The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130822031331/http://fr.scribd.com/doc/152649112/7011364-%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B7%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7-%CE%AE-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B7
Read without ads and support Scribd by becoming a Scribd Premium Reader.

7011364-Ρωμηοσύνη-ή-βαρβαρότητα-Αναστασίου-Φιλιππίδη

Αναστασίου Φιλιππίδη

Ρωµηοσύνη ή βαρβαρότητα

Οι ιστορικές ρίζες της µακραίωνης
σύγκρουσης Ελληνισµού και ∆ύσης

Β΄ Έκδοση

Ιερά Μονή
Γενεθλίου της Θεοτόκου

Σελίδα 2 από 63

Περιεχόµενα

Εισαγωγή

3

Μέρος Α
Οι εθνικές µας ονοµασίες

Τα δύο ρεύµατα του 19ου

αιώνα

9

Έλληνες λοιπόν ή Ρωµηοί;

11

Και οι Βυζαντινοί;

17

Μέρος Β
Ο σχηµατισµός της ρωµαίικης συνείδησης

Το Υπερεθνικό Κράτος

20

Η Χριστιανική Οικουµένη

25

α) Πολιτική ιδεολογία

25

β) Καισαροπαπισµός

28

γ) Θεοκρατία

30

Μέρος Γ
Η σύγκρουση µε τη ∆ύση

Οι Σκοτεινοί Χρόνοι

33

Η πρώτη εµφάνιση των «Γραικών»

39

Ο Καρλοµάγνος και η αυτονόµηση της ∆ύσης από τη Ρωµαιοσύνη

42

Επίλογος

53

Βιβλιογραφία

55

Παραποµπές

59

Σελίδα 3 από 63

Υπέρογκες αρχιτεκτονικές· Λαρίων, Φαµαγκούστα,
Μπουφαβέντο· σχεδόν σκηνικά.
Είµασταν συνηθισµένοι να το στοχαζόµαστε αλλιώς
το Ιησούς Χριστός νικά
που είδαµε κάποτε στα τείχη της Βασιλεύουσας
τα φαγωµένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια
µε τους µεγάλους πύργους κατάχαµα
σαν ενός δυνατού που έχασε, τα ριγµένα ζάρια.

Για µας ήταν άλλο πράγµα ο πόλεµος
για την πίστη του Χριστού
και για την ψυχή του ανθρώπου
καθισµένη στα γόνατα της Υπερµάχου Στρατηγού
που είχε στα µάτια ψηφιδωτό
τον καηµό της Ρωµιοσύνης
εκείνου του πέλαγου τον καηµό
σαν ήβρε το ζύγιασµα της καλωσύνης.

(Γ. Σεφέρης)

Σελίδα 4 από 63

Εισαγωγή

∆εκατρία χρόνια µετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ πολλαπλασιάζονται γύρω µας οι ενδείξεις
µιας βαθύτατης οικονοµικής και κοινωνικής κρίσης. Παρά τις παχυλές µεταβιβάσεις πόρων από την
Κοινότητα, τη σηµερινή Ευρωπαϊκή Ένωση , η Ελλάδα δείχνει να αποµακρύνεται παρά να πλησιάζει προς
τους εταίρους της. Μέχρι στιγµής, η ελληνική πολιτική αντίδραση σ’ αυτή τη διαπίστωση περιορίζεται στην
προσπάθεια για όσο το δυνατό µεγαλύτερη εκταµίευση χρηµάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυριαρχεί,
δηλαδή, η άποψη πως πρόκειται καθαρά για πρόβληµα άνισης ανάπτυξης το οποίο θα λυθεί µόλις
εισρεύσουν ικανά κεφάλαια και τεχνογνωσία από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η γνώµη µας είναι πως η ελληνική κρίση είναι διαφορετικής µορφής. Πρόκειται περισσότερο για µια
συνολική εθνική κρίση ταυτότητος, όπου η διαφαινόµενη επικράτηση ενός αλλότριου πολιτισµού προκαλεί
σπασµωδικές και ανεξέλεγκτες ατοµικές αντιδράσεις, πέρα από κάθε ηθικό πλαίσιο και κάθε ιεραρχική
δοµή. Οι µεταβιβάσεις πόρων δεν πρόκειται να επιλύσουν κανένα πρόβληµα (ούτε καν το στενά
οικονοµικό), αν δεν προηγηθεί µια συνειδητοποίηση της ταυτότητάς µας, των πολιτιστικών αιτίων που µας
διαφοροποιούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και που ακυρώνουν τις συνήθεις συνταγές για υπέρβαση της
κρίσης. Αλλιώς, η Ελλάδα θα αναζητάει συνεχώς «κατανόηση» για τα προβλήµατά της, ενώ οι κοινοτικοί
εταίροι θα αγανακτούν για τη µη συµµόρφωσή µας προς τις οδηγίες τους.
Κατά την άποψή µας, η κρίση που βλέπουµε σήµερα δεν είναι παρά η κατάληξη µιας µακραίωνης
αναµέτρησης δύο κόσµων, δύο πολιτισµών, δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά,
υπάρχει στις µέρες µας η τάση να υποβαθµίζουµε τις ιστορικές διαφορές ελληνισµού και ∆ύσης καθώς
προσπαθούµε να τονίσουµε την «κοινή ευρωπαϊκή κληρονοµιά» που δήθεν δένει τους λαούς της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποδοχή, για παράδειγµα, της Συνθήκης του Μάαστριχτ – ερήµην του
απληροφόρητου ελληνικού λαού – συνοδεύτηκε από έναν προπαγανδιστικό βοµβαρδισµό µε κεντρικό
µήνυµα το ότι η Ελλάδα «επιτέλους» ξαναβρίσκει τον προορισµό της µέσα στην Ευρώπη. Μέσα σ’ αυτό το
κλίµα, κάθε άποψη που έρχεται σε αντίθεση µε το ιδεολόγηµα της ενιαίας ευρωπαϊκής ιδέας και υπενθυµίζει
την ιστορική αντίθεση Ελλάδας – ∆υτικής Ευρώπης είναι ασφαλώς καταδικασµένη να τεθεί στο περιθώριο
στα χρόνια που έρχονται.

Το δρόµο για την αποδοχή αυτής της ουδετεροποιηµένης θεώρησης της Ιστορίας τον έχουν ανοίξει
εδώ και δυο αιώνες ορισµένοι δυτικοσπουδαγµένοι Έλληνες λόγιοι που επέβαλαν στο λαό µας µια
αντίληψη της ζωής και της Ιστορίας αντίθετη µε αυτήν που ο ίδιος ο λαός είχε διατηρήσει στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας. Η συστηµατική αλλοίωση της πολιτιστικής µας φυσιογνωµίας έχει φτάσει σήµερα στο
ακραίο στάδιο σχιζοφρένειας. Βλέπουµε και αναλύουµε τον εαυτό µας, την Ιστορία µας, τη θρησκεία µας
µέσα από τη δυτική άποψη για τον εαυτό µας, την Ιστορία µας, τη θρησκεία µας.... Κοιταζόµαστε δηλαδή σ’
ένα καθρέφτη που δεν δείχνει εµάς αλλά µια ζωγραφιά του εαυτού µας, φτιαγµένη από τους
δυτικοευρωπαίους. Είναι αναπόφευκτο να µη µπορούµε να διορθώσουµε τα αληθινά µας προβλήµατα, αφού
ούτε καν τα αναγνωρίζουµε στον παραµορφωτικό καθρέφτη µας.
Αποτέλεσµα αυτής της παραµόρφωσης, αλλά και απόδειξη της πολιτιστικής διαφοράς µας, είναι οι
συνεχείς παρεξηγήσεις σχετικά µε τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Έτσι, οι νεοέλληνες κολακεύονται
ακούγοντας επίσηµους ξένους να υµνούν τον τόπο που γέννησε τη δηµοκρατία, τη φιλοσοφία, κλπ., και
θέλουν να αγνοούν ότι την ίδια ώρα οι ίδιοι ξένοι θεωρούν τη σηµερινή Ελλάδα ως µια παρηκµασµένη
χώρα – όνειδος για την Ευρώπη. Ενώ οι νεοέλληνες θέλουν να καυχιούνται ότι ανήκουν ση ∆ύση, οι
δυτικοευρωπαίοι µας αντικρύζουν ως ένα ενοχλητικό υπόλειµµα Ανατολής µέσα στην Κοινότητά τους.
Αυτές οι παρεξηγήσεις συχνά οδηγούν σε σηµαντικά εθνικά προβλήµατα, µέχρι και εθνικές
καταστροφές, όταν οι νεοέλληνες αδυνατούν να κατανοήσουν την αντίδραση των ευρωπαίων σε «δίκαια»
εθνικά αιτήµατα. Έτσι ως κράτος βρισκόµαστε συνεχώς προ εκπλήξεων µε τη στάση των ξένων άλλοτε για
τη Μεγάλη Ιδέα, άλλοτε για τη Μικρασιατική καταστροφή, άλλοτε για το Κυπριακό και, εντελώς
πρόσφατα, για το «Μακεδονικό». Κατά τη γνώµη µας, είναι δυστυχώς αναπόφευκτο η αυξανόµενη σήµερα
εθνικιστική ένταση στην Ευρώπη να µας προσφέρει και νέες εκπλήξεις στο µέλλον εξαιτίας των λαθεµένων
προσδοκιών µας από τους ξένους. Ήδη µέσα στα δυο τελευταία χρόνια γίναµε µάρτυρες ενός απίστευτου –
για κοινοτικούς «εταίρους» - ανθελληνικού µένους στα δηµοσιεύµατα του δυτικού Τύπου. Και, σε ό,τι

Σελίδα 5 από 63

αφορά τους δυτικοευρωπαίους, είναι φυσικό αυτοί να έχουν τις όποιες απόψεις τους. Το πρόβληµα είναι η
δική µας άγνοια για το διαφορετικό ιστορικό υπόβαθρο από το οποίο αυτοί κρίνουν τα πράγµατα.

Η εργασία µας αποτελεί µια προσπάθεια να εντοπιστεί ιστορικά η προσέλευση της διαφορετικής
οπτικής γωνίας µε την οποία βλέπουν την Ελλάδα και την Ευρώπη οι Έλληνες και οι ∆υτικοί. Ορισµένα
πολύ σηµαντικά προβλήµατα της εθνικής µας ταυτότητας δεν µπορούν να απαντηθούν , αν δεν έχουµε
υπόψη µας τις ρίζες των ιστορικών διαφορών µας µε τη ∆ύση.
Ένα παράδειγµα τέτοιου προβλήµατος είναι, όπως είπαµε, η γνώµη που έχουν οι δυτικοί για τη
σηµερινή Ελλάδα. Γνώµη βαθύτατα περιφρονητική, όπως έχουν την ευκαιρία να διαπιστώνουν καθηµερινά
εκατοµµύρια συµπατριώτες µας στο εξωτερικό. Οι νεοέλληνες πιστεύουν ότι αυτή η γνώµη έχει ίσως τη
ρίζα της στην Τουρκοκρατία, όταν οι ξένοι περιηγητές διαπίστωναν από πρώτο χέρι τη φοβερή
καθυστέρηση των ραγιάδων σε σχέση µε τη ∆ύση. Στο βαθµό που η Ελλάδα κουβαλάει ακόµη κατάλοιπα
της Τουρκοκρατίας, οι δυτικοί διατηρούν µια περιφρονητική στάση απέναντί της.
Η αντίληψη αυτή είναι εντελώς λαθεµένη και αστήρικτη ιστορικά. Η γνώµη των δυτικών για την
Ελλάδα δε σχηµατίστηκε κατά την Τουρκοκρατία. Η ίδια περιφρόνηση παρατηρείται κατά τους τελευταίους
αιώνες πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όταν η Λατινική εκκλησία είχε αποδυθεί σε
ολοµέτωπο αγώνα εκλατινισµού, τόσο θρησκευτικού όσο και γλωσσικού, των Ρωµηών. Την ίδια
περιφρόνηση συναντάµε απροκάλυπτη κατά την εποχή των Σταυροφοριών. Κι αν θέλουµε να αναζητήσουµε
τις πραγµατικές ρίζες της πρέπει να φτάσουµε στην αρχή της µεσαιωνικής περιόδου, στους αιώνες από τον
5ο

ως τον 9ο

, όταν διαµορφώνεται για πρώτη φορά ως έννοια η «∆υτική Ευρώπη». Εποµένως, η
περιφρόνηση των δυτικών δεν προέρχεται από τη σηµερινή «ανωτερότητα» του δυτικού πολιτισµού, αλλά
από ιστορικές διαφορές που υπήρχαν ακόµη κι όταν οι δυτικοευρωπαίοι ζούσαν στα σκοτάδια της
µεσαιωνικής βαρβαρότητας. Με αυτό το πολύ ουσιαστικό ζήτηµα ασχολείται αναλυτικά το τρίτο µέρος
(κεφάλαια 6, 7 και 8) της µελέτης µας.
Ένα δεύτερο παράδειγµα προβλήµατος, το οποίο δεν µπορεί να απαντηθεί αν δεν ερευνηθεί η
ιστορική αιτία της διαφοράς µας µε τη ∆ύση, είναι το γνωστό δίληµµα για το αν η Ελλάδα ανήκει (εννοείται
πολιτιστικά) στην «Ανατολή» ή στη «∆ύση».1

Κατά τη γνώµη µας οι σχετικές συζητήσεις συχνά δεν
λαµβάνουν υπόψη τους ορισµένα θεµελιώδη ιστορικά δεδοµένα. Όπως θα δούµε στην εργασία µας, η
∆υτική Ευρώπη γεννήθηκε, κατά τον 5ο

έως 8ο

αιώνα, όταν τα βαρβαρικά γερµανικά φύλα συγκρούστηκαν
µε τον ελληνορωµαϊκό πολιτισµό, αποκλειστικός φορέας του οποίου ήταν τότε η λεγόµενη «Βυζαντινή»
Αυτοκρατορία. Η δυτικοευρωπαϊκή συνείδηση σχηµατίζεται µέσα από την αντιπαράθεση µε την
Κωνσταντινούπολη και ορίζεται απ’ αυτήν. ∆υτικοευρωπαίος από τότε και ύστερα είναι όποιος δεν είναι
Χριστιανός Ορθόδοξος, όποιος δεν αισθάνεται ότι ανήκει στην Οικουµενική Χριστιανική Αυτοκρατορία µε
πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, όποιος δεν ασπάζεται τον πολιτισµό που προήλθε από τη σύνθεση
ελληνισµού και χριστιανισµού στην Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία.

Αν δεχτούµε αυτή τη βασική ιστορική θέση, παύουν να έχουν αξία οποιεσδήποτε συζητήσεις για τη
θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη, στη ∆ύση, στην Ανατολή. Για τους Ευρωπαίους, η Ελλάδα εξ ορισµού δεν
ανήκει στην Ευρώπη τους, αφού είναι η κληρονόµος της αντίπαλης παράδοσης, του αντίπαλου πολιτισµού
τον οποίο χρειάστηκε να πολεµήσουν σκληρά οι ίδιοι ώστε να γίνουν αυτό που είναι σήµερα. Ας µη ξεχνάµε
ότι η ευρωπαϊκή µεσαιωνική ιστορία από το 800 ως το 1400 είναι µια συνεχής σύγκρουση Λατίνων και
«Βυζαντινών». Αλλά και σήµερα, οι επίκαιρες συζητήσεις περί της «κοινής ευρωπαϊκής κληρονοµιάς» δεν
περιλαµβάνουν στοιχεία της ρωµαίικης παράδοσής µας. Αντίθετα, τα κατάλοιπα αυτής της παράδοσης
θεωρούνται αναχρονιστικά εµπόδια για την ολοκλήρωση της νέας πολιτιστικής φυσιογνωµίας της Ευρώπης.
Για τους Έλληνες, από την άλλη, δεν έχει νόηµα να ταυτίζονται είτε µε την Ανατολή είτε µε τη
∆ύση, αφού αυτές οι έννοιες ορίζονται σε (αντιθετική) σχέση µε την Ελλάδα: η ∆ύση υπάρχει, µε την
πολιτιστική έννοια, επειδή πολέµησε και εξαφάνισε τον ελληνορωµαϊκό πολιτισµό –αλλιώς όλη η Ευρώπη θα
ήταν ακόµη µια ρωµαίικη επαρχία. Η Ανατολή υπήρξε πάντοτε κάτι διαφορετικό από τον ελληνορωµαϊκό
πολιτισµό, αν και επηρεάστηκε βαθύτατα απ’ αυτόν κατά το Μεσαίωνα. Το συµπέρασµα είναι ότι, ιστορικά,
τόσο η ∆ύση όσο και η Ανατολή ορίζονται σε σχέση µε την Ελλάδα, και όχι το αντίστροφο. Αυτό συµβαίνει
για τον απλούστατο λόγο ότι οι Έλληνες υπήρξαν επί 1800 τουλάχιστο χρόνια (από το 600 π.Χ. µέχρι το
1200 µ.Χ.) το αναµφισβήτητα πιο πολιτισµένο έθνος στην Ευρώπη. Εποµένως αυτό που συνέβαινε ήταν ότι

Σελίδα 6 από 63

οι άλλοι λαοί που έρχονταν σε επαφή µαζί µας έπρεπε να πάρουν θέση και να δεχθούν ή να απορρίψουν τα
στοιχεία του ελληνικού πολιτισµού.

Το ιστορικό πλαίσιο που προτείνουµε εδώ βοηθάει στην κατανόηση ορισµένων προβληµάτων και
παρεξηγήσεων που αλλιώς παραµένουν δυσερµήνευτα. Ένα χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγµα
αποτελεί η περιβόητη «Ιστορία της Ευρώπης» του Ντυροζέλ που προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις στη
χώρα µας. Αιτία η απουσία της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου από την ευρωπαϊκή Ιστορία. Για τους
Έλληνες είναι αυτονόητο ότι η αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο αποτελούν θεµελιώδεις παράγοντες στη
διαµόρφωση της Ευρώπης. Για τους ξένους όµως, η Ευρώπη αρχίζει από τη στιγµή που εµφανίζονται οι
ίδιοι στο προσκήνιο, δηλαδή από τον 4ο

µ.Χ. αιώνα µε τις εισβολές των Γερµανικών φύλων στη Ρωµαϊκή

Αυτοκρατορία.2

Η όλη «ευρωπαϊκή ιδέα», που τόσο διαφηµίζεται στις µέρες µας δεν αποτελεί παρά την
προσπάθεια επανένωσης των απογόνων εκείνων των γερµανικών φύλων. Σ’ αυτό το σχήµα δεν είναι πολύ
φανερό το γιατί η Ελλάδα ή το «Βυζάντιο» ανήκουν στην «Ευρώπη». Ίσα-ίσα, η όλη πορεία της Ευρώπης
µετά τον 4ο

αιώνα δεν ήταν παρά η επέκταση των «Ευρωπαίων» (δηλαδή των βαρβάρων) σε βάρος των
«Βυζαντινών» (δηλαδή των Ρωµαίων). Οι δυτικοί ιστορικοί προσπαθούν βέβαια να µας πείσουν ότι Ρωµαίοι
και βάρβαροι συγχωνεύτηκαν και έτσι δηµιουργήθηκε ο σηµερινός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισµός. Η άποψη
αυτή αποτελεί µια ενσυνείδητη παραποίηση της Ιστορίας την οποία έχουν επιβάλει οι δυτικοί για να
αµνηστεύσουν τα εγκλήµατα των προγόνων τους και ταυτόχρονα να οικειοποιηθούν τα επιτεύγµατα του
ελληνορωµαϊκού πολιτισµού. Θα έχουµε την ευκαιρία να πούµε περισσότερα πάνω σ’ αυτή τη θεµελιώδη
παραποίηση της Ιστορίας στα κεφάλαια 4, 6, και 8 της µελέτης µας.
Η άποψη Ντυροζέλ ήταν «αιρετική» µόνο στο ότι αγνοούσε της αρχαία Ελλάδα. Η παράλειψη του
Βυζαντίου είναι κοινός τόπος στις δυτικές ιστορίες της Ευρώπης. Ως ένα από τα αµέτρητα παραδείγµατα ας
αναφέρουµε την πρόσφατη (1980) πολύτοµη γαλλική «Γενική Ιστορία της Ευρώπης» (επιµέλεια C. Livet
και R. Mousnier, έκδοση των Presses Universitaires de France) που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το 1990
από τις εκδόσεις Παπαζήση. Την ελληνική έκδοση µάλιστα προλογίζει ο πρόεδρος της Ακαδηµίας Αθηνών,
Γ. Βλάχος, ο οποίος εκφράζει την κατάπληξή του για την απουσία του Βυζαντίου. Αλλά ποια κατάπληξη;
Για οποιονδήποτε έχει ζήσει στο εξωτερικό, είναι γνωστό ότι για τους δυτικούς η µεσαιωνική και νεώτερη
Ελλάδα δεν περιλαµβάνονται σ’ αυτό που ονοµάζεται «Ευρώπη». Ακόµη κι όταν λόγοι «ευγένειας» και
«πολιτιστικού πλουραλισµού» επιβάλλουν να συµπεριληφτεί το Βυζάντιο σε τέτοιες εκδόσεις, ο ρόλος του
είναι καθαρά περιφερειακός, σαν να επρόκειτο για κάποιο ασήµαντο δουκάτο της Ανατολής και όχι για την
επί αιώνες σηµαντικότερη πολιτική και πολιτιστική δύναµη της Ευρώπης. ∆υστυχώς η µακραίωνη έχθρα
της ∆ύσης εναντίον των Ρωµηών του µεσαίωνα δεν της επιτρέπει ακόµη και σήµερα να δει αντικειµενικά
ένα τόσο «ακίνδυνο» θέµα όπως η µεσαιωνική Ιστορία.
Ως τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγµα ας αναφέρουµε το συλλογικό έργο «Handbuch der
Europaischen Geschichte» του εκδοτικού οίκου Ernst Klert-Cotta της Στουτγάρδης µε γενικό εκδότη τον
Theodore Schieder που παρουσιάζει την ευρωπαϊκή Ιστορία από την ύστερη αρχαιότητα ως σήµερα σε
εφτά ογκώδεις τόµους. Στον πρώτο τόµο (κυκλοφόρησε το 1976) ο εκδότης βεβαιώνει ότι το έργο δεν
περιορίζεται στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, αλλά επεκτείνεται και στην ανατολική για να συµπεριλάβει
το σλαβικό και τον ελληνορθόδοξο κόσµο. Κι ωστόσο, ο πρώτος τόµος που καλύπτει την εποχή από το 400
µ.Χ. µέχρι τα µέσα του 11ου

αιώνα αφιερώνει µόλις 81 από τις 1061 σελίδες του στο Βυζάντιο. Εφτά αιώνες
Βυζαντινής Ιστορίας καλύπτουν όσο και η εξέταση της οργάνωσης των βαρβαρικών φυλών κατά τον 5ο
αιώνα (75 σελίδες)!3

Νοµίζουµε ότι τα σχόλια περιττεύουν µπροστά σ’ αυτά τα παραδείγµατα. Πρέπει να είναι κανείς
τυφλός για να µην αντιλαµβάνεται ποια είναι η ευρωπαϊκή άποψη για µας , για την Ιστορία µας, για την
παράδοσή µας. Αντί να προσπαθούµε µε κοµπλεξικές διαµαρτυρίες και ανακοινώσεις να πείσουµε τους
δυτικοευρωπαίους να συµπεριλάβουν και µας στην Ιστορία τους, θα έπρεπε, µε αφορµή τον Ντυροζέλ, να
αρπάξουµε αυτή τη σπάνια εκδήλωση ειλικρίνειας εκ µέρους τους. Θα έπρεπε επιτέλους να αντιληφθούµε
ότι ως λαοί, αλλά και ως πολιτισµοί , ο ελληνικός και ο δυτικοευρωπαϊκός βρίσκονται σε σύγκρουση από
την εποχή που πρωτοεµφανίζονται οι δυτικοευρωπαίοι τον 4ο

µ.Χ. αιώνα. ∆εν είναι εποµένως καθόλου
παράξενο το ότι κάποια βιβλία εκφράζουν αυτό που υπάρχει στη συνείδηση κάθε δυτικοευρωπαίου.4

Ο

Σελίδα 7 από 63

Ντυροζέλ θα µπορούσε να γίνει η αφορµή για να σκεφτούµε πιο σοβαρά ποια είναι η δική µας θέση
απέναντι σ’ έναν πολιτισµό κατ’ εξοχήν εχθρικό, κατ’ εξοχήν αντιρωµαίικο. Έναν πολιτισµό που
προσπαθεί να επιβάλλει έναν παγκόσµιο τύπο ανθρώπου, εξαφανίζοντας τη µνήµη και τη στάση ζωής κάθε
διαφορετικού λαού, µαζί και του ελληνικού.

Η εργασία µας θα προσπαθήσει να αναδείξει ορισµένες από τις ιστορικές αιτίες της διάστασης
ελληνισµού και ∆ύσης, τονίζοντας αυτές που συνήθως παραγνωρίζονται ή παραποιούνται στην «επίσηµη»
ευρωπαϊκή, αλλά και ελληνική, ιστοριογραφία. Θεωρούµε περιττό να αναφερθούµε στις πολιτιστικές
διαφορές καθαυτές. Αυτές έχουν περιγραφεί µε έξοχο τρόπο από ορισµένα από τα πιο λαµπρά πνεύµατα που
γέννησε η χώρα µας τα τελευταία εκατό χρόνια, κι έχουν αποτυπωθεί στο έργο ζωής ενός Περ.
Γιαννόπουλου, ενός Γ. Σεφέρη, ενός Φ. Κόντογλου.
Η µελέτη µας είναι, λοιπόν, καθαρά ιστορική. Το πρώτο τµήµα (κεφάλαια 1, 2 και 3) είναι
αναγκαστικά αφιερωµένο στο ξεκαθάρισµα της σύγχυσης που έχει προκληθεί γύρω από την εθνική µας
ονοµασία. Τα τελευταία 1500 χρόνια έχουµε αποκληθεί µε τέσσερα διαφορετικά ονόµατα (Ρωµηοί,
Γραικοί, Βυζαντινοί, Έλληνες). Οι λόγοι αυτής της σύγχυσης δεν προήλθαν από το λαό µας, που πάντοτε
γνώριζε το ένα και µοναδικό όνοµά του σε όλους αυτούς τους αιώνες. Προήλθαν από τους
δυτικοευρωπαίους εχθρούς µας που επινόησαν διάφορα ονόµατα για να µας αποκόψουν από την εθνική µας
συνέχεια. Οι ονοµασίες χρησιµοποιήθηκαν ως ιδεολογικά µέσα για την εξόντωση του ελληνισµού.
Στο δεύτερο τµήµα (κεφάλαια 4 και 5) εξετάζουµε το σχηµατισµό της «ρωµαίικης εθνικής
συνείδησης», η οποία διαφέρει ριζικά από τις φυλετικές εθνικές ιδεολογίες των δυτικών χωρών, ξεκινώντας
από την εποχή που τα γερµανικά φύλα εισβάλλουν στη δυτική Ευρώπη. Οι δύο συνιστώσες αυτής της
συνείδησης είναι η υπερεθνική µορφή του κράτους και ο Χριστιανισµός Η κατανόηση της ρωµαίικης
εθνικής ιδεολογίας αποτελεί απαραίτητο βήµα για την κατανόηση της ιδιαιτερότητας της Ρωµηοσύνης
απέναντι στη ∆ύση.

Στο τρίτο τµήµα (κεφάλαια 6, 7 και 8) παρουσιάζουµε ορισµένα προβλήµατα των «Σκοτεινών

Χρόνων» (7ος

-8ος

αιώνας), οπότε σηµειώνεται µια µεγάλη ρήξη στην ευρωπαϊκή Ιστορία: ένας βαρβαρικός
λαός, οι Φράγκοι, ξεκινάει µια συνειδητή προσπάθεια παραποίησης της Ιστορίας µε σκοπό να οικειοποιηθεί
το Ρωµαϊκό αυτοκρατορικό τίτλο. Από εκείνη τη στιγµή, όπως θα δούµε, η δυτική Ευρώπη κάνει την
επιλογή της άρνησης και της σύγκρουσης µε τον ελληνορωµαϊκό πολιτισµό. Μέσα απ’ αυτή τη σύγκρουση
αποχτάει η «Ευρώπη» για πρώτη φορά την αυτοσυνειδησία της και γεννιέται ως ξεχωριστό φαινόµενο ο
δυτικός πολιτισµός. Στη ρήξη αυτή βρίσκονται οι πηγές της διάστασής µας µε τους δυτικοευρωπαίους.
Από τον 9ο

αιώνα και µετά, η Ρωµηοσύνη και η ∆ύση ακολούθησαν αποκλίνουσες πορείες, καθώς η
∆ύση εκδήλωσε το θανάσιµο µίσος της για κάθε τι ρωµαίικο. Οι εξωτερικές εκφράσεις αυτού του µίσους
(Σχίσµα, «σταυροφορίες», Φραγκοκρατία, κλπ) υπήρξαν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για τους προγόνους µας
και σηµάδεψαν τον προσανατολισµό της Ρωµηοσύνης. Μια αναλυτική περιγραφή αυτής της περιόδου,
όµως, βρίσκεται έξω από τα όρια της µελέτης µας. Αυτό που µας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ είναι η
διερεύνηση της πρωταρχικής ρήξης, της πηγής των συγκρούσεων που ακολούθησαν.
Η έκδοση της παρούσας µελέτης δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την αγάπη και την προτροπή του
σεβαστού µου πατρός Ιεροθέου Βλάχου, ο οποίος διάβασε το χειρόγραφο και πρότεινε σειρά υποδείξεων για
τη βελτίωσή του. Για όλα αυτά εκφράζω τις θερµές ευχαριστίες µου. Για τον ενήµερο αναγνώστη θα γίνει
επίσης φανερό ότι αυτή η µελέτη οφείλει τα µέγιστα στο πρωτοποριακό έργο του πατρός Ι. Ρωµανίδη
«Ρωµηοσύνη». Η γνώµη µας είναι ότι, για διάφορους λόγους, η «Ρωµηοσύνη» δεν έχει προσεγγίσει όσους
αναγνώστες θα µπορούσε. Πάντως, επειδή οι απόψεις του Ρωµανίδη είναι ιδιαίτερα αµφιλεγόµενες,
προσπαθήσαµε να προχωρήσουµε σε µια ανεξάρτητη ανάγνωση ορισµένων πηγών για να εξακριβώσουµε σε
ποια σηµεία επιβεβαιώνονται. Έτσι, όπου είχαµε τη δυνατότητα ελέγχου των πηγών το κάναµε, χωρίς να
χρειάζεται να παραπέµψουµε στο Ρωµανίδη. Το συµπέρασµα που προκύπτει από την έρευνά µας βρίσκεται
σε σχεδόν απόλυτη συµφωνία µε τα συµπεράσµατα του Ρωµανίδη.

Θα µπορούσε να αντιπαρατηρήσει κάποιος ότι, όποιο κι αν είναι το συµπέρασµα µιας ιστορικής
µελέτης, όλα αυτά λίγη σχέση έχουν µε τα καυτά σηµερινά προβλήµατα της ελληνικής κοινωνίας. Εµείς
διαφωνούµε µ’ αυτή την άποψη. Πιστεύουµε, κατ’ αρχήν, ότι η Ιστορία προσφέρει απαντήσεις σε

Σελίδα 8 από 63

ερωτήµατα που αντιµετωπίζουµε και σήµερα, επειδή ακριβώς τα ίδια ερωτήµατα έχουν τεθεί και κατά το
παρελθόν, Το όλο πρόβληµα Ελλάδας-∆ύσης είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα προβλήµατος που
υφίσταται εδώ και 1500 χρόνια. Ιδιαίτερα σε περιόδους όξυνσης των εθνικών µας κινδύνων καταντάει
αυτοκαταστροφικό το να µην έχουµε συναίσθηση της βαθιάς πολιτιστικής αντιπαλότητας που χαρακτηρίζει
τα αισθήµατα των δυτικών απέναντί µας.
Πέρα απ’ αυτό όµως, η ιστορική γνώση διαπλάθει και το όραµα που έχουµε για το µέλλον. Η
εντύπωση που έχουµε για την αρχαία Ελλάδα, για το Βυζάντιο ή για τη δυτικοευρωπαϊκή Ιστορία καθορίζει,
συνειδητά ή υποσυνείδητα, το τι είδους κοινωνία οραµατιζόµαστε. Ίσως αυτό να εννοεί και ο Σεφέρης όταν
λέει πως «σβήνοντας ένα κοµµάτι από το παρελθόν, σβήνει κανείς κι ένα αντίστοιχο κοµµάτι από το
µέλλον».5

Ο µόνος τρόπος για να ξεπεράσουµε τα σηµερινά µας προβλήµατα είναι να ξαναβρούµε τη
χαµένη ιστορική µας µνήµη και να έρθουµε έτσι πάλι σε επαφή µε αυτό που πραγµατικά είµαστε, µε αυτό
που πραγµατικά αγαπά η ψυχή µας. Και τότε θα διαπιστώσουµε πως, όσο κι αν προσπαθούµε να το
αρνηθούµε, πιστεύοντας ότι είµαστε ένα µε τους δυτικοευρωπαίους, η καθηµερινή µας ζωή, οι χαρές, οι
πίκρες, οι ελπίδες, τα γλέντια και οι απογοητεύσεις µας είναι όλα διαποτισµένα από ένα αίσθηµα
αποκλειστικά δικό µας, άγνωστο στους δυτικούς, που µπορεί και να ονοµάζεται «καηµός της
Ρωµηοσύνης»…

Σελίδα 9 από 63

Μέρος Α
Οι εθνικές µας ονοµασίες

Κεφάλαιο 1

Τα δύο ρεύµατα του 19ου

αιώνα

Θα ξεκινήσουµε τη µελέτη µας µε µια διευκρίνηση σχετικά µε τους όρους «Έλληνας» και
«Ρωµηός», κάτω από τους οποίους υπολανθάνει µια τεράστια διαµάχη. Οι Έλληνες του 1994 µένουν ίσως
έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν ότι µέχρι τις αρχές του αιώνα µας δόθηκε σκληρή ιδεολογική πάλη ανάµεσα
σ’ αυτές τις δυο λέξεις για την εθνική µας ονοµασία. Η πάλη αυτή αντανακλούσε τη γενικότερη σύγκρουση
δύο κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων στο χώρο µας, που άρχισε από τον 18ο

αιώνα, αν και οι ρίζες της

µπορούν να αναχθούν αρκετούς αιώνες πριν.
Από την εποχή του ευρωπαϊκού ∆ιαφωτισµού και µετά δηµιουργήθηκαν δύο ρεύµατα ανάµεσα
στους Έλληνες διανοούµενους. Το πρώτο προσπάθησε να µεταδώσει τις αξίες του ευρωπαϊκού ουµανισµού
στους σκλαβωµένους Έλληνες και να «καθαρίσει» τη γλώσσα και τα έθιµα του λαού από τέσσερις αιώνες
σκοταδιού. Για να αντλήσει υποστήριξη από τους ξένους χρησιµοποίησε την αρχαιολατρεία της εποχής του
ροµαντισµού και διέδωσε µε ενθουσιασµό τη θεωρία της φυλετικής προέλευσης των σηµερινών Ελλήνων
από τους αρχαίους. Σε µια εποχή που µεγάλα ονόµατα της Ευρώπης όπως ο Γκαίτε, ο Μπάυρον, ο
Χαίλντερλιν, ο Σέλλεϋ, κλπ. Υµνούσαν την επιστροφή σε ένα εξιδανικευµένο κλασικό παρελθόν, η ύπαρξη
κάποιων καθαρών απογόνων του Περικλή προκαλούσε ρίγη συγκίνησης σε πολλούς πνευµατικούς κύκλους
της Ευρώπης.

Το ρεύµα αυτό προσπάθησε να επιβάλει µια αττικίζουσα γλώσσα στους Έλληνες, ώστε η ταύτιση µε
τους αρχαίους να γίνει ακόµη πιο αληθοφανής, και ταυτόχρονα συντάχθηκε απόλυτα µε τις απόψεις των
δυτικοευρωπαίων για τη µεσαιωνική µας Ιστορία: ο βυζαντινός µεσαίωνας ήταν µια περίοδος σκοταδισµού,
«θρησκείας και βαρβαρότητας» όπως έλεγε ο Γίββων, γεµάτη δολοπλοκίες, ίντριγκες σε σκοτεινά παλάτια
και ατέρµονες συζητήσεις πάνω σε άλυτα και ακατανόητα θεολογικά προβλήµατα που δεν ενδιέφεραν
κανέναν. Την άποψη αυτή αποδέχεται ακόµη και σήµερα µια µεγάλη µερίδα του ελληνικού λαού. Κύριος
εκπρόσωπος αυτής της τάσης ήταν ο Κοραής και µετά απ’ αυτόν ο Ι. Ρίζος-Νερουλός, ο Στ. Κουµανούδης
και πολλοί θιασώτες της καθαρεύουσας. Για παράδειγµα, το 1841 ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, πρόεδρος της
Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, και πρώην υπουργός Εκκλησιαστικών, διακήρυττε πως «η βυζαντινή
Ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και µακροτάτη σειρά πράξεων µωρών και αισχρών βιαιοτήτων του εις
το Βυζάντιον µετεµφυτευθέντος Ρωµαϊκού κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδητος της εσχάτης
αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων».6
Το δεύτερο ρεύµα είχε πιο βαθιές ρίζες και είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η αρχή του. Πιο εύκολο
είναι να περιγραφούν οι θέσεις του. Κατ’ αρχήν, δε δεχόταν τόσο εύκολα το νεωτεριστικό όνοµα
«Έλληνες», τη στιγµή που όλοι οι υπόδουλοι οµοεθνείς µας γνώριζαν µόνον ότι είναι Ρωµηοί. Η διαφορά
δεν είναι απλώς τυπολογική, όπως θα δούµε σε επόµενα κεφάλαια. Κατά δεύτερον, οι τωρινοί Ρωµηοί δεν
ένιωθαν ότι είχαν άµεση συγγένεια µε τους αρχαίους Έλληνες. Πολύ πιο κοντινούς αισθανόντουσαν τους
Ρωµηούς της µεσαιωνικής εποχής: ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί διατεθειµένοι να θυσιαστούν για την πίστη
τους όπως και κείνοι, δάκρυζαν το «Τη Υπερµάχω Στρατηγώ» και όχι τους παιάνες του Αισχύλου, τιµούσαν
τη µνήµη των «ευσεβών βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως», όνειρό τους όλα τα χρόνια της δουλείας ήταν
η απελευθέρωση της Πόλης την οποία αναγνώριζαν ως µόνο εθνικό κέντρο, και τέλος έδειχναν µεγαλύτερη
εµπιστοσύνη στη δηµώδη γλώσσα και στην παράδοση του λαού.
Το ρεύµα αυτό εκπροσωπείται από πολλούς λόγιους, χωρίς ενιαίο πρόγραµµα ή ιδεολογία. Στο
σκέλος που αφορά την εθνική ονοµασία «Ρωµηοί» µπορούµε να αναφέρουµε τον ∆. Καταρτζή, τον Γ.
Τυπάλδο-Ιακωβάτο και αργότερα πολλούς δηµοτικιστές, ένας από τους οποίους, ο Αργ. Εφταλιώτης,

Σελίδα 10 από 63

έφτασε να γράψει το 1901 «Ιστορία της Ρωµιοσύνης» που ξεκινάει το 146 π.Χ., µε την κατάκτηση δηλαδή
της Ελλάδας από τους Ρωµαίους! Ο ∆. Καταρτζής (1730-1807) στο έργο του «Γνώθι σαυτόν», όπου κάνει
µια ιστορική αναδροµή στις λέξεις Έλληνας και Ρωµηός, συµπεραίνει: «πως (λοιπόν) µερικοί σπουδαίοι
ενάντια και στους κανόνες της γραµµατικής τολµούν ν’ αλλάζουν σηµασία λέξης, και να λεν τον εαυτό τους
Έλληνες, και να µην το ‘χουν πρόκριµα καθό Χριστιανοί και ατιµία, καθό Ρωµηοί, που οι γονείς µας
Ρωµαίοι δεν το εδέχτηκαν οξ από έναν, τον παραβάτη Ιουλιανό, που ενασµονίζονταν να λέγεται Έλληνας».7
Ο επτανήσιος Γ. Τυπάλδος-Ιακωβάτος έγραφε χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του 1830: «ένα
τµήµα του ιδανικού έθνους έχει λευτερωθεί, είναι η επαρχία της Ελλάδας». Αποµένει το υπόλοιπο, «ο
θρόνος του Μεγάλου Κωνσταντίνου», και µαζί µ’ αυτό το άλλο «µικρότατο µέρος της Ρωµιοσύνης, τα εφτά
νησιά, που και κει, για να σιάξουν τα πράµατα, θα πρέπει να αερισ’ η ρωµαϊκή σηµαία».8
Ο αρχηγός του δηµοτικιστικού κινήµατος, ο Ψυχάρης, πίστευε ότι «όταν το 1821 ο Μπότσαρης και
οι όµοιοί του ξεσηκώνονταν υπάκουαν χωρίς µήτε να το ξέρουν σε µια ρωµαϊκή πολιτική ώθηση».9
Χαρακτηριστική είναι και η επιγραφή που άφησε ο Ψυχάρης στον τάφο του: «Τραγουδήστε µου ένα
µοιρολόι από κείνα που σας άκουσα να τραγουδάτε σαν ήµουνα παληκάρι και πήγα στα χωριά της µαστίχας
να µάθω τη λαλιά σας, τα ρωµαίικα. Ποιος ξέρει, µπορεί να µε ξυπνήσετε άξαφνα ως και στον τάφο, τόσο τ’
αγάπησα, τόσο βαθιά τα ‘βαλα µέσα για µέσα στην καρδιά µου, τη ρωµαϊκή µου την καρδιά».10

Είναι
άλλωστε αξιοσηµείωτο ότι το περίφηµο περιοδικό όργανο των δηµοτικιστών έφερε τον τίτλο «Νουµάς» (Ο
Νουµάς δεν ήταν άλλος από το δεύτερο βασιλιά της αρχαίας Ρώµης!).

Τα δύο ρεύµατα βρίσκονταν σε σύγκρουση σε όλη τη διάρκεια του 19ου

αιώνα και στις αρχές του
20ού. Μια αναλυτική εξέταση αυτής της σύγκρουσης θα ξέφευγε από το πλαίσιο της εργασίας µας. Πάντως
οι σκοπιµότητες που κρύβονταν πίσω από τη χρήση των εθνικών ονοµασιών δεν είχαν διαφύγει της
προσοχής των ξένων. Το 1857 ένας κορυφαίος φιλέλληνας Γάλλος ιστορικός έλεγε στον Σπ. Ζαµπέλιο: «Το
δη παραδοξότερον, οι πλεονέκται ούτοι φίλοι µας (οι νεοέλληνες) προς µηδέν άλλο βλέποντες, ή προς το
ίδιον συµφέρον, το µεν πρωί καλούνται κατά λόγον ιστορικόν Έλληνες, εν δε µεσηµβρία λέγονται κατά
λόγον πολιτικόν Ρωµαίοι, το δε εσπέρας αµφότερα συµβιβάζοντες γίνονται Γραικορωµαίοι».11
Το σίγουρο είναι ότι µέχρι τις αρχές του αιώνα µας το ζήτηµα δεν είχε λυθεί. Το 1901, η έκδοση του
πρώτου τόµου της «Ιστορίας της Ρωµιοσύνης» του Εφταλιώτη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι µόνο για
τη γλώσσα της (ήταν το πρώτο βιβλίο Ιστορίας στη δηµοτική), αλλά και για τη χρήση του όρου
«Ρωµιοσύνη». Ακολούθησε µια έντονη διαµάχη που δίχασε τους Έλληνες διανοούµενους, µε
πρωταγωνιστές τους Γ. Χατζιδάκι και Ν. Πολίτη από τη µια πλευρά (εναντίον του όρου «Ρωµηοί») και τους
Κ. Παλαµά, Γρ. Ξενόπουλου από την άλλη.12
Απ’ ότι φαίνεται, µετά από εβδοµήντα χρόνια ελεύθερου βίου, ο πολύς κόσµος δεν είχε συνηθίσει
ακόµη το όνοµα «Έλλην». Όπως έγραφε τότε ο Κωστής Παλαµάς, το «Ρωµιός» ερχόταν στο στόµα του
κόσµου «πιο πολύ από το γιορτιάτικο και δυσκίνητο όνοµα Έλλην, ακόµη και από το όνοµα Έλληνας, που
είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το Ρωµιός, και κρατούσε ως τα χτες ακόµη την αρχαία ειδωλολατρική
σηµασία (...) και σηµαίνει κι ως την ώρ’ ακόµα, για τον πολύ λαό, τον αντρειωµένο, το γίγαντα».13

Ο
Κωστής Παλαµάς είχε συλλάβει επακριβώς την ουσία της διαµάχης: «Οι όροι Ρωµιός και Ρωµιοσύνη επειδή
δε µας έρχουνται, ίσα ολόισα, από την εποχή του Περικλή, παραµερίστηκαν αγάλια αγάλια, από την
επίσηµη γλώσσα». «Έλληνες, για να ρίχνουµε στάχτη στα µάτια του κόσµου πραγµατικά, Ρωµιοί. Το όνοµα
κάθε άλλο είναι παρά για ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριλιάς στεφάνι από την Ολυµπία, το ανυψώνει
στέµµα ακάνθινο µαρτυρικό και θυµάρι µοσκοβολά και µπαρούτη». Και, δικαιώνοντας τον Εφταλιώτη για
την επιλογή του όρου «Ρωµιοσύνη», κατέληγε: «κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθηµα γλωσσικό δεν
µπορεί παρά να βρη ακόµα στη λέξη Ρωµιοσύνη κάτι τι ποιητικά και µουσικά χρωµατισµένο, κάτι τι
φτερωτό, λεβέντικο για µας και ανάλαφρο, που νοµίζω πως δεν τόχει ο Ελληνισµός, µε όλη τη βαριά του
ασάλευτη µεγαλοπρέπεια».14

Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή πολεµική, που έφτασε µέχρι το σηµείο να αµφισβητεί τον πατριωτισµό
του Εφταλιώτη, οδήγησε τον τελευταίο στο να µη δηµοσιεύσει ποτέ τους υπόλοιπους τόµους της «Ιστορίας»
του. Σε µια Ελλάδα που προσπαθούσε αγωνιωδώς να καλύψει τετρακόσια χρόνια «καθυστέρησης» απέναντι
στη «φωτισµένη» Ευρώπη, δεν µπορούσε βέβαια να γίνει δεκτή η άποψη πως «αδύνατο πράµα, φίλε µου, να
γυρεύης να µιµηθής Άγγλους, Γάλλους, Γερµανούς, κι αρχαίους Έλληνες, και να µην έχης δόση από

Σελίδα 11 από 63

βαρβαρωσύνη, τη βαρβαρωσύνη που βλέπει τα φανταχτερά τα ξένα και σκιάζεται, βλέπει τα δικά της και
ντρέπεται»15

...

Οι υπέρµαχοι του «αντιρωµαίικου» αγώνα είχαν φτάσει να διακηρύττουν ότι ως λαός έχουµε σχέση
µόνο µε την αρχαία Ελλάδα και ότι η µεσαιωνική περίοδος είναι ολότελα ξένη προς τη νεώτερη Ελλάδα.16
Και µάλιστα ως «αρχαία Ελλάδα» εννοούσαν την κλασική Ελλάδα, αυτήν που οι ξένοι αποκαλούν µέχρι και
σήµερα «Greece proper» («καθαυτό Ελλάδα»), δηλαδή τη χώρα νότια των Θερµοπυλών. Για παράδειγµα, ο
Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, ισχυριζόταν το 1841 ότι Ελλάδα είναι µόνο το ελληνικό κράτος (του 1830). Όσοι
άλλοι το πατούν ή το πάτησαν είναι ξένοι. Συνεπώς ξένος ήταν ο Φίλιππος, νικητής των Ελλήνων στη
Χαιρώνεια, ο οποίος µάλιστα, «έπραξεν άλλον της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησεν τον
Αλέξανδρον».17

Αυτές οι απόψεις είχαν αποκτήσει και πολιτική έκφραση κατά τον 19ο

αιώνα. Σύµφωνα µε τον Π.
Καρολίδη, επιµελητή και συνεχιστή της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρρηγόπουλου, «αι
τοιαύται γελοιωδώς παράδοξοι δοξασίαι, προϊόντα αµαθείας και ακρισίας, είχον και την πολιτικήν αυτών
ροπήν επί µερίδα λογίων κηρυττόντων ότι των νυν Ελλήνων αι πολιτικαί ροπαί και τάσεις και εθνικαί ιδέαι
πρέπει να µη υπερβαίνωσιν τα όρια της αρχαίας Ελλάδος».18
Όπως είναι φανερό, σε µια χώρα που γνώριζε ότι τα τρία – τέταρτα των οµοεθνών της
εξακολουθούσαν να ζουν υποδουλωµένοι, µια τέτοια παραποίηση της Ιστορίας εγκυµονούσε σοβαρούς
εθνικούς κινδύνους. Και πως να µην εγκυµονούσε, όταν ο Κοραής είχε ανοίξει τον δρόµο για την αποδοχή
µιας τέτοιας θεώρησης προσπαθώντας να φωτίσει τους ραγιάδες µε λόγια όπως: «το έθνος είναι πτώµα
σπαραττόµενο από κόρακας. Απέθανεν η πατρίς... αφ’ ότου µας επάτησεν ο Φίλιππος έως το 1453».19
Ευτυχώς που οι σλαβοµακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν ανακαλύψει ακόµη τον Κοραή...
Για να είµαστε µάλιστα ακριβείς, του Κοραή ούτε η λέξη «Έλληνας» του άρεζε. Στον περίφηµο
«∆ιάλογο δύο Γραικών» (1805) έγραφε: «Ένα από τα δύο λοιπόν ταύτα (Έλληνας ή Γραικός) είναι το
αληθινόν του έθνους όνοµα. Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω µας ονοµάζουσι και όλα τα φωτισµένα
έθνη της Ευρώπης». Και παρακάτω: «Όχι µόνον απάνθρωποι αλλά και µωροί προς τούτοις έπρεπε να
ονοµασθώµεν εάν επροκρίνοµεν τ’ όνοµα των Ρωµαίων από τ’ όνοµα των Γραικών», για να καταλήξει:
«όστις µ’ ονοµάση πλέον Ρωµαίον, θέλω τον στοχάζοµ’ ως εχθρόν µου. Από της σήµερον εις το εξής είµαι
Γραικός».20

Το «Γραικός», όπως έχει τονίσει ο Ρωµανίδης και θα εξετάσουµε αναλυτικά στο κεφάλαιο 7,
είναι µια εθνική ονοµασία την οποία µας απέδωσαν τα «φωτισµένα» έθνη της Ευρώπης, κατά τον 8ο

αιώνα,
όταν ακόµα βρίσκονταν στα βαθύτερα σκοτάδια της Ιστορίας τους. ∆υστυχώς η οριστική µελέτη για το
σκοταδιστικό ρόλο του Κοραή στη διαµόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας περιµένει ακόµη το
συγγραφέα της... Όσο για την ταλαίπωρη Ελλάδα, µετά τα όσα είπαµε ως τώρα, γίνεται αντιληπτό ότι τα
σύνορα του 1830 δεν ήταν καθόλου τυχαία: αντιστοιχούσαν ακριβώς στα όρια της αρχαίας Ελλάδας, όπως
τα έβλεπαν οι ξένοι και οι εγχώριοι µιµητές τους. Η αποδοχή της ονοµασίας «Έλληνες» πρόσφερε το
απαραίτητο ιδεολογικό άλλοθι σε όσους ήθελαν µια µικρή Ελλάδα στα όρια του 1830...

Κεφάλαιο 2

Plus De Cet Utilisateur

Notes
Charger plus

You're Reading a Free Preview

Télécharger