ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ http://politikokafeneio.com
Χρήστος Κεφαλής
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Εισαγωγικά 1. Όταν ο Ριζοσπάστης συνάντησε τον Μούχιν 2. Για τη δημοσιογραφία των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη 3. Τα ντοκουμέντα Γιέλτσιν και η κατά Μούχιν-ΚΚΕ κριτική τους 4. Σλομπότκιν και Φουρ 5. Οι δημιουργικές αντιγραφές του κ. Γκίκα 6. Η Έκθεση Μπούρντενκο και η διαδικασία της Νυρεμβέργης 7. Οι πρόσφατες εξελίξεις και η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη 8. Η Έκθεση της «Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών» του 1993 9. Το ΚΚΡΟ, ο Γιούρι Ζούκοφ και ο Βίκτορ Ιλιούχιν 10. Ο σταλινικός φανατισμός απέναντι στην ιστορία 11. Δυο λόγια για τα αίτια της σφαγής του Κατίν 12 Τα ιστορικά διδάγματα από το Κατίν Εισαγωγικά Η Υπόθεση του Κατίν αφορά τη σφαγή περίπου 22.000 Πολωνών που είχε συλλάβει ο σοβιετικός στρατός κατά την εισβολή του στην Πολωνία το Σεπτέμβριο του 1939. Η άποψη που επικρατεί, υποστηριζόμενη ισχυρά από το ιστορικό υλικό, είναι ότι η σφαγή οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες τον Απρίλιο-Μάιο του 1940. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια προβλήθηκε και προβάλλεται στη χώρα μας από το ΚΚΕ, στα πλαίσια της φιλοσταλινικής στροφής που επιχειρεί αυτό το κόμμα, η σταλινική εκδοχή για το συμβάν, σύμφωνα με την οποία επρόκειτο για ένα έγκλημα των ναζί, διαπραγμένο τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1941, αμέσως μετά την εισβολή τους στην ΕΣΣΔ. Αυτή η εκδοχή αναπτύχθηκε με μια πλούσια αρθρογραφία στο κομματικό όργανο του ΚΚΕ, το Ριζοσπάστη, με αξιώσεις ιστορικής εγκυρότητας και τεκμηρίωσης. Στο παρόν δοκίμιο θα δείξουμε τη σαθρότητα και το αστήρικτο της σταλινικής εκδοχής, καθώς και των επιχειρημάτων και στοιχείων που προσφέρονται σε
υποστήριξή της από τη σύγχρονη νεοσταλινική φιλολογία και ιστοριογραφία. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, την οποία αποδεχόμαστε εδώ, οι πολωνοί αιχμάλωτοι πολέμου, περίπου 8.000 αξιωματικοί του στρατού και οι υπόλοιποι κρατικοί αξιωματούχοι, γιατροί, δικηγόροι, κ.ά., κρατούμενοι στα στρατόπεδα του Κοζέλσκ, του Σταρομπέλσκ, του Οστάσκοφ, κ.ά., εξοντώθηκαν στην περιοχή του Κατίν, κοντά στο Σμολένσκ στη Ρωσία, στις φυλακές του Καλίνιν και του Χαρκόβου, και αλλού. Θάφτηκαν στο δάσος του Κατίν, το Μέντνοε και σε άλλα μέρη. Η ανακάλυψη των μαζικών τάφων στο Κατίν έγινε αρχές του 1943 από τους ναζί, οι οποίοι αξιοποίησαν το γεγονός για τους δικούς τους προπαγανδιστικούς σκοπούς. Αυτό το περιστατικό αξιοποιήθηκε από το σταλινισμό και αξιοποιείται από τους τωρινούς επιγόνους του, για να εμφανίσουν προπαγανδιστικά ως αυτονόητο πως επρόκειτο για μια συνομωσία των ναζί, με στόχο να συκοφαντηθεί ο σοσιαλισμός και η ΕΣΣΔ, αλλά και να διαλυθεί η αντιφασιστική συμμαχία. Είναι, ωστόσο, σαφές πως τέτοιου είδους επιχειρήματα δεν έχουν θέση στην ιστορική έρευνα, που δεν μπορεί να σχηματίζει τις αποφάνσεις της παρά μόνο με ευσυνείδητη μελέτη του ιστορικού υλικού, και όχι με αφορισμούς του τύπου ότι “Αφού το είπαν οι ναζί, αποκλείεται να είναι έτσι”, όπως αυτοί που προσφέρει κατά κόρο η σταλινική φιλολογία. Στην περίπτωση του Κατίν, μπορεί να αληθεύει μια από τις δυο εκδοχές: Είτε πρόκειται για σταλινικό έγκλημα, που διαπράχτηκε Απρίλιο-Μάιο του 1940, και τότε λέγαν μοιραία την αλήθεια οι ναζί. Είτε πρόκειται για έγκλημα των ναζί που διαπράχτηκε Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1941, και τότε λέει μοιραία την αλήθεια η σταλινική πλευρά. Εξετάζοντας το θέμα αφηρημένα, με βάση την πολιτεία των ναζί και του σταλινισμού, είναι σαφές ότι το έγκλημα μπορεί να έχει γίνει από οποιαδήποτε από τις δυο πλευρές. Δεδομένων μάλιστα των μαζικών θηριωδιών των ναζί, όπως το Ολοκαύτωμα, η πρώτη πηγαία αντίδραση είναι να σκεφτεί κανείς ότι πιθανά να επρόκειτο για δικό τους έγκλημα ή ότι
αυτό δεν μπορεί διόλου να αποκλειστεί. Τέτοια ήταν η πρώτη σκέψη του συγγραφέα όταν ξεκίνησε την ενασχόλησή του με το θέμα προ διετίας. Ωστόσο, και η αντίθετη υπόθεση, έχοντας υπόψη τα ειδεχθή εγκλήματα του σταλινισμού –αποκαλυμμένα κυρίως μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και τεκμηριωμένα στις πραγματικές τους διαστάσεις με πλούσιο αρχειακό υλικό μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ– για όποιον δεν φορά παρωπίδες είναι εύλογη και θεμιτή. Ο παράγοντας που έπεισε τον γράφοντα για τη σταλινική ενοχή, πέρα από τα υπάρχοντα ιστορικά τεκμήρια, είναι προπαντός η σαθρότητα, οι απίστευτες παραχαράξεις και τα ψεύδη στα υποστηρικτικά υλικά και την επιχειρηματολογία της σταλινικής πλευράς. Πραγματικά, δεδομένου ότι στην περίπτωση του Κατίν πρόκειται για ένα μαζικό έγκλημα, από το οποίο δεν επέζησε κανένα των υπό εκτέλεση θυμάτων1, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να στηριχτούμε σε άμεσες μαρτυρίες που να αποδεικνύουν αδιαφιλονίκητα την ταυτότητα των εκτελεστών. Στις συνθήκες αυτές, η αποτίμηση των παρεχόμενων λιγότερο άμεσων ή έμμεσων τεκμηρίων δεν μπορεί παρά να είναι αποφασιστική για το σχηματισμό έγκυρης άποψης. Οπωσδήποτε, αν ευσταθούσε ο σταλινικός ισχυρισμός περί εγκλήματος των ναζί, θα είχε καταστεί δυνατό (δεδομένου ότι η εξόντωση 20.000 ανθρώπων δεν περνά απαρατήρητη και χωρίς ίχνη) να προσκομιστούν έστω μερικά ισχυρά στοιχεία και επιχειρήματα που να πείθουν για τη βασιμότητά του. Η εξέταση των ισχυρισμών της σταλινικής πλευράς, η οποία μάλιστα προβάλλει με αξιώσεις ιστορικής ανωτερότητας και ταύτισης με τα ευγενή ιδεώδη του σοσιαλισμού, για την παρουσίαση τέτοιων στοιχείων, είναι έτσι ο καλύτερος τρόπος για να διαπιστωθεί αν υπάρχει κάποια ουσία στην εκδοχή της των γεγονότων. Η εστίαση σε αυτή την πλευρά προσδιορίζει και το χαρακτήρα της μελέτης μας, που δεν είναι αμιγώς ή πρώτιστα ιστορικός. Τα ιστορικά δεδομένα και οι λεπτομέρειες της κάθε εκδοχής θα βρεθούν σε πολλά βιβλία και σελίδες στο
1 Από τους κρατούμενους στα τρία στρατόπεδα εξαιρέθηκαν από την εκτέλεση περί τους 380, που στάλθηκαν σε άλλες φυλακές, αλλά αυτοί δεν μπορεί να διαφωτίσουν για την τύχη των υπόλοιπων.
Διαδίκτυο. Το να τα επαναλάβουμε εδώ στο σύνολό τους, αφηγούμενοι διεξοδικά το πώς αντέδρασαν ο Στάλιν και οι πολωνοί φυγάδες στη Δύση στην ανακάλυψη των μαζικών τάφων, ποια ήταν η στάση του Τσόρτσιλ και του Ρούσβελτ, κ.ά., θα μας αποσπούσε από το κύριο έργο μας, που είναι ο έλεγχος των προσφερόμενων εκδοχών. Τέτοιου είδους θέματα και πλευρές θα μας απασχολήσουν, λοιπόν, μόνο ως ένα βαθμό, από την άποψη της σημασίας που μπορεί να έχουν για την κατάδειξη της ιστορικής αλήθειας. Είναι σαφές ότι ο ερχομός του θέματος του Κατίν στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την ομώνυμη ταινία του πολωνού σκηνοθέτη Βάιντα (2007), ο πατέρας του οποίου περιλαμβανόταν στα θύματα, έχει έντονες ιδεολογικές φορτίσεις και συνεπαγόμενα. Αν κριθεί στενά από άποψη έκτασης, το Κατίν υπολείπεται πολύ απέναντι στα μαζικά εγκλήματα των ναζί όπως το Ολοκαύτωμα. Σε αυτό, ωστόσο, αντανακλώνται κρίσιμες πτυχές της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, όπως ο χαρακτήρας του σταλινικού καθεστώτος και το αν τα μαζικά εγκλήματά του ήταν τελικά καρπός της Οκτωβριανής Επανάστασης και του μαρξισμού. Ο συγγραφέας διαφωνεί ριζικά με την παραπάνω άποψη, θεωρώντας, σύμφωνα με τη μαρξιστική παράδοση των Τρότσκι, Λούκατς, κ.ά., ότι επρόκειτο για το σφετερισμό της επανάστασης και την εξυπηρέτηση ιδιοτελών επιδιώξεων και συμφερόντων της γραφειοκρατίας. Αυτή η τοποθέτηση υποστηρίχθηκε γενικά για το σταλινισμό στη συλλογή κειμένων Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, δημοσιευμένη το 2010 από τις εκδόσεις Τόπος, με επιμέλεια του γράφοντος. Από την άποψή της, ωστόσο, έχει μεγάλη σημασία η αντίδραση στην επιχείρηση αποκατάστασης του Στάλιν, με την αμφισβήτηση και συγκάλυψη των εγκλημάτων του σταλινισμού, στην οποία πρωταγωνιστεί στη χώρα μας το ΚΚΕ. Είναι η πεποίθησή μας, αντίθετα, ότι η υπόθεση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να υπηρετηθεί με την πλαστογράφηση της ιστορίας, αλλά μόνο με την αποκάλυψη και κριτική των αιτίων που παρήγαγαν τις σταλινικές ωμότητες.
Πριν προχωρήσουμε, δεν βλάπτει να σημειωθεί ότι έχει ήδη υπάρξει μια προγενέστερη αρθρογραφία μας για το θέμα του Κατίν και να γίνει μια αναφορά σε αυτήν. Ήδη από το 2009, σε σειρά κειμένων μας στην Αυγή2, δείξαμε τη σαθρότητα της περί Κατίν αρθρογραφίας του Ριζοσπάστη, που επικαλείται σταλινικούς και εθνικιστές “ερευνητές”, συχνά με φασιστικές συμπάθειες, όπως οι Μούχιν, Φουρ και Σλομπότκιν. Η σχετική αρθρογραφία του Ριζοσπάστη περιλάμβανε κείμενα δημοσιευμένα μεταξύ 2005-2009, όπως τα: Γ. Σλομπότκιν, «Κατίν. Πώς και γιατί οι Ναζί εκτέλεσαν τους πολωνούς αξιωματικούς» (29.5.2005)· Α. Γκίκας, «Κατίν: Από τον Γκαίμπελς στους κινηματογράφους» (16.3.2008)· Ν. Μπογιόπουλος, «Το Κατίν, ο Γκαίμπελς και ο Άλφα» (5.2.2009)· Στ. Κρητικός, «Υπόθεση Κατίν. Στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας» (8.2.2009) και «Ο Βότσης, η Ελευθεροτυπία και η αντιΚΚΕ ανατριχιαστική τους προπαγάνδα» (11.2.2009)· Μ. Μαΐλης, «Η ιστορική αλήθεια και οι αιτίες της πλαστογραφίας της» (15.2.2009), κ.ά. Ταυτόχρονα, επισημάναμε τις κραυγαλέες αντιφάσεις της Έκθεσης Μπούρντενκο, επίσημου υποστηρικτικού ντοκουμέντου για τη σταλινική άποψη ότι το έγκλημα έγινε από τους ναζί, αντιφάσεις που την καθιστούν εντελώς αναξιόπιστη. Η αντίδραση του Ριζοσπάστη ήταν κάμποσα απαξιωτικά σχόλια, όπου γινόταν λόγος για οτιδήποτε άλλο εκτός από την ουσία του ζητήματος. Την αρχή έκανε ο Ν. Μπογιόπουλος στις 4/3/2009 με υποτιμητικές αναφορές στην «ευφυΐα του συγγραφέα», για να ακολουθήσει κείμενο του μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ Ε. Βαγενά στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη (15/3/2009), που μιλούσε για «υπεράσπιση του Γκέμπελς από την Αυγή» και «παπαγαλία των συκοφαντιών του Γκέμπελς». Το στέλεχος του ΚΚΕ προέτρεπε μάλιστα τον γράφοντα να επισκεφθεί τις παρελάσεις των Ες-Ες στη Ρίγα της Λετονίας. Όταν τους υποδείχτηκε συγκεκριμένα πια η σύνδεση του Μούχιν, μιας από τις κύριες πηγές τους, με νεοναζιστές υμνητές
2 Βλ. σχετικά, Χρ. Κεφαλή «Το έγκλημα του Κατίν και οι πηγές του Ριζοσπάστη», Αυγή, 1/3/2009· «Όταν ο Ριζοσπάστης συμβαδίζει με τους σύγχρονους Γκέμπελς», Αυγή, 25/3/2009 και «Η σταλινική εκδοχή για το Κατίν: μια κριτική», Αυγή, 18/4/2009.
του Γκέμπελς, απάντησαν με νέα ομοβροντία ύβρεων. Ο μεν Μπογιόπουλος έκανε λόγο για «Κατινιά της αντικουκουεδίλας», ενώ στη στήλη «Από μέρα σε μέρα» διαπίστωναν «επιβεβαίωση του γκεμπελισμού» – «η Αυγή και οι αρθρογράφοι της… αναμασούν την γκεμπελική και ιμπεριαλιστική προπαγάνδα». Υποστήριζαν δε ότι η αναφορά του Ριζοσπάστη στον Μούχιν αφορά μόνο μια τυπική παραπομπή στην Έκθεση Μπούρντενκο και «πέραν τούτου ουδέν» (Ριζοσπάστης, 27/3/2009). Όσο για την κριτική μας στην Έκθεση Μπούρντενκο, ο Ν. Μπογιόπουλος αποφάνθηκε ότι πρόκειται για «ιστορικές παραποιήσεις» που «αναμηρυκάζουν» την «προπαγάνδα του Γκέμπελς» (24/4/2009). Και χωρίς να υποδείξει ούτε μια τέτοια παραποίηση, προτίμησε φρονίμως ποιών να βάλει στο θέμα «τελεία και παύλα». Ακολούθησε ένα εκτενέστερο άρθρο του γράφοντος στο περιοδικό Σπάρτακος, «Το Κατίν και τα ψεύδη του Ριζοσπάστη», δημοσιευμένο σε δυο μέρη, τον Οκτώβριο του 2009 και τον Φεβρουάριο του 2010. Εκεί γινόταν αναλυτική κριτική της προηγούμενης επιχειρηματολογίας του Ριζοσπάστη για το θέμα, που παρουσιάστηκε στα κείμενα των κ. Γκίκα, Σλομπότκιν, Μαΐλη, κ.ά. Η κριτική αφορούσε πτυχές της υπόθεσης όπως η αξιολόγηση των σχετικών με το Κατίν διακηρύξεων του Γκέμπελς, η βασισμένη στην αρθρογραφία του Μούχιν αμφισβήτηση από το Ριζοσπάστη της γνησιότητας των ντοκουμέντων για το Κατίν (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υπογραμμένη από τον Στάλιν και άλλα μέλη του τότε Πολιτικού Γραφείου απόφαση εκτέλεσης των Πολωνών) και ορισμένα επιχειρήματα για υποτιθέμενες ομολογίες της ναζιστικής ευθύνης από ναζί αξιωματούχους και ενισχυτικά της παραπάνω άποψης δήθεν ευρήματα στις εκταφές της Επιτροπής Μπούρντενκο, προερχόμενα κυρίως από σταλινικούς απολογητές του εξωτερικού όπως ο αμερικανός καθηγητής Γκρόβερ Φουρ. Το παρόν δοκίμιο βασίζεται σε εκείνο το άρθρο, αναπαράγοντας ένα σημαντικό μέρος του. Περιλαμβάνει, ωστόσο, μια αναφορά σε κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης που δεν είχαν περιληφθεί εκεί, επειδή είχαν εν μέρει εξεταστεί στην
προηγούμενη αρθρογραφία στην Αυγή, όπως η Έκθεση Μπούρντενκο και η διαδικασία της Νυρεμβέργης, οι οποίες εξετάζονται εδώ πολύ πιο διεξοδικά. Περιλαμβάνει επίσης μια εξέταση πιο πρόσφατων εξελίξεων, όπως η αναγνώριση από την τωρινή ρωσική κυβέρνηση της γνησιότητας των ντοκουμέντων για το Κατίν και η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη για το θέμα αυτό, όπως και μια εκτενή αναφορά στα συμπεράσματα της Έκθεσης της Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών του 1993. Και περιλαμβάνει, τέλος, μια σύνοψη της προηγούμενης αρθρογραφίας μας για τον Μούχιν στην Αυγή, αναγκαία για να κατατοπιστεί ο αναγνώστης για το επίπεδο των πηγών που επικαλούνται οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ. Είναι περιττό να προσθέσουμε ότι η έρευνά μας αξιοποιεί εκτενώς την πλούσια διεθνή φιλολογία για το θέμα του Κατίν. Η φιλολογία αυτή, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα βρεθεί στο Διαδίκτυο, περιλαμβάνει, επίσημα ντοκουμέντα σχετικά με την υπόθεση, καθώς και μελέτες ιστορικών. Από τα ντοκουμέντα, μπορεί να αναφερθούν ως πιο σημαντικά η Έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής που συγκρότησαν οι ναζί (στην οποία δεν αναφερόμαστε στο παρόν)· η Έκθεση της Επιτροπής Μπούρντενκο με την επίσημη σταλινική εκδοχή· τα πρακτικά της διαδικασίας του Διεθνούς Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου της Νυρεμβέργης, όπου συζητήθηκε το Κατίν· η Έκθεση της Επιτροπής Μάντεν του Αμερικάνικου Κογκρέσου του 1952· η Έκθεση της Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών του 1993, κ.ά. Οι ιστορικές πραγματείες είδαν το φως κυρίως μετά το 1990, με την αποκάλυψη των ντοκουμέντων για το Κατίν και τα νέα στοιχεία που ήρθαν στο φως χάρη στην έρευνα και το μερικό άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων. Αρκετά τέτοια έργα, βιβλία και άρθρα, που υποστηρίζουν και τεκμηριώνουν αδιάλειπτα τη σταλινική ενοχή, έχουν παρουσιαστεί από ξένους ιστορικούς και ερευνητές όπως η Ναταλία Λεμπέντεβα, ο Ανατόλι Γιαμπλόκοφ, ο Τζορτζ Σάνφορντ και άλλοι3. Γραμμένα
3 Ενδεικτικά αναφέρουμε τα Τζορτζ Σάνφορντ, Katyn and the Soviet Massacre of 1940: Truth, Justice and Memory, 2005, Routledge 2005· Ι. Γιαζρομπορόβσκαγια, Α. Γιαμπλόκοφ και Β. Παρσαντάνοβα, Το Σύνδρομο του Κατίν στις Σοβιετοπολωνικές Σχέσεις, Μόσχα 2001 (στα ρωσικά) και Α. Τσιεντσιάλα, Ν. Λεμπέντεβα και Βόιτσεχ Ματέρσκι, Κατίν: Ένα Έγκλημα χωρίς Τιμωρία, Yale 2007. Ο Γιαμπλόκοφ ήταν ο επικεφαλής της ρωσικής δικαστικής έρευνας το 1990-94, ενώ η Λεμπέντεβα δημοσίευσε πρώτη ένα άρθρο το 1990 στο σοβιετικό Τύπο που υποστήριζε τη σταλινική ενοχή.
κυρίως από μια φιλελεύθερη-ανθρωπιστική οπτική, ακόμη και αν δεν φτάνουν στα βαθύτερα αίτια, φωτίζουν επαρκώς τις πιο σημαντικές πτυχές της υπόθεσης. Η ιδιομορφία της κατάστασης στη χώρα μας, αντίθετα – και το περιστατικό που κάνει δυνατή τη θλιβερή φιλολογία του Ριζοσπάστη– είναι ότι, πέρα από ελάχιστα άρθρα σε περιοδικά4, δεν έχει υπάρξει καμιά σοβαρή ενασχόληση με το θέμα. Σε αυτή τη συνάφεια ελπίζουμε ότι η εργασία μας, παρά την πολεμική της μορφή, εξυπηρετεί και ένα θετικό σκοπό: να κάνει γνωστά στο κοινό τα αληθινά δεδομένα της υπόθεσης, αποσαφηνίζοντας ταυτόχρονα το περιεχόμενο, τα αίτια και τα κίνητρα των διαμαχών γύρω από αυτή. 1. Όταν ο Ριζοσπάστης συνάντησε τον Μούχιν Ο Γιούρι Μούχιν έγινε γνωστός όταν εξέδωσε το 1995 το βιβλίο Η Έρευνα για το Κατίν, όπου ισχυριζόταν ότι η σφαγή του Κατίν δεν ήταν έργο των σταλινικών και ότι τα ντοκουμέντα μετά την Περεστρόικα είναι “πειραγμένα”. Τους ισχυρισμούς του αναπαράγει ο Φουρ σε διάφορα άρθρα του και από εκεί τους αντλούν, με παραπομπές και στους δύο, οι εμβριθείς δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη (βλ. τα άρθρα των Γκίκα, Μπογιόπουλου, Κρητικού, κ.λπ.), εμφανίζοντας ή υπονοώντας πως πρόκειται για έγκυρους ερευνητές, έστω μηκομμουνιστές, που υπερασπίζουν την ιστορική αλήθεια απέναντι στα “ψεύδη” και την “προδοσία” της Περεστρόικα. Βέβαια, μετά την κριτική μας, σε σχόλιά τους στο Ριζοσπάστη οι δημοσιολόγοι του έσπευσαν να αποστασιοποιηθούν από τον Μούχιν, βεβαιώνοντας ότι δεν έχουν καμιά ουσιαστική σχέση μαζί του. Στα επόμενα μέρη θα δούμε αναλυτικά ότι αυτό αποτελεί ασύστολο ψέμα. Στην πραγματικότητα είναι ζήτημα αν υπάρχει ένας ισχυρισμός των Μπογιόπουλου, Γκίκα, κ.ά., που να μην έχει αντιγραφεί άμεσα ή έμμεσα από τον Μούχιν και μια σειρά άλλους ομοϊδεάτες του.
4 Από την ελληνική φιλολογία, με την εξαίρεση ενός σύντομου άρθρου του Μιλτιάδη Βάρβουνη τον Απρίλιο του 2004, «Το έγκλημα του Κατύν (1943)», στο περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 28, είναι ζήτημα αν υπάρχει κάτι άξιο αναφοράς. Σημαντικό από ενημερωτική άποψη, αν και συζητήσιμο σε ορισμένα σημεία, ήταν το ντοκιμαντέρ για το Κατίν στην εκπομπή του Άλφα «Το κουτί της Πανδώρας».
Για την ώρα θα αρκεστούμε να σημειώσουμε ότι στο άρθρο του Γ. Σλομπότκιν με το οποίο ξεκίνησε η περί Κατίν αρθρογραφία του Ριζοσπάστη, γίνεται ρητά και εκθειαστικά λόγος περί «του μικρού σε όγκο, αλλά γεμάτου από γεγονότα βιβλίου του Γ. Μούχιν “Η Έρευνα για το Κατίν”», που κατατρόπωσε τους αντικομμουνιστές5. Δεδομένου ότι, πέρα από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, οι ίδιοι πήραν το 2009 συνέντευξη από τον Σλομπότκιν για το θέμα του Κατίν και τον θεωρούν «έγκριτο νομικό»6, είναι σαφές ότι αναγνωρίζουν ως έγκριτο και τον Μούχιν. Σε αυτή την αναγνώριση, ωστόσο, είναι μόνοι, αφού κατά κοινή ομολογία πρόκειται για ένα τσαρλατάνο. Είναι ενδεικτικό ότι σχεδόν κανείς έγκυρος ιστορικός δεν ασχολείται με τις δημοσιεύσεις του Μούχιν, που δεν είναι καν ιστορικός, αλλά μεταλλειολόγος μηχανικός – όπως και εκδότης μιας δημοφιλούς στους ρώσους εθνικιστές και αντισημίτες εφημερίδας. Και αυτό δεν παραξενεύει ούτε οφείλεται σε κάποια “αντικομμουνιστική προκατάληψη”, αφού, όπως διαβάζουμε σε σελίδες στο Διαδίκτυο, τα επιτεύγματα του κυρίου Μούχιν περιλαμβάνουν: «–Μια συλλογή άρθρων που ισχυρίζεται ότι ο Χίτλερ ήταν το μεγαλύτερο στρατιωτικό μυαλό που υπήρξε ποτέ και έχασε στον πόλεμο γιατί αντιμετώπισε τον Στάλιν που ήταν ακόμα μεγαλύτερο μυαλό απ’ αυτόν. –Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι ο Μπόρις Γέλτσιν πέθανε το 1996 και αντικαταστάθηκε από τον δίδυμό του αδερφό. –Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι οι θεωρίες του Λισένκο ήταν σωστές. –Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι ο Στάλιν δολοφονήθηκε το 1953 ως αποτέλεσμα μιας εβραϊκής συνωμοσίας της οποίας ηγούνταν ο Χρουστσόφ. –Ερωτήματα για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων»7.
5 Γ. Σλομπότκιν, «Κατίν: Πώς και γιατί οι χιτλερικοί εκτέλεσαν τους Πολωνούς αξιωματικούς» Ριζοσπάστης, 29/5/2005. 6 Βλέπε «Ο Γιούρι Σλομπότκιν για την υπόθεση Κατίν», Ριζοσπάστης, 15/3/2009 και τη σχετική αναφορά στο σχόλιο της 27/3, «Επιβεβαίωση του γκεμπελισμού».
Αν αυτό δεν αρκεί, επειδή προέρχεται από “αντισταλινική” πηγή, ας δούμε τι λέει ο ίδιος ο Φουρ, ο οπαδός του Μούχιν, που οι αναλυτές του Ριζοσπάστη όπως ο Γκίκας παραθέτουν ως έγκυρη πηγή στην αρθογραφία τους. Σε δικά του κείμενα για το Κατίν ο Φουρ όχι μόνο ομολογεί τον αντισημιτισμό του Μούχιν, αλλά και ότι, ακόμη, είναι εχθρός του κομμουνισμού και χρησιμοποιεί κατά κόρον αντικομμουνιστικές πηγές. Αναφερόμενος στο βιβλίο του Ubiystvo Stalina i Beriia παρατηρεί: «Αυτό το βιβλίο του Μούχιν απορρίπτεται συχνά... με το επιχείρημα ότι έχει κάνει παρατηρήσεις που μπορεί να ερμηνευθούν ως αντισημιτικές... Αυτό το γραπτό δεν αντλεί... από εκείνα τα αποσπάσματα που μπορεί να εννοηθούν ως αντισημιτικές δηλώσεις. Ο Μούχιν έχει επίσης υποστηρίξει εκκεντρικές θέσεις σε μερικά θέματα... Το ίδιο μπορεί, και πρέπει, να ειπωθεί όταν παρατίθενται αντικομμουνιστές ειδικοί...: δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν, κάποτε, να έχουν μερικές πολύτιμες συλλήψεις. Και, ασφαλώς, ο αντικομμουνισμός κανονικά ευθυγραμμίζεται στενά με τον αντισημιτισμό. Ούτε κομμουνιστής ούτε Εβραίος, ο Μούχιν δείχνει μια εχθρότητα και προς τα δυο, αλλά δεν είναι ούτε συμβατικός αντικομμουνιστής, ούτε συμβατικός αντισημίτης»8. Όπως βλέπουμε, ακόμη και ο Φουρ αναγνωρίζει ότι ο Μούχιν είναι αντικομμουνιστής και αντισημίτης, παρηγορώντας μας με τη “μη συμβατικότητά του”. Αυτό όμως μετά βίας συνιστά παρηγοριά, καθώς η “διαφορά” είναι ότι, ενώ οι “συμβατικοί” αντικομμουνιστές-αντισημίτες προσπαθούν να διατηρούν μια επίφαση σοβαρότητας, ο Μούχιν ξεπερνά κάθε όριο απάτης και γελοιότητας. Η στενή σύνδεση του Μούχιν με τους εθνικιστές και αντισημίτες της Ρωσίας, καθώς και η αντικομμουνιστική αιχμή και υπηρεσία της περί Κατίν δημοσιολογίας του στις σοβινιστικές, μεγαλοαστικές ρωσικές δυνάμεις επισημαίνονται
7 Βλ. “Ένας Ρώσος Λιακόπουλος, πηγή των σταλινικών για το Κατίν”, http://allotriosi.wordpress.com/2009/02/05/mukhin/. 8 Γκ. Φουρ, “Ο Στάλιν και ο αγώνας για δημοκρατική μεταρρύθμιση”, http://eserver.org/clogic/2005/furr.html.
και από άλλους αναλυτές. Έτσι, ο Σ. Ρομανόφ, ένας ευπρεπής ρώσος ερευνητής που καταπιάνεται με την αρθρογραφία των Μούχιν και Φουρ, σημειώνει στην ιστοσελίδα του: «Οι “αρνητές της ευθύνης για το Κατίν”… είναι συνήθως θαυμαστές του Στάλιν, αλλά όχι αναγκαστικά κομμουνιστές. Ένας μεγάλος αριθμός από μη-κομμουνιστές (αλλά φιλοσοβιετικούς) εθνικιστές και “κρατιστές” (derzhavniki) – πολλοί από τους οποίους είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί– βλέπουν τον Στάλιν σαν ένα σύμβολο της ισχυρής ρωσικής αυτοκρατορίας. Από δω και η ανάγκη για μια απολογία των εγκλημάτων του Στάλιν – είτε με τη δικαιολόγηση (π.χ., οι εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1930 συχνά αντιμετωπίζονται σαν “καλές εκκαθαρίσεις” των “Παλιών Μπολσεβίκων” και των “Εβραίων”) ή με την άρνησή τους»9. Ο Ρομανόφ παραθέτει επίσης φωτογραφία του Μούχιν, όπου συνομιλεί εγκάρδια με τους νεοφασίστες ιστορικούς Γ. Γκραφ και Κ. Ματόνιο10. Πρόκειται για δυο αρνητές του Ολοκαυτώματος, από τους οποίους ο μεν Γκραφ κατέφυγε στη Ρωσία όταν καταδικάστηκε από ελβετικό δικαστήριο για αντισημιτική προπαγάνδα, ενώ ο Ματόνιο αρθρογραφεί στο Journal of Historical Review, μια καθαρά νεοφασιστική έκδοση. Ενδεικτικά, στις εκεί δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται άρθρα όπως «Ο μύθος της εξόντωσης των Εβραίων», «Η πρώτη θανάτωση σε θαλάμους αερίων στο Άουσβιτς: η γένεση ενός μύθου», κ.ά.11 Για τους αναγνώστες που επιθυμούν να πάρουν μια ιδέα για τα περιεχόμενα του εν λόγω περιοδικού, παραθέτουμε χωρία από ένα εκθειαστικό άρθρο του Μαρκ Βέμπερ για τον Γκέμπελς, όπου, μαζί με απειράριθμα άλλα, εξυμνείται η αγάπη του Γκέμπελς για την αλήθεια:
9 Βλέπε την ιστοσελίδα του Ρομανόφ, http://holocaustcontroversies.blogspot.com/2007/03/and-now-for-something-notcompletely.html. 10 Για τους Γκραφ και Ματόνιο ο αναγνώστης μπορεί να δει τις βιογραφίες τους στη
Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/J%C3%BCrgen_Graf και http://en.wikipedia.org/wiki/Carlo_Mattogno. Η φωτογραφία προέρχεται, ας σημειωθεί, από το σάιτ του Μούχιν και καταγράφει με λεζάντα τα ονόματα των εικονιζόμενων (βλ. λινκ στη σημείωση 14).
11 Βλέπε την ιστοσελίδα http://www.vho.org/Authors/Carlo_Mattogno.html.
του
Ματόνιο,
«Σε αντίθεση με τη δημοφιλή πίστη ο Γκέμπελς ήταν επιτυχημένος ως προπαγανδιστής όχι επειδή ήταν ένας ειδικός του “Μεγάλου Ψέματος”, αλλά μάλλον εξαιτίας της πιστότητάς του στα γεγονότα και την αλήθεια. Όπως παρατηρεί ο βιογράφος Χάιμπερ: Ο Γκέμπελς ήταν συνακόλουθα ικανός να διατρανώνει την πολιτική του ενημέρωσης όχι μόνο σαν ανώτερη εκείνης του εχθρού στο μονολιθικό χαρακτήρα της, αλλά επίσης ως διακρινόμενη από μια “σοβαρότητα και αξιοπιστία” που “απλά δεν μπορεί να ξεπεραστούν”… Βλέποντάς το μακροπρόθεσμα, υποστήριζε ο Γκέμπελς, η καλύτερη προπαγάνδα είναι εκείνη που δεν κάνει κάτι άλλο από το να υπηρετεί την αλήθεια»12. Βέβαια, ο κατάλογος των προτερημάτων του Γκέμπελς περιλαμβάνει πολλά άλλα, εξίσου αξιοθαύμαστα: «Η εντιμότητα και ακόμη το θάρρος του Γκέμπελς», διαβάζουμε, «του κέρδισαν ένα μέτρο λαϊκού θαυμασμού… Καθώς συνεχιζόταν ο πόλεμος, τα πρωτοσέλιδα σημειώματα του Γκέμπελς στην εβδομαδιαία εφημερίδα Das Reich έπαιζαν έναν αυξανόμενο ρόλο στην υποστήριξη του ηθικού της κοινής γνώμης… “Τα άρθρα του στο Das Reich”, παραδέχεται ο Χάιμπερ, “ήταν πράγματι έξοχα, λαμπρά γραμμένα και γεμάτα φωτεινές ιδέες”… Η τελική ραδιοφωνική ομιλία του… δόθηκε στις 19 Απριλίου, 1945. Όπως έκανε κάθε χρονιά από το 1933, μίλησε την παραμονή των γενεθλίων του Χίτλερ. Ακόμη και σε αυτή την περίσταση, όταν το τρομερό τέλος ήταν εντελώς φανερό σε όλους, ο Γκέμπελς μίλησε πάλι με εύγλωττο, ελεγχόμενο πάθος, αναγνωρίζοντας έντιμα την υπέρτατη δυσκολία της κατάστασης, ενώ ενέπνεε την ελπίδα. Δεν είχε χάσει την ικανότητά του να συνεγείρει τους πατριώτες του με ζήλο και με μια ορισμένη εμφανή ηθική ευγένεια»13. Η εφημερίδα του Μούχιν δεν προβάλλει μόνο με ρεπορτάζ αυτά τα φασιστοειδή αλλά υιοθετεί και εκθειάζει ανοιχτά τις απόψεις τους. Η καταχώρηση της φωτογραφίας του Μούχιν με
12 Μαρκ Βέμπερ, «Η θέση του Γκέμπελς στην ιστορία», Journal of Historical Review, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1995, http://www.ihr.org/jhr/v15/v15n1p18_Weber.html. 13 Βλέπε στο ίδιο.
τους Ματόνιο και Γκραφ συνοδεύεται από την εξής παρουσίαση: «Στα τέλη Απρίλη αυτού του χρόνου είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνάντηση στη Ντούελ. Επισκεφθήκαμε δυο διάσημους για το συνταρακτικό (τουλάχιστον για το ρώσο αναγνώστη) ξεσκέπασμα της απάτης του Ολοκαυτώματος στην Ευρώπη συγγραφείς: Γιούργκεν Γκραφ και Κάρλο Ματόνιο… Ο Γιούργκεν Γκραφ είναι γνωστός για την επιμελή του μελέτη των μηχανισμών πλαστογράφησης της ιστορίας, και τα βιβλία του στην Ελβετία έχουν ήδη μεταφραστεί στα ρωσικά (Ο Μύθος του Ολοκαυτώματος, Το Μεγάλο Ψέμα του 20ού Αιώνα). Ο Ιταλός Κάρλο Ματόνιο, είναι ακόμη πρακτικά άγνωστος εδώ, αν και διαθέτει μια όχι λιγότερο εκτεταμένη μελέτη των τεχνικών όψεων του λεγόμενου Ολοκαυτώματος, που ξεσκεπάζει εντελώς το ψέμα αυτής της προσοδοφόρας επιχείρησης για τους συγγραφείς ιστορικών απατών. Τα βιβλία του, Η Έκθεση Γκερστάιν – Ανατομία μιας Πλαστογραφίας, Ο Μύθος της Εξόντωσης των Εβραίων, Άουσβιτς – Το Τέλος της Ιστορίας και άλλα έχουν επανειλημμένα εκδοθεί σε διάφορες χώρες στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ»14. Είναι, λοιπόν, απολύτως σαφές ότι ο Μούχιν δίνει βήμα στους νεοναζί ψευδο-ιστορικούς και συνδέεται άμεσα με αυτούς, υποστηρίζοντας ταυτόσημες απόψεις σε θέματα όπως το Ολοκαύτωμα. Για το τελευταίο να προσθέσουμε ότι στο σάιτ της εφημερίδας του υπάρχει ένα ειδικό τμήμα με πλούσια αντισημιτική φιλολογία. Στις καταχωρήσεις του περιλαμβάνεται κείμενο του Γκραφ, «Ο μύθος του Ολοκαυτώματος»15, πλάι σε πλήθος άλλα σοβινιστικά, αντικομμουνιστικά και αντιδραστικά πονήματα. Τέλος, στο διαδίκτυο υπάρχει μια ρωσική αντισημιτική ιστοσελίδα με συλλογή άρθρων των Μούχιν, Γκραφ, Βέμπερ (του ήδη γνωστού μας υμνητή του Γκέμπελς) και δεκάδων άλλων νεοφασιστών ομοϊδεατών τους, που ανατρέπουν εν χορώ
14 «Η ελευθερία του λόγου», Ντούελ, 13/6/2000, http://www.duel.ru/200024/? 24_2_1. 15 Γ. Γκραφ, «Ο μύθος του Ολοκαυτώματος», http://duel.ru/publish/graf/graf.html.
τον “ιδεολογικό μύθο” του Ολοκαυτώματος16. Ο διαδικτυακός τόπος στον οποίο περιέχεται η συγκεκριμένη σελίδα, “Πανδαιμόνιο της μαύρης φωτιάς”, είναι σημειωτέον ο πρώτος σε δημοτικότητα σατανιστικός διαδικτυακός τόπος της Ρωσίας και συνδέεται στενά με ρωσικές νεοναζιστικές ομάδες και με το διεθνές φασιστικό “κίνημα” αμφισβήτησης του 17 Ολοκαυτώματος . Και φυσικά, εκτός από την αντισημιτική φιλολογία, η ίδια σελίδα περιλαμβάνει και την “έγκυρη” περί Κατίν διατριβή του Μούχιν18, που επικαλείται ο Ριζοσπάστης, δείγμα των ευρύτερων “αντιμονοπωλιακών και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων” που συσπειρώνει η φιλολογία του ΚΚΕ. Είναι μια ενδιαφέρουσα νέμεση της ιστορίας, ότι η αντιπαράθεση των δημοσιολόγων του ΚΚΕ στις “πλαστογραφίες της ιστορίας” και την “αντισοβιετική συνομωσία των ναζί” στο θέμα του Κατίν, έμελλε να βασιστεί σε τέτοιες, ρωσικές κυρίως, νεοφασιστικές πηγές, που διαψεύδουν με την ίδια παρρησία και θέρμη των συντακτών του Ριζοσπάστη, το “μύθο του Ολοκαυτώματος”. Στα επόμενα μέρη θα έχουμε την ευκαιρία να αναδείξουμε μια σειρά πτυχές αυτής της νέμεσης, ώστε να φτάσουμε στην υποκείμενη αλήθεια της. 2. Για τη δημοσιογραφία των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη Ένα γνώρισμα της έγκυρης δημοσιογραφίας, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να νοηθεί σοβαρή ιδεολογική αντιπαράθεση, είναι η ακριβής, χωρίς αποσιωπήσεις και διαστρεβλώσεις, παράθεση των πηγών και μαρτυριών πάνω στις οποίες οικοδομείται μια επιχειρηματολογία και συνάγονται ορισμένα συμπεράσματα. Ωστόσο, η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη χαρακτηρίζεται από συστηματικές παραχαράξεις και ψεύδη. Από τα πολλά που θα μπορούσε να παρατεθούν, θα
16 Βλέπε http://warrax.net/Satan/myth.htm (στα ρωσικά). 17 Αναλυτικά στοιχεία γι’ αυτές τις νεοναζιστικές ομάδες μπορεί να βρει ο αναγνώστης στη διεύθυνση http://www.antirasizm.ru/english_rep_007.doc. 18 Βλέπε, Ю.И.Мухин, Катынский детектив, http://warrax.net/76/khatyn.html.
ασχοληθούμε πρώτα με ορισμένα στα κείμενα των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη. Πρόκειται για τα Ν. Μπογιόπουλος, «Το Κατίν, ο Γκαίμπελς και ο Άλφα», 5/2/2009 και Μ. Μαΐλης, «Η ιστορική αλήθεια και οι αιτίες της πλαστογραφίας της», 15/2/2009. Για αρχή, ο κ. Μπογιόπουλος λέει: «Στο ημερολόγιο του Γκέμπελς, με εγγραφή στις 8 Μάη 1943, αναφέρονται τα εξής: “...δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε”...» Ο κ. Μπογιόπουλος υπονοεί ότι το πιο πάνω παράθεμα συνιστά έμμεση ομολογία του Γκέμπελς ότι οι Γερμανοί ευθύνονται για το Κατίν. Το αξιοποιεί δε για να συμπεράνει ότι «ο Γκέμπελς, όπως είχε πράξει και με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, έτσι και στην υπόθεση του Κατίν, έστησε προβοκάτσια (την οποία αξιοποιεί έκτοτε η “δημοκρατική” Δύση), για να ενοχοποιήσει τους κομμουνιστές και την ΕΣΣΔ». Αυτό όμως –όπως δείχνουν τα (…) μετά το «σφαίρες»– βασίζεται σε αποσιώπηση κειμένου, που στοιχειοθετεί προφανή λαθροχειρία. Στο Διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί άρθρα με το πλήρες κείμενο από το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, όπου στο μέρος με τα αποσιωπητικά του κ. Μπογιόπουλου παρεμβάλλεται η τονισμένη φράση: «Δυστυχώς γερμανικά πυρομαχικά βρέθηκαν στους τάφους του Κατίν. Το ερώτημα πως βρέθηκαν εκεί χρειάζεται αποσαφήνιση. Είτε πρόκειται για πυρομαχικά που πουλήσαμε στους Σοβιετικούς κατά την περίοδο της φιλικής μας διευθέτησης, είτε για πυρομαχικά που έριξαν οι ίδιοι οι Σοβιετικοί στους τάφους. Σε κάθε περίπτωση, είναι ουσιώδες αυτό το συμβάν να κρατηθεί άκρως μυστικό. Αν ερχόταν σε γνώση του εχθρού, όλη η υπόθεση Κατίν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί»19.
19Βλέπε, “The Goebbels diaries, 1942-1943. Edited, translated, and with an introd. by Louis P. Lochner, Westport, Conn., Greenwood Press [1970, c1948]” της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, πηγή http://anything-but-nd.blogspot.com/2009/02/blogpost_19.html, όπου υπάρχει φωτοτυπία της σχετικής σελίδας. Το απόσπασμα θα βρεθεί εντελώς πανομοιότυπο και αλλού, π.χ. στο http://books.google.com.
Ο καθένας που θα διαβάσει όλο το απόσπασμα θα δει ότι ο Γκέμπελς μιλά μόνο για τη δυσκολία στην προπαγανδιστική εκμετάλλευση της υπόθεσης, παίρνοντας ως δεδομένο ότι το Κατίν ήταν έργο του Στάλιν. Στην κομμένη φράση, αποδίδει την ανεύρεση γερμανικών σφαιρών στους τάφους στο ότι τις έβαλαν οι σοβιετικοί εκεί, εξηγώντας μάλιστα την πιθανή προέλευσή τους, και όχι στο ότι οι ναζί είχαν εξοντώσει τους Πολωνούς. Αν ίσχυε το τελευταίο, το οποίο προφανώς θα γνώριζε αφού θα το είχε οργανώσει ο ίδιος, γιατί να κοροϊδεύει τον εαυτό του εκφράζοντας έκπληξη για τις σφαίρες; Τέλος, η φράση «όλη η υπόθεση Κατίν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί» μεταφράζεται από τον Ριζοσπάστη αλλοιωμένα «η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε». Η ακριβής μετάφραση υποδηλώνει μόνο ότι η προπαγάνδα των ναζί θα γινόταν λιγότερο πειστική και δεν συνιστά διόλου ομολογία του Γκέμπελς ότι η σφαγή διαπράχτηκε από αυτούς. Έχουμε λοιπόν παράλειψη του κύριου σημείου του κειμένου που αποσαφηνίζει το νόημά του και αλλοίωση του συμπεράσματος του Γκέμπελς ώστε να υπονοεί ότι λέει κάτι εντελώς άλλο από αυτό που πραγματικά λέει. Όλα αυτά είναι εντελώς εμφανή και επισημαίνονται εύστοχα στο μπλογκ από όπου παρατέθηκε το απόσπασμα. Βέβαια, μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο Γκέμπελς ψεύδεται, για να διαφυλάξει την υστεροφημία του. Αυτό δεν είναι αδύνατο, αν και η όλη διατύπωση μοιάζει αληθοφανής. Δεν μπορεί όμως να το αποδείξει κανείς κόβοντας τη φράση του και παραχαράσσοντάς την ώστε να εμφανίσει ότι λέει το αντίθετο από αυτό που πραγματικά λέει. Όποιος το κάνει αυτό, υιοθετεί ουσιαστικά τη μεθοδολογία του ίδιου του Γκέμπελς... Το πιο ενδιαφέρον και γαργαλιστικό της υπόθεσης όμως είναι ότι το απόσπασμα που κακοποιεί ο Ν. Μπογιόπουλος παρουσιάζεται ολόιδια περικομμένο και παρερμηνευμένο σε σελίδες στο Διαδίκτυο, όπου παρατίθεται ως πηγή του ο γνωστός Μούχιν. Ένας οπαδός του Μούχιν λέει: «Σας δίνω επίσης ένα απόσπασμα από το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, καταγραφή 8/5/1943 “...δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η
πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε”. Και πάλι διαβάζοντας τον Γ. Ι. Μούχιν μπορούμε να δούμε γιατί ο Γκέμπελς ήταν τόσο ανήσυχος με τα γερμανικά πυρομαχικά που βρέθηκαν στο Κατίν»20. Ας σημειωθεί δε ότι και ο κ. Γκίκας, ο εγχώριος ερευνητής που στηρίζει την περί Κατίν αρθρογραφία του ΚΚΕ, σε παλιότερο άρθρο του στο Ριζοσπάστη παραθέτει το απόσπασμα του Γκέμπελς περικομμένο ολόιδια21. Συνάγεται ότι δυο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Είτε ο κ. Μπογιόπουλος έκανε κατά σύμπτωση την ίδια λαθροχειρία με τον Μούχιν. Είτε –το πιθανότερο– δεν διάβασε ο ίδιος το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, αλλά πήρε αυτούσιο το κομμένο απόσπασμα και την κάλπικη ερμηνεία του από τον Γκίκα (στον οποίο παραπέμπει), που το πήρε με τη σειρά του από τον Μούχιν. Αυτό δικαιώνει την κριτική μας ότι εμπιστεύονται τις πιο γελοίες πηγές, εξηγώντας τις ύβρεις τους στο Ριζοσπάστη. Και βέβαια δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε εμείς την ευφυΐα τους. Όσοι εμπιστεύονται τέτοιες πηγές πιστοποιούν μόνοι τους το επίπεδο νοημοσύνης τους… Ακόμη πιο τολμηρός από τον κ. Μπογιόπουλο εμφανίζεται ο κ. Μαΐλης, ο οποίος βεβαιώνει: «… ο ίδιος ο Γκαίμπελς ομολόγησε το γερμανικό σχέδιο της σφαγής στο δάσος του Κατίν, ως έργο σχεδιασμένο, οργανωμένο και εκτελεσθέν από τη χιτλερική Γερμανία». Ο κ. Μαΐλης δεν παραθέτει από ποια πηγή το αντλεί αυτό, ούτε πότε και πού έγινε η συγκεκριμένη ομολογία, γιατί δεν υπάρχει –ή τουλάχιστον δεν παρατίθεται πουθενά αλλού– καμιά τέτοια ομολογία. Το προηγούμενο απόσπασμα δεν έχει καθόλου
20 Βλέπε στην ιστοσελίδα του Σεργκέι Ρομανόφ, του ρώσου αναλυτή που ασχολείται με τον Μούχιν, http://holocaustcontroversies.blogspot.com/2007/06/sergey-goebbels-guy-or-commieloon-for.html. Χωρίς να επισημαίνει τη λαθροχειρία, ο Ρομανόφ επίσης απαντά ότι το χωρίο του Γκέμπελς αναφέρεται εμφανώς στην προπαγανδιστική εκμετάλλευση της υπόθεσης. 21 Βλέπε, Α. Γκίκα, «Κατίν: Από τον Γκέμπελς στους κινηματογράφους», 16/3/2008.
τέτοιο νόημα και πρέπει να είναι κανείς τελείως ανόητος ή ψευδολόγος για να το ερμηνεύσει έτσι. Το μόνο άλλο υπαρκτό απόσπασμα από το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, που μπορεί να επικαλείται ο κ. Μαΐλης, λέει: «Δυστυχώς αναγκαστήκαμε να παραδώσουμε το Κατίν. Οι Μπολσεβίκοι αναμφίβολα γρήγορα θα “ανακαλύψουν” ότι εκτελέσαμε 12.000 στρατιώτες. Αυτό το επεισόδιο θα μας προκαλέσει αρκετά προβλήματα στο μέλλον. Τα σοβιέτ αναμφίβολα θα καταπιαστούν να βρουν όσο πιο πολλούς μαζικούς τάφους μπορούν και μετά θα το φορτώσουν σε μας»22. Ο καθένας θα δει ότι αυτό το χωρίο επίσης δεν περιέχει καμιά ομολογία ότι το έκαναν οι ναζί. Ο Γκέμπελς βάζει το “ανακαλύψουν” σε εισαγωγικά, εννοώντας, όπως το λέει ρητά στη συνέχεια, ότι οι σοβιετικοί θα “εμφανίσουν” προπαγανδιστικά και θα “φορτώσουν” το έγκλημα στους ναζί. Φυσικά πάλι μπορεί να λέει ψέματα. Κανείς όμως ιστορικός, ούτε στη Wikipedia που το παραθέτουν, ούτε πουθενά αλλού, δεν ερμηνεύει το παραπάνω απόσπασμα με την έννοια ότι ομολογεί την ενοχή των ναζί. Αν ο κ. Μαΐλης ξέρει καμιά άλλη “ομολογία” του Γκέμπελς, ας την παρουσιάσει να τη δούμε. Τέτοια όμως ομολογία δεν υπάρχει και το να υπονοεί ακόμη ότι υπάρχει φανερώνει ότι δεν κατανοεί τι ήταν ο ναζισμός. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ναζί είχαν όντως κάνει το συγκεκριμένο έγκλημα, ο Γκέμπελς δεν θα το παραδεχόταν ποτέ ανοικτά. Αν πάλι ο βαθυστόχαστος Μάκης διάβασε το παραπάνω απόσπασμα κάπου, δεν είδε τα εισαγωγικά στο “ανακαλύψουν” και το κατάλαβε σαν ομολογία ενοχής του Γκέμπελς, αυτό δείχνει τουλάχιστον βρεφική ικανότητα αντίληψης και επιπολαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, είναι υποχρέωση των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη, αν όντως διαθέτουν κάποιες πηγές που πιστοποιούν τις δηλώσεις που αποδίδουν στον Γκέμπελς ή τεκμηριώνουν την ερμηνεία τους των χωρίων που παραθέτουν, να τις παρουσιάσουν για να διαφωτίσουν το κοινό.
22Βλέπε http://en.wikipedia.org/wiki/Katyn_massacre http://books.google.com. και επίσης
Διαφορετικά, η στοιχειώδης ευπρέπεια απαιτεί να αναγνωρίσουν το λάθος τους και να ζητήσουν συγνώμη από τους αναγνώστες του Ριζοσπάστη. 3. Τα ντοκουμέντα Γιέλτσιν και η κατά Μούχιν-ΚΚΕ κριτική τους Οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη φωνασκούν επίσης πολύ για τα ντοκουμέντα της περιόδου Γιέλτσιν. Πρόκειται ασφαλώς για καίρια ντοκουμέντα, αφού αν είναι γνήσια τεκμηριώνουν πλήρως τη σταλινική ευθύνη για το Κατίν, αλλά όχι μοναδικά, ώστε να στηρίζεται σε αυτά όλη η εκτίμηση της υπόθεσης. Περιλαμβάνουν την πρόταση του Μπέρια για εξόντωση των Πολωνών, υπογραμμένη από τους Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ και Μικογιάν· απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίασης του ΠΓ της 5ης Μάρτη 1939 που υιοθέτησε την πρόταση· σημείωμα του 1959 του Σελέπιν προς τον Χρουστσόφ με πληροφορίες για τον αριθμό των εκτελεσμένων, αλλά και μαρτυρίες επιζώντων στελεχών του NKVD που είχαν συμμετάσχει στο έγκλημα, όπως οι Τόκαρεφ και Σοπρούνενκο. Τα ντοκουμέντα θεωρούνται γενικά γνήσια, εκτίμηση που εδραιώθηκε από την πρόσφατη αναγνώρισή τους από τη ρωσική κυβέρνηση και την ανάρτησή τους το 2010 στο ρωσικό κρατικό αρχείο. Βέβαια, η σταλινική πλευρά έχει διατυπώσει τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για πλαστά έγγραφα που χαλκεύτηκαν στα πλαίσια της προσπάθειας να τεθεί το ΚΚΣΕ εκτός νόμου το 1992. Ωστόσο, οι αντιρρήσεις που προβάλλονται στη γνησιότητά τους δεν είναι καθόλου πειστικές, ενώ πολλές από αυτές αποτελούν ωμά ψεύδη. Η αμφισβήτηση των ντοκουμέντων ξεκίνησε βασικά το 1995, με το ήδη μνημονευμένο βιβλίο του Μούχιν Η Έρευνα για το Κατίν. Τα επιχειρήματά του αναπαρήγαγε σε δημοσιεύσεις του ο σταλινικός καθηγητής Γκ. Φουρ και από αυτούς τα αντλούν συνεργάτες ερευνητές του ΚΚΕ όπως ο Γκίκας και οι δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη. Εκτός από τους Μούχιν, Φουρ και 2-3 ανυπόληπτους ρώσους εθνικιστές (Ζούκοφ, Στρίγκιν, κ.ά.), στους οποίους θα αναφερθούμε αργότερα, δεν υπάρχει
κανείς ιστορικός κάποιου κύρους που να συμμερίζεται τις απόψεις τους. Ένα βασικό επιχείρημα του Μούχιν υπέρ της “πλαστότητας” των ντοκουμέντων είναι ότι δήθεν φέρουν υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς, που έλειπαν από τη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου όπου αποφασίστηκε η εκτέλεση των Πολωνών: «Στην πρώτη σελίδα του ντοκουμέντου, μαζί με τις τέσσερις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Μικογιάν και Βοροσίλοφ, ο παραχαράκτης πρόσθεσε τα ονόματα των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν από κάτω τους. Αυτό που δεν γνώριζε ο παραχαράκτης είναι ότι τόσο ο Καγκάνοβιτς όσο και ο Καλίνιν ήταν απόντες από τη 13η Σύνοδο του Πολιτικού Γραφείου το Μάρτιο του 1940. Δεν θα μπορούσαν να έχουν βάλει τις υπογραφές τους στο συγκεκριμένο έγγραφο»23. Στο άρθρο του της 5/2/2009 ο κ. Μπογιόπουλος αναπαράγει σχεδόν αυτούσιο αυτό το κατεβατό: «Στο υποτιθέμενο έγγραφο του Μπέρια», γράφει, «υπάρχουν οι υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Μικογιάν, Βοροσίλοφ, αλλά και των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Μόνο που στη συγκεκριμένη, τη 13η Σύνοδο του Πολιτικού Γραφείου το Μάρτη του 1940, οι δυο τελευταίοι απουσίαζαν. Οι παραχαράκτες, όμως, πρόσθεσαν από κεκτημένη προβοκατόρικη ταχύτητα και τα δικά τους ονόματα στο πλαστό τους έγγραφο». Και το επαναλαμβάνει επίσης ο κ. Γκίκας: «Η απόφαση του ΠΓ είχε μεταξύ άλλων, τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, οι οποίοι ωστόσο ήταν απόντες από τη 13η Σύνοδο του οργάνου το Μάρτη του 1940» («Κατίν: Από τον Γκέμπελς στους Κινηματογράφους», Ριζοσπάστης, 16/3/2008). Μετά από αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί του Ριζοσπάστη ότι δήθεν μόνο τυπικά αναφέρονται σε ένα σημείο στον Μούχιν. Οπωσδήποτε, σύμπτωση που επαναλαμβάνεται δυο και τρεις φορές παύει να αποτελεί σύμπτωση. Και θα τη δούμε να επαναλαμβάνεται αρκετές φορές ακόμη… Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ακόμη κι αν πρόκειται για αντιγραφή από τον Μούχιν, η ύπαρξη υπογραφών των απόντων
23 Βλέπε, http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html.
από τη συνεδρίαση Καγκάνοβιτς και Καλίνιν θα δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητα των ντοκουμέντων. Η αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός, ακόμη και αν συμπτωματικά είχε επισημανθεί για πρώτη φορά από έναν ανυπόληπτο τύπο όπως ο Μούχιν, θα ήταν τότε απόλυτα θεμιτή και δεν θα υπήρχε τίποτα επιλήψιμο σε αυτή. Το πρόβλημα με αυτή την αντίρρηση είναι ότι ο Μούχιν ψεύδεται ασύστολα για το θέμα των υπογραφών. Στην πραγματικότητα, αυτό που υπάρχει στην απόφαση δεν είναι υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς, αλλά μόνο σημείωση του ονόματός τους από γραμματείς ως καταγραφή της συμφωνίας τους. Αυτό είναι εμφανές σε όποιον δει λίγο προσεκτικά το ντοκουμέντο, που φέρει πάνω και προς τα αριστερά στο σώμα του φαρδιές-πλατιές τις υπογραφές των Στάλιν (με «ζα» [«υπέρ»] μπροστά), Μολότοφ, Βοροσίλοφ, Μικογιάν, ενώ στο περιθώριο έχει με μικρά γράμματα τα ονόματα των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς, με σημειωμένο δίπλα «ζα» («υπέρ») και μπροστά «τ.» (αρχικό του «τοβάριτς», σύντροφος). Για το ότι πρόκειται για σημείωση γραμματέα μαρτυρά ο ομοιόμορφος γραφικός χαρακτήρας των δυο ονομάτων, εντελώς διαφορετικός από εκείνον των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Άλλωστε και οι υπογραφές των δυο στελεχών, όπως εύκολα θα διαπιστωθεί από άλλα κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου, είναι εντελώς διαφορετικές.
Ας σημειωθεί ότι καμιά σοβαρή πηγή δεν αναφέρει ότι η απόφαση έχει υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Απεναντίας, όλοι μιλούν για υπογραφές των Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν και σημείωση των ονομάτων των Καγκάνοβιτς, Καλίνιν. Στη Wikipedia, τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, όπου μαζί με κόπια του εγγράφου υπάρχει κατά λέξη αναπαραγωγή του στα πολωνικά, αναφέρεται: «Podpisy: Stalina, Woroszyłowa, Mołotowa, i Mikojana; Na marginesie notatka protokolarna: tow. Kalinin-za, Kaganowiczza» (Υπογραφές: Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν. Σημειώσεις πρωτοκόλλου στο περιθώριο: συν. Καλίνιν-ναι, Καγκάνοβιτς-ναι)24. Το ίδιο επίσης βεβαιώνεται και στην αγγλική αναπαραγωγή. Ακόμη, στο έγκυρο ιστορικό σάιτ του Σκόμπλιν, όπου υπάρχει ακριβής μετάφραση των ντοκουμέντων στα αγγλικά, σημειώνεται: «“ναι” ακολουθούμενο από την υπογραφή του Στάλιν… υπογραφή του Βοροσίλοφ… υπογραφή του Μολότοφ… υπογραφή του Μικογιάν… σ. [σύντροφος] Καλίνιν-ναι – σημειωμένο με μολύβι στο περιθώριο… σ. [σύντροφος] Καγκάνοβιτς-ναι – σημειωμένο με μολύβι στο περιθώριο»25. Ο Ρομανόφ επίσης παρατηρεί ότι «ακριβώς επειδή ήταν απόντες, δεν υπάρχουν υπογραφές των Καλίνιν,
24 Βλ. σχετικά στη Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/File:1940-0305_beria1.png).
Καγκάνοβιτς – μόνο σημειώσεις από γραμματέα ότι συμφώνησαν με την απόφαση»26. Τέλος, για να παραθέσουμε και μια σοβαρή αντικομμουνιστική πηγή από το Ίδρυμα Χούβερ, σε άρθρο των Π. Γκρέγκορι και Μ. Σιεκιέρσκι, αναφέρεται: «Το “υπέρ” του Στάλιν και η έντονη υπογραφή του έχουν γραφτεί ακανόνιστα στην κορυφή του “αιτήματος” του Μπέρια. Τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου Κλίμεντ Βοροσίλοφ, Αναστάς Μικογιάν και Βιατσεσλάβ Μολότοφ επίσης υπέγραψαν. Δυο απόντα μέλη, οι Μιχαήλ Καλίνιν και Λάζαρ Καγκάνοβιτς, ρωτήθηκε η γνώμη τους και οι θετικές ψήφοι τους καταγράφηκαν στο αριστερό περιθώριο»27. Κοντολογής, εκτός από τον Μούχιν και το Ριζοσπάστη, κανείς δεν λέει ότι υπάρχουν υπογραφές των απόντων στελεχών. Όλοι καταγράφουν το στοιχειώδες γεγονός, που μόνο βρέφη μπορεί να αμφισβητούν, ότι πρόκειται για σημείωση των ονομάτων τους από γραμματέα. Και το γεγονός παραμένει ότι ο ισχυρισμός του Μούχιν προηγήθηκε χρονικά και οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη τον αναπαράγουν, συχνά μάλιστα αντιγράφοντας κατά λέξη τις διατυπώσεις. Τα παραπάνω δεν αποδεικνύουν, βέβαια, οριστικά ότι τα ντοκουμέντα είναι γνήσια. Αποδεικνύουν ότι ή είναι γνήσια, ή αν πρόκειται για πλαστογραφία, έχει γίνει προσεγμένη δουλειά. Και αποδεικνύουν επίσης ότι ο Μούχιν και όσοι τον επαναλαμβάνουν, είναι οπωσδήποτε χειρότεροι, χοντροκομμένοι και γελοίοι πλαστογράφοι. Όσο για τους κ.κ. Γκίκα και Μπογιόπουλο, συνάγεται ότι αντέγραψαν δουλικά τις ψευδολογίες του Μούχιν. Αναμάσησαν ότι το έγγραφο έχει «υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν», επειδή τους βόλευε στην επιχείρηση δικαίωσης του Στάλιν, χωρίς να ελέγξουν ούτε τι πραγματικά υπάρχει στην απόφαση, ούτε τι σόι “ιστορικός” είναι ο Μούχιν, η πηγή τους. Αυτό εξηγεί τις φωνασκίες και τη βιασύνη τους να αποσυνδεθούν
25 Βλέπε http://skoblin.blogspot.com/2009/03/katyn-documents-i.html. 26 Βλέπε http://holocaustcontroversies.blogspot.com/2007/06/sergeygoebbels-guy-or-commie-loon-for.html. 27 Βλέπε http://www.hoover.org/publications/digest/22787574.html.
φραστικά από αυτόν, καθώς ξέρουν κατά βάθος ότι πρόκειται για τσαρλατάνο και απατεώνα28. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι για άλλους λόγους ίσως κάποτε η ιστορική έρευνα αποφανθεί ότι τα έγγραφα είναι ψεύτικα, η αναπαραγωγή κραυγαλέων ψευδολογιών από το Ριζοσπάστη παραμένει. Αναρωτιέται δε κανείς πώς μπορεί να μιλούν για «ιστορικές παραποιήσεις» των άλλων, όταν οι ίδιοι μηρυκάζουν τέτοιες ξεδιάντροπες παραχαράξεις. Στην πραγματικότητα, οι αρθρογράφοι του ΚΚΕ αναμασούν πλήθος ακόμη ανάλογου επιπέδου και βαρύτητας επιχειρήματα του Μούχιν. Ένα άλλο, π.χ., είναι ότι το σημείωμα του Σελέπιν προς τον Χρουστσόφ δεν μπορεί να είναι γνήσιο, επειδή αναφέρει «ΚΚΣΕ» και όχι «ΠΚΚ (Μπ.)», όπως ήταν ο επίσημος τίτλος του ΚΚΣΕ πριν το 1952. «Ο Σέπελιν (sic!)», λέει ο Μούχιν, «απλά “αναφέρεται στο πρωτόκολλο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ να εκτελέσει…” Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι το ΚΚΣΕ δεν υπήρχε ως το 1952. Το 1940, δεν υπήρχε τέτοιο κυβερνητικό σώμα! Το 1940 αποκαλούνταν το Πολιτικό Γραφείο του ΠΚΚ
28 Εδώ ας μου επιτραπεί μια προσωπική παρατήρηση. Στο πρώτο άρθρο μου στην Αυγή, «Το έγκλημα του Κατίν και οι πηγές του Ριζοσπάστη», γινόταν η εκτίμηση ότι «Αν και τα περισσότερα στοιχεία και ενδείξεις συνηγορούν ότι πρόκειται για σταλινικό έγκλημα, το θέμα του Κατίν δεν έχει κλείσει ακόμη εντελώς για την ιστορική έρευνα». Εκείνη η εκτίμηση βασιζόταν σε δυο κυρίως “δεδομένα”, που μου προκαλούσαν τότε μια επιφύλαξη. Το πρώτο, και λιγότερο σημαντικό, αφορά το ότι η σήψη των πτωμάτων που ξεθάφτηκαν από την Επιτροπή Μπούρντενκο το 1944 δεν ήταν τόσο προχωρημένη όσο θα αναμενόταν αν το έγκλημα είχε γίνει το 1940 από τους σταλινικούς. Αυτό προβλήθηκε από τους ίδιους και προβάλλεται στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη ως τεκμήριο υπέρ της εκδοχής τους. Ωστόσο έχει εξηγηθεί εύλογα από τις συνθήκες σε μαζικούς τάφους, όπου λόγω της συγκόλλησης των πτωμάτων και έλλειψης οξυγόνου παρατηρούνται φαινόμενα μουμιοποίησης, επίσης από το ψυχρό πολωνικό κλίμα, κ.ά. Το δεύτερο αφορούσε ακριβώς τον ισχυρισμό για ύπαρξη υπογραφών των απόντων Καλίνιν και Καγκάνοβιτς στην απόφαση του ΠΓ. Τότε δεν είχα γνωριστεί ακόμη με τα ντοκουμέντα της Περεστρόικα, αφού εκείνο το άρθρο αφορούσε άλλες πτυχές του ζητήματος. Χωρίς να υπερεκτιμώ την αντίληψη των Μπογιόπουλου και σία, πίστευα ότι δεν είναι τόσο ανόητοι ώστε να διατυπώνουν τόσο ηχηρά ένα τόσο κρίσιμο ισχυρισμό απλά αντιγράφοντάς τον από τον Μούχιν, χωρίς να έχουν ελέγξει οι ίδιοι τι πραγματικά υπάρχει στην απόφαση. Σε αυτή την υπόθεση έπεσα εντελώς έξω.
(Μπ.) [Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα – 29 Μπολσεβίκοι]» . Και ο κ. Μπογιόπουλος (5/2/2009) επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος: «Ο Σέπελιν (sic!) που υποτίθεται ότι είχε στείλει “έγγραφο” στον Χρουστσόφ να καταστραφούν τα στοιχεία για το Κατίν, όταν ρωτήθηκε, το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αλλά πέρα από αυτό, είναι δυνατόν ολόκληρος επικεφαλής της KGB να γράφει στο έγγραφό του ότι η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών το 1940 πάρθηκε από το “Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΣΕ” και να μη γνωρίζει ότι το 1940 δεν … υπήρχε ΚΚΣΕ, αλλά ΠΚΚ(Μπ.), δηλαδή Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (μπολσεβίκοι) και ότι σε ΚΚΣΕ μετονομάστηκε μόνο μετά το 1952; Ούτε αυτό το πρόσεξαν οι παραχαράκτες…» Κατ’ αρχήν εδώ έχουμε μια ισχυρή ένδειξη ότι ο κ. Μπογιόπουλος όχι μόνο βασίζεται στον Μούχιν, αλλά αντιγράφει σαν μαθητούδι τις διατριβές του από το διαδίκτυο. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς αναφέρουν και οι δύο το όνομα του Σελέπιν με τον ίδιο λαθεμένο τρόπο, ως Σέπελιν. Ο Σελέπιν ήταν αρχηγός της KGB στα 1958-61 και αργότερα μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ. Προφανώς, αν ο Μπογιόπουλος είχε κάνει μια στοιχειώδη έρευνα για το Κατίν και δεν αντέγραφε, θα παρέθετε σωστά το όνομά του (όπως κάνει ο κ. Γκίκας στο άρθρο του). Αλλά πέρα από αυτό, το επιχείρημά τους ηχεί το λιγότερο αφελές. Ο τίτλος ΚΚΣΕ μπορεί να καθιερώθηκε επίσημα το 1952, ήταν όμως σε πλατιά χρήση και προγενέστερα. Χαρακτηριστικά, η διαβόητη Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπ.), αυτό το απαύγασμα της σταλινικής πλαστογράφησης της ιστορίας, εκδόθηκε το 1939 στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες με τον όρο “ΚΚΣΕ”, ενώ μόνο στη ρωσική έκδοση αναφερόταν το επίσημο “ΠΚΚ(Μπ.)”. Εξάλλου, ο Ρομανόφ παραθέτει κομματικές αποφάσεις πριν το 1952, όπου χρησιμοποιούνταν το “ΚΚΣΕ”. Το να απορεί κανείς, λοιπόν, που ο Σελέπιν, σε ένα σημείωμα του 1959, αναφέρει “ΚΚΣΕ” αντί για τον προ του 1952 επίσημο τίτλο φανερώνει τουλάχιστον υποκρισία και αδυναμία προσκόμισης ουσιαστικών επιχειρημάτων και στοιχείων.
29 Βλέπε http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html.
Μια σοβαρή αμφισβήτηση των ντοκουμέντων θα έπρεπε προφανώς να ξεκινά από τη φόρμα τους, τη γνησιότητα των υπογραφών, κοκ. Οι αμφισβητίες όμως δεν έχουν διατυπώσει ούτε μια τεκμηριωμένη σχετική επιφύλαξη, καθώς οι υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Βοροσίλοφ και Μικογιάν είναι εμφανώς γνήσιες, ενώ και η φόρμα ακολουθεί πιστά άλλες αποφάσεις του ΠΓ. Αντί γι’ αυτό, ψεύδονται ή επικαλούνται ανούσιες λεπτομέρειες, όπως το αν ο Σελέπιν χρησιμοποίησε το 1959 τον όρο “ΚΚΣΕ” αντί “ΠΚΚ(Μπ.)”… Σε αυτή τη συνάρτηση, αξίζει να αναφερθεί ότι και ο Μούχιν ακόμη αναγνωρίζει ότι η πρώτη σελίδα του ντοκουμέντου με τις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Βοροσίλοφ και Μικογιάν είναι γνήσια και πρόκειται για πραγματική απόφαση του Πολιτικού Γραφείου για τους Πολωνούς κρατουμένους. Δίνει όμως μια διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η πρόταση του Μπέρια δεν ήταν να εκτελεστούν αλλά να επιβεβαιωθεί απλά η προηγούμενη απόφαση του NKVD, που επέβαλε ποινή κράτησης 5 ως 8 χρόνια. Η επιχειρηματολογία του παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον από την άποψη της πιστοποίησης της απίστευτης ανοησίας του ίδιου του Μούχιν και όσων τoν ακολουθούν: «Το ερώτημα πρέπει να τεθεί», γράφει, «γιατί ο πλαστογράφος έκανε τέτοια λάθη; Ο λόγος γι’ αυτά είναι ότι ο πλαστογράφος χρησιμοποίησε ένα αυθεντικό ντοκουμέντο από τον Μπέρια προς το Πολιτικό Γραφείο. Ο πλαστογράφος χρειαζόταν ένα αυθεντικό ντοκουμέντο, που να έχει έναν αριθμό καταχώρησης και να διατηρεί το ίδιο χαρακτηριστικό στιλ του Μπέρια. Δεν άλλαξε την πρώτη σελίδα, εκτός από την προσθήκη των ονομάτων των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν (που ο πλαστογράφος νόμιζε ότι θα έπρεπε να είναι εκεί). Ωστόσο, ο πλαστογράφος άλλαξε τη δεύτερη σελίδα, τα αιτήματα του Μπέρια… Στο αυθεντικό ντοκουμέντο, το αίτημα του Μπέρια ήταν να μην εκτελεστούν οι αιχμάλωτοι… Αντί να διατάζει μια εκτέλεση, το πρωτότυπο ντοκουμέντο θα έπρεπε να διαβάζει: “με την εφαρμογή σε αυτούς της απόφασης των 5-8 χρόνων
φυλάκισης όπως ορίστηκε από την Ειδική Επιτροπή του NKVD ”». Τότε η απόφαση «θα έβγαζε νόημα»30. Ο Μούχιν μας ζητά να πιστέψουμε ότι αυτό που ήθελαν οι πλαστογράφοι για να κάνουν την πλαστογραφία τους εμφανίστηκε ουρανοκατέβατο μπροστά τους, και μάλιστα με τέτοια ιδεώδη μορφή – ημερομηνίες, αριθμό καταχώρησης, διατύπωση, στιλ, κ.ά., όλα όπως χρειάζονταν – που με μια επουσιώδη αλλαγή σε μια σελίδα μπορούσε να εξυπηρετήσει πλήρως τους ελεεινούς σκοπούς τους. Αυτό είναι σαν να χρειαζόμαστε 150.000 ευρώ για να αγοράσουμε ένα διαμέρισμα και ξυπνώντας το πρωί να βρίσκουμε ως εκ θαύματος τις 145.000 μπροστά στην πόρτα μας. Ας αφήσουμε στην άκρη το ότι τέτοια θαύματα δεν συμβαίνουν συχνά. Το ζήτημα είναι ότι αν μια τέτοια ερμηνεία “βγάζει νόημα”, τότε θα πρέπει να ξεχάσουμε εντελώς την κοινή λογική. Γιατί πραγματικά, το μόνο που προκαλεί θαυμασμό και απορία σε αυτήν είναι η πλήρης απιθανότητά της και το πλήθος των αντιρρήσεων που μπορεί να της προβληθούν. Πρώτ’ απ’ όλα, αν η απόφαση, όπως ομολογείται, είναι γνήσια, δυσκολεύεται να καταλάβει κανείς γιατί ο “πλαστογράφος” έπρεπε να προσθέσει τις υπογραφές ή τα ονόματα των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Όταν είχε στα χέρια του αυτό που χρειαζόταν, γιατί να διακινδυνεύσει την αποκάλυψη της “πλαστογραφίας” βάζοντας επιπλέον υπογραφές ή ονόματα που οπωσδήποτε ελέγχονται πολύ πιο εύκολα από την αλλαγή μιας φράσης στο κείμενο; Για να το κάνει αυτό, ο “πλαστογράφος” μας –χωρίς να ερευνήσει μάλιστα καν αν εκείνοι τα ονόματα των οποίων από κάποιο βίτσιο ήθελε να προσθέσει ήταν παρόντες στη συγκεκριμένη σύνοδο του ΠΓ– θα έπρεπε να έχει λιγότερο μυαλό ακόμη και από τον Μούχιν και τους ευφυείς συντάκτες του Ριζοσπάστη… Κατά δεύτερο λόγο, αν ο Μπέρια πρότεινε την επαναβεβαίωση της προηγούμενης απόφασης του NKVD, τι χρειαζόταν να ληφθεί μια τέτοια απόφαση, και μάλιστα τόσο αναλυτική (το ντοκουμέντο περιλαμβάνει διεξοδικότατη αναφορά στον αριθμό των κρατουμένων, κατά βαθμούς,
30 Βλέπε στο ίδιο.
κατηγορίες, ειδικότητες, κ.ά.) από το Πολιτικό Γραφείο; Θα μπορούσε απλά να δοθεί μια τυπική επιβεβαίωση ότι ισχύει η προηγούμενη απόφαση. Και κατά τρίτο, και κυριότερο, αν επρόκειτο για τυπική επαναβεβαίωση της παλιάς απόφασης, δεν μπορεί να εξηγηθεί ότι κρίθηκε απαραίτητο να ρωτηθούν οι απόντες Καλίνιν και Καγκάνοβιτς ώστε να καταγραφεί και η δική τους συμφωνία. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί ότι δεν επρόκειτο για κάτι τυπικό, αλλά για ριζική αλλαγή της παλιάς απόφασης. Και στις συγκεκριμένες συνθήκες αυτή η αλλαγή μπορούσε να είναι μόνο η εκτέλεση των Πολωνών. Για να αποφύγει αυτό το μοιραίο συμπέρασμα, ο καλός Μούχιν καταφεύγει στο εύρημα ότι η απόφαση έχει πλαστές υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, αντί για καταγραφή της συμφωνίας τους από γραμματέα. Με απλά λόγια, δηλαδή, μας λέει: «Κάντε μου τη χάρη να δεχτείτε το ψέμα ότι στην απόφαση υπάρχουν υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς και τότε θα μπορέσω να σας παρουσιάσω κι εγώ μια εύλογη ερμηνεία για το τι “πραγματικά” έλεγε η απόφαση». Και ένας τέτοιος αρχι-ανοητολόγος (και συμπαθών των νεοναζί!) αποτελεί βασική πηγή της αρθρογραφίας του ΚΚΕ και επαινείται θερμά στο Ριζοσπάστη από τους ομογάλακτούς του Σλομπότκιν! Σε κάθε περίπτωση, αν επιμένουν ότι τα ντοκουμέντα είναι πλαστά και προβοκατόρικα, ενώ από την άλλη αποσυνδέονται από τον Μούχιν, οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη θα πρέπει να μας πουν σε ποια επιχειρήματα βασίζουν πλέον τον ισχυρισμό τους. Όταν και ο Μούχιν ομολογεί ότι, εκτός από το σημείο με την πρόταση του Μπέρια, το υπόλοιπο ντοκουμέντο είναι γνήσιο, είναι σαφές ότι οι φωστήρες του ΚΚΕ, που ως τώρα επαναλάμβαναν τα επιχειρήματά του, πρέπει να παρουσιάσουν κάτι καλύτερο για να πείσουν. Αν δεν το κάνουν, τότε μένει μόνο ένας ισχυρισμός στον αέρα, που μπορεί να εξυπηρετεί τις απολογητικές τους σκοπιμότητες αλλά δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.
4. Σλομπότκιν και Φουρ Οι Γιούρι Σλομπότκιν και Γκρόβερ Φουρ είναι δυο άλλες βασικές πηγές της αρθρογραφίας του Ριζοσπάστη για το Κατίν. Και οι δυο στηρίζονται ισχυρά στον Μούχιν. Παραθέσαμε ήδη τις εκθειαστικές αναφορές του Σλομπότκιν σε αυτόν. Όσο για τον Φουρ, ο ίδιος αναφέρει το περί Κατίν έργο του Μούχιν, Αντιρωσική Παλιανθρωπιά, ως την «κύρια προσπάθεια να αποδειχτεί ότι δεν το έκαναν τα σοβιέτ». «Είναι ένα συναρπαστικό έργο!... Το διάβασα τέσσερις φορές από το εξώφυλλο ως το οπισθόφυλλο»31, προσθέτει διθυραμβικά. Αυτές οι αναφορές δεν αφορούν μόνο την αξιοποίηση πηγών, αλλά παραπέμπουν σε μια πλήρη ιδεολογική ταύτιση. Όπως ο Μούχιν, οι Σλομπότκιν και Φουρ είναι απολογητές του σταλινισμού, τον οποίο προσπαθούν να αποκαθάρουν από τα ειδεχθή εγκλήματά του. Στον Στάλιν τους έλκει ακριβώς η αντισοσιαλιστική κτηνωδία, το άνοιγμα του δρόμου για τους καιροσκόπους και τις μετριότητες, η συγκάλυψη αντιδραστικών σκοπών και πρακτικών κάτω από μια “επαναστατική”, ψευδοκομμουνιστική αμφίεση, στοιχεία αναγκαία για τον εξωραϊσμό και την προώθηση των δικών τους σοβινιστικών-εθνικιστικών σκοπών. Ενδεικτικό τούτης της ταύτισης είναι ότι ο Φουρ τιτλοφόρησε το κύριο έργο του, μια χυδαία απολογία του σταλινισμού, Αντισταλινική Παλιανθρωπιά, εμπνεόμενος από το Αντιρωσική Παλιανθρωπιά του Μούχιν. Όσο για τον Σλομπότκιν, είναι υμνητής του Στάλιν και στέλεχος του υπερσταλινικού ΚΕΚΡ, με το οποίο συνδέεται στενά το ΚΚΕ. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι πρόκειται για εξίσου ανυπόληπτους φανατικούς με τον Μούχιν, που μόνο από αφέλεια ή κακή πρόθεση μπορεί να παίρνει κανείς στα σοβαρά. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Σλομπότκιν και Φουρ, όντας λίγο πιο λεπτεπίλεπτοι, φροντίζουν να κρατούν αποστάσεις από τις τσαρλατανιές και τις φασιστικές συμπάθειες ενός Μούχιν. Επειδή, ωστόσο, τους επικαλούνται στο Ριζοσπάστη ως έγκριτους ερευνητές, ας δούμε στοιχειωδώς αν προσθέτουν κάτι νέο στη διασάφηση της ιστορικής αλήθειας για το Κατίν.
31 Βλέπε την ιστοσελίδα http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html.
του Φουρ,
Ένας βασικός ισχυρισμός του Σλομπότκιν στο Ριζοσπάστη είναι ότι το συνταγματικό δικαστήριο της Ρωσίας αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα “ντοκουμέντα Γιέλτσιν” και έβαλε τέρμα στην υπόθεση, αποδίδοντας ουσιαστικά το έγκλημα στους ναζί: «Το συνταγματικό δικαστήριο στην απόφασή του της 30ης Νοέμβρη 1992 δεν άρθρωσε λέξη για την τραγωδία του Κατίν. Στην ουσία αποκατέστησε την πρώην σοβιετική και κομματική ηγεσία. Αναγνώρισε έμμεσα την ισχύ των συμπερασμάτων της επιτροπής του ακαδημαϊκού Ν. Ν. Μπούρντενκο» (29/5/2005). «Το συνταγματικό δικαστήριο στην απόφασή του δεν έχει διατυπώσει ούτε μια λέξη σχετικά με αυτά τα ντοκουμέντα. Όπως και δεν έχει ούτε μια αναφορά στην υπόθεση του Κατίν. Πλήρως άφησε αυτή την υπόθεση» (15/3/2009). Παρουσιάζοντας έτσι τα πράγματα, ο Σλομπότκιν αποσιωπά εντελώς τη συνέχιση της έρευνας των ρωσικών αρχών για το Κατίν και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Η αλήθεια, βέβαια, που δεν μπορεί να αγνοεί, αλλά κρύβει συνειδητά από τους αναγνώστες του Ριζοσπάστη, είναι ότι η δικαστική έρευνα του θέματος που ξεκίνησε το 1992 συνεχίστηκε αργότερα και τερματίστηκε επίσημα το 2004, με ομολογία της σταλινικής ενοχής. Το Μάρτιο του 2005 ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσίας Αλεξάντερ Σάβενκοφ, ανακοινώνοντας τα αποτελέσματά της, αναγνώρισε σαφώς ότι το έγκλημα διαπράχθηκε από τη ρωσική πλευρά. Δεν προχώρησε όμως σε ρητό καταλογισμό ευθυνών και δικαιολόγησε το χαρακτηρισμό από τις ρωσικές αρχές μεγάλου αριθμού φακέλων ως «απόρρητων» με το ότι περιέχουν «κρατικά μυστικά». Η νομική επιχειρηματολογία του Σάβενκοφ ήταν ότι το Κατίν δεν συνιστά γενοκτονία, επειδή δεν πρόκειται για μαζική εξόντωση πληθυσμού, όπως με τους Εβραίους. Μια περίληψη των δηλώσεών του δίνεται σε ρεπορτάζ του ρωσικού πρακτορείου Νοβόστι: «“Οι πράξεις που ερευνήθηκαν σε αυτή την υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθούν σαν γενοκτονία του πολωνικού λαού”, είπε ο Επικεφαλής Στρατιωτικός Εισαγγελέας της Ρωσίας Αλεξάντερ Σάβενκοφ. Σύμφωνα με αυτόν οι έρευνες
εξακρίβωσαν τον ακριβή αριθμό των ανθρώπων – περίπου 14.540 – που ήταν φυλακισμένοι στα στρατόπεδα θανάτου και ενάντια “στους οποίους πάρθηκαν οι αποφάσεις”. Τουλάχιστον 10.700 από αυτούς κρατούνταν σε στρατόπεδα στο έδαφος της Ρωσίας και 3.800 στην Ουκρανία. “Η έρευνα εξακρίβωσε το θάνατο 1803 αιχμαλώτων πολέμου και πιστοποιήθηκε η ταυτότητα 22 ανθρώπων”, είπε ο Σάβενκοφ, αλλά δεν ανέφερε τίποτα για την τύχη των άλλων. Σύμφωνα με τον επικεφαλής στρατιωτικό εισαγγελέα η εξέταση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 21/9/2004, όταν η έρευνα εγκαταλείφθηκε εξαιτίας του θανάτου των δραστών»32. Ο Σάβενκοφ πρόσθεσε επίσης ότι από τους 183 φακέλους της υπόθεσης παρεχόταν πρόσβαση στην πολωνική πλευρά μόνο σε 67. Οι υπόλοιποι χαρακτηρίστηκαν «άκρως απόρρητοι» ή «μόνο για επίσημη χρήση». Σύμφωνα με ανεπίσημες εξηγήσεις που δόθηκαν, τα αναγνωρισμένα 1803 θύματα περιλαμβάνουν όλους τους Πολωνούς που βρήκαν οι Ρώσοι στις εκταφές (1380 από την Επιτροπή Μπούρντενκο το 1944, 167 στο Χάρκοβο το 1991, 243 στο Μέντνοε το 1991 και 13 στο Κατίν το 1991). Ο ίδιος δε δήλωσε ότι «οι ένοχοι αυτών των τραγικών γεγονότων έχουν εξακριβωθεί. Είναι πρώην υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι της πρώην ΕΣΣΔ», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τα ονόματά τους είναι στους απόρρητους φακέλους της υπόθεσης, που έχουν ταξινομηθεί ως κρατικά μυστικά33. Οι πολιτικές σκοπιμότητες αυτής της “μεσοβέζικης” απόφασης είναι εμφανείς. Περιορίζοντας την αναγνώριση στη διάπραξη του εγκλήματος, μη κατονομάζοντας τους ενόχους και αναγνωρίζοντας μόνο 1803 εξακριβωμένες περιπτώσεις, η ρωσική κυβέρνηση προσπαθούσε να θολώσει τα νερά, για να αποφύγει το καυτό θέμα της καταβολής αποζημιώσεων στους συγγενείς των θυμάτων. Ο ισχυρισμός ότι δεν πρόκειται για γενοκτονία μπορεί τυπικά να ευσταθεί, κάθε έρευνα που θα
32 Βλέπε http://eng.9may.ru/eng_news/m12668. Θέλω να ευχαριστήσω εδώ τον Ορέστη Πασχαλινά, που έθεσε υπόψη μου αρκετές πηγές γι’ αυτή και μερικές άλλες πλευρές της υπόθεσης. Στο ενδιαφέρον σάιτ του έδωσε μια πρώτη παρουσίαση για το ποιόν των πηγών του ΚΚΕ, βλέπε «Ένας Ρώσος Λιακόπουλος πηγή των σταλινικών για το Κατίν», http://allotriosi.wordpress.com/2009/02/05/mukhin/. 33 Βλέπε http://www.aiipowmia.com/inter25/in130305katyn.html.
επεδίωκε όμως πραγματική διαλεύκανση της υπόθεσης θα όφειλε να προβεί σε ένα κατ’ αρχήν χαρακτηρισμό του εγκλήματος, π.χ. ως “έγκλημα πολέμου” ή “έγκλημα κατά της ανθρωπότητας”. Επιπρόσθετα, ο χαρακτηρισμός του μεγαλύτερου όγκου των φακέλων ως “απόρρητων” φανερώνει έκδηλη πρόθεση κουκουλώματος, που, πέρα από την αποφυγή των αποζημιώσεων, εξηγείται εν μέρει και από την εξύψωση και προβολή του Στάλιν ως “ανακαινιστή της χώρας” από την τωρινή αστική Ρωσία του Πούτιν34. Πέρα από αυτά, γεγονός παραμένει ότι η έρευνα συνεχίστηκε και κατέληξε ρητά στη σταλινική ενοχή. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνει κανείς πόσο αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί του Σλομπότκιν ότι η υπόθεση εγκαταλείφθηκε. Βέβαια, οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, που παρουσιάζουν την υπεράσπισή τους του Στάλιν ως συνώνυμη με την “υπόθεση του κομμουνισμού”, οφείλουν μια εξήγηση για ένα άλλο ενοχλητικό γεγονός: αν ο Στάλιν ήταν τέτοιος πιστός κομμουνιστής όπως τον παρουσιάζουν και αθώος του εγκλήματος τούτου, γιατί η τωρινή αστική Ρωσία κρύβει τα ντοκουμέντα σχετικά με το Κατίν; Το να απαντήσει κανείς ότι θέλουν να αποφύγουν τη δικαίωση του Στάλιν επειδή ως αστοί είναι αντικομμουνιστές και ο Στάλιν στα μάτια τους είναι ταυτισμένος με τον κομμουνισμό θα ήταν ωμή παραχάραξη της αλήθειας. Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε τους συντάκτες του Ριζοσπάστη και τους ωμούς αντικομμουνιστές της Μαύρης Βίβλου, που την ασπάζονται για τους δικούς του ιδεολογικούς σκοπούς ο καθένας, λίγοι στέκουν σε αυτή την άποψη. Και η τωρινή ρωσική ηγεσία μεταχειρίζεται ευνοϊκά τον Στάλιν ως “εθνικό ηγέτη”, δεν έχει ακουστεί να διεξάγει ποτέ μια καμπάνια εναντίον του και θα εξυπηρετούνταν τα μέγιστα αν στα αρχεία υπήρχε έστω μια μαρτυρία που να πιστοποιεί ενοχή
34 Τα παραπάνω επισημαίνονται σε κείμενα φιλελευθερο-ανθρωπιστικής αστικής οπτικής στο διαδίκτυο, όπως η Δήλωση της Κοινωνίας Διεθνούς Μνήμης «Για την έρευνα του εγκλήματος του Κατίν στη Ρωσία», http://www.memo.ru/daytoday/5katyn_eng.htm και το Σ. Τερεσένκοβ, «Κατίν, μη αποκαλυμμένη αλήθεια», http://www.data.minsk.by/belarusnews/122008/1.html. Βέβαια, στα παραπάνω, η έκκληση για αποκάλυψη της πλήρους ιστορικής αλήθειας για το Κατίν συνδέεται με γενικευτικές αναφορές στο «καταπιεστικό σοβιετικό καθεστώς», κοκ., που απορρέουν από την οικεία αστική ταύτιση του σταλινισμού με τον κομμουνισμό και την ΕΣΣΔ.
των ναζί ακόμη και για ένα μέρος των φόνων, αφού θα απέφευγε έτσι το καυτό θέμα των αποζημιώσεων. Ένα άλλο επιχείρημα του Σλομπότκιν υπέρ της πλαστότητας των ντοκουμέντων αφορά ότι η πρόταση του Μπέρια που εισηγείται την εκτέλεση των Πολωνών (με τις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, κ.ά.) και το απόσπασμα των πρακτικών του ΠΓ όπου καταγράφεται η λήψη της απόφασης έχουν την ίδια ημερομηνία. «Στην πρακτική των συνεδριάσεων του Πολιτικού Γραφείου δεν συνέβη ποτέ κάτι παρόμοιο. Υπήρχε απόσταση χρόνου (που) … δεν ήταν μικρότερη από 5-6 ημέρες». Κι ακόμη η μη παρουσίαση το 1992, όταν τα ντοκουμέντα δημοσιοποιήθηκαν για πρώτη φορά, των πρωτοτύπων, αλλά αντιγράφων της απόφασης. Βέβαια, ο Σλομπότκιν μπερδεύει ελαφρώς τις ημερομηνίες, αφού στο άρθρο του (Ριζοσπάστης 29/5/2005) αναφέρει ότι τα ντοκουμέντα είχαν κοινή ημερομηνία, «της 5ης Μαρτίου 1940», ενώ στην πρόσφατη συνέντευξή του λέει ότι «και τα δυο… είχαν την ίδια ημερομηνία, της 4ης Μάρτη». Διανθίζει δε με δικές του, μη ελέγξιμες λεπτομέρειες, όπως ότι οι του Γιέλτσιν αργότερα «απαλείψανε εντελώς την ημερομηνία της 4ης Μάρτη», κοκ. Αυτοί οι ανυπόστατοι ισχυρισμοί διατυπώνονται πιο διεξοδικά από τον Γκίκα στην πρόσφατη αρθρογραφία του και θα εξεταστούν σε επόμενο μέρος35. Για την ώρα ας αρκεστούμε να παρατηρήσουμε ότι το να προβαίνει κανείς σε ένα τέτοιο ισχυρισμό και να μπερδεύει την ημερομηνία στην οποία αναφέρεται μόνο υπέρ της γνησιότητας των λεγομένων του δεν συνηγορεί. Ότι ο Σλομπότκιν αντλεί το σύνολο των επιχειρημάτων του από τον Μούχιν είναι κάτι που δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να το αποδείξουμε. Πέραν από άλλα στοιχεία, όπως η συμμετοχή του Σλομπότκιν σε ταινίες του Μούχιν για το Κατίν36, αποδεικνύεται και από την ίδια την αρθρογραφία του
35 Βλέπε επίσης στο στο κεφάλαιο «Οι πρόσφατες εξελίξεις και η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη», υποκεφάλαιο 7.2, όπου συζητείται επίσης και το θέμα των πρωτοτύπων. 36 Βλέπε τη βιογραφία του Σλομπότκιν στην πορτογαλική Wikipedia, http://pt.wikipedia.org/wiki/Yuri_Slobodkin_Maksimovich.
Ριζοσπάστη, όπου τα δυο αυτά ονόματα παρατίθενται δίπλαδίπλα. Σε άλλα άρθρα του Στ. Κρητικού («Υπόθεση Κατίν. Στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας», Ριζοσπάστης, 8/2/2009), αλλά και πιο πριν του Μάκη Μαΐλη («Η αλήθεια και το ψέμα», Ριζοσπάστης, 15/5/2005), από όπου κάνει copy-paste ο Κρητικός, διαβάζουμε: «Ο νομικός Γιούρι Σλομπότκιν, στέλεχος και πρώην βουλευτής του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ), με σειρά άρθρων του στην εφημερίδα “Εργαζόμενη Ρωσία”, αποδείχνει ότι η υπόθεση του Κατίν ήταν οργανωμένη από τη Γερμανία. Γράφει ο Ρώσος νομικός: “Στο Κατίν οι Γερμανοί εγκατέστησαν γερμανική ομάδα της προπαγάνδας. Ο Γκέμπελς υποδείκνυε με επιμονή στους υφισταμένους του: “Οι Γερμανοί αξιωματικοί, που θα αναλάβουν την καθοδήγηση, θα πρέπει να είναι εξαιρετικά πολιτικά προετοιμασμένοι και έμπειροι άνθρωποι, ικανοί να ενεργούν με ευελιξία και βεβαιότητα. Μερικοί άνθρωποί μας πρέπει να είναι εκεί πιο πριν, έτσι ώστε όλα να είναι έτοιμα κατά την άφιξη του Ερυθρού Σταυρού και κατά τις εκταφές να μην αντιμετωπίσουν καταστάσεις που δεν αντιστοιχούν στη γραμμή μας”. Το 1995 κυκλοφόρησε στη Μόσχα το βιβλίο “Έρευνα για το Κατίν” του Γ. Μούχιν. Μεταξύ πολλών, ο Γ. Μούχιν κατονομάζει τρεις άμεσες αποδείξεις…”» Οι “αποδείξεις” στις οποίες αναφέρεται το άρθρο και τις οποίες ο Σλομπότκιν αντλεί από τον Μούχιν, αφορούν θέματα όπως ο όχι πολύ προχωρημένος βαθμός αποσύνθεσης των πτωμάτων (στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη στη σημείωση 28) και οι γερμανικές σφαίρες που χρησιμοποιήθηκαν. Για το τελευταίο ειδικά σημειώνεται: «Οι σφαίρες και οι κάλυκες, που ανακαλύφθηκαν στους τάφους, είχαν διαμέτρημα 7,65 χιλιοστών και 6,35 χιλιοστών και τα χαρακτηριστικά του γερμανικού εργοστασίου παραγωγής σφαιρών “Genshovik”, σε συντομογραφία “Geko”, δηλαδή, παράχθηκαν στη Γερμανία… Περίπου στο 20% των πτωμάτων τα χέρια δέθηκαν με τύπο σπάγκου, ο οποίος πριν από τον πόλεμο δεν παραγόταν καθόλου στην ΕΣΣΔ, αλλά παραγόταν στη Γερμανία».
Το τελευταίο επιχείρημα, το οποίο επαναλαμβάνει κατά γράμμα και ο Μπογιόπουλος, με αναφορά στον Μούχιν και την Έκθεση Μπούρντενκο (Ριζοσπάστης, 5/2/2009), απευθύνεται μάλλον σε βρέφη. Η μικρή λεπτομέρεια που προσπερνούν οι σοφοί αναλυτές μας είναι ότι το έγκλημα του Κατίν διαπράχθηκε το 1940, όταν ίσχυε το σταλινικό σύμφωνο φιλίας με τη ναζιστική Γερμανία. Η ΕΣΣΔ εφοδίαζε τότε με εκατομμύρια τόνους πρώτων υλών τους Γερμανούς. Ήταν άραγε δύσκολο να προμηθευτούν από τη Γερμανία μια δεκάδα τέτοια πιστόλια, μερικές χιλιάδες σφαίρες και λίγο γερμανικό σχοινί; Και όταν το σταλινικό καθεστώς διακρίθηκε για τις μακιαβελικές σκηνοθεσίες του στις Δίκες της Μόσχας, τι θα εμπόδιζε να πάρουν τα μέτρα τους για απόσειση των ευθυνών τους όταν το έγκλημα θα αποκαλυπτόταν; Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καν αναγκαία η προμήθεια αυτών των υλικών από ναζιστική Γερμανία το 1940. Όπως υποδεικνύεται στη διεθνή φιλολογία για το Κατίν, ο συγκεκριμένος τύπος όπλων εξαγόταν πλατιά από τους Γερμανούς στο εξωτερικό στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, μεταξύ άλλων και στην ΕΣΣΔ, η οποία διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τη Γερμανία. Από τα χρησιμοποιημένα στις εκτελέσεις πιστόλια τύπου Walther και τα πυρομαχικά Geko, σημειώνει, π.χ., η Λεμπέντεβα, «μεγάλες ποσότητες και των δύο είχαν εισαχθεί [στην ΕΣΣΔ] από τη Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και τις αρχές της δεκαετίας του 1930»37. Αυτά τα όπλα ήταν άλλωστε αρκετά διαδομένα στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, που τα προτιμούσαν για την ανώτερη σε σχέση με τα αντίστοιχα σοβιετικά ευστάθειά τους. Στο κατασχετήριο της έρευνας μετά τη σύλληψη του Γιέζοφ, του παρανοϊκού επικεφαλής του NKVD πριν τον Μπέρια –για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα– αναφέρεται ότι βρέθηκαν στο γραφείο του «ένα πιστόλι Walther, No. 623573, διαμέτρημα 6.35» και «ένα πιστόλι Walther, διαμέτρημα 7.65, No. 777615»38. Δηλαδή, με άλλα λόγια, όχι μόνο το ίδιο όπλο, αλλά και τα ίδια ακριβώς διαμετρήματα, 6,35 και 7,65, για τα οποία
37 Α. Τσιεντσιάλα, Ν. Λεμπέντεβα και Βόιτσεχ Ματέρσκι, Κατίν: Ένα Έγκλημα χωρίς Τιμωρία, Yale 2007, σελ. 125.
οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ εξανίστανται πως δεν μπορούσαν ποτέ να τα έχουν χρησιμοποιήσει οι σοβιετικοί. Όσο για τον Φουρ, την άλλη πηγή των κ.κ. Γκίκα, Μπογιόπουλου, η αρθρογραφία του δείχνει ότι πρόκειται για έναν ανοητολόγο σταλινικό, που διαστρέφει συστηματικά το νόημα της ιστορίας. Αρκεί να αναφέρουμε πώς ερμηνεύει το ότι, μετά την εξόντωση της παλιάς μπολσεβίκικης φρουράς στα 1936-38, οι συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου, οι Ολομέλειες και τα Συνέδρια του ΚΚΣΕ γίνονταν όλο και πιο αραιά, απέχοντας μεταξύ τους μήνες ή χρόνια. Αυτό το γεγονός, που όλοι οι σοβαροί μελετητές εκτιμούν ως στοιχείο και αποτέλεσμα της επιβολής της στυγνής δικτατορίας του Στάλιν, στον Φουρ μετατρέπεται σε απόδειξη ότι ο Στάλιν (και κυρίως ο Μπέρια) ήταν ακραιφνής δημοκράτης, οπαδός της άμεσης δημοκρατίας των σοβιέτ, και γι’ αυτό παραμέριζε το κομμουνιστικό κόμμα, που ήταν εκ φύσης κακό και ρίζα της δικτατορίας39. Το πώς μια τέτοια άποψη για το “εκ φύσης κακό κόμμα” μπορεί να συμβαδίζει με την “υπεράσπιση του κομμουνισμού” και τι αξιοπιστία έχει ένας τέτοιος θεωρητικός μένει στους αρθογράφους του Ριζοσπάστη να το εξηγήσουν. Μια αξιοσημείωτη πλευρά της δραστηριότητας του Φουρ, στην οποία αξίζει να σταθούμε, αφορά την αρθρογραφία του υπέρ της σταλινικής άποψης για τις Δίκες της Μόσχας. Ο Φουρ έχει παρουσιάσει εκτενή άρθρα όπου, όπως λέει, προσφέρει αδιάσειστα στοιχεία για το ότι οι εκκαθαρισμένοι ηγέτες, Τρότσκι, Μπουχάριν, Τουχατσέφσκι, κ.λπ., είχαν όντως στρατολογηθεί από τις γερμανικές και ιαπωνικές μυστικές υπηρεσίες. Πρόκειται για παραπλήσιες απόψεις εκείνων που προωθούν στη χώρα μας οι φιλοσταλινικοί ιστορικοί του ΚΚΕ (Λεοντιάδης, Δάγκας, Μαργαρίτης, κ.ά.), παρουσιασμένες ιδιαίτερα στην ατυχή συλλογή Οι Δίκες της Μόσχας, που περιλήφθηκε στη σειρά «Οι Μεγάλες Δίκες» της Ελευθεροτυπίας.
38 «Φάκελος Γιέζοφ (IV). Αποτελέσματα της έρευνας στο διαμέρισμα του πρώην Κομισάριου του Λαού Ν. Ι Γιέζοφ, 11/4/1939», http://skoblin.blogspot.com/search?q=YEzhov. 39 Γκ. Φουρ, «Ο Στάλιν http://eserver.org/clogic/2005/furr.html).
και ο αγώνας για δημοκρατική μεταρρύθμιση»,
Το δοκίμιο του Φουρ για την “πρακτορική δράση” του Τρότσκι, μας δίνει μια ιδέα με τι λογής ιστορική έρευνα έχουμε να κάνουμε. Το κείμενο, με τον επιβλητικό τίτλο «Μαρτυρία για τη συνεργασία του Λεόν Τρότσκι με τη Γερμανία και την Ιαπωνία»40, εισάγεται με εντυπωσιακά παραθέματα από τον Χομπσμπάουμ και άλλους ιστορικούς, σχετικά με την ανάγκη οι ιστορικοί «να υπερασπίζουν το θεμέλιο της επιστήμης τους: την υπεροχή της μαρτυρίας», κ.λπ., κ.λπ. Στην πρώτη-πρώτη κιόλας παράγραφο διαβάζουμε: «Αυτό το δοκίμιο είναι μια έρευνα στη μαρτυρία ότι ο Λεόν Τρότσκι μπορεί να έχει συνεργαστεί με γερμανούς και/ή ιάπωνες αξιωματούχους, πολιτικούς ή στρατιωτικούς, στη δεκαετία του 1930. Ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε in absentia [ερήμην] για τέτοια συνεργασία στις τρεις δημόσιες δίκες, ή “δίκες παρωδία”, της Μόσχας στα 1936, 1937 και 1938»41. Την ίδια διαβεβαίωση επαναλαμβάνει και ο Γ. Σκαλιδάκης, στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας: «Ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε in absentia και στις τρεις δίκες». Ότι ο Τρότσκι ήταν ο βασικός στόχος των Δικών και όλες οι κατηγορίες διατυπώνονταν σε σύνδεση με την υποτιθέμενη υπηρεσία του στη Γκεστάπο είναι, βέβαια, γεγονός. Είναι όμως εντελώς ψευδές ότι ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε επίσημα ερήμην σε κάποια από τις Δίκες. Απεναντίας, σε καμιά από αυτές το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στα ονόματα των κατηγορούμενων και, ως συνέπεια, ούτε του απαγγέλθηκε καταδίκη. Στην απόφαση της πρώτης δίκης, π.χ., μετά από τις καταδίκες γίνεται η διαπίστωση ότι «ο Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι, και ο γιος του, Λεβ Λβόβιτς Σέντοφ», ενοχοποιήθηκαν από μαρτυρίες των κατηγορουμένων Σμιρνόφ, Χόλτσμαν, κ.ά., και ότι «υπόκεινται, εφόσον ανακαλυφθούν στο έδαφος της ΕΣΣΔ, σε άμεση σύλληψη και δίκη από το Στρατιωτικό Κολέγιο
40 Δημοσιεύθηκε το 2009 στο σταλινικό ηλεκτρονικό περιοδικό Cultural Logic. Βλέπε http://clogic.eserver.org/2009/Furr.pdf. 41 Στο ίδιο, σελ. 2.
του Ανώτατου Δικαστηρίου της ΕΣΣΔ»42. Αυτή η φράση προστέθηκε με οδηγία του Στάλιν στον Καγκάνοβιτς, «να γίνει στην απόφαση αναφορά, σε ξεχωριστή παράγραφο, ότι ο Τρότσκι και ο Σεντόφ πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη ή να είναι υπόδικοι»43. Βέβαια, η μη συμπερίληψη του Τρότσκι στους κατηγορούμενους ήταν εμφανώς σκόπιμη παράληψη, δεδομένου ότι το NKVD σχεδίαζε από τότε τη δολοφονία του και η τυχόν καταδίκη του ερήμην σε θάνατο θα αποκάλυπτε εντελώς αδιαφιλονίκητα την ταυτότητα των μελλοντικών εκτελεστών του. Το αληθινό ερώτημα, η διερεύνηση του οποίου αποτελεί έργο του ιστορικού, και το οποίο υπεκφεύγουν ο Φουρ και οι εγχώριοι σταλινικοί, είναι το εξής: Αν υπήρχε η παραμικρή βάση στο κατηγορητήριο των Δικών, δεν θα έπρεπε να είχε απαγγελθεί κατηγορία στον Τρότσκι και να έχει περιληφθεί στους κατηγορούμενους, έστω και ερήμην; Ασφαλώς και θα έπρεπε. Αυτό είναι αυτονόητο: σε μια έγκυρη νομικά και ουσιαστικά δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί να απαγγέλλεις κατηγορία στους συνενόχους, οσοδήποτε σημαντικούς, και αυτόν που εμφανίζεις ως κύριο ένοχο να τον αφήνεις απ’ έξω. Η μη συμπερίληψη του Τρότσκι υποδηλώνει έτσι για κάθε απροκατάληπτο ερευνητή την έλλειψη βάσης των κατηγοριών, το ότι ο Στάλιν και οι όμοιοί του ενεργούσαν τότε σαν χασάπηδες που πυροβολούσαν αδιάκριτα δεξιά και αριστερά, έχοντας ως μέλημα όχι οποιαδήποτε νομιμότητα, αλλά πώς να κρύβουν τα ίχνη τους. Ο Φουρ προσπερνά το σκόπελο με το να βεβαιώνει ότι αυτό που κανονικά θα έπρεπε να είχε γίνει αν οι κατηγορίες είχαν βάση και το οποίο δεν έγινε, στην πραγματικότητα παρ’ όλα αυτά έγινε. Αυτό όμως, το να παρουσιάζεις τα γεγονότα όχι όπως έγιναν, αλλά όπως θα σε βόλευε και θα όφειλαν να είχαν γίνει με βάση την άποψή σου, βάζοντας μάλιστα και ένα σωρό φωτεινές επιγραφές περί “επιστήμης” και “σεβασμού στην ιστορική μαρτυρία”, δεν είναι ακριβώς η μεθοδολογία του
42 Βλ. «Η υπόθεση του Τροτσκιστικο-Ζινοβιεφικού Τρομοκρατικού Κέντρου», πρακτικά της δίκης, πηγή http://www.marxists.org/history/ussr/government/law/1936/moscow-trials/24/verdict.htm. 43 Στάλιν προς Καγκάνοβιτς, 23 Αυγούστου 1936, παρατίθεται στη συλλογή της Ελευθεροτυπίας, Οι Δίκες της Μόσχας, σελ. 134.
Γκέμπελς; Φυσικά αυτή είναι, και το γεγονός δεν αλλάζει από το ότι εδώ προσφέρεται στο όνομα του κομμουνισμού και διοχετεύεται μέσω των Γκίκα, Λεοντιάδη, κ.ά., στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη· απλά γίνεται πιο αποκρουστικό. Η ύπαρξη μιας τέτοιας λαθροχειρίας στην πρώτη σελίδα της διατριβής του Φουρ αρκεί από μόνη της για να καταδείξει το ανάστημά του ως ιστορικού. Αλλά ας συνεχίζουμε λίγο. Ο Φουρ αφιερώνει 5 από τις 170 σελίδες της μελέτης του στην ανάλυση ενός τηλεγραφήματος που ο Τρότσκι είχε απευθύνει προς την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΚΕΕ) της σοβιετικής κυβέρνησης το 1936 σχετικά με την ανάγκη επιστροφής στην εσωκομματική δημοκρατία και αναστροφής του δρόμου των εκκαθαρίσεων που οδηγούσε στην καταστροφή. Αυτό το τηλεγράφημα, που ποτέ δεν έφτασε στην ΚΕΕ, κατέληξε μέσω του NKVD στον Στάλιν. Ο τελευταίος έγραψε πάνω του «Άθλιε κατάσκοπε. Αυθάδη κατάσκοπε του Χίτλερ», βάζοντας και τους Μολότοφ, Βοροσίλοφ, Μικογιάν και Ζντάνοφ να υπογράψουν κάτω από το σχόλιο. Και ο Φουρ παραθέτει με το σωρό διάφορα τσιτάτα από ιστορικούς που έχουν αναφερθεί σε αυτό το τηλεγράφημα, για να καταλήξει θριαμβευτικά πως αποτελεί απόδειξη ότι «ο Στάλιν πίστευε πράγματι ότι ο Τρότσκι συνωμοτούσε με τους Γερμανούς»44. Αυτό ασφαλώς είναι ένα ψέμα. Ο Στάλιν εκτός από τον εαυτό του και όσα υπηρετούσαν την αρχομανία του, δεν πίστευε πραγματικά σε τίποτα· απλά για να ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του επιζητούσε αυτού του είδους τη δουλική “συναίνεση”. Αλλά ας κάνουμε την παραχώρηση να δεχτούμε ότι όντως πίστευε στη “συνομωσία” του Τρότσκι. Τι θα αποδείκνυε αυτό; Ο καθένας μπορεί να πιστεύει τα πιο απίθανα πράγματα, όπως ότι αν αφήσουμε μια πέτρα να πέσει, θα πέσει προς τα πάνω αντί προς τα κάτω, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αληθινά. Ο Φουρ αφιερώνει δεκάδες σελίδες σε τέτοιες αερολογίες, επικαλούμενος τις ομολογίες των κατηγορουμένων στις Δίκες, που δεν είχαν μάλιστα, βεβαιώνει, εκμαιευτεί με βασανιστήρια, για να πείσει, π.χ., ότι εφόσον δυο και τρεις από τους κατηγορούμενους βεβαίωναν τη συμμετοχή του Μπουχάριν σε
44 Φουρ, στο ίδιο, σελ. 17.
μια πράξη, αυτό είναι ισχυρό τεκμήριο ενοχής, κοκ. Όταν όμως φτάνει στο θέμα των πραγματικών τεκμηρίων και στοιχείων, δεν μπορεί να μη σκοντάψει σε ένα πρόβλημα: την πλήρη απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από τα ιαπωνικά και γερμανικά αρχεία σχετικά με τη στρατολόγηση των κατηγορουμένων στις Δίκες από τις μυστικές υπηρεσίες αυτών των χωρών. Πώς μπορεί να εξηγηθεί ένα τέτοιο κενό, αν το κατηγορητήριο, ότι είχαν γίνει πράκτορες των γιαπωνέζικων και γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, ήταν αληθινό; Ο Φουρ αφιερώνει στο προβληματάκι αυτό μισή σελίδα (βλ. σελ. 154). Και το μόνο που βρίσκει να πει είναι το ευφυολόγημα ότι «η έλλειψη μαρτυρίας δεν είναι μαρτυρία έλλειψης [στοιχείων]», αναφέροντας μάλιστα ως κάτι συνταρακτικό και το ότι «χάρη σε ένα ολίσθημα της γλώσσας ενός γιαπωνέζου στρατιωτικού διοικητή σε μια συνομιλία με γιαπωνέζους δημοσιογράφους στις αρχές του 1937 γνωρίζουμε ότι μορφές της αντιπολίτευσης έστελναν στους γιαπωνέζους στρατιωτικές πληροφορίες» – με απλά λόγια, δηλαδή, απολύτως τίποτα. Αυτό, ασφαλώς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως εξήγηση. Αν οι Δίκες της Μόσχας αφορούσαν 5, 10, 20 ή και 30 κρατικούς ηγέτες, τότε η μη ανακάλυψη κανενός στοιχείου ενοχής, παρότι πάλι παράδοξη, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί από την τύχη, την εμπρόθετη καταστροφή αρχείων από Δυτικούς κοκ. Οι Δίκες της Μόσχας όμως αγκάλιασαν και παρέσυραν όλη την ανώτερη κομματική και κρατική ιεραρχία, δηλαδή κάποιες χιλιάδες άτομα στα ανώτατα κλιμάκια, που οδηγήθηκαν στο απόσπασμα με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες. Και η αρχειακή έρευνα απέτυχε να αποφέρει στοιχεία όχι μόνο για τους κατηγορούμενους στις Δίκες, αλλά πρακτικά για ούτε ένα από τα ηγετικά στελέχη που χάθηκαν45. Για κάθε αντικειμενικό ερευνητή, η ανυπαρξία τέτοιων στοιχείων δεν μπορεί παρά να αποτελεί απόδειξη του σκηνοθετημένου χαρακτήρα των Δικών. Για τον Φουρ είναι μια λεπτομέρεια, την οποία απλά προσπερνά ανέμελα για να
45 Για την ανυπαρξία, π.χ., του παραμικρού στοιχείου στα ιαπωνικά αρχεία, βλ. Ορέστη Πασχαλινά, «Η σταλινική αναθεώρηση της ιστορίας της ρωσικής επανάστασης», στη συλλογή Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, εκδ. Τόπος, σελ. 521 κ.έ.
καταλήξει θριαμβευτικά: «Το παρόν δοκίμιο συμπεραίνει πάνω στη βάση μαζικής μαρτυρίας ότι ο Τρότσκι όντως συνωμότησε με τους Γερμανούς και τους Γιαπωνέζους»46. Ένας τέτοιος γελωτοποιός, που παρακάμπτει την πλήρη έλλειψη ουσιαστικής μαρτυρίας και θεωρεί «μαζική μαρτυρία» το ολίσθημα της γλώσσας ενός Γιαπωνέζου το 1937, αποτελεί επίσης αξιόπιστη πηγή για τον Γκίκα, τον Μπογιόπουλο και τους άλλους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη… Σχετικά με το Κατίν, ο Φουρ δεν προσθέτει κανένα δικό του επιχείρημα. Περιορίζεται και αυτός να αναμασά τα πονήματα του Μούχιν, εκθειάζοντας τη σπουδαιότητά τους. Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο –και επειδή τον επικαλούνται στο ΚΚΕ ως μάρτυρα για το ότι το Κατίν ήταν έργο των ναζί– ως ιστορικός, ακόμη και απατεώνας, που έχει όμως ασχοληθεί λίγο με το θέμα, δεν τολμά να ισχυριστεί ότι το Κατίν ήταν αποκλειστικά έργο των ναζί. Η άποψή του, όπως τη διατυπώνει ρητά ο ίδιος, είναι ότι ένα μέρος των αιχμαλώτων σκοτώθηκε από τους σταλινικούς και ένα άλλο μέρος αργότερα από τους ναζί: «Κλίνω αυξανόμενα να θεωρήσω – τα Σοβιέτ εκτέλεσαν μερικούς από τους πολωνούς αξιωματικούς, και μετά αργότερα οι Ναζί εκτέλεσαν τους υπόλοιπους»47. Ο Φουρ το ομολογεί αυτό γιατί ξέρει ότι και σε παλιά ντοκουμέντα, όπως η αμερικάνικη Έκθεση Μάντεν του 1952, αλλά και νεώτερα από σοβιετικά αρχεία, υπάρχουν πολύ ισχυρά τεκμήρια για τη σταλινική ενοχή. Ο μόνος που βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι «Το Κατίν είναι έργο των ναζί», πέραν του ΚΚΕ, είναι ο σύντροφος Μούχιν και 1-2 ακόμη ομοϊδεάτες του
46 Φουρ, στο ίδιο, σελ. 159. Ο Φουρ, από κοινού με τον Β. Μπομπρόφ, έναν άλλο σταλινικό απατεώνα, έχει δημοσιεύσει και μια άλλη, ανάλογου επιπέδου μελέτη για τον Μπουχάριν, «Η πρώτη δήλωση ομολογίας του Μπουχάριν στη Λουμπιάνκα», http://clogic.eserver.org/2007/Furr_Bobrov.pdf. Όπως το δοκίμιο για τον Τρότσκι, αυτή η διατριβή παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον για το ότι χαράσσει τη γραμμή που ακολουθούν οι εγχώριοι φιλοσταλινικοί. Τυπική περίπτωση είναι ο Α. Δάγκας, που εμφανίζει τον Μπουχάριν υπέρμαχο της επαναστατικής σκοπιμότητας των εκκαθαρίσεων, παραπέμποντας μάλιστα στην παραπάνω εργασία των Φουρ και Μπομπρόφ (Α. Δάγκα, «Η “γενική εκκαθάριση”», στο Οι Δίκες της Μόσχας, Ελευθεροτυπία, σελ. 70, 72). Θα λυπηθούμε, ωστόσο, τον αναγνώστη και δεν θα επεκταθούμε άλλο στο θέμα αυτό, καθώς δεν άπτεται άμεσα με το θέμα του Κατίν. 47 http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html. Βλέπε
ακραίοι εθνικιστές στη Ρωσία. Αυτή η ταύτιση ξεσκεπάζει το αληθινό χρώμα της περί Κατίν αρθρογραφίας του Ριζοσπάστη, αλλά και της αναβίωσης του σταλινισμού από το ΚΚΕ, που δεν είναι κόκκινο αλλά μαύρο. 5. Οι δημιουργικές αντιγραφές του κ. Γκίκα Οι κ.κ. Μπογιόπουλος και Μαΐλης θα μπορούσαν να επικαλεστούν ως ελαφρυντικό για τα διαστρεβλωμένα αποσπάσματα που παραθέτουν ότι δεν είναι ειδικοί. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τον κ. Γκίκα, που υπογράφει στο Ριζοσπάστη ως «δρ Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ». Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς εκ μέρους του μια στοιχειωδώς έντιμη και επαρκή μεταχείριση των πηγών. Ωστόσο, το μόνο που θα βρούμε είναι μισές αλήθειες και παρερμηνείες, που αποτελούν μάλιστα σε μεγάλο μέρος αντιγραφές, κυρίως από τον Φουρ. Εδώ θα αρκεστούμε στη μεταχείρισή τους ορισμένων ιστορικών στοιχείων για το Κατίν, κατατοπιστική για τη μέθοδο και των δύο.
Ένα σημείο που επικαλείται ο Φουρ, και διαλαλεί μετά από αυτόν ο Γκίκας (και ο Μπογιόπουλος), ως τεκμήριο γνησιότητας για τα μετά τον Μάιο του 1940 γράμματα Πολωνών που αναφέρει η Έκθεση Μπούρντενκο, είναι ότι και στη γερμανική έκθεση παρατίθεται ένα γράμμα από εκταφή στο οποίο αποδίδεται ημερομηνία 20/10/1941. Κάτι τέτοιο, αν τεκμηριωνόταν, θα αποδείκνυε την ενοχή των ναζί τουλάχιστον για μέρος των εκτελέσεων, αφού από τον Ιούλιο του 1941 το Σμολένσκ βρισκόταν στα χέρια τους. Στο σάιτ του, όπου παραθέτει φωτοτυπία του συγκεκριμένου ντοκουμέντου48, ο Φουρ έχει τη στοιχειώδη ευπρέπεια να αναφέρει ότι η ημερομηνία δεν διακρίνεται στο ίδιο, που είναι «πολύ άθλια διατηρημένο», και ότι η αναφορά του 1941 από το γερμανό καταγραφέα μπορεί να οφείλεται σε λάθος δακτυλογράφηση49. Στον Γκίκα (που παραπέμπει για το θέμα στον Φουρ) κάθε τέτοια επισήμανση παραλείπεται και λέει μόνο ότι «στην ίδια τη Γερμανική Έκθεση… αναπαράγεται… ένα έγγραφο από πτώμα στο Κατίν με καταχωρημένη ημερομηνία “20 Οκτωβρίου 1941”, όταν δηλαδή η περιοχή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή εδώ και μήνες» (βλ. Ριζοσπάστης, 16/3/2008, παραπομπή 7). Όσο για τον Μπογιόπουλο, αναμασά ενθουσιωδώς ότι «στοιχεία από την εκταφή αποδεικνύουν ότι πάνω σε πτώματα του Κατίν βρέθηκαν έγγραφα με ημερομηνία “20 Οκτωβρίου 1941”» (Ριζοσπάστης, 5/2/2009), χωρίς να αναφέρει καν περί τίνος πρόκειται. Κανείς τους όμως δεν μπαίνει στον κόπο να πει τι λέει το έγγραφο και αν μπορεί να χρονολογείται μετά το 1941. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρουν πηγές στο Διαδίκτυο, πρόκειται για ένα πιστοποιητικό του Δήμου της Βαρσοβίας προς τον κάτοχό του, Στέφαν Κοζλίνσκι, για εγγραφή του στο πανεπιστήμιο της πόλης. Με δεδομένο ότι το ίδιο όνομα περιλαμβάνεται στις λίστες των πολωνών κρατουμένων στα σταλινικά στρατόπεδα που παρέδωσε ο Γκορμπατσόφ στην πολωνική κυβέρνηση, είναι πρακτικά
48 Βλέπε http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/amtliches_300.pdf. 49 http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html. Βλέπε
βέβαιο ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό εκδόθηκε το φθινόπωρο του 1939 και ο κάτοχός του δεν πρόλαβε να γραφτεί στο πανεπιστήμιο επειδή πιάστηκε αιχμάλωτος με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων στη χώρα, γεγονός που εξηγεί το ότι βρέθηκε πάνω του. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό είναι αδύνατο να βγήκε το 1941, και γιατί τα πολωνικά πανεπιστήμια τότε δεν λειτουργούσαν, και γιατί ο Κοζλίνσκι, αν είχε επιζήσει, θα ήταν αιχμάλωτος των Γερμανών μακριά από την Πολωνία. Το ίδιο το περιεχόμενό του λοιπόν τεκμηριώνει ότι η αναφορά του 1941 στην έκθεση των ναζί οφείλεται σε λάθος. Ένα άλλο στοιχείο, που επικαλείται ο Φουρ, αφορά μαρτυρία του Σέλενμπεργκ, υψηλόβαθμου αξιωματούχου των Ες-Ες και βοηθού του Χίμλερ, σύμφωνα με την οποία το Κατίν ήταν έργο των ναζί. Η μαρτυρία περιέχεται σε δημοσίευμα των Νιου Γιορκ Τάιμς τον Ιούνιο του 1945, όπου γινόταν λόγος για σχετική κατάθεση του Σέλενμπεργκ. Και εδώ πάλι ο Φουρ έχει τη στοιχειώδη ευπρέπεια να παραθέτει φωτοτυπία του δημοσιεύματος στο σύνολό του50. Ο Σέλενμπεργκ, σύμφωνα με τους Τάιμς, είχε καταθέσει στους συμμάχους ότι η ιστορία του Κατίν στήθηκε από τον Γκέμπελς και τον Ρίμπεντροπ. Είχε όμως παρουσιάσει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, κατά την οποία αυτό που βρέθηκε στο Κατίν δεν ήταν τα πτώματα των πολωνών αξιωματικών, αλλά άλλων αιχμαλώτων από διάφορα στρατόπεδα, που μετέφεραν οι Γερμανοί και έθαψαν εκεί φορώντας τους πολωνικές στολές. Το επίμαχο σημείο του δημοσιεύματος των Τάιμς έλεγε ότι ο Σέλενμπεργκ «παρατίθεται να έχει πει ότι 12.000 σώματα πάρθηκαν από γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και ενδύθηκαν με πολωνικές στολές για να τους κάνουν να φαίνονται σαν πολωνοί αξιωματικοί»51. Ο Γκίκας τώρα –δείγμα της δικής του μεταχείρισης των πηγών αλά Μαΐλη και Μπογιόπουλου– παραθέτει το δημοσίευμα περικομμένο, βάζοντας και αυτός αποσιωπητικά στο σημείο με την επίμαχη φράση:
50 Βλέπε http://chss.montclair.edu/english/furr/research/nytonkatyn062945.pdf. 51 Στο ίδιο.
«Στις 19 Ιουνίου του 1945, οι “New York Times”, δημοσίευσαν μια ανταπόκριση από τη Στοκχόλμη με τίτλο “Η ιστορία με τους τάφους του Κατίν χαρακτηρίστηκε μαύρη απάτη”. Το άρθρο βασιζόταν στις καταθέσεις του τελευταίου επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών (κατασκοπίας) των SS, Walter Schellenberg, σε ανακρίσεις των Συμμάχων, και συγκεκριμένα έγραφε: “Στοκχόλμη, Σουηδία, Ιούνιος 28 – Η ιστορία με τους μαζικούς τάφους στο Κατίν, που προκάλεσε το παγκόσμιο αίσθημα πριν δύο χρόνια, υπήρξε μια προπαγανδιστική παράσταση που έστησαν οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ ώστε να προκληθεί ρήγμα μεταξύ της Ρωσίας και των Δυτικών Συμμάχων, αναφέρει μια έκθεση που λάβαμε μέσω ειδικών καναλιών και επιβεβαιώνεται από ένα μήνυμα από το Όσλο απόψε. Ανακοινώθηκε πως ένας στενός συνεργάτης του Χίμλερ, ο αρχηγός μονάδας των SS Schellenberg, κατέθεσε αυτή την απίστευτη πληροφορία κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης στο Αρχηγείο των Συμμάχων στη Γερμανία την περασμένη Τρίτη… [εδώ ακολουθεί η κομμένη φράση, Χ.Κ.] Απόψε, λάβαμε από το Όσλο μια έκθεση που επιβεβαιώνει τα παραπάνω, κατά την οποία ο Eric Johansen – ένας φυλακισμένος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Sachsenhausen της Γερμανίας που πρόσφατα επαναπατρίστηκε – καταθέτει μια ενδιαφέρουσα ιστορία αναφορικά με τη γερμανική παραγωγή ψευδών ντοκουμέντων αναγνώρισης για τα πτώματα των μαζικών τάφων στο Κατίν”»52. Αν ο κ. Γκίκας σεβόταν τη στοιχειώδη επιστημονική δεοντολογία δεν θα παρέθετε την μαρτυρία του Σέλενμπεργκ παραλείποντας αυτό το κρίσιμο σημείο, ούτε θα την επικαλούνταν ως τεκμήριο ενοχής των ναζί χωρίς να έχει εξετάσει πρώτα αν μπορεί να ευσταθεί η ουσία της. Ο λόγος είναι ότι η συγκεκριμένη εκδοχή –ακόμη και λογικά αν τη δούμε– κατά 99,9% συνιστά αποκύημα φαντασίας. Και στο απίθανο 0,1% που αληθεύει, διαψεύδει όχι μόνο τους ναζί αλλά και την εκδοχή της Επιτροπής Μπούρντενκο, που ο ίδιος υποστηρίζει στο υπόλοιπο άρθρο του.
52 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 16/3/2008.
Η γενικά αποδεκτή άποψη, που επιβάλλεται από τα ίδια τα ευρήματα, όπως η ένδυση των θυμάτων, χαρτιά που βρέθηκαν πάνω τους, ταυτότητες, κ.ά., και γίνεται δεκτή τόσο στην Έκθεση Μπούρντενκο όσο και σε εκείνη των ναζί, είναι ότι τα πτώματα στο Κατίν είναι όντως των πολωνών αξιωματικών. Αν τώρα πούμε ότι πρόκειται για άλλα, άσχετα πτώματα Εβραίων, που έφεραν οι ναζί από αλλού, μοιραία προκύπτει το ερώτημα: τι απέγιναν οι πολωνοί αξιωματικοί; Η μόνη νοητή απάντηση είναι ότι είτε τους σκότωσαν μαζικά το ’40 οι σταλινικοί και τους έθαψαν κάπου αλλού (αλλά γι’ αυτό δεν έχει ακουστεί κάτι) ή οι ναζί το ’41 και τους έθαψαν κάπου αλλού (και γι’ αυτό όμως δεν έχουμε ιδέα). Διαφορετικά, αν δεν έγινε τίποτα από τα δύο, κάποιοι ελάχιστοι έστω θα είχαν επιζήσει (όπως επέζησε, π.χ., η Μαργκαρέτε Νόιμαν από τους Γερμανούς κομμουνιστές που παρέδωσε ο Στάλιν στην Γκεστάπο το 1940) και θα ξέραμε τι έγινε. Η τελευταία λύση είναι να τους απήγαγαν οι Ελοχίμ του Λιακόπουλου και να τους μετέφεραν στο φεγγάρι, τότε όμως πρέπει να δεχτούμε τον ισχυρισμό του Μούχιν ότι οι Αμερικανοί δεν πήγαν ποτέ εκεί, γιατί διαφορετικά κάπου θα τους είχαν δει… Από κει και πέρα, επειδή πρέπει να εξετάζουμε και το απίθανο, να λέει, δηλαδή την αλήθεια ο Σελενμπεργκ, μπορεί να παρατηρηθούν και τα εξής: 1. Ο Σέλενμπεργκ έδινε τότε πληροφορίες για εγκλήματα άλλων ναζί, με την ελπίδα να γλιτώσει ο ίδιος τη φυλακή (τελικά καταδικάστηκε σε 6 χρόνια). Οι μαρτυρίες του είναι έτσι ισχυρά ελεγχόμενες, αφού ήταν πρόθυμος να πει ό,τι ήθελε να ακούσει ο καθένας. 2. Ο ίδιος κατέθεσε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπου δεν ρωτήθηκε από τους σοβιετικούς δικαστές για το Κατίν53. Αν υπήρχε ένας τέτοιος ισχυρός μάρτυρας, γιατί δεν τον παρουσίασαν στις ακροάσεις για το Κατίν και γιατί δεν τον ρώτησαν τίποτα όταν κατέθεσε; 3. Τα πρακτικά της υποτιθέμενης κατάθεσης του Σέλενμπεργκ για το Κατίν δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ. Το μόνο που υπάρχει είναι το δημοσίευμα των Τάιμς.
53 Η κατάθεση του http://avalon.law.yale.edu/imt/01-04-46.asp. Σέλενμπεργκ υπάρχει στο
4. Όπως αναφέρουν πηγές στο Διαδίκτυο, στα ογκώδη απομνημονεύματά του, που έγραψε αργότερα στη φυλακή, ο Σέλενμπεργκ δεν λέει λέξη για το Κατίν. Συνάγεται ότι και ο κ. Γκίκας παραθέτει επιλεκτικά τα αποσπάσματα ώστε να προσδίδει παραπλανητικά αξία σε αναξιόπιστες μαρτυρίες. Στην περίπτωσή του δε δεν αντιγράφει τις παραχαράξεις άλλων, αλλά τις πραγματοποιεί δημιουργικά ο ίδιος. Το ότι έχει την πρόνοια να παραλείπει τα σημεία που δεν τον βολεύουν, φανερώνει βέβαια μεγαλύτερη εξυπνάδα από τους αφελείς καθηγητές τύπου Φουρ. Είναι όμως μια κατεργάρικη εξυπνάδα στο γνωστό σταλινικό μοτίβο της “κοπτοραπτικής” της ιστορίας, που δεν έχει τίποτα κοινό με τον μαρξισμό και με τη σοβαρή ιστορική έρευνα. 6. Η Έκθεση Μπούρντενκο και η διαδικασία της Νυρεμβέργης Η σταλινική εκδοχή για το Κατίν δόθηκε στην Έκθεση της Επιτροπής Μπούρντενκο, που πήρε το όνομά της από τον επικεφαλής της Νικολάι Μπούρντενκο, Πρόεδρο της Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών της ΕΣΣΔ. Η επιτροπή συστάθηκε και στάλθηκε στο Κατίν τον Ιανουάριο του 1944 από τη σταλινική ηγεσία για να “ερευνήσει” την υπόθεση των πολωνών αξιωματικών. Ο πλήρης τίτλος της επιτροπής ήταν «Ειδική Επιτροπή για τον Καθορισμό και την Έρευνα της Εκτέλεσης των Γερμανών Αιχμαλώτων Πολέμου από τους Γερμανούς-φασίστες Εισβολείς στο Δάσος του Κατίν». Αποτέλεσμα των εργασιών της υπήρξε ένα 56σέλιδο πόρισμα, που απέδιδε το έγκλημα στους ναζί. Αυτό το πόρισμα χρησιμοποιήθηκε σαν βάση για τη διατύπωση των σοβιετικών κατηγοριών στη διαδικασία της Νυρεμβέργης όπου συζητήθηκε το Κατίν. Οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, ενώ αποκηρύσσουν τον Μούχιν, επικαλούνται διαρκώς την Έκθεση Μπούρντενκο, ως ένα αξιόπιστο ντοκουμέντο, που τεκμηριώνει ισχυρά τη σταλινική εκδοχή. Αυτό θα φαινόταν αμφίβολο, δεδομένου ότι όσο αφορά τον καταλογισμό του εγκλήματος στους ναζί ο Μούχιν δεν έκανε άλλο από το να επαναλάβει τις αιτιάσεις της
συγκεκριμένης έκθεσης, με ελάχιστες τροποποιήσεις και διορθώσεις σε επιμέρους σημεία. Πέρα από αυτό όμως είναι γενικά αποδεκτό ότι πρόκειται για ένα ανυπόληπτο ντοκουμέντο και ότι πολλά από τα παρατιθέμενα στοιχεία (όπως οι μετά το Μάιο του 1940 επιστολές Πολωνών που δήθεν βρέθηκαν στις εκταφές) είναι χαλκευμένα και ψευδή. Σε αυτό το μέρος θα παρουσιαστούν συνοπτικά μερικά δεδομένα που συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης, όπως οι αντιφάσεις της ίδιας της Έκθεσης και η ουσιαστική κατάρριψή της στη διαδικασία της Νυρεμβέργης. Πριν προχωρήσουμε, είναι ουσιώδες να παρατηρήσουμε ότι η Επιτροπή Μπούρντενκο διεξήγαγε τις εργασίες της σε συνθήκες άκρας μυστικότητας, ιδανικές ώστε να χαλκεύσουν και να παραχαράξουν όποια στοιχεία ήθελαν. Όχι μόνο δεν υπήρξε η παραμικρή δημοσιότητα στις έρευνες, αλλά δεν επιτράπηκε καν στους Πολωνούς, ως άμεσα ενδιαφερόμενους, να έχουν εκπρόσωπο στις εκταφές. Σε αντιπαράθεση ακόμη και οι ναζί συγκάλεσαν μια Διεθνή Επιτροπή από ξένους ιατροδικαστές προερχόμενους από πολλές χώρες και επέτρεψαν σε άγγλους αιχμαλώτους, κ.λπ., να δουν τα ευρήματα. Σχετικά με την Έκθεση Μπούρντενκο, αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα: 1. Για το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, η Έκθεση πέφτει σε αντιφάσεις. Στην εισαγωγή κάνει λόγο αόριστα για φθινόπωρο του 1941. Αυτό βεβαιώνεται επίσης στα συμπεράσματα της Έκθεσης, όπου δηλώνεται: «Στο φθινόπωρο του 1941, μαζικές εκτελέσεις πολωνών αιχμαλώτων πολέμου που είχαν παρθεί από τα παραπάνω αναφερόμενα στρατόπεδα εκπληρώθηκαν από τη γερμανική κατοχική δύναμη στο δάσος του Κατίν»54. Από την άλλη μεριά, στις περιεχόμενες μαρτυρίες βεβαιώνεται ότι οι εκτελέσεις έγιναν Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1941, δηλαδή προσδιορίζεται ως χρόνος τέλεσής τους η περίοδος σχεδόν αμέσως μετά την κατάληψη της περιοχής από τους ναζί, περιλαμβάνοντας και έναν καλοκαιρινό μήνα. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι τρεις βασικές μάρτυρες, «Οι
54 Βλ. την αγγλική μετάφραση της Έκθεσης, http://katyn.codis.ru/cccp054.htm
Αλεξέγιεβα, Μιχαΐλοβα και Κονατσόφσκαγια έφτασαν στη σταθερή πεποίθηση… ότι οι μαζικές εκτελέσεις των πολωνών αιχμαλώτων διεξάγονταν στο εξοχικό του Κόσι Γκόρι τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1941»55. Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, του Μπ. Μπαζιλέφσκι, οι εκτελέσεις έγιναν αρχέςμέσα Σεπτέμβρη, ενώ κατά εκείνη του Τ. Φάτικοβ, «μετά τον μήνα Σεπτέμβριο του 1941… κανείς δεν είδε πια πολωνούς αιχμαλώτους πολέμου»56. Ενώ όμως όλες οι καταθέσεις μαρτύρων βεβαιώνουν ότι οι εκτελέσεις είχαν ολοκληρωθεί το Σεπτέμβριο, προς το τέλος της Έκθεσης δίνεται μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Έτσι δηλώνεται ότι σύμφωνα με τα πορίσματα της Ιατροδικαστικής Επιτροπής Ειδικών, «οι εκτελέσεις έλαβαν χώρα… στους μήνες του Σεπτέμβρη-Δεκέμβρη 1941»57, δηλαδή συνεχίζονταν και το χειμώνα. Αυτή η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις μαρτυρίες και το “επιστημονικό υλικό” καταρρακώνει την αξιοπιστία της Έκθεσης. Η αιτία της βρίσκεται στην ανάγκη να δικαιολογηθούν τα βαριά ρούχα των Πολωνών αξιωματικών στις εκταφές, που δεν ταιριάζουν με το χρονικό προσδιορισμό του εγκλήματος τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη. Πραγματικά, στις περισσότερες εκταφές τα πτώματα βρέθηκαν να φορούν παλτά, στρατιωτικές χλαίνες, κ.λπ., ενώ μόνο σε 1-2 σημεία είχαν πιο ελαφρύ ρουχισμό, φανερά ακατάλληλα για την εποχή τέλους καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου. Βέβαια, η υπόδειξη του Αυγούστου-Σεπτέμβρη στο κυρίως υλικό της Έκθεσης συνδέεται με το ότι, ελαχιστοποιώντας το χρόνο κράτησης των Πολωνών από τους ναζί, κάλυπτε την πλήρη ανυπαρξία στην Έκθεση στοιχείων, όπως, π.χ., γερμανικά έγγραφα, που να αναφέρουν έστω κάτι γι’ αυτούς. Το κενό θα ήταν οφθαλμοφανές αν έδιναν ένα πιο ταιριαστό από καιρική άποψη χρόνο, όπως ο ΟκτώβριοςΝοέμβριος, αφού τότε θα περίμενε κανείς να έχει μείνει κάποια
55 Στο ίδιο. 56 Στο ίδιο. 57 Στο ίδιο.
μαρτυρία για το τι έκαναν οι Πολωνοί στους μήνες που μεσολάβησαν. Η κοινά αποδεκτή άποψη ότι οι εκτελέσεις έγιναν Απρίλιο-Μάιο του 1940 ταιριάζει αντίθετα πολύ καλύτερα στα χειμωνιάτικα ρούχα των Πολωνών, με βάση τον βαρύ καιρό στην περιοχή τον Απρίλη του 1940. 2. Σχετικά με τους υπαίτιους, η Έκθεση Μπούρντενκο βεβαιώνει ότι η εκτέλεση των Πολωνών ήταν έργο του Επιτελείου του 537 Τάγματος Κατασκευών του Γερμανικού Στρατού. Ξεκινά με τη φράση: «Οι εκτελέσεις διαπράχθηκαν το φθινόπωρο του 1941 από το Γερμανικό “Επιτελείο του Τάγματος Κατασκευών 537”». Ο ισχυρισμός τεκμηριώνεται με επίκληση των ίδιων τριών γυναικών, που ήταν, λένε, μαγείρισσες στο τάγμα και κατέθεσαν αργότερα στην Επιτροπή, κατονομάζοντας ως υπαίτιους το διοικητή της μονάδας Άρενς (τον οποίο αποκαλούσαν λαθεμένα Άρνες) και 2-3 ακόμη γερμανούς αξιωματικούς. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα: αν οι ναζί εξόντωσαν σχεδιασμένα τους Πολωνούς το 1941, όπως λέει η Έκθεση, είναι δυνατό να ανέθεσαν ένα τέτοιο μαζικό έγκλημα σε ένα τάγμα κατασκευών; Πολύ πιο φυσικό θα ήταν να το αναλάβουν τα Ες-Ες και η Γκεστάπο. Τέτοια ήταν η πάγια πρακτική των ναζί. Άλλωστε και οι μαζικές εκκαθαρίσεις τους στην Πολωνία μετά την κατάληψή της το 1939, όπως και η εξόντωση των Εβραίων αργότερα, καθοδηγήθηκαν από ειδικές μονάδες του Χίμλερ, τα Einzatzgruppen, σχηματισμένες κυρίως από στελέχη των Ες-Ες και της Γκεστάπο. Η απόδοση του εγκλήματος σε αξιωματικούς μιας μονάδας κατασκευών μπορεί να οφείλεται μόνο στο ότι δεν υπήρχαν καθόλου στοιχεία για την παρουσία και δράση στελεχών των Ες-Ες ή της Γκεστάπο στον υποτιθέμενο χώρο και χρόνο τέλεσής του. Ήταν έτσι αδύνατο να χαλκεύσουν μια εκδοχή όπου θα το απέδιδαν άμεσα στα Ες-Ες και έπρεπε να εμφανίσουν ότι όλα έγιναν με “προκάλυμμα” τη μονάδα κατασκευών. 3. Το θέμα του Κατίν συζητήθηκε στις ακροάσεις στο Δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου στη Νυρεμβέργη το 1946. Η σταλινική πλευρά, που είχε θέση κατηγόρου, κατέθεσε την
Έκθεση Μπούρντενκο, την οποία υπεράσπισαν οι μάρτυρές της. Όμως ο Άρενς προσήλθε ως μάρτυρας και κατέθεσε ότι η μονάδα του, που βρισκόταν τότε στο δάσος του Κατίν, δεν ήταν το 537 Τάγμα Κατασκευών, για το οποίο μιλά η Έκθεση Μπούρντενκο, αλλά το 537 Σύνταγμα Διαβιβάσεων58. Επιπρόσθετα, ενώ υπήρχαν κάμποσες ακόμη γερμανικές μονάδες στην περιοχή, δεν είχε ακουστεί κάτι για ένα 537 Τάγμα Κατασκευών. Ο δε ίδιος είχε μετατεθεί στο Σμολένσκ τέλη Νοεμβρίου 1941, δυο περίπου μήνες μετά από τον υποτιθέμενο χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, από άλλη ρωσική περιοχή. Ας σημειωθεί ότι η κατάθεση του Άρενς έγινε ουσιαστικά δεκτή από τη ρωσική πλευρά, που δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς του. Στα πρακτικά περιέχεται η εξής τοποθέτηση ενός από τους σοβιετικούς ανακριτές: «Ανάκριση από τον συνταγματάρχη Σμιρνόφ: Σμιρνόφ: Πείτε μου, μάρτυς, από πότε, ακριβώς, ήσασταν στην περιοχή του Σμολένσκ; Μάρτυς: Έχω ήδη απαντήσει στο ερώτημα, από το δεύτερο μισό του Νοέμβρη 1941. Σμιρνόφ:… Είχες οποιαδήποτε σύνδεση με το Κατίν ή το Σμολένσκ ως περιοχή; Ήσουν εκεί προσωπικά το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1941; Μάρτυς: Όχι, δεν ήμουν εκεί»59. Μετά από μια σειρά ερωτήσεων σχετικά με ονόματα άλλων γερμανών αξιωματικών, κ.ά., τις οποίες ο Άρενς απάντησε πολύ πειστικά, διορθώνοντας και μερικά λάθη στην αναφορά των ονομάτων από τους Ρώσους, με την επανέναρξη της διαδικασίας, ο Σμιρνόφ πήρε το λόγο: «Συνταγματάρχης Σμιρνόφ:… κ. Πρόεδρε, αφού ο μάρτυρας έχει δηλώσει, ότι δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία για την περίοδο του Οκτωβρίου-Νοεμβρίου, 1941, θα περιοριστώ σε πολύ σύντομες ερωτήσεις»60.
Για την κατάθεση του Άρενς, βλ. στα πρακτικά http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-168-01.shtml.
58
της
Νυρεμβέργης
59 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17168-03.shtml.
4. Στον καταλογισμό των ευθυνών για το Κατίν, η Γκεστάπο αναφέρεται στην Έκθεση Μπούρντενκο μόνο σε συνάρτηση με την απόσπαση καταθέσεων από Ρώσους μετά την ανακάλυψη των μαζικών τάφων το 1942-43 και καθόλου σε σχέση με τις εκτελέσεις των Πολωνών, ενώ τα Ες-Ες δεν αναφέρονται καν πουθενά σε όλη την Έκθεση. Αλλά και στη Νυρεμβέργη, όταν μετά το φιάσκο με τον Άρενς, οι σοβιετικοί κατήγοροι προσπάθησαν να συνδέσουν τα Einzatzgruppen, δεν παρουσίασαν ούτε ένα όνομα ή στοιχείο. Η ίδια η μη κατάληξη της διαδικασίας συνδέεται με το ότι οι σοβιετικοί εισαγγελείς δεν επέμειναν στην απαγγελία κατηγοριών, αφού ήταν βέβαιο ότι οι κατηγορούμενοι θα αθωώνονταν. Τα παραπάνω επισημαίνονται στη σύνοψη των ακροάσεων στο έγκυρο σάιτ με τα πρακτικά της Νυρεμβέργης: «Όταν η ακρόαση για το Κατίν τελικά έλαβε χώρα στις 1 και 2 Ιουλίου, ο σκεπτικισμός για τη ρωσική κατηγορία μπορούσε μόνο να αυξηθεί με τα αποδεικτικά στοιχεία τους… και οι αμφιβολίες για το επιθυμητό της έγερσής της βάθυναν με τον ιδιαίτερα ανόητο τρόπο που το έκαναν οι Ρώσοι… Οι Ρώσοι ισχυρίστηκαν ότι οι πυροβολισμοί είχαν λάβει χώρα το φθινόπωρο του 1941, όταν τα γερμανικά στρατεύματα είχαν καταλάβει την περιοχή… Οι Ρώσοι πρόσθεσαν ότι χαρτιά, γράμματα, ημερολόγια, που βρέθηκαν πάνω στα πτώματα υποστήριζαν αυτή τη χρονολόγηση, και ότι το διαμέτρημα της σφαίρας και η μέθοδος εκτέλεσης (πυροβολισμός στο πίσω μέρος του κεφαλιού ή στο πίσω του λαιμού) ήταν αποκλειστικά γερμανικά. Η ρωσική κατηγορία έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένη. Κατονόμασαν ως ενόχους μια μονάδα “καμουφλαρισμένη” κάτω από τον τίτλο “Επιτελείο του Τάγματος Κατασκευών 537” διοικούμενη από έναν αντισυνταγματάρχη Άρνες. Αυτή η απόπειρα ακρίβειας γύρισε σε βάρος τους. Η υπεράσπιση εμφάνισε στο δικαστήριο όχι τον “αντισυνταγματάρχη Άρνες” αλλά τον συνταγματάρχη Άρενς, τον πρώην διοικητή του Συντάγματος Διαβιβάσεων 537, μονάδες του οποίου είχαν μετακινηθεί στην περιοχή του Κατίν από το καλοκαίρι του 1941. Ο Άρενς είπε ότι είχε δει το
60 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17168-03.shtml.
ανάχωμα που περιείχε τα πολωνικά σώματα λίγο καιρό αφού έφτασε το Νοέμβρη, ότι είχε διατάξει μια έρευνα το 1943 μετά το ξέθαμα κοκάλων από λύκους και όταν ντόπιοι άνθρωποι του είχαν πει ότι πάντα φοβούνταν πως πτώματα είχαν θαφτεί εκεί αφότου άκουγαν πυροβολισμούς και κραυγές στο δάσος το 1940. Αυτός επίσης ισχυρίστηκε πως είχε δει γραπτές μαρτυρίες στα σώματα, αλλά ποτέ δεν χρονολογούνταν μεταγενέστερα από το 1940. Ο Άρενς και δυο άλλοι γερμανοί μάρτυρες, και οι δυο από το σύνταγμά του, υπογράμμισαν ότι ένα Σύνταγμα Διαβιβάσεων ποτέ δεν θα θεωρούνταν κατάλληλο για την εκπλήρωση εκτελέσεων, πόσο μάλιστα σε μια τέτοια κλίμακα, όταν ήταν ήδη τεντωμένοι από τα καθήκοντα της μετακίνησης στο Σμολένσκ· και ότι ποτέ δεν ήταν εφοδιασμένοι με αυτόματα όπλα του διαμετρήματος που χρησιμοποιήθηκε για να σκοτωθούν οι πολωνοί αξιωματικοί (αν και μερικές ρωσικές μονάδες ήταν). Το Δικαστήριο δεν ερεύνησε εκτενώς τα γεγονότα των φόνων στο Κατίν σε αυτή τη διήμερη ακρόαση. Το καθήκον του δεν ήταν να λειτουργήσει ως μια επιτροπή έρευνας στην υπόθεση. Μάλλον ήταν να θέσει τη ρωσική κατηγορία στην αμφισβήτηση της υπεράσπισης, μια αμφισβήτηση την οποία οι Ρώσοι δεν ανταπεξήλθαν. Καθώς η υπόθεσή τους ξεσκεπάστηκε, απομακρύνθηκαν από την βέβαιη κατηγορία τους ενάντια στο “Τάγμα Μηχανικού Προσωπικού” και την αντικατέστησαν στο δικαστήριο με έναν ξαφνικό ισχυρισμό ότι μια Einsatzgruppe ήταν στην περιοχή το φθινόπωρο του 1941, αλλά χωρίς να φέρουν οποιαδήποτε πειστήρια που να τη συνδέουν με το έγκλημα. Οι Ρώσοι ήταν ίσως τυχεροί που οι δικαστές επέλεξαν να μην αναφερθούν στο Κατίν στην ετυμηγορία τους. Συμπεράσματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που επιθυμούσαν μπορούσε να είχαν εξαχθεί από τις μαρτυρίες που παρουσίασαν· τη γλίτωσαν φτηνά με ένα υπονοούμενο ότι είχαν αποτύχει να στηρίξουν την κατηγορία τους»61. Τέλος, σχετικά με τα αναφερόμενα στην Έκθεση Μπούρντενκο γράμματα με χρονολόγηση μετά τον Ιούνη του
61 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/places/germany/nuremberg/katyn02.html. Πρόκειται για απόσπασμα από το έργο των Τούσα A. & Τζ., The Nuremberg Trial, Αλαμπάμα 1990.
1941, τα περισσότερα έχουν καταδειχτεί ως χαλκευμένα. Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία της Λεμπέντεβα, ο συγγραφέας ενός από αυτά, ονόματι Σ. Κουτσίνσκι, περιλαμβανόταν στους 384 έγκλειστους των τριών στρατοπέδων που δεν είχαν εκτελεστεί. Μεταφερμένος στις 16 Φεβρουαρίου στη Μόσχα, μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο γράμμα όποτε του το ζητούσαν. Ένα άλλο γράμμα είναι της Σοφίας Ζιγκόν προς τον άνδρα της αιχμάλωτο Τόμας Ζιγκόν με ημερομηνία 12/9/1940. Ωστόσο, στους καταλόγους των πολωνών αιχμαλώτων δεν περιλαμβάνεται τέτοιο όνομα, ενώ η επίδοση γραμμάτων συγγενών προς αυτούς είχε διακοπεί από τις 16 Μάρτη. Τέλος, δυο αποδείξεις αντικειμένων από το Κοζέλσκ και το Σταρομπέλσκ με μεταγενέστερη χρονολόγηση που βρέθηκαν στους Λεβαντόβσκι και Αρασκέβιτς πρέπει να είναι πλαστές, αφού και οι δυο τους κρατούνταν στο Οστάσκοφ, κοκ62. Η ελάχιστη μελέτη του θέματος πείθει έτσι για την ανυποληψία της Έκθεσης Μπούρντενκο και, κατ’ επέκταση, της σταλινικής εκδοχής για το Κατίν. Προφανώς, αν ίσχυε ότι η εξόντωση των Πολωνών ήταν έργο των ναζί, θα ήταν σε θέση να παρουσιάσουν κάτι πιο σοβαρό και τεκμηριωμένο. Ωστόσο, δεν είναι άσκοπο να ρίξουμε μια παραπέρα ματιά στη διαδικασία της Νυρεμβέργης, που προσφέρει μερικά αποκαλυπτικά στοιχεία αναφορικά με την κατάρρευση της κατηγορίας. Το Κατίν συζητήθηκε στη Νυρεμβέργη τρεις φορές, με την κύρια διαδικασία, όπου κάθε πλευρά παρουσίασε από τρεις μάρτυρες, να λαβαίνει χώρα στις 1-3 Ιούλη 1946. Μάρτυρες της σταλινικής πλευράς ήταν: ο βούλγαρος ιατροδικαστής Μάρκο Μαρκόφ, που είχε μετάσχει αρχικά στη Διεθνή Επιτροπή των ναζί και είχε υπογράψει την έκθεσή της· ο αντιδήμαρχος του Σμολένσκ στην περίοδο της γερμανικής κατοχής Μπόρις Μπαζιλέσφκι και ο Βίκτορ Προζορόβσκι, ρώσος ιατροδικαστής
62 Βλέπε Ν. Λεμπέντεβα «Η “Ειδική Επιτροπή” και ο πρόεδρός της Μπούρντενκο» (http://ru-katyn.livejournal.com/tag/link-nsl-burdenko-commission, σε 4 μέρη, μέρος 1). Στο άρθρο της αυτό η Λεμπέντεβα προβαίνει σε μια αναλυτική κριτική παρουσίαση των εργασιών και ευρημάτων της Επιτροπής Μπούρντενκο, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι δεν αποκλείεται διόλου ο Μπούρντενκο να πίστευε όντως αρχικά στην ενοχή των ναζί, λόγω της άμεσης εμπειρίας που είχε από άλλα μαζικά εγκλήματά τους.
που πήρε μέρος στις εργασίες της Επιτροπής Μπούρντενκο. Από τους τρεις, οι δυο πρώτοι, που αν ευσταθεί η σταλινική εκδοχή θα είχαν μια λίγο-πολύ άμεση εμπειρία να καταθέσουν, είχαν εμφανείς λόγους να ψευδομαρτυρήσουν. Ο Μαρκόφ, ήταν υπόδικος στη δίκη για τους «Βούλγαρους συμμέτοχους στις υποθέσεις του Κατίν και της Βίνιτσα», αθωώθηκε δε και η θανατική του ποινή αναιρέθηκε αφού συμφώνησε να ανατρέψει την αρχική του γνωμάτευση στη Νυρεμβέργη. Στη Γιουγκοσλαβία, ένας άλλος ιατροδικαστής που είχε ανάμειξη στις ίδιες υποθέσεις και επέμεινε στην αρχική του γνωμάτευση, ο Λ. Γιούρακ, εκτελέστηκε το 194563. Ο Μπαζιλέφσκι, ως συνεργάτης των ναζί, υπόκεινταν σε δίωξη με βάση το διάταγμα του Ανώτατου Σοβιέτ της 19/4/1943 που πρόβλεπε ποινή θανάτου για τους συνεργάτες των Γερμανών. Πιάστηκε μετά την απελευθέρωση του Σμολένσκ, αλλά και αυτός απελευθερώθηκε μετά από τη συμφωνία του να καταθέσει υπέρ της ενοχής των ναζί. Αν η σταλινική εκδοχή ήταν αληθινή, η προφανής πρώτη επιλογή μάρτυρα θα ήταν κάποια από τις τρεις μαγείρισσες που εργάζονταν στη μονάδα στην οποία η Επιτροπή Μπούρντενκο καταλόγισε το έγκλημα. Όπως παραδέχτηκε και ο Άρενς64 στο δικαστήριο, η μονάδα του είχε όντως προσλάβει μαγείρισσες από τον τοπικό πληθυσμό και είναι σαφές ότι η άμεση παρουσία τους στο χώρο του εγκλήματος σημαίνει ότι κάποια αληθινά στοιχεία θα είχαν υποπέσει στην αντίληψή τους. Και πραγματικά οι παρατιθέμενες στην Έκθεση Μπούρντενκο μαρτυρίες των μαγειρισσών περιέχουν πλήθος τέτοια στοιχεία, σε υπερθετικό μάλιστα βαθμό από το αναγκαίο για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των ναζί, σχετικά με την ασυνήθιστη
63 Βλέπε τη βιογραφία http://en.wikipedia.org/wiki/Ljudevit_Jurak. του Γιούρακ,
64 Μεταξύ άλλων ο Άρενς ανέφερε ότι οι μαγείρισσες περιορίζονταν στην κουζίνα, μη έχοντας πρόσβαση σε πολλούς χώρους, ούτε άμεση επαφή με τη διοίκηση. Αυτό προσφέρει μια εξήγηση των ανακριβειών στην κατάθεση των μαγειρισσών στην Επιτροπή Μπούρντενκο, όπως ο λάθος προσδιορισμός του βαθμού και του ονόματος του διοικητή, και ιδίως του χρόνου άφιξής του στη μονάδα. Μη έχοντας άμεση επαφή και δυνατότητα συνεννόησης με τους Γερμανούς, υπέθεσαν ίσως ότι ως διοικητής θα ήταν εκεί από την πρώτη στιγμή της εγκατάστασης της μονάδας στο Κατίν.
δραστηριότητα στη μονάδα την περίοδο των εκτελέσεων, τους πυροβολισμούς που ακούγονταν, τις κηλίδες αίμα στα ρούχα των γερμανών αξιωματικών, κοκ. Από τις καταθέσεις των Μιχαΐλοβα και Κονατσόφσκαγια μαθαίνουμε, π.χ., ότι αν και, κατά την Έκθεση, οι Γερμανοί κρατούσαν αυστηρή μυστικότητα, είχαν παραστεί ακόμη και αυτόπτες μάρτυρες σε εκτελέσεις Πολωνών: «Η Μιχαΐλοβα Ο. Α. και η Κονατσόφσκαγια Σ. Π. είδαν μια φορά με τα ίδια τους τα μάτια πώς πυροβολήθηκαν δυο Πολωνοί αφού προφανώς είχαν δραπετεύσει από τους Γερμανούς και τους είχαν ξαναπιάσει. Η Μιχαΐλοβα δήλωσε τα εξής αναφορικά με αυτό το γεγονός: “Μια φορά η Κονατσόφσκαγια και εγώ δουλεύαμε στην κουζίνα ως συνήθως, και ακούσαμε θόρυβο όχι μακριά από το σπίτι. Όταν βγήκαμε έξω από την κουζίνα είδαμε δυο πολωνούς αιχμαλώτους πολέμου περικυκλωμένους από γερμανούς στρατιώτες, να εξηγούν κάτι στον υπαξιωματικό Ρόζε. Μετά, ο αντισυνταγματάρχης Άρνες [ο οποίος σύμφωνα με την κατάθεσή του στη Νυρεμβέργη ήρθε στη μονάδα δυο μήνες μετά τα περιγραφόμενα περιστατικά, Χ.Κ.] ήρθε και είπε μερικές λέξεις στον Ρόζε. Απομακρυνθήκαμε γιατί φοβόμασταν ότι ο Ρόζε θα μας σκότωνε για την περιέργειά μας. Αλλά μας πρόσεξαν παρ’ όλα αυτά και ο μηχανικός Λινέβσκι μας έδιωξε με διαταγή του Ρόζε πίσω στην κουζίνα, και μετά οδήγησε τους Πολωνούς μακριά από το θέρετρο. Μετά από λίγα λεπτά ακούσαμε πυροβολισμούς… Συμπέρανα από όλα αυτά τα γεγονότα ότι οι δυο Πολωνοί είχαν πυροβοληθεί”»65. Ακόμη δηλώνεται, μεταξύ πολλών άλλων, ότι «Η Αλεξέγιεβα είπε πώς πήγαινε σπίτι μια φορά από τη δουλειά το φθινόπωρο του 1941 και είδε προσωπικά τους Γερμανούς να συγκεντρώνουν μια μεγάλη ομάδα πολωνών κρατουμένων πολέμου στο δάσος του Κόσι Γκόρι. Λίγη ώρα μετά άκουσε πυροβολισμούς σε αυτό το μέρος»66.
65 Βλέπε http://katyn.codis.ru/cccp054.htm. 66 Στο ίδιο. Στην Έκθεση Μπούρντενκο υπάρχει ένα πλήθος ακόμη τέτοιων αναφορών.
Τέτοια συνταρακτικά στοιχεία θα ενδιέφεραν προφανώς το δικαστήριο και θα μίλαγαν ισχυρά υπέρ της σταλινικής εκδοχής αν μπορούσε να παρουσιαστούν εύλογα ενώπιόν του. Το φυσικό, λοιπόν, θα ήταν να εμφανίσει η σταλινική πλευρά μια από αυτές τις γυναίκες. Κάτι τέτοιο δεν έγινε67 και επέλεξαν ως βασικό μάρτυρα κατηγορίας τον κατοχικό αντιδήμαρχο του Σμολένσκ Μπαζιλέφσκι, δηλαδή ουσιαστικά έναν δοσίλογο που είχε υπηρετήσει τους Γερμανούς. Ο Μπαζιλέφσκι κατέθεσε στο Δικαστήριο όσα αναφέρονται στην Έκθεση Μπούρντενκο: ότι σύμφωνα με προσωπική εξομολόγηση του Μενσαγκίν, τότε δημάρχου της πόλης, οι πολωνοί αξιωματικοί εκτελέστηκαν μέσα στο Σεπτέμβρη του 1941. Πέραν αυτού όμως οι απαντήσεις του αναφέρονταν συστηματικά σε φήμες και αόριστα λόγια τρίτων: ο Μενσαγκίν του είχε πει ότι ένας γερμανός αξιωματούχος του είχε πει ότι οι Πολωνοί εκτελέστηκαν, αλλά δεν του είχε πει ούτε πού είχαν εκτελεστεί, ούτε τον αριθμό τους, ούτε ο ίδιος είχε δει τους Πολωνούς που υποτίθεται δούλευαν στους δρόμους τον Αύγουστο του 1941, αλλά το είχε ακούσει από άλλους, κ.λπ., κ.λπ.68 Επιπλέον, έπεσε σε αντιφάσεις,
67 Στον αρχικό σχεδιασμό για τη σοβιετική αποστολή στη Νυρεμβέργη, μεταξύ οχτώ μαρτύρων, περιλαμβανόταν μια από τις γυναίκες, η Αλεξέγιεβα. Η Αλεξέγιεβα, που υπόκεινταν επίσης σε δίωξη λόγω συνεργασίας με τους ναζί, κατέθεσε στην Επιτροπή Μπούρντενκο και επανέλαβε τη μαρτυρία της στη συνέντευξη με ξένους δημοσιογράφους που οργάνωσε η επιτροπή στο Σμολένσκ στις 22/1/1944. Ωστόσο, όταν κλήθηκε το 1991, στα πλαίσια της διεξαγόμενης έρευνας, αναίρεσε την τότε μαρτυρία της και είπε ότι ούτε είχε δει, ούτε γνώριζε τίποτα για πυροβολισμούς. Βλέπε, σχετικό έγγραφο του Βισίνσκι, του διαβόητου εισαγγελέα των Δικών, «Πρακτικά από την 7η Συνεδρίαση της Επιτροπής για την Καθοδήγηση των Δικών στη Νυρεμβέργη», Μόσχα ,11/6/1946, http://www.katynbooks.ru/1940_2000/doc/224doc.html και τις υποσημειώσεις σε αυτή τη σελίδα. Στην πραγματικότητα, οι μαρτυρίες των μαγειρισσών ήταν εμφανώς ψευδείς. Τέτοιες μαρτυρίες μπορεί να χρησιμοποιούνταν κατά κόρο ως “αποδεικτικά στοιχεία” στα σταλινικά δικαστήρια στις μαζικές εκκαθαρίσεις, αλλά δεν θα είχαν καμιά τύχη σε οποιοδήποτε σοβαρό δικαστήριο. 68 «[Ο Μενσαγκίν] είπε ότι ο φον Σβετζ του είχε πει ότι [οι Πολωνοί] εκτελέστηκαν στην περιοχή του Σμολένσκ… δεν ανέφερε το ακριβές μέρος… Ο Μενσαγκίν δεν μου έδωσε οποιοδήποτε αριθμό… Ερ.: Είδατε καθόλου πολωνούς αξιωματικούς; Απ.: Δεν τους είδα ο ίδιος, αλλά οι σπουδαστές μου μου είπαν ότι τους είδαν». Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16808.shtml και http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-168-
δηλώνοντας από τη μια ότι προπολεμικά πήγαινε πολύ συχνά στο δάσος του Σμολένσκ και από την άλλη δεν ήξερε πού είχαν βρεθεί οι μαζικοί τάφοι. Είναι διαφωτιστικός ο διάλογος με το γερμανό συνήγορο: «Ερ.: Γνωρίζετε πού βρέθηκαν οι τάφοι του Κατίν, στους οποίους θάφτηκαν 11.000 πολωνοί αξιωματικοί; Απ.: Δεν ήμουν εκεί. Δεν είδα τους τάφους στο Κατίν. Ερ.: Δεν είχατε ποτέ βρεθεί στο δάσος του Κατίν; Απ.: Όπως ήδη είπα, ήμουν εκεί όχι μια αλλά πολλές φορές. Ερ.: Ξέρετε που βρισκόταν αυτή η τοποθεσία των μαζικών τάφων; Απ.: Πώς μπορώ να ξέρω πού βρίσκονταν οι μαζικοί τάφοι, δεδομένου ότι δεν είχα ποτέ βρεθεί εκεί στη διάρκεια της κατοχής;»69 Αυτό είναι κραυγαλέα αυθαιρεσία, γιατί αν είχε επισκεφθεί πριν το 1941 «πολλές φορές» την περιοχή θα γνώριζε καλά το μέρος. Το 1943 ο Μπαζιλέφσκι ήταν ακόμη κατοχικός αντιδήμαρχος και δεν μπορεί να είχε μάθει από τη γερμανική διοίκηση για τη μυστική εκτέλεση των Πολωνών το 1941 και δυο χρόνια μετά να μην άκουσε τίποτα ή να μην κατάλαβε πού γίνονταν οι εκταφές όταν οι Γερμανοί τις διεξήγαγαν με κάθε δημοσιότητα. Κοντολογίς, οι απαντήσεις του Μπαζιλέφσκι ήταν τέτοιες ώστε να αποφύγει να πει οτιδήποτε συγκεκριμένο. Αυτό που είπε στο δικαστήριο είναι ότι ήξερε σίγουρα γιατί αποκλείεται να ήταν έγκλημα της σταλινικής πλευράς, αλλά δεν ήξερε
09.shtml. Στον Μπαζιλέφσκι αποδίδεται και το ημερολόγιο του Μενσαγκίν, μια εμφανής πλαστογραφία που αναφέρεται στην Έκθεση Μπούρντενκο ότι περιέχει καταγραφές σχετικά με τους Πολωνούς μετά τον Ιούνιο του 1940. 69 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17168-09.shtml. Ο Μπαζιλέφσκι το επανέλαβε αυτό και στον ρώσο δικαστή Σμιρνόφ, «Κατά τα πολλά χρόνια που ζούσα στο Σμολένσκ, αυτό το μέρος δεν ήταν ποτέ περιφραγμένο… Προσωπικά συνήθιζα να πηγαίνω εκεί πολύ συχνά». Πρόσθεσε μάλιστα ότι τα έλεγε αυτά «ως αυτόπτης μάρτυρας». Η διαβεβαίωση αυτή συνδεόταν με την σταλινική γραμμή ότι το Κατίν ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος ως την κατάληψη του Σμολένσκ και δεν μπορεί να είχαν γίνει εκεί οι εκτελέσεις από τους Ρώσους. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα στρατόπεδο του NKVD απρόσιτο στον ευρύ πληθυσμό.
τίποτα από πρώτο χέρι που να αποδεικνύει ότι ήταν έγκλημα των ναζί, για το οποίο υποτίθεται ότι κατέθετε. Επιπλέον, προκύπτει από τα πρακτικά, τα έλεγε γρήγορα, με αποτέλεσμα να τον διακόπτει διαρκώς ο Πρόεδρος. Σε ένα σημείο δε, έβγαλε ένα χαρτί και τα διάβαζε, ενώ ο διερμηνέας γνώριζε από πριν τις απαντήσεις του, κάτι που επισήμανε ο συνήγορος των Γερμανών Στάμερ χωρίς να πάρει απάντηση: «Μάρτυρα, όταν καταθέτατε, λίγο πριν το διάλειμμα, διαβάσατε την κατάθεσή σας, αν παρατήρησα σωστά. Θα μου πείτε αν ήταν όντως έτσι ή όχι; Δεν διάβασα τίποτα. Είχα μόνο ένα σχέδιο του δικαστηρίου στο χέρι μου. Μου φάνηκε σαν να διαβάζατε τις απαντήσεις σας. Πώς μπορείτε να εξηγήσετε το γεγονός ότι ο διερμηνέας ήδη είχε τις απαντήσεις σας στα χέρια του; Δεν γνωρίζω πώς οι διερμηνείς μπορούσε να έχουν τις απαντήσεις μου από πριν»70. Στο τέλος, ο Μπαζιλέφσκι, ερωτημένος αν τιμωρήθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση για τη συνεργασία του με τους Γερμανούς, απάντησε ότι όχι μόνο δεν συνέβηκε αυτό, αλλά δίδασκε και σε δυο ανώτερες σχολές. Το να περηφανεύεται γι’ αυτό σήμαινε να προσθέτει την αφέλεια στην αοριστία, καθώς υποβάλλει μόνο τη σκέψη ότι είχε ανταλλάξει την ελευθερία του με την κατάθεσή του για το Κατίν. Οι άλλοι δυο μάρτυρες της ρωσικής πλευράς, ο Προζορόβσκι και ο Μαρκόφ, παρουσίαζαν μια στοιχειώδη λογική συνοχή στις καταθέσεις τους. Όμως αυτές ήταν καταθέσεις ειδικών, που μπορούσε να ταιριαστούν άνετα σε μια καθορισμένη εκδοχή. Η κύρια κατάθεση που θα έπρεπε να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία αν επρόκειτο όντως για έγκλημα των ναζί ήταν του Μπαζιλέφσκι και απέτυχε παταγωδώς να το κάνει. Τις τρεις αυτόπτες μάρτυρες μαγείρισσες που υποτίθεται είχαν τέτοια στοιχεία, φρονίμως ποιούντες δεν τόλμησαν να τις παρουσιάσουν και η εκδοχή υπέρ της οποίας θα κατέθεταν αν εμφανίζονταν, για την ενοχή του Άρενς, κ.λπ., ανατράπηκε πλήρως.
70 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17168-09.shtml.
Κοντολογίς, η διαδικασία της Νυρεμβέργης για το Κατίν ήταν ένα φιάσκο για τη σταλινική πλευρά: το κατηγορητήριό της ουσιαστικά κατέρρευσε σε όλα τα κύρια σημεία του. Φυσικά, όταν πρόκειται για μια δίκη δυο ατόμων που κατηγορούνται για ένα φόνο, μια λάθος κατηγορία μπορεί να διατυπωθεί και από πλάνη, παρανόηση συμπτώσεων, κ.λπ., χωρίς μοχθηρά κίνητρα. Όταν όμως πρόκειται για δυο κράτη που κατηγορούνται για 20.000 φόνους και ο άλλος ύποπτος εκτός από αυτόν που κατηγορείς είσαι εσύ, τότε η διάψευση της εκδοχής σου με τέτοιο παταγώδη τρόπο, ισοδυναμεί με απόδειξη της δικής σου ενοχής… 7. Οι πρόσφατες εξελίξεις και η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη Το 2010 γνώρισε μερικές σημαντικές εξελίξεις στο θέμα του Κατίν. Μετά το τραγικό ατύχημα με την πτώση του πολωνικού αεροσκάφους που μετέφερε τον πολωνό πρόεδρο Καζίνσκι σε τιμητική εκδήλωση που επρόκειτο να γίνει στο Σμολένσκ στις 10 Απρίλη του 2010, η ρωσική κυβέρνηση εκδήλωσε τη διάθεσή της να αναγνωρίσει τη σταλινική ευθύνη. Ήδη στις 7 Απρίλη ο Πούτιν είχε προβεί σε μια δειλή πρώτη αναγνώριση. Ακολούθησε στα τέλη του ίδιου μήνα η ανάρτηση των ντοκουμέντων για το Κατίν στον επίσημο διαδικτυακό τόπο του κρατικού αρχείου της Ρωσίας, σε μια σαφή παραδοχή της γνησιότητάς τους, ενώ στο τέλος του έτους παρόμοιες δηλώσεις με τον Πούτιν έκανε ο τωρινός ρώσος πρόεδρος Μετβέντεφ. Το Σεπτέμβριο η ρωσική γενική εισαγγελία παρέδωσε στην Πολωνία 20 τόμους με στοιχεία για την υπόθεση του Κατίν, ενώ το Νοέμβρη η ρωσική Δούμα ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται το Κατίν ως έγκλημα που διέταξε ο Στάλιν. Αυτές οι εξελίξεις προκάλεσαν την οργίλη αντίδραση του Ριζοσπάστη, που εκφράστηκε με τη δημοσίευση μια σειράς καταγγελτικών σχολίων, ρεπορτάζ, κ.λπ., καθώς και δυο νέων άρθρων του Γκίκα, «Το Κατίν, η προπαγάνδα και οι πρόθυμοι απολογητές των ναζί» (Ριζοσπάστης, 18/4/2010) και «Κατίν: Όταν η ιστορία πλαστογραφείται και κατασκευάζεται από την
αρχή» (Ριζοσπάστης, 20/6/2010). Σε αυτά θα ρίξουμε μια ματιά στο παρόν μέρος. 7.1 Οι σχολιασμοί του Ριζοσπάστη Τα κείμενα του Ριζοσπάστη επαναλαμβάνουν απλά επί το χειρότερο μια σειρά ήδη αναλυμένους ισχυρισμούς. Κοινό γνώρισμά τους είναι το φωνακλάδικο αναμάσημα και παρουσίαση σαν αυτονόητων, εξακριβωμένων γεγονότων των ψευδών που “τεκμηρίωναν” δήθεν επιστημονικά στην προηγούμενη αρθρογραφία τους. Σε εκτενές σχόλιο του Ριζοσπάστη μετά τη δημοσίευση των ντοκουμέντων στο ρωσικό κρατικό αρχείο διαβάζουμε: «Νέο “επεισόδιο” στην αντικομμουνιστική παραχάραξη της ιστορίας αποτελεί η απόφαση της Ρωσίας να δώσει στη δημοσιότητα τα “μυστικά αρχεία” που αφορούν τη σφαγή στο δάσος του Κατίν. Πρόκειται για την καλά στημένη προπαγάνδα των ναζί για την ανακάλυψη μαζικού τάφου 3.000 Πολωνών αξιωματικών (στη συνέχεια ο αριθμός έφθασε στις 22-25.000) σε μια περιοχή στο δάσος του Κατίν κοντά στο Σμολένσκ, μια προπαγάνδα που πρόθυμα συνεχίζουν και οι σημερινοί απολογητές του ναζισμού. Μάλιστα, ο ίδιος ο Γ. Γκαίμπελς ομολόγησε στα “Απομνημονεύματά” του την ευθύνη των ναζιστών στην σφαγή των Πολωνών αξιωματικών υποστηρίζοντας πως “δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε”... Εκτός από τις σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο των εκτελέσεων, τα χέρια των εκτελεσμένων ήταν δεμένα με σκοινί που παραγόταν στην Γερμανία, ενώ πάνω στα θύματα βρέθηκαν έγγραφα, επιστολές, αποδείξεις με ημερομηνίες που
έπονταν της γερμανικής εισβολής»71 [οι υπογραμμίσεις εδώ όπως και παρακάτω είναι του Ριζοσπάστη]. Αυτό είναι ενσυνείδητη προσπάθεια να επιβληθεί στον απληροφόρητο αναγνώστη η ιδέα ότι η παρουσίαση των ντοκουμέντων με την υπογραφή του Στάλιν είναι συνώνυμη με την προπαγάνδα των ναζί. Με την ίδια λογική, αν, ως γνωστόν, ισχύει ότι «7Χ8=56» και βρεθεί ένας ναζί να το βεβαιώσει αυτό, η παρουσίαση του πίνακα πολλαπλασιασμού που θα έκρινε τελεσίδικα το ζήτημα, θα έπρεπε να καταγγελθεί επίσης και να αποκλειστεί, ως ταύτιση με την «προπαγάνδα των ναζί». Η προπαγάνδα είναι προπαγάνδα, όμως ο πίνακας πολλαπλασιασμού και η απόφαση με τις υπογραφές του Στάλιν είναι ντοκουμέντα και δεν μπορεί να ξεμπερδεύει κανείς μαζί τους έτσι εύκολα. Ο Ριζοσπάστης υπονοεί επιπλέον πως η τωρινή προπαγάνδα είναι ακόμη χειρότερη, αφού και οι ναζί ακόμη έκαναν λόγο για 3000 θύματα, ενώ οι τωρινοί “συνεχιστές” τους τα ανεβάζουν σε 22-25.000. Και “για του λόγου το αληθές” επαναλαμβάνονται το ψεύδος περί ομολογίας του Γκέμπελς και η επίκληση των χαλκευμένων επιστολών, αγνοώντας βέβαια από την άλλη ότι και η Έκθεση Μπούρντενκο έκανε λόγο για 11.000 θύματα. Το σχόλιο συνεχίζει επαναλαμβάνοντας και τον άλλο εφάμιλλης σοβαρότητας ισχυρισμό ότι «η απόφαση του ΠΓ είχε μεταξύ άλλων τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν οι οποίοι ωστόσο ήταν απόντες από την 13η Σύνοδο του οργάνου το Μάρτιο του 1940». Και καταλήγει: «Τα συγκεκριμένα “έγγραφα” είναι εδώ και καιρό γνωστά καθώς είχαν ...παρουσιαστεί και το 1992 από τον τότε Ρώσο Πρόεδρο Μπορίς Γιέλτσιν στον Πολωνό ομόλογό του Λεχ Βαλέσα σε
71 «Ρωσία – Επιχείρηση Κατίν: Το έγγραφο απόδειξη μαρτυρά προβοκάτσια», Ριζοσπάστης, 30/4/2010. Στο ίδιο πνεύμα την επομένη της πτώσης του πολωνικού αεροσκάφους, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ εξέδωσε ανακοίνωση διαμαρτυρίας προς το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, το οποίο σε τηλεγράφημά του είχε παρουσιάσει το Κατίν ως έργο του Στάλιν: «Δεν υπηρετείται ούτε η αντικειμενική δημοσιογραφία, ούτε η ιστορική αλήθεια με το να υιοθετεί το Αθηναϊκό Πρακτορείο αβασάνιστα την προβοκάτσια που αποδεδειγμένα, από διεθνείς έρευνες, αποφάσεις δικαστηρίων κ.ά., έστησαν τα επιτελεία των ναζί με επικεφαλής τον Γκαίμπελς. Σας θυμίζουμε τι έγραψε ο ίδιος στα απομνημονεύματά του για το Κατίν, στις 14 Απριλίου 1943: “Έδωσα οδηγίες να γίνει η ευρύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε με αυτό για μια - δυο βδομάδες”», «ΚΚΕ: Απαράδεκτη αναπαραγωγή της γκαιμπελικής προπαγάνδας», Ριζοσπάστης, 13/4/2010.
μια προσπάθεια να ρίξουν το δηλητήριο της αντισοβιετικής προπαγάνδας για να αποδείξουν πως η κοινωνία που απάλλαξε τον άνθρωπο από την εκμετάλλευση, που νίκησε φασισμό και ναζισμό, που ήταν αντίπαλο δέος στον ιμπεριαλισμό, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια κοινωνία καθοδηγούμενη από εγκληματίες ηγέτες». Το τελευταίο, άσχετα από τους σκοπούς των Βαλέσα και Γιέλτσιν, είναι καλά ειπωμένο. Ένα από τα δυο συμβαίνει: Είτε οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη λένε την αλήθεια. Είτε μαγειρεύουν την ιστορία χειρότερα από τις τρεις μαγείρισσες του Κατίν για να κρύψουν ότι στην κοινωνία που νίκησε τον φασισμό κυριάρχησαν για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους ανάξιοι ηγέτες, που προέβησαν στα πιο αποτρόπαια εγκλήματα. Σε άλλο σχόλιο για την αναγνώριση της ευθύνης για το Κατίν από τη ρωσική Δούμα, με τίτλο «Ρωσία: υιοθετείται η γκαιμπελική εκδοχή για το Κατίν» (27/11/2010), επαναλαμβάνονται πάνω-κάτω τα οικεία επιχειρήματα με το σχοινί και τις γερμανικές σφαίρες, ενώ γίνεται η εκτίμηση ότι «η απόφαση ουσιαστικά επιβεβαιώνει τον φασίστα Γκέμπελς». Τέλος, σχετικά με την παράδοση του αρχειακού υλικού στην Πολωνία, εκτιμάται ότι «Με αυτόν τον τρόπο η ρωσική αστική κυβέρνηση έρχεται να συνδράμει στην αντικομμουνιστική κι αντισοβιετική εκστρατεία που εκτυλίσσεται στην Ευρώπη και στα πλαίσια της οποίας η εκτέλεση χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών στο δάσος του Κατίν το 1941 αποδίδεται στις σοβιετικές αρχές, κι όχι στα ναζιστικά στρατεύματα» («ΡωσίαΠολωνία: Υπόθεση Κατίν. Έβαλαν μπρος τη “βιομηχανία” της πλαστογράφησης», Ριζοσπάστης, 24/9/2010) – ίσως επειδή όσο λιγότερα στοιχεία βγαίνουν στο φως για την υπόθεση, τόσο καλύτερα… 7.2 Τα νέα άρθρα του κ. Γκίκα Στα πρόσφατα άρθρα του ο κ. Γκίκας, πέρα από την επανάληψη των παλιότερων επιχειρημάτων του, επιχειρεί να προσφέρει ορισμένα νέα για την αμφισβήτηση των ντοκουμέντων της Περεστρόικα, που ήρθαν στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, με την αναγνώρισή τους από τη ρωσική κυβέρνηση. Υπάρχει ωστόσο μια διαφορά με την παλιότερη
αρθρογραφία του. Στο πρώτο άρθρο του της 18/4/2010, ουσιαστικά ένα αναμάσημα εκείνου του 2008 με πολλά κομμάτια διατηρημένα αυτούσια, ενώ οι πηγές που παραθέτει είναι γενικά οι ίδιες, έχουν εξαφανιστεί ως δια μαγείας όλες οι παραπομπές στους Μούχιν και Φουρ. Τη θέση τους στις αναφορές του έχουν πάρει δυο νέες “αξιόπιστες” αυθεντίες, ο Γιούρι Ζούκοφ και ο Βίκτορ Ιλιούχιν, που αξιοποιούνται ιδιαίτερα στο δεύτερο κείμενο. Οι λόγοι αυτής της αλλαγής είναι ευνόητοι. Από τη στιγμή που το χαρτί τους κάηκε, με τη δημοσιοποίηση τι λογής πηγές είναι οι Μούχιν και Φουρ, στην αρθρογραφία μας και σε άλλα κείμενα στο Διαδίκτυο, δεν τολμούν πια να αναφερθούν σε αυτούς. Σε επόμενο μέρος72 θα δούμε ότι και οι νέοι ήρωές τους, ο Ζούκοφ και ο Ιλιούχιν, δεν αξίζουν μια δεκάρα παραπάνω από τους Μούχιν και Φουρ. Για την ώρα, ας ασχοληθούμε πρώτα με τα ίδια τα πονήματα του εμβριθούς μας “ιστορικού”. Στο πρώτο άρθρο της 18/4/2010 ο Γκίκας παραθέτει όλα τα ήδη γνωστά μας, ανυπόστατα και παραπλανητικά στοιχεία: οι γερμανικές σφαίρες, το γερμανικό σχοινί, η κατάθεση του Σέλενμπεργκ (με περικομμένα και πάλι τα επίμαχα σημεία), η αξιόπιστη έκθεση Μπούρντενκο, που την απέρριψαν μετά οι κακοί Δυτικοί, κοκ. Αναμασά ακόμη τον ψευδέστατο ισχυρισμό για τις υπογραφές: «Η απόφαση του ΠΓ είχε, μεταξύ άλλων, τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, οι οποίοι, ωστόσο, ήταν απόντες από την 13η Σύνοδο του οργάνου τον Μάρτη του 1940!» Το τελευταίο επαναλαμβάνεται και στο δεύτερο άρθρο της 20/6/2010: «Στο κείμενο υπάρχουν οι υπογραφές των μελών του ΠΓ Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν, Καλίνιν και Καγκάνοβιτς. Οι δυο τελευταίοι όμως δεν ήταν παρόντες στη 13η Σύνοδο του ΠΓ στις 5 Μαρτίου 1940, πώς λοιπόν θα μπορούσαν να είχαν υπογράψει;» Παρόμοια επαναλαμβάνονται τα περί αποσιώπησης της Έκθεσης Μπούρντενκο, της διαδικασίας της Νυρεμβέργης, κ.λπ., ως στοιχείων υποτίθεται ευνοϊκών για τη σταλινική πλευρά. Τέλος, βρίσκουμε, μεταξύ
72 Βλέπε μέρος 9.
άλλων, και την αναφορά στην επιστολή του Σελέπιν στον Χρουστσόφ ως «ομολογουμένως το πιο αδύναμο απ’ όλα τα ντοκουμέντα», λόγω της αναφοράς του όρου ΚΚΣΕ, αντί του προ του 1940 τίτλου. Βέβαια εδώ, κάνοντας ένα βήμα πίσω σε σχέση με προηγούμενα άρθρα του, ο Γκίκας αναφέρει τον Σελέπιν ως “Σεπέλιν”, επαναλαμβάνοντας το λάθος του Μούχιν και του Μπογιόπουλου. Ο Γκίκας αναπαράγει επίσης διεξοδικά τους ισχυρισμούς του Σλομπότκιν για τη “διόρθωση” που δήθεν έγινε στην αρχικά παρουσιασμένη μορφή των ντοκουμέντων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ενώ αρχικά το 1992, στη δίκη του ΚΚΣΕ επί Γιέλτσιν, η απόφαση είχε παρουσιαστεί να έχει ημερομηνία 5 Μάρτη 1940, στη συνέχεια «η 5η Μάρτη έγινε “… Μάρτης 1940” (χωρίς συγκεκριμένη ημερομηνία). Με αυτή τη μορφή περιελήφθη στον 6ο τόμο των υλικών της δίκης και με αυτή τη μορφή το γνωρίζουμε μέχρι σήμερα»73. Η αλήθεια στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ότι το κείμενο, σε όλες τις εκδοχές του στο Διαδίκτυο, οι οποίες είναι πανομοιότυπες, έχει στα δεξιά χειρόγραφα συμπληρωμένη την ημερομηνία, 5.ΙΙΙ.40 (κάτω από τη σφραγίδα «άκρως απόρρητο») και αριστερά με στάμπα την ένδειξη «Μάρτιος 1940». Αυτό φαίνεται πολύ λογικό, αφού η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν μπορούσε να μπει από τα πριν. Μπορεί να υποτεθεί ότι ο Μπέρια υπέγραψε πρώτα το ντοκουμέντο και μετά η ημερομηνία προστέθηκε χειρόγραφα από γραμματείς πριν ή μετά τη λήψη της απόφασης, στις 5 Μάρτη. Αν ο Γκίκας (και ο Σλομπότκιν) θεωρούν ότι υπάρχει κάτι επιλήψιμο εδώ, οφείλουν να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς εννοούν: 1. Αν η φόρμα του εγγράφου αντιβαίνει στα καθιερωμένα πρότυπα θα πρέπει να αποδείξουν ότι δεν υπήρχαν έντυπα του NKVD και του Μπέρια που να ακολουθούν αυτό το στιλ. Η αλήθεια είναι ότι στις σοβιετικές κρατικές υπηρεσίες χρησιμοποιούνταν αρκετές παραλλαγές εγγράφων και η συγκεκριμένη δεν έχει τίποτα παράξενο. Άλλωστε και ο Μούχιν ακόμη, όπως είδαμε, ομολογεί ότι η φόρμα ακολουθεί πιστά το στιλ του Μπέρια.
73 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 20/6/2010.
2. Αν λένε ότι οι του Γιέλτσιν είχαν παρουσιάσει αρχικά μιαν άλλη εκδοχή που έλεγε στην αριστερή μεριά «5 Μάρτη» αντί απλά «Μάρτης», θα όφειλαν να παρουσιάσουν αυτό το υποτιθέμενο αρχικό διαφορετικό έντυπο, το οποίο κανείς άλλος εκτός από αυτούς δεν γνωρίζει. Αν κάτι από αυτά μπορούσε να επιβεβαιωθεί, θα ήταν ασφαλώς ένδειξη πλαστογραφίας. Μέχρι τώρα, όμως, δεν έχουν αποδείξει απολύτως τίποτε και για όσο δεν το κάνουν, οι ισχυρισμοί τους θα κρέμονται στον αέρα. Αυτά αφήνοντας κατά μέρος ότι και μόνο η επανάληψη του ψεύδους για την ύπαρξη υπογραφών των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν στην απόφαση, αρκεί για να αφαιρέσει κάθε αξιοπιστία από τους ίδιους και από κάθε ξεχωριστό ισχυρισμό τους. Ας περάσουμε τώρα στις νεώτερες ανακαλύψεις του Γκίκα. Μια πρώτη τέτοια ανακάλυψη αφορά μερικές ακόμη δήθεν “αντιφάσεις” στις ημερομηνίες που σχετίζονται με την κατάθεση των εντύπων, τις συναντήσεις του Στάλιν με τον Μπέρια, κ.λπ.: «Περαιτέρω αρχειακή έρευνα έδειξε πως στα πρακτικά των εξερχόμενων ντοκουμέντων της NKVD, τα έγγραφα 793/Β, 794/Β (αυτό δηλαδή που μας ενδιαφέρει εν των προκειμένω) και 795/Β είχαν καταχωρηθεί με ημερομηνία 29 Φλεβάρη 1940. Πώς γίνεται, λοιπόν, ένα έγγραφο, το οποίο είχε σταλεί (και επομένως συνταχτεί) τέλη Φλεβάρη, να αναγράφει “… Μάρτης 1940”; Το έγγραφο υποτίθεται πως επιδόθηκε από τον ίδιο τον Μπέρια στον Στάλιν κατά τη συνεδρίαση του ΠΓ στις 5 Μάρτη, στην οποία δήθεν έλαβε μέρος. Όμως στα πρακτικά των συναντήσεων εκείνης της μέρας δεν εμφανίζεται ο Μπέρια. Ο τελευταίος συναντήθηκε με τον Στάλιν στις 27 Φλεβάρη και ξανά στις 7 Μάρτη, όχι όμως ενδιάμεσα». To απόσπασμα είναι ενδεικτικό της μεθόδου του Γκίκα: αφού παρουσιάζει μια στρεβλωμένη εκδοχή των γεγονότων, παραλείποντας ουσιώδεις λεπτομέρειες και επινοώντας άλλες, στη συνέχεια την καταρρίπτει εντοπίζοντας τις αντιφάσεις της και το εμφανίζει αυτό ως κατάδειξη των αντιφάσεων της αληθινής εικόνας.
Για να το δούμε αυτό, ας συγκρίνουμε με την αφήγηση της Ναταλία Λεμπέντεβα, έγκυρης ιστορικού, ερευνήτριας στο θέμα του Κατίν, για τη σύνταξη της απόφασης: «Στις 27 Φεβρουαρίου, ο Μπέρια συνάντησε τον Στάλιν και είναι φανερό ότι σε εκείνη τη συνάντηση πάρθηκε η απόφαση να εκτελεστούν οι πολωνοί αιχμάλωτοι πολέμου από τα τρία ειδικά στρατόπεδα. Η πρώτη εκδοχή του εγγράφου του προς τον Στάλιν γράφτηκε στις 29 Φεβρουαρίου. Η τελική εκδοχή του εγγράφου του Μπέρια προς τον Στάλιν συντάχτηκε στις 3 Μάρτη. Πρότεινε την εκτέλεση 14.700 αιχμαλώτων πολέμου από τα τρία στρατόπεδα και 11.000 κρατούμενων φυλακισμένων στις δυτικές επαρχίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Η εξέταση των περιπτώσεων και η εκπλήρωση των αποφάσεων μεταβιβαζόταν σε “μια τρόικα” (δικαστήριο τριών προσώπων) αποτελούμενο από τους Μερκούλοφ, Κομπούλοφ και Μπαστάκοφ. Στις 5 Μάρτη, η πρόταση του Μπέρια έγινε αποδεκτή από το Πολιτικό Γραφείο»74. Η Λεμπέντεβα αναφέρει την ύπαρξη μιας αρχικής και τελικής εκδοχής του εγγράφου, γεγονός που κάνει εντελώς εύλογη και την έξοδό του στις 29 Φεβρουαρίου και την αναγραφή στην απόφαση του «Μάρτης 1940» (αφού ο Μπέρια ήξερε ότι το κείμενο θα διαμορφωθεί στις επόμενες μέρες). Ο Γκίκας παραλείπει κάθε αναφορά στην ύπαρξη αρχικής και τελικής εκδοχής και κάνει επιπλέον την αστήρικτη υπόθεση ότι ο ίδιος ο Μπέρια επέδωσε προσωπικά το έγγραφο στο Στάλιν (κάτι που αντιφάσκει με τη στοιχειώδη λογική αλλά και τη δική του προηγούμενη διαβεβαίωση ότι τα έγγραφα είχαν εξέλθει υπηρεσιακά στις 29 Φλεβάρη, όπως γίνεται συνήθως η διαβίβαση εγγράφων). Τέλος, η 29 Φλεβάρη δεν είναι καθόλου «τέλη Φλεβάρη» γενικά· είναι η τελευταία μέρα του μήνα και δεν είναι καθόλου αδιανόητο –εκτός αν δεν θέλει κανείς να το εννοήσει– να μπει στην απόφαση Μάρτιος. Ένα άλλο στοιχείο που επικαλείται ο Γκίκας αφορά το πόρισμα της «ανεξάρτητης εγκληματολογικής έρευνας», που διεξάχθηκε στη Ρωσία μεταξύ 5/11/2007 και 31/3/2009, πάνω στα αντίγραφα των ντοκουμέντων, από υποστηρικτές της
74 Ν. Λεμπέντεβα, «Η σφαγή του Κατίν: www.intconfhighered.org/Lebedeva-Trier-Report.doc.
ο δρόμος προς την αλήθεια»,
άποψης ότι το Κατίν είναι έγκλημα των ναζί. Αυτή η έρευνα, γράφει, «έδειξε πως στο έγγραφο Μπέρια είχαν “δουλέψει” διαφορετικές γραφομηχανές, ενισχύοντας σημαντικά την εκδοχή της πλαστογραφίας»75. Αφήνοντας κατά μέρος το πόσο ανεξάρτητη ήταν η έρευνα, πρόκειται για το μόνο ίσως εύρημα κάποιας σημασίας που έφερε στο φως η αμφισβήτηση των ντοκουμέντων. Ωστόσο, η χρήση διαφορετικής γραφομηχανής, που απλά πιθανολογείται ισχυρά από τα ευρήματα, έχει μια απόλυτα λογική εξήγηση. Στην απόφαση ενσωματώθηκαν μεταξύ 2-3 Μάρτη τα δεδομένα για τον αριθμό των κρατουμένων, τα οποία έστειλε ο Σοπρούνενκο, και επομένως ορισμένες σελίδες χρειάστηκε να ξαναγραφτούν. Οι αμφισβητίες, όπως οι Σουίντ και Στρίγκιν, που είναι λίγο πιο σοβαροί ερευνητές από τον Μούχιν, λένε ότι οι σελίδες που έχουν γραφτεί με άλλη γραφομηχανή προστέθηκαν μεταγενέστερα, ίσως επί Γκορμπατσόφ, αλλά δεν έχει δειχτεί κανένας πειστικός λόγος να το υποθέσουμε αυτό. Η γνησιότητα του εγγράφου παραμένει ισχυρή για το σύνολο και για κάθε σελίδα χωριστά: η πρώτη σελίδα, η οποία μάλλον δεν άλλαξε, έχει ως τεκμήριο γνησιότητας πέρα από τις υπογραφές, τη σωστή φόρμα και τη σημείωση στο περιθώριο των ονομάτων των απόντων Καλίνιν και Καγκάνοβιτς· οι σελίδες 2-3 ξαναγράφτηκαν για να προστεθούν τα στοιχεία του Σοπρούνενκο. Και η 4η σελίδα, που πιθανά ξαναγράφτηκε για να προστεθούν τα ονόματα της “τρόικας”, εκτός από την υπογραφή του Μπέρια, φέρει και μια διόρθωση με το στυλό του Στάλιν. Από τη στιγμή που η πρώτη σελίδα της απόφασης είναι γνήσια, είναι πρακτικά αδύνατο να μην είναι και οι άλλες, γιατί δεν μπορεί να φανταστεί κανείς άλλο λόγο συζήτησης του θέματος εκείνη την περίοδο, εκτός από την απόφαση εκτέλεσης των Πολωνών. Η ίδια η πρώτη σελίδα περιέχει διατυπώσεις που έχουν θέση μόνο σε μια απόφαση για εκτέλεση όπως «Όλοι [οι Πολωνοί] είναι αδυσώπητοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας και γεμάτοι μίσος για το σοβιετικό σύστημα. Οι αιχμάλωτοι πολέμου και αστυνομικοί που βρίσκονται στα στρατόπεδα
75 Γκίκας, στο ίδιο.
προσπαθούν να συνεχίσουν την αντεπαναστατική δουλειά και καθοδηγούν την αντισοβιετική προπαγάνδα. Ο καθένας τους περιμένει απλά να απελευθερωθεί ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν ενεργά στον αγώνα ενάντια στη σοβιετική εξουσία»76. Η πρόταση για την εφαρμογή της θανατικής ποινής γίνεται στην 3η σελίδα με σχεδόν ταυτόσημη ορολογία με την πρώτη: «Με βάση το γεγονός ότι είναι όλοι μανιώδεις, αδιόρθωτοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας το NKVD θεωρεί ουσιώδες… να εφαρμοστεί σε αυτούς η υπέρτατη ποινή, [εκτέλεση] με πυροβολισμό»77. Είναι ανόητο ακόμη και να υπονοείται ότι επειδή αυτή η σελίδα χρειάστηκε να ξαναγραφτεί (για τον εντελώς προφανή λόγο της συμπλήρωσης στοιχείων στο αρχικό σχέδιο), η αρχική μπορεί να έλεγε κάτι διαφορετικό από εκτέλεση και να πρόκειται για “μεταγενέστερη πλαστογραφία”. Το γενικότερο πρόβλημα που αναδεικνύεται εδώ αφορά τη λογική του “διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο” των αμφισβητιών (πιο σωστά μάλλον όχι “και” αλλά “για να” καταπίνουμε την κάμηλο). Ψειρίζουν μέχρις αηδίας μια απόφαση που έχει όλα τα στοιχεία της γνησιότητας για να βρουν “ενδείξεις” πλαστογραφίας (το οποίο κατ’ αρχήν δεν είναι κακό). Και μετατρέπουν τις υποτιθέμενες “ενδείξεις” που ανακαλύπτουν (οι οποίες έχουν για την ώρα μια πολύ εύλογη εξήγηση) σε άλλοθι για να εθελοτυφλούν απέναντι σε κραυγαλέες πραγματικές αντιφάσεις και ψεύδη, όπως οι δικές τους ή εκείνες της Έκθεσης Μπούρντενκο, οι οποίες δεν μπορούν να βρουν λογική εξήγηση με τίποτα. Το ότι μαζί με αυτή τη μια “ένδειξη” που μπορεί να συζητηθεί έχουν αραδιάσει και καμιά δεκαριά ψεύτικες, αποδεικνύει ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν στους ισχυρισμούς τους. Ο Γκίκας εντοπίζει και σειρά άλλων “λαθών”, που «αφορούν σημαντικές αποκλίσεις από την καθιερωμένη σύνταξη τέτοιων κειμένων… Αποκλίσεις που έχουν να κάνουν
76 Βλέπε την αγγλική μετάφραση της πρώτης σελίδας, http://en.wikipedia.org/wiki/File:Katyn_-_decision_of_massacre_p1.jpg. 77 Βλ. την αγγλική μετάφραση στο σάιτ http://skoblin.blogspot.com/2009/03/katyn-documents-i.html. του Σκόμπλιν,
με τη διατύπωση του αιτήματος, τη θέση των υπογραφών, τον τρόπο της υπογραφής, κ.ά.» Δυστυχώς, παραλείπει να μας πει σε τι συνίστανται αυτές οι αποκλίσεις και πού και πώς θα έπρεπε κατά τον ίδιο να μπουν οι υπογραφές, για να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται. Ο μόνος που έχει πει κάτι γι’ αυτά τα τελευταία είναι πάλι ο καλός Μούχιν, αλλά οι σχετικές αιτιάσεις του διακωμωδούνται στο Διαδίκτυο, όπου παρουσιάζονται αποφάσεις με όλες τις δυνατές κλίσεις υπογραφών… Ένα βασικό ζήτημα που θέτει η ανάρτηση των ντοκουμέντων στο ρωσικό κρατικό αρχείο για τους σταλινικούς ιστορικούς, αφορά τη διάψευση των παλιότερων ισχυρισμών τους ότι δεν υπάρχει το πρωτότυπο της απόφασης. Αυτό βεβαιωνόταν, π.χ., ρητά από τον Σλομπότκιν στη συνέντευξή του στο Ριζοσπάστη με αφορμή τη δικαστική διαδικασία του 1992: «Η πλευρά που εκπροσωπούσε τον Γιέλτσιν είπε πως θα τα παρουσιάσει, όμως δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν είχαν τα πρωτότυπα»78. Τα κείμενα όμως που έχουν αναρτηθεί είναι ακριβείς ψηφιακές αναπαραγωγές του πρωτοτύπου, κάτι που κανείς πρακτικά δεν αμφισβητεί. Ακόμη και οι ίδιοι οι σταλινικοί ιστορικοί το αποδέχτηκαν έμπρακτα, χρησιμοποιώντας τα αντίγραφα που δόθηκαν για την ήδη μνημονευμένη γραφολογική έρευνά τους, με την οποία επιχείρησαν να αποδείξουν πως το ντοκουμέντο είναι προϊόν πλαστογραφία. Ο Γκίκας προσπαθεί να παρακάμψει τον σκόπελο, επικαλούμενος το ότι παρ’ όλα αυτά το πρωτότυπο δεν έχει δοθεί ούτε στους ιστορικούς του ΚΚΡΟ τύπου Ιλιούχιν, Ζούκοφ, κ.λπ., που το ζήτησαν, ούτε σε κάποια επιτροπή του ρωσικού κοινοβουλίου. Αυτό, ωστόσο, δεν πιάνει, γιατί ένα τέτοιο ντοκουμέντο δεν μπορεί να δοθεί στον πρώτο τυχόντα. Αν πρόκειται να δοθεί κάπου, δεδομένου ότι αφορά όχι μόνο τη Ρωσία αλλά και την Πολωνία, θα ήταν σε μια κοινή αξιόπιστη επιτροπή ρώσων και πολωνών ειδικών. Αν, ωστόσο, γίνει αυτό και διαπιστωθεί τελεσίδικα η γνησιότητά του, το επόμενο βήμα της πολωνικής πλευράς θα είναι η απαίτηση αποζημιώσεων,
78 Ο Γιούρι Σλομπότκιν για την υπόθεση Κατίν», Ριζοσπάστης, 15/3/2009. Για την ανάρτηση της απόφασης στα ρωσικά αρχεία, βλέπε http://rusarchives.ru/publication/katyn/01.shtml.
που ανέρχονται σε κάποια δις ευρώ, και αυτό εμφανώς θέλει να αποφύγει η Ρωσία. Επιπλέον, υπάρχει το πρόβλημα ότι όταν κάνει κανείς λόγο για πλαστογραφία, πρέπει να είναι σε θέση να υποδείξει ρεαλιστικά και στοιχειωδώς τεκμηριωμένα πότε και πώς έγινε, από ποιους, κ.λπ. Εδώ ακριβώς επιστρατεύονται οι δυο νέοι αμφισβητίες, ο Ζούκοφ και ο Ιλιούχιν, που προσκόμισαν υποτίθεται τα σχετικά “στοιχεία”, τα οποία έλειπαν ως τώρα. Ο Γκίκας αναφέρει τον Ζούκοφ σαν έναν «εκ των πλέον γνωστών και σεβαστών ιστορικών της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας». Στην πραγματικότητα, θα δούμε, πρόκειται για έναν αντισημίτη και αντιδραστικό ομοϊδεάτη του Μούχιν, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει η σύνδεσή του με την έρευνα για το Κατίν. Ο Ζούκοφ, όπως δηλώνει ο Γκίκας, είχε μετάσχει στην έρευνα των ρωσικών αρχείων το 1990, σε σύνδεση με τη συλλογή στοιχείων για τη δίκη του ΚΚΣΕ, όπου είχε γνωριστεί με ένα εντελώς διαφορετικό ντοκουμέντο του Μπέρια για το θέμα των πολωνών αξιωματικών. Επρόκειτο για «μια μονοσέλιδη (όχι τετρασέλιδη, όπως εμφανίστηκε αργότερα) αναφορά-πρόταση του Μπέρια για την εκτέλεση 2-3 χιλιάδων (και όχι 25.700) Πολωνών αξιωματικών, ενόχων για εγκλήματα πολέμου και άλλα εγκλήματα. Ο τρόπος με τον οποίο είχε αρχειοθετηθεί η εν λόγω αναφορά έδειχνε πως το αίτημα είχε τελικά απορριφθεί. Ωστόσο, εφόσον ήταν φωτοαντίγραφο, ο Ζούκοφ ζήτησε να του προσκομιστεί το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα». Και ακολουθεί το θριαμβευτικό ερώτημα: «Επρόκειτο για κόπια της γνήσιας πρότασης Μπέρια, η οποία εν συνέχεια “τροποποιήθηκε”, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς των Γιέλτσιν και λοιπών;» Αυτό είναι το επιχείρημα ενός ιστορικού ερευνητή! Πρώτ’ απ’ όλα, αν υπάρχει αυτή η αναφορά, έστω σε αντίγραφο, είναι καθήκον των Ζούκοφ και σία να την παρουσιάσουν. Κάτι τέτοιο θα έδινε τη δυνατότητα να αποφανθεί κανείς αν μπορεί να έχει χρησιμεύσει σαν βάση για πλαστογραφία, εφόσον έχει κοινά σημεία με την απόφαση της 5 Μάρτη, κλπ.
Αν πραγματικά έχουν τέτοια στοιχεία, γιατί δεν τα δίνουν στη δημοσιότητα, αντί να ανακατεύουν τυχάρπαστα όλη την πραγματικότητα, από τον Σέλενμπεργκ και τις υπογραφές των απόντων στελεχών ως το Ημερολόγιο του Γκέμπελς; Αν είναι ανίκανοι να το κάνουν, αυτό είναι απόδειξη ότι επινοούν πράγματα που δεν υπάρχουν. Και φυσικά στερεί κάθε αξία από τον ισχυρισμό τους, γιατί η ιστορική έρευνα δεν γίνεται με προσωπικές μαρτυρίες χωρίς καθόλου ντοκουμέντα. Αν ήταν έτσι, ο καθένας θα μπορούσε να διατείνεται ότι είδε και από μια άλλη απόφαση και να παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για το τι πραγματικά έλεγε. Παρ’ όλα αυτά, ας κάνουμε προσωρινά την παραδοχή ότι υπήρχε όντως αυτή η άλλη πρόταση του Μπέρια για 3000 εκτελέσεις. Ο καθένας θα συμφωνήσει ότι η ύπαρξή της ενισχύει την άποψη περί σταλινικής ενοχής και ότι είναι ασύγκριτα πιο πιθανό αυτή η υποθετική πρόταση να ακολουθήθηκε από μια απόφαση για εκκαθάριση όλων των Πολωνών, παρά από μια απόρριψη. Πραγματικά, αν ο Μπέρια κατέθεσε μια τέτοια πρόταση, είναι δυνατό να το έκανε αυτόβουλα και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον Στάλιν; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική, και αυτό αποκλείει πρακτικά την πιθανότητα να είχε απορριφτεί. Οι αμφισβητίες δεν τολμούν βέβαια να πουν ότι δεν υπήρχε καμιά απόφαση του Πολιτικού Γραφείου για τους πολωνούς αιχμαλώτους, ότι τα ντοκουμέντα είναι χαλκευμένα “εκ του μη όντος”, κ.λπ., γιατί είναι βέβαιο ότι στις αρχές Μάρτη συζητήθηκε το θέμα. Επιπλέον, στο αμέσως επόμενο διάστημα, μέσα στον Μάρτιο-Μάιο, οργανώθηκε η μεταφορά των Πολωνών από το στρατόπεδο του Κοζέλσκ όπου κρατούνταν στην περιοχή του Κατίν, καθώς και από τα άλλα στρατόπεδα του Σταρομπέλσκ και του Οστάσκοφ. Αυτό τεκμηριώνεται από δεκάδες έγγραφα του NKVD και προφανώς δεν μπορεί να είχε γίνει χωρίς άνωθεν εντολή79. Έτσι
79 Μια συλλογή τέτοιων υπηρεσιακών εγγράφων του NKVD, πολλά από αυτά υπογραμμένα από τους Μερκούλοφ, Μπαστάκοφ, Κομπούλοφ, κ.ά., στους οποίους είχε ανατεθεί με βάση την απόφαση του ΠΓ η επιχείρηση, και τον Σοπρούνενκο, θα βρεθεί στη διεύθυνση http://www.katynbooks.ru/1940_2000/doc/index.html. Σύμφωνα με αναφορά του Σοπρούνενκο, τα τρία στρατόπεδα είχαν εκκενωθεί πλήρως στις 23 Μάη, δηλαδή ακριβώς όταν
προσπαθούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ότι η επιχείρηση αποσκοπούσε στην εκτέλεση των Πολωνών, χωρίς όμως να προσφέρουν ούτε μια ένδειξη στοιχείου πως επρόκειτο για κάτι διαφορετικό. Είναι αυτό ιστορική έρευνα; Το άλλο “στοιχείο” του Γκίκα αφορά σε μια πολύκροτη συνέντευξη Τύπου του Βίκτορ Ιλιούχιν, βουλευτή του ΚΚΡΟ και πιστού σταλινικού στις αρχές Ιουνίου του 2010. Εκεί ο Ιλιούχιν αποκάλυψε ότι εμφανίστηκε, λέει, ένας μάρτυρας και του ομολόγησε ότι ήταν μέλος της ομάδας που πλαστογράφησε τα ντοκουμέντα για το Κατίν και άλλα έγγραφα και υλικά. Η “βαρύτητα” της συγκεκριμένης μαρτυρίας φαίνεται από το ότι ο Ιλιούχιν δεν αποκάλυψε καν το όνομα του μάρτυρα, για λόγους “προστασίας”: «Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 3 Ιούνη 2010, ο Βίκτορ Ιλιούχιν δήλωσε πως στις 25 και 26 Μάη ήρθε σε επαφή μαζί του ένας εκ των “πρωταγωνιστών” της πλαστογράφησης των ντοκουμέντων για το Κατίν – και όχι μόνο. Η καταγγελία δεν ήταν ανώνυμη (αν και για λόγους ασφαλείας ο καταγγέλλων ζήτησε να μην αποκαλυφθεί –προς το παρόν– το όνομά του) ούτε αόριστη. Υποδείχτηκαν συγκεκριμένες τοποθεσίες, κατονομάστηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ προς περαιτέρω επαλήθευση των λεγομένων του, ο καταγγέλλων προσκόμισε μια σειρά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή ιστορικών “ντοκουμέντων”, όπως φύλλα χαρτιού της δεκαετίας του 1940, πλαστές σφραγίδες, υπογραφές, κ.ά.» Ακολουθεί μια αναλυτική παρουσίαση του ιστορικού της ομάδας πλαστογραφιών, της περιοχής που έδρασε, των εντολέων της κ.λπ., η οποία αποδίδεται στον άγνωστο μάρτυρα, και η αφήγηση καταλήγει: «Ο καταγγέλλων δήλωσε πως, μεταξύ των εγγράφων με τα οποία καταπιάστηκε η ομάδα του και ο ίδιος προσωπικά, ήταν και το επίμαχο κείμενο της πρότασης Μπέρια. Το έγγραφο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία του Κρεμλίνου, τους δόθηκε
ολοκληρωνόταν η εκκαθάριση books.ru/1940_2000/doc/89doc.html. των Πολωνών, http://www.katyn-
Το Katyn-books.ru είναι ένα έγκυρο σάιτ, το οποίο περιέχει όλη τη ρωσική φιλολογία για το Κατίν.
το περιεχόμενο και εκείνοι ασχολήθηκαν με την “τεχνική” πλευρά του ζητήματος. Ο ίδιος πρόσθεσε την υπογραφή του Μπέρια, καθώς και τις υπογραφές των μελών του Πολιτικού Γραφείου. Προς υποστήριξη των λεγομένων του παρουσίασε μια σειρά εντύπων της περιόδου, του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι), της Κεντρικής Επιτροπής, κ.ά., και μάλιστα υπογεγραμμένων». Όπως βλέπουμε, πρόκειται για συνταρακτικές αποκαλύψεις, που εφόσον επιβεβαιωθούν, ανατρέπουν άρδην τις ισχύουσες απόψεις. Μόνο που πριν γίνουν δεκτές θα πρέπει να υποβληθούν ασφαλώς σε ένα στοιχειώδη έλεγχο. Το πρώτο που προκαλεί κατάπληξη εδώ είναι πώς ο κ. Γκίκας, ο οποίος είναι τόσο λεπτολόγος στο να παρατηρεί την ακρίβεια στη θέση των υπογραφών στα ντοκουμέντα, αποδέχεται ανεπιφύλακτα μια ανώνυμη καταγγελία για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Θα έπρεπε, αντίθετα, να είναι αυτονόητο για κάθε σοβαρό ερευνητή ότι τέτοιες καταγγελίες δεν μπορεί να παρουσιάζονται με τη μορφή «κάποιος μου είπε το και το και σας το μεταφέρω, παρακαλώντας σας να με πιστέψετε». Αυτό και μόνο είναι επαρκής λόγος απόρριψης της καταγγελίας, θεώρησής της ως ανυπόληπτης και μη σοβαρής, ώσπου να παρουσιαστεί τουλάχιστον ο μάρτυρας. Έως τότε, το μέτρο αξιοπιστίας της θα δίνεται από ένα σχόλιο που έγινε για την “είδηση” στο Διαδίκτυο: «Μου είπε ένας μπάρμπας μου ότι η θεία Κατίνα κεράτωνε το θείο Μήτσο με τον ξάδελφο Μίμη»80. Κατά δεύτερο λόγο, είναι ακόμη πιο εκπληκτικό πώς ο κ. Γκίκας δεν αντιλαμβάνεται τη “μικρή” αντίφαση ανάμεσα στον ισχυρισμό ότι η ταυτότητα του μάρτυρα κρατήθηκε κρυφή στη συνέντευξη Τύπου για λόγους προστασίας του και την αποκάλυψη στην ίδια συνέντευξη ότι ήταν αυτός που πρόσθεσε την υπογραφή του Μπέρια και των άλλων μελών του Πολιτικού Γραφείου. Μια τέτοια δήλωση στην πράξη φωτογραφίζει την ταυτότητα του μάρτυρα, αφού είναι σαφές ότι αν αληθεύουν οι
80 Βλ. τα σχόλια στο «Κατίν: παραδοχή πλαστογράφησης της “οδηγίας Μπέρια” και άλλων εγγράφων της “σοβιετικής ενοχής” από έναν που μετείχε σε αυτήν», http://erodotos.wordpress.com/2010/06/03/katin-forgery/. Το συγκεκριμένο σχόλιο αφορούσε την παρουσίαση των “αποκαλύψεων” του Ιλιούχιν στο ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη, «Ρωσία. Στο φως ο μηχανισμός παραχάραξης των ιστορικών αρχείων», 3/6/2010.
ισχυρισμοί για την ύπαρξη του κέντρου πλαστογραφίας, οι προϊστάμενοί του και οι καθοδηγητές της επιχείρησης γνωρίζουν άριστα ποιος έβαλε τις υπογραφές. Αυτοί, λοιπόν, που θα είχαν λόγο να του κάνουν κακό, για να μην αποκαλυφθούν οι αθλιότητές τους, έμαθαν όλοι ποιος είναι. Οι μόνοι στους οποίους παρέμεινε άγνωστος είναι το πλατύ κοινό, που θα έβλεπε με συμπάθεια τον ήρωα και θα μπορούσε να του παρασταθεί και να τον υπερασπίσει. Αν η ιστορία του Ιλιούχιν στέκει, τότε υπήρχαν δυο τρόποι προστασίας του μάρτυρα. Είτε να γίνει γνωστή η ταυτότητά του εξαρχής, ώστε να έχει τη σκέπη της δημοσιότητας (αυτό δεν θα απέκλειε φυσικά κάθε κίνδυνο, αλλά θα τον περιόριζε, αφού μια απόπειρα εναντίον του θα αποδείκνυε την ενοχή όσων κατονόμαζε). Είτε, εφόσον κρυβόταν η ταυτότητά του, να κρυφτεί και ο ακριβής ρόλος του στην υπόθεση της πλαστογράφησης. Εφόσον ο μάρτυρας είναι υπαρκτός και κινδυνεύει, αυτά που είπε ο Ιλιούχιν στη συνέντευξη ήταν ο κατάλληλος τρόπος όχι για να προστατευτεί, αλλά για να διευκολυνθεί η δολοφονία του. Κατά τρίτο λόγο, αναφέροντας διεξοδικά τις σφραγίδες, τα έντυπα κοκ. που παρουσίασε ο Ιλιούχιν ως τεκμήρια ότι ο μάρτυράς του είναι πραγματικό πρόσωπο, ο Γκίκας αποκρύπτει από τον αναγνώστη μια μικρή λεπτομέρεια. Ο Ιλιούχιν, που απεβίωσε προ μηνών, συνδεόταν στενά με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, όντας μεταξύ άλλων βοηθός του γενικού εισαγγελέα της ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ρωσικής Δούμας μετά το 2000. Οι σφραγίδες, τα έγγραφα, κ.λπ., λοιπόν, δεν αποδεικνύουν τίποτα σε σχέση με την ύπαρξη του υποθετικού μάρτυρα, αφού υπήρχε και άλλος πολύ προσιτός στον Ιλιούχιν τρόπος να τα αποκτήσει, μέσω των διασυνδέσεών του με τις μυστικές υπηρεσίες. Μπορεί άραγε να πιστέψουμε ότι ο Ιλιούχιν και οι όμοιοί του είναι τόσο ανόητοι που να έχουν ένα τόσο καίριο μάρτυρα και να μην κατανοούν ότι αποκαλύπτοντας πως πρόκειται για τον πλαστογράφο της απόφασης για το Κατίν και αρνούμενοι να πουν το όνομά του τον εκθέτουν σε κίνδυνο; Η απάντηση, χωρίς
να υπερτιμούμε την ικανότητα αντίληψης αυτών των κατεργάρηδων, είναι προφανώς αρνητική. Το ξέρουν, αλλά δεν τους ενδιαφέρει η λογική συνοχή των ισχυρισμών τους. Το ακροατήριό τους είναι μερικοί αποχαυνωμένοι εθνικιστές και σταλινικοί, λείψανα της σοβιετικής γραφειοκρατίας που θρηνούν τα χαμένα μεγαλεία τους. Η φτηνή προπαγάνδα τους είναι τέτοια που να ικανοποιεί τις φανατικές αξιώσεις ανωτερότητας αυτών των “κομμουνιστών” καριεριστών και όχι την αναζήτηση της αλήθειας. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, ούτε ο κ. Γκίκας ενδιαφέρεται να ελέγξει αν μπορεί να ευσταθούν οι ισχυρισμοί του. Παραδέχεται ότι τα έγγραφα για το Κατίν «αποτελούν το “βαρύ πυροβολικό” της άλλης πλευράς», που είναι μόνο η μισή αλήθεια, γιατί και όλα τα άλλα στοιχεία τεκμηριώνουν τη σταλινική ενοχή. Και για τους δικούς του ισχυρισμούς στο άρθρο του διαπιστώνει μετριόφρονα πως «μπορεί να ληφθούν υπόψη ως αποδείξεις είτε απλά ως ενδείξεις» που «εγείρουν σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη γνησιότητα των εγγράφων του Κατίν». Η μετριοφροσύνη του κ. Γκίκα είναι ασφαλώς κάλπικη. Οποιοσδήποτε από τους ισχυρισμούς που υιοθετεί αν ευσταθεί, για το πείραγμα των ντοκουμέντων, την ύπαρξη κέντρου πλαστογραφίας και του πλαστογράφου της απόφασης, δεν εγείρει ερωτήματα μόνο, αλλά αποδεικνύει εντελώς την πλαστότητα των ντοκουμέντων. Αλλά εδώ είναι το ζήτημα, ότι κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν έχει παρουσιαστεί με τρόπο που να τον καθιστά στοιχειωδώς ευλογοφανή και τεκμηριωμένο. Είναι όλοι τους σχεδόν του ίδιου επιπέδου με το γελοίο ψεύδος του Μούχιν, που αναμασά ο Γκίκας, ότι στην απόφαση για το Κατίν υπάρχουν δήθεν υπογραφές των απόντων Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Η αναφορά του Γκίκα στα “σοβαρά ερωτήματα” που εγείρουν οι ισχυρισμοί είναι έτσι μια κατεργάρικη υπεκφυγή: «Μπορεί να μην είμαι σε θέση να τεκμηριώσω ούτε έναν από τους ισχυρισμούς μου, αλλά σας θερμοπαρακαλώ, πάρτε υπόψη ότι υπάρχουν και αυτοί». Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να πει πως επειδή υπάρχουν αφελείς που αναγνωρίζουν τα θαύματα στην Παναγία Σουμελά,
δεν μπορεί να αποφασίσουμε ανάμεσα στην άποψή τους και την άποψη της επιστήμης που τα απορρίπτει. 2. Για τη δημοσιογραφία των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη Ένα γνώρισμα της έγκυρης δημοσιογραφίας, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να νοηθεί σοβαρή ιδεολογική αντιπαράθεση, είναι η ακριβής, χωρίς αποσιωπήσεις και διαστρεβλώσεις, παράθεση των πηγών και μαρτυριών πάνω στις οποίες οικοδομείται μια επιχειρηματολογία και συνάγονται ορισμένα συμπεράσματα. Ωστόσο, η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη χαρακτηρίζεται από συστηματικές παραχαράξεις και ψεύδη. Από τα πολλά που θα μπορούσε να παρατεθούν, θα ασχοληθούμε πρώτα με ορισμένα στα κείμενα των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη. Πρόκειται για τα Ν. Μπογιόπουλος, «Το Κατίν, ο Γκαίμπελς και ο Άλφα», 5/2/2009 και Μ. Μαΐλης, «Η ιστορική αλήθεια και οι αιτίες της πλαστογραφίας της», 15/2/2009. Για αρχή, ο κ. Μπογιόπουλος λέει: «Στο ημερολόγιο του Γκέμπελς, με εγγραφή στις 8 Μάη 1943, αναφέρονται τα εξής: “...δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε”...» Ο κ. Μπογιόπουλος υπονοεί ότι το πιο πάνω παράθεμα συνιστά έμμεση ομολογία του Γκέμπελς ότι οι Γερμανοί ευθύνονται για το Κατίν. Το αξιοποιεί δε για να συμπεράνει ότι «ο Γκέμπελς, όπως είχε πράξει και με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, έτσι και στην υπόθεση του Κατίν, έστησε προβοκάτσια (την οποία αξιοποιεί έκτοτε η “δημοκρατική” Δύση), για να ενοχοποιήσει τους κομμουνιστές και την ΕΣΣΔ». Αυτό όμως –όπως δείχνουν τα (…) μετά το «σφαίρες»– βασίζεται σε αποσιώπηση κειμένου, που στοιχειοθετεί προφανή λαθροχειρία. Στο Διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί άρθρα με το πλήρες κείμενο από το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, όπου στο μέρος με τα αποσιωπητικά του κ. Μπογιόπουλου παρεμβάλλεται η τονισμένη φράση: «Δυστυχώς γερμανικά πυρομαχικά βρέθηκαν
στους τάφους του Κατίν. Το ερώτημα πως βρέθηκαν εκεί χρειάζεται αποσαφήνιση. Είτε πρόκειται για πυρομαχικά που πουλήσαμε στους Σοβιετικούς κατά την περίοδο της φιλικής μας διευθέτησης, είτε για πυρομαχικά που έριξαν οι ίδιοι οι Σοβιετικοί στους τάφους. Σε κάθε περίπτωση, είναι ουσιώδες αυτό το συμβάν να κρατηθεί άκρως μυστικό. Αν ερχόταν σε γνώση του εχθρού, όλη η υπόθεση Κατίν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί»81. Ο καθένας που θα διαβάσει όλο το απόσπασμα θα δει ότι ο Γκέμπελς μιλά μόνο για τη δυσκολία στην προπαγανδιστική εκμετάλλευση της υπόθεσης, παίρνοντας ως δεδομένο ότι το Κατίν ήταν έργο του Στάλιν. Στην κομμένη φράση, αποδίδει την ανεύρεση γερμανικών σφαιρών στους τάφους στο ότι τις έβαλαν οι σοβιετικοί εκεί, εξηγώντας μάλιστα την πιθανή προέλευσή τους, και όχι στο ότι οι ναζί είχαν εξοντώσει τους Πολωνούς. Αν ίσχυε το τελευταίο, το οποίο προφανώς θα γνώριζε αφού θα το είχε οργανώσει ο ίδιος, γιατί να κοροϊδεύει τον εαυτό του εκφράζοντας έκπληξη για τις σφαίρες; Τέλος, η φράση «όλη η υπόθεση Κατίν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί» μεταφράζεται από τον Ριζοσπάστη αλλοιωμένα «η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε». Η ακριβής μετάφραση υποδηλώνει μόνο ότι η προπαγάνδα των ναζί θα γινόταν λιγότερο πειστική και δεν συνιστά διόλου ομολογία του Γκέμπελς ότι η σφαγή διαπράχτηκε από αυτούς. Έχουμε λοιπόν παράλειψη του κύριου σημείου του κειμένου που αποσαφηνίζει το νόημά του και αλλοίωση του συμπεράσματος του Γκέμπελς ώστε να υπονοεί ότι λέει κάτι εντελώς άλλο από αυτό που πραγματικά λέει. Όλα αυτά είναι εντελώς εμφανή και επισημαίνονται εύστοχα στο μπλογκ από όπου παρατέθηκε το απόσπασμα. Βέβαια, μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο Γκέμπελς ψεύδεται, για να διαφυλάξει την υστεροφημία του. Αυτό δεν είναι αδύνατο, αν και η όλη διατύπωση μοιάζει αληθοφανής. Δεν μπορεί όμως
81Βλέπε, “The Goebbels diaries, 1942-1943. Edited, translated, and with an introd. by Louis P. Lochner, Westport, Conn., Greenwood Press [1970, c1948]” της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, πηγή http://anything-but-nd.blogspot.com/2009/02/blogpost_19.html, όπου υπάρχει φωτοτυπία της σχετικής σελίδας. Το απόσπασμα θα βρεθεί εντελώς πανομοιότυπο και αλλού, π.χ. στο http://books.google.com.
να το αποδείξει κανείς κόβοντας τη φράση του και παραχαράσσοντάς την ώστε να εμφανίσει ότι λέει το αντίθετο από αυτό που πραγματικά λέει. Όποιος το κάνει αυτό, υιοθετεί ουσιαστικά τη μεθοδολογία του ίδιου του Γκέμπελς... Το πιο ενδιαφέρον και γαργαλιστικό της υπόθεσης όμως είναι ότι το απόσπασμα που κακοποιεί ο Ν. Μπογιόπουλος παρουσιάζεται ολόιδια περικομμένο και παρερμηνευμένο σε σελίδες στο Διαδίκτυο, όπου παρατίθεται ως πηγή του ο γνωστός Μούχιν. Ένας οπαδός του Μούχιν λέει: «Σας δίνω επίσης ένα απόσπασμα από το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, καταγραφή 8/5/1943 “...δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε”. Και πάλι διαβάζοντας τον Γ. Ι. Μούχιν μπορούμε να δούμε γιατί ο Γκέμπελς ήταν τόσο ανήσυχος με τα γερμανικά πυρομαχικά που βρέθηκαν στο Κατίν»82. Ας σημειωθεί δε ότι και ο κ. Γκίκας, ο εγχώριος ερευνητής που στηρίζει την περί Κατίν αρθρογραφία του ΚΚΕ, σε παλιότερο άρθρο του στο Ριζοσπάστη παραθέτει το απόσπασμα του Γκέμπελς περικομμένο ολόιδια83. Συνάγεται ότι δυο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Είτε ο κ. Μπογιόπουλος έκανε κατά σύμπτωση την ίδια λαθροχειρία με τον Μούχιν. Είτε –το πιθανότερο– δεν διάβασε ο ίδιος το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, αλλά πήρε αυτούσιο το κομμένο απόσπασμα και την κάλπικη ερμηνεία του από τον Γκίκα (στον οποίο παραπέμπει), που το πήρε με τη σειρά του από τον Μούχιν. Αυτό δικαιώνει την κριτική μας ότι εμπιστεύονται τις πιο γελοίες πηγές, εξηγώντας τις ύβρεις τους στο Ριζοσπάστη. Και βέβαια δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε εμείς την ευφυΐα
82 Βλέπε στην ιστοσελίδα του Σεργκέι Ρομανόφ, του ρώσου αναλυτή που ασχολείται με τον Μούχιν, http://holocaustcontroversies.blogspot.com/2007/06/sergey-goebbels-guy-or-commieloon-for.html. Χωρίς να επισημαίνει τη λαθροχειρία, ο Ρομανόφ επίσης απαντά ότι το χωρίο του Γκέμπελς αναφέρεται εμφανώς στην προπαγανδιστική εκμετάλλευση της υπόθεσης. 83 Βλέπε, Α. Γκίκα, «Κατίν: Από τον Γκέμπελς στους κινηματογράφους», 16/3/2008.
τους. Όσοι εμπιστεύονται τέτοιες πηγές πιστοποιούν μόνοι τους το επίπεδο νοημοσύνης τους… Ακόμη πιο τολμηρός από τον κ. Μπογιόπουλο εμφανίζεται ο κ. Μαΐλης, ο οποίος βεβαιώνει: «… ο ίδιος ο Γκαίμπελς ομολόγησε το γερμανικό σχέδιο της σφαγής στο δάσος του Κατίν, ως έργο σχεδιασμένο, οργανωμένο και εκτελεσθέν από τη χιτλερική Γερμανία». Ο κ. Μαΐλης δεν παραθέτει από ποια πηγή το αντλεί αυτό, ούτε πότε και πού έγινε η συγκεκριμένη ομολογία, γιατί δεν υπάρχει –ή τουλάχιστον δεν παρατίθεται πουθενά αλλού– καμιά τέτοια ομολογία. Το προηγούμενο απόσπασμα δεν έχει καθόλου τέτοιο νόημα και πρέπει να είναι κανείς τελείως ανόητος ή ψευδολόγος για να το ερμηνεύσει έτσι. Το μόνο άλλο υπαρκτό απόσπασμα από το Ημερολόγιο του Γκέμπελς, που μπορεί να επικαλείται ο κ. Μαΐλης, λέει: «Δυστυχώς αναγκαστήκαμε να παραδώσουμε το Κατίν. Οι Μπολσεβίκοι αναμφίβολα γρήγορα θα “ανακαλύψουν” ότι εκτελέσαμε 12.000 στρατιώτες. Αυτό το επεισόδιο θα μας προκαλέσει αρκετά προβλήματα στο μέλλον. Τα σοβιέτ αναμφίβολα θα καταπιαστούν να βρουν όσο πιο πολλούς μαζικούς τάφους μπορούν και μετά θα το φορτώσουν σε μας»84. Ο καθένας θα δει ότι αυτό το χωρίο επίσης δεν περιέχει καμιά ομολογία ότι το έκαναν οι ναζί. Ο Γκέμπελς βάζει το “ανακαλύψουν” σε εισαγωγικά, εννοώντας, όπως το λέει ρητά στη συνέχεια, ότι οι σοβιετικοί θα “εμφανίσουν” προπαγανδιστικά και θα “φορτώσουν” το έγκλημα στους ναζί. Φυσικά πάλι μπορεί να λέει ψέματα. Κανείς όμως ιστορικός, ούτε στη Wikipedia που το παραθέτουν, ούτε πουθενά αλλού, δεν ερμηνεύει το παραπάνω απόσπασμα με την έννοια ότι ομολογεί την ενοχή των ναζί. Αν ο κ. Μαΐλης ξέρει καμιά άλλη “ομολογία” του Γκέμπελς, ας την παρουσιάσει να τη δούμε. Τέτοια όμως ομολογία δεν υπάρχει και το να υπονοεί ακόμη ότι υπάρχει φανερώνει ότι δεν κατανοεί τι ήταν ο ναζισμός. Ακόμη και αν
84Βλέπε http://en.wikipedia.org/wiki/Katyn_massacre http://books.google.com.
και
επίσης
υποτεθεί ότι οι ναζί είχαν όντως κάνει το συγκεκριμένο έγκλημα, ο Γκέμπελς δεν θα το παραδεχόταν ποτέ ανοικτά. Αν πάλι ο βαθυστόχαστος Μάκης διάβασε το παραπάνω απόσπασμα κάπου, δεν είδε τα εισαγωγικά στο “ανακαλύψουν” και το κατάλαβε σαν ομολογία ενοχής του Γκέμπελς, αυτό δείχνει τουλάχιστον βρεφική ικανότητα αντίληψης και επιπολαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, είναι υποχρέωση των κ.κ. Μπογιόπουλου και Μαΐλη, αν όντως διαθέτουν κάποιες πηγές που πιστοποιούν τις δηλώσεις που αποδίδουν στον Γκέμπελς ή τεκμηριώνουν την ερμηνεία τους των χωρίων που παραθέτουν, να τις παρουσιάσουν για να διαφωτίσουν το κοινό. Διαφορετικά, η στοιχειώδης ευπρέπεια απαιτεί να αναγνωρίσουν το λάθος τους και να ζητήσουν συγνώμη από τους αναγνώστες του Ριζοσπάστη. 3. Τα ντοκουμέντα Γιέλτσιν και η κατά Μούχιν-ΚΚΕ κριτική τους Οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη φωνασκούν επίσης πολύ για τα ντοκουμέντα της περιόδου Γιέλτσιν. Πρόκειται ασφαλώς για καίρια ντοκουμέντα, αφού αν είναι γνήσια τεκμηριώνουν πλήρως τη σταλινική ευθύνη για το Κατίν, αλλά όχι μοναδικά, ώστε να στηρίζεται σε αυτά όλη η εκτίμηση της υπόθεσης. Περιλαμβάνουν την πρόταση του Μπέρια για εξόντωση των Πολωνών, υπογραμμένη από τους Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ και Μικογιάν· απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίασης του ΠΓ της 5ης Μάρτη 1939 που υιοθέτησε την πρόταση· σημείωμα του 1959 του Σελέπιν προς τον Χρουστσόφ με πληροφορίες για τον αριθμό των εκτελεσμένων, αλλά και μαρτυρίες επιζώντων στελεχών του NKVD που είχαν συμμετάσχει στο έγκλημα, όπως οι Τόκαρεφ και Σοπρούνενκο. Τα ντοκουμέντα θεωρούνται γενικά γνήσια, εκτίμηση που εδραιώθηκε από την πρόσφατη αναγνώρισή τους από τη ρωσική κυβέρνηση και την ανάρτησή τους το 2010 στο ρωσικό κρατικό αρχείο. Βέβαια, η σταλινική πλευρά έχει διατυπώσει τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για πλαστά έγγραφα που χαλκεύτηκαν στα πλαίσια της προσπάθειας να τεθεί το ΚΚΣΕ εκτός νόμου το
1992. Ωστόσο, οι αντιρρήσεις που προβάλλονται στη γνησιότητά τους δεν είναι καθόλου πειστικές, ενώ πολλές από αυτές αποτελούν ωμά ψεύδη. Η αμφισβήτηση των ντοκουμέντων ξεκίνησε βασικά το 1995, με το ήδη μνημονευμένο βιβλίο του Μούχιν Η Έρευνα για το Κατίν. Τα επιχειρήματά του αναπαρήγαγε σε δημοσιεύσεις του ο σταλινικός καθηγητής Γκ. Φουρ και από αυτούς τα αντλούν συνεργάτες ερευνητές του ΚΚΕ όπως ο Γκίκας και οι δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη. Εκτός από τους Μούχιν, Φουρ και 2-3 ανυπόληπτους ρώσους εθνικιστές (Ζούκοφ, Στρίγκιν, κ.ά.), στους οποίους θα αναφερθούμε αργότερα, δεν υπάρχει κανείς ιστορικός κάποιου κύρους που να συμμερίζεται τις απόψεις τους. Ένα βασικό επιχείρημα του Μούχιν υπέρ της “πλαστότητας” των ντοκουμέντων είναι ότι δήθεν φέρουν υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς, που έλειπαν από τη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου όπου αποφασίστηκε η εκτέλεση των Πολωνών: «Στην πρώτη σελίδα του ντοκουμέντου, μαζί με τις τέσσερις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Μικογιάν και Βοροσίλοφ, ο παραχαράκτης πρόσθεσε τα ονόματα των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν από κάτω τους. Αυτό που δεν γνώριζε ο παραχαράκτης είναι ότι τόσο ο Καγκάνοβιτς όσο και ο Καλίνιν ήταν απόντες από τη 13η Σύνοδο του Πολιτικού Γραφείου το Μάρτιο του 1940. Δεν θα μπορούσαν να έχουν βάλει τις υπογραφές τους στο συγκεκριμένο έγγραφο»85. Στο άρθρο του της 5/2/2009 ο κ. Μπογιόπουλος αναπαράγει σχεδόν αυτούσιο αυτό το κατεβατό: «Στο υποτιθέμενο έγγραφο του Μπέρια», γράφει, «υπάρχουν οι υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Μικογιάν, Βοροσίλοφ, αλλά και των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Μόνο που στη συγκεκριμένη, τη 13η Σύνοδο του Πολιτικού Γραφείου το Μάρτη του 1940, οι δυο τελευταίοι απουσίαζαν. Οι παραχαράκτες, όμως, πρόσθεσαν από κεκτημένη προβοκατόρικη ταχύτητα και τα δικά τους ονόματα στο πλαστό τους έγγραφο». Και το επαναλαμβάνει επίσης ο κ. Γκίκας: «Η απόφαση του ΠΓ είχε μεταξύ άλλων, τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, οι οποίοι ωστόσο
85 Βλέπε, http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html.
ήταν απόντες από τη 13η Σύνοδο του οργάνου το Μάρτη του 1940» («Κατίν: Από τον Γκέμπελς στους Κινηματογράφους», Ριζοσπάστης, 16/3/2008). Μετά από αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί του Ριζοσπάστη ότι δήθεν μόνο τυπικά αναφέρονται σε ένα σημείο στον Μούχιν. Οπωσδήποτε, σύμπτωση που επαναλαμβάνεται δυο και τρεις φορές παύει να αποτελεί σύμπτωση. Και θα τη δούμε να επαναλαμβάνεται αρκετές φορές ακόμη… Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ακόμη κι αν πρόκειται για αντιγραφή από τον Μούχιν, η ύπαρξη υπογραφών των απόντων από τη συνεδρίαση Καγκάνοβιτς και Καλίνιν θα δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητα των ντοκουμέντων. Η αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός, ακόμη και αν συμπτωματικά είχε επισημανθεί για πρώτη φορά από έναν ανυπόληπτο τύπο όπως ο Μούχιν, θα ήταν τότε απόλυτα θεμιτή και δεν θα υπήρχε τίποτα επιλήψιμο σε αυτή. Το πρόβλημα με αυτή την αντίρρηση είναι ότι ο Μούχιν ψεύδεται ασύστολα για το θέμα των υπογραφών. Στην πραγματικότητα, αυτό που υπάρχει στην απόφαση δεν είναι υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς, αλλά μόνο σημείωση του ονόματός τους από γραμματείς ως καταγραφή της συμφωνίας τους. Αυτό είναι εμφανές σε όποιον δει λίγο προσεκτικά το ντοκουμέντο, που φέρει πάνω και προς τα αριστερά στο σώμα του φαρδιές-πλατιές τις υπογραφές των Στάλιν (με «ζα» [«υπέρ»] μπροστά), Μολότοφ, Βοροσίλοφ, Μικογιάν, ενώ στο περιθώριο έχει με μικρά γράμματα τα ονόματα των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς, με σημειωμένο δίπλα «ζα» («υπέρ») και μπροστά «τ.» (αρχικό του «τοβάριτς», σύντροφος). Για το ότι πρόκειται για σημείωση γραμματέα μαρτυρά ο ομοιόμορφος γραφικός χαρακτήρας των δυο ονομάτων, εντελώς διαφορετικός από εκείνον των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Άλλωστε και οι υπογραφές των δυο στελεχών, όπως εύκολα θα διαπιστωθεί από άλλα κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου, είναι εντελώς διαφορετικές. Ας σημειωθεί ότι καμιά σοβαρή πηγή δεν αναφέρει ότι η απόφαση έχει υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν.
Απεναντίας, όλοι μιλούν για υπογραφές των Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν και σημείωση των ονομάτων των Καγκάνοβιτς, Καλίνιν. Στη Wikipedia, τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, όπου μαζί με κόπια του εγγράφου υπάρχει κατά λέξη αναπαραγωγή του στα πολωνικά, αναφέρεται: «Podpisy: Stalina, Woroszyłowa, Mołotowa, i Mikojana; Na marginesie notatka protokolarna: tow. Kalinin-za, Kaganowiczza» (Υπογραφές: Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν. Σημειώσεις πρωτοκόλλου στο περιθώριο: συν. Καλίνιν-ναι, Καγκάνοβιτς-ναι)86. Το ίδιο επίσης βεβαιώνεται και στην αγγλική αναπαραγωγή. Ακόμη, στο έγκυρο ιστορικό σάιτ του Σκόμπλιν, όπου υπάρχει ακριβής μετάφραση των ντοκουμέντων στα αγγλικά, σημειώνεται: «“ναι” ακολουθούμενο από την υπογραφή του Στάλιν… υπογραφή του Βοροσίλοφ… υπογραφή του Μολότοφ… υπογραφή του Μικογιάν… σ. [σύντροφος] Καλίνιν-ναι – σημειωμένο με μολύβι στο περιθώριο… σ. [σύντροφος] Καγκάνοβιτς-ναι – σημειωμένο με μολύβι στο περιθώριο»87. Ο Ρομανόφ επίσης παρατηρεί ότι «ακριβώς επειδή ήταν απόντες, δεν υπάρχουν υπογραφές των Καλίνιν, Καγκάνοβιτς – μόνο σημειώσεις από γραμματέα ότι συμφώνησαν με την απόφαση»88. Τέλος, για να παραθέσουμε και μια σοβαρή αντικομμουνιστική πηγή από το Ίδρυμα Χούβερ, σε άρθρο των Π. Γκρέγκορι και Μ. Σιεκιέρσκι, αναφέρεται: «Το “υπέρ” του Στάλιν και η έντονη υπογραφή του έχουν γραφτεί ακανόνιστα στην κορυφή του “αιτήματος” του Μπέρια. Τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου Κλίμεντ Βοροσίλοφ, Αναστάς Μικογιάν και Βιατσεσλάβ Μολότοφ επίσης υπέγραψαν. Δυο απόντα μέλη, οι Μιχαήλ Καλίνιν και Λάζαρ Καγκάνοβιτς, ρωτήθηκε η γνώμη τους και οι θετικές ψήφοι τους καταγράφηκαν στο αριστερό περιθώριο»89.
86 Βλ. σχετικά στη Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/File:1940-0305_beria1.png). 87 Βλέπε http://skoblin.blogspot.com/2009/03/katyn-documents-i.html. 88 Βλέπε http://holocaustcontroversies.blogspot.com/2007/06/sergeygoebbels-guy-or-commie-loon-for.html.
Κοντολογής, εκτός από τον Μούχιν και το Ριζοσπάστη, κανείς δεν λέει ότι υπάρχουν υπογραφές των απόντων στελεχών. Όλοι καταγράφουν το στοιχειώδες γεγονός, που μόνο βρέφη μπορεί να αμφισβητούν, ότι πρόκειται για σημείωση των ονομάτων τους από γραμματέα. Και το γεγονός παραμένει ότι ο ισχυρισμός του Μούχιν προηγήθηκε χρονικά και οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη τον αναπαράγουν, συχνά μάλιστα αντιγράφοντας κατά λέξη τις διατυπώσεις. Τα παραπάνω δεν αποδεικνύουν, βέβαια, οριστικά ότι τα ντοκουμέντα είναι γνήσια. Αποδεικνύουν ότι ή είναι γνήσια, ή αν πρόκειται για πλαστογραφία, έχει γίνει προσεγμένη δουλειά. Και αποδεικνύουν επίσης ότι ο Μούχιν και όσοι τον επαναλαμβάνουν, είναι οπωσδήποτε χειρότεροι, χοντροκομμένοι και γελοίοι πλαστογράφοι. Όσο για τους κ.κ. Γκίκα και Μπογιόπουλο, συνάγεται ότι αντέγραψαν δουλικά τις ψευδολογίες του Μούχιν. Αναμάσησαν ότι το έγγραφο έχει «υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν», επειδή τους βόλευε στην επιχείρηση δικαίωσης του Στάλιν, χωρίς να ελέγξουν ούτε τι πραγματικά υπάρχει στην απόφαση, ούτε τι σόι “ιστορικός” είναι ο Μούχιν, η πηγή τους. Αυτό εξηγεί τις φωνασκίες και τη βιασύνη τους να αποσυνδεθούν φραστικά από αυτόν, καθώς ξέρουν κατά βάθος ότι πρόκειται για τσαρλατάνο και απατεώνα90.
89 Βλέπε http://www.hoover.org/publications/digest/22787574.html. 90 Εδώ ας μου επιτραπεί μια προσωπική παρατήρηση. Στο πρώτο άρθρο μου στην Αυγή, «Το έγκλημα του Κατίν και οι πηγές του Ριζοσπάστη», γινόταν η εκτίμηση ότι «Αν και τα περισσότερα στοιχεία και ενδείξεις συνηγορούν ότι πρόκειται για σταλινικό έγκλημα, το θέμα του Κατίν δεν έχει κλείσει ακόμη εντελώς για την ιστορική έρευνα». Εκείνη η εκτίμηση βασιζόταν σε δυο κυρίως “δεδομένα”, που μου προκαλούσαν τότε μια επιφύλαξη. Το πρώτο, και λιγότερο σημαντικό, αφορά το ότι η σήψη των πτωμάτων που ξεθάφτηκαν από την Επιτροπή Μπούρντενκο το 1944 δεν ήταν τόσο προχωρημένη όσο θα αναμενόταν αν το έγκλημα είχε γίνει το 1940 από τους σταλινικούς. Αυτό προβλήθηκε από τους ίδιους και προβάλλεται στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη ως τεκμήριο υπέρ της εκδοχής τους. Ωστόσο έχει εξηγηθεί εύλογα από τις συνθήκες σε μαζικούς τάφους, όπου λόγω της συγκόλλησης των πτωμάτων και έλλειψης οξυγόνου παρατηρούνται φαινόμενα μουμιοποίησης, επίσης από το ψυχρό πολωνικό κλίμα, κ.ά.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι για άλλους λόγους ίσως κάποτε η ιστορική έρευνα αποφανθεί ότι τα έγγραφα είναι ψεύτικα, η αναπαραγωγή κραυγαλέων ψευδολογιών από το Ριζοσπάστη παραμένει. Αναρωτιέται δε κανείς πώς μπορεί να μιλούν για «ιστορικές παραποιήσεις» των άλλων, όταν οι ίδιοι μηρυκάζουν τέτοιες ξεδιάντροπες παραχαράξεις. Στην πραγματικότητα, οι αρθρογράφοι του ΚΚΕ αναμασούν πλήθος ακόμη ανάλογου επιπέδου και βαρύτητας επιχειρήματα του Μούχιν. Ένα άλλο, π.χ., είναι ότι το σημείωμα του Σελέπιν προς τον Χρουστσόφ δεν μπορεί να είναι γνήσιο, επειδή αναφέρει «ΚΚΣΕ» και όχι «ΠΚΚ (Μπ.)», όπως ήταν ο επίσημος τίτλος του ΚΚΣΕ πριν το 1952. «Ο Σέπελιν (sic!)», λέει ο Μούχιν, «απλά “αναφέρεται στο πρωτόκολλο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ να εκτελέσει…” Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι το ΚΚΣΕ δεν υπήρχε ως το 1952. Το 1940, δεν υπήρχε τέτοιο κυβερνητικό σώμα! Το 1940 αποκαλούνταν το Πολιτικό Γραφείο του ΠΚΚ (Μπ.) [Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα – 91 Μπολσεβίκοι]» . Και ο κ. Μπογιόπουλος (5/2/2009) επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος: «Ο Σέπελιν (sic!) που υποτίθεται ότι είχε στείλει “έγγραφο” στον Χρουστσόφ να καταστραφούν τα στοιχεία για το Κατίν, όταν ρωτήθηκε, το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αλλά πέρα από αυτό, είναι δυνατόν ολόκληρος επικεφαλής της KGB να γράφει στο έγγραφό του ότι η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών το 1940 πάρθηκε από το “Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΣΕ” και να μη γνωρίζει ότι το 1940 δεν … υπήρχε ΚΚΣΕ, αλλά ΠΚΚ(Μπ.), δηλαδή Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (μπολσεβίκοι) και ότι σε
Το δεύτερο αφορούσε ακριβώς τον ισχυρισμό για ύπαρξη υπογραφών των απόντων Καλίνιν και Καγκάνοβιτς στην απόφαση του ΠΓ. Τότε δεν είχα γνωριστεί ακόμη με τα ντοκουμέντα της Περεστρόικα, αφού εκείνο το άρθρο αφορούσε άλλες πτυχές του ζητήματος. Χωρίς να υπερεκτιμώ την αντίληψη των Μπογιόπουλου και σία, πίστευα ότι δεν είναι τόσο ανόητοι ώστε να διατυπώνουν τόσο ηχηρά ένα τόσο κρίσιμο ισχυρισμό απλά αντιγράφοντάς τον από τον Μούχιν, χωρίς να έχουν ελέγξει οι ίδιοι τι πραγματικά υπάρχει στην απόφαση. Σε αυτή την υπόθεση έπεσα εντελώς έξω. 91 Βλέπε http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html.
ΚΚΣΕ μετονομάστηκε μόνο μετά το 1952; Ούτε αυτό το πρόσεξαν οι παραχαράκτες…» Κατ’ αρχήν εδώ έχουμε μια ισχυρή ένδειξη ότι ο κ. Μπογιόπουλος όχι μόνο βασίζεται στον Μούχιν, αλλά αντιγράφει σαν μαθητούδι τις διατριβές του από το διαδίκτυο. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς αναφέρουν και οι δύο το όνομα του Σελέπιν με τον ίδιο λαθεμένο τρόπο, ως Σέπελιν. Ο Σελέπιν ήταν αρχηγός της KGB στα 1958-61 και αργότερα μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ. Προφανώς, αν ο Μπογιόπουλος είχε κάνει μια στοιχειώδη έρευνα για το Κατίν και δεν αντέγραφε, θα παρέθετε σωστά το όνομά του (όπως κάνει ο κ. Γκίκας στο άρθρο του). Αλλά πέρα από αυτό, το επιχείρημά τους ηχεί το λιγότερο αφελές. Ο τίτλος ΚΚΣΕ μπορεί να καθιερώθηκε επίσημα το 1952, ήταν όμως σε πλατιά χρήση και προγενέστερα. Χαρακτηριστικά, η διαβόητη Ιστορία του ΚΚΣΕ (Μπ.), αυτό το απαύγασμα της σταλινικής πλαστογράφησης της ιστορίας, εκδόθηκε το 1939 στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες με τον όρο “ΚΚΣΕ”, ενώ μόνο στη ρωσική έκδοση αναφερόταν το επίσημο “ΠΚΚ(Μπ.)”. Εξάλλου, ο Ρομανόφ παραθέτει κομματικές αποφάσεις πριν το 1952, όπου χρησιμοποιούνταν το “ΚΚΣΕ”. Το να απορεί κανείς, λοιπόν, που ο Σελέπιν, σε ένα σημείωμα του 1959, αναφέρει “ΚΚΣΕ” αντί για τον προ του 1952 επίσημο τίτλο φανερώνει τουλάχιστον υποκρισία και αδυναμία προσκόμισης ουσιαστικών επιχειρημάτων και στοιχείων. Μια σοβαρή αμφισβήτηση των ντοκουμέντων θα έπρεπε προφανώς να ξεκινά από τη φόρμα τους, τη γνησιότητα των υπογραφών, κοκ. Οι αμφισβητίες όμως δεν έχουν διατυπώσει ούτε μια τεκμηριωμένη σχετική επιφύλαξη, καθώς οι υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Βοροσίλοφ και Μικογιάν είναι εμφανώς γνήσιες, ενώ και η φόρμα ακολουθεί πιστά άλλες αποφάσεις του ΠΓ. Αντί γι’ αυτό, ψεύδονται ή επικαλούνται ανούσιες λεπτομέρειες, όπως το αν ο Σελέπιν χρησιμοποίησε το 1959 τον όρο “ΚΚΣΕ” αντί “ΠΚΚ(Μπ.)”… Σε αυτή τη συνάρτηση, αξίζει να αναφερθεί ότι και ο Μούχιν ακόμη αναγνωρίζει ότι η πρώτη σελίδα του ντοκουμέντου με τις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ,
Βοροσίλοφ και Μικογιάν είναι γνήσια και πρόκειται για πραγματική απόφαση του Πολιτικού Γραφείου για τους Πολωνούς κρατουμένους. Δίνει όμως μια διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η πρόταση του Μπέρια δεν ήταν να εκτελεστούν αλλά να επιβεβαιωθεί απλά η προηγούμενη απόφαση του NKVD, που επέβαλε ποινή κράτησης 5 ως 8 χρόνια. Η επιχειρηματολογία του παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον από την άποψη της πιστοποίησης της απίστευτης ανοησίας του ίδιου του Μούχιν και όσων τoν ακολουθούν: «Το ερώτημα πρέπει να τεθεί», γράφει, «γιατί ο πλαστογράφος έκανε τέτοια λάθη; Ο λόγος γι’ αυτά είναι ότι ο πλαστογράφος χρησιμοποίησε ένα αυθεντικό ντοκουμέντο από τον Μπέρια προς το Πολιτικό Γραφείο. Ο πλαστογράφος χρειαζόταν ένα αυθεντικό ντοκουμέντο, που να έχει έναν αριθμό καταχώρησης και να διατηρεί το ίδιο χαρακτηριστικό στιλ του Μπέρια. Δεν άλλαξε την πρώτη σελίδα, εκτός από την προσθήκη των ονομάτων των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν (που ο πλαστογράφος νόμιζε ότι θα έπρεπε να είναι εκεί). Ωστόσο, ο πλαστογράφος άλλαξε τη δεύτερη σελίδα, τα αιτήματα του Μπέρια… Στο αυθεντικό ντοκουμέντο, το αίτημα του Μπέρια ήταν να μην εκτελεστούν οι αιχμάλωτοι… Αντί να διατάζει μια εκτέλεση, το πρωτότυπο ντοκουμέντο θα έπρεπε να διαβάζει: “με την εφαρμογή σε αυτούς της απόφασης των 5-8 χρόνων φυλάκισης όπως ορίστηκε από την Ειδική Επιτροπή του NKVD ”». Τότε η απόφαση «θα έβγαζε νόημα»92. Ο Μούχιν μας ζητά να πιστέψουμε ότι αυτό που ήθελαν οι πλαστογράφοι για να κάνουν την πλαστογραφία τους εμφανίστηκε ουρανοκατέβατο μπροστά τους, και μάλιστα με τέτοια ιδεώδη μορφή – ημερομηνίες, αριθμό καταχώρησης, διατύπωση, στιλ, κ.ά., όλα όπως χρειάζονταν – που με μια επουσιώδη αλλαγή σε μια σελίδα μπορούσε να εξυπηρετήσει πλήρως τους ελεεινούς σκοπούς τους. Αυτό είναι σαν να χρειαζόμαστε 150.000 ευρώ για να αγοράσουμε ένα διαμέρισμα και ξυπνώντας το πρωί να βρίσκουμε ως εκ θαύματος τις 145.000 μπροστά στην πόρτα μας.
92 Βλέπε στο ίδιο.
Ας αφήσουμε στην άκρη το ότι τέτοια θαύματα δεν συμβαίνουν συχνά. Το ζήτημα είναι ότι αν μια τέτοια ερμηνεία “βγάζει νόημα”, τότε θα πρέπει να ξεχάσουμε εντελώς την κοινή λογική. Γιατί πραγματικά, το μόνο που προκαλεί θαυμασμό και απορία σε αυτήν είναι η πλήρης απιθανότητά της και το πλήθος των αντιρρήσεων που μπορεί να της προβληθούν. Πρώτ’ απ’ όλα, αν η απόφαση, όπως ομολογείται, είναι γνήσια, δυσκολεύεται να καταλάβει κανείς γιατί ο “πλαστογράφος” έπρεπε να προσθέσει τις υπογραφές ή τα ονόματα των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Όταν είχε στα χέρια του αυτό που χρειαζόταν, γιατί να διακινδυνεύσει την αποκάλυψη της “πλαστογραφίας” βάζοντας επιπλέον υπογραφές ή ονόματα που οπωσδήποτε ελέγχονται πολύ πιο εύκολα από την αλλαγή μιας φράσης στο κείμενο; Για να το κάνει αυτό, ο “πλαστογράφος” μας –χωρίς να ερευνήσει μάλιστα καν αν εκείνοι τα ονόματα των οποίων από κάποιο βίτσιο ήθελε να προσθέσει ήταν παρόντες στη συγκεκριμένη σύνοδο του ΠΓ– θα έπρεπε να έχει λιγότερο μυαλό ακόμη και από τον Μούχιν και τους ευφυείς συντάκτες του Ριζοσπάστη… Κατά δεύτερο λόγο, αν ο Μπέρια πρότεινε την επαναβεβαίωση της προηγούμενης απόφασης του NKVD, τι χρειαζόταν να ληφθεί μια τέτοια απόφαση, και μάλιστα τόσο αναλυτική (το ντοκουμέντο περιλαμβάνει διεξοδικότατη αναφορά στον αριθμό των κρατουμένων, κατά βαθμούς, κατηγορίες, ειδικότητες, κ.ά.) από το Πολιτικό Γραφείο; Θα μπορούσε απλά να δοθεί μια τυπική επιβεβαίωση ότι ισχύει η προηγούμενη απόφαση. Και κατά τρίτο, και κυριότερο, αν επρόκειτο για τυπική επαναβεβαίωση της παλιάς απόφασης, δεν μπορεί να εξηγηθεί ότι κρίθηκε απαραίτητο να ρωτηθούν οι απόντες Καλίνιν και Καγκάνοβιτς ώστε να καταγραφεί και η δική τους συμφωνία. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί ότι δεν επρόκειτο για κάτι τυπικό, αλλά για ριζική αλλαγή της παλιάς απόφασης. Και στις συγκεκριμένες συνθήκες αυτή η αλλαγή μπορούσε να είναι μόνο η εκτέλεση των Πολωνών. Για να αποφύγει αυτό το μοιραίο συμπέρασμα, ο καλός Μούχιν καταφεύγει στο εύρημα ότι η απόφαση έχει πλαστές
υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, αντί για καταγραφή της συμφωνίας τους από γραμματέα. Με απλά λόγια, δηλαδή, μας λέει: «Κάντε μου τη χάρη να δεχτείτε το ψέμα ότι στην απόφαση υπάρχουν υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς και τότε θα μπορέσω να σας παρουσιάσω κι εγώ μια εύλογη ερμηνεία για το τι “πραγματικά” έλεγε η απόφαση». Και ένας τέτοιος αρχι-ανοητολόγος (και συμπαθών των νεοναζί!) αποτελεί βασική πηγή της αρθρογραφίας του ΚΚΕ και επαινείται θερμά στο Ριζοσπάστη από τους ομογάλακτούς του Σλομπότκιν! Σε κάθε περίπτωση, αν επιμένουν ότι τα ντοκουμέντα είναι πλαστά και προβοκατόρικα, ενώ από την άλλη αποσυνδέονται από τον Μούχιν, οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη θα πρέπει να μας πουν σε ποια επιχειρήματα βασίζουν πλέον τον ισχυρισμό τους. Όταν και ο Μούχιν ομολογεί ότι, εκτός από το σημείο με την πρόταση του Μπέρια, το υπόλοιπο ντοκουμέντο είναι γνήσιο, είναι σαφές ότι οι φωστήρες του ΚΚΕ, που ως τώρα επαναλάμβαναν τα επιχειρήματά του, πρέπει να παρουσιάσουν κάτι καλύτερο για να πείσουν. Αν δεν το κάνουν, τότε μένει μόνο ένας ισχυρισμός στον αέρα, που μπορεί να εξυπηρετεί τις απολογητικές τους σκοπιμότητες αλλά δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. 4. Σλομπότκιν και Φουρ Οι Γιούρι Σλομπότκιν και Γκρόβερ Φουρ είναι δυο άλλες βασικές πηγές της αρθρογραφίας του Ριζοσπάστη για το Κατίν. Και οι δυο στηρίζονται ισχυρά στον Μούχιν. Παραθέσαμε ήδη τις εκθειαστικές αναφορές του Σλομπότκιν σε αυτόν. Όσο για τον Φουρ, ο ίδιος αναφέρει το περί Κατίν έργο του Μούχιν, Αντιρωσική Παλιανθρωπιά, ως την «κύρια προσπάθεια να αποδειχτεί ότι δεν το έκαναν τα σοβιέτ». «Είναι ένα συναρπαστικό έργο!... Το διάβασα τέσσερις φορές από το εξώφυλλο ως το οπισθόφυλλο»93, προσθέτει διθυραμβικά. Αυτές οι αναφορές δεν αφορούν μόνο την αξιοποίηση πηγών, αλλά παραπέμπουν σε μια πλήρη ιδεολογική ταύτιση. Όπως ο Μούχιν, οι Σλομπότκιν και Φουρ είναι απολογητές του
93 Βλέπε την ιστοσελίδα http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html.
του Φουρ,
σταλινισμού, τον οποίο προσπαθούν να αποκαθάρουν από τα ειδεχθή εγκλήματά του. Στον Στάλιν τους έλκει ακριβώς η αντισοσιαλιστική κτηνωδία, το άνοιγμα του δρόμου για τους καιροσκόπους και τις μετριότητες, η συγκάλυψη αντιδραστικών σκοπών και πρακτικών κάτω από μια “επαναστατική”, ψευδοκομμουνιστική αμφίεση, στοιχεία αναγκαία για τον εξωραϊσμό και την προώθηση των δικών τους σοβινιστικών-εθνικιστικών σκοπών. Ενδεικτικό τούτης της ταύτισης είναι ότι ο Φουρ τιτλοφόρησε το κύριο έργο του, μια χυδαία απολογία του σταλινισμού, Αντισταλινική Παλιανθρωπιά, εμπνεόμενος από το Αντιρωσική Παλιανθρωπιά του Μούχιν. Όσο για τον Σλομπότκιν, είναι υμνητής του Στάλιν και στέλεχος του υπερσταλινικού ΚΕΚΡ, με το οποίο συνδέεται στενά το ΚΚΕ. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι πρόκειται για εξίσου ανυπόληπτους φανατικούς με τον Μούχιν, που μόνο από αφέλεια ή κακή πρόθεση μπορεί να παίρνει κανείς στα σοβαρά. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Σλομπότκιν και Φουρ, όντας λίγο πιο λεπτεπίλεπτοι, φροντίζουν να κρατούν αποστάσεις από τις τσαρλατανιές και τις φασιστικές συμπάθειες ενός Μούχιν. Επειδή, ωστόσο, τους επικαλούνται στο Ριζοσπάστη ως έγκριτους ερευνητές, ας δούμε στοιχειωδώς αν προσθέτουν κάτι νέο στη διασάφηση της ιστορικής αλήθειας για το Κατίν. Ένας βασικός ισχυρισμός του Σλομπότκιν στο Ριζοσπάστη είναι ότι το συνταγματικό δικαστήριο της Ρωσίας αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα “ντοκουμέντα Γιέλτσιν” και έβαλε τέρμα στην υπόθεση, αποδίδοντας ουσιαστικά το έγκλημα στους ναζί: «Το συνταγματικό δικαστήριο στην απόφασή του της 30ης Νοέμβρη 1992 δεν άρθρωσε λέξη για την τραγωδία του Κατίν. Στην ουσία αποκατέστησε την πρώην σοβιετική και κομματική ηγεσία. Αναγνώρισε έμμεσα την ισχύ των συμπερασμάτων της επιτροπής του ακαδημαϊκού Ν. Ν. Μπούρντενκο» (29/5/2005). «Το συνταγματικό δικαστήριο στην απόφασή του δεν έχει διατυπώσει ούτε μια λέξη σχετικά με αυτά τα ντοκουμέντα. Όπως και δεν έχει ούτε μια αναφορά στην υπόθεση του Κατίν. Πλήρως άφησε αυτή την υπόθεση» (15/3/2009). Παρουσιάζοντας έτσι τα πράγματα, ο Σλομπότκιν αποσιωπά εντελώς τη συνέχιση της έρευνας των ρωσικών
αρχών για το Κατίν και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Η αλήθεια, βέβαια, που δεν μπορεί να αγνοεί, αλλά κρύβει συνειδητά από τους αναγνώστες του Ριζοσπάστη, είναι ότι η δικαστική έρευνα του θέματος που ξεκίνησε το 1992 συνεχίστηκε αργότερα και τερματίστηκε επίσημα το 2004, με ομολογία της σταλινικής ενοχής. Το Μάρτιο του 2005 ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσίας Αλεξάντερ Σάβενκοφ, ανακοινώνοντας τα αποτελέσματά της, αναγνώρισε σαφώς ότι το έγκλημα διαπράχθηκε από τη ρωσική πλευρά. Δεν προχώρησε όμως σε ρητό καταλογισμό ευθυνών και δικαιολόγησε το χαρακτηρισμό από τις ρωσικές αρχές μεγάλου αριθμού φακέλων ως «απόρρητων» με το ότι περιέχουν «κρατικά μυστικά». Η νομική επιχειρηματολογία του Σάβενκοφ ήταν ότι το Κατίν δεν συνιστά γενοκτονία, επειδή δεν πρόκειται για μαζική εξόντωση πληθυσμού, όπως με τους Εβραίους. Μια περίληψη των δηλώσεών του δίνεται σε ρεπορτάζ του ρωσικού πρακτορείου Νοβόστι: «“Οι πράξεις που ερευνήθηκαν σε αυτή την υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθούν σαν γενοκτονία του πολωνικού λαού”, είπε ο Επικεφαλής Στρατιωτικός Εισαγγελέας της Ρωσίας Αλεξάντερ Σάβενκοφ. Σύμφωνα με αυτόν οι έρευνες εξακρίβωσαν τον ακριβή αριθμό των ανθρώπων – περίπου 14.540 – που ήταν φυλακισμένοι στα στρατόπεδα θανάτου και ενάντια “στους οποίους πάρθηκαν οι αποφάσεις”. Τουλάχιστον 10.700 από αυτούς κρατούνταν σε στρατόπεδα στο έδαφος της Ρωσίας και 3.800 στην Ουκρανία. “Η έρευνα εξακρίβωσε το θάνατο 1803 αιχμαλώτων πολέμου και πιστοποιήθηκε η ταυτότητα 22 ανθρώπων”, είπε ο Σάβενκοφ, αλλά δεν ανέφερε τίποτα για την τύχη των άλλων. Σύμφωνα με τον επικεφαλής στρατιωτικό εισαγγελέα η εξέταση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 21/9/2004, όταν η έρευνα εγκαταλείφθηκε εξαιτίας του θανάτου των δραστών»94.
94 Βλέπε http://eng.9may.ru/eng_news/m12668. Θέλω να ευχαριστήσω εδώ τον Ορέστη Πασχαλινά, που έθεσε υπόψη μου αρκετές πηγές γι’ αυτή και μερικές άλλες πλευρές της υπόθεσης. Στο ενδιαφέρον σάιτ του έδωσε μια πρώτη παρουσίαση για το ποιόν των πηγών του ΚΚΕ, βλέπε «Ένας Ρώσος Λιακόπουλος πηγή των σταλινικών για το Κατίν», http://allotriosi.wordpress.com/2009/02/05/mukhin/.
Ο Σάβενκοφ πρόσθεσε επίσης ότι από τους 183 φακέλους της υπόθεσης παρεχόταν πρόσβαση στην πολωνική πλευρά μόνο σε 67. Οι υπόλοιποι χαρακτηρίστηκαν «άκρως απόρρητοι» ή «μόνο για επίσημη χρήση». Σύμφωνα με ανεπίσημες εξηγήσεις που δόθηκαν, τα αναγνωρισμένα 1803 θύματα περιλαμβάνουν όλους τους Πολωνούς που βρήκαν οι Ρώσοι στις εκταφές (1380 από την Επιτροπή Μπούρντενκο το 1944, 167 στο Χάρκοβο το 1991, 243 στο Μέντνοε το 1991 και 13 στο Κατίν το 1991). Ο ίδιος δε δήλωσε ότι «οι ένοχοι αυτών των τραγικών γεγονότων έχουν εξακριβωθεί. Είναι πρώην υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι της πρώην ΕΣΣΔ», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τα ονόματά τους είναι στους απόρρητους φακέλους της υπόθεσης, που έχουν ταξινομηθεί ως κρατικά μυστικά95. Οι πολιτικές σκοπιμότητες αυτής της “μεσοβέζικης” απόφασης είναι εμφανείς. Περιορίζοντας την αναγνώριση στη διάπραξη του εγκλήματος, μη κατονομάζοντας τους ενόχους και αναγνωρίζοντας μόνο 1803 εξακριβωμένες περιπτώσεις, η ρωσική κυβέρνηση προσπαθούσε να θολώσει τα νερά, για να αποφύγει το καυτό θέμα της καταβολής αποζημιώσεων στους συγγενείς των θυμάτων. Ο ισχυρισμός ότι δεν πρόκειται για γενοκτονία μπορεί τυπικά να ευσταθεί, κάθε έρευνα που θα επεδίωκε όμως πραγματική διαλεύκανση της υπόθεσης θα όφειλε να προβεί σε ένα κατ’ αρχήν χαρακτηρισμό του εγκλήματος, π.χ. ως “έγκλημα πολέμου” ή “έγκλημα κατά της ανθρωπότητας”. Επιπρόσθετα, ο χαρακτηρισμός του μεγαλύτερου όγκου των φακέλων ως “απόρρητων” φανερώνει έκδηλη πρόθεση κουκουλώματος, που, πέρα από την αποφυγή των αποζημιώσεων, εξηγείται εν μέρει και από την εξύψωση και προβολή του Στάλιν ως “ανακαινιστή της χώρας” από την τωρινή αστική Ρωσία του Πούτιν96.
95 Βλέπε http://www.aiipowmia.com/inter25/in130305katyn.html. 96 Τα παραπάνω επισημαίνονται σε κείμενα φιλελευθερο-ανθρωπιστικής αστικής οπτικής στο διαδίκτυο, όπως η Δήλωση της Κοινωνίας Διεθνούς Μνήμης «Για την έρευνα του εγκλήματος του Κατίν στη Ρωσία», http://www.memo.ru/daytoday/5katyn_eng.htm και το Σ. Τερεσένκοβ, «Κατίν, μη αποκαλυμμένη αλήθεια», http://www.data.minsk.by/belarusnews/122008/1.html. Βέβαια, στα παραπάνω, η έκκληση για αποκάλυψη της πλήρους ιστορικής αλήθειας για το Κατίν συνδέεται με γενικευτικές αναφορές στο «καταπιεστικό σοβιετικό καθεστώς», κοκ., που απορρέουν από την οικεία αστική ταύτιση του σταλινισμού με τον κομμουνισμό και την ΕΣΣΔ.
Πέρα από αυτά, γεγονός παραμένει ότι η έρευνα συνεχίστηκε και κατέληξε ρητά στη σταλινική ενοχή. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνει κανείς πόσο αβάσιμοι είναι οι ισχυρισμοί του Σλομπότκιν ότι η υπόθεση εγκαταλείφθηκε. Βέβαια, οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, που παρουσιάζουν την υπεράσπισή τους του Στάλιν ως συνώνυμη με την “υπόθεση του κομμουνισμού”, οφείλουν μια εξήγηση για ένα άλλο ενοχλητικό γεγονός: αν ο Στάλιν ήταν τέτοιος πιστός κομμουνιστής όπως τον παρουσιάζουν και αθώος του εγκλήματος τούτου, γιατί η τωρινή αστική Ρωσία κρύβει τα ντοκουμέντα σχετικά με το Κατίν; Το να απαντήσει κανείς ότι θέλουν να αποφύγουν τη δικαίωση του Στάλιν επειδή ως αστοί είναι αντικομμουνιστές και ο Στάλιν στα μάτια τους είναι ταυτισμένος με τον κομμουνισμό θα ήταν ωμή παραχάραξη της αλήθειας. Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε τους συντάκτες του Ριζοσπάστη και τους ωμούς αντικομμουνιστές της Μαύρης Βίβλου, που την ασπάζονται για τους δικούς του ιδεολογικούς σκοπούς ο καθένας, λίγοι στέκουν σε αυτή την άποψη. Και η τωρινή ρωσική ηγεσία μεταχειρίζεται ευνοϊκά τον Στάλιν ως “εθνικό ηγέτη”, δεν έχει ακουστεί να διεξάγει ποτέ μια καμπάνια εναντίον του και θα εξυπηρετούνταν τα μέγιστα αν στα αρχεία υπήρχε έστω μια μαρτυρία που να πιστοποιεί ενοχή των ναζί ακόμη και για ένα μέρος των φόνων, αφού θα απέφευγε έτσι το καυτό θέμα των αποζημιώσεων. Ένα άλλο επιχείρημα του Σλομπότκιν υπέρ της πλαστότητας των ντοκουμέντων αφορά ότι η πρόταση του Μπέρια που εισηγείται την εκτέλεση των Πολωνών (με τις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, κ.ά.) και το απόσπασμα των πρακτικών του ΠΓ όπου καταγράφεται η λήψη της απόφασης έχουν την ίδια ημερομηνία. «Στην πρακτική των συνεδριάσεων του Πολιτικού Γραφείου δεν συνέβη ποτέ κάτι παρόμοιο. Υπήρχε απόσταση χρόνου (που) … δεν ήταν μικρότερη από 5-6 ημέρες». Κι ακόμη η μη παρουσίαση το 1992, όταν τα ντοκουμέντα δημοσιοποιήθηκαν για πρώτη φορά, των πρωτοτύπων, αλλά αντιγράφων της απόφασης.
Βέβαια, ο Σλομπότκιν μπερδεύει ελαφρώς τις ημερομηνίες, αφού στο άρθρο του (Ριζοσπάστης 29/5/2005) αναφέρει ότι τα ντοκουμέντα είχαν κοινή ημερομηνία, «της 5ης Μαρτίου 1940», ενώ στην πρόσφατη συνέντευξή του λέει ότι «και τα δυο… είχαν την ίδια ημερομηνία, της 4ης Μάρτη». Διανθίζει δε με δικές του, μη ελέγξιμες λεπτομέρειες, όπως ότι οι του Γιέλτσιν αργότερα «απαλείψανε εντελώς την ημερομηνία της 4ης Μάρτη», κοκ. Αυτοί οι ανυπόστατοι ισχυρισμοί διατυπώνονται πιο διεξοδικά από τον Γκίκα στην πρόσφατη αρθρογραφία του και θα εξεταστούν σε επόμενο μέρος97. Για την ώρα ας αρκεστούμε να παρατηρήσουμε ότι το να προβαίνει κανείς σε ένα τέτοιο ισχυρισμό και να μπερδεύει την ημερομηνία στην οποία αναφέρεται μόνο υπέρ της γνησιότητας των λεγομένων του δεν συνηγορεί. Ότι ο Σλομπότκιν αντλεί το σύνολο των επιχειρημάτων του από τον Μούχιν είναι κάτι που δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να το αποδείξουμε. Πέραν από άλλα στοιχεία, όπως η συμμετοχή του Σλομπότκιν σε ταινίες του Μούχιν για το Κατίν98, αποδεικνύεται και από την ίδια την αρθρογραφία του Ριζοσπάστη, όπου τα δυο αυτά ονόματα παρατίθενται δίπλαδίπλα. Σε άλλα άρθρα του Στ. Κρητικού («Υπόθεση Κατίν. Στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας», Ριζοσπάστης, 8/2/2009), αλλά και πιο πριν του Μάκη Μαΐλη («Η αλήθεια και το ψέμα», Ριζοσπάστης, 15/5/2005), από όπου κάνει copy-paste ο Κρητικός, διαβάζουμε: «Ο νομικός Γιούρι Σλομπότκιν, στέλεχος και πρώην βουλευτής του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ), με σειρά άρθρων του στην εφημερίδα “Εργαζόμενη Ρωσία”, αποδείχνει ότι η υπόθεση του Κατίν ήταν οργανωμένη από τη Γερμανία. Γράφει ο Ρώσος νομικός: “Στο Κατίν οι Γερμανοί εγκατέστησαν γερμανική ομάδα της προπαγάνδας. Ο Γκέμπελς υποδείκνυε με επιμονή στους υφισταμένους του: “Οι
97 Βλέπε επίσης στο στο κεφάλαιο «Οι πρόσφατες εξελίξεις και η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη», υποκεφάλαιο 7.2, όπου συζητείται επίσης και το θέμα των πρωτοτύπων. 98 Βλέπε τη βιογραφία του Σλομπότκιν στην πορτογαλική Wikipedia, http://pt.wikipedia.org/wiki/Yuri_Slobodkin_Maksimovich.
Γερμανοί αξιωματικοί, που θα αναλάβουν την καθοδήγηση, θα πρέπει να είναι εξαιρετικά πολιτικά προετοιμασμένοι και έμπειροι άνθρωποι, ικανοί να ενεργούν με ευελιξία και βεβαιότητα. Μερικοί άνθρωποί μας πρέπει να είναι εκεί πιο πριν, έτσι ώστε όλα να είναι έτοιμα κατά την άφιξη του Ερυθρού Σταυρού και κατά τις εκταφές να μην αντιμετωπίσουν καταστάσεις που δεν αντιστοιχούν στη γραμμή μας”. Το 1995 κυκλοφόρησε στη Μόσχα το βιβλίο “Έρευνα για το Κατίν” του Γ. Μούχιν. Μεταξύ πολλών, ο Γ. Μούχιν κατονομάζει τρεις άμεσες αποδείξεις…”» Οι “αποδείξεις” στις οποίες αναφέρεται το άρθρο και τις οποίες ο Σλομπότκιν αντλεί από τον Μούχιν, αφορούν θέματα όπως ο όχι πολύ προχωρημένος βαθμός αποσύνθεσης των πτωμάτων (στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη στη σημείωση 28) και οι γερμανικές σφαίρες που χρησιμοποιήθηκαν. Για το τελευταίο ειδικά σημειώνεται: «Οι σφαίρες και οι κάλυκες, που ανακαλύφθηκαν στους τάφους, είχαν διαμέτρημα 7,65 χιλιοστών και 6,35 χιλιοστών και τα χαρακτηριστικά του γερμανικού εργοστασίου παραγωγής σφαιρών “Genshovik”, σε συντομογραφία “Geko”, δηλαδή, παράχθηκαν στη Γερμανία… Περίπου στο 20% των πτωμάτων τα χέρια δέθηκαν με τύπο σπάγκου, ο οποίος πριν από τον πόλεμο δεν παραγόταν καθόλου στην ΕΣΣΔ, αλλά παραγόταν στη Γερμανία». Το τελευταίο επιχείρημα, το οποίο επαναλαμβάνει κατά γράμμα και ο Μπογιόπουλος, με αναφορά στον Μούχιν και την Έκθεση Μπούρντενκο (Ριζοσπάστης, 5/2/2009), απευθύνεται μάλλον σε βρέφη. Η μικρή λεπτομέρεια που προσπερνούν οι σοφοί αναλυτές μας είναι ότι το έγκλημα του Κατίν διαπράχθηκε το 1940, όταν ίσχυε το σταλινικό σύμφωνο φιλίας με τη ναζιστική Γερμανία. Η ΕΣΣΔ εφοδίαζε τότε με εκατομμύρια τόνους πρώτων υλών τους Γερμανούς. Ήταν άραγε δύσκολο να προμηθευτούν από τη Γερμανία μια δεκάδα τέτοια πιστόλια, μερικές χιλιάδες σφαίρες και λίγο γερμανικό σχοινί; Και όταν το σταλινικό καθεστώς διακρίθηκε για τις μακιαβελικές σκηνοθεσίες του στις Δίκες της Μόσχας, τι θα εμπόδιζε να πάρουν τα μέτρα τους για απόσειση των ευθυνών τους όταν το έγκλημα θα αποκαλυπτόταν;
Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καν αναγκαία η προμήθεια αυτών των υλικών από ναζιστική Γερμανία το 1940. Όπως υποδεικνύεται στη διεθνή φιλολογία για το Κατίν, ο συγκεκριμένος τύπος όπλων εξαγόταν πλατιά από τους Γερμανούς στο εξωτερικό στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, μεταξύ άλλων και στην ΕΣΣΔ, η οποία διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τη Γερμανία. Από τα χρησιμοποιημένα στις εκτελέσεις πιστόλια τύπου Walther και τα πυρομαχικά Geko, σημειώνει, π.χ., η Λεμπέντεβα, «μεγάλες ποσότητες και των δύο είχαν εισαχθεί [στην ΕΣΣΔ] από τη Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και τις αρχές της δεκαετίας του 1930»99. Αυτά τα όπλα ήταν άλλωστε αρκετά διαδομένα στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, που τα προτιμούσαν για την ανώτερη σε σχέση με τα αντίστοιχα σοβιετικά ευστάθειά τους. Στο κατασχετήριο της έρευνας μετά τη σύλληψη του Γιέζοφ, του παρανοϊκού επικεφαλής του NKVD πριν τον Μπέρια –για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα– αναφέρεται ότι βρέθηκαν στο γραφείο του «ένα πιστόλι Walther, No. 623573, διαμέτρημα 6.35» και «ένα πιστόλι Walther, διαμέτρημα 7.65, No. 777615»100. Δηλαδή, με άλλα λόγια, όχι μόνο το ίδιο όπλο, αλλά και τα ίδια ακριβώς διαμετρήματα, 6,35 και 7,65, για τα οποία οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ εξανίστανται πως δεν μπορούσαν ποτέ να τα έχουν χρησιμοποιήσει οι σοβιετικοί. Όσο για τον Φουρ, την άλλη πηγή των κ.κ. Γκίκα, Μπογιόπουλου, η αρθρογραφία του δείχνει ότι πρόκειται για έναν ανοητολόγο σταλινικό, που διαστρέφει συστηματικά το νόημα της ιστορίας. Αρκεί να αναφέρουμε πώς ερμηνεύει το ότι, μετά την εξόντωση της παλιάς μπολσεβίκικης φρουράς στα 1936-38, οι συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου, οι Ολομέλειες και τα Συνέδρια του ΚΚΣΕ γίνονταν όλο και πιο αραιά, απέχοντας μεταξύ τους μήνες ή χρόνια. Αυτό το γεγονός, που όλοι οι σοβαροί μελετητές εκτιμούν ως στοιχείο και αποτέλεσμα της επιβολής της στυγνής δικτατορίας του Στάλιν,
99 Α. Τσιεντσιάλα, Ν. Λεμπέντεβα και Βόιτσεχ Ματέρσκι, Κατίν: Ένα Έγκλημα χωρίς Τιμωρία, Yale 2007, σελ. 125. 100 «Φάκελος Γιέζοφ (IV). Αποτελέσματα της έρευνας στο διαμέρισμα του πρώην Κομισάριου του Λαού Ν. Ι Γιέζοφ, 11/4/1939», http://skoblin.blogspot.com/search?q=YEzhov.
στον Φουρ μετατρέπεται σε απόδειξη ότι ο Στάλιν (και κυρίως ο Μπέρια) ήταν ακραιφνής δημοκράτης, οπαδός της άμεσης δημοκρατίας των σοβιέτ, και γι’ αυτό παραμέριζε το κομμουνιστικό κόμμα, που ήταν εκ φύσης κακό και ρίζα της δικτατορίας101. Το πώς μια τέτοια άποψη για το “εκ φύσης κακό κόμμα” μπορεί να συμβαδίζει με την “υπεράσπιση του κομμουνισμού” και τι αξιοπιστία έχει ένας τέτοιος θεωρητικός μένει στους αρθογράφους του Ριζοσπάστη να το εξηγήσουν. Μια αξιοσημείωτη πλευρά της δραστηριότητας του Φουρ, στην οποία αξίζει να σταθούμε, αφορά την αρθρογραφία του υπέρ της σταλινικής άποψης για τις Δίκες της Μόσχας. Ο Φουρ έχει παρουσιάσει εκτενή άρθρα όπου, όπως λέει, προσφέρει αδιάσειστα στοιχεία για το ότι οι εκκαθαρισμένοι ηγέτες, Τρότσκι, Μπουχάριν, Τουχατσέφσκι, κ.λπ., είχαν όντως στρατολογηθεί από τις γερμανικές και ιαπωνικές μυστικές υπηρεσίες. Πρόκειται για παραπλήσιες απόψεις εκείνων που προωθούν στη χώρα μας οι φιλοσταλινικοί ιστορικοί του ΚΚΕ (Λεοντιάδης, Δάγκας, Μαργαρίτης, κ.ά.), παρουσιασμένες ιδιαίτερα στην ατυχή συλλογή Οι Δίκες της Μόσχας, που περιλήφθηκε στη σειρά «Οι Μεγάλες Δίκες» της Ελευθεροτυπίας. Το δοκίμιο του Φουρ για την “πρακτορική δράση” του Τρότσκι, μας δίνει μια ιδέα με τι λογής ιστορική έρευνα έχουμε να κάνουμε. Το κείμενο, με τον επιβλητικό τίτλο «Μαρτυρία για τη συνεργασία του Λεόν Τρότσκι με τη Γερμανία και την Ιαπωνία»102, εισάγεται με εντυπωσιακά παραθέματα από τον Χομπσμπάουμ και άλλους ιστορικούς, σχετικά με την ανάγκη οι ιστορικοί «να υπερασπίζουν το θεμέλιο της επιστήμης τους: την υπεροχή της μαρτυρίας», κ.λπ., κ.λπ. Στην πρώτη-πρώτη κιόλας παράγραφο διαβάζουμε: «Αυτό το δοκίμιο είναι μια έρευνα στη μαρτυρία ότι ο Λεόν Τρότσκι μπορεί να έχει συνεργαστεί με γερμανούς και/ή ιάπωνες αξιωματούχους, πολιτικούς ή στρατιωτικούς, στη δεκαετία του 1930. Ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και
101 Γκ. Φουρ, «Ο Στάλιν http://eserver.org/clogic/2005/furr.html).
και ο αγώνας για δημοκρατική μεταρρύθμιση»,
102 Δημοσιεύθηκε το 2009 στο σταλινικό ηλεκτρονικό περιοδικό Cultural Logic. Βλέπε http://clogic.eserver.org/2009/Furr.pdf.
καταδικάστηκε in absentia [ερήμην] για τέτοια συνεργασία στις τρεις δημόσιες δίκες, ή “δίκες παρωδία”, της Μόσχας στα 1936, 1937 και 1938»103. Την ίδια διαβεβαίωση επαναλαμβάνει και ο Γ. Σκαλιδάκης, στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας: «Ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε in absentia και στις τρεις δίκες».
Ότι ο Τρότσκι ήταν ο βασικός στόχος των Δικών και όλες οι κατηγορίες διατυπώνονταν σε σύνδεση με την υποτιθέμενη υπηρεσία του στη Γκεστάπο είναι, βέβαια, γεγονός. Είναι όμως εντελώς ψευδές ότι ο Τρότσκι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε επίσημα ερήμην σε κάποια από τις Δίκες. Απεναντίας, σε καμιά από αυτές το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στα ονόματα των κατηγορούμενων και, ως συνέπεια, ούτε του απαγγέλθηκε καταδίκη. Στην απόφαση της πρώτης δίκης, π.χ., μετά από τις καταδίκες γίνεται η διαπίστωση ότι «ο Λεόν Νταβίντοβιτς Τρότσκι, και ο γιος του, Λεβ Λβόβιτς Σέντοφ», ενοχοποιήθηκαν από μαρτυρίες των κατηγορουμένων Σμιρνόφ, Χόλτσμαν, κ.ά., και ότι «υπόκεινται, εφόσον ανακαλυφθούν στο έδαφος της ΕΣΣΔ, σε άμεση σύλληψη και δίκη από το Στρατιωτικό Κολέγιο
103 Στο ίδιο, σελ. 2.
του Ανώτατου Δικαστηρίου της ΕΣΣΔ»104. Αυτή η φράση προστέθηκε με οδηγία του Στάλιν στον Καγκάνοβιτς, «να γίνει στην απόφαση αναφορά, σε ξεχωριστή παράγραφο, ότι ο Τρότσκι και ο Σεντόφ πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη ή να είναι υπόδικοι»105. Βέβαια, η μη συμπερίληψη του Τρότσκι στους κατηγορούμενους ήταν εμφανώς σκόπιμη παράληψη, δεδομένου ότι το NKVD σχεδίαζε από τότε τη δολοφονία του και η τυχόν καταδίκη του ερήμην σε θάνατο θα αποκάλυπτε εντελώς αδιαφιλονίκητα την ταυτότητα των μελλοντικών εκτελεστών του. Το αληθινό ερώτημα, η διερεύνηση του οποίου αποτελεί έργο του ιστορικού, και το οποίο υπεκφεύγουν ο Φουρ και οι εγχώριοι σταλινικοί, είναι το εξής: Αν υπήρχε η παραμικρή βάση στο κατηγορητήριο των Δικών, δεν θα έπρεπε να είχε απαγγελθεί κατηγορία στον Τρότσκι και να έχει περιληφθεί στους κατηγορούμενους, έστω και ερήμην; Ασφαλώς και θα έπρεπε. Αυτό είναι αυτονόητο: σε μια έγκυρη νομικά και ουσιαστικά δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί να απαγγέλλεις κατηγορία στους συνενόχους, οσοδήποτε σημαντικούς, και αυτόν που εμφανίζεις ως κύριο ένοχο να τον αφήνεις απ’ έξω. Η μη συμπερίληψη του Τρότσκι υποδηλώνει έτσι για κάθε απροκατάληπτο ερευνητή την έλλειψη βάσης των κατηγοριών, το ότι ο Στάλιν και οι όμοιοί του ενεργούσαν τότε σαν χασάπηδες που πυροβολούσαν αδιάκριτα δεξιά και αριστερά, έχοντας ως μέλημα όχι οποιαδήποτε νομιμότητα, αλλά πώς να κρύβουν τα ίχνη τους. Ο Φουρ προσπερνά το σκόπελο με το να βεβαιώνει ότι αυτό που κανονικά θα έπρεπε να είχε γίνει αν οι κατηγορίες είχαν βάση και το οποίο δεν έγινε, στην πραγματικότητα παρ’ όλα αυτά έγινε. Αυτό όμως, το να παρουσιάζεις τα γεγονότα όχι όπως έγιναν, αλλά όπως θα σε βόλευε και θα όφειλαν να είχαν γίνει με βάση την άποψή σου, βάζοντας μάλιστα και ένα σωρό φωτεινές επιγραφές περί “επιστήμης” και “σεβασμού στην ιστορική μαρτυρία”, δεν είναι ακριβώς η μεθοδολογία του
104 Βλ. «Η υπόθεση του Τροτσκιστικο-Ζινοβιεφικού Τρομοκρατικού Κέντρου», πρακτικά της δίκης, πηγή http://www.marxists.org/history/ussr/government/law/1936/moscowtrials/24/verdict.htm. 105 Στάλιν προς Καγκάνοβιτς, 23 Αυγούστου 1936, παρατίθεται στη συλλογή της Ελευθεροτυπίας, Οι Δίκες της Μόσχας, σελ. 134.
Γκέμπελς; Φυσικά αυτή είναι, και το γεγονός δεν αλλάζει από το ότι εδώ προσφέρεται στο όνομα του κομμουνισμού και διοχετεύεται μέσω των Γκίκα, Λεοντιάδη, κ.ά., στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη· απλά γίνεται πιο αποκρουστικό. Η ύπαρξη μιας τέτοιας λαθροχειρίας στην πρώτη σελίδα της διατριβής του Φουρ αρκεί από μόνη της για να καταδείξει το ανάστημά του ως ιστορικού. Αλλά ας συνεχίζουμε λίγο. Ο Φουρ αφιερώνει 5 από τις 170 σελίδες της μελέτης του στην ανάλυση ενός τηλεγραφήματος που ο Τρότσκι είχε απευθύνει προς την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΚΕΕ) της σοβιετικής κυβέρνησης το 1936 σχετικά με την ανάγκη επιστροφής στην εσωκομματική δημοκρατία και αναστροφής του δρόμου των εκκαθαρίσεων που οδηγούσε στην καταστροφή. Αυτό το τηλεγράφημα, που ποτέ δεν έφτασε στην ΚΕΕ, κατέληξε μέσω του NKVD στον Στάλιν. Ο τελευταίος έγραψε πάνω του «Άθλιε κατάσκοπε. Αυθάδη κατάσκοπε του Χίτλερ», βάζοντας και τους Μολότοφ, Βοροσίλοφ, Μικογιάν και Ζντάνοφ να υπογράψουν κάτω από το σχόλιο. Και ο Φουρ παραθέτει με το σωρό διάφορα τσιτάτα από ιστορικούς που έχουν αναφερθεί σε αυτό το τηλεγράφημα, για να καταλήξει θριαμβευτικά πως αποτελεί απόδειξη ότι «ο Στάλιν πίστευε πράγματι ότι ο Τρότσκι συνωμοτούσε με τους Γερμανούς»106. Αυτό ασφαλώς είναι ένα ψέμα. Ο Στάλιν εκτός από τον εαυτό του και όσα υπηρετούσαν την αρχομανία του, δεν πίστευε πραγματικά σε τίποτα· απλά για να ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του επιζητούσε αυτού του είδους τη δουλική “συναίνεση”. Αλλά ας κάνουμε την παραχώρηση να δεχτούμε ότι όντως πίστευε στη “συνομωσία” του Τρότσκι. Τι θα αποδείκνυε αυτό; Ο καθένας μπορεί να πιστεύει τα πιο απίθανα πράγματα, όπως ότι αν αφήσουμε μια πέτρα να πέσει, θα πέσει προς τα πάνω αντί προς τα κάτω, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αληθινά. Ο Φουρ αφιερώνει δεκάδες σελίδες σε τέτοιες αερολογίες, επικαλούμενος τις ομολογίες των κατηγορουμένων στις Δίκες, που δεν είχαν μάλιστα, βεβαιώνει, εκμαιευτεί με βασανιστήρια, για να πείσει, π.χ., ότι εφόσον δυο και τρεις από τους κατηγορούμενους βεβαίωναν τη συμμετοχή του Μπουχάριν σε
106 Φουρ, στο ίδιο, σελ. 17.
μια πράξη, αυτό είναι ισχυρό τεκμήριο ενοχής, κοκ. Όταν όμως φτάνει στο θέμα των πραγματικών τεκμηρίων και στοιχείων, δεν μπορεί να μη σκοντάψει σε ένα πρόβλημα: την πλήρη απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από τα ιαπωνικά και γερμανικά αρχεία σχετικά με τη στρατολόγηση των κατηγορουμένων στις Δίκες από τις μυστικές υπηρεσίες αυτών των χωρών. Πώς μπορεί να εξηγηθεί ένα τέτοιο κενό, αν το κατηγορητήριο, ότι είχαν γίνει πράκτορες των γιαπωνέζικων και γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, ήταν αληθινό; Ο Φουρ αφιερώνει στο προβληματάκι αυτό μισή σελίδα (βλ. σελ. 154). Και το μόνο που βρίσκει να πει είναι το ευφυολόγημα ότι «η έλλειψη μαρτυρίας δεν είναι μαρτυρία έλλειψης [στοιχείων]», αναφέροντας μάλιστα ως κάτι συνταρακτικό και το ότι «χάρη σε ένα ολίσθημα της γλώσσας ενός γιαπωνέζου στρατιωτικού διοικητή σε μια συνομιλία με γιαπωνέζους δημοσιογράφους στις αρχές του 1937 γνωρίζουμε ότι μορφές της αντιπολίτευσης έστελναν στους γιαπωνέζους στρατιωτικές πληροφορίες» – με απλά λόγια, δηλαδή, απολύτως τίποτα. Αυτό, ασφαλώς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως εξήγηση. Αν οι Δίκες της Μόσχας αφορούσαν 5, 10, 20 ή και 30 κρατικούς ηγέτες, τότε η μη ανακάλυψη κανενός στοιχείου ενοχής, παρότι πάλι παράδοξη, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί από την τύχη, την εμπρόθετη καταστροφή αρχείων από Δυτικούς κοκ. Οι Δίκες της Μόσχας όμως αγκάλιασαν και παρέσυραν όλη την ανώτερη κομματική και κρατική ιεραρχία, δηλαδή κάποιες χιλιάδες άτομα στα ανώτατα κλιμάκια, που οδηγήθηκαν στο απόσπασμα με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες. Και η αρχειακή έρευνα απέτυχε να αποφέρει στοιχεία όχι μόνο για τους κατηγορούμενους στις Δίκες, αλλά πρακτικά για ούτε ένα από τα ηγετικά στελέχη που χάθηκαν107. Για κάθε αντικειμενικό ερευνητή, η ανυπαρξία τέτοιων στοιχείων δεν μπορεί παρά να αποτελεί απόδειξη του σκηνοθετημένου χαρακτήρα των Δικών. Για τον Φουρ είναι μια λεπτομέρεια, την οποία απλά προσπερνά ανέμελα για να
107 Για την ανυπαρξία, π.χ., του παραμικρού στοιχείου στα ιαπωνικά αρχεία, βλ. Ορέστη Πασχαλινά, «Η σταλινική αναθεώρηση της ιστορίας της ρωσικής επανάστασης», στη συλλογή Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, εκδ. Τόπος, σελ. 521 κ.έ.
καταλήξει θριαμβευτικά: «Το παρόν δοκίμιο συμπεραίνει πάνω στη βάση μαζικής μαρτυρίας ότι ο Τρότσκι όντως συνωμότησε με τους Γερμανούς και τους Γιαπωνέζους»108. Ένας τέτοιος γελωτοποιός, που παρακάμπτει την πλήρη έλλειψη ουσιαστικής μαρτυρίας και θεωρεί «μαζική μαρτυρία» το ολίσθημα της γλώσσας ενός Γιαπωνέζου το 1937, αποτελεί επίσης αξιόπιστη πηγή για τον Γκίκα, τον Μπογιόπουλο και τους άλλους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη… Σχετικά με το Κατίν, ο Φουρ δεν προσθέτει κανένα δικό του επιχείρημα. Περιορίζεται και αυτός να αναμασά τα πονήματα του Μούχιν, εκθειάζοντας τη σπουδαιότητά τους. Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο –και επειδή τον επικαλούνται στο ΚΚΕ ως μάρτυρα για το ότι το Κατίν ήταν έργο των ναζί– ως ιστορικός, ακόμη και απατεώνας, που έχει όμως ασχοληθεί λίγο με το θέμα, δεν τολμά να ισχυριστεί ότι το Κατίν ήταν αποκλειστικά έργο των ναζί. Η άποψή του, όπως τη διατυπώνει ρητά ο ίδιος, είναι ότι ένα μέρος των αιχμαλώτων σκοτώθηκε από τους σταλινικούς και ένα άλλο μέρος αργότερα από τους ναζί: «Κλίνω αυξανόμενα να θεωρήσω – τα Σοβιέτ εκτέλεσαν μερικούς από τους πολωνούς αξιωματικούς, και μετά αργότερα οι Ναζί εκτέλεσαν τους υπόλοιπους»109. Ο Φουρ το ομολογεί αυτό γιατί ξέρει ότι και σε παλιά ντοκουμέντα, όπως η αμερικάνικη Έκθεση Μάντεν του 1952, αλλά και νεώτερα από σοβιετικά αρχεία, υπάρχουν πολύ ισχυρά τεκμήρια για τη σταλινική ενοχή. Ο μόνος που βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι «Το Κατίν είναι έργο των ναζί», πέραν του ΚΚΕ, είναι ο σύντροφος Μούχιν και 1-2 ακόμη ομοϊδεάτες του
108 Φουρ, στο ίδιο, σελ. 159. Ο Φουρ, από κοινού με τον Β. Μπομπρόφ, έναν άλλο σταλινικό απατεώνα, έχει δημοσιεύσει και μια άλλη, ανάλογου επιπέδου μελέτη για τον Μπουχάριν, «Η πρώτη δήλωση ομολογίας του Μπουχάριν στη Λουμπιάνκα», http://clogic.eserver.org/2007/Furr_Bobrov.pdf. Όπως το δοκίμιο για τον Τρότσκι, αυτή η διατριβή παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον για το ότι χαράσσει τη γραμμή που ακολουθούν οι εγχώριοι φιλοσταλινικοί. Τυπική περίπτωση είναι ο Α. Δάγκας, που εμφανίζει τον Μπουχάριν υπέρμαχο της επαναστατικής σκοπιμότητας των εκκαθαρίσεων, παραπέμποντας μάλιστα στην παραπάνω εργασία των Φουρ και Μπομπρόφ (Α. Δάγκα, «Η “γενική εκκαθάριση”», στο Οι Δίκες της Μόσχας, Ελευθεροτυπία, σελ. 70, 72). Θα λυπηθούμε, ωστόσο, τον αναγνώστη και δεν θα επεκταθούμε άλλο στο θέμα αυτό, καθώς δεν άπτεται άμεσα με το θέμα του Κατίν. 109 http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html. Βλέπε
ακραίοι εθνικιστές στη Ρωσία. Αυτή η ταύτιση ξεσκεπάζει το αληθινό χρώμα της περί Κατίν αρθρογραφίας του Ριζοσπάστη, αλλά και της αναβίωσης του σταλινισμού από το ΚΚΕ, που δεν είναι κόκκινο αλλά μαύρο. 5. Οι δημιουργικές αντιγραφές του κ. Γκίκα Οι κ.κ. Μπογιόπουλος και Μαΐλης θα μπορούσαν να επικαλεστούν ως ελαφρυντικό για τα διαστρεβλωμένα αποσπάσματα που παραθέτουν ότι δεν είναι ειδικοί. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τον κ. Γκίκα, που υπογράφει στο Ριζοσπάστη ως «δρ Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ». Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς εκ μέρους του μια στοιχειωδώς έντιμη και επαρκή μεταχείριση των πηγών. Ωστόσο, το μόνο που θα βρούμε είναι μισές αλήθειες και παρερμηνείες, που αποτελούν μάλιστα σε μεγάλο μέρος αντιγραφές, κυρίως από τον Φουρ. Εδώ θα αρκεστούμε στη μεταχείρισή τους ορισμένων ιστορικών στοιχείων για το Κατίν, κατατοπιστική για τη μέθοδο και των δύο. Ένα σημείο που επικαλείται ο Φουρ, και διαλαλεί μετά από αυτόν ο Γκίκας (και ο Μπογιόπουλος), ως τεκμήριο γνησιότητας για τα μετά τον Μάιο του 1940 γράμματα Πολωνών που αναφέρει η Έκθεση Μπούρντενκο, είναι ότι και στη γερμανική έκθεση παρατίθεται ένα γράμμα από εκταφή στο οποίο αποδίδεται ημερομηνία 20/10/1941. Κάτι τέτοιο, αν τεκμηριωνόταν, θα αποδείκνυε την ενοχή των ναζί τουλάχιστον για μέρος των εκτελέσεων, αφού από τον Ιούλιο του 1941 το Σμολένσκ βρισκόταν στα χέρια τους. Στο σάιτ του, όπου παραθέτει φωτοτυπία του συγκεκριμένου ντοκουμέντου110, ο Φουρ έχει τη στοιχειώδη ευπρέπεια να αναφέρει ότι η ημερομηνία δεν διακρίνεται στο ίδιο, που είναι «πολύ άθλια διατηρημένο», και ότι η αναφορά του 1941 από το γερμανό καταγραφέα μπορεί να οφείλεται σε λάθος δακτυλογράφηση111. Στον Γκίκα (που παραπέμπει για το θέμα στον Φουρ) κάθε τέτοια επισήμανση παραλείπεται και λέει
110 Βλέπε http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/amtliches_300.pdf. 111 http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html. Βλέπε
μόνο ότι «στην ίδια τη Γερμανική Έκθεση… αναπαράγεται… ένα έγγραφο από πτώμα στο Κατίν με καταχωρημένη ημερομηνία “20 Οκτωβρίου 1941”, όταν δηλαδή η περιοχή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή εδώ και μήνες» (βλ. Ριζοσπάστης, 16/3/2008, παραπομπή 7). Όσο για τον Μπογιόπουλο, αναμασά ενθουσιωδώς ότι «στοιχεία από την εκταφή αποδεικνύουν ότι πάνω σε πτώματα του Κατίν βρέθηκαν έγγραφα με ημερομηνία “20 Οκτωβρίου 1941”» (Ριζοσπάστης, 5/2/2009), χωρίς να αναφέρει καν περί τίνος πρόκειται. Κανείς τους όμως δεν μπαίνει στον κόπο να πει τι λέει το έγγραφο και αν μπορεί να χρονολογείται μετά το 1941. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρουν πηγές στο Διαδίκτυο, πρόκειται για ένα πιστοποιητικό του Δήμου της Βαρσοβίας προς τον κάτοχό του, Στέφαν Κοζλίνσκι, για εγγραφή του στο πανεπιστήμιο της πόλης. Με δεδομένο ότι το ίδιο όνομα περιλαμβάνεται στις λίστες των πολωνών κρατουμένων στα σταλινικά στρατόπεδα που παρέδωσε ο Γκορμπατσόφ στην πολωνική κυβέρνηση, είναι πρακτικά βέβαιο ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό εκδόθηκε το φθινόπωρο του 1939 και ο κάτοχός του δεν πρόλαβε να γραφτεί στο πανεπιστήμιο επειδή πιάστηκε αιχμάλωτος με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων στη χώρα, γεγονός που εξηγεί το ότι βρέθηκε πάνω του. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό είναι αδύνατο να βγήκε το 1941, και γιατί τα πολωνικά πανεπιστήμια τότε δεν λειτουργούσαν, και γιατί ο Κοζλίνσκι, αν είχε επιζήσει, θα ήταν αιχμάλωτος των Γερμανών μακριά από την Πολωνία. Το ίδιο το περιεχόμενό του λοιπόν τεκμηριώνει ότι η αναφορά του 1941 στην έκθεση των ναζί οφείλεται σε λάθος. Ένα άλλο στοιχείο, που επικαλείται ο Φουρ, αφορά μαρτυρία του Σέλενμπεργκ, υψηλόβαθμου αξιωματούχου των Ες-Ες και βοηθού του Χίμλερ, σύμφωνα με την οποία το Κατίν ήταν έργο των ναζί. Η μαρτυρία περιέχεται σε δημοσίευμα των Νιου Γιορκ Τάιμς τον Ιούνιο του 1945, όπου γινόταν λόγος για σχετική κατάθεση του Σέλενμπεργκ. Και εδώ πάλι ο Φουρ έχει τη στοιχειώδη ευπρέπεια να παραθέτει φωτοτυπία του δημοσιεύματος στο σύνολό του112.
112 Βλέπε http://chss.montclair.edu/english/furr/research/nytonkatyn062945.pdf.
Ο Σέλενμπεργκ, σύμφωνα με τους Τάιμς, είχε καταθέσει στους συμμάχους ότι η ιστορία του Κατίν στήθηκε από τον Γκέμπελς και τον Ρίμπεντροπ. Είχε όμως παρουσιάσει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, κατά την οποία αυτό που βρέθηκε στο Κατίν δεν ήταν τα πτώματα των πολωνών αξιωματικών, αλλά άλλων αιχμαλώτων από διάφορα στρατόπεδα, που μετέφεραν οι Γερμανοί και έθαψαν εκεί φορώντας τους πολωνικές στολές. Το επίμαχο σημείο του δημοσιεύματος των Τάιμς έλεγε ότι ο Σέλενμπεργκ «παρατίθεται να έχει πει ότι 12.000 σώματα πάρθηκαν από γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και ενδύθηκαν με πολωνικές στολές για να τους κάνουν να φαίνονται σαν πολωνοί αξιωματικοί»113. Ο Γκίκας τώρα –δείγμα της δικής του μεταχείρισης των πηγών αλά Μαΐλη και Μπογιόπουλου– παραθέτει το δημοσίευμα περικομμένο, βάζοντας και αυτός αποσιωπητικά στο σημείο με την επίμαχη φράση: «Στις 19 Ιουνίου του 1945, οι “New York Times”, δημοσίευσαν μια ανταπόκριση από τη Στοκχόλμη με τίτλο “Η ιστορία με τους τάφους του Κατίν χαρακτηρίστηκε μαύρη απάτη”. Το άρθρο βασιζόταν στις καταθέσεις του τελευταίου επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών (κατασκοπίας) των SS, Walter Schellenberg, σε ανακρίσεις των Συμμάχων, και συγκεκριμένα έγραφε: “Στοκχόλμη, Σουηδία, Ιούνιος 28 – Η ιστορία με τους μαζικούς τάφους στο Κατίν, που προκάλεσε το παγκόσμιο αίσθημα πριν δύο χρόνια, υπήρξε μια προπαγανδιστική παράσταση που έστησαν οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ ώστε να προκληθεί ρήγμα μεταξύ της Ρωσίας και των Δυτικών Συμμάχων, αναφέρει μια έκθεση που λάβαμε μέσω ειδικών καναλιών και επιβεβαιώνεται από ένα μήνυμα από το Όσλο απόψε. Ανακοινώθηκε πως ένας στενός συνεργάτης του Χίμλερ, ο αρχηγός μονάδας των SS Schellenberg, κατέθεσε αυτή την απίστευτη πληροφορία κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης στο Αρχηγείο των Συμμάχων στη Γερμανία την περασμένη Τρίτη… [εδώ ακολουθεί η κομμένη φράση, Χ.Κ.] Απόψε, λάβαμε από το Όσλο μια έκθεση που επιβεβαιώνει τα παραπάνω, κατά την
113 Στο ίδιο.
οποία ο Eric Johansen – ένας φυλακισμένος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Sachsenhausen της Γερμανίας που πρόσφατα επαναπατρίστηκε – καταθέτει μια ενδιαφέρουσα ιστορία αναφορικά με τη γερμανική παραγωγή ψευδών ντοκουμέντων αναγνώρισης για τα πτώματα των μαζικών τάφων στο Κατίν”»114. Αν ο κ. Γκίκας σεβόταν τη στοιχειώδη επιστημονική δεοντολογία δεν θα παρέθετε την μαρτυρία του Σέλενμπεργκ παραλείποντας αυτό το κρίσιμο σημείο, ούτε θα την επικαλούνταν ως τεκμήριο ενοχής των ναζί χωρίς να έχει εξετάσει πρώτα αν μπορεί να ευσταθεί η ουσία της. Ο λόγος είναι ότι η συγκεκριμένη εκδοχή –ακόμη και λογικά αν τη δούμε– κατά 99,9% συνιστά αποκύημα φαντασίας. Και στο απίθανο 0,1% που αληθεύει, διαψεύδει όχι μόνο τους ναζί αλλά και την εκδοχή της Επιτροπής Μπούρντενκο, που ο ίδιος υποστηρίζει στο υπόλοιπο άρθρο του. Η γενικά αποδεκτή άποψη, που επιβάλλεται από τα ίδια τα ευρήματα, όπως η ένδυση των θυμάτων, χαρτιά που βρέθηκαν πάνω τους, ταυτότητες, κ.ά., και γίνεται δεκτή τόσο στην Έκθεση Μπούρντενκο όσο και σε εκείνη των ναζί, είναι ότι τα πτώματα στο Κατίν είναι όντως των πολωνών αξιωματικών. Αν τώρα πούμε ότι πρόκειται για άλλα, άσχετα πτώματα Εβραίων, που έφεραν οι ναζί από αλλού, μοιραία προκύπτει το ερώτημα: τι απέγιναν οι πολωνοί αξιωματικοί; Η μόνη νοητή απάντηση είναι ότι είτε τους σκότωσαν μαζικά το ’40 οι σταλινικοί και τους έθαψαν κάπου αλλού (αλλά γι’ αυτό δεν έχει ακουστεί κάτι) ή οι ναζί το ’41 και τους έθαψαν κάπου αλλού (και γι’ αυτό όμως δεν έχουμε ιδέα). Διαφορετικά, αν δεν έγινε τίποτα από τα δύο, κάποιοι ελάχιστοι έστω θα είχαν επιζήσει (όπως επέζησε, π.χ., η Μαργκαρέτε Νόιμαν από τους Γερμανούς κομμουνιστές που παρέδωσε ο Στάλιν στην Γκεστάπο το 1940) και θα ξέραμε τι έγινε. Η τελευταία λύση είναι να τους απήγαγαν οι Ελοχίμ του Λιακόπουλου και να τους μετέφεραν στο φεγγάρι, τότε όμως πρέπει να δεχτούμε τον ισχυρισμό του Μούχιν ότι οι Αμερικανοί δεν πήγαν ποτέ εκεί, γιατί διαφορετικά κάπου θα τους είχαν δει…
114 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 16/3/2008.
Από κει και πέρα, επειδή πρέπει να εξετάζουμε και το απίθανο, να λέει, δηλαδή την αλήθεια ο Σελενμπεργκ, μπορεί να παρατηρηθούν και τα εξής: 1. Ο Σέλενμπεργκ έδινε τότε πληροφορίες για εγκλήματα άλλων ναζί, με την ελπίδα να γλιτώσει ο ίδιος τη φυλακή (τελικά καταδικάστηκε σε 6 χρόνια). Οι μαρτυρίες του είναι έτσι ισχυρά ελεγχόμενες, αφού ήταν πρόθυμος να πει ό,τι ήθελε να ακούσει ο καθένας. 2. Ο ίδιος κατέθεσε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπου δεν ρωτήθηκε από τους σοβιετικούς δικαστές για το Κατίν115. Αν υπήρχε ένας τέτοιος ισχυρός μάρτυρας, γιατί δεν τον παρουσίασαν στις ακροάσεις για το Κατίν και γιατί δεν τον ρώτησαν τίποτα όταν κατέθεσε; 3. Τα πρακτικά της υποτιθέμενης κατάθεσης του Σέλενμπεργκ για το Κατίν δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ. Το μόνο που υπάρχει είναι το δημοσίευμα των Τάιμς. 4. Όπως αναφέρουν πηγές στο Διαδίκτυο, στα ογκώδη απομνημονεύματά του, που έγραψε αργότερα στη φυλακή, ο Σέλενμπεργκ δεν λέει λέξη για το Κατίν. Συνάγεται ότι και ο κ. Γκίκας παραθέτει επιλεκτικά τα αποσπάσματα ώστε να προσδίδει παραπλανητικά αξία σε αναξιόπιστες μαρτυρίες. Στην περίπτωσή του δε δεν αντιγράφει τις παραχαράξεις άλλων, αλλά τις πραγματοποιεί δημιουργικά ο ίδιος. Το ότι έχει την πρόνοια να παραλείπει τα σημεία που δεν τον βολεύουν, φανερώνει βέβαια μεγαλύτερη εξυπνάδα από τους αφελείς καθηγητές τύπου Φουρ. Είναι όμως μια κατεργάρικη εξυπνάδα στο γνωστό σταλινικό μοτίβο της “κοπτοραπτικής” της ιστορίας, που δεν έχει τίποτα κοινό με τον μαρξισμό και με τη σοβαρή ιστορική έρευνα. 6. Η Έκθεση Μπούρντενκο και η διαδικασία της Νυρεμβέργης Η σταλινική εκδοχή για το Κατίν δόθηκε στην Έκθεση της Επιτροπής Μπούρντενκο, που πήρε το όνομά της από τον επικεφαλής της Νικολάι Μπούρντενκο, Πρόεδρο της Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών της ΕΣΣΔ. Η επιτροπή συστάθηκε και στάλθηκε στο Κατίν τον Ιανουάριο του 1944
115 Η κατάθεση του http://avalon.law.yale.edu/imt/01-04-46.asp. Σέλενμπεργκ υπάρχει στο
από τη σταλινική ηγεσία για να “ερευνήσει” την υπόθεση των πολωνών αξιωματικών. Ο πλήρης τίτλος της επιτροπής ήταν «Ειδική Επιτροπή για τον Καθορισμό και την Έρευνα της Εκτέλεσης των Γερμανών Αιχμαλώτων Πολέμου από τους Γερμανούς-φασίστες Εισβολείς στο Δάσος του Κατίν». Αποτέλεσμα των εργασιών της υπήρξε ένα 56σέλιδο πόρισμα, που απέδιδε το έγκλημα στους ναζί. Αυτό το πόρισμα χρησιμοποιήθηκε σαν βάση για τη διατύπωση των σοβιετικών κατηγοριών στη διαδικασία της Νυρεμβέργης όπου συζητήθηκε το Κατίν. Οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, ενώ αποκηρύσσουν τον Μούχιν, επικαλούνται διαρκώς την Έκθεση Μπούρντενκο, ως ένα αξιόπιστο ντοκουμέντο, που τεκμηριώνει ισχυρά τη σταλινική εκδοχή. Αυτό θα φαινόταν αμφίβολο, δεδομένου ότι όσο αφορά τον καταλογισμό του εγκλήματος στους ναζί ο Μούχιν δεν έκανε άλλο από το να επαναλάβει τις αιτιάσεις της συγκεκριμένης έκθεσης, με ελάχιστες τροποποιήσεις και διορθώσεις σε επιμέρους σημεία. Πέρα από αυτό όμως είναι γενικά αποδεκτό ότι πρόκειται για ένα ανυπόληπτο ντοκουμέντο και ότι πολλά από τα παρατιθέμενα στοιχεία (όπως οι μετά το Μάιο του 1940 επιστολές Πολωνών που δήθεν βρέθηκαν στις εκταφές) είναι χαλκευμένα και ψευδή. Σε αυτό το μέρος θα παρουσιαστούν συνοπτικά μερικά δεδομένα που συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης, όπως οι αντιφάσεις της ίδιας της Έκθεσης και η ουσιαστική κατάρριψή της στη διαδικασία της Νυρεμβέργης. Πριν προχωρήσουμε, είναι ουσιώδες να παρατηρήσουμε ότι η Επιτροπή Μπούρντενκο διεξήγαγε τις εργασίες της σε συνθήκες άκρας μυστικότητας, ιδανικές ώστε να χαλκεύσουν και να παραχαράξουν όποια στοιχεία ήθελαν. Όχι μόνο δεν υπήρξε η παραμικρή δημοσιότητα στις έρευνες, αλλά δεν επιτράπηκε καν στους Πολωνούς, ως άμεσα ενδιαφερόμενους, να έχουν εκπρόσωπο στις εκταφές. Σε αντιπαράθεση ακόμη και οι ναζί συγκάλεσαν μια Διεθνή Επιτροπή από ξένους ιατροδικαστές προερχόμενους από πολλές χώρες και επέτρεψαν σε άγγλους αιχμαλώτους, κ.λπ., να δουν τα ευρήματα.
Σχετικά με την Έκθεση Μπούρντενκο, αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα: 1. Για το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, η Έκθεση πέφτει σε αντιφάσεις. Στην εισαγωγή κάνει λόγο αόριστα για φθινόπωρο του 1941. Αυτό βεβαιώνεται επίσης στα συμπεράσματα της Έκθεσης, όπου δηλώνεται: «Στο φθινόπωρο του 1941, μαζικές εκτελέσεις πολωνών αιχμαλώτων πολέμου που είχαν παρθεί από τα παραπάνω αναφερόμενα στρατόπεδα εκπληρώθηκαν από τη γερμανική κατοχική δύναμη στο δάσος του Κατίν»116. Από την άλλη μεριά, στις περιεχόμενες μαρτυρίες βεβαιώνεται ότι οι εκτελέσεις έγιναν Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1941, δηλαδή προσδιορίζεται ως χρόνος τέλεσής τους η περίοδος σχεδόν αμέσως μετά την κατάληψη της περιοχής από τους ναζί, περιλαμβάνοντας και έναν καλοκαιρινό μήνα. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι τρεις βασικές μάρτυρες, «Οι Αλεξέγιεβα, Μιχαΐλοβα και Κονατσόφσκαγια έφτασαν στη σταθερή πεποίθηση… ότι οι μαζικές εκτελέσεις των πολωνών αιχμαλώτων διεξάγονταν στο εξοχικό του Κόσι Γκόρι τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1941»117. Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, του Μπ. Μπαζιλέφσκι, οι εκτελέσεις έγιναν αρχέςμέσα Σεπτέμβρη, ενώ κατά εκείνη του Τ. Φάτικοβ, «μετά τον μήνα Σεπτέμβριο του 1941… κανείς δεν είδε πια πολωνούς αιχμαλώτους πολέμου»118. Ενώ όμως όλες οι καταθέσεις μαρτύρων βεβαιώνουν ότι οι εκτελέσεις είχαν ολοκληρωθεί το Σεπτέμβριο, προς το τέλος της Έκθεσης δίνεται μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Έτσι δηλώνεται ότι σύμφωνα με τα πορίσματα της Ιατροδικαστικής Επιτροπής Ειδικών, «οι εκτελέσεις έλαβαν χώρα… στους μήνες του Σεπτέμβρη-Δεκέμβρη 1941»119, δηλαδή συνεχίζονταν και το χειμώνα.
116 Βλ. την αγγλική μετάφραση της Έκθεσης, http://katyn.codis.ru/cccp054.htm 117 Στο ίδιο. 118 Στο ίδιο. 119 Στο ίδιο.
Αυτή η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στις μαρτυρίες και το “επιστημονικό υλικό” καταρρακώνει την αξιοπιστία της Έκθεσης. Η αιτία της βρίσκεται στην ανάγκη να δικαιολογηθούν τα βαριά ρούχα των Πολωνών αξιωματικών στις εκταφές, που δεν ταιριάζουν με το χρονικό προσδιορισμό του εγκλήματος τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη. Πραγματικά, στις περισσότερες εκταφές τα πτώματα βρέθηκαν να φορούν παλτά, στρατιωτικές χλαίνες, κ.λπ., ενώ μόνο σε 1-2 σημεία είχαν πιο ελαφρύ ρουχισμό, φανερά ακατάλληλα για την εποχή τέλους καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου. Βέβαια, η υπόδειξη του Αυγούστου-Σεπτέμβρη στο κυρίως υλικό της Έκθεσης συνδέεται με το ότι, ελαχιστοποιώντας το χρόνο κράτησης των Πολωνών από τους ναζί, κάλυπτε την πλήρη ανυπαρξία στην Έκθεση στοιχείων, όπως, π.χ., γερμανικά έγγραφα, που να αναφέρουν έστω κάτι γι’ αυτούς. Το κενό θα ήταν οφθαλμοφανές αν έδιναν ένα πιο ταιριαστό από καιρική άποψη χρόνο, όπως ο ΟκτώβριοςΝοέμβριος, αφού τότε θα περίμενε κανείς να έχει μείνει κάποια μαρτυρία για το τι έκαναν οι Πολωνοί στους μήνες που μεσολάβησαν. Η κοινά αποδεκτή άποψη ότι οι εκτελέσεις έγιναν Απρίλιο-Μάιο του 1940 ταιριάζει αντίθετα πολύ καλύτερα στα χειμωνιάτικα ρούχα των Πολωνών, με βάση τον βαρύ καιρό στην περιοχή τον Απρίλη του 1940. 2. Σχετικά με τους υπαίτιους, η Έκθεση Μπούρντενκο βεβαιώνει ότι η εκτέλεση των Πολωνών ήταν έργο του Επιτελείου του 537 Τάγματος Κατασκευών του Γερμανικού Στρατού. Ξεκινά με τη φράση: «Οι εκτελέσεις διαπράχθηκαν το φθινόπωρο του 1941 από το Γερμανικό “Επιτελείο του Τάγματος Κατασκευών 537”». Ο ισχυρισμός τεκμηριώνεται με επίκληση των ίδιων τριών γυναικών, που ήταν, λένε, μαγείρισσες στο τάγμα και κατέθεσαν αργότερα στην Επιτροπή, κατονομάζοντας ως υπαίτιους το διοικητή της μονάδας Άρενς (τον οποίο αποκαλούσαν λαθεμένα Άρνες) και 2-3 ακόμη γερμανούς αξιωματικούς. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα: αν οι ναζί εξόντωσαν σχεδιασμένα τους Πολωνούς το 1941, όπως λέει η Έκθεση, είναι δυνατό να ανέθεσαν ένα τέτοιο μαζικό έγκλημα σε ένα
τάγμα κατασκευών; Πολύ πιο φυσικό θα ήταν να το αναλάβουν τα Ες-Ες και η Γκεστάπο. Τέτοια ήταν η πάγια πρακτική των ναζί. Άλλωστε και οι μαζικές εκκαθαρίσεις τους στην Πολωνία μετά την κατάληψή της το 1939, όπως και η εξόντωση των Εβραίων αργότερα, καθοδηγήθηκαν από ειδικές μονάδες του Χίμλερ, τα Einzatzgruppen, σχηματισμένες κυρίως από στελέχη των Ες-Ες και της Γκεστάπο. Η απόδοση του εγκλήματος σε αξιωματικούς μιας μονάδας κατασκευών μπορεί να οφείλεται μόνο στο ότι δεν υπήρχαν καθόλου στοιχεία για την παρουσία και δράση στελεχών των Ες-Ες ή της Γκεστάπο στον υποτιθέμενο χώρο και χρόνο τέλεσής του. Ήταν έτσι αδύνατο να χαλκεύσουν μια εκδοχή όπου θα το απέδιδαν άμεσα στα Ες-Ες και έπρεπε να εμφανίσουν ότι όλα έγιναν με “προκάλυμμα” τη μονάδα κατασκευών. 3. Το θέμα του Κατίν συζητήθηκε στις ακροάσεις στο Δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου στη Νυρεμβέργη το 1946. Η σταλινική πλευρά, που είχε θέση κατηγόρου, κατέθεσε την Έκθεση Μπούρντενκο, την οποία υπεράσπισαν οι μάρτυρές της. Όμως ο Άρενς προσήλθε ως μάρτυρας και κατέθεσε ότι η μονάδα του, που βρισκόταν τότε στο δάσος του Κατίν, δεν ήταν το 537 Τάγμα Κατασκευών, για το οποίο μιλά η Έκθεση Μπούρντενκο, αλλά το 537 Σύνταγμα Διαβιβάσεων120. Επιπρόσθετα, ενώ υπήρχαν κάμποσες ακόμη γερμανικές μονάδες στην περιοχή, δεν είχε ακουστεί κάτι για ένα 537 Τάγμα Κατασκευών. Ο δε ίδιος είχε μετατεθεί στο Σμολένσκ τέλη Νοεμβρίου 1941, δυο περίπου μήνες μετά από τον υποτιθέμενο χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, από άλλη ρωσική περιοχή. Ας σημειωθεί ότι η κατάθεση του Άρενς έγινε ουσιαστικά δεκτή από τη ρωσική πλευρά, που δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς του. Στα πρακτικά περιέχεται η εξής τοποθέτηση ενός από τους σοβιετικούς ανακριτές: «Ανάκριση από τον συνταγματάρχη Σμιρνόφ: Σμιρνόφ: Πείτε μου, μάρτυς, από πότε, ακριβώς, ήσασταν στην περιοχή του Σμολένσκ;
120 Για την κατάθεση του Άρενς, βλ. στα πρακτικά http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-168-01.shtml.
της Νυρεμβέργης
Μάρτυς: Έχω ήδη απαντήσει στο ερώτημα, από το δεύτερο μισό του Νοέμβρη 1941. Σμιρνόφ:… Είχες οποιαδήποτε σύνδεση με το Κατίν ή το Σμολένσκ ως περιοχή; Ήσουν εκεί προσωπικά το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1941; Μάρτυς: Όχι, δεν ήμουν εκεί»121. Μετά από μια σειρά ερωτήσεων σχετικά με ονόματα άλλων γερμανών αξιωματικών, κ.ά., τις οποίες ο Άρενς απάντησε πολύ πειστικά, διορθώνοντας και μερικά λάθη στην αναφορά των ονομάτων από τους Ρώσους, με την επανέναρξη της διαδικασίας, ο Σμιρνόφ πήρε το λόγο: «Συνταγματάρχης Σμιρνόφ:… κ. Πρόεδρε, αφού ο μάρτυρας έχει δηλώσει, ότι δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία για την περίοδο του Οκτωβρίου-Νοεμβρίου, 1941, θα περιοριστώ σε πολύ σύντομες ερωτήσεις»122. 4. Στον καταλογισμό των ευθυνών για το Κατίν, η Γκεστάπο αναφέρεται στην Έκθεση Μπούρντενκο μόνο σε συνάρτηση με την απόσπαση καταθέσεων από Ρώσους μετά την ανακάλυψη των μαζικών τάφων το 1942-43 και καθόλου σε σχέση με τις εκτελέσεις των Πολωνών, ενώ τα Ες-Ες δεν αναφέρονται καν πουθενά σε όλη την Έκθεση. Αλλά και στη Νυρεμβέργη, όταν μετά το φιάσκο με τον Άρενς, οι σοβιετικοί κατήγοροι προσπάθησαν να συνδέσουν τα Einzatzgruppen, δεν παρουσίασαν ούτε ένα όνομα ή στοιχείο. Η ίδια η μη κατάληξη της διαδικασίας συνδέεται με το ότι οι σοβιετικοί εισαγγελείς δεν επέμειναν στην απαγγελία κατηγοριών, αφού ήταν βέβαιο ότι οι κατηγορούμενοι θα αθωώνονταν. Τα παραπάνω επισημαίνονται στη σύνοψη των ακροάσεων στο έγκυρο σάιτ με τα πρακτικά της Νυρεμβέργης: «Όταν η ακρόαση για το Κατίν τελικά έλαβε χώρα στις 1 και 2 Ιουλίου, ο σκεπτικισμός για τη ρωσική κατηγορία μπορούσε μόνο να αυξηθεί με τα αποδεικτικά στοιχεία τους… και οι αμφιβολίες για το επιθυμητό της έγερσής της βάθυναν με
121 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16803.shtml. 122 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16803.shtml.
τον ιδιαίτερα ανόητο τρόπο που το έκαναν οι Ρώσοι… Οι Ρώσοι ισχυρίστηκαν ότι οι πυροβολισμοί είχαν λάβει χώρα το φθινόπωρο του 1941, όταν τα γερμανικά στρατεύματα είχαν καταλάβει την περιοχή… Οι Ρώσοι πρόσθεσαν ότι χαρτιά, γράμματα, ημερολόγια, που βρέθηκαν πάνω στα πτώματα υποστήριζαν αυτή τη χρονολόγηση, και ότι το διαμέτρημα της σφαίρας και η μέθοδος εκτέλεσης (πυροβολισμός στο πίσω μέρος του κεφαλιού ή στο πίσω του λαιμού) ήταν αποκλειστικά γερμανικά. Η ρωσική κατηγορία έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένη. Κατονόμασαν ως ενόχους μια μονάδα “καμουφλαρισμένη” κάτω από τον τίτλο “Επιτελείο του Τάγματος Κατασκευών 537” διοικούμενη από έναν αντισυνταγματάρχη Άρνες. Αυτή η απόπειρα ακρίβειας γύρισε σε βάρος τους. Η υπεράσπιση εμφάνισε στο δικαστήριο όχι τον “αντισυνταγματάρχη Άρνες” αλλά τον συνταγματάρχη Άρενς, τον πρώην διοικητή του Συντάγματος Διαβιβάσεων 537, μονάδες του οποίου είχαν μετακινηθεί στην περιοχή του Κατίν από το καλοκαίρι του 1941. Ο Άρενς είπε ότι είχε δει το ανάχωμα που περιείχε τα πολωνικά σώματα λίγο καιρό αφού έφτασε το Νοέμβρη, ότι είχε διατάξει μια έρευνα το 1943 μετά το ξέθαμα κοκάλων από λύκους και όταν ντόπιοι άνθρωποι του είχαν πει ότι πάντα φοβούνταν πως πτώματα είχαν θαφτεί εκεί αφότου άκουγαν πυροβολισμούς και κραυγές στο δάσος το 1940. Αυτός επίσης ισχυρίστηκε πως είχε δει γραπτές μαρτυρίες στα σώματα, αλλά ποτέ δεν χρονολογούνταν μεταγενέστερα από το 1940. Ο Άρενς και δυο άλλοι γερμανοί μάρτυρες, και οι δυο από το σύνταγμά του, υπογράμμισαν ότι ένα Σύνταγμα Διαβιβάσεων ποτέ δεν θα θεωρούνταν κατάλληλο για την εκπλήρωση εκτελέσεων, πόσο μάλιστα σε μια τέτοια κλίμακα, όταν ήταν ήδη τεντωμένοι από τα καθήκοντα της μετακίνησης στο Σμολένσκ· και ότι ποτέ δεν ήταν εφοδιασμένοι με αυτόματα όπλα του διαμετρήματος που χρησιμοποιήθηκε για να σκοτωθούν οι πολωνοί αξιωματικοί (αν και μερικές ρωσικές μονάδες ήταν). Το Δικαστήριο δεν ερεύνησε εκτενώς τα γεγονότα των φόνων στο Κατίν σε αυτή τη διήμερη ακρόαση. Το καθήκον του δεν ήταν να λειτουργήσει ως μια επιτροπή έρευνας στην
υπόθεση. Μάλλον ήταν να θέσει τη ρωσική κατηγορία στην αμφισβήτηση της υπεράσπισης, μια αμφισβήτηση την οποία οι Ρώσοι δεν ανταπεξήλθαν. Καθώς η υπόθεσή τους ξεσκεπάστηκε, απομακρύνθηκαν από την βέβαιη κατηγορία τους ενάντια στο “Τάγμα Μηχανικού Προσωπικού” και την αντικατέστησαν στο δικαστήριο με έναν ξαφνικό ισχυρισμό ότι μια Einsatzgruppe ήταν στην περιοχή το φθινόπωρο του 1941, αλλά χωρίς να φέρουν οποιαδήποτε πειστήρια που να τη συνδέουν με το έγκλημα. Οι Ρώσοι ήταν ίσως τυχεροί που οι δικαστές επέλεξαν να μην αναφερθούν στο Κατίν στην ετυμηγορία τους. Συμπεράσματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που επιθυμούσαν μπορούσε να είχαν εξαχθεί από τις μαρτυρίες που παρουσίασαν· τη γλίτωσαν φτηνά με ένα υπονοούμενο ότι είχαν αποτύχει να στηρίξουν την κατηγορία τους»123. Τέλος, σχετικά με τα αναφερόμενα στην Έκθεση Μπούρντενκο γράμματα με χρονολόγηση μετά τον Ιούνη του 1941, τα περισσότερα έχουν καταδειχτεί ως χαλκευμένα. Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία της Λεμπέντεβα, ο συγγραφέας ενός από αυτά, ονόματι Σ. Κουτσίνσκι, περιλαμβανόταν στους 384 έγκλειστους των τριών στρατοπέδων που δεν είχαν εκτελεστεί. Μεταφερμένος στις 16 Φεβρουαρίου στη Μόσχα, μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο γράμμα όποτε του το ζητούσαν. Ένα άλλο γράμμα είναι της Σοφίας Ζιγκόν προς τον άνδρα της αιχμάλωτο Τόμας Ζιγκόν με ημερομηνία 12/9/1940. Ωστόσο, στους καταλόγους των πολωνών αιχμαλώτων δεν περιλαμβάνεται τέτοιο όνομα, ενώ η επίδοση γραμμάτων συγγενών προς αυτούς είχε διακοπεί από τις 16 Μάρτη. Τέλος, δυο αποδείξεις αντικειμένων από το Κοζέλσκ και το Σταρομπέλσκ με μεταγενέστερη χρονολόγηση που βρέθηκαν στους Λεβαντόβσκι και Αρασκέβιτς πρέπει να είναι πλαστές, αφού και οι δυο τους κρατούνταν στο Οστάσκοφ, κοκ124.
123 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/places/germany/nuremberg/katyn02.html. Πρόκειται για απόσπασμα από το έργο των Τούσα A. & Τζ., The Nuremberg Trial, Αλαμπάμα 1990. 124 Βλέπε Ν. Λεμπέντεβα «Η “Ειδική Επιτροπή” και ο πρόεδρός της Μπούρντενκο» (http://ru-katyn.livejournal.com/tag/link-nsl-burdenko-commission, σε 4 μέρη, μέρος 1). Στο άρθρο της αυτό η Λεμπέντεβα προβαίνει σε μια αναλυτική κριτική παρουσίαση των εργασιών και ευρημάτων της Επιτροπής Μπούρντενκο,
Η ελάχιστη μελέτη του θέματος πείθει έτσι για την ανυποληψία της Έκθεσης Μπούρντενκο και, κατ’ επέκταση, της σταλινικής εκδοχής για το Κατίν. Προφανώς, αν ίσχυε ότι η εξόντωση των Πολωνών ήταν έργο των ναζί, θα ήταν σε θέση να παρουσιάσουν κάτι πιο σοβαρό και τεκμηριωμένο. Ωστόσο, δεν είναι άσκοπο να ρίξουμε μια παραπέρα ματιά στη διαδικασία της Νυρεμβέργης, που προσφέρει μερικά αποκαλυπτικά στοιχεία αναφορικά με την κατάρρευση της κατηγορίας. Το Κατίν συζητήθηκε στη Νυρεμβέργη τρεις φορές, με την κύρια διαδικασία, όπου κάθε πλευρά παρουσίασε από τρεις μάρτυρες, να λαβαίνει χώρα στις 1-3 Ιούλη 1946. Μάρτυρες της σταλινικής πλευράς ήταν: ο βούλγαρος ιατροδικαστής Μάρκο Μαρκόφ, που είχε μετάσχει αρχικά στη Διεθνή Επιτροπή των ναζί και είχε υπογράψει την έκθεσή της· ο αντιδήμαρχος του Σμολένσκ στην περίοδο της γερμανικής κατοχής Μπόρις Μπαζιλέσφκι και ο Βίκτορ Προζορόβσκι, ρώσος ιατροδικαστής που πήρε μέρος στις εργασίες της Επιτροπής Μπούρντενκο. Από τους τρεις, οι δυο πρώτοι, που αν ευσταθεί η σταλινική εκδοχή θα είχαν μια λίγο-πολύ άμεση εμπειρία να καταθέσουν, είχαν εμφανείς λόγους να ψευδομαρτυρήσουν. Ο Μαρκόφ, ήταν υπόδικος στη δίκη για τους «Βούλγαρους συμμέτοχους στις υποθέσεις του Κατίν και της Βίνιτσα», αθωώθηκε δε και η θανατική του ποινή αναιρέθηκε αφού συμφώνησε να ανατρέψει την αρχική του γνωμάτευση στη Νυρεμβέργη. Στη Γιουγκοσλαβία, ένας άλλος ιατροδικαστής που είχε ανάμειξη στις ίδιες υποθέσεις και επέμεινε στην αρχική του γνωμάτευση, ο Λ. Γιούρακ, εκτελέστηκε το 1945125. Ο Μπαζιλέφσκι, ως συνεργάτης των ναζί, υπόκεινταν σε δίωξη με βάση το διάταγμα του Ανώτατου Σοβιέτ της 19/4/1943 που πρόβλεπε ποινή θανάτου για τους συνεργάτες των Γερμανών. Πιάστηκε μετά την απελευθέρωση του Σμολένσκ, αλλά και αυτός
σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι δεν αποκλείεται διόλου ο Μπούρντενκο να πίστευε όντως αρχικά στην ενοχή των ναζί, λόγω της άμεσης εμπειρίας που είχε από άλλα μαζικά εγκλήματά τους. 125 Βλέπε τη βιογραφία http://en.wikipedia.org/wiki/Ljudevit_Jurak. του Γιούρακ,
απελευθερώθηκε μετά από τη συμφωνία του να καταθέσει υπέρ της ενοχής των ναζί. Αν η σταλινική εκδοχή ήταν αληθινή, η προφανής πρώτη επιλογή μάρτυρα θα ήταν κάποια από τις τρεις μαγείρισσες που εργάζονταν στη μονάδα στην οποία η Επιτροπή Μπούρντενκο καταλόγισε το έγκλημα. Όπως παραδέχτηκε και ο Άρενς126 στο δικαστήριο, η μονάδα του είχε όντως προσλάβει μαγείρισσες από τον τοπικό πληθυσμό και είναι σαφές ότι η άμεση παρουσία τους στο χώρο του εγκλήματος σημαίνει ότι κάποια αληθινά στοιχεία θα είχαν υποπέσει στην αντίληψή τους. Και πραγματικά οι παρατιθέμενες στην Έκθεση Μπούρντενκο μαρτυρίες των μαγειρισσών περιέχουν πλήθος τέτοια στοιχεία, σε υπερθετικό μάλιστα βαθμό από το αναγκαίο για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των ναζί, σχετικά με την ασυνήθιστη δραστηριότητα στη μονάδα την περίοδο των εκτελέσεων, τους πυροβολισμούς που ακούγονταν, τις κηλίδες αίμα στα ρούχα των γερμανών αξιωματικών, κοκ. Από τις καταθέσεις των Μιχαΐλοβα και Κονατσόφσκαγια μαθαίνουμε, π.χ., ότι αν και, κατά την Έκθεση, οι Γερμανοί κρατούσαν αυστηρή μυστικότητα, είχαν παραστεί ακόμη και αυτόπτες μάρτυρες σε εκτελέσεις Πολωνών: «Η Μιχαΐλοβα Ο. Α. και η Κονατσόφσκαγια Σ. Π. είδαν μια φορά με τα ίδια τους τα μάτια πώς πυροβολήθηκαν δυο Πολωνοί αφού προφανώς είχαν δραπετεύσει από τους Γερμανούς και τους είχαν ξαναπιάσει. Η Μιχαΐλοβα δήλωσε τα εξής αναφορικά με αυτό το γεγονός: “Μια φορά η Κονατσόφσκαγια και εγώ δουλεύαμε στην κουζίνα ως συνήθως, και ακούσαμε θόρυβο όχι μακριά από το σπίτι. Όταν βγήκαμε έξω από την κουζίνα είδαμε δυο πολωνούς αιχμαλώτους πολέμου περικυκλωμένους από γερμανούς στρατιώτες, να εξηγούν κάτι στον υπαξιωματικό Ρόζε. Μετά, ο
126 Μεταξύ άλλων ο Άρενς ανέφερε ότι οι μαγείρισσες περιορίζονταν στην κουζίνα, μη έχοντας πρόσβαση σε πολλούς χώρους, ούτε άμεση επαφή με τη διοίκηση. Αυτό προσφέρει μια εξήγηση των ανακριβειών στην κατάθεση των μαγειρισσών στην Επιτροπή Μπούρντενκο, όπως ο λάθος προσδιορισμός του βαθμού και του ονόματος του διοικητή, και ιδίως του χρόνου άφιξής του στη μονάδα. Μη έχοντας άμεση επαφή και δυνατότητα συνεννόησης με τους Γερμανούς, υπέθεσαν ίσως ότι ως διοικητής θα ήταν εκεί από την πρώτη στιγμή της εγκατάστασης της μονάδας στο Κατίν.
αντισυνταγματάρχης Άρνες [ο οποίος σύμφωνα με την κατάθεσή του στη Νυρεμβέργη ήρθε στη μονάδα δυο μήνες μετά τα περιγραφόμενα περιστατικά, Χ.Κ.] ήρθε και είπε μερικές λέξεις στον Ρόζε. Απομακρυνθήκαμε γιατί φοβόμασταν ότι ο Ρόζε θα μας σκότωνε για την περιέργειά μας. Αλλά μας πρόσεξαν παρ’ όλα αυτά και ο μηχανικός Λινέβσκι μας έδιωξε με διαταγή του Ρόζε πίσω στην κουζίνα, και μετά οδήγησε τους Πολωνούς μακριά από το θέρετρο. Μετά από λίγα λεπτά ακούσαμε πυροβολισμούς… Συμπέρανα από όλα αυτά τα γεγονότα ότι οι δυο Πολωνοί είχαν πυροβοληθεί”»127. Ακόμη δηλώνεται, μεταξύ πολλών άλλων, ότι «Η Αλεξέγιεβα είπε πώς πήγαινε σπίτι μια φορά από τη δουλειά το φθινόπωρο του 1941 και είδε προσωπικά τους Γερμανούς να συγκεντρώνουν μια μεγάλη ομάδα πολωνών κρατουμένων πολέμου στο δάσος του Κόσι Γκόρι. Λίγη ώρα μετά άκουσε πυροβολισμούς σε αυτό το μέρος»128. Τέτοια συνταρακτικά στοιχεία θα ενδιέφεραν προφανώς το δικαστήριο και θα μίλαγαν ισχυρά υπέρ της σταλινικής εκδοχής αν μπορούσε να παρουσιαστούν εύλογα ενώπιόν του. Το φυσικό, λοιπόν, θα ήταν να εμφανίσει η σταλινική πλευρά μια από αυτές τις γυναίκες. Κάτι τέτοιο δεν έγινε129 και
127 Βλέπε http://katyn.codis.ru/cccp054.htm. 128 Στο ίδιο. Στην Έκθεση Μπούρντενκο υπάρχει ένα πλήθος ακόμη τέτοιων αναφορών. 129 Στον αρχικό σχεδιασμό για τη σοβιετική αποστολή στη Νυρεμβέργη, μεταξύ οχτώ μαρτύρων, περιλαμβανόταν μια από τις γυναίκες, η Αλεξέγιεβα. Η Αλεξέγιεβα, που υπόκεινταν επίσης σε δίωξη λόγω συνεργασίας με τους ναζί, κατέθεσε στην Επιτροπή Μπούρντενκο και επανέλαβε τη μαρτυρία της στη συνέντευξη με ξένους δημοσιογράφους που οργάνωσε η επιτροπή στο Σμολένσκ στις 22/1/1944. Ωστόσο, όταν κλήθηκε το 1991, στα πλαίσια της διεξαγόμενης έρευνας, αναίρεσε την τότε μαρτυρία της και είπε ότι ούτε είχε δει, ούτε γνώριζε τίποτα για πυροβολισμούς. Βλέπε, σχετικό έγγραφο του Βισίνσκι, του διαβόητου εισαγγελέα των Δικών, «Πρακτικά από την 7η Συνεδρίαση της Επιτροπής για την Καθοδήγηση των Δικών στη Νυρεμβέργη», Μόσχα ,11/6/1946, http://www.katynbooks.ru/1940_2000/doc/224doc.html και τις υποσημειώσεις σε αυτή τη σελίδα. Στην πραγματικότητα, οι μαρτυρίες των μαγειρισσών ήταν εμφανώς ψευδείς. Τέτοιες μαρτυρίες μπορεί να χρησιμοποιούνταν κατά κόρο ως “αποδεικτικά στοιχεία” στα σταλινικά δικαστήρια στις μαζικές εκκαθαρίσεις, αλλά δεν θα είχαν καμιά τύχη σε οποιοδήποτε σοβαρό δικαστήριο.
επέλεξαν ως βασικό μάρτυρα κατηγορίας τον κατοχικό αντιδήμαρχο του Σμολένσκ Μπαζιλέφσκι, δηλαδή ουσιαστικά έναν δοσίλογο που είχε υπηρετήσει τους Γερμανούς. Ο Μπαζιλέφσκι κατέθεσε στο Δικαστήριο όσα αναφέρονται στην Έκθεση Μπούρντενκο: ότι σύμφωνα με προσωπική εξομολόγηση του Μενσαγκίν, τότε δημάρχου της πόλης, οι πολωνοί αξιωματικοί εκτελέστηκαν μέσα στο Σεπτέμβρη του 1941. Πέραν αυτού όμως οι απαντήσεις του αναφέρονταν συστηματικά σε φήμες και αόριστα λόγια τρίτων: ο Μενσαγκίν του είχε πει ότι ένας γερμανός αξιωματούχος του είχε πει ότι οι Πολωνοί εκτελέστηκαν, αλλά δεν του είχε πει ούτε πού είχαν εκτελεστεί, ούτε τον αριθμό τους, ούτε ο ίδιος είχε δει τους Πολωνούς που υποτίθεται δούλευαν στους δρόμους τον Αύγουστο του 1941, αλλά το είχε ακούσει από άλλους, κ.λπ., κ.λπ.130 Επιπλέον, έπεσε σε αντιφάσεις, δηλώνοντας από τη μια ότι προπολεμικά πήγαινε πολύ συχνά στο δάσος του Σμολένσκ και από την άλλη δεν ήξερε πού είχαν βρεθεί οι μαζικοί τάφοι. Είναι διαφωτιστικός ο διάλογος με το γερμανό συνήγορο: «Ερ.: Γνωρίζετε πού βρέθηκαν οι τάφοι του Κατίν, στους οποίους θάφτηκαν 11.000 πολωνοί αξιωματικοί; Απ.: Δεν ήμουν εκεί. Δεν είδα τους τάφους στο Κατίν. Ερ.: Δεν είχατε ποτέ βρεθεί στο δάσος του Κατίν; Απ.: Όπως ήδη είπα, ήμουν εκεί όχι μια αλλά πολλές φορές. Ερ.: Ξέρετε που βρισκόταν αυτή η τοποθεσία των μαζικών τάφων;
130 «[Ο Μενσαγκίν] είπε ότι ο φον Σβετζ του είχε πει ότι [οι Πολωνοί] εκτελέστηκαν στην περιοχή του Σμολένσκ… δεν ανέφερε το ακριβές μέρος… Ο Μενσαγκίν δεν μου έδωσε οποιοδήποτε αριθμό… Ερ.: Είδατε καθόλου πολωνούς αξιωματικούς; Απ.: Δεν τους είδα ο ίδιος, αλλά οι σπουδαστές μου μου είπαν ότι τους είδαν». Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16808.shtml και http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16809.shtml. Στον Μπαζιλέφσκι αποδίδεται και το ημερολόγιο του Μενσαγκίν, μια εμφανής πλαστογραφία που αναφέρεται στην Έκθεση Μπούρντενκο ότι περιέχει καταγραφές σχετικά με τους Πολωνούς μετά τον Ιούνιο του 1940.
Απ.: Πώς μπορώ να ξέρω πού βρίσκονταν οι μαζικοί τάφοι, δεδομένου ότι δεν είχα ποτέ βρεθεί εκεί στη διάρκεια της κατοχής;»131 Αυτό είναι κραυγαλέα αυθαιρεσία, γιατί αν είχε επισκεφθεί πριν το 1941 «πολλές φορές» την περιοχή θα γνώριζε καλά το μέρος. Το 1943 ο Μπαζιλέφσκι ήταν ακόμη κατοχικός αντιδήμαρχος και δεν μπορεί να είχε μάθει από τη γερμανική διοίκηση για τη μυστική εκτέλεση των Πολωνών το 1941 και δυο χρόνια μετά να μην άκουσε τίποτα ή να μην κατάλαβε πού γίνονταν οι εκταφές όταν οι Γερμανοί τις διεξήγαγαν με κάθε δημοσιότητα. Κοντολογίς, οι απαντήσεις του Μπαζιλέφσκι ήταν τέτοιες ώστε να αποφύγει να πει οτιδήποτε συγκεκριμένο. Αυτό που είπε στο δικαστήριο είναι ότι ήξερε σίγουρα γιατί αποκλείεται να ήταν έγκλημα της σταλινικής πλευράς, αλλά δεν ήξερε τίποτα από πρώτο χέρι που να αποδεικνύει ότι ήταν έγκλημα των ναζί, για το οποίο υποτίθεται ότι κατέθετε. Επιπλέον, προκύπτει από τα πρακτικά, τα έλεγε γρήγορα, με αποτέλεσμα να τον διακόπτει διαρκώς ο Πρόεδρος. Σε ένα σημείο δε, έβγαλε ένα χαρτί και τα διάβαζε, ενώ ο διερμηνέας γνώριζε από πριν τις απαντήσεις του, κάτι που επισήμανε ο συνήγορος των Γερμανών Στάμερ χωρίς να πάρει απάντηση: «Μάρτυρα, όταν καταθέτατε, λίγο πριν το διάλειμμα, διαβάσατε την κατάθεσή σας, αν παρατήρησα σωστά. Θα μου πείτε αν ήταν όντως έτσι ή όχι; Δεν διάβασα τίποτα. Είχα μόνο ένα σχέδιο του δικαστηρίου στο χέρι μου. Μου φάνηκε σαν να διαβάζατε τις απαντήσεις σας. Πώς μπορείτε να εξηγήσετε το γεγονός ότι ο διερμηνέας ήδη είχε τις απαντήσεις σας στα χέρια του;
131 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16809.shtml. Ο Μπαζιλέφσκι το επανέλαβε αυτό και στον ρώσο δικαστή Σμιρνόφ, «Κατά τα πολλά χρόνια που ζούσα στο Σμολένσκ, αυτό το μέρος δεν ήταν ποτέ περιφραγμένο… Προσωπικά συνήθιζα να πηγαίνω εκεί πολύ συχνά». Πρόσθεσε μάλιστα ότι τα έλεγε αυτά «ως αυτόπτης μάρτυρας». Η διαβεβαίωση αυτή συνδεόταν με την σταλινική γραμμή ότι το Κατίν ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος ως την κατάληψη του Σμολένσκ και δεν μπορεί να είχαν γίνει εκεί οι εκτελέσεις από τους Ρώσους. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα στρατόπεδο του NKVD απρόσιτο στον ευρύ πληθυσμό.
Δεν γνωρίζω πώς οι διερμηνείς μπορούσε να έχουν τις απαντήσεις μου από πριν»132. Στο τέλος, ο Μπαζιλέφσκι, ερωτημένος αν τιμωρήθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση για τη συνεργασία του με τους Γερμανούς, απάντησε ότι όχι μόνο δεν συνέβηκε αυτό, αλλά δίδασκε και σε δυο ανώτερες σχολές. Το να περηφανεύεται γι’ αυτό σήμαινε να προσθέτει την αφέλεια στην αοριστία, καθώς υποβάλλει μόνο τη σκέψη ότι είχε ανταλλάξει την ελευθερία του με την κατάθεσή του για το Κατίν. Οι άλλοι δυο μάρτυρες της ρωσικής πλευράς, ο Προζορόβσκι και ο Μαρκόφ, παρουσίαζαν μια στοιχειώδη λογική συνοχή στις καταθέσεις τους. Όμως αυτές ήταν καταθέσεις ειδικών, που μπορούσε να ταιριαστούν άνετα σε μια καθορισμένη εκδοχή. Η κύρια κατάθεση που θα έπρεπε να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία αν επρόκειτο όντως για έγκλημα των ναζί ήταν του Μπαζιλέφσκι και απέτυχε παταγωδώς να το κάνει. Τις τρεις αυτόπτες μάρτυρες μαγείρισσες που υποτίθεται είχαν τέτοια στοιχεία, φρονίμως ποιούντες δεν τόλμησαν να τις παρουσιάσουν και η εκδοχή υπέρ της οποίας θα κατέθεταν αν εμφανίζονταν, για την ενοχή του Άρενς, κ.λπ., ανατράπηκε πλήρως. Κοντολογίς, η διαδικασία της Νυρεμβέργης για το Κατίν ήταν ένα φιάσκο για τη σταλινική πλευρά: το κατηγορητήριό της ουσιαστικά κατέρρευσε σε όλα τα κύρια σημεία του. Φυσικά, όταν πρόκειται για μια δίκη δυο ατόμων που κατηγορούνται για ένα φόνο, μια λάθος κατηγορία μπορεί να διατυπωθεί και από πλάνη, παρανόηση συμπτώσεων, κ.λπ., χωρίς μοχθηρά κίνητρα. Όταν όμως πρόκειται για δυο κράτη που κατηγορούνται για 20.000 φόνους και ο άλλος ύποπτος εκτός από αυτόν που κατηγορείς είσαι εσύ, τότε η διάψευση της εκδοχής σου με τέτοιο παταγώδη τρόπο, ισοδυναμεί με απόδειξη της δικής σου ενοχής… 8. Η Έκθεση της «Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών» του 1993
132 Βλέπε http://www.nizkor.org/hweb/imt/tgmwc/tgmwc-17/tgmwc-17-16809.shtml.
Στα δυο συζητημένα πρόσφατα άρθρα του ο κ. Γκίκας μας προσφέρει τη φώτισή του και για τη ρωσική κρατική έρευνα στην υπόθεση του Κατίν που ξεκίνησε το 1992 και ολοκληρώθηκε το 2004. Ο απολογισμός του είναι το ίδιο επιλεκτικός όπως για όλα τα άλλα θέματα. Ξεκινά μάλιστα το άρθρο της 20/6 με μια ηρωική αναφορά στη δίκη του ΚΚΣΕ και την παρουσίαση εκεί από τον Γιέλτσιν των ντοκουμέντων για το Κατίν. Στο άλλο άρθρο, πληροφορούμαστε ακόμη σχετικά με τα ντοκουμέντα ότι «τέτοια ήταν η αξιοπιστία τους, ώστε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν τα συμπεριέλαβε και στην απόφασή του στις 30 του Νοέμβρη 1992». Και ολοκληρώνει την αναφορά του διαπιστώνοντας ότι η έρευνα «Τερματίστηκε τον Σεπτέμβρη του 2004… λόγω “έλλειψης εγκλήματος”». Ο Γκίκας δεν τολμά καν να αναφέρει ότι η έρευνα ολοκληρώθηκε με την αναγνώριση της σταλινικής ενοχής. Προσπαθεί να υποβάλει στον αναγνώστη τη σκέψη ότι κάποια αντικομμουνιστικά παιγνίδια ήταν στη μέση βάζοντας το ερώτημα: «Αφού η σοβιετική ενοχή ήταν “δεδομένη” γιατί σταμάτησε η δικαστική έρευνα; Γιατί εγκαταλείφθηκε τόσο απότομα μια διαδικασία που πήρε τόσα χρόνια και θα μπορούσε –ενδεχομένως– να δώσει τέλος στη σπέκουλα για το θέμα;»133 Στην ουσία, αυτή είναι μια επανάληψη της διαστρεβλωτικής παρουσίασης του θέματος από τον Σλομπότκιν, την οποία έχουμε ήδη κριτικάρει. Η αναφορά στο ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσίας στη Δίκη του ΚΚΣΕ δεν περιέλαβε στην απόφασή του τα ντοκουμέντα για το Κατίν είναι φτηνός εντυπωσιασμός, καθώς είναι φανερό ότι μια δίκη για τη νομιμότητα του ΚΚΣΕ το 1992 δεν μπορούσε να στηριχτεί σε ντοκουμέντα αναφερόμενα σε γεγονότα που τελέστηκαν προ 50ετίας, ενώ και τα περί έλλειψης εγκλήματος είναι εκ του πονηρού. Στην πραγματικότητα, το δικαστήριο αναγνώρισε το έγκλημα αλλά δεν το προσδιόρισε ρητά για να μην τεθεί το ζήτημα των αποζημιώσεων, αυτός όντας και ο λόγος που αρνήθηκαν πρόσβαση σε πολλούς φακέλους στην πολωνική πλευρά. Επικαλέστηκαν δε ως λόγο για το σταμάτημα
133 Βλ. Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4 και 20/ 2010.
της διαδικασίας, όχι την έλλειψη εγκλήματος, αλλά το ότι οι ένοχοι του εγκλήματος δεν ζουν πια. Παραποιώντας έτσι τα γεγονότα, ο Γκίκας, όπως άλλωστε και ο Σλομπότκιν, αποσιωπά και ένα άλλο γεγονός: η έρευνα μετά το 1992 απέφερε σημαντικά υλικά, μεταξύ των οποίων η Έκθεση της Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών, που συνέστησε η Γενική Στρατιωτική Εισαγγελία της Ρωσίας για την έρευνα της υπόθεσης του Κατίν. Αυτή η Έκθεση, με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1993, έχει τίτλο «Η Επιτροπή Ειδικών του Γραφείου του Γενικού Στρατιωτικού Εισαγγελέα για την εγκληματική υπόθεση 159 γύρω από την εκτέλεση των πολωνών αιχμαλώτων των ειδικών στρατοπέδων του NKVD του Κοζέλσκ, του Οστάσκοφ και του Σταρομπέλσκ τον Απρίλιο του 1940»134. Η επιτροπή αποτελούνταν από έξι επιστήμονες ειδικούς, που μπορεί λιγότερο από κάθε άλλο εμπλεκόμενο να κατηγορηθούν για πολιτικές σκοπιμότητες. Η έκθεσή τους όχι μόνο αναγνωρίζει πλήρως το σταλινικό έγκλημα, αλλά αποδέχεται τη γνησιότητα των ντοκουμέντων για το Κατίν και απορρίπτει στο σύνολό τους ως ψευδείς τις αιτιάσεις της σταλινικής πλευράς. Συλλέχτηκαν 116 τόμοι απόρρητου υλικού και τα πορίσματα της επιτροπής ανακοινώθηκαν δημόσια τον Ιούλη του 1994 από τον επικεφαλής της έρευνας για το Κατίν στα 1990-94 Ανατόλι Γιαμπλόκοφ. Η αγνόηση αυτού του ντοκουμέντου είναι αναγκαία στους σταλινικούς δημοσιολόγους για να καλλιεργούν την εντύπωση ότι δήθεν δεν έχει διεξαχθεί καμιά έγκυρη έρευνα για τη γνησιότητα των ντοκουμέντων, ούτε δήθεν έχει υπάρξει επιστημονική απόφανση για την υπόθεση. Πριν περάσουμε σε μια αναφορά στους Ζούκοφ και Ιλιούχιν, είναι ουσιώδες λοιπόν να παρουσιάσουμε ορισμένα κύρια σημεία του. 1. Σχετικά με την τέλεση του εγκλήματος, η Έκθεση της «Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών» αποδέχεται πλήρως τη σταλινική ενοχή. Δίνει μια αναλυτική εξιστόρηση της όλης επιχείρησης, της μεταφοράς των κρατουμένων στο χώρο εκτέλεσης, του τρόπου που έγιναν οι εκτελέσεις και κατονομάζει ρητά τους υπεύθυνους (Στάλιν, Μπέρια και άλλα μέλη του ΠΓ· οι
134 Βλέπε στο http://katynbooks.narod.ru/syndrome/Docs/appendix.html.
υφιστάμενοι του Μπέρια, Μερκούλοφ, Μπαστάκοφ, κ.ά.· τοπικά στελέχη του NKVD, Σοπρούνενκο, κ.ά.) Συγκεκριμένα αναφέρει: Ι. «Η αυθεντικότητα των υπομνημάτων και των διαταγών του Πολιτικού Γραφείου της 5 Μάρτη 1940 επιβεβαιώθηκε με γραφολογική ανάλυση». ΙΙ. Καταθέτοντας σαν μάρτυρας, «ο Σελέπιν επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα των υπομνημάτων και των γεγονότων που δηλώνονται σε αυτά». ΙΙΙ. Οι επιζώντες καθοδηγητές των εκτελέσεων Τόκαρεφ και Σοπρούνενκο παραδέχτηκαν το ρόλο τους στην υπόθεση. «Ο Π. Κ. Σοπρούνενκο, ερωτημένος ως μάρτυρας με βιντεοκασέτα ομολόγησε ότι γνώριζε την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου» και «την εκτέλεση των πολωνών αιχμαλώτων πολέμου… Παρόμοια μαρτυρία δόθηκε από τον πρώην επικεφαλής του NKVD στην περιοχή του Καλίνιν Ντ. Σ. Τόκαρεφ». Το ίδιο κατέθεσαν μια σειρά ακόμη μάρτυρες που υπηρετούσαν τότε στα στρατόπεδα και τον τόπο εκτέλεσης όπως οι Σιρομνιάτικοφ, Μποροντένκο και αρκετοί άλλοι. 2. Αναφορικά με την Έκθεση της Επιτροπής Μπούρντενκο, διαπιστώνεται η αναξιοπιστία της. Σημειώνεται ιδιαίτερα ο μικρός χρόνος εργασίας της επιτροπής, η σπουδή με την οποία ενήργησε την έρευνά της και η προκατάληψη της κρίσης της, που οριζόταν από το ίδιο το καθήκον που της είχε ανατεθεί. Δηλώνεται ακόμη ότι είχε ρητή εντολή να εμφανίσει τον τρόπο εκτέλεσης των θυμάτων ως «χαρακτηριστικά γερμανικό», για να αρνηθεί έτσι τα συμπεράσματα της “Διεθνούς Επιτροπής” που είχαν συστήσει οι Γερμανοί. Αναφορικά με τα παρουσιαζόμενα στην Έκθεση Μπούρντενκο ως μεταγενέστερα του Μάη 1940 ντοκουμέντα διαπιστώνεται ότι «τα περισσότερα… δεν μπορεί να χρησιμεύσουν ως μαρτυρία», όντας εμφανείς πλαστογραφίες. Στη Μυστική Αναφορά της Επιτροπής Μπούρντενκο δεν υπάρχουν τέτοια μεταγενέστερα του Μάη 1940 ντοκουμέντα. Ένας από τους μάρτυρες στην Έκθεση Μπούρντενκο, ο Ταγματάρχης Βετόσνικοφ, αναφερόμενος ως διοικητής ενός από τα στρατόπεδα κράτησης των Πολωνών που φέρεται να
βεβαιώνει ότι παρέμειναν εκεί ως τη γερμανική επίθεση, είναι φανταστικό πρόσωπο· το όνομά του δεν υπάρχει στα αρχεία του NKVD. Τέλος, για τον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης του εγκλήματος, διαπιστώνεται ότι η άποψη της Έκθεσης Μπούρντενκο δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Εδώ γίνεται αναφορά σε προγενέστερη έκθεση που συντάχτηκε από πολωνούς ερευνητές το 1989 και αναφέρεται στην αντιφατικότητα των χρονικών προσδιορισμών του συμβάντος από τους μάρτυρες και την ιατροδικαστική επιτροπή, «Αύγουστος, Αύγουστος-Σεπτέμβριος, ΣεπτέμβριοςΔεκέμβριος», κοκ. Η ίδια πολωνική έκθεση σημείωνε επίσης τις αντιφάσεις και τα λάθη της Έκθεσης στο όνομα της ομάδας και του διοικητή της που επαναλήφθηκαν από τη σταλινική πλευρά στη διαδικασία της Νυρεμβέργης. 3. Σχετικά με τη διαδικασία της Νυρεμβέργης σημειώνεται: «Το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι τα συμπεράσματα αυτού του εγγράφου [της Έκθεσης Μπούρντενκο] έχουν επαρκώς θεμελιωθεί και δεν καταλόγισε στην ετυμηγορία του το έγκλημα στους Γερμανούς. Αυτή η απόφαση δεν αμφισβητήθηκε από τη σοβιετική πλευρά και δεν έγινε διαμαρτυρία». 4. Τέλος, αναγνωρίζοντας ρητά και πλήρως τη σταλινική ενοχή, η Έκθεση προβαίνει σε μια σειρά χαρακτηρισμούς του εγκλήματος με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Συγκεκριμένα επικαλούμενη τις παραγράφους α, β και γ του άρθρου 6 του Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης κατατάσσει το Κατίν ως έγκλημα ενάντια στην ειρήνη, έγκλημα πολέμου και έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, εγκλήματα τα οποία δεν παραγράφονται. «Υπάρχει κάθε λόγος να εφαρμοστεί η παράγραφος “β” του Άρθρου 6 του Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, που σχετίζεται με εγκλήματα πολέμου, παραβιάσει των νόμων ή των εθίμων του πολέμου, και ιδιαίτερα το φόνο, το βασανισμό ή την υποδούλωση… τη δολοφονία ή το βασανισμό αιχμαλώτων πολέμου», καθώς επίσης και «η παράγραφος “γ” του Χάρτη του Διεθνούς
Στρατιωτικού Δικαστηρίου, που ορίζει τα εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα: φόνος, εξολόθρευση, υποδούλωση, εξόριση και άλλες απάνθρωπες πράξεις διαπραγμένες ενάντια σε οποιοδήποτε πολιτικό πληθυσμό πριν ή στη διάρκεια του πολέμου». Τέλος, η Έκθεση επισημαίνει τον ιδεολογικό χαρακτήρα των αιτιολογιών που προβάλλονταν στην απόφαση του ΠΓ για την εκτέλεση των Πολωνών, οι οποίες δεν αφορούσαν πραγματικές ενέργειές τους εναντίον του σοβιετικού κράτους, αλλά πράξεις που θα μπορούσαν δυνητικά να κάνουν, ως υποτιθέμενα «αντισοβιετικά στοιχεία», κ.λπ. Και από τις έρευνες μετά το 1992 προέκυψε λοιπόν ένα σοβαρό επιστημονικό ντοκουμέντο που τεκμηριώνει τη σταλινική ενοχή. Το ερώτημα για τους δημοσιολόγους του Ριζοσπάστη είναι: Μπορούν να φέρουν κάποιες τεκμηριωμένες αντιρρήσεις σε οποιοδήποτε από τα συμπεράσματα αυτής της Επιτροπής; Και είναι άραγε σε θέση να παρουσιάσουν ένα αντίστοιχα σοβαρό ντοκουμέντο που να έχει προκύψει τα πρόσφατα χρόνια υπέρ της άποψής τους, πέρα από τις ασυναρτησίες διαφόρων παρανοϊκών τύπου Μούχιν; 9. Το ΚΚΡΟ, ο Γιούρι Ζούκοφ και ο Βίκτορ Ιλιούχιν Όπως έχουμε ήδη δει, τα πιο πρόσφατα άρθρα του Ριζοσπάστη για το Κατίν, όχι μόνο του Γκίκα αλλά και τα υπόλοιπα, βασίζονται καίρια στους Ιλιούχιν και Ζούκοφ. Και οι δυο εμφανίζονται ως αξιόπιστοι ερευνητές, ο πρώτος βουλευτής του ΚΚΡΟ και ο δεύτερος “έγκυρος προοδευτικός” ιστορικός. Τι παραπάνω θα μπορούσε να θέλουμε, λοιπόν; Μπορεί ποτέ δυο τέτοιοι απρόσβλητοι και υπεράνω υποψίας μάρτυρες να θέλουν να παραχαράξουν την αλήθεια; Για να απαντήσουμε, είναι αναγκαίο να πούμε πρώτα δυο λόγια για το ρόλο του ΚΚΡΟ, του ΚΕΚΡ και μερικών άλλων δήθεν-κομμουνιστικών κομμάτων και ομάδων στην τωρινή Ρωσία. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ, εξαιτίας της δυσφήμισης της προοπτικής της Περεστρόικα και της εμφάνισής της ως υπαίτιας για την αρνητική εξέλιξη,
κυριάρχησαν στο ρωσικό κομμουνιστικό κίνημα οι φιλοσταλινικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές, στις οποίες περιλαμβάνονται ιδιαίτερα το ΚΚΡΟ και το ΚΕΚΡ με τις οποίες έχει στενές σχέσεις το ΚΚΕ, συσπειρώνουν σε επίπεδο κορυφής κυρίως τους πρώην κομματικούς γραφειοκράτες και τα στελέχη, για τους οποίους ο κομμουνισμός δεν ήταν ποτέ κάτι άλλο από το διαβατήριο που τους εξασφάλιζε τα προνόμια και τις ανέσεις τους στο σοβιετικό καθεστώς. Η ιδεολογία αυτών των ομάδων είναι ξεκάθαρα αντιδραστική και εθνικιστική, δίνοντας ένα τυπικό δείγμα αυτού που ο Λένιν ονόμαζε μεγαλορωσικό σοβινισμό. Ο ίδιος ο Ζουγκάνοφ, η πιο εμβληματική, ηγετική φυσιογνωμία μέσα στο ΚΚΡΟ και η προσωποποίηση όλων αυτών των τάσεων, έχει προβεί σε πλήθος διακηρύξεις στο πνεύμα της “Μεγάλης Ρωσίας”, ενώ έχει συνασπιστεί με κάθε λογής εθνικιστικές, χριστιανορθόδοξες και άλλες δυνάμεις σε “πατριωτικά μέτωπα” που προωθεί το ΚΚΡΟ. Η ταύτιση επεκτείνεται και στο ιδεολογικό πεδίο, όπου πίσω από τη δήθεν κομμουνιστική πρόσοψη, ο Ζουγκάνοφ υπερασπίζει τις πιο αντιδραστικές προσωπικότητες και παραδόσεις του τσαρισμού και της θρησκευτικής αντίδρασης. Όπως γράφουν οι Π. Ρενταγουέι και Ντ. Γκλίνσκι: «Κρίνοντας από τα βιβλία του, ο Ζουγκάνοφ αγωνιά να βρει διανοητικούς συμμάχους τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό. Αλλά ο κατάλογος των “κλασικών” που αναφέρει… είναι μάλλον ανορθόδοξος για τον ηγέτη ενός αυτόπεριγραφόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη ρωσική πολιτιστική παράδοση, τα αντικείμενα του θαυμασμού του περιλαμβάνουν τον Φιλοφέι του Πσκοφ, πρωτεργάτη του φημισμένου ρητού “Η Μόσχα είναι η τρίτη Ρώμη”· τον κόμη Ουβάροφ, τον ιδεολόγο του Νικόλαου του Ι, διαβόητου για τη φόρμουλά του “Αυτοκρατορία, Ορθοδοξία, Λαϊκό Πνεύμα”· τους συντηρητικούς λαϊκιστές στοχαστές Λαβρόφ και Μιχαϊλόφσκι· τον σκοτεινό σταυροφόρο της ρωσικής μοναδικότητας Νικολάι Ντανιλέφσκι· το θεολόγο της Αυλής Κονσταντίν Πομπεντονόστσεφ, διάσημο για τη συμβουλή του προς τον Αλέξανδρο τον ΙΙΙ να “καταψύξει τη Ρωσία”· τη
μυστικιστική αυτοκρατορική εκδοχή της ρωσικής φιλοσοφίας που προσωποποιούν οι Κονσταντίν Λεόντιεφ και Ιβάν Ίλιν· και ένα δημοφιλή θεωρητικό της εθνοψυχολογικής αποκλειστικότητας, τον Λεβ Γκούμιλεφ. Ανάμεσα στους ξένους συγγραφείς ο Ζουγκάνοφ παραθέτει με πολύ θαυμασμό τον Καρλ Χαουσχόφερ και τον Χάλφορντ Μάκιντερ, τον Όσβαλντ Σπένγκλερ και τον Άρνολντ Τόινμπι»135. Είναι σαφές, ότι ενώ αυτοπαρουσιάζεται ως κομμουνιστής, ο Ζουγκάνοφ ταυτίζεται με τους προαιώνιους διώκτες του ρωσικού λαού, τους απολογητές του τσαρισμού και της απολυταρχίας που πολέμησαν λυσσαλέα την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ορισμένες μάλιστα –ασφαλώς όχι όλες, αλλά αρκετές– από τις αναφορές του είναι καθαρά φασιστικές ή συγγενικές ιδεολογικά προς το φασισμό. Ο Ίλιν, ένας ρώσος αντιδραστικός μυστικιστής, αποδοκίμασε την Οκτωβριανή Επανάσταση ως καταστροφή του κράτους, ενώ έκφρασε ανοικτά τη συμπάθειά του στο φασισμό και τα αντισημιτικά του αισθήματα μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933136. Ο Χαουσχόφερ, ένας γερμανός σοβινιστής στρατηγός, προσωπικός φίλος του Ρούντολφ Ες, του δεξιού χεριού του Χίτλερ, θεωρείται ότι επηρέασε με τις θεωρίες του για τον επεκτατισμό τον Χίτλερ. Ο Σπένγκλερ, απολογητής του γερμανικού μιλιταρισμού και με τον ανορθολογισμό του υπήρξε ένας από τους προδρόμους της “εθνικοσοσιαλιστικής θεώρησης”. Ο Μάκιντερ, βρετανός στρατιωτικός και φανατικός αντιμπολσεβίκος, συμμετείχε στην επέμβαση στη Ρωσία το 1919 και οι θεωρίες του για την “ενδοχώρα” έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους ναζί, κοκ. Χωρίς να επεκταθούμε παραπέρα στις εθνικιστικές συμπράξεις και μέτωπα που κατά καιρούς έχουν συστήσει το ΚΚΡΟ και ο Ζουγκάνοφ, θα σημειώσουμε ακόμη ότι ο
135 Βλέπε, Π. Ρένταγουέι & Ντ. Γκλίνσκι, The tragedy of Russian Reforms, United States Institute of Peace, Ουάσιγκτον 2001, σελ. 505. 136 Βλ. Ιβάν Ίλιν, «Ο εθνικοσοσιαλισμός, το νέο πνεύμα», 1933, http://iljinru.tsygankov.ru/works/vozr170533.html. Για τους Χαουσχόφερ και Μάκιντερ, διαφωτιστικά είναι τα λήμματα της Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Karl_Haushofer και http://en.wikipedia.org/wiki/Halford_Mackinder.
Ζουγκάνοφ έχει εκδώσει μπροσούρα όπου υιοθετεί ανοιχτά τις απόψεις για της συμμαχία των κομμουνιστών με την ορθόδοξη εκκλησία για την οικοδόμηση μιας νέας Ρωσίας, αποκηρύσσοντας την ταξική πάλη και την παγκόσμια επανάσταση ως όψεις του “κοσμοπολιτισμού” και των δυτικών αντιρωσικών επιρροών. Σε ένα γράμμα του προς τον ρώσο εκκλησιαστικό παράγοντα Γιδεών, που του απέστειλε στα πλαίσια της αλληλογραφίας του με “κομμουνιστές κληρικούς”, ο Ζουγκάνοφ επεξηγεί και συνοψίζει τις ιδέες του. Όπως λέει εκεί, απαίτηση της εποχής μας είναι «η συνένωση του ρωσικού λαού κάτω από τις σημαίες της πατριωτικής, εθνικής και πνευματικής αναζωογόνησης». Ο ίδιος διαπιστώνει ότι «η ορθοδοξία είναι το πιο σημαντικό πνευματικό θεμέλιο της χιλιόχρονης ρωσικής κουλτούρας» και «ο πυρήνας αιώνων της εθνικής μας ταυτότητας… το θεμέλιο του ρωσικού χαρακτήρα στην ιστορική του ανάπτυξη», ενώ «τα ιστορικά προσόντα της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι αναμφισβήτητα». Αποδίδοντας το ρόλο της εκκλησίας ως στηρίγματος της απολυταρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και την γενικότερη επαναστατική αναταραχή που οδήγησε στην Οκτωβριανή Επανάσταση, στην «παρεξήγηση και την εχθρότητα ανάμεσα στις τάξεις», οραματίζεται την αποκατάσταση μιας νέας εθνικής ενότητας. «Το πιο σημαντικό γνώρισμά της» θα είναι «η ένωση της εκκλησίας και όλων των υγιών κοινωνικών, πολιτικών δυνάμεων της χώρας»137. Ο Ζουγκάνοφ είναι επίσης εξαιρετικά ειλικρινής στην απόρριψη της ταξικής, επαναστατικής θεώρησης των Μπολσεβίκων, την οποία θεωρεί εμπόδιο σε μια τέτοια συνένωση. Όπως λέει: «Μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα στη διάρκεια όλης της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης με διάφορους βαθμούς επιτυχίας πάλευαν δυο ισχυρές ομάδες. Η μια από αυτές έβλεπε στο σοβιετικό κράτος το φυσικό ιστορικό και γεωπολιτικό διάδοχο της Μεγάλης Ρωσίας. Άλλοι έβλεπαν τη χώρα και το λαό μόνο σαν ξύλα για τη φωτιά της παγκόσμιας επανάστασης. Οι διώξεις ενάντια στην Εκκλησία εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την επιρροή αυτών ιδιαίτερα των
137 Γκενάντι Ζουγκάνοφ, http://pravislava.al.ru/komrpc.htm. «Το ξεπέρασμα της αντιπαράθεσης»,
αντιρωσικών, κοσμοπολίτικων, τροτσκιστικών ομάδων». Ο ίδιος εκτιμά ότι η πολιτική του Στάλιν, ιδίως κατά και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανταποκρινόταν στην πρώτη γραμμή «της αίσθησης του βαθιού και γνήσιου εθνικού πατριωτισμού» και ότι «οι ηθικές και θρησκευτικές παραδόσεις της Άγιας Ρωσίας» ήταν αυτές που «προκαθόρισαν τη νίκη», ρεύμα προς το οποίο εκφράζει την ολόψυχη υποστήριξή του. Θεωρεί δε ότι μετά το θάνατο του Στάλιν επικράτησαν οι “αντεθνικές τάσεις”, στις οποίες περιλαμβάνει το “λυώσιμο” του Χρουστσόφ, την Περεστρόικα, ακόμη και την περίοδο του Μπρέζνιεφ138. Στις παραπάνω γραμμές, πρέπει να πούμε, ο Ζουγκάνοφ ανιχνεύει στην ουσία, αν όχι στις λεπτομέρειες, σωστά τις γραμμές της αντιπαράθεσης μέσα στο ΚΚΣΕ και το πραγματικό περιεχόμενο της σταλινικής τάσης, που κάτω από ψευτομαρξιστική φρασεολογία συγκάλυπτε κάθε λογής εθνικιστικές, μικροαστικές και σκοταδιστικές κατευθύνσεις. Είναι επίσης γεγονός ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να επιλέγει τις ιδέες που τον εκφράζουν και που θέλει να υποστηρίζει. Ωστόσο, οι ιδέες αυτές που μας παρουσιάζει ως “κομμουνιστικές” ο Ζουγκάνοφ δεν έχουν τίποτα κοινό με την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον μπολσεβικισμό και τον Λένιν. Πρόκειται για ιδέες βαθύτατα αντιδραστικές, συγγενικές με τον ακροδεξιό εθνικισμό, το αντίστοιχο των οποίων διαδίδουν στη χώρα μας ο Καρατζαφέρης και τα εθνικιστικά φερέφωνα του ΚΚΕ τύπου Λιάνας Κανέλλη. Παρά την “πατριωτική” αμφίεσή τους, δεν έχουν τίποτα κοινό ούτε με τον αγνό πατριωτισμό του λαού που παρήγαγε στη χώρα μας την Επανάσταση του 1821 και ήταν ένας από τους συντελεστές της Εθνικής Αντίστασης. Ανταποκρίνονται αντίθετα στον “πατριωτισμό” των δοσίλογων που ανεμίζουν τα εθνικά σύμβολα και τις περγαμηνές για να πολεμούν τον “αντεθνικό κομμουνισμό” και το “μαρξιστικό όλεθρο”. Ο σκοταδισμός του Ζουγκάνοφ φαίνεται, τέλος, στις αντισημιτικές δηλώσεις του, που ανάγουν τα πάντα σε ζητήματα συνομωσιών των Εβραίων, και την αντιπαράθεση ως διεξόδου
138 Βλέπε στο ίδιο.
απέναντι σε αυτές του σλαβικού και ρωσικού επεκτατισμού. Έχει πει για παράδειγμα: «Η διάδοση των Εβραίων, η επιρροή των οποίων μεγαλώνει όχι απλά με κάθε μέρα που περνά, αλλά με κάθε ώρα, έχει ένα αυξανόμενα μεγεθυνόμενο αντίκτυπο στη θεώρηση, την κουλτούρα και την ιδεολογία του Δυτικού Κόσμου… Τα κίνητρα που έχουν επιλεγεί από την “ανώτατη εξουσία” για να κυβερνηθεί ο κόσμος, που είναι τόσο χαρακτηριστικά των ιουδαϊκών θρησκευτικών πεποιθήσεων, αρχίζουν να παράγουν ένα δραματικό αποτέλεσμα στα Δυτικά μυαλά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες… ο σλαβικός πολιτισμός, αντιπροσωπευόμενος από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, το τελευταίο προπύργιο αντίστασης στο Δυτικό ηγεμονισμό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία»139. Αρκεί να θυμηθεί κανείς με τι αδιαλλαξία αντιδρούσε ο Λένιν σε τέτοιους είδους αντιδραστικές παρερμηνείες της ιστορίας, για να καταλάβει πόσο ξένες είναι οι ιδέες του Ζουγκάνοφ προς την αυθεντική μαρξιστική παράδοση, η οποία αναφέρεται σε κοινωνικές τάξεις και όχι σε περιούσιους ή καταραμένους λαούς. Οι τελευταίες αναφορές ήταν σήμακατατεθέν των ναζί, στην υποκίνηση του φανατισμού και της κατασκευής αποδιοπομπαίων τράγων. Οι Ιλιούχιν, Ζούκοφ, Μούχιν, κ.ά., είναι οι χειρότεροι εκπρόσωποι αυτής της κρυπτοφασιστικής συνιστώσας μέσα και στις παρυφές του ΚΚΡΟ, που προσπαθεί να προωθήσει το ρωσικό νεοφασισμό προσδίδοντάς του κύρος και απήχηση μέσα από την αγιοποίηση των σοβινιστικών και καταπιεστικών πρακτικών του Στάλιν. Έχοντας αναφερθεί ήδη στον Μούχιν, ας περάσουμε τώρα στους άλλους δυο, στην ουσία, ντροπαλούς ομοϊδεάτες του. Ο Ζούκοφ είναι ένας σταλινικός ιστορικός, του οποίου η ιδεολογική συγγένεια με τους Φουρ και Μούχιν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο ίδιος ο Φουρ αναφέρεται σε αυτόν σαν έναν εξαίρετο ρώσο σύγχρονο ιστορικό ερευνητή και τον αξιοποιεί συστηματικά στα πονήματά του. Το «Ο Στάλιν και ο αγώνας για τη δημοκρατική μεταρρύθμιση», ένα βασικό, ήδη
139 «Γκενάντι Ζουγκάνοφ», στο http://www.panorama.ru/works/oe/zyuganoe.html.
μνημονευμένο άρθρο του Φουρ, περιέχει καμιά δεκαριά βιβλιογραφικές αναφορές και περί τις 100 παραπομπές σε άρθρα και βιβλία του Ζούκοφ140. Είναι σαφές λοιπόν ότι ακριβώς όπως είναι μαθητής και οπαδός του Μούχιν, ο Φουρ είναι επίσης οπαδός και μαθητής του Ζούκοφ και ότι όλοι τους, παρά επιμέρους ασήμαντες διαφορές, ανήκουν στο ίδιο ιδεολογικό ρεύμα. Παραπέρα, ο Φουρ αναγνωρίζει την ουσιαστική σύμπτωση απόψεων των Ζούκοφ και Μούχιν αναφορικά με τη σταλινική περίοδο: «Ο Ζούκοφ και ο Μούχιν», γράφει, «φαίνεται να πιστεύουν ότι η τακτική που διακρίνουν, και αποδίδουν στον Στάλιν και τον Μπέρια –εκείνη της απομάκρυνσης των κομματικών ηγετών από τη δουλειά της διεύθυνσης του κράτους– ήταν πραγματικά η καλύτερη ευκαιρία για να εμποδιστεί ο εκφυλισμός του Κόμματος»141. Η εκκαθάριση, λοιπόν, των Μπουχάριν, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Ρίκοφ, κ.ά., ήταν ο τρόπος για να εμποδιστεί ο εκφυλισμός του Κόμματος. Και γιατί αυτό; Γιατί έτσι ήρθαν στον αφρό οι τυχοδιώκτες τύπου Μπέρια και οι ασφαλίτες δήμιοι τύπου Κομπούλοφ, το τωρινό αντίστοιχο των οποίων αντιπροσωπεύουν οι διάφοροι Φουρ, Μούχιν και Ζούκοφ, οι οποίοι ελπίζουν ότι μπορεί να έρθουν στο αφρό μέσα από μια αντίστοιχη διαδικασία. Να τι λέει εδώ ο Φουρ. Αν αυτό δεν είναι αρκετό, ας δούμε τη γνώμη ενός άλλου φιλοσταλινικού αναλυτή, του Λούντβιχ Κοβάλσκι. Ο Κοβάλσκι είναι επίσης συμπαθών των Μούχιν και Ζούκοφ, αλλά πιο αφελής συγκριτικά με τον Φουρ. Και αυτός επίσης γράφει: «Ερευνώντας το διαδίκτυο απέκτησα γνώση για τις ενδιαφέρουσες σύγχρονες ρωσικές προσπάθειες να αποκατασταθούν ο Στάλιν και ο Μπέρια. Οι συγγραφείς, όπως οι Γιούρι Ζούκοφ και Γιούρι Μούχιν, υποστηρίζουν ότι ο Στάλιν δεν ήταν ο υπέρτατος κυβερνήτης του κόμματος και του κράτους, ότι το φταίξιμο για τα τρομερά πράγματα που συνέβησαν στη Σοβιετική Ένωση, όπως τα γκούλαγκ, οι
140 Βλέπε στο διαδικτυακό τόπο του Φουρ, http://clogic.eserver.org/2005/furr.html. 141 Βλ. http://clogic.eserver.org/2005/furr2.html.
μαζικές εκτελέσεις και οι άλλες αδικίες της μυστικής αστυνομίας, δεν θα έπρεπε να αποδοθεί στον Στάλιν και τον Μπέρια. Το φταίξιμο θα έπρεπε να αποδοθεί σε τοπικούς κομματικούς γραμματείς, όπως ο Νικίτα Χρουστσόφ και ο Ρόμπερτ Έιχε. Οι συγγραφείς ισχυρίζονται επίσης ότι οι εκτελεσμένοι ανώτατοι αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού, όπως ο Τουχατσέφσκι, ήταν ένοχοι συνομωσίας για να ανατραπεί το σοβιετικό σύστημα… ότι όσα αναφέρθηκαν από τον Χρουστσόφ, στη φημισμένη ομιλία όπου αποκήρυξε τον Στάλιν, δεν ήταν τίποτε άλλο από ψέματα, κλπ., κλπ. Ο Στάλιν και ο Μπέρια, σύμφωνα με αυτούς τους ρώσους ιστορικούς, ήταν καλοί κομμουνιστές που προσπαθούσαν να περιορίσουν τις καταχρήσεις στο κράτος της προλεταριακής δικτατορίας»142. Εδώ και πάλι οι Ζούκοφ και Μούχιν κατατάσσονται στο ίδιο ρεύμα, και μάλιστα όχι σε κάποιο μεμονωμένο θέμα, όπως το Κατίν, όπου θα μπορούσε να συμπίπτουν συμπτωματικά, αλλά στη συνολική θεώρησή τους για τον Στάλιν και την ΕΣΣΔ. Ο αναγνώστης ας προσέξει τη στενή συγγένεια της θεώρησης των Ζούκοφ και Μούχιν, με τις απόψεις που υποστηρίζει ο Μάρτενς στο εκδομένο από το επίσημο εκδοτικό του ΚΚΕ ελεεινό βιβλίο του Μια άλλη Ματιά στον Στάλιν, καθώς και με εκείνες των φιλοσταλινικών και φιλο-ΚΚΕ ιστορικών τύπου Δάγκα, Λεοντιάδη και Μαργαρίτη, όπως αναπτύχθηκαν στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας Οι Δίκες της Μόσχας143. Ο Ζούκοφ δεν διαφέρει και σε άλλα σημεία από τον Μούχιν, υποστηρίζοντας τις ίδιες ή παρεμφερείς αντισημιτικές και μεγαλορωσικές σοβινιστικές απόψεις. Είναι διαφωτιστική μια συνέντευξή του το 2009 στην Κοσμομόλσκαγια Πράβντα,
142 Λ. Κοβάλσκι, «Ο Στάλιν ήταν ένα θύμα», http://www.opednews.com/articles/Stalin-was-a-victim-by-Ludwik-Kowalski081118-970.html. 143 Βλ. Λ. Μάρτενς, Μια άλλη Ματιά στον Στάλιν, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1997. Το πόνημα του Μάρτενς περιλαμβάνει εγκωμιαστική εισαγωγή του Θ. Παπαρήγα, ενώ έχει υμνηθεί από σημαίνοντα στελέχη του ΚΚΕ, όπως το μέλος του ΠΓ Ε. Μπέλλου. Για μια εκτενή κριτική της παραπλανητικής, ανερμάτιστης και προκατειλημμένης αρθρογραφίας των Λεοντιάδη, Δάγκα, Μαργαρίτη και Σκαλιδάκη στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας, βλ. Χρ. Κεφαλή, «Για το αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας Οι Δίκες της Μόσχας», http://www.marxismos.com/content/view/1151/1/.
όπου αντιτάχθηκε στην ανέγερση μνημείων για τους ρωσοεβραίους που χάθηκαν στα Άουσβιτς, τα αθώα θύματα των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, κ.ά. Όπως αναφέρει η Κάθι Γιανγκ, μια ανεξάρτητη δημοσιογράφος, ο Ζούκοφ απέρριψε την πρόταση του Γαβρίλ Ποπόφ για την ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου θυμάτων των ναζί. Τους παρουσίασε μάλιστα ως συνειδητούς συνεργάτες των ναζί με το εξής ανάλγητο, συκοφαντικό επιχείρημα: «Υπήρχαν διάφορα είδη αιχμαλώτων πολέμου. Μερικοί από αυτούς υπέμειναν σταθερά όλους τους τρόμους του στρατοπέδου συγκέντρωσης, αλλά άλλοι πήγαν να δουλέψουν στη Γερμανία για να κατασκευάσουν μεγάλα όπλα, τανκς και μαχητικά αεροπλάνα»144. «Έτσι, η εργασία δούλων ήταν [κατά τον Ζούκοφ] μια προσωπική επιλογή», σχολιάζει η Γιανγκ. «Ο Ζούκοφ», προσθέτει η ίδια, «συνεχίζει: “Επίσης, ένα μνημείο για το Ολοκαύτωμα. Αλλά τι σχέση έχει το Ολοκαύτωμα με οτιδήποτε; Τι σχέση έχει η Ρωσία με το Ολοκαύτωμα;”» «Αυτή», διαπιστώνει η Γιανγκ, «είναι μια αληθινά εκπληκτική δήλωση – παίρνοντας υπόψη ότι ένα εκατομμύριο σοβιετικών Εβραίων χάθηκαν στο ολοκαύτωμα». Η δήλωση του Ζούκοφ δεν είναι μόνο εκπληκτική αλλά και αποκαλυπτική. Ξεσκεπάζει αυτόν και τους ομοίους του σαν ακραίους αντιδραστικούς, απόγονους των Μαύρων Εκατονταρχιών, που χρησιμοποιούσαν τα ίδια επιχειρήματα για τον δήθεν ξένο χαρακτήρα των Εβραίων προς το ρωσικό πολιτισμό για να οργανώνουν εναντίον τους τα τσαρικά πογκρόμ. Όπως παραθέτει η Γιανγκ, ο Ζούκοφ αντιτάχθηκε στην ανέγερση ενός μνημείου για τους Τατάρους της Κριμαίας και άλλες ομάδες που εκτοπίστηκαν από τον Στάλιν μετά τον πόλεμο με το επιχείρημα ότι «μερικοί από αυτούς συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς». Και «όσο αφορά ένα
144 Κάθι Γιανγκ, «Τι αφορά πραγματικά η πάλη της Ρωσίας ενάντια στο “ρεβιζιονισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου”», http://cathyyoung.wordpress.com/2009/05/15/what-russias-battle-against-wwiirevisionism-is-really-about/. Για την ίδια τη συνέντευξη του Ζούκοφ στην πάλαι ποτέ εφημερίδα της Κομσομόλ, βλ. Γιούρι Ζούκοφ, «Καιρός να σώσουμε τη νίκη μας», Κοσμομόλσκαγια Πράβντα, 8/5/2009, http://www.kp.ru/daily/24290/485179/.
μνημείο για τους φυλακισμένους στα γκούλαγκ», βεβαιώνει ότι «το 90% των γκούλαγκ αποτελούνταν από ληστές, βιαστές, δολοφόνους, καταχραστές και σαμποτέρ». Αυτό τον πωρωμένο φανατικό τον συστήνει ο Γκίκας ως ένα αξιόπιστο ιστορικό ερευνητή του Κατίν στους αναγνώστες του Ριζοσπάστη. Στην ίδια ανυπόληπτη κατηγορία φανατικών ανήκει και ο Ιλιούχιν, όντας μάλιστα χειρότερος από τον Ζούκοφ. Οι έρευνές του έχουν προβληθεί όχι μόνο στο άρθρο του Γκίκα, αλλά και σε μια σειρά ακόμη σχόλια του Ριζοσπάστη. Στον Ιλιούχιν αναφέρονται συγκεκριμένα τα «Ρωσία. Στο φως ο μηχανισμός παραχάραξης των ιστορικών αρχείων», Ριζοσπάστης, 3/6/2010, και «Ρωσία. Υιοθετείται η γκαιμπελική εκδοχή για το Κατίν», Ριζοσπάστης, 27/11/2010· «Στον “αέρα” η αντισοβιετική εκδοχή για το Κατίν», Ριζοσπάστης, 10/12/2010. Τα παραπάνω σχόλια είναι σημαντικά και άξια αναφοράς, καθώς ο Ριζοσπάστης υιοθετεί επίσημα ότι τα “στοιχεία” που παρουσίασε ο Ιλιούχιν στην ήδη σχολιασμένη συνέντευξή του περί άγνωστου μάρτυρα, κ.λπ., είναι έγκυρα και ανατρέπουν τη δυτική άποψη για το Κατίν. Έτσι στο σχόλιο της 27/11 δηλώνεται σχετικά με τη ρωσική αναγνώριση των ντοκουμέντων ότι: «Έχει αποδειχθεί και πρόσφατα με τις αποκαλύψεις που δημοσιοποίησε ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της ΕΣΣΔ, και βουλευτής του ΚΚΡΟ Βίκτορ Ιλιούχιν, πρόκειται για πλαστογραφήσεις και διαστρέβλωση πληροφοριών που έστησε συγκεκριμένος μηχανισμός παραχάραξης ιστορικών αρχείων που φτιάχτηκε μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού». Το τελευταίο αναφέρεται στο προηγούμενο σχόλιο της 3/6, όπου ο Ριζοσπάστης έδινε μια σύνοψη των “αποκαλύψεων” του Ιλιούχιν που παρουσιάζει και ο Γκίκας, αναφερόμενος και σε μια επιστολή του στον Ζουγκάνοφ για την ανάγκη να προβεί το ΚΚΡΟ σε ενέργειες για «αποκάλυψη ολόκληρου του μηχανισμού πλαστογράφησης». Δεν πρόκειται λοιπόν πια μόνο για την προσωπική αρθρογραφία του Γκίκα, αλλά για την επίσημη, καταγραμμένη σε κομματικά ντοκουμέντα και δηλώσεις, άποψη του ΚΚΕ145.
145 Προκαλεί εντύπωση εδώ ότι η συνέντευξη Τύπου του Ιλιούχιν και το πρώτο ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη έχουν την ίδια ημερομηνία, 3/6. Αυτό σημαίνει ότι η
Και αυτή η άποψη αποδεικνύεται πως τεκμηριώνεται σε ακόμη πιο σαθρές αναφορές από εκείνες του Γκίκα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σχόλιο της 10/12, αναφερόμενο σε ανοιχτή επιστολή του Ιλιούχιν προς τον πρόεδρο της Ρωσίας Ντμίτρι Μετβέντεφ. Στην επιστολή επαναλαμβάνονται οι οικείοι ανυπόστατοι ισχυρισμοί, σχετικά με την επιτροπή Μπούρντενκο και τη διαδικασία της Νυρεμβέργης, για τα οποία ο συντάκτης του σχολίου αναφωνεί: «Καταπέλτης ο πρώην εισαγγελέας της ΕΣΣΔ αναφέρεται στα ντοκουμέντα της Δίκης των ναζί στη Νυρεμβέργη, όπου παρουσιάστηκαν πειστικές αποδείξεις από τη σοβιετική επιτροπή του Ν. Μπουρντένκο, για την εκτέλεση των Πολωνών από τους Γερμανούς» (για ορισμένους προφανώς το να αντιστρέφεις την πραγματικότητα για το έγινε στη Νυρεμβέργη ισοδυναμεί με θρίαμβο της αλήθειας). Υπάρχει ωστόσο και ένας νέος ισχυρισμός, που δεν έχει διατυπωθεί από τον Γκίκα και τους άλλους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη: «Ο πρώην γενικός εισαγγελέας της ΕΣΣΔ επαναφέρει μια σειρά επιχειρημάτων, που μένουν αναπάντητα απ’ όσους υποστηρίζουν τη ναζιστική εκδοχή της δολοφονίας, μεταξύ άλλων τα εξής: - Στο απόσπασμα της απόφασης του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) [δηλαδή του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων) από τις 5 Μαρτίου του 1940, πάνω στο οποίο στηρίζεται η αντισοβιετική εκδοχή], υπάρχει σφραγίδα της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ). Κι αυτό όταν η ονομασία του ΚΚ τότε ήταν ΠΚΚ(μπ), ενώ η μετονομασία του σε ΚΚΣΕ ήρθε 12 χρόνια αργότερα. “Γι’ αυτό το λόγο η σφραγίδα της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο ντοκουμέντο τη στιγμή έγκρισής του δε θα μπορούσε να υπάρχει. Σύμφωνα με τα στοιχεία μας, το
αναγγελία για τις “αποκαλύψεις” μεταβιβάστηκε στο ΚΚΕ από εσωκομματικά κανάλια μέσω του ΚΚΡΟ και θεωρήθηκαν τόσο αξιόπιστες και σημαντικές, ώστε να δημοσιοποιηθούν άμεσα. Οι μπούρδες του Ιλιούχιν, ας σημειωθεί, χαιρετίστηκαν και από τον Φουρ που τις αποκάλεσε «εκρηκτικές αποκαλύψεις για το Κατίν» (http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html). Κατά τα άλλα, φυσικά, οι Μπογιόπουλοι και οι Γκίκες δεν έχουν καμιά σχέση με τον Μούχιν και τον Φουρ. Απλά τυχαίνει κάθε φορά να λένε τα ίδια πράγματα και να εκστασιάζονται με τα ίδια ψέματα.
απόσπασμα πλαστογραφήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 του περασμένου αιώνα από τον περίγυρο του Γέλτσιν”, σημειώνει ο Β. Ιλιούχιν». Συνάγεται ότι κατά τον Ιλιούχιν, το απόσπασμα της απόφασης έχει σφραγίδα που δεν υπήρχε το 1940 και καθιερώθηκε 12 χρόνια μετά τη λήψη της. Αυτό είναι ακόμη πιο κατάφωρο ψέμα σε σύγκριση με τον ισχυρισμό των Γκίκα, Μούχιν και σία, ότι η απόφαση έχει υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς. Το να υπονοείς ότι η απόφαση έχει τέτοιο λάθος και εξακολουθεί να θεωρείται γνήσια, είναι το ίδιο σαν να λες ότι όλοι οι άνθρωποι πάνω σε αυτή τη γη είναι είτε ηλίθιοι, είτε πουλημένοι, και η μόνη γνήσια ιδιοφυία είναι ο κ. Ιλιούχιν. Περί τίνος πρόκειται εδώ; Στα ρωσικά κρατικά αρχεία έχουν αναρτηθεί δυο ντοκουμέντα που αφορούν το απόσπασμα της απόφασης. Το πρώτο146, με ημερομηνία «5 Μάρτη 1940» απευθύνεται στον Μπέρια. Αυτό το αντίτυπο δεν έχει κομματική σφραγίδα και στάμπα του Στάλιν στο σημείο που αναφέρεται «Ο Γενικός Γραμματέας» (όμοιά του με σφραγίδα και στάμπα μπορεί να υποθέσουμε θα είχαν σταλεί στον Σοπρούνενκο και τους άλλους τοπικούς επικεφαλής του NKVD για να προχωρήσει η διαδικασία). Το δεύτερο147 είναι αντίγραφο που είχε ετοιμαστεί για τον Σελέπιν το 1959, στον οποίο είχε ανατεθεί τότε να κάνει έκθεση στον Χρουστσόφ για τα αρχειακά υλικά της υπόθεσης Κατίν (αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν και το γράμμα του Σελέπιν στις 3 Μάρτη 1959 προς τον Χρουστσόφ, όπου προτεινόταν το ξεκαθάρισμα των αρχείων από τα ενοχοποιητικά για τη σταλινική πλευρά ντοκουμέντα). Αυτό το αντίγραφο, με ημερομηνία «27/2/1959» και αναγραφή «προς τον σύντροφο Σελέπιν» έχει σφραγίδα, η οποία δεν λέει ΚΚΣΕ αλλά «Κομμουνιστικό Κόμμα», ενώ έχει τεθεί και η στάμπα του Στάλιν. Αν αυτή η σφραγίδα είναι του ΚΚΣΕ, είναι εντελώς λογικό, αφού ολοφάνερα πρόκειται για πιστοποίηση της γνησιότητας του αντιτύπου που μπήκε όταν
146 Βλέπε στα ρωσικά κρατικά αρχεία, http://rusarchives.ru/publication/katyn/02.shtml. 147 Βλέπε στο ίδιο, http://rusarchives.ru/publication/katyn/03.shtml.
αυτό εξήλθε από το αρχείο των αποφάσεων του Πολιτικού Γραφείου το 1959, και όχι για σφραγίδα που μπήκε το 1940. Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να προβάλει κάποιους άλλους ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει τα ντοκουμέντα, σε σχέση, π.χ., με το ότι το απόσπασμα του 1940 προς τον Μπέρια δεν έχει στάμπα του Στάλιν. Αυτό είναι θέμα των ερευνητών, να δουν με τι μορφή κρατούνταν τέτοια αποσπάσματα στα αρχεία των αποφάσεων του Πολιτικού Γραφείου. Ο Ιλιούχιν όμως ξεκινά την αμφισβήτηση του αποσπάσματος της απόφασης, με το μεγαλύτερο ψέμα που θα μπορούσε να πει για το θέμα. Αναφέρεται στη σφραγίδα που έχει μπει στο αντίτυπο του 1959 για τον Σελέπιν σαν να πρόκειται για σφραγίδα στο αρχικό απόσπασμα του 1940 που προοριζόταν για τον Μπέρια. Σε τι είναι καλύτερο αυτό από το ψέμα των Μούχιν, Γκίκα και σία, ότι η απόφαση έχει υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν; Στις γενικότερες απόψεις του, ο Ιλιούχιν δεν υστερεί σε αντισημιτισμό και εθνικιστικές τάσεις από τον Ζούκοφ και τον Ζουγκάνοφ. Σε πλήθος σάιτ στο Διαδίκτυο αναφέρονται αντισημιτικές ομιλίες του στη Δούμα, όπου αποκάλεσε τους Εβραίους υπεύθυνους γενοκτονίας στην ΕΣΣΔ και υποστήριξε ότι τα προβλήματα της Ρωσίας επί Γιέλτσιν προέρχονταν από το ότι η κυβέρνηση περιλάμβανε στις τάξεις της πάρα πολλούς Εβραίους. Σε ρωσικά σάιτ όπου ο ίδιος παραχωρεί συνέντευξη σημειώνεται ως κάτι παγκοίνως γνωστό ότι ο Ιλιούχιν, ως νο2 του ΚΚΡΟ, «δεν έκρυψε ποτέ τις εθνικιστικές ιδέες του». Παράλληλα, ο ίδιος ηγούνταν της Κίνησης για την Υποστήριξη του Στρατού, μιας προσκείμενης στο ΚΚΡΟ οργάνωσης, από κοινού με τον διαβόητο αντισημίτη και μέλος του ΚΚΡΟ στρατηγό Μακάσοφ, περίφημο για τη φράση του ότι η οργάνωση πρέπει να μετονομαστεί ανεπίσημα σε «Κίνημα ενάντια στους Εβραίους»148.
148 Από τις δεκάδες αναφορές, βλ. πχ., το ρεπορτάζ των Νιου Γιορκ Τάιμς, «Ένας κομμουνιστής κατηγορεί τον Γιέλτσιν και τους εβραίους βοηθούς του για γενοκτονία», http://www.nytimes.com/1998/12/16/world/a-communist-accuses-yeltsin-and-jewish-aides-ofgenocide.html· επίσης για την αναφορά στον εθνικισμό βλ., «Ο Βίκτορ Ιλιούχιν μιλά στο Russian Journal», http://www.russiajournal.com/node/1182, καθώς και την ίδια τη συνέντευξη, Βίκτορ Ιλιούχιν, «Η μετωπική γραμμή άμυνας του προλεταριάτου», http://www.russiajournal.com/node/1156 και το λήμμα του answers.com για το Κίνημα Υπεράσπισης του Στρατού, http://www.answers.com/topic/movement-in-support-of-the-army.
Ας σημειωθεί ότι ανάμεσα στις διάφορες “πλαστογραφίες” που ξεσκέπασε ο Ιλιούχιν περιλαμβάνεται και η Διαθήκη του Λένιν. Στην επιστολή του στον Ζιουγκάνοφ, όπου κατάγγειλε τις πλαστογραφίες σχετικά με το Κατίν, αναφέρει μεταξύ άλλων ως αποδεδειγμένο, ότι «Ρώσοι επιστήμονες, ιδιαίτερα ο Δόκτωρ των Ιστορικών Επιστημών Μ. Μελτιούκοφ, έχουν ήδη αποδείξει ότι η “Διαθήκη του Λένιν” είναι μια πλαστογραφία»149. Αυτό συμπληρώνει επάξια την ανακάλυψη του Μάρτενς στο Μια άλλη Ματιά στον Στάλιν ότι τα αρνητικά σχόλια του Λένιν για τον Στάλιν στη Διαθήκη οφείλονται στο ότι έπασχε από ψυχασθένεια. Ίσως μάλιστα σε λίγο να αποκαλυφθεί ότι και τα ντοκουμέντα για την ύπαρξη του Λένιν είναι μια πλαστογραφία, αφού η Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε κατά βάθος από τον Στάλιν, τον Ιλιούχιν και τον Μελτιούκοφ… Τέλος, δεν πρέπει να μείνει αμνημόνευτο ότι σε συνέντευξη Τύπου του ΚΚΡΟ όπου ο Ιλιούχιν έκανε τις αποκαλύψεις περί πλαστογραφιών, προσκλήθηκε και παραβρέθηκε ο ήδη γνωστός μας Γιούρι Μούχιν. Για το γεγονός αυτό διαβάζουμε σε σχετικό ρεπορτάζ: «Το ΚΚΡΟ συγκάλεσε μια συνέντευξη γι’ αυτό το ζήτημα [των “αποκαλύψεων” του Ιλιούχιν για το Κατίν] στις 18 Ιούνη 2010. Ο Γιούρι Μούχιν αναφέρει γι’ αυτή τη συνέντευξη Τύπου στο σάιτ του. Λέει ότι αυτό για το οποίο κυρίως ενδιαφέρονταν όλοι οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι ήταν το ζήτημα του ποιος ήταν που είχε έρθει στον Βίκτορ Ιλιούχιν και είχε ομολογήσει. Ο Ιλιούχιν ξεκαθάρισε ότι αυτό το πρόσωπο βρίσκεται σε πραγματικό κίνδυνο. Ο Μούχιν μίλησε σύντομα μετά τη συνέντευξη Τύπου με τον Ιλιούχιν, όταν ο Ιλιούχιν θα αναχωρούσε για κάποιο άλλο μέρος»150. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχθεί ότι η παρουσία του Μούχιν στη συνέντευξη του ΚΚΡΟ ήταν συμπτωματική και ότι δεν αποδεικνύει από μόνη της κάποια ιδιαίτερη σχέση του με τον Ιλιούχιν. Ατυχώς, υπάρχει ένα ακόμη περιστατικό που
149 Γράμμα του Ιλιούχιν προς τον Ζουγκάνοφ, http://www.revleft.com/vb/katyn-massacre-t132926/index2.html. πηγή
150 Εξελίξεις για το Κατίν, http://www.mail-archive.com/marxist-leninistlist@lists.econ.utah.edu/msg10008.html.
τεκμηριώνει πέρα από αμφισβήτηση την ύπαρξη στενής σχέσης ανάμεσά τους. Το άρθρο του Γκίκα στο Ριζοσπάστη (20/6/2010) που αφιερώνεται στις “αποκαλύψεις” του Ιλιούχιν για το Κατίν, συνοδεύεται από φωτογραφία του Ιλιούχιν με δυο άλλους “έγκριτους” σταλινικούς ιστορικούς και συνεργάτες του, τον Σεργκέι Στρίγκιν και τον Βλάντισλαβ Σουίντ, από κοινού με τους οποίους παρουσίασαν τα “ειδικά εργαλεία πλαστρογραφίας”, κ.λπ. Αυτοί οι δυο “έγκριτοι ιστορικοί” και συνεργάτες του Ιλιούχιν όμως έχουν εκδώσει κοινό βιβλίο με τον Μούχιν για το θέμα του Κατίν. Στο διαδικτυακό τόπο του Γιάκομπ Τζουγκασβίλι, δισέγγονου και θερμού θιασώτη του Στάλιν, το βιβλίο αυτό εγκωμιάζεται θερμά: «Συμβουλεύω τους ανθρώπους που ακόμη έχουν αξιοπρέπεια και καθαρή σκέψη να διαβάσουν το βιβλίο του Γιούρι Μούχιν Η Έρευνα για το Κατίν, το φιλμ του Κατίνσκαγια Ποντλόστ και το τελευταίο βιβλίο του, Σουντ Ναντ Στάλινιμ, στο οποίο ο Γιούρι Μούχιν, ο Σεργκέι Στρίγκιν και ο Βλάντισλαβ Σουίντ, που έχουν ερευνήσει αυτό το θέμα, παρουσιάζουν τα επιχειρήματά τους. Θέλω να παρακινήσω την περιέργεια των αναγνωστών λέγοντάς τους ότι ο Σεργκέι Στρίγκιν ανακάλυψε 43 σημάδια πλαστογραφίας στα έγγραφα από τον Ειδικό Φάκελο 1»151. Όπως φαίνεται, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις από τη σταλινική φιλολογία για το Κατίν, από κάτω της θα βρεις τον Μούχιν. Όχι τυχαία, αφού είναι ο αρχι-τσαρλατάνος, γύρω από τον οποίο μαζεύονται όλοι οι υπόλοιποι. Ας χαίρονται λοιπόν στο Ριζοσπάστη τη νέα πηγή τους, τον Ιλιούχιν και τους συνεργάτες του, τον Στρίγκιν και τον Σουίντ152, που βγάζουν
151 Γ. Τζουγκασβίλι, «Όσο πιο πολύ αφήνουμε πίσω τον Στάλιν, τόσο πιο κοντά ερχόμαστε στον Χίτλερ», http://www.jugashvili.com/press/the_more_we_leave_stalin_behind.html. Αυτά τα «43 σημεία πλαστογραφίας» που ανακάλυψε ο Στρίγκιν, ο συνεργάτης του Μούχιν, παρουσιάζει ουσιαστικά στο άρθρο του ο Γκίκας. Ας σημειωθεί ότι στο σάιτ του ο Τζουγκασβίλι συστήνει θερμά και το βιβλίο των Φουρ και Μπομπρόφ για τον Μπουχάριν, http://www.jugashvili.com/press/furr_bobrov.html. Εδώ και πάλι, η παρέα εμφανίζεται όλη μαζί από μια σύμπτωση, ενώ κατά τα άλλα δεν έχουν τίποτα κοινό…
βιβλία για το Κατίν μαζί με τον Μούχιν, με τον οποίο φυσικά οι ίδιοι κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή σχέση… Στο διαδικτυακό τόπο του ο Μούχιν δίνει και μια σύνοψη των συμπερασμάτων της συζήτησής του με τον Ιλιούχιν, ένα αληθινό μαργαριτάρι, άξιο να απαθανατιστεί, έστω και μόνο ως πειστήριο της επιστημοσύνης του ίδιου και όλης της παρέας: «Τα εξής έγιναν σαφή: 1. Το ανώνυμο πρόσωπο (Α.) φοβάται πραγματικά για τη ζωή του και κρύβεται εξαιτίας αυτού. 2. Ο Α. δεν είναι τρελός, αλλά πραγματικά ένας ειδικός πλαστογραφιών. Ο Μούχιν δεν μπορεί να πει προς το παρόν τι είναι αυτό που το επιβεβαιώνει αυτό, αλλά εν καιρώ το κοινό θα το πληροφορηθεί. 3. Το κίνητρο του Α. “με πονά για τη χώρα μου” επιβεβαιώνεται από ένα προσωπικό κίνητρο που μπορεί να γίνει κατανοητό από μια ανθρωπιστική θεώρηση. Όταν τελικά θα γίνει γνωστό, το κοινό θα καταλάβει τι αφορά το κίνητρο. Προτού αναχωρήσει ο Ιλιούχιν είπε ότι τώρα ο Α. δεν είναι ο μόνος που έχει ομολογήσει αλλά μέσα στη βιασύνη ο Μούχιν δεν είχε την ώρα να το διευκρινίσει αυτό»153. Όχι, προς Θεού, ο Α δεν είναι τρελός. Ούτε ο Ιλιούχιν και ο Μούχιν είναι τρελοί, ούτε οι δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη, που αναμασούν όλες τις βλακείες τους. Όχι, αυτοί είναι οι μόνοι λογικοί, οι ευγενείς και άξιοι απόγονοι του Λένιν και των
152 Για να πάρουμε μια ιδέα για τι λογής ταλέντα πρόκειται, να αναφέρουμε μόνο ότι μελέτη των Στρίγκιν και Σουίντ για το Κατίν υπάρχει στο ρωσικό σατανιστικό σάιτ warrax.net, το ίδιο που φιλοξενεί το συναφές πόνημα του Μούχιν και τα κείμενα των νεοφασιστών Βέμπερ, Γκραφ, κ.λπ., για το Ολοκαύτωμα. Βλ. Β. Σουίντ-Σ. Στρίγκιν, «Μυστικά του Κατίν», http://warrax.net/89/7/katyn.html. Εκεί οι δυο συγγραφείς εξηγούν, ως γνήσιοι εθνικιστές, ότι η αποδοχή της ευθύνης για το Κατίν θα ήταν μια βαριά ήττα για τη Ρωσία και πρέπει να πολεμηθεί για να μη βγουν από πάνω οι Πολωνοί. Ο Στρίγκιν ειδικά έχει και δικό του σάιτ για το Κατίν, «Η αλήθεια για το Κατίν» (www.katyn.ru), όπου μαζί με τις ανακοινώσεις του Ζουγκάνοφ και του Ιλιούχιν, φιλοξενεί πρώτη-πρώτη την είδηση για τη μήνυση που κατέθεσε στις 10/12/2010 ενάντια στη ρωσική Δούμα για την αναγνώριση της ευθύνης για το Κατίν ένα άλλο δισέγγονο του Στάλιν, ο Εβγκένι Τζουγκασβίλι… 153 Εξελίξεις για το Κατίν, http://www.mail-archive.com/marxist-leninistlist@lists.econ.utah.edu/msg10008.html.
Μπολσεβίκων. Τρελοί και πράκτορες του ιμπεριαλισμού είναι, όπως φαίνεται, όλοι οι άλλοι άνθρωποι στον κόσμο, που θα πρέπει επειγόντως να φορέσουν ζουρλομανδύα! Κατά τα άλλα, περιμένουμε –και θα περιμένουμε, ως φαίνεται, για πολύ ακόμη– να μάθουμε την ταυτότητα και το κίνητρο του πλαστογράφου… 10. Ο σταλινικός φανατισμός απέναντι στην ιστορία Στην προσπάθειά τους να αρνηθούν την ιστορική αλήθεια για το Κατίν, οι σταλινικοί απολογητές οδηγούνται από το φανατισμό τους στο να αναπτύσσουν τα ψέματά τους ως τον παραλογισμό, τη μυστικοποίηση των γεγονότων και την πλήρη τύφλωση απέναντι στην ιστορία. Πέρα δε από τον εαυτό τους, καταδικάζουν σε αυτό το αδιέξοδο τους αναγνώστες τους, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν πρόσβαση σε έγκυρες πηγές και νομίζουν ότι διαβάζουν κάτι σοβαρό και τεκμηριωμένο. Στο παρόν μέρος θα ασχοληθούμε από αυτή την πλευρά με ορισμένους από τους ισχυρισμούς τους που εξετάσαμε ήδη και κάποιους άλλους που δεν έχουμε ακόμη εξετάσει. Αναφερθήκαμε ήδη στην ψευδή διαβεβαίωση του Μ. Μαΐλη, που αναπαράχθηκε κατόπιν και σε πολλά σχόλια του Ριζοσπάστη, ότι δήθεν ο ίδιος ο Γκέμπελς είχε παραδεχτεί την ενοχή των ναζί. Αυτό που εκπλήσσει περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η ικανότητά τους να διατυπώνουν και να υπερασπίζουν ένα τέτοιο ισχυρισμό, αλλά η ανικανότητά τους να αναρωτηθούν: Είναι ποτέ δυνατό να αληθεύει αυτό που λέμε; Απέναντι σε μια τέτοια διαβεβαίωση, κάθε λογικός, σκεπτόμενος άνθρωπος θα σκεφτεί: Μα αν υπήρχε τέτοια ομολογία του Γκέμπελς θα συζητιόταν ακόμη το θέμα του Κατίν; Δεν θα ήταν κοινά παραδεκτό από όλους ότι είναι έγκλημα των ναζί; Ο κατάλογος των ερωτημάτων μπορεί να αυξηθεί κατά πολύ. Γιατί, για παράδειγμα, η ΕΣΣΔ δεν επικαλέστηκε και δεν πρόβαλε αυτό το συντριπτικό στοιχείο στη διαδικασία της Νυρεμβέργης, όπου συζητήθηκε το θέμα; Τι χρειάζονταν οι εκθέσεις του Μπούρντενκο, κ.λπ.· αυτό μόνο δεν θα έφτανε;
Γιατί δεν το πρόβαλε και αργότερα τουλάχιστον ως το θάνατο του Στάλιν το 1953, όταν κατά το ΚΚΕ η σοβιετική ηγεσία ακολουθούσε “πιστή κομμουνιστική γραμμή”; Γιατί δεν το πρόβαλε και αργότερα ποτέ επί δεκαετίες, ως την εποχή της διάλυσής της, κανένας σοβιετικός ιστορικός; Γιατί δεν το πρόβαλαν επίσης ποτέ δυτικοί ιστορικοί όπως ο Καρ και διανοητές όπως ο Σαρτρ, που διακρίνονταν για τις προοδευτικές απόψεις τους και τη συνεπή αντιπαράθεσή τους στα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού και του φασισμού; Διατυπώνοντας τον ισχυρισμό τους για τον Γκέμπελς, χωρίς να το καταλαβαίνουν οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ προβαίνουν και σε μια γενικότερη διακήρυξη: Από τη μια για τους άλλους, ότι ήταν όλοι, ακόμη και η σταλινική ηγεσία που υποστηρίζουν, εντελώς ηλίθιοι ή πουλημένοι. Και από την άλλη για τον εαυτό τους, ότι είναι ή πολύ μεγάλοι, τόσο που κανείς στον κόσμο δεν έχει καταλάβει το μεγαλείο τους, ή πολύ μικροί, τόσο που και οι ίδιοι ακόμη καταλαβαίνουν τη μικρότητά τους και προσπαθούν να την κρύβουν με κάθε λογής ανοησίες. Τα ίδια ερωτήματα μπορεί βέβαια να τεθούν και για τους άλλους ψευδείς ισχυρισμούς τους, όπως ότι οι πλαστογράφοι της απόφασης πρόσθεσαν υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν χωρίς να ελέγξουν αν ήταν παρόντες στη σύνοδο του ΠΓ ή ότι έβαλαν για έγγραφο του 1940 σφραγίδα του ΚΚΣΕ που δεν υπήρχε πριν το 1952. Αυτό επίσης υπονοεί ότι ο ιμπεριαλισμός, που διαθέτει επιτελεία της εμπειρίας της CIA, και οι αστοί αντίπαλοι του σοσιαλισμού στην ίδια τη Ρωσία, είναι τόσο ηλίθιοι, ώστε στη διάπραξη μιας πλαστογραφίας να κάνουν λάθη που το πιθανότερο θα τα απέφευγαν ακόμη και μικρά παιδιά. Η ιστορία παρουσιάζεται έτσι σαν ένας συναγωνισμός μεταξύ ηλιθίων. Το να θέτουν με τέτοιο τρόπο το ζήτημα οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ είναι κατανοητό: έχοντας συναίσθηση της ανεπάρκειάς τους, την οποία βιώνουν σε κάθε βήμα, και μη θέλοντας να παραδεχτούν τα εγκλήματα και τα αίσχη στα οποία οδήγησε αυτή η ανεπάρκεια όταν επικράτησε στο κίνημα, προσπαθούν να αποδείξουν ότι οι ιμπεριαλιστές είναι ακόμη πιο ηλίθιοι από τους ίδιους, και επομένως η νίκη του κινήματος ό,τι
και αν συμβεί είναι εξασφαλισμένη. Σε αυτό ουσιαστικά καταλήγει όλη η αρθρογραφία τους για το Κατίν (και όχι μόνο αυτή, βέβαια). Η ιστορία όμως δεν είναι ένα θέατρο ηλιθιότητας και παραλόγου. Μετατρέποντας την ιστορία σε καρικατούρα, καταφέρνουν μόνο να αποδεικνύουν πως οι ίδιοι είναι μια καρικατούρα και πώς μόνη ικανότητά τους είναι η φτηνή και κάλπικη προπαγάνδα, που αδυνατεί να εμβαθύνει στο νόημα των γεγονότων. Από τα πολλά τέτοια παραδείγματα στην αρθογραφία τους, ένα από τα πιο τυπικά μας προσφέρει η επιχειρηματολογία του κ. Γκίκα ότι στα χρόνια του πολέμου και ως το 1945 ο Τσόρτσιλ και άλλοι ηγετικοί παράγοντες του ιμπεριαλισμού χαρακτήριζαν το Κατίν έργο των ναζί και άλλαξαν θέση μεταπολεμικά, όταν ξεκίνησε ο ψυχρός πόλεμος. Ο ίδιος παραθέτει θριαμβευτικά την εξής δήλωση του Τσόρτσιλ τον Απρίλη του 1943, όπου αρνούνταν την ναζιστική εκδοχή και τη διεξαγωγή έρευνας που πρότειναν οι ναζί: «Είμαστε οπωσδήποτε αντίθετοι σε κάθε υποτιθέμενη “έρευνα” που θα διεξαγόταν από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό ή οιονδήποτε άλλο οργανισμό από οιαδήποτε άλλη περιοχή υπό γερμανική κυριαρχία. Μια τέτοια έρευνα θα ήταν απάτη και τα συμπεράσματά της προϊόν τρομοκρατίας»154. Συνάγεται, κατά τον Γκίκα, ότι ενώ αρχικά έλεγαν την αλήθεια, οι ιμπεριαλιστές υιοθέτησαν κατόπιν την “προπαγάνδα των ναζί” για τους αντικομμουνιστικούς τους σκοπούς και συνεπώς η ύπαρξη “ιμπεριαλιστικής συνομωσίας” αποδείχτηκε. «Το Κατίν», αποφαίνεται, μεταφέρθηκε έτσι «από το προπαγανδιστικό οπλοστάσιο των ναζί σε εκείνο του “ελεύθερου κόσμου”»155. Λίγη σκέψη πάνω στο θέμα θα αρκούσε, ωστόσο, να τους δείξει πως όσο συνεχιζόταν ο αντιφασιστικός πόλεμος, ακόμη και αν γνώριζαν, όπως πιστοποιούν όλες οι πηγές, την αλήθεια για το Κατίν, οι ηγετικοί παράγοντες του ιμπεριαλισμού δεν μπορούσε να πάρουν καμιά άλλη θέση παρά να αποδώσουν το
154 Α. Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4/2010. 155 Στο ίδιο.
έγκλημα στους ναζί. Αν στο μέσο του πολέμου δικαίωναν σε ένα τόσο σοβαρό θέμα τους ναζί, αυτό θα ήταν μια τεράστια ηθική νίκη γι’ αυτούς, που θα βοηθούσε ποικιλότροπα την αντίστασή τους, μεγαλώνοντας τις στρατιωτικές απώλειες για τους συμμάχους. Εξάλλου, μια τέτοια τοποθέτηση θα ενίσχυε τις ισχυρές δυνάμεις στο εσωτερικό του ιμπεριαλισμού που επιθυμούσαν ένα συμβιβασμό με τον Χίτλερ και ένα κοινό μέτωπο με τους ναζί ενάντια στην ΕΣΣΔ, απειλώντας με διάσπαση του αντιφασιστικού μετώπου. Ο Τσόρτσιλ και ο Ρούσβελτ εναντιώνονταν σε αυτό, κατανοώντας ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος ενάντια στους ναζί, η αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ έπρεπε να αναβληθεί. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει όμως για όλους τους παράγοντες του ιμπεριαλισμού, στο εσωτερικό του οποίου είχε φανεί από την εποχή των Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ πόση ισχύ είχαν οι διαθέσεις υπέρ του κατευνασμού του Χίτλερ. Οι Τσόρτσιλ και Ρούσβελτ ήταν αρκετά οξυδερκείς για να αντιληφθούν ότι αν έπαιρναν το 1943 θέση υπέρ της σταλινικής ενοχής, θα κλόνιζαν το λιγότερο την ηγεμονία τους στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, με απρόβλεπτες, και δυσμενείς και για την έκβαση του πολέμου, συνέπειες. Το να προβάλει, λοιπόν, κανείς επιχειρήματα ότι «αφού το έλεγε και ο Τσόρτσιλ το 1943, τι χρείαν αποδείξεων έχομεν», όπως ο κ. Γκίκας, προσεγγίζει επικίνδυνα στην πλήρη ιστορική ακατανοησία. Οι δημόσιες αυτές δηλώσεις του Τσόρτσιλ επιβάλλονταν από την πραγματικότητα του πολέμου και δεν μπορούν να χρησιμέψουν ως τεκμήριο για την ιστορική αλήθεια156. Αν δε μπορεί να κατηγορηθούν ο Τσόρτσιλ και οι Αμερικάνοι για κάτι είναι όχι γιατί δεν είπαν την αλήθεια για το Κατίν το 1943 ενώ τη γνώριζαν, αλλά ότι όταν αποφάσισαν αργότερα να την πουν το έκαναν όχι για να διδαχτούν από την ιστορία, αλλά για να δικαιολογήσουν την επιστροφή τους στην αντίδραση, που γέννησε το φασισμό.
156 Σε ιδιωτικές συναντήσεις με τα μέλη της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης ο Τσόρτσιλ έλεγε άλλα πράγματα. Σε μια συνομιλία με τον πολωνό πρωθυπουργό στρατηγό Σικόρσκι στις 15 Απριλίου 1943 είπε ότι «μπορούσε να πιστέψει στη σοβιετική ενοχή», αλλά «προειδοποίησε τους Πολωνούς ενάντια στο να εγείρουν το θέμα δημόσια». Βλέπε Τσιεντσιάλα, κ.ά., Κατίν: Ένα Έγκλημα χωρίς Τιμωρία, σελ. 217.
Η αρθρογραφία του Γκίκα, πρέπει να το ομολογήσουμε, προσφέρει και ορισμένα πιο εμπνευσμένα, λεπτεπίλεπτα παραδείγματα παραχάραξης της αλήθειας. Πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί στο μέρος 5, αποκαλυπτικός είναι ο παραπλανητικός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τη διαδικασία της Νυρεμβέργης και το θέμα της μετέπειτα στάσης των ιατροδικαστών που συμμετείχαν στην επιτροπή των ναζί, κάνοντας αδύνατο να καταλάβει ο μέσος αναγνώστης περί τίνος πρόκειται. Σχετικά με την πρωτοβουλία της ΕΣΣΔ να συμπεριληφθεί το Κατίν στις δίκες της Νυρεμβέργης, ο Γκίκας διατυπώνει την απορία: «Γιατί να θέσει η ΕΣΣΔ το ζήτημα στην αρμοδιότητα ενός διεθνούς δικαστηρίου, τη στιγμή μάλιστα που υποτίθεται ότι πάσχιζε να συγκαλύψει την “ενοχή” της; Γιατί να μπλοκάρουν οι “Σύμμαχοι” τη διαδικασία; Μήπως γιατί προσέβλεπαν σε μια ενδεχόμενη εκμετάλλευση της υπόθεσης στο μέλλον; Πράγματι, το Κατίν καταλαμβάνει έκτοτε περίοπτη θέση στο οπλοστάσιο του ιμπεριαλισμού»157. Και αυτές είναι οι απορίες ενός σοβαρού ερευνητή, που κόβεται μάλιστα για τη «μάχη των συνειδήσεων» και παίρνει όρκους στην «ιστορική αλήθεια»158! Μα και το τελευταίο βρέφος θα δει ότι ο λόγος που έθεσε και όφειλε να θέσει το θέμα του Κατίν στη Νυρεμβέργη η ΕΣΣΔ, ή για να ακριβολογούμε η σταλινική ηγεσία, ήταν ακριβώς για να συγκαλύψει την ενοχή της. Η Νυρεμβέργη δεν ήταν ένα οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο. Ήταν το διεθνές δικαστήριο όπου θα δικάζονταν, με συμφωνία και συμμετοχή της ΕΣΣΔ ως μιας από τις νικήτριες δυνάμεις, τα εγκλήματα πολέμου των ναζί. Από τη στιγμή λοιπόν που η σταλινική ηγεσία επέμενε ότι το Κατίν ήταν έγκλημα των ναζί, είναι σαφές ότι έπρεπε να θέσει το θέμα στη Νυρεμβέργη. Αν δεν το έκανε, αυτό θα ισοδυναμούσε με έμπρακτη ομολογία ότι οι προηγούμενοι ισχυρισμοί της ήταν ψευδείς. Για να αποτύχει κανείς να καταλάβει κάτι τόσο
157 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4/2010. 158 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 20/6/2010.
προφανές και να θέτει το ερώτημα όπως ο Γκίκας, δυο τινά μπορεί να ισχύουν: ή να είναι εντελώς ανόητος, ή να παριστάνει τον εντελώς ανόητο. Και φυσικά, σίγουρα ενθάρρυνε τη σταλινική πλευρά ο υπολογισμός ότι μέσα στο γενικό τότε κλίμα καταδίκης του ναζισμού, υπήρχε η περίπτωση, ιδιαίτερα αν δεν ζούσαν οι αξιωματικοί στους οποίους θα καταλόγιζε το έγκλημα, “να πιάσει το κόλπο”… Ο Γκίκας μπορεί να κατακεραυνώνει τους ιμπεριαλιστές επειδή εμπόδισαν να οδηγηθεί το θέμα στο δικαστήριο και να στιγματίζει τους κακούς αντικομμουνιστικούς σκοπούς τους. Πριν όμως το κάνει αυτό, ως ερευνητής θα όφειλε να απαντήσει σε 2-3 στοιχειώδη ερωτήματα: Για να οδηγηθεί σε δίκη η υπόθεση δεν θα έπρεπε πρώτα να αποδειχτεί ότι η σταλινική πλευρά είναι ικανή να στηρίξει την κατηγορία; Αποδείχτηκε κάτι τέτοιο στην προκαταρκτική διαδικασία και από πού προκύπτει αυτό; Και αν υπήρχε μια τέτοια εκτίμηση στη σταλινική πλευρά ότι όντως αποδείχτηκε, γιατί δεν υπέβαλε αυτή το αίτημα να προχωρήσει η διαδικασία, ώστε να φανούν οι κακές προθέσεις των “αντικομμουνιστών”, που θα το απέρριπταν; Η απάντηση είναι προφανής: Η διαδικασία ακρόασης ήταν ένα φιάσκο για τη σταλινική εκδοχή και αν υποβαλλόταν τέτοιο αίτημα από τη σταλινική πλευρά, στην απόφαση οι δικαστές θα αναγκάζονταν να αναφέρουν τους λόγους της απόρριψης και θα ρεζιλευόταν… Για τη στάση των μελών της Διεθνούς Επιτροπής που συνέστησαν οι ναζί, ο Γκίκας γράφει: «Πολλοί από τους συμμετέχοντες στη λεγόμενη “Διεθνή Επιτροπή”, όπως ο τσεχοσλοβάκος καθηγητής της ιατροδικαστικής F. Hajek ή ο Βούλγαρος ιατροδικαστής M. Markov, ανακάλεσαν αργότερα καταθέτοντας ότι τα πορίσματα ήταν προκατασκευασμένα και υπεγράφησαν κάτω από καθεστώς πίεσης και φόβου»159. Ο ακατατόπιστος αναγνώστης που θα διαβάσει αυτές τις γραμμές θα μείνει με την εντύπωση ότι εκτός από τον Μαρκόφ και τον Χάγιεκ, υπήρξαν αρκετές ακόμη τέτοιες περιπτώσεις
159 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4/2010.
ανακλήσεων. Η αλήθεια όμως, που δεν μπορεί να αγνοεί ο κ. Γκίκας, είναι ότι από τα 12 μέλη της “Διεθνούς Επιτροπής”, αυτοί οι δυο ήταν οι μόνοι που ανακάλεσαν. Δεν υπήρξε κανένας άλλος. Από τους εναπομένοντες 10, οι πέντε κατέθεσαν το 1952 στην έρευνα της Επιτροπής Μάντεν160 του αμερικάνικου Κογκρέσου επιβεβαιώνοντας τις αρχικές γνωματεύσεις τους, ενώ από τους υπόλοιπους κανείς δεν έχει ακουστεί να άλλαξε ποτέ άποψη. Ο Γκίκας παρουσιάζει τα μέλη της επιτροπής των ναζί ως ευρισκόμενα υπό πίεση όταν έκαναν την έκθεσή τους, το οποίο ασφαλώς είναι σωστό και απαιτεί να προσεγγίζεται η κρίση τους με επιφύλαξη. Η αλήθεια όμως είναι ότι μετά το 1945, οι μόνοι δυο που παρέμειναν υπό πίεση ήταν ο Τσέχος και ο Βούλγαρος που άλλαξαν την κατάθεσή τους: αν δεν το είχαν κάνει, η κατάληξή τους σε κάποιο στρατόπεδο, αν όχι και χειρότερα, ήταν δεδομένη. Οι υπόλοιποι στη Δύση δεν θα είχαν καμιά άμεση συνέπεια, είτε έπαιρναν τη μια ή την άλλη θέση. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι οι πέντε που επιβεβαίωσαν το 1952 την κατάθεσή τους στην Επιτροπή Μάντεν το έκαναν γιατί εξαγοράστηκαν, ως τότε είχε περάσει μια 7ετία. Και το 1945 ιδιαίτερα το γενικό κλίμα ήταν υπέρ του κομμουνισμού ενώ οι αποκαλύψεις των φρικαλεοτήτων των ναζί τάραζαν τις συνειδήσεις. Αν αληθεύει ότι όλοι όσοι υπέγραψαν την έκθεση των ναζί παραπλανήθηκαν, γιατί δεν υπήρξε ούτε ένας στη Δύση μετά το 1945 να αλλάξει άποψη; Δεν βρέθηκε ούτε ένας
160 Βλέπε στην Τελική Έκθεση της Επιτροπής Μάντεν, μέρος VIII, Μαρτυρία της Διεθνούς Ιατροδικαστικής Επιτροπής, http://www.electronicmuseum.ca/PolandWW2/katyn_memorial_wall/madden_committee/final_report/appendix_8.html. Ας προσθέσουμε με την ευκαιρία ότι η έκθεση της Επιτροπής Μάντεν είναι ένα σοβαρό ντοκουμέντο, με υποστηρικτικό υλικό έκτασης περίπου 2.000 σελίδων, που παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και χωρίς τις χασμωδίες της κομπογιαννίτικης Έκθεσης Μπούρντενκο. Ο κ. Γκίκας είναι τυπική περίπτωση ερευνητή που η πιο βαθιά, ευγενής φιλοδοξία του θα ήταν να συμμετέχει στη σύνταξη τέτοιων εκθέσεων για λογαριασμό των κυρίαρχων τάξεων. Δυστυχώς, τα προσόντα του δεν επαρκούσαν γι’ αυτό και έτσι, αφού απέτυχε να χωθεί σε κάποια Επιτροπή Μάντεν, ήρθε στην εργατική τάξη για να συνεισφέρει στη σύνταξη άρθρων και εκθέσεων επιπέδου Μπούρντενκο, που ανταποκρίνονται στο αληθινό διανοητικό του ανάστημα. Το δυστύχημα είναι ότι η υπόθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με εκθέσεις Μπούρντενκο και από τσιράκια σε αναζήτηση αφεντικών που χρήζουν τέτοιων εκθέσεων. Απαιτεί εκθέσεις επιπέδου ανώτερου εκείνου του Μάντεν.
να πει ότι «μας κορόιδεψαν οι φονιάδες» και να τον εγκαλέσει η συνείδησή του; Η εύκολη απάντηση είναι ότι οι ναζί είχαν επιλέξει αυστηρά τους μετέχοντες στη Διεθνή Επιτροπή, που ήταν όλοι ομοϊδεάτες τους, ειδικά οι 11 από τις κατεχόμενες χώρες (ο 12 ιατροδικαστής Ναβίλ ήταν από την ουδέτερη Ελβετία). Ωστόσο, αυτό απλά δεν είναι αληθινό. Μεταξύ των ειδικών υπήρχαν ασφαλώς ορισμένοι που είχαν συνεργαστεί με τους ναζί (αναφέρεται, π.χ., ο Ούγγρος Όρσος), υπήρχαν όμως και άλλοι που ήταν απλά ειδικοί επιστήμονες. Για έναν από αυτούς, τον Χέλγκε Τράμσεν, ο οποίος στάλθηκε αντί του ανωτέρου του από το Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο της Κοπεγχάγης, υπάρχουν πληροφορίες ότι συμμετείχε στο αντιφασιστικό κίνημα της Δανίας, και ότι αργότερα, το 1944, φυλακίστηκε και βασανίστηκε από τους ναζί161. Ωστόσο, ο Τράμσεν επιβεβαίωσε την γνωμάτευσή του το 1952 στην Επιτροπή Μάντεν. Ένα πρόσωπο που είχε γνωρίσει τη θηριωδία των ναζί, αν είχε εξαναγκαστεί σε ψευδή κατάθεση, γιατί να επιμείνει σε αυτή; Δεν θα ήταν πολύ πιο φυσικό να καταγγείλει τους μετέπειτα διώκτες του; Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να μη σταθούμε πάλι στην άψογη τεχνική του κ. Γκίκα, που είναι άξια θαυμασμού και μίμησης από τους ομοϊδεάτες του. Οι άλλες προσεγγίσεις τύπου Σλομπότκιν, κ.λπ., μένουν πολύ πίσω, παρουσιάζοντας ενδιαφέρον μόνο για το γυμνό και ωμό θράσος τους που προσεγγίζει τη φασιστική νοοτροπία. Ένα τυπικό παράδειγμα μας παρέχει εδώ ο τρόπος που σχολιάζει ο Σλομπότκιν στοιχεία που ξεκάθαρα δεν συνάδουν με τη σταλινική εκδοχή, όπως το μετέπειτα αποδεδειγμένο γεγονός της μεταφοράς των Πολωνών αξιωματικών στο Κατίν την άνοιξη του 1940, δηλαδή ακριβώς όταν έγιναν οι εκτελέσεις, εφόσον ήταν έργο του σταλινισμού. Αποκαλώντας “γκεμπελίσκους” συγγραφείς όπως ο Φάλιν –ένας από τους
161 Βλέπε τη βιογραφία του Τράμσεν στη Wikipedia, http://pl.wikipedia.org/wiki/Helge_Tramsen. Εκεί δηλώνεται μεταξύ άλλων ότι τον συνέλαβε η Γκεστάπο στις 28/7/1944 και φυλακίστηκε στην Κοπεγχάγη, ενώ μετά κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γιουτλάνδη.
βασικούς υποστηρικτές της σταλινικής ευθύνης για το Κατίν από την εποχή της Περεστρόικα– που το επικαλούνται, λέει: «Το βιβλίο του Φάλιν Χωρίς εκπτώσεις στις περιστάσεις είναι πολύ σημαντικό για την κατανόηση του πώς κατασκεύασαν το ψέμα του Κατίν οι γκεμπελίσκοι μας. Πρώτον, ο Φάλιν… βγάζει το συμπέρασμα ότι οι εκτελέσεις των Πολωνών αξιωματικών είναι έγκλημα του Μπέρια, δεδομένου ότι μεταφέρθηκαν με συνοδεία στρατευμάτων από το Κοζέλσκ στο Κατίν (πραγματικά μεταφέρθηκαν, αλλά όχι για εκτέλεση αλλά σε σωφρονιστικά στρατόπεδα εργασίας)»162. Δεν είναι αυτό ακριβώς το είδος της ξεδιάντροπης διαστρέβλωσης που μετά τον Γκέμπελς έχει καθιερωθεί να αποκαλείται γκεμπελισμός; Το γεγονός που επικαλείται ο Φάλιν είναι πραγματικό, ενώ το συμπέρασμά του ενισχύεται από πλήθος άλλα, όπως ότι ενώ ως τη μεταφορά τους στο Κατίν και τους άλλους τόπους εκτέλεσης ξέρουμε τι έκαναν οι Πολωνοί, μετά τα ίχνη τους χάνονται και δεν διαθέτουμε κανένα στοιχείο ότι παρέμεναν ζωντανοί (στοιχεία που κανονικά θα υπήρχαν αν υποτεθεί ότι εκτελέστηκαν από τους ναζί ένα χρόνο μετά). Για παράδειγμα, δεν αναφέρονται σε λίστες κρατουμένων, αναφορές, κ.λπ., μετά τον Ιούνιο του 1940. Δεν υπάρχει καν μια αναφορά για το πού τους έβαλαν ως το Σεπτέμβρη του 1941, κ.λπ. Για κάθε απροκατάληπτο μελετητή αυτό συνιστά απόδειξη ότι το έγκλημα διαπράχτηκε από τη σταλινική πλευρά και θα συνιστούσε τέτοια και αν δεν υπήρχαν τα ντοκουμέντα με τις υπογραφές του Στάλιν και του Μπέρια. Για τον Σλομπότκιν, η επίκληση αυτού του γεγονότος από τον Φάλιν πρέπει, αντίθετα, να θεωρηθεί “γκεμπελισμός”. Και τα
162 Γ. Σλομπότκιν, Ριζοσπάστης, 29/5/2005. Ανάλογης υφής και αξίας είναι η επίκληση από τον Μούχιν ότι ο Σοπρούνενκο έγραφε το 1941 υπομνήματα στον Στάλιν, όπου λέει πως «το UNKVD “δεν έχει ιδέα” τι έγινε με τους πολωνούς αξιωματικούς» (http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html) και συνεπώς η ομολογία του το 1991-92 ότι ήταν ένας από τους καθοδηγητές της εκτέλεσης δεν ευσταθεί, προέκυψε από πιέσεις, κοκ. Τέτοια υπομνήματα γράφονταν κατά παραγγελία για να αξιοποιηθούν απέναντι σε δυτικές πιέσεις για πληροφορίες σχετικά με την τύχη των Πολωνών. Και απαντήσεις του τύπου “δεν ξέρω” συνιστούν ουσιαστικά ομολογία ενοχής. Αν οι πολωνοί αξιωματικοί ήταν ακόμη ή είχαν εγκαταλειφθεί ζωντανοί στα στρατόπεδα, ο Σοπρούνενκο θα έλεγε ξεκάθαρα, “Τους αφήσαμε εκεί, δεν προλάβαμε να τους μεταφέρουμε” ή κάτι παρόμοιο.
ντοκουμέντα είναι ψεύτικα, και οι παραδοχές των υπευθύνων είναι ψεύτικες, και όλα τα γνωστά στοιχεία είναι ψεύτικα. Η αλήθεια είναι ότι η μεταφορά έγινε για σωφρονισμό, ακόμη και αν αυτό δεν τεκμηριώνεται από τίποτα, μόνο και μόνο επειδή το λέει ο Σλομπότκιν. Ο Λένιν αναφερόταν στον καιρό του στην οικεία συμβουλή του τσαρλατάνου του Τουργκένιεφ, «Να καταγγέλλετε τους άλλους πιο πολύ για τα δικά σας αμαρτήματα». Αυτή ήταν ανέκαθεν η τακτική όλων των υποκριτών, που πλουτίστηκε μετά τον Γκέμπελς με τη δυνατότητα που τους δόθηκε να καταγγέλλουν και το αμάρτημα του γκεμπελισμού… Ο γκεμπελισμός του Σλομπότκιν φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη όταν βεβαιώνει ότι ο Σικόρσκι, ο πρωθυπουργός της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης που υποστήριξε τη σταλινική ενοχή για το Κατίν, είχε στρατολογηθεί από τους ναζί. «Κρίνοντας από έμμεσες πληροφορίες», γράφει, «ο Σικόρσκι ήταν από παλιά σημαντικός πράκτοράς τους»163, επικαλούμενος ως τέτοια μαρτυρία την αλληλογραφία Χίμλερ-Ρίμπεντροπ, όπου πιθανολογούνταν ισχυρά ότι ο Σικόρσκι θα μπορούσε να μεταβεί στο Κατίν κατά τη γερμανική έρευνα. Το επιχείρημα ασφαλώς δεν είναι πρωτότυπο· ουσιαστικά πρόκειται για μια παραλλαγή της οικείας φόρμουλας των Μπογιόπουλων ότι όποιος δεν συμφωνεί πως το Κατίν ήταν έγκλημα των ναζί υποστηρίζει την προπαγάνδα του Γκέμπελς. Επιπλέον, προβλήθηκε από τον ίδιο τον Στάλιν, όταν μετά την ανακοίνωση της ανακάλυψης των τάφων από τους ναζί, έσπευσε να ανακηρύξει την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση «πολωνούς συμμάχους του Χίτλερ», επειδή δεν δεχόταν τη σοβιετική εκδοχή. Ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε υποψία στοιχείου στη βιογραφία του Σικόρσκι, που να τεκμηριώνει έστω έναν κόκκο αλήθειας γι’ αυτό τον ισχυρισμό. Ο Σικόρσκι ήταν ένας φιλελεύθερος πολωνός στρατιωτικός, συγκρίσιμος τον στρατηγό Ντε Γκολ. Με σημαντικό ρόλο στην πολωνική πολιτική ζωή στα 1920-24 έπεσε σε δυσμένεια όταν ο Πιλσούντσκι επέβαλε τη δικτατορία
163 Γ. Σλομπότκιν, στο ίδιο.
του και συμμετείχε στη δημοκρατική αντιπολίτευση εναντίον του. Στη Γαλλία αργότερα, έγραψε βιβλία όπου προέβλεπε τη στρατιωτικοποίηση της Γερμανίας και επέκρινε τη δυτική πολιτική του κατευνασμού. Ο Σικόρσκι ήρθε σε ρήξη με την ΕΣΣΔ στο διαμελισμό της Πολωνίας το 1939 μα το 1941 πρωταγωνίστησε στην αποκατάσταση των πολωνοσοβιετικών σχέσεων. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας το 1940, αρνήθηκε πρόταση του Πετέν για συνθηκολόγηση με τη Γερμανία. Στη διάρκεια του πολέμου, το πολωνικό ναυτικό και οι αεροπόροι που είχαν καταφύγει στην Αγγλία, αλλά και αρκετές χερσαίες πολωνικές μονάδες αναδιοργανώθηκαν και πήραν δραστήρια μέρος στις μάχες σε διάφορα μέτωπα. Μπορεί να είναι κανείς κριτικός απέναντι σε αστικούς, εθνικιστικούς, κ.ά., περιορισμούς του Σικόρσκι, αλλά να υπονοείται ότι η συμμετοχή του στον αντιφασιστικό αγώνα ήταν προϊόν της υπηρεσίας του στους ναζί ξεπερνά τα όρια της φαιδρότητας. Το διακριτικό γνώρισμα της σταλινικής φιλολογίας για το Κατίν δεν είναι μόνο το ψέμα και η γενίκευση του ψέματος. Είναι επίσης η επιμονή στο ψέμα και τη γενίκευση του ψέματος. Και αυτή η επιμονή γίνεται η βάση για τη δικαίωση της κτηνωδίας και το πρακτικό πέρασμα στην κτηνωδία με τη μια ή την άλλη μορφή. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το σάιτ “Κόκκινοι σύντροφοι” (red comrades) που φιλοξενεί την περί Κατίν διατριβή του Μούχιν164. Πρόκειται για ένα σταλινικό σάιτ, που ακολουθεί μια ιδεολογική γραμμή συγγενική με εκείνη του ΚΚΕ στην πρόσφατη περίοδο. Χαρακτηριστικά, τα υλικά του περιλαμβάνουν σε περίοπτη θέση το μεταφρασμένο από τη Σύγχρονη Εποχή βιβλίο του Μάρτενς Μια άλλη ματιά στον Στάλιν. Οι “Κόκκινοι Σύντροφοι” πηγαίνουν απλά λίγο πιο πέρα, αποκαθιστώντας όχι μόνο τον Στάλιν, αλλά και τον Μπέρια και τον Γιέζοφ, τον κατεξοχήν δήμιο της περιόδου των Δικών. Σε
164 Η διεύθυνσή του συγκεκριμένου σάιτ είναι http://www.geocities.com/redcomrades/. Μια άλλη παρεμφερής ιστοσελίδα είναι το Κόκκινο Κανάλι, http://www.red-channel.de/Ordner_Lit/Literatur_Sprache.htm. Οι μαζοχιστικών τάσεων αναγνώστες θα βρουν εκεί όλα τα πονήματα του Μούχιν, όλα τα επιχειρήματα για την πλαστότητα των ντοκουμέντων περί Κατίν, όλες τις τεκμηριωμένες αναλύσεις για την εγκυρότητα των Δικών της Μόσχας, κοκ.
ογκώδη κείμενα διαπιστώνεται ότι ο Γιέζοφ ήταν ακόμη πιο κορυφαίος “μπολσεβίκος” από τον Στάλιν, καθώς ήθελε να προχωρήσει με συνέπεια τις εκκαθαρίσεις, εξαφανίζοντας από προσώπου γης όλους τους προδότες, τροτσκιστές, κ.ά., κάτι στο οποίο ο Στάλιν δεν ενέδωσε, ίσως λόγω γεροντικής ανίας. Αυτά διανθίζονται με φωτογραφίες του Γιέζοφ και άλλων στελεχών της KGB όπως ο Κομπούλοφ, από τους οργανωτές του Κατίν, ενώ ο επισκέπτης θα βρει κείμενα όπου εξυμνείται ο τσαρλατάνος Λισένκο ως αναμορφωτής της σοβιετικής γεωργίας και της βιολογικής επιστήμης (για τις συνεισφορές του στην οποία, βεβαιώνεται, πρέπει να του δοθεί Νόμπελ), ενώ εκκαθαρισμένοι κορυφαίοι σοβιετικοί γενετιστές όπως ο Βαβίλοφ παρουσιάζονται σαν ακαμάτηδες, που δικαίως έπαθαν ότι τους άξιζε165. Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι έπαθαν αυτό που τους άξιζε, καταλήγει επίσης ο Μούχιν αναφορικά με τους πολωνούς αξιωματικούς στο Κατίν. Η τελευταία λέξη του είναι: «Για να πούμε την αλήθεια, κανείς δεν θα έπρεπε να αισθάνεται λύπη γι’ αυτούς τους πολωνούς αξιωματικούς. Ήταν προδότες και δειλοί στο πρόσωπο της χώρας τους και του λαού τους. Ωστόσο, δεν άξιζαν μια γερμανική σφαίρα στη ράχη του κεφαλιού τους. Μόνο μια πολωνική σφαίρα θα επαρκούσε για τα εγκλήματά τους ενάντια στον πολωνικό λαό»166. Αλλά αν είναι έτσι, τι θα εμπόδιζε τον Μούχιν και τους ομολόγους του τύπου Μπέρια, τους οποίους υπερασπίζουν, από το να διαπράξουν αυτό και άλλα παρόμοια εγκλήματα όταν τα συμφέροντά τους το απαιτούσαν και είχαν τη δύναμη και την εξουσία; Ακόμη και αν οι πολωνοί αξιωματικοί ήταν τόσο άθλιοι όσο λέει ο Μούχιν, έχουν όλο το δίκιο να επαναλάβουν σε αυτόν και τους ομοίους του τα λόγια της ηρωίδας του Στρίντμπεργκ: «Εσύ που μας κατηγορείς, Τζάκομπ Χούμελ, είσαι χειρότερος από εμάς».
165 Βλέπε τα άρθρα «Στάλιν και Γιέζοφ, μια υπερ-παραδειγματική άποψη», «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν», «Για τον Λαυρέντι Μπέρια», «Ο Τ. Ντ. Λισένκο και το NKVD», «Ο Μάο και το λάθος του Λεβοντίν», κ.ά., στο http://www.geocities.com/CapitolHill/Embassy/7213/articles.html. 166 Βλ. Μούχιν, στο ίδιο, http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html.
11. Δυο λόγια για τα αίτια της σφαγής του Κατίν Μια συνέπεια του σταλινικού φανατισμού είναι η συσκότιση, η αδυναμία να ερευνηθούν τα αίτια της σφαγής του Κατίν. Σε όλη την αρθρογραφία του Ριζοσπάστη δεν θα βρούμε καν μια τοποθέτηση του ερωτήματος: ποια από τις δυο πλευρές είχε λόγο να προβεί στο έγκλημα και γιατί; Λένε μόνο ότι επρόκειτο για “προβοκάτσια του Γκέμπελς”, χωρίς όμως να προσφέρουν μια πειστική εκδοχή για το πότε, πώς και γιατί την επινόησε ο Γκέμπελς. Φυσικά σε αυτό το πεδίο, για να είναι αντικειμενική, η ιστορική έρευνα πρέπει να στραφεί και προς τις δυο πλευρές, μη θεωρώντας δεδομένο ότι πρόκειται για σταλινικό έγκλημα, ακόμη και αν τα στοιχεία το πιστοποιούν συντριπτικά. Ενώ όμως τα κίνητρα της σταλινικής ηγεσίας έχουν ερευνηθεί και καταδειχτεί με εντελώς ρεαλιστικό τρόπο, δεν έχει παρουσιαστεί μια σοβαρή εκδοχή που να υποδεικνύει ότι οι ναζί είχαν κάποιο λόγο να προβούν σε αυτή την ενέργεια τον Αύγουστο του 1941. Η απόφασή της σταλινικής ηγεσίας για εκκαθάριση των Πολωνών θεωρείται ότι καθορίστηκε από την επιδείνωση των σχέσεων με την Αγγλία και την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση, που οδήγησε στα τέλη του 1939 και τις αρχές του 1940 σε απειλές επέμβασης και αποπομπή της ΕΣΣΔ από την Κοινωνία των Εθνών, ενώ επισημαίνονται ακόμη λόγοι, όπως το μένος του Στάλιν εναντίον των Πολωνών και η συμφωνία με τους ναζί για την εξάλειψη του πολωνικού κράτους. Η Ναταλία Λεμπέντεβα σημειώνει σχετικά: «Ποιοι ήταν οι λόγοι γι’ αυτή την απόφαση. Ο Στάλιν ήταν ερεθισμένος από την ήττα το 1920 και πρέπει να ένιωθε ιδιαίτερη απέχθεια για τους διοικητές του Πολωνικού Στρατού. Έχοντας αναγνωρίσει την εξάλειψη του Πολωνικού Κράτους, ξεκάθαρα ήθελε να απαλλαγεί από αυτούς τους αξιωματικούς, που θα μπορούσε αργότερα να μετάσχουν σε έναν αγώνα για την ανανέωση της χώρας τους. Η αποβολή της ΕΣΣΔ στις 14 Δεκέμβρη 1939 από την Κοινωνία των Εθνών με παρακίνηση των κυβερνήσεων της Αγγλίας, Γαλλίας και Πολωνίας, αύξησε
υπέρμετρα τις αντιδυτικές και αντιπολωνικές θεωρήσεις του Στάλιν. Μετά την υιοθέτηση της απόφασης από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο να σταλεί εκστρατευτική δύναμη στη Φιλανδία, η πολωνική κυβέρνηση άρχισε να προσπαθεί να περιληφθεί μια πολωνική στρατιωτική αποστολή. Στις 24 Ιανουαρίου ο Σικόρσκι διακήρυξε σε μια συνάντηση του Συμβουλίου Υπουργών ότι η αποστολή μιας εκστρατευτικής δύναμης στη Φιλανδία θα ενέπλεκε τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία σε έναν “ντε φάκτο πόλεμο με τη Ρωσία που είναι πολύ επιθυμητός για μας”. Οι σοβιετικοί πρεσβευτές Μάισκι στη Μεγάλη Βρετανία και Σούριτζ στη Γαλλία πληροφόρησαν τη Μόσχα ότι στη βρετανική και γαλλική κυβέρνηση οι τάσεις για εμπλοκή σε μια Σοβιετοφιλανδική σύγκρουση ενισχύονταν σοβαρά, ότι ήταν έτοιμοι να δράσουν “χωρίς να σταματήσουν παρά τον κίνδυνο να ακυρώσουν τις σχέσεις και ακόμη και της ένοπλης σύγκρουσης”. Στο Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1940 στη Γαλλία και τη Βρετανία επεξεργάζονταν ενεργά τα σχέδια για βομβαρδισμό των πετρελαίων του Μπακού στον Καύκασο. Ο Μπέρια και ο Στάλιν τα είχαν πληροφορηθεί μέσω του διαβόητου κατασκοπευτικού δικτύου των Πέντε του Κέιμπριτζ και από άλλες πηγές»167. Αυτή η εύστοχη σύνοψη της διεθνούς κατάστασης αποτυπώνει τα πραγματικά δεδομένα που ώθησαν τον Στάλιν στην απόφαση εξόντωσης των πολωνών αιχμαλώτων. Η υπόθεση ότι μπορεί να έπαιξαν ρόλο και πιο μακροχρόνιες θεωρήσεις, όπως η πιθανή συνεργασία των πολωνών αξιωματικών με τους ναζί σε μελλοντική γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ, μοιάζει αντίθετα λιγότερο πιθανή168. Ο Στάλιν ενεργούσε πάντα υπό το κράτος τρεχουσών θεωρήσεων και το
167 Βλέπε Ν. Λεμπέντεβα, «Η Σφαγή στο Κατίν: ο δρόμος προς την αλήθεια», www.intconfhighered.org/Lebedeva-Trier-Report.doc. Αναφορικά με τις συμφωνίες μεταξύ ΕΣΣΔ και ναζιστικής Γερμανίας, αναφέρονται επίσης οι προβλέψεις του μυστικού συμπληρωματικού πρωτοκόλλου του Συμφώνου Φιλίας στις 28/9/1939: «Κανένα μέρος δεν θα επιτρέψει στο έδαφός του οποιαδήποτε πολωνική
προπαγάνδα που επηρεάζει το έδαφος της άλλης χώρας. Και τα δυο θα εξαλείψουν μια τέτοια προπαγάνδα στα εδάφη τους σε έμβρυο και θα παρέχουν πληροφορίες το ένα στο άλλο για κατάλληλα μέτρα επίτευξης αυτού» (παρατίθεται στο Α. Τσιεντσιάλα, Ν. Λεμπέντεβα, Β. Ματέρσκι, Katyn, a Crime Without a Punishment, Yale University Press, 2007, σελ. 61-62.
168 Στην παλιότερη αρθρογραφία του στην Αυγή και το Σπάρτακο ο γράφων είχε υποστηρίξει αυτή την άποψη, που όμως τώρα του φαίνεται αστήρικτη.
σύμφωνο φιλίας απομάκρυνε τότε μια άμεση γερμανική απειλή. Αυτά που λέει η Λεμπέντεβα απαντούν μεταξύ άλλων και στο ερώτημα που θέτει η σταλινική φιλολογία, γιατί οι σταλινικές αρχές δεν πήραν μέτρα να σκεπάσουν την ενοχή τους, απομακρύνοντας ταυτότητες και άλλα στοιχεία των Πολωνών. Ενεργώντας υπό το κράτος πανικού δεν πρόλαβαν να το κάνουν και αρκέστηκαν στο καμουφλάζ με τις γερμανικές σφαίρες και τα σχοινιά. Οι μαρξιστές δεν θα συμφωνήσουν ασφαλώς πλήρως με την εκτίμηση της Λεμπέντεβα ότι το Κατίν «ήταν ένα έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα που διέπραξε το ολοκληρωτικό σταλινικό καθεστώς»169. Από τη μαρξιστική άποψη είναι πάντα αναγκαίο να διακρίνουμε ανάμεσα στις κοινωνικο-οικονομικές βάσεις ενός καθεστώτος και τις κατευθύνσεις των δυνάμεων που ασκούν σε μια δοσμένη στιγμή την ηγεσία, και αυτό οδηγεί σε μια πιο περίπλοκη εικόνα από την απλή (και αδιαφιλονίκητη) αναγνώριση της σταλινικής ενοχής. Οι πρακτικές της μπολσεβίκικης κυβέρνησης επί Εμφυλίου Πολέμου, π.χ., ήταν ασύγκριτα πιο ήπιες και θα περιλάμβαναν σε μια αντίστοιχη κατάσταση ίσως τη σύλληψη της ηγεσίας του πολωνικού στρατού, όχι όμως σύλληψη (και μάλιστα εκτέλεση) αδιάκριτα όλων των μεσαίων, κ.λπ., αξιωματικών. Η Λεμπέντεβα, συγκρίνοντας άμεσα το πόλεμο της ΕΣΣΔ με την αστική Πολωνία το 1920 και τα γεγονότα του 1939 χάνει αυτές τις πλευρές που από μαρξιστική οπτική οδηγούν σε μια ακόμη πιο ισχυρή καταδίκη του σταλινισμού. Πέρα από αυτό, όσα λέει ηχούν πειστικά ακόμη και σε σχέση με τις προσωπικές εμπάθειες του Στάλιν: ο ίδιος ο Λένιν είχε αναφερθεί κατά την κρίση στη Γεωργία στο μένος του Στάλιν, τονίζοντας ότι το μένος αποτελεί τον πιο κακό σύμβουλο στην πολιτική. Σε αυτή τη συνάφεια, ακόμη και τα γεγονότα και απειλές ενάντια στην ΕΣΣΔ που παραθέτει η Λεμπέντεβα δεν προσφέρουν δικαιολογία για το έγκλημα, εφόσον υπήρχε η πολύ ρεαλιστική επιλογή της μεταφοράς των αιχμαλώτων σε άλλη περιοχή της ΕΣΣΔ.
169 Στο ίδιο.
Ας περάσουμε τώρα στη σταλινική εκδοχή της συνομωσίας του Γκέμπελς “ενάντια στους Μπολσεβίκους και την ηγεσία τους”, δηλαδή τον Στάλιν. Ως εδώ όλα καλά. Αυτό που παρακάμπτεται είναι ότι ναι μεν η εκδήλωση της “συνομωσίας” έγινε τον Απρίλη του 1943, όμως για να μπορεί να την εκδηλώσει τότε, ο Γκέμπελς έπρεπε να την είχε σχεδιάσει και θέσει σε εφαρμογή ήδη από το 1941, μόλις άρχισε η γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να υποδειχτούν κάποιοι λόγοι που θα ωθούσαν από τότε τους ναζί στη μεθόδευση και υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου; Ο μόνος βάσιμος λόγος είναι μια επιδίωξη και σχεδιασμός των Γερμανών από εκείνο το πρώιμο στάδιο να διασπάσουν την αντιφασιστική συμμαχία. Μια τέτοια υπόθεση, όμως, που θα τους ωθούσε να διαπράξουν το 1941 το συγκεκριμένο έγκλημα με τρόπο που να μπορεί να φανεί ότι ευθύνεται η σταλινική πλευρά, φαντάζει πολύ αναιμική και εξεζητημένη. Οι ναζί τον Ιούνιο του 1941 πίστευαν ότι θα έχουν στην ΕΣΣΔ ένα κεραυνοβόλο πόλεμο όπως στις δυτικές χώρες και οι πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες τους ενίσχυαν αυτή την πεποίθηση. Εξάλλου, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η γερμανική αντικατασκοπεία, η Abwher, είχε υποτιμήσει ισχυρά την ικανότητα αντίστασης της ΕΣΣΔ. Οι ναζί ενεργούσαν, όπως και οι σταλινικοί, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και αφελείς, το να τους αποδίδει κανείς τέτοια προνοητικότητα ώστε να προβλέψουν τι πλεκτάνες θα τους χρειάζονταν σε 2-3 χρόνια, αν τα πράγματα εξελίσσονταν στραβά, σημαίνει να υπερτιμά τα διανοητικά προσόντα τους. Εξάλλου ως τον Ιούνιο του 1941 και τη γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ, η αντιφασιστική συμμαχία δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί σταθερά. Κατά δεύτερο λόγο, αν οι ναζί είχαν προβλέψει ήδη το 1941 ότι θα τους χρειαζόταν μια προβοκάτσια για να διασπάσουν τους συμμάχους προκαλεί απορία η αδέξια οργάνωσή της. Η σταλινική φιλολογία επικαλείται διαρκώς τις γερμανικές σφαίρες στους τάφους, το ερώτημα όμως προβάλλει εύλογα: γιατί να μην κάνουν οι ναζί, εφόσον είχαν όλη τη χρονική άνεση, τις εκτελέσεις με σοβιετικά όπλα και σχοινιά,
που διέθεταν σε αφθονία χάρη στην προέλασή τους στην ΕΣΣΔ; Μπορεί να έστησαν μια τέτοια ιδιοφυή προβοκάτσια από το 1941 και να τους διέφυγε ότι χρησιμοποιώντας γερμανικά όπλα και σφαίρες θα χαλούσαν το αριστούργημά τους; Κατά τρίτο λόγο, αν όντως οι ναζί είχαν οργανώσει τη σφαγή το 1941, με το σκεπτικό που αναφέραμε, μπαίνει το ερώτημα: Γιατί να προχωρήσουν στην εκμετάλλευση της υπόθεσης τόσο αργά και όχι αρκετούς μήνες πριν, όταν θα υπήρχαν πολύ πιο ρεαλιστικές πιθανότητες να φέρει αποτέλεσμα; Γιατί να το φέρουν στο φως όταν, όπως λέει στο Ημερολόγιό του ο Γκέμπελς, θα τους βοηθούσε να κρατηθούν «ένα-δυο βδομάδες», και όχι όταν θα τους έδινε μισό ή ένα χρόνο; Ο σχεδιασμός των ναζί να διασπάσουν την αντιφασιστική συμμαχία το 1943, ιδίως όταν εκδηλώθηκε η ρήξη μεταξύ δυτικών συμμάχων και πολωνικής κυβέρνησης είναι γεγονός. Ωστόσο, η χρονοτριβή τους από την ανακάλυψη των μαζικών τάφων στα τέλη 1942-αρχές 1943, ως την εκμετάλλευση της υπόθεσης τον Απρίλιο, δεν δείχνει ότι είχαν γνώση της από πριν, ούτε πολύ περισσότερο φανερώνει οργανωμένη προβοκάτσια. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι ναζί σκότωσαν τους Πολωνούς για κάποιο άλλο, δικό τους αδιευκρίνιστο λόγο το 1941 και σκέφτηκαν μόλις το 1943 να εκμεταλλευτούν την υπόθεση, παραμένει το γεγονός ότι δεν ταιριάζει διόλου η μεθόδευση της σφαγής. Γιατί τότε, αν δεν είχαν μια ξεκάθαρη στόχευση εξαρχής, να επιλέξουν τη μέθοδο των ατομικών εκτελέσεων με πυροβολισμό στο κεφάλι και να την αναθέσουν σε μονάδες που δεν είχαν χρησιμοποιήσει για τέτοιους σκοπούς πουθενά αλλού; Δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν στις πρώτες μέρες της εισβολής στην ΕΣΣΔ, όταν προήλαυναν ορμητικά σε όλα τα μέτωπα, από το να βάζουν μονάδες διαβιβάσεων να βρίσκουν και να εκτελούν Πολωνούς; Τέλος, ενώ δεν είχαν εμφανή λόγο για τη σφαγή, αφού είχαν ήδη κάμψει την αντίσταση της Πολωνίας, οι ναζί είχαν λόγους να χαρίσουν τη ζωή στους Πολωνούς. Με την κακομεταχείριση που είχαν υποστεί από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες, ένα μέρος τους, ίσως όχι πλειοψηφικό αλλά
υπολογίσιμο, ιδίως από την ανώτατη ιεραρχία, θα καλωσόριζε πιθανά τους ναζί και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να οργανωθεί ένα κατοχικό καθεστώς. Οι ναζί δεν φημίζονταν για τη λογική τους και υπάρχουν ενέργειές τους, όπως η εξόντωση των Εβραίων, όπου δεν μπορεί να δοθεί ορθολογική εξήγηση. Ωστόσο, είχαν αποδείξει την ικανότητά τους να βρίσκουν στηρίγματα στα παλιά καθεστώτα και δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τόσες χώρες ενεργώντας μόνο με τον παραλογισμό. Αν δεν είχαν εξαρχής κατά νου την προβοκάτσια, λοιπόν, γιατί να τους εκτελέσουν όλους, μαζί και εκείνους που θα μπορούσε να τους φανούν χρήσιμοι; Η παραπάνω επισήμανση δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση το σύνολο των πολωνών αξιωματικών, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν αντιχιτλερικά αισθήματα και αν είχαν αντιμετωπιστεί διαφορετικά από τη σταλινική πλευρά, θα είχαν συμμετάσχει στον αντιφασιστικό αγώνα, όπως έκαναν πολλοί ομοεθνείς τους. Η Ναταλία Λεμπέντεβα επισημαίνει αυτό το σημείο, εξηγώντας στη βάση του την αλλαγή στάσης της σταλινικής ηγεσίας, που μετά το Μάιο του 1940 δεν προχώρησε σε άλλες εκτελέσεις Πολωνών: «Κατά το Μάιο του 1940 η απειλή μιας αγγλογαλλικής επέμβασης είχε υποχωρήσει και ο Στάλιν άλλαξε τη στάση του για τους πολωνούς αιχμαλώτους. Η εκτέλεση των νέων έγκλειστων που είχαν σταλεί από τη Λιθουανία δεν προτάθηκε καν. Γιατί; Η γρήγορη νίκη του Χίτλερ επί της Γαλλίας σοκάρισε τον Στάλιν, που ανέμενε μια μακριά αντιπαράθεση ανάμεσα στα “ιμπεριαλιστικά μπλοκ”. Αντιλήφθηκε ότι ο επόμενος στόχος της γερμανικής επίθεσης θα ήταν η ΕΣΣΔ, και ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους πολωνούς αξιωματικούς που ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν τον Χίτλερ»170. Αυτά τα περιστατικά δείχνουν ότι πέρα από την πλήρη έλλειψη σοβαρών τεκμηρίων, η σταλινική εκδοχή είναι αστήρικτη και με την έννοια της ιστορικής αιτιολόγησης και πρέπει γι’ αυτό επίσης να απορριφθεί. 12 Τα ιστορικά διδάγματα από το Κατίν
170 Ν. Λεμπέντεβα, «Κατίν, ένας δύσκολος δρόμος προς την αλήθεια», http://en.rian.ru/analysis/20100412/158536574.html.
Το Κατίν ήταν ένα μαζικό έγκλημα που διαπράχθηκε από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες. Οι ναζί μπορεί να ευθύνονται για αμέτρητα άλλα εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα, στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν είχαν λόγο να προχωρήσουν σε μια τέτοια πράξη με την έναρξη της επίθεσής τους στην ΕΣΣΔ. Αυτή η εκτίμηση υποβάλλεται από τα ίδια τα γεγονότα και τη λογική, τεκμηριώνεται δε πρακτικά από το σύνολο των μαρτυριών και των στοιχείων. Και τεκμηριώνεται ιδιαίτερα από τις ωμές παραχαράξεις, αποσιωπήσεις και ψεύδη που περιέχουν οι ισχυρισμοί και τα ντοκουμέντα και η φιλολογία της σταλινικής πλευράς, πέραν της ανυποληψίας και ενεργού νεοφασιστικής ή εθνικιστικής κατεύθυνσης ορισμένων από τις πηγές της. Από κει και πέρα, το ουσιαστικό θέμα αφορά τα διδάγματα που απορρέουν από το έγκλημα του Κατίν. Αποτελεί μήπως απόδειξη ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι τα δυο άκρα, οι “ολοκληρωτισμοί” που ευθύνονται για τα δεινά του 20ού αιώνα; Και ότι οι πρακτικές του Στάλιν ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, του μπολσεβικισμού και της μαρξιστικής θεωρίας, όπως λένε οι απολογητές του καπιταλισμού171; Οι μαρξιστές έχουν απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, εξηγώντας ότι ο σταλινισμός ήταν ένα ρεύμα ξένο προς την εργατική τάξη και την υπόθεση του σοσιαλισμού. Ως τέτοιος
171 Πέρα από τους απολογητές του συστήματος, τέτοιες απόψεις υποστηρίζονται και από αξιόλογους ερευνητές, με ουσιαστική συνεισφορά στη διασάφηση της ιστορικής αλήθειας για το Κατίν. Η Λεμπέντεβα, π.χ., διαπιστώνει ως μια αιτία της σφαγής του Κατίν ότι «οι Μπολσεβίκοι κυρίως εκτελούσαν και απομάκρυναν “κοινωνικούς εχθρούς”, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν εύπορα άτομα» (http://en.rian.ru/analysis/20100412/158536574.html). Από αυτού του είδους τα επιχειρήματα πιάνονται οι διάφοροι Μπογιόπουλοι, για να παίρνουν τις πόζες των Μπολσεβίκων. Ωστόσο, το να επιχειρηματολογεί κανείς έτσι, παίρνοντας για γνήσια τη “μπολσεβίκικη” φρασεολογία και τις χειρονομίες των σταλινικών με τις οποίες κάλυπταν τα αίσχη τους, σημαίνει να χάνει την ουσία του ζητήματος. Η αποτυχία να δει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Μπουχάριν από τη μια, και τον Στάλιν, τον Μπέρια και τον Καγκάνοβιτς από την άλλη, όταν μάλιστα οι τελευταίοι ήρθαν στην εξουσία με την εκκαθάριση της παλιάς μπολσεβίκικης φρουράς, δείχνει μια ανεπαρκή, θολωμένη από τους σπασμούς της εποχής μας, ιστορική αίσθηση.
εξέφραζε τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας, του μικροαστικού, παρασιτικού στρώματος που σφετερίστηκε την εξουσία στην ΕΣΣΔ. Οι πρακτικές του δεν απέρρεαν από τη μαρξιστική ιδεολογία ούτε την επαναστατική παράδοση, έστω και αν υποκριτικά τις επικαλούνταν, αλλά από ιδιοτελείς επιδιώξεις και συμφέροντα των γραφειοκρατών. Αν αυτές οι πρακτικές υπερίσχυσαν προφασιζόμενες τον κομμουνισμό και παρήγαγαν στο όνομά του τα ζοφερά αποτελέσματά τους, αυτό αντανακλά τις δυσκολίες της μεταβατικής εποχής, ανάμεσα στις οποίες η κληρονομιά της αμάθειας και του σκοταδισμού που της παραδίδει ο παλιός κόσμος δεν είναι η μικρότερη. Ως γεγονός, το έγκλημα του Κατίν και η πολεμική που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό είναι έτσι ένας μικρόκοσμος των συγκρούσεων και των αντιφάσεων του 20ού αιώνα. Σε αυτό αποτυπώνονται ανάγλυφα η διαπάλη των τάσεων της προόδου και της αντίδρασης, οι διαστροφές που προκύπτουν όταν η μια περιβάλλεται τα άμφια της άλλης, οι ανθρώπινες αδυναμίες που από το πιο φωτεινό ιστορικό ξεκίνημα μπορεί να παράγουν αντίθετα αποτελέσματα αν χαθεί το νήμα της ιστορικής εξέλιξης. Και αποτυπώνονται επίσης οι αμέτρητες ανθρώπινες τραγωδίες, ατομικές και ομαδικές, καθώς και το αίτημα της ιστορικής ευθύνης, αν πρόκειται να μην επαναληφθούν οι εκατόμβες και οι ανθρώπινες θυσίες να βρουν δικαίωση. Αυτές οι διαστάσεις θα απασχολήσουν ίσως περισσότερο τις μελλοντικές γενιές, που θα έχουν τη δυνατότητα να δουν με άνεση και από απόσταση τα ιστορικά γεγονότα. Για την ώρα, από την άποψη του σοσιαλιστικού κινήματος, κύρια πλευρά του Κατίν δεν μπορεί παρά να είναι μία: ότι δείχνει γυμνή την κτηνωδία του σταλινισμού, την αποθέωση της ωμής γραφειοκρατικής βίας ως αυτοσκοπό, που δεν είχε τίποτα κοινό με τη δίκαιη επαναστατική βία του Οκτώβρη. Βέβαια, η ίδια πρακτική εκδηλώθηκε σε πλήθος πράξεις των σταλινικών αρχηγών, μεταξύ άλλων και στο ελληνικό κίνημα, με καταστροφικά αποτελέσματα. Αυτό προσπαθούν να υπεκφύγουν με τις χονδροειδείς απάτες και παραχαράξεις της ιστορίας στο Ριζοσπάστη, καταλήγοντας να αποκαλύπτουν
άθελά τους τη σταλινική ωμότητα και τα ταπεινά, ιδιοτελή της κίνητρα. Από αυτή την άποψη, η συμπόρευση του ΚΚΕ με φασιστοειδή τύπου Μούχιν και σοβινιστές ή ανερμάτιστους ιστορικούς και προσωπικότητες όπως οι Σλομπότκιν, Φουρ, Ιλιούχιν, Ζούκοφ, Γκίκας, κ.ά., δεν είναι τυχαία. Απορρέει από όλη την τωρινή διαδικασία σταλινικής αναπαλαίωσης σε αυτό το κόμμα, που κάνει αναγκαία μια απολογία της σταλινικής κτηνωδίας. Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, είτε τους αρέσει είτε όχι, είναι αδύνατο να βρουν άλλα μέσα εκτός από τη συμπόρευση με τους Φουρ, τους Μούχιν και τους Ιλιούχιν, γιατί δεν υπάρχουν άλλα μέσα. Και πιστοποιούν έτσι ότι υπερασπιζόμενοι το σταλινισμό και ταυτίζοντάς τον με την μπολσεβίκικη παράδοση, τον κομμουνισμό και την ΕΣΣΔ παίζουν το παιγνίδι της αστικής ιδεολογίας και βοηθούν το έργο της. Στο άρθρο του, ο κ. Γκίκας παραθέτει ένα απόσπασμα του Φουρ, τον οποίο αποκαλεί προνοητικά “μη κομμουνιστή”, αναφορικά με τα διδάγματα της φιλολογίας για το Κατίν, όπου γίνεται αυτή η προκλητική και ανιστόρητη ταύτιση: «Η άποψη ενός μη κομμουνιστή Αμερικανού ακαδημαϊκού είναι χαρακτηριστική. Γράφει ο Grover Furr: “Ορίστε η άποψή μου: Κανείς δε νοιάζεται για το τι συνέβη στους Πολωνούς αξιωματικούς! Κανείς, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των Πολωνών. Ακόμα, κανείς δε νοιάστηκε ποτέ, ακόμα και την περίοδο που συνέβη!... από τότε, η "Σφαγή του Κατίν" αποτέλεσε ένα ραβδί για να χτυπούνε τους Σοβιετικούς. Ακόμα είναι μια επιπλέον "απόδειξη" ότι "ο κομμουνισμός είναι κακό πράγμα"... Ήδη με αποκαλούν έναν παλιο-λάτρη του Στάλιν επειδή επιμένω στα αποδεικτικά στοιχεία, επειδή δεν προσκυνώ τον ναό ανειλικρινών αντικομμουνιστών ιστορικών των οποίων τα έργα αποτελούν ντροπή για το επάγγελμα του ιστορικού”»172. Μια τέτοια τοποθέτηση όμως είναι υποκριτική, όχι μόνο γιατί ο “μη κομμουνιστής” Φουρ προσδιορίζει τον εαυτό του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που προσδιορίζονται στο ΚΚΕ ως
172 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 16/3/2008.
“υπερασπιστές του κομμουνισμού”. Είναι τέτοια κυρίως επειδή όλα τα επιχειρήματα του Φουρ για τους “ανειλικρινείς αντικομμουνιστές ιστορικούς” στρέφονται ενάντια στον ίδιο και ακόμη περισσότερο ενάντια στους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη. Γιατί όλη η τακτική των τελευταίων συνίσταται σε φωνασκίες για τις παραχαράξεις της αλήθειας από τους άλλους, ώστε να απομακρύνουν τις υποψίες από πάνω τους και να μπορούν την παραποιούν χειρότερα οι ίδιοι. Να την παραποιούν μάλιστα όχι με ανοιχτά διακηρυγμένη πρόθεση να βλάψουν τον κομμουνισμό, αλλά στο όνομα της “υπεράσπισής” του, που δεν είναι κατά βάθος παρά μια υπεράσπιση του εαυτού τους, της δήθεν αξιωματικής ταύτισής τους με την υπόθεση του κομμουνισμού. Είναι βέβαια αλήθεια ότι στη βάση του KKE υπάρχουν έντιμοι αγωνιστές, που θέλουν να είναι κομμουνιστές. Πολλοί από αυτούς μπορεί να πιστεύουν ειλικρινά και καλοπροαίρετα τις απόψεις που τους προσφέρονται για το Κατίν και άλλα θέματα. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί διόλου την ανοχή, στο όνομα των αγνών προθέσεων της βάσης, τέτοιων απατηλών θεωρήσεων, το μόνο αποτέλεσμα των οποίων είναι να διαστρέφουν τη συνείδηση των απλών αγωνιστών, ούτε την αναγνώριση καλών προθέσεων στους φορείς αυτών των θεωρήσεων. Το ότι οι αρθρογράφοι του ΚΚΕ μπορούν να επικαλούνται στο όνομα του κομμουνισμού πηγές όπως οι Μούχιν και Φουρ, οι Ζούκοφ και Ιλιούχιν, ξεσκεπάζει αδιάσειστα τις κακές τους προθέσεις. Οι δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη θα πουν ίσως ότι κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει για τους Μούχιν, όχι όμως για τους ίδιους, που είναι ατράνταχτα πιστοί στην υπόθεση του κομμουνισμού. Ωστόσο, οι Μούχιν είναι ο καθρέφτης του εαυτού τους και δεν πρέπει να θυμώνουν με αυτό που δείχνει ο καθρέφτης, ούτε μπορεί να αφήνουμε τα λόγια να θολώνουν την πραγματικότητα. Στην πράξη και αυτοί δείχνουν τον ίδιο φανατισμό με τους Μούχιν· και αυτοί επαναλαμβάνουν τα ίδια ψέματα, που αντιγράφουν από εκείνους χωρίς να το παραδέχονται· και αυτοί διαστρεβλώνουν όμοια την ιστορία. Η διαφορά είναι ότι οι
Μούχιν στην υπεράσπισή τους του Στάλιν στο θέμα του Κατίν και γενικά βρίσκουν ένα στήριγμα για το νεοφασισμό και τον αντισημιτισμό, ενώ οι συντάκτες του Ριζοσπάστη καμώνονται πως με τα ίδια ακριβώς πράγματα προωθούν τον αγώνα για τον κομμουνισμό. Σε αυτό το καίριο σημείο οι Μούχιν έχουν δίκιο γιατί τέτοιες αφετηρίες είναι μόνο κατάλληλες για την άκρα αντίδραση, στην οποία όσοι τις υποστηρίζουν στο όνομα του κομμουνισμού απλά στρώνουν το δρόμο. Οι Μούχιν δείχνουν το μόνο νοητό αποτέλεσμα της άποψης και των έργων αυτού του είδους των “κομμουνιστών”. Για όσους δημοσιολόγους ΚΚΕ θέλουν έμπρακτα να αποδείξουν ότι δεν είναι ίδιοι με τα φασιστοειδή, ένας τρόπος υπάρχει: Να παραδεχτούν την ιστορική αλήθεια και να αλλάξουν πορεία. Για τον υπόλοιπο κόσμο, ιδιαίτερα εκείνους που απορρίπτουν ήδη ενσυνείδητα κάθε αντίδραση και φασισμό, το κέρδος από τη μελέτη του Κατίν είναι η επιβεβαίωση του θεμελίου κάθε γνήσια αντιφασιστικής στάσης: Πέρα από την παραδοχή της αλήθειας, είναι αναγκαία και η κατανόησή της. Αυτές οι εξελίξεις προκάλεσαν την οργίλη αντίδραση του Ριζοσπάστη, που εκφράστηκε με τη δημοσίευση μια σειράς καταγγελτικών σχολίων, ρεπορτάζ, κ.λπ., καθώς και δυο νέων άρθρων του Γκίκα, «Το Κατίν, η προπαγάνδα και οι πρόθυμοι απολογητές των ναζί» (Ριζοσπάστης, 18/4/2010) και «Κατίν: Όταν η ιστορία πλαστογραφείται και κατασκευάζεται από την αρχή» (Ριζοσπάστης, 20/6/2010). Σε αυτά θα ρίξουμε μια ματιά στο παρόν μέρος. 7.1 Οι σχολιασμοί του Ριζοσπάστη Τα κείμενα του Ριζοσπάστη επαναλαμβάνουν απλά επί το χειρότερο μια σειρά ήδη αναλυμένους ισχυρισμούς. Κοινό γνώρισμά τους είναι το φωνακλάδικο αναμάσημα και παρουσίαση σαν αυτονόητων, εξακριβωμένων γεγονότων των ψευδών που “τεκμηρίωναν” δήθεν επιστημονικά στην προηγούμενη αρθρογραφία τους. Σε εκτενές σχόλιο του Ριζοσπάστη μετά τη δημοσίευση των ντοκουμέντων στο ρωσικό κρατικό αρχείο διαβάζουμε:
«Νέο “επεισόδιο” στην αντικομμουνιστική παραχάραξη της ιστορίας αποτελεί η απόφαση της Ρωσίας να δώσει στη δημοσιότητα τα “μυστικά αρχεία” που αφορούν τη σφαγή στο δάσος του Κατίν. Πρόκειται για την καλά στημένη προπαγάνδα των ναζί για την ανακάλυψη μαζικού τάφου 3.000 Πολωνών αξιωματικών (στη συνέχεια ο αριθμός έφθασε στις 22-25.000) σε μια περιοχή στο δάσος του Κατίν κοντά στο Σμολένσκ, μια προπαγάνδα που πρόθυμα συνεχίζουν και οι σημερινοί απολογητές του ναζισμού. Μάλιστα, ο ίδιος ο Γ. Γκαίμπελς ομολόγησε στα “Απομνημονεύματά” του την ευθύνη των ναζιστών στην σφαγή των Πολωνών αξιωματικών υποστηρίζοντας πως “δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε”... Εκτός από τις σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο των εκτελέσεων, τα χέρια των εκτελεσμένων ήταν δεμένα με σκοινί που παραγόταν στην Γερμανία, ενώ πάνω στα θύματα βρέθηκαν έγγραφα, επιστολές, αποδείξεις με ημερομηνίες που έπονταν της γερμανικής εισβολής»173 [οι υπογραμμίσεις εδώ όπως και παρακάτω είναι του Ριζοσπάστη]. Αυτό είναι ενσυνείδητη προσπάθεια να επιβληθεί στον απληροφόρητο αναγνώστη η ιδέα ότι η παρουσίαση των ντοκουμέντων με την υπογραφή του Στάλιν είναι συνώνυμη με την προπαγάνδα των ναζί. Με την ίδια λογική, αν, ως γνωστόν, ισχύει ότι «7Χ8=56» και βρεθεί ένας ναζί να το βεβαιώσει αυτό, η παρουσίαση του πίνακα πολλαπλασιασμού που θα έκρινε τελεσίδικα το ζήτημα, θα έπρεπε να καταγγελθεί επίσης και να αποκλειστεί, ως ταύτιση με την «προπαγάνδα των ναζί». Η προπαγάνδα είναι προπαγάνδα, όμως ο πίνακας
173 «Ρωσία – Επιχείρηση Κατίν: Το έγγραφο απόδειξη μαρτυρά προβοκάτσια», Ριζοσπάστης, 30/4/2010. Στο ίδιο πνεύμα την επομένη της πτώσης του πολωνικού αεροσκάφους, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ εξέδωσε ανακοίνωση διαμαρτυρίας προς το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, το οποίο σε τηλεγράφημά του είχε παρουσιάσει το Κατίν ως έργο του Στάλιν: «Δεν υπηρετείται ούτε η αντικειμενική δημοσιογραφία, ούτε η ιστορική αλήθεια με το να υιοθετεί το Αθηναϊκό Πρακτορείο αβασάνιστα την προβοκάτσια που αποδεδειγμένα, από διεθνείς έρευνες, αποφάσεις δικαστηρίων κ.ά., έστησαν τα επιτελεία των ναζί με επικεφαλής τον Γκαίμπελς. Σας θυμίζουμε τι έγραψε ο ίδιος στα απομνημονεύματά του για το Κατίν, στις 14 Απριλίου 1943: “Έδωσα οδηγίες να γίνει η ευρύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε με αυτό για μια - δυο βδομάδες”», «ΚΚΕ: Απαράδεκτη αναπαραγωγή της γκαιμπελικής προπαγάνδας», Ριζοσπάστης, 13/4/2010.
πολλαπλασιασμού και η απόφαση με τις υπογραφές του Στάλιν είναι ντοκουμέντα και δεν μπορεί να ξεμπερδεύει κανείς μαζί τους έτσι εύκολα. Ο Ριζοσπάστης υπονοεί επιπλέον πως η τωρινή προπαγάνδα είναι ακόμη χειρότερη, αφού και οι ναζί ακόμη έκαναν λόγο για 3000 θύματα, ενώ οι τωρινοί “συνεχιστές” τους τα ανεβάζουν σε 22-25.000. Και “για του λόγου το αληθές” επαναλαμβάνονται το ψεύδος περί ομολογίας του Γκέμπελς και η επίκληση των χαλκευμένων επιστολών, αγνοώντας βέβαια από την άλλη ότι και η Έκθεση Μπούρντενκο έκανε λόγο για 11.000 θύματα.
Το σχόλιο συνεχίζει επαναλαμβάνοντας και τον άλλο εφάμιλλης σοβαρότητας ισχυρισμό ότι «η απόφαση του ΠΓ είχε μεταξύ άλλων τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν οι οποίοι ωστόσο ήταν απόντες από την 13η Σύνοδο του οργάνου το Μάρτιο του 1940». Και καταλήγει: «Τα συγκεκριμένα “έγγραφα” είναι εδώ και καιρό γνωστά καθώς είχαν ...παρουσιαστεί και το 1992 από τον τότε Ρώσο Πρόεδρο
Μπορίς Γιέλτσιν στον Πολωνό ομόλογό του Λεχ Βαλέσα σε μια προσπάθεια να ρίξουν το δηλητήριο της αντισοβιετικής προπαγάνδας για να αποδείξουν πως η κοινωνία που απάλλαξε τον άνθρωπο από την εκμετάλλευση, που νίκησε φασισμό και ναζισμό, που ήταν αντίπαλο δέος στον ιμπεριαλισμό, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια κοινωνία καθοδηγούμενη από εγκληματίες ηγέτες». Το τελευταίο, άσχετα από τους σκοπούς των Βαλέσα και Γιέλτσιν, είναι καλά ειπωμένο. Ένα από τα δυο συμβαίνει: Είτε οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη λένε την αλήθεια. Είτε μαγειρεύουν την ιστορία χειρότερα από τις τρεις μαγείρισσες του Κατίν για να κρύψουν ότι στην κοινωνία που νίκησε τον φασισμό κυριάρχησαν για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους ανάξιοι ηγέτες, που προέβησαν στα πιο αποτρόπαια εγκλήματα. Σε άλλο σχόλιο για την αναγνώριση της ευθύνης για το Κατίν από τη ρωσική Δούμα, με τίτλο «Ρωσία: υιοθετείται η γκαιμπελική εκδοχή για το Κατίν» (27/11/2010), επαναλαμβάνονται πάνω-κάτω τα οικεία επιχειρήματα με το σχοινί και τις γερμανικές σφαίρες, ενώ γίνεται η εκτίμηση ότι «η απόφαση ουσιαστικά επιβεβαιώνει τον φασίστα Γκέμπελς». Τέλος, σχετικά με την παράδοση του αρχειακού υλικού στην Πολωνία, εκτιμάται ότι «Με αυτόν τον τρόπο η ρωσική αστική κυβέρνηση έρχεται να συνδράμει στην αντικομμουνιστική κι αντισοβιετική εκστρατεία που εκτυλίσσεται στην Ευρώπη και στα πλαίσια της οποίας η εκτέλεση χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών στο δάσος του Κατίν το 1941 αποδίδεται στις σοβιετικές αρχές, κι όχι στα ναζιστικά στρατεύματα» («ΡωσίαΠολωνία: Υπόθεση Κατίν. Έβαλαν μπρος τη “βιομηχανία” της πλαστογράφησης», Ριζοσπάστης, 24/9/2010) – ίσως επειδή όσο λιγότερα στοιχεία βγαίνουν στο φως για την υπόθεση, τόσο καλύτερα… 7.2 Τα νέα άρθρα του κ. Γκίκα Στα πρόσφατα άρθρα του ο κ. Γκίκας, πέρα από την επανάληψη των παλιότερων επιχειρημάτων του, επιχειρεί να προσφέρει ορισμένα νέα για την αμφισβήτηση των ντοκουμέντων της Περεστρόικα, που ήρθαν στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, με την αναγνώρισή τους από τη ρωσική
κυβέρνηση. Υπάρχει ωστόσο μια διαφορά με την παλιότερη αρθρογραφία του. Στο πρώτο άρθρο του της 18/4/2010, ουσιαστικά ένα αναμάσημα εκείνου του 2008 με πολλά κομμάτια διατηρημένα αυτούσια, ενώ οι πηγές που παραθέτει είναι γενικά οι ίδιες, έχουν εξαφανιστεί ως δια μαγείας όλες οι παραπομπές στους Μούχιν και Φουρ. Τη θέση τους στις αναφορές του έχουν πάρει δυο νέες “αξιόπιστες” αυθεντίες, ο Γιούρι Ζούκοφ και ο Βίκτορ Ιλιούχιν, που αξιοποιούνται ιδιαίτερα στο δεύτερο κείμενο. Οι λόγοι αυτής της αλλαγής είναι ευνόητοι. Από τη στιγμή που το χαρτί τους κάηκε, με τη δημοσιοποίηση τι λογής πηγές είναι οι Μούχιν και Φουρ, στην αρθρογραφία μας και σε άλλα κείμενα στο Διαδίκτυο, δεν τολμούν πια να αναφερθούν σε αυτούς. Σε επόμενο μέρος174 θα δούμε ότι και οι νέοι ήρωές τους, ο Ζούκοφ και ο Ιλιούχιν, δεν αξίζουν μια δεκάρα παραπάνω από τους Μούχιν και Φουρ. Για την ώρα, ας ασχοληθούμε πρώτα με τα ίδια τα πονήματα του εμβριθούς μας “ιστορικού”. Στο πρώτο άρθρο της 18/4/2010 ο Γκίκας παραθέτει όλα τα ήδη γνωστά μας, ανυπόστατα και παραπλανητικά στοιχεία: οι γερμανικές σφαίρες, το γερμανικό σχοινί, η κατάθεση του Σέλενμπεργκ (με περικομμένα και πάλι τα επίμαχα σημεία), η αξιόπιστη έκθεση Μπούρντενκο, που την απέρριψαν μετά οι κακοί Δυτικοί, κοκ. Αναμασά ακόμη τον ψευδέστατο ισχυρισμό για τις υπογραφές: «Η απόφαση του ΠΓ είχε, μεταξύ άλλων, τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, οι οποίοι, ωστόσο, ήταν απόντες από την 13η Σύνοδο του οργάνου τον Μάρτη του 1940!» Το τελευταίο επαναλαμβάνεται και στο δεύτερο άρθρο της 20/6/2010: «Στο κείμενο υπάρχουν οι υπογραφές των μελών του ΠΓ Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν, Καλίνιν και Καγκάνοβιτς. Οι δυο τελευταίοι όμως δεν ήταν παρόντες στη 13η Σύνοδο του ΠΓ στις 5 Μαρτίου 1940, πώς λοιπόν θα μπορούσαν να είχαν υπογράψει;» Παρόμοια επαναλαμβάνονται τα περί αποσιώπησης της Έκθεσης Μπούρντενκο, της διαδικασίας της Νυρεμβέργης, κ.λπ., ως στοιχείων υποτίθεται
174 Βλέπε μέρος 9.
ευνοϊκών για τη σταλινική πλευρά. Τέλος, βρίσκουμε, μεταξύ άλλων, και την αναφορά στην επιστολή του Σελέπιν στον Χρουστσόφ ως «ομολογουμένως το πιο αδύναμο απ’ όλα τα ντοκουμέντα», λόγω της αναφοράς του όρου ΚΚΣΕ, αντί του προ του 1940 τίτλου. Βέβαια εδώ, κάνοντας ένα βήμα πίσω σε σχέση με προηγούμενα άρθρα του, ο Γκίκας αναφέρει τον Σελέπιν ως “Σεπέλιν”, επαναλαμβάνοντας το λάθος του Μούχιν και του Μπογιόπουλου. Ο Γκίκας αναπαράγει επίσης διεξοδικά τους ισχυρισμούς του Σλομπότκιν για τη “διόρθωση” που δήθεν έγινε στην αρχικά παρουσιασμένη μορφή των ντοκουμέντων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ενώ αρχικά το 1992, στη δίκη του ΚΚΣΕ επί Γιέλτσιν, η απόφαση είχε παρουσιαστεί να έχει ημερομηνία 5 Μάρτη 1940, στη συνέχεια «η 5η Μάρτη έγινε “… Μάρτης 1940” (χωρίς συγκεκριμένη ημερομηνία). Με αυτή τη μορφή περιελήφθη στον 6ο τόμο των υλικών της δίκης και με αυτή τη μορφή το γνωρίζουμε μέχρι σήμερα»175. Η αλήθεια στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ότι το κείμενο, σε όλες τις εκδοχές του στο Διαδίκτυο, οι οποίες είναι πανομοιότυπες, έχει στα δεξιά χειρόγραφα συμπληρωμένη την ημερομηνία, 5.ΙΙΙ.40 (κάτω από τη σφραγίδα «άκρως απόρρητο»), και αριστερά με στάμπα την ένδειξη «Μάρτιος 1940». Αυτό φαίνεται πολύ λογικό, αφού η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν μπορούσε να μπει από τα πριν. Μπορεί να υποτεθεί ότι ο Μπέρια υπέγραψε πρώτα το ντοκουμέντο και μετά η ημερομηνία προστέθηκε χειρόγραφα από γραμματείς πριν ή μετά τη λήψη της απόφασης, στις 5 Μάρτη. Αν ο Γκίκας (και ο Σλομπότκιν) θεωρούν ότι υπάρχει κάτι επιλήψιμο εδώ, οφείλουν να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς εννοούν: 1. Αν η φόρμα του εγγράφου αντιβαίνει στα καθιερωμένα πρότυπα θα πρέπει να αποδείξουν ότι δεν υπήρχαν έντυπα του NKVD και του Μπέρια που να ακολουθούν αυτό το στιλ. Η αλήθεια είναι ότι στις σοβιετικές κρατικές υπηρεσίες χρησιμοποιούνταν αρκετές παραλλαγές εγγράφων και η συγκεκριμένη δεν έχει τίποτα παράξενο. Άλλωστε και ο Μούχιν
175 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 20/6/2010.
ακόμη, όπως είδαμε, ομολογεί ότι η φόρμα ακολουθεί πιστά το στιλ του Μπέρια. 2. Αν λένε ότι οι του Γιέλτσιν είχαν παρουσιάσει αρχικά μιαν άλλη εκδοχή που έλεγε στην αριστερή μεριά «5 Μάρτη» αντί απλά «Μάρτης», θα όφειλαν να παρουσιάσουν αυτό το υποτιθέμενο αρχικό διαφορετικό έντυπο, το οποίο κανείς άλλος εκτός από αυτούς δεν γνωρίζει. Αν κάτι από αυτά μπορούσε να επιβεβαιωθεί, θα ήταν ασφαλώς ένδειξη πλαστογραφίας. Μέχρι τώρα, όμως, δεν έχουν αποδείξει απολύτως τίποτε και για όσο δεν το κάνουν, οι ισχυρισμοί τους θα κρέμονται στον αέρα. Αυτά αφήνοντας κατά μέρος ότι και μόνο η επανάληψη του ψεύδους για την ύπαρξη υπογραφών των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν στην απόφαση, αρκεί για να αφαιρέσει κάθε αξιοπιστία από τους ίδιους και από κάθε ξεχωριστό ισχυρισμό τους. Ας περάσουμε τώρα στις νεώτερες ανακαλύψεις του Γκίκα. Μια πρώτη τέτοια ανακάλυψη αφορά μερικές ακόμη δήθεν “αντιφάσεις” στις ημερομηνίες που σχετίζονται με την κατάθεση των εντύπων, τις συναντήσεις του Στάλιν με τον Μπέρια, κ.λπ.: «Περαιτέρω αρχειακή έρευνα έδειξε πως στα πρακτικά των εξερχόμενων ντοκουμέντων της NKVD, τα έγγραφα 793/Β, 794/Β (αυτό δηλαδή που μας ενδιαφέρει εν των προκειμένω) και 795/Β είχαν καταχωρηθεί με ημερομηνία 29 Φλεβάρη 1940. Πώς γίνεται, λοιπόν, ένα έγγραφο, το οποίο είχε σταλεί (και επομένως συνταχτεί) τέλη Φλεβάρη, να αναγράφει “… Μάρτης 1940”; Το έγγραφο υποτίθεται πως επιδόθηκε από τον ίδιο τον Μπέρια στον Στάλιν κατά τη συνεδρίαση του ΠΓ στις 5 Μάρτη, στην οποία δήθεν έλαβε μέρος. Όμως στα πρακτικά των συναντήσεων εκείνης της μέρας δεν εμφανίζεται ο Μπέρια. Ο τελευταίος συναντήθηκε με τον Στάλιν στις 27 Φλεβάρη και ξανά στις 7 Μάρτη, όχι όμως ενδιάμεσα». To απόσπασμα είναι ενδεικτικό της μεθόδου του Γκίκα: αφού παρουσιάζει μια στρεβλωμένη εκδοχή των γεγονότων, παραλείποντας ουσιώδεις λεπτομέρειες και επινοώντας άλλες, στη συνέχεια την καταρρίπτει εντοπίζοντας τις αντιφάσεις της
και το εμφανίζει αυτό ως κατάδειξη των αντιφάσεων της αληθινής εικόνας. Για να το δούμε αυτό, ας συγκρίνουμε με την αφήγηση της Ναταλία Λεμπέντεβα, έγκυρης ιστορικού, ερευνήτριας στο θέμα του Κατίν, για τη σύνταξη της απόφασης: «Στις 27 Φεβρουαρίου, ο Μπέρια συνάντησε τον Στάλιν και είναι φανερό ότι σε εκείνη τη συνάντηση πάρθηκε η απόφαση να εκτελεστούν οι πολωνοί αιχμάλωτοι πολέμου από τα τρία ειδικά στρατόπεδα. Η πρώτη εκδοχή του εγγράφου του προς τον Στάλιν γράφτηκε στις 29 Φεβρουαρίου. Η τελική εκδοχή του εγγράφου του Μπέρια προς τον Στάλιν συντάχτηκε στις 3 Μάρτη. Πρότεινε την εκτέλεση 14.700 αιχμαλώτων πολέμου από τα τρία στρατόπεδα και 11.000 κρατούμενων φυλακισμένων στις δυτικές επαρχίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Η εξέταση των περιπτώσεων και η εκπλήρωση των αποφάσεων μεταβιβαζόταν σε “μια τρόικα” (δικαστήριο τριών προσώπων) αποτελούμενο από τους Μερκούλοφ, Κομπούλοφ και Μπαστάκοφ. Στις 5 Μάρτη, η πρόταση του Μπέρια έγινε αποδεκτή από το Πολιτικό Γραφείο»176. Η Λεμπέντεβα αναφέρει την ύπαρξη μιας αρχικής και τελικής εκδοχής του εγγράφου, γεγονός που κάνει εντελώς εύλογη και την έξοδό του στις 29 Φεβρουαρίου και την αναγραφή στην απόφαση του «Μάρτης 1940» (αφού ο Μπέρια ήξερε ότι το κείμενο θα διαμορφωθεί στις επόμενες μέρες). Ο Γκίκας παραλείπει κάθε αναφορά στην ύπαρξη αρχικής και τελικής εκδοχής και κάνει επιπλέον την αστήρικτη υπόθεση ότι ο ίδιος ο Μπέρια επέδωσε προσωπικά το έγγραφο στο Στάλιν (κάτι που αντιφάσκει με τη στοιχειώδη λογική αλλά και τη δική του προηγούμενη διαβεβαίωση ότι τα έγγραφα είχαν εξέλθει υπηρεσιακά στις 29 Φλεβάρη, όπως γίνεται συνήθως η διαβίβαση εγγράφων). Τέλος, η 29 Φλεβάρη δεν είναι καθόλου «τέλη Φλεβάρη» γενικά· είναι η τελευταία μέρα του μήνα και δεν είναι καθόλου αδιανόητο –εκτός αν δεν θέλει κανείς να το εννοήσει– να μπει στην απόφαση Μάρτιος.
176 Ν. Λεμπέντεβα, «Η σφαγή του Κατίν: ο δρόμος προς την
αλήθεια», www.intconfhighered.org/Lebedeva-Trier-Report.doc.
Ένα άλλο στοιχείο που επικαλείται ο Γκίκας αφορά το πόρισμα της «ανεξάρτητης εγκληματολογικής έρευνας», που διεξάχθηκε στη Ρωσία μεταξύ 5/11/2007 και 31/3/2009, πάνω στα αντίγραφα των ντοκουμέντων, από υποστηρικτές της άποψης ότι το Κατίν είναι έγκλημα των ναζί. Αυτή η έρευνα, γράφει, «έδειξε πως στο έγγραφο Μπέρια είχαν “δουλέψει” διαφορετικές γραφομηχανές, ενισχύοντας σημαντικά την εκδοχή της πλαστογραφίας»177. Αφήνοντας κατά μέρος το πόσο ανεξάρτητη ήταν η έρευνα, πρόκειται για το μόνο ίσως εύρημα κάποιας σημασίας που έφερε στο φως η αμφισβήτηση των ντοκουμέντων. Ωστόσο, η χρήση διαφορετικής γραφομηχανής, που απλά πιθανολογείται ισχυρά από τα ευρήματα, έχει μια απόλυτα λογική εξήγηση. Στην απόφαση ενσωματώθηκαν μεταξύ 2-3 Μάρτη τα δεδομένα για τον αριθμό των κρατουμένων, τα οποία έστειλε ο Σοπρούνενκο, και επομένως ορισμένες σελίδες χρειάστηκε να ξαναγραφτούν. Οι αμφισβητίες, όπως οι Σουίντ και Στρίγκιν, που είναι λίγο πιο σοβαροί ερευνητές από τον Μούχιν, λένε ότι οι σελίδες που έχουν γραφτεί με άλλη γραφομηχανή προστέθηκαν μεταγενέστερα, ίσως επί Γκορμπατσόφ, αλλά δεν έχει δειχτεί κανένας πειστικός λόγος να το υποθέσουμε αυτό. Η γνησιότητα του εγγράφου παραμένει ισχυρή για το σύνολο και για κάθε σελίδα χωριστά: η πρώτη σελίδα, η οποία μάλλον δεν άλλαξε, έχει ως τεκμήριο γνησιότητας πέρα από τις υπογραφές, τη σωστή φόρμα και τη σημείωση στο περιθώριο των ονομάτων των απόντων Καλίνιν και Καγκάνοβιτς· οι σελίδες 2-3 ξαναγράφτηκαν για να προστεθούν τα στοιχεία του Σοπρούνενκο. Και η 4η σελίδα, που πιθανά ξαναγράφτηκε για να προστεθούν τα ονόματα της “τρόικας”, εκτός από την υπογραφή του Μπέρια, φέρει και μια διόρθωση με το στυλό του Στάλιν. Από τη στιγμή που η πρώτη σελίδα της απόφασης είναι γνήσια, είναι πρακτικά αδύνατο να μην είναι και οι άλλες, γιατί δεν μπορεί να φανταστεί κανείς άλλο λόγο συζήτησης του θέματος εκείνη την περίοδο, εκτός από την απόφαση εκτέλεσης των Πολωνών. Η ίδια η πρώτη σελίδα περιέχει διατυπώσεις που
177 Γκίκας, στο ίδιο.
έχουν θέση μόνο σε μια απόφαση για εκτέλεση όπως «Όλοι [οι Πολωνοί] είναι αδυσώπητοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας και γεμάτοι μίσος για το σοβιετικό σύστημα. Οι αιχμάλωτοι πολέμου και αστυνομικοί που βρίσκονται στα στρατόπεδα προσπαθούν να συνεχίσουν την αντεπαναστατική δουλειά και καθοδηγούν την αντισοβιετική προπαγάνδα. Ο καθένας τους περιμένει απλά να απελευθερωθεί ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν ενεργά στον αγώνα ενάντια στη σοβιετική εξουσία»178. Η πρόταση για την εφαρμογή της θανατικής ποινής γίνεται στην 3η σελίδα με σχεδόν ταυτόσημη ορολογία με την πρώτη: «Με βάση το γεγονός ότι είναι όλοι μανιώδεις, αδιόρθωτοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας το NKVD θεωρεί ουσιώδες… να εφαρμοστεί σε αυτούς η υπέρτατη ποινή, [εκτέλεση] με πυροβολισμό»179. Είναι ανόητο ακόμη και να υπονοείται ότι επειδή αυτή η σελίδα χρειάστηκε να ξαναγραφτεί (για τον εντελώς προφανή λόγο της συμπλήρωσης στοιχείων στο αρχικό σχέδιο), η αρχική μπορεί να έλεγε κάτι διαφορετικό από εκτέλεση και να πρόκειται για “μεταγενέστερη πλαστογραφία”. Το γενικότερο πρόβλημα που αναδεικνύεται εδώ αφορά τη λογική του “διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο” των αμφισβητιών (πιο σωστά μάλλον όχι “και” αλλά “για να” καταπίνουμε την κάμηλο). Ψειρίζουν μέχρις αηδίας μια απόφαση που έχει όλα τα στοιχεία της γνησιότητας για να βρουν “ενδείξεις” πλαστογραφίας (το οποίο κατ’ αρχήν δεν είναι κακό). Και μετατρέπουν τις υποτιθέμενες “ενδείξεις” που ανακαλύπτουν (οι οποίες έχουν για την ώρα μια πολύ εύλογη εξήγηση) σε άλλοθι για να εθελοτυφλούν απέναντι σε κραυγαλέες πραγματικές αντιφάσεις και ψεύδη, όπως οι δικές τους ή εκείνες της Έκθεσης Μπούρντενκο, οι οποίες δεν μπορούν να βρουν λογική εξήγηση με τίποτα. Το ότι μαζί με αυτή τη μια “ένδειξη” που μπορεί να συζητηθεί έχουν
Βλέπε την αγγλική μετάφραση της πρώτης σελίδας, http://en.wikipedia.org/wiki/File:Katyn__decision_of_massacre_p1.jpg.
178 179 Βλ. την αγγλική μετάφραση στο σάιτ του Σκόμπλιν,
http://skoblin.blogspot.com/2009/03/katyn-documents-i.html.
αραδιάσει και καμιά δεκαριά ψεύτικες, αποδεικνύει ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν στους ισχυρισμούς τους. Ο Γκίκας εντοπίζει και σειρά άλλων “λαθών”, που «αφορούν σημαντικές αποκλίσεις από την καθιερωμένη σύνταξη τέτοιων κειμένων… Αποκλίσεις που έχουν να κάνουν με τη διατύπωση του αιτήματος, τη θέση των υπογραφών, τον τρόπο της υπογραφής, κ.ά.» Δυστυχώς, παραλείπει να μας πει σε τι συνίστανται αυτές οι αποκλίσεις και πού και πώς θα έπρεπε κατά τον ίδιο να μπουν οι υπογραφές, για να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται. Ο μόνος που έχει πει κάτι γι’ αυτά τα τελευταία είναι πάλι ο καλός Μούχιν, αλλά οι σχετικές αιτιάσεις του διακωμωδούνται στο Διαδίκτυο, όπου παρουσιάζονται αποφάσεις με όλες τις δυνατές κλίσεις υπογραφών… Ένα βασικό ζήτημα που θέτει η ανάρτηση των ντοκουμέντων στο ρωσικό κρατικό αρχείο για τους σταλινικούς ιστορικούς, αφορά τη διάψευση των παλιότερων ισχυρισμών τους ότι δεν υπάρχει το πρωτότυπο της απόφασης. Αυτό βεβαιωνόταν, π.χ., ρητά από τον Σλομπότκιν στη συνέντευξή του στο Ριζοσπάστη με αφορμή τη δικαστική διαδικασία του 1992: «Η πλευρά που εκπροσωπούσε τον Γιέλτσιν είπε πως θα τα παρουσιάσει, όμως δεν έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν είχαν τα πρωτότυπα»180. Τα κείμενα όμως που έχουν αναρτηθεί είναι ακριβείς ψηφιακές αναπαραγωγές του πρωτοτύπου, κάτι που κανείς πρακτικά δεν αμφισβητεί. Ακόμη και οι ίδιοι οι σταλινικοί ιστορικοί το αποδέχτηκαν έμπρακτα, χρησιμοποιώντας τα αντίγραφα που δόθηκαν για την ήδη μνημονευμένη γραφολογική έρευνά τους, με την οποία επιχείρησαν να αποδείξουν πως το ντοκουμέντο είναι προϊόν πλαστογραφία. Ο Γκίκας προσπαθεί να παρακάμψει τον σκόπελο, επικαλούμενος το ότι παρ’ όλα αυτά το πρωτότυπο δεν έχει δοθεί ούτε στους ιστορικούς του ΚΚΡΟ τύπου Ιλιούχιν, Ζούκοφ, κ.λπ., που το ζήτησαν, ούτε σε κάποια επιτροπή του
180 Ο Γιούρι Σλομπότκιν για την υπόθεση Κατίν», Ριζοσπάστης,
15/3/2009. Για την ανάρτηση της απόφασης στα ρωσικά αρχεία, βλέπε http://rusarchives.ru/publication/katyn/01.shtml.
ρωσικού κοινοβουλίου. Αυτό, ωστόσο, δεν πιάνει, γιατί ένα τέτοιο ντοκουμέντο δεν μπορεί να δοθεί στον πρώτο τυχόντα. Αν πρόκειται να δοθεί κάπου, δεδομένου ότι αφορά όχι μόνο τη Ρωσία αλλά και την Πολωνία, θα ήταν σε μια κοινή αξιόπιστη επιτροπή ρώσων και πολωνών ειδικών. Αν, ωστόσο, γίνει αυτό και διαπιστωθεί τελεσίδικα η γνησιότητά του, το επόμενο βήμα της πολωνικής πλευράς θα είναι η απαίτηση αποζημιώσεων, που ανέρχονται σε κάποια δις ευρώ, και αυτό εμφανώς θέλει να αποφύγει η Ρωσία. Επιπλέον, υπάρχει το πρόβλημα ότι όταν κάνει κανείς λόγο για πλαστογραφία, πρέπει να είναι σε θέση να υποδείξει ρεαλιστικά και στοιχειωδώς τεκμηριωμένα πότε και πώς έγινε, από ποιους, κ.λπ. Εδώ ακριβώς επιστρατεύονται οι δυο νέοι αμφισβητίες, ο Ζούκοφ και ο Ιλιούχιν, που προσκόμισαν υποτίθεται τα σχετικά “στοιχεία”, τα οποία έλειπαν ως τώρα. Ο Γκίκας αναφέρει τον Ζούκοφ σαν έναν «εκ των πλέον γνωστών και σεβαστών ιστορικών της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας». Στην πραγματικότητα, θα δούμε, πρόκειται για έναν αντισημίτη και αντιδραστικό ομοϊδεάτη του Μούχιν, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει η σύνδεσή του με την έρευνα για το Κατίν. Ο Ζούκοφ, όπως δηλώνει ο Γκίκας, είχε μετάσχει στην έρευνα των ρωσικών αρχείων το 1990, σε σύνδεση με τη συλλογή στοιχείων για τη δίκη του ΚΚΣΕ, όπου είχε γνωριστεί με ένα εντελώς διαφορετικό ντοκουμέντο του Μπέρια για το θέμα των πολωνών αξιωματικών. Επρόκειτο για «μια μονοσέλιδη (όχι τετρασέλιδη, όπως εμφανίστηκε αργότερα) αναφορά-πρόταση του Μπέρια για την εκτέλεση 2-3 χιλιάδων (και όχι 25.700) Πολωνών αξιωματικών, ενόχων για εγκλήματα πολέμου και άλλα εγκλήματα. Ο τρόπος με τον οποίο είχε αρχειοθετηθεί η εν λόγω αναφορά έδειχνε πως το αίτημα είχε τελικά απορριφθεί. Ωστόσο, εφόσον ήταν φωτοαντίγραφο, ο Ζούκοφ ζήτησε να του προσκομιστεί το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα». Και ακολουθεί το θριαμβευτικό ερώτημα: «Επρόκειτο για κόπια της γνήσιας πρότασης Μπέρια, η οποία εν συνέχεια “τροποποιήθηκε”, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς των Γιέλτσιν και λοιπών;» Αυτό είναι το επιχείρημα ενός ιστορικού ερευνητή!
Πρώτ’ απ’ όλα, αν υπάρχει αυτή η αναφορά, έστω σε αντίγραφο, είναι καθήκον των Ζούκοφ και σία να την παρουσιάσουν. Κάτι τέτοιο θα έδινε τη δυνατότητα να αποφανθεί κανείς αν μπορεί να έχει χρησιμεύσει σαν βάση για πλαστογραφία, εφόσον έχει κοινά σημεία με την απόφαση της 5 Μάρτη, κλπ. Αν πραγματικά έχουν τέτοια στοιχεία, γιατί δεν τα δίνουν στη δημοσιότητα, αντί να ανακατεύουν τυχάρπαστα όλη την πραγματικότητα, από τον Σέλενμπεργκ και τις υπογραφές των απόντων στελεχών ως το Ημερολόγιο του Γκέμπελς; Αν είναι ανίκανοι να το κάνουν, αυτό είναι απόδειξη ότι επινοούν πράγματα που δεν υπάρχουν. Και φυσικά στερεί κάθε αξία από τον ισχυρισμό τους, γιατί η ιστορική έρευνα δεν γίνεται με προσωπικές μαρτυρίες χωρίς καθόλου ντοκουμέντα. Αν ήταν έτσι, ο καθένας θα μπορούσε να διατείνεται ότι είδε και από μια άλλη απόφαση και να παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για το τι πραγματικά έλεγε. Παρ’ όλα αυτά, ας κάνουμε προσωρινά την παραδοχή ότι υπήρχε όντως αυτή η άλλη πρόταση του Μπέρια για 3000 εκτελέσεις. Ο καθένας θα συμφωνήσει ότι η ύπαρξή της ενισχύει την άποψη περί σταλινικής ενοχής και ότι είναι ασύγκριτα πιο πιθανό αυτή η υποθετική πρόταση να ακολουθήθηκε από μια απόφαση για εκκαθάριση όλων των Πολωνών, παρά από μια απόρριψη. Πραγματικά, αν ο Μπέρια κατέθεσε μια τέτοια πρόταση, είναι δυνατό να το έκανε αυτόβουλα και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον Στάλιν; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική, και αυτό αποκλείει πρακτικά την πιθανότητα να είχε απορριφτεί. Οι αμφισβητίες δεν τολμούν βέβαια να πουν ότι δεν υπήρχε καμιά απόφαση του Πολιτικού Γραφείου για τους πολωνούς αιχμαλώτους, ότι τα ντοκουμέντα είναι χαλκευμένα “εκ του μη όντος”, κ.λπ., γιατί είναι βέβαιο ότι στις αρχές Μάρτη συζητήθηκε το θέμα. Επιπλέον, στο αμέσως επόμενο διάστημα, μέσα στον Μάρτιο-Μάιο, οργανώθηκε η μεταφορά των Πολωνών από το στρατόπεδο του Κοζέλσκ όπου κρατούνταν στην περιοχή του Κατίν, καθώς και από τα άλλα στρατόπεδα του Σταρομπέλσκ και του Οστάσκοφ. Αυτό
τεκμηριώνεται από δεκάδες έγγραφα του NKVD και προφανώς δεν μπορεί να είχε γίνει χωρίς άνωθεν εντολή181. Έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ότι η επιχείρηση αποσκοπούσε στην εκτέλεση των Πολωνών, χωρίς όμως να προσφέρουν ούτε μια ένδειξη στοιχείου πως επρόκειτο για κάτι διαφορετικό. Είναι αυτό ιστορική έρευνα; Το άλλο “στοιχείο” του Γκίκα αφορά σε μια πολύκροτη συνέντευξη Τύπου του Βίκτορ Ιλιούχιν, βουλευτή του ΚΚΡΟ και πιστού σταλινικού στις αρχές Ιουνίου του 2010. Εκεί ο Ιλιούχιν αποκάλυψε ότι εμφανίστηκε, λέει, ένας μάρτυρας και του ομολόγησε ότι ήταν μέλος της ομάδας που πλαστογράφησε τα ντοκουμέντα για το Κατίν και άλλα έγγραφα και υλικά. Η “βαρύτητα” της συγκεκριμένης μαρτυρίας φαίνεται από το ότι ο Ιλιούχιν δεν αποκάλυψε καν το όνομα του μάρτυρα, για λόγους “προστασίας”: «Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 3 Ιούνη 2010, ο Βίκτορ Ιλιούχιν δήλωσε πως στις 25 και 26 Μάη ήρθε σε επαφή μαζί του ένας εκ των “πρωταγωνιστών” της πλαστογράφησης των ντοκουμέντων για το Κατίν – και όχι μόνο. Η καταγγελία δεν ήταν ανώνυμη (αν και για λόγους ασφαλείας ο καταγγέλλων ζήτησε να μην αποκαλυφθεί –προς το παρόν– το όνομά του) ούτε αόριστη. Υποδείχτηκαν συγκεκριμένες τοποθεσίες, κατονομάστηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ προς περαιτέρω επαλήθευση των λεγομένων του, ο καταγγέλλων προσκόμισε μια σειρά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή ιστορικών “ντοκουμέντων”, όπως φύλλα χαρτιού της δεκαετίας του 1940, πλαστές σφραγίδες, υπογραφές, κ.ά.»
181 Μια συλλογή τέτοιων υπηρεσιακών εγγράφων του NKVD,
πολλά από αυτά υπογραμμένα από τους Μερκούλοφ, Μπαστάκοφ, Κομπούλοφ, κ.ά., στους οποίους είχε ανατεθεί με βάση την απόφαση του ΠΓ η επιχείρηση, και τον Σοπρούνενκο, θα βρεθεί στη διεύθυνση http://www.katyn-books.ru/1940_2000/doc/index.html. Σύμφωνα με αναφορά του Σοπρούνενκο, τα τρία στρατόπεδα είχαν εκκενωθεί πλήρως στις 23 Μάη, δηλαδή ακριβώς όταν ολοκληρωνόταν η εκκαθάριση των Πολωνών, http://www.katyn-books.ru/1940_2000/doc/89doc.html. Το Katyn-books.ru είναι ένα έγκυρο σάιτ, το οποίο περιέχει όλη τη ρωσική φιλολογία για το Κατίν.
Ακολουθεί μια αναλυτική παρουσίαση του ιστορικού της ομάδας πλαστογραφιών, της περιοχής που έδρασε, των εντολέων της κ.λπ., η οποία αποδίδεται στον άγνωστο μάρτυρα, και η αφήγηση καταλήγει: «Ο καταγγέλλων δήλωσε πως, μεταξύ των εγγράφων με τα οποία καταπιάστηκε η ομάδα του και ο ίδιος προσωπικά, ήταν και το επίμαχο κείμενο της πρότασης Μπέρια. Το έγγραφο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία του Κρεμλίνου, τους δόθηκε το περιεχόμενο και εκείνοι ασχολήθηκαν με την “τεχνική” πλευρά του ζητήματος. Ο ίδιος πρόσθεσε την υπογραφή του Μπέρια, καθώς και τις υπογραφές των μελών του Πολιτικού Γραφείου. Προς υποστήριξη των λεγομένων του παρουσίασε μια σειρά εντύπων της περιόδου, του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι), της Κεντρικής Επιτροπής, κ.ά., και μάλιστα υπογεγραμμένων». Όπως βλέπουμε, πρόκειται για συνταρακτικές αποκαλύψεις, που εφόσον επιβεβαιωθούν, ανατρέπουν άρδην τις ισχύουσες απόψεις. Μόνο που πριν γίνουν δεκτές θα πρέπει να υποβληθούν ασφαλώς σε ένα στοιχειώδη έλεγχο. Το πρώτο που προκαλεί κατάπληξη εδώ είναι πώς ο κ. Γκίκας, ο οποίος είναι τόσο λεπτολόγος στο να παρατηρεί την ακρίβεια στη θέση των υπογραφών στα ντοκουμέντα, αποδέχεται ανεπιφύλακτα μια ανώνυμη καταγγελία για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Θα έπρεπε, αντίθετα, να είναι αυτονόητο για κάθε σοβαρό ερευνητή ότι τέτοιες καταγγελίες δεν μπορεί να παρουσιάζονται με τη μορφή «κάποιος μου είπε το και το και σας το μεταφέρω, παρακαλώντας σας να με πιστέψετε». Αυτό και μόνο είναι επαρκής λόγος απόρριψης της καταγγελίας, θεώρησής της ως ανυπόληπτης και μη σοβαρής, ώσπου να παρουσιαστεί τουλάχιστον ο μάρτυρας. Έως τότε, το μέτρο αξιοπιστίας της θα δίνεται από ένα σχόλιο που έγινε για την “είδηση” στο Διαδίκτυο: «Μου είπε ένας μπάρμπας μου ότι η θεία Κατίνα κεράτωνε το θείο Μήτσο με τον ξάδελφο Μίμη»182.
182 Βλ. τα σχόλια στο «Κατίν: παραδοχή πλαστογράφησης της “οδηγίας Μπέρια” και άλλων εγγράφων της “σοβιετικής ενοχής” από έναν που μετείχε σε αυτήν», http://erodotos.wordpress.com/2010/06/03/katin-forgery/. Το συγκεκριμένο σχόλιο αφορούσε την παρουσίαση των “αποκαλύψεων” του Ιλιούχιν στο ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη, «Ρωσία. Στο φως ο μηχανισμός παραχάραξης των ιστορικών αρχείων», 3/6/2010.
Κατά δεύτερο λόγο, είναι ακόμη πιο εκπληκτικό πώς ο κ. Γκίκας δεν αντιλαμβάνεται τη “μικρή” αντίφαση ανάμεσα στον ισχυρισμό ότι η ταυτότητα του μάρτυρα κρατήθηκε κρυφή στη συνέντευξη Τύπου για λόγους προστασίας του και την αποκάλυψη στην ίδια συνέντευξη ότι ήταν αυτός που πρόσθεσε την υπογραφή του Μπέρια και των άλλων μελών του Πολιτικού Γραφείου. Μια τέτοια δήλωση στην πράξη φωτογραφίζει την ταυτότητα του μάρτυρα, αφού είναι σαφές ότι αν αληθεύουν οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη του κέντρου πλαστογραφίας, οι προϊστάμενοί του και οι καθοδηγητές της επιχείρησης γνωρίζουν άριστα ποιος έβαλε τις υπογραφές. Αυτοί, λοιπόν, που θα είχαν λόγο να του κάνουν κακό, για να μην αποκαλυφθούν οι αθλιότητές τους, έμαθαν όλοι ποιος είναι. Οι μόνοι στους οποίους παρέμεινε άγνωστος είναι το πλατύ κοινό, που θα έβλεπε με συμπάθεια τον ήρωα και θα μπορούσε να του παρασταθεί και να τον υπερασπίσει. Αν η ιστορία του Ιλιούχιν στέκει, τότε υπήρχαν δυο τρόποι προστασίας του μάρτυρα. Είτε να γίνει γνωστή η ταυτότητά του εξαρχής, ώστε να έχει τη σκέπη της δημοσιότητας (αυτό δεν θα απέκλειε φυσικά κάθε κίνδυνο, αλλά θα τον περιόριζε, αφού μια απόπειρα εναντίον του θα αποδείκνυε την ενοχή όσων κατονόμαζε). Είτε, εφόσον κρυβόταν η ταυτότητά του, να κρυφτεί και ο ακριβής ρόλος του στην υπόθεση της πλαστογράφησης. Εφόσον ο μάρτυρας είναι υπαρκτός και κινδυνεύει, αυτά που είπε ο Ιλιούχιν στη συνέντευξη ήταν ο κατάλληλος τρόπος όχι για να προστατευτεί, αλλά για να διευκολυνθεί η δολοφονία του. Κατά τρίτο λόγο, αναφέροντας διεξοδικά τις σφραγίδες, τα έντυπα κοκ. που παρουσίασε ο Ιλιούχιν ως τεκμήρια ότι ο μάρτυράς του είναι πραγματικό πρόσωπο, ο Γκίκας αποκρύπτει από τον αναγνώστη μια μικρή λεπτομέρεια. Ο Ιλιούχιν, που απεβίωσε προ μηνών, συνδεόταν στενά με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, όντας μεταξύ άλλων βοηθός του γενικού εισαγγελέα της ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ρωσικής Δούμας μετά το 2000. Οι σφραγίδες, τα έγγραφα, κ.λπ., λοιπόν, δεν αποδεικνύουν τίποτα σε σχέση με την ύπαρξη του υποθετικού
μάρτυρα, αφού υπήρχε και άλλος πολύ προσιτός στον Ιλιούχιν τρόπος να τα αποκτήσει, μέσω των διασυνδέσεών του με τις μυστικές υπηρεσίες. Μπορεί άραγε να πιστέψουμε ότι ο Ιλιούχιν και οι όμοιοί του είναι τόσο ανόητοι που να έχουν ένα τόσο καίριο μάρτυρα και να μην κατανοούν ότι αποκαλύπτοντας πως πρόκειται για τον πλαστογράφο της απόφασης για το Κατίν και αρνούμενοι να πουν το όνομά του τον εκθέτουν σε κίνδυνο; Η απάντηση, χωρίς να υπερτιμούμε την ικανότητα αντίληψης αυτών των κατεργάρηδων, είναι προφανώς αρνητική. Το ξέρουν, αλλά δεν τους ενδιαφέρει η λογική συνοχή των ισχυρισμών τους. Το ακροατήριό τους είναι μερικοί αποχαυνωμένοι εθνικιστές και σταλινικοί, λείψανα της σοβιετικής γραφειοκρατίας που θρηνούν τα χαμένα μεγαλεία τους. Η φτηνή προπαγάνδα τους είναι τέτοια που να ικανοποιεί τις φανατικές αξιώσεις ανωτερότητας αυτών των “κομμουνιστών” καριεριστών και όχι την αναζήτηση της αλήθειας. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, ούτε ο κ. Γκίκας ενδιαφέρεται να ελέγξει αν μπορεί να ευσταθούν οι ισχυρισμοί του. Παραδέχεται ότι τα έγγραφα για το Κατίν «αποτελούν το “βαρύ πυροβολικό” της άλλης πλευράς», που είναι μόνο η μισή αλήθεια, γιατί και όλα τα άλλα στοιχεία τεκμηριώνουν τη σταλινική ενοχή. Και για τους δικούς του ισχυρισμούς στο άρθρο του διαπιστώνει μετριόφρονα πως «μπορεί να ληφθούν υπόψη ως αποδείξεις είτε απλά ως ενδείξεις» που «εγείρουν σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη γνησιότητα των εγγράφων του Κατίν». Η μετριοφροσύνη του κ. Γκίκα είναι ασφαλώς κάλπικη. Οποιοσδήποτε από τους ισχυρισμούς που υιοθετεί αν ευσταθεί, για το πείραγμα των ντοκουμέντων, την ύπαρξη κέντρου πλαστογραφίας και του πλαστογράφου της απόφασης, δεν εγείρει ερωτήματα μόνο, αλλά αποδεικνύει εντελώς την πλαστότητα των ντοκουμέντων. Αλλά εδώ είναι το ζήτημα, ότι κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν έχει παρουσιαστεί με τρόπο που να τον καθιστά στοιχειωδώς ευλογοφανή και τεκμηριωμένο. Είναι όλοι τους σχεδόν του ίδιου επιπέδου με το γελοίο ψεύδος του Μούχιν, που αναμασά ο Γκίκας, ότι στην
απόφαση για το Κατίν υπάρχουν δήθεν υπογραφές των απόντων Καγκάνοβιτς και Καλίνιν. Η αναφορά του Γκίκα στα “σοβαρά ερωτήματα” που εγείρουν οι ισχυρισμοί είναι έτσι μια κατεργάρικη υπεκφυγή: «Μπορεί να μην είμαι σε θέση να τεκμηριώσω ούτε έναν από τους ισχυρισμούς μου, αλλά σας θερμοπαρακαλώ, πάρτε υπόψη ότι υπάρχουν και αυτοί». Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να πει πως επειδή υπάρχουν αφελείς που αναγνωρίζουν τα θαύματα στην Παναγία Σουμελά, δεν μπορεί να αποφασίσουμε ανάμεσα στην άποψή τους και την άποψη της επιστήμης που τα απορρίπτει. 8. Η Έκθεση της «Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών» του 1993 Στα δυο συζητημένα πρόσφατα άρθρα του ο κ. Γκίκας μας προσφέρει τη φώτισή του και για τη ρωσική κρατική έρευνα στην υπόθεση του Κατίν που ξεκίνησε το 1992 και ολοκληρώθηκε το 2004. Ο απολογισμός του είναι το ίδιο επιλεκτικός όπως για όλα τα άλλα θέματα. Ξεκινά μάλιστα το άρθρο της 20/6 με μια ηρωική αναφορά στη δίκη του ΚΚΣΕ και την παρουσίαση εκεί από τον Γιέλτσιν των ντοκουμέντων για το Κατίν. Στο άλλο άρθρο, πληροφορούμαστε ακόμη σχετικά με τα ντοκουμέντα ότι «τέτοια ήταν η αξιοπιστία τους, ώστε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν τα συμπεριέλαβε και στην απόφασή του στις 30 του Νοέμβρη 1992». Και ολοκληρώνει την αναφορά του διαπιστώνοντας ότι η έρευνα «Τερματίστηκε τον Σεπτέμβρη του 2004… λόγω “έλλειψης εγκλήματος”». Ο Γκίκας δεν τολμά καν να αναφέρει ότι η έρευνα ολοκληρώθηκε με την αναγνώριση της σταλινικής ενοχής. Προσπαθεί να υποβάλει στον αναγνώστη τη σκέψη ότι κάποια αντικομμουνιστικά παιγνίδια ήταν στη μέση βάζοντας το ερώτημα: «Αφού η σοβιετική ενοχή ήταν “δεδομένη” γιατί σταμάτησε η δικαστική έρευνα; Γιατί εγκαταλείφθηκε τόσο απότομα μια διαδικασία που πήρε τόσα χρόνια και θα μπορούσε –ενδεχομένως– να δώσει τέλος στη σπέκουλα για το θέμα;»183 Στην ουσία, αυτή είναι μια επανάληψη της διαστρεβλωτικής παρουσίασης του θέματος από τον Σλομπότκιν, την οποία έχουμε ήδη κριτικάρει. Η αναφορά στο
183 Βλ. Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4 και 20/ 2010.
ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσίας στη Δίκη του ΚΚΣΕ δεν περιέλαβε στην απόφασή του τα ντοκουμέντα για το Κατίν είναι φτηνός εντυπωσιασμός, καθώς είναι φανερό ότι μια δίκη για τη νομιμότητα του ΚΚΣΕ το 1992 δεν μπορούσε να στηριχτεί σε ντοκουμέντα αναφερόμενα σε γεγονότα που τελέστηκαν προ 50ετίας, ενώ και τα περί έλλειψης εγκλήματος είναι εκ του πονηρού. Στην πραγματικότητα, το δικαστήριο αναγνώρισε το έγκλημα αλλά δεν το προσδιόρισε ρητά για να μην τεθεί το ζήτημα των αποζημιώσεων, αυτός όντας και ο λόγος που αρνήθηκαν πρόσβαση σε πολλούς φακέλους στην πολωνική πλευρά. Επικαλέστηκαν δε ως λόγο για το σταμάτημα της διαδικασίας, όχι την έλλειψη εγκλήματος, αλλά το ότι οι ένοχοι του εγκλήματος δεν ζουν πια. Παραποιώντας έτσι τα γεγονότα, ο Γκίκας, όπως άλλωστε και ο Σλομπότκιν, αποσιωπά και ένα άλλο γεγονός: η έρευνα μετά το 1992 απέφερε σημαντικά υλικά, μεταξύ των οποίων η Έκθεση της Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών, που συνέστησε η Γενική Στρατιωτική Εισαγγελία της Ρωσίας για την έρευνα της υπόθεσης του Κατίν. Αυτή η Έκθεση, με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1993, έχει τίτλο «Η Επιτροπή Ειδικών του Γραφείου του Γενικού Στρατιωτικού Εισαγγελέα για την εγκληματική υπόθεση 159 γύρω από την εκτέλεση των πολωνών αιχμαλώτων των ειδικών στρατοπέδων του NKVD του Κοζέλσκ, του Οστάσκοφ και του Σταρομπέλσκ τον Απρίλιο του 1940»184. Η επιτροπή αποτελούνταν από έξι επιστήμονες ειδικούς, που μπορεί λιγότερο από κάθε άλλο εμπλεκόμενο να κατηγορηθούν για πολιτικές σκοπιμότητες. Η έκθεσή τους όχι μόνο αναγνωρίζει πλήρως το σταλινικό έγκλημα, αλλά αποδέχεται τη γνησιότητα των ντοκουμέντων για το Κατίν και απορρίπτει στο σύνολό τους ως ψευδείς τις αιτιάσεις της σταλινικής πλευράς. Συλλέχτηκαν 116 τόμοι απόρρητου υλικού και τα πορίσματα της επιτροπής ανακοινώθηκαν δημόσια τον Ιούλη του 1994 από τον επικεφαλής της έρευνας για το Κατίν στα 1990-94 Ανατόλι Γιαμπλόκοφ. Η αγνόηση αυτού του ντοκουμέντου είναι αναγκαία στους σταλινικούς δημοσιολόγους για να καλλιεργούν την εντύπωση
184 Βλέπε στο http://katynbooks.narod.ru/syndrome/Docs/appendix.html.
ότι δήθεν δεν έχει διεξαχθεί καμιά έγκυρη έρευνα για τη γνησιότητα των ντοκουμέντων, ούτε δήθεν έχει υπάρξει επιστημονική απόφανση για την υπόθεση. Πριν περάσουμε σε μια αναφορά στους Ζούκοφ και Ιλιούχιν, είναι ουσιώδες λοιπόν να παρουσιάσουμε ορισμένα κύρια σημεία του. 1. Σχετικά με την τέλεση του εγκλήματος, η Έκθεση της «Ρωσικής Επιτροπής Ειδικών» αποδέχεται πλήρως τη σταλινική ενοχή. Δίνει μια αναλυτική εξιστόρηση της όλης επιχείρησης, της μεταφοράς των κρατουμένων στο χώρο εκτέλεσης, του τρόπου που έγιναν οι εκτελέσεις και κατονομάζει ρητά τους υπεύθυνους (Στάλιν, Μπέρια και άλλα μέλη του ΠΓ· οι υφιστάμενοι του Μπέρια, Μερκούλοφ, Μπαστάκοφ, κ.ά.· τοπικά στελέχη του NKVD, Σοπρούνενκο, κ.ά.) Συγκεκριμένα αναφέρει: Ι. «Η αυθεντικότητα των υπομνημάτων και των διαταγών του Πολιτικού Γραφείου της 5 Μάρτη 1940 επιβεβαιώθηκε με γραφολογική ανάλυση». ΙΙ. Καταθέτοντας σαν μάρτυρας, «ο Σελέπιν επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα των υπομνημάτων και των γεγονότων που δηλώνονται σε αυτά». ΙΙΙ. Οι επιζώντες καθοδηγητές των εκτελέσεων Τόκαρεφ και Σοπρούνενκο παραδέχτηκαν το ρόλο τους στην υπόθεση. «Ο Π. Κ. Σοπρούνενκο, ερωτημένος ως μάρτυρας με βιντεοκασέτα ομολόγησε ότι γνώριζε την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου» και «την εκτέλεση των πολωνών αιχμαλώτων πολέμου… Παρόμοια μαρτυρία δόθηκε από τον πρώην επικεφαλής του NKVD στην περιοχή του Καλίνιν Ντ. Σ. Τόκαρεφ». Το ίδιο κατέθεσαν μια σειρά ακόμη μάρτυρες που υπηρετούσαν τότε στα στρατόπεδα και τον τόπο εκτέλεσης όπως οι Σιρομνιάτικοφ, Μποροντένκο και αρκετοί άλλοι.
2. Αναφορικά με την Έκθεση της Επιτροπής Μπούρντενκο, διαπιστώνεται η αναξιοπιστία της. Σημειώνεται ιδιαίτερα ο μικρός χρόνος εργασίας της επιτροπής, η σπουδή με την οποία ενήργησε την έρευνά της και η προκατάληψη της κρίσης της, που οριζόταν από το ίδιο το καθήκον που της είχε ανατεθεί. Δηλώνεται ακόμη ότι είχε ρητή εντολή να εμφανίσει τον τρόπο εκτέλεσης των θυμάτων ως «χαρακτηριστικά γερμανικό», για να αρνηθεί έτσι τα συμπεράσματα της “Διεθνούς Επιτροπής” που είχαν συστήσει οι Γερμανοί. Αναφορικά με τα παρουσιαζόμενα στην Έκθεση Μπούρντενκο ως μεταγενέστερα του Μάη 1940 ντοκουμέντα διαπιστώνεται ότι «τα περισσότερα… δεν μπορεί να χρησιμεύσουν ως μαρτυρία», όντας εμφανείς πλαστογραφίες. Στη Μυστική Αναφορά της Επιτροπής Μπούρντενκο δεν υπάρχουν τέτοια μεταγενέστερα του Μάη 1940 ντοκουμέντα. Ένας από τους μάρτυρες στην Έκθεση Μπούρντενκο, ο Ταγματάρχης Βετόσνικοφ, αναφερόμενος ως διοικητής ενός από τα στρατόπεδα κράτησης των Πολωνών που φέρεται να βεβαιώνει ότι παρέμειναν εκεί ως τη γερμανική επίθεση, είναι φανταστικό πρόσωπο· το όνομά του δεν υπάρχει στα αρχεία του NKVD. Τέλος, για τον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης του εγκλήματος, διαπιστώνεται ότι η άποψη της Έκθεσης Μπούρντενκο δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Εδώ γίνεται
αναφορά σε προγενέστερη έκθεση που συντάχτηκε από πολωνούς ερευνητές το 1989 και αναφέρεται στην αντιφατικότητα των χρονικών προσδιορισμών του συμβάντος από τους μάρτυρες και την ιατροδικαστική επιτροπή, «Αύγουστος, Αύγουστος-Σεπτέμβριος, ΣεπτέμβριοςΔεκέμβριος», κοκ. Η ίδια πολωνική έκθεση σημείωνε επίσης τις αντιφάσεις και τα λάθη της Έκθεσης στο όνομα της ομάδας και του διοικητή της που επαναλήφθηκαν από τη σταλινική πλευρά στη διαδικασία της Νυρεμβέργης. 3. Σχετικά με τη διαδικασία της Νυρεμβέργης σημειώνεται: «Το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι τα συμπεράσματα αυτού του εγγράφου [της Έκθεσης Μπούρντενκο] έχουν επαρκώς θεμελιωθεί και δεν καταλόγισε στην ετυμηγορία του το έγκλημα στους Γερμανούς. Αυτή η απόφαση δεν αμφισβητήθηκε από τη σοβιετική πλευρά και δεν έγινε διαμαρτυρία». 4. Τέλος, αναγνωρίζοντας ρητά και πλήρως τη σταλινική ενοχή, η Έκθεση προβαίνει σε μια σειρά χαρακτηρισμούς του εγκλήματος με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Συγκεκριμένα επικαλούμενη τις παραγράφους α, β και γ του άρθρου 6 του Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης κατατάσσει το Κατίν ως έγκλημα ενάντια στην ειρήνη, έγκλημα πολέμου και έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, εγκλήματα τα οποία δεν παραγράφονται. «Υπάρχει κάθε λόγος να εφαρμοστεί η παράγραφος “β” του Άρθρου 6 του Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, που σχετίζεται με εγκλήματα πολέμου, παραβιάσει των νόμων ή των εθίμων του πολέμου, και ιδιαίτερα το φόνο, το βασανισμό ή την υποδούλωση… τη δολοφονία ή το βασανισμό αιχμαλώτων πολέμου», καθώς επίσης και «η παράγραφος “γ” του Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου, που ορίζει τα εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα: φόνος, εξολόθρευση, υποδούλωση, εξόριση και άλλες απάνθρωπες πράξεις διαπραγμένες ενάντια σε οποιοδήποτε πολιτικό πληθυσμό πριν ή στη διάρκεια του πολέμου».
Τέλος, η Έκθεση επισημαίνει τον ιδεολογικό χαρακτήρα των αιτιολογιών που προβάλλονταν στην απόφαση του ΠΓ για την εκτέλεση των Πολωνών, οι οποίες δεν αφορούσαν πραγματικές ενέργειές τους εναντίον του σοβιετικού κράτους, αλλά πράξεις που θα μπορούσαν δυνητικά να κάνουν, ως υποτιθέμενα «αντισοβιετικά στοιχεία», κ.λπ. Και από τις έρευνες μετά το 1992 προέκυψε λοιπόν ένα σοβαρό επιστημονικό ντοκουμέντο που τεκμηριώνει τη σταλινική ενοχή. Το ερώτημα για τους δημοσιολόγους του Ριζοσπάστη είναι: Μπορούν να φέρουν κάποιες τεκμηριωμένες αντιρρήσεις σε οποιοδήποτε από τα συμπεράσματα αυτής της Επιτροπής; Και είναι άραγε σε θέση να παρουσιάσουν ένα αντίστοιχα σοβαρό ντοκουμέντο που να έχει προκύψει τα πρόσφατα χρόνια υπέρ της άποψής τους, πέρα από τις ασυναρτησίες διαφόρων παρανοϊκών τύπου Μούχιν; 9. Το ΚΚΡΟ, ο Γιούρι Ζούκοφ και ο Βίκτορ Ιλιούχιν Όπως έχουμε ήδη δει, τα πιο πρόσφατα άρθρα του Ριζοσπάστη για το Κατίν, όχι μόνο του Γκίκα αλλά και τα υπόλοιπα, βασίζονται καίρια στους Ιλιούχιν και Ζούκοφ. Και οι δυο εμφανίζονται ως αξιόπιστοι ερευνητές, ο πρώτος βουλευτής του ΚΚΡΟ και ο δεύτερος “έγκυρος προοδευτικός” ιστορικός. Τι παραπάνω θα μπορούσε να θέλουμε, λοιπόν; Μπορεί ποτέ δυο τέτοιοι απρόσβλητοι και υπεράνω υποψίας μάρτυρες να θέλουν να παραχαράξουν την αλήθεια; Για να απαντήσουμε, είναι αναγκαίο να πούμε πρώτα δυο λόγια για το ρόλο του ΚΚΡΟ, του ΚΕΚΡ και μερικών άλλων δήθεν-κομμουνιστικών κομμάτων και ομάδων στην τωρινή Ρωσία. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ, εξαιτίας της δυσφήμισης της προοπτικής της Περεστρόικα και της εμφάνισής της ως υπαίτιας για την αρνητική εξέλιξη, κυριάρχησαν στο ρωσικό κομμουνιστικό κίνημα οι φιλοσταλινικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές, στις οποίες περιλαμβάνονται ιδιαίτερα το ΚΚΡΟ και το ΚΕΚΡ με τις οποίες έχει στενές σχέσεις το ΚΚΕ, συσπειρώνουν σε επίπεδο κορυφής κυρίως τους πρώην κομματικούς γραφειοκράτες και τα στελέχη,
για τους οποίους ο κομμουνισμός δεν ήταν ποτέ κάτι άλλο από το διαβατήριο που τους εξασφάλιζε τα προνόμια και τις ανέσεις τους στο σοβιετικό καθεστώς. Η ιδεολογία αυτών των ομάδων είναι ξεκάθαρα αντιδραστική και εθνικιστική, δίνοντας ένα τυπικό δείγμα αυτού που ο Λένιν ονόμαζε μεγαλορωσικό σοβινισμό. Ο ίδιος ο Ζουγκάνοφ, η πιο εμβληματική, ηγετική φυσιογνωμία μέσα στο ΚΚΡΟ και η προσωποποίηση όλων αυτών των τάσεων, έχει προβεί σε πλήθος διακηρύξεις στο πνεύμα της “Μεγάλης Ρωσίας”, ενώ έχει συνασπιστεί με κάθε λογής εθνικιστικές, χριστιανορθόδοξες και άλλες δυνάμεις σε “πατριωτικά μέτωπα” που προωθεί το ΚΚΡΟ. Η ταύτιση επεκτείνεται και στο ιδεολογικό πεδίο, όπου πίσω από τη δήθεν κομμουνιστική πρόσοψη, ο Ζουγκάνοφ υπερασπίζει τις πιο αντιδραστικές προσωπικότητες και παραδόσεις του τσαρισμού και της θρησκευτικής αντίδρασης. Όπως γράφουν οι Π. Ρενταγουέι και Ντ. Γκλίνσκι: «Κρίνοντας από τα βιβλία του, ο Ζουγκάνοφ αγωνιά να βρει διανοητικούς συμμάχους τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό. Αλλά ο κατάλογος των “κλασικών” που αναφέρει… είναι μάλλον ανορθόδοξος για τον ηγέτη ενός αυτόπεριγραφόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη ρωσική πολιτιστική παράδοση, τα αντικείμενα του θαυμασμού του περιλαμβάνουν τον Φιλοφέι του Πσκοφ, πρωτεργάτη του φημισμένου ρητού “Η Μόσχα είναι η τρίτη Ρώμη”· τον κόμη Ουβάροφ, τον ιδεολόγο του Νικόλαου του Ι, διαβόητου για τη φόρμουλά του “Αυτοκρατορία, Ορθοδοξία, Λαϊκό Πνεύμα”· τους συντηρητικούς λαϊκιστές στοχαστές Λαβρόφ και Μιχαϊλόφσκι· τον σκοτεινό σταυροφόρο της ρωσικής μοναδικότητας Νικολάι Ντανιλέφσκι· το θεολόγο της Αυλής Κονσταντίν Πομπεντονόστσεφ, διάσημο για τη συμβουλή του προς τον Αλέξανδρο τον ΙΙΙ να “καταψύξει τη Ρωσία”· τη μυστικιστική αυτοκρατορική εκδοχή της ρωσικής φιλοσοφίας που προσωποποιούν οι Κονσταντίν Λεόντιεφ και Ιβάν Ίλιν· και ένα δημοφιλή θεωρητικό της εθνοψυχολογικής αποκλειστικότητας, τον Λεβ Γκούμιλεφ. Ανάμεσα στους ξένους συγγραφείς ο Ζουγκάνοφ παραθέτει με πολύ θαυμασμό τον
Καρλ Χαουσχόφερ και τον Χάλφορντ Μάκιντερ, τον Όσβαλντ Σπένγκλερ και τον Άρνολντ Τόινμπι»185. Είναι σαφές, ότι ενώ αυτοπαρουσιάζεται ως κομμουνιστής, ο Ζουγκάνοφ ταυτίζεται με τους προαιώνιους διώκτες του ρωσικού λαού, τους απολογητές του τσαρισμού και της απολυταρχίας που πολέμησαν λυσσαλέα την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ορισμένες μάλιστα –ασφαλώς όχι όλες, αλλά αρκετές– από τις αναφορές του είναι καθαρά φασιστικές ή συγγενικές ιδεολογικά προς το φασισμό. Ο Ίλιν, ένας ρώσος αντιδραστικός μυστικιστής, αποδοκίμασε την Οκτωβριανή Επανάσταση ως καταστροφή του κράτους, ενώ έκφρασε ανοικτά τη συμπάθειά του στο φασισμό και τα αντισημιτικά του αισθήματα μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933186. Ο Χαουσχόφερ, ένας γερμανός σοβινιστής στρατηγός, προσωπικός φίλος του Ρούντολφ Ες, του δεξιού χεριού του Χίτλερ, θεωρείται ότι επηρέασε με τις θεωρίες του για τον επεκτατισμό τον Χίτλερ. Ο Σπένγκλερ, απολογητής του γερμανικού μιλιταρισμού και με τον ανορθολογισμό του υπήρξε ένας από τους προδρόμους της “εθνικοσοσιαλιστικής θεώρησης”. Ο Μάκιντερ, βρετανός στρατιωτικός και φανατικός αντιμπολσεβίκος, συμμετείχε στην επέμβαση στη Ρωσία το 1919 και οι θεωρίες του για την “ενδοχώρα” έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους ναζί, κοκ. Χωρίς να επεκταθούμε παραπέρα στις εθνικιστικές συμπράξεις και μέτωπα που κατά καιρούς έχουν συστήσει το ΚΚΡΟ και ο Ζουγκάνοφ, θα σημειώσουμε ακόμη ότι ο Ζουγκάνοφ έχει εκδώσει μπροσούρα όπου υιοθετεί ανοιχτά τις απόψεις για της συμμαχία των κομμουνιστών με την ορθόδοξη εκκλησία για την οικοδόμηση μιας νέας Ρωσίας, αποκηρύσσοντας την ταξική πάλη και την παγκόσμια επανάσταση ως όψεις του “κοσμοπολιτισμού” και των δυτικών
185 Βλέπε, Π. Ρένταγουέι & Ντ. Γκλίνσκι, The tragedy of Russian Reforms, United States Institute of Peace, Ουάσιγκτον 2001, σελ. 505. 186 Βλ. Ιβάν Ίλιν, «Ο εθνικοσοσιαλισμός, το νέο πνεύμα», 1933, http://iljinru.tsygankov.ru/works/vozr170533.html. Για τους Χαουσχόφερ και Μάκιντερ, διαφωτιστικά είναι τα λήμματα της Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Karl_Haushofer και http://en.wikipedia.org/wiki/Halford_Mackinder.
αντιρωσικών επιρροών. Σε ένα γράμμα του προς τον ρώσο εκκλησιαστικό παράγοντα Γιδεών, που του απέστειλε στα πλαίσια της αλληλογραφίας του με “κομμουνιστές κληρικούς”, ο Ζουγκάνοφ επεξηγεί και συνοψίζει τις ιδέες του. Όπως λέει εκεί, απαίτηση της εποχής μας είναι «η συνένωση του ρωσικού λαού κάτω από τις σημαίες της πατριωτικής, εθνικής και πνευματικής αναζωογόνησης». Ο ίδιος διαπιστώνει ότι «η ορθοδοξία είναι το πιο σημαντικό πνευματικό θεμέλιο της χιλιόχρονης ρωσικής κουλτούρας» και «ο πυρήνας αιώνων της εθνικής μας ταυτότητας… το θεμέλιο του ρωσικού χαρακτήρα στην ιστορική του ανάπτυξη», ενώ «τα ιστορικά προσόντα της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι αναμφισβήτητα». Αποδίδοντας το ρόλο της εκκλησίας ως στηρίγματος της απολυταρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και την γενικότερη επαναστατική αναταραχή που οδήγησε στην Οκτωβριανή Επανάσταση, στην «παρεξήγηση και την εχθρότητα ανάμεσα στις τάξεις», οραματίζεται την αποκατάσταση μιας νέας εθνικής ενότητας. «Το πιο σημαντικό γνώρισμά της» θα είναι «η ένωση της εκκλησίας και όλων των υγιών κοινωνικών, πολιτικών δυνάμεων της χώρας»187. Ο Ζουγκάνοφ είναι επίσης εξαιρετικά ειλικρινής στην απόρριψη της ταξικής, επαναστατικής θεώρησης των Μπολσεβίκων, την οποία θεωρεί εμπόδιο σε μια τέτοια συνένωση. Όπως λέει: «Μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα στη διάρκεια όλης της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης με διάφορους βαθμούς επιτυχίας πάλευαν δυο ισχυρές ομάδες. Η μια από αυτές έβλεπε στο σοβιετικό κράτος το φυσικό ιστορικό και γεωπολιτικό διάδοχο της Μεγάλης Ρωσίας. Άλλοι έβλεπαν τη χώρα και το λαό μόνο σαν ξύλα για τη φωτιά της παγκόσμιας επανάστασης. Οι διώξεις ενάντια στην Εκκλησία εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την επιρροή αυτών ιδιαίτερα των αντιρωσικών, κοσμοπολίτικων, τροτσκιστικών ομάδων». Ο ίδιος εκτιμά ότι η πολιτική του Στάλιν, ιδίως κατά και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανταποκρινόταν στην πρώτη γραμμή «της αίσθησης του βαθιού και γνήσιου εθνικού πατριωτισμού» και ότι «οι ηθικές και θρησκευτικές παραδόσεις της Άγιας
187 Γκενάντι Ζουγκάνοφ, http://pravislava.al.ru/komrpc.htm. «Το ξεπέρασμα της αντιπαράθεσης»,
Ρωσίας» ήταν αυτές που «προκαθόρισαν τη νίκη», ρεύμα προς το οποίο εκφράζει την ολόψυχη υποστήριξή του. Θεωρεί δε ότι μετά το θάνατο του Στάλιν επικράτησαν οι “αντεθνικές τάσεις”, στις οποίες περιλαμβάνει το “λυώσιμο” του Χρουστσόφ, την Περεστρόικα, ακόμη και την περίοδο του Μπρέζνιεφ188. Στις παραπάνω γραμμές, πρέπει να πούμε, ο Ζουγκάνοφ ανιχνεύει στην ουσία, αν όχι στις λεπτομέρειες, σωστά τις γραμμές της αντιπαράθεσης μέσα στο ΚΚΣΕ και το πραγματικό περιεχόμενο της σταλινικής τάσης, που κάτω από ψευτομαρξιστική φρασεολογία συγκάλυπτε κάθε λογής εθνικιστικές, μικροαστικές και σκοταδιστικές κατευθύνσεις. Είναι επίσης γεγονός ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να επιλέγει τις ιδέες που τον εκφράζουν και που θέλει να υποστηρίζει. Ωστόσο, οι ιδέες αυτές που μας παρουσιάζει ως “κομμουνιστικές” ο Ζουγκάνοφ δεν έχουν τίποτα κοινό με την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον μπολσεβικισμό και τον Λένιν. Πρόκειται για ιδέες βαθύτατα αντιδραστικές, συγγενικές με τον ακροδεξιό εθνικισμό, το αντίστοιχο των οποίων διαδίδουν στη χώρα μας ο Καρατζαφέρης και τα εθνικιστικά φερέφωνα του ΚΚΕ τύπου Λιάνας Κανέλλη. Παρά την “πατριωτική” αμφίεσή τους, δεν έχουν τίποτα κοινό ούτε με τον αγνό πατριωτισμό του λαού που παρήγαγε στη χώρα μας την Επανάσταση του 1821 και ήταν ένας από τους συντελεστές της Εθνικής Αντίστασης. Ανταποκρίνονται αντίθετα στον “πατριωτισμό” των δοσίλογων που ανεμίζουν τα εθνικά σύμβολα και τις περγαμηνές για να πολεμούν τον “αντεθνικό κομμουνισμό” και το “μαρξιστικό όλεθρο”. Ο σκοταδισμός του Ζουγκάνοφ φαίνεται, τέλος, στις αντισημιτικές δηλώσεις του, που ανάγουν τα πάντα σε ζητήματα συνομωσιών των Εβραίων, και την αντιπαράθεση ως διεξόδου απέναντι σε αυτές του σλαβικού και ρωσικού επεκτατισμού. Έχει πει για παράδειγμα: «Η διάδοση των Εβραίων, η επιρροή των οποίων μεγαλώνει όχι απλά με κάθε μέρα που περνά, αλλά με κάθε ώρα, έχει ένα αυξανόμενα μεγεθυνόμενο αντίκτυπο στη θεώρηση, την κουλτούρα και την ιδεολογία του Δυτικού
188 Βλέπε στο ίδιο.
Κόσμου… Τα κίνητρα που έχουν επιλεγεί από την “ανώτατη εξουσία” για να κυβερνηθεί ο κόσμος, που είναι τόσο χαρακτηριστικά των ιουδαϊκών θρησκευτικών πεποιθήσεων, αρχίζουν να παράγουν ένα δραματικό αποτέλεσμα στα Δυτικά μυαλά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες… ο σλαβικός πολιτισμός, αντιπροσωπευόμενος από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, το τελευταίο προπύργιο αντίστασης στο Δυτικό ηγεμονισμό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία»189. Αρκεί να θυμηθεί κανείς με τι αδιαλλαξία αντιδρούσε ο Λένιν σε τέτοιους είδους αντιδραστικές παρερμηνείες της ιστορίας, για να καταλάβει πόσο ξένες είναι οι ιδέες του Ζουγκάνοφ προς την αυθεντική μαρξιστική παράδοση, η οποία αναφέρεται σε κοινωνικές τάξεις και όχι σε περιούσιους ή καταραμένους λαούς. Οι τελευταίες αναφορές ήταν σήμακατατεθέν των ναζί, στην υποκίνηση του φανατισμού και της κατασκευής αποδιοπομπαίων τράγων. Οι Ιλιούχιν, Ζούκοφ, Μούχιν, κ.ά., είναι οι χειρότεροι εκπρόσωποι αυτής της κρυπτοφασιστικής συνιστώσας μέσα και στις παρυφές του ΚΚΡΟ, που προσπαθεί να προωθήσει το ρωσικό νεοφασισμό προσδίδοντάς του κύρος και απήχηση μέσα από την αγιοποίηση των σοβινιστικών και καταπιεστικών πρακτικών του Στάλιν. Έχοντας αναφερθεί ήδη στον Μούχιν, ας περάσουμε τώρα στους άλλους δυο, στην ουσία, ντροπαλούς ομοϊδεάτες του. Ο Ζούκοφ είναι ένας σταλινικός ιστορικός, του οποίου η ιδεολογική συγγένεια με τους Φουρ και Μούχιν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο ίδιος ο Φουρ αναφέρεται σε αυτόν σαν έναν εξαίρετο ρώσο σύγχρονο ιστορικό ερευνητή και τον αξιοποιεί συστηματικά στα πονήματά του. Το «Ο Στάλιν και ο αγώνας για τη δημοκρατική μεταρρύθμιση», ένα βασικό, ήδη μνημονευμένο άρθρο του Φουρ, περιέχει καμιά δεκαριά βιβλιογραφικές αναφορές και περί τις 100 παραπομπές σε άρθρα και βιβλία του Ζούκοφ190. Είναι σαφές λοιπόν ότι ακριβώς όπως είναι μαθητής και οπαδός του Μούχιν, ο Φουρ είναι επίσης οπαδός και μαθητής του Ζούκοφ και ότι όλοι τους,
189 «Γκενάντι Ζουγκάνοφ», στο http://www.panorama.ru/works/oe/zyuganoe.html. 190 Βλέπε στο διαδικτυακό τόπο του Φουρ, http://clogic.eserver.org/2005/furr.html.
παρά επιμέρους ασήμαντες διαφορές, ανήκουν στο ίδιο ιδεολογικό ρεύμα. Παραπέρα, ο Φουρ αναγνωρίζει την ουσιαστική σύμπτωση απόψεων των Ζούκοφ και Μούχιν αναφορικά με τη σταλινική περίοδο: «Ο Ζούκοφ και ο Μούχιν», γράφει, «φαίνεται να πιστεύουν ότι η τακτική που διακρίνουν, και αποδίδουν στον Στάλιν και τον Μπέρια –εκείνη της απομάκρυνσης των κομματικών ηγετών από τη δουλειά της διεύθυνσης του κράτους– ήταν πραγματικά η καλύτερη ευκαιρία για να εμποδιστεί ο εκφυλισμός του Κόμματος»191. Η εκκαθάριση, λοιπόν, των Μπουχάριν, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Ρίκοφ, κ.ά., ήταν ο τρόπος για να εμποδιστεί ο εκφυλισμός του Κόμματος. Και γιατί αυτό; Γιατί έτσι ήρθαν στον αφρό οι τυχοδιώκτες τύπου Μπέρια και οι ασφαλίτες δήμιοι τύπου Κομπούλοφ, το τωρινό αντίστοιχο των οποίων αντιπροσωπεύουν οι διάφοροι Φουρ, Μούχιν και Ζούκοφ, οι οποίοι ελπίζουν ότι μπορεί να έρθουν στο αφρό μέσα από μια αντίστοιχη διαδικασία. Να τι λέει εδώ ο Φουρ. Αν αυτό δεν είναι αρκετό, ας δούμε τη γνώμη ενός άλλου φιλοσταλινικού αναλυτή, του Λούντβιχ Κοβάλσκι. Ο Κοβάλσκι είναι επίσης συμπαθών των Μούχιν και Ζούκοφ, αλλά πιο αφελής συγκριτικά με τον Φουρ. Και αυτός επίσης γράφει: «Ερευνώντας το διαδίκτυο απέκτησα γνώση για τις ενδιαφέρουσες σύγχρονες ρωσικές προσπάθειες να αποκατασταθούν ο Στάλιν και ο Μπέρια. Οι συγγραφείς, όπως οι Γιούρι Ζούκοφ και Γιούρι Μούχιν, υποστηρίζουν ότι ο Στάλιν δεν ήταν ο υπέρτατος κυβερνήτης του κόμματος και του κράτους, ότι το φταίξιμο για τα τρομερά πράγματα που συνέβησαν στη Σοβιετική Ένωση, όπως τα γκούλαγκ, οι μαζικές εκτελέσεις και οι άλλες αδικίες της μυστικής αστυνομίας, δεν θα έπρεπε να αποδοθεί στον Στάλιν και τον Μπέρια. Το φταίξιμο θα έπρεπε να αποδοθεί σε τοπικούς κομματικούς γραμματείς, όπως ο Νικίτα Χρουστσόφ και ο Ρόμπερτ Έιχε. Οι συγγραφείς ισχυρίζονται επίσης ότι οι εκτελεσμένοι ανώτατοι αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού, όπως ο Τουχατσέφσκι, ήταν ένοχοι συνομωσίας για να
191 Βλ. http://clogic.eserver.org/2005/furr2.html.
ανατραπεί το σοβιετικό σύστημα… ότι όσα αναφέρθηκαν από τον Χρουστσόφ, στη φημισμένη ομιλία όπου αποκήρυξε τον Στάλιν, δεν ήταν τίποτε άλλο από ψέματα, κλπ., κλπ. Ο Στάλιν και ο Μπέρια, σύμφωνα με αυτούς τους ρώσους ιστορικούς, ήταν καλοί κομμουνιστές που προσπαθούσαν να περιορίσουν τις καταχρήσεις στο κράτος της προλεταριακής δικτατορίας»192. Εδώ και πάλι οι Ζούκοφ και Μούχιν κατατάσσονται στο ίδιο ρεύμα, και μάλιστα όχι σε κάποιο μεμονωμένο θέμα, όπως το Κατίν, όπου θα μπορούσε να συμπίπτουν συμπτωματικά, αλλά στη συνολική θεώρησή τους για τον Στάλιν και την ΕΣΣΔ. Ο αναγνώστης ας προσέξει τη στενή συγγένεια της θεώρησης των Ζούκοφ και Μούχιν, με τις απόψεις που υποστηρίζει ο Μάρτενς στο εκδομένο από το επίσημο εκδοτικό του ΚΚΕ ελεεινό βιβλίο του Μια άλλη Ματιά στον Στάλιν, καθώς και με εκείνες των φιλοσταλινικών και φιλο-ΚΚΕ ιστορικών τύπου Δάγκα, Λεοντιάδη και Μαργαρίτη, όπως αναπτύχθηκαν στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας Οι Δίκες της Μόσχας193. Ο Ζούκοφ δεν διαφέρει και σε άλλα σημεία από τον Μούχιν, υποστηρίζοντας τις ίδιες ή παρεμφερείς αντισημιτικές και μεγαλορωσικές σοβινιστικές απόψεις. Είναι διαφωτιστική μια συνέντευξή του το 2009 στην Κοσμομόλσκαγια Πράβντα, όπου αντιτάχθηκε στην ανέγερση μνημείων για τους ρωσοεβραίους που χάθηκαν στα Άουσβιτς, τα αθώα θύματα των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, κ.ά. Όπως αναφέρει η Κάθι Γιανγκ, μια ανεξάρτητη δημοσιογράφος, ο Ζούκοφ απέρριψε την πρόταση του Γαβρίλ
Λ. Κοβάλσκι, «Ο Στάλιν ήταν ένα θύμα», http://www.opednews.com/articles/Stalin-was-a-victim-by-LudwikKowalski-081118-970.html.
192 193 Βλ. Λ. Μάρτενς, Μια άλλη Ματιά στον Στάλιν, εκδ. Σύγχρονη
Εποχή, Αθήνα 1997. Το πόνημα του Μάρτενς περιλαμβάνει εγκωμιαστική εισαγωγή του Θ. Παπαρήγα, ενώ έχει υμνηθεί από σημαίνοντα στελέχη του ΚΚΕ, όπως το μέλος του ΠΓ Ε. Μπέλλου. Για μια εκτενή κριτική της παραπλανητικής, ανερμάτιστης και προκατειλημμένης αρθρογραφίας των Λεοντιάδη, Δάγκα, Μαργαρίτη και Σκαλιδάκη στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας, βλ. Χρ. Κεφαλή, «Για το αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας Οι Δίκες της Μόσχας», http://www.marxismos.com/content/view/1151/1/.
Ποπόφ για την ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου θυμάτων των ναζί. Τους παρουσίασε μάλιστα ως συνειδητούς συνεργάτες των ναζί με το εξής ανάλγητο, συκοφαντικό επιχείρημα: «Υπήρχαν διάφορα είδη αιχμαλώτων πολέμου. Μερικοί από αυτούς υπέμειναν σταθερά όλους τους τρόμους του στρατοπέδου συγκέντρωσης, αλλά άλλοι πήγαν να δουλέψουν στη Γερμανία για να κατασκευάσουν μεγάλα όπλα, τανκς και μαχητικά αεροπλάνα»194. «Έτσι, η εργασία δούλων ήταν [κατά τον Ζούκοφ] μια προσωπική επιλογή», σχολιάζει η Γιανγκ. «Ο Ζούκοφ», προσθέτει η ίδια, «συνεχίζει: “Επίσης, ένα μνημείο για το Ολοκαύτωμα. Αλλά τι σχέση έχει το Ολοκαύτωμα με οτιδήποτε; Τι σχέση έχει η Ρωσία με το Ολοκαύτωμα;”» «Αυτή», διαπιστώνει η Γιανγκ, «είναι μια αληθινά εκπληκτική δήλωση – παίρνοντας υπόψη ότι ένα εκατομμύριο σοβιετικών Εβραίων χάθηκαν στο ολοκαύτωμα». Η δήλωση του Ζούκοφ δεν είναι μόνο εκπληκτική αλλά και αποκαλυπτική. Ξεσκεπάζει αυτόν και τους ομοίους του σαν ακραίους αντιδραστικούς, απόγονους των Μαύρων Εκατονταρχιών, που χρησιμοποιούσαν τα ίδια επιχειρήματα για τον δήθεν ξένο χαρακτήρα των Εβραίων προς το ρωσικό πολιτισμό για να οργανώνουν εναντίον τους τα τσαρικά πογκρόμ. Όπως παραθέτει η Γιανγκ, ο Ζούκοφ αντιτάχθηκε στην ανέγερση ενός μνημείου για τους Τατάρους της Κριμαίας και άλλες ομάδες που εκτοπίστηκαν από τον Στάλιν μετά τον πόλεμο με το επιχείρημα ότι «μερικοί από αυτούς συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς». Και «όσο αφορά ένα μνημείο για τους φυλακισμένους στα γκούλαγκ», βεβαιώνει ότι «το 90% των γκούλαγκ αποτελούνταν από ληστές, βιαστές, δολοφόνους, καταχραστές και σαμποτέρ».
194 Κάθι Γιανγκ, «Τι αφορά πραγματικά η πάλη της Ρωσίας ενάντια στο “ρεβιζιονισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου”», http://cathyyoung.wordpress.com/2009/05/15/what-russias-battle-against-wwiirevisionism-is-really-about/. Για την ίδια τη συνέντευξη του Ζούκοφ στην πάλαι ποτέ εφημερίδα της Κομσομόλ, βλ. Γιούρι Ζούκοφ, «Καιρός να σώσουμε τη νίκη μας», Κοσμομόλσκαγια Πράβντα, 8/5/2009, http://www.kp.ru/daily/24290/485179/.
Αυτό τον πωρωμένο φανατικό τον συστήνει ο Γκίκας ως ένα αξιόπιστο ιστορικό ερευνητή του Κατίν στους αναγνώστες του Ριζοσπάστη. Στην ίδια ανυπόληπτη κατηγορία φανατικών ανήκει και ο Ιλιούχιν, όντας μάλιστα χειρότερος από τον Ζούκοφ. Οι έρευνές του έχουν προβληθεί όχι μόνο στο άρθρο του Γκίκα, αλλά και σε μια σειρά ακόμη σχόλια του Ριζοσπάστη. Στον Ιλιούχιν αναφέρονται συγκεκριμένα τα «Ρωσία. Στο φως ο μηχανισμός παραχάραξης των ιστορικών αρχείων», Ριζοσπάστης, 3/6/2010, και «Ρωσία. Υιοθετείται η γκαιμπελική εκδοχή για το Κατίν», Ριζοσπάστης, 27/11/2010· «Στον “αέρα” η αντισοβιετική εκδοχή για το Κατίν», Ριζοσπάστης, 10/12/2010. Τα παραπάνω σχόλια είναι σημαντικά και άξια αναφοράς, καθώς ο Ριζοσπάστης υιοθετεί επίσημα ότι τα “στοιχεία” που παρουσίασε ο Ιλιούχιν στην ήδη σχολιασμένη συνέντευξή του περί άγνωστου μάρτυρα, κ.λπ., είναι έγκυρα και ανατρέπουν τη δυτική άποψη για το Κατίν. Έτσι στο σχόλιο της 27/11 δηλώνεται σχετικά με τη ρωσική αναγνώριση των ντοκουμέντων ότι: «Έχει αποδειχθεί και πρόσφατα με τις αποκαλύψεις που δημοσιοποίησε ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της ΕΣΣΔ, και βουλευτής του ΚΚΡΟ Βίκτορ Ιλιούχιν, πρόκειται για πλαστογραφήσεις και διαστρέβλωση πληροφοριών που έστησε συγκεκριμένος μηχανισμός παραχάραξης ιστορικών αρχείων που φτιάχτηκε μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού». Το τελευταίο αναφέρεται στο προηγούμενο σχόλιο της 3/6, όπου ο Ριζοσπάστης έδινε μια σύνοψη των “αποκαλύψεων” του Ιλιούχιν που παρουσιάζει και ο Γκίκας, αναφερόμενος και σε μια επιστολή του στον Ζουγκάνοφ για την ανάγκη να προβεί το ΚΚΡΟ σε ενέργειες για «αποκάλυψη ολόκληρου του μηχανισμού πλαστογράφησης». Δεν πρόκειται λοιπόν πια μόνο για την προσωπική αρθρογραφία του Γκίκα, αλλά για την επίσημη, καταγραμμένη σε κομματικά ντοκουμέντα και δηλώσεις, άποψη του ΚΚΕ195.
195 Προκαλεί εντύπωση εδώ ότι η συνέντευξη Τύπου του Ιλιούχιν και το πρώτο ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη έχουν την ίδια ημερομηνία, 3/6. Αυτό σημαίνει ότι η αναγγελία για τις “αποκαλύψεις” μεταβιβάστηκε στο ΚΚΕ από εσωκομματικά κανάλια μέσω του ΚΚΡΟ και θεωρήθηκαν τόσο αξιόπιστες και σημαντικές, ώστε να δημοσιοποιηθούν άμεσα. Οι μπούρδες του Ιλιούχιν, ας σημειωθεί, χαιρετίστηκαν και από τον Φουρ που τις αποκάλεσε «εκρηκτικές αποκαλύψεις για το Κατίν»
Και αυτή η άποψη αποδεικνύεται πως τεκμηριώνεται σε ακόμη πιο σαθρές αναφορές από εκείνες του Γκίκα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σχόλιο της 10/12, αναφερόμενο σε ανοιχτή επιστολή του Ιλιούχιν προς τον πρόεδρο της Ρωσίας Ντμίτρι Μετβέντεφ. Στην επιστολή επαναλαμβάνονται οι οικείοι ανυπόστατοι ισχυρισμοί, σχετικά με την επιτροπή Μπούρντενκο και τη διαδικασία της Νυρεμβέργης, για τα οποία ο συντάκτης του σχολίου αναφωνεί: «Καταπέλτης ο πρώην εισαγγελέας της ΕΣΣΔ αναφέρεται στα ντοκουμέντα της Δίκης των ναζί στη Νυρεμβέργη, όπου παρουσιάστηκαν πειστικές αποδείξεις από τη σοβιετική επιτροπή του Ν. Μπουρντένκο, για την εκτέλεση των Πολωνών από τους Γερμανούς» (για ορισμένους προφανώς το να αντιστρέφεις την πραγματικότητα για το έγινε στη Νυρεμβέργη ισοδυναμεί με θρίαμβο της αλήθειας). Υπάρχει ωστόσο και ένας νέος ισχυρισμός, που δεν έχει διατυπωθεί από τον Γκίκα και τους άλλους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη: «Ο πρώην γενικός εισαγγελέας της ΕΣΣΔ επαναφέρει μια σειρά επιχειρημάτων, που μένουν αναπάντητα απ’ όσους υποστηρίζουν τη ναζιστική εκδοχή της δολοφονίας, μεταξύ άλλων τα εξής: - Στο απόσπασμα της απόφασης του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) [δηλαδή του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων) από τις 5 Μαρτίου του 1940, πάνω στο οποίο στηρίζεται η αντισοβιετική εκδοχή], υπάρχει σφραγίδα της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ). Κι αυτό όταν η ονομασία του ΚΚ τότε ήταν ΠΚΚ(μπ), ενώ η μετονομασία του σε ΚΚΣΕ ήρθε 12 χρόνια αργότερα. “Γι’ αυτό το λόγο η σφραγίδα της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο ντοκουμέντο τη στιγμή έγκρισής του δε θα μπορούσε να υπάρχει. Σύμφωνα με τα στοιχεία μας, το απόσπασμα πλαστογραφήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 του περασμένου αιώνα από τον περίγυρο του Γέλτσιν”, σημειώνει ο Β. Ιλιούχιν».
(http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss_katyn041806r.html). Κατά τα άλλα, φυσικά, οι Μπογιόπουλοι και οι Γκίκες δεν έχουν καμιά σχέση με τον Μούχιν και τον Φουρ. Απλά τυχαίνει κάθε φορά να λένε τα ίδια πράγματα και να εκστασιάζονται με τα ίδια ψέματα.
Συνάγεται ότι κατά τον Ιλιούχιν, το απόσπασμα της απόφασης έχει σφραγίδα που δεν υπήρχε το 1940 και καθιερώθηκε 12 χρόνια μετά τη λήψη της. Αυτό είναι ακόμη πιο κατάφωρο ψέμα σε σύγκριση με τον ισχυρισμό των Γκίκα, Μούχιν και σία, ότι η απόφαση έχει υπογραφές των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς. Το να υπονοείς ότι η απόφαση έχει τέτοιο λάθος και εξακολουθεί να θεωρείται γνήσια, είναι το ίδιο σαν να λες ότι όλοι οι άνθρωποι πάνω σε αυτή τη γη είναι είτε ηλίθιοι, είτε πουλημένοι, και η μόνη γνήσια ιδιοφυία είναι ο κ. Ιλιούχιν. Περί τίνος πρόκειται εδώ; Στα ρωσικά κρατικά αρχεία έχουν αναρτηθεί δυο ντοκουμέντα που αφορούν το απόσπασμα της απόφασης. Το πρώτο196, με ημερομηνία «5 Μάρτη 1940» απευθύνεται στον Μπέρια. Αυτό το αντίτυπο δεν έχει κομματική σφραγίδα και στάμπα του Στάλιν στο σημείο που αναφέρεται «Ο Γενικός Γραμματέας» (όμοιά του με σφραγίδα και στάμπα μπορεί να υποθέσουμε θα είχαν σταλεί στον Σοπρούνενκο και τους άλλους τοπικούς επικεφαλής του NKVD για να προχωρήσει η διαδικασία). Το δεύτερο197 είναι αντίγραφο που είχε ετοιμαστεί για τον Σελέπιν το 1959, στον οποίο είχε ανατεθεί τότε να κάνει έκθεση στον Χρουστσόφ για τα αρχειακά υλικά της υπόθεσης Κατίν (αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν και το γράμμα του Σελέπιν στις 3 Μάρτη 1959 προς τον Χρουστσόφ, όπου προτεινόταν το ξεκαθάρισμα των αρχείων από τα ενοχοποιητικά για τη σταλινική πλευρά ντοκουμέντα). Αυτό το αντίγραφο, με ημερομηνία «27/2/1959» και αναγραφή «προς τον σύντροφο Σελέπιν» έχει σφραγίδα, η οποία δεν λέει ΚΚΣΕ αλλά «Κομμουνιστικό Κόμμα», ενώ έχει τεθεί και η στάμπα του Στάλιν. Αν αυτή η σφραγίδα είναι του ΚΚΣΕ, είναι εντελώς λογικό, αφού ολοφάνερα πρόκειται για πιστοποίηση της γνησιότητας του αντιτύπου που μπήκε όταν αυτό εξήλθε από το αρχείο των αποφάσεων του Πολιτικού Γραφείου το 1959, και όχι για σφραγίδα που μπήκε το 1940. Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να προβάλει κάποιους άλλους ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει τα ντοκουμέντα, σε
196 Βλέπε στα ρωσικά κρατικά αρχεία, http://rusarchives.ru/publication/katyn/02.shtml. 197 Βλέπε στο ίδιο, http://rusarchives.ru/publication/katyn/03.shtml.
σχέση, π.χ., με το ότι το απόσπασμα του 1940 προς τον Μπέρια δεν έχει στάμπα του Στάλιν. Αυτό είναι θέμα των ερευνητών, να δουν με τι μορφή κρατούνταν τέτοια αποσπάσματα στα αρχεία των αποφάσεων του Πολιτικού Γραφείου. Ο Ιλιούχιν όμως ξεκινά την αμφισβήτηση του αποσπάσματος της απόφασης, με το μεγαλύτερο ψέμα που θα μπορούσε να πει για το θέμα. Αναφέρεται στη σφραγίδα που έχει μπει στο αντίτυπο του 1959 για τον Σελέπιν σαν να πρόκειται για σφραγίδα στο αρχικό απόσπασμα του 1940 που προοριζόταν για τον Μπέρια. Σε τι είναι καλύτερο αυτό από το ψέμα των Μούχιν, Γκίκα και σία, ότι η απόφαση έχει υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν; Στις στις γενικότερες απόψεις του, ο Ιλιούχιν δεν υστερεί σε αντισημιτισμό και εθνικιστικές τάσεις από τον Ζούκοφ και τον Ζουγκάνοφ. Σε πλήθος σάιτ στο Διαδίκτυο αναφέρονται αντισημιτικές ομιλίες του στη Δούμα, όπου αποκάλεσε τους Εβραίους υπεύθυνους γενοκτονίας στην ΕΣΣΔ και υποστήριξε ότι τα προβλήματα της Ρωσίας επί Γιέλτσιν προέρχονταν από το ότι η κυβέρνηση περιλάμβανε στις τάξεις της πάρα πολλούς Εβραίους. Σε ρωσικά σάιτ όπου ο ίδιος παραχωρεί συνέντευξη σημειώνεται ως κάτι παγκοίνως γνωστό ότι ο Ιλιούχιν, ως νο2 του ΚΚΡΟ, «δεν έκρυψε ποτέ τις εθνικιστικές ιδέες του». Παράλληλα, ο ίδιος ηγούνταν της Κίνησης για την Υποστήριξη του Στρατού, μιας προσκείμενης στο ΚΚΡΟ οργάνωσης, από κοινού με τον διαβόητο αντισημίτη και μέλος του ΚΚΡΟ στρατηγό Μακάσοφ, περίφημο για τη φράση του ότι η οργάνωση πρέπει να μετονομαστεί ανεπίσημα σε «Κίνημα ενάντια στους Εβραίους»198. Ας σημειωθεί ότι ανάμεσα στις διάφορες “πλαστογραφίες” που ξεσκέπασε ο Ιλιούχιν περιλαμβάνεται και η Διαθήκη του Λένιν. Στην επιστολή του στον Ζιουγκάνοφ, όπου κατάγγειλε τις πλαστογραφίες σχετικά με το Κατίν, αναφέρει μεταξύ άλλων ως αποδεδειγμένο, ότι «Ρώσοι επιστήμονες, ιδιαίτερα ο Δόκτωρ
198 Από τις δεκάδες αναφορές, βλ. πχ., το ρεπορτάζ των Νιου Γιορκ Τάιμς, «Ένας κομμουνιστής κατηγορεί τον Γιέλτσιν και τους εβραίους βοηθούς του για γενοκτονία», http://www.nytimes.com/1998/12/16/world/a-communist-accuses-yeltsin-and-jewish-aides-ofgenocide.html· επίσης για την αναφορά στον εθνικισμό βλ., «Ο Βίκτορ Ιλιούχιν μιλά στο Russian Journal», http://www.russiajournal.com/node/1182, καθώς και την ίδια τη συνέντευξη, Βίκτορ Ιλιούχιν, «Η μετωπική γραμμή άμυνας του προλεταριάτου», http://www.russiajournal.com/node/1156 και το λήμμα του answers.com για το Κίνημα Υπεράσπισης του Στρατού, http://www.answers.com/topic/movement-in-support-of-the-army.
των Ιστορικών Επιστημών Μ. Μελτιούκοφ, έχουν ήδη αποδείξει ότι η “Διαθήκη του Λένιν” είναι μια πλαστογραφία»199. Αυτό συμπληρώνει επάξια την ανακάλυψη του Μάρτενς στο Μια άλλη Ματιά στον Στάλιν ότι τα αρνητικά σχόλια του Λένιν για τον Στάλιν στη Διαθήκη οφείλονται στο ότι έπασχε από ψυχασθένεια. Ίσως μάλιστα σε λίγο να αποκαλυφθεί ότι και τα ντοκουμέντα για την ύπαρξη του Λένιν είναι μια πλαστογραφία, αφού η Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε κατά βάθος από τον Στάλιν, τον Ιλιούχιν και τον Μελτιούκοφ… Τέλος, δεν πρέπει να μείνει αμνημόνευτο ότι σε συνέντευξη Τύπου του ΚΚΡΟ όπου ο Ιλιούχιν έκανε τις αποκαλύψεις περί πλαστογραφιών, προσκλήθηκε και παραβρέθηκε ο ήδη γνωστός μας Γιούρι Μούχιν. Για το γεγονός αυτό διαβάζουμε σε σχετικό ρεπορτάζ: «Το ΚΚΡΟ συγκάλεσε μια συνέντευξη γι’ αυτό το ζήτημα [των “αποκαλύψεων” του Ιλιούχιν για το Κατίν] στις 18 Ιούνη 2010. Ο Γιούρι Μούχιν αναφέρει γι’ αυτή τη συνέντευξη Τύπου στο σάιτ του. Λέει ότι αυτό για το οποίο κυρίως ενδιαφέρονταν όλοι οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι ήταν το ζήτημα του ποιος ήταν που είχε έρθει στον Βίκτορ Ιλιούχιν και είχε ομολογήσει. Ο Ιλιούχιν ξεκαθάρισε ότι αυτό το πρόσωπο βρίσκεται σε πραγματικό κίνδυνο. Ο Μούχιν μίλησε σύντομα μετά τη συνέντευξη Τύπου με τον Ιλιούχιν, όταν ο Ιλιούχιν θα αναχωρούσε για κάποιο άλλο μέρος»200. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχθεί ότι η παρουσία του Μούχιν στη συνέντευξη του ΚΚΡΟ ήταν συμπτωματική και ότι δεν αποδεικνύει από μόνη της κάποια ιδιαίτερη σχέση του με τον Ιλιούχιν. Ατυχώς, υπάρχει ένα ακόμη περιστατικό που τεκμηριώνει πέρα από αμφισβήτηση την ύπαρξη στενής σχέσης ανάμεσά τους. Το άρθρο του Γκίκα στο Ριζοσπάστη (20/6/2010) που αφιερώνεται στις “αποκαλύψεις” του Ιλιούχιν για το Κατίν, συνοδεύεται από φωτογραφία του Ιλιούχιν με δυο άλλους
199 Γράμμα του Ιλιούχιν προς τον Ζουγκάνοφ, http://www.revleft.com/vb/katyn-massacre-t132926/index2.html. πηγή
200 Εξελίξεις για το Κατίν, http://www.mail-archive.com/marxistleninist-list@lists.econ.utah.edu/msg10008.html.
“έγκριτους” σταλινικούς ιστορικούς και συνεργάτες του, τον Σεργκέι Στρίγκιν και τον Βλάντισλαβ Σουίντ, από κοινού με τους οποίους παρουσίασαν τα “ειδικά εργαλεία πλαστρογραφίας”, κ.λπ. Αυτοί οι δυο “έγκριτοι ιστορικοί” και συνεργάτες του Ιλιούχιν όμως έχουν εκδώσει κοινό βιβλίο με τον Μούχιν για το θέμα του Κατίν. Στο διαδικτυακό τόπο του Γιάκομπ Τζουγκασβίλι, δισέγγονου και θερμού θιασώτη του Στάλιν, το βιβλίο αυτό εγκωμιάζεται θερμά: «Συμβουλεύω τους ανθρώπους που ακόμη έχουν αξιοπρέπεια και καθαρή σκέψη να διαβάσουν το βιβλίο του Γιούρι Μούχιν Η Έρευνα για το Κατίν, το φιλμ του Κατίνσκαγια Ποντλόστ και το τελευταίο βιβλίο του, Σουντ Ναντ Στάλινιμ, στο οποίο ο Γιούρι Μούχιν, ο Σεργκέι Στρίγκιν και ο Βλάντισλαβ Σουίντ, που έχουν ερευνήσει αυτό το θέμα, παρουσιάζουν τα επιχειρήματά τους. Θέλω να παρακινήσω την περιέργεια των αναγνωστών λέγοντάς τους ότι ο Σεργκέι Στρίγκιν ανακάλυψε 43 σημάδια πλαστογραφίας στα έγγραφα από τον Ειδικό Φάκελο 1»201. Όπως φαίνεται, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις από τη σταλινική φιλολογία για το Κατίν, από κάτω της θα βρεις τον Μούχιν. Όχι τυχαία, αφού είναι ο αρχι-τσαρλατάνος, γύρω από τον οποίο μαζεύονται όλοι οι υπόλοιποι. Ας χαίρονται λοιπόν στο Ριζοσπάστη τη νέα πηγή τους, τον Ιλιούχιν και τους συνεργάτες του, τον Στρίγκιν και τον Σουίντ202, που βγάζουν
201 Γ. Τζουγκασβίλι, «Όσο πιο πολύ αφήνουμε πίσω τον Στάλιν, τόσο πιο κοντά ερχόμαστε στον Χίτλερ», http://www.jugashvili.com/press/the_more_we_leave_stalin_behind.html. Αυτά τα «43 σημεία πλαστογραφίας» που ανακάλυψε ο Στρίγκιν, ο συνεργάτης του Μούχιν, παρουσιάζει ουσιαστικά στο άρθρο του ο Γκίκας. Ας σημειωθεί ότι στο σάιτ του ο Τζουγκασβίλι συστήνει θερμά και το βιβλίο των Φουρ και Μπομπρόφ για τον Μπουχάριν, http://www.jugashvili.com/press/furr_bobrov.html. Εδώ και πάλι, η παρέα εμφανίζεται όλη μαζί από μια σύμπτωση, ενώ κατά τα άλλα δεν έχουν τίποτα κοινό… 202 Για να πάρουμε μια ιδέα για τι λογής ταλέντα πρόκειται, να αναφέρουμε μόνο ότι μελέτη των Στρίγκιν και Σουίντ για το Κατίν υπάρχει στο ρωσικό σατανιστικό σάιτ warrax.net, το ίδιο που φιλοξενεί το συναφές πόνημα του Μούχιν και τα κείμενα των νεοφασιστών Βέμπερ, Γκραφ, κ.λπ., για το Ολοκαύτωμα. Βλ. Β. Σουίντ-Σ. Στρίγκιν, «Μυστικά του Κατίν», http://warrax.net/89/7/katyn.html. Εκεί οι δυο συγγραφείς εξηγούν, ως γνήσιοι εθνικιστές, ότι η αποδοχή της ευθύνης για το Κατίν θα ήταν μια βαριά ήττα για τη Ρωσία και πρέπει να πολεμηθεί για να μη βγουν από πάνω οι Πολωνοί.
βιβλία για το Κατίν μαζί με τον Μούχιν, με τον οποίο φυσικά οι ίδιοι κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή σχέση… Στο διαδικτυακό τόπο του ο Μούχιν δίνει και μια σύνοψη των συμπερασμάτων της συζήτησής του με τον Ιλιούχιν, ένα αληθινό μαργαριτάρι, άξιο να απαθανατιστεί, έστω και μόνο ως πειστήριο της επιστημοσύνης του ίδιου και όλης της παρέας: «Τα εξής έγιναν σαφή: 1. Το ανώνυμο πρόσωπο (Α.) φοβάται πραγματικά για τη ζωή του και κρύβεται εξαιτίας αυτού. 2. Ο Α. δεν είναι τρελός, αλλά πραγματικά ένας ειδικός πλαστογραφιών. Ο Μούχιν δεν μπορεί να πει προς το παρόν τι είναι αυτό που το επιβεβαιώνει αυτό, αλλά εν καιρώ το κοινό θα το πληροφορηθεί. 3. Το κίνητρο του Α. “με πονά για τη χώρα μου” επιβεβαιώνεται από ένα προσωπικό κίνητρο που μπορεί να γίνει κατανοητό από μια ανθρωπιστική θεώρηση. Όταν τελικά θα γίνει γνωστό, το κοινό θα καταλάβει τι αφορά το κίνητρο. Προτού αναχωρήσει ο Ιλιούχιν είπε ότι τώρα ο Α. δεν είναι ο μόνος που έχει ομολογήσει αλλά μέσα στη βιασύνη ο Μούχιν δεν είχε την ώρα να το διευκρινίσει αυτό»203. Όχι, προς Θεού, ο Α δεν είναι τρελός. Ούτε ο Ιλιούχιν και ο Μούχιν είναι τρελοί, ούτε οι δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη, που αναμασούν όλες τις βλακείες τους. Όχι, αυτοί είναι οι μόνοι λογικοί, οι ευγενείς και άξιοι απόγονοι του Λένιν και των Μπολσεβίκων. Τρελοί και πράκτορες του ιμπεριαλισμού είναι, όπως φαίνεται, όλοι οι άλλοι άνθρωποι στον κόσμο, που θα πρέπει επειγόντως να φορέσουν ζουρλομανδύα! Κατά τα άλλα, περιμένουμε –και θα περιμένουμε, ως φαίνεται, για πολύ ακόμη– να μάθουμε την ταυτότητα και το κίνητρο του πλαστογράφου…
Ο Στρίγκιν ειδικά έχει και δικό του σάιτ για το Κατίν, «Η αλήθεια για το Κατίν» (www.katyn.ru), όπου μαζί με τις ανακοινώσεις του Ζουγκάνοφ και του Ιλιούχιν, φιλοξενεί πρώτη-πρώτη την είδηση για τη μήνυση που κατέθεσε στις 10/12/2010 ενάντια στη ρωσική Δούμα για την αναγνώριση της ευθύνης για το Κατίν ένα άλλο δισέγγονο του Στάλιν, ο Εβγκένι Τζουγκασβίλι… 203 Εξελίξεις για το Κατίν, http://www.mail-archive.com/marxist-leninistlist@lists.econ.utah.edu/msg10008.html.
10. Ο σταλινικός φανατισμός απέναντι στην ιστορία Στην προσπάθειά τους να αρνηθούν την ιστορική αλήθεια για το Κατίν, οι σταλινικοί απολογητές οδηγούνται από το φανατισμό τους στο να αναπτύσσουν τα ψέματά τους ως τον παραλογισμό, τη μυστικοποίηση των γεγονότων και την πλήρη τύφλωση απέναντι στην ιστορία. Πέρα δε από τον εαυτό τους, καταδικάζουν σε αυτό το αδιέξοδο τους αναγνώστες τους, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν πρόσβαση σε έγκυρες πηγές και νομίζουν ότι διαβάζουν κάτι σοβαρό και τεκμηριωμένο. Στο παρόν μέρος θα ασχοληθούμε από αυτή την πλευρά με ορισμένους από τους ισχυρισμούς τους που εξετάσαμε ήδη και κάποιους άλλους που δεν έχουμε ακόμη εξετάσει. Αναφερθήκαμε ήδη στην ψευδή διαβεβαίωση του Μ. Μαΐλη, που αναπαράχθηκε κατόπιν και σε πολλά σχόλια του Ριζοσπάστη, ότι δήθεν ο ίδιος ο Γκέμπελς είχε παραδεχτεί την ενοχή των ναζί. Αυτό που εκπλήσσει περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η ικανότητά τους να διατυπώνουν και να υπερασπίζουν ένα τέτοιο ισχυρισμό, αλλά η ανικανότητά τους να αναρωτηθούν: Είναι ποτέ δυνατό να αληθεύει αυτό που λέμε; Απέναντι σε μια τέτοια διαβεβαίωση, κάθε λογικός, σκεπτόμενος άνθρωπος θα σκεφτεί: Μα αν υπήρχε τέτοια ομολογία του Γκέμπελς θα συζητιόταν ακόμη το θέμα του Κατίν; Δεν θα ήταν κοινά παραδεκτό από όλους ότι είναι έγκλημα των ναζί; Ο κατάλογος των ερωτημάτων μπορεί να αυξηθεί κατά πολύ. Γιατί, για παράδειγμα, η ΕΣΣΔ δεν επικαλέστηκε και δεν πρόβαλε αυτό το συντριπτικό στοιχείο στη διαδικασία της Νυρεμβέργης, όπου συζητήθηκε το θέμα; Τι χρειάζονταν οι εκθέσεις του Μπούρντενκο, κ.λπ.· αυτό μόνο δεν θα έφτανε; Γιατί δεν το πρόβαλε και αργότερα τουλάχιστον ως το θάνατο του Στάλιν το 1953, όταν κατά το ΚΚΕ η σοβιετική ηγεσία ακολουθούσε “πιστή κομμουνιστική γραμμή”; Γιατί δεν το πρόβαλε και αργότερα ποτέ επί δεκαετίες, ως την εποχή της διάλυσής της, κανένας σοβιετικός ιστορικός; Γιατί δεν το πρόβαλαν επίσης ποτέ δυτικοί ιστορικοί όπως ο Καρ και διανοητές όπως ο Σαρτρ, που διακρίνονταν για τις προοδευτικές
απόψεις τους και τη συνεπή αντιπαράθεσή τους στα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού και του φασισμού; Διατυπώνοντας τον ισχυρισμό τους για τον Γκέμπελς, χωρίς να το καταλαβαίνουν οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ προβαίνουν και σε μια γενικότερη διακήρυξη: Από τη μια για τους άλλους, ότι ήταν όλοι, ακόμη και η σταλινική ηγεσία που υποστηρίζουν, εντελώς ηλίθιοι ή πουλημένοι. Και από την άλλη για τον εαυτό τους, ότι είναι ή πολύ μεγάλοι, τόσο που κανείς στον κόσμο δεν έχει καταλάβει το μεγαλείο τους, ή πολύ μικροί, τόσο που και οι ίδιοι ακόμη καταλαβαίνουν τη μικρότητά τους και προσπαθούν να την κρύβουν με κάθε λογής ανοησίες. Τα ίδια ερωτήματα μπορεί βέβαια να τεθούν και για τους άλλους ψευδείς ισχυρισμούς τους, όπως ότι οι πλαστογράφοι της απόφασης πρόσθεσαν υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν χωρίς να ελέγξουν αν ήταν παρόντες στη σύνοδο του ΠΓ ή ότι έβαλαν για έγγραφο του 1940 σφραγίδα του ΚΚΣΕ που δεν υπήρχε πριν το 1952. Αυτό επίσης υπονοεί ότι ο ιμπεριαλισμός, που διαθέτει επιτελεία της εμπειρίας της CIA, και οι αστοί αντίπαλοι του σοσιαλισμού στην ίδια τη Ρωσία, είναι τόσο ηλίθιοι, ώστε στη διάπραξη μιας πλαστογραφίας να κάνουν λάθη που το πιθανότερο θα τα απέφευγαν ακόμη και μικρά παιδιά. Η ιστορία παρουσιάζεται έτσι σαν ένας συναγωνισμός μεταξύ ηλιθίων. Το να θέτουν με τέτοιο τρόπο το ζήτημα οι δημοσιολόγοι του ΚΚΕ είναι κατανοητό: έχοντας συναίσθηση της ανεπάρκειάς τους, την οποία βιώνουν σε κάθε βήμα, και μη θέλοντας να παραδεχτούν τα εγκλήματα και τα αίσχη στα οποία οδήγησε αυτή η ανεπάρκεια όταν επικράτησε στο κίνημα, προσπαθούν να αποδείξουν ότι οι ιμπεριαλιστές είναι ακόμη πιο ηλίθιοι από τους ίδιους, και επομένως η νίκη του κινήματος ό,τι και αν συμβεί είναι εξασφαλισμένη. Σε αυτό ουσιαστικά καταλήγει όλη η αρθρογραφία τους για το Κατίν (και όχι μόνο αυτή, βέβαια). Η ιστορία όμως δεν είναι ένα θέατρο ηλιθιότητας και παραλόγου. Μετατρέποντας την ιστορία σε καρικατούρα, καταφέρνουν μόνο να αποδεικνύουν πως οι ίδιοι είναι μια καρικατούρα και πώς μόνη ικανότητά τους είναι η φτηνή και
κάλπικη προπαγάνδα, που αδυνατεί να εμβαθύνει στο νόημα των γεγονότων. Από τα πολλά τέτοια παραδείγματα στην αρθογραφία τους, ένα από τα πιο τυπικά μας προσφέρει η επιχειρηματολογία του κ. Γκίκα ότι στα χρόνια του πολέμου και ως το 1945 ο Τσόρτσιλ και άλλοι ηγετικοί παράγοντες του ιμπεριαλισμού χαρακτήριζαν το Κατίν έργο των ναζί και άλλαξαν θέση μεταπολεμικά, όταν ξεκίνησε ο ψυχρός πόλεμος. Ο ίδιος παραθέτει θριαμβευτικά την εξής δήλωση του Τσόρτσιλ τον Απρίλη του 1943, όπου αρνούνταν την ναζιστική εκδοχή και τη διεξαγωγή έρευνας που πρότειναν οι ναζί: «Είμαστε οπωσδήποτε αντίθετοι σε κάθε υποτιθέμενη “έρευνα” που θα διεξαγόταν από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό ή οιονδήποτε άλλο οργανισμό από οιαδήποτε άλλη περιοχή υπό γερμανική κυριαρχία. Μια τέτοια έρευνα θα ήταν απάτη και τα συμπεράσματά της προϊόν τρομοκρατίας»204. Συνάγεται, κατά τον Γκίκα, ότι ενώ αρχικά έλεγαν την αλήθεια, οι ιμπεριαλιστές υιοθέτησαν κατόπιν την “προπαγάνδα των ναζί” για τους αντικομμουνιστικούς τους σκοπούς και συνεπώς η ύπαρξη “ιμπεριαλιστικής συνομωσίας” αποδείχτηκε. «Το Κατίν», αποφαίνεται, μεταφέρθηκε έτσι «από το προπαγανδιστικό οπλοστάσιο των ναζί σε εκείνο του “ελεύθερου κόσμου”»205. Λίγη σκέψη πάνω στο θέμα θα αρκούσε, ωστόσο, να τους δείξει πως όσο συνεχιζόταν ο αντιφασιστικός πόλεμος, ακόμη και αν γνώριζαν, όπως πιστοποιούν όλες οι πηγές, την αλήθεια για το Κατίν, οι ηγετικοί παράγοντες του ιμπεριαλισμού δεν μπορούσε να πάρουν καμιά άλλη θέση παρά να αποδώσουν το έγκλημα στους ναζί. Αν στο μέσο του πολέμου δικαίωναν σε ένα τόσο σοβαρό θέμα τους ναζί, αυτό θα ήταν μια τεράστια ηθική νίκη γι’ αυτούς, που θα βοηθούσε ποικιλότροπα την αντίστασή τους, μεγαλώνοντας τις στρατιωτικές απώλειες για τους συμμάχους. Εξάλλου, μια τέτοια τοποθέτηση θα ενίσχυε τις ισχυρές δυνάμεις στο εσωτερικό του ιμπεριαλισμού που επιθυμούσαν
204 Α. Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4/2010. 205 Στο ίδιο.
ένα συμβιβασμό με τον Χίτλερ και ένα κοινό μέτωπο με τους ναζί ενάντια στην ΕΣΣΔ, απειλώντας με διάσπαση του αντιφασιστικού μετώπου. Ο Τσόρτσιλ και ο Ρούσβελτ εναντιώνονταν σε αυτό, κατανοώντας ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος ενάντια στους ναζί, η αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ έπρεπε να αναβληθεί. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει όμως για όλους τους παράγοντες του ιμπεριαλισμού, στο εσωτερικό του οποίου είχε φανεί από την εποχή των Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ πόση ισχύ είχαν οι διαθέσεις υπέρ του κατευνασμού του Χίτλερ. Οι Τσόρτσιλ και Ρούσβελτ ήταν αρκετά οξυδερκείς για να αντιληφθούν ότι αν έπαιρναν το 1943 θέση υπέρ της σταλινικής ενοχής, θα κλόνιζαν το λιγότερο την ηγεμονία τους στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, με απρόβλεπτες, και δυσμενείς και για την έκβαση του πολέμου, συνέπειες. Το να προβάλει, λοιπόν, κανείς επιχειρήματα ότι «αφού το έλεγε και ο Τσόρτσιλ το 1943, τι χρείαν αποδείξεων έχομεν», όπως ο κ. Γκίκας, προσεγγίζει επικίνδυνα στην πλήρη ιστορική ακατανοησία. Οι δημόσιες αυτές δηλώσεις του Τσόρτσιλ επιβάλλονταν από την πραγματικότητα του πολέμου και δεν μπορούν να χρησιμέψουν ως τεκμήριο για την ιστορική αλήθεια206. Αν δε μπορεί να κατηγορηθούν ο Τσόρτσιλ και οι Αμερικάνοι για κάτι είναι όχι γιατί δεν είπαν την αλήθεια για το Κατίν το 1943 ενώ τη γνώριζαν, αλλά ότι όταν αποφάσισαν αργότερα να την πουν το έκαναν όχι για να διδαχτούν από την ιστορία, αλλά για να δικαιολογήσουν την επιστροφή τους στην αντίδραση, που γέννησε το φασισμό. Η αρθρογραφία του Γκίκα, πρέπει να το ομολογήσουμε, προσφέρει και ορισμένα πιο εμπνευσμένα, λεπτεπίλεπτα παραδείγματα παραχάραξης της αλήθειας. Πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί στο μέρος 5, αποκαλυπτικός είναι ο παραπλανητικός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τη διαδικασία της Νυρεμβέργης και το θέμα της μετέπειτα στάσης των ιατροδικαστών που συμμετείχαν στην επιτροπή των ναζί,
206 Σε ιδιωτικές συναντήσεις με τα μέλη της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης ο Τσόρτσιλ έλεγε άλλα πράγματα. Σε μια συνομιλία με τον πολωνό πρωθυπουργό στρατηγό Σικόρσκι στις 15 Απριλίου 1943 είπε ότι «μπορούσε να πιστέψει στη σοβιετική ενοχή», αλλά «προειδοποίησε τους Πολωνούς ενάντια στο να εγείρουν το θέμα δημόσια». Βλέπε Τσιεντσιάλα, κ.ά., Κατίν: Ένα Έγκλημα χωρίς Τιμωρία, σελ. 217.
κάνοντας αδύνατο να καταλάβει ο μέσος αναγνώστης περί τίνος πρόκειται. Σχετικά με την πρωτοβουλία της ΕΣΣΔ να συμπεριληφθεί το Κατίν στις δίκες της Νυρεμβέργης, ο Γκίκας διατυπώνει την απορία: «Γιατί να θέσει η ΕΣΣΔ το ζήτημα στην αρμοδιότητα ενός διεθνούς δικαστηρίου, τη στιγμή μάλιστα που υποτίθεται ότι πάσχιζε να συγκαλύψει την “ενοχή” της; Γιατί να μπλοκάρουν οι “Σύμμαχοι” τη διαδικασία; Μήπως γιατί προσέβλεπαν σε μια ενδεχόμενη εκμετάλλευση της υπόθεσης στο μέλλον; Πράγματι, το Κατίν καταλαμβάνει έκτοτε περίοπτη θέση στο οπλοστάσιο του ιμπεριαλισμού»207. Και αυτές είναι οι απορίες ενός σοβαρού ερευνητή, που κόβεται μάλιστα για τη «μάχη των συνειδήσεων» και παίρνει όρκους στην «ιστορική αλήθεια»208! Μα και το τελευταίο βρέφος θα δει ότι ο λόγος που έθεσε και όφειλε να θέσει το θέμα του Κατίν στη Νυρεμβέργη η ΕΣΣΔ, ή για να ακριβολογούμε η σταλινική ηγεσία, ήταν ακριβώς για να συγκαλύψει την ενοχή της. Η Νυρεμβέργη δεν ήταν ένα οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο. Ήταν το διεθνές δικαστήριο όπου θα δικάζονταν, με συμφωνία και συμμετοχή της ΕΣΣΔ ως μιας από τις νικήτριες δυνάμεις, τα εγκλήματα πολέμου των ναζί. Από τη στιγμή λοιπόν που η σταλινική ηγεσία επέμενε ότι το Κατίν ήταν έγκλημα των ναζί, είναι σαφές ότι έπρεπε να θέσει το θέμα στη Νυρεμβέργη. Αν δεν το έκανε, αυτό θα ισοδυναμούσε με έμπρακτη ομολογία ότι οι προηγούμενοι ισχυρισμοί της ήταν ψευδείς. Για να αποτύχει κανείς να καταλάβει κάτι τόσο προφανές και να θέτει το ερώτημα όπως ο Γκίκας, δυο τινά μπορεί να ισχύουν: ή να είναι εντελώς ανόητος, ή να παριστάνει τον εντελώς ανόητο. Και φυσικά, σίγουρα ενθάρρυνε τη σταλινική πλευρά ο υπολογισμός ότι μέσα στο γενικό τότε κλίμα καταδίκης του ναζισμού, υπήρχε η περίπτωση, ιδιαίτερα αν δεν ζούσαν οι αξιωματικοί στους οποίους θα καταλόγιζε το έγκλημα, “να πιάσει το κόλπο”…
207 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4/2010. 208 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 20/6/2010.
Ο Γκίκας μπορεί να κατακεραυνώνει τους ιμπεριαλιστές επειδή εμπόδισαν να οδηγηθεί το θέμα στο δικαστήριο και να στιγματίζει τους κακούς αντικομμουνιστικούς σκοπούς τους. Πριν όμως το κάνει αυτό, ως ερευνητής θα όφειλε να απαντήσει σε 2-3 στοιχειώδη ερωτήματα: Για να οδηγηθεί σε δίκη η υπόθεση δεν θα έπρεπε πρώτα να αποδειχτεί ότι η σταλινική πλευρά είναι ικανή να στηρίξει την κατηγορία; Αποδείχτηκε κάτι τέτοιο στην προκαταρκτική διαδικασία και από πού προκύπτει αυτό; Και αν υπήρχε μια τέτοια εκτίμηση στη σταλινική πλευρά ότι όντως αποδείχτηκε, γιατί δεν υπέβαλε αυτή το αίτημα να προχωρήσει η διαδικασία, ώστε να φανούν οι κακές προθέσεις των “αντικομμουνιστών”, που θα το απέρριπταν; Η απάντηση είναι προφανής: Η διαδικασία ακρόασης ήταν ένα φιάσκο για τη σταλινική εκδοχή και αν υποβαλλόταν τέτοιο αίτημα από τη σταλινική πλευρά, στην απόφαση οι δικαστές θα αναγκάζονταν να αναφέρουν τους λόγους της απόρριψης και θα ρεζιλευόταν… Για τη στάση των μελών της Διεθνούς Επιτροπής που συνέστησαν οι ναζί, ο Γκίκας γράφει: «Πολλοί από τους συμμετέχοντες στη λεγόμενη “Διεθνή Επιτροπή”, όπως ο τσεχοσλοβάκος καθηγητής της ιατροδικαστικής F. Hajek ή ο Βούλγαρος ιατροδικαστής M. Markov, ανακάλεσαν αργότερα καταθέτοντας ότι τα πορίσματα ήταν προκατασκευασμένα και υπεγράφησαν κάτω από καθεστώς πίεσης και φόβου»209. Ο ακατατόπιστος αναγνώστης που θα διαβάσει αυτές τις γραμμές θα μείνει με την εντύπωση ότι εκτός από τον Μαρκόφ και τον Χάγιεκ, υπήρξαν αρκετές ακόμη τέτοιες περιπτώσεις ανακλήσεων. Η αλήθεια όμως, που δεν μπορεί να αγνοεί ο κ. Γκίκας, είναι ότι από τα 12 μέλη της “Διεθνούς Επιτροπής”, αυτοί οι δυο ήταν οι μόνοι που ανακάλεσαν. Δεν υπήρξε κανένας άλλος. Από τους εναπομένοντες 10, οι πέντε κατέθεσαν το 1952 στην έρευνα της Επιτροπής Μάντεν210 του
209 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 18/4/2010. 210 Βλέπε στην Τελική Έκθεση της Επιτροπής Μάντεν, μέρος VIII, Μαρτυρία της Διεθνούς Ιατροδικαστικής Επιτροπής,
αμερικάνικου Κογκρέσου επιβεβαιώνοντας τις αρχικές γνωματεύσεις τους, ενώ από τους υπόλοιπους κανείς δεν έχει ακουστεί να άλλαξε ποτέ άποψη. Ο Γκίκας παρουσιάζει τα μέλη της επιτροπής των ναζί ως ευρισκόμενα υπό πίεση όταν έκαναν την έκθεσή τους, το οποίο ασφαλώς είναι σωστό και απαιτεί να προσεγγίζεται η κρίση τους με επιφύλαξη. Η αλήθεια όμως είναι ότι μετά το 1945, οι μόνοι δυο που παρέμειναν υπό πίεση ήταν ο Τσέχος και ο Βούλγαρος που άλλαξαν την κατάθεσή τους: αν δεν το είχαν κάνει, η κατάληξή τους σε κάποιο στρατόπεδο, αν όχι και χειρότερα, ήταν δεδομένη. Οι υπόλοιποι στη Δύση δεν θα είχαν καμιά άμεση συνέπεια, είτε έπαιρναν τη μια ή την άλλη θέση. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι οι πέντε που επιβεβαίωσαν το 1952 την κατάθεσή τους στην Επιτροπή Μάντεν το έκαναν γιατί εξαγοράστηκαν, ως τότε είχε περάσει μια 7ετία. Και το 1945 ιδιαίτερα το γενικό κλίμα ήταν υπέρ του κομμουνισμού ενώ οι αποκαλύψεις των φρικαλεοτήτων των ναζί τάραζαν τις συνειδήσεις. Αν αληθεύει ότι όλοι όσοι υπέγραψαν την έκθεση των ναζί παραπλανήθηκαν, γιατί δεν υπήρξε ούτε ένας στη Δύση μετά το 1945 να αλλάξει άποψη; Δεν βρέθηκε ούτε ένας να πει ότι «μας κορόιδεψαν οι φονιάδες» και να τον εγκαλέσει η συνείδησή του; Η εύκολη απάντηση είναι ότι οι ναζί είχαν επιλέξει αυστηρά τους μετέχοντες στη Διεθνή Επιτροπή, που ήταν όλοι ομοϊδεάτες τους, ειδικά οι 11 από τις κατεχόμενες χώρες (ο 12 ιατροδικαστής Ναβίλ ήταν από την ουδέτερη Ελβετία). Ωστόσο, αυτό απλά δεν είναι αληθινό. Μεταξύ των ειδικών υπήρχαν
http://www.electronicmuseum.ca/PolandWW2/katyn_memorial_wall/madden_committee/final_report/appendix_8.html. Ας προσθέσουμε με την ευκαιρία ότι η έκθεση της Επιτροπής Μάντεν είναι ένα σοβαρό ντοκουμέντο, με υποστηρικτικό υλικό έκτασης περίπου 2.000 σελίδων, που παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και χωρίς τις χασμωδίες της κομπογιαννίτικης Έκθεσης Μπούρντενκο. Ο κ. Γκίκας είναι τυπική περίπτωση ερευνητή που η πιο βαθιά, ευγενής φιλοδοξία του θα ήταν να συμμετέχει στη σύνταξη τέτοιων εκθέσεων για λογαριασμό των κυρίαρχων τάξεων. Δυστυχώς, τα προσόντα του δεν επαρκούσαν γι’ αυτό και έτσι, αφού απέτυχε να χωθεί σε κάποια Επιτροπή Μάντεν, ήρθε στην εργατική τάξη για να συνεισφέρει στη σύνταξη άρθρων και εκθέσεων επιπέδου Μπούρντενκο, που ανταποκρίνονται στο αληθινό διανοητικό του ανάστημα. Το δυστύχημα είναι ότι η υπόθεση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με εκθέσεις Μπούρντενκο και από τσιράκια σε αναζήτηση αφεντικών που χρήζουν τέτοιων εκθέσεων. Απαιτεί εκθέσεις επιπέδου ανώτερου εκείνου του Μάντεν.
ασφαλώς ορισμένοι που είχαν συνεργαστεί με τους ναζί (αναφέρεται, π.χ., ο Ούγγρος Όρσος), υπήρχαν όμως και άλλοι που ήταν απλά ειδικοί επιστήμονες. Για έναν από αυτούς, τον Χέλγκε Τράμσεν, ο οποίος στάλθηκε αντί του ανωτέρου του από το Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο της Κοπεγχάγης, υπάρχουν πληροφορίες ότι συμμετείχε στο αντιφασιστικό κίνημα της Δανίας, και ότι αργότερα, το 1944, φυλακίστηκε και βασανίστηκε από τους ναζί211. Ωστόσο, ο Τράμσεν επιβεβαίωσε την γνωμάτευσή του το 1952 στην Επιτροπή Μάντεν. Ένα πρόσωπο που είχε γνωρίσει τη θηριωδία των ναζί, αν είχε εξαναγκαστεί σε ψευδή κατάθεση, γιατί να επιμείνει σε αυτή; Δεν θα ήταν πολύ πιο φυσικό να καταγγείλει τους μετέπειτα διώκτες του; Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να μη σταθούμε πάλι στην άψογη τεχνική του κ. Γκίκα, που είναι άξια θαυμασμού και μίμησης από τους ομοϊδεάτες του. Οι άλλες προσεγγίσεις τύπου Σλομπότκιν, κ.λπ., μένουν πολύ πίσω, παρουσιάζοντας ενδιαφέρον μόνο για το γυμνό και ωμό θράσος τους που προσεγγίζει τη φασιστική νοοτροπία. Ένα τυπικό παράδειγμα μας παρέχει εδώ ο τρόπος που σχολιάζει ο Σλομπότκιν στοιχεία που ξεκάθαρα δεν συνάδουν με τη σταλινική εκδοχή, όπως το μετέπειτα αποδεδειγμένο γεγονός της μεταφοράς των Πολωνών αξιωματικών στο Κατίν την άνοιξη του 1940, δηλαδή ακριβώς όταν έγιναν οι εκτελέσεις, εφόσον ήταν έργο του σταλινισμού. Αποκαλώντας “γκεμπελίσκους” συγγραφείς όπως ο Φάλιν –ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της σταλινικής ευθύνης για το Κατίν από την εποχή της Περεστρόικα– που το επικαλούνται, λέει: «Το βιβλίο του Φάλιν Χωρίς εκπτώσεις στις περιστάσεις είναι πολύ σημαντικό για την κατανόηση του πώς κατασκεύασαν το ψέμα του Κατίν οι γκεμπελίσκοι μας. Πρώτον, ο Φάλιν… βγάζει το συμπέρασμα ότι οι εκτελέσεις των Πολωνών αξιωματικών είναι έγκλημα του Μπέρια, δεδομένου ότι μεταφέρθηκαν με συνοδεία στρατευμάτων από
211 Βλέπε τη βιογραφία του Τράμσεν στη Wikipedia, http://pl.wikipedia.org/wiki/Helge_Tramsen. Εκεί δηλώνεται μεταξύ άλλων ότι τον συνέλαβε η Γκεστάπο στις 28/7/1944 και φυλακίστηκε στην Κοπεγχάγη, ενώ μετά κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γιουτλάνδη.
το Κοζέλσκ στο Κατίν (πραγματικά μεταφέρθηκαν, αλλά όχι για εκτέλεση αλλά σε σωφρονιστικά στρατόπεδα εργασίας)»212. Δεν είναι αυτό ακριβώς το είδος της ξεδιάντροπης διαστρέβλωσης που μετά τον Γκέμπελς έχει καθιερωθεί να αποκαλείται γκεμπελισμός; Το γεγονός που επικαλείται ο Φάλιν είναι πραγματικό, ενώ το συμπέρασμά του ενισχύεται από πλήθος άλλα, όπως ότι ενώ ως τη μεταφορά τους στο Κατίν και τους άλλους τόπους εκτέλεσης ξέρουμε τι έκαναν οι Πολωνοί, μετά τα ίχνη τους χάνονται και δεν διαθέτουμε κανένα στοιχείο ότι παρέμεναν ζωντανοί (στοιχεία που κανονικά θα υπήρχαν αν υποτεθεί ότι εκτελέστηκαν από τους ναζί ένα χρόνο μετά). Για παράδειγμα, δεν αναφέρονται σε λίστες κρατουμένων, αναφορές, κ.λπ., μετά τον Ιούνιο του 1940. Δεν υπάρχει καν μια αναφορά για το πού τους έβαλαν ως το Σεπτέμβρη του 1941, κ.λπ. Για κάθε απροκατάληπτο μελετητή αυτό συνιστά απόδειξη ότι το έγκλημα διαπράχτηκε από τη σταλινική πλευρά και θα συνιστούσε τέτοια και αν δεν υπήρχαν τα ντοκουμέντα με τις υπογραφές του Στάλιν και του Μπέρια. Για τον Σλομπότκιν, η επίκληση αυτού του γεγονότος από τον Φάλιν πρέπει, αντίθετα, να θεωρηθεί “γκεμπελισμός”. Και τα ντοκουμέντα είναι ψεύτικα, και οι παραδοχές των υπευθύνων είναι ψεύτικες, και όλα τα γνωστά στοιχεία είναι ψεύτικα. Η αλήθεια είναι ότι η μεταφορά έγινε για σωφρονισμό, ακόμη και αν αυτό δεν τεκμηριώνεται από τίποτα, μόνο και μόνο επειδή το λέει ο Σλομπότκιν. Ο Λένιν αναφερόταν στον καιρό του στην οικεία συμβουλή του τσαρλατάνου του Τουργκένιεφ, «Να καταγγέλλετε τους άλλους πιο πολύ για τα δικά σας
212 Γ. Σλομπότκιν, Ριζοσπάστης, 29/5/2005. Ανάλογης υφής και αξίας είναι η επίκληση από τον Μούχιν ότι ο Σοπρούνενκο έγραφε το 1941 υπομνήματα στον Στάλιν, όπου λέει πως «το UNKVD “δεν έχει ιδέα” τι έγινε με τους πολωνούς αξιωματικούς» (http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html) και συνεπώς η ομολογία του το 1991-92 ότι ήταν ένας από τους καθοδηγητές της εκτέλεσης δεν ευσταθεί, προέκυψε από πιέσεις, κοκ. Τέτοια υπομνήματα γράφονταν κατά παραγγελία για να αξιοποιηθούν απέναντι σε δυτικές πιέσεις για πληροφορίες σχετικά με την τύχη των Πολωνών. Και απαντήσεις του τύπου “δεν ξέρω” συνιστούν ουσιαστικά ομολογία ενοχής. Αν οι πολωνοί αξιωματικοί ήταν ακόμη ή είχαν εγκαταλειφθεί ζωντανοί στα στρατόπεδα, ο Σοπρούνενκο θα έλεγε ξεκάθαρα, “Τους αφήσαμε εκεί, δεν προλάβαμε να τους μεταφέρουμε” ή κάτι παρόμοιο.
αμαρτήματα». Αυτή ήταν ανέκαθεν η τακτική όλων των υποκριτών, που πλουτίστηκε μετά τον Γκέμπελς με τη δυνατότητα που τους δόθηκε να καταγγέλλουν και το αμάρτημα του γκεμπελισμού… Ο γκεμπελισμός του Σλομπότκιν φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη όταν βεβαιώνει ότι ο Σικόρσκι, ο πρωθυπουργός της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης που υποστήριξε τη σταλινική ενοχή για το Κατίν, είχε στρατολογηθεί από τους ναζί. «Κρίνοντας από έμμεσες πληροφορίες», γράφει, «ο Σικόρσκι ήταν από παλιά σημαντικός πράκτοράς τους»213, επικαλούμενος ως τέτοια μαρτυρία την αλληλογραφία Χίμλερ-Ρίμπεντροπ, όπου πιθανολογούνταν ισχυρά ότι ο Σικόρσκι θα μπορούσε να μεταβεί στο Κατίν κατά τη γερμανική έρευνα. Το επιχείρημα ασφαλώς δεν είναι πρωτότυπο· ουσιαστικά πρόκειται για μια παραλλαγή της οικείας φόρμουλας των Μπογιόπουλων ότι όποιος δεν συμφωνεί πως το Κατίν ήταν έγκλημα των ναζί υποστηρίζει την προπαγάνδα του Γκέμπελς. Επιπλέον, προβλήθηκε από τον ίδιο τον Στάλιν, όταν μετά την ανακοίνωση της ανακάλυψης των τάφων από τους ναζί, έσπευσε να ανακηρύξει την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση «πολωνούς συμμάχους του Χίτλερ», επειδή δεν δεχόταν τη σοβιετική εκδοχή. Ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε υποψία στοιχείου στη βιογραφία του Σικόρσκι, που να τεκμηριώνει έστω έναν κόκκο αλήθειας γι’ αυτό τον ισχυρισμό. Ο Σικόρσκι ήταν ένας φιλελεύθερος πολωνός στρατιωτικός, συγκρίσιμος τον στρατηγό Ντε Γκολ. Με σημαντικό ρόλο στην πολωνική πολιτική ζωή στα 1920-24 έπεσε σε δυσμένεια όταν ο Πιλσούντσκι επέβαλε τη δικτατορία του και συμμετείχε στη δημοκρατική αντιπολίτευση εναντίον του. Στη Γαλλία αργότερα, έγραψε βιβλία όπου προέβλεπε τη στρατιωτικοποίηση της Γερμανίας και επέκρινε τη δυτική πολιτική του κατευνασμού. Ο Σικόρσκι ήρθε σε ρήξη με την ΕΣΣΔ στο διαμελισμό της Πολωνίας το 1939 μα το 1941 πρωταγωνίστησε στην αποκατάσταση των πολωνοσοβιετικών σχέσεων. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας το 1940, αρνήθηκε πρόταση του Πετέν για συνθηκολόγηση με τη Γερμανία. Στη
213 Γ. Σλομπότκιν, στο ίδιο.
διάρκεια του πολέμου, το πολωνικό ναυτικό και οι αεροπόροι που είχαν καταφύγει στην Αγγλία, αλλά και αρκετές χερσαίες πολωνικές μονάδες αναδιοργανώθηκαν και πήραν δραστήρια μέρος στις μάχες σε διάφορα μέτωπα. Μπορεί να είναι κανείς κριτικός απέναντι σε αστικούς, εθνικιστικούς, κ.ά., περιορισμούς του Σικόρσκι, αλλά να υπονοείται ότι η συμμετοχή του στον αντιφασιστικό αγώνα ήταν προϊόν της υπηρεσίας του στους ναζί ξεπερνά τα όρια της φαιδρότητας. Το διακριτικό γνώρισμα της σταλινικής φιλολογίας για το Κατίν δεν είναι μόνο το ψέμα και η γενίκευση του ψέματος. Είναι επίσης η επιμονή στο ψέμα και τη γενίκευση του ψέματος. Και αυτή η επιμονή γίνεται η βάση για τη δικαίωση της κτηνωδίας και το πρακτικό πέρασμα στην κτηνωδία με τη μια ή την άλλη μορφή. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το σάιτ “Κόκκινοι σύντροφοι” (red comrades) που φιλοξενεί την περί Κατίν διατριβή του Μούχιν214. Πρόκειται για ένα σταλινικό σάιτ, που ακολουθεί μια ιδεολογική γραμμή συγγενική με εκείνη του ΚΚΕ στην πρόσφατη περίοδο. Χαρακτηριστικά, τα υλικά του περιλαμβάνουν σε περίοπτη θέση το μεταφρασμένο από τη Σύγχρονη Εποχή βιβλίο του Μάρτενς Μια άλλη ματιά στον Στάλιν. Οι “Κόκκινοι Σύντροφοι” πηγαίνουν απλά λίγο πιο πέρα, αποκαθιστώντας όχι μόνο τον Στάλιν, αλλά και τον Μπέρια και τον Γιέζοφ, τον κατεξοχήν δήμιο της περιόδου των Δικών. Σε ογκώδη κείμενα διαπιστώνεται ότι ο Γιέζοφ ήταν ακόμη πιο κορυφαίος “μπολσεβίκος” από τον Στάλιν, καθώς ήθελε να προχωρήσει με συνέπεια τις εκκαθαρίσεις, εξαφανίζοντας από προσώπου γης όλους τους προδότες, τροτσκιστές, κ.ά., κάτι στο οποίο ο Στάλιν δεν ενέδωσε, ίσως λόγω γεροντικής ανίας. Αυτά διανθίζονται με φωτογραφίες του Γιέζοφ και άλλων στελεχών της KGB όπως ο Κομπούλοφ, από τους οργανωτές του Κατίν,
214 Η διεύθυνσή του συγκεκριμένου σάιτ είναι http://www.geocities.com/redcomrades/. Μια άλλη παρεμφερής ιστοσελίδα είναι το Κόκκινο Κανάλι, http://www.redchannel.de/Ordner_Lit/Literatur_Sprache.htm. Οι μαζοχιστικών τάσεων αναγνώστες θα βρουν εκεί όλα τα πονήματα του Μούχιν, όλα τα επιχειρήματα για την πλαστότητα των ντοκουμέντων περί Κατίν, όλες τις τεκμηριωμένες αναλύσεις για την εγκυρότητα των Δικών της Μόσχας, κοκ.
ενώ ο επισκέπτης θα βρει κείμενα όπου εξυμνείται ο τσαρλατάνος Λισένκο ως αναμορφωτής της σοβιετικής γεωργίας και της βιολογικής επιστήμης (για τις συνεισφορές του στην οποία, βεβαιώνεται, πρέπει να του δοθεί Νόμπελ), ενώ εκκαθαρισμένοι κορυφαίοι σοβιετικοί γενετιστές όπως ο Βαβίλοφ παρουσιάζονται σαν ακαμάτηδες, που δικαίως έπαθαν ότι τους άξιζε215. Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι έπαθαν αυτό που τους άξιζε, καταλήγει επίσης ο Μούχιν αναφορικά με τους πολωνούς αξιωματικούς στο Κατίν. Η τελευταία λέξη του είναι: «Για να πούμε την αλήθεια, κανείς δεν θα έπρεπε να αισθάνεται λύπη γι’ αυτούς τους πολωνούς αξιωματικούς. Ήταν προδότες και δειλοί στο πρόσωπο της χώρας τους και του λαού τους. Ωστόσο, δεν άξιζαν μια γερμανική σφαίρα στη ράχη του κεφαλιού τους. Μόνο μια πολωνική σφαίρα θα επαρκούσε για τα εγκλήματά τους ενάντια στον πολωνικό λαό»216. Αλλά αν είναι έτσι, τι θα εμπόδιζε τον Μούχιν και τους ομολόγους του τύπου Μπέρια, τους οποίους υπερασπίζουν, από το να διαπράξουν αυτό και άλλα παρόμοια εγκλήματα όταν τα συμφέροντά τους το απαιτούσαν και είχαν τη δύναμη και την εξουσία; Ακόμη και αν οι πολωνοί αξιωματικοί ήταν τόσο άθλιοι όσο λέει ο Μούχιν, έχουν όλο το δίκιο να επαναλάβουν σε αυτόν και τους ομοίους του τα λόγια της ηρωίδας του Στρίντμπεργκ: «Εσύ που μας κατηγορείς, Τζάκομπ Χούμελ, είσαι χειρότερος από εμάς». 11. Δυο λόγια για τα αίτια της σφαγής του Κατίν Μια συνέπεια του σταλινικού φανατισμού είναι η συσκότιση, η αδυναμία να ερευνηθούν τα αίτια της σφαγής του Κατίν. Σε όλη την αρθρογραφία του Ριζοσπάστη δεν θα βρούμε καν μια τοποθέτηση του ερωτήματος: ποια από τις δυο πλευρές είχε λόγο να προβεί στο έγκλημα και γιατί; Λένε μόνο ότι επρόκειτο για “προβοκάτσια του Γκέμπελς”, χωρίς όμως να
215 Βλέπε τα άρθρα «Στάλιν και Γιέζοφ, μια υπερ-παραδειγματική άποψη», «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν», «Για τον Λαυρέντι Μπέρια», «Ο Τ. Ντ. Λισένκο και το NKVD», «Ο Μάο και το λάθος του Λεβοντίν», κ.ά., στο http://www.geocities.com/CapitolHill/Embassy/7213/articles.html. 216 Βλ. Μούχιν, στο ίδιο, http://www.geocities.com/redcomrades/katyn.html.
προσφέρουν μια πειστική εκδοχή για το πότε, πώς και γιατί την επινόησε ο Γκέμπελς. Φυσικά σε αυτό το πεδίο, για να είναι αντικειμενική, η ιστορική έρευνα πρέπει να στραφεί και προς τις δυο πλευρές, μη θεωρώντας δεδομένο ότι πρόκειται για σταλινικό έγκλημα, ακόμη και αν τα στοιχεία το πιστοποιούν συντριπτικά. Ενώ όμως τα κίνητρα της σταλινικής ηγεσίας έχουν ερευνηθεί και καταδειχτεί με εντελώς ρεαλιστικό τρόπο, δεν έχει παρουσιαστεί μια σοβαρή εκδοχή που να υποδεικνύει ότι οι ναζί είχαν κάποιο λόγο να προβούν σε αυτή την ενέργεια τον Αύγουστο του 1941. Η απόφασή της σταλινικής ηγεσίας για εκκαθάριση των Πολωνών θεωρείται ότι καθορίστηκε από την επιδείνωση των σχέσεων με την Αγγλία και την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση, που οδήγησε στα τέλη του 1939 και τις αρχές του 1940 σε απειλές επέμβασης και αποπομπή της ΕΣΣΔ από την Κοινωνία των Εθνών, ενώ επισημαίνονται ακόμη λόγοι, όπως το μένος του Στάλιν εναντίον των Πολωνών και η συμφωνία με τους ναζί για την εξάλειψη του πολωνικού κράτους. Η Ναταλία Λεμπέντεβα σημειώνει σχετικά: «Ποιοι ήταν οι λόγοι γι’ αυτή την απόφαση. Ο Στάλιν ήταν ερεθισμένος από την ήττα το 1920 και πρέπει να ένιωθε ιδιαίτερη απέχθεια για τους διοικητές του Πολωνικού Στρατού. Έχοντας αναγνωρίσει την εξάλειψη του Πολωνικού Κράτους, ξεκάθαρα ήθελε να απαλλαγεί από αυτούς τους αξιωματικούς, που θα μπορούσε αργότερα να μετάσχουν σε έναν αγώνα για την ανανέωση της χώρας τους. Η αποβολή της ΕΣΣΔ στις 14 Δεκέμβρη 1939 από την Κοινωνία των Εθνών με παρακίνηση των κυβερνήσεων της Αγγλίας, Γαλλίας και Πολωνίας, αύξησε υπέρμετρα τις αντιδυτικές και αντιπολωνικές θεωρήσεις του Στάλιν. Μετά την υιοθέτηση της απόφασης από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο να σταλεί εκστρατευτική δύναμη στη Φιλανδία, η πολωνική κυβέρνηση άρχισε να προσπαθεί να περιληφθεί μια πολωνική στρατιωτική αποστολή. Στις 24 Ιανουαρίου ο Σικόρσκι διακήρυξε σε μια συνάντηση του Συμβουλίου Υπουργών ότι η αποστολή μιας εκστρατευτικής δύναμης στη Φιλανδία θα ενέπλεκε τη Γαλλία και τη Μεγάλη
Βρετανία σε έναν “ντε φάκτο πόλεμο με τη Ρωσία που είναι πολύ επιθυμητός για μας”. Οι σοβιετικοί πρεσβευτές Μάισκι στη Μεγάλη Βρετανία και Σούριτζ στη Γαλλία πληροφόρησαν τη Μόσχα ότι στη βρετανική και γαλλική κυβέρνηση οι τάσεις για εμπλοκή σε μια Σοβιετοφιλανδική σύγκρουση ενισχύονταν σοβαρά, ότι ήταν έτοιμοι να δράσουν “χωρίς να σταματήσουν παρά τον κίνδυνο να ακυρώσουν τις σχέσεις και ακόμη και της ένοπλης σύγκρουσης”. Στο Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1940 στη Γαλλία και τη Βρετανία επεξεργάζονταν ενεργά τα σχέδια για βομβαρδισμό των πετρελαίων του Μπακού στον Καύκασο. Ο Μπέρια και ο Στάλιν τα είχαν πληροφορηθεί μέσω του διαβόητου κατασκοπευτικού δικτύου των Πέντε του Κέιμπριτζ και από άλλες πηγές»217. Αυτή η εύστοχη σύνοψη της διεθνούς κατάστασης αποτυπώνει τα πραγματικά δεδομένα που ώθησαν τον Στάλιν στην απόφαση εξόντωσης των πολωνών αιχμαλώτων. Η υπόθεση ότι μπορεί να έπαιξαν ρόλο και πιο μακροχρόνιες θεωρήσεις, όπως η πιθανή συνεργασία των πολωνών αξιωματικών με τους ναζί σε μελλοντική γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ, μοιάζει αντίθετα λιγότερο πιθανή218. Ο Στάλιν ενεργούσε πάντα υπό το κράτος τρεχουσών θεωρήσεων και το σύμφωνο φιλίας απομάκρυνε τότε μια άμεση γερμανική απειλή. Αυτά που λέει η Λεμπέντεβα απαντούν μεταξύ άλλων και στο ερώτημα που θέτει η σταλινική φιλολογία, γιατί οι σταλινικές αρχές δεν πήραν μέτρα να σκεπάσουν την ενοχή τους, απομακρύνοντας ταυτότητες και άλλα στοιχεία των Πολωνών. Ενεργώντας υπό το κράτος πανικού δεν πρόλαβαν να το κάνουν και αρκέστηκαν στο καμουφλάζ με τις γερμανικές σφαίρες και τα σχοινιά.
217 Βλέπε Ν. Λεμπέντεβα, «Η Σφαγή στο Κατίν: ο δρόμος προς την αλήθεια», www.intconfhighered.org/Lebedeva-Trier-Report.doc. Αναφορικά με τις συμφωνίες μεταξύ ΕΣΣΔ και ναζιστικής Γερμανίας, αναφέρονται επίσης οι προβλέψεις του μυστικού συμπληρωματικού πρωτοκόλλου του Συμφώνου Φιλίας στις 28/9/1939: «Κανένα μέρος δεν θα επιτρέψει στο έδαφός του οποιαδήποτε πολωνική
προπαγάνδα που επηρεάζει το έδαφος της άλλης χώρας. Και τα δυο θα εξαλείψουν μια τέτοια προπαγάνδα στα εδάφη τους σε έμβρυο και θα παρέχουν πληροφορίες το ένα στο άλλο για κατάλληλα μέτρα επίτευξης αυτού» (παρατίθεται στο Α. Τσιεντσιάλα, Ν. Λεμπέντεβα, Β. Ματέρσκι, Katyn, a Crime Without a Punishment, Yale University Press, 2007, σελ. 61-62.
218 Στην παλιότερη αρθρογραφία του στην Αυγή και το Σπάρτακο ο γράφων είχε υποστηρίξει αυτή την άποψη, που όμως τώρα του φαίνεται αστήρικτη.
Οι μαρξιστές δεν θα συμφωνήσουν ασφαλώς πλήρως με την εκτίμηση της Λεμπέντεβα ότι το Κατίν «ήταν ένα έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα που διέπραξε το ολοκληρωτικό σταλινικό καθεστώς»219. Από τη μαρξιστική άποψη είναι πάντα αναγκαίο να διακρίνουμε ανάμεσα στις κοινωνικο-οικονομικές βάσεις ενός καθεστώτος και τις κατευθύνσεις των δυνάμεων που ασκούν σε μια δοσμένη στιγμή την ηγεσία, και αυτό οδηγεί σε μια πιο περίπλοκη εικόνα από την απλή (και αδιαφιλονίκητη) αναγνώριση της σταλινικής ενοχής. Οι πρακτικές της μπολσεβίκικης κυβέρνησης επί Εμφυλίου Πολέμου, π.χ., ήταν ασύγκριτα πιο ήπιες και θα περιλάμβαναν σε μια αντίστοιχη κατάσταση ίσως τη σύλληψη της ηγεσίας του πολωνικού στρατού, όχι όμως σύλληψη (και μάλιστα εκτέλεση) αδιάκριτα όλων των μεσαίων, κ.λπ., αξιωματικών. Η Λεμπέντεβα, συγκρίνοντας άμεσα το πόλεμο της ΕΣΣΔ με την αστική Πολωνία το 1920 και τα γεγονότα του 1939 χάνει αυτές τις πλευρές που από μαρξιστική οπτική οδηγούν σε μια ακόμη πιο ισχυρή καταδίκη του σταλινισμού. Πέρα από αυτό, όσα λέει ηχούν πειστικά ακόμη και σε σχέση με τις προσωπικές εμπάθειες του Στάλιν: ο ίδιος ο Λένιν είχε αναφερθεί κατά την κρίση στη Γεωργία στο μένος του Στάλιν, τονίζοντας ότι το μένος αποτελεί τον πιο κακό σύμβουλο στην πολιτική. Σε αυτή τη συνάφεια, ακόμη και τα γεγονότα και απειλές ενάντια στην ΕΣΣΔ που παραθέτει η Λεμπέντεβα δεν προσφέρουν δικαιολογία για το έγκλημα, εφόσον υπήρχε η πολύ ρεαλιστική επιλογή της μεταφοράς των αιχμαλώτων σε άλλη περιοχή της ΕΣΣΔ. Ας περάσουμε τώρα στη σταλινική εκδοχή της συνομωσίας του Γκέμπελς “ενάντια στους Μπολσεβίκους και την ηγεσία τους”, δηλαδή τον Στάλιν. Ως εδώ όλα καλά. Αυτό που παρακάμπτεται είναι ότι ναι μεν η εκδήλωση της “συνομωσίας” έγινε τον Απρίλη του 1943, όμως για να μπορεί να την εκδηλώσει τότε, ο Γκέμπελς έπρεπε να την είχε σχεδιάσει και θέσει σε εφαρμογή ήδη από το 1941, μόλις άρχισε η γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να υποδειχτούν
219 Στο ίδιο.
κάποιοι λόγοι που θα ωθούσαν από τότε τους ναζί στη μεθόδευση και υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου; Ο μόνος βάσιμος λόγος είναι μια επιδίωξη και σχεδιασμός των Γερμανών από εκείνο το πρώιμο στάδιο να διασπάσουν την αντιφασιστική συμμαχία. Μια τέτοια υπόθεση, όμως, που θα τους ωθούσε να διαπράξουν το 1941 το συγκεκριμένο έγκλημα με τρόπο που να μπορεί να φανεί ότι ευθύνεται η σταλινική πλευρά, φαντάζει πολύ αναιμική και εξεζητημένη. Οι ναζί τον Ιούνιο του 1941 πίστευαν ότι θα έχουν στην ΕΣΣΔ ένα κεραυνοβόλο πόλεμο όπως στις δυτικές χώρες και οι πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες τους ενίσχυαν αυτή την πεποίθηση. Εξάλλου, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η γερμανική αντικατασκοπεία, η Abwher, είχε υποτιμήσει ισχυρά την ικανότητα αντίστασης της ΕΣΣΔ. Οι ναζί ενεργούσαν, όπως και οι σταλινικοί, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και αφελείς, το να τους αποδίδει κανείς τέτοια προνοητικότητα ώστε να προβλέψουν τι πλεκτάνες θα τους χρειάζονταν σε 2-3 χρόνια, αν τα πράγματα εξελίσσονταν στραβά, σημαίνει να υπερτιμά τα διανοητικά προσόντα τους. Εξάλλου ως τον Ιούνιο του 1941 και τη γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ, η αντιφασιστική συμμαχία δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί σταθερά. Κατά δεύτερο λόγο, αν οι ναζί είχαν προβλέψει ήδη το 1941 ότι θα τους χρειαζόταν μια προβοκάτσια για να διασπάσουν τους συμμάχους προκαλεί απορία η αδέξια οργάνωσή της. Η σταλινική φιλολογία επικαλείται διαρκώς τις γερμανικές σφαίρες στους τάφους, το ερώτημα όμως προβάλλει εύλογα: γιατί να μην κάνουν οι ναζί, εφόσον είχαν όλη τη χρονική άνεση, τις εκτελέσεις με σοβιετικά όπλα και σχοινιά, που διέθεταν σε αφθονία χάρη στην προέλασή τους στην ΕΣΣΔ; Μπορεί να έστησαν μια τέτοια ιδιοφυή προβοκάτσια από το 1941 και να τους διέφυγε ότι χρησιμοποιώντας γερμανικά όπλα και σφαίρες θα χαλούσαν το αριστούργημά τους; Κατά τρίτο λόγο, αν όντως οι ναζί είχαν οργανώσει τη σφαγή το 1941, με το σκεπτικό που αναφέραμε, μπαίνει το ερώτημα: Γιατί να προχωρήσουν στην εκμετάλλευση της υπόθεσης τόσο αργά και όχι αρκετούς μήνες πριν, όταν θα
υπήρχαν πολύ πιο ρεαλιστικές πιθανότητες να φέρει αποτέλεσμα; Γιατί να το φέρουν στο φως όταν, όπως λέει στο Ημερολόγιό του ο Γκέμπελς, θα τους βοηθούσε να κρατηθούν «ένα-δυο βδομάδες», και όχι όταν θα τους έδινε μισό ή ένα χρόνο; Ο σχεδιασμός των ναζί να διασπάσουν την αντιφασιστική συμμαχία το 1943, ιδίως όταν εκδηλώθηκε η ρήξη μεταξύ δυτικών συμμάχων και πολωνικής κυβέρνησης είναι γεγονός. Ωστόσο, η χρονοτριβή τους από την ανακάλυψη των μαζικών τάφων στα τέλη 1942-αρχές 1943, ως την εκμετάλλευση της υπόθεσης τον Απρίλιο, δεν δείχνει ότι είχαν γνώση της από πριν, ούτε πολύ περισσότερο φανερώνει οργανωμένη προβοκάτσια. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι ναζί σκότωσαν τους Πολωνούς για κάποιο άλλο, δικό τους αδιευκρίνιστο λόγο το 1941 και σκέφτηκαν μόλις το 1943 να εκμεταλλευτούν την υπόθεση, παραμένει το γεγονός ότι δεν ταιριάζει διόλου η μεθόδευση της σφαγής. Γιατί τότε, αν δεν είχαν μια ξεκάθαρη στόχευση εξαρχής, να επιλέξουν τη μέθοδο των ατομικών εκτελέσεων με πυροβολισμό στο κεφάλι και να την αναθέσουν σε μονάδες που δεν είχαν χρησιμοποιήσει για τέτοιους σκοπούς πουθενά αλλού; Δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν στις πρώτες μέρες της εισβολής στην ΕΣΣΔ, όταν προήλαυναν ορμητικά σε όλα τα μέτωπα, από το να βάζουν μονάδες διαβιβάσεων να βρίσκουν και να εκτελούν Πολωνούς; Τέλος, ενώ δεν είχαν εμφανή λόγο για τη σφαγή, αφού είχαν ήδη κάμψει την αντίσταση της Πολωνίας, οι ναζί είχαν λόγους να χαρίσουν τη ζωή στους Πολωνούς. Με την κακομεταχείριση που είχαν υποστεί από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες, ένα μέρος τους, ίσως όχι πλειοψηφικό αλλά υπολογίσιμο, ιδίως από την ανώτατη ιεραρχία, θα καλωσόριζε πιθανά τους ναζί και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να οργανωθεί ένα κατοχικό καθεστώς. Οι ναζί δεν φημίζονταν για τη λογική τους και υπάρχουν ενέργειές τους, όπως η εξόντωση των Εβραίων, όπου δεν μπορεί να δοθεί ορθολογική εξήγηση. Ωστόσο, είχαν αποδείξει την ικανότητά τους να βρίσκουν στηρίγματα στα παλιά καθεστώτα και δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τόσες χώρες ενεργώντας μόνο με τον παραλογισμό.
Αν δεν είχαν εξαρχής κατά νου την προβοκάτσια, λοιπόν, γιατί να τους εκτελέσουν όλους, μαζί και εκείνους που θα μπορούσε να τους φανούν χρήσιμοι; Η παραπάνω επισήμανση δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση το σύνολο των πολωνών αξιωματικών, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν αντιχιτλερικά αισθήματα και αν είχαν αντιμετωπιστεί διαφορετικά από τη σταλινική πλευρά, θα είχαν συμμετάσχει στον αντιφασιστικό αγώνα, όπως έκαναν πολλοί ομοεθνείς τους. Η Ναταλία Λεμπέντεβα επισημαίνει αυτό το σημείο, εξηγώντας στη βάση του την αλλαγή στάσης της σταλινικής ηγεσίας, που μετά το Μάιο του 1940 δεν προχώρησε σε άλλες εκτελέσεις Πολωνών: «Κατά το Μάιο του 1940 η απειλή μιας αγγλογαλλικής επέμβασης είχε υποχωρήσει και ο Στάλιν άλλαξε τη στάση του για τους πολωνούς αιχμαλώτους. Η εκτέλεση των νέων έγκλειστων που είχαν σταλεί από τη Λιθουανία δεν προτάθηκε καν. Γιατί; Η γρήγορη νίκη του Χίτλερ επί της Γαλλίας σοκάρισε τον Στάλιν, που ανέμενε μια μακριά αντιπαράθεση ανάμεσα στα “ιμπεριαλιστικά μπλοκ”. Αντιλήφθηκε ότι ο επόμενος στόχος της γερμανικής επίθεσης θα ήταν η ΕΣΣΔ, και ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους πολωνούς αξιωματικούς που ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν τον Χίτλερ»220. Αυτά τα περιστατικά δείχνουν ότι πέρα από την πλήρη έλλειψη σοβαρών τεκμηρίων, η σταλινική εκδοχή είναι αστήρικτη και με την έννοια της ιστορικής αιτιολόγησης και πρέπει γι’ αυτό επίσης να απορριφθεί. 12 Τα ιστορικά διδάγματα από το Κατίν Το Κατίν ήταν ένα μαζικό έγκλημα που διαπράχθηκε από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες. Οι ναζί μπορεί να ευθύνονται για αμέτρητα άλλα εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα, στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν είχαν λόγο να προχωρήσουν σε μια τέτοια πράξη με την έναρξη της επίθεσής τους στην ΕΣΣΔ. Αυτή η εκτίμηση υποβάλλεται από τα ίδια τα γεγονότα και τη λογική, τεκμηριώνεται δε πρακτικά από το σύνολο των μαρτυριών και των στοιχείων. Και
220 Ν. Λεμπέντεβα, «Κατίν, ένας δύσκολος δρόμος προς την αλήθεια», http://en.rian.ru/analysis/20100412/158536574.html.
τεκμηριώνεται ιδιαίτερα από τις ωμές παραχαράξεις, αποσιωπήσεις και ψεύδη που περιέχουν οι ισχυρισμοί και τα ντοκουμέντα και η φιλολογία της σταλινικής πλευράς, πέραν της ανυποληψίας και ενεργού νεοφασιστικής ή εθνικιστικής κατεύθυνσης ορισμένων από τις πηγές της. Από κει και πέρα, το ουσιαστικό θέμα αφορά τα διδάγματα που απορρέουν από το έγκλημα του Κατίν. Αποτελεί μήπως απόδειξη ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι τα δυο άκρα, οι “ολοκληρωτισμοί” που ευθύνονται για τα δεινά του 20ού αιώνα; Και ότι οι πρακτικές του Στάλιν ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, του μπολσεβικισμού και της μαρξιστικής θεωρίας, όπως λένε οι απολογητές του καπιταλισμού221; Οι μαρξιστές έχουν απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, εξηγώντας ότι ο σταλινισμός ήταν ένα ρεύμα ξένο προς την εργατική τάξη και την υπόθεση του σοσιαλισμού. Ως τέτοιος εξέφραζε τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας, του μικροαστικού, παρασιτικού στρώματος που σφετερίστηκε την εξουσία στην ΕΣΣΔ. Οι πρακτικές του δεν απέρρεαν από τη μαρξιστική ιδεολογία ούτε την επαναστατική παράδοση, έστω και αν υποκριτικά τις επικαλούνταν, αλλά από ιδιοτελείς επιδιώξεις και συμφέροντα των γραφειοκρατών. Αν αυτές οι πρακτικές υπερίσχυσαν προφασιζόμενες τον κομμουνισμό και παρήγαγαν στο όνομά του τα ζοφερά αποτελέσματά τους, αυτό
221 Πέρα από τους απολογητές του συστήματος, τέτοιες απόψεις υποστηρίζονται και από αξιόλογους ερευνητές, με ουσιαστική συνεισφορά στη διασάφηση της ιστορικής αλήθειας για το Κατίν. Η Λεμπέντεβα, π.χ., διαπιστώνει ως μια αιτία της σφαγής του Κατίν ότι «οι Μπολσεβίκοι κυρίως εκτελούσαν και απομάκρυναν “κοινωνικούς εχθρούς”, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν εύπορα άτομα» (http://en.rian.ru/analysis/20100412/158536574.html). Από αυτού του είδους τα επιχειρήματα πιάνονται οι διάφοροι Μπογιόπουλοι, για να παίρνουν τις πόζες των Μπολσεβίκων. Ωστόσο, το να επιχειρηματολογεί κανείς έτσι, παίρνοντας για γνήσια τη “μπολσεβίκικη” φρασεολογία και τις χειρονομίες των σταλινικών με τις οποίες κάλυπταν τα αίσχη τους, σημαίνει να χάνει την ουσία του ζητήματος. Η αποτυχία να δει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Μπουχάριν από τη μια, και τον Στάλιν, τον Μπέρια και τον Καγκάνοβιτς από την άλλη, όταν μάλιστα οι τελευταίοι ήρθαν στην εξουσία με την εκκαθάριση της παλιάς μπολσεβίκικης φρουράς, δείχνει μια ανεπαρκή, θολωμένη από τους σπασμούς της εποχής μας, ιστορική αίσθηση.
αντανακλά τις δυσκολίες της μεταβατικής εποχής, ανάμεσα στις οποίες η κληρονομιά της αμάθειας και του σκοταδισμού που της παραδίδει ο παλιός κόσμος δεν είναι η μικρότερη. Ως γεγονός, το έγκλημα του Κατίν και η πολεμική που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό είναι έτσι ένας μικρόκοσμος των συγκρούσεων και των αντιφάσεων του 20ού αιώνα. Σε αυτό αποτυπώνονται ανάγλυφα η διαπάλη των τάσεων της προόδου και της αντίδρασης, οι διαστροφές που προκύπτουν όταν η μια περιβάλλεται τα άμφια της άλλης, οι ανθρώπινες αδυναμίες που από το πιο φωτεινό ιστορικό ξεκίνημα μπορεί να παράγουν αντίθετα αποτελέσματα αν χαθεί το νήμα της ιστορικής εξέλιξης. Και αποτυπώνονται επίσης οι αμέτρητες ανθρώπινες τραγωδίες, ατομικές και ομαδικές, καθώς και το αίτημα της ιστορικής ευθύνης, αν πρόκειται να μην επαναληφθούν οι εκατόμβες και οι ανθρώπινες θυσίες να βρουν δικαίωση. Αυτές οι διαστάσεις θα απασχολήσουν ίσως περισσότερο τις μελλοντικές γενιές, που θα έχουν τη δυνατότητα να δουν με άνεση και από απόσταση τα ιστορικά γεγονότα. Για την ώρα, από την άποψη του σοσιαλιστικού κινήματος, κύρια πλευρά του Κατίν δεν μπορεί παρά να είναι μία: ότι δείχνει γυμνή την κτηνωδία του σταλινισμού, την αποθέωση της ωμής γραφειοκρατικής βίας ως αυτοσκοπό, που δεν είχε τίποτα κοινό με τη δίκαιη επαναστατική βία του Οκτώβρη. Βέβαια, η ίδια πρακτική εκδηλώθηκε σε πλήθος πράξεις των σταλινικών αρχηγών, μεταξύ άλλων και στο ελληνικό κίνημα, με καταστροφικά αποτελέσματα. Αυτό προσπαθούν να υπεκφύγουν με τις χονδροειδείς απάτες και παραχαράξεις της ιστορίας στο Ριζοσπάστη, καταλήγοντας να αποκαλύπτουν άθελά τους τη σταλινική ωμότητα και τα ταπεινά, ιδιοτελή της κίνητρα. Από αυτή την άποψη, η συμπόρευση του ΚΚΕ με φασιστοειδή τύπου Μούχιν και σοβινιστές ή ανερμάτιστους ιστορικούς και προσωπικότητες όπως οι Σλομπότκιν, Φουρ, Ιλιούχιν, Ζούκοφ, Γκίκας, κ.ά., δεν είναι τυχαία. Απορρέει από όλη την τωρινή διαδικασία σταλινικής αναπαλαίωσης σε αυτό το κόμμα, που κάνει αναγκαία μια απολογία της σταλινικής κτηνωδίας. Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, είτε τους
αρέσει είτε όχι, είναι αδύνατο να βρουν άλλα μέσα εκτός από τη συμπόρευση με τους Φουρ, τους Μούχιν και τους Ιλιούχιν, γιατί δεν υπάρχουν άλλα μέσα. Και πιστοποιούν έτσι ότι υπερασπιζόμενοι το σταλινισμό και ταυτίζοντάς τον με την μπολσεβίκικη παράδοση, τον κομμουνισμό και την ΕΣΣΔ παίζουν το παιγνίδι της αστικής ιδεολογίας και βοηθούν το έργο της. Στο άρθρο του, ο κ. Γκίκας παραθέτει ένα απόσπασμα του Φουρ, τον οποίο αποκαλεί προνοητικά “μη κομμουνιστή”, αναφορικά με τα διδάγματα της φιλολογίας για το Κατίν, όπου γίνεται αυτή η προκλητική και ανιστόρητη ταύτιση: «Η άποψη ενός μη κομμουνιστή Αμερικανού ακαδημαϊκού είναι χαρακτηριστική. Γράφει ο Grover Furr: “Ορίστε η άποψή μου: Κανείς δε νοιάζεται για το τι συνέβη στους Πολωνούς αξιωματικούς! Κανείς, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των Πολωνών. Ακόμα, κανείς δε νοιάστηκε ποτέ, ακόμα και την περίοδο που συνέβη!... από τότε, η "Σφαγή του Κατίν" αποτέλεσε ένα ραβδί για να χτυπούνε τους Σοβιετικούς. Ακόμα είναι μια επιπλέον "απόδειξη" ότι "ο κομμουνισμός είναι κακό πράγμα"... Ήδη με αποκαλούν έναν παλιο-λάτρη του Στάλιν επειδή επιμένω στα αποδεικτικά στοιχεία, επειδή δεν προσκυνώ τον ναό ανειλικρινών αντικομμουνιστών ιστορικών των οποίων τα έργα αποτελούν ντροπή για το επάγγελμα του ιστορικού”»222. Μια τέτοια τοποθέτηση όμως είναι υποκριτική, όχι μόνο γιατί ο “μη κομμουνιστής” Φουρ προσδιορίζει τον εαυτό του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που προσδιορίζονται στο ΚΚΕ ως “υπερασπιστές του κομμουνισμού”. Είναι τέτοια κυρίως επειδή όλα τα επιχειρήματα του Φουρ για τους “ανειλικρινείς αντικομμουνιστές ιστορικούς” στρέφονται ενάντια στον ίδιο και ακόμη περισσότερο ενάντια στους αρθρογράφους του Ριζοσπάστη. Γιατί όλη η τακτική των τελευταίων συνίσταται σε φωνασκίες για τις παραχαράξεις της αλήθειας από τους άλλους, ώστε να απομακρύνουν τις υποψίες από πάνω τους και να μπορούν την παραποιούν χειρότερα οι ίδιοι. Να την παραποιούν μάλιστα όχι με ανοιχτά διακηρυγμένη πρόθεση να βλάψουν τον
222 Γκίκας, Ριζοσπάστης, 16/3/2008.
κομμουνισμό, αλλά στο όνομα της “υπεράσπισής” του, που δεν είναι κατά βάθος παρά μια υπεράσπιση του εαυτού τους, της δήθεν αξιωματικής ταύτισής τους με την υπόθεση του κομμουνισμού. Είναι βέβαια αλήθεια ότι στη βάση του KKE υπάρχουν έντιμοι αγωνιστές, που θέλουν να είναι κομμουνιστές. Πολλοί από αυτούς μπορεί να πιστεύουν ειλικρινά και καλοπροαίρετα τις απόψεις που τους προσφέρονται για το Κατίν και άλλα θέματα. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί διόλου την ανοχή, στο όνομα των αγνών προθέσεων της βάσης, τέτοιων απατηλών θεωρήσεων, το μόνο αποτέλεσμα των οποίων είναι να διαστρέφουν τη συνείδηση των απλών αγωνιστών, ούτε την αναγνώριση καλών προθέσεων στους φορείς αυτών των θεωρήσεων. Το ότι οι αρθρογράφοι του ΚΚΕ μπορούν να επικαλούνται στο όνομα του κομμουνισμού πηγές όπως οι Μούχιν και Φουρ, οι Ζούκοφ και Ιλιούχιν, ξεσκεπάζει αδιάσειστα τις κακές τους προθέσεις. Οι δημοσιολόγοι του Ριζοσπάστη θα πουν ίσως ότι κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει για τους Μούχιν, όχι όμως για τους ίδιους, που είναι ατράνταχτα πιστοί στην υπόθεση του κομμουνισμού. Ωστόσο, οι Μούχιν είναι ο καθρέφτης του εαυτού τους και δεν πρέπει να θυμώνουν με αυτό που δείχνει ο καθρέφτης, ούτε μπορεί να αφήνουμε τα λόγια να θολώνουν την πραγματικότητα. Στην πράξη και αυτοί δείχνουν τον ίδιο φανατισμό με τους Μούχιν· και αυτοί επαναλαμβάνουν τα ίδια ψέματα, που αντιγράφουν από εκείνους χωρίς να το παραδέχονται· και αυτοί διαστρεβλώνουν όμοια την ιστορία. Η διαφορά είναι ότι οι Μούχιν στην υπεράσπισή τους του Στάλιν στο θέμα του Κατίν και γενικά βρίσκουν ένα στήριγμα για το νεοφασισμό και τον αντισημιτισμό, ενώ οι συντάκτες του Ριζοσπάστη καμώνονται πως με τα ίδια ακριβώς πράγματα προωθούν τον αγώνα για τον κομμουνισμό. Σε αυτό το καίριο σημείο οι Μούχιν έχουν δίκιο γιατί τέτοιες αφετηρίες είναι μόνο κατάλληλες για την άκρα αντίδραση, στην οποία όσοι τις υποστηρίζουν στο όνομα του κομμουνισμού απλά στρώνουν το δρόμο. Οι Μούχιν δείχνουν
το μόνο νοητό αποτέλεσμα της άποψης και των έργων αυτού του είδους των “κομμουνιστών”. Για όσους δημοσιολόγους ΚΚΕ θέλουν έμπρακτα να αποδείξουν ότι δεν είναι ίδιοι με τα φασιστοειδή, ένας τρόπος υπάρχει: Να παραδεχτούν την ιστορική αλήθεια και να αλλάξουν πορεία. Για τον υπόλοιπο κόσμο, ιδιαίτερα εκείνους που απορρίπτουν ήδη ενσυνείδητα κάθε αντίδραση και φασισμό, το κέρδος από τη μελέτη του Κατίν δεν είναι η επιβεβαίωση του θεμελίου κάθε γνήσια αντιφασιστικής στάσης: Πέρα από την παραδοχή της αλήθειας, είναι αναγκαία και η κατανόησή της. *Ο Χρήστος Κεφαλής είναι χημικός και συγγραφέας, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
http://politikokafeneio.com