Άνδρες αδελφοί και συμπένητες, πτωχοί γάρ απαντες και της θείας χάριτος επιδεείς, καν άλλος άλλου προέ5 χειν δοκη, μικροις μέτροις μετρούμενος, δέξασθε τον περί φιλοπτωχίας λόγον, μη πενιχρώς, αλλά φιλοτίμως, ίνα βασιλειαν πλουτήσητε. συνεύξασθε δε και ημάς πλουσίως τούτον ημίν χορηγήσαι και θρέψαι τω λόγω τας υμετέρας ψυχάς και διαθρύψαι πεινώσι τον πνευματικόν άρτον. είτε επ’ ου10 ρανού τροφήν ύοντας, καθάπερ Μωϋσής ο παλαιός εκείνος, και άρτον αγγέλων χαριζομένους. είτε άρτοις ολίγοις εν ερημία τρέφοντας μέχρι κόρου και μυριάδας, καθάπερ Ιησους ύστερον, ο αληθινός άρτος, και της αληθινής ζωής αι-
τιος. Έστι μέν ουν ου πάνυ τι ράδιον των αρετών την νικωσαν ευρείν, και ταύτη δούναι τα πρεσβεία και τα νικητήρια. ώσπερ ουδέ εν λει΄μωνι πολυανθεί και ευώδει, των ανθέων το κάλλιστον και ευωδέστατον, άλλοτε άλλου την όσφρησιν και την όψιν προς εαυτό μεθέλκοντος, και πρώτον δρέπεσθαι πείθοντος. Ως δ’ ουν εμέ, περί τούτων διελέσθαι σκεπτέον ούτως. 20 2. Καλόν πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. και μάρτυς της πίστεως Αβραάμ, δικαιωθείς εκ πίστεως. της ελπίδος Ενώχ, ός πρώτος ήλπισεν επικαλεισθαι τον Κύριον
1. 2. 3. 4. 5.
Εξ. 16, 14 ε. Ψαλμ. 77, 25. Ματθ. 14, 15 ε. Α’ Κορ. 13, 13. Γεν. 15, 6.
Β’ ΛΟΓΟΙ ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΙ ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΠΤΩΧΙΑΣ
1. Άνδρες αδελφοί, πτωχοί όπως και εγώ, διότι είμεθα όλοι πτωχοί και έχομεν ανάγκην της θείας χάριτος, έστω και αν φαίνεται ότι ο ένας υπερέχει από τον άλλον, όταν μετρούμε τα πράγματα με τα ιδικά μας μικρά μέτρα, δεχθήτε τον λόγον μου περί φιλοπτωχίας όχι με αδιαφορίαν αλλά με καλήν διάθεσιν, δια να γίνετε πλούσιοι με την απόκτησιν της βασιλείας. Προσευχηθήτε δε μαζί μας ώστε και εμείς να σας δώσωμεν τον λόγον πλουσιοπάροχα και να θρέψωμεν με αυτόν τας ψυχάς σας και να μοιράσωμεν εις εκείνους οι οποίοι πεινούν τον πνευματικόν άρτον, είτε κάνοντες να πέση τροφή από τον ουρανόν, όπως έκανεν ο Μωϋσής αγγέλων2, εκείνος είτε πάλαι ποτέ1, με και μοιράζοντες άρτους άρτον μέχρι τρέφοντες ολίγους
κορεσμου χιλιάδας ανθρώπων εις τήν έρημον3, όπως έκαμεν αργότερα ο Ιησούς, ο πραγματικός άρτος και η αιτία της αληθινής ζωής. Δεν είναι λοιπόν καθόλου εύκολον να εύρη κανείς την υψηλοτέραν από όλας τας αρετάς και να της αποδώση την πρώτην θέσιν και την τιμήν διά την νίκην, όπως δεν είναι επίσης εύκολον να εύρη κανείς το πιο ωραίον και αρωματικόν άνθος μέσα εις λιβάδι το οποίον είναι γεμάτον από άνθη κι ευωδιάζει, επειδή πότε το ένα και πότε το άλλο από τα άνθη σύρει προς το μέρος του την όσφρησιν και την όρασιν και την πείθει να το κόψη πρώτον. Όσον λοιπόν αφορά εις εμέ, δια να ξεχωρίσω την ανωτέραν αρετήν θα σκεφθώ ως εξής: 2. Καλαί είναι η πίστις, η ελπίς και η αγάπη4, αι τρεις αυταί αρεταί. και μάρτυρας δια την πίστιν είναι ο Αβραάμ, ο
οποίος ανεκηρύχθη δίκαιος λόγω της πίστεως του5, δια την ελπίδα ο Ενώς, ο οποίος πρώτος ανέθεσε την ελπίδα
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ καί πάντες οι δίκαιοι διά την ελπίδα κακοπαθούντες. της αγάπης ο θείος Απόστολος, τολμήσας τι και καθ’ εαυτού διά τόν Ισραήλ φθέγξασθαι. και ο Θεός αυτός, αγάπη καλούμενος. Καλόν η φιλοξενία. και μάρτυς εν μέν δικαίοις Λώτ 5 ο Σοδομίτης και ου Σοδομίτης τον τρόπον. εν δε αμαρτωλοίς, Ραάβ η πόρνη και ου πόρνη τήν προαίρεσιν, διά φιλοξενίαν επαινεθεισά τε και σωθείσα. Καλόν η φιλαδελφία, καί μάρτυς Ιησούς, ουκ αδελφός ημών κληθήναι μόνον, αλλά καί παθείν υπέρ ημών ανασχόμενος. Καλόν η φιλανθρωπία. 10 καί μάρτυς ο αυτός Ιησούς, ου ποιήσας μόνον τον άνθρωπον επ’ έργοις αγαθοίς και την εικόνα τω χοΐ συζεύξας οδηγόν
των καλλίστων, και των άνω πρόξενον, αλλά και γενόμενος υπέρ ημών άνθρωπος. Καλόν η μακροθυμία, και ο αυτός μάρτυς, παραιτησά15 μενος κατά των επανισταμένων και τυραννούντων, ουδέ τω Πέτρω μόνον επιτιμήσας αιρομένω τήν μάχαιραν, αλλά και τό ωτίον αποκαταστήσας τω πεπληγότι. Τό δ’ αυτό και Στέφανος ύστερον ο του Χριστού μαθητής, υπέρ των λιθαζόντων ου τας λεγεώνας μόνον των αγγέλων
6. Γεν. 4, 26. 7. Ρωμ. 9, 3. 8. Α’ Ιω. 4, 8. 9. Γεν. 19, 3. 10. Ιησ. Ναυη 2, 1 ε. 11. Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί τήν φράσιν. «και των άνω πρόξενον». Οι πρόξενοι, ως γνωστόν, εις τας αρχαίας ελληνικάς πόλεις, και κυρίως εις τας Αθήνας όπου ο θεσμός των προξένων ευρίσκετο εις περιωπήν, ήσαν πολίται της πόλεως εις τήν οποίαν κατοικούσαν και επροστάτευον και υπερησπίζοντο τα συμφέροντα πολιτών της πόλεως της οποίας είχον αναλάβει την προξενίαν. χρησιμοποιών την παρομοίωσιν των προξένων Ο Γρηγόριος
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ του εις την επίκλησιν του ονόματος του Θεού6, και όλοι οι δίκαιοι οι οποίοι κακοπαθούν χάριν της ελπίδος. διά την αγάπην δε ο θείος Απόστολος, ο οποίος ετόλμησε να είπη κάτι εναντίον του πρός χάριν του Ισραηλιτικού λαού7, και ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος ονομάζεται αγάπη8. Η φιλοξενία είναι καλόν. Και μάρτυρας δι’ αυτό μεταξύ μεν των δικαίων είναι ο Λώτ9 ο κάτοικος των Σοδόμων, ο οποίος όμως δεν είχε την διαγωγήν των Σοδομιτών, μεταξύ δε των αμαρτωλών η πόρνη Ραάβ10, η οποία όμως δεν ήτο πόρνη κατά την διάθεσιν, και η οποία επηνέθη και εσώθη δια την φιλοξενίαν. Η φιλαδελφία είναι καλόν, και μάρτυρας δι’
αυτό είναι ο Ιησούς, ο οποίος ηνέχθη όχι μόνον να ονομασθή αδελφός μας αλλά και να υποφέρη πρός χάριν μας. Η φιλανθρωπία είναι καλόν. Μάρτυρας δι’ αυτό είναι ο ίδιος ο Ιησούς, ο οποίος, όχι μόνον εδημιούργησε τον άνθρωπον δια καλά έργα και ήνωσε την θείαν εικόνα με την σάρκα, δια να την οδηγή εις τα άριστα και να την βοηθή να ανέλθη εις τον ουρανόν11, αλλά και έγινεν ο ίδιος άνθρωπος. Η υπομονή και η ανεξικακία είναι καλόν, και μάρτυρας δι’ αυτό είναι ο ίδιος, ο οποίος, όχι μόνον δεν ηθέλησε να χρησιμοποιήση τας λεγεώνας των αγγέλων12 εναντίον εκείνων οι οποίοι είχαν ξεσηκωθή εναντίον του και τον εβασάνιζαν, και δεν επετίμησε μόνον τον Πέτρον όταν εχρησιμοποίησε την μάχαιραν, αλλά και ετοποθέτησε πάλιν
εις την θέσιν του το αυτί το οποίον είχεν αποκοπή13. Το ίδιο δε έκανε αργότερα και ο Στέφανος, ο μαθητής του Χριστού, ο οποίος προσηύχετο δι’ εκείνους οι οποίοι τον
ονομάζει την εν τω ανθρώπω εικόνα του Θεού «πρόξενον», υποστηρικτήν δηλαδή και υπερασπιστήν της ανθρωπίνης φύσεως εις τον ουρανόν. 12. Ματθ. 26,53. 13. Λουκά 22, 50-51.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ αυτόν προσευχόμενος. Καλόν η πραότης και
μαρτυρούσι Μωϋσης και Δαβίδ, τούτο προ των άλλων μαρτυρηθέντες, και ο τούτων διδάσκαλος ου ερίζων, ουδέ κραυγάζων, ουδέ εν ταις πλατείαις φωνήν προϊέμενος, ουδέ ζηγομαχών πρός 5 τους άγοντας. 3. Καλόν ο ζήλος, και μαρτυρεί Φινεές, την Μαδιανίτιν τω Ισραηλίτη συνεκκεντήσας, ίνα εξέλη όνειδος εξ υιών Ισραήλ, και ονομασθείς εν της προαιρέσεως. και μετ’ εκείνον, οι λέγοντες. «Ζηλών εζήλωκα τω Κυρίω». και. «Ζηλώ 10 γαρ υμάς Θεού ζήλω». και. «Ο ζήλος του οίκου σου καταφάγε-
ταί με». και ου λέγοντες τούτο μόνον, αλλά και πάσχοντες. Καλόν υπωπιασμός σώματος. και πειθέτω σε Παύλος, εαυτόν έτι παιδαγωγών, και φοβών διά του Ισραήλ τους εαυτοίς θαρρούντας και εφιέντας τω σώματι. και Ιησούς αυτός νηστεύων, 15 καί πειραζόμενος, και νικών τον πειράζονα. Καλόν και προσευχή και αγρυπνία. και πειθέτω σε Θεός αγρυπνών προ του πάθους, παρθενία. και πειθέτω σε Παύλος περί τούτων νομοθετών, και βραβεύων δικαίως γάμω και αγαμία, και Ιησούς αυτός εκ Παρ20 θένου προτιμήση παρθενίαν. Καλόν εγκράτεια. και πειθέτω σε Δαβίδ ηνίκα του εν Βηθλέεμ εκράτησε φρέατος, μη πιών, αλλά σπείσας μόνον του ύδατος, μηδέ ανασχόμενος ίδιον πληρώσαι πάθος εν αλλοτρίω αίματι. γεννώμενος, ίνα και γέννησιν τιμήση, και και προσευχόμενος. Καλόν αγνεία, και
14. 15. 16. 17. 18. 19. 20.
Πράξ. 7, 59-60. Αριθμ. 12, 3. Ψαλμ. 131, 1. Αριθμ. 25, 7. Γ. Βασιλ. 19, 14. Β’ Κορ. 11, 2. Ψαλμ. 68, 10.
21. 22. 23. 24. 25. 15 ε.
Α’ Κορ. 9, 27. Ματθ. 4, 1 ε. Ματθ. 26 ,36. Α’ Κορ. 7, 1 ε. Βλέπε το σχετικόν περιστατικόν εις το Β’ Βασιλ. 23,
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ ελιθοβολούσαν14. Η πραότης είναι καλόν και το μαρτυρούν ο Μωϋσής15 και ο Δαβίδ16, εις τους οποίους πριν από τους άλλους έχει αποδοθή (από την Γραφήν) η αρετή αυτή, και ο διδάσκαλος αυτών, ο οποίος ούτε εφιλονεικούσε, ούτε εφώναζε, ούτε διεμαρτύρετο εις τας πλατείας, ούτε αντεστέκετο προς εκείνους οι οποίοι τον είχαν συλλάβει. 3. Ο ζήλος είναι καλόν, και αυτό το μαρτυρεί ο Φινεές, ο οποίος μαζί με την Μαδιανίτιδα εφόνευσε και τον Ισραηλίτην17 δια να απομακρύνη την εντροπήν από τους Ισραηλίτας, και ο οποίος ωνομάσθη έτσι δια την προαίρεσίν του, και μετά απ’ αυτόν εκείνοι οι οποίοι λέγουν: «υπήρξα μέγας ζηλωτής του Κυρίου»18. και: «σας αγαπώ με αγάπην ζηλότυπον, ομοίαν με την αγάπην του Θεού»19. και: «θα με καταφάγη ο ζήλος δια τον οίκον σου»20. Και δεν το λέγουν αυτό μόνον, αλλά και το παθαίνουν. Ο βασανισμός του σώματος είναι καλόν. Ας σε πείση δια τούτο ο Παύλος, ο οποίος σκληραγωγεί ακόμη τον εαυτόν του21 και φοβίζει με το παράδειγμα των Ισραηλιτών εκείνους οι οποίοι έχουν πεποίθησιν εις τους εαυτούς των και είναι προσκολλημένοι εις το σώμα, αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς, ο οποίος ενήστευεν, υφίστατο πειρασμούς και ενικούσε εκείνον ο οποίος
επροκαλούσε τους πειρασμούς22. αγρυπνία είναι καλόν.
Η προσευχή και η
Ας σε πείση δια τούτο ο Θεός, ο
οποίος πριν από το πάθος αγρυπνούσε και προσηύχετο23. Η αγιότης και η παρθενία είναι καλόν. Ας σε πείση δια τούτο ο Παύλος, ο οποίος ετακτοποίησε το θέμα τούτο και εβράβευσε με δικαιοσύνην και τον γάμον και την αγαμίαν24, και ο ίδιος ο Ιησούς, ο οποίος εγεννήθη από την Παρθένον δια να τιμήση την γέννησιν και να δοξάση επίσης την παρθενίαν. Η εγκράτεια είναι καλόν. Ας σε πείση δια τούτο ο Δαβίδ όταν κατέλαβε το πηγάδι εις την Βηθλεέμ και δεν ήπιε αλλά έκαμε μόνο σπονδήν από το νερό και όταν δεν ηνέχθη να κορέση την δίψαν του με κίνδυνον της ζωής άλλων25.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ 4. Καλόν ερημία και ησυχία. και διδάσκει με ο Κάρμηλος Ηλίου, η έρημος Ιωάννου, Ιησού το όρος, εις ο πολλάκις αναχωρών φαίνεται, και καθ’ ησυχίαν εαυτώ συγγινόμενος. αναπαυόΚαλόν η ευτέλεια. και διδάσκει με Ηλίας
5 μενος παρά χήρα, Ιωάννης θριξί καμήλου σκεπόμενος, Πέτρος ασσαριου θέρμοις τρεφόμενος. Καλόν η ταπεινοφροσύνη, και πολλά ταύτης, και πολλαχόθεν τα υποδείγματα, και προ των άλλων ο πάντων Σωτήρ και Δεσπότης, ου ταπεινώσας εαυτόν μόνον μέχρι δούλου μορφής, ουδέ το πρόσω10 πον αισχύνη υποθείς εμπτυσμάτων, και μετά των ανόμων λογισθείς, ο τον κόσμον καθαίρων της αμαρτίας, αλλά και των μαθητών νίπτων τους πόδας εν δουλικώ τω σχήματι. Καλόν η ακτημοσύνη και χρημάτων υπεροψία. και μαρτυρεί Ζακχαίος, και Χριστός αυτός. ο μεν, τη εισόδω Χριστού, 15 μικρού πάντα καρποφορήσας. ο δε, τω πλουσίω το τέλειον εν τούτω περιορίσας. Και συντομώτερον έτι περί τούτων ειπείν, καλόν θεωρία και καλόν πράξις. η μεν, εντεύθεν επανιστάσα, και εις τα Άγια των Αγίων χωρούσα, και τον νουν ημών προς το συγγενές επανάγουσα. η δε, Χρι20 στόν υποδεχομένη, και θεραπεύουσα, και τοις έργοις το φίλτρον ελέγχουσα. 5. Τούτων έκαστον μία τις σωτηρίας οδός, και προς τινα
των μονών πάντως φέρουσα των αιωνίων και μακαρίων, επειδή ώσπερ διάφοροι βίων αιρέσεις, ούτω και μοναί πολλαί 25 παρά Θεώ, κατά την αξίαν εκάστω μεριζόμεναί τε και διαι26. Το ασσάριον ήτο μετρική μονάς των Ετρούσκων, την οποίαν παρέλαβον κατόπιν οι Ρωμαίοι. Ως μονάς βάρους ήτο ίσον προς 329 γραμμάρια. Την μαρτυρίαν περί της διατροφής του Πέτρου με λούπινα βάρους ενός ασσαρίου φαίνεται ότι αντλεί ο Γρηγόριος από κάποιον απόκρυφον βιβλίον, επειδή δεν υπάρχει εις την Καινήν Διαθήκην. 27. Φιλιπ. 2, 6-7. 28. Ησ. 50, 6 και 53, 12. 29. Ιω. 13, 5. 30. Λουκά 19, 8. 31. Ματθ. 19, 21. 32. Ιω. 14, 2. ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ 4. Η ερημία και η ησυχία είναι καλόν. Μου το δείχνει ο Κάρμηλος του Ηλία, η έρημος του Ιωάννου και το όρος του Ιησού, εις το οποίον φαίνεται ότι επήγαινε συχνά δια να ησυχάση και να συγκεντρωθή εις τον εαυτόν του. καλόν η λιτότης. Είναι Μου την διδάσκει ο Ηλίας ο οποίος
φιλοξενείται από την χήραν, ο Ιωάννης ο οποίος είναι ενδεδυμένος με τρίχας καμήλας, και ο Πέτρος, ο οποίος τρέφεται με λούπινα βάρους ενός ασσαρίου26. Η ταπεινοφροσύνη είναι καλόν και υπάρχουν δι’ αυτήν πολλά υποδείγματα και από πολλά μέρη. Σωτήρ και Κύριος των όλων, Το κυριώτερον είναι ο ο οποίος όχι μόνον
εταπεινωσεν τον εαυτόν του μέχρι του σημείου να λάβη την μορφήν δούλου27 και παρέδωσε το πρόσωπόν του εις την καταισχύνην και εις τους εμπτυσμούς και συνυπελογίσθη μαζί με τους παρανόμους εκείνος ο οποίος καθαρίζει τον κόσμον από την αμαρτίαν28, αλλά και ένιψε τους πόδας των μαθητών ωσάν να ήτο υπηρέτης29. Η ακτημοσύνη και η περιφρόνησις των χρημάτων είναι καλόν. Τούτο μαρτυρεί ο Ζακχαίος και ο ίδιος ο Χριστός. Ο μεν Ζακχαίος με το να παρακινηθή από την είσοδον του Χριστού εις την οικίαν του να μοιράση σχεδόν όλα τα υπάρχοντά του30, ο δε Ιησούς με το να περιορίση την τελειότητα δια τους πλουσίους εις αυτό ακριβώς το πράγμα31. Και, δια να ομιλήσω με περισσοτέραν συντομίαν δι’ αυτά, καλόν είναι και η θεωρία, καλόν είναι και η πράξις. Η μεν θεωρία επειδή μας ανυψώνει από τα γήινα και μας οδηγεί εις τα άγια των αγίων, και επαναφέρει τον νουν προς την αρχικήν του φύσιν, η δε πράξις επειδή υποδέχεται και υπηρετεί τον Χριστόν, και αποδεικνύει με τα έργα την αγάπην. 5. Το καθένα απ’ αυτά είναι ένας δρόμος, ο οποίος Επειδή, όπως υπάρχουν οποίοι χωρίζονται και οδηγεί εις την σωτηρίαν, και προς κάποιον από τους αιωνίους και μακαρίους τόπους. κοντά εις τον Θεόν32, οι διάφοροι τρόποι ζωής, έτσι υπάρχουν και πολλοί τόποι διαμοιράζονται ανα-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ρούμεναι. και ο μεν τήνδε κατορθούτω την αρετήν ο δε τήνδε, ο δε πλείους, ο δε τας πάσας, ει οιόν τε . μόνον οδευέτω, και εφιέσθω του πρόσω, και κατά πόδας επέσθω τω καλώς οδηγούντι και κατευθύνοντι, και δια της στενής οδού και 5 πύλης επί το πλάτος άγοντι της εκείθεν μακαριότητος. Ει δε δει Παύλω και αυτώ Χριστώ πειθόμενον, πρώτην των εντολών προφητών την αγάπην υπολαμβάνειν, ταύτης το κράτιστον ευρίσκω φιλοπτωχίαν, και την περί το συγγενές ευσπλαχνίαν τε και 10 συμπάθειαν. θεραπεύεται, ότι μηδέ οικειότερον άλλο τούτου Θεώ, ου έλεος και αλήθεια προπορεύονται και ω προσοιστέον τον έλεον προ της κρίσεως. ουδέ άλλω τινί μάλλον, η φιλανθρωπία το φιλάνθρωπον και αντιδίδοται παρά του δικαίως αντιμε15 τρούντος και τιθέντος εν ζυγώ και σταθμώ τον έλεον. Ουδενί γάρ ούτω των πάντων, ως ελέω και μεγίστην, ως κεφάλαιον νόμου και
6. Πάσι μεν δη πτωχοίς ανοικτέον τα σπλάγχνα, και τοις καθ’ ηντιναούν αιτίαν κακοπαθούσι, κατά την, χαίρειν μετά χαιρόντων, και κλαίειν μετά κλαιόντων, κελεύουσαν εντολήν. και προεισενεκτέον ανθρώπους όντας ανθρώποις τον 20 έρανον της χρηστότητος, είτε δια χηρείαν χρήζοιεν ταύτης, είτε ωμότητα δεσπότων, είτε αρχόντων θράσος, είτε φορολόγων απανθρω33. Βλέπε τον υπέροχον ύμνον του Παύλου προς την αγάπην εις το κεφ. 13 της Α’ προς Κορινθίους επιστολής. 34. Ψαλμ. 88, 15. 35. Βλ. Ησ. 28, 17. 36. Ρωμ. 12, 15. δι’ ορφανίαν, είτε αποξένωσιν πατρίδος, είτε
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’
λόγως προς την αξίαν του καθενός.
Και άλλος μεν ας
εξασκήση αυτήν την αρετήν, άλλος δε την άλλην, άλλος περισσοτέρας μαζί και άλλος όλας, εάν βεβαίως αυτό είναι δυνατόν. Μόνον να προχωρή κανείς και να επιδιώκη το ανώτερον, και να ακολουθή κατά πόδας εκείνον ο οποίος τον οδηγεί καλώς και τον κατευθύνει και τον εισάγει από την στενήν οδόν και πύλην εις την πέραν από αυτάς ευρισκομένην μεγάλην και πλατείαν ευδαιμονίαν. Εάν δε πρέπει ο Παύλος, ο οποίος ακολουθεί επίσης τον Χριστόν, να θεωρή την αγάπην ως την πρώτην και μεγαλυτέραν εντολήν, ως την κορωνίδα του νόμου και των προφητών33, τότε ως το καλύτερον μέρος αυτής θεωρώ την αγάπην προς τους πτωχούς, και την ευσπλαχνίαν και την συμπάθειαν προς τους συνανθρώπους. τόσον πολύ ο Διότι Θεός, από όσον τίποτε από δεν την ευχαριστείται
συμπάθειαν, και τίποτε δεν είναι πιο αγαπητόν εις τον Θεόν, του οποίου προπορεύεται η συμπάθεια και η αλήθεια34 και εις τον οποίον οφείλει να προσφερθή η συμπάθεια πριν από την κρίσιν. Και εις τίποτε άλλο δεν δίδεται ως ανταπόδοσις από εκείνον ο οποίος ανταποδίδει με δικαιοσύνην και ζυγίζει με ακρίβειαν την συμπάθειαν35, όσον εις την φιλανθρωπίαν η φιλανθρωπία. 6. Εις όλους μεν λοιπόν τους πτωχούς και εις εκείνους οι οποίοι δι’ οιανδήποτε αιτίαν κακοπαθούν οφείλομεν να δείξωμεν ευσπλαχνίαν, συμφώνως προς την εντολήν η οποία επιτάσσει να χαιρώμεθα μαζί με εκείνους οι οποίοι χαίρονται και να κλαίωμεν μαζί με εκείνους οι οποίοι κλαίουν36. Και οφείλομεν να προσφέρωμεν εις τους
ανθρώπους,
επειδή
και
εμείς
είμεθα
άνθρωποι,
την
εκδήλωσιν της αγάπης μας, είτε όταν την χρειάζωνται επειδή διατελούν εις χηρείαν, είτε επειδή είναι ορφανοί, είτε επειδή ευρίσκονται εξόριστοι μακρυά από την πατρίδα, είτε επειδή καταδιώκονται από αγρίους αρχηγούς, ή από θρασείς άρχοντας, εκείνων, είτε επειδή υφίστανται την απανθρωπίαν
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πίαν, είτε ληστών μιαιφονίαν, είτε κλεπτών απληστίαν, είτε δήμευσιν, είτε ναυάγιον. πάντες γαρ ομοίως ελεεινοί, και ούτω βλέποντες εις τας ημετέρας χείρας, ως ημείς εις τας του Θεού, περί ων αν δεώμεθα. και τούτω αυτών οι παρ’ 5 αξίαν κακοπαθούντες, των εν έθει του δυστυχείν όντων ελεεινότεροι. εξαιρέτως δε τοις υπό της ιεράς νόσου διεφθαρμένοις και μέχρι σαρκών και οστέων και μυελών ως η κατά τινων απειλή, βεβρωμένοις και προδεδομένοις υπό του
μοχθηρού και ταπεινού και απίστου τούτου σώματος. ω πως 10 συνεζύγην, ουκ οίδα. και πως εικών τε είμι Θεού, και τω πηλώ συμφύρομαι. ο και ευεκτούν πολεμεί, και ανιά πολεμούμενον. ο και ως σύνδουλον αγαπώ και ως εχθρόν αποστρέφομαι. ο και ως σύνδουλον φεύγω και ως συγκληρονόμον αισχύνομαι. τήξαι φιλονεικώ, και ουκ έχω τίνι συνεργώ 15 προς τα κάλλιστα χρήσωμαι, ως ειδώς εις ο γέγονα, και ότι δει με προς Θεόν αναβήναι δια των πράξεων. 7. Φείδομαι ως συνεργού, και ουκ έχω πως φύγω την επανάστασιν, η πως μη από Θεού πέσω βαρηθείς ταις πέδιας κατασπώσαις, ή κατεχούσαις εις έδαφος. έστιν 20 ευμενής, και φίλος επίβουλος. Ω της συζυγίας και της αλλοτριώσεως! Ο φοβούμαι περιέπω και ο στέργω δέδοικα. πριν πολεμήσια καταλλάσσομαι. και πριν ειρηνεύσαι διίσταμαι. Τίς η περί εμέ σοφία; και τι το μέγα τούτο μυστήριον; Εχθρός
37. Βλ. Ησ. 10, 18
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ οι οποίοι συγκεντρώνουν τους φόρους, είτε τον φόνον των ληστών, είτε την απληστίαν των κλεπτών, είτε την δήμευσιν της περιουσίας των, είτε το ναυάγιον. Διότι όλοι είναι το ίδιο άξιοι οίκτου και βλέπουν τα χέρια μας, όπως βλέπομεν εμείς τα χέρια του Θεού, και δι’ αυτούς οφείλομεν να παρακαλούμεν. Και από αυτούς τους ιδίους εκείνοι οι οποίοι κακοπαθούν χωρίς να είναι άξιοι τιμωρίας είναι πιο αξιολύπητοι από εκείνους οι οποίοι έχουν συνηθίσει να δυστυχούν. Ιδιαιτέρως δε άξιοι λύπης είναι εκείνοι οι οποίοι έχουν διαφθαρή από την ιεράν νόσον και έχουν διαβρωθή μέχρι τας σάρκας και τα οστά και τον μυελόν των οστών37, όπως έχουν δεθχή την απειλήν ωρισμένοι, και έχουν προδοθή από το κακόβουλον και ασταθές και ταπεινόν αυτό σώμα, με το οποίον δεν γνωρίζω πως έχω ενωθή και πως είμαι ταυτοχρόνως και εικών του Θεού και ανακατεμένος με τον πηλόν. Το σώμα τούτο μάχεται όταν είναι υγιές και στενοχωρείται όταν πολεμείται. Το αγαπώ ωσάν σύνδουλόν μου και ταυτοχρόνως το αποστρέφομαι ωσάν εχθρόν μου. Το αποφεύγω ως σύνδουλόν μου και ταυτοχρόνως το εντρέπομαι επειδή είναι συγκληρονόμος μου. Αγωνίζομαι να το διαλύσω και δεν έχω κανένα βοηθόν να τον
χρησιμοποιήσω δια να κατορθώσω τα άριστα, επειδή γνωρίζω διατί έχω πλασθή και ότι πρέπει να ανέλθω προς τον Θεόν δια των πράξεών μου. 7. Το λυπάμαι επειδή είναι βοηθός μου και δεν ημπορώ να αποφύγω την επανάστασίν του ή το να μην απομακρυνθώ από τον Θεόν από τα δεσμά τα οποία με παρασύρουν προς τα κάτω ή με κρατούν δεμένον εις το έδαφος. Είναι εχθρός μου ήπιος, αλλά και φίλος επικίνδυνος. Ω πόσον μαζί ευρίσκονται και όμως πόσον Περιποιούμαι εκείνο το
ξένα είναι το ένα προς το άλλο!
οποίον φοβούμαι, και εκείνο το οποίον αγαπώ το φοβούμαι. Προτού να πολεμήσω συμφιλιώνομαι, και προτού να ειρηνεύσω διαφωνώ πάλι. Ποία είναι η σοφία η οποία με περικλείει; Και ποίον
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Η βούύλεται μοίραν ημάς όντας Θεού και άνωθεν ρεύσαντας, ίνα μη δια την αξίαν επαιρόμενοι και μετεωριζόμενοι καταφρονώμεν του κτίσαντος, εν τη προς το σώμα πάλη και
μάχη προς αυτόν αεί βλέπειν, και την συνεζευγμένην ασθέ5 νειαν παιδαγωγίαν είναι του αξιώματος. ίνα ειδώμεν οι αυτοί μέγιστοί τε όντες και ταπεινότατοι, επίγειοι και ουράνιοι, πρόσκαιροι και αθάνατοι, κληρονόμοι φωτός και πυρός, ειτ’ ουν σκότους, οποτέρως αν νεύσωμεν; κράμα ημών, και δια ταύτα, ως γουν εμοί καταφαίνεται, ιν όταν επαι10 ρώμεθα δια την εικόνα, δια τον χουν συστελλώμεθα. Ταύτα μεν ουν ο βουλόμενος φιλοσοφείτω, και ημείς γε συμφιλοσοφήσομεν ευκαιρότερον. 8. Νυνί δε, ο μοι λέγειν ο λόγος ώρμησε, των εμών περιαλγούντι αλλοτρίοις 15 πάθεσι, ομόδουλον. Ει γάρ και ως εχθρού κατηγόρησα δια το πάθος, αλλά και ως φίλου περιέχομαι δια τον συνδήσαντα. και θεραπευτέον ουχ ήττον τα των πλησίον, ή έκαστον το εαυτού, των τε υγιαιθεραπευτέον, αδελφοί, το συγγενές και σαρκών, και της εμής ασθενείας εν Τοιούτον το
νόντων και των υπό της αυτής νόσου δαπανωμένων. Πάντες 20 γαρ εν έσμεν εν Κυρίω, είτε πλούσιος, είτε πένης, είτε δουλος, είτε ελεύθερος, είτε υγιαίνων, είτε πονηρώς έχω του σώματος. και μία κεφαλή πάντων, εξ ου τα πάντα, Χριστός και όπερ εστίν αλλήλοις τα μέλη, τούτο έκαστος εκάστω, και 38. Βλ. Ρωμ. 12, 15.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ είναι αυτό το μέγα μυστήριον; Ή μήπως έχει ως σκοπόν, επειδή προερχόμεθα από τον Θεόν και έχομεν καταπέσει και απομακρυνθή απ’ αυτόν, να μην περιφρονούμεν τον Δημιουργόν υπερηφανευόμενοι και υψηλοφρονούντες δια την αξίαν μας, αλλά με την μάχην και την πάλην προς το σώμα να βλέπωμεν πάντοτε προς αυτόν και η αδυναμία η οποία συνυπάρχει με την πάλιν αυτήν να αποτελή διαπαιδαγώγησιν δια το αξίωμα. και να γνωρίζωμεν ότι εμείς
οι ίδιοι είμεθα ταυτοχρόνως πολύ μεγάλοι και πολύ ασήμαντοι, επίγειοι και ουράνιοι, παροδικοί και αθάνατοι, κληρονόμοι φωτός και φωτιάς ταυτοχρόνως ή και σκότους, δια να στραφώμεν προς το ένα ή προς το άλλο; Τέτοιο είναι το μίγμα μας και αυτός είναι ο λόγος, όπως νομίζω εγώ, δια τον οποίον, όταν υπερηφανευόμεθα δια την εικόνα του Θεού, εντρεπόμεθα δια την σαρκικήν μας φύσιν. Αυτά ας τα συλλογισθή καλά εκείνος ο οποίος θέλει, και εμείς θα τα εξετάσωμεν μαζί του εις περισσότερον κατάλληλον χρόνον. 8. Τώρα δε εκείνο το οποίον με παρέσυρεν ο λόγος και είπα, το να θρηνώ δηλαδή δια την σάρκα και δια τας αδυναμίας μου με τα ξένα πάθη, ας μου το συγχωρήσετε, αδελφοί, επειδή είμεθα όλοι όμοιοι και σύνδουλοι. Διότι εάν εξ’ αιτίας του πάθους κατηγόρησα την σάρκαν ως εχθρόν, όμως εξ αιτίας εκείνου ο οποίος με έδεσε μαζί της την προστατεύω σαν φίλον μου. Και εκείνοι οι οποίοι είναι υγιείς και εκείνοι οι οποίοι κατατρώγονται από την ιδίαν αυτή ασθένειαν οφείλουν να φροντίζουν όχι ολιγώτερον από όσον δια τους άλλους τον εαυτόν των. Διότι όλοι είμεθα ίσοι ενώπιον του Κυρίου, είτε είμεθα πλούσιοι είτε πτωχοί, είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι38, είτε υγιείς είτε άρρωστοι κατά το σώμα. Και μία είναι η κεφαλή όλων, από την οποίαν προέρχονται τα πάντα, ο Χριστός. Και ό,τι είναι τα μέλη μεταξύ των, το ίδιο είναι και ο καθένας μας προς τον άλλον και προς όλους. Επομένως δεν πρέπει να πε-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ πάσιν άπαντες, ούκουν περιοπτέον, ουδέ αμελητέον των προεμπεσόντων εις την κοινήν ασθένειαν. ουδέ αγαπητέον μαλλον, ότι ευ ημίν έχει τα σώματα, ή πενθητέον, ότι αθλίως τοις αδελφοίς. και ηγείσθαι μίαν ασφάλειαν είναι των ημε5 τέρων σαρκών και ψυχών, την εις εκείνους φιλανθρωπίαν. σκοπώμεν δε ούτως. 9. Τοις μεν άλλοις εν μόνον ελεεινόν, το της απορίας. ο ταχ’ αν ή χρόνος, ή πόνος, ή φίλος, ή συγγενής, ή καιρού μεταβολή λύσαιεν. Τοις δε τούτο μεν ουδενός ήττον, ει μη 10 και μάλλον, όσω του πονείν και βοηθείν εαυτοίς ουκ έχουσιν, εις τα αναγκαία μετά των σαρκών αφήρηνται, και μείζων αεί της ασθενείας αυτοίς μάλλον ο φόβος, ή η της υγείας ελπίς. ώστε μικρόν γουν τε βοηθείσθαι παρά της ελπίδος, ή μόνον τοις ατυχουσίν έτσι φάρμακον. πενία Πρός δε τη
15 και
η
νόσος
κακόν
δεύτερον,
και
κακών
το
απευκτότατον, και βαρύτατον, και εις κατάραν τοις πολλοίς προχειρότατον. Και τρίτον, το μη προσιτούς αυτούς είναι, μηδέ θεατούς τοις πλείοσιν, αλλά φευκτούς, και βδελυκτούς, και οίον αποτροπαίους. ο και της νόσου τούτοις βαρύτερον, όταν αίσθωνται 20 δια την συμφοράν και μισούμενοι. αδακρυτί φέρω το τούτων πάθος, και τη μνήμη συγχέομαι. πάσχοιτε δε και υμείς ταυτόν, ίνα τοις δάκρυσι τα δάκρυα φύγητε. Εγώ μεν ουδέ
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ ριφρονήσωμεν ούτε να δείξωμεν αδιαφορίαν δι’ εκείνους οι οποίοι έχουν περιπέσει πριν από ημάς εις την κοινήν
ασθένειαν. σώματά
Ούτε πρέπει να αγαπήσωμεν περισσότερον τα επειδή κατά τύχην είναι υγιή, ή να
μας,
πενθήσωμεν διότι τα των αδελφών μας ευρίσκονται εις κακήν κατάστασιν, αλλά να πιστεύωμεν ότι ένα πράγμα παρέχει ασφάλειαν εις τα σώματα και τας ψυχάς μας, το να ασκήσωμεν φιλανθρωπίαν προς εκείνους. Ας το εξετάσωμεν δε τούτο ως εξής: 9. Εις μεν τους άλλους ένα πράγμα μόνον είναι άξιον οίκτου, το ότι τους λείπει κάτι, την έλλειψιν όμως του οποίου θα ημπορούσε να εξαφανίση ή ο χρόνος, ή ο κόπος, ή κάποιος φίλος, ή κάποιος συγγενής. Εις αυτούς όμως, δια τους οποίους η έλλειψις δεν είναι ολιγώτερον σημαντικόν από όσον εις τους άλλους (αν όχι και περισσότερον, επειδή δεν ημπορούν να κοπιάσουν και να φροντίσουν οι ίδιοι δια τους εαυτούς των), η έλλειψις ενός μέλους από το σώμα των μαζί με την έλλειψιν των αναγκαίων κάνει τον φόβον της ασθενείας πολύ εντονώτερον από την ελπίδα της υγείας, εις τρόπον ώστε ελάχιστα μόνον να βοηθούνται από την ελπίδα, η οποία είναι το μοναδικόν φάρμακον δι’ εκείνους οι οποίοι ατυχούν. Εκτός δε από την πτωχείαν το δεύτερον κακόν είναι η ασθένεια, το πιο φοβερόν και βαρύ κακόν, το οποίον μεταχειρίζονται πολλοί ως πολύ πρόχειρον κατάραν. Και τρίτον κακόν είναι το ότι δεν ημπορούν να τους πλησιάσουν ούτε να τους ίδουν οι πολλοί, αλλά τους αποφεύγουν και τους σιχαίνονται και τους αποστρέφονται με περιφρόνησιν. Αυτό ακριβώς είναι και το βαρύτερον Εγώ μεν δεν επακόλουθον της νόσου των, το να αντιληφθούν δηλαδή ότι εξ αιτίας της συμφοράς των μισούνται.
ημπορώ να μείνω αδάκρυτος εμπρός εις την συμφοράν των και συγχύζεται ο νους μου. Να παθαίνετε δε και σεις το Και ίδιον δια να αποφύγετε τα δάκρυα με τα δάκρυα. υποφέρουν βεβαίως, όπως γνωρίζω, όσοι
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ και πάσχουσί γε, οιδ’ ότι, των παρόντων όσοι
φιλόχριστοι και φιλόπτωχοι, και Θεού, και παρά Θεού το ελεείν έχοντες. μάρτυρες δε και υμείς του πάθους. 10. Πρόκειται τοις οφθαλμοίς ημών θέαμα δεινόν και 5 ελεινόν, και πάσι, πλην των ειδότων άπιστον, άνθρωποι νεκροί και ζώντες, ηκρωτηριασμένοι τοις πλείστοις του σώματος μέρεσι, μηθ’ οίτινες ποτε ήσαν, μηδέ όθεν εισί μικρού γινωσκόμενοι. μάλλον δε των ποτε ανθρώπων άθλια λειψανα. πατέρας και μητέρας και αδελφούς και τόπους εαυτών 10 γνωρίσματα λέγοντες. Εγώ του δείνος, και η δεινά μοι μήτηρ, και τόδε μοι όνομα, και συ μοι φίλος ποτέ και γνώ-
ριμος. Και τούτο πράττουσιν, ου γάρ έχουσι τω παλαιώ χαρακτήρι γινώσκεσθαι. άνθρωποι περικεκομμένοι, και περιηρημένοι χρήματα, συγγένειαν, φίλους, αυτά τα σώματα. αν15 θρωποι, μόνοι των πάντων ελεουντές τε εαυτούς, και μισούντες ομοίως. ουκ έχοντες πότερα μάλλον θρηνήσωσι τα μηκέτ’ όντα του σώματος, ή τα μένοντα. όσα προηνάλωσεν η νόσος, ή όσα τη νόσω λείπεται. δυστυχώς, τα δε σώζεται δυστυχέστερον. τα μεν οίχεται προ των τάφων, 20 τα δε ουκ έστιν ο παραδώσων ταφή. χρηστός και φιλάνθρωπος, τούτοις εστίν αναλγητότατος. κανταύθα μόνον επελαθόμεθα σάρκες όντες, και το σώμα της ταπεινώσεως περικείμενοι. και τοσούτον αποδέομεν θεραπεύειν το 39. Βλ. Γεν. 6,3. Και γαρ ο λίαν Τα μεν γαρ ανήλωται
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ από τους παρόντας αγαπούν τον Χριστόν και τους πτωχούς, και ανήκουν εις τον Θεόν, από τον οποίον έχουν δεχθή και το χάρισμα του να ελεούν. Είσθε δε και σεις μάρτυρες της λύπης των. 10. Εμπρός εις τους οφθαλμούς μας ευρίσκεται θέαμα φοβερόν και αξιολύπητον, το οποίον φαίνεται απίστευτον εις όλους, εκτός από εκείνους οι οποίοι το γνωρίζουν: Άνθρωποι νεκροί, ενώ είναι ζωντανοί, ανάπηροι κατά τα περισσότερα μέλη του σώματος. Άνθρωποι οι οποίοι δεν φαίνεται ούτε τι ήσαν ούτε παρ’ ολίγον ακόμη και τι είναι τώρα, ή, καλύτερα, φρικτά υπολείμματα ανθρώπων, οι οποίοι ωσάν χαρακτηριστικά των γνωρίσματα αναφέρουν τους πατέρας, τας μητέρας, τους αδελφούς και τους τόπους καταγωγής των. Εγώ είμαι του τάδε, λέγουν, και η τάδε είναι μητέρα μου, και αυτό είναι το όνομά μου, και συ ήσουν κάποτε φίλος και γνωστός μου. Και αυτό το κάνουν επειδή δεν έχουν τα παλαιά χαρακτηριστικά δια να τους αναγνωρίσουν. Άνθρωποι ακρωτηριασμένοι, αποστερημένοι από κάθε τι, από συγγενείς, από φίλους και από τα ίδια τα σώματά των. Άνθρωποι κατάμονοι, οι οποίοι λυπούνται και ταυτοχρόνως μισούν τους εαυτούς των.
Άνθρωποι οι οποίοι δεν ξέρουν δια τι θα πρέπει να λυπηθούν περισσότερον. δια τα μέλη του σώματος τα οποία έχουν χάσει, ή δι’ εκείνα τα οποία έχουν απομείνει, δι’ όσα έχει καταφάει η ασθένεια, η δι’ όσα υπολείπονται ακόμη να φάγη. Διότι είναι φοβερόν το ότι έχουν χαθή τα πρώτα, αλλά ακόμη φοβερώτερον είναι το ότι διασώζοντται τα δεύτερα. Εκείνα μεν έχουν χαθη προτού επέλθη ο θάνατος, ενώ αυτά δεν υπάρχει εκείνος ο οποίος θα τα παραδώση να ταφούν. μας Διότι και ο πιο αγαθός και φιλάνθρωπος μένει ότι με το είμεθα σώμα σαρκικοί39 της και είμεθα Και εντελώς ασυγκίνητος. Και μόνον εις την περίπτωσιν αυτήν διαφεύγει περιβεβλημένοι ταπεινώσεως.
αποφεύγομεν τόσον πολύ να βοηθήσωμεν το όμοιον με ημάς σώμα, ώστε φθάνομεν εις το σημείον να
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ συγγενές, ώστε και των ημετέρων σωμάτων ασφάλειαν την τούτων φυγήν νομίζομεν. Και νεκρώ μεν ήδη προσήλθέ τις παλαιώ και τούτω τυχόν οδωδότι, και ζώων αλόγων ήνεγκεν
οδωδότα σώματα, και βορβόρου πλησθείς ηνέσχετο. τούτους 5 δε κατά κράτος φεύγομεν (ω της απανθρωπίας!), ότι και τον αυτόν αυτοίς σπώμεν αέρα, μικρού δυσχεραίνοντες. Τι πατρός γνησιώτερον; και τι μητρός συμπαθέστερον; Αλλ’ απεκλείσθη γε τούτοις και η φύσις. και πατήρ παίδα του εαυτού, ον εγέννησεν, ον ανέθρεψεν, ον οφθαλμόν βίου 10 μόνον έχειν ενόμισεν, υπέρ ου πολλά Θεώ και πολλάκις προσηύξατο, τούτον οδύρεται μεν, απελαύνει δε, το μεν εκών, το δε τυραννούμενος. ωδίνων, και τα σπλάχνα σπαράσσεται, και ανακαλείται λίαν ελεεινώς, και προθείσα θρηνεί, καθάπερ τεθνηκότα τον ζώντα. 15 Τέκνον, λέγουσα, δυστυχές και αθλίας μητρός, ο μοι συνεμερισατο πικρώς η νόσος. τέκνον ελεεινόν, τέκνον ου γνωριζόμενον, τέκνον ο κρημνοίς και όρεσι και ερημίαις ανεθρεψάμην. μετά θηρίων οικήσεις, και σκέπη σοι πέτρα, και ανθρώπων μόνον όψονται σε οι ευσεβέστατοι. και ταύτα δη 20 τα του Ιώβ ελεεινά ρήματα επιφθέγγεται. Ίνα τι γαρ εΚαι μήτηρ μέμνηται μεν των
πλάσθης εν κοιλία μητρός, εκ γαστρός δε εξήλθες, και ουκ ευθύς απώλου ως συνδραμείν τη γεννήσει τον θάνατον; ίνα τι δε ουκ απήλθες άωρος, πριν γεύσασθαι των του βίου κακών; θηλάσαι 40. Βλ. Ιώβ. 3, 11. 41. Αυτόθι 3, 12. Ίνα τι δε σοι συνήντησε γόνατα; Τι δε σοι το
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ πιστεύωμεν ότι η πράξις μας αυτή είναι αναγκαία δια την προστασίαν των σωμάτων μας. προ πολλού, έστω και αν Και ημπορεί μεν να αποδίδη φοβεράν Από πλησιάση κανείς το πτώμα κάποιου ο οποίος έχει αποθάνει ακόμη δυσοσμίαν, και να υποφέρη τα βρωμισμένα πτώματα των αλόγων ζώων, και να ανεχθή φοβεράν δυσωδίαν. αυτούς όμως απομακρυνόμεθα με όλας μας τας δυνάμεις (ω, τι φοβερά απανθρωπία!), επειδή δεν ανεχόμεθα ούτε κατ’ ελάχιστον να αναπνέωμεν τον ίδιον αέρα με αυτούς.
11.
Ποιος ενδιαφέρεται πιο πολύ από τον πατέρα και Αλλά
ποιος νιώθει μεγαλυτέραν αγάπην από την μητέρα; χάνει την δύναμίν της.
εις την περίπτωσιν των ανθρώπων αυτών και η ιδία η φύσις Και ο πατέρας το παιδί του, το οποίον εγέννησε και ανέθρεψε και επίστευσεν ότι αποτελεί τον οφθαλμόν της ζωής του, και δια το οποίον πολλές φορές και δια πολλά πράγματα προσηυχήθη προς τον Θεόν, το λυπάται μεν και θρηνεί δι’ αυτό, αλλά και το διώχνει μακρυά του, εν μέρει με την θέλησίν του και εν μέρει παρά την θέλησίν του. Και η μητέρα αναθυμάται μεν τους πόνους του τοκετού και σχίζονται τα σπλάχνα της, και το φωνάζει πάλιν κοντά της με σπαραγμόν, και ξεσπά εις θρήνους, κλαίουσα τον ζωντανόν ωσάν να ήτο νεκρός. «Παιδί μου, λέγει, δυστυχισμένον και από ταλαίπωρον μητέρα που σε εμοιράσθη μαζί μου η αρρώστια. Παιδί μου ταλαίπωρον, που δεν γνωρίζεσαι, παιδί μου, που σε ανέθρεψα εις τους γκρεμούς και εις τα όρη και εις τας ερημίας. Θα κατοικήσης μαζί με τα θηρία, και θα έχης ως στέγην σου τους βράχους, και θα σε βλέπουν μόνον οι πιο ευσεβείς από τους ανθρώπους». Και εις αυτά προσθέτει τους θλιβερούς εκείνους λόγους του Ιώβ: Διατί επλάσθης εις την κοιλίαν της μητέρας σου και δεν απέθανες αμέσεως, δια να συμπέση με την γέννησιν ο θάνατος40; Διατί δε δεν απέθανες προώρως, προτού δοκιμάσης τα δεινά του βίου; Διατί να σε καθήσουν και να σε χορέψουν επάνω εις τα γόνατα; Διατί να θηλάσης από μαστούς41, ενώ επρόκει-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ μαστούς, αθλίως ζήσεσθαι μέλλοντι, και ζωήν θανάτου χαλεπωτέραν; δακρύων, και περιπτύξασθαι βούλεται μεν η δυστυχής, φοβείται δε τας του παιδός σάρκας ως πολεμίας. καταβοή5 σεις τε και διώξεις, ου κατά των αδικούντων, αλλά κατά των δυστυχούντων γίνονται. συνωκίσατο, και μοιχώ μετέδωκεν, ου στέγης μόνον αλλά και τραπέζης, και βίου κοινωνόν τον ιερόσυλον είλετο, και τοις αυτόν τι διατεθεικόσι κακόν εσπείσατο. του δε το πάθος, ως έγκλημα, 10 μηδέν λυπήσαντος απεστράφη. κακία. και το μεν απάνθρωπον ως ελευθέριον ησπασάμεθα, το δε συμπαθές ως αισχρόν ητιμάσαμεν. 12. Απελαύνονται πόλεων, απελαύνονται οικιών, αγοΚαι πλέον έχει νόσου Και φονέα μεν ήδη τις Πάνδημοι δε Και ταύτα λέγει και επαφίησι πηγάς
ράς, συλλόγων, οδών, πανηγύρεων, συμποσίων (ω του πά15 θους!) αυτού του ύδατος. ούτε πηγαί ρέουσαι τούτοις κοιναί προς τους άλλους ανθρώπους, ούτε ποταμοί πιστεύονται μηδέν εφέλκεσθαι τους μολύσματος. και το παραδοξότατον, ως άγη μεν απελαύνομεν, ως δε ουδέν λυπούντας πάλιν προς ημάς αυτούς επιστρέφομεν, ουκ οίκησιν απονέμοντες, ου τας αναγ20 καίας τροφάς, ου θεραπείαν τοις τραύμασιν, ου σκέπη την νόσον εις δύναμιν περιστέλλοντες. Δια τούτο περιπλανώνται νυκτός και ημέρας, άποροι και γυμνοί και ανέστιοι, την νό-
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ το να ζήσης μίαν ζωήν ελεεινήν και χειροτέραν από τον θάνατον; Και λέγει αυτά τα πράγματα και χύνει ποταμούς δακρύων. Και θέλει μεν η δυστυχισμένη να αγκαλιάση το παιδί, αλλά φοβάται το σώμα του ωσάν κάτι εχθρικόν. Οι πάντες δε κατηγορούν και καταδιώκουν όχι εκείνους οι οποίοι διαπράττουν αδικίας, αλλά εκείνους οι οποίοι δυστυχούν. Και συμβαίνει μεν να συγκατοικήση κάποιος με δολοφόνον, και να παράσχη εις άνθρωπον ο οποίον εμοίχευσεν όχι μόνο στέγην αλλά και φαγητόν, και να μοιράζεται κάποιος την ζωήν του με άνθρωπον ιερόσυλον, ο οποίος έχει βλάψει εκείνους οι οποίοι τον είχαν ευεργετήσει. εκείνον δε ο οποίος είναι ασθενής, ενώ δεν τον έχει στενοχωρήσει καθόλου, να τον αποστρέφεται, ωσάν να είχε κάμει κάποιο έγκλημα. Η κακία τίθεται εις καλυτέραν μοίραν από την ασθένειαν. Και, την μεν απανθρωπίαν την έχομεν αποδεχθή διότι προέρχεται από την ελευθέραν βούλησιν, ενώ την συμπάθειαν την έχομεν υποτιμήσει και περιφρονήσει σαν κάτι φοβερόν. 12. Εκδιώκονται βιαίως από τας πόλεις, εκδιώκονται από τας οικίας, από την αγοράν, από τας συγκεντρώσεις, από τας οδούς, από τας εορταστικάς συγκεντρώσεις, από τα συμπόσια (ω, τι φοβερόν πάθος!) και από το ίδιο το νερό. Ούτε τι πηγαί, αι οποίαι τρέχουν, είναι κοιναί εις αυτούς και εις τους άλλους ανθρώπους, ούτε εις τους ποταμούς τους αφήνουν να έμβουν δια να μην μεταδώσουν τυχόν την ασθένειάν των. Και το πιο παράδοξον είναι ότι τους
απομακρύνομεν μεν ωσάν μολυσμένους, αλλά και τους αναγκάζομεν να γυρίσουν πάλιν οπίσω κοντά μας εξ αιτίας της σκληρότητός μας, επειδή δεν τους παρέχομεν ούτε στέγην, ούτε τα αναγκαία τρόφιμα, ούτε θεραπείαν δια τας πληγάς των, ούτε μετριάζομεν κατά το δυνατόν με το ενδιαφέρον μας την ασθένειας. Δια τον λόγον αυτόν περιπλανώνται νύκτα και ημέρα, χωρίς κανέναν μέσον, γυμνοί και χωρίς θαλπωρήν, επιδεικνύοντες την ασθένειάν των, διηγούμενοι το παρελθόν των, επικαλούμενοι τον Θεόν, χρησιμοποιούντες ο
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ σον Πλάστην επιβοώμενοι, χρώμενοι τοις αλλήλων μέλεσιν αντί των λειπόντων, κοιμισταί μελών ελκόντων έλεον, άρτου τι μικρόν αιτούντες, ή όψου τι βραχύτατον ή ράκος τι τρύχινον, βοή5 θημα της αισχύνης ή παραμυθίαν τοις έλκεσι. φιλάνθρωπος ούτος αυτοίς, ουχ ος προς την χρείαν ήρκεσεν, αλλ’ όστις Και επιδεικνύντες, τα αρχαία εκδιηγούμενοι, τον
μη πικρώς απεπέμψατο. Οι πολλοί δε αυτών ουδέ υπ’ αισχύνης τας πανηγύρεις φεύγουσιν, αυτό μεν ουν τουναντίον εις ταύτας ωθούνται δια την χρείαν. ταύτας δη λέγω τας 10 πανδήμους και ιεράς, ας ημείς επί θεραπεία των ψυχών εξεύρομεν ή κατά τι μυστήριον συνιόντες ή τοις μάρτυσι της αληθείας πανηγυρίζοντες, ιν’ ων τους αγώνας τιμώμεν, μιμώμεθα βουλοιντ’ 15 αν όρεσιν ή κρημνοίς ή ύλαις ή το τελευταίον νυκτί και σκότω περικαλύπτεσθαι. ριπτούνται δε όμως εις μέσον, φόρτος ελεεινός, και δακρύων άξιος. Τούτο μεν ίσως και κατά λόγον, ίνα ημίν ώσι της ασθενείας ημών υπομνήματα, και πείτίθεσθαι. ανθρωπίνης, 20 θωσι μηδενί των παρόντων και ορωμένων, ως εστώτι, προσοι δε προσόψεως, οι δε ίνα βραχέα ζωής εφόδια παρά των τρυφώντων συλλέξωνται, πάντες δε ίνα τι πράους γένωνται τους εαυτών θρήνους δημοσιεύσαντες. 13. Τις ου κατακλάται τούτων τοις οδυρμοίς, οικτράν Ριπτούνται δε, οι μεν επιθυμία φωνής δια την συμφοράν, όντες άνθρωποι, και
25 ξυναυλίαν αρμοζομένων; τις ακοή φέρει το άκουσμα; τις ο-
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ ένας τα μέλη του άλλου αντί των ιδικώνν του τα οποία έχει χάσει, σύροντες τα μέλη των, τα οποία προσελκύουν την λύπην, ζητούντες ένα μικρό κομμάτι ψωμί ή λίγο φαγητό, ή κάποιο ένδυμα από κουρέλια δια να καλύψουν τα απόκρυφα μέρη των ή δια να ανακουφισθούν από τας πληγάς των. Και είναι φιλάνθρωπος δι’ αυτούς, όχι εκείνος, ο οποίος τους παρέσχε βοήθειαν, αλλά εκείνος ο οποίος τους παρέσχε βοήθειαν, αλλά εκείνος ο οποίος δεν τους έδιωξε με σκληρότητα. Οι περισσότεροι δε απ’ αυτούς δεν αποφεύγουν από εντροπήν τας εορταστικάς συγκεντρώσεις, αλλά απεναντίας συνωθούνται εις αυτάς επειδή έχουν ανάγκην. Λέγω δε τας ιεράς εκείνας συγκεντρώσεις εις τας οποίας συγκεντρώνονται οι πάντες και τας οποίας έχομεν εξεύρει εμείς δια να υπηρετούμεν τας ψυχάς, ή εκείνας οι οποίαι γίνονται χάρις εις κάποιον μυστήριον, ή τας πανηγύρεις προς τιμήν των μαρτύρων της αληθείας, δια να
μιμούμεθα την ευσέβειαν εκείνων των οποίων εορτάζομεν την μνήμην. Και εντρέπονται μεν τους ανθρώπους εξ αιτίας της συμφοράς των, επειδή είναι άνθρωποι, και θα επιθυμούσαν καλύτερα να είναι κρυμμένοι εις τα όρη, τους κρημνούς ή τα δάση, ή τέλος εις την νύκτα και το σκοτάδι. Παρουσιάζονται όμως εις το μέσον, ωσάν φρικτόν και αξιοδάκρυτον φορτίον. Τούτο μεν ίσως και να έχη τον λόγον του, δια να μας υπενθυμίζουν δηλαδή την αδυναμίαν μας και να μας συμβουλεύουν να μην προσκολλώμεθα εις τίποτε από τα παρόντα και ορατά, σαν να ήτο κάτι σταθερόν. Παρουσιάζονται δε, άλλοι μεν επειδή θέλουν να ακούσουν ανθρωπίνην φωνήν, άλλοι επειδή θέλουν να ίδουν ανθρώπινον πρόσωπον και άλλοι δια να συγκεντρώσουν ολίγα απαραίτητα δια την ζωήν των από εκείνους οι οποίοι ζουν πολυτελώς. και να είπουν τα βάσανά των. 13. Ποιος δεν συγκλονίζεται από τους θρήνους των, οι οποίοι συνταιριάζονται εις μίαν αξιολύπητον συναυλίαν; Ποία ακοή ημπορεί να υποφέρη αυτό το άκουσμα; Ποίος Όλοι δε δια να αποκτήσουν κάποιαν ανακούφισιν με το να παρουσιάσουν
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ψις χωρεί το θέμα; Ο μεν κείνται μετ’ αλλήλων, κακώς υπό
της νόσου συνεζευγμένοι, και άλλος άλλο τι της συμφοράς προς το ελεεινόν ερανίζοντες. και εισίν αλλήλοις προσθήκη του πάθους, ελεεινοί της αρρωστίας, της συμπαθείας ελεει5 νότεροι. συναλγούντων μεν, αλλά πρόσκαιρα. Οι δε κυλινδούνται προς τοις ποσί των ανθρώπων ηλίω και κόνει. έστι δε ότε και κρυμοίς αγρίοις και όμβροις και ταραχαίς ανέμων ταλαιπωρούμενοι, παρά τοσούτον ου συμπατούμενοι, παρ’ όσον και ψαύειν αυ10 των βδελυσσόμεθα. μέλεσιν ο των αιτήσεων οδυρμός, και τας μυστικαίς φωναίς θρήνος ελεεινός αντεγείρεται. την συμφοράν ανθρώποις πανηγυρίζουσιν; Ίως αν και υμίν κινήσαιμι θρήνον, ει πάντα εκτραγωδοίην επιμελώς, και νι15 κήσει την εορτήν το πάθος. Λέγω γάρ ουν ταύτα, επεί μηδέπω Τι δει πάσαν αυτών προτιθένται Αντάδει δε τοις ιεροίς ένδον Περιίσταται δε αυτούς θέατρον συμμιγές,
δύναμαι πείθειν ημάς, ως έστι ποτέ ηδονής λύπη τιμιωτέρα, και κατήφεια πανηγύρεως, και γέλωτος ου καλού δάκρυον επαινούμενον. 14. αθλιώ20 τερα, οι κατά Θεόν ημών αδελφοί, καν μη βούλησθε, οι την αυτήν ημίν λαχόντες φύσιν, οι εκ του αυτού πηλού διηρτισμένοι, εξ ου το πρώτον γεγόναμεν, οι νεύροις και οστέοις ενειρμένοι παραπλησίως ημίν, οι δέρμα και κρέας ενδεδυμένοι πάσιν ομοίως, ως που φησιν ο θείος Ιώβ εμφιλοσο44. Εκκλ. 7, 3. Ούτοι μεν ουν ταύτα, και πολλώ γε ων είπον
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ οφθαλμός ημπορεί να συλλάβη την τραγικότητα του θεάματος; Ευρίσκονται εξαπλωμένοι ο ένας δίπλα εις τον
άλλον εις μίαν κακήν ένωσιν εξ αιτίας της ασθενείας, χρησιμοποιούντες άλλος μεν τούτο, άλλος δε εκείνο το τμήμα της συμφοράς των, δια να προσελκύσουν τον οίκτον. Και ο ένας συμπληρώνει το πάθος του άλλου και παρουσιάζονται αξιολύπητοι εξ αιτίας της ασθενείας των και ακόμη πιο αξιολύπητοι επειδή υποφέρει ο ένας κοντά εις τον άλλον. Τους περικυκλώνουν δε θεαταί από διάφορα στρώματα, οι οποίοι υποφέρουν μεν μαζί των, αλλά μόνον προσωρινά. Αυτοί δεν κυλίονται εμπρός εις τα πόδια των ανθρώπων, μέσα εις τον ήλιον και την σκόνην. βροχές και ανεμοθύελλες, γλυτώνουν από Όταν δε το να κάποτε ταλαιπωρούνται μέσα σε παγωνιές φοβερές και καταπατηθούν, μόνο και μόνον επειδή σιχαινόμεθα και να τους εγγίσωμεν ακόμη. Ο θρήνος των παρακλήσεών των δε έρχεται ωσάν απάντησις εις τας ιεράς μελωδίας αι οποίαι αντηχούν εις τας ψυχάς μας, και εις τας εσωτερικάς μυστικάς φωνάς απαντά ο φοβερός των θρήνος. Αλλά δια ποίον λόγον θα πρέπει να διεκτραγωδήσω όλην την συμφοράν των εις ανθρώπους οι οποίοι χαίρονται και πανηγυρίζουν; Ίσως να επροκαλούσα θρήνον και εις σας, εάν διεκτραγωδούσα τα πάντα με λεπτομερείας, και να υπεσκέλιζεν η λύπη την εορτήν. Τα λέγω λοιπόν αυτά επειδή δεν ημπορώ ακόμη να σας πείσω ότι κάποτε η λύπη είναι πιο πολύτιμος από την ευχαρίστησιν, η στενοχωρία από τον πανηγυρισμόν, και κλάμα τον οποίον επαινείται από γέλιο το οποίον κατακρίνεται42. 14. Αυτοί μεν λοιπόν υφίστανται αυτά τα πράγματα και πολύ χειρότερα από αυτά που είπα, οι αδελφοί μας ενώπιον
του Θεού και αν δεν το θέλετε έτσι, αυτοί που έχουν λάβει την ιδίαν με μας φύσιν, αυτοί που έχουν πλασθή από τον ίδιον πηλόν, από τον οποίον εγίναμεν αρχικά, αυτοί που έχουν συναρμοσθή με νεύρα και οστά όμοια με τα ιδικά μας, που είναι ενδεδυμένοι με κρέας και δέρμα όμοια με όλους, όπως λέγει κάπου ο μακάριος Ιώβ φιλο-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ φων τοις πάθεσι, και διαπτύων ημών το φαινόμενον. μάλλον δε, ει χρη το μείζον ειπείν, οι το κατ’ εικόνα και λαχόντες ομοίως ημίν, και φυλάσσοντες ίσως υπέρ ημάς, ει και τα σώματα διεφθάρησαν. οι τον αυτόν ενδεδυμένοι Χριστόν κατά 5 τον έσω άνθρωπον, και τον αυτόν ημίν πιστευθέντες αρραβώνα του Πνεύματος. οι των αυτών ημίν μετασχόντες νόμων, λογίων, διαθηκών, συνάξεων, μυστηρίων, ελπίδων. υπέρ ων Χριστός ομοίως απέθανεν, ο παντός αίρων την αμαρτίαν του
κόσμου. οι παραπολύ
συγκληρονόμοι
της
άνω
ζωής,
και
ει
10 της ενταύθα διήμαρτον. οι συνθαπτόμενοι Χριστώ και συνανιστάμενοι. είπερ συμπάσχουσιν, ίνα και συνδοξασθώσιν. 15. Τι δε ημείς, οι το μέγα και καινόν όνομα κεκληρωμένοι, το καλείσθαι από Χριστού, το άγιον έθνος, το βασίλειον ιεράτευμα, ο περιούσιος λαός και εξαίρετος, ο ζηλωτής 15 καλών έργων και σωτηρίων, οι Χριστού μαθηταί του πράου και φιλανθρώπου, και τας ασθενείας ημών βαστάσαντος, του ταπεινώσαντος εαυτόν μέχρι του ημετέρου φυράματος, του δι’ ημάς πτωχεύσαντος την σάρκα ταύτην και το γεώδες σκήνος, και οδυνηθέντος και μαλακισθέντος υπέρ ημών, ίνα 20 ημείς πλουτήσωμεν την Θεότητα; τοσούτον ευσπλαγχνίας και συμπαθείας λαβόντες υπόδειγμα. τι διανοησόμεθα περί τούτων, και τι ποιήσομεν; παραδραμούμεθα; εβδελυγμένους, ως ερπετών και θηρίων τα πονηρότατα; Μηδαμώς, αδελΚαταλείψομεν ως νεκρούς, ως Περιοψόμεθα; Τι ουν ημείς, οι
43. 44. 45. 46. 47. 48. 49.
Ιω. 1, 29. Βλ. Κολ. 2, 12. Ρωμ. 8, 17. Α’ Πέτρ. 2, 9. Βλ. Ματθ. 11, 29. Βλ. Ησ. 53, 4. Β’ Κορ. 8, 9.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ σοφών μέσα από αυτό τα βάσανά του, και εις αποδεικνύων ημάς. Η,
καταγέλαστον
που
παρατηρείται
καλύτερα, αν θα πρέπει να αναφέρω το μεγαλύτερον, αυτοί που και έχουν λάβει μαζί με ημάς το «κατ’ εικόνα» και που ίσως το διατηρούν καλύτερα από ημάς, έστω και αν έχουν καταστραφή τα σώματά των. αυτοί που είναι ενδεδυμένοι το ίδιο Χριστόν εις τον εσωτερικόν των άνθρωπον και που τους έχει παραδοθή ο ίδιος με ημάς αρραβώνας του Πνεύματος. αυτοί που έχουν λάβει τους ιδίους με ημάς νόμους, τα ίδια ρητά, τας ιδίας διαθήκας, τας ιδίας συγκεντρώσεις, τα ίδια μυστήρια και τας ιδίας ελπίδας. προς χάριν των οποίων απέθανεν επίσης ο Χριστός, ο οποίος σηκώνει επάνω του την αμαρτίαν του κόσμου43. αυτοί που θα κληρονομήσουν μαζί μας την άνω ζωήν, έστω και αν έχουν χάσει ως επί το πλείστον αυτήν εδώ. αυτοί που θάπτονται μαζί με τον Χριστόν και ανασταίνονται μαζί του44, εάν βεβαίως συμπάσχουν δια να δοξασθούν μαζί του45.
15. Τι κάνομεν δε ημείς οι οποίοι έχομεν την τύχην να αποκτήσωμεν το νέον όνομα το να ονομαζώμεθα δηλαδή από τον Χριστόν, το άγιον έθνος, το βασιλικόν ιερατείον, ο περιούσιος και θαυμάσιος λαός46, ο οποίος θέλει να γίνη μιμητής καλώς και σωτηρίων έργων, οι μαθηταί του πράου και φιλανθρώπου Χριστού47 ο οποίος έχει βαστάσει τας αδυναμίας μας48, έχει ταπεινώσει τον εαυτόν του μέχρι του σημείου να λάβη την φύσιν μας, έχει γίνει πτωχός προς χάριν μας και έχει λάβει την σάρκα αυτήν και το φθαρτόν σώμα μας, και έχει υποφέρει και έχει δείξει αδυναμίαν προς χάριν μας, δια να γίνωμεν εμείς πλουσιώτεροι με την θεότητα49; Τι κάνομεν λοιπόν εμείς οι οποίοι έχομεν λάβει τόσον μέγα υπόδειγμα ευσπλαγχνίας και συμπαθείας; Τι θα σκεφθούμεν δι’ αυτούς και τι θα πράξωμεν; παραβλέψωμεν; Θα τους παραδράμωμεν; Θα τους Θα τους
εγκαταλείψωμεν ωσάν να ήσαν νεκροί, μολυσμένοι, ωσάν να ήσαν ερπετά ή τα πιο πονηρά από τα θηρία; Καθόλου, αδελφοί
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ φοι. ούτε προς ημών ταύτα, του Χριστού θρεμμάτων, του αγαθού Ποιμένος, του το πλανώμενον επιστρέφοντος και το
απολωλός εκζητούντος, και το ασθενές ενισχύοντος. ούτε προς της ανθρωπίνης φύσεως, ή το συμπαθές ενομοθέτησεν εκ της 5 ίσης ασθενείας μαθούσα το ευσεβές και φιλάνθρωπον. 16. Αλλ’ οι μεν ύπαιθροι ταλαιπωρήσουσιν, ημείς δε οικήσομεν διηνθισμένας, και χρυσώ και αργυρώ καταστραπτούσας, και ψηφίδος λεπτής απατηλοίς 10 δελεάσμασι; οικοδομήσομεν, τίσον; άλλοτρίοις, και τούτων ίσως ουδέ τοις αγαπώσιν ημάς, αλλά τοις απεχθεστάτοις και φθονερωτάτοις, ο κακών έσχατον. Και οι μεν ριγώσουσιν εν τρυχίνοις και διεσπασμένοις ράκεσι, μαλ15 λον δε ουδέ τούτων τυχόν ευπορήσουσιν. ημείς δε θρύψομεν ημάς αυτούς εσθήτι μαλακή και περιρρεούση, και τοις εκ λίνου και ενασχημοσηρών αερίοις υφάσμασι, και τοις μεν Ουδέ κληρονόμοις ίσως ημών, αλλά ξένοις και Και τας μεν οικήσομεν, τας δε διαθέσει, και ποικιλία γραφής, οφθαλμών οικίας υπερλάμπρους, λίθοις παντοίοις
νήσομεν μάλλον, ήπερ εμπρέψομεν (ούτω γαρ εγώ καλώ παν το περιττόν και περίεργον), τα δε ένδον ημίν αποκεί20 σεται φροντίς άχρηστος και ανόνητος, σητών δαπάνη και χρόνου του τα πάντα καταναλίσκοντος. και οι μεν, ουδέ της αναγκαίας τροφής ευπορήσουσιν, (ω της εμής τρυφής, και της εκείνων ταλαιπωρίας!) αλλά κείσονται προ των ημετέρων θυρών, εκλυόμενοι και λιμώττοντες, ουδέ τας προς την αί25 τησιν αφορμάς παρά του σώματος έχοντες, εστερημένοι φωνών μεν εις το οδύρεσθαι, χειρών δε εις το προτείνειν εφ’ 50. Ιω. 10, 11, Ματθ. 18, 12 και Λουκά 15, 4. 51. Ιεζ. 34, 4.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ μου. Αυτά δεν ταιριάζουν εις εμάς που έχομεν τραφή από τον Χριστόν, τον καλόν ποιμένα, ο οποίος αναζητεί και γυρίζει οπίσω το πρόβατον που έχει χαθή50 και ενισχύει αυτό που είναι ασθενικόν51. Ούτε επίσης εις την ανθρωπίνην φύσιν, η οποία παραγγέλλει την συμπάθειαν, αφού από την
ιδικήν της αδυναμίαν έχει διδαχθή να είναι ευσεβής και φιλάνθρωπος. 16. Αλλά αυτοί μεν θα καταταλαιπωρούνται εις το ύπαιθρον, ενώ εμείς θα κατοικούμεν εις πολυτελείς οικίας, διακοσμημένας με κάθε λογής πέτρας, οι οποίαι λάμπουν από το χρυσάφι και το ασήμι, τας λεπτάς ψηφίδας και την ποικίλην ζωγραφικήν, με μίαν λέξιν από τα πράγματα εκείνα που εξαπατούν και δελεάζουν τους οφθαλμούς; Και εις άλλας μεν θα κατοικήσωμεν, άλλας δε θα οικοδομήσωμεν. Δια ποίους; Ίσως ούτε δια τους κληρονόμους μας, αλλά δια ξένους και αγνώστους και απ’ αυτούς πάλιν ίσως όχι δι’ εκείνους οι οποίοι μας αγαπούν, αλλά δι’ εκείνους οι οποίοι είναι γεμάτοι από απέχθειαν και φθόνον, το πιο φοβερόν από όλα τα κακά. Και οι μεν ασθενείς θα υποφέρουν από το κρύο, ενδεδυμένο με ξεσχισμένα κουρέλια, ή μάλλον και χωρίς αυτά ακόμη, εμείς δε θα καλλωπιζώμεθα με εσθήτα μαλακήν, η οποία θα φθανη μέχρι κάτω, και με λινά και μεταξωτά ελαφρά υφάσματα, και με αυτά μεν θα γινωμεν περισσότερον άσχημοι αντί να γίνωμεν ωραιότεροι (διότι έτσι ονομάζω εγώ κάθε τι το περιττόν και περίεργον), όσον αφορά δε εις το εσωτερικόν μας εκεί θα συγκεντρωθή φροντίς άχρηστος και ανωφελής, τροφή δια τον σκόρον και τον χρόνον, ο οποιος κατατρώγει τα πάντα. Και αυτοί μεν δεν θα έχουν ούτε την απαραίτητον τροφήν (ως εις πόσην πολυτέλειαν ζω εγώ και εις πόσην ταλαιπωρίαν ζουν εκείνοι!) αλλά θα ευρίσκωνται εξηπλωμένοι εμπρός εις τας θύρας μας, εξηντλημένοι και λιμοκτονούντες, χωρίς να τους παρέχη το σώμα των ούτε τα μέσα δια να ζητήσουν,
επειδή δεν έχουν μεν φωνήν δια να θρηνήσουν, χέρια δια να τα α-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ικεσία, αναπνοών δε εις ευτονίαν της θρηνωδίας, το βαρύτατον των κακών κουφότατον ευχαριστούντες, ότι μη την εαυτών λώβην βλέπουσιν; 5 17. Και οι μεν ούτως. ημείς δε ανακεισόμεθα λαμπροί λαμπρώς επί στιβάδος υψηλής τε και μετεώρου, και των περιττών ακούσωμεν των αιτήσεων δυσχεραίνοντες. Δει δε ημίν το μεν εδαφος ευωδείν άνθεσι, πολλάκις και της ώρας έξω, την δε 10 τράπεζαν ευωδεστάτοις τε και πολυτελεστάτοις, ίνα και μάλλον εκθηλυνώμεθα. παικατερράνθαι μύροις, και μύρων τοις και αψαύστων επιβλημάτων, καν φωνής κρίνοντες, τοις οφθαλμοίς μόνον ποδών δε εις το προσιέναι τοις έχουσιν,
δας δε παρεστάναι, τους με εν κόσμω και εφεξής, ανέτους τας κόμας και θηλυδρίας, και τη κατά πρόσωπον κουρά περιειργασμένους, οφθαλμοίς 15 κεκοσμημένους. δακτύλων έχοντας ως οιόν τε ευπρεπέστατά τε ομού και ασφαλέστατα. τους δε υπέρ κεφαλής άνεμον ταις ριπίσι σοφιζομένους, και ταις εκ χειρών αύριας το πλήθος των σαρκών αναψύχοντας και τα επί τούτοις, πλήθειν μεν κρεών την τράπεαν, πάν20 των χορηγούντων ημίν των στοιχείων πλουσίως. αέρος, γης, ύδατος. και στενοχωρείσθαι τοις μαγείρων και οψοποιών μαγγανεύμασιν, αγώνα δε είναι πάσιν, όστις ως μάλιστα την λίχνην ημίν και αχάριστον κολακεύσει γαστέρα, το βαρύ φορτίον και αρχέκακον, το απληστότατον θηρίον και απιστότα25 τον, την καταργουμένην αυτικα συν τοις καταργουμένοις βρώ52. Α’ Κορ. 6, 13. τους δε τας κύλικας επ’ άκρων πλείον ή όσον συμφέρει λίχνοις
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ πλώσουν και να ικετεύσουν, πόδας δε δια να πλησιάσουν εκείνους που έχουν, αναπνοήν δια να κάμουν πιο έντονον την θρηνωδίαν των, θεωρούντες το πιο βαρύ από τα κακά ως το πιο ελαφρόν, και ευχαριστούντες μόνον με τους οφθαλμούς, επειδή δεν βλέπουν την αναπηρίαν των; 17. Και ως προς αυτούς μεν έτσι έχουν τα πράγματα. Εμείς δε θα ευρισκώμεθα εξηπλωμένοι επάνω εις κρεβάτι υψηλόν και κρεμαστόν και θα φοράμε τα περιττά και ανέγγιχτα επανωφόρια μας, δυσανασχετούντες ακόμη και να ακούσωμεν την φωνήν των να μας παρακαλή. Πρέπει δε προς χάριν μας το μεν έδαφος να ευωδιάζη από άνθη, και πολλάς φοράς χωρίς να είναι η εποχή του, η δε τράπεζα να είναι ραντισμένη και με μύρα, και δια μάλιστα να μεν από τα πιο αρωματικά τριγυρίζουν πολυτελή, ομοιάζωμεν ακόμη και
περισσότερον προς τας γυναίκας. υπηρέται, άλλοι
Θέλομεν δε να μας στολισμένοι
καλλωπισμένοι με λυτά τα μαλλιά και θηλυπρεπή με περιττήν κουράν εις το πρόσωπον, περισσότερον από όσον συμφέρει, στολισμένοι και με λαιμάργους οφθαλμούς, άλλοι δεν κρατούν εις τα άκρα των δακτύλων των τα ποτήρια του κρασιού, με όσον το δυνατόν περισσοτέραν χάριν και
ασφάλειαν. άλλοι δε να μας κάνουν αέρα επάνω από τα κεφάλια μας με τα ριπίδια και να δροσίζουν το πλήθος τω σαρκών μας με το αρωματισμένον αέρα των χεριών των. Και εκτός τούτων η μεν τράπεζα να είναι φορτωμένη από κρέατα, επειδή όλα τα στοιχεία της φύσεως, και η γη και ο αέρας και το νερό, μας παρέχουν τα πάντα πλουσιοπάροχα. Και να στενοχωρούμεθα με τα κατασκευάσματα των μαγείρων και των αρτοποιών, και να διαπληκτιζώμεθα με όλους, με κύριον μέλημά μας πως θα ευχαριστήσωμεν περισσότερον την λαίμαργον κοιλίαν μας, το αχόρταγον αυτό θηρίον εις το οποίον δεν ημπορεί κανείς να έχη εμπιστοσύνην, και η οποία θα καταργηθή μαζί με τας τροφάς αι οποίαι επίσης θα καταργηθούν52. τους άλλους είναι σημαντικόν ακόμη Και δια μεν
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ μασι. Και τοις μεν πολύ τι κόρος και ύδατος, ημίν δε και μέθης οι του οίνου κρατήρες, μάλλον δε και υπέρ την μέθην, τοις γε ακολαστοτέροις. και τον μεν αποπεμψόμεθα των
οίνων, τον δε εκγρινούμεν ως ανθοσμίαν, περί δε του φιλο5 σοφήσομεν, ζημία δε, ει μη προσέσται τω εγχωρίω και των ονομαζομένων ξένων τις ώσπερ τύραννος. Δει γαρ ημάς αβρούς νομίζεσθαι, ώσπερ αισχυνομένους, ει μη κακοί νομιζοίμεθα, και δούλοι γαστρός, και των υπό γαστέρα. 10 18. Τι ταύτα, ω φίλοι και αδελφοί; τι νοσούμεν και αυτοί τας ψυχάς, νόσον πολύ της των σωμάτων χαλεπωτέραν; Όσω την με ακούσιον οίδα, την δε ερχομένην εκ προαιρέσεως. και την μεν τη ζωή ταύτη συγκαταλυομένην, την δε συναπιούσαν ελεουμένην, 15 την δε μισουμέμην, τοις γε νουν έχουσιν. βοηθούμεν τη φύσει καιρόν έχοντες; τι μη περιστέλλομεν, σάρκες όντες, της σαρκός την ταπείνωσιν; τι τρυφώμεν εν τοις των αδελφών δυστυχήμασι; τούτων απορουμένων. μήτε ευεκτείν, ει μη βοηθοίην τοις τούτων Μη μοι γένοιτο, μήτε πλουτείν Τι μη ημίν μεθισταμένοις. και την μεν και της χρείας περιττοτέρους ή είναι ή
20 τραύμασι. μη τροφης ικανώς έχειν, μη σκέπης, μη υπό στέγην αναπαύεσθαι, ει μη και άρτον ορέξαιμι, και μεταδοίην εσθήτος εις δύναμιν και υπό στέγην αναπαύσαιμι. Αλλ’ ήτοι πάντα αποθετέον Χριστώ, ίνα γνησίως ακολουθήσωμεν αυτών, τον σταυρόν αράμενοι, και αναπτώμεν ως κούφοι προς τον
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ και το να χορτάσουν με νερό, δι’ ημάς δε υπάρχουν μεγάλα αγγεία μεγάτα κρασί δια να πίνωμεν μέχρι μέθης ή και ακόμη περισσότερον, όσοι βεβαίως είμεθα πιο ακόλαστοι. Και το μεν ένα είδος κρασιού θα το απορρίψωμεν, το άλλο δε θα το εγκρίνωμεν ως αρωματικόν, και θα φιλοσοφήσωμεν δια κάποιο άλλο. θα θεωρήσωμεν δε συμφοράν εάν μαζί με τα εγχώρια είδη δεν ημπορέσωμεν να εύρωμεν και εκείνο που θεωρείται ως το πιο εκλεκτόν
από τα ξένα. Διότι πρέπει να είμεθα ή και να φαινώμεθα, ωσάν να εντρεπώμεθα, εάν δεν μας θεωρούν κακούς και δούλους της κοιλίας και των όσων ευρίσκονται κάτω από την κοιλίαν. 18. Διατί συμβαίνουν αυτά, ω φίλοι και αδελφοί; Διατί είμεθα και εμείς άρρωστοι ως προς τας ψυχάς και μάλιστα με ασθένειαν πολύ χειροτέραν από εκείνην των σωμάτων; Όσον αφορά εις την σωματικήν, γνωρίζω ότι έρχεται παρά την θέλησίν μας, όσον αφορά δε εις την ψυχικήν, αυτή προέρχεται από την ιδικήν μας προαίρεσιν. Και η μεν πρώτη εξαφανίζεται μαζί με αυτήν την ζωήν, η δε άλλη μας ακολουθεί, όταν απέλθωμεν από αυτήν την ζωήν. Και η μεν πρώτη επισύρει την λύπην και τον οίκτον, η δε άλλη το μίσος όσων βεβαίως έχουν νουν. Διατί δεν βοηθούμεν την φύσιν σάρκες; μας ενόσω έχομεν ακόμη καιρό; Διατί δεν περιορίζομεν την ταπείνωσιν της σαρκός μας, ενώ ειμεθα Διατί νιώθομεν ευτυχισμένοι από τας δυστυχίας Είθε να μη συμβή εις εμέ ούτε να των αδελφών μας;
πλουτήσω ενώ αυτοί δεν έοχυν τίποτε, ούτε να νιώθω ευδιάθετος, εάν δεν παράσχω βοήθειαν εις τας πληγάς των. ούε να έχω αρκετήν τροφήν, ούτε προστασίαν, ούτε να αναπαύωμαι κάτω από στέγην, εάν δεν δώσω ψωμί και ενδύματα όσα ημπορώ, και δεν τους ξεκουράσω κάτω από την στέγην μου. Ας αναθέσωμεν τα πάντα εις τον Χριστόν, δια να τον ακολουθήσωμεν πραγματικά σηκώνοντας τον σταυρόν του και δια να ανυψωθώμεν ελαφροί προς τον επάνω κό-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ άνω κόσμον, και ευσταλείς υπό μηδενός καθελκόμενοι, και κερδήσωμεν υψωθέντες, και δια πενίαν πλουτήσαντες. ή Χριστώ τα όντα συμμεριστέον, ίνα πως και το έχειν δια του καλώς έχειν αγιασθή, 5 και του κοινωνείν τοις μη έχουσιν. Ει δε και σπείραιμι εμαυτω μόνω, σπείραιμι άρα, και άλλοι φάγοιεν. και ίνα πάλιν είπω το του Ιώβ. «Αντί πυρού εξέλθοι μοι κνίδη, αντί δε κριθής βάτος». καύσων δε άνεμος υπολάβοι, και υφέλοιτο λαίλαψ τους εμούς πόνους, ίνα εις κενόν κοπιάσαιμι. Ει δε και 10 αποθήκας οικοδομήσαιμι εκ των μαμωνά θησαυρίζων και μαμωνά, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν απαιτηθείην, λόγον υφέξων ων κακώς εθησαύρισα. αντί πάντων Χριστόν, δια ταπείνωσιν
19. την
Ου σωφρονήσομεν οψέ γουν; ου καταβαλούμεν
αναλγησίαν, ίνα μη λέγω μικρολογίαν; ου τα ανθρώπινα 15 λογιούμεθα; ουκ εν τοις ετέρων κακοίς τα ημέτερα ου θησόμεθα; Φύσει μεν γαρ ουδέν των ανθρωπίνων βέβαιον, ουδέ ομαλόν, ούδέ αύταρκες, ουδέ επί των αυτών ιστάμενον. αλλά κύκλος τις των ημετέρων περιτρέχει πραγμάτων, άλλοτε άλλας επί μιας ημέρας πολλάκις, έστι δ’ ότε και ώρας, φέρων 20 μεταβολάς. και ισταμέναις, και νηός ποντοπορούσης ίχνεσι, και νυκτός απατηλοίς ονείρασιν, ων προς ολίγον η χάρις, και όσα κατά ψαμάθων παιδες τυπούσι παίζοντες ή ανθρώπων ευημερία. σώφρονες δε, 53. Ιώβ. 30, 40. 54. Πρβλ. Λουκά 12, 20. αύραις μάλλον έστι πιστεύειν ουχ
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ σμον, καλώς παρεσκευασμένοι και χωρίς να μας σύρη τίποτε προς τα κάτω, και να κερδίσωμεν αντί δι’ όλα αυτά τον Χριστό, ανυψωθέντες χάρις εις την ταπείνωσιν και πλουτήσαντες χάρις εις την πτωχείαν μας. Ή να μοιρασθώμεν τα υπάρχοντά μας με τον Χριστόν, δια να αγιασθούν αυθτά από την σωστήν των κατοχήν και την μετάδοσίν των εις όσους δεν έχουν. Εάν δε έσπερνα μόνον δια τον ευατόν μου, ας έσπερνα, και άλλοι ας έτρωγαν τους καρπούς. Και δια να αναφέρω πάλιν τους λόγους του Ιώβ. «αντί σιταριού ας εφύτρωναν τσουκνίδες και αντί κριθαριού βάτοι»53. Ας εφυσούσε δε καυτός αέρας και καταιγίδα ας κατέστρεφε τους κόπους μου δια να αποδειχθή ότι άδικα είχα κοπιάσει. Εάν δε ειχα κτίσει και αποθήκας και επλούτιζα εις υλικά πράγματα και δεν τα εχρησιμοποιούσα καλά, αυτήν την νύκτα ας ερχόταν να ζητήσουν την ψυχήν μου54 και ας έδιδα λόγον δι’ εκείνα τα οποία κακώς συνεκέντρωσα. 19. Δεν θα συνέλθωμεν λοιπόν έστω και αργά; Δεν θα κατανικήσωμεν την σκληρότητά μας, δια να μην είπω την μικροπρέπειάν μας; ανθρώπινον; Δεν θα σκεφθώμεν κατά τρόπον Δεν θα τοποθετήσωμεν εις την θέσιν των
ξένων συμφορών τας ενδεχομένας ιδικάς μας; Διότι κατά την φύσιν τίποτε από τα ανθρώπινα δεν είναι βέβαιον, ούτε
εξελίσσεται ομαλά, ούτε είναι ανεξάρτητον από άλλα, ούτε στηρίζεται πάντοτε επάνω εις τα ίδια πράγματα. Αλλά όσα μας αφορύν γυρίζουν μέσα εις ένα κύκλον, ο οποίος πολλάς φοράς και εντός μιας ημέρας, ενίοτε δε και εντός μιας ώρας, προκαλεί ποικίλας μεταβολάς. Και είναι πιο σίγουρον να εμπιστεύεται κανείς εις τον άνεμον ο οποίος αλλάζει πολύ γρήγορα και εις την γραμμήν που αφήνει επάνω εις τα νερά το ποντοπόρον πλοίον, καιεις τα απατηλά όνειρα της νυκτός, των οποίων η ωραιότης διαρκεί μόνον δι’ ολίγον, και εις όσα χαράσσουν τα παιδιά επάνω εις την άμμον όταν παίζουν, παρά εις την ανθρω-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ οι δια το μη πιστεύειν τοις παρούσι, το μέλλον εαυτοίς θησαυρίζοντες. και δια το της ανθρωπίνης ευπραγίας άστατον και ανώμαλον, την ου πίπτουσαν αγαπώντες χρηστότητα, ίνα τριων εν γε τι πάντως κερδάνωσιν. ή το μη ποτε πράξαι κακώς,
5 επεί και τοις εντεύθεν χρηστοίς πολλάκις δεξιούται το θείον τους ευσεβείς, χρηστότητι το συμπαθές προκαλούμενον. ή το παρρησίαν έχειν εν εαυτοίς προς Θεόν, ως ου δια κακίαν, αλλά δια τινα οικονομίαν κακοπαθήσαντες. ή, το τελευταίον, ως οφειλομέμην απαιτείν την παρά των ευ πραττόντων φιλαν10 θρωπίαν, ήν τοις χρήζουσι προεισήνεγκαν, δεξιώς αυτί πράττοντες. 20. αυτού, μηδέ ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού, μηδέ ο δυνατός εν τη ισχύϊ αυτού. καν εις το άκρον ώσιν εληλακότες, ο μεν 15 σοφίας, ο δε περιουσίας, ο δε δυνάμεως. προσθήσω και α τούτοις έπεται. Μηδέ ο περίβλεπτος εν τη δόξη, μηδέ ο ευεκτών εν τη υγιεία, μηδέ ο καλός εν τη ώρα, μηδέ ο νέος εν τη νεότητι, μηδέ εν άλλω μηδενί των ενταύθα επαινουμένων, ει δει συνελόντα ειπείν, ο υπό τούτου φυσώμενος. 20 αλλ’ η εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος μόνον, εν τω συνιΕγώ δε Μη καυχάσθω, φησίν, ο σοφός εν τη σοφία
ειν και εκζητείν τον Θεόν, και συναλγείν τοις πάσχουσι, και προς το μέλλον εαυτώ τι χρηστόν αποτίθεσθαι. Τα μεν γαρ έστι ρευστά και πρόσκαιρα, και, ώσπερ εν παιδιά ψήφων, άλλοτε εις άλλους μεταρριπτούμενα, και μετατιθέμενα. και 55. Ιερ. 9, 22. 56. Αυτόθι 9, 23. 57. Κατά πάσαν πιθανόττηα ο Γρηγόριος αναφέρεται ενταύθα εις το παιγνίδι των πεσσών, εις το οποίον εχρησιμοποιούντο μικροί στρογγυλευμένοι λίθοι, οι οποίοι ελέγοντο «ψήφοι». Οι πεσσοί ήσαν κάτι ανάλογον με το σημερινόν «τρίπετρον» ή «εννεάπετρον».
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ πίνην ευτυχίαν. Είναι δε λογικοί εκείνοι οι οποίοι, επειδή
δεν έχουν εμπιστοσύνην εις τα παρόντα, εξασφαλίζουν δια τους εαυτούς των το μέλλον. αγαπούν την καλωσύνην η οποία δεν χάνεται, επειδή η ανθρωπίνη ευημερία είναι ασταθής και ανώμαλος, διανα κερδίσουν από τα τρία τουλάχιστον το ένα. ή αγαπούν να μην πράξουν τίποτε το κακόν, επειδή πολλάς φοράς ο Θεός και από τα καλά τα οποία κάνουν εδώ φέρει επιτυχίας εις τους ευσεβείς, με το να προκαλή η καλωσύνη των την συμπάθειαν. ή το να έχουν θάρρος ενώπιον του Θεού, επειδή εκακοπάθησαν όχι
εξ αιτίας κάποιας κακίας των, αλλά χάριν κάποιου άλλου σκοπού. ή, τέλος, το να απαιτούν από τους ευεργέτας την άσκησιν της φιλανθρωπίας, ωσάν να είναι κάτι το οποίον οφείλουν, δια να την προσφέρουν εις εκείνους οι οποίοι την έχουν ανάγκην, ενεργούντες με επιδεξιότητα. 20. Ας μη καυχηθή λέγει (η Γραφή), ο σοφός δια την σοφίαν του, ούτε ο πλούσιος δια τον πλούτον του, ούτε ο δυνατός δια την δύναμίν του55, έστω και αν έχουν φθάσει ο μεν σοφός εις το ύψιστον σημείον της σοφίας, ο δε πλούσιος έχη συγκεντρώσει την πιο μεγάλην περιουσίαν και ο δυνατός την πιο μεγάλην δύναμιν. Εγώ δε θα προσθέσω και εκείνα τα οποία ακολουθούν. Ας μη καυχηθή ούτε αυτός ο οποίος θαυμάζεται από όλους δια την δόξαν του, ούτε ο υγιής δια την υγείαν του, ούτε ο ωραίος δια την ωραιότητά του, ούτε ο νέος δια την νεότητά του, ούτε δια τίποτε άλλο από εκείνα τα οποία επαινούνται εις τον κόσμον αυτόν, με μίαν λέξιν ας μην καυχηθή κανείς δια τίποτε το οποίον προκαλεί την υπερηφάνειαν. Αλλά ας καυχηθή εκείνος ο οποίος καυχάται μόνον δια το ότι εννοεί και αναζητεί τον Θεόν56, και υποφέρει μαζί με εκείνους οι οποίοι υποφέρουν και αναθέτει τας ελπίδας του δια κάτι καλόν εις το μέλλον. Διότι τα μεν παρόντα είναι ρευστά και πρόσκαιρα, και φεύγουν και πηγαίνουν από το ένα εις τον άλλον, όπως οι βόλοι εις το παιχνίδι57.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ουδέν ούτω του κατέχοντος ίδιον, ως η μη χρόνω παυθήναι ή φθόνω μετατεθήναι. τα δε εστώτα και μένοντα, και ούποτε υποχωρούντα, ουδέ μεταπίπτοντα, ουδέ σφάλλοντα τας των πεπιστευκότων ελπίδας. δοκεί, 5 μηδέν των ενταύθα αγαθών είναι πιστόν τοις ανθρώποις, μηδέ πολυχρόνιον. αλλ’ είπερ τι άλλο, και τούτο καλώς τω τεχνίτη Λόγω και τη πάντα νουν υπερεχούση Σοφία μεμηχανήσθαι, παίζεσθαι ημάς εν τοις ορωμένοις, άλλοτε άλλως μεταβαλλομένοις και μεταβάλλουσι, και άνω και κάτω φερο10 μένοις τε και περιτρεπομένοις, και πριν ληφθήναι απιούσι και φεύγουσιν. ίνα το εν τούτοις άστατον και ανώμαλον θεωρήσαντες, προς το μέλλον μεθορμησώμεθα. Τι γαρ αν εποιήσαμεν, εστώτος του ευ πράττειν ημίν, οπότε, ου μένοντος, τοΑλλ’ εμοί μεν και δια τούτο
σούτον αυτώ προσδεδέμεθα, και ούτως ημάς η περί τούτο 15 ηδονή και απάτη έχει δουλώσασα, ώστε μηδέν κρείττον, μηδέ υψηλότερον των παρόντων διανοείσθαι δύνασθαι, και ταύτα κατ’ εικόνα Θεού γεγονέναι και ακούοντας και πιστεύοντας, την άνω τε ούσαν και προς εαυτήν έκουσαν; 21. Τις σοφός, και συνήσει ταύτα; Τις παραδραμείται 20 τα παρατρέχοντα; τις προσθήσεται τοις επιμένουσι; τις περί των παρόντων, ως απιόντων διανοηθήσεται; τις περί των ελπιζομένων, ως ισταμένων; τις διαιρήσει τα όντακαι τα φαινόμενα, και τοις μεν έψεται, των δε υπερόψεται; τις 56. Ωσηέ 14, 10.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ Και τίποτε δεν χαρακτηρίζει περισσότερον εκείνον ο οποίος κατέχει, από όσον, ή το ότι σταματά η εξουσία του εξ αιτίας
του χρόνου, ή το ότι χάνει ό,τι έχει εξ αιτίας του φθόνου. Τα δε μέλλοντα είναι σταθερά και μόνιμα και δεν χάνονται ποτέ, ούτε πηγαίνουν από τον ένα εις τον άλλον, ούτε διαψεύδουν ποτέ τας ελπίδας εκείνων οι οποίοι τα εμπιστεύονται. Αλλά εγώ μεν και δια τον λόγον αυτόν
νομίζω ότι κανένα από τα παρόντα αγαθά δεν είναι ασφαλές, ούτε διαρκεί πολύ δια τους ανθρώπους. Πιστεύω, πάνω απ’ όλα, ότι και το πράγμα αυτό έχει τακτοποιηθή σωστά από τον επιδέξιον Λόγον και από την Σοφίαν (η οποία ξεπερνά κάθε διάνοιαν), το να εξαπατώμεθα δηλαδή από τα ορατά πράγματα, τα οποία αλλάζουν και μας κάνουν να αλλάζωμεν και εμείς σήμερα έτσι και αύριο αλλιώς και πότε ανεβαίνουν επάνω και πότε πίπτουν κάτω, και γυρίζουν, και φεύγουν, και εξαφανίζονται προτού τα πιάσωμεν. Γίνεται δε αυτό δια να αντιληφθώμεν την αστάθειαν και την ανωμαλίαν η οποία υπάρχει εις αυτά, και να στραφώμεν προς το μέλλον. Διότι, τι θα εκάναμεν εάν το να ευεργετούμεν ήτο κάτι σταθερόν, εφ’ όσον τώρα που δεν είναι τέτοιο, είμεθα τόσον προσκολλημένοι εις αυτό και η ευχαρίστησις και η εξαπάτησις την οποίαν μας παρέχει, μας έχει σκλαβώσει τόσον πολύ, ώστε να μην ημπορούμεν να διανοηθώμεν τίποτε ανώτερον από τα παρόντα, τα οποία ακούομεν και πιστεύομεν ότι έχουν γίνει συμφώνως προς την εικόνα του Θεού, η οποία ευρίσκεται υψηλά και μας σύρει κοντά της; 21. Ποιος είναι σοφός δια να κατανοήση αυτά 58; Ποις θα παρατρέξη τα δευτερεύοντα; μόνιμα; Ποιος θα Ποιος θα επιμείνη εις τα ότι τα παρόντα θα συλλογισθή
παρέλθουν; Ποιος θα υπολογίση αυτά δια τα οποία ελπίζει, ως μόνιμα; Ποιος θα διαχωρίση τα πραγματικά από τα φαινόμενα, δια να ακολουθήση τα πρώτα και να παραβλέψη τα δεύτερα; Ποιος θα διαχωρίση την Γραφήν από την
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Γραφήν και αλήθειαν; τις την κάτω σκηνήν, και την άνω πόλιν; τις παροικίαν και κατοικίαν; τις σκότος από του φωτός; τις ιλύν βυθού και αγίαν γην; τις σάρκα και πνεύμα; τις Θεόν και κοσμοκράτορα; τις θανάτου σκιάν, και ζωήν 5 την αιώνιον; τις τοις παρούσι το μέλλον ωνήσεται; τις ρέοντι πλούτω τον μη λυόμενον; τις τοις ορωμένοις τα μη βλεπόμενα; Μακάριος μεν ουν, όστις ταύτα διακρίνων, και διαιρών τη τομή του Λόγου, τη διαιρούση το κρείττον από του χείρονος, αναβάσεις εν τη καρδία αυτού διατίθεται, ως 10 που φησιν ο θείος Δαβίδ, και την κοιλάδα του κλαυθμώνος
ταύτην φεύγων, οπόση δύναμις, τα άνω ζητεί, και σταυρούμενος κόσμω μετά Χριστού, Χριστώ συνίσταται, και Χριστώ συνανέρχεται, της ουκέτι μεταπιπτούσης ζωής ουδέ απατηλής κληρονόμος. ου μηκέτι δάκνων όφις επί οδού, ουδέ τηρών 15 πτέρναν, και κεφαλήν τηρούμενος. Τοις δε λοιποίς ημίν καλώς ο αυτός εμβοά Δαβίδ, ώσπερ τις μεγαλοφωνότατος κήρυξ από υψηλού και πανδήμου κηρύγματος, βαρυκαρδίους τε απόκαλών, και αγαπώντας ψεύδος, μη σφόδρα περιέχεσθαι των ορωμένων, μηδέ άλλο τι ή κόρρον σίτου και οίνου των φθειρο20 μένων, πάσαν την εντεύθεν ευδαιμονίαν υπολαμβάνειν. Και τάχα που τούτο και ο μακάριος εννοών Μιχαίας, και των χαμαί ερχομένων και δοκούντων αγαθών κατεξανιστάμενος, Εγγίσατε, φησίν, όρεσιν αιωνίοις. ανάστα και πορεύου, ότι ουκ έστι σοι αύτη ανάπαυσις. τούτο μεν ουν ήδη και τοις ρη59. Ψαλμ. 83, 6. 60. Βλ. Κολ. 3, 1.
61. Γεν. 3, 15. 62. Βλ. Ψαλμ. 4, 3 ε. 63. Μιχ. 2, 9-10.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ αλήθειαν; Ποιος την κάτω σκηνήν από την άνω πόλιν;
Ποίος την πρόσκαιρον από την μόνιμον κατοικίαν; Ποίος το σκότος από το φως; Ποίος την λάσπην του βυθού από την αγίαν γην; Ποίος την σάρκα από το πνεύμα; Ποίος τον Θεόν από τον κοσμοκράτορα; Ποίος την σκιάν του θανάτου από την αιώνιον ζωήν; Ποίος θα εξαγοράση με τα παρόντα το μέλλον; Ποίος με τον τρέχοντα πλούτον, εκείνον ο οποίος δεν φαίνονται; Ευτυχής μεν λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος κάνει διάκρισιν μεταξύ αυτών των πραγμάτων και τα χωρίζει με την μάχαιραν του Λόγου, η οποία ξεχωρίζει το καλύτερον από το χειρότερον, και ανυψώνεται με την καρδίαν του59, όπως λέγει κάπου ο θείος Δαβίδ, και, αποφεύγων με όσην δύναμιν διαθέτει την κοιλάδα αυτην της οδύνης, ζητεί τα ουράνια60, και, σταυρωνόμενος εις τον κόσμον μαζί με τον Χριστόν, ανασταίνεται μαζί με τον Χριστόν και ανεβαίνει μαζί του και γίνεται κληρονόμος της αληθινής ζωής, η οποία δεν μεταβάλλεται ποτέ πια. Τούτον δεν ημπορεί πια να τον δαγκώση ο όφις εις τον δρόμον, ούτε να του κεντήση την πτέρναν, δια να του συντρίψη και αυτός εν συνεχεία την κεφαλήν61. Δια τους άλλους δε εμάς πολύ σωστά φωνάζει ο ίδιος ο Δαβίδ ωσάν κάποιος
μεγαλόφωνος κήρυκας επάνω από υψηλόν άμφωνα, ο οποίος στέκεται εμπρός εις όλον τον κόσμον, και μας αποκαλεί σκληροκάρδους και εραστάς του ψεύδους62 και μας προτρέπει να μη προσκολλούμεθα πολύ εις τα ορατά πράγματα, ούτε να θεωρούομεν ότι η ευτυχία η οποία προέρχεται από αυτά συνίσταται μόνον εις τον κορεσμόν από άρτον και οίνον, τα οποία φθείρονται. Τούτο περίπου εννοεί και ο μακάριος εκείνος Μιχαίας όταν εξεγείρεται εναντίον των γηΐνων πραγμάτων τα οποία θεωρούνται αγαθά και λέγη. «Πλησιάσατε τα αιώνια όρη. σήκω και πήγαινε, διότι αυτός εδώ ο τόπος δεν είναι κατάλληλος δια να αναπαυθής»63. Αυτό το πράγμα λοιπόν είναι και σχεδόν
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ μασιν αυτοίς μικρού σύμφωνον, οις ο Κύριος και Σωτήρ ημών διακελεύεται, τι λέγων; «Εγείρεσθε, άγωμεν εντεύθεν». ου τους τότε μαθητάς μόνον εξ εκείνου μόνου του τόπου μετατιθείς, ως αν οιηθείη τις, αλλ’ αεί και πάντας τους εαυτού
5 μαθητάς από γης και των περί γην εις ουρανούς έλκων και τα ουράνια. 22. Τοιγαρούν, ακολουθήσωμεν ήδη τω Λόγω, ζητήσωμεν την εκείθεν ανάπαυσιν, ρίψωμεν την εντεύθεν περιουσίαν. ο καλόν έστι ταύτης τούτο μόνον κερδάνωμεν, κτησώμε10 θα τας εαυτών ψυχάς εν ελεημοσύναις, μεταδώμεν των όντων τοις πένησιν ίνα τα εκείθεν πλουτήσωμεν. Δος μερίδα και τη ψυχή, μη τη σαρκί μόνον. δος μερίδα και τω Θεώ, μη τω κόσμω μόνον. υφελέ τι της γαστρός, τω πνεύματι καθιέρωσον. αρπασόν τι του πυρός, απόθου μακράν από της κάτω 15 νεμομένης Δεσπότη. τοις οκτώ τω μετά τούτον ημάς εκδεξομένω. δος ολίγον, παρ’ ου το πλείον έχεις. δος και το παν, τω τα πάντα χαρισαμένω. Ουδέποτε νικήσεις μεγαλοδωρεάν Θεού, καν πάντα πρόη τα 20 όντα, καν τοις ούσι σεαυτόν προσθής. Και τούτο γαρ έστι λαφλογός. άρπασον του τυράννου, καταπίστευσον τω Δος μερίδα τοις επτά, τω βίω τούτω, και γε
βείν, το τω Θεώ δοθήναι. όσον εάν εισενέγκης, πλείον αεί το λειπόμενον. και ουδέν δώσεις ίδιον, ότι τα πάντα παρά 64. Ιω. 14, 31. 65. Εκκλ. 11,2.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ κατά λέξιν όμοιον προς εκείνο το οποίον έλεγεν ο Κύριος και Σωτήρ ημών. «Σηκωθήτε. Ας φύγωμεν απ’ εδώ»64, παρακινών όχι μόνον τους μαθητάς του να αναχωρήσουν από εκείνον τον τόπον, όπως θα ημπορούσε να νομίση κανείς, αλλά σύρων πάντοτε και όλους τους μαθητάς του από την γην και όσα έχουν σχέσιν με αυτήν προς τους ουρανούς και προς τα ουράνια πράγματα. 22. Ας ακολουθήσωμεν λοιπόν πλέον τον Λόγον, ας ζητήσωμεν την ανάπαυσιν την οποίαν μας παρέχει, και ας απορρίψωμεν ό,τι έχομεν απ’ εδώ. Ας αποκτήσωμεν από τα γήϊνα μόνον όσα είναι καλά, ας κερδίσωμεν τας ψυχάς μας με τας ελεημοσύνας, ας δώσωμεν από τα υπάρχοντά μας εις τους πτωχούς, δια να γίνωμεν πλούσιοι εις ουράνια αγαθά.
Δώσε μερίδιον και εις την ψυχήν και όχι μόνον εις την σάρκα. Δώσε μερίδιον και εις τον Θεόν και όχι μόνον εις τον κόσμον. Αφαίρεσε κάτι από την κοιλίαν, και παραχώρησέ το εις το πνεύμα. κατακαίει τα γήϊνα. Άρπαξε κάτι από την
φωτιάν, και απομάκρυνέ το από την φλόγα η οοποία Άρπαξε από τον τύραννον και «Δώσε εν μερίδιον εις εμπιστέψου το εις τον Δεσπότην.
επτά», εις την ζωήν αυτήν βεβαίως, «ή ακόμη και εις οκτώ»65, εις την άλλην ζωήν, η οποία θα μας δεχθή μετά απ’ αυτήν εδώ. Δώσε ολίγον εις εκείνον από τον οποίος έχει το πολύ. χαρίσει Δώσε και τα πάντα εις εκείνον ο οποίος σου έχει τα πάντα. Ποτέδεν θα ξεπεράσης την
γενναιοδωρίαν του Θεού, ακόμη και αν χαρίσης όλα τα υπάρχοντά σου, και αν εις αυτά προσθέσης και τον ίδιον τον εαυτόν σου. Διότι και το να δώσης ακόμη και τον εαυτόν σου εις τον Θεόν ισοδυναμεί με το να παίρνης. Όσα και αν προσφέρης, εκείνα τα οποία υπολείπονται είναι περισσότερα. Και δεν θα δώσης τίποτε το ιδικόν σου, διότι τα πάντα τα έχεις λάβει από τον Θεόν. Και όπως δεν είναι δυνατόν να ξεπεράσωμεν την σκιάν μας όσον προχωρούμεν, επειδή προχωρεί και αυτή μαζί μας και μένει πάντοτε εις την ιδίαν
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Θεού. Και ώσπερ ουκ έστιν υπερβήναι την εαυτού σκιάν υποχωρούσαν προέχουσαν. ουδέ υπέρ την κεφαλήν γενέσθαι σώματος μέγεθος υπερκειμένην αεί του σώματος. ούτως ουδέ οις δίδομεν νικήσαι Θεόν. 5 Ου γαρ έξω τι των αυτού δίδομεν, ούδέ υπέρ την εκείνου φιλοτιμίαν. 23. Γνώθι πόθεν σοι το είναι, το αναπνείν, το φρονείν αυτό το μέγιστον, το γινώσκειν Θεόν, βασιλείαν ουρανών ελπίζειν, αγγέλων ισοτιμίαν, δόξης θεωρίαν, νυν μεν την εν 10 εσόπτροις τε και αινίγμασι, τότε δε την τελεωτέραν τε και καθαρωτέραν. υιόν Χριστού, τολμήσας είπω και θεόν αυτόν; Πόθεν σοι τάυτα πάντα, και παρά τίνος; Ή, ίνα τα μικρά λέγω και τα ορώμενα, τις έδωκέ σοι κάλλος ουρανού βλέπειν, ηλίου δρόμον, σελή15 νης κύκλον, αστέρων πλήθος, και την εν τούτοις πάσιν, ώσπερ γενέσθαι Θεού, συγκληρονόμον καθόσον πρόϊμεν, και το ίσιον αεί
εν λύρα, ευαρμοστίαν και τάξιν ωσαύτως έχουσαν, ωρών αλλαγάς, μεταβολάς καιρών, ενιαυτών περιόδους, ημέρας και νυκτός ισομοιρίαν, γης εκφύσεις, αέρος χύσιν, πλάτη θαλάττης λελυμένης και ισταμένης, βάθη ποταμών, ανέμων ρεύ20 ματα; Τις υετούς, γεωργίαν, τροφάς, τέχνας, οικήσεις, νόμους, συγγενές; Πόθεν σοι των ζώων τα μεν ημέρωται και υπέζευκται, τα δε τροφή παραδέδοται; πάντων κατέστησε των πεί της γης; λέγω, 25 πάντα, οις προέχει των άλλων άνθρωπος, εδωρήσατο; Ουχ 66. Α’ Κορ. 13, 12. Τις, ίνα μη καθ’ έκαστον Τις σε κύριον και βασιλέα πολιτείας, βίον ήμερον, οικείωσιν προς το
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’
απόστασιν, ούτε να ευρεθούμεν επάνω από το κεφάλι μας επειδή αυτό βρίσκεται πάντοτε εις την κορυφήν του σώματος, έτσι και με όσα δίδομεν δεν ημπορούμεν να ξεπεράσωμεν τον Θεόν. Διότι δεν δίδομεν τίποτε που να μην είναι ιδικόν του, και που να ημπορή να ξεπεράση την υπερβολικήν διάθεσιν εκείνου να δίδη. 23. Κατάλαβε από πού έχεις την ύπαρξιν, το να αναπνέης, το να σκέπτεσαι αυτό το τρομερά μεγάλο πράγμα, το να γνωρίζης δηλαδή τον Θεόν, το να ελπίζης εις την βασιλείαν των ουρανών, εις το να γίνης ισότιμος με τους αγγέλους εις την θέαν της δόξης του Θεού, τώρα μεν σαν μέσα από καθρέπτας και με αινίγματα66, τότε δε εις την εντέλειαν και με κάθε καθαρότητα, το να γίνης υιός του Θεού, συγκληρονόμος του Χριστού, θα τολμήσω να είπω, να γίνης και συ θεός; Από πού τα έχεις όλα αυτά και ποιος σου τα έδωσε; Ή, δια να αναφέρω μόνον τα πιο μικρά και εκείνα τα οποία φαίνονται, πιοος σου έδωσε την ικανότητα να βλέπης το κάλλος του ουρανού, τον δρόμον του ηλίου, τον κύκλον της σελήνης, το πλήθος των αστέρων, και όλα αυτά να ευρίσκωνταιεις αρμονίαν και τάξιν ομοίαν με εκείνην της λύρας, τας αλλαγά των ωρών, τας μεταβολάς των εποχών, τους κύκλους των ετών, την εναλλαγήν της νυκτός και της ημέρας, το φύσημα του αέρος, τα πλάτη της θαλάσσης, η οποία τρικυμίζει και γαληνεύει, τα βάθη των ποταμών και τα ρεύματα των ανέμων; Ποίος σου έδωσε τας βροχάς, την γεωργίαν, τα τροφάς, τας τέχνας, τας Από κατοικίας, τους νόμους, τας πολιτείας, τον εξημερωμένον βίον, την δυνατότητα να ενωθής με το όμοιόν σου;
που έλαβες την ικανότητα, αλλά μεν από τα ζώα να τα εξημερώσης και να τα χρησιμοποιήσης ως υποζύγια, και άλλα να τα χρησιμοποιήσης ως τροφήν; Ποίος σε έκαμε κύριον και βασιλέα όλων όσων ευρίσκονται επί της γης; Ποίος, δια να μην αναφέρω το καθένα χωριστά, έχει χαρίσει εις τον άνθρωπον όλα εκείνα ως προς τα
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ούτος, ος νυν προ πάντων και αντί πάντων αιτεί παρά σου το φιλάνθρωπον; Είτα ουκ αισχυνόμεθα, ει τοσαύτα παρ’ αυτου, τα μεν λαβόντες, τα δε ελπίζοντες, μηδέ εν τουτο εισοίσομεν τω Θεώ, το φιλάνθρωπον; Αλλ’ ο μεν των θηρίων 5 ημάς εχώρισε, και λόγω μόνους των επί γης ετίμησεν. ημείς δε ημάς αυτούς θηριώσομεν, και τοσούτον υπό της τρυφής διεφθάρμεθα ή μεμήναμεν ή, ουκ έχω τι λέγειν, ώστε ομού τη μάζη και τοις πιτύροις, α κακώς ίσως επορισάμεθα και
την φύσιν είναι βελτίους αυτών οιησόμεθα. Και ώσπερ ην τι 10 το παλαιόν, όσον επί τοις μύθοις, γένος γιγάντων και των λοιπών ανθρώπων, ούτω και ημείς τούτοις εσόμεθα υψηλοί τε και υπέρ άνθρωπον, οίον Νεβρώδ εκείνος ή το του Ενάκ γένος, εκθλίβον πάλαι τον Ισραήλ ή δι’ ους ο κατακλυσμός την γην εκάθηρεν; ημών 15 καλείσθαι Θεός ων και Δεσπότης, ημείς δε και το συγγενές αρνησόμεθα; 24. Μηδαμώς, ω φίλοι και αδελφοί, μη γενώμεθα κακοί των δοθέντων ημίν οικονόμοι, ίνα μη ακούωμεν Πέτρου λέγοντος. «Αισχύνθητε, οι κατέχοντες τα αλλότρια, και μιμήσα20 σθε ισότητα Θεού και ουδείς έσται πένης». κάμνωμεν θησαυρίζοντες και φυλάσσοντες, άλλων πενία καμνόντων, μη ονειδίση και απειλήση πικρώς ημίν, ένθεν μεν ο θείος Αμώς εν τούτοις τοις ρήμασιν». «Άγε νυν, οι λέγοντες. Πότε Μη Και ο μεν ουκ αισχύνεται Πατήρ
67. Νεβρώδ ή Μεμρώδ, όπς έχει επικρατήσει σήμερον. Ο Νεβρώδ ήτοι υιός του Χούς, εκ του γένους του Χάμ, και υπήρξε «γίγας» και μέγας κυνηγός ιδρύσας αυτοκρατορίαν εις Βαβίλ (Γεν. 10, 8-12) και άλλας πόλεις του Σεναάρ (=Σουμέρ), από όπου μετέβη εις Ασσούρ και ίδρυσε την Νινευΐ και άλλα ασσυριακά κέντρα, γεγονός το οποίον συνετέλεσεν εις το να ονομασθηή η Ασσυρία «γη του Νεβρώδ» (Μιχ. 5, 5). Περί της ετυμολογίας του ονόματος βλ. πλείονα εις Θρησκευτικήν και Ηθικήν Εγκυκλοπαιδείαν, τομ. 9, 330. 68. Αριθμ. 13, 28. 69. Εκ των «Αποστολικών κανόνων» των αποδιδομένων εις τον Κλήμεντα, ή, το πιθανώτερον εκ των πρακτικών της συνόδου της Αντιοχείας (341) ή της Λαοδικείας, τα οποία αντιγράφουν οι ως άνω κανόνες.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ οποία υπερέχει από τα άλλα όντα; Όχι εκείνος, ο οποίος
τώρα πριν απ’ όλα και δι’ όλα, ζητεί από σε να δείξης φιλανθρωπίαν; Έπειτα δεν εντρεπόμεθα, ενώ έχομεν λάβει ή ελπίζομεν να λάβωμεν τόσα πολλά απ’ αυτόν, να μην προσφέρωμεν ούτε αυτό το ένα μόνον εις τον Θεόν, δηλαδή την φιλανθρωπίαν; Αλλ΄αυτός μεν μας εξεχώρισε από τα θηρία και ετίμησε μόνον εμάς επάνω εις την γην με το λογικόν, εμείς δε να αποθηριωθώμεν και να διαφθαρώμεν εις τοιούτοην βαθμόν από την πολυτέλειαν και τας απολαύσεις ή να ευρισκώμεθα εκτός εαυτών, ή, δεν ξέρω τι να είπω, ώστε να αναμιγνύωμεν μαζί με τον κρίθινον άρτον και τα πίτυρα, τα οποία ίσως έχομεν προμηθευθή με παράνομον τρόπον, και να νομίζωμεν ότι η
φύσις είναι καλυτέρα από εμάς; Και όπως υπήρχε κάποτε, όπως πληροφορούμεθα από τους μύθους, το παλαιόν εκείνο γένος των γιγάντων και το γένος των υπολοίπων ανθρώπων, έτσι και εμείς θα γίνωμεν ανώτεροι από τον κοινόν άνθρωπον, όπως εκείνος ο Νεβρώδ67, ή το γένος του Ενάκ68 το οποίον κατεπίεζε κάποτε τους Ισραηλίτας, ή εκείνοι εξ αιτία των οποίων έγινεν ο κατακλυσμός και εκαθάρισε την γην; Και αυτός μεν δεν εντρέπεται να ονομάζεται πατέρας μας, ενώ είναι Θεός και Κύριος μας, εμείς δε θα αρνηθώμεν και εκείνους οι οποίοι ανήκουν εις το ίδιο γένος με εμάς; 24. Όχι, αγαπητοί φίλοι και αδελφοί, ας μην γίνωμεν πονηροί οικονόμοι των αγαθών τα οποία μας εδόθησαν, δια να μην ακούσωμεν τον Πέτρον να λέγη. «αισθανθήτε εντροπήν όσοι κατέχετα ξένα πράγματα και μιμηθείτε την δικαιοσύνην του Θεού δια να μην μείνη κανείς πτωχός»69. Ας μην κοπιάζωμεν δια να θυσαυρίζωμεν και να φυλάσσωμεν, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείναν, δια να μην μας κατηγορήση και εκτοξεύση εναντίον μας φοβεράς απεολάς από την μίανμεν πλευράν ο ιερός Αμώς με τους λόγους. «εμπρός λοιπόν, σεις οι οποίοι λέγετε. πότε θα πε-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
διελεύσεται ο μην, και εμπωλήσωμεν. και τα Σάββατα, και ανοίξωμεν θησαυρούς;» και τα επί τούτοις, δι’ ων τοις μέγα και μικρόν στάθμιον χρωμένοις, την του Θεού μήνιν επανατείνεται. ένθεν δε ο μακάριος Μιχαίας τάχα μεν και αυτήν την 5 τρυφήν επικόπτων, ως του κόρου την ύβριν τίκτονος, και το κατασπαταλάν επί κλινών ελεφαντίνων, και τοις πρώτοις των μύρων θρύπτεσθαι, μόσχοις τε απαλοίς εκ βουκολίων και ερίφοις εν ποιμνίων πιαίνεσθα, και προς την φωνήν των οργάνων επικροτείν, και έτι μαλλον το οίεσθαι στάσιμόν τι 10 τούτων είναι και μόνιμον. τάχα δε ουχ ούτω ταύτα δεινά μονίμων, ως το μηδέν πάσχειν επί τη συντριβή του Ιωσήφ αυτούς κατηγορία προστίθησιν. ο μη πάθωμεν νυν υμείς, μηδέ τοσούτον τρυφήσωμεν, καταφρονείν ώστε και της του Θεού φιλανθρωπίας τρυφώντας. τούτο γαρ τη της πλησμονής
15 τούτοις δυσχεραίνοντος, καν μη παρά πόδας, μηδέ ομού τη κακία την οργήν επάγη τοις αμαρτάνουσιν. 25. πρώτον, ος βρέχει μεν επί δικαίους και αμαρτωλούς, ανατέλλει δε πάσιν ομοίως τον ήλιον. γην δε χερσαίοις πάσιν ήπλωσεν 20 άνετον και κρήνας και ποταμούς και ύλας. αέρα δε πτηναίς φύσεσι, και ύδωρ όσοις ο βίος ένυνδρος, και τας πρώτας του ζην αφορμάς αφθόνους άπασιν εχαρίσατο, ου δυναστεία κρατούμενας, ου νόμω περιγραφομένας, ουχ ορίοις διειργομένας. αλλά και κοινάς τας αυτάς και πλουσίας, και ουδέν 70. Αμώς 8, 5 ε. 71. Οι λόγοι τους οποίους αποδίδει ο Γρηγόριος εις τον Μιχαίαν ανήκουν εις τον Αμώς (6, 4). Ή ο Γρηγόριος ο ίδιος έκαμε σύγχυσιν ή το λάθος οφείλεται εις κάποιον παλαιόν αντιγραφέα. Τι πιθανώτερον όμως είναι ότι οφείλεται εις τον Γρηγόριον, διότι είναι δύσκολον να υποθέσωμεν ότι η σύνταξις «ένθεν μεν… ένθεν δε» οφείλεται εις αντιγραφέα. 72. Αμώς 6, 6. Μιμησώμεθα νόμον Θεού τον ανωτέτω και
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’
ράση λοιπόν η νέα σελήνη δια να πωλήσωμεν; και πότε θα περάση το Σάββατον δια να ανοίξωμεν τα θησαυροφυλάκιά μας;»70 και τα επόμενα με τα οποία επισύρει την οργήν του Θεού εναντίον εκείνων οι οποίοι χρησιμοποιούν μεγάλα και μικρά σταθμά, και από την άλλην ο μακάριος Μιχαίας, ο οποίος καταφέρεται εναντίον της τρυφηλής ζωής, επειδή ο κόρος γεννά την υπεροψίαν, και εναντίον της σπατάλης δια την κατασκευήν κρεβατιών από ελεφαντόδοντον71, και κατακρίνει το να αλείφεται κανείς με τα πιο ακριβά αρώματα, το να παχύνεται με τρυφερά μοσχαράκια και ερίφια από κοπάδια, το να κτυπά παλαμάκια και να συνοδεύη την μουσικήν των οργάνων και, ακόμη περισσότερον το να νομίζη ότι αυτά έχουν σταθεράν και μόνιμον αξίαν. Αυτά δε όλα δεν τα θεωρει τόσον φοβερά (ο προφήτης), όσον θεωρεί το ότι δεν λυπούνται καθόλου δια την συντριβήν του Ιωσήφ αλλά εξακολουθούν να διασκεδάζουν72. Διότι αυτήν την κατηγορίαν προσθέτει εις την κατηγορίαντης σπατάλης και του κόρου των. Τούτο ας μην το πάθωμεν σήμερα εμείς, ούτε να ζήσωμεν με τόσην πολυτέλειαν και τρυφήν, ώστε να περιφρονήσωμεν την φιλανθρωπίαν του Θεού ο οποίος οργίζεται με τα πράγματα αυτά, έστω και αν δεν εκδηλώνη αμέσως μαζί με την κακίαντην οργήν του εναντίον εκείνων οι οποίοι αμαρτάνουν. 25. Ας μιμηθώμεν τον νόμον του Θεού, τον πρώτον και σπουδαιότατον, ο οποίος στέλλει μεν την βροχήν του επάνω εις δικαίους και αμαρτωλούς και αφήνει τον ήλιον να ανατείλη επίσης δι’ ολους, έκαμε δε την γην ευρύχωρον δι’
όλα τα χερσαία ζώα και εδημιούργησε πηγάς και ποταμούς και δάση, τον αέρα δι ατα πτερωτά όντα και το ύδωρ δια τα υδρόβια, και έδωσεν εις όλα τα όντα άφθονα τα στοιχεία τα απαραίτητα δια την ζωήν των, χωρίς να τα περιορίζη καμμία εξουσία, χωρίς να τα περιορίζει κανείς γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Τα παρέδωσε τα στοιχεία αυτά κοινά εις πάντα και πλουσιοπάροχα
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ παρά τούτο ενδεεστέρας προέθηκεν. το τε της φύσεως ομότιμον ισότητι της δωρεάς των τιμών, και δεικνύς τον πλούτον της εαυτού χρηστότητος. άργυρον, και της εσθήτος όση μαλακή, και υπέρ την χρείαν, και των 5 λίθων τους διαυγείς κατορύξαντες, είτε τι άλλο τοιούτον, α πολέμου, και στάσεως, και της πρώτης τυραννίδος εστί γνωρίσματα, έπειτα αίρουσι την οφρύν υπό ανοίας, και τοις ατυχούσι εις τα αναγκαία βοηθείν αποκλείουσιν, ουδέ τοις Άνθρωποι δε χρυσόν, και
περιττοίς εις τα αναγκαία βοηθείν θέλοντες, (ω της απαι10 δευσίας! ω της σκαιότητος!) ουδ’ ει μη τι άλλο, εκείνο γε ενθυμούμενοι, ότι πενία και πλούτος, ελευθερία τε, ην φαμεν, και δουλεία και τα τοιαύτα των ονομάτων, ύστερον επειοήλθε τω γένει των ανθρώπων, ώσπερ αρρωστήματα κοινά τινα τη κακία συνεισπεσόντα, κακείνης όντα επινοήματα. Απ’ 15 αρχής δε φησιν, ου γένομεν ούτως. αλλ’ ο πλάσας απ’ αρχής τον άνθρωπον, ελεύθερον αφήκε και αυτεξούσιον, νόμω τω της εντολής μόνω κρατούμενον, παραδείσου τρυφή. τούτο και τω λοιπώ γένει των ανθρώπων βουληθείς τε και χαρισάμενος δι’ ενός του πρώτου σπέρματος. Ελευ20 θερία δε και πλούτος η της εντολής μόνη τήρησις ην. πενία δε αληθής και δουλεία, η ταύτης παράβασις. 26. Αφ’ ου δε και φθόνοι και έριδες και η δολερά του όφεως τυραννίς, αεί τω λίχνω της ηδονής υποσύρουσα, και επανιστώσα τοις ασθενεστέροις τους θρασυτέρους, ερράκαι πλούσιον εν
25 γη το συγγενές εις ονομάτων αλλοτριότητας, και το της φύ73. Ματθ. 19, 8.
χωρίς να κάνη καμμίαν διάκρισιν και να περιορίζη κάποιο απ’ αυτά, αλλά τιμών την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δεικνύων τον πλούτον της αγαθότητός του. Οι άνθρωποι δε, αφ’ ότου έσκαψαν και
έβγαλαν από την γην το χρυσάφι το ασήμι και τους πολυτίμους διαφανείς λίθους, και αφού κατεσκεύασαν μαλακά και περιττά ενδύματα και ό,τι άλλο παρόμοιον πράγμα, το οποίον αποτελεί αφορμήν του πολέμου και των επαναστάσεων, και της εγκαθιδρύσεως της τυραννίας, αποκτούν έπειτα παράλογο υπεροψίαν εξ αιτίας της ανοησίας των και αποκλείουν την ελεημοσύνην από τους δυστυχείς συνανθρώπους των και δεν θέλουν ούτε με αυτά που δι’ αυτούς είναι περιττά να βοηθήσουν να αποκτήσουν οι άλλοι τα αναγκαία (ω, πόση αμορφωσιά, ω, ποία βαρβαρότης!) χωρίς να ενθυμούνται, αν όχι τίποτε άλλο, ότι η πτωχεία και η ο πλούτος, η ελευθερία, τα άλλα όπως την ονομάζομεν, δουλεία και παρόμοια,
ενεφανίσθησαν εις το γένος των ανθρώπων αργότερα σαν αρρώστιες που έρχονται από κοινού μαζί με την κακίαν, και
τα οποία είναι ιδικά της επινοήματα.
Δεν έγιναν δε τα
πράγματα από την αρχήν έτσι, λέγει (η Γραφή)73, αλλά εκείνος ο οποίος έπλασε τον άνθρωπον εξ αρχής, τον άφησεν ελεύθερον και αυτεξούσιον και πλούσιον μέσα εις τον παράδεισον της τρυφής, συγκρατούμενον μόνον από τον νόμον της εντολής, επειδή αυτό το πράγμα ήθελε και εχάρισεν και εις το υπόλοιπον γένος των ανθρώπων δια του πρώτου ανθρώπου. Ελευθερία δε και πλούτος ήτο τότε μόνον η τήρησις της εντολής. Πραγματική δε πτωχεία και δουλεία η παράβασίς της. 26. Μετά την παράβασιν δε ενεφανίσθησαν οι φθόνοι και αι φιλονεικίαι και η δολία καταδυνάστευσις του σατανά, η οποία παρασύρει πάντοτε με την λαιμαργίαν της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο θρασείς εναντίον των ασθενεστέρων, εσχίσθη το ενιαίον ανθρώπινον γένος και έλαβε διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατεκερμάτισε την ευγέ-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
σεως ευγενές πλεονεξία κατέτεμε προσλαβούσα και νόμον, της δυναστείας επίκουρον. Αλλά συ βλέπε μοι την πρώτην ισονομίαν, μη την τελευταίαν διαίρεσιν. κρατήσαντος νόμον, αλλά τον του κτίσαντος. δύναμιν της 5 φύσει, σαυτόν, συγκάλυψον τω γένει την ατιμίαν, επάρκεσον τη νόσω, την ένδειαν παραθύμησαι. ο ευρωστών, ο πλουτών, την του νοσούντος, την του πενομένου. ο μη προσπταίσας, την του πεσόντος και συντριβέντος. ο ευθυμών, την του αθυμούντος. ο τοις 10 δεξιοίς ευθηνούμενος, του τοις αριστεροίς κάμνοντος. Δος τι τω Θεώ χαριστήριον, ότι των ευ ποιείν δυναμένων εγένου, αλλ’ ου των ευ παθείν δεομένων. ότι μη βλέπεις εις άλλοτρίας χείρας, αλλ’ εις τας σας έτεροι. περιουσίαν μόνον, αλλά και ευσέβειαν. μη το χρυσίον μόνον, αλλά Πλούτησον μη την αρχαία ελευθερίαν τίμησον, αιδέσθητι Βοήθησον κατά μη τον του
15 και την αρετήν, μάλλον δε ταύτην μόνον. πλησίον
Γενού του
τιμιώτερος, εκ του φανήναι χρηστότερος. γενού τω ατυχούντι θεός, τον έλεον Θεού μιμησάμενος. 27. Ουδέν γαρ ούτως, ως το ευ ποιείν, άνθρωπος έχει Θεού. καν ο μεν μείζω, και ο δε ελάττω ευεργετή, εκάτερος, 20 οίμαι, κατά την εαυτού δύναμιν. λύσας συνάγει πάλιν. συ δε πεσόντα μη πατρίδης. ηλέησεν Ο μεν Ο μεν εποίησε, και
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ νειαν της φύσεως, αφού προσέλαβεν ως σύμμαχον και βοηθόν της καταδυναστεύσεως τον νόμον. Αλλά συ να κοιτάζης την αρχικήν ισότητα και όχι την διαίρεσιν, η οποία
ήλθε μετά. Όχι τον νόμον εκείνου ο οποίος επεκράτησεν, αλλά τον νόμον του Δημιουργού. Βοήθησε όσον ημπορείς την φύσιν, τίμησε την αρχική ελευθερίαν, δείξε σεβασμόν προς τον εαυτόν σου, προσπάθησε να καλύψης την ατιμίαν του γένους σου, βοήθησε τους ασθενείς, παρηγόρησε αυτούς που έχουν ανάγκην. Συ που είσαι υγιής και Συ ο πλούσιος, βοήθησε τον άρρωστον και τον πτωχόν. οποίος έπεσε και συνετρίβη. παρηγόρησε τον λυπημένον. έρχονται όλα άσχημα).
οποίος δεν έχει πέσει εις παράπτωμα βοήθησε αυτόν ο Συ ο οποίος ευθυμείς Συ ο οποίος ευημερείς (σου
έρχονται όλα δεξιά), βοήθησε αυτόν ο οποίος υποφέρει (του Δώσε κάτι εις τον Θεόν ως ευχαριστήριον δώρον, επειδή ανήκεις εις εκείνους οι οποίοι ημπορούν να ευεργετούν και όχι εις εκείνους οι οποίοι έχουν ανάγκην αν ευεργετούνται, και επειδή δεν περιμένεις βοήθειαν από τας χείρας άλλων, αλλά άλλοι περιμένουν από τας ιδικάς σου. Γίνε πλούσιος όχι μόνον εις περιουσίαν, αλλά και εις ευσέβειαν. Μην αναζητής μόνον το χρυσάφι αλλά και την αρετήν, ή, καλύτερα, μόνον την αρετήν. Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον σου με το να επιδείξης περισσοτέραν καλωσύνην. Γίνε θεός δια τον δυστυχή με το να μιμηθής την φιλανθρωπίαν του Θεού. 27. Διότι ο άνθρωπος καμμίαν ιδιότητα του Θεού δεν την έχει εις τέτοιον βαθμόν, όπως έχει το να ευεργετή. Και αν ο μεν Θεός ευεργετή περισσότερον, ο δε άνθρωπος ολιγώτερον, νομίζω ότι ο κάθένας ευεργετεί αναλόγως προς την δύναμίν του. Ο μεν Θεός εδημιούργησε και αφού εσκόρπισε συγκεντρώνει πάλιν, συ δε μην παραβλέψης
εκείνον ο οποίος έχει πέσει.
Ο μεν Θεός έδειξε μεγάλην
αγάπην με το να δώση πάνω από όλα τον νόμον και τους προφήτας και πριν απ’ αυτούς τον φυσικόν άγρα-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ εις τα μέγιστα, δους επί πάσι νόμον, προφήτας, και προ τούτων, τον φυσικόν νόμον άγραφον, των πραττομένων εξεταστήν, ελέγξας, νουθετήσας, παιδαγωγήσας. το τελευταίον, λύτρον εαυτόν παραδούς υπέρ της του κόσμου ζωής. χαρισάμε5 νος αποστόλους, ευαγγελιστάς, διδασκάλους, ποιμένας, ιάσεις, τέρατα, επάνοδον προς ζωήν, θανάτου κατάλυσιν, τρόπαιον κατά του νικήσαντος, διαθήκην την εν σκιά διαθήκην την εν αλη΄θεία, Πνεύματος γίου μερισμούς, το της καινής
σωτηρίας μυστήριον. Συ δε, ει μεν και τα μείζω δυνατός ει, 10 και οις ευεργετείται ψυχή (πεποίηκε γαρ σε και ταύτα πλούσιον ο Θεός, εις θελήσειας), μηδέ ταύτα ευ ποιείν απόσχη τον ενδεή. μάλλον δε πρώτα και μάλιστα τω αιτουντι σε δίδου, και πριν αιτηθήναι, όλην την ημέραν ελεών και δανείζων τον λόγον, και απαιτών φιλοπόνως το δάνειον μετά τόκου 15 της του ωφελημένου προσθήκης, ην αεί τω λόγω προστίθησιν, αύξων εαυτώ κατά μικρόν τα της ευσεβείας σπέρματα. Ει δε μη, τα γε δεύτερα και μικρότερα, και όσα εις δύναμιν ήκει την σην επικούρησον, όρεξον τροφήν, όρεξον ράκος, προσένεγκε φάρμακον, κατάδησον τραύματα, ερώτησόν τι περί 20 της συμφοράς, περί καρτερίας φιλοσόφησον, θάρσησον, πρόσελθε. ου μη χείρόν τι σεαυτού παρά τούτο γένη. ου μη μεταλάβοις του πάθους, καν οι λίαν αβροί τούτο νομίζωσι λόγοις ματαίοις ηπατημένοι. μάλλον δε ταύτην προβάλλονται της ε-
αυτών είτε ευλαβείας, είτε ασεβείας απολογίαν, επί την δει25 λίαν, ως δη τι μέγα και σοφόν καταφεύγοντες. πειθέτωσάν σε και οι λόγοι, και ιατρών παίδες, και σύνοικοι του74. Βλ. Εφ. 4, 11. 75. Την Καινήν και την Παλαιάν Διαθήκην, η οποία ήτο σκιά και προτύπωσις της Καινής. Τούτο
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ φον νόμον ο οποίος ελέγχει και κρίνει τας πράξεις μας, με το να ελέγξη, να συμβουλεύση, να διαπαιδαγωγήση, και, τέλος, με το να παραδώση τον εαυτόν του ως λύτρον δια την ζωήν του κόσμου. με το να χαρίση εις εμάς τους αποστόλους, τους ευαγγελιστάς, τους διδασκάλους, τους ποιμένας74, θαυμαστάς θεραπείας, σημεία και τέρατα, αναστάσεις νεκρών, κατάργησιν του θανάτου, τρόπαιον κατά του σατανά, ο οποίος μας είχε νικήσει, διαθήκην σκιάν (της αληθινής) και διαθήκην αληθινήν75, χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το μυστήριον της νέας σωτηρίας. Συ δε, εάν μεν είσαι ικανός και δια τα μεγαλύτερα, και δι’ εκείνα από τα ποία ευεργετείται η ψυχή (διότι και ως προς αυτά σε έκαμε πλούσιον ο Θεός, εάν θελήσης), μην αποφύγης να
ευεργετήσης και ως προς αυτά εκείνον ο οποίος έχει ανάγκην. Μάλλον δε, το πρώτον και καλύτερον, δίδε σ’ εκείνον ο οποίος σου ζητεί και πριν ακόμη σου ζητήση, δανείζων και ελεών όλην την ημέραν τον λόγον και ζητών με επιμονήν το δάνειον μαζί με τον τόκον, την προσθήκην δηλαδή της ωφελειας την οποίαν επέφερεν, και την οποίαν προσθέτουν πάντοτε εις τον λόγον αυξάνοντάς τον ολίγον κατ’ ολίγον, τα σπέρματα της ευσεβείας. όσα έχεις την δύναμιν να κάνης. τα τραύματα, δείξε ενδιαφέρον Εάν δε δεν ημπορής αυτά, τότε κάνε τα δεύτερα και τα μικρότερα και Βοήθησε, πρόσφερε δια την συμφοράν, τροφήν, πρόσφερε ένδυμα, πρόσφερε φάρμακον, επίδεσε φιλοσόφησε δια την υπομονήν, πάρε θάρρος και κουράγιο και πλησίασε. Δεν θα γίνης χειρότερος από ό,τι είσαι με την πράξιν αυτήν. Δεν θα σου μεταδοθή η ασθένεια, έστω και αν νομίζουν κάτι τέτοιο οι πολύ λεπτεπίλεπτοι, εξηπατημένοι από ανόητα λόγια. Μάλλον δε τα λέγουν αυτά, είτε δια να απολογηθούν δια την ασέβειάν των, είτε δια να προβάλουν την ευλάβειάν των, καταφεύγοντες εις την δειλίαν ωσάν εις κάτι μέγα και σοφόν. Δια τούτο ας σε πείσουν και οι λόγοι και οι υπηρέται των ια-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
των θεραπευταί, ως ουδείς πω τοις τοιούτοις προσιών εκινδύνευσε. υπονοίας άξιον, ω δούλε Χριστού και φιλόθεε και φιλάνθρωπε, μη πάθης μηδέν αγενές. τη πίστει θάρσησον. νικησάτω την δει5 λίαν ο οίκτος, ο του Θεού φόβος την απαλότητα. στήτω προ των φιλοσάρκων λογισμών η ευσέβεια. μη παρίδης, μη παραδράμης τον αδελφόν, μη αποστραφής ως άγος, ως μίασμα, ως άλλο τι νων φευκτών και απειρημένων. μέλος, και ει τη συμφορά κάμπτεται. πτωχός, 10 ως Θεώ, και ει λίαν παρατρέχεις μεγαλοψύχως, τάχα γαρ σε τούτοις δυσωπήσω τοις ρήμασι. φιλανθρωπίας υπόθεσις, και ει αλλοτριοί σε του ευ παθείν ο αλλότριος; 28. Πας ο πλέων εγγύς έστι του ναυαγίου, και τόσω μάλλον, όσωπερ αν τολμηρότερον πλέη. και πας ο σωμα περι15 κείμενος εγγύς έστιτων του σώματος κακών, και τόσω μαλΣοι πρόκειται Σοι εγκαταλέλειπται ο Σον έστι Συ τοίνυν, ει και το πράγμα φοβερόν και
λον, όσωπερ αν ορθώς βαδίζη και μη βλέπη τους προ αυτου κειμένους. Έως πλεις εξ ουρίας, τω ναυαγούντι δός χείρα. έως ευεκτείς και πλουτείς τω κακοπαθούντι βοήθησον. Μη απομείνης εί σεαυτού μαθείν, όσον εστί κακόν 20 απανθρωπία, και οίον αγαθόν σπλάγχνα τοις χρήζουσιν ανοιγόμενα. υψαυχενούντων αλλοτρίαις και παρατρεχόντων τους πένητας. Εν Μη βουληθής επάραι χείρα Θεόν κατά των
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ τρων και οι συνάδελφοι τούτων θεραπευταί, από τους οποίους κανείς ποτέ δεν εκινδύνευσε να πάθη κατι επειδή απλησίασε τους ασθενείς. Συ, λοιπόν, εάν το πράγμα είναι φοβερόν και άξιον υποψίας, ω δούλε του Χριστού και φιλόθεε και φιλάνθρωπε, μη πάθης τίποτε το ανάρμοστον και ταπεινόν. Πάρε θάρρος από την πίστιν. Η λύπη σου αν
νικήση τον φόβον, και ο φόβος του Θεού την ατολμίαν σου. Ας υπερνικήση την φροντίδα και τας σκέψεις σου δια την σάρκα η ευσέβεια. Μην παραβλέψης και μην προσπεράσης αδιάφορα τον αδελφόν, μην τον αποστραφής, σαν κατάρα ή σαν μολυσμόν ή σαν κάτι άλλο από τα κατηραμένα και εκείνα τα οποία πρέπει να αποφεύγη κανείς. Είναι μέλος ιδικόν σου, έστω και αν έχη λυγίσει από την συμφοράν. Εις σε έχει στηρίξει τας ελπίδας τας ελπίδας του ο πτωχός, όπως εις τον Θεόν, και εάν τον παραβλέψης με πολλήν αφροσύνην, θα σε κάμω να εντραπής με τους λόγους αυτούς: Έχεις εμπρός σου την ευκαιρίαν να εξασκήσης την φιλανθρωπίαν και θα αφήσης να σε αποξενώση από την δυνατότητα του να ευεργετηθής ο διάβολος; 28. κίνδυνος Κάθε ένας ο οποίος πλέει εις την θάλασσαν γίνεται ακόμη μεγαλύτερος να πλέη με διατρέχει τον κίνδυνον να ναυαγήση, και μάλιστα ο περισσοτέραν τόλμην. υποστή τα κακά του Και κάθε ένας ο οποίος έχει σώματος, και μάλιστα τόσον
περιβληθή με σώμα διατρέχει τον άμεσον κίνδυνον να περισσότερον όσον πιο υπερήφανα βαδίζει και παραβλέπει εκείνους οι οποίοι κοίτονται μπροστά του. Όσον καιρόν πλέεις με ούριον άνεμον, βοήθησε εκείνον ο οποίος έχει ναυαγήσει. Όσον είσαι υγιής και πλούσιος, βοήθησε αυτόν ο οποίος κακοπαθεί. Μη περιμένης να δοκιμάσης συ ο ίδιος πόσον κακόν είναι απανθρωπία και πόσον καλόν το να δείχνεται ανάγκην. ευσπλαχνία προς εκείνους οι οποίοι έχουν Μη θελέσης να σηκώση ο Θεός την χείρα του
εναντίον
εκείνων
οι
οποίοι
υψηλοφρονούν
και
παραβλέπουν τους πτωχούς. Αυτά ας
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ συμφοραίς ταύτ παιδεύθητι. δός τι και μικρόν τω δεομένω ου γάρ μικρόν των πάντων επιδεεί, αλλ’ ουδέ τω Θεώ, αν η κατά δύναμιν. μηδέν έχεις, δάκρυσον. μέγα τω ατυχούντι φάρμακον έλεος από ψυ5 χής εισφερόμενος. και το συναλγείν γνησίως πολύ τι κουφίζει της συμφοράς. κτήνους ο άνθρωπος, ω άνθρωπε, ο πεσόν εις βόθρον ή πλανηθέν, ανεγείρειν σοι και επανάγειν ο νόμς διακελεύεται. ει μεν τι και άλλο κρύπτων απορρητότερον και βαθύτερον, οία τα πολ10 λά του νομικού βάθους και της διπλόης, ου εμόν τούτο ειδέΟυκ έστιν ατιμώτερός σοι του Δός αντί μεγάλου την προθυμίαν. ει
ναι, αλλά του πάντα ερευνώντος και γινώσκοντος Πνεύματος. ο δ’ ουν εγώ καταλαμβάνω, και όσον εις τον εμον ήκει λόγον, γυμνάζων ημάς από της εις τα μικρά φιλανθρωπίας επί την τελειοτέραν και μείζονα. τοις 15 ομοφύλοις και ομοτίμοις η και μέχρι των αλόγων απαιτουμένη; 29. ανθρώπων οι μετριώτατοι, παρ’ οις το ευ ποιείν του πάσχειν τιμιώτερον, και περισπουδαστότερος κέρδους έλεος. Τι δ’ αν εί20 ποις περί των καθ’ ημάς σοφών; έξωθεν, ο συνηγόρους τοις πάθεσι θεούς ευρίσκοντες, και των Κερδώω, ω τα πρώτα νέμουσιν. ήδη δε, και ο τούτου χειρόν 76. Βλ. Δευτ. 22, 1ε. 77. Κερδώος απεκαλείτο ο Ερμής ο προστάτης του εμπορίου και του κέρδους, φυσικά. Εώ γαρ λέγειν τους Ταύτα μεν ουν ο λόγος και ο νόμος και των Πόση γαρ οφείλεται
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ τα διδαχθής από τας συμφοράς των άλλων. Δώσε κάτι,
έστω και ελάχιστον, εις εκείνον ο οποίος έχει ανάγκην, διότι τούτο είναι οπωσδήποτε σημαντικόν δι’ εκείνον ο οποίος έχει ανάγκην από τα πάντα, αλλά και δια τον Θεόν, εάν είναι ανάλογον προς τας δυνατότητας του προσφέροντος. Αντί να δώσης μεγάλο πράγμα δώσε την προθυμίαν. Εάν δεν έχης τίποτε, δάκρυσε. Η συμπόνια η οποία βγαίνει από την ψυχήν είναι μέγα φάρμακον δι’ εκείνον ο οποίος δυστυχεί. ανακουφίζει Και κατά το να συμπάσχη την κανείς πραγματικά Δεν είναι πολύ συμφοράν.
μικροτέρας αξίας δια σε, ω άνθρωπε, ο άνθρωπος από το ζώον, το οποίον εάν πέση εις χαντάκι, ή αν χαθή σε προστάζει ο νόμος να το ανασύρης και να το επαναφέρης πίσω76. Εάν δε το λέγη αυτό ο νόμος δια να κρύψη κάτι άλλο πιο απόρρητον και βαθύ, όπως συμβάινει με τα περισσότερα σκοτεινά και διφορούμενα σημεία του νόμου, δεν είναι έργον ιδικόν μου να το γνωρίζω, αλλά του Πνεύματος, το οποίον ερευνά και γνωρίζει τα πάντα. Εκείνο όμως το οποίον αντιλαμβάνομαι εγώ, και το οποίον έει σχέσιν με τον λόγον μου, είναι ότι το λέγειν αυτό δια να
μας διαπαιδαγωγήση απότ την λύπην και την συμπόνιαν προς τα μικρά, προς την τελειοτέραν και μεγαλυτέραν φιλανθρωπίαν. δείχνωμεν Διότι πόσην φιλανθρωπίαν οφείλομεν να τους ομοφύλους και ισαξίους μας προς
ανθρώπους, όταν ακόμη και εις τα άλογα ζώα οφείλομεν να είμεθα ευσπλαγχνικοί; 29. Αυτά μεν λοιπόν διδάσκει ο νόμος και ο λόγος και οι πιο συνετοί από τους ανθρώπους, δια τους οποίους το να ευεργετούν το κέρδος. ειδωλολάτραι, έχει μεγαλυτέραν αξίαν από το να ευεργετουνται, και η ευσπλαχνία είναι πιο περιζήτητος από Διότι αφήνω να λέγουν ό,τι θέλουν οι οι οποίοι παρουσιάζουν τους θεούς
συνηγόρους εις τα πάθη των και ιδιαιτέρως τον Κερδώον77, τον οποίον εκτιμούν περισσότερον από όλους. Μάλιστα δε, πράγμα το οποίον είναι
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ έστι, και ανθρωποκτονείν νομιζουσίν έστιν οις δαιμόνων, και παρ’ οις έθνεσι, και μέρος ευσεβείας αυτοίς η απανθρωπία,
και ταις τοιαύταις θυσίαις αυτοι τε χαίρουσι, και τους θεούς αυτών οίονται, πονηροί πονηρών ιερείς και μύσται γινόμε5 νοι. Αλλ’ εισί των ημετέρων τινές, ο και δακρύειν άξιον, οι τοσούτον απέχουσι συναλγείν και βοηθείν τοις κάμνουσιν, ωστε και προσονειδίζουσι πικρώς, και προσεπεμβαίνουσι, και φιλοσοφούσι κενά και μάταια, και φωνούσιν όντως εκ γης και εις αέρα λαλούσιν, και ουκ εις ακοάς ευσυνέτους, και 10 θείοις συνειθισμένας δόγμασι, και τολμώσι λέγειν. Παρά Θεού το ταλαιπωρείν εκείνοις, παρά Θεού το ευ πράττειν ημίν. και τις ειμι εγώ δόγμα λύειν Θεού, και Θεού φανήναι χρηστότερος; δυστυχείτωσαν. ούτως έδοξεν. φυλάττειν 15 τους οβολούς και κατά των αθλίων νεανιεύεσθαι. μεν ουν ουκ εκ του Θεού το ευ πράττειν αυτοίς είναι νομίζουσι, δηλούσι σαφώς εξ των λέγουσι. διανοηθείη Τις γαρ αν ούτω Ότι Κανταύθα μόνον εισί φιλόθεοι, ου δει Καμνέτωσαν, ταλαιπωρείτωσαν,
περί των δεομένων, Θεόν ειδώς χορηγόν ως κέκτηται; Των γαρ αυτών έστιν έχειν τε τι παρά Θεού, και καχρήσθαι κατά 20 Θεόν οίσπερ έχουσιν. 30. Ει δε και παρά Θεού το κακοπαθείν εκείνοις, ούπω δήλον, έως αν και παρ’ εαυτής η ύλη φέρη το άτακτον, ώσπερ 78. Πρβλ. Ησ. 29, 4.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ ακόμη χειρότερον, νομίζουν ότι ωρισμένα δαιμόνια και εις ωρισμένα έθνη επιτρέπεται ακόμη και να φονεύουν ανθρώπους, και ότι η απανθρωπία αποτελεί μέρος της ευσεβείας των, και με τας θυσίας αυτάς χαίρονται και οι ίδιοι και νομίζουν ότι χαίρονται και οι θεοί των, γινόμενοι πονηροί ιερείς και μυσταγωγοί πονηρών πραγμάτων. Αλλά υπάρχουν και μερικοί από τους ιδικούς μας, πράγμα δια το οποίον αξίζει να κλάψη κανείς, οι οποίοι τόσον πολύ
απέχουν από το να συμπάσχουν και να βοηθούν τους ασθενείς, ώστε και τους κοροϊδεύουν επί πλέον με πικρά λόγια, και φιλοσοφούν ανόητα και κενά πράγματα και φωνάζουν πράγματι μέσα από την γην78 και ομιλούν εις το κενόν, και όχι εις αυτιά διακρινόμενα δια την σύνεσίν των και συνηθισμένα εις τα θεία δόγματα, και τολμούν να λέγουν: Ο Θεός έχει καθορίσει να ταλαιπωρούνται αυτοί, και ο Θεός επίσης έχει δώσει εις εμάς την ικανότητα του να ευεργετούμεν. Και ποίος ειμαι εγώ ο οποίος θα καταλύσω αυτό το οποίον εθέσπισεν ο Θεός, και θα φανώ πιο αγαθός και από τον ίδιον τον Θεόν; Ας υποφέρουν, ας ταλαιπωρούνται, ας δυστυχούν. Έτσι το θέλησε ο Θεός.
Και αγαπούν τον Θεόν μόνον εις την περίπτωσιν αυτήν, η οποία τους επιτρέπει να διατηρούν τα χρήματά των και να φέρωνται με θράσος προς τους ταλαιπώρους αυτούς. Ότι μεν λοιπόν νομίζουν ότι το να ευεργετούν δεν το έχει δώσει εις αυτούς ο Θεός, το φανερώνουν καθαρά με όσα λέγουν. Διότι ποίος θα ημπορούσε να σκεφθή κατά τον τρόπον αυτόν δι’ εκείνους οι οποίοι έχουν ανάγκην, όταν γνωρίζη ότι ο Θεός του έχει δώσει εκείνα τα οποία έχει; Διότι είναι αλληλένδετα πράγματα το να έχη κανείς κάτι από τον Θεόν και το να χρησιμοποιή εκείνα τα οποία έχει συμφώνως προς το θέλημα του Θεού. 30. Δεν είναι δε φανερόν εάν το να κακοπαθούν εκείνοι οφείλεται εις τον Θεόν, ή εάν η ανωμαλία οφείλεται εις τον ίδιον τον φθαρτόν σώμα, όπως συμβαίνει με τας
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ εν ρεύματι. Και τις οίδεν, ει ο μεν δια κακίαν κολάζεται, ο δε ως επαινούμενος αίρεται. αλλά μη τουναντίον, ο μεν δια πονηρίαν υψούται, ο δε δι’ αρετήν δοκιμάζεται; ο μεν πλείον επαιρόμενος, ίνα και πέση χαλεπώτερον, όλην εώμε5 νος πρότερον, ώσπερ τινά νόσον, εκρήξαι την εαυτού κακίαν, ίνα και κολασθή δικαιότερον. ο δε και παρά δόξαν πιεζόμενος, ίνα ώσπερ χρυσός εν καμίνω δοκιμασθείς, της κακίας, ει τι και μικρόν έχει, τούτο εκτήξη. καθαρός και από ρύπου παντελώς ουδείς, ου ουν εν γεννητή φύσει, ώσπερ ηκούσα10 μεν, ει και φανή δοκιμώτερος. Ευρίσκω γαρ τι τοιούτον εν τη θεία Γραφή μυστήριον. και μακρόν αν είη πάσας απαριθμείν του Πνεύματος τας φωνάς, αι με προς τούτο φέρουσιν.
Αλλά τις αν ψάμμον θαλασσών και σταγόνας υετού και βυθου μήκος αναμετρήσαιτο; τις δ’ αν του Θεού της περί πάντα 15 σοφίας το βάθος εξιχνιάσειεν, υφ’ ής και πεποίηκε τα πάντα, και διοικεί τρόπον, ον αυτός και βούλεται και επίσταται; Αρκεί γαρ, κατά τον θείον Απόστολον, θαυμάσαντες μόνον το ταύτης δυστέκμαρτον και δυσθεώρητον παρελθείν. «Ω βάθος πλούτου, ανεξερεύνητα 20 τα κρίματα αυτού, και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού! και «Τις έγνω νουν Κυρίου»; «Εις δε τα έσχατα της σοφίας αυτού τις αφίκετο»; φησίν ο Ιώβ. Τις σοφός και συνήσει ταύτα 79. 80. 81. 82. Βλ. Ιώβ 25, 4. Ρωμ. 11, 33. Ρωμ. 11, 34. Βλ. Ιώβ 15, 8. και σοφίας, και γνώσεως Θεού! ως
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ εκκρίσεις. Και ποίος γνωρίζει, εάν ο μεν ένας τιμωρήται δια την κακίνα του, ο δε άλλος ανεβαίνη υψηλά επειδή επαινείται, και δεν συμβαίνει το αντίθετον: να ανεβαίνη δηλαδή υψηλά ο ένας εξ αιτίας της πονηρίας του και να υποφέρη ο άλλος εξ αιτίας της αρετής του; Ο μεν ένας υψωνόμενος περισσότερον, δια να πέση χειρότερα, αφύ θα έχη αφήσει προηγουμένως να εκδηλωθή όλη η κακία του, σαν κάποια αρρώστια, δια να τιμωρηθή και δικαιότερα, ο δε άλλος πειζόμενος, όπως φαίνεται, άδικα, δια να απαλλαγή και από το ελάχιστον έστω ίχνος κακίας το οποίον τυχόν έχει, αφού θα έχη δοκιμασθή όπως το χρυσάφι εις το καμίνι. Διότι κανείς από όσους ανήκουν εις την κτιστήν φύσιν δεν είναι εντελώς απηλλαγμένος από την αμαρτίαν, όπως έχομεν ακούσει79, έστω και αν φανή πολύ τέλειος. Διότι παρόμοιον μυστήριον ευρίσκω και εις την Αγίαν Γραφήν. Και θα διαρκούσε πάρα πολύ η απαρίθμησις των λόγων του Πνεύματος, οι οποίοι με οδηγούν εις το συμπέρασμα αυτό. Αλλά ποίος θα ημπορούσε να μετρήση την άμμον των θαλασσών, τας σταγόνας της βροχής και την έκτασιν του βυθού; Ποίος δε θα ημπορούσε να εξιχνιάση το βάθος της σοφίας του Θεού δια τα πάντα, με τη οποίαν και έχει κάνει τα πάντα και με την οποίαν τα κυβερνά με τον τρόπον τον οποίον αυτός θέλει και γνωρίζει; Διότι, όπως λέγει ο θείος Απόστολος, αρκεί και μόνον το να προσπεράσωμεν (την σοφίαν του Θεού), αφού θα έχωμεν απλώς θαυμάσει το πόσον δύσκολον είναι να την
αποδείξη και να την κατανοήση κανείς. «Ω ανεξχνίαστον και ακατάληπτον βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως του Θεού! Πόσον ανεξερευνητιο είναι αι κρίσεις του και πόσον ανεξιχνίαστοι είναι οι τρόποι των ενεργειών του!»80 και «ποίος εγνώρισε τας σκέψεις και τας βουλάς του Κυρίου;»81. Ο Ιώβ δε λέγει. «ποίος έχει φθάσει μέχρι τα άκρα της σοφίας του Θεού;»82. «Ποίος είναι τόσον σοφός ώστε να αντιληφθή τα πράγματα αυτά»83 και να επιχειρήση να μετρήση εκείνα τα οποία ξεπερνούν το μέ-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ και ουχί τω ανεφίκτω μετρήσει το υπέρ μέτρησιν; 31. Άλλος μεν ουν είη περί ταύτα τολμηρός και γεννάδας, μαλλον δε είη μηδείς. εγώ δε οκών κακία δούναι πάντως την εντεύθεν κόλασιν ή ευσεβεία την άνεσιν. αλλ’ έστι 5 μεν ότε και προς τι χρήσιμον ή κακίας εγκοπτομένης δυσπαθεία των πονηρών ή αρετής οδοποιουμένης ευπαθεία των βελτιόνων. ουκ αεί δε, ουδέ πάντως, αλλ’ είναι τούτο μόνον
καιρού του μέλλοντος, καθ’ όν οι μεν τα της αρετής άθλα, οι δε τα της κακίας επιτίμια δέξονται. Αναστήσονται γαρ 10 ούτοι, ανάστασιν κρίσεως. τα δε εντεύθεν ετέρου τύπου είναι, και αγωγής ετέρας, πάντα εκείσε φέροντα, εχούσης ομαλόν τι παρά Θεώ πάντως και της δοκούσης ημίν ανωμαλίας. ώσπερ εν σώματι τας εξοχάς τε και εισοχάς, μεγέθη τε και μικρότητας, και 15 της επαναστάσεις τε και υφέσεις εξ ων το κάλλος τη προς άλληλα σχέσει συνιστάμενόν τε και θεωρούμενον. επεί και τεχνίτου το περί την ύλην τέως άτακτον και ανώμαλον, λίαν έντεχνον ευτρεπίσαιτο. τότε και ημίν καταλαμβανόμενόν τε και ομολογούμενον, όταν 20 το αποτελεσθέν κάλλος του δημιουργήματος θεωρήσωμεν. Αλλ’ ούτε εκείνος άτεχνος ως ημείς, ούτε ταύτα διοικείται ατάκτως, ότι μη και ημίν ο λόγος γνώριμος. 32. Αλλ’ ει τινα δει και εικόνα λαβείν του ημετέρου ην, αν προς τινος έργου κατασκευήν φησίν, εις ανάστασιν ζωής, και ούτοι εις
πάθους, ιλιγγιώντων,
ου
πόρρω
των
ναυτιώντων
εσμέν
και
83. Ωσ. 14, 10. 84. Ιω. 5, 29.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ τρον με κάτι απλησίαστον; 31. Άλλος μεν λοιπόν ας είναι τολμηρός και προπετής εις τα πράγματα αυτά, ή μάλλον ας μην είναι κανείς. Εγώ δε πάντως διστάζω να αποδώσω εις την κακίαν την τιμωρίαν κατά την ζωήν αυτήν, και την άνετον ζωήν εις την ευσέβειαν. Αλλά ενίοτε μεν αυτό χρησιμεύει ή εις το να περιορισθή η κακία με την κακοπάθησιν των πονηρών, ή εις το να ανοίξη περισσότερον ο δρόμος προς την αρετήν με την γαλήνιον ζωήν των καλυτέρων. Αυτό δε δεν συμβαίνει πάντοτε, ούτε οπωσδήοτε έτσι, αλλά είναι απόλυτον μόνο δια την μέλλουσαν ζωήν, κατά την οποίαν οι μεν αγαθοί θα δεχθούν τα έπαθλα της αρετής, οι δε κακοί της τιμωρίας της κακίας των. Διότι. «θα αναστηθούν αυτοί, λέγει, δια Τα πέραν δε της ωής αυτής είναι νααπολαύσουν τα αγαθά της αιωνίου ζωής, και εκείνοι δια να κατακριθούν»84. διαφόρου τύπου και έχουν άλλον σκοπόν, και οδηγούν όλα
προς τα εκεί, επειδή και εκείνα τα οποία φαίνονται εις εμάς ανώμαλα είναι, παρά ταύτα, ομαλά κοντά εις τον Θεόν, όπως εις το σώμα αι εισοχαί και αι εξοχαί, και όπως τα μεγάλα και τα μικρά αντικείμενα και τα εξογκώματα και τα κοιλώματα κάλλος. της γης, τα οποία συναρμολογύμενα και θεωρούμενα τα ένα εν σχέσει προς το άλλο δημιουργούν το Επειδή και η αταξία και η ανωμαλία, η οποία παρατηρείται πριν εις τα υλικά του τεχνίτου, θα παρουσίαζε κάτι το έντεχνον, αν εχρησιμοποιείτο δια την κατασκευήν κάποιου έργου. Τότε το αντιλαμβανόμεθα και το παραδεχόμεθα και εμείς, όταν ίδωμεν το κάλλος του τελευταίου κατασκευάσματος. Ούτε εκείνος όμως δεν είναι άτεχνος, όπως είμεθα εμείς, ούτε τα πράγματα αυτά γίνονται εις την τύχην, επειδή εμείς δεν γνωρίζομεν το λόγον δια τον οποιον γίνονται. 32. Αλλά εάν θα πρέπει να παρουσιάσωμεν κάποιαν εικόνα του τι παθαίνομεν, δεν απέχομεν πολύ από εκείνους οι οποίοι αισθάνονται ιλίγγους και ναυτίαν, και οι οποίοι νομίζουν ότι τα πάντα γυρίζουν, ενώ γυρίζουν αυτοί
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ οι στρέφεσθαι τα πάντα δοκούσιν, αυτοι στρεφόμενοι. ως δε
και ούτοι, περίν ως ο λόγος. σοφώτεροι
Ου γάρ ανέχονται
αυτών είναι τον Θεόν, αν προς τι των συμβαινόντων ιλιγγιάσωσιν. ή καμείν περί τον λόγον δέον, ως ταχ’ αν τη φιλο5 πονία δοθησομένης της αληθείας, ή σοφωτεροις εαυτών ταύτα συμφιλοσοφείν και πνευματικωτέροις, επειδή και τούτο χάρισμα εν, και ουχί πάντων η γνώσις η καθάρσει βίου ταύτην θηρεύειν, και παρά της όντως Σοφίας σοφίαν επιζητείν. τρέπον10 ται, και αλογίαν του παντός καταψεύδονται, αυτοί τον λόγον ουκ επιστάμενοι. και εισί δι’ απαιδευσίαν σοφοί η δια σοφίαν, ίνα ούτως είπω, την περιττήν, άσοφοι και ασύνετοι. Εντεύθεν οι μεν τύχην και το αυτόματον εδογμάτισαν (όν15 δε) αστέρων τινά δυναστείαν άλογόν τε και άλυτον πλεκόντων, ως αν βούλωνται, τα ημέτερα, μάλλον δε και αυτό το πλέκειν συνηναγκασμένων. και πλανητών δη τινων και απλανών συνόΟι δε (ω της απαιδευσίας!) επί το ετοιμότερον
δους και υποχωρήσεις, και κυρίαν του παντός κίνησιν. Οι δε, ό,τι αν έκαστος εφαντάσθησαν, τω ταλαιπώρω γένει των αν20 θρώπων Προνοίας ανέφικτόν τε και αθεώρητον, εις διαφόρους δόξας και προσηγορίας καταμερίσαντες. Εισί δε οι και πενίαν πολλήν της Προνοίας διοικείσθαι νομίσαντες, άχρι δ’ ημών των και μάλιστα δεομένων κατάκατέγνωσαν, τα μεν υπέρ ημάς ταύτη φέροντες, επεισήγαγον, όσον αυτοίς της
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ οι ίδιοι,, όπως συμβαίνει και με αυτούς δια τους οποίους ομιλούμεν. Διότι δεν ανέχονται να είναι ο Θεός πιο σοφός από αυτούς, αν νιώσουν ίλιγγον δια κάτι από εκείνα τα οποία συμβαίνουν, ή εάν θα πρέπει να βασανίσουν το
λογικόν των, επειδή, μόν με την εργατικότητα ημπορεί να τους δοθή η αλήθεια, ή να φιλοσοφησουν τα πράγματα αυτά με ανθρώπους πιο σοφούς και πιο πνευματικούς απ’ αυτούς, επειδή και αυτό το πράγμα είναι ένα χάρισμα και δεν ημπορούν όλοι να έχουν την γνώσιν, ή να την αναζητούν με την καθαρότητα του βίου, και να ζητούν σοφίαν από την αληθινήν Σοφίαν. Αυτοί δε (ω, πόση είναι αμορφωσιά των!) στρέφονται προς το πιο πρόχειρον και λένε ψέμματα ότι τα πάντα είναι παράλογα, επειδή αυτοί δεν αντιλαμβάνονται την αιτίαν και την λογικότητα των πραγμάτων. Και εξ αιτίας της αμορφωσιάς των ή της Εξ αιτίας του γεγονότος περιττής σοφίας των, δια να την ονομάσω έτσι, είναι σοφοί χωρίς σοφίαν, και ανόητοι. τούτου, άλλοι μεν εχαρακτήρισαν τύχην τα γεγονότα τα οποία συμβαίνουν μόνα των – σκέψεις και φαντασιοπληξία πραγματικά πρόχειροι και βγαλμένοι εική και ως έτυχεν –, άλλοι δε έπλεξαν κάποιαν παράλογον και ανεξιχνίαστον εξουσίαν αστέρων, ωσάν να έχουν αυτεξούσιον βούλησιν τα πράγματα τα οποία μας αφορούν, ή, μάλλον, ωσάν να είναι αναγκασμένα να ανακατεύωνται και αυτά εις ό,τι μας αφορά, και καθώρισαν συνελεύσεις και απομακρύνσεις πλανητών και απλανών (αστέρων), και μίαν γενικήν κίνησιν του παντός, η οποία κυβερνά τα πάντα. Άλλοι δε εφόρτωσαν εις το ταλαίπωρον ανθρώπινον γένος ό,τι εφαντάσθη ο καθένας των, διαχωρίσαντες εις διαφόρους δοξασίας και ονομασίας όσον μέρος της θείας προνοίας δεν ημπορούσαν να πλησιάσουν και να αντιληφθούν. Υπάρχουν δε και ωρισμένοι, οι οποίοι κατηγόρησαν την
πρόνοιαν του Θεού δια πολλήν πτωχείαν, επειδή εθεώρησαν ότι τα μεν περί ημάς πράγματα κυβερνώνται από αυτήν, αλλά εδίστασαν να την καταβιβάσουν και μέχρις ημών οι
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ γειν αυτήν αποκτήσαντες, ώσπερ δεδοικότες, μη τω πλείονας ευεργετείσθαι, αγαθώτερον αποφήνωσι τον ευεργέτην ή αποκάμνοι αυτοίς ο Θεός ευ ποιών πλείονας. 33. Αλλ’ ούτοι μεν, όπερ είπον, ερρίφθων, επεί και 5 καλώς αυτούς προλαβών ο λόγος ημύνατο. Εματαιώθη γαρ, φησίν, η ασύνετος αυτών καρδία. φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού, μύθοις τισί και σκιαίς την δια πάντων Πρόνοιαν καθυβρίσαντες. Ημείς δε μήτε αυτοί ταύτα τερατευώμεθα, είπερ τι μέλλει 10 του λόγου λογικοίς ούσιν ημίν και λόγου θεραπευταίς. μήτε τους γλώτταν οιομένους αποδεχώμεθα, και ευδρομώσι την
εν τοις ατόποις λόγοις και δόγμασι, και τω καινώ τέρπωσιν. Αλλά και Θεόν είναι τον πάντων ποιητήν και δημιουργόν πιστεύωμεν. πως γαρ αν υπέστη το παν, μη τινος ουσιώσαν15 τός τε και συναρμόσαντος; Και Πρόνοιαν συνεισάγωμεν, την τούδε του παντός συνεκτικήν τε και συνδετικήν. επεί και προνοητην είναι τούτων, ων ποιητήν είναι αναγκαίον. ει μη μέλλοι το παν τω αυτομάτω φερόμενον, ώσπερ υπό λαίλαπος ναυς, αυτικα λυθήσεσθαί τε και διασπασθήσθαι δια την 20 αταξία της ύλης, και προς την αρχαίαν σύγχυσίν τε και ακοσμίαν επαναχθήσεσθαι. επιστατείν δεξώμεθα τον ημέτερον, είτε ποιητήν, είτε πλάστην βούλει καλείν. καν δια των εναντίων ο βίος ημίν διεξάγηται, 85. Ρωμ. 1, 21 ε. Και τοις ημετέροις μάλιστα
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ οποίοι την έχομεν ανάγκην πολύ περισσότερον από όλα, ωσάν να εφοβούντο μήπως παρουσιάσουν τον ευεργέτην πιο αγαθόν με το να ευεργετή τους περισσοτέρους, ή μήπως τυχόν κουρασθή απ’ αυτούς ο Θεός, με το να ευεργετή περισσοτέρους. 33. Αλλά αυτοί μεν, όπως είπα, έχουν καταπέσει επειδή επρόλαβε και τους απέκρουσε ο λόγος προηγουμένως. Διότι εξηπατήθη, λέγει, η ανόητος καρδία των. ενώ λέγουν ότι είναι σοφοί, απεδείχθησαν ανόητοι και ήλλαξαν την πίστιν εις τον άφθαρτον Θεόν85, και με ωρισμένους μύθους και σκιάς καθύβρισνα εκείνον ο οποιός ασκεί την πρόνοιάν του με κάθε μέσον. Εμείς δε δεν πρέπει ούτε οι ίδιοι να φανταζώμεθα τέτοια τερατώδη πράγματα, εφ’ όσον βεβαίως διδομεν σημασίαν εις τον λόγον επειδή είμεθα λογικοί και καλλιεργούμεν την λογικήν, ούτε να γινώμεθα οπαδοί εκείνων οι οποίοι τα πιστεύουν αυτά, έστω και αν παρουσιάζουν ευγλωττίαν εις τους παραδόξους λόγους και εις τας ανοήτους δοξασίας, και ευχαριστούν με καινοφανή πράγματα. Αλλά ας πιστεύωμεν ότι ο Θεός είναι ποιητής κι δημιουργός των πάντων. Διότι πως θα ήτο δυνατόν να υπάρξη το σύμπαν, αν δεν του είχε δώσει ύπαρξιν, και δεν το είχε συναρμολογήσει κάποιος; Και ας συνυπολογίζωμεν τη θείαν πρόνοιαν, η οποία συγκρατεί και συνδέει αυτό το σύμπαν. Επειδή είναι αναγκαίον να υπάρχη εκείνος ο
οποίος προνοεί δι’ εκείνα τα οποία έχουν δημιουργηθή, εάν δεν πρόκειται το σύμπαν, οδηγούμενον από την τύχην, όπως το πλοίον από τον τυφώνα, να διαλυθή και να καταστραφή εξ αιτίας της αταξίας των υλικών, και να επανέλθη εις την παλαιάν εκείνην σύγχυσιν και ακαταστασίαν. Και μάλιστα εις τα πράγματα τα οποία μας αφορούν, ας δεχθώμεν ότι υπάρχει η επιστασία του ιδικού μας δημιουργού ή πλάστου – όπως θέλεις ονόμασέ τον –, έστω και αν η ζωή μας είναι γεμάτη από ανεξηγήτους αντιξοότητας, την αιτίαν των οποίων τυχόν αγνοούμεν, απλώς και μόνον δια
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ δια τούτο τυχόν και αγνοουμένων, ίνα τω δυσθεωρήτω τον υπέρ πάντα λόγον θαυμαζωμεν. Επειδή το μεν ραδίως ληπτόν, άπαν ευκαταφρόνητον. το δε υπέρ ημάς, όσω δυσεφικτότερον, τοσαύτω θαυμασιώτερον. και γυμνάζει τον πόθον 5 άπαν το διαφεύγον τήν έφεσιν. 34. Δια τούτο μήτε υγίειαν πάσαν θαυμαζωμεν, μήτε
νόσον διαπτύωμεν, μήτε πλούτω ρέοντι προστιθώμεθα καρδία, πλέον ή καλώς έχει, τη ροή προσκείμενοι, και οίον της ψυχής 10 ως τι ταύτη προσαναλίσκοντες. πάντη και μήτε πενίας και της κατεξανιστώμεθα, αποπτύστου κατακρίτου, μισουμένης μερίδος. αλλ’ ειδώμεν και υγίειαν περιφρονείν ασύνετον, ης καρπός αμαρτία, και νόσον τιμάν οσίαν, αιδούμενοι τους δια πάθους νικήσαντας, μη που τις και Ιώβ τοις νοσούσιν εγκέκρυπται, πολύ τι των υγιαινόντων αιδεσιμώτερος, καν τον 15 ιχώρα ξέη κάν ταλαιπωρή νυκτός και ημέρας αίθριος και πληγή και γυναικί και φίλοις στενοχωρούμενος. ως δε και πλούτον άδικον αποπέμπεσθαι, δι’ ον κάμνει δικαίως ο εν τη φλογί πλούσιος, και προσαιτεί ρανίδα μικράν αναψύξεως, και Πενίαν Λάζαρος 20 σώζεται και πλουτεί την εν κόλποις Αβραάμ ανάπαυσιν. 35. Αλλ’ εμοί μενκαι δια τούτο δοκεί αναγκαία τυγχάεπαινείν ευχάριστον και φιλόσοφον, μεθ’ ης
86. Ιώβ 2, 8. 87. Λουκά 16, 24.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ να θαυμάζωμεν, λόγω του ότι τα πράγματα αυτά είναι ανεξιχνίαστα, οποίον την λογικήν ευκόλως τάξιν η οποία διέπει και ευρίσκεται επάνω από όλα αυτά. γίνεται Επειδή εκείνο μεν το περιφρονείται
αντιληπτόν
παντελώς, εκείνο δε το οποίον είναι ανώτερον από ημάς, όσον πιο δυσκολοπλησίαστον είναι, τόσον πιο θαυμάσιον θεωρείται. και ο πόθος γίνεται εντονώτερος δια κάθε τι το οποίον ξεπερνά την επιθυμίαν μας. 34. Δια τούτο είναι περισσότεορν παό σωστόν το να μη θαυμάζωμεν ούτε την υγείαν, ούτε να περιφρονούμεν την ασθένειαν, ούτε να προσκολλούμεν την καρδίαν μας εις τον πλούτον, ο οποίος τρέχει και χάνεται, προσκολλούμενοι εις την ροήν του, και εξοδεύοντες, τρόπον τινά, ένα μέρος της ψυχής μας εις την ροήν αυτήν, ούτε να εξοργιζώμεθα και να επαναστατούμεν δια την πτωχείαν, επειδή τάχα είναι
ολωσδιόλου κατακριτέα αξία επιστροφής και αξιομίσητος. Αλλά ας γνωρίζωμεν να περιφρονούμεν την υγείαν, η οποία δεν συνοδεύεται από σύνεσιν, και η οποία παράγει την αμαρτίαν, και να εκτιμούμεν την ασθένειαν δια την οποία δεν είμεθα υπεύθυνοι, σεβόμενοι εκείνους οι οποίοι ανεδειχθησαν νικηται με αυτήν, μήπως κάπου ανάμεσα εις τους πάσχοντας ευρίσκεται κρυμμένος κάποιος Ιώβ, ο οποίος είναι πολύ αξιοσέβαστος από τους υγιείς, έστω και αν αποξέη το πύον86, έστω και αν καταταλαιπωρήται νύκτα και ημέραν εις το ύπαιθρον, και στενοχωρήται από τας πηγάς, από την γυναίκα και από τους φίλους του. Επίσης να αποφεύγωμεν τον άδικον πλούτον, εξ αιτίας του οποίου υποφέρει δικαίως εις τας φλόγας ο πλούσιος και ικετεύει δια μίαν μικράν σταγόνα δροσιάς87, και να επαινούμεν την αγαθοεργόν και ασκητικήν πτωχείαν, με την οποία σώζεται ο Λ¨αζαρος και κερδίζει την ανάπαυσιν εις τους κόλπους του Αβραάμ. 35. Αλλά εμέ μεν μου φαίνεται ότι και δια τον λόγον αυτόν είναι αναγκαία η φιλανθρωπία και η ευσπλαγ-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ νειν η φιλανθρωπία, και το προς τους δεομένους εύσπλαγχον,
ίνα τους ούτως έχοντας περί τούτων επιστομίζωμεν, και μη λόγοις ματαίοις παραχωρώμεν, νομοθετούντες και ημών αυτων την ωμότητα. πάντων δε την εντολήν αιδώμεθα πλέον, 5 και το υπόδειγμα. επίμονον αυτής και το γνήσιον. Ου γαρ άπαξ, ουδέ δις ειπόντες τι περί των δεομένων, οι του Πνεύματος απηλλάγησαν. ουδέ οι μεν, οι δε ου, ή μάλλον τινες, οι δε ήττον, ως αν μη περί μεγάλου τινός μηδέ των σφόδρα κατεπειγόντων, αλλά και 10 πάντες, και μετά σπουδής έκαστος ή πρώτον ή εν πρώτοις, τούτο διακελευόμενοι, και ποτέ μεν προτρέποντες, ποτέ δε απειλούντες, ποτέ δε ονειδίζοντες. έστι δε ότε και τους κατορθούντας υπομνήσεως την εντολήν ενεργήσωσιν. Ένεκεν μεν της ταλαιπωρίας των 15 πτωχών αναστήσομαι, λέγει Κύριος. Τις ου δέδοικεν ανιστάμενον Κύριον; Και «Ανάστηθι, Κύριε ο Θεός μου, υψωθήτω η χειρ σου. μη και του στεναγμού των πενήτων νυν αποδεχόμενοι, ως αν τω συνεχεί της Τις η εντολή; και σκοπείτε το
επιλάθη των πενήτων». ύψωσιν,
Απευξώμεθα την τοιαύτην
και μη βουληθώμεν ιδείν επαιρομένην χείρα κατά των απει20 θούντων, έτι δε μάλλον επαφιεμένην τοις σκληροτέροις. Και «ουκ επελάθετο της κραυγής των πενήτων» . και. «Ουκ εις τέλος επιληφθήσεται ο πτωχός» . και. «Οφθαλμοί μεν αυτού επί 88. 89. 90. 91. Ψαλμ. Ψαλμ. Ψαλμ. Ψαλμ. 11, 6. 9, 33. 9, 13. 9, 19.
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ χνία προς εκείνους οι οποίοι έχουν ανάγκην, δια να κλείωμεν το στόμα εκείνων οι οποίοι σκέπτονται έστι δια τα πράγματα αυτά, και να μην παραδιδώμεθα εις ανοήτους λογους προσπαθούντες να δικαιολογήσωμεν και να κάμωμεν νόμον εναντίον ημών των ιδίων την σκληρότητα.
Ας σεβώμεθα δε επάνω από όλα την εντολήν και το υπόδειγμα. Ποία είναι η εντολή; Κοιτάξετε την επιμονήν και την γνησιότητά της. Διότι εκείνοι οι οποίοι έχουν μέσα των το Πνεύμα δεν πρέπει να ησυχάσουν με το να είπουν μόνον μία ή δύο φοράς κάτι απ΄εκείνα τα οποία είναι ανάγκη να γίνουν. Ούτε πάλιν να ησυχάσουν, άλλοι μεν επειδή το είπαν και άλλοι επειδή δεν το είπαν, ή άλλοι επειδή το είπαν περισσότερον και άλλοι ολιγώτερον, ωσάν να μην επρόκειτο δια κάτι πολύ σπουδαίον ή πάρα πολύ επείγον, αλλά πρέπει όλοι, και μάλιστα με ορμήν και βίαν ο καθένας, ή πρώτος ή μεταξύ των πρώτων να παρακινήσουν δι’ αυτό, άλλοτε χρησιμοποιύντες προτροπάς και παραινέσεις, άλλοτε χρησιμοποιούντες απειλάς και άλλοτε κατηγορούντες. ωρισμένας φοράς μαλιστα επιδοκιμάζοντες εκείνους οι οποίοι επιτυγχάνουν, δια να κάμουν πιο ζωντανήν την εντολήν με την διαρκή υπενθύμισιν (των παρακάτω): «Εξ αφορμής μεν της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων θα σηκωθώ τώρα, λέγει, ο Κύριος»88. Ποίος δεν εφοβήθη τον Κύριον όταν τον είδε να σηκώνεται επάνω; Και. «σήκω επάνω, Κύριε Θεέ μου, ας υψωθή το χέρι σου, και μην ξεχάσης τους πτωχούς»89. Ας ευχηθώμεν να μην ιδούν την ύψωσιν αυτήν της χειρός του Κυρίου, και ας μην θελήσωμεν να ιδούμεν να σηκώνεται το χέρι του Κυρίου εναντίον εκείνων οι οποίοι παραβαίνουν την εντολήν του, ή ακόμη περισσότερον να πέφτη επάνω εις τους πιο σκληρούς. Και αλλού πάλιν. «δεν παρέκειται να ξεχασθή μέχρι το τέλος»91 και «οι οφθαλμοί μεν αυτού κοιτάζουν προς τον πτωχόν (πράγμα το οποίον είναι
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ τόν πενήτα επιβλέπουσιν (ο του βλεφάρου κρείττον και Κυριώτερον), τα βλέφαρα δε αυτού εξετάζει τους υιούς των ανθρώπων» . ή ελάσσων, ως αν είποι τις, επισκοπή και δευτέρα. 5 36. Τάχα αν είποι τις. Υπέρ των αδικουμένων ταύτα πτωχών και πενήτων, ου διαφέρομαι. αλλά σε γε κεντριζέτω και τούτο προς το φιλάνθρωπον. Ων γάρ αδικουμένων τοσούτος ο λόγος, τούτων και ευ πασχόντων δηλαδή πλείων η χάρις. ποιήσαν10 τα αυτόν», τιμά τον ποιητήν ο περιέπων το ποίημα. Πάλιν δε όταν ακούης. «Πένης και πλούσιος συνήντησαν αλλήλοις, Ει γαρ «ο ατιμάζων πένητα, παροξύνει τον
αμφοτέρους δε ο Κύριος εποίησεν» . μη τον μεν πένητα, τον δε πλούσιον υπολάβης, ίνα και μάλλον κατεξαναστής του πένητος. ου γάρ δήλον, ει θεόθεν η τοιαύτη διαίρεσις. πλά 15 σμα του Θεού, φησίν, ομοίως αμφότεροι, και ει τα έξωθεν άνισα. Τούτο σε δυσωπείτω προς το συμπαθές και φιλάδελφον, ίνα όταν υπ’ εκείνων επαρθής, υπό τούτου συσταλής, και γένη σεαυτού μετριώτερος. δανείζει», φησίν. Τις ου δέχεται τοιούτον χρεώστην, αποδώσοντα εν 20 καιρώ μετά της επικαρπίας το δάνειον; Και πάλιν. «Ελεημοσύναις και πίστεσιν αποκαθαίρονται αμαρτίαι». 37.Καθαρθώμεν ουν ελεήσαντες, ρύψωμεν τη καλή πόα τα των ψυχών ρύπη τε και μολύσματα. και λευκανθώμεν, οι μεν ως έριον, οι δε ως χιών, κατά την αναλογίαν της 92. Ψαλμ. 10, 4. 93. Παροιμ. 17, 5. 94. Παροιμ. 22, 2. 95. Με το «υπ’ εκείνων» εννοεί ο Γρηγόριος τα «έξωθεν», τα εξωτερικά δηλαδή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πλουσίου (τα αγαθά του). 96. Τα λόγια δηλαδη της Γραφής ότι και ο πλούσιος και ο πτωχός είναι πλάσματα του Θεού. 97. Παροιμ. 19, 7. Τι έτι; «Ο ελεών πτωχόν Θεώ
98. Παροιμ. 5, 27. ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ καλύτερον και πιο σημαντικόν από το βλέφαρον), τα δε βλέφαρα αυτού εξετάζουν τους υιούς των ανθρώπων»92, πράγμα το οποίον δείχνει μικροτέραν, η δευτερωτέραν, όπως θα ημπορύσε να είπη κανείς, φροντίδα του Θεού. 36. Ίσως θα ημπορούσε να είπη κανείς. Δι’ αυτά τα προς χάριν των πτωχών και των πενήτων οι οποίοι αδικούνται, δεν έχω αντίρρησιν. Αλλά αυτό ακριβώς ας Διότι, όταν παρακινήση και σε προς την φιλανθρωπίαν.
γίνεται τόσος λόγος δι’ εκεινους οι οποίοι αδικούνται, είναι φυσικόν και η αντιμισθία την οποίαν έχει κανείς όταν τους ευεργετή να είναι πολύ μεγάλη. Διότι εάν «εκείνος ο οποιος περιφρονεί τον πένητα, εξοργίζη εκείνον ο οποίος τον εδημιούργησε»93, τιμά τον δημιουργόν εκείνος ο οποίος περιποιείται το δημιούργημά του. Όταν ακούσης δε πάλιν. «ο πτωχός και ο πλούσιος συνήντησαν ο ένας τον άλλον. και τους δύο δε τους έχει κάμει ο Κύριος»94, μη θεωρήσης τον μεν ένα ως πτωχόν, τον δε άλλον ως πλούσιον, δια να εξεγερθής περισσότερον εναντίον του πτωχού, διότι δεν είναι φανερόν εάν η διάκρισις αυτή προέρχεται από τον Θεόν. Η Γραφή λέγει ότι και οι δύο είναι πλάσματα του Θεού, έστω και αν τα υπάρχοντα των είναι άνισα. Αυτό το πράγμα ας σε κάνη να εντραπής, και να παρακινηθής προς την συμπάθειαν και την αγάπην προς τον αδελφόν. Και αν μεν νιώσης υπερηφάνειαν εξ αιτίας εκείνων95, ας την
μετριάσουν τα παραπάνω96, δια να γίνης πιο μετριόφρων. Τι άλλο (να είπω) ακόμη; «Εκείνος ο οποίος ελειεί τον πτωχόν δανείζει εις τον Θεόν»97, λέγει η Γραφή. Ποίος δεν θα αποδεχθή τέτοιον οφειλέτην, ο οποίος εκτός από το δάνειον θα δώση και τόκους όταν έλθη ο καιρός; Και πάλιν αλλού. «με τας ελεημοσύνας και την εμπιστοσύνην καθαρίζονται αι αμαρτίαι»98. 37. Ας γίνωμεν λοιπόν καθαροί με την ελεημοσύνην, ας πλύνωμεν με το καλό βοτάνι τας ακαθαρσίας και τους λεκέδες, και ας γίνωμεν λευκοί, άλλοι μεν ωσάν το μαλλί, άλλοι δε ωσάν το χιόνι, αναλόγως προς την ευσπλαχνίαν
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ευσπλαγχνίας. έστι σοι σύντριμμα, ουδέ μώλωψ, ουδέ πληγή φλεγμαίνουσα, ουδέ λέπρα τις ψυχής ή αφή σημασίας ή τυλαυγής, α μικρώς μεν ο νόμος εκάθηρεν, δειται δε Χριστού θεραπευσοντος. αλλά 5 συ γε τον υπέρ ημών τραυματισθέντα και μαλακισθέντα αιδέσθητι. αιδεσθήση δε, αν φαίνη τω Χριστού μέλει χρηστός Είπω τι και φοβερώτερον. Ει μεν ουδέν
και φιλάνθρωπος. τυχόν ο
Ει δε τοσουτόν σε κατετραυμάτισε
των ημετέρων ψυχών ληστής και τύραννος, ή από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ καταβαίνοντα, ή και αλλοθί που λαβών άο10 πλόν τε και απαράσκευον, ωστ’ αν εικότως ειπείν «Προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου» . ει μεν ούτως έχης, ως μηδέ την θεραπείαν επιζητείν, μηδέ τον τρόπον ειδέναι της σης ιάσεως, φευ της πληγής όντως και της εις βάθος ταλαιπωρίας! Ει 15 δε μη πω παντελώς απέγνωσαι, μηδέ ανιάτως έχης, πρόσελθε τω θεραπευτή, δεήθητι, θεράπευσον τα τραύματα δια των τραυμάτων, κτήσαι τω ομοίω το όμοιον, μάλλον δε, τοις ελάττοσι τα μείζονα θεραπεύθητι. «Σωτηρία σου είμι εγώ» . και. «Η πίστις σου σέσωκέ σε» . και. «Ιδού 20 υγιής γέγονας» και πάντα τα της φιλανθρωπίας ρήματα, μόνον αν ίδη σε τοις αλγούσι φιλάνθρωπον. 38. ελεηθησον«Μακάριοι», φησί, «οι ελεήμονες, ότι αυτοί Ερεί τη ψυχή σου. εκείνα.
ται». Ου πολλοστός εν τοις μακαρισμοίς ο έλεος. Και . «Μακάριος ο συνιών επί πτωχόν και πένητα» ανήρ 99. Λευϊτ. 13, 2, όπου η περιγραφή και ο τρόπος διαγνώσεως υπό των ιερέων της λέπρας. 100. Ψαλμ. 37, 6. 101. Ψαλμ. 34, 3. 102. Ματθ. 9, 22. 103. Ιω. 5, 14. 104. Ματθ. 5, 7.
.
και. «Χρηστός
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ του ο καθένας. Και ας είπω κάτι ακόμη πιο φοβερόν: Εάν μεν δεν έχης κανένα κάταγμα, ούτε κανένα μωλωπισμόν, ούτε πληγήν η οποία να παρουσιάζη φλόγωσιν ή κάποιαν λέπραν της ψυχής, ή κάποιο σημαντικό σημα΄δι και το οποίον να φαίνεται από μακρυά99, πράγματα τα οποία ο μεν νόμος εκαθάρισε κατά κάποιον τρόπον, αλλά και τα οποία έχουν ανάγκην τον Χριστόν δια να τα θεραπεύση τελείως, δείξε σεβασμόν προς εκείνον ο οποίος ετραυματίσθη και έδειξεν αδυναμίαν προς χάριν μας. Θα δείξης σε σεβασμόν, εάν φανής καλός και φιλάνθρωπος προς το μέλος του Χριστού. Εάν δε τυχόν σε έχει τραυματίσει τόσο πολύ ο ληστής και τύραννος των ψυχών μας, η ενώ κατέβαινες από την Ιερουσαλήμ εις την Ιεριχώ, ή επειδή σε ηύρε κάπου αλλού άοπλον και απροετοίμαστον, ώστε δικαίως να
ημπορής
να
είπης
το. «τα
τραύματά
μου αναδίδουν
κακοσμίαν και έχουν σαπίσει εξ αιτίας της ανοησίας μου»100. εάν λοιπόν ευρίσκετασι εις τέτοιαν κατάστασιν, ώστε να μην αναζητής ούτε την θεραπείαν, ούτε να γνωρίζης με ποίον τρόπον θα θεραπευθής, τότε, αλλοίμονον πραγματικά εις την πληγήν και εις την φοβεράν ταλαιπωρίαν! Εάν όμως δεν έχης περιέλθει ακόμη εις απόγνωσιν και η κατάστασίς σου δεν είναι αθεράπευτος, πλησίασε εις τον θεραπευτήν, παρακάλεσε, θεράπευσε τα τραύματά σου με τα τραύματα, απόκτησε με το όμοιον το όμοιον, ή καλύτερα, με τα μικρότερα θεράπευσε τα μεγαλύτερα. Θα είπη εις την ψυχήν σου. «η σωτηρία σου είμαι εγώ»101 και. «η πίστις σου με έχει σώσει»102 και. «ίδε, τώρα έχει γίνει καλά»103 και όλους τους άλλους λόγους οι οποίοι δείχνουν φιλανθρωπίαν, μόνον αν σε ίδη να είσαι φιλάνθρωπος προς εκείνους οι οποίοι υποφέρουν. 38. αυτοί «Μακάριοι, λέγει, «εκείνοι οι οποίοι ελεούν, διότι θα ελεηθούν»104. Η ευσπλαγχνία εις τους
μακαρισμούς έχει σημαντικήν θέσιν. Και. «μακάριος εκείνος ο οποίος δείχνει ευσπλαγχνίαν προς τον πτωχόν και τον αδύ-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ο οκτείρων και κιχρών» . και. «Όλην την ημέραν ελεεί και δανείζει ο δίκαιος». συνιέντες κληθώμεν, χρηστοί γενώμεθα. Μη διακοψάτω σου μηδέ νυξ τον έλεον. Μη είπης. «Επανελθών επάνηκε, και αύριον δώσω 5 σοι». μη τι μέσον γένηται της ορμής και της ευεγερσίας. τουτο μόνον, ου δέχεται αναβολήν η φιλανθρωπία. «Διάθρυπτε πεινώντι τον άρτον σου, και πτωχούς αστέγους εισάγαγε εις τον οίκον σου, και ταύτα μετά προθυμίας». ελεών, φησίν, εν ιλαρότητι. και διπλασιάζεταί σοι το αγαθόν τη ετοι10 μότητι. ακαλλώπιστον. ευποΐαν. Εάν ανέλης σύνδεσμον, φησί, και χειροτονίαν, μικρολογίαν δη λέγω τούτο και δοκιμασίαν, ειτ’ ουν αμφιβολίαν, και ρήμα γογγυσμού τι γενήσεται; Ως μέγα τι και θαυμάσιον! οίον 15 και όσος ο τούτου μισθός! «Ραγήσεται πρώιμον το φως σου, Πανηγυριστέον δε, ου θρηνητέον την Το γαρ εκ λύπης ή εξ ανάγκης, αχαρί τε και Ο γαρ Αρπάσωμεν τον μακαρισμόν,
και τα ιάματά σου ταχύ ανατελεί». Τις ουν ουκ εφίεται φωτός και ιάσεως; 39. Αιδούμαι δε και το Χριστού γλωσσόκομον, ο προς πτωχοτροφίαν ημάς παρακαλεί. και την Παύλου και Πέτρου 20 συμφωνίαν, ότι το Ευαγγέλιον διελόμενοι, τους πτωχούς κοινωνούς εποιήσαντο. και την του νέου τελείωσιν εν τω τα όντα δούναι πτωχοίς ορισθείσαν τε και νομοθετηθείσαν. Οίει 105. Ψαλμ. 40, 2. 106. Ψαλμ. 111, 5. 107. Ψαλμ. 36, 26. 108. Παροιμ. 3, 28. 109. Ησ. 58, 7. 110. Ρωμ. 12, 8. 111. Πρβλ. Ησ. 58, 6. 112. Ησ. 58, 8. 113. Βλέπε το σχετικόν περιστατικόν εις την Προς Γαλάτας Επιστολήν (2, 9-10), όπου ο Παύλος και ο Βαρνάβας έλαβαν την άδειαν να κηρύξουν το Ευαγγέλιον εις τους εθνικούς, ενώ οι «δοκούντες στύλοι» (ο Ιάκωβος, ο Πέτρος και ο Ιωάννης) εκήρυσσαν εις τους περιτετμημένους, με μόνην παράκλησιν να κάνουν εράνους δια τους πτωχούς των Ιεροσολύμων. 114. Ματθ. 19, 21. ] ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ νατον»105, και. «είναι αγαθός άνθρωπος εκείνος ο οποίος ελεί και δανείζει»106, και αλλού. «όλην την ημέραν ελεεί και δανείζει ο δίκαιος»107. Ας αρπάξωμεν τον μακαρισμόν, ας
εννοήσωμεν δια να μας καλέση, ας γίνωμεν αγαθοί. Ούτε η νύκτα ας μην σου σταματήση την διάθεσιν να ελεής. «Μην είπης εις τον πλησίον σου. πήγαινε και γύρισε πάλιν. αύριον θα σου δώσω»108, μήπως μεσολαβήση κάτι μεταξύ της διαθέσεώς σου να ευεργετήσης και της ευεργεσίας. επιδέχεται αναβολήν. Η φιλανθρωπία είναι το μόνον πράγματα το οποίον δεν «Διαμοίαρζε τον άρτον σου εις εκείνον ο οποίος πεινά, και βάλε μέσα εις την οικίαν σου πτωχούς, οι οποίοι δεν έχουν στέγην»109. Και αυτά να τα κάνης με προθυμίαν. Διότι εκείνος ο οποίος ελεεί, λέγει η Γραφή, ας ελεή με χαράν και γλυκύτητα110. Με την προθυμίαν διπλασιάζεται το καλόν προς χάριν σου. Διότι εκείνο το οποίον γίνεται από λύπην ή από ανάγκην είναι άχαρι και χωρίς ομορφιάν. Πρέπει να πανηγυρίσωμεν δεν και όχι να θρηνήσωμεν, όταν κάνωμεν αγαθοεργίας. Εάν, λέγει, καταστρέψης την σχέσιν111 της πράξεώς σου προς κάθε υπολογισμόν, πράγγμα το οποίον εγώ χαρακτηρίζω ως μικρολογίαν και πειρασμόν, δηλαδή αμφιταλάντευσιν και δυσανασχέτησιν, τότε τι θα γίνη; Κάτι το πολύ μεγάλο και πολύ υπέροχον! Και ο μισθός δι’ αυτό θα είναι πολύ μεγάλος και σπουδαίος. «Τότε θα εκχυθη το φως σου ως η αυγή, και η θεραπεία σου θα έλθη πολύ γρήγορα»112. Ποίος λοιπόν δεν εποιθυμεί με ζέσιν το φως και την θεραπείαν; 39. Σέβομαι δε και το ταμείον του Χριστού, το οποίον μας προτρέπει να τρέφωμεν τους πτωχούς, και την συμφωνίαν του Πέτρου και του Παύλου, οι οποίοι ενώ ανέλαβαν να κηρύξουν το Ευαγγέλιον ο καθένας εις διαφορετικά μέρη, εφρόντισαν από κοινού δια τους
πτωχούς113, καθώς και την τελείωσιν του νέου, η οποία ωρίσθη και ενομοθετήθη εις το να δώση τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς114. Νομίζεις ότι η φιλανθρωπία δεν είναι δια σε α-
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ μην ανάγκην είναι σοι της φιλανθρωπίας, αλλ’ αίρεσιν; μηδέ νόμον, αλλά παραίνεσιν; Σφόδρα και αυτός εβουλόμην τούτο, και υπελάμβανον. αλλά φοβεί με η αριστερά χειρ και οι εριφοι, και α παρά του στήσαντος ονειδίζονται. ουχ ότι διηρπά5 κασιν, ουθ’ ότι σεσυλήκασιν ή μεμοιχεύκασιν ή άλλο τι των απηγορευομένων κατακριθέντες, 40. αδελφοί αλλ’ ότι μη Χριστόν δια των δεομένων τεθεραπεύκασιν. Ει τι ουν εμοι πείθεσθε, δούλοι Χριστού και πεποιήκασιν, ταύτην την τάξιν
και
συγκληρονόμοι,
έως
εστί
καιρός,
Χριστόν
επισκεψώμεθα, 10 Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν. μη τραπέζη μόνον, ως τινες. μηδέ μύροις, ως η Μαρία. μηδέ τάφω μόνον, ως Ιωσήφ ο Αριμαθαίος. μηδέ τοις προς ταφήν, ως Νικόδημος ο εξ ημισείας φιλόχριστος. μηδέ χρυσώ και 15 λιβάνω και σμύρνη, ως οι μάγοι προ των ειρημένων. αλλ’ επειδή έλεον θέλει και ου θυσίαν ή ευσπλαγχνία, ταύτην εισφέρωμεν αυτώ δια των δεομένων, και χαμαί σήμερον ερριμμένων, ίνα, όταν ενθένδε απαλλαγώμεν, δέξωνται ημάς εις 20 τας αιωνίους σκηνάς, εν αυτώ Χριστώ τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν 115. Αναφέρεται εις την Δευτέραν παρουσίαν (Ματθ. 25, 31-46). 116. Λουκά 7, 36. 117. Ιω. 12, 3. 118. Ιω. 19, 38 ε. 119. Ματθ. 2, 11. 120. Ματθ. 9, 13. 121. Βλ. Δανιήλ 3, 16 (προσευχή Αζαρίου).
ΛΟΓΟΣ ΙΔ’ νάγκη αλλά ελεύθερα προσφορά; παρακίνησις; Ούτε πάλιν νόμος αλλά
Και εγώ ο ίδιος το ήθελα πολύ έτσι, και το
ενόμιζα. Αλλά με φοβίζει το αριστερό χέρι και τα ερίφια115 και εκείνα τα οποία καταδικάζονται από τον Δημιουργόν. Αυτοί δεν κατεδικάσθησαν επειδή τυχόν έχουν λεηλατήσει ούτε επειδή τυχόν έχουν κλέψει, ή έχουν μοιχεύσει, ή έχουν κάνει κάτι άλλο από τα απηγορευμένα, αλλά επειδή μέσου εκείνων οι οποίοι έχουν ανάγκην.
40.
Εάν με πιστεύετε λοιπόν, δούλοι του Χριστού, και αδελφοί και συγκληρονόμοι, όσον και καιρός, ας επισκεφθούμεν τον Χριστόν, ας τον περιπιοηθούμεν, ας τον θρέψωμεν, ας τον ενδύσωμεν, ας τον περιμαζέψωμεν δια να τον φιλοξενήσωμεν, ας τον τιμήσωμεν. Όχι μόνον με την τράπεζαν, σαν μερικούς116, ούτε με τα μύρα όπως η Μαρία117, ούτε με τον τάφον μόνον, όπως ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ούτε με το ενδιαφέρον δια την ταφήν, όπως ο Νικόδημος118, ο εξ ημισείας φίλος του Χριστού. ούτε με χρυσόν και λίβανον και σμύρναν όπως οι μάγοι119 πριν από τους παραπάνω. Αλλά επειδή ο Κύριος των πάντων θέλει ευσπλαγχνίαν και όχι εξωτερικάς θυσίας120 και επειδή η ευσπλαγχνία
είναι καλύτερα από πολλάς χιλιάδας παχειά αρνιά211 ας την προσφέρωμεν εις αυτόν δια μέσου εκείνων οι οποίοι έχουν ανάγκην και ευρίσκονται σήμερα πεσμένοι κάτω, δια να μας δεχθούν εις τας αιωνίους σκηνάς, εις τον ίδιον τον Χριστόν τον Κύριόν μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα εις τους αιώνας, όταν αναχωρήσωμεν από την ζωήν αυτήν. Αμήν.
Από
την
σειρά
«Ελληνες
Πατέρες
της
Εκκλησίας».
Γρηγόριος ο Παλαμάς, τόμος 5-ος, Θεσσαλονίκη 1977. Σελίδες 240 – 321.