The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20131022033722/http://ar.scribd.com/doc/7011343/%CE%A0%CF%89%CF%82-%CE%AD%CE%B3%CE%B9%CE%BD%CE%B5-%CE%BF-%CE%A0%CE%AC%CF%80%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%A0%CF%81-%CE%93%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%94
P. 1
Πως έγινε ο Πάπας ''αλάθητος'' (Πρ. Γεωργίου Δ

Πως έγινε ο Πάπας ''αλάθητος'' (Πρ. Γεωργίου Δ

Ratings:

5.0

(1)
|Views: 1,797|Likes:
منشور بواسطةapi_user_11797_paraskevoudis

More info:

Published by: api_user_11797_paraskevoudis on Oct 17, 2008
حقوق الطبع:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

06/07/2013

pdf

text

original

Πρ. Γεωργίου ∆.

Μεταλληνού

Πως έγινε ο Πάπας «αλάθητος»

Κριτική παρουσίαση έρευνας του ρωµαιοκαθολικού θεολόγου-ιστορικού Α. Μπ. Χάσλερ που έγραψε ένα βιβλίο-βόµβα στα σπλάγχνα του παπισµού

β’ έκδοση

Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις Αθήνα, Τρίκαλα 2002

Σελίδα 1 από 57

Περιεχόµενα
Πρόλογος β’ εκδόσεως Επιστολή Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους; Πρόλογος α’ εκδόσεως Α. Εισαγωγή. ∆ύναµη και αδυναµία! Ένας δριµύς πολέµιος του αλαθήτου Για να µάθει ο Λαός µας Β. Γ. ∆. Ε. ΣΤ. Ζ. Η. Θ. Ι. ΙΑ. ΙΒ. ΙΓ. Από τον Ραββί Ιησού στον «αλάθητο» πάπα Προετοιµασία της Συνόδου Πάπας Πίος ο Θ’ Η ελευθερία της Α’ Βατικανής Συνόδου Ο διάλογος για το αλάθητο Σύνοδος και ιστορία Η επιβολή του νέου δόγµατος Εκκλησιαστικές και κοινωνικές συνέπειες Η ιδεολογία του αλαθήτου Μετά εκατό χρόνια Κυνγκ και Χάσλερ: κοινό µέτωπο Κριτικές παρατηρήσεις 4 6 8 9 9 10 12 12 17 21 23 25 28 29 32 37 40 43 44 54

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Σελίδα 2 από 57

Σελίδα 3 από 57

Πρόλογος β’ εκδόσεως Η επανέκδοση ενός πονήµατος γίνεται συνεπεία δύο, κυρίως, λόγων: α) της εξαντλήσεώς του και β) της εµφανίσεως καταστάσεων, που καθιστούν αναγκαία τη µελέτη του. Και οι δύο αυτοί λόγοι συντρέχουν στην αναδηµοσίευση ενός κειµένου µας, που πρωτοεµφανίσθηκε το 1979, εποχή συνάψεως του Κονκορδάτου της Ελληνικής Πολιτείας µε το Κράτος του Βατικανού, χωρίς την εκκλησιαστική αποδοχή αυτής της ενεργείας, η οποία όµως έγινε πανηγυρικά εφέτος στη βατικανή Νουντσιατούρα (Πρεσβεία) των Αθηνών. Η πρόσφατη επίσκεψη του πάπα στην Αθήνα απεκάλυψε τους αληθινούς στόχους του Βατικανού. Το σκοπούµενο δεν ήταν η πολιτειακή εκ µέρους µας επιβεβαίωση της κρατικής – κοσµικής εξουσίας του Βατικανού και της βασιλικής – ηγεµονικής ιδιότητος του πάπα της Ρώµης, διότι αυτό είχε γίνει µε την σύναψη του Κονκορδάτου, στο οποίο είχαν αντιταχθή οι Αρχιεπίσκοποί µας, µε κορυφαίο τον από Τραπεζούντος Χρύσανθο (†1949). Κύριος στόχος ήταν η κατάφαση εκ µέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος της διπλής ιδιότητος του πάπα: εκκλησιαστικής και κοσµικής. Έτσι, χάσαµε ως Εκκλησία τη µεγάλη ευκαιρία, µε την επίσκεψη του πάπα στην Αθήνα, να ενεργήσουµε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε και να µείνουµε πιστοί στην αληθινή έννοια της ελληνικής φιλοξενίας, αλλά και στην εκκλησιολογία µας, ώστε να µαταιωθή ο ύπουλος στόχος της βατικάνειας διπλωµατίας, αλλά και πρότυπο ορθοδόξου πατερικής συµπεριφοράς να προσφέρουµε στις άλλες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, που στερούνται ελευθερίας… ∆εν το επετύχαµε, «κρίµασιν οις οίδε Κύριος»! Αντίθετα ο πάπας «τα πήρε όλα και έφυγε», όπως δείχνουν και οι θριαµβολογίες των κληρικών και θεολόγων του και οι ερµηνευτικές για τις δηλώσεις του πάπα διευκρινήσεις τους, που αποδεικνύουν ότι τα κείµενά µας όχι µόνο δεν τον «επόνεσαν», αλλά του έδωσαν την ευκαιρία, όπως ήταν και από πριν γνωστό, να απαντήση «καταλλήλως», σώζοντας το κύρος και την αυθεντία του απέναντί µας. Την ανατύπωση της παλαιάς αυτής µελέτης, επειδή συνδέεται µε συγκεκριµένο γεγονός (το Κονκορδάτο του 1979) την αφήνω κατά βάση στην αρχική της µορφή, µε κάποιες µορφολογικές επεµβάσεις µόνον. Άθικτη παραµένει και η Εισαγωγή της, διότι συνετάχθη στην περιρρέουσα ατµόσφαιρα του 1979 και αποτελεί κριτήριο των σηµερινών επιλογών µας. ∆υο λόγια µόνο για τον συγγραφέα του αναλυοµένου εδώ βιβλίου. Ο µακαρίτης τώρα Άουγκουστ Μπέρναρντ Χάσλερ (August Bernhard Hasler), ικανότατος ιστορικός (∆ρ Θεολογίας και Φιλοσοφίας), µε τον οποίο διετήρησα αλληλογραφία µέχρι τον θάνατό του, που συνέβη στην αρχή της δεκαετίας του 1980 – και ήταν µόλις 42 ετών – συνέχισε την γραµµή του γνωστού ρωµαιοκαθολικού καθηγητού Χανς Κυνγκ (Hans Küng), που έγραψε ογκώδες βιβλίο κατά του παπικού αλαθήτου, µε τον τίτλο: «Unfehlbar?» («Αλάθητος;»). Ο Χάσλερ παρουσίασε την ιστορική διάσταση του προβληµατισµού. Το σπουδαίο είναι ότι Σελίδα 4 από 57

ο Χάσλερ όπως µου έγραφε, ετοίµαζε νέα ογκώδη εργασία για την διδακτορία ανά τους αιώνες, αρχίζοντας από τον δικό µας Πεισίστρατο και φθάνοντας ως τον Παπισµό! Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του στο Βατικανό τον βρήκε και ο θάνατος (αιφνίδια). Γι’ αυτό η ανατύπωση της εργασίας µας συνιστά και ευλαβικό µνηµόσυνο στη µνήµη ενός ορθοδοξούντος ρωµαιοκαθολικού επιστήµονος. Η αναφορά όµως στο «αλάθητο» του Ρωµαίου Ποντίφηκος επιτρέπει και έναν ακόµη συνειρµό. Ερωτούν οι ουνιτίζοντες του χώρου µας, πότε κατεδικάσθη η «Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία» ως αιρετική. Λησµονούν όµως την Σύνοδο επί Μ. Φωτίου του 879, που είναι για την Ορθοδοξία η 8η Οικουµενική Σύνοδος (Ι. Καρµίρης, π. Φλωρόσφκυ, π. Ρωµανίδης κ.ά.), και η οποία κατεδίκασε το Filioque και τους εισηγητές του στο Ιερό Σύµβολο. Αλλά και ως προ το αλάθητο. Αν ο άγιος Μάρκος έλεγε τον 15ον αι., ότι «αποστρεφόµεθα» τους Λατίνους ως αιρετικούς», τι θα έλεγε το 1870 µε την δογµατοποίηση του (επί αιώνες αδογµατίστου) αλαθήτου; Ευχαριστώ, τέλος, τις Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις και τον εκδότη κ. Λαυρέντιο Ντετζιόρτζιο που ανέλαβε να επιµεληθεί και δηµοσιεύσει την παρούσα έκδοση. Πρωτοπρ. Γεώργιος ∆. Μεταλληνός Αθήνα, 4 Ιουλίου 2001

Σελίδα 5 από 57

Επιστολή της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους Αγαπητέ µας π. Γεώργιε, Σας γράφοµεν την παρούσαν επιστολήν µας, δια να σας εκφράσωµεν την ειλικρινή χαράν µας δια την δηµοσιευθείσαν εις τον «Ορθόδοξον Τύπον» µελέτην σας «Πως έγινε ο πάπας Αλάθητος». Η παρουσίασις κριτικής του παπικού αντιευαγγελικού ολοκληρωτισµού από ένα παπικόν θεολόγον έχει ιδιατέραν σηµασίαν δια τους ορθοδόξους εκείνους, οι οποίοι µε πολλήν επιπολαιότητα σπεύδουν να αµνηστεύσουν τον Παπισµόν και µε πολλούς τρόπους µονοµερούς επηρεασµού της κοινής γνώµης (τύπον, τηλεόρασιν κ.λπ.) να οδηγήσουν δεσµίαν την Ορθοδοξίαν εις τον θανατηφόρον εναγκαλισµόν του «αγίου πατρός» της Ρώµης. Είναι ακόµη σηµαντικόν ότι οι παπικοί θεολόγοι δικαιώνουν τους Ορθοδόξους εκείνους, οι οποίοι αντιτίθενται εις την υποδούλωσιν της Ορθοδοξίας εις τον Παπισµόν. Αλλά και αυτός ο πάπας διαψεύδει τους φιλοπαπικούς Ορθοδόξους, διότι, παρά τας κενάς περιεχοµένου φιλοφρονήσεις του, εργάζεται δια την ενίσχυσιν της Ουνίας, ως αποδεικνύει η επιστολή του προς τον ουνίτην Ουκρανόν καρδινάλιον Slipyi («L’Observatore Romano», 3 Ιουλίου 1979). Πιστεύοµεν ότι ο Κύριος σας δίδει τον φωτισµόν και το θάρρος να οµολογήτε την αγίαν ορθόδοξον πίστιν µας. Η ευθαρσής ορθόδοξος στάσις σας αναψύχει τας καρδίας των Ορθοδόξων, που τόσον πονούν δια το γενικότερον κλίµα συµβιβασµού και αδιαφορίας, που παρατηρείται εις το τόσον ζωτικόν θέµα των σχέσεων της Ορθοδοξίας προς τον Παπισµόν και Προτεσταντισµόν, όπως και εις άλλα σοβαρά θέµατα της κατευθυνοµένης εκκοσµικεύσεως και αποεκκλησιοποιήσεως του λαού µας. Όλοι διαπιστώνουµε ότι το έθνος µας περνά µίαν κρισιµωτάτην περίοδον και πολλοί διαισθάνονται ότι «σκοτειναί δυνάµεις» κατευθύνουν τα πράγµατα. Είναι πολύ οδυνηρόν ότι η Εκκλησία δια τους γνωστούς λόγους ουσιαστικώς έχει τεθή εκτός µάχης. Τα πράγµατα πορεύονται ερήµην της Εκκλησίας. Η φωνή του Ορθοδόξου λαού µας δεν ακούεται. ∆εν δίδεται ορθόδοξος θεολογική µαρτυρία. Ολίγοι «υπεύθυνοι» χαράσσουν την γραµµήν και οι πολλοί ακολουθούν χωρίς να πολυεξετάζουν τα πράγµατα. Η διάβρωσις των ορθοδόξων συνειδήσεων, που εδώ και πολλά χρόνια έχει αρχίσει από την ετερόδοξον θεολογίαν και τον εσωτερικόν ευσεβισµόν, ήδη αποδίδει τους καρπούς. Ζητούµεν από τον Κύριον την Χάριν Του να µη µας εγκαταλείψη δια τας αµαρτίας µας, αλλά εις τους δύσκολους αυτούς καιρούς να αφυπνίση τας ορθοδόξους συνειδήσεις και να αναδείξη µεταξύ των Ιεραρχών και λοιπών ιερωµένων, των µοναχών και των πιστών λαϊκών και µάλιστα των θεολόγων, Σελίδα 6 από 57

οµολογητάς και µάρτυρας της αγίας µας Ορθοδόξου Παραδόσεως, δια να οδηγήσουν µε προφητικόν, αποστολικόν και πατερικόν πνεύµα τον λαόν µας να προσανατολισθή ορθώς, τώρα που ευρίσκεται εις το σταυροδρόµι των διαφόρων θρησκευτικών, κοσµοθεωριακών και πολιτικών κατευθύνσεων. Ταπεινώς δε ευχόµεθα ο Κύριος να ενισχύση και Υµάς, π. Γεώργιε, ώστε µε την ίδιαν αγάπην και πίστιν και τον ίδιον θάρρος να συνεχίσητε προσφέροντες την ορθόδοξον θεολογικήν µαρτυρίαν σας αψηφώντες τας αντιδράσεις των εµφορουµένων από το κοσµικόν πνεύµα. Έχετε την ολόθερµον αδελφικήν εν προσευχή συµπαράστασιν της Αδελφότητός µας. Μετά πολλής της εν Κυρίω αγάπης και τιµής Ο Καθηγούµενος Της Ιεράς Μονής του Οσίου Γρηγορίου † Αρχιµ. Γεώργιος και οι συν εµοί εν Χριστώ αδελφοί.

Ο πάπας Πίος Θ’ ονειρεύεται να καταλύσει την αυτοκρατορία του Βίσµαρκ. (Γελοιογραφία της εποχής) Σελίδα 7 από 57

Πρόλογος α’ εκδόσεως Όπως έχει ήδη αναγγελθή, η Ελληνική Πολιτεία προχωρεί εις την σύναψιν διπλωµατικών σχέσεων µε το Βατικανόν. Βεβαίως διευκρινίζεται, ότι δεν θα συναφθή Κογκορδάτον. Τούτο, όµως, µικράν έχει σηµασίαν. Σηµασίαν έχει, ότι η σύναψις διπλωµατικών σχέσεων µε το Βατικανόν αναγνωρίζει τον πολιτικόν χαρακτήρα του πάπα και την αξίωσίν του να είναι «βασιλεύς», αρχηγός πολιτικού κράτους και «ηγεµών του κράτους του Βατικανού». Ορθώς, λοιπόν, η Ιεραρχία της Εκκλησίας µας αντιτάσσεται εις την σύναψιν της ως άνω πολιτικής συµφωνίας. Ευθαρσείς δε Ιεράρχαι µας εδήλωσαν απεριφράστως την αντίθεσίν των προς µίαν τοιαύτην ενέργειαν, η οποία πλην άλλων σηµαίνει «οπισθοδρόµησιν» πολλών αιώνων δια την Ελληνικήν Πολιτείαν και Εκκλησίαν. ∆ιότι, ενώ οι ίδιοι οι παπικοί αγωνίζονται να απαλλαγούν από την ιδέαν ενός πάπα – κοσµικού άρχοντος, ηµείς αναγνωρίζοµεν το µεσαιωνικόν παπικόν κατεστηµένον. Όπως δε εδήλωσαν οι αντιδρώντες Ιεράρχαι, θα αναλάβουν αγώνα διαφωτίσεως του Ελληνικού Λαού περί της φύσεως του Βατικανού. Εις το πλαίσιον αυτής της προσπαθείας ο «Ορθόδοξος Τύπος» δηµοσιεύει επικαίρου ενδιαφέροντος εργασίαν του πρωτ. Π. Γεωργίου Μεταλληνού, ο οποίος παρουσιάζει εις τον Ελληνικόν Λαόν πρόσφατον µελέτην ενός Γερµανού, παπικού θεολόγου – ιστορικού, ο οποίος εις µίαν σπουδαίαν έρευνάν του απορρίπτει το παπικόν αλάθητον και δίδει την σηµερινήν εικόνα του Βατικανού, η οποία αποδεικνύει την τροµεράν αλλοίωσιν, που υπέστη ο Χριστιανισµός εις τον χώρον του Παπισµού. Είναι και τούτο µία επιβεβαίωσις του γεγονότος, ότι ενώ ο σύγχρονος ρωµαιοκαθολικός κόσµος επιδιώκει την επιστροφήν του Παπισµού εις την αλήθειαν της Εκκλησίας, ερχόµεθα εµείς να στηρίξωµεν το κλονιζόµενον παπικόν οικοδόµηµα. «Ο.Τ.»

Σελίδα 8 από 57

Α. Εισαγωγή ∆ύναµη και αδυναµία! Αντηχούν ακόµη οι θριαµβευτικές ιαχές του Πολωνικού λαού, που υπεδέχθη για πρώτη φορά στην ιστορία του, στην ίδια του την χώρα, ένα πάπα, και µάλιστα καταγόµενο από την Πολωνία. Οι αντιχριστιανικές δυνάµεις κάνουν το παν να περιορίσουν την σηµασία του γεγονότος, το οποίο, όπως είναι φυσικό, έχει λάβει τεράστιες πολιτικο-κοινωνικές διαστάσεις. Οι Χριστιανοί όλου του κόσµου βρήκαν – και δίκαια – µια µοναδική ευκαιρία, για να αποδείξουν την ακατάβλητη δύναµη του θρησκευτικού συναισθήµατος, που τίποτε δεν µπορεί να το εξαφανίσει από τα βάθη της ανθρώπινης υπάρξεως. Εύστοχα επίσης έγινε λόγος για «επίδειξη δυνάµεως» του διωκοµένου Χριστιανισµού εις το κοµµουνιστικό – µαρξιστικό περιβάλλον, το οποίο µε τους διωγµούς του δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συντηρεί την Εκκλησία των Κατακοµβών, που ενσαρκώνει στην εποχή µας τον πρωτοχριστιανικό δυναµισµό της Εκκλησίας. Υπήρξαν όµως πολλοί και εκείνοι, που, κινούµενοι στο γνωστό ιδεολογικό – εξωπραγµατικό κλίµα ενός θρησκευτικού φιλειρηνισµού, είδαν την υποδοχή του πάπα Ιωάννου – Παύλου Β’ από τον Πολωνικό Λαό ως µία προσωπική επιτυχία του πάπα και του Παπισµού, ο οποίος µπόρεσε έτσι να δείξει την δύναµη που διαθέτει και την επιρροή που µπορεί να ασκεί πάνω στους οπαδούς του. Είναι όµως γραφικά αποκεκαλυµµένο και ιστορικά βεβαιωµένο, ότι ο Θεός αποδεικνύει την επηρµένη ανθρώπινη δύναµη ως αδυναµία (βλ. Α’ Κορ. Ι, 18. 24. 27. κ.λπ.), διότι δεν υπάρχει µεγαλύτερη δύναµη από την Αλήθεια. Μια εγκόσµια δύναµη, λοιπόν, που στηρίζεται στην πλάνη και την διαστρέβλωση της αιωνίας θείας Αληθείας, όσο και αν παρουσιάζεται στα µάτια του κόσµου πανίσχυρη και ακατάβλητη, κρύπτει µέσα της την τραγικότερη αδυναµία, που µάταια προσπαθεί να καλύψει µε την εξωτερική της λάµψη και επιτυχία. Παρά τα αµύθητα πλούτη του και την παγκόσµια διπλωµατική επιρροή του ο Παπισµός, επειδή είναι θεµελιωµένος, ως «σύστηµα», στην παραχάραξη και αλλοίωση της χριστιανικής αλήθειας, µοιάζει µε «βασιλείαν µερισθείσαν καθ’ εαυτής» (Ματθ. 12, 25), γιατί συνεχώς δέχεται στα ίδια του τα σπλάγχνα τις εκρήξεις της αµφισβητήσεως και αµφιβολίας, εκ µέρους των οπαδών του εκείνων, που κατορθώνουν, παρά το βάρος της καταθλιπτικής παραδόσεως που σηκώνουν, να διακρίνουν, µε την δύναµη της επιστήµης, το µέγεθος της αλλοτριώσεως, την οποία υπέστη ο Χριστιανισµός ως θεία Αποκάλυψη στον χώρο του Παπισµού. Τούτο αποκαλύπτει ένα σπουδαίο βιβλίο, που µόλις προ τριών µηνών εξεδόθη στα γερµανικά και που έρχεται να αποδείξει πόσο µεγάλο λάθος κάνουν εκείνοι, που εν ονόµατι, όπως είπαµε, ενός αθεµελίωτου φιλειρηνισµού είναι πρόθυµοι να αµνηστεύσουν τον Παπισµό σαν σύστηµα και να τον αναγνωρίσουν σαν Εκκλησία. Πρόκειται για το βιβλίο του γερµανού Θεολόγου Άουγκουστ Μπέρνχαρντ Χάσλερ, που φέρει τον τίτλο: «Wie der Papst Unfehlbar wurde – Macht und Ohnmacht eines Dogmas» [= Πως ο πάπας έγινε (για Σελίδα 9 από 57

την ακρίβεια: πως τον έκαµαν) αλάθητος – ∆ύναµις και αδυναµία ενός δόγµατος]. Εν όψει του προετοιµαζοµένου θεολογικού διαλόγου µε τον Παπισµό, ένα βιβλίο σαν αυτό του Χάσλερ έχει µοναδική αξία. ∆ιότι δεν απευθύνεται µόνον στον θεολογικό κόσµο, αλλά χωρίς να στερείται επιστηµονικής θεµελιώσεως και σοβαρότητος παρουσιάζει το θέµα κατά τέτοιο τρόπο, που και ο µη επιστήµων ή ειδικός θεολόγος να µπορεί να συλλάβει το µήνυµα του βιβλίου. Αν µάλιστα ληφθή υπ’ όψιν, ότι ο διάλογος, παρά τον βαρύ χαρακτηρισµό του ως «θεολογικού», δεν είναι υπόθεση µόνο µιας elite – µιας εκλεκτής µειονότητος – αλλ’ ολοκλήρου του εκκλησιαστικού πληρώµατος, το οποίο από την Καινή ∆ιαθήκη (Πράξ. 15, 6 ε.) έχει το θεόδοτο δικαίωµα να κρίνει και αποφασίζει για την πορεία και ζωή της Εκκλησίας ως Σώµατος Χριστού, το βιβλίο του Χάσλερ υπηρετεί τον διάλογο κατά τον καλύτερο τρόπο, διότι φανερώνει όχι απλώς την αδυναµία, αλλά την πτώση του Παπισµού και την απόσταση, που τον χωρίζει από την ουσία της Εκκλησίας. Ένας δριµύς πολέµιος του αλαθήτου Ο συγγραφεύς του βιβλίου Α. Μπ. Χάσλερ, γεννήθηκε το 1937 στο Άαντορφ της Ελβετίας. Ανήκει δηλαδή, όπως και ο καθηγητής Χανς Κυνγκ, στη γενεά των ελβετών θεολόγων, που τηρούν κριτική στάση έναντι των καινοτοµιών του Παπισµού, και έχουν προκαλέσει πραγµατική επανάσταση στους κόλπους του. Σπούδασε σε σπουδαία κέντρα του Παπισµού: στο Φρίµπουργκ, την Γενεύη, το Πάντερµπορν, την Τυβίγκη και τη Ρώµη. Το 1965 πήρε τον τίτλο του ∆ρος της Θεολογίας. Το 1996 έγινε συνεργάτης του γνωστού καρδιναλίου Α. Μπέα στην Γραµµατεία του Βατικανού για την ενότητα, όπου έµεινε µέχρι το 1971, µε ειδικότητα τις σχέσεις του Βατικανού µε τους Λουθηρανούς και Παλαιοκαθολικούς. Το 1976 πήρε ένα δεύτερο διδακτορικό τίτλο στο Μόναχο, στην Νεώτερη Ιστορία και Επιστηµολογία. Τώρα γράφει ένα έργο για την λατρεία των ∆ικτατόρων στα ολοκληρωτικά – φασιστικά καθεστώτα. Μένει σήµερα και εργάζεται στη Ρώµη. Οι σπουδές και οι τίτλοι του Χάσλερ δείχνουν την ποιότητά του ως επιστήµονος και συγγραφέως, οι δε µακροχρόνιες αρχειακές έρευνές του την ειδικότητα που έχει σε θέµατα, µε τα οποία ασχολείται. Με το θέµα του παπικού αλαθήτου δεν ασχολείται ο Χάσλερ εδώ για πρώτη φορά. Η δεύτερη διδακτορική διατριβή του, που υπεβλήθη στο Πανεπιστήµιο του Μονάχου, έχει τον τίτλο: «Πίος Θ’ (18461878). Παπικόν αλάθητον και 1η Βατικανή Σύνοδος. ∆ογµατοποίησις και επιβολή µιας Ιδεολογίας. Τόµοι Ι-ΙΙ, Στουτγκάρδη 1977» (γερµανικά). Ένα ογκώδες έργο µε πλούσιο και εν πολλοίς άγνωστο αρχειακό υλικό. Ο συγγραφεύς ερεύνησε 38 αρχεία, εχρησιµοποίησε δε µία βιβλιογραφία, που καταλαµβάνει 33 σελίδες. Όσοι γνωρίζουν εξ ιδίας πείρας, τι σηµαίνει αρχειακή έρευνα, και το γεγονός ότι η ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων χωρίς το υλικό των αρχείων δεν µπορεί να γραφή, µπορούν ιδιαίτερα να εκτιµήσουν την προσφορά Σελίδα 10 από 57

του Χάσλερ στην θεολογική επιστήµη. ∆έχθηκε βέβαια ο συγγραφεύς πολλές και σφοδρές επιθέσεις από συντηρητικά στοιχεία του Παπισµού, που τροµάζουν και µόνο µε την ιδέα ότι κάποιος θα επιχειρήσει να ταράξει τα θολά νερά του παπικού κατεστηµένου. Τώρα έρχεται το παρόν βιβλίο να παρουσιάσει το θέµα περισσότερο συνεπτυγµένα και εκλαϊκευµένα, και από µια άλλη προοπτική, ώστε να µπορούµε να µιλούµε για νέα εργασία. Και το παρόν όµως βιβλίο γνώρισε από την αρχή αντιδράσεις. Ένας γνωστότατος εκδοτικός Οίκος του Μονάχου, που είχε αναλάβει υπεύθυνα να τυπώσει την εργασία, για «εκκλησιαστικο-πολιτικούς λόγους» ακύρωσε την συµφωνία! Έτσι ανέλαβε ο λιγότερο γνωστός εκδοτικός Οίκος R. Piper την έκδοση. Πρόκειται όµως για µια πολύ καλαίσθητη έκδοση, µε XXXVII+319 σελίδες, και πολλές φωτογραφίες, όλων των προσώπων, τα οποία πρωτοστάτησαν στην 1η Βατικανή Σύνοδο και στην ανακήρυξη του παπικού αλαθήτου. Το βιβλίο αρχίζει µε ένα εκτενές Εισαγωγικό Σηµείωµα (σελ. XIII – XXXVII) γραµµένο από τον γνωστότατο Καθηγητή και ∆ιευθυντή του Οικουµενικού Ινστιτούτου του Πανεπιστηµίου της Τυβίγκης Χανς Κυνγκ, ο οποίος µε την απόλυτα θετική κριτική του για το νέο έργο του Χάσλερ, καταξιώνει τον συγγραφέα και την προσπάθειά του. Βέβαια ο Κυνγκ είναι γνωστός ως το black sheep (το άτακτο παιδί, θα λέγαµε εµείς) της παπικής οικογενείας. Ιδιαίτερα το βιβλίο του: «Αλάθητος;» («Unfehlbar?»), Κολωνία – Ζυρίχη 1970), αποτελεί µια από τις κριτικότερες εργασίες, που εµφανίσθηκαν ποτέ πάνω στο παπικό αλάθητο. Μια άλλη εργασία του: «Christ sein» (1974, και σε µικρή έκδοση 1976) αποδεικνύει το φιλελεύθερο-επαναστατικό πνεύµα του συγγραφέως, που επηρεασµένος φανερά από την σύγχρονη προτεσταντική φιλελεύθερη θεολογία, δεν περιορίζεται στην κριτική των πράγµατι «κακώς κειµένων», αλλά φθάνει σε σηµείο να θέσει υπό αµφισβήτηση και κεντρικές του Χριστιανισµού διδασκαλίες. Η υπογραφή του Κυνγκ στο βιβλίο του Χάσλερ δείχνει την πνευµατική συγγένεια των δύο θεολόγων και προσδιορίζει του πλαίσιο, το οποίο κινείται και ο Χάσλερ, που δεν είναι άλλο από την τάση της προτάξεως της επιστηµονικής ιστορικής κριτικής απέναντι προς ό,τι αποτελεί εκκλησιαστική (εν προκειµένω: παπική) παράδοση. Τα κίνητρα και κριτήρια δηλαδή του Χάσλερ, όπως του Κυνγκ, είναι καθαρά επιστηµολογικά. Ο συγγραφεύς είναι πρόθυµος να θυσιάσει µια παράδοση της «Εκκλησίας» του, όταν αυτή δεν βρίσκει επαρκή επιστηµονικά-ιστορικά ερείσµατα. Μια τέτοια τάση όµως, εφαρµοζοµένη και σε θέµατα πίστεωςαποκαλύψεως είναι φυσικά πολύ επικίνδυνη. Σε ένα θέµα όµως πρώτιστα ιστορικό, όπως είναι το παπικό αλάθητο, η µέθοδος αυτή είναι εκείνη, που εγγυάται την ορθότητα των συµπερασµάτων του συγγραφέως και αποδεικνύει το αβάσιµο των θέσεων των κατηγόρων του. Μετά ένα βραχύ Πρόλογο (σελ. 1-2) εκτείνεται το κύριο σώµα της εργασίας, διαιρεµένο σε 10 Κεφάλαια (σελ. 3-269). Ακολουθούν Σηµειώσεις (σελ. 270-278) και Βιβλιογραφία κατ’ εκλογήν (σελ. 279282). Ένα Παράρτηµα (σελ. 283-301) περιλαµβάνει κείµενα, που αναφέρονται στην κριτική εναντίον των Σελίδα 11 από 57

έργων του Χάσλερ και στις απαντήσεις του στους επικριτές του. Το βιβλίο συµπληρώνεται µε Πίνακα Προσώπων και Τόπων (σελ. 302-318).

Για να µάθει ο Λαός µας Επειδή έργα, όπως αυτό του Χάσλερ, µένουν συνήθως άγνωστα εις τον πιστό Λαό µας και εις αυτούς ακόµη τους θεολόγους µας, οι οποίοι µόνον, αν γνωρίζουν ξένες γλώσσες και διατηρούν επαφή µε την ξενόγλωσση βιβλιογραφία, έχουν την δυνατότητα να τα µελετήσουν, και επειδή από την άλλη πλευρά σπάνια ή και καθόλου παρουσιάζονται τέτοια βιβλία στον ελληνικό πνευµατικό χώρο, θα επιχειρήσουµε στην συνέχεια µια κατά το δυνατόν ευρύτερη και πληρέστερη έκθεση του περιεχοµένου του βιβλίου του Χάσλερ. Ίσως δοθή ποτέ η ευκαιρία να µεταφρασθή το βιβλίο αυτό εξ ολοκλήρου στη γλώσσα µας. Μέχρι τότε όµως αξίζει τον κόπο να έχει µία επαρκή γνώση του τόσον ενδιαφέροντος περιεχοµένου του ο Λαός µας για ένα θέµα, που δεν παύει να αποτελεί θεµέλιο του Παπισµού ακόµη και σήµερα και ένα από τα σπουδαιότερα εµπόδια για την επανένωση του Χριστιανικού κόσµου. Όπως ο ίδιος ο Χάσλερ πολύ εύστοχα γράφει: «Ο Παύλος ο Στ’ απέθεσε την τιάρα του, οι δύο διάδοχοί του Ιωάννης Παύλος ο Α’ και Ιωάννης Παύλος ο Β’ παραιτήθησαν από τον θρόνο και το στέµµα. Παραµένει όµως η απαίτηση των Παπών για το αλάθητο και µαζί η θέσις ισχύος των. ∆ιότι περί δυνάµεως επρόκειτο, όταν το 1870 ανεγνωρίσθη εις τον πάπαν το αλάθητον εις ζητήµατα Πίστεως και Ηθών και συγχρόνως άµεσος υπεροχή εφ’ όλης της Εκκλησίας» (σελ. 2). Κατά την αναλυτική έκθεση του περιεχοµένου του βιβλίου θα παραφράζουµε ή θα µεταφράζουµε τα λόγια του ιδίου του συγγραφέως. Όπου θα κριθή αναγκαίο να παρεµβάλουµε δικές µας κρίσεις, θα τις θέτουµε σε παρενθέσεις εκεί µόνο, όπου είναι δυνατόν να φανούν ως λόγια του συγγραφέως. Σύντοµη κριτική και συµπεράσµατα δικά µας θα ακολουθήσουν µετά την ανάλυσή µας.

Β. Από τον Ραββί Ιησού στον «αλάθητο» πάπα Το πρώτο κεφάλαιο (σελ. 3-23) φέρει τον τίτλο: «Από τον Ραββί Ιησού στον αλάθητο πάπα». Ο συγγραφεύς παρουσιάζει σύντοµα την ιστορική εξέλιξη του προβλήµατος του αλαθήτου, για να φανεί ο τρόπος επιβολής του στον Παπισµό. Έτσι µεταξύ των άλλων λέγει: Στην δισχιλιετή ιστορία του Χριστιανισµού διαµορφώθηκαν πολλές Εκκλησίες. Οµολογίες και Αιρέσεις που επικαλούνται όλες το όνοµα του Χριστού. Μία από τις πολλές Σελίδα 12 από 57

αυτές οµολογίες είναι και η «Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία», που θεωρεί τον εαυτό της ως την µόνη αληθινή Εκκλησία. Ο Προκαθήµενος της πάπας χαρακτηρίζεται ως Βικάριος-Αντιπρόσωπος του Χριστού. Απαιτεί άµεση ηγεσία σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και το αλάθητο για κάθε του απόφαση «εκ καθέδρας» επί ζητηµάτων πίστεως και ηθών. Ποιος δρόµος οδηγεί από τον Ραββί Ιησού στον αλάθητο πάπα και Βασιλέα της Ρώµης; Εν συνεχεία ο συγγραφεύς προσπαθεί να τονίσει την τεράστια διαφοροποίηση που επήλθε στο χώρο του Παπισµού, όταν συγκρίνεται η σηµερινή «Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία» προς ό,τι ίδρυσε στον κόσµο ο Χριστός. Βέβαια στα ερµηνευτικά θέµατα ο συγγραφεύς φαίνεται επηρεασµένος από τον Προτεσταντισµό, όπως άλλωστε και ο πνευµατικός πατέρας του Κυνγκ, κυρίως δε από την εξουθενωτική για κάθε έννοια παραδόσεως µέθοδο της αποµυθεύσεως του R. Bultmann. Έτσι δεν δέχεται π.χ. ο συγγραφεύς ότι ο Χριστός µίλησε ποτέ για το «αλάθητό» του (σελ. 3). Τι άλλο όµως σηµαίνουν τα λόγια του: «Εγώ ειµι η οδός και η αλήθεια και η ζωή;» (Ιω. 14, 6. Πρβλ. Ιω 8, 40.45. Ιω. 16, 7 κ.λπ.). Βέβαια µε την µέθοδο της αποµυθεύσεως ο «επιστήµων» γίνεται αυθεντία και κριτήριο της θείας Αληθείας και αποφαίνεται αυτός, τι κατά την γνώµη του είπε ο Χριστός και τι όχι. ∆υστυχώς και ο συγγραφεύς δεν κατορθώνει να µείνη ανεπηρέαστος από την προτεσταντική αυτή µανία της αποµυθεύσεως, όπως και αρκετοί δικοί µας θεολόγοι, που αρνούνται την πατερική ερµηνευτική χάριν των αµφιβόλου ποιότητος µεθόδων του δυτικού Χριστιανισµού, για να µη φανούν ότι δεν γνωρίζουν την «τελευταίαν» λέξιν της επιστήµης… Χάριν του προσωπικού γοήτρου θυσιάζεται η αποκάλυψη και η πίστη της Εκκλησίας! Έτσι σε πολλά σηµεία διαφωνεί ο Ορθόδοξος αναγνώστης µε τις θέσεις του συγγραφέως, όσον αφορά βέβαια σε δογµατικά θέµατα, όπως το παραπάνω. Γι’ αυτό θα περιορισθούµε εδώ βασικά σε ό,τι αναφέρεται στο πρόβληµα του αλαθήτου και κυρίως στην ιστορική πλευρά του, που, ανεξάρτητα από κάθε τάση επιστηµονικού δογµατισµού, αντιµετωπίζει ο Χάσλερ. Για να επανέλθουµε όµως: Ο Χριστός – λέει ο συγγραφεύς – δεν έδωσε κανένα «σύστηµα» (διδασκαλίας). Για πολλά θέµατα (πολιτική, τέχνη, σχέση των φύλων) δεν µίλησε. ∆εν έδωσε σηµασία στα λόγια, αλλά στην πράξη, στην ενέργεια του ανθρώπου. Έτσι διακρίνει µεγάλη αντίθεση ανάµεσα στον Χριστό και το δογµατικό σύστηµα του Παπισµού, όπως τούτο διαµορφώθηκε τον 19ο και 20ό αιώνα. Ο Χριστός – λέγει – δεν θέλησε να δηµιουργήσει καµµία Εκκλησία (προτεσταντική άποψη). Εκήρυξε µόνο την «Βασιλεία του Θεού» σ’ ολόκληρο τον ισραηλιτικό λαό, χωρίς την διάθεση όµως να ιδρύσει µια χωριστή κοινότητα. Για τους µαθητάς Του επίσης σηµασία είχε όχι το κήρυγµα τόσο, όσο το πρόσωπο του Χριστού. Η πρώτη χριστιανική Κοινότητα εν τούτοις ονόµασε τον Χριστό «Κύριο», τον εθεοποίησε και τον ανακήρυξε παγκόσµιο διδάσκαλο. Όλ’ αυτά βέβαια αποτελούν ανορθόδοξες και αντιεκκλησιαστικές – προτεσταντικές θέσεις, που η «ακαδηµαϊκή θεολογία» της εποχής µας έχει αναγάγει σε δικό της δόγµα. Ο συγγραφεύς πάντως προσπαθεί µε κάθε τρόπο να δείξει την αλλοτρίωση, που υπέστη ο Χριστιανισµός στον Παπισµό. ∆υστυχώς όµως και εδώ και σε άλλα σηµεία, «µαζί µε το νερό του µπάνιου πετά και το ίδιο το Σελίδα 13 από 57

παιδί». Μαζί δηλαδή µε τα πραγµατικά έκτροπα του Παπισµού αρνείται και ό,τι συνιστά γνήσιο χριστιανικό – εκκλησιαστικό στοιχείο. Στην συνέχεια, µιλώντας για την «εξέλιξη» της Εκκλησίας, αναφέρεται στην δηµιουργία του κανόνος, πρώτα των παλαιοδιαθηκικών βιβλίων (τέλος α’ αι.) και µετά της Καινής ∆ιαθήκης (τέλος του δ’ αι.). Οι Χριστιανοί απέκτησαν το ιερό τους βιβλίο, που εθεωρήθη θεόπνευστο. Έτσι η αλάθητη διδασκαλία συµπληρώθηκε µε το άγιο και αλάθητο βιβλίο. Ο κανόνας όµως απαιτούσε κάποια αυθεντία εκκλησιαστική, που να µπορή να τον επιβάλει. Τις αρχικές χαρισµατικές τάσεις αντικατέστησε κατόπιν η έννοια του Καθιδρύµατος. Ο αγώνας εναντίον των αιρέσεων εδηµιούργησε την ανάγκη ορατής αυθεντίας. Έτσι θεωρήθηκαν οι Απόστολοι ως αντιπρόσωποι του Χριστού στην διακυβέρνηση της Εκκλησίας, οι δε αρχαίοι Πατέρες συγκεντρώνουν την προσοχή τους στα διάφορα αποστολικά κέντρα (π.χ. ο Ειρηναίος στην Ρώµη) ως εγγυητές της αληθείας. Αργότερα η πολιτική σηµασία της πόλεως νικά την αποστολικότητά της, όπως συνέβη λ.χ. µε την Κωνσταντινούπολη, η οποία ως νέα πρωτεύουσα απέκτησε γρήγορα και σπουδαία εκκλησιαστική σηµασία. Η εποχή του Μ. Κωνσταντίνου επιφέρει µεταβολή και στην έννοια του εκκλησιαστικού αξιώµατος. Παράλληλα προς την κοσµική ιεραρχία δηµιουργείται η εκκλησιαστική ιεραρχία. Οι κληρικοί αξιωµατούχοι παίρνουν πολλά προνόµια από την Πολιτεία. Το εκκλησιαστικό δίκαιο διαµορφώνεται παράλληλα προς το κοσµικό. Έτσι δηµιουργούνται δύο τάξεις στη ζωή της Εκκλησίας: Οι αξιωµατούχοι (κληρικοί) και οι λαϊκοί. Οι πρώτοι γίνονται «διδάσκαλοι» και είναι ενεργητικοί. Οι άλλοι, οι λαϊκοί, είναι οι «απαίδευτοι» και περιορίζονται σε ένα παθητικό ρόλο στη ζωή της Εκκλησίας. Κανείς όµως δεν διενοήθη ποτέ κάποια αλάθητη διδακτική εξουσία. Παρ’ όλο που µερικές Σύνοδοι απέκτησαν υποχρεωτικό χαρακτήρα, κανείς δεν µίλησε για το αλάθητό τους. Μάλλον το αλάθητο αποδιδόταν στον αυτοκράτορα. Και εδώ πρόκειται για ισχυρή προτεσταντική επίδραση και µερική παρερµηνεία του θεσµού των Συνόδων και µάλιστα των Οικουµενικών, παρ’ όλο που και ένας Ορθόδοξος δεν µπορεί να µη δεχθή πολλές από τις θέσεις του συγγραφέως. Από το σηµείο αυτό όµως αρχίζει η αναφορά του συγγραφέως στην εξέλιξη του Παπισµού και περιορίζονται στο ελάχιστο οι «ανακρίβειες» και «παραποιήσεις», που παραπάνω συναντήσαµε. Έτσι λέγει στην συνέχεια: Από τον δ’ αι. κ.ε. οι επίσκοποι της Ρώµης επιχείρησαν επανειληµµένα να επιβάλουν το ανέκκλητο και την υποχρεωτική σηµασία των αποφάσεών των. Επικαλούνταν προ πάντων τα χωρία Ματθ. 16, 18 και Λουκ. 21, 22. Κατά την α’ χιλιετία όµως κανείς πάπας δεν µίλησε ποτέ για το αλάθητό του. ∆ιότι κατά την α’ χιλιετία το περιεχόµενο της πίστεως ήταν για την Εκκλησία σπουδαιότερο από την µορφή, και η ορθή διδασκαλία σηµαντικότερη από την νοµική αυθεντία. Από την εποχή όµως του πάπα Γρηγορίου Ζ’ (1073-1085) άρχισε η νοµικίστικη σκέψη να κατακλύζει την Εκκλησία της ∆ύσεως. Οι κανονολόγοι πρόβαλαν πρώτοι το ερώτηµα: ποιος έχει την ανωτάτη αυθεντία στην διδασκαλία της Εκκλησίας;

Σελίδα 14 από 57

Πρώτος που απάντησε στο ερώτηµα αυτό ήταν ο φραγκισκανός Πέτρος Ολίβι (1248/9-1298), ο οποίος και αναγνώρισε το αλάθητο στους Πάπες. Στην διένεξη των φραγκισκανών µε τον πάπα για το ζήτηµα της περιουσίας τους θέλησε ο Ολίβι να κερδίσει µε την διδασκαλία για το παπικό αλάθητο την παπική εύνοια! Ο πάπας Ιωάννης ΚΒ’ (1316-1334) όµως εχαρακτήρισε την φραγκισκανή διδασκαλία για το παπικό αλάθητο «έργον του Σατανά». Οι επίσκοποι της Ρώµης δεν ενδιαφέρονταν τότε γι’ αυτήν την θεωρία, γιατί είχαν σπουδαιότερα προβλήµατα. Ο Παπισµός, ως καθεστώς και σύστηµα, αντιµετώπιζε την αντίδραση του πληρώµατος, που κορυφώθηκε αργότερα στην Σύνοδο της Κωνσταντίας (1414-1418). Η Ρώµη είχε την εποχή αυτή τρεις πάπες, που ο καθένας αναθεµάτιζε τους άλλους. Γι’ αυτό η Σύνοδος εξέλεξε νέο πάπα. Έτσι όµως το κύρος του παπικού θεσµού κουρελιάστηκε και επικράτησε η άποψη για την αυθεντία της Συνόδου και το αλάθητό της (η παλαιά δηλαδή και ορθόδοξος άποψη). Πρώτος ο γάλλος θεολόγος Ιωάννης Γκέρσων (1363-1429) µίλησε για το αλάθητο της Συνόδου. Ο καρδινάλιος δε Νικόλαος Κουζάνος (1401-1464) είναι εκείνος που πρώτος εχρησιµοποίησε τον όρο «αλάθητος». ∆εν έπαυσαν όµως οι προσπάθειες να αποκτήσει το σύστηµα διδασκαλίας του Παπισµού το κύρος της αυθεντίας, ιδίως µετά την εµφάνιση του Προτεσταντισµού (1517) και τον ισχυρότατο κλονισµό που αυτός επέφερε στο οικοδόµηµα του Παπισµού. Στον αγώνα τους εναντίον του Προτεσταντισµού οι πάπες θυµήθηκαν την διδασκαλία περί αλαθήτου. Ακόµη βέβαια υπήρχε αντίδραση για την παραδοχή µιας κεντρικής εξουσίας της Ρώµης. Έτσι στη Σύνοδο της Τριδέντου (1545-1563) και αυτή η ανακήρυξη του παπικού πρωτείου προσέκρουσε στην αντίδραση πολλών επισκόπων, ιδιαίτερα εκείνων από την Γαλλία. Υποστηρίχθηκε όµως από ιταλούς επισκόπους και ιησουΐτες η ιδέα του παπικού αλαθήτου. Οι καρδινάλιοι Ρ. Μπελλαρµίνος (1542-1621) και Κ. Βαρώνιος (1538-1607) πρωτοστάτησαν στον αγώνα για τα δικαιώµατα του παπικού θεσµού. Τον 18ο αι. όµως, κυρίως µε το βιβλίο του επισκόπου Ι. Ν. φον Χοντχάϊµ – γνωστού ως Φεβρώνιου (1701-1790) – κυριάρχησε η άποψη για το αλάθητο όχι του πάπα, αλλά της όλης Εκκλησίας. Και κατά τον 19ο αι. µια διδασκαλία υπέρ του παπικού αλαθήτου, εκτός από την Ιταλία και την Ισπανία, δεν µπορούσε να βρει πουθενά αλλού στηρίγµατα. Η αλλαγή όµως, που επέφερε στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση (1789), ήταν και για τον χώρο της Εκκλησίας αποφασιστική. Η δύναµη του Παπισµού φάνηκε να εξατµίζεται. Εν τούτοις γρήγορα ο Παπισµός µπόρεσε να ξεπεράσει τον κίνδυνο, όπως φάνηκε µε την σύναψη παπικού Κονκορδάτου µε τον Ναπολέοντα (1801). (Πάντα το Κονκορδάτο θεωρείται ως παραδοχή της δυνάµεως του Παπισµού, γιατί προϋποθέτει την αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρος του!) Έτσι µπόρεσε ο πάπας Πίος Ζ’ να κερδίσει την εµπιστοσύνη κυρίως του κατωτέρου κλήρου. Οι µεταβολές επίσης στις επισκοπικές θέσεις, που πραγµατοποίησε ο πάπας βάσει του Κονκορδάτου, αύξησε το κύρος του στους γάλλους επισκόπους. Η αυθαιρεσία των γάλλων επισκόπων σταµάτησε και ο κατώτερος κλήρος βρήκε «προστασία» στην Ρώµη. Ήταν καλύτερο άλλωστε να έχει κανείς ένα «∆εσπότη» µακριά, παρά εκατό κοντά του! Και στην Γερµανία οι εξ αιτίας της Γαλλικής Επαναστάσεως µεταβολές και ανακατατάξεις έφεραν την εκεί Εκκλησία πιο κοντά Σελίδα 15 από 57

στην Ρώµη. Το σχέδιο για δηµιουργία «κρατικής Εκκλησίας» απέτυχε στο Συνέδριο της Βιέννης (1814-15) λόγω της αντιδράσεως του παπικού αντιπροσώπου. Η παπική Κουρία επανέκτησε την δύναµή της. Και ο παπικός κόσµος της ∆ύσεως αποζητούσε την εξουσία της Ρώµης, για να αποφύγει την πίεση της Πολιτείας. Έγινε έτσι κοινή απαίτηση µια κεντρική διοίκηση της Εκκλησίας από την παπική Κουρία. Αλλά και τα πνευµατικά ρεύµατα της εποχής ισχυροποιούσαν όλο και περισσότερο τον παπικό θεσµό. Ο ∆ιαφωτισµός είχε καταντήσει πια «εκτός µόδας» και οι άνθρωποι ζητούσαν νέες αυθεντίες. Ο γάλλος συγγραφεύς Σατωµπριάν (1768-1848) µίλησε για την οµορφιά των καθολικών δογµάτων, εθίµων και µυστηρίων. Άλλοι ενίσχυσαν την πίστη στην εκκλησιαστική παράδοση. (Ήταν άλλωστε η εποχή του ροµαντισµού, όπου του παρελθόν – οποιοδήποτε – εξιδανικευόταν). Ο γάλλος κόµης De Maĩstre (17531821) παρουσίασε ως αίτηµα της εποχής του αλάθητο του πάπα. ∆εν ενδιαφέρθηκε βέβαια καθόλου για µια αγιογραφική ή ιστορική θεµελίωση της αξιώσεώς του! Οι ίδιες τάσεις παρατηρήθηκαν και στην Γερµανία. Η στροφή αυτή των µακράν της Ρώµης (Ultramontanes) προς το παπικό Κέντρο ισχυροποίησε τον Παπισµό στη συνείδηση του παπικού κόσµου. Για τον σκοπό δε αυτό χρησιµοποιήθηκαν όλα τα γνωστά µέσα επηρεασµού των µαζών. Από την εποχή του πάπα Γρηγορίου ΙΣΤ’ (1831-1846) η Ρώµη άρχισε να εκµεταλλεύεται τη στροφή του ρωµαιοκαθολικού κόσµου προς τον παπικό θεσµό. Ο πάπας Γρηγόριος ΙΣΤ’ σε ένα βιβλίο του, µε τον τίτλο «Ο θρίαµβος της Αγίας Έδρας», υποστήριζε τη θέση, ότι ο πάπας ως πραγµατικός µονάρχης πρέπει να είναι και αλάθητος! Με µεγαλύτερη συνέπεια συνέχισε το έργο του Γρηγορίου ο διάδοχός του Πίος Θ’ (1846-1878). Η παπική αυθεντία προβαλλόταν ως το αποτελεσµατικότερο όπλο εναντίον του Φιλελευθερισµού, του Ορθολογισµού και της Φυσιοκρατίας. Ιδιαίτερα ενισχύθηκε γι’ αυτό ο παπικός συγκεντρωτισµός. Απαγορεύθηκαν οι εθνικές επισκοπικές Σύνοδοι. Οι επίσκοποι είχαν την υποχρέωση να επισκέπτονται συχνά την Ρώµη, για να συνειδητοποιούν την εξάρτησή τους από αυτήν. Οι Νούντσιοι διεκπεραίωναν τις νέες αυτές παπικές αποφάσεις. Εγχειρίδια θεολογικά µε έµφαση στο επισκοπικό αξίωµα δέχονταν αναθεώρηση. Στις Κατηχήσεις άρχισε συστηµατικά πλέον να γίνεται λόγος για το παπικό αλάθητο. Ο Πίος Θ’ προχώρησε και σε ένα συγκεκριµένο πείραµα. Το 1854 ανακήρυξε ως δόγµα του Παπισµού την «άσπιλο σύλληψη» της Παναγίας: η Θεοτόκος αµέτοχος του προπατορικού αµαρτήµατος. Το ενενήντα τοις εκατό των επισκόπων βέβαια συµφώνησαν µε την παπική απόφαση. Προβλήθηκαν όµως και αντιρρήσεις, κυρίως από την Γερµανία. Ο πάπας τότε απαγόρευσε τις συζητήσεις. Ο µεγάλος θεολόγος και ιστορικός του Μονάχου Ιγνάτιος φον Ντέλλιγκερ υποχρεώθηκε να σιωπήσει! Έτσι ο πάπας µε την ανακήρυξη του νέου δόγµατος – καινοτοµίας για τον Χριστιανισµό – έκανε επίδειξη του αλαθήτου του. Βέβαια οι αντιδράσεις δεν σταµάτησαν. Κυρίως στην Γερµανία οι περισσότεροι θεολόγοι, εν ονόµατι της ιστορίας και της επιστήµης, αντιστάθηκαν στον παπικό αυτό συγκεντρωτισµό, ιδιαίτερα ο Ντέλλιγκερ. Η ταχύτατα διαδιδόµενη «παπολατρία» οµολογείτο ως κάτι το ξένο προς την ουσία της Εκκλησίας. Ο κίνδυνος της επικρατήσεως ενός «ειδώλου» απειλούσε τη χριστιανική ∆ύση! Οι Ultramontanes (οι Σελίδα 16 από 57

µακράν της Ρώµης παπικοί) κοσµούσαν τον πάπα Πίο όχι µόνο µε τίτλους, όπως: Βασιλεύς, ΠάπαςΒασιλεύς, Ηγεµών, Καίσαρ, λαµπρότατος πρίγκηψ, ύψιστος κύριος του κόσµου, βασιλεύς βασιλέων κ.λπ., αλλά συνέθεταν και ύµνους εκκλησιαστικούς προς τιµήν του, χρησιµοποιώντας τα ίδια επίθετα, µε τα οποία υµνούσαν τον Θεό! Όλοι δε τον υµνούσαν ως «αντιπρόσωπο του Θεού επί της γης». Κάποιος δε τόλµησε να τον ονοµάση «Αντί-Θεο της ανθρωπότητος»… έτσι στην συνείδηση πολλών άρχισε να ταυτίζεται ο πάπας µε τον Χριστό, αφού δεν δίσταζαν να καλούν τον πάπα «σωτήρα», «κρεµάµενον επί του Σταυρού, ως ο Χριστός»… Ο τιµώµενος από τον Παπισµό ως άγιος, Ντον Μπόσκο, εχαρακτήριζε τον πάπα «Θεό επί γης»,συµπληρώνοντας: «Ο Χριστός ύψωσε τον πάπα υπεράνω των προφητών, του Προδρόµου Ιωάννου, των Αγγέλων. Ο Ιησούς ανέβασε τον πάπα στο ύψος του Θεού»… Ο ίδιος ο Πίος Θ’ εθεωρείτο κάτοχος θαυµατουργικής δυνάµεως. Καµµιά δε αντίδραση δεν είχε την δύναµη να σταµατήσει αυτή την παποµανία. ∆εκατέσσαρεις γερµανοί επίσκοποι τόλµησαν να υποδείξουν µε εµπιστευτικό τους έγγραφο (4 Σεπτ. 1869) τον κίνδυνο αυτών των εξελίξεων. Κανείς όµως δεν φαινόταν να έχει την διάθεση να τους ακούσει. Αντίδραση παρουσιάσθηκε και στην Γαλλία. Αλλά µάταια. Το γενικό κλίµα ήταν καθαρά φιλοπαπικό. Ο συγγραφεύς θέτει στην συνέχεια µιαν ερώτηση: Γιατί µόλις το 1870 έγινε η δογµατοποίηση του παπικού αλαθήτου; Πολλοί πιστεύουν ότι σε τούτο συνετέλεσε η πτώση της Εκκλησίας – Κράτους (του παπικού δηλαδή Κράτους). Η απώλεια κοσµικής δυνάµεως από τον Παπισµό οδήγησε στην αναζήτηση µιας πνευµατικής υπεροχής. Θεωρεί όµως πιο βάσιµη την γνώµη, ότι τόσον ο πάπας, όσο και οι οπαδοί του αλαθήτου επιδίωξαν µε το νέο δόγµα να επιφέρουν µία αλλαγή τάσεως µέσα στην τότε κοινωνία. Εναντίον των αρχών της Γαλλικής Επαναστάσεως επεδιώχθη να θεµελιωθή η αρχή της Αυθεντίας, σαν φράγµα στην αχαλίνωτη δηµοσιογραφία. Στην προσπάθεια αυτή εύρισκαν βέβαια καταφύγιο και κοσµικά ενδιαφέροντα πολιτικού χαρακτήρος. Μαζί µε τον πάπα και διάφοροι ιταλοί πρίγκηπες ήλπιζαν στη συντριβή της «Ιταλικής Επαναστάσεως» και στην επιστροφή τους στην εξουσία. Είναι γεγονός όµως, ότι χωρίς την προσωπικότητα του πάπα Πίου Θ’ είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς την δογµατοποίηση του παπικού αλαθήτου.

Γ. Προετοιµασία της Συνόδου Το Β’ κεφάλαιο τιτλοφορείται: «Ο Χειρισµός της συζητήσεως για το αλάθητο» (σελ. 24-72). Ο συγγραφεύς παρουσιάζει µε µια εξαιρετική περιγραφική και διαλεκτική δύναµη την πορεία των συζητήσεων πάνω στο καινοφανές δόγµα. Αρχίζει δε µε τις αντιδράσεις ήδη µέσα στην ίδια την Κούρια. Στις 6 ∆εκ. 1864, µετά από ερώτηση του πάπα, µόνο ένας από τους 15 καρδιναλίους τάχθηκε υπέρ της ανακηρύξεως του νέου δόγµατος. Η ιδέα συγκλήσεως Συνόδου µάλιστα έπεσε σαν κεραυνός. Η Σύνοδος όµως ήταν Σελίδα 17 από 57

ιδιαίτερος πόθος του Πίου Θ’ … Έτσι σιγά-σιγά και η Κούρια προτίµησε να συνταχθή µε τον πάπα. Έµειναν παρ’ όλα αυτά και οι διαφωνούντες, για θεολογικούς ή πολιτικούς λόγους (π.χ. οι καρδινάλιοι Φίλιππος Μαρία Γουΐντι, Γκ. Άντ. Χοενλόε-Σίλλιγκσφύρστ, Γκιούζ. Μπεράρντι, Καµίλλο ντι Πιέτρο, Ντοµ. Καράφα κ.λπ.). ο καρδινάλιος Αντονέλλι αντιτάχθηκε για πολιτικούς λόγους. Λόγω µάλιστα της συστηµατοποιήσεως της αντιδράσεως άρχισαν να αναδύονται φόβοι σχίσµατος. Αποδεικνύεται λοιπόν – κατά τον συγγραφέα – ότι δεν ήταν η Κούρια η «κινούσα δύναµις» σχετικά µε το νέο δόγµα. Το δόγµα ήταν πάνω απ’ όλα επιθυµία του πάπα. Στο πλευρό του στέκονταν περίπου 50 επίσκοποι – συνεργάτες του. Κάπου 130 εκδηλώθηκαν σαφώς κατά του δόγµατος, γύρω στους 500 δε (επισκόπους) ήταν οι αδιάφοροι ή αναποφάσιστοι. Φανατικοί υποστηρικτές του πάπα ήσαν φυσικά οι Ιησουΐτες. Οι τελευταίοι χρησιµοποίησαν όλα τα εις την διάθεσή τους µέσα για τον προπαγανδισµό του δόγµατος: κήρυγµα, εξοµολογητήριο, δηµοσιεύσεις, θρησκευτικούς συλλόγους. Βασικό τους όργανο ήταν το περίφηµο περιοδικό του Βατικανού «Civiltà Cattolica». ∆ύο επιφανείς κληρικοί της εποχής, ο αρχιεπίσκοπος του Ουστµίνστερ Χένρυ Έντουαρντ Μάννιγκ και ο επίσκοπος του Ρέγκενσµπουργκ Ιγνάτιος φον Σενεστράϊ αναδείχθηκαν οι φανατικότεροι υποστηρικτές του αλαθήτου. Η παπική Βούλα της 8 Σεπτ. 1868, µε την οποία συντελείτο η νέα Σύνοδος (Α’ Βατικανή), δεν έκανε καµµιά νύξη για το αλάθητο. Έπρεπε να φανή τούτο ως αίτηµα Κλήρου και Λαού. Έτσι στις 6 Φεβρ. 1869 η «Civiltà Cattolica» πήρε την σχετική πρωτοβουλία και παρουσίασε ως αίτηµα των «γνησίων καθολικών» της Γαλλίας την ανακήρυξη του νέου δόγµατος. (Πάντα η Γαλλία εµφανίζεται ως το «αγαπηµένο παιδί» του Παπισµού, εν αντιθέσει προς την δύσκολη και ανυπότακτη Γερµανία!) Βέβαια όλα κατευθύνονταν από το Βατικανό. Έπρεπε όµως να υποκινηθούν και οι επίσκοποι σε µια πραγµατική «σταυροφορία» υπέρ του αλαθήτου. Το πρώτο σε χρήση µέσο ήταν οι ποιµαντορικές εγκύκλιοι, που φυσικά έπαιρναν τη γραµµή τους από την Ρώµη. Η προσπάθεια ενισχυόταν έµµεσα από τον δισταγµό των αντιπάλων του νέου δόγµατος να πάρουν φανερά µέρος στον αγώνα. Η Ρώµη όµως είχε κατορθώσει να δηµιουργήσει φιλοπαπικό ρεύµα ισχυρό µέσα στις επαρχίες των διαφωνούντων επισκόπων. Έτσι παρουσιαζόταν το αλάθητο ως καθολικό λαϊκό αίτηµα. Οι υποστηρικτές του αλαθήτου δέχονταν ιδιαίτερες τιµές από τον πάπα. Το ίδιο και οι δηµοσιογράφοι, που δηµοσιογραφούσαν υπέρ της παπικής αξιώσεως, δέχονταν υψηλές τιµητικές διακρίσεις. Η πιο επικίνδυνη αντίδραση στο σχεδιαζόµενο νέο δόγµα υπήρξε το έργο: «Ο Πάπας και η Σύνοδος», που δηµοσίευσε στα γερµανικά ο καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Μόναχο, Ιγνάτιος Ντέλλιγκερ, µε το ψευδώνυµο «Ιανός». Στις 26 Νοεµ. 1869 όµως µπήκε το έργο στον Πίνακα απαγορευµένων βιβλίων (Index) του Βατικανού. Ο ανατολιστής θεολόγος Πέτρος Λε Παζ Ρενούφ εδηµοσίευσε επίσης έρευνα για τον πάπα Ονώριο (625-638), που καταδικάσθηκε από την ΣΤ’ Οικουµενική Σύνοδο ως αιρετικός. Το σχετικό έργο του: «Η καταδίκη του πάπα Ονωρίου» (αγγλικά), πήρε επίσης µία θέση στον Index των απαγορευµένων βιβλίων! Την ίδια τύχη είχαν και άλλα έργα, που κλόνιζαν τα θεµέλια του σχεδιαζοµένου παπικού αλαθήτου. Σελίδα 18 από 57

Έτσι άρχισε, κοντά στην παπική πλειονοψηφία, που ευνοούσε το αλάθητο, να δηµιουργείται µια αντίπαλη µειοψηφία. Η πλειονοψηφία όµως έδειξε µεγαλύτερη δραστηριότητα και κατόρθωσε να πάρει τα όργανα της Συνόδου και τον εκκλησιαστικό Τύπο στα χέρια της. Μία (ειδικά οργανωµένη) «∆ιεθνής Επιτροπή», µε ίντριγκες, υποσχέσεις και απειλές συγκέντρωνε οπαδούς για το νέο δόγµα. Οι σπουδαιότεροι παράγοντες των συνοδικών επιτροπών προέρχονταν εξ άλλου από τις παπικές «Κογκρεγκατσιόνες» της Ιεράς Εξετάσεως και του Index. Η εκλογή επίσης των µελών των θεολογικών επιτροπών γινόταν µε ιδιαίτερη προσοχή και µε βάση τη στάση τους έναντι των αξιώσεων του πάπα. Έτσι π.χ. εκλέχθηκε ως µέλος ο γνωστός ιστορικός Καρλ Χέφελε, καθηγητής της Τυβίγκης, όχι όµως και ο Ιγνάτιος Ντέλλιγκερ. Έτσι όµως µπόρεσε η θεολογικο-δογµατική συνοδική επιτροπή να προετοιµάσει τα σχετικά κείµενα για το νέο δόγµα χωρίς καµµία αντίδραση! Πριν ακόµη συγκεντρωθούν οι επίσκοποι στην Ρώµη, σ’ αντίθεση µε τις προηγούµενες Συνόδους, ο πάπας εξαπέλυσε στις 27 Νοεµ. 1869 µιαν εγκύκλιο µε το «πρόγραµµα εργασιών» της Συνόδου. Τούτο όµως ήταν δικαίωµα των συνοδικών πατέρων. Οι αντιδράσεις δεν εµπόδισαν τον πάπα στις 20 Φεβρ. 1870 να «σκληρύνει» περισσότερο την ηµερησία διάταξη µε περιορισµούς στο θέµα των συζητήσεων, που προλάµβαναν και εµπόδιζαν τις αντιδράσεις. Κατεβλήθη µάλιστα ιδιαίτερη προσπάθεια, κανείς από τους αντιπάλους του νέου δόγµατος να µη περιληφθή στις σχετικές συνοδικές επιτροπές. Για να εµποδισθή δε κάθε οργανωµένη αντίδραση, απηγορεύθη κάθε συγκέντρωση µε περισσοτέρους από 15-20 επισκόπους… Έτσι κατόρθωσαν, όπως και µε την χρήση άλλων µέσων, να κινούν τα νήµατα των εργασιών της Συνόδου οι κηρυγµένοι οπαδοί του αλαθήτου. Για να φανεί όµως το νέο δόγµα ως αίτηµα των επισκόπων, οργανώθηκε µία συστηµατική προσπάθεια συλλογής υπογραφών υπέρ του αλαθήτου. Μυστικά βέβαια. Ο αρχιεπίσκοπος Μάννιγκ, που είδαµε παραπάνω, έπαιξε και εδώ σπουδαιότατο ρόλο. Φυσικά ασκήθηκε ηθική πίεση πάνω στους επισκόπους, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που εξηρτώντο οικονοµικά από το Βατικανό. Οι οπαδοί δε του αλαθήτου ήταν φυσικό να κατευθύνουν και τις εργασίες της Συνόδου. Μέσα σε λίγο χρόνο απέσπασαν 400 φιλικές ψήφους. Εν τούτοις και η αντίπαλη παράταξη, παρά την πίεση, µπόρεσε να συγκεντρώσει 137 υπογραφές, που απαιτούσαν να µη ψηφισθή το αλάθητο. Η έναρξη της Συνόδου έγινε πανηγυρικά στις 8 ∆εκ. 1869. Βέβαια, για λόγους τακτικής, το αλάθητο δεν συµπεριελήφθη από την αρχή στα θέµατά της. Μετά την ψήφιση όµως της ∆ιατάξεως για την «Καθολική Πίστη» ήλθε φυσιολογικά η σειρά του νέου δόγµατος, να συζητηθή. Ο πάπας έριξε όλο το βάρος της επιρροής του υπέρ του νέου δόγµατος, εµφανιζόµενος όλο και περισσότερο ως «κύριος της Συνόδου». Ουσιαστικά όµως δεν έγινε συζήτηση. Όλα είχαν εκ των προτέρων µε κάθε λεπτοµέρεια κανονισθή. Οι οπαδοί του αλαθήτου χαρακτήριζαν τους αντιπάλους των αιρετικούς. Ο ίδιος ο πάπας διεκήρυττε, ότι µόνο Προτεστάντες και άπιστοι θα µπορούσαν να αρνηθούν το αλάθητο του! Απουσίαζε λοιπόν – παρατηρεί

Σελίδα 19 από 57

εύστοχα ο συγγραφεύς – το βασικότερο στοιχείο του διαλόγου, η διάθεση να ακούσει κανείς τα επιχειρήµατα του αντιπάλου του. Αλλά, όχι µόνο ψυχολογικοί, ακόµη και πρακτικοί λόγοι δεν ευνοούσαν την συζήτηση. Η ακουστική της αιθούσης ήταν κακή. Οι περισσότεροι συνοδικοί δεν µπορούσαν να καταλάβουν τι λεγόταν. Και αυτή η ηµερησία διάταξη εµπόδιζε επίσης την ελεύθερη συζήτηση. Μόνο τα µέλη των επιτροπών είχαν το δικαίωµα να λάβουν αµέσως τον λόγο! Όλοι οι άλλοι έπρεπε να δηλώσουν µία ηµέρα προηγουµένως, ότι θέλουν να λάβουν τον λόγο, εκαλούντο δε κατά σειρά προτεραιότητος να µιλήσουν. Απαγορεύθηκε όµως και η εκτύπωση των λόγων και έτσι κανείς δεν µπορούσε να στηριχθή σε κείµενα, για να αντικρούσει τεκµηριωµένα τους αντιπάλους του. Φάνηκε πια καθαρά: ο πάπας δεν ήθελε συζήτηση. Ένας επίσκοπος θα γράψει στο ηµερολόγιό του: «Ο πάπας πίστευε, ότι ήλθε κανείς στην Ρώµη µόνο, για να πει Αµήν»… Οι βασικότεροι επίσης αντίπαλοι συνεχώς διακόπτονταν στις αγορεύσεις τους ή εµποδίζονταν να µιλήσουν περισσότερο, µε την δικαιολογία, ότι δεν επετρέπετο να µιλεί κανείς κατά τέτοιο τρόπο για την Αγία Έδρα! Αληθινή µάλιστα θύελλα ξέσπασε, όταν ο επίσκοπος Ιωσήφ Γεώργιος Στρόσµαγερ, στις 22 Μαρτ. 1870, «τόλµησε» να πει, ότι και αρκετοί Προτεστάντες αγαπούσαν τον Χριστό. Όταν δε αρνήθηκε το δικαίωµα της πλειοψηφίας να επιβάλει την γνώµη της, χαρακτηρίσθηκε «διάβολος» και «δεύτερος Λούθηρος»· τον ανάγκασαν δε να σιωπήσει, απειλώντας τον µε ανάθεµα. Ενδιαφέρουσα όµως είναι – κατά τον συγγραφέα – και η προσωπική δραστηριότητα του Πίου Θ’ υπέρ του νέου δόγµατος. Η απαίτησή του να ανακηρυχθή αλάθητος φάνηκε ήδη το 1846, όταν στην εγκύκλιό του της 9 Νοεµ. 1846 δήλωσε έµµεσα την επιθυµία του αυτή. Σε νέα εγκύκλιό του (8 ∆εκ. 1849) µίλησε για το «αξίωµά» του, που δεν επιδέχεται καµµιά µεταρρύθµιση. Η ανακήρυξη δε του δόγµατος της «ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου» (1854) ήταν, όπως ελέχθη, η «πρόβα τζενεράλε» για την θεσµοποίηση και του αλαθήτου. Ιδιαίτερα αντιπαθούσε ο πάπας τους αντιπάλους του αλαθήτου. ∆εν έχανε ευκαιρία να τους κατηγορήσει, περιλούζοντάς τους µε τα ταπεινωτικότερα λόγια. Από τις πολλές κωµικές αντιδράσεις του µπροστά στους αρνουµένους το αλάθητό του, που αναφέρει ο συγγραφεύς (βλ. σελ. 54 ε.ε.), παραθέτοµε µια πολύ χαρακτηριστική. Για τον καρδινάλιο Γκούσταβ Άντολφ φον Χόενλόε έλεγε: «Είναι τρελλός, αλλά άγγελος»! Όταν δε ο πάπας τον παρατήρησε, διότι πολεµούσε το αλάθητο, ο καρδινάλιος έπεσε µε ταπείνωση στα πόδια του πάπα. Τότε εκείνος τον έπιασε από το αυτί και του είπε: «Γιατί αντιτίθεσαι έτσι στον Πατέρα σου, που τόσο σε αγάπησε και σε αγαπά;» Όχι σπάνια όµως έχανε το χιούµορ του ο πάπας και χρησιµοποιούσε απειλές… Έλαβε µάλιστα και ιδιαίτερα αυστηρά µέτρα εναντίον εκείνων, που δεν ήσαν πρόθυµοι να υπακούσουν, όπως λ.χ. ο Ιωσήφ Άουντου, ο χαλδαίος Πατριάρχης Βαβυλώνος και ο Γρηγόριος Β’, ελληνοµελχίτης Πατριάρχης Αντιοχείας. Ο πρώτος µάλιστα έχασε τον θρόνο του λίγα χρόνια αργότερα!

Σελίδα 20 από 57

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όµως παρουσιάζει η σύγκρουση του πάπα µε τον καρδινάλιο Γκουΐντι. Στις 18 Ιουν. 1870 επικρατούσε στη Σύνοδο µεγάλη ένταση. Ο Γκουΐντι ήταν ο µόνος, που συνέχιζε να αντιτίθεται στο νέο δόγµα από τους παπικούς οφφικαλίους, υποστηρίζοντας ότι ο πάπας εξαρτάται από την Εκκλησία, και τότε µόνο είναι αλάθητος, όταν εκφράζη την εκκλησιαστική παράδοση. Γεµάτος οργή τον κάλεσε ο πάπας το ίδιο βράδυ, ελέγχοντάς τον δριµύτατα για την πρότασή του. Όταν ο Γκουΐντι παρατήρησε, ότι µίλησε ως µάρτυρας της παραδόσεως, ο πάπας ξεστόµισε την περίφηµη φράση: «La tradition sono lo!» [«Η παράδοση είµαι εγώ!»]. ο Γκουΐντι αναγκάσθηκε να υποχωρήσει βραδύτερα. Στις 18 Ιουλ. 1870 δε, έδωσε την πλήρη συγκατάθεσή του. Το σπουδαίο όµως είναι ότι ο καρδινάλιος αυτός έµεινε σχεδόν ολότελα άγνωστος, σαν σκόπιµα να αποφευγόταν κάθε λόγος γύρω απ’ το όνοµά του. Υπάρχουν βάσιµες µαρτυρίες όµως, ότι ο Γκουΐντι ήταν νόθος γιος του πάπα Πίου Θ’. άλλωστε, συχνά γίνεται λόγος στις πηγές για παιδιά του πάπα! Ίσως γι’ αυτό – παρατηρεί ο συγγραφεύς – καθυστερεί και η αγιοποίηση του Πίου Θ’. Ο συγγραφεύς χρησιµοποιεί στη συνέχεια αρχειακό υλικό, για να αποδείξει το ρόλο της παπικής αστυνοµίας για την επιτυχία της Συνόδου. Οι πάντες ήσαν υπό παρακολούθηση: επίσκοποι, θεολόγοι, δηµοσιογράφοι και πρεσβευτές. Ιδιαίτερα αστυνοµευόταν το έργο του Τύπου. Λογοκρίνονταν επίσης όλα τα κείµενα. Γενική εντύπωση ήταν, ότι κανείς δεν µπορούσε να αισθάνεται ελεύθερος. Ιδιαίτερα δύσκολη έγινε η θέση των ανατολικών επισκόπων (Ουνιτών) και εκείνων, που είχαν υπογράψει την αίτηση για τη µη δογµατοποίηση του α-λαθήτου. Ο ρόλος των παπικών πρέσβεων (νουντσίων) ήταν επίσης σηµαντικός για την διευκόλυνση του πάπα. Το ίδιο όµως σπουδαίος αποδείχθηκε και ο ρόλος του Τύπου, στον οποίο ο πάπας έδωσε ιδιαίτερη σηµασία. Τα παπικά περιοδικά και εφηµερίδες γνώριζαν τον τρόπο να επηρεάζουν κατάλληλα την κοινή γνώµη. Μία «∆ιεθνής Επιτροπή Τύπου» εξυπηρετούσε το έργο της Συνόδου, αντιµετωπίζοντας αποτελεσµατικά τις επιθέσεις του φιλελεύθερου Τύπου.

∆. Πάπας Πίος ο Θ’ Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου (σελ. 73-95) ασχολείται µε το πρόσωπο του πάπα Πίου Θ’, του κυρίου συντελεστού της ανακηρύξεως του νέου δόγµατος. Ο πάπας αυτός είναι, κατά τον συγγραφέα, «η κεντρική µορφή» της Α’ Βατικανής Συνόδου. Ο Τζιοβάννι Μαρία Μαστάϊ-Φερρέττι – αυτό ήταν το κοσµικό του όνοµα – γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1792, στα δύσκολα χρόνια της Γαλλικής Επαναστάσεως, σε µια µικρή πόλη κοντά στην Αγκώνα. Ήταν το τελευταίο από τα εννέα παιδιά της οικογενείας του. Στα 15 του χρόνια είχε την πρώτη κρίση επιληψίας. Μέχρι σχεδόν τα σαράντα του τον καταλάµβαναν παρόµοιες κρίσεις. Το 1816 απεφάσισε να εισέλθει στον κλήρο. Τρία χρόνια µετά, έπειτα από σύντοµες θεολογικές σπουδές, χειροτονήθηκε (1819). Παρά τις επιληπτικές του κρίσεις πήρε την άδεια της χειροτονίας. Τέθηκε όµως ως όρος να µην ιερουργεί Σελίδα 21 από 57

ποτέ µόνος, αλλά πάντα µαζί µε κάποιον άλλο ιερέα ή διάκονο. Μετά το 1825 σταµατούν οι πληροφορίες για την επιληψία του. Οι δύο θείοι του (ο ένας επίσκοπος, ο άλλος «κανονικός» του Αγ. Πέτρου) τον βοήθησαν να κάµει σπουδαία εκκλησιαστική καριέρα. Το 1827 έγινε επίσκοπος του Σπολέτο, το 1832 επίσκοπος της Ιµόλα, το 1840 καρδινάλιος. Σχετικά νέος (54 ετών) έγινε το 1846 πάπας. Από το 1849 επανεµφανίζονται οι τάσεις για «λιποθυµία». Το έτος της Συνόδου (1870) γίνεται λόγος για νέες επιληπτικές κρίσεις. Άλλοι µιλούν για «στιγµιαίες συνειδησιακές ενοχλήσεις». Οι επίσηµες πηγές φυσικά σιωπούν, παρ’ όλο που δεν µπορούν να αρνηθούν τις παλαιότερες επιληπτικές κρίσεις του πάπα. Η επιληψία όµως σφράγισε την ζωή του πάπα, γιατί χωρίς αυτή δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ κληρικός. Όταν στις 16 Ιουλ. 1846 εκλέχθηκε πάπας, ο λαός στήριξε πολλές ελπίδες πάνω του για µεταρρυθµίσεις. (Υπήρχε βέβαια το παπικό κράτος µε αρχηγό-βασιλέα τον πάπα). Περίµεναν αµνηστεία των πολιτικών κρατουµένων, άρση της λογοκρισίας του Τύπου, κ.λπ. τον συνόδευε άλλωστε µια «κατασκευασµένη» φήµη περί φιλελεύθερου πάπα. Πράγµατι λήφθηκαν µερικά µέτρα, αλλά ο πάπας δεν δέχθηκε να ταχθή επικεφαλής στην προσπάθεια για ενοποίηση της Ιταλίας, ούτε να κηρύξει τον πόλεµο εναντίον της Αυστρίας. Ως αρχηγός του Παπισµού δεν θέλησε να εναντιωθή σε ένα «καθολικό» Κράτος, όπως η Αυστρία. Έτσι έχασε πολλές συµπάθειες. Ο πρωθυπουργός του Βατικανού Πελλεγκρίνο Ρόσσι δολοφονήθηκε. Ο ίδιος ο πάπας κατόρθωσε µεταµφιεσµένος να σωθή µέσα στη διπλωµατική άµαξα του πρεσβευτή της Βαυαρίας. Τα γεγονότα του 1848 (επανάσταση στην Ιταλία) τον τραυµάτισαν βαθύτατα. Ποτέ δεν είχε υπάρξει βέβαια φιλελεύθερος. Από τότε όµως έγινε θανάσιµος εχθρός του Φιλελευθερισµού, που τον θεώρησε ως τον µεγαλύτερο κίνδυνο του Παπισµού. Σε αντίθεση τόνιζε συνεχώς περισσότερο τη δική του αυθεντία. Πολλοί, µεταξύ των οποίων οι σηµαντικότεροι επίσκοποι της εποχής, βλέπουν στο πρόσωπο του Πίου την µεγαλύτερη συµφορά της Ρωµαιοκαθολικής Εκκλησίας, ιδιαίτερα για τον ρόλο του στην Α’ Βατικανή. Εκτός όµως από την επιληψία και άλλα αίτια σφράγισαν ανεπανόρθωτα την προσωπικότητά του. Η «θρησκευτικότης» του πάπα παρουσίαζε νοσηρά συµπτώµατα. Πίστευε σε διηγήσεις για οράµατα και προφητείες. Μερικοί µιλούν για ένα νοσηρό µυστικισµό του πάπα, χωρίς τον οποίο ο ρόλος του στην Α’ Βατικανή µένει εν πολλοίς ανεξήγητος. Πίστευε απροκάλυπτα, ότι του ανέθεσε ο Θεός την αποστολή να δογµατοποιήσει το αλάθητο των παπών. ∆ιεκήρυττε µάλιστα, ότι η Παναγία σε όραµα τον ενίσχυσε στην απόφασή του για το αλάθητο. Θεωρούσε την Θεοτόκο σύµµαχό του. Στις 5 Ιαν. 1870 είχε και ο Ντον Μπόσκο (άγιος από το 1934) ένα «όραµα», µε το οποίο «απεκαλύπτετο». Ότι είχε έλθει η ώρα για την ανακήρυξη του αλαθήτου. Και άλλοι όµως «οραµατιστές» έπαιξαν κάποιο σχετικό ρόλο στους κύκλους του πάπα. Πάνω απ’ όλα όµως ο πάπας οµολογούσε, ότι πίστευε στο αλάθητό του. Επίσκοποι και διπλωµάτες που τον γνώρισαν µιλούν για νοσηρό µυστικισµό και ιλλουµιναλισµό.

Σελίδα 22 από 57

Ιδιαίτερα όµως γίνεται λόγος για τον δεσποτισµό του. Τον κατηγορούσαν για έπαρση, αυτοέξαρση και εγωϊσµό. Άλλοι µιλούν για ιδιοτροπίες του, «τροµερή ανυποµονησία», «ισχυρογνωµοσύνη» και τυφλό φανατισµό». Άλλοι για «την τυραννία του πάπα». Τους αντιτιθέµενους στο αλάθητο θεωρούσε προσωπικούς εχθρούς του. Τους κατηγορούσε για άγνοια και αγνωµοσύνη. Τους αποκαλούσε µασόνους και όργανα της Στοάς. (Ήταν ακόµη εποχή διαστάσεως µεταξύ Μασονίας και Παπισµού). Πολλοί οµολογούσαν ότι είχε εκρηκτικούς θυµούς, µε αποτέλεσµα πολλοί οφφικιάλοί του να πάθουν καρδιακή προσβολή, µε συνέπεια ακόµη και τον θάνατο. Κυρίως όµως ήταν πτωχός σε συναισθήµατα. Είχε µια καρδιά από πέτρα – θα πει ένας επίσκοπος. Ό,τι δεν τον αφορούσε, τον άφηνε τελείως αδιάφορο. Κατά τον συγγραφέα οι εκρήξεις της οργής του πάπα δεν ήσαν «φτιαχτές». Το 1870 πέρασε µια περίοδο κρίσεως στην υγεία του. Παρουσιάζεται επίσης ως υποκριτής. Ιδιαίτερα όµως σφράγιζε την προσωπικότητά του η απουσία επαρκούς παιδείας θεολογικής. Στο θεολογικό, αλλά και το πολιτικό πεδίο ήταν κυριολεκτικά γυµνός. Η ηλικία του επίσης την εποχή της Συνόδου δεν πρέπει να µείνει απαρατήρητη. Όταν άρχισε τις εργασίες της η Σύνοδος, ο πάπας ήταν 78 ετών. Έφερε µάλιστα όλα τα γνωστά συµπτώµατα του γεροντισµού. Οι διανοητικές του ικανότητες ήταν ήδη µειωµένες. Μερικοί σύγχρονοί του µιλούν για «παλιµπαιδισµό». Έχανε την προσοχή του και ξεχνούσε. Οι λόγοι του άφηναν χειρίστη εντύπωση. Η φυσική αυτή και ψυχική κατάσταση του πάπα δεν ήταν δυνατό να αφήσει ανεπηρέαστη την όλη στάση του στο ζήτηµα του αλαθήτου. Όλα δηµιούργησαν µια αρρωστηµένη προσωπικότητα, µε τυφλό εγωισµό. Το 1886 ήδη είχε χρησιµοποιήσει τα λόγια του Χριστού: «εγώ ειµι η οδός και η αλήθεια και η ζωή», για τον εαυτό του. Αυτοπροβαλλόταν επίσης σαν θαυµατουργός. Οι εφηµερίδες της εποχής έγραφαν για περιπτώσεις που ο πάπας διέταξε παραλύτους να εγερθούν και να περπατήσουν, χωρίς φυσικά αποτελέσµατα. Μερικοί – κυρίως επίσκοποι – τον θεωρούσαν τρελλό. Και αν ακόµη πολλά από αυτά δεν ευσταθούν – καταλήγει ο συγγραφεύς -, δείχνουν όµως, ποία εντύπωση δηµιουργούσε ο πάπας σε όσους τον γνώριζαν από κοντά. Ο συγγραφεύς κλείνει το κεφάλαιο µε την οµολογία, ότι ο πάπας αποτελούσε άλυτο πρόβληµα για τους συγχρόνους του, που δεν ήξεραν πώς να τον αντιµετωπίσουν. Πώς να αντιµετωπίσουν τις έµµονες ιδέες του. Πολλοί επίσκοποι κυριολεκτικά αρρώστησαν στην Σύνοδο. Άλλοι την εγκατέλειψαν πρόωρα, µη µπορώντας να συνεχίσουν. Μερικοί έβλεπαν την Σύνοδο σαν µια «τραγική κωµωδία»!

Ε. Η ελευθερία της Α’ Βατικανής Το ∆’ κεφάλαιο (σελ. 96-111) έχει για τίτλο το ερώτηµα: «Πρώτη Βατικανή – µία ελεύθερη Σύνοδος;» Μετά την δραστηριότητα του πάπα, προ και κατά την Σύνοδο, το πρόβληµα της δυνατότητος να εργασθή η Σύνοδος ελεύθερα είναι πράγµατι από τα περισσότερα σπουδαία. Κατά την διάρκεια της Συνόδου εκυκλοφόρησαν διάφορα φέϊγ-βολάν, που µιλούσαν για έλλειψη ελευθερίας. Αυτό αποκάλυπτε Σελίδα 23 από 57

επίσηµα δήλωση, που δόθηκε στους συνοδικούς στις 16 Ιουλ. 1870. πράγµατι, κατά την διάρκεια των εργασιών, πολλές φωνές ακούσθηκαν εναντίον της Συνόδου. Ήδη από αυτή την έναρξη έγιναν διαµαρτυρίες για το Πρόγραµµα εργασιών της Συνόδου, που µεγάλωναν µε την πρόοδο των εργασιών. Η µειοψηφία αισθανόταν καθαρά να πιέζεται από την παπική πλειοψηφία. Χαρακτηριστικά κάποιος είπε: «Υπάρχει ελευθερία λόγου, αλλά όχι ελευθερία συζητήσεως»! Κατά πολλούς όµως όχι µόνο η µειοψηφία πιεζόταν, αλλά και αυτή η πλειοψηφία ενεργούσε υπό πίεση, διότι το µεγαλύτερο µέρος των επισκόπων εξαρτιόταν οικονοµικά από το Βατικανό, και έτσι δεν µπορούσαν να προβάλουν αντίρρηση στον πάπα. Πάλευαν µεταξύ συνειδήσεως και επιβιώσεως, όπως είπε χαρακτηριστικά κάποιος επίσκοπος. Θαυµάσια όµως διατύπωσε το πρόβληµα ο επίσκοπος Αρνύ Μαρέ (καθηγητής στη Σορβόννη): Η πλειοψηφία – είπε – δεν µπορούσε να είναι ελεύθερη, αφού δεν ήταν ελεύθερη η µειοψηφία… Πολλοί επίσκοποι πίστευαν, ότι τα νέα δόγµατα του παπικού πρωτείου και αλαθήτου προσέβαλλαν την θεία τάξη της Εκκλησίας και αποδυνάµωναν το επισκοπάτο. Έτσι όµως έχανε και η Εκκλησία την αξιοπιστία της προς τον κόσµο. Ο επίσκοπος Βίλχελµ Εµµάνουελ Φράϊχερ φον Κέττελερ εχαρακτήρισε το όλο ζήτηµα «έγκληµα κατά της Εκκλησίας και της ανθρωπότητος»! Γενική γνώµη ήταν στην µειοψηφία, ότι δεν επρόκειτο για Σύνοδο. Μιλούσαν για κωµωδία, που τέλειωνε ως τραγωδία. Παρ’ όλες βέβαια τις ενστάσεις δεν γινόταν λόγος για σχίσµα. Κάτι τέτοιο φαινόταν αδιανόητο. Ο πάπας όµως επέµενε στην απόφασή του. Βέβαια σήµερα γίνεται από τους υπερµάχους του Παπισµού δεκτή η ελευθερία της Συνόδου. Τουλάχιστον – ισχυρίζονται – δεν υπήρχε τόση ανελευθερία, ώστε να παραβλάπτεται η οικουµενικότητά της. Ο συγγραφεύς παραθέτει τη σχετική επιστηµονική συζήτηση (σελ. 107 ε.ε.). Το συµπέρασµά του δε είναι, ότι οπωσδήποτε έλειπε στη Σύνοδο η δυνατότητα συζητήσεως, διαλόγου. ∆εν παύει όµως να πιστεύει – και να αποδεικνύει – ότι και η εσωτερική ελευθερία απουσίαζε.

Σελίδα 24 από 57

Η κοσµική εξουσία των παπών και του Παπισµού κηδεύεται. (Σκίτσο της εποχής, που απηχεί τα αισθήµατα του ρωµαϊκού λαού και τις ταραχές που ξέσπασαν κατά την ανακοµιδή των λειψάνων του πάπα Πίου Θ’ δέκα χρόνια µετά τον θάνατό του)

ΣΤ. Ο διάλογος για το αλάθητο Στο Ε’ κεφάλαιο εξετάζει ο συγγραφεύς τα επιχειρήµατα υπέρ και κατά του παπικού αλαθήτου, όπως διατυπώθηκαν βέβαια στη Σύνοδο (σελ. 112-138). Από την αρχή φάνηκαν καθαρά δύο αντιτιθέµενες µεταξύ τους απόψεις: η µειοψηφία προέβαλλε ισχυρές αντιρρήσεις κατά του αλαθήτου. Η πλειοψηφία αντίθετα θεωρούσε δυνατή τη δογµατοποίησή του. Μία τρίτη οµάδα µε συµβιβαστικές τάσεις προσχώρησε γρήγορα στην πλειοψηφία. Για τους αντιπάλους του νέου δόγµατος η Α’ Βατικανή Σύνοδος ήταν αγώνας συνειδήσεως. Το πρόβληµα γι’ αυτούς ήταν: είναι ο πάπας ως πρόσωπο ή µαζί µε το επισκοπάτο αλάθητος; Η µειοψηφία θεωρούσε «απολύτως αναγκαία» την συµφωνία του επισκοπάτου γι’ αυτό, η πλειοψηφία όµως «σχετικώς αναγκαία». Κατά τους τελευταίους ο πάπας, όταν µιλεί «από καθέδρας» για ζητήµατα πίστεως και ήθους, είναι αφ’ εαυτού αλάθητος, ανεξάρτητα από την συγκατάθεση επισκόπων και Εκκλησίας! Για την µειοψηφία όµως κλονιζόταν έτσι η ίδια η αξιοπιστία της Εκκλησίας. Βέβαια και οι δύο µερίδες επικαλούνταν διάφορα επιχειρήµατα. Οι υποστηρικτές του αλαθήτου «εύρισκαν» στηρίγµατα στην Αγία Γραφή. Προ πάντων, όµως, εχρησιµοποίησαν την µαρτυρία των χωρίων: Ματθ. 16, 18-19· Λουκ. 22, 32 και Ιωάνν. 21, 15-17. Το σπουδαιότερο κατ’ αυτούς ήταν το πρώτο. Ο συγγραφεύς αναλύει τα χωρία σύµφωνα µε το πνεύµα των υποστηρικτών του αλαθήτου (σελ. 115 ε.ε.), παραβάλλοντας όµως πάντα την τότε ερµηνεία προς το πνεύµα της συγχρόνου µας ερµηνευτικής της Βίβλου. Βέβαια και πάλι φαίνεται επηρεασµένος από την φιλελεύθερη προτεσταντική ερµηνευτική, αλλά και εδώ πρόκειται για περίπτωση, που βγαίνει από τον κύκλο του κυρίου θέµατός µας, που είναι το αλάθητο του πάπα. Χρησιµοποιήθηκαν βέβαια από τους υποστηρικτές του αλαθήτου και άλλα επιχειρήµατα. Πρώτα από την παράδοση της Εκκλησίας, που την θεωρούσαν πιστή µάρτυρα του αλαθήτου. Οι αντίπαλοι απαντούσαν, ότι στα πρώτα 800 χρόνια της εκκλησιαστικής ιστορίας καµµιά τέτοια µαρτυρία δεν βρίσκεται. Μόνο από τον µεσαίωνα εµφανίζεται µια σχετικά διδασκαλία, που όµως µέχρι τον 16ο αι. κανείς πάπας δεν την έκαµε δεκτή. Κυρίως οι αντίπαλοι του αλαθήτου χρησιµοποίησαν την γνωστή θέση του Αγίου Βικεντίου Λειρίνου (450) ότι: «καθολικόν» είναι «ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη». Οι υποστηρικτές όµως απαντούσαν, ότι αν για κάθε δόγµα έπρεπε να ισχύουν και οι τρεις αυτές προϋποθέσεις , τότε δεν θα υπήρχε κανένα δόγµα σχεδόν. Μόνο η αρχαιότητα, κατ’ αυτούς, έχει σηµασία, όχι όµως η καθολικότητα και κοινή συµφωνία. Συζητήθηκαν επίσης οι γνώµες των Πατέρων Ειρηναίου (της Λυών), Σελίδα 25 από 57

Αµβροσίου και Αυγουστίνου, από τους οποίους υποστηρικτές του αλαθήτου αποµόνωναν χαρακτηριστικές φράσεις. Ακόµη συζητήθηκαν οι προηγούµενες Οικουµενικές Σύνοδοι. Βέβαια οι υποστηρικτές του αλαθήτου αδιαφορούσαν τελείως για την ιστορία. Έτσι εντελώς ανιστόρητα διεκήρυτταν, ότι ο πάπας απ’ αρχής παρουσιάζεται ως «Κύριος των Συνόδων». Τούτο ίσχυε – κατ’ αυτούς – ήδη από την Αποστολική λεγοµένη Σύνοδο (49 µ.Χ.) των Ιεροσολύµων! Στηρίγµατα ζήτησαν επίσης σ’ όλες τις Συνόδους από την Νίκαια (325 µ.Χ.) µέχρι εκείνη του Τριδέντου (1545-1563). Για τις «αντιπαπικές» όµως συνόδους της Κωνσταντίας (1414-18) και της Βασιλείας (1431-37 ή 1448) φυσικά δεν έκαναν κανένα λόγο... Κατ’ αυτούς µεγαλύτερη αποδεικτική σηµασία είχαν η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 869-70 (κατά του Φωτίου), η Β’ της Λυών (1284) και η της Φερράρας-Φλωρεντίας (1439). Η µειοψηφία όµως αποδείκνυε ότι ακριβώς το αντίθετο ίσχυε. Γιατί στην µεν πρώτη από αυτές τις Συνόδους ασκήθηκε πίεση, για τις άλλες όµως δεν µπορεί να γίνει κανένας λόγος, αφού για τους Ορθοδόξους ισχύουν ως ψευδοσύνοδοι, παρ’ όλο που και καµµιά τους δεν διακήρυξε το αλάθητο του πάπα. Κατά τον συγγραφέα η αντίθεση των δύο παρατάξεων στην κρίση τους για την παράδοση της Εκκλησίας οφειλόταν στο γεγονός, ότι και οι µεν και οι δε είχαν δική τους αντίληψη και ερµηνεία της ιστορίας. Κατά την πλειοψηφία στους 3 πρώτους αι. η αντιµετώπιση και εξαφάνιση των αιρέσεων οφειλόταν στον πάπα, διότι δεν υπήρχαν Σύνοδοι ακόµη! Οι Οικουµενικές Σύνοδοι εξ άλλου δέχονταν πάντοτε ασυζητητί (!) την γνώµη του πάπα. Το αλάθητο διδάχθηκε στην Εκκλησία από την αρχαιότητα, άρα δεν αποτελεί µια προσωπική γνώµη, αλλά πίστη! Από την άλλη πλευρά η µειοψηφία τόνιζε την σηµασία των Συνόδων στην αρχαία Εκκλησία και την απουσία κάθε µαρτυρίας για το αλάθητο των παπών. Η απόφαση της Συνόδου βάρυνε και όχι η αυθεντία του πάπα. Οι επίσκοποι της Ρώµης ζητούσαν από την Σύνοδο να εγκρίνει τις αποφάσεις τους, δεν δίστασαν δε διάφορες Σύνοδοι να απορρίψουν παπικές απόψεις. Είναι φανερό – συνεχίζει ο συγγραφεύς – ότι η πλειοψηφία στηριζόταν tacite (σιωπηλώς) στην εικόνα, που δίνουν για την Εκκλησία οι ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις. Πρόκειται όµως για πλαστογράφηση της ιστορίας, που – δίκαια – δεν µπορούσε να δεχθή η µειοψηφία. Ως επιχείρηµα για το αλάθητο χρησιµοποίησαν οι υποστηρικτές του και τις γνώµες και τη διδασκαλία των ίδιων των παπών. Κατ’ αυτούς, σ’ όλους τους αιώνες, οι πάπες δίδαξαν το αλάθητό τους ή ενήργησαν βάσει αυτού. Ο Πίνακας αρχίζει µε τον Πέτρο και κλείνει µε τον Πίο τον Θ’. Η µειοψηφία όµως επανέλαβε, ότι µέχρι τον 16ο αι. κανείς πάπας δεν δέχθηκε φανερά µια τέτοια διδασκαλία. Αντίθετα υπάρχουν αρκετά παραδείγµατα, που αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Π.Χ. στην έριδα για το βάπτισµα των αιρετικών µεταξύ πάπα Στεφάνου Α’ (254-57) και Κυπριανού Καρχηδόνος (†258) υπερίσχυσε η (ορθόδοξη) άποψη του Κυπριανού (ότι το βάπτισµα των αιρετικών δεν είναι ισχυρό). Εξ άλλου ο πάπας Ονώριος (625-638) καταδικάσθηκε ως αιρετικός. Ως αιρετικός επίσης αναφέρεται στην

Σελίδα 26 από 57

ιστορία και ο πάπας Λιβέριος (352-366) και ο Βιργίλιος (537-555). Τα ιστορικά επιχειρήµατα των αντιπάλων του αλαθήτου δείχνουν την απουσία ιστορικής συνειδήσεως στους οπαδούς του αλαθήτου. Οι σηµερινές ιστορικές έρευνες δικαιώνουν απόλυτα την µειοψηφία. Στην περίπτωση µάλιστα της διενέξεως µεταξύ Στεφάνου και Κυπριανού αποδεικνύεται, ότι ο δεύτερος όχι µόνο το αλάθητο, αλλά και αυτό το «πρωτείον» του πάπα Ρώµης είχε απορρίψει. Οι οπαδοί του αλαθήτου επικαλέσθηκαν, περαιτέρω, γνώµες µεγάλων θεολόγων της ∆ύσεως. Κατ’ αυτούς όλες οι Θεολογικές Σχολές (Αυγουστινιανοί, Θωµιστές, Σκοτιστές, Φραγκισκανού) εδίδαξαν το αλάθητο. Η µειοψηφία είχε βέβαια και εδώ τα αντεπιχειρήµατά της. Με έµφαση µάλιστα τόνιζε, ότι ο Ακινάτος, µολονότι στηριζόµενος στις ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις δέχθηκε το παπικό πρωτείο, δεν µπορεί να θεωρηθή κήρυκας του αλαθήτου. Το πρόβληµα αυτό δεν είναι κεντρικό θέµα της διδασκαλίας του. Στην απαίτηση έπειτα των υποστηρικτών του νέου δόγµατος να θεσµοποιηθή το αλάθητο, διότι είναι «καθολική διδασκαλία» της Εκκλησίας, απαντούσαν οι αντίπαλοί τους, ότι η περί αλαθήτου διδασκαλία µπορεί να γίνει δεκτή ως γνώµη µιας σχολής, όχι όµως και να ισχύσει ως δόγµα. Σε µια έρευνα επίσης για την γεωγραφική θεµελίωση του αλαθήτου δέχθηκαν ασυζητητί οι οπαδοί του αλαθήτου ως µάρτυρες του νέου δόγµατος την παπική Ανατολή, την Γιουγκοσλαβία, την Ολλανδία και το Λουξεµβούργο. Η µειοψηφία απαντούσε όµως, ότι το δόγµα αυτό απέρριπταν Ιταλία, Ισπανία, Ουγγαρία, Αγγλία, Ηνωµένες Πολιτείες και Καναδάς. Η Πορτογαλία επίσης. Η µεγαλύτερη όµως επίθεση κατά του νέου δόγµατος προερχόταν από την Ιρλανδία, τη Γαλλία και τη Γερµανία. Περαιτέρω και οι δύο παρατάξεις στηρίχθηκαν και σε θεωρητική θεµελίωση των απόψεών τους. Κατά την πλειοψηφία η Εκκλησία ως Κοινωνία, που στα θέµατα της πίστεως δεν µπορεί να πλανηθή, πρέπει να έχει µιαν αλάθητη κεφαλή, ένα αλάθητο διαιτητή. Κατά την µειοψηφία όµως τότε θα είχε η Εκκλησία ένα διπλά αλάθητο: στο αναµφισβήτητο αλάθητο της Εκκλησίας θα προστιθόταν και το ατοµικό αλάθητο του πάπα! Η πλειοψηφία έφθασε όµως σε σηµείο να υποστηρίζει το εξωφρενικό, ότι και αυτή η σταύρωση του Πέτρου µε το κεφάλι προς το έδαφος δείχνει, ότι ο Πέτρος είναι το θεµέλιο της Εκκλησίας... (Γνώµη του πάπα Λέοντος Θ’, 1049-1054, που επανέλαβε στην αρχή των συζητήσεων ο επίσκοπος Λουδοβίκος-Πίος του Πουατιέ). Άλλο επιχείρηµα της πλειοψηφίας ήταν, ότι αφού ο πάπας έχει παγκόσµιο πρωτείο δικαιοδοσίας και την υπέρτατη διδακτική εξουσία, πρέπει να είναι και αλάθητος. Κατά την µειοψηφία όµως πρωτείο και αλάθητο είναι άσχετα µεταξύ τους. Προσέθεταν δε, ότι, αν ο πάπας είναι αλάθητος ανεξάρτητα από την συµφωνία του επισκοπάτου, τότε ποιος θα είχε το δικαίωµα να τον κρίνει, αν έπεφτε σε αίρεση; Πολύ ορθά παρατήρησε ο Κοσµήτωρ της Σορβόννης επίσκοπος Αρνύ Μαρέ στις 3 Ιουν. 1870, ότι, η Βατικανή Σύνοδος αποδεικνυόταν de facto ανώτερη του πάπα, αφού έπρεπε να αποφασίσει για την δογµατοποίηση του αλαθήτου του! Η αντίδραση στην θέση αυτή ήταν ισχυρότατη. Ο καρδινάλιος Μπίλιο Σελίδα 27 από 57

κατηγόρησε τον Μαρέ ανοικτά, ότι αδικεί την Αγίαν Έδρα. Κατ’ αυτόν η Σύνοδος δεν δίνει στον πάπα δικαιώµατα, αλλ’ αναγνωρίζει τα ήδη υπάρχοντα δικαιώµατα του πάπα.

Η εκτέλεση των ιταλών επαναστατών Γκιοζέππε Μόντι και ΓκαετάνοΤονιέττι είναι η τελευταία απόφαση του πάπα Πίου Θ’ καθώς παπικό κράτος καταρρέει και πραγµατοποιείται ενώ τα ιταλικά στρατεύµατα εκπορθούν τα ρωµαϊκά τείχη (Σκίτσο του 1871).

Ζ. Σύνοδος και ιστορία Στο κεφάλαιο ΣΤ’ (σελ. 139-149) ερευνάται η (συνοδική) συζήτηση για το αλάθητο επί τη βάσει της ιστορικής επιστήµης. Κατά τον συγγραφέα ο αριθµός των επιχειρηµάτων και αντεπιχειρηµάτων για το αλάθητο ξεπερνά το θαυµαστό σύνολο των 200! Η όλη υπόθεση όµως έχει µόνο φαινοµενική σοβαρότητα· στην ουσία πρόκειται για µια φάρσα. Η πλειοψηφία, στηριζόµενη στην παράδοση και στην Γραφή, για να αποδείξει το αλάθητο ως εκκλησιαστική πίστη, επικαλείται tacite (σιωπηλώς) την µαρτυρία της Ιστορίας. Τα επιχειρήµατα όµως της πλειοψηφίας δεν συµφωνούν µε την ιστορική πραγµατικότητα, διότι στηριζόταν σε κείµενα µη γνήσια, νοθευµένα, (π.χ. Ψευδοϊσιδώρειες ∆ιατάξεις κ.λπ.). Μπορεί βέβαια να µη χρησιµοποιούσαν οι της πλειοψηφίας απ’ ευθείας παρόµοια κείµενα, στήριζαν όµως τις γνώµες τους σε απόψεις θεολόγων, που είχαν χρησιµοποιήσει σαν βάση τα κείµενα αυτά. Επίσης τα επιχειρήµατα της πλειοψηφίας έπασχαν από αναχρονισµό: έβλεπαν το παρελθόν υπό το πρίσµα του παρόντος. Ήδη όµως είχε επικρατήσει στους κόλπους του Παπισµού µια εσφαλµένη και ιστορικά απόβλητη γνώµη περί παραδόσεως. Από τα µέσα κυρίως του ιθ’ αι. καλλιεργήθηκε συστηµατικά η άποψη, ότι αυτό που διδάσκει η Εκκλησία (ο Παπισµός εν προκειµένω) ισχύει ως θεία παράδοση. Έτσι άλλωστε «εδογµατίσθη» η «άσπιλος σύλληψις της Θεοτόκου» Σελίδα 28 από 57

το 1854. Η βάση του συλλογισµού ήταν: αφού η Εκκλησία σήµερα πιστεύει και διδάσκει την άσπιλο σύλληψη, πρέπει η «αλήθεια» αυτή να έχει και προηγουµένως πιστευθή και κηρυχθή... Το δόγµα αυτό έλαβε κατόπιν υποβολής σχετικής ερωτήσεως στους επισκόπους 546 θετικές και 56 αρνητικές απαντήσεις, τις τελευταίες ιδίως από καθηγητές της Γερµανίας. Χωρίς καµµιά όµως συζήτηση έγινε δεκτό. Ο αρχιεπίσκοπος του Ουεστµίνστερ Μάννιγκ µάλιστα διατύπωσε κατά την διάρκεια της Συνόδου τη θεωρία, ότι υπήρχε αντίθεση µεταξύ παραδόσεως και ιστορίας. Η παράδοση είναι θεία, η ιστορία ανθρώπινη. Η παράδοση δεν µπορούσε µε βάση την ιστορία ούτε να επιβεβαιωθή, ούτε να απορριφθή. Η διδακτική εξουσία – εγγυητής της εκκλησιαστικής παραδόσεως – είναι υπέρ την ιστορία και ανεξάρτητη από αυτήν. Μόνο λοιπόν η διδακτική εξουσία της Εκκλησίας µπορεί να αποφασίσει, τι είναι παράδοση. Στον Μάννιγκ και στον κύκλο του άλλωστε αποδίδεται η φράση: «Το δόγµα ενίκησε την ιστορία!». Οι αντίπαλοι του αλαθήτου είχαν µία εντελώς διαφορετική σχέση µε την ιστορία. Όχι µόνο αναγνώριζαν την σηµασία της ιστορικής επιστήµης, αλλά φρόντιζαν να στηρίζονται σε γνήσια κείµενα, ιδιαίτερα προερχόµενα από τους πρώτους αιώνες. Στην Σύνοδο έλαβαν άλλωστε µέρος γνωστοί ιστορικοί (Χέφελε, Ράουσερ, Μαρέ, Ντέλλιγκερ κ.λπ.). Ο Ιγνάτιος φον Ντέλλιγκερ ήταν ο σπουδαιότερος πολέµιος του αλαθήτου για καθαρά ιστορικούς λόγους. Κατ’ αυτόν η Εκκλησία δεν είχε το δικαίωµα να δογµατοποιήσει κάτι, που δεν απαντά ούτε στην Γραφή, ούτε στην παράδοση. Αυτός θα διακηρύξη: «Ιστάµεθα επί του σταθερού εδάφους της ιστορίας, των µαρτυριών, των γεγονότων». Και ένας άλλος επιφανής ιστορικός, ο επίσκοπος Ιωσήφ Χέφελε, ακολούθησε τον Ντέλλιγκερ στην επιστηµονική αντίδραση κατά του αλαθήτου. Επίσης ο καρδινάλιος Τζων Χένρυ Νιούµαν χαρακτήρισε το αλάθητο σκάνδαλο, όπως επίσης τον τρόπο δογµατοποιήσεώς του. Βέβαια αργότερα (1875) διαφοροποίησε την στάση του έναντι του Ντέλλιγκερ, που έµεινε συνεπής µέχρι τέλους. Γενικά στην Α’ Βατικανή το ζήτηµα της ιστορικής εξελίξεως του δόγµατος δεν έπαιξε τον παραµικρό ρόλο. Νοµίσθηκε αντίθετα, ότι η «µαγική» φράση «εκ καθέδρας» µπορούσε να διορθώσει κάθε αδυναµία του νέου δόγµατος. Μόνον οι «εκ καθέδρας» αποφάνσεις του πάπα είναι αλάθητες. Άλλο βέβαια, αν και αυτή η φράση ήταν ολότελα άγνωστη στην παράδοση µέχρι τον 16ο αι. Έτσι, καλυµµένο πίσω από την αοριστία των όρων, πιστεύθηκε ότι το αλάθητο δεν θα µπορούσε να έλθει σε αντίθεση προς την ιστορία. Με πολλή ειρωνεία και χιούµορ είπε κάποιος σύγχρονος: «Όλες οι αλάθητες αποφάνσεις είναι πράγµατι αληθινές, καµµία απόφανση όµως δεν είναι πραγµατικά αλάθητη»!

Η. Η επιβολή του νέου δόγµατος Ο τίτλος του κεφαλαίου Ζ’ είναι: «Πως επεβλήθη το νέο δόγµα» (σελ. 150-197). Όσο πλησίαζε η ηµέρα της ψηφίσεως του νέου δόγµατος, τόσο πλήθαιναν οι διαρροές των συνοδικών. Άλλοι «αρρώστησαν» απότοµα, άλλοι αναχώρησαν εσπευσµένα. Το αποτέλεσµα µιας ψηφοφορίας έδωσε, στις 13 Ιουλ. 1870, 88 Σελίδα 29 από 57

αρνητικές ψήφους και 62 που ψήφισαν «ναι», αλλά µε επιφυλάξεις. «Ναι» έδωσαν µόνο 451 επίσκοποι, δηλαδή ούτε οι µισοί από τους 1084, που είχαν δικαίωµα συµµετοχής στη Σύνοδο και λιγότεροι από τα 2/3 των παρόντων κατά την έναρξη της Συνόδου (700). Κατά την τελευταία όµως συνεδρία της Συνόδου (18 Ιουλ. 1870) ο αριθµός των θετικών ψήφων έφθασε τις 535. Ήδη όµως είχαν αναχωρήσει 55 επίσκοποι της αρνητικής µειοψηφίας που από σεβασµό προς τον «Άγιον Πατέρα» δεν κάθισαν να ψηφίσουν στην τελευταία συνεδρία. Κατά την ψήφιση του νέου δόγµατος ξέσπασε πάνω από τον Άγιο Πέτρο σφοδρή καταιγίδα. Για άλλους αυτό ήταν δείγµα της θείας οργής, για άλλους όµως δείγµα θείας ευνοίας... Με την ψήφιση του νέου δόγµατος η µειοψηφία, όπως ήταν επόµενο, έχασε την συνοχή της και διασπάσθηκε. Εν τούτοις µερικοί επίσκοποι αποφάσισαν να συνεχίσουν την αντίσταση, προσβάλλοντας την ίδια την οικουµενικότητα της Συνόδου. Γρήγορα όµως, συνεπεία διαφόρων γεγονότων, κατέρρευσε η αντίσταση. Η Ρώµη έθεσε σε κίνηση ένα ολόκληρο σύστηµα, για να υποτάξει τους αντιτιθεµένους. Έτσι στα τέλη του 1871, εκτός από µερικές εξαιρέσεις, όλη η µειοψηφία είχε υποταχθή. Τα χρησιµοποιηθέντα µέσα ήταν διωγµοί διαφόρων ειδών π.χ. απολύσεις. Η οργή του πάπα δεν έκαµε εξαιρέσεις. Η «κάθαρση» άρχισε από το ίδιο το Βατικανό. Ο παπικός Τύπος έπαιξε και εδώ ένα σηµαντικό ρόλο, ιδιαίτερα για τους λιγότερο εξαρτηµένους από το Βατικανό επισκόπους και καρδιναλίους. Και σ’ αυτή την σκληροτράχηλη Γερµανία είχε το Βατικανό επιτυχία, µε την διαίρεση των επισκόπων της Γερµανικής Συνόδου στην Φούλντα (τέλος Αυγούστου 1870). Πολλοί πρώην πολέµιοι του αλαθήτου τώρα δέχθηκαν όχι µόνο το παπικό αλάθητο, αλλά και την οικουµενικότητα και ελευθερία της Α’ Βατικανής. Γενική όµως πίστη ήταν, ότι οι επίσκοποι στη Σύνοδο της Φούλντας θυσίασαν την εντιµότητα και τις πεποιθήσεις τους... Η ρωµαϊκή Κούρια επίσης χρησιµοποίησε διάφορα µέσα, για να υποτάξει τους αντιτιθεµένους. Ο υποκινητής όµως όλων των σκληρών µέτρων ήταν ο ίδιος ο πάπας. Κυρίως υποχρεώνονταν όσοι είχαν γράψει εναντίον του νέου δόγµατος να ανακαλέσουν, όπως π.χ. π Κοσµήτωρ της Θεολογικής Σχολής της Σορβόννης Μαρέ. Άλλοι επίσκοποι έχασαν το θρόνο τους. Στις σελ. 165-177 του βιβλίου βρίσκει κανείς πολύ σχετικό υλικό. Οι περισσότεροι επίσκοποι, που υποτάχθηκαν, βρήκαν ως δικαιολογία, ότι αφού αποφάνθηκε µια Οικουµενική Σύνοδος, η έριδα είχε ουσιαστικά λήξει (πρβλ. την περιβόητη, αποδιδόµενη στον ι. Αυγουστίνο, φράση: «Roma locuta est. Causa finita est»). Πολλοί δυναµικοί αντίπαλοι του αλαθήτου δήλωσαν τελικά υποταγή από φόβο µη µείνουν µόνοι. Άλλοι υποτάχθηκαν από το φόβο της δηµιουργίας σχίσµατος, όπως π.χ. ο ιστορικός Χέφελε. Βρέθηκε όµως και ο µετριοπαθής δρόµος της θεολογικής «ερµηνείας» του νέου δόγµατος σαν κάποια λύση. Πολλοί επίσκοποι προσπάθησαν αρχικά να περιορίσουν κατά το δυνατόν τις περιπτώσεις των αλαθήτων παπικών αποφάσεων. Έτσι θα αποφευγόταν η σύγκρουση µε την ιστορία. Σπουδαιότερο όµως ήταν γι’ αυτούς να συνδυάσουν το αλάθητο του πάπα µε την όλη Εκκλησία. Μολονότι η Σύνοδος διακήρυξε σαφώς, ότι ο πάπας είναι «αφ’ εαυτού» αλάθητος, χωρίς δηλαδή την συγκατάθεση της Εκκλησίας, επιδίωξαν να εξαρτήσουν τον πάπα από την συµφωνία της Εκκλησίας. Σ’ αυτήν την οµάδα ανήκαν ο Σελίδα 30 από 57

Χέφελε, ο Μαρέ κ.ά. Ο Μαρέ προσπάθησε ν΄ αποδείξει, ότι η Σύνοδος δεν αναγνώρισε κανένα προσωπικό ή απόλυτο αλάθητο του πάπα. Νεότεροι θεολόγοι (Χ. Φρις, Κλ. Σατζ) θα υποστηρίξουν, ότι η Α’ Βατικανή απέρριψε µόνο την ανάγκη της εκ των υστέρων επιδοκιµασίας της Εκκλησίας. Πάντως ο Μαρέ δεν έπαυσε να έχει αµφιβολίες για την ορθότητα µιας τέτοιας θεωρίας, γι’ αυτό και απέφυγε να δηµοσιεύσει τις θέσεις του. Η Ρώµη δεν ήταν βέβαια ικανοποιηµένη µε τις ερµηνευτικές αυτές προσπάθειες. Σκοπός της ήταν η καθολική αναγνώριση του νέου δόγµατος. Τον Οκτώβριο του 1870 ο πάπας Πίος Θ’ ίδρυσε, στα πλαίσια της Ιεράς Εξετάσεως, µία ειδική επιτροπή «για όλες τις υποθέσεις της Βατικανής Οικουµενικής Συνόδου και της συγχρόνου καταστάσεως της Ρώµης». Εκείνο που επιδιωκόταν ήταν η υποταγή των αντιφρονούντων. Καθηγητές και επίσκοποι προτίµησαν να συµφωνήσουν. Γρήγορα όµως διαπιστώθηκε, ότι η συγκατάθεση πολλών δεν ήταν ειλικρινής, αλλά διπλωµατικής φύσεως. Κίνδυνος σχίσµατος όµως δεν υπήρχε λόγω της κυριαρχούσας γενικής θρησκευτικής αδιαφορίας. Κανείς επίσης επίσκοπος δεν φαινόταν διατεθειµένος να αντισταθή µέχρι τέλους. Ακόµη και η αντίδραση των καθηγητών, παρά τον αρχικό δυναµισµό της, αδυνάτησε κατόπιν. Πολλοί ήσαν εκείνοι, που ενώ δεν πίστευσαν ποτέ στο νέο δόγµα, δεν τολµούσαν να αντισταθούν. ∆εν έλλειψαν όµως οι συνεπείς καθηγητές. Μέσα σε λίγο χρόνο στις γερµανόφωνες περιοχές αφορίσθηκαν 20 θεολόγοι και φιλόσοφοι καθηγητές. Τα 2/3 των καθολικών ιστορικών των γερµανικών Πανεπιστηµίων εγκατέλειψαν την Εκκλησία. Στο Μόναχο 5 ιστορικοί έκαµαν αυτό το βήµα. Και σε άλλες χώρες συνέβη το ίδιο. Κύριο επιχείρηµά τους δεν ήταν βέβαια ο ανελεύθερος και αντι-οικουµενικός χαρακτήρας της Συνόδου, αλλά η αντίφαση του δόγµατος προς την ιστορία. Πρωταγωνιστές αυτού του αγώνα ήσαν ο Ιγνάτιος φον Ντέλλιγκερ του Μονάχου, ο Γιόχαν φον Σούλτε της Πράγας και οι Γιόζεφ Λάγκεν και Φραντζ Ρόυς στην Βόννη. Οι επίσκοποι βέβαια έκριναν σκόπιµο να καλούν τους καθηγητές σε υποταγή... Πριν ακόµη τελειώσει η Σύνοδος, οι οπαδοί του α-λαθήτου αποφάσισαν να γραφεί η ιστορία της. Τον Ιούνιο του 1870 ο Πίος Θ’ κάλεσε τον «κανονικό» Ευγένιο Τσεκόνι από την Φλωρεντία στη Ρώµη. Ο Τσεκόνι είχε ήδη αναλάβει την υπεράσπιση της Συνόδου της Φλωρεντίας. Εκφράσθηκε όµως από πρόσωπα του Βατικανού η γνώµη, ότι ο Τσεκόνι έδωσε µόνο το όνοµά του, ενώ την ιστορία την έγραψαν στην πραγµατικότητα οι Ιησουΐτες. Το έργο του Τσεκόνι περιλαµβάνει 4 ογκώδεις τόµους. Ο εκ των αντιπάλων του δόγµατος αρχιεπίσκοπος Βιντσέντσο Τιτσάνι, παρά το ογκώδες υλικό, που είχε συγκεντρώσει, δεν εδηµοσίευσε ποτέ την ιστορία, που σχεδίαζε να γράψει. Μετά το θάνατό του (1892) το Βατικανό αγόρασε τα χειρόγραφά του! Μέχρι σήµερα όµως λείπει µια ιστορία της Συνόδου αυθεντική, δηλαδή στηριζόµενη στις πηγές. Οι πιέσεις του Βατικανού επέδρασαν και στην τύχη των αρχείων των συνοδικών πατέρων. Αρκετοί επίσκοποι της µειοψηφίας έκαυσαν (!) ό,τι σχετικό µε την Σύνοδο είχαν γράψει, ακόµη και την αλληλογραφία τους. Το ίδιο έκαµαν όµως και πολλοί από τους επισκόπους της πλειοψηφίας. Στο αρχείο των Σελίδα 31 από 57

Ιησουϊτών λείπει λ.χ. η αλληλογραφία από την Γερµανία των ετών 1860-1870. Ίσως να καταστράφηκε, πριν από την είσοδο των ιταλικών στρατευµάτων στην Ρώµη. «Χάθηκε», επίσης, το ηµερολόγιο της «Civiltà Cattolica» από το 1860-1890, που πολλά θα είχε να πει για τον ρόλο των Ιησουϊτών στη Σύνοδο... Η παπική αστυνοµία επίσης έκαυσε ένα µεγάλο µέρος του µυστικού αρχείου της, πριν από την κατάληψη της Ρώµης από τα ιταλικά στρατεύµατα. Το αρχειακό υλικό επίσης, που σώθηκε, κατά την µαρτυρία του συγγραφέα µένει απρόσιτο. Τον ∆εκέµβριο του 1966 επέτρεψε το Βατικανό τη µελέτη του αρχείου της εποχής του Πίου Θ’. Γρήγορα, όµως, το αρχείο αυτό έκλεισε τις πύλες του! Τρεις υπάλληλοι του αρχείου είχαν ετοιµάσει την έκδοση ενός λεπτοµερούς καταλόγου. Το 1969 ο πάπας Παύλος ΣΤ’ ανήγγειλε την ετοιµαζόµενη κριτική έκδοση των Πρακτικών της Συνόδου. Θα προηγείτο όµως η έκδοση του Καταλόγου. Και ο µεν Κατάλογος δεν δηµοσιεύθηκε ποτέ, η έκδοση δε των Πρακτικών ήταν ένα πρόσχηµα, για να µείνει απρόσιτο το Αρχείο. Αλλά και η χρήση του υπολοίπου υλικού σχετικά µε τον Πίο Θ’ δυσχεραίνεται. Χαρακτηριστικότερο όµως είναι ότι δύο κεντρικά όργανα της Ρωµαϊκής Κούρια κρατούν πεισµατικά τα αρχεία τους για ολόκληρο τον ιθ’ αι. κλειστά· Η «Επιτροπή για τις ιδιαίτερες υποθέσεις της Εκκλησίας» και η «Επιτροπή Πίστεως», δηλαδή η διάδοχος της Ιεράς Εξετάσεως.

Θ. Εκκλησιαστικές και κοινωνικές συνέπειες Σπουδαιότατο είναι το κεφάλαιο Η’. Ο τίτλος του: «Συνέπειες στην Κοινωνία και Εκκλησία» (σελ. 198-234). Σ’ αυτό εκτίθενται µε την ίδια αποδεικτική δύναµη οι συνέπειες του νέου δόγµατος, εκκλησιολογικές και κοινωνικές. Οι οπαδοί του αλαθήτου υπερτόνισαν, φυσικά από τη σκοπιά τους, την σηµασία του νέου δόγµατος. Πίστευαν, ότι µε την κατ’ αυτό τον τρόπο έξαρση της παπικής αυθεντίας, θα απελευθέρωναν την κοινωνία από τον φιλελεύθερο και δηµοκρατικό πνεύµα. Επίσης, ότι θα ωφελούσαν το παπικό κράτος. Γρήγορα, όµως, απογοητεύθηκαν. Μία ηµέρα µετά το τέλος της Συνόδου ξέσπασε ο γερµανο-γαλλικός πόλεµος. Οι γαλλικές δυνάµεις άφησαν ανυπεράσπιστο τον πάπα. Έτσι η ιταλική κυβέρνηση της Φλωρεντίας βρήκε την ευκαιρία να λύσει το «ρωµαϊκό πρόβληµα». Στις 20 Σεπτ. 1870 τα στρατεύµατα της ενωµένης Ιταλίας κτύπησαν την Porta Pia. Κάτι τέτοιο ήταν για τον πάπα απίστευτο. ∆ιέταξε τον στρατηγό του Χέρµαν Κάντσλερ να προβάλει συµβολική αντίσταση, στην οποία όµως έχασαν τη ζωή τους περίπου 70 άνθρωποι, 49 ιταλοί και 20 παπικοί στρατιώτες. Για τραγική ειρωνεία το παπικό αλάθητο, που δογµατίσθηκε για να στηρίξει την κοσµική δύναµη του πάπα, επιτάχυνε την κατάρρευσή της. Τα ευρωπαϊκά Κράτη φοβήθηκαν µε το νέο δόγµα επεµβάσεις του Βατικανού στον πολιτικό χώρο και έτσι ούτε η Γαλλία, ούτε η Αυστρία, ούτε η Γερµανία θέλησαν να βοηθήσουν τον πάπα να ανακτήσει τα απολεσθέντα εδάφη. Σελίδα 32 από 57

Η κατάκτηση όµως της Ρώµης δεν ήταν η µόνη απογοήτευση για τον πάπα και τους οπαδούς του. Λίγο µετά το τέλος της Συνόδου η Αυστρία διέλυσε το Κονκορδάτο της µε το Βατικανό, που ίσχυε από το 1855, µε πρόφαση τα νέα δόγµατα (πρωτείο και αλάθητο). Στη Γερµανία ξέσπασε, ως συνέπεια του νέου δόγµατος, «αγώνας πολιτισµού» (Kultur – Kampf) ιδιαίτερα στην Πρωσία, την Έσση και τη Βάδη. Και στην Ελβετία το νέο δόγµα όξυνε τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας. Το τραγικότερο και µεγαλύτερο όµως εκκλησιαστικό γεγονός, που προκάλεσε η Α’ Βατικανή, ήταν η δηµιουργία της Παλαιοκαθολικής Εκκλησίας. Πολλοί καθολικοί – κυρίως καθηγητές της Θεολογίας και Ιστορίας – αποσχίσθηκαν. Έµειναν µεν πιστοί στην παλαιά καθολική τους πίστη, αρνήθηκαν όµως τα νέα παπικά δόγµατα. Γι’ αυτό πήραν το όνοµα Παλαιοκαθολικοί. Παλαιοκαθολικές κοινότητες συστάθηκαν στην Γερµανία, Αυστρία και Ελβετία. Σήµερα αριθµούνται στις γερµανόφωνες χώρες περίπου 100.000 Παλαιοκαθολικοί. Κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας προκάλεσε η Σύνοδος και στη Γαλλία, που οδήγησε στον πλήρη χωρισµό τους το 1906. Οι συνέπειες επεξετάθησαν και στην ίδια την Ιταλία. Οι Καθολικοί αποξενώθηκαν από την πολιτική ζωή, γιατί το δόγµα του αλαθήτου τους δηµιούργησε συναισθήµατα αυταρκείας και αυταρεσκείας. Ο λαός επίσης αποµακρύνθηκε από την Εκκλησία. Τούτο απέδειξε η ανακοµιδή των λειψάνων του Πίου Θ’ (13 Ιουλ 1881). Μπροστά από τον άγ. Πέτρο είχαν συγκεντρωθή οµάδες, που φώναζαν: «Ζήτω η Ιταλία! Θάνατος στον πάπα. Στο ποτάµι το γουρούνι. Στον Τίβερι το ψοφίµι!». Η ποµπή πετροβολήθηκε, µε την ανοχή µάλιστα της αστυνοµίας. Με το δόγµα του αλαθήτου η Εκκλησία αποδείχθηκε οπισθοδροµική και εµπόδιο στην πρόοδο. Η παραγνώριση της Ιστορίας είχε τις συνέπειές της. Παρ’ όλα αυτά η σχεδόν κοινή αποδοχή του νέου δόγµατος ήταν αρκετή να ικανοποιήσει την Κούρια. Κάθε προσπάθεια όµως να συµφιλιωθή ο «µοντερνισµός» µε τον Παπισµό µετά τη Σύνοδο κατέστη αδύνατη. Την διαµορφωθείσα κατάσταση επιχείρησε να διορθώσει ο νέος πάπας Λέων ΙΓ’. Πολλοί σπουδαίοι παπικοί θεολόγοι συνεργάσθηκαν στην κατεύθυνση αυτή (Lagrange, Ducesne κ.λπ.). Το πρόβληµα όµως, που ανέκυψε, βασικά ήταν η σχέση επιστήµης, και µάλιστα ιστορίας, προς το διδακτικό αξίωµα της Εκκλησίας. Υπάρχει αυτονοµία της επιστήµης και των εκπροσώπων της και µέσα στην Εκκλησία, ή πρέπει να υποτάσσονται τα δύο αυτά στην εκκλησιαστική αυθεντία; Ήδη, όπως είδαµε, το πρόβληµα αυτό είχε απασχολήσει βασικά την Α’ Βατικανή. Οι προσπάθειες όµως του Λέοντος ΙΓ’ δεν εκαρποφόρησαν. Ο διάδοχός του Πίος Ι’ έκαµε ουσιαστική στροφή στον συντηρητισµό. Στις 8 Σεπτ. 1907 καταδίκασε ο πάπας αυτός µε σχετική εγκύκλιό του την τάση για φιλελευθερισµό µε σοβαρά µέτρα (παρακολούθηση καθηγητών, λογοκρισία των έργων τους, απαγόρευση φοιτήσεως των κληρικών σε κοσµικά πανεπιστήµια κ.λπ.). Τότε αρχίζει και η κατασκοπευτική δραστηριότητα του Μονσινιόρε Ουµπέρτο Μπενίνι. Ο φόβος της αιρέσεως εδηµιούργησε στο Βατικανό αληθινό πανικό. Ο Μπενίνι συνέστησε το «Sodalitium Pianum», Σελίδα 33 από 57

µια µυστική υπηρεσία για την καταπολέµηση του κρυπτο-µοντερνισµού. Κάθε µέλος της έπρεπε να είναι οπαδός του Παπισµού, του κληρικαλισµού, εναντίον του µοντερνισµού, της ελευθερίας, των επαναστάσεων και του θρησκευτικού και κοινωνικού φιλελευθερισµού. Η υπηρεσία είχε να αγωνισθή για την αυθεντία, την παράδοση και την τάξη, κατά του φιλελευθερισµού, του δηµοκρατικού πνεύµατος και του συνδικαλισµού. Έτσι αναπτύχθηκε ένα δίκτυο µυστικής κατασκοπείας εντός και εκτός της Εκκλησίας. Τα µέλη της υπηρεσίας διατηρούσαν ψευδώνυµα. Ο ίδιος ο Μπενίνι χρησιµοποιούσε 12 ψευδώνυµα! Η υπηρεσία λειτούργησε µέχρι το 1921. Ο Μπενίνι όµως δεν έπαυσε το «ωραίο» του έργο. Μεταξύ 1920-30 έπαιξε ενεργότατο ρόλο στο ιταλικό φασιστικό καθεστώς. Έγινε πληροφοριοδότης της ιδιωτικής Γραµµατείας του Μουσολίνι και καταδότης της φασιστικής αστυνοµίας OVRA, που ήταν η ιταλική Γκεστάπο. Όλες αυτές οι εξελίξεις είναι κατά τον συγγραφέα συνέπειες του Πνεύµατος της Α’ Βατικανής. Η Α’ Βατικανή ισχυροποίησε τον συγκεντρωτισµό της Ρώµης. Έτσι διευκολύνθηκε και η δηµιουργία ενιαίου κώδικος Κανονικού ∆ικαίου, που µέχρι τώρα έλειπε από την παπική Εκκλησία. Ο πάπας, ενήργησε χωρίς φυσικά να ερωτήσει τους επισκόπους, ίδρυσε µάλιστα ο ίδιος και τις σχετικές επιτροπές. Ο καθηγητής του Κανονικού ∆ικαίου και κατόπιν (1914 ε.) Πρωθυπουργός του Βατικανού, καρδινάλιος Πιέτρο Γκάσπαρρι, διεύθυνε τις εργασίες µέχρι τέλους του έργου. Ο νέος Κώδιξ ολοκληρώθηκε το 1917 και από το επόµενο έτος τέθηκε σε εφαρµογή. Τα νέα δόγµατα (πρωτείο και αλάθητο) έγιναν τώρα άρθρα του Κανονικού ∆ικαίου. Κάθε αντίδραση ήταν πια αδύνατη. Όλα φαίνονταν τώρα αυτονόητα, ακόµη και το ότι οριζόταν, ότι ο πάπας είχε µόνος το δικαίωµα να συγκαλεί µια Οικουµενική Σύνοδο, να την διευθύνει, να ορίζει το πρόγραµµα των εργασιών της και να επικυρώνει τις αποφάσεις της. Ο παπο-κεντρικός χαρακτήρας του νέου Κανονικού ∆ικαίου έµεινε χωρίς αντιδράσεις. Οι παλαιότερες διαµαρτυρίες είχαν πια ξεχασθή. Ο νέος Κώδιξ είναι καρπός της παπικής απολυτότητος. Από την εποχή του πάπα Βενεδίκτου ΙΕ’ ο αντιµοντερνιστικός αγώνας άρχισε να υποχωρεί. Η Εκκλησία είχε τώρα να αντιµετωπίσει άλλα προβλήµατα, που ο πρώτος παγκόσµιος πόλεµος είχε δηµιουργήσει. Ολοκληρωτικά καθεστώτα ήλθαν στην επιφάνεια. Το Βατικανό επέδειξε άκρως συµβιβαστική στάση απέναντί τους. Τόσο στην Ιταλία, όσο και στην Γερµανία συνήψε Κονκορδάτα. Το 1929 έγιναν οι συµφωνίες του Λατερανού µε τον Μουσολίνι και ιδρύθηκε το «Κράτος του Βατικανού». Το 1933, έξι µήνες µετά την ανάληψη της εξουσίας, ο αρχηγός του Ναζισµού Χίτλερ συνήψε Κονκορδάτο µε το Βατικανό. Και στις δύο περιπτώσεις η Ρώµη δεν εδίστασε να θυσιάσει τα καθολικά κόµµατα. Τα δύο Κονκορδάτα συνοδεύονταν από αποδυνάµωση κάθε αντιστάσεως εναντίον του ολοκληρωτισµού, του Φασισµού και του Ναζισµού. Ο καρδινάλιος Μίχαελ φον Φάουλχάµπερ στη Γερµανία έγινε υµνητής του Ναζισµού! Ο Παπισµός όµως συµφώνησε µε τον Φασισµό, γιατί είχαν πολλά κοινά. Π.χ. τον αντιµοντερνισµό, τον αντιφιλελευθερισµό, τον αντισοσιαλισµό, τον αντικοµµουνισµό και το έντονο αντιλαϊκό πνεύµα. Η παπική αυθεντία, καρπός της Α’ Βατικανής, είχε στενή εσωτερική σχέση µε την ιδέα του πολιτικού Σελίδα 34 από 57

ολοκληρωτισµού. ∆ιαπρεπείς παπικοί, όπως ο καθηγητής της ∆ογµατικής Μίχαελ Σµάους, τόνιζαν µε πάθος την σχέση Παπισµού – Ναζισµού. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Γιόζεφ Λορτς έκανε το ίδιο. Έβλεπε µάλιστα Παπισµό και Ναζισµό σ’ έναν κοινόν αγώνα εναντίον του µπολσεβικισµού, του φιλελευθερισµού και του ρελατιβισµού... Κοινό της παπικής και ναζιστικής ιδεολογίας ήταν ακόµη ο αντιδηµοκρατισµός. Υπήρχαν Καθολικοί που διέκριναν µία ευθείας γραµµή από το δόγµα του αλαθήτου στην ολοκληρωτική πολιτεία. Μετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο η αλλαγή των πνευµάτων επέτρεψε τις θεολογικές συζητήσεις µε θέµα τα παπικά δόγµατα. Πρώτοι οι γάλλοι θεολόγοι, εκπρόσωποι της «νέας θεολογίας», έθεσαν υπό έλεγχο τα νέα παπικά δόγµατα. Τέτοιοι είναι ο Κογκάρ, ο Ντε Λυµπάκ, ο Ντε Σαρντέν και στο γερµανόφωνο χώρο ο Όττο Κάρρερ και ο Καρλ Ράνερ. Αργότερα εµφανίσθηκαν και άλλοι. Ο πάπας Πίος ΙΒ’ χρησιµοποίησε πάλι αυστηρά µέτρα. Αποκορύφωµα ήταν η εγκύκλιος «Humani Generis» (12 Αυγ. 1950) σχετικά µε «µερικές πεπλανηµένες απόψεις, που απειλούσαν να υπονοµεύσουν τα θεµέλια της καθολικής διδασκαλίας». Ο Πίος κατηγορούσε τους θεολόγους για «σχετικοποίηση» των δογµάτων. Ο Πίος ΙΒ’ επιδίωξε επανειληµµένα να κάµει χρήση της εξουσίας του και του αλαθήτου του. Το ζήτηµα του αλαθήτου συνέχισε όµως να προκαλεί συζητήσεις. Ο πάπας θέλησε να επεκτείνει την δικαιοδοσία του και σε πολιτικά και κοινωνικά ζητήµατα, µιµούµενος σε τούτο το παράδειγµα του Πίου Ι’. Αρνήθηκε αυστηρά την συνεργασία καθολικών µε µη καθολικούς πολιτικούς από φόβο νοθεύσεως της διδασκαλίας του Παπισµού. Εναντίον δε του Ντε Γκάσπαρρι, που ευνοούσε µια συνεργασία µε αριστερά κόµµατα, υποστήριξε ο Πίος ένα αντικοµµουνιστικό κέντρο, το «∆εξιό Μέτωπο». Η εποχή του Πίου ΙΒ’ έπασχε από στροφή στον συντηρητισµό. Άνεµος φιλελευθερισµού άρχισε να πνέει µόνο µε την άνοδο του Ιωάννου ΚΓ’ στον παπικό θρόνο και την σύγκληση της Β’ Βατικανής. Τίποτε δεν µπορούσε όµως να χαρακτηρίσει καλύτερα την ιστορία της εποχή του Πίου ΙΒ’ από την ανακήρυξη του νέου δόγµατος της «µεταστάσεως» της Παναγίας (1950). Ήταν µια αδιάσειστη απόδειξη για την παπική αυτοσυνειδησία περί κατοχής του πληρώµατος της εξουσίας. Βέβαια ο πάπας ρώτησε προηγουµένως τους επισκόπους, και οι περισσότεροι απάντησαν θετικά. Μερικοί µόνο εξέφρασαν δισταγµούς. Αντιρρήσεις και πάλι ανέκυψαν από την πλευρά των καθηγητών. Επιστηµονικά πολέµησε το νέο δόγµα ο γνωστός πατρολόγος του Βύρτσµπουργκ Μπέρτολντ Αλτάνερ. Όλοι όµως – και αυτός ο Αλτάνερ – δέχθηκαν κατόπιν το νέο δόγµα µε υποταγή. Συνέβη δηλαδή και εδώ, ό,τι και στην Α’ Βατικανή. Η απόφαση του πάπα Ιωάννου ΚΓ’ να συγκαλέσει την Β’ Βατικανή (στις 25 Ιαν. 1959) σήκωσε ένα κύµα προσδοκιών και ελπίδων για ανανέωση. Ο πάπας άλλωστε διακήρυττε, ότι η Εκκλησία δεν είναι µουσείο και ότι πρέπει να ανοίξει τα παράθυρα για να µπει αέρας και φως στο εσωτερικό της. Η ρωµαϊκή Κούρια όµως κυριεύθηκε από αγωνία και φόβο. Περισσότερο από την Α’ Βατικανή φάνηκε η Β’ να είναι επικίνδυνη γι’ αυτούς. Γι’ αυτό ήλπιζε η Κούρια να επιτύχει την «κατάλληλη» σύνθεση των συνοδικών επιτροπών. Ο πάπας, όµως, στάθηκε στο πλευρό των ανανεωτικών δυνάµεων. Ήταν πρόθυµος για µια Σελίδα 35 από 57

«µεταρρύθµιση στην κεφαλή και στα µέλη». (Αυτό είναι ένα αίτηµα, που ήδη από τον ιε’ αι. κυριαρχεί στην Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία). Στο µέσο της Συνόδου όµως απεβίωσε ο Ιωάννης ΚΓ’. Ο νέος πάπας, Παύλος ΣΤ’, ακολούθησε αρχικά τα βήµατα του προκατόχου του. Όχι όµως για πολύ, γιατί γρήγορα άλλαξε τακτική, εκτοξεύοντας προειδοποιήσεις, περιορισµούς, απαγορεύσεις. Το εγχείρηµα του φάνηκε πολύ επικίνδυνο! Απαγόρευσε στους επισκόπους να συζητήσουν καυτά προβλήµατα, όπως η αγαµία του κλήρου, η διάταξη περί µεικτών γάµων, ο έλεγχος των γεννήσεων. Μεταξύ άλλων επίσης ανακήρυξε την Θεοτόκο «Μητέρα της Εκκλησίας», αντίθετα προς την γνώµη της πλειοψηφίας. Με την εγκύκλιό του δε «Mysterium Fidei» χάραξε πορεία, που δεν συµφωνούσε µε το πνεύµα της Συνόδου. Το σπουδαίο είναι, ότι ασκήθηκε και εδώ µια τέτοια πίεση, ώστε να µη γίνει καµµία συζήτηση για την Α’ Βατικανή. Η Κούρια φρόντισε, ώστε η διδασκαλία για το παπικό πρωτείο και το αλάθητο να γίνει δεκτή απλώς µαζί µε την Α’ Βατικανή. Στη Σύνοδο βέβαια συζητήθηκε πολύ το ζήτηµα της σχέσεως πάπα και επισκοπάτου. Αλλά, όπως παρατηρεί ο συγγραφεύς, τα ωραία λόγια ήταν περισσότερα από τα έργα! Γιατί δεν ακολούθησε καµµιά θεσµική – δοµική αλλαγή. Οι µεταγενέστερες επισκοπικές Σύνοδοι αποδεικνύουν, πόσο λίγο µπορεί να γίνει λόγος για «συλλογική διακυβέρνηση» στους κόλπους του Παπισµού... Το 1970 όµως, 100 χρόνια µετά την Α’ Βατικανή, άρχισε µια από τις µεγαλύτερες θεολογικές συζητήσεις. Θέµα και πάλι το αλάθητο του πάπα. Το λάθος για το ότι δεν έγινε συζήτηση στην Β’ Βατικανή βαρύνει τον πάπα Παύλο ΣΤ, που έδειξε αρκετή έλλειψη τόλµης. Και µετά τη Σύνοδο έλαβε πολύ συντηρητικά µέτρα. Π.χ. διορισµοί συντηρητικών επισκόπων και µελών της Κούρια, ενίσχυση της θέσεως των Νουντσίων (παπικών πρέσβεων), µυστική επεξεργασία ενός «συντάγµατος» της Εκκλησίας, αντιθέτου προς το πνεύµα της Συνόδου, λήψη ιεροεξεταστικών µέτρων εναντίον θεολόγων, µέτρα κατά της ολλανδικής κατηχήσεως, µέτρα κατά του ζητήµατος του διαζυγίου, εµµονή στη αγαµία του κλήρου (πρβλ. την σχετική εγκύκλιο: «Sacerdotalis Coelibatus»), το «Credo» του πάπα (1968), το «ντεκρέτο» για τους µικτούς γάµους (1970), µέτρα που ευνοούσαν τον συγκεντρωτισµό και την γραφειοκρατία του Βατικανού κ.λπ. Η εγκύκλιος όµως που προκάλεσε τις µεγαλύτερες συζητήσεις, αντιδράσεις και αµφισβητήσεις ήταν η γνωστή περί προλήψεως των γεννήσεων («Humanae Vitae»). Η εγκύκλιος αυτή, που συνάντησε την αντίθεση της πλειοψηφίας των παπικών συµβούλων, στηριζόταν στην πίστη του πάπα στο αλάθητό του ως υπέρτατου διδασκάλου της Εκκλησίας: Ο πάπας ήλθε φυσικά σε αντίθεση µε την συνείδηση του πληρώµατος, σε µια περιοχή µάλιστα που οι «υπήκοοί του» είχαν περισσότερη πείρα από τον ίδιο τον πάπα... Το έδαφος λοιπόν, είχε προετοιµασθή, για να εµφανισθή µετά από λίγο το έργο του παπικού θεολόγου Χανς Κυνγκ, «Αλάθητος;» (1970). Ήδη όµως ο ολλανδός επίσκοπος Φράνσις Σιµόν (1968) είχε Σελίδα 36 από 57

εκφράσει αµφισβητήσεις για την ορθότητα του παπικού αλαθήτου. Η γερµανική και η ιταλική επισκοπική Σύνοδος εξέτασε το ζήτηµα, που δηµιουργούσε τώρα ο Κυνγκ µε το βιβλίο του, ο οποίος όµως υποστηριζόταν από πολλά προοδευτικά στοιχεία του Παπισµού. Μετά από µακρές συζητήσεις και διχογνωµίες η «Επιτροπή της Πίστεως» σταµάτησε τη διαδικασία το 1975. Προσωρινά βέβαια. Η γνώµη του Κυνγκ φυσικά απερρίφθη, δεν έγινε λόγος όµως για καταδίκη του µεγάλου θεολόγου, διότι η Επιτροπή εξέφρασε την ελπίδα, ότι ο Κυνγκ θα δεχθή πάλι τις επίσηµες παπικές θέσεις. Η αλήθεια είναι, ότι δεν τιµωρήθηκε ο Κυνγκ, διότι τα όπλα του είναι πολύ ισχυρά: δηµοφιλής, µε µεγάλη επιρροή στον θεολογικό κόσµο. Ό,τι είχε όµως ο Κυνγκ να πει, το είπε. Ο προβληµατισµός, εις τον οποίο εισήγαγε τον θεολογικό κόσµο σχετικά µε το δόγµα του αλαθήτου, είναι πολύ δυνατός, ώστε να µη επιτρέπει πια αδιαφορία. Μια οριστική δε αντιµετώπιση του προβλήµατος σύµφωνα µε τις νεώτερες εξελίξεις θα ήταν αποφασιστική για την διευθέτηση των σχέσεων της Εκκλησίας και κόσµου.

Τα ιταλικά στρατεύµατα γκρεµίζουν τα ρωµαϊκά τείχη κοντά στην Porta Pia, στις 20 Σεπτ. 1870, εκπορθώντας και καταλύοντας το παπικό κράτος. Ι. Η ιδεολογία του αλαθήτου

«Α’ Βατικανή Σύνοδος και Κριτική της Ιδεολογίας» είναι ο τίτλος του Θ’ κεφαλαίου (σελ. 235-244). Κατά τον συγγραφέα, βάσει των όσων λέχθηκαν παραπάνω, το δόγµα περί αλαθήτου πάπα δεν είναι παρά µια ιδεολογία. Μια θεωρία δηλαδή που δεν έχει κανένα στήριγµα στην πραγµατικότητα και που µε την εµφάνιση, την εξάπλωση και συντήρησή της συνάπτονται κοινωνικά ενδιαφέροντα. Το δόγµα αυτό έχει όλα

Σελίδα 37 από 57

τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας. Τα κοινωνικά συµφέροντα εµποδίζουν την ανεύρεση της τόσον εύκολης αλήθειας. Τούτο συνέβη κατ’ εξοχήν στην Α' Βατικανή. Η αυθεντία του πάπα έπρεπε να ισχυροποιηθή πάση θυσία, ώστε να καταστεί δυνατή η υποστύλωση της παλαιάς ιεραρχικής τάξεως στην Εκκλησία και την κοινωνία. Ο σκοπός υπαγόρευσε την χρήση των µέσων. Η ανακήρυξη του αλαθήτου δεν θα ήταν δυνατή, αν γινόταν ελεύθερη συζήτηση. Έτσι ασκήθηκε πίεση. «Με βία και καταναγκασµό», έγραφε ο Ντέλλιγκερ, «επετεύχθησαν τα νέα δόγµατα. Με βία και καταναγκασµό πρέπει να κρατηθούν περαιτέρω». Με την ανακήρυξη όµως του αλαθήτου δηµιουργήθηκε ένα νέο είδος ιδεολογίας. Το δόγµα δεν αναφέρεται σε µία συγκεκριµένη περίπτωση, αλλά καλύπτει ολόκληρο το διδακτικό αξίωµα της Εκκλησίας, που έτσι τοποθετείται πάνω από κάθε ιδέα κριτικής. Έτσι ο πάπας µένει έξω από κάθε δυνατότητα ενστάσεως. Η διδασκαλία περί αλαθήτου καταντά, λοιπόν, Μετα-ιδεολογία ή ιδεολογικοποίηση Ιδεολογίας... Ο Παπισµός µε αυτές τις ενέργειες κατέληξε σε αδιέξοδο, από το οποίο δεν µπορεί να βγει, αν δεν θυσιάσει κάτι από την καθιερωµένη αυθεντία του. Όχι µόνο δεν κατέστη δυνατό να ασφαλισθή το διδακτικό αξίωµα της Εκκλησίας, αλλά έτσι περιήλθε σε µείζονα κίνδυνο. Γιατί είναι η αξιοπιστία της Εκκλησίας, που µε αυτό τον τρόπο, διακυβεύεται. Εξ ίσου επικίνδυνο είναι και το θεσµικό αδιέξοδο, στο οποίο το νέο δόγµα οδήγησε την Εκκλησία. Ο πάπας µπορεί να κάµει το κάθε τι ερήµην των επισκόπων. Η κορυφή αποµονώνεται και απολυτοποιείται. Μια αλλαγή της καταστάσεως αυτής δεν έγινε µέχρι σήµερα, ούτε όµως φαίνεται δυνατή, διότι θα έπρεπε – βάσει του παπικού συστήµατος – προέλθει από µέρους κάποιου πάπα. Τούτο όµως η ιστορία αποδεικνύει αδύνατο. Το βασικό όµως αίτιο του αλαθήτου αποδεικνύεται ότι είναι η ολοκληρωτική απαίτηση (διεκδίκηση) της αληθείας. Μια άλλη προϋπόθεση του νέου δόγµατος, όπως και για κάθε ιδεολογία, είναι η αποξένωση από την πραγµατικότητα (απουσία εµπειρίας). Μία ακόµη αδυναµία της ιδεολογίας – και του νέου δόγµατος – είναι ότι οι πραγµατικές προϋποθέσεις (όπως εδώ η αυτοµαρτυρία της Εκκλησίας, κυρίως όµως των παπών) έµειναν στο σκοτάδι. Από την άλλη πλευρά οι επίσκοποι δεν µπορούσαν να διακρίνουν στην Σύνοδο τους σκοτεινούς µηχανισµούς. Περιορίσθηκαν στην επιφάνεια και δέχθηκαν ένα κατασκεύασµα, µε την ικανοποίηση ότι µένουν έτσι πιστοί στην παράδοση! Η «ιδεολογία του αλαθήτου» τότε µόνο µπορεί να λειτουργήσει κανονικά, όταν µένει έξω από κάθε αµφισβήτηση. Ένας τέτοιος κίνδυνος όµως ελλοχεύει πάντα. Έτσι εξηγείται όλος εκείνος ο µηχανισµός, που ζητά να προφυλάξει το δόγµα από κάθε δυνατή κριτική. Ο µηχανισµός αυτός αρχίζει από αυτόν τον καθορισµό του δόγµατος. Αφήνεται κατ’ αρχήν ανοικτό στην ερµηνευτική το ζήτηµα, πότε είναι ο πάπας αλάθητος. Το δόγµα του αλαθήτου καταντά ένας «κενός τύπος» (Leer-formel), που δεν µπορεί να Σελίδα 38 από 57 µια

προσδιορίσει σαφώς τα όρια του αλαθήτου. Το ότι έτσι µπορεί να οδηγηθή κανείς σε παρεξηγήσεις διαφόρων µορφών είναι αναµφισβήτητο. Αυτό δε έχει συµβεί πολλές φορές µέχρι τώρα. Π.χ. να θεωρείται και το σύνηθες διδακτικό αξίωµα του πάπα αλάθητο, κάτι που όµως ποτέ δεν αναγνωρίσθηκε ως δόγµα. Βέβαια για την Κούρια και τον εκκλησιαστικό µηχανισµό τέτοιες «αλάθητες» αποφάσεις είναι πολύ σπουδαιότερες, από τις σπάνιες «εκ καθέδρας» παπικές διακηρύξεις... Από την άλλη πλευρά το δόγµα του αλαθήτου ενισχύει το ερµηνευτικό µονοπώλιο του πάπα. Ο πάπας αναδεικνύεται ανεξάρτητος από την συµφωνία της Εκκλησίας. Οι αποφάσεις του είναι ανέκκλητες. Το σπουδαιότερο όµως, στο οποίο απέβλεπε η Ρώµη, ήταν η παραδοχή του αλαθήτου· η ερµηνεία του είχε γι' αυτήν δευτερεύουσα σηµασία. Άλλωστε µέχρι σήµερα βρήκε το αλάθητο πάµπολλες ερµηνείες. Για την επιβολή όµως του δόγµατος χρησιµοποιήθηκαν όλα τα δυνατά µέσα, από τα ελαφρύτερα µέχρι τα βαρύτερα. Βασικός σκοπός ήταν να εµποδισθή η επιστηµονική κριτική. Σ’ αυτό ακριβώς βοηθεί και ο αποκλεισµός των σχετικών αρχείων. Η τακτική αυτή όµως έχει δυσµενείς συνέπειες. Πίστη και γνώση οδηγήθησαν σε ανυπόφορη ένταση. Αλλά και η θέση της Εκκλησίας στην κοινωνία κλονίσθηκε. Όλο και περισσότερο αποµονώνεται. Η αξιοπιστία και η επίδρασή της στην κοινωνία συνεχώς περιορίζονται, µεταβάλλεται δε σιγά-σιγά σε µια «σέκτα» µε απώλεια κάθε δυναµικής στο χώρο της κοινωνίας. Και αυτός είναι ο µεγαλύτερος κίνδυνος στην υπόθεση αυτή.

Ιταλοί στρατιωτικοί ιερείς χαιρετούν µε τον φασιστικό χαιρετισµό εµπρός στο Quirinal (έδρα των βασιλέων) στη Ρώµη.

Σελίδα 39 από 57

ΙΑ’. Μετά εκατό χρόνια Το τελευταίο κεφάλαιο (Ι’, σελ. 245-269), µε τον τίτλο: «Εκατό χρόνια µετά τον θάνατο του Πίου Θ’», αποτελεί ένα είδος επιλόγου στο βιβλίο. Ο συγγραφεύς αναφέρεται στην προσπάθεια αγιοποιήσεως του δηµιουργού του αλαθήτου, πάπα Πίου Θ’. Παρά τις προσδοκίες µερικών κάτι τέτοιο ακόµη δεν επιτεύχθηκε. Γιατί; Ήδη το 1907 είχαν αρχίσει οι σχετικές µε την αγιοποίηση του Πίου Θ’ ενέργειες. Γρήγορα του δόθηκε βέβαια ο τίτλος «∆ιάκονος Θεού», δεν ανακηρύχθηκε όµως άγιος. Στις 2 Οκτωβρίου 1962 η ειδική επιτροπή ανέβαλε τη λήψη αποφάσεως. Από τα 19 µέλη τα 13 ζήτησαν «περαιτέρω ιστορική έρευνα». Στις 28 Μαΐου 1963, λίγο πριν τον θάνατο του Ιωάννου ΚΓ’ – θερµού υποστηρικτού της αγιοποιήσεως του Πίου Θ’ – έγινε µια δεύτερη συνεδρία της Επιτροπής. Ο πάπας Παύλος ΣΤ’ ενέκρινε στις 6 Ιουλ. 1963 την απόφαση, ότι χρειαζόταν περαιτέρω έρευνα. Μετά την Β’ Βατικανή, όµως, οι συντηρητικοί κύκλοι του Βατικανού ευνοούν την αγιοποίηση του Πίου Θ’, και θεωρούν την αντίθεσή του εναντίον του φιλελευθερισµού ως υποδειγµατική στάση έναντι του πνεύµατος της εποχής του, αλλά και της δικής µας. Οι ίδιοι κύκλοι δεν χάνουν ευκαιρία να εξάρουν τη σηµασία του αλαθήτου. Ιδρύθηκε µάλιστα και επιτροπή µε τον τίτλο «Πίος Θ’», που εκδίδει οµώνυµο περιοδικό και οργανώνει συνέδρια µε θέµα τον πάπα. Η επιτροπή ταυτίζεται µε το πνεύµα του Πίου και αφήνει να φανεί, ότι ο Ποντίφηξ εκείνος είναι ακόµη ζωντανός! Πανηγυρικοί τόνοι, που αποτελούν προήχηµα της αγιοποιήσεώς του... Οι φίλοι του πάπα αυτού έδωσαν το πανηγυρικότερο χρώµα, που µπορούσαν, στον εορτασµό της 100ής επετείου του θανάτου του, στις 7 Φεβρ. 1978. Αρκεί να σηµειωθή η συµµετοχή 15 καρδιναλίων, πολυαρίθµων αρχιεπισκόπων και επισκόπων και µεγάλου αριθµού πιστών στον τάφο του. Τις εορτές θα έκλεινε ο ιταλός Πρωθυπουργός Τζούλιο Αντρεόττι στο πρωθυπουργικό µέγαρο µε πανηγυρική διάλεξη για τον Πίο Θ’ ως πάπα και αρχηγό Κράτους! Η δολοφονία όµως του Άλντο Μόρο (Aldo Moro) δεν επέτρεψε την πραγµατοποίηση της τελετής αυτής. Στην οργανωτική επιτροπή ανήκαν ο Αντρεόττι και ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών, Αρνάλντο Φορλάνι. Ο συγγραφέας βλέπει στην προσπάθεια αγιοποιήσεως του πάπα, όπως και στον εορτασµό της µνήµης του, εκκλησιαστικο-πολιτική σηµασία. Η προβολή του είναι το καλύτερο όπλο κατά της φιλελεύθερος παρατάξεως του Ρωµαιοκαθολικισµού, αλλά συγχρόνως και προσέγγιση των συντηρητικών στοιχείων. Αλλά και τα υπάρχοντα εµπόδια για την αγιοποίηση του πάπα δεν φαίνονται να παίζουν σηµαίνοντα ρόλο. Γιατί φυσικά υπάρχουν στη δράση του µερικά σκοτεινά σηµεία. Π.χ. µέχρι το 1870, δηλαδή µέχρι την είσοδο των ιταλικών στρατευµάτων στη Ρώµη, ο Πίος είχε κλείσει τους Εβραίους σε γκέτο. Το 1858 έδωσε στην παπική αστυνοµία διαταγή να απαγάγει τον νεαρό γιο (17 ετών) της πλούσιας εβραϊκής οικογένειας Μορτάνα από την Βολωνία και να τον κλείσει εσωτερικό σε χριστιανικό σχολείο, διότι προ ολίγου χρόνου είχε βαπτισθή χριστιανός. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε τέτοια αναστάτωση στους φιλελεύθερους κύκλους της Ιταλίας, ώστε να παραβάλλεται αργότερα µε την «υπόθεση Ντρέυφους». Ο Σελίδα 40 από 57

πάπας αρνήθηκε να δεχθή τις παρακλήσεις της οικογένειας και να ξαναδώσει τον νεαρό γιο τους, απαντώντας µε σαρκασµό και πάθος. ∆ύο χρόνια µετά ο πάπας παρουσίασε στους Εβραίους της Ρώµης τον νεαρό Μορτάνα µε τη στολή του σεµιναρίστα. Το ίδιο σκληρός φάνηκε απέναντι στους Προτεστάντες, που προπαγάνδιζαν την πίστη τους. ∆ιέταξε την φυλάκισή τους. Το 1868 διέταξε τον δηµόσιο αποκεφαλισµό των ιταλών επαναστατών Μόντι και Τονιέττι για αναρχική ενέργεια. ∆υο µόλις δε µέρες πριν από την κατάληψη της Ρώµης (18 Σεπτ. 1870) τιµωρήθηκε ως τελευταίος πολίτης του παπικού Κράτους µε απαγχονισµό κάποιος Πάολο Μούτσι. Παρ’ όλ’ αυτά µερικοί βλέπουν στον πάπα Πίο Θ’ «ιδιαιτέρα εκκλησιαστική αποστολή, την οποία είχε λάβει από την θεία Πρόνοια»... Έτσι καταλαβαίνει κανείς, γιατί η ογκώδης έρευνα του συγγραφέα, για την οποία έγινε στην αρχή λόγος, συνάντησε τόσο µεγάλη αντίδραση στους επισήµους εκκλησιαστικούς κύκλους. Αρκετοί εκκλησιαστικοί – καθηγητές, δηµοσιογράφοι – ανέλαβαν µε δηµοσιεύµατά τους να περιορίσουν την σηµασία των ερευνών του Χάσλερ. Εν τούτοις στους ευρύτερους κύκλους του πληρώµατος το έργο βρήκε απήχηση. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του συγγραφέως: «Συχνότερη ήταν η επιδοκιµασία σε εκείνους, που ως µη Καθολικοί ή Λαϊκοί µπορούν να αισθάνωνται ελεύθεροι απέναντι στον καταναγκασµό του διδακτικού αξιώµατος της Εκκλησίας» (σελ. 256). Άλλωστε και οι αντιδράσεις βοηθούν στην συνειδητοποίηση του γεγονότος, ότι ο συγγραφεύς θίγει κάποιο «πολύ λεπτό» σηµείο του παπικού οικοδοµήµατος. Επίσης (µε την βοήθεια και των ερευνών του Χάσλερ) αρχίζει να συµφιλιώνεται κανείς µε την ιδέα, ότι η Εκκλησία στην πρώτη χιλιετία αγνοούσε το αλάθητο και ότι και στους µετέπειτα αιώνες τίποτε σχετικό δεν καθορίσθηκε. Πως λοιπόν θα µπορέσει κανείς να δικαιολογήσει της δογµατοποίησή του µόλις το 1870; Ο συγγραφεύς προτίθεται σε νέα εργασία του να εκθέσει µε λεπτοµέρειες τη συζήτηση, που προκάλεσαν µέχρι τώρα οι εργασίες του γύρω από τον Πίο Θ’, την Α’ Βατικανή και το αλάθητο. Βασικό όµως µένει και το πρόβληµα των πηγών της ιστορίας της Συνόδου, που µέχρι σήµερα στηρίζεται στις πηγές των νικητών (των οπαδών του αλαθήτου). Γι’ αυτό ο συγγραφεύς προσπάθησε να αφήσει να ακουστούν και οι αντίπαλοί της – οι ηττηµένοι. Εδώ φαίνεται πόσο µεγάλο κακό δηµιουργεί ο αποκλεισµός των αρχείων, όπως π.χ. του αρχιεπισκόπου Βιντσέντσο Τιτσάνι. Στη συνέχεια (σελ. 257 ε.) ο συγγραφέας απαντά στην παρατήρηση, ότι δεν έπρεπε να πάρει η έρευνά του την µορφή «θέσεως» (δηµιουργίας θεολογικού ζητήµατος). Σωστά όµως παρατηρεί, ότι σηµασία δεν έχει τόσο πως στοιχειοθετείται µία θέση, αλλά τι αυτή προσφέρει. Θεωρεί δε τις «θέσεις» και στην ιστοριογραφία αναγκαίες, διότι διαφορετικά δεν θα προχωρούσε κανείς σε µια βαθύτερη ανάλυση, θα περιοριζόταν σε µια απλή περιγραφική έκθεση. Όσο για την µοµφή, ότι χρησιµοποιεί όρους ξένους προς την εποχή την οποία ερευνά (π.χ. «ιδεολογία»), απαντά, ότι και οι έννοιες «αρχαιότης» ή «µεσαίων», που Σελίδα 41 από 57

χαρακτηρίζουν σήµερα ιστορικά µια εποχή, ήταν άγνωστοι στην εποχή, στην οποία αναφέρονται! Επίσης απαντά στις αιτιάσεις µερικών, ότι κακώς επιδίωξε να αναλύσει την προσωπικότητα του Πίου Θ’ µε βάση την ψυχολογική και την ψυχιατρική (σελ. 258 ε.). Ορθά παρατηρεί, ότι πρωταρχική σηµασία έχει ο ρόλος του πάπα στην ανακήρυξη του δόγµατος. Και το ερώτηµα, κατά πόσον η Σύνοδος ήταν ελεύθερη, ήγειρε φυσικά συζητήσεις (σελ. 261 ε.). παρατηρεί όµως, ότι οι µέχρι τώρα συζητήσεις δεν απέδωσαν κάτι το αποφασιστικής σηµασίας. Τέλος αναφέρεται (σελ. 264 ε.) στο πρόβληµα σχέσεως Θεολογίας και Ιστορίας, για να καταλήξει (σελ. 267) στην σχετική ανάλυση µε το ερώτηµα: «Αναθεώρηση της Α’ Βατικανής Συνόδου;». Παρά τις ποικίλες θέσεις, που έχουν εκφρασθή αναφορικά προς το παπικό αλάθητο, είναι αναµφισβήτητο, ότι τούτο παίζει µεγάλο (αρνητικό) ρόλο στην µεταρρύθµιση της Εκκλησίας και στην Οικουµενική Κίνηση. Κυρίως όµως πρόκειται για σύγκρουση του πνεύµατος της αυθεντίας και εκείνου της ελευθερίας. Όπως δε παρατηρεί ο Χανς Κύνγκ σε σχετικό δηµοσίευµά του, το έργο του Χάσλερ αποδεικνύει πλην άλλων, ότι η συζήτηση για το αλάθητο δεν τελείωσε. Η ∆υτική Εκκλησία δεν µπορεί να ξεπεράσει εύκολα αυτό το πρόβληµα. Ο Υβ Κογκάρ προχωρεί περισσότερο, υποστηρίζοντας την ανάγκη µιας αναθεωρήσεως (Re-Rezeption) των παπικών δογµάτων της Α’ Βατικανής. Το ζήτηµα, κατ’ αυτόν, πρέπει να εξετασθή οικουµενικά, από διαχριστιανική οµάδα. Ανάλογες προτάσεις κάνει και ο παλαιοκαθολικός καθηγητής Βέρνερ Κύππερς. Ο συγγραφεύς παρατηρεί σ’ αυτά: Όλο και περισσότερο γίνεται κατανοητό, ότι το δόγµα του παπικού αλαθήτου δεν βρίσκει στήριγµα ούτε στη Γραφή, ούτε στην εκκλησιαστική ιστορία. Αν όµως η Α’ Βατικανή δεν ήταν ελεύθερη, τότε δεν είναι «Οικουµενική Σύνοδος». Τότε όµως οι αποφάσεις της στερούνται κύρους και ισχύος. Έτσι όµως µένει ανοικτός ο δρόµος για µια αναθεώρησή της και διαγράφεται στον ορίζοντα µια διέξοδος στο αδιέξοδο, στο οποίο η Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία έχει περιέλθει εξ αιτίας της Συνόδου. Το ερώτηµα όµως, που θέτει είναι ουσιαστικής σηµασίας: Μήπως ζητούµε από την «Εκκλησία» κάτι πολύ µεγάλο; Μπορεί να οµολογήσει ποτέ, ότι µία Σύνοδος της έχει πλανηθή, ότι το 1870 ελήφθη µια πλανηµένη απόφαση; Ερωτά όµως εν συνεχεία: Γιατί να µην είναι ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ ο τελευταίος «αλάθητος» πάπας; Αν παίρνει στα σοβαρά την συλλογικότητα του επισκοπάτου, θα ήταν δυνατό, σε µια Γ’ Βατικανή Σύνοδο να διορθωθή ό,τι έγινε εσφαλµένα στην Α’ Βατικανή. Συνεχίζει όµως στο ίδιο ύφος των ερωτήσεων (µιµούµενος τον Κυνγκ): Και η σχετική µε µια τέτοια ενέργεια απώλεια αυθεντίας; Μήπως µια τέτοια σκέψη καθιστά κάθε αναθεώρηση αδιανόητη; ∆εν είναι πολύ πιο έξυπνο, να ερµηνεύεται περαιτέρω το δόγµα, προσαρµοζόµενο στις νέες καταστάσεις; Μήπως όµως έτσι χάνει πολύ περισσότερα η Εκκλησία; Ο συγγραφεύς δείχνει την γνησιότητα του φρονήµατός του, όταν ως ειλικρινής πιστός και επιστήµων συµπληρώνει: «Μία αναθεώρηση θα είχε το µεγάλο πλεονέκτηµα της εντιµότητος!». Κλείνει δε την θαρραλέα έκθεσή του µε τη φράση: «Πρέπει να ελπίζεται, ότι θα φθάσει το πράγµα στην επιθυµητή απροϋπόθετη

Σελίδα 42 από 57

(απροκατάληπτη) έρευνα, για να έλθει στο φως η αλήθεια, η όλη αλήθεια. Γιατί µόνο για την αλήθεια λέγεται, ότι ελευθερώνει»...

ΙΒ. Κυνγκ και Χάσλερ: κοινό µέτωπο! Αυτό είναι το περιεχόµενο του πολύκροτου βιβλίου του Χάσλερ. Και µόνον το ότι µπορεί κανείς να µας εισαγάγει ως Ορθοδόξους στην σύγχρονη προβληµατολογία της χριστιανικής ∆ύσεως του δίνει ξεχωριστή σηµασία. Την σπουδαιότητά του για την συµβολή του στην µακρά και ατέλειωτη έριδα γύρω από το παπικό αλάθητο επισηµαίνει και ο καθηγητής Χανς Κυνγκ στην Εισαγωγή, που έχει γράψει για το έργο αυτό (σελ. XIII – XXXVII), µε τον τίτλο: «Η νέα κατάσταση της έριδας για το αλάθητο». Ο Κυνγκ αξιολογεί την προσφορά του Χάσλερ – οπαδού του κατ’ ουσίαν – υπό το πρίσµα της σηµερινής καταστάσεως του θεολογικού διαλόγου για τα δόγµατα της Α’ Βατικανής. ∆εν µπορούµε να επεκταθούµε σε λεπτοµερή αναφορά στις παρατηρήσεις του Κυνγκ, διότι πολλά από όσα ο Χάσλερ γράφει επαναλαµβάνονται, έστω κριτικότερα, και εκεί. Κυρίως ο Κυνγκ τονίζει το γεγονός, ότι εργασίες, όπως αυτή του Χάσλερ, βοηθούν την Εκκλησία, δεν πρέπει δε να θεωρηθούν ως πολεµική και επίθεση εναντίον της. Άρα συµβάλλουν στην ανανέωσή της. Είναι δε γνωστό, πόσο ρόλο παίζει στον Παπισµό γενικά στον χριστιανισµό της ∆ύσεως, η έννοια «ανανέωση», τόσο που να επιδιώκεται µε κάθε θυσία. Κρίνοντας ο Κυνγκ το βιβλίο του συµπατριώτη του Χάσλερ δεν παραλείπει να προσθέσει δικές του κριτικές παρατηρήσεις από τη δική του πείρα στον αγώνα εναντίον του αλαθήτου. Έτσι σηµειώνει τα δικά του συµπεράσµατα, που συνοψίζονται στις ακόλουθες βασικές θέσεις: Όσο σπουδαίο είναι το ερώτηµα: «πως ο πάπας έγινε αλάθητος;», άλλο τόσο σπουδαίο είναι το ερώτηµα: «πως θα µπορέσει ο πάπας και πάλι χωρίς αλάθητο να είναι πάπας». Είναι βέβαια φανερή η προσπάθεια του Κυνγκ – που, όπως παλαιότερα έσπευσε να δηλώσει, δεν παύει να είναι πιστό τέκνο της Εκκλησίας του – να διασωθή ο παπικός θεσµός, γιατί και γι’ αυτούς ακόµη τους δυναµικούς πολέµιους του αλαθήτου, είναι αδιανόητη Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία χωρίς πάπα. Ίσως ζυµωµένοι µε την παπιστική παράδοσή τους, όπως είναι, να µη µπορούν να συλλάβουν, ότι η αιτία όλου του κακού είναι ο πάπας ως πάπας. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι µπορεί κάλλιστα να υπάρξει µη αλάθητος πάπας. Ένας τέτοιος πάπας θα έπαιζε σηµαντικότατο ρόλο στην υπόθεση της ανανεώσεως και των οικουµενικών σχέσεων. Ο πάπας θα εύρισκε την πραγµατική του λειτουργία στην διακονία της Εκκλησίας. Έτσι ένα «πρωτείο διακονίας» θα ήταν σπουδαιότερο από το «πρωτείο τιµής» (γρ. «εξουσίας»). Άρα η άσκηση κριτικής πάνω σε τόσο ζωτικά θέµατα, όπως το αλάθητο, κάθε άλλο παρά σε αυτοκαταστροφή της Εκκλησίας µπορεί να οδηγήσει. Τουναντίον βοηθεί στην ανανέωσή της. Σελίδα 43 από 57

ΙΓ. Κριτικές παρατηρήσεις 1. Το βιβλίο αυτό του Α. Μπ. Χάσλερ έρχεται να προστεθή στη σειρά των έργων εκείνων, που

γράφονται από δυτικούς χριστιανούς µε αυξηµένο το αίσθηµα της ευθύνης και αξιοπρέπειας, αλλά και του σεβασµού προς την αλήθεια. Γι’ αυτό δεν θα είναι υπερβολή, αν το χαρακτηρίζαµε ως µία από τις µεγαλύτερες προσφορές στον χριστιανισµό σήµερα και θετικότατη υπηρεσία στη δυτική χριστιανοσύνη, που εξακολουθεί να παραπαίει σε µια µακραίωνη συσκότιση του αποκεκαλυµµένου γνησίου τρόπου υπάρξεως της Εκκλησίας, και να πνίγεται στο αδυσώπητο χάος ενός θλιβερού ανθρωποκεντρισµού, που εκφράζεται ως Παπισµός ή Προτεσταντισµός. Βέβαια δεν γνωρίζουµε, αν αντικρούοντας το παράλογο του παπικού αλαθήτου ο συγγραφεύς δέχεται τον φωτισµό της πατερική Ορθοδοξίας ή δεν επαναλαµβάνει την τραγική πορεία της ∆ιαµαρτυρήσεως του 16ου αι., που δεν ενδιαφέρθηκε τόσο για την επιστροφή στην υπαρκτική αλήθεια, αλλά για την µονοµερή εξουθένωση του Παπισµού, που συνιστά πράγµατι µία από τις τραγικότερες αναιρέσεις της ευαγγελικής αληθείας. Σε εποχές, όπως η δική µας µάλιστα, που εν ονόµατι µιας συµβατικής ενότητος πολιτικού – διπλωµατικού χαρακτήρα σχετικοποιείται ανεπανόρθωτα η χριστιανική αλήθεια και γίνεται αναρυθρίαστα δεκτός ο συµφυρµός και η σύγκραση αλήθειας και αιρετικής πλάνης, το βιβλίο του Χάσλερ αποκτά ιδιαίτερη σηµασία. Γιατί έρχεται να δώσει την καλύτερη απάντηση σ’ εκείνους, που από αφέλεια ή σκοπιµότητα, από αθωότητα ή δόλο, αµνηστεύουν την τροµερή αλλοίωση, που επέφερε στον Χριστιανισµό ο Παπισµός και «γυµνή τη κεφαλή» διακηρύσσουν το δυνατόν ενώσεως της Ορθοδοξίας µε το παπικό έκτρωµα, όπως εξακολουθεί να παραµένει µέχρι σήµερα. 2. Το βιβλίο του Χάσλερ πραγµατοποιεί µια τολµηρή ανατοµία των εξελίξεων του παπικού

οικοδοµήµατος κατά τα τελευταία 150 χρόνια, υπό το πρίσµα των αγώνων για την επίτευξη της δογµατοποιήσεως του αλαθήτου. Το «δόγµα» αυτό αποτελεί την αποκορύφωση της µακράς διαδικασίας αλλοτριώσεως του Χριστιανισµού στο χώρο της παπικής χριστιανοσύνης. Αν δηλαδή προηγουµένως υπήρχε κάποια δυνατότητα προσεγγίσεως Παπισµού – Ορθοδοξίας, µε την εκκλησιαστική θεσµοποίηση του αλαθήτου το χάσµα έγινε κυριολεκτικά αγεφύρωτο. Με το δόγµα αυτό ο πάπας ξεπερνά τα όρια του πρωτείου, που παρά τον αντιχριστιανικό του χαρακτήρα δεν παύει να «κρατά» τον πάπα µέσα στην Εκκλησία, και τον τοποθετεί πάνω από την Εκκλησία. Στην πραγµατικότητα τον αποµονώνει και τον αποξενώνει από την Εκκλησία, δηλαδή τον βγάζει έξω από την Εκκλησία. Εδώ έγκειται και η τραγικότητα των φανατικών οπαδών του αλαθήτου, που µε το δόγµα αυτό εζηµίωσαν ανεπανόρθωτα τη δυτική χριστιανοσύνη και την ιερά υπόθεση της ενότητος. Όπως χαρακτηριστικά εσηµείωσε ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως:

Σελίδα 44 από 57

«∆ια του δόγµατος του αλαθήτου η ∆υτική Εκκλησία απώλεσε την πνευµατικήν της ελευθερίαν, απώλεσε τον στολισµόν αυτής, εκλονίσθη εκ βάθρων, εστερήθη του πλούτου της Χάριτος του Αγίου Πνεύµατος, της παρουσίας του Χριστού· από πνεύµατος δε και ψυχής κατέστη άναυδον σώµα...» Ενεκρώθη δηλαδή. Με το αλάθητο αλλοτριώθηκε τελεσίδικα η Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία σε «ιδεολογία» και «κοσµοθεωρία», σε «καθεστώς» και «σύστηµα» εγκοσµιοκρατικό, σ’ αυτό που εκφράζει ο όρος «Παπισµός», µε την ειδική απόχρωση, που παίρνει στον χώρο της κοινωνιολογίας κάθε –ισµός. Βέβαια ήδη µε την εκκοσµίκευσή του και την πολιτικοποίησή του ο Παπισµός είχε αποκτήσει τραγικά εγκοσµιοκρατικό χαρακτήρα. Η καταξίωση όµως του «παπικού συστήµατος» συντελέσθηκε στην Α’ Βατικανή. Γι’ αυτό, όσο και αν ο συγγραφεύς αρνείται το αλάθητο ως εκκλησιαστικό δόγµα, όσο και αν τονίζει, ότι κάτι τέτοιο ήταν άγνωστο στην αρχαία Εκκλησία, πουθενά δεν αφήνει έστω κάπως να νοηθή, ότι η γνησιότητα, για την οποία αγωνίζεται βρίσκεται στην Ορθοδοξία, παρά την αθλιότητα βέβαια πολλές φορές των προσώπων. Είναι µάλιστα χαρακτηριστικό, ότι ενώ επανειληµµένα αναφέρεται σε µη παπικούς πολεµίους του αλαθήτου, αγνοεί τους ορθοδόξους θεολόγους – και αυτούς της ρωσικής διασποράς, που κινούνται στον δικό του γεωγραφικό χώρο. Ο αγώνας συνίσταται στο να σώσει τον Ρωµαιοκαθολικισµό, δηλαδή την Εκκλησία του – και σ’ αυτό φαίνεται πράγµατι πιστό της τέκνο. Επίσης εδώ αποκαλύπτεται το άδικο των επικριτών του, γιατί και ο Χάσλερ, όπως και ο Κυνγκ, δεν καταδικάζουν τον Παπισµό ως όλο, αλλά κάποια – γι’ αυτούς εξωφρενική – απαίτησή του. Αν µάλιστα λάβουµε υπ’ όψει, ότι υπερβολικά τονίζεται η αστοχία της παπικής εγκυκλίου «Humanae Vitae» (σχετικά µε την πρόληψη των γεννήσεων) και ότι αυτήν συνεχώς και οι δύο επικαλούνται, για να κλονίσουν την ιδέα του παπικού αλαθήτου, καταλαβαίνουµε, ότι στο βάθος δεν έχουν γνήσια ορθοδοξο-πατερικά εκκλησιολογικά κριτήρια, αλλά ανθρωπολογικά – ανθρωπιστικά, και κοινων(ιολογ)ικές προϋποθέσεις στο στοχασµό τους. Κρίνουν δηλαδή περισσότερο ως άνθρωποι «του αιώνος τούτου» και λιγότερο ως ενσυνείδητοι φορείς του αρχαιο-εκκλησιαστικού - πατερικού – ορθοδόξου πνεύµατος. Γι’ αυτό και παρά την σοφία τους και οι δύο δεν φαίνεται να διακρίνουν µεταξύ Εκκλησίας και πάπα. Θύµατα και αυτοί του καταθλιπτικού βάρους της παπικής τους παραδόσεως δεν µπορούν να απελευθερωθούν – αποδεσµευθούν από την έννοια «πάπας». ∆ιότι, αν γινόταν τούτο, θα ήταν εύκολο να αντιληφθούν, ότι η παρουσία του παπικού θεσµού καθ’ εαυτόν συνιστά την ουσιαστικότερη αλλοτρίωση της «Εκκλησίας» τους. Το αλάθητο, όπως άλλωστε τονίσθηκε ιδιαίτερα και στην Α’ και στην Β’ Βατικανή, είναι αναπόσπαστα συνδεδεµένο µε το «πρωτείο». Εν τούτοις και ο Κυνγκ και ο Χάσλερ προσπαθούν να «διασώσουν» τον πάπα από έναν καταποντισµό, που του επιφέρει το αλάθητο. Αυτό δείχνει η ερώτηση: ∆εν µπορεί να υπάρξει πάπας µη αλάθητος; Το δικό µας αντερώτηµα είναι: Μπορεί να υπάρξει Εκκλησία όπου υπάρχει πάπας;... Γιατί και αν ακόµη προβληθή η ένσταση ότι από τον κύκλο του Κυνγκ και των Σελίδα 45 από 57

οµοφρόνων του προβάλλεται ένα «πρωτείο διακονίας» και όχι «εξουσίας», πάλι λόγος για «πρωτείο» γίνεται, πουθενά δε για (δηµοκρατική) ισότητα και συνοδική οµοτιµία όλων των επισκόπων της Εκκλησίας! Ούτε ως απλή υποψία φαίνεται να περνά από τους σηµερινούς παπικούς, απλούς πιστούς και σοφούς καθηγητές, ότι η Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία και γενικά ο δυτικός χριστιανισµός είναι αιχµάλωτος του Παπισµού και δηλητηριάζεται θανατηφόρα από το παπικό πνεύµα, που εκληρονόµησε και ο Προτεσταντισµός ως τέκνο του Παπισµού, µε µόνη την διαφορά, ότι στην θέση του ενός πάπα ετοποθέτησε µυρίους πάπες (κάθε «πιστός» αυτοανακηρύσσεται αλάθητος και πάπας), και στην ατοµοκρατία του ενός αντέταξε τον προσωπικό ατοµικισµό του κάθε ανθρώπου. Στην παπική διδακτορία ρωµαϊκού τύπου δηλαδή αντιπαρέθεσε ο Προτεσταντισµός την δικτατορία του χριστιανικού προλεταριάτου!... Η ρίζα όµως του κακού είναι το παπικό πρωτείο, που οδήγησε αναπόφευκτα στο παπικό αλάθητο. Όπως ορθά εν προκειµένω οµολογούν ο Χάσλερ και ο Κυνγκ, όπου επικρατεί η πίστη στον «ελέω Θεού» άρχοντα, λανθάνει και η έννοια του αλαθήτου, κύριο χαρακτηριστικό της απολυταρχίας από την απώτατη αρχαιότητα µέχρι σήµερα. Είναι µάλιστα σπουδαίο, ότι ο Χάσλερ εργάζεται τώρα στη Ρώµη πάνω στο θέµα: Λατρεία των Ηγετών (∆ικτατόρων) στα ολοκληρωτικά – φασιστικά καθεστώτα. Αν η εργασία αυτή λάβει και αναγκαία εκκλησιολογική διάσταση, θα έχει ασφαλώς πολλά να προσφέρει στην θεολογία, στην ιστορία αλλά και στην Εκκλησία... 3. Μια αναπόφευκτη αδυναµία, που διαβλέπει κανείς στο έργο του Χάσλερ, και τα παράλληλα έργα άλλων συγγραφέων, είναι η προσπάθεια να ρίψουν όλα τα βάρη σε ένα πρόσωπο, στον µέντορα του αλαθήτου πάπα Πίο Θ’. Βέβαια γράφεται επανειληµµένως, ότι υπήρχε µια πλειονοψηφία, που ευνοούσε την παπική απόφαση και µια µειοψηφία, που φάνηκε τόσο χλιαρή και «νοµοταγής», ώστε γρήγορα να καταρρεύσει. Άρα η ευθύνη µοιράζεται σε όλη την ιεραρχία (βέβαια όχι και στο ανυποψίαστο συνήθως για ό,τι συµβαίνει πλήρωµα...). Ο τονισµός όµως, µε κάθε επιστηµονικό µέσο, της προσωπικής ευθύνης του πάπα, δείχνει µιαν ενδόµυχη προσπάθεια να γίνει αυτός ο «αποδιοποµπαίος τράγος», για να µπορέσει να απαλλαγεί η ρωµαιοκαθολική οικογένεια από το «µίασµα» και την «γελοιότητα» του παπικού αλαθήτου. Αυτό όµως δείχνει ότι διαφεύγει την αντιληπτική ικανότητα (τουλάχιστον...) των συγχρόνων µας Ρωµαιοκαθολικών, ότι ο Παπισµός δεν νοσεί ως ένα πρόσωπο, αλλά ως καθίδρυµα. Ότι Παπισµός και Εκκλησία είναι έννοιες ολότελα ασυµβίβαστες µεταξύ τους. Ότι Παπισµός είναι η επιβίωση και «εκκλησιαστική» αναγνώριση και καταξίωση κάθε είδους ολοκληρωτισµού – απολυταρχίας. Αν δεν πέσει, λοιπόν, ο εφιαλτικός ογκόλιθος του Παπισµού ως συστήµατος, δεν µπορεί ο Ρωµαιοκαθολικισµός να αναπνεύσει τον αέρα της εν Χριστώ ελευθερίας. Η τόσο παραπλανητική για πολλούς και από τους Ορθοδόξους αποδοχή υπάρξεως «µυστηρίων», «ιερωσύνης», λατρείας κ.λπ. στο χώρο του Παπισµού, δεν σηµαίνει αναπόφευκτα, ότι εκφράζουν την έννοια της Εκκλησίας. ∆ιότι και µεγάλες αρχαίες αιρέσεις είχαν πολλά από τα vestigial (γνωρίσµατα) αυτά, αλλά έµειναν «ιδεολογικά κατασκευάσµατα» και αναιρέσεις της εκκλησιαστικής αληθείας (π.χ. Μαρκιωνιτισµός, Αρειανισµός κ.λπ.). Σελίδα 46 από 57

4.

Το κεντρικό σηµείο του προβλήµατός µας είναι άρα ο Παπισµός, η ρίζα όλων των συγχρόνων κακών

στον εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο (πρβλ. σχέση Παπισµού – Προτεσταντισµού µε αστισµό, σύγχρονη αθεΐα, φασισµό κ.λπ.). Όπως ορθότατα σηµειώνει ο π. Γεώργιος Καψάνης, Ηγούµενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους: «Η παρέκκλισις του Παπισµού δεν συνίσταται µόνον εις την χρήσιν διαφόρου διοικητικού συστήµατος ή διαφόρων εκκλησιαστικών εθίµων, αλλ’ ότι πρόκειται περί µιας βαθυτέρας αλλοιώσεως του ευαγγελικού πνεύµατος». Από δογµατικής πλευράς ο Παπισµός είναι ένας «νεοαρειανισµός» (κατά τον αείµνηστο π. Ι. Πόποβιτς). Εκκλησιολογικά στον Παπισµός «η Εκκλησία εκπίπτει εις νοµικόν ίδρυµα παροχής της σωτηρίας και της κτιστής Χάριτος». Εκκλησιαστικά – κοινωνικά η διαφοροποίηση του Παπισµού συνίσταται στο ότι η «τριαδικά συνοδική αρχή αντικατεστάθη δια της αντιτριαδικής ολοκληρωτικής συγκεντρωτικής αρχής». Έτσι: «ο Παπισµός κατήντησε κοσµικόν κράτος µε στρατόν, µε οικονοµίαν, διπλωµατίαν. Μέχρι σήµερον το Βατικανόν είναι κράτος, ασκεί διπλωµατίαν και επηρεάζει την διεθνή οικονοµίαν δια συµµετοχής εις µεγάλας εταιρείας και επιχειρήσεις» (Βλ. την σπουδαία µελέτη του π. Γεωργίου Καψάνη, «Ορθόδοξος παράδοσις και Παπισµός», Άγιον Όρος 1979, έκδ. «Ορθ. Τύπου»). 5. Ιδιαίτερη έµφαση πρέπει να δοθή στο Η’ κεφάλαιο της εργασίας (σελ. 198 κ.ε.), όπου φαίνεται

καθαρά η διασύνδεση του Παπισµού ως απολυταρχικού συστήµατος µε τις ολοκληρωτικές δυνάµεις του Φασισµού και Ναζισµού. Όλ’ αυτά βέβαια είναι ως ιστορία πλήρως γνωστά. Σηµασία έχει εδώ η τονιζόµενη από τον συγγραφέα εσωτερική σχέση του Παπισµού µε τον κάθε µορφής ολοκληρωτισµό και την κάθε λογής δικτατορία. Τούτο συµβαίνει, γιατί ο Παπισµός είναι στην ουσία του η συνεπέστερη µορφή δικτατορίας µε εκκλησιαστική καταξίωση. Η χειρότερη δε µορφή απολυταρχίας – ολοκληρωτισµού και δικτατορίας είναι ως γνωστόν η σφετεριζόµενη την άνωθεν προέλευση, την «ελέω Θεού» καταγωγή. Το εγκληµατικό δε στην περίπτωση του Παπισµού, που συνεχίζεται µέχρι σήµερα, είναι η δι’ αυτού ταύτιση του χριστιανισµού στη ∆ύση µε διάφορα πολιτικά, αστικής προελεύσεως κόµµατα, µε σαφείς φασιστικές ή δικτατορικές τάσεις, και έτσι δικαιολογείται η πανηγυρική επιβεβαίωση της εντυπώσεως του Λαού, ότι ο Χριστιανισµός ευνοεί τον ολοκληρωτισµό. ∆εν αρνούµεθα βέβαια την σύµπραξη πολλών «χριστιανών» µε φανερές ή κρυφές αντιχριστιανικές δυνάµεις, αλλά εδώ εννοούµε την ανάµειξη του Χριστιανισµού ως Εκκλησίας – Οικοδοµήµατος µε τις δυνάµεις αυτές.

Σελίδα 47 από 57

Στην συνάφεια αυτή είναι κατ’ αρχήν πολύ διαφωτιστικό το έργο των R. Timel και P. Wilbacher, «Wie christlich sind die christlichen Parteien», Βιέννη 1970, σελ. 296. Επίσης πρβλ. την πρόσφατη διένεξη στην πατρίδα µας, που ενσαρκώθηκε στα έργα: Λιλής Ζωγράφου, «Αντιγνώση. Τα δεκανίκια του καπιταλισµού», Αθήνα 1974· και, απάντηση σ’ αυτό, πρωτ. Ε. Κ. Μαντζουνέα, «Είναι ο Χριστιανισµός τα δεκανίκια του καπιταλισµού;», Αθήναι 1977. Ο Παπισµός είναι από την ίδια του την φύση ολοκληρωτικός – δικτατορικός – φασιστικός. Γιατί είναι αναίρεση της τριαδικής – συνοδικής ουσίας της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Γιατί ο Παπισµός είναι τάση και κατάσταση του πεπτωκότος ανθρώπου. Είναι µια άλλη συγκεκριµένη έκφραση του δεσποτισµού ως καταστροφής της εννοίας της κοινωνίας και επικράτηση του ενός πάνω από άλλους, αντίθετα προς το θέληµα του Θεού για την απόλυτη «ισότητα» και «αδελφοσύνη» όλων των ανθρώπων (βλ. π.χ. Πράξ. 17, 26 ε.). Όπου λοιπόν επικρατεί ως πνεύµα και τάση ο Παπισµός – δεσποτισµός, εκεί εµφανίζεται αναπότρεπτα και ουσιαστική στροφή προς την δικτατορία, και ευνοούνται τα δικτατορικά καθεστώτα. Είναι λοιπόν το παπικό πνεύµα, που και κοινωνικά νοθεύει την γνήσια δηµοκρατικότητα της Εκκλησίας – Χριστιανισµού, και που συντηρεί στον κόσµο την απολυταρχία και τη βία, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώµατος και γεωγραφικού χώρου... 6. Θα πρέπει ακόµη να εξαρθούν δύο άλλα σηµεία, διότι συνιστούν ουσιώδη προσφορά της µελέτης Το πρώτο είναι η δεόντως εξαιρουµένη καταπάτηση, διαστρέβλωση και παραµόρφωση από την Α’ Βατικανή και τους υποστηρικτές της της ιστορίας και της ιστορικής επιστήµης. Πόσο αισθητό έγινε τούτο αποδεικνύει το γεγονός, ότι οι καθηγητές της Εκκλησιαστικής Ιστορίας ήταν και είναι οι βασικότεροι αντίπαλοι του αλαθήτου, µε πρώτο τον Ιγνάτιο Ντέλλιγκερ, τον αρχηγό του Παλαιοκαθολικισµού. Η αποστροφή εξ άλλου της Α’ Βατικανής για την ιστορία (θα µπορούσαµε να µιλούµε και για απέχθεια) οδηγεί τη σκέψη σε µια παράλληλη στάση, που αν και όχι expressis verbis ισχύει στους κόλπους του συγχρόνου µας Οικουµενισµού. Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, στους οικουµενιστικούς κύκλους καλλιεργείται συστηµατικά – αδιόρατα βέβαια και επιφυλακτικά – ένα πνεύµα αντι-ιστορισµού. Συνεχώς εξαίρεται ο στοχασµός (θεολογικο-φιλοσοφικός) και η (φιλοσοφική) ερµηνεία των κειµένων, όχι όµως και η συστηµατική αναφορά στο παρελθόν της ζωής της Εκκλησίας. Η σπουδή για µια όσο το δυνατόν στενότερη προσέγγιση, που συνοδεύεται από έντονη διάθεση ελαχιστοποιήσεως των δογµατικών διαφορών, οδηγεί στην απροθυµία προβολής της ιστορίας, διότι έτσι κατ’ ανάγκην υπογραµµίζονται οι διαφορές. Βέβαια προβάλλονται οι δυσκολίες συµφωνίας των διαφόρων a priori ιστορικών ερµηνειών και η κατ’ ανάγκην παραµέρισή τους, χάριν της ενότητος. Η επιδιωκόµενη όµως πολύ συχνά νέα ερµηνεία, υπό πνεύµα έντονα οικουµενιστικό, διαφόρων σηµαντικών ιστορικών γεγονότων, δείχνει ότι, και στον οικουµενιστικό χώρο επαναλαµβάνεται η ίδια διαλεκτική διαδικασία, που Σελίδα 48 από 57

του Χάσλερ.

παρατηρήθηκε και στην Α’ Βατικανή. Εκεί το επιδιωκόµενο ήταν το παπικό αλάθητο, εδώ η ένωση µε κάθε µέσο! Το δεύτερο σηµείο είναι η τραγική απάτη εκείνων, που πίστευαν ότι η επιβολή του αλαθήτου θα έσωζε το ετοιµόρροπο παπικό οικοδόµηµα. Λίγες µέρες µετά το τέλος της Α’ Βατικανής κατελήφθη η Ρώµη από τον ιταλικό στρατό! Μια κάποια αντιστοιχία των σκέψεων εκείνων βλέπει κανείς πάλι στη σηµερινή βεβιασµένη και αθεµελίωτη πορεία του Οικουµενισµού, κατά την οποία επιδιώκεται η προσέγγιση (ας µη πούµε: ένωση) µε στόχο διάφορα κοσµικής και διπλωµατικής φύσεως οφέλη. Πέρα δε από εκείνους, που κινούµενοι µέσα στο χώρο της ηγεσίας των οικουµενιστικών οµάδων «γνωρίζουν καλά», προς τα που οδεύουν τα πράγµατα, οι πολλοί µαθαίνουν να βλέπουν τον Οικουµενισµό υπό το πρίσµα του διαρκώς προβαλλοµένου αιτήµατος της παγχριστιανικής και πανανθρώπινη ενότητος. Ο καθ’ όλα βέβαια ευκταίος και ευλογηµένος αυτός σκοπός δυστυχώς «αγιάζει» τα µέσα, και έτσι µιλούµε όλοι για ένωση χωρίς να ξεκαθαρίζουµε το ερώτηµα: Ναι, αλλά πάνω σε ποια βάση; Και αυτό ισχύει περισσότερο για µας, τους λεγοµένους Ορθοδόξους. Είναι δυνατή και επιτρεπτή µια παγχριστιανική ένωση χωρίς τους αγίους µας Πατέρες, τους Οµολογητές και Οσίους µας; Είναι δυνατή µια ένωση χωρίς την συγκατάθεση του Αγ. Γρηγορίου Παλαµά, του Αγ. Μάρκου Ευγενικού, του Αγ. Κοσµά του Αιτωλού, του Αγ. Νικοδήµου του Αγιορείτου, του Αγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως; ∆ιότι δυοίν θάτερον: ή εκείνοι είναι έξω του ορθοδόξου τρόπου σκέψεως ή εµείς. Τρίτον δεν χωρεί... Ή εκείνοι έκαµαν λάθος, χαρακτηρίζοντας τον δυτικό χριστιανισµό ως αίρεση, παραχάραξη της αληθείας και αλλοτρίωση της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ή εµείς είµεθα αγιότεροι, σοφότεροι και δικαιότεροι εκείνων. Και τα δύο να ισχύουν δεν γίνεται... Βρέθηκαν π.χ. κάποιοι να ισχυρισθούν, ότι οι όροι «αίρεση» και «αιρετικός» παλαιότερα αναφέρονταν στους µη χριστιανούς (αλλοδόξους) και όχι στους (δυτικούς) ετεροδόξους. Η νέα αυτή «ερµηνεία» που επιβεβαιώνει και το παραπάνω λεχθέν περί τεχνητής αρνήσεως της ιστορίας, ήταν ολότελα άγνωστη – όπως η ιστορία αποδεικνύει – την εποχή µάλιστα, που εµφανιζόταν σε όλη της την οξύτητα και σοβαρότητα η διαφοροποίηση του δυτικού χριστιανισµού από την Ορθοδοξία (9ος αι., 11ος αι., 14ος αι., 16ος αι., 18ος αι. κ.ε.). 7. Μετά από αυτά φθάνουµε σε ένα κρίσιµο σηµείο, που αγγίζει την σηµερινή µας στάση έναντι της

∆ύσεως και µάλιστα του Παπισµού. Ο εγκαινιασθείς από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα «διάλογος της αγάπης» έφθασε σε ανεπίτρεπτα σηµεία. (Μυστηριακή διακοινωνία χωρίς πανορθόδοξο απόφαση και πριν από την ένωση. «Επιστροφή» παπικών στην Ορθοδοξία όχι µε µόνο έστω χρίσµα, αλλά µε µια απλή οµολογία και εξοµολόγηση. Παπικοί ιερείς γίνονται δεκτοί από την Ορθοδοξία µε την ιερωσύνη των, ως να µεταθέτονταν από την µία ορθόδοξη ενορία στην άλλη... Οι συµπροσευχές και µάλιστα µε λειτουργικά άµφια έγιναν, κυρίως στην ∆ύση, κάτι το πολύ συνηθισµένο κ.λπ.). Οπότε ερωτά κανείς: Σε ποια λογική βάση γίνονται όλ’ αυτά; Με ποια πανορθόδοξη απόφαση; Να γιατί, λοιπόν, η προετοιµαζοµένη Σελίδα 49 από 57

Πανορθόδοξος Σύνοδος, ενώ τόσο ενδιαφέρον έδειξε για το θέµα «των πηγών» (!) της πίστεως και την νηστεία (!) άφησε τα «βαρύτερα του νόµου», δηλαδή το θεολογικό ξεκαθάρισµα µε τον Παπισµό και τον Προτεσταντισµό, ορίζοντας µε βάση την ορθόδοξη εκκλησιολογία την ουσία τους. Αλλά και αν ακόµη οι «βεβιασµένες» αυτές ενέργειες γίνονται καλή τη πίστει έχουν κανένα έρεισµα; ∆υστυχώς όχι. άλλαξε τίποτε στην εσωτερική δοµή του Παπισµού και µετά την Β’ Βατικανή; Όχι. Το οµολογούν πρώτα οι ίδιοι οι παπικοί, όπως στην παραπάνω ανάλυση του βιβλίου του Χάσλερ είδαµε. Ο Παπισµός µένει! Οι εξωτερικές ενέργειες, όπως η επίσκεψη του πάπα στην Πολωνία, δεν είναι παρά προπετάσµατα καπνού για την συσκότιση των πνευµάτων. Παρ’ όλο που τέτοιες ενέργειες επιτυγχάνουν να ενισχύσουν τον Παπισµό, παρουσιάζοντας κοινωνικό και φιλάνθρωπο ένα «σύστηµα» τυφλής δικτατορίας και απολυταρχίας. Όπως ο π. Γ. Καψάνης γράφει: «∆ια να είµεθα δίκαιοι πρέπει να είπωµεν, ότι παρατηρείται εις ωρισµένους δυτικούς θεολόγους, κληρικούς και λαϊκούς, κάποια αναζήτησις της γνησίας εκκλησιαστικής πίστεως και ζωής. Αι µεµονωµέναι όµως αύται αναζητήσεις δεν ηδυνήθησαν να επηρεάσουν τον παπικόν εκκλησιαστικόν οργανισµόν εις τοιούτον σηµείον, ώστε να ηµπορή να οµιλήση τις δια κάποιαν ελπιδοφόρον άνοιξιν, η οποία θα επέτρεπεν εις τους ορθοδόξους να αισιοδοξούν. Αντιθέτως µάλιστα υπάρχουν όχι µόνον ενδείξεις αλλά και αποδείξεις περαιτέρω σκληρύνσεως του Ρωµαιοκεντρικού παπικού ολοκληρωτισµού...». Στη συνέχεια δε, παραθέτει σπουδαιότατες και αναµφισβήτητες αποδείξεις – δηλώσεις των ιδίων των τελευταίων παπών. (Τέτοιες αποδείξεις βλ. στο βιβλίο του Αναστ. Κ. Πιερίου, «Η ένωσις των Εκκλησιών και τα ‘’σηµεία των καιρών’’». Εν Αθήναις 1979, σελ. 27 ε.ε., 30 ε.ε.). Αλλά και αυτός ο παπικός θεσµός, που βασικά ενδιαφέρει το κρινόµενο βιβλίο, τι είναι µέχρι σήµερα κατά την επίσηµη πίστη του Ρωµαιοκαθολικισµού; Σύµφωνα µε τα επίσηµα κείµενά του ο πάπας, ως κορυφή της πυραµίδος του παπικού συστήµατος, είναι: Επίσκοπος Ρώµης, Αντιπρόσωπος (Βικάριος) Ιησού Χριστού, ∆ιάδοχος των Αποστόλων – Πριγκήπων, Υπερτάτη Κεφαλή της Παγκοσµίου Εκκλησίας, Πατριάρχης της ∆ύσεως, Προκαθήµενος της Ιταλίας, Αρχιεπίσκοπος και Μητροπολίτης της Επαρχίας Ρώµης, Ηγεµών του Κράτους του Βατικανού, Ύπατος ∆ιδάσκαλος, Νοµοθέτης, ∆ικαστής, ∆ιοικητής. ∆ιατηρεί Υπουργεία, Υπουργούς και Πρωθυπουργό στο Κράτος του – µικρογραφία βέβαια του παλαιού τεραστίου παπικού Κράτους, αλλά πάντως Κράτος. Ορίζει επίσης Πρεσβευτές (Νούντσιοι) στις διάφορες χώρες και κλείνει µαζί τους πολιτικές συµφωνίες – Κονκορδάτα. ∆ιαθέτει στρατό – φρουρά (έστω λεγοµένη «τιµητική») και είναι ο κύριος των πολιτών του Βατικανού. «Πολίτης του Βατικανού» βέβαια δεν γίνεται κανείς µε την γέννησή του, ούτε από τον τόπο κατοικίας του. Είναι τίτλος, που δίνεται – σήµερα – από τον πάπα!

Σελίδα 50 από 57

Όσο και αν ισχυρίζονται µερικοί, ότι τα λόγια έχασαν πια την σηµασία τους λόγω των πολιτικών εξελίξεων και σηµερινών κοινωνικών µεταβολών, ερωτάται: Ως χριστιανοί είναι δυνατόν να παίζουµε µε τις λέξεις; Με αυτή την έννοια κάθε βλασφηµία µπορεί να θεωρηθή αθώο λογοπαίγνιο! Το Ευαγγέλιο όµως µας λέγει: «Έστω δε ο λόγος υµών ναι ναι, ου ου» (Ματθ. 5, 47). Είναι δυνατόν επίσης να θεωρηθή η δοµή αυτή του Ρωµαιοκαθολικισµού ως απλώς εσωτερική του «υπόθεσις», όπως επανειληµµένως έχει λεχθή και γραφή; Όταν λοιπόν γίνεται λόγος περί ενώσεως και προετοιµασίας «θεολογικού διαλόγου», είναι δυνατόν να συζητεί καν κανείς περί τοιούτων βηµάτων, ενώ δέχεται ως συζητητή της Ορθοδοξίας, ως πνευµατικού µεγέθους, ένα ολότελα κοσµικό και αντικοινωνικό σύστηµα; Κάθε ένωση πραγµατική προϋποθέτει ως γνωστόν την σύγκραση οµοειδών πραγµάτων... 8. Το βιβλίο του Χάσλερ, και το πολύτιµο υλικό που χρησιµοποιεί, πείθει ότι ο Παπισµός βάλλεται

ένδοθεν και καταρρέει εσωτερικά. Γι’ αυτό και τόσες καταβάλλονται προσπάθειες για την υποστύλωση του, για την διάσωσή του. Στους υποστηρικτές του ανήκουν όλοι εκείνοι, που ποτισµένοι από ένα νοσηρό συντηρητισµό προσπαθούν να διασώσουν µαζί µε τον Παπισµό την απολυταρχία και τον δεσποτισµό στο σηµερινό κόσµο. Είναι τα υπολείµµατα του σκοτεινού µεσαίωνος! Είναι όµως και όλοι εκείνοι, οι οποίοι στην συντήρηση του Παπισµού βλέπουν να διαιωνίζεται η αλλοίωση του Χριστιανισµού και η υπονόµευσή του στα µάτια των Λαών της γης, που έτσι µαθαίνουν να δέχονται τον Χριστιανισµό ως το στήριγµα της βίας και απολυταρχίας! Το ερώτηµα όµως είναι : Τι κάνουµε εµείς ως Ορθόδοξοι απέναντι στον Παπισµό; Έχουµε αντιληφθή, ότι του δίνουµε το καλύτερο στήριγµα και τον δικαιώνουµε στα µάτια της οικουµένης; Τι άλλο είναι η µορφή της αλληλογραφίας, που από την εποχή του Αθηναγόρα έχει εγκαινιασθή µεταξύ Βατικανού και Κωνσταντινουπόλεως; Τι άλλο κάνουµε, όταν µε κάθε ευκολία ονοµάζουµε τον πάπα (ως πάπα...): «αδελφόν εν Χριστώ», «αγιώτατον αδελφόν της πρεσβυτέρας Ρώµης», «αδελφόν πρώτον τη τάξει», και τον αναγνωρίζουµε «εν τη κοινωνία πίστεως και αγάπης»; Τι άλλο παρά τυφλή αναγνώριση του Παπισµού αποτελούν οι παρόµοιες εκδηλώσεις; Ενώ δηλαδή η µόνη δυνατότητα να ακούσει ο Παπισµός, αλλά και ο υπόδουλος στην παποσύνη Χριστιανισµός της ∆ύσεως την αλήθεια, είναι από το στόµα της συγχρόνου µας Ορθοδοξίας, ερχόµεθα εµείς οι εκπρόσωποί της να καταξιώνουµε και αναγνωρίζουµε τον Παπισµό, θυσιάζοντας στην σκοπιµότητα την υπαρκτική µας αλήθεια. Η αναγνώριση του Παπισµού, όπως είναι, από µας τους Ορθοδόξους συνιστά διαστροφή µέσα µας, στα λόγια και τα έργα µας, της ορθοδόξου αγιοπατερικής παραδόσεως, καθόλου λιγότερο κατακριτέα από εκείνη που συντελέσθηκε στους κόλπους του Παπισµού στο πέρασµα τόσων αιώνων.

Σελίδα 51 από 57

9.

Το βιβλίο του Χάσλερ είναι µια ηχηρή νότα από την πολυφωνική κραυγή της υποδουλωµένης στον

Παπισµό και τα προϊόντα του δυτικής χριστιανοσύνης. Μια λυτρωτική κραυγή – αναζήτηση της υπαρκτικής αληθείας. Απλώνουν µε απόγνωση τα χέρια οι αδελφοί µας αυτοί – θύµατα µιας στυγνής κοσµικής δικτατορίας – και ζητούν από µας βοήθεια. Τι θα κάνουµε; Θα απαντήσουµε στο τραγικό κάλεσµά τους µε την αλήθεια της πίστεως και παραδόσεώς µας; Τα πράγµατα δεν δείχνουν να έχουµε αυτή την διάθεση. Ηγετικά πρόσωπα, θεολογικά και εκκλησιαστικά ανυποψίαστα, προχωρούν σε ουσιαστικές έναντι του Παπισµού παραχωρήσεις. Η σύναψη «Κονκορδάτου» (= αναγνώριση της Ρωµαιοκαθολικής Εκκλησίας ως Κράτους) δεν έχει ακόµη υλοποιηθή. Γίνεται όµως πολύ λόγος, και πολλά πράγµατα από απλές διαδόσεις καταντούν µια µέρα πραγµατικότητα! Αλλά τότε θα επαναλάβουµε το ασυγχώρητο έγκληµα, που διαπράξαµε το 1438, πάλι απέναντι στον δυτικό χριστιανισµό, την υπόδουλη και τότε στον πάπα δυτική χριστιανοσύνη. Και τότε µας κάλεσαν από δύο πλευρές. Μας κάλεσαν οι αντι-παπικοί Ρωµαιοκαθολικοί, που µε την Σύνοδό τους στην Βασιλεία (1431-37/1448) αγωνίζονταν να απελευθερωθούν από την παπική καταδυνάστευση και να αποτινάξουν τα δεσµά της παπικής τυραννίας. Μας κάλεσε όµως και ο πάπας (Ευγένιος ∆’, 1431-1447) που µε την Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας προσπαθούσε να σώσει το «βασίλειο» και την εξουσία του πάνω στη δυτική χριστιανοσύνη. Και µεις – οι Βυζαντινοί τότε πρόγονοί µας – ταχθήκαµε στο πλευρό του πάπα και αφήσαµε, ως µη ώφειλε, τους δυτικούς χριστιανούς αδελφούς µας αβοήθητους. Αυτό ήταν το έγκληµά µας! Άλλο αν η «ένωση» λόγω του Αγίου Μάρκου και µερικών «ξεροκέφαλων» µοναχών δεν έγινε, και έτσι αρνηθήκαµε στους δυτικούς χριστιανούς αδελφούς µας βοήθεια και βοηθήσαµε τον τύραννό τους και µαζί την τυραννία. Μπρος στην ίδια ιστορική ευθύνη βρισκόµαστε ως Ορθοδοξία, αλλά και ως Έθνος, ως Λαός, ως Κράτος αυτή τη στιγµή. Τώρα που συνάπτονται πολιτικές συµφωνίες (έστω όχι Κονκορδάτο απ’ ευθείας), που προετοιµάζεται ο «θεολογικός διάλογος» µε το Βατικανό. Ο σύγχρονος δυτικός κόσµος – και αυτοί οι Ρωµαιοκαθολικοί – όταν ακούουν να γίνεται λόγος για «πρωτείο» και «αλάθητο», γελούν µε περιφρόνηση. Οι πολλοί τα θεωρούν ως κατάλοιπα ενός τυφλού µεσαιωνισµού. Αρκετοί όµως µπορούν να καταλάβουν πόσο τροµερή αλλοίωση της ευαγγελικής αληθείας συνιστούν τα δύο αυτά «δόγµατα». Το βιβλίο του Χάσλερ µας θέτει το αδυσώπητο δίληµµα: Θα τολµήσουµε (Μάρκ. 15, 43) να απαντήσουµε στους δυτικούς χριστιανούς αδελφούς µας, προσφέροντάς τους, την Ορθόδοξη αλήθεια και ζωή, και βοηθώντάς τους να αποτινάξουν το ζυγό του Παπισµού, ή θα επαναλάβουµε την κατά το 1438 αχαρακτήριστη συµπεριφορά µας απέναντί τους; Νοµίζω ότι το δίληµµα αυτό δεν αφορά µόνο την εκκλησιαστική µας Ιεραρχία και εµάς του ειδικούς – «επαγγελµατίες» - θεολόγους, αλλά σ’ ολόκληρο το ορθόδοξο πλήρωµα. Κάθε Ορθόδοξος πιστός καλείται από το Θεό – και προκαλείται από την ιστορία – να αναλάβει την δική του ευθύνη.

Σελίδα 52 από 57

Πρωτ. Γεώργιος ∆. Μεταλληνός Αθήναι, 4 Ιουλίου 1979
[Σηµείωση 24 Αυγούστου 2001: Αν αυτά γράφονταν το 1979, είναι ευνόητο τι έπρεπε να γραφή σήµερα, που (ακόµη και) η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνώρισε τον Παπισµό ως Εκκλησία και Κράτος κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα στην Αθήνα.]

Οι πέντε Ήπειροι της γης προσκυνούν τον πάπα Πίο Θ’, όπως από τα χρόνια του αποστόλου Πέτρου – κατά την επιγραφή στον παπικό θρόνο.

Σελίδα 53 από 57

Παράρτηµα
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός τον Ιανουάριο 1980 έστειλε στον A. B. Hasler το παρόν πόνηµά του και ο τελευταίος του απάντησε µε το ακόλουθο γράµµα του (σε µετάφραση): «Ρώµη, 9 Φεβρουαρίου 1980. Αιδεσιµώτατε π. ∆ρ. Μεταλληνέ, Το Γράµµα σας και η εκτενής Βιβλιοκρισία σας µου έδωσαν µεγάλη χαρά. Αισθάνοµαι όµως ντροπή, γιατί τόσο καθυστερηµένα σας απαντώ· ήµουν όµως ασθενής· έµεινα επί εβδοµάδες στο Νοσοκοµείο και βρήκα το γράµµα σας της 2ας Νοεµβρίου µόλις προ ολίγων ηµερών, όταν κατόρθωσα να µεταβώ και πάλι στο Μόναχοi. Λοιπόν ελπίζω, ότι θα µε συγχωρήσετε, γιατί δεν ήταν δυνατόν να γίνει αλλιώς. ∆υστυχώς δεν δύναµαι να διαβάσω νεοελληνικά· απλώς έχω επί τεσσεράµισι έτη σπουδάσει αρχαία ελληνικά· τούτο όµως δεν είναι αρκετό, για να διαβάσω το µικρό βιβλίο σας. Είµαι όµως βέβαιος ότι δεν µε έχετε παρανοήσει, διότι και σεις αναζητείτε την αλήθεια, όπως επίσης, διότι και σεις επιθυµείτε επιστροφή στο πρωταρχικό χριστιανικό µήνυµα. Όταν είδα το εκτενές κείµενό σας, µου ήλθε η σκέψη: Γιατί δεν θα ήταν δυνατόν να µεταφρασθή ολόκληρο το βιβλίο, στην ελληνική; Το παπικό αλάθητο άπτεται ασφαλώς ενός όλως κεντρικού σηµείου των σχέσεων Ορθοδοξίας και (Ρωµαιο)καθολικισµού. Επίσης, µία όλως ιδιαίτερη επικαιρότητα έχει λάβει το θέµα λόγω των εξελίξεων στην (Ρωµαιο)καθολική Εκκλησία. Γνωρίζετε πιθανώς, ότι ο Καθηγητής Χανς Κυνγκ κατεδικάσθη προ πάντων λόγω της Εισαγωγής (που έγραψε) για το βιβλίο µουii. Σεις δε θα είσθε ο ιδεώδης µεταφραστής. Ίσως µπορείτε πράγµατι να κάµετε κάποιον Εκδοτικό Οίκο στην Ελλάδα να δείξει για το ζήτηµα αυτό ενδιαφέρον. Είναι ευνόητο, ότι θα έχετε την πλήρη υποστήριξη εκ µέρους µου και εκ µέρους του Εκδοτικού Οίκου Piperiii. Φαντάζοµαι, ότι πράγµατι µία ελληνική µετάφραση δεν θα έµενε χωρίς αποτέλεσµα. Θα µπορούσε ασφαλώς να βοηθήσει, ώστε να αναγκασθή η Ρωµαϊκή Κουρία να αντιληφθή, ότι πρέπει να συζητηθή και πάλι το όλο πρόβληµα της Α’ Βατικανής Συνόδουiv... Στον προσεχή χρόνο θα είναι µάλλον δυνατόν να µου γράφετε στη διεύθυνσή µου στη Ρώµη. Θα αισθανθώ ιδιαίτερη χαρά να λάβω γρήγορα γράµµα σας. Αφού σας ευχαριστήσω ακόµη µια φορά για την εκτενή σας εργασία και το γράµµα σας, που µου ήταν πολύ διαφωτιστικό, και σας ευχηθώ κάθε ευλογία, διατελώ µε πολύ εγκαρδίους χαιρετισµούς. ∆ικός σας A.B. Hasler» Σελίδα 54 από 57

Στις 11 Φεβρουαρίου, µετά δύο ηµέρες δηλαδή, ο A.B. Hasler έστειλε στον π. Γεώργιο το ακόλουθο σηµείωµα, που φανερώνει το χιούµορ του και τα αισθήµατά του για τον τόπο της διαβιώσεώς του. «Ρώµη, 11 Φεβρουαρίου 1980. Αξιότιµε πάτερ ∆ρ. Μεταλληνέ, Μόλις διάβασα στην Εφηµερίδα, ότι δύο ώρες, αφότου έρριξα το γράµµα µου για σας σε ένα γραµµατοκιβώτιο του Βατικανού, εκλάπησαν στη Ρώµη τρεις ταχυδροµικοί σάκκοι του Βατικανού µε αλληλογραφία σε µία ένοπλη ληστεία. Επειδή φοβούµαι, ότι και το γράµµα µου για σας βρίσκεται µέσα σ’ αυτούςv, επιτρέψτε µου να σας στείλω, και πάλι µία, έστω κακή, φωτοτυπία του. Σ’ αυτήν εδώ την ‘’αγία’’ Πόλη µπορούν όλα να συµβούν! Με θερµούς χαιρετισµούς ∆ικός σας August Bernhard Hasler

Σελίδα 55 από 57

«Έχω το αλάθητο;... δεν έχω το αλάθητο;... έχω το αλάθητο;... δεν το έχω;...» (Γελοιογραφία της εποχής)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ π. Γ.∆.Μ.

i

Ο A.B. Hasler εργαζόταν τότε ερευνητικά στη Ρώµη για τη σύνταξη εκτενούς µελέτης µε θέµα: «Η λατρεία

των ∆ικτατόρων στα ολοκληρωτικά καθεστώτα», αρχίζοντας από τον Πεισίστρατο και φθάνοντας ως τον Παπισµό. ∆εν πρόλαβε όµως να την ολοκληρώσει, διότι τον πρόλαβε ο θάνατος.
ii

Η εισαγωγή του H. Küng στο βιβλίο του Hasler καταλαµβάνει 25 σελίδες και εκθέτει συνοπτικά τις

τελευταίες εξελίξεις στον ∆υτικό Κόσµο ως προς το ζήτηµα του «αλαθήτου», µε µία δυναµικώτατη ορολογία κατά του παπικού δόγµατος, που κατέστησε τον Παπισµό αληθινή παναίρεση. Είναι απόλυτα βέβαια, ότι ο H. Küng καταδικάσθηκε από το Βατικανό, όχι για τις αναµφισβήτητες δογµατικές αποκλίσεις του, αλλά κυρίως για την δριµύτατη κριτική του στο παπικό αλάθητο, που κλονίζει όλο το οικοδόµηµα του Παπισµού.
iii

Το βιβλίο του A.B. Hasler απάντησε µεγάλη αντίδραση από τους συντηρητικούς κύκλους του Παπισµού.

Η γερµανική Εφηµερίδα «Rheinischer Merkur» (φ. 28 Σεπτ. 1979, αρ. 39, σ. 25), δηµοσίευσε κριτική του βιβλίου µε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ύβρις προς τη Ρώµη. Οι σκοτεινές ιστορίες του Χάσλερ για το Σελίδα 56 από 57

αλάθητο». Κατά τον συντάκτη της κριτικής Mathias Buschkühl ο Χάσλερ ήθελε να προσφέρει την ιστορική υποδοµή στην θεολογική κριτική κατά του Αλαθήτου του διδασκάλου του H. Küng. Η εφηµερίδα τονίζει ιδιαίτερα, ότι η αντιπαπική πολεµική δεν ταιριάζει στην εποχή του Οικουµενικού ∆ιαλόγου, όπου το δόγµα του Αλαθήτου προσεγγίζεται απροκατάληπτα!
iv

Η διδακτορική διατριβή του A.B. Hasler ασχολείται ειδικά µε την ιστορική όψη της δογµατοποιήσεως του

αλαθήτου, φέρει δε τον τίτλο: «Pius IX (1846-1878), Päpstliche Unhfehlbarkeit und l. Vatikanisches Konzil. Dogmatisierung und Durchsetzung einer Ideologie». Τόµοι 2, Stuttgart, 1977, σσ. 627.
v

Το γράµµα δεν χάθηκε. Έτσι το έλαβα... δύο φορές.

Σελίδα 57 από 57

النشاط (14)

1 hundred reads|over 4 years ago
1 thousand reads|over 2 years ago
George Pentezides liked this|4 months ago
goitro liked this|6 months ago
parthenopipis liked this|about 1 year ago
cosskil liked this|about 1 year ago
cosskil liked this|about 1 year ago
nic1238 liked this|over 2 years ago
Apostolos Gatsias liked this|over 2 years ago
Nikolaos Kalantzis liked this|over 3 years ago

You're Reading a Free Preview

تحميل