The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20131020185405/http://ar.scribd.com/doc/7011168/%CE%86%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%97-%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%99%CF%89%CF%83%CE%AE%CF%86
P. 1
Άσκηση - Η μητέρα του αγιασμού (Γέροντος Ιωσήφ)

Άσκηση - Η μητέρα του αγιασμού (Γέροντος Ιωσήφ)

Ratings:

5.0

(1)
|Views: 883|Likes:
منشور بواسطةapi_user_11797_paraskevoudis

More info:

Published by: api_user_11797_paraskevoudis on Oct 17, 2008
حقوق الطبع:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

04/27/2012

pdf

text

original

Α Σ Κ Η Σ Η - Η Μ Η Τ Ε ΡΑ Τ Ο Υ Α Γ Ι Α Σ Μ Ο Υ

Γέροντος Ιωσήφ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
00 – Πρόλογος……………………………………………………………………………….2 01 - Το απαραίτητο της άσκησης………………………………………………………….…3 02 - Μορφές της "εν Θεώ" άσκησης………………………………………………………....7 03 - Η εξουσία της θείας υιοθεσίας…………………………………………………………12 04 - Το καθήκον που πηγάζει από την πίστη………………………………………………. 13 05 - Η πρακτική. Νόµοι και τρόποι του πνευµατικού πολέµου κατά τους Πατέρες………..15 06 - Τα έργα του "καινού" και του "παλαιού" ανθρώπου ………………………………….19 07 - Πράξη και θεωρία. Λόγοι ωφέλιµοι από την εµπειρία των Πατέρων………………….22 08 - Η αποθάρρυνση, ένας ύπουλος εχθρός………………………………………………...33 09 - Η άσκηση της νοεράς προσευχής στον κόσµο…………………………………………38 010 - Τιµωρεί ο Θεός; ……………………………………………………………………41

1/43

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Εις την καθ ηµάς υλόφρονα και υλιστικήν εποχήν δυσκόλως ακούεται λόγος περί ασκήσεως. Τούτο διότι αι καρδίαι ηµών των χριστιανών εβαρύνθησαν εν «κραιπάλη και µέθη και µερίµναις βιοτικαίς» και λίαν δυσχαιρένοµεν ακούοντες περί νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής και λοιπής κακοπαθείας και ασκήσεως. Η καθ ηµάς «άπιστος και διεστραµµένη γενεά µεριµνά και τυρβάζη περί πολλά πλην του ενός ου εστι χρεία» (πρβλ. Ματθ. ιζ΄ 17, Λουκ. ι΄ 41-42). Το ευαγγελικόν όµως µήνυµα τυγχάνει αναλλοίωτον και δεν προσαρµόζεται εις τους εκάστοτε συρµούς και τάσεις των διαφόρων εποχών. Το λυτρούν κήρυγµα του Θεανθρώπου Ιησού, καίτοι φαίνεται αναχρονιστικόν και δυσχερές δια την αυτοµατοποιηθείσαν και πνευµατικώς ράθυµον εποχήν µας, είναι η αιώνιος αλήθεια και η µόνη οδός θεογνωσίας. ∆εν ξενίζει ηµάς η απόρριψης και αδιαφορία των πολλών καθ ότι και ότε ο ίδιος ο Κύριος «εις τα ίδια ήλθε, οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» (Ιω. α΄ 11), διότι «ο κόσµος αυτόν ουκ έγνω» (Ιω. α΄ 10). Μόνον όσοι παρά την γενικήν αδιαφορίαν ηδυνήθησαν να ακολουθήσουν την «στενήν και τεθλιµµένην οδόν» (Ματθ. ζ΄ 14) θα ευρεθούν εν τη παλιγγενεσία εκ δεξιών του σωτήρος δια να ακούσουν το «ευ δούλε αγαθέ και πιστέ!» (Ματθ. κε΄ 23). Επιπλέον όµως «όσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι τοις πιστεύουσιν εις το όνοµα αυτού» (Ιω. α΄ 12). Αυτοίκαι µόνον αυτοί «ουκ εξ αιµάτων, ουδέ εκ θελήµατος ανδρός, αλλ΄ εκ Θεού εγεννήθησαν» (Ιω. α΄ 13). Εν Αγίω Όρει προσπαθούµεν να αντιστρατευθώµεν, κατά το δυνατόν, τον νόµον της σαρκός και της ύλης και να εφαρµόσωµεν τον νόµον του πνεύµατος. Αυτό τούτο είναι α άσκησις περί ης ο Γέρων ηµών, Ιωσήφ µοναχός, αναφέρεται εις το ανα χείρας καινόν του πόνηµα όπερ τυγχάνει καρπός υπερεξηκονταετούς ασκήσεως εν ποικίλαις µορφαίς του ασκητικού βίου εν Αγίω Όρει και αλλαχού. Ο γέρων ηµών δεν έτυχε της λεγοµένης θύραθεν παιδείας ούτε εις τας απλουστέρας της µορφάς. Τολµώµεν όµως να καυχηθώµεν εν Κυρίω ότι έτυχε θείας παιδείας παρά τους πόδας αγίων Γερόντων ων νυν εν ουρανοίς η διατριβή. Παρ αυτών εδιδάχθη, αλλά και δια ιδίας εµπειρίας έµαθε τα θεία και τα νυν εκ της πείρας του διδάσκει και ηµάς, ως απείρους και νεωτέρους. Οσαδήποτε δια της παρανόµου ηδονής απηλαύσαµεν πρέπει δια συντόνου προσπαθείας εις τας εκουσίους ασκήσεις και δι ευτόνου υποµονή εις τας ακουσίας επιφοράς να αποσβέσωµεν. Το πονηρότατον γένος των διαµόνων, το κυριαρχούν εν τη πονηρά εποχή µας, «εν ουδενί δύναται εξελθείν ει µη εν προσευχή και νηστεία» (Μαρκ. θ΄ 29). Η προσευχή η νηστεία και αι λοιπαί µορφαί της ασκήσεως είναι µεν µέσα και ουχί σκοπός, πλην όµως είναι µέσα απαραίτητα δια να «εκκαθάρωµεν την παλαιάν ζύµην και ίνα ώµεν φύραµα νέον» (Α΄ Κορ. ε΄ 7), ώστε «αποθέσθαι τον παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόµενον κατά τας επιθυµίας της απάτης και ενδύσασθαι τον καινόν άνθρωπον τον κατά Θεόν κτισθέντα εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας»(Εφες. δ΄ 22, 24). Οι λόγοι οι οποίοι εµπεριέχονται εις το ανα χείρας εγχειρίδιον αποτελούν, ως επί το πλείστον, αποµαγνητοφωνηµένας -ανεξαρτήτους αλλήλων- οµιλίας, τας οποίας επεξειργάσθηµεν, και δια τούτο επαναλήψεις τινές ήσαν αναπόφευκτοι. Εχρησιµοποιήθη δε το ιδίωµα της δηµοτικής ως το µόνον καταληπτόν υπό της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαϊκού στρώµατος. Ο σκοπός της εκδόσεως ταύτης είναι το «φως» το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόµενον εις τον κόσµον» (Ιω. α΄ 9), το φως όπερ «εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. α΄ 5), να επιλάµψη επί τέλους και εις την αληθώς ζοφεράν ηµών εποχήν. Όσοι εκ των εν Χριστώ αδελφών ωφεληθούν εκ της βίβλου ταύτης, πράγµα το οποίον είναι και ο ηµέτερος στόχος, ας ευχηθούν και υπέρ των κοπιασάντων.
Ο Καθηγούµενος της Ιεράς και Σεβασµίας Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου + Αρχιµανδρίτης Εφραίµ και οι συν εµοί εν Χριστώ αδελφοί

2/43

ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ
Η αγωνία για τον όλεθρο, που επιβάλλεται δυναµικά σ΄ όλο τον κόσµο και η κραυγή της απόγνωσης, που από παντού ακούεται, µας έδωσαν την αφορµή και το σύνθηµα να γράψουµε τα όσα περιλαµβάνονται σ΄ αυτό το βιβλίο. Ο όλεθρος στον οποίο οδηγούνται αναπόφευκτα οι άνθρωποι, οφείλεται ασφαλώς στη λανθασµένη χρήση των νοηµάτων. Αυτήν ακολουθεί η λανθασµένη χρήση των πραγµάτων που αποτελεί το πρακτικό βίωµα των ανθρώπων. Κατά τη Γραφή «ο γαρ εάν σπείρη άνθρωπος, τούτο και θερίσει» (Γαλ. στ΄ 17). Είναι φυσική ανάγκη και συνέπεια, κάθε ενέργειά µας να έχει κάποιο αποτέλεσµα. Αλλά κάθε ενέργειά µας µπορεί να υπόκειται, πέρα από την ελεύθερη επιλογή και προτίµηηση, στη δουλεία, για την οποία ο θεόσοφος Πέτρος µας ειδοποιεί «ω γαρ τις ήττηται, τούτω και δεδούλωται» (Β΄ Πέτρ. β΄ 19) Αυτή η αποκάλυψη του Πέτρου µας πληροφορεί για το µυστήριο αυτής της χρεοκοπίας όλων των ανθρώπων, οι οποίοι στενάζουν λόγω της δυναµικής επιβολής του ολέθρου. Ερευνώντας τη ρίζα του «ηττήµατος» (Α΄ Κορ. στ΄ 7) και της δουλείας που επακολουθεί, βρίσκουµε ότι είναι φυσική συνέπεια της µεταπτωτικής µας καταδίκης. Η ίδια η Γραφή µας ερµηνεύει ότι η αρρωστηµένη αυτή συνέπεια έγινε σε µας µόνιµο τραύµα στην παρούσα ζωή. «Και είπε Κύριος ο Θεός διανοηθείς, ου προσθήσω έτι του καταράσασθαι την γην, δια τα έργα των ανθρώπων, ότι έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιµελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού» (Γεν. η΄ 21). Μετά την πτώση, µας επιβλήθηκε η ηττοπάθεια και η ροπή «επί τα πονηρά» εκεί δηλαδή που βρίσκεται το σύµπλεγµα του παραλόγου. Αυτήν τη συµφορά µας, θρηνεί ο Παύλος περιγράφοντας µε πικρία την καταδίκη: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Τις µε ρύσεται εκ του σώµατος του θανάτου τούτου;» (Ρωµ. ζ΄ 24). Και πραγµατικά. Αποκτήσαµε σώµα θανάτου µαζί µε το σωµατικό θάνατο που ακολούθησε την πτώση. Όσο λοιπόν, αυξάνουν οι οδύνες των ολέθριων συνεπειών, που κληρονοµικά µεταφέρουµε, τόσο ταυτόχρονα αναπτύσσεται και η συναίσθηση της ανάγκης για την υπερνίκησή τους. Όσο και αν φαίνεται φθαρµένη και καταστραµµένη η προσωπικότητά µας µε την πτώση, δεν χάθηκε το κεντρικό σηµείο της δύναµής µας, που είναι η θέληση. Και όντας κύριος της θέλησης του ο άνθρωπος, έχει δικαίωµα επιβολής της κρίσης του. Να γιατί ο Παύλος µας υπενθυµίζει ότι αν και «πάντα ηµίν έξεστιν, αλλ΄ ου πάντα συµφέρει» (πρβλ. Α΄ Κορ. στ΄ 12). Με την ελεύθερη θέληση επιλέγουµε τις επιταγές της λογικής , που δεν θα είναι άλλες παρά το επιβεβληµένο καθήκον του προορισµού µας. Το «ου πάντα συµφέρει» µας πείθει ότι βαδίζουµε σύµφωνα µε κάποιο σκοπό που βιαζόµαστε να επιτύχουµε. Το σώµα όµως του θανάτου, το οποίο φορέσαµε µετά την πτώση, ο λεγόµενος «παλαιός άνθρωπος» (Ρωµ. στ΄6, Εφ. δ΄ 22, Κολ. γ΄ 9), αντιστέκεται δυνατά και ο ταπεινός και αδύναµος άνθρωπος σύρεται βίαια παντού. Στο έβδοµο κεφάλαιο της προς Ρωµαίους επιστολής του ο Παύλος κάνει ακριβέστερη περιγραφή αυτής της δυστυχίας: Ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ΄ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω... ευρίσκω άρα τον νόµον τω θέλοντι εµοί ποιείν το καλόν, ότι εµοί το κακόν παράκειται» (Ρωµ. ζ΄ 19, 21). Ο χαρακτηρισµός αυτός αναφέρεται στο νόµο της διαστροφής, που ως δεύτερη φύση µας επιβάλλεται αν δεν αντισταθούµε. Πέραν όµως του νόµου της διαστροφής, που επιµένει αδιάλειπτα είναι και η παρουσία του σατανά, που είναι αδίστακτος και ανύστακτος εχθρός του ανθρώπου. «Ως λέων ωρυόµενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8). Και τώρα «τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;» (Ψαλµ. ρστ΄ 43). Το ισχυρό αντίδοτο αυτής της διαµάχης, αδελφοί µου, για να ανασυρθεί «το θνητόν υπό της ζωής» (Β΄ Κορ. ε΄ 4) είναι η περιεκτική άσκηση. Εδώ στην «κοιλάδα του κλαυθµώνος» (Ψαλµ. πγ΄ 7), της µόνιµης εξορίας µας, υπάρχει η βίαιη ώθηση του γενικού ολέθρου. Και ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή. Το «πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν» αυτό σηµαίνει. Η «καρδία είναι το ταµείο, όπου προβάλλονται τα νοήµατα και λαµβάνονται οι αποφάσεις» (πρβλ. Ματθ. ιε΄ 18-19). Χρειάζεται λοιπόν, διαρκής και ανύστακτη άµυνα για να καταπολεµεί ο άνθρωπος τις αντιθέσεις και να σωθεί απ αυτές. Η άσκηση µας επιβάλλεται ως απαραίτητο µέσο εξυγίανσης, για να επιτελέσουµε σωστά το καθήκον
3/43

µας. Εφ΄ όσον λοιπόν, το νόηµα της ύπαρξής µας δεν βρίσκεται στα πάθη και στο νόηµα του παραλόγου - από τα οποία απειλούµαστε και στο παρόν και στην αιωνιότητα- αναπόφευκτα υπάρχει το πρόβληµα της καταπολέµησής τους για τη σωτηρία µας. Αυτό το πράγµα επιτυγχάνεται στη ζωή των λογικών υπάρξεων µε ελεύθερο αγώνα, δηλαδή µε την άσκηση. Η άσκηση άλλωστε είναι από τα αρχαιότατα επιτεύγµατα του ανθρώπου. Αρχίζει αµέσως µε την έξοδο του ανθρώπου από τον Παράδεισο στον τόπο εξορίας του. Η άσκηση προβαλλόταν από τον άνθρωπο, που αισθανόταν την αδυναµία του να αντιµετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής. Ιδιαίτερα όµως επέµενε στην άσκηση για να επιτύχει τις θρησκευτικές του αναζητήσεις. Ολόκληρη η ανθρώπινη φύση, που υποδουλώθηκε στο νόµο της φθοράς και του θανάτου, δεν µπορεί µε κανένα άλλο τρόπο να απαλλαγεί από τη βιαιότητα του παραλόγου παρά µόνο µε την άσκηση. Λέγει ο Εκκλησιαστής: « Εάν πνεύµα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε, τόπον σου µη αφής» (Εκκλ. ι΄ 4) και πάλιν «Αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ΄ υµών» (Ιακ. δ΄ 7). Με την είσοδό µας στη ζωή απαιτείται ασφαλώς η επίγνωση και η προσπάθεια για πραγµάτωση του προορισµού µας. Η αρχική µας κατασκευή έγινε «κατ εικόνα και οµοίωσιν» του δηµιουργού. Και η ανάπλασή µας απέδειξε αυτήν την αλήθεια. ∆ίκαι πληροφορούµαστε ότι «ουκέτι εαυτοίς εσµεν αλλά τω υπέρ ηµών αποθανόντι και εγερθέντι Χριστώ» (πρβλ. Β΄ Κορ. ε΄ 15). Και αυτό ακριβώς δείχνει το κεντρικό σηµείο του προορισµού µας. Κανόνας της ανθρώπινης φύσης θεωραίται η ηθικότητα. Η σαφής πληροφορία ότι «ουκέτι εαυτοίς εσµεν» µας ανεβάζει σε ανώτερο καθήκον. Επειδή ανήκουµε ολοκληρωτικά στην κυριότητα και εξουσία του ανακαινιστή µας Ιησού Χριστού, οφείλουµε πλήρη υποταγή στο θείο θέληµα και άρα η ευθύνη της αποστασίας µας είναι βέβαιη και καταστροφική. Πέραν όµως της ευθύνης της παρακοής και αποστασίας, γεννάται και το θέµα της προσωπικής µας σωτηρίας και εξυγίανσης, που είναι αποτέλεσµα της ακριβούς πρακτικής εφαρµογής των εντολών του ιατρού και σωτήρα µας. Εάν κατά τη Γραφή «ψυχή η αµαρτάνουσα αποθανείται» (Ιεζ. ιη΄ 20) τότε κλείνει κάθε στόµα και καθίσταται υπόδικος όλος ο κόσµος στο Θεό. Αρα δεν τίθεται πλέον θέµα επιλογής ή προτίµησης αλλά απόλυτου καθήκοντος. Ο άνθρωπος βρίσκεται µπροστά στο τελικό αποτέλεσµα, που είναι σαφές και εκφράζει ελεύθερα την προτίµησή του: ή γίνεται οπαδός της «στενής και τεθλιµµένης οδού» που οδηγεί στη ζωή, τη Βασιλεία και όλο το πλήρωµα των θείων επαγγελιών ή εκλέγει την «πλατείαν και ευρύχωρον οδόν», που οδηγεί οριστικά στην απώλεια (πρβλ. Ματ. ζ΄ 13-14, Λουκ. ιγ΄ 24). Και εκτός της αλήθειας που περιέχεται στον ανώτερο λόγο της θείας αποκάλυψης, υπάρχει και η µακρόχρονη και σαφέστατη ιστορία που υποδεικνύει την πραγµατικότητα. Και «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω». Εάν ένα και µόνο πρόσωπο, ένας και µόνο άνθρωπος γινόταν υπήκοος και εφαρµοστής των εντολών του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, του σωτήρα και ανακαινιστή µας, ήταν αυτό µόνο αρκετό για να µας αποδείξει την αλήθεια ότι «πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις αυτού» (Ψλαµ. ρµδ΄ 13). Αλλά από τότε µέχρι σήµερα εκατοµµύρια αθλητών επισφραγίζουν καθηµερινά, κάθε ώρα και κάθε στιγµή, τη µοναδική αυτήν αλήθεια. Η απέραντη στρατιά των αθλητών και ηρώων του µεγαλοπρεπούς αυτού θριάµβου, µε το διαρκές και ακαταπόνητο στοιχείο της άσκησης, πέτυχε το σκοπό της και υποκινεί και µας επίµονα σ΄ αυτό . Τώρα «τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;» (Ψλαµ. ρστ΄ 43). Αναλύσαµε σύντοµα το απαραίτητο της άσκησης και το ότι σε όλη την κοινωνική µας ζωή και αγωγή είναι απόλυτα αναγκαίο. Τώρα περισσότερο θα ασχοληθούµε µε το κεντρικώτερό µας θέµα. Να δώσουµε µε συντοµία και σαφήνεια τη γενική εικόνα της ορθόδοξης χριστιανικής άσκησης. Γιατί, όπως ο Κύριος επεσήµανε, «ενός δε εστι χρεία» (Λουκ. ι΄ 42). Για µας τους ορθοδόξους, χριστιανός είναι µόνο εκείνος, ο οποίος δέχεται το Χριστό, ως την απόλυτη αλήθεια και δικαιοσύνη, ως το µόνο Θεό δηµιουργό και σωτήρα. Ο Χριστιανισµός αποτελεί για µας µοναδική αποκλειστικότητα, που δεν δέχεται συµβιβασµό, επιµειξία ή εξέλιξη. Με βάση τους λόγους του ίδιου του λυτρωτή µας πιστεύουµε ότι «ουδείς επιγινώσκει τον υιόν ει µη ο πατήρ, ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει µη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27) και «ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει µη δι εµού» (Ιω. ιδ΄ 6) και «εάν µη πιστεύσητε ότι εγώ ειµι, αποθανείσθε εν ταις αµαρτίαις υµών» (Ιω. η΄ 24).

4/43

Τονίσµα τη σηµασία της άσκησης ως του πιο κατάλληλου µέσου γι αυτούς που αγωνίζονται και προσπαθούν να επιτύχουν το σκοπό τους. ∆εν κρύβουµε όµως, ότι και αυτό το κατόρθωµα δεν είναι ο σκοπός αλλά ένα επωφελέστατο µέσο. Ο παράγοντας της ελευθερίας, της εξυγίανσης και αυτής της ανάστασής µας είναι µόνο η θεία Χάρη. Η σπουδή και η προσπάθειά µας να βρισκόµαστε σε επιφυλακή, φανερώνει αυτό το οποίο οµολογήσαµε στο βάπτισµα ότι «αποτασσόµεθα τω σατανά και πάσι τοις έργοις και τη ποµπή αυτού και συντασσόµεθα τω Χριστώ». Με την εκούσια εκλογή και ταυτόχρονα προτίµηση, εκδηλώνεται η ελευθερία µας ως λογικόν υπάρξεων και αποδεικνύεται η θεοειδής καταγωγή µας. Ερχόµενη µε την πίστη στη θεογνωσία, διδασκόµαστε αµέσως τα απαραίτητα καθήκοντα διαµέσου των οποίων θα πάρουµε µέρος στις θείες επαγγελίες. Ο Κύριός µας, µας πείθει ότι δεν αρκεί και δεν µας ωφελεί να γνωρίζουµε αφηρηµένα µόνο ότι υπάρχει ο Θεός. «Ου πας ο λέγων µοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. ζ΄ 21). Θα πάρει µέρος στις επαγγελίες µου µόνο «ο έχων τας εντολάς µου και τηρών αυτάς» (Ιω. ιδ΄ 21). Ο «έχων», δηλαδή όποιος φρόντισε να µάθει τα νοήµατα και το σκοπό των εντολών µου και µετά να γίνει «τηρών», δηλαδή να τις εφαρµόσει. Και τονίζει τη σηµασία της τήρησης των εντολών, «εκείνος εστιν ο αγαπών µε» (Ιω. ιδ΄ 21). Και επαναβεβαιώνει: «Ο µη αγαπών µε τους λόγους µου ου τηρεί» (Ιω.ιδ΄ 24). Αλλωστε η ανακεφαλαίωση όλου του νόµου δεν είναι σ αυτές τις δύο εντολές; «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μαρκ. ιβ΄ 30-31). Με τις δύο εντολές αποδεικνύεται η ακεραιότητα της ανθρωπίνης προσωπικότητας και παρέχεται το δικαίωµα στον άνθρωπο να γίνει κληρονόµος Θεού και συγκληρονόµος του Υιού του. Τονίσαµε και προηγουµένως ότι η άσκηση δεν είναι σκοπός αλλά µέσο. Μέσο όµως αναγκαίο και απαραίτητο προς εξυγίανση και επιστροφή στην αξία του καθολικού µας προορισµού. Η θεία αποκάλυψη είναι η βάση της υγιούς µας γνώσης. Από αυτήν γνωρίσαµε τους εαυτούς µας, τον κόσµο που µας περιβάλλει και τις σχέσεις µας µε τους άλλους. Η αποκάλυψη, ως απόρροια και ενέργεια της θείας Χάρης, αλάνθαστα µας οδηγεί στην υγιή φύση των πραγµάτων στην οποία ο δηµιουργός και προνοητής Θεός τα έταξε προς τον τελικό τους στόχο κατά το θεοπρεπή τους σκοπό. Είναι γεγονός ότι η πτώση του ανθρώπου αλλοίωσε σε τρόπο και χρόνο τη ροή των πραγµάτων, πράγµα όχι άγνωστο στον πανσθενουργό Θεό Λόγο «δι ου τα πάντα εγένετο». Έτσι γεννήθηκε η αναγκαιότητα της προσπάθειας, από την πλευρά του ανθρώπου που πάσχει για να ισορροπήσει και να ανακτήσει την υγεία της φθαρµένης φύσης. Και ένα µέρος της παναγάπης του σεσαρκωµένου Θεού Λόγου ήταν και αυτό. Να µην ενεργήσει προστακτικά, να µη διατάξει τον τρόπο επιστροφής του καταπεσόντος ανθρώπου, αλλά να υποδείξει µε φιλανθρωπία, πρακτικά, την επιστροφή και να τονίσει τη σηµασία των θείων εντολών. Ποια πρόφαση µπορεί να δικαιολογήσει την ανθρώπινη αυθάδεια και ραθυµία αφού ο γλυκύς µας Ιησούς «ήρξατο ποιείν τε και διδάσκειν» (Πραξ. α΄ 1). Να λοιπόν που όχι µόνο η λογική, αλλά και η αποκάλυψη, µας συνιστά αλλά και µας επιβάλλει την ανάγκη της άσκησης ως απόλυτου µέσου για την επιστυχία του σκοπού µας. Εάν «οι του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήµασι και ταις επιθυµίαις» (Γαλ. ε΄ 24), είναι πλέον καταφανές, ότι µόνο µε τυην άσκηση θα πετύχουµε την προαγωγή µας. Μας συναρπάζει ο Παύλος, ωο ο πιο ακριβής γίγαντας της άσκησης, διδάσκοντάς µας καθαρά ότι το πήλινό µας σώµα, «η σαρξ, επιθυµεί κατά του πνεύµατος, το δε πνεύµα κατά της σαρκός, ταύτα δε αντίκειται αλλήλοις, ίνα µη α αν θέλητε ταύτα ποιήτε» (Γαλ. ε΄ 17). ∆εν είναι λοιπον, θέµα πρόθεσης ή εκλογής η άσκηση, αλλά επιταγή και απόλυτα απαραίτητη. Εάν δανεισθούµε τα λάφυρα της µοναστικής άσκησης, όσο και αν φαίνεται τολµηρό, δεν θα αποτύχουµε στην ουσία. Εξ άλλου τι άλλο είναι ο µοναχισµός παρά µια µορφή της χριστιανικής πραγµατικότητας, που εφαρµόστηκε µε επιτυχία; Σκοπός και στόχος, όπως αναφέραµε προηγουµένως, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού . Εµείς, κατά τον Παύλο, «πεπραµένοι υπό την αµαρτίαν» (Ρωµ. ζ΄ 14) πιεζόµαστε να πράξουµε «ο ου θέλοµεν κακόν» (Ρωµ. ζ΄ 19). Ποιός άλλος παράγοντας ή σύµµαχός θα µας
5/43

απαλλάξει «εκ του σώµατος του θανάτου τούτου;» (Ρωµ.ζ΄ 24). Η προσφυγή µας στην ασκητική εµπειρία της µοναστικής αγωγής είναι αναγκαία και απαραίτητη επειδή η µάχη και η πάλη για την ελευθερία µας είναι πολλαπλή και ποικίλη. Και προς τα πάθη, τις έξεις και τις συνήθειες αλλά και «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσµοκράτορας του σκότους» (Εφ. στ΄ 12) και όλων των δυνάµεων του. Η λεπτοµερέστερη άµυνα στον πνευµατικό αυτόν αγώνα βρίσκεται όντωνς στα συστήµατα της µοναστικής πολιτείας και δεν υπερβάλλουµε όταν τα συνιστούµε ως παράδειγµα στη ζωή του καθενός µας.

6/43

ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ «ΕΝ ΘΕΩ» ΑΣΚΗΣΕΩΣ
Προσευχή

Η άσκηση, όπως αναφέραµε προηγουµένως, αποβλέπει στην εκπλήρωση του σκοπού και του νοήµατος της χριστιανικής µας ιδιότητας. Το παν στην πρακτική µορφή της άσκησης έγκειται στην πραγµάτωση συµφωνίας της θέλησης και της ζωής µας µε το θέληµα και τη ζωή του ίδιου του σωτήρα και Θεού µας. «Μείνατε εν εµοί καγώ εν υµίν» ('Ιω. ιε' 4). Είναι η απόλυτη συµφωνία και συνάντηση. Ενας από τους πιο σπουδαίους όρους αυτής της συµφωνιας είναι η προσευχή και γι' αυτό αποτελεί την κορυφή όλων των αγωνιστικών εργασιών. Είναι µάλλον το κέντρο από το οποίο κάθε άλλη ενέργεια παίρνει τη δυναµή της και επιτυγχάνει την επικυρωσή της. Ο Κύριός µας, η αυτοαλήθεια, µας πληροφορεί ότι «χωρίς εµού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ('Ιω. ιε' 5). Και ο αποτελεσµατικός τρόπος επαφής µας µαζί του είναι η προσευχή. Ο ίδιος µας προκαλεί: «Αιτείτε..., ζητείτε..., κρούετε και ανοιγήσεται υµίν» (Ματθ. ζ' 7). Κανένας, λοιπόν ας µη εγκαταλείψει τον άθλο της προσευχής. Κάθε αρετή, που φανερώνει τήρηση των θείων εντολών είναι επαινετή και ωφέλιµη. Η προσευχή όµως είναι το µέσο που έχει τη µεγαλύτερη αξία στην επαφή µε το δηµιουργό µας. ∆ίκαια οι Θεόσοφοι Πατέρες µας την κράτησαν και τη σννιστούσαν σε µας ανεπιφύλακτα. Αλλωστε πως ο Παύλος λέγει το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α' Θεσ. ε' 17) αν δεν είχε τόση σηµασία; Το «χωρίς εµου ου δύνασθε ποιείν ουδέν» αποκαλύπτει την πληρότητα της αδυναµίας µας και άρα βιαζόµαστε να συναντήσουµε το σωτήρα µας. Και ο πρακτικώτερος τρόπος αυτής της συνάντησης είναι η προσευχή. Και η αναγκαιότητα της µοναστικής αποταγής, που οι µοναχοί παντοτε επεδίωξαν µε ζήλο, κατανοείται στο σηµείο αυτό. Και στην περίοδο της Π.∆, την περίοδο της παράδοσης και του Νόµου, όσοι ευαρέστησαν το Θεό δια µέσου της προσευχής δικαιώθηκαν. Προσευχής που γινόταν, µε τόσο πόνο και επιµονή, ώστε να αποτελεί πλέον κανόνα γι' αυτούς που θέλουν να ανακτήσουν όσα έχασαν. Η προσευχή µπορεί να έχει πολλές µορφές στην έκταση και την έκφρασή της. Μορφοποιείται ανάλογα µε την περίσταση ή ανάγκη που επικρατεί. Κάθε άνθρωπος που χρειάζεται αντίληψη και βοήθεια στρέφεται προς το « δυνάµενον σώζειν Θεόν» και µορφοποιεί την προσευχή του βάσει της ανάγκης που επικρατεί. Παράκληση, ικεσία, δέηση, έντευξη, εξοµολόγηση, ευχαριστία, δοξολογία και ότι άλλο παρουσιάζει η πιεστική ανάγκη. Η κορυφαία όµως θέση της προσευχής είναι η συνάντηση µε το σωτήρα Θεό, που γίνεται από αγάπη. Αυτή χαρακτηρίζεται «καθαρά προσευχή» και αυτό είναι το ζητούµενο από τους ήρωες της αποταγής. Είναι ισόβια και έµπονη, και οι φλογεροί εραστές τον νοητού Νυµφίου «διώκουσιν ει και καταλάβουσιν εφ' ω και κατελήφθησαν» (Φιλ. γ' 12).
Εγκράτεια-νηστεία

«Μεταλαβούσα η Εύα της του φυτού παρηκόου βρώσεως παρεισάγει την φθοράν». Να, η πρώτη πύλη της εξόδου και της αποστασίας µας από τη ζωή. Και το αντίδοτο; Αµέσως το µεταδίδει η εγκράτεια, το απαραίτητο χαλινάρι στο αρχικό µας ολίσθηµα. Γι' αυτό ο πάνσοφος διδάσκαλος, ο Παύλος διατάσσει: «Πας δε ο αγωνιζόµενος πάντα εγκρατεύεται» (Α' Κορ. Θ' 25) και «υποπιάζω µου το σώµα και δουλαγωγώ, µήπως άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιµος γένωµαι» (Α' Κορ. θ' 27). Η µαρτυρία αυτή είναι η πιο σπουδαία απόδειξη της οφειλόµενης αγωνιστικότητας, που την ενεργεί η σύντροφος της ζωής µας άσκηση. Θέλοντας να επιτύχουµε τον κύριο στόχο τον προορισµού µας δεν υποχωρούµε σε κανένα σηµείο της άσκησης, που έχουµε προγραµµατίσει. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε' 8). «Ούτω τρέχοµεν, ίνα καταλάβωµεν» (πρβλ. Α' Κορ. θ' 24). Αυτό να έχουµε υπόψη µας: «Ει πως καταντήσωµεν εις την εξανάστασιν των νεκρών» (πρβλ. Φιλ. γ' 11). Οφείλουµε «µηδεµίαν εν µηδενί διδόντες προσκοπήν, ίνα µη µωµηθή η διακονία» (Β' Κορ. στ' 3). Γι' αυτό το λόγο και ο διδάσκαλος και σωτήρας µας Ιησούς έθεσε τα θεµέλια της ασκητικής µας αγωγής όταν αναχωρούσε µετά το βάπτισµα στον Ιορδάνη ποταµό στην έρηµο. Εκεί ως πρώτο βήµα της εξυγίανσής µας έβαλε τη νηστεία. «Και ήγετο εν τω Πνεύµατι εις την έρηµον... και ουκ έφαγεν ουδέν εν ταις ηµέραις εκείναις» (Λουκ. δ' 2).
7/43

Και στην περίοδο τον µωσαϊκού νόµου η εγκράτεια µε τη νηστεία είχε την πρώτη θέση στην περιεκτική αγωνιστικότητα. Τη νηστεία χρησιµοποιούσαν στους διάφορους αγώνες όλοι οι δίκαιοι και οι προφήτες και γενικά όσοι είχαν πρόθεση να γνωρίσουν το θείο θέληµα ή να απαλλαγούν από κινδύνους και περιπέτειες ή, το σπουδαιότερο, να επιτύχουν άφεση, συγχώρηση των παραπτωµάτων και να συµφιλιωθουν µε το Θεό. Το κέντρο της πανανθρώπινης χρεοκοπίας και προδοσίας βρίσκεται στη φιλαυτία. Είναι ένας από τους γίγαντες των παθων, που δια της φιληδονίας εισάγει και επιβάλλει το σύνολο του παραλόγου και της διαστροφής. Αλλο σωσίβιο από αυτά τα πάθη δεν υπάρχει από την εγκράτεια και τη νηστεία. Αυτός είναι ο λόγος, που το µεγαλύτερο µέρος της χριστιανικής αγωνιστικότητας βρίσκεται σ' αυτές τις δύο αρετές. Κατά τους Πατέρες είναι ο πρώτος σταθµός. Όσοι θέλουν να απαλλαγούν από την εξουσία τον παλαιού ανθρώπου και από όλο το σύµπλεγµα της διαστροφής, ας κρατήσουν την εγκράτεια και τη νηστεία ως τη µόνη λύτρωση και ας επισυνάψουν συγχρόνως και την προσευχή. Είναι αναρίθµητα τα παραδείγµατα των αγωνιστών µέσα στους αιώνες, που µε αυτά τα µέσα πέτυχαν µε το παραπάνω το σκοπό που επεδίωκαν. Να και η αψευδής, η αληθινή µαρτυρία του µεγάλου ήρωα της ιερώτατης αυτής πάλης -του προφήτη ∆αβίδ- που µας προσκαλεί στο θρίαµβο. «Τα γόνατά µου ησθένησαν από νηστείας και η σάρξ µου ηλλοιώθη δι' έλαισν» (Ψαλµ. ρη' 24). Μαζί µε τη νηστεία συνιστά και άλλους τρόπους κακοπάθειας ως κατάλληλα όργανα φιλοπονίας. Με αυτά πλήττεται η φιληδονία που οδηγεί στο θάνατο. «Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν ουδέ τέρπεται επ' απωλεία ζώντων» (Σοφ. Σολ. α' 13). Τα δεινά και το θάνατο γέννησε η φιλαρέσκεια και φιλαυτία που ήταν εκλογή και προτίµηση τον ανθρώπου µετά τη πτώση. `Η πρακτική κατάργηση αυτών των στοιχείων και των µέσων της φθοράς και του θανάτου είναι ακριβώς το αντίθετο. η φιλοπονία. Ονοµάζεται και σταυρός αλλά και «στενή και τεθλιµµένη οδός η απάγουσα προς την ζωήν» (Ματθ. ζ' 14). Για να αποδείξει ο σωτήρας και λυτρωτής µας το απαραίτητο της θεραπείας και της κατάργησης των αιτίων της δικής µας φθοράς και του θανάτου, εφάρµοσε τις εντολές και ο ίδιος, όταν µε την κένωσή τον βρισκόταν µαζί µας, διδάσκοντας την πρακτική µέθοδο της ανάπλασής µας. Πόσο έγινε η άσκηση κανόνας και δόγµα ζωής ας µη αµφιβάλλει κανένας. ∆ιπλή είναι η υπόσταση της φύσης µας. ∆ιπλός και ο αγώνας της άσκησης. Εγκράτεια σωµατική και βιολογική. Εγκράτεια ηθική και πνευµατική. Εγκράτεια βιολογική µε εγκράτεια και αποχή όσων όρισε η Εκκλησία, αλλά εγκράτεια και στις υπόλοιπες αισθήσεις που προκαλούν. «Ο εµβλέψας προς το επιθυµήσαι» (πρβλ. Ματθ. ε' 28) ήδη αµάρτησε. Όπως ο άνθρωπος ισορροπεί µε την εγκράτεια, όταν παραφέρεται µε την αίσθηση της γεύσης, έτσι πρέπει να πράττει και στις υπόλοιπες αισθήσεις για να µη επικρατήσει η ορµή του παραλόγου. Πόσα παραδείγµατα ανθρώπων δέν συναντούµε στην ιστορία, που άφησαν αφύλακτη την όραση να ορµά και παρασύρθηκαν σε λάθη και πάθη ασύγγνωστα που µέχρι και πολέµους πολυάριθµους και κοινωνικές αναστατώσεις προκάλεσαν! Αναφερθήκαµε στην άσκηση από την πλευρά της εµπάθειας του ανθρώπου. Εκεί όπου το σύστηµα του παλαιού ανθρώπου ερεθίζει τους δικούς του και όσοι θέλουν µε την ανάλογη αντίσταση απαλλάσσονται από αυτό. Η θετική όµως αξία της άσκησης βρίσκεται στην αναµόρφωση του χαρακτήρα, στην απόκτηση των αρετών, στην κάθαρση της καρδιάς, στην ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, οπότε στο «κατ΄ είκόνα» προστίθεται το « καθ' οµοίωσιν» και ολοκληρώνεται ο σκοπός του ανθρώπινου προορισµού. Οι πραγµατικοί εραστές αυτής της τελειότητας δεν θα χρειαστούν αναζητήσεις και παραδείγµατα αν ατενίσουν τη ζωή και το παράδειγµα του λυτρωτή και σωτήρα µας Ιησού Χριστού. Πέρα από την ακριβέστατη διαγωγή του πανάρετου βίου του θα κερδίσουν την ευλογία του για την ευγενική προτίµηση της µίµησης. Και αυτό µας επισηµαίνει ο Παύλος ότι το κέρδισε. «Μιµηταί µου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού» (Α' Κορ. ια' 1). Και πόσοι µετά τον Παύλο αντέγραψαν υπέρ εκ περισσού τον Κυριό µας! Θά µας επιτραπεί να σχολιάσουµε εκτενέστερα το είδος αυτό της άσκησης για να γίνει καταληπτή, ιδιαίτερα σ' αυτούς που απορούν για την επιµονή και τη σχολαστικότητα αυτών που άσκοννται εν Χριστώ σε αυστηρότερα επίπεδα.

8/43

Το σφάλµα των πρωτοπλάστων επέφερε τη διπλή παράβαση και ενοχή τους. Ανέτρεψε την ορθή κρίση του δηµιουργού -µε την αθέτηση της εντολής- και οδήγησε σε πρακτική χρήση του απαγορευµένου πράγµατος. Ο άνθρωπος αχρείωσε το ψυχικό κάλλος και την ακεραιότητά του µε την παρακοή, αφού αθέτησε το θείο θέληµα και απόφαση και συνέτριψε ταυτόχρονα και το αισθητό µέρος του εαυτού του µε τη γεύση και µετοχή του απαγορευµένου. Από τότε η ταλαίπωρη φύση µας δέν έχει ελευθερία να εφαρµόσει τη δική της θέληση αλλά σύρεται βίαια όπου τη συναντήσει το παράλογο. «Η γαρ αµαρτία αφορµήν λαβούσα δια της εντολής (µάλλον παρακοής) εξηπάτησέ µε και δι' αυτής απέκτεινεν... ο γαρ κατεργάζοµαι ον γινώσκω. ον γαρ ο θέλω τούτο πράσσω, αλλ' ο µισώ τούτο ποιώ... οίδα γαρ ότι ουκ οικεί εν εµοί, τούτ' έστιν εν τη σαρκί µου, αγαθόν. το γαρ θέλειν παράκειταί µοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουκ ευρίσκω. ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ' ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω... συνήδοµαι γαρ τω νόµω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, βλέπω δε έτερον νόµων εν τοις µέλεσί µου αντιστρατευόµενον τω νόµω του νοός µου και αιχµα λωτίζοντά µε εν τω νόµω της αµαρτίας τω όντι εν τοις µέλεσί µου» (Ρωµ. ζ' 11-23). (Γιατί η αµαρτία εκµεταλλεύτηκε την ευκαιρία που της πρόσφερε η εντολή, µε εξαπάτησε και µε θανάτωσε µ' αυτήν... Ετσι δέν ξέρω ουσιαστικά τι κάνω. δέν κάνω αυτό που θα 'θελα να κάνω, αλλά αντίθετα, ότι θα 'θελα να αποφύγω... γιατί γνωρίζω ότι δέν κατοικεί µέσα µου, δηλαδή στο είναι µου, το καλό. Απόδειξη, πως θέλω να κάνω το καλό, δέν βρίσκω όµως τη δύναµη να το µετατρέψω σε πράξη. Κι' έτσι δέν κάνω το καλό που θα 'θελα, αλλά υπηρετώ το κακό, που δέν θέλω... Εσωτερικά συµφωνώ και χαίροµαι µε όσα λέει ο νόµος τον Θεού. ∆ιαπιστώνω όµως πως η πράξη µου ακολουθεί έναν άλλο νόµο, που αντιστρατεύεται στο νόµο µε τον οποίο συµφωνεί η συνείδησή µου. είναι ο νόµος της αµαρτίας που κυριαρχεί στην ύπαρξή µου και µε κάνει αιχµάλωτό της). Η ακριβής ανατοµική περιγραφή, που µας κάνει ο Παύλος, αποκαλύπτει την περιεκτική διαστροφή που µας προκάλεσε η πτώση δια της παρακοής. Όσοι θέλουν να απαλλαγούν από την καταδίκη του θανάτου και να επιστρέψουν στα αγαθά των θείων επαγγελιών του σωτήρα µας Χριστού, µόνο µε την άσκηση και τη φιλοπονία θα επιτύχουν αυτόν το σκοπό. Σηµειώσαµε το διπλό τρόπο της ήττας και υποταγής στο νόµο τον παραλόγου. Ο αγώνας τώρα έγινε και έµεινε διπλός. Και κατά το σώµα, τη σάρκα και κατά την ψυχή. «Οι γάρ κατά σάρκα όντες τα της σαρκός φρονούσιν, οι δε κατά πνεύµα τα του πνεύµατος. Το γάρ φρόνηµα τις σαρκός θάνατος, το δε φρόνηµα του πνεύµατος ζωή και ειρήνη» (Ρωµ. η' 56). Και κατά τη δηµιουργία το σώµα προηγήθηκε της ψυχής και γι' αυτό τα έργα της σαρκός τα λεγόµενα «πρακτικά» προηγούνται της «θεωρί ας». Με βάση αυτήν τη διάκριση όλοι οι µέχρι τώρα αγωνιστές ξεκινούσαν από την πρακτική µορφή, των έργων του σώµατος. Στη σωµατική δραστηριότητα λειτουργούν οι αισθήσεις από τις οποίες εξαρτάται και συνίσταται η βιολογική µας υπόσταση. Είµαστε απόλυτα εξαρτηµένοι από τις σωµατικές µας αισθήσεις και ευκολώτερα υποχωρούµε στους ερεθισµούς τους, γιατί η ζωή µας συνδέεται µε αυτές. Αυτό το γνωρίζει και ο παµπόνηρος εχθρός µας διάβολος και γι' αυτό επιµένει περισσότερο πιέζοντας στον τοµέα των αισθήσεων. Και γίνεται πιστευτός προφασιζόµενος τους νόµους της ζωής η της υγείας η και αυτής ακοµα της ανάπαυσης χωρίς την τήρηση των οποίων είναι αδύνατο να ζήσουµε. Έτσι µε τις προφάσεις στο θέµα ζωή και υγεία µας πείθει να υποχωρούµε σε δήθεν οικονοµίες. Και το δόλωµα τον εχθρού επιτυγχάνει, ιδιαίτερα αν η φυση και ο χαρακτήρας είναι αδύνατος. Είναι γεγονός ότι ο εχθρός µας διάβολος, ο οποίος ανύστακτα και ακούραστα µας πολεµά δεν µπορεί κατ' ευθεία να µας παρασυρει παρά µόνο µε κάποιο µέσο. Εποµένως είναι απαραίτητη η προσοχή µας στα διάφορα µέσα της ζωής και αναστροφής µας. Σ αυτό το σηµείο οι Θεόσοφοι Πατέρες φανέρωσαν όλη την ευφυΐα και προσοχή τους ώστε να εκµηδενίσουν σχεδόν όλα τα µέσα η τεχνάσµατα του πονηρού. Στην υµνολογία της Εκκλησίας περιγράφεται το πρώτο αίτιο της καταδίκης µας. «∆ια βρώσεως εξήγαγε τον Παραδείσου ο εχθρός τον Αδάµ» (Μακαρισµοί Α' ήχου). Και στην αναγκαιότητα της τροφής, που συνδέεται µε την επιβίωση επικάθεται το δόλωµα του εχθρού. Ολοι όµως «οι του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήµασι και ταις επιθυµίαις» (Γαλ. ε' 24) και µε αθλητική αντίσταση και επιµονή διέφύγαν τις παγίδες.
9/43

Οι γενναίοι µας πρόγονοι έδωσαν την προτεραιότητα της άσκησής τους στην περιεκτική φιλοπονία, που ντύθηκαν ως θώρακα και στη λιτότητα της διατροφής. εφάρµοσαν αυστηρότατη νηστεία, ώστε ο εχθρός δεν µπόρεσε να τους παγιδέψει µε καµµιά πρόφαση. Ετσι απέφυγαν τους κινδύνους της ηδυπάθειας, στην οποία βρίσκεται η λύσσα της φιλαυτίας και φιληδονίας, που αιχµαλωτίζει τα θύµατά της µε τις ευλογοφανείς αναγκαιότητες. Επειδή η φύση µας συνδέεται µε ύλες και πράγµατα στα οποία εδρεύει η ηδονή, γι' αυτό υπάρχει ο κίνδυνος ολισθήµατος προς τη φιληδονία, που είναι όπως ένας κακός γείτονας. Οι ήρωες Πατέρες µας έκαναν διαχωρισµό µεταξύ των δύο αρχών και αιτίων που κυριεύουν τη φύση µας. Βρίσκονται σχεδόν παράλληλες αλλά απέχουν η µια από την άλλη όσο «αί άνατολαί από δυσµών» . Η µια λέγεται χρεία (ανάγκη) και η άλλη επιθυµία . Εάν δεν τις ξεχωρίσουµε κυριαρχούν στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η πρώτη, η χρεία , είναι τα απαραίτητα στοιχεία από τα οποία συντηρείται η φύση µας. Μπορεί ο αγωνιζόµενος να την ελαττώσει τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά αλλά είναι αδύνατο να την καταργήσει. Όσοι εφάρµοσαν αυτόν τον κανόνα της λιτότητας και αυτάρκειας εξουδετέρωσαν τον εχθρό που τους πολεµούσε και που εισέβαλλε µε την πρόφαση της επιθυµίας δηµιουργώντας τα πάθη, στα οποία βρίσκεται η ήττα και η προδοσία. Η δεύτερη αρχή, η επιθυµία , αν βρει έδαφος, τότε υποτάσσεται η ελευθερία και η θέληση και ολόκληρη η προσωπικότητα του ανθρώπου. Εισβάλλει το παράλογο και η διαστροφή και όπως λέει ο λαός, δεν τρώει ο άνθρωπος για να ζει, αλλά ζει για να τρώει η µάλλον να σπαταλά και να φθείρει. Όπως στη χρήση της δίαιτας οι αληθινοί αγωνιστές απέρριψαν εντελώς την παράχρηση της επιθυµίας, ως παράλογη και διακόνησαν τη φύση µόνο µε τη χρεία, έτσι ας γίνεται και για τις υπόλοιπες ανάγκες της ζωής, όπου ως «πιστοί οικονόµοι» θα χαρακτηριστούµε από τον επιστάτη Κύριό µας και θα µακαριστούµε, όπως ο ίδιος υπόσχεται. Το νόηµα της περιεκτικής οµολογίας, που οφείλουµε εµείς οι πρώην αρνητές, ολοκληρώνεται στην προσοχή, να αρνούµαστε τη σπατάλη, που η ακατάσχετη επιθυµία επιβάλλει. Η παράλογη χρήση της επιθυµίας που οδηγεί στη σπατάλη είναι πάντοτε φανερή. ειδικά σήµερα στις σύγχρονες κοινωνιες όπου ξεπέρασε κάθε φραγµό και εµπόδιο, ώστε να κινδυνεύει και η ίδια η υγεία και η ζωή. ∆ιασαλεύεται και αυτή ακόµη η φυσική αρµονια των στοιχείων, µε την οικονοµική λεηλασία που γίνεται, ώστε να σείονται διεθνώς τα θεµέλια της κοινωνικης ζωης.
Μετάνοια

∆υο θρασείς και' αυθάδεις επαναστάσεις έκανε ο άνθρωπος στην άφρονα ιστορία του. Την πρώτη κατά του δηµιουργού Θεού και τη δεύτερη κατά του εαυτόν του και της φύσης του. ∆εν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας παρά µόνο η ειλικρινής µετάνοια και στις δύο αυτές επαναστάσεις για να ανακτήσει αυτά που έχασε. Τόσο η επιστροφή στο Θεό και η εξάρτηση απ' αυτόν, όσο και η πειθαρχία στους φυσικούς νόµους και κανόνες, χρειάζονται άσκηση µε αυστηρότητα και µε ακρίβεια. Η απελευθέρωσή µας από την υποταγή στη βία τον παραλόγου, την όοποία η διεστραµµένη αγωγή µας επέβαλε ως δεύτερη φύση, χωρίς πάλη και αγώνα δεν κατορθώνεται. Αυτός είναι ο λόγος, που η πατερική γραµµή και γενικά ο αυστηρός ασκητισµός είναι απαραίτητα. Μια µορφή της επαναστατηµένης φύσης του ανθρώπου περιγράφεται από τον προφήτη ∆αυΐδ. «Ανθρωπος εν τιµή ων ου σννήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωµοιώθη αντοίς» (Ψαλµ. µη' 21). Το πλήρωµα της διαστροφής σ' όλη την έκτασή τον! Και αν ο άνθρωπος δεν αµυνθεί µε όλες του τις δυνάµεις εναντίον της παράλογης συνήθειας πεθαίνει το διπλό θάνατο. Η αυστηρότητα της ασκητικής πορείας των Πατέρων εκφράζει την επιτυχία και επανόρθωση από τον όλεθρο που προκάλεσε στη φύση µας η εκούσια άρνηση τον θείου θελήµατος. Πέραν όµως των φυσικών νόµων του καθήκοντος γεννάται και άλλη υποχρέωση στη λογική µας φύση. Η αποµίµηση και αντιγραφή του πρότυπου βίου του Κυρίου µας. Όλες οι πτυχές τον πανάρετου βίου τον Κυρίου µας για µας τελέστηκαν, για να µάθουµε πρακτικά τον τρόπο τον καθήκοντος µας αφού πάθαµε ολοκληρωτική διαστροφή µετά την πτώση. Και ο νόµος της υγείας επιβάλλει την επιστροφή και ο φόρος της αγάπης περισσότερο µας προκαλεί.
10/43

Αν και η απόλυτη ενοχή και ευθύνη µας, µας υποχρεώνει να αισθανόµαστε πόσο οφείλουµε, η µακρά πείρα της εν Χριστώ ζωής φανερώνει ότι ο Θεός και σωτήρας µας συµπεριφέρεται σε µας σαν να είµαστε ίσοι µε αυτόν και απόδειξη είναι ότι δεν µας επιβάλλεται δια της βίας. Ο ίδιος λέγει «όσον ειµί έγώ και ο διάκονος ο εµός έσται» ('Ιω. ιβ' 26) µε την προϋπό0εση ότι ο διάκονος τον ακολουθεί µέχρι τέλους «αίρων τον σταυρόν αν τού» (πρβλ. Ματθ. ιστ' 24). Τούτο θα συµβαίνει σε όσους αντιλαµβάνονται τη σωτηρία όχι ως µεταφορά σε κάποια ευτυχέστερη θέση άλλ' ως θέωση. Αυτή όµως εξαρτάται απόλυτα από τη συµπεριφορά µας στη ζωή αυτήν, εάν κατά πάντα γίνουµε όµοιοι µε αυτόν. Επανειληµµένα ο Πατέρας, στο ιερό ευαγγέλιο, µαρτυρεί ότι ο Χριστός είναι ο αγαπητός του Υιός. Και όµως ο Χριστός λέγει ότι όλοι όσοι εκτελούν το θέληµα τον Πατρός αγαπώνται άπ' αυτόν όσο και ο Υιός του. «Ου περί τούτων δε (δηλαδή των Αποστόλων) ερωτώ µόνον, αλλά και περί των πιστευσόντων δια του λόγου αυτών εις εµέ... και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς µοι δέδωκα αυτοίς..., και ίνα γινώσκη ο κόσµος ότι... και ηγάπησας αυτούς καθώς εµέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς µοι θέλω ίνα όπου ειµί εγώ κακείνοι ώσι µετ' εµού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εµήν... και εγνώρισα αυτοίς το όνοµά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς µε εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς» ('Ιω. ιζ' 20-26). Αυτή η οµολογία που ουδέποτε ακούστηκε από στόµα κτιστό σε όλη την πανανθρώπινη ιστορία, είναι µόνη της ικανή να πληροφορήσει ότι ο εκφραστής αυτού του µεγαλείου είναι πράγµατι ο µόνος Θεός και είναι περιττή κάθε άλλη έρευνα και µαρτυρία. Είναι φανερό, ειδικά στους δικούς µας καιρούς, ότι µειώθηκαν και παραχαράκτηκαν οι αληθινές διαστάσεις της θείας αποκάλυψης για την ανθρώπινη ύπαρξη και τον τελικό της προορισµό. Η πραγµατική άγνοια κάθε γεγονότος εµποδίζει την κατανόηση της αξίας του και την κατάκτησή του. Για τον άνθρωπο ειδικά απαιτείται νψηλότερη προσοχή και νήψη, για να επιτύχει το στόχο του, γιατί µέσω τον ανθρώπου ανακαινίζεται και όλη η κτιστή φύση, που υποτάχτηκε στη φθορά. «Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσµον όλον κερδήση την δε ψυχήν αντού ζηµιωθή; η τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγµα της ψυχής αντού;» (Ματθ. ιστ' 26) κατά το λόγο του Κυρίου. Πράγµατι «ο κόσµος όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄ Ι ω. ε' 19). Το πονηρό έγκειται στην υποδούλωση τον ανθρώπου στην αµαρτία. Η αποκατάσταση του ανθρώπου από τη συνολική διαστροφή στην πρωτόκτιστη φύση και ακόµη περισσότερο στην «περίσσειαν της χάριτος», την όλη θεία ζωή, τη µεταµόρφωση, τη θέωση, την οποία προκάλεσε η σάρκωση τον Θεου Λόγου, επιτυγχάνεται µε τη συνεργασία και την δύο, του Θεού και του ανθρώπου. Εδώ θα υπενθυµίσουµε πάλι, στους φιλοµαθείς, ότι χωρίς το βασικό µέσο της άσκησης τίποτε δεν κατορθώνεται. Γιατί, ως προς το Θεό υπάρχει αµετάβλητα η θετική πραγµατικότητα. Ο Θεός θέλει πάντοτε και «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιµ. β' 4). Στον ταπεινό άνθρωπο όµως η πραγµατικότητα είναι αρνητική και θεραπεύεται µόνο µε την επίµονη άσκηση. Να γιατί η Εκκλησία µετά τη λήξη των διωγµών επινόησε τη φυγή και την έρηµο. Ο ασθενής και επιρρεπής στην κακία, άνθρωπος, αδυνατούσε παρόντων την αιτίων να επιτύχει στη διαρκή και συνεχή πάλη και µάχη και ως λύση προτεινόταν η αποκοπή από τα αίτια. Η σταθερή υπόµνηση τον Κυρίου µας σ' αυτούς που θέλουν να αθλήσουν για να στεφανωθούν, η σαφής υπόδειξη του υψιστού αξιώµατος στο όποιο µας οδηγεί η δωρεά του Χριστού, αποκαλύπτεται στην εντολή του « έσεσθε ουν υµείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υµών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν» (Ματθ. ε' 48) και « άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειµι» (Α' Πέτρ. α' 16). Ο στόχος είναι η απαλλαγή και ελευθερία από τα στοιχεία του θανάτου και η κατάκτηση των θείων επαγγελιών. Οι κατά καιρούς αθλητές και ζηλωτές των υπερφυσικών µυστηρίων αγάπησαν ολόψυχα την περιεκτική φιλοπονία, στην οποία κρύβεται το νόηµα τον Σταυρού και κέρδισαν την ανάσταση και υιοθεσία, στις όποιες υπάρχει το πλήρωµα των θείων δωρεών .

11/43

Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ
«Εάν εµοί διακονή τις, εµοί ακολουθείτω, και όπου ειµί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εµός έσται» (Ιω. ιβ' 26). Με τη σάρκωσή του ο Θεός Λόγος έγινε και «Υιός ανθρώπου» οµοούσιος µε µας. Κάθε τί που εξεπλήρωσε στην επίγεια ζωή του, επόµενο είναι, να είναι κατορθωτό σε όλο το ανθρώπινο γενος. Εάν στον Ιησού Χριστό, κατά τον Παύλο, «κατοικεί παν το πλήρωµα της θεότητος σωµατικώς» (Κολ. β' 9) και είναι αυτός το «µέτρον πάντων », παραδεχόµαστε ότι αυτό που βεβαιώνουµε για την ανθρωπότητα του Χριστσύ µαρτυρεί το πλήρωµα γενικά των δυνατοτήτων της δικής µας φύσης. Αρα δίκαια και αληθινά είναι γραµµενο ότι «όσοι έλαβαν αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α' 12). Σε µας τους οποίους «ώφειλε κατά πάντα οµοιωθήναι» (`Εβρ. β' 17), αν και κατ' ουσία ήταν Θεός, δεν µειώνει τη δυνατότητα να ακολουθούµε το παράδειγµά του. «Θαρσείτε, λέγει, εγώ νενίκηκα τον κόσµον» (Ιω. ιστ' 33). Ποιον Κόσµο; Εδώ εννοεί τη διάθεση που βρίσκεται «εν τω πονηρώ», το νόµο της διαστροφής, τον παλαιό άνθρωπο και όσα οδηγούν στη φθορά και το θάνατο. ∆εν νικήθηκε ο κόσµος µαγικά, µε τη θεοπρεπή µόνο εξουσία χωρίς την προσφορά της ανθρώπινης θέλησης, αλλά µε την εκούσια πάλη και αντίσταση. Πρώτα εκδηλώνεται η δική µας θέληση και µετά η ενέργεια της Χάρης. «Ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι µετ' εµού εν τω θρόνω µου, ως καγώ ενίκησα και εκάθισα µετά του Πατρός µου εν τω θρόνω αντού» (Αποκ. γ' 21). Η εµµονή µας στο στοιχείο της άσκησης είναι θετική. «Νήψατε, γρηγορήσατε. ο αντίδικος υµών διάβολος ως λέων ωρυόµενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη. ω αντίστητε» (Α' Πέτρ. ε' 8-9). Ο σύγχρονος άνθρωπος, αφού παραδόθηκε ολόκληρος στο έρεβος του αναρχισµού, παραιτείται από κάθε πρωτοβουλία αντίστασης κατά του παραλόγου. Θεωρεί µάλιστα την υποχρεωτική αποφυγή της αµαρτίας ως ανελεύθερο µέσο που στρέφεται κατά της ελευθερίας του και αυτό ακριβώς είναι ο θρίαµβος του εχθρού µας διαβόλου! Η έµπρακτη και πανάρετη του Κυρίου µας βιοτή είναι ο ακριβής κανόνας της πανανθρώπινης ζωής και έτσι «παν στόµα φράζεται και καθίσταται υπόδικος άπας ο κόσµος τω Θεώ». Η ε κούσια παράβαση του θείου θελήµατος από τον άνθρωπο, θεµελίωσε την πρακτική αποστασία µε διπλή πλέον ενοχή. έναντι των φυσικών νόµων της ύπαρξής µας, η οποία εξαρτάται οντολογικά από το πρώτο αίτιο της καταγωγής µας και έναντι του δηµιουργού και Πατέρα µας Θεού, που προσβάλαµε και υποτιµήσαµε. Η διπλή αυτή ανθρώπινη ενοχή έγινε εκούσια, χωρίς βία. Η επανόρθωση έπρεπε να γίνει έµπρακτα από τον παραβάτη. Η φιλάνθρωπη όµως οικονοµία του σωτήρα µας Χριστού µετρίασε την πικρία της δίκαιης ποινής. Ανέλαβε το ρόλο του υπεύθυνου και αφού εφάρµοσε απόλυτα την υποταγή µε την ενανθρώπησή του µετάλλαξε την υπεύθυνη δουλεία της εξάρτησης στη φιλότιµη αποµίµηση του πανάγαθου βίου του. «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού!» (Ρωµ. ια' 33). Απαραίτητο µέσο στον άνθρωπο για να προσέλθει στους όρους και τρόπους της ανάστασής του είναι η ορθή και υγιής πίστη προς το Θεό. Η είσοδος σ' αυτήν την πίστη είναι η φανέρωση του Θεού, που από αγάπη αποκαλύπτεται. Και πριν τη σάρκωση, ο Θεός Λόγος εµφανιζόταν δια συµβόλων και ενεργειών µέσω των πιστών του δούλων, των δικαίων και προφητών. Όταν όµως ήλθε «το πλήρωµα του χρόνου», φανερά και µε παρρησία έζησε µαζί µας και µας δίδαξε έµπρακτα την οφειλόµενη αλήθεια και αυτό πλέον έγινε το πανανθρώπινο καθήκον. «Αποκριθείς δε Σίµων Πέτρος είπε. συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησοϋς είπεν αυτώ . µακάριος ει, Σίµων Βαριωνά, ότι σάρξ και αίµα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ' ο Πατήρ µου ο εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ιστ' 16-17). «Γνωρίζω δε υµίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ' εµού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον. ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι' αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Γαλ. α' 11-12). «Ηµίν δε ο Θεός απεκάλυψε δια του Πνεύµατος αυτού» (Α' Κορ. β' 10). «Ο ην απ' αρχής, ο ακηκόαµεν, ο εωράκαµεν τοις οφθαλµοίς ηµών,... και αι χείρες ηµών εψηλάφησαν, περί του λόγού της ζω ής...» (Α' Ιω. α' 1). Παρουσιάσαµε τις µαρτυρίες αυτές της Αγίας Γραφής για την επικυρωση της αλήθειας της αποκάλυψης, για να γίνει κατά πάντα πιστευτή. ∆εν υπάρχει, λοιπόν, άλλος δρόµος προς τη θεία επίγνωση παρά µόνο η ακριβής τήρηση όλων όσων πρόσταξε ο Χριστός ως ο µόνος σωτήρας τον κόσµου .
12/43

ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΠΟΥ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ
Αφον γνωρίσαµε µε την πίστη προς το Θεό το πραγµατικό µας καθήκον, οφείλουµε υποταγή για την εξασφάλιση της επαγγελίας. «Ο έχων τας εντολάς µου και τηρών αυτάς εκείνος έστιν ο αγαπών µε» (Ιω. ιδ' 21) και «ον πας ο λέγων µοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται» (Ματθ. ζ' 21). Το Θέµα της πίστης δεν είναι απλώς κάποια γνώση, αλλά επιβεβληµένο και απαραίτητο καθήκον. «Μάθετε απ' εµού ότι πράος ειµι και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια' 29) και « ου ζητώ το θέληµα το εµόν αλλά το θέληµα του πέµψαντός µε» (Ιω. ε' 3θ) και « ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ηµών» (Ματθ. ια' 29). Γνωρίσαµε από την αποκάλυψη την καταγωγή µας και διαπιστώνουµε έµπρακτα µε την παρουσία του σωτήρα µας τη θεοειδή µας φύση και ότι αυτός µας ανέσυρε από τη φθορά και το θάνατο. ∆εν αποµενουν πλέον περιθώρια έρευνας αλλά απόλυτης υποταγής και εξάρτησης. Τότε η θεία Χάρη, που χάσαµε µε την παρακοή και την πτώση και που επανήλθε µε την παρουσία τον σωτήρα µας, θα µας επαναφέρει στην ισορροπία, στην ανάσταση, στη ζωή. Και τότε «όσοι λή ψ ονται αυτόν δώσει αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (πρβλ. Ιω. α' 12). Όχι όσοι τον άκουσαν µόνο, αλλά «όσοι έλαβον αυτόν» δηλαδή όσοι τον πίστεψαν, τον µιµήθηκαν, τον αντέγραψαν, τον αγάπησαν. Η αναρίθµητη στρατιά των µαθητών του Χριστού, που ακολουθεί χωρίς παρέκκλιση το ιερώτατο πρότυπο από τότε µέχρι σήµερα, τηρεί µε ακρίβεια τους δύο όρους της υποταγής. Έτσι αυτή προάγεται µε επιτυχία στο βραβείο και η αλήθεια τον Κυρίου µας εξακολουθεί και τώρα να επισφραγίζεται και όχι µόνο «τω καιρώ εκείνω». Οι δύο όροι, που αναφέρουµε κατά τους Πατέρες µας είναι η «πράξη» και η «θεωρία». Στην πρακτική µορφή της πάλης και µάχης ο κάθε άνθρωπος αρχικά αντιστέκεται στα πάθη και τις συνήθειες και εισάγει σε αντίθεση προς αυτά την επίδοση στα καλά. Με τη συνεχή πρακτική µορφή της αγωνιστικότητας ολοκληρώνεται η οµολογία της υγιούς θέσης του πιστού ότι «αποτάσσεται κατά πάντα τω διαβόλω και συντάσσεται τω Χριστώ». Τότε η θεία Χάρη, που έχει θέση µητέρας, ελευθερώνει τον άνθρωπο από την παλαιά αιχµαλωσία του νόµου της διαστροφής και τον εισάγει στους όρους και λόγους του «καινού ανθρώπου του κατά Χριστόν κτισθέντος» και τότε γίνεται «καθαρός τη καρδία». Τότε ολοκληρώνει η λεγόµενη «πράξη» τη διακονία της και λαµβάνει θέση πλέον η λεγόµενη «θεωρία». «Μακάριοι, όντως, οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε' 8) και όχι µόνο «όψ ονται» αλλά και θα κατακτήσουν, και θα απολαύσουν και θα χαρούν και «κανένας δεν θα µπορέσει να πάρει τη χαρά τους» (πρβλ. Ιω. ιστ' 22). Με αυτά τα καθήκοντα θα ασχοληθούµε στη συνέχεια και παρακαλούµε για την επιείκεια των αναγνωστών. Όπως στη δηµιουργία προηγήθηκε η κατασκευή του σώµατος έτσι προηγουνται πάντοτε και τα σωµατικά έργα. Αυτός είναι ο λόγος που και στο παθητικό µέρος προέχουν τα αισθητά λάθη και πάθη που υπηρετούνται από τις αισθήσεις, οι όποιες σνντηρουν τη βιολογική µας ύπαρξη. Όπου υπάρχουν «αι διατροφαί και τα σκεπάσµατα» και όσα συνδέονται µε τη ζωή κατά τον Παύλο, οι αισθήσεις πιεζόµενες από την παράλογη επιθυµία υποκύπτουν στην παράχρηση και έτσι δηµιουργούνται τα πάθη και οι «παρά φύσιν» σννήθειες. Εκεί υπάρχει η παραµόρφωση, ο «παλαιός άνθρωπος», το «σώµα του θανάτου» (Ρωµ. ζ' 24). Σε αυτήν την τερατώδη διαστροφή έχει τις διατριβές και τις θέσεις του ο «όφις ο αρχαίος», ο διάβολος. Εδώ του επέτρεψε ο Θεός να διατρίβει µετά την αποπλάνηση του πρωτοπλάστου. Αυτό µεταφορικά σηµαίνει το λόγιο «και γην φαγή πάσας τας ηµέρας της ζωής σου» (Γεν. γ' 14). Παραµένοντας ανύστακτα στους κεντρικούς νόµους και λόγους της συντήρησής µας, καταπιέζει άκουραστα κάθε βιολογική µας κίνηση προς υπερβολή ή έλλειψη και αλλοιώνει κάθε ισορροπία και τάξη στη ζωή µας, την ατοµική και την κοινωνική και µας παρακινεί σε αποστασία από το καθήκον και επανάσταση κατά του εαυτού µας και του δηµιουργού Θεού. Γι' αυτήν την κατάσταση θρηνεί ο Παύλος λέγοντας «ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, τις µε ρύσεται εκ του σώµατος του θανάτου τούτου;» (Ρωµ. ζ' 24). Η άσκηση, λοιπόν, είναι κάτι που χρειάζεται, και όχι στοιχείο ανελευθερίας. Τη διαρκή ετοιµότητα τονίζει ο Κύριος λέγοντας το «έστωσαν υµών αι οσφύες περιεζωσµέναι και οι λύχνοι καιόµενοι» (Λούκ. ιβ' 35). Ο Παύλος παροτρύνει να ενδυθούµε την
13/43

πανοπλία της Χάρης επί µέρους και ολοκληρωτικά για να µπορέσουµε να αντισταθούµε κατά την ηµέρα της πάλης και «άπαντα κατεργασάµενοι στήναι» (Εφεσ. στ' 13). Το παράδειγµα του Κυρίου µας, ο οποίος µετά το βάπτισµα εξήλθε «εις την έ ρηµον... πειρασθήναι υπό του διαβόλου» (Ματθ. δ' 1) έγινε η αρχή του θριάµβου της ταπεινής µας φυσης κατά του κακού, της αµαρτίας και του θανάτου. Από τότε αναρίθµητα πλήθη ηρώων και αθλητών περιφρονούν τον πονηρό και τα όργανά του και ανεβάζουν την ανθρώπινη οντότητα στους πατρικους κόλπους κατά την προαιώνια βουλή.

14/43

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Νόµοι και τρόποι του πνευµατικού πολέµου κατά τους Πατέρες

Έχοντας υπ' όψη την πνευµατική εµπειρία των Πατέρων µας επιχειρούµε να σηµειώσουµε σύντοµα και περιληπτικά τα είδη των µελών και των µέσων τα οποία χρησιµοποιούνται κατά τη µάχη και την πάλη της νόµιµης άθλησης.
Αρετές και πάθη

Ο Αγιος Ιωάννης ο ∆αµασκηνός στον «Περί αρετήν και κακιών» λόγο του µας εισάγει στο θέµα γράφοντας: «Πρέπει να ξέρουµε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώµα και ψυχή, και έχει διπλές τις αισθήσεις και διπλές τις αρετές τους. Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώµα. Οι ψυχικές αισθήσεις είναι: Νους, διάνοια, γνώµη, φαντασία και αίσθηση. οι σοφοί τις ονοµάζουν και δυνάµεις. Οι σωµατικές αισθήσεις είναι αυτές: όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση και αφή. Γι' αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες. Ώστε είναι αναγκαίο να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωµατικές. Και ποια είναι τα ψυχικά πάθη και ποια τα σωµατικά. Ψυχικές αρετές είναι εν πρωτοις οι τεσσερεις γενικώτατες αρετές, οι όποιες είναι: Ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές: Πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, µακροθυµία, ανεξικακία, αοργησία, θεία γνώση» και γενικά ολόκληρο το σύστηµα του ήθους και του χρηστού βίου. «Σωµατικές αρετές, η µάλλον εργαλεία των αρετών, που όταν γίνονται µε γνώση κατά το θέληµα τον Θεού και µακριά από κάθε υποκρισία και ανθρωπαρέσκεια, κάνουν τον άνθρωπο να προκόβει στην ταπείνωση και την απάθεια, είναι οι εξής: Περιεκτική εγκράτεια, νηστεία, πείνα, δίψα, αγρυπνία, συνεχής γονυκλισία, ξηροφαγία, φτώχεια, ακτηµοσύνη, σιωπή» και όσα δαµάζουν την ορµή της αταξίας του σώµατος. Όπου όµως η σωµατική ασθένεια εµποδίζει την άσκησή τους αναπληρώνονται µε την ταπείνωση και την ευχαριστία. «Τώρα πρέπει να κάνουµε λόγο και για τις ψυχικές και σωµατικές κακίες, δηλαδή τα πάθη» Που είναι ο σκοπός της άσκησής µας. «Ψυχικά πάθη είναι η λήθη, η ραθυµία και άγνοια» τα οποία ονοµάζονται γίγαντες των παθών. «Από τα τρία αυτά σκοτίζεται το µάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους και κυριεύεται από όλα τα πάθη και σηµειώνουµε µέρος από αυτά: Ασέβεια, κακοδοξία, δη λαδή η κάθε αίρεση, βλασφηµία, θυµός, οργή, πικρία, µισανθρωπία, µνησικακία, κατάκριση, λύπη χωρίς λόγο, φόβος, δειλία, φιλονεικία, ζήλεια, φθόνος, κενοδοξία, υπερηφάνεια, υποκρισία, ψευτιά, απιστία» και το σύνολο της ψυχικής διαστροφής, που παραµορφώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα και είναι ένα είδος δαιµονισµού. «Σωµατικά πάθη» -αν τα ονοµάσουµε έργα της ντροπής δεν κάνουµε λάθος- «είναι: Γαστριµαργία, λαιµαργία, απόλαυση, µέθη, λαθροφαγία, ποικιλότροπη φιληδονία, πορνεία, µοιχεία, ασέλγεια, αιµοµιξία, κτηνοβασία, κακές επιθυµίες και όλα τα παρά φύση αισχρά πάθη: Κλοπή, Ιεροσυλία, ληστεία, φόνος» και οποιαδήποτε σαρκική χρεοκοπία. «η εµπαθής παράχρηση των τερπνών του κόσµου, η φιλοσώµατη ζωή που παχαίνει το νου και τον κάνει γήινο και κτηνώδη και δεν τον αφήνει να σηκωθεί προς το Θεό και προς την εργασία τωνν αρετών. Ρίζες όλων αυτών των παθών και πρωταίτιες είναι η φιληδονία, η φιλοδοξία και η φιλαργυρία, από τις οποίες γεννιέται κάθε κακό. ∆εν αµαρτάνει ποτέ ο άνθρωπος, αν πρωτύτερα δεν υπερισχύσουν και δεν τον κατακυριεύσουν οι δυνατοί γίγαντες, δηλαδή η λήθη, η ραθυµία και η άγνοια. Αυτές (τις ρίζες) τις γεννά η ηδονή, η άνεση και η αγάπη της δόξας των ανθρώπων και του περισπασµού. Η πρώτη αιτία όλων αυτών και κακή µητέρα είναι, όπως προείπαµε, η φιλαυτία, δηλαδή η παράλογη αγάπη του σώµατος και η εµπαθής προσκόλληση σ΄ αυτό. Πρέπει επίσης να γνωρίζουµε ότι η εµπαθής φιληδονία είναι πολύµορφη και πολύτροπη», που άπ' αυτήν δύσκολα γλυτώνει ο ακουραστος αγωνιστής. «Γιατί είναι πάρα πολλές οι ηδονές που τραβούν προς τον εαυτό τους τα µάτια της «ψυχής» γιατί ενώνονται όλες οι κρούσεις σε πάθη και επιθυµίες ψυχικές και σωµατικές και ο νόµος της διαστροφής κυριεύει και αλίµονο στην ψυχή στην οποία µαράνθηκε ο φόβος του Θεού και η αγάπη προς αυτόν, από την οποία έρχεται η επιµέλεια των αρετών. Εάν αυτά δεν υπάρχουν έξ' αιτίας του νυσταγµού της αµέλειας, τότε αιχµαλωτίζει η προσκόλληση στα γήινα µε τις ακατονόµαστες
15/43

ηδονές και ανατρέπεται κάθε ισορροπία. Εάν επικρατήσει η κατάσταση της αµέλειας, τότε αλίµονο!, γεννιέται η συνήθεια, που έχει δύναµη ως δεύτερη φύση και οδηγεί στο θάνατο.
Το τριµερές της ψυχής και η θεραπεία τον

Οι θειότατοι Πατέρες µας για να έχουµε ακριβέστερη γνώση για τις ροπές των παθών, µας µίλησαν µε σαφήνεια για το τριµερές της ψυχής. «Η ψυχή του ανθρώπου διαιρείται σε τρία µέρη (ή ιδιότητες ή ενέργειες ή δυνάµεις) το λογιστικό, το θυµικό και το επιθυµητικό. Του λογιστικού αµαρτήµατα είναι αυτά: Απιστία, αίρεση, αφροσύνη, βλασφηµία, αχαριστία και οι συγκαταθέσεις των αµαρτηµάτων, οι οποίες γίνονται από το παθητικό µέρος της ψυχής. Η ίαση και η θεραπεία αυτών των κακών είναι η βέβαιη και αδίστακτη (χωρίς δισταγµό) πίστη στο Θεό και τα αληθινά και χωρίς πλάνη Ορθόδοξα δόγµατα της ευσέβειας η συνεχής µελέτη των λόγων του Πνευµατος, η καθαρή και αδιάλειπτη προσευχή και η ευχαριστία προς το Θεό. Τα αµαρτήµατα τον θυµικού είναι τα εξής: Η ασπλαγχνία, το µίσος, η ασυµπάθεια, η µνησικακία, ο φθόνος, ο φόνος» και τα συναφή από τα οποία εξαφανίζεται η έννοια της αγάπης. « Η ίαση και η θεραπεία τους είναι η φιλανθρωπία, η αγάπη, η πραότητα, η φιλαδελφία, η συµπάθεια, η ανεξικακία και η καλωσυνη. Του επιθυµητικού τα αµαρτήµατα είναι τα εξής: Η γαστριµαργία, η λαιµαργία, η οινοποσία, η πορνεία, η µοιχεία, η ακατονόµαστη ακαθαρσία, η ασέλγεια, η δίψα του ακόρεστου πλουτισµού και των ηδονών που βρίσκεται η γενική αιχµαλωσία. Η ίαση και θεραπεία αυτών είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η σκληραγωγία, η ακτηµοσύνη, το σκόρπισµα των χρηµάτων στους φτωχούς η επιθυµία των µελλόντων εκείνων αθάνατων αγαθών, ο πόθος της βασιλείας του Θεού και η επιθυµία της θείας υιοθεσίας».
Οι λογισµοί και η αντιµετώπισή τους

«Τώρα πρέπει να κάνουµε λόγο για τη διάγνωση των εµπαθών λογισµών, από τους οποίους γεννιέται κάθε αµαρτία. Οχτώ είναι οι βασικοί λογισµοί της κακίας: Της γαστριµαργίας, της πορ νείας, της φιλαργυρίας, της οργής, της λύπης, της ακηδίας, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Το να µας παρενοχλούν η να µη µας παρενοχλούν οι οκτώ αυτοί λογισµοί δεν είναι στην εξουσία µας. Το να επιµένουµε όµως σ' αυτούς ή να µη επιµένουµε, να κινούµε τα πάθη ή να µην τα κινούµε, αυτό είναι στην εξουσία µας. Εάν δεν αντισταθήκαµε και συνοµιλήσαµε µ' αυτούς, επειδή µας άρεσαν και εάν απέκτησαν εξουσία αυτό οφείλεται στη συγκατάθεσή µας. Ο τρόπος της κρούσης και επαφής τους µε µας, ως θύρα της εισόδου τους, είναι ο νους. Στους λογισµους αυτούς διακρίνουµε τα εξής: Προσβολή, συνδυασµό, πάλη, πάθος, συγκατάθεση» (που πλησιάζει και µοιάζει µε την πράξη), ενέργεια και αιχµαλωσία. «Προσβολή είναι η απλή υπόµνηση η παρακίνηση του διαβόλου, για να φανεί η πρόθεσή µας, η προτίµησή µας. Αυτό δεν εξαρτάται από µας και ούτε µας κρίνει. Συνδυασµός είναι η παραδοχή του λογισµού που µας υποβάλλει ο εχθρός και µ' ένα τρόπο, η µελέτη του πονηρού λογισµού και η ηδονική συνοµιλία µε την προαίρεσή µας. Πάλη είναι η αντίσταση στο λογισµό που γίνεται ή προς κατάργηση του πάθους, που αυτός περιέχει, ή προς συγκατάθεση. Πάθος είναι η έξη που δηµιουργείται από το συνδυασµό του λογισµού και η κατά κάποιο τρόπο συνεχής µελέτη και φαντασία. Συγκατάθεση είναι η συγκατάνευση στο πάθος που περιέχει ο λογισµός, σαν απόφαση. Ενέργεια είναι η ίδια η πράξη του εµπαθούς λογισµού, στον οποίο συγκατατεθήκαµε. Και αιχµαλωσία είναι η βίαιη και αθέλητη, ακούσια απαγωγή της καρδιάς που τυραννιέται από προηγούµενο εθισµό στην αµαρτία και από τη µακροχρόνια συνήθεια. Όποιος λοιπόν αντιµετωπίζει απαθώς το πρώτο, δηλαδή την προσβολή ή το διώχνει αµέσως µε αντίρρηση και σταθερότητα, έκοψε δια µιας και όλα τα επόµενα». Στο τριµερές της ψυχής, όπως προαναφέραµε, λογιστικό, θυµικό και επιθυµητικό, εάν καταµερίσουµε ανάλογες ενέργειες, ο άνθρωπος ορθοποδεί, εξυγιαίνεται και γίνεται µέτοχος των θείων επαγγελιών. Αυτό είναι το τέλος του σκοπού µας. Όπως η ενέργεια της έξης (συνήθειας) κυριαρχεί και επιβάλλεται στα πονηρά και παράλογα, ας την εκµεταλλευτούµε για να µας συµπαρασταθεί στην αγαθοεργία και καλωσύνη, ώστε ευκολώτερα να τηρούµε τις εντολές εφ' όσον η σννήθεια ελαφρώνει το βάρος του αγώνα. Στην
16/43

περιεκτική πατερική εµπειρία µαθαίνουµε ότι όποιος φοβάται η µάλλον όποιος πιστεύει στο Θεό, φοβάται την κόλαση. όποιος φοβάται την κόλαση, τηρεί τις εντολές. όποιος τηρεί τις εντολές υποµένει τις θλίψεις. όποιος υποµένει τις θλίψεις αποκτά την ελπίδα προς το Θεό και αυτή η ελπίδα χωρίζει το νου από κάθε άσκοπη προσπάθεια. αν από αυτήν αποχωριστεί ο νους, αποκτά την αγάπη προς το Θεό. Όρος και τρόπος αναµαρτησίας κατά τον µεγαλύτερο ανάµεσα στους ασκητές, Αρσένιο, είναι η ησυχία. Ο ίδιος παρακαλώντας το Θεό να του υποδείξει τρόπο βέβαιο της σωτηρίας άκουσε άπ' αυτόν: -Αρσένιε, φεύγε, σιώπα, ησύχαζε, διότι αυτά είναι οι ρίζες της αναµαρτησίας. ∆ια µέσου αυτών ο άνθρωπος έρχεται σε αίσθηση της ανθρώπινης ευτέλειας όπου βρίσκεται η ταπεινοφροσύνη. αυτή πάλι είναι γέννηµα της γνώσης και η γνώση γέννηµα των πειρασµών.
Οι επτά σωµατικές πράξεις της µετάνοιας

Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουµε, αναφέρονται και επτά σωµατικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της µετάνοιας. Ως πρώτη πράξη στη µετάνοια οι Πατέρες τοποθετουν την ησυχία. Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η αποµάκρυνση από τα αίτια, που δηµιουργούν τις αφορµές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σ' όσους είναιι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και άπ' αυτόν τον «ως λέοντα περιπατούντα και ζητούντα να µας καταπίη» (Α' Πέτρ. ε' 8). Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής απο τη µάταιη και άσκοπη µέριµνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, άπ' όπου φωτιζόµενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον. ∆εύτερη πράξη θεωρείται η νηστεία. Με αυτήν καταβάλλεται και δεσµεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής -η γαστριµαργία- ο ακαταγώνιστος σύµµαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχµαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυµάτων του. Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριός µας, όταν ανέλαβε µε την παρουσία του την ανάπλασή µας, µετά το θείο βάπτισµα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα µπορεί να αµφισβητήσει το βάθρο αυτό της µετάνοιας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας; Εάν ο αναµάρτητος και απαθής νηστεύει -και µάλιστα παρατεταµένα- ποιος θα προφασιστεί αδυναµία η άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έµπειροι της εγκράτειας προβάλλουν ως άριστο άθληµα κατά των παράλογων ορέξεων. Την αγρυπνία, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες. Είναι το αποτελεσµατικώτερο µέσο του φωτισµού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άµεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρµόσει όσα η νόµιµη άσκηση απαιτεί. Η άγρυπνία, ως µέσο της φίλης των Πατέρων µας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέµεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα έφ' όσον «νους ορά και νους ακούει» και εκλέγει και εκτελεί. Τέταρτη και Πέµπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την προσευχή και την ψαλµωδία. Πράγµατι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δυο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σηµαντική αυτήν παναρετή. Στο όνοµα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της «κατά µόνας» προς το Θεό συνοµιλίας. Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του µπροστά στη θεία ευσπλαγχνία και αγαθότητα και µε επίµονη εξοµολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς «τον δυνάµενον σώζειν» Χριστό, το Θεό µας. Η ψαλµωδία χρησιµοποιείται στις οµαδικές συναθροίσεις των πιστών. Με την υµνολογία επιτελείται εορταστικώτερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρµόσιµο από το λαό. Εκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ανά γνωση και µελέτη λόγων και παραγγελµάτων που µας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευµατική µας ζωή. Ο λόγος του Κυρίου µας «ο έ χων τας εντολάς µου» αυτο σηµαίνει: Να µάθει και να κατανοήσει τις εντολές µου, το θέληµά µου και µετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός « έστιν ο αγαπών µε». Στο Μωσαϊκό νόµο
17/43

απαιτητικώτερα διέταζε ο Θεός τη µελέτη του θελήµατός του και την ενασχόληση µε αυτό για να µη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρµογή του. «Εν τω νόµω αυτού µελετήσει ηµέρας και νυκτός» (Ψαλµ. α' 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του «ωρυοµενού ως λέοντος» εναντίον µας, κατά τον Παύλο, είναι το να «µη αγνοώµεν τα νοήµατα αυτού» (πρβλ. Β' Κορ. β' 11). Επειδή οι φίλοι και δούλοι τον Θεού «ουκ ίδίω θελήµατι αλλά Πνεύµατι Αγίω φερόµενοι ελάλησαν και έγραψαν» (πρβλ. Β' Πέτρ. α' 21), είναι πλέον καθήκον η µελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και µάθηση του αόρατου πολέµο που ασίγαστα διεξάγουµε. Έβδοµη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την επερώτηση των εµπείρων για κάθε λόγο και πράξη. Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνηµα. Απουσιάζει η αυταρέσκεια και η απειρία. «Τοις ταπεινοίς» δίνει ο Κύριος το φωτισµό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιµασίας είναι η υποµονή, ώστε «µήτε θαρρείν µήτε απογινώσκειν» απ όσα συνήθως συµβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα.

18/43

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ «ΚΑΙΝΟΥ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΠΑΛΑΙΟΥ» ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Όταν αναφέρονται οι θεοφόροι Πατέρες µας στον «παρά φύσιν νόµον» φανερώνουν την περιελτική διαστροφή που προκάλεσε η πτώση και η συνεχής αποστασία του ανθρώπου. Η απέραντη όµως ευσπλαγχνία του Κυρίου µας, µε τη σάρκωσή του και όλη την παρουσία του ανάµεσά µας, θεραπευσε το δικό µας τραύµα και µας επανέφερε στην ισορροπία. Με την παράβαση και παρακοή τοθ θείου θελήµατος προβάλαµε το δικό µας θέληµα που γέννησε το θάνατο. Η απαλλαγή µας από αυτήν την ποινή είναι η άρνηση και εγκατάλειψη του θανατηφόρου δικού µας θελήµατος και η εξυγίανση της στάσης του ανθρώπου µε την επιστροφή στο «κατά φύσιν». Με την επιµονή στο θέληµά του, ο άνθρωπος, µετέστρεψε τις φυσικές δυνάµεις του νου στο «παρά φύσιν». Τότε επικρατεί το παράλογο. Να αναφέρουµε µερικά παραδείγµατα. Φυσική δύναµη του νου είναι η υγιής έπι θυµία . Αυτή όταν ο νους λειτουργεί «κατά φύσιν» δηµιουργεί τον πόθο προς το Θεό, την αγάπη και γενικά κάθε θεοφιλή και ευγενική έφεση. Μετάλλαξε ο εχθρός αυτήν τη δύναµη και την έκανε αισχρή και πονηρή επιθυµία και ο άνθρωπος προτιµά κάθε ακαθαρσία και ρυπαρότητα. Φυσική δύναµη του νου ο ζήλος. Χωρίς ζήλο για το Θεό δεν γίνεται προκοπή. « Ζηλούτε δε τα χαρίσµατα τα κρείττονα» (Α' Κορ. ιβ' 31) παρακινεί ο Παύλος. Μεταµόρφωσε και εδώ ο εχθρός τον υγιή ζήλο προς το Θεό και την αρετή στο «παρά φύσιν» και µας έκανε να φθονούµε, να ζηλεύουµε και να µνησικακούµε µεταξύ µας. Φυσική δύναµη τον νου η οργή και η ορµή. Χωρίς αυτές δεν επιτυγχάνεται η αγνότητα. Θα οργισθεί ο άνθρωπος εναντίον του εχθρού που σπέρνει την πονηριά του. Από τη δική µας αµέλεια µετατράπηκε και αυτή η φυσική δύναµη στο «παρά φύσιν». Η οργή µας στράφηκε κατά του πλησίον και δηµιούργησε τόσα βλαβερά και ανωφελή. Φυσική δύναµη του νου το µίσος. Χωρίς µίσος κατά της ποικιλόµορφης κακίας, δεν αποκαλύπτεται τιµή στην ψυχή και δεν ολοκληρώνεται καµµιά οµολογία που είναι ο κεντρικός στόχος και σκοπός µας. Μετέστρεψε και εδώ τη δύναµη αυτήν ο εχθρός στο «παρά φύσιν» µίσος κατά του πλησίον και ερήµωσε την ψυχή, έφερε τον άνθρωπο στο σηµείο της διαβολοποίησης και τον έκανε εικόνα τον σατανά! Επιθυµία, ζήλος, οργή και ορµή, µίσος. Τα φυσικά αυτά ιδιώµατα δηµιουργήθηκαν στη φύση µας ακέραια και αγνά. Τα µετάλλαξε, τα παραµόρφωσε η παρακοή. Και ο εχθρός µας κρύβεται πίσω άπ' αυτά και µε την παράλογη χρήση των δικών µας δυνάµεων, µας χωρίζει από το Θεό. Όλα αυτά και όλο το σύστηµα της διαστροφής και της φθοράς µετάλλαξε και θεράπευσε ο Κύριός µας µε τον πανάρετο βίο του και τη διδασκαλία του. Ένας τρόπος πρακτικής ωφέλειας και προκοπής στον πνευµατικό αγώνα είναι η αποφυγή και αποµάκρυνση από τα αίτια. Ο άνθρωπος που ζει ανάµεσα στα αίτια επηρεάζεται και υποχωρεί στις επιθυµίες και τα πάθη. Ο βέβαιος τρόπος απαλλαγής από τα αίτια και τις αφορµές είναι η αύξηση της αγάπης του Θεού. Όπου, χάριτι Θεού, περισσεύει η αγάπη του, καταργείται η προσπάθεια ανάπαυσης του σώµατος. Και ο κόπος αυτός της αυταπάρνησης, επειδή γίνεται για την εντολή, γεννά την ελπίδα. Τότε ενισχύεται η αµεριµνησία και αποκτάται µερική διάκριση για να µαθαίνει ο αγωνιζόµενος την ορθή πρακτική του αόρατου πολέµου. Ένα από τα µεγαλύτερα έπαθλα της πάλης αυτής είναι να νικήσει ο αγωνιστής την κενοδοξία. Το πρώτο στάδιο προκοπής στη γνώση του Θεού. Όποιος, αλίµονο, παρασύρθηκε στην αισχρότητα του πονηρότατου αυτού πάθους, αποξενώνεται από την ειρήνη. Γίνεται πια θύµα της σκληρότητας και της ταραχής και έχει ως κάλυµµα της γυµνότητάς του την υποκρισία και το ψέµα. Εκείνος που µε την υγιή µετάνοια απέρριψε τα πάθη του σώµατος και τα υπόλοιπα ελαττώµατα του παλαιού ανθρώπου, προετοίµασε την ψυχή του τίµια και έγινε σκεύος της Χάρης η µάλλον έγινε ναός του Θεού. Όποιος µε ταπεινοφροσύνη και ακουραστα αγωνίζεται και µε τη Χάρη του Χριστού κατακτά αυτήν την αρετή, του αποκαλύπτει ο Θεός τις αµαρτίες του για να µάθει να τις πολεµά.
19/43

Εάν τον βοηθήσει και το πένθος, που µάλλον είναι βέβαιο, τότε και οι δυο αυτές αρετές εξορίζουν από την ψυχή τα επτά πονηρότατα δαιµόνια, που είναι το σύµπλεγµα του παλαιού ανθρώπου. Τότε η ψυχή τρέφεται από τη γλυκύτητα των δικών της αρετών. Σ αυτόν τον αγωνιστή δεν πλησιάζει ανθρωπαρέσκεια, ούτε ονειδισµός ανθρώπων. Εάν δεν µπορέσει ο άνθρωπος να βαστάσει το σκληρό λόγο του πλησίον και ανταποδώσει τα ίσα, τότε εγείρονται πόλεµοι στη συνείδηση για την ανυποµονησία και κυριαρχεί η αιχµαλωσία της ταραχής. Η προσευχή προς το Θεό, µε φόβο, επαναφέρει την ειρήνη και η αγάπη και η µακροθυµία καταστρέφουν την «παρά φύσιν» οργή. Εάν παραµείνουν η ειρήνη, η αγάπη και µακροθυµία, τοτε η οργή στρέφεται όχι κατά του πλησίον, αλλά κατά των παθών και των δαιµόνων. στην ψύχή µένει το πένθος και η ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που θα µπορέσει να υποφέρει σκληρό λόγο δύστροπου και ασύνετου ανθρώπου για το Θεό και για την ειρήνη των λογισµών του, θα ονοµασθεί «υιός ειρήνης» και θα µπορέσει να αποκτήσει ειρήνη ψυχής, σώµατος και πνεύµατος. Εάν αυτά τα τρία αποκτηθούν τότε σταµατούν οι εχθροί να πολεµούν το νόµο του νου και καταργείται η αιχµαλωσία της σάρκας. Αυτός θα ονοµασθεί «υιός της ειρήνης» και το Πνεύµα το Αγιο θα ενοικήσει µέσα του και ουδέποτε θα φύγει από αυτόν. Ένα από τα πονηρότατα πνεύµατα που ακουραστα πολεµούν είναι το πνεύµα της δειλίας. Αυτό εµποδίζει κάθε αγαθή πρωτοβουλία. Ειδικά όταν ο νους επιδοθεί στην κατά Θεό καρτερία, τότε επιφέρει σ' αυτόν αµέλεια, για να λυγίσει από το βάρος των πόνων της αρετής. Η µόνιµη τότε σωτηρία είναι ο ερεθισµός της αγάπης, η υποµονή και η εγκράτεια και µάλιστα αν διαπιστώσει ο αγωνιζόµενος ότι η αµέλεια είναι το αίτιο της ζηµιάς. Νήψη πολλή χρειάζεται κατά του πνεύµατος της λύπης που προκαλεί την αποθάρρυνση και αφήνει ο αθλητής την πάλη. Πώς τότε θα φτάσει στις µεγάλες αρετές οι οποίες είναι να µη θεωρεί κανείς τον εαυτό του ως ενάρετο, να υποµένει ατάραχα την ύβρη και ατιµία και να µη υπολογιστεί η ονοµαστεί στις αξίες αυτού του κόσµου; Ο Κύριος µας είπε: «Ου δύνασθε Θεώ δου λεύειν και µαµωνά» (Ματθ. στ' 24). Ο «µαµωνάς» ορίζεται από τους Πατέρες ως το κοσµικό φρόνηµα, που αιχµαλωτίζει τους οπαδούς του «αιώνος τούτου», που αγνοούν το Θεό. ∆ύο αιτίες περικυκλώνουν την ψυχή. Μιά εξωτερική και µια εσωτερική. Εξωτερική για τη φροντίδα τον «αιώνος τούτου», για την ανάπαυση του σώµατος. Η εσωτερική κινεί τα πάθη που εµποδίζουν τις αρετές. Η ψυχή δεν αίσθάνεται την εσωτερική αιτία των παθών, εάν δεν ελευθερωθεί από την έξωτερική αιχµαλωσία. Ο Κύριος µας διδάσκει πως θα απαλλαγούµε από αυτήν την αιχµαλωσία: «Πας εξ υµών, ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπαρχουσιν, (δηλαδή το θέληµα), ου δύναται είναι µου µαθητής» (Λουκ. ιδ' 33). Γνωρίζοντας ο πανάγαθος ∆εσπότης µας ότι το θέληµα είναι το αίτιο της διπλής αιχµαλωσίας διέταξε την εκκοπή του. Όταν ο άνθρωπος ενεργεί το θέληµά του, νεκρώνει το νου και όσο η ψυχή µεριµνα για τα εξωτερικά τότε τα εσωτερικά πάθη ενεργούν ελεύθερα. Εάν η ψυχή πεισθεί στην εντολή του Κυρίου και κόψει το θέληµα, τότε ξυπνά ο νους και ευµέθοδα απορρίπτει τα πάθη και οργανώνει τις αρετές. Ο Κύριος θέλει οι δικοί του να είναι υγιείς από τη φαινόµενη ύλη, δηλαδή τις παράλογες ορέξεις και από την κρυµµένη ύλη στην ψυχή δηλαδή τα πάθη. Αυτά ακριβώς κατάργησε µε την ενανθρώπησή του. «Μείνατε εν εµοί, καγώ εν υµίν» (Ιω. ιε' 4) µας παρακινεί ο Κύριός µας. Να «µείνωµεν εν αυτώ» µε την πράξη πρώτα και αυτός θα µείνει µαζί µας µε την αγνότητα, οσο εµείς µπορούµε. Οι Πατέρες µας ορίζουν τρεις αρετές απαραίτητες για το φωτισµό και την ανάνηψη του νου: Τη φυσική ορµή, την ανδρεία και την αοκνησία (εργατικότητα). Τρία είδη προκοπής αν αποκτήσει ο νους αισθάνεται ότι έφτασε στην αθανασία: Τη διάκριση, την προόραση και τη βεβαιοπιστίσ από το θείο φωτισµό. Τρείς αρετές προκαλούν στο νού θείο φωτισµό: Το να µή θεωρεί κάποιος πονηρό το σννάνθρωπό του, να ευεργετεί όσους τον αδικούν και τον, κακοποιούν και να υποφέρει χωρίς ταραχή, αγόγγυστα όλα όσα σνµβαίνουν. Οι τρείς αυτές αρετές γεννούν άλλες τρείς µεγαλύτερές τους. Το να µη θεωρεί κάποιος πονηρούς τους συνανθρώπους του γεννα την αγάπη, µε το να ευεργετεί όσους τον κακοποιούν αποκτά την ειρήνη και το να υποµένει αγόγγυστα όλα όσα συµβαίνουν φέρ-

20/43

νει την πραότητα. Αξίωσέ µας πανάγαθε ∆έσποτα, που είσαι ο θησαυρός των αγαθών, να τις αποκτήσουµε! Αµήν. Τέσσερεις αρετές αγνίζουν την ψυχή: Η σιωπή, η τήρηση των εντολών, η λιτότητα και αυστηρή αυτάρκεια και η ταπεινοφροσύνη. Ο νούς έχει ανάγκη από τις παρακάτω τέσσερεις αρετές: Της αδιάλειπτης προσευχής προς το Θεό µε ταπείνωση, το να επιρρίπτει τον εαυτό του µπροστά στην ευσπλαγχνία του Θεού, να αποφεύγει την κριση για κάθε άνθρωπο και να περιφρονήσει εντελώς τα πάθη που τον ενοχλούν. Τέσσερεις αρετές περιφρουρούν την ψυχή και την αναπαύουν όταν µάχεται: Η ελεηµοσύνη , η αοργησία (έλλειψη οργής), η µακροθυµία και η αντίσταση στις ποικίλες προσβολές της αµαρτίας. Η αντίσταση όµως κατά της λήθης αναπληρώνει όλες αυτές τις αρετές. Τέσσερεις αρετές χρησιµευονν πολυ στη νεότητα: Η συνεχής µελέτη, η αοκνησία, η αγρυπνία και η ταπείνωση (το να µη θεωρεί κάποιος τον εαυτό του ως ενάρετο). Τέσσερεις είναι οι αιτίες της σαρκικής επανάστασης: Η πολυυπνία, η γαστριµαργία (το υπερβολικό φαγητό), η ευτραπελία (αστεϊσµοί) και ο στολισµός του σώµατος. Με άλλες τέσσερεις αιτίες σκοτίζεται η ψυχή: Με το µίσος κατά του πλησίον, την εξουθένωση, τη ζήλεια και το γογγυσµό. Με τέσσερα πράγµατα ερηµώνεται η ψυχή: Την άσκοπη περιπλάνηση από τόπο σε τόπο, τον πολυ περισπασµό, την πολυυλία (αγάπη της ύλης) και τη φιλαργυρία. Τρία πράγµατα αποκτά δύσκολα ο άνθρωπος και όµως αυτά φυλάσσουν τις αρετές: Το πένθος, τα δάκρυα γ ια τις αµαρτίες και τη συνεχή µνή µη τον θανάτου. Τρία µεγάλα κακά εµποδίζουν πάντοτε την απόκτηση των αρετών: Η αιχµαλωσία, η οκνηρία και η λήθη. Αυτή η κατάρα που λέγεται λήθη πολεµά τον άνθρωπο µέχρι την τελευταία του αναπνοή. Σηµειώσαµε σύντοµα τα έργα του «καινού» και του «παλαιού» ανθρώπου. « Ο αγαπών την ψυχήν αυτού εις το µη απολέσαι αυτήν» (πρβλ. Ματθ. ι' 39) αγωνίζεται να φυλάξει τα έργα του «καινού» ανθρώπου. Εκείνος που θέλει την ανάπαυση στη σύντοµη αυτή ζωή ενεργεί και πράττει τα έργα του «παλαιού» ανθρώπου και χάνει την ψυχή του.

21/43

ΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ
Λόγοι ωφέλιµοι από την εµπειρία των Πατέρων

Όταν τηρούµε τις εντολές του Χριστού, δεν προσφέρουµε τίποτε σ΄ εκείνον, γιατί δεν έχει από τίποτε ανάγκη και είναι δωρεοδότης όλων των αγαθών. Τους εαυτούς µας ευεργετούµε µε το να προξενούµε σ΄ εµάς την αιώνια ζωή και την απόλαυση των ανέκφραστων αγαθών. Αποδεικνύουµε µε την τήρηση των εντολών τη θεοειδή καταγωγή µας και την ευγένειά µας, επειδή δεν δεχόµαστε την κατάπτυστη διαστροφή της κτηνωδίας η της πλάνης. Αγαθοεργία είναι η τήρηση των εντολών. Στην ουσία όµως δεν είναι σκοπός τα καλά έργα αλλά η πίστη µας προς το Χριστό. Αυτή αξιολογείται. Καλά έργα πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν. Αυτά όµως δεν σώζουν τον άνθρωπο. Μόνο η πίστη στο Χριστό σώζει, η οποία εκφράζεται µε τα έργα, τα οποία γίνονται ως τήρηση των εντολών. Ούτε λοιπόν πίστη άεργη, ούτε έργα άπιστα ωφελούν. Η πίστη και υποταγή στο Χριστό από τους ανθρώπους, τους απογόνους της πτώσης και της φθοράς, δεν είναι θέµα προτίµησης και εκλογής αλλά καθήκον επιβεβληµένο. Όποιος µας αντιτάσσεται στο να κατορθώσουµε τις εντολές του Θεού, µε κάθε αιτία και αφορµή, είτε πατέρας είναι, είτε µητέρα, είτε οποιοσδήποτε από τους συγγενείς, αποβάλλεται. κατά την εντολή του Χριστου µας «ο φιλών πατέρα ή µητέρα υπέρ εµέ ουκ έστι µου άξιος» (Ματθ. ι' 37). Ο Κύριός µας ορίζει σαφέστατα: «Ος αν θέ λη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέση αυτήν ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εµού, ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ιστ' 25). Η απώλεια της ψυχής είναι αλληγορία. Μεταπτωτικά παραµορφωθήκαµε και πέσαµε στο «παρά φύσιν». «Πεπραµένοι υπό την αµαρτίαν», κατά τον Παύλο, µε «εγκειµένην διάνοιαν επί τα πονηρά», αποκτήσαµε εµπαθή και διαφθαρµένη συνήθεια. Αυτήν εννοεί ο Κύριος ότι πρέπει να απολέσουµε για την εντολή του. Τότε, µε τη Χάρη του θα «εύρωµεν την ψυχήν» «µεταµορφωθέντες κατ' εικόνα του πλάσαντος και αναπλάσαντος ηµάς εις ζωήν αιώνιων». Χρειάζεται όµως προσοχή. Εάν κάποιος µετά την καλή αρχή του ενάρετου βίου και την πνευµατική προαγωγή ραθυµήσει, βλάπτεται. Εάν υποχωρήσει, αναστρεφόµενος ανάµεσα στα εµπαθή αίτια, δεν είναι δύσκολο πολύ γρήγορα, λόγω της συνήθειας που επιστρέφει, «τα έσχατα να γίνουν χείρονα των πρώτων» (Ματθ. ιβ' 45). Τόση είναι η δύναµη της αµαρτίας όταν επανέρχεται όπως, χαρακτηριστικά το λόγιο αναφέρει, το « πυρ κατά καλάµης, λίθος κατά πρανούς, χαράδρα τας διεξόδους ευρύνουσα». Η ψυχή όσο βρίσκεται στο «παρά φύσιν», εξαγριωµένη και γεµάτη από τα αγκάθια των ηδονών, είναι κατοικητήριο πονηρών θηρίων, δαιµόνων και παθών. Μπορεί όµως, εάν θελήσει, όσο ζει στον κόσµο αυτόν, µε τη θεία Χάρη, να ανανεύσει, να αφυπνισθεί και να έξηµερωθεί µε την επιµέλεια της κατά Θεό ζωής. Τότε, ω τότε! «Τις Θεός µέγας ως ο Θεός ηµών»; Μεγάλη η χαρά στους ουρανούς για την επιστροφή της. Τα πονηρά θηρία και τα πάθη θα εκδιωχθούν, άγγελοι εξ ουρανού θα συµπαρίστανται και η Χάρη του Παναγίου Πνεύµατος θα ενοικήσει στην ψυχή. Κανείς τότε δεν θα µπορεί να αφαιρέσει τη χαρά και την ευφροσύνη της και κανείς δεν θα την εµποδίσει να καρποφορήσει πολλαπλάσια τη δωρεά τον Χριστού. Οι Πατέρες µας, ονοµάζουν την προσευχή όπλο πνευµατικό και απαραίτητο και δεν είναι δυνατό χωρίς αυτό να βγει κανείς στον αόρατο πόλεµο. Καθαρή προσευχή δεν µπορεί να αποκτήσει κανείς, αν δεν επιµένει καρτερικά κοντά στο Θεό µε ειλικρινή και άκακη καρδιά. Γιατί αυτός, ο γλυκύς µας σωτήρας Ιησούς, είναι «ο διδούς ευχήν τοις ευχοµένοις και διδάσκων ανθρώπους γνώσιν » (Ψαλµ. 1γ', 1θ). Όταν βρισκόµαστε στο στάδιο του αόρατου πολέµου, δεχόµαστε αναρίθµητες προσβολές ποικίλων προλήψεων και παθών. Η διάκριση όµως, µας κάνει σαφείς τις διαφορές ώστε να γνωρίζουµε το καθήκον. Όλα τα πάθη παρενοχλούν ως προσβολή, ως κρούση, ως υπόµνηση και ζητούν την επιστροφή µας στην αισχρότατη δουλεία τους. Αυτό δεν οφείλεται σ' εµάς. ∆εν εξαρτάται από µας να εµποδίσουµε την προσβολή, την κρούση, την υπόµνηση και ούτε µας δηµιουργεί κάποια ενοχή. Μπορούµε όµως, εάν θέλουµε, µε τη βοήθεια και τη συµµαχία της θείας Χάρης να αντιστεκόµαστε και να µη κάνουµε συνδυασµό µ' αυτά. Την αντίστασή µας φανερώνει

22/43

το «επικάλεσαί µε εν ηµέρα θλίψεως σου και εξελούµαι σε» (Ψαλµ. µθ', 15) και πάλιν «εάν πνεύµα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε τόπον σου µη αφής» ('Εκ κλ. ι', 4). Τρία είναι τα γενικώτερα πάθη, µέσω των οποίων γεννιούνται όλα τα άλλα: Η φιληδονία, η φιλαργυρία και η φιλοδοξία. Σ αυτά ακολουθούν άλλα πέντε πονηρά πνεύµατα. Εκείνος λοιπόν που νίκησε τους τρεις αρχηγούς και ηγεµόνες, φονεύει µαζί και τους άλλους πέντε και υποτάσσει όλα τα πάθη. Μας απευθύνεται συνήθως το ερώτηµα: Γιατί, χωρίς τη θέλησή µας, µας ταλαιπωρούν και καταπιέζουν πονηρές µνήµες και ειδικώτερα κατά την ώρα της προσευχής; Όλες αυτές οι εικόνες, που εµφανίζονται είναι αποτυπωµένες αναµνήσεις των προηγούµενών µας πράξεων, οι οποίες δηµιούργησαν την ενοχή µας και χρειάζεται γι' αυτές µετάνοια. Όταν τα απρεπή αυτά νοήµατα παύσουν να υπάρχουν, µε τη Χάρη του Χριστού, τότε έχουµε πραγµατική µετάνοια και προκοπή, οπότε υπάρχει και πραγµατική άφεση. Όσα από τα πάθη είναι σωµατικά καταβάλλονται µε σωµατική άσκηση και κακοπάθεια. όσα είναι ψυχικά, καταργούνται µε ταπεινοφροσύνη, πραότητα και αγάπη. Την εµπαθή επιθυµία µαραίνει η εγκράτεια ενωµένη µε την ταπεινοφροσύνη. την αγριότητα του θυµού καταπραύνει η αγάπη και η συµπάθεια. το λογισµό που περιπλανιέται εδώ και εκεί, τον συγκεντρώνει η επίµονη προσευχή µε ενθύµηση του Θεού και έτσι καθαρίζεται το τριµερές της ψυχής. Αυτό υπονοεί ο Απόστολος όταν λέγει: Ειρήνην διώκετε µετά πάντων και τον αγιασµόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (`Εβρ. ιβ' 14). Εκείνους που ζουν µέσα στον κόσµο και είναι κοντά στα αίτια και τις ύλες των παθών, οι δαίµονες τους πολεµούν και παλεύουν να τους ρίξουν στην αµαρτία που γίνεται µε την πράξη. Όσους βρίσκονται µακρυά από τις ύλες και τα αίτια, τους ενοχλούν µε τους λογισµούς και τις µνήµες. Και είναι πολύ φοβερώτερος ο δεύτερος πόλεµος από τον πρώτο. Γιατί ο πόλεµος µε τα πράγµατα έχει ανάγκη από χρόνο και τόπο και ευκαιρίες. Ενώ ο πόλεµος του νου είναι άµεσος και ταχύς, πιο ελεύθερος και δύσκολα µπορεί να αντιµετωπιστεί. Σ αυτήν την ασώµατη µάχη, µας έχει δοθεί ως όπλο η καθαρή και επίµονη προσευχή, γι' αυτό και έχει νοµοθετηθεί να γίνεται αδιάλειπτα. Κάθε συγκατάθεση εµπαθούς λογισµού προς µια απαγορευµένη επιθυµία, δηλαδή υποχώρηση ηδονική, θεωρείται ενοχή στον αγωνιζόµενο. Προηγείται πάντοτε ο λογισµός µε το παθητικό µέρος να σκοτίζει το νου, µετά λυγίζει, κλίνει η ψυχή προς την ηδονή, γιατί δεν µπορεί να αντισταθεί στην πάλη. Αυτό λέγεται συγκατάθεση. Όταν η κατάσταση αυτή πολυκαιρίσει κινεί το πάθος. Και ύστερα έρχεται σιγά-σιγά η διάπραξη της αµαρτίας. Η πίστη είναι ένα αγαθό της εσωτερικής διάθεσης της ψυχής. Αυτή γεννά µέσα µας το θείο φόβο. Ο θείος φόβος διδάσκει την τήρηση των εντολών, η οποία λέγεται πρακτική. Η απρόσκοπτη εφαρµογή της πρακτικής, µε τη Χάρη του Χριστού, οδηγεί προς την απάθεια και ελευθερία. Γέννηµα της απάθειας είναι η αγάπη, η οποία είναι εκπλήρωση των εντολών. Ο τελειότερος τρόπος της φυσικής λειτουργίας των δυνάµεων της ψυχής είναι ο εξής: Το λογικό µέρος της ψυχής ασχολείται επίµονα και σταθερά µε τη θεωρία των αρετών. το επιθυµητικό στρέφεται µε ένταση προς τη θεωρία αυτή και το δοτήρα της Χριστό και το θυµικό οπλίζεται κατά των δαιµόνων. Το ολέθριο πάθος της µνησικακίας οι Πατέρες µας διατάσσουν να το αποστρεφόµαστε µε κάθε τρόπο. Αυτό και µόνο µεταστρέφει την ψυχή στο διαβολικό ήθος και είδος και αποµακρύνει εντελώς την παρουσία και ενέργεια της Χάρης και επισύρει όχι το έλεος αλλά τη δίκαιη οργή και αγανάκτηση του Θεού, ο οποίος είναι και ονοµάζεται αγάπη. Μάλλον να προσεύχεσαι θερµά για χάρη εκείνου που σε λύπησε και να τον ευεργετείς σε ό,τι µπορείς, για να σώσεις την ψυχή σου από το θάνατο και για να µην είσαι χωρίς παρρησία στην προσευχή σου. Σε ταπεινές ψυχές αναπαύεται ο Κύριος, στις υπερήφανες αναπαύονται όλα τα πάθη της ατιµίας. Τίποτε άλλο δεν δυναµώνει αυτά τα πάθη όσο οι υπερήφανοι λογισµοί και τίποτε άλλο δεν τα ξεριζώνει όσο η µακάρια ταπείνωση. Γι' αυτό δίκαια ονοµάζεται παθοκτόνος. Εκείνος που πρόθυµα φροντίζει για τη σωφροσύνη µε στόχο την µακαριώτατη αγνότητα, την οποία µπορούµε να ονοµάσουµε και απάθεια, δεν πρέπει να λυπάται το σώµα καθόλου. Στο φρόνηµα και το λογισµό να έχει πάντοτε ταπείνωση. Πολύ βοηθά και η συνεχής επίκληση του ονόµατος του Κυρίου.
23/43

Τα εργαλεία, που συντελούν για την απόκτηση των αρετών είναι οι σωµατικοί κόποι µε γνώση. όπως και τα γεννήµατα των παθών τα δηµιουργεί η ραθυµία. Η προσοχή και αποχή από την κατάκριση είναι ισχυρή ασφάλεια στους αγωνιζόµενους. Η φυλακή της γλώσσας φανερώνει τον πρακτικό αγωνιστή. Η συµπάθεια γενικά και η κατά δύναµη ελεηµοσύνη οδηγεί προς την αγάπη και η αγάπη, όιπως πάντοτε, είναι η θύρα της αγνότητας. Ο άσκοπος περισπασµός είναι η ρίζα των παθών και η σκληροκαρδία γεννά την οργή. Το πένθος, που η αυτοµεµψία προκαλεί, ξεριζώνει όλες τις κακίες χωρίς ταραχή και το να µη ελέγχουµε τον πλησίον φέρνει την ταπεινοφροσύνη. Προσοχή στους επαίνους των ανθρώπων γιατί γεννάται η υπερηφάνεια ανεπαίσθητα, χωρίς να το καταλάβουµε. Η µνήµη τού Θεού και ειδικά των θείων κριµάτων προκαλεί το θείο φόβο στην ψυχή. όποιος καταπατεί τη συνείδηση, σκορπίζει ο,τιδήποτε καλό άπέκτησε µε κόπο. Μέγα όπλο κατά της αµέλειας είναι η προς το Θεό αγάπη και η προς αυτήν επίδοση, είναι η εν γνώσει σιωπή. Η προς τον πλησίον υπακοή, εάν έχει το ίδιο φρόνηµα και ζει µαζί µας, είναι σηµείο ότι ο νους απέκτησε αίσθηση των αρετών. ενώ η ιδιορρυθµία είναι δείγµα της αγνωσίας. Ολεθριώτατο πάθος κατά των αγωνιζοµένων είναι η κενοδοξία, εάν γίνεται παραδεκτή, όπως κεφάλαιο των αρετών είναι η ταπεινοφροσύνη. Κεφάλαιο των παθών και της κακίας είναι η γαστριµαργία. Εκείνος που έµαθε να προσπίπτει συνεχώς µπροστά στο Θεό µαζί µε άλλα αγαθά που κερδίζει είναι και να υποµένει τα σκώµµατα και τις ύβρεις χωρίς ταραχή. τα δάκρυα αυτής της εργασίας δεν επιδέχονται εχθρική επιβουλή. Σε εκείνον που µε αγαθή πρόθεση αγάπησε τον κόπο της περιεκτικής φιλοπονίας γεννάται µίσος προς τα πάθη. Η οκνηρία όµως πάλι τα επαναφέρει χωρίς κόπο. «∆ια πίστεως περιπατούµεν, ου δια είδους» (Β' Κορ. ε' 7). Η ενδιάθετη και ορθή πίστη γεννά το φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού παρακινεί στην ακριβή τήρηση των θείων εντολών. Η εφαρµογή των θείων εντολών ολοκληρώνει τη λεγόµενη «πρακτική», που είναι η αρχή και βάση της «θεωρίας». Της θεωρίας καρπός και τέρµα είναι η αγάπη. Κι' αν ο Θεός µας είναι η αγάπη, «ο µένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ µένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α Ι ω. δ' 16). Η περιέργεια και η διάχυση των άσκοπων µετακινήσεων είναι επιζήµια γιατί σκορπίζει τη θέρµη της Χάρης και µαραίνει τον αγνό πόθο. ∆ίκαια λέγει η Γραφή «ρεµβασµός επιθυµίας µεταλλεύει νουν άκακον» (Σοφ. Σολ. δ' 12).
Μνήµη θανάτου και των µελλόντων

Η πρώτη αρχή και υγιής βάση της ησυχίας είναι η παραµονή σ' ένα τόπο και η ακριβής τήρηση κατάλληλου προγράµµατος µε επιµονή. Στην αρχή, συγκέντρωση τον νου από τον ακατάσχετο µετεωρισµό, µε πρώτη τη µνήµη τον θανάτου. Όχι µνήµη θανάτου αόριστα και γενικά. Μνήµη της τελευταίας στιγµής, της έσχατης, του αποχωρισµού της ψυχής σου από το σώµα. Όπου άγγελοι και δαίµονες παρίστανται και αγωνίζονται ποιος θα πάρει την ψυχή που τρέµει και στενάζει. Σκέψου το ψέµα και τη µαταιότητα της εδώ ζωής και υπολόγισε πόσο άσκοπη είναι η αιχµαλωσία της ψυχής απ' αυτήν. Να θυµάσαι την κρίση και τη δικαιοσύνη του Θεού που ακολουθεί αµέσως και που αποδίδεται στον καθένα σύµφωνα µε τις πράξεις του. ∆εν είναι πλέον Θεός ελέους, οικτιρµών και φιλανθρωπίας, όπως στην παρούσα ζωή, αλλά «Θεός εκδικήσεων» και δικαιοσύνης γιατί «εν τω Αδη ουκ έστι µετάνοια». Εάν η διαγωγή µας δεν ήταν ακριβής και ούτε η µετάνοιά µας τουλάχιστον ολοκληρωµένη και µας απορρίψουν από τη µερίδα των σωζοµένων, αυτά που µας περιµένουν και όσους άλλους κατακριθούν, είναι τροµερά και µόνο να τα διηγηθεί κανείς. «Γέενα, λίµνη πυρός, σκώληξ ακοίµητος, βρυγµός οδόντων» και άλλα φρικτά βασανιστήρια και το µεγαλύτερο όλων, η αιώνια παράτασή τους. Πολλοί συνετοί από τη θεωρία αυτήν απόκτησαν τα σωτήρια δάκρυα και έσβησαν µε αυτά το φρικιαστικό τούτο κατάντηµα.
24/43

Αντίθετη προς τη µνήµη της κρίσης είναι η αντίστοιχη θεωρία των δικαίων. Αυτοί µε τη χάρη και το έλεος του Χριστού έγιναν και έµειναν ευλαβείς και προσεκτικοί. Εν αισθήσει περιµένουν τη θεία παναγαθότητα να τους υποδεχθεί και να τους απαλλάξει από τους κόπους και πόνούς της εδώ εργασίας τους. Πόση, ω πόση η προσδοκία και η χαρά τους, όταν θα ακούσουν το κέντρο της αγάπης τους να τους προσκαλεί κοντά του. «∆εύτε προς µε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισµένοι, καγώ αναπαύσω υµάς» (Ματθ. ια' 28). Ως απαρχή συγκέντρωσης και πνευµατικής εργασίας αυτός ο τρόπος είναι επωφελέστατος και η δοκιµή θα πείσει τους ενδιαφεροµένους.
Περιεκτική κακοπάθεια και προσευχή

Αλλος τρόπος που συνδέεται µε την ιερή αυτή ησυχία είναι η κατά δύναµη περιεκτική κακοπάθεια που συµβολίζει την άρση του σταυρού, που πήραµε ως εντολή. Πρώτη και κύρια αρχή η νηστεία, η κατά δύναµη αγρυπνία, η σιωπή και αποκοπή από τους λόγους και τις πράξεις αυτού τον κόσµου. ιδιαίτερα όµως -και ανώτερη όλων- η προσευχή, που πρέπει η εµµονή µας σ' αυτή να είναι κατά το δυνατό µεγάλη. Τόση είναι η σηµασία της -ο Παύλος τη δογµατίζει αδιάλειπτη- γιατί και στην αιωνιότητα αυτή θα παραµείνει σ' όσα λογικά όντα δηµιούργησε ο Θεός. Στο έργο της προσευχής οι Πατέρες συνιστούν την επιµονή γιατί η παναρετή αυτή είναι η πιο κουραστική για την πολλαπλή και µεγάλη προσφορά της. Γι' αυτό διαταχτήκαµε να µη «εκκ ακώµεν» αλλά να «αιτώµεν, να ζητώµεν, να κρούωµεν» (πρβλ. Ματθ. ζ' 7) ώστε η πρόθεσή µας να γίνει φανερή ότι « εν αισθήσει και γνώσει» α παιτούµε τη θεία συµπαράσταση. Η προσευχή είναι καθαρή εργασία του νου. `Ο νους που συνήθισε στην αδιαφορία και το σκορπισµό δεν θέλει τον περιορισµό και τη δέσµευση στο µονολόγιστο τρόπο της προσευχής. Προσθέστε σ' αυτό και τις συσσωρευµένες εικόνες των προλήψεων, που είναι τυπωµένες στην οθόνη της φαντασίας και ελκύουν το νου στις παλαιές συνήθειες. Έχουµε όµως και τον πονηρότατό µας εχθρό που αντιστέκεται και πολεµά όσους θέλουν να προσεύχονται. Γενικά οι παλαιές συνήθειες, ως µέρος του κόσµου τούτου, εµποδίζουν την παρουσία της µέλλουσας ζωής. Η καλή όµως επιµονή, µε τη βοήθεια της θείας Χάρης, υπερνικά όλες τις δυσκολίες εάν παραµείνουµε και ζητούµε. Στην αρχή πάντοτε παρουσιάζεται δυσκολία όπως σε κάθε δραστηριότητα. Η δυσκολία όµως δεν είναι δείγµα αποτυχίας η λανθασµένης ενέργειας. Γνωρίσαµε εκ πείρας, παρακινούµενοι από τους πνευµατικούς µας πατέρες, να επιµένουµε στην επίκληση του πανάγιου ονόµατος του σωτήρα µας, έστω και αν ο νους σκορπίζεται. Η επιµονή γεννά τη συνήθεια και αυτή απαλλάσσει από τον προηγούµενο κόπο της προσπάθειας. Αλλά και ο πανάγαθός µας σωτήρας, που τον επικαλούµαστε µε επιµονή, είναι αδύνατο να παραβλέψει αντούς που προσπίπτουν ικετευτικά. Αυτός που «έτι αµαρτωλών όντων ηµών υπέρ ηµών απέθανε» (Ρωµ. ε' 8), «θέληµα των φοβουµένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς» (Ψαλµ. ρµδ' 19). Τονίζούµε ιδιαίτερα σε όσους θέλούν να µπουν στο στάδιο της πολύαθλης µετάνοιας το θέµα της προσοχής. Οι δολιώτατοι εχθροί µας δεν αργούν να επαναφέρουν τα πάθη και τις συνήθειες, που έχουν ηττηθεί πριν από εµάς, εάν η προσοχή µας νυστάξει για λίγο. Όταν ακούαµε κάποτε τους έµπειρους Γέροντές µας να µας εύχονται πείρα παρά Χάρη απορούσαµε, γιατί δεν γνωρίζαµε τη δύναµη των λόγων τους. Όταν µπήκαµε σιγά - σιγά στο στάδιο της πρακτικής µετάνοιας µάθαµε πρακτικά τη σηµασία της ευχής. Όποιος µε προσεκτική εργασία στον αόρατο πόλεµο απόκτησε το λάφυρο της πείρας πολλές χάριτες µπορεί να κερδίσει «ου γαρ τα νοήµατα των εχθρών του αγνοεί» . Η δωρεάν όµως Χάρη χωρίς πείρα είναι πολύ δύσκολο να κρατηθεί. Οι έµπειροι Πατέρες κρίνουν ότι ευκολώτερα προκόβει στην αρετή η ψύχή που επιστρέφει µε µετάνοια, εάν αγωνίζεται ορθά και µε ευλάβεια, παρά αυτή που πρόκοψε αλλά µε την αµέλεια επέστρεψε στην προηγούµενη ζωή. Η δεύτερη θα συναντήσει πολλούς αντιπάλους, µετά την προδοσία, όταν θελήσει να επανορθώσει το σφάλµα. Το ολίσθηµα προκάλεσε η απροσεξία και γι' αυτό η θεία Χάρη, που ανέσυρε προηγουµένως από την ακάθαρτη ζωή τον άνθρωπο, έχει προσβληθεί και εύκολα δεν ξαναπροσέρχεται ως σύµµαχος. Τότε η λύσσα της αποθάρρυνσης, που πιέζει προς την απόγνωση, είναι ορµητική και χωρίς έµπειρο οδηγό η έκβαση είναι αµφίβολη.
25/43

Η πρόφαση της οικονοµίας

Μιά άλλη απατηλή µέθοδος των επίβουλων εχθρών είναι η πρόφαση της οικονοµίας λόγω της κόπωσης και της εξάντλησης που συµβαίνει στον αγωνιστή. Τότε οι απατεώνες γίνονται οικτίρµονες και υποκινούν στη δήθεν οικονοµία µε τη χαλάρωση τον προγράµµατος. Εδώ χρειάζεται πολλή διάκριση. Όλη η ωφέλεια της προκοπής στο έργο της µετάνοιας προήλθε και από τη θεία Χάρη αλλά και από τον ανθρώπινο παράγοντα, που εκφράζεται µε την ακρίβεια της φιλοπονίας. Η επιµονή στο πρόγραµµα είναι η πεµπτουσία του όλου στόχου. Αυτό συµπληρώνει την οµολογία, που είναι ο γενικός πανανθρώπινος σκοπός. Η πρώτη άρνηση προκάλεσε την πτώση και από αυτήν γεννήθηκε όλη η αθλιότητα της φθοράς και των δεινών. Με την υποταγή και οµολογία, ο Κύριός µας, εγκαινίασε την ανάσταση και σωτηρία και µας επανέφερε στην ισορροπία. Η ακρίβεια του ενάρετου προγραµµατισµού είναι η σταθερώτερη οµολογία γιατί, κατά το λόγο του Κυρίου, οπαδοί του είναι όσοι αρνούνται και αυτήν την ψυχή τους «δια τους λόγους των χειλέων του». Οι Πατέρες ανεπιφύλακτα συνιστούν την ακρίβεια τον προγράµµατος ως αλάνθαστου σωσιβίου στη διασπασµένη προσωπικότητά µας αφού γίναµε µετά την πτώση θύµατα κάθε κακής επιρροής.
Ασκοπες διαχύσεις

Αλλος παράγοντας που προκαλεί ανυπολόγιστη ζηµιά στον αγωνιζόµενό στο στάδιο της µετάνοιας είναι οι άσκοπες διαχύσεις. Αυτές παραλύουν την προσοχή της εσωστρέφειας, που στηρίζει την ισορροπία των αισθήσεων και ειδικά τον νου, που είναι ο οφθαλµός. Το «πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν» (Παρ. δ' 23) παραµελείται και εύκολα τα πάθη, οι συνήθειες και οι προλήψεις κυριαρχούν. Το «έστωσαν αι οσφύες περιεζωσµέναι και οι λύχνοι καιόµενοι» (Λουκ. ιβ' 35), που ο Κύριος διατάζει, µε αυτήν την απροσεξία της κατάργησης της φυλακής καταφρονείται. Η τήρηση της σιωπής είναι το καλύτερο χαλινάρι κατά των διαχύσεων και γενικά τον άσκοπου µετεωρισµού. Η συστολή των διαχύσεων και η συγκράτηση της γλώσσας ενισχύονν τη θέρµη και την παραµονή του θείου ζήλου και αυξάνει η προθυµία της ενάρετης ζωής στην οποία εκδηλώνεται η αγάπη προς το Θεό. ∆ίκαια λοιπού ειπώθηκε σ' αύτούς που αγωνίζονται µε ζήλο «φεύγε, σιώπα, ησύχαζε».
«Πάσαν την ζωήν ηµών Χριστώ τω Θεώ παραθώµεθα»

Εάν κατά το ιερό λόγιο «ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού» και « υµών αι τρίχες πάσαι ηριθµηµέναι εισίν» (Ματθ. ι' 3θ), οφείλουµε να αναθέσονµε τα πάντα µε την πίστη στο Χριστό και τίποτε σε καµµιά περίπτωση στους εαυτούς µας ή σε κάποιον άλλο παράγοντα. Αυτός ο τρόπος της ανάθεσης των πάντων στο Χριστό, µε την πίστη, έχει διπλή ιδιότητα, γιατί δύο είναι τα αίτια και στοιχεία που µας περιβάλλουν. Το ένα είναι η παντός είδους φιλαυτία, που κατά το σύστηµα τον παλαιού ανθρώπου µας πιέζει προς τη φιληδονία και τη φιλαρέσκεια και που µόνο η αυταπάρνηση µε την πίστη προς το Χριστό καταβάλλει. Το δεύτερο είναι οι πειρασµοί και οι δοκιµασίες, που οφείλονται στην πανσωστική πρόνοια του Κυρίου µας και που γίνονται υποφερτοί µε την πίστη προς το Χριστό έφ' όσον «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ'23). Τόση είναι η δύναµη αυτής της πίστης, ώστε να περιφρονούνται από τις στρατιές των µαρτύρων και παντοειδών αθλητών και οι γονείς και οι αξίες και ακόµη αυτή η ίδια η ζωή. Η ενέργεια της πίστης, όταν αναλυθεί πρακτικά, έχει την αρχή της στα ακόλουθα ιδιώµατα. Γεννάται η επιθυµία όσων καλών υπόσχονται Οι θείες επαγγελίες και ο φόβος για όσες τιµωρίες θα ακολουθήσουν τους αποστάτες. Και τα δύο, επιθυµία και φόβος, διεγείρουν τη συνείδηση προς την τήρηση των θείων εντολών. Η έµπρακτη τήρηση των εντολών διεγείρει µέσα µας το θείο ζήλο, τη θέρµη, την ευλάβεια. Αυτά µειώνουν τον κόπο της προσπάθειας επειδή επικρατεί η καλή συνήθεια και το πρόγραµµα, που είναι το σταθερό σωσίβιο ειδικά στους ασθενείς χαρακτήρες.
Προσοχή και επιµονή

Εκείνος που µε τη Χάρη του Χριστού αξιώθηκε να κάνει την καλή αυτήν εργασία οφείλει να έχει πολλή προσοχή και επιµονή γιατί ο εχθρός γνωρίζοντας την προκοπή που θα ακολουθήσει, δεν θα διστάσει να προκαλέσει ζηµιά «εξ αριστερών». Με προφάσεις αγάπης και οικονοµίας
26/43

παρακινεί να υποχωρήσουµε στο πρόγραµµα και στην προσοχή, που προκαλούν τη θέρµη και το ζήλο και τότε αρχίζει η οπισθοχώρηση, εάν για λίγο επικρατήσει η αµέλεια. Εάν κατανοούσαµε τα σωτήρια λόγια του Παύλου «ευδοκώ εν ασθενείαις, εν ύβρεσιν, εν ανάγκαις» (Β' Κορ. ιβ' 1θ) και «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β' Τιµ. γ' 12), θα καταργείτο η επίµονη αυθάδεια του παράλογου και καταραµένου «γιατί;», που είναι η βάση του δικαιώµατος, η σπονδύλική στήλη της αποστασίας και του αναρχισµού, η αιτία της πτώσης και της διαστροφής αυτών που δηµιουργήθηκαν «λίαν καλώς» από το δηµιούργό. Η επανόρθωση και αποθεραπεία, που πραγµατοποίησε η σάρκωση του Θεού Λόγου βρίσκεται στο ταπεινό φρόνηµα, στην απάρνηση του δικού µας θελήµατος, στο νόµο της αλληλεγγύης, σύµφωνα µε τον οποίο «αλλήλων τα βάρη βαστάζοµεν». Η αιτία της σύνολικής καταστροφής βρίσκεται στη φιλαύτία, που σηµαίνει ιδιοτέλεια, αυταρέσκεια και φιληδονία. Η αποµόνωση όλων αύυτών στηρίζεται στη φιλοπονία, µε την αυταπάρνηση που κατορθώνεται από τη Χάρη, µε την ευµέθοδο άσκηση. Μητέρα κάθε παράβασης και προδοσίας είναι η ηδονή και µητέρα κάθε επανόρθωσης και επιτυχίας, µε τη βοήθεια της Χάρης, είναι η οδύνη της κόπωσης την οποία προκαλεί η αυταπάρνηση. Αν και είναι απαραίτητη η προσφορά της δικής µας θέλησης µε την περιεκτική φιλοπονία, χωρίς τη συνδροµή της θείας Χάρης είναι αδύνατη η επιτυχία σύµφωνα µε το λόγο τον Κυρίου ότι «χωρίς εµού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ('Ιω. ιε' 5). Η πατερική εµπειρία -παλαιότερη και νεώτερη- µας πείθει ότι οι αγωνιζόµενοι πρέπει να έχουν πολλή προσοχή από τη δυνατή επίθεση της αµέλειας, που ακούραστα συµπορεύεται µε τους αγωνιζοµένους. Στην αρχή η ίδια η Χάρη, που προσβλήθηκε, ραθυµεί να επανέλθει. Επανέρχεται µε όχι συνηθισµένους πόνους και δάκρυα αλλά και µε πολλούς και επίµονους κόπους. Επιπλέον, η αµέλεια που επικράτησε, γίνεται δυσκαταπολέµητη έχοντας συνεργούς τους δαίµονες. Μεγαλύτερο όµως δεινό, που αποτρέπει τη µετάνοια, είναι το πνεύµα της λύπης που υποστηρίζει την αποθάρρυνση. Χρησιµώτατοι σύµµαχοι της κοπιαστικής αυτής εργασίας είναι οι σωµατικοί κόποι και το ταπεινό φρόνηµα, όσο µπορεί κανείς, και τα δάκρυα της προσευχόµενης και θλιµµένης καρδιάς. « ίδε την ταπείνωσίν µου και τον κόπον και άφες πάσας τας αµαρτίας µου» (Ψαλµ. κδ' 18) και «των δακρύων µου µη παρασιωπήσης» (πρβλ. Ψαλµ. λη' 13) και πάλι « εγενήθη τα δάκρυά µου εµοί άρτος ηµέρας και νυκτός και το πόµα µου µετά κλαυθµού εκίρνων» (Ψαλµ. µα' 4, ρα' 1θ). Οι πατέρες µας συνιστούν -σαν ένα παρά πολύ αποδοτικό τρόπο άσκησης- τη σύζευξη και συνένωση της πρακτικής µε τη γνώση, ως των καλύτερων µέσων προκοπής. Η γνώση αναπτερώνει τη νοερά ουσία στη θεωρία των υψηλότερων πνευµατικών θεωριών, ενώ η πρακτική νεκρώνει «τα µέλη τα επί της γης» τις παράλογες δηλαδή σωµατικές κινήσεις. Όταν αυτές νεκρωθούν βλαστάνουν τα άνθη των αρετών. Εκείνος που µε αυτόν τον τρόπο σταύρωσε τη σάρκα «συν τοις παθήµασι και ταις επιθυµί αις» (Γαλ. ε' 16) µπορεί µαζί µε τον Παύλο να λέγει: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εµοί Χριστός» (Γαλ. β' 2θ). «Εκείνος εστιν ο βαστάζων τα στίγµατα του Χριστού εν τη θνητή σαρκί αυτού, ο της σαρκός το άνθος µαράνας δι' ασκήσεως και υποταγής, ο τους λοιδορούντας και υβρίζοντας ανεχόµενος και συγχωρών και το εξ αυτού µετά ανθρώπων ειρηνεύων» (Πατερική ρήση).
Αρετές και κακίες αλληλοεξαρτώνται

Στήν πρακτική άσκηση δεν έχει τόση σηµασία ποιά εργασία είναι επωφελέστερη, γιατί όλες οι αγαθοεργίες η αρετές συνδέονται και εξαρτώνται η µια από την άλλη. Αυτό σηµαίνει ότι κάθε αρετή έχει τη θέση της και πρέπει να ενεργείται όταν έλθει η ώρα της. Με την εργασία της προσευχής συνδέεται η αγάπη. Με την αγάπη συνδέεται η χαρά, µε τη χαρά η πραότητα. Πραότητα χωρίς την ταπεινοφροσύνη είναι ανέφικτη. Από αυτή γεννάται η διακονία. Στην ιερώτατη αυτή σειρά έπονται η ελπίδα, η πίστη και η υπακοή στην οποία βρίσκεται η απλότητα που µακαρίζει ο Κύριος. «Εάν µη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου µη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. ιη' 3).

27/43

Και οι κακίες πάλι κατά τον ίδιο τρόπο συνδέονται και εξαρτώνται. Το θυµό ακολουθεί το µίσος, την υπερηφάνεια η κενοδοξία και συνεχίζει ο όλεθρος της πτώσης και τον θανάτου. Ακολουθεί η απιστία και η σκληροκαρδία από την οποία γεννάται η αµέλεια και απ' αυτήν η χαύνωση. Μετά ακολουθεί η άνευ όρων παράδοση εάν δεν υπάρξει µε τη Χάρη του Χριστού πνευµατικά έµπειρος συµπαραστάτης.
Μνήµη Θεού

Ο Κύριος, όπως επανειληµµένα αναφέραµε, λέγει ότι «χωρίς εµού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ('Ιω. ιε' 5). Στη τάξη και σειρά της πνευµατικής εργασίας πιστεύω ότι η πρώτη βάση είναι η µνήµη τον Θεού. Όσοι θέλουν να στρατευθούν στην ιερή αυτή άθληση προκαλούµε να βάλουν ως καλή αρχή αυτήν την προσπάθεια. «Μνηµονευτέον Θεού µάλλον ή άναπνευστέον» και τότε ως «νοµίµως αθλούντες» θα έχουν αχώριστα µαζί τους τον κραταιόν εν πολέµοις Κύριον». Όταν η µνήµη του Θεού είναι παρούσα µε τη συνεχή επίκληση, ο νους δέχεται φωτισµό ώστε να µην πλανάται στις κρίσεις του. ταυτόχρονα όµως ξυπνά και το ζήλο, που σηκώνει το βάρος του κόπου, ώστε η φιλοπονία να γίνεται υποφερτή. Αυτά είναι τα εισαγωγικά. Εάν η µνήµη του Θεού παραταθεί µε περισσότερη επιµονή ξυπνά την αίσθηση της αγάπης του Θεού, που είναι το κεφάλαιο της «εν Θεώ» προκοπής. Αν και κάθε φιλόπονη εργασία που γίνεται για την κατόρθωση της αρετής είναι επωφελής, δεν είναι ανώτερη της µνήµης του Θεού. Περιστρεφόµενο το πανάγιο όνοµα του Κυρίου, µε την επίκληση, κάνει αισθητή την παρουσία του ίδιου του σωτήρα, το όνοµα του οποίου δεν είναι µια απλή λέξη αλλά µια ζωντανή ενέργεια. Αυτός είναι ο λόγος που οι Πατέρες µας διδάσκουν «Ιησού ονόµατι µάστιζε πολεµίους». Το ίδιο νόηµα έχει και η παρακίνηση του Παύλου σε αδιάλειπτη προσευχή. Σ αυτόν που προσκαρτερεί στην προσευχή «ποιήσει ο Θεός την εκδίκησιν εν τάχει» α φού ηµέρα και νύκτα παρακαλεί. Το «γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Ματθ. κστ' 41) και «µη εκκα κείν εν ταις προσευχαίς» (πρβλ. Λουκ. ιη' 41) χαρακτηρίζουν την επιµονή που απαιτείται. Με την επιµονή αυτή κάθε µεθοδεία και σατανικότητα τον εχθρού ανατρέπεται, αλλά θεραπεύονται και της φύσης οι αστάθειες και ανωµαλίες. Η θεόσδοτη πατερική διδασκαλία, αλλά και η φυσική συνέπεια, µας πείθει ότι απαραίτητος νόµος και όρος επιτυχίας σε κάθε προσπάθειά µας, είναι να αποθέτουµε στο Θεό τόσο την αρχή όσο και το τέλος του επιδιωκόµενου σκοπού και σ' αυτόν να αποβλέπουµε. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλ. ρι' 1θ).
Η θεοειδής κατασκευή µας

Ένας τρόπος για να βρούµε το σκοπό της ζωής µας κοντά στο Θεό, είναι η µνήµη της θεοει δούς µας κατασκευής, ως «κατ' εικόνα και καθ' όµοίωσιν» µε το δεσπότη και Θεό µας. Αρα επιβάλλεται να γίνουµε όµοιοι και να αφοµοιωθούµε µε το πρωτότυπο. ∆εύτερος τρόπος είναι η ενθύµηση ότι η προσωπικότητά µας υπέστη συντριβή και έχουµε διά νοια « εγκειµένην επι τα πονηρά εκ νεότητός µας». Τρίτος και επωφελέστατος τρόπος είναι ο ανακαινισµός µας, που έγινε µε την παρουσία και το φωτεινό παράδειγµα του ανακαινιστή της φύσης µας. Εάν οι τρεις αυτοί τρόποι συνεχώς περιστρέ φονται στη διάνοια και πρόθεσή µας, ασφαλώς η απόφαση και η δράση µας θα είναι επιτυχηµένες και η µερίδα του κλήρου µας θα είναι µε τους σεσωσµένους, µε τη Χάρη τον Χριστού.
Αποµάκρυνση των αιτίων

Η προσεκτική χρήση των µέσων που επιβάλλει η περιεκτική µετάνοια είναι το επόµενο στάδιο για τους φιλόπονους αθλητές. Ο τρόπος, ο τόπος, τα πρόσωπα και τα πράγµατα µε τα οποία περι στρεφόµαστε πρέπει να αντιµετωπίζονται « εν σοφία», γιατί ο απαίσιος, επίβουλος και ισόβιος εχθρός, ο νόµος της διαστροφής και ο παλαιός άνθρωπος, εκβιάζουν στη συνεχή παράβαση των σωτηριωδών µέσων της ανάπλασής µας. Εάν το «δις εξαµαρτείν ουκ ανδρός σοφού» το να πέφτουµε στο ίδιο σφάλµα πολλές φορές πως θα το χαρακτηρίσουµε; Και η αιτία είναι το ότι δεν άποµακρύνουµε το αίτιο που πιέζει τη συνήθεια της κακής πράξης.
28/43

Σοφά οι Πατέρες µας τονίζουν ότι «παρόντων των αιτίων η µάχη είναι επισφαλής». Η αποφυγή των αισθητών αιτίων είναι ωφέλιµη εάν συνδέεται µε τη λογική αντίσταση στα εµπαθή νοήµατα. Η µόνη όµως λύτρωση και σωτηρία, από όλα όσα αντιστέκονται και εµποδίζουν την ίασή µας, είναι η Χάρη του Κυρίου µας, που χωρίς αυτήν δεν µπορεί κανείς να διασωθεί. Να το συµπέρασµα από όλες τις Γραφές: Η πιο καλή αρχή είναι η αποµάκρυνση από τα αίτια, η αντίσταση κατά των αντίθετων νοηµάτων και η συνεχής επίκληση τον θείου ονόµατος του πανάγαθου σωτήρα µας. Ολόκληρος ο δαίδαλος του αίσθητού και αόρατου πολέµου γι' αυτούς που θέλουν να αξιωθούν των θείων επαγγελιών, περικλείεται στα τρία αυτά είδη. Όπως περιγράψαµε τους τρόπους και όρους που µας εµποδίζουν στην προκοπή, υπάρχουν και οι ευνοϊκοί όροι που µας βοηθονν στη σωτηρία µας, εάν είµαστε προσεκτικοί και πρόθυµοι. Αναφέραµε προηγουµένως τη µνήµη της θεοειδούς καταγωγής µας, ως βάσης των σκέψεων και αποφάσεών µας. Περισσότερο όµως στην παρούσα ζωή επιδρά, δυστυχώς, η µεταπτωτικά διεστραµµένη φύση µας. Και το πλέον επείγον µέληµα και καθήκον µας είναι να µην εµπιστευόµαστε τα συναισθήµατά µας και τις ευλογοφανείς προφάσεις. «Πάντα ηµίν έξεστιν αλλ' ου πάντα συµφέρει» (Α' Κορ. στ' 12). Και αυτή ακόµη η χρεία -που συνδέεται µε τη βιολογική µας υπόσταση δεν πρέπει να γίνεται πιστευτή, χωρίς να ελεγχθεί αν πράγµατι είναι µόνο χρεία. Μπορεί, κάτω από τα όποια σκιρτήµατα, να υποκρύπτεται η πολύµορφη επιθυµία, που µε κάθε τρόπο προσπαθεί να µας αιχµαλωτίσει. Λόγω της «εγκειµένης επί τα πονηρά διανοίας και διαθέσεώς µας», πρέπει να βρισκόµαστε σε επιφυλακή, κατά το «πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν ίνα µη εισπηδήση ο θάνατος δια των θυρίδων» (Παρ. δ' 23). Και αυτά ακόµη τα φοβερά θηρία, από τον ερεθισµό της φυσικής χρείας, πέφτουν στις παγίδες του θανάτου. Ένα πανίσχυρο αντίδοτο σ' αυτή την επιβουλή είναι για µας η πίστη στην πρόνοια και κηδεµονία τον Κυρίου. Με αυτόν τον τρόπο, αφού «αυτώ µέλλει περί ηµών» και «ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού», κατευνάζουµε τη βία των προφάσεων στον τοµέα της αναγκαιότητας, όπου και στήνεται η παγίδα. Εάν «ουδείς δύναται ποιήσαι µίαν τρίχα λευκήν η µέλαινα ουδέ προσθήναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα» (Ματθ. στ' 27), αυτό δεν σηµαίνει ότι όλα τα ρυθµίζει η πανσωστική δεξιά του προνοητή Κυρίου και όχι η ανθρώπινη προσπάθεια και µέριµνα; Το « επίρρι ψ ον επί Κύριον την µέριµνάν σου και αυτός σε διαθρέψει» (Ψαλµ. νδ'23), δεν φανερώνει τη θεία κηδεµονία, που είναι µεγαλύτερη από τη δική µας προσπάθεια; Από την προσωπικότητά µας αφαιρέθηκε µετά την πτώση η κυριότητα και είµαστε πλέον θύµατα της επιρροής. Επιδρούν ακώλυτα σε µας όσα µας περιβάλλουν και µε αυτά ο εχθρός ερεθίζει τις αισθήσεις στο όνοµα δήθεν της χρείας. Εδώ φαίνεται η εξυπνάδα των αγωνιζοµένων που «πάση φυλακή» τηρούν την καρδιά τους. Τα αισθητά πράγµατα προκαλούν. Μεγαλύτερος κίνδύνος όµως υπάρχει από τα εµπαθή νοήµατα που πιέζουν τους αδύνατους χαρακτήρες να υποχωρήσουν γιατί δήθεν είναι ανάγκη και όχι επιθυµία. « Τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη τον Κυρίου;» . Τους αστήρικτους και όσους παρασύρονται στις ακατονόµαστες προφάσεις της φιλαυτίας και φιλαρέσκειας αποκλαιόµενος ο προφήτης και βασιλιάς ∆αυΐδ γράφει: « Είδον ασυνετούντας και εξετηκόµην» (Ψαλµ. ριη' 158). Μέγα στήριγµα στη ζωή µας είναι η µελέτη των Γραφών. Ειδικά των διηγήσεων που περιγράφουν τους αγώνες των αθλητών και όσων πέτυχαν το βραβείο των θείων επαγγελιών. Ακούραστα πρέπει να ασχολείται µε αυτές όποιος επιθυµεί τη σωτηρία του αφού και αυτές οι αλλοιώσεις µας πιέζουν την πρόθεση µε την ξηρασία και µερικές φορές µε την αποθάρρυνση.
Αλλοιώσεις

Κακός γείτονας και επίβουλος ειδικά για τους αστήρικτους και αυτούς που αρχίζουν την νοητή πάλη του αόρατου πολέµου είναι οι αλλοιώσεις ή τροπές, όπως τις ονοµάζούν οι Πατέρες, τις οποίες αντιλαµβάνεται η διάκριση και η σύνεση των εµπείρων. Η προσωπικότητά µας, που διασπάστηκε µε την πτώση, προκάλεσε την ακαταστασία και την τρεπτότητα, ώστε ο άνθρωπος να µη µένει ποτέ σταθερός σε µια θέση και αίσθηση και γνώµη. Επιδρούν στον ασταθή χαρακτήρα του οι λόγοι, οι σκέψεις, τα πράγµατα, τα πρόσωπα, η δίαιτα, το κλίµα και όσα γενικά συµβαίνουν. Σ όλα αυτά συµπλέκεται ακούραστα η δαιµονική κακουργία και αλλοιώνει τη σταθερότητα των συναισθηµάτων. Όλος αυτός ο δαίδαλος ονοµάζεται «αλλοίωσις».
29/43

Όλος αυτός ο φαύλος κυκλος -των «παρά φύσιν» αλλοιώσεων- αποσβένουν το ζήλο και αµβλύνουν την προθυµία. Υπάρχούν όµως και οι φυσικές αλλοιώσεις που προκαλούνται από τα δικά µας λάθη, όσες φορές παραβαίνουµε τα καθήκοντά µας και τις εντολές. Εάν «πάσα παράβασις και παρακοή λαµβάνει ένδικον µισθαποδοσίαν» (πρβλ. `Εβρ. β' 2) άρα «κρινόµενοι υπό τον Κνρίον παιδευόµεθα» (Α' Κορ. ια' 32) και φυσικά στερούµαστε την παρουσία και ενέργεια της θείας Χάρης, που λυπήσαµε µε την έµπρακτη ενοχή µας. Αυτή η αλλοίωση, που οφείλεται στη δική µας ενοχή χρειάζεται µετάνοια και ταπείνωση για να θεραπευτεί. Η πρώτη όµως αλλοίωση, που την περιγράψαµε ως παράλογη, χρειάζεται περιφρόνηση και θερµότερη πίστη στη θεία Πρόνοια, που µας διοικεί και κατευθύνει. Πάντως δεν είναι τόσο εύκολη η αποβολή της, χωρίς ένθεο θάρρος και συµβουλή εµπείρων, επειδή ο εχθρός διάβολος κερδίζει πολλά απ' αυτήν. Η δική µας δραστηριότητα συνίσταται στο θείο ζήλο και την προθυµία, που είναι, κατά κάποιον τρόπο, η κινητήρια δύναµη. Γνωρίζοντας ο εχθρός αυτήν την κινητήρια δύναµη, στρέφεται εναντίον της για να µας αφοπλίσει και έτσι να µας αποθαρρύνει.
Επιµονή στο πρόγραµµα

Απαραίτητο στοιχείο εναντίον της τροπής και των αλλοιώσεων είναι το πρόγραµµα, ως απαραίτητος κανόνας της µετάνοιας. Το πρόγραµµα γεννά την έξη (συνήθεια) και η έξη απαλλάσσει από τη βία του κόπου. Ευκολώτερα τότε παραµένει ο ζήλος που δεν τον µειώνει η διακοπή χάριν της επιµονής στο πρόγραµµα. Ο άσκοπος ρεµβασµός της ακαταστασίας και επιπολαιότητας παραµερίζεται µε την επιµονή στο πρόγραµµα και συνεχίζεται ανεµπόδιστα το απόλυτο καθήκον της µετάνοιας. Εάν και πριν από την πτώση -που η προσωπικότητα ήταν ακέραιη- δόθηκαν εντολές, που ακριβώς δηλώνουν το πρόγραµµα, πόσο µετά την πτώση και συντριβή χρειάζεται προγραµµατισµός; Κλέβοντας φιλόσοφα από το χρόνο τον εικοσιτετραώρου, που ολόκληρος δαπανάται χωρίς µέτρο για τα ταπεινά στοιχεία της βιολογικής µας σύστασης, τον αφιερώνουµε στο πρόγραµµα για την ψυχή µας και έτσι υποτασσόµαστε κατά τη Γραφή στο πλήρες µας καθήκον και αποδίδουµε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. κβ' 21). Για τη βιολογική µας συντήρηση φροντίζουµε, γιατί αν αρνηθούµε να το κάνουµε θα πεθάνουµε. Γιατί αδιαφορούµε στις πνευµατικές µας υποχρεώσεις, που ο κίνδυνος είναι φοβερός και η ζηµιά θα είναι ανεπανόρθωτη; Εάν προγραµµατίσουµε µικρό µέρος της ηµέρας για την ψυχή µας, θα γίνει αφορµή επιτυχίας στον αγώνα µας, που θα είναι η σωτηρία µας, η ένωσή µας µε το Θεό και η κληρονοµιά των θείων επαγγελιών. Ο εκούσιος προγραµµατισµός µας δεν είναι ασφαλώς θεία νοµοθεσία, αλλά µια προσοχή. Υπαγορεύεται από την πείρα ώστε να µην παρασυρόµαστε από το παράλογο, που προκαλεί µε τα συστήµατά του ο κόσµος που µας περιβάλλει. Όπου φαρµόζεται πρόγραµµα φανερώνεται η εξάρτησή µας από το Θεό, που είναι πλήρης οµολογία ότι είµαστε πιστοί. Με αυτόν τον τρόπο η θεία Χάρη παραµένει ενδηµούσα µαζί µας και µόνο έτσι, κατά τον Παύλο, «πάντα ισχύοµεν εν τω ενδύναµούντι ηµάς Χριστώ» (πρβλ. Φιλ. δ' 13). Το σπουδαιότερο µέρος του προγράµµατος είναι η τακτική προσευχή. Μετά είναι ο χρόνος της αυτοσυγκέντρωσης, που θα ανακαλύψουµε την ποιότητα του εαυτού µας και θα λάβουµε νέες αποφάσεις για να επανορθώσουµε τη ζηµιά που έγινε ή να αυξήσουµε την ωφέλεια, εκµεταλλευόµενοι την προηγούµενη πείρα µας. Ειδικά σε όσους ζουν µέσα στον κόσµο, απαραίτητος όρος πρακτικής χριστιανικής εργασίας είναι η πριν απο τον ύπνο και πριν από την έναρξη της εργασίας προσευχή. Η µελέτη πνευµατικών συγγραµµάτων άγιων και δόκιµων συγγραφέων, των οποίων η πείρα είναι αναγνωρισµένη και αποδεδειγµένη µε τον επακολουθήσαντα αγιασµό η έπαινό τους, είναι απαραίτητη. Για τις αµαρτίες µας ο Θεός επέτρεψε σήµερα την απουσία έµπειρων αγίων ανδρών. «Εξαποστελώ λιµόν επί την γήν, ου λιµόν άρτων ουδέ δίψαν ύδατος, αλλά λιµόν του ακούσαι τον λόγον Κυρίον» (Αµώς η' 11). Η µελέτη πνευµατικών συγγραµµάτων γίνεται καθήκον, που συµπληρώνει την αγνωσία και απειρία µας, λόγω και του κατακλυσµού των πλανεµένων και σατανικών ιδεών και προκλήσεων, που παρασύρουν όχι µόνο αυτούς που βρίσκονται έξω από την

30/43

Εκκλησία αλλά και τους πιστούς. ∆ίκαια η αποκάλυψη µας πληροφορεί ότι στους δικούς µας έσχατους καιρούς, «ει δυνατόν πλανηθήσονται και οι εκλεκτοί» (πρβλ. Ματθ. κδ' 22).
Ταπείνωση και Αυτοµεµψία

Σωτήριος τρόπος αντίστασης κατά των παθών, τόσο των σαρκικών όσο και των ψυχικών είναι η επίµονη αυτοµεµψία, που προκαλεί την αυτογνωσία και την ταπείνωση και κατευνάζει την ορµή των επιθέσεων απ' όπου και αν προέρχονται. «Εταπεινώθην και έσωσέ µε ο Κύριος» (Ψαλµ. ριδ' 8), λέγει η Γραφή, γιατί όντως « ταπεινοίς δίδωσι χάριν» ('Ιακ. δ' 6). Κάθε προσβολή του περιεκτικού παραλόγου, είτε από τους δαίµονες είτε από τα πάθη, προέρχεται από τη δική µας υποχώρηση, στην οποία συνεργεί η φιλαυτία, µε αποτέλεσµα την υποδούλωση του αυτεξουσίου µας. Ανατρέπει αµέσως το ταπεινό φρόνηµα που ετοίµασε η αυτοµεµψία και αυτό πρέπει να είναι γνωστό στους εργάτες της µετάνοιας. Ισχυρότερο όπλο κατά του διαβόλου από την ταπείνωση δεν υπάρχει. Πολλά από τα είδη και µέσα της πρακτικής ζωής της µετάνοιας ο διάβολος είτε τα µιµείται είτε τα περιφρονεί. Μόνο το ταπεινό φρόνηµα και την πράξη τροµάζει και φεύγει. Αλλωστε δεν είναι δύσκολο στον ταπεινό άνθρωπο να σκεφτεί τις ατέλειες και τα λάθη του, που ακριβώς µαρτυρούν την πραγµατική του µορφή. ∆εν είναι αµαρτωλότητα µόνο το έγκληµα και η ατιµία, στα οποία ο άνθρωπος αναζητεί την ενοχή του. Αλίµονο! Αυτό είναι κτηνωδία και δαιµονισµός. Στον αληθινό χριστιανό αµαρτία και ενοχή θεωρείται η έλλει ψ η του αγιασµού γιατί και από την κατασκευή µας έχουµε ως φυσική τη θεοείδεια και από την ανάπλασή µας µε τη σάρκωση του Θεού Λόγου ανεβήκαµε ψηλότερα εφ' όσον «όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» ('Ιω. α' 12). Πως πάλιν µας παρακινεί προστακτικά «άγιοι γίνεσθε ότι ο πατήρ ηµών άγιος εστι» (Α' Πέτρ. 1,15), εάν δεν κληρονοµούσαµε απ' αυτόν αυτήν την ιδιότητα; Ο παρήγορος και πάνω από κάθε αξία και δόξα λόγος του Κυρίου µας -που µόνο η ενθύµησή του συγκλονίζει και την πέτρινη καρδιά- ποια άλλη σηµασία έχει, παρά τον πλήρη θεανθρωπισµό µας, όταν εκφράζεται προς το συνάναρχο Πατέρα: «Συ, πάτερ, εν εµοί καγώ εν σοι... ίνα ώσιν εν καθώς ηµείς εν εσµεν» ('Ιω. ιζ' 21-22). Η έλλειψη αυτής της αξίας και η απουσία αυτών των συναισθηµάτων είναι η αφορµή κάθε θλίψης και πόνου. Εκείνος που επιθυµεί τη σωτηρία και την ανάστασή του πρέπει να πενθεί και όχι να αναζητεί στο πτώµα της αποσύνθεσης, της κτηνωδίας και του δαιµονισµού την ενοχή του. ∆εν είναι ουτοπία ούτε αφηρηµένη θεωρία ή διήγηση οι θείες επαγγελίες. Πραγµατοποιήθηκαν ανά τους αίώνες και ακοµη παρατείνονται και βραβεύουν τους µαθητές του Χριστού και τους τίµιους εργάτες της µετάνοιας που συνεχώς επισφραγίζουν την πραγµατικότητα της πατρικής διαθήκης. Αυτοί, υπήκοοι της εντολής -ως γνήσιοι υιοί- κληρονοµούν µε τον αγιασµό το χαρακτήρα της θεοείδειας του Πατέρα τους. Με παράπονο εκφράζεται ο Κύριός µας για την αδράνεια και αδιαφορία µας: «Ο µη ων µετ' εµού κατ' εµού εστι, και ο µη συνάγων µετ' εµού σκορπίζει» (Ματθ. ιβ' 3θ). ∆ώσε µας, Πανάγαθε ∆έσποτα, το θείο σου φωτισµό και το φόβο σου ώστε πάντοτε µόνο µαζί σου να συνάγουµε, φυλάττουµε και τηρούµε και ποτέ µόνοι µας! Αφού θέλουµε να ανήκουµε στο Θεό, οφείλουµε αγώνα και προσοχή. Έτσι δεν θα προδώσουµε -µε τις αµαρτίες και τα πάθη µας- τη λογική µας θέση και σύσταση, όπως ο Ιούδας αισθητά τον Κύριο και δεν θα τον αρνηθούµε, όπως ο Πέτρος. Αρνηση της λογικής µας φύσης και γνώµης γίνεται όταν -από δειλία ή φόβο- αφήνουµε το καθήκον της αρετής. Κάθε θλίψης και λύπης κατάληξη είναι η χαρά. κάθε κόπου η ανάπαυση και κάθε ατιµίας η τιµή και η δόξα. Και γενικά η κατάληξη και το τέλος όλων των κόπων της αρετής είναι να ενωθούµε µε το Θεό και αχώριστα µε αυτόν να παραµείνούµε. Ο φιλανθρωπότατος Θεός έγινε άνθρωπος, για να επιστρέψει και ενώσει τη δική µας φύση µε τον εαυτό του, αφού η πτώση την είχε διαστρέψει, ώστε και προς τον εαυτό της να επαναστατεί και προς το περιβάλλον να είναι ακατάστατη. Υπενθυµίζουµε στους φιλόθεους και φιλόπονους, υποκινούµενοι από τους Θεόσοφους Πατέρες µας και τούτο: Να µην παραµελούν κάποιο πάθος, που δεν ξερίζωσαν ακόµη γιατί το περιφρονούν ως ασήµαντο. Και τούτο, γιατί ο εχθρός διάβολος -που το φύτεψε- το κρατά ως ενέχυρο και δεν θα αργήσει να επαναφέρει και τα άλλα πάθη, τα οποία µε κόπο αποσπάστηκαν. Αυτά εννοεί ο Κύριος λέγοντας «έρχεται ο του κόσµου άρχων και εν εµοί ουκ έχει ουδέν» ('Ιω. ιδ'
31/43

3θ). Η παραµέληση του πάθους η της συνήθειας που επικρατεί είναι κατά κάποιο τρόπο ένα είδος προδοσίας και κρατώντας την ως ενέχυρο ο εχθρός επιτίθεται µε αναίδεια. Αλλά και ο αγωνιζόµενος δεν έχει πλήρη παρρησία στην πάλη γιατί «ω τις ήττηται τούτω και δεδούλωται» (Β' Πέτρ. β' 19) και ο δούλος στερείται της ελευθερίας που του δίνει την παρρησία στην πάλη και αντίσταση. Και µια άλλη πάλι µάστιγα και εξαιρετικό εµπόδιο για τους αγωνιζοµένους είναι η κακή συνήθεια της πολυλογίας. Αν και κρίνεται πολλές φορές ως αθώα εκδήλωση έχει ολέθρια αποτελέσµατα. Χωρίς ο πολύλογος να το αντιληφθεί, πέφτει στην κατάκριση, στο ψέµα, στην ειρωνεία, στη µεγαλαυχία (καύχηση), στους αστεϊσµούς, στη µωρολογία (ανόητα λόγια) και γιατί όχι και στην αισχρολογία που είναι καταρράκωση της προσωπικότητας και ο τέλειος σβησµός του θείου ζήλου και της Χάρης. ∆ίκαια γράφεται ότι «εκ πολυλογίας ουκ εκφεύξη αµαρτίαν» (Παρ. ι' 19) αλλά και το Κυριακό λόγιο ας θυµόµαστε που εκφράζει την καταδίκη του «αργού λόγου» (Πρβλ. Ματθ. ιβ' 36). Πρώτος κανόνας της πνευµατικής µας εργασίας και σπουδής οφείλει να είναι η εκρίζωση και κατάργηση των παθών και της κακής συνήθειας. ∆εύτερος άθλος η απόκτηση των αρετών και της άριστης έξης, ώστε άκοπα και σχεδόν χωρίς προσπάθεια να εργαζόµαστε το αγαθό παντού, πάντοτε και σε κάθε περίσταση. Έτσι αποδεικνύουµε την ελευθερία και κυριότητα της «εν Χριστώ» προσωπικότητάς µας αφού απ' αυτόν λάβαµε την θεοαγχιστεία ώστε µε εξουσία να εισερχόµαστε στην υιοθεσία µε τη Χάρη του.

32/43

Η ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΣΗ ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ
Ο Κύριος µας γνωστοποιεί ποιος έµπρακτα τον αγαπά: «Ο έχων τας εντολάς µου και τηρών αυτάς εκείνος εστιν ο αγαπών µε. Ο µη αγαπών µε ου τηρεί τους λόγους µου» (Ιω, ιδ΄ 21, 24). Η τήρηση, λοιπόν, των εντολών επισφραγίζει την έµπρακτη αγάπη µας προς το Χριστό. Είναι η επίµονη άρνηση των εµπαθών πράξεων και σκέψεών µας. Είναι η άρνηση του παραλόγου, της παρά φύση ζωής, του παλαιού ανθρώπου, που είναι η πλήρης παραχάραξη της προσωπικότητας που περιείχε το πρωτόκτιστο κάλλος του «κατ΄ εικόνα και οµοίωσιν». Εάν ο σκοπός της δικής µας δηµιουργίας είναι η εκπλήρωση του «ενοικήση εν ηµίν ο Θεός και εµπεριπατήσει και έσται ηµίν εις Πατέρα ηµείς δε υιοί και θυγατέρες», ποια πρέπει να είναι η δική µας αναστροφή και όλες µας οι ενέργειες; Επειδή δεν µπορούµε να ανταποκριθούµε στον πρωταρχικό µας στόχο, τουλάχιστο ας κρατήσουµε τη µετάνοια, που η θεία παναγαθότητα µας χάρισε για να επαναφέρουµε σχετική ισορροπία. Αρα η τήρηση των εντολών ως νοµοθεσία δεν είναι κυριαρχική απαίτηση δεσπότη προς υποτελείς, αλλά επείγουσα αναγκαιότητα αρρώστων και µελλοθανάτων που έχουν ανάγκη ανάρρωσης και θεραπείας. Εάν κατά τη Γραφή «ψυχή η αµαρτάνονσα αυτή αποθανείται» (Ιεζ. ιη' 4) και « εν σώµατι καταχρέω αµαρτίας Θεός ουκ εισελεύσεται» (πρβλ. Σοφ. Σολ. α' 4) επιβάλλεται απαραίτητα η εφαρµογή των εντολών ως του απόλυτου µέσου για τη σωτηρία. Πολύ συχνά ακούεται η αφελέστατη κρίση: «Μα δεν σκότωσα κανένα για να είµαι ένοχος!». Ο κατώτερος σταθµός της διαστροφής! Για τον άνθρωπο που πλάστηκε «κατ' εικόνα Θεού και οµοίωσιν» δεν είναι µόνο το έγκληµα ένοχή. Το έγκληµα είναι όρος της κτηνωδίας. Και για την απραξία της ενάρετης ζωής καταλογίζεται ευθύνη. «Τω ειδότι ουν καλόν ποιείν και µη ποιούντι αµαρτία αυτώ εστιν» (Ιακ. δ' 17). Ο επιτυχηµένος τρόπος της τήρησης των εντολών είναι πρώτα η πρακτική αντίσταση κατά των πονηρών συνηθειών και των παθών που αποκοµίσαµε από την προηγούµενη ζωή της αµέλειας και δεύτερο, ο αποχωρισµός µας από τα αίτια και τις ύλες που µας παρακινούν και που µε αυτά επιβάλλεται η έξη της αµαρτίας. Σ αυτό επιµένουν οι Πατέρες ως έµπειροι εφαρµοστές αυτής της επιτυχίας. Αρα «καιρός ηµάς εξ ύπνου εγερθήναι. Τα αρχαία παρήλθεν ιδού γέγονεν καινά τα πάντα» (Β' Κορ. ε' 17). Λέγει ο Κύριός µας: «Όπου ειµί εγώ εκεί και ο διάκονος ο εµός έσται» ('Ιω. ιβ' 26) και πάλιν «ο µη ων µετ' εµού κατ' εµού εστι και ο µη συνάγων µετ' εµού σκορπίζει» (Ματθ. ιβ' 3θ). Ο παµπόνηρος και πολυµήχανος εχθρός µας διάβολος πολεµά µε ανεπτυγµένο και συστηµατικό πρόγραµµα. Και το πλείστον του δικού µας γένους βρίσκεται σε άγνοια του µυστηριώδους τούτου τρόπου της µάχης και της πάλης. Πέραν των ακατονόµαστων τρόπων και µορφών της πλάνης και απάτης που προβάλλει «εξ αριστερών», µε την περιεκτική κακοήθεια, δεν σταµατά να πολεµά και «εκ δεξιών». Ένα εξαιρετικό όπλο, που χρησιµοποιεί στους καιρούς µας, είναι η ολέθρια αποθάρρυνση, που οδηγεί στην απογοήτευση παρά στην ελπίδα και το θάρρος που ανήκει στους πιστούς που ζουν µε τη Χάρη και την πίστη. Η αποθάρρυνση, εάν δεν ανακοπεί και προχωρήσει, γίνεται απόγνωση και απελπισία. Αυτό είναι το τέρµα των δεινών της ανθρώπινης δυστυχίας, το τέρµα του ολέθρου και της καταστροφής, στην οποία καταντήσαµε µεταπτωτικά. Απαράβατος σχεδόν κανόνας της δικής µας ευτέλειας είναι η τρεπτότητα και µεταβολή που προήλθε από την πτώση. Η διάνοια υφίσταται διαρκώς την τροπή και µεταβολή «επί τα πονηρά» και άρα κανένας δεν εξαιρείται «καν µία ηµέρα εστίν η ζωή αυτού». Ο παµπόνηρος εχθρός και εκδικητής παρακάθεται σ' αυτό το κέντρο. Με την ορθή πρόθεσή µας να ευαρεστήσουµε το Θεό υπογράφονται οι συνθήκες του κανόνα της ζωής µας. Τα πάθη όµως που επικρατούν, οι συνήθειες, το περιβάλλον και ιδιαίτερα η απειρία της πάλης αυτής, µας προκαλεί ολισθήµατα αφού υπάρχουν και αυτές οι αλλοιώσεις, ως κακοί γείτονες. Αυτή η αρρώστια της αποθάρρυνσης έχει και φυσικά ερείσµατα, έχει και επίκτητα που οφείλονται στο φθόνο του διαβόλου. Είναι φυσικό να δηµιουργείται αποθάρρυνση αµέσως µετά το
33/43

πρακτικό λάθος και το σφάλµα του ανθρώπου, όπως δηµιουργείται ο πόνος µετά το τραύµα και όπως ακολουθεί η σκια πίσω από κάθε σώµα. Ο διάβολος µετά το σφάλµα επιδιώκει µε αυτό το όπλο να εξουδετερώσει τελείως το θύµα του. Και να γιατί. Όλη η δραστηριότητα τον ανθρώπου έγκειται στο ζήλο και την προθυµία του. Ο ζήλος είναι η κινητήρια δύναµη όλης της πρακτικής ενέργειας. Ο Κύριος µας αναφέρει σαφέστατα: «Έ στωσαν υµών αι οσ φ ύες περιεζωσµέναι και οι λύχνοι καιόµενοι» (Λουκ. ιβ' 35). Το ζώσιµο της «όο σφύος» και οι «καιόµενοι λύχνοι» αυτόν το ζήλο συµβολίζουν. Αν αυτόν τον κρατούµε και ενεργεί, σηκώνει αυτός το βάρος του κόπου όλης της δραστηριότητας του διπλού µας καθήκοντος. Της πάλης προς τα πάθη και του γενικού κακού και της εφαρµογής των θείων εντολών. Γνωρίζοντας ο εχθρός µας τη µεγάλη σηµασία αυτού του µέσου της επιτυχίας, ευµέθοδα φροντίζει να το αδρανοποιήσει και να µας αφοπλίσει στον αγώνα εναντίον του. Με την αποθάρρυνση και απογοήτευση ο εχθρός προσβάλλει και αφανίζει αυτόν το ζήλο, που είναι όλη η πρόθεση και η θέρµη της απόφασης και έτσι ο άνθρωπος παραδίδεται στη µάχη άνευ όρων. Περισσότερο λειτουργούν σε µας οι φυσικοί παράγοντες παρά οι σατανικές επιβουλές, που πιο πολύ παραχωρούνται στους προχωρηµένους στην αρετή και την πείρα. Το πρώτο τραύµα στη φύση µας, που συνέβη µετά την παρακοή των πρωτοπλάστων, ήταν βλέπετε ο φόβος και η δειλία που γεννούν την αποθάρυνση. Οι Πατέρες µας, που ήταν έµπειροι στη νοητή πάλη, µας ερµηνεύονν µε σαφήνεια αυτά τα µυστικά της µάχης προς τον εχθρό. Απαραίτητος κανόνας στο χώρο της µετάνοιας είναι η επίγνωση µε λεπτοµέρεια του τρόπου της πάλης επειδή αλάνθαστη ζωή δεν υπάρχει και άρα η µετάνοια παραµένει ως µόνιµο καθήκον. Για να επιτύχει κάποιος στην εργασία της µετάνοιας πρέπει µε κάθε τρόπο να εκτοπίσει την αποθάρυνση για να µείνει µαζί του αµετάβλητη η θέρµη του θείου ζήλου, µε το θάρρος του οποίου θα γίνουµε νικητές. Θα εξηγήσουµε σύντοµα τι είναι ο θείος ζήλος και πόσο µας βοηθά η ενέργειά του. Ο Κύριος µας αναφέρει, στο ευαγγέλιό του, ότι «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανή φ θη!» (Λουκ. ιβ' 49). Αυτό το πυρ που ο Κύριός µας άναψε µε την παρουσία του ανάµεσά µας, είναι ο θείος ζήλος, που µας ερεθίζει για την τήρηση των θείων εντολών, που είναι το χριστιανικό µας καθήκον. Αυτόν το θείο ζήλο, αυτήν τη θέρµη της ευλάβειας, γεννά ο θείος φόβος και το φόβο γεννά η πρώτη πίστη που µας οδηγεί στη θεογνωσία. Το στοιχείο που συγκρατεί αλλά και αυξάνει το θείο ζήλο είναι η ακρίβεια της συνείδησης, η ακριβής κατά το δυνατό τήρηση των θείων εντολών. Εκείνος που κρατά αυτήν την τάξη στη χριστιανική του διαγωγή κάνει το θείο ζήλο να παραµένει αλλά και να αυξάνεται και κατά το θείο λόγιο «λύχνος τοις ποσί µου ο νόµος σου και φως ταις τρίβοις µου» (Ψαλµ. ριη' 1θ5). Όπως προαναφέραµε αυτή η θέρµη της ευλάβειας ως ενέργεια του θείου ζήλου, σηκώνει το βάρος του κόπου της ποικίλης αγωνιστικότητας και έτσι ο αγωνιστής µε προθυµία εκτελεί τα καθήκοντά του και ας είναι κουραστικά στην πραγµατικότητα. Αυτός είναι ο λόγος που οι πολυάριθµοι αθλητές της πίστης πραγµατοποίησαν µε ευκολία τους τόσο σκληρούς και αδυσώπητους αγώνες, αιµατηρούς ή αναίµακτους, χάρη στην ευσέβεια. Όποιος, λοιπόν, θέλει µε τη Χάρη του Χριστού να αθλήσει νόµιµα, ας κρατήσει αχώριστο µαζί του το µακάριο ζήλο και η επιτυχία του θα είναι βέβαιη και πραγµατική. Γνωρίζοντας ο παµπόνηρος εχθρός µας τη σηµασία και ωφέλεια τον θείου ζήλου, προσπαθεί ευµέθοδα να την εκτοπίσει και µε έξυπνο τρόπο αποθαρρύνει όλους τους αγωνιστές. Οι Πατέρες λένε το εξής παράδειγµα: Όπως ο κυνηγός επιδιώκει να κτυπήσει το θήραµά του στο κεφάλι για να το εξουδετερώσει αµέσως, έτσι και ο διάβολος κτυπά την προθυµία, το ζήλο, που επέχει θέση κεφαλής, και εξουδετερώνει δια µιας το θυµα του. Μετά την απογοήτευση ο αγωνιστής παραδίδεται στην αδράνεια και απροθυµία και όλο το σύστηµα της µετάνοιας µένει ανενεργό. Ο διάβολος µε ποικίλους τρόπους και δολιότητα ξεγελά τους ανθρώπους για να αµαρτήσουν και κρυβει τη βαρυτητα της ευθύνης και της ενοχής έως ότου τους παρασυρει. Μετά µεγαλοποιεί το γεγονός και το µικρό το παρούσιάζει ως υπέρογκο. Μετά το σφάλµα µας ο διάβολος εξεγείρεται ως γίγαντας της δικαιοσυνης και απειλεί θρασύτατα ελέγχοντας τη δήθεν άρνηση και προδοσία. Και είναι φρικαλέα η σκηνή όπου ο βυθιος δράκοντας της απώλειας, ο κύριος συντελεστής κάθε αποστασίας και άρνησης, το τέρµα του σκότους και του αφανισµού, κρίνει και καταδικάζει τους υιούς του Θεού ως φταίχτες και αµαρτωλούς, ο αναµάρτητος!!!
34/43

Πραγµατικά «ώδε η σοφία εστίν» ('Αποκ. ιγ' 18) και η σύνεση. Ο Κύριος µας πληροφορεί, στη θεία αποκάλυψη, ότι «ζω εγώ, ου βούλοµαι τον θάνατον του αµαρτωλού, ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού της πονηράς, και ζήν αυτόν» (Ιεζ. λγ' 11) και ότι «ουκ έστιν θέληµα έ µπροσθεν του πατρός υµών του εν ουρανοίς ίνα απόληται εις των µικρών τούτων» (Ματθ. ιη' 14). Κλείνουµε, λοιπόν, τα αυτιά µας στα γαβγίσµατα του ολέθριου τέρατος της απάτης, που προκαλεί την αποθάρρυνση και µε αναπεπταµένη την πίστη και την ελπίδα στο γλυκύτατό µας σωτήρα και λυτρωτή, σηκωνόµαστε προθυµότεροι και µε θάρρος συνεχίζουµε τη µετάνοιά µας και διώχνουµε τις επιβουλές του εχθρού. Γνωρίστε και µάθετε απαίσιοι τύρρανοι «ότι µεθ ηµών ο Θεός. Εάν γαρ πάλιν ισχύσητε και πάλιν ηττηθήσεσθε και ην αν βουλήν βουλεύσησθε διασκεδάσει Κύριος. Και λόγον, ον εάν λαλήσητε, ον µη εµµείνη εν υµίν. Τον δέ φόβον υµών ου µη φοβηθώµεν, ουδ' ου µη ταραχθώµεν, ότι µεθ υµών ο Θεός» (πρβλ. Ησ. η' 12). Πολλή προσοχή χρειάζεται σ΄ αυτό το σηµείο, γιατί αποκοµίζει µεγάλα κέρδη ο απατεώνας λόγω της απειρίας µας, για να µην πούµε της αµέλειάς µας. Ειδικά οι πνευµατικοί οδηγοί οφείλουν να προφυλάσσουν αυτούς που αγωνίζονται από τις ύπουλες αυτές παγίδες. Η Χάρη του Θεού είναι βέβαια πλήρης και τέλεια αλλά η ανθρώπινη ασθένεια είναι και βαριά και συνεχής. Εποµένως η επίτευξη της ελευθερίας και της ανάστασής µας είναι µακρόχρονη και χρειάζεται υποµονή και σταθερή απόφαση. Αυτό τονίζει ο Κύριός µας λέγοντας: «Ο υποµείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται» (Ματθ. ι' 22) και πάλιν «εν τη υποµονή υµών κτήσασθε τας ψυχάς υµών» (Λουκ. κα' 19). Εάν για την απόκτηση της πείρας των τεχνικών µεθόδων και πραγµάτων και γενικά για τη γνώση της µαταιότητας διαθέτουµε τόσο χρόνο, δεν χρειάζεται χρόνος για την ολική µεταβολή του διαφθαρµένου χαρακτήρα και της ισόβιας συνήθειας, ώστε να µεταφερθούµε στη θεοειδή και υπερφυσική κατάσταση του αγιασµού, που είναι η µερίδα και θέση των τέκνων του Θεού; Εκείνοι που αγωνίζονται µε ευσέβεια για τη σωτηρία τους και αγόγγυστα, µε τη βοήθεια της χάρης, έφτασαν στο τέλος του δρόµου, ευχαριστούν τη θεία παναγαθότητα. τη σωτηρία τους κληρονοµούν µε βεβαιότητα, αλλά πολλές φορές δεν διαπιστώνουν σ' αυτήν τη ζωή τα σύµβολα του αγιασµού που γνωρίζει η πανσωστική πρόνοια τον Κυρίου. τα αναµένουν στη µέλλουσα µισθαποδοσία κατά την αψευδή θεία επαγγελία ότι «ους προώρισε, εκάλεσε και εδικαίωσε, τού τους και εδόξασε» (πρβλ. Ρωµ. η΄ 30). Βαδίζοντες «δια πίστεως και ουχί δι' είδους» δεν ανταλλάσσουµε υλικά πράγµατα. Πιστεύουµε στο Θεό και σωτήρα µας και δεν αγοράζουµε τη σωτηρία. Πειθαρχώντας στις σωτήριες εντολές περιµένουµε την αµοιβή ως υιική κληρονοµιά. ∆εν έχούµε ποσοτική αξιολόγηση εργασίας ή χρόνου µέσα στον οποίο έγινε, αλλά αµοιβή πατρικής στοργής προς τους αγαπηµένους. Και οι πρώτοι και οι µέσοι και οι έσχατοι κληρονοµούν κατά τον ίδιο τρόπο την πατρική βασιλεία. Σ αυτούς, λοιπόν, που εύκολα αποθαρρύνονται υποδεικνύουµε να είναι προσεκτικοί για να µη φεύγουν «χωρίς διώκοντος» και να µη φοβούνται εκεί όπου δεν υπάρχει φόβος. Το θάρρος, που ο θεοπρεπής ζήλος χαράζει στην ψυχή µας, είναι ολη η κινητήρια δύναµη. Με αυτήν αποφασίζουµε, αντιστεκόµαστε, αγωνιζόµαστε και οµολογούµε. Γνωρίζοντας ο εχθρός µας αυτά τα µυστικά, ευµέθοδα προσπαθεί να εξουδετερώσει αυτήν την τόσο χρησιµώτατη ενέργεια, το θάρρος, και έτσι να παραδοθεί ο άνθρωπος, ως θύµα, άνευ όρων! Το «εάν πέσης έγειραι και σωθήσει» τι άλλο σηµαίνει παρά την άρνηση της αποθάρρυνσης; Όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται, το όλίσθηµα είναι φυσικό φαινόµενο λόγω των τόσων αντιξοοτήτων που υπάρχουν και της απειρίας. Το ολίσθηµα δεν σηµαίνει ούτε ένοχή, ούτε άρνηση, ούτε προδοσία. Είναι η σκληρή φύση των πραγµάτων, που ο µαθητευόµενος συναντά µέχρις ότου κατακτήσει το πτυχίο του. Ύστερα ο εργοδότης και Κύριος, στου οποίου τον αµπελώνα εργαζόµαστε, δεν είναι άλλος παρά ο Πατέρας και σωτήρας µας, που ορκίζεται στο όνοµά του για τη σωτηρία µας και προκαλεί χαρά στον ουρανό για τη δική µας επιστροφή και µετάνοια. Ουδέποτε, λοιπόν, να γίνεται παραδεκτή η αποθάρρυνση όσο και αν τα πράγµατα τη δικαιολογούν. ∆εν δεχόµαστε µεσίτη η δικολάβο, µεταξύ µας και του Θεού, το διάβολο. Στο Θεό φταίξαµε; Στο Θεό απολογούµαστε. αφού µόνος του µας παραχωρεί µετάνοια για το σφάλµα «έως εβδοµηκοντάκις επτά» δηλαδή απεριόριστα.
35/43

Πολεµώντας την αποθάρρυνση δεν εννοούµε την αδιαφορία η αναίδεια στην ιερώτατη πάλη της µετάνοιας. ∆ιακρίνουµε όµως τις αναρίθµητες µορφές της ανθρώπινης αδυναµίας και το λαβύρινθο των αλλοιώσεων, που ανύστακτα µας πολεµούν και τη δολιότητα του εχθρού, που επιδιώκει την ολοκληρωτική ήττα του θύµατός του, αφού η απόγνωση ισοδυναµεί µε αυτοκτονία. Αναρίθµητα παραδείγµατα, τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στις διηγήσεις των Πατέρων, µας πείθουν για την άπειρη αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού και Πατέρα µας, αλλά και για τη δολιότητα και πονηριά του σατανά, που υπερβάλλει και µεγεθύνει τις καταστάσεις για να αποθαρρύνει τον άνθρωπο. Τονίζοντας ο κορυφαίος των πατέρων µας, αββάς Ησαΐας, τη σηµασία του θάρρους και της ένθεης τόλµης, µας γράφει το εξής θαυµάσιο απόφθεγµα: «Η δυναµις των θελόντων κτήσασθαι τας αρετάς αύτη εστίν ίνα εάν πέσωσι µη µικρο ψυχήσωσιν, αλλά πάλιν φροντίσωσιν». Μαζί µε τη βοήθεια τον Θεού, η ανδρεία καρδία είναι βοήθεια στην ψνχή όπως και η ακηδία (αµέλεια) είναι βοηθός σε κάθε κακία. Οι έµπειροι Πατέρες εφιστούν την προσοχή µας ώστε να µη υποχωρούµε εύκολα, όσο κι' αν φαίνεται ευλογοφανής η αίσθηση της αποθάρρυνσης. Σε τι άλλαξε η σχέση και η θέση του σωτήρα και µάλλον Πατέρα µας Χριστού; ∆εν σκεφτήκαµε να τον αρνηθούµε ούτε πάλι µας αγαπούσε και τον απατήσαµε. «Ο ειδώς τα πάντα προ γενέσεως αυτών» γνώριζε τον καθένα από µας, τους οποίους προόρισε και κάλεσε η µάλλον τράβηξε. «Ουδείς δύναται ελθείν πρός µε, εάν µη ο Πατήρ ο πέµψας µε ελκύση αυτόν» (Ιω. στ' 44). Αρα αφού µας τράβηξε στη θεία επίγνωση και υποταγή, είµαστε οι τεταγµένοι στο θείο προορισµό, που υπάρχουν οι ακατάλυτες και θείες επαγγελίες του. Ο παµπόνηρος διάβολος επισηµαίνει τις απροσεξίες και τα λάθη που συµβαίνουν και οφείλονται στην αδυναµία και απειρία µας, στην περίοδο του γίγνεσθαι, που «ανένδεκτον του µη ελθείν τα σκάνδαλα» (Λουκ. ιζ' 1). Από που όµως ο δραπέτης των ουρανών, ο πονηρότατος δούλος, που κατέπεσε και συντρίφτηκε παίρνει την εξουσία να παριστάνει το δικηγόρο και τον κριτή; Οι Πατέρες µας ενθαρρύνουν «οσάκις αν πέσης έγειραι και σωθήση». Από που, λοιπόν, παίρνει την εξουσία η καταραµένη αποθάρρυνση να µας υποβιβάζει και να εµποδίζει την προς τα εµπρός πορεία µας; Εάν από απροσεξία γίνει πιστευτή η αποθάρρυνση αµέσως ο εχθρός την προσαυξάνει σε απογοήτευση και στη συνέχεια οδηγεί στην καταραµένη και ολέθρια απόγνωση, που είναι ο αποκεφαλισµός, το τέρµα του θριάµβου του παµπόνηρου εχθρού µας, που µας παρουσιάζεται ως αναµάρτητος και αδέκαστος κριτής! Το τέρας της απώλειας! Ασφαλώς δεν περιγράψαµε σε έκταση το σκοτεινό σύµπλεγµα της δράσης του πονηρού, µέσω της απόγνωσης, που µ' αυτήν επιδιώκει να µας κλείσει το δρόµο της µετάνοιας. Με τα ταπεινά αυτά σχήµατα, που σηµειώσαµε, παρακαλούµε τους τίµιους εργάτες της µετάνοιας, να µην παραδέχονται ποτέ κανένα είδος αποθάρρυνσης απ', όπου και αν παρουσιάζεται µέχρι και αυτού ακόµη τον αισθητού πτώµατος στο στίβο τον αόρατου πολέµου. «Τω Θεώ ηµάρτοµεν, τω Θεώ απολογούµεθα» . Εφ' όσον στους αποστόλους ο Κύριος παράγγειλε όχι « επτάκις» αλλά «εβδοµηκοντάκις επτά» να συγχωρούν και ο ίδιος συγχωρεί τους φταίχτες. Κανείς να µη σβήνει τη φωτιά τον θείου ζήλου που είναι η κινητήρια δύναµη στο στάδιο της µετάνοιας και ολόκληρης της φιλόθεης πολιτείας και αγωγής µας. Με επαινετό θάρρος να συνεχίζεται η µαρτυρική οδός της µετάνοιας και µε οργή να απωθείται ο πονηρός διάβολος, που δικολαβεί δήθεν για την ενοχή µας. « Το αίµα Ιησού του υιού αυτού (δηλαδή του Θεού) καθαρίζει ηµάς από πάσης αµαρτίας» (Α Ι ω. α' 7). Με το έλεος και τη Χάρη του Χριστού « εσµεν σεσωσµένοι δια της πίστεως και τούτο ουκ εξ υµών, Θεού το δώρου» (Εφ. β' 8). Για ποιά παράλειψη ελέγχει η απόγνωση του πονηρού; «Ουκ εξ έργων των εν δικαιοσύνη ων εποιήσαµεν ηµείς αλλά δια τον αυτού έλεον έσωσεν ηµάς» (Τιτ. γ' 5). Βαδίζοντας «δια πίστεως και ου δια είδους» (Β' Κορ. ε' 7), περιµένουµε τη σωτηρία µας από τη φιλανθρωπία του Χριστού µας και όχι ως αποτέλεσµα εξαγοράς που η απόγνωση παριστάνει ως ανεπαρκή. Και το ποιό σηµαντικό είναι ότι ο διάβολος παρίσταται αυστηρός κριτής και ως αναµάρτητος!!! Όλοι οι άγιοι µε την πίστη πέτυχαν στο στίβο της αγωνιστικότητας και δεν εκτελούσαν καλά έργα για εξαγορά της σωτηρίας. Οµολογούµε ότι ευθυνόµαστε για την τήρηση των εντολών
36/43

και την ακρίβεια της µετάνοιας και ουδέποτε αρνούµαστε η οπισθοχωρούµε. ∆εν ξεχνούµε το ασθενές της φύσης µας, τη βαρύτητα των αλλοιώσεων, τη διαβολική κακότητα και πονηριά, που ως ο νόµος της βαρύτητας µας έλκουν προς τα κάτω. Εάν κάποτε τα ποικίλα αυτά συµπτώµατα µας εµποδίζουν, δεν θεωρείται αυτό ήττα ή προδοσία ή υποχώρηση. Είναι η φύση των πραγµάτων, που επιβάλλει η εξορία µας στην εδώ ζωή. µέχρις ότου η θεία Χάρη, µε την επιµονή µας και τη θεία παναγαθότητα του σωτήρα µας, µας απαλλάξει, έφ' όσον το δόγµα και το σύνθηµά µας είναι «προσδοκία αναστάσεως νεκρών και ζωή του µέλλοντος αιώνος» . Το ιερό λόγιο µας πληροφορεί ότι « καν µία ηµέρα εστίν η ζωή ηµών» στον παρόντα κόσµο, δεν θα µείνουµε ελεύθεροι από κάποια ενοχή και απ' αυτό αποκρούεται κάθε προσβολή αποθάρρύνσης. Με πολλά παραδείγµατα, τόσο η Γραφή όσο και οι άγιοι Πατέρες µας, µας ενθαρρύνουν στην πίστη και την ελπίδα στη θεία παναγαθότητα, που ο Κύριός µας µε το σώµα του -την Εκκλησίαπαρέχει σε όσους µετανοούν. Το παράδειγµα τον Μανασσή -βασιλιά του Ισραήλ- του οποίου η εξοµολογητική προσευχή βρίσκεται στην ακολουθία του Μ. Αποδείπνου, είναι ο παρηγορητικώτερος τρόπος για κάθε αµαρτωλό οποιασδήποτε ηλικίας ή κατάστασης.

37/43

Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Σε πολλούς υπάρχει το ερώτηµα: Μπορούν οι χριστιανοί που βρίσκονται στον κόσµο να ασχολούνται µε τη νοερά προσευχή; Απαντούµε καταφατικά. Ναι! Για να καταλάβουν την προτροπή µας οι ενδιαφερόµενοι, αλλά και την υπόδειξή µας, όσοι δεν γνωρίζουν, θα εξηγήσουµε σύντοµα το θέµα ώστε να µη προβληµατίζονται από τη διαφορετική ίσως ερµηνεία και ρποσδιορισµό της νοεράς προσευχής Γενικά η προσευχή είναι η µόνη υποχρεωτική και απαραίτητη εργασία και αρετή για όλη τη λογική φύση, αισθητή και νοερή (ανθρώπινη και αγγελική) και γι αυτό έχουµε προσταγή να την εργαζόµαστε αδιάλειπτα. Η προσευχή δεν χωρίζεται δογµατικά σε τύπους και τρόπους, αλλά, κατά τους Πατέρες µας, κάθε τύπος και τρόπος προσευχής είναι ωφέλιµος, αρκεί να µην είναι τίποτε διαβολική πλάνη και. επήρεια. Ο σκοπός της πανάρετης αυτής εργασίας είναι να στρέφει και κρατά το νου του ανθρώπου στο Θεό. Γι αυτόν λοιπόν το σκοπό οι Πατέρες µας επινόησαν ευκολώτερους τρόπους και απλούστεψαν την προσευχή, ώστε ο νους ευκολώτερα και σταθερώτερα να στρέφεται και να παραµένει στο Θεό. Στις άλλες αρετές µεσολαβούν και άλλα µέλη και αισθήσεις του ανθρώπου, ενώ στη µακά ρια προσευχή ο νους εξ ολοκλήρου µόνος ενεργεί και, εποµένως, χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να ενεργοποιηθεί και συγκρατηθεί ώστε να γίνει η προσευχή καρποφόρα και αποδεκτή. Οι αγιώτατοι Πατέρες µας, που αγάπησαν ολοκληρωτικά το Θεό και είχαν ως κύριο µέληµά τους να ενωθούν και να παραµένουν συνεχώς µε αυτόν, έστρεφαν όλη την προσπάθεια στην προσευχή, ως το αποτελεσµατικώτερο µέσο. ∆εν θα µιλήσουµε για τους άλλους τρόπους της προσευχής, που είναι γνωστοί και συνηθισµένοι σ' όλους τους χριστιανούς, παρά µόνο για τη λεγόµενη νοερά προσευχή. Ένα θέµα, που απασχολεί τους ευλαβείς πιστούς επειδή πολλές φορές αγνοείται, παρερµηνεύεται και περιγράφεται µάλλον φανταστικά. Θα αφήσουµε τους Πατέρες µας να µας οδηγούν για τον ακριβή τρόπο της εφαρµογής και των αποτελεσµάτων αυτής της θεοποιού αρετής, από την κάθαρση ως τον αγιασµό, στον οποίο µας οδηγεί. Θα πουµε τόσα µόνο, εµείς οι ευτελείς, όσα είναι αρκετά να διασαφήσουν και να πείσουν τους αδελφούς µας, που ζουν µέσα στον κόσµο, να ασχοληθουν µ' αυτήν. Την ονοµάζονν οι Πατέρες «νοεράν» , γιατί γίνεται µε το νου. Την ονοµάζονν και νήψη, που σηµαίνει το ίδιο. Το νου οι Πατέρες µας τον προσδιορίζουν ως ένα ελεύθερο και περίεργο ον, που δεν ανέχεται περιορισµούς και. ούτε για πολύ πείθεται για κάτι που δεν µπορεί µόνος του να συλλάβει. Γι' αυτό, πρώτα διάλεξαν µόνο λίγες λέξεις σε µια απλούστατη ευχή -«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υίέ του Θεού, ελέησόν µε»- ώστε να µη χρειάζεται µεγάλη προσπάθεια του νου να συγκρατεί παρατεταµένη ευχή και, δεύτερο, γύρισαν το νου εσωτερικά και στο κέντρο της λογικής µας ύπαρξης. Εκεί παραµένοντας ακίνητος µε το νόηµα της θείας επίκλησης του γλυκύτατου ονόµατος του Κυρίου µας Ιησού, αναµένει να αισθανθεί το συντοµώτερο δυνατό τη θεία παρηγοριά. Είναι αδύνατο, κατά τους Πατέρες µας, επικαλούµενος συνέχεια και µε επιµονή, ο πανάγαθος ∆εσπότης µας Χριστός, να µην επακούσει και εµφανιστεί. αυτός που τόσο επιθυµεί τη σωτηρία των ανθρώπων. Επειδή όµως η κατά φύση αρετή, που θέλουµε να επιτευχθεί, χρειάζεται και τα κατάλληλα µέσα, έτσι και η ιερή αυτή εργασία χρειάζεται τα απαραίτητα στοιχεία. Η κάποια ησυχία, η αµεριµνησία, η αποφυγή της γνώσης και διήγησης γεγονότων -το «δούναι και λαβείν» των Πατέρων- η εγκράτεια γενικά και η απ' αυτά γενική σιωπή. επιπλέον η επίµονη συνέχεια και συνήθεια δεν νοµίζω να είναι ακατόρθωτα στους ευλαβείς, που ενδιαφέρονται για την ιερώτατη αυτήν εργασία. Η επιτέλεση της προσευχής σε κάποιο χρονικό διάστηµα της ηµέρας, πάντοτε περίπου το ίδιο, θα είναι µια καλή αρχή. Τονίσαµε ασφαλώς την επιµονή ως το πλέον απαραίτητο στοιχείο στην προσευχή και δικαίως τονίζεται και υπό του Παύλου µε το «τη προσευχή προσκαρτερείτε» (Κολ. δ' 2). Από όλες τις υπόλοιπες αρετές η προσευχή χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια, σ' όλη µας τη ζωή και γι' αυτό,
38/43

επαναλαµβάνω σ' όσους προσπαθονν το ιερό αυτό έργο να µη βαριεστούν, ούτε να νοµίζουν την ανάγκη της καρτερίας ως αποτυχία. Στην αρχή, όταν συναντάται βία και αντίδραση εσωτερική, είναι απαραίτητο να λέγεται ψιθυριστά η ευχή ή δυνατώτερα. Όταν κατορθωθεί αυτή η καλή συνήθεια, ώστε µε ευκολία να παραµένει και να λέγεται η ευχή, τότε µπορούµε να στραφούµε και εσωτερικά µε τέλεια εξωτερική σιωπή. Στο πρώτο µέρος του βιβλίου «Περιπέτειες ενός προσκυνητού» δίνεται ένα καλό παράδειγµα για την εισαγωγή. Η καλή, λοιπόν, επιµονή και προσπάθεια πάντοτε µε τα ίδια λόγια της ευχής, χωρίς να µεταλλάσσωνται συχνά, θα γεννήσει την καλή συνήθεια. µετά αυτή θα φέρει το κράτηµα του νου, οπότε και η παρουσία της Χάρης θα φανερωθεί. Όπως κάθε αρετή αντιστοιχεί σ΄ ένα αποτέλεσµα, έτσι και η προσευχή έχει ως αποτέλεσµα την κάθαρση του νου και το φωτισµό και φτάνει το άκρο και τέλειο αγαθό, την ένωση µε το Θεό, δηλαδή τη θέωση. Οι Πατέρες όµως, λέγουν και τούτο: Ότι πρέπει ο άνθρωπος να ζητεί και να προσπαθεί να µπει στο δρόµο που οδηγεί στην πόλη. κι αν τυχόν δεν φτάσει στο τέρµα, γιατί, για πολλους λόγους, δεν πρόφτασε, ο Θεός θα τον συναριθµήσει µε αυτους που έφτασαν. Στο θέµα της προσευχής πρέπει όλοι µας, οι χριστιανοί, να αγωνιζόµαστε. ιδίως στη λεγόµενη µονολόγιστη η νοερά προσευχή. Όπου φτάσει κανένας πολύ κέρδος θα έχει. Όταν είναι παρούσα η ευχή δεν παραδίδεται ο άνθρωπος στον πειρασµό που παραµονεύει, γιατί η παρουσία της είναι νήψη και η ουσία της είναι προσευχή και εποµένως «ο αγρυπνών και προσευχόµενος δεν εµπίπτει εις πειρασµόν». Ύ στερα, δεν παραδίδεται σε σκοτισµό ο άνθρωπος, ώστε να είναι παράλογος και να κάνει λάθος στην κρίση και απόφασή του. Μετά δεν πέφτει σε ραθυµία και αµέλεια, που είναι η βάση πολλών κακών. Και πάλι δεν νικάται από πάθη και αδυναµίες και ιδίως όταν τα αίτια είναι κοντά. Απεναντίας, αυξάνει ο ζήλος και η ευλάβειά του. γίνεται πρόθυµος προς αγαθοεργία. είναι πράος και αµνησίκακος. αυξάνει καθηµερινά η πίστη και η αγάπη του στο Χριστό και αυτό τον ερεθίζει για την κατόρθωση όλων των αρετών. Έχουµε πάρα πολλά παραδείγµατα σύγχρονων ανθρώπων, και ιδίως νέων, που µε την καλή συνήθεια της ευχής σώθηκαν από τροµερούς κινδύνους ή πτώσεις σε µεγάλα κακά ή και από θανάσιµους κινδύνους. Εποµένως, επαναλαµβάνω, η ευχή είναι καθήκον κάθε πιστού, κάθε ηλικίας και γένους και κατάστασης, ασχέτως χώρου και χρόνου και τρόπου. µένει πάντα η ίδια και γίνεται σ΄ όλους ό,τι τους χρειάζεται και τους απασχολεί, ώστε κατά τη Γραφή «πας ος αν επικαλέσηται το όνοµα Κυρίου, σωθήσεται» (Πράξ. δ'21). ∆εν υπάρχει κίνδυνος πλάνης, όπως διαδίδεται από µερικούς αδαείς, αρκεί να λέγεται η ευχή µε τρόπο απλό και ταπεινό. Είναι πολύ απαραίτητο, όταν λέγεται η ευχή, να µην υπάρχει στο νου καµµιά εικόνα, ούτε του δεσπότη µας Χριστού, σε οποιαδήποτε µορφή, ούτε της Κυρίας Θεοτόκου ή κάποιον άλλον προσώπου η παράστασης. Η εικόνα είναι ο τρόπος του σκορπισµού του νου. Πάλι, µε την εικόνα γίνεται η είσοδος των λογισµών και της πλάνης. Ο νους πρέπει να µένει στην έννοια των λόγων της ευχής και µε πολλή ταπείνωση να περιµένει ο άνθρωπος το θείο έλεος. Οι τυχόν φαντασίες, η φώτα, η κινήσεις, κρότοι και θόρυβοι είναι απαράδεκτα ως διαβολικά τεχνάσµατα για να παρεµποδίσουν η να παραπλανήσουν. Ο τρόπος της παρουσίας της Χάρης στους εισαγωγικούς είναι χαρά πνευµατική η δάκρυα ήρεµα και χαροποιά, η ήρεµος φόβος από τη µνήµη των αµαρτιών για να αυξηθεί το πένθος και το κλάµα. Προοδευτικά η Χάρη γίνεται αίσθηση της αγάπης του Χριστού, οπότε εξαφανίζεται τελείως ο µετεωρισµός του νου και θερµαίνεται η καρδιά στην αγάπη του Θεού τόσο, ώστε νοµίζει ότι δεν θ' αντέξει άλλο και άλλοτε πάλι, σκέφτεται και θέλει να µείνει, όπως ακριβώς βρίσκεται για πάντα και τίποτε άλλο να µη δει ή να ακούσει. Όλα αυτά και διάφορες άλλες µορφές αντίληψης και παρηγοριάς είναι εισαγωγικά σε όσους προσπαθούν να λένε και να κρατούν την ευχή, όσο από αυτούς εξαρτάται και γενικά όσο µπορούν. Έως αυτό το σηµείο, που είναι τόσο απλά τα πράγµατα, νοµίζω ότι κάθε ψυχή ορθοδόξου, βαφτισµένη και µε πίστη, µπορεί να τα εφαρµόσει και να βρίσκεται στην πνευµατική αυτήν ευφροσύνη και χαρά, και να έχει ταυτόχρονα τη θεία σκέπη και βοήθεια σε όλες τις πράξεις και ενέργειές της.
39/43

Επαναλαµβάνω και πάλι την παρακίνησή µου σε όσους αγαπούν το Θεό και τη σωτηρία τους: Να µην καθυστερήσουν να δοκιµάσουν την καλή αυτήν εργασία και συνήθεια και δεν θα βρίσκουν λόγια να ευχαριστούν το Θεό για τη χάρη και ελεηµοσύνη του, που παρέχει σε όσους κοπιάσουν λίγο στην εργασία αυτήν. Και αυτό το λέγω για να έχουν θάρρος. να µη διστάσουν η µικροψυχήσουν µε τη λίγη αντίδραση η κόπωση που θα συναντήσουν. Σύγχρονοι Γέροντες, τους οποίους γνωρίσαµε, είχαν στον κόσµο πολλούς µαθητές, άνδρες και γυναίκες, έγγαµους και άγαµους, που όχι µόνο στην εισαγωγική κατάσταση έφτασαν αλλά και περισσότερο ανέβηκαν µε τη Χάρη και ευσπλαγχνία του Χριστού µας, «ότι κού φ ον εν οφθαλµοίς Κυρίου του πλουτίσαι πένητα» (Σοφ. Σολ. ια' 21). Νοµίζω, ότι δεν υπάρχει απλούστερο, ευκολώτερο και από όλους σχεδόν κατορθωτό, πνευµατικό επιτήδευµα, από τη µικρή αυτήν ευχή, µε τόση πολλαπλή ωφέλεια και προκοπή, στο σηµερινό κυκεώνα της τόσης ταραχής, άρνησης και απιστίας. Επιβάλλεται και όταν κάθεται κάποιος και όταν κινείται και εργάζεται και όταν ακόµα βρίσκεται στο κρεββάτι και γενικά όπου και όπως βρίσκεται, να λέγει τη µικρή αυτήν ευχή. Η ευχή αυτή περιέχει και την πίστη και την οµολογία και την επίκληση και την ελπίδα και µε τόσο µικρό κόπο και ασήµαντη προσπάθεια συµπληρώνει την καθολική εντολή, «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α' Τιµ. ε' 17), µε όλη την τεράστια σηµασία των αποτελεσµάτων της. Σε όποιο λόγο των Πατέρων µας κι αν στραφεί κάποιος ή και στους θαυµαστούς βίούς τους, δεν θα συναντήσει σχεδόν καµµιά άλλη αρετή να εξυµνείται τόσο και να εφαρµόζεται µε ζήλο και επιµονή, ώστε να αποτελεί, µόνη αυτή, το ισχυρότερο µέσο της εν Χριστώ επιτυχίας. ∆εν έχουµε σκοπό να εκθειάσουµε η να περιγράψουµε αυτή τη βασίλισσα των αρετών, γιατί ό,τι και να πούµε εµείς, µάλλον θα τη µειώσουµε. Ο σκοπός µας είναι να παρακινήσουµε και να ενθαρρύνουµε κάθε πιστό στην εργασία της και καθένας, µετά, θα διδαχτεί από την πείρα του, γιατί εµείς πολύ λίγα είπαµε. Τρέξτε όσοι απορείτε, όσοι απογοητεύεστε, όσοι είστε θλιµµένοι, όσοι είστε στην άγνοια, όσοι είστε ολιγόπιστοι και ποικιλότροπα όσοι είστε σε δοκιµασίες, στην παρηγοριά και λύση των προβληµάτων σας. Ο γλυκύς µας Ιησούς Χριστός, η ζωή µας, µας αναγγέλλει ότι «χωρίς εµού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5). Να, λοιπόν, που όταν τον επικαλούµαστε συνεχώς ουδέποτε µένουµε µόνοι και εποµένως όλα µπορούµε και θα µπορούµε µε τη βοήθειά του. Να το ορθό νόηµα και η εφαρµογή του σηµαντικού λόγου της Γραφής, « επικάλεσαί µε εν ηµέρα θλίψεώς σου και εξελούµαι σε» (Ψαλµ. µθ' 15). Εµείς όχι µόνο «εν ηµέρα θλίψεως», αλλά συνεχώς να επικαλούµαστε το πανάγιο όνοµά του, ώστε να φωτιζόµαστε και να γινόµαστε προθυµότεροι και έτσι θα επιτυγχάνουµε να µη µπαίνουµε σε πειρασµούς. Εάν κάποιος θέλει να φτάσει και ψηλότερα, όπου θα τον ελκύσει η πανάγια Χάρη, θα περάσει πάλι από την εισαγωγή αυτήν. Και όταν φτάσει στο σηµείο εκείνο θα τον πληροφορήσει κατάλληλα η Χάρη. Ως επίλογο των γραφοµένων, επαναλαµβάνουµε την παρακίνηση, η µάλλον την ενθάρρυνσή µας, προς όλους τους πιστούς, ότι µπορούν και επιβάλλεται να ασχολούνται µε την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν µε», τη λεγόµενη νοερά προσευχή, µε βέβαιη πίστη ότι πολυ θα ωφεληθούν σε οποιοδήποτε στάδιο και αν φτάσουν. Η µνήµη του θανάτου και το ταπεινό φρόνηµα, µε τα άλλα βοηθητικά, που προαναφέραµε, εγγυούνται την επιτυχία, µε τη Χάρη του Χριστού, τον οποίον η επίκληση θα είναι ο στόχος της αγαθής απασχόλησης.

40/43

ΤΙΜΩΡΕΙ Ο ΘΕΟΣ;
Γιατί ο Θεός να τιµωρεί; Σ αυτήν την επίµονη και περίεργη ερώτηση, αυτών που δεν γνωρίζουν, δίνουµε σύντοµη απάντηση από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Η θεοειδής κατασκευή του ανθρώπου φανερώνει την αυτεξουσιότητα στην εκλογή και λήψη των αποφάσεών του και την ελευθερία της προσωπικότητάς του. Η θεία βουλή και απόφαση ότι «ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν ουδέ τέρπεται επ' απωλεία ζώντων» (Σοφ. Σολ. α' 13), πείθουν ότι δεν τέθηκε εξ αρχής θέµα τιµωρίας (κόλασης) η καταδίκης. Ο Θεός απαίτησε, «ενετείλατο» , τα κτίσµατά του, επειδή προήλθαν απ' αυτόν και δεν µπορούν να υπάρχουν και να λειτουργούν χωρίς αυτόν, ως αιτιατά, να εξαρτώνται από αυτόν ο οποίος είναι το πρώτο αίτιο. Η εντολή, ή καλύτερα η υπόδειξη του Θεού, δεν ήταν επιβολή και απαίτηση, αλλά συµβουλή της λογικής χρήσης των φυσικών όρων της ζωής. Εάν την ακολουθούσαν θα υπήρχε παράταση των νόµων ϋπαρξης των όντων. Αιτία, λοιπόν, της ανωµαλίας ήταν η παράλογη σκέψη, απόφαση, επιλογή και χρήση του δικαιώµατος του αιτιατού ανθρώπου να αποκοπεί από το αείζωο αίτιο, το Θεό, και ως εκ τούτου να γίνει θνητός. Μόνος του ο άνθρωπος κατρακύλησε στο θάνατο και υπέστη όλες τις συνέπειες της θνητότητας και της φθοράς, η οποία υπεισήλθε στο σύνολο της ανθρώπινης φύσης. Εκτός από το υλικό µέρος του, ο άνθρωπος, υπέστη και στον πνευµατικό του κόσµο συντριβή και απώλεια. Εκτός από τους πόνους, το φόβο και τις θλίψεις, απέκτησε και « διάνοιαν εγκειµένην επί τα πονηρά» από τη γέννησή του. Ολόκληρος ο κόσµος και ο θησαυρός της λογικής του µεγαλοπρέπειας, στον οποίο στηριζόταν το «κατ' εικόνα και καθ' οµοίωσιν», ανατράπηκε παταγωδώς και δυστυχώς το « πρωτόκτιστον κάλλος» «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» για να µη πούµε « τοις δαίµοσι» «και ωµοιώθη αυτοίς» (Ψαλµ. µη' 21). Από το σηµείο αυτό αρχίζουν οι συνέπειες του ηλίθιου αυτονοµισµον που οδηγούν σε ένα ολέθριο τέλος. Αφού αποκόπηκε ο άνθρωπος, το εντελές αυτό µόριο, ως αιτιατό, από την αιτία της αειζωίας, απέµεινε οικτρό θύµα της πλήρους διαστροφής, στο οποίο έσβησε το φως και η σύνεση της λογικής. Πρώτο σύµπτωµα η επανάσταση τον ανθρώπου κατά του εαυτού του και κατά του πλάστη και δηµιουργού του. Το αλλόκοτο τέρας της διαστροφής, ο διάβολος, έσβησε το φως της λογικής προτείνοντας αντί της χρείας την επιθυµία, στη θέση της τάξης και συµφωνίας την αρπαγή και το ψέµα και αντί της καλής συµπεριφοράς τον εγωισµό και το µίσος. Αιχµάλωτος, ο µεταπτωτικός άνθρωπος, στον περιεκτικό παραλογισµό, αδυνατεί να ενεργεί δίκαια και να είναι σώφρων, ως πρόσωπο και ως κοινωνία. Έγινε επαναστατικός και επικίνδυνος παράγοντας διάλυσης της αρµονίας της κτίσης. Η φιλάνθρωπη οικονοµία και συγκατάβαση του Θεού Λόγου έφερε την αποθεραπεία αυτής της διαστροφής, αλλά δεν επιβλήθηκε µε τη βία στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Αφού µε τη λανθασµένη εκούσια επιλογή της αυτονοµίας κέρδισε ο άνθρωπος τη φθορά και το θάνατο, οφείλει εκούσια να επανέλθει στη λογική και φυσική εξάρτησή του από το πρώτο αίτιο, το Θεό, για να επανεύρει τη ζωή και αφθαρσία που έχασε. Να γιατί ο Θεός απαιτεί υποταγή και εξάρτηση των δηµιουργηµάτων. Η εξάρτηση δεν είναι θέµα εξουσιαστικής επιβολής του δηµιουργού, αλλά οντολογική και υπαρξιακή αναγκαιότητα των δηµιουργηµάτων. Χωρίς αυτήν διακόπτεται η ζωή και η ύπαρξη των όντων. Είναι λοιπόν φυσικός νόµος και όρος της ύπαρξης και σύστασης όλων των όντων η εξάρτηση από την πρώτη αρχή και αιτία τους, το Θεό. Ο άνθρωπος αρνείται την πρακτική της εξυγίανσης, που υποδείχθηκε από τον ανακαινιστή και σωτήρα Θεό. παραµένει µε πείσµα, ή από την αδυναµία της αιχµαλωσίας, στο νόµο και το σύστηµα του παραλόγου και µόνος του κατεργάζεται την καταδίκη του. Η φιλάνθρωπη οικονοµία του Θεού, µε την παρουσία του ανάµεσά µας, όχι µόνο έσβησε την πρώτη ενοχή, αλλά βράβευσε µε την περίσσεια της Χάρης όσους θέλουν να θεραπευτούν και να επιστρέψουν στην πρώτη τους θέση. Η µεγάλη όµως παραµόρφωση, που υπέστη το «κατ'είκόνα και οµοίωσιν», εκβιάζει στη ροπή και κίνηση προς τα χειρότερα. Εκεί ο ανθρώπινος νους
41/43

απογυµνωµένος από τη θεία έλλαµψη και φωτισµό κτηνώδης γίνεται η δαιµονιώδης. Με τη σάρκωσή του όµως, ο πανάγαθος σωτήρας και λυτρωτής µας, απέδειξε ότι ο άνθρωπος της πτώσης δεν έχασε τη θέληση και το δικαίωµα της εκλογής. εποµένως µπορεί να επανεύρει την υγεία και να επιτύχει την ανάπλασή του, άφου ο λυτρωτής επανέφερε τη Χάρη που έχασε µε την πτώση. Και όχι µόνο αυτό! Ο σωτήρας µας, Χριστός ο Θεός, µας εκλήρωσε «εις υιοθεσίαν» και µας έδωσε αγαθά «εις α επιθυµούσιν άγγελοι παρακύψαι» (Α' Πέτρ. α' 12). Ο Κύριός µας, ως σωτήρας της πεπτωκυίας φύσης µας, απέδειξε µε τον έµπρακτο βίο του ότι συµπλήρωσε τη δική µας ασθένεια και αδυναµία και επανέφερε τον άνθρωπο υπεράνω της προπτωτικής του θέσης και κατάστασης. Εποµένως µπορεί ο σηµερινός άνθρωπος να επανεύρει την προσωπικότητά του, να επανέλθει στο «κατ' εικόνα και καθ' οµοίωσιν» , αλλά και να φτάσει στο υπέρ εκ περισσού εφ' όσον «όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α' 12). Και όπως απέδειξαν τα εκατοµµύρια των ηρώων της πίστης µας, που ακολούθησαν και αντέγραψαν τον πανάρετο βίο του, «τα έργα α εγώ ποιώ και ταύτα ποιήσετε και µείζονα τούτων ποιήσετε» (πρβλ. 'Ιω. ιδ' 12). Όταν ο άνθρωπος επανεύρει την αξία της θεοείδειάς του θα ακούσει από το λυτρωτή ότι «όπου είµί εγώ εκεί και ο διάκονος ο εµός έσται» (Ιω. ιβ' 26) και άρα θέµα κρίσης και τιµωρίας δεν υπάρχει. Τιµωρία, ασφαλώς, υπάρχει αλλά έξω και µακρυά από το Θεό -για τους δαίµονες- που εκούσια είναι πονηρότατοι. ∆εν τιµωρεί ο Θεός τους ανθρώπους που παραµένουν µαζί του τηρώντας τους κανόνες της προσωπικότητας και της φύσης τους. Μάλλον τους βραβεύει µε την υιοθεσία και τους κάνει κληρονόµους του στην αιώνια βασιλεία. Όσοι αποπέµπονται από το Θεό στην ετοιµασµένη για το διάβολο κόλαση είναι όσοι αποκόπηκαν µε τη θέλησή τους από τους φυσικούς όρους και νόµους της φύσης τους. Είναι όσοι παραµένουν µε πείσµα στην παράλογη κατάσταση και ζωή των κτηνών και των δαιµόνων, οι οποίοι επιµένουν σ' όλη τη ζωή τους στην πλήρη διαστροφή και αρνούνται να διορθωθούν µε τη µετάνοια. Γνωρίζοντας ο Θεός το ευόλισθο και την ασθένεια του ανθρώπου, έδωσε τη µετάνοια η οποία παρατείνεται σ΄ όλη τη ζωή. Όσοι πλανηθούν και υποκύψουν στην αφροσύνη του παραλόγου, µπορούν να διορθώσουν το σφάλµα τους επιστρέφοντας στη βάση του προορισµού τους. Με πάρα πολλά παραδείγµατα, από τη Γραφή και την ανθρώπινη ζωή, αποδεικνύεται η διόρθωση και επιστροφή στους κανόνες της ηθικής και της κατά Θεό ζωής, µε τη µετάνοια. Έτσι πέτυχαν το µακαρισµό και τη θεία ευλογία, όσοι προς στιγµή παρασύρθηκαν και αποµακρύνθηκαν από το δρόµο της ευσέβειας. ∆υστυχώς όµως οι περισσότεροι των ανθρώπων παραµένουν αδιόρθωτοι ή και τελείως πλανεµένοι και γίνονται και στους άλλους παράδειγµα αποστασίας και έκπτωσης από τη ζωή του Θεού. ∆υστυχώς στο θέµα της σωτηρίας κυκλοφορούν από τις λεγόµενες «εκκλησίες» της δύσης διάφορες διδασκαλίες γεµάτες από πλάνες, που διαστρέφουν την Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία. Η σωτηρία του ανθρώπου, όπως η θεία αποκάλυψη µας πληροφορεί, δεν είναι η απαλλαγή του από µια δυστυχισµένη κατάσταση ή θέση και η µεταφορά του σε καλύτερη θέση η ευδαιµονέστερο περιβάλλον. Το έπίκεντρο τον ανθρώπινου στόχου είναι η επανάκτηση της πρώτης θέσης του ανθρώπου στο «κατ' εικόνα και οµοίωσιν». Ο κύριος σκόπος της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου είναι η προσωπική ένωση µε τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι Πατέρες µας, ως γνήσιοι φορείς αυτής της ιδιότητας, µίλησαν και πρόβαλλαν το θεανθρωπισµό ως τον πραγµατικό σκοπό της πίστης. Το «συ πάτερ εν εµοί καγώ εν σοι... και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς µοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ηµείς εν εσµεν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εµοί» (Ιω. ιζ' 21.-23) και δικαιολογηµένα το «όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς έξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α' 12) ακριβώς αυτό φανερώνει και αυτή είναι η πεµπτουσία του Χριστιανισµού. Και δεν είναι τολµηρό να πούµε ότι αν ο θεανθρωπισµός δεν είναι ο κύριος στόχος και σκοπός της χριστιανικής πίστης, δεν θα άξιζε η προσέλευση και η θυσία σ' αυτήν.
42/43

Στά προηγούµενα κεφάλαια τον βιβλίου τον'ίσαµε τη σηµασία της περιεκτικής άσκησης, ως απαραίτητου µέσου για να ανακτήσουµε όσα χάσαµε. Σηµειώσαµε ότι αιτία της διάσπασης της προσωπικότητας του ανθρώπου είναι η µετά την αποκοπή από το Θεό διεστραµµένη διάνοια που «έγκειται επί τα πονηρά». Χωρίς θεραπεία ο άνθρωπος µαταιοπονεί. Ο σωτήρας µας, ως ιατρός, µας παρέδωσε έµπρακτα τη µέθοδο της ισορροπίας. Ο ίδιος εφάρµοσε, χωρίς να τη χρειάζεται, την περιεκτική άσκηση και αγωνιστικότητα, για να πείσει τη δική µας σκληρότητα ότι χωρίς κόπο και προσπάθεια δεν επανέρχονται όσα σκορπίστηκαν. Όταν µε την προσπάθεια αγωνιστεί ο άνθρωπος και αντισταθεί κατά τον νόµον της διαστροφής και του παραλόγου, που χαρακτηρίζει την εµπαθή ζωή και εποµένως βρίσκεται ο άνθρωπος στη θέση της πρώτης του κατασκευής, δικαιούται την ένωση και συνοίκηση στην αιωνιότητα µε το δηµιουργό του. Στην αρχιερατική προσευχή του ο Κύριος απαίτησε τη συνδιαγωγή και παραµονή του στην αιωνιότητα µε τους ανθρώπους. «θέλω ίνα όπου ειµί εγώ κακείνοι ώσι» (Ιω. ιζ' 24). Πολύ εύστοχα ο Κύριός µας, ως οµοίους του, µας προκαλεί προς εξοµοίωση λέγοντας: « Αγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιος ειµι» (Α' Πέτρ. α' 16). Συνεπώς, δεν καταδικάζει ο Θεός αυτούς που παραµορφώθηκαν και απέβαλαν τους όρους και τους νόµους της λογικής φύσης ακολουθώντας την κτηνωδία και το δαιµονισµό. Αυτοί µόνοι τους αποκόπτονται από τους νόµους της λογικής και της αξιοπρέπειας. Παρόλο που η θεία παναγαθότητα ανέχεται την αποπλάνηση των αµαρτωλών και τους δέχεται εάν πάλι µετανοήσουν και επιστρέψουν, αυτοί δεν επιδέχονται µετάνοια και αλλαγή της διαφθαρµένης ζωής και φρόνησής τους. Με δική τους επιλογή εκλέγουν και προτιµούν τη ζωή της διαστροφής, του εγκλήµατος και του µίσους και πνευµατικά την εφαρµόζουν µέχρι τον θανάτου τους! Πώς λοιπόν τους κρίνει ο Θεός αφού µε δική τους γνώµη, απόφαση και εφαρµογή προτίµησαν την κακία και διαστροφή; ∆εν θα ήταν αδικία εάν τους τα στερήσουν και µετά το θάνατο; ∆εν θα ήταν αδικία να τους κατατάξουν σε θέση αντίθετη από τη θέληση και προτίµησή τους; Υπάρχει και η απόλυτη δικαιοσύνη τον Θεού η οποία αποδίδει στον καθένα κατά τα έργα του και την προτίµησή του. Στην εδώ ζωή επικρατούσαν οι φίλοι και εραστές των έργων του κακού και του εγκλήµατος. Με τη βία επιβάλλονταν στους ηθικούς και προσεκτικούς. Τους κακοποιούσαν και τους σκότωναν. Εκατοµµύρια σφαγιάστηκαν από τους εργάτες τον διαβόλου και µάλιστα χωρίς να φταίνε σε τίποτα, αλλά µόνο και µόνο γιατί πίστευαν στην αλήθεια και τηρούσαν τους κανόνες της ηθικής και της αξιοπρέπειας. Ποιά είναι η γνώµη σας; Πρέπει αυτοί να είναι µαζί στην ευτυχία και τη γαλήνη της καλωσυνης και της αγάπης; Μετά το θάνατο, κατά τις Γραφές, η κατάσταση είναι στατική και εποµένως ότι έγινε ο καθένας στην εδώ ζωή αυτό θα είναι και στην αιωνιότητα. Αρα, όσοι απ' εδώ έφυγαν κακοποιοί και παράλογοι και στο µέλλον θα παραµείνουν όπως προτίµησαν και έζησαν και εποµένως δεν θα είναι δυνατόν να συµβιώσουν µε τους αγαθούς και είιρηνικούς εργάτες της καλωσυνης και της αγάπης. ∆εν κρίνει συνεπώς ο Θεός την ανθρωπότητα, αλλά ετοιµάζει ότι ο καθένας προτιµά να φέρει µαζί του αιώνια. Εποµένως ιδού καιρός να ετοιµάσει ο καθένας το µέλλον του!

43/43

You're Reading a Free Preview

تحميل