπώνω)
άρπάζω,
CHA5παχύς.λιπαρος grasso grasa λίπος grass χόρτον crassus γράω= τρώγω
grosπαχύς,όγκώδης grosso gordo gr aze βόσκω (grassus) γράστιςγρασίδι
grossesseέγκυμοσύ grossezza grosor γραστίζω ,έννοιαοτρώγωνγρασίδι,
Κ.δ. πaράγ. & σύνθ. ¸νη gross πάχος gross χόρτονόχορτάσας· όθεν
(grocery Gros δωδεκάς εύτραφής. ,
παντοπωλείον, (δηλ. χονδρικώς, (άντδ.: γράσσο)
Grosse μέγεθος
CHAv£βαρύς grave grave 1 ) βαρύς grave 1 ) βαρυς Grab τάφος* grav|s=βαρύς βαρυς
2) τάφος¯ z, τάφος' Graben τάφρος *
Υράβα = τάφος ,τσoκων,
grav|téβαρύτης, �ravita gravedad graveness Gravitation γραβαν =βόθρος ( Ησύχ;
σοβαρότης (gravierend
gravementσοβαρώς (gravezze (gravoso grieve λυπώ έπιβαρυντικός,
φόροι, δαπανηρος, grief λύπη (gravitatisch)
greverέπιβαρύνω Κ.δ. (gravidanza (gravidad) σοβαρός,
έγκυμοσύνη, agravar
έπιβαρύνω
CHAv£Hχαράττω, graft έμβόλιον graben χαράτ ,φραγκ graban) γράφω=1 )είκονίζω διό
έγγράφω gravi ng, ¸τω, σκάβω z, σημειώνω, [γραμ
.
gravureχαλκογραφία gravυra gravura graffiti γράφω
(aντδ. : γκραβούρα)
CH£||£οβελίας, graffio grafico graft graph| um γραφίς
μπόλιασμαδένδρου άμυχη χάραξις
grefferένοΦθαλμίζω (sgraffiare) ( esgrafiar) Ι graft Schrei ber graph| ar| um γραφείΌν=γραφίς
greff|erγραφεύς scrivano escriba greffier
greffeάρχείον grafia γραφη grafia
CH£CA| H£άγελαίος gregge άγέλη grey gregarius Heerde grex=άγέλη γέργερα=πολλό (αίολ,
(grégar|sme, gregario στρα gregario egregioυs grego=άγείρω άγείρω =συναθροίζω
¸τιώτης διαβόητος
CH£C£D|5¸feu)τό (grecita (grisoO) graecus Γραικός (προκατα-
ύγρόνπύρ έλληνικη gresca θόρυ graeca κλυσμιαιος ηρως, δισεγ-
grègue, gr|son, γραμματεία, ¸βος γονος τοΟ ΠελασγοΟ) .
άέριονεοφλεκτον gri ngo ξένος ,ΆναΦέρεταιότιοίάρνητι
grecάπατεών¦ ' ) (έκ του griego, κέςέννοιεςέσχηματίσθηκαν
gr|ècheκαυγατζού, ,
=έλλην, βάσειτού λεξιλογίουτών
gr|ve|erαίσχροκερδώ graeciscus φράγκωνσταυροφόρων,
άκόλαστος|
CH£V| ALέπιγονάτιον gremi al gremi al grem|a|e κρήμνυμι , κρεμάννυμι,
έταιρικον κρεμώ
gremi o
σωματείον
CH£NDU| LL£ rana rana rana φρύνα, φρύνη=
βάτραχος
βάτραχος
grenou|| |èreτέλμα
375
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CRE3ψαμμόλιθος gres gres Griess όμμος, μέσcφραγκ χόνδρος
grés||λεπτήχάλαζα greto όμμος συμιγδάλι gr|ot =όμμος
grê|eχάλαζα Grund πυθμήν
καί: θαλάσσης
grève1 ) άμμοάκτή
2) άπεργίαεκτού
ότιοίάπεργοίστόΠαρίσι
συνηθροίζοντοστήν
πλατείαCrève.
ίδίας ρίζης:
groundγήπεδον ground
έδαφος
CH| ||DNγυπαετός grifone gipaeto griffin Greif gryphus=γρύψ γρύψ,γυπαετός
gr|hadeνυχιά (grifagno (Griff χειρολαβή, γρίφος η γρίπος ¬
άρπακτικός, (Griffen κονδύ 1) άλιευτικ6ν δίκτυον
gr|heνύχιόρνέων. grifo 1 ) δίκτυ grifo ¸λιον, 2) λόγος άσαφής,
σκληρότης 2) γρίφος 1 ) ταραγμένος (greifen άρπάζω, α'ίνιγμα
gr|honnerκακογραΦώ gri l i a όνυξ 2) κρουνός "Υρίφοuς έμελέτησε
gr|honneurκακογράφος όρνέων πλέκειν".
gr|hureάμυχή griffa άρπαγή γριφω =γράφω ,Λακων. ,
γρι φω: "Υράφει ν οί
Λάκωνες οί δέ ξύειν
καί άμύσσει ν".
CH| CN£Hπαραπονούμαι Γθπί Γ grin τρίζω grienen μέσcφραγκ. γρύζω= γογγύζω,
gr|greπαράπονο, riia φιλονεικία όδόντας gr|nau μουρμουρίζω'
γκρίνια gri ma θλίψις
"παιδ6ς Υρύξαντος"
gr|gnoterροκανίζω 'Όύκ έτόλμα Υρύξαι "
(άντιδ.: γκρίνια)
CH| Lέσχάρα gri l l Grind crates=κόφινος κάρταλλος=κόφινος
gr|||eκιγκλίς gri gl i a (gri l l o) gri l l e grindig κύρτος=άσπίς πλεκτη
gr| | |erψήνω gri l lettare (gri l l on) (άντιδ. : γρίλλια)
gr| | |adaψητό (gri l l onar)
grί | |agerκιγκλιδώΚ. α.
CH| LLDNγρύλλος gri l l o gri l l o cricket Grille gry||us γρύλλος
CH| VAC£ μορφασμός grinta gri mazo grimace Grimasse χρεμίζω=χρεμετίζω
gr|macerμορφάζω gri mo όθλιος grimadar grim Grimmen χρόμη=όρμή, θράσος
gr|meκωμ θεατρ.πρό grinza ρυτίδα gri ma άπέχθεια άγριωπός κωλικός χρόμαδος =ηχος,
gr|merψιμμυθιώ ¸σωπο gri mness Grimm άγριότης θόρυβος
βλοσυρότης grimmig όργίλος γρύπτω=κυρτοϋμαι,
ρυτιδοϋμαι
(άντιδ. : γκριμάτσα)
CH| NC£H+CH|33£H strido cruji r grate Krachen έκ τού φραγκ. έκ τού τρίζω
τρίζω cr|san κρίζω=ξεφωνίζω
CH| ÞÞ£Hάρπάζω grippare gripe greifen έκ τού φραγκ. γρυψ= 1 )γυπαετ6ς
έξούgr| mperάναρ grope gr| pan=άρπάζω 2) αγκυρα
¸ριχώμαι ψηλαφώ γρυπώ =κυρτώνω τά
gr| ppageπροσαρμογή grip λαβή greifbar άπτός νύχια μου (βλ. καί λ.
gr|ppeγρίππη(έκ τού grippe gripe grippe Grippe griffon καίgrappi n)
αίφνιδίου τόπου έκδη- (πρβλ. γρίπος=δίκτυ)
λώσεως τής άσθενείας)
CH| 3φαιός,'γκρίζος gri gi o & gris gray grau έκ τού φραγκ. γραΤς =γραϊα, γρηϊς
gr| serζαλίζω grigiastro grisaceo graish (grauen ύποφώ gr| s γρήιος
gr|ser|eζάλη Κ.α . . grisetta ύπόφαιος ¸σκω, (άντιδ.: γκρίζος)
κομψευομένη Grauen αύγή
Greis γέρων
CH| v£κίχλη,τόπτηνόν έκ τού φραγκ. (δηλ. έλληνικόν,
έξ αύτού: ¸°τσίχλα° gr| u=grec γρα| κόν, πτην6ν)
gr|ve|erαίσχροκερδώ
CHDCN£Hγρυλλίζω grugni re gruiir Ι grunt grunzen grunni o, grund|o γρύζω, γρυλλίζω,
grognardγκρινιάρης gruion grudge Gri esgram =γρύζω γρυνίζω (βλ. καί λέξι
grognementμεμψιμοιρία grugnito gruii do γογγύζω Grunzen grigner)
gro|nρύγχος κλπ. grugno grundi ng γρυλλισμός
376
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CPDN0£Pέπιπλήττω sgridare grind τρύζω grund|o ώς 6νω
gronder|eέπίπληξις sgridata grund γρυλλίζω
grondementβροντή sgrido έπίπλη
grondeurδύστροπος sgridatore ¸ξις
CHΟΠΕσπήλαιον grotta gruta grotto Grotte crypta κρύπτη, κρύπτα
grotesqueγελοϊος grottesco grutesco grotesque grotesk
CHU£γέρανος gru grύa crane Kran grus =γέρανος γέρανος
gruauόλφιτον (grufolare
σκάπτω,
CU£πέρασμα guado vado ("goal") Wade κνήμη νadum=βατόν,έν
βατόν, βάδος
guéerπερνώποτάμι guadare vadear guest ξένος waten, διασταυρώσειμετά
''άδοv βαδίζει ν"
guéab|eδιαβατός
°διαβάτης° τσαλαβουτώ τούγερμ.wad
·Άριστοφ `Ορν¹·
guêtreπερικνημίς guadoso vadoso Gast ( άντιδ. ''γκόλ'' !)
CU
g
Þ£σφηξ vespa avispa wasp Wespe vespa=σφηξ σφήξ, άρχικώς |έσπηξ
guêp|erσφηκοφωλιά vespajo avispero (waspish) Wespennest Fίψ =σκώληξ
CU£H| Hθεραπεύω guari ne guardar σώζω guard wehren έκ τού φρaγκ. (|)ερύομαι=σώζω,
(guarida άπαγορεύω, warjan& τού φυλάττω' σχετικόν κaί τό
guér|sonϊασις guari gi one καταφύγιον, άμύνομαι γερμ. wehren
Fόρος, ούρος = φύλαξ
guér|sseurθεραπευτς (guarible Wehr όμυνα & τάδύοέκτού (άντιδ.: γαρνίρω)
ίδίας οίκογενείας: θεραπεύσιμος, Wache έλληνικού βλ. καί λ. "garde", "garer"
garn|sonφρουρά guarni gi one guarni ci on garni sh φρουρά
garn|r 1) έφοδιάζω guarni re guarnecer wachen άγρυ
z, στολίζω κλπ. garni eren[ πνώ
CU£HP£πόλεμος guerra guerra war Krieg* φραγκ.werra γηρυς, γαρυς=δυνατή
guerr|erπολεμιστής guerriero guerrero warrior Krieger* πόλεμος
φωνή
guerroyerπολεμώ guerreggiare guerrear Ι wage, war Wirre ταραχη Λατιν.garr|o¬
(στοvόεσσα Υηρuς)
guér|| | aκλεφτοπόλε guerri gli a gueri ll a gueri l l a knarren τρίζω γαρύω,κραυγάζω γαρύω, γηρύω =κραυγά-
¸μος groan gi rren μουρμου ζω, γαρύζω, γκαρύζω.
στεναγμός ¸ρίζω *έκ τού κριγή =τριγμός
όδόντων, μούγκρισμα
κρίζω =κραυγάζω
"Ενvοια: ό°πόλεμος°χαρακτηρίζεταιάπότίς°δυνατέςφωνές°καίτάμουγκρίσμα
τα, κατά την μάχην. Όπως άκριβώς. °Φύλοπις° είναι ή κραυγη τής μάχης καί
συνεκδοχικώςη ϊδιαημάχη.
CU|ίξός
visco viscoso gl ue
v|scumίξός ί ξός(Fιξός)
CU| D£Hόδηγώ guidare gui ar Ι gui de wissen φραγκ.gu| s |είδος |οίδα =γνωρίζω
gu| deόδηγός
gui da gui a gui de έπίσταμαι (τόσο ή δασεΤα όσο και
Wissen τό F τρέπονται συχνά
αίγνώσεις εις g. πρβλ. ηρως ρωσ.
γκερόι)
CYMNA5£γυμνάσιον gi nnasio gi mnasi o gymnasi um Gymnasi um
gymnas| um γυμνάσιον
gymnasteγυμναστης
gi nnasta gi mnasta gymnast Gymnasiast γυμναστής
gymnast|queγυμνα gi nnastica gi mnastico gymnastic Gymnastic γυμναστική
¸στικη gi nnico gi mnico γυμνικός
gymn|queγυμνικός
CU|TAH£ κιθάρα chi tarra guitarra gui tar Gitarre
c|thara κίθαρις,κιθάρα,κιθαρί-
gu|tar|steκιθαριστης
ch itarrista guitarrista ζω ( έτuμολ. έκ τού κεύθω
=καλύπτω,κιθών=χιτών.
τηνπρώτηκιθάρατην
κατεσκεύασεόΈρμήςάπό
°καύκαλο°χελώνης,τό
όποϊονκεύθει,καλύπτειΤήν
χελώνηνΕίναιόκιθώντης,
Λέξεις μέ α' σuνθ.
CYN£CD . .
γυναικο. . .
π. χ. gynéco|og|e
gi necologia gi necol ogia gynaecology Gynakologie γυναικολογία
gynécée gi neceo gi neco gynaeceum (Gynakomanie) γυναικωνίτης
gynécocrat|e
gi necocrazia (pol i gi ni a) gynaecocracy Gynakokratie γυναικοκρατία
(mi sogi ni a) & τόqueen ¬
βασίλισσα έκ τού γυνή
377
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
CYÞ3£γύψος gesso yeso gypsum Gips γύψος
GYROSCOPE γυροσκό- gi roscopio gi roscopio gyration (Gi ro όπισθο- γυροσκόπιον (γΟρος)
gyrostate ¸πι
ο
ν gi rostato περιστροφή γρόφησις)
gΥrοmancίeκλπκλπ autogiro
. �
λ
UHAMMAH
ΟΙ Τ
UHI I& I A ñ U 1AU I.
ΒΤ
BENJAMIN FRANKLIN FI8K.
Σ ••1.,.Ιί •• «ιι Υ/Υ • Mm B 0 W J•» ..... EIJ,.
1 m q ουM Lιι .tudl to Mυιυ8 m] alnmn1 pι ntlaque IlIΙΙ
0 Îun6 οαη! pÐW.......Ü0E1ÞB-
S TERE OTYPE EDI TI ON.
B OS TO N:
HILLIARD, GRAY, AND COMPA.
1 8 3 5 .
a ·
�
�
�
�
�
�
Ί
Ι
Ι
ι
Η
Ι
Ι
Ι
0
Hi stoi re
Harmoni e
Heros
' . . :0 Ηρόδοτοςείναιό πρωτοςπούόνόμασετόάφήγημάτουΊ στορί α Þ ¤ .~
ΟΛΙΒΕΡΤΑΠΛΙΝ
•
··Έστιγάρ άρμονία πολυμιγέωνένωσις, καί δίχα φρονεόντωνσυμφρόνησις¨ .
·ΦιλόλαοςΠυθαΥόρειος·
38J
«Στην Κλασσικη Αρχαιότητα ό όρος ' Αρμονί α, πού προέρχεται άπό τό όνομα μιας θεότητας
τού έρωτα ¦κόρη τού Άρη καί της Άφροδίτης). . . έδειχνε τόν σοφό συνδυασμό διαφορετικων καί
άντίθετων στοιχείων. . . Οί άρχαϊοι Έλληνες έχαρακτήρισαν ¨άρμονίες¨τάδιάφοραεtδη της κλίμα·
καςτης όκτάβαςκαίτά ξεχώρισαν άνάλογαμετηθέσητων τόνων καίτωνήμιτόνων. . . ª
ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣΜΟΥΣΙΚΗΣ
·· Η άρμονία (harmonia) είναι κλάδος της Μουσικης δύσκολος καί σκοτεινός, ίδίως γιά όσους
άγνοούντην έλληνική. Γιάνά την έρμηνεύσουμεείναιάνάγκη νά χρησιμοποιήσουμελέξειςέλλη·
νικες πού δενέχουνάντίστοιχες στηνλατινική. ·
V| t|uv us ¨Περίάρμονίας, Ι Υ
' . . . Ηέλληνικηγλωσσαεχειτόχαρακτηριστικόνά προσφέρεταιθαυμάσιαγιάτηνεκφρασιόλων
των ίεραρχιων, με μιά άπλήάλλαγητού πρώτου συνθετικού. Άρκεϊ κανείς νά βάλει πaν-, πρωτο-,
ύπέρ (hyper) άρχι -, μπροστά σε έναθέμα. Κιανσυνδυάσεικανείς μεταξύ τουςαύτάτά προθέμα·
τα παίρνειμιάάτέλειωτη ποικιλίαδιαβαθμίσεων. . . Τά προθέματαέγκλείονταιτά μεν μέσαστάδέ,
σάνμί ασημασιολογικηκλίμακαόρθωμένηπρόςτόνούρανότωνλέξεων+ . .~
ΖΑΚΛΑΚΑΡΡΙΕΡ
*
··Η εκφραση " hermeneutish" -έρμηνεUΤική- προέρχεται άπό τό έλληνικό ρημα ¨έρμηνεύειν¨.
Αύτόάναφέρεταιστόούσιαστικό¨έρμηνεύς¨τόόποϊονδύναταινάσυνδεθημετόόνοματούθεού
Έρμού. . . Ό Έρμης είναιό άγγελιαφόροςτωνθεων. Φέρνειτάαγγελματηςμοίρας-έρμηνεύει ¤ + .?
Μάρτι νΧάίντεΥκερ
¨Μιάσυνομιλία Υιά τήνΓλώσσα¨ Έκδ. ΡΟΠΤΡΟΝ
382
,(Ο Ί πποκράτης ξεχώρισε τέσσερις κράσεις πού κάθε μιά τους είχε σχέσι με την επικράτησι
ένος άπο τούς τέσσερις χυμούςτούάνθρωπίνου σώματος. . . Ή έλληνικη λέξις χυμός επέρασεστο
λατινικο λεξιλόγιο ώς humor , γιά νάγίνει άργότερα στούς Γάλλους humeur, δηλαδη ίδιοσυγκρα·
σίακαίψυχικηδιάθεσις,καίστούς Άγγλουςτοδιεθνώςκαθιερωμένο¨χιούμορ¨ . »
ΜενέλαοςΠαλλάντιος·άκαδημαίκός· ¨ΤεύχοςΠολύθροον¨
«Ό δε " η ρ ως " τί αν εϊη ; . . . τό όνομα δηλοί την εκ τού ερωτος γένεσιν . . . ούκ οίσθα ότι
ήμίθεοι οί ηρωες; Πάντες γεγόνασιν ερασθέντος η θεού θνητής, η θνητού θεός. »
·ΠλάτωνοςΚρατύλος398·
«. . Ή μοναδικη αύτη λέξις ηρως, σε όλες τις δυτικεςγλώσσες, και όχιμόνον, είναιελληνική.
Δενέχουν άντίστοιχη δική τους. Ό ήρωισμος δηλώνεται ελληνικά Άκόμη και Ο ¨Κύριος¨ - HLHH
στάγερμανικά, ¦κατάτονΚούρτιον) είναιη δικήμαςλέξις ΗΡΩΣ. . Καιοι σλαβικεςγλώσσες¨δανεί·
σθηκαν¨ τον ηρωα εκ της έλληνικης. ΟΙ Ρώσοι τον προφέρουν ¨γκερόΙ¨. ¦Άλλά και οι Ίάπωνες,
¨χιρόσι¨). .
Ή λέξις ¨ηρως¨, ποι ός ξέρει άπο πότε, ταξίδεψε και στην Πολυνησία. Ό καθηγητης Νορς
Γι όζεφσον, στο βι βλί ο του "Greek Linguistic Elements in the Polynesian Languages" - Έκδ.
Πα νε πι στ. ΧαίδελβέΡΥης-, καταγράφει .
Έρμη.
Στηνδιάλεκτο MaO|| , "wh| |O"σημαίνειτονθεοτώνταξιδίων
Χαβάης, "h| | O" είναιτοόνομαθαλασσοπόρου.
TuamOIus, "h| |O" είναιό θεοςτηςμορφώσεως. ¦ ' )
Ha|OIOnga, "ί ΓΟ" είναιόδιάσημοςπρόγονος. ¦ ' )
Ταιτης, "hi |O"είναιό θεοςτώνκλεπτών.
Manga| a, "ί ΓΟ" είναιό προστάτηςτώνκλεπτών,κάτιάνάλογομετονθεο
Είναιφανερό, ότι μέσα σε όλεςαύτεςτις έννοιες, οι ιθαγενείς διατηρούν άναμνήσεις άπο
πολύπαληά, κάποιωνμακρινώνεπισκεπτώνπούτούςεντυπωσίασανκαιπούποτεδενεξέχασαν.
Α. ΤΕ.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
ΗΑΒΙ ΙΕίανός, εύχερης abi l e
hab| |etéίκανότης abiIita
hab| | ementέπιτηδείως abi l mente
|n-hab||eάδέξιος
i nabi l e
déb||e άδύνατος κ, δ, debol e
ΗΑΒΙΤΕΑκατοικώ abitare
hab|tat|onκατοικία abitazione
hab|tantκάτοικος abitante
κ, α, παρά γ, καί σύνθ,
ΗΑΒιτυΕΑσυνηθίζω
abituare
hab|tudeέξις abitUdine
καί hab|tένδυμα abito
ΗΑΒΙΙΙΕΑένδύω abl i gl iare
καί παράγωγα
ΗΑΒΙΕΑμεγαλαυχώ
hãb|er|eάλαζονία
hãb|eurάλαζών
MACM£άξίνη ascia
hacherπελεκώ (asciata
hachetteφτυαράκι κ.α κτύπημα)
NAC| DCHAÞM| £άγιο- agiografia
[γραφία
hag|ographe agiografo
hag|o|og|e agiologia
hag|otoponym|eκ, δ,
ΗΑΙΑ μισώ odi are*
ha| neμίσος odio
haϊssabΙeμισητός odioso
κλπ
ΗΑΙΑΕτρίχινος χιτών
h| rsuteχνουδωτός
hér|sserάνατριχιάζω
NALL£5 άγορά τροφί- cella οίνοθήκη
μων (κυρίω έστεγασμένη)
ha| | μεγάλη αίθουσα
ΗΑΙΕΑ έλκω al are
ha|ageρυμούλκησις al aggio
hourqueόλκάς κ, α,
[Η)ΑΙΙΟγειά σου
ΗΑΙΙΕυΤιουΕάλιευ- al i eutίca
[τικός
uALLUC|NATDNπαραί al l uci nazi one
[σθησις κ,δ,
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ
hcbi l abl e
habilidad ability
habi l mente
i nhabi l i nabi l ity
debi l (debi l ity)
habitar Ι i nhabit
habίtacίόn habitation
habitante i nhabitant
habituar (Ι habit
ένδύω)
habitud habitude
hcbito habit
habi l i ment
ένδυμασία
habl ar όμιλώ
habl i l l a κακο-
λογία
hablador
φλύαρος
hacha hatchet
hachear (hatching
(hachero κτύπημα)
ξυλοκόπος)
hagi ografia hagiography
hagίόgrafο hagiographa
hagiol ogia hagiology
odiar* hate
odio hate
odioso hateful
hair θρίξ
hai riness
δασύτης
celda cellar κελλάρι
cal l e όδός σενή, Hal l διάδρο-
οίονεί σκεπαστη [μος
halar
hol a hal l oo, hel l oo
hal l ucination
383
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
(habilitieren= habeo=έχω απτω, κάπτω, χάπτω
γίνομαι ύφηγητς)
(Habe περιουσία)
(wohnen)* habito (κατοικώ) ώς 6νω
έ πιτα τ, του habeo ( έκ του εύνη =κατοικ[α,
(έννο/ολ, "απτομαι κοίτη)
τοΟ μέρους")
habituor =έξιν ώς 6νω
(Habitus τό έχω έκ τοΟ habeo
παρουσιαστικόν)
άμπέχω =περιβάλλω δι'
ίματίοu (άμπέχονον,
άμπεχόνη) -σε συνδ,
καί με τό "habit"-
for= φημί φημί
+fabul or βλ. λ. fable
Axt μέσψ φραγκ, άξίνη
hapja (έκ του ρ, όγω)
άγιογραφία
άγιογράφος
Hagiograph άγιολογία
άγιοτοπωνuμία
hassen
κύδος=όνειδος, οβρις
Hass
κuδάζω =Οβρίζω
hassenswert
Σχέσις καί μέ στη =σύγχυ-
σις φρενών' άτέω =δαιμο-
νιώ, παραφέρομαι
Όdίare, od| ar * έκ του όδύσσομαι=μισω
Haar θρίξ φρaγκ, harja εθειρα=θρίξ έθειράς ^
haarig γενειάς, έθειράζω =
τρέφω κόμην·κάρ= θρίξ
Keller ce||a =άποθήκη καλιά=καλύβα,
Hal l e στοά, τροφίμων, οίνου άποθήκη, σιτοβολών'
άγορά caΙ Ι ίs=στενη όδός έτ, κάλον =ξύλον
(άντιδάν,: κελλάρι)
holen κομίζω φραγκ, ha| en ελκω,ελξις
όλκάς
hal l o
ούλε =ύγίαινε (δηλ, νά
Ηθί l =όλοός,
είσαι "όλος", άρτιμελής)
άβλαβης
'Όύ
λέ τε κα
ί
μέγα χαίρε"
=γειά καί χαρά,
άλιεoΤι κός
Hal l uzi nation a| uc| nor=παρα- άλύσκωηάλύω =
"al ucinor, [παίω άνησuχω, είμαι έκτός
quod(=αύτό τό
έαuτού
όποίον), Graece
"ά
λ
ύεΙΥ", Γέλλιος
1 6, 1 2
384
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΗΑΙΟόλως,φωτοστέ alόne halo halo ha|os αλως
φανον
ΗΑΙΤΕ| στάσου alto alto Halt σταμάτα Halt μέσψγερμαν. κέλλειν=1 ) έλαύνω
ha|terσταματώ (hal ter καπί halten ha| ten, άρχι κώς 2) καλώ κατ
'
όνομα
στρι, έσήμαινεέλαύνω προστaκτ. : κελέσθω|
(κε, κι, συλλαβαί
MALT(H£άλτήρ
δασείαι)
alteri ha|ter άλτήρ
ΗΑΜΑC αίώρα amaca hamaca hammock Hange . . . ( μέσψτ ού ί σπαν κάμαξ. 1 ) ύποστήριγμα
hamacu) κλάδων 2) μακρύ ξύλο
MAVADHYAD£ amadriade hamadriade hamadryade άμαδρυάς
ΗΑΜΕÇΟΝάγκίστρι amo anzuelo hanger κρεμά hθngen κρεμώ hamusόγκιστρον χαμός =καμπύλος
¸στρα Hang κατήφο "χαμόν καμπ
ύλον"Ήσύχ.
¸ρος
MANCM£ίσχίον anca anca, haunch Hanke μέσφ του φρaγκ. έκ του έλλην. άγκή,
isquion hi nken χωλός hanka άγκάλη, διότι "ώς
άΥκάλη δέχεται τ
ήν
το
ύ
μηρο
ύ
κεφαλήν".
(Σημ. : τό ίσχίον λέγεται
κaί κοτύλη. κοτύλη =πόν
κοϊλον ώς άγκάλη)
ΗΑΡΡΕΑχάπτω cap|o έκ του χάπτω
έξ ού hab|n=σκύλος lardin ύπηρέ (βλ. λ. habi l e)
της
μέσφ του φρaγκ.
MAR0| τολμηρός,θρασύς ardito ardido hard σκληρός hart hard| r έκτού· κρατύςκαρτερός
hard|esseτόλμη, arditezza ardi miento (hardening Harte =κραταιός= δυνατός
άναίδεια σκλήρυνσις, καρτερία, κραταιότης
enhard| rένθαρρύνω ardire τολμώ harden σκλη
¸ρύνω
ΗΑΑΕΜχαρέμι arem harem harem Harem μέσψ άρaβ. ίερόν +χηραμός =κοί-
har|m=ίερόν λωμα, χάσμα, φωλιά
ζώου "κρυφό διαμέρι-
[σμα".
ΗΑΑΜΟΝΙΕάρμονία armoni a armoni a harmony Harmoni e harmon|a άρμονια
harmon|euxάρμονικός armoni oso armoni oso harmoni us harmoni sch ( έτυμ. έκ του άρμόζω,
ph| |armon|que fil armonica filarmonica phi l armoni c Phi l harmoniker "συναρμόζω ηχους").
harmon| um, armoni o armoni o harmoni um Harmoni um ( φιλαρμονικη)
harmon|caμουσόργα armonica armonica harmonica Harmoni ka
Κ.α. ¸νον (enarmόnίcο) harmonisieren
έναρμονίζω
ΗΑΑΡΟΝκάμαξ arpione arpόn harpoon Harpune harpagoάρπάγη άρπάγη
harpagonφιλάργυρος άρπεδόνη =παγίς
ΗΑΑΡΙΕστρίγγλα arpi a arpia harpy Harpyie Άρπυι αι . άρπακτικαί
δαίμονες
ΗΑΑΡΕόρπα |μοσ arpa arpa harp Harpe φραγκ harpe= αρπη =1 ) άρπακτι κόν
ό
ργανον; =νύχι πτηνόν 2) δρέπανον
harp|steάρπιστής arpista arpi sta harper Harfenspi el er λατινharpe
harpège,μουσ , arpeggio arpegio =όρπη
MA5AHDτύχη, azzardo azar δζος=κόμβος, όΦθαλ-
τυχ.παίγνιον zara όζάρι·ον μας κλάδου, όγκίδιον
hasarderδιακινδυνεύω azzardare azarar Ι hazard έξ ού όζάριον¯ ζάρι
Κ.α.
ΗΑυτύψηλός alto alto hi gh hoch al tus, μτχ. του a|o αλω^ τρέφω
hautement.ψηλοώνως altamente alto hi ghl y hoch =τρέφω, σέ συνδυα-
hauta|nύπερήφανος (al terezza altanero (old γηραιός) (alt γέρων) σό μέ τό φρaγκ.
a|t|tudeύψος ύπερηφάνεια, altitude ύψος Al tertum hoh (έκ του ύψος ϋψος Ηυψος)
hausser ύψώνω al zare al zar άρχαιότης
exa|terέκθειάζω asaltare exaltar Ι exalt Alter γήρας
385
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν|ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
a|tesseύψηλότης asaltare exaltar Hi ghness al tern γηράσκω πρβ. καί χάιος = ευγενης
aute| βωμός (ό ύψηλά altezza alteza altar Hoheit
,
α
ί
α Κ
ορινθία"
εύρισκόμενος-ώρτός altare altar elder πρεσβύ Altar (Λυσιστρ. üu;
=βωμός, ¸τερος
M£AUV£κράνος el mo yel mo hel met Hel m έκ τού φραγκ. , χελώνη, χελώνιον
& heaume he|m, he|mus στρατιωτ. : σκέπη προ-
=κράνος,περικε φυλάττουσα τους στρα-
¸φαλαία τιώτας, η καί στρατιω-
τικός σχηματισμός έν
ε'δει χελώνης.
M£9DDVADA| H£ ebdomadario hebdomadario hebdomadal hebdomadaire hebdomadar|us έβδομαδιαίος
έβδομαδιαίος
M£9£HC£Hφιλοξενώ (albergo μέσι φραγκ. ερι =λίαν +πύργος(δθεν
hébergeπροστασία ξενοδοχείον, her| berga ίσχυρά προστασία)
M£CATDV9£έκατόμβη ecatombe hecatombe hecatomb Hekatombe hecatombe έκατόμβη
hectareέκτάριονκλπ. ettaro hectarea hectare Hektar έκατόν
M£CT|DU£έκτικός etico etico hectic hektisch hect|cus έΚΤικός ¦δηλ.καθ· έξιν)
ét|queΦθισικός(ίατρ., hector έκ τού μελλ. τού ρήμ. έχω,
=άνδρείος "έξω") .
M£DDN| 3V£ήδονι· edonismo hedonisme Hedonismus ήδονισμός
¸σμός
M£C£VDN| £ήγεμcvί α egemoni a hegemonia hegemony Hegemoni e ήγεμονία
hégémon|que egemόnί cο hegemόnίcο hegemonisch
ΗΕΙΙΑουΕήλιακός eliaco heliaco heliac Hel i um ήλι ακός
hé| |anteήλίανθοςκ.Ο. elianto (hel iotropio) helianthus Ηθl ίΟΙΓΟΡ ηλίανθος, ηλιοτρόπιον
M£L|C£, hé|ίx,έλιξ elica helice helix (&Sp| |a| )' (Spi ral )* he| | x ελιξ
héι|cοϊdeέλικοειδής elίcόίde helίcόίde helicoide * (Τό άγγλ. & γερμ. έκ τού σπεϊρα)
hé||coptèreέλικόπτε el ίcόtterο helί cόΡterο helicopter Hel i kopter
κ.Ο. ¸ρον
Λέξεις μέ α' σuνθ.
ΗΕΙΙ Ο . . .
ήλιο. . .
hé||ograph|e el i ografia hel ί όgrafο hel i ography Hel iographie ήλιογραφία
hé||othérap|e el i oterapia hel ioterapia (hel i otrop) Hel iotherapie ήλιοθεραπεία
hé||omètre κ.λπ. el ί όmetrο hel ί όmetrο hel i ometer Hel i ometrum ήλιόμετρον
ΗΕΙΜΙ ΝΤΗΕέλμινς, el mi nti helminto (hel mintho- Wurm verm|s ελμινς=σκώληξ
σκώληξ logy)
(τροπη τής δασείας είς
ν καί τού λ είς r)
Λέξεις μέ α' qu.0.
ΗΕΜΑ. . . ( al morrauas) *
αίμα
hémat|eέρι:θρ αίμσσφ emazia hematie
(* έκ τού
hémat|queαΙματικός ematico hematico haematic haemorr heuma)
hémato|og|eαΙματο ematologia hematologia haematology Hamatologie
λογία
hémoph| | |eαίμοφιλία emofi l ia hemofil i a haemophi l i a Hamophi l i e
hémorrag|eαίμορρα emorragia hemorragia hemorrhage
γία
hémostat|queαίμο emostatico hemostatico haemostatic Hamostati kum
στατικός
Λέξεις μέ α' σuνθ. ΗΕΜΙ . .
ήμι . . . (αίολικός τύπος: αί μί
hém|cyc|eήμικύκλιον emi ci cl o hemi ci cl o hemi cycle hemi zyklisch π.χ. αίμίθεος =ήμίθεος)
hém|oneόγρ.ήμίονος (hemiptero)
hém|p|ég|eήμιπληγία emi pl egi a hemipl ejia hemi pl egia Hemi plegie
hém|sphèreήμισφαί emi sfero hemi sferio hemisphere Hemi sphare
¸ριον
hém|st|cheήμιστίχιον emi stichio hemistiquio hemistich
m| gra| neήμικρανία emicrania migrafa hemicrania Mi grane
Λέξεις μέ α' σuνθ. emeroteca hemeroteca
ήμερο. . . (ήμέρα)
M£V£HD . . . ήμεροθήκη
"ήμεροθήκη"
(περιοδ.,
386
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Λέξεις μέ σ' συv�.
M£ND£CA ..
hendécagoneένδεκά endecagono endecagono hendecagon ενδεκα. . .
γωνον endecasil l abo endecasilabo hendeca-
hendécasy||abeένδε syllabe
κασύλλαβοςΚ.α.
ΗΕΝΝΙ Αχρεμετίζω (hi n) nitrire Ι whinny wiehern h| nn| o ϊννος, γίννος=ήμίονος
ΗΕΡΑτιουΕ epatico hepatico hepatic ήπατικός
hépat|te epatite hepatitis hepatitis ήπατίτις
(epa =κοιλία,
M£ÞTACDHD£έπτά ettacordo heptacordo heptachord έπτό...
χορδος
heptaèdreέπτάεδρον ettaedro heptaedro Heptaeder
heptagoneέπτάγωνον eptagono heptagono heptagon
Κ.α.
M£HAUTκήρυξ araldo heraldo herald Herol d μέσψφρσΥκ. h| ran γηρύωγαρύζω
héra|d|que°έραλδική°, araldico heraldico heraldic Heraldik =φωνάζω δυνατό
σημολογία (Έραλδική.ήέπιστήμηή
άναφερομένηείςτά
οίκόσημα,τάόποϊα
έπεξηγούσεόκήρυξ
ότανάνήγγελλετούς
εύγενεϊςκατότούς
άγώνας,
ΗΕΑΒΕχόρτον,χλόη erba hierba herb (Herbarium herba=βοτάνη φέρβω =βόσκω
herbor|sateurβοτανο erborista (botanica) herbalist βοτανολόγιον, φορβή =βοσκή, τροφή
λόγος (& botanista) botanista Botani ker (βότανον)
M£HCUL£ρωμαλέος ercole Mercu|es Ήρακλής
hercu|éenήράκλειος ercUΙeo herculeo herculean herkulisch
M£H£3| £αϊρεσις eresia herejia heresy Ketzerei haeres|s αϊρεσις
hérés|arqueαίρεσιάρ eresiarca heresiarca heresiarch
¸χης
hérét|queαίρετικός eretico heretico heretic haretisch
M£H|T£Hκληρονομώ ereditare heredar Ι i nherit (erben)* heres=κληρο χηρωστής=πλάγιος
hér|tageκληρονομιά eredita herencia i nheritance (erbschoft) νόμος συγγενής κληρονομων
hér|t|erκληρονόμος erede heredero hei r ( Erbe)* τόν θανόντα (έτ. έκ τού
héréd|ta|reκληρονο ereditario hereditario hereditary (erblich) χωρις) "χηρωσαί κτήσιν
μικόςκαίho| r.όμεσος δατέοντο" (=μοιράσθη
κληρονόμος καν,Ίλιός Ε
1 58
ex-héréderάποκληρώ * έκ τού orbus ^ όρφανός
Κ. α.
M£HVAÞMHDD|T£ ermafrodito hermafrodita hermaphrodite Hermaphrodi t έρμαφρόδιτος
hermaphrod|sme ermafrodismo hermafroditi- hermaphrodism έρμαφροδιτισμός
[smo
ΗΕΑΜΕΝΕυτιουΕ ermeneuti ca hermeneutico hermeneutics Hermeneutik έρμηνευτικός
(έτυμ. Έρμης)
ΗΕΑΜΕτιουΕ ermetico hermetico hermetic hermetisch έρμητι κός (έκ τού
hermét|sme ermetismo hermetismo Hermes έρμητισμός Έρμης)
hermeticidad =Έμπόριον
ΗΕΑΜΙ ΝΕέρμίνα ermi na ermi na ermine Hermel i n armen|us Άρμένιος
(έvvοιολ. : τύπος
γούνας αφθονος στήν
Άρμενία)
( σημ . γενάρχηςτών
Άρμενίων,ό Έλλην
άργοναύτηςΆρμενος,
M£HD3 eroe heroe hero Heros heros ηρως (ή λέξις "ηρως"
hérοϊque eroico heroico heroic heroisch άρχικώς, είδος τίτλου'
hérοΊ`sme eroismo heroismo heroism Heroi smus όπως εύγενής, όξιότι-
καίhèreδυστυχής Κ.α . . (herοίnόmanο) καίτόHerr -μος, κύριος).
(anti heroe) (κύριος,έκτού "ήρως Λαέρτης",
ηρως "ηρως Αχιλλεύς" Κ. Ο. Κ.
387
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
M£HÞ£3έρπης erρete herpe herρes Herρes herpes ερπης
herpét|queέρπηστικός erpetico herpetico herpetisch
herpéto|og|e erpetologia herpetologia herρetology έρπετολογία
M£TA| H£έταίρα etera hetera hetaira Hetare έταίρα
héta|r|e σύντροφος hetairism
Λέξεις μέ α' συνθ.
M£T£HD . . . ετερος
πχ hétéroc||te eter6clito heterόclίtο heteroclite (Heterogenitat) heteroc|ίtus έτερόκλιτος
hétérodoxe eterodosso heterodoχo heterodoχ heterodox έτερόδοξος
hétérogam|e eterogeneo heterogeneo heterogene heterogen έτερογαμία
hétéronom|e(Κ.δ) eteronomia (heteroplastia) heteronomy Heteronom έτερονομία
M£UH& AUCUH£: auguri o agϋerο augury Auguri um augur| um οίωνο αύξηρός =ότελείως
τίιχη,καλόςοίωνός σκόπημα,έκτού ηύξημένος,όμέγας
heureuxεύτυχής augure augural augur Augur augeo=αύξω αϋξω, αύξάνω
heureusement οίωνοσκόπος augurar (augural (έ ννοιολ. . οίωνός ("κοσμοκράτωρ, αύξητά"!)
εύτυχως augurare μαντικός, όόποίοςπρολέγει Όρφ Ύμνος
bon-heurεύτυχία εύχομαι τήναύξησιν,
ma|-heurδυστυχία δηλεύνοΊκός,
άκόμη: | naugurer i naugurare i naugurar i naugurate Ι naugural rede = (ιπ +auguri um)
έγκαινίαζω =λόγοςέγκαινίων
| naugurat|onέγκαι i naugurazione ί nauguracίόn i nauguration
¸νίασις
M£UH£ωρα ora hora (ahora= hour Uhr hora ωρα, ώρος
τώρα, year έτος* Jahr" * "τούς μέν ένι αυτούς.
hora| reώράριον orario horario horary (heuer έφέτος, άρχικώς, ώρους έλεγον".
horoscopeώροσκό oroscopo horoscopo hcroscop Horoskop Πλουτ. Συμποσ. 677-
¸πος ''οί ένιαυτοί ώροι λέγονται "
καΙ|ors,a|orsτότε al l ora (entonces that τότε* dann τότε,** έκ τού "i I I a hora" ·Άθήν Έπιτ. 2. 2.30-
|orsqueόταν τότε** (έκείνηντήνωρα, ** έτ. έκ τού έντότε, ότε,
όταν
M£XACDHD£έξάχορ (heχametro hexameter) Hexachord έξάχορδος
¸δος έξάεδρον
hexaèdre esaedro hexaedro hexadron hexagon έξάγωνον
hexagone Κ.α esagono heχagono heχagon
M|ATU3χάσμα, iato hiato, hiatus Hiatus h|atus=χάσμα χάσμα, χαώδης
χασμωδία casmodia chasm έκτούh|o=¿c.vm χάω, χαίνω
ΗΙ ΕΑ i eri ayer yester (day) gestern her|=έχθές έχθές (έκ τού έκθεΤναι)
M| £HAHCM| £ gerarchia j erarquia hi erarchy Hierarchie h|erarch|a ίεραρχία
h|érarch|que gerarchico j erarquico hi erarchical hi erarchisch ίεραρχικός
h| érarch|ser (essere (hi erolatry) ίεραρχω
h| érarch|sat|on gerarca) ίεράρχησις
h|érat|que ieratico hi eratico hi eratic hi eratisch h|erat|cus ίερατικός
h|érog|yph|que ieroglifico jerogl ifico hi eroglyphi c Hi erogl yphe ίερογλυΦικός
h| érophante ierofallte hi erofanta hi erophant ίεροφάντης
ΗΙΙΑΑΕ ίλαρός i l are hi l arante hi l arious hί |ar|s ίλαρός ίλαρός (έκ τού ϊλεως)
h| | ar|téίλαρότης i l arita hi laridad hi l arity εύθυμία
h||arant (i l arotragedia) (Hi l ary) ον κύρ.
M| ÞÞ| OU£ίππικός (i ppi ca ίππική, hipico ί ππι κός
h| ppocampe ippocampo hipocampo hi ppocampus ίππόκαμπος
h| ppodrome ippodromo hίΡόdrοmο hi ppodrome Hi ppodrom ίππόδρομος
h| ppo|og|e ippologia hipol ogia hi popology ίππολογία
h| ppopotame ippopotamo hί ΡΟΡόtamο hi ppopotamus Hi ppopotamus ίπποπόταμος
h| pp|atre ippiatria (hipotecnia) ίππίατρος
h| ppophag| que (ipparchi a ( hipomani a) hippophagi st
ίπποΦάγος,όθενβάρ ίππαρχία, (hi pogrifo)
βαροςκατότούςόρχαί
ουςΈλληνας
M| HDND£LL£, gol ondrina* cel andi ne hi rundo,
χελιδων
h| rondeauχελιδών rondi ne gol ondro
άρχικώς h| | undo
* έκ τού κάλανδρος
ματέλπίς
(γαλιάντρα)
388
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
M|3TDLDC| £(κ. α.) istoIogia histoIogy Hi stoIogie ίστολογία
M|3TD| H£ίστορία storia historia history+story Historie h|stor|a ίστορία ¯ έκ τού Fείδω,
h| stor|enίστορικός storico hίstόrίcο historian Historiker Fοίδα =γνωρίζω
h|stor|que " hi storic historisch ϊστωρ
h| stor|ographeίστο istoriografo hίstοrίόgrafο historiograph Historiograph
¸ριογράφος historiar (Hi storizismus)
h| stor|er ίστορώ historian
préh| sto| reπροίστορία preistoria prehistoria prehistory prahistorisch
Κ.α.
Ηι νΕΑχειμών inverno invierno (winter *) (Winter)* (hi bernus χειμών,χείμα
h|verna|χειμερινός invernaIe invernaI winterIy winterIich tempus) έκ τού χειμάζω
h|vernerδιαχειμάζω invernare winter wintern h|ems-h|em|s *(πιθανον έκ τού "ύδωρ")
h|ema|χειμωνικός invernata invernada hi bernaI (χειμών,h|emo
(χειμάζω,
MDLDCAU3T£όλοκαύ oIocausto hoIocausto hoIocaust HoIocaust ho|ocaustum όλοκαύτωμα(καύσις
κσί διάφ. αλλσ μέ σ' ¸τωμσ hοΙόmetrο (hoIophotaI) καθ' ολοκληρίαν -
0. °όλο°(ho|omètre) έμπυρος θυσία) .
ΗΟΜΕοίκία(έκτοΟάγγλ., Como (ήόμώ home οίκία hei m οίκία,κώμη έκ τού έλλην. - κώμη(έτ. κείμαι)
hameauχωρίον νcμηπόλις, (άρχ. hoom) (διό τροπής τού
Κώμον, κ είς χ,
ΗΟΜΕΙΙ Εάνιαρόςλόγος omeI i a homi I i a homi I y θρησκ Homi I i e hom| | | a όμιλία
& omi Ietico (συνομιλίαμέ λόγος
ΔιάΦ. λέξεις. μέ σ' σuνθ. οίκειότητα, homi I etic
homéo, homo... όμοι ο.. όμο . . .
πχ homéopath|e omeopatia homeopatia homoeopathy Homoopathie ομοιοπαθητικη
homocentre (con-centrico) (con-centrico) homocentric konzentrisch ομόκεντρος
homegène omogeneo homogeneo homogeneous homogen ομογενης
homo|ogue οmόΙ οgο hοmόΙοgο homoIogus όμόλογος
homonyme omoni mo hοmόnίmο homonym Homonyme όμώνυμος
homophoneκλπ. κλπ. omofono hοmόfοnο homophone όμόφωνος
ΗΟΜΜΕόνδρας, όνθρω uomo hombre (man, πληθ. (Mann)* homoέκ τού χθων(γαία, γη) έκ τού
¸πος (hombrada men)* Humus χώμα humus=χθών,γη χαμα ί , χούς, χώμα
hommageσέβας omaggio άνδρεία, homage hum| n=χαμαί (έννοιολ. ό άνθρωπος ό
hombreόνδρας χαμαιγενής) (καίσήμε
κσί | n-humerένταφιάζω i numare i nhurnar i nhume Humanitat (i n+humo ραστάγκρεκάνικατό
ex-humerέκθάπτω esumare exhumar exhume φιλανθρωπία =έγχώννcμι, χώμαπροφέρεταιχοΟμα,
κσί huma| nάνθρώπινος umano humano human exhumieren κοινώς"χωματίζω") "άνθρώπων χαμαιγενέων"
human|téάνθρωπότης umanita humanidad humanity human (homo +caedo)= Θέογνις, ë¨
όκόμη: hom| c| deάνθρω omi cidi o homicida homicide** φιλάνθρωπος καίνω** *έκ τού μένος.
¸ποκτονία 'κ τών έκφράσεων:
κσί ή άόρ. όντων. οη =τίς (nostromo (some =τίς, "μένος Αγαμέμνονος"
έκ τού homo °λοστρόμος
,
1
έκ τού άμός, ''ένε' άνδρών" ''ένος
δηλ. °όνθρωπόςτις° ναύκληρος, Αχιλλέως" κλπ.
Muman| sme Umani smo Humani smo humani sm Humani smus Humani smus **καίνω, κταίνω,
Άνθρωπισμός κτείνω =φονεύω
1
(έκ τού nostro homo,
δηλ. "νωίτερος homo:
ό ίδικός μας, ο άνθρω-
πός μας) .
(άντιδ.: Ούμανισμος,
λοστρόμος)
ΗΟΝΝΕυΑ τιμή onore honor, honra honour ( Ehre)* honor,άρχικώς |ώνος=άντίτιμον
honorab|eάξιότιμος onorevoIe honorabIe honorabIe Honoratioren honos=δώρον, όνειαρ =τιμή, κέρδος
honorerτιμώ onorare honrar Ι honour honorieren βραβείον "ώνον δίδω"
honnêteτίμιος onesto honesto honest "oνεaρ καί χάρμα" -Όμηρ
Κ.α. πσράΥ & σύνθ. (honorarium (Honorar Ύ
μνος είς Δήμητρα-
μισθός) άμοιβή, "κaί τιμής ώνον άρέσθαι "
·Όμ. Έπιγρ. 1 4-
σίολ. όννα
*(έκ τού αίδώς)
(βλ. & λ. vendre)
389
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΗΟΝΝΙ Ακαταισχύνω πα. γερμ. honida (μέσφ του γερμ.) όνειδος
honteαισχύνη onta hohnen
honteuxέντροπαλός χλευάζω
Η
ό
Ρ|ΤΑΙνοσοκομείον ospedaIe hospitaI hospitaI HospitaI hospes=ξένος αεσσα (άέσκω) =κείμαι
hosp|ceξενών ospizio hospicio hospice Hospiz hosp|t|um κοιμάμαι, έξ ού καί άστυ:
hôteξένοςκαιξενΙζων ospite, oste huesped hoste Hostess φραγκ. osteI άρχ. σημασία: κατοικία'
hôte|ξενοδοχείον hόteΙ hόteΙ hosterIy, hoteI HoteI
(�bh
αξιονπαρατη· "αστυδε Ιέναι ". " .. έασι ν,
καί.host||eέχθρός ostiIe hostίl hostiIe ρήσεωςότιστά 6σοι οίκον έχουσι " -Ε. Μ
host|eσφάγιον ostia hostia Hostie έλληνικάξένος ''νθα νύκτ' άέσαι "Όδ. ο. ¬
otageόμηρος(έwοιολ. Geisei σημαΙνεικαι°φίλος°.
"νύκτ' ασαμεν" ¨π, 367-
τρόφιμος, ,τόξεν/χείον hostage Gasterei °ξένοιπατρψοι°, (περάσαμετήννύκτα,
ostέχθρστρατός λέγεται καί aI- (στηνάγγλοτό συμπόσιον δηλ. πατρικοίφίλοι άέσκω ¯ άέσπω
bergo έκ του ξενοδοχείον Ένώστίςδυτ hospes ,συνήθηςέναλ
γοτθ. Burg = λέγεται καίi nn γλώσσες τό λαγήχειλικούπερωικών,.
Πύργος, έκ του .ν,έν, hospes =ξένος, (άντιδ. : σπίτι, όστια)
δηλ. : έντός έγέννησετηνλέξι
i nner =ένδον, hostis =έχθρός, .
έντός,
ΗΟΑΙΖΟΝόρΙζων orizzonte horizonte horizon Horizont hor|zon όρίζων
hor|zonta|όριζόντιος orizzontaIe horizontaI horizontaI horizontaI "ό τοΟ ορίζοντος κύκλος"
NDHLDC£ώρολόγιον oroIogio reIoj horoIoge Uhr horo|og| um ώρολόγιον
hor|ogerώρολογο oroIogiajo roIojero horoIogiste Uhr-macher ¯ ¦τόρημα machen, έκτούμηχανώμαι,
¸ποιός Uhrfabrik
hor|oger|eώρολογο oroIogeria roIojeri a horoIogy
¸ποιία
ΗΟΑΜΟΝΕόρμόνη ormone hormon hormone Hormon όρμόνη(έκ του όρμή)
hormon|que ormoni co hormonaI hormoni c (Hormonothe-
rapie)
NDHH£UHΦΡ.κη ΟΓΓΟΓθ horror horror horre=φρίττω όρρωδέω=φοβοΟμαι
horr|b|eτρομερός orribiIe horribIe horribIe horror=φρίκη όρρωδίη=τρόμος
horr|f|erτρομάζω orridezza hόrrίde horridness
φρίκη
NDH5έκτός(έκ του fuori fuera (out =έκτός,έκ (ausser) fors¯ τόφέρονes (έκτός)
fors) afuera του ° ϋστερος°, του fero φέρω
horm|sέκτός
NDHT|CDL£κηπουρός orticultore horticuItor horticuIturaI Garten . . . hortus=χόρτος, χόρτος=περιοχή περι-
hort|cu|tureκηπου orticuItura horticultura horticulture (βλ. λ. jardi n) κηπος φραγμένη και καλλιερ-
Κ. λπ. ¸ρική [γημένη
χόρτος +κολέω=πολέω
( πρβλ. βουκόλος,
αίπόλος, περίπολος)
NDUL£φcoκcθαλασσιά hohI κοίλος μέσφ φραγκ. ho| έκ του έλλην. καυλός.
hou|euxταραχώδης Έννοια: έκ της καμπυλό-
τητος -κοιλότητος- των
κυμάτων: ''οίη θλασσα".
NDUHDφραγμός HOrde φραγμός φραγκ. hurd έκ του κύρτος, κάρταλ-
μαντρί =πλέγμα λος =πλεκτόν άγγείον
NDUH£Tκραιπάλη whore πόρνη Hure πόρνη φραγκ. hour|er κάρος=νάρκη έκ μέθης
huren έκδίδομαι hora=δημοσ.γυνή "κάρος καΙ κραιπάλη".
ΗυΓθΓθί πορνε.α
NU| L£έλαιον οΙ ίο oIeo οίΙ ΟθΙ o| eum ελαι ον( Ομ;
hu| |er|eέλαιοτριβείον (oIiare λαδώνω, (oIeada λαδιά) oi I i ng OeImOche οϋαρον ,κυπρ ,
hu| |euxλιπαρός κλπ. oIeoso oIeario, oIeoso οί Ι Υ oI i g ΓραμμικήΒ: έλαιFον
Ηυιτόκτώ
otto ocho eight acht octo όκτώ
έξ ο Dtobæ Όκτώρ
(παλαιά,όγδοοςμήν,
NU|TH£στρείδι
ostrice ostra oyster Auster ostreum όστρεον, όστρακον
¦Τόh έτέθηγιάνάμή
προφερθη v|tre)
NUV9L£ταπεινός umi I e humi Ide humbIe hum| | | sχαμηλός, χαμηλός, χθαμαλός
hum| | |téταπεινότης
umi Ita humi lίdad humbIeness ταπεινός (βλ. & λ. homme)
hum| | |erταπεινώνω
umi I iare
humi I ar Ι humi I i ate Είδικώτερη εννοια:
hum| | |at|onταπείνωσις
umi I iazione humί l Ιacίόn humi Iiation μικρός, μηδαμινος
390
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τούΕΛΛΗΝι κογ
ΗυΜΕΑΑΙώμιαίο' omeraIe homeral humeral humerus=ώμος
ώ
μος
humérusβραχ. όστοΟν omero hombro
κ. α.
NUV£UR1 ) χυμός umore humor humour, Humor humor=ύγρός χuμόρ=χυμός
2) ίδιοσυγρασία (χιοΟμορ) humorada humor (Στήν διάλεκτο των
humora|ύδρογενής (umorale) humorous humoristisch Εύβοέων, όπως άναΦέ-
άστείος ρεται καί στόν Κρατύλο
humourεύθυμία umori smo humori smo humorness Humoreske τοΟ Πλάτωνος, τότελικό σ
humor|steεύθυμογρά- umorista humorista humorist Humorist προφέρεται ώς ρ.
ίφος humedecer πχ σκληρότηρ άντί
καί: humecter ύγραίνω umettare σκληρότης. "ρχαία έπι-
humectat|onδιάβρεξις -azione γραφή Ερέτριας:
της ίδίας οίκογενείας: "όπωρ αν", άντί "όπως αν"
hum| deύγρός umido hύmedο humid (flOssig humeo=ύγραίνω
´άντιδ
χιούμορ,
hum| d|téύγρασία uridita humedad humidity έκ του φλύω) χύμευσις-χΟμα =ύγρόν
( πρβλ. Ζεύς Ύμήττιος
=·"Ομβριος)
NUÞÞ£άγριόπετεινός upupa abubi l l a hoopoe Hupe (μτφ. σει- upupa=έποψ εποψ (τσαλαπετεινός)
ρήνα, κλάξον-
έκ ης φωνης του
άγριοπετεινου)
NUHL£Hωρύομαι url are aul l ar Ι howl heul en uΙυΙο=όλολύζω ολολύζω, ωρύομαι
hur|ementωρυγή url amento aul l i do howling Heul en
hur|eur ώρυόμενος urlatore
ΗυΠΕκαλύβη huta hut καλύβη Hϋtte μέσψ φραγκ. hutta κεύθω=καλύπτω,
Ι hide κρύπτω Hoter Φύλαξ φυλάττω κύτος =
κάλυπτρον
ΗΥΑLΙΝύαλώδης i al i no hi al i no hyaline hya| | nus ύάλινος
hya|ographeύαλογρά- ialografia hyalograph ρίζα Οω =βρέχω
φος
hΥaΙοϊdeύαλοειδής κ.α. hyaloideo hyaloid
NY9H| D£ύβρίδιον ibrido hibrido hybrid μιγάς Hybrid hybr|da=νοθο- ύβρίδιον(έτ. ϋβρις)
hybr|d|téνοθογένεια ibridazione hί brίdacίόn (hybridous) Hybris άσέβεια γενής ϋβρισμα
hybr|derκλπ. (hybridismo)
Λέξεις μέ α' συνθ. NYDH(D) ύδωρύδρο × º ×
π. χ. hydrargyreύδράρ- idrargirio hi drargirio hydrargyrum Hydrargyrum
[γυρος
hydraterένυδατώνω i dratare hi dratar hydrate
hydrau| ί queύδραυλικός idraUlico hidraulico hydraulic hydraulisch
hydreΟδρα i dra hi dra hydra Hydra ύδρία
hydrocépha|eύδροκέ i drocefalo hi drocefalo hydrocephalus (Wasserkopf) ύδροκέφαλος
[φαλος (i drante)
hydrogèneύδρογόνον idrogeno hίdrόgenο hydrogen Hydrogen hydrogen ύδρογόνον
hydrographe idrografo hί drόgrafο hydrographer Hydrographie ύδρογράφος
hydro|og|e idrologia hi drologia hydrologie Hydrologie ύδρολογία
hydroph| | e idrofilo hί drόfίlο (hydropathie) (Hydromanie) ύδρ
όφιλος
hydrophob|e i drofobia hi drofobia hydrophobia Hydrophobie ύδροφοβία
hydrop|s|e i ndropico hί drόΡίcο (hydromel) (Hydropathie) ύδροπικία
hydrosphère hidrosfera (hydroplane) Hydrosphare ύδρόσφαιρα
hydrothérap|e idroterapia hidroterapia hyd rothe rapy Hydrotherapie ύδροθεραπεία
hydrostat| que idrostatico hi drostatico hydrostatic Hydrostatik ύδροστατικός
anhydreανυδρος (κ. δ. ) anidro anhi dro Cνυδρoς
NY(N£ϋαινα i ena hi ena hyena Hyane hyaena ύαινα(έκ του ύς =χοΤρος)
NYC| (N£ύγιεινή i gi ene hi gi ene hygiene Hygi ene ύγιεινη
hyg| én|queύγιεινός igi eni co higi eni co hygi enic hygienisch
κλπ. Hygiea ύγιεία
NYCHDV(TH£ύγρόμε- igrometro hί grόmetrο hygrometer Hygrometer ύγρόμετρον
[τρον
hygroscopeύγροσκό- igroscopio hi groscopio hygroscope Hygroskop ύγροσκόπιον
κ. λπ. [πιον hi groma
ϋγρωμα
NYLDZD|5V£ hylozoism ύλοζωι σμός
39J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΗΥΜΕΝ+ hyménée i mene, hi meneo hymen (Hymen) hymenaeus ύμέναιος, ύμην
γάμος i meneo
NYM£NDÞT(H£ i menbtteri hί menόΡterί hymenoptera Hymenopterem ύμενόπτερα
ύμενόπτερα
ΗΥΜΝΕ ί ππο hί rηnο hymn Hymne hymnus ϋμνος
MYPALLAC£ύπαλ (enalage) hypallage hypa||age ύπαλλαγη
λαγή
Λέξεις μέ α' σuvθ.
MYP£H . . . ύπέρ. . .
πχ hyperbateύπερ iperbato hi perbaton hyperbaton Hyperbaton
βατόν
hyperbo|e ύπερβολή iperbol e hi perbol e hyperbole Hyperbel ύπερβολη
hyperboréen iperboreo hΥΡerbόreο hyperborean ύπερβόρειος
hyperesthés|e i perestesia hyperestesia (hypermarket) ύπεραισθησία
hypermetrop|e i permetropia hi permetropia ύπερμετρωπία
hypertroph| e i pertrofia hi pertrofia hypertrophy ύπερτροφία
(κaί παράγωγα) κ.Ο.
NYÞND5£ ύπνωσις ipnosi hipnosis hypnosis Hypnose ϋπνωσις
hypnot|que ipnotico hίΡnόtίcο hypnotic hypnotisch ϋπνωτικόν
hypnot|ser i pnotizzare hipnotizar hypnotize hypnotisieren ύπνωτίζω
hypnot|sme κλπ.. ipnotismo hi pnotismo hypnotism hypnotismus ύπνωτισμός
(hypnol ogy) (Hypnotiseur)
Λέξεις μέ α' σuvθ.
ΗΥΡ(Ο) ύπο. . .
π. χ. hypocondr|e ipocondria hipocondria hypochondria Hypochondrie ύποχονδρία
hypocor|st|que ipocoristico hi pocoristico hypocoristic ύποκοριστικός
hypocr|s|e i pocri si a hi pocresia hypocrisy Hypokrisie ύποκρισία
hypocr|te ipocrita hί Ρόcrίta hypocrite Hypokrit ύποκριτης
hypogastre ipogastrio hi pogastrio (hypodermic Hypogastrium ύπογάστριον
hypogée ipogeo hipogeo έξούόόρος
ύπόγειον
hypophyse ipofisi hίΡόfίsίs °χίπυς°, Hypophyse ύπόφυσις
hypostase ipostasi hί Ρόstasίs hypostasis Hypostase ύπόστασις
hyposty|e i posti l o ( hipotalamo)
ύποστύλιον
hypoténuse ipotenusa hi potenusa hypotenuse Hypotenuse ύποτείνουσα
hypothèque ipoteca hi poteca hypothec Hypothek ύποθήκη
hypothéquer ipotecare hi potecar Hypothekar ύποθηκεύω
hypothèse ipotesi hί Ρόtesίs hypothesis Hypothese ύπόθεσις
( hipotermia) ,καίπρόβλημα,
hypothét|que ipotetico hi potetico hypothetic hypothetisch ύποθετικός
hypotyposeκ.Ο . . . ipotiposi hi potiposis Hypotypose ύποτύπωσις
hi pocras
NYÞDCHA5 ποτόν Ποτόν, η συνταγη τού
άρωματικόν
όποίου άποδίδεται είς
τόν Ίπποκράτη.
MYP5DM(TH£ ύψό ipsometro hί Ρsόmetrο hypsometer ύψόμετρον
¸μετρον
ύψομετρικος
hypsométr|queύψο ipsometrico hi psometrico hypsometric
¸μετρικός
MY5T£H|£ύστερία isteria histerismo hysteria Hysterie ύστερία ,έκπαθήσεως
hystér|queύστερικός isterico histerico hysteric hysterisch
τήςμήτρας,ύστερικός -
hystérotom| eύστε hysterotomy ύστεροτομία
ροτομία
ύστέρα =μήτρα
ι
ι
Ι
m ~
I dee
I dol e
395
«ταελληνικαδενείναιόποιαδήποτεγλώσσα, είναιή γλώσσα μοιραίωνκειμένωνγια τηνανθρω·
πότητα, η μήτρατούδυτικούπολιτισμού. . .
. . εανλογαριάσημάλιστακανείς, ότιόλόκληροτμήματήςλατινικήςέρχεταιάπόταελληνικά. .
. . . ή ελληνικη λέξις είναι σύμβολο μεδύναμη σημείου. Ό όρος ί δέα, αϊφνης, ενσαρκώνει την
ένέργειατήςόράσεως¦ίδείν). . .
»
ΣτέλιοςΡάμφος,
'Ή ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙΗΠΑΡΑΔΟΣΗ¨,έκδ. ΚΕΔΡΟΣ
•
« Εϊδωλον: δεν βρίσκεικανείςλέξιπαράλληλη στίς όλλεςγλώσσες. »
Ρ Chan|ra/ne, D/c|. E|ym. de /a |anguegrecque
· ΟίΈλληνεςέχουνμια λέξιγια τό κάθεΤΙ . »
%Ι«
¯Ι¯
· Πολλαίμεν θνητοίςγλώτται , μίαδ αθανάτοισιν. »
ΈΥκυκλοπαιδικόνΛεξικόνΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ
ΈκδοτικόςΟίκοςΙΟΝDΙΝ/SUMF7BUSSAMUEL/SBAGSIER
(φράσις ή όποία κοσμεί τό έσώφυλλον τών έλληνικών του έκδόσεων)
· Η έπι ρροη τής Άθήνας ήταν κυρίαρχη στην Μ. Άσία, στα νησιά, στην Σικελία, στην Μεγ.
Έλλάδα, ακόμη καί στην Προβηγκία μας καί στην Ί σπανία. Άπ όλες αύτες τίς χώρες πήγαινε
κόσμοςστίςγιορτέςτης. ΚαίγύριζανπίσωμετίςΙ ΔΕΕΣ της, τούςμύθουςτης, την χάριτηςκαίτό
χαμόγελό της. ΆπότονΟλυμπάτηςέπήγαζανόλαταρεύματαπούέφούσκωναντηνθάλασσατού
μεσογειακούπολιτισμού. ·
ΖάνΡισπέν, ΕΛΛΗΝ/ΚΗΜΥΘΟΛOΓ|A
*
397
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Ι ΑΜΒΕϊαμβος gi ambo yambo iambus l ambus | ambus ίΌμβος(έκ του 'ημι =
| amb| queίαμβικός gi ambico yambico iambic iambisch =ρίπτω'
ρυθμός όρμητικός)
IB
E
RQUE ίβηρικός iberico iberico iberian I berier |ber|a=Ίβηρία, ϊβηρ:
"
χερσαϊον θηρίον,
Ί σπανία άφ' ού 'Ίβηρες" (Ήσύχ.;
I ΒΙ5 i bi s i bi s i bi s I bis | b| s ίβι ς(πτηνόν)
I CHNOGRAPHI E ίχνο icnografia icnografia i chnography I chnographie |chnograph|a ίχνογραφία
¸γραφία
I CHOR αίματώνθεών icore icor i chor ί χώρ, ίχωρος. Έτυμολ.
| choreux ίχωρώδης icoroso icoroso
έκ του ίκμάς.
Λέξεις μέ Q' συνθ.
I CHTYO . . ί χθύςί χθυο . . .
Π. χ. |chtyoco||e ittiocola (ictiografia) ichtyocolla Ichtyologie ίχθυόκολλα
|chtyo|og|e (ittico) ίχθυογραφία ( I chtyomantie) ίχθυολογία
ίchtΥοϊde ittiologia ictiologia ichtyology ίχθυομαντεία ίχθυοειδής
|chtyophage ίttίόfagο ίctίόίde ichtyoid ίχθυοφάγος
Κ. α. ίctίόfagο ichtiophagist
I CI έδώ qui, ecco aqui here hier ecce-h| c έ (κεί)
I C
O
NE είκών icona ίcόn i con I kone |con είκων
|conoc|aste iconocl asta iconocl asta iconocl ast I konoklast είκονοκλάστης
|conograph|e i conografia iconografia iconography I konographie είκονογραφία
|cono|ãtre iconol atra ίcοnόlatra iconolater I konolater είκονολατρία
|cono|og|e iconologi a iconologia iconology Iconol ogi e είκονολογία
|conostase Κ.α. iconoteca iconostasio iconostasis ( I konoskopion)
είκονοστάσιον
icastico
είκονοθήκη
I COSA
E
DRE είκοσάε icosaedro icosaedro icosahedron Icosaeder |cosaedrum εί κοσάεδρον
¸δρον
ICT
E
RE ϊκτερος ίΙΙΘΓΟ ictericia icteric Ikterus
ϊκτερος
|ctér|que itterico icterico icterical
ICTUS κτύπημα ictus ictus |ctusβολή,πληγή ίκτέα=άκόνt|ον
ID
E
E ίδέα idea idea idea Idee |dea ίδέα(έκ του ίδεϊν)
|déa| ίδανικός ideal e ideal ideal ideal
|déa||serέξιδανικεύω i deal i zzare idealizar idealize idealisieren
|déa||smeίδεαλισμός i deal i smo i dealismo ideal ism I deal i smus
|déa||steίδεαλιστής ideal ista ideal ista i deal i st I deal ist
|déo|og|eίδεολογία ideol ogia ideol ogia ideol ogy I deenl ehre
|déo|ogueίδεολόγος ideologo ίdeόlοgο ideologue I deol ogi e
ideologisch ίδtκός
I D
E
OGRAPHI E ίδεο ideografia ideografia ideography Ideographie ίδεογραφία
¸γραφία ίδεόγραμμα
|déogrammeίδεό ideogramma ίdeόgramma ideogramm Ideogramm
¸γραμμα
ΙΟΙΟΜΕίδίωμα, i di oma i di oma i di om I di om |d|oma
ίδίωμα-δηλ. ίδία, ίδιαι-
διάλεκτος τέρα διάλεκτος
|d|omat|queίδιωμα i di omatico idiomatico idiomatic idiomatik
¸τικός
Ι ΟΙ ΟΡΑΤΗΙΕίδιοπάθεια idiopatia idiopatia i diopathie (I diopathie) ίδιοπάθεια
|d|opath|que idiopatico idiopatico idiopathic idiopathisch
|d|osyncras|e idiosincrasi a idi osi ncrasia idiosyncrasy I diosynkrasie ίδιοσυγκρασία
Ι ΟΙ ΟΤήλίθιος idiota idiota i di ot Idiot | d| ota=ίδιώτης ίδιώτης
|d|ot|eήλιθιότης idiozia idiocy Idiotie (έννοιολ. : όπαρά ΚατάτόνΆριστοτέλη.
|d|ot|smeίδιωτισμός idiotismo idiotismo idiotish Idiotismus ξενος,όμέίδίου ς
°ίδιώτης°είναι αύτός πού
γλώσσας τρόπους,
άποσύρεταιάπό τάκοινά
καί ίδιωτεύει μεύποτιμη
τική σημασία Ώς έκ τού
του,κατήντησενάσημαίνη
στά γαλλ °ήλίθιος°, άλλά
καί κατά Σουίδαν ίδιώτης
=άγράμματος
398
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
| 0DL£είδωλον idol o idol o i dol I dol |do|um είδωλον
|do|ãtreείδωλολάτρης i dol atra ίdόl atra idolater
|do|ãtr|eείδΙλατρεία idolatria idolatria i dol atry Idolatrie
| do| ãtrerύπεραγαπώ idol atrare idolatrar idolatrize
Κ. α. doiI κούκλα,
είδωλον
IDYLLE είδύλλιον i di l l i o i di l i o idyl l Idyll |dy| | | um εΙδύλλιον(βραχU ποίημα)
| dy| | | queείδυλλιακός i di I I iaco i di l i co idyl l i c I dyl l i sch έκ τού "είδος"
| dy| | |steείδυΝγράφος
I GN
E
πύρινος igneo igneo igneous gl Ohend | gneus=πύρινος ίκνυς,ίγνυς= τέφρα,
| gn|co|eπυρολάτρης (i gnivoro (ί gnί cί όn (ignition έκ τού ί gnίs=πύρ σκόνη
πυρβόλος, άνάφλεξις, άνάΦλεξις, (i gni s + col o: λιγνυώδης =πλήρης
|gn|fèreπυρφόρος ignifero i gnifero λιγνυς+ρκολ, καπνοΟ' λιγνύς =πΟρ
| gn|fugeπυροφυγής i gnivomo i gnivomo i gnite (i gni s +fero: σκοτεινόμαυρον
| gn|fugerκαθιστώ i gni col o άναφλέγω λιγνυς+φέρω, "σ
τ
έροψ λ
Ι
Υνύς
"
όφλεκτονΚ. α . . πυρολάτρης (i gni s + fugo: Σοφ Άντιγ : · .
λιγνυς+φεύγω, ( πρβλ λιγνίτης)
I GNOMI NI E όνειδος i gnomi ni a i gnomi ni a i gnomi ny ί η+nomen ανευ+όνομα(βλ λ. nom)
| gnom| n|euxότιμος i gnomi nioso i gnomi nioso i gnomi ni us =όνομα δηλ άνώνυμος, άφανης.
I GNORER όγνοώ i gnorare ignorar Ι ignore ignorieren ignosco έκτού αν(ευ) +γνώσκω
| ngnoranceόγνοια i gnoranza ignorancia i gnorance I gnoranz ί η+ nosco
| gnorantάμαθής i gnorante I gnorante i gnorant i gnorant
| gnorant|smeάμάθεια ignorantaggine Ignoto
Κ.α.
όγνωστος
ΙΙ αυτός l uί Θl | | | e=έκείνος ίλλε =γύρισε καΙ κύπαξε
(άΡΥότερα τό θηλ e||e,
(he -έτυμ. έ (si e έτυμ. έ) ( προστσκτ. τού ϊλλω =
=αύτός, στρέφω καΙ βλέπω. )
'ίλλος = όΦθαλμός
εννoιa: δεικνύωλέγωνίλλε¯ κύττασυνεκ
δοχικώς°αύτός°°έκείνος°πρβλ. τό=αύτό
τοί=αύτοίέπίδεικτικήςσημασίας
Πρβλ. ίδου=i , ίδε.,έδώ
ΙΙΕνήσος isola i sl a i sl and I nsel , Ei l and | nsu| a=νήσος εναλος
| nsu| a| reνησιωτικός isolano i sl eno i nsul ar i nsul ani sch εκτούen sa|os σάλος :, παλινδρ. κίνη-
άκόμη: |so|erάπομο isolare ai sl ar Ι i sol ate isol i eren sal um =σάλος, σις θαλάσσης, ., άνοικτη
νώνω
σάλασσα. όλς θάλασσα
|so|at|onόπομόνωσις isolamento ai sl ami ento isolation I sol i erung (πρβλ σαλεύω)
|so|ateurμονωτήρ isolatore aisl ador i nsul ator I sol ator
,Έκτούinsula καίτόόνοματής| σλανδίας.
| nsou| | neίνσουλίνη Κυριολεκτικώςνησιωτικήχώρα,νησίς,
(έκ τών "νησίδων" τού
παγκρέατος)
| ιΕΟΝείλεός
ίlθΟ i l eo i l eus | | eum εΙ λεόςέτ. εϊλω = περι-
iliaco στρέφω
Ι ΙΟΤΕ 1) είλως i l ota ί l ota helot Helot ||ota είλως
., δοιιλοπρεπής
||ot|smeδουλοπρέπεια ilotismo il otismo
| ιιυΜ| ΝΕΑφωτίζω i l l umi nare i l umi nar Ι i l l umi nate i l l umi ni eren ί η +| umen, έκ λύκη (Φώς) ( πρβλ λυκό-
| | | um| nat|onφώτισις i I I uminazione ί l umί nacίόn i l l umi nation i I I umi nation τού |ux ,λύκη, φως, λυκαυγές, άμφιλύ-
| | | umn| smeθεοφωτι i l l umi ni smo (i I I umi nator κη, Λυκαβηττός).
¸σμός
φωταγωγός,
ILLUSION πλάνη i l l usi one ί l usί όn i l l usi on I l l usion i l l usi o =έμπαιγμός
| | | us|onerάπατώ (i I I uso φαντα i l l usi onarse έκ τού i n+l udo λίζει=παίζει
| | | us|on|steθαυματο
σιοκόπος, i l usi onista i I I usioniste i I I usorisch =παίζω λίζουσι =παίζουν (Ήσ;
¸ποιός ,κατόλλουςέκτούλοιδορώ.ύπάρχει
| | | uso| reάπατηλός ί l l usorio ί l usivo i l l usory έπιγραφήμέτήνγραφήloίdos άντίl udus)
Κ. α.
άπατεών
ILLUSTRE λαμπρός i l l ustre i l ustre i l l ustrious i l l uster | n+| ustrum ίν+λοετρόν,λουτρόν,
| | | ustterλαμπρύνω i l l ustrare i l ustrar i l l ustrate i I I ustrieren =καθαρμός λοΟσις. Καθαρμός βωμού.
| | | ustrat|onλαμπρό i l l ustrazione ί l ustracίόn i l l ustratIon i l l ustration ( 'Έννοια: άπαστράπτουσα
¸της
καθαριότης) .
(άντιδ. : λούστρον)
399
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓrΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
| VߣC| L£ ήλίθιος i mbeci l l e i mbeci l i mbecile | mbec| | | us=
| mbec| | | |téβλακεία i mbeci I Iita imbecili dad i mbecil ity άσθενής. 'κ τού
| n+bacu| um αν(ευ)+βάκτρον,
,βακτηρία,δηλ βάκηλος
ανευστηρίγματος,
όθεν έτοιμόρροπος
Ι ΜΙΤΕΑμιμούμαι i mitare imi tar i mitate | m|tor=μιμούμαι μι μήτωρ=μιμητής,
έξού| mageείκών i mmagi ne imagen image imago =είκών μι μί α=μίμησις, μίμημα
| mag| nat|onφαντασία i mmagina- ίmagίnacίόn i magi nati on i magi nar ,κατάληξις-ago, =άντίτυποΥ' ρ. μιμέομαι
Κ.α. πολλά -zione magi n όραμα φαντασιώδης έκτούόγω,
Ι ΜΜΑΝΑΝΤύπάρχων, i mmanente i nmanente i mmanent ί η +maneo έν+μένω, έμμένω
ένεργών
| mmanenceέμμονή i mmanenza i nmanenci a i mmanence
I MM
E
DIAT όμεσος i mmediato ί nιηedί atο i mmediate (i nmi tten =άνά ίη +med| us έν+μέσος(έμμεσος)
μεσα, =μέσος
I MMENSE πελώριος i mmenso i nmenso immense | n+met|orμετρώ έν+μετρώ
| mmens|téάπεραντο i mmensita i nmesidad i mmensity
¸σύνη
I MMISCER άναμειγνύω mischiare mezcl ar Ι mi x mi schen m|scec=μίσγω μίσγω, μείγνυμ|
| mm|xt|onάνάμειξις mischianza mescl a mi xture Mi schung (μίγμα)
mezcolanza mi xed Mi schl i ng
κυκεών άνάμικτος μιγάς
Ι ΜΜΟΙΕΑθυσιάζω, immol are i nmol ar Ι i mmol ate i mmolo =σφάζω μύλλω=συντρίβω,
σφαγιάζω | n+mo| o=μύλω, πιέζω ( πρβλ μύλος,
| mmo|ateurθύτης i mmolator ί nmοl acίόn i mmol ation άλέθω μύλη)
| mmo|at|onθυσία i mmol amento
I MP
E
RITlE άπειρία i mperi zi a | mper|t|a, άπείρητος=aπειρος,
imperi tus aνευ πείρας
I MP
E
TUEUX όρμητικός i mpetuoso i mpetuoso impetuous ίη + peto=πετώ πετώ, πίπτω
| mpétuos|téόρμή i mpetuosita i mpetu i mpetous impetus (έν +πίπτω)
έμπετες =ένέπεσες
I MPULSION ωθησις, i mpulso i mpul se i mpulse I mpul s pu| sus=ωθησις πάλσις (δοράτων πάλ-
κρούσις έκ τού ίη +pe||o ίν+πάλλω σις)
| mpu| s| fώστικός i mpul sivo i mpul sivo i mpulsive i mpulsiv
| mpu| s|v|téπαρόρμησις i mpul si one i mpulsar ώθώ παρορμητικός
ΙΝΑΝιτΕματαιότης inanita i nanidad i nanity ίνάσθα|=έκκενοϋσθαι
| nan|t|onάτροφία i nani zi one ί nanί cί όn i nani ti on ιναω=κενίϊ
¦ Ησ ì
ίνηθμός =κενότης
I NCARC
E
RER φυλακίζω i ncarcerare encarcelar incarcerate- ίη +carcer κάρκαροι =δεσμοΙ (Ήσ.;
| ncarcérat|on κάθειρξις -ramento -Iamiento -ation κάρκαρον=δεσμωτή-
[ριον
I NCARNER ενσαρκώνω incarnare encarnar incarnate βλλ. cha| r (έν+κάρνος)
| ncarnat|onένσάρκωσις incarnazione encarnacίόn i ncarnation I ncarnation =σάρκα
| NC£N0| £πυρκαγιά i ncendi o incendi o i ncendi ari sm ί η +candeo κάνδαρος, καίω
έμπρησμός (βλ λ chandelle)
|ncend| a| reέμπρηστής i ncendi ari o incendi ari o incendiary
INCHOATlF άρχικός i ncoativo i ncoativo i ncoative i n-choativus, έκ τού χόη, χάος
i ncoare άρχίζω incoar i nchoate έκ τού |n·choo
ίncοacίόn i nchoation =άρχίζω
έναρξις (έννοια: άναφύομαι
έκ τού χάους)
I NCI N
E
RER άποτεφρώ i nci nerire i nci nera Ι i nci nerate ίη +ci nero έν +κόνις
| nc| nérat|onάποτε i nci nerazione ί ncί neracίόn i nci neration έτ c| n| s=κόνις κόνις (σκόνη)
¸φρωσις
I NCITER παρακινω i ncitare incitar incite ίη +c|eo=κινώ έν+κίω =βαδίζω
| nc|tat|onπροτροπή incitazione i ncitamento i ncitation ταχέως
400
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
I NCLI NER κλίνω i nclinare i ncl i nar Ι i ncl i ne ίn +cI i no έν+ κλί νω=γέρνω
s' i ncI i ner ύποκλίνομαι i ncl i narsi i ncl i narse
(ύποκλίνομαι
,
ύπόκλ
ι
σ
ι
ς:
i ncI i nai son κλίσις i ncl i nato όροι μεταγενέστεροι.
i ncI i nation ύπόκλισις i ncIinazi one ί ncl ί nacίόn i ncl i nation Ο
ί Ε
λληνες δέν
κ ο ροπη
ύπεκλίνοντο
.. .
)
I NCRUSTER εγκολλώ i ncrostare incrustar Ι i ncrust ί π +crusta =λcπι έκ τού κρύσταλλος
i ncrustation λιθοκόλ i ncrostazione ί ncrustacίόn i ncrustation (άντιδ. : κρούστα)
¸λησις
I NCUBATlON επώασις i ncubazione ίncubacίόn incubation Ι nkubationszeit ίn +cubo =κείμαι κείμαι
i ncuber επωάζω i ncubare i ncubar Ι i ncubate κύβελα=φωλιές άγρίων
i ncubateur επωα i ncubatrice i ncubador i ncubator I nkubations θηρίων
¸στικός επωάστρια κύβος. εκτόςτώνολλων,
καίi ncube εφιάλτης i ncubo i ncubo i ncubus (Ephialtes) σημαίνεικοίλωματούεπάνω
(εννοιολκείμαιεπί . . , μερουςμηρούζώου.
I NDIG
E
NE ίθαγενης i ndi geno i ndi gena i ndigenous i ndi gena, έκ του ένδο-γενής
i ndigenat ίθαγενεια i ndi gente I ndigenat indu +gigno ένδοί =ενδον, έντός
πενης indu =εντός
I NDl aUER δεικνύω i ndi care i ndi car Ι i ndicate ίn +dico έν± δεικ(νύ)ω
i ndi cateur δείκτης, i ndicatore i ndicador i ndi cator (άρχαίκά, δεί κω)
όδηγός
i ndication ένδειξις indicazione ίndίcacίόn indication index ένδείκτης
i ndicatif δηλωτικός i ndicativo i ndicativo i ndi cative I ndi kativ
I NDUSIE ύπενδημα i ndusi o i ndumentaria i ndusi um ενδυμα,ενδυσις
i ndut ενδεδυμένος ένδυματολογία
I NDUSTRIE βιομηχανία i ndustria i ndustri a i ndustry I ndustrie industria =έπιμέ έντός + στόρνυμι*
i nstruire γυμνάζω. istruire i nstrui r i nstruct όδηγώ, instrumentieren λεια άπλώνω, στρώνω,
καθοδηγώ διδάσκω (endo+sterno) έκθέτω
καί πολά παάγωγα ... (άντιδ. : ίνστρούκτορας)
Ι ΝΕΡΤΕάδέξιος i netto i nepto i nept ί n +apto αν(ευ) ± απτω
ineptie άδεξιότης i nettezza inepcia i neptness (βλ. καί λ. "apte")
I NFESTER λυμαίνομαι i nfestare infestar i nfest ίn + fendo φένω=φονεύω
infestazione =φονεύω (Άργειφόντης
καταστροφή όφονεύςτούΑργου,
i nfesto i nfesto
επιβλαβής
defendre ύπεραμύνομαι difendere defender defend
offensive επίθεσιςκο offensiva ofensiva offensive
ofensa προσ·
βολή
I NFLATlON πληθωρι i nflazione ίnflacίόn inflation I nflation in-flatio, τούflo φλέω=γέμω, είμαι
¸σμός(χαρτον ,
φλέω κατάμεστος
deflation (τό άviθτν) deflazione deflacίόn
INFLIGER επιλλωπανή infliggere i nfl i gi r Ι infl ict ί π + fligo ¬ πλήγω(θλίβω)
inflizione infliction
I NFLUER επιδρώ influire i nfl ui r Ι i nfl uence ί π + fluo είσρέω φλύω, φλέω
infIuence επίδρασις influenza influencia i nfl uence
influencer έπηρεάζω i nfl uenzare
i nfl ux ρευστό,όγcwό; i nfl usso infl ujo influχ
Ιinfuenza ηγρίππη(έnστεύτοότώείλετοείςδυσμενείςείσρος,
I NGAMBE εύκίνητος
(i n+gamba)
έν± καμπή- έγκάπτω
=λυγίζω(βλ. καί λ. jambe)
I NG
E
NI EUR μηχανικός
ingegnere
i ngeni ero engi neer I ngeni eur
ί n +geni um ¬
έγγενής=σύμφυτος
s' i ngenier μηχανεύομαι
i ngegnarsi
i ngeni ar
φύσιςψυχής, νού,
νούς
ingenieux εύφυης
i ngegnoso
i ngenioso i ngeni ous ingenios
εκτούgens
γένος
ingeniosite εύφυία
i ngegno
i ngeni osidad i ngenuity
(γένος,τούρ
γίγνο¯μαι
καί ingenu άφελής
i ngegno
i ngenuo i ngenuous
gi gno =γεννώ
γείνω * γεννάω
ingenuite άφέλεια
i ngenuita
i ngenuidad i ngeness (άντδ. : τζίνι)
engi n μηχάνημα
engi ne
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
I NGESTlON κατάποσις ingesti one ίngestίόn
d|gest|onχώνευσις di gestione dίgestίόn
Ι ΝΗΙ ΒΕΑάπαγορεύω proi bire prohi bi r
| nh| b|t|onάπαγόρευσις proi bi zi one Ρrοhί bίcί όn
| Ν|Τι ΑΙάρχικός i ni zi al e i nici al
| n|t|at|onμύησις i ni zi amento ί ηίcί acίόn
| n|t|ateurμυσταγωγός i ni ziatore i nici ador
| n|at|veπρωτοβουλία i ni ziativa i ni ciativa
| n|t|er είσάγω, διδάσκω i ni zi are i ni ci ar
I NNOCENT άθώος
(βλ. λ. nocif)
I NS
E
RER παρεμβάλλω
i nseri re i nsertar
| nsert|onπαρεμβολή, i nseri mento ίnsercίόn
καταχώρησις
I NSI DI EUX δόλιος
i nsi di oso i nsi dioso
I NSI STER έπιμένω
i nsistere i nsi sti r
| ns| stanceέπιμονή
i nsistenza i nsistencia
| ns| stantέπίμονος
i nsi stente i nsi stente
I NSPECTER έποπτεύω
i nspezi onare i nspecci onar
| nspecteurέπιθεωρητής
i spettore inspector
| nspect|onέποπτεία
(i nspettorato ίnSΡeccίόn
έφορεία)
I NSTALLER άγκαθιστώ
i nstal l are i nstal ar
|nsta||at|onέγκ/στασις
instal l azi one ί nstal acίόn
sta||eστασίδι
stal l o (estable
éta|erέκθέτω
stalla στάβλος σταθερός)
κπ. σεηά establo
INSTANCE έπιμονή,
istanza i nstencia
ένστασις
|nstant1 ) έπίμονος
istante i nstante
., στιγμή
| nstantanéστιγμιότυπον
istantaneo i nstantaneo
| nstantané|téτό
istantaneita i nstantanea
άκαριαίον Κ.δ.
ΑΙ' I NSTAR =όμοίως
INSTlLLER ένσταλάζω
i nsti l l are i nsti l ar
|nst|| |at|onένστάλαξις
i nsti l l amento ίnstίl acίόn
INSTlNCT ένστικτον
istinto i nsti nto
|nst|nct|fαύθόρμητος
isti ntivo i nsti ntivo
κλπ.
INSTlTUER ίδρύω
isti tui re i nsti tuir
| nst|tut'ίδρυμα
istituto i nstituto
|nst|tuteurπαιδαγωγός
istitutore i nsti tui dor
|nst|tut|on,ϊδρυσις Κ. δ.
i sti tuzi one ί nstίtucίόn
INSTRUMENT έργαλείον
i strumento i nstrumento
(καί παράγωγα)
I NT
E
GRAL άκέραιος
i ntegrale integral
|ntegra||téόλοκληρότης
integralita i ntegri dad
|ntégrerόλοκληρώ
integrare integrar
|ntégrat|onόλοκλήρωσις
integrazione ίntegracίόn
καί ent|erόλόκληρος
i ntero entero
|ntactόθικτος
i ntatto intacto
INTELLECT διάνοια
i ntel letto i ntel ecto
|nte||ectue|διανοητικός
i ntel lettuale intelectual
καί |nte|||gentνοήμων
i ntel l i gente intel i gente
|nte|||genceνοημοσύνη
i ntel l i genza i ntel i genci a
|nte| | |g| b|eσαΦώς Κ. δ.
i ntel l i gi bi l e i ntel i gi bi l e
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
di gestion
Ι prohibi t (verbieten)
prohibi ti on (Verbi eten)
(bi eten =προ-
σφέρω, παρέχω)
i niti al I ni tial e
i nitiation
i nitiatory
i nitiative
i nitiate I nitiative
Ι i nsert i nseri eren
i nserti on I nserat
i nsi di ous
Ι i nsi st i nstandi g
i nsistance
i nsistent
Ι i nspect i nspi zieren
i nspector I nspektor
i nspection I nspektion
install Stollen ύπομονή
i nstal l ati on Stal l ung
stable (stabi l )σταθερός
stabling Stall
i nstance I nstanz
(ίη) standtend
i nstant
i nstantaneous
i nstantly
(Ιο) I nsti l i nsti l l i eren
i nstίlati on
i nstinct I nsti nkt
i nsti nctive i nsti nktiv
i nstitute I nstitut
i nstitute
i nstitutor I nstitution
i nstitution
instrument I nstrument
integral I ntegrale
integrity
Ι i ntegrate i ntegri eren
integration (i ntegrierend
enti re όλοκληρωτικός)
intact i ntact
intellect I ntel l ekt
intellectual i ntel l ektuel
i ntel l i gent i ntel l i gent
i ntel l i gence I ntel l i genz
i ntel l i gi bl e
40J
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ί η +gero(Φέρω) φέρω( πρβλ. έννο/ολ.
φάρυγξ)
i n+hi beo, habeo έν+ απτω,κάπτω
(βλ. λ. avoir)
(τό γερμ. bieten έκ
του πυνθάνομαι)
i ni ti um, του eo εω,ϊημι
=έω (πορεύομαι) ίν+ εω
ίη + eo ένίημι =πέμπω, παρα-
κι νώ, έμπνέω
ί η +sero=εϊρω, έν+εϊρω=συνδέω
συνείρω
|n-s|d|ae=ένέδρα έν -εδρα, ϊζω, έζομαι
έκ τού s|deo (βλ. +λ. asseoir)
=κάθημαι
ίη +s|stoέφίστα- έν+ϊστημι ,ίσταμαι
-μαι, ένίσταμαι (ή δασεία έτράπη είς s)
ί η +spec|o σκοπέω,σκέπτομαι
=σκοπώ
έν +στέλλω ° στήνω,
τοποθετώ.
Σχετικό καί μέ τό
'ίστημι, 'ίσταμαι
(άντιδ. : στάβλος)
ίη +sto έν+στάω,στώ,'στημι
ένστασις
ad nstar=όμοίως στατήρ(μέτρον
βάρους)
ί η -st| | | o=έκ του ένσταλάζω
st| | | a=στάλα στίλη, στάλα
| nst|ctus = ενστικτον¦έτ έν +
= ένστικτον +στίζω = σημαδεύω)
ί η -stituto
έκ του | n+s|sto έν+ϊστημι
(βλ. καί λ. i nsi ster)
ίη +truo ίν+τρύω
i n-teger =άκέραιος τάγω ( Ομ. , (άχρ. ένεστως,
έκ του tango, (ρίψε ποδός τετaΥώv)
tago= έγγίζω Ίλ
i nter +|ego ή πρόθ. i nter, έκ τής
l ego =συλλέγω ί η ¬ έν, ίν +τρύω
lego ="όναγιγνώακω" λέγω=συλλέγω
(μέ τήν έννοια: διό τών όφθαλμών συλ
�
έγω)
402
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
| N1£HCAL£Hπαρεμ- intercalare intercalar Ι intercalate inter + ca|o
[βάλλω παρεμβάλλω
| nterca|a|reέμβόλιμος intercal are i ntercal ar ca|o;καλω καλώ
|nterca|at|onπαρεμ- intercalazione ίntercalacίόn intercalation
[βολή
|N1£H|£H£NC£ interferenza interferenci a interference i nter+fero ;φέρω φέρω
άλληλεπίδρασις κ. Ο. έπέμβασις inter (i n+truo) (ίν +τρύω)
|N1£H| £UHέσωτε- interiore interior i nteri or | ntusέντός έντός
[ρικός
|nterneοίκότροφος interno interno intern i ntern
|nternatοίκοτροφεΤον i nternato internado (internal
|nternerέγκλείω
internare i nternar έγκλειστος)
|N1£HJ£C1|DNέπι- interjezione ίnterjeccίόn i nterjection Interjektion inter +jac|o="ημι ϊημι(Fιημι)
[φώνημα
|N1£HM(D£μεσοδιά- intermezzo i ntermedi o intermezzo I ntermezzo inter med| um μέσον, μέττον(βοιωτ. )
[στημα =μέσον
| nterméd|a|reένδιά- intermezzio intermediario intermedi ary
μεσος
|N1£H51|C£διάλειμμα interstizio intersticial interstice ίΠΙθΓ +sto στώ,·ίστημι
χρόνου
| nterst|tue|ένδιάμεσος
|N1£51|Nέντερον, intestino intestino intestine (Darm)* intestinus ¯ έντός, έντοσθε,
έντόσθιον ό ένδον, έκ του έντόσθια, ένδινα
| ntesta|έντερικός intestinale intestinal intestinal |ntus=έντός *(έκ του τόρμος =κοιλό-
της)
Ι ΝΤι ΜΕοίκεΤος i nti mo i nti mo i nti mate i nti m i nti mus =ένδότατος έντός
| nt| m|téοίκειότης intimita i nti mi dad i nti macy I nti mitat ύπερθετ. του
| nt| mat|onκλήτευσις intimazione ί ntί macί όn (i nti mation |ntus=έντός
| nt| merκλητεύω i nti mare i nti mar ύπαινιγμός)
i nti mate ύπο-
δηλω
|N1H£Þ|D£άτρόμητος intrepido intrepido intrepid |ntrep|dus¬ ατρεπτος=aκαμπτος
|ntrép|d|té άφοβία intrepidita intrepidez intrepidy ότρομος έκ των: τρέπω, τρόπαιον,
trep|do & tremo τροπή, τρέμω, τρόμος
| N1H| CU£σκευωρία intrigo intriga intrigue I ntri ge i n +tr|co μηχα- ( πρβλ °έντρίχωμα')
| ntr|guerραδιουργω i ntri gare i ntri gar i ntri guer i ntri gi eren νορραφω έκ του
περιπλέκω
(intrico περι- (i ntricate (I ntrigant tricae ¯ μηχανορραφία
πλέκω) πολύπλοκος) δολοπλόκος)
έκ του τρίχες (έννοιολ. : "quasi capi l l i pedibus
(inticacy
i mplicati "): δηλ. σάν μπερδεμένα μαλλιά.
περιπλοκή)
Πρβλ. τό σημερινό "μαλλιά κουβάρια".
(άντιδ. : ·ίντριγκα)
|N1NHDN|5£Hένθρο-
intronizzare entronizar inthronisieren |nthron|zare ένθρονίζω
νίζω, καθιερώ
|ntron|sat|onένθρόνι- intronizzare entrοnίΖacίόn enthroning Thronbesteigung
[σις
|N1HU5παρείσακτος intruso intruso i ntrusive ίπ + trudo έν+τρύω=Φθείρω,
|ntrus|onπαρεισαγωγή i ntrusi one ίntrusί όn intrusion παρεμβάλλω, ώθω τρυπώ
( πρβλ. τρυπώνω
=είσχωρώ)
|Nv£N1£Hέφευρίσκω inventare inventar invent Inventar άπο- ίπ +ven|o έν+βαίνω
|nvent|on έφεύρεσις
invenzione ίnνencίόn invention γραφή (βλ. λ. venir)
inventarisieren
καταγράφω
|Nv|1£Hπροσκαλω invitare invite invite ί π + v|tus( άρχ. έν +Fϊτuς=στρογγυλη
|nv|tat|onπρόσκλησις
invito ίnνίtacίόn invitation έννοι α: προστα- άσπίς
τεύω διά τής άσπί-
δος, περιποιούμαι)
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
INVOLUCRE περικά involgo
¸λυμμα περιτυλλίσσω
i nvoIution άνέλιξις, invol uzione
περιέλιξις
1 0DE ίώδιον iodio
iode ίωδιούχοςΚ.α.
ΙΟΝ ίόν,ήλεκτρμόρ. , i one
ionosphere Κ. α. i onosfera
| OΤΑέπακριβως iota =ούδέν
IRIS ίρις,όφθ. «ύρ τόξο, i ri de
irrisation ίρίδωσιςΚ. α. iridare ίριδω
Ι ΑΟΝΙ Ε είρωνεία i roni a
ironique είρωνικός ί rόnί cο
Κ. λπ. κ. λπ.
I RRADI ER άκτινοβολω irradiare
irradiation άκτινοβολία irradiazione
ΙΑΑΙΤΕΑ έρεθίζω, irritare
έξάπτω
irritation έρεθισμός irritazione
Κ.λπ.
ISCH
E
MI E ίσχαιμία
ischurie έπισχ ούρων
ISCHION ίσχίον ischio
Λέξεις μέ α' συνθ. ISO, ..
isobare (isomorfo)
isocele, isogonal isoscele
isochone (ίsόmerο)
isotope Κ. λπ. Κ. λπ. ίsόtορο
ISTHME ίσθμός istmo
isthmi que ϊσθμιος istimico
ITHOS έθος etico ήθικός
etica ήθική
ITlN
E
RAI RE δρομολόγιον itinerario
iteratif έπαναληπτικός iterativo
καί πολλά παράΥ. & σύνθ.
όπως: ambition = ambi zi one
=φιλοδοξία
l νΑΕ μέθυσος ebbro,
ivresse μέθη ubriaco
κλπ. παράΥ. ebbrezza
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ
envolver invol l ucre
envol miento invol ution
envol tario δέμα Ι i nvolve περι
envolvedor βάλλω
συσκευαστής
volver γυρίζω
yodo i odi ne
yodado iodide
ίόπ ίοπ
ionosfera ionosphere
iota
i ri s i ris
i risacion *i rish =ίρλαν
¸δός
i roni a ίΓΟΠΥ
i roni co ironic
irradi are, radiar I (i r)radiate
irradiacion irradiation
airar i rritate
iracundia θυμός irritation
i ra όργή
ischai mia
i squi on (ischiatic)
isobarico isobar
isosceles isosceles
isogono isochronal
isocrono
isotopo
istmo isthmus
isthmian
etico ethic
etica ethics
etopeja
ήθοποιία
itinerario i ti nerary
iterativo (ίteration)
ambί cί όn ambi tion
exi t έξοδος
( πρβλ. έξιτε
=έξέλθετε,
ebrio
embriaguez
403
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
involvieren ί η + νο|νο έν+έλύω=τυλίγω
συνελίσσω =κυλίω (Fελύω)
l od ί ώδι ον-ίώδης.ό έχων
jodhal tig τό χρώμα τού ϊου
l οπ έκ τού ί όν(μτχ
.
τού είμι
=έρχομαι,
ίώτα(τόγράμμα ι)
I ris iris ίρι ς. ούράν. τόξον
*Ίρλανδία: ή χώρα τής
'Ίριδος
I roni e ironia είρωνεία
ironisch
ironisieren είρωνεύομαι
ί π +radius άκτίς έν+ράβδος
irritieren ί π + ira =όργή, (' ίρόςοίσρος"=ίερά
έρις όργή) έκ συνεκδοχής.
"ο
ί
στρος Έρινύων"
Σχέσις καί μέ έρις
ίσχω=έμποδίζω +αίμα
+ ούρα
(Ischias) ίσχίον
ϊσος
isobare ίσοβαρης
isosceles ίσοσκελης
isochron ίσόχρονος
ίσότοπον
I sthmus isthmus ίσθμός, έκ τού ε
ί
μι =
πορεύομαι
ethisch εθος
Ethik ήθος
("ήθος, έθος εστί
πολuχρό νιον ")
Itinerarium eo =πορεύομαι ε ω, ί έ ναι προστοκτ.
Iterativum iter =πορεία,ίτέοv
··
ίτε"
ίτ6ς =διαβατ6ς
ambitios ϊτης =ίταμ6ς
φιλόδοξος (άμΦί +ιτης -έξ +ϊτε)
Κ. Ο. Κ.
e-bri us, έκ τού βρύτεα= στέμφυλα
brisa =βρύτεα (πατημένα σταΦύλια)
J
= ~ ~
ι m �¬
.
a
~
ι
.
1
Ι
, '
Ι
¯¯ ~
407
Jal ousi e
· Οί λέξεις jal oux (ζηλι άρης), jal ousi e (ζήλει α), jal ouser (ζηλεύω) , προέρχονται άπα τα λαίκα
λατινικα ze| Osus, προσαρμογη τού Deus ze' OIes, θεας ζηλωτής. ¦μετάφρασις Άγ. Γραφης, έκ της
έλληνικης· Πρόκειταιπερίτης "Vu| gaIa")
-
Ή λέξιςείσηλθε είς στην Γαλλικηνμέσι τών τροβαδού·
ρων¨.
Λεξ. Lamusse E|ymo g/que, · Έκδ. I 9/I ·
•
« Η έλληνικη παρουσία βρίσκεταιάκόμα παντού. Στα λεξιλόγιό μας, στην καθημερινή μας ζωή
Είναι άπίστευτη ή έπίδρασις πού όσκησαν σε όλες τίς έποχες καί σε πOλλsς χώρες, τά έλληνικά
έργα. . οίελληνικεςλέξεις. . .
»
•
ΖΑΚΛ/ΝΝΤΕΡΟΜ/ΓΥ, Γαλλίς Ακαδημαϊκός
¨FOUROUO/ΙΑ GR
_
CE¨
C¤| g| | ade ΖΖθ c¤|o¤u ap| ssu
pe|a¤¤o¤dat t ¤a| assa,
| rtas| appot e¤ pe|a
ta pappud| a d| cama. . .
¦παληό
τ
ραγούδι
τ
ών Έλληνοφώνων
τής Κά
τ
ω Ί
τ
αλί ας)
•
«Θα είναι για πάντα χρεώστες στην Έλλαδα . . .
Σε όσα έγραφε ό 'ΈΛΕΥΘΕΡΟΣΤΥΠΟΣ¨ την J / J 2, μεάφορμη την δημοσίευσι τού λεξικού τών
εύρωπαίκώνλέξεωνμε έλληνικη προέλευσι,θάηθελαναπροσθέσωκι έγωλίγαλόγια.
Ή έλληνικηγλώσσαείναιη πρώτη γλώσσα πούδιαμορφώθηκεστην Εύρώπη. . Αν έμείς σαν κρά·
τοςσήμερατούςχρωσταμεμερικαχρήματα, θα σφίξουμελίγοτη ζώνημαςκαίθατούςπληρώσου·
με. Αύτοί όμως, τόσο οί Άγγλοι όσοκαίοί όλλοι Εύρωπαίοι, μαςχρωστανετη γλώσσα πούμιλανε,
πούδεν μπορούν ναέξοφλήσουνποτέ, γιαύταθαείναιγιαπάνταχρεώστεςπροςτηνΈλλάδα. . .
»
W
Βασ. Χαραλαμπάκης, Όμότ. Καθηγητής
ΑριστοτελείουΠανεπι στημίουΘεσσαλονίκης
(Απόέπιστολήντουπρόςτήνέφημερίδα ΕΛ. ΤΥΠΟΣ)
"
Vulgata: ή άποτuχημένη λατινική μετάφραοις (έκ τής έλληνικής) τής Άγίας Γραφής, κατάλληλη μόνον διά τον όχλον
(volgus) κα! όχι διά τους έλληνομαθεΙς. ( Fόχλος ¨ volgus vul gata) .
409
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
JACINTHE ύάκινθος
giacinto jacinto hyacinth Hyazinthe hyacinthus ύάκι νθος
jai s λαμπερή μαύρη
(gagates)* *γαγάτης(πέτρα τού
πέτρα
Γάγαντος)
JACTANCE άλαζονεία
iattanza jactancia jagen κυνηγώ jacto, jacio =ίημι, ίημι =ρίπτω, έξακοντίζω.
(yacht θαλα- (jacht θαλα- ρίπτω *(μέ τήν έννοια
μηγός)* μηγός)* όρμώ, έπι ύδατίνου
ρεύματος, έξ ού "γιώτ")
JALOUSIE ζήλεια gelosia celos, celosia jealousy jalousie ¯ zelus ζήλος, ζόλος,
jal oux ζηλιάρης geloso celoso jeal ous =παραθυρόφυλλον ζαλοσύνη
jaIouser ζηλεύω i ngel osi re cel ar (πιθανόν μέ τήν ζήλωσις, ζηλωτης
ένοια παραμο-
νεύω, κρυφοκυτ-
τάζω)
JAMBE κνήμη, ποΟς gamba gamba shank κνήμη:* Schi enbei n gamba =άρμός καμπή, καμπά,Δωρ ,
& pi er na* σκέλος κνήμη όπλής, έκ τού (πρβλ. : γωνία ..... γόνυ)
jambiere περικνημίς gambi era jarretera jamb στύλος Schi ene έλλην. (άρχικώς (άντιδάν. : γάμπα,
jambon χοιρομήριον
gabale jamόn ham, gammon άντικνήμιον ήτο camba) ζαρτιέρες, ζαμπόν)
καλαπόδι χοιρομέρι
jambe εΟκνημος
gambetto gambito gambit (έπίσης wade * Τό ίσπ. pi erna,
τρικλοποδιά gambito =κνήμη)*** έκ τού λατιν.
jambage θεμέλιον, gambo ούρά, jamba gambol (Τ ό χοροπηδώ perna, 6περεκ πτέρνα=1 ) σχελις
έρεισμα Κ.δ. μίσχος έρεισμα χοροπηδώ στά γερμ. είναι τΟ 2) πτέρνα (πτέρνα,
kapriolen, έκ **Τό άγγλ. shank λέξις ομηρ. j
τοΟ "κάπρος"). καί τό γερμ. εκ τού σχίζεινσχελις =
Schienbein .. =τεμάχιον κρέατος,
ίδίως τό πλευριμαΤον
(Σουίδαςì
'** Τό wade εκ βάτραχος=1 ) τό ζώον
τού λατιν. vatrax βάτραχος .,μέρος
=ραιβόπους όπλης 'ππου
JANTE κύκλος τροχοΟ (cerchio cerco)
άντuξ=περιΦέρεια
έκ τοΟ κίρκος
παντός κυκλοτερούς.
όντυγες =περιφέρειες
τών άρμάτων,
"όντυξ ούρανίη"=ούρανός
( άντιδάν. : ζάντα)
JANVI ER Ίανουάριος gennayo enero January Januar Janus Ίανός: υίός Άπόλλωνος
(πρός τιμήν τοΟ ΊανοΟ) -θεός πολέμου- καί Κρεούσης, θυγα-
τρός τοΟ Έρεχθέως.
Μεταβάς είς Λάτιον,
JΑQUΕΠΕ "ζακέττα" έβασίλευσε. Μετά θάνατον
(βλ. λ. sac) έθεοποιήθη.
JARDIN κήπος giardino, orto jardin garden Garten φραγκ. jart χόρτος=τόπος καλλιερ-
jardi nier κηπουρός giardiniere jardini ero gardener Gartner (χόρτος) γημένος και περιφραγ-
jardi nage κηπουρική giardinaggio jardineria gardening Gartenbau λατ. hortus μένος.
jardi niere γλάστρα gi ardini era jardi nera jardiniere (χόρτος)
horticole κηπουρικος
huerto έπίσης yard=
"αύλή έν χόρτψ"
κλπ. παράγ. & σύνθ.
λαχανόκηπος 1 ) αύλή περι- ( άντιδ. : γυάρδα,
huerta πεδιάς φραγμένη ζαρντινιέρα)
2) μονάς μετρ.
JARGON κίτρινο giargone jergόn jargoon Zi rkon εκ τού φραγκ. εκ τού ύάκινθος
διαμάντι
άχυρένιος jagonce, ( άντιδ. : ζιρκόνιον)
JASPE ϊασπις jaspide jaspis jasper Jaspis jaspis ϊασπις
jasper χρωματίζω jaspear
ποικίλως
4J 0
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
JAUNN£ κίτρινος gi al l o yellow gel b hΟ| us=λαχανικόν, χλόη, χλωρός.
& gold Gol d χλόη 'Έίώθασι ν οί "Έλληνες τό
χρυσός χλωρόν λέγειν άπό τής
χλόης καί τού ταύτης χρώ-
ματος . . . καί τούς ώχρούς,
προσαγορεύοuσι χλωρούς".
-Γαληνός είς τό Σ
Γ
Έπιδημ
Ίπποκρ öö
JΑΠΕ γαβάθα
gabata ζάβοτον η ζάβατον
=°γαβάθα° (έκ τού βόσκω,
γαβαθόν=τρύβλιον (Ηούχ,
J£έγώ ίο ΥΟ Ι ich ( παλ. : i k) έκ τού ego έγώ, ίγώ, ίώ -βοιωτικά-
me μέ, μού
me, mi me (my) (mei n) (ε) μού, (ε)μέ
JETER ρίπτω,βάλλω gettare
.
echar ρίπτω Ι jet έκπηδώ (abjagen jacio =Ιημι ϊημι =ρίπτω, βάλλω
ab-ject άπόρριμμα ab-ietto jactarse abject καταπονώ) ab-jectus άπο +Ιημι
jet ρίψιμο
getto καυχώμαι jet φωτοβολίς ίήτης =τοξότης
ab-jection άγένεια abiezione jactancia abjection ( πρβλ. καί δίκω =Ιημι,
jeton σήμα,κέρμα gettone κομπασμός jetty προκυμαία ρίπτω)
Κ. Ο. σύνθ. & παράγ., ώς
i ni ezi one echaΖόn
i njection εγχυσις ίnjeccίόn injection Injektion εν-ϊημι
jeu παιχνίδι giocatollo juguete pl ay* Spiel* * πλήττω, πάλλω
J£U0| Πέμπτη Giovedi jueves Thursday Donnerstag Jovis dies "Διός δί α" (δία =ήμέρα)
(Donner
=βροντή,έκ τού
στένω,
JEUNE νέος giovane joven young jung juveni s =νέος ί
νις=υίός, νεαρος,
jeunesse νεότης gioventύ juventud (newness Jugend juventus =νεότης. αί ζηός. ήβητης =νέος
jouvenceau νεανίσκος giovanotto έκ τού νέος) Junker ηβη ηβη (Ηηβη), ήβαιος
juvenile νεανικόςΚ.Ο. giovani le juveni l juveni l e jugendl i ch
JOI E χαρά gi oi a gozo joy gaudi um =χαρά γηθοσύνη, γαδεώ=χαρά
joyeux χαρούμενος. gioioso gozoso gay φαιδρός gaudeo =χαίρω, γαίω, γαύδω, γαθέω =
gai giocoso joyness
γαύδω χαίρομαι. γάδεσθαι =
jeyeusete άστειότης ηδεσθαι ( Ησύχ ;
καίίουί Γ άπολαμβάνω
godere, gioire gozar Ι enjoy γαίω (καμαρώνω)
joissance άπόλαυσις
godimento goce enjoyment "κύδεί Υaίων" γαυρι ων
Κ.Ο. πιθανόν καί: joyeau gi oi ello joya jovial εϋθυμος Zi er έπί τη δόξη' γαύρος =
κόσμημαίοl ί εϋθυμος.
καυχώμενος
όμορφος
JOI NDRE συνάπτω
gi ungere enjugar joint jungo ζεύγνυμι ζεύγνυμι
jointure συνάρθρωσις
giogaia yugada jugum ζυγός ζυγός
όροσειρά yugo ζυγός juncture ζύγωσις
jonction ένωσις
giogo ζυγός cοnjuncίόn άρμός Joch
conjonction
congi unzi one vuguero junction ένωσις
σύνδεσμος
ζευγάς conjuction Konjunktion
Κ.Ο. παράγ. &σύνθετα.
JOUE παρειά,μάγουλο
(gota, guancia (cari l l o έκ τού Uaw =γνάθος (Wange έκτού μέσψτού γένυς =παρειά, γνάθος,
έκ τού γαμφη κάρα=κεφαλή, έκ τού γνάθος, γνάθος, γαλατικούgen ηιον ,Ησύχ;
λαί=σιαγόνες, (παρήιον - έξ ού παρειά)
JOUG ζυγός
giogo yugo yoke Joch j ugum ζυγός
conjugaison συζυγία
congi unzi one cοnjugacίόn conjugation Konjugation cum+j ugum συν +ζυγός (συζυγία)
j unte όμάς
yunta όμάδα j unta συνωμο ( άντιδ. : χούντα)
¸σία
con-joint σύζυγος(κ.Ο.)
jonction δια
¸σταύρωσις
JOUR, journee ήμέρα
gi orno di a day Tag dies =ήμέρα "δ ία
"
έλεγαν οί κρητες
journal έφημερίς
gi ornal e di ari o journal Journal di urnus =ήμερή την ήμέρα, εύδία =καλο-
journaliste δημ¸ράφος
gi ornal ista (periodista journal i st Journal ist σιος καιρία - ένδιος 1 ) μεση-
Κ.Ο. παράγ. +σύνθ. δπως:
Ρerίόdίcο) journey ταξίδι 'κ τού di urnus: μεριανός, 2) ήμερήσιος.
sejourner διαμένω
soggiornare Ι sojourn jour, gi orno, tag
το ένδιον =1 ) μεσημβρία
sejour διανομή
soggiorno sojourn .)έσπέρα
di urne ήμερήσιοςκλπ
daisy ες ένδιον = κατά το
μαργαρίτα μεσημέρι
διανδης = πολυχρόνιος
4J J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
JUß| L£Rφωνάζωάπό gi ubi lare jubi l ar jubi l ant περι jubel u i ubi I o = ί ύζω, δηλ. φωνάζω ίύ
χαρά άποσύρομαι χαρής Jubel φωνάζω " ί υ"
jubί l ation εύθυμία gi ubi l azi one j ubί lacίόn j ubi l ati on
gi ubi lato σύνταξις άγαλλίασις
συνταξιούχος
(ενν. : χαράάπό τήνσυνταξιο
δότησι, Σκοτει νής έτυμολογίας.
JUGE δικαστής gi udice juez judge Justiz . . . j us ¬ δίκαιον ύσμίς, ύσμίνη: άγών,
juger δικάζω giudicare juzgar Ι judge Uustieren) j udi co δικάζω Έκ μάχη, "δικαστ. άγών"
j ugement κρίσις gi udi zi o jui ci o judgement Justizsache τοο "jus dico" ¯ (ύσ-μίνη) (βλ. λ. "di re").
έξού. Κατόλλους,σχετικόνμέ
j urer όρκίζομαι gi urare j urar j ury ένορκοι Jura Νομικά |σμερος :ίμερος ίότης
jure ένορκος gi urato j urado juror ένορκος Jurist νομικός ¯ βούλησις,θέλησις,
j uste δίκαιος gi usto j usto just δίκαιον just αίτία,όργή,χάρις( Ησύχ.,
justice δικαιοσύνη giustizia justicia j ustice δικαιο Justiz Πρβλ. καί jacio =ρίπτω,
Κ.δ. πολλά παράγ. +αύνθ. σύνη έκ τοΟ ί ημι=ρίπτω.
JUI F ίουδαίος gi udeo judi o jew Jϋdί sch
· ι ουδαία. ώςΚλαύδιος ι ούλιος,άπόΟύδαίου.
καίπαράγ.
Σπάρτωνένός,έκΘήβης,μετάΔιονύσου
έστρατευκότος·Στ. Βυζάντιος
JUI LLET |ούλιος l ugl i o j ul i o July Jul i Jul i us, l ul i us Ίούλιος -έκ τοΟ 'ίουλος
,πρόςτιμήνΊουλίου = 1) χνούδι ., δράγμα
Καίσαρσς, στάχυος
JUI N Ίούνιος gi uguo juni o June Juni Juno =Ήρα Ίουλώ=ή Δήμητρα
,πρόςτιμήνΊουνίου Juni us: ό άναφε Πρώτη έκδοχή:
Βρούτου, Τό Juni us έκ ρόμενοςείς τήν Juno, έκ τού "Δι ώνη": α
τοΟ Juno = Ήρα Ήραν σύζυγος τούΔι ός Κατ
όλλουςέκ παραφθορός
τήςλέξεωςγυνή.
JUMEAU δίδυμος gemel i o gemel o twin* Zwi I I i ng* gemeI I us =δίδυμος γέμος=βάρος
gemeaux °Δίδυμοι°(άσρ.¦ "gemeI I i " "gemel os" "Gemi ni " "ZwiIIinge" έκ τοΟ gemo= γέμω =είμαι πλήρης,
didyme (βαταν.i di di mo "didymous" =γέμω γεμάτος,
(βατ i '(Τόάγγλöτόγερμ, δύο ( πρβλ. καί "τώ",
έκ τοΟ duo =δύο, δυικός άριθ. άρα
,
δρθρου)
JUMENT φορβάς gi umenta yegua j umentus ύποζύ ζεύγνυμ ι ζεϋγμα=
έξαύτού,j umenteux = zeugma ζεύγμα γιον,έκτούj ungo γέφυρα, ζυγός
θολός sicigia συζυγία ¯ j ugum ζυγός (βλ. καί λ. joindre, youg)
JUS 1 ) χυμός2,ζωμός j umo, qui mo jui ce (Saft)* j us ζωμός, ζύμη
juteux χυμώδης zumoso juicy & Chymus * Τό γερμ. SAFT ( πρβλ. ζουμί)
juter δίδωχυμόν qui l o χυλός gist ούσία Gi scht άφρός έκ τοΟ sapa (έτυμ. εκ τοΟ ζέω)
(qui mio- yeast προζύμι όπερ έκ τοΟ ¯ όπός =ό γαλακτώδης
terapia) χυμός των φυτων
JUSaUE έως,μέχριςότου hasta ,έως, (before) έκ τοΟ (bi s zu) usque έκ τοΟ
amphi +prae έκ τοΟ: °έωςτού° us +que εως+ καί
άμφί+παραί είσόκε
Ι
ι
Ι
Κ
ί
'
Ι
Ι
Ι
ι
Ι
Ι
ί
Ki l omet re
'• a • άγέμεν . . . χίλια μέτρα» Όμ. ΙλιoςΗ4/I
•
4! 5
την λέξι "χίλια" τά περισσότερα Έτυμολ. Λεξικά την θεωρούν ¨άγνώστου έτυμολογίας¨ , ένω όλλα
κάνουνάπόπειρεςάνασυστάσεως της ¨άρχικης¨ ρίζας μεάπιθάνους συνδυασμους φθόγγωνώς π χ
ghes| | O·. Ούδεν άνακριβέστερον Ή λέξις είναι άκραιφνως έλληνικη καΙ έμπεριέχει άρχέγονο νόημα.
Κατάγεται άπό την λέξιν "χιλός" που σημαίνει ¨χλωρός χόρτος διά τά ζωα¨ ("πάντα τα κτήνη χιλφ
έτέφοντο"). Αί έκφράσεις "προέρχεσθαι έπί χιλ6ν" ¦ =έξέρχομαι προς έξεύρεσιν χιλού) η "ϊπποις
χιλ6ν έμβάλλει ν" μαρτυρούν φροντίδα καΙ κύρι ον μέλημα, ίδίως σε περιπτώσεις έκστρατείας, νά
έξασφαλισθη τροφη διά τά ύποζύγια καΙ τά βοσκήματα Το ρημα ¨χιλόω¨σημαίνει έφοδιάζω με χιλόν
''χιλοϋσθαι = παχύνεσθαι, σιίζεσθαι " κατά τον λεξικογράφον Ήσύχιον "χι λι όσιτος" είναι ό περι έχων
μεγάλες ποσότητες τΡοΦις, σίτου Άπο αύτην την συνεκδοχή, η λέξις ¨χίλιος¨κατέληξε νά σημαίνη
την άφθονία, τον μεγάλο άριθμό, καί έχρησιμοποιήθη στην μέτρησι, μετά την έξάντλησι των έκατον·
τάδων. Με παρόμοιο σκεπτικό, άλλά άρνητικως, η λατινικη γλωσσα έξέφρασε την παντελη έλλειψι
¨χιλού¨ ώς "ni hi I " =ούδέν, μηδέν. Έκ τού neque h| | um =ούδε τάγυρι , δηλ οϋτε ψίχουλο. ¨νη χιλος¨
¦άρνητικονμόριοννή πρβλ νηνεμία=έλλειψιςάνέμων)
Αξιον παρατηρήσεως καί σχολιασμού είναι ότι ό επόμενος μεγάλος θεωρούμενος άριθμος κατά
την μέτρησιν ¦μύρ/oι=! Ο 000 -μυρίοι =άμέτρητοι) έπλάσθη άπο τηνάρχαιοτάτη ρίζατης λέξεως ''ύρα''
πουσημαίνει θάλασσα. (μύρα: έκ τούμαρμαίρω =άπαστράπτω, αμαρύσσω =λάμπω. Ή άπαστράπτουσα
ελληνικη θάλασσα, η όμηρικη ¨όλς μαρμαρέη¨) . Άπο την μύρα =θάλασσα κατάγεται η σημερινη ¨πλημ·
μύρα¨ ¦πλείων+μύρα) , η ¨άλμύρα¨ ¦ό όλς =όλας της μύρας) , η άρχαία νύμφη της θαλάσσης νηρηίς
Μαϊρα, ·¦ Μαίρη) η Μαρία · Μυριάμ πουσημαίνει¨κυρά της θάλασσας¨ , τοΆμαρύσσιον ¦ Μαρούσι)τόπος
μεπολλάϋδατα,η μαρις = μέτρονύγρων, η άμάρα=αύλάκιϋδατος, ό παραθαλάσσιος θάμνος¨μυρίκη¨
καίόλλαπολλά. Άρα. μύριοι¦ =! 0 000)καίμυρίοι¦=άμέτρητοι) , μυριάδες, δενείναιάγνώστουέτυμολο·
γίας καί δεν έχουν σχέσι με ξένες ρίζες. Έκφράζουν την έννοια ¨άμέτρητοιώς η θάλασσα¨, άτελείω·
τοι, πλημμυρία=πλημμυρίς ¨ Μυρίαόδος¨κατάτον Πίνδαρο, είναιη μακρά, ηάτελεύτητος.
Οί μύριοι, οί μυρίοι, είναι οί μυριοπληθεϊς Αύτο που καί έμεϊς σήμερα έκφράζουμε ώς ¨άνθρωποθά·
λασσα¨η ¨λαοθάλασσα¨περιγράφονταςτο μεγάλοπληθος.
Η λέξις¨μύριοι¨, μετά συνήθη τροπη τού Ρ είς λ, έγινε στά λατινικά m| | | eκαίέπανέκαμψεώςάντιδά·
νειον. ¨μίλλια¨ ¦βλ λέξι¨m| | | e¨τού παρόντοςΛεξικού) .
¬ο«
Pg¬
" ννα Εύσταθίοu
« . Η γετων Έλλήνωνφωνηπολλαχηάνάτηνοίκουμένην διέσπαρταικαίσυχναϊς
έγκαταμέμεικται.. . ª
ΛαόνικοςΧαλκοκονδύλης, ΑποδείξειςίστοριώνΑ' 2
+
«Χωρίςτην Έλληνικότητα δεν εϊμαστετίποτα. · ΕΡΑΣΜΟΣ
*
«. . Είμαι ένας Ίάπωνας, ό όποϊος έμαθε τά Έλληνικά καί έπιθυμω νά συνεχίσω νά μάθω. Γι αύτό,
σας παρακαλω, νά μού στείλετε την εφημερίδασας, ωστε νάάποκτήσω τον άνθρώπινοθησαυροέδω,
στην Χώρα τού ΆνατέλλοντοςΉλίου. . . ³
ΤΟΥΟΚ/ FUJ/WARA,
MAEBASH/ JAPAN
(Επιστολή όπά 7.
7
. 1 993, πράς τάν "Ομιλον Πειpaιώς Υιό τήν Διόδοσι τής Ελληνικής Γλώσσας'ϊ
4! 7
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ εκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
KAL£| 0DSCDP£
caleidoscopiO caleidoscopiO kaleidoscope Kaleidoskop καλειδοσκόπιον
(καλόν +είδος +σκοπψ)
κΕρ| πηλήκιον chepi kepi kappe =πιλίσκος βλ. λέξι "cape"
kappi =σκούφια
K
E
RATl NE
queratina κερατίνη(έτ. κέρας,
kérat|te
ceratite queratitis keratitis Keratitis όπερ έκ τού κάρα
kératocè|e =κεφαλή)
kératose
(cerasta) κερατίτις
κερατοκήλη
κεράτωσις
KERMESSE μεγάλη
kermis μέσψ φλαμανδ.
έορτή kerk+miss δηλ. βλ. λέξεις "eglise" Kai
έκκλησία+λειτουρ "mettre"
¸γία
K
E
ROS
E
NE
cerosina kerosena kerosene ΚΘΓΟΖίη κηροζίνη(έτ. κηρός)
KILOGRAMME
chi l ogrammo kilogrammo kilogramm Kilogramm χιλιόγραμμον
k||omètre
chi l ometro kίlόmetrο kolometre Kilometer χιλιόμετρον
k||ométrer(κ. α. ) χιλιομετρώ
Κ|Ι Τσκωτσ.ένδυμα,
kilt βλ. λέξι culotte
έσωφόριον
KIN
E
SI E κίνησις cinesi ci nesi s ki nema κίνημα κί νησι ς
ak|nés|eάκινησία cinetico κινη cinetico kinetic κινη kinetic κινέω-ώ
¸τικός ¸τικός κινητοσκόπιον
k|nétoscope ci netoscopio ki netoscopio Kinetiker
k|nesthés|e(κ.α.) cinesiterapia ci nematica
κινηματική
ψυχοκινητικός
KIOSQUE περίπτερον chiosco quiosco Kiosk Kiosk
Ώρισμένοιτόέτυμολογούν, κακως, έκτού τουρκ
KiOsk. Όμωςτότουρκ.προέρχεταιέκτούέλληνσκιά.
ϊσκιος,σύσκιος=όπάντοθενέσκιασμένος.σκιω=σκιά
ζωσύσκιο.πυκνήσκιάένεϊδειούρανού,θολωτήσκεπή
Σκιάς=ήένΆθήναις°Θόλος°,όπανταέκτούρήματος
σκέπω, σκεπάζω.(άντιδ.: κιόσκι,
ΚΙΑΧΟΝσάλπιγξαύτοκ clacson klaxon klaxon cΙangοr=κλαΥγή, κλαγγη =πας όξυς
k|axonnerήχω ήχος. τού ρήμ. ήχος (ρήμα κλάζω)
clango =κλάζω κλαγκτός: ό κράζων
όξέως. ( πρβλ. : κλαγγή
τής μάχης)
(άντιδ. : κλάξον
ΚΙΕΡΤΟΜΑΝΕ cleptomane cleΡtόmanο kleptomaniac Kleptoman κλεπτομανης
k|eptoman|e cleptomania cleptomania kleptomani a Kleptomanie κλεπτομανία
ΚΑΟΝΡΑΙΝΖδιάδοχος ΚΓοηΡΓίηΖ κορώνα+πρίγκιΨ
θρόνου (βλ. λέξεις couronne
καί prince)
ΚΑγΡΤΟΝ ,τόάέριον
cri pto crίΡtόn krypton Krypton κρυπτόν
κρυπτόν,
(criptograma)
ΚΥΑΙΕΙΙΕ : , μακρά chi rie ,κύριε, los Kiries . . . kyrielle έ τού: "ΚύριεΈλέησονf'
σειρά .,λιτανεία
μακράσειρά
έπαναλαμβανομέ
νωνπραγμάτων
KVSTE κύστις cisti quiste cyst κύστις
kyst|queκυστικόςΚ λπ. (cistite) cistico cystitis κυστικός
cistoscopio cystoscop Cystoskop κυστοσκόπιον
colecistis cystoscopy κυστοσκόπιον κυστεοσκόπησις
cistotomia cystotomy κυστεοτομία
κυΜΜΕΙποτόν comi no comi no Κϋmmel κύμι νον
κύμινον
r
ι
ι
ί
ι
ι
Ι
Ι
Ι
ι
Ι
ι
Logi que
Lexi que
421
« Η έλληνική λέξηΛογι κ ή , με τήνΆριστοτελική τηςέννοια, πέρασεσεόλες τΙς γλώσσες της
Εύρώπης, χωρΙς να ύπάρχη σε καμμία γλώσσα όχι μόνον ή λέξη, άλλα καΙ ή έννοια της λέξης
ΛΟΓΟΣ Αύτή ή καταπληκτική λέξη που άπό τήν άρχαιότητα δεν όλλαξε τό περιεχόμενό της, καΙ
δεν έκφράζει μόνον τήν κατανοητή προφορική λέξη, τόν άνθρώπινο λόγο, άλλά ταυτόχρονα τήν
αίτία ένός γεγονότος ¦καΙ στήν Δημοτική ακόμα σαν προσωπική άναφορα με τό ¨ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
ΣΟΥ¨) όπωςεϊπαμεδενύπάρχεισεκαμμίαγλώσσακαΙβασικαδενμεταφράζεται. . . »
ΛαυρέντοςΓκεμερέυ, ¨ Ήδύση τήςΔύσης¨(Έκδ. Παπαζήση)
•
« Στήνέλληνικήφιλοσοφίατόπρόβληματών έννοιώνστήν γλώσσα ήταν ένα άπό τασπουδαιότε·
ρα ζητήματα.. Ό Άριστοτέλης έπεχείρησε στήν "Λογl κι του ( Logi que) να άναλύση τΙς μορφες
τηςγλώσσας. . . έτσισυνεισέφερεσεμέγιστοβαθμόστήνέρμηνεία (hermeneuti que), στήνδημιουρ·
γίαμιαςόρισμένης τάξηςστήνμέθοδό μας (Methode) τηςσκέψης. Έδημιούργησε πραγματικα τήν
βάση ( Basi s) γιατήνεπιστημονικήγλώσσα» .
Βέρνερ Χάιζεμπεργκ, ¨Φυσικήκαί Φιλοσοφία¨, Έκδ. ΚΑΛΒΟΣ
« Η Έλληνικήγλώσσαείναιή επιτομήτώνεγκοσμίων πραγμάτωνκαΙτόΛε ξ ι κ ό ν (Lexi que) της
Έρμηνείαςτού Σύμπαντος» .
Σ. Μιχαηλίδης, ¨Έγκυκλοπαίδεια τής Άρχαίας ΈλληνικήςΜουσικής¨,
Έκδ. Μορφ. Ίδρ. ΈθνικήςΤραπέζης
« Λ ύ κ ε ι ο ν δέ, ( Lycee, Lyceum a ø ) άπόμεντούΛύκουτού Πανδίονοςέχειτό όνομα, Άπόλλωνος
δείερόνεξάρχηςένομίζετο, Λύκειόςτεό θεόςενταύθαώνομάσθηπρώτον· .
(Παυσανίας· Άττικά·)
423
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΙΑΒΑΑυΜστρατιωτ. l abaro l cbaro l abarum |abarum λάβιον(χερούλι)
σημαία (έλαβον, λαβών, λαβή)
LABEUR μόχθος laνoro l abor l abour Labor |abor=μόχθος λαιψηρός=ταχύς,
|abor|euxφιλόπονος l aborίoso laborioso l aborious l abar, τό ρήμα, εύκίνητος- "λαιψηρά
|abourerμοχθώ laνorare laborear I l abour laborίeren πάσχω σημαίνει όλισθαίνω γο
ύ
να", "λ αιψηροί
|aborato|reέργαστήριον laboratorίo laboratorίo l aboratory Laboratorium πόλεμοι ".
Κ.α. πολλά, όπως: laborante labrador (I abouri ng Laborant πρβλ. καί "λάβρος"
| apsusσφαλμα έργάτης (labrar έργατικός) (I abi l λάβα) =όρμητικός
co| |aborateurσυνερ- (I ava λάβα) όργώνω) Kollaborateu r
[γάτης
ΙΑΒΙΑΙχειλικός l abi al e l abί al l abial labίal l abi um, l abrum λάπτω=πίνω, ροuφώ
|èvreχειλος labbro l abio l ί ρ Li ppe & Lefze =χειλος, έκ τού λάπτης=οίνοπότης
| | ppeκάτω χειλος Laffe ήλίθιος |ambo=λείχω
| | ppéeμπουκιά
| amperρουφώ to lap
ΙΑΒΥΑΙΝΤΗΕ labirinto laberinto labyrinth Labyrinth |abyr|nthus λαβύρινθος
λαβύρινθος, σύγχισις
LAC λίμνη l ago lago l ake, lac |a(c)cus=oρυγμα, λάκκος=δεξαμενή,
|acustreλιμναLoς lacustre lacustre δεξαμενή,λίμνη φρέαρ, λίμνη
|aguneλιμνοθάλασσα l aguna l aguna lagoon Lagune l acuna =λάκκος, λακίς =σχίσμα
|acuneχάσμα l acuna laguna l acuna Ιϋcke βόθρος
(I agone:
θερμές πηγές)
LAC
E
RER σχίζω, lacerare lacerar l acerate reissen |acerο¬λακίζω, λακίζω=σπαράττω
τεμαχίζω Rei ssen σπαράττω "δράκων φυσηθείς
|acérat|onσχίσιμο lacerazίone laceracίόn laceration zerreissen l acer =λακερός, έλάκησε".
d| | acérerδιασπαράττω di lacero (enl ace κατεσχισμένος λακίς =ράκος
|acerίμάς lacero ρακέν- σύνδεσις) (άντιδ. : λασές, λάσο)
|asso"λάσσο" δυτος lazo lace Lasso
LACHE 1 ) χαλαρός relajado lax lax | axus=χαλαρός λαγαρός=χαλαρός,
2) δειλός ύποχωρητικός
|ãcherχαλαρώ lascare laxar relax λαγγάζω =ύποχωρώ
|ãchetéδειλία laxίdad άτονία laches Lassigkeit " . . ού . . πνέει μέγα,
|asc|fάσελγής (χαλ. ηθη) lascivo lascivo l ag βραδύνω νωθρότης άλλά λαγανίζει".
|ãchageχαλάρωσις ril asci o re-Iajamiento re-Iaxation Nachl assen άλύσκω, άλύξω =άπο-
|axat|fύπακτικόν lassatίνo laxativo laxative l axίeren φεύγω, έγκαταλείπω
|axίtéχαλαρότης Κ. α. lassita lasitud άτονία laxity Laχheit (άντιδ.: λασκάρω)
LACONQUE λακωνικός lacόnίcο lacόnίcο laconic lakonisch λακωνικός
|acon|quementλακω- laconally "Τό λακωνίζει ν έστί
[νικώς φιλοσοφείν"
|acon|smeβραχυλο- laconismo laconismo l aconism Laconi smus
[γία laconίzzare l aconίsar
Λέξεις μέ α' σuνθετ.
" LAGO" . . . λαγός
|agopède,|agostome,
|agophta|m|e
ΙΑΙ ΝΕ μαλλί,έριον lana l ana wool " Wol l e" | ana=έριον λήνος, λόνος =έριον
|a|nageμάλλινο ϋφασμα l anaggio l anar wool l ens |aena=χλαινα χλαϊνα=μάλλινον ίμά-
|a|ner|eέριουργία l aneri a l aneri a woolen ΤΙΟν' χλίω =θερμαίνω
| an|fèreτριχωτός l anifero l anίfero woolly μαλλώ- woIIen μάλλινος **wool &woI I e έκ **γέλλαι =μικρά χνού-
(|angeσπάργανον) έριουργός δης, σvoυρός τού νί Ι Ι us=μαλλός, δια, ούλος=έριοΟχος,
καί | ano| | ne*Κ. α. πολλά l anolίna* l anolί ne* μαλλί μάλλινος ("χλα
ί
ναν
(*λήνος+έλαι- οϋλην") Όδ Τ. 225-
[ον)
ΙΑΊΌυΕ λα'ίκός laico laίco laίc Laie λαίκός, | aί cus λαϊκός(λαός, έτ.
|a| lego lay, layman άδαής λάας =λίθος)
|aϊcίté λαίκότης laίcίta laity οί λαίκοί
|aϊcί smeλαίκισμός l aici smo (Iaical ) Laizismus
|aϊcίserέκλαικεύω (Iaicato λαίκοί) laίcίzar laίcίze
Ιaϊcίsatίοnέκλαίκευσις laίcίzzare
424 ~
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
LA| 33£Rάφήνω lasciare dejar & lascar let lassen laxo =χαλαρώνω λαγαρός, χαλαρός
,έννοια.χαλαρώνω, rilascio ,ίδία ςρίζηςöτά lass κόρη (βλ. καί λ. lache)
όθενέλευθερώνω, αφεσις δύο, (έννοια.°άδέ λίσσωμεν =έάσωμεν,
laise σχοινί,λουρίΚ.α. lascito dejo σμευτη°, lassig ας άφήσουμε
κληροδότημα έγκατάλειψις όκνηρός (άντιδ. : λασκάρω, λάσκα)
dejaded
όκνηρία
LΑΙΤγάλα latte leche mi lk* Mi lch* lac, l actί s γάλα γάλα, γάλακτος
laitage τάγαλακτερά lattί cί nί lactίcίnίo mi lky ΆγγλöΓερμέκ τού
laίterίe γαλα/πωλείον latterίa lecheria mi lk-shop Mi l chl aden ¯mu| geo=άρμέγω * άμέλγω =άρμέγω
laitier γαλακτοπώλης
lattaio lechero mi l k-man Mi l chmann
lactation θηλασμός
al l attamento lactancia lactation
lacte γαλακτώδης
latteo lechoso γαλουχία
l actifere γαλακτΟόος
lattίfero lactifero lacteous milcharti g,
lactose γαλάκτωσις
lattίco γαλακτι lacteo lactίferous mi l chi g
al l aiter θηλάζωΚ. α. lattare ¸κός lactar milchfϋhrend
LA|U3,λέξιςτής ΛάΊΌς (ό πατηρ τού
σχολικήςάργκώ,σημαί Οίδίποδος)
νουσα°όμιλία°.Άπό
φοιτητικήδιάλεξιμέ
θέματόνΛάιον ,
laϊcίsser: τόσχετικόρ.
ΙΑΜΒΕΑυράκος,άπό lambel l o labulo ,λοβός, lap ποδόγυρος Lappen κουρέλι μέσψ φραγκ. l abel έκ τού έλλην. λοβός:
¸κομμα
(Iobulado) l obe πτυχή Lappchen =κορδέλλακαί 1 ) λοβός ώτός
l ambin άργοκίνητος
λοβός labba =κουρέλι .)κέλυφος, άπορριπτό-
(έννοιολ. : μαλακόςσάν μενον, τών όσπρίων.
|aoe| ρόκοςi
label σήμα
l ambi ner βραδύνω
άκόμη: lambrequi n
τμήμακουρτίνας
ΙΑΜΕέλασμα,λεπίς l ama l ami na l ami na Lametta l ami na, έκ τού έλασμα (έκ τού ρήματος
lame μεταλλόχρους l amel l ato l amίnado l ami nated lamίnίeren έλα lamma όπερ έκ έλαύνω)
Κ. α. λεπιδωτός σματοποιώ τού έλασμα
(3£)LAV£NT£Rθρηνώ lamentare l amentar I l ament l amentieren lamentor θρηνώ λαήμεναι =φθέγγουσαι,
lamentable άξιοθρήνη
lamento θήνο l amentable l amentabl e κραυγάζουσαι ( Ησύχ.;
¸τος
λαίειν =κραυγάζειν,
lameηtatίoη θρήνος
lamentazίone lamentacίόn l amentatίon ληρεϊν
ιΑΜ|Ε λάμια
l amί a l ami a lami a l amί a λάμι α (Λάμια: μυθώδες
τέρας)
ιΑΜΡΕλαμπτρ
lampa(da) l ampara l amp Lampe lampas - λαμπάς, λαμπάδος
lampadaire πολύφω
lampadario lampareria lamp -post l ampadis -λάμπω
¸τον,λυχνία
*( πρβλ. "λάμπει" =ε
ί
ναι
lampion λυχνίσκος
lampione lamΡίόn l ampi on Lampchen καθαρός)
lampisterie λυχνοποιία
l ampadaio l ampisteria lampli ghter
limpide καίlampant
λυχνοποιία l i mpiar =καθα φανοποιός
διαυγής l ampo= ρίζω*
(Κ. α . . . .) άστραπή l ampi no
=ατριχος
LANC£ λόγχη,δόρυ
lancίa lanza lance Lanze l ancea =λόγχη λόγχη, λογχάριον
lancette νυστέρι
lancetta lanceta lancet Lanzette
"χαλκέας λόγχας άKμς"
lancier λογχοφόρος
l anci ere lanzo lancer Lanzenreiter Πινδ
lancer ρίπτω,ά-ovΤίζω
l anciare lanzar Ι lance λογχίζω . . . . . λογχεύω, λογχάσθη
lancement καθέλκυσις
l ancio βολή lanzamίento l aunch Lanzenstoss "τήν λόγχην, λαγκίαν οί
πλοίου
βολή Γαλάται όνομάζουσι ¨
lanceur ά-ovΤιστής,
lancίotto lanzador Διόδ. Σικελ.
τολμηρός
λαγχίδιον άκοντιστής
relancer ξαναρρίχνω
rel anzar
relance Κ.α. Κ.α.
άπωθώ
LAND£έκτασιςγής
l anda l anda l and Land μέσψ γαλατικού πλαταμων = έπίπεδος
landgrave τιτλοΟχος,
καί βασκικού χώρα, πλάτα ..λατα ..
°λαντγκράβος°
l anda ..I anda
425
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
LANGOUSTE καραβίδα Iangosta Iocust άκρίδα krebs καραβίς' |ocusta¯1 ,άκρίς έκ τού ληκαν=
|ocusteάκρίδα Iocusta άκρίδα Krabbe γαρίς 2) καραβίς όρχεϊσθαι
camarόn* crab ληκάω =πηδω
καραβίδα κάβουρας** *κάμμαρος=καρίς,
άστακός
**κάραβος = όστρακό-
δερμον
LANGUE γλώσσα I i ngua I engua tongue Zunge | | ngua λαuχάνη=γλωσσα
|anguageίδίωμα I i nguaggi o I enguaje Ianguage ( I di om) (Ήσύχ;
| | ngua| γλωσσικός I ί nguaI e I i nguaI I i ngui sti c εϊτεέκ τού I i ngo= λείχω=γλείφω, λειχάζω
| | ngu| steγλωσσολόγος I i ngui sta I i nguista I i ngui st εϊτε ,κατά Mari us
s-|ang°σλάνγκ°δηλ. Victorius) εξάρχι
χυδαίαγλώσσα κούτύπουdi ngua
,φθόγγος,εκτού¬ φθογγη
(Σημ. : έκ τού
I i ngua, τόρήμα (έκ τού I i gurio, τό άντι-
I i guri o =όρεγομαι, δάνειον λιγουρεύομαι,
λιγούρα. )
LANGUEUR άτονία Ianguore Ianguidez I anguor καί (Atonie) |anguor=άτονία λαΥΥάζω=όκνω
|angoureuxμαλθακός I angui do I angui do I angui dness |angueo=cτονώ ( πρβλ. λαγγεύω ¬
|angu| rμαραίνομαι, I angui re I angui decer I anguid λιγώνομαι)
άτονώ Κ.α. I anguish "λαγγεμένη Ανατολη"
Iazy όκνηρός
ΙΑΝΤΕΑΝΕ φανάρι I i nterna I interna Iantern Laterne |anterna=φανός,
|antern|er φανοκόρος Ianternone IampIighter Laternenan- λαμπτήρ Κατάτόν Έκ τού έλλην. λαμπτηρ
|anternerματαιοσχολώ φανός Ζϋnder Ισίδωρον(Etmolo- (άντιδ.: λατέρνα)
gica) lυχ internus,
δηλ. ΦΙ)ι; έσωπρι
κόν,°εντός¨.
ΙΑΡΑΑΟΤΟΜΙ Ε λαπα Iaparotomia Iaparotomia Iaparotomy Laparotomi e λαπαροτομία (λαπάρα
ροτομία
=τό μαλακόν μέρος
τού σώματος) .
ιΑΡΕΑ & ΙΑΜΡΕΑ I appare (Iapachar) Iap |appare λάπτω=πίνω, ρουφω
ρουφώ
λάπτης =οίνοπότης
LAPIDER λιθοβολώ Iapidare Iapidar *stone λιθο *stei ni gen |ap|sλίθος λαας=λίθος-άρχικως
βολώ λαFας "λάας άνaιδης"
|ap|dat|onλιθοβολισμός Iapidazione ΙaΡίdacίόn (Iapidify =ό λίθος τού Σισύφου
| ap| d|f|erλιθοποιώ Iapide ,έπιτύμ· Iapida άπολιθώ,
βιοςλίθος, stoni ng Stei ni ngung *(Ta stone &
|ap|da|reλιθογλύπτης Iapidario ,καί Iapidario stony λιθώδης stei nern λίθινος Stein έκ τού:
στία=λίθος, ψηΦίς
άρχαιολόγος, Iapidary
στϊον=λίθος, ψηφίς)
| ap| | | ί Κ.α. παράγ. +σύνθ. I api I I o χαλίκι I api z Iapi I I i
όπως: Iapis μολυ stone λίθος Stein λίθος
d| |ap|derδιασπαθίζω βδοκόνδυλον
χρήμα diIapidare diIapidar di I api date
ΙΑΡΙΝ 1 ) κουνέλι conigI i o conejo cony Kaninchen cun| cu| us= κύνι κλος=κουνέλι
2) πανούργος κουνέλι λεβηρίς=κόνικλος
|ap|n|èreκονικλοτροφεΤον coni gI i era conejera Ieveret |epus=λαγωός λέπορις(σίαλ.) =λαγός
| ίèvreλαγός Iepre I i ebre
|évr|erκυνηγόσκυλο(κ.α.)
LAQUE βερνίκιον Iacca Iaca Iac Lack |acca
ΚατάτόνΣαλμάσιον,λάκκα η λάκχα
|aquerβερνικώ(κ.λ.π.) Iacar
είναιήελληνικήΚάλχη,κατάματάθε
ές ού | aqua| sύπηρέτης Iacche (a) Iacayo Lakai
σινστοιχείων.κάλχη,α,¬λάκχα
έπισήμουπροσώπου
λάκκακάλχη=πορφυραβαφή καλ
χαίνω¯ 1) πορφυρώ2) έξετάζω
(ές ού τόόνομαΚάλχας,
LARD λαρδί,στέαρ Iardo Iardo Iard |ar|dum
λάρδος=τόλίπος των
| arderλιπάζωκρεας I ardel l are iardear Iarder κελάρι & |ardum χοίρων, λαρός=εύχάρι-
dé|arderάφαιρώλίπος Iardoso iardoso χοιρινόλίπος στος είς την γεύσιν'
ίδίας οίΚΟΥενείας: λιπώδης "λαρόν δειπνον"
|argeεύρύς,γενναιόδωρος Iargo Iargo Iarge
-Ίλ. Τ31 6-
|argesseγενναιοδωρία Iarghezza Iargueza Iargeness
λαρινός= σιτευτός,
|argueχαλαρός(κ.α. ) Iargura Iargura IargeIy
παχύς βούς
λαρινεύομαι =παχύνομαι
( πρβλ. λαρδί)
426
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
ΙΑΑΜΕ δάκρυ lagrima lagri ma tear* trane*
| arm|erκανθός tear
οφθαλμοϋ tranen
| armoyerκλαίω, lagrimare l agri mear lachrymose
δακρύζω δακρυόεις
|acryma|δακρυακός l agrimal e lagri mal lachrymal Tranensach
|acrymato|reδακρυο l agri matorio l acri matorio l achrymatory ,δάκρυ+σάκος,
¸δόχη Tranengas
|acrymogèneδακρυ l agrimogeno l acrίmόgenο ,δάκρυ+χάος,
γόνον κ.Ο.
ΙΑΑΑΟΝ κλέπτης, l adro ladrόn
λωποδύτης latroci nio κλο
|arronneauμικροκλέ ladronceIIo πή. μισθοφορία
¸φτης
|arc|nκλοπή ladrone ληστής (Iadronzuel o)
|arronnerκλέβω ladrerίa κλοπή
ΙΑΑΥΝΧ λάρυγξ l ari nge l ari nge l arynx Larynx
|aryngéλαρυγγικός laringeo laringeo laryngeal laryngal
|aryng|teλαρυγγίτις laringite laringitis laryngitis Laryngitis
|aryngotom| eλαρυγ laringotomia laringotomia laryngotomy
¸γοτομία
|aryngo|og|eλαρυγ laringologia laringologia laryngolology
¸γολογία
|aryngoscop|e l ari ngoscopia laringoscopia laryngoscopy
λαρυγγοσκόπησιςκ. Ο.
LASκατάκοπος lasso *cansado lassig νωθρός
|assίtudeκόπωσις lassίtudίne cansada lassίtυde
κλπ. παράγ.
* Τό ίσπ. έκ τού camΡsο=κάμπτω (έvvοιολ. : παρακάμπτω θαλασσίαν
όδόν,nγενικώςχάνωτόνδρόμο μου, όπότεείμαικατάκοπος,
ΙΑΤΕΝΤ λανθάνων latente κρυφός
|atenceλ|,θη latinanza
φυγοδικία
ΙΑΤΕΧ ύγρόν,χυμός lattίce
φυτών
LA1|1UD£πλάτος l atidudine
(γεωγρ;
|at|tud|na|re ,μτφ, lato πλευρά
άνεξίθρησκος
d| -|aterδιαστέλλω di -Iatare
καί |é=Φύλλονύάσματος
|atéra|πλάγιος laterale
ΙΑΤΟΜΙ Ε λατομία l atomia
ΙΑΤΑΙΕ (έκκλ. i λατρεία latrίa
mona|atr|e (κλπ.)
LA1H|N£5άποχωρητή latrina
¸ριον
LAUDANUMλάβδανον l audano
LAUH£μοναστήρι,κελλί . . . . .
LAUH| £Hδάφνη,δόξα l auro, aIIoro
|auréδαφνοστεφής l aυreato
| auréatάριστεύσας laureato
|auréo|eδάφνη,θάμνος laυrea
|audesαίνοι,ö|ods, (I aude)
bacca|auréat baccalau reato
,προλύτηςέπιστήμης,
| ouerέπαινώ (Κ. ο.) l odare
latente latent latent λανθά
latebra λαθραίος νων,ύποκρυπτό
κρύπτη ¸μενος
latex lettuce
μαρούλι
latitud
latidud
latitudinario
latitudinarian
di -I atar
di-Iate
lateral
lateral lateral
(cantera)
*quarry Marmorbruch
βλ. λ. chanti er
(έκ τού μάρμα
¸ρον,
latria
latria (Kult έκ του
(ί dόl atra)
monol atry κολέω,
latrίne Latrine
l aυdano
l aυdanυm
Labdanum
lobby προθά
¸λαμος
10ft ύπερώον
lauro l aurel Lorbeer
l aυreado laureate Laureatus
7
l aureled Li ed άσμα
l aurel
l aude, loa laud
l aurear
baccalaureate
στεφανώνω
(encomi ar) to l aυd
ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
|acryma n
lacrυma έκ τού δάκρυμα
άρχικώςdacruma "πί
μπλαται δακρύμ
ασι ν"
''/acrimas, quod Αίαχ. Πέρα.
Graeci "δάκρυα"
vocant" ( I sidori ,
Etymologica)
|atro=λάτρις, λάτρις =μισθωτός,
μισθοφόρος έργάτης, ύπηρέτης
,συνεκδοχληστής, "λάτριες δ
ού
λοι "
( πρβλ. καί "λάθρα")
λάρυγξ
|assus κατάκοπος λαγαρός, χαλαρός
έκ τού lascus, (βλ. λέξι lache)
laxus κάμπτω
|ateo=λάθω, λάθω, λανθάνω
λανθάνω
|atex, laticis
λάταξ -λάταγος=σταγων
=ύγρόν "λάταΥες ποτέ
ο
νται "
|atusπλατύς, πλατυς
πλευρά έvvοιολ. : ό διαθέτων
πλευράς, όθεν πλατυς
|atom|aeλατομία λατομία, λατομειον
(έκ τοΟ λCς +τέμνω)
*curo,κορέω, *κορέω (βλ. λ. curer)
|atr|a λατρεία
|atr|na=λουτρόν, λουτρ
ώ
ν
άφεδρών
| adanum λάδανον, λαύδανον
λαύρη=στενή όδός
( έτυμ. λαός+ρέω)
λαύρα =μεγάλο μονα-
στήρι μέ πολλά κελλιά
(ίδία ρίζα μέ λαβύρινθος,
Λαύριον. )
| aurusδάφνη λάφνη =δάφνη
l au(ru)s =επcινcς λαΟρον, λάειρα =δάφνη
bacca+Iaureatus (Ηαύχ ,
¦δαφνοστεφής)
bacca=δαφνίς, · έκ τού Βάκχος
καρπόςδένδρου.
427
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΙΑνΕΑπλένω laνare lavar I l ave (waschen)** | avo & | uο=λούω λούω, λόFω
|avageξέπλυμα lavatura laνacίόn (Iaver λεκάνη, Lange ab|uo=άπολούω άπό +λούω
|aνandίèreπλύντρια lavandaia laνandera (Iye στακτή, λόFετροv =λουτρόν,
|avaboνιπτήρ¯ laνabo laνabo laνabo l aben δροσίζω λοετρόν (έτυμ. έκτού
|aver|eπλυντήριον lavatoio laνanderί a lavatory νιπτρ Labsal δρόσισμα ότιλύει την κόπωσιν)
|avandeλαβάντα(έπειδή lavanda laνandυl a laνender lavendel '¯πρβλ λοβάβηρ ¯ λεκοvίσκη
άρωμοτίζει τό ύδωρ τού Ήσύχ ì
λουτρού,
|ot|on ¸λοσιόν, 1 0ΖίΟΠθ lοcίόn lotion λοΟσις
Κ.δ. παράγ. & σύνθετα. (**έκ τού "υδωρ")
ΙΕ, ΙΑ, LES ό, ή, οίαί i l , l a el , l a [the έκ τού der, d| e βλ. λέξιν 'ί|'
| uί =αύτός| eur=των l ui , la ή, ήδε| ¦ή, i =αύτή,
| a=έκεί das =τό
L
E
CHER & ||cherλείχω leccare l amer* Ι l i ck, l echer l echen μέσφ τού φραγκ. λεί χω, λείχειν, λείχω ν
|ècheφέτα (Ieccatura (I amedura l i cki ng Leck ρήγμα |ekkon
| uncherπρογευματίζω κολακεία) γλείψιμο) l unch γεύμα * ΤΟ ίσπαν. έκ τού
|écheurλαίμαργος. leccardo rel ami do l ί ckerίsh lecker γευστικός |ambo=λείχω λάπτω=ροφω
κόλαξ lecco γλύκισμα l echery άκολα
¸σία
leech βδέλλα
L
E
CITHI NE λεκιθίνη l ecitina lecίtίna l eci thi n Lezithin λέκιθοςφακων, τό
(öκρόκοςαύγού, ένδον τοΟ λέπους
,Ίπποκρ ,
ΙΕςΟΝ μάθημα(έννοιολ. : IΘΖίΟΠθ leccίόn lection Lection |ego =άναγιγνώ λέγω=συλλέγω, άπα-
αυτόπούέχειάναγνωσθή, ¸σκω ριθμω, διηγοΟμαι'
|ecteurάναγνώστης lettore lector lector Lektor (έννοιολ. : διάτων άναλέγομαι=άναγιγνώ-
Iecture άνάγνωσις lettura lectura lecture Lektϋre όφθαλμωνσυλ σκω "λέκτο δ' άριθμών"
leggio legible lectern Lesepult λέγω, Οδ δ, 451 -
άναλόγιον εύανάγνωστος άναλόγιον legen θέτω (βλ. & λ. " Ι ί Γθ", "l ίνΓθ")
L
E
CYTHE λήκυθος l ecitina l eci thi n λήκυθος=δοχεϊον έλαίου
ι
Ε
αΕΝΟΕ 1 ) μύθος, l eggenda l egenda, l egend Legende |ego=συλλέγω λέγω =συλλέγω.
παράδοσις¯, έπεξήγησις leyenda Gel age συμπό
Συλλογήπαραδόσεων
|égenda|reμυθικός leggendario legendario legendary ¸σιον (βλ. λ. lθγοπ)
l egendenhaft (άντιδ.: λεζάντα)
L
E
GER έλαφρύς, leggi ero l i gero+leve l i ght l ei cht |ev|s=έλαφρύς έ λαχυς =βραχύς,
όστατος levedad (έτ. : συνδυασμός έλαφρύς. "έλαχυ σκά-
|égéretéέλαφρότης leggerezza l i gereza lightness Leichtheit τούέλαχύς+έλα
φος"
|égérementέλαφρως l eggi adri a l i ghtl y l eichthi n φρύς, ( πιθανη σχέσις μέ
χάρις
λεϊFος =λεϊος, ψιλός,
a||éger έλαφρύνω al l egger i re al igerar I l ighten l eίchter- άποψιλωμένος),
||ègeφελλός (sughero (corcho = (fellow =φελ machen (κουΦίζω, όθεν έπαίρω'
=φελλόςέκ φελλόςέκ τού λός φελλόςέκ ¸Τό machen έκ δηλ. έλαφρύνω, δρα
τού σύφαρ, χόριον, τού φλοιός, τού μηχανωμαι, ύΨώνω)
ι
Ε
α| ΟΝλεγεών,πλήθος l egi one l egίόn l egi on Legi on |ego
|ég| onna| reλεγεωνά l egi onari o l egionari o legionary Legionar l egi o κυριολ. λέγω,συλλέγω
ριος,μέλοςΛεγεωνος έκλογή λογάς=έκλεκτι όμάς
Τιμής λογάδες=έπίλεκτοι
όνδρες, "λοκατζηδες",
"στρατηγών λογάδες"
"στρατιη λογάδων
ηρώων"
(
C
ντιδ,: λεγεων)
ι
Ε
αυΜΕ λαχανικόν l egume l egumbre l egume (Kohl |egumen
l egumi noso l egumi noso έκ τού λαχαίνω=σκάπτω
καυλός=κοτσάνι, λάχανον'
λάχειος =ευσκαφος
λαχανία =κηπος
ΙΕΜΜΕ λήμα l emma lema έμβλημα l emma Lemma |emma
λημμα(έτυμ, έκ τού ρ.
λαμβάνω)
LEMNISaUE ταινία
l emni sco l emnί scus
|emnίscus-
=λημνίσκος
λημνί σκος,διακοσμητ
ταινία,
428
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ι
Ε
ΜυΑΕ Φάντασμα, l emuri ψυχές l amί a l emυr Iemures ψυχαί 'λάμιες° . Λάμι α μυθικόν
πνεύμα τεθνεώτων λάμια κερκοπίθηκος τέρας λαμυρός =λαί-
μαργος, άκόλαστος
λάμια=χάσματα
L
E
NITlF μαλακτικός
l enίtίνo l θπίΙίνο l θπίΙίνθ l i ndernd I eni s =άπαλός έκ τού 'λείος°
lenifier καταπραΟνω
lθπίΙθ l enί dad lθπίΙΥ l i ndern
άπαλότης καταπραΟνω
l eni ence Li ndernung
πραότης καταπράυνσις
l θπί θΠΙ l ί nd ηπιος
πραος l i ndernd
καταπραϋντικόν
ΙΕΝΤ άργός,βραδύς
lento lento late lίnd ηπιος lentus, βραδύς
Ienteur βραδύτης
lentezza lentitud laziness έκ τού I eni s λείος(βλώς δνω)
ra-Ienti r έπιβραδύνω
rallentare relentecer
χαλαρώνω
ΙΕΝΤιΙΙΕ φακός,φακή
lentίcchίa φακή lentejas l ens Li nse I ens, l enti s ^ λάθυρος.είδος όσπρίου
lente φακός lente l ens Li nse =φακή,φακός σχήματος φακοϋ, φακη
L
E
OPARD λεοπάρδαλις
l eopardo leopardo l eopardo Leopard leopardus λεοπάρδαλις
L
E
PIDOPT
E
RE
l epi dottero leΡί dόΡterο l epidoptera λεπιδόπτερον
lepidoIithe
(Iepisma) λεπιδόλιθος
Iepidodendron
λεπιδόδενδρον
ι
Ε
ΡΑΕ λέπρα
l ebbra l epra l eper ΙeΡra λέπρα(έτυμ. λέπος =
Iepreux λεπρός
l ebbroso l eproso l eprous leprakrank Φλοιός, λέπι)
LESTE ταχύς
lesto listo lasten πιέζω ΦΡuγκ. lest ¯ λαστός�λησηΊ(;
Iest φορτίονπλοίου,
lest al i star Last φορτίον ¬ φορτίον λήζομαι=λεηλατω
ερμα
ναυτολογω Laster κακία
ι
Ε
ΤΑΙ θνητός,
letale letal lethal Ietum =θάνατος έκ τού λήθη
θανάσιμος
lθΙίfθΓΟ
let(h)ifere θανατηφό
¸ρος
L
E
THARGIE λήθαργος
letargia letargo lethargy Lethargie Iethargia λήθαργος
aletargar (Lethognomic)
ναρκώνω
ΙΕΠΑΕ στοιχειον,
lettera l etra letter Letter l ittera : , στοιχειον όλίνω=άλείφω
γράμμα
γραφής.,γράμμα διφθεράλοιφος =
lettre λόγιος
letterato letrado lettered Literal άλφαβήτουέκ τού ό γραμματοδιδάσκαλος
Ι ί ηο=άλείφω (δηλόάλείφωντήνδιφθέ
l i tterature φιλολογία
letteratura l i teratura l i terature Literatur (Ή λέξιςέπέρασε ρανμέύλικόνκατάλληλον
Iitteral κατάγράμμα
letterale literal literal διάμέσουτων πρόςγραφήν,
Κ.δ. ποροΥ. & σύνθ.
l earn μανθάνω Έτρούσκων,
Διάφ. μέ ο' συνθ.
LEUCO-
λευκός.
ieucemie
l eυcemί a l eυcoma l eucemy Leukami e
λευχαιμία
ieucorrhee
l eucorrea l eυcemί a leυcorrhoea λευκόρροια
Ieucocyte (Κ ό ,
leucociti l eucorrea leucocyt Leukozyten λευκοκύτταρον
l eucocito
LEUDES πολίτες
leudo l i gi o ύποτελής Leute λαός, ΚατάJ. Hofmann έκτού
κόσμος °έλεύθερος°,κρητικά
έλούθερος.Βασικήσημα·
σία,όάνήκωνείςτόνλαόν.
ΙΕνΕΑ άνυψω,αϊρω
leνare levar άπαίρω lθνΥ είσπράττω lϋften άνεμίζω Ievis =έλαφρύς έλαχύς, έλαφρυς
Ievis κινητήγέφυρα Ilevar κομίζω I lift άνυψω Luft άήρ ,βλλ leger)
l e lever εγερσις,
levata leνa όρσις levity
άνατολή
έλαφρότης
I iftier ύπάλλ I l evador el evator
άνελκυστήρος
κομιστής άνελκυστήρ
Ievain ζύμη(Οψωμα, I l evadura (el evation,
Ievitation όνωσις
leνίtazίone I l evadero l ifting,
ύποφερτός άνύψωσις,
levant άνατολή
levante leνante levant Levante
levantin άνατολίτης
levantino levantisco
~
429
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Ievee όρσις Ievata Ievantamiento
Ievier μοχλός Ieva μοχλός • paIanca I ever μοχλός *p(h)aIanga 'φάλαγγαι(ήλέξις
κ.ά. παράγωγα & σύνθ. μοχλός φάλαγξστόν πληθυντικό
όπως: e-Iever 1 ) ύΨώ eI evare eIevar eI evate σημαίνει: ξύλινοικύλινδροι
2) άνατρέφω ei evazi one eΙ eνacίόn eI evation πρόςμετακίνησινβαρών,
eIeve μαθητής άνύψωσις (άντιδ. : παλάντζα)
aII ievo aI umno** aI umnus EIeve Τό aI umno**
μαθητής μαθητής άπόφοιτος AI umnus έκ τού aI o ^ αλω (τρέφω)
ιένΙΤΕ1) λευίτης,ίερεύς Ievita (I evita ίερα Ievite
ΚατάτόνΠλούταρχον,οίΊ ουδαίοιτούςίερείς "Λευίτας προσονομά-
.,ίερατικόνένδ ·τικόνένδυμα,
ζουσι ν, εϊτε παρά τόν Λύσιν (Βάκχο ν), εϊτε μάλλον παρά τόν Εϋιον
(εύοί εύάν) τής έπικλήσεως γεγενημένης".
_
Συμποσιακό¿ 671 , Í~
L
E
VOGYRE άριστερό Ievogiro Ιeνόgίrο (Ieft άριστερός Iinks) Iaevus (άριστερός, λαιός(λαιFός) : άρι-
¸στροφος & gyro (γύρω, στερός· "λαιά χείρ"=
τό άριστο χέρι·
λαίβα: ή άσπίς,
ώς φερομένη διά της
άριστεράς χειρός
ΙΕχιουΕλεξικόν Iessico Iexico Iexicon lexikon λεξικόν
Iexicographie Iessicografia Iexicografia Iexicography Lexikographie λεξικογραφία
Iexicographique Iessicografico Iexicografico Iexicographic iexikaIisch λεξικογραΦικός
λεξικολογικός
IexicoIogie (κλπ .. .) IessicoIogia IexicoIogia IexicoIogy λεξικολογία
ιΕΖΑΑΟ σαύρα Iacerto & Iagardo I i zard Iacertus βλ λ. lacerer
Iezarde σχισμήτοίχου I ucertoIa (έννοιολ: ήσαύρακρύβε
Iezarder σχίζω ταιστίςσχισμέςτούτοίχου,
ΙΙ ΒΑΤιΟΝ¡ , σπονδή I i bazione Ιί bacί όn Iibation Lίbation I i bo σπένδω, λείβω =χέω, σταλάζω,
2) οίνοποσία λείβω σπένδω
"δάκρυα λείβων" (Όμ,
ΙΙΒΙΟΙΝΕυχάσελγής I i bi di noso Iibidinoso I i bi di nous I i ebst εραστής I i bido =επιθυμία λίψ =έπιθυμία, λίπτο-
I i bido επιθυμία I i bi do Iibido Iove έρως Lίebe μαι=έπιθυμω, λάFω=
-ad- I i bidum κατάβού (I i bito) (I i bi di ne) Iief εύχαρίστως Iieb άγαπητός =θέλω
¸λησιν
ΙΙ ΒΑΕελεύθερος Iibero Iibre I i beraI φιλελεύθ I i beraI I i ber =έλεύθερος έλύφερος=έλεύθερος
I i berte έλευθερία I i berta Iibertad I i berty Lί beraIitit -έτυμ. έκ τού έλεύθω
I i berer έλευθερώ I i berare Iibrar I ί berate έλευθεριότης έλύθω =ερχομαι
I i vrer παραδίδω I ί berti ne έκλυ LiberaIismus Αίολική τοπή τού θ
I ivree οίκοστολή Iivrea I i brea ¸τος έλευθερσφρcΣΎ
είς φ.
,μέτήνέννοιαότιπαρε Iivery παράδο ·Εννοια: παρ
ά τό
δόθη,άπενεμήθηείς ¸σις έλεύθειν όπου έρά.
τόνύπηρέτην, Ι Ieave άφήνω Δηλ έλευθερία διακινή-
Ieave όδεια, [σεως
είςδιάλεκτον Lίbr =ιόνυσος Διόνυσος ·Ελευθερεύς
"Ieaf" (άντιδ.: λιβρέα)
LICHEN λειχήν I i chene I i quen I i chen Lί chen Iichen λει χην
Iicheneux λειχηνοειδής
LICORNE μονόκερως Ii ocorno uni corni o unicorn Ei nhorn έκ τού uni+corne εν+κέρας
LICTEUR ραβδούχος I ittore I i ctor Liktor I ίgo =λίσγος λίσγος. σκαπάνη,
κηπουρικόν έργαλεϊον
ΙΙΕΑδένω,συνδέω Iegare Iigar I i go λύγος=κλωνος
Iiement, I i en, δεσμός Iegamento Iiga λυγαριάς εϋκαμπτος,
Iiaison σύνδεσις Iegatore δέτης ΙegaΖόn Iegation Legation πρόσφορος διά πλοκήν.
I i gament ίνώδης Iegazione Ιegacίόn πρεσβ I i gature ("συνέεΡΥον έϋστε-
I i gature επίδεσμος πρεσβ Iigadura Iigament Lίga φέεσσι λύΥΟισι " -ι, 427).
I igoter δένω Iegatura Iigamient Legat Στράβων."συμπλέκον-
I i gue δεσμός,συμμαχία Iegaccio κορδ. ένωσις Iegate τες τάς των θάμνων
Iegs κληροδότημα Iega Iίgo ( öraIIy εκτού λύγους" -4,3, 5-
κ.Ο. όπως: deIicat Iegato Iegado re-lier, τόπος
άβρός,επισφαλής πρέσβυς deIicado συγκεντρώσεως ( άντι δ. : λίγκα, λεγκά-
πλήθους, τος, ντελικάτος)
430
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ΙΙ Ευ, IocaIite τόπος
IocaI τοπικός
Iouer ένοικιάζω
Ioyer ένοίκιον
* Iieutenant ύπολ/γός
Κ.α. πολλά πaράγ. +σύνθ.
disIoquer έκτοπίζω
**Iocomotive άτμο
μηχανη
(κ.α. πaράγ. & σύνθ.)
LI GNE γραμμή,σειρά
I i gnage, l i gnee,
καταγωγη
I i gner διαγραμμίζω
aI i gner εύθυγραμμίζω
aI i nea παράγραφος
I i neaire γραμμικός
I i neament διάγραμμα
l ί notype
I i notypiste λινοτύπης
recti -l i gne εύθύγραμ
¸μοςΚ.α.
Ll GNEUX ξυλώδης
I i gnicoIe ξυλόβιος
I i gnite όροόνθραξ
LIMACON κοχλίας
σαλιγκαρι
I i m�ce γ μνοσάλιαγκας
Lι ΜΕ ρίνη,λίμα,
I i mer ρινίζω
I i mage ρίνισις
I i mure ρίνισμα κλπ.
ΙΙΜΙ ΤΕ όριον
I i miter περιορίζω
I i mi naire είσαγωγικη
I i nteau ύπέρθυρον
I i mitrophe μεθόριος
LlMNOLOGI E
Lι ΜΟΝ : , ίλύς2) εΤδος
λεμονιού
I i moneux βορβορώ
¸δη ς
I i mon λεμόνι
I i monier λεμονέα
l i monado λεμονάδα
κπ
Lι ΜΡΙ ΟΕ διαυγης
I i mpidite διαύγεια
ΙΙΝ λίνον
I i nette λινόσπορος
Ι ί nοn λινόνϋφασμα
I i nceuI σάβανον
I i not πουλάκι
I i nge άσπρόρρουχα
κ.α., ώς I inoIeum**
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
Iuogo, Ioco
IocaIe
Iodare
iocazione
Iuogotenente
IocuIo μνημείο
iocanda
ξενοδοχείον
I i nea
Iineare
al l i neare
aI i nea
(I i netta παύλα,
I i neare
I i neamenti
I i notipo
retti I i neo
Iegna καυσό
ξυλα
I egnaiuoI o
ξυλουργός
I egno
πλοίον
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
I ugar
IocaI
IocaIizar
έντοπίζω
Iocador έν/στης
Iugarteniente
Ionja
παντοπωλείον
I i nea
aI i far στολίζω
I i near
aI i near
I i neaI
I i neamento
I i notipista
iefa
Iefador
Iefo κούτσουρο
I , t mRca I i maco
l υmaCCϊe I umiaco
γυμνοκοχλίαςö I i maza
όνθρ :πουλι·.
I i ma
I i mare
l i matura
I i mamento
I i mite
I i mitare
I i ma
I i mar
I i madura
I i mal l a
I i mite
I i mitar
Iimine κατώφλι l i nde όριον
I i mitare ª I i ndero
I i mitrofo γειτονικός
I i mnoIogia
I i mo
I i moso
I i mone
I i mone
I i monata
I i mpido
I i mpidit8
Ι ί πο
Ienza πετονιά
I enzuoI o
σάβανονö
σινδόνιον
l i mitrofe
Ι ί mόn
I i monar
I i monada
I i mpido
I i mpieza
I i mpio καθαρός
Ι ί πο
I i naza
I i naceo
sabana*
σινδόνιον
Ienceria
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
IocaI ity, I i eu
IocaI
IocaIize
Iocation
τοποθεσία
Iieutenant
l i ne
Iineage
Iinear
I i neament
I i notype
recti I i neaI
I i max
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
LokaIitat
κατάλυμα
IokaI
IokaIisieren
Iogieren
κατοικώ
Leutnant
LokaI κατάστημα
Lokus άποχωρη
τήριον,°μέρος°
I i egen κείμαι
Lί ni e
Lί ne χάρακας
I i ni eren
Lίnear ¸κωμα
Lί neament χαρά
Lίnotypie
Lίnotypist
Lί ni e . . . richten
Lίgnit
*Mus ;he!
I i mit Lίmi t
( I i mitation
περιορισμός)
I i mi nai όριον
I i mitrophe
I i mnoIogy Lί mnol ogi e
I i me κονία,
ασβεστος
Ι I i me άλείφω
I i me Lί mone
I emon-tree
I emonade Lί monade
I i mpi d
I i mpi dity
I i nen
Iinseed
Iint ξαντό
I i nen
Lein
i ei nen
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
Iocus =τόπος
Ίίeutenant
(Iocus +tenir ..
**Iocomotive
(Iocus+mouvLir ¯
έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
λόχος=1 ) ένέδρα
2) ό τόπος της ένέδρας
βλ. λέξι )
βλ. λέξι )
I i neus =λι νός λίνεος=ό έκ λίνου,
l i nea =σειράλινέα ό λινός
Iinea Hego
,όρέγω.εύθύνω,
l igna =ξύλα
I i max =λείμαξ
*mus
I i ma =λίμα
I i mes =όριον
άγρού,λειμώνος
I imus =ίλύς
l i mpi dus
l i num
*sabanum
λίνον=σχοινί άπό λινάρι
"ρηξε λίνον Κλωθώ"
δηλ. ηΚλωθώέσπασετό
σχοινί,έκοψετόνήματής
ζωής,όπωςλέμεσήμερα,.
( άντιδ. : λινοτυπία
έννοιολ. : σειρά άπά
τυπογραφ. χαρακτηρες)
λιγνυς =πυκνός καπνός
λιγνυόεις =πλήρης
καπνού' "φλόγες κaί
λιγνύες"
(άνTδ.: λιγνίτης)
λείμαξ=κοχλίας
*μύς
ρίνα, ρίνη (λίμα)
(άντιδ. : λίμα, λιμάρω)
λειμών
λειμών + τροφή
λιμνολογία
έκ τού λειμών=λειβάδι
"λειμωνήρης βοτάνη'"
λειμώνιος:
ό άνήκων εις λειμωνα
"λειμών εύaνθής"
(άντιδ. : λεμόνι)
λαμπέτης=λαμπρός
διαυγής
λάμπη=λαμπάς
λίνον
(άνTδ. : λινάτσα)
*σάβανον (έτυμ. έκ τού
σέβανον - σάβανον)
**λίνον ¬ έλαιον
43!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Lι ΝΙ ΜΕΝΤάλοιφή I i ni mento I i nimeto I i niinent *SaIbe άλοιφή Ι ί nο =άλείφω άλίνω=άλείφω
* Τό γερμ. saIbe
έκ τού ¯ έλπος =έλαιον ("Ησύχ.)
ΙΙΟΝ λέων Ieone Ιeόn Ι ίοπ L6we Ieo, Ieaena λέων,λέαιναέτ. λάω,
I i onceau λεοντιδεύς I i onceII o Iioness λέαινα (L6wen-feII' λεύσσω=όρώ "όςuδερ-
I eoni n λεόντιος I eoni no i eoni no l eonίne =λεοντή) κές γάρ τό ζώον".
l eonera1 ) λάκ λεβηναίος =6μοιος με
κοςλεόντων λέοντα (Φιλόστρ. Δ, 34)
2) καταγώγιον 'έκ τού λέων +πέλλα
=δέρμα
LI PI DE λιπίδιον l i pi do έκ τού λίπος
Ι ί Ροϊde λιποειδής lipemia λιπσιμία l i poi deo Iipograph
I i pome λίπωμα (κλπ .. .) l i poma I i poma I i poma
ΙΙΡΟΤΗΥΜΙ Ε λιποθυμία I i poti mi a l ί ρο . . . λιποθυμία
ΙΙΟUΕυΑ ρευστόν,ποτόν l i quore Iicor l i quor Lίk6r Iiquor .. γλυκύρριζα Τόέκχύλι
I i quide ύγρόν I i quido l i quido l i qui d Lίquidati on σμα τού φυτού χρησιμο
I i quider ρευστοποιώ I i qui dare I i qui dar I i quidate έκκαθάρισις ποιείταιείςτήνποτοποι
κλπ.κλπ. . . I i qui di ren ίανδιάπαρασκευήνήδυ
πότωνΆπέραντεςέκτά
σειςγλυκυρρίζης,είς
Ίωνίαν
Πρβλ. καί λοίκορ=κεχρί
(ένν: έκχύλισμα, χέω,ποιώ
τιρευστόν,ρευστοποιώ,
ΙΙ ΑΕ άναγινώσκω Ieggere leer l egi bi I i ty τό Iesen Iego συλλέγω άναλέγομαι έπιλέγομαι
I i seur φιλαναγνώστης lettore l ei do εύανάγνωστον I eser ( έννοιολ. διά τών = άναγιγνώσκω. fνaλό-
I i ste κατάλογος I ί sta lίsta όφθαλμώνσυλλέγω, γον: δποu τό βιβλίον
I i sibI e εύανάγνωστος I eggi bi I e l egi bl e l egi bl e i eseri i ch έπιλέγονται. "Μαρδόνιος,
Lesung άνάγνω έπιλεξάμενος τά χρηστή-
.`\ . o. Ι .Τ:ι ρίζης, ώ-:: ¸σΙζ
Q·i¬
·
- Υρόό. . ,E·
rel i pion eρησκείσ rel i gi one rel ίgίόl 1 reIig:on Rel i gi on δηλ. "ό Μαρδόνιος άφού
(καί παράγωγα)
έδιάβ JÜ< ιυύς
χησμοι'
.
. . "
(άντιδ. : λίστα)
LlSSE λείος,όμαλός Iiscio l i so
λίς, λι σση =λεία ,όμηρ
I i sser λειώ, στιλβώ lίscίare Iijar λέξι ς, "λισση πέτρη" =
I i ssage στίλβωσις. lisciata lija
λεία πέτρα -Μ64,79-
λείανσις lίscezza γυαλόχαρτο λίστρον: εργαλείον
I i ssereur στιλβωτής λειότης πρός έξομάλυνσιν.
Iissoir στίλβωτρον li sci a,
lisciatoio
LVS κρίνος gi gI i o l ί rίο l ί l Υ Lί I i e I i I i um =λείριον, λείριον=τό κρίνον,
IiIas πασχαλιά l i l a l ί l a l i lactree FIi eder κρίνον κυρίως τό λευκόν.
I i Iiace +I i I i aI κρινοειδής l i l iaceous I i l i enartig ("λειλίδισν", εξ ου
λουλούδι)' "καί λείριον,
τόν νάρκισσον
κaλοϋσι ν οί f ττικοί".
,Σουίδας,
ΙΙΤ κλίνη l etto I echo &cama,' Lager Iectus =κλίνη λέκτρον,λέχος άνα-
Iiterie κλινοστρωμνή Iettuccio camada φωλεά laίr φωλεά Iagern κλιντρον, συζ. κλίνη.
κλινίδιον πλαγιάζω *(Τό cama λέγω =πλαγιάζω
Iitiere φορείον lettiga I i tera litter lagerpIatz έκτού¯ κείμαι )κοιμάστριος=
aI ite κλινήρηςκλπ. ί π Ietto I l i e κείμαι (άποθήκη, =κοιτών κέμμα =κοίτη
ζώου ( πρβλ. καί τό
" kama -sυtra")
ΙΙΤΑΝΙ Ε λιτανεία l itania l etanίa Iitany Lίtanei Iitania λι τανεί α (λιτη=ίκεσία -
λίττομαι =ίκετεύω)
Λέξεις μέ α' σuνθ.
ΙΙΤΗΟ . . .
λίθος
litharge λιθάργυρος l itargirio litargirio litharge I i thargyrus λιθάργυρος
I i thiase λιθίασις litiasi l itiasis l ithiasis Lithiasis λιθίασις
l ί thί ne λιθίνη litico λιθικός Iίtico Iithic Lίthi um λιθίνη
Iithodome λιθοδόμος (I itotomi a) (Iithotomy) (Lίthotomie) λιθοδόμος
IithoIogie λιθολογία Iitologia IitoIogia lithology (Lίthoglyptik) λιθολογία
lithosphere λιθόσφαιρα l ίtosfera Iitosfera l ithosphere λιθόσφαιρα
Iithographi e λιθο/φία litografia Iίtografia Iithography Lίthographie λιθογραΦία
Κ.δ. (I itocola)
432
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
LITlGE διαδικασία(νομ., l i ti gio liti gi o +I i d l itigation έκ τών: I i S =ερις, ε-ρις ,διάποβολήςτούε
Iitigant διάδικος l i ti ghi no φίλε lίtίgante litigant διαφορά καί τροπηςτούΡ είςλ,
I itigueux άμφισβητού li ti gioso ¸ρις litigioso litigious +ago =ογω αγω
¸μενος litigare έρίζω litigar litigate
ΙΙΤΟΤΕλιτότης
litote lίtote lίtotes I itotes λιτότης
ΙΙΤΑΕλίτρα l i tro litra, lίtro litre Liter Iίtra λίτρα.σικελικόν νόμισμα
ές ού: Iiνre λίβρα
l ί bbra l ί bra l ί νre ,τό ίταλνομισματ
I i re λίρα l i ra, l ί retta l ί bra l i ra σύστηματών
Ρωμαίωνπαρελή
φθηέκτών
Δωριέωντης
Σικελίας,
ΙΙΠΟΑΑΙπαράλιος litorale l itoral littoral Iitus =άκτή κλίτος.τό κατώτατον
μέρος τόπου τινός.
LITURGIE λειτουργία
Iiturgia liturgia liturgy Liturgie Iiturgia λειτουργία(έτυμ. λεώς
Iiturgique λειτουρ
Iitύrgico litύrgico liturgic liturgisch =λαός καί έργον)
¸γικός
ιινΑΕ βιβλίον l i bro libro I i ber =φιλύρα, λέπος =λεπίς, φλοιός
I i νret βιβλιάριον
l i bretto l i breto l i bretto Libretto φλοιόςδένδρου πρβλ. : λεβηρίς = δέρμα
I i beIIe °λίβελλος° l ί bel l l o l ί belo l i bel Li bel l I i brum βιβλίον όφεως
I i brairie βιβλιοπωλείον l ί brerί a l i breri a I i brary
λέπυρον, ύλικόνγραψίματος.Βλκαίλ.bouquin.
(κ. α. πολλά)
Iibrarian βιβλιο
¸πεταλισμός η έκφυλλοφορία σημαίνει γραφή
θηκάριος
έπίφύλλωνέλαίας[
ΙΟΒΕλοβός
lobo lobo lobe λοβός
Iobule λόβιον lobulo l όbul ο l obul e
Iobe λοβώδης(κλπ.) lobulare l obul ado lobular
(Iobectomia)
LOCHE κωβιός(ίχθύς, ghiozzo (gobia goby)* μέσιμ τού Υαλατι- λευκός
κού Ieuka-> (έννοιολ. έξ αίτίας τής
λευκότητος αύτοΟ τοΟ
ίχθύος)
*κωβιός
LOCHIES τοκετός,
locchίί loqui os lochi a Lochi en λοχεία=τοκετός
λόχια
(έτυμ. λέχος =κλίνη)
LOCUTlON εκφρασις
lucuzi one l ucucί όn l ocutί on Ioquor λέγω λέγω
aI-Iocution προσφώ
al l ocuzi one l ocutor
¸νησις
έκφωνητής
i nter-Iocution συνο
interl ocuzione locutorio interlocution
¸μιλία
εντευκτήριον.
i nterIocuteur συνομι
interl ocutore τηλ.θάλαμος
¸λητής
interlocutor i nterl ocutor
καίloquacite πολυλογία
loquacita locuacidad loquacity
LOGARITHME λογάρι·
logaritmo logaritmo logarithm Logarithmus Iogarithmus λογάριθμος
¸θμος (λόγος + άριθμός)
Iogarithmique λογα
logaritmico l ogaritimico logarithmic logarithmisch
¸ριθμικός
LOGE οίκίσκος,κελλί
loggia logi a, lonja lodge Loge θεωρείον Iocus τόπος, λέχος=κοίτη, κλίνη,
Ioger κατοικώ
θεωρείον alojar κατοικώ ένδιαίτημα Logis έπιπλ. κατοικία φωλεά, λόχος
alloger έλλοχεύω
l oggione alojamiento lodging οϊκημα δωμάτια λέγω = πλαγιάζω
Κ.α.
ύπερώον κατάλυμα
al l ogiare
locanda
ταβέρνα
ΙOGQUE λαγική,
Logica, logico Logica, logico logic Logik, l ogisch Iogica, I ogi cus Λογι κή, λογικός
λογικός
logistico (ίl όgίcο) logical, Logiker Λόγος:ό ένδιάθετος,
Iogicien διαλεκτικός
λογιστικός (paralogismo) logician λογικευόμενος ό έν τ< ν< λόγος.
Iogistique λογιστική
logistica (silogismo) logistic Logistik
πολλά σύνθ. : πχ
λογιστική (syl l ogism) Logistiker
metaIogique,
preIogique
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
ΔιάΦ. μέ α' συνθ. |ogo. . . logos λόγος
|ogographeλογογράφος logografo
|ogogr|phe1) λογόγριφος logogrifo
., άκατάληπτος
|ogomach|eλογομαχία logomachia
|ogorrhéeλογοδιάρροια (Iogopatia)
κλπ. κλπ . .
ΙΟ|νόμος
|éga|νόμιμος
|éga||té νομιμότης
|ég|t|meδίκαιος
|oya|τίμιος
|éguerκληροδοτώ
κ.δ. πολλά παράγ. & σύνθ.
LDNCμακρός
|ongeκαπίστρι
|ongerπαραπλέω
|ongév|téμακροβιότης
|ong| corneμακρόκερως
καί|ong|tudeγεωγρ μήκος
|ong| tud|na|eέπιμήκης
|ongan| m|téμεγαλοψυ
καί: Ιοί η μακράν ¸χία
longueur μήκος
a|-|ongerέπιμηκύνω
pro|onger κλπΚ λπ
ΙΟΡΗΟΡΗΟΑΕείδος
φασιανοΟ
ιοουΕ ράκος
ιοουΕΤ μάνδαλος
LDHDD5£λόρδωσις
LDH|CA|H£θώραξ
LDH5,ALDH5τότε
| uretteάργά(έκ τού
| ' heurette,
ΙΟT|ΟΝπλύσις
|ot|onner έκπλύνω
ΙΟΤU5 λωτός
καί |οt κλήρος,τύχη
|oterίeλαχείον
legge
legale
legalita
legittimo
l eale
l ungo
l unga λουρι
l ungagnata
άπεραντολογία
l ongevita
l ongi tudi ne
l ongi tudinal e
l ungani mita
lontano
l unghezza
al -I ungare
prolungare
l ucchetto
lordosi
l orίca
al l ora
1 0Ζί ΟΠθ
1 0Ιο
lotto
lotteria
lotofago
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
lοgόgrafο
lοgόgrίfο
l ogomaqui a
l ey
l egal
l egal idad
l egitimo
leal
l ongar μακρύς
l uengo "
l ongevidad
l ongevo γέρων
l ongitud
longitudinal
(magnani mi
dad)*
lejano
alargar
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
(Iogotype
λογότυπον,
logogriph
logomachy
logolatry
law
l egal
legality
legitimate
l ong
l ongi vious
longeval
μακρόβιος
l ongitude
l ongi tudi nal
l ongani mi ty
(far** μακράν
(Iofobranqui o) (Iophi odon)
(harapo lock
ράκος,¯
έκ τού harpar,
farpar κατασχί
ζω.κουρελιάζω,
lordosis
loriga
ahora τώρα
lοcίόn
10Ιο
lote
loteria
lοtόfagο
lock
lordosίs
l orί cate
10Ιίοπ
lotus
10ΙΙο
lottery
lotoseater
LDUCN£1 ) άλλοίθωρος losco (estrabόn)*
loss
2) διφορούμενος
|oucherόλλοιθωρίζω (3trab|smo estrab|smo)*
|ouchement
στραβισμός
|ouch| rθολοΟμαι
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Logos
Logogriph
(Logismus)
Logomachie
(Iogodadalίe)
(Logopadie) =
λογοπαιδεία,
δηλ.όρθοφωνία
ΛΑΤι Ν| ΚΑ
| ex=νόμος
433
έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
λόγος
λέγω=συλλέγω' έπί,
άνα-λέγομαι=διαβάζω.
λέγομαι=κεϊμαι
Legislation
νομοθεσία
l egal
Legalitat
l egiti m
νόμιμος
έννοιολ. : συλλογήκανονισμών¸ πρβλ. . λέγω=όμιλώ
λέξις λέγω =συλλέγω --lex] Etymolgica Isidori :
"I ex, a legendo vocata, qui a scripta est" δηλ "Iex", έκ
τοΟάναγινώσκεινώνομάσθη, όσαέστίγεγραμμένα
( πρβλκαί: κείμαι--t κείμενα. λέγομαι leges)
lang
lange έπ.μακρόν
langen φθάνω
l angl ebi g
l angsam βραδύς
langs κατάμήκος
langl ich
Lange
Langmut
fern**)
Lange
Locke
βόστρυχος
locken
σγουραίνω
|ongus=μακρός δολιχός=μακρος
"δολιχος πλόος"
"δολιχη όδός"
δολιχός βίος
(ήμακροβιότης,
δολιχον κέρας
(κατ' αλλ ους έκ τού
Ίο n 9 u s + a n ί m a λογγάζω=ένδιατρίβω)
(βλ.λ ame)
ad +I ongus
(ad: έκ τού αντα)
(άντιδ. : άλάργα)
(**far καί fern έτυμ. έκ
τού πέραν)
λοφιά=χαίτη + φέρω
"κορυδαλλός λοφη
φόρος"
| uΧus=διάστροφος. λοξός
παρεστραμμένος
* έκ τού άρπάζω,
ύφαρπάζω
μέσιμ Φρaγκ. |oc λύκος=μάνδαλος
θυρών (Ήσύχ)
(άντιδ.: λουκέττο)
λόρδωσις
(λορδόω: κορδώνω
τό σώμα πρός τά
έμπρός)
.
Ι
ΠΠ.
.
|or|ca, |orum¬ λώρος,λωρίον
έκείνη ή ωρα
έκ τού |||ahora= (βλ λ "ί l ")
| avo +| uo λούω, λόFω
(βλ& λ. laver)
Lotos |otus λωτός, λωτόω=παράγω'
λώτισμα =1 ) ανθος Los
LΟΙΙθΓί θ
losen κληρώνω
|uscus=λοξός
.,το αριστον, το
έξοχώτατον μέρος
"γής Έλλάδος λωτί
σματα" Έλένη : saº
λοξός
( ως πρός τήν έννοιaν
τού °διφορούμενος°πρβλ
τό: °ΛοξίαςΆπόλλων°,
( ώςδί δων δι φορουμέ
νους,θολούςχρησούς,
*( στραβισμός)
434
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ιουρ λύκος l υρο lobo wolf Wolf | upus=λύκος
Ι οu| ου(μικρόσκυλί bobani l l o (διασταύρωσιςτών
-έκ τού l oup-I oup) έλλην λέξεων λύκος± άλώπηξ)
| ouνe λύκαινα l upa l oba she wolf Wblfin (νο'Ρos=άλωπηξ, (Τάδύοζώαόμοιάζουν
|ouνeteauλυκιδεύς l upi ci no l obezno wolfcub άρκετάώςπρόςτάέξωτε
ρικάχαρακτηριστικά,
ΙΟΧΟΟΑΟΜΙΕ loxodromi a (Ioxodromic) λοξοδρομία
Lu9H| || £H γλοιώ, I ubrificare l ubrίcar I l ubricate | ubr| cus όλιβρός=όλισθηρός
άλείφω =όλισθηρός όλιβράζω =όλισθαίνω
| ubr|f|cat|on λίπανσις l ubrificazione l ubrίcacίόn l ubrίcatίon
| ubr|queάσελγής l ubrίco λάγνος l ύbrίcο l ubricant
öόλισθηρός γλοιώδης
| ubr|c|téλαγνεία, I ubricita l ubrίcίdad l ubricity
όλισθηρότης
LuCAHN£φεγγίτης l ucerna l ucerno l ucerne πόα Luke | ucer na λύχνοςλύκη=φώς
( | uzerneτριφύλλιφωτ λύχνος κηροπήγιον look βλέπω φεγγίτης Ι υχ,φώς, (λuκόφως, άμφιλύκη)
χρώμ , (Ι υχ, έκ τού l ucs) λύγη =σκιόφως
|uc|deφαεινός l ucί do l uci do l ucί d l i ght φωτεινός λεύσσω =βλέπω
| uc|d|téδιαύγεια l uci dita l uci dez l uci dity λογάδες =οί όφθαλμοί
| uc| o| eπυγολαμπίς l uccί ol a l uci ernaga Leuch . . . λευκός, κuριολ. ό
é-|uc|derδιασαφηνίζω e-I uci dare el uci dar el ucidate Ieuchten φέγγω φεγγερός
| ucίferέωσφόρος l ucίfero lucero Lucifer Luzifer (I ux +fero) (λύκη + φέρω)
| ueurφέγγος l uce φώς l uz l i ght Lίcht (άντιδ.: λούκι)
| u| reφέγγω (Κ. α.) l ucere l uci r l i ghti ng φωτι
σμός
LuCH£κέρδος l ucro l ucro l ucre
|ucrumκέρδος
λύτρον, έκ τού λύω
| ucrat|fέπικερδής l ucratίνo l ucratίνo l ucrative I ucrativ
έκτού Ιυο =λούω,
πρβλ. "ξέπλυμα χρήματος"
άποτίνωχρήμα
LuCu9H£ πένθιμος lugubre l ugubre l ugubri ous Trauri g** | ugubr|sπένθιμος λυγρός=λυπηρός,
deu||πένθος¯¯¯ lutto πένθος luto πένθος mourni ng Trauer πένθος τούlugeo =πενθώ όλέθριος,
morneσκυθρωπός* πένθος trauern πενθώ ¦Τάmorne, "πένθος λυγρόν" -
mourn πενθώ¯ mourni ng καί λυγαίος, λοιγός=θάνατος
mourn έκτού¨ μέριμνα καί μέρμερα
(μέρμερος: ό iξιoς
φροντίδος, ό όλέθριος)
**(trauri g & Trauer έκ τού τραγψδία)
***(deui l δηλέομαι =βλάπτω)
έκ τού deleo ¯
ιυΜI ΕΑΕ Φώς l ume φώς l umbre πύρ l umi nary Leuchte l umen =φώς,έκ
l umiera λυχνία l umbrera λαμπάς φανός τού' ouksmen
| um|gnon φυτίλι l umί cί no l i ght φώς Lunte όπερ έκ τού ¯ λύκη (βλ. λημμα lucarne)
| um| na| re l umίnara l umί narί a I i ghti ng (άντιδ. : λουμίνι)
φωτισμόςέκκλ φωταψία άστραπή
| um|neux φωτεινός l umίnoso l umί nar l umί nous
,κ λπ , άστήρφωτεινός 100m φαίνομαι
διάΦ. σύνθ. =a| | umer
άνάπτω
| | | um| nerφωταγωγώ
(κ λπ,
ιυΝΕ σελήνη l una l una moon* Mond* | una(Iouksna: σελήνηκαί σελάνα
| una| reσεληνιακός lunare l unar l unar κuριολ. ήφωτεινή, κuριολ. ή φωτεινή'
| unat|queπαράξενος l unario l unatico (I unacy λουνόν=λαμπρόν ( Ησ.)
1 ) άνιαρός παραφροσύνη, (Βλ. καί λ. l ucarne,
| unéμηνοειδής 2) ήμερολόγιον l unated mond fbrmi g l umi ere)
| unetteδιόπτρα l unato (Ι unacί όn) l unati c ( έτ. μήνη+μορφή,
Lund| ή Δευτέρα, ώς l unetta l uneta τρελλός (Diopter
ήμέρα, δία, άφιερωμένη ήμισέλινος άνάκλιντρον l unette σχήμα διόπτρα,
είςτήνσελήνην θεάτρου ήμικυκλίου °γυαλιά°.l unettes-> έκ τού l una (βλ. ώς ανω)
καί: anteojos spectacles Bri l l e γυαλιά occhi al i έκ τού όκκος =όΦθαλμός
| unettesδιόπτραι, occhi all i γυαλιά γυαλιά spectacles έκ τού specio =σκοπώ
°γυαλιά° γυαλιά ( έτ. άντι+όκκος, Brί l l e . . . έκ τού βήρυλλος =
κρύσταλλος
gaffe
7
gafas gaffe έκ τού γαυσός =κυρτός
(άντιδ. : κυάλια)
435
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
LUSTRALκαθαρτήριος IustraIe λαμπρός IustraI Iustrous Ieuchtend I u(k)strum
| ustreλαμπρότης Iustrezza Iustre Iustre =καθαρόςέκτού λύκη
| ustrerστιλβώ I ustrare Iustrar Ieuchten Iuceo, Ι υχ (βλ. λέξεις Iucarne,
| ustrageστίλβωσις I ustrazione φωτίζω I umi ere, Ι υΠθ)
| ustrίne άγνισμός I ustroso (άντιδ. : λούστρο
καί Iustro λαμπρός λουστρίνι)
| ustreπενταετία' Iustro* Iustro* Iustre* 'καθαρμόςάνά πρβλ. καί: λισρόω
πενταετίαν,καί =λειαίνω, στίλβω
συνεκδοχικώς λίστρον = έργαλεϊον
ή πενταετία πρός λείανσιν,
στίλβωσιν
ιυτ έπίχρισμα ΙυΙΟ λάσπη iodo Lehm |utumπηλός λύθρος=ρύπος,
| uterέπιχρίω IutuIento ΙύΙθΟ άκάθαρτον αίμα.
λασπώδης
ιυΤιΝ φάντασμα nettunico Neptunus νίπτωμέ την έννοιαν
|utίnerπαρενοχλώ ποσειδώνιος =Ποσειδών καθαίρω, έξαγνίζω,
( άλλοίωσις έκ τοίί κυρίως στην θάλασσα.
" netun",
ιυΤΑI Ν άναλόγιον Ieggi o (LesenpuIt) |uctrum λέκτρον=άνάκλιντρον
άναλόγι ον=στήριγμα
βιβλίου δι
'
άνάγνωσιν.
ιυΠΕΑ άγωνίζομαι Iottare i ucha (Kampf =άγών, |ucto=παλαίω έκ τοί λυγίζω
| utteπάλη, άγών Iotta, i udo I uchar βλέπελέξι (άρχικώς,λέξις =κάμπτω, συστρέφω,
|utteurπαλαιστης Iottatore i uchador campagne) γυμναστηρίου, ρίπτω, καταβάλλω
"πλεuράν λUΥίσaντες
ύπό ρώ
μης":
(έπίπαλαιστών,
ιυΧΑΤιΟΝ έξάρθρωσις i ussazi one i uxation | uΧus=έξαρθρος, έκ τοίί λοξός
|uxerέξαρθρώ I ussare (I uj uri ar) I uxate διάστροφος
|uxeπολυτέλεια Iusso Iujo Ι υχυΓΥ Luxus (ΤόούσιαστIuxus (έννοιολΟΥικώς πρβλ.
| uxueuxπολυτελης I ussoso Iujoso i uxuri ous I uxurios τούώςόνωέπιθέ σημερ. "διαστροφή",
| uxureάσέλγεια i ussuria I ujuri a Ι υχυΓΥ του,μέτησημασία. "έκτραχηλισμός").
| uxur|euxάσελγης I ussuregiante Iujurioso I uxuri ous άσελγηςöκατόπιν (άντιδ. : λούσο, λούξ)
Κλπ.Κ λπ τρυφηλός,πολυ
τελής ,
Ι¥C££λύκειον Iiceo Iiceo Iyceum Lyzeum |yceum λύκειον
|ycéenμαθητήςλυκείου Ii ceaIe I i ceista
(Ό Άρι στοτέλης είχε έγκαταστήσει την
| | c|et λυκειακός
Σχολητουείςτό Λύκειον, τό όποίονέπήρε
τό όνομά του άπό τό ί ερόν τού Λυκεί ου
Άπόλλωνος,, . . . Λύκειός τε ό θεός ένταίθα
Λέξεις μέ α' σuνθ. |yco. .
ώνομάσθη πρώτον . . " (Παuσ. Άττικά,
|ycanthrope Iicantropo I i cantropo Iycanthrope Lykanthrop λύκος
|ycopode Iίcopodo Ii copodi o Iycopodi um Lykopodi um λυκάνθρωπος
|ycope κλπ. λυκοπόδιον
λυκόπους
LYCNN| 5 λυχνίς I i cnobi o I i ght Leuchter |ychn| s λύχνος, λυχνίς
| uchnίde λυχνοΦόρος λυχνόβιος φέγγος λυχνία ( θέμα λυκ=Φώς)
ΙΥΜΡΗΕλύμφη,ίχώρ I i nfa I i nta, ni nfa Iymph Lymphe | ympha=: , νύμφη Νύμφη, Ναίάς
|ympahat|que I i nfatico I i nfatico I ymphati c I ymphatisch 2) ύδωρ,νόμα (πρβλ. κα! "λέμφος")
λιμφατικός
ΙΥΝΧ (ζωολ , I i nce Iince Ι Υπχ Luchs | unx λύγξ(σαρκοφζώον,
ΙΥΑΑ λύρα I i ra I i ra ΙΥΓθ LθίθΓ |yra λύρα(είδοςκιθάρας
|yr|queλυρικός I i rico I i ri co I yri c Iyrisch έφευρεθείσης ύπό τού
|yr|smeλυρισμός I i ri smo IyricaI Lyriker Έρμού,.
|yr|ser Iyricism ποιητής
LY5| MACN| £λυσιμάχεια
|ys|mach|a βοτάνηεύρεθείσαύπό
(φυτόν,
τούΈλληνοςίατρού
Λυσιμάχου.
i �
Ι
Μ
m =
Ι
Musi que'
Methode
Mythol ogi e
Μουσι κή : ή πόσαΤέχνη, Γράμματα, Παιδεία.
¨Σεμνήκατάπάνταή Μουσι κή, θεώνεΟρημαούσα¨ (Πλούταρχος)
¨ . τουςπαϊδας, αί τώνΈλλήνωνπόλεις, πρώτιστακαιμάλιστα διά της Μουσι κής
παιδεύουσιν. . ¨ (Στάβων)
•
439
« Μουσι κή έστι ρυθμού και μέλους και πάσης όργανικης θεωρίας έπι στήμη . . Μουσική έστιν
έπιστήμη θεωρητική τε και πρακτική μέλους τελείου και όργανικού, πρεπόντων τε και μη πρεπό·
ντων, ένμέλεσίτεκαιρυθμοίς, συντείνουσα προς ήθώνκατασκευήν ·
(Πτολεμα/οςΚλαύδιος)
»+
¯f¯
« . Απο τους άρχαίους χρόνους, ή Μουσl κη θεωρήθηκε ή κατ έξοχην τέχνη. ΤΟ άποδεικνύει ή
ϊδια ή προέλευση της όνομασίας της Μουσικης, δηλ. τέχνη τών Μουσών Πράγματι, οί άρχαίοι
Έλληνες ένώ συσχέτιζαν καθεμιά άπο τις όλλες τέχνες με μία μόνον άποτις έννέα κόρες τού Δία
και της Μνημοσύνης, την ΜΟΥΣΙ ΚΗ όχι μόνον την συσχέτιζαν με δύο Μούσες ¦με την Εύτέρπη ·
μούσα της αυλητικης · και με την Πολύμνια · έφευρέτρια της λύρας και μούσα τών ίερών Ομνων),
άλλάαυτεςήσανέπι κεφαληςόλωντώνόλλωνμουσών¨.
ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣΜΟΥΣΙΚΗΣ(Έκδ. ΑΛΚΥΩΝ)
*
« Μούσα ήγνώσις (όπό τοΟ μω =ζητω) , έπειδηάπάσηςπαιδείας αΟτη τυγχάνειαίτία · (Σουίδας)
« Μούσας δ αυτάς ώνόμασθαι άπο τού μυείν τους άνθρώπους, τούτο δ έστιν άπο τού διδάσκειν
τοκαλάκαισυμφέροντακαιυποτώνάπαιδεύτωνάγνοούμενα· .
(Διόδ. ΣικελιώτηςΔ' /,4)
«' Η μουσικότης της Έλληνικηςγλώσσηςείναιέφάμιλλοςτης συμπαντικης. · (Γ. Ξενάκης)
*
« . .Αγάπησα την έλληνικη γλώσσα γιο την εΟρωστη πλαστικότητά της, για το πλούσιο λεξιλόγιό
της, που ή κάθε λέξη του πιστοποιείτην όμεση καιδιαφορετικηέπαφή της με τιςάλήθειες, καιγιατι
ό, τιέχειλεχθηκαλο άπο τονόνθρωπο έχει ώςέπιτοπλείστονλεχθησαυτηντηνγλώσσα
. . . άρχιζα να διαβλέπω μιά δυνατότητα νά έξελληνίσω τους βαρβάρους, να έξαττικίσω την Ρώμη,
νά έπιβάλω στους λαους τον μόνο πολιτισμο που μιά μέρα άποκόπηκε άπο το τερατώδες, άπο το
όμορφο, το άκίνητο, ΠΟΙ έφεύρε έναν όρισμο γιοτην Μέθοδο( " Μethοde") , μιά θεωρίαγιο την πολι·
τικη καιτην όμορφιά ·
ΜαργκερίτΓιουρσενάρ `AΔΡΙΑΝΟΥΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ¨
Έκδ. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ
440 ·
«ΤΟόνομα Μουσείον ¦Museum) είναι ενα ¨δωράκι¨άπο την Άθήνα, διότικέντρο τόσο τής πλατω·
νικής Άκαδημίας όσον καί τής άριστοτελικής περιπατητικής σχολής τοΟ Λυκείου, ύπήρξε ενα ίερον
τών Μουσών»
Hers|B/anck, ¨Τά Βιβλίο στήνΑρχαιότητα¨, Έκδ. ΠΑΠΑΔΗΜΑ
*
«Οί Έλληνες διέθεταν διάφορες έκφράσεις γιά να δηλώσουν την ¨λέξιν¨ . Μία έξ αύτών ήτο ή
λέξις"μύθος" ¦ myIhe, m|IO, myIh, MyIhe, myIhus) . Με τον ¨μΟθο¨ οί Έ�εςέννοοοσαν την πλούσια
σεπεριεχόμενολέξι, πλήρη ποιήσεωςκαίδημιουργικήςδυνάμεως. Ήτοεν€ζωντανοσύμβολο . »
Feder/co Krυ|¤/g Sagredo, ¨Compυ|erShok¨σλ. 454, · Έκδ. //ZARRA·ESIE//A, Navarra.
•
« Στ αλήθεια, εχουμε ανακαλύψει τίποτε, ό, ΤΙ δήποτε, στην φιλοσοφί α, στην μεταφυσl κή,
¦ meIaphys| que) , στην λογική, στήν κοσμογονία, επειτα απο τους αρχαίους Έλληνες, Ό, ΤΙ εχουμε
κάμειόλοόλο, είναιότιαναπτύξαμετηνμιαη τηναλλη θεωρίατους. .
Στην έλληνικη γή, στον χαρούμενο καί ακτινοβόλο κήπο τής Μυθολογίας ¦ MyIhO| Og| e) . . . ας
χορέψουμε αφοοοίφίλοιμαςοί Έλληνες,καίαληθινοίπρόγονοίμας, ετσιτοθέλησαν. . .
»
.
ΖόνΡισπέν· ''ΕλληνικήΜυθολογία¨· (όπά τήνΕίσαγωγή).
*
«Ότανκάποτεφύγωαπο τοΟτοτοΦώς
θαέλιχθώπροςταπάνωόπως
εναρυάκιπουμουρμουρίζει
Κιαντυχονκάπουανάμεσα
στουςγαλάζιουςδιαδρόμους
συναντήσωαγγέλους, θατους
μιλήσωέλληνικά,έπειδη
δενξέρουνεγλώσσες.
Μιλάνε μεταξύτουςμεμουσι κή» ,
Νικ. Βρεττάκος
441
Άμ ι γώς Έλληνι κη
ή δι εθνης μοuσι κη όρολογί α
·οιβασικέςέννοιες τηςέπιστήμηςκα| της τέχνης τηςμουσικηςείναι έλληνικέςκα| περιλαμβάνονται στά σωζό·
μενα θεωρητικάέργα των άρχαίων Έλλήνων, κυρίως τού Πυθαγόρα (άπο σημειώσεις τού Αρχύτα) τού Πλάτωνος
(Πολιτεία, Γοργίας, Τμαιος), τού Αριστοτέλους, τού Αριστόξενουτού Ταραντίνου, τούπρώτου πούέπρότει νε το
συγκεκριμένοκούρδισμα, δηλαδή τήν ύποδια/ρεσι της όκτάβας σέ δώδεκα |σα ήμιτόνια, όπως έκανε 2JJJχρόνια
άργότερα Ο Γ. Σ. Μπάχ · κα| ή θεωρία τουέπεκτάθηκε ως τΙς Ίνδίες, άλλά το ΡΕΤ/ΤLAROUSSE τον άγνοεϊ| Ή
μουσικήθεωρία τωνάρχαίων Έλλήνωνείναιμέχρι σήμεραήμόνη σταθερήβάσις τηςέπιστημονικηςέρμηνείας της
Μουσικης. . .
Οίπερισσότερεςάπο τίςλέξεις· έννοιεςδένείναι δυνατοννάμεταφρασθούνκαίέχουνυίοθετηθήδιεθνως»
Musi que
acoυsti qυe
anacroυse
barytone
basses ( μπάσσα - έτ. βάσις)
gamme (κλίμαξ - έτ. γάμα)
grammophone
di agramme
di apasson
di atoni qυe
di ese
di thyrambe
di pl ome
di sqυe
dynami qυe
el egi e
epi sode
epi l ogυe
morphol ogi e
methode pedagogi qυe
mυsi col ogie
octave
homophoni e
organe
orchestre
νοίχ (έτ. Fόψ)
pathetiqυe
paυse
pol yphonie
pratiqυe
rythme (έξ ού rime. "ρίμα")
stro�
syncope
syllabe
symetrie
symphoni e
xylophone
flUte (έτ. φλύω)
κ.λπ. , Κ. λπ . . . . .
harmoni e
harpe
semi ton ( ήμι τ. )
herο'qυe
theatre
theme
theori e
cacophoni e
gυi tarre
cel l o ( έτ. κοίλον)
cymbal e
mel odi e
metal i ophone
metri qυe
metres
(Βαγγέλης Χριστόπουλος -της Κρατ. Όρχήστρας Αθηνών-)
tactes (τακτά διαστήματα)
metronome
mi crophone
monotone
synthese
synthesizer
systeme
ton. son
toni qυe
Troυbadoυr ( έτ. τρόπος)
tropen
tympan
hydraυle (ϋδραυλις)
soprano (έτ. ύπερ)
hymnes
phonetiqυe
phrase (φράσις μουσ. )
chronometre
cordes
choeυr. coro (έτ. χορός)
psaυmes (ψαλμοί)
ode
Odeon
Ύπάρχουνεπίσης μουσικοι όροιοίόποϊοιδεν παρελήφθησαν μενάπεύθείας εκτήςελληνικήςμουσικολογίας,
δενπαύουνόμωςνάείναιελληνικήςετυμολογίας Π χ .
a' ' eg|o ¦λατa'ec|s)εκτούάλεκτορίς.λόγψτήςζωηρότητος
v| vaceεκτούβίος, δηλ. ζωηρός
adag o¦ad· ago)εκτού όντα+όγω
p|esto ¦p|ae+sum)εκτού παραί +εσμί Κ. ο. Κ . . . . - .
443
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
VACARDNάμυγδα macco φάβα macareo macaroon Makrone έκ τού μακαρία, μακαριά
¸λωτόν καλήσυγκομιδή γλυκόν μπισκότο =φαγητόνέκζωμούö
macaron|μακαρόνια maccheroni macarrones macaroni Makkaroni άλφίτων.(Ήσ.)
macaron|que.°μακα maccheronico macarronico macaronic
Ζυμάριακυλινδρικά Σύνηθες φαγητάν δείπνων
ρονικόν°ϋφος,σχοινο· παρηγορίας, ώς "μακαρίων 6ντων των τελευτη-
¸τενές σάντων". ΜέσψτούέλληνισμούτήςΜεγάλης
Έλλάδος,έπέρασεστούςΊταλούς
(άντιδ.: μακαρόνια,
MAC£DD|N£1) έδεσμα macedoni a macedoine ετυμ. Larousse: "du nom
έκδιαφόρωνείδών de Ι ' empire d' Alexandre,
.,λογοτέργον, compose de pays Ires divers"
ποιητικόνκαίπεζόν Δηλάπάτάόνοματής
αύτοκρατορίαςτού
Αλεξάνδρου.άπαρτιζομένης
έκδιαφόρωνκρατών.
MAC£H£Hέμβρέχω, macerare macerar Ι macerate machen maceroέμβρέχω μάσσω=μαλάττω,
μαλάττω κατασκευάζω κατεργάζομαι, πλάθω,
macérat|onδιάβρεξις, macerazione maceracίόn maceration mogen δύναμαι ζυμώνω (έκ τού μάγσω
σκληραγωγία κακουχία Macht ίσχύς άόρβέμάγην) .
macérateur(τεχν macerie maceta Make φιάχνω ( παράγωγα: μάγμα,
όρος, έρείπια γλάστρα (made ί π: μαγεύς, μαγεία,
maqu| | |erψιμυθιώ, μαγείςέν. ¯ μάγειρος, μάκτρα)
μεταβάλλω -make υρ: (άντιδ. : μακιγιάρω)
μαγείςέπί . )
MACN£Hμασσώ masticare mascar, Ι masticate έκ τού mast|co μαστιχάω=τρίζω τά
(& mast|quer, masti car =μασώ δόντια' μα στάζω =μασώ
mand|bu|eγνάθος mandi bol a mandi bul a mandi bl e "μασασθαι Ναξίας άμυγ-
δάλας" πρβλ. μαστίχα
macho| rσιαγών mascella qui jada* chi n* Κί πυ'
πηγούνι έκ τού gena* (άντιδ. : μασέλα)
mast|cat|onμάσησις (mascel l are) mascul l ar =γνάθος *γένυς =κάτω σιαγών)
mãchonnerψλλίζωκδ masticazione ψελλίζω mastication
καί: masqueπροσωπείον μάσησις mascadura mask Maske
(Ιδίας ρίζης, ώς καλύ- maschera mascada mascot maskieren
(άντιδ. : μάσκα,
πτουσα καΙ τάς σιαγά- °μπουκιά° masco μάγος μεταμφιέζω μασκαράς)
νας) έξ ού mascarade mascarata mascara
MACN| N£μηχανή macchi na maqui na machi ne Macchi ne mach|na μαχανό¿ μηχανή
machίnerμηχανορραΦώ μηχανή,αύτοκ. maqui nar machi nate μηχος, μηχαρ : μέσον,
macchi nare μηχανεύομαι
τρόπος τού πράττειν.
mach|nat|on macchinazione maqui nador machi nati on Machi nati on
μηχανορραφία macchi nal e μηχανορράφος
mach| na| μηχανικός macchi nari o mecani co, mechani cal Mechani ker
μηχανήματα maqui nal
mach|ner|eμηχανουρ maqui nari a machi nery Maschi neri e
¸γική μηχανισμός
ΜΑÇΟΝκτίστης massone masόn mason mach| o, έκ τού μηχανή,μαχανά
maςοnnerκτίζω (massoneri a) (masoneri a) machi ones: οίέπί (βλ. λ. machi ne)
maςοnnageοίκοδομή μηχανών,ίκριωμά
maςοnnί queτεκτο· massonico masόnίcο masonry τωνέργαζομενοι,
¸νικός όθενοίκτίσται
Λέξεις μέ α' σ.
MACHD . . .
Π.χ. macrocosme macrocosmo macrocosmos macrocosm Makrokosmos μακρο , . .
macrocépha|e macrocefalo macrocefalo macrocephal μακρόκοσμος
macroure (macroglossa) macruro macrurus ( Makrobiotik) μακροκέφαλος
Κ. δ. πολλά . . . macroscopio macroscopio (macropod) (Makrophoto- μακρόουρος
macrobiotica graphie) μακροσκόπιον κλπ.
MA£51HDμαέστρος
maestro maestro master κύριος Magister mag|ster=όρχων έκ τού μέγιστος, μέγας,
maestr|e έξοχος
maestria maestria masterly magnus μεγιστάν
έκτέλεσις
έντεχνος μήστωρκαΙ μόστρος
maîtreδεσπότης.
mastery =έπόπτης, τεχνίτης,
δάσκαλος
έξουσία διοικητής "μάστορας".
maîtr|serέξουσιάζω
amaestrar [έπίσης: mi ss (mi ss & mi stress Όμηρος. "μήστωρ άυτής"
καΙ m|stra|.ό mistral δεσποινίςκαΙ έκ τού =είδήμων μάχης "μήστωρ
°μαίστρος°,όνεμος
maestranza maestrazgo mi stress mai (s)tresse' φάβου" =τεχνίτηςείςτόνά
κυρίαρχος,
σωματείον κυρία, mister έκ τού τρέπηείςφυγήν "Ζεύς
mi ster κύριος] master) ύπατος μήστωρ".
(άντιδ. : μαέστρος,
μαϊστρος,μαϊστράλί,
444
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
VAC£μάγος mago mago magi μάγοι Magi er magus μάγος=μαγικόςέκ τής
mag|eμαγεία magi a magi a magi c Magi e ίδίας ρίζης μέ τό "μέγας'"
mag|queμαγικός magi co magico magical magi sch
Μάγας =μέγας. Κατ' δλλοuς έκ του μαγεύς
mag|c|en μάγος, magi ci an
,τούμάττω, , ό διάφορα μάττων, ό διέμπλά
άγύρτης
στρων προλέγων. Έκ τής ίδίας ρίζης ή λ.
μάγειρος. Πρβλ καί°μάγγανόν°=γήτεμα
"ΜάΥον τόν φαρμακόν καί ίΡΟUΥόν, ώς Αίσχί-
νης" :. ¹ :¯ -Άμμώνιος-
MAC|5THALσχολα magistrale magistral magi steri al Magister mag|sterόρχων μέγιστος
στικός magisterio δάσκαλος
mag| strerδάσκαλος τέχνη magisterio Magi strat Δημ
mag| stratόρχων, magistrato magi strado Άρχή
δικαστής magistrate
mag|stratureάρχή magistratura magi stratura magistracy
MACMA μάγμα magma magma magma magma μάγμα(έκ του μάσσω,
magmat|que αρχμάγ-σω)
MACN£5|£μαγνησία magnesi a magnesia magnesia Magnesi a magnes|a μαγνησία
(λίθος,μαγνήσιον μαγνησία
magnét|queμαγνη magnete, -i CO magnetico magnet -tic Magnet-isch magnes μαγνήτης
¸τικός μαγνήτης (έκ τής περιοχής τής
magnét|smeμαγνητι magneti smo magneti smo magnetism Magneti smus Μαγνησίας
¸σμός Μάγνης υίόςΑιόλου)
magnét|serμαγνητίζω magnetizzare magnetizar magnetize magnetisieren
magnét|seur μαγνητι· magnetizza- magnetizador magnetizer Magnetiseur
¸στής -tore
magnétomètre magnetόmetrο magneto . . . magneto . . .
magnétoscope magneto- magneto-
κπ. κλπ. -scopo -scopio
MACN|||£Hμεγαλοποιώ, magnificare magni ficar Ι magni fy magnus+f|o μέγας+φύω
δοξάζω
magn|f|cence magni fi cenza magni ficenci a magni fi cence
μεγαλοπρέπεια
magn|f|que μεγαλο magnifico magni fico magni fi c
¸πρεπής
καί: magnumφιάλη magno μέγας magno μέγας, mai n κύριος, Magnat ¯tan+magnus *τόσον+μέγας
ύπερμεγέθης magnate μεγαλοπρεπής πρώτος μεγιστάν
ma|ntαρκετοί όρχων ta-mafo
μέγεθος¯
ΜΑΙΜάίος,μήν, maggi o mayo may Mai ma| us(mensi s) ΠρόςτιμήντήςΜαίας,
δηλμάίος,μήν, μητρόςτούΈρμού
(μαία =σεβαστη γυνη)
ΜΑΙΕσκάφηζυμωτού madi a amasadero* mag| s=μαγις μαγί ς. ζύμη, σκάφη
¯(Τόamasadero ζυμωτού.
έκ του --> μάσσω =μαλάττω)
ΜΑ|ΕυτιουΕ mai euti ca mai eutic μαιευτι κή ήφιλοσοφική
μέθοδοςτούΣωκράτους
MA|CH£ίσχνός magro magro meagre Mager macerίσχνός μακρός
ma|greurίσχνότης magrezza magrez meagreness Magerkeit
ma| gr| r αδυνατίζω Κ. δ. di -magri re en-magrecer
ΜΑΙΝχείρ mano mano [*hand Ήand]
^
[·έΚ του χανδάνω= περιλαμβάνω,περιέχω]
dema|nαϋριοmat|nπρωί domani, mattino mafana to morow, morgen, manus=χείρ έκτούμάρη =χείρ
menottesχειροπέδες manette (a mano) morn Morgen h|r=παλάμη εύμαρής=εύχερής
manue|χειροποίητος manual e manual Manual βιβλίον μάρναμαι =πολεμώ
manuscr|tχειρόγραφον manoscritto manuscrito manuscri pt Manuskri pt έννοιολ. αγωνίζομαι
καί έκ του συστάδηνδιατών
émanc| perχειραφετώ emanci pare emanci par Ι emanci pate emanzi pi eren χειρών αμαρία=όλοιμαζί
ma| nten|rσυγκρατώ mantenere mantener mai ntain manus +tengo ένώ: μάχομαι=αγωνίζομαι
man| cure(έκ του έΕ
,
ού διατηρώ manage (μάρη+τείνω) διατώνόπλων(διαμηχανών,
μάρη+κορέω=καθαρίζω. mantenuta χρώμαι ,Σημ.είςτήνσημασίαν
περιποιούμαι, =ήπαλλακις τού°αϋριον°.demai n,
Ίδ. οίκογ. ma| ntenant= (ora =τώρα) (ahora =τώρα) (πον τώρα π
.
υπ τώρα)¯¯ nunc τώρα domani . ένυπάρχειή
=τώραΚ. δ. πολλά παράγ. manga, (handl e*) (Armel , έκ του έννοιατού°πρόχειρον°,
καί σύνθ. λ
,
χ. manche= mani ca mani ha mangl e αρμός, ωρα.τώρα,νύν¯¯
=χειρίς,°μανίκι° mangana (άντιδ. : μανίκι,μανσέττα,
manchette, manchon
θηλεια
μανσόν,μάνιμάνι.μάνι
κα μανιβέλλα, κλπ.)
445
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
VA|SDNοίκία,οϊκημα magi one οίκος masada έξοχ remai n μένω mans|oδιαμονή μονή, μένω, μονάζω,
mans|on διαμονή mansi one mansί όn mansi on έκ του maneo¬ μοναστής
ma|sonnetteοίκίσκος
mesόn χάνι μέγαρον μένω μένημα = δωμάτιον
mano| rένδιαίτημα
manso manο|τιμάριον μαίσωνες =έντόπιοι , Ηα. ì
masureέρείπιον(κ. α. ) (manso) άγροικία ( τό home= ( άντιδ. : μαιζονέτα)
οίκία,άρχικώς
χωρίον,έκ του
κώμη,
MAJ£5T£μεγαλειότης maesta majestad majesty Majestat majestas μέγιστος
majestueuxμεγαλο maestoso majestuoso majestic majestatisch majus μέγας
πρεπής Majorat πρωτο (άντιδ. : "μαγγιόρος")
majeurένηλιξ maggiore mayor major τόκια
majorταγματάρχης magi aro mayoria majority Major
major|téπλειοψηφία maggioranza Majoritat
majuscu|eκεφγράμμ
ίδία ς ρίζης:
Βϋgermeίster:
ma|reδήμαρχος sindaco (έτυμ. alcade (έτυμ. mayor δήμαρχος.έκτου
ma| sάλλά¯
σύνδικος, όλκαρ, (but=άλλά έκ πύργος+μήστωρ
(α' σημασία: μείζον, ma* mas* του be+out, οίονεί°πυργο
καί διάΦ. παράγ. +σύνθ. έπί+ϋστερος, μαίστωρ°
(soudern* =
=άλλά, έτ. ότερ,
ΜΑΙ κακόν.πόνος.ζημία mal e mal mal . . ,ώς α ma| usκακός, μέλεος =αθλιος, κακός
έπίθ. ma|κακός mal o mal συνθ , πονηρός μαλερός=καταστρε-
καί ma|ad|e άσθένεια mal attίa mal aci a mal ady [πτικός
ma|adeάσθενής mal ato (malatia λέπρα, mal ari a
"πό
ν
ους μαλερούς"
ma|ar|aέλονοσία mal ari a mal ari a Mal ari a
Αριατοτ
(β' συνθ. έκ του a|r) maldad κακία
"πύρ μαλερό
ν
"
(πολλά σύνθ. μέ α' σuVθ. mal o άσθενής
( πρβλ. χρησμό Πυθίας:
mal) "ώ μέλεοι . . ")
MALACN|T£μαλαχίτης mal achite mal aquita malachite Malachit ma|ach|tes μαλαχίτης
VALAN0R|N ληστής mal andri no mal andri n ma| us+ |atro= βλ. λ. mal
(έτ. mal us + ladrόn μισθοφόρος, λάτρις =μι σθ. έργάτης,
ladro =κλέφτης, l andronci ni o ύπηρέτης ύπηρέτης
ΜΑιΑΧΕΑ μαλάσσω mol l ificare mal axar mol l ification ma|axo=μαλάττω μάλαξις
ma|axageμάλαξις moll ificamento mol l ify (έκ του θέμ. του μαλακός
Μέλλ. : μαλάξω,
MAL|C£μοχθηρία, mal i zi a mal i ci a mal i ce ma||t| a=κακία μαλερός(βλ. λ. mal )
πονηρία έκ του mal us
ma||c|euxπονηρός mal i zioso mal i cioso mal i ci ous mal i zios =κακός
ma||gn|téκακεντρέχεια mal i gnita mal i gnidad mal i gnity & mal i gnitas
ma||nκακεντρεχής mal i gno mal i gno mal i gnancy κακόνοια
ma||ngre φιλάσθενος mal i gnare mal i gn mal i gnus κακοή
δυσφημώ mal i gnant ¸θης
mal i ngre (mal i gnar) κακοήθης (έτ. mal us
,ίατρ , +genus)
ΜΑΙΙΕ κιβώτιον mai l ταχυδρ μέσψ φραγκ. μάλλινοςσάκκος,
ma||ette°βαλίτσα° mal eta σάκος mah| a συνεκδ. ταχυδρ. κιβώτιον.
ma|||eθηλειά magl i a mal l a πλεκτόν μαλλας =μαλλι
ma|| |otσπάργανον mal l ar πλέκω
μάλιον =βόστρυχος
macu|eδίκτυον,κηλίς macol a mancha maculate Makel μαλλωτας =μαλλιαρας
κηλιδώ κηλίς
''
αλλωτό
ν ϋ
φασμα"
ΜΑΙΟΤΑυ δύσμορφος dismal θλιβερός ma|astru(mal e μέλεοναστρον(βλ. λ.
, έκτουdi es +astrucus) mal) (έννοιολ. : ό γεννη-
mal us, δηλ
θεις ύπα τήν έπήρειαν
δία=ήμέρα κακού αστρου).
μαλερά,
446
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΜΑΜΑΝ mamma mama mamma Mama Τά περισσότερα μάμμα,μάμμη
mame| |eμαστός mammeI I a mami l a mammal memme δειλός έτυμ. Λεξ. έτυμο- "Σισύφου ώ μάμμη".
mammana mamada μαστοφόρον λΟΥούν: "έκ τού μαμμάω =ζητώ τόν
μαία θηλασμός λατ. mamma°. μαστό ν
Ομωςτόλατείναι μαμμάν= τό έσθίειν.
άκριβήςάντιγραφή
τούέλληνικού.
ΜΑΝΟΕΑπαραγγέλλω mandare mandar (mandatary Mandant) mando, έντέλλο
έντολοδότης μαι.έκ τού
mandatέντολή mandato,-a manda,-do mandate Mandat manus+do μάρη=χείρ +δί-δω
demander ζητώ domandare di mandar demand Kommandantυr (β. Α "mai n" ¬ "donner")
commanderδιοικώ comandare comandar command φρουρά (άντιδ. : κουμάντο, κόμ-
κ.α. παράγ. καί σύνθ. kommandi eren μάντος, μαντάτα κλπ.)
ΜΑΝΟΟLΙΝΕμανδολίνον mandol i no mandol i na, mandol i n Mandol i ne pandura πανδούρα,πανδοuρις
banduri a (3χορδονμουσ. όργανον,
mandore mandόl a bandol a,
μανδόλα bandoli n
MANDHACDH£ mandragora mandragora mandragora mandragoras μανδραγόρας
MAN£5 ψυχαίνεκρών mani manes Manen manesχθόνιοι μόνις, μήνι ς, μανία
δαίμονες
MANC£Hτρώγω mangi are (comer)** mangy (essen)* mando=μασσώ μάω, μαζάω, μασάομαι
mangeurάδηφάγος mangi atore (comedor) ψωραλέος Mund στόμα *edo=έδω έδω=έσθί ω
manducat|on βρώσις mangiata (comi da) mangi ness Essgelage μάσταξ =στόμα
mangi atoia (comi l itoma φαγούρα εύτυχία *essen, έκ τού έδω
Φάτνη γεύμα, mouth στόμα Essig όξος "cοmer, cum=σύν
( Ι eat*) +έδω
MAN|CDHD£μονόχορ monocordo nonocordio monochord Monochord μονόχορδον
¸δον
ΜΑΝΙΕμανία mani a mani a mani a Mani e man|a μανία
man|aqueμανιακός mani aco mani aco mani ac (Μί ΠΠΘ έρως) μανιακός
ΜΑΝΙΕΑχειρίζομαι mani polare* mani jar mani pulate Mani er χειρισμός manus=μάρη (βλ. λέςι "mai n")
man|èreτρόπος mani era manera mani riert *τό β' συνθ. έκ τού πολέω = περιΦέρομαι
man| eurχειριστής (mani eroso amanerado mani pulator προσπάθεια πολέω
manègeχειρισμός εύγ. ) mani ja (manege mani erl i ch εύγ
καί: maneggi o ίππασία) Mani pul ati on
man|festeφανερός manifesto manifesto manifesto Manifest manus+fendo^ θείνω=κτυπώ
man|festat|onδιαδή manifestazione manίfestacίόn manifestati on οίονεί.°χειρόκρου· (άντδ.: μανατζάρω,
Κ. πολλά αλλα . ¸λωσις ¸στος° μανιφέστο, μανιέρα)
MANN£0u|Nάνδρείκελον manί quί mani ki n Mannchen manus=άγαθός μένος =δύναμις, ζωή
(έκτούman=όνθρωπος, man άνήρ, Mann "μένος άνδρων" Β ºº/
κυρίασημασία°ζών°, όνθρωπος (Οθεν.συνεκδο- "μένε' άνδρων" 061
ύπάρχων, manki nd χικώς°μένος°, ''ένος Αλκινόου" O 64
άνθρωπότης "manus" =άγαθός, ''ένος Μενελάου",
άνήρ., "μένος Αχιλλέως" κλπ.
MAND£uvH£χειρισμός manovra mani obra manoeuvre Manover manustopus μάρη 9 έπος
manoeuvrerκυβερνώ manovrare mani obrar όσκ.στρατού (βλ. λέςεις mai n καί
manobre manure manovrieren ΟΘυνΓΘ)
έργάτης λίπασμα κυβερνώ (άντιδ. : μανούβρα,
μανουβράρω, μανούρα)
MANDM(TH£μανόμετρο
manόmetrο manόmetrο manometer Manometer
μανόμετρον(δργανον
manométr|e
manometri a (manometrico manometri c) μετρήσεως άέρος.
μανός = άραιός)
MAN0u£Hέλλείπω mancare manquerar mangel n mancus έκ τού mai n =μάρη+
manqueέλλειψις mancanza manquedad Mangel κόσσω=κόπτω
manchotμονόχειρ manco manco (βλ. λ. "mai n")
(Κ. α.) άριστερόχειρ
447
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΜΑΝΤΕΑυ έπανωφό- mantel l o manto mantl e Mantel mantum, μανδύας.έπανωφόριον
[ριον mantel l i no mantόn σάλι manta Mantel chen mantellum μάλλινον. "μανδύης,
manteέλαφρός mantelet mantelet χλαμύδος είδος έστί,
έπενδύτης χλαμύς, όμφιον mandi l i on manti l i um τό παρά τ
ψ πλήθει,
mante|etέπώμιον manteletto manta κάλυμα Manti l l e μαντίον λεγόμενον"
mand| | | eμανδύας -ι. Λυδός
καΙ mant| | |eμαντήλα manti gl i a manti l l a manti l l a
ΜΑΝΤΕ μάντις manti de (vi dente μάντις manti s Manti k μαντική μάντις
κλπ παράγ. & σύνθ. έκ τού Fείδω =
γνωρίζω, βλέπω)
MAGu|LL£Hψιμμυθιώ make -Up μέσψ του πι καρδ. έκ τού έλλην. μάγ-σειν,
maqu| | |age mak|er, του γερμ. μάσσειν =μαλάπειν
maqu| | |eurΚ. λπ . « . öτου όλλανδ. (έκ τού άόρ. β' έμάγην)
maken, πού μαγίς =πλακοϋς
σημαίνουν ποιώ, (βλ. λ. macerer)
κατασκευάζω. (άντιδ.: μακιγιάρω,
μακιγιάζ)
ΜΑΑΑΤΗΟΝ maratona maratona maratόn Marathon Μαραθών,μαραθώνιος
τό όθλημα, καΙ γενικως maratonio maratonio
"μεγάλες δυσκολίες"
MAHCuAN1έμπορος mercante mercante merchant merken προσέχω merx =έμπόρευμα Vercur|us= Ερμης
marchand|seέμπό- mercanzia mercancia merchandise markten "παζα- έκ τού Vercur|us μαρκάς= μακάριος
[ρευμα ρεύω" ="Ερμής, ό θεός CΊσίδωρος είς τό ""Ετυμο-
marchéόγορό mercato mercado Market Markt του έμπορίου λογικό" (I sidori Etymologica)
mercena|reμισθοφό- mercenari o mercenario mercenary γράφει: Mercurius, quasi
[ρος medius currens dicitur
com-merceέμπόριον commerci o comercio commerce Kommerzi el appellatus, currat inter
έξ αύτων: Kommers συμπό- homines « . Δηλ. Λέγεται ότ
marquerσημειώ marcare marcar Ι mark marki eren [σιον ώνομάσθη Mercurius, ώς
( αρχικως έμπόρευμα) τρέχων έν τψ μέσψ τών
marqueσφραγίς marca marca mark Marke άνθρώπων . . (βλ. λ. medi um
δείγμα +courrir) Άλλαι έκδοχαί:
marcherβαδίζω marciare marchar Ι march Marsch 1) 'Ερμής+κούριος (του ρ.
(δηλ. άφήνω ϊχνη) κορέω) ..... Mercurius.
marcheβήμα βαθμίς marci a marcha march Μίμησις τής έννοίας ""Ερμής.
άκόμη: έμπολαίος". (έν +πολέω)
marqu|sμαρκήσιος marchese marques marqui s Marqui s 2) μείρομαι=λαμβάνω μερί-
merc|=εύχαριστώ (graz|e, (graz|es) (thanks) (danken) διον ..... λατ. mereo =κερδίζω,
( αρχικώς, "τιμή") έκ τού χάρις) έκ τού θιγγάνω Η όμοίως merx =έμπόρευμα'
Κ.α. πολλα . . . =έγγίζω διά έκ τής έννοίας Μercurius=κερδψος-'Ερμής-
τής χειρός, θιγγάνω. 3) mereo+cur . . έκ τού
καί έπί αίσθη- τεταγων =ό έγγί- μείρομαι καΙ κορέω.
μάτων "έγγίζω". σας, μέ τήν "ννοια: διό τό μερίδιον
έννοιαν ότι άγγί- -κέρδος- κορέει.
ζομεν όπαλά ( αντιδ. : μάρκα, μαρκάρω,
κάποιον γιό νά μάρκετ).
τόν εύχαριστή-
[σουμε.
ΜΑΑΙ σύζυγος marito marido marri ed mar|tus =γαμή- μάρτις=παρθένος,
mar|erπαντρεύω maritare mari dar έγγαμος λιος "μείραξ".
mar|ageγάμος Κ.α. maritaggio maridaje marriage μάρτιν=νuμφευόμενOς
μαρνά =παρθένος
,έτυμ. Θωμόπουλου
Πελασγικά . σλ /.,
MAHA5M£μαρασμός marasmo marasmo marasmus Marasmus μαρασμός
ΜΑΑΒΑΕ μάρμαρον, marmo marmol marbIe Marmor
marmor
μάρμαρον
μνημείον
μαρμαίρω =λάμπω,
marbréμαρμαροειδής marmoreo marmόreο marbl e . . marmorn
άστράπτω
marbrer|e marmorari a marmoleria Marmorschl ei -
μαρμαρογλυφείον -ferei
marbrerμαρμαρώνω marmori zzare marmori zar marmorieren
marmoréenψυχρός
Κ.λπ.
MAHCAH|Ou£μαργα- margaric μάργαρον
[ρικός (μαργαρίνη ώνομάσθη ώς
έξ ού: margar|ne margari na margari na margari ne
Margari n
έκ του χρώματός της)
μαργαρίνη
MAHCu£H|T£μαργα-
margherita margarita marguerite
Margareten margar|ta μαργαρίτα
ρίτα
448
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
MAHM£LAD£μαρμε marmellata marmel ada marmal ade Marmel ade me||me| um μελίμηλον(κυδώνι)
¸λάδα (άντδ. : μαρμελάδα)
ΜΑΑΑΟΝδραπέτης, cί marrόn έκ τού c| ma= κύμα
φυγάςείςτάόρη ύψωμα
(βλ. λ. ci me)
marronnerζώώ δοϋλος ci marronada
άγέληζώων
είςύψώματα
ΜΑΑΑΟΝκάστανον marrone marrόn Marone μάραον=κάστανον
MAH5Μάρτιος marzo Marzo March Marz Vars= Άρης ΆρηςΑρς¯ Vars
(μηνπρόςτιμηντοΟθεοΟ
Άρεως,
marial πολεμικός marziale marti alis martial martialish
mard|Τρίτη martedi martes Tuesday Di enstag
(ημέρατοΟΆρεως, (Tyr =Άρης Di eus, Ζί υ=
τευτονικός, =Άρης,έκσυγχύ
σεωςπρόςτό
Ζεύς,Δίας
MAH5uÞ|ALμαρσιπο marsupi ale marsupi al marsupi al marsup| um= μάρσι πος, μαρσίπιον =
Φόρος μαρσίπιον,βαλάν 1 ) σάκκος 2) γαστρί-
τιον, μάρσιπος μαργος
ΜΑΑΤΥΑμάρτυς martire martir martyr Martyrer martyr μάρτυς, μάρτυρ.
martyreμαρτύριον martirio martirio martyrdom Marter μαρτύρι ον, μαρτυρώ
marty|serβασανίζω martirizzare martirizar martern
martyro|ogueμαρτυ marti rol ogi o martirologio martyrology Martyrolog 'βλ. λ. acctaqco
¸ρολόγιον (protomartir)
κaί ή Vonmartre.έκ mύ
Vons *Vartyrum
λόφοςμαρτύρων
MA5CuL| Nάρσενικός maschi e mascul i no mascul i ne Mascul i num mas=oφρην μάσσων=μείζων
mà|e maschio
(τό άρσ. νεογνόν είναι μεγαλύτερο ν τού θλυκού)
(κλπ. παράΥ.)
μασι.προθεματικόν έπιτατικόν
μασίγδουπος=έρίγδουπος
MA55ACH£σφαγη massacro masacre massacre Metzelei mace| | um μάκελλα=σκαπέτι,
massacrerσφάζω massacrare masacrar metzel n κρεοπωλείον "τσάπα" ,έκ τού
(κ. λπ. ) μί α +κέλλω, έν άντι θέσει πρός τήν
δικέλλα (δις + κέλλω =ώθώ πρός τό
έμπρός) . Ή δικέλλαείχε δύοόδόντας.
MA55£μδζα,σωρός massa masa mass Masse massaμδζα μάζα (έτ. έκ τού μάττω)
masserσυμπυκνώ masso βράχος masera (σκάφη, μαζάω =μάσσω
mass|fσυμπαγης massiccio macizo massive massiv
mass|erροπαλοφόρος mazziere masi l l a στόκος macebearer συμπαγης
amasσωρός am-masso amass συσ massig όγκώδης
ramasserμαζεύω massiccio ¸σωρεύω
Κ.δ. Κ.δ . . . πυκνός
massaio έπι
¸στάτης
MA55£Hέντρίβω, amasar ζψώνω (mason massieren μάσσω,μάττω
μαλάττω (amasadera) κτίστης, =ψηλαΦώ, κατεργά-
masseur masseur (amasijo) masseur ζομαι διά τών χειρών,
massage massagio massage Massage ζυμώνω
VA5T|Cστόκος,κόλλα, mastice mascada mastic Mastix mast|chum μαστίχη(έτ. μασσάω)
μαστίχη καπνόχορτον
mast|querκολλώ masticare masticar
mast|cageσυγκόλλη μασσώ mastίcacίόn
¸σι ς
MA5TD|D£μαστοειδης mastόϊde mastoide mastoid μαστοειδης
mastodonteμαστόδους mastodonte mastodonte mastodon Mastodonten μαστόδους
mast|teμαστίτις mastite mastitis mastitis (μαστός, μαζός:
mastologia έτυμ. έκ τού μάζα)
ΜΑτ ίστός pal o pal o mast Mast ma| us=ίστός πά(σσα)λος
(άλλοίωσιςτοΟ Πρβλ.καί πάλος
pal us) =κλήρος άπό μικρό
ξυλαράκι
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
MA1A0DHταυρομά
χος(έκ τού ίσπανικού)
ιδιας έτυμ. καί τό:
Γοί mat=όβασιλεύςείναι
νεκρός
MA1| EH£ύλη
matér|e|ύλικός
matér|a| | serύλοποιω
mater| a| | sme
im-materiel άυλος
madr|erσανίδα
(έννοιολ. ύλικόν
δένδρου) κλπ.
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
matadore matador
matto τρελλός matar φονεύω
mattanza matadura
φόνος ¸θυμία
madido ύγρός madejo λιπο
materia materia
materiale material
materializzare materializar
materialismo materialismo
immateriale i nmaterial
madera madera ξύλο
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
matador
mad τρελλός matt καταβεβλη
¸μένος
matter Materie
material material , ell
materialize
material i sm Material ismus
matterless i mmateri ell
ΛΑΤι Ν| ΚΑ
mat(t)us=μεθυ
σμένος(λαϊκή
προφοράτού
maditus)
madeo=είμαι
ύγρός, μαδημένος
mater|a=ύλη
έκ τού mater
(μέτήνέννοιατού
άρχικούύλικού,
έκτούόποίου
κατασκευάζεται,
δημιουργείται
κάτι,°μήτρα°,
449
έκτούΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
μαδάω
=είμαι ύγρός
(συνεπώς: φθίνω πίπτω)
μήτηρ, μάτηρ
(άντιδ. : μαδέρι,
μαδριγάλιον)
καίmadr| ga| . έρωτ. ποίημα, έκ τού "cantus material is". -βλ. καί λ. "chant"
MATN£MAT|Gu£5
mathθmat|c|en
μαθηματικός
MATH|C£ μήτρα,
καλούπι
καί matr|cu|eμητρψον
MATuH|T£ώριμότης
mίrωριμος(κ. παρά γ.)
MAu5DL££
MAuvA|5 κακός
MAuv£μολόχα
ma|vacéesμολοχοειδή
ΜΑΧ|Ιι|ΑΕσιαγονικός
mo|a|reτραπεζίτης
(όδούς,
MAX| MuM άνώτατον
σημείον
max|me άξίωμα,
γνωμικόν
MAYDNNA|5£
°μαγιονέζα°
M£ANDH£έλιγμός,
πανουργία
M£CANDCHAÞN| £
μηχανογραφία
mécanothérap|e
μηχανοθεραπεία
mécan|que
μηχανικός
mécan|c|enμηχα
¸νουργός
mécan|smeμηχανι
(κλπ.) ¸σμός
Matematica
matematico
matrice
matricola
maturita
maturo
mausoleo
·cattivo κακός
έκ τού captivo
=αίχμάλωτος
malva
malvacea
molare
massimo
massima
mai onesa
meandro
Matematica
matematico
matriz
matricula
maduridad
maduro
mausoleo
Mathematics Mathematik
Μαθηματικό
mathematic mathematisch °Λέγεται μαθηματικόν, έπειδή διδάσκειήμός,
πωςδείμανθάνειντάπράγματα ώςδέ φασιν
οίΠυθαγόρειοι,λέγεταιμαθηματικόνέπειδήέν
Tf
διανοί
ζ
έχειτήνύπαρξιν. Μόνηγάρή διά
νοιαμανθάνει.. º -Γαληνός, Περί Φιλσσσφίας 1 2, 1 3-
matrice, Matrize matr|x
μήτρα, μάτρα
matrix
matriculation Matrikel matr|cu|a
(μητρψον +κολέω ¬
έγγρ. μητρ (έκ τού matrix
φροντίζω)
+colo)
maturity Maturitat maturus=ωριμος μαδαρός=ύγρός
mature (εννοια: τόωριμον εΤναιύγρόν, χυμωδες,
(έκ: madure)
mausol eum Mausoleum mauso|eum μαυσωλείον (κυριολ. ό
τάφος τού Μαυσώλου)
(viIIano =κακός vi l l ai n) ma|um+fatum μέλεος+φατόν
(βλ. λ. vi l ai n) =κακόν+χρησμός, (βλ. "mal ".
fatum έτ. έκ τού φημί,
φατόν)
·capto =άπτω ·απτω, χάπτω, κάπτω
malva mal low Malve ma|va=μολόχη μολόχη
malvaceo (άντιδ. : χρώμα "μώβ")
maxilar maxi l lary max| | | a μύληκαί μύλαξ =μυλό-
γναθικός (Mohizahn) ύποκοριστ. τού πετρα' μύλοι =οί γομφίοι
mejilla μάγουλο mol ar έτ. όδούς ma|a=σιαγών όδόντες ( πρβλ. μύλος)
( έ ννοι ολ. : ώς (άντιδ. : "μαξιλάρι")
άλέθουσα τό
φαγητόν,
maxi mo maximum Maxi mum μέγιστος,μάσσων=μείζων
max| mum
maxi ma maxim Maxi me
Έκτής πόλεως Mayon, όπου κατεσκευάσθη Ή πόλις Mayon
mayonesa mayonnai se
έλαβετόόνομάτης έκτούΜάχωνος, άδελφούτούΆννίβα, ό
όποίοςείχεέλληνόνομα.Μάχων
meandro meander Maander μαίανδρος
meccanografia mecanografia mecano- Mechano- μηχανι κη
(meccanizza- maqui na -graphy -graphie mechan|ca
-re)
μηχανή mechano- Mechani k
-therapy μηχανική
mecanico mecanico mechanic (Mechanokratie)
mechanisch,
mechani cal -iker
Mechaniker
meccani smo mecanismo mechani sm Mechani smus
450 .
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
V£0A| LL£μετάλλιον medagl i a medal l a medal l i on Medai l l e med| a| | s=μέσος μέσος, μέττος ,βοιωτ,
(έννοιολ. : παράσημον med| us=μέσος (άντιδ. : μετάλλιον,
°μέσης°αξίας, μενταγιόν)
ma| | | eκρίκος
M£D£C| N£ίατρική medici na medi ci na medi ci ne Medi zi n medeor θερα· μέδομαι , μήδομαι , =
médec|nίατρός medi co medi co (medi c) Medi zi ner ¸πεύω. ίώμαι σκέπτομαι, πράττω
medical ίατρικός medi ci nal e medi ci nal medi cal medi zi ni sch έπιδεξίως. μέδω=
méd|cament, medi camento medicamento medicament Medikament φροvτίζω, μηδος =
re-mèdeφάρμακον medi cazi one medicaci on medi cati on Medicographie έπινόημα, φροντίς.
méd|cat|onθεραπεία ίατρ.κείμενον μεδέων=προστάτης
(Κ. α.) medi zi nieren μητίετας =σοφας
της ίδίσς ρίζης: ίατρεύομαι "Ζευς μητίετα"
modeτρόποςέγκλισις, moda moda mode Mode μήδος =σχέδιον
°μόδα°
modè|eσχέδιον model l o model o model Model l ( άντιδ. : μόδα, μοδίστρα
modérerσυγκρατώ moderare moderar moderate μοντέρνο, μοντέλλο)
modesteμετριόφρων, modesto modesto modest
még|eφροντίς(κ λπ ,
V£0|T£Pσκέπτομαι meditare meditar Ι meditate medi ti eren med|torσέmομαι μήδομαι(ώς ανω)
méd|tat|onσκέψις medi tazi one medi taci on meditation Meditation ,θαμιστικόντοΟώς '
Όί μέδοντες" :
méd|tat|fσκεπτικός meditativo medi tativo meditative (skeptisch) όνωρήμ medeor) οί βουλευταί ΓΟμì
M£D|1£HHAN££ Mediterraneo Mediterraneo Mediterranean Mi ttel l andische med|um+terra (βλ. λέξεις
Μεσόγειος medi um καί terre)
méd|terranéen mediterraneo mediterraneo mediterranean mi ttl ere
μεσόγειος
M£D|uMμέσον medi um medi um medi um Medi um med| um=μέσος μέσον, μεσίδιος,
mo|t|éημισυ meta (medi ani a moi ety Mediat έμμεσος μέττος,βοιωτ.;
med| usμέσοςδά-τcλoς mezzo μετριότης, medi al Mi ttel
κσί: mί||eu,moyenμέσον medi o medi o mi dst Mittler μεσίτης
mècheμέσον mezzo a mid έντψ Mitte
μέσψ medi al μέσος
méd| anδιάμεσος medi ano medi ano (medi ate ΜίΙΙθl . . .
méd|aneδιαγώνιος mediante (mesane) μεσιτεύω, (di agonal )
méd|ocreμέτριος¯ mediocre medi ocre mediocre mi ttlerer *med|us+oc| s δκρι ς=όκρον, κορυφή
méd|ateurμεσίτης medi atore medi ador medi ator Μί ΙΙl θΓ
méd|éva|μεσαιωνικός medi evale medi oeval medieval mi tte . . . medi us+aevus d|Fιv=αίών
méd|ast|nμεσοθώραξ mediastino medi asti no mediasti num medi us+sto στώ,'στημι
κ. α
M£Du5£μέδουσα medusa nledusa medusa Medusa Vedousa Μέδουσα
méduserτρομάζω
Διάφ. μέ σ' σuνθ. MEGA .. megal opolis μέγα...
n. x. mégaphone megafono megafono megaphone Megaphon μεγάφωνον
mégathér| um megaterio megaterio megatherium Megatheri um μεγαθήριον
méga|oman|e κ. λπ. megal omani a megal omani a megal omani a Megal omani e μεγαλομανία
M£C(H£μέγαιρα, megera arpi a* Megare Vegaera Μέγαιρα
στρίγγλα *Άρπυια
M£| LL£uHκαλλίτερος mi gl iore mehor me||or=καλλίων μάλα,μαλλον, μάλιστα
amé| |orerβελτιώ migl i orare mejorar Ι amel i orate
m|euxκαλλίτερον (κ. α. ) megl i o mono| amo' o|aton
κσί λέξεις μέ σ' σuνθ. βελτίωσις
" mu| t| " multus =πολύς
M£|D5£μείωσις meyosis μείωσις
Λέξεις μέ σ' σuνθ.
M£LAND . . .
π χ mé|aném|e mel anite mel an . . . mel an(o)
μελανός, μέλας
mé|an| ne κλπ. mel ani ta mel ani n
(έτ. μή+λάω =όρώ)
κaί ή Vé|anés|e
μελαναιμία
Μελανησία
μελανίνη
M£LANCDL|£μελαγχολία ma' ncon a mel ancol i a
mel anchol y Mel anchol i e
me| ancho| ί a μελαγχολία
(ΊΠΠΟΚΡ.)
mé|anco|ίque ma' nccn co mel ancoli co
mel anchol i c mo' ancno' scn
(μέλας +χολή)
μελαγχολικός
mel anchol i ker
M£LA55£μελάσσα. melassa melaza
mol asses
Melasse
me| | ac| um
μέλι
μελίτωμα
45!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
M
E
LER, mé|anger, mi schi are, mezclar Ι mi x mischen, m| sceo=μίγνυμι μίσγω =άναμειγνύω.
μειγνύω
mescolare mengen μίξις
mé|ange+ m|xage
mischiamento, mezcla mi xi ng Mi schen "Οί Ρωμαιοι άποκαλοΟν τό
άνάμειξις,μίγμα
mescolanza mestizo μιγάς mixed μικτός "κεράσαι " μισκήρε-m;scere,
m|xtureμίγμα
mescolato mezcolanza mi xture Mi schung καθ' ''Ομηρον: "έν κρητήρι
καί m|xer, m|xt
μίγμα Menge πλήθος έμισγε".
.
Πλαυτ. Συμπασ. 726-
(άντδ. : μίξερ)
M£LDD| £μελψδία mel odi a mel odi a mel ody Mel odi e me|od|a μελψδία (μέλος +Φδη)
mé|od|euxμελωδικός mel odi oso melodioso mel odi ous mel odi bs
mé|od|queμελωδικός melodi co mel odi co melodi sch
mé|od|steαυνθέτης, melodi sta mel i co μελικός .. of melodies
μελψδός
καί mé|odrame
mel odramma mel odrama meiodrama Melodrama μελόδραμα
μελόδραμα
mé|odramat|queικός
mel odramma- mel odrama- melodramatik
(έξ ού "mel o" μελό,
-tico -tico Mel odi k
melopee μελοποιία
mel opea melopeya μέλος +ποιώ
ΜΕLΟΝπεπόνι
mel one mel on, pepon mel on Mel one meΙΟΡeΡο=μηλο μηλοπέπων
mel o μήλον melocoton ( Mel onendistel πέπων (δηλ."μηλο μαλακό") .
ροδάκινο κάκτος) πεπαίνω =ποιώ ώριμον
M
E
LONG
E
NE mel anzana Mel i nzan me|on+genus (μήλον ± γένος)
μελιντζάνα ( άνrιδ . . μελιντζάνα)
ΜΕΜ8ΑΕ μέλοςσώματ membro mi embro mernber membrum μηρί ον, μηρός, "μερί"
membraneμεμβράνη membrana membrana membrane Membran "ενθ
α μηρός ίσχί
ι
".
άντιδ. : μεμβράνη
ΜΕΜΕιδιος medesi mo mi smo °egomet|pseª, "έγώ μετά τoi ίδίου",
έξ ού metipse έγώό ιδιος
κaί ipse <- τό ipse έκ ΤΟΟ δμοιος
M£MD|H£μνήμη. memori a memori a memory memorieren memor|a=μνήμη μέρμηρα=φροντίς
ένθύμησις memoi r άποστηθίζω ένθύμησις μερμηρίζω=φροντίζω,
memorandumύπό memorandum σκέπτομαι, έχω στό
μνημα Memoi ren μυαλό μου.
mémorab|eάξιομνη memorabi l e memorable memorabl e Άπομνημονεύμα
μόνευτος memori zi ng ¸τα "πολλά φρεσ
ί μερμηρί-
mémor|a|ύπόμνημα memori al e memori al memori al Memori al ζων" Οδυσ. α 427
mémor|ser,mémor|a| memore memorar merken
μνημόσυνον K. Q.
M£NAC£άπειλή mi nacci a amenaza menace m| |1ae=άπειλή μήνι ς καί μήνιμα =οργη
menacerάπειλώ mi nacci are amenazar menacer mi nucci a μηνίτης = οργίλος
έξ ού menerόδηγώ menare menear άπειλητής
(άρχικώς, όδηγώμέ
meneo έπίπλη amenabl e
φωνέςάπειλητικέςτά ¸ξις ύπόλογος
ζώα,τάώθώτρομάζον-
a-menity
τάςτα, άβρότης
M£NAD£1 ) μαινάς menade menade maenad, Manade menas μαινός
2) γυνήδύστροnος
bacante* bacchande* *(έκ τοΟ βακχ[ς, βακχί-
δες: αί άκολουθοι τοϋ
Διονύσου -Βάκχου)
M£NAC£νοικοκυριό mansi onari o menaje menage Menage maneoμένω μένω (βλ. καί λ. mai son)
ménagerοίκονόμος σκευοφύλαξ οίκοσκευή οίκονομικά
ménagèreοίκοκυρό
mesnada σύν Mensch
ménager|eθηριοτρο menageri a ολούπηρετών menageri e Menagerie
κ.λπ. κλπ. ¸φείον
M£N|NC£μήνιγξ meni nge meni nge men|ngaμήνιγξ μήνιγξ
mén|ng|teμηνιγγίτις meni ngite meni ngi ti s meni ngi ti s Meni ngi ti s (έτ. μένος=ίσχύς, νοϋς)
mén|ngeμηνιγγικός meni ngeo
μηνιγγίτις
Κ.α. meni ngococo meni ngi ti c
M£N|5Gu£ μηνίσκος meni sco meni sco Meniskus μηνίσκος=ημισέληνος,
καί Ο έχων τό σχημα μηνί-
(μήνη=σελήνη) [σκου
452
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
V£NDLDC£ menol ogi o (cal endario) menology (*Martyrer- meno|og| um μηνολόγιον
μηνολόγιον έκ τού καλώ menopause kal ender) *μάρτυς+καλω
(ménopauseέμμηνό
(μαρτυρολόγιον)
παυσις,
ΜΕΝΤΑιιτ
Ε
διανοητι mentalita mentalidad mentality Mentalitat mens-mentis μένος=πνεϋμα, μανία,
¸κότης =νοΟς φρόνημα,
menta|διανοητικός mentale mental mental "μένος & θάρσος".
dé-menceπαραφροσύνη demenza demenci a μενοινη =σφοδρά
démentπαράφρων demente demente dementated έπιθυμία
ment|onμνεία menzi one mencί όn menti on (βλ. καί λ. "mentor")
mentonπηγούνι mente νοΟς mente πνεΟμα mi nd νοΟς
mento mentόn
ΜΕΝΤΗΕ ήδύοσμος menta menta menthol Mi nze mentha=μίνθα, μίνθα=ήδύοσμος
°μέντα° (έτ. Μίνθη)
°Μίνθην, παλλακήν τοΟ Άδου, πατηθεισαν
ύπό της κόρης, είς τήν κηπαί αν °μί νθην°
μεταβαλεϊν.ηνήδύοσμονκαλοΟσιν°.
-Στράβων, Η C, 344-
ΜΕΝΤιΑ ψεύδομαι mentire mentir ( 1 I i e)* (Ι ϋgen)* mens-ment|s= μένος
menteurψεύτης mentitore mentiroso l ί ar* Lϋgner* =νοΟς (βλ. καί λ. mentalite)
mensongeψεΟδος menzogna mentira (fallacy** Lϋge* * έκ τού λύγη =σκιόφως
mensongerάπατηλός mentito mentido false) ** έκ τού σφάλλω
ΜΕΝΤΟΑ όδηγός, mentore mentor σοφός mentor Mentor Μέντωρ(σύμβουλος
σύμβουλος σύμβουλος όδηγός ποδηγέτης τοϋ Τηλέμαχου)
ΜΕΝυ μικρός,λεπτός meno όλιγότε menos μεϊον mi nus μεϊον mi nder m| nus=μεϊον μινυς=μικρός
mo|ns όλιγώτερον ¸ρον,μεϊον mi nor μινύθω =σμικρύνω
έξ ού: menuet(όχορός, menuetto menueto Menuett μινυνθάδιος =βραχύβιος
καίmenu|serλεπτουργώ . . . mi nutely mindern μειώνω Όμ. . "μι νuνθάδιοι
menu|s|erλεπτουργός mi nuzi a τελέθομεν 6νθρωποι "
m| nceλεπτός mi nuto menudo (άντιδ. : μενού, μινου-
m| nute.τόλεπτόντης mi nuto mi nuto mi nute Mi nute έπο)
ώρας.Τόmenu.°μενού°, menu meno menu Μenϋ
έκ τού "menu
programme"
(μινύπρόγραμμα,
ΜΕΑ θάλασσα mare mar (sea- έτ. °σείω°, Meer, See* mareθάλασσα έκ τού μαίρω=μαρμαί-
mara|sέλος marese (lοdΟ=έτ. λύρον, marsh, moor Marsch ρω, άμαρύσσω.
mareτέλμα marese mari sma marsh Morast ''άρμαρον ύδωρ" μαρμαίρω=λάμπω,
maréeπαλίρροια marea marea (refl uχ: ρο-φλέω, (Fl ut, έτ. φλύω) άπαστράπτω
mar|nναυτικός marinai o mari nero,-i no mari ne Έννοιολ. : έκτηςκινή
am| ra|ναύαρχος ami ral ami ral ad-miral Mari ne . . . σεωςτηςθαλάσσηςύπό
mar|t|meπαράλιος, marittimo maritimo maritime maritim τόήλιακόνφώς
ναυτικός maretta φου mareaje mermai d γορ "αλς μαρμαρέη" (Ομ.,
mareyeurίχθυοπώλης σκοθαλασσιά ναυσιπλοία γόνα πρβλ. Μαϊρα.όάστήρ
mar|neναυτικόν mari na mareami neto Ι moor Σείριος.μάρις.μέτρον
Κ.α. πολλά, παράΥ. +σύνθ. : παραλία ναυτία προσορμίζω ύγρών.μαρϊνος. =είδος
| mmergerβυθίζω i mmergere marear κυρνώ ίχθύος,όμυρος=ύγρός
émergerάναδύω °ΘάλασσαΜαρμαρά°
submergerκαταδύω sommergere submergi r submerge sub (ύπό+mare) Άμφίμαρος.υίός
(κλπ.) Ποσειδώνος,
(μύρα =θάλασσαέξ ού
πλημμύρα,άλμύρα,
(άντιδ. : μαρίνα,άμιράς.
καίτόόνομαΜαρία,
M£HCH£D|Τετάρτη mercoledi mi ercol es ( Mittwoch Vercur|us= Περί της έτυμολΟΥίας
ήμέρατοΟΈρμοΟ δηλ.μέττον= Έρμης τού Έρμοϋ (Mercurius)
mercureύδράργυρος mercuri o mercuri o mercury =μέσονFbxou. βλ. λ. marchant
mercur|a|eσύνοδος mercuriale mercuri al mercuri al Fόχος=i , όχημα
¸Ούδράργυροςέπηρετήνόνομα σία
κάθεΤετάρτη διατίμησις z,τόπεριέχοντι,
mercure, λόγψτηςκινητικότητοςπού
παρουσιάζεΙ.Τήνπαρομοίασανμετήν
κινητικότητατοΟθεοΟΈρμοΟ[.
M£HD£άκαθαρσία, merda mi erda merda=σκώρ μέρδω=βλάπτω
κόπρος
453
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
M(H£μητέρα madre madre mother Mutter mater μάτηρ, μήτηρ
com-mèreνοννά comare god-mother (Patin έτ. πατήρ, "γλύκηο μάτερ"
marra|neνοννά madri na
maràtreμητρυιά matri gna madestra step-mother Rabenmutter
materne| μητρικός materno maternal maternal mϋtterlich
matr|arcatμητριαρχία matriarcato matriarcado matriarch Matri archat
matr|mon|a|γαμήλιος matrimonial e matrimonial matri moni al
matroneδέσποινα matrona matrona matron Matrone
κ. α . . . κ.α . . . mat rί mοnί ογά ( & μαία)
μος
M£H| D| £Nμεσημβρινός meri di ano meri di an Meri di an med| us+d|es μέσον+δία=ήμέρα
mér|d|ona|νότιος meri di ano meridi onal meri di onal (βλ. λ. jour)
meri di onal e
V£R|T£άξία, τιμή mereci miento meri t mereo1) τυγχάνω μέρ(j)ομαι μείρομαι=
mér|terαξίζω merito merecer meri t μοίρας 2) άξίζω τυγχάνω, άξιοϋμαι,
κ. λπ . . . meritare meritorious τυγχάνω μοίρας, μερίζω
merenda πρό· άξιέπαινος
γευμαδειλινού
M£HYC|5M£μηρυκα (rumi a)* (rumi nati ng)* μηρυκασμός
¸σμός (rumi ne)* *ρύμα=τό συρόμενον
Λέξεις μέ ο' σ.
M£5D . .
,méson=μέσον, μέσον
mesocarpe, mesone mesocarpio
μεσοκάρπιον
mésozo|que, mesocarpo mesozoico mesozoic μεσοζωικός κλπ . . .
mésentère κ.α. mesozoico mesenterio
mesenterio
M£55|£μεσσίας mesi as messi ah Messias mess|as μεσσίας(έλληνικόν και
messia
όχι άραμα"ικόν.
πρβλ. μεσαΤος,
μεσσίδιος, μεσίτης)
M£5uH£μέτρον,όριον medi r measure Messung mensura,τού μετρώ
mesurerκαταμετρώ misura medida Ι measure messen metior =μετρώ μητιάω =έπινοώ
mesureur μετρητής mi surare medidor measurer Messer
(αντιδ.: μεζούρα)
mesurage καταμέτρησις ·mi suratore medίcίόn measuring Messen
κ. λπ . . . mi suramento Mass βαθμός
M£1A9DL|5M£μετα metabol i smo metabol i sm Metabol i sm
μεταβολισμός
¸βολισμός metabol i smo
M£TACAHÞ£μετακάρ metacarpo metacarpus
μετακάρπιον
¸πιον metacarpo
M£TALμέταλλον metal metal Metall meta| | um μέταλλον
méta| | |queμεταλλικός metallo metalico metal l ic metalisch
μεταλλάω =ζητώ,
méta| | | nμετάλλινος metalli co metalino metal l i ne metal l en
έρευνώ
méta| | |sat|onμεταλ metal l i no metalisteria metall ization (Metal l oscop)
λοποίησις metallisazzione
méta||ograph|e metalografia metallography Metallographie
μεταλλογραφία metallografia
méta|Ιοϊdeμεταλλοει metalόίde metalloid metallartig
¸δής metal l οϊde
méta| | urg| eμεταλ metalurgica metallurgy Metal l urgi e
κ.λπ. κ.λπ. ¸λουργία metal l urgia
M£TAMDHÞN| 5£H transformer transform)* un-formen (έκ μεταμόρφωσις
μεταμορΦώ (trans-formo τού άνά+μορφή,
(μετά + μορΦή)
métamorphose metamorfosis metamorphose Metamorphose
*έκ τού τρύω+ μορφη
μεταμόρφωσις metamorosi
(βλ. λ. forme)
M£TAÞNDH£μεταφο metafora metaphor Metapher metaphora μεταφορά
¸ρά,άλληγορία metafora
métaphor|queμετα metafόrίcο metaphoric metaphorisch
φορικός metaforico
V£TAPMYS| DU£ metafisico metaphysics Metaphysik metaphys|ca μεταφυσικη ( Απότήν
μεταφυσική metafisico
Συλλογήδοκιμίωντού
métaphys|c|enμετα metaphysic metaphysisch
Αριστοτέλουςήόποία
φυσικός metafisico
έτοποθετήθη°μετάτά
M£TA5TA5£μετάστα·
Φυσικά°,
(metatesis) (metathesis) Metastase
μετάστασι ς, μετάθεσις
¸σι ς(ίατρ, metastasi
M£T£MÞ5YCD5£ metmpsicosis metempsy- Metempsychose metempsychos|sμετεμψύχωσις
μετεμΨύχωσις metempsicosi -chosis
454
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
M£T£DH£μετέωρον
météor| queμετεωρικός
météor|serμετεωρίζω
météoro|og|eμετ/λογία
météom|ogueμετ/λόγος
météoronom|eμετεω
ρονομία κ. λπ . . .
M£T(0u£
M£TNDD£ μέθοδος
méthod|queμεθοδικός
méthodo|og|eμεθοδο
méthod|sme ¸λογία
ΜΕΤΗΥιΕΝΕμεθυλένιον
méthaneμεθάνιον
M£T|5μιγάς
m|sce||anéesσύμμικτα
m|sc|b|eεϋμικτος
¸μασια
M£TDNDMA5|£ μετονο
métonym|eμετωνυμία
métonym|queμετωνυ
¸μικός
ΜΕΤΟΡΕ μετόπη
M(TH£μέτρον
métr|queήμετρική
mensurat|on καταμε
¸τρησις
métroman|eστιχομανία
métrage μέτρησις
métrer μετρω
métro|og|eμετρολογία
métrotomeμετρονόμιον
M£TH|T£μητρίτις
métrorrhag|e
métronom|e κλπ ...
ΜΕΤΑΟΡΟΙΕμητρόπολις
métropo||ta|n/·πολιτικός
metropo||te μητροπολί
τηςöτόmétro. (έκ τού
chem| ndefer
métropo|| ta| nδηλ.
μητροπολΙ¤κός σιδηρόδρομος,
ΜΕΠΑΕ θέτω
messeλειτουργία(έκ τού
"m| ssaest°,
m|ss|onάποστολή
ΜΕυΙΕμυλόπετρα
mo|eheτροχίσκος
meun|erμυλωνάςK.C.
M|A5M£μίασμα
m|asmat|que μιασμα
¸τικός
M|CN£μικρόςcρτcς
mίe Ψίχα
m|etteψίχουλο
m|ocheπαιδάκι
Λέξεις μέ Q' σνθ. M|CHD . .
πχ m| crocosme
m|crograph|e
m|cro-organ|sme
m|crophone
m|croscope
ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
meteora meteoro
meteόrίcο meteόrίcο
meteorologia meteorologia
meΙeοrόlοgο meteorologista
meteorismo meteorismo
μετεωρισμός meteoronomia
meteco meteco
metodo metodo
meΙόdίcο metόdίcο
metodologia metodologia
metodismo metodismo
metilene metileno
metano metano
meticcio mestizo
mi scel l anea (mesticia
θλίψιςi
metonomasia (antonomasia)
metonimia metonimia
metonimi co metoni mico
metopa metopa
metro metro
metrica metrica
mensυracίόn
metromania meIromania
metraggio metrίfίcacίόn
meIrificar
metrologia metrologia
meΙrόnοmο meΙrόnοmο
metrite metritis
metrorragia metrorragia
metrotomia metralgia
metrόΡοlί metropoli
metropolitano metropolitano
metropol ita metropolita
mettere meter
messa mi sa
mi ssi one mί sί όn
mol a muel a
(mol are) mol eta
mugnai o mol i nero
mi asma mi asma
mi asmatico mi asm,Hico
mi ca mi ga
mi cci no mi gaja
microcosmo microcosmo
mi crografia mi crografia
mi croorga- mi croorga-
-ni smo -ni smo
mi crofono mί crόfοnο
mi croscopio mί crοscόΡίο
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝι κον
meteor Meteor meteora μετέωρος
meteoric meteorisch
(meteorite)
meteorology Meteorologie
meteorologue Metorolog
(meteorogra-
-phy)
metic Metbke μέτοι κος
method Methode methodus
μέθοδος
methodic methodisch
methodology Methodologie
methodism Methodisme
methylene Methyl
μεθυλένιον
(μέθυ + έλαιον)
methane Methan
μεθάνιον (μέθυ + οίνος)
mi xed Mi schl i ng
m| sceoμίσγω μίσγω
mi ngl ed ge-mi scht
μετονομασία
metonymy Metonymie μετωνυμία
meIonymisch
metope Metope
metopa μετόπη (μετά ¬ όψ ¬
=οψις)
metre Metrum
metrum μέτρον
metrical Metrik, Meter
μετρικός metrisch
metronome MeIronom
μετρονόμος
measuri ng Messen
meter messen
μετρητής Messung
(metrication)
metronome
metritis metr|t|s μητρϊτις
metrorrhagia Mυtter . . . μητρορραγία
metralgia (Metroskopie) μητροτομία, μητραλγία,
μητροσκοπία
metropolis Metropol
metropo| | s μητρόπολις
metropolitan metropolitan (μήτηρ +πόλις)
metropolitan Metropolit
(Stellen, έκ τού
m| tto=βάλλω, μεστόω =πληρω,
mass στέλλω,
γεμίζω.είσάγω, γεμίζω
Messe
έτοιμάζωπρός μεστός =γεμάτος,
missi on Missi on
άποστολήν,πέμπω πλήρης
mi llstone Μϋhlsteίn mo|aμύλη μύλη, μύλος
mi l l μύλος μυλεύς
mi l l er Μϋl l er
mi asma Mi asma
μίασμα
mi asmati c mi asmatisch
mica πέτρα
m| ca=ψίξ, μι κκός=μικρός
crumb* Krume* χόνδρος (*έκ τού γρυμαί α.
(grumus¯= άνάξιαλόγουμικρο
θρόμβος,
πράγματα,
μι κρός
mi crocosm Mi krokosmus
μικρόκοσμος
mi crography Mi krographie μικρογραφία
mi croorga- Mi kroorga- μικροοργανισμός
-ni sm -ni smus μικρόφωνον
mi crophone Mi krophon μικροσκόπιον
mi croscope Mi kroskop μικροσκοπικός
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ
m|croscop|que mi croscopiCO
m| cromètre mi crometro
m| crof| | m mi crofi l m
m| crofotograph| e mi crofoto-
Κ.α. πολλά . . . -grafia
M|CHD9£μικρόβιον mi crobi o
m| crob|enμικροβιακός
M|CT|DNοϋρησις
ΜΙ ΕΙ μέλι mi el e, mel e
m|e||éμελιτώδης mel ato
m| e| |euxμειλίχιος (mel ata
mé||sseμελίσσα γλυκό)
mé| | | fèreμελιτοφόρος mel l i fero
me| | | f|uγλυκύτατος mel l i fl uo
Κ. α.
M| CHA| N£ήμικρανία emi crani a
m|graneux
M| L|T£Hμάχομαι mi l itare
m| | |ta| reπολεμικός, mi l itare
στρατιωτικός,
mi l i zi a πολεμ.
m| ||ceστρατιά τέχνη
m| | ίtar|smeστρατο- mi l itari smo
κρατία mi l ite
έθνοφύλαξ
ΜΙ ΙΙΕχίλια
mi l l e
m| | | |onέκατομμύριον
mi l i one
m| | | |ardδισεκατομμύ-
mi l i ardo
[ριον
m| | | | ona| re
mi l i onari o
έκατομμυριούχος
m| | |éna|reχιλιοστός
mi l l antare
b| | | | onδισεκατομμύριον
μεγαλοποιώ
tr| | | | onτρισεκατομμύ-
[ριον
κλπ. παράγ. & σύνθ.
ΜΙ ΜΕ μίμος
mi mo
m| m|queμιμητικός ή
mi mi co, -a
m| merμιμούμαι
m| modrame μιμό-
mi modrama
δραμα
m| mo|og|e μιμολογία
m| mét|smeμιμητισμός mi meti smo
καί τό όνθος m| mosa
mi mosa
(έννοιολ. qui se
contracte comme un
mi me- δηλ. συστέλλε-
ται σάν μίμος, κινείται)
ΜΙ ΝΕμέτρον xωρηnκότητoς
mi na
m| noter|eάλευρεμπόρων
ΜΙ ΝΕ μεταλλείον
mi ni era
m| nerσκάπτω
mi nare
m| néra|όρυκτόν
mi nerale
ΜΙΝΕ όψις, ήθος
m| no|sπροσωπίς
m| nauderάκκίζομαι
ίδίας ρίζης:
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
mi croscopiCO
mi crometro
microfotografia
microbio
(microbiologia)
miccion
miel
meloso
melaza
melisa
(meli loto)
mellifluo
rodomi el
hemicranea
mi l itar
mi l itar
mi l i ci a
mi l itarismo
mi l
mi l l on
mi l mi l lones
Inilionario
millar χιλιάς
mi mo
mi mi ca, -ο
mi mar
mί modrama
(mi mesis)
mimetismo
mimosa
(mimetico)
mi na
mi noria
mi na
minar
mi neral
V| nerveήΆθηνα mi nerva: πνεύμα, νοημοσύνη
455
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
microscopiC mi kroskopisch μικροσκοπικας
micrometer Mi krometer μικρόμετρον
mi crophoto- μικροφωτογραφία
-graphy
mi crobe Mi krob
μι κρόβι ον
mi crobic
μικροβιολογία
m| ngo, mejo όμί χω=ούρώ
honey* Honi g*
me|, me| | | s μέλι , μέλισσα(έτ. έκ του
honeyish honi garti g
μεληδων ¬ φροντίς
mel l ification mi l d
* ( Τό άγγλ. honey -έννοια: ή έργατ. μέλισσα
μελιττουργία
& τό γερμ. honeg "μέλεται", φροντίζει).
mel l iferous
έκ του -; χύμα, χεύμα =τό έκχεόμε-
mel l ifl uous
mel + fero νον ρευστόν Γ β' έκδοχή:
mel l ow
(μέλι+φέρω) κνηκός = ό έχων τό κιτρι-
ωριμος
mel ¬ fl uo νωπόν χρώμα τού κνήκου.
(μέλι +Φλύω) (κνήκος: φυτόν χρησιμεύον
πρός πήξιν τού γάλακτος)
megri m Mi grane hem|cran|a ήμικρανία
mi l itate Mi l itar m| |es =στρατιώ- έκ του δμιλος^
mi l itary mi l litarisch [της 1 ) πλήθος 2) Τ ό πλήθος
mi l i ti a Μί Ι ί Ζ
τής έν μάχη συμπλοκής.
έθνοφρουρά Mi l itari smus
όμιλέω ¯: ) συναναστρέ-
mi l itarism
φομαι 2) έπί έχθρικής
mi l iti aman σημασίας, συνάπτω μάχην
όμιλος: έτυμ. όμού +ϊλη
"έξαγε όμίλου" (Ε353)
(άντιδ.: μιλιταρισμός)
(thousand* Tausend)* m| | | e =μύριοι, μύριοι (μέ τροπή τού
mi l l i on Mi l l i on χίλιοι ύγροϋ Ρ είς τό ύγρόν λ.
mi l l ard Mi l l iarde Βλ. έκτενή άνάλυσιν τού
λήμματος είς τήν άρχήν
mi l l i onai re Mi l i onar τού γράμματος "Κ")
chi l iad χιλιάς
(Τό λεξικό Ernout-Mei l ! et άποφεύγει νά πάρη θέσι ώς πρός τήν
έτυμολογία. Ό Ι . Χατζιδάκις ("Έλληνικές Μελέτες") άναφέρει ότι
ή Σκυριανή Παροιμία "χίλιοι μύλιοι καλογέροι .. " δέν άναφέρεται
στήν λέξι "μύλος". Τό "μύλιοι" είναι όλλη έκφορά τού μύριοΙ.
(Ήσυνήθης τροπή τού Ρ είς λ)). *Τά thousand öTausend έκ του
tumeo =έξογκούμαι, φουσκώνω, όπερ έκ τού τύμος ¯ τύμβος,
έξογκωμένο χώμα έπί τού τάφου. (βλ. καί λέξιν "tumeur").
πρβλ. : "φουσκωμένος λογαριασμός''γιά τά μεγάλα χρηματικά ποσά.
mi me Mi me m| mus=μίμος μίμος
mi mi c mi mi k, -i sch
μι μοΟμαι ¬ παρι στάνω,
mi men
είκονίζω, έπί τα γελοιό-
mi mi cry Mi modram
τερον. ''ί
μ
ος γελοίων".
παρωδία
μιμω =ή μαιμού
mi metic Mi mose
mi mosa
hem| na=ήμίνα ήμίνα(μέτρον βάρους)
mi ne Mi ne
Μινώαι . λιμένες όνομα-
mi ner μεταλ- (Mi neralog)
σθέντες άπα Μίνωος
[λεύς
( "Κρητών λιμένες, Μινώαι καλούμεναι " Δι όδ
mi neral Mi neral
Σικελ. Ε 84, 2), όπου έμπορεία μεταλλευμάτων.
" . . . Ελλήνων πρώτος Μίνως έθαλασσοκράτησε).
(άντιδ. : μινεράλι)
mi en
Mi ene μένος=δύναμις' έπί
μέρους σημασία,
"ψυχική διάθεσις".
V| nervaΉ θεό Άθηνα, ως θεό σοφή καί
πολεμική.
456
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
M| N£uHμικρότερος,
άνήλικος
m| nor|téμειοψηφία
m| n| meέλάχιστος
mo| nsμείον
m| nceλεπτός
καί:
M| N| 5TH£ύπουργός
mét|erέπάγγελμα
m| nuscu|esτάμικρά
γράμματα
m| gnonμικροσκοπικός
κ,δ,
M| N|ATuH£κομψοτέ
¸χνημα
(άρχικως βαμμένομέ
μίνιον, κ.λπ,
M|DC(N£μειόκαινος
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
mi nore
mi norita
mi ni mo
meno
mi nistro
mestiere
mi nuscolo
mi niatura
mi niatore
σχεδιαστής
miocene
Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
menor
mi noridad
mi ni mo
menos
mi nistro
mίnύscοlο
miniatura
mioceno
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
mi nor
mi nority
mi ni mum
mi nister
(mi ni strant)
mi nuscule
mi niature
miocene
ΜΙΑΑΒΕΙΙΕ δαμάσκηνον mi rabella
καί m|robo|antθαυμάσιος
mi robalano
ΜΙ ΑΕΑ κατοπτρίζομαι
ad-m| rerθαυμάζω
m| ro| rέσοπτρον,
mi rare mi rar όρώ mi raculous
am-mi rare ad-mi rar θαυμάσιος
mi ri no στόχος mi rada βλέμμα admi re
mi rror καθρέ
¸πτης
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
mi n"
Mi noritat
mi ni mal
Mi ni ster
mi nuzi os
λεπτολόγος
Mi niatur
Mirabel l e
mi rabi l i en
θαυμάσια
ΛΑΤι ΝI ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
m|norμικρότερος μι νυς=μικρός
(βλ καί λ menu)
m| n|ster=παίς, ώς 6νω
δούλος
( δηλ όμινύς,
όμικρός,
m| n| um=μίλτος
myroba| anus
m| ror
(βλ καί λ mer)
μίλτος=έρυθρό γη,
έρυθρό βαφη
(άντιδ, : μίνιο,
μινιατούρα)
μειόκαινος
μυροβάλανος=
άρωμ. κάρυον
μύρα=θάλασσα,
γενικίις λιμνάζοντα
ϋδατα, ό "πρώτος
καθρέπτης", καθρέπτης
m| rageγοητεία
m| rac|eθαύμα
κ,δ, πολλά",
mi raggio
mi racolo
mi ra πρόθεσις
mi lagro mi rage άντικα Mi rakel
τοπτρισμός
Πλούταρχος. "άπο των προς υδασι ν
έσόπτρων", Λουκι ανός ( Ένάλι οι
Διάλογοι200,. "όπόταν έθελήσης μαθείν οίΌ
τuγχάνεις ούσα τήν όψιν, εί γαλήνη εϊη,
έπικύψασα ές το υδωρ, ίδέ σεαuτήν. "
M|5ANTNHDÞ£μισάν
θρωπος
m|santrhrop|eμισαν
θρωπία
m|sogyneμισογύνης
m|soné|ste
M| 5(H£δυστυχία
m|sérab|eδυστυχής
m|séreuxπένης
m| sér|cordeοίκτος
m| séréréκωλικόπόνος
M|TD5£λεπτήκλωστή
misantropo
misantropia
misogino
misoneismo
miseria
miserabi l e
mi sere όθλιος
mi sericordia
mi serere
έλεος'
ΜΙΤΑΑΙΙΙΕ μύδρος mitraglia
m|tra|||euseμυδραλιο mitragliatrice
¸βόλον
ΜΙ ΤΑΕ μίτρα
m|tra|μιτροειδής
mitera
MN£MDN|Gu£μνημο mnemoni co
¸νικός
mnémotechn|eμνημο mnemoni ca
¸τεχνική
ΜΟΕΙΙΕ μυελός
moe||euxμυελώδης,
άπαλός
myé||teμυελίτις
MD|5μήνας
mensue|μηνιαίος
midollo
midoll oso
mi elite
mese
mensile
misantropo
misantropia
mi sogi no
misoneista
miseria
mi serable
mi sero
misericordia
mi serri mo
πανάθλιος
( mitosis)
metralla
(ametrallar)
mitra
mitral
mnemfi ni co
mi racle
misanthrope
misanthropy
mi sogyniste
mi sery
mi serable
mi serly
φιλάργυρος
mitrai l l euse
mitre
mitral
mnemoni c
Misanthrop
Misanthropie
Misogyn
Mi sere m|ser=όθλιος,
mi serabel κακοδαίμων
Miserere έλεος
Mitrai l l euse
Mi tra m|tra=μίτρα
μισάνθρωπος
(μισώ +όνθρωπος)
μισογύνης (μισώ +γυνη)
(μισώ +νέος)
έκ του μίσος= άπέ
χθεια, άλλάκαίάντικεί
μενον μίσους, μισερός.
(άντιδ. : μιζέρια,
μίζερος)
μίτος=νημα
μύδρος.όγκος
σιδήρου, μετάλλου
μίτρα =ζώνη, ταινία
μνήμη
μνημοτεχνική
mnemotecnico mnemotechny Mnemotechnik
medul a
medul oso
mi el i ti s
mes
mensual
medul l a
myelitis
month
monthly
Hi rn*
Monat
monatlich
medu|a=μυελός μυελός
* Το γερμ. Ηί ΓΠ (άντδ,: μεδούλιì
έκ του "¯¯ κρανίον
mens|s=μήνας μήν, μηνός
μεΙς (σίολ., ¸ μης (δωρ,
457
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
MD|55DNθερισμός
mi ettitura mi es mowi ng mahen meto =άμάω, άμάω=θερίζω
moissonner θερίζω
miettere mesar to mow ab-mahen θερίζω αμητος=θερισμός
moissonneur θερι mi ettitore mesi dor mower Maher
¸στής
ΜΟΙΤΕ ϋφυγρος,
musco musty muscus ¬ μόσχος=βλαστός,
χλιαρός
: , βρύονθαλάσ
2) εύώδης ύλη
moitir ύγραίνω
mυschίομόσχος musgo musk, moss .,εύώδηςϋλη (άντιδ. : μούσκεμα,
moCt γλεύκος mosto mosto must Most μούσκιο, μούστος,
moutarde μουστάρδα
mostarda mostaza mustard (Senf, έκ τοί μουστάρδα)
muguet άνθεμίς mughetto muguete (anthemi s) σίναπις,
ΜΟΙΕ μώλος molo mol o mol e Mole moles =ογκος, μώλος=κόπος, μόχθος
moIester ένοχλώ molestare molestar molest βάρος "μωλος
·Α
ρεως"
moIestus ¯
όχληρός
MDLD55£μολοσσός molosso Molosser μολοσσός
ΜΟΜΕΝΤ χρονστιγμή momento momento moment Moment movimentum άμείβω
momentane στιγμιαΤος momentaneo momentaneo momentary momentan τοί moveo (βλ. λ. mouvoir)
έννοιολ. : "ροή χρόνου"
ΜΟΜΕΑΙ Ε ψόγος (momo μορ φρaγκ. "momer" μώμος=ψόγος, μομφή
mόme μώμος φασμός, Momus μωμάομαι =μέμφομαι
(momear) Μωμος: θεός μομφης
ΜΟΝ (ήπροσωπάντων, mi o mi my mei n meus έμός, μέ, μoύ (μεu �v.)
mien (κτητικήάντων, mi o mi o mi ne mei n Ηπροσωπικήάντωνα
moi, me mi προσωπστήνΓραμμ Β:
μι
(άρχ. : μι -δίδω ..δίδωμι)
MDNACALμοναχικός monacal e monacill o, monachal monchs monachus μοναχός (έτυμ. μόνος,
monachisme μοναχι monacazione monacal monachi sm μένω)
¸σμός monji o
moine μοναχός monaco monje monk Monch
ΜΟΝΑΟΕ μονάς monade mόnada monad Monade monas μονάς
monadisme,
monadoIogie monadol ogia monadol ogy
MDNAHGu£μονάρχης monarca monarca monarch Monarch monarcha μονάρχης
monarchie μοναρχία monarchi a monarqui a monarchy Monarchie (μόνος ¬ όρχω)
monarchique μοναρ monarchi co monarqui co monarchi st monarchisch
¸χικός
monarchisme μοναρ monarchi smo monarqui smo monarchi sm Monarchisme
κλπ. ¸χισμός
MDNA5T(H£ monastero monasterio monastery, (Kl oster)* monasteri um μοναστήριον
μοναστήρι mi nster Μύnster
monastique μονα monasti co monastico monastic monchi sch
¸στικός
moine καλόγερος monaco monje monk Monch monachus μοναχός,μονίας, μονιός
moineau σπουργίτης *(έκ τοί cl audo όπερ έκ
τοί κλείω)
ΜΟΝΟΕ κόσμος mondo mundo mundane mondan mundus ¬ μενθήρη=φροντίς,
mondain κοσμικός mondano mundano γήινος : , καθαρός.,καλ περιποίησις
mondial παγκόσμιος mondi al e mundi al λωπισμός,κόσμος. μενθηρίζω =καλλωπίζω,
monder καθαρίζω mondare mondar δηλ. κόσμημα κοσμω
( μέσψ τού ετρου
σκικού"munex")
MDN| 5M£μονισμός nomi smo moni smo moni sm μόνος
MDN|T£uH monitore monitor moni tor monitor = μηνύτωρ.ό παρέχων
σύμβουλος,μηνύτωρ ö όθόνη μηνύτωρ πληροφορίας,
monition παραίνεσις monito amonestar moni tion moni eren ό όδηγός
,έκκλ., άναγγέλλω έπιτιμώ
monitoire είδοποιητή monitorio monitory
¸ριον ,έκκλ,
458
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΜΟΝΝΑΙ Ε νόμισμα moneta moneda money χρήμα Moneten χρήμα moneta μονία (μόνη)
monnayage νομισμα- monetaggio monederia mintage ΜϋΠΖΘΠ
(έπωνυμία της θεάς ' Ήρας: "'Ήρα μονία". Είς
[τοκοπία mi nt νόμισμα
τό προαύλι ον τού ναού της έν Ρώμη
monnayeur νομ/κόπος monetario monedaje moneyer ΜϋΠΖΘΓ εύρίσκετο τό νομισματοκοπείον. Τά νομί-
monetaire νομισματικός numi smatico monetario monetary ΜϋΠΖ . . . σματα έφεραν την παράστασί της
Κ.λπ. manzen κόπτω ( monetae) . Συνεκδοχικώς, τό χρήμα. (βλ.
νομίσματα
έκτενή άνάλυσιν λήμματος είς την Είσαγω-
(άντιδ.: μονέδα)
Με πρώτο σuνθετ. ΜΟΝΟ . . . μονός
MDNDCNHDM£ monocol ore monocromo monochrome monochrom μονόχρωμος
monocorde monocordo monocordio monochord Monochord monochordon μονόχορδον
monodie monodia monodi a monody Monodie μονψδία
monogamie monogamia monogamia monogamy Monogamie monodia μονογαμία
monogramme monogramma monograma monogram Monogramm μονόγραμμα
monographie monografia monografia monograph Monographie monogramma μονογραφία
monolίthique monol itico monol itico monol i thi c monol i thi sch μονολιθικός
monoIogue mοnόl οgο mοnόl οgο monol ogue Monol og μονόλογος
monomanie monomania monomania monomani a Monomani e μονομανία
monome (άλγ.) monomi o monomi o monomi al μονώνυμον
monopole monopol io monopolio monopol y Μοποροl μονοπώλιον
monotheisme monoteismo monoteismo monotheism Monotheismus μονοθείσμός
monotone mοnόtοnο mοnόtοnο monotone monoton monotonus μονότονος
monocIe μονύελος mοnόcοl ο mοnόculο monocl e Monokel monocul us ¬ μόνος + οκκος
Κ.λπ. monopetal o monopetalo monopetalous μονόΦθαλμος =όφθαλμός
μονοπέταλος
MDN5TH£τέρας mostro monstruo monster Monstrum monstrum: μνηστήρ. ό άνακαλων
monstrueux, τερατώ- mostruoso monstruoso monstrous monstros θεοσημείον, όθεν εις μνήμην
δης θαύμα μνώμαι-μνήστωρ
ίδίας ρίζης: Μunsterπρότυπον " moneo" ^ (άντιδ. : μόστρα,
montrer (ύπο)δεικνύω mostrare mostrar Monstranz =μνώμαι μοστράρω)
montre ώρολόγιον mostra όψις muestra δείγμα monstrance δισκοπότηρον
ΜΟΝΤ, montagne monte, monte, mount, mons βουνό βουνόν(τό β έναλ-
όρος, βουνό montagna montana mountain montieren βασκικά: muno λάσσεται μέ τό μ, m,
monter 1 ) άνεβαίνω montare montar Ι mount συναρμολογώ πχ βεμβράς, μεμβράνη -
.,συνάπτω βροτός, μροτός]
MDNuM£N1μνημείον monumento monumento monument Monument monumentum μνημείον
monumentaI κ.λπ. monumentale monumental monumental monumental
MD0u£H κοροίδεύω mock moquiren μωκάομαι =μορφάζω,
moquerie πείραγμα moka mueca mockery περιπαίζω- μώκος&
moqueur εϊρων κ. λπ. mocker μόκημα =περίγελως
μωκός =ό χλευαστής
ΜΟΑΑΙ ήθικός morale moral moral Moral mos, moris μώσις=άναζήτησις
moraIite ήθικότης moralita moralidad morality Moralitat =έθος, άναζήτησις μάομαι =ζητώ,
moeurs έθιμα έπιθυμώ
MDHA55£τυπογρ. morell o moro morel l o maurustK τού --> ά-μαυρός (έτ. ά -στερη-
δοκίμιον μαύρος μαυριτανός τικόν + μαρμαίρω =
(έκ τού ίταλ. moro) moro αίθίοψ λάμπω)
moresco (brown braun)* *έκ τού φρύνος=
μαυριτανός βάτραχος μαυριδερός,
moricaud μελαμψός moretto moreno διαβιων εις μέρη σκο-
μελαγχροινός τεινά.
ΜΟΑΒΙ ΟΕ άσθενης morbido mόrbίtο morbid morbus =νόσημα μάρπτω =άρπάζω
(καί παρά γ.) μαλθακός νοσηρός (ή άσθένεια "άρπάζει")
MDHC£Auτεμάχιον morsel lo morsel φραγκ. mors μόρος,μέρος,
morceIer τεμαχίζω μοίρα, μερίδιον
ΜΟΑΟΑΕ δάκνω mordere morder (mordant) mordeo =δάκνω, σμερδαλέος=φρικα-
mordacite δηκτικότης mordacita mordacidad mordacity προξενώ δυσφο- λέος, φοβερός ώς
mors χαλινός morsa mordaza φίμω- muzzle ( lϋgel χαλινός, [ρίαν δράκων, όθεν "δάκνει".
morsure δάγκωμα morsicantura mordisco [τρον morsure έκ τού δάκνω) σμέρδος =όρμή
re-mords τύψεις smart δριμύς schmerzen άμέρδω= άφανίζω
ΜΟΑΙ ΒΟΝΟ μελλοθά- mori bondo mori bundo moribund mori bundus μόρος=θάνατος
[νατος
459
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
MDHD5£παράξενος moroso moroso morose Morsch σαπρός morosus
μη + ωρα =φροντις
(καί πσράγ.) βραδύς mora =άναβολή- μωρός =άνόητος
MDHÞN(M£μόρφημα morfema morfema morpheme μόρφημα
ΜΟΑΡΗΙ ΝΕ μορφίνη morfina morfina morphi ne Morphi um
Μορφεύς: υιός τού
morfinomane morfinomano morphino- Morphi ni st ' Ύπνου, θεός των
-mani ac Morpheus όνείρων.
βαθύς ύπνος
MDHÞNDLDC|£μορ- morfologia morologia morphology Morphol ogi e
μορφολΟΥία
[φολογία morphol ogist morphol ogisch
morphologue μορ- morol6gico morfologico
[φολόγος (anamorfosis,
morphosyntaxe Κ. α. pol ymorfo)
ΜΟΑΤθάνατος morte muerte [death* [Tod* θάνατος mors =θάνατος
μόρος =6λεθρος,
mourir θνήσκω morire morir deadl y t6dl i g θάνατος
mortifere θaνατηφόρoς mortifero mortifero dead) Ιο! "κακός μόρος" ,Όμηρος;
mort νεκρός morto muerto toten] "μόρος πατός" Αίσχ ΧΟ ¡ ë
mortel θνητός mortale mortal mortal Mortal itat mortal is θνητός "μόρσιον ήμαρ":
mortal ite θνησιμότης mortalita mortalidad mortality M6rser γουδί i mmortalis ή ήμέρα τού θανάτου
i mmortel άθάνατος i mmortale, i nmortal i mmortal -μαρτύριον σωμ. μορτός= θνητ6ς
i mmortalite άθανασία i mmortalita i nmortalidad i mmortality εμορτεν =άπέθανε'
mortuaire νεκρώσιμος mortuario mortuario mortuary Mord σφαγή
άμμόριος =άθάνατος
amortir έξασθενώ mortorio amortizar amortize amortisieren [*έκ τού τεθνώς, τεθνεώς
meurtre Φόνος (Κ. δ.) έκφορά mortuorio ταφή murder φόνος Mord φόνος πρβλ. : άγγλ. "j s dead" -
γερμ. "ist tot"
έλλην. "έστι τεθνεώς"]
ΜΟΑΤΑDΕLLΕάλλάς mortadel l a
murtus η myrtus μύρτος, μυρτιά
ίταλικός morteIIa mi rto Myrte μύρτος-μυρωδικόν
μυρσίνη
ΜΟ5Αϊ0uΕ, μωσαϊκόν mosaico mosaico mosaic Mosaik έκ τού (opus)
mοsaϊste ψηφιδωτός mosaista musi vum ¬
έργον μουσειακόν,
έκ τού museum
μουσείον
ΜΟΤ λέξις, λόγος motto mote ρητόν (wοrd-έκ τού ΜοΙΙο γνωμικόν mutitio =μυγμός
μυΥμός: μούγκρισμα
motet ψαλμός mottetto motejo Fαίρω) (Psal m ψαλμός) μύγω =βογγω με τά
motus! σιωπή! motet ψαλμός
χείλη κλεισμένα
Μουμαλακός mol l e moI I i ci o mi l d ηπιος mi ld mol l i s μαλακός
μαλθακός, μολυρός,
mol l i r μαλακώνω mol l ificare mol l i zna ψιχάλα moI I i ent
μαλακός
mitiger πραΟνω mitigare mitigar μαλακτικός
mol l asse πλαδαρός moI I e molla ψαχνό mitigate Mi l dern
mollification μάλαξις mol l ificazione mol lificacion mol l ification Mi l derung
mol l esse μαλθακότης mollezza molicie mi ldness Mi lde
mol l usque μαλόκιον mol l usco mol usco mol l usk Mol l uske * έκ τού σχήματος τού
(ra)mol l i r μαλακώνω mollare (mojo χυμός) moI I ify mi l der
σημείου τής μουσικής ύφέ-
moui l l er διαβρέχω i mmol l are mojar
σεως, b. Δηλαδή σάν τό
(έννοιολ. μαλακώνω (mollica Ψίχα) moI I a
γράμμα β άλλά μέ σχημα
έμποτίζοντας) Κ.λπ . . . mojicon παξι-
mol l e =μαλακόν.
* bemol ύφεσις ,μοcσ; [μάδι
MDuCN£μυίγα mosca mosca Muskete musca
μυϊα, μυίσκα
moucheron μυιγάκι moscherino moscona Μϋcke κώνωψ ( άρχ. μυσκία)
moucheter δια στίζω moscato ξετσίπωτη
moucharder διάστικτος amoscare
κατασκοπεύω δυσαρεστούμαι
mousquet "μουσκέτο" moschetto mosquete musket
mousquetaire μου- moschettiere (mosquear mousquetaire
(άντιδ.: μουσκέτο)
σκετοφόρος σωματοΦύ- ξεμυγιάζω)
κ.λπ. . . [λα ξ
460
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
MDuCND|Hμαντήλι moquero mucus=μυκος μύκος, μύξα
MDuDH£άλέθω mol er meal φαγητό mahl en mo|aμύλη μύλη
mou| | nμύλος mul i no mol i no mi I I Μϋhl e μέλδω =λειώνω, τήκω
mou| | netτροχός (mul i neI I o) (mol i ni I Io) mi I I er μυλω ΜϋΙ ΙθΓ μυλών: ό ει ς μύλον
άνεμόμυλος (mul enda) mol i enda ¸θρός Mahl en έργαζόμενος
moutureόλεσις mal a mul o Mehl όλευρον μώλος =μέγας κόπος
έξ ού καί τό mu|e=ήμίο mul e Maultier (άντιδ. : μουλάρι, μούλος)
νος. στρέφειτόνλίθον
τουμύλου
MDuH| Hάποθνήσκω mori re morir mors-mort|s μόρτος=θάνατος
θάνατος εμορτεν =άπέθανε
morior άποθνή (βλ. λ. mort)
¸σκω
MDuGu(H£γυνήκακής mogl i e mujer γυνή mu| | er yuvt, μαχλός
φήμης σύζυγος mujeril "εύνή μαχλός" =σύζuγOς
θηλυκός ζωηρά.
μάχλος =λάγνος
MDu55£ναυτόπαις mozzo mozo άχθοΦό μέσψ βασκικού μόθωνκαι μόθαξ =
¸ρος motz=ότριχος, παϊς δούλος
moza ύπηρέ άμούστακος μόθακες =τέκνα
τρια(έξ ών) :
ειλώτων
mocedad (άντιδ.: μούτσος - καί έκ
νεότης τού ίσπ. muchacha, ή
mΟΖόn "τσάτσα")
γελωτοποιός
καί:
muchacho
άγόρι
muchacha
κορίτσι
MDu55£άφρός (spuma = (espuma) (mousse) mu|sus=μελίκρα
mousserάφρίζω άφρός,έκ τού τος έκ τού me| μέλι
ponceέλαφρόπετρα πτύω,ψύττω
(άφρώδηςύφή, =έκβράζω,
MDu5TACN£μύσταξ mostaccio bigote (βλ. άνάλ. moustache μύσταξ(μουστάκι)
moustachuμυστακο (καί baffi *) είς Είσαγωγήν) moustached μάσταξ
¸φόρος * τό baffi έκ τού βάφω,
βάπτω
MDu5T|Gu£κώνωψ mosqui to musqui to Μϋcke musca=μυια μυΤσκα,μυϊα
moust|qua| reκουνου mosquitero mosquito Muckennetz
πιέρα
MDuvD|Hμετατοπίζω, muovere mover move moveo=κινώ, έκ τού άμείβωª
κινώ μετακινώ 1 ) άνταλλάσσω
moteurκινητήρ motore motor motor Motor 2) έξέρχομαι οικίας,
mouvantκινητικός movente αίτία movedizo mover μεταβάλλω (τόπον) :
mot|fάφορμή,αϊτιον motivo motivo ύποκινητής ΜοΙίν όθεν κινούμαι, διαβαίνω.
mouvementκίνησις, movimento movimiento movement & Motion όμεύσιμος =πορεύσιμος
βάδισμα movenza movedor motion όμεύσασθαι : μετaκ/-
mouvementéζωηρός κίνησις ύποκινητής νεϊσθαι "6λλοτε 6λλην
mob||eκινητός movi bi l e movi bl e, (movies mobi l i en γήν άμείβων"
automob||eαύτοκίνητος mobi l e mόvi l κινηματογρά Mobel -
Λουκιανός, Άνάχ. 1 8-
meub|eέπιπλον(δηλ. mobi l i a muebl e φος, "γόνυ άμείβων"
κινητόν, (mob όχλος) "διαμείβω όδόν"
é-mouvo|rσυγκινώ com-movere conmover move ( άντιδ. : μοτίβο, μοτέρ)
é-mot|onσυγκίνησις commozione, emοcίόn movi ng,
ém|gréμετανάστης emozi one motin emotion
meute,émeute muti ng
έξέγερσις
Κ.α. (παράγ. σύνθ., παρά-
γωγα έκ παραγώγων)
ΜΟΥΕΝ μέσον medi o, medi o
mi ddl e
medi al med|anus μεσιανός
m| toyenδιάμεσος (κ.α.) mezzo ( άντιδ.: "μίντια")
MuC| LAC£γλοιός mucosita mucosidad
muci l age mucus=μυκος μύκος, μύξα
muc| | ag| neuxγλοιώ muccoso mucoso κολλώδης gl uey'
Ύλοι6ς
¸δης
46!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Mu£Tβουβός,οφωνος muto mudo mute mutusοφωνος μύω. κλείω, σφίγγω τά
mut|smeάφασία
muti smo muti smo muteness χείλη- μυνδός.όλαλος
[καί afasi a aphasi a Aphasie] μυκός όφωνος,
¨μούτος¨(διαλεκτ. )
μυναρός: σιωπηλός
*άφασία (α+φημί)
MuC| Hμυκώμαι muggi re mugi r muhen mug| oμυκώμαι μυκώμαι , μύζω (μύγ-ιω)
mug|ssementμυκηθ mugghi o mugi do
μός, βοή
MuLT|TuD£πλήθος moltitudine multi tud mul ti tude mu|tus=πολύς μάλλον μάλα =λίαν
mu| t| p| |er πολλαπλα moltipl icare mul ti pl i car Ι mul ti ply mul ti pl izieren mu|tus+p|eco μάλλον +πλέκω
σιάζω
έξ ού m| euxκαλλίτερα megl i o mejor much mehr
ΜUΝ| C| ΡΑLδημοτικός muni ci pal e municipal munici pal mun| o ά-μύνω(τό α, προθεμα-
mun| rπρομηθεύω munire amuni ci onar τικόν)
mun|t|onπολεμοφόδια muni zi one mυnί cί όn muniti ous Munition μύνη=όμυνα, πρόφασις
prémun| rπροφυλάπω premunire πολεμοφόδια, (άντιδ. : μουράγιο)
κ.ο. παράγöσύνθ , ώς. κuριολ. προα κuριολ.
mur, mura| | | eτειχος muro, ¸μύνω muro °άμυντικά° Mauer
mer|onέπαλξιςκ λπ . . muraglia mural τειχικός
Μ
ϋ
ΑΕ μούρο mora mora mul berry Maul beere morum=μούρον μόρον=μούρον
mûr|erμωρέα morado ίόχΡους
mûronβατόμουρον muro salv. mοretόn μελα
¸νιά
MuHMuH£ψίθυρος mormori o murmuri o Murmel n murmur¯ μορμύρω(έπί νερών
murmurerψιθυρίζω mormorare murmurar murmur murmel n κελάρυσμανερού ποταμού)
murmurateurμεμΨί mormoratore murmurador murmurer
"ποταμόν άφρψ
¸μοιρος κακολόγος μορμύροντα" lλ. Εsaa
Mu5AC(T£μουσα (musaceo) μουσαγέτης
¸γέτης (μουσων ήγέτης)
Mu5Cμόσχος muschi o musgo musk Moschus muscus μόσχος
muscatμοσχάτος moscado moscatel muscadel Muskate (βλ. καί λ. "moite")
(οίνος,
Mu5CL£μύς muscol o muscul o muscl e Muskel mus=μύς μύς
musc| éμυώδης muscoso musculoso (muscul arity) muskul bs
muscu| a| reμυικός muscol are muscul ar muscul ar ( άντιδ. : μούσκουλο)
muslo μηρός
Mu5£μούσα musa musa muse Muse musa
μούσα (κuριολ. ή γνωσις,
muséeμουσειον museo museo museum Museum
έκ τού μω =ζητω,
muséo|og|e museol ogia Museol ogie museum "έπειδή άπάσης παιδείας
muséograph| e museografia Museographie
αύτη τυγχάνει αίτία".
mus| queμουσική musica musica music Musi k μουσείον
mus|ca|μουσικός musical e musical musical musi kalisch mus|ca μουσι κή
mus| ca| |téμουσικότης (musicalita) musicalness Musi kal i tat μουσικός
mus|c|enμουσικός musico, musico musici an Musi kant & μουσικότης
musicante (musί cόmanο) Musi ker μουσικός, μουσίκτας
mus|querμελοποιώ musicare musi zi eren μουσικογραφία,
mus|cograph|e musicografia musicografia (Musi komanie) μουσικομανία
mus|co|og|e musi col ogi a musi col ogia Musi kol ogi e μουσικολογία
mus|c-ha||(κuριολ.
°μουσικήςκαλιά°,
Mu5£Auρύγχος muso muzzl e mussoμύζω μύζω
muserμικρολογώ museruola
μυσιάω =πνευστιω
muse||èreφίμωτρον cormamusa muserol a muzzl e
musetteοσκαυλος (κέρας+μύσις, muzzy
(άντιδ. : μουσούδι)
ίδ. ρίζης: amuser ζαλισμένος
διασκεδάζω
( πρβλ. μυκτηρίζω,πρός
έκδήλωσινάστείουΓ
χλεύης,
Mu55|TAT|DN ύποτον mussitare musi tar musso μύζω
¸θορισμός ψιθυρίζω
462
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝι κογ
ΜυΤΑΤΙ ΟΝ μεταβολή mutazione mυtacίόn mutation muto, moveo άμείβω(βλ. καί λέξιν
mutueI άμοιβαίος mutuo mutυal mutυal "mouvoi r")
ίδ. ρίζης καί τό emprunt mutare mudar mutabl e πρβλ. άκόμη: "μ
α
/ταν
=δάνειον (έκ του άλλά ζω όστατος άντί μαίταυ"
=χάριν
i n+mutuum: κυριολε- άντί χάριτος -άμοιβαία
κτικως, "εν άμοιβαιότητι" έξυπηρέτησις.
εν συναλλαγή)
ΜυΤΙ ΙΕΑ άκρωτηριάζω muti l are muti l ar muti !ate muti l us =κολοβός μύτιλοςημίτυλος ^
mutile άκρωΙσμενος muti lato muti lado περικεκομμένος,
κολοβός
mutilation άκρωτΙσμός muti l azi one mυtί l acί όn muti lati on μυστιλάομαι =κατακό-
mutilateur άκρωτηρια- muti l atore muti l o άνάπηρος . . . . . πτω' "μιτύλα αιζ (Θεόκρ.)
[στής -ή ανευ κεράτων-
MVALGI E μυαλγία mi al gi a (mi odi ni a*) myal gi a (Muskel rheu- μυαλγία(μΟς +αλγος)
-mati smus) *(μΟς +όδύνη)
MVCOLOGIE μυκητολογία mi col ogi a mi col ogi a myceto . . . μυκητολογία
mycose μύκωσις mi cosi mi cosi s mycol ogi e μύκωσις
Λέξεις μέ α' σuνθ.
Μγειο . . μυελός
myelite μυελίτις mi elite mi el i ti s μυελϊτις
MVOCARDE μυοκάρδιον miocardio mi ocardio myo . . . Myokard μυοκάρδι ον
myographie mi ografia mi ografia myography μυογραφία
myologie mi ologi a mi ol ogi a myology μυολογία
myotomie Κ.λπ . . . mi otomi a (mi olema) myotomy μυοτομία
ΜΥΟΡΙ Ε μυωπία mi opi a mi opi a myopia Myopie μυωπία (μύω ¬ κλείω
myope μύωψ miope mίΟΡe myopi c
+(ψ =όφθαλμός)
μύωψ
MVRIADE μυριάς, πλήθος mi riade mi riada myriad Myriade myrias =μυριάς μυριός(βλ. λ. mi l l e)
myriophylle mi ri a . . . mi ri a . . . μυριόφυλλον
myriapode (κ. α .. .) mi riapodo mi riapodo myriapoda μυριάποδα
MVRMI DON μικρός myrmi don μυρμιδόνες(έκ του
όνθρωπος άκόλουθος μύθου ότι εδημιουργήθη-
σαν άπό μυρμήγκια).
ΜΥΑΑΗΕ σμύρνα mi rra mi rra myrrh Myrrhe myrrha =μύρρα μύρρα, σμύρνα
ΜΥΑΤΕ μύρτον mi rto mi rto myrtl e Myrte myrtus =μύρτον μύρτον
myrtiforme μυρτοειδής myrtaceous myrtenformi g μύρτον +μορφή
MVSTAGOGI E μυσταγω- mystagogy Mystagogie μυσταγωγία
[γία (μύστης +αγω)
mystagogue mystagogue Mystagoge
MVSTERE μυστήριον mi steri o mi steri o mystery Mysteri um mysteri um μυστήριον
mysterieux μυστηριώ- mi sterioso mi sterioso mysterious mysterios (έκ τού μύω =κλείω)
[δης Mystifikation
mystifier φενακί
ζω mi stificare mi sti fi car mystify φενακισμός
mi sti fi zi eren
mystique μυστικός, mi sti co mi sti co mysti c φενακίζω mysti cuS μυστικός
άλληγορικός mystik
mysticisme μυστικισμός mi sti ci smo mi sti ci smo rnysti ci sm Mystik
mysticite μυστικότης mi sti ci ta mί stίfίcacίόn mystification Mysti zi smus
ΜΥΤΗΕ μύθος mito mi to myth Mythe mythus μύθος
mythique μυθικός mitico mitico mythical mythisch μυθικός
mythographe μυθο- mitbgrafo mίtόgrafο mythographer Mythograph μυθογράφος
[γράφος μυθολογία
mythologie μυθολογία mi tol ogi a mi tol ogi a mythology Mythol ogi e μυθομανία
mythomanie μυθομανία mi tomani a mi tomani a (mythol ogi st Mythomani e
κ.λπ. Κ.λπ. μελετητής (mythol ogi -
μύθων) -sίereπ)
Ν
.
Ί
Ι ι
Ι
!
Ι
Ι
Ι
i .
'
ι
, i
Ι
Ι
Ι
ι
465
Nostal gi e
' . . .νόστον Όδυσσηος ταλασίφρονος . . ο ` ¦Όμ. Όδ. αι 87)
- Νοσταλγί α : η επίάλός, ηεπίγης, όλγοςδιάτοννόστον·
·· Οφείλω χάριτας είς την θείαν Πρόνοιαν, διότι εύδόκησε να διδαχθώ τά Άρχαϊα Έλληνικά πού
μεεβοήθησαννάδιεισδύσωβαθύτεραείςτονόηματώνθετικώνΈπιστημών· ο
ΜΑΧ vΟΝΙΑΝΕ ·ΒραβείονΝόμπελΦυσικης
•
' . . . ή ελληνική λεξη Ν γ Ξ ¦ nu|I) πού σημαίνει τήν νύκτα, καί πού τά δύο τελευταία της γράμμα-
τα. . ήχοϋνεμαζί, παράξενακαίπένθιμα. . .
Τάλατινικά καί κατόπιν τά ρωμανικά καίτάγαλλικά, γλύκαναν αύτές τίς λέξεις. . . σάν νά ύποφέ-
ρανεδύσκολατήνενότηταπούεφερνεεκείνηγειτνίασητοϋΥ Ξ. . .
ΖΑΚΛΑΚΑΡΡ/ΕΡ· ¨Τό ΈλληνικόΚαλοκαίρι ¨ ·
Έκδ. ΧΑΤΖΗΝ/ΚΟΛΗ
~!æ
°t~
- Νύξ : ή νύσσουσα ήμας προς υπνον * * * ( Ε. Μ. ) ¦νυγμός,νύχμα, νύχσις νύξις
νύξ)
'
*
Ηελληνικήγλώσσαείναιίερονκτημα, όπωςό Παρθενών· .
ΜαριάνναΜάκ Ντόναλντ
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
NAC£Hκολυμβω nuotare, nadar
nage,natat|onκολύμ natare nado,
¸βησις πυσΙο natacίόn
nageo|reπτερύγιον natatoia natador
nageur κολυμβητής nuotatore
κ.λπ.
ΝΑ
ϊ
ΑΟΕ ναίάς naϊade nayade
ΝΑΙ Ν νάνος nano enano
ΝΑΙΤΑΕ γεννω nascere nacer
na|ssance γέννησις nascita naci mi ento
κ.λπ. παράΥ.
ίδίας ρίζης:
natureφύσις natura naturaleza
nature|φυσικός naturaie natural
nat|onέθνος nazi one nacίόn
nat|ona|έθνικός nazi onal e naci onal
nata|γενέθλιος natale natal
Noë|Χριατούγεννα Natale Navidad
κ.ο
NAHC|55£νάρκισσος narciso narciso
narc|ss|smeναρκισσι narcisismo narcisismo
¸σμός
NAHCD5£νάρκωσις narcosi narcosis
narcot|neναρκωτίνη narcotina
narcot|queναρκωτικόν narcbtico narcόtίcο
narcot|serναρκώνω (narconali si ) narcotizar
ΝΑΑΙ ΝΕ ρώθων narice narices
πεΖ ρίς naso nariz
nasa| ένρινος nasal e nasal
narguerμυκτηρίζω
ΝΑΑΑΕΑ διηγούμαι narrare narrar
narrat|onδιήγησιςκ.6 . . . narrazione narracίόn
ΝΑΑΤΗΕΧ νάρθηξ,έκκλ, nartece
NAu|HAC£ναυάγιον naufragio naufragio
naufrager ναυαγω naufragare naufragar
NAuMACN|£ναυμαχία naumachla naumaqui a
NAu5££ναυτία,άηδία nausea nausea
nauséeuxέμετικός nauseante nauseante
naut||eναυτίλος nauti l o nauti l o
naut|queναυτικός nautico nautico
nauton|erπορθμεύς nauti ! o nauti l o
NAv| Cu£Hθαλασσο navigare navegar
¸πορω
nav|gab|eπλώιμος navigabil e navegable
nav|gateurθαλασσοπό navigatore navegante
¸ρος
nav|gat|onναυσιπλοία navigazione naνegacίόn
nav|reπλοίον navigli o, nave
nace||eάκάτιον pi roscafo*
naνa| ναυτικός navale naval
nef: , πλοίον2) νάρθηξ navata navata
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
natation
naiad Najade
(ΙίΠΥ=νάνος
έκ τού ||tt|e.
όπερέκ τού
λιτός =όλίγος,
nascent άρτι Nativitat
¸φυης ώροσκοπία
native ίθα nativ έγχώριος
¸γενης
nature Natur
natural naturell
nation Nation
national national
natal naturalisieren
narcissus Narzisse
narcissism Narzi ssi smus
narcotization Narkose
narcotine ( Narkotiseur)
narcotic narkotisch
narιοtίΖe narkotisieren
nostril Νϋster
nose Nase
nasal nasal
narrate narren έμπαίζω
narration Narr οφρων
narthex
(-Shi pwreck) *
(fail -έτ. σφαλ
¸λω,
naumachi a
nausea Nasse ύγρασία
nauseous nass ύγρός
nauti l us (Nauti k ναυτιλία,
nautical Nautiker
(ferry .. . *) Nauti l us
navigate
navigable
navigator
navigation Navigation
navy ναυτικόν
Nachen λέμβος
naval
nave
467
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ηο =πλέω νέω-νώ=π
λ
έ
ω νήχω, νάχω=
κ
ο
λ
υ
μ
βώ
νευστήρ=
κ
ο
λ
υ
μ
β
η
τ
η
ς
na|as ναϊάς(
ν
ύ
μ
φ
η
ποτ
α
μ
ώ
ν
) · έκ τού
ν
ά
ω =ρ
έ
ω
nanus νάνος
(έτ.
ν
ή +ό
ν
ω
) Ε. Μ.
nascoγεννωμαι γνήσι ος, γνη(α) σι ότης
αρχικώς: =
ν
ό
μ
ι
μ
ο
ς
γ
έ
νν
η
σ
ις
,
gnascor
κ
α
τ
α
γ
ω
γή.
''Υι/
ωτοί τε Υν
ω
ταί τε "
=
ά
δ
ε
λ
Φο
ι
κ
α
ί
ά
δ
ε
λ
φα
ί
.
[έκ τού
Nationalsozialismus,
¯¯ "Nazi"]
narc|ssus νάρκισσος,
Ν
ά
ρ
κ
ι
σσο
ς
νάρκωσις
ν
ά
ρ
κ
η=π
α
ρ
ά
λ
υσ
ις
,
ά
ν
a
ι
σ
θ
η
σ
ί
α
,
ν
έ
κ
ρ
ω
σ
ις
.
"ν
ά
ρκη καταχείται
κατά τής χειρός".
nar| s, nares¯ ρίνες =ρ
ώ
θ
ω
ν
ε
ς
ρώθωνες "όφθαλμούς, ρίν
ά
ς
τ
ε"
nasus =ρίς Ίλ. Π, 503
narro,έκ τού γνώρι μος, γ
ν
ω
ρ
ι
σ
μ
ό
ς
gnarus=γνώρι
μος.έμπειρος
νάρθηξ
naufrag| um έκ τού ναύς+Fρήγνυμt
ναυάγιον ( * έκ τού σκ
ά
φ
ο
ς
+
+
ε
'ργ
ω
)
naumach| a ναυμαχία
nauseaναυτία ναυτία,
ν
α
υσ
ί
α
ν
α
υτί
λ
ο
ς
ν
α
υτ
ι
κό
ς
ν
α
ύτη
ς
(* Φ
έ
ρ
ω
,
έκ τού πόρ
ω
,
π
ε
ί
ρ
ω
=π
ε
ρ
ν
ω
θ
ά
λ
α
σσ
α
ν
)
nav|s=
ν
α
ύ
ς
(+ago) ναύς,ναFς(+όγ
ω
)
I
( Εί
δ
ι
κ
η π
α
ρ
α
τήρησ
ις
Er mout - Mei l l et :
C est aux Grecs que l es Lati ns ont
empr unte l a pl u par t des t er mes de
navigation, comme c' est d'eux qu' i l s οπΙ
appri s l a navi gati on, el l e -meme". Δηλ.
Απότούς ΕλληναςοίΛατίνοιέδανείσθησαν
τούς περι σσοτέρους όρους τής νουσι -
πλοΤας. καθώςάπόαύτούςέγνώρισαν καί
τηνίδίαντηνναυσιπλοίαν. ,
1 * (pi rbscafo: π
ύ
ρ +σ
κ
ά
φ
ο
ς
)
468
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
Ν
Ε
ΑΝΤ ούδέν,μηδέν niente
aneantir έκμηδενίζω anni entare
Ν
Ε
ΒυΙΕυχ νεφελώδης nebuloso
nebuleuse νεΦέλωμα nebulosa
nebul osite συννεφιά nebulosita
ni mbe φωτοστέφανος (nebbi a όμί
nephelion νεφέλιον χλη,
N
E
CROLOGIE
necroIogia
necromancie
necromante
necrophiIie
necrofi I ia
necrophore
necroforo
necropole
necrόΡοΙί
necropsie
necropsia
necrose κ.λπ . . . necrosi
N£CTARνέκταρ, nettare
ήδύποτον
NEFLE μούσμουλον nespoIa
N
E
GLI G
E
άτημέλητος negI i gente
(καί παράγωγα . .)
N
E
GOCE έμπόριον
negozio
negocier έμπορεύομαι negoziare
negociant έμπορος negoziante
(κ. λπ.)
NEIGE χιόνι neve
neiger χιονίζω nevicare
nival χιονώδης
nevoso
Λέξεις μέ α' σuνθ.
Ν
Ε
ΜΑΤΟ . . .
ώςnematocyste
κ.α. διάφορα
Ν
Ε
ΜΟΑΑΙ δασόβιος
nemoraIe
N
E
NIES θρήνος
neni a
Λέξεις μέ α' σuνθ.
ΝΕΟ . . .
πχ neoIithique
neoIi tico
neologisme
neoI ogi smo
neoplasie (Κ. α.)
neopIasia
N
E
PENTHES νηπενθές nepente
Λέξεις μέ α' σuνθ.
N
E
PHRO . . . nephrite
nefrite
N
E
POTlSME συγγενο
nepoti smo
¸κρατία
NERF νεύρον
ηθΓνο
nerveux νευρικός
nervoso
nervosite νευρικό
nervosita
¸της
enerver έκνευρίζω,
nevropathe κ.λπ . . .
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
nada
anonadar
nebuioso
nebuIosa
nebI i na
(ni ebI a)
(nefeI ismo)
(nefeIometria)
necroIogia
ni gromancia
necrofi I i a
necrόfοrο
necrόΡοΙίS
necropsia
necrosi s
(necroIatria)
nectar
nectarino
nectareo
ni spero
negI igente
negoci o
negoci ar
negoci ante
ni eve
nevar
nevoso
nemoroso
neoIitico
neoIogi smo
neopI asia
nepente
nefritis
nepotismo
nervio
nervioso
nervosidad
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ηοηθ ούδείς ΝυΙ Ι ne+ens, entis νη (άρνητικόν)+όντότης
nothing ούδέν νη+εν
nebui ous nabeIich nebul a νεφέλη, νέφος ( έκ τού
nebula NebeI όμίχλη άρνητ. νή +φάος, Φώς)
(nebuI y)
ni mbus Ni mbus
necroIogy NekroIogie νεκρολογία
necromancy Nekromantie nigromanta νεκρομαντεία
necrophiIia Nektrophi I i e νεκροφιλία
(cofin)* νεκροΦόρος
necropoIis NekropoIis νεκρόπολις
necropsy νεκροψία
necrosis Nekrose νέκρωσις
(*έκ τού κόφι νος)
nectar Nektar nectar νέκταρ
nectary
medIar mi speI mespila μέσπιλον
negIigee NegI i ge neglίgo άμελώ νη (άρνητ. ,+ άλέγω =
φροντίζω, έπιμελούμαι
negotiation nec + oti um νη+Τα
υ
σιος, τηΟσιος =
negoti ate =άργία άνωφελής, αχρηστος.
negotiator Δηλ. δχι όχρηστος,μή
άργών,όραέργαζόμενος,
έμπορευόμενος.
snow Schnee ηί χ -nivis χιών νί ψ,νίφα =χιων
(it) snows schneien niveus =νιφετώ νιφός
snowy schneei g ¸δης
νηματο.. (νημα)
nemus =νέμος νέμος = σύδενδρος
τόπος,νομήνέχων
nenia =θρήνος νηνία=θρήνος
νέος
neoIi thi c (Neophi I oI ogi a) νεολιθικός
neoIogism NeoIogismus νεολογισμός
neopIasty (NeopIasma) νεοπλασία
nepenthe nepenthes νηπενθές(νη +πένθος)
nephriti s Nephri ti s νεφρός
νεφρίτις
nepotism Nepotismus nepos =έγγονός νέπους=νεογνόν
(έκ τού νέποuς ¯
άνεψιός)
(άντιδ. : νεποτισμός)
nerve ΝθΓν nervus νεύρον (έκ τού νήθω=
nervous nervos =γνέθω-τό νεύρα παρο-
( nervati on) Nervositat μοιάζονται με "νήματα") .
469
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
NESTOR σύμβουλος nestore Nestor σοφός Νέστωρ βασι λεύς τής
όδηγός Πύλου: γέρων καί σσφός
ΝΕΤ καθαρός netto neto nett netto niteo λάμπω νίπτω =πλύνω
nettoyer καθαρίζω nettare ni tido εύκρινής nett εύπρεπής νίπτρον: ύδωρ νίΨιμο ν
(νίτρον
:
σάπων)
(άντιδ. : νεττάρω)
N£UFέννέα πονθ πuθνθ πί Πθ neun novem εννέα( άρχικώς
nonante ένενήντα novanta noventa ni nety neunzi g εννέFα)
Novembre Νοέμβριος Novembre Novi embre November November Γραμμ. Β: εννέFο
( άρχικώς 90ς μήν)
NEUF & NOUVEAU νέος πuονο ΠUθνο new, πονθΙ neu novus νέος νέος
novation άνανέωσις ri n-novazi one novedad newness Neurung Γραμμ. Β: νέFος
νεότης νεωτερισμός
novateur νεωτεριστής rinnovatore πονίο (μνηστήρ i n-novator
novice δόκιμος πονίΖίο έκ τού νιόπαν- novice ΝονίΖθ
nouveIIe "νουβέλλα" noveIIa noveIa [τρος) noveIIa ΝονθΙΙθ (άνTlδ.: νουβέλλα)
Λέξεις μέ α' σuνθ.
N
E
VRO . . νεύρον
Π. χ. neurasthenie nevrastenia neurastenia neurasthenia Neuropathie νευρασθένεια
neurochirugie ΠθνΓΟ . . . neurocirugia Neurochi rurgie νευροχειρουργική
neuroIogie neuroIogi a neuroIogi a neuroIogy NeuroIogie νευρολογία
nevraI gi e nevraIgia neuraI gia neuraIgi a NeuraIgie νευραλγία
nevrose nevrosi neurosis neurosi s Neurose νεύρωσις
nevropathie (κ.λπ .. .) neuropatia neuropatia neuropathy νευροπάθεια
NEUTRE ούδέτερος, ·ite neutro, -ίΙι neutro,-idad neuter, -ity neutraI, -itat neuter ούδέτερος νη(άρνητ.) +ετερος,
ούδετερότης δηλ. ούδέ έτερος
neutraI iser έξουδετερώ neutrizzare neutri zar neuterize neutraIisieren (άντιδ. : "νετρόνιον")
ΝΕΥΕυ άνεψιός πί ΡΟΙθ άνειμός, πίθΙΟ έγγονός nephew Nefe nepos έγγονός νέπους=νεογνόν
ni ece άνεψιά έγγονό (*sobrino ni ece Nichte νέποδες =άπόγονοι,
άνεψιός) *soror =άδελφή, τέκνα
φίλη *οαρ= ή σύζυγος
όαριστης =οίκεϊος,
συγγενής
NID, nichee, νεοσσιά ni do ni do, nidada nest Nest ni dus: νεοττιά, νεοσσιά,νεοττιά =
niche κοίλωμα τοίχου ni cchi a ni cho ni che σηκός φωλέα φωλεά - νεοττεύω =
nicher έμφωλεύω anni darsi anidar nestIe nieder ταπεινός κλωσσάω
ni ai s μωρός (δηλ. νεοσ- ni diace nestIi ng
σός, δέν γνωρίζει νά πετά)
ΝΙ ΕΑ άρνοϋμαι negare negar negieren nego άρνοϋμαι
negatif άρνητικός negativo negativo negative negativ έκ τού ne(c) νη. άρνητικόν μόριον
negation όρνησις Κ.λπ . . negazione negacίόn negation Negation =νη
NIGAUD άνόητος Λεξ. Larousse: έξ ένός
niganderie εύήθεια Νικοδήμουborne =
ni que σημ. έμπαιγμοϋ εύήθους
έκ τού Nicodeme,
Νικόδημος
NI HI LI SME μηδενoKρατiα ni hi I i smo ni hi I i smo ni hi I i sm Ni hi Iismus ni hi I =ούδέν νη+χιλός=ταγή, τροφή'
ni hi I i ste μηδενοκράτης ni hi I ista ni hi I ista ni hi I ist Ni hi Iist ηί + hi l us ¯ (εύχιλος = ό έχων
όφθονον ταγην)
( άντιδ. : "νιχιλίσμός")
[Βλ. έκτενή άνάλυσιν είς άρχήν γράμματος Κ]
NI NAS κορίτσια πί πποΙο πί πο παιδί πί ΠΠΥ μωρός
ni nni um νίννιον νίννιον: , κούκλα
όθυρμα ni fa κορίτσι 2) παιδί
πί ΠθΓ παιδ.ήλικία νήνι ς=νεθ.νις
mi fera τροφός
ΝΙΤΑΕ νίτρον πί ΙΓΟ πίΙΓΟ πίΙΓθ Ni trum
ni trum νίτρον
nitrique νιτρικός nitrico nitrico nitric
Νι νΕΑυ στάθμη, ΙίνθΙΙΟ
πίνθΙ ΙθνθΙ Ni veau IibeIIa, I i bra: λίτρα.Τό ίταλ. νομισματ.
έπίπεδον (μέτρον βάρους)
σύστημα παρελήφθη έκ
niveIer σταθμίζω IiveIIare
niveiar Ι ΙθνθΙ πίνθΙΙίθΓθΠ
τών Δωριέων τής Σικελίας.
470
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΝΟΒΙΕεύγενής nobi l e nobl e nobl e nobel nobi l i s ÷γνωστός,
γ
|-νώσκω
no|a|esseειΊγένεια nobi l ta nobl eza nobi l ity διάσημοςτού
nosco,γιγνώσκω,
NDCN£Hναύκληρος nocchi ero noque (shi p- nauc|erus ναύκληρος
πλοηγος -master*) ναύκληρος *(έτ. σκάφος+μήστωρ)
NDC|| βλαβερος
nocivo nocivo noχi ous nachtei l i g nex βίαιοςθάνατος νέκυς=νεκρός
nocu|téβλαβερότης
nocumento (i nocenci a) Nachtei l noxaβλάβη "νέκuες κτάμενοι "
| nnocentάθώος
i nnocente i nnocuo, i nnocent ίη + nex,nec| s αν(ευ)+νέκuς
i nocente =νέκυς
ND£D κόμβος
nodo nudo node knoten nodusκόμβος. νήθω=γνέθω, κλώθω
nouerδένω
annodare anudar nahem ράπτω δεσμος νήμα, νήσις, νώντα
nodu|eόζος
(nodoso) nόdul ο nodul e nahern πλησιάζω necto=νήθω, =νήθοντα ' Ησύχ ,
γνέθω. δένω
ΝΟΙΑ μαύρος
ηθΓΟ negro (bl ack μαύρος.
n|ger-n|gr|s=μέλας.πένθος,θάνατος.
no| rc| rμαυρίζω
annegrare ennegrecer έκ τού ρ. φλέγω,
δυστυχία.έκ τού necromant|a=νεκρομαντεία
dénίgrer κακολογώ
" horan| gra" =ήμαύρηωρατούθανάτου
nègre °νέγρος°
"n|graTartara"=μαύρα,πένθιμαΤάρταρα
négr|erδουλέμπορος
NDL|5 ναύλος
ποίο (porte ναύλος, nau| um ναύλον, έτυμ. ναϋς=
no| | ser ναυλώ
nol eggi are βλ. λ. "port") =πλοϊον
no| ίsementναύλωσις
nol eggi o
nau|ageναύλωσις
nol eggi atore
ναυλωτής
ΝΟΜ όνομα
nome nombre name, noun Name nomenόνομα όνομα
non+| na| ονομαστικος
nominale nomi nal nomi nal Nenner παρονο όνομαίνω = καλώ κατ
nommerόνομάζω,
nomi are nombrar Ι name ¸μαστής όνομα
nom| nat|fονομαστικος
nomi nativo nomi nar nomi native Nomi nati v
nomenc|atureόνο
nomencl atura nomenc! atura nomenclature Nomenklatur nomen+ca|o όνομα +καλώ
ματολογία
pronomάντωνυμία
pronome pronombre pronoun Pronomen pro+nomen πρό +6νομα
Κ.α. nomea φήμη nami ng όνομα Nomographi e
¸σία όνοματογραφία nomas=νομάς
NDMAD£νομάς
nomade nomada nomad Nomade νομός -νομή, =βοσκή,
nomad|sme
nomadi smo (nomadi c) (nomadi sch) έκ τού ρ. νέμω
ΝΟΜΒΑΕ, numéro
numero numero number Nummer numerusάριθμος νέμω =μοιράζω
άριθμός
,είςτήνάρίθμησιν ένυπάρχειήέννοιατής
nombrerάπαριθμώ
numerare numerar Ι number numeri eren μοιρασιας,
nombreux πολυάριθ
numeroso numeroso numerous (numeri sch (άντιδ. : νούμερο)
Κ.λπ. Κ.λπ . . . ¸μος
άριθμητικός)
ΝΟΜΒΑΙ Ι όμφαλcς
ombel i co ombl i go navel Nabel
όμφαλός
NDMAHGu£νομάρχης
nomarca Nomarch
νομάρχης(νομός+αρχω)
nomarch|e
νομαρχία
nomographe
nomografia nomografia
νομογράφος
nomotmte
(nomograma) (nomology)
νομοθέτης
nοme νόμος
nomo
ΝΟΝ, ΝΕόχι.δεν
ηο πο no, πο! ηθί π, ni cht
non,έκτούne νη.άρνητικόν μόριον
πί ούτε
ne πί ΠΟΓ noch . . .
πρβλ. :: "νέ τώει, νέ πίνει "
νηπενθης =άπενθης
νηνεμία=έλλειψις άνέμου
NDNC£άγγελιαφόρος
πυΠΖί ο nunci o nunci o
Nunti us nunt| us 'νέοντι
º
annonceάγγελία annunzi o anunci o annuncement
Annonce nunt|sάγγέλλω Ό άγγελιαφόρος
Annonc|at|onεύαγ Nunziata Αnuncίacίόn Annunci ati on
γελισμος (Κ. α.)
κομίζει ¨νέοντι'
(άντιδ.: "νούντσιος")
NDNCNAL£NTνωθρός
nonchal ant
ηοπ +cha|eur
noncha|ance νωχέ
nonchalance
βλ. λ. non+chaud
¸λεια (θερμός,
ΝΟΝΝΕ μοναχή nonna Nonne
nonna =μοναχή νέννος=θεϊος
nonnetteνεαρά
νάννα, νόννη =θεία
νίννη =η μάμμη
NDDLDC|£ (noosiera) noology
νοολο
γ
ία
noét|que noetic
νοητικός
47J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝι κον
NORD όρκτος,βορράς nord norte north Nortden
έκ τού παλ. άγγλ. ccdc έπίτό λαιό γραφή
έξ ού normand: νορμαν
τηςλέξεως°θρόνος°, thron-us. 'Έννοια: Ό
δός. όνδρας τοΟ βορρό
θρόνοςτοΟβασιλέωςέτοποθετεΙτοπρόςτό
καί Norvege Νορβηγία σημεΙον της όρκτου Βασιλεύς ΆρθοΟρος =
,πρόςΒόγουσα, όρκτοΟρος
ΝΟΑΜΕ κανών,γνώμων
norma
norma norm Norm
norma =γνώμων ννώρ(ι)μος(βλ. άνάλ.
normaI κανονικός normaI e
normaI normal normal
είς Είσαγωγήν)
γνώμων
NOSOGRAPHI E νοσο
(nosocbmi o) (nosocomi o) nosography Nosographi e
νόσος(έτ. νο = νη=
γραφία
=οχι +σώος, σόος)
nosoIogie νοσολογία
nosol ogia
nosol ogia nosology Nosol ogi e
NOSTALGIE νοσταλγία
nostal gi a
nostal gi a nostalgia Nostalgie
νοσταλγία
nostaIgique νοσταλ
nostalgico
nostalgico nostalgic nostaIgiker
(νόστος =επάνοδος
¸γικός
+ αλγος =πόvος)
ΝΟΤΕ σημείωσιςνότα nota
nota note Note
nota έκ τού γι-νώσκω
noter σημειώνω notare
notar Ι note notieren
nosco =γινώσκω γνωτός
notabIe διάσημος notabi l e
notable notable
(g)notus ( άντιδ. : νότα)
notaire σcμβoλαΙoγράφoς notaio
notario notary Notar
notice σημείωσις noti zi a
noti cia noti ce Noti z
notion έννοια,γνώσις nozi one
noci bn notion
notoire πασίγνωστος notorio
notorio notorius
NOURRI R τρέφω nutri re
nutri r nurture nahren
nutrio θηλάζω,
νάω=ρεω
nourriture τροφή nutri mento
nutri mento nutri ment Nahrung
τρέφωδιόγάλακτος
νάτωρ=ρέων
nutrition θρέψις nutri zi one
nυtrίcίόn nutri tion Ernahrung
nutricatus
νάομαι =ποτίζομαι
nourrice τροφός nutrice
nodriza nurse (Amme)
θηλασμός
ναρος =ρευστος
(nutria ένυδρίς,
nutrix τροφός
NOUM
E
NE νοούμενον noumeno noomeno noumenon 'νοούμενον¨
(ήλέξιςέπλάσθηύπότοΟ
ένόντιθέσειπρόςτό
Κάντ,
"φαινόμενον"
NOUS (προσ. άντων, ήμεΙς noi
nos (we, έτυμ. έκ
nos =ήμεΙς
νώ =εγώ, νω(δυίκός
notre, nos ,κτητ άντων, nostro nosotros τού -ημεΙς, άριθ. εμείς οί δύο)
"νώ άνaβησάμενοι "
Οδ. ο. +¯ë
"νώ εξιμεν" Ήλ. Σοφ 75
"νωίτερον λέχος"
Ί λ Ο. :-
ΝΟΥΕΑ πνίγω annegare anegar
neco =φονεύω
νέκυς=νεκρός
(ad+necare)
noyade πνιγμός annegamento anegadizo noyade
Νυγυμνός nudo des-nudo naked nackt
nudus =γυμνός
γυμνός, έκ τού νυμνός
nudite γυμνότης ( Κ. δ, nudita desnudez nudity Nudi smus
-κατ' άνομοίωσιν - όπερ
γυμνισμός
έκ τού εκδεδυμένος
( πρβλ. καί ''γδυμνός'')
NUBI LE έπίγαμος nubi l e
nobi l
nubo =καλύπτω
νύβω.πανάρχ. ρήμα
nubi I ite έπιγαμία nubi l ita
nupci as γάμος nuptial γαμήλιος σημαινον "καλύπτω"
(έξ ού νύμφη, νέφος)
πρβλ. καί τό σημερ.
°κουκουλώνω°έπίγάμου
NUE νεφέλη nuvolo, nube
nube Nebel
nubes =νέφος
νέφος, νεφέλη
nuage νέφος nuvola
nebuiosa όμίχλη
nubeia =νεφέλη
νύβω =καλύπτω
nuageux νεφώδης nuvoloso νεφέλωμα
nuance άπόχρωσις ( nuvolosita)
nubI ado nuance Nuanci erung
ni mbe φωτοστέφανοΚδ ni mbo
ni mbo ni mbus αΙγλη Ni mbus
NUI RE βλάπτω nuocere (danar)* benachtei l i gen
noceo βλάπτω
βλ. λ. "notif"
nuisi bIe βλαβερός nocivo
nocivo nui sance nachtei l i g
* Τό ίσ. έκ τού dap-
ένόχλησις num, όπερ έκ τού
δαπάνη
Νυ|Τνύκτα notte noche ni ght Nacht
mi nuit μεσάνυχτα mezzanotte medi anoche mi dni ght Mitternacht
nox-noctis =νύξ νύξ νυκτός-νύχιος
noctambuie ύπνοβάτης (sommam- (sonambul o*) noctambulist (Somnam- νύξ- νύχα =νύκτωρ
nocturne νυκτερινός -bul o)* -bul e*)
nox+ambulo ¯
νύξ + άμπολώ
(Κ δ, notturno nocturno nocturn nachtlich (βλ. λ. ambul ant)
*(sommei l (βλ. λ.)
+ambul ant)
472
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Νυιούδείς ηυl lο nadie, ηί υηο ηul l ακυρος Νυl l μηδέν nuI I us, εκ τοί
nuI I ite μηδαμινότης nul l ita nul idad nul l ity άκυρό- ne +unus νη(αρνητ.) +ενας
annuIer άκυρω annul l are anul ar Ι annul [της annul i eren (κυριολ. ούδείς)
NUMISMATI QUE numi smatico numi smatico numi smatic Numismatik νομισματι κός
numismate νομισμα- numi smatista (numi sma) (numi smato- numi smatiker (νόμισμα έκ τού νέμω -
[τολόγος -Iogy) νομίζω)
ΝΥΜΡΗΕνύμφη ni nfa linfa, ni nfa nymph Nymphe nympha νύμφη(εκ τοί νύβω =
*nuora νύμφη nuora* * παλ. αΥΥλ. *(Snur) καλύπτω -καλύπτρα
nymphee νυμφαίον ni nfeo ni nfeo snor νύμφης-)
nymphomanie ninfomania ninfomania nymphomany *(σ)νυ6ς =νύμφη
νυμφομανία
(paroni nfo)
nymphea νυμφαία, ni nfea (nenύfar) nymphaea nymphea ^ νυμφαία,νούφαρ
νούφαρο ni nfale l ί nfatίco (βλ. καΙ λ. "nubi l e")
nupti aI νυφικός nuzi al e έπιθα- nupci al nupti al
noce γάμος [λάμιος nupci as
nozze γάμος ( Ο γάμος λέγε-
ται καί "boda" -
βλ. λ. "voeu")
parani nfo
παράνυμφος
NYSTAGME νυσταγμός
nystagmus νυστα-
γμός, κλίσις κεφαλής
ο
475
ο
Ol ympi que
Orchest re
«· Ορχήστρα ¤ ¤ ¤ Ήμικύκλιοντοϋ θεάτρουένΨ ό χορόςόρχείται. . .
»
(,Οκτάβα ¦OcIave) , όρος πού στην μουσικη γλώσσα δείχνει τόν όγδοο ήχο της διατονικης κλί·
μακος. . . τοποθετεί τό διάστημα της όκτάβας στη βάση πολλών μουσικών θεωριών, άπό τηνέποχη
τώνΆρχαίωνΈλλήνων. × .
»
fγκυκλοπαίδειαΠαγκόσμιαςΜουσικής
•
«Οί ϊδιοι οί Έλληνες πού μάς έδωσαν τό όνομα γιό τό πολίτευμά μας, την Δημοκρατία, μάς
έδωσαν καί τό όνομα πολιτικη ¦ |ÒL| T| C) . . . Οί Έλληνες μάς έδωσαν έπίσης την πολύτιμη λέξη
Οίκονομία ¦LCÒNÒMY) . Είχαντηνλέξη οί κονόμος άπό
τ
ό οίκος και τό νόμος a . .
»
ΤΗΕAEBSIERD/CI/ONAR\OFΤΗΕEGN//SH/ANGUAGE
ΕDΙΤ/ΟΝGRO//ER, Ν. \ORK
*
« ΈργοντηςΟί κονομίας, το εύ οίκείν τον έαυτοϋοίκον» .
ΞενοΦώντος, 'Όίκονομικός¨
÷
« | NGLN| ÒHÜMGHALC| AL |LATÜ | M|LLL| HÜ»
¦ΚινούμεθαμέτηνπνοηντοϋπνεύματοςτηςΈλλάδος)
476
ΟΛΥΜΠΙ ΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Τόν άγώνα τόν Ολυμπι κόν,
στεφανίτην τε καίίερόν,
μέγι στον πάντων . . . .
(Στράβωνας Γεωγρ. HC 353,
Οί¨πρώτοι¨ ΟλυμπιακοΙάγώνεςδένέγιναντο 775 π. χ. όπωςέσφαλμένως, πολυ συχνά, άναφέρεται. ΤΟ
775π. Χ. έχουμετηνπρώτηίστορικηΟλυμπιάδα, ¨άφήςοί Έλληνεςάριθμούσι τούςχρόνους¨. ¦Αριστόδημος,
F|g.TL. G. )
.
ΌπωςγράφεικαΙο ΠαυσανίαςεΙςτά¨Άρκαδικά¨¦22) .
· ο δέάγώνό Ολυμπι κός, έπανάγουσι ν αύτόν
ές τά άνωτέρω τού άνθρώπωνγένους,
ΚρόνονκαίΔία αύτόθι παλαϊσαι λέγοντες. . . . ·
Διότι, όπως έπεξηγεϊ ό ϊδιος είς τά ¨Ήλειακά¨ ¦Α' 7), ¨Διός τεχθέντος, έπι τρέψαι Ρέαν τού παιδός τήν
φρουράντοϊς ΊδαίοιςΔακτύλοις . . . "Όταν δηλαδη έγεννήθη ό Ζεύς, η Ρέα η μητέρα του άνέθεσε την Φύλαξί
του είς τους Κουρήτας, είς τους Ίδαίους Δακτύλους. . . τον Ήρακλή ¦τον πρεσβύτερον) , τον Παιωναϊον, τον
Έπιμήδην,τονΊάσιονκαΙτονΙ δαν. . .
·. . . τόνδέ Ήρακλέα παίζοντα, είναι γάρ δή αύτόν πρεσβύτερονήλΙkίς,
συμβαλεϊν τούςάδελφούςέςαμιλλανδρόμου, καί τόν νικήσαντα
έξαύτώνkλάδuστεφανώσαικοτίνου. . .
Ήρακλεϊ ούνπρόσεστι τφ Ίδαί φ, δόξα τον τότε άγώνα
δι αθεϊναι πρώτφ καί ' Ολύμπι α όνομα θέσθαι . »
ΚαΙ ώρι σε αυτόν τον άγώνα νάτελήται κάθε 4 ¦ συμπληρωμένα) έτη, δι ότι οΙ Ί δαϊοι Κουρήτες,
οί φύλακεςτούΔι ός, ήσαν πέντε .
«Δι ό πέμπτουούνέτους αύτόν κατεστήσατο αγεσθαι ,
ότι αύτόςτεκαί οίόδελφοί πέντε ήσανόρι θμόν. ·
Άργότερα, συγκεκριμένως b0 έτη μετά τον κατακλυσμόν τού Δευκαλίωνος, ό άπόγονος τού Ίδαίου
Ήρακλέους ¦καΙ όχι τού Ήρακλέους τής Άλκμήνης) Κλύμενος, μετέφερε τους άγώναςάπο την Κρήτη στην
Πελοπόννησο.
`Α
°
8 Τούτων δε ϋστερον Κλύμενον τον Κάρδυος, πεντηκοστφ
μάλι στα ετει μετά την συμβάσαν επί Δευκαλί ωνος έν ' Έλλησι ν
έπομβρί αν, έλθόντα έκΚρήτης, γένοςάπό Ήρακλέους όντα τού
Ίδαίου, τόν τε όγώνα έν Oλυμπίς θεϊναι καίΚούρησι τοϊς τε
αλλοιςκαί Ήρακλεϊ τφ πρoγόνu λέγουσι ν ίδρύσασθαιβωμόν . . . '
Ακολούθως ό ´Οξυλος ¦ uί oς τού Αϊμονος καΙ έγγονός τού Πελασγού) έτακτοποίησε τά τών
άγώνωνκαΙ έπι σημοποίησε την τελετήν.
Μετά τον Όξυλον όμως, οί άγώνες παρήκμασαν, περιέπεσαν εί ς λήθην, καΙ έξέλι πον μέχρι ς
ότου έβασίλευσεν εί ς την Ήλι δα ό Ήρακλεί δης Ί φι τος, υί ός τού Αίμονος. ¨ Έξέλι πεναχρι Ίφίτου
τό Ολύμπια ¨ γράφει ό Παυσανίας.
Καί συνεχίζει .
«. . . . χρόνω δέύστερον ´Ιφι τος, γένοςμέν ωνάπό Οξύλου. . . .
τόν άγώνα διέθηκενέ ν Oλυμπίς, πανήγυρίν τε Όλυμπι κήναύθις
έξόρχήςκαίέκεχειρίανκατεστήσατο, έκλι πόντα έπί χρόνον,
όπόσοςδή ούτος. . .
τφ δέ Ίφίτu, φθει ρομένης τότε δ η μάλι στα τής Έλλάδος ύπό
έμφυλίωνστάσεωνκαίύπό νόσουλοιμώδους, έπήλθεν αί τήσαι τον
έν Δελφοϊς θεον λύσι ν τών κακών ' καί οί προσταχθήναι φασΙν ύπο
τής Πυθί ας ώςαύτόν τε Ιφι τονδέοι καί Ήλείους τον ' Ολυμπι κον
άγώνα άνανεώσασθαι . . .
>
Δηλαδη ό ´Ι φιτος, έπειδη τότε είς την Έλλάδα συνέβαιναν πολλά κακά, έζήτησε την συμβoυλq τού
ΜαντείουτώνΔελΦών . . . ΚαΙόΆπόλλων,διάτήςΠυθίας,προσέταξεάνανέωσιντώνΟλυμπιακώνΆγώνων. . .
Οχρησμόςύπήρξεόέξής.
Πελοποννησίοις. Ώ γήςάκρόπολι ν πάσης Πηλοπηίδακλεινήν ναίοντες,
πρέσβει ςτεβροτωνπάντωνκαίόριστοι, φράζεσθ έξέμέθενχρησμόνθεού,
όττι κενεiπω. Ζευς ύμίν τελετής μήνι ν εχει ηνδιέχρησεν, οϋνεκ' άτι μάζοντες
' Ολύμπι α πασι νάνακτος Ζηνός, τού πρωτοςμένίδρύσατοκαί θέτο τιμήν
Πεϊσος, καίμετά τόνδε Πέλοψ, ότε δήμονέναιεν Έλλάδα, θήκε δ έπει τ
έροτι ν(=έορτήν) καίέπαθλαθανόντι Οίνομάψ, τίτατοςδ έπί τοϊς,
παϊς Αμφι τρύωνος Ήρακλέηςέτέλεσσέροτινκαίάγων έπίμήτρψ
Τανταλίδη Πέλοπιφθιμένψ, τόνδήποθενύμεϊςλείπετε καί τελετήν.
Ήςχωσάμενοςκατά θυμόνώρσε κακόν λι μόν παρά τοίς Kai λοι μόν,
ον εστι παΟσαι , άνορθώσαντας έορτην τφ πάλι ν αύθι ς.
(μήτρως =θεϊος
χωσάμεvος =χολωθείς)
(TLG. Epigr. Gr. Appendix, Oracula 20)
` Ίφίτοu δε τόν άγωνα άνανεωσαμένοu, τοϊς άνθρώποιςέτι ύπήρχε τωνάρχαίωνλήθη
καί κατ όλίγονέςύπόμνησι νηρχοντο αύτων, καί όπότε τι άναμνησθεϊεν, έποιούντο
τφάγωνι προσθήκην . . . δρόμουμένάθλαέτέθη πρωτονκαί ΉλεϊοςΚόροιβοςένίκα. . .
>
477
Είςταένδιάμεσα ¦μεγάλα)χρονικαδιαστήματα,έτελούντοπούκαίπούάγώνες, πρωτοβουλίo τούέκάστο·
τετοπικοϋήγέτουήήρωος.
Συνοπτικώς.
J ) ΉρακλήςόΊδαΤοςίδρύειτούςάγώναςένΚρήτη
2) ΟΚλύμενος ¦άπόγονοςΉρακλέους)μεταφέρειτούς άγώνας είς τηνΟλυμπίαν,50έτη μετα
τόνΚατακλυσμόντούΔευκαλίωνος. (Α'άναβίωσις)
3) ΟΟξυλοςέπισημοποιείκαι διευθετείτα τών άγώνων. (Β'άναβίωσις)
4) Πείσος. . . Πέλοψ. . . ΉρακλήςΆλκμήνης. . . τελοϋνένδιαμέσωςΟλυμπιάδας. (Γ'. . . .)
5) ΟΊφιτοςέπαναφέρειτα λησμονημένα,πλέον, Ολύμπιακατόπινύποδείξεωςτού
Άπόλλωνος. Μετα 27Ολυμπιάδεςαρχίζουντηντακτικήνχρονολόγησιν.
(Δ' άναβίωσις, Α' ίστορική Ολυμπιάς(//5πΧ)
[ Σημ. : Οίσυμβατικες χρονολογίες άποδέχονταιότιή ύπότού Ίφίτουάναβίωσις συνέβη τό 884 π. χ. καίότι
μετάάπό27Ολυμπιάδες ¦27Χ4 ^ J 08 έτη) άρχίζουντίςτακτικεςαναγραφεςείςαρχεία.Οπότε 884· J 08 =776
π. χ. , ή πρώτηίστορικηΟλυμπιάς. ΕίναιφανερόόμωςότιήϊδρυσιςτώνΟλυμπιακώνάγώνωνείναιπολύάρχαι·
οτέρα καί άνάγεται εις έποχην ή όποία δεν δύναται να όρισθή έπακριβώς. Τό μέγα Έτυμολογικόν, είς τό
λήμμα¨άθλήσαι¨ συμφωνεί ότι οιάγώνες ήρχισαν ¨όλίγονμετά τόνΚατακλυσμόν, ώςκαί τωνόλλωνπάντων
τωνέν Έλλησικαλων . . .
Οιστορικός Πολύβιος¦ Ι ΣΤΟΡΙ ΑΙ ΣΓΆποσπάσματα· 2) γράφει.
``2« Αναφέρει ό Αριστόδημοςό ΉλεϊοςότιάπότήνείκοστήνέβδόμηνΟλυμπιάδαηρχισαν
νάάναγράφωνται τά όνόματα τωνάθλητων, όσοιδηλ. άνεδεικνύοντο νικηταί.
Πρόαύτήςφυσικάκανενόςτό όνομα δένάνεγράφη, έπειδήοί προγενέστεροι δένείχον
φροντίσει.Είςδέτήνείκοστήνόγδόην, νικωνείς τό άγώνισμαδρόμουόΚόροιβοςό Ήλεϊος,
πρωτοςάνεγράφη.Καίή Ολυμπιάςαύτήέτάχθη πρώτηκαίάπαύτήςχρονολογούνοί Έλληνες . . . »]
'τή2/η · Ολυμπιάδι· . . . . . ή Ολυμπιάςαύτη πρώτη ετάχθη, άφής Έλληνεςάριθμούσι τούςχρόνους. ·
('Αριστόδημος Frg. TLG)
478
Σημειωτέονδη είς τηνΟλυμπίανέτελούντοάπο πολύ παληά καί ΓυναικείοιΆγώνες,τά ΗΡΑΙΑ .
· Οδέ άγώνέστινόμιλλα δρόμου παρθένοις . . . . . . . Αποδεδειγμένονμένές τόνάγώνα έστίκαί ταύταις τό
Ολυμπιακόνστάδιον . . . Ταϊς δέ νικώσαις, έλαίας διδόασι στεφάνους. Επανάγουσι δέ καί τών παρθένων τόν
άγώνα ές τά άρχαϊα. /πποδάμειαν, t|) ¯ ΗΡo έκτίνουσανχάριν,. . . . . διαθεϊναι πρώτην τά Ηραϊα. . . » (Παυσ. Ηλ. Α'
¹ 6)
Οί ' Ολυμπιακοί άγώνες κατηργήθησαν το 393μ. Χ. ¦κατά Τi¸ν 293ην Ολυμπιάδα)
μεδιάταγματού Θεοδοσίου ώς"είδωλολατρικον εθιμον".
%ª+
"t¯
Ή άναβί
ω
σι ς τών
'
Ολυμπιακών
'
Αγώνων στην έποχή μας
οι Ολυμπιακοί Άγώνες άνεβίωσαν ξανά στην Άθήνα το J 896 μ. Χ ¦ Ε' άναβίωσις) . Ως έμπνευστης της
ίδέας άναφέρεται πάντοτε Ο γάλλος βαρώνος πιερ ντε Κουμπερτέν. Αύτο ειναι λάθος Έμπνευσταί της
άναβιώσεωςύπηρξανοίΈλληνεςΔημήτριοςΒικέλας καίΚωνσταντίνοςΖάππας.
Ως σύνθημα τών Ολυμπιακών Άγώνων της έποχης μας καθι ερώθη το ¨λατινι κον" ¨ C| T' US, ALT' US,
FO¬T' US¨ πού σημαίνει ¨πιο γΡiΊγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά. ¨Ομως καίαύτο δενειναι λατινικό. Πρόκειται
γιάάκριβηάντιγραφηάποτην Άριστοτέλους Ρητορικη¦Α' J 36J Β) .
¨Άγωνιστικη (δηλ. άθλητική) τού σώματοςάρετή,σύγκειταιέκ μεγέθους καί ίσχύος καίτάχους".
[6
Ά
ριστοτέλειον 'μέγεθος,ί σχύς, τάχος'άπεδόθη λατινιστί ώς "CI Tl US, ALTl US FORTl US".
citius =ταχύτερον, έκ τού cieo =κινώ, όπερ έκ τού κίω = πορεύομαι ταχέως.
al ti us =ύψηλότερον, έκ τού al o =αύξάνω, όπερ έκ τού όλω, άλδαίνω =αύξάνω.
forti us =ίσχuρότερον, έκ τού fortis =ίσχuρός, όπερ έκ τού φόρτος =βάρος.
πρβλ. "φορτίς ναύς". (καΙ τά έξ αύτών παράγωγα στΙς διάφορες γλώσσες, ώς citer, i nciter,
zitieren, alto, haut, hi gh, hoch, Alter, fort, forte, fuerte, forza, forteresse κλπ . . )]
*
Κατά τούς διεθνείς Ολυμπιακούς άγώνας τού J 896 μ. Χ. ¦ Ε' άναβίωσις) έπρώτευσε είς τον "Μαραθώνιον
δρόμον"οΈλλην Σπυρ. Λούης, έξΆμαρουσίου,έτών24 ¦χρόνος. 2 ώρες58' 50¨) . Ο Σ. Λούης, ώςέπίσημος
προσκεκλημένος τού Γερμανικού κράτους, παρηκολούθησε το J 936την τελευταίαν προτού Β' Παγκοσμίου
ΠολέμουΟλυμπιάδα,είςΒερολίνον.
Είς το Βερολίνον, βέβαια, ειχε μεταφερθηή Ολυμπιακη φλόγα άπο τηνΟλυμπία. Γιαύτο ό Γ. Βλάχος.
είςτηνπερίφημη"άνοικτηέπιστολήν¨τουπροςτονΆδ Χίτλερ ¦έφημ ΚΑΘΗΜΕΡΙ ΝΗ8/3/ J 94J , τονίζει.
·ΟόλίγοςΓ πολύς στρατός τών Ελλήνωνπούείναι έλεύθερος, όπωςέστάθηείςτήν ΉπειΡον, θά
σταθη είς τήν Θράκην. Θά πολεμήση. Καί έκεϊ. Καί θά άποθάνη. Καί έκεϊ. Καί θ άναμείνη τήν έκ
Βερολίνουέπιστοφήν τού δρομέως, ό όποϊος ήλθε πρό πέντε έτώνκαίελαβενάπό τήν Ολυμπίαν τό
φώς, διά νάμεταβάληείςδαυλόντήνλαμπάδακαίΦέρη τήν πυρκαϊάνείςτόνμικρόντήνεκτασι ν, άλλά
μέγιστον αύτόν τόπον ό όποϊος, άφούεμαθε τόνκόσμονόλον νά ζη, πρέπει τώρα νά τόνμάθη καί νά
άποθνήσκη.»
Παρατίθεται κατωτέρω σχετικον όρθρον τού Θ. Γκουλιώνη, άπα την Έφημερ. ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ τού
Πειραιώς,της29/8/97.
·Μέ τήνεύκαιρία της ¨διεκδικήσεως¨άπό τήν χώρα μας τών' Ολυμπιακών 'Αγώνων τού 2004, θά
ήτανπιστεύω μοναδικήεύκαιΡία νάμπούνμερικά πράγματαστήνθέσι τους.
Κατάρ¡ήvνά ξεκαθαρίσουμε τίείναιέκεϊνο πούέμεϊςοίΈλληνεςλέμε Αθλητικός Αγών.
Οί άξιότιμοι άλλά άμύητοι καί άμυσταγώγητοι ξένοι μας. μή δυνάμενοι νά κατανοήσουν τήνβασική
εννοιατιΊςεύγενούς άμίλληςόνόμασαντούςάθλητικούςάγώνες . . . παιχνίδια|
Πώςνάτούςέξηγήσειςτώραότιόάθλητισμόςδένείναι παιχνίδικαίότιόάθλητήςδένείναι παίκτης,
O/ymp/cgamesλένετούςΟλυμπιακούςάγώνεςοίάγγλοαμερικάνοi.
O/ymp/sche Sp/e/e οίΓερμανοί.
JeuxO/ymp/quesοίΓάλλοΙ.
O/ymp/c/G/och/οίΊταλοί.
Αύτό δέν σημαίνει ότι δένμπόρεσαν σέ καμμία γλώσσα νά βρούνκάποιονμεταφραστή γιά νά τούς
μεταγλωττίση τήνλέξι"άγών".
479
Ακόμακαίνασυνέβαινεαύτότόαδιανόητο, θαήτανπανεύκολο γΙ αύτούςναυίοθετήσουντηνέλληνική
λέξι καί να ξεμπλέξουν (αλλωστε τόσες καί τόσες έλληνικές λέξεις εχουν μεταφέρει αύτούσιες στα
λεξιλόγια τους).
Τό ότιόλοιόνόμασαντούς ΌλυμπιακούςαγώνεςΌλυμπιακαπαιχνίδια, αύτόδένείναισύμπτωσις.
Ότανδένύπάρχει ή εννοια στόμυαλό τούάνθρώπου, δένύπάρχει καί ή αντίστοιχη λέξις. Καί ήεννοια
¨παιχνίδι ¨, πολύαπέχειάπό τό ναείναιταυτόσημημέ τήνεννοια ¨άθλητικόςαγών¨.
Να τό πούμε μέ πιό άπλα λόγια. Ό ΠύρροςΔήμας δένείναι παίκτης. Ο0τε ή Πατουλίδου. Ο0τε ή
Μπακογιάννη. Ο0τε ό Μελι σσανίδης. Οuτε ό Κακλαμανάκης. Όλοι αύτοί, άλλά καί πλειάδα αλλων
άθλητών, είναιαξιοισυνεχισταί τούάρχαιοελληνικούαθλητικούίδεώδους.
Όμωςδένπαίζουν. Πρέπει να τό ξεκαθαρίσουμε αύτό.
Από τότε πού οί ανθρωποι ζούσαν στά δένδρα καί τίς σπηλιές, ότανδέν είχαν κάτι σοβαρότερο να
κάνουν, επαιζαν. Καίδένθάπάψουννάπαίζουν, όσούπάρχουμεώςείδος.
'Αθλητισμό όμως έδημιούργησαν μόνον οί 'Έλληνες!
Τόανθοςαύτό πού3Jαίώνες τώρα σκορπάει τόμεθυστικό τουαρωμαάπ ακρουείςακρονστόνπλα·
νήτη, είναι γέννημα τού ΈλληνικούΠολι τισμού.
Γιατί τάχα θα πρέπει να τό παρασιωπούμε| Όλοι οίμή Έλληνες φίλοιμας λοιπόν, βάφτισαν τούς
άθλητικούςμαςάγώνεςπαιχνίδια, άπλώς γιατίδένκαταλάβαινανοίανθρωποι τίεβλεπαν.
Παρακολουθούσαν τούς άθλητέςμας νά τέχουνμέ όση δύναμι διέθεταν τά πόδια τους. ξεπερνώ·
ντας πάνωάπ όλα τούςίδιους τούςέαυτούς τους, καί τά εχασαν.
Τούς εβλεπαν νά τι νάζονται ένάντια στόν νόμο τής βαρύτητος για νά περάσουν πάνω άπό εναν
πήχυ, καί να πετούν τόακόντομήσημαδεύοντας τήνσάρκα κάποιουπλάσματος, άλλα τόνούρανό, καί
εμει νανμέ τόστόμαανοικτό.
Τείναι πάλι τούτα ταπαράξενα πούκάνουνοί Έλληνες;Καί αφού τασκέφθηκανκαλά, άποφάνθη·
καν.Παιχνίδιαείναι |Καίταόνόμασανgames. »
Απεφάσι σα ν δέ τού έορτάζει ν τούς Ολυμπι ακούς Α γώνας τού
έκατονταέτους τής σημερι νής έποχήςέν Ατλάντρ.
ι Βούλ ομαι μέ ν ώδε καί νύν κ α τη γορεϊ ν τή ν α ναι σθησία ν τής
Όλυμπι ακής Δι εθνούς Έπι τροπής εί ς τήν Έλλάδα, μητέρα καί δημι · Ι
ουργόν τών Όλυμπιακών Αγώνων, έν ταύτη γαρ σημανΤ|κή εύκαιρίρ,
όντων τών έσχάτων τού παρό ντος αί ώνος καί χι λι ετέος Ούχ ο|οι
ύπάρχουσι ν τού σεβεϊν τή ν χώραν f έδημι ούργησε ν αύτούς καί ι
έ νέπνευσε τό αύτών πνεύμα. Αλλ είρωνεία τής ί στορίας, ό αύτών
έορτασμός ύπήρξεν έπί τόπψ τινι Άτλάντα λεγομένψ καί έν Κράτει
τι νί μετ όνόματος Γεωργί ας, έπι φανώς άμφότερα έλληνι κά όνόματα ¸
όντα!
ι
ι
11
Χουάν Χοσέ Πουχάνα 'Άρθα
Γ'
.
Π
. .
αγκόσμι ον
.
Γ. λωσσ. Συνε
.
· δρι ον, Όλυμπί α 7 J Ο
..
/8/ J 996
ο
• • ο �
Έπιγραφή άνακαλυφθεϊοα είς Όλυμπίαν.
48!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΟΑSIS όασις oasi oasis oasis Oase oas|s όασι ς -κατά Στράβωνα,
''οϋασις'' (σϋω=Εηραίνω) '
"άνύδρι Υη κα; έρήμι
τάς οίκήσεις έχουσα, τά
τοιαύτα αύάσεις φησί"
·Στεφ Βυζάντιος·
D0£| Hυπακουω ubbidi re obedecer Ι obey ob+aud|re¯ τό ob έκ τού όπ¦ιθε) ,
obé|ssanceυπακοή ubbi dienza obedi encia obedience =υπ-ακουω ύπό, τό audio έκ τού
(obei sance ωατα,οϋατα,ώτα.
υπόκλισις) άΤω ¬ άκούω
D0£L|50U£όβελίσκος obelisco obel i sco obel i sk Obel i sk obe||scus όβελίσκος
D0(5£παχυσαρκος obeso obeso obese essen τρώγω ob-edo =έδω, έπί + εδω=έσθίω
obés|téπαχυσαρκία obesi ta obesidad obesity τρώγω (έννοια: τρώγω
έ/πλέον)
D0J£Tάντικείμενον oggetto objeto object Objekt ob+jac| o έπί +ίημι
object|f,-ικός obiettivo objetivo objective objektiv έπί + ίήτης
objecter ένίσταμαι obiettare objetar Ι object (βλ. κα; λ. jeter)
object|on ένστασις obiezi one οbjecίόn objection ( objektivitat)
(Κ. δ.)
ΟΒΙΑΤιΟΝ άφιέρωσις oblazione οblacίόn oblation ob-|atus έλατός( τού έλαύνω)
ob|atάφιέρωμα oblato oblato oblate σφυρη- Oblate όστια
λατημένος
D0L| C£Hυποχρεώνω obbl i gare obligar Ι oblige obl i egen ob-||go βλ. λ. "l ί θΓ"
ob||gat|onυποχρέωσις
obbligazione οblίgacίόn obligation Obl igation όμο-
ob||géυποχρεωμένος obbligato obl i gado obligate λογία
(κλπ. κλπ.) obl i gatorisch
υποχρεωτικός
ΟΒιιουΕ πλάγιος obl i quo obl ίcuo oblique quer ob-l i quus λί ξ=πλάγιος
ob||qu|téλοξότης obl i quita obl i cuidad obl iquity Quere (Ι ί CUUS)=λοξός
λίγξ -λιγκός =καμπτήρ
ob||quer λοξοδρομώ obliquare obl i cuar (obl iquely λικριφίς =πλαγίως
λοξώς)
D0L|T£H£Hέξαλείφω
obliterare obl i terar ob+||ttera όπ,έπί +I ettre-
ob||térat|onέξάλειψις obliterazione οblίteracίόn βλ. λ. "Iettre"
ΟΒΟΙΕ όβολός, μικρόν obol o obel o obel us Obol obo| us όβολός
ποσόν
D05CUHσκοτεινός oscuro obscuro obscure obskur ob-scurus σκuθρός, σκuθρ-ωπός
obscur|téσκότος oscurita obsuridad obscurity
[έκ τού έπι-σκυνιον =δέρμα μετώπου, τό κατα-
Κ. δ. hosco score μαύρα
σκιάζον τάς όφρύς καί τους όφθαλμους.
"σκούρος" σημεΙα σκύτος =δέρμα. 'Ή τού μετώπου έσχάτη ρυτίς,
έπισκύνιον". "Πάν δε τό έπισκύνιον κάτω έλκε-
ται όσσε soλomav". Ίλ Ρ. 1 35].
(αντιδ.: σκούρος, σκόρ)
D05(0U£κηδεία, κυριο- esequie exequias obsequi es
sequor βλ. λ. ªsu|vreª
-λεκτικώς άκολουθία ossequi oso
(ejecutor obsequi ous
obséqu|euxφιλόφρων, έκτελεστής) δουλοπρεπής
κυριολ. άκόλουθος
D03£Hv£Hπαρατηρώ osservare observar observe ob+servo βλ. λ. °seήª
observat|onπαρατήρηmς osservazi one οbserνacίόn observation
observato|re osservatorio observatorio observatory
άστεροσκοπεΙον
D05TACL£έμπόδιον ostacolo obstacul o obstacle
ob+sto έπί+ϊστημι , στώ
ôterεκβάλλω ostare έμποδί- obstar
(βλ. λ. "station")
[ζω
DCCULT£άπόκρυφος occulto oculto occult (apokryph)
ob+ce|o
έπί +καλύπτω
occu|t|smeάποκρυφο- occul ti smo ocul ti smo occultism
καλιά
-λογία (κ.λπ.)
DCCUÞ£Hκατέχω occupare ocupar occupy
ob+cap|o
έπί + κάπτω
occupat|onκατοχή occupazione ΟCUΡacίόn occupation
(βλ. λ. "captif")
occupe άπησχολημένος occupato ocupado occupier
482
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκ τούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
DCCUHH£NC£ occorenza ocurrencia occurence ob+curro συγ-κυρία
σύμπτωσις (Βλ. λ. courir)
DC£ANώκεανός oceano oceano ocean Ocean, Ozean oceanus ώκεανός(έτυμ. : ώκύς =
océan|enώκεάνειος (oceani cul tura) (Ozeanol oge) ταχύς +νάω =ρέω)
océan|queώκεανικός oceanico oceanico oceani c oceani sch 'Ωκεανός: υίός Ούρανοϋ
océanograph| e oceanografia oceanografia oceanography Ozeanographie καΙ Γης, "ωκέως άνύει
ώκεανογραφία (Ozeanarium) κύκλ4 τήν γήν".
( Α
γαθήμερος
¹
"Πέριξ γόν, ύγρaείς
άγκάλας άμπέχει ".
. ορφ Ύμνοι)
DCH£ωχρα ocra ocre ochre Ocker ochra ωχρα
ocreuxώχρώδης ocraceo ocraceo ochreous
DC1A(DH£ ottaedro octaedro octahedron Oktaeder όκτάεδρον
octacorde ottacordo octacordi o octachord Achtsaitig όκτάχορδος
octosy||abe otti si l labo octosi l abo octosyl l abe achtsi l bi g όκτασύλλαβος
octane ottano octante octane (Oktagon) όκτάνιον
octave,μουσ, όκτάβα ottava octava octave Oktave
Dctobre'Οκτώβριος Ottobre Octubre October Oktober
(άρχικώς 1 Ο0ς μήν).
ΟΟΕώδή ode oda ode Ode oda Φδή, άοι δός
odéonώδεϊον odeo odeon odeum Odeum odeum (ρήμα άείδω, qδω)
aèdeαοιδός aedo aedo Φδεϊον(τόπος έν Φ οί
ραΨ4δοί καΙ κιθαΡ4δοί
ήγωνίζοντο).
DD£UHόσμή, odore odor, husma odour odorόσμή όδω, όζω, όδμη
o|fact|on* όδωδη =όσμη
odorantεϋοσμος odoroso odorante odorous *όσμη +φύω
odoratόσφρησις odorato *o|fato
DD|£UXμισητός odioso odioso odi ous od|=μισω όδύσσομαι=μισώ
odio μισω °. » . όδύσσαντο θεοί".
Μυθική άρχή τού όνόματος
τού 'Οδυσσέως, ώς μισου-
μένου ύπό των θεων.
DDDM(1H£ odometro οdόmetrο hodometer όδόμετρον
DDDN1ALC|£ odontalgia odontalgia odontalgy Zahn . . . όδονταλγία
odonto|og|e odontologia odontologia odontology (ώς α' συνθ.) όδοντολογία
οdοntοϊde Κ. α. οdοntοϊde (ortodoncia odontoid (odontolίth όδοντοειδης
όρθοδονTlκή) όδοντόλιθος)
DDY55££περιπέτεια odissea odisea odyssey Odyssee Οδύσσεια
D£CUM£N|OU£ ecumenico ecumeni co oecumeni cal okumenisch oecumen|cus οΙ κουμενι κός
oecumén|sme ecumeni smo ecumeni smo oecumeni sm Oekumenismus (έκ τού 'Όίκουμένη γή")
οίκουμένη
οίκουμενισμός
D£D(M£οϊδημα edema edema oedema
O
dem οϊδημα
oedémateux edematoso edematoso oedematous odematos οίδηματώδης
ΟΕΙΙόΦθαλμός occhio ojo eye Auge ocu|us=όθό όκκος =όΦθαλμός
oe| | | adeβλέμμα occhiata ojeada oei l l ade Augenlicht ¦*ϊδοι=όΦθαλμοί)
(b|noc|e, monoc|e) (Ι eyeόρω)* βλέφαρον δκκαλος =όφθαλμός
oe| ||etonπαραφυάς (occhiuto) ojera μελανός okul i eren ένο- ,βοιωτ
,
κύκλος [φθαλμίζω όσσε=ο[ όφθαλμοί , Ομ;
|nocu|er i nocul are i nocul ar i noculate δσσομαι =βλέπω
oe| | | etκαρυόφυλλον (garofano) ojeriza μνησικα- "6σσε φαεινά" lλ. Ν +:ë
γαρύφαλλον [κία "σκότος 6σσε κάλυ
ψε"
oce||eόφθαλμίσκος occhietto ojito
.
ugl ei n προσο-
ocu|a|reόΦθαλμικός, ocul ato ojab "κουμπό- ocular (φθάλμιος
αύτόπτης ocul ar [τρυπα" Okul ar
ocu| | steόφθαλμολόγος ocul i sta oculista oculist Okuli st
b|g|e άλλοίθωρος" b| rc|o** b|zco,b|sojo** . . . . . b|socu|us **δίς+όκκος=όΦθαλμός
κ.λπ. παράγ. occhial i anteojos Augenglas (άντιδ.: κυάλια)
διόπτραι
483
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
D£NDLDC| £ enol ogi a enol ogi a oenology
O
nol ogi e οίνολογία
oeno|ogue enologo enόl οgο oenologi st Oenologe οίvολόγος
oenométr|e enometri a enometria oenometry weinmesser οίvομετρία
oenotechn|e (Oenomani e) οίνοτεχνία, οίνομανία
oenanthe enanto oenanthe οίνάνθη
oenothèqueάποθήκη οίνοθήκη
κρασιού
Κ. λπ.
D£5DÞNAC£ esofago esόfagο oesophagus οίσοφόγος (έκτού
oesophagoscope (oesophago-
O
sophagotomie μέλλ. τού ρ. Φέρω,
Κ.α. -tomy) 'Όϊσω" +φαγεϊν)
οίσοφαγοσκόπιον
D£51H£οίστρος estro estro oestrus oestrus οίστρος
oestrogène (oestrulate Oestrogonen οίστρογόνος
οίστρηλατώ,
D£U|æόν,ovu|eώάριον υονο, ονο huevo egg Εί oveum=ώόν ωβεον (wFeov) ψόν
oeuvéώοφόρος οϊdίο ώίδιον ovifero oviferous (ώβεοκόπτης: όvομα
ova| reώοθήκη ovario huevera ovary Ovari um όφεως συντρίβοντος
ov|pareώοτόκος oviparo oviparo oviparous ΕίΘΓ . . . (σ' συνθ.) ώά).
ονοϊde,ova|eώοειδής ovale oval , ovoide oval Oval
D£UvH£,ouvrageέργον man -ovra obra work(tr. έργον, Werk (έτ. έργον, opus =έργον έπος, μέ τήν έννoιaν
ouvr|erέργάτης χειρισμός obrero operative (operabel ) τού έργου: "έργψ τε καί
Ίδ. οίκογενείσς: operaio έπει ", "αμα επος τε
opéraέργον''όπερα' opera opera opera Oper καί έργον έποίησε"
opérerένεργώ operare operar, obrar operate ΟΡΘΓίΘΓΘΠ (Ήρόδ;
opérat|onέγχείρησις operazione ΟΡeracίόn operation Operation
opérateurχειρουργός operatore operador operator Operateur (άντιδ. : όπερα, όπερατέρ, μανούβρα)
opuscu|eσύγγραμμα opuscol o ΟΡύscοl ο opuscule opus +co|o έπος ± κολέω
oft πολλάκις
D||£N5£Hπροσβάλλω offendere ofender offend offensi v ob+fendo έπί+Βείνω=κτυπώ
ohenseπροσβολή offesa ofensa offense έπιθετικός ,συνήθηςτροπή τούθείςφ,
offens|veέπίθεσις offensi va ofensiva offensi ve Offensive
D|||C£ύπηρεσία ufficio oficine office Offizin ob+fac|o έπί+ φύω
off|c|e|έπίσημος uffictale oficial offi ci al φαρμακείος (βλ. λ. "faire")
oh|c|erάξιωματικόςΚ.α. offi ci na (oficiar officer offi zi el l
έργαστήριον ίερουργώ) Offi zier (άντιδ + - όφφίτσια)
D||H|HπροσΦέρω offrire ofrecer Ι offer offeri eren (ob)+fero (έπί)+φέρω
ofIerteπροσφορά(κ.α.) offerta oferta offeri ng Offerte
bear φέρω opfern θυσιάζω
D||U5OU£Hέπισκιάζω offuscare ofuscar ob-furvus έπί+ όρφνός^
offuscat|onέπισκίασις offuscamento ofuscamiento σκοτεινός
orbeτοίχοςκλειστός orbo τυφλός -όρφνη ¬ σκότος
°τυφλός°
DCH£ : i δράκος orco ogre Drcus =θάνατος, Όρκος. υίόςΓης
z,σκληρόκαρδος Άδης ,ηΕριδος,,τιωρός
ogresseάναλγησία φοβερόςτώνέπιόρκων
D|CNDNκρόμμυον, (bulbo βολβός, οπίοπ un|us=μοναδικός ενι κός, είς
βολβός (έννοια.' διαθέτειέναν
άπομονωμένοβολβό,έν
άντιθέσειπρόςτόσκό
ροδον,
D|5£AUπουλί uccel l o *ganso
b
men Omen οίωνός av|ce||us,av|s= ο|ι ωνός=όρνεον,
o|eχήνα oca avi cul tura *goose *Gans πτηνόν πτηνόν, αίFετός.
o|se|er|eπτηνοτροφείον pollajo ροl l ο pol l ajo & ροl lο, πώλος :,μικρός ϊππος
Κ. α. ροllο όρνίθιον (pajaro πουλί, έκτού pu| | us z,νεαρόν ζώον
έκτού "passer" πώλος,νεοσσός, (έξ ού "πουλί")
-βλ. λέξι-) όρνίθιον
¯Τά ganso, ¯ ¹ έκ τού χήν, χήνα
goose, Gans
οιΕΟΜΕΤΑΕ ol eometro οleόmetrο oleo Ol easter έλαιόμετρον
o|é|cu|ture (ΟI Θροl ί ο) ol ei cultura (ώς σ
'
σuνθ.) άγριελαία
έλαιοκαλλιέργεια
o|é|fère έλαιοφόρος
ΟL| ΒΑΝλίβανος ol ibano ol i banun
o| | banusλίβανος λίβανος(έτ. λείβω=χέω,
σπένδω,στάζω, τήκω)
484
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝ| κον
DL|CAHCN| £όλιγαρχία
oligarchi a ol i garquί a ol i garchy Ol i garchi e όλιγαρχία
oligarchique
oligarchico ol i garca oligarch ol i garchi sch
όλιγαρχικός
ol i gophrenie
oligo . . . ol i gofrenia oligo . . .
ol i gurie κλπ. (ol igotrofia)
οι|νΕέλαία
ol i va oliva & οl ίνο ol i ve Ol ive oliva έλαία έλαίFα,ελαιFον
ol ivace έλαιόχρους
ol i vastro (olivarda) ol ivaceous οl ί νengrϋn έλαία,ελαιον
olivaison έλαιοσυγκο-
ol i vi gno "έλαίαι . . ολλοθι γης
-μιδη (oi l i ness ουδαμού κατά χρόνον
ol ivette έλαιών
ol i veto olivar έλαιώδης) Olivenhai n έκείνον η έν Αθήνησι ν"
olivier έλαιόδενδρον
οl ίνο olivera Olivenbaum Ήροδ. Ε. ëz
DLDCHAÞN£
ol ografo hοl όgrafο holograph όλόγραφος
ΟΙΥΜΡΙ ΕΝ όλύμπιος,
ol i mpi o ol i mpi co olympi en Ol ymp τό ύπερ- Όλυμπος, όλύμπιος
μεγαλοπρεπης -κείμενον
olympiade
ol i mpi ade ol i mpi ada olympiade Ol ympi ade όλυμπιας -όλυμπιαδα
olympique
ol i mpico ol i mpi co olympic ol ympi sch όλυμπιακος
ol i mpionico
όλυμπιονίκης
DM0| L|Cόμφαλός
ombelico ombligo (navel) (Nabel ) umbi l icus όμφαλός
ombil ical όμφαλικός
ombel i cal e umbi l ical umbi l icat
ΟΜΒΑΕ σκιά
ombra sombra umbrageous (Schatten=σκιά, umbra σκιά, όμβρος=βροχή.
ombreux σύσκιος
ombroso sombraje σκιερός έκ τού σκότος) σκέπη Λακων όμβρος =νέφος
ombrelle όμβρέλλα
ombrel l o sombrero umbrel l a Ombrometer "μέλας όμβρος", μαυρίλα,
sombre σκοτεινός πΙλος sombre όμβρόμετρον δν σκια. ''μβριο ν νέφος"
(έκ τού sub=ύπό +ombre sombri o όμβρος - umbra τροπή
δηλ. "ύπομβρος") τού Ο εΙς u όπως:
όμφαλός, umbi l i cus
όλολύζω, ul ulo
(άντιδ. . "όμπρέλλα")
DM£CA άρχη öτέλος
omega omega Omega ώμέγα
ΟΜΕΙΕΠΕ "όμελέττα" omel et Omelette ovum+Iame ώόν+ελασμα
( παραμοιάζεται πρός (βλ. λέξεις oeuf & l ame)
"λάμαν" λόΥφ λεπτότη-
τος κατασκευής)
ΟΜΟΡΙΑΤΕ
omopl ato οmόΡlatο omoplate ώμοπλάτη
DNACH£όναγρος
onagro όnagrο onager onagrus όναγρος
DNC£ούγκιά
oncia onza ounce έξ ού Unze uncia (λέξις σικε- ενας,ενς=είς +όγκος
i nch =ϊντσα λικη)
(oncology)
DNCL£ θεΙος
Ζί ο' Ιίο* uncl e Onkel avuncul us, avus απος(βλ. λ. "abbe")
*θεΤος, έκ τού ήθεΤος
=σεβαστός
DND£κύμα
onda onda (wave) * (Wel l e)* unda ύδωρ, ϋδος=ϋδωρ
ondee ραγδ. βροχη
ondata σάλος ondeo undulatory έκ τού uda, μετά οίδμα =κϋμα
ondoyer κυματίζω
ondeggiare ondear κυματοειδης ondulieren ένρίνου προσφύ-
ondul ation
ondul azi one οndul acίόn undulation Ondul ati on ματος.
κυματισμος undulate (*wave, welle, ¯ έκ τού Fελύω =κυλίω)
abondance άφθονία
abbondanza abundanci a abundance (άντιδ. : όντουλάρω)
(κ. λπ. κ. λπ. )
DN£H£UXόχληρός,
oneroso oneroso onerous onus βάρος σωμα- όνία,αΙολ. τύπος τού
φορτικος
onere βάρος exonerar τικόν και ψυχικον ανία =1 ) στενοχωρία
onerosite όχλησις
onerari o άπαλλάσσω z; όχλησις
φορτηγός onerario πρβλ. ανιαρος =ένοχλη-
τικος
DNCL£νύχι
unghi a, ugna una naί l Nagel ungui s (καί unx) όνυξ
όνυξ (I sidorus: "ex Graeco vocamus"
δηλ. έκ της έλληνικης το όνομάζομεν).
485
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ong| éνυχάτος unghiato
unarada νυχιά
nageln καρφώνω
ong|onόπλή unghi a ΟΠΥχ . . .
ongu| éόνυχοειδής
unguiforme
unguiform (ώς α' συνθ.)
onyxόνυξ
οπί χ
ΟΠΥχ ΟΠΥχ onyx όνυξ
onychophag|e όνυχοφαγία
ΟΝΙ HΙ OUΕόνειρικός oni ri co
oni rico
(oneirocritical) όνει Ρος, όνειρον
on| ro|og|e (onirocri si a) onei rol ogi e όνειρολογία
on| romanc| e oni romanzi a
oni romanci a
onei romancy όνειρομαντία
DNDMA5T|OU£ onomastico
onomastico
onomasticous όνομαστικός
onomas|o|og|e onomasio-
onomasi ologi a
onomatopée -I ogia
(onomancia)
onomatopoeia Onomatopoie
onomatopé|que onomatopea
onomatopeya
onomatopoeic onomatopoQ- όνοματοποιία
-tisch
DNTDC£N(5£ ontogenesi
ontogenia
ontogenesis (Τόν όρο όντογένεσις
onto|og|e ontol ogi a
ontologia
ontology Ontologie ''ontologie'' τόν όντολογία
onto|og|sme (Ontol og) έπενόησε ό Κάντ όντολογισμός
onto|og|que ontologico
ontologico
ontological ontologisch άπό τήν μετοχή όντολογικός
τού είμi "όν")
ΟΝΖΕένδεκα undi ci
once
unus+decem εν+ δέκα
DDCDN£ ώογόνος
oo||the
οοlίΙο
ootile ώόλιθος
oothèque (ovaja)
(oolitico)
(oology) Ovari um ώοθήκη
oosphère oosfera
oosfera
ώόσφαιρα (βλ. & λ. oeuf)
ΟΡΑLΕόπάλλιον opale
opalo
opal Opal opa|us λίθοςόπάλλιος
opa| | ne ,Όρφ Λιθικά z¨ü;
DÞN|DLDC|£ (ofi dio)
(ofidio)
ophi ol ogy όφιολογία
oph| o| ãtr|e (ofi te όΦίτης)
ofiolatria
ophi ol atry όφιολατρεία
oph| d|en
(ofita)
ophi di an όφιοειδης
oph| ureκ.λπ.
(ofiomano)
(ophiophagus) όφίουρος
ΟΡΗΤΑLΜΙΕ oftal mi a
oftal mi a
ophthal mia όφθαλμία
ophta| m| que oftal mico
ottalmi co
ophthal mic όφθαλμικός
ophta|mo|og|e oftal mol ogi a
oftal mol ogi a
ophthalmology Ophtalmologi e όφθαλμολογία
ophta|mo|ogue oftal mol ogo
oftalmoogo
ophthal mist Ophthal molog όΦθαλμολόγος
ophta|moscope oftalmoscopio
oftalmoscopi a
ophthal mo- όφθαλμοσκόπιον
exophta|m|e (Κ.ά.) -scopy έξωφθαλμία
ΟΡΙ ΝΕΑγνωμοδοτώ opinare
opi nar
opine ορί ηΟΓ όπός=χυμός ("Όπως
ορί ηί οηγνώμη opi ni one
opinion
opinion soi τό saveur, savant
op| n|ãtreίσχυρογνώμων
opinante
opi ni onated - βλ. λ. - Δηλ. πλήρης
χυμού γνώσεως. Κaί τό
"σοφός" έκ του "όπός" . )
DÞ|5TNDDDM£ opisto . . . opisthodomos όπισθόδομος
όπισθόδομος (Gi rant όπισθογράφος
op|stographe opisthograph έκ του γυρίζω)
DÞ| UMόπιον ορρί ο
ορί ο
opi um Opi um op| umόπιον όπιον,έκ του όπός:
op| acéόπιώδης
opiaceo
opiate opi um . . . τό γαλακτωδες ύγρόν
op|omanéόπιομανής oppi omane των φυτων
op|othérap|eόπιοθε-
opoterapia
opotherapy
[ραπεία
DÞÞDHTUN|T£έπικαι- opportuni ta
oportunidad
opportunity Opportunitat ob+porto έπί+πόρω, περάω
-ρότης κuριολ. (βλ. λ. port, porter)
"τό έπίφορον" (άντδ. : όππορτουνι-
opportun έπίκαιρος opportuno
oportuno
opportune opportun -σμός)
ΟΡΤΕΑέκλέγω
optar
(opt) optoπροτιμώ όπτεύω= όρω
opt|onέκλογή, α"ρεσις opzione
opcion
option ορΙίο έξουσία κατ-οπτεύω =έξετάζω
optat|fεύχετικός ottativo
optativo
optative Optativ Εύκτική όπτίων = βοηθός
DÞT| M| 5M£αίσιοδοξία otti mi smo
opti mismo
opti mi sm Opti mi smus ops=ΔUναμις όπός ¬ χυμός
opt| m| steαίσιόδοξος ottimista
optimista
optimi st Optimist optimus όριστος όφενος =πλοϋτος
opu|enceπλούτος opulenza
opul enci a
opul ence opulent άφνειός =πλούσιος
ottimo όριστος
optimo
πλούσιος (βλ. +λ. copie) _
άντδ.: όπτιμισμ ' ς
486
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ορτιaυΕ όπτικός, ottica όρtίcο, -a opti c Optik οπτικός-όπτω=όρω
όπτική ottico
(ΡanόΡtίcο) optical optisch,
opt|c|enόπτικός
ΟΡtόmetrο Optiker όπτεύω, κατοπτεύω
optométr|e
opt|c|téόρατότης
ΟΑ χρυσός ΟΓΟ
ΟΓΟ (gold έκ τού (Gol d) aurumχρυσός 'Εκ τού χρυσού χρώματος
orfèvreχρυσοχόος orefice orfebre "χλωρού" (aurum+flo) τής αύΥής (ήώς, αϋως,
dorerχρυσώνω (κλπ. ) dorare dorar χρώματος aurora¬ αύως, αύριον, αϋρα, θησ-αυρός)
(μτχ. dorado 'Η σύχ: : γ λούρεα αύγή. Ίσίδωρος "Θησαυρός": έκ τού "τίθημι
πρβλ. 'Ελντο- =χρύσεα) Etymologica: αύρον". "Περσέων δέ
ράδο) "aurum, ab aura δλβου, ού μοι θέμις έπαύ-
di ctum", ρασθαι " = Δέν μού είναι
(XVi , 8) θεμιτό νά καρπούμαι τόν
πλούτον τών Περσών.
,Επιστολη Ί
π
π
ο
κράτους πρός
γ
στάνην,
DHACL£χρησμός oraculo
oraculo oracle Orakel ΟΓΟ=λέγω ρω, εϊρω=λέγω
ora|προφορικός orale orale oral os, oris =στόμα
κλπ. παράν.
DHAC£θύελλα oragano
huracan hurricane Orkan auraαύρα, όνεμος αϋραΑύτή είναι ή συνήθης
ouraganλαίλαψ έτυμολογ. πού δίνουν τό
orageuxθυελλώδης Λεξικά. 'Όμως ouragan
είναι ό ανεμοστρόβιλος ό
παρασίJρων πρός τα όνω:
όνω τών όρέων: οϋρειος
+όγω ´ ouragan, or-age
DH9£τροχιά, κύκλος orbe
orbe orb orb|s =πάν κυκλο- όροφος με τήν εννοιαν
orb| cu| a| reκυκλικός orbi cul are orbi cul ar ειδές, έξ ού urbs θόλος, θολωτη κυκλικη
orb|teτροχιά orbita
όrbίta orbit =πόλις, διότι περι- σκεπή. Πρβλ. καί όρρς =
orb|ta|reκογχικός orbitale
orbitario orbet βάλλεται άπό κυ- όριον, κυκλοτερές τείχος
Κ. δ.
κλοτερές τείχος. ώς όριον πόλεως.
DHCN£5TH£όρχήσρα orchestra
orquestra orchestra Orchester orchestra ορχήστρα (ήμικύκλιον
orchestrat|on orchestra- οrquestracίόn orchestration Orchestrierung έν τψ θεάτρψ, έν Ψ ό
ένορχήστρωσις -zi one
Orchestration χορός όρχείται).
orchestrerένορχή- orchestrare orquestar orchestrate orchestrieren
[στρώ
orquestral Orchesti k
orchest|queόρχη-
[στικη
DHCN| D££όρχιδέα orchi dea
orqui dea orchid όρχεο- Orchi deen έτ. όρχος, όρχις
orch|sόρχις orchite
orqui ti s -ειδές φυτόν (Ήρίζα τού όνθους όρχι-
orch|teόρχίτις
(cri ptorqui di a) δέα όμοιάζει μέ όρχιν)
(orchotom|ej
ΟΑΟΟΝΝΕΑ διατάσσω ordi nare
ordenar ordain ordi ni eren ord|no.τακτοποιώ, άρτύνω =τακτοποιω,
ordreτάξι ς, διαταγη ordine
orden order Orden τάγμα τάττω στρατόν έτοιμάζω'
λόχον άρτύ-
ord|na|reτακτικός ordi nari o
ordi nari o ordinary ordi nar ordo=τάξις ναντες" Όδ. λ :öö
ordonanceδιάταγμα ordi nanza
ordenanza ordi nance Ordonanze "σφέας αύτούς άρτύναν-
ourd|rυφαίνω ordi re
ordefar ordnen ρυθμίζω -τες" =τασσόμενοι κατά
άρμέγω σειράν, παρατάσσοντες
έαυτούς. Όδ α z¨¨
άρτυς=δεσμός συμμαχία
(όντιδ. : "όρντινάντσα")
DHDUH£κόπρος
ordure (Unrat) horr|dus βλ. λ. horreur
ordur|erαίσχρολόγος
ΟΑΕΙ ΙΙΕ ούς orecchio
oreja, oido ear Ohr, ose auri s αυς, ώτα,οϋατα
ουίΓάκούω (κλπ.) udi re
οί Γ Ι hear horen aud| o άΤω = άκούω
DHCAN£όργανον organo
όrganο organ Organ organum όργανον
organ|serόργανώνω organi zzare
organizar organize organi si eren
organ|sat|onδισργά- organi zza-
οrganίΖacίόn organization Organisation
[νωσις -zi one
organi sta organist Organist
organ|steόργ/παίκτης organi sta
(χίlόrganο) Orgel
orgueόργανον (έκκλ , organetto
(organi sch)
κ. λπ. Κ.λπ.
487
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτοϋΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ORGASME orgasmo orgasmo orgasm Orgasmus όργασμός
orgastique
ORGE κριθή ΟΓΖΟ ortolan hordeum =κριθή κρι θη
orgeat σουμάδα (κ. ο.) orzata horchata orgeat
ORGI E κραιπάλη (crapul a) orgy orgia όργια
orgies όργια orgi a orgi a orgi es Orgi en
orgiaque όργιακός
orgiastique όργια orgiastico orgiastico orgiastic orgiastisch
¸στικός
ΟΑΙ ΕΝΤάνατολή oriente oriente orient Ori ent ΟΓίΟΓ = έγείρομαι, όρω, όρίνω όρνυμι =
orienter προσανατολίζω ori entare orientar ori entate ori enti eren άνατέλλω 1 ) κινω 2) έγείρω
orientation προσ/σμός orientazione οrίentacίόn ori entation Ori enti erung "έξ Ωκεανού,
orientaI άνατολικός ori ental e ori ental oriental orientale Hριγένειaν ώρσεν"
ίδίας ρίζης: Οδ Ψ :+ë
ori gi ne άρχή ori gi ne ori gen ori gi n ,έξαύτούόρος, όρνις,
ori gi nal πρωτότυπος ori gi nal e ori gi nal ori gi nal Ori gi nal
ori gi neI άρχικός(κλπ.) ori gi nari o ori gi nari o ori gi nate ori gi nel l
γεννώ
DH|CANρίγανη ori gano oregano ori ganum origanum όρίγανον
ΟΑΝΕΑ κοσμώ ornare ornar ornate κομψός Ornat στολή ΟΓηο. κοσμώ. όρίνω =διεγείρω,
ornement κόσμημα ornamento ornamento ornamento Ornament παρασκευάζω ξεσηκώνω
(κ. ο.) στρατιάν
DHN|1NDLDC|£ orni tol ogi a orni tol ogi a orni thol ogy Orni thol ogi e όρνιθολογία
ornithomancie κ.Ο. orni tomancia orni thomancy Orni s όρνις όρνιθομαντεία
DHDC£N(5£ orogenesi orogeni a
όρογένεσις
orographhi e κ. α. orografia orografia oreography Oreographie όρεογραφία
ΟΑΡΗΕLι Ν όρφανός 6rfano huerano orphan orphanus όρφανός(έτυμ.
orphelinat oranotrofio orfanato orphan - όρφνός =σκοτεινός)
όρφανοτροφείον orfanezza orfandad asyl um
όρφάνευμα orphanage
DHÞN£DNώδείον οrfeόn Όρφευς(ηρως,
orpheoni que ώδικός oreonista
σοφός καί άοιδός)
orphique όρφικός orfico orphi c orphi sch
orphisme όρφισμός orfismo orfi smo οφhί sme
DHGU£είδος κήτους orca φάλαινα orca orc orca κήτος όρυξ είδος μεγάλου
ίχθύος
ΟΑΤΕΙΙ τόμεγάλο arti cuI um
αρθρωσις
δάκτυλοτούποδός
Λέξεις μέ α' συνθ.
ΟΑΤΗΟ . . όρθο s s s ( έκ τοί όρθός)
πχ orthodoxe ortodosso ortodoxo orthodoxe orthodox ortodoxus όρθόδοξος
orthoepie ortoepia (ortol ogi a) orthoepy Orthoepie όρθοέπεια
orthographe ortografia ortografia orthography Orthographie 6ρθογραφία
orthopedie ortopedia ortopedia orthopedics Orthopadie όρθοπεδική
orthophonie ortofoni a (ortopedico) Εκ τοί όρθός, Orthophoni e όρθοφωνία
orthoscopique (epanortosis) ακόμη: όρθοσκοπικ6ς
orthostatique (οrtόΡterο) arduous όρθοστατικός
κλπ. κ. λπ. τραχύς
Ardennes
Αρδέννες
ΟΑΤΙΕ κνΙδη,°τσουκνίδα° ortica ortiga urtica κνίδη όρτυξ, όρτυγος: είδος
urticaire κνίδωσις orticaria urti cari a urti cari a βοτάνης κοινως
"άρν6γλωσσο"
(άντιδ. : όρτικάρια)
05 όστούν osso hueso ossi fy όστεο ossum όστούν όστοϋν (έτ. "ο" έπιτα-
osselet όστάριον. ossatura huesecί l l o ποιώ τικόν +στω, "ίστημι)
άστραγ σκελετός
488
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
osseux όστεώδης osso, ossuto oseo osseous είσώστη=όστεοθηκη
ossuaire όστεοθήκη ossuario osario ossuary
osseine όστείΥη osteina oseina ostein
κ.λπ. osprey ¯
θαλασσαετός
(έκ του όστούν
+θραύω)
D5£|LL£+ oxalide (ossalico) οχόlίde (oxalic) (Oxalit) oxalίs είδος όξυς
όξαλίς
βοτάνου
D5VD5£όσμωσις osmosi osmosis osmosis Osmose όσμη
D5T£| N£ osseo osteina ostein Ossei n όστείνη(βλ. & λ. os)
osteite
osteite osteitis osteitis όστίτις
ostealgie
ostealgia ostealgia ostealgia όστεαλγία
osteocol l e
col l a di ossi osteocola osteocol l a όστεόκολλα
osteogenie
osteogeni a (οsίfίcacίόn) (ossification) Ossifikation όστεοφυΤα
osteoporosi s άποστέωσις Osteoporose όστεοπόρωσις
osteographie
osteografia osteografia osteography όστεογραφία
osteol ithe
ostelito όστεόλιθος
osteologie osteologia osteologia osteology Osteologie όστεολογία
osteomyelite osteomielite osteomielitis όστεομυελlτις
osteophyte (osteoma) (osteoma) (osteoma) όστεόφυτον
osteoplastie (osteopatia) (osteopatia) (osteopathy) όστεοπλασία
osteotomie osteotomia osteotomi a osteotomy όστεοτομία
osteoclaste (κ.λπ.)
osteoclast Osteoklast όστεοκλάστης
D5HAC£όστρακώδης ostrica όστρεον ostra όστρεον oyster Auster όστρακον
ostracisme έξοστρα- ostracismo ostraci smo ostraci sm Ostrazi smus
[κισμός
ostraciser έξοστρακί- ostracizzare ostracize
[ζω
(Estrich τραχύ
ostreiculture όστρεο- ostricoltura ostricultura δάπεδον)
[κομία
DTALC|£ otal gi a otalgia otalgia Otalgie ώταλγία
otite otite otitis otitis Otitis ώτΙτις
otique ώτικός
otologie otologia otologia otology Otologie ώτολογία
otoscope otoscopio otoscopio otoscope ώτοσκόπιον
otorragie
(otorrea) otorragi a ώτορραγία
otorhinolaryngologie otori nol ari n- otorinol ari n- (otorrhoea) ώτορρινολαρυγγολογία
κ.λπ. κ.λπ. -goiatri a -gόlοgο
ου πού;
dove*(de+ubi) donde* where νο ubi =πού ού=οπου, πού
"δ
ειξάτω ο
ύ
κείται "
Ου i
ο ο, u ΟΓ, ei ther (als)* autem αύτε(* έκ του όλλως)
/
DUA|cL£5 πνευμ.
ονίlθ στάνη oveja άμνάς ewe πρόβατον (awi) oνis πρόβατον όϊς, όFι ς=πρόβατον
πρόβατα, δη. χριστιανοί
ovejero ποιμήν ( πληθ. Οίες)
ουΒΙΙΕΑ λησμονώ
obl i are olvidar (oblivious) ob +Ι ί nο =άπαλεί- βλ. λ. "Iettre"
oubli λήθη
oblio olvi do obl i vi on [φω
DU£5Tδύσις
ovest oeste west Westen νeSΡer έσπέρα Fεσπερος, εσπερος
:,έσπερινός .,δυτικός
DUHD| Hύφαίνω
ordire urdir (weave weben)* odior όρδημα=τολύπη έρίων
ourdi ssage ϋφανσις ordi tura urdidura *weave +weben,
ourdisseur ύφαντής
orditore urdi mbre έκ τού "ύφαίνω"
ordito στήμων
DUH5αρκτος orso oso ursa ursus αρκος=όρκτος
Etymologica Isi dori : "quod Latine dicitur ursa,
nomen est Graecum".
ουΤΑΕ άσκός otre (urna)*
ewer (Urne)*
uter, utria ύδρία
=άσκός
*(έτυμ. ϋρχα =άγγεΙ0ν)
ουνΑΙΑ άνοίγω apri re
abri r
ad +pario εντε+ παριών
ouνerture ανοιγμα apertura
abertura Ouvertϋre (βλ. λ. paraitre)
κλπ.
489
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝι κον
ΟΥΑΤιΟΝίαχη ovazione ονacίόn ovati on Ovation ovat|o=εύασμός εύασμός
ovat|onnerέπευφημώ ονο=εύάζω εύάζω=κραυγάζω
εύαί, εύοί, πρός τιμήν
τού Βάκχου
DXYD£όξείδιοv όssίdο oχi do oχi de Oχyd όξύ, όξείδιον
oxyderόξειδώ ossi dare oχidar oχidize oχidieren
oxydat|onόξείδωσις ossi dazi one οχίdacίόn oχidation Oχi di erung
κ. α. Oχydation
DXYVDUHόξύμωροv oχymoron Oχymoron όξύμωρον
(όξύς+μωρός)
DXYC(N£όξυγόvοv ossigeno oχi geno oχygen Oχygen όξoΥόνον
oxygénerόξυγοvώ ossi genare oχi genar oχygenate
oxygénothérap|e (oχi goni o)
κ. α.
ΟΧΥΤΟΝόξύτοvος ossitono oχitono oχytone όξύτονος
paroxyton parossitono paroχitono paroχyton παροξύτονος
proparoxyton proparossi- proparoχitono proparoχyton προπαροξύτονος
-tono
DXYUH£ ossi uro oχiuros όξύοuρος
ΟΖΕ
ΝΕ ozena ozena, ocena Ozaena όζαινα
(έκ του όζω)
ΟΖΟΝΕ ozono ozono ozone Ozon όζον
ozon|ser ozonizzare ozonizar ozonize Ozon-meter
ozon|sat|on ozonizzazione ozonizacion ozonization
Ι
Ι
Ι
ι
ι
.|
Ρ
!
ι
Ι
ι
φ
POÓS| Ð
Ph | | OSOph | Ð
PhÓnOmÒnÐ
«ΤψέκτοΟμήόντοςείςτό όνίόντι, πόσαέστίποί η σι ς . . . καίοίτούτωνδημιουργοί, ποι ηταί . . .
Αί ύπόπάσαιςταίς τέχναιςέργασίαιποι ήσει ς είσί . » (Πλατ. Συμπ 2J5Β)
« Αφ Έλλήνωνήρξεφι λοσοφί α . » (ΔιοΥ.Λαέρτιος, ΠροίμιονΑ, 4)
•
493
«. . .Η λέξις φιλοσοφία ( phi losophi e) είναι ένα άπό τά δημιουργήματα τοΟ Πυθαγόρα. Άπέρριψε
τήνλέξησοφία, ώςύπερφίαλον, καίπεριέγραψετήνμελέτητου ώςφιλοσοφίαν· άγάπηνπρόςτην
σοφίαν. »
W DURANIΠαγκόσμιος ΊστορίαΠολι τισμού
« Έφασαν τήν φιλοσοφίαν είναι δύναμινγνωστικήν και περιποιητικήνάρίστου βίου, αριστον βίον
είπόντεςτόζηνκατάρετήν. . .
»
(Γαληνός, ΠερίΦιλοσ. Ίστ)
«Ο κορυφαίος Άγγλος ίστορικός G| bbOn έχει διακηρύξει ότι, "αν τό άνθρώπινο πνεύμα μπορεί
νά καυχηθη ότι έδημιούργησε κάτι τό άξιόλογο, αύτό είναι ή άθάνατη έλληνική γλωσσα καίείναι εξ
tσουσημαντικόότι "στή γλωσσα αυτή μίλησε ή πιό βαθειά φι λοσοφί α".
¯He/degger¯
«. . . αύτή ή γλώσσα πουμιλόμεείναιάκόμασήμεραή μόνηδυνατότητα πουέχουν οί ανθρωποινα
ποΟν τα ούσιώδη της επιστήμης καί της φι λοσοφίας καί να φωτίσουν τα αφετηριακα νοήματα. . .
έτοιμεςσφηνεςπουδιατηρείή έλληνικήκαθολικότηταστόtδιοτόκορμίτοΟδυτικοΟκόσμου . .
ΧρήστοςΓιανναράς 'ΆΝΘΟΛΟΓΗΜΑ ΤΕΧΝΗΜΑΤΩΝ¨
EκδόσειςΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
« Η φι λοσοφία πού αναπτύχθηκε στήν Έλλάδα είναι κατα βάσιν ελληνική επινόηση. Δεν θα
μποροΟσε να διαμορφωθη χωρίς τήν ίκανότητα της ελληνικής γλώσσας να εκφράζη αφηρημένες
έννοιεςκαίχωρίςτόνέντονοόρθολογισμόπουχαρακτηρίζειτήνελληνικήσκέψη. »
ΜαίρηΛέφκοβι τς, Οίπαραποιήσειςτού Αφροκεντισμού· ΕκδόσειςΚΑΚΤΟΣ
*
494
.
(Σ ενα ταξίδι στην Έλλάδα) :
'. .Άκουγα αύτούς τούς άνθρώπους νά συζητούν . σέ μιά γλώσσα πού ήταν γιά μένα μιά άρμο·
νικη άλλά άκατάληπτη μουσική Αύτο το ταξίδι προς την πατρίδα-μητέρα τών εννοιών μας . μού
άποκάλυπτε ενανάγνώριστο πρόγονο πού μιλούσε μι αγλώσσατόσομακρινη απο τούςηχουςτης .
Αίσθάνθηκα να ταχω χαμένα όπως, αν μού είχαν πεϊ ενα βράδυ ότι άληθινος πατέρας μου, άληθινη
μάναμου, δένήσαναύτοίπού μέείχανάναστήσει ·
ΖΑΚΛΑΚΑΡΡΙΕΡ ¨Τό ΕλληνικόΚαλοκαίρι¨· ΕκδόσειςΧατζηνικολή
« Πρώτοιοί Έλληνες εννόησαντα φα ι ν ό μ ε ν α ¦ phénOmènes) ·
Μ Χάι ντεγκερ · ¨Συνομιλία γιά ίή γλώσσα¨· Εκδ ΡΟΠΤΡΟΝ
'ø . '0 Πανηγυρι κός ¦ Panégyr|que) τού Ί σοκράτους είναι ενα τέτοιο εγκώμιο της Άθήνας, πού
πέτυχεωστεο όροςΠΑΝΗΓΥΡΙ ΚΟΣνασημαίνει¨έγκώμιο¨άκόμακαίστίςσύγχρονεςγλώσσες ·
Ζακλίνντ Ρομιγύ
«τηνλέξινφιλόλογος ¦ ph| | O|Ogue)έδημιούργησε κατα πρώτονΟ Πλάτωνπροςχαρακτηρισμον
εκείνουόστις κατέχεταιάποτονερωταπροςτούςλόγους, προςταςανωτέραςπνευματικαςαξίας ·
Ι Συκουτρής
·· Η αρχαία έλληνικη γλώσσα άνήκει στα πρότυπα ¦ prOtypes) , μέσα άπο καί μέ τα οποϊα προβάλ·
λουνοίπνευματικέςδυνάμειςτης δημιουργικηςμεγαλοφυίας καίδιότιάναφορικα προς τΙς δυνατότη·
τες πού παρέχει στην σκέψη, είναι η πι ο ί σχυρη καί συνάμα ή πιο πνευματώδης απ όλες τίς
γλώσσες. ·
Μ Χάι ντεγκερ
·· Αρχέλαος, πρώτος έκ της Ί ωνίας την φυσι κην φι λοσοφί αν μετήγαγε Άθήναζε, καί εκλήθη
φυσικός», ¦phys|que)
·Διογ.Λαέρτιος·
«Λυκόσουρα·Άρκαδίας· εστί πρεσβυτάτη καί ταύτην είδεν ό ηλιος πρώτην άπο ταύτης δέ οί λοι·
ποί, ποιεϊσθαιπόλει ς μεμαθήκασιν, ανθρωποι »
-ΠαυσανίαςAρκαδικά38-
« ΠρώτοιΆθηναϊοιτααστη καί τάς πόλει ς εύρεϊνίστορούνται. ·
ΣτέφανοςΒυζάντιος·
495
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞACNYD£HV£παχύ pachi derma paqui dermo pachyderm Pachydermen παχύδερμον
· δερμον
ÞAC£βασιλικόςάκόλου paggi o paje page Page μέσr ρωμανικου έκ του παιδίον
θος,°παιδί°,ύπηρέτης (pedology) ¨pa| d| u"
ÞAC£σελίς pagi na pagi na page pag| na=: ,σελίς έκ του πήγνυμι=' , έμπήγω
pag|nerσελιδοποιώ i mpagi nare pagi nar Ι page pagi ni eren .,όρχοςκλημάτων .,φυπύω δι' έμπήξεως
pag|nat|on σελιδο pagi natura pagi naci on pagi ng Pagi ni erung
( σημασιολ. : pagi na άρχικώςήτο όρος άγρο
¸ποίησις
καλλιέργειας, ένδεικτικός διά τό δενδρόκλη
μαΜεταφορικώς.μετήνέννοιαστήληςένεπί
γραφης, κατέληξε νά σημαίνη °σελίδα° γρα
πτούλόγου,
ÞACUH£ paguro paguro paguri an pagurus πάγουρος. :: όστρακό-
-δερμον .,παγούρι
ΡΑΙΙΙΕ αχυρον
pagl i a paja pa|eaαχυρον πίλος
pa| | |er άχυρών pagl i ai o pajar pal l et έκ του p| | us ¯ (βλ. λ. ροί l )
pa| | | ettesΨήγματα pagl i uzza pal l ete άχυρόστρωμα θρίξ Έννοια. (όντιδ. : παληάτσος,
pa| | |asseάχυρόστρω pagl i acci o payasso λεπτόνώςθρίξ παγιέττα)
μα.°παληάτσος°κuριολ.
°κουρελοντυμένος°
ΡΑΙΝ αρτος pane pan (bread αρτος (Brot) pan| sαρτος πανός=αρτος(Μεσσάπιοι)
panureψίχα panettone paneci l l o έκ του πύρνος πανία = ή πλησμονή
panate|a λιχουδιά χριστόψωμον =σίτος, (pani eren) πάνια = τά πλήσμια
panet|er, pan|er panettiere paneteria panni er Panothek ,Αθήναιος ¯. : : : )
άρτοφόριον pani era panal κάνιστρον ( προφανώς έκ του °παν°,
apanageκληροδότημα κηρύθρα Apanage όρχ. τύπος: πάσομαι, πατέομαι =
Κ λπ Κ λπ (canasta, pasni s έσθίω: "δείπνου πασσά-
cal ato*
μενος" ¯Όμηρ- ¯
κάνιστρον, *canasta, κάνιστρον,
εκ του κάννα =κάλαμος
calato, έκ του κάλαθος
ΡΑΙ ΑΕ ζεύγος paio pareja pai r Paar par=ϊσος Έκ τής προθέσεως
pa|rζυγός,αρτιος, pari par
ρ
α
ί
Γ
(Parchen παραί,παρά.
ϊσος έρωτικόζευγ) Η ριζική της σημασία είναι:
pa| resseπατρικία pari gl i a parejura
παραπλεύρως, πλησίον.
*parageκαταγωγή άνταπόδοσις όμοιότης pai ri ng paaren Έπίσης, ή έννοια του
par|ageζευγάρωμα συνδυάζω προέρχεσθαι εκ τινος
appar|erζευγαρώνω appajare parear Ι pai r Paarung προσώπου. (*)
par|sy| |ab|queίσο pari si l l abo pari si l abi co pari syll abi c Είδικώτερον έπί προσώπων:
¸σύλλαβος paaren πλησίον τινός, παρά τό
par|téίσότηςσύγκρισις parita paridad parity Paritat πλευρόν τινός, συνεπως
pare||όμοιος parecchio parejo
ζεύγος. ( όντιδ. : παρέα)
par|erστοιχηματίζω pari mente
κ λπ κ λπ παρομοίως
ΡΑΙΤΑΕ βόσκω pasco pacer Ι pasture pascoβόσκω πάσομαι , πατέομαι:
pa|ssanceβόσκησις pascolamento pastoreo pasturi ng τρώγω.
pa|ssonβοσκή pascolo pasto pasture Γραμμ. Β Α| Γι ΠΑΤΑ =
pât|sβοσκή pasto pasturage αίγοβοσκός
pasteurποιμήν, pastore pastor pastor Pastor ( πρβλ. καί πάστας =
έφημέριος κύριος, δεσπότης)
repasγεύμα(Κ. δ.) (όντιδ. : πάστωρ)
ΡΑΙΧ είρήνη pace paz peace Pazifismus pax-pac|s= πάξ| =ήσυχία, άρκεί
pac|f|erείρηνοποιώ pacificare pacificar pacify είρην/σις είρήνη πακτόω=στερεω,
pac|f|queείρηνικός pacifico pacifico pacific pachten pax=ησυχία πήγνυμι
pactumίσοΦάρισμα patta pecho φόρος pact συμφωνώ
καί: apa|serκατα patto σύμβασις pacto Pachtung ένοι
πραύνω ¸κίασις
payerπληρώνω, δθεν pagare pagar pay Pacht μίσθωσις ¸Υπήρχε συνήθεια κατάΤ·Ίνδιαπραγμάτευσιν
καταπραύνω (κ. δ.) ( zahl en πληρώ είρήνης νά εμπήγεται δόρυ είς τήν γήν, ώς
νω, έκ του ένδειξις καταπαύσεως τών έχθροπραξιών.
τέλλω °έγχος έν χθονί έμπήξαι° °πήξε τήν αίχμήν°
πρβλ. δημ τέλη, °έγχοςκατέπηξενέπίχθονί° ΟμΖ, .i ºj
χρημεντολή,
496
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞALAC£παλάτιον palazzo palacio palace Palast Pa|at|nus.Είς έκ Παλλαντίνοςλόφος.
πaρaγ. : pa| ad| nίππότης pal adi no ηρως pal adin pal adi n Pal adi n τών
/
λόφων της Τόν ώνόμασε ό Άρκάς
pa|ata|ούρανικόφωνος palatale palatino palatal Pfalz μέγαρον Ρώμης, ό μεσαίος, Εύανδρος (πρός τιμην
pa|a|sμέγαρον pal agi o palacete όπου ό Αύγουστος τού ηρωος Πάλλαντος),
pa|at|nαύλικός palatino palaciano pal atine όρχων ύψωσε πολυτελές όταν ηγούμενος άποικίας
pa|at|nat"παλατινά το ν" palatinato άνάκτορον, τό Άρκάδων έκτισε οίκισμό
pa| a| s. ύπερώα, palato paladar palate όποίον άπεκλήθη στόν μεσαίο άπό τούς 7
ούρανίσκος pal azzi na PALA(N)T1 UM. λόφους της Ρώμης. Γι'
έπαυλις "Ετσι καθιερώθη οί αύτό τό Παλλάντιον της
βασιλικές κατοικίες Άρκαδίας έθεωρήθη
νά όνομάζωνται άργότερα η Μητρόπολις
Παλάτι-α. τών Ρωμαίων (Στρ
άβων)
,Βλ. καί Είσαγωγή παρόντος,
ΡΑΙΑΝ σύσπαστον pal anco pl ancha σίδερο palankeen pha|angaφάλαγξ φάλαγξ
pa|anquer άνυΨώ pal are χαρακώ σιδερώματος φορείον (άντιδ. : παλάντζα,
pa|anqueπάσσαλος pal anca pal anquear paling παλαντζάρω)
palanca μοχλός φράκτης
ÞÂL£ώχρός, άμαυρός pallido ρal i do pale, pal lid blass pa| | | dusώχρός πελιδνός,πελιός
pã|eurώχρότης pallidi ta pal i dez paleness Blasse πελλός: φαιός,
pã||rώχριώ i m-pal l i di re palidecer palli di ty μολυβδόχρους.
pã|orχλωμός palliducci o paliducho pal i sh bl ei ch "πελλάς έρωδιός"
"πελlOί: μέλανες
ώς ώχροί " Ησύχ.-
Λέξεις μέ α' συvθ.
ÞAL£D ... παλαιός
πχ pa|éograph|e pal eografia (Ρal eόgenο) pal eography Palaographi e παλαιογραΦία
pa|éo||th|que pal eol i ti co paleografia pal eoli thi c (Palaobiol ogi e) παλαιολιθικός
pa|éonto|og|e paleontologia paleolitico paleontology Palaontologie παλαιοντολογία
Ρa|éΟΖοϊque paleozoico paleontologia paleozoic palaozoich παλαιοζωικός
pa|éomorpho|og|e paleozoico
Κ. λπ. Κ. λπ. (paleocristiano)
ÞAL£5TH£παλαίστρα pal estra palestra palaestra Palastra pa|aestra παλαίστρα
palestrico
ΡΑΙΕΤΟΤ έπανωφόριον paltQ Ρaletό paltok Paletot μέα άγγλ. ªpa|tokª πέλτα η πέλτη¯άσπίς
pa|toqu|erπελταστης (παλ. άγγλικά) κυριολεκτικώς έπα- όνευ ϊτυος, όνευ
νωφόριον μέχρι τών γύρου, μέχρι τών
γονάτων, έν εϊδει γονάτων. Έκ τού
άσπίδος "πέλτης". πάλλω.
(άντιδ. : παλτό)
ΡΑΙΙΚΑΑΕ παλληκάρι pallicaro palicar pali kar πάλληξ νεανίας,
παλληκάρι (έτυμ. έκ τού
πάλλω)
ÞAL|VÞ5£5T£ pal i nsesto palimpsesto pal i mρsest Palimpsest pa| | mpsestus παλίμψηστος
pa| | ndrome palindromo pal i ndrome παλίνδρομος
pa| | ngénés|e pal i ngenesi palingenesia pal i ngenesi a Pal i ngenesi e παλιγγενεσία
pa| | nod| e, pa|yno|og|e palinodi a palinodia palinode Pal inodi e παλινψδία
ΡΑΙ πάσσαλος palo palo pol e Pfahl pa|usπάσσαλος πάσσαλος
pa||sπασσάλωμα i mpalare palotada pal i ng "άπά πασσάλου
pa||f|erπασσαλώ πασσαλώ "μπαστουνιά" περιχαράκωμα αινυτο τόξον" , Οδ. ;
pa| |ssadement pal i zzata palenque pal i sade
περιχαράκωσις
pa||ssaderπεριφράσω pal i zzare palizada Palisade
κ. λπ. περίφραξις pfahl en
ÞALLAD|UVπαλλάδιον, palladio Ρaladίόn pal l adi um Palladi um παλλάδιον(τό ίερόν
προστασία ξόανον της Παλλάδος
Ά
θην
iς)
ΡΑΙΙΙΕΑ σκεπάζω pal i iare paliar pal l i ate pa| | | um=τό έλλην. πελλόν ίμάt|ον= φαιά
pa|||at|fεύεργετικός pal i i atativo paliativo pal l iative φαιόν Ιμάτιον έσθής
pa|||at|onπρόφασις pal l i ati on
pa| | | umέκκλ. μανδύας pal l i o palio pal l i um
poê|eπένθ. κάλυμμα pal l a ένδυμα
497
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΑLΜΕβάϊον, φοίνιξ palma 1) παλά- palma pal m Pal me palma 1 ) παλάμη παλάμη, πάλλω
palmier φοίνιξ (δνδ;
-μη .,φοίνιξ palmero palmer Pal mbaum 2) φοίνιξ
palme παλαμοειδής
pal mi zi o palmera προσκυνητής
palmo σπιθαμή palmo δάφνη, palmy
palmares κατάλογος palmare στέφανος δαφνηφόρος '
βραβευθέντων (κ.α.) καταφανής palmada palmary
χειροκρότημα βραβεύσιμος
pal mi stry
χειρομαντεία
ΡΑLΡΕΑψηλαφώ pal pare palpar palpo =ψηλαφώ, έκ τού παλάμη ± απτω
palpable ψηλαφητός palpabile palpable palpabl e palpabel
palpation ψηλάφησις palpamento ρalρacίόn
palpiter πάλλω palpitare palpitar Ι pal pitate • pal pi l i o (έκ τής
palpitation παλμός palpitazione ρalρίtacίόn palpitation παλμικής κινήσεως
έξ ού: paupiere
palpito προαί- τών πτερών της)
βλέφαρον
σθησις
papί l l on πεταλούδα'
(Κ. α.)
ÞALU5,ÞALUD£έλος pal ude pantano (marsh* (Moor, Morast)* pal us =έλος, έκ τού πλάδος=συγκέν-
paludier έργάτης marshy) τέλμα, λίμνη τρωσις ύγρών, ση
ψ
ις.
άλυκών πλαδασμός =ύγρότης
paludeen έλώδης paludoso paludico paludal πλαδαρός =ύγρός
paludisme έλονοσία paludismo paludi smo morastig* 'άμάρη, άμάρευμα=
pal ustre λιμνόβιος palustre palustre (pal ustral) =άκάθ. ϋδωρ'
τελματικός άμάρα =ύπόνομος
"έξ άμάρης . . Ίλ. Φ, .sa
(βλ. κα; λ. mer)
ΡΑΜΕΑλιποθυμώ spasimare ρasmarνεκρώνω spasm spannen τείνω, (s)pasmus = σπασμός
μαίνομαι σπασμός πιέζω σπασμός
pamoison λιποθυμία spasimo pasmo, -oso (spasmodic) Spanung έντα-
έρως, σπασμός [σις
ΡΑΜΡΑάγρός, "πάμπα" pampas pampa pampa παμπησία,παμπασία=
πεδιάδες κάμπος, πεδιάς
=σύμπασα ή περιουσία,
τό πάμπαν. ':ιέ
λ
αχον
κτημάτων παμπησίαν".
(Αίσχ. ¯ έπί Θήβας, ëi ¨;
(άντιδ. : πάμπα)
ΡΑΜΡΗLΕΤλίβελλος (l i beI I o) panfleto pamphlet Pamphlet μέσψ τού άγγλ . Πάμφιλος
pamphletaire λιβελο- βλ. λ. livre- φυλλάδιον Pamphlet, έξ
[γράφος pamphl eteer ένός λογοτ. έργου
ύπό τόν τίτλο ν -
Pamphί los
ΡΑΝπλευρά, ποδιά panno τσόχα pafo ϋφασμα fan ριπίδιον pannus =όθόνιον, πόνος, πηνος=ϋφασμα
φορέματος pi nafore ποδιά ϋφασμα πηνίον, πανίον=άδράχτι
panneau κάλυμμα pannel l o pafuel o μαν- pane ύαλοπί- pani er στρατιωτ.
"τροχαία πανία" jΊλ.,
pagne ϋφασμα, πανί pannicelli [δήλιον [ναξ, τζάμι σημαία πήνισμα =ϋφασμα, πανί
pantin "νευρόσπα- ίματισμός pawn
"
ί
στότονα πηνίσματα"
στον", κούκλα pannicolo pafal λίκνον pannel σάγμα
panoufle κουρέλι μεμβράνη ρanel φάτνωμα panel κατάλο-
[γος ένόρκων
ΡΑΝΝΕ"πατίνα" panna έπικά- pana Panne patina, έκ τού πάτνη, φάτνη
[λυμμα Patina έπιχρύ- pathne
[σωσις
Λέξεις μέ α' συνθ. ΡΑΝ, panto . . . pan . . . πόν,παντός
πχ ΡΑΝΤΟ... (pangermani -
panamericanisme -smo) (panslavism)
panarabisme (panslavismo)
panathenees panateneo panateneas panathenian
panchromatique pancromatico pancromatico
pancosmisme (panclastite)
panlexique (pangrazia)
panlogisme (pandemi a) (pandemia) (pandemy)
panoptique
panpsychisme
pantographe ρantόgrafο ρantόgrafο pantograph
κλπ . . . . κλπ . . . .
panacee πανάκεια panacea panacea, panacea Panazee panacea πανάκεια(πάν +άκέομαι
panace
=θεραπεύω)
498
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
PANACM£λοφίον pennachi o penacho
(έκπτερών, i, λοφίον
panne ¡ , ίστίον.,είδος pi nna πτερύ 2) ματαιοδοξία
άπαλούδέρματος ¸γιον (pi no)
penonόνεμοδείκτης
penneπτερόν,γραφίς penna pena
pén| c| | |eχρωστήρ pennel i o pi ni peo πτερυ
pennonσημαιούλα pennata ¸γιόπους
καί: κονδυλιά
pén| c| | | ne
p|nac|eάέτωμα* pinacol o pi nacul o
ÞANAH|5παρωνυχίς panereccio panarizo
paronyque paroni chi a panadizo
PANCAH1£πρόγραμμα, pancarta
άγγελία
ÞANCHAC£παγκράτιον pancrazio pancracio
ÞANCH£A5πάγκρεας pancrea pancreas
pancréat|que pancreatico pancrealico
pancréat|te
ÞAND£C1£5πανδέκται pandet1e
ÞAND£MDN| UM pandemonio ρandemόnίυm
πανδαιμόνιον
ΡΑΝΟΟΑΕ πανδουρίς pandora pandero
(μουσ όργανον;
ÞAN£CYH| OU£πανηγυ panegi rico panegiri co
¸ρικός panegi ri zar
panégyr| ste έγκωμια panegirista panegi rista
¸στής
ΡΑΝι ουΕ πανικός pani co panico
ΡΑΝΟΡΙΙΕ πανοπλία panopli a panopl i a
ΡΑΝΟΑΑΜΑ πανόραμα panorama panorama
panoram|queπανορα panoramico panoramico
¸μικός
ΡΑΝΤΑΙΟΝ περισκελίς pantal one ρantalόn
ÞANTN£| 5M£ panteismo panthei smo
panthé|steπανθεϊστής panteista pantei sta
panthéonπόνθεον panteone ρanteόn
panthéon|ser(ρήμα,
ÞAN1M(H£πάνθηρ panlera panlera
ΡΑΝτι
Ε
ΑΕ, pantenne, panlera pantera
δίκτυονπρόςσύλληψιν
πτηνών
ÞAN1D| 5 άσθματικός (asmalico asmatico
pante|antόσθμαίνων
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
panache
pinion πτερόν
penci I
χρωστήρ
pi nnacIe* Pi nne καρφάκι
πυργίσκος
Vane
pen Penny
pennate
πτερωτός
pennant
έπισείων
pi nnacle*
pancrati um
pancreas
pancreatic pankreatisch
pancreatitis
pandect Pandekten
pandemonium Pandamoni um
pandore
panegyric (Iri umphal ,
panegyrize έκ του θρίαμβος,
panegyrist
pani c Panik
panoply
panorama Panorama
panoramic panoramisch
pantaloon
pantheism Panthei smus
pantheisl pantheist
pantheon Pantheon
panther Panther
asthmatic asthmatisch)*
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
penna=πτερόν, έκ τού πέτομαι , πτήσις,
έκ τού petsna πτερόν
δηλ. κυριολεκτικώς (όντιδ. : πέννα,πινάκλ,
όργανονπτήσεως πινέλλο, πινέζα, πενι-
κιλλίνη)
*(pi nacl e =άέτωμα
άέτωμα.=ώςσχήμα,
είκονίζειάετόμέ
άνοικτάπτερά)
panar| c| umέκ παρωνυχΙς
μεταθέσεως έκ
του paronychi um
pancharta πάν+χάρτης
pancrat|um παγκράτιον
(παν+κρατώ)
πάγκρεας
πανδέκται
πανδαιμόνιον
pandura πανδουρΙς(ές ού καί τό
πανδουρίς μεςικάν. °πάντσο')
panegyr|cus πανηγυρ|κός
pan| cus πανικός. φόβοςπού
ένέσπειρεόστρατηγός
τούΔιονύσου Πόνείς
τούςΙνδούςκατάτήν
έκστρατείανείςΙνδίας,
καίόθεόςΠάνείςτούς
βαρβόρους,κατότήν
μόχηντούΜαραθώνος.
πανοπλία
πανόραμα
Εκτούπροσώπουτήςίταλικήςκωμωδίας
Panta|eone=Πανταλέων, όόποίοςεφερε
παρομοίουτύπουπερισκελίδα
(όντιδ. : παντελόνι)
πανθεϊσμός
πανθείστής
Πάνθεον ναόςόφιερω
μένοςείςπόνταςτούς
θεούς.
panthera πάνθηρ(παν+θήρ=
θηρίον)
panthera πανθήρα^ μέγα
δίκτυον(παν+θηρίον)
pantas|are¯ έκ τής λέξεως ¨φαντα-
όραματίζομαι σία¨(* έκ τής λ. όσθμα-
άσθμαίνω)
499
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΑΝΤΟΜΙ ΜΕ pantomi ma pantomi ma pantomi me Pantomi me pantcm| mus παντομίμος
παντομίμα παντομιμικη (παντός
pantcm|mer
pantomi mi co pantomi mico pantomi mi c Pantomi mi k μίμησις)
pantomi mo (βλ & λ mi me)
ÞAN1DU|L£εμβός pantbfola pantufla Pantoffel παντού+φελλός
(παντόφλα) (Κατ' όλλην έκδοχήν,
pantcuf|er:,όμιλώ έκτού ρήμ. πατώ, τρόπον
οίκείως z; παραλογίζομαι τινό "πατoίJμενα". )
pantcuf|er|eσανδα- (pantofol ai o)
λοποιία
ÞANuHC£πανούργος πανούργος
ΡΑΟΝπαγώνι pavone Ρaνόn peacock pfau pavc έκ τού ταFως=παγώνι
ΡΑΡΕπόπας papa papa pope Papst papa πάππας=πατηρ Ομηρ·
papesseπόπισσα papessa papisa Papstin παππάζω =προσφωνώ,
papa|παπικός papal e papal papal papi ste φωνάζω τόν πατέρα'
papautéπαπωσύνη papato papado Papstum "φίλε πάππα" ,Όδ ζ ë¨;
pap|sme papi smo papi smo popery Papi smus ( Πάππα οί Βιθuνοί έκά-
papa"μπαμπάς" papa papa (dady)¯ (atta γοτθ. • tata λοuν τόν Δία).
πατηρ}' *τέπα,όπα=πατηρ ,Ομ.;
"τέπα, σιωπή ήσο"
"σπα γεpaιέ" . "Έλα
τάτα νά σού δείξω . . "
-παροιμ. Μόνης-
ΡΑΡΙ ΕΑχαρτί (carta) papel paper Papier papyrus πάπυρος
paperasseχαρτομόνι
papeleria Pappe χαρτόνι Τ Ο carta, έκ τού: χάρτης
papet|erχαρτοπώλης papelista
papyrusπόπυρος papi ro papi ro papyrus Papyrus
papyrc|cg|eπαπυρο- papi rol ogi a papi roIogi a papyrology
[λογία (papeleta
γραμμάτιον)
ÞAGU£1δεμα pacco, -etto paquete pack Pack μέσψ φραγκ. πακτόω=κλείω, δένω
paqueterσυσκευάζω i mpacare empaquetar (packing) packen pacque, pak άσφαλώς.
pacct| | | eεμπορ/τα paccoti gI i a pacoti l l a packer πάκτωσις =στερέωσις
pccheθυλόκιον (Κ. δ.) συσκευαστης
πακτός =σuνηρμοσμέ-
poke, pocket νος (έκ τού ρήματος
έξ ού τ6 πήγνuμι)
"poker" ( άντιδ. : πακέτο, πόκερ)
ΡΑΑ (προθ.) διό, έκ, per para (par) το όρτιον fϋΓ per περί, πέρι
ύπό, όπο por βλ. λ pair per+prc πρό
ÞAHA9A5£ parabasi parabasis παράβασις
ΡΑΑΑΒΟΙΕπαραβολή parabola parabola parabola Parabel parabc|a παραβολη
,έκκλ -γεωμ.; parable (βλ. κα! λ parole)
parabc| | queπαραβο- parabolico ΡarabόΙίcο parabolic parabolisch
κ.λπ. [λικος
ÞAHAC£NTM(5£ paracentesi paracentesis παρεκέντησις
παρακέντησις
ÞAHACL£Tπαράκλητος
paracleto paraclito paraclete parac|etus παράκλητος
ÞAHAD|Cm£παρά- paradi gma paradi gma paradigm Paradi gma parad|gma παράδειγμα
[δειγμα παραδειγματικός
parad|gmat|que paradigmatico paradigmatic
ÞAHAD|5παράδεισος paradiso paraiso paradise Paradi es paradlsus παράδεισος.
έξ αύτού: parv|s (Ρaradίsίacο) parvis fj καί paravisus περίφρακτος κήπος.
πρόναος Ή λέξις είναι έλληνική:
παρό +δεϊσα =ύγρασία,
συλλογη βοτάνων'
δεύω=καταβρέχω, ποτίζω
Περσικά, προφέρεται
Ferdewa =παρό +δεύω
ÞAHADDX£παράδοξον paradosso paradoja paradox Paradoxon paradcxus παράδοξος
parcdcxa|παράδοξος paradossale Ρaradόjίcο paradoxical paradox
500
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝ| κον
ÞAHACDC£παραγωγή paragoge paragoge paragoge παραγωγη
paragog|queπαρα paragogico Ρaragόgίcο
¸γωγικός
ÞAHACHAÞN£ paragrafo, paragrafo paragraph Paragraph paragraphus παράγραφος
paragrapher parrafo
¸σιάζομαι
ΡΑΑΑΙΤΑΕparerπαρου parere parar, parecer Ι appear pareo=φαίνομαι πάρειμι=έμφανίζομαι,
parureκόσμημα, parare parto τοκετός (appari ti on) παρουσιάζομαι
παρουσιαστικόν "παριών έπί τού
paradeέπίδειξις parata parada parade Parade βήματος"
.
ÞAHAL|ÞDV(N£5 paral i pbmeni παραλειπόμενα
παραλειπόμενα
ÞAHAL|Þ5£ (aposi opesi) παράλειψις
ΡΑΑΑΙΙΑΧΕ(άστρ , paraIIase paralaje, paraIIaχ ParaIIaχe παράλλαξις
παράλλαξις paralaχis
para||act|que paraIIattico paraIIactic paraIIaktisch παραλλακτικός
ÞAHALL(L£παράλληλος paraIIel o paral elo paral l el paraIIel para||e|us παράλληλος
Ρara||é||smeπαΡάλΙσμός paral l el i smo paral elismo paraIIelism ParaI I el i smus
para||é|ogramme paraIIelogram paralelogramo parallelogram ParaIIel ogramm παραλληλόγραμμον
παραλληλόγραμμον -mo
para||é|ép|pède paraIIelepipedo paralelepipedo paraIIelepiped paral l el epi pedon παραλληλεπίπεδο ν
παραλληλεπίπεδον
ÞAHALDC|5V£παρα paralogismo paralogi smo paralogism παραλογισμός
¸λογισμός
para|og|serπαραλογί
¸ζομαι
ÞAHALY5|£παραλυσία, paralisi paralisis paralysis, Paralysis para|ys|s παράλυσις
ις palsy
para|yt|queπαρΙτικός paralitico paralitico paralytic paralytisch
para|yserπαραλύω paral izzare paralizar paralyse paralysieren
ÞAHANCDNπαραβολή, paragone parangon paragon παρακονάω=άκονώ,
σύγκρισις πρότυπον τρίβω πρός τι.
parangonnerσυγκρίνω paragonare paragonare
(pietra di
paragone:
ή λυδίαλίθος,
ΡΑΑΑΝοϊΑπαράνοια paranoia paranoya paranoia Paranoi a παράνοια
Ρaranοϊaque paranbico Ρaranόίcο paranoid
ΡΑΑΑΝΥΜΡΗΕπαρά parani nfo paraninfo paranymph paranymphus παράνυμφος
¸νυμφος
ΡΑΑΑΡΗΕi parafe paraffo paraph paraphus,
μονογραφή
άλλοίωσιςτήςλέξεως ¨παράγραφος°
paraph(f)erμονογραΦώ
ΡΑΑΑΡΗΕΑΝΑΙέξώ parafernal e parafernales paraphernal i s Paraphernal- paraphernal i s, παράφερνα.ό, ΤΙ φέρει
προικος -gϋter parapherna ή νύμφη, έκτός τής
προικός της
ΡΑHΑΡLΕC|Επαρπληγία paraplegia paraplejia paraplegia παραπληγία
parap|ég|que παρΙκός paraplejico παραπληγικός
ÞAHA5C(v£παρασκευή parasceve parasceve parasceve παρασκευη
ÞAHA5|T£παράσιτον,a parassita parasito parasite Parasit paras|tus παράσιτος
paras|ta|reπαρασιτικός parassitico parasitario parasitic parasitisch "Ό Σόλων περί τής σιτή
paras|t|smeπαρασιτι parassitismo parasitismo (parasitical) parasitism σεως έν δημοσίι,
¸σμός "πaρaσιείν" κέκληκεν".
paras|to|og|eπαρασι parassitologia parasitology ·Πλούταρχος·
¸τολογία
κ. λπ. Κ. λπ.
50!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞAHC'πάρκο°περίβολος parco parque park Park parr|cus πάροικος= γειτνιάζω ν
parquerπερικλείω parcare parquear parken (έννοιολπεριφραγμένος
parcage parcheggio parking Parkenplatz τόπος,κήπος,γειτνιάζων
parquetφάτνωμα Κ α parquet Parkett πρόςτήνκατοικημένην
(βλκαίλparo|sse, περιοχήν,τήνπαροικίαν)
(άντιδ. .πάρκο,
παρκάρω, παρκέ)
ÞAHCN£V|Nπεργα pergamena pergamino parchment Pergament pergamena περγαμηνη(έκτής
¸μηνή Περγάμου)
parchem| nsτίτλοι (pergamenaio)
Πέργαμος έτυμ πύργος
εύγενείαςΚ λπ pergamo
όμβων
ÞAH£CDH| GU£παρη paregoric paregor|cus παρηγορικος
¸γορικός άνώδυνον
(e| | x| rparégor|que) φάρμακον
ΡΑΑ
Ε
ΙΙΕ παρήλιος parelio parhelion pare||on
παρήλιον
ÞAH£V|DLDC|£ paremiologia paremiologia
παροιμιολογία
parém|ographe Ρaremί όl οgο
παροιμιογράφος
ÞAH£NCNYV£παρέγ parenchima parenqui ma parenchyma Parenchyma παρέγχυμα
¸χυμα
ÞAH£N(5£παραίνεσις parenesi parenesi s paraenesis paraenes|s παραίνεσις
parénét|queπαραινε parenetico paraenetic
¸τικός
ΡΑΑΕΝΤ γονεύς parente pariente parent par+ ens, παρό+ον,οντος
parentéσυγγένεια parentela parentage parent|s (κυριολ"παροντότης")
présentπαρών presente presente present Prasens parae+ ens παραί+ων,ούσα, όν -
έντί =είσί
ÞAH£NTN(5£παρέν parentesi parentesis parenthesis Parenthese parenthes|s παρένθεσις
¸θεσις
ÞAH£5|£πάρεσις paresi paresia paresis Paresis πάρεσις
(έκτού παρά +'ημι)
ÞAH£51N£5|£παραί paraesthesia παραίσθησις
¸σθησις
ÞAH|A|Tόριστος perfetto perfecto perfect perfekt per+facio, f|o παραί+φύω(βλ.λ. faire)
perfect|onτελειότης perfezione Ρerfeccίόn perfection Perfektion
(κλπ παράΥ+σύνθ)
ÞAH|UV£Hάρωματίζω profumare perumar Ι perfume Ρarfϋmίeren pro+ fumo προ+θύωη θύνω =έπί
parfumόρωμα,εύωδία profumo perume perfume Ρarfϋm μύρον fumo: άνίημι βιαίας κινήσεως όρμη-
panumeurμυροποιός profumi ere perfumista perfumer καπνόν, θύω τικώς πνέοντος άνέμου.
parfumer|eμυρο profumeria perfumeria perfumery Parfumerie (συνήθηςτροπή .,θύω, καίω, προσφέρω,
Κ.λπ ¸πωλείον profumi no τούθείςφ, θυσιάζω' θυώδης =
μυροθήκη εύώδης, άρωματικός
"ε
ϊματα ..
θυώδεα"
Όδ Ε zc:-
( άντιδ παρφουρμαρι-
σμένος)
ΡΑΑΙ Α παρίας,άπόβλη paria paria pariah Paria (ίνδικήλέξις παρί ας. μειονεκτών κοι-
¸τος έλληνικήςέτυμο νωνικώς. ( πρβλ παρά +
λΟΥίας) +'ίημι =πετώ' ''παραπετα-
μένος") .
ÞAHNA55£,μτφ., ποίη (parnaso) (parnaso) parnassian Parnassus Παρνασσός(κατοικία
¸σις ποιητικός τών Μουσών)
ΡΑΑΟΟΙΕ παρψδία parodia parodia parody Parodie παριιδί α
parod|er παρψδώ,
parodiare parodiar Ι parody parodierend
μιμούμαι
parod|steπαρψδός parodista parodist parodierend
ΡΑΑΟΙ : , μεσότοιχος parete pared parietal παρειό
z,παρειάδοχείου παρειακός
502
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞAHD|55£ένορία parrocchi a parroquia pari sh Parochie paroch| a, έκ τού παροικία
paro|ss|enένορίτης parrocchi ano parroqui ano paroecia =έπι
paro|ss|a|ένοριακος parrocchi al e parroqui ai parochi al parochi al ¸σκοπή
ΡartΌCΟ έφη parroco
¸μέριος
perroquetπαπαγάλος parrocchetto parrot
ΡΑΑΟLΕ λέξις,ομιλία, parola paiabra parole, Parole σύνθημα parabo|a- έκ τού °παραβολή",
λόγος parl on φλύα pal aver (sprechen)* parabla λόγος l ησοϋ.
paro||erστιχουργος parlata λόγος ¸ρος parlance όμι (zäh|enλογα parabolare * (Κατά Χόφμaν, έκ τού
par|erόμιλώ parl are parl ar ¸λία ριάζω,'* σπαργάνω=είμαι
par|antέκφραστικος parlante parlante ¦speak)* πλήρης) έπω =όμιλώ.
par|eur εύφραδής parolaio pal abrero (te||=λέγω)** **έκ τού τέλλω,έντέλ-
par|o|rέντευκτήριον parlatorio parlatorio parlour ( Palaver) λω, (έντολη) έπιτέλλω'
pa|abreσυνομιλία φλυαρία σαλoνά�Ι Paroii άντίστασις "Φάτς τέλλετοι " =
κaί: par|ementκοινο parlamento parlamento parl i ament =λόγος στέλλεται, δηλ.
¸βούλιον (parolaccia parley λέγεται, έντέλλεται.
par|ementerσυνθηκο αίσχρολογία) parl amentar δ.απραγμά ( πρβλ. ΈπιτελεΤον)
¸λογώ τευσις
par|ementa|re parl amentare parlamenta parl i amentary Parl amentari er
άντιπρόσωπος βουλευτής
par|ementar|sme parlamentari- parlamentari- Parlamentari-
κοινοβουλευτισμος -smo -smo -smus
κ. λπ. κ. λπ.
ÞAHDNDVA5£ paronomasia paronomasia paronomasia Paronomasie paronomas|a παρονομασία
παρονομασία παρώνυμο ς
paronyme παρωνυμικός
paronym| que paroni mico paroni mo paronymous παρωνυμία
paronym|e paroni mi a paroni mi a paronymy
ΡΑΑΟΤΙΟΕ παρωτίς parotide ρarόtίda parotid parot|s
παρωτίς
parot|d|te parotite παρωτΤτις
ÞAHDU5|£ parusia parusia parotis παρουσία
(έκκλΒ' παρουσία,
ÞAHDXY5V£παροξυ parossismo paroxi smo paroxysm Paroxysmus παροξυσμός
¸σμάς
paroxyst|queπαροξυ
¸στικος
LesÞAHGU£5αίΜοίραι Parca i , Μοίρα parca μοίρα, Parcae Oie Parzen έκ τού p|ec,τού πλέκω
.,θάνατος θάνατος αίΜοίραι p|ecto=πλέκω (κατα τό Κλωθώ,
(pl ec-> prec-> έκ τού κλώθω' ίδία
->perc) έννοια: πλέκουν,
κλώθουν, την ανθρώ-
πινη μοΤρα).
ΡΑΑΤ μέρος,μερίδιον parte parte, Ροrcίόn part Part pars=μερίς πορσύνω, πόρω÷
partagerμοιράζω spartire partir partake Partie part|or=μοιράζω =προσφέρω
part|rφεύγω(κuριολ. partire Ι depart Partner μέτοχος παρτιθέω=παρατίθημι,
ξεκινώμοιρασιά,άκολού (parti tura) party μερίς Partei κόμμα μοιράζω. "βρώσιν
θωςέξορμώ, κόμμα πaρτιθει" Όδ α. ì º.
Πολλά παράγ. καί σύνθ. : όπάρτισις=συμπλήρω-
π.χ. proport|onάναλογία proporzione ΡrΟΡοrcίόn proportion ΡΓΟΡΟΓΙίοη σις -όπαρτί=έντελώς
ap-partementδιαμέρι appartamento apartamento department πρβλ. : πεπρωμένον=
¸σμα =μοΤρα, μερίς
(άντιδ. : παρτίδα
,
παρτιτούρα, πάρτυ. )
ÞAHTN£NDC£N(5£ partenogenesi partenogene- partenogene- παρθενογένεσις
παρθενογένεσις -sis -si s
ÞAHUL| £άπόστημα (apostema* apostema* aposteme*) παρουλίς
ούλων (παρα + ούλον)
*(όπόστημα)
ÞA5βήμα passo paso pace Pass δίοδος passus=βήμα πάτος =όδός, πάτημα
passerδιαβαίνω passare pasar pass passieren passo=διαβαίνω πατώ=βαδίζω
passageδιάβασις passaggio pasaje passage Passage
503
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
passager διαβάτης passeggero pasajero passenger Passagier passus =βημα
passe παρελθόν passato pasado past passo =διαβαίνω
passabIe ύποφερτός passabi l e (pasante) passable passierbar *(bi rd =πτηνΌν έτυμ. έκ
passereau πτηνόν passero pajaro (bird)* τού πέρδιξ)
passerel le γέφυρα passerella pasadera passing διά Passus χωρίον
patiner πατινάρω° patinare pati nar ¸βασις
patinage pata πέλμα,
κ.λπ. Κ.λπ . . . . πατούσα
patada patten (όντιδ. : πάσσο, πάσσα, πασσούμι,
λάκτισμα τσόκαρο πασσαρέλα, πατινάρω . . )
ÞA55|DNπάθος passione, patema pasi on passion Passion passio πάθος πάθος,
passif παθητικός passivo pasivo ¸νη passive ¸θής passiv λακωνικό "πάσορ".
patir πάσχω Passio Θείαπάθη pati bul o άγχό passible εύπα ( Passivitit) παθεινός: Ό πάσχων
com-passion συμπά compassione compasi on compassion Empathi e πάθησις
¸θεια οίκτος συμπάθεια (όντιδ. : πασιέντζα)
patience ύπομονή pazienza paci enci a pati ence -ent Patient άσθενής
ΡΑΤΕ ζύμη,φύραμα pasta pasta paste Paste pasta πάστη.ζωμΌς άλφίτων,
pate κρεατόπιττα pasticcio pastelon pasticcio Pastete μίγμα τυροΟ καΙ σεμιδά-
pateux ζυμώδης pastoso pastoso pasty λεως.
patissier ζαχαροπλά pasticciere pastelero food πάσσω =πασπαλίζω
¸στης πατέομαι=έσθίω φα-
patisserie ζαχ/στείον pasticceria pasteleria pastry -γητΌ μαλακΌ
pasti I I e °παστίλλια° pasti gl i a pasti l l a ρίθ (όντιδ. : παστίτσιο,
pasteI χρωστήρ pastello pastel pasti l l e Pasti l l e πάστα, παστίλλια)
ΡΑΤΕΝΤ πρόδηλος patente patente patent Patent pateo =πετάννυμι πετάννυμι=άνοίγω,
patente πιστοποιη patente (patentar) (ρatentee) άπλώνω
¸τικόν δίπλωμα patera (όντιδ. : πατέντα,
patere κρεμαστήρ Κ.α. patera πάτερο)
ΡΑΤΗ
Ε
ΤΙQυΕ patetico patetico pathetic pathetisch patheticus παθητικός
pathogene patogeno patogeni a pathogenic Pathogoni e παθογόνος
pathoIogie patologia patologia pathology Pathol ogy παθολογία
pathoIogique patologico patologico pathological pathologisch παθολογικΌς
pathos πάθος, ρatos, patema (ρadecer pathos Pathos πάθος, πάθημα
εμφασιςΚ. λπ. παθαίνω)
ÞATH|AHCN£ patriarca patriarca patriarch Patriarch patriarcha πατριάρχης
1) πατριάρχης (patri archi a) (πατήρ όρχων)
., σεβάσμ.γέρων
patriarcal πατριαρ patriarcale patriarcal patriarchal patriarchal i sch
¸χικός
patriarcat πατριαρχείον Ρatίίarcatο patriarcado patriarchy Patriarchat
patron πάτρων, padrone Ρatrόn patron Patron πάτρων
προστάτης εύ-πατρίδης
patricien εύπατρίδης patrizio patricio patrician patrizier πάτριος
patrie πατρίς ρatria patria Vater-Iand patria πατρίς
paternel πάτριος patrio patrio paternal viterl i ch
expatrier έκπατρίζω espatriare eχpatriar Ι eχpatriate έκ-πατρίζω
patriote πατριώτης patri otta patriota patriot Patriot πατριώτης
patriotique πατριω patriottico patriotico patriotic patriotisch patriota πατριωτικΌς
¸τικός
patriotisme patriotti smo patriotismo ρatriotism Patri oti smus πατριωτισμΌς
com-patriote compatriota compatriota compatriot συμ-πατριώτης
patristique πατερικός patri monio patri rnoni o patrimony
patroIogie patristico patristico patristic πατερικΌς (έκκλ.,
patronymique ρatrologia ρatrologia patrology πατρολογία
apatride όπατρις patroni mico patroni mi co patronym patronymisch πατρωνυμικΌς
Κ.λπ.
ÞAUV£παλάμη pal ma palma palm palma =παλάμη παλάμη
paumer κτυπώ
paI mai re παλαμικός pal mo palmear pal mate
σπιθαμή χειροκροτώ
pal mare pal mar
paI mi pedes στεγανό pal mi pede pal mipedo pal mi ped
¸ποδα
504
m
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞAU5£παύσις,διακοπή pausa pausa pause Pause pausa=παύσις παύσις
pauserκάνωπαύσιν pausare pausar Ι pause pausieren
pausen διαγρά
¸φω
ÞAUvH£πτωχός povero pobre pauper, ΡΟΟΓ pauper=πένης παύρος. μικρός, όλίγος
pauvresseήέπαίτις poverello pobreta γυνή poverty πενία ένδεής (ίδία έννοια μέ τό πτω
pauvretéπενία, ταλαίπωρος έλευθήθών pauperism χός.κυριολεκτικώς,ό
φτώχεια poverta pobreria συστελλόμενοςΈκ τού
pauper|smeφτωχολο pauperismo pauperi smo πτώσσω=συστέλλομαι,
καί: ¸γιά ζαρώνω,
peurφόβος,peuόλίγον paura, pOCO pavor, pOCO pavi ng, few pavcr παυράκις =όλίγον
ÞAv£Hπλακοστρώνω pavimentare Ι pave [pflastern]* pav|c=σάπω παίω, άρχ. παFο.KΤπώ
pavementπλακόστρωσις pavimento pavimento pavement Pflaster διά χειρός, δι' όργά-
pavéλιθόστρωτονκ λπ. pavi mento πεζοδρόμιον νου, κρούω.
& litostroto ( paver) πεζός [*Τό γερμ.έκ τού πλάττω]
ÞAY5εδαφος, χώρα paese ρaίs (*Paum, P|atz) pagus=χωρίον, πήγνυμι , έμπήγω
paysageτοπείον paesaggio paisaje paesant χώραpango ¯ παγός =μέρος γης
paysanχωρικός paesano pai sano πήγνυμι,έμπήγω
pa|enείδωλολάτρης pagano pagano pagan (έννοιολ. : καθορί όμόπαγος: έκ τού
(χωρικός, ζωόρια,έμπήγον αύτοΟ δήμου
pagan|smeείδωλολα paganesimo paganismo paganism ταςπασσάλους,. (άντιδ. : τά παγανά)
[τρεία (pai en έκ τού *όγρός, όρους=
ίδίας οίΚΟΥενείας: paganus =χωρί λιβάδια, όρουρα
prcpagerπληθύνω propagare propagare propagate (Propagation: της,όμόπαγος,
διάμοσχευμάτων, έξάπλωσις, [*(Raum)-rus πλατεία
συνεπώςδιαδίδω propagandist (Propagandist) =άγρός( Þ|atz) (άντδ. . προπαγάνδα)
prcpagandeδιάδοσις propaganda propaganda propaganda Propaganda p|atea|
ρΕΑΝ παιάν peana pean paean Paan paean παιόν.άσμα είς
Άπόλλωνα
ΡΕΑυ δέρμα pel l e pi el pel l Fel l , Pel l e pe| | | s. δέρμα, πέλλα= δέρμα
pe||et|erδιφθεροπώλης pel lici aio peletero pel t δορά Fel l eisen μάρσι δορά,διφθέρα πελλοράφος:
peauss|erδερματέμπο pel l ai o plejero peltry δέρματα πος ό συρράπτων δέρματα
[ρος pel l en έκλεπίζω ( πρβλ. έρυσίπελας)
pe||sseδιφθέρα,γούνα pel liccia pel l iza pel i sse γούνα Pelz
pe| | ί cu| e πιτυρίς (κ.α.) pel licol a pel ί cul a °φίλμ° pel l i cl e, peel fi l m
Þ£CCA0L£άμαρτωλός peccabile pecable peccable pec|c|us, έκ τού ποδόριον(ποΟς)
peccad| | | eσφάλμα peccatuccio pecadi l lo peccadί l lo pet|c|us ποδαλγης
péchéάμάρτημα peccato pecado peccancy pecco =χωλαίνω (βλ λ. pi ed)
pécherσφάλλω peccare pecar (Ι si n)* (SOnde ¯άμαρ (μτφ. χωλαίνω
pét|c|eμίσχος (κ. λπ.) (pecca έλάτ petiole ¸τία, ήθικώς,
τωμα, (*έτυμ. έκ τού σίνις =βλάπτων)
ÞgCN£ροδάκινον pesca pesca peach Pfirsi ch pers|ca κυριολ. , Περσί α έκ τύ Πέρσου,
persγλαυκόχρους περσικόςκαρπός υίούΠερσέωςκαί
(έννοια. είσαγ.χρωμά Άνδρομέδας, γενάρχου
τωνέκΠερσίας, persiana persiana persian τώνΠερσών
pers|enneπερσίς,
κιγκλίςπαραθύρου
ÞgCN£Hάλιεύω pescare pescar Ι fish fischen p| sc| s ίχθύς ίχθυς
pêcheurάλιεύς pescatore pescador fi sher Fi scher (έκ τού *visci s, Έκ τού ίκ-θύς ->Fιχθύς
p|sc|neίχθυοτροφείον pi sci na pi sci na pi sci na * fi sci s) ί'ω ¬ θύω: έρχεται
pc|sscnίχθύς pesce pez fi sh Fi sch θύω=όρμώ [όρμηΤKις
Þ£CDH£ήλίθιος pecora : , πρό pecora (Fechten έπαι pecus. κτήνη, πόκος. έριον προβάτου
βατον.,άνόη τεία) θρέμματα,κυρίως "πεκτεΙν .. προβάτων".
¸τος πρόβατα πέκω =κουρεύω
pécuneπεριουσία pecoraio pecorear
pécu|atύπεξαίρεσις ποιμήν λαφυραγωγώ (peculate)
pécun| a| reχρηματικός pecuniari o pecuario pecuniary pekuni ar pecun| aχρήματα. παροιμ. : "είς όνου
ποιμενικός χρηματικός κτήματα ,έννοιολ πόκας", δηλ ποτέ
pécun|euxβαθύπλουτος pecuni a χρή pecuni a peculiar ίδιά πρόσοδοι άπό βλ ώς ανω
¸ματα πλούτος ζων pecus
,
πόκος,
pectcra|στηθικός pettorale pectoral pectoral pectusστήθος πέκκος=έριον, δέρμα
pc|tr|neστήθος¸p|s= petto pecho, peto (έκ τού ότ τό πέκω =κτενίζω
μαστόςζώουj στέρνον είναι (άντιδ. : πέττο)
τιχωτόν)
505
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Þ£DACDCU£παιδα pedagoga pedagogo pedagogue Padagog paedagcgus παιδαγωγός
¸γωγός (παίς + αγω)
pédagcgeπαιδαγω pedagogia pedagogia pedagogic Padagogi k
¸γική
pédagcg|queπαιδα pedagogi co Ρedagόgίcο pedagogical p8dagogisch
¸γωγικός
Þ£DANTσχολαστικός pedante pedante pedant Pedant paedagcgus παιδαγωγός
pédanter|eσχολ/κότης pedanteria pedanteria pedentry Pedanterie παιδεύω, έκπαιδεύω
pédant|smeσχολα
pedantismo pedantismo pedanti c pedantisch
¸στικισμός pedantear σχολαστικός σχολαστικός
(έννοιολ. : όπαιδαγωγό
είναιKα σχcλασός,
ρΕDΙΑΤΑ| Επαιδιατρική pedi atri a pediatria pediatrician Padiatrie παιδιατρικη
péd|atreπαδίατρος pedi atra pediatra (pediatrist) P8diater
pédcph||e,φίλοςτων Padophil παίς + φιλω
pédéraste, ¸παιδιων, pederasta pederasta pederast P8derast
pédc|cg|e (Κ. δ. )
Þ£| CN£ κτένι pettine pei ne pecten Kamm* pectc=κτενίζω πεκτέω, πέκω:
pe|gnerκτενίζωξέω pettinare pei nar (& comb)* kammen pecten =: , κτένι 1 ) κτενίζω, .,κουρεύω
pe| gnc| rέλαφρύ pettinatore pei nador Ι comb* .,τρίχωμαέφηβαίου ,είςόνουπόκας=κατάτήν
πρωινόενδυμα κτενιστής κομμωτής pectinate (* Τό Cγγλ. & γερμ. κουράντούόνου,δηλ. ποτέ,.
pe|gnéeκτένισμα pettinatura pei nadura κτενοειδής Kammen έκ του γόμφος,
pén| | έφήβαιονΚ.λπ . . . combi ng
ΡΕΙΝDΑΕζωγραφίζω di-pi ngere pi ntar Ι paint mal en* p| ngc=ποικίλω. ποι κί λω. έργάζομαι μέ
pe|ntreζωγράφος pi ttore pi ntor painter Mal er* χρωματίζω,ζωγρα διάφορα χρώματα
pe|ntureζωγραφική pi ttura pintura painting Mal erei ¸φίζω κεντω, διακοσμω
p|ctura|ζωγραφικός pi cture είκων mal eri sch * ( Τό γερμ. mal er πίγγαλος: είδος σαύρας
p|ttcresqueγραφικός pi ttoresco pi ntoresco γραφικός έκ του μέλας, ποικιλόχρωμης
ΡΕΙ ΝΕποινή,πόνος pena pena penal ty Pein pcenaποινή ποινη ποινάω=
pe|nerλυπω.θλίβω penare penar τιμωρω pai n πόνος pei ni gen
=έκδικοϋμαι
pén| b| eέπίπονος penitente penitente penitent peni bel δύσκο
ποινάτωρ =τιμωρητικος
péna|ποινικός penale penal penal ¸λος ποιναίος =τιμωρος
péna||téποινή penal ita penal i dad penance Peiniger βασανι
ποινήτειρα =έκδικήτρια
pén|tenceτιμωρία peni tenza penitencia (penology) ¸στής
Þ£LAC|£Nπελάγιος pe|agus πέλαγος
,ζωολ.,
pé|ag|queπελαγικός pelagi co pel agic
Þ£L|CANπελεκάν pel l i cano pel i cano pel i can Pel i kan pe||(e)canus πελεκόν
ΡΕLLΕπτύον,°φτυάρι° pal a pal a pal l et πυξίον pa|a,έκ του πήγνυμι
pe| |eter°φτυαρίζω° pal are (pal ear) pag-s-|a ( έννοια: κάτι πού έμπή-
pa|eόκρονκώπης palata φτυαριά
γεται στην γη)
pa|ette°παλέττα°Κ. δ. pal etta paleta pal ette Palette (αντιδ. : παλέττα)
ΡΕLΟΤΕκουβάρι, pel ota pel ota κουβάρι , pel l et p| | a, p| |ctta πίλος.έρια, τρίχες
βελονοθήκη pel o θρίξ σφαϊρα σφαιρίδιον =κουβάρι συμπιεσμένες προς
pe|ctcnσμήνος, (pel oso (peloso, p| | us θρίξ,εριον έσωτερικην έπένδυσιν
σωρεία τριχώδης, peloton)
περικεφαλαιων,
pe|cterκουβαριάζω, pelosita pelotear
σuνεκδοχικώς "καπέλλο".
κακοποιω τόλάσιον παίζωμπάλλα
συμπίλημα=πεπιεσμένα
pe|ctageκουβάριασμα pelotazo μπα
έρια
pe|cuseλειμών pel uria ϊουλος ¸λιά
pe|uchéχνουδωτός ΡθlυΖΖΟ χνούδι pel usa χνούδι Pelz δέρμα pi l osus τριχώδης
καί: perruqu|erκομ parruchiere
(cντιδ.: πελότα,
¸μωτής πελούζα, περούκα)
perruqueφενάκη. parruca perruqui er
°περούκα° perruque
¸τω
ΡΕΝDΑΕκρεμωάπλώνω pendere pender de-pend έξαρ pendel n pendec έκ του
pendu|eέκκρεμές pendolo pendul o pendul um Pendel pannus¯ πανίον
pendantένόσψ pendente (pendola πτερόν, pendi ng
πετάννυμι =άπλώνω
pendent|fκόσμημα pendiente pendentive
δηλ. "πανίον πετάννυμι".
Ιδίας οίκογενείας: (pendi ce Ρendόn σημαία pendant
pencher κύπτω κλιτύς)
506
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
penserσκέπτομαι, pensare pensar pensive Pensum
°σταθμίζω° pi ngo ράκος σκεπτικός διδακτύλη
penséeσκέψις pensiero pensamiento pensi veness (άντιδ. : πανσιόν,
pens|cnοίκοτροφείον pensione ρensί όn κατήφεια πάντα -τοίχου)
κ.δ. πολλά παράγ. & σύνθ. pensi on Pensi on
ρ
Ε
ΝΕ σύρτης pessu|us= πάσσαλος
pénétrerείσχωρώ penetrare penetrar penetrate penetrant
Penates =οίέρκείοιθεοίοίπροστατεύοντες
Pénates έφέστιοιθεοί Penati διαπεραστικός
τηνκλειστήνδιάπασσάλουοίκογενέστίαν
Λέξεις με α' σuνθ. ΡΕΝΤΕ πέντε
πχ pentaccrde pentacordo pentacordio pentachord πεντάχορδος
pentaèdreπεντάεδρον pentaedro pentaedro pentahedron Pentaeder πεντάεδρον
pentamètreπεντάμε pentametro pentametro pentameter Pentameter πεντάμετρον
¸τρον (pendasi l l abo) (pentadactilo)
pentapéta|eπενταπέ πενταούλλαβον πενταδάκτυλον pentapetalous πενταπέταλον
¸ταλον
pentapc|eπεντάπολις pentapolis πεντάπολις
pentagcneπεντάγωνον pentagono pentagono pentagon Pentagon pentagcnum πεντάγωνον
pentateuqueπεντά pentateuco pentateuco pentateuch Pentateuch πεντάτευχος
¸τευχος
pentath|cnπένταθλον pentatlo ρentatlόn pentathlon Pentathl on pentath| um πένταθλον
PentecôteΠεντηκοστή pentecoste pentecostes pentecost Pfingsten penteccste Πεντηκοστη
κ.δ. pentagramma pentagrama pentagram Pentagramm πεντάγραμμον
Þ£NUH| £ένδεια,πενία penuri a penuri a penury Ρaenurίa. σπάνις, πείνα,πενία
πενία,άπορία
ΡΕριυΜ πέπλον
ΡθΡ
l ο ΡθΡ
l ο *ve|| 0ecke|* pep| um πέπλον
palio *ve|(h)um=ίστίον
έπιτραχήλιον πλοίου (Fοχώ) (άντιδ.: βέλο ν)
έκ τού vehc=όχώ
**(Τό γερμ έκ τού
στέγειν)
Þ£Þ5| N£πεψίνη pepsi na pepsi na pepsi n Pepsin πέψις
pept|queπεπτικός (peptone) (peptona) peptic πεπτικός
Þ£HC£Hτρυπώ,είσχωρώ pertugiare Ι pi erce per+tundc παρό+ θείνω=τύπτω
percée,ανοιγμα pertugio piercing όξύς =τύπτω
(καίπολλάπαράγ ,
Þ£HCN£πέρκα perca perca perch perca πέρκα, πέρκη
(περκνός: ό έχων
χρώμα μέλαν)
Þ£HCU1£Hτινάσσω percuotere percusion percussion perkutieren per+cut|c παρό+ κόσσω,
percuteurέπικρουστήρ percussore κρούσις Perkutieren κόττω=κόπτω
(κ. δ.) percusor
ΡΕΑΟΑΕ χάνω,φθείρω perdere perder (Iose)' perdcφθείρω, πέρθω=καταστρέφω,
perteάπώλεια,όλεθρος perdita perdida (Ioss)' (ver-Iust)* άπόλλυμι Φθείρω, έκ-πορθώ
κλπ. παράγ. , ώς: pest|sφθορά, πέρσις =αλωσις
peste=πανώλης peste peste pest Pest λοιμός*(έκ τού l uο =λύω, με τήν εννοια
"πληρώνω λύτρα". )
Þ£HDH|X πέρδικα perni ce perdiz partridge perd|x πέρδιξ, πέρδι κα
perdigonaza
perdreauπερδικόπουλο πυροβολισμός
ρerdίgόn
(περδικόπουλο
& σπάταλος,
Þ(H£πατήρ padre padre father Vater pater πατηρκλητκή.ώ πάτερ
paterne|πατρικός paternale patrio, paternal fatherly vaterlich έτυμ. : πάομαι=άποκτώ,
patern|téπατρότης paternita paternidad paternity Vaterschaft κατέχω, φυλλάττω.
parra|nάνάδοχος padrino ¸κός padrino god-father Pate (ΟίΈλληνεςχρησιμο
paterneμειλίχιος paterno πατρι paterno paternal ποιούντήνλέξι°πατήρ'
patr|ceπατρικός patrizio patricio patetrician Patri zier καίπρό ΟμήρουΟί
(έννοιολ. : άρχηγός οίκογ, Λατίνοιμετάτό500 π χ ,
507
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
patron πάτρων,προί
patrono Ρatrόn pattern Patron πατριό =γενεό
στάμενος,προστάτης, padrorιe padrone πρότυπον πατρικός:
αγιος,κ. α. κύριος,δεσπό patron Patronat ό των προγόνων
¸της patter προστασία πάτρων =προστάτης
φωνασκίες
Þ£H£CH| NA1|DN peregrinazione Ρeregrίnacίόn peregrination Pi I ger-fahrt per +ager περί, παρά +άγρός
περιήγησις άποδημία μακράόδοιπορ. άποδημία Pi I ger
pel eri n (έκ τοί (άντδ . . πελερίνα)
pereg Γί π) προσκυνητής peII egrino peregri no peregri ne Pί l gel-in
Þ£H£NN|1£διαιώνησις perennita perenni dad per + annus περί +βλ. λ. "annee"
perenne διαρκής perenne τόδιηνεκές
perenne perenniaI
Ρ
Ε
ΑΙΑΝΤΗΕ, peribole peri anzi o perianto perianth περί +ανθος
Þ£H|CAHD£
pericar.io pericardio pericardi um περικάρδιον
pericardite pericardite pericarditis pericarditis Perikarditis περικαρδίτις
Þ£H| CAHÞ£
pericarpio pericarpio pericarp περικάρπιον
perichondre
peri condri o περιχόνδριον
Þ£H| Lκίνδυνος pericoIo, peIigro ΡθΓί Ι (Ri si ko ¯ peri cul um πείρα,αί
ο
λ πέρρα
pericliter κινδυνεύω peri gI i o peIigrar =κίνδυνος =πεΤρα,δοκιμασία (βλ. & experience)
peri l l eux έπικίνδυνος peri colare peri l ous βλ. λ. risque) peritus =έμπειρος
pericoloso pei i groso
Λέξεις μέ Ü σuνθ.
ρθ
Γ
ί . ..
περί
πχ. perigee perigeo perigeo perigee περίγειον
perihelie ΡθΓί θl ί ο peri hel i o peri heli on περιήλιον
perimetre perimetro peri metro perimeter Perimeter περίμετρος
perinee peri neo peri neo peri neum Peri neum περίνεον
periode periodo periodo period Periode περίοδος
periodique Ρerίόdίcο Ρerίόdίcο periodic periodisch περιοδι κός
periodicite periodicita periodicidad periodicity Periodizitat περιοδι κότης
perioste periostio periostio periosteum Periosteum περιόστεον
periostite peri ostite periostitis Ρeίίοstίtίs περιοστίτις
peri patetique peri patέtico peri patetico peripatetic peri patetisch peripaticus περιπατητικός
peripetie peripezia peripecia
περιπέτεια
peripherie periferia periferia periphery Peripherie peripheria περιφέρεια
peripMrique periferico periferico peripheric peri pheral περι φερικός
peri phrase perifrasi perifrasis peri phrasis Periphrase περίφρασις
peri phrastique perifrastico perifrastico peri phrastic περιφραστικός
periple peri pI o peri pl o peri pI us peri pl us περίπλους
peri ptere perittero peri ptero peri ptery peri pteros περίπτερος
periscope periscopio periscopio periscope Periskop περι σκόπιον
peristaltique peristaltico peristaltico peristaltic peristaltisch περισταλτικός
peristyle peristiIio peristiIo peristyIe Peristyl peristyl um περιστύλιον
peritoine peritoneo peritoneo peritoneum peritonaeum περιτόναιον
peritonite peritonite peritonitis peritonitis Peritonitis περιτονίτις
perissologie,
peristome, κ.α.
ΡΕΑΙΕ μαργαριτάρι perla perIa pearI Perl e perna ¯i ) πέρνα πέρνα, πέρνη =σχελις
perle λαμπρός perlace, -ato perlado perIaceous z, Τ όόστρακόδερ όλόκνημος
perler στρογγυλεύω. perl en άφρίζω ¸μονπίννα
έξεργάζομαι κ.λπ.
ΡΕΑΜΑΝΕΝΤ διαρκής permanente permanente permanent permanent per +maneo περί +μένω
permanence μονιμό permanenza permanenci a permanence Permanenz ,μένω, περιμένω, παραμένω
¸της permanere permanecer
έμμένω
Þ£HN| C| £UXόλέθριος pernicioso pernicioso perni ci ous per+nex -necis ¬ νέκυς=νεκρός
perniciosite όλεθρος perni ciosita perni ci osidad perni ci ous- =βίαιοςθάνατος
-ness
Þ£HDN£περόνη perone perone (brooch)' (Brosche') περόνη (έκ τού πείρω=
διαπερνω) ('βλ. λ. broc)
ΡΕΑΡ
Ε
τυΕΙ συνεχής perpetuo perpetuo perpetual per + peto πετω,περί+πετω
perpetuer διαιωνίζω perpetuare perpetuar perpetuate =πετω, όρμω,
perpetuite perpetuita perpetuidad perpetuity πίπτω
τόδιηνεκές
508
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΕΑΡΙΕΧΕ πολύπλοκος perpl esso perplejo perplexed perplex per+p|ecto περί+πλέκω,
άμήχανος =πλέκω περίπλοκος
perp|ex|téάμηχανία perplessita perplejidad perplexity
PERSECUTER perseguitare persegui r Ι persecute per+sequor παρό+εκω=έπομαι
(+poursu|vre) (βλ. καί λ. suivre)
καταδιώκω
persécut|onκαταδίωξις perseguzione persecucion persecution
PERSIL μαιντανός. prezzemol o persi l , parsley Petersi l i e petros| | | um, έκ πετροσέλινον
πετροσέλινον petrosel i num τού petrosel i num
PERSPECTIVEnpoOnTLKi prospettiva perspectiva perspective Perspektive per+spec|o περί+σκοπώ=
(έννοια: διεισδύωδιάτοΟ Perspektiv παρατηρώ
βλέμματος, τηλεσκόπιον
PERSISTER έπιμένω persistere persistir persist per+s|sto ϊστημι , περί+ϊστημι
pers|stanceέπιμονή persistenza persistencia persistence =ιστημι
PERSONNE πρόσωπον persona persona person Person Μέσφ τού έτρουσ μέλλων αίολικός τού
personne|προσωπικός personale personal personnel personlich κικοΟφεrsu= Φέρω, "φέρσω"
personna||té κ.λπ . . . personalita personalidad personality Personl i chkeit =πρόσωπον φέριστος=έξοχώτατος
parson ίερευς Σχόλ. είς Α. Gel l i o:
"dal Etrusco, dal
greco" (ν, ¯;
PERSUADER πείθω persuadere persuadir persuade per+suado¬ περί +όνδάνωª
παραι νώ, έ παι νώ, άρέσκω
όμιλώ''γλυκά'' άδύς =ήδής, γλυκύς
PESER ζυγίζω pesare pesar pendus= βλ. λ. "pendre"
pesanteurβαρύτης pesantezza pesadez σταθμίον
pesageζύγισμα pesatura pesada
po|dsβάρος (Κ. δ.) peso peso
peseta,
pesos, νομίσμα
τα.ώςμέτρον
βάρους
Ρ
Ε
ΤΑΙΕ πέταλονόνθους petalo petalo petal peta| um πέταλον,έκ τού
Ρéta|οϊdeπεταλοειδής (petalismo) petaloid πετάννυμι =άπλώνω,
άνοίγω
PETASE πέτασος petaso petasus petasus petasus πέτασος(έκ τού
πετάνυμι)
ΡΕΤΙΤ μικρός,νεογνόν petty p|t|nnus,pet|tus πετώ, πίτνημι, πετάν-
pet|otπολυμικρός (& little) =μικρόπτηνό.έκ νυμι, πετεινός
pet|tesseταπεινότης petitor pedir ζητώ pette τού peto =πετώ
αίτητής χαιδεμένος (έννοια: τρυφερή παρομοίωσις
ίδία ς οίΚΟΥενείας, pettiness πρβλ. "πουλάκι μου")
pét|t|onάναφορά petizione peticion μικρότης (άντιδ. : πιτσούνι,
κ. λπ. κ. λπ. petition Petition (pet|t|o =έφοδος, πιτσουνάκι)
Ρ
Ε
ΤΑΟΙΕ πετρέλαιον petrolio petroleo petroleum Petrol eum petro| eum πετρέλαιον(έτ. πέτρα
(öπολλάπαράγωγα, ¬ έλαιον) -τό έκ τής
γής "έλαιον".
Ρ
Ε
τυΙΑΝΤ ζωηρός petulante petul ante petulant peto.όρμώ. πετώ
προπέτης άνήσυχος όξύθυμος πίπτω.ζητώ πίτυλος =όρμητική
pétu|anceζωηρότης petulanza petul ancia petulance κίνησις
προπέτεια προπέτεια παραφορά
ΡΕυ όλίγον,μικρόν poco poco few paucus παύροςªμικρός,
όλίγος, έκ τού παύω
παυράκις =όλίγον
PEUPLE λαός ροροlο puebl o Ρθορl θ, Folk Vol k popu| us=λαός, πολύς, πλήθος,
peup|adeάποικία popolato poblado populous (νίθl =πολυ, δήμος,οί°πολλοί πλέες, πίμπλημι
peup|erπληθύνω popolare poblar populate (Popul aritit) "ώς φάσaν ή πληθύς"=
popu|aceόχλος popolaccio populacho populace δημοσιότης έτσιείπεόλαός.Ίλ Β, e¯ë
popu| a| reλαίκός popolare popul ar popular ρορυl θΓ (άντιδ. : πόπολο,
popu|at|onπληθυσμός popolazione poblacion popul ati on ποπολάρος)
pub||cδημόσιος pubblico ρύbl ί cο publ i c publ i ce κοινώς
(κ. δ. )
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ
ΡΗΑΕΤΟΝμικρήόμαξα faeton
(έννοlOλ. : άναφοράείς
τόνΦαέθοντακαίτό
όρματοΟ Ηλίου,
ÞNAC£D£N|OU£
διαβρωτικός
ÞNACDCY1£φαγο fagocito
κύτταρον
phagocyter ,μτφ;
άποδυναμώνω
ÞNALANC£φάλαγξ falange
phaIangite φαλαγγί falangetta
κ.α. ¸της φαλάγγιον
ÞNALAN51(H£κατοι falanstero
κία,συνεταιρκοινότης σcνεργαστήΡΙoν
ÞNALLU5φαλλός fal l o
phal l ique φαλλικός
ithyphalle ίθύφαλλος
ÞNAN1A5M£Φάντα· fantasma
¸σμα
phanere φανερός
ΡΗΑΑΕ φάρος faro φάρος
falό πυρσός
ÞNAHMAC|£ farmacia
φαρμακείον farmaco
pharmacien φαρ/ποιός farmacista
pharmaceutique farmaceutico
φαρμακευτικός
pharmacoIogie farmacologia
φαρμακολογία
pharmacotherpapie farmacotera-
κ. α. [pia
ΡΗΑΑΥΝΧφάρυγξ faringe
pharyngite φαρυγγίτις faringite
pharyngien φαρυγ faringeo
¸γικός
ÞNA5£Φάσις fase
(monpphase,
poIyphase,
triphase)
ÞN£0U5λαμπρός,παητ, febeo (ποιητ,
φοίβειος
ΡΗΕΝΙ Χ¡; φοίνιξ.τό fenice 1 ) φοίνιξ
μυθπτηνόν.,μοναδικός .,ενιαίονπρόσ.
ΡΗΕΝΟΜ
ΕΝΕφαινό fenόmenο
¸μενον
phenomenaI 1 ) φαινο fenomenale
μενικός2,παράδοξος
κ.λπ. κ.λπ.
ÞN£NDLφαινόλη fenol
(κλπ . .)
ΡΗΙΙΑΝΤΗΑΟΡΕ fi l antropo
φιλάνθρωπος
phi I antropie κ.λπ. filantropia
ÞN| LA1£L|£ φιλοτελι filatel ia
¸σμός
phiIateIiste φιλοτ/στής
phί lateIique φιλοτ/κός filatelico
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
faetόn
fagocito
fagocitosis
falange
falangeta
falansterio
falo
falico
fantasma
fenico
pharo
farόl φανός
farmacia
farmacopol a
farmaceutico
farmacologia
farmacopea
φαρμακοποιείον
(alexifarmaco)
faringe
faringitis
faringeo
fase
(bifasico,
trifasico,
polifasico)
feniz
(fenicio)
fenόmenο
fenomenal
fenol
filantrope
fi lantropia
fil atel ia
filatelico
509
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
phaeton Phaeton Φαέθων(ώδήγησετό
όρματοΟΗλίου,
( Γιαννώτικα: παϊτόνι,
phagedaena φαγέδqινα= έξέλκωσις
phagocyte φαγοκύτταρον
phalanx Phalanx phal anx φάλαγξ
phal angite
φάλαγξ+μοναστήριον
phal l us Phallos Phal l us φαλλός
phallic phallisch φαλλοκράτης (κρατώ =
(phal l okratisch) έξοuσιάζω)
phantasm Phantom phantasma φάντασμα
(& Schemen, Phasma "ψυχών σκιοειδή φοντά-
έτ °σκιά. ) σμοτο". Πλοτ. Φοίδων ë i
pharos pharus φάρος
pharmacy Pharmazie pharmacia φαρμακεία,φαρμακείον
Pharmaka
φάρμακον: "τό Φέρον
(chemist) Pharmazeut
CKOς (=θεραπεία) καί
pharmaceutic (Pharmakody-
CX
Oς (=πάθος"). Ε.
Μ
.
-nami k) "φάρμοκο πολλά μέν
pharmacology Pharmakologie
έσθλά, πολλά δέ
pharmaco- Pharmakothe-
λυΥρά". Οδ. δ, 230
-poeia -rapie
pharynx Pharynx
φάρυγξ(έκ του φέρω)
pharyngitis Pharyngitis
pharyngal
phase Phase
Φάσις
Ph6bus
Φοίβος
phoenix Ph6nix phoenix φοίνιξ(φοινός
=κόκκινος· φοίνlOς,
φόνlOς) .
phenomenon Phanomen φαινόμενον
phenomenal phanomen . . .
phenol
φαίνολη(έκ του φαίνω)
phi l antropist Phi lantrop
φιλάνθρωπος
philantropy Phi lantropie
φιλανθρωπία
phi lately Phi l atel ie
δρος πλασθείς το 1 864
έκ του φίλος+άτέλεια
phi l atelist Phi l atelist
phi latelic
5! 0
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΗΙ ΙΑΑΜΟΝι ουΕ fi l armoni co, a fi l armonico, a phi l armoni c Phi l armoni e φίλος+ άρμονία
φιλαρμονικός philharmonisch
phi larmonie φιλομουσ.α φιλόμουσος
ΡΗΙ Lι ρρι ουΕλόγος fi I i ppica fi l i pi ca phi l i ppi c Phi l i ppika φιλιππικός ,Λόγος
δριμυς Δημοσθένουςκατά
Φιλίππου,
ÞN| LDLDC|£φιλολογία fi I ol ogi a fi l ol ogi a phi l ology Phi l ologi e phi loIogia φιλολογία
phi lologue φιλόλογος fi l ol ogo fί l όl οgο phi l ol ogue Phi lol og ("φιλόλΟΥος, ό φιλων
phi l ologique φιλολο fi ! ol 6gico fίl οl όgίcο phi l ol ogi cal phi l ol ogi sch λόΥοuςκaί σποuδάζων
¸γικός περί παιδεiaν" ¯Φρύνιχος¯)
ÞN|LD5DÞN|£φιλοσοφία fi l osofia filosofia phi losophy Phi l osophi e phί losophi a φιλοσοφία
phi losophe φιλόσοφος f: 1 6sofo fί l όsοfο phi l osopher Phi l osophe "Φιλοσοφίαν πρώτος
phi losophi que φιλο fi los6fico fi l osofico phί l osophi cal phi l osophi sch Πυθαγόρας ώνόμασε καΙ
¸σοφικός 6ρεξι ν αύτήν είπε ν είναι
phi losopher φιλοσοφώ filosofare filosofar phi l osophi ze phi l osophieren καΙ οίονεΙ φιλiαν σοφίας".
Κ.λπ. (Καίοί Άραβες,τηνόνο
μάζουν°φάλσαφα°,
έκτούέλληνικού,
ÞNΙ LDΤ£CNN| OU£ fi l otecni co (phi l omath) φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικός
ΡΗΙ ΙΤΑΕφίλτρον fi l tro Ιί l ΙΓΟ phi ltre, fi l ter Fi l ter phi ltrum φίλτρον, φίλητρον
ÞN| MD5|5φίμωσις fimosi fimosi s phi mosi s Phi mose φίμωσις
ΡΗιΕΒ|ΤΕφλεβίτις fiebite fl ebi ti s phl ebo . . . φλεβίτις
phlebologie φλεβολο flebol ogia phl ebi ti s Φλεβολογία
¸γία phl eboiomy (φλέΨ +λέγω)
phl ebotomie φλεβοτο flebotomia fl ebotomi a (phlebotomize) φλεβοτομία (" +Τέμνω)
¸μία φλεβορραγία
phl eborragie φλεβορ (tromboflebitis) (ψλtψ +ρήγνuμι)
¸ραγία
ÞNL£CMDNφλεγμονη fl emmone i nflamaci on i n-fl ammati on I nfl ammati on phlegmone φλεγμονή( έτ. φλέγω)
phlegmoneux φλεγμο fl emmonoso i nfl amatorio phl egm φλέγμα fl ammend
Ινώδης fl emmasi a (flamante) i nfl ammatory
phlegmasie φλόγωσις flogistico fl ameante
phlogistique φλογι fl ogosi φλόγω phl ogosi s
¸στικός ¸σι ς
phlegmatique φλεγμα fl emmati co fl ematico phl egmatic Phl egmati ker
(Κ. α) ¸τικός
ÞNLYC1(N£φλύκταινα fl ittena fli ctena phlyctaena φλύκταινα (έτ. φλύω)
ΡΗΟΒΙ Εφοβία fobia fobia phobi a φοβί α άδικαιολόγη-
τ
ο
ς φόβος
ΡΗΟΝΕτιουΕφωνη fonetico fonetico phoneti c Phoneti k φωνηt| κός,φώνημα
¸τικός fonetica fonetica φθογγολογία
phoneme φώνημα fonema fonema phoneme phonetisch
(fonotecnia) φωνητικός
( Phoniater)
Λέξεις μέ α' συνθ. phono .. φωνή
Π χ phonographe fonografo fοnόgrafο phonograph Phonograph φωνογράφος
phonologie fonologia fonologia phOrJ0logy Phonol ogi e φωνολογία
phonometre fonometro fonometro phonometer Phonometer φωνόμετρον
phonoscope fonoscopio fonoscopio phonoscop Paraphon φωνοσκόπιον
Κ. α. N. α. φωνητ.τόνοι
ΡΗοουΕ foca foca phoca phoca Φώκη, φώκια
ÞND5ÞNDH£ fosforo fόsfοrο phosphorus Phosphor φώσφορος
φώσφορον (φως +Φέρω)
phosphorique fosforico fοsfόrίcο phosphori c phosphor . .
Κ.λπ. Κ.λπ.
5J J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝ| κον
Λέξεις μέ ο
·
συνθ.
ΡΗΟΤΟ. . photo- φώς,φωτός
Π.χ. phctcch| m| e fotochi mi ca fotoqui mica -chemi stry Photochemi e φωτοχημεία
phctcchrcm|e fotocromia fotocromi a photochromy Photo . . . φωτοχρωμία
phctcé|ectr|que fotoelettrico fotoeletrico photelectric φωτοηλεκτρικόν
phctcgén|e fotogeni co fotogenico photegeny Photogenie φωτογένεια
phctcgraph|e fotografia fotografia photograph Photographie φωτογραφία
phctcgraphe fotografo fοtόgrafο photographer Photograph φωτογράφος
phctcgraph|er fotografare fotografiar Ι photograph photographieren φωτογραφίζω
m| crcphctcgraph| e microfotografia mi crofotografia mi crophoto- μικροφωτογραφία
té|éphctcgraph|e tel efotografia telefotografia -graphy τηλεφωτογραφία
tel ephoto- '
phctcmètre fοtόmetrο fοtόmetrο photometer Photometer φωτόμετρον
phctcphcb|e fotofobi a fotofobi a photophobia Photophobie φωτοφοβία
phctcsynthèse fotosintesi fotosintesis photosynthesis Photosynthese φωτοσύνθεσις
phctctyp|e fototi pi a fototipia phototype Phototypie φωτοτυπία
Κ.δ. πολλά. fοtόstatο photostat Photomechanik
ÞNHA5£φράσις frase frase phrase Phrase phras|s¯ φράσις
phraserφρασεολογώ fraseggiare
phraséέξεζητημένος Phrasen
phraséc|cg|eφρασε fraseol ogi a fraseologia phraseology Phraseologie
¸ολογία parafrasis paraphrase Paraphrase
paraphraseπαρά· parafrasi antiirasis
φρασις perifrasis
ΡΗΑΑΤΑΙΕφρατρία fratria fratria fraction Fraktion φρατρία,φατρία,έκ του
fraile καλόγε φράτηρ =άδελφος
¸ρος
ÞNH£NDLDC|£ frenol ogia frenol ogia phenology Phrenologie φρενολογία
φρενολογία (φρην +λόγος)
phrén|queφρενικός frenetico frenetico phreΓIetic phrenologisch
phrénc|cgueφρενο φρενήρης (esquizofrenia) . . . . . .
κ.λπ. ¸λόγος frenologo (frenόΡata) phrenol ogist Phrenolog
frenesi φρενίτις Phrenesie
ÞN1|H|A5|5 ftiriasi ftiriasis phtitiasis pht|r|as| s φθειρίασις
ÞN1|5|£φθίσις tisi ti si s phtisis pht| s| s φθίσις(έτ. Φθείρω)
pht|s|queφθισικός tisico tisico phtisic
ÞNYCD0££5 φυκοει δή
phycc|cg|e φuκολογία
ÞNYLAC1(H£ filatterio filacteria phylactery phy|acter|um φυλακτήριον
φυλακτόν (profilaxis)
Λέξεις μέ ο
·
συνθ.
ΡΗΥΙΙΟ..
πχ phy| |cpcdes (fi l omani a) φύλλον
phy| | cxéra fi l ossera fi l oxera phi l l oxera Phyl l oxera φυλοξήρα
ÞNYLDC£N(5£ fi l ogenesi fil ogenesi phylogenesi φύλον+γεννώ
φυλογένεσις φυλογένεσις
Λέξεις μέ ο συνθ.
PHVSIO . . . φυσιο. . . (φύσις)
πχ phys| ccrat|e fisiocrazia fisiocracia physiocrasy Physiokratie (φύσις + κρατώ)
φυσιοκρατία fisiografia fisiografia physiography Physiographie + γράφω)
p|¡ys|c|cg|eφυσιολο fi si ol ogi a fi si ol ogi a physiology Physiologie + λέγω)
¸γία + γνώμη)
phys|cncm|eφυσιο fi sonomi a fisonomia physiognomy Physiognomie + θεραπεία)
¸γνωμία
phys|cthérap|e fisioterapia fisioterapia physiotherapy Physiotherapie
φυσιοθεραπεία
ÞNY5 UU£φυσικός, fisico, a fisico, a physic ίατρική Physik φυσικός
Φυσική physician physisch ( Πρώτοςόφιλόσοφος
phys|c|enφυσικός fi si ci ano ίατρός Physiker Άρχέλαοςάπεκλήθη
Κ.δ. physicist °φυσικός°,
φυσικός
5 ! 2
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Λέξεις μέ ο' σuνθ.
PMYTD... φuτο e e e (φυτόν)
Π.χ phytob|o|og|e fitobiologia (fitologia) (phytology) (Botanik)
φυτοβιολογία Phytotherapie
phytopatho|og|e fitopatologia fitopatologia phyto . . . Phytopathol ogi e
φυτοπαθολογία (Phytopharmaca)
phytozoa|reζωόφυτον ΖοοΙίΙο ΖοόΙίΙο zoophyte
κ. λπ. (fitofago) (physiology)
ΡΙΑΝΟόμαλός,ηρεμος piano I l ano p|anus=όμαλός. πέλανος=παχύρρευ-
p|ano(μουσόργανον, piano (forte) pi ano pi ano Piano ένιαιος στον, πυκνόν ύγρόν
(έννοιολέπειδηδέν πελάνιμ =δι' Εαίου
ηχούσεμόνονδυνατά,
όπωςτό¯Οργανον,.
p|an|ste pianista, pi ani sta pianist Pianist
p|ano|e pianol a pi anol a
Þ|CN£Tοίνοχόη bicchiere Pi chel άλατιέρα b|ccar|us
ποτήρι pi chel n μεθο- έκτού έλληνικού· βίκος=πίθος, άμφο-
κοπώ ρεύς, ποτήριον
Λέξεις μέ ο' σuνθ.
Þ| CHD ..
Π χ. p|cr|de,p|cr|que, picrico pi cri co pi cri c πικρός
p| crotox|ne κ. λπ. pi crato pi cro . . .
ΡΙ Εκίσσα pica picaza, pega, pick σκαπάνη, picken κεντρίζω, p|ca=κίσσα θ. °πι κ°
·πι κρί α, πικία,
p|eσκαπάνη,δρυοκολά piCCO κορυφή. picacho κεντώ κολάπτω piCUS =δρυοκολά- πεύκη
πτης,κορυφη όκρον Pike δόρυ πτης
Ρί que λόγχη έξούpiccolo pi ke δόρυ Ernout -Meil let:
p|quantδριμύς,όξύς μικρός(ένν. : picket πάσσα emprunt ancien
μικρόπράγμα, picada, λος grec dialectal δηλ ( άντιδ. : πι κάρω, πί κα,
είναιμίαόκρη pi ca: λόγχη pickle πίκλα άρχαιονδάνειον πίκλα, πικάντικος)
άπόκάτι, picador ταυρο άπόέλληνικη
μάχος διάλεκτο
piccante picanto pi qυant
Þ| (C£τεμάχιον, pezzo, pezza pedazo piece p|ttac| um πιττάκιον=πινάκιον
έμβάλλωμα προς γραφην έκ δέρ-
ματος η φλοιοϋ.
πρβλ. πίτυς = πεύκη
( άντιδ. : πέτσα,
πετσέτα)
ΡΙΕΟπούς piede pie ΙοοΙ Fυss pes
�
ped|s πούς-ποδός,
p|étonπεζός pedone ρeatόn pedestrian δωρ. πός.
p| ét| nerποδοπατώ pedana τάπης (ροdόmetrο) (Ies =πούς, fυssen στηρίζομαι πεζός, πέζα
péageδιόδιον pedaggio peaje έκ τού λυγίζω,
péda|eποδόπληκτρον, pedale pedal pedal Pedal πέδη πεζικός
°πέδιλον° (pedometer: (άντδ. : πιόνι, πεντικιοUρ)
pédestreπεζικός pedestre pedestre βηματόμετρον,
b| pèdeδίπους bi pede bipedo
pd|cu|e,pét|o|eμίσχος pedicel l o peduncυlo petiole
péd|cure pedicυre pedicυro pedicυre
(βλ. & λ. curer, peana,
p|édesta|βάθρον piedistallo pedestal pedestal pedica πέδη
p|ègeπαγίς.ένέδρα pedata ϊχνος (pedi cυlυs) pedone
ρίοη πεσσός piojo Fυssbank pedester πεζός
p| onn| erσκαπανεύς pioniere pionero pi onneer Pi oni er
p|ètreεύτελής(έναολ.: (pidocchio) pedologia (podiaIrisI Pedologie
πεζόςλόγος,όχιποιητ, (podagra) ποδίατρος, ποδολογία
ρου ψειρα,
péd||uνeποδόλουτρον
(πούς+|uo=λούω,Κ.δ.
ΡΙ ΕΑΑΕλίθος,πέτρα pietra pi edra *stone *3te|n petraπέτρα πέτρα & πέτρος
p|errer|esπολύτ λίθοι pedreria stoning
p|étréπετρώδης pietroso pedrera λιθόστρωτον (*στία,στίον=λίθος,
pétr|f|erάπολιθώ pietrificare pedregroso steel χάλυψ Stahl ψηφίς
pétrograph|eπετρο· pietraia petrifίcar stony Steinen στιώδης=πετρώδης)
γραφία λατομειον petrografia
ΡθΙΓίΙΥ
p|errotπιερρότος (petrogl ifo) petrology Petrographi e (άντιδ.: πιερρότος,
(έκ τού P|erreΠέτρος, pi errot (Petrogl yphen) κuριολ. μικρός Πέτρος)
5J 3
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ρl
έ
τ
έ
εύσέβεια pieta piedad piety Pi etat pi us =εύσεβής ηπι ος= πράος, ημερος,
pieux εύσεβής ρίο ρίο pi ous (pietisten) όσιος,πρόςπατρί μαλακός, ώς ό γονευς
pitance σιτηρέσιον pietanza δα,θεούς,γονείς πρός τα τέκνα.
piteux άξιολύπητος pietoso piadoso "ώς ηπιος ήεν" ·0, 1 52 -
έννοια: ώς καλός πατήρ
ρl
Ε
ΖΕ πίεσις πίεσις
piezometre πιεσόμε ΡίeΖόmetrο ΡίeΖόmetrο piezometer πιεσόμετρον
¸τρον
piezographe πιεζο
¸γράφος
ΡΙΙΕ, ΡΙΙΙΕΑ στύλος pilone pi l a ρί l όη pi l e σωρός pi I a πύλη,πύλα=θυρόφυλ-
pi Iastre παραστάτης ρί l ο δόρυ πυλών pi l l ar στήλη λον, παραστάς
piIotis ρίl ΟΓΟ pi l ar βάραθρον pi laster
πυλωρός ρί l ΟΓΟ
ΡΙΙΙΕΑ λεηλατώ Ι pillage pi l I eus κάλυμμα πίλος
κ.λπ. παράγωγα κεφαλής
ΡΙΙΟΤΕ πλοηγός pi loto, pi lota piloto pi l ot Pilot pi I oto ( ί ταλ. ) έκ πηδός=τό πλατυ μέρος
pi l oter πλοηγώ pi l otare pilotar του pedoto, όπερ τής κώπης
pilotage πλοηγία pilotaggio pilotaje pilotage έκ του έλληνικού πηδάλιον
pilotin δάκ.άξιωμ. pilotino ρίlοΙίη πηδός (συνήθης τροπη δ είς λ)
ναυτικού
ΡΙΝ πεύκη ρί ηο ρί ηο pi ne Pi ni e pinus πεύκον πίτυς=πεϋκον
pinede πευκόξυλον pineta pinar πευκών ρίη καρφίς Pi nne
pi niere πευκών pinocchio pinocho Piniole (άντιδ.: πινέζα, Πινόκκιο)
κουκουνάρι
Þ| NACD1N(OU£ pi nacoteca pi nacoteca Pi nakothek pi nacotheca πινακοθήκη
Þ| NC£Hτσιμπώ pinzare pizcar pinch Pinsel πινέλο pungo, nungo νύγω,νύττω
pince λαβίς pinzetta pinzas pincers Pi nzette =νύττω νυγμός
point τελεία ρυηΙο ρυηΙο point Pointe
κ. Ο. puncheon Punkt σημείον
περόνη
ΡΙ ΝΝΕ πίννα pi nna πτέρυξ, pina ρί ηί οη pi nna πίννα
(όστρακον, πτερύγιον πτερύγιον
pi nnuI e πτερύγιον
ΡΙΡΕΑ 1 ) συλλαμβάνω pipare pipiar τιτιβίζω ρί ρ πιππίζω pi epen πιππίζω ρί ρο =πιππίζω πιππίζω(έπί όρνέων)
πουλιά.,καπνίζωπίπα pipar καπνίζω "πιππίζοuσι καί τρέχοuσι"
pipeau φλογέρα ρί ρί ηο pi pi ratana pipe Piepig ύψηλή
,
Αριστοφ.-
pi peur κυνηγόςπτηνών pi per αύλητής φωνή (άντιδ. : πίπα)
pipe πίπα pipa pipa Pi pette
ΡΙΑΑΤΕ πειρατής pi rata pi rata pi rate Pi rat pi rata πειρατης
(πείρω
piraterie πειρατεία pirateria pi rateria piracy Pi raterie =περνώ θάλασσαν)
pi rater πειρατεύω pi rateggiare pi ratear Ι pi rate
ΡΙΑουΕΠΕστροβΙλΙ ρί ΓΟl ο σβούρα pirueta στροφή pi rouette Pi rouette πείρω=διαπερνώ
¸σμός perinol a πειράω =αγωνίζομαι
pi rouetter περιστρέ σβούρα "πειρήσαντο, όρχείσθην"
¸φομαι ( Οδ. θ. '¨¨)
Þ| 5£Hπλινθοποιώ pisar πιέζω pinso =ίγδίζω, πτίσσω =κοπανίζω,
pise τοίχος(πλινθό pisa ποδοπάτη πτίσσω έκλεπίζω -πτισμός
κτιστοςj ¸μα
piso έδαφος,
όροφος
Þ|55£Hούρώ pisciare piss ούρον Pisse pissio πι πί σκω, μέλλων πίσω,
κλπ παράγ =ποτίζω
·
πίσα =ποτίστρα
Þ|51£ ϊχνος,πάτημα pesta pisada pisto άλλοιωμένη
πισμός =ποτισμός
βλ. ώς ονώ
piston έμβολον pistone Ρίsόn piston προφορά τού ώς (άντιδ. . πίστα, πιστόνι,
pesto τριμμέ pisoteo ποδο ανωΊδίασημασία πιστόλι)
ίδίας οίκογεν. καί τό ¸νος ¸πάτημα
pistoIe pistola pistola pistol Pistole
pistiI ύπερος posti l l o pistilo ύπερος pistil
pistonner ένοχλώ ύπερος pisotear κοπα
pista ίππόδρο ¸νίζω
¸μος
5J 4
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Þ| 51ACN£φυστίκι pistacchio pistacho pistachio Pistazie p|stac|um πιστάκιον=φυστίκι
Þ|1N£CAN1NHDÞ£ pitecantropo pitecantropo piithecanthrope πιθηκάνθρωπος
Þ|1YH|A5|5 pitiriasi pitiriasis pityriasis πιτυρίασις(έτυμ. έκ
τού πίτυρον. όπερ έκ
τού ώς δνω ρήματος
πτίσσω) βλ. λ pi ser
ρ| νΟ| ΝΕπαιωνία peoni a peonia Paonie paeon| a παιωνία
,λόγψτώνίαματικών
ίδιοτήτωντου.τόφυτόν
έλαβετόόνομάτουέκ
τοΟ "Απόλλων ό Παίων",
δηλ. όθεραπευτης,
ÞLAC£θέσις piazza plaza place τόπος Platz p|atea πλατεία
p| atéeπλατεία spianata, espl anade, espl anade (ύπονοείταιπλατείαόδός,
p|acerτοποθετώ platea platea *square (άντιδ.: πλασάρω)
placer στρώμα πλατεία *square: βλ λ. quatre
p|ac|erπρομηθευτης piazzista όμμου placeman
p|aceurμεσίτης plateare ύπάλληλος
dé-p|acerμετακινώ άγοραίος
p|acer.χρυσοφόρον placel
στρώμα
Κ.δ. παράγ. & σύνθετα.
ÞLA|DNDόροφη tetto* ρlafόn+ρaflόn pl afond Plafond πλατuς+fοnd
p|afonnerφατνώ & techo* (βλ. λέξεις pl at, fond)
p| afonn|erφωτιστικόν plafoniera *tetto-techo έκ (άντιδ. : πλαφονιέρα,
όροΦής τού (s)tego όπερ
έκ τού - στέγω, τέγος =όροφη
ÞLAC£αίγιαλός piaggia+plaga playa πλαγιά,πλάγιος
(έννοιολ. κλίσιςέδάφους piaggiare playere
πρόςτηνθάλασσαν, plaga άκτη παραλιακός
έκ τού πλάγιος
ÞLAC|A|H£λογοκλόπος pl agiario pl agiario pl agiarist Pl agiator p| ag| ar| usλογο (έννοιολ ό μετερχόμε-
p|ag|atλογοκλοπία pl agio pl agio pl agi ari sm Plagiat κλόπος νος πλάγια μέσα)
ΡΙΑΙΟ σκέπασμα poncho pl ai d μανδύας μέσψ ίρλανδ. διπλοΤςκαί διπλόη =
μανδύας p| o| d=διπλοΤς διπλοΟς χονδρός
μανδύας
ΡΙΑΙΕ πληγη piaga plaga, Ilaga plague μάστιξ Plage p|aga=πληγη πληγή, δωρ. πλαγά
b|esserπληγώνω,τής piagare plagar, IIagar play παίζω pl agen βασανί
ίδίαςρίζας, μέσψτοΟ pl edge ένέχυ ¸ζω πλήττω
άρχ.γερμ b|e|zza
¸ρον Pl agegeist
fl i ng κτύπημα τύραννος
ΡΙΑΙΝ, ΡΙΑΝ σχέδιον piano I I ano, pl ano pl ai n, pl an Pl an p| anus=λείος, πέλανος=πυκνό
p|aner όμαλίζω pi anare pl anear Ι pl ai n λείος.όμαλός όμαλός λιπαρό ύγρό, δρα λεία
p|a|neπεδιάς pl anUa I l anura pl ane pl anen σχεδιάζω έπι φάνει α. " Desi gnat
βλ καί λ " p| ano" I I ana μυστρί pl ani ng planteren ίσιώνω des objets pl ans".
Αλλη έκδοχή: έκ τού
πλάνος, πλανάω,
πλανοΟμαι
ΡΙΑΙ ΝΟΑΕ λυποΟμαι piangere pl afir θρηνώ pl ai ntif p| ango=πλήττω. θέμα πλαγτού πλήττω
θρηνώ ένάγων πλήττωέαυτόν (έπλάγην, πέπλαγμαι)
p| a|gnantένάγων piagnisteo pl afi do plaint παράπονο
Ρ| aί nteπαράπονο,άγωγη θρήνος στεναγμός pl ai ntive
p|a|nt| fθρηνώδης (Κ. δ. ) pi anto κλάμα IIanto κλάμα θρηνώδης
p| eurer κλαίω piagnona pl afi dero
μυρολογίστρα παραπονιάρης
ÞLANCN£σανίς placca ρlanchaσίδερον pl ank Pl anke p|ancaπλάξ, πλάξ
p| anchetteάβάκιον (abaco)* σιδερώματος plottίng σανίςη pa|agga φάλαγξ
p| ancherδάπεδον (placcato) pl ancheta pl anki ng phalagga *(αβαξ)
p| anché|erσανιδώ placcare άβάκιον σανίδωσις ¯(abacus)
Κ. λπ. pl anchar σιδε Ι pl ank σανιδώ
¸ρώνω
ÞLANC1DNπλαγκτόν pl ancton plancton pl ankton Pl ankton πλαγκτόνπλαγκτός=
ό πλανώμενος, όπερι
φερόμενος,κυρίωςέπί
θαλάσσης(ρήμαπλάζω) ,
5J 5
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ
έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΙΑΝ
Ε
ΤΕ πλανήτης pianeta pl aneta planet Planet planeta
πλανήτης
planetai re pl anetario pl anetario pl anetary ( Pl anetologie)
pIanetari um (pl anetoide) planetarium Planetarium
ΡΙΑουΕ πλάξ placca placa pl aque Pl ax pIaco
πλάξ
pI aquer έπιπλακώ, placcare pl acard Pl akat =εύχαριστοΟμαι πλατύς
έφαρμόζω τοιχοκολλώ τοιχοκόλλημα (έννοιολ. : πλατειά, (άντιδ. : πλQl�έττα)
pIaquetta πλακίδιον plaqueta Pl akette, Pl atte "εύχάριστα")
pIacide στρωτός placido placido pl acid fl ach
pIacage έπικόλλημα pl acenta
pI acenta πλακοΟς pl acenta
ίδίας ρίζης.
plaire άρέσκω piacere pl acer please
pl ai si r εύχαρίστησις pl acider γαλή- pl easure
[νη
ÞLA5MAπλάσμα ,αϊμ , pl asma p! asma pl asma Pl asma
πλάσμα
plasmatique πλασμα- pl asmatico pl asmatico plasmatic
[τικός neopl a.sma metaplasmo neopl asm Neopl asma
neopIasme νεόπλα- protoplasma protoplasma protoplasm Protoplasma
[σμα pl asmatore (catapl asma) Kataplasma
protoplasme πρωτό- πλάστης Ρl asteπλάστης
πλασμα κλπ. pl asmare
πλάττω
ÞLA51|OU£πλαστικός pl astico plastico plastic Plastik γλυπτική plasticus
πλαστικός
plasticite πλαστικότης pl asticita plasiicidad (pl asti ci ne Pl astizitat
"πλαστελίνη")
ÞLA51HDNπροστήθιον piastrone pl astron emplastrum
έμπλαστρον
empl atre έμπλαστρον i mpi astro emplastro pl aster Pflaster
ΡΙΑΤ : , έπίπεδος piatto plato plate plattus πλατύς
πλατυς
e, "πιάτον" platean όρο- Pl atte
πλάτας = έπίπεδος
plateau δίσκος pl ati I I o, pl atel [πέδιον pl att όμαλός
έπιφάνεια
platine πλατίνα (άρχ. pl ati na pl ati na pl aten, Pl atean όροπέ-
πλατείον =πινακίς
έννοια, πλατύ φύλλον pl ati num Pl ati n [διον
μετάλλου) platten σιδερώ- (άντιδ. : πλατΦόρμα
platee l1ιατέλλα pi attel l o platero [νω (πλατύς +μορφή), πιάττο,
ίδίας οίΚΟΥενείας: χρυσοχόος Flache έκτασις πιαττέλλα, πλατίνα)
plante φυτόν pianta plateria pl ant φυτόν
planter φυτεύω piantare χρυσοχοείον Pl antage φυτεία
(έννοιολ. στρώνω,
πλαταίνω)
ΡΙΑΤΑΝΕ πλάτανος platano platano pl ane-tree Platane platanus
πλάτανος
platanaie plataneto μπανάνα
platanero όρμη- . . . . .
[τικός ίνεμος
ΡΙΑΤΟΝι ουΕ pl atonico Ρlatόnίcο pl atonic platonisch
πλατωνικός (ό άναφε-
platonicien pl atoni smo pl atonismo pl atoni sm Pl atoni smus ρόμεvος εις τόν
platonisme Πλάτωνα)
ρι
Α
ΤΑΕ γΟψος gesso* yeso* gypsum Gi pS* emplastrum
έμπλαστρον
platrier γυψοποιός gessaiol o yesero + piaster gipsen γυΨώ * gypsum *γύψος
platrerie γύψο έργον gessetto κιμω- yeseria plaster gipS . . .
platrage γύψωμα [λία pl asteri ng
pI atreux γυψώδης gessografia yesal (gypseus)
(κ.λπ. ) i ngessatura yesoso plastering
gessoso plaster
Λέξεις με α' συνθ.
platy . . .
πλατυς
Π. χ. pIatycerque, pl atipodo pl ati rri no pl atyped
πλατύκερκος κλπ.
platyrhines platyrrhi nes
pl atycephal i c
ρι
Ε
ΒΕ όχλος pl ebe pl ebe Pl ebst plebs-plebis
πληθύς, πληθος, πλέες
plebeien συρφετώδης pl ebeo pl ebejo pl ebei an pl ebejer =δήμος, πλήθος ( άντιδ. : πλέμπα,
plebiscite δημοψήφι- χυδαίος pl ebi scito pl ebiscite
πληβείος)
[σμα pl ebi scito
ÞL£C1H£πλήκτρον plettro plectro pl ectrum pIectrum
πλήκτρον,
εκ τοο πλήττω
5J 6
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞL£|AD£5πλειάδες pl eiade pleyade pl eiades Pl ejade πλειάς, Πλειάδες
ΡΙΕΙ Νπλήρης pieno Il eno pl enary νί θ' πολυ
p| enus, p| erus πλήρης
p|én|tudeάφθονία pienezza I l enura pl eni tude Pl enum
p| eo(όχρ ρ , πλέων, πλέω,
p| én| erόλόκληρος I l enar γεμίζω pl enteous, έμ-πλεως
pl enty όφθο
ÞL£|51DC(N£πλειστό pleistocene pleistoceno
¸νος
pl ei stocene πλειστόκαι νος
¸καινος (πλείστος +καινός)
ÞL£DNA5M£πλεονασμός pleonasmo pl eonasmo pl eonasm Pl eonasmus πλεονασμός
p|éonast|que pleonastico pleonastico pleonastic
ριΕΤΗΟΑΕπληθώρα pletora pletora plethora Pl ethora πληθώρα, πληθος
p|éthor|queπληθω pletbrico Ρletόrίcο plethoric pletorisch
¸ρικός
ΡΙΕυνΟ|Αβρέχει ρίονθΓθ I l ονθΓ (rains)* (regnen*)
ρ|υοβρέχει φλύω.ύπερχειλίζω,
p|eurerκλαίω piangere l I orar (I ament)** (heul en)***
(άπρόσ., κατακλύζω
p| u| eβροχή pioggia I l uvia pl uvial όμβρος p|oroθρηνώ (σχετικόöτόπλέω,
p| uν|euxβροχερός piovoso l I unioso, "δάκρυ πλώειν".
p| eureuseθρηνώδης pluvial *(έκ τού ραίνω, ρανίς,
ράνσις) **(βλ. λ. l arme)
*** (όλολύζω)
(άντιδ. : "πλερέζα")
ΡΙΕνΑΕπλευρικός pl eura πλευρά pleura (ri b πλευρά) (Ri ppe)*
Τόγαλλ , ίταλ , ίσπ , έκτοΟπλευρά
p| eurés|eπλευρίτις pl eurite pleuri ti s pl eurisy Pl euresie
¯Τόάγγλοκαίτόγερμ.έκτοΟέρέφω, όροφή
p|eurét|queπλευριτικός pl euretico pleural pl euritic pl euretisch
ΡΙΙ ΕΑδιπλώνω,κάμπτω piegare plegar Ι flex, pl aite fl echten
p||coπτύσσω πλέκω
öp| oyer& p| |sser plesso πλέγμα pleat (pl ait) Flechte πλεξού-
ρ|ίπτυχή piega pliegue *(fold πτυχή) ¸δα
p| | ab|e,p|oyab|e pieghevole plegable pl i abl e *( Falte) Pl issee
εϋκαμπτος piegamento, plegado pl iancy Flachs λινόϋφ
(*fold +Falte), έκ τού ¨° δίπλαξ¬
p| |ageδίπλωσις piegatura ευκαμψία ή χλαίνα διπλή.
Κ.λπ. παράγ. & σύνθετα. (άντιδ. : πλισσες)
ΡΙΙΝΤΗΕ ρl ί ηΙο pl i nto pl i nth p| | nthus πλίνθος
ΡΙΟΜΒμόλυβδος pi ombo plomo plumb Pl ombe μολυ
p| umbum μόλυβδος
p|omberμολυβδώκ.λπ. piombare empl omar Ιο pl umb β δίνησφραγίς
(mo|ubdos,
Έξ αύτού: pl ombi eren
mo| | bos,
p|ongeonτόπτηνόν pal ombo σφραγίζω
bol imos) *(έκ τού βυκάνη)
κολυμβίς,διότιβυθίζεται όδόντας
ώςόμόλυβδος
Έκ τού πτηνού, τό ρήμα
p|ongerκαταδύω,βυθίζω Ι pl unge
p|ongeonκατάδυσις pl unger
p|ongeurδύτης palombaro (buzo)*
ÞLDU1DCHA1|£ plutocrazia pl utocracia pl utocracy Pl utokratie
πλουτοκρατία
p|outocrate pl utbcrate Ρl utόcrata pl utocrat Pl utokrat πλουτοκράτης
ριυΜΕπτερόν,πτίλον pi uma pl uma pl ume Pl umeau
p|uma πτίλον
(κ.λπ. παράγ. ) (άντιδ. : πλουμιστός)
ριυΑ| ΕΙπληθυντικός pl ural e pl ural pl ural Pl ural
p|us=πλείων πλείων
p| ura||téπλειοψηφία pl uralita pl uralidad pl urality Pl ural itat
p|erus=πλήρης πλήρης
p| us| eursπολλοί (mol ti )* (muy, (much) *mol ti +muy, έκ
p| ura| |sme pl ural i smo mucho)* pl ural i sm Pl uralismus
τού mu|tusόπερ
p|usπλέον ρίυ (πρβλ°πιό°, (mas)** pl us pl us, viel
έκToO -- μάλα
plus πλέον. Αρκαδ. Έπιγρ. :
** Τόmas
"πλός"
έκ τού mag|s=
μάλλον, έκ τού μέγας
ριυΤΟΝ| ΕΝπλουτώ (pl utbnico) pl utonico, plutonic Plutonium
Πλούτων (ό θεός τού
¸νιοςον pl utoniano κάτω κόσμου).
p|uton|sme pl utonismo pl utonismo plutonism
p|uton| um plutonio ρlυΙοηίο pl utoni um
5 ! 7
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΝΕυΥΜΑτιουΕ pneumatico neumatico pneumati c Pneumatik πνεύμα, πνεύμων
πνευματικός,άέριος έλασταύτοκ. neuma pneumoni c έλαστ. πνέω
pneu έλαστ.αύτοκ. pneuma (apnea απνοια, πνευματικός pneumatisch
pneumatoIogie πνευ πνεύμα (disnea pneumatolo- έλαστικός
ματολογία,μεταφυσ; pneumatolo- δύσπνοια, -gie Pneuma
pneumoIogie πνευμο -gia (neumόnί cο) πνεύμαάέρος
λογία(ίατρ. ; (pneumonite)
pneumonie πνευμονία pneumoni a neumoni a pneumoni e Pneumoni e πνευμονία (ίατρ. )
κ.λπ. Κ.λπ.
ÞDD| UM βάθρον, podio podio podi um Podi um podi um βάθρον πόδιον(πούς)
έξέδρα poggio λόφος ΡΟΥΟ θρανίον podo . . . (ώς σ'
podometre ποδόμε Ροdόmetrο Ροdόmetrο σuνθ.)
¸τρον poggiare poyata ράφι
στηρίζω
ÞD£C|L£ποικίλος ποι κίλος
ÞDg
L£τηγάνι, padel l a, pai l a, ές ού pan χύτρα, pfanne patina, patella πατάνη=τρυβλίον,
θερμάστρα tegano' "pael la" τηγάνι "πιάτον"(έκ τού
patine patel l a Ύό teganο πετάννυμι)
έκTot - τήγανον, τάγανον
ÞD£5|£ποίησις poesia poesia poesy Poesie poesis ποί ησι ς, πόησι ς,πόεσις
poeme ποίημα poema poema poem, poetry Poem ποέω =ποιώ
poete ποιητής poeta poeta poet Poet poema ποίημα, πόημα
pocHique ποιητικός poetico poetico poetical poetisch poeta ποιητης-άρχαίκά ποέτας
poetiser στιχουργι poetare poetar Poetik
ΡΟΙΙ θρίξ pel o pel o pl ush εΊδοςύφ. piIus θρίξ πίλοςέρια i τρίχες
ροί Ι υτριχώδης peloso peloso (ροίlυ) κατειργασμένα διό
peIer μαδώ pel are pel ar pl uck συμπιέσεως
peIage τρίχωμαζώου peluria χνούδι pel usa χνούδι pel isse γούνα
de-iIation άποψλωις depi l azione deΡίlacί όn depilation
Κ.α. παράγ. &σύνθ. (pelazga φιλο
¸νικία,
ÞD|NCπυγμή pugno ρυπο pugnacious pugnus πυγμή πuγμη
poignet καρπόςχειρός pugnetta λαβή punera χούφτα φιλόμαχος
peignee δράξ,λαβή pugnel l o punado pugnacity
poignard έγχειρίδιον pugnal e punal τόφίλερι
pugi Iat πυγμαχία pugna μάχη punada γροθιά pugi l i sm
pugi I iste πυγμάχος pugnare pugi l ista pugi l i st
poingnant όδυνηρός μάχομαι poignant
Κ. λπ . . . . δριμυς
ΡΟΙΑΕΑυ πράσον porro puerro
porrum πράσον, πάρσον,
poire άχλάδι pera pera pear Bi rne πάρρον, πόρρον
porace πράσινος
ÞD|5 πίσος,πιζέλι pi sello (pizca) pea ( Erbse, έκ τού pi sum πίσος πίσος.είδος όσπρίου
φορβή,
ÞD|5DNδηλητήριον (deleterio) ponzona, poison potus =πόσις, πότος, ποτόν
empoisonner δηλη- ΡΟΖόπ Ι poison πότος,ποτόν
Κ. α. ¸τηριάζω ponzonar poisoner δη
λητηριαστής
ΡΟΙΥΑΕ πιπέρι pepe pepper Pfeffer piper πέπερι-ς
ΡΟΙΧ πίσσα pece pitch Pech pix-picis =πίσσα πίσσα, άρχ. πικία
poisser πισσώνω to pitch (έκ τού πεύκη)
poissard χυδαίος Κ.α. pecioso πισσώ pitchy pechig
¸δης
ΡΟΙΕ πόλος ροl ο ροl ο pole Ροl poI us πόλος πόλος (έκ τού πολέω)
poIaire πολικός polare polar polar Polar
poIarite (ή ίδιότης polarita polaridad polarity Pol arisierung
• τής μαΥν. βελ.)
poIariser προκαλώ polarizzare polarizar polarize polarisieren
πόλωσιν
poIarisation πόλωσις polarizzazione ΡοlarίΖacίόn polarization Polarisation
poIari metre pol arimetro pol ari metro
poIariscope polariscope
poIarographie κ.λΠ.
bJ 8
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΡΟΙΕΜΙGUΕπολεμικός pol emico, a polemico, a pol emi c Pol emi k πόλεμος,πολεμι κός
po| ém|ste λογομάχος polemista pol emista pol emisch
Ρο|émarqueπολέμσρχος pol emarca pol emarca polemarch Polemiker
po|émo|og|eπολεμολο (pol emizar) (pol emi si eren)
¸γία
ÞCL|C£άστυνομία pol i zi a pol i ci a police Polizei po||t|a πολιτεία,πόλις
po||cerεύνομώ. pol izonte (Polizist) πολισονόμος
έξευγενίζω άστυν.πράκτωρ "άρχάς πολισσοvό-
po||c|erάστυνομικός ροl ί ΖίοΙΙο pol i ci ano po||ceman Pol i zei l i ch μους" ,Αίσχ Χο. ëö+)
ÞCL|CHC£1|GU£ pol iorcetica pol i orcetic πολι ορκία
πολιορκητική (πόλις +έρκος)
ÞCL|C£συμβόλαιον pol i zza ΡόlίΖa policy Police apod|xa= όπόδει ξι ς
ροl ί ΖΖί πο άπόδειξις
γραμμάτιον (διά συν. τροπής
τού δ· λapo||xa)
ÞCL|CΙ|N|GU£πολικλι pol i cl ί ni co pol i cl i nica pol ycl i ni que Pol i kl i ni k πολι κλι νι κη
¸νική
(πόλις +κλινικη)
ΡΟL|ΟΜΥΕΙ|ΤΕ pol i omi el ite poliomielitis pol iomyel itis πολιός +μυελός
πολιομυελίτις
ΡΟΙΙΑ στιλβώ pul i re ρυl ί Γ pol i sh pol i eren ρο|ίο=έκδέρω, πέλλα=δέρμα
ρο|ί εύγενής ρυl ίΙο καθαρός pulide ώραίος pol i shed στιλ Pol ierer στιλ άποξέω βλ. & λ. peau, pei l
po| |tesseεύγένεια pul itezza pulidez ¸πνός ¸βωτής pe| | ί s=δέρμα
pol i shi ng ΡοΙίΙυΓλειότης
ÞCL|55CNάλήτης ροl ί Ζόπ
έκ τού πωλεϊν(δηλ. :
"vendre, PUi S voler" =
=πωλώ, συνεπώς
κλέβω)
ΡΟL|τιουΕπολιτικός,ή politico, a pol itico, a pol i ti c Politik po||t|ce πολι τι κη
po||t|c|enπολιτευτής pol iticante pol itiquero pol itician Politiker,
a-po||t|que apol i ti co apol ί tί co politisch
po||t|serέκπολιτίζω pol itiquerar polity πολιτεία Politeia
po||t|sat|on (κ.α.) politiaca pol itical pol itisieren
πολιτικολογώ
ΡΟΙΙΕΝγύρις pol l i ne pol en pol l en Ρο||en. παλή παλή. πόσα λεπτη
po| | ί n|sat|onγονιμοποί Ροl ί nί Ζacίόn κόνις
¸ησιςόνθους polenta (είδος παλύνω =πασπαλίζω
φαγ,
ρυιιυΕΑ βεβηλώ (polluto) (pol ute) pol l ute ρο||υο=μιαίνω παρό +λούω (δηλ.
po||ut|onμίανσις poll uzi one Ροlucίόn ροl l υΙίοπ Ροl l υΙίοπ εκ τού por+|uo παραμελώ τό λουτρόν)
Λέξεις μέ σ' συνθ. po|y πολύ . . .
π. χ. po|yandr|e poliandria poliandria pol yandry Polyandrie πολυανδρία
po|yarthr|te polyartrite polyarthritis πολυαρθρΤτις
po|ychrome pol icromo pol icromo pol ychrome Pol ychromie πολυχρωμία
po|ycyc| |que (pol icentrico) (pol i si ndeton) (polydynamisch) πολυδάκτυλος
po|ydacty|e polidactilo polydactylous πολυδυναμικός
po|yèdre pol i edro pol iedro polyhedron Polyeder πολύεδρον
po|ygam|e pol igamia pol igamia polygamy Polygamie πολυγαμία
po|yg| otte pol i gl otto pol i gloto polyglot polyglott πολυγλωσσία
po|ygone poligono poligono polygon Polygon πολύγωνον
po|ygraph|e pol i grafia pol i grafia polygraphy Polygraph πολύγραφον
po|ymér|e polimero pol imatia pol ymath (Pol yhistor) πολυμάθεια
po|ypt|que polittico πολυμάθεια πολυμάθεια πολυμορφία
po|ymorphe pol i morfi a pol imori a polymorphous πολυπέταλος
po|ynévr|te (polipetalo) (polypetalous) πολυφωνία
po|yphon|e polifonia polifonia pol yphonism Pol yphoni e πολύποδον
po|ypode,po|ype polipodo ΡοlίΡόdίο pol yp Polyp πολυσύλλαβος
po|ysy||abe pol i si l l abo pol i si l abo pol ysyl l abe πολυτεχνι
κ
ός
po|ytechn| que politecnico politecnico polytechnic polytechniker πολυθεισμός
po|ythé|sme (κ.λπ.) pol iteismo politeismo polytheism Polythei smus
ΡΟΜΜΕμήλον pomo(+mel a) Ρόmul ο pomum"Poma πιμελης=παχύς, πίων
pommadeάλοιφήάπό pomata pomada pomade Pomade
dicta, ab opi mus
(άVδ. : ΠOμάδα, πόμο-
μήλο
=πίων,πιαρός°
-λον)
ΡΟΜΡΕπομπή pompa pompa pomp Pomp
pompa
πομπή, πομπό
pompeuxπομπώδης pomposo pomposo pompus pomphaft
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
ΡΟΜΡΕάντλία
pomp|erπυροσβέ
¸στης
ΡΟΝΤ γέφυρα
ponterγεφυρώ
pontlfeίεράρχης
pontlf|ca|άρχιερα
¸τικός
pont|f|catπαπωσύνη
pontonπλωτήγέφυρα
ΡΟΡΕρώσοςίερεύς
ÞCHCχοίρος
porcherχοιροβοσκός
porce| a| neσινική
οργιλος
(τάπρώταάντικείμενα
πούφιλοτεχνήθηκανμέ
αύτότόύλικό,παρίστα
¸νανχοιρίδια,
ΙΤΑΛΙ ΚΑ
pompa
pompiere
ponte
pontefice
pontificale
pontificio
pontone
pope
porco
porcaro
porceIIana
(scrofa =γου
ρούν'γρομφάς)
ΡΟΑΕπόρος. πέρασμα ΡΟΓΟ
ÞCH| 5M£πόρισμα
(μαθημ ,
(poroso)
ÞCHNCCHAÞN| £ pornografia
pornographe,-l que pornografo
-iCO
ΡΟΑΡΗΥΑΕπορφυρίτις porfirite
porphyrlser
porfirizzare
porphyrogénète ρόrfίΓo
ÞCHH|DC£(c«τού άγγλ.) . . . .
pottageζωμός.σούπα . . . . .
potageζωμόςρόφημα potabile
pot|onπόσις (pozione
ποτόν,
ΡΟΑΤλιμήν ΡΟΓΙΟ
portu|anλιμενολόγιον portolano
porterφέρω portare
porteθύρα
porta
co|-porteurπλανώ
¸διοςπωλητής
port|erθυρωρός portiere
κ.λπ. παράγωγα &σύνθ.
άκόμη.porcheνάρθηξ
port|queστοά portico
(supporter,Κ.α. παράγ
reporter,apporter,
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
bomba
bombero
puente
pontear
pontifice
pontifical
pontificio
ροπΙο θάλασσα
pope
puerco
porquero
porcelana
(ροrquerόn
άστυΦύλαξΙ )
poro
(poroso)
pornografia
pornogratico
ρόrfίdο
(potero πότης)
potar πίνω
potaje
ροcίόn φάρμακο
potable
Ροtacίόn
puerto
portul ano
port(e)ar
puerta
portier παραπέ
τασμαθύρας
ρόrtίcο
ρόrtίcο
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
bomb όλμος
(bombast
στόμφος,
(brldge)*
άρχbrycg
(find εύρίσκω,
pontiff
pontifical
pontificate
ροπΙοοπ
pope
pork χοιρινό
swl ne,sow
χοίρος¯
porcelain
pore
porism (poruS)
(porosity: τό
πορώδες,
pornography
pornogra
-pher, -i C
porphyry
pottage
porridge
pottage
potable
ροΙίοπ,
potation
ΡΟΓΙ
pore, ford
πόρος
doorθύρα*
(portal πυλών
παράθυρον,
portiere
porch
portico
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ
5J 9
έ κτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Bombe
Bombast
bombus =βόμ βόμβος
βος
(Βrϋcke)*
(fi nden)
pontifical
ΡοπΙοπ
Pope πάππος
ponto=είδος
γεφύρας
pons -pontis
γέφυρα,άρχικώς
στενήδίοδος.
pontifex: άξίωμα
ίερατικόνέπιφορ
τισμένοςίεράρχης
τούέπισεκυάζειν
τήνίεράνγέφυραν
έπίτούποταμού
Τιβέρεως
3chwe|n,3an* porcus χοίρος
PorzeI I an
Pore
(poros)
(Porositat)
Pornographie
Pornograph,
-isch
Porphyr
Porphyrite
ΡοΙΙ
Porto ταχ.τέλη
Furt πόρος
Τϋreθύρα*
(Portal πυλών,
παράθυρον)
Portier
porus
porphyr|tes
potoπίνω,πόω
portus =λιμήν
portoκομίζω.
φέρω
portaπύλη
(Furt πέρασμα) port|cus στοά
Portikus
έκ του πόντος άρχική
έννοια, μέρος διαβάσεως,
έκ του πατω.
"πόντου γέφυρα":
έλέγετοέπίτού
Κορινθιακούίσθμού.
(άντιδ. : ποντίφηξ)
pontifix, έκ του πόντος
+φύω fi o ->facio=
=ποιω)
* Εκ του βρύξ,
βρύχα ^ θάλασσα
έκ του πάππος
πόρκος=χοΤρος
πόρκαι =έλαφοι (Ήσύχ,
*έκ του ϋς, σύς
(άντιδ. : πορσελάνη,
σκρόφα)
πόρος (πείρω =περνω
θάλασσα)
πόρισμα(βλ. ώς ανω)
πορνογραφία
(πόρνη, έκ του πέρνημι
=έξάγω πρός πώλησιν)
πορφυρίτης(λίθος)
πορφύρα
πότος, ποτόν, πόσις
πείρω, περάω περνω
είς τό άπέναντι μέρος.
Ώςέπ. τόπλείστον.περνώ
θάλασσαπέρατος: όάπέ
ναντικειμενοςπεράτης,
περατής: όπορθμεύς
(άVδ.: πορτολάνος, πόρτα,
ρεπόρτερ, φγιόρδ)
Τήςίδίαςοικογενειαςτόsport(σπόρ,έκτού (se)dé-porter.μέσημασια.διασκεδάζω.έκφέρομαι.
( πρβλ. πόρος, Πειραι εύς
έμπορος: α ' σημασία,
έπιβάτης πλοίου, [*θύρα].
(Τόπαρόνλήμμαάναλύεται
έκτενώςστήνΕίσαγωγή ,
ÞC5£Hθέτω
re-posάνάπαυσις
posageτοποθέτησις
poseurύποκριτής
poseτοποθέτησις.
στάσις
posltlfθετικός
com-pos|tlon
ex-pos|t|onέκθεσις
dé-poserάποθέτω
re-poserάναπαύω
proposerπροτείνω
prépos|tlonπρόθεσις
sup-poserύποθέτω
Κ.λπ πaράγ & σύνθετα.
posare
posatura
posatore ταξι
posa ¸θέτης
άνάπαυσις
positivo
posatoio
άναπαυτήριον
riposare,
riposo
preposizione
suposare . . .
posar
άναπαύομαι
posada κατά
λυμα
posadero
ξενοδόχος
posa κωδωνο
κρουσίαπένθ
pose στάσις.
°πόζα°
reposar,
reposo
ρrοροsίcίόn
supposar . . .
Ι pose
pause παύσις
poser τοποθε
¸τητής
pose
positive
com-position
ex-position
propose, -al , -
-Ιίοπ- de-pose
έκθρονίζω
repose
preposition
suppose . . .
Pose
Exposition
pausa=παύσις
pauso =
άνα-παύομαι
παύσις
παύω φέρω εί ς πέρας,
σταματω
( άντιδ. : πόζα, ρεπό,
ντεπόζιτο, Κ. Ο . . . ,
520
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞD5DLDC| £ posologia posologia
ποσολογία
ÞD55£D£Hκατέχω, possedere poseer possess pot|s=δυνατός πόσις=άνήρ, κύριος
κυριεύω
άρχικός τύπος πότις
possess|onκτήσις. possessione ροsesίόn possession Ποτειδάν: ό Ποσειδών,
κατοχή
κυρίαρχοςτούύγρού
possess|fκτητικός possessivo posesivo possessive possessiv στοιχείου,°δάν°
potenta|δυνάστης potente potente potent Potenta (βλ. & λ. "ρουνοίΓ")
poss|b|eδυνατός possibile posible possible κυρίαρχος potis +sum
potenceάγχόνη potenza έξου potencia δύνα potency Potenz
potent|e|δυναμικός ¸σία ¸μις boss προίστά
κ.α . . podesta potenza άγχό ¸μενος
¸νη
ÞD51£Hτοποθετώ postare postar ροsterτοιχοκολ- postieren postus, πόστος=πόσος,
posteσταθμόςίππων, posta posta ¸της post ¸λημα Post positus ποίος κατ άριθμ. σειράν.
έξού°ταχυδρομείον° postor πλειοδό ( Posti erung ποσταίος;
postér|eurύστερος posteriore posterior posterir τοποθέτησις) "πόστον ετος"_·Οδ. ω zëë
,τοπ; postura posture ποστός =ό κατέχων
postureθέσις posto Posten ώρισμένην θέσιν είς
(πολλά πaράγ. +σύνθετα) σειράν. -έκ του ποσο-
posthumeμεταθανάτιος postumo ρόstumο posthumus στός-. "Πόστο ν μέρος
post-scr|ptumύστερό
λόχου" A ρρ Τακτ. 55-
κ.α. πολλά ¸γραφον
(άντιδ. : πόστο, πόστα,
πόστερ)
ΡΟΤδοχείον,χύτρα pote+bote ροΙ ΡοΙΙ potus.σκεύος πότος, ποτόν, πόσις
potéeπεριεχόμενον potter χρήσιμονπρός
δοχείου πόσιν
pot|er κεραμεύς
poter|eκεραμική (ceramica) (ceramica) pottery (keramik)
pot|nerθορυβώ
potasse ποτάσσα potassa potasa potash Pottashe
(κυριολ. κόνις δοχείου)
ÞDUDH£1 ) σκόνη (polvere) ρόlνοra πυρίτις powder Puder pu|v|s=κόνις παι πόλη. λεπτότατον
z; πυρίτις ci pri a' polvorear Ιο powder pudern αλευρον /πάλη =κόνις
poudrer°πουδράρω° έπιτάσσω
πόλυντρα=αλευρα,αίολ.,
poudereux-ovΙoΡτώδης polveriera polvoroso powdery (άντιδ. : πούδρα)
poudr|èreάμμοδοχείον πυριτοδοποιείον ' Τό ίταλ. c| pr|aέκ του
κυπριακή
ρου|ιιΕπρόσοδος, po|yptycha πολύπτυχα
τόκος
ρουΙΕόρνις ροl Ι ο ροl Ιο (hen)' (Henne)
' Ρu| Ι us i , πώλος πώλος, πωλίον=
pou| a| nπώλος poledro ρουlΙ, pony Fϋl Ι en πώλος 2) όρνίθιον :,μικρός η νέος ·ίππος
pou| a| | |erόρνιθών, pol l aio pol l era ρουI ΙΓΥ
·
· · z; ζώον νεαρόν,
ύπερώον pul l a poulterer μικρόν, "πουλί"
pou| | cheφορβάς εΤδοςάετού όρνιθοπώλης ¯Τόάγγλοöγερμ έκ του χήν
pouss|nνεοσσός poul ci no ροl Ι υθl ο pul l et
poutreδοκός
pu| | u|erπληθύνομαι pul l ulate
po|tronδειλός(κ.α.) poltrone ροltrόn poltroon
ρουΙ|Ετροχαλία (girel la polea pul ley άπ εύθείαςέκ του έλληνικου πόλος,
pou||eur τροχαλιοποιός -έτ. γύρος) (polarimetro) πολίδιον
ρουΙΡΕπολύπουςρινός ροlρο ρόlίρο pol ypus Polyp πολύπους
ÞDUL5σφυγμός polso pul so pul se Pul s pe||o=πάλλω πόλλω
pu| sat|onδόνησις pul sazi one pul sada pulsation Pulsader άρτη pu| sus πόλσις,παλτός
¸ρία
ÞDUVDNπνεύμων pol mone ρυl mόn pu|mo=πνεύμων πλεύμων,πνεύμων
pu| mona| reπνευμο (pol monare) (pul monar) pul monar
¸νικός
ÞDUÞ££κούκλα pupazzo (ρυρί lο ρυΡΡθΙ Puppe pupa, pupus παϊς,πόϊς, παιδίσκη
pup| | | eκόρηόφθαλμού pupi l l a όρφανός) ρυρί l Pupi l l e pup|||aπαιδίσκη, πβλ. "κόρη" όΦθαλμοϋ,
pupi l a κόρη μικρόν εϊδωλον
ÞDUHδιά per por, para by fϋΓ pro πρό
Τόby έκ του άμφί
amb|,amph| ,
52J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞCUHÞH£πορΦύρα. porpora purpura purpl e ΡUΓΡUΓ purpura=πορφύ πορφύρα
πορφυρούς
(purpurar) ¸ρα
pourpréπορφυρό
purpureo purpureo purpl e ρuΓρuΓη
¸χρους
ρυΓρυΓίnπορφυρο
(porporato) purpurado (porphyritic)
¸ειδής
ÞCU55£H ώθώ pul sare pulsar ψαύω pul sate πάλ pul si eren pu| so, τούpe||o
πάλλω
pousséeωθησις πάλλομαι pulsada λομαι.σΦύζω πάλλομαι πάλσις
pulsazione παλμός pul sation Pul sader
propu|s|on προώθη παλμός ρrορulsίόn push ώθώ άρτηρία
¸σις propulsione propulsion
ÞCU55|(H£σκόνη polvere ροlνο powder Pul ver pu|v|s=κόνις παι πάλη.λεπτόν
pouss| éreux κονιορ polveroso polvoroso powdery όλεuροΥ' πάλη = κόνις
τώδης
pulvinare pul verizar pulverize pul vi nus πάσσω =πασπαλίζω
pu| vér|serκονιοποιώ προσκέφαλον (&ψεκάζω, i , σωρόςόμμου
pu| vér|sat|onκονιο pulviscolo ρulνerίΖacίόn pulverization 2) προσκέφαλον
Κ. λπ. .. ¸ποίησις λεπτήκόνις
ÞCUvC|Hδύναμαι potere poder . . power-I can* Konnen* pot|sδυνατός πότιςηπόσι ς. άνήρ,
podestatκράτος potesta poderio ίσχύς, potent ίσχύς Potenz δύναμις κύριος, δεσπότης
έξουσία podesteria πλούτος potential * Τό άγγλ. can & τό γερμ.
peut-être=¨ϊσως°δηλ. δημαρχείον poderoso potentate Κδηηθη έκ του
°δυνατόνείναι° poderoso ίσχυρός δυνάστης γι-γνώσκω δηλ. : ή γνώσις
είναι δύναμις.
¸ματικός
ÞHACVAT|GU£πραγ pragmatico pragmatico pragmatic pragmatisch pragmat|cus πραγματικός
pragmat|sme pragmatismo pragmatismo pragmatism Pragmatismus
¸λειμών
ΡΑΑΙ ΑΙ Ε λειβάδι, pré prateria, prato pradera, prairie pratum=: , λειμών πρατόν= τό πρός
préauπροαύλιον prado 2) προϊόντα πώλησιν, πωλητέον
λειμώνος "πρaτόν έςέπεμψaν"
ΡΑΑτιουΕ πρακτικός, pratico, pratico, -a pratique praktisch, pract|ce πρακτικός
πρακτική pratica practicar Praktik
prat|querέκτελώ, praticare practise praktizieren
κατασκευάζω έξασκώ έπαγγέλλομαι
prat|c|enέμπειρος praticone ρractίcόn practice έξις Prakticus
prat|quantθρησκος praticante practicante practical Praktikant
δόκιμος φοιτητήςίατρ θετικός Praktikum
prat|cab|eκατορθωτός praticabile practicable practicable έξάσκησις
prax|s Κ.λπ. prassi praxis praxis έξάσκη Praxis πρακτική πράξις
¸σις
ÞHgCN£Hκηρύττω predicare predicar preach predigen prae+d|co¯ πρό,παραί, +δείκω
prêcheurκηρυξ predicatore predicador preacher Prediger =προλέγω (βλ. λ. "dire")
prêche,préd|cat|on predica predica preaching Predigt
prédlct|on κήρυγμα predizione predicho prediction
προφητεία
préd|reπρολέγω predire predecir predict
(κ. λπ ... κ. λπ.)
ÞH£C|Þ|T£Hκρημνίζω preci pitare precipitar precipitate prae+caput= πρό,παραί, +κάπυς
préc|p|ceκρημνός precipizio precipicio precipice =κεφαλή(έννοια. (βλ. λ. cape)
(κ.ά.) °πτώσιςμετό
κεΦάλι°,
ÞH£CC5£πρώιμος precoce precoz precocious prae+coquo= παραί+ κηίω
(έννο/ολ. όψητος°, =ψήνω (βλ. λ. "cuire")
précoc|téπρωιμότης precocita precosidad precosity
ÞH£LUD£προανά preludio prel udio prelude Pral udi um prae+|udo, παραί+λοιδο-ρώ
¸κρουσμα |o|do (βλ. λ. "i l l usi on")
pré|uder preludere prel udi ar prel ude (άντδ. : πρελούδιον
ΡΑΕΜΙ ΕΑ πρώτος pri mo pri mo pri me Pri mar pr| mus=πρώτος, πρώτος, πρόμος
pr|matπρωθιερεύς primato pri mato, ΡΓί ΟΓ (primate), ΡΓίΟΓ ( Primat) πρόμος "πρόμος άνήρ" ιλ. Ε 533
pr|m|t|fάρχέγονος pri mitivo pri mitivo pri mitive pri mitiv ΡΓίΟΓ=πρότερος πρότερος, προτεραιότης
pr|or|téπροτεραιότης ΡΓίΟΓίΙΒ prioridad ΡΓίΟΓίΙΥ Priorita!
Κ.ά. (premura) (pri mor) (τόfi rst Premi ere:
έκ τουφέριοτος, πρεμιέρα
παραί, παρά
Τό πρόσφυμα pré. . .
prae
πχ préa|ab|eπρότερος
παραί όλη =περιπλάνησις
préambu|eπροοίμιον preambolo preambulo preamble
παραί +άνά +πολέω
=περιφέρομαι
522
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞH£NDH£λαμβάνω predere prender άρπάζω prae+hendc¯ παραί^ παρά
preneur λήπτης, preditore prendedero λαμβάνω καί χανδάνω =περι-
ένοικιαστής prendi mi ento λαμβάνω, περιέχω
prenab|eάλώσιμος prendi bi I e σύλληψις ( άντιδ.: πρέζα, πρίζα)
prc|eλεία εύάλωτος
pr|seόλωσις,λαβή presa presa prize λεία Prise
Κ. α. παράγωγα & σύνθ. preda λεία
πχ préhenslcnσύλλη
¸ψις
ÞH£50Y1£πρεσβύτης presbite presbite presbyope Presbyope presbyter πρεσβύτης -πρέσβυ-
πρεσβύωψ presbyopia Presbyopie στος =σεβαστότατος
presbyt|eπρεσβυωπία presbiopia presbicia presbytery Presbyteri um πρεσβυωπία (ίατρ.,
presbytèreπρεσβυτέ presbiterio presbiterio presbyter Priester ίερεύς πρέσβυς
Κ. λπ. ¸ριον presbitero priest =ίερεύς Priesterin ίέρεια πρεσβύτερος
ίερεύς priesterl ich
ίερατικός
ÞH£5| D£Hπροεδρεύω presidere presi di r Ι preside prae+s|dere, παραί+(σ)εδομαι
prés|dentπρόεδρος presidente presidente president Prasident sedec εζομαι, καθέζομαι
prés|denceπροεδρία presidenza presidenci a presidency Prasi di um
ÞH£55£Hπιέζω pressare prensar Ι press pressen pressc,premc παραί+έσμί
presslcnπίεσις pressione prensadura pression Pressen παραί+είμι .
presseΤύπος i m-pressa prensa press, pri nt Presse
Δηλ πλησίον είμί, όθεν
presséβιαστικός pressante prensado pressed pressiert
πιέζω, στενο-χωρώ.
prèsπλησίον Κ.α. presso ( πρβλ. ένν. όγχι =πλη-
σίον' όγχω =πιέζω,
στενοχωρώ)
ÞH£51£εΟστροφος, presto presto presto prae+hendc παραί +χανδάνω
ταχύς έκ τού νορμ. "prai (έννοιολ. : πλησίον τής
prest|d| gltateur prestidigitatore prestidigitador hastod" χειρός) (βλ. λ. prende)
ταχυδακτυλουργός
(βλ λ dc|gt,
prestc,μοcσ., γοργός presto presto presto
prêtέτοιμος presto presto
ÞH£5T|C£γόητρον prestigio prestigio prestige Prestige praestl g| um παραί+βλ. λ "striction"
(καί παράγωγα)
ΡΑΕΤΕΑδανείζω,παρέχω prestare prestar I l end* l ei nen* prae+stc παραί +στάω
prêt δάνειον prestito prestamo loan (ίδ.ρίζης Anl ei he ( δηλ σuμ=παρ-ίσταμαι)
préteurδανειστής prestanza prestamista l eave : κατα Lei her * Τό άγγλο & τό γερμ.
δανεισμός λείπω, έκ τού λείπειν
ÞH
g1H£ίερεύς prete preste priest Priester presbyter πρεσβύτερος,
prêtresseίέρεια pretessa
priestess Priesterin πρεσβύτης
prêtr|seίερωσύνη pretesso
pri esthood Pri esterant
ίερατικός
ΡΑΕΤΕυΑπραίτωρ pretore pretor pretor Praetor praetcr ό °πράττων° τά πολι-
prétclre πραιτώριον pretorio pretorio τικά πράγματα τής
είρηνοδικειον πόλεως
prétcr|en°πραιτωριανός° pretoriano pretoriano pretorion
¸πραΙΤώριονπαρά τό πράττω, πραττώριον,
ιΠλεονασμψ τοΟ Ι . Οπουτά πράττόμενα
ώροΟνται° Ε Μ - (ώρέω= φροντίζω,
ΡΑΙ ΜΕ τίμημα,βραβειον premio premi o premi unI Pri ma praem| um παραί+νέμω=μοιρά-
άνωττάξις =βραβειονέκ τού ζω, βόσκω, καρπούμαι.
prae+emc= νέμομαι = κατέχω,
λαμβάνω λαμβάνω
ÞH| NC£ήγεμών,πριγκιψ pri nci pe pri nci pe prince Pri nz pr|nceps πρόμος+κάπτω
pr|ncesseπριγκίπισσα pri ncipessa princesa princess Prinzessin (pr|mus+caps)= (βλ. λέξεις: premi er &
pr|nc|erπολυτελής
pri nzl i ch =αύτόςπούάρπά captif)
pr| nc| pa| κύριος pri ncipal e princi pal pri nci pal Pri nzi pal ζειτόπρώτομέρος
pr| nc| peάρχή,βάσις pri nci pi o pri nci pi o pri nci pl e Pri nzi p (άπότόλάφυρα,.
ÞH| N1£MÞ5όνοιξις (pri mavera* pri mavera*) ΡΓίπ+tempus πρίν+τέμνω
έτ. πρίν+-έαρ (βλ. λ. "temps")
523
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞH| 5M£ pri sma pri sma pri sm Pri sma pr|sma πρίσμα
pr|smat|que prismatico prismatico pri smatic prismatisch πρισματικος
ÞH|5DN φυλακή pri gi one Ρrί sί όn pri son prae+hendo παραί +χανδάνω
pr|sonn|erφυλακι pri gi oni ero pri si onero prisoner 8erker* carcer* (βλ λ. prendre)
¸σμένσς *κάρκαρο| ·δεσμοι
ÞH|v£Hστερω privare privar privartisieren pr|vus=ϊδισς
Βλ λ. "premi er".
pr|véίδιωτικός privato privado private privat παραφθσράτσΟ
'Έννοια: Αύτόςπούείναι
(κλπ. παράγωγα) ΡΓίνΥμυστικός pr| mus=πρόμσς.
πρωτοςεχειάπόστασιάπό
ές αύτοΟ: propreϊδιος, ΡΓΟΡΓίο ΡΓορίο proper (Domanen πρωτος.
τούς όλλους, είναι μόνος,
καθαρός =ίδιοκτησία,
°άπομονωμένος¨.
propr|étéίδιοκτησία proprieta propiedad proprietary έκ τοΟ °δόμος°,
propretéκαθαρότης apropriado property
(κλπ .. .)
ΡΑΙΧτιμή,άξία prezzo precio ΡΓίΖθ Preis βραβείον, pret| um. χρημα- προτίω=τιμω πλέον,
préc|euxπολύτιμος prezioso precioso precious τιμή τικόνποσόνκατα καθορίζωτιμήν
préc|os|téέπιτήδευ preziosita preciosidad preciousness preisen βαλλόμενονπρός
¸σις preciar έκτιμω πολυτιμότης έγκωμιάζω άγοράνάντικειμέ
Pretiosen νουnπαροχήν
τάκειμήλια ύπηρεσιων.
ÞHD9L(M£πρόβλημα problema problema problem Problem prob|ema πρόβλημα
prob|émat|queπρο problematico problematico problematic problematik (έτ. πρό+βάλλω)
¸βληματικός
ÞHD9D5C|D£προβο- Ρrοbόscίde proboscidio proboscis probosc|s προβοσκί ς
¸σκίς (προ +βόσκω)
probosc|d|enπροβο proboscidean
¸σκιδοφόρος
ÞHDCNA| N, proche, prossimo Ρrόχίmο proximo propeπλησίον προπάροιθε=εμπροσθεν,
prèsπλησίον ,πρό+πη=οπου, παράπόδας, πλησίον
(πολλά παράγ. & σύνθ.)
|HDCUH£Hπρομηθεύω procurare procurar procure pro+curo¯ πρό +κορέω=φροντίζω
procureurείσαγγε procuratore procurador procurator Prokurist φροντίζω ( πρβλ. : νεωκόρος)
¸λεύς έπίτροπος πληρεξούσιος
procureuse procura procuradora procurer Prokura
μαστρωπός έπιτροπεία καλόγραια μαστρωπός πληρεξούσιον
procurat|onπληρε procurazione ρrοcuracίόn procuration
¸ξουσιότης
ÞHDD|C£θαύμα prodigio prodigio prodigy prod| g| um ¯
prodl g|euxθαυμάσιος prodigioso prodigioso =διοσημείον. πρό+δείκω
prodigiosidad prodigious θαύμα,έκ τοΟ (βλ. di re)
τότερατωδες pro+d|co
ÞHDD| CU£όσωτος prodigo ρrόdίgο prodigal prod|go¬ πρό +αγωπροάγω
prod|guerσπαταλω prodigare prodigar προάγω.έκ τοΟ
prod| ga| |téάσωτεία prodigalita prodigalidad prodigality pro+ago
ÞHDDHDM£πρόδρο prodromo ρrόdrοmο prodromus prodromus πρόδρομος
¸μος,νόσου,
ÞHDDU| H£παράγω produrre producir produce produzieren pro+duco πρό+(βλ λέςιν duc)
product|onπαραγωγή produzione Ρrοduccίόn production Produktion
(κλπ. παράγ.)
ÞHD|£H£Hπροφέρω ΡΓΟΙθΓίΙθ ΡΓΟΙθΓί Γ proffer profero προφέρω
préférerπροτιμω ΡΓθΙθΓίΓθ ΡΓθΙθΓί Γ prefer
ÞH£|£Tνομάρχης prefetto prefecto prefect Prafekt prae+fac|o,flo παραί +φύω
ÞHD|£55£UH καθη professore profesor professor Proiessor pro+ for, πρό +φημί , φατός.
¸γητής fatus (πρβλ. famen =φημα=ρημα)
Ρrοfesser έξασκω. professare profesar Ι profess ( 'Έννοια παραπλησία πρός
διδάσκω
°έπάγγελμα°,°έπαγγέλλο
professoratκαθηγεσία professorato profesorado professorship Professur μαι°.έπί+άγγέλλω,
profess|onέπάγγελμα professione ρrοfesίόn profession Profession
(κ. λπ)
524
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
PPDF|Tκέρδος profitto provecho ΡΓοΙί! ΡΓοΙί! prc+f|c πρό +φύω
prcf|terέπωφελούμαι profittare aprovechar Ι ΡΓοΙί! profitieren (βλ. λ. faire)
ÞHDC£N|1£UHπρόγο progenitore progenitor progenitor prc+genus πρό+γένος
¸νος προγενέτωρ
prcgén|tureγενεά progenitura progenitura progeny (γεννήτορες)
(genitori ¯
γονείς,
ÞHDCNA1N| 5M£ prognatismo prognatismo prognathism προγναθισμός
prcgnathe prognato prognato prognathous
ÞHDCND5£πρόγνωσις prognosi Ρrόgnοsίs prognosis Prognose πρόγνωσις
prcgncst|c,-|quer,-eur prognostico prognostic prognostiker
κ.λπ., κ.λπ. pronostico ρrοnόstίcο (prognosticate) (prognostizieren)
ÞHDCHAMM£ programma programa program Programm πρόγραμμα
prcgrammer programmati- programmi eren προγραμματίζω
prcgrammat|queκ.λπ. -zzare programmatisch προγραμματικός
programmatico . . . . .
ΡΑΟΗΙΒΕΑάπαγορεύω proi bi re prohi bi r Ι prohibit prohi bieren prc+habec πρό+ απτω, χάπτω,
prch|b|t|cnάπαγόρευσις proi bi zi one ρrοhί bί cίόn prohi biti on κάπτω
prch|b|t|fάπαγορευ proibitivo prohibitivo prohi bitory Ρrοhί bίΙ . . (βλ. λ. avoir)
κ.λπ. ¸τικός
ÞHDL£CDM(N£5 prol egomeni ρrοlegόmenοs prolegomena προλεγόμενα
ÞHDL£Þ5£πρόληψις prolessi prolepsis prolepsis πρόληψι ς
prc|ept|queπρολη prolettico proleptico proleptic
¸πτικός
ΡΑοιΕΤΑΙ ΑΕ proletario proletario proletarian Proletarier prc|esέκγονος πρό+ αλωάλδαίνω
prc|étar|at proletariato proletariado proletariat Proletariat prc+a|c=τρέφω =τρέφω
prole γόνος prole prolific γόvΨoς (άντιδ. : προλετάριος)
( "Εννοια: όάκτήμων,ό
διαθέτωνμόνονάπογό
νους,
ÞHDLDCU£ prologo ρrόlοgο prologue Prolog prc|cgus πρόλογος
prologar
ΡΑΟΜΕΝΕΑπεριπατώ promanare promenade promenieren προ +(βλ. λ. "mener")
prcmenadeπερίπατος Promenade
ΡΑΟΝΕκήρυγμα(έκκλ; (sermone)* (sermόn* (sermon* prcthyraπρόθα πρόθυρα
prônerδιδάσκω, sermonar) sermonize (έννοιαλ. : έκτού (*έκ του εϊρω=λέγω)
έκθειάζω τόπουάπότόν
prôneurέγκωμιαστής ( encomiatore) sermoni zer) όποίονέξεφώνειό
ίερεύςτόκήρυγμα,
ÞHDNAD5πρόναος pronao pronaos pronaos πρόναος
ÞHDÞ£D£U1|0U£ propedeutico propedeutico propaedeutic Propadeutik προπαιδευτικός
προπαιδευτικός propedeutica
prcpédeuteπροπαι
¸δευτής
ÞHDÞN(1£προφήτης proteta proIeta prophet Prophet prcpheta προφήτης
prcphét|eπροφητεία profezia profecia prophecy Prophezeiung (πρό+φημί)
prcphét|serπροφη profetizzare profetizar Ι prophesy prophezeien
¸τεύω
profetico prophetic prophetisch
prcphét|queπροφη profetico
¸τικός
prcphét|sme ' ισμός
ΡΑΟΡΗΥΙΑΧΙΕπροφύ profilassi
profilaχis prophylaχis Prophylaχis προΦύλαξις
προφυλακτικός
λαξις(νοσ.;
profiliHico prophylactic prophylaktisch
prcphy|act|que ·· ικός profil attico
ΡHΟΡΙ CΕϊλεως.εύμενής ΡΓορίΖίο
propicio propitious
prc+petc πρό+ πετώ,πίπτω
prcp|t|atlcnέξιλέωσις propiziazione
ΡrΟΡίcίacίόn propitiation
(prcp|t|usπροπε προπετης
prcp|t|ateurέξιλεωτής propiziatore
propiciador propitiatory
τής,εύμενής,
prcp|t|atc|reίλαστριος propiziatorio
propiciatorio propitiatory
propiziare έξι
propiciar propitiate
λεώ
525
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞHDÞYL££προπύλαιον propiIeo propiIeo propyIaeum Propylaen προπύλαιον
ÞHD5C£N| UM proscenio proscenio prosceni um Proszeni um proscen| um προσκήνιον
προσκήνιον
ÞHD5£πεζόςλόγος prosa prosa prose Proza prorsus, έκ τού βλ. λέξι "vers"
Ρrοsaϊsmeπεζότης ρrοsaϊsmο ρrοsaϊsmο (ρrοsaϊst) prosaisch ΡΓΟ +versus (άντιδ. : πρόζα)
(Κα.) (πρό+στρέφω,
ÞHD5£LY1£προσήλυ proselito proselito proselyte Proselyt prose|ytus προσήλυτος
¸τος proselytism Proselytenma- (έκ τού πρός +έλαύνω)
prosé|yt|smeπροση- proselitismo proselitismo Ι proselytize -cherei
¸λυτισμός
ÞHD5DD|£προσψδία prosodia prosodia prosody Prosodie προσφδία
ÞHD5DÞDÞ££ prosopopea prosopopeya prosopopoeia (Prosopologie) προσωποποιία
προσωποποιίΌ (ö φιλοδοξία, (Prosopomantie) προσωπογραφία
prosopograph|e
ÞHD5Þ£C1U5φυλλά prospetto θέα prospecto prospectus Prospekt pro+spec|o προ +σκοπέω-ώ^
διον prospettare prospect θέα παρατηρώ
prospect|fόπτικός καθορω
(Κ. δ.)
ÞHD5Þ(H£εύτυχης
prospero prospero prosper pro+spes= προ +(βλ.λ. espoir)
prospér|téεύημερία prosperta prosperidad prosperity έλπίς
ÞHD51A1£(ίατρ , prostata prostata prostate
προστάτης(ίατρ,
prostat|te prostatitis
έτυμ. πρό +'ίσταμαι =
prostatectom|e prostatectomy
ύπερασπίζω
ÞHD51£HN£Hπρο prosterno prosternarse pro+sterno προ+στέρνον, πρό-
¸σπίπτω καταβάλλω, genuflection* sterno στερνος, στορέννυμι
prosternement γονυ ρίπτω prostration
προστέρνφ=κατάστηθα
¸κλισία prosternarsi ρrοsternacίόn γονυκλισία
¦Αίσχ. Χοηφ zº)
prosternat|on προσκυνω prostrate *(έκ τού γόνυ+πλέκω)
prostrat|onκαταπόνη prostrazione πρηνύς
¸σις έξασθένησις
ÞHD51N(5£πρόσθε prostesi prostesis prosthesis
πρόσθεσις
¸σις(γραμμ., πρόθεσις
prothèseπρόθεσις protesi ρrόtesίs prothesis Prothese
προσθετικός
prosthét|queπρο prostetico prostetico prosthetic prosthetik
¸σθετικός
ÞHD51|1U£Hέξευτε prostituire prosti tui r Ι prostitue prostituieren Ρrοstί tuο. προί προ +ϊστημι
¸λίζω στημι(pro+sisto) στατή =πόρνη
prost|tuéeπόρνη prostituta prostituta prostitute Prostituierte (έννοιολ. : έκθέτω
prost|tut|onέκπόρ prostituzione ρrοstίtucίόn prostitution Prostitution δημοσίως,
¸νευσις
ÞHD51YL£προστύ- prostilo prostilo prostyle prosty|os πρόστυλος
¸λιον
ÞHD1ACDN|51£ protagonista protagonista protagonist πρωταγωνιστής
ÞHD1A5£πρότασις(ρητ; protasi ρrόtasίs protasis protas|s πρότασις
ΡΑΟΤΕάρχιεργάτης proto proto . . . proto . . .
πρώτος
ÞHD1£C£Hπροστα proteggere proteger Ι protect protegieren pro+tego= προ+ στέγω
τεύω =σκέπω,στέγω (άντιδ. : προτεκτοράτον)
protect|onπροστασία protezione ρrοteccίόn protection Protektion
protecteurπροστάτης protettore protector protector Protektor
Ρrοtectοratπροστασία Ρ rotettorato protectorado protectorate Protektorat
ÞHD1££παλίμβουλος proteo proteo όστατος proteus,
Πρωτεύς(θαλάσσιος
ptoté|forme proteico protean- proteisch
θεός,έχωντηνδυνατότητα
νάάλλάζημορΦές,.
ΡΑοτΕΙΝΕπρωτείΥη proteina protei na protein Protein
πρώτος
(όργαν.πρωτείνη,
526
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝι κον
ÞHCTCCCL£πρωτό protocoI I o protocoIo protocol Protokoll protoco| | um πρωτόκολλον(κυριολ.
¸κολλον protokol l i eren "το πρώτον κόλλημα",
protoco|a|re protocol l are protocolar προσθήκη είς πάπυρον
protocolario i σφράγισμα)
ΡΑΟΤΟΝπρωτόνιον protone protone proton Protoni um πρώτον
ΡΑΟΤΟΤΥΡΕπρωτότυ· prototi po prototipo prototype Prototyp prototypus πρωτότυπον
¸πον
ΡΑΟΤΟΖΟΑΙ ΑΕπρωτό· protozoo protozoo protozoa Protozoon πρωτόζωον
¸ζωον
prua, prora proa prow (Bug =πρώρα, prora πρώρα(προ +όροΟω=
ÞHCU£πρώρα
έκ τOCι πήχυιος =ορμώ)
=τροπωτήρ, "εΙς ϊκρια νηός έβαι-
ναν πρώρης" Οδ. μ .¯¯·
ÞHCUv£Hάποδεικνύω provare probar ΡΓονθ Ρrϋfen probus.χρηστός, πρόμος =πρώτος,
(έιι. : θέτωείςδοκιμασίαν, δοκιμάζω άγαθός, πρωταγωνιστής,
preuveάπόδειξις prova prueba provable Probe °πρώτος° άρχηγος' "πρόμος άνήρ"
εύαπόδεικτος δοκιμασία (άντιδ . » πρόβα)
éΡrοuνer ύποβάλλω comprobar probity
είςδοκιμασίαν comprobaci bn χρηστότης
épreuveδοκιμασία pruova έπαλήθευσις (probe διε
probeπρώτος,όθεν probo probo τίμιος ¸ρευνώ,
χρηστός
approuver έπιδοκιμάζω approvare aprobar approve
approbatlonέπιδοκιμα approvazi one aΡrοbacίόn approbation
¸σία probieren
probab|eπιθανός probabi l e probable probable probat δοκιμα
Κ.6. παράγ. & σύνθετα. ¸σμένος
ÞHCv|D£NC£θείαπρό provvi denza providencia providence pro+v|deo πρό± |είδω,
¸νοια "προ-βλέπω".
prov|s|on προμήθεια provvi gi one Ρrονίsίόn provision Provision
prov|seurλυκειάρχης provveditore provisor provider φρο Provisor
ίδίας οίΚΟΥενείας: ¸ντιστής
prudence σύνεσις prudenza prudenci a prudence Ρrϋderίe σεμνο
(κ.λπ.) ¸τυΦία
ÞHCvCGU£H προκαλώ provocare provocar provoke provozi eren pro+νοχ=φωνή πρός ± |οψ =φωνη
provocat|on, πρόκλησις provocazi one Ρrονοcacίόn provocation Provokation (βλ. καί λ. "νοί Χ")
provocateurπροκλητι· provocatore provocador provoker βάξις = φωνη
¸κός
ÞHCX£N(T£μαστρωπός prosseneta proxeneta (mediator, έκ proxeneta προξενητης
proxénétlsmeπροξενία προξενητής proxenetico τού μεσάζων,
ÞHUN£δαμάσκηνον prugna pruma prune pflaume prunum προύνον
prunn|erδαμασκηνιά prugno pruno pruner κλα =προύνον προΟμνη=η κορομηλιά
ΡruneΙ Ιeκόρηόφθαλμού pruno όκαν-α δευτής
Κ. δ. pruneto άκαν· pruni ng κλά
¸θότοπος ¸δευσις
πρύτανι ς, δεκανευς
ΡΑΥΤΑΝΕπρύτανις decano* decano*
rector** Rektor** *decanus
prytanéeπρυτανείον pritaneo prytaneum Prytaneum **regoεύθύνω
¯¯όρέγω.άπλώνω
καί , recteur. πρύτανις,
χείρα, εύθΟνω
* έκ τoCι δέκα, δηλαδή
δέκαρχος, δεκανεύς
Þ8ALMOD|£ψαλμψδία sal modi a sal modi a
psal mody Psal modi e
psa|mod|a ψαλμιδία
psalmodier Ψάλλω, sal meggi are sal modi ar
psal modi ze Psal men-si ngen
(ψαλμος+ ώδη)
άπαγγέλλω
Psal mendi cher
Ψάλλω, έκ τoCι "ψαΟω"
psa| ml steψαλμψδός sal mista sal mi sta
psalmi st Psalmi st
* έγγίζω ,τίςχορδές
psa| m| queψαλμικός sal mi co
of psal rns
τούμουσόργάνου,
psallette έκκλχορψδία
Psalter
psa|tér|onψαλτήριον salterio salterio
psalter
psaumeψαλμός sal mo sal mo
psal m
Psal m
psal mus ψαλμος
psaut|erψλτήρι,κομβολόί
Λέξεις μέ α' σuνθ. pseudo..
seudo . . .
pseudo . . .
(έκ τoCι ψεύδος)
πχ pseudarthrose
pseudo . .
seudoprofeta Pseudograph
ψευδογραφία
ψευδάρθρωσις
ψευδολογία
pseudoc|asslque
(pseudology) Pseudoprophet
pseudonym (Pseudotherapy)
ψευδώνυμον
pseydonyme νυμον
pseudoni mo
seυdόnίmο
ψευδοπροφήτης
pseudopode. Κ. λπ . . .
seοdόΡοdο
(pseudo- Pseudonym
ψευδομάρτυς . . . .
-martyr)
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
Ρ5ΙΠΑCΙ 5ΜΕψιττακι psittacismo
¸σμός
ps|ttacoseψιττάκωσις psittacosi
pslttac|désψπακοειδη
Þ5CH£ψώρα psora
psorlas|s psori asi
Þ5YCN£είδοςκατό psi che (ψυχή,
¸πρου
psychédé| l que
ψυχεδελικός¯
Λέςεις μέ α' συνθ.
psych(o)
πχ psychana|yse
psi canal i si
psychasthénle
psych|atre psi chi atra
psych|que
psi chi co
psych|sme
psychodrame psi codrama
psychographle psi cografia
psycho|og|e psi col ogi a
psychonévrose
psychopathle psicopatia
psychopatho|ogle
psychopompe
psychose PSi COSi
psychosomat|que psicosomatico
psychothéraple psi coterapia
Κ.λπ., Κ. λπ.
Þ5YCNHCM(TH£ crίόmetrο
psychrométrle criometria
Λέςεις μέ α' συνθ.
ptero. . .
πχ ptérodacty|e
πτεροδάκτυλος
ptéropodes pteropodi
πτερόποδα
ptérygl onπτερύγιον
Κ. λπ.
ΡΤΟΜΑ
ϊ
ΝΕπτωμαίΥη Ρtοmaϊna
ptoseπτώσις
ÞU0(H£έφηβος pubere
pubertéεφηβεία puberta
publ sεφήβαιον Κ.λπ . . pube ηβη
ÞU0L|Cδημόσιος publ i co
(κ.λπ. παράγ.)
ÞUC£ψύλλος pul ce
pucercnζωύφιον pul ci no νεοσ
ές ού: ¸σός
pul ci nel l a
καραγκιόζης
ÞU£Hβρωμώ,όζω puzzare
puantδυσώδης. puzzolente
χαμερπής
pute, puta|nπόρνη puttana
(κυριολ. βρωμιάρα,
δυσώδης,
puna|seκοριός
ÞU£H| Lπαιδικός pueri l e
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ
psitacismo
psitacosis psittacosis
(rofa)* psora
psoriasis
psi que psyche
psicoanal i si s psyche ψυχή
psi casteni a psycho .. l ysi s
psi quiatra . . . analyst
psi qui co psychi atry
(psi cagogi a) psychiatrist
psicodrama psychic
psychi ci sm
psi col ogi a psychography
psicotecnia psychology
psicopatia psychocurosis
psicopatologia psychopathy
(psicofisica) psychopatho-
PSi COSi S -Iogy
(psi qui smo) psychosis
psicoterapia psychopathic
psychothe-
rapy
Ρsίcrόmetrο psychrome-
psicrometria -ter
pterodactilo pterodactyl
(pteropus)
(pterygi um)
(pterygoid)
(pteridology)
Ρtοmaίna ptomaine
puber pubi c ήβικός
pubertad puberty
pubes εφήβαιον pubes
Ρύblίcο publ i c
pul ga puce
pui chi nel l a
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Psora
Psori asi s
Psyche ,έντομ.,
Psychoanalyse
Psychose
( Psychotechni k)
( Psychodiagno-
stik)
( Psychodrama)
Psychographie
Psychologie
( Psychometrie)
(ΡSΥchοgramlη)
Psychopatholo-
-gie
( Psychoki neti k)
(Psychagoge)
psychoorganisch
psychosomatisch
Psychoterapeut!k
Ptomai n
Pubertat
Publi kam
putafero putative σηψις . . . . .
άκόλαστος
puta
puerί l pueri l e
527
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ψιττακός
psora ψώρα, έκ τού ψήω=τρίβω
*(έκ τού άράχνη)
Ψυχή(έλλην. μυθολ.) ¬
περίφημη διά τήν
καλλονήν της.
*ψυχή+δηλώ ,φανερώνω,
(έννοιολ. °ψυχεδελικά,°τά
φάρμακαπούφανερώνουν
τιςψυχικέςκαταστάσεις,
ψυχο. . . ( ψυχή , έτυμ. έκ
τού Ψύχω)
ψυχανάλυσις
ψυχασθένεια
ψυχίατρος
ψυχικός, ψυχαπαθής
ψυχισμός
ψυχόδραμα
ψυχογραφία
ψυχολογία -ψυχομετρική
ψυχο-νεύρωσις -/γραμμα
ψυχοπάθεια, -κινητική
ψυχοπαθολογία
ψυχοπομπός
Ψύχωσις -ψυχαγωγία
ψυχοσωματικός -
ψυχοοργανική
ψυχοθεραπεία . . . κ. λπ . . .
ψυχρόμετρον
πτερο... (πτερόν)
πτώμα( έτ. πίπτω)
πτώσις
pubes=ηβη ηβη (Fηβη)
pub| l cus πολύς, πλήθος,
(βλ. καί λ. peupl e)
pu| exψύλλος Ψύλλος, Ψύλλα
puteo=σαπίζω, πύθω σαπίζω, φέρω
όζω σηψιν
"όστέα πύθεται
δ
μβρψ"
( πρβλ. πύον) Οδ Α i öi
puer=παιδί παίς,παύς,πόιρ(λακων,
πής(βοιωτ , �¯
528
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
puér|||téπαιδικότης pueri l i ta pueri l idad pueri l ity puer,puera, πηίσκος =υί6ς (κρητ. )
puce| | e παρθένος putto, putta Putte puel l a
puerpéa|έπιλόχιος μικρό παιδί
puerperale puerperal puerperal
puerpera λεχώ puerpera
ÞUC| LATπυγμαχία pugilato pugi l iato pugi l i sm pugnus πυγμή
pusί | |steπυγμάχος pugi latore pugi l pugi l i st pugnaμάχη (άντιδ. : "μπουνια")
pugnaceψιλομάχος pugno πυγμή pugna μάχη (pugnaci ous)
ÞU|55ANC£έξουσία, potenza potencia potency Potenz βλ. λ. posséder
pu| ssantίσχυρός, potentato potente potent Potentat
κραταιός όρχων
ÞU|T5φρέαρ ΡΟΖΖΟ ΡΟΖΟ puteus=φρέαρ έκ τού πότος
pu|serάντλώ pozzolana poza τέλμα Κατά Βάρρωνα, έκ τού
(κ.λπ. παράΥ. & σύνθ.) χώμα ήφαιστ. πύταμον
ρυΙΡΕ πολτός polpa pul pa ψαχνό ρυl ρ pu| pa=ψαχνό πολφός. είδος ζυμα-
pu| peuxπολτώδης polpacciuto pul poso ρυl ΡΥ ρικοΟ ,Αριστοφ άπόσπ ë+ë;
pu| per πολτοποιώ polpetta pul peri a to ρυl ρ
pu| pat|onπολτοποίησις κεφτες παντοπωλείον (άντιδ. : πολπέτα)
pul pazi one pul peta τεμά- pul pi ng
[χιον κρέατος
ÞULTAC£ πολτοειδής polta & pu| s·pu|t|s πόλτος,πολτός
pu| tat|on poltiglia πολ- papi l l a =πολτός
[τός
ÞUN| GU£καρχηδονικός puni co ρύnίcο puni c pun| cus φοιν|κούς(Καρχηδών:
αποικία Φοινίκων)
ÞUN| Hτιμωρώ ρυπίΓθ ρυπί Γ Ι puni sh pei ni gen pun| re=τιμωρώ ποινή
pun|sseurτιμωρός punitore punitivo ποινι- puni sher poena=ποινή (βλ. λ. Ρθί Πθ)
[κός (penology) ποινάτωρ=τιμωρ6ς
pun|t|onτιμωρία ρυπίΖίΟΠθ ρunίcίόn puni shment Ρθί π
| m-punémentάτιμω- i mpunemente i mpune i mpunity ΡΟθπίΙθΟ =μετα-
κ.λπ. [ρητί (penalty) [νοώ
ίδ. ρίζα: re-pent| rμετα- ri-pentirsi
[νοώ
ÞUHάγνός ρυΓΟ ρυΓΟ ρυΓθ ρυΓ puroκαθαίρω πυρόω-ώ,-πύρ
puretéάγνότης purita puri dad purity Puri smus purusάγνός "Επί χρυσοΟ, ό "δεδο-
άκριβολογία κιμασμέvος πυρί".
pur|f|er άγνίζω purificare purificar ρυΓίΙΥ Pusrist πρβλ. : "πυρώσατε δωμα"
purger καθαρίζω purgare purgear purge καθαρευουσιάνος =έξαγνίσατε τό δωμάτιον
purgato|reκαθαρτριον purgatorio purgatorio purgatory purgieren QyviJw "πυρί καθήΥVΙσται δέμας"
pur|tan|sme "πουριτα- puritani smus puritanismus puritanism Purgatori um =διά τού πυρός έξαγνί-
[νισμός* Puritanismus σθηκε τό σώμα". Εύρ. Ορ. +0
κσίpurée"πουρές"
(άγνό φαγητό) κ.α.
ÞU5πύον pus pus pus (Ei ter =πύον pus=πύον πύον
puru|entπυώδης ρυΓulθΠΙθ purul ento purul ent έκ τού "οϊδημα") (έκ τού πύθω =σήπω)
pustu|eφλύKτaινα pustola pustul a pustule
καί λέξεις μέ σ
'
σuνθ.
ΡΥΟ. . . ρίο . . . ρί ο . . . ΡΥΟ . . .
ÞUTH£||£Hσήπω putrefare putridity σαπρία puter.σαπρός πύθω. σήπω
putr|deσαπρός putrido putrido putrid έκ τού puteo¯ (βλ. λ. ρυθΓ)
ρουΓΓίΓσήπομαι putire όζω pudri r πύθω (Cντιδ. : πουρρί)
pourr|tureσήψις putredine pudi ci bn
κ. λπ.
ÞYCNCV(TH£πυκνό- pycno . . . πυκνόμετρον
μετρον
ÞY£L|T£πυελίτις pelviano pyelitis pe|ν|s= πύελος πύελος,πυελίτις
pelvis πύελος
ÞYCV££πυγμαίος, pigmeo pigmeo pygmy Pygmae Pygmaeus Πυγμαίος(έτ. πυγμή)
όσημος
ΡΥΙΟΝΕ πυλών pi l a ΡΥlοπ πυλæν
ΡΥΙΟΑΕ (ίατρ.; πυλωρός ρί l ΟΓΟ ρί l ΟΓΟ pyl orus py|orus πυλωρός
py|or|queπυλωρικός
b29
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ÞYHAM| D£πυραμίς piramide pi rami de pyramid Pyramide pyram|s πυραμ|ς (πυραμός=
pyram| da| πυραμιδο pi ramidal e piramidal pyramidaI pyramidenartig
τριγωνικόςπλακο
ϋ
ς
ειδής έκσίτουπυρός=σίτος)
ÞYH(N£ πυρήν (pi rico) (ρί ΓΟΡΟ)
πυρήν(έτ. πϋρ)
ÞYH£T|GU£πυρετικός pi retico piretico pyretic πυρετικός
pyrex|eπυρεξία piressia pyrexia
ΡΥΑΙΤΕπυρίτης(λίθος, piri te pi rita pyrites πυρίτης
Λέξεις μέ σ' σuνθ.
pyro.. πύρ
πχ pyrogravure pi rografia pi rograbado pyre πυρά (Pyrogramm)
πυρογραφ
ί
α
pyroman|e piromania (pi rolatria) (pyrolatry) (Pyrolatrie) πυρομανία
pyrophore (pi rofila) Ρί rόfοrο pyrophorous (Pyromani e) πυρφόρος
pyroscop|e (pi rometro) pi roscopio (Pyrometer)
πυροσκοπία
pyros|s pi rosi quema (έκ τού pyrosis (Pyrolyse) πύρωσις
(pi ra πυρά) καύμα, Pyrosphaere
πυρόσφαιρα
pyrosphère pi rosfera pi rosfera (Pyrographie) πυροτεχν
ί
α
pyrotechn| e pi rotecnico pi rotecnico pyrotechny
(pi roscafo
άτμόπλοιον,
ΡΥΤΗΙΕπυθία pitia pitia pythia Pythia =χρησμός Πυθία
pyth|enπύθιος pythian
pyth| queπυθικός pitico pitico pythi c
ÞYX|D£κυτίονέκ pisside (boj) ΡΥ
Χ
άρτοΦό Pyxis pyx|s πυξίς, πύξος
πύξου ¸ριον
Γ
�
�
�
�
�
ι
Ι
ι
Ι
Ι
Ι
Ι
Ι
Ι
Ι ι
Ι
Ι
Ü
ι
ι
Ι
Ι
ι
533
.
QUALI TE
«. . . Ή Έλληνική έξάσκησε, είναι γνωστό, μεγάλη έπι ρροή έπΙ τοΟ εύρωπαί κοΟ λεξιλογίου.
Παρόμοιο λεξικό, είναι ηδη όγκωδες. . . Ύπάρχουν λέξεις πού δανείσθηκε η Λατινική καΙ εϊτε διά
μέσου αύτης, ειτε άπ εύθείας, εΙσεχώρησανστΙς 'Ίνδο·ευρωπαίκες¨ γλώσσες. Τυπικό παράδειγμα
η ποι ότης* (QUALIT
E
) , λέξις πού δημιουργήθηκε άπό τόν Πλάτωνα, τήν άντέγραψε ένσυνε,είζ ό
Κικέρωνστήλατινική, QUALlTAS, καΙτελικάέπέρασεσε όλες τΙςγλώσσες. . . ·
´"κοίος"
¬
ίωνv
¬
="ποίος": κοίος qui)
ι
Ρ CHANIRA/NE
D/CI/ONNA/RE
_
I\MO/OG/OUEΟΕ ΙΑ /ANGUEGRECOUE
÷
«Τό κόππα ¦ ο, q, Ο) , δέκατον ένατον γράμμα εΙς τά Έτρουσκικά άλφάβητα, καταλαμβάνον την
θέσινμεταξύ π καΙΡ εΙς τά πρώιμαέλληνικάάλφάβητα. . . άντικατεστάθη ύπότοΟκ, έπέζησενόμως
έντηλατινικηώςq καΙδιετηρήθηέντηέλληνικηώςάριθμητικόν¦900) ·· .
Λεξικόν L/dde/Sco||
« Ηπαιδείαάρχίζειμε τήν έλληνικήγλώσσα·.
Μάρκος ΦάβιοςΚοuίντιλιανός
•
535
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
GυΑΝΟ όταν quando cuando when νθΠΠ quando όκόταν= όταν ,αίολ;
"6κκα τόκα" =όταν
τότε ( Πυθαγόρειοι)
GυΑΝΤώς πρός quanto cuanto quantus= όκόσος= όπόσος
quantltéποσότης quantita cantidad quantity Quantitat =όπόσος ( άντιδ. : "κβάντα")
quaslσχεδόν quasi casi Quote
κλπ. παράγ. όπως: ποσοστόν
• ,l\πό τό λατιν. τροπάριον που άρχίζει μέ τό
quaslmodo*ή Κυριακή
λόγια " quasi modo" δηλ. με ποίον τρό-
τού Θωμδ, άπ' όπου καί
πον, "κοίψ μήδει".
τό όνομα "Κουασιμόδος"
GυΑΤΑΕτέσσερα quattro cuatro ΙουΓ* νί θΓ* quatuorτέσσερα Γραμμ. Β: que-tro
quaranteσαράντα quaranta cuarenta forty* vierzig*
Σημ. Πινακίδες Γραμμ. Β: Ή λέξις qu-to-ro-
quartτέταρτον quarto cuarto quarter νίθΓΙθ*
we συνώδευε τό άγγεία με 4 λαβές, ένώ ή
quadrupèdeτετράποδον quadrupede (öδωμάτιον) quadruped
λέξις ti-ri-o-we τό άγγεία μέ 3 λαβές. Κατό
quadragénalreσαραν- quarantenne cuadricenal quadrupl e
τόν Τσάντγουίκ μπορεί νό γίνη δεκτό ότι τό
-τάρης (& πλείστα όσα squadra όμός escuadra 4πλούς
quetro είναι πολυ άρχαία έλλην. λέξις γιό τό
παραγ. & σύνθεταj: square τετρά- τέσσερα, καί όντι στοι χεί στόν κλασσι κό
cadreπλαίσιον quadro cuadro cadre [γωνον Quadrat τύπο "terra."
quartler συνοικία quartiere cuartear κομ- quadrature Quadratur
* Τό άγγλ. & γερμ. έκ τού πίσυρα =τέσσερα
( πρβλ. οίκοδομικόν τετρ. ) ματιάζω (διαιρώ (τετραγωνι-
(αίολ; "πίσuρες στοιχηδόν έΦέστασαν".
carêmeτεσσαρακοστή quaresima είς τέσσερα) [σμός)
( άντιδάν: κάδρο, καντράν, καντρίλλιες,
quadrl | |eχορός cuaresma (quadrant)
καρδάρα -δηλ. quartarius-)
"καντρίλλιες" (quarry Quadri l l e
λατομείον)
GUAL|||£Hχαρακτηρίζω qualificare calificar qual ifiy qual i fizieren qua| l s= ποίος;
qua|lflcatlonχαρακτη- qualificazione calίfίcacίόn qual ification Qual i fi kation όποίος; έκ τού παλίκος (δωρ., πηλίκος
ρισμός τό προσόντα = όπόσος; πόσος;
qua| l flcatlfποιοτικός qual ificativo qual i ficativo qual i fi ed Qual itat ( πρβλ. πηλίκον)
qua| ltéποιότης qual ita cualidad qual ity qual ititativ κοίος = ποίος
qua| ltatlfποιοτικός qual itativo qual itative
que| ποίος; όποίος qual e cual who
GυΕ ός, ϊνα, όπως, αν che que qul όκοίος=όποίος
καί
(συνήθης έναλλαγή
que=ότι xειλΙKoί.iπερωΙKών) .
όκως =όπως
κις =τις -κού =πού
ουl? ποιός; quol ?τί; chi ? qui ? who?, what? was? qul s?=τίς; κίς =τίς;
quorumάπαρτία πληθuντ. πρβλ. qul est? κοίος, =ποίος,
qt|o| l bet βωμολοχία qui enes? κο
ί
ος έστί
; "τίς", σέ άρχ. στάδιο τής
(έκ τού quo libet =ό τέρ- Θεσσαλικά:
Έλην. γλώσσας, ύπήρξε
πει κuριολ. "κοίον λίπτει'J κίνες
; χειλικουπερωΊκόν. Δηλ. ,
κFις (έξελίχθηκε είς
αφωνον τ πρό τού ίώτα (ι).
Πρό τού α τρέπεται είς
αφωνον χειλικόν. Περί-
-πτωσις τού γερμ. was).
qul ό όποίος chi qui which was qul όκοίος=όποίος
¸"ΚΟίη δε κρίνείς;" =ποία ή κρίσις σου;
"κοίψ άνδρί;" =με ποίον όνδρα;
"κοίην χρημάτων δύναμιν; " Ήρόδ. Ε i 0ö
"κοίον έφθέγξαο έπος; "
μέσψ τού Φραγκ.
GυΕΝΟΠΕ παιδ. όδους « o o . - chi n πηγούνι ki nn kl nnl =γνάθος
γένυς=i , κάτω σιαγων
2) ό "δάκνων πέλεκυς"
GυΕΑΕΙΙΕφιλονεικία querel a κατη- querel l a querulousness queror=μέμφο-
κερτομέω=σκώπτω,
quere||erφιλονεικώ γορία querul ous Querul ant -μαι, περιγελώ
περιγελώ
Κ. λπ. querel are querel arse μεμΨίμοιρος
GU£H| Hάναζητώ querer query έρωτώ quaerΟ=ζητώ,έκ
questl onέρώτησις questione questίόn question τής έρωτήσεως
Κ.δ. πολλά παράγ. & σύνθ. qul , quaesunt?
κοίος, κοί α, (ποίος,
πχ:
ποία; )
ré-qul sltlonαϊτησις requi si zione requisa έξέτασις
' Έννοια: ζητώ, όθεν έπιθυμώ. Σέ όρισμένες
con-quérlrκατακτώ conquistare conqui star
γλώσσες, λ. χ. ίσπανικά, έλαβε τήν έννοιαν τού
conquêteκατάκτησις conquista conquista
"άγαπώ" προκειμένου νά συγκαλύψη συναίσθημα
quêteάναζήτησις κ.λπ . . questua quesiques
λίαν προσωπικό, όπως είναι ή άγάπη.
α'ιγμα
536
~
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
GU£U£ούρό, ακρον coda coIa taiI cauda ούρά άκωκή =αίχμή, ακρον
(έτ. "κώλον") (έτ. θαλία) (πρβλ. κaί τό
κόκκυξ=ίερόν όστούν)
GυΙΕΤησυχος qui eto quieto quiet quies =ήσυχία
εκηλος =ησυχος
qui etude ήρεμία qui ete qui etud qui etness\i ng έκηλία = είρήνη
i nqui etude άνησυχία inqui etudi ne inquietud i nquietude '
'
οί δέ εκηλοι τέρπονται "
quittance έξόφλησις quietanza quίta quittance Ouittung
[Ε759
quitte ξέγνοιαστος quitte qui to qui te έντελώς quit +έξωφλη-
"εσθι εκηλος"
quitter έγκαταλείπω
(quietare (quitar άφαιρώ) Ι qui t -μένος έκητι =χάριτι, έντελως
(μέ τήν ενν. "άφήνω
πραΟνω) quittieren
ησυχον")
κaί:
Requiem νεκρώσιμη
re+quies ρά+έκηλος
εύχή
requi en καρχαρίας
( διότι ή έμφάνι σί ς του
άγγέλλει θάνατον)
GυΙ ΝΤΕπέμπτη
quinta παρα- quinta βίλλα qui nt Ouίnte qui nque πέντε, πέμπε
qui ntessence
[σκήνιον (άρχικώς ίδιο- qui ntescence (βλ. λέξι "ci nq")
πεμπτουσία (κ. α.) qui ntessenza κτησία βεβαρη- (άντδ. : κου[ντα, κέντα,
μένη τό 50ν τοΟ κουίντέτο)
φόρου)
quintaesencia
GυΟΤΙ Ο|ΕΝ quotidiano cotidiano quotidian quoti die, όκόσος ± δία=ήμέρα
καθημερινός
έκ τού όκοστιαίος =
quotient πηλίκον quoziente cociente quitient Ouotient quo +dies ό άναλογων
H
539
Ryt h me
« Είμαιάποτή Σικελία, δηλαδή τη Μεγάλη Έλλάδα, καίύπαρχειάκόμηπολυάποτην Έλλάδα στη
Σικελία. ΤΟ μέτρο, ή άρμονία καΙ ό ρυθμός ( rythme, ri tmo) ζοϋν άκόμη. . Έξ όλλου, είμαι ό ίδιος
έγω έλληνι κής καταγωγής. Ναί , ναί , μην έκπλήττεσθε . ΤΟ οί κογενει ακό μου όνομα εί ναι
Πυράγγελος ΤΟ Πιραντέλλοδένείναιπαράή φωνητικηπαραφθοράτου . Πιρατζέλο, Πιραντέλλο. .
»
¨ό /U/G/F/RANDE//OστόνΚώστα Ούράνη ¨ (I934)
÷
Ό Πρόεδρος Μιττεράν κατό την τελευταία του έπίσκεψι στην Έλλάδα έκφράζει πόσο έντυπω·
σι άσθηκε . ¨. . . διαβάζοντας τά τοπωνύμι α στί ς όδικες πι νακίδες: Έλευσίς, Μέγαρα, 'Ισθμός,
Κ
όρι νθος, όλα αύτ
ό
τ
ό
όνόματα, πού
ό
ποτελοϋν τη μνήμη της γλώσσας μου . . .
*
' . v .Φαίνεται ύπέροχο το νά γνωρίση κανείς αύτην την μυθl κη γλώσσα, που έγέννησε όλες τΙς
αλλες . .
»
Γκαελ ΡεκουρσΕ ·μεταφράστια τήςΕΟΚ
•
b4!
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΑΑ - ΑΕ όμοίως . . . °όρα°, °όρ°πρό συμφώ-
(προθεματικά έπαναλη- νου, °ρά°έπικώς.
πτικά, έπιτατικά) Δεικνύει συνέχειαν,
συνάρτησιν, άκολουθίαν,
έπίτασιν. πχ "ρά-θυμος"
HA0L£1 ) έργαλειον rabble Γυοκτυπώ, πίπτω όρούω,ρύω
2) νώτα συρφετός
HACA|LL£κάθαρμα, racha ροκανίδι rake δίκρανον μέσ4 φραγκ. "όχλου ρακείαήθροι-
όχλος rasche,ράκος σμένη" . -Ποσείδιππος
HAC£γενιά, φυλή razza raza race Rasse rat|c=λόγος ρέω=λέγω, έρώ
rac|sme,rac|ste razzismo razismo racial φυλε- Rassen . . . recr=λογίζομαι ρη
TΊΡ = Ο ομιλών
-τικός (έννοια: άείρυτος άείρυτος: ο άεί ρέων,
racy ζωηρός διαδοχή γενεών) ο άείροος
( άντιδ. : ράτσα)
HACN|5ράχις rachide raquis ράχις ( έτυμ. έκ του
rach|t|sραχιτις rachitide raquitis rachitis Rachitis ρήγνυμι, διοτι δύναται
rach|t|queραχιτικός rachitico raquitico rachitic rachitisch νά καμφθη, λυγίζει,
rach|d|enσπονδυλικός raquideo "σπάει").
(κ.λπ.)
HAC|N£ρίζα racide, radica raίΖ radix rad|x ράδιξ, ρίζα ράδιξ=κλάδος, ρίζα,
rac|ner ριζούμαι radicare radicar radicate (Radi kaler ρίζωμα, "ραδίκι".
regaliz γλυκόρ- root ρίζα ριζοσπάστης) ραδινος =λεπτός,
rad|ca|ριζικός radicale radical [ριζα radical radikal εύλύγιστος
κλπ. παράγ. & σύνθετα . .
rad|sραφανίς (örave, rizoma ρίζωμα radish ραφανίς
ra|fcrtραφανίς ratano (rabanito) Radieschen
HAD£AUσχεδία rat|sσχεδία, ναύς έρετμόν=κώπη
έρετμόω, έρέσσω=
=κωπηλατώ
έρέτης =κωπηλάτης
Λέξεις μέ α' συνθ. rad|c . . radio radio άκτίς, radio άσύρμ τηλ Radius άκτίς
Π.χ. rad|cb|c|cg|e λάμψις radius άκτίς Radler ποδηλά- έκ τού rad| us. ράβδος
rad| cch| m| e radio . . . ( radioactivity) -της ράβδος, άκτίς ( πρβλ. καί ράδιος)
rad|cgcn|cmètre radiogoniome radiogonio- Radio . . .
-tro -meter
rad|cgraph|e radiografia radiografia radiography
radίοϊsοtΟΡe radioisotope
rad|c|cgue radiologo radίόlοgο radiologiste
rad|cmétr|e radiometro radiometria radiometer
rad|cphare radiofaro (radiogramo-
rad|cphcn|e radiofoni a radiofoni a phone)
rad|csccp|e radioscopia radioscopia radioscopy
rad|ctechn|e radiotecnica radiotelegrafia
rad|cté|égraph|e radiotel egrafia radiotelefonia
rad|cthérap|e radioterapia radioterapia radiotherapy
rad|antάκτινοβολία radiante radioso radiant
κ. λπ.
HAC£λύσσα, όργή, μανία rabbia rabia rabies, rage Raserei rab|es.λύσσα, λάβρος. ορμητικός,
ragerμαίνομαι ar-rabbiare rabiar rasen μανία, σφοδρή βίαιος, λαίμαργος
rageurόξύθυμος ar-rabbisto rabioso rabid rasend μανιώ- πεινα λαβροσύνη: λαιμαργία
κ.λπ., Κ. λπ δης "λάβρq χρώμενοι τψ πότψ
"τ βρώσει χρηται λάβρως".
HA|άκτίς ragio radi o radius Radi us rad| usράβδος ράβδος(έκ του ράδιξ =
raycnάκτίς raggiare rayo ray κλάδος, όθεν άκτίς
raycnnerάκτινοβολώ irradiare, radiar Ι radiate τροχού)
raycnnementάκτινο- irraggiare rayar i rradiate
Κ. λπ. -βολία irradiazione radίacίόn radiation
ΑΑΙΟΕ δύσκαμπτος rigido rigido rigid αύστηρός Rigoros r|gec. ριγώ, ριγώ
ra|deurάκαμψία rigidezza, rigidez rigidity άκινητώ
ra| d| rέντείνω Κ. λπ. rigidita arreciar rigidtly
recio στερεός αύστηρώς
542
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΑΑΙ Ε αύλαξ riga raya rain βροχή Regen r|goάρδεύω, βρέχω. Κατ' άλλους έκ τού
Rei he σειρά βρέχω Fρήγνυμι , δηλ. γραμμη
(άπεβλήθη τό β) διανοιχθεϊσα
( άντιδ. : ράγιες")
ΑΑΜΡΕΑ σκαρφαλώ- rampare rampar rampart έπαλ- ramponieren μέσφ φραγκ. γρυπαίνω
[νω, έρπω
-ξις χαλώ hrampon ( πρβλ. γραπ
ώνω)
rampeκιγκλίς, σκηνή
rampa rampa ramp Rampe (άντιδ. : ράμπα)
θεάτρου (Κά.)
HA|ÞCNC£,rave
raponzolo rapo rape (κράμβη) Raps, Rϋbe rapaράπυς ράπυς,ραφανίς
ραφανίς (άντιδ. : ραβιέρα,
rav|ère,rav|er
ravioli είδος rabioles ραβιόλια)
(είδος πινακίου) φαγητού
HA|5|Nσταφύλι
racimolo racimo raisin σταφίς racemus. βότρυς ράξ(ρώγα)
ra| s| néπετιμέζι
racimolare arrope "ράγες βότρυος"
ραγολογώ
HA|5CN λογικόν,
ragione
ΓaΖόn reason Rede λόγος
rat|oλόγος ρέωλέγω, έρώ
δίκαιον
reor λογίζομαι ρητήρ, ό όμιλών
ra|sonnab|eόρθός,
ragionevole
razonable reasonable rati onel l
("ροή λόγου" ράτρα = ρήτρα
δίκαιος
reden όμιλώ
"λογική ροή")
rat| onne| razionale
raci onal rational rezensieren ρητός
ra|sonnerκρίνω ragionare
razonar Ι reason Ration
Μ
αθηματ. : 'ρητόποσό
°
rat|onμερίς, σιτρέσιον razione
racίόn ration Rate ποσοστόν έν άντιθέσει πρός τά
( έννο/ολ. : τό ύπολογι-
αλογα ποσά.
κ. λπ. [ σθέν)
ΑΑΜΕΑυ κλάδος ramo
ramo
(rammen
ramus 1) κλάδος ράδαμνος κλάδος
ramageκλάδωμα ramoscel l o
ramiza
έμπήγω) 2) ρόπαλον ποιητ. τύπος: δραμνος
rameuxπολύκλαδος ramoso
ramoso ramous Ramme
ram|f|erδιακλαδώ (ramificare)
(rami l l ete ramify είδος έργαλείου
ramoner σαρώνω
άνθοδέσμη) ( ramification
Rahmen
ramoneurκαπνοδο- rami ngo
(ramoneo διακλάδωσις) πλαίσιον
[χοκαθαριστής άλήτης
κλάδωμα)
ΑΑΜΕ κώπη remo
remo oar, rudder Ruder remusκώπη έρετμόν. κώπη
ramerκωπηλατώ remare
remar Ι Γον rudern έρέτης =κωπηλάτης
rameurκωπηλάτης
rematore
remero rower Ruderer σχέσις καί μέ "ράμνος"
βλ. ώς δνω
HAÞAC£άρπακτικός rapace
rapador rapacious Riuber
rap|oάρπάζω έρέπτομαι . έσθίω
rapac|téάρπακτικότς rapacita
rapaceria, -idad rapacity rauben άρπάζω
rapidus = (έπί ζώων)
rap|deταχύς rapido
rapido rapid rash ταχύς
¬ άρπακτικός έρέπω τρώγω
rap|d|téταχύτης rapidita
rapidez rapidity Rappe ϊππος
(Κατά Κοραήν, έκ
rap|neάρπαγή, rapina, rapito
rapira, rapto rappi ne, rapt Raub
τού "άρπαξ" δι'
raptάπαγωγή (apagogia)
rapto rape, rapt (Apagoge)
άναγραμματισμού)
usurperσφετερίζομαι usurpare
usurpar usurp usurpi eren
HAÞ£TA55£H μπαλ- rappezzare
Ι patch patschen
p|ttac| um πιττάκιον(πινακίδιον)
[λώνω χειροδικώ ( πρβλ. πέτσα, πετσί)
rapetasseurμπαλλω- rappezzatore
[μα τής
rapetassageέπιδιόρ- rappezo
patchi ng
[θωσις
ΑΑΑΕ άραιός, σπάνιος raro
raro rare, rarely rar rarusάραιός άραιός( πρβλ. Ράριον:
raretéάραιότης (κ.δ.) ratita
rareza rarity Raritit πεδιάς Έλευσίνος όπου
γιά πρώτη φορά εσπάρη ό
σίτος ύπό τής Δήμητρος).
HA5£Hξυρίζω radere raer
raze έξαλείφω rasieren
radoξέω, λυπώ ράζω=γρυλλίζω
raso|rξυράφι rasoio rasίόn ξύρισμα
razor ξυράΦι Rasier . . ρύζειν="πενθεϊν, διά τό
rasψιλός (ξυρισμ. ) rasato raso
Raspel ξύστρα όναυδον ήχον προφέ-
racher ξέω raschiare rascar
rascal φαύλος raspel n ξέω ρειν".
raca| | | eκάθαρμα raccare όδύ- ratero
rat τρωκτικόν
ratτρωκτικόν [ρομαι χαμερπής
rasure
rat|sserξέω rasiera ρυκάνη raedor ξέστης
ratureσβήσιμο raschia raedura
ξύστρα άπόξεσις
raspa ρίνη raedera ξύστρον
HA55A58| £H saziare
saciar Ι satiate sittigen ra+sat|s=άρκετά
ρ
ά
(βλ. "ra")+ Μην=
χορταίνω (Μην σάδην -.
satis)
=
όρκετό.
b43
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΑΑΤι ΟΝΝΕΙλογικός, razionale razonado rational rationel l ratio βλ. λέξιν raison
όρθός (άντιδ. : ρασιοναλισμός)
rational iste όρθολογι- razionalista razonador, rationali st Rati onal ist
κ. λπ. [στής (οrtοlόgίcο)
RAUQUE βραχνός rauco ronco raucus rauh raucus, ravus, βρα
YX
ός, βραχνός
raucite βραχνάδα rocagi ne ronquera raucity βραχνός
RAVI R άρπάζω, θέλγω rapire rapar ravish raffen rapio: αρπάζω βλ. "rapace"
ravissant θελκτικός rapi natore rapiego ravin λεία
ravage καταστροφή λωποδύτης άρπακτικός ravage
ravin χαράδρα ravine
κ. λπ. , κ. λπ. raven κόραξ
Α
Ε
Αιιτ
Ε
πραγματικότης realita realidad reality Real itat res =πράγμα έκ του ρέζω=πράττω
real πραγματικός reale real real real
(κ.λπ. παράγ. & σύνθετα)
ΑΕΒΕLLΕΑ έπαναστατω rebellarsi rebelarse Ι rebel rebellieren re+bel l um βλ. λ. "ra" & "belliqueux"
rebelle άντάρτης ri rbel l e rebel de rebel Rebel l πόλεμος (άντιδ. : ρέμπελος,
rebel l i on άνταρσία ri bel l i one rebel ίόn rebel l i on Rebel l i on ρεμπελιό)
R
E
CEPTlON ύποδοχή, recezione receΡcίόn receive re+capi o, Cipi O βλ. λ. " ra" & "captif"
παραλαβή, δεξίωσις άρπάζω (άντιδ.: ρετσέτα)
recevoi r λαμβάνω ricevere rici bi r reception
καΙ recette συνταγή ricetta receta Rezept
reci pient δοχειον (κ.δ.) recipiente recipiente recipient
RECHI GNER σκυθρωπά- ghi gna gui fadura re + φραγκ. "ra" =ρό +γένυς=
[ζω χλευασμός gui far ki nan =δείχνω τά γνάθος
ricaner σαρκάζω ghi gnare δόντια (άντιδ. : γκίνια)
RECLUS έγκλειστος recluso i n-cl ui do recluse re + cludo ρα+κλείω
recl usi on κάθειρξις reclusi one reclusί όn reclusion
άπομόνωσις
R
E
COLTE συγκομιδή raccolta recollection re +cum + lego ρα+ συν+ λέγωª
(κ.λπ.) άνάμνησις ¯ συλλέγω συλλέγω
R
E
DIGER συντάσσω redigere redactar redi gi eren re +ago ρα+αγω
redaction σύνταξις redazione redaccίόn redaction Redaktion
redacteur συντάκτης redattore redactor Redakteur
REDONDER περιττο- ridondare redundar redundance (
ϋ
berluss*) re +unda =κύμα ρα+ οΙδμα= κύμα
[λογω βρίθω πλεονασμός πλεονασμός (βλ. λ. onde)
"(έκ του ύπέρ+Φλέω)
R
E
FECTlON έπισκευή refezione refeccίόn refection re + facio, fio ρα+φύω
refectoire έστιατόριον refettorio refectari o έστίασις
refectory
R
E
F
E
RER άναφέρω referto referi r refer referieren re + fero ρα +φέρω
reference άναφορά άναφορά referencia referance Referat
referenze είσήγησις
συστάσεις
REFLET, reflexe riflesso reflejo reflex Reflex re + flecto, ρα+πλέκω
άνταύγεια Ι reflect reflektieren έπιτατ. του ρ.
reflecter άντανακλω riflettere reflejar reflexion άντα- Reflexion pleco (έννοια:
reflechi r σκέπτομαι riflessione reflexionar [νάκλαmς σκέψις έπί -στροφή)
σκέψις
REFUSER άρνούμαι rifiutare refuse re +futio ¬ ρα+φάτις
refus αρνησις rifiuto refusal έκλαλω φατίζω =άγγέλλω
R
E
GATE λεμβοδρομία regato regata regatta Regatta μέσιμ ίταλ. βλ. λ. "reception"
re-capto
R
E
GENT 1 ) καθηγητής reggente regente regent Regent rego: εύθύνω, όρέγω. άπλώνω,
2) άντιβασιλεύς recken έκτείνω διευθύνω εύθύνω, ίθύνω
regence άντιβασιλεία reggenza regencia regency Regentschaft "όρέγω χείρα"
regi me πολίτευμα regime regi men regime Regierung, ( έννοιολ. : έκτείνω
Regime χεΙρα & διευθύνω) .-
b44
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
rég|mentσύνταγμα regimento regimiento regiment Regiment ' Επί προσευχής, έκτείνω
rég|cn χώρα, περιοχή regione regίόn region Region τάς χείρας είς τόν ούρα-
rég|cna|έπαρχιακός regionaIe regionaI registry νόν.
rég| rδιοικώ reggere regir άρχείον
reg|streκατάλογος registro registro registrar Registator ( άντιδ. : ρέγουλα, ράγιες)
reg|streur regista regidor γραμματεύς Register
recteurπρύτανις rettore rector register Regi sseur
rég|sseurδιαχειρι- registratore registrador Ι register σκηνοθέτης
[στής
rector Rektor
rect|f|erέπανορθώ rettificare rectifiar register Regierer κυβερ-
άκόμη: règ|eκανών,
regoIa regla καταγραφή [νήτης
χάραξ
regulator (Regler) Regel
ra| | σιδηροτροχιά
ρυθμιστής (ρυθμιστής)
rég|erδιευθετώ
regolare reglar regulate regleren κυβερνώ
régu||erκανονικός regoIare reglar regular ίδία ς ρΙζης
ίδίας ρίζης: r|che* ricco rico rich Reich κράτος * Έκ τού riche, καί τό
πλούσιος
riches reich πλούσιος κύριον όνομα Richard,
r|chesseπλούτη, ricchezza riqueza right δεξιός, Reichtum Ριχάρδος.
ίσχύς
όρθώς reichen: τείνω
χείρα
RΕGRΕΠΕR λυπούμαι
regruni r Ι regret gramen (μέσψ βορείων ρα+γρύζω=γογγύζω
regretλύπη regret gram έχθρικός διαλέκτων)
"παιδός Υρύξaντος".
ΑΕΙ Ν νεφρός
ΓθΠθ ΓθΠθ Γθίπ ΝίθΓθ renes.νεφροί έκ φρένες i, ό μύς ό διαχωρί-
réna|νεφρικός renale renaI τού "φρένες". ζων καρδίαν καί πνεύμονας
rcgncnνεφρός ζώου arni one renόn όσφύς nephritic άπό τά λοιπά σπλάγχνα.
(έξ αύτού adréna||ne,
2) σuνεκδοχικώς τά περί
"άδρεναλίνη" έκ τού ad Henes, τήν καρδίαν.
όντα +φρένες) '; ή ίδία ή καρδία ή ό νούς.
ΑΕLΑΤΙΟΝ σχέσις reiazione relacίόn relation
re+|atus, τοΟ
ρα +έλατός,έκ τού
re|at|fάναφορικός reIativo relativo relative relativ
ferro (φέρω)
έλαύνω
(Κ.δ . . . )
ΑΕLΑΧΕΑ έλευθερώ ri lassare reIajar Ι reIaχ
re+|axc
βλ. λ. °ra"¬ "I ache"
RELI EF άνάγλυφον Γί l ί θνο ΓθΙ ίθνθ relief Relief
re+|ev|s
"ρα"+ βλ. λ. lθνθΓ
RELI GI ON θρησκεία rel igione relίgίόn religion Religion
re+|egc
ρα+λέγω(βλ. lire,legi on)
re||g|euxμοναχός religioso religioso religious religios
["rel i gi osi , rel egendo ea quae ad cul tum
(Κ. δ.)
di vi num . . " δηλ.: Οί μοναχοί ξαναδιαβάζουν τά
όσα άναΦέρονται στήν θεία λατρεία]
ΑΕLι ουΕ λείψανον reli qui a rel i quia rel i nqui sh
re+| |quc=λείπω
ρα + λεί πω (Ή συνήθης
re||quatύπόλοιπον
έγκαταλείπω έναλλαγή τών χειλικοϋπε-
re||qua|reλειψανοθή-
reIiquiario reliquiario reIiquary Rel i qui e ρωικών).
[κη
remu|cc
REMORQUER ρυμουλ-
ri rmorchiare remolcar ρυμουλκώ(ρϋμα +ελκω)
[κώ
remcrquageρυμούλ-
rimorchio remoIque
[κησις
remcrqueurρυμουλ-
rimorchi atore remoIcador
κ. λπ. [κός
RENDRE άποδίδω rendere rendir render ΓθπΙίθΓθΠ
re+dc
ρα +(δί)δω
renteείσόδημα
renta renta rental Rente (βλ. λ. donner)
(κ.λπ. παράγωγα)
renter ΓθπΙίθΓ (άντιδ.: ρέντα)
καί: rendez-νcus,
ένοικιαστής συντ/χος
προστακτ. τού rendre
+νcus=ύμείς
ΑΕΝΕ ήνίον
redina rienda Γθίπ
re+t|nec
ρα +τείνω
ΑΕΡΑΙ ΑΕ κρησφύγετον
riparo repair έπι-
re+ patr|c
ρα +πατρίς
διορθώνω
(patria)
ΑΕΡΕΝΤΙΑ μετανοώ
pentirsi arrepentirse repent
repens Κατά τόν Κούρτιον
Κ. λπ. παράγωγα
re-paenito έκ τού ρέπω =γέρνω.
Κατά τό Larousse έκ τού
ΡΟθπίΙο, poena, -ποινή.
Α
Ε
Ρ
Ε
ΤΕΑ έπαναλαμβά-
ΓίΡθΙθΓθ ΓθΡθΙίΓ Ιο repeat ΓθΡθΙίθΓθΠ repetc
ρα +πετώ
répét|t|cnδοκιμή [νω
ripetizione reΡetίcίόn ΓθΡθΙίΙίοπ ΑθΡθΙίΙίοπ
545
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
H£ÞDNDH£άπαντώ rispondere responder respond re+spondeo ρα+σπένδω
répcnseάπάντησις risposta respuesta response σπένδομαι =τό πιστό
ποράΥ. & σύνθ. ώς: δίδωμι.
ccrrespondance corrisponde- correspon- correspon Korrespondenz cum+re συν+ρα +σπένδω
άλληλογραφία (κ. α. ) -nza -dencia -dence +spondeo (Κατά τό Ε. Μ. σπώ =
=λέγω, μέλλων σπήσω,
προστακτ. σπές, σπέτε).
H£Þ5ϋφασμα rib πλευρόν-ά ΑίΡΡΘ πλευρόν όροφη
roof στέγη έρέπτω =καλύπτω
ΑΕΡΤΙLΕ έρπετόν retti I e ΓΘρΙίΙ ΓΘρΙίΙΘ ΑΘρΙίΙ repo=έρπω ερπω
reptat|onέρπυσις reΡtacίόn (έκ τού serpo)
reptato|reέρπυστικός herpetico reptiIian (raupen . . . )
Α
Ε
ρυΒLι ουΕ δημοκρα- repubIica reΡύbΙίca repubIic RepubI i k res+pub||ca, Τό res έκ τού
(κ.λπ. ποράΥ.} [τία κυριολεκτιώς ρέζω=πράττω
"πράγματα δημόσια" Τό pubI i c έκ τού
πληθυς(βλ. λ. ΡΘυΡΙ Θ)
Α
Ε
ρυΟΙ ΕΑ χωρίζω ripudiare repudiar repudiate re+pud| o ρα+σπεύδω
répud|at|onδιάζευξις ri pudi o repudio repudiation
H£ÞUCN£Hάπεχθάνομαι ripugnare repugnar repugnant re+ pugnus ρα+ πυΥμη
άντιπαθής (βλ. "ra" + "pugi I a")
répugnanceάπέχθεια ri pugnanza repugnancia repugnance
Α
Ε
ρυΤΕΑ τιμώ ri putare reputar repute βλ. λ. "compter"
réputat|onύπόληψις riputazione reΡutacίόn reputation Reputation
H£5£AU δίκτυον rete, rezza red ΓΘ! rete=δίκτυον, ρυτόν=ποτήριον
rés|||eδικτυωτόν reticeIIa redeciIIa reticuI ar γρίπος διατετρημένον, ώς
rét|neάμφιβληστροειδής retina retina retina δίκτυον, "έξ ού
(λόΥΨ τών μικροσκοπι-
λεπτώ
ς
κάτωθεν
κών άΥΥείων τού όφθαλ-
πίνοuσι ".
μού έν είδει δικτύου
πρβλ. άμφιβληστον ¬
δίκτuoν)
rets=δόλος rete rediI μάνδρα
H£5£HV£Hφυλάττω riservare reservar reserve reservieren re+servo ρα+ Fέρύω
réserveέφεδρεία Κ. λπ. riserva reserva reserve Reserve ούρο ς =φύλαξ
(βλ. καί λ. "ser") .
H£5| D£Hδιαμένω risedere residir reside residieren re+sedeo ρα+εζομαι
rés|denceτόπος residenza residencia residence Residenz (βλ. λ. ra +asseoir)
κ. λπ. [διαμονής
H£5| L| £Hάκυρώ resiIiant re+sa||o ρα+αλλομαι
résί||at|onάκύρωσις resi I i enci a άλτικός (έννοιολ. (βλ. λ. sauter)
άνάπαλσις resiIiance ύπο-χωρώ)
H£5| N£ρητίνη resina resina resin res|na ρητίνη
rés|neuxρητινώδης resinoso resinoso resinous
H£5|5T£Hάνθίσταμαι resistere resistir resist re-s|sto ρα+ϊστημι
rés|stanceάντίστασις resistenza resistencia resistance
(έννοια: σθεναρά άντίστασις)
H£5TAUH£Hάποκαθιστώ ristotare restaurar restore
restaurat|onάναστή- ristorazione restauracίόn restoration Restauration restauro ρα+ϊσταμαι
[λωσις
restaurantέστιατόριον ristorante restaurante restaurant Restaurant
( πρβλ. : στηλώθηκα =
έφαγα καί δυνάμωσα)
rest|tuerάποκαθιστώ restitui re restitui r restitution
(κ. α. πολλά) άποζημίωσις
H£5T£Hμένω, ϊσταμαι restare restar restive άνθε- Rast άνάπαυσις re+sto=ϊσταμαι ρα+ στώ
όρθιος [κτικός
rest άνάπαυ- Rest
resteύπόλοιπον resto resta σις, ύπόλοιπο
καί: arrêterσταματώ arrestare arrestar arrest arretieren ad+re+stc αντα+ρα+στώ
(άντιδ.: ρέστα) ÷
546 -
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
R
E
SULTAT άποτέλεσμα resultato resultado resul t Resultat re+sa|to ρα + όλλομαι
(κλπ. πaράγ.) (εννοιa: άποτέλε-
σμα όλματος)
R
E
USSIR έπιτυγχάνω ri usci re re+ex+| re ρα+έξ+(βλ. λ. "aller")
réuss|teέπιτυχία
riuscita
ΑΕνΕΑ (άρχικώ ρέμβω, ρέμβομαι^
remver όνειρεύομαι) περιφέρομαι, πλανώμαι
rêveόνειρον
(sogno sueno) (dream)* (Traum*) ("έν είδώλοις καί σκιαίς
rêver|eρεμβασμός
έκ τού somnus, ΓθνθΓίθ ρέμβεσθαι" -"έν ρέμβη"=
rêvasseurόνειροπό-
όπερ έκ τού έν παραλύσει)
(κ.α . . .) [λος ύπνος) '(έτυμ. δρώμενον)
ΑΕνΕΑΕΑσέβομαι ΓίνθΓίΓθ reverenciar ΓθνθΓθηΙ re+vereor¯ ρα+Fcp6
révérenceεύλάβεια
reverenza reverencia ταπεινός Reverenz αίδοϋμαι' έννοιο- (άντιδ. : ρεβεράντσα)
reverential λογικώς, προσβλέ-
εύλαβής πω μετά φόβου.
ΑΕνΟΙΤΕΑέπανα- riboltare ( ΓθνοI Ιόη) Ι ΓθνοlΙ Revolte στάσις re+νοΙνο=κυλίω ρα+ Fελύω
στατω (βλ. κaί λ. volte)
révo|ut|onέπαν/σις Γίνοl υΖί οηθ reνοl ucί όn Γθνοl υΙίοη Revol uti on
RHABDOMANCIE rabdomanzia rabdomancia rhabdomancy rabdomant|a ραβδομαντεία
rhabdomanc|en rabdomante (rhabdol ogy) ραβδολογία
RHAGADE ραγάς
ragade ragadia |hagas ραγας(έκ τού ρήγνυμι)
RHAPSODIE rapsodia rapsodi a rhapsody Rapsodi e ραψψδία(ράπτω+Φδη)
rhapsode rapsodo rapsodo rhapsodist ραι/ψδός
Λέξεις μέ α
·
συνθ.
rhéo. . . ρέω . . .
Π. χ. rhéo|og|e, όμοίως όμοίως όμοίως όμοίως
rhéostat,
rhéobase...
RH
E
TEUR ρήτωρ κακός retore (retόrίcο) rhetor Redner rhetor ρήτωρ
rhétor|queρητορική
retόrίca retόrίca rhetoric Rhetorik
rhetorisch
Λέξεις μέ α
·
συνθ.
rh| no . .
ρί ς-ρινός
Π. χ. rh| n|te
rini ti de ri ni tis rhi no . . . ρινίτις
rh| nocéros
rinoceronte ri noceronte rhinoceros Rhi nozeros ρινόκερως
rh| no|og|e
rinologia rinologia rhino . . . ( Rhinoplasti k) ρινολογία
rh| nop|ast|e
ri nopl astica ri nopl astia rhi nopl asty ρινοπλαστικη
rh| noscop|e
rinoscopia rinoscopia rhi noscop ρινοσκόπησις
rh| nopharyng|te
rinofaringe (rhinology) ρινοφαρυγγίτις
κ. λπ.
ΑΗΙΖΟΜΕρίζωμα
radicamento rizoma rhizome ρίζωμα
rh| zopodes
rizopodo rhizopod ριζόποδα
ΑΗΟΜΒΕρόμβος
rombo rombo rhomb Rhombus rhombus ρόμβος . κί νησι ς περι -
rhompo|deρομβο-
rοmbοϊde romboi de rhomboid rhombi sch στροφικη
ειδής
romboedro ( άντιδ. : ρούμπος,
rhomboèdreρομβόε-
romboedro rumbo rombohedron ρούμπα)
[δρον
κατεύθυνσις
rumb
"rumba" ό χορός
RHOTACISME ρωτακι-
rotacismo rhotacism ρωτακισμός
[σμός
PMUVAT| 3V£ρε υ-
reumati smo reumatismo rheumatism Rheumatismus ρευματισμός
Ιματισμός
ρευματικός
rhumat|santρευμα-
reumatico reumatico rheumati c rheumatisch ρευματολογία
[τικός
rhumato|og|eρευμα-
reumatologia reumatologia r�leumatology Rheumatologi e
[τολογία
κ.λπ.
547
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
HMUV£καταρροή, catarro* romadizo, rheum Katrarrh* rheuma ρεύμα
"συνάχι" catarro* * (catarro +
enrhume συναχωμένος (catarroso) Katarrh έκ του καταρροή)
RI DE ρυτΙς(rίder ρυτιδώ) ruga, έκ τού arruga* ruck* Runzel ' ρυτίς(έκ του ρύω
έΕ ού "ri deau" (πτυχ. ράκος' =σύρω, τραβώ)
παραπέτασμα) ρακόω=σχίζω, *ρακόω =σχίζω,
ρυτιδώ ρυτιδώ
RI GI DE ακαμπτος, ri gi do ri gi do ri gi d [μασία rigeo ρ
ι
γώ
αύστηρός ri gorousness, Ri gorosum δοκι- ri gor =ρϊγος, ρίγος
rigueur αύστηρότης, rigore ri gor ri gour rigoros πάγος,σκληρότης (βλ. & raide)
σκληρότης
rigoureux, raide ri goroso ri goroso rigorous
κ.λπ. σκληρός
ΑΙ ΜΕ όμοιοκαταληξία ri ma ri ma rhyme Rei m rhytmus ρυθμός
rimer στιχουργώ ri mare ri mar Ι rhyme rei men (βλ +λ rythme)
rimeur στιχουργός rirnatore ri mador rhymer Rei ms . . . (άντιδ.: ρίμα)
ΑΙ ΑΕ γελώ ridere ΓθίΓ Ί laugh *Iachen rίdeο: γελώ έκ του κρίζω, κρι δδέμεν.
rire γέλως riso risa ! aughter Lauchen τρίζω, κραυγάζω,
risee καγχασμός, ri sol i no μειδία- risada deri si on ξεφωνίζω "
ωσπερ
χλευασμός ri di col o, [μα ri di cLJl o, lacherlίch Ίλλυρ
ι
οί κεκριγότες".
ri di cule, ri si ble γελοϊος ri si bi l e ri si bl e ri di cul ous Komisch κριδδέμεν: έπί τής
souri re μειδιώ sorridere sonrei r (smi l e)** l achel n σημασίας τού γελάν ,Βοιωτ,
sub (ύπό) +ri deo
* κλώζω=κρώζω, συρίττω
** έκ του σ-μειδιώ
(άντιδ. : ρεντίκολο)
Rl saUE κίνδυνος rischio, risico riesgo risk Ri si ko risicare =πίπτω έκ του ρίζα("σκόπελος
risquer κινδυνεύω risicare ariesgar Ι ri sk ri ski eren είς ύφαλον δηλ άνεφάνη κατά γής έρρι-
risky ri skant "ρίζα", δθεν κίνδυ- ζωμένος". Στεφ.Β.ζάντιος
ριψοκίνδυνος νος, κινδυνεύω είς λήμμα 'Άϋαρα". )
(άντιδ. : ρισκάρω, ρίσκο)
ΑΙ ΥΑΙ άντίζηλος rivale rival rival Rival rival i s, έκ του ρύαξέκ του ρέω
rivalite άντιζηλία rivalita rivalidad rival ry Rivalitat rivus -ρύαξ
rivaliser άνταγωνίζομαι rivaleggiare rivalizar ri vali si eren (έννοιολ. ri val es: οί όμόρειθροι, ''οί τψ
rive όχθη, ρεύμα riva, Γίνο runnen ρέω αύτψ ρείθρψ χρώμενοι").
riviere ποταμός, Γίνίera, Γίο rivera ΓίνθΓ reissetld όρμη- *ad +ri vus (μετάφορ. : άντερασταl)
παραλία Γίο Γί l l , ri vul et [τικός (έννοιολ. προσεΥΥί- αντα +ρύαξ
rui sseau Ηυ =ρυάκι ruscel l o ζω είςδχθην, όθεν φθάνω)
*arriver φθάνω (Κ. δ.) arrivare arri bar arrive*
ΑΙΧΕ συμπλοκή, ρήξις rissa Rits rixa ερι ς, άγών έρεί κω. τέμνω, χωρίζω
ritzen (πιθανή διασταύρωσις και
μέ ρηξις).
ΑΟΒΕ φόρεμα roba ropa robe Robe
Είτε έκ τού γερμ. Raup = άρπαγή, δηλ. λάφυ-
derober κλέπτω rubare robar rob i umpen κουρέλια
ρον. όπότε έκ τού έρέπτομαι - βλ. λ. rapace -
εϊτε, πιθανότερον, έκ τού λώπος ¯ ίμάτιον
κατόπιν συνήθους τροπτις τού "λ" είς "ρ" καί
έκτραχύνσεως τού χειλικού π. Σημειωτέον
Ι ότι είς άρχ. έλλην. έπιγραφήν ( Monumenta
Asi ae Μί π. Anti ca, Carder, London 1 933 -
¨ΜΑΜΑ¨ 3 58! Κώρυκος) άναφέρεται ή λέξις
ρόβα =ενδυμα: "ράπτης ροβών". Πρβλ. καί
λωπίζω =ένδύω, και λωποδύτης.
ROC, roche, rocher roccia roca rock Ruck ωθησις rocca βράχος ρώξ:
ì
ρ
ή
γμα
βράχος ( πρβλ. : "βράχος rocca κρημνός rocket rϋcken μετατο- 2) σπασμένο κομμάτι,
άπορ-ρώξ") "ρουκέτα" [πίζω σύντριμμα
rocai l le χαλίκωμα rocchi o rocal l a (άντιδ. : ρουκέτα)
(έξ αύτοίJ διοκόσμ. rocchetto
"rococo" , έκ του
rocai l le: όρος καθορί-
ζων διακόσμησιν σπηλαίων
μέ βράχους καί κογχύλια)
ROMPRE διασπώ, rompere romper rumpo ρομβέω=έκσφενδονί-
ταράσσω
ζω, όθεν θραύω.
rupture ρήξις κα . . . rottura ruptura rupture (σχετικά: ρόπτρον ρόπα-
λον).
b48
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Α
ό
T|Αψήνω arrostire (asar) Ι roast Rost έσχάρα έρυθρός,έρευθός
έξ ού rubri que τίτλος rubrica rubrica rubric (καθ' ότι πυρούται) (άντιδ. : ρουμπίνι)
(μέ έρυθρά γράμματα) rυbί έρυθρόν ruby (ρουμπίνι) Rubi n
HCU£τροχός ruota rueda ρύω, ρέω, ρύμη ρυτός.
rouIer κυλίω rotolare rodar Ι roll rol l en έλκυστός, ρέων
rouIette "ρουλέττα" roul etta έρούα =πορεύου (Ήσύχ.;
roder πλανώμαι
rodar ''ατοίς καί ρυτοίς
roIe "ρόλος" ruol o rol l o roll Rol le πόροις" Αίσχ. Εύμ 452-
rond στρογγυλός rotondo, redondo round, rotund Rotunde δηλ. σέ δρόμους
(Κ.δ. πολλά) tondo θολωτός στεριάς καί θάλασσας.
(άντδ. : ρόδα, ρουλέττα,
ρόλος, ροτόντα)
HCUT£δρόμος rotta rumbo route Route rumpo ρήγνυμι ρομβέω,ρυμβέω¬
routine "ρουτίνα"
rutina routine Routine συστρέφω, σφενδονίζω
rote έλξις (άντιδ. : ρουτίνα, ρόττα,
ρούμπα)
ΑΙΖρύζι riso arroz rice Rei s oryza δρυζα
riziere όρυζών risaja rice . . . Reisfeld
rizerie έργ. έπεξεργ.
(risaiuolo)
όρύζης
rizicuI ture όρυζοκαλ- risicoltura
λιέργεια
HCCAT|CN5λιτανείαι rogazione rogacion rogation Litanei" rogationes ¯ όρέγω=έκτείνω
rogatoire αίτητικός rogatorio rogatorio έρωτήσεις έκ τού (βλ. κaί λ. "regent")
(νομ.)
rogativo ίκέτης (abrogate) recken όρέγω rego (έκτείνω) "χείρα όρέγων είς
arroger σφετερίζομαι
rogar ίκετεύω I nterrogativ (ένν.: άπευθύνομαι ούρανόν"
,
O¡ º¨1
,
rogatons ταπεινή rogito ruego παρά- έρωτηματικός σέ κάποιον ταπεινά,
αϊτησις συμβόλαιον -κλησις έκτείνων τάς
ab-roger καταργώ ab-rogare χείρας). *λιτανεία
i nter-roger έρωτώ (i nterrogate)
(κ. λπ. , κ.λπ.)
HCCN£ψώρα rogna Ψώρα rofa ψώρα canker ψώρα Raude, Psora aranea άράχνη
(έκ τού καρκί- (ή άσθένεια παρο-
-νος) μοιόζεται μέ τό
δίκτον της άράχνης)
ΑΟΙ βασιλεύς re rey ki ng* Koni g* rex -regis όρέγω=έκτείνω, εύθύνω
reine βασίλισσα regina reina queen Koni gin βασιλεύς, ήγεμών χειρα, διευθύνω
"
άπευ-
royaI βασιλικός reale real royal , regal koni gl i ch regina βασίλισσα θύνω πόλι ν"
=κυβερνώ
royaume, regne βασί- reame, regno reino Koni greich (έκ τού rego ,Οίδ Τύρ ¡ 0+;
[λειον reggia royalty Konigtum =εύθύνω) ίδ. ρίζης κaί τό Μαχαραγιάς
royaute βασιλεία regnicolo reinado recht δίκαιος κuριολ. ό έχων την (ΜΑΧΑΡΑΓΚΑ=έγαςΡήγας)
ύπήκοος regieren εύθύνην "Recte και τό όνομα Ριχάρδος
regner βασιλεύω
regnare reinar Ι rei gn rege ζωηρός faciendo, regis (βλ. & λ. regent)
regaI τέρψις (κ. λπ. )
regal o δώρον regalo regale εύωχία nomen tenetυr" - (το queen έκ τού γυνη)
Ίσίδωρος Ε(¬οΙqίc ( άντιδ.: ρήγας, ρήγισσα,
*Τό King +Konig ρεγάλο)
έκ τού genus,
όπερ έκ τού γένος
HC5£ρόδον
rosa rosa rose Rose rosa ρόδον ροδέα, ρόδον
rose ροδαλός
rasaceo, rosato rόseο, rosado rosy rosa, rosig (άντδ.: ροζέττα, ρόζ,
rosir ροδίζω
rosolare rosear (rosiness) rosen . . . ροζάριον)
rosette κόρυμβος
rosetta roseta rosette Rosette
rosier ροδέα
rosiera rosal
roseraie ροδοφυτεία rosaio rosery
roseole ιλαρά
roseola roseola (rubeola) -Rotel n
rosaire ροζάριον,
rosario rosario rosary Rosenkranz
κομβολό'ί
( έννοιολ. στέφανος
ρόδων)
κ.λπ. Κ. λπ.
PDS££δρόσος
rugiada rosada πάχνη (Τau=δρόσος) ros, rosata δρόσος, έρση
(rosada) rosar δροσίζει έκ τού θέω =ρέω δρόσος έρσήεις =δροσερος
b49
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝι κον
ROSSIGNOL άηδών rosignolo ruisefor I usci ni a: άηδών,
έκ τσυ I uscus λοξός
=μονόφθλαμος,
μυωπός
(ώς ψάλλουσα είςτό
σκότος της νυκτός)
ROSSOLIS ροσόλιον rosolio rosoli rosa +οΙίο ρόδον+ έλαιον
( άντδ. : ροσόλι)
ROUANNE ρυκάνη (pi al l a)* (pl ane)* ruci na ρυκάνη ρυκάνη
rouanner rucar * pl anus πέλανος(βλ. λ. piano)
rugine χειρ. έργαλ.
ξέσεως
ROUGE έρυθρός rosso roso, rojo red rot ruber =έρυθρός έρυθρός) έρευθος
roui I I e σκωρία, έρυσίβη ruggi ne (*escori a) rust Rost robigo =έρυσίβη έρυσίβη
roux πυρρός κλπ. Κ.λπ. rojo rbtlich (*σκωρία)
RUE δρόμος, όδός ruga arruga ruga =πτυχή ρήγνυμι , δρυγμα,
Κ.λπ. παράγωγα (έκ τσυ όρύπω) όρύχω (άντδ. : "ρούγα")
RUGI R βρυχώμαι, ruggi re rugi r Ι roar rϋgen rugio βρυχώμαι ρώχω
όργίζομαι έπιπλήπω
RUI NE έρείπιον, rui na, rovina rui na Γυί η Αυίη-θ ruί na=κατάπτωσις ρύω (σύρω)
καταστροφή Γυο =καταρρέω ρώομαι: κινούμαι μέ
rui ner κρημνίζω, rovinare rui nar Ι Γυί η Γυί ηί θΓθη ταχύτητα' όρούω:
καταστρέφω κινούμαι βιαίως
rui neux καταστρεπτικός rovi noso ruinoso rui nous "έπ' άλλήλοισιν
ruinati on όλε- 6ρουσαν" Ξ+0i
-θρος
RUMEUR θόρυβος rumore rumor rumour Rumor rumor: θρούς, ώρυθμός=ούρλιασμα
rumoroso θρύλος rumoren φήμη ώρύομαι
θορυβώδης Ι rumour θορυβοποιώ
διαδίδω
RURAL άγροτικός rurale rural rural rus =άγρός άγρός
rustique άγροτικός rustico rustico (room δωμά- όρούς =λιβάδια ( Ησύχ. ,
rusticite i ; άγροικία rusticita rustiqueza rustic [τιον) (rusticus
2) σκαιότης (rusti cano) rustical rustication Rauheit άγροτικός) όγροίκος
rustre άγροίκος, rusticidad παραθερισμός
βάναυσος προστυχιά rusticity
rustaud .. Κ. α . . . άγροικία
RUTlLANT έρυθρολαμ- rutilante rutilante reddish έρυθρός
[πής χρυσολαμπής
rutiIation λάμψις rutίl acίόn
rutiler λάμπω ζωηρώς rutilare ruti l ar
Γύtίlo ξανθός,
λαμπρός
ΑΥΤΗΜΕρυθμός ritmo ritmo rhythm Rhythmus rhythmus = ρυθμός(έτ. ρέω)
rythmi que ρυθμικός ritmico ritmico rhythmi c rhythmi sch ρυθμός "Γγνωσκε δ' οίος
rythme έρρυθμος ri tmi co rhythmi cal Rhyti mi ker ρυθμός, άνθρώπους
rythmer ρυθμίζω ρυθμιστής εχει " Άρχίλ
arythmi e άρρυθμία arri tmi a Arrythmi e
eurythmie εύρυθμία euri tmi a euri tmi a eurythmy Eurythmi e
à �����
Ι
ι
Ι
ι
ι�
Ι
ι
Ί
ι
'
ι
Ι
,
ι
ι
Ι
Û
Symet r i e
Scene, Symbol e
bb3
'
:
Η έλληνικη γλωσσα, Ή εύγενεστάτη άπ όλες τΙς άνθρώπινες γλωσσες, πού σε όλα τά έσωτε·
ρικάτηςμέρηεχειεΙςτοεπακροντηνσυμμετρί α καΙτηνάρμονία. »
·Γκρόττε-
' . . . η λέξις συμμετρί α ¦σύν +μέτρον) χρησιμοποιείται στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. . . συμμε·
τρικο είναικάτι πούεχεικαλέςάναλογίες,είναικαλάΙσορροπημένο, καΙη λέξις συμμετρίαύποδη·
λώνειαύτο το είδος της άρμονίας των διαφόρων μερων, με την όποίαν ένοποιούνται σ ενα σύνο·
λο ΤΟ κάλλοςείναιόριστασυνδεδεμένομετηνσυμμετρία. . . *
Herman Weyl -Μαθηματκός- ¨Είναι όθεόςΓεωμέτης', Έκδ. Κωσταράκη
'. . . Οί καημένοι οί Λατίνοι δενείχαν θέατρο, έπομένως δενείχαν καΙ σκηνή. Παίρνονταςλοιπον
άποτούςκαταχίλιαετηπολιτισμούπροπορευόμενουςΈλληνες το πολιτιστικοάγαθοπούείναιτο
θέατρο, έπηραν μαζΙ καΙ την θεατρικη σκηνη καΙ την είπαν έλληνικώτατα SCENA. Στην συνέχεια
έπηραντο θέατροκαΙτηνσκηνηκαΙοί όλλοιλαοΙτης Εύρώπης, καθωςκαΙόληςτηςγης. . .
. . . η λέξις SC
E
NARI O χρησιμοποιήθηκε αρχικα στο Γαλλικο θέατρο σημαίνοντας το φυλλάδιο με
τΙς σημειώσειςτού σκηνοθέτηκαθωςκαΙτον κατάλογοτωνηθοποιων. .
. καΙ οΙ Ί σλανδοΙ όνομάζουν την σκηνη ATRI DI ¦το Δέλτα με έλληνικη προφορα) πού νομίζεις
ότιάκούς¨Άτρείδες¨, τοάρχαίοτραγικοθέατρο. . . »
ΔαμιανόςΣτουμπούλης
Έφημερίδα ΗΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ, τ.28Μάρτιος I993
''
'
Η έλληνικη λέξις σύμβολον (symbole) , πού δηλώνει την ενωσι δύο όρων ¦σύν +βάλλω) είναι
άρχαίακαΙδενείναι πολύς καιρος πού άποκτήσαμε κάποια διαυγη γνωσι της πραγματικότητος τού
συμβόλου στην εύρεία εννοια, το "σύμβολον" είναι προσπάθεια όρισμού κάθε άφηρημένης πρα·
γματικότητος, συναισθήματος, Ιδέας ¦ πράγματα άόρατα στΙςαΙσθήσεις) ύπο το σχημα εΙκόνων η
άντικειμένων. ΤΟ σύμβολονείναιενόλον, τοόποίονδενδύναταιναάποσυντεθη¨.
ΦεδερίκοΣαγκρέδο, ¨Κομπιούτερ Σόκ¨, Έκδ. ΟΝΕΝΑ ·Ναβάρρα
·Ξύλα δύο στρογγύλα. . . ταίς τομαίςέφαρμόζεινπροςόλληλα. . . ταύτα σκυτάλας καλούσιν. »
ΠλουτάρχουΛύσανδρος I9
· ΟίμαιδεκαΙ την τωνσαββάτων έορτήν, μη παντάπασιν άπροσδιόνυσον είναι Σάβους γαρκαΙ
νύν ετι τούς Βάκχους καλούσιν, καΙ ταύτην άφιασι την φωνην όταν όργιάζωσι τψ θεψ . πρός τινα
σόβησιν, η κατέχει τούς βακχεύοντας. »
ΠλουτάρχουΣυμποσιακά, Πρόβλημα5oν, ¨Τίς ό παρΊουδαίοιςθεός ¨5/I, 2
.
555
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
3A00ATσάββατον sabbato sabato (sabbath) Sabbat 3abbatum σάββατον
samed|
J
(sabatico) Samstag
αί τό έβραίκόν "σάββατον
"
έκ τού ελληνΙK
�
ΓεΠΤά", καθ' ότι ή "εβδόμη ήμέρα". Ή δασεία
έγινε σίγμο καί τό πτ δι πλό ββ. Κατά τόνΙ
Πλούταρχον, εκ τών Σάβων, μυστών τού
'
Βάκχου. (βλ. προηγουμένη σελίδα)
3A0L£αμμος sabbia sabuIo sand Sand sabu|o=αμμος Ψάμαθος, ψάμμος
sab|er άμμοστρώνω sabbiare sabuloso sandy sandi ng (έκ τού ψάω =τρίβω)
εξ αύτού saburreέρμα savorra zahorra άμμώδης (άντιδ. : σαβούρα)
(κ. λπ.)
SAC σάκκος, σάκκα sacco, sacca saco sack Sack saccus=σάκκος σάκκος(έκ τού σάττω,
sachet,sacocheσάκκος sacchetto saquete sacket Sackei σάγος, σάγμα, έξ ού
εξ αύτού: saccader, bisaccia ensacar θέτω sacken σαμμάρι)σακκίον,
άνατινάσσω δισάκκι εντός σάκκου κολπούμαι ενδυμα τρίχινον'
saccagerλεηλατώ saccheggiare saquear Ι sack σάγος = μανδύας.
(έννοιολ. γεμίζω σάκκο . . . . . saquedor sacking (άντιδ.: σακκάκι, ζακέτ-
με κλεμμένα άντικείμενα). ληστής λεηλασία τα, άκόμη και τό
έκ τού sac·"jaquette° giacchetta chaqueta jacket Jacke "τσέκ", με τήν έννοια
"σάκκος" χρημάτων) .
SACCHARI NE σακχαρίνη saccarina sacarina saccharine saccharum σάκχαρον
saccharοϊde σακχαρο- saccarino sacarοϊdeο saccharoid
ειδής saccharo-
sacchar| mètre σακχα- saccarimetro sacarimetro -meter
ρόμετρον
SACRE χρίσις, χειροτονία con-sacrazione ( s a g r a r i o . . . . . sacer-sacra. έκ τού aκρος έπί βαθμού:
sacrerχρίω, χειροτονώ sacrare ασυλον) ίερός,-ά (ά
ρχ. ό ύψιστος, ό πρώτος,
sacramentar τύπος sakros) έξοχος, ύπέροχος.
sacréίερός sacro sagrado sacred sakramentaI sacerdos: ίερευς-> έπί προσώπων: αριστος,
sacrementμυστήριον sacramento sacramento sacrament Sakrament έμπειρος
sacr|pantάχρείος sagrare βλασφ . . . . . . (sacristan Αίσχ. : "θεσ
Φ
άτων 6κρος"
sacrumίερόν όστούν (osso) sacro νεωκόρος) Σοφ. : "μάντι ς όκρος",
sacr|st|eσκευοφυλάκιον sacrestia sacristia sacristy "6νδρες όκροι"
sacerdoceίερωσύνη, sacerdozio sacerdosio sexton Sakristei (άκαυστ. : μάντι-ς ακρος)
κλήρος νεκροθάπτης 'Άκρος Άρχιερευς = ό
sacerdota|ίερατικός sacerdotaIe sacerdotaI sacerdotaI (sacer +fio)--> Πάπας (ακρος +Φύω)
sacr|f|erθυσιάζω sacrificare sacrificar Ι sacrifice
sacr|f|ceθυσία sacrifizio sacrificio sacrifice
sacr||ègeίεροσυλία sacriIegio sacriIegio sacrilege Sacri I egi um
Κ.λιτ.
Ιδίας ρίζης:
SΑIΝτ αγιος santo santo, san sai nt Sankt όγιος sacer=ίερός βλ. & λέξεις sacre &
sanct|f|erάγιάζω santificare sanctificar (sanctίfier) sanktionieren sei gneur
sanctua|reίερόν santuario santuario sanctuary επικυρώ (Σχέσις καί με σώος.
εκκλησίας sanctity όγιος Sanktion Κάθε τι "ίερόν" πρέπει
sanct|onέπικύρωσις sanzione sanctum sanction κύρω- νά είναι καί "γερό".
αδυτον [σις Πρβλ. καί άγγλ. health
sancίόn =ύγεία, έκ τού όλοός
=ύγιής, καί holy =όγιος. )
SAGACIT
E
όξύνοια sagacia sagacidad sagacity sagaμάγισσα όγα, όγη: θαυμασμός,
sagace όξύνους sagace sagar sagacious φόβος, φρίκη
saga γόησσα saga μάγισσα σαγήνη.δίκτυον κυνη-
γετικόν.
κυπρ. : "άγάνα" (έκ τού
αγω)
SAGETTE βέλος saetta saeta Saita χορδή saccus σαγή=φορτίον,
sag|ta|reτοξότης sagittario sagitario Sagittarius
όπλισμός.
"τοξήρης σαγή" (Εύρ.
ρησος z0¯. Ήρ. Μαινόμ. i ëë,
άντιδ.: σαί'ττα
SAIE ύφασμα, μανδύας saio ράσο sai I ίστίον, SegeI άρχικώς sagum=χλαμυς σάγος=μανδύας
souquen| | | eεπενδύτης saia σαγή jaez σκευή πλοίου Sukeni e έκ τού σάκος, σάγη
"φεράσπιδες σaΥaΙ"
(βλ. καί λ. sac)
Αϊσχ·
556
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
SALE ρυπαρός
sal i r ρυπαίνω
saIet
e
κακοήθεια
Κ.δ.
SALLE, salon αϊθουσα
sal onnier "σαλοννιέ-
[ρης"
SAIN ύγιής, σώος
sanitaire ύγιεινός
sant
e
ύγεία
sal ubre ύγιεινός
sanatorium
SALAMANDRE
SALIVE σίαλον
salivation σιάλωσις
salivaire σιαλογόνος
SALLIR προεξέχω, όρμώ
sai l l ant προμαχών
SALPETRE 1 ) νίτρον
z, ζωηρός
SALPI NGITE
salpi ngotomie
SALUT σωτηρία, ''Υειά''
salutaire σωτήριος
saluer χαιρετώ
sal utation χαιρετισμός
salve (χαιρετισμός διά
κανονιοβολισμών)
SAMARITAIN =
1 ) σαμαρίτης z, έλεήμων
SANDALE σανδάλιον
SANG αίμα
sangIant αίμόφυρτος
(κλπ. παραΥωΥα . . .)
SΑΝS όνευ
SAPE δρέπανον
saper σκάπτω
sapeur σκαπανεύς
SAPHI R σάπφειρος
"ζαφείρι"
SAPROPHYTE
saprophage
SARCASME σαρκα-
[σμός
sarcastique σαρκα-
[στικός
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
(sporco (suci o έκ τού (smel l έκ τού (schmutzig σάλος =ταραχώδης
βλ. λ. porc-) σύς =χοίρος) όσμή) έκ τού μύδος κίνησις. όλός =θολός
=ύγρασία)
sal a, salotto sala saloon Saal μέσιμ τού φρaΥΚ. αλων =κηπος , φυτεί α,
sal , αρχικώς έκτε- άλώνι "ίεράς άλωάς" Όμ.·
νής ύπαίθρ.χώρος
sano sano sai n (sani eren) sanus ύγιής σάος =σώος, ύγιης
(snare ίατρεύω sanar) sani tary gesund σαόω = σώζω
sani ta sani dad sanitation (έξυγιαίνω) σούν, σών =ύγιές ( Ησύχ,
ύγιεινή Sani erung σάνιτρα =τροφός
sal ubre sal ubre sal ubri ous έξυγίανσις (αντιδ.: σανατόριον)
sanatorio sanatorio sanatorium sanitar
Sanatorium
salamandra sal amandra sal amander Salamander saIamandra σαλαμάνδρα
saliva sal i va saliva sal iva σίαλον
salivazione sal ίνacίόn salivation
salivatorio sal ivoso salivary
salivar πτύω salivate
sal ί re άνέρχο- salidizo sally Satz όλμα salio αλλομαι
sal i ente [μαι γείσωμα sali ent (βλ. καί λ. "sauter")
sal nitro salitre salpetre Salpeter αλας +πέτρα
(sal pi nge) sal pi ngi ti s sal pi nx σάλπιγξ
σαλπιγγίτις
sal ute ύγεία salud sal ute Sal ut salus σωτηρία σάος, ούλος, όλοός,
salutare sal udable sal utary sollus =όλοός, όλος ¬ σώος, άκέραιος,
salutazi one sal udar Ι salute sal uti eren ύγιής ύγιής.
salva sal utacίόn salutation (σαόπτολις = ό σώζων
όμοβροντία (salvador salvo Salve την πόλιν)
salvatore σωτήρ) salvor ναυαγο- . . . . .
salve χαίρε salve σώστης
samaritano . . . Κ. Ο. Κ
sandal o sandal i a sandal
sangue sangre (blood, -έτ.
sanguinoso sangui naio Φλύω)
sangri a αίμορ- sangui nary
ραγία sangui ne
sangϋesο αίματώδης
βατομουριά
senza si n
zappa azada (έτ. άξις)
zappare arar (έτ. όρουρα) sapper
zappatore zapador
zaffiro zafiro sapphi re
saΡrόfίtο (sapraemi a)
saprophagous
sarcasmo sarcasmo sarcasm
sarcastico sarcastico sarcastic
Τό όνομα τής πόλεως Σαμάρει α εί ναι έλληνι κόν. Ό ηρως
Άσκάλαφος, υίός τού -Αρεως καί τής Άστυόχης, φονευθείς ύπό
τού Διηφόβου έτάφη είς Παλαιστίνην. Ό τάφος του ώνομάσθη
"σόμα"-(=σήμα, τάφος) ' Άρεως, πρός έξευμενισμόν τού όργισμέ-
νου · Άρεως. Ή Σαμάρεια άργότερον άπεκλήθη Σεβαστή.
Sandal e
(Bl ut)
ohne
Spaten
(έτ. σπάθη)
ρί οπίθΓ
(έτ. πούς)
Saphi r
Sarkasmus
sarkastisch
sandal i um σανδάλιον, σάνδαλον
sangui s αί ονάω =ύγραίνω
Isidori Etymol . : αρχaίί. σαιFοναζω, έξ
"sanguis, θχ Graeca αύτού καί τό αίμα, αρχ
etymologia nomen". σαίμα. Σχέσις καί μέ αϊθω
=θερμαίνω
si ne ανις =όνευ
sappa σκαπάνη
αντδ.: "τσάπα"
σάπφειρος
,Όρφ. Λιθ 23,37)
σαπρόφuτον
(σαπρός ="σάπιος")
sarcasmus σαρκασμός
(έννοιολ. : σκληρός
γέλως άποκαλύπτων
τούς όδόντας, έν εϊδει
σαρκοβόρου ζώου) .
557
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
SARCELLE άγριόπαπια (airone)* (garza)* (heron) * (Rei her)* cerceduI a ¯ κερκιθαλίς=έΡ4διός
κερκιθαλις *έρωδιός
Λέξεις μέ σ' συνθ. *ardea
sarco . . .
π. χ. sarcoderme (sarcocele) (sarcolema) σάρξ -σαρκός
sarcοϊde σαρκοειδής sarcode
sarcopIasme σαρκό- sarcoplasma sarcoplasm
[πλσσμα
sarcome σάρκωμα sarcoma sarcoma sarcoma Sarkoma
sarcomateux σαρκω- sarcomatoso sarcomatous (Sarg φέρετρον)
[ματώδης
sarcophage σαρκοφά- sarcofago sarcόfagο sarcophagus Sarcophag
[γος
SARDINE σαρδέλλα sardi na, sardina sardine Sardelle sardi na: ιχθύς Σαρδώ,Σαρδηνία
sardinier άλιεύς sardel la sardinero άπό τήν νησον σαρδώνυξ: όνυξ της
και sardoine σαρδώνuξ sarda sardinal δίκτυ Sarda, τήν νήσου Σαρδοϋς
sardoni que σαρδόνιος sardonico sardόnίce sardonic Sardonyχ Σαρδηνία (Σαρδηνίας).
sardόnίcο sardonian sardonisch
"σαρδόνιος γέλως","μείδησε σαρδάνιον"υ-302
"·Η πόα ή όλέθριος, σελίνψ έστι έμφερής- "άνεκάγχασε σαρδάνιον". ( Εννοιολ. : "γέλως
τοίς φαγούσι δέ, γελώσιν έπιγίνεσθαι τήν παρόμοιος πρός τό φαινόμενον τό όποίον
τελευτήν". ,Παυσανίας Φωκικά, προκαλούσε φυτόν της Σαρδούς, Σαρδηνίας.
· Εσθι όμενον, διέστελλε τό πρόσωπον τού
τρώγοντος") .
SARGASSE μελανά φύκια sargasso sargazo sargasso saI i x, salicis ¯ έλί κη(είδος ίτέας)
( πρβλ. θάλασσα βρύα, φύκια (έλίκη) σαργάνη =πλέγμα
Σαργασσών)
ΠΟΡΤΟΥσλ. sarga�ο
SARMENT κληματις sarmento sarmiento sarmentose saΓpo κλαδεύω έκ τού άρπάω, άρπάζω
sarmenteux κληματώ- sarmentoso sarmentoso sarmentous
[δης serpol l o βλα-
serpe κλαδευτήρι [στός
serpol i ar βλα-
[στάνω
SAS κόσκινο staccio sedazo si eve Sieb saeta 1) θρίξ σήθω=κοσκινίζω
sasser κοσκινίζω stacciare to sift έκ χαίτης σήτα =κόσκινο
sassement κοσκίνισμα stacciatura sifting 2) όρμιά τρίχινη
SATAN σατανάς satana satan, satanas satan Satan Satan μακρινή άπήχησις τού
έβρ. Satan ¬ σατάΥlος, σητάνι ος:
ό έναντίος ό έκκαθαρισμένος διά
σήτας, ό άπομακρυνθείς.
SATELLITE δορυφόρος satellite satelite satellite Satellit satelles δορυ- σάτιλλα=ή πλειάς,
[φόρος όμοιάζουσα είς σατί-
νην =πολεμικήν
αμαξαν
SATl
E
T
E
κόρος sazieta saciedad satiety Satti gung satis =άρκετά αδην=άρκετά, μέχρι
insatiabIe άκόρεστος i nsazi abile sacio χορτάτος i nsatiable satt χορτάτος satura, satur - κόρου, σ-άδην.
έκ τίς ίδίσς ρίζης: sad περίλυ- : , πλήρης 2) είδος άσάω: αίσθάνομαι
satire σάτιρα satira satira πος Satire ποικίλου ποιήμα- κόρον
satirique satirico satirico satire satirisch [τος σατύρα(λακων. ) =
satisfaction ίκανοποίη- soddisfazione satίsfaccίόn satiric Satti gung =πολύμικτον έδεσμα
κ. Ο . . . [σις satisfaction ( πρβλ. assez =άρκετά)
SATRAPE σατράπης satrapo satrapa satrap Satrap satrapes
σατράπηςη έξατράπης
"σστΡάπην (περσ. λ. έλλην. έτυμολ. )
Graeci vocant". · Ησύχ. : ζατράπης =
βασιλεύς -έκ τού
ζα=λίαν ¬τρέπω-
άτραπός =όδός·
έξαιθραπεύω=
=έκστρατεύω
SATURER κορέννυμι saturare saturar saturate satur =κορεσθεiς (βλ. λ. saliele)
saturation συγκερασμός saturazione saturacίόn saturation Saturnus ("Αθήναιος, Δειπνοσ. νι .
ίδ. οίκ. Saturne =Κρόνος =Κρόνος (κατε-
"Βάτων ό Σινωπεύς,
βρόχθιζε τά τέκνα
έμφσνίζει την τών
του)
Σστουρνσλίων έορτήν
έλληνικωτάτην'Ί· -
bb8
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ
SATYRE σάτυρος satiro
satyrique σατυρικός satirico
SAUF έκτός salvo
sauf σωος salvo
sauge φασκομηλιά salvia
( έννοιολ. : οί ίδιότητες
ούτΟΟ τοΟ φυτοΟ σώζουν)
SAULE ίτέα sal ice
SAUMATRE ύφάλμυ- sal mastro
[ρος
saumure όλμη sal amoia
SAURI ENS σαυροειδή sauri ani
saure σαύρα
SAUTER πηδω saltare
saut, saltation όλμα salto
saute αίφνιδ. μετα- sal tarel l a
[βολή
χορός
sauteur πηδηχτός saltatore
sauti l ler σκιρτω sal tel l are
Κ. α. πaράΥ. & σύνθ. sal ta! eone
Π. χ. i nsulter ύβρίζω, έλατήρ
προσβάλλω i nsultare
καί ό ίχθύς σολομός:
"saumon"
SAUVAGE όγριος, sa!valico
έφηβος sa!vaticchezza
sauvagerie άγριότης sal vaggina
sauvageon αύτοφυές θήραμα
Κ.λπ. selva δάσος
SAUVER σώζω salvare
sauνetage διάσωσις salvamento
sauveteur ναυαγοσώ-
salvataggi o
[στης salvatore
sauνeur σωτήρ Κ.λπ.
salvazione
SAVEUR γεΟσις, χυμός
sapore
saνoureux εϋχυμος,
saporito
γευστικός
savourer γεύομαι
saporosita
seνe σφρίγος νοστιμιά
sapide εϋχυμος
sapido
in-sipide άνούσιος
i nsaporo
ίδίας ρίζης saνoir sapere
γνωρίζω
saνant σοφός
(έννοιολ. : έχω χυμόν,
savio,
διεισδύω, όθεν έννοω,
sapiente
γνωρίζω) .
SAVON σάπων
sapone
saνonner σαπουνίζω
i n-saponare
SBI RE άστυν. κλητήρ
sbi rro
(φέρων πορφυροΟν
μανδύαν)
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ
satiro satyr
satirlco satirical
Όu!
salvo salve
salvia θεραπεία
sauce (νίllον)*
salobre
sal muera saltness
saurios saurian
sal tar hal ma όλμα
salto saltation
saltear κλέβω
saltador όλ της saltatory
saltadero πίδαξ
salteador
ληστής
i nsul tar i nsul t
saivaje savage
salvajada savageness
sal νaj ί naάγέλη savagery
άγρίων ζώων θηριωδία
salvar Ι salvage
salvamiento salνage
(salvavida) salvor
salvador savi our
salvation
σωτηρία
sabor savour
sapidez sap όπός
εύχυμότης soft μαλακός,
saborear εϋχυμος
γεύομαι savory γευοτι-
sapido sapid [κός
i nsi pi d
saber
sapiente sapient
sapience
σοφία
j ubόn soap
jabonar Ι soap
esbi rro sbi rro
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Satyr
Salbei
(Weide)*
sal ziz
Sallz . . . .
Salto, Satz
insul tieren
Saft
saftig
saftlos
Seife
seifen
ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Satyrus Σάτυρος(σύντροφος
Βάκχου) -έκ τού σαίνω
¬τίτυρος =τράγος
salvus βλ. λέξεις sai n & salut
* Τό οut έκ τού ϋστερος
salix ¬ ίτέα έλίκη =είδος ίτέας'
"έλίκη ν έκάλ οuν τ ην
ίτέαν οί περί Αρκαδίην"
Θεόφ
ραστος
*έκ τού FlTta, ίτέα
salgama =άλμαια άλμαία,αλμια
(άντιδ. σαλαμούρα)
σαύρα
salio πηδω, αλλομαι, αλτης, αλμα
όλλομαι ( aντιδ. : σάλτο, σαλτάρω,
σαλταδόρος)
πρβλ. : "εσαλ το πύλας" =
=επήδησε εντός των
πυλων. Ίλιός Μ, +öö
silvacus, έκ τού Ολη =δάσος, δρυμός -
silva =ϋλη, σέλμα =Ολη, σύλFη
δρυμός (βλ. & λ. sylvestre)
salvo =σώζω σαόω=σώζω, σαώτωρ =
(C'est le grec σωτήρ -οϋλω =ύγιαίνω,
σωος qui aservi ούλος =άκέραιος
de modele). όλοβός, όλFος =ύγιής
-Λεξ. Ern. Mei l let- ούλε =ύγίαινε, χαίρε
sal vus =όλοβός ('Όύλέ τ καί χαίρε" δηλ.
salve =χσιρε "γιεό καί χαρά")
sapor =χυμός όπός=γαλακτ. ύγρόν
φυτοΟ i καρποΟ
2) χυμός, ζωμός
σύφαξ =γλεΟκος
συφακίζω =οπωρίζω
sapi o: 1) χυμόν σοΦός, σαφης
έχω 2) έμφρων "οπός παιδείας",
είμί "χυμός σοφίας".
sapo σήπω.λειώνω, φθείρω
μετοχή άορ. "σαπων"
(άντιδ.: σαπούνι
σαπουνίζω)
birrus, byrrhus: πυρρός
μανδύας πυρρός (άντιδ. : σμπίρος)
(bi rrum
mantel um)
bb9
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
SCABIEUX ψωραλέος scabbioso escabioso scabious schabig scabo: 1 ) σκάπτω σκάπτω, σκάβω
scabbia ψι.ί.φα scab ψώρα 2) κνήθω ( άντιδ. : σκαμπρόζος,
scabreux 1 ) τραχύς scabroso esabroso scabΓus schaben ξύνω σκαμπρόζικος)
2) άνήθικος scabrosita escabrosidad
SCAL
E
NE σκαληνός scaleno escal eno scal ene scalenus σκαλιινός=άκανόνι-
-στος
,
σκολιός
SCALPEL σμίλη scal peIIo escalpelo scalpel Schab . . . scalpo γλάφω, σκάλλω = άνακινώ,
scalper σμιλεύω scal pel l are (scal p έκδέρω γλύφω σκάπτω
scalp μετωπ. οστούν κρανίον) (πρβλ. σκαλί ζω,
άνασκάπτω)
SCANDALE σκάνδαλον scandalo escandalo scandal Skandal scandalum σκάνδαλον. άπλούστε-
scandaleux σκανδαλώ- scandaloso escandaloso scandalus skandalos ρος τύπος τής λέξεως
[δης sl ander συκο- 'Όκανδάληθρον" =ξυλά-
scandaliser σκανδα- scandalizzare escandalizar [φαντία skandal i si eren ριον παγίδος.
[λίζω scandalize Μεταφορικώς, ό στήνων
παγίδας λόγων. "σκaνδά-
ληθρα ίστάς έπών" =
=έστησε παγίδας λόγων
SCAPHANDRE σκάφαν- scafandro escafandro σκάφανδρον(έτυμ.
[δρον σκάφος +άνήρ)
scaphandrier δύτης scafo σκάφος • [πύρ+σκάφος,δηλ.
scaΡhοϊde σκαφοειδής scafoide escafoides άτμόπλοιον)
( pi roscafo Ρί rόscafο)* scaphoid
SCAPULAIRE 1) ώμοφό- scapola escapula scapula scapulae σκαπάνη
[ριον 2) ώμικός ώμο πλάτη (& omopl ato) ώμοπλάτη ώμοπλάται (έννο/ολ. : έκ τής όμοιό-
scapular τητος αύτών τών όστών
ώμικός πρός σκαπάνην).
(άντιδ. : καπούλια)
SCARAB
E
E κάνθαρος scarabeo escarabajo scarab Kafer scarabaeus κάραβος=κεράμβυξ,
κάνθαρος
SCARE σκάρος scaro escaro scarus scarus σκάρος(ίχθύς)
SCARI FI ER άμύσσω scarifico esarificar Ι scarify scarifico σκαριφώμαι
scarification άμυχή scarificazione escarificacion scarification σκάριφος. 1 ) καρφίον
scarifi cateur χειΡουρ- scarificatore escarbar έρευνώ 2) γραφίς
γικόν έργαλείον τό έδαφος (έξ σύτής τής ρίζης καί
τό "σκί", έπειδή χαράζει,
άφήνει ϊχνη έπί τής χιό-
-νος. )
SCEAU σφραγίς si gi l l o sel l o seal Siegel si gel l um, si gnum (βλ. λ. si gne)
SC
E
LERAT κακούργος scell erato scelus βλάβη σκελλός=χωλός
SC
E
NE σκηνή scena escena scene Szene scena σκηνή, σκηνά
sceo|queσκηνικός scenico escenico scenic szenisch (άντιδ. : σενάριο,
scenographie σκηνο- scenografia escenografia scenery (szenografisch) σεναριογράφος)
γραφία
scenologie σκηνολογία scenologia (scenically)
scenario σκηνοθέσιον scenario escenario scenario Szenario
scenata θόρυ-
-βος, ταραχή
SCEPTIQUE σκεπτικός, scettico esceptico sceptic Skeptiker σκεπτικός,σκέψι ς
άμΦίβολος Skepsis σκέψις
scepticisme σκεπτικι- scetti ci smo esceptismo scepticisme Sceptizismus
[σμός
SCEPTRE σκήπτρον scettro cetro sceptre Zepter skeptrum σκήπτρον(σκήπτω
=στηρίζω)
SCH
E
MA σχήμα, σχέδιον schema esquema scheme Schema schema σχήμα
schematique σχημα- schematico esquematico schemer
[τικός μηχανορράφος
scMmatizer σχηματίζω schematiz- esquematizar Ι scheme schematisieren
-zare
560
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Λέξεις έκ τίjς "σκιάς" (anfisci o) (sci agraphy schei nen σκιό
sc|a|yt|queαπλετος
(heteroscio) σκιαγραφία) λάμπω σκιά + λύω
φωτισμός
(peri scio) shade σκιά ¬ σκοπω
sc|ascop|eσκιασκοπία shadow + γράφω
Κ.δ. σκέπη άμφι ¬ σκιά
ετερος ¬ σκιά Κ. λπ.
SCI ENCE γνώσις sci enza ci enci a science sc|o=γιγνώσκω Ισημι =γιγνώσκω (δωρ,
sc|ent|f|queέπιστημο- scientifico ci entifico scientific (κατ' άλλους, έκ του
[νικός "σχίζειν" τό σκότος) .
SCINTILLER σπινθη- scinti l iare centel lear sci nti l l ate sc|nt|| | a, σπινθηρ
[ροβολώ stenci l έκ του sp| nt| | | a
(κ. λπ πσράγ.) χρωματίζω
SCHISME σχίσμα sci sma ci sma schi sm Schi sma sch|sma σχίσμα
sch|smat|queσχιμα- sci matico ci smati co schismatic schi smati sch
[τικός Schi smati ker
SCHI STE σχιστόλιθος schi sto esquisto schist Schi efer sch|stus σχιστός
sch|steuxσχιστώδης schistoso esqui stoso schi ngl e
schίstοϊdeσχιστο- scisso σχιστός esquisto χάλυψ
[ειδής schi stoid
sch|zophrèneσχιζο- schizofrenia esqui zofreni a schi zophreni a Schizophrenie σχιζοφρένεια
[φρένεια (νοσ. διaXωρ. ψυχ. λειτ.)
SCIATI QUE ίσχιακός sciatico ciatico sciatic |sch|at|cus ίσχίον
ίσχιαλγία sciatica sciatica Ischias
SCI NDER διαιρώ, sci ndere esci ndi r schnei den sc|ndoσχίζω, σχίζω,σχισμή, σχίζα
διασχίζω scissors ψαλίς Schere διασχίζω
sc|ndementδιάσχισις scheggi a escίsίόn
sc|ss|onσχίσμα σχίδαξ sci ssi on
sc|ss||eεϋχιστος sci ssione (sci ssel Schl i tz
sc| ssureσχισμή sci ssi l e διάσχι- rescίsίόn ρινίσματα)
sc|seauxψαλλίδι [στο ς
(Κ. δ.) scissura
Λέξεις μέ σ' συνθ.
sc|éro...
sc|érot| queσκληρο- sclerόtίcο escl erόtίcο scl erotic skl erotisch σκληρός
[τικός
sc|éroseσκλήρωσις sclerosi escl erosi s scl erosi s Sklerose
artér|osc|éroseκ.λπ. arteriosclerosi arterioscklero- arteri oscl erosi Arterien . . .
-si s s
SCOLAI RE σχολικός scolare escol ar Schul . . . scho|ar|s σχολικός
sco|ar|téφοίτησις μαθητής σχολικός schol ar (βλ. κσί λ. ecol e)
έν σχολείψ scolaresco schol arl y
sco|ast|queσχολα- σχολικός escolastico φιλολογικός schol astisch scholasticus σχολαστι κός
[στικός scolastico escolio scholastic (Schol astiker) σχόλιον
sco||eσχόλιον scol i o escoliasta scholia Schol i ast
sco| | asteσχολια- scol i aste scholiast
[στικός
SCOLIOSE scoliosi escol i osi s σκολίωσις-σκολιός
scol i osi s =κεκαμμένος
SCORI E σκωρία scoria escoria ( Rost=cKwpia)* scor|a σκωρία
scor|f|erσκωριώ (oxidarse) scoria (oxydi eren) * ( έκ του έρευθός ,
scor|f|cat|onσκωρία- scori azione escοrίfίcacίόn ( Ι oxidate) έρυθρός)
[σι ς (η οχίdacίόn) corrosion (Oxydi erung)** **(έκ του όξειδω,
(oxidation) όξείδωσις)
SCORPI ON σκορπιός scorpi one escοrpίόn Skorpi on scorp|o σκορπίος, σκορπιός
scorpion (Scherbe)* (*πολιορκ. μηχανή
"Σκορπιός")
SCOTIE έγκοπή scotoma αίμά- . . » » » scot|a σκοτία, σκότος
[τωμα Scot-Iand
Σκοτία, χώρα
SCRUPULE άνησυχία
scrupol o escrύΡUl ο
τού σκότους
Skrupel
scrupus=οκρις, δκρι ς. άνώμαλος
λεπτολογία scrupl e τραχύς λίθος προεξοχή
δισταγμός
b6J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
SCRUTER διερευνώ scrutare escrutar scrutinize scrutor =έκγρυ- άναζητώ γρύτην
scrutateur έξεταστής, scrutatore escrutador scrutineer [τεύω γρύτη=μικροπράγματα
[ ψηφολέκτης διαλογεύς scruta =γρύτη
scrutin ψηφοφορία scrutinio escrutinio scrutiny
λεπτομ. έξέτασ. έλεγχος
SCULPTEUR γλύπτης scultore escultor scul ptor Scholle σβώλος scaIpo =γλάφω σκάλλω.σκάπτω.
scuI pture γλυπτική scultura escultura sculpture Sculptur γλύφω σκαλίζω
scuI pter γλύφω scol pi re schi l l ern χρωμα- σκάλμη =μάχαιρα
scaIpeI γλυφίς scal pello escalpelo scalpel [τίζω σκάλοψ = ζώον γεωρύ-
[χον
SCYTALE σκυτάλη scittalo escitalo (tally έκ του scytaI a σκυτάλη
θαλία)
S
E
DITION στάσις sedizione sedίcίόn sedition si ne +iter ανευ± ίτός
(βλ. λ. "sans"
+ "i ti neraire)
S
E
DUI RE θέλγω sedurre seducir seduce seduco άπάγω βλ. λ. "san" +"duc"
seduction άποπλάνησις seduzione seducίόn seduction (sine +duco)
S
E
DATIF καταπραϋντικόν sedante sedante sedative sedo =πραύνω,
sedentaire καθιστικός sedantario sedentario sedentary κατακαθίζω
sedi ment πρόσχωσις sedimento sedimento sediment Sediment Έκ του sedeo = βλ. κaί λ. asseoir
seIle "σέλλα, " έφίππιον sel la si l l a saddle Sattel εζομαι
sella έλλά=καθέδρα
SE έαυτού se, si se, si self selbst se, sui ε =αύτός, ού =αύτοΟ
soi έαυτόν έόςy έαυτος
(τροπη της δασείας
είς s).
S
E
ANCE συνεδρίασις seduta sesίόn session Si tzung βλ. λ. asseoi r
seant σύνεδρος sedere (sessial) έζομαι , καθέζομαι-
ενν. "βουλης έδρα"
SEC ξηρός secco seco siccus ξηρός, σι κχός.τό άντίθετον
secher ξηραίνω siccita sequia διψαλέος τού παμφάγος, ό μή
τρώγων (άντδ. : σέκος)
SECOND(E) δεύτερος secondo segundo second Sekunde secundus =άκο-
δευτερόλεπτον -λουθών, τού
secondai re δευτε- secondario segundario secondary Seki ndar sequor =έπομαι επω, εκω
secte αϊρεσις [ρεύων setta (herejia) sect Sehte (άνδ. σεκταρισμό) (βλ. λ. suivre)
set σειρά
SECOUER σείω scuotere sacudir shake schwingen quatio =σείω κόσσω=κόπτω
secousse τίναγμα scossa sacudida seco =τέμνω σείω=i , κινώ z; τέμνω
[έκ του ex+seco, τό
executer =έκτελώ]
SECRET μυστικόν segreto secreto secret secretum (ε± κρίνω)
secretaire γραμματεύς segretario secretario secretary Sekretar =άπόρρητον
(έξ άπορρήτων) Κ. α . . . . (se +cermo)
SEI CHE iΊ sepi a σηπία seppi a sepia sepia Sepia sepia
σηπία(έτυμ. σήπω)
SEI GNEUR όρχων, signore, -a sefor, -a Si r seni or =παλαιότε-
ενος=οπαλαιότερος
δεσπότης (seforear (seni or [ρος
(ένος->σένος)
(ΜΟΝ) Sieur, Κύριος κυριαρχώ) πρεσβύτερος) seneo =γεραιός,
"ένη καί νέα ήμέρα"
seniority ένος
ήπαλαιά καί νέα ήμέρα.
seni l ite γήρας seni l ita seni l i dad άρχαιότης senex =γέρων
"Στατηγοί ένο/ " =οί
senat γερουσία senato senado seni l ity
πρεσβύτεροι στρατηγοί
senateur γερουσιαστής senator senador senate Senat
senator Senaror
SEINE σαγήνη sagena saga μάγισσα sagena
σαγήνη = άλιευτ.
δίκτυον
S
E
I SME σεισμός
si smi que σεισμικός sismico sismico seismic seismisch
σεισμός(σείω)
sί smοl οgίeσεισμολογία (si smol ogi a) sismologi a seismology (Seismolog)
σεισμολογία
sismographe σεισμο- sίsmόgrafο sίsmόgrafο seismograph seismograph
σεισμογράφος
[γράφος
562
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
SEL όλα ς sal e sal salt, sal Saltz saI =όλας (ό)αλς=όλας
saIer άλατίζω insalare sal ar Ι sal t salzen (άντιδ.: σαλάτα, σαλάμι,
saliere άλατιέρα saliera salero sal t. . . Sal z . . . σάλτσα)
sal i ne άλυκή salina sal i na salty Sal i ne
saI i nite άλμυρότης salsezza sal i nidad saltness Salzi ger
salade σαλάτα (i n)salata (en) salada salad Salat
salami άλίπαστον salame, salumi sal chίchόn sal ami
saIaison ταρίχευσις i nsal amento sal adura salting ei nsal zen
sauce σάλτσα salsa salsa sausage Sauce
saucisse λουκάνικον salsiccia salchicha
saumure όλμη sal sedine sal muera saltness Salz . . .
sauner άλατοποιώ salificazione salίfίcacίόn salification
άλατοποιία sal ari um =άμοιβή
salaire άμοιβή (κ. α. ) salario sal ario salary μισθός (εννοια: χρήματα πρός άγοράν όλα τος)
S
E
LECTlON έκλογή sel ezi one sel eccί όn sel ection Iego =έκλέγω λέγω =έκλέγω
S
E
L
E
NI UM σελήνιον sel eni o sel eni o sel eni um Sel eni um σελήνη
(όρυκτ. )
seIenieux σεληνιούχος selenioso selenitoso
seIenite σεληνίτης λίθο selenite selenita κάτοι- selenite Sel eni t
selenita κος σελήνης
seIenographie σελη-
sel enografia sel enography
νογραφία
S
E
LI N σέλινον sedano (apio σέλινον, cel ery Sel l eri e sel i num σέλινον(ή λέξις άπαν-
& sellero έκ τού όπιον) τάται καί στήν Γραμμ. Β)
SEMAINE έβδομάς setti mana semana week* Woche* septimana έβδομάς, έπτά
έβδομάς έκ τού * έκ τού ( F)είκω =
septem (έπτά) ύποχωρώ
( πρβλ. "μηνός
Φθίνοντο
ς
'
'
S
E
MANTIQUE σημαν- semantico, -a semantico, -a semantic Semantik έκ τού σήμα, σημαί νει ν,
[τική σημuον, σημανtκός
semasiologie σημα- semasiologia semasiologia semasiology σημασιολογία
[σιολογία semiotica semί όtίca πολυσημία
poIysemie πολυσημία pol i semi a pol i si mi a σηματοφόρος
semaphore σηματογρ. sematoro sematoro semaphore σημειολογία
semioIogie σημειωτική semiologia semi ol ogi a, sernei ol ogy σημειωτική
SEMBLER όμοιάζω
sembrare semejar sembl ance si mi l i s =ομοιος ομοι ος, όμαλός
(παράγ. +σύνθ.)
i nsi eme όμοιότης (βλ. λ. si mi l ai re)
ensembl e =όμού
ϋμοι =όμοϋ
SEMI e e ήμΙ . .
semi . . . semi . . . semi . . . . Semi . . . semi s =ημισυς ημισυς(ήμι . . . )
SEMOULE σεμίδαλις,
semol a semol a semol i na si mi I a =σεμίδαλις σεμίδαλις(σίτινον
πίτουρα
όλευρον)
semer σπέρνω
seminare sembrar semen σπόρος Same σπόρος
S
E
PARER χωρίζω
separare separar separate separieren se +paro βλ. λ. se +parer
separation χωρισμός
separazione seΡaracίόn separation separat
sevrer άποθηλάζω
χωρισμός
κλπ.
S
E
PULCRE τάφος
sepolcro sepulcro sepulchre sepeI i re =έντα- σηπεδών=σηψις
sepulture ένταφια-
sepoltura sepul tura sepulture [φιάζω σήπω =σαπίζω, Φθείρω,
κλπ. [σμός άφανίζω
SEPT έπτά
sette siete seven sieben septem έπτά (σεπτά) -
septain 7στιχον
σεπτάς ^ έπτάς
septentrion βορράς
settentrione setentrίόn ( septentrional ) σεπτός=σεβαστός
(έννοιολ. : τά 7 όστρα
Τό έπτά έθεωρείτο ίερός,
τής Μεγάλης 'Άρκτου)
σεβαστός άριθμός,
Septembre Σεπτέμ-
"σεπτός".
βριος (άρχικώς 70ς μήν)
SEPTIQUE σηπτικός
settico septico septic septisch septicus σηπηκός(σήπω)
septicite σηπτικότης
septicity ( πρβλ. άντισηπτικός)
septicemie σηψαιμία
settίcemia septicemia septicaemia
antisepsie άντισηΨία
antisepsia antisepsia (antiseptic) (antiseptisch)
b63
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5£H
¿
N|T
¿
γαλήνη serenita serenidad serenity sero=εϊρω, συν- είρω=συνάπτω,
sere|nηρεμος sereno sereno serene δέω - πρβλ. : συνδέω
sero · serenitas εϊρω -+είρήνη].
5£H|serv|teur,δοΟλος servo, -itore servidor, siervo serf, servant (servil) servo=διαφυλάτ- Fερύομαι =σώζω,
serv|rύπηρετώ servire servir serve servieren [τω, οώζω προστατεύω
serv|ceύπηρεσία servizio servicio service service servus =ύπηρέ- ( Σημ. Τό γράμμα υ
serv|etteχειρόμακτρον servetta servian serviette της, σωματοφύλαξ έγράφετο καί ν καί οί
Κ.α. πολλά πaράγ. & σνθ. Λατίνοι τό πρόφεραν
serv||δουλόφρων, servador ένίοτε ώς β.
con-c|ergeθυρωρός προστάτης Ρερύω - servo).
sergentλοχίας (άντιδ. : σερβίρω, σερ-
κλπ. κ.λπ. βιτόρος, σερβίτσιο, . . . )
5£HC£σάγη, μεταξωτός sergio serico serge μάλλινο seiden ser|cus=σηρικός σηρι κός
sér|cu|tureβομβυκο- sericultura μεταξωτός Οφασμα (σηρικός σκώληξ =
[τροφία sericul tura sericulture =μεταξοσκώληξ)
5
¿
H| £σειρά serie serie series Serie ser|es=σειρά σειρά, σειρη καί σηρά,
sér|erθέΊω είς σειράν seri ar serial διαδο- σερίς (εκ τού εϊρω
[χικός =συνδέω) σειραίος
("
ϊππος σειΡαίος'')
5£H| Ni , καναρίνι sirena sirena σειρήνα, siren Sirene serena,s|rena σει ρήν, σειρήνα
2) βλάξ σφυρίκτρα νεράιδα
ser|nerδιδάσκω
5£H| NCu£σύριγξ si ri nga jeri nga syri nx, Syri nx syr|nga σύρι γξ, σύριγγος
ser|nguerκλύζω si ri ngare jeri ngar syringe
5£HM£NTόρκος (Όath Έί d) sacramentum= βλ. λ. sacre
ίερά παρακαταθήκη *(οίτος = θάνατος,
συμφορά' έπαιρναν
όρκο: "κακόν οΤτον'')
5£HMDNκήρυγμα sermolle sermόn sermon Sermon sermo=εϊρω εϊρω,ερω =λέγω
sermonerνουθετώ sermoneggiare sermonear sermonize είρμολόγιον: βιβλίον
sermonna|reίερογρά- κηρύττω sermoneo sermonizer θρησκευτικόν
[φος νουθεσία ίεροκήρυξ ''ήματα καί λόγους
sermonneurκήρυξ sermoneador συνείρει ν" Δημοσθ. Περί
συμβουλευτικός Στεφανου :0ë
5£HÞ£NTόφις serpente serpiente serpent (Serpenti n serpo=έρπω ερπω, έρπετόν,
serpent|nόφιοειδής serpentino serpentino serpentine όφίτης λίθος) "σερπετό"
serpenterέλίσσομαι serpeggiare serpentear Serpenti ne (άντιδ. : σερπαντίνα)
Κ.λπ. serpe έχιδνα
5
¿
HUMόρ(ρ)ός si ero suero serum Serum serumόρός όρός 1 ) τό ύδατωδες
séreuxόρώδης sieroso seroso serous τού γάλακτος 2) τό
séros|té(τό όρώδες) si erosita serosidad serosity ύδατωδες τού αϊματος
sérothérap|eΚ. λπ. si eroterapia seroterapia
5
¿
5AM£"σουσάμι" sesamo sesamo sesame Sesam sesamum σήσαμον(ετ. σείω,
σήθω, τό σεσησμένον)
5£55|DNσύνοδος, sessione sesion session Session sedo=έδω βλ. asseoir
συνεδρίασις sesi onar συν- sessional
[εδριάζω συνεδριακός
5£U| Lκατώφλι soglio si l l Schwelle* so| um δάπεδον, εκ τού εδος (τροπή
seu| μόνος solo solo (alone (al l ei n)** γη
τοΟ δ είς λ, ώς
("κάθεται"μόνος) μόνος)** Όδυσσεύς - Ulysses,
so||ta|reέρημίτης solitario solitario solitary * Τό γερμ. εκ τού δάκρυμα - lacrma)
so||tudeμοναξιά soli tudi ne soledad solitude σέλμα = σανίδω- βλ. κaί λ. sol
déso|at|onέρήμωσις desolazione desοlacίόn desolation μα, ίκρίωμα ( άντιδ. : "σόλο")
κ.λπ. πaράγ. +σύνθ.
**(ετ. "έν")
5
¿
v(H£αύστηρός severo severo severe schwer severusαύστη- σοβαρός=ταχύς, πομ-
sévér|téαύστηρότης severita severidad severity ρός, σπουδαίος, πώδης, ύπερήφανος-
sér|euxσοβαρός serio serio serious σκυθρωπός σεβερός =εύσεβής
σοβαρότης =άλαζο-
νεία, άγέρωχον ύφος
σοβω = βαδίζω ύπερη-
φάνως, μεγαλοπρεπως.
564
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5£X£Φύλον, γένος sesso sexo sex sexus=γένος, εξι ς. κατάστασις ψυχής,
sexue| sessuale sexual sexual sexuel l Φύλον, φύσις άλλά καί σώματος·
sexua||téή κατά sexuality άφροδίσιος
όθεν: έξις άρσενική, έξις θηλυκή. "έτι καί ίδιαι-
γένος διάκρισις
τέρου μέρους τού σώματος, έξις λεπτή κατά
sexo|og|e(κ.λπ.) sexology
τούτο τό μέρος . . ¨ (ΊΠΠΟΚΡ. ΑΦορ.; "άΥαθη έξις'
=άρίστη κατασκ. σώματος (Γαληνός).
(Κατ· άλλους έκ τού secus =Φύλον, γένος,
όπερ έκ τού τέκος).
5NA8£Hάναδευτήρ shake σείω schwingen σείω
chockδόνησις shock άρχικώς σαικονέω=κινώ
(έξ ού shock|ng)
σύγκρουσις ένό-
ρήμα choquer
πλων δυνάμεων
5| έάν se Si (if) s|. παλαιοτέρα εί, δωρικά αί
γραφή sei
5|ναί Si yes* ja* Si(C) =οϋτως ούτω·σί,έπίτασις τού
τύπου 'Όϋτως".
* Τά yes & ja έκ τού βεβαιωτικού "γε" δωρι-
στί "γα". Πρβλ. καί τό καταφατικό: "ναί γιά "-
έκ τού πελασγικού γιά = ίδού ("Υιό δές'Ί
5|ALACDCU£
sialagogo sial agogue σιαλαγωγός
s| a| | sme sialismo sialorrhea sialorrhea σιαλισμός
5|0YLL£σίβυλλα, si bi l l a si bi l a sibyl s|by||a σίβυλλα(έκ τού Σωβόλ-
προΦήτις λα, δηλ. Θεοβούλη.
s|by| | | nσιβυλλικός si bi l l i no si bi l i no sibylline si byll i sch ·Η άγγέλλουσα τά θεία) .
5| 0
¿
HALάστρικός siderale sideral sideral s| dusόστρον έκ τού ε
Τ
δος=μορφή,
s| dérat|onάπώλεια siderazione sίderacίόn sideror άστροβολί- σχήμα. Τά αστρα σχημα-
ζωτικών δυνάμεων άστροβολία ζομαι, ύφίσταμαι τίζουν "εϊδη", δηλ. μορ-
s|déréκατάπληκτος δυσμενείςάστρικάς φες είς στό στερέωμα.
(έκ τής κακής έπιδράσε- άκτινοβολίας.
- ως τών όστρων)
5| 0
¿
HUHC| £ si derurgia si derurgi a sidero . . . σιδηρουργία
s|dérograph|e siderografia (siderosis) σιδηρογραφία
s|déro|th|queκ. ά.
(siderita)
5|CMAσίγμα sigma si gma si gma Si gma σίγμα
sί gmοϊdeσιγμοειδής
sigmoideo sigmoideo sί gmοϊd σιγμοειδής
sigmatico sigmatico
5| CN£σημείον segno si gno si gn Si gnal ement s|gnumσημείον σύσσημον=σφραγίς,
s| gna|er,dés|gner designare sesignar desing γνώρισμα εί κών
s| gna| σήμα
segnale seial signal Signal Πρβλ. καΙ: έσίνευσεν
s|gnatureύπογραφή segnatura si gnatura si gnature Signature =έσήμηνεν ( Ησυχ;
s|gnerύπογράφω
segnare si gnar Ι sign Zeichen σημαντήρων =σφραγίς
s|gn|f|erσημαίνω
significare significar Ι signify σημείον s| g| | | umσήμα (άντιδάν: σινιάλο)
s| g| | | éσφραγιστός si gilo si gi l o, sigi l ar sigi l , seal Siegel
ass|gnerκλητεύω
σφραγίς
(κλπ. κλπ. )
5|L£NC£σιγή silenzi o si l enci o si l ence Schweigen s| |eo=σιωπώ σιγώ, σιωπώ
s| |enc|euxσιωπηλός
silenzi oso si l encioso si l ent schweigsam si l enti um σιωπή σιγηλός: σιωπηρός,
s| | enc| a| reέπιστάτης silenziario (silenciador (si l i ng s||entar|us σιγαλέος, σιγηλός
σιγαστηρ) σιώπησις) σιλήνει=σιωπό ( Ησύχ.;
silenciar schweigen
άποσιωπώ σιγώ
5|L|C£χαλικίτις si l ice si l ice silica Si l ici um sί |ex-| c| s=χάλιξ χάλιξ -χάλικος
s| | |ceuxχαλικώδης
si l iceo si l iceo sil iceous (Si l icat) (άντιδ. : σιλικόνη)
έξ ού s| | | cone"σιλικό-
[νη"
5|LDλάκκος διατηρή-
si l o si l o si l o s| rus=σιρός σιρός=1 ) βόθρος
-σεως σιτηρών (σιλό)
2) δοχ. σίτου
παράΥ.: s| |otage
( όντιδ. : σιλό)
ens||er
ensi l ar
b6b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
SI MI ESQUE πιθηκικός sci mmi a si mi o πίθηκος si mi an σιμός, s| m| us=πίθηκος σιμός. ό έχων πεπλα-
s| m|enπιθηκικός πίθηκος simiesco πιθηκοειδής έκ τού s| mus= τυσμένην ρΙνα.
s| ngeπίθηκος (si mo σιμός) χi mi o πίθηκος σιμός (Άριστοφ Έκκλ öì ¨; .
s|ngerπιθηκίζω scimmiotare "αί φαUλότεραι καί
s|nger|eμορφασμός σιμότεραι "
SI MI LAI RE όμοιογενής si mi lare si mi l παρόμοιος si mi l ar (Si multan . . ) s| m| | | s=ομοιος όμαλός=έπί έπιφα-
s| m| | |tudeόμοιότης si mi l i tudi ne si mi l i tud simi litude -νείας, ό ϊσος
s| m| | ar|téόμοιογένεια si mi larita si milarity όμαλότης
s| mu|acreόμοίωμα si mul acro si mul acro
s| mu|erπροσποιούμαι si mulare si mul ar Ι si mulate si mul ieren
s| mu|at|onπροσποίησις si mul azione sί mul acί όn si mulation
s| mu|tané|téτό αύτό- si multaneita si multaneidad si multaness simultan αύτό-
[χρονον - χρονος
SI MPLE άπλούς semplice simple si mpl e si mpel s| mp| us άπλούς
s| mp| |c|téάπλότης semplicita si mpl icidad si mpl icity Si mpl icitit
s| ngu||erμοναδικός singolare si ngul ar si ngul ar si ngul ar
ένικός si ngl e όγαμος
sang||erάετός (ζη ci nghi al e simpleton Si mpel
μόνος) βλάξ
SINAPIZER σιναπίζω (senape σινά- Uenabe) (Sen!) s| nap| σίναπι , σινάπι
s|nap|smeσιναπισμός πι) senapismo sinapism
SINC
E
RE είλικρινής sincero sincero sincere s| ncerus=άκέ- άκήρατος,
άκέραι ος
s| ncér|téείλικρίνεια si ncerita sinceridad sincerity ραιος, άκήρατος
SI NCI PUT βρέγμα sincipite sincipuciO sinciput Si nci put sem|+caput ήμΙ± κάπος
s| nc| p|ta|βρεγματικός sincipitale sincipital (βλ. λ cape)
SI NDON σινδών (έκκλ, sindone s|ndon σινδων ("έξ έρίοu τός
σινδόνας ύφαίνοuσι ν"
-Θεόφρ. )
SINISTRE άριστερός, si nistro si ni estro si ni ster s| n| ster s| ne=όνευ (βλ. λ
δυσοίωνος άπαίσιος άριστερός sans) ¬ όριστος. Δηλ.
s| n| stré άτυχήσας si ni estra ό όνευ άρίστου οίωνΟύ.
άριστερά Κατά Ίσίδωρον: sine
deχtra =όνευ δεξιάς
SI PHON σίφων sifone sίfόn siphon s| pho σί φων, είδικώτερον
sί Ρhοϊdeσιφωνοειδής si phoni forme έλικοειδής σωλήν
SI RE Κύριος Si re όρχων Sire Si r ( Βλ λ. seigneur)
καί (mon)-s|eur Μεγαλειότατος
SIR
E
NE σειρήνα sirena sirena siren Sirene s|rena σειρήνα
SISTRE σείστρον sistro sistro sistrum Sistrum s|strum σείστρον
SITE τοπείον sito sitio site έκ τού άρχαϊκού έκ τού εω,ϊημι , άφήνω,
s|togon|omètre s| | , s|sto έν σUνδUασμι μετά τού
s|tuer τοποθετώ situare sitiar πολιορκώ situate setzen ϊζω
s|tuat|onτοποθεσία, situazione sίtuacίόn situation Situation
κατάστασις
SIΧ έξ sei seis Siχ sechs sex εξ,|έξ
s|xteέκτος sesto seχto siχth sechste sextus εκτος
sextantέξάς sestante έξάς seχtant Seχtant
(κ. α. παράγωγα .. .) siesta siesta siesta
άκόμη: s|este
μεσημεριανός ύπνος
(έκ τού: "ύπνος της έκτης
ώρας", κατά τό ρωμαίκόν
ώράριον).
b|ssext||δίσεκτος
SKETCH σκιαγραφία schizzo sketch (Skizze) sched| um=σχέ- - σχέδιον
esqu|sserσκιαγραφώ διον, αύτοσχέδιον
ποίημα
SKIFF άκάτιον scafa λέμβος batiscafo Shi p πλοίον Schiff μέσc φραγκ. σκάφος, έκ τού
scafo σκάφος βαθυσκάφος skiff σκάφος esqu|f σκάπτω.
scafoide escafοϊdes
(άντιδ.: σκάφη)
+
σκαφοειδής
b66
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ εκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5MAL1,éma| | smalto esmalte smalt Schmel z, emai l μέσψ φραγκ. μέλδω=τήκω, λειώνω,
"σμάλτον" sma|t συγγενές τού μαλάσσω
éma| | |erσμαλτώνω smalti re esmal tar smel t τήκω schmel zen (εννοια: τεχνική
Schmel ze τήξεως μετάλλου). (άντδ. : σμάλτο, έμαγιέ)
κάμινος Πρβλ. μάλθα: μίγμα
κηρού καί πίσσης
5MAH1όξύς, κομψός smart Schmerz πόνος σμερδαλέος,
smarten schmerzen σμερδνός=δεινός,
καλλωπίζω θλίβω τρομερός
5M£C1|GU£σμηκτικός smegrna (smectite) σμήγμα
άλοι φή
5M| LL£σμίλη
(smi l ace) σμίλη
sm| | | erσμιλεύω
sm| | |ageσμίλευσις
5ND0ο προσποιούμε-
"κ τού s| ne βλ. λ. sans+nob| e
-νος τόν εύγενη nob| | |ta= όνευ
(τίτλου) εύγενείας (άντιδ. : σνομπάρω)
5D0H£έγκρατής sobrio sobrio sober s|ne+ebr|us ανευ+βλ. λ. '|vre¨
sobr|étéνηφαλιότης sobrieta sobriedad sobriety
5DC|
¿
1
¿
κοινωνία societa sociedad society SOZiUS soc|es=σύντρο- σωκος=ίσχυρός
soc|a| κοινωνικός sociale social social sozial -φος, κυρίως στήν "σώκος Ερμ
η
ς"
καί πλήθος παράγωγα
μάχη, "άοσσητήρ" σωκεϊ =βοηθεϊ
άοσσέω =βοηθώ
(άντδ. : σοσιαλισμός)
5DCGU£ξυλοπάπουτσο zoccolo Ζόcοlο sock καλ τσάκι Socke περιπό- soccusύπόδημα σύκχος=είδος ύποδή-
soc|eβάθρον zoccoletto zueco socle Sockel [διον -μα τος ( Ησύχ.;
σάνδαλον (άντιδ. : τσόκαρα)
5D£UHάδελφή sorel l a, suora soror sister Schwester sororì ; άδελφή
δαρ 1 ) σύντροφος
con-sortέταίρος· e; φίλη 2) σύζυγος
(άντδ. κονσόρ- έορ 1 ) θυγάτηρ
τσιουμ) .)μέλος φρατρίας
όαριστής=οίκεϊος, φίλος
όαρίζω=συνδιατρίβω
5D|||1£όροφή, soffita (attics σοφίτα- Sofa άνάκλι- sub+f|ctus ύπό+βλ. λ. "fiχe"
ύπερώον
soffitto φάτνω- sofito Κτίσμα κατά [ντρον (άντιδ. : σοφίτα, σοφάς)
[μα τόν άττικόν
τρόπον)
5D| £μετάξι
seta seda *si l k Sei de saeta1) θρίξ χαίτης χαίτα,χαίτη.μακρά λυτή
θρίξ χοίρου
setola 2) όρμιά τρίχινη κόμη
so|er|eμεταξουργία
seteria sedadera si l ken seiden . . . *ό s| | kέκ τού σηρικός(σκιληξ) :
soyeuxμεταξώδης,
setaccio silky ser|cum ό μεταξοσκώληξ
λείος
5D|| δίψα
sete sed (thirst)* (Durst)* s|t|s ϊψ=βλαβερός σκώληξ
(κ. λπ. παρά γ.) ϊπτω =βλάπτω
*(έκ τού τερσαίνω
=ξηραίνω)
5D|Hβράδu, έσπέρο sera (tarde)* (eveni ng)** (Abend)** sero=άργά σύρω, σύρομαι= έπιμη-
so| réeέσπερίς
serata serus =βραδύς κύνομαι, σέρνομαι
sérénadeνυκτψδία
serenata serenata serenade Serenade
(Πρβλ. : βράδυ, έκ τού βραδύς δειλινό: δείελος,
όψέ δύων.) *έκ τού tardus, όπερ έκ τού βραδύς Ι
** έκ τού θνθΠ, όπερ έκ τού έπί.
SOL έδαφος
solaio πάτωμα, suelo έδαφος soi l so| umδάπεδον, έκ τού έδος =εδαφος, γη
όροφή γη σέλμα=κατάστρωμα,
so|eογρός
sol i dus ì , έμπε-
εδαφος πλοίου.
so||deστερεός
solido sόlίdο solid solid (άντιδάν. : σολέα, σόλα
so|deμισθοδοσία
soldo μισθός sueldo sold, sell πωλώ Sol d
δος, στερεός
κονσόλα)
souόβολός, νόμισμα
soldada πλη- soldo, obol us μισθοδοσία
e; σταθερόν νόμισμα,
ρωμή
δηλ. τό χρυσούν.
·· ~
so|derμισθοδοτώ
soldare έξο- soldar συνδέω sol der κολλώ,
soldus, σολδίον
φλώ στερεώνω
567
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
so|datστρατιώτης soldato soldado sol di er Soldat
(κυριολεκτικώς ό μισθοδο- Sbl dner
τούμενος, ό μισθοφόρος) μισθοφόρος
so|datesqueπλήθος soldatesco soldadesco sol di ery Soldateska
άτάκτων Sohl e
άκόμη: so|eχηλή suel a πέλμα, sol e πέλμα solea (έκ τού
so|éa|reμύς κνήμης solear λιθο- sol um) σανδάλι,
so|eίχθύς "γλώσσα" sogl i o στρώνω Scholle πέλμα ζώου
so||dar|téάλληλεγγύη sol i dari eta sol i daridad solidari ty Sol i daritat
κ. α . . .
5DL
¿
C| 5M£σολοικισμός sol ecismo sol eci smo sol eci sm so|oec| smus σολοι κισμός(" Από τούς
Σόλους Κιλικίας, όπου οί
κάτοικοι μιλούσαν βαρβα-
ρικά).
5DL£|Lήλιος sol e sol sun Sonne so| ηλιος, αFέλ|ος,
|nso|at|onήλίασις i nsol azione ίnsοl acίόn heliasis Sonnensti ch σαFέλ|ος, σέλ|ος
so|a|reήλιακός solare sol ar solar SOnnef1 . . . σέλας=Φώς
so|st|ceήλιοστάσιον sol sti zio solsticio solstice Sonnen . . . σέλαινα =λαμπάδα
paraso| άλεξήλιον κ.ο.
5DL£NN£Lέπίσημος sol enne sol emne sol emn sollen όφείλω so| | us=όλος όλος, όλοός.
se|enn|téέμφασις sol ennita solemni dad sol emnity
τελετή
5DL
¿
ND|0£σωληνο- sol enoi de (solen) σωλήν+εΙδος
[ειδής
5DLL|C|1£Hπαρακινώ, sollecitare sol i ci tar Ι sol i cit so||us=όλος όλος
έκλιπαρώ sol i ci tude +c|eo=κίω κί ω, κινώ
so|||c|tudeμέριμνα solleci tudi ne sol i citud (sol i ci tor (όλος +κινώ, δηλ.
so|| |c|tat|onπαράκλησις soll eci tazi one sοl ί cίtacίόn δικηγόρος) παρακινώ)
souc|erμεριμνώ sol icitation
souc|μέριμνα soliciteus
έμφροντις
5DLU1|DNλύσις sol uzi one sοl ucί όn sol uti on Lbsung so|voλύω λύω
so|ut|fδιαλυτικός solvenza sol utivo solutive l bsen λύω (άρχαικώς SOluO)
so|νab|eάξιόχρεως sol vi bi l e solvencia solvable solvent
so|ub|eεύδιάλυτος sol ubile sol ubl e sol ubl e Solvenz
ré-so|ut|onδιάλυσις resol uzione resοlucίόn resol uti on φερεγγυότης ρα+λύω
5OMA1|O0£σωματικός somatico somcHico somatic σώμα
somato|og|eσωματο- somatol ogi a somatol ogi a somatology σωματικας
[λογία (soma)
somat|ser σωματόω
3DVV£ποσόν, somma suma sum Summe, summa=ύπερτέ- ύπέρ
οθροισμα Summa ρα, έκ τού super
somma|reέπίτομος sommario sumari a δικογρ. summary summari sch όπερ έκ το ϋπερ
sommerάθροίζω sommare sumar I sum summi eren (έννοιολ. : ύπέρτε- (άντιδ. : σούμμα)
sommetκορυφή, sommita somo summit ρον μέρος, όθεν
κολοΦών sumo ύπέρτα- ούσιώδες, συνο- *[ Τό some =κάΠΟlOς
somm|téέξοχότης sommo οριστος [τος λικόν) έκ τού άμας =είς, τίς]
sommat|on πρόσκλη- sommolo asomar έμφα- [*some
[σις οκρον [νίζομαι κάποιος]
5DMM£ύποζύγιον soma φορτίον soma ολευρον saddl e Saumti er sagmaσάγμα σάγμα. 1 ) κάλυμμα
somm|er άχυρόστρωμα somiero somi er (saddl ery) z, σαγή
somme||erσκευοφύλαξ somaro όνος (άντιδ. : σομμιέ)
( άρχικώς, Οδηγός ύποζυ-
γίων)
5DMM£| L, somme sonno suefo somnol ent sop|o=κοιμίζω ϋπνος
ϋπνος ύπνηλός somnus=ϋπνος
somme| | |erάδρανώ sonnecchi are sofarrera "calco arbitraro *(έκ τού δράνος,
somno|enceύπνηλία νυστάζω νύστα sul greco ύπνος". δρώμενο ν)
| nsomn| e άίJπνία i nsomnia i nsomni o I nsomni e Lui gi Rusca
assommerφονεύω sofador όνει-
assoup|rναρκώ assopi re -ροπόλος (hypnoti si eren)
songeόνειρον sogno sofolento ( dreamόνει- (Traum*)
όκνηρός [ρον)*
b68
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
songer όνειρεύομαι sognare sofar (Ι dream tranmen)*
somnambule ύπνοβά- sonnambul o sonambul o somnambul i st [sonus +ambulo βλ. λ. sommei l
[της sonnifero somnifero somniferous somnus +fero καί ambulant]
somnifere ύπνωτικός soporifero soporifico, soporific (φέρω)
soporifique ύπνω- hί Ρnόtίcο
[τικόν
soi n φροντίς Κ.ά.
SON ήχος suono soni do sound Τοη sonus =τόνος, τόνος(έπί ηχων,
sοηηer ήχώ sonare sonar (Ι echo) ertonen ήχος έντασις φωνής)
sonnerie σάλπισμα soneria (sonecillo)
(σ καί τ έναλλάσονται: σύ, τυ - θάλασσα,
sonate μουσ. έργον sonata sonata sonata Sonate
θάλαττα - γλώσσα, γλώττα κλπ.)
sonnette ποιημάτιον sonetto soneto sonnet Sonett
(άντιδ.: σονάτα, σοννέπο)
sonore ηχηρός (κ.ά.) sonoro sonoro sonorous sonor
SON (κτητ.; έαυτού suo su his sei n suus (ίδικός του)
έός, έαυτού
(κaί se) άρxaιότ. σι/δίδω·σι(Υ' έν. )
5DÞN|5T£σοφιστης sofista sofista sophist Sophist sophi stes
σοφιστης
sophi stique σοφιστι- sofistico sofistico sophistical sophistisch
[κός, -ή
sophi stiquer νοθεύω sofisticare sofisticar sophisticate Sophisterei
sophi stication sofisticazione sοfίstίcacίόn sophistry σοφιστεία
νόθευσις
sophi sme σόφισμα sofisma, sofia, sofisma sophi sm Sophisma
Κ. λπ. sofisticheria
5DÞHANDύΨίφωνος soprano soprano soprano Sopran sopra, super
ύπέρ
5DH0£Tηδύποτον sorbetto sorbete
σεράπιον(θεραπήιον) :
resοrber άναΡΡΟΦώ sorbire ροφώ sorber
"σιρόπι"
σεραπιάς =είδος φυτού
σίραιον =μούστος
ροπτός=ρόφημα
(άντιδ.: σιρόπι, σερμπέτι)
5DH|T£σωρείτης sorite sorites sorites Sorites sorites ¯
σωρείτης
5DHTτύχη, μοίρα sorte suerte (Iuck τύχη* Gl ϋck)* sors κλήρος, χρη-
σορίς=μάγισσα.
sorcier μάγος (mago) sortero sorceter ( Magier) σμός, έκ τού sero
εϊρω, συνείρω
sorcellerie μαγεία (sorteggiare sortear τραβώ sorcery (Magi e) =(εϊρω)
*(έκ τού λάχος, έλαχον,
ρίπτω κλήρον) κλήρον) μαγεία
λαχειον)
sorte εΊδος sorta (sortija sort Sorte
assortir συνδυάζω
assortire δακτύλιος) Ι assort Sortiment ad +sero
όντα +εϊρω
ταξινόμησις
("στεΦάνους εϊρειν")
sortilege μαγεία
sortilegio sortilegio sortilege
**εννοιa: "έξέθορε κλήρος",
sοήίr έξέρχομαι" sortire έξέρχο- sortear sortie έξοδος
"έξήλθε έκ τής κληρωτίδος",
μαι, ¤|ma κλήρον sorteo κλήρω- sortiag ταξινό-
"βγήκε ό χρησμός" κ. τ. τ.
[σις [μησις
5D5|£σωσίας sosia sosia (double ( Doppel . . )
σωσίας
σωσίας, έκ τού
διπλούς)
5DU0H£5ANTάναπή- as-salto sobresalto super + saltus
ύπέρ9 όλμα
[δησις έφοδος (έτ. έφοδος (ιδ.
(άντιδ. : σουμπρέπα)
soubrette άκόλουθος, ad+salto ρίζης sobrino
ύπηρέτης ad =αντα) =άνεψιός)
5DULAC£Hάνακουφί- sollevare levantar al l eviate sub +Ieviare
ύπό 9 βλ. λ. leger
[ζω
soulagement παρη- sollievo al ivio al l eviation
[γοριό
5ΟUΡςΟΝύποψία
sospetto sospecha suspect sub +specio
ύπό9 σκοπέω=
sοuΡιοηηer ύποψιά-
sospettare sospechar Ι suspect
παρατηρώ
[ζομαι
SUSΡect ϋποπτος
sospettoso sospechoso suspicious
κ. λπ.
5DUÞ£ρόφημα
zuppa sopa soup Suppe
όπός=χυμός
souper δειπνώ
sopear sop βούτημα supi eren δειπνώ
supping ζουερό
(άντιδ. : σούπα, σουπιέρα)
Souper δείπνον
569
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙΚΑ εκ το
ϋ ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5DUÞ| H£Hάναστενάζω sospirare suspi rar (stohnen sub+sp| ro ύπό +βλ. λ. "espr|t"
soup|rστεναγμός sospiro suspiro στενάζω,έκ τού
soup| rantέραστής sospi rato suspirado στένω,
soup|ra|| έξαεριστήρ spi ragl i o respi rado
respiradero
5DU||L£Hφυσώ soffiare soplar Ι blow (blasen) suff|o φλάω, φλέω, φλύω
(sub +fl o =φλύω)
5DU||H| Hύποφέρω soffrire sufrir suffer sub+fero ύπό +φέρω
souffranceπόνος sofferenza sufrimiento sufferance
souffreteux όπορος sofferente sufrible sufferi ng
πάσχων ύποφερτός τάβάσανα
5DU|LL£H μολύνω ί π -sudiciare en-suci ar susχοίρος σϋ
ς,
ί
ς = χοίρος
sou| | | ure ρύπος sudi ci ume suciedad Schmutz
sou| | |on ρυπαρόςΚ. λπ. sucido SUCiO
5DULάδηφάγος, satur =κορεσθείς αδην =μέχρι κόρου
μέθυσος έκ τού sat|s. (πρβλ. άδηΦάγος)
soûΙerκορέννυμι,μεθώ saturare saturar saturate satt άρκετά
saturat|onκορεσμός saturazione saturacίόn saturation sattigen
Κ.α . . .
5DUCN£κούτσουρο stocCO ράβδος estoquer stock στέλε Stock ραβδί μέσι φραγκ. 'ίσταμαι "στέκομαι"
souquerέντείνω ¸χος stocken stok
ίδίας ρίζης: stock stocking στέκομαι (άντιδ. : στόκ, στόκος)
άποθεματικόν περικνημίς
stockerάποθηκεύω
5DUC|χρυσάνθεμον (fiorrancio) έτ. (crisantemo) (chrysanthe- Chrysanthemum so|sequ|a¬ τό άκολοuθοϋν τόν
,souc|φροντίς, φλόος+όνθος -mum) (solus+sequor) !λιον
βλ. λ. so| | |c|ter,
(βλ. λ. sol ei l +suivre)
5DUÞL£εύλύγιστος sub+p| |co ύπό + πλέκω
soup|esseεύλυγισία
5DUH|5μύς,ποντικός sorcio 'ηouse (mus) *Maus sorex=μϋς ϋραξ =μϋς
*(έκ τού mus) (*μϋς)
5DU5 ύπό sotto
soutaneράσον(κυριολ. sottana sotana Soutane sub ύπό
ένδυμαφερόμενον
ύποκάτωόλλου,
soute άποθήκηπλοίου
5DUv£HA|Nκυρίαρχος sovrano soberano sovereign Souverain superanus, ύπέρ + ανω
suzera|nύπέρτατος (over ύπέρ) έκ τού super ϋπερ
5ÞAC| £UXεύρύχωρος spazioso espacioso spacious (spazieren βλ. λ. espace
Κ. λπ. παράγ. περιπατώ,
5ÞA0A55|Nξιφομάχος spadaccino espadero spade λίσγος spatha σπάθη, σπάθα
espadin (βλ. καί epee)
5ÞA0|C£σπάδιξ espadice spad| x
σπάδιξ =κλάδος
φοίνικος
5ΡΑCΗΕΠΙ spaghetti espagueti spaghetti Spaghetti spago=σπάγγος
σφηκος, σφάκος -
spago σπάγγος σφηκόω =δένω
shaghetto
(ύποκορ.,
5ÞAH£σπάρος sparo sargo sparus sparus=σπάρος
σπάος, σαγός (άρχαιό
sargus=σαργός
τατεςοίσημερόνομα
σίεςτώνίχθύων,
5ÞAHT£σπάρτον
sparto esparto spartum¬ σπάρτον
5ÞAHTA8|5M£πολιτ.
Spartakisme 3partacus
ΆπότόνΈλληνα
όρος
Σπάρτακον, όόποίος
ξεσήκωσετούςδούλους
spartak| steέπαναστά
τηςΡώμης
¸της
5ÞA5M£σπασμός
spasimo espasmo spasm (spastiker)
spasmus¬
σπασμός
spasmod|que SΡasmόdίcο eSΡasmόdίcο spasmodic spasmodisch
σπασμωδικός
b70
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5ÞATuL
¿
,έργαλ. , spatola espatula spatula Spachtel spathu| a, spatha σπάθη
σπαθίς espadi l l a ¦άντδ σπάτουλα)
5Þ
¿
C|ALείδικός special e especi al speci al spezi al έκ του spec|o¯ σκοπέω-ώ
spéc|a||téείδικότης speci al ita especi al i dad speci ai ity Spezi al itat σκοπώ, παρατηρώ ¦βλκaί λ. epi ce)
spéc|a| |steείδικός speci al ista especi al i sta speci al i st Spezi al i st
spéc|euxπιθανός specioso especioso speci ous speziel l ίδιαίτε-
spéc|os|téπιθανότης speci osita especiosidad (speci e νόμι- [ρος
spéc|menδείγμα -σμα, είδος)
spéc|f|er έξειδικεύω specificare especificar Ι speci fy spezi al i si eren
spéc|f|cat|onείδίκευ- specificazione eSΡecίfίcacίόn specification Spezification
κ.λπ. [σι ς
6Þ£C1ACL£θέαμα spettacolo espectaculo spectacle Spektakel θόρυ- specto, spec|o βλώςδνω,λ. special
spectateur θεατής spettatore espectador spectator spektakeln [βος & epi ce
spectreφάντασμα spettro espectro (ρ. spectre, -rum θορυβώ Πρβλ. σκόπησι ς,
spectra|φασματικός spettral e espectacular) spectral Spektrum σκοπητέον
spectroscope spettroscopio spectroscope spektral σκοπιάζω=έρευνω
φασματοσκόπιον spectacular Spektroskop
.
σκοπικαν =ερευνα
expectat|onπροσδοκία (spettacoloso expectation
|ntro-spect|onένδο- έντυπωσιακός) i ntrospection
[σκόπησις
spécu|erέπισκοπώ, specul are especular specul ate spekul i eren specul a =σκοπή,
κερδοσκοπώ σκοπιά ¦άντιδ. .σπέκουλα,
spécu|at|on " -σκοπία specul azi one eSΡecul acίόn specul ati on Spekul ati on σπεκουλάρω)
spécu|ateurκερδο- specul atore especul ator speculator Spekul ant
[σκόπος
respectσεβασμός rispetto respeto respect Respekt
κ.λπ specchi o espejo specul um Spi egel
καθρέπτης καθρέπτης
Specol a
άστεροσκοπείον
5Þ
¿
L
¿
DLDC|£ spel eol ogi a espel eol ogi a spel aeol ogy spe|unca σπηλαιολογία
spé|éo|ogue speleologo eSΡeleόlοgο spel aeol ogi st σπήλαιον σπηλαιολόγος
spé|onqueσπήλαιον spel onca (gruta σπήλαιον, (cave =σπή- Spel unke σπηλυγξ=σπήλαιον
spé|éonaute speleo ό τών έτυμ. "κρύπτη") λαιον, έκ του 'Ό
ίκεί σπήλUΥΥa"
σπηλαιοναύτης σπηλαίων ΚώFος) "Νuμφών σπήλUΥΕ"
5Þ£HM£σπέρμα sperma esperma sperm sperma σπέρμα
spermat|que" /τικός spermatico espermatico spermatic
spermato|og|eσπερ- spermatologia espermatologia spermato . . . spermacet| σπέρμακήτους-αλλως
[ματολογία sprout κητόσπερμα,
spermatozoa|re spermatozoo espermatozoo sprawl έκτεί- κερι άπα στέ
άρ Φάλαινας.
σπερματοζωάριον espora σπορά [νομαι ¦άντιδ σπερματσέτο)
spermacet|στεατο- spermaceti esporadico spermaceti
κηρίον, "σπερματσέτο" σποραδικός spread
Κ. δ. διασπείρω
5ÞNAC(L£γάγγραινα sfacelo esfacel o sphacel us (Gangrane) sphace|us= σφάκελος=γάγγραινα,
sphacé|er(ιό σχει. (cancrenare) esfacelarse σφάκελος νέκρωσις, σπασμας ,Ίππ;
ρήμα)
5ΡΗΕΝο
ϊ
ΟΕσφηνο- sfenoide esfenoides sphenoi d σφηνοειδής
[ειδής
5ÞN(H£σφαίρα sfera esfera sphere Sphare sphaera σφαίρα
sphér|queσφαιρικός sferico esferico spheri c sphari sch
sphér|c|téσφαιρικότης sfericita esfericidad spheri ci ty
sΡhérοϊdeσφαιρο- sferoide esferόίde spheroi d
[ειδής
sphér|stèreσφαιρι- sferisterio
[στήριον
5ÞN|NC1£H σφιγκτήρ sfintere esfinter sphi ncter σφιγκτήρ
sph| nctér|en
5ÞN| NX sfi nge esfi nge sphi nx Sphi nx σφίγξ
5ÞNYCMDCHAÞN£ esfίgmόgrafο sphygmo- σφυγμογράφος
κ.λπ. Κ.λπ. esfίgmόmetrο -meter σφυγμόμετρον
5Þ| H£έλιξ, σπείρα spi ra espi ra spi re Spi ral l i ni e sp|ra σπείρα
sp| ra|έλικοειδής spi ral e espi ral spi ral spi ral . . . σπείρα +χαίτη
sp| rochèteσπειρο- spi rocheta espi roqueta spi rochaeta
[χαίτη
57J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5ÞΙANCNN|GU£ espIancnico (sympathetic) σπλάγχον
σπλαγχνικός spIanchno-
sp| anchno|og|e spIancoIogia -scopy
5ÞL££Nκακή διάθεσις spI ene (espl ί n spIeen 1 )σπλήν (SpI een) sp|enσπλήν σπλήν, σπλήνα
(έκ τού άΥΥλικού) ύποχονδρία) 2) όργή "σπλήνα έκβάλλε
ι
ν"
sp| én|queσπληνικός spIenico espIenico spIeenfuI όργί- έλέγετο έπί τοΟ έκ
sp|énlteσπληνϊτις spIenitide espi eni ti s spIenitis [λος SpIenitis στενοχωρίας άποθνή-
sp|enectom|e"-εκτομία splenectomy σκοντος.
sp|énoméga|leσπλη- (splellaIgia)
[νομεγαλία
5ÞL£ND| D£λαμπρός splendi do espI endido spI endi d sp|endeo = "φώς απλετον° ,
(κλπ. παρά Υ.) λάμπω "χρυσός απλετος'
5ÞDD£σποδός (cenere* ceniza* cinders)* spodos σποδός
*(έκ τού κόνις)
5ÞDL|£Hσυλώ, ληστεύω spogl iare despojar spoίl χαλώ spo| l a;δορά σπόλια=τά παρατιλ-
spo||atlonσύλησις spogIio despojo spoliate ζώου, λάφυρον, λόμενα έρίδια άπό τών
spo| l ateurσυλητής spogI i atore spoi I i ng πτώμα σκελών τών προβάτων.
spogIiatoio spoliation σπολάς=διΦθέρα
άποδυτήριον spoi I er
(apodyteri um)
5ÞDND££σπονδεϊος spondeo espondeo spondee Spondeus spondeus σπονδείος (ειδ. ποιητ.
,ποιητi spondaico espondaico SΡοndaϊc μέτρον διά τάς σπονδας)
5ÞDNDYL£ σπόνδυλος eSΡόndί Ι ο spondyI spondy|us σπόνδυλος
spondy||teσπονδυλϊτις spondi I ite espondiIitis spondyI itis
spondy|arthrlte spondyIo-
σπονδυλοαρθρϊτις -arthritis
5ÞDNC| £UXσπογγώδης spongiforme esponjoso spongius schwammig spongl a σπόγγος
sΡοngίόsίtéτό σπογ- spongiosita ( esponjera) sponginess Spongi a σπόγ- sponglosus σπογγώδης
[γώδες spongiari [γος
spongl al resσπογγοειδή esponjoide spongy schwammartig
κλπ.
5ÞDHAD|GU£σπορα- sporadico esporadico sporadic, spars sporadisch σποραδικός
[δικός . . . . .
sporad|c|téσποραδικό- sporadicaIness
sporeσπόριον [της spora σπορά espora spore Spore σπορά
5ÞDHT αθλημα sport|f
'κ τού Υαλλ. βλ. λ. "port" καί άνάλυ-
;άθλητικός (& παράΥ.)
se deporter σιν έκτενή είς Είσαγωγήν.
5ÞDHTUL£δώρον πρός sporta κάλα- espuerta (SporteIn sporta =κάλαθος σπυρίς=κάλαθος
δικαστάς [θος esportiIlero τό "τυχερό") ( σuvεκδοχικώς, πλήρης άγαθών
όχθοφόρος πάν δώρον)
5ÞUM£όφρός spuma espuma (froth)* spuma, έκ τού πτύω,πτύσμα
spumeuxόφρώδης spumoso espumero spuo;πτύω (* έκ τού "άφρός)
5GUΕΙΕΠΕσκελετός scheIetro esqueIeto skeIeton SkeIett σκελετός
sque|ettlque-ικός esque!etico skeIetaI skelettieren
όπογυμνώ
5TA9L£. σταθερός stabiIe estabIe stabIe stabiI sto ίστημι , ϊσταμαι , στώ
stabl|ltéσταθερότης stabilita estabί l idad stabiIity StabiIitat
stabu|atlonσταυλισμός stai bί l azione estabίΙacίόn (stabi I ization) (Stab ράβδος)
(Κ. α.)
5TAD£στάδιον (μέτρον stadio estadio stadi um Stadi um stad| um στάδιον
μήκους) steed δρομεύς
5TALACT|T£ stalattite estalactita staIactite StaIaktit σταλακτίτης (στάζω,
sta|agm|te stalagmite estalagmita staIagmite StaIagmit σταλάζω)
(stagnant λιμνάζων) σταλαγμίτης
5TANDAHDσημαία, standard estandarte Standard Standarte ές+τανύω =άπλώνω
πρότυπον (έκ τού standardizzare
étendard,tendre)
5TAÞNYL. . . stafiIo . . . est8fiIo . . . staphyI . . [-cus ( . . staphyIo . . ) staphls στάφυλος
staphy|ocoque stafiIococco estafiIococo staphyIococ-
staphy||er (estafi I oma) (staphyl oma)
staphy| l n staphyl i ne
staphl sa| greόγριοστά- estafisagria staphis agria σταφίς άγρία
[φυλον (κ. α. )
572
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5TAT(HLστατήρ statere estater stater Stater στατηρ
5TAT|DNστάσις,
stazione estacίόn station Station stat|oστάσις στάσις
σταθμός (stationery stationieren (βλ & λ etat)
stat|onnerσταθμεύω
stazionare estacionar χαρτοπωλείον) stauen σταματώ
stas|monστάσιμον
[των stanza στροφή Stanze στροφή
stanceμακρά ψδή stanza δωμά- estancia όσμ. Stand θέσις
staseστάσις (ίατρ.) stasi estasis stand θεωρείον statisch στα1ό στατός=τοποθετημένος
stat|queστατικός
statico estatico stasis (stasionar ¯ρα+ϊστημι
statics, staticaI στάσιμος)
resterμένω*
restare restar rest ύπόλοιπον Rest ύπόλοιπον στατίζω =τοποθετώ
stat|st|queστατιστική
statistico, -a estadistica statistic Statistik (έστώς, ίστός, στάσιμος,
statueόγαλμα
statua estatua statue Statue στατέον κ.λπ.)
statuerόρίζω, κανονί-
statuario estatuario statuary (stehen) ϊσταμαι
[ζω άγαλματοποιός stead θέσις Stand
esterπαρίσταμαι (διασ;
statura estar ύπάρχω stature Statur
stature άνάστημα
statuto estatura (status Statut
statutκαταστατικόν
(constare estatuto καθεστώς) Stadt πόλις,
constant έπίμονος
συνίσταμαι) constante substitute Statt τόπος
subst|tuerύποκαθιστώ
sostituire substituir stow στοιβάζω substituieren
κ. α.
5T£AH| N£στεατίνη
stearina estearina stearine Steatin στέαρ-στέατος =
stéar|nerάλείφω
(estearico) (stearic) =πάχος, "ξύγκι"
stéat|teστεατίτης steatite esteatita steatite
κ. α.
5T(L£στήλη
steIa esteIa (coI umn)* ( KoI umne)* ste|a στήλη
*(κολώνη)
5T£NDCHAÞN|£ stenografia estenografia stenography Stenographie στενογραφία
sténographe stenografo estenόgrafο stenographer Stenograph στενογράφος
sténodacty|ograph|e stenodattiIo- estenodactiIo- στενοδακτυλογραΦία
sténotype κ.λπ.
-grafia -grafia Stenotypist (στενός +τύπτω)
5T£ND5£ (ίατρ. ) stenosi estenosis stenosis Stenose στένωσις
sténosage
5T£NTDH μεγαλόφω- stentoreo estentόreο stentorian stentorisch Στέντωρ(όμηρικός ηρως
[νος μέ πολύ δυνατή φωνή).
5T(H£κυβόμετρον
(estereo) stere στερεός
Λέξεις μέ α' σuνθ.
stereo...
stereo . . . estereo . . . stereo . . . στερεός
stéréobate
stéréogramme
stéréograph|e
stereografia estereografia stereography Stereographie
stéréometr|e
stereometria estereometria stereometry Stereometrie
stéréophon| e
stereofonia estereofoni a stereophonic Stereophoni e
stéréoscope
stereoscopia estereoscopiO stereoscope Stereoskop ( άντιδ. : "στέρεο")
stéréotom|e
stereotomia estereotomia stereotomy
stéréotype κ.λπ.
stereotipo estereotipia stereotype stereotyp
5T£H|L£στείρος
steriIe esteriI steriIe steriI όγονος ster| | | sστείρος στέριφος, στείρος
stér|||téστείρωσις
steriIita esterίlidad steriIity Steri I itat στέρομαι =στεροϋμαι
stér| | | serάποστειρώ
steri I i zzare esteriIizar Ι steriIize steriIisieren ( πρβλ στέρφα γη,
stér| | | sat|on
steriIizzazione esterίΙίΖacίόn steriIization SteriIi si erung στέρφα γυναίκα)
άποστείρωσις κ. λπ.
starve λιμοτο-
-νώ
5T£HNUMστέρνον
sterno esternόn sternum Sternum sternum στέρνον
sterna|στερνικός
sternaI
sterno. . .
5T£TND5CDÞ£
stetoscopiO estetoscopiO stethoscope Stethoskop στηθοσκόπιον
estetoscopia stethoscopy
5T|CNDMYTN|£
sticomitia (diaIogo) stichomyth Stichomythie στιχομυθία
5T|CMAT£ούλή, στίγμα
stigma estigma stigma st|gma=στίγμα, στίγμα
st|gmat|ser στιγματί
stigmatizzare estigmatizar stigmatize stigmatisieren άτιμία στιγματίζω (έννοιολ:
[ζω, άτιμάζω
stimate: τά 5 (astigmatismo) stick ραβδάκι SticheI γλυφίς τοποθετώ στίγμα ώς
στίγματα τών
stitch βελονιά Stich σημείον καταισχύνης) .
πληγών τού
Ίησου
b73
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5T| MUL£Hπαρακεντώ stimoIare esti muI ar sti muI ate έρε- sti muI i eren στί ζω.κεντω δι' όξέος
d|st|nguerδιακρίνω -θίζω stippIe stecken καρφώ- όργάνου
ét|quette (κ.α. πολλά) sti muI us [νω (άντιδ. : έτικέττα)
οίστρος
5T|LLAT|DNστάλαξις stiIIa στάλα, destίΙacίόn distilation st| | | a=στάλα στίλη,στάλα
σιαγών διΟλισις st| | | o=σταλάζω σταλάζω
st|||ato|reσταλλακτικός stiIIare άπο- destiIar distiIIed
-σταλάζω διϋλίζω
5T| Þ£κορμός δένδρων stipa φρύγανα stipe StapeI βάθρον st|pesστύηος στύπος στέλεχος,
st|pu|eκάρφος, καλάμη (stipuIare ( estipυlar) (stipuIate) (stipuIieren) st| pu| usστερεός κορμός
st|pu|at|onρήτρα συμφωνώ) estίΡυΙacίόn stipuIation stapeIn στοιζω στuφελός=σκληρός
st|pu|erθέτω ρήτραν (stipυlazione) stipend StipuIation
st|pend|éμισθωτός stipendiare μισθός συνομολογία
5TDCNA5T|0U£ στοχαστής
στοχαστικός
sτοϊaUΕ στωίκός stόίcο estόϊcο stoic stoisch sto|cus στωϊκός
stοϊcίenστωίκός, (estoa στοά) stoical stoiker "Ζήνων, έν τ, ποικίλη
σταθερός στoς διετίθετο τούς
stοϊcί smeστωίκισμός stoicismo estoicismo stoicism Stoizismus λόγους ... καί οί άκούον-
τες αύτoιJ Στωικοί έκλή-
θησαν . - - ¨ -Διογ Λαέρτιος
5TDMACALστομαχικός stomacaIe estomacal stomachal stomachus στόμαχος
stomach|queστομα- stomachevoIe stomachic
[χικός άηδής
stomacare
ναυτιώ
5TDMAT|T£στοματίτις stomatite estomatitis stomatitis στόμα
stomat|queστοματικός stomatico estomatico stomatic
stomato|og|eστοματο stomatologia estomatologia stomatology
[λογία (ΡΙagίόstοmο)
stomatoscopeστο μα- stomato- (estoma (stoma)
[τοσκόπιον -scopio βοταν.)
5TDÞÞ£Hσταματώ Ι stop sto στανύω='στημι, στω
stop| στήθι! stop! stop! stop! Stop!
5TDHAXμοσχολίβανον storace estoraque storaχ Storaχ styraχ στύραξ (φυτόν
εύωδες)
5TDH£παραπέτασμα stυoia, stora estor store σωρεία Store storeaπαραπέτα- έκ τού στορέννυμι
-σμα =στρώνω( άντδ. : στόρ)
5THA9| 5M£ strabismo estrabismo strabism Strabismus στραβισμός
5THANCUH| £δυσουρία (dissuria) (disuria) strangury (Dysuri e) strangur|a στραγγουρία=δυσου-
-ρία (στράγξ +ούρω)
5THATAC(M£στρατή- stratagemma estratagema stratagem Stratagen stratagema στρατήγημα
[γημα στρατηγός
stratègeστρατηγός stratego estratega strategus (στρατός +αγω)
stratég|eστρατηγική strategia estrategia strategy Strategie στρατηγία
stratég|queστρατη- strategico estrategico strategic strategisch
[γικός
stratég|ste κ.λπ. stradiotto estradiote
στρατιώτης
5THAT£γεωλ. στρώμα strato estrato στρώμα stratυm Strasse όδός stratum έκ τού στορέννυμι =στρώνω
strada όδός estrado έξέδρα street όδός (Stratigraphi e) sterno=στορέν- ¦στρωτή=πεζοδρό-
strat|f|erστρωματίζω stratificare estratificar Ι stratify στρωματογραφία νυμι μιον, λιθόστρωτον)
καταστρώνω strain έντείνω Stratosphare
strat|f|cat|on -τισμός stratificazione estratίfίcacίόn stratification (Strob)
stratosphèreστρατό- stratosfera estratosfera stratosphere
[σφαιρα (straw
stratosphέr|que (estroma) όχυρον)
stratus είδος νέφους stratυs
καί substratύπόστρωμα substratυm
structureκατασκευή struttura estructura structυre
Κ.λπ. κ.λπ.
5TH£ÞTDCD0U£ streptococco estreptococo streptococcus Streptococcus
στρεπτόκοκκος
streptomyc|ne streptomi ci na (στρεπτός + κόκκος
στρεπτός + μύK
�
ς)
574
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5ΤHΕΠΕστενός stretto estrecho strait, stress streng αύστηρός stringo στράγγω =σφίγγω
str|ctσφκτός,
strizzare estrechez strict strikt (στράγγω)
αύστηρός συνθλίβω στενότης Ι string τανύω stricken πλέκω
str|ctlonπίεσις stringere estrechar straitness Strenge
str|g|deστλεγγίς σφίγγω σφίγγω straight εύθύς αύστηρότης
(Κ. δ.)
5TH|D£NTτρίζων
stridente estridente strident strldeoτρίζω τρίζω
str|deurτρίξιμα
stridore estridencia scri l l θόρυβος
str|du|euxτριζώδης
stridulo διάτο-
str|du|at|onτριγμός
strido [ρος
κραυγή
5TH|C£ βρυκόλαξ strige όρνεον strlx στρίγξ,στρίξδιαπερα-
στικη φωνή, νυκτοπούλι
( πρβλ. στρίγγλα)
51HD9|L£στρόβιλος
estrόbί l ο strobi l us (Stroboskop) strobl | us στρόβιλος,στρόβος
stroboscopeστροβο
estrobo Strippe βρόχος struppus σΧOiνί στρόφος =σχοινί
[σκόπιον
σχοινί
5THDÞN£στροφή
strofa estrofa strophe Strophe stropha στροφή, άντιστροφη
stroph| que
(strofanto) estrόfίcο (strophi ol e) Antistrophe
antistrofa (strip έκδύω) (streifen περι-
-φέρομαι)
5THYCNN| N£στρυχνί-
stricnina estricnina strychni ne Strychni n strychnos στρύχνος(φυτ6ν)
[νη
5TUÞ£UHνάρκωσις
stupore estufa stupor νάρκη stupor=τΟφος, τύφος 1) καπν6ς
κατάπληξις
θερμάστρα θάμβος, έκπληξις
2) άλαζονεία ¯,νάρκη
stup|deήλίθιος
stUpido estύpido stupid stupid τέθαφα =έκπλήττω
stup|dltéηλιθιότης stupidita estupidez stupidity Stupi ditat
stupéfa|tκατάπλη- (stupire estupendo Ι stupefy
[κτος έκπλήττω) ναρκώ
stupéfact|onκατά-
stupefazione estUΡefaccίόn
[πληξις
5TYL£Οφος, ρυθμός
stile estilo style Sti! Οφος st||us·,sty| us στύλος
sty|erέξασκώ
stil ettare esti l ar styl i si eren ::ράβδος 2) γρα- στελε6ν: "χερούλι",
sty| l steκαλλιεπής
μαχαιρώνω είμαι κομΨός stylish κομψός συνθέτω -φείον & γραφή. "στειλιάρι"
sty|etέγχειρίδιον
sti l ista estilista Stil ist Έάν ή όρθή γραφή στύλος: έργαλεΤον
sty|ographeστυλο-
stiletto estilete stiletto Sti l ett είναι sti l us, τότε γραφης
γράφος
stiiografo estilogratico stylograph Stiel λαβή έκ τοΟ στέλεχος. (άντδ. : στιλέτο, στυλΌ)
5TYL|T£
stilita estilita stylite Stylit sty|obates στυλίτης
sty|obate
stil6bate estίlόbatο stylobate στυλοβάτης
stΥ|οϊde
diastilo, στυλοειδης
prosty|e
prostilo prostyl
pér|sty|e Κ.λπ.
peristil io peri sti l i o peristyl Peristyl
5TYÞT|GU£
st1ico estiptico styptic styptisch styptl cus στυπτικός
(στύφω: ε
ί
μαι τραχύς)
5UAv£ήδύς, γλυκύς
soave suave sweet, suave sϋss suavlsήδύς ήδύς, Fηδυς 'άρχ ,
suavltéηδύτης
soavita suavidad sweetness, Sϋssί gkeίt
(Είναι προφανές ότι καί ή
suavementήδέως
soavemente suavity sϋssen ήδύνω
"σάκχαρις" είναι έλλην. έτυ-
sucreσάκχαρις
zucchero azίcar sugar Zucker
μολογίας, έκ τοΟ "ήδύκοκ-
κος" ήδύς, άδύς +κόκκος) .
5U9- (προθεματικόν)
sub ύπό, ϋπο
πχ suba|termeύπή-
suba|ternus ύπόετερον
[κοος
souventσυχνά
(sub +i nde) Κ. Ο. Κ.
5U9|Tαίφνίδιος
subito subida όνοδος sub+|tus ύπό+ιτε
souda|nαΤφνης
subi r ύψοΟμαι (βλ. λ. itineraire)
sub|rύφίσταμαι
subi re
5U9L| M£Οψιστος
subl i me subl i me subl i me subl i m sub| | mus, ύπό± βλ. λ. l eger
sub| | mltéμεγαλείον
subl i mita subl i midad subl i mity Subl i mat έκ τοΟ sub +I evo
Κ. δ.
ύδράργυρος
5UCCUH5AL£παρεκ-
succursale sucursal succourer sub+cursus ύπό± βλ. λ. couri r
κλήσιον, ύποκατάστημα
αρωγός
(δηλ. βοηθητικόν τι)
575
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5UDνότος sud sud south Sϋd sudoάποστάζω ϋδος=ϋδωρ
sudat|onέφίδρωσις sudata sudacίόn sudation ύδερός =ύγρός
sueurίδρώς sudore sudor sweat Schweiss sudorίδρώς ίδος=ίδρώς
sua| re+soudar|um sudare sudar ( άντιδ. : "σουδάριον")
σάβανον sudari o sudario μανδή-
[λιον
5UFF|Hάρκώ (sufficenza) (sufi ci enci a) suffice sub+f|c|o,f|o ύπό +φύω
suff|sant έπαρκής Κ.δ. sufficente suficiente sufficient
5UFFDGU£Hπνίγω suffocare sofocar suffocate sub +faux, ύπό+φάρυγξ
suffocantπνιγηρός soffocante sofocante suffocati ng fauces
5UFFHAC£Ψήφος suffragio sufragio suffrage sub+frago ύπό +Fρήγνuμι
suffragantύποτελής suffragan
( έννοια: θραύσμα κεραμει κού, τό όποίον
suffragette.ή άπαι-
έχρησι μοποιείτο διά ψηφοφορί αν. Πρβλ. :
[τού σα ψήφον
Ψήφος, έκ του ψήω =τρίβω)
( Cντιδ. : σοuφραζέττα)
5UCC£H£Hύπαγορεύω suggeri re sugeri r suggestπροτεί- (suggestiv) sub+gero,fero
ύπό+ φέρω
suggest|onύπαγόρευ- suggestione sugestίόn suggestion [νω Suggestion
Κ.δ. [σις ύπαινιγμός . . .
5U| vH£άκολουθώ [χεια segui re segui r suite sequorέπομαι
επομαι . Γραμμ. Β:
su|te, séquenceσυνέ- seguito, suita segui da sui t αϊτησις
έκβέτα =άκόλουθος
su| vantεπόμενος seguellte si guiente suitor ενάγων
(έπέτας) επω εκω
κ.λπ. παρCγ. &σύνθετα:
(Cντιδ.: σουίτα)
conséquenceσυνέπεια conseguenza consecuenci a consequence
(Κ. δ. )
5U9£H£UXφελλοειδής sugheroso suberφελλός
σύφαρ τεμάχιον
(φελλός =||ège,έκ του sughero (conrcho φελ- (cork φελλός)
παλαιού, έρρυτιδωμέ-
ελαχύς) φελλός -λός, έκ του
νου δέρματος
χόριον)
( πρβλ. σούφρα)
5U9J£CT|Fύποκειμε- soggettivo subjetivo subjective subjektiv sub+jac|o=
ύπό +ιημι =ρίπτω,
νικός -ness ϊημι, βάλλω
βάλλω
subject|v|té -/κότης soggettivita subjetividad subjectivity Subjektitat
sujetύποκείμενον soggetto sujeto subject Subjekt
sujét|onύποταγή soggezione sujecίόn subjection
5U9JDNCT|Fύποτακτική soggi untivo subjuntivo subjunctive Koj unktiv sub+jungo
ύπό+ ζυγώ
subjuguerύποδουλώ soggiogare sojuzgar subjugate
(ύποζεύγνυμι)
5U9H£ÞT|C£λαθραίος subrepticio sub+repo=έρπω
ύπό+ερπω (ύφέρπω)
ύπουλος
subrept|onύπεξαίρεσις subreΡcίόn (subreption)
5U95|D£φόρος, είσφορά sussi di o subsidi o subsi de Subsi stenz sub+sedeo
ύπό+ εδομαι
επιχορήγησις κατακαθίζω συντήρησις
subs| d| a| reεπικουρικός sussidiario subsidiario subsi di ary Subsi di en
5U95|5T£Hύφίσταμαι sussistere subsi sti r Ι subsi st subsistieren sub+s|sto
ύφ-ίσταμαι
subs|stanceέπιχορή- sussistenza subsi stencia subsistence Subsi stenz
ύπό -στασις
[γησις
substanceύπόστασις sostanza substancia substance Subsanti al itat
substanc|e|ούσιώδης sostanziale substancioso substantial substancieI i
substant|f ούσιαστικός sussi stente substantivo substantive substantivisch
Κ.δ.
5UCC£D£Hδιαδέχομαι succedere suceder Ι succeed sub+cedeo=
Βλ λ. "ceder"
succeseurδιάδοχος successore sucesor successor (Diadoche) ύπειμι
success|onδιαδοχή successione sucesίόn succession (sukzessiv
succèsέκβασις, επιτυχία successo suceso success δίΟδοχικός)
5UFF|X£κατάληξις, suffisso sufijo suffix Suffix sub+f|go
ύπό +πήγω, σφίγγω
έπίθημα
(βλ. καί λ. ficher)
5U| C| D£αύτοκτονία suici di o suicidi o sui ci de su|+caedo
έός, (βλ. λ. son)
Κ.λπ. παράγωγα
=κόπτω
+καίνω=κτείνω,
κταίνω
5UÞ£Hύπέρ super super super super
ύπέρ, ϋπερ
576
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5UÞ£H9£ύπέροχος superbo (superior) superb superb superbusύπερή- ύπέρ, ύπερβασις
suprêmeύπέρτατος supremo supremo supreme - φανος έκ τού
suprémat|eύπεροχή supremazia supremacia supremacy super
5UÞ£H|LUάνωφελής superl uo superl uo superfl uous super+f|uo ύπέρ+φλέω(βλ. λ. fluer)
suΡeή| uίtéτό περιτ- superfl uita superfl uidad, superfl uity
[τόν
superfl uenci a
5UÞ£H| £UHάνώτε- superiore superior superior Superi or superussuper ύπέρ
-ρος, ήγούμενος ήγούμενος supi nus (έκ τού
supér|or|téύπεροχή superiorita superioridad superi ority Superioritat super) ύπτιος,
sup| n "σουπίνον" supi no ύπτιος supi no supi ne ύπεροπτικός
sup| nat| onύπτιασμός supi nazione SUΡί nacί όn supi ness
νωχέλεια
5UÞ£H5T|T|DN δει σι- superstizione SUΡerstίcίόn superstition super+stare ύπέρ +ϊστημι , στώ
[δαιμονία
superst|t|euxδεισι- superstizioso supersticioso superstitious
δαίμων
5UÞÞL££Hάναπληρω (suppl ente supl i r Ι supl l ement supplementieren sub+p|eo(όχρ. ρ. ) τό άρχ. έλλην. πλέω =
άναπληρωτής) συμπληρω p|erus.πλείων, πλήρης [πληρώ
supp|éanceάναπλή- supplenza suplencia πλήρης ύπό +πλέω
[ρωσις ύποπλήρωσις,
supp|émentσυμπλή- supplemento supl emento suppl ement Suppl ement συμπλήρωσις
[ρωμα
supp|émenta|reκaί supplementare supl ementario suppl emen- suppl ementa-
supp|ét|fσυμπληρω- suppl etivo supl ementero -tary -risch
-ματικός Κ. α.
έφημεριδοπώ-
[λης
5UÞÞL| £Hίκετεύω suppl icare supl i car suppl icate suppl i zi eren sub+p| |co ύπό+πλέκω
supp|ίcat|on, suppl icazione SUΡl ί cacί όn suppl ication αίτούμαι (έννοιολ. : κάμψεις γονάτων, γονυκλισίαι,
supp| |queίκεσία suppl i ca supl ica suppl i er Suppl i k αϊτησις ίκεσία)
supp| ίceβάσανος, suppl izio supl icio προμηθευτής
[σωματ. ποινή Suppl i kant
supp| | ant ίκετευτικός suppl i ce ίκέτης supl icante suppl i ant ό αίτων
5UH έπί, έπάνω sopra sobre on*, over ϋber super ύπέρ
(sobra *Τό άγγλο on άνά
άφθονία) έκ τού άνά
9ϋH βέβαιος, άσφαλής sicuro seguro secure ge-sichert securus =όφρον-
sûretéβεβαιότης si curita seguridad secureness Sicherhei t τις, άσφαλής ¦ανευ=ανις) +κορέω=
sécur|téάσφάλεια si curezza seguranza security Assekuranz 'Εκ τού φροντίζω
s| nécureάργομισθία
sinecureza si necura securer Assekurant s|ne+cura (βλ. & λ. curer)
(δηλ. άνεμελιά)
άσφαλιστής (assekurieren (άντιδ. : σίγουρος,
Κ. α. πολλά . . .
(si necure) άσφαλίζω) σιγουριά)
5UHC| Hάναφαίνομαι
sorgere surgi r surge sub+r|go,rego ύπό +(ό)ρέγω =άπλώνω
sourceπηγή (κ. α. ) sorgente surgi dor surce
5UHÞH£NDH£συλ-
sorprendere sorprender Ι surpri se βλ. λ. °surª& °prendre¨
-λαμβάνω, έκπλήττω
surpr|seέκπληξις
sorpresa sorpresa surpri se
5UTUH£Hσυρράπτω
suturaσυρραΦή sutura suture ένωσις suo=ράπτω κασ-σύω=συρράπτω
sarto ράπτης sastre (χειρουργ.) δέρματα
5Y9AH|T£άβροδίαιτος
si barita sibarita sybarite
Sybarite Σύβαρι ς, συβαρίτης
sybar|t|smeσυβαρι- sibaritismo sibaritismo sybaritism
συβαρίζω ^ζώ τρυφη-
sybar|t|que [τισμός sibaritico sibaritico sybaritic
sybaritisch λώς ώς οί Συβαρίτες.
5YCDMDH£
sicomoro sί cόmοrο sycamore
Sykomore
sykomorus συκομωρέα
5YCDÞNANT£συκο- si cofante si cofanta sycophant Sykophant
sycophanta συκοφάντης
[φάντης
αύλοκόλαξ
(σύκον + φαίνω)Δηλ. ό
καταγγέλλων lνά ώ έξάγον-
τα σύα έκ της Άrης.
5YLLA9£συλλαβή
si llaba si laba syllable Si l be sy||aba συλλαβη(έκ τού
sy| | ab|queσυλλαβικός
si l labico silabico syllabic syllabisch συν +λαμβάνω)
sy| | aba| reάλφαβητά- si l labario silabari o syllabary Fi berl (Bi bel )*
' Τό Υερμ. Fibel
[ριον έκ τού Βίβλος
έκ τού βιβλίον, βίβλος.
sy||ab|smeσυλ/σμός
si l l abismo si l abeo syllabication ei n-si l bi g
συλλαβισμός
monosy||abe
monosillabo monosilabo monosyllabe zwei si l bi g
μονοσύλλαβος
d|sy||abe
di si l labo di si l abo disyllabe δισύλλαβος
po|ysy||abe Κ.λπ . . .
pol i silabo polisi l abo pol ysyl l abe πολυσύλλαβος = . . ¯
b77
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
sy||aberσυλλαβίζω si l l abare si l abear syl l abi ze syl l abi eren
5YLL£Þ5£σύλληψις si l l essi si l epsi s syl l epsi s sy||eps|s σύλληψις
sy||ept|que συλλη-
[πτικός
5YLLDC| 5M£συλλογι- si l ogi smo si l ogi smo syl l ogi sm Syl l ogi smus sy||og|smus συλλΟΥισμός
[σμός (σύν +λόγος)
sy||og|st|queσυλλογι- sillogistico silogistico syllogistic syIIogistisch
[στικός sillogi zzare paralogismo Ι syllogize
συλλογίζομαι παραλογισμός
5YLv£5TH£δασικός, si l vestre silvestre sylvan δασώ sy|va+s| | va¯ σέλμα=ϋλη
δασοφυής [δη ς ^ ϋλη, δρυμός, ϋλη1 ) δάσος, δρυμας
sy|v|cu|tureδασοκομία si l vi cul tura si l vi cul tura forestry δάσος
2) κομμένα ξύλα -
sy|v|co|eδασόβιος sil vicol o si lvoso δασώ- (βλλforet) ϋλιος =πλήρης δένδρων
sy| pheσυλφίς, πνεύμα si lfo [δης sylphe Sylfe
ύλοσκόπος: ό έπο-
των δασων πτεύων τά δάση.
sy| ph| de"νεράιδα", si l fi de si l fide συλφίς syl phi d Ύλαία: χώρα μέ πολλή
συλφίς συλφοειδής selva δάσος ξυλεία
(άντδ .. συλφΙς)
5YM9|D5£συμβίωσις si mbi osi si mbi osi s symbi osi s Symbiose
συμβίωσις
'βιολ;
άντιβίωσις
τό άντίθετον: ant|b|ose antibiosi antibiosis antibiosis (πρβλ. άντιβιοτικά)
ant|b|ot|que antibiotico antί bί όtίcο antibiotic Antibiotika
5YM9DL£σύμβολον si mbol o si mbol o symbol Symbol symbo| um σύμβολον
symbo| | queσυμβολικός si mbol i co sί mbόl ί cο symbolic symbolik, -isch συμβολικας
symbo||smeσυμβολι- si mbol i smo si mbol i smo symbol i sm Symbol i smus συμβολισμας
[σμός συμβολίζω
symbo||serσυμβολίζω si mbol i zzare si mbol i zar symbolize symbol i si eren
symbo| | steσυμβολι- (simbologia) si mbol ista symbolical ly (Symbol okratie)
[στικός
5YM£TH|£συμμετρία si mmetria si metria symmetry Symmetrie symmetr|a συμμετρία
symétr|queσυμμε- si mmetrico simetrico symmetrical symmetrisch άσυμμετρία
[τρικός asimetria asymmetry παράμετρος
a-symétr|e asimetria (parametro parameter περίμετρος
pér|mètre Κλπ.κλπ . . peri metro peri metro) perimeter Perimeter διάμετρος Κ. λπ.
5YMÞATN| £συμπάθεια si mpatia si mpatia sympathy Sympathie sympath|a συμπάθεια
sympath|queσυμπαθη si mpatico si mpatico sympathetic sympathisch (σύν +πάθος, πάσχω)
[τικός
sympath|ser συμπαθω si mpatizzare si mpatizar sympathize sympathisieren
Κ.λπ.
5YMÞNDN| £συμφωνία sinfonia sinfonia symphony Symphonie symphon| a συμφωνία
(μουσ.) (συν +φωνή)
symphon| queσυμφω- sinfonico sίnfόnίcο symphonic symphoni sch (άντδ. : τσαμπούκα,
[νικός symphoni ous Symphoni um τσαμπουνάω)
symphon|steμελοποιός zampogna εναρμόνιος
αύλός
5YMÞNY5£σύμφυσις sinfisi si nfi sis symphysis σύμφυσις(σύν +Φύσις)
5YMÞL£CT|GU£ συμπλεκτικός
(σύν +πλέκω)
5YMÞD5| UMσυμπόσιον si mposi o si mposi o symposi um Symposi um sympos|um συμπόσιον
com-potation (σύν +πότος)
5YMÞTDM£σύμπτωμα sintomo sintoma symptom Symptom symptoma σύμπτωμα
symptomat|que si ntomatico sintomatico symptomatic symptomatisch (σύν +πίπτω)
συμπτωματικός
symptomato|og|e sintomatologia sintomatologia symptomato- Symptomatolo-
-Iogy -gie
5YNACDCU£συναγωγή sinagoga sinagoga synagogue Synagoge synagoga συναΥωΥη(σύν +όγω)
5YNAL(ÞN£συναλοιφή sinalefe si nal efa
(γραμμ;
si naloepha Synal6phe syna|oepha συναλοιφη
5YNALLACMAT|GU£ sinal lagmatico si nal agmatico synaIIagmatic synallagmatisch
συναλλαγματικός
άμφοτεροβαρής συναλλαγματικός (σύν +άλλάσσω)
(sinallagma)
578
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
5YNAÞ5£σύναψις
sί napsί s σύναψις
5YNAHCN|£συναρχία synarchy συναρχία
5YNAHTNHD5£ sί nartrosί sί nartrosίs συνάρθρωσις
συνάρθρωσις
5YNCNHDN£σύγχρο- sί ncrono synchronίc (Synchronίsa- synchronus σύγχρονος
[νος
-tίon)
synchron|queσυγ-
sί ncronίco sίncrόnίcο synchronίcal
[χρονικός
synchron|smeσυγ-
sί ncronίsmo sί ncronίsmo synchronί sm Syncronί smus
[χρονισμός
synchron|serσυγ-
sίncronίzzare synchronίze synchronίsίeren
[χρονίζω
5YNCDÞ£συγκοπή,
sίncope sίncope, syncope Synkope syncopa συγκοπή
λιποθυμία
sίncopa (ίατρ. +γραμμ.)
syncoperσυγκόπτω
sίncopare sίncopar syncopate
syncopa|λιποθυμικός
5YNCH£T|5M£
sί ncretίsmo sίncretίsmo syncretίsm Synkretίsmus συγκρητισμός
συγκρητισμός (κuριολ. : ένωσις τών
syncrét|que
sί ncretίco Κρητών)
5YND|Cσύνδικος,
sί ndaco sί ndί co syndί c Syndί kus synd|cus σύνδι κος.κuριολε-
δήμαρχος κτικως, συνήγορος.
synd| catσυνδικάτον sί ndacato sί ndί cato syndίcate Syndίkat (πρβλ. : συνδικάτον,
synd|ca|συνδικαλικός sίndacal e sίndίcal syndίcalίstίc συνδικαλιστης)
synd|cata|reσυνδικα-
(sίndi car) sundί caI ί st Syndί kalίstίsch
[λιστης
synd|ca||smeσυνδι- sί ndacal ί smo sί ndi cal ί smo syndi cal i sm Syndi kal i smus
καλισμός
5YNDHDM£σύνδρο- sίndrοme sί ndrome syndrome Syndrom σύνδρομον(ίατρ. σύνο-
[μον
λον συμπτωμάτων)
5YN£CDDGU£συνεκ- sί necdoche si necdoque synecdoche Synekdoche synecdoche συνεκδοχή
[δοχη
5YN£H(5£,γραμμ., sί neresί si neresί s synaeresίs Synaresis synaeres|s συναίρεσις
συναίρεσις
5YN£HC| £συνεργεία
synergy Synergί smus synergus=συνερ- συνέργεια,συνεργός
[γός
5YN£5TN£5|£,ψυχολì
sί nestesίa sί nestesia synaesthesίa συναίσθησι ς
συναίσθησις
5YNDD£σύνοδος
sίnοdο sί nodo synod Synode synodus σύνοδος
synoda|συνοδικός
sίnοdale synodal synodaI
synod|queσυνοδικός
sίn6dίco sίnόdίcο synodίc synodίker
5YNDNYM£συνώVoς
sί nonί mo sί nόnί mο synonym synonym synonumous συνώνυμος
synonym|eσυνωνυμία
si noni mi a si nonί mί a synonymy Synonymίe
synon| m| queσυνω-
synonymous (synonymί sch)
[νυμικός
5YNDÞ5|5σύνοψις
sί nossί sίnopsί s synopsίs synops|s σύνοψις
synopt|queσυνο-
sί n6ttίco sίnόΡtίcο synoptίc
[πτικός
5YNTAX£(γραμμ,
sίntassί sίntaχίs syntaχ Syntaχ syntax|s σύνταξις
σύνταξις
syntact|queσυντα-
sί ntattίco sίntactίco syntactίc syntaktίsch
[κτικός
syntagmeσύνταγμα
si ntagma σύνταγμα
5YNTN(5£σύνθεσις
sίntesί sίntesίs synthesi s Synthese synthes|s σύνθεσις
synthét|queσυνθε-
sί ntetίco sί ntetico synthetίc synthetίsch
[τικός
synthét|serσυνθέτω
sίntetίzar synthesίze
5YÞN|L|5η νόσος
syphi l es
C βοσκός Σύφι λλος άσέβησε , και ό θεός
'"Ηλιος τόν έτιμώρησε μέ την φοβερη νόσο η
"σύφιλις"
syphί lί tίc
όποία επήρε τό όνομά του,
579
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ Α
ΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
8Y81
¿
M£σύστημα sistema sistema system System systema σύστημα
i
σύστεμα
systémat|queσυστη- sistematico sistem,Hico systematic systematisch
[ματικός
systémat|serσυ στη μα- sistematizzare sistematizar systematize systemati si eren
[τοποιώ
systémat|sat|on sistemazione sistematiza- systematiza- systematiker
συστηματοποίησις -cίόn -tion συγκεντρωτικός
8Y81OL£συστολή sisto!e sistole systole Systole systo|e συστολή
8Y81YL£σύστυλος systyle systy|os σύστυλος
8YZYC|£συζυγία si zigi a si ci gia sygygy sygyg|a συζυγία
,άστρον ;
Τ
b83
Theat re
Theor i e
' . . Ή έλληνικη λέξις θ έ α τ Ρ ο βγαίνει άπο το ρημα θεώμαι . Τ Ο θέατρο είναι μαζί Ο χώρος όπου
σέ βλέπουν κu| όπου έσu βλέπε� .
ΤΟ έλληνικο θέατρο σημαίνει άπο τη γέννησί του, ένα νέο βλέμμα, ένα θάμα μέ την κυριολε·
κτικη καί την μεταφορικη σημασία της λέξης καί άσφαλώς δέν είναιτυχαϊο ποu ή εικόνα της όρχή·
στραςείναιπάνταμίαεικόναπούθυμίζειτομάτι . . . ποuφέρνειστοννούτονβολβοτώνματιώνκαίτη
μεγάληκόγχητών βλεφάρων »
ΖάκΛακαρριέρ
· ΟίάρχαίοιΈλληνεςέρευνούσανετηνφύση. . . σκαρώνανεθεωρίεςκοσμογονικές, προσπαθώντας
νά βρούνε τον μίτο της Άριάδνης, ποu θά τοuς έλυνε το μυστήριο τού λαβύρινθου, ποu κρύβει τά
μυστικά τηςφύσης. . . καίτο όνομαποuδίνανεσαύτέςτίςάπόπειρέςτους, θ ε ω Ρ ί α ( t h e o r i e ) ποu
σημαίνει¨όρώτονΘεό¨, φανερώνειποιόςήτανό σκοπόςτους. . . »
Διον. Ρώμας ''ΟΠΕΡ/ΠΛΟ
ΥΣ
Έκδ. ΕΣΤ
ι
ΑΣ
« Τό γαρ θεωρεϊν καί άπ αύΤΟύ τού όνόματος δηλον ώς έστι περί τηντών θείων όψιν τε καί
γνώσιν. Σημαίνει γάρ τό όράν τα θεϊα. »
Αλέξανδρος Αφροδισιεύς
' . . . ή άρχαίαέλληνικη γλώσσα άνήκειστά πρότυπα μέσα άπο · καί με· τά όποία προβάλλουνοι
πνευματικές δυνάμεις της δημιουργικης μεγαλοφυΤας καί διότι . . . άναφορικά προς τίς δυνατότητες
ποu παρέχειστηνσκέψη, είναιή πιοισχυρηκαίσυνάμαή πιοπνευματώδης άπόλεςτίςγλώσσες» .
HE/DEGGER
` « τΟ αίμα της εύρωπαΊκης λογοτεχνίας είναιέλληνικο καί λατινικό, όχι σάν δύο συστήματα κυκλο·
φορίας, άλλάσάνένα, γιατίμέσαάποτην Ρώμηπρέπεινάνιχνεύουμετηνέλληνικήμας καταγωγή »
Τ ει/ιΟΤ
« ' Η λέξη μουσική, άπο την μούσα τού Ήσιόδου καί τού Ομήρου, και ή λέξη θέατρο άπΌ τη
θέαση της τραγωδίας στηνΆττική, είναι δύο όροι δομης καίβάσηςγιά τηνέλληνικη τέχνη. Αύτές οί
δύο λέξεις σήμερα περιγράφουν την άντίληψη τού άνθρώπου γι ά την τέχνη σέ εκατΌν σαράντα
γλώσσες. Mus| k,Theat e r » .
Δ. Λιαντίνης
·
Τά Έλληνικά
-
, Έκδ. Βιβλ
Ι
ΟΥονία
+
b84
' -Οί 'Έλληνες- δημιούργησαν την τραγψδία καΙτην κωμψδία, Καί εμείς διατηρήσαμε τά ϊδια όνόμα
τα γι αυτα τα δύο λογοτεχνικα εϊδη, ακόμα καΙ όταν τα όνόματα αυτα δεν μας είναι διόλου σαΦή
Άλλωστε, "θέατρο" είναι μία λέξη έλληνικη πουσημαίνει το θέαμα. "Ώδείο" είναι έπίσης λέξη έλλη·
νικη που σημαίνει το άσμα "Δρόμα" είναι έπίσης λέξη έλληνικη που σημαίνει τη δραση. Έπίσης ή
σκηνη καΙ ή όρχήστρα, παρ όλο που ό ρόλος τους έχει αλλαξει Το ίδιο ακόμα καΙ οί λέξεις πρόλο
γος, επεισόδι ο, περιπέτεια, πρωταγωνι στής. ΤΟ θέατρό μας δεν είναι βέβαια το ϊδιο που ήταν την
έποχη τού Περικλή, αλλόκαΙέδώακόμαδιατηρήσαμετηδομή, ταεϊδη,τηναντίληψη.
. . . Όπως στΙςέπιστήμες, ή Έλλάδαμαςμετέδωσε, έκτοςαποτα όνόματα, έννοιεςκαΙ μεθόδους.
αποτοέλληνικοθέατρομαςέμειναν πολυ περισσότερααποάδειαπλαίσια. ΓιατΙτοθέατροαυτοδιέ·
σχισετουςαΙώνεςμετη μορφημεγάλωνμύθωνκαΙήρώων
ΤΟ γαλλικο θέατρο τού ¹ 7oυαΙώνα, όπωςαργότερατο θέατρο τής νεότητάςμου, έζησε μεαυτους
τους μύθους. πως νά μιλήσουμε γιά τον πόλεμο χωρίς τον πόλεμο της Τροίας, γιά την αί χμαλωσία
καί την εξορία χωρίς την ' Εκάβη καί την Άνδρομάχη, γιά την ενοχη χωρίς τον ' Ορέστη, γιά την
εί ρωνεία τής μοίρας χωρίς τόν Οίδίποδα, γιά τον έρωτα χωρίς τη Φαίδρα, γιά την παράφορη ζήλει α
χωρίς τη Μήδει α;
Θαπεϊτε, αυτατελείωσαν. . . ΣτηΓαλλίαδενγράφεταιπι ασοβαροκαΙτραγικοθέατρο. ΤΟπαράλο·
γο πήρε, για ένα διάστημα, τη θέση τού τραγι κού καΙ άπο τότε ύπάρχει κάτι σαν σιωπή Προσοχη
όμως' Αν φαίνεται σε μας, ότι έχει στερέψει ή φλέβα, ποιός δεν έχει δεϊ ταινίες περίφημες για τη
Μήδεια, τηνΊφιγένεια, τηνΉλέκτρα. Μιλώγιαταδεκαπέντεη εϊκοσιτελευταία χρόνια. Καί σημει ώνω
δτι αύτη την ωρα, αύτόν τον μήνα, στά περίχωρα τού Παρι σι ού παίζονται ένδεκα άρχαία θεατρικά
έργα. ' Ένδεκα συγχρόνως! "
Ζακλί νντέ ΡομΙΥύ, ¨ΣυναντήσειςμέτήνΑρχαία Έλλάδα¨, Έκδ. ΤΟΑΣΤΥ
***
b8b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
TA9ACκαπνός tabacco tabaco Tabac Είναι λέξις τών Νήσων τού
tabatiere καπνοθήκη tabacchiera tabaquiera Tabaksdose Είρηνικού Ώκεανού καί της
(κ.λπ. παράγ.) tabaccaio tabacalero Tabakbau Νοτίου ·Αμερικής, προφα-
καπνοπώλης καπνοκαλλιέργεια νώς έλλην. έτυμολογίας,
έκ τού τύφος=καπνός. Οί
·Αραουκάνοι τό προφέρουν
"tzibatl". πρβλ. "τσυμπούκι".
ΤΑΒΙΕτράπεζα tavola tabla table Tablett δίσκος tabul a σανίς τηλία,ταλία^ σανίς,
(καί πολλά παράγωγα) τράπεζα, έκ τού τλάω.
ταβλιόπη =παίγνιον κυβευτι-
"Αρχ. τλάFω TaF λία [κόν
(άντδ.: ταμπλέπα, τάβλα,
Λέξεις μέ α' σuνθ. τάβλι, ταμπέλα)
tachy . .
tachychardie ταχυ- tachicardia taquigardia tachy . . . ταχύς
[καρδία
tachygraphe ταχυ- tachigrafia taqui grafia tachygraphy Tachygraph
[γράφος
tachymetre ταχύμε-
tachi metro taqui metro tacheometer Tachymeter
κ.α. [τρον
TAC|T£σιωπηλός tacito tacito tacit taceo σιωπώ άκέω. είμαι σιωπηλΟς
taciturne όλιγόλογος taciturno tacitumo taciturn άκήν. άθορύβως,
taciturnite σιωπή taciturnita taciturnidad taciturnity σιωπηλως
taire σιωπώ tacere Ό. 4: "άκέων σuνέερ-
Υον"
δηλ. άθορύβως Σνέδεσα.
TACTάφή, εύκοσμία tatto tacto tact Takt tango απτομαι τάγΙ= (αχρ. ένεστώς)
tactile άπτός tatti l e tactil tactile άρχικώς tago έγγίζω
(entier όλόκληρος ί ΠΙθΓΟ entero θπΙίΓθ)* *ί π ¬ tango ''ίψε ποδός τετaΥών"
tangence, contact tangenza - tangencia tactility Kontakt (έξ αύτού καί ό (άντδ.: τάκτ, ταVΓKό)
έπαφή tangente & taner: ψηλαφητότης tangieren χορός "τάνγκο")
tangente ή έφαmομένη tastiera μουσ. όργανον tangency έφάπτομαι
contigu συναφής σειρά πλήκτρων tanedor έπαφή Tastatur
contation μόλυνσις contagio όργανοπαίκτης tangent τά πλήκτρα
(κ. α. ) λοιμός tanido ixoς έφαπτομένη
take λαμβάνω
TACTI QUE τακτική,-ός tattica, ο tactica, ο tactics Taktik ταΚΤικη
tacticien γνώστης (taχόnοmο) tactician
τακτικής (ataxia)
ΤΑΙ Ε"μαξιλαροθήκη" teca θήκη teca theca Theke theca
θήκη
[ούρά
ΤΑΙ ΙΙΕ κατατομή tagl ia tal le tail κράσπεδον, Tai l l e talea =παραφυάς θαλία=κλάδος
tai l l er κόπτω tagliare tal l ar tai l ori ng ΙθίlθΠ διαιρώ (ένν.: κόπτεται)
tai l l eur ράπτης tagl iatore tal l er ραπτική Τθί l θΓ διαιρέτης (άντδ.: τάλια, ταλιατέλλες,
re- tail μικρεμπόριον κόπτης έργαστήριον Ιίll άροτριώ Tel l er πινάκιον ρετάλι, ταγιέρ, κοκταίηλ
tai l or ράπτης κλπ.)
καί. cocktail άρχικώς "cock-tai l ed", αλογο μέ κομμένη
ούρά, νόθο. Κατόπιν "ποτόν νόθον", δηλ. οίνόπνευμα
καί νερό.
ΤΑΙΕΝΤτάλαντον, talento talento talent Tal ent talentum τάλαντον 1) ζυγαριό 2) τό
προτέρημα [χος
(talentare ζυγιζόμενον 3) βάρη &
talentueux ταλαντοΟ- άρέσκω) talentoso talented talentvoll σταθμά, νόμισμα
μέσψ τού περσ. ("άντδ. : ταλέντο)
TAL|5MAN φυλακτόν tal i smano tali sman tal isman Tal i sman ti l i sm
όπερ έκ τού έλλην.
τέλεσμα^ θρησκ. τελετη
ΤΑΙΙΕπαραφυάς tal l o tallo tal l ύψηλός thal l us θαλλός θαλλόςβλαστός
taller βλαστάνω, tal l i re ental l ecer entail σταθε- θάλλω=φυλλοφορω
θάλλω [ρόν τι talea θαλία
tallage βλάστησις
thalle θαλλός talea talio thal i um Thal i um
θάλλιον
ΤΑΝΤΕθεία, έκ τού zia* tίa* aunt Tante έκ τού amita =θεία όμμα=μήτηρ (βλ. & aimer)
ante τη προσθήκη t (*Τό ίταλ. ö ίσπ. έκ (πρβλ. καί τάτα, τήθη
τού thi a ^ θεία)
=τροφός)
b86
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
TAÞ| 5τάπης tappetto tapete tapi s Teppi ch+ Tapet tapesτάπης τάπης, δάπις
tap|ss|erταπητουργός tappezziere tapicero Tapezierer (δα=γή+ποϋς)
tapp|sser|eταπητουργία tappezzeria tapiceria & tapestry Teppi ch . . . ( άντιδ. : ταπετσαρία,
παραπέτασμα tapi z παραπέταομα, ταπετσιέρης)
tapp|sser έπιστρώνω tappezzare tapi zar ταπετσαρία tapezieren ' Η έκφρασις έμεινα "ταπί"(έπί παγνιοχάρτων)
taffetasεΙδος ύφάσμ. , μέτήν έννοια "tapis" (vert) -πράσινος τάπης -
"ταφτάς" έμπροσθέν μου, δηλ άδειο πράσινο κάλυμμα
τής τραπέζης, άνευ χρημάτων.
TAHDβραδέως tardi tarde άργά tardi l y tarde, tardus¬ βραδύς, βαρδύς
tarderβραδύνω tardare tardar βραδύς βάρδιστος (κατά μετά-
tard|fβραδύς, όψιμος tardivo tardio tardy θεσι ν), ό βραδύτατος.
tard|νetéβραδύτης tardita tardanza tardi ness βαρδύτερος, βραδύτε-
Κ.λπ ρος
ΤΑΑΕΝΤΕΙΙΕ χορός tarante!la tarantela tarantel l a Τάρας. άρχαιοτάτη
ταραντέλλα, άπό τήν έλληνική άποικία,
έλλην. πόλι Taranto έ τυμ έκ τού υί ού τού
(Τάρας) καί tarentu|e tarantola tarantula tarantula Tarantel Ποσειδώνος, Τάραντος.
εΙδος άράχνης είς
Τάραντα
TAHC£μικρά άσπίς targa tarja έπισκε- targe Targa μέσφφραγκ. targa δράγμα,έκτού δράπο-
targuerδυνατός είμί, targare [πτήριον μαι. 'Ό,ΤΙ δύναται νά περι-
έπαίρομαι tarjar λάβη τις είς την χείρα.
πρβλ. καί ταργα[νω=
=ταράσσω -ταργάνη=
=πλέγμα, δεσμός
TAH| (H£τρυπάνι trapano trepano trepan Trepan taratrum=τέρε- τέρετρον,τρύπανον:
taraud είδος τρυπάνης taladro [τρον "τρυπάνι"
térébrantδιατρητικός terebrante terebrante trepani ererl tero=τείρω τετραίνω =διατρυπω
térébrat|onτρήσις terebratula διατρυπώ τείρω =φθείρω
taladrar διατρυ- Trepanation
[πώ
TAH| CN£UT£ταριχευτής imbalsamatore embal embal mer ei nbal sami eren ί π +ba|samum ταριχευτης(ταριχεύω:
(καί embaumeur ·· , ταριχεύω διατηρω είς αλμην)
έν± βάλσαμον
(=εύωδες φυτόν)
TAH5£ταρσός tarso tarse tarse ταρσός
métatarseμετατάρσιον metatarso metatarso metatarsus μετατάρσιον
|
Κα.)
ΤΑΑΤΑΕ 1) τρύξ οϊνου tartaro tartaro tartar Tara άπόβαρον Tartarus Τάρταρος, Τάρταρα -
2) τρυγμός όδόντων tartarico tartrato tartrate ¦όπου"τρυγμός όδόν-
tartrateτρυγ. όλας tartareo κατα- tartaro κόλασις tartisll ξινός των")
-χθόνιος
TA55£AUστήριγμα άβα- tassello tessera μικρό tesseraκύβος έκτού ίων. τέσσερα
[κίου ύπέρεισμα τραπεζάκι (τράπεζα, έκτού
tessera τετράπεζα).
σημείον, σύμβολο
tesserare
έγγράφω
TÂT£H,tãtonner tasteggiare taner παίζω Ι taste tasten ψηλαφώ tasto, taxo θαμι- τάγωκαί τάσσω
ψηλαΦώ (καί παράγ. ) tantone μουσ. όργανο δοκιμάζω στικόν τού tango, (βλ λ tact)
tãcherπροσπαθώ tastare (tasty Taste tago
γευστικός) πλήκτρον
TAUH£AUταύρος ΙΟΓΟ toro Sti er taurus ταύρος
tauromach|eταυρομα- tauromachia tauromaquia tauromachy ταυρομαχία
Κ.α. [χία (toreador, toreador
ΙΟΓΘΓΟ
taurόmacο)
ΤΑυτοιοαΙΕ ταυτολο- tautologia tautologia tautology Tautologie tauto|og|a ταυτολογία
[γία
tautochroneταυτόχρο (tautosil labico)
ταυτόχρονος
Κ.α. [νος
b87
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΠΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
TAv£HN£ taverna taverne tavern Taverne
taberna=καπηλείον, έκ ρίζης έτρουσκικης
tabernac|eσκηνή tavernario taberna taberncacul ar
(δηλ. Πελασγικης). Κατά Ι . Θωμόπουλον
(Κ. α.)
χυδαίος tabernario καφασωτός
πελασγ. θέμα ταβ -(οινοποιώ), τεθωγμένοι =
tabernacolo tebernacul o tabernacl e
=μεθυσμένοι. Κατά J. Hofman έκ τού
παρεκκλήσιον άρτοφόριον
"τέραμνον" =σκηνή, θάλαμος.
ΤΑΧΕΑ διατιμώ tassare tasar Ι tax φορολογώ taxieren taxoαπτομαι βλ. λ. titer, tact
taxat|onδιατίμησις tassazi one tasacίόn taxation φορο- Taxi erung (Larousse: mot τάσσω=τοποθετώ,
taxeφόρος κ.λπ. tasso έπιτό- tasa τόκος tax [λογία Taxe διατίμησις d' origi ne grecque) τακτοποιώ' "τάξιςΦό-
έξ αύτού "tax|°έκ τού tassi [κιον taxi taxi taxi ρου" =έπιβολ1 φόρου
tax| mètre(ταξίμε- taximetro task βαρύ taxameter (άντιδ. : ταξί)
-τρον) έργον
ΤΑΧΙ ΡΗΟΝΕ τηλεφ. (taxonomi a) βλ. λ ώς ανω taxer
θάλαμος (+ φωνη)
ΤΕΑΜ όμιλος ομάς demo δfψος team zaum περιορισμος δημος
zi ehen προσκαλώ
T£CNN| OU£τεχνικος tecnico tecnico technical techni sch τεχνικός,τέχνη
techn|c|téτεχνικότης tecnicita tecnicidad technicality Techni k τεχνική
techn|c|enτεχνίτης (tecnοlόgίcο) (tecnόlοgο) techni ci an Techni ker
techno|og|eτεχνολο- tecnol ogia tecnol ogi a technol ogy Technol ogi e τεχνολογία
[γία (Technopaeg-
technocrat|eτεχνο- tecnocrazia tecnocracia -ηί οη)
[κρατια
T£CTDN| OU£τεκτο- (tettonica) tectonic tektonisch
τεκτονι κός, τέκτων
[νικάς
tegoστέγω
T£CUM£NTπερικά- tegumento tegumento tegumen
στέγω, στέγασμα
[λυμμα (tegola (teja) tegular Zi egel
tegul a στέγη,
στέγη, στεγάνη
tégumenta|reύμενο- κεραμίδι) tejar κεραμου- κεράμειος κεραμίδι
κέραμος
στεγάνωσις =κάλυμμα
[ειδής
[ργείον (Steganoraphie)
στεγαστηρ =ό καλύπτων
tejado σκέπα-
[σμα
t|ngoβρέχω
ΤΕΙ ΝΟΑΕ βάπτω ti ngere ti ntar, teni r Ι ti nge (farben*)
τέγγω=βρέχω, ύγραίνω
te|nteχρωματισμος ti nta tinta Ιίη! tunchen
"φάρεα πορφύρεα
te|ntβαμμένος ΙίηΙο tinto Ti nktur βάμμα
τέΥΥουσα"
te|ntureβαφή ti ntura ti ntura ti ncture Τϋnche κονίαμα
2η σημασία: βάπτω,
te|ntur|erβαφεύς ΙίηΙΟΓθ ΙίηΙΟΓθΓΟ (Farbe*) Tunke
κηλιδώνω (τεγκτάς ¬
te|nturer|eβαφείον ti ntori a tintereria Tuncher βαφεύς
* (Τό Υερμ. Farbe
ό δυνάμενος νά έμποτισθη)
éte|ndreσβήνω (κ. α. ) ΙίηΙθΓΟ (Farberei )
έκ τού περκάζω)
περκάζω =γίνομαι μαύρος,
μελανοδοχείον ΤίηΙθ μελάνη
μαυρίζω.
ΤΕΙ τοιούτος tale tal
ta| ί sτοιούτος
ταλίκος,τηλίκος =τόσος
te||ementούτω talmente teImente
Λέξεις μέ α' συνθ.
τηλε=μακράν
ΤΕΙΕ ...
(έτυμολ. έκ τοΟ "τέλος")
Π.χ. té|égramme tel egramma telegrama telegram Telegramm
τηλεγράφημα
té|égraphe tel egrafo telegrafo telegraph Telegraph
τηλέγραφος
té|ék|nés|e (telefoto) teleki nesis Tel ekinese
τηλεκίνησις
té|émétr|e telemetro tel emetro tel emeter Tel emeter
τηλεμετρία
té|épath|e tel epati a tel epati a tel epathy Tel epathi e
τηλεπάθεια
té|éphone telefono telefono tel ephone Tel ephon
τηλέφωνον
té|éphotograph|e tel efotografia telefotografia tel ephotogra- (Tel efoni ti s)
τηλεφωτογραΦία
té|épmr|que teleferica teleferico -phy Fernphotogra-
τηλεφωνητης
-phi e
τηλεσκόπιον
té|escope tel escopi o telescopio telescop Teleskop
τηλεομοιότυπον
té|étype ΙθlθΙίρο ΙθlθΙίρο telex ΤθΙθΧ
τηλεόρασις Κ.λπ.
té|év|s|on tel evi si one teleνίsίόn television *Fernsehen
(*ΤΟ γερμ. πρόσφυμα
κλπ. κλπ. (Ζίθl =τέλος)
fern, έκ τοΟ "πέραν")
T£L£DLDC|£τελεο- tel eologi a teleol ogi a teleol ogy Teleologi e
τελεολογία
[λογία
ΤΕιιυΑI ΕΝ γήινος tel l urico tel ύrίcο tel l uri um
te| | us=γη (ή τά
τλάω =ύπομένω,
(όρcκτ.,
πάντα βαστάζου σα)
άντέχω, βαστάζω
588
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΤΕΜΟΙΝμάρτυς testimone testigo testimony (Testi moni um) test| s, testamentυm, άρχικως
testamentδιαθήκη testamento testamento testament Testament
tristamentυm, έκ τού tert|us=τρίτος,
Κ. λπ. παράγ. δηλ. τρίτον πρόσωπον μεταξυ των διαδίκων.
T£MÞ5χρόνος, καιρός tempo ti empo ti me (*Ze| t), tempo tempus χρόνος, έκ τού τέμνω
tempêteκαταιγίς tempesta tempestad tempest ρυθμός ωρα (άρχικως "διαί-
*
(δαίω =διαιρω' ή αύτή
tempeκρόταφος (καίριον tempi a (temprano templ es (Zeitung ρεσις" τού χρόνου) ίδέα τού τέμνειν καί τού
σημείον) ένωρίς) Έφημερίς) διαιρείν).
températureθερμο- temperatυra temperatura temperatυre Temperatυr (άντιδ. "ταμπεραμέντο".
[κρασία έννοια: άνάμιξις έπί
tempéramentίδιοσυγ- temperamento temperamento temperament Temperament μέρους χυμων. Γερμ.
(Κ.δ.) [κρασία temperieren =εϋκρατος)
ΤΕΜΡΙΕναός tempi o templ o temple Tempel temp| umτέμενος τέμενος(έκ τού τέμνω -
contemp|erθαυμάζω contempl are contemplar contemplate διαχωρισμένον μέρος γης
άφιερωμένον είς θεόν).
(άντιδ. : τέμπλο)
πρβλ. Τέμπη: έδημι ουρ-
γήθησαν δι ά τομης των
όρέων.
ΤΕΝΟΑΕτείνω tendere tender Ι tend Tendenz tendo=τείνω τείνω,τανύω,Τ|ταίνω
tente"τέντα" tenda σκηνή tendal tent σκοπός teneo=κρατω τένων, τανα6ς
ten| rκρατω tenere tener έχω tenement tendieren ( άντιδ. : τανάλια, τέντα,
tendanceτάσις tendenza tendencia οϊκημα dehnen έκτείνω τένις, σουτιέν)
tena|||eλαβίς tanaglia tenaci l l as tenet άξίωμα
tendonτένων tendi ne tendel σχοινί tenant
tend|neux tenesmo τανυ- tendόn μισθωτής
(Κ.δ. πλήθος παράγ., [σμός tenacious
σύνθ. καί παρασύνθετα tendon
ώς ten|s,sout|enκ. τ. τ.) tendi nous
νευρώδης
ΤΕΝΟΑΕ άπαλός tenero tierno tender zart tenerάπαλός τέρην, τέρενος =
tendresseτρυφερότης tenerezza ternura tenderness Zartheit =μαλακός, τρυφερ6ς
tendronτρυφερός βλα- tenerum terni l l a Zartlig "τέρενα φύλλα" "τέρεν
Ιστός, χόνδρος ternero μόσχος αίμα", "τέρεν δάκρυ".
ténu|téλεπτότης (Κ.δ.) tenuita tenuidad tenuity
T£N(9H£5σκότος, tenebre (tini ebl as) tenebrae θεμερός=σοβαρός,
σκοτάδια όθεν σκοτεινός.
-
ténébreuxζοφερός tenebroso tenebroso tenebrous [Ίσίδωρος: "Ιenebrae δηλ. κρατεί (τείνει)
quod teneant σκότος (δμβρον)]
umbras"
τ
Ε
Ν|Αταινία (ίατρ , teni a
teni a teni a
taen|a ταινία
ΤΕΝΟΑτενόρος tenore
tenor tenor Tenor
tenorτόνος, συλ- τόνος (έκ τού τείνω)
ténuλεπτός tenue
tenue tenuous Tenorist
λαβή, συνέχεια, έπ! ixων: εντασις,
tenueστάσις, στολή tenuta
tenuta έπικαρπ. tenure
κράτημα (έκ τού ϋψωσις τής φωνής
teneo) (άντιδ.: τενόρος)
(βλ. καί λ. "ton")
T£N5|DNτάσις, έντασις tensione
tensί όn tensi on Tendez
tens|o=τάσις τάσις
taud|sτρώγλη tenta καθετήρ
tendejόn tensive tendenzios
tendo=τείνω τείνω
taudστέγαστρον tolda κατά-
παράρτημα έντατικός έντυπωσιακός
[στρωμα
toldo στέγα-
[στρον
ΤΕΝΤΑΤι ΟΝπειρασμός tentazione
tentacίόn temptation έκ τού tento τείνω,τανύω
tentat|veάπόπειρα tentativo
tentativa tentative Attentat =οπτομαι (βλ. λ. tendre =τείνω)
tenterέπιχειρω tentare
tentar Ι attempt
έπιτατικόν τού
to|seόργυιά tesa
toesa
tendo
to|serμετρω
T£HATDLDC| £τερατο- teratol ogia
teratologia teratol ogy Teratologie
τερατολογία(τέρας
λογία
=σημεϊον ούράνιον)
tératogén|eτερατογέ-
(teratοlόgίcο) teratogeny
[νεια
T£H£9|NTN£τερέβιν- terebentina terebinto terebinth Terρentin tereb|nthus τερέβινθος
κ. λπ. [θος
b89
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΤΕΑΜΙ ΝΕΑ όρίζω, termi nare termi nar termi nate enden* τελειώ- termino =όρίζω, τέρμα=τέλος, δριον.
τελειώνω termi nal [νω τελειώ "τέρμα άγώνων"
terminaison κατάλη- termi nazione termίnacίόn τελικός Ende τέλος* termi nus =τέρμα, "δρόμου τέρματα"
[ξις Termi n τέρμων "έθηκε τέρματα
terme όριον, τέρμα termi ne termi no term προθεσμία *Τά end & Ende Αθήνη'Όδ. θ 1 93
terminaI τελικός termi nal e termi nai termi nus έκ τού ¯ αντην=άντικρύ, πέραν
terminoIogie όρολο- terminol ogia terminol ogia terminoIogy ( πρβλ. : περαίνω, πέρας)
[γία end τέλος* ( άντιδ. : τέρμινο,
tertre γήλοφος τερματικός)
(ώς όριον)
ΤΕΑΜΙΤΕλευκός
termite termita termite termes τερηδών. λευκός
μύρμηξ (κ. παράΥ.) σκώληξ
ΤΕΑΑΕγη terra tierra (earth)* (Erde)* terra =γη, έκ τού τερσαίνω=ξηραίνω
terrai n γήπεδον terreno terreno terrace Terrain έδαφος torreo έτέρσατο=έξηράνθη.
terrasse έξώστης terrazza terraza area έκτασις ( Durst= δίψα)
άπαρέμφ. τέρσαι τέρσαι--> tersa - terra (ώς
terrasser έπιχωματώ terrazzare terraplenar terrestrial Terrasse
θάρσος--> θάρρος) . Πρβλ. τερσιά: τόπος
terrestre γήινος terrestre terrestre terrier erd . . .
άποξηράνσεως καρπών. *(ερα=γη -εραζε
terrier φωληά ζώων (area οίκόπε- (terreno ίχνηλάτης
=κατά γης -ενερθεν =έκ της γης)
territoire έδαφος territorio [δον) αύτόχθων) territory
parterre "παρτέρι" territorio Territorium area οίκόπεδον (άντιδ. : ταράτσα)
(Κ. α.) Τής ϊδίας οίΚΟΥεν.
καί το arena =αμμος
(αρουρα)
1£HH£UHτρόμος terrore terror terror (Zittern)* terreo τρομο- τρέμω, τρέω
terroriste τρομοκρά- terrorista terrorista terrorist κρατώ τρεσαςό δειλός
[της tremo τρέμω τάρβος: Φόβος
terrorisme τρομορία terrorismo terrorismo terrorism Terrorismus terror τρόμος ετερσεν =έφοβήθη
terroriser τρομοκρτώ terrorizzare aterrorizar Ι terrify terrorisieren
"Μηδέ τ τοι θάνατος
terribIe τρομερός terri bi l e terrible terrible
μελέτω φρεσί μηδέ τί
terrifier τρομάζω terrificare terrific φρικτός
τάρβος" Ίλ Ω ì ëì
κ.λπ. κ. λπ. δηλ. μη βάλη ό νοϋς σου
*(Τό Zittern
θάνατο η άλλον κανένα φοβο°
έκ τού: ¯ (άπό) -διδράσκειν)
1£1AND5τέτανος tetano tetanos tetanus Tetanus
τέτανος(Ίππ;
tetani que τετανικός tetanico tetani co tetanic tetanisch έτ. τείνω. Δηλ. σπασμω-
tetani sme τιτανισμός tetania
δικόν τέντωμα τοΟ
σώματος
T£T£H θηλάζω tettare des-tetar
τίτθη =ή τροφός, ή τούς
άπογαλακτίζω
μαστούς παρέχουσα είς
teton μαστός tetta desteste Zitze
τά βρέφη.
άπογαλακτισμός
θάω =θηλάζω -
tetin θηλή teta teat Zitze
θησθαι
(άπαρέμφ.)
Λέξεις μέ α' συνθ.
tetra . . τετρά-κις
πχ tetracorde tetracordo tetracordio tetrachordal tetrachord
τετράχορδος
tetradactyIe tetradactylus
τετραδάκτυλος
tetraedre tetraedro tetraedro tetrahedron Tetraeder
τετράεδρος
tetragone tetragono tetragono tetragon tetragon
τετράγωνον
tetraIogie tetralogia tetralogia tetralogy
τετραλογία
tetrametre tetrametro tetrametro tetrameter
τετράμετρον
tetrapode, tetraptere (tetrapodia) tetrapodo tetrapod
τετράποδος, τετράmερος
tetrarchie tetrarchia tetrarqui a tetrarchy Tetrarchie τετραρχία
tetrastyIe tetrasti l o (tetrastico) tetrastylo
τετράστυλος τετράμορ-
tetramorphe κ.λπ. (tetramero)
[φος
ΤΕΧΤΕ κείμενον, testo texto text Text texo ύφαίνω, τεύχω, μέλλων τεύξω =
"πλοκή" λόγου Texter στιχουρ- κατασκευάζω κατασκευάζω
( Έννοια: "ύφαίνειν [γός πρβλ. τέκτων
μύθους" Γ. 21 2 νοο! ύΦάδι* Wabe ίστός*
( πρβλ. "ϋφος") web ύφή* weben
"τεύξω εϊματα" =θά
tisser ύφαίνω tessere tejer weave, goffer Weber ύφαντής
ύφάνω, θά κατασκευάσω
textiIe ύφάνσιμος testile textil textile ΤΟ weave & φορέματα.
texture ϋφανσις tessitura tejedura texture weben --> έκ τού ύφαίνω, ύφή.
tiSSU ϋφασμα tessuto tejido tissue Stoff ϋφασμα** ¨ '¹P
b90
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
prétexteπρόφασις pretesto preteχto preteχt * *Τό stoff· *έκ τού στύππη
(παραί ¬ τεύχω) (βλ. κaί λ. etoffe)
TNALAMU5θάλαμος talamo γαμ. talamo συζ. thal amus tha|amus θάλαμος(έτ. θόλος)
(ίατρ , θάλαμος κλίνη (ανατομ. ) έπί-θαλάμιον
έφί-thaΙameάσμα epi tal ami o epi tal ami o epithal ami um
έπιθαλάμιοv
TNALA55DCHAT|£ talassocrazia talasocracia thal assocracy Thal assokratie θαλασσοκρατία
tha|assothérap|e talassoterapia talasoterapia -therapy Thalassotherapie θαλασσοθεραπεία
tha|assaθάλασσα talassografia -graphy Thalassographi e θάλασσα, σάλασσα
(thalaSSΟΡtΟ- (λακων. ) έκ τού "σάλος" ,
-bia) όπερ έκ τού "αλς"
TNAUMATUHC£ taumaturgo taumaturgo thaumaturge Thaumaturg θαυματουργός
thaumaturgle taumaturgia thaumaturgy θαυματουργία
taumaturgico thaumaturgi c
TN£ÂTH£θέατρον teatro teatro theatre Theater theatrum θέατρον(θεώμαι, θέα)
théãtra|θεατρικός teatrale teatral theatrical Theatralisch θεατρικός
théãtra| l ser Κ.α. (teatralidad) (Theaterkritik)
TN(|5M£θεισμός teismo teismo thei sm Thei smus θεισμός
thél steθειστής teista teista theist Theist θείστής θεός
théanthroplsme theanthropism θεανθρωπισμός
ϊΗΕΜΕ θέμα tema tema theme Thema thema θέμα
thémat|queθεματικός tematico tematico thematic thematish θεματικός
thèseθέσις, θέμα tesi tesis thesis διατριβή These θέσις
Λέξεις μέ α' συνθ. théo. θεό. . . -θεός-
π,χ. théocratleθεοκρα- teocrazia teocracia theocracy Theokratie θεοκρατία
[τία θεοδικία
théod|céeθεοδικία teodicea teodicea theodicy Theogonie θεογονία
théogonleθεογονία teogonia teogonia theogony Theologie θεολογία
théo|ogleθεολογία teologia teologia theology Theosophie θεοσοφία
théosophleθεοσοφία teosofia teosofia theosofy θεοφοβία, θεοκεντρικός
Κ. α. (teofobia) theocentric
TN£DH(M£θεώρημα teorema teorema theorem Theorem θεώρημα
théor|e θεωρία teoria teoria theory theorie θεωρία
théor|queθεωρητικός teorico teorico theoretic theoretisch θεωρητικός
théor|c|enγνώστης teoretico teorizante theoritician
θεωρίας teorizar
TN£HAÞ|£ θεραπεία terapia t herapy Therapie θεραπεία
thérapeut|que terapeutico terapeutica t herapeut i c therapeutic θεραπευτικός, -ή
thérapeute terapeuta t herapi st Therapeutiker θεραπευτής
TN£H|AGU£θηριακή teriaca teriaca t heri ac Theriak ther|aca θηρι ακη=άντίδοτον
teriacal t her i o . . . δηλητηρ. δήγματος
TN£HM£5θέρμαι terme termas Thermen thermae θέρμαι
therma|θερμός termal e termal t her mal
therma| ltéθερμότης
μεταλλ. ύδάτων
therm|dor(ό 1 1 0ς μήνας termidoro
τού γαλλ. έπαναστατικού
ημερολογίου ?0Π- ¹ ë/ë,
therm|queθερμικός termi co termi co thermi c Thermi k θερμικός
K.Q. (diatermia) (diathermy) διαθερμία
Λέξεις μέ ÜOθ. thermo.. θερμο¤=¤ -θερμός-
thermocautère termocauterio termocauterio thermo . . . thermo . . . θερμοκαυστήρ
thermoch| m| e termochimi ca (termoscopia) Thermo . . . θερμοχημεία
thermodynam|que termodinamico termodinamica θερμοδυναμική
thermoé|ectrl que termoel ettrico termoelectrico θερμοηλεκτρικός
thermogène termogeno t er mogeno θερμογόνος
thermographe (termoforo) (termologia) θερμογράφος
termomètre termometro termometro θερμόμετρον
thermos|phon termosifone termosifon θερμοσίφων
thermostat termostato termostato θερμοστάτης
thermothérapleΚ.α. (termotecnica) termoterapia θερμοθεραπεία
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
TN£5AUH| 5£Hθησαυ- tesaurizzare tesaurizar,
[ρίζω atesorar
thésaur|seurθησαυ- tesaurizzante atesorador
[ριστής
thésaur|sat|on tesauri zzazio- atesoramiento
θησαυρισμός -ne tesoro,
trésorθησαυρός tesoro tesauro
trésor|erθησαUΡσύλαξ tesoriere tesorero
trésorer|e -φυλάκιον tesoreria tesoreria
TN(5£έναίσιμος
διατριβη
TN£UHC| £μαγεία
théurg|steθεουργός
ΤΗ ΟΝ ό ίχθύς τόννος
thona|reδίκτυον άλιευτ.
thon|erάλιευτ. πλοίον
ΤΗΟΑΑΧ θώραξ
pneumothorax
thcrac|queστηθικός
thoracentèseθωρα-
[κοκέντησις
thoracop|ast|eθωρα-
-κοπλαστία
ΤΗΑΕΝΕ θρήνος
TNHDM9U5θρόμβος
thromboseθρόμβωσις
thromb|neθρομβίνη
TNUH| |(H£λιβανοφό-
[ρος
thur|féra|reκληρικός,
μεταφ. κόλαξ
ΤΗΥΑΟΕ θυιάς, μαινάς
ΤΗΥΜ θυμάρι
thymo| θυμέλαιον
¦thymus θύμος άδην)
*
¦thym|queθυμικός)-
ΤΗΥΑοϊΟΕ θυρεοειδης
thΥrοϊdίen
thΥrοϊdectοmί e
TNYH5£θύρσος
τιΕΟΕ χλιαρός
(κ.λπ. παράγ.)
T|C£καυλός, στέλεχος
T|CH£τίγρις
t| gréπαρδαλός
ΤΙΙΙΕυι φιλύρα
ΤΙΜΒΑΙΕ κύμβαλον
tambourτύμπανον
tabouretσκαμνίον
(όμοιάζει πρός
τύμπανον)
tesi tesis
teurgia teύrgίa
teύrgο
Ιοηηο atύm
tonni na
ταριχ. τόννος
torace tόraχ
pneumotorace neumotoraχ
toracico toracico
(metatόraχ)
(hί drοtόraχ)
( cefal οtόraχ)
treno treno
trombo
trombosi trombosis
tromboflebitis
tunifero
turίcacίόn λιβά-
turiferario νισμα, έγκώμιον
έγκωμιαστης tuja θυμίαμα
(baccante (bacante)
έκ τού βακχίς)
(mai nas)
ti mo tomi l l o, tomo
ti mel eacea
timo (timol θυμόλη)
ti mi ama θυμία-
[μα
tίrόίde tiroides
tiroideo
tirso
torso κορμός torso
tiepido ti bi o
tibia κνήμη tibia
tigre tigre
ti grato
atigrado
ti gl i o Ιί lο
ti mbal l o
ti mbal
tamburo
tambor(a)
tamburi no ti mbalero
τυμπανιστης
tamborear
τυμπανίζω
tίmbόn
κοιλαράς
b9J
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Ι treasure thesaurus θησαυρός
"θησαυρό
ς
χθ
ο
ν
ός":
έπί τών άργυρείων
μετάλλων τού Λαυρίου.
treasuring
treasure,
thesaurus Tresor
treasurer
treasury
thesis These thes|s θέσις
theurgy theurg|a θεουργία
tunny Thun-fisch thunnus θύννος θύννος: μέγας ίχθύς
έτυμ. Ίσιδώρου: (έτ. θύω =όρμώ)
"graecum nomen" (άντιδ. : τόννος)
thoraχ Thoraχ thorax θώραξ
pneumothoraχ (καί kϋrass)* πνευμονοθώραξ
thoracic (Thorakocente-
thoracectomy -sis) '¦χόρι ον στιβάς δέρμα-
(Thorakoskopie) τος) (βλ. καί λ. cuirasse)
thoracoplasty
threnody threnus θρήνος
θρηνψδία
thrombus Thrombos θρόμβος
thrombosis Thrombose
thuri bl e turar|us=λιβανο- θύος=θυσία, θυμίαμα
θυμιατόν [πώλης
έκ τού thus ¬
θυμίαμα
(Bacchante) (Bacchantin) θυιός=μαι νάς, γυνη
& Manade (έκ θεόπνευστος (έκ τού
τού μαινάς)
θύω).
thyme Thymian thymumθύμος θύμος, θυμάρι
thymelaea
(έκ rύ θύω, ώς χρησιμο-
(thymus)*
ποιούμενον είς θυσίας) .
thymy
*( έκ τού θυμός=ψυχή,
όπερ έκ τού θύω =πνέω
βιαίως)
thyroid (Thyroiditis) θυρεοειδης( Γαληνός) -
(thyroiditis) δηλ. ό δίκην θυρεού.
(thyroidectomy)
( θυρεός λίθος, τεθειμένος
όπισθεν θύρας, διά νά την
κρατη κλειστήν.)
thyrsus Thyrsus thyrsus θύρσος
torso Torso
tepid tepeo=χλιώ, καίω τύφω =καπνίζω, καίω
( πρβλ. τέφρα)
tibia κνήμη t| b| o=1 ) αύλός τιτυβίζω(έπί αύλού)
2) κνήμη ( πρβλ. καλάμι=κνήμη)
ti ger Ti ger t|gr|s τίγρις(έτ. στίζω, στίγμα,
tigerartig λόγψ τού τριχώματος της)
(| | nden)¯ (Lί nde)¯ t|||a πτελέα(φτελιά)
¯(έκ τού έλάτη)
ti mbrel Zi mberl cymba| um κύμβαλονκύμβη
tambour Tambour 1) κοϊλον άγγείου
tambouri ne τυμπανιστης 2) κεφαλη
σείστρον
(άντιδ. : ταμπούρλο,
ταμπουράς)
b92
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Τι ΜΒΑΕ1 ) σήμαντρον (ti mbro ti mbre ti mbre χροιά, tympanun τύμπανον.
z; γραμματόσημον σφραγίς) *(sel l o γραμμα- τόνος *(έκ τού si gnum,
τόσημον) ti mbrel μικρόν όπερ έκ τού σημείον
ti mbrer έπισφραγίζω ti mbrare ti mbrar τύμπανον (άντιδ. : τέμπρο)
ti mbre σεσημασμένος ti mbal l o κρό- ti mbrado
ti mbrage σήμανσις ταλον έπισήμανσις
ti mbrol ogia
φιλοτελισμός
T| M| D£δειλός ti mi de δειλός ti mi do ti mi d ti meo =φοβούμαι τιμάω-ώ. ώς δικαστικός
ti midite δειλία ti midezza ti midez ti midity (ώς άναμένων όρος, σημαίνει έπιβάλλω
ti more θεοφοβούμενος ti more φόβος ti morato ti morous τιμωρίαν) τιμωρίαν, τιμάορος =
K. C. ti moroso περι- έμφοβος timor Φόβος =δήμιος (τίμημα =τιμωρία)
-δεης temeroso ti moratus τιμάωρ, τιμωρός
Τι ΜΟΝ"τιμόνι", οϊαξ
timonier
ti mone
ti moni ere
tί mόn
ti monero
timi ( Ruder έκ τού temo =ρυμός,
τuμνία,τuμμη=
=ράβδος (wheel έκ τού
έρέτης) ξύλον τς άμάξης
ΤιΑΑΕτιάρα
ΤιΑΕΑ1 ) τραβώ
2) πυροβολώ
tir σκοποβολη
tireur σκοπευτης
tirant έλκυστης
tirage έλξις, έκτύπωσις
tire κουρασμένος
(πρβλ. "τραβηγμένος")
tiroir συρτάρι
tirailler ένοχλώ
ti rai l l eur άκροβολιστης
ti rade άπόσπασμα
ΤιΤΑΝτιτάν
titanique τιτάνειος
titanesque τιτανικός
ΤιΤΑΝΕτιτάνιον
titanite τιτανίτης
titane τιτανιούχος
tίara
ti rare
ΙίΓΟ
ti ratore
ti rata
ti raggi o
ti rato τεταμέ-
[νος
(cassetto) *
ti ratore
ti rata
titano
titanico
titanio
ΤιΤΙΙLΕΑγαργαλίζω ti ti l l are
titi l l ation τρεμούλιασμα, ti ti l l o
''γαργαλητό''
ΤιΤΑΕ"τίτλος", έπιγραφη titolo
titulaire δικαιούχος titolare
TM(5£τμήσις tmesi
ti ara
ti rar ρίπτω,
καταβάλλω
ΙίΓΟ, ti roteo
πυροβολισμός
tirador
tirante άορτηρ
tίrόn δόνησις
tironear
πυροβολώ
(cajόn)*
tirantez έντασις
ti rada έκτύπω-
titan
titanico
titanio
ti ti l ar
tίtίlacίόn
ΙίΙυl ο
ti tular
[σι ς
ti l de, ή ίσπαν.
"περισπωμένη"
πέλεσθαι) Zaum =χαλινός
ti ara
Ι ti re κατα-
πονώ
ti re έπίσωτρον
draw σύρω
drawi ng έλξις
ti resome
ένοχλητικός
drawer συρτάρι
ti rade
ύβρεολόγιον
titan
titani an
titani c
ti tanium
titanite
titaniferous
Ι titi l l ate
ti tillati on
titl e
titul ar
tmesi s
Ti are
ti rai l l i eren
άκροβολίζομαι
Ti rai l l eur
άκροβολιστης
Tirade θεατρ.
μονόλογος
Titan
titanisch
Titel
ti tul ar
έπίτιμος
Tmesis
TDA5T£Hέγείρω
πρόποσιν
toast πρόποσις
tostare φρύγω tostar
[μα
Ι toast προπί-* tosten
[νω
tost φρυγμένο ψωμί
test κλίβανος, κέραμος
" Εξ αύτού τό της ψυχολο
γίας test ="δοκιμασία",
άπό τό κεραμεικόν σκεύος
μέσα είς τό όποίον έδοκί
μαζον τόν χρυσόν οί άλ-
[χημισταί
·Ιδίας ρίζης: tete κεφαλή*
tetu πεισματάρης
tetiere σκούφος
torretier φρύγω
torrefactipn "καβούρδι-
[σμα"
tostatura ψήσι- tοstόn ψητόν toast φρυγα- Toast
tosto ψητός tostada νιά, πρόποσις
*testa κεφαλη
(testone βλάξ)
torrefare
torrefazi one
φρυγανιά
tostadero
test (i ng)
*testa κεφαλή, ( head=κεφαλη (Haupt)
νοημοσύνη (& έκ τού χαίτη)
cabeza κεφαλη testacea
έκτού κύβη =κεφ. ) όστρακόδερμα
tοrrefaccίόn torrefy dbrren
torrefaction
tiara
(άντδ .. τιμόνι, τιμονιέ
ρης)
τιάρα, τιήρης(Ίων. )
έκ τού φραγκ. martirier, "μαρτύριον"
δηλ martyriser =βασανίζω (έννοιολ. : έκ τού
μαρτυρίου τού διαμελισμού) .
*(ΤΟ ίταλ
cassetto &
ίσπαν.cajόη έκ τού κάψα(βλ. λ. caisse)
titan
(άντιδ. : τιράντα, τράτα)
Τιτάν,ό πατηρ τών
Γιγάντων (τιταίνω=
=άγωνίζομαι, όπερ έκ
τού τίσις =τιμωρία -
πρβλ. "έκτισις" ποινης)
τίτανος. λευκη γη
(έκ τού θεσσαλικού
όρους Τίτανος)
titi l l o γαργαλίζω (βλ. λ. teter)
έκ τού titta θηλη
titul us έπιγραφή. τιλλάρια,καί έκ παρα
φθορaς τιτλάρι α, έκ τού τιλλό =πτερά,
δηλ γραφίδες. ·"Εγραφαν μέ πτερά πτηνών.
τίλλω=μαδώ-"τίλλειν πτηνά"=ξεπουπουλιάζω.
( άντιδ. : τίτλος, τιτουλάριος)
tmesis τμήσις
torreo =φρύγω τερσαίνω=ξηραίνω
*(έννοιολ. : οί τέρσομαι =ξηραίνομαι
·Άγγλοι "βουτούσαν" "τέρσεται ήελίψ" =
ένα κομμάτι ψημένο ξηραίνεται ύπό τοΟ
ψωμί μέσα είς τό ηλίου.
κύπελλον τό όποίον (άντιδ. : τόστ, τέστ,
ύψωναν "είς τοστιέρα)
ύγείαν"). μτχ. tostus
=φρυγμένος· testu
κλίβανος, κέραμος
*testa: κεραμι κόν
άγγείον, όστρακον,
καλυπτήρ.
·Αργότερον προσέ-
λαβε τν έννοια τς
"κεφαλης".
593
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
TDC£τήβεννος toga τήβεννος, toga toga Toga togaκαλύπτρα, στέγω-τοάκης =χιτών
ép|togeέπενδύτης έπενδύτης toca πίλος τήβεννος, έκ τού (Ήσύχ,
tego=στέγω
ΤΟΙΙΕ πανί, ίστίον tela tela ϋφασμα l i nen πανί* έκ τού te(χe)Ia (βλ. λ. teχte, tisser)
to||ette.άρχικώς τεμ. tual etta tualet toiIet Toi l ette =ϋφασμα (άντιδ.: τουαλέττα)
ίφάσματος τοποθετοί.μ:- telaio ίστός telar άργαλειός towel texo=τεύχω, ( *Τό άγγλ. l i nen έκ τού
νον έπί μιρς τρπέζης, tovagl i a τρα- προσόψιον ύφαίνω "λινός")
πό χρήσιν Kαλλωπισμα. πεζομάνδηλον Ιοίl μοχθώ
Κατόπιν συνεκδοχικώ, τό
σχετικόν έπιπλον.
to|||er=όθονοποιός
κλπ.
TD|Tστέγη tetto techo deck έστεγα- Dach στέγη tegoστέγω στέγω =στεγάζω
tuguri o tegumento σμένον κατά- τέγος=στέγη
to|ture στέγασμα τρώγλη techumbre στρωμα πλοίου Decke στέγα- "λίθινον τέγος"
tettoia στέγαστρον thatch [σμα
παράρτημα techar στεγάζω
τοι
έ
ΑΕΑ άνέχομαι tol l erare tolerar tolerate tolerieren to|ero=φέρω, τλάω=άνέχομαι,
to|érab|eάνεκτός tol l erabil e tolerabIe tolerable dul den ύπομένω τλάω, άνέχομαι, ύπομένω
to|érenceάνοχη tol l eranza tolerancia tolerance Toleranz ύπομένω τλήμων
to|érantάνεκτικός tollerante tolerantismo tolerant tolerant τλημοσύνη
άνεξίθρησκος άνεξιθρησκεία άνεξίθρησκος Dul dung άνοχη
ΤΟΜΒΕ τάφος tomba tumba tomb Tumba tumba=τύμβος τύμβος, τύμβο
tomba|έπιτύμβιος (epitaffio) tumbal
tombeauμνημείον tumbo tump γήλοφος
tomberπίπτω tombare tumbn ϋπαιλο
(tombola) tumbado θολω-
( άντιδ. : τούμπα,
tumbar [τός
τόμπολα)
άνατρέπω
ΤΟΜΕ τόμος tomo tomo tome tomus τόμος(έκ τού τέμνω)
tomerδιαιρώ είς (epitome) (epitome)
τόμους έπιτομη έπιτομη
TDMDCHAÞN| £ tomografia tomografia tomography τομογροφία
ΤΟΝ τόνος, έκφρασις tono tono tone Ton tonus τόνος, έκ τού τείνω, μέ
tona|τονικός (μοcσ., tonale tonal tonal tonend την έννοια "εντασις
tona||téτονικότης tonalita tonicidad tonal ity ηχηρός
φων
ή
ς".
tune μέλος Tondichtung
(βλ. καί λ. "tenor" τενόρος τόνος, λακων. τόνορ'
ton|queτονικός, tonico tonico tonic (ton μελοποίησις
"tenores ab Ionores, a Graecis verbo, qui τόνους
τονωτικός συρμός, μόδα) (tonen ηχώ)
dicunt". Κου"ίντιλιανός 1 . 5,22- ''I nsIitutio
atona| atono atono atonic
Oratoria".)
tuner χορδιστ (Tonleiter
|n-tonat|onτονισμός intonazione entonacion intonation μουσ. κλίμαξ)
tonusμυ'ίκός τόνος tonada μελψδία άνάκρουσις Betonung
Κ.ά. sintonizar Ι tone ρυθμίζω τονισμός
ΤΟΝDΑΕ κλαδεύω tosare tundi r tondeoκείρω, τένδω=έσθίω, τέμνω
tonteκουρό tosatura tonsura tonsura Tonsur κόπτω
to|sonέριον, δέρας tosa tonel βυτίον
tonneτόννος, μέτρον tonnel l ata tonelada tonne Tonne
βάρους. ' Αρχικώς έσήμαινε τόν άσκό
όπό δέρας, δέρμα' κατόπιν, τό περιεχό-
μενον τού όσκού καί τελικώς τό βάρος
του. " Εξ αύτού: tunne| tunnel
tunel
(άντιδ. : τόννος, τούνελ)
ΤΟΝΝΕΑ βροντώ tonare
tonar, tronar I thunder donnern tonoβροντώ τέννει=βρύχεται (Ησύχ.,
tonnerreβροντη tuono tronada thunder Donner (σημ. ίταλ. λεξικού: στένω=γογγύζω,
ton|truantβροντώδης
tonante thunderi ng περισσότερον ή βογγω, στενάζω
dé-tonnerέκπυρσο- detonare detonar Ι detonate donnernd έννοια τού βΟΥΥώ
[κροτώ
καί κατόπιν τού
é-tonnerέκπλήττω
(a-tronar βροντώ. Δηλ. ή
étonnéέμβρόντητος
καταπραΟνω) (astoundent) βροντη είναι ό
στεναγμός τού
ούρανού).
b94
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΤΟΡΑΖΕ τοπάζιον topazio topacio topaz Topas topazus τόπαζος(χρυσόλιθος)
τοριουΕ τοπικός tόρίcο tόρίcο topi c topi sch topicus τοπικός
topographie τοπογρα- topografia topografia topography Topographie τοπογραφία
[φία (Topogramm) τοπολογία
topoIogie τοπολογία topologia topologia topology τοπωνύμιον, -νυμία
toponyme τοπωνύμιον tΟΡόnίmο tΟΡόnίmο toponymy τοπαρχία,
toponymie τοπωνυμία toparchia toparqia toparchy τοπάρχης
toparchie, toparque toparca τοπαρχία
toparca τοπάρ- toparch
[χης
TORDRE συστρέφω torcere [στήρ torcer *drehen torqueo =τρέπω, τρέπω(άρχ. τρέκFω)
tordoir συστροφείον torcitoio κλω- torcedor traben τροχάζω τροπέω (ές αύτού ότρακτος) .
torsion στρέψις torsione torcedura, torsion Traber τροχα- Σύνηθες φaι νόμενoν
tortu στρεβλός tortuoso tοrsίόn tortuous [στής ή τροπη τοϋ κ είς π.
torture βάσανο, μαρτύ- tortura torcido, torture Tortur Ίων. κου =που, κότε=
-ριο (συστροφή μελών) tortuoso torturer δήμιος =πότε, κως =πως
torturer βασανίζω torturare tortura Ι torture
torche πυρσός, φυτίλι torcia torturar torch
torchere πυρσοστάτης torcida φυτίλι
torchon μάκτρον tοrcίjόn * Τό Υερμ. drehen έκ τού
tort όδικον (μέ τν εννοια torto συστροφή tort άδίκημα τείρω, τόρνος
ότι έχει διαστρεβλωθή τό
όρθόν) torticero όδικος
torti l ler περιελλίσσω tortiglioso
torque περιλαίμιον έλικοειδής
ΤΟΑΕυτιουΕ τορευτική toreutica toreutic τορεoΤικη (τέχνη)
tore διακόσμημα τορεύω =διατρυπώ,
έργάζομαι τό μέταλ-
[λον
ΤΟΑΡΕυΑ νάρκωσις torpore torpor torper (Narkose) torpor =νάρκη τέρπω. τέρπομαι =
torpide ναρκώδης torpido torpeza torpid άπολαύω
torpille ίχθύς νάρκη torpedi ne torpedo torpedo ΤΟΓΡί l l , (άντιδ. τορπίλλη, Σuνεκδοχ. έπί ύπνου:
Torpedo τορπιλλίζω) "ϋπνοu ταρπόμενος"
"ταρπώμεθα κοιμηθέν-
[τες"
ΤΟΑΑΕΝΤ χείμαρρος torrente torrente torrent torreo =ξηραίνω, τερσαίνω=ξηραίνω
(έννο/ολ. ό ρέων κατά τερσαίνω [συνήθης έναλλαγή ρρ,
τόν χειμώνα, "ξηραινόμε- ρσ: θάρσος, θάρρος
-νος" τό καλοκαίρι) τύρσις, τύρρις]
torrentieI χειμαρροειδής torrenziale torrencial torrential
torride καυστικός torrido tόrrίdο torrid
TORSE κορμός άγάλμα- torso torso torso Torso thyrsus θύρσος θύρσος. ράβδος,
[τος, προτομή κλάδος
TORTUE χελώνα tartaruga tortuga toroise, tartarucus =ό Τάρταρος,τόπος
(ση. :ή χελώνα ε!χε
(& quel oni o) turtle Ταρτάριος, ό άνή- κολάσεως,
·
Άδης.
έκληΦθή ώς σύμβολον
-κων είς τόν ταρταρούχοι . δαίμο-
σκοτεινού πνεύματος τού
Τάρταρον. νες τοϋ Ταρτάρου
κακού. (Τά χελωνοειδή όνο- (άντιδ. : ταρταρούγα)
μάζονται "cMIoniens").
τότ ένωρίς, ταχέως tosto ταχύς, (tοstόn ψητό) (frϋh ένωρίς tostus τού torreo τερσαίνω =φρύγω
άρχική έννοια: θερμώς γρήγορος έκ τού "πρωΤ") ¬ φρύγω (βλ. καί λ. toaster)
(πρβλ. σημερ. : "a
βράση")
TOUFFE 1) δέσμη tope κορυφή, ιορ 1) κορυφή Zopf πλεξίδα Λατιν. stuppa στύππη-τύφη= είδος
2) φύλλωμα όκρον 2) σβούρα άλλως tufa =δόρυ χόρτου - στυππειον =
toufu πυκνός, δασύς tupe φούντα, με "τρίχινο λοφίο". λινάρι, "στουππί"
toupet λοφίον, άναίδεια τούφα, θράσος Topf (άντιδ. : τούφφα,
toupie όκρον, σβούρα τεπές, τουπέ, "τόπ")
toupi l l er περιφέρομαι
τουΙ ΙΙΕΑ άναδεύω tos toss βολή tosen θορυβώ tundo τύπτω τύπτω, κτυπώ
toux βήχας tosse βήχας
tousser βήχω tossire tussis: βήχας τύψις =κτύπημα
(έκ τού tund-tis)
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝ
ί
ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
1DU9 πύργος
toure||eπυργίσκος
turneοίκία, φυλακή
torre
torri cel l a
torri ere πυρο-
torre tower
(toweri ng
έξέχων)
Turn
turr|s=πύργος,
torrejon
torrero φαρο-
Τϋrmchen τύρρις
τουΑ 1) περιστροφή
2) περιοδεία,
άρχικώς torn
έργαλείον τορνευτού
a|entourπέριξ
tour|smeπεριήγησις
tour| steπεριηγητής
touretτροχίσκος
tour| | | on στροφεΟς
tournerπεριστρέφω,
γυρίζω
(άρχ. εννοια τορνεύω)
tournantδίνη, καμπή
tournageτόρνευσις
tourneτορνευτός
φύλαξ
torreggiare
δεσπόζω
(giro έκ τού
γύρος)
turno σειρά
contorni
turi smo
turi sta
tornare
torno τόρνος
torni tura
tornitore
τορνευτής
tornatura
φύλαξ
(gi ra)
turno στροφή
torna άπόδοσις
contorno
tour
turn
turi smo tourism,
turista touri ng
torno γύρος tourist
Τϋrmer πυργο-
[φύλαξ
tϋrmen πυργώ
Tour
Touri sm
Tourist
torni l l a μαγγάνι Ι turn στρέψω turnen
tornear στρέφω turni n τόρνος γυμνάζομαι
tοrnarέπιστρέφω turner
tornada έπι- attorney
στροφή άντιπρόσωπος
torneadeor
τορναδόρος
torneria
tourner|eτορνευτριον
tournéeπεριοδεία
tournedosφέτα φιλέτο
tourneoyerπεριστρέ-
tornata tornado κυκλών tornado
Τϋrangel
στρόφιγξ
Turner γυμνα
[στής
Turnen άθλητι
[σμός
Turnpl atz
έπιστροφή (turni o
[φομαι
tornadeτυφών
tourna|||erπεριτριγυ-
torneare άγω- άλλοίθωρος,
νίζομαι εφιππος διφορούμενος)
torni l l o κοχλίας,
λιποταξία
[ρίζω
tourno|όθλητ. άγών
Κ.α. παράγ. & σύνθετα
πχ con-tourπερίβολος
τουΑΒΕτύρβη, όχλος
turb|neστρόβιλος
tourb|||onάνεμοστρό-
torneo
contorno
turba
turbi na
[βιλος turbi l1are
tourb|||onner περιδι- στροβιλίζω
turbu|ent, [νούμαι turbare
turbu|ence ταράσσω
Κ.α. παράγ. & σύνθ.) turbamento
τουΑΜΕΝΤβάσανος tormento
tourmenterβασανίζω torrnentare
tourmenteκαταιγίς tormenta
tourmenteurσυντα- tormentoso
[ρακτικός
ές αύτού: tourte,tarte torta
(κuριολ. στρεπτός
πλακούς. ΚατΊ jλλοuς έκ
τού όρτος. Άλλοιωμένη
έκφρασις τού: "τό άρτί-
[διον")
τουτόλος
tutto
torneo ίππο
δρομία
contorno
turba
turbi na
ύδραυλ. τροχός
turbonada
θύελλα
turbar
turbacion
ταραχή
tormento
tormentar
έκφέρομαι
tormenta
tormentoso
όρμητικός
torta
tarta
tortero
ζαχαροπλάστης
todo
τοχΙ GυΕτοξικός tossico toxiCO
tox|c|téτοξικότης
tox|co|og|eτοξικολο
[γία
tox|coman|eτοξικο-
[μανία
tosCO δηλητήρ. tosigo δηλητήρ.
toxicidad
tossicologia toxicoIogia
toxi comani a
tox|neτοξίνη tossina toxina
toxemi a
tosigar
toxém|eτοξαιμία
| n-tox|querδηλητη- intossicare
[ρίαζω
πλατεία
tournament Turni er
contour περί- Kontur διάγραμμα
[μετρος
turbid θολός Τrϋbel τύρβη
turbi ne Turbine ,φυσ.,
(turbmoiI Turbo κινητήρ
τύρβη)
turbi nate
στρομβοειδής
turbul ence turbul ent
turbul ent ταραχώδης
torment
Ι torment
tormenter
βασανιστής
tart
(al l
toxic
toxicity
toxicology
toxicomani a
toxin
toxaemia
i ntoxicate
Torte
Α
Ι Ι
)*
toxisch
Toxi kum
Toxicol ogie
Toxi komani e
ΤΟΧί π
tornusτόρνος
torno=τορνεύω
turbaθόρυβος
ές ού i , turbo =
ταράττω, θορυβώ
z, turbo =στρόβι-
[λος
tor(c)mentum
=στρέβλη έκ τού
torqueo =τρέπω
tortus = τρεπτός
totusόλος,
τοσούτος
tox|cum
59b
έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
τύρρις=πύργος,
έπαλξις ·τύρσις πύργος,
κυρίως έπί τού τείχους
τύρσος "το έν ϋψει
ψκοδημένον"
(Έξ ού καί ή πόλις Τίρυνς)
τόρνος
�υKλ oτερ�ς �ς 6π6
τόρνου" (Θέογνις ë0')
τορνεύω
( άντιδ. : τουρισμός,
τουρίστας, τουρνέ,
τουρνουά)
τύρβη=άταξία, θόρυβος
"τύρβη ν παρασχεϊν τινί".
τόρμος=βάσιςπασσάλου
τόρμα, τόρμη =σημεΙ0ν
καμπής εί ς τόν ί ππό
δρομον, "τέρμα".
(βλ. καί λ. tordre)
( άντιδ. : τούρτα, τάρτα)
τοσούτος(*όλος)
τοξι κόν ( κuριολ. δηλητή
ριον διά τά βέλη τού τόξου)
THA9ACίστιοφόρον
trabeκοντάρι
trabaccolo
trabacca
παράπηγμα
traba πέδη
trabar ένώνω
trabs-trab|s¯
τράφηξ=δοκός, δόρυ
Trabaut δορυ- δοκός
"τράφηκ/ φο/ νίψ" =
φόρος
διά πορφυροϋ δόρατος.
τρέφω=πήγνυμι, cτερεώ
b96
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
TRACH
E
E τραχεία trachea traquea trachea trach|a τραχεία
άρτηρία
trachéenτραχειακός traqueal trachean
traché|teτραχειίτις trachite traqueitis trachyte
trachéotom|eτραχειο- tracheotomi a traqueotomia tracheotomy Tracheotomie τραχεία+τέμνω
[ταμία
TRACH
E
LI EN τραχη- τράχηλος(έτυμ.
[λικός τροχός)
TRACHOME tracoma tracoma trachoma Trachoma τράχωμα
TRAG
E
DIE τραγψδία tragedia tragedia tragedy Tragbdie tragoed|a τραγφδία(έτ. τράγων
trag|queτραγικός tragico tragico tragic tragisch ώδή, έκ τών μετεμφιε-
tragéd|enτραγψδός tragedo tragico tragedian tragischer σμένων είς τράγους
trag|-coméd|e tragicommedia tragicomedia tragicomedy Tragikombdie άκολούθων τοΟ
κωμικατραγψδία Διονύσου).
ΤΑΑΗΙΑπροδίδω tradire traicionar trans+do (βλ. λ. "trans" +"donner" )
trah|sonπροδοσία tradimento traίcίόn treason
(Ή έννοια είναι ότι μεταδίδω πληροφορίαν,
traîtreπροδότης traditore traidor traitor
προ-δίδω. ' Ως πρός την "παράδοσιν", μετα-
ίδία ς ρίζης:
δίδω πληροφορίας έκ της μιάς γενεάς είς
trad|t|onπαράδοσις tradizione tradίcίόn tradition Tradition
την όλλην).
trad|t|onne|παραδο- tradizionale tradiici onal traditional traditionell
κ- λπ. [σιακός
ΤΑΑΙΝΕΑ,tra|reτραβώ trainare traer Ι at-tract έλκω trainieren traho=σύρω έλκω τροχάζω, τρέχω,
tra|teπορεία tratta tratta έλκυσμός trade έμπόριον γυμνάζω θρέχω,
tra|nσυρμός, "τραίνο" tren tren train Traktat διατριβη θρέξασκον
traîneauέλκηθρον traino trineo trol l y Tramway (τροχός, τροχήλατος,
tra|tβέλος, γραμμη tratto trazo trait treten βαδίζω τροχιόδρομος,
tracerδιαγράφω tracciare trazar tracing χάραξις τροχαλία)
traceίχνος traccia traje ένδυμασία track Tracht φορτίον
tract|onέλξις trazione traccίόn tram τροχιά
tracteurέλκυστης trattrice tractor tract trachten
tra|||eπορθμείον trajinero άμαξάς tread βαδίζω προσπαθώ
tra|terμεταχειρίζομαι trattare tratar treat Trachten τάσις (άντιδ. : τραμβαγιέρης,
trô|erπεριφέρω trole κεραία trail σύρω traktieren κερνώ τραίνο, τράμ, τρόλ-
tramerύφαίνω tramare tramar trollen τρέχω λευ, τρακτέρ,
Κ. α. πολλά παράγ. καί πορτραίτο, τράτα,
σύνθ. πχ portra|t^ ritratto retratto portrait Portrat τραττάρω . . )
=είκών (μέ τήν έννοιαν (por-tray
"σύρω γραμμές") άπεικονίζω)
TRAJET πορεία tragitto trayecto trajeciory Traject traj |co βλ. λ. trans +jeter
τροχιά
TRANCH
E
E τάφρος trincea όρυγμα trinchera trench tranchieren τρύω,τρυπώ
(trench-coat διαπερνώ
ένδυμα χαρακωμάτων)
TRANQUI LLE ησυχος tranqui l lo tranquilo tranqui l trans+qu|es βλ. λ. trans +qui et
tranqu| | ||téήσυχία tranquillita tranquilidad tranqui lity
Τά προσφύματα:
trans(=διά) καί
traπs=πέραντινός τρύω,τετραίνω ^
tré-, tres -(καί τό έπίρρ. très =λίαν, ίταλ. troppo,
π.χ. transat|ant|que,ύπερωκεάνειον, δηλ. διαπερνά τόν ' Ωκεανόν.
(truo,trudo, ώθώ) διαπερνώ, τρυπώ
TRADUI RE μεταφράζω tradurre traducir traduce διασύ- trans+ duco βλ. trans+ duc
traduct|onμετάφρασις traduzione traduccίόn [ρω
TRANSHUMER βόσκω trashumar trans+humus βλ. trans+χώμα
έπί τών όρέων
transhumantόρεσίνο-
[μος
TRANSITION μετάβασις transizione transίcίόn transition (transitorisch) ¦τρύω+ϊτω)
trans|f|fμεταβατικός transitivo transitivo transitive transitiv βλ. λ. trans
έξ ού trans|t, transito transito transit διαμετα- Transi t +itineraire
trans|stor κλπ . . . κόμισις
transsubstant|at|o.άνάλυσις:
ΤHΑΝ55uΒ5ΤΑΝηΑηΟΝ
trans έκ τού - τρύω
μετουσίωσις
sub " - ύπό
stance " - στάσις
ation (ή κατάληξις όγω (βλ. άνάλυσιν είς ΕίσαΥωΥήν)
597
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
THAÞ(2£τραπέζιον trapezio trapecio trapeze Trapez trapez| um τραπέζιον
(γεωμ. )
traΡéΖοϊdeτραπεζο- trapezoide traΡeΖόίde trapezoid trapezformig
[ειδής
ΤΑΑΡΡΕκαταπακτή, trappola trampa trap Trappe [χνος μέσψ φρaγκ. τρύπα
παγίς trappa=τρύπα [σημ. Τά χειλικόφωνα
trapanσανίς διάτρητη trappolare trampacear trappen βαρυ- (π, β, φ) όταν δέν σκληραί-
κ.λπ. παράγ. [πατώ νουν, διπλασιάζονται]
ΤΑΑυΜΑτιουΕτραυ- traumatico traumatico traumatic traumatisch traumat|cus τραυματι κός, τραύμα
[ματικός (trauma (trauma τραύμα) Trauma (έκ τού τρύω =τρυπω)
traumat|smeτραυ- τραύμα) traumatismo traumatism traumatisieren
ματισμός
traumat|ser τραυμα-
[τίζω
traumato|og|eτραυ-
[ματολογία
THAvA|LL£Hέργάζο- travagl i are trabajar (Ι work)* (arbeiten)** tr|pa| | um (βλ. έκτενή άνάλυσι ν είς
μαι (κυριολεκτκώς, ύπο- βασανίζω έργάζομαι έργάζομαι tripal iare έκ τού
Είσαγωγήν)
βάλλομαι είς τό μαρτύ- tres = τρεις καί
ριον τών τριών πασσά- pal us =πάσσαλος
[λων)
trava||έργασία travaglio έργα- trabajo travail 1) μόχθος ( Arbe|t)** ¯Όrbus=όρφνός, ¯¯όρφανός(έκ τού
trava| | | eurέργατικός σία, μόχθος z; πόνοι τοκετού όπαις, όρφανός, έρέφω =καλύπτω, σκο-
κ. λπ. travaglioso trabajador work έργασία* Werk έργον* έστερημένος πόρων τεινιάζω -πρβλ. έρεβος) .
όδυνηρός έργατικός working Arbeiter** [*Τό άγγλο νor öτό όρφανός: δηλώνει δυστυχία,
έργατικός έργάτης γερμ. WerΚ έ το "μαύρη" όρφάνια· Τσεχικά
Fέργον, έργον] "arbaneak" είναι ό μι κρός
ύπηρέτς, έξ ο "ρομπότ''.
THAv£H5£Hδιασχίζω traversare travesar traversable trans+verto= (β. "trans")έλύω, Fελύω.
traverséeδιάπλους traversata travesia διασταuρώσιμος σρέφω, τρέπω (τροπή τού F είς δασειαν καί
traverseδιάμ. δοκός traversa traversa traverse (άντιδ. τραβέραα) έναλλαγή λ -)
traversδιά μέσου traves πλάτος
K.a.
THAv£5T|θηλυχίτων (traνestίeπαΡδία travesty) trans+vest|s βλ. λ. trans +veste
travest|rμεταμφιέζω travestire traverstir travestieren (Fεσθης)
κ. λπ.
TH£|L£1 ) τριφύλλι trifoglio trebol trefoil (Klee)* tr|fo| | um τριΦύλλιον
z, σπαθί (χαρτοπ.) *(έκ τού "γλοιός")
έξ αύτού tr|o|etσύνο- ΙΓίοIΘ!
-λον τριών φθόγγων
TH£MA διαλυτικά (dieresis) (diaeresis) Trema τρήμα=όπή, όνοιγμα
σημεια
ΤΑΕΜΒΙΕΑτρέμω tremare tembl ar Ι tremble tremo τρέμω
tremb|antέντρομος tremante tembl oroso, trembl i ng τρεσός =δειλός
tremb|ementτρόμος tremito tremente
tremb|eurδειλός tremebondo tremor tremor
tremb|oterριγώ tremolare temblor [τίζω tremulous
trému|at|onριγος tremarella tremolar κυμα- tremendous
trémo|o,μοcσ, τρομώ- πανικός tremoli na φρικώδης
[δη ς ήχος tremolo άταξία tremolo
tremolo [μερός tremul i eren
tremendo τρο- τρέμω (μοcσ
trép|dat|onτρόμος, trepidazione treΡίdacίόn trepidation όρος)
K.a. σπασμός
TH£ÞANτρύπανον trapano trepano trepan Trepan trepanum τρύπανον
trépanat|onτρυπανι- trapanazione trepanar trepanni ng Trepanation
[σμός διάτρησις
TH£Þ|£Dτρίπους tripode tripode tripod Dreifuss tr|pesτρίπους τρίπους
tr|ade,tr|n|téτριάς triade, ΙΓίπίΙΕ tri ni dad, triada triad, ΙΓίπίΙΥ ΤΓίο, Tri nitat tr|asτριάς τριός
tr|braqueτρίβραχυς tri braco tribraqυio tribrach τρίβραχυς
(κ.λπ.)
b98
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
TH£55A|LL|Hσκιρτώ tresalire sal i r έξέρχομαι sal i ent trans+sa|ίo¯ τρύω +όλλομαι, όλμο
(sa| | | l rπροεξέχω) salita όνοδος salida έξοδος προέχων όλλομαι ("σάλτο")
TRESSE πλόκαμος trecci a trenza tress Strich τριχιό έκ τού tr| chl a τρι χι ά(σχοινί κατα-
tresserπλέκω in-trecciare trenzar stricken =τριχιά σκευασμένο όπό τρι-
tresseurπλέκτης trenci i l a σειρήτι χωτές Ινες) · τρασιά=
tressageβοστρύχωσις in-trecciatυra πλέγμα έκ καλάμων
, Αριστοφ ,
(άντιδ. : τρέσσα)
TH|9DLDC|£,φυσ., τρι- tri bol ogi a tri l bology τριβολογία
[βολογία
trl bométrleμέτρησις trίbόmetrσ
τριβών
ΤΑ|Βυφυλή tri bl trί bύ tri be tr|bus-τριττύς, τρίφυλος. ό έκ τριών
tr|buneρητορ. βήμα tri buna tri buna tri bune Τrί bϋne φυλrJ φυλών "κατ· άρχάς ή
tr|buna|δικαστήριον tri bunal e tri bunal tri bunal Tri bunal Ρώμη τρίφυλος ήν".
tr|butφόρος tributo tributo tribute Tribut "Φρατία έστί τό τρί-
tr|bunδημαγωγός tri buno tri bal τον τής φυλής, ην
d|strl buerμοιράζω δήμαρχος (φυλετικός) τινες τιπύν λέΥουσι ".
(κ.δ. παράγ. & σύνθ.) Στεφ Βυcάντιος
TH|C£ÞNAL£τρικέφαλος triceps triceps (dreikopfig) τρικέφαλος
Διάφ. λέξεις μέ α' σuνθ.
tr|ch. . . θρίξ-τριχός
π. χ. tr|chocépha|es tricho . . . τριχοκέφαλα
tr|chome tricoma tricoma trichoma τρίχωμα
tr|chopyton (trichiasi) (tricotomia) τριχόφυτον,
tr|ch|neκ.λπ. tri chi na triqui na Tri chi ne τριχοτομία, τριχίνη
TH|CNHDM|£τριχρωμία tricromia tricromia τριχρωμία
trl chromeτρίχρωμος
τρίχρωμος
trlphaséτριφασικός triface trifasico three-phase τριφασικός
trl c| | n| um tri cl i ni o tri cl ί ni o tricl i ni um (Triathl on) τρίκλινον
tr|èdre tίίedrσ tri edro τρίεδρος
tr|ère trireme tri reme tri reme Tri ere τριήρης
tr|g|yphe tri gl ifo trigl ifo tri gl yph Tri gl yph τρίγλυφον
tr|gone trigono trigonal τρίγωνος
tr|gonométrle trigonometria trigonometria trigonometry Tri gonometrie τριγωνομετρία
tr||og|e tril ogia tri l ogia tril ogy Tri l ogi e τριλογία
tr|ptyque,tr|skè|e trittico tri ptico tri ptych Triptychon τρίπτυχον
trl umvl ratτριανδρία tri umvirato tri umvi rato tri umvi rate Tri umvi rat (βλ. λ. "νίΓίl ")
(κ. λπ. )
ΤΑΙΙΙΕτερέτισμα ΙΓί Ι Ι σ ΙΓίπο ΙΓίΙΙ Tri I I er τρυλί ζω, τρύζω
trl | |erτερετίζω tri I Iare trinar, Ι ΙΓί Ι Ι tri I I ern έντρυλλίζω =ψιθυρίζω
tararear
ΤΑΙΟΜΡΗΕθρίαμβος ΙΓίσπΙσ ΙΓίυπΙο tri umph Tri umph tr| umphus θρίαμβος κuριολε-
trl ompherθριαμβεύω tri onfare tri unfar Ι tri umph tri umphieren KΤKιiς, ϋμνος πρός τόν
κ.λπ. Tri umphator Βάκχσν.
(σχέσις μέ ϊαμβος -
ίάπτω)
ΤΑΙΡΙΕτριπλούς ΙΓί ρl σ tri pl e tri pl e trlp|us τριπλούς
tr|p|erτριπλασιάζω κ.λπ. tri pl icare tri pl i car Ι tri pl e (άντιδ. : τρίπλα)
TH|5T£περίλυπος triste triste trite trist tr|st|s, έκ τού τείρω =λυπώ
trlstesseθλίψις tristezza tristeza τετριμμένος trivistis τρίβω=φθείρω
TH|TUH£Hτρίβω tri tυrare tritυrar tritυrate τείρω,τρίβω
Ιδίας ρίζrις: (άντιδ. : "τρύκ")
trucτέχνασμα trucco
THDCN££τροχαίος trocheo troqueo trochee Trochaus τροχαίος
(μέτρ ποιήσεως, trocaico trochaic trochaisch
trοchaϊqueτροχαίκός trocaico troquil o, trochi l us τροχίσκος
troch|squeτροχίσκος trochil o trocisco truckl e
,φαρμ.,
trοchοϊde (trocante) (troche) τροχοειδής
b99
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
1HDCLDDY1£ troglodita
troglodita
troglodyte Troglodyt trog|odyta τρωγλοδύτης
trogloditico
1HD|5τρία tre
tres
three drei tres τρία,τρέες τρεις
(παράγωγα & σύνθετα) terzo τρίτος*
*
τέρτα =τρίτη (αίολ.)
ΤΑ
ό
ΝΕθρόνος trono
trono
throne Throne thronus θρόνος
trôner,|ntron|ser intronizzare entronizar
Ι enthrone
ένθρονίζω Κ.λπ.
ΤΑΟΡΕτροπή, τρόπος tropo
tropo
trope Trope μεταφο- tropus τρόπος
tropo|og|e tropologia tropologia
-ρικόν σχήμα τροπολογία
ΤΑΟΡΗΕΕτρόπαιον trofeo trofeo
trophy Trophae trop(h)aeum τρόπαιον(κuριολ. : τό έπί
τη τροπή τών πολεμίων
άνεγειρόμενον μνημεΙον) .
1HDÞN| GU£θρεπτικός trofio
trόfίcο
trophic (Trophol ogi e) τροφή
atrofia
tropho . . . άτροφία
hypertroph| e
hi pertrofia Hyper . . . ύπερτροφία
ΤHDÞ| GU£τροπικός tr6pico
trόΡίcο
tropic tropisch trop|cus τροπι κός
trop|ca|τροπικός tropicale
tropical
tropical (Tropen
troposphèreΚ. λπ. troposfera
troposfera
οί τροπικοί) τροπόσφαιρα
ΤΑουτρύπα, όπη (foro τρύπη, τρύπα (έκ τοί
trouerτρυπώ forare)*
τρύω)
trouéeχάσμα (* έτμ. έκ τοί θύρα)
1HDU9L£ταραχή, turbamento turbacίόn
(troubl ous Trubel turba,turbo τύρβη=ταραχη
θόρυβος ταραχώδης) trϋben θολώνω τύρβη (βλ λ tourbe)
troub|erταράσσω turbinare turbar
Ι trouble ένο-
[χλώ
1HDU55£Hάνασύρω torqueo=τρέπω τρέπω
trousseδέσμη (mazzo)* truss strauss (βλ λ tordre)
trousseauπροικα - trousseau
*( πρβλ. μάδδα =μαζα
ρουχισμός trousers άνδρο -δωρ-)
trouss|smuxi ύφάσμ. παντελόνι άντιδ. "μάτσο"
1HDUv£Hεύρίσκω trovare trovar στιχουρ-
tropus τρόπος
(κuριολεκτικως εύρίσκω . . . . .
[γώ trouvere
( 6ντιδ. : τροβαδοϋρος -
τρόπους, συνθέτω) έπικόν ποίημα πρβλ. "τροπάριον")
trouva| | | eεϋρημα trovata
trova
trover εϋρημα
Κ. Ο. παράγ. & σύνθ.
"μπαλλάντα"
troubadour
έξ αύτοί: troubadour trovatore trovo ποίημα
δηλ συνθέτης, ποιητής, (trovatello
trovador
έπινοών τρόπους έκθετον)
πλοκής στίχων
1HU9L£άπόχη (μέσψ τών έλληνι- τρυβλίονi ; πινάκιον
κών τής Μασσαλίας) 2) μέτρον χωρητικότητος
1HUCUL£N1σκληρός, trucul ento trucul ento
truculent trucul entus, έκ τραχυς
κτηνώδης & truce τοί trux=τραχύς τράχυσμα, τραχυσμός,
trucu|enceκτηνωδία trucul enza trucul enci a
trucul ence (Tierische) τραχύτης
truc|derκατασφάζω trucidare έτ. θηρίον "τραχύσματα έν χρω τ! "
truci ol o σχίζα
1HU£LL£μυστρίον
(pal ustre
trowel true| | a=τρυηλίς τρυηλìς=τορύνη,
tru| | | sat|onάμμοκο-
έτ. πάσσαλος)
έργαλειον πρός
[νίασις άνάδευσιν
1HU| 5M£άλήθεια trui smo true άλήθεια δροός=ίσχυρός
trust ένωσις troth πίστις
(Σκεπτικόν: ώς πρός την έννοια "άλήθεια",
truster ένόω trust ένωσις
"η γνώσις είναι δύναμις". Ώς πρός την έννοιαν
truce άνακωχη
"trust" =ένωσις, "έν τή ένώσει η ίσχύς").
1HU|1£κατάστικτος trota τρώκτης trucha
trout τρώκτης, tructaτρώκτης τρώκτης
πέστροφα
600
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΤΑυΜΕΑυμεσόθυρον thrum παρυφή Trummer έρεί- μέαψ τού φραγκικού
[πια thrum, εκ τού
λατιν. term|nus¯ τέρμα
T5|CAN£"τσιγγάνος" zi ngaro (gitano εκ τού (gipsy) Zi geuner εκ τού ελληνικού:
egiptano = Αθίγγανος
αίγύπτιος) (ετ. α+θιγγάνω=έγγί-
ζω, έπειδή άπέφευγον
τήν έπαφήν μέ τούς
έκτός φυλης.
Βλ. Λεξ Li dd. -Scott)
TU,ΤΕ,ΤΟΙ,έσύ . . . t υ, ti tυ, ti thou, Υου* du tu=έσύ σύ, δωρικά τύ,
ton,t|en σού, ίδικός σου tυo τεός-ί δι κός tυjo dei n βοιωτικά του
tutoyerόμιλώ στόν σου ,Θεόκρ..
( "Κaί τίς τύ; " ¯
ένικό ¯τόν τεόν άνδρα°; * (Τό άΥΥλ. Υου =Ποιός είσαι σύ; )
εκ τού ..... ϋμμες =ύμείς)
τυΕΑ
1
φονεύω uccidere
3
+ matar
5
Ι ki l 1
6
tbten,
2 1
tuo =θύω 1 . θύω, πι θανόν όμως
tueur φονεύς ammazzare
4
matador murderer
7
ermorden καί 2. εκ τού θείνω=
tuer|eσφαγή omi ci da
3
homi ci di 0
3
murder, Mbrder
7
τύπτω, κτυπώ.
omi ci di o homi cide Mord, Tbten
2
3. Τό uccidere εκ τού ob +cado: έπί +κάτω, πίπτω· συνεκδ. : κατα-πίπτω. -homicidio α' συνθ. "homme"
4. Τό ammazzare εκ τού ad+mazza =ράβδος (έντε +μάδδα =μάζα δωρ., Πολλές βέργες μαζί, "μάτσο",
όπως τό έμβλημα της έξουσίας τών Ρωμαίων δημάρχων.
5. Τό matar, όμοίως εκ τού ώς δνω, "mazza" 6. Τό ki l l , εκ τού quell =συντρίβω, όπερ εκ τού "βάλλω", βέλος. κηλα =βέλη
7. Τό murderer, Morder, εκ τού μόρτος =θάνατος.
τυ|ΙΕκέραμος tegolo teja ti l e Ziegel tegu|aκέραμος, τέγος=στέγη
tu||er|eκεραμοποιείον tegolaja ti l ery Ziegelei στέγαστρον
tu| | |erκεραμεύς (κ.λπ.) teglajo tejero ti l i ng κεράμωσις Ziegl er (s)tego=στέγω στέγω
τυΙ|ΡΕ"τουλίπα" tul i pano tυl i pa tυl ί p Τυl Ρθ τολύπηδγκος σφαι-
εξ ού turban="σαρίκι" turbante turbande tυrban Turban ροειδής έξ έρίου.
TUM£UHοϊδημα, έξόγκωμα tυmore tυmor tυmour
O
dem (οϊδημα) tumor=οϊδημα, τύμος =τύμβος
tuméf|erπρήζω tυmefare tυmefaccίόn Ι tumefy πρήζω έξόγκωμα τύμβος ="τάφος", τό
πρήξιμο tυmefaction χώμα τό συσσωρευμένον
οϊδημα έπί τού τάφου, τό όποίον
tumu|teταραχή tυmul to tυmυlto tυmυlte Tumul t σχηματίζει λοφίσκον.
tumu|tueuxθορυβώδης tυmul tuoso tumultuoso tυmυltυous tumultarisch
tumu| usσωρός χώματος tύmul o γεώλο- tύmυl o τύμβος tumul us tυmul tυi eren
tumu| a| reέπιτύμβιος tυmul are [φος tumul tυar tυmul ary θορυβοποιώ
ένταφιάζω θορυβώ tυber tυmeo πρήζομαι,
tubercu|eβολβός tubercolo tuberculo Tuberkel οίδαίνω
φυμάτιον όγκωμα
tubercu|oseφυματίωσις tυbercolosi tυbercolosis tubercυlosis Tuberkul ose
truffeβολβός, ύδνον truffa trufa ψέμμα truffle Τrϋffel
κ. λπ. κ.λπ.
ΤUΝΙGUΕχιτών tύnica tύni ca tυni c Haut (+ Toga) tun|caχιτών χιτών. άρχαιοτάτη έλλη-
tun| qué χιτωνοφόρος tυnicato tυnicado tυnicated νική λέξις άναγνωσθείσα
μεμβρανώδης καί στίς πινακίδες της
Γραμμ. Γραφης Β (ΚΙ-ΤΟ).
·Αρχικώς κιθών, έκ τού
κεύθω =καλύπτω,
ώς καλύπτων τό σώμα.
TUHF ίπποδρόμιον tυrf (hί Ρόdrοmο) tυrf (Hi ppodrom) turbaτύρβη τύρβη, τύρβα =θόρυ-
tuήίsteφίλος ίπποδρο- turi sta (λόγψ της μεγάλης βος, ταραχή
[μιών όναταραχης καί (βλ. λ. tourbe)
τού θορύβου)
τυΤΕυΑέπίτροπος, κηδεμών tutore tυtor tυtor Tutor tueor=διασώζω, τηρέω=έπιτηρώ,
tute||eέπιτροπεία tυtela tυtela tυtelage Tυltel φυλάττω φυλάττω
tuté|a|reπροστάτης tutelare tυtel ar tυtel ary
ΤΥΜΡΑΝτύμπανον ti mpano ti mpano tympar tympanum τύμπανον
tympan|serδιατυμπα- timpaneggiare timpani zarse (tympanic)
[νίζω
tympan|sme timpani smo ti mpani smo tympanites τυμπανισμός
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
ΤΥΡΕ 1 ) τύπος tipo
z; χαρακτηριστικόν
typ|queτυπικός κ. δ. tίpi co
ΤΥΡΗΟΝτυΦών,
θύελλα
TYÞNU5τύφος
tΥΡhοϊdeτυφοειδής
κ. λπ.
TYÞDCHAÞN£τυπο-
[γράφος
typograph| eτυπο-
[γραφία
typograph| queτυπο-
[γραφικός
typo|og|eτυπολογία
typto|og|eέπικοινωνία
μέ πνεύματα νεκρων,
μέσψ κτύπων.
ΤΥΑΑΝτύραννος
tyrann|eτυραννία
tyrann|queτυραν-
[νικός
tifone
tifo
tifoide
ti pografo
ti pografia
tipografico
tipol ogia
typtologia
ti ranno
ti ranni a
ti rannico
Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
ti po τύπος,
σύμβολον
ti pi co
ti pejo γελοίος
tίfόn
ti fo
tifoideo
tίΡόgrafο
tipografia
ti pografico
ti pol ogia
ti piadora
δακτυλογράφος
ti rano
ti rani a
ti rani co
tyrann| serκαταπιέζω ti ranneggiare ti ranizar
κ. δ.
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
type
typical
typify άπεικο-
typhoon
typhus
typhoid
[νίζω
typographer
typography
typographi c
(antitype) . . .
typist
tyrant
tyranny
tyranni c
tyranni ze
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
ΤΥΡ
typisieren τυπο-
typisch [ποιω
Typen τυπογρ.
στοιχείον
Typhon
Typhus
typhos
Typograph
Typographie
typographi sch
Typol ogie
Tyrann
Tyrannei
tyranni sch
tyranni si eren
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
tyrannus
60!
έκτούΕΛΛΗΝ| κον
τύπος, τυπικας
τuφων(έκ τού τϋφος
=καπνας)
τύφος-ή άσθένεια- έκ τού
τϋφος ª καπνός,
(Σκοτισμός τού νού, λόγψ
ύψηλού πυρετού) .
ΤoΠΟΥράφος
(τύπος έτ. τύπτω =
κτυπω. Διό κτυπημάτων
γράφω) .
τύραννος.όρχων,
δεσπότης
( Ετυμολογία τής λέξεως
"τύραννος", κατά Στέφ.
Βυζάντιον, εΙς λήμμα
"Τυρρηνία":
" . . . λέγονται Τυρρηνοί οί
Αδριαται, άπό Τυρρηνού . .
κατά δωρίδα διάλεκτον,
άφ· ού, κατά άφαίρεσιν καί
γράμματος προσθέσει,
τύραννος έκλήθη".
Σημειωτέον ότι ό
Τυρρηνός έτυμολογείται
έκ τής λέξεως
"τύρσις" =πύργος τείχους.
("ρρ" καί "ρσ" έναλλάσον
τοι: θάρρος, θάρσος) Δηλ.
ό έπιτήδειος είς τό νά
κτίζη, νά ύΨώνη "τύρσεις".
(βλ. λ. tour-)
��
�
φ
.
.
;
�
�
\
'
'
�
\
Ά
�
�
�
�
. . " . .
·
Ι
ι
υ
Ιi
Ι
ι
ι
605
U rane, Uran i u m
U ranomet r i e
«" G|aec| , ούρανόν, |ecIevOcanI¨ ¦=οί Έλληνες, ούρανόν, όρθωςάποκαλούν)
· Αποuλήιος, Demundo32·
*
('ο ούρανός έξελληνί σθη δι ά τού Έλληνος Εύδόξου ¦έλληνι κά όνόματα κ λπ ) πρό τού
Άριστοτέλουςκαίπρίνσυμβητόtδιονμετήνγηνδι άτούΆλεξάνδρου »
ΤΕΟΝΤΟΡΜΠΕΡΤ
•
··Η μαγνητική δύναμις της Έλληνικης γλώσσης είναι εν των περιεργοτέρων φαινομένων της
Ι στορίας »
¬Iæ
*¡¬
Κων. Παπαρρηγόποuλος
' . . άνατρέχουν στά έλληνικά γιά νά όνομάσουν τίς σύγχρονες άνακαλύψεις καί έφευρέσεις
¦άπότήνεύθανασίαωςτόνμεταβολισμό)χωρίςνάάναφέρουμετουςπυραύλουςη τουςμεγάλους
έπιστημονικους στόχους πουόνομάζονταιΆριάδνηηΈρμης.
Αναπνέουμε τόν άέρα της Έλλάδας, κάθε στιγμή , χωρίς νά τό ξέρουμε . Ο μίτος της
Άριάδνης, τόΟίδιπόδειοσύμπλεγμα ¦όπωςκαίτόσαόλλα) είναιάναμνήσειςελληνικές. Τόίδιοκαί
οί Ολυμπιακοί άγωνες καί ό Μαραθώνιος δρόμος. Ή Εύρώπη που σφυρηλατοϋμε εχει ελληνικό
όνομα.
Ή άρχαία Έλλάδα μας προσφέρει μιά γλωσσα γιά τήν όποία θά πω, άκόμα μιά φορά, ότι είναι
οίκουμενική. . » ¦Oecuman| que)
•
ΖΑΚΛΙΝΝΤΕΡΟΜΙΓΥ ¨ΓιΑΤΙΗΕΛΛΑΔΑ¨
Έκδ. ΤΟΑΣΤΥ
607
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
U9£HALμαστός ubere γόνιμος ubre μαστός udder Enter uber=μαστός ούθαρ =μαστoς
ubéros|téγονιμότης uberta [ζώου "ούθορ άρούρης" τό
uberrimo "Αργος, ώς γονιμότατος
τόπος.
U9|GU|T£ τό πανταχού ubi qui ta ubi cuidad ubi quity ubl =οπου δθι =οπου
παρόν (''όπου κείται '') ubi cazi one υbίcacί όn ubi cation
τοποθεσία (ubi car κείμαι)
ULC(H£έλκος ul cera ύlcera ul cer Ul cus u| cus =έλκος ελκος
u|cérerέλκω ul cerare ulcerar ul cerate
u| cérat|onέλκωσις ul cerazione (ul cerante) ul ceration
ultore έκδικη-
[τής
UL| C| N£UXύγρός ul i ginoso uv| dus, udus = ϋδος=ϋδωρ,
ύγρός u| l dus. οϋδωρ"βοιωτ."
(τροπή τού νεί ς λ)
ULT£H| £UHμεταγενέ- ul teriore ul terior UΙ ΙΘΓίΟΓ u|s¯πέραν, έκ τού
[στερος a| | us=όλλος αλλος
u|t|meτελευταίος ul ti mo ul ti mo ulti mo ulti mo
u|t|matumτελεσίγραφον ul ti mar ulti mate
Καί τό προθεμαTκόν τελειώνω ύστατος Ultraismus
u|tra¯ πέραν, σφόδρα ύπερβολή
υΝέν, είς υπο uno one, an Θίπ unus εν, οϊνη=μονας
unl queμοναδικός unico uni co uni que ένι κός
υΝΑΝ| ΜΕόμόθυμος unani me unani me unani mus ei ni g unus+an| mus (βλ.λ υπ H1me)
unan| mltéόμοφωνία unani mita unani midad unani mity
κ λπ
UN| |DHM£στολή uniforme uniforme uniform Uniform unus+forma ένιαίος+μορφή,μορφό
un|formltéόμοιομορφία uniformita uniformidad uniformity Uniformitat (βλλ. un+forme)
υΝ|Hένώνω υπί ΓΘ υπί Γ Ι υπίΙΘ Θί ΠΘΠ υηίο =ένόω ένόω-ένώ, ενώνω
υηί όμαλός
(έτ. εν)
υηίοη ένωσις υπί ΟΠΘ υπί όπ υπί οπ υπί οπ
ré-unlonσυγκέντρωσις ΓΘυπίΟΠΘ ΓΘυπίόπ ΓΘυπίοπ
un|téένότης unita uni dad unity Ei nhei t
καί πολλές λέξεις μέ α'
συνθ. υηί . . .
UN|v£H5οίκουμένη universo universo universe Universum unus+verso εν+βλ.λ "vers"
unlverse|παγκόσμιος universale universal universal universal
Unlvers|téΠαν/μιον Universita Unversidad Uni versity Universitat
Κ.λπ.
UÞÞ£HCUTή πρός τά uppercut ϋber ύπέρ super ύπέρ
όνω φορά υΡΡΘΓ ύπέρτε- Oberal παντού
[ρος oppig όφθονος
uppi sh
ύπερήφανος
UHAN£,UHAN| UM urani o uranio uranium Urani um, Uran όπό τό όνομα τού θεοΟ
ούράνιον Ούρανού, πατρoς τοΟ
Κρόνου
Λέξεις μέ α' συνθ.
UHAND . . ούρανός
πχ uranograph|e uranografia uranografia uranography Uranographie ουρανογραφία
urano|og|e uranology Urani a ουρανολογία
uranométrle uranometria uranometria uranometry Άστεροσκοπείον ουρανομετρία
uranoscope (uranolίto) Uranoskop ούρανοσκόπιον
υHΒΑ|Νπολίτης urbano urbano urban urbar άρόσιμος urbs =όστυ έκ τού δρFος=οριον, δηλ.
urban|smeάστυφιλία urbani smo urbani smo urbani sm orbls=κύκλος κυκλοτερές τείχος ώς
urban|téεύγένεια urbanite urbanidad urbanity Urbanitat οίκουμένη όριον τής πόλεως.
(Κ. α.) (καί τό όνομα urbane [πρβλ. 'cd|seoos¨=
'
'ρια έώο", τα ανατολ.
Ούρβανός) εύγενής
μέρη τής Υής]
608
.
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
UHC£DL£κοίλωμα, urca urceoIate urceus=άγγείον ϋρχη =άγγεϊον κερα-
θύλαξ -μεικόν
urcéo|é άσκοειδής
urneύδρία, κάλπη urna urna υΓΠ Urne
UHC£NTέπείγον urgente urgente urgent urgeo= ώθώ, εϊργω =κωλύω, έγκλείω,
urgenceέπείγουσα urgenza urgencia urgency πιέζω, όθεν έπείγω πιέζω
κατάστασις
Ι urge βιάζω, ώθώ urgieren
wring πιέζω wringen
wrong άδικώ
UHDLDC|£ούρολογία uroIogia uroIogia uroIogy UroIogie ούρολογία
uro|ogueούρολόγος
uroIogo urόΙοgο uroIogist UroIoge ούρολόγος
uretèreούρητήρ uretere ureter ureter ureter ούρητηρ
urètreούρήθρα
uretra uretra urethra Urethra Urethra ούρήθρα
urém|eούραιμία
uremia uremia uraemi a ούραιμία
ur|ner ούρώ
ori nare ori nar uri nate υΓί πί θΓθΠ ur| na οúρον, οϋρημα
uréeούρίνη (κ. α. ) uri co ούρικός ύrίcο uri c υΓί π . . .
U5| N£έργοστάσιον officina, oficina γραφεία (works) (Fabrik)* oh| c| na βλ. λ. office
(και fabri que)*
fabbrica* fabrica -έτ. έργον- έργαστήριον *(έκ τού facio, Ιίο =φύω,
γεννώ, παράγω)
(άντδ. : φάμπρικα)
U5£Hμεταχειρίζομαι usare usar Ι use utor=χρώμαι, ούσιόω=φέρω εις
usageχρήσις, έθιμον usanza usanza usage, usnce USuS σύνειμι ϋπαρξιν
(άρχικώς US) uSO uso use USO usus=χρεία ούσία =ϋπαρξις, ϋλη
ustens||e σκεύος ustensiIe utensi l ί o utensiI utensi I i en πρός "χρησιμοποιΙησιν".
usureτοκογλυφία
usura usury ούσίδιον =ιδιοκτησία
usurperσφετερίζομαι
usurpi eren
(κ. α . .)
υτ=ή νότα
ut=ούτω, ϊνα οϋτω
"ντό", έξ ένός λατινικού
ύμνου μέ πρώτη λέξι
" υΙΙI
UT£HU5μήτρα Utero ύΙθΓΟ uterus Uterus uterusύστέρα, ύστέρα =μήτρα (Ίππ;
utér|nόμομήτριος υΙθΓίπο υΙθΓίπο υΙθΓίΠθ μήτρα όδερος =γαστηρ
υΤΟΡ|Ε ούτοπία
utopia utopia utopia υΙορίθ έκ τού: ού+τόπος
utop|steούτοπιστής utopista utόρίcο utopist utopist
uchron|eύποθετική
utopian utopisch
ίστορία, έκ τού
ύπερ-
'Όύ χρόνος"
-αισιόδοξος
υνΑLσταφυλικός
uva σταφυλή uva σταφις uva σταφύλι uva =σταφυλή οuα, όα, (όFα) =γένος
uvu|eέπιγλωττίς,
uvaggio υνθΓΟ uvuI a φυτών τών ροδανθών,
σταφυλίτης
μούστος σταφιδέμπορος σταφυλίτης κοινώς "σορβιά".
V
6J !
νί η
«τα πάντα είναι ΈλληνικακαιΛατινικά. Έναςσύντομοςτρόποςνα καταλάβετε τον κόσμο, είναι
ή όσο το δυνατονεύρύτερη διάδοση και εκμάθηση της ελληνικης γλώσσας, όπως και της λατινικης.
Οί γλώσσες αυτες είναι το κλειδιγι ατηνκατανόηση πολλών νέωνγλωσσών, ανάμεσα στις οποϊες
καιή αγγλική . ΣτηνΈλλάδα θακούσετε πολλαγια την ελευθερία. Είναιή ϊδιαλέξη απο τηναρχαι·
ότητα μέχρι σήμερα Αν μπεϊτε σε μια ταβέρνα και απαγγεί λετε μερι κοuς στί χους απο την
Οδύσσεια, όπου ο Οδυσσέας ζητάει κρασί, θα σάς καταλάβουν καΙ θα σάς προσφέρουν οίνον . . .
(νί η, νί ηο, wine, Wei n) >> .
(Κύριονόρθρονείς ¨Sunday Imes", τούέκδότοuΝΤΕΣΜΟΝΤΘΟΡΝΧ/Λ,
άναδημοσίευσιςείς ΈλληνικόνΤύπον)
« Αποτιςλέξειςτηςαγγλικηςτιςσυχνότεραχρησιμοποιούμενες, το G0ºέχειελληνικηρίζα· .
ΡΗ//ιΡHOAARD, Κρι τικόςΛογοτεχνίαςκαίΓλωσσολόγος.
Αρθρογράφος τώνΤάιμςτούΛονδίνου
· Η γλώσσα ή Έλληνις διεδόθη ου μόνον κατα πάσαν την Ί ταλίαν, αλλα μετέβη και εί ς την
ΓαλλίανκαιείςτηνΊ σπανίανκαιείςτην ΓερμανίανκαιείςτηνΑγγλίαν. .
·ΓουλιέλμοςΡόσκος·
.
« O καθένας ξέρει ότι ή γαλλικη γλώσσα είναι κόρη της λατινικης καί, πέρα απο εκεϊ, της ελλη·
νικης. . . Θα σάς είναι δύσκολο να γνωρίσετε καλα την γαλλικη γλώσσα αν δεν έχετε τουλάχιστον
βασικεςγνώσειςλατινικης και ελληνικης. Ή γαλλικηγλώσσαδενείναι ουρανοκατέβατο δημιούργη·
μα ΟίρίζεςτηςφυτρώνουνστονκηποτώνΈλλήνων. . ·
JEANΟORMESSON · ΙΕF/GAROMAGAZ|NE, τεύχος 605, 7.3. 92-
÷
« Στα Έλληνικά, ή πράξις τού (F)I δεϊν, (F)ορώ, ( νοί Γ, vedere, ver κλπ. ) , κατέχει θέσι πλεονεκτι·
κή . Ο ανθρωπος, εκ φύσεως, είναι ένα βλέμμα, μια ματιά. ΤΟ να οράς ¦ |ιδεϊν) και το να γνωρίζης
¦ |ειδέναι) είναιτο ίδιο πράγμα. Δύο μορφες τού ίδίου ρήματος Έαν ή λέξις είδος ¦=μορφη) σημαί·
νειακόμη τονατομικο χαρακτηρα, αυτό συμβαίνει διότιή γνωριμία καιή κατανόησις επιτυγχάνονται
μέσααποτην όρασι Τελικά, τοναγνωρίσης, είναιένας τρόπος τούναΙδης¨.
Feder/co \eras|eg/, "/aps/co g/a Gr/ega¨(όρθρονείςπεριοδ. ¨/ΕΡΑΞ¨, τ. άριθ.2)
*
6! 2
« Εϊμαστε όλοι Έλλ
η
νες. Οί νόμοι, ή λογοτεχνία, ή θρησκεία, οί τέχνες μας, όλα έχουν τΙς ρίζες
τουςστηνΈλλάδα. Αν δέν ύπηρχε ή Έλλάς, τότε ή Ρώμη, η παιδαγωγός, ή μητρόπολις τών προγό-
νωνμας, δένθασκόρπιζεΦώςμέτα χέριατης καΙάκόμηθαεϊμαστεαγριοι
¸
. . »
Σέλλεϋ(πρόλογοςείςτήντρoγιδίoντου 'Ήe1as'').
6 ! 3
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤΙ ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
VACANΤκενος vacante vacante vacant vakant vacuus=κενος, Fετώσιος =όχρηστος,
vacancesδιακοπαί vacanze vacancia vacancy* Vakanz σχολάζων, όχρη- άνωφελής.
vacu|téκενότης vacuita vacuidad vacuity -στος "έτώσι ον aχθος
vaquerάργώ, χηρεύω vacare vacar widow άρούρης" Ο Άχιλλεύς,
vague 1) κενον 2) κύμα vacuo vacuo vacuous Vacuum έν όσψ δέν πολεμά.
va|nμάταιος vano vano vain αϋτως -ματαίως.
καί: v|deόδειος vuoto vacio (evacuate) v|duus=χήρος (συνήθης έναλλαγή
veufχήρος vedovo viudo widower Witwer ( πρβλ. καί τ μέ κ (c).τότε, κότε
van|téκενοδοξία vanita vanidad vanity ( F)ηίθεος ¯ είνις =έστερημένος
vanterκαυχώμαι όγαμος νεανίας) * (ΤΟ " hol iday" έκ τού
vasteεύρύς (δηλ. vasto vasto vast " Le prefixe "σχόλης δια").
"κενος χώρος") -νί η
'
existe
av|deόπληστος (Κ.δ.) avido avido (avidity) en lati n".
vACN£άγελάς vacca vaca bos βούς
vacc| nδάμαλις vaccino vacuna vacci ne
vacc|nat|onδαμαλι- vacci nazione νacunacίόn vaccination (vakzi nieren)
[σμος έμβόλιον
vACA9DNDπλάνης, vagabondo vagabundo vagabond Vagabund vagus=περιφερό- βάδος =βάδισμα,
άλήτης [μενος περιπότημα
vagabonderπλανώμαι vagabondare vagabundar vagary vagabundieren vagor=περιφέρο- "βάδον βαδίζει ν"
.
Είς
(Κ. δ.) φαντασιοπληξία [μαι την αίολ. διάλεκτον τό
δ τρέπεται είς Υ i Κ.
δνόφος, γνόφος,
κνέφας ( άντιδ. : μπαγα-
- πόντης)
vAC| Hκλαυθμηρίζω vagire vag|o βαϊζω=θρηνώ
καί παράΥ. vagito vagito
vA|NCH£νικώ vincere vencer (subdue)* (Siegen νικώ" v|(n)co=νικώ νι κώ
va| nqueurνικητής vi ncitore vencedor victor άρχικώς "έχειν") μετά ένρίνοu προ- νεϊκος (έτυμ. νή+Fεϊκω
va|ncuήττημένος vinto vencido
σφύμστος =δέν ύποχωρώ)
έξ ού v|ct|me=θύμα vittima victima victim Opfer (έτυμ. *έτ. ύΠΟ+βλ. λ. duc
(δηλ. ήττηθείς) έπι +φέρω) * *έκ τού έχει ν μέ τήν
v|cto|reνίκη vittoria victoria victory (Si eg)** εννoιaν τού κατέχειν.
vA|55£AUάγγειον, vascello vasija vessel vas=σκεύος, σκεύος=άγγεϊον,
πλοιον άγγειον, στρατ. βησσα=ποτήριον,
va|sse||erκυλικειον άποσκευαί, σκευή, οίκ. καί στρατ.
vaseσκεύος, δοχειον vaso vaso vase Vase σκευή έν γένει. σκεύη. Ήσύχ. σκεύος=
άγγεϊον όπαν.
(άντιδ. : βάζο)
vAL| 5£σάκος, "βαλίτσα" valigia valija valise μέσψ άραμ. ¯ όπερ έκ τού έλλην.
baule wa| | ha βάλλω=ρίπτω, θέτω,
"μπαούλο"
τοποθετώ.
πρβλ. βαλάντιον' βεβα-
λανωμένος =άσφαλώς
κλεισμένος ( άντιδ. :
μπαούλο, βαλίτσα)
νΑιιΕΕ, νΑΙκοιλάς valle, valata valle vale (Tal , έτυμολ. va| | | s=κοιλάς (F)ελύω
va||onφάραγξ vallone valla valley "θόλος") Συγγενές προς το
ava|erκαταπίνω νο|νο =κυλίω,
(δηλ. κατεβάζω γρήγορα) έλύω
νΑΙΟ|Αάξίζω valere valer, valuar (valour άνδρείαj (valvieren έκτιμώj va|eo=είμαι οίλω, οϋλεω =ύγιαίνω
va|eurάξία valore valor value Valuta ίσχυρός, είμαι έκ τού ούλος = όλος.
valί de ύγιής valido valido valid valid καλά, έκ τού Δηλ. είμαι άκέραιος,
va| |d|téκύρος validita [γω validez validity Validitat ¦μησις όθεν ύγιαίνω. *''ούλέ τε
va| | |antάνδρειος vagliare έκλέ- valeroso γενν. valorous ¦μησις Valvation άποτί· καί χαιρε"=ύγίαινε καί
va||anceάνδρεία vaglia θάρρος valentia valuation έκτί· walten έχω χαιρε, γειά καί χαρά.
con-va|escence convalescenza convalecencia convalenscene Konvaleszenz βαλα ιόν =πολύ, μέγα
άνάρρωσις "hol a" ύγίαινε, halloo, hel l o* Hallo* ά-βάλη =το νωθρον
γειά*
( πρβλ. invalide =άσθενής
άπόμαχος)
vAL5£στρόβιλος (βάλς) valzer vals waltz Walzer νο|νο Fελύω=κυλίω,
va|serστροβιλίζω valzare valsar walzen τυλίσσω
va|seurστροβιλιστής
νΑινΕβαλβίς, δικλείς valva valvula valve va|va βαλβίς
6! 4
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
vAÞ£UHάτμός vapore vapor vapour (Nebel άτμός, vapor καπνός, άρχικώς
vaporeuxάτμώδης vaporoso vaporoso vaporous έκ τού "νέφος") κFαπνός
vapor|serέξατμίζω vaporizzare vaporizar vaporize (άντιδ. : βαπόρι, έβαπορέ)
κ. λπ.
νΑΑ| ΕΑποικίλω, variare variar variate variieren var|us=ποικίλος βαλιός=οτικτός,
μεταβάλλω ποικίλος
var|éποικίλος
vario vario varied, vari us (Βαλίος, όνομα τού ϊππου
,+bar|o|é, τού Άχιλλέως, δηλ.
var|at|on,μοcσ; variazione νarίacίόn variation Variation στικτός, παρδαλός)
ποικιλία μέλους ( συνήθης τροπή τού λ είς ρ)
var|étéποικιλία
varieta variedad variety Varietat (άντιδ. : βαριετέ)
var|ab|eεύμετάβλητος
variabίle variable variable variabel
var|ante παραλλαγή
variante variante variegation Variante
var|o|eνόσος εύλογιά
variceIia viruela variance διττογραφία
(λόγψ τών στιγμάτων)
άσυμφωνία verandern
var|o|éβλογιοκομμένος
varegato varioloso variola άλλάσσω
vari ol ous
vA5£L| N£βαζελίνη vasel i na vasel i na vasel i ne Vasel i ne έκ τής ρίζης των λέξεων
(F)ϋδωρ +έλαιον
vA1|C| N£Hπροφη- vaticinare vati ci nar Ι vaticinate vates=μάντις έκ τού Φάτης =λάλος
[τεύω καί cano=όδω + κανάσσω = ηχώ
vat|c|nat|onπροφη- vatici ni o vati ci ni o vatici nati on Vaticani um (χρησμφδός)
τε ία
=μαντειον, έξ ού (βλ. λ. chanter)
καί τό "Βατικανόν"
vAU1DUHγύΨ avoltoio νυlΙυΓΘ Gei er vo|tur έλώρι ος είδος πτηνού -
έλωρ =λεία
vAU1H£H κυλίω είς (νοlνοlο (νοlνΘΓ γυρίζω, welter walzen κυλίω νοΙνοκυλίω έλύω(άρχ. Fελύω)
τόν βούρκον είλεός) έπιστρέφω) waIIow κυλίο- Walze κύλινδρος
[μαι
v£AUμόσχος, "μοσχα- νίΙΘlΙο vi tel a vi tel lus v|te||us Fιταλός,ίταλος=ό ταύρος
[ράκι"
(έκ τής όρμητικής ρίζης 'τω, 'τε)
(έκ τού Ίταλού, υίού της Πηνελόπης
καί τού Τηλεγ6νου, ώνομάσθη ή Ίταλία).
( άντιδ.: βιτέλλο)
v£N| CUL£όχημα velcolo vehicul o vehi cl e Wagen veho =όχώ, φέρω
(F)όχέω= φέρω,
véh| cu|erάμαξεύω
be-wegen έφ' άμάξης
όχούμαι, ίππεύω
véhémentόρμητικός
veemente vehemente vehement vehes=όμαξα
(F)οχος =όχημα
vo|tureόμαξα, όχημα
vettura vehemence J Waggon
"έξ όχέων σύν τεύχεσι
vo||eίστίον
νΘlο νΘlο νΘίl [όρμή "βαγόνι" έκ τού veho,
άλ το χaμάζε" Ίλ. Δ 41 9
vo|||erίστιοφόρον
a νΘIΘ νΘIΘΓΟ way wagen velum = ίστίον
δηλ. "άπ τό άμάξι έπήδηξε
νοί|έσκεπαστός (κ. λπ)
velato (velata ριψοκινδυνεύω (δηλ. τό φέρον τό
με τά όπλα στην γη".
& révé|erάποκαλύπτω
ποδήρης χιτών) revelar reveal Wi ege λίκνον πλοιον)
vex| ||o|og|eσημαιο-
rivelare νΘΧ Weg δρόμος
(άντιδ.: βαγόνι, βέλο,
[γραφία
vessilo σημαία βελάδα)
vexerσαλεύω, πειράζω
vessare
végéterβλαστάνω
vegetare vegetar vegetate
(εννοιa: κίνησις πρός τά
vegetables . . .
όνω)
λαχανικά
v£LDC|1£ταχύτης
velocita velocidad velocity ve|ox βολαίος=σφοδρός
vé|oc|pèdeποδήλατον
velocipede velocipedo velocipede Vel oci ped βέλοςπάν (ταχέως)
vé|odromeποδηλα-
velodromo νelόdrοmο βαλλόμενον
[τοδρόμιον (κ. α.) veloce ταχύς νΘIΟΖ "ταχύ βέλος"
v£LDUH5βελούδον
veII uto vel l udo velvet (Sammet)* v|||us=μαλλί ούλος=έριούχος
ve|outéμαλακόν
vel l utato νΘIΙΟΓί ϋφ. velvety wellicht χνου- γέλλαι=χνούδια
ve|u,v|||euxεριούχος
velloso σκοτ. vi l l ous wol l i g [δωτός *(έτυμ. "έξάμιτος")
(Κ. α. ) νΘl Ι ο μαλλί velloso wοοl έριον WΟΙΙΘ έριον
veIIon wollen μόλλινος
νΘΙΙΟ τρίχες
νΕΝΟΑΕπωλώ
vendere vend (verkaufen)* venus=ώνος Fώνος=άντίτιμον
venteπώλησις
vendita vender vendi ti on + do=δίδω "ώνον δίδω"
vénérerτιμώ, σέβομαι
venerare venta venerate verehren ώνη =προσφορά τιμής
vénérab|eάξιοσστος
venerabi l e venerar venerable verehrt (βλ. +λ. "honneur)
& VenusΆφροδίτη
Venere venerable (venereal venerisch *(έκ τού περί +κάπηλος)
(εϊτε ώς "έρίτιμος"
venale ώνητός άφροδίσιος)
6 ! 5
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
εϊτε ώς Fωνία Άφροδίτη, (venaI άργυ- verehrer
δηλ. πάνδημος, "ταλαρία") - ρώνυτος) λάτρις
έξ αύτοϋ venerd| , ¯
Vendred|"Παρασκευή": δηλ ή ήμέρα (δία) τήςΆφροδίτης
Ακόμη:
ven|nδηλητήριο veIeno veneno venom
(μέ τό σκεπτικόν ότι τά δηλητήρια έχουν σχέσι μέ τά πάθη τού έρωτος, τά όποία έμπνέει ή θεά Άφροδίτη)
v£NC£Hέκδικώ, τιμωρώ vendicare vengar avenge v| nd| co ένδι κος=δίκαιος,
vengeanceέκδίκησις vendetta vengaza vengeance νόμιμος τοϋνδικον =τό
revancheάντεκδίκησις rivincita revanche ένδικον, "δίκην αίτείν"
Κ. α. "δίκην λαμβάνει ν".
( άντιδ. : βεντέττα)
νΕΝΙ Α έρχομαι veni re venir (come* Kommen)* ven|oέρχομαι βαίνω, βαίνειν
venueαφιξις venuta venida
πλήθος σύνθ. & παράΥ. *(έτ. κομίζω, κομίζομαι)
όπως: préven| rπροβαίνω prevenire . . . preveni r . . . prevent. . .
surven| r,conven|r, sovveni re subveni r subvention, konvenieren
souven|r,aven| r evenire aveni r convey ύπό +βαίνω
convent μοναστήριον convento convento souvenir, event Konveni enz συν +βαίνω
convent τάξις
νΕΝΤανεμος vento viento wi nd Wi nd ventus αFω, αFημι =πνέω
vent||ateurάεριστήρ ventίlatore ventiIador ventiIator VentiIator ( πρβλαίβετός =άητός)
ventouseσικύα ventosa ventosa vent ventiIieren
venta||ριπίδιον ventagIio abanicio άεραγωγός άερίζω (άντιδ. : βεντούζα,
abanicar ventaiI VentiIation βεντάλια)
άερίζω άερισμός
wehen πνέω
νΕΝΤΑΕκοιλία ventre vientre ventraI venterγαστήρ (F)έντερον
κοιλιακός
γέντερ =κοιλία ,Ησύχ.,
Fήνυστρον=στόμαχος
v
g
ÞH£5έσπερινός vespertino, vespertino vesper Vesper vesper =
έσπερος: ό της έσπέ-
vespro west δύσις Westen έσπερος, έσπέρα ρας, ό έσπερινός,
vespéra|βιβλίον έσπερ. vespero vesperaI western vespern ό έσπεραίος
δεήσεων έσπερος vispera δυτικός άπογευματίζω (Fεσπερος -Γραμμ. Β,
vesperti I i o παραμονή
νυκτερις Vespero Vesper
' Έσπερος
νΕΑσκώληξ verme (esco|ex)* ver
m
i cuI e Wurm verm|sσκώληξ ελμι νς σκώληξ
véreuxσκωληκώδης, verminoso (vermiforme vermicui ar wurmartig (συνήθης τροπή τής
ύποπτος σκωληκοειδής)
δασείας εις ν και τού λ
verm|neπαράσιτον (parassito) (vermiforme) vermin Wϋrmchen είς ρ)
verm|ce||eό "φιδές" vermiceIIi vermiceIIi
έλμίνθιον
verm|voreσκωλησάγος vermivoro vermivoro vermivorous έλμινς +βορά
έξ αύτοϋ: verme||ρόδι- vermigIio (vermicuIar)
-νος, είδος σκώληκος (verminoso)
(*έκ τοϋ σκώληξ)
παράγων έρυθράν βαφήν)
νΕΑΑΝΟΑέξώστης veranda baranda verandap Veranda ή λ διεδόθη μέσC Κυριολεκτικώς,
τής ίσπανικής έξώστης φέρων πέριξ
κιγκλίδωμα-
βλ λ "barre¨
νΕΑΒΕρήμα, λόγος verbo verbo verb Verb verbum Fέρω, Fείρω, =όμιλώ,
verbos|téπολυλογία verbosita verbosidad verbosity ρήμα, λόγος λέγω. Fρήτωρ,
verba|προφορικός verbaIe verbaI verbai verbai βρήτωρ, ρήτωρ
verba||smeρητορεία κ.λπ. verbaIismo verbaIismo word λέξις Wort ρήμα ( άντιδ. : βερμπαλισμός)
vér|téάλήθεια verita verdad verity, very Wahrheit
vér|tab|eγνήσιος veritiero veridico veritabIe Verifikation
vér|f|er έπαληθεύω Κ.α. verificare verificar verify
v£HC£ράβδος, verga verge v| rga (νί +rego, Fί ς=ίσχυς +όρέγω =
v|rgu|eκόμμα virgoIa virgula σκήπτρον δηλ διά τής ε
υ
θύνω
(κaί πλήθος πaράΥ.) ίσχύος κυβερνώ) (άντιδ. : βέργα)
νΕΑΝΑΙέαρινός veraneo θερινή vernaI ver=έαρ
Fεαρ, ηρ =έαρ =
διακοπή
6J 6 -
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
v£HN|5βερνίκι, βαφή
vernisser βερνικώ
vernissure (-age)
βερνίκωμα
vernisseur βερνικο
[ποιός
v£H5πρός
vers στροφή, στίχος
verser άνατρέπω, χύνω
version μετάφρασις
άκόμη:
vertebre σπόνδυλος
verticaI κάθετος
νeήίge ϊλιγγος
(κλπ. παράΥ. & σύνθ.)
νΕΑΤ χλωρός, θαλε
-ρός, όθεν "πράσινος"
verdure χλόη
v£Hv£οίστρος,
έμπνευσις
verveux ένθουσιώδης
v£5C£άρακάς
v£5TAL£έστιάς
vestibuIe προθάλα
[μος
v£5T£χιτών, έπεν-
[δυτής
vesti ai re ίματιοθήκη
vetement ένδυμα
vetir ένδύω
veture ρασοφορία
κλπ. παράΥ. & σύνθ.
v£T£HANάπόμαχος
veterance άποστρα-
[τεία
vetuste παλαιότης
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ
vernice barniz
verniciare barnizar
in-verniciatυra barnizado
verniciatore
verso
verso
versare
versione
vertebra
verticale
vertigine
verde
verdura
(estro
οίστρος)
(cicerchia)
vestale ίέρεια
vestibolo
veste
vestiario
vestito
vestire
vestizione
veterano
vetυstυ
άρχαίος
vetυsta
barnizador
hacia*
verso
verter
νersίόn
vertebra
vertical
vertigo
verde
verdura
(arveja)
vestal
vesti bul o
vestido
vestυario
vestido
vestir
vestidura
veterano
vetυstez
ν
Ε
τ
Ε
ΑΙ ΝΑΙ ΑΕ κτηνία- veterinario
[τρος
veterinario
νΕΤΟ άρνησις, άρνησι- vietare άπαγο- vedar
[κυρία [ρεύω
v|C|NALχωρική όδός
vi ci nal ite γειτνίασις
νΙΕ βίος, ζωή
viager ίσόβιος
viabIe βιώσιμος
vitaI ζωτικός
vif ζωντανός
vivace ζωηρός
vitaIite ζωτικότης
vivement ζωηρώς
vivat +vive ζήτω
vivre ζώ -έξ αύτού:
vitami ne, δηλ. ζωογό-
-νος vite γρήγορα,
ζωηρά (κ. α.)
vicinale πλη
[σιόχωρος
vicinanza
vita
vitalizio
vitale
νίνο
vivace
vitalita
vivamente
viva
vivere
vitamina
vecino γείτων
vecindario
vida
vitalicio
vital ζωτικός
νίνο
vivaz
vidalita
vivamente
viva
νίνίΓ
vi tami na
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
varni sh
Ι varni sh
varnishing
(to**)
verse
re-verse
version
wrap τυλίγω
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Firniss
firnissen
Firnisser
(zu**)
vers
vertebra Wi rbel
vertical vertikal
vertigo Vertiko
worth άξία Wurst
worry ταράσσω λουκάνικο
warp έλύω
wri nkl e ρυτίς
(green)*
verdure
verdant
verve
Vestal
vestibule
vest, wear
vestiary
vestment
(vestυre)
vestry ίεροφυ-
[λάκιον
veteran
veterinary
Ι veto άκυρώ
vicinal γειτο
vicinity [νικός
γειτονία, περί-
[χωρα
(Ι vivify ζωο-
ποιώ)
(Iife ζωη)*
vital
vivid,
vivacious
vitality
vitamin
(grϋn)*
Vestal i n
Veteran
Veterinar
Veto
(Leben*)
vital
Vitalitat
Vivat
Vi tami n
Vitalogie βιολο
[γία
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
verso, verto ¯
άνελίττω, στρέφω
viridis =θαλερός
vireo =άκμάζω
Κυριολεκτικώς,
είμαι πλήρης άνδρο
όρμης.
verba,
verbum λέξις,
λόγος
έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
' Εκ της πόλεως της
Κυρηναϊκης Βερενίκης
(Μακεδον. τύπος τού
όνόματος Φερενίκη)
όπου κατεσκευάσθησαν
τά πρώτα "βερνίκια".
(Βερενίκη ->βερνίκη)
Fελύω, έλίττω
(συνήθης τροπή τού λ είς ρ)
*(έκ τού "face a"
-βλ. λέξι face)
**(έκ τού προσφ. -δε,
Π.Κ οίκα -δε)
(άντιδ. : "βέρτικο")
βλ. λ. νίΓίl
*(έκ τού γράστις =γρασίδι,
χορτάρι)
(βλ. λ. verbe)
vicia είδος κυάμου β| κίον= κύαμος
Vesta ='Εστία Έστία, Fεστία
vesti bul um, τό έσωτερικόν της οίκίας όπου
έκαιε τό πύρ της έστίας.
vestis =έσθής έσθής, εσθημα` εστα=
ένδύματα (Ήσύχ.)
βέστον = τό ίμάτιον ύπό Λακώνων ( Ε. Μ. )
Fέννυμι =ένδύω- έστα =ίματίων άγορά
είςΤάραντα.Fέστρα, γέστρα=ίμάτια (Ήσ.)
( άντιδ. : βεστιάριον)
vetus =παλαιός, έκ τού (F)ετος
περυσινός (πρβλ. έ-φέτος)
(άντιδ.: βετεράνος)
''Ιών προτέρων Fέτέων"
Ίλ. Λ öüì
veteri nari us: ό (βλ. λ. vehi cule)
τών ύποζυγίων ίππίατρος'
όρθόν: vehiteri nus = ύποζύγιος
veto άπολέγω,
άπαγορεύω
Fέπω=λέγω
( πρβλ. τό "ήγετικόν" εΙπα!)
(άντιδ. : βέτο)
vicus =κώμη Fοϊκος, οΤκος
(κατά τό συν-οικία) οικειότης: τό ζην όμού
έν Fοικέω =κατοικώ
vita βίος
νίνο ζώ
(έπιγρ. Γόρτυνος).
βίος, βι οτή, βιοτό
β| Fόω( άντιδ. : βιταμίνη) .
* (έκ τού λιβάς =πάν τό
περιέχον ύγρόν, χυμόν. Ή
ζωή πάντοτε έχει σχέσι μέ
τούς χυμούς. Όνεκρός
έλέγετο "άλίβας", δηλ.
"ξερός". "Τό ζών καί ύΥρόν
έστί" - "οί ζώντες, ύΥροί".
( Ε. Μ ,
6J 7
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
v| £HC£παρθένος vergi ne virgen virgin v|rgoπαρθένος F|s, F|p=ίσχύς
v|rg|n|téπαρθενία verginita virginidad virginity (νί Γ =άνηρ) [μος έξ ού βία, !σχυρός.
v| rg| na| παρθενικός vi rginal e virginal virginal v|ragoάρσενόθυ- (virago: Fi s +αγω)
v|ragoάνδρογυναίκα virago
κυρίως, προσωνύμιον τής θεάς · Αθηνάς ώς
"πολεμικής" παρθένου. Etym. Isidori: "antiqui,
fortes feminas" δηλ. οί άρχαΙοι ώνόμαζαν
έτσι τίς δυνατές γυναίκες.
v| £UXγηραιός, άρχαίος vecchio viejo o|d× .. * a|ter ... * vetus=παλαιός, έκ τού ετος(Fέτος)
v|e|| |esseγήρας vecchiezza vejez old . . . Al ter πολυετης (βλ. λ. veteran)
v|e| | | | rγηράσκω invecchiare envejecer altern *αλω=τρέφω
v|e| | |ardγέρων vecchione
*Τά ol d & Al ter, έκ τού aleo =τρέφω. (.μ.: άρχικώς
κ.6. τό vetus έχαρακτήριζε τόν οίνον τοΟ παρελθόντος
έτους. "Εξέπεσε είς την έννοια τοΟ παλαιός).
ν| ΙΙΕπόλις vi l l a έπαυλις, vi l l a έπαυλις, vi l l a έπαυλις, Villa έπαυλις v| | | a=έξοχ. οίκία Fοϊκος, οίκος,
v| | | aέπαυλις, άγροικία χωρίον χωρίον νίlθ άχρεΙος νθίlθΓ (ύποκοριστικό τού σuν-οίκία
v| | |ageχωρίον villaggio villaje village v|cus=οίκος ( άντιδ. : βίλλα)
v| | |ageo|sχωρικός vi l l ano νίllanchόn villatic (vi (cu)l l a) * Τό 'σπ. veraneo έκ
νί|,v| | a| nάγροίκος (vi l l ani a άγροίκος villain φαΟλος τού: Fεαρ, Fεαρινός
v| | |ag|atureπαραθε- χαμέρπεια) (veraneo)* villainy
κ. 6. [ρισμός vi l l eggiatura viIIancico φαυλότης
vi l lanesco κάλαντα
άγροτικός
ν|Νοίνος νίπο νί πο νί Πθ νθίπ v| numοίνος (F)οίνος-έτυμ.
v|néeοίνοπαραγωγη vinicol a vineria νίπΙυθΓ νθίπ . . . Fόνίνημι = ώφελώ
v| n|fèreό φέρων οίνον vnicoltura οίνοπωλεΙον οίνέμπορος Weinlese
[· Η λέξις κατέστη διεθνης μετά τόν Διόνυσον,
v|neuxοίνώδης vinoso vinoso vinous τρυγητός
τόν 'Όϊoυ δοτήρα" ( Αρρ Ίνδ i . ë , , τόν έπιμε-
v| n| queοίνικός νίποlθΠΙΟ vinico νίΠΖθΓ
ληθέντα μεταδιδόνaι τήν εύρεσιν τού οίνου . . .
μέθυσος άμπελουργός
καΙ θεόν νομισθήναι " (Διόδ :¯, . πχ άρμενο
v| n|co|eάμπελουργικός' vi ni colo viticola vi ni cul tural
gi ni , άλβαν. vene, άβησσ. wai n, εβρ. jaj i n,
vendageτρυγητός vendemni a vendi mia vintage Weinessig
στην διάλ. τής Πολυνησίας ύnu, στην διαλ.
v| na| greξύδι (aceto =ξύδι, vinagre vinegar Weinstock
Μαορί ίπυ, χετιτικά viiana κ. ο. κ]
v|gneόμπελος έτ. όξύς) vifa νίΠθ (Weingarten
v|gneronάμπελουργός vigna όμπελος (vinagroso (vineyard άμπελών, -έτ. * οίνος +ρίζα κολ
v|gnetteκορωνίς βιβλίου, vignaiol o ξινός) άμπελών) οίνος +χόρτος) ( πρβλ. βουκόλος)
(συνήθως σύμπλεγμα vignetta vifeta vignette (άντιδ.: βινιέττα)
άμπελοφύλλων) κ.λπ.
v|NCTεϊκοσι νθπΙί νθίΠΙθ v|g|nt|=εϊκοσι εïκοσι,λακωνικά:
v|cenna|είκοσαετης °βείκατι¨έκ τού
Fείκατι (Γραμμ. Β)
Δωρικά: "ίκάντιν" Ησύχ.
v|DL£H,v|o|enterβιάζω violare violar violate zwingen νίοlο, βιάζω, έκ βίη=βία+ίάλλω =ρίπτω.
v|o|at|onβεβήλωσις violazione νίοlacίόn violation τού v|s=βία, ρώμη ϊς (Fις) 1) μϋς 2) ρώμη
v|o|ateurβιαστης violatore viol ador violator "κρατερή ϊς Οδυσσέως"
νίοl βιασμός (viol abile) δηλ. κρατερά ρώμη τοΟ
v|o|ent βίαιος violento νίοlθΠΙΟ νίοlθΠΙ ·Οδυσσέως, ό κρατερός
v|o|enceβία κ.λπ. violenza viol encia viol ence ·Οδυσσεύς.
ν|ΟΙΕΠΕκανώ βιολέπα νίοl θΙΙΟ vi ol a violetta violet νί οl θ, v|o|a=ϊον F|ov =ϊον
v|o|etίόχρους violaceo Veί l chen "λειώνες ϊου" (Ε, 72)
v| Þ(H£έχιδνα vipera vibora νίΡθΓ νίΡθΓ "quodνίpar|at" βλ. λέξεις νίθ ¶itre
ν| ΑΕΑστρέφω, γυρίζω gi rare girar gyrastion νί ΓΟ Υuράω=κάμπτω,
env| ronπερίπου ί π ci rca (cerca de) περιστροφη περικυκλώ
(κυριολ. "έν γύρψ") (έν κίρκψ) girandol e Gi ro όπισθογρά- (βλ. +λ. "gi ration")
κ. λπ. παράγ. & σύνθ. giro γΟρος giro περιδίνησις [φησις (άντιδ. : βίρα, τζίρος)
ν| Α| Ιάνδρικός, γενναΙος νί Γίlθ νί Γί l νίΓί l θ (Wirkung νί Γάνήρ, έκ τού (Fις)καΙ Fìp δωρικά
v| r| | |téρώμη νίΓίlίΙΒ virilidad νίΓίlίIy ένέργεια) v|s=ρώμη F-ϊς =ρώμη
é-v|réεύνουχισμένος evirato (world*) (Welt* κόσμος, (βλ. & λ. νίοlθΓ)
vertuάρετή, δύναμις νίΓω virtud νίΓΙυθ όνθρωποι) * ( όμοίως έπίδρασις τού
v|rtue|αύτοδύναμος virtual e virtual virtual wild όγριος vis, Fίς, Fισχύς)
v| rtuoseάριστοτέχνης vi rtuoso virtuoso virtuoso Virtuose
v| rtuos|téδεξιοτεχνία virtuosita virtualidad virtuality Virtuositat
v|gueurρώμη, vigore vigor vigour Kraft δυνατός
v|goureuxρωμαλέος vigoroso vigoroso vigorous (έτ. κρατερός)
v|HU5μίασμα vi rus virus vi rus Vi rus (Mi asma) v|rusW ίός (F)ίός=δηλητήριον
v|reuxδηλητηριώδης νίΓulθΠΙΟ νί ΓυΙ θΠΙΟ νίΓulθΠΙ ¯
6J 8
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ
v|ru|entμιασματικός vi rul ento
v|ru|enceπικρία virul enza
v|5κοχλίας, βίδα
v|sserβιδώνω
v|ssageβίδωμα
vr|||eτρυπάνι, έλιξ
vrί| |erτρυπανίζω (Κ. Ο. )
vi te
i n-vitare
invitatura
trivello
v| 90U£UX γλοιώδης viscoso
v|scos|téτό γλοιώδες viscosita
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
vi rul ento
vi rul enci a
(torn| | |o)¯
atormi l l ar
atorni l l amento
virar στρέφω
viscoso
viscosidad
v|TH£. v|tra||ύαλοπίναξ vetro vi dri o
v|tr|neπροθήκη vetri na, vetrata vi dri era,
verreποτήρι (κ.Ο.) vidriado
νινΑΕ ζώ
v|veurφιλήδονος
v|v|f|erζωογονώ
v|v|erίχθυοτροφεϊον
v|andeκρέας
(ώς άπαραίτητον διά
τήν ζωήν)
v|vres+v|ctua|||es
τρόφιμα
conv|veσυνδαιτυμων
(Κ. ο.)
νΟILΕ πανί
(βλ. λ. véh|cu|e)
νΟIΧ φωνή
voca|φωνητικός
vocab|e λέξις (έκκλ,
vocat|onκλησις
vocat|f(γραμ. ) κλητική
voc|férerφωνασκώ
νοgue φήμη
avocatδικηγόρος
voye| | eφωνηεν [γιον
vocabu|a|re λεξιλό
évoquerέπικαλούμαι
(Κ. Ο. πολλά)
vD£Uεύχή
νΟIΑ βλέπω, όρώ
vueόρασις, θέα
re-vueέπιθεώρησις,
περιοδικόν
v| s| b| | ίté όρατότης
v|sageπρόσωπον, όψις
v|sa v|sάντικρύ
vo|c|ίδού
v|sue| όπτικός
v|serσκοπεύω
v|s|b|eόρατός
v|s|onόραμα
v|s|terέπισκέπτομαι
(δηλ. πηγαίνω νά ίδώ).
(Καί πάμπολλα παράγ. &
σύνθετα) :
prévo|rπροβλέπω ¯
prudentσυνετός-
vD|5|Nγείτων
v| c| na| χωρ. όδός
vo|s|nageγειτονιά
vo|s|nerγειτνιάζω
vivere
vivificare
vivaio
vivanda
φαγητόν
viveri
voce
vocale
vocabolo
vocazione
vocativo
vociferare
voga
avvocato
vocale
vocabol ari o
νοΙο
vedere
veduta
rivista
vi si bi l ita
viso
visa κύρωσις
vi sual e
vi si bi l e
vi sione
visitare
vi ci no
νί νίΓ
vivificar
vivar
vivienda
κατοικία
viveres
νΟΖ
vocal
vocablo
vocacion
vocativo
vociferar
boga
abogado
vocal
vocabul ari o
voto
ver
vista
revista
vi si bi l i dad
(visaje
μορφασμός)
(vidente
προφήτης)
visar
vi si bl e
vi si on
vi si tar
veedor
έπόπτης
viso όποψις
vecino
vi ci nato vecindad
essere vicino ser vecino
ΑΓΓΛΙ ΚΑ
virul ence
trepan, spi ral
dri l l
viscous
vitreous
ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
Trepan
ύάλινος Vi tri ne
Ι vitrify ύαλοποιώ νίΙΓίοl θ. όλα ς
(| | | ve)* (|eben)¯
vi vi d ζωντανός
Ι vivify
vivary
vi ands
φαγητά
victuals vivat ζήτω
voice
vocal
vocable
vocati on
vocative
vociferate
vogue "μόδα"
advocate
vowel
vocabulary
νον
Vokabel
Vokativ
Advokat
Vokal
Vokabul ar
Wunsch
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
v|t|s=όμπελος (F)ϊτuς. κύκλος κατασκευ-
κλημα άμπέλου ασμένος άπό ίτιά. Γενικώς:
κάθε περιφέρεια, γύρος. ( έτ. έκ τού ίτέα)
"ϊτυν κάμψη" (Δ. +ëö; οίσος: λυγαριά
( άντιδ. : βίδα) -(έτυμ. τόρνος)
v|scumιξός,
κόλλα
v|deo=όρώ
°.||rom, qoco
.|so||rans|ocea|°
νίνο=ζώ, βιόω
νοχ=φωνή
(έντε, ad+βάξις)
voveoεΟχομαι
(F)ίξός. τό φυτόν και ή
κόλλα ή όποία παράγεται
έκ τού καρποΟ του. "ίξός
όμμάτων": ό έλκύων τήν
προσοχήν τών όφθαλμών
τών όλλων.
Fείδω=όρώ
άντιδ.: βιτρώ, βιτρίνα,
βιτριόλι
βι όω· βί ος, βίFος
(βλ. λ. vi e)
(-έκ τού λιβάς=πόν τό
περιέχον ύγρόν, χυμόν. Ή
ζωή πάντοτε έχει σχέσι με
τούς χυμούς. "τό ζων καί
ύγρόν έστί " Ε Μ. ,
βάξις=προφ. λόγος.
Fέπος, επος
"όξεια σου βάξις διήλθε
Αχαιούς" δηλ. φήμη περί
σού. . όψ =φωνή άρχ. Fόψ
"Κίρκης άειδούσης όπί
καλ
f
"
βοή=φωνή, κραυγή
βωστρέω =βρώ "βωσαι τόν
έωυτής ονδρα" =νά φωνά-
ξη τόν όνδρα της.
,Ηρ. Α' i +ö;
εύχομαι
wit γνωρίζω
view
review
wissen γνωρίζω, v|deo όρώ, βλέπω
Fοϊδα
(F)είδω=Fopwy βλέπω
διακρίνω
vi si bi l i ty
visage
wi se συνετός
vi sual
vi sibl e
vi sion όρασις
ί visit
visiter
έπισκέπτης
vi ci nal
γειτονικός
vi ci nity
Wissen γνώσεις
visieren
σημαδεύω
(Vi si er
προσωπις)
Warte σκοπιά
witz εύφυής
Vi sum
vi si eren
warten κυττάζω
Vi sion
vi si ti eren
έξετάζω
Visite έπίσκεψις
v| c| nusγείτων
έκ τού v|cus
οίκος
(βώροι=όφθαλμοι)
Βιδαίοι=οι έπιβλέπον
τες, οι έπόπται.
όστρα ( F)είδεται ¬
=φαίνονται τα όστρα
( Γραμμ. Β: wi-de =Fειδε)
(F)'δημα =όραμα
(άντιδ. : βίντεο, βίζιτα,
σύν-οικος
(F)οίκος
βίζα)
6J 9
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
νΟΙΕΑ πετώ (μτφ. κλέmω) volare volar volatilize νοΙ ο=πετώ βολέω, βάλλω =πετώ,
vo|éeπτσις, βολή volata vuelo έξατμίζω ρίπτω, κινώταχέως
vo|antτροχός, πτυχή volante volante volatile καΙ όρμητικώς
vo|eterφτερουγίζω svolazzare ίπτάμενος πτητικός βολή=κίνησιςταχεία
Κ.δ. πολλά παάγ. & σύνθ. volear βάλλω volatility (βέλος, βολις)
έλαφρότης βολαίος=σφοδρος
(Ι fly πετώ fl i egen)*
"ερως, άπ' όΦθαλμοίο
'έκ τού "πλέω", μέ τήν έννσιαν
βολάων" ( Μουσαίος)
"πλέω είς τόν όέρα", ίπταμαι,
ταξιδεύω.
νοι ΤΕ περιστροφή volta vuelta Volte νοΙνο κυλίω, έλύω (F)έλύω=κυλίω·
vo|ter περιστρέφομαι voltare volver γυρίζω Ι whee|* Welle κύμα
έλιγμος
vo|t|gerπεριίπταμαι volteggiare voltear στρέφω Ι wal kτριγυρίζω voltigieren
είλύω=τυλίγω
vo| ub| | |té εύστροφία vol ubil i ta vol ubilίdad vol ubil ity Vol ϋbi l itat
"έπί γαίαν έλύσθη": έκυλί-
vo|umeτόμος, volume vol umen vol ume Vol umen vo|umen σθη είς τήν γην ( Ψ, 393)
ένείλημα =βιβλίον volvolo είλεός ( revolve) Walze κύλινδρος
( άντιδ. : βόλτα, βολτάρω)
vo| um| neuxόγκώδης vol uminoso vol uminoso vol umi nous volumi nos
vo|uteέλιξ voluta voluta δέμα volute ('έτυμ. κύκλος)
voussureόψίς Voussoir ( Κrϋmmeπ)** (" έτυμ. "κορώνη")
voûteθόλος Κ.δ. volta boveda vaυlt
νοιυρτΕ ήδονή volutta voluptuosidad voluptuous- Wol l ust vo| uptasήδονή (F)επαλπvος=ήδύς
vo|uptueuxφιλήδονος voluttuoso voluptuoso -ness ήδυπάθεια
( "νόστος επαλπνος"
vol uptuous wol l ustig
Πίνδ. | . ë
voluptuary ήδονικός
δηλ. ήδεία έπάνοδος)
άλπαλέον =άγαπητον
νΟΜI Α έξεμώ vomitare vomitar Ι vomit vomieren vomoέμώ έμώ,έμέω, άρχ.|εμέω
vom|que,vom|t|f, vomico, vomitivo vomic Vomitiv
έμετικόν vomitivo
vom|ssement έμετος vomito νόmίtο vomiiting
vDHAC£όδηφάγος vorace voraz voraci ous Frass βορά vorax=λαίμαργος
βορός=λαίμαργος
vorac|téάπληστία voracita voracidad voracity νΟΓΟκατατρώγω βορό=τροφή σαρκοβό-
[ρων
νΟΤΕ Ψήφος voto νοΙο Ψή
φος. vote Votum voveoεύχομαι εϋχομαι(σημαίνει καί
voterιηφίζω votare votar ¦όρκος Ι vote votieren votum εύχή, έπιθυμώ) (βλ. & λ. voeux)
votat|onψηφοφορία votazi one νοtacί όn voting Votieren έπιθυμία
νΟΤΑΕ ύμέτερος vostro vuestro your I hr vester ύμέτερος(τροπή δασεί-
vousύμείς νοί vos Υου
ας είς ν) ύμείς
νουΙΟIΑ θέλω, ζητώ volere (quero)* Ι νί l l wol l en νο|ο=βούλομαι βόλομαι =βούλομαι
vo|ontéβούλησις, volonta voluntad νί l l , volition Wi l l e
βόλλα=βουλή(αίολ.) -
θέλησις Volontar
βωλά (δωρικά)
vo|onta|reέθελοντής volontario voluntario volunteer (wahl en
Κύπρ. : "σί βόλε°, =
vo|ont|ersεύχαρίστως volontieri (voluntarioso (voluntarily , έκλέγω)
τί θέλεις;
ve||é|téάσθενής θέλησις ίσχυρογνώμων) έκουσίως)
* Τό quero έκ τού quis ==τίς, (βλ. λ. "qui ") ,
velleity
"Εννοια: όταν έρωτώ ( quae?) , ζητώ ( quaer o) ,
'Όθεν έπιθυμώ, ές σύ καΙ ή έννοια άγαπώ (te quero)
vDYAC£ταξίδιον viaggio viaje voyage Reise" v|aπορεία, όδός Fί ημι , ϊημι =πέμπω,
voyagerταξιδεύω viaggiare viajar Ι travel' reisen
άποστέλλω, ρίπτω.
voyageurταξιδιώτης viaggiatore viajero voyager & Rei sende
ϊεμαι =πέμπω έμαυτόν,
travel l er*
ρίπτομαι, όρμώ
vοίe όδός via via way Weg
είμι +=πορεύομαι
παΡάγ. & σύνθετα
FοδΟς
πχ dév|erπαρεκκλίνω deviare desviar deviate ab-weichen
* (Τό άγγλο travel, έκ τού travail. Έμπεριέχει
τήν έννοια τής καταπονήσεως. Βλ. λ. travail)
**(Τό γερμ. Reisen έκ τού rivus. βλ. λ. rival)
vULCA| H£χυδαίος volgare vυlgar vul gar vul gar vu| gus, vo|gus όχλος (FόχλοςκαΙ
vu|gar|téχυδαιότης volgarita vul garidad vul garity = όχλος |όλχος)
vu|gar|serέκλα'ίκεύω volgarizzare (vυlgarismo vulgarize
όχλησις,όχλημα
vu| gar|sat|on volgarizza- χυδαία έκφρα- vul garisation
έκλαϊκευσις -zione σις) vul gar όχλος
vu| gateέκλαϊκευσις* vulgo όχλος folk λαός Vol k
έκδοσις τής Άγίας ΓραΦής, vul gata vulgarizar folklore
"Βουλγκότα" έκχυδαίζω λαογραφία
bougreφαύλος (Κ.δ.)
620
m
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
νυΙΝΕΑΑΒΙΕ τρωτός
vuInerabi l e vul nerabl e vul nerabl e wund νu|nusτραύμα (F)ούλή, ούλη
νu| nérab| | |té (vulneraria) Wunde τραύμα Fοϋλιος =θανατηΦόρος
τό τρωτόν
νu| néra|reθεραπευ- vul nerari o (vul nerar vul nerary
[τικός έπουλωτικός πληγώνω)
νu| nérat|onτραυμα- vul nerare vul neracίόn
[τισμός
τραυματίζω τραυματισμός
νυιτυΕυχ σκυθρωπός νu|t|s βλοσυρός
νu|tuos|téσκυθρω-
[πότης
Γ |'
W
'
623
Wagon
Στίςεφημερίδεςτης4. 3. ¹ 993έδημοσιεύθηή εϊδησιςότιΊσπανοί Εύρωβουλευταίύπέβαλανπρό-
τασι είς τα Εύρωκοι νοβούλιον να αναγνωρισθη ή Κλασσικη Έλληνικη ¨ ΕγΡΩΠΑIΚΗ ΔΙ ΕΘΝΗ Σ
ΓΛΩΣΣΑ¨ , ώς¨μάνα¨γλωσσαόλωντωνεύρωπαικωνγλωσσων. Μεταξυόλλωντονίζουν.
" . . . "είναι ή μόνη γλώσσα πού οί Ήλεκτρονικοί Ύπολογισταί προχωρημένης τεχνολογίας
ήμπορούν να δεχθούν νοηματικώς. 'Όλες τίς 6λλες γλώσσες τiς απορρίπτουν ώς σημειολογικές,
ώς αύθαίρετες, Μόνον στήν έλληνική δέχονται τήν μ α θ η μ α τ ι κ ή της δομή, τήν αρμονική καί γεω
μετική της άπεικόνισι. τα τελειότατα προγράμματα /
Κ
ΑΡΟΣ, ΓΝΩΣ/Σ καΙ ΝΕΥΤΩΝ άναπαριστούν
τίς άρχαιοελληνικές νοητικές έκφράσεις σέ όλοκληρώματα, σέ τέλεια σχήματα. Ίδιαίτερη μνεία
γίνεται σταις πελασγικές πρωτολέξεις καΙ προσφύματα όπως πχ τό έπίρρημα τ ή λ ε (te/e) . Οί
ύπολογισταί τήν θεωρούν άτέρμονα, δηλαδή μή όριακή γλώσσα, άπειροστική. Χωρίς τήν έλληνική,
είναι άδύνατον να κάνη ούτε βήμα πρός τά έμπρός, τό όχημα ( Fόχος, Wagon) μέ τήν έπι στημονική
σκέψι τού αύριο ".
=
Ό αεί μνηστος |LDLHl CÒ SAGHLDÒ, Πρύτανι ς της Βασι λι κής Ακαδημί ας των Βάσκων,
Πρόεδρος της Έλληνικης Άκαδημίας της Βασκωνίας, έμίλησε σχετικως με ταθέμασεδιάλεξί του
στήν Άθήνα, σε συνέντευξιπουπαρεχώρησεστην ΕΤ! , καί στα Β' Παγκόσμιο Γλωσσικα Συνέδριο
της Καβάλας, 8 b ¹ 993. Άποσπάσματααπατιςόμιλίεςτου.
"Τό να όμιλή κανείς γιά Ήνωμένη Εύρώπη χωρίς Έλληνική γλωσσα, είναι σαν να όμιλής μέ έναν
τυφλό για χρώματα . . .
Δέν μπορεί να έπέλθη μία νέα άναγέννησις έαν δέν έπιστέψουμε στΙς πηγές . . . Έννοούμε
σαΦώς τήν Έλληνική γλώσσα, ή όποία εύρίσκεται σέ όλες τίς γλώσσες τού κόσμου μέ τήν μορφή
τών έπι στημονικών καί τεχνικών όρων, άλλά καΙ λέξεων τής πνευματικής ζωής, άκόμη καΙ τής
καθημερι νής όμιλίας . . . άποτελεί τήν γλώσσα-γεννήτορα τών εύρωπαικών γλωσσών . . .`.
•
62b
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
wACDNόχημα vagone wagόn waggon Wagen νeho -φέρω έΦ'
|όχέω=όχαΟμαι
wagon-||t(λέκτρον wain όμαξα wegen ένεκα άμάξης |δχος= όχημα
=κλίνη) wagen τολμώ ( πρβλ καί Fαγάς ( πρβλ έπαχαύμενας)
wagonn| erόδηγός Weg όδός ¯ αγός (τού όγω) ( άντδ. : βαγόνι)
όχήματος βαγάς =άγός (βλ & λ. vehi cul e)
=βασιλεύς)
(μέσι άγγλικής)
νΑΤΕΑ-ροΙο water-pol o water-polo-* έκ τού ύδωρ,ύδερός
water-c|oset**άποχω wash πλένω *έκ τού πάλλα (σφαίρα,
[ρητήριον μπάλλα)
wh|sky ούίσκυ whisky
(έκ τού ui sce, όπερ wake **close έτ. κλείω
έκ τού ϋδωρ +βίος) (ναυτ: όρος)
νΑΑΑΑΝΤένεχυρόγρα
(barrio συνοι- warrant Warte σκοπιά |όρος, αύρας =Φύλαξ
[φον -κία)
warrantageέγγύησις
ι
Ι
χ
Ι
1 1
Ι
ι
ι i
Ι
Ι
Ι
Ι ;
ι '
629
Xénoph i | i e
·. . . οία φί λοl ξείνοl ξείνοισιδιδοuσιν·
Όδύσσεια
·. . . η τών Έλλήνωνφωνηπολλαχη άνα την οίκοuμένηνδιέσπαρταικαΙσuχναϊςέγκατεμέμεικται,
καΙκλέοςμεναύτή μέγα. . . ª
ΛαόνικοςΧαλκοκονδύλης
*
·. . . Πολλαχη κατα θάλατταν πλανώμενοι , γλώτταν την Έλληνl κην έπέβαλον, εύρυ ποιοuντες
τοέμπόριον. . . ·
Πλούταρχος
=
·. . . καΙ ταΈλληνικά, ωςμέσαστην Βακτριανητα πήγαμε, ωςτουςΊ νδούς. . . ·
%²ø
Pg^
·ταάρχαϊαΈλληνικαδενε
ί
ναιμιαγλώσσα, είναι ήγλώσσα·
•
Κων. Καβάφης
Μάρτι νΧάι ντεγκερ
63J
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι Ν| ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ΧΑΝΤΗΙ ΝΕξανθίνη (santi ppe* xanthi ne Xanthi ppe* ¯ξανθός
xanthomeξάνθωμα δύστροπος xantho . . . δύστροπη * ( Ξανθίππη-ή δυστροπη
xantheκίτρινος (κ. α) γυνή) σύζυγος σύζυγος τού Σωκράτους)
ΧΕΝΟΡΗΟΒΙΕ xenofobia xenofobia xenophobi a Xenophobi e ξενοφοβία
xénophobe xenofobo χenόfοbο xeno . . . xenophob ξενόφοβος
xénoph| | | e xenofi li a Xenophi I ie ξενοφιλία
xénoph| | e xenofiIo χenόfίΙο ξενόφιλος
xénoman|e xenomani a (proxeneta xenomani a ξενομανία
xén|smeγλωσσικός προξενητής) Xenomani e
ξενισμός χenόn ξενών
X£HA5|£ sero . . . xerosis xero . . . (Xeranthemon) ξηρασία
xéroderm|e ξήρανσις ξηροδερμία
xérophtha| m|e xeroftai mi a xerodermi a Xerophthal mi e ξηροΦθαλμία
κ.λπ. xeroftaI mi a
xerofagi a
ξηροφαγία κλπ . .
xerografia xerography
χerόfίΙο
Χ| ΡΗΟ|ΟΕ xifoide xifoides xi phoi d ξιφοειδης(ξίφος)
xifoteca xifoideo xi phias
ξιφοθήκη jifia ξιφίας ξιφίας
XYLDCDÞ£ (xi I oIogO) (ρίΓόχίΙο) ξυλοκόπος
xy|ograph|e si I ografia xi Iografia xyIography XyIographi e ξυλογραφία
xy|ograph|que si Iografico xi Iografico xyIographic xyIographisch ξυλογραΦίκός
xy|ographe si I ografo (xi I organo) xyIographer XyIographe ξυλογράφος
xy|ophage χί Ι όfagο xyIophagous ξυλοφάγος
xy|ophone si I ofono χί ΙοΙοπο xyIophone XyIophon ξυλόφωνον
XY51H£όδοντόξυστρον sisto ξυστός xistro ξύστρα xyster zi seI i eren ξύστρα
xysteξυστός zyst σκαλίζω
xyst
όστεοξέστης
άέριον xénon (χημ.;
[καί αλλα σχετικά μέ την . . . . . έκ τού ξένος, ξένον
χημεία &φυσικη όπως:
argon
neon άργόν
krypton νέον
ηΥ|οη* κρυπτόν
` '(έκ τού v|ny|eon,¯Κ.α . . ίοη, méson,é|ectron, proton,photon. .
*οίνος +ϋλη . . . .
Ί
Ι
Ι
ι '
Ι
|
|
=
=
..
Ι
γ
¸
l
=
635
Y-grec
«ΤΟέλληνικοάλφάβητοάποτελεϊτηνβάσιτούδι κούμας, το οποϊονείναιάπλούσταταηρωμαίκη
προσαρμογη στάλατινικά·καιαύτοςείναιΟ λόγοςγιάτονοποϊοντογράμμαYy, πουείναιτοέλλη·
νικο Υυ, δεν άντιστοιχούσε όμως σε κανέναν λατινικο φθόγγο, όνομάζεται άκόμα στά γαλλικά Υ
g|ec, έλληνικο Υ
Ετσιάπό τό ΑΛΦΑ μέχρι τό ΩΜΕΓΑ, άποτις άκτίνες ΓΑΜΑμέχριτάΔΕΛΤΑ τώνποταμών, άπο
το ΡΗΙ , ΒΕΤΑ, ΚΑΡΡΑ μέχρι το πH
,
, τά έλληνι κά είναι τό άλφαβητάρι τού Δυτι κού έγγράμματου
πολι τι σμοϋ» .
Ολιβερ Τάπλιν· ¨Τό Έλληνικόνπυρ¨· Έκδ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
« Στογραμματικοπεδίοήέλληνικη ύπερέχειάπέναντισε όλεςτις όλλες γλώσσες, άπο τηνάκρί·
βεια τώνμορφημάτωντηςπου κάνεικαθαρητην δημιουργίαλέξεων, άποτηνάκρίβειατης συντάξε·
ως που άποδίδει στην νόησι όλη την άξία της, άκολουθώντας την σε όλες τις διακυμάνσεις της
Ούδέποτεσφυρηλατήθηκεώραιότεροέργαλεϊο γιάνάέκφρασθηήάνθρώπινησκέψις. »
J. \ANDR\ES (ΠρύτανιςΦιλοσοφικήςΣχολής τουΠανεπιστημίουΠαρισίων)
*
« Σήμερα όφείλουμε νά προσεγγίσουμε κατά τρόπον όμεσο, δίχως παρεκκλίσεις, την έλληνι κη
παι δεία-Μητέρα της κοινης μας δυτι κης παι δεύσεως. ποτε δενθά κατορθώσουμε νάεύχαριστή·
σουμε άρκετά αύτους τους άνθρώπους, τους Ελληνες, οί οποϊοι όχι μόνον μάς άπεκαλυψαν τις
σκέψεις τους, άλλα μάςέμαθαν,μάςέδίδαξαν πώςνασκεπτόμαστε Χίλια εύχαρι στώ, »
ΧουάνΧοσέΠouχάνα Άρθα
¨Corrien|esde|Fensamien|oene|Feriodo He/enis|ico¨.
=
«Όλες οί εύρωπαίκεςγλώσσες προώδευσαν και έξανθρωπίσθηκαν κατα την έπαφή τους με την
έλληνική, έξανθρωπίζοντας έτσι και τους άνθρώπους οί οποϊοι τις ώμίλησαν Ή έλληνι κη είναι ή
γλώσσα της παι δείας μας' αύτη εδωσε μορφη σε όλόκληρο τόν δυτι κό πολι τι σμό
'
στην ούσία
είναι αύτη που μας επέτρεψε νά εγκαταλείψουμε τό "status" τών άγρίων και νά μεταμορφωθοϋμε
σε πολι τι σμένα όντα. Χάρι ς στην Ελλάδα και την κλασσι κή της γλώσσα έγί ναμε όνθρωποι ·
εύρωπαϊοι Γι αύτο ή γνώσις της έλληνικης είναι άπαραίτητη σε κάθε καλλιεργημένο εύρωπαϊο
Γίνεται λοιπον άντιληπτο ότι μόνον χάρι ς στους 'Έλληνες, οί όποίοι διέθεταν μία τόσο τέλεια
γλώσσα, ό όνθρωπος γενικώς άνεκάλυψε στην Ελλάδα το πνεύματης Επιστήμης έτσιέπαυσενά
είναι ¨ζώονόλογον¨η ¨όγριος¨καιμεταμορφώθηκε στον ¨hOmO sap| ens¨. Ή διαδικασίααύτηόρχισε
άποτηνΕλλάδα, έπέρασεκατόπινστηνΔυτικηΆσίακαιάργότεραστην Ρώμη « ª .
Federico Sagredo Περί τήςΣοφοπόλεως·Περιοδ HA/CON ΙΕΡΑΞ no.2
•
ΓΑΛΛΙ ΚΑ
YACNT θαλαμηγός,
''Υιώτ''
Y£AHL|NCένός έτους
(έκ τού άΥΥλ·)
Υ =οπου
(ίl Υa)
YDCA"γιόγκα"
yog|sme"γιογκισμός"
Ι ΤΑΛΙ ΚΑ
yacht
YAHD1 ) αύλη 2) μέτρον . . . . .
Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ
yacht
ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ
yacht
yearling jarlich έτήσιος
ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ
jaceo
έκ τού year Jahr έτος έκ τού hora¬
(yoke ζυγός) Joch
(yokel
χωρικός) -δηλ.
ύπό ζυγόν-
yard
j ugum
637
έκ τού ΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
ίημι-ϊεμαι =όρμώ,
ρίπτομαι
ωρα(βλ. λήμμα heure)
οΤ= όπου
"έφεuyov, οί έδύvατο
έκαστος" .
'Όί πορεύομαι ".
ζυγός, σύνδεσις
όρουρα+χόρτος
(άντδ.: γυάρδα)
ι
Ι
Ι
Ι
ί
ι
Ι
ι
Ι
ι
Ι
Ζ
m~ = ¬� ¬
64!
Zel e
«. . . Πάσαι γαρ αί πόλεις καί πάντα των ανθρώπων τα γένη πρόςήμάς καί προς τήν ήμετέραν
δίαιταν καί φωνήν απέκλινε . . πάσαν τήν γην, τύχη τινί θείo, ζηλος έπέρχεται της ήμετέρας
σοφίαςκαίσυνηθείας, καίταύτηνμίανφωνήν κοινήν όπαντες τού γένουςένόμισαν, καί δι
'
ήμών
όμόφωνος γέγονε πάσα ή Οί κουμένηο ο ο »
Αριστείδηςό Αδριανουπόλεως
«. . . Ή λέξη γυμνάσιο στα γαλλικα είναι LYC
E
E, απο το Λύκει ον τού Άριστοτέλη, όπως τα
αμερικανικα καί βρετανικα σχολεια όνομάζονται συχνα
'
Ακαδημίες, σαν τήν πλατωνική. Ή γερμα-
νικήλέξηείναιGYMNASI UM, άπο τοντόπο όπουέδίδασκε ό Σωκράτης Ή λέξηSCHOOL είναιή
έλληνική σχολή, δια μέσου τού λατινικού SCHÒLA : σημαίνει άνάπαυση, σε αντιδιαστολή προς
τήνσοβαρήέργασίατηςήμέραςπουέκτελειοένήλικος .
~
ΤΖ ΧΑΙΓΚΕΤΚαθηγητήςΠανεπιστημίουΚολούμπια
'ΉΚΛΑΣΣ/ΚΗΠΑΡΑΔΟΣΗ¨Έκδ. Μ/ΕΤ
*
« . . το να όμιλη κανείς για Δημοκρατία, για Πολιτική. καί για τόσα όλλα που έμεις οί Δυτικοί
χρησιμοποιούμε καθημερινως στήν όμιλία μας, αυτο θα ήταν αδύνατον έαν δεν είχε υπάρξει ή
Έλλάς .
Τ ο κοινον των Έθνων μας λίγο γνωρίζει τήν όφειλή του αυτή προς τήν Έλληνική Ι στορία. . . Ό
δυτι κός κόσμος θα ήταν δι αφορετικός έαν δέν είχαν ύπάρξει οί · Έλληνες. ΤΟ βέβαιον είναι ότι
πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν έσφαλλαν όταν ίσχυρίζονταν ότι είναι υίοί των θεων . ¦ πο
esI aban equ| vOcadOs cuandOdec| an quee|an h| ¡ Os de | Os d| Oses) ·
(' Από την όμιλία τού Δρ. Rami ro F. Osorio ΔιευθυνΤΟύ τού Ίνστιτούτου Παιδείας τής Κολομβίας, κατά την διάρκειαν
τών Έγκαινίων τής Έκθέσεως 'ΆΤΕΝΑ 5000 afos de Hi stori a", την 23/J J /J 993,είς τό Έθνικόν ΜουσεΤον Κολομβίας.)
*
« Προσεληλυθότες προ των πυλων της Νέας Ευρώπης, έν τψ αίωνι της Κυβερνητικης, ήμεις οί
Βασκωνες έπί τωνάκτων της Έσπερίας, Ίάονες τού Άτλαντικού Ωκεανού, σοί Έλλάδι, πατρίδι
απάντων πεπαιδευμένων Λαων, χαίρειν λέγομεν διότι μόνον δια της παιδείας σου ήμεις πάντες
οι Ευρωπαιοι τήν νύν αυτων ψυχήν έχομεν καί άληθως όνθρωποι γεγενήμεθα. Καί τούτο όμοίως
ένΒασκωνίoκαί έν Γαλλίo καίέν Άγγλίo τε καί έν Γερμανίo γέγονε καίόλλοθιέν πάση Ευρώπη,
πανταχούτοίνυνάπο της Άνατολίαςόχρις είς τήν ΈσπερίανένΔυσμαις, υίοίσου έσμενκαί οϋτω
πεπαιδευμένοιόνθρωποι
Έρχόμεθαπαρασέ, τήνμητέρατηςάρίστης παιδείαςτούκόσμου Έρχόμεθα παιδεύσοντες το
Πνεύμα καί τήν ψυχήν ήμων. Δι ότι όστις εχει τήν γλώσσαν, ώσαύτως εχει καί τό Πνεύμα τών
ανθρώπων e e e
>
.
FedericoKru|¤igSagredo · ¨Χαίρει νΈλλάδι ¨·
Περιοδ HA/CON ΊΕΡΑΞ no2 Bi/oaoΜάρτιος I994.
643
ΓΑΛΛΙ ΚΑ ΙΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΙΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτούΕΛΛΗΝΙ ΚΟΥ
Z(9H£όναγρος zebra (όnagrο) zebra Zebra equ|ferus=.ππα ίκκος='ίππος +φέρω
zébréραβδωτός
γροςέκ του
equus +fero
ΖΕΙΕ ζήλος zel o cel o zeal ze| us ζήλος
zé|oteurζηλωτής zelatore celador zeal ous
zé|éπρόθυμος zelante ένθερμος
zé|oteζηλωτής zel are ζηλώ zealote Zelot
zé|otyp|eζηλοτυπία zel anteri a cel os zealotry
ύπερβάλλων ζηλοτυπία φανατισμός
ζήλος zeolite
ΖΕΟΙΙΤΗΕ ζεόλιθος
zéo| | th| que ζεολιθικ6ς
Z£ÞNYHζέφυρος zeffiro cefi ro zephyr Zephyr zephyrus¬ ζέφυρος δυτ, ανεμος
zéphyr|enζεφύριος (έτ. έκ του ζόφος,.
ζέφυρος.γενικώςπας
ανεμοςπνέωνεκτοΟ
βορείουήμισφαιρίου
(κυρίως βορειοδυτικός,
( Οδ Ξ 548. "νύξ έπηλθε
κακή", ζέφυρος μέγας'ϊ
("Βορέης καί Ζέφυρος
τώ Θρήκηθεν δητον".
Άπολλ. Σοφ. ,
Z£HDμηδέν ΖθΓΟ ΖθΓΟ ΖθΓΟ Zero ( "' δέ Ζέφυρος, 'κ του ζέφυρος, διότι
zérotageμηδενισμός Βορράς τις έστί καί στίςπυξίδεςτόσημ τοΟ
έξ αύτού ch|ffreάριθμ. cifra cifra cypher Ziffer αύτός" Εύστάθιος) βορρόζέφυρος
σημ, (καί παράγωγα:) (βλ. ώς δνω λ. zephyr)
er-eur κ, λπ. εσημειώνετομετό Ο
(μηδέν,
Τόάραμαίκόνsifr,
έκ του ζέφυροςκαίαύτό
ΖΕτΕτιουΕ ζητητική zetetico zetetic ζητητι κός(ζητέω-ώ)
μέθοδος
Z£UCM£ζεύγμα zeugma zeugma zeugma Zeugma zeugma ζεύγμα
Z| HCDN| UMζιρκόνιον zirconi o zi rcon Zirkon έκ του φραγκ. έκ του ύάκι νθος
έκ του jargonκίτρινο jagonce, (βλ. λ. jargon)
διαμάντι
ΖΙΖΑΝΙ Ε ζιζάνιον, zizzani a ci zaia z|zan| um ζιζάνι ον
σκάνδαλον
ZDD|A0U£ζψδιακός zodiaco zodiaco zodiac zod|acus ζωδιακός(ζώδιον)
zod|aca|ζψδιακός zodiacale zodiacal zodiacal, Zodiakal
zooid
ΖΟIΙΕ φιλόψογος zoi l i st Ζωίλος, άλεξανδρ
λόγιος
ΖΟΝΑ ζώνη(ίατρ. , zona zona ΖΟΠθ Zone zona ζώνη, ζώννυμι
zone ζώνη(γεωγρ , (Ζοnίfίcacίόn) zoned
zonéζωνοφόρος (zonel ess)
zona| ζωνοφόρος
zosterζωστήρ zostera zoster ζωστήρ
ΖΟΟΡΗΥΤΕ zoofito Ζοόfίtο zoophyte ζωόφυτον
zoophore zooforo (protozoo zoophorus ζωοΦόρος, ζωΦόρος
zoospore πρωτόζωον)
zoo|og|e zool ogi a zoologia zoology Zool ogi e ζωολογία
zoo|og|que zoologico Ζοοlόgίcο zoological zoologisch ζωολογικ6ς
zoograph|e zoografia zoografia zoography ζωογραΦία
zootechn| e zootecnia zootecni a zoogony ζωοτεχνία
zootom|e zootomi a (Ζοόfagο ζωογονία ζωοτομία
ζωοφάγος, zootomy Zoolog
zoologist Zoonosen νόσοι
ζώων ~
644
ΓΑΛΛΙ ΚΑ Ι ΤΑΛΙ ΚΑ Ι ΣΠΑΝΙ ΚΑ ΑΓΓΛΙ ΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙ ΚΑ ΛΑΤι ΝΙ ΚΑ έκτού ΕΛΛΗΝι κογ
zoiatric κτηνια-
[τρική
zooIatrie zooIatria zooIatria zooIatry ζωολατρεία
κaί ΖΟΟ =ζωολ. κηπος zooiatra ΖοόΙοgο zoonomy κ. λπ . . .
epizoaire κτηνίατρος ζωονομία
κ.λπ. κ. λπ. zoofi I o ζωόφι- zoofi I i a zooni c Zoophi I i e
[λος zoospermo ζωικός
zoofobia zootecnia zygoma
2YCDM£ζύγωμα zigomo ci goma zygoma ζύγωμα
zygomatique zigomatico ci gomati co zygomati c ζυγωματικος
zygote (ci gomora) zygote ζυγωτός
ΖYΜΙ DUΕ (cί mόgenο) zymotic ζυμ|κός
zymoIogie zimoI ogia zymoIogy ζυμολογία
zymose zymotic ζύμωσις
ζυμωτικός ένζυμον
enzyme enzi ma enzi ma enzyme
zymurgy
2YTNDCAL£ ζυθόγαλα
zythum ζύθος
Π Ρ Ο Σ Α ΡΤ Η ΜΑ
Εί σηγήσει ς ε ί ς Δι εθνή Συνέδρι α
Ό
γλωσσικ
ό
ς
ά
θλος τ
ού Κ
· Ξ
ενοφών
τος
Ζ
ολώτ
α
¦ΚαθηγητούτηςΟίκονομίας,ΔιοικητούτηςΤραπέζηςΈλλάδοςκαί πρώην Πρωθυπουργού)
Ό κ Ζολώτας, σε δύοόμιλίες του ¦26 9 J 957καί2. J 0 J 959)είς ηΊν Συνέλευσιν τού Νομισματικού
ΤαμείουτηςΟύάσιγκτων, εχρησιμοποίησε μόνονλέξειςμεελληνικήρίζα.
Παρατίθεται ό δεύτερος λόγος του, της 2/! 0/ J 959, καί ή Έλληνική του μεταγραΦή, όπως άκριβως
δημοσιεύεταιείςτό Διαδίκτυον ¦¤ttp./www. ¤ gr./oooks a|xaa /zo'otas. ¤tm).
Kyrie,
It i s Zeus' anathema οπ ουΓ epoch and the
heresy of ουΓ economi c method and policies that
we should agonize the Skylla of nomismatic
plethora and the Charybdi s of economic
anaemi a.
It is πο! my i diosyncracy to be i roni c ΟΓ sarcastic
but my di agnosis would be that pol i ti ci ans are
rather cryptoplethorists. Although they
emphati cal l y stigmatize nomismatic plethora,
they energize it through thei r tactics and
practices. Our policies should be based more οπ
economic and less οπ political criteri a. Our
gnomon has to be a metron between economic
strategic and phi l anthropic scopes.
ΙΙπ an epoch characterized by monopolies,
ol i gopol i es, monopolistic antagonism and
pol ymorphous i nelasticities, ουΓ policies have to
be more orthol ogi cal , but thi s should πο! be
metamorphosed ί πΙο plethorophobia, whi ch is
endemic among academic economists.
Nomi smati c symmetr shoul d not antagonize
economi c acme. Α ψeater harmonization
between the practices of the economic and
nomismatic archons i s basic.
Paral l el to thi s νθ have to synchronize and
harmonize more and more our economic and
nomi smati c pol i ci es panethnical l y. These scopes
are more practicable πον, when the prognostics
of the pclitical end economic barometer are
hal cyoni c.
The hi story of our di di mus organization οπ thi s
sphere has been di dacti c and thei r gnosti c
practices νί ll al ways be a Ιοπί ς Ιο the
pol yonymous and i di omorphous ethni cal
economi es. The genesi s of the programmed
organization νί l l dynami ze these pol ici es.
Therefore, Ι sympathi ze, al though not wi thout
criticism ΟΠθ ΟΓ two themes with the apostl es
and the hi erarchy of our organs ί π thei r zeal to
proψam orhodox economi c and nomismati c
pol i ci es.
Ι apol ogi ze for havi ng tyranized Υου with my
Hel l eni c phraseology. Ιπ my epi l ogue Ι
emphasize my eul ogy to the phi l oxenous
aytochtons of thi s cosmopol i tan metropol i s and
my encomi um Ιο Υου Kyrie, the stenographers.
Κύρι οι,
Εί ναι "Δι ός ανάθεμα" σην εποχή μας και αίρεση
της οικονομικής μας μεθόδου και της οικονομικής
μας πολι τι κής το ότι θα φέρναμε σε αγωνία την
Σκύλλα του νομισματικού πληθωρι σμού και τη
Χάρυβδη της οι κονομικής μας αναι μί ας.
Δεν εί νοι στην ιδι οσυγκρασία μου να εί μαι
ειρωνικός ή σαρκασικός αλλά η δι άγνωσή μου θα
ήταν ότι οι πολιτικοί είναι μόλλον
κρυπτοπληθωρισές. Αν και με έμφαση
σιγματίζουν τον νομι σματικό πληθωρισμό, τον
ενεργοποι ούν μέσω της τακι κής τους και των
πρακι κών τους. Η πολιτική μας θα έπρεπε να
βασίζεται περισσότερο σε οι κονομικό και λιγότερο
σε πολιτικά κριτήρι α. Γνώμων μας πρέπει να εί ναι
ένα μέτρο μεταξύ οι κονομι κής σρατηγικής και
Ι
φι λανθρωπι κής σκοπιάς.
Ι Σε μια εποχή που χαρακηρί ζεται από μονοπώλι α,
ολιγοπώλια, μονοπωλι ακό αναγωνι σμό και
¸Ιπολύμορφες ανελασι κότητες, οι πολιτικές μας
Ι πρέπει να είναι πι ο ορθολογισι κές, αλλά αυτό
f δεν θα έπρεπε να μεταμορφώνεται σε
πληθωροφοβία, η οποία είναι ενδημι κή σους
, ακαδημαϊκούς οι κονομολόγαυς.
!
¸Η νομισματική συμμετρία δεν θα έπρεπε να
ι
αναγωνίζεται την οι κονομι κή ακμή. Μι α
μεγαλύτερη εναρμόνιση μεταξύ των πρακικών
`
ι
των οικονομικών και νομι σματικών αρχόντων
ί � είναι βασική.
nαρόλληλα με αυτό, πρέπει να εκσυγχρονίσουμε
και να εναρμονίσουμε όλο και περι σσότερο τις
οι κονομι κές και νομι σματικές μας πρακικές
παν εθνικώς. Αυτές οι θεωρήσεις είναι πια
εφαρμόσιμες τώρα, που τα προγνωσικά του
πολιτικού και οικονομικού βαρομέτρου είναι
χάλκινα.
Η ι σορία της δί δυμης οργάνωσης σε αυτήν την
σφαίρα είναι δι δακτική και οι γνωσικές τους
εφαρμογές θα είναι πάνα ένα τονωτικό σις
πολυώνυμες και ι δι όμορφες εθνικές οικονομίες. Η
γένεση μι ας προγραμματισμένης οργάνωσης θα
ενισχύσει αυτές τις πολιτικές.
Γι' αυτόν το λόγο αντιμετωπίζω με συμπάθεια,
αλλα όχι χωρίς κριτική δι αθεση, ένα ή δύο θέματα
με τους αποσόλους της ι εραρχίας των οργάνων
μας σον ζήλα τους να προγραμματίσουν
ορθόδοξες οικονομικές και νομισματικές
πολιτικές.
Απολογούμαl παυ σας τυράννησα με την ελληνική
μου φρασεολογί α. Στον επίλαγό μαυ δίνω έμφαση
σην ευλαγία μου, προς τους φιλόξενους
αυτόχθονες αυτής της κασμοπολίτικης
μητρόπολης καθώς και το εγκώμι ό μου προς
εσας, κύριοι σενογραφοι .
648
A^^A nl ΡΟΠΟΥΛΟΥ ÷Y£A�| ^Y
Φιλοσοφικόν Συμπόσι ον Πράγας
μεθέμα
-
Ή
Έλληνική Φιλοσοφική Παράδοσις καί ή Τσεχική Σκέψι ς ¨
· Μετά την προγραμματι
σμένη Είσήγησι, κατετέθηέγγράφωςτό κάτωθ
ι
ύπόμνημα.
Hh| Beta Kappa
La
1
Ph| |OsOph|e,se|On
?
|es Lex| ques|es
p| usfameux,est Ι' | nc| | na| sOnvers
3
|a
SOph|e, | aGnOse, | aMethOde
systèmat|quequ| exam| ne
|es thèOr|esqu| seréfèrent8
4
Ι '
OntO|Og|eet8 |a Phys|que.
Se|On p| us| eurs savants, | aph| | OsOph|e
estunemèthOdethaumaturg| quement
thérapeut|quepOurtOutsymptOme
turbu|entdenOtreépOque,de
Ι ' anarch|e,deΙ ' hy| | sme,ducyn|sme,en
brefdetOutcequ| | ntOx| queune
démOcrat|easthén| queetchaOt| que.
Εnp| us: Ι ' authent| queméthOde
ph| |OsOph| quehé| | én| queapparaît
cOmme
5
| ' un|quepanacéedes
syndrOmesdesasthén|es,de| acr|se,
de Ι ' agOn|e, du marasmedenOtre
épOqueet |esymbO|ede| a
pa| | ngénés|edeséthn| es.
Dans |es EcO|esAmér|ca| nes
ex| stentdesC| ubs
qu| se nOmment" Ph| BetaKappa"
(Φ Β Κ) qu| veutd| re
" Ph| | OsOph| eGOuverneurde|aV|e".
Des prOsé|ytes,technOcrates ου
|déa| | stes, apOthéOsent| a
MéthOdePh| |OsOph| queen caractér|sant
| aPh| |OsOph|eHé| | én| quecOmme| a
Mus|que, | aMé|Od|e, | eRythmeet
Ι ' HarmOn|e de nOtrepsych| sme,en
cOc| us| OnΙ ' Orchestreet|a
POés|ede| amenta||té.
Φι Βή
τ
α Κάππα
Ή φιλοσοφία, κατα τα Λεξι κα τα πλέον
φημι σμένα, έστί ή εν-κλι σι ς πρός την
Σοφίαν, την Γνώσι ν, την Μέθοδον
την συστηματική ν, όκοία έξετάζει τας
θεωρίας τας αναφερομένας εί ς την
Όντολογίαν, ετι εί ς την Φυσι κήν.
Κατα πλείστους σοφοUς ή Φιλοσοφία
έστι μέθοδος θαυματουργικώς
θεραπευτι κη δια πάν (τούτο) σύμπτωμα
τυρβαστι κόν τής νωιτέρας έποχής, τής
αναρχίας, τού ύλι σμού, τού κυνι σμού, έν
βραχεί παντός Ο,ΤΙ έν-τοξινώνει μίαν
δημοκρατίαν ασθενι κην καί χαοτι κήν.
Έπί πλέον: ή αύθεντι κη έλληνι κη
φι λοσοφι κη μέθοδος παρουσιαζεται ώς
ή μοναδι κη (ένι κη) πανάκεια τών
συνδρόμων τών ασθενει ών, τής κρίσεως,
τής αγωνίας, τού μαρασμού τής
ήμετέρας (νωι τέρας) έποχής καί τό
σύμβολον τής παλιγγενεσίας τών έθνών.
Έντός τών Άμερικανικών Σχολών
ύπάρχουν (έξ-ίστανται) Λέσχαι (Κλωβοί)
όκοίαι όνομάζονται "Φί Βήτα Κάππα"
(Φ Β Κ) κοίον βούλεται δει κνύει ν
"Φι λοσοφία Βίου Κυβερνήτις".
Οί προσήλυτοι , τεχνοκράτες η
ίδεαλι σταί, αποθεώνουν την
Φιλοσοφι κην Μέθοδον,
χαρακτηρίζοντες την Έλληνι κην
Φιλοσοφίαν ώς την Μουσι κήν, την
Μελωδίαν, τόν Ρυθμόν καί την Άρμονίαν
τού νωιτέρου ψυχι σμού, έν
κατακλείδι την Όρχήστραν, προσέτι την
Ποίησι ν, τού Μένους.
'Άννα Τζιροπούλοu Εύσταθίοu
1 . l e, l a, les: du latίn i I I e-i I I a qui vient du grec ϊλλος: Οθυί l , ϊλλω: je regarde, ϊλλε: regardez. ya veut di re que Ι ' article
primitivement etait pronom demonstratif, eχactement comme chez Homere. (τοί : αύτοί, τήν: αύτήν).
?. selon: du l atίn "sub-I ongum" qui vi ent du grec "ύπσ-δολιχός".
3.Vers: du latin versum, verto, calque du grec στρεπτόν, φερτόν.
4. a: du latίn ad qui vi ent du grec: όντα: vers
5.comme: du latίn "quo modo" qui vient du grec "κοίψ μήδει".
π0� Η ÷^¬^' Ι ¬ "0^' ^0|0' ¬< το^ |A|Ι0�^' 0 ^0"0 040
Σ
τ
ην 1 Οη Δι εθνή Συνάν
τησι Κλι νι κής Καρδι ολογίας (27-29 Άπριλίου 1 995) ,
ό καθηγητης της Καρδιολογίας κ Νικόλ. Κούνης στην όμιλία του πρός τους συνέδρους
έχρησιμοποίησε μόνον άγγλοποιημένες έλληνικές λέξεις Παρατίθεται ή τελικη σύνοψις τού
λόγουτουπρόςτουςξένουςσυνέδρους, όπωςτηνκατέθεσε.
«A| ' e| g| c ¦ O¯ hype|se¤s I v| I y) myOca| d| I s | s a¤ | aI |Oge¤ c h| sI | c asI he¤ a OI I he
myOca¯d| um aeI O| Og| ca| | y based O¤ pha¯ macO| Og| ca| a| | e¯ gy | I s cha¯acI e¯ zed by
c| | ¤| ca' sympI Oms such as de¯ maI | c exa¤I hema a¤d py¯ex| a, ca¯d ac sympI Oms a¤d
eOs| ¤ Oph | | a. D| ag¤OsI | c c| | I e¯ | a a| e. I he c | | ¤ ca' h | sIO¯y, I he c | ¤ | ca' cO¤ a¤d I he
e¤ dOmyOca| d | a' b| Opsy w| I h c h a¯ acI e| sI | c aI yp| c a' | y mp hOcyI es, g a¤I c e | ' s a¤ d
eOs| ¤Oph| | s. Th e paI hOge¤eI c mecha¤| sm OI I h. s Iype OI myOca| d| I s | s hypOI heI | zed
IO be a| | e|g| cI ype | V.
1he|apeuI | c measu ¯es a¯e . I he apOsIasy I | Om I he aeI O| Og| ca| pha| macO¤ a¤d I he
dOse OI cO| I | cOsI e|O| ds a¤d/ O¯ | mmu¤OI he¯apy
Ca | d | O | O g | sI s a ¤ d c | | ¤ | c | a ¤ s | ¤ g e ¤ e ¯ a | s h O u | d d | ag ¤ Os e I h | s e ¤ I | I y wh e ¤
pha¯ maceuI | ca| a' | e|gy gOes pa|a| | e| w| I h ca| d| ac sympI OmaIO| Ogy
ΜΥeucha| sI | es IO a| ' Ol yOu
050 ^^^^ T' ³^¯^Y^^Y <ΥΗ/ΟI ΟΥ
Ο
μι λ
ί
α στό
Άγγλικ
ό
με Έλλ
η
νι κες λ
έ
ξει ς
*
·Συγκίνησι προκάλεσε ή όμιλία τοϋ καθηγητοϋ Όρθοπεδικης κ ΠαναγιώτηΣουκάκου, στήνέναρ·
κτήρια τελετή τοϋ 5oυ Πανευρωπαϊκοϋ Συνεδρίου Όρθοπεδικης πού γίνεται στήν Ρόδο Παρουσίς
5. JJJ όρθοπεδικών όπό 54 χώρες τοϋ κόσμου, ό κ Σουκάκος μίλησε στό όγγλικά, χρησιοποιώντας
ώστόσο πληθος ίατικών oρων καί λέξεωνέλληνικης προέλευσης, μέ όποτέλεσμα όκόμηκαί ό πλέον
όδαής περί τήν ΑγγλικήΓλώσσα νό ε/ναι σέ θέσι νόκαταλάβη τόσύνολο της όμιλίας τοϋκαθηγητη Ή
όμιλίαήτανήέξης·· .
·T¤e He| ' e¤| c o|t¤opaed| c p¤ys| c| a¤s ¤ave sy¤c¤|o¤ zed t ¤e | dy¤am| sm a¤d e¤e|gy w| t¤
t ':e L| uopea¤ O|ga¤ zat o¤ of O|t¤oped| cs a¤d T|aumato| ogy, Ιο ge¤e|ate t ¤| s symb ot | c a¤d
¤ot ep¤eme|a' sy¤t ¤es| s of c¤a| | smat c, academ| c sc¤o' a| s, a¤d a| e e¤t ¤us ast c w t ¤ t ¤e
at mosp¤e| eof eup¤o| aa¤da¤a| ogousecstasy ¤ Dodeca¤ sa, ¬¤odos.
¬¤odos s a g|ap¤| c He' | e¤ c met|opo| ta¤ ce¤te| ¤ t¤e Aegea¤ a|c¤| pe' agos, w t ¤ my|| ads
of a|c¤aeo' og ca' a¤d ¤ sto| | ca' s t es. ¬¤odos s a geog| ap¤| ca| pa| ad se of c | ypt | c a¤d
c ¤ me | | ca| | co¤s of dy' ' | c c ¤ a| m, ama' gamat ed w| t ¤ He| | e¤ c gast | o¤omy of mousaka,
souv| ak , ουΖΟ empo| | a a¤d eup¤o| a of t ¤e |¤yme a¤d |¤yt¤ m of bouzouk| , Byza¤t | ¤e a¤d
Spa¤oudak smus c.
Α p| et ¤o|a of bas| c a¤d d dact| c t ¤emes ¤ t ¤e sp¤e| e of o|t ¤oped cs a¤d t|aumato' ogy.
suc¤ as t | auma of t ¤e muscu | oske| et a' syst em, a| t ¤ | oscop| c a¤d a| t ¤ | op' ast y s u |ge | y,
ped at | | c o| t ¤oped cs, po| y- t | auma, pod | at | | c su | ge|y, ca| pus a¤d dact y' | c s u | ge| y w| t ¤
t|aumat| c a¤d ge¤et c a¤oma' es, m| c|osu |ge|y, spo¤dy' opat ¤ es ' ί ke sco' os s, kyp¤os s a¤d
spo¤dy' o' st ¤es| s, osteopo|os| s a¤d p¤a| maco' og c a¤d p|op¤y| act c t ¤e|apeut c po' | c es νί ' |
beemp¤as zed.
D| ag ¤ost | c met ¤ods a¤d aet o| og c a' t ¤ e|apy of t | au mat c , ¤ o¤ · p ¤ys o| og| c a| a¤ d
pat ¤o' og ca| sy¤d|omes, t ¤e|apeut c sc¤emes a¤d st|ateg| es, νί ' ' bea¤a' yzed a¤d sy¤t ¤es zed
at t¤ s academ csympos um o¤t¤e bas| s of a democ|at c c| mate a¤d w t¤ t¤e scope of a ¤o¤·
dogmat | c a¤d egoce¤t | | c d a' ogue, w¤ c¤ Ι p|op¤es ze νί ' ' be a¤ ¤| st o| c p¤e¤ome¤o¤ a¤d
pa|ad| gm of dy¤am c sy¤e|gy a¤d ¤a| mo¤y betwee¤ po| yet¤¤ c o|t¤oped| c p¤ys| c| a¤s of t ¤e
Lu|opea¤ Lp| | us.
Το pa|ap¤|ase, w t ¤ t¤e p¤ob a a¤d d ' emma of be ¤g tauto' og| ca' , | et me emp¤as ze t ¤at
t¤e ' og st cs a¤d mac¤| ¤at o¤s | ¤t ¤ sacadem c sympos| um, νί ' | ge¤e|ate t¤e sc¤eme a¤d type
of ουΓ ¤a| mo¤ c sy¤e|gy a¤d sy¤desmos s. F|agmat ca| ' y, ί t s my t¤es| s a¤d ¤ot ¤ypot ¤es| s
t ¤at t¤e ¤ext p¤ase a¤d p|og|ammed o|t ¤oped c sympos um | ¤ He' s| ¤k , w¤ c¤ Ι eu| og ze, νί ' '
beasdy¤am ca¤dw t ¤ co| ossa' ky|os, as ¤ ¬¤odos He' | as.
Ι apo' og| ze fo| my eu|og st | c demagogy a¤d f my et ymo' og| ca' g' ossa| y s based o¤
p¤| ' osop¤| c ΟΓ symbo' | c metap¤o|s a¤d | ex ca| ¤ype| bo| e, p' ease sympat¤ ze w t ¤ me a¤d Ι
apo| og| ze fo| t¤e d| osy¤c|asy of a zea| ous He' | e¤ c, p|act c ¤g o|t ¤oped| c p¤ys c| a¤ w¤o | s
a' so fa¤at| ca| | ye¤t¤us ast| c aboutt¤e g| a¤t a¤ode of Lu|opea¤ p|opaedut cs a¤d academ| cs ¤
o| t ¤oped c a¤dt|aumato' ogy .
• Περιοδ. " " Ελληνική Διεθνής", τ. 47/2001
Adel phi a,
πC� Η ÷^¬ι| ²¬ |0ι| ^0|0| ¬< T0ι |A't^�^| 0 ^0|0
ORnER OF ΑΗΕΙ'Α
" ΤΗΕ Οl'ΕΜΤΙΟΝ Η. TERNAJ ,ISM CHAlTER"
]AMA1CA, ΝΕν YORK
AHE1A was organizecl ίn thi s }lemispllere ίn 1.92 by �l ocιupl e eponymolls IJatriots, ηοι for thei r
ep}lemeral fame, but rather Wi tll homogeneous syll ogisnl and entel eclli mi c scoρe ιο uni fy al l the HELLENES
of di aspora under Ol1e ethnocentric associat i on.
TIleir protasis became praxis and, today, w� have t} li S colossal and dynami c tetradymi te Panhel l eni c
alnIJhictyony, wi t}l (Jedagogical and ethical c}laracter diacritical ί π (racti ci ng phi lantll roIJism, and Wi t}l
ent husiastical diathesis for a systemati c, metllodical and protagol1istiC participation ίl tlle HELLENI C et hnic
critical probl ems.
1π our epoch, mother HELLAS is been antagonized by heterogeneolls arc}1Ons wi tll scandalous and
anti patheti c demagogues, of tyrannical and dictaιoria) pseudomorpllic "democracies. "
They ρυι under amphi bol e over 4500 years of hi sιory of HELLENISTIC period. I-Ieroes,
nl0numents, ethnical symbols, demograpllic analysis and authenti c geographical Hel l eni c eparc}lies SllCll as
Macedonia, Epirus, Thrace, l'ontos, CypΓllS ... 1ave beel unethically wi th fanaticism al1d CYl1icism eristically
deni ed; such an amphi gory!
Thes� an�.col '_1t ll iC tactics are an anatllelV: ω 111 cοsrnο
Ρ
οliι:s!, ald ¯'C cxnpflatical!y and ca:cgvrical ly
stigInatize ίι. Therefore, our gnomon and thenle ί π this etesi an synod shotJl d be the synecdochical paragon
of:
•
Synthesis of polymorρhous orthological ideas.
•
Practical and apodotical methods.
•
Emphasis ιο elastic and tactical pol i ci es.
The above prologues categories t hat can be as a paradigJ11atic endowment of our parataxis' tlogma ί π
an al1t i t hesis ιο al l tl le catastropllic cri ticisms and t lle pl ethoric teraιol ogies_
Our deonιological character is the plΊl ox of HELLAS tllrOllgh w}lich we endogenollsly gcnerate tlle
eros and the patllos for Ρ Η Ι Ι Η Ε Ι Ι Ε Ν Ι S Μ, l i ke the mythi cal Phoenix.
The prognosticatiol1 i s the echo of the al1ciel1t Hel lel1es cri teri ol1 ίη ol1e eclectic ant! fantastic pllrase:
" EIS OIONOS ARISΤOS AMYNASΤHAI PERI PAΤRIS "
Wi th entlllJSiaSnl and harmony and Witll0llt ochlocracy and despotisJ11 ίπ a syncl i nal atmosphere let llS
hierarchically, logically and paradigmatically syndicate as an encomi um ιο Atllenians' ncmocracy of Pericles.
As epi l ogue, Ι enΊphasize lny eucllarist ιο al l οΓ you.
��� _•�
Lam],ros G. lambrakos
Arcl101J #86
New York, J\lly 1 , 1993
ö51
ë5? A^^A TΙ |ο|οΥιοΥ ÷ΥΗΑΟΙ ΟΥ
�H'Ελλη· ΙΚ:jΓλώσσατων .. . Γάλλων
Κύρι ε δι ευθυντά,
Μέάφ
ορ
μή τί ς μεγάλες έρευνες τού ºΔ»γι ά τήν παγκοσμι ότητα τ11 ς Έλλη
νι κή
ς Γλώσσας θυμήθηκα μι ά παλι ά ίστορί α, σταν ώς Πρόεδρος τού Έμπο
ροοι ομηχανικού Έπι
μ
ελητηρί ο-υ Άθηνών προσεφώνησα τόν Ίούνιο τού I vôô
τόν έπισκεΦθέντα_ έπισμως τι)ν Έλλάδα �. Ζι σκάρ ν' Έσταίν¿ τότε ύπουρ
γό των Οί κονομι κών της Γαλλί ας καί άργότερα Πρόεδρο της Γαλλι κης Δη
μοκρατί ας. �1 προσφώνησtl μου πρέπει νά ένδι αΦέρη τίς έρευνές σας, δι ότι
έγινε στή γαλική γλώσσα άλλά μέ = . -έλληνι κές μόνον λέξει ς (πλήν όρι σμένων
άκλίτων μερών τού λόγου), πού έχουν πολιτογραφηθη ώςγαλλικές καί μπο
ρεί νάτί ς εϋρη κανείς σέ οίοδήποτε γαλλικό λεξι κό. 'Αξί ζει , νομί ζω, νάδη τό
Φώςτης δημοσιότητος ή προσΦώνσή μου αύτή στίς στηλς τού °Δαυλούª-
´Ιδούτόκείμενό τη ς:
ΚΥτίε,
Sans apostropher ma rIl itoriqιle dans l'emphase εΙ Iαplithore, Γanalyserai
elliptiqιlement, sans nIll gal1icΊme, /e didale synchroll e dIl cosmos po/itique
caractirΊi ρατdes syndronles dccrΊe paral}'sant Ι'organisatiol1 S)'sti171Gtique
de notre icononlie.
NOIlS sommes piriodiqIl ement sceptiqιl es εΙ neurastIl eniqlles devart ces
paroxys17les pcriplz rasiques, cette bOlllinzie des dc171agoglies¿ ces h)'perboles,
Ct, paradoxes 11ypouircs et CYli iqlI C.� φιί s)'111 boiisent une dc'nl ocratie
anachronique εf cIwotique.
Les plz ino171 cnes !antastiqIi es φι
'
ωι nOliS prophctise pour Ι ` epoquc
o5tronOlnique dc/róncroti|ies progrαf7zn/es rachitiqιtes, h)'bride5i Εί :¡oruJ/gi .ca
de notre CIcle atomiqlie. Sellle llne panacie aιι tll entiquc εΙ dracol1 iel1 n e
mitamorplz osera cetlc agonic prOdrOll1 e de l 'apocal)'pse et une gencsc
Il O11 l ologuc. dll PIzel1i.
Les iC011on2 istes tecl2 110cratcs seront !es strategcs d'ιιn tlzeGtrc poleI1 l iqlie εΙ
dynOll1 ique et ηοη /es proselytes du marasme.
Autochroncs hellcniqιJ es, dans une apologie cathartiqIIe, psalmodions les
tll iorcmes ίe Ιαdi/1l OCratie thisalιrΊaf2ie et hiroique, 50ΥΟ115 allergiqlIes aux
parasites a//ogenes dOllt les sophismes trop h)·alins n 'ont qu 'ttne pseudo
dialectique.
Εηipiloglle Οces agapes, mOl1 amphorc ο /' apogee, ]epΓoplΙIIΊε toLιte eupllOrie
εΙ apotlz iose όmon1tcurÕocJdd'Iã/m¿,protot)'e enfhoIlsίsnlGnt de Ια
l1 io- orthodoxie iconon2 ;qιte ε! synz bole de la palίngcnisie dc son ethnie
gallique.
'
Με φι λι κούς χαι ρετι σμούς
ΧρήσοςΠα³ άγος
"Επί τι μος Πρόεδρος τού Εμπορι κοϋ
καί Βι ομηχανικού"Επι μελητηρίο" `Α¤η"ών
π0� Η ÷^¬/' ²¬ |0/| ^0|0| ¬< ΤΟι |A"²0�^| 0 ^0|0
(riversiç
¨'lrJiarape|is
Plhcn-
ΤΟΤ.Ι |lΛ|ΤΥ LEADERS HI P
ΒΥ
01". J OHN Ν. KAL.-\ R: - \S
FOU OER OF ARI STO U. Ί VΕ R Ι ΤΥ
Τι ΤΑΝΙ Α HOTEL. Α THENS
ΡRΟLΟGΙ Έ
TIl e s cope ο; 11; f ect u re is / o geneΓate a dyna mi c
cI i al ogue οη ΟΓga n ί Ζat ί οna\ u/:d econ omi c systems u·:d
tech n i q u es. Bas i cal \ y, my met hodol ogy /¯ c haracter' i zed
b,V' d i a l ogue, a systemat i c p h e n o menon v|/u eνe·j
acade mi ci an ΟΓ epi sti mol ogi st.
Ι wιΊl systemat i ca l l y a n al yze t he i d i os)I ngraci es und |lìe
c haracteri sti cs ο¸ /|te organi zat i on a l systems pr act i ced
/odu¸
Ï:c ar chi tect u re ο/ my anal ysi s-strat egy, /¯ systemat i c
und pragmati c, ¸νc/ par adox i cal l y /¯ charact er i zed b¸
e nt hu si asm un. syn c h ron i zat i on belivceiì t heory und
pI·acti ce. Ïhc har moni c SΥneΓgΥ ο¸mat hemat i cal mode l s
und stati sti cal tec h n i ques, hu¯ generated t heore ms und
axi oms p racti ced ίη capi ta l i st i c eco nomi c systems . Μγ
p hi l os ophy /· l ogi cal , et ll i cal u| i d practi c al und uu:
eΓected organi zat i on a l Inodel s Ι/ωι uaνe generated
econo mi c eupho r i a.
Τιt c mngi c est Il et i cs o, / 1 1." t�l ct i C. i.\' / |tc p I et ll ora ο!
Hel l e ni c teΓmί nοl οgΥ ιΊι / 1 1) ' Ρll l·ί1 s eοl οgΥ.
AdmIssions: 29 Voulis 51 . 5ynlagma 5q., • 105 57 Alhens, Greece • ΤeI.: 32 36 647, 32 39 923. 32 39 785, 32 39 740 ¯ Fa, : 32 48 502
Graduale CenIer: 9 Ιριιου 51., • ΤeI 32 37 077, 32 39 908 32 39 909
ë53
ë54 Αιιι T| |ο0ΟΥΙΟΥ ÷ΥΗΑ^| ^Υ
| Ί/c genes i s oftI� agi c eco n o mi c pf� o bl e fns ge ne rated ίη an
cconorny οι-e / / ./ syrll pt onl at i c, ίn).· . / t I7 e.I i ol�e cycl i ca l
Οl 7ίl peri od i c Ρ|l cη ο m e n �ì•
·| / : // µl l cn o me n a · | i g(µat i zc Ο| / Ι/ | i u 0 in �ì t i zc 1 11 e
econom i c e u pll 0r i a ο///tc agora.
Economi c systems bas i ca l l y symbo l i ze tI7e p h i l os o phy
Ο| / ι/ i deol ogy ·;·/·.gover n i n g pol i t i ca l pa rt�' .
l// . C ll ro n i c :| .! pat ll et i c egoman i a ./t ./ mega l o ma n i a ο/
cc|`/ :l/ gover nors, mo n a rc h s ΟΓ tyra nts, tI7 eiI� a pathy ,o·�
ph i l a n t ll ropy, t I1eil� e n i gmati c :nd pro bl e mat i c l ogi c,
geneΓated gi ga nt i c eco n o mi c CΓί ses, ν,J !l icI1 st i gmati zed
:| |J t rau mat i zed tI1 eiy pol i t i cal ca reer. ðtt cIì pract i ces
generate pho bi a, pa n i c unu peri od i ca l l y pa r al ys i s ο///:c
soci oecon o mi c system.
TIl e agora, d·πngtl1e a rc ha i c peri ods, Ί |ιu¯ c haracteri zed
as tI1e phys i ca l para meters \| 1tc|c (J l l i l os oph ers, s chol a rs,
economi sts unJ epi sti mol ogi sts a n a l yzed //t c pro bl e ms
generated /| /nc pol ί ti c al system.
Ì/:c basi c met hodol ogy wu¯ di a) ogue ΟΥ rhetor i c.
Di al ogue, ίη ο di a met ri c anti thes i s u· //h //:c monol ogue,
//J: magi c, ί/ lS c hara cteri zed /¸ν s)' nt hes i s and anal ysi s
:nda pl et hora % theI· l ectί c schemes .
πC� Η ÷^^¬^' |¬ "0^' ^0|0' ¬< ΤΟ^ ΠA|0�^' 0 ^^"^
ΤΗΕ b| UN| || ÜANÜbΑΝΟ | N|LUbNÛb O|�Hb
HbLLbN| ÜLPNÜUAUb
ιΙ
ΒΥ Û|. JOhÞ� Κ�ί ο|||OÍC55O|φι
MUb| Ü
The Orchestras el ectri [ed t he atmosphere, wi th
musi cal organs l ί ke the harp the I yre the aul os and
hydraul os. The chorus i n t he odi um ΟΓtheatre
synchroni zed wi th the organs harmoneousl y.
Orchi strators synthesi zed musi cal poetry, satyr
and comedy, i n a mel odi c symphony. The rhythm and
harmoneous eu_hmy νθΓθ unparal l el ed . Synthesi s,
SΥneίgΥ and symphony ί deal ί Ζθd every orchi stratfjd
epi sode. The magneti c atmosphere, the harmoni c
rhyt hm and t he stereophoni c echo generated magi c.
ÛHPMA-¯HbA¯Hb
The genesi s of cl assi cal drama, was not
symptomati c. Α euphori a of chari smati c and tal anted
protagoni sts showed fantasti c scenes of hi stori c
epi sodes. The prol ogue, the t heme and the epi l ogue,
compri sed t he tri l ogy of drama whί l e synthesi s,
anal ysi s and synopsi s characteri zed the phraseol ogy
of the text .
The syntax and phraseol ogy used by schol ars,
academi ci ans and phi l osophers i n thei r rhetori c, had
many grammati cal i di oms and i di osyncrasi es.
055
050 Α^^Α T| |ο0ΟΥΙΟΥ ÷ΥΗΑ^| ^Υ
The protagoni sts, ρeri odi cal l y used
pseudonyms. Anonymi ty was a syndrome that
characteri zed the theatri cal at mosphere. The
panorami c fantasy, the mysti que, the mel ody, the
aest heti cs, the use of cosmeti c eρi thets, are
characteri sti cs of drama.
Eventhough the t heatres were ρhysi cal l y gi gant i c,
t here was no need for mi crophones, because the
archi tecture and the acousti cs, wou l d echo
i sometri cal l y and crstal l y-cl ear. Many epi sti mol ogi sts
of ρhysi cs, aerodynami cs, acoust i cs el ectroni cs,
el ecrtomagneti cs can not anal yze-eχpl ai n t he i deal
and i sometri c acousti cs of Hel l eni c theatres even
today.
There νθΓθ many eategori es of d rama: cl assi cal
d rama, mel odrama, satyri c, eρi c, comedy, e. t . c.
The syndrome of χenophobi a ΟΓ dysl eχi a was
overcome by the pathos of the actors, who practi ced
met hodi cal l y and emphati cal l y.
Acrobati cs νθΓθ al so euphori c. There was a pl et hora
of a necdotal themes, wi th whi ch acrobats woul d
el ectri f the ecstati c audi ence, wi th scenes from
myt hi ca/ and hi stori cal eρi sodes . .
Some theatri c epi sodes νθΓθ characteri zed as
scandal ous and bl asphemous . Pornography, bi gamy,
hemophel i a, nymphomani a, pol yandry, pol ygamy and
heteroseχual i ty WθΓθ d ramati zed i n a pedagogi cal
way, so the mysti ci sm about t hem woul d not cause
phobi a ΟΓ anathema ΟΓ taken as anomal y, but through
l ogi c, d i al ogue and anal ysi s, t he skepti ci sm and the
π0� Η ÷^^H^' ²H |0^| ^000| ¬< T0^ 0A||0�^| 0 ^^|^
patheti c ΟΓcrypti c mystery behi nd them, woul d be
di spel l ed.
I t i S hi stori cal l y and chronol ogi cal l y proven, that
theatre emphasi zed pedagogy, i deal i sm and
harmony. Paradoxi cal l y, i t al so energi zed patri oti sm, a
phenomenon that symbol i zed ethi cacy, character and
chari sma.
MbÜ| Ü| Nb·|HAHMAÜOLOUY
Ascl epi us and Hi pocrates t he patri archs of
pharmacol ogy, used botany as thei r methodol ogy for
therapy. Di agnosi s, bi opsy, prognosi s and then
therapy, were techni ques used wi th every anomal y of
t he soma-body. Anal ysi s and di al ysi s of protopl asms,
neopl asms, chromosomes are common methods.
Schi zophreni a, mel anchol y, epi l epsy, hysteri a,
scycopathy, are psychoti c symptoms, anal yzed vi a
hypnosi s and metempsychosi s.
Anemi a, atrophy, stomachi c dyspepsy, pachydermy,
dermati ti s, l aryngi ti s, hepati t i s, meni gi ti s are somati c
anomal i es analyzed bi ochemi cal l y.
Chroni c anemi a causes l eukemί a but radi ol ogy and
kymotherapy can be t he theraputi c techni ques. The
stethoscope was used for asthmati c patheses of the
thorax.
Scl erosi s, atrophy ΟΓdystrophy of the skel eton i S
anal yzed by osteol ogy, oti ti s by otol ogy l eprocy and
psori asi s by dermatol ogy , asti gmati sm and myopi a by
ophthal mol ogy and of course the epi sti mol ogy of
genesi s woul d be emphasi zed through embri ol ogy ί π
ë5I
058 A^^A T| |0|0Y^0Y ÷Y<A^| 0Y
gynecol ogy. Pedi atri sts, podi atri sts, orthopedi cs,
ort hodonti sts
pathol ogi sts neurol ogi sts are very common ti tl es.
Hypnoti sts use hypnosi s and before a syri nge i s used
hypodermi cal l y, anesthi si ol ogi sts use anestheti cs. Απ
overdose of anesthet i cs coul d cause amnesi a ΟΓ
paral ysi s. Wi th neurati c patheses, el ectrol ysi s was
used to energi ze the neuropathi c ΟΓ atrophi c nerve.
¯HbOLOUY
Theol ogy anal yzed a mosai c of Ecl i si asti cal
themes. The thesi s however that theol ogy takes i s
very dogmati c. There i s a di ametri c and astronomi c
anti thesi s between dogmati sm and i deol ogy.
Dogmati sm has mysti ci sm, i s autarchi c, myopi c,
autocrati c, crypti c and even schi smati c, axi omati c and
monol ythi c. I deol ogy, emphasi zes di al ogue,
energi zes a cl i mate of l ogi cal and mi croscopi c
anal ysi s of themes, phi l osophi zes and produces a
euphori a of i deas and syl l ogi sms.
Theol ogy has many dogmati c mysti ci sms, whi ch
sti gmati zed certai n chronol ogi cal peri ods wi th
panacea. Α paradi gm i s the i conol atr whi ch caused
pandemoni um and schi sm among the Patri archs,
Metropol i tans and peopl e.
Απ anarchi st ΟΓ bl asphemous chri sti an coul d be
sti gmati zed and anathemati zed. Anathema was a
practi cal techni que to excl ude someone.
When a patri archi c t hrone was orphaned, the
Ecumeni cal Synod woul d enthrone
π0� Η �^^¬Ι' |¬ "0Ι' ^0|0' ¬< T0Ι |�"|0�^' 0 ^^"^
the Πθν patri arch . Paradoxi cal l y, the sel ecti on
method was democrati c.
Monothei sm and pol ythei sm i S al so anal yzed by
theol ogi sts. Ecl i si asti cal hymns have poeti c rhyt hm
and mel ody, that i S why musi cal organs are al l owed
ί π I yturgy.
Prophets and Apostol es emphasi zed ethi cacy,
harmony and euthanasi a.
ÏHYb| LbΑΝΟ LHcM| b¯HY
Some of the topi CS emphasi zed and anal yzed ί π
physi cs and chemi stry were: thermodynemi cs,
aerodynemi cs, bi ophysi cs, bi ol ogy, bi ochemi stry
metal urgy, iηagnetί sί sm, stati c el ectri ci ty etc.
059
Some of the techni ques used are di al ysi s, el ectrol ysi s,
synthesi s whi l e some of the materi al s were asbestos
oxygen, metal , magnets. Al ong wi th the chemi sts,
geol ogi sts woul d anal yze the si smogeni c, the
botani c and ecol ogi cal phenomena.
MÞ¯HbMÞ¯| Lb¯H| LLNLMb¯HY ö LbLMbÃHY
Mathemati c and geometri c theorems and axi oms,
both practi cal and theoreti c
were anal yzed by mathemati ci ans. Al phanumeri c
systems wi th crypti c ΟΓ mnemoni c codi ng have been
devel oped. Geometri c shemes l ί ke the pri sm, the
pyrami d, the ci rcl e the paral l i l ogram and other
i sometri c shemes l ί ke the pentagon, hexagon ,
octagon
000 A^^A T' |^|0Y^0Y ÷ΥΗΑ^Ι ΟΥ
are anal yzed peri odi cal l y. Wi th di agrams, the
peri phery, the peri metry, the di ameter and the
di chotomy are studi ed.
Anal ogous i s the study of astronomy and astrol ogy,
where tool s l ί ke chronometers and tel escopes coul d
anal yze the tel emetry and teI eki ni si s of stars and
meteori c phenomena of t he gal axy. Thi s study
generated the teI epathy, the tel ephone, the tel egram
t he teI egraph, the teI ethone. t . c.
|OL|¯| ÜAL-bÜONOM| Ü-bOÜ| ΕΤ ΑΙ
Economi c systems basi cal l y symbol i ze the
phi I osophy and the i deoI ogy of t hei r party. Ι π a
democrati c poI i ti caI system, i deoI ogy and di al ogue
characteri ze the basi c methodoI ogy and strategy of
the pol iti ci ans. However, systems I i ke monarchy
tyrany, ΟΓol i garchy, are sti gmati zed wi th
megaeconomi c and soci al probl ems. When monarchs
ΟΓtyrants νθΓθ dethroned, they nostal gi cal l y agoni zed
how to bri ng anarchy, so that t hey may be enthroned
agai n. Thei r chroni c egomani a and megal omani a,
thei r apathy for phi I ant hropy and t hei r aeni gmati c,
probl emati c and patheti c l ogi c, peri odi cal I y
sti gmati zed t he poI i ti caI arena. Tyrants symbol i ze
anarchy, phobi a, pani c, chroni c epi demy and
paral ysi s of the soci oeconomi c system.
The agora was the physi cal l ocati on where
pol i ti ci ans, phi l osophers and schol ars woul d anal yze
the probl ems generated by monarchy, tyranny and
peri odi cal l y ari stocracy.
π0� Η �^^¬ΙΙ |¬ |0Ι| ^0|0| ¬< T0Ι |A||0�^| 0 ^^|^
The basi c methodol ogy was di al ogue, rhetori c ΟΓ
poetry. The di al ogue was characteri zed by synthesi s
anal ysi s, and synopsi s, a systemati c phenomenon i n
every epi sti mol ogi st' s phraseol ogy.
The rhetori c was pragmati c, yet charesmati c,
characteri zed by harmony, magneti c fantasy and
practi cal tal ent. Hi stori ans and chronographers have
systemati cal l y shown that charesmati c pol i ti ci ans
el ectri fi ed t he odi um ΟΓt he agora wi th t hei r rhetori c, i n
whi ch t hey used cosmeti c epi t hets, ecl ecti c i di oms,
metaphors, paradi gms and paradoxi cal phraseol ogi cal
i di osyncrasi es.
Cl assi cal poets, satyrs, schol ars and phi l osophers
emphati cal l y cri ti si zed the anemi c tyrants for thei r
catastrophi c and scandal eous egomani a.
Paradoxi cal l y, i nspi te thei r i di osyncraci es, some
tyrants, l ί ke Peri andros the Cori nthi an, were
charesmati c, phi l anthropi c and sympatheti c
to the economi c probl ems and soci al cl i mate. Some
of them, who strategi zed thei r economi cs ethi cal l y
and l ogi cal l y, created economi c euphori a, whi ch
al l owed archi tects to bui l d odi ums and theaters to
practi ce musi c and drama, gymnasi ums and stadi ums
to organi ze athl eti si sm. Most of them, however, had
the syndrome of apathy, autocracy, autarchy,
empathy, νΘΓΘ myopi c and spasmodi c egomani acs,
who antagoni zed everythi ng t hat demonstrated an
anti thesi s.
However, the cl i max of i deol ogy, .di al ogue,
epi sti mol ogy, phi l osophy, l ogi c and harmony, are
001
002
A^^A T' |^00Y^0Y ÷ΥΗΑ^Ι ΟΥ
practi ced ί π a democrati c system. Here you have the
forum at the agora, where pol i ti cs and
soci oeconomi cs are anal yzed by pol i ti ci ans,
academi ci ans and schoI ars. PoI i ti ci ans antagoni zed
the phol osophers and schol ars on i deoI ogy and
practi cal i ty of economi c systems and i deas. They
both, however, emphasi zed ethi cacy, i deoI ogy, I ogi c
and harmoneous poI i ti caI atmosphere.
Hi story has no paral l eI paradi gm of a pol ί ti ci an
wi th character and chari sma, I i ke Peri cI es the
Atheni an, whose schol asti c and stochasti c dynami sm,
rhetori c, fantasy, energy and i deol ogy characteri zed
hi m as the ARCHI TECT OF ΤΗΕΑΤΗΕΝΙ ΑΝ
DEMOCRACY.
πC� Η �^^¬^' |¬ "0^' ^0|0' ¬< T0^ |A"-0�^| 0 ^0|0
ΤΗJ NFLUENCE OF ΤΗ ACLNT GREEK WORS ΟΝ ΤΗΕ ENGL!SH LAG . . Page ι οι 2
ΤΗΕ INFLUENCE OF ΤΗΕ ANCIENT GREK WORS ΟΝ Τ ENGLISH
LANGUAGE
DRAM-ΤΗΕΑ TR
Βγ DR. JOHN ΚALARS
(This writing i s publ i shed Ιο demonstrate that one can write a sophisticated aricIe by using exclusively
words of Greek origin)
The genesis of classical drama was ηοι symptomatic. Aneuphoria of charismatic and talented protagonists
showed fantastic scenes of historic episodes. The prologue, the theme and the epi logue, comprised the
triIogy of drama while synthesis, anaI ysi s and synopsis characterized the phraseology of the text. The
syntax and phraseology used by schoIars. academicians and philosophers ίπ their rhetoric. had many
grammatical i di oms and idiosyncrasies.
The protagonists periodi
'
caIIy used pseudonyms. Anonymity was a syndrome that characterized the
theatrical atmosphere.
The panoramic fantasy. the mystique. the melody, the aesthetics, the use of the cosmet i c epi thets are
characteristics of drama.
Eventhrough the theaters were physi caI I y gigantίc, there was noneec for microphones because the
archi tecture and the acoustics wouI d echo isometrical l y and crystaI - cIear. Many epistomologists of
physics, aerodynamics, acoustic, el ecronics, elecromagnetics can ηοι analyze - explain the ideal and
i sometric acoustics οτ HeI I enic theaters even today.
There were many categories of drama: classicaI drama, melodrama. satirίc. epic. comedy, etc. The
syndrome of xenophobia ΟΓ dyslexia was overcome by the pathos of the actor who practiced
methodi caIIy and emphatically. Acrobatics were also euphorc. There was a plethora of anecotal themes.
wi th whi ch the acrobats wouI d electrfy the ecstatic audience wi th scenes from mythical and historίcal
episodes.
Some theatrίc episodes were characterzed as scandalous and blasphemous. Pomography. bigamy,
hemophi l i a, nymphomani a. polyandry, polygamy and heterosexual i ty were dramatίzed ί π a pedagogical
way so the mysticism about them would ηοΙ cause phobia ΟΓ anathema ΟΓ taken as anomal y but through
logic. di al ogue and anaIysi s skepticism and the pathetic ΟΓ crypt ic mystery behind them would be
di speI I ed.
Ι Ι i s hi stori caI I y and chronologicIIy proven that theater emphasized pedagogy, ideaI i sm and harmony.
ParadoχicaI I y ίΙ aIso energized patriotism a phenomenon that symboI ized ethnically character and
phenomenaI heroism.
Α SPECIAL ΤΗΑΝΚ ΥΟU FROM OMOGENI A I NTERNET
Thank you DR John Karalas for writing such article, Thank you National Hel l eni c for posting it
and thank you Mr. Theofanides from the Bank of Cyprus for searching and fί ndi ng this article.
¶§¶§[¶ mAv 1 6 1 G. 2OOO PAV ÆC V 1 . 2OOO
ΕΙΡ J øc<u J ΛvΙ ¥¤ C¥NY¤H WAMW ft Cw "�
¸ Mt v Y cΙt m, Ην
Ct1 Ι CΛCο, I L "
httΡ: //WW. οmοgenίa. cοm!greece/wοrdsοfgreekοήgin. htm 20/4/200C
ëë3
π0� Η ÷^^¬^| |¬ |0^| ^000' ¬< T0/ 0A||0�^| 0 ^0|0 005
Είναιγνωστό ότι Βάσκοικαί Ι σπανοί Ευρωβουλευταίέχουν καταθέσειτρεϊς φορες Πρότασι είς τό
ΕυρωπαίκόνΚοινοβούλιον με σκοπό την καθιέρωσιτης Έλληνι κης Γλώσσης ώς Κοι νής Γλώσσης
άπάντων τών Ευρωπαί ων πολι τών.
Ή πρώτη Πρότασις κατετέθη τό J 989 υπό τού Βάσκου Ευρωβουλευτού κ. Αρίθα Γκαραικοτσέα, ή
δεδευτέρατό J 995υπό τού Ι σπανούκ Χεσο0 |μαθ.
ΠαραθέτουμεκατωτέρωτόκείμενοντηςΒ' Προτάσεως συνταχθεν υπότού Βάσκου κ. Χουάν Χοσε
ΠουχάναΑρθα.
(Ή Πρότασις ύπεβλήθη είς την Κλασσικην Έλληνικήν, είς την Ίσπανικήν, καί είς την Βασκικην γλώσσαν)
ΙΊΟΤΑΣΙΣ • ΑΟΑΣΕΩΣ
' "ποβαλλομένη σύμφωνος μετα τ ου αρθρου 45 τ ου κανονι σμου απο
τ ου Κυρί ου Ίοσου Ίον Ίμαθ πε ρι τ ης δι δασκαλί ας τ ης Κλασσι κης
, Ελλ ηνι κης Γλώσσης και παιδείας,
ΤΟ ΕΤΡΩΠΚΟΝ ΚΟΙΟΒΟΤ ΜΟΝ
-
Β
λέποντ ος τ
ιΊ
ν προοδευ
ΤΙ Κ
1
1
ν
τ
ε και ανησυχητι κην
ύ
ποχώρε σι ν τ ης
διδασκαλί ας Κλασσικης ' Ελληνι κης Γλώσσης και παι δείας εν τ οις δι αφό
ροις έκπαι δευτι κοις προγράμμασι ν,
Α) Θεωρώντος στι 1, Έλληνικη Γλωσσα και Παι δεία αποτέλουσι ν τ ην
πρωταρχικην βάσιν τ ου Διτι κσυ και ει δι κως του Εύρωπαί κου πολι τι σμου,
Β) Θε ωρώντ ος στι 1, Κλασσικη ' Ελληνι κη Γλωσσα Όργανον αποτε λεί'
της διαμορφώσεως του ανθρωπί νου νου τε και έργαλήι ον δοκιμασμένον του
ποιέν τσυς ανθρώπους σκεπτ ομένους τε και κριτι κούς,
Γl
Θε ωρώντος σ
τ
ι 1
+
Κλασσ
ΙΚΙ1
' Ελληνι κη Γλωσσα
ύ
π
ή
ρ
ξ
ε κατ
'
ε
ξ
οχην
επι στ ημονικη Υλωσσα εν f[ Εύρώn1J,
Δ) Θεωρώντ ος στι αναγκαιόν εστι πάλι ν έπι βεβαι ειν τ ην Ευρωπαι κην
ένότητα, ε πανακτ ώντος και ένι σχύοντος τον ι διαι τέρον πολιτι σμόν τ ε και το
α
ξ
ι ων σύστημα εν οίς θεμελίεται ,
Ε) Θεωρώντ ος την ανάγκην του αναλαμβάνει ν το παγκόσμιον ανθρω
πιστικον πνεύμα του εύρωπαι: κου πολι τι σμσυ·
1 . ' ΑΠΑΙΤΕΙ απο τηςΈπι τροπΓς επε
ξ
εργάζε σθαι εν πρόγραμμα Σπουδων
της Κλασσικης ' Ελληνι κης Γλώσσης και Παι δείας, αποβλέ ποντος αυτ ων
ει σαγωγ11 ν, τ ουλάχι στον, έν πασιν αναβαθμοις τ ης
ύ
ποχρεωτι κης έ κπαι
δεύσε ως άπάντ ων Κράτων Μέ λων δια τ ων αντι στοί χων έ κπαι δευτι κων
προγραμμάτων, ωστε 1, ' Ελληνι κη Γλωσσα Όλων τ ων ευ ρωπαί ων κοι ν11
γλωσσα γίγνηται .
2. ΈΠΙ ΦΟΡΤΙΖΕΙ τον αύτου Πρόεδρον τ ην παρουσαν ' Απόφασι ν ε ι ς
Έπι τροπην μεταβιβάζει ν μετα των ύποδει κνυομένων ανωτέ ρο σκοπων.
000 Α/^Α T<' |0|0Y^0Y �Y<A^| ^Y
PROPUESTA DE RESOLUCI ON
Presentada de cοηfΟΓmi dad con e1 aΓt ίcu! ο 45 de1 Reg1 Ômento por e1 Sr. D. Yosu
Υ οη I maz sobre l a ensefaz de l a Lngua Υ Cul tuΓa CJa. sicas GΓi egaso
EL PARLAMENTO EUROPEO
- Vi sto el pΓOgresi Ào Υ alannante Γetωcesο de l a ensefanza de l a Lengua Υ Cul tura
Cl asi cas Gιiegas en l os di st i ntos planes educati vos_
Α) Consi derando que !a Lengua Υ Cul tul'a Gri egas consti tuyen la base prillordia! de
!a Cul tιιra Ocidental Υ espcίfίcameηte elIΓOpa,
Β) Consi derando que l a Lengua Cl asi ca GΓi ega es fοnηadΟΓa de! pensami enro
hUB1<:O < i "stn:ncnΙO Ρωb;dο ΡΠΤ; t, t. cer pnS,uιίe �; CΓίιίcn ¢ !α pΓSΟfl"l ,
C) Cοnsi deΓandο que en ElIropa l a Lenglla
.
CI.ίsi ca Gri ega ha si do l a ! engua
cίeηtίfica pr excelencia,
Ο) Cοηsi deΓandο qlIe es ΡΓecί sο Γeafί nηaΓ la Uni dad euΓOpca ΓeCUΡerandο Υ
Γe[οrzndο su espcίfica cLl tLIra Υ el sisteIna de val ΟΓes en l os que se fHndaInenta,
Ε) Cοnsί deΓandο l a necesidad de recllperaI" el sentido hunlani sta gl obal de l a cul tura
europa:
1 . ΡΙΟΕ a la Cοιηί sί όn que proceda a 1a el abοaci όn de υη Ρlαη de Estιιdios de l a
Lenglla C1 asi ca GΓi ega Υ s u Cιι1 tΙΙ Γa a 10s efectos de que s e i mparta_ <! menos, en todos
!os ni ve! es de ! a ensefanza ob!i gatoria en todos !os Estados Mi eInbΓOs a tΓaves de SllS
respecti vos p! anes edHcati vos Υ plleda l l egal" a ser ! η ! englla cιιl ta CΟΠύn de todos l os
euΓOpeos.
2. ENCARGA a Sl Presi dente que tranSΙl1 ί ω !a ΡΓesente Resο! ιιcίόn a ! a Cοmί sί όn a
!os eΓectοs i ndi cados en el ριιηto anteΓίΟΓ.
2
π0� Η ÷^^¬ι' |¬ "0ι' ^0|0' ¬< T0ι |A"|0�^' 0 ^^"^
ERABAKI - PR Ο POSAMEN Α
Araudi ko 45 gaπen arti kul uaren arabera, Hel l adeko Hi zkuntza eta Kul tιιra Κl assi
koaren i rakaskuntzari bunIz, Yosu Υοn I maz Jaunak aUΓkeΖtua.
EUROPAKO PARLAMENTUAK
- Hell adeko Hizkuntza eta Kul tura Kl assi koaren ί rakaskιιntΖaΓen gero eta gehi agoko
eta asaldagarrizko atzerapena i kusi rik,
Α)Hcl l adeko Hi zkuntza eta ΚUΙ tuΓa Mendebaldcko eta, berezi ki , Europako kul tu
Γaren berebi ziko oi narri di rela kontιιtan i zanik,
Β) Hel l adeko Hi zkuntza ΚIassi koa gi za- pntsamenduaren eratzai l c eta gi zabanakoa
pntsakor eta kΓί tί kο egi teko t-rogatιιl"ίlω tresna dela kontιι tan i zanik,
C) Europan Hel l adeko Hi zklntza Kl assi koa goren-goreneko hi zkl1ntza eΡίsteιηο
ni koa i zan del a kontutan i zanik,
Ο) Europako Bataslna, berebi zi ko kιι l tura eta oi narri di tuen baloreen systema
bπeskl1ratuΖ eta bπίndartuΖ, bπίrο finkatu bhar dela kontutan i zani k,
Ε) Europako kul turaren gi za-zentzu orokoITa beπeskuratΖearen behaITa kontutan
iznik:
1 . ESKA ΤΖΕΝ ΟΙ Ο Batzordeari Hel l adeko Hi zkLI ntza eta KuI tuΓa Kassi koaren
I kaskl1ntza Εgί taιηu bat buωtu dezala behaITezko i kaskLIntz.< mai l a guztietan, gιιtxi enez,
i rakats dadi n Ki de dί Γen Statu guztietan bakoi tzaren i rakaskuntza egiramu ΡrΟΡrίοaΓen
bidez, europar guztien kultuΓaΖkο hizkuntza aιηankοιηuna bi l akatu ahal i zan dadi n.
2. AGI NTZEN 010 beΓe LehendakarίaΓί , gΟΓagοkο ίtalean ί ragaπί Γί kο eΓagί nen
aΓalΓa, ΕΓabakί hau 111za di ezaiola ΒatΖΟΓdeari.
3
007
'Έ
ρ ε β ο ς
Σύγχυση στό ν πλ α νή τη,
δ ναρθρες κραυγές,
γρυλλι σμοί
καί ¨ νοήματα ¨
άντι κατέστησα ν τί ς γλώσσες
Οί Δι ογε νείς,
ά ντι δρώντας στήν συρρίκ νωση,
στί ς ¨ά Τu_ί ες¨ τους,
στί ς ¨συμπτώσει ς ¨,
στά ¨σΦάλματά ¨ τους
καί στούς έξωγενείς έμφύλι ους,
βρήκα ν τό ν τρόπο
νά έξαλείψουν
άπό τά ξέ να λεξι λ ό γι α
όλες τί ς λέξει ς
πούείχανρίζα
άπό τήν γλ ώσσα τού Zη νός.
Τά άπομεί να ντα
φτωχά λεξι λ όγι α,
έπι κουρούμε να
άπό κακόηχες κραυγές
καί κωμι κά νοήματα,
έπέφεραν τό Έρεβος.
Λευτέρης Μαρματσούρης
009
070
«Φιλεπι στήμων μεν φύσει ό ανθρωπος Kai άείποτε Kai πανταχού,
όμολογείται ώς πηγ
η τών μαθημάτων τά τών παλαιών Έλλήνων εύρήματα.
Διδάσκαλος μεν εγένετο ό Άριστοτέλης τού συλλογίζεσθαι
Kai τοίς Ρωμαϊκοίς Kai τοίς 'Άραψι ν. Έλληνί ζει δε Kai νύν
η επι στήμη Kai αχρι τών της άνατολης μεθορίων.
Άδύνατον γάρ πεπαιδευμένφ τινι βαρβάρφ τό τεχνιτεύει ν,
ανευ τριακοσίων τών της Έλλάδος λέξεων. »
JLAN ΡΑυι BLNZLKH|
"LLSCAH| LHS ΟΕΙANALYSLDLSDONNFLS¨
Εκδόσεις DUNOD, Παρίσι J 990
Β Ι ΒΛ Ι Ο Γ ΡΑΦ Ι Α
πC� Η ÷^^¬ι| Ι¬ |Οι| ΜΟ|Ο' Η�÷ Τ0Ι |Α¯ΙΟ�Μ| Ο ^^|^
ΒΙ ΒΛΙ
Ο
ΓΡΑΦΙ Α
Λεξι κ
ό
και Έγκuκλοπα
ί
δε ι ες
ΑυΤΕΝΑ| ΕΤΗ. OμηρικόνΛεξικόν ¦έκτήςγερμανικήςμετάφρ. Ολυμπίου)
Έκδ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ J 934
ΑΥΤΟJOHN. Dic|ionaryo/AordOrigins·Έκδ. ArcadeF0o| | sh ¤g Ν. York J 990
CHANTPA| NEΡ. , Dic|ionnaire
_
çmo gique de/a/angueGrecque·Far s J 968
COPOV| NASJ. . ΒΓθνθ DiccionarioE|imo gicode/a /enguaCas|e/ana ·
Έκδ. GredosVadr|d J 980
ΔΕΝΙ ΟΖΟΣΑΝΔΡΕΑΣ. ¨ΈλληνικόΛεξιλόγιοστή ΡωσικήΓλώσσα¨ Άμφισσα Άθ. J 989
¨ΈλληνικόΛεξιλόγιο στήν ΤουρκικήΓλώσσα¨ »
¨ΈλληνικόΛεξιλόγιο στήνΟύγγρικήΓλώσσα ¨ »
ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥΔ. . ΜέγαΛεξικοντήςΈλληνικής Γλώσσης ·Άθήναι J 964
ΔΡΑΝΔΑΚΗΠ ¨ΠΥΡΣΟΣ¨Μεγάλη Έλληνική Έγκυκλοπαίδεια
DΕνοτο G| ACOVO. Avviamen|oa/a E|imo gia /|a/iana ·
Έκδ F Le Vo¤ erF| |e¤ze J 968
ΟUΟΕΝE|ymo gie ·Mannheim 1 963 ¦Έτυμ/κόντής Γερμ. Γλώσσης)
ΈγκυκλοπαίδειαΠαγκόσμιαςΜουσικής ·Έκδ. ΑΛΚΥΩΝ, Άθήναι J 993
ΕΑΝουτΑ. · ΜΕΙ LLΕΤΑ. . Dic|ionnaire E|ymo giquede/a/angue/a|ine,
His|oiredesmo|s·Far|s J 979
EΤYVOΛOΓ| KONΤΟΜΕΓΑ· Έκδ. Νικολ. Βλαστού,παραινέσειΆννης Νοταρά, θυγατρος
τού Μεγ. Δουκος Λ. Νοταρά, Βενετία J 499
ΗΛΙ ΟΥ Νεώτερον ΈγκυκλοπαιδικονΛεξικον
ΗΣΥΧΙ ΟΥΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ Λεξικόν· Έκδ. Ίένας J 934
ΚΑΛΛΙ ΧΟΡΟΥ Ν. . ΛεξικόνΛατνοελληνικόν · Έκδ ΠΑΛΙ ΓΓΕΝΕΣΙ ΑΆθήναι J 898
ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ ΣΤΕΦ . ΛεξικόνΛατι νοελληνικόν, το πρώτον συνταχθέν καιέκδοθέν
ύποτούέκ ΒρέμηςτήςΓερμανίαςΕΡΡΙ ΚΟΥ ΟΥΛΕΡΙ ΧΟΥ·
Έκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ ΝΙ ΔΗΑ. . 'AεξικόνΜυθολογιαςκαί Iστορίας¨ Έκδ. ΚΑΓιΑΛΑΡΗ
LAPOUSSE
¿
TYVOLOGl QUE· Fa||s J 97J
Ν ΛΩΡΕΝΤΗ.ΛεξικόνΑρχαίαςΜυθολ, IστορίαςκαίΓεωγρ.Κυρίων Ονομάτων,
Έκδ. Μπένκο, Αύστρία J 837
ΛεξικογραφικόνΔελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος J 2/J 972
ΔΙ Κ ΒΑΓι ΑΚΑΚΟΥ· ¨Ήέπίδρασις τήςΈλληνικήςέπίτώνξένωνγλωσσών¨ ·
073
Έμπεριέχονται2. 630τίτλοιβιβλίων· (βλ. φωτογρ. σελ. εί ς τό τέλος της Βιβλιογραφίας) .
L| DDΕLΗ. ·SCOTP. . ΜέγαΛεξικόντής ΈλληνικήςΓλώσσης · Έκδ. ΣΙ ΔΕΡΗ
ΜΙ ΧΑΗΛΙ ΔΗΣΟΛ. . Έγκυκλοπαίδεια τής Αρχαίας ΈλληνικήςΜουσικής¯ Έκδ. ΜΙ ΕΤ, Άθήναι J 989
074 A^^A T| |ο|ΟΥ^ΟΥ ÷Y<A0' 0Y
ΠΑΝΤΑΖΙ ΔΟΥ Ι . . Λεξικόν ΟμηΡίκόν,έκτού ΓερμανικούτούΚρουσίου ·
Έκδ. ΣΙ ΔΕΡΗ, Άθήναι 1 921
ΠΑΤΣΗΧΑΡΗ. Νέα Έλληνική Έγκuκλοπαίδεια
ΣΟΥ|
Δ
Α. Λεξικόν¯ Έκδ. ΓΕΩΡΓιΑΔΗ
ΤΗΕ VEPP| AV·WEBSTEP Ν. BookoIWo|d H sto||es, Vassac¤0setts 1 991
ΤΗΕOXFOPDD| CT| ONAPYoI E¤g| s¤Etymo|ogy· OχIo|d F|ess 1 966
ΔΑΥΛΟΣ
ΕΛΛΗΝΙ ΚΗΔΙ ΕΘΝΗΣ
Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ
ΕΛΛΗΝΙ ΣΜΟΣ
EXFPESS| NTEPNAT| ONAL
Π Ε Ρ Ι Ο Δ Ι Κ Α
GPEEKΤΗΕ| NTEPNAT| ONALLANGUAGE
HALCON· Ι ΕΡΑΞ
Ι ΣΤΟΡΙ ΑΕΙ ΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΛΟΙ Π ΑΙ ΕΚΔΟΣ Ε Ι Σ
ΑΘΗΝΑΙ ΟΥ ¨Δειπνοσοφισταί ¨ Έκδ. ΓΕΩΡΓιΑΔΗ
ΑΙ ΣΧΥΛΟΥ ¨ΈπτάέπίΘήβας¨¨Ικέτιδες¨¨ΠρομηθεύςΔεσμώτης¨ ·
Έκδ. ΠΑΠΥΡΟΥ
ΑΡΙ ΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ¨Νεφέλαι ¨¨Ορνιθες¨· Έκδ. ΠΑΠΥΡΟΥ
·AFXA/D/ΑΡΜΟΝΙΚΟΙΣγΓΓΡΑΦΕ/Σ· · Έκδ. Γεωργιάδη·
·Ι ΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣΑΠΑΝΤΑ»Έκδ. Πάπυρος
ΑΡΒΑΝΙ ΤΟΠΟΥΛΟΥΑ. ¨ Έπιγραφική¨ · Άθήνησιν1 937
ΒΑΡΒΙ ΤΣΙ ΩΤΗΘΕΟΔ. ¨ΛεξικόνΑρχ. Έλλήνων¨ · Έκδ. Γεωργιάδη
ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΑΜ ¨ΟδοιπορικόστήνΝ. Γαλλία¨
¨Οδοι πορικόστόΠακιστάν¨ Έκδ. ΚΕΜΕ
· Oδοι πορικό στήνΜεγάλη Έλλάδα· · Έκδ. ΕταιρείαΕύβοικωνΣπουδων
ΒΥΖΑΝΤι ΟΥΣΤΕΦ Έκτων'ΈΘΝΙ ΚΩΝ¨ · Έκδ. Γεωργιάδη
ΓΑΒΡΙ ΗΛΙ ΔΗ Γ. ¨Ένάντιαστηνίσοπέδωσητήςγλώσσας¨Έκδ. Καρανάση,
"ΉΆνεπάρκειατήςΈλλην. Γλώσσ Έπιστήμης¨Έκδ. EL·PO,
¨ΤόΈλληνικόΠνεύμαστηνύπηρεσίατωνΡώσων¨¦όρθρον)
ΓΕΩΡΓι ΟΥΧΡ. ¨Τό γλωσσικόίδίωμα ΓέρμαΚαστοριας¨ Έταιρ. Μακεδ. Σπουδών
ΓΕΩΡΓιΑΔΟΥ ΓΕΩΡΓι ΟΥ 'ΤόμιξόγλωσσονένΜακεδονίςίδίωμακαίήέθνολογικήκατάστασιςτων
όμιλούντωντούτο Μακεδόνων¨·Έδεσσα1 948
'Γραφή, ήΜνήμη τώνΑνθρώπων¨ · Έκδ. ΔΕΛΗΘΑΝΑΣΗ
G. ι υιι CAESAP| S, 'DeBe|oGa||/co¨· Έκδ Πατάκη
Μ τυLΙΙ C| CEPON| S, ''De Ora|ore"· ΚείμενονύπόΛουίζουΛουίζίδου, Αθι(ναι J 957
CHADW| CKJ , 'ΓραμμικήΒκαΙΣυγγενικέςΓραφές¨ ¯ Έκδ Παπαδήμα
DELOPTPOBEPT, "Sc/encesAux/|/a/resdeΙ' H/s|o/re"· Έκδ. COL| N - Far|s J 969
ΔΗΜΗΤΡΙ ΟΥΑΝΝΑ, ¨ΠελασΥοί¯ ΉΚαταγωγή τώνΈλλήνων¨· Έκδ. ΝέαΘέσις
ΔΙ ΟΓΕΝΟΥΣΛΑΕΡΤΙ ΟΥ, ¨ΒίοιΦιλοσόφων¨· Έκδ ΓεωΡΥιάδη
ΔΙ ΟΝΥΣΙ ΟΥΑΛΙ ΚΑΡΝΑΣΕΩΣ, ¨ΠερίΣυνδέσεως Ονομάτων¨ · Έκδ Δίφρος ·
¨Ρωμαίίή Αρχαιολογία¨ T. L. G.
DUPANTνΙ LL, ¨Παγκόσμιος lτορία τούΠολι τισμού¨ ¯ Εκδ. ΑφοίΣυρόπουλοι
ΕΥΡΙ ΠΙ ΔΟΥ, ¨Ηλέκτα¨· ¨/κέτιδες¨· ¨/φιγένειαήένΑύλίδι ¨ ·
¨|ππόλυτος¨· ¨!ων¨- Εκδ. Πάπυρος
ΖΑΚΥΘΗΝΟΥΔΙ ΟΝ , ¨Μεταβυζαντινόκαί ΝέαΕλληνικό¨- Αθηναι J 978
''ΕίσαγωγήείςτήνIστορίαντούΠολιτισμού¨· Εκδ ΗΣτέΥητούΒιβλίου,Αθήναι J 952
·ΉΣπουδήτούΙταλιώτου Έλληνισμού·· ΠρακτικόΑκαδημίαςΑθηνώντόμος5J /J 976
¨Θεσσαλονίκη, αίΒυζαντι ναί Αθήναι τούΒορρα¨ ·
ΕκτακτοςΣυνεδρίατηςΑκαδημίαςΑθηνώντης ¡ 3· J 2- J 985
·ΓλώσσακαίΛόγος·· Πρακτικό ΑκαδημΑθηνώντόμο 58/ J 983
· ΗΟίκουμενικήΠορεία τής ΈλληνικήςΓλώσσης· ¨
·Romedans|apenseepo|/|/quedeByzanceduΧLΙΙ auχν s/èc|e ·
/aIhθoΓίθ Roma/neε Ι' θΡΓθυνθ desFa/|s"· Αθηναι J 986
GAPC| AV ΒΕΙΙ DΟ, 'ΉίsΡanίa Graeca" Barce|o¤a J 948
CONZALEZCASTPOJOSE, "Fa|aorascas|e||anasdeor/geng/rego",
Ed c| o¤esc|as|cas, Vadr d J 994
ΗΛΙ ΟΠΟΥΛΟΥΚΩΝ , "ΉΠολι τικήτήςΡώμηςείςτούςΛατίνουςΣυγγραφεϊςκαί
ή ΈθνικήΣυνείδησιςαύτών¨ Αθηναι J 974
ΗΡΟΔΟΤΟΥ Ι ΣΤΟΡΙ ΑΙ , Έκδ. ΓεωΡΥιάδη
ΗΣΙ ΟΔΟΥ, ¨Θεογονία¨ Έκδ Παπύρου
HOOKEPJ. , 'Είσαγωγήστή ΓραμμικήΒ¨ · Έκδ ΜΙ ΕΤ
H| GHETG| LBEPT, ¨Η ΚλασικηΠαράδοση¨· Εκδ ΜΙ ΕΤ
ΘΟΥΚΥΔΙ ΔΟΥΞΥΓΓΡΑΦΗ- Εκδ ΓεωΡΥιάδη
ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΥ ι . , ¨ ΠΕΛΑΣΓ/ΚΑ ·Περί τήςΓλώσσης τώνΠελασΥών¨ ·
Έκδ. Σακελλαρίου, Αθηναι J 9J 2
- Ι ΕΡΟΝΠΗΔΑΛΙ ΟΝτήςΈκκλησίας»- Έκδ. ΑΣΤΗΡ Αθ J 990
| S| DOP| , H/spa|ens/sEp/scop/, 'Έ|Υmο|οgίarums/ve Or/g/num", OxIord U¤| vers. F|ess J 9J J
JOSEFHSON NOPS, "Greek/ίngu/s|/cE|emen|sίπ|he Fo|ynes/an/anguage",
Έκδ. U¤ve|s He| de' oerg J 987
ΚΑΖΑΝΑΝΙ Κ ¨ΗΣανσκριτικήΓλώσσα¨ ¯ ΔημοτικηΒιβλιοθήκηΠειραιώς
ΚΑΝΑΡΑΚΗ Γ ¨ΗΔιεθνικότητατήςΈλληνικήςμέσώ τώνΑγγλικώνΓλωσσώντούΠαλαΙΟύκαί
ΝεωτέρουΚόσμου¨· Πρακτικό Β' ΠαΥκοσμ Γλωσσ ΣυνεδρίουτηςΚαβάλας · ¡ 993
075
070 A^^A T' |0|0Y^0Y ÷Y�ΤA^| ^Y
ΚΑΨΗΑΝΤ. , ¨Θρακολογία¨ Θεσ/νίκη J 978
ΚΑΡΒΕΛΑΑΛΕΞ , 'ΓλώσσακαίΓραφή¨ · ΠύΡΥος J 993
KAPY Μ ¨Ρωμαϊκή Ίστορία¨ · Εκδ. ΜΙ ΝΩΑΣ
ΚΟΚΚΙ ΝΑΚΗΣΠ. , ¨ ΗΟίκοuμενικότητα τής ΈλληνικήςΓλώσσας¨ · Αθήναι J 992
ΚΟΜΜΗΤΑ ΣΤΕΦ , ¨ΈλληνικήΜυθολογία¨ · Εκδ ΕΚΑΤΗ
ΚΟΡΝΗΛΙ ΟΥΝΕΠΩΤΟΣ5/D/ · Εκδ Παπαδήμα
ΚΟΡΑΗΑΔΑΜ , ¨ΥληΓαλλoγρoιkΙkoύΛεξικού¨¯ Εκδ ΕΣΤΙ Α
ΚΟΥΡΜΟΥΛΗΓ , ¨ Ηέκπολι τιστικήδύναμις τής ΈλληνικήςΓλώσσης¨· Αθήναι J 950
KPUTW|GSAGPEDO FEDEP| CO, "Compυ|erShoc \asconiaΑΓο2JJl ¨ B| | oao, J 984
ΚΥΡΙ ΑΚΙ ΔΗΡ , 'ΌίΑρχ. ΈλληνεςστήνΒρεττανία¨· Εκδ. Κασσουλίδη,Κύπρος
ΛΑΓΚΑΔΑ ΑΛΕΞ , Όί Αρχαίοι ΈλληνεςκαίήΘάλασσα¨ · Εκδ. Πανέζη,ΆθήναιJ 990`
LANCELOTCL. ¨/eJardindesRacines Grecqυes¨, Ed. Hac¤ette Far|s J 856
ΛΑΖΑΝΑ ΒΑΣ , ¨Αρχαία Έλληνικά Έπιγράμματα¨ - Εκδ. Παπαδήμα
LAGAPDE·V| CHAPD, ¨MoyenAge¨ Εκδ BOPDAS, Fa|s J 956¯ "xvi S| ec| e", Far|s J 956
LAUPANTΙ., "
_
|υdes Grecqυese|/a|ines"- Εκδ. F| CAPD, Far| sJ 926
ΜΑΚΡΑΚΗ ΒΑΣ , 'Όίτελευταίοι τήςΜεγάλης Έλλάδας¨ ·
Εμπορ ΒιβλίωνΛ Τζανακάκης,Άθήναι
ΜΑΣΟΥΡΙ ΔΗ ΝΙ Κ , 'ΆποκρυπτογράφησιςτήςΓραμμικήςΒ¨ , ΕκδόσειςτωνΦίλων
ΜΙ ΟΝΙ ΕΙΡΙ ΟΙ Ο, `Έίσαγ. στήνΈλλην. Παλαιογραφία¨, Εκδ ΜΙ ΕΤ
VOUN| NGEOPGE ¨Κλειδιάγιά τήνΓλωσσολογία¨· Εκδ ΜΙ ΕΤ
ΜΙ ΣΤΡΙ ΩΤΟΥΓ , ¨Μεγάλη ΈλληνικήΓραμματολογία¨· Εκδ Φ| ΛOΛOΓ| KONΆθ , J 972
ΜΠΟΓΚΑΕΥ , 'Τάείςτήντουρκικήν, περσικήνκαίάραβικήνδάνεια τής Έλληνικής¨. Άθ J 95J
ΜΠΕΡΤΘ. , ¨ΑλέξανδροςόΜέγαςκαίόΠαγκόσμιος Έλληνισμός¨· Εκδ. ΔΑΡΕΜΑ
ΟΙ ΚΟΝΟΜΟΥ ΚΩΝΣΤ. τούέξΟ| ΚΟΝΟΜΩΝ ¨Περί τήςΓνησίαςπροφορας
τής ΈλληνικήςΓλώσσης¨, Έκδ. ΖΩΣΙΜΑΔΩΝ.
ΟΜΗΡΟΥ ¨Ίλιάς¨- ¨Όδύσσεια¨ Εκδ. Παπύρου
ΠΑΛΛΑΝΤι ΟΥ ΜΕΝΕΛ , ¨ΤεύχοςΠολύθροον¨, Εκδ. τωνΦίλων
ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝ. ¨ Ίστορία τούΈλληνικού Έθνους¨ Εκδ. Χ ΠΑΤΣΗ
ΠΑΣΣΑ Ι ΩΑΝ , ¨ΉάληθινήΠροίστορία¨, ¨Τά Όρφικά¨ · Εκδ ΗΛΙ ΟΥ
ΠΑΥΣΑΝΙ ΟΥ ΕΛΛΑΔΑΔΟΣΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ Εκδ Παπύρου
ΠΕΤΡΙ ΔΗΖ' ΓΚΦΡ| ΝΤ¨Όδύσεια· Ναυτ. Εποπ -ΠροιστΕλλήνων¨
ΠΛΑΤΩΝΟΣ¨Κρατύλος¨¨Κριτίας¨''Τίμαιος''¨Πολιτεία¨
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΒΙ ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ -¨Ρωμύλος¨¨Κάμιλλος¨ ¨Μάρκελλος¨
¨Κικέρων¨ Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΥ
ΠΛΟΥΤ ΑΡΧΟΥ ΗΘΙ ΚΑ - ¨ΠερίΊσιδοςκαίΌσίριδος¨¨ΠερίΣωκράτουςΔαιμονίου¨-
Εκδ ΠΑΠΥΡΟΥ
ΠΟΛΥΔΕΥΚΟΥΣ ¨Όνομαστικόν¨.
F
_
SCHLV| CTOP ¨ΈλληνικόςκαίΡωμαϊκόςΠολι τισμόςείς τόναίώνα τούΑύγούστου¨ ·
Εκδ ΕΛΛΗΝΙ ΚΗΑΝΘΡΩΠ| ΣΤι ΚΗ ΕΤΑΙ ΡΕΙ Α, Άθήναι J 969
π0� Η ÷^^¬Ι| |¬ Γ0ΙΙ ^0Π0Ι ¬t Τ0Ι 0A||0�^| 0 ^ΟΓΟ
077
ΠΡΑΚΤι ΚΑΑΚΑΔΗΜΙ ΑΣΑΘΗΝΩΝτόμος60/J 985
ΠΡΑΚΤι ΚΑΑ' ΣυμποσίουΓλωσσολογίαςτούΒορειοελλαδικούΧώρου -
Ι ΔΡΥΜΑΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥΤΟΥΑΙ ΜΟΥ- Θεσ/νίκη J 977
ΠΡΑΚΤι ΚΑΒ'ΣυμποσίουΓλωσσολογίαςτούΒορειοελλαδικού Χώρου - Ι ΝΣΤΙ ΤΟΥΤΟΝ ΒΑΛΚΑΝΙ ΚΩΝ
ΣΠΟΥΔΩΝ- Θεσ/νίκη J 983
ΠΡΑΚΤι ΚΑΒ¨ΓΛΩΣΣ ΣΥΝΕΔΡΙ ΟΥΚΑΒΑΛΑΣ
ΠΡΟΜΠΟΝΑ Ι ΩΑΝ. , ¨ΣύντομοςΕίσαγωγήείςτι)ΜυκηναϊκήνΦιλολογίαν¨- Αθήναι J 977
ΠΡΟΚΟΠΙ ΔΗΧΑΡΙ Λ. , ¨Τά Ελληνικάστι)ΓερμανικήΓλώσσα¨ Εκδ ΚΑΚΤΟΣ
ΠΡΟΥΣΤ ΜΑΡΣΕΛ, ¨ ΑναζητώνταςτόνχαμένοκαιΡό¨ · Εκδ. ΗΡΙ ΔΑΝΟΣ
POVl LLYJACQUEL| NE, ¨ΡουΓΙ' Amourdu Grec", Ed. Bayard
P| DGWAY 0. , 'Όίπρώτοι ΈλληνεςστήΔύση¨- Εκδ ΜΙ ΕΤ
S| HLEPANDP , "Ne¤Compara|ive Grammaro/Greekand/a|in",
Oxford U¤|vers|tyFress, J 995
ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, ¨Αντιγόνη¨ ¨Ηλέκτρα¨'Όίδίπους Τύραννος¨
'ΌίδίπουςέπίΚολωνψ' ¨Τραχίνιαι ¨ Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΥ
ΣΙ ΩΤΟΥΜΑΡΚΟΥ, "Ν Γλώσσα τήςΚαινήςΔιαθήκηςκαίήΘρησκευτκή Αξία
τής ΕλληνικήςΓλώσσης¨¯ Αθήναι J 975
ΣΠΥΡΩΝΗΣΤ , ¨ΤίπήρανοίΤούρκοιόπάτην Ελλην. Γλώσσα¨
ΣΤΑΝΙ ΤΣΑ ΣΤ "/e Greccomme/anguedeDip/oma|ie /n|erna|iona/e e|deCivi/isa|ion
dans /a Medi|erranee Orien|a/e pendan|/es ΙΧ¯X\sièc/es"Ι Con/. ι ν Congrès
| ¤ter¤. des Neo¤e| | e¤|stesdes U¤ vers|tesfra¤copho¤es, Lo0va|¤ J 980
ΣΤΟΒΑΙ ΟΥANΘOΛOΓ| ON- Εκδ ΓΕΩΡΓι ΑΔΗ
ΣΤΡΑΒΩΝΟΣΓΕΩΓΡΑΦΙ ΚΑ- Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ
ΤΑΠΛΙ Ν ΟΛΙ ΒΕΡ, ¨ΕλληνικάνΠύρ¨· Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙ ΩΤΗ
ΤΖΙ ΡΟΠΟΥΛΟΥ- ΕΥΣΤΑΘΙ ΟΥΑΝΝΑ, ¨Μαθήματα Αρχαίας ΕλληνικήςΓλώσσης¨
6 Βιβλία ΕΛΛΗΝΙ ΚΗΣΑΓΩΓΗΣ, Εκδ ΓΕΩΡΓι ΑΔΗΣ
ΤΣΑΤΣΟΜΟΙ ΡΟΥ Η. , ¨ΊστορίαΓενέσεωςτής ΕλληνικήςΓλώσσας¨ · Εκδ ΔΑΥΛΟΣ
ΤΣΙ ΟΥΛΚΑΚΩΝ , ¨ΣυμβολαίείςτήνδιγλωσσίαντώνΜακεδόνων¨-Εκδ.ΔΗΜΙ ΟΥΡΓιΑ
ΦΙ ΛΗΛΟΥΚΑ, ¨ΗΚοι νήώςγλώσσα τού Ίησούκαί τών2/βιβλίωντήςΚ.Δ. ¨- Εκδ ΣΥΜΜΕΤΡΙ Α
ΧΑΤΖΙ ΔΑΚΙ Γ , ¨ΕλληνικαίΜελέται ' · ¨Περίτής ΕνεστώσηςΜεθόδουέν ταϊς
Γλωσσικαϊς Ερεύναις¨-Εκδ. ΕΛΕΥΘ. ΣΚΕΨΙ Σ-,
Τόπρόβλημα τήςγραφομένης Ελληνικής¨ Εκδ Σακελλαρίου,Λθ J 905
ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓ. · ¨ΕλληνικήπαρουσίαστήνΠαλαιστίνη¨ Εκδ. ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ
YAHUDAJOSEFH' Ήeorew |sGreek", BecketF0o' c. OxIord J 982.
• • •
Στίς προηγούμενες έκδόσεις εϊχαμε παρουσιάσει όρισμένες σελίδες άπό τήν
έξαίρετη βιβλιογραφική έργασία τού κ. Δικαίου Βαγιακάκου «περί τών Νέων Έλλη·
νικών, τώνΝεοελληνικώνδιαλέκτωνκαίτήνκαταγωγήτους» . Λόγψτούέξαιρετικού
ένδιαφέροντος τοϋέργουαύτού, προτρέπουμε τούςάναγνώστεςμας νά άπευθυν·
θοϋν στήν Άκαδημία Άθηνών καί νά ζητήσουν νά τό άποκτήσουν έξ όλοκλήρου.
Έπίτηεύ-αιρίζ θάθέλαμε νάέκφράσουμε τίς θερμέςμαςεύχαριστίες πρόςτόνκ .
Δικαϊο Βαγιακάκο, γιά τήν προηγούμενη παρουσίασι ολίγων σελίδων άπό τό έργο
του.
π0� Η ÷^^¬^| -¬ "0^| ^0|0| ¬< T0^ |A"-0�^' 0 ^0"0
¬¬=«
079
080
Π ΕΡΙ ΕΧΟΜΕΝΑ
σελις
ΕΙ ΣΑΓΩΓΗ ¯ Ή γλώσσα είναιή γενεαλογίατών λαών . . . . . « « « . . . . « « « « « « « . . . . « « « « « « . . . . . + . . . . . . « « « « « . « . . + . « « « « . . . . « . . « . + « . . . . . « . . + « + . + . + 1 7
Άρχιγένεθλος γλώσσα . . « « . . . . . « . . « « « . « « . . « . « « . . . . + + « . « « . . « . « . « « « « + . . + + . « « « « . . . + « . « « « « « « « « « « « . « . . . . . « « . . . . . « . « « « « « . . . . « « . . . . « « « « « « . . . « 2 1
Διάλεκτοι « ø ø ø . . . . . + « . . . + . . . « + + « ø + + « . « . . . . . . . . + . . . « . . . . « « « « + . . . . ø « . . . + . ø « . « « « « ø . ø . + + . . . . « . . . . « + . . « . . « « « « . « . . . . . « « « . « . . . . . « . . ø . « . . . « + . . + . + . + . « . . . 24
Και οί λέξεις Φλέβες είναι . . . + . . + . . « + . . . . . . « « « . . . . . . . « . . « . . . « « « « « « . . . . « « « « « « « . . . . . « . + « . « « « . « « « . . . « « « « « . . . . . + . . . « « « . . . + . . . . . . « « « « . . . . . 25
Και δι' ήμών όμόφωνος γέγονε πάσα ή Οίκουμένη + . . . « « : . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 26
"Ολοι κατέφυγον εις τήν Έλληνικήν . . . « « . « « . . . . . . « . . . . . « « . « . « . . . « . « « « « « « . . . . . « . « . . + « ø « « « . . . . . . . « « . « . . . « « « « « « « . . . « « . . + « . + « . . « + . . 27
'Έστι μεν ούν τό όνομα Έλληνικόν « « . . . « « « « « « « . . . « . . . . « « « « « . « « « « . . . « « « « « « « « « « . . . . . . . « . « « « « « . . . . « « « « « « « . . « « + + . . « + . « « + . . . + « ø « « « « « « 29
ΤιΙν γλώσσαν σφόδρα διάφορον κατέστησαν + « « « « « « . . . . . . « « . + « « « . . + . . . + . + . . « « « « « . . . . . « « . . « . « . + . « . « « . . . . . . « . . . . « « « « « « . « . . « 32
Πώς άλλοιοΟται ή προφορά και ή σημασία τών λέξεων « « « « « . . . « « « . « « « - « « « . « . . . . . . . « « « « . . . . « « « « « « « . . . « . . . . « . « « « « . . . + « 36
'Έννοια, συντονία διανοίας . « . . . . « « « . « « « « . . . . . . . « « « . . . . . + . . . . . + . + + + « . . . . . . + . . . « « « . . . . « . . . . . « « « « « « . . . « « « « « « . + . . . . « . . . . . . + . . . + + . . « « « . « . 39
Συνεκφορα - Συνεκδοχή « « . . + . . . . « « « « . . . . . « . . . . . « . . . + « ø + . . + ø « . « « + . . + + + + ø « ø « ø « . . . . « . . « . « + « « « « « « . . . . « « « « « . . . . « . . . « « . . + . . = . . . . + . + + . + . . . . + 40
"Έρασμιακή" Προφορά . . . . . . . . « « « « « . . . . . . . « « « . « . . . . « « « « « « . « « « « « « « . . . « « « . « « « « . . . . « . « « « . . . . . . « . . . + + . + . . + . . . . . « . « « « « . . . . « « « . . . . . « « . . . . . . . « 42
Αί συνηθέστεραι φθογγολογικαι αλλοιώσεις και της δασείας αί ποικιλίαι « « « « . « . . « « « « . . . + . . + + . . . . . . . . + . . . . . 44
Προθέσεις, προσφύματα . ø . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 47
Καταλήξεις + . . . + . + . . . « . . . . « . « « « « + . + + « « . . . . + . . + . . . + + . « . « « . « « « . . . . « . . . . . « « « . « . « . . . . « + ø « ø « « . . . . + + . . . + . . + . « . « . . . . . . . . . . . + . + + . . « . « . . . « + . . . . « « « « « « . . . 48
Πολύπλαγκτες έλληνικές λέξεις . « « « « . . + . + « . « « . « . . . « « « « . . « . « . « « « « « . « . . . . . « « « « . . + . . . . . + « + . . . + + . + . . . . « « « « . . . . « « « « « . « « « « « . « . . « « . « . . . 50
Δυτικότροπη σκέψις . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 51
Άλλοτρίοις όνόμασιν έαυτούς καλλωπίζουσι . . . . . « . « « « « . . . . . « . « . « « . « . . . . . « « . « « « . « « « . . . . « « « . . . . . . . . « « « « « . . . . « . . . . . . . « « « . . . . 52
Γλώσσης περιπέτειαι - "Ίνδοευρωπαικά" . . « - « « . . . « « « « « « « . . . . . . « « . + + . . . . . + . . . « . . . + . « . . . . « « « « « « « . . + + « . + . . . . . . . + . . . . . « « « « « « . . . . « 57
Περί σανσκριτικης « « « « « . « . . . « . + . . . . . + . + , + . + . . + . « « « « « . « « . « « « . « . « « « « « . . . . . « « « « « « ø « . . . + « + + . + « « . « « « . « . . « « . « « « . . . . + ø « . « . . , . . + . « . ø . . « « « « . . . . . « « « 58
Διόνυσος έπί Ίνδούς, στρατιαν λέξεων ηλασεν . . « . . « « « . . . . . . . « . « « + « . + . « . + . « « « « « « « . . . . « . « . « « . . . . + . « . + « + . + . « . « « . . - . « . « . . . 64
Άλφάβητον « « « « . « . . « + « « « « « . . . . . . . . . « « « « « « « . . . « . . « « « . . . . . . « . « « « « . « « « « « . . . . . . « « « « « « « « . « « . « « « « « « . . . « « . + . « « . « « « . . . « . « « « « « « . . . . « « « « . « « « « « . . . . . . . . . . . 68
' Ι στορικόν έλληνικης γραφης . . . . . . « . . . « . . . . . . . . « « « « « « . « « « « . . . . . . « « « « ø « « . . . . . « + . « « . . . . « « « . . « « « « « « « « . . « . . . . + « . . . « . « « « « « « « . « « « . . . . . « « . . 74
Περί σημασίας καί σχήματος τών έλληνικών γραμμάτων . . « . « « . « . . « . . « « , + . . . + « . « « + ø . « . « « « . . . . « « « « « « . . « « « . . . . . « « « « « « . 83
Αύτόχθονες έσμέν « « « « « . « . . . « . . . . « « « « . « . . . . . « . « « « « . . . + . . « « . . « + . + + . . . . . . . . . + « « . « « . . . « + . . « « . « « « « « « . . . « « « « « « . . . . . + + . + + . . . . . « « . . . . « « « « . « . . . . « . 87
Οί 'Έλληνες είς τήν Δύσιν « « « « « . . . . . « « « « « . « . . . . « + . « . « . . . . . . . . . + + . . . . + + . . . + + + . . . . . . . . . « . « . « . . « « « « « . . . . . + « « + . . . . . . . « « « « . . . « . . . . . « « « « . « « . . 89
ΈτροΟσκοι . . . « « « « « « . . « . « . « « « « . « . . « « . . . . « « « « « « . . . . + + + + . « « « . + . . « « « « . . « « « « « . « « . . . . « « « « . « . . . . « . + « « « « . « « « « « . . . . « « « « . « . . . « « « « « . « . . . . . « . . . . . « « « « . . . . . « « 99
Latinitas ¯ Ή τών Λατίνων φωνή . « « . . . . . « « « « « « . . . . « . . . . . . « . . « « « . . . . « + . « . ø ø . . . . « . . « « « . « . . « « . . . . . . . « ø « . . . . « « « « « « . . . . . « . . . . . . . . . . . . . . « « 1 02
'Άπαντα είναι τών Έλλήνων « « « « . . . . . . « « « « . « + + . . « . . « « . « . . « « « + « « . . . . . « « « « . « . . . . « . . « « « . . « « . . . . . . . . « « « . « . « « « « « « « . . . . « + + . . « . « « . . . . . « . « « « « 1 05
Ή 'Ιατρική Έπιστήμη φθέγγεται έλληνιστί + + . . + + « + . + + + . « . « . . . . . . « . « « « « « . . . . . « « « . . « + « « . « . . . . . « « « « . . . . . « « « « . . . . + . . . . . . « « « . . . . . . . . 1 06
Ρωμαίκόν Δίκαιον . . . . « . . « « . . . « « « + . + . . « « « « « « « . . . « . + + . . « . . . . + . . . . . « « « « « « « . . « « . . « . « « . . . . . . « « « « . « « « « « « « . . . + + . . . . « . . . . « « « « . . . . + . « . . . . . . . « + . + . . . . 1 1 6
Έκκλησιαστικόν Λεξιλόγιον « « . . . « . . « « « « « . . . ø . « « « « « « . + . « « « . . . . . « « . « « « « . . « . « . . « « « « . . . . « . . . . « . . . . + . . + + . « « « « . . . . « « . « « + . + . + « . . . . . « . « « « « . . . 1 1 7
Οί ΛατΙνοι άντιγραφεΙς . « . . « . . . . . . . + . « . « + . « . « . . . . « « « « . . . . . « + . . . + . + . « « « . . . . . . ø « « « « « « . . . . . « . . + . ø « « « « « « + . . , . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 1 1 9
Κατάλογος Λατίνων συγγραφέων « « « . « + . . . . . « . « « « . « « « « « « . « . . . . « « « « « « . « . . . « . « « « . « . . « « « . . . « « « « « « « . . . . « « « + « « « . . . « « . « . + . « + . + - . . . + + . . . 1 29
Περί της Λατινικης Κωμψδίας . + . . . . . . « « « « . « . . « « « . . « « . . « . . + . « . . . . . . . + + . « . . . « « + + « « . . . . « . « « . . . . « « « . . . . . « « . « « « . . . . . . + + « . . . « « . . . . . . . « « . . « 1 48
Ίταλική. Γαλλική . « ø ø « . . . « . « . « . ø ø « « « . . . . « . « « « « « . « . . « . . « . « . . . . . « « ø + . . . . « « « « . . . . « . « « « « « « « . . « . + « « . . « ø « « « . . . . . « « « « « « . . . . « . . . . . . . . . . . . . + « « « « « . . . . . 1 49
' Ι σπανική . . + . . « . . « « « . . . . . . . « « « . . . . « « « . . . . . « « « « « . . . « . « « « « « « . . . « . « « + « . « . « « « « « . . . . . « . « . « « . . . . . . . « « « . . « . « + « . . . . « « « « « . . . « « « « « . . . . . + « . + + « + + « « « . . . . . « . « « . 1 51
Γερμανικά. Άγγλικά « « « . . . . . . . . . « « « « « « . . . . . . + . « + . « . . « . . « « « . . « « « « « « « . . « . « « « « « « « . . . . . « « « « « . . . « . . . . . « . « « « « . . . « « « « « . « . « + . . « « + . . « « « « . . . . . . « « « « . . 1 54
Σλαυικες γλώσσες « + « . . . . . « . « . . . . « « « « . « . . . . « « « « « . « . . . + . + . « « . « . « . . . . . . . . . « « « . « . . . . . . . « « « . . . . + + « . . . + . « « . . . . . . . . « « « « . . . . « « « « « « « « . « + . . « + . + . . . . . 1 57
Άλβανική . + . . . . . . + + . . « ø « . . . « . « « « . « « « « « . « . . . . « « « « « « « . . . . . . . « « . . . . . . + . . . + « « « « « « « . . . . . « « « « « « . « . « . « « « . « « « « « « + . . « . « « . « . . . . . « . . . . « . « . « . ø . . . « « « « . « « . . . . « 1 58
Άρμενική . + . . . . « + . « . . . . . « « « « « « « . . « « « . . . . « « « « « « . . . . . + « . + « « « . . . . « « « . « . « « « « « « . . . . . « « « « « . « . . . . « « « « « « . « « « « . . . « . « « « « « . . . . + . « « . . . . . « « « « « « . « « « « . . « + « + « . . . 1 59
Ρωσική + « + + . . . . « + + « « + . . . . « + « « « « . + + . + . . . . « + + « + « + . . . + + + « « « . « « « . + + « + + « . « « « « + + . . . . + « « « « + + + . . . . + « + + + + . . . . « + . . + + « « « « « « + . . « « « « « « . . . . + + « « . + « + « + « . . . + + « « « « . . 1 61
Βάσκοι . . . « . « « « « . . . . + . « . « « . . + + . . . « . . . . + + . . . . . « « « . « « . . . . . . . « + . « . . . . + . . . . . . . « « « « « . « . « « . « « « « « . « . . . « « « « . « . . « « + . . . . + . « . + . . . . . « « « . . « . . . . . . . . « . + « « « . . « . « « « 1 62
081
σελίς
Έγγύς, Μέση, 'Άπω Άνατολή ..=.......o .=...... . . . . . .. .. . . . . . . . . . . . . . . . ... . . . ....... . .... .. . . . . . . . . . . . . . J 66
Άραβική o o o o o o o o . . .. . . . . . . . . . . . . . . .. . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . .. . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . J 67
Τουρκική o o o o o o o o . o = o o o o o o = o o o o = o = o .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . .. . . . . . .. . . . . . . . J 68
Έβραϊκά o o o = o . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . .. . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ! 90
Προς Δυσμάς. - Ίνκας o o o o . o = = . . . = .. . .. . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... . ... . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . ... . . . . J 95
Πολυνησία o o o o o o o o o o . o o o o o o o o o o o o o o o o o o o o . o .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . J 97
Λεξικογραφικά - Λεξικολογικά . . .. . . . . . . . .. . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ,06
Έπίμετρον o - - - o o o o o o o o o o o - o o o = o o o - - - o o o o o o o o o o o o o o o o o o o o o o o o - - o o o o o o o - o o o o o o o o o o o = = + = + o o o o = o ø. . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . ... . . . . . .. . . ,J J
Σύντομη Περίληψις Είσαγωγής είς την Γαλλικήν o o - ... . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . , J 5
Σύντομη Περίληψις Είσαγωγής είς την Άγγλικήν . « .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... .... . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . ,,J
ΛΕΞ ΙΚΟΝ o o o o o o o o ... . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
,3J
'Ολυμπιακοί, 'Ολυμπία, 'Ολυμπιάς, 'Ολυμπιάδες o o = o o . o o ... . . . .. . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .... . . . . . . . . .. . . . . ... . . . . . . . .
476
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ - Είσηγήσεις είς Διεθνή Συνέδρια . . . . .. . . . . . . . . . . . .. . . . .. . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
645
ΒΙ ΒΛΙ ΟΓΡΑΦΙ Α o o o o o o o o o - o o o o o o - o o - . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
67!
ΣΧΟΛΗ ΕΘΝΙ ΚΗΣ ΑΜγΝΑΣ
Δ Ι Q Ι Κ Η Τ Η Σ
Κυpiα
Άθήνα
,ν
α
Ίφο:ούλου Ρ υσθ
oυ
ΚαθηΥτρu)νωτς
t
xoλής :ο
λμ
ου
τ
ης :λμlκής ΆεPO:Opiας κα
.lευθ
ύ
ντρu
t
πoυδ
ών της
t
xo
λ
ής
^TΩJ·
Τ,,-�,
ο
κ
τ
jρ
wυ 200J
Pυxαpw θερμά Υτην ευΥενΖκή πρ
ο
σφ
ο
ρά τυ Jzλiov σας
<<Ρ.): .ΆΟfΟt :Ωt JΡ.)J1fΟJ9Ο:ΟΙJtΡ ΊΌ:
:)TOt9IO .ΟfΟ».
Ί
jz
λ
io ήδη εντχθηκε σ
jzλθήκη τς
t
xo
λ
ής κ θα
αοτε
σεΖ :ολύτ
μ
ο
j0
ήθημα Υτυς σπουδασς μας.
��
�
/
"LE ΡΟΙΝΤ¯¹
Roger-Pol DROIT
Chere Madame,
Α l ' attention de
Mm Anna Tziropoulou-Eustathiou
«Ell iniki Agogi»
Stoumara J¯
Athenes Î U4 JZ
Grece
Paris, le Ì 4Decembre ZUUJ
Je vous adresse ce petit mot pour vous dire que j ' ai bien reςu votre
l i vre ΈλληνΛόγος. υπ travail considerable!
Il me sera tres util e. Je vous remerci e chaleureusement pour cet
env01.
Avec mes respectueuses sal utations,
Roger-Pol Droit
* 'Εκ τού γαλλΙΚΟύ περιοδΙΚΟύ "Le ΡοίnΙ".
� I O Γ PAΦ I Ι Oι
. Η Α ννα Τζιροποίιλου Εύστα8ίου γεννri8nκε στον Πειραιά. Έσποίιδασε Έλλnν!κn και
Γαλλιl<ιι Φιλολογία στο ΠανεπιστΤμιο f8nvcv, Γαλλικπ γλώσσα και λογοτεχνία στο Inscicuc
Fraι ιιaίs d' Atltenes, 'Ιταλικπ γλώσσα στπν Casa d' Italia, 'Ισπανικπ στο 'Ινστι τοϋτο Tns 'Ισπα
νιl<ίί�' Πρι"βείαs, lωι Μουσικπ στο ΏδεΤον f8nvcv με Ka8nynTn στπν Θεωρία-Άρμονία Mov
"ΙIΟ1S τ(Ίν Άι<αδnμαϊκο Μενέλαο Παλλάντιο.
Είναι μέλοs Tns «Φιλολογικns Στέγns Πειραιώs» ιωι του «'Ομίλου Πειραιώs γι α τπν Δι ά
δο"ι TI1s Έλλnνικns Γλώσσns» , του όποίου έπι διετίαν διετέλεσε Άντιπρόεδροs.
T(J 1 994 έξελέγιι παμψπφει «Τακτικον μέλοs - 'ETaTpos» Tns ΕΑΑΗΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗ
ΜΙΑΣ ΤΗΣ ΒΑΣΚΩΝΙΑΣ Γ όποία έδρείιει στο Bίlbao. ΤΟ 2005 άνεκnρίιχ8n Ka8nyriΤPL Q (Ιστο
ΡΙΙ078 Έλλnνικι1S Γραμματείαs) του Πανεπιστιιμίου ALPINE Ζvρίχns-Έλβετία. Είναι μόνιμο ν
μlλo�' τ/ίΞ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΕΑΑΑΔΟΣ, του ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΑΟΥ ΕΑΑΑΔΟΣ
lωΗωΞ lωι τοΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΑΙΚΟΥ ΟΜΙΑΟΥ ΑΘΗΝΩΝ.
ΏΞ Εί"ιι γιίτρια σε πολλα Δι ε8νπ Συνέδρια στπν Έλλάδα και στο έξωτερικό, εχει δώ"ει
πι:ρt"r)ΠΡΙ:S άπο 200 δι αλέξειs, γλωσσικοΟ κvρίωs περιεχομένου, και εχει λάβει μέροs σε
παμπολλΙ:Ξ ραδιοτnλεοπτικεs Έκπομπεs (μόνιμεs και εκτακτεs) σε δι αφόροvs ραδι οτπλεοπτι
lω1ΊΞ "ταΗμοvs l<α8ωs ι<αι σε διε8νί Δορυφορικα προγράμματα.
Σιίμι:ρα είναι κα8πγΤτρια Tίs Άνωτάτns Σχολίs Πολέμου Tίs Πολεμικίs μαs Άεροπο
ρίαΞ¡ (inoj) διδά"κει 'Ιστορία Tίs Έλλnνικίs Γλώσσns, και Δι αλέκτρια Tίs Σχολίs 'E8VLKίs
Άμ1Jνns (ΣΕΘΑ). Είναι έπίσns Διευ8ίιντρια Σπουδών Tίs Σχολίs "ΕΑΑΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ» δπου
r' ιδά"I<ι:ι τ() Μά8ιιμα τών Άρχαίων Έλλιινικών με πρωτότυπn Μέ80δο ίδικίs Tns έπινοΠ"εωs.
'Έργα τn�Ό'
"ΕΑΑΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ Μα8Τίματα fpxaCas Έλλnνικίs Γλώσσns» :
Ι . Α ' Κ ι)"λ()�' Σπουδών - Έκδ. Γεωργιάδn
2. Β' Κ1 ίl<λοs Σπουδών - Έκδ. Γεωργιάδn
8. Γ Κ1 JI<λο�' Σπουδών - Έκδ. Γεωργι άδιι
4. Βιβλίον ΚαιΊιι γιιτοΟ και Μελέτns Α' Κίκλοs Σπουδών - Έκδ. Γεωργιάδιι
5. Βιβλίον Ka,}nynToO και Μελέτns Β' Κίικλοs Σπουδών - Έκδ. Γεωργιάδn
6. Βιβλίον ΚαΗιιγιιτοΟ και Μελέτns Γ Κίικλοs Σπουδών - Έκδ. Γεωργιάδn
7. "Έργα"ίαι Σπουδαστών» (Πρωτότυπεs Έργασίεs τών μα8nτών τns) - Έκδ. Γεωργι άδιι
8. ΤΡΑΓΩΔΙΑ - Νέα Δεδομένα - Έκδ. Γεωργιάδιι
9. Αί"χιίλου Ευφορίωνοs Ά8πναίου ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ
(ΣΙJγχρονοs Άπόδοσιs άρχαίου Κειμένου, ΕίσαγωγΤ, Σχόλια, Έπίμετρον) - Έκδ. Γεωργιάδπ
[ () ' Ημι:ρυλόγιον άπο τον Πόλεμο τοΟ 1 940 - ΣΤΥΑΙΑΝΟΥ ΤΖΙΡΟΠΟΥΑΟΥ
(με "χ(iλια, ιωι παράλληλα έδάφια άπο τπν άρχαία μαs 'Ιστορία) - Έκδ. Νέα Θέσιs
1 1 . ΠώΞ 11 ΈλληνικΓ γονιμοποίησε τον Εύρωπαϊκο λόγο - Έκδ. Νέα Θέσιs
1 2. ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ lcs lί Έλλnνικn γονιμοποίησε τον Παγκόσμι ο Λόγο - Έκδ. Γεωργιάδη
[ 3. ' ΌμlφΟΞ Τιιλεμάχου Όδυσσείδns - Έι<δ. Γεωργιάδn
[ 4. Γιφι:ι<άνιι<ο Λεξικό - Έκδ. Νέα Θέσιs
1 5. TρπγΙyrί α lωι Άρι στοτελικπ Κά8αρσιs - Έκδ. Γεωργιάδη
[ 6. Ό ί' ν τι� λέξει Αόγοs - Έι<δ. Γεωργιάδn
r Eπ("I1 �'" Απσ Tls Έκδόσειs τοΟ Πνευματιι<οΟ Κέντρου τοΟ Δπμου Ά8ηναίων εχουν έκδoιί:
[ ) Οί Εί "l1 γιi "ει s TllS "ε δίιο "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ» : α) ΤΟ μά8ημα Tίs Άρχαίαs Έλλnνικιίs Γλώ""ns
μi: TCXIIl KGs τών Ζωντανών Γλωσσών β) Προσέγγισιs τοΟ Άρχαίου Έλλnνικοv Κόσμου με "1JY
χρoνι'�' ΤΙΧΙΚ ' .
2) Ή Εί "l1 γπ,,! τπ Gis το SYMPOSIUM Tίs Πράγαs - Τσεχία (<Ή Έλληνικπ Φιλοσοφικπ Παρά
rO,! ' κπι Γ Τ"εχικ Σκέ IS . ) - είs τπν γαλλικπν γλώσσαν με έλλnνικn μετάφρασι).