The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20120608024727/http://www.scribd.com:80/doc/20063237/1931-O-%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BA%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7

1931, O Ελευθέριος Βενιζέλος και η κυπριακή εξέγερση

Word did not find any entries for your table of contents.

In your document, select the words to include in the table of contents, and then in the Formatting Palette under Styles, click a heading style. Repeat for each heading that you want to include, and then insert the table of contents in your document. You can also create a table of contents by clicking the Create with Manual Formatting option and then type the entries manually.

1931: ο Eλευθέριος Bενιζέλος και η κυπριακή εξέγερση*

Στις 24 Oκτωβρίου του 1931 σύσσωµος σχεδόν ο αθηναϊκός τύπος υπερασπίζεται τους διαδηλωτές που πυρπόλησαν, τρεις ηµέρες νωρίτερα, το Kυβερνείο της Λευκωσίας· ζητά Ένωση της Kύπρου µε την Eλλάδα και καλεί σε κινητοποιήσεις πάνδηµες. Tην ίδια ηµέρα όµως ο πρωθυπουργός Bενιζέλος και ο υπουργός Eξωτερικών Mιχαλακόπουλος καταδικάζουν την εξέγερση στο νησί και, παράνοµα, η κυβέρνηση απαγορεύει µια προγραµµατισµένη συγκέντρωση συµπαράστασης σε κλειστό χώρο, χωρίς πάντως να πτοήσει τον εθνικό παλµό: πρώτοι οργανώνουν κινητοποιήσεις φοιτητές, έφεδροι και αλύτρωτοι.i Tην εποµένη ακολουθούν νέες έντονα καταδικαστικές δηλώσεις του Bενιζέλου που επιστέφονται µε την ανάκληση του γενικού προξένου στη Λευκωσία Aλέξη Kύρου, ο οποίος ελάχιστα διακριτικά είχε πρωτοστατήσει στο κίνηµα. Oι εφηµερίδες αγανακτούν. H Πρωία, που αντιπολιτεύεται τους Φιλελευθέρους από µετριοπαθή συντηρητική τη σκοπιά, βίαιη κάνει πρωτοσέλιδο της µε τίτλο στα

“Aνθελληνικότητες”

καταστολή

συγκέντρωσης

Προπύλαια: η κυβέρνηση έδειξε “ψυχήν καβάση ξένης πρεσβείας” διατάζοντας τους “αστυνοµικούς βασιβουζουκισµούς”. Σύγκρουση

έµφορτη εθνικού συµβολισµού: ο Eθνικός Παµφοιτητικός Σύλλογος διαµαρτύρεται επειδή οι αστυνοµικοί “καταξέχισαν την ελληνικήν σηµαίαν της Kυπριακής Nεολαίας ... επετίθεντο κατά των φοιτητών, ενώ ούτοι έψαλλον τον Eθνικόν Ύµνον”, ξυλοκόπησαν εκείνους που

“συνεκεντρώθησαν προς επιτέλεσιν υψίστης εθνικής µυσταγωγίας και πρωτίστου εθνικού καθήκοντος”.ii Θρησκευτικές, επαγγελµατικές και αλυτρωτικές οργανώσεις στέλνουν πύρινα ψηφίσµατα,iii ενώ η Eθνική Ένωσις Eλλάς συγχαίρει “τον ηµέτερον εθνικόφρονα Tύπον δια την ανεπιφύλακτον υποστήριξιν του Kυπριακού αγώνος” και “απορεί, πώς εκ στόµατος Eλλήνων εξέφυγον δηλώσεις χαρακτηρίζουσαι την [εξέγερση]

ως “εγκληµατικήν παρεκτροπήν!”. Oι δηλώσεις του Bενιζέλου απλώς “δίδουσι το δικαίωµα εις τους πολιτισµένους λαούς να µας

ελεεινολογήσωσι και αηδιάσωσι δια την δουλοπρέπειάν µας”.iv Oι έντονες επιθέσεις κατά του πρωθυπουργού για την πολιτική που ακολουθεί στο Kυπριακό θα κοπάσουν κάπου ένα µήνα αργότερα, αλλά δεν θα πάψουν ως την πτώση του, τον επόµενο χρόνο. Στο κείµενο που ακολουθεί ανιχνεύω ορισµένες διαστάσεις αυτής στιγµής του ελληνικού αλυτρωτισµού, το φθινόπωρο του 1931, όταν ξεσπά στην Kύπρο η πρώτη σηµαντική εξέγερση κατά των βρετανών. Πρωτοστατούν σ’ αυτήν τοπικοί εθνικιστές, µε επικεφαλής τον µητροπολίτη Kιτίου Nικόδηµο Mυλωνά. Aλλά και το ελληνικό κράτος αµέτοχο δεν είναι: κεντρικό ρόλο παίζει, είπαµε, ο νεαρός πρόξενος στη Λευκωσία Aλέξης Kύρου µε την κάλυψη του υπουργού Eξωτερικών Aνδρέα Mιχαλακοπούλου. O πρωθυπουργός ωστόσο έχει εντελώς αντίθετη πολιτική: βραχυπρόθεσµες ανάγκες (την ίδια στιγµή µαίνεται η παγκόσµια οικονοµική κρίση) όσο και µακροπρόθεσµοι σχεδιασµοί κάνουν ν’ αποκηρύξει και να καταδικάσει καυστικά το κίνηµα ο Bενιζέλος, ο οποίος είχε λίγο νωρίτερα συντελέσει στη διάλυση της Eθνικής Oργανώσεως που συσπείρωνε τους κύπριους αλυτρωτιστές.v Aξίζει να δούµε λοιπόν αυτήν τη στιγµή της ελληνικής πολιτικής όπου παλιοί σύµµαχοι συγκρούονται, ιδεολογικά προτάγµατα ανατρέπονται, αξίες κρίνονται και στερεότυπα δοκιµάζονται. Mια στιγµή παράδοξη που το επίσηµο κράτος, υπό τον Bενιζέλο, αποδοκιµάζει τον αλυτρωτισµό όχι απλώς φραστικά αλλά κι επιστρατεύοντας τους µηχανισµούς υλικής και ιδεολογικής καταστολής που διαθέτει - ενώ αφετέρου ο “βενιζελικός” υπουργός Eξωτερικών και η ελληνική διπλωµατία υπονοµεύουν την πολιτική του ίδιου του πρωθυπουργού, τον οποίο σφυροκοπούν συνάµα µε κατηγορίες εθνικής µειοδοσίας συντηρητικοί και σοσιαλιστές, σέρνοντας πίσω τους και πλήθος “βενιζελικούς”. Στο εξής ο εθνικός λόγος χρησιµοποιείται συστηµατικά έναντίον της κυβέρνησης ώσπου τον επόµενο χρόνο συµβάλλει στην πτώση της, πρώτο σταθµό της πολιτικής αποσταθεροποίησης που θα έφερνε την ανατροπή της Δηµοκρατίας. Aπό αυτή την άποψη, οι βασιλόφρονες ιερωµένοι που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση της Kύπρου έπληξαν τον Bενιζέλο περισσότερο απ’ όσο θα µπορούσαν ποτέ να ονειρευτούν. Kύπρος και Bενιζέλος, λοιπόν. H µεν Kύπρος λόγω πολλών παραγόντων, ιδίως της µεγάλης απόστασης που τήν χώριζε από το ελληνικό κράτος και της βρετανικής κατοχής µετά το 1878, είχε την τύχη ή την ατυχία να µείνει ως τότε στο περιθώριο των αλυτρωτικών παθών. H εθνικιστική ελίτ της δεν κινητοποιήθηκε όταν επέσεισαν οι βρετανοί το δέλεαρ της Ένωσης, το 1915, ενώ ως τις αρχές του Mεσοπολέµου δεν συγκέντρωνε

λαϊκή υποστήριξη η ενωτική κίνηση.vi Aντίστοιχη αδράνεια χαρακτήριζε γενικώς και την επίσηµη στάση της Eλλάδας: ολόκληρο τον Mεσοπόλεµο η βουλή δεν συζήτησε παραπάνω από µια ώρα τις τύχες του νησιού.vii Tην ίδια περίοδο όµως εθνικιστικοί κύκλοι των επίδοξων “µητέρων πατρίδων” προωθούσαν την εθνοποίηση των δυο µεγάλων τοπικών κοινοτήτων, της ελληνορθόδοξης και της µουσουλµανικής, ενώ και η βρετανική αποικιακή πολιτική έτρεφε, άλλοτε άθελά της και άλλοτε σκόπιµα, τη “διαλεκτική της µισαλλοδοξίας” (Πασχάλης Kιτροµηλίδης).viii O Bενιζέλος αφετέρου, που αναδείχτηκε σε ίνδαλµα του ελληνικού εθνικισµού και προβλήθηκε ως “οραµατιστής της φυλετικής ακεραίωσης”ix, έπαιξε στο Kυπριακό ένα ρόλο που δεν συµβάδιζε µε αυτό το στερεότυπο. Xαρακτηριστικά στο βασικό κείµενο για το θέµα, µε τίτλο “O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα”, ένας νεότερος ιστορικός απολογείται για τις πρωθυπουργικές επιλογές ανακαλύπτοντας πίσω από τη σύγκρουση του Bενιζέλου µε τους εξηµµένους αλυτρωτιστές µια αντίληψη πραγµατιστική αλλά όχι λιγότερο “εθνική”. Aφιερώνει µάλιστα τις µισές σελίδες του εκτενούς άρθρου, πενηνταπέντε ολόκληρες σελίδες, σ’ ένα χρονικό των διπλωµατικών διαπραγµατεύσεων για την Kύπρο από τους Bαλκανικούς Πολέµους ως τη Συνθήκη της Λωζάννης, πλούσιο σε λεπτοµέρειες αλλά φτωχό σε συµπεράσµατα. O συγγραφέας, θεωρώντας δεδοµένη την “ιδεολογική τοποθέτηση” του Bενιζέλου,x δεν αναζητεί πάντοτε τις επιµέρους συντεταγµένες της κι εξηγεί την άρνησή του να πιέσει τους βρετανούς υπερτονίζοντας την πίστη του στην καλή θέληση των τελευταίων καθώς και ποικίλα διπλωµατικά προβλήµατα που τόν απασχολούσαν.xi Δεν διανοείται ότι, για τον πρωθυπουργό, η εδαφική επέκταση της χώρας µπορεί να µην ήταν κατανάγκην αυτοσκοπός εκείνο τον καιρό. Tην ίδια την εποχή των γεγονότων ορισµένοι αλυτρωτιστές οπαδοί του έβλαψαν τον Bενιζέλο υποστηρίζοντας πως ήθελε στην πραγµατικότητα µια πολιτική αντίθετη από εκείνη που δηµοσίως υποστήριζε κι εποµένως πως έπρεπε οι κύπριοι, διερµηνεύοντας αυθεντικά τις επιθυµίες του και αγνοώντας τις επικρίσεις του, να κινητοποιηθούν.xii Oι ιδιωτικές συζητήσεις του Bενιζέλου ωστόσο, µεταξύ των άλλων µε τον υπουργό Eξωτερικών και µε τον βρετανό πρεσβευτή, δείχνουν πως όντως επιδίωκε να τερµατιστεί το ταχύτερο δυνατό η εξέγερση.

O Bενιζέλος κατά των αλυτρωτιστών
Aπό την έκρηξη των Bαλκανικών Πολέµων ως το Kίνηµα του 1935, περνώντας από την Eκτέλεση των Έξι, την προσέγγιση µε την Iταλία και µε την κεµαλική Tουρκία και την αντιµετώπιση της οικονοµικής κρίσης το 1931-32, ο Bενιζέλος συχνά αψήφισε τους βρετανούς. Eντούτοις δεν τούς

πίεσε ποτέ στο θέµα της Kύπρου. Ήδη από την εποχή της Eιρηνευτικής Συνδιάσκεψης του 1920 η µετριοπάθειά του δυσαρέστησε την κυπριακή αντιπροσωπεία που συγκέντρωνε όλους τους έλληνες της τοπικής “βουλής” (Nοµοθετικού Συµβουλίου), όπου φαίνεται εξάλλου πως κυριαρχούσαν κωνσταντινικοί.xiii Mετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή µάλιστα ο Bενιζέλος υπολόγιζε και τους τούρκους: ακυρώνοντας µε την ανταλλαγή των πληθυσµών τη βάση του ελληνικού αλυτρωτισµού ήθελε, όπως επισήµανε ο Iωάννης Πετρόπουλος, ν’ αναδείξει την Eλλάδα σε παράγοντα σταθερότητας και ν’ αποσπάσει την εµπιστοσύνη της Tουρκίας αποδεικνύοντας ότι δεν έτρεφε πλέον εδαφικές αξιώσεις.xiv Όταν ξαναπήρε την εξουσία, το 1928, τήρησε “διακριτική σιωπή” για το Kυπριακό, για την οποία κατηγορήθηκε από τον αντιπολιτευόµενο τύπο, ενώ κατακραυγή ξεσήκωσαν οι δηλώσεις που έκανε στον Άθω, αρχές Mαΐου του 1930, ότι οι εθνικοί πόθοι της Eλλάδας είχαν πλέον εκπληρωθεί. Eξίσου κατηγορηµατικά πολυσυζητηµένο επανέλαβε άρθρο του παραµονές στην της εξέγερσης, πως “Oι σ’ ένα

Eργασία,

Έλληνες

συνεπλήρωσαν την εθνικήν των αποκατάστασιν”.xv Tην εποχή εκείνη ήθελε να προσεγγίσει την Tουρκία, όχι να τήν περικυκλώσει. Άλλο τόσο προσπάθησε συγχρόνως να µην αποξενώσει τους βρετανούς ενώ αντιθέτως η κυπριακή Eκκλησία, υιοθετώντας πολιτική αδιάλλακτης σύγκρουσης, πρωτοστατούσε στη δηµιουργία της Eθνικής Oργανώσεως και δίπλα της ακόµη πιο ακραίοι “βενιζελικοί” αλυτρωτιστές έστηναν την παράνοµη Eθνική Pιζοσπαστική Ένωση Kύπρου.xvi Στην ίδια την Eλλάδα η απεµπόληση του αλυτρωτισµού δυσαρεστούσε πολλούς και ισχυρούς Φιλελευθέρους (ας σηµειώσουµε και µ’ αυτή την ευκαιρία τη σύγκρουση µεταξύ Bενιζέλου και “βενιζελικών”, που ήταν µια από τις σταθερές της πολιτικής παρουσίας του) αλλά είχε σοβαρούς συµµάχους στην αριστερά, όπως τον σοσιαλιστή Παπαναστασίου ο οποίος τήν ενέτασσε σε ευρύτερα οράµατα· τις ηµέρες της εξέγερσης βρισκόταν στην Kωνσταντινούπολη για τη Δεύτερη Bαλκανική Διάσκεψη όπου, µαζί µε τον Iσµέτ Iνονού, κήρυξε

τη βαλκανική και κατεξοχήν την ελληνοτουρκική προσέγγιση. “Tα πεπρωµένα µας είνε συνδεδεµένα ... είµεθα όλοι µια εθνική οικογένεια”,xvii διακήρυσσε στους βαλκανικούς λαούς. Eξίσου σηµαντικό µέληµα του Bενιζέλου ήταν να χαλιναγωγήσει τους ακραίους εθνικιστές. Mόλις ανέλαβε την κυβέρνηση το 1928, κατέθεσε ένα νοµοσχέδιο που σκοπό είχε να περιστείλει τη δραστηριότητα των αλυτρωτικών συνδέσµων: επαναλάµβανε έτσι την επιτυχηµένη τακτική της πρώτης πρωθυπουργίας του, όταν είχε περιορίσει τους “µακεδονοµάχους” κι εµποδίσει, διεκδικώντας για λογαριασµό της κυβέρνησης αποκλειστικότητα στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής, την αποστολή εκπροσώπων της Kρήτης στην ελληνική βουλή. Tην τρίτη τετραετία που κυβέρνησε, το πρόβληµα εντοπιζόταν αφενός στις οργανώσεις που ζητούσαν να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στις εστίες τους, οι οποίες µε την υποστήριξη πολλών στρατιωτικών εµπόδιζαν την προσέγγιση µε την Tουρκία, και αφετέρου στα βορειοηπειρωτικά, δωδεκανησιακά και κυπριακά σωµατεία που υπονόµευαν τις σχέσεις της χώρας µε την Iταλία και µε τη Bρετανία. Tα τελευταία αντέδρασαν εντονότερα στο νοµοσχέδιο και βρήκαν ισχυρούς υποστηρικτές στον χώρο του τύπου - όχι µόνον την οργίλη Πολιτεία και τη σαρκαστική Kαθηµερινή, αλλά και το Φιλελεύθερο Eλεύθερον Bήµα.xviii Ωστόσο ο πρωθυπουργός, αποφασισµένος να εξαλείψει τις εκκρεµότητες µε τις περιφερειακές Δυνάµεις, αδιαφόρησε για τις επιθέσεις τους. Σε συνθήκες πολιτικής σταθερότητας δεν φοβόταν µην υπονόµευαν τη δηµοτικότητά του οι αλυτρωτιστές. Σύντοµα όµως τόν έπληξαν συγχρόνως η οικονοµική κρίση και η ανάφλεξη του Kυπριακού Zητήµατος. Oι ζυµώσεις στο νησί για ένωση µε την Eλλάδα είχαν κοπάσει το 1925, όταν κυριάρχησε προσώρας η “µεταρρυθµιστική” πολιτική, αλλ’ αναζωπυρώθηκαν το 1929-1930. H ελπίδα των εθνικιστών να επωφεληθούν από την πολιτική και οικονοµική αβεβαιότητα στην Aγγλία, σε συνδυασµό µε το φόβο τους µήπως η ηπιότερη διοίκηση καλλιεργούσε στους εθνικά απαίδευτους κύπριους συνείδηση “ελληνόφωνων βρετανών”, φαίνεται πως συνέβαλαν στην εµπέδωση της νέας στρατηγικής. Oι “εκσυγχρονιστικές” προσπάθειες των βρετανών άλλωστε, ενώ αποξένωναν την Eκκλησία και ισχυρά αστικά στρώµατα όπως τους τοκογλύφους, δεν αρκούσαν για να εκτονώσουν την αυξανόµενη κοινωνική ένταση. Oι αλυτρωτιστές µάλιστα έδωσαν κοινωνικό περιεχόµενο στην εξέγερση µε αόριστες υποσχέσεις αγροτικής µεταρρύθµισης: εξηγούσαν στους ακτήµονες πως η Ένωση θα σήµαινε και διανοµή των µεγάλων περιουσιών, όπως είχε πρόσφατα συµβεί στην Eλλάδα. H ανάκαµψη του εθνικισµού συνδεόταν τέλος µε την οικονοµική κρίση· η διεθνής επιβολή της Bρετανίας ιδίως δέχτηκε βαρύ πλήγµα τον Σεπτέµβριο του 1931, όταν κατέρρευσε η στερλίνα. H επιβολή νέων φορολογιών ήταν κύρια αφορµή της

εξέγερσης κατά µήκος και πλάτος του νησιού τον επόµενο µήνα, την οποία κατέστειλε µε αγριότητα η αποικιακή διοίκηση.xix Tο Kυπριακό, που ως τότε λίγο απασχολούσε τον αθηναϊκό τύπο, πέρασε στα πρωτοσέλιδα στις 22 Oκτωβρίου, παραµονές των βρετανικών εκλογών κι επαύριο της πρώτης µεγάλης συγκέντρωσης των Eνωτικών στη Λευκωσία. Λίγο νωρίτερα ο µητροπολίτης Kιτίου παραιτείται από το Nοµοθετικό Συµβούλιο κηρύσσοντας “την µη έννοµον αντίστασιν κατά αρχών παρανόµων και νόµων ανόµων”, ανυπακοή στη Bρετανία κι Ένωση. “Eµπρός”, καταλήγει η προκήρυξή του προς το λαό, “και ο Θεός που δεν έπλασε τους λαούς του και τα πλάσµατά του να είνε δούλοι των άλλων λαών είνε µαζί µας”.xx Για την κινητοποίηση χρησιµοποιούν κατά κόρον θρησκευτικό συµβολισµό και οι εθνικοί δεσµοί πλέκονται µε νήµατα συχνά εκκλησιαστικά. Στην Eλλάδα τα µνηµόσυνα υπέρ των πεσόντων παίζουν κεντρικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση του κόσµου και η Iερά Σύνοδος διακηρύσσει τη συµπαράστασή της στους διωκόµενους κύπριους ιεράρχες,xxi ενώ στην ίδια την Kύπρο περίπου δέκα χιλιάδες διαδηλωτές στη Λευκωσία δια βοής ανακηρύσσουν τον µητροπολίτη Kιτίου “αρχηγόν του αρχοµένου Eθνικού αγώνος” κι ένας ιερέας τούς ορκίζει στον Tίµιο Σταυρό να συνεχίσουν τον αγώνα ως την Ένωση. Eνώ όµως οι εκπρόσωποί του συζητούσαν µε τον βρετανό κυβερνήτη, το πλήθος έκαιγε κρατικά αυτοκίνητα κι έδερνε τους χωροφύλακες, ώσπου εντέλει πυρπόλησε και κατέστρεψε το Kυβερνείο. Λίγο αργότερα, όταν παίρνει ενισχύσεις, ο στρατός το καταστέλλει αιµατηρά.xxii Tο κίνηµα όµως εξαπλώνεται από άκρη σ’ άκρη της Kύπρου· διαδηλώσεις ξεσπούν, πέρα από τις πόλεις, στο ένα τρίτο των χωριών, ενώ βίαια επεισόδια σηµειώνονται σε περίπου εβδοµήντα από αυτά.xxiii Όπως ήταν αναµενόµενο, η σύγκρουση θορύβησε το ελληνικό κοινό αδιακρίτως κοινωνικής θέσης και πολιτικών αντιλήψεων - και η δηµοτικότητα του Bενιζέλου, ο οποίος τήρησε “άψογη στάση” σ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, υπέφερε ανάλογα. H κινητοποίηση ξεκίνησε από την ελίτ και το µεγαλύτερο µέρος των διανοούµενων συντάχθηκε εξαρχής µε τους εξεγερµένους κύπριους.xxiv O ηµερήσιος τύπος ιδίως, ως και το φιλοκυβερνητικό Eλεύθερον Bήµα, σύσσωµος υποστήριξε την εξέγερση ενώ ακόµη και τα µετριοπαθέστερα αντιβενιζελικά φύλλα, όπως ήταν η Πρωία, ζητούσαν Ένωση και µαζικές κινητοποιήσεις στην ίδια την Eλλάδα.xxv Aκόµη και στα σοβαρότερα έντυπα, ελάχιστοι τάχθηκαν υπέρ του πρωθυπουργού και την πολιτική σηµασία της αποµόνωσής του διέκρινε ήδη από την επαύριο των ταραχών ο βρετανός πρέσβυς στην Aθήνα:

ένα ατυχές οπωσδήποτε αποτέλεσµα της Kυπριακής εξέγερσης είναι ότι ένωσε ολόκληρο τον τύπο εναντίον του κ. Bενιζέλου, τον οποίο επικρίνουν για την αυστηρά

ορθή στάση που τηρεί ... κάθε απροκάλυπτη πράξη του κ. Bενιζέλου προς υπεράσπιση των συµφερόντων µας πραγµατοποιείται µε κίνδυνο, αν όχι µε δαπάνη ενός µέρους του πολιτικού κύρους του, και µάλλον θα πληρώσει ακριβά, µε τίµηµα την αποσύνθεση [των
Φιλελευθέρων], την πολιτική που ακολουθεί στην Kύπρο.

Στην

πρώτη

διακήρυξή

του

ψυχρά,

ορθά,

και

κατηγορηµατικά αρνήθηκε ν’ αναµείξει την Eλληνική Kυβέρνηση και καταδίκασε τις εγκληµατικές πράξεις που διαπράχθηκαν στη Λευκωσία... O αντιπολιτευόµενος τύπος, Bασιλικός και δηµοκρατικός, αναµφίβολα θα επωφεληθεί όσο µπορεί από τις επίσηµες δηλώσεις του Πρωθυπουργού για ν’ αποδείξει πως ο τελευταίος αρνείται να συνταχθεί µε µια ιερή πατριωτική υπόθεση, και συνεπώς το ζήτηµα της ένωσης µε την Kύπρο πιθανότατα θα τεθεί στις εκλογές του επόµενου χρόνου. Για πόσον καιρό θα µπορούν οι σοβαροί Eλληνες να παρουσιάζονται ως πατριώτες στο ζήτηµα της ένωσης µε την Kύπρο και ως φίλοι µας στα άλλα ζητήµατα, είναι πράγµα που θα εξαρτηθεί από την πορεία των γεγονότων.
xxvi

Eνδεικτική της ταραχής που προκάλεσε στους αλυτρωτιστές η περιέργως απροσδόκητη για πολλούς από αυτούς αντίδραση του Bενιζέλου, καθώς και του πολιτικού κόστους που συνεπαγόταν η στάση του πρωθυπουργού, ήταν η ανταπόκριση της Eφηµερίδος των Bαλκανίων από την πρωτεύουσα:

Aι χθεσιναί δηλώσεις του κ. Bενιζέλου αποδοκιµάζοντος το ενωτικόν κίνηµα των κυπρίων προεκάλεσαν ζωηράν αίσθησιν. Oι ενταύθα κύπριοι φοιτηταί, ανάστατοι περιήλθον τα γραφεία των εφηµερίδων και επεσκέφθησαν τους πολιτικούς αρχηγούς διαµαρτυρόµενοι σφοδρότατα διότι εκ µέρους της επισήµου Eλλάδος επιδεικνύεται τόσον εµφαντικώς όχι απλή αδιαφορία ή έστω διπλωµατική τις επιφυλακτικότης αλλά και καταδικάζεται εκ του εµφανούς το κίνηµα των κυπρίων. O κ. Bενιζέλος, ο ηγηθείς άλλοτε των αγώνων της Kρήτης υπό συνθήκας

παροµοίας προς τας σηµερινάς, δεν ανεµένετο ποτέ να σπεύση να εκφράση µε τόσον βαρείας εκφράσεις την αποδοκιµασίαν του δια την εξέγερσιν της Kύπρου προς διεκδίκησιν του ιδεώδους της ελευθερίας της. H θέσις την οποίαν ούτως λαµβάνει η επίσηµος Eλλάς δυσχεραίνει βασικώς την ευόδωσιν του κυπριακού κινήµατος, καθόσον εδραιώνει παγκοσµίως την ιδέαν ότι η Eλλάς δεν θέλει την
Kύπρον και αποκρούει την παροχήν ανεξαρτησίας εις

αυτήν! Aι δηλώσεις του κ. Bενιζέλου είνε προωρισµέναι ν’ απηχήσουν δυσµενέστατα εις το εξωτερικόν όπου ήδη ετηλεγραφήθησαν - καθ’ ην στιγµήν µάλιστα ο ξένος τύπος εκφράζεται ενθουσιωδέστατα δια το κίνηµα χαρακτηρίζων αυτό ως την δικαίαν εθνικήν εξέγερσιν ενός λαού ζητούντος την ένωσίν του µετά της πατρίδος του! Tέλος η
ανάκλησις του εν Kύπρω γενικού προξένου της Eλλάδος

αποτελεί πλήγµα θανάσιµον δια τον εν επαναστάσει ευρισκόµενον πληθυσµόν της µεγαλονήσου, ο οποίος ούτω όχι µόνον στερείται του φυσικού προστάτου του, αλλά και καταδικάζεται εις έκπτωσιν του ηθικού του εις την κρισιµωτάτην τούτην στιγµήν.xxvii
Tην “κρισιµωτάτην τούτην στιγµήν” λοιπόν ο Bενιζέλος,

κατακεραυνώνοντας την κυπριακή εξέγερση, συγκρουόταν µετωπικά µε τις ευαισθησίες και τις αντιλήψεις της πλειονότητας ίσως των ψηφοφόρων του. Θυσιάζοντας έτσι την εθνικιστική αίγλη του, η οποία είχε ήδη τρωθεί αφότου προσέγγισε την Tουρκία, αναγκαζόταν να στηριχτεί κυρίως στην επιτυχή οικονοµική διαχείριση δίνοντας τη “Mάχη της Δραχµής” (η οποία πολύ σύντοµα θα κατέρρεε επίσης) και, τέλος, στην προάσπιση του Δηµοκρατικού πολιτεύµατος. Bασίζοντας όµως στην τελευταία, τον επόµενο χρόνο, τον πολιτικό λόγο του, έγινε εντέλει όµηρος των στρατοκρατών υποστηρικτών του, άλλης µιας απείθαρχης οµάδας “βενιζελικών”, και αναζωπύρωσε τον Διχασµό. Aπό το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, όπου σηµείωσε τις µεγαλύτερες επιτυχίες του, ξεκίνησε η πτώση του.

Eστίες αντίδρασης
H αντίδραση στην πολιτική του Bενιζέλου εκπορευόταν από τρεις κυρίως χώρους. Πρώτες κινητοποιήθηκαν, όπως είδαµε στην αρχή αυτού του άρθρου, εθνικιστικές οργανώσεις φοιτητών, έφεδρων στρατιωτικών και

αλύτρωτων.xxviii Aπό αυτές πήραν τη σκυτάλη ισχυρότεροι φορείς, αφενός η παλαιοκοµµατική αντιπολίτευση και αφετέρου επαγγελµατικές και ταξικές οργανώσεις που κατέκλυσαν τις εφηµερίδες µε ψηφίσµατα.xxix Tα γεγονότα ήταν θεόσταλτα, τέλος, για τις φασίζουσες κινήσεις οι οποίες, αντιγράφοντας τους γερµανούς εθνικοσοσιαλιστές, καλλιεργούσαν

ριζοσπαστικό προφίλ στηλιτεύοντας το κράτος που ήθελαν να αλώσουν και αναζητούσαν ιδεολογική νοµιµοποίηση στον αλυτρωτισµό και στον αντισηµιτισµό. Tις δικές τους αντιδράσεις θα εξετάσουµε πρώτα, ενώ κατόπιν θα δούµε και τη στάση της επίσηµης αντιπολίτευσης. Mεταξύ τους βλέπουµε να πρωτοστατεί η Eθνική Ένωσις Eλλάς (EEE). Kατά την οργάνωση αυτή, την οποία οι αρχές της Θεσσαλονίκης εξακολουθούσαν να θωπεύουν και µετά τα αντισηµιτικά πογκρόµ και τον εµπρησµό του εβραϊκού οικισµού Kάµπελ όπου πρωτοστάτησε λίγους µήνες νωρίτερα, οι δηλώσεις Bενιζέλου έδιναν “το δικαίωµα εις τους πολιτισµένους λαούς να µας ελεεινολογήσωσι και αηδιάσωσι δια την δουλοπρέπειάν µας”.xxx Tα µέλη της, µαζί µε φοιτητές της Eθνικής Παµφοιτητικής Eνώσεως (EΠE) κι έφεδρους υπαξιωµατικούς, οργάνωσαν τις ίδιες ηµέρες διαδήλωση για το ζήτηµα της Kύπρου ενώ ο πρόεδρος της Δηµοκρατίας Zαΐµης επισκεπτόταν τη Θεσσαλονίκη. Tούς διέλυσε το ιππικό, συλλαµβάνοντας µεταξύ των άλλων µερικούς “τριεψιλίτες” τους οποίους πάντως άφησαν κατόπιν ελεύθερους.xxxi Στην επόµενη πράξη της ίδιας παράστασης όµως, αλλάζοντας απότοµα ρόλο, οι διαδηλωτές ενάντια στην κυβερνητική πολιτική µετατρέπονται σε τιµητική φρουρά του αρχηγού του κράτους. Έξω από το ναό όπου γίνεται η επίσηµη δοξολογία για την επέτειο της απόκτησης της Θεσσαλονίκης, στην πλατεία Aγίας Σοφίας, είναι “παρατεταγµένοι οι έφεδροι υπαξιωµατικοί της ενώσεως MακεδονίαςΘράκης µετά της µουσικής των, οι έφεδροι πολεµισταί του εθνικού σώµατος Mακεδονίας µε στολήν ιερολοχιτών, τα µέλη των EEE[,] οι φοιτηταί της εθνικής παµφοιτητικής ενώσεως[,] οι ανάπηροι τα ορφανά και αι χήραι, τα µέλη του ‘Παύλου Mελά’ και τα µέλη άλλων εθνικών σωµατείων”.xxxii Oι οργανώσεις αυτές, που συχνά δρουν από κοινού, αντιπαραθέτουν στη νοµιµότητα της κυβέρνησης µια υπέρτερη νοµιµότητα που εκπορεύεται απευθείας από το Έθνος: “Tα Έθνη κείνται υπεράνω των κρατών”, εξηγεί η σχετικώς διαλλακτική Πρωΐα, “που είνε θεσµοί και δηµιουργήµατα των διαφόρων εποχών. Tα Έθνη δεν έχουν υποχρεώσεις, παρά µόνον προς εαυτά και την ανθρωπότητα και την ιστορίαν των”.xxxiii Συνάµα ο ίδιος χώρος ενσαρκώνει, µε την κάλυψη των κρατικών αρχών, την αστική κι εθνική κυριαρχία στον δηµόσιο χώρο, σχηµατίζοντας τις παρακρατικές οργανώσεις οι οποίες πιθανώς εξελίχτηκαν σε αδιάσπαστη συνέχεια από τον

“Mακεδονικό Aγώνα” ως τη µεταπολεµική περίοδο.xxxiv H Eθνική Ένωσις Eλλάς ωστόσο σύντοµα υπερκεράστηκε, σε σχέση µε το Kυπριακό Zήτηµα, από άλλες εθνικιστικές οργανώσεις. Λίγες ηµέρες αργότερα αρκετές εκατοντάδες άτοµα συγκεντρώθηκαν µε πρωτοβουλία του Eθνικού Σώµατος Παλαιών Πολεµιστών στην αίθουσα Kρυστάλ, επειδή οι αρχές (προφανώς κατόπιν έντονης κυβερνητικής πίεσης, η οποία απουσίαζε φερ’ ειπείν όταν έβαζαν φωτιά στο Kάµπελ) τούς απαγόρευσαν να συγκαλέσουν συλλαλητήριο σε ανοιχτό χώρο. Mίλησαν, εκτός από τους διοργανωτές, εκπρόσωποι της Eθνικής Παµφοιτητικής Ένωσεως, της Oργανώσεως Παύλος Mελάς, του Συλλόγου Bυζαντινόν Ξίφος, των Eθνικών Λεγεώνων και των Kρητών Παλαιών Πολεµιστών - ονόµατα που αποτύπωναν γραφικά τις ιδεολογικές αναφορές αυτού του χώρου. Δεν σκόπευαν να µείνουν στα λόγια· πέρα από το λαύρο ψήφισµα που ενέκριναν αποφάσισαν να συγκροτήσουν ερανική επιτροπή και να συγκεντρώσουν εθελοντές που θα πήγαιναν να πολεµήσουν τους άγγλους στην Kύπρο.xxxv H Eθνική Ένωσις Eλλάς αφετέρου, η οποία προτιµούσε πάντοτε να εµφανίζεται δίπλα στις κρατικές αρχές και στις κατεστηµένες αστικές οργανώσεις, θεώρησε πιο τελεσφορο να οργανώσει µποϋκοτάζ των αγγλικών προϊόντων κι έστειλε τον γενικό γραµµατέα της στην πρωτεύουσα για συνεννοήσεις µε τα εκεί παραρτήµατά της και µε την Kεντρική επί του Kυπριακού παρακάτω. για να
xxxvi

Eπιτροπή,

στην

οποία

θ’

αναφερθούµε

εκτενέστερα

Tις επόµενες ηµέρες κινητοποίησε τα παραρτήµατά της στις οι εµπρηστικές πρωτοβουλίες αυτών των

επαρχιακές πόλεις.xxxvii Eντέλει χρειάστηκαν στιβαρά µέτρα της Kυβέρνησης µαταιωθούν
xxxviii

σωβινιστών.

Oι κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη κορυφώθηκαν στις 7 Nοεµβρίου, µε την τέλεση δυο χωριστών µνηµοσύνων των θυµάτων της κυπριακής εξέγερσης. Tο “ανεπίσηµο”, στον Άγιο Mηνά, όπου κυριάρχησε πιο αντιβρετανικό κλίµα, οργάνωσαν οι εθνικιστικές οργανώσεις πλην της EEE.xxxix Πήραν επίσης µέρος, σε αλλόκοτη συνεύρεση µε τις Eθνικές Λεγεώνες και µε το Bυζαντινόν Ξίφος, σύσσωµοι οι τοπικοί εβραίοι επίσηµοι, από τον πρόεδρο της Kοινότητας και τους βουλευτές και γερουσιαστές της ως τις διοικήσεις των πιο ασήµαντων σωµατείων, για να θυµίσουν τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις των βρετανών στην Παλαιστίνη.xl Aπό την άλλη πλευρά µετριοπαθέστερος χαρακτήρας δόθηκε στο “επίσηµο” µνηµόσυνο που έψαλαν στην Aχειροποίητο µε πρόσκληση της Πανεφεδρικής Eνώσεως Oπλιτών Mακεδονίας. Eκεί παρέστησαν ο Παπαναστασίου, ο οποίος µόλις είχε επιστρέψει από το ολότελα διαφορετικό κλίµα της Bαλκανικής Διάσκεψης στην Kωνσταντινούπολη, µαζί µε τους τοπικούς βουλευτές του Aγροτεργατικού κόµµατός του. Tούς περιστοίχιζε το άνθος της τοπικής κοινωνίας πλην των επίσηµων κρατικών αρχών: ο πρύτανης και οι καθηγητές του πανεπιστηµίου, ο πρόεδρος του Eµπορικού κι

Eπαγγελµατικού Eπιµελητηρίου, τα συµβούλια των οργανώσεων αναπήρων, εκπρόσωποι του ιατρικού και του δικηγορικού συλλόγου και τέλος προσφυγικές οργανώσεις όπως η Eθνική Mικρασιατική Nεολαία και τα σωµατεία προσφύγων από τη Bουλγαρία. Aγόρευσε ο αγροτεργατικός βουλευτής N. Tζερµιάς και το απαραίτητο ψήφισµα υπέγραψαν εκπρόσωποι των ισχυρότερων επαγγελµατικών,
xli

αλυτρωτικών

και

παρακρατικών

οργανώσεων της πόλης.

Σε πολλά µέρη πραγµατοποιήθηκαν ανάλογα µνηµόσυνα και συνέταξαν ψηφίσµατα. Oι τοπικές ελίτ έδιναν, µ’ αυτό τον τρόπο, απτή υπόσταση στους εθνικούς δεσµούς και ανανέωναν το συµβολικό βάρος τους· αναπροσδιόριζαν τα νοερά όρια της εθνικής επικρατείας εγγράφοντας την Kύπρο στη φαντασία µαζών που ελάχιστα ασχολούνταν προηγουµένως µ’ αυτήν. Xάρη στο κίνηµα, που έπαιρνε µυθικές πλέον διαστάσεις µε τις φήµες που κυκλοφορούσαν για χιλιάδες νεκρούς και µε τις λιγότερο ανυπόστατες ιστορίες για µεσαιωνικούς βασανισµούς των εξεγερµένων από τους άγγλους,xlii οι αλυτρωτιστές µπορούσαν τώρα να επανεντάξουν την Kύπρο στο αρχετυπικό εθνικό αφήγηµα: λαός ελληνικός και ορθόδοξος, ξένη καταπίεση, εθνεγέρτης κλήρος, εξέγερση, απελευθέρωση, ένωση. Συνάµα αναζωογονούσαν αυτό το αφήγηµα, που είχε πρόσφατα τρωθεί από την καταστροφική κατάληξη της πολεµικής δεκαετίας, παρουσιάζοντας ως αναπόφευκτη γι’ άλλη µια φορά τη διαλεκτική του. Στο ιδεολογικό επίπεδο µπορούσαν έτσι ν’ αντιπαλέψουν την αποµυθοποίηση του εθνικισµού και τη διεθνιστική προπαγάνδα της ριζοσπαστικής αριστεράς, ενώ στο επίπεδο της µαζικής κινητοποίησης οργάνωσαν µε την ίδια ευκαιρία τα πρώτα σοβαρά σκιρτήµατα του αλυτρωτισµού µετά το 1922. Eνώ αυτές οι ζυµώσεις δυσχέραναν την πολιτική εσωτερικής ανασυγκρότησης που επιδίωκε ο πρωθυπουργός, από µόνες τους δεν απειλούσαν να τόν κλονίσουν. Δεν βράδυναν όµως να τις εκµεταλλευτούν πολιτικοί που τόν αντιπολιτεύονταν από την πλευρά των προσωποπαγών κοµµάτων αλλά και µέσα από τις γραµµές των Φιλελευθέρων, και οι οποίοι κλιµάκωσαν σε µεγαλύτερο βάθος την αντίδρασή τους. O αλυτρωτισµός πρόσφερε ευπρόσδεκτα συνθήµατα στα προσωποπαγή κόµµατα που στερούνταν εσωτερικού προγράµµατος, αλλά συνάµα συνιστούσε κατά κάποιον τρόπο και “φυσική” τους στάση, τα αναβάπτιζε σε αντιλήψεις πατροπαράδοτες απ’ όπου εκπορευόταν και η γενικότερη ιδεολογική τους συγκρότηση και µέσω των οποίων κοινωνούσαν µε τους οπαδούς τους. Eνίσχυε ιδίως τη νοµιµοποίηση που αντέτασσαν οι απόγονοι των επαναστατών του 1821 στον “τυχάρπαστο” Bενιζέλο και στους “νεόπλουτους” κι “επήλυδες”, κατά τα πολεµικά στερεότυπα της εποχής, Φιλελευθέρους του. Tην επιβίωση του “πολιτικού τιµαριωτισµού”, για τον οποίο κατηγορούσαν τα παλαιά κόµµατα ο Παπαναστασίου αλλά και συντηρητικοί

όπως ο Mιλτιάδης Mάλαινος,xliii διακρίνουµε χαρακτηριστικά στη σύνθεση της Kεντρικής επί του Kυπριακού Eπιτροπής που σύστησαν εκείνες τις ηµέρες σαρανταπέντε πρόκριτοι: βλέποντας τα επώνυµά τους, ανδρών όλων, θα νόµιζε κανείς πως διάβαζε κατάλογο προυχόντων του ’21 - µια εντύπωση την οποία ενίσχυε και η σειρά αναγραφής τους, που δεν αντιστοιχούσε στην τρέχουσα πολιτική επιφάνεια των υπογραφόντων αλλά τούς ιεραρχούσε µε βάση προγονικές δάφνες· πρώτος απ’ όλους ξεχώριζε κάποιος Yψηλάντης, ενώ προς το τέλος συνωθούνταν ταπεινότερης προέλευσης πολιτικοί και λογοτέχνες όπως ο Παύλος Nιρβάνας και ο Γεώργιος Πεσµατζόγλου.xliv Όλοι σχεδόν προέρχονταν από τα παλαιά κόµµατα, βαρύτερη όµως από κάθε άλλη υπογραφή φαινόταν εκείνη του σεβάσµιου Παύλου Kουντουριώτη, που τύχαινε πέρα από απόγονος του γνωστού αγωνιστή να είναι και τέως πρόεδρος της Δεύτερης Eλληνικής Δηµοκρατίας. H Kεντρική επί του Kυπριακού Eπιτροπή ζητούσε Ένωση µε την Kύπρο και ως σκοπό της ανέφερε τη διαφώτιση της διεθνούς κοινής γνώµης. Eµµένοντας ωστόσο στον όψιµο, κι εντέλει αντιφατικό µε καίριες προϋποθέσεις του εθνικισµού, αριστοκρατισµό της, απέφυγε να συσπειρώσει όλους όσους συµµερίζονταν αυτούς τους στόχους· δεν περιέλαβε, λόγου χάρη, ικανά στελέχη όπως τον πληβειακής καταγωγής Kωνσταντίνο Zαβιτζιάνο, ο οποίος είχε πρόσφατα εγκαταλείψει την Kυβέρνηση Bενιζέλου και, χτίζοντας νέο πολιτικό προφίλ µε επιδείξεις εθνικοφροσύνης, σφυροκοπούσε τη διπλωµατία του τελευταίου.xlv Aποδείχτηκε αφετέρου, η ίδια Eπιτροπή, ιδανικό όχηµα για τον ευπατρίδη Mεταξά ο οποίος λίγες εβδοµάδες νωρίτερα είχε επιστρέψει στην ενεργό πολιτική κι ετοίµαζε την ανασύσταση των Eλευθεροφρόνων.xlvi Aυτή καθεαυτή η δηµιουργία της Eπιτροπής συνιστούσε πρόκληση κατά του Bενιζέλου ο οποίος, ανάµεσα σε ειδήσεις για νέες πολύνεκρες συγκρούσεις στην Kύπρο και για φρικτά βασανιστήρια,xlvii µόλις είχε αναλάβει αυτοπροσώπως την ευθύνη της απαγόρευσης ενός µνηµοσύνου για τους κύπριους στην Aθήναxlviii και προσπαθούσε να κατασιγάσει την αλυτρωτική ζύµωση: “η κυβέρνησις...”, είχε διακηρύξει καταγγέλλοντας το επικείµενο µνηµόσυνο ως αρωγό των στασιαστών, “δεν θα ανεχθή όπως οι διεξάγοντες πολιτικούς εθνικούς αγώνας εκτός των ορίων της Eλλάδος δι’ ενεργειών αυτών εντός της χώρας, επιδιώξουν να δηµιουργήσουν προστριβάς µεταξύ της Eλλάδος και των κρατών των οποίων είνε υπήκοοι και προς τα οποία τα γενικά συµφέροντα της χώρας επιβάλλουν την διατήρησιν απολύτως φιλικών και αρµονικών σχέσεων. Tµήµατα της Eθνικής Oικογενείας τα οποία ευρίσκονται εκτός των ορίων της Eλλάδος δεν ηµπορεί να επιτραπή όπως παρεµβάλουν προσκόµµατα εις την πολιτικήν της χώρας την οποίαν µόνον οι πολίται αυτής ηµπορούν κυριαρχικώς να ορίζουν”.xlix H πλήρης καταστολή όµως των αλυτρωτιστών ήταν, στο πλαίσιο των δηµοκρατικών θεσµών, αδύνατη.

Tελικά πραγµατοποίησαν το µνηµόσυνο στο Mαρούσι, όπου αναγγέλθηκε εκ των προτέρων πως θα παρευρίσκονταν οι βουλευτές και οι γερουσιαστές του Λαϊκού Kόµµατος και του Zαβιτζιάνου.l Eκτός από αυτούς το παρακολούθησαν επίσης οι πατρίκιοι της Kεντρικής επί του Kυπριακού Eπιτροπής, πολιτικοποιηµένοι πρώην αξιωµατικοί όπως ο Kαρασεβδάς, ο Xριστοδούλου και ο Φικιώρης ως οιονεί εκπρόσωποι των Φιλελεύθερης προέλευσης αλυτρωτιστών, φανατικοί αντιβενιζελικοί µε πρώτους πρώτους τους πρόεδρους των κοινοτήτων της Aττικής, καθηγητές πανεπιστηµίου σαν τον Bέη και τον Bολωνάκη, “αντιπρόσωποι όλων των εφεδρικών και εθνικιστικών οργανώσεων της Eλλάδος µετά των λαβάρων των” και τα ακαταπόνητα σωµατεία των φοιτητών και των αλύτρωτων. Aφού εγκρίθηκε το απαραίτητο ψήφισµα ακολούθησε νέα διαδήλωση των πιο θερµόαιµων, η οποία έφτασε ως την οδό Iπποκράτους, στο κέντρο της Aθήνας, όπου τήν διέλυσε βίαια η αστυνοµία.li Aρχές Nοεµβρίου οι αλυτρωτικές ζυµώσεις κορυφώνονται. H δηµοσιογραφική εκστρατεία για την Ένωση υποχωρεί, αλλά τα αντιβρετανικά άρθρα του βασιλικού τύπου γίνονται ολοένα πιο βίαια. O λαϊκός αλυτρωτισµός βρίσκει για πρώτη φορά µετά το 1922 σαφή στόχο, ενώ η περίσσεια δυσαρεστηµένων αξιωµατικών που πλήττουν εκτός στρατεύµατος κάνει ακόµη πιο εύφλεκτη την κατάσταση.lii Όλοι σχεδόν, δήµοι και κοινότητες, σωµατεία κι ενώσεις, εργατικές κι επαγγελµατικές οργανώσεις, στέλνουν ψηφίσµατα συµπαράστασης στους κύπριους, το τρίτο κύµα τέτοιων κειµένων, που περιλαµβάνει πλέον φορείς µε σηµαντικό κοινωνικό κύρος: Eµπορικό και Bιοµηχανικό Eπιµελητήριο Aθηνών, Παρνασσός, Γενική Συνοµοσπονδία Eργατών Eλλάδος και πλήθος Iατρικός επαγγελµατικά σωµατεία, Δικηγορικός Σύλλογος Aθηνών,

Σύλλογος Aθηνών, Σύνδεσµος Bιοµηχάνων, Δήµος Aθηναίων, δηµοτικό συµβούλιο Θεσσαλονίκης, η λέσχη Pόταρυ Aθηνών, Ένωσις Kαθηγητών Πανεπιστηµίου Aθηνών και αµέτρητοι άλλοι.liii H Eθνική Ένωσις Eλλάς κηρύσσει στη Θεσσαλονίκη µποϋκοτάζ των βρετανικών προϊόντων, προκαλώντας ανεπίσηµες απειλές από την Aγγλία για εµπορικά αντίποινα, ενώ το παράρτηµά της στη Bέροια οργανώνει, λοιδωρώντας την υποτιθέµενη απαγόρευση των αρχών, συλλαλητήριο.liv Tο Eµπορικό Eπιµελητήριο Aθηνών αποφασίζει πρώτο να κλείσουν επί ένα τέταρτο της ώρας, στις 7 του µηνός, τα καταστήµατα της πόλης και αµέσως ανακοινώνεται πως την ίδια ώρα θα πάψουν να κυκλοφορούν και τα ταξί.lv Λίγο αργότερα µεταθέτουν το δεκαπεντάλεπτο κλείσιµο καταστηµάτων και συγκοινωνιών για τις 11 Nοεµβρίου, ώστε να µπορέσουν να το συντονίσουν σε ολόκληρη τη χώρα· οι εµπορικές κι επαγγελµατικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης συσκέπτονται και αποφασίζουν να συµµετάσχουν επίσης.lvi Tην παραµονή της “Hµέρας της Kύπρου” αναγγέλλεται πως στο νησί συνεχίζονται οι βιαιοπραγίες εις βάρος του πληθυσµού και πως οι τρεις κύπριοι µητροπολίτες που ήταν επικεφαλής των αλυτρωτιστών έχουν ήδη οδηγηθεί στη Mάλτα.lvii

Tην

ίδια

την

“Hµέρα του

της

Kύπρου” “αι

ανακοινώνονται αλλεπάλληλοι

νέες αυταί

καταδικαστικές

δηλώσεις

Bενιζέλου:

εκδηλώσεις όλων των τάξεων υπέρ των εθνικών ιδεωδών της Kύπρου, καιρός είνε να παύσουν”. Zητά µάλιστα ευθέως να διαλυθεί η Kεντρική επί του Kυπριακού Eπιτροπή, προσθέτοντας πως εάν δεν τήν εισάκουαν οι ταραξίες έπρεπε να παραιτηθεί σύσσωµη ώστε να σταµατήσουν να εκµεταλλεύονται το όνοµά της.lviii H Eπιτροπή δεν πτοείται: στην επιβλητική αίθουσα του Παρνασσού, ενώ στην υπόλοιπη χώρα κλείνουν καταστήµατα και ιδιωτικά σχολεία και σταµατούν οι συγκοινωνίες, επιδίδει τελετουργικά στον Kουντουριώτη, παρουσία του Tσαλδάρη, την Eθνική Bίβλο της Kύπρου. Tην τελετή συµπληρώνουν το λυρικό λογίδριο του κύπριου καθηγητή πανεπιστηµίου Σίµου Mενάρδου και βροχή τηλεγραφηµάτων συµπαράστασης από εγχώριους φορείς όσο και από “φιλέλληνες”, όπως ήταν ο βαρόνος Kουµπερτέν, περισσότερο ή λιγότερο ανιδιοτελείς. Λίγο παραπέρα, στα Προπύλαια, δίνεται “αληθής µάχη” µεταξύ φοιτητών και αστυνοµίας, µε πλήθος τραυµατίες και συλλήψεις, που διαρκεί µε διακοπές ως το απόγευµα.lix Συλλαλητήρια οργανώνονται και σε άλλα µέρη, όπως στη Θεσσαλονίκη, ενώ οι αρχές καλούν τους ηγέτες τους και τούς ζητούν να χαµηλώσουν τους τόνους, αίτηµα στο οποίο συνηγορεί, κάνοντας επίδειξη υπευθυνότητας, και η Eθνική Ένωσις Eλλάς.lx Mε τον εθνικιστικό αναβρασµό µάλιστα συµπλέκεται και ο κοινωνικός σε πολλές επαρχίες που αντιµετωπίζουν οικονοµική κρίση· στην Πελοπόννησο αιµατηρό είναι, τις ίδιες ηµέρες, το συλλαλητήριο των σταφιδοπαραγωγών του Πύργου.lxi

Oι απόψεις του Bενιζέλου
O Bενιζέλος στο µεταξύ δεν αδρανεί. Προτιµά όµως να εξασφαλίσει τη διεθνή πολιτική του έστω και θυσιάζοντας τη δηµοτικότητά του. Θέλοντας να βεβαιώσει τους βρετανούς πως δεν σκοπεύει ν’ αλλάξει τακτική στο Kυπριακό, και συνάµα να περισώσει όσο µπορεί τις µακροπρόθεσµες ελπίδες της Ένωσης, συναντά διακριτικά τον Pάµσαιη το βράδυ της 6ης Nοεµβρίου σε µια ιδιωτική κατοικία. O βρετανός πρέσβυς διαµαρτύρεται για τις δραστηριότητες της Kεντρικής επί του Kυπριακού Eπιτροπής, προσθέτοντας µάλιστα πως γνωρίζει θετικά ότι στον Πειραιά έχουν σχηµατίσει και άλλη επιτροπή, µυστική, που ετοιµάζεται να στείλει στην Kύπρο χίλιους οπλισµένους εθελοντές, κυρίως απότακτους και

απόστρατους τους οποίους θα χρηµατοδοτήσουν “από ψηλά”. O Bενιζέλος δηλώνει άγνοια και ζητά να τόν κρατούν ενήµερο σχετικά µε τη

δραστηριότητα των επιτροπών· βεβαιώνει µάλιστα τον Pάµσαιη πως εάν του ζητήσει η Bρετανία να κάνει ο,τιδήποτε πρέπει να κάνει, δεν πρόκειται να επικαλεστεί, για να µη συµµορφωθεί, την αδυναµία της κυβέρνησής του: ήταν αποφασισµένος να κυβερνά όσο καιρό είχε την εξουσία και όταν δεν θα µπορούσε πλέον να κυβερνά, τότε θα “έπαιρνε το καπέλο του και θα έφευγε”. Ήταν πολύ θυµωµένος, πρόσθεσε, µε την υπόθεση Kύρου επειδή είχε ειδοποιήσει επανειληµµένα, από µήνες, τον Mιχαλακόπουλο να τόν αποµακρύνει από την Kύπρο, κι έριχνε ευθύνες για την εξέγερση τόσο στον Mιχαλακόπουλο όσο και στους µηχανισµους του Yπουργείου Eξωτερικών.lxii Aπό ελληνικά διπλωµατικά έγγραφα συνάγεται πως όντως είχε δώσει από την προηγούµενη άνοιξη εντολή να προωθήσουν στην Kύπρο πολιτική µεταρρυθµιστική και διαλλακτική, ριζικά αντίθετη από εκείνη που εφάρµοσε ο Kύρου, αλλά ο Mιχαλακόπουλος και ο γενικός διευθυντής του Yπουργείου Eξωτερικών N. Mαυρουδής τόν αγνόησαν.lxiii Eντέλει ο Bενιζέλος καταλόγισε ευθύνες για την εξέλιξη της κατάστασης στην αποικιακή διοίκηση όσο και στους αλυτρωτιστές.

O κ. Bενιζέλος είπε εµπιστευτικά πως η χώρα είχε οπωσδήποτε συνταραχτεί από τα γεγονότα στην Kύπρο... µιλώντας όχι πλέον ως Πρωθυπουργός αλλ’ ως έµπιστος φίλος συνέχισε λέγοντας ότι σκεφτόταν πως και ο Σερ Pόναλντ Στορρς δεν είχε αποφύγει ολότελα τα λάθη... ήταν προφανές σφάλµα, να ζητήσει την εξουσιοδότηση του Λονδίνου προκειµένου να αγνοήσει τους Eλληνες και τους Mουσουλµάνους οι οποίοι καταψήφισαν από κοινού τους νέους δασµούς... H Aγγλία δεν µπορούσε να παραµερίζει µέχρις αυτού του σηµείου τους κοινοβουλευτικούς θεσµούς. Kαλύτερο θα ήταν αν ζητούσε από το Yπουργείο Aποικιών να του στείλουν τις 20.000 λίρες που χρειάζονταν για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισµός... O κ. Bενιζέλος είπε πως δεν είχε τίποτε να προσθέσει σχετικά µε τις ενέργειες του Σερ Pόναλντ Στορρς έπειτα από τις ταραχές... οίκτιρε την προσφυγή στις “εγκληµατικές ενέργειες” και αναφέρθηκε σε µια συζήτηση που είχε λίγο

καιρό νωρίτερα µε έναν Kύπριο βουλευτή, ο οποίος του είπε πως το κίνηµα µεγάλωνε και πως η κατάσταση σύντοµα θα έκανε αδύνατη τη διακυβέρνηση του νησιού. Eίχε προειδοποιήσει τον βουλευτή ν’ αποφευχθούν πάση θυσία οι εγκληµατικές ενέργειες επειδή ο Aγγλικός χαρακτήρας ήταν τέτοιος που ποτέ δεν θα τις ανεχόταν.lxiv Ήταν παράλογο να νοµίζουν πως η Aγγλία έµοιαζε µε την παραπαίουσα Tουρκία εναντίον της οποίας ο ίδιος κατόρθωσε να πολεµήσει στα βουνά της Kρήτης δυόµισι ολόκληρα χρόνια. Eναντίον της Aγγλίας οι Kύπριοι δεν µπορούσαν να ελπίζουν πως θ’ αντεχαν παραπάνω από δυόµισι εβδοµάδες. Όποιος δεν το καταλάβαινε αυτό ήταν τρελλός. O κ. Bενιζέλος είπε πως δεν θα έπρεπε να περιµένει κανείς η Aγγλία να υποχωρήσει µπροστά στη βία και πως το αποτέλεσµα της προσφυγής στη βία ήταν ότι έπρεπε τώρα να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα ένωσης της Kύπρου µε την Eλλάδα ώσπου να ξεχαστούν τα πρόσφατα γεγονότα, πράγµα που θ’ απαιτούσε αρκετά χρόνια.lxv
Kατόπιν ο πρωθυπουργός αντεπιτέθηκε στο εσωτερικό µέτωπο. Έπειτα από πιέσεις του ο φιλικός τύπος υιοθέτησε µετριοπαθέστερη στάση και οι “σοβαρές” εφηµερίδες άρχισαν να δηµοσιεύουν άρθρα υπέρ της Aγγλίας. Στις 11 Nοεµβρίου, την “Hµέρα της Kύπρου”, όπως είδαµε ο Bενιζέλος κάλεσε λαό και τύπο να εγκαταλείψουν την αντιβρετανική στάση. Ένα µέρος του τύπου, από το Eλεύθερον Bήµα και την Eστία ως την

Kαθηµερινή χαµήλωσε τους τόνους, η Hµέρα όµως και η Eσπερινή, καθώς
και ο Δηµοκρατικός Eλεύθερος Aνθρωπος, συνέχισαν τις επιθέσεις. “Πραγµατικός σκοπός τους είναι να υπονοµεύσουν τη δηµοτικότητα του κ. Bενιζέλου”, συµπεραινε ο Pάµσαιη, “αλλά όσο µακρύτερα πηγαίνουν, τόσο ευκολότερα µπορεί εκείνος να τις αντιµετωπίσει”.lxvi O Bενιζέλος έφερε το ζήτηµα στη βουλή στις 18 Nοεµβρίου, αφού ο αρχικός αναβρασµός είχε µετριαστεί, και προσπάθησε να αναδείξει δίπλα στο Kυπριακό το πρόβληµα των Δωδεκανήσων και τους κινδύνους που διέτρεχε η σταθεροποίηση της δραχµής. Tη µετριοπαθή θέση των Aγροτεργατικών Παπαναστασίου.
lxvii

ανέπτυξε

από

το

ίδιο

βήµα,

την

εποµένη,

ο

Eντούτοις και µετά την κοινοβουλευτική συζήτηση οι

εφηµερίδες συνέχισαν να δηµοσιεύουν περιγραφές των βρετανικών ωµοτήτων, τις οποίες διένεµαν τακτικά στον τύπο οργανωµένες πηγές και τις δηµοσίευαν µε εκφράσεις πανοµοιότυπες έντυπα κάθε απόχρωσης· τις

βιαιότερες αντιβρετανικές επιθέσεις εξαπέλυαν η Eστία, η Hµέρα, το Έθνος και η Πολιτεία. Oι αρχηγοί της αντιπολίτευσης παρίσταναν πως δεν άκουγαν τους µετριοπαθείς που τούς ζητούσαν ν’ αποκηρύξουν τις κατηγορίες “επί αντεθνικότητι” που εκτοξεύονταν εναντίον του Bενιζέλου.lxviii Στα µέσα Δεκεµβρίου ωστόσο ο τελευταίος πίεσε διακριτικά τον Pάµσαιη υπέρ των εξόριστων κύπριων µητροπολιτών.lxix H θέση του θα εξασθενούσε διαρκώς εάν δεν έφερνε χειροπιαστές επιτυχίες η κατευναστική πολιτική του. “Kαθώς [ο Bενιζέλος] απέτυχε να καταδιώξει δικαστικά τον τύπο...”, σηµείωνε ο βρετανός πρέσβυς,

γίνεται πιο ευαίσθητος στις πολιτικές επιπτώσεις των επιθέσεων που δέχεται στο ζήτηµα της Kύπρου. Tο θέµα προσφέρεται για τις προσπάθειες των Bασιλικών να πλήξουν την αξιοπιστία του κ. Bενιζέλου εκτοξεύοντας κατηγορίες δουλοπρέπεια για έλλειψη της H πατριωτισµού Kυβέρνησης Eκκλησία και της για έναντι Aυτού

Mεγαλειότητος...

Oρθόδοξη

θεωρείται

βασιλόφρων στην κοµµατική πολιτική και είναι ικανή να επηρεάσει την αµαθή µάζα... O ίδιος ο κ. Bενιζέλος δεν είναι θρήσκος και συγκρούστηκε µε την Eκκλησία όταν πέρασε νόµους που της αφαιρούσαν τον έλεγχο των εισοδηµάτων της και µείωναν τον αριθµό των µοναστηριών... Eάν οι αντίπαλοί του µπορέσουν να πλήξουν την “άψογη στάση” που τηρεί έναντι της Mεγάλης Bρετανίας στο θέµα της Kύπρου, ας είµαστε βέβαιοι πως δεν θα χάσουν την ευκαιρία... Oπωσδήποτε ο Πρωθυπουργός δείχνει ν’ ανησυχεί µήπως τυχόν έρθουν
[στην Eλλάδα] οι Mητροπολίτες [που εξορίστηκαν από την Kύπρο] και αναµοχλεύσουν ακόµη περισσότερο τα

πάθη του αντιπολιτευόµενου τύπου. Φοβάται όµως ν’ αντιταχτεί δηµόσια στην άφιξή τους, αφού κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στους κατηγόρους του να τόν παρουσιάσουν ως διώκτη της Eκκλησίας. Παροµοίως, δεν έχει καµιά διάθεση ούτε να βοηθήσει τους Aρχιερείς οι οποίοι παριστάνουν τους αποκλεισµένους και άπορους στο Λονδίνο, ούτε να τούς αρνηθεί κάθε βοήθεια.lxx
Γνωρίζοντας πόσο µεγάλο πολιτικό αντίκτυπο θα είχε η άφιξη των κύπριων µητροπολιτών στην Eλλάδα, η βρετανική πρεσβεία της Aθήνας

έκανε ό,τι µπορούσε για να τήν εµποδίσει. Άλλωστε οι άγγλοι χρειάζονταν τώρα τον Bενιζέλο ως την καλύτερη εγγύηση πως δεν θ’ αντιµετώπιζαν πρόσθετα προβλήµατα στο νησί· διέκριναν πως αν επανεκλεγόταν µε ισχυρή πλειοψηφία θα µπορούσε ίσως να παραβλέψει την ενδεχόµενη αναζωπύρωση της αλυτρωτικής προπαγάνδας, αν όµως η πλειοψηφία του ήταν µικρή, τότε η αντιπολίτευση θα προσπαθούσε ίσως να τόν ρίξει ανασκαλεύοντας το Kυπριακό. “Iδίως εάν βρει το δρόµο για την Aθήνα ο Mητροπολίτης Kηρυνείας, πράγµα πιθανό,” αναλογιζόταν ο Pάµσαιη, “ας είµαστε βέβαιοι πως θ’ αρχίσει να µηχανορραφεί µε το Λαϊκό κόµµα εναντίον της Bενιζελικής Kυβέρνησης. Φλογερός Bασιλικός, µνησικακεί έναντι του κ. Bενιζέλου εξαιτίας της στάσης του τελευταίου στο Kυπριακό κίνηµα”.lxxi Tελικά το Kυπριακό Zήτηµα παραµερίστηκε βαθµιαία από το προσκήνιο ως τις εκλογές του επόµενου χρόνου. H οικονοµική κρίση και η κατάρρευση της δραχµής που µεσολάβησαν ανέδειξαν εσωτερικές προτεραιότητες πιο πιεστικές. Oι αντιβενιζελικοί πάντως, στην πανστρατιά που κήρυξαν για ν’ ανατρέψουν την κυβέρνηση, πράγµατι το ανακίνησαν χρησιµοποιώντας επίσης τις δυνάµεις τους στον εκκλησιαστικό χώρο. Eναντίον του Bενιζέλου κινητοποίησαν ακόµη και τους µητροπολίτες Kιτίου και Kυρηνείας, οι οποίοι ζήτησαν άδεια να έλθουν στην Eλλάδα δήθεν για να παρακολουθήσουν µια εκκλησιαστική σύνοδο στον Άθω. Aπό τις επαφές τους µε εθνικιστές και µε στρατιωτικούς παράγοντες οι βρετανοί παρατηρητές συµπέραναν πως όντως “οι Bασιλόφρονες και η Δεξιά” πρωτοστατούσαν στην αλυτρωτική κίνηση.lxxii Στο Kυπριακό οι δυνάµεις αυτές τόνιζαν ιδίως πως ο Bενιζέλος έβλαψε ανυπολόγιστα την Ένωση όταν χαρακτήρισε την εξέγερση εγκληµατική πράξη, επειδή ο Στορρς τοιχοκόλλησε τις δηλώσεις του σε κάθε πόλη και χωριό της Kύπρου.lxxiii Ωστόσο έπαιξαν χλιαρά το χαρτί αυτό, ενώ προσπαθούσαν περισσότερο ν’ αποσπάσουν την υποστήριξη των προσφύγων καταγγέλλοντας την προσέγγιση µε την Tουρκία. Έβλεπαν πλέον πως για πολύ καιρό δεν θα ξεσπούσε νέο κίνηµα στην Kύπρο, ενώ οι τριγµοί του διεθνούς συστήµατος έδειχναν ακόµη και στους πιο αδιάλλακτους πως η Eλλάδα ίσως χρειαζόταν σύντοµα τους βρετανούς. Kαθώς µάλιστα οι συµµαχίες, εσωτερικές και διεθνείς, θ’ ανατρέπονταν µέσα σε λίγα χρόνια, το 1935 οι βρετανοί θα βοηθούσαν τους εχθρούς του Bενιζέλου να παλινορθώσουν τη µοναρχία. Ωστόσο, από τη σκοπιά των αλυτρωτιστών, το κυπριακό κίνηµα του 1931 δεν ήταν ολότελα µάταιο.

***

H καταστολή των ενωτικών στην Kύπρο προβλήθηκε στην Eλλάδα ως πλήγµα εναντίον ολόκληρου του ελληνικού έθνους. H αστόχαστη εξέγερσή

τους απέτυχε οικτρά στους δηλωµένους σκοπούς της, πέτυχε όµως ν’ αναδείξει τους κύπριους σε µετόχους του εξεγερσιακού εθνικού συµβολισµού και τούς κατοχύρωσε ως συστατικό στοιχείο της νοερής κοινότητας του ελληνισµού. Aκόµη και ο Bενιζέλος, παρ’ όλο το ιστορικό γόητρο που απολάµβανε προηγουµένως µεταξύ των εθνικιστών και το πολιτικό χάρισµά του, απέτυχε να υπαγάγει στα κρατικά συµφέροντα το συναισθηµατικό φορτίο αυτής της νοερής κοινότητας. O “ορθολογικός εθνικισµός” του σκόνταψε στο πανίσχυρο µέτωπο που όρθωσαν εναντίον του ο κυπριακός ανώτερος κλήρος, ο πολιτικός τιµαριωτισµός της Παλαιάς Eλλάδας (Φιλελεύθερος όσο και αντιβενιζελικός), οι παρακρατικές οργανώσεις των Nέων Xωρών, οι εναποµείναντες αλύτρωτοι και οι νοσταλγοί των χαµένων πατρίδων - οµάδες που εξακολουθούσαν σε µεγάλο βαθµό να ελέγχουν την κατασκευή του κοινωνικού φαντασιακού µέσω της πένας και του άµβωνα αλλά και την άσκηση της διεθνούς πολιτικής µέσω του Yπουργείου Eξωτερικών. Oι ίδιες οµάδες

προσπάθησαν επίσης µε τον εθνικό λόγο να στρέψουν τη δυσαρέσκεια των λαϊκών τάξεων, και ιδίως των εξανδραποδισµένων προσφύγων, προς εχθρούς εξωτερικούς, ώστε να αποµακρύνουν τις εσωτερικές αλλαγές που επαγγελλόταν η αριστερά. Aς µη µας ξενίσει, τέλος, η ευκολία µε την οποία οι κατεστηµένες πολιτικές δυνάµεις δέχονταν δίπλα τους οργανώσεις “εθνικοσοσιαλιστών” όπως ήταν η Eθνική Ένωσις Eλλάς: αντανακλούσε απλώς τη συνέχεια που επισηµαίνουν στοχαστές όπως ο Σαρλ Pουάγκ και ο Mαρκ Mαζάουερ µεταξύ των ιδεών και των θεσµών του φασισµού και των γλωσσών και των αξιών που αποδεχόταν τότε η αστική Eυρώπη.lxxiv Στην αλυτρωτική αγκύλωση συµπυκνώνονταν προσπάθειες

ιδεολογικής αντεπίθεσης της εκκλησίας, οικονοµικής διάσωσης των στρωµάτων που απειλούσαν οι “εκσυγχρονισµοί” των βρετανών στην Kύπρο και του Bενιζέλου στην Eλλάδα, πολιτικής επιβίωσης των παραµερισµένων τιµαριωτών, ιδεολογικής νοµιµοποίησης των παρακρατικών µηχανισµών και, συχνά, νοηµατοδότησης της µαρτυρικής καθηµερινότητας από τα φτωχότερα στρώµατα. Όλοι αυτοί µαζί αποµάκρυναν τον εθνικισµό από την “ορθολογική” και ωφελιµιστική κατεύθυνση που ήθελε να του δώσει ο

Bενιζέλος. “Yπάρχουν δυο τρόποι διαχειρίσεως των εθνικών ζητηµάτων”, έγραφε ο Λέων Mακκάς ενόσο κρινόταν ακόµη η τροπή των γεγονότων που περιγράψαµε. “O Kαζάζειος, δια ρητορικών ενθουσιασµών, δια φλογερών άρθρων, δια ρωµαντικών εκδηλώσεων και δια της υπευθύνου υποθάλψεως των ηρώων και µαρτύρων που θυσιάζονται εις εκατοντάδων χιλιοµέτρων απόστασιν από τον ρητορεύοντα πατριώτην ... [και αφετέρου] η µέθοδος του Bενιζέλου, η πραγµατιστική, η ορθολογιστική, δια της οποίας η σκέψις καθοδηγεί το αίσθηµα, και η οποία µε το µέτρον της δυναµικότητος και της αποτελεσµατικότητος αναµετρά την υποστήριξιν της οποίας είναι άξιοι οι ιεροί υπέρ των ελευθεριών αγώνες”.lxxv Πώς θα µπορούσε όµως αυτός ο εξιδανικευµένος ορθολογισµός να επικαλύψει το συγκινησιακό περιεχόµενο του εθνικισµού; Ίσως θα έπρεπε να συµπεράνουµε πως οι αντινοµίες κι εντέλει η ήττα του “ορθολογικού” εθνικισµού του Bενιζέλου από τις “καζάζειες” εξάρσεις Φιλελευθέρων και αντιβενιζελικώνlxxvi αναδεικνύουν ορισµένες σταθερές της ελληνικής πολιτικής ζωής, απότοκες ίσως του κυνισµού της πολιτικής και της διανοητικής νωθρότητας της πνευµατικής ελίτ, οι οποίες εκδηλώθηκαν επικίνδυνα ή και µοιραία σε στιγµές όπως το 1913-14 στη Mακεδονία, το 1919-22 στη Mικρά Aσία,lxxvii το 1931 και το 1963-74 στην Kύπρο, και τέλος µετά το 1990 µε αφορµή και πάλι τη Mακεδονία. Ίσως µάλιστα ν’ αντανακλούν επίσης µια κακοήθη λειτουργία, σ’ αυτήν τη µεριά του κόσµου και στη συγκεκριµένη ιστορική περίοδο, εθνικιστικών ιδεολογιών οι οποίες όσο περισσότερο πετυχαίνουν τους στόχους τους τόσο ασφαλέστερα προαναγγέλλουν νέους γύρους εθνικών συγκρούσεων, κάθε φορά ευρύτερων, βαθύτερων και καταστροφικότερων.

***

*

Δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύγχρονα Θέµατα 68-69 [1998]. Tην πρώτη

γραφή του κειµένου διάβασαν ο καθηγητής Πασχάλης Kιτροµηλίδης, ο Kώστας Γαγανάκης και η Δώρα Λαφαζάνη· τούς ευχαριστώ και από εδώ για τις παρατηρήσεις τους, καθώς και την Aλέκα Mπoυτζουβή για την εκδοτική της επιµέλεια. Στις σηµειώσεις που ακολουθούν µε FO παραπέµπω στα αρχεία του Foreign Office, στο Public Record Office (Kew, London).

i

Πρωία, φ. της 24.10.1931.
Eθνική Ένωσις Eλλάς (Παράρτηµα Kηφισιάς), ψήφισµα της 24.10.1931, σε

iiii

Πρωία, φ. της 25.10.1931.
iii

Σ’ αυτό το πρώτο κύµα ψηφισµάτων περιλαµβάνονταν εκείνα του

Συλλόγου Bορειοηπειρωτών, του κεντρικού διοικητικού συµβουλίου της Γενικής Συνοµοσπονδίας Eπαγγελµατιών Eλλάδος, του Συλλόγου Παναγίου Tάφου, της Oµοσπονδίας Πολεµιστών Eφέδρων Ξηράς και Θαλάσσης, της Δωδεκανησιακής Nεολαίας Aθηνών και της Oργανώσεως Kυπρίων· βλ. Πρωία, φ. της 25.10.1931.
iv

Πρωία, φ. της 25.10.1931.
Γιάννης Π. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", σε Θάνος

v

Bερέµης - O. Δηµητρακόπουλος (επιµ.), Mελετήµατα γύρω από τον Bενιζέλο και την

εποχή του. Aθήνα: Φιλιππότης 1980, σ. 276.
vi

Στο ίδιο, σ. 203. H πρώτη φορά που συζήτησαν την τύχη του νησιού ήταν, όπως έπειτα από

vii

διετή έρευνα διαπίστωσε ο αρµόδιος ερευνητής της βουλής, το 1915· ακολούθησαν µια παρεµπίπτουσα αναφορά του N. Στράτου το 1918, µια φράση του Bενιζέλου το 1920, µια απόπειρα συζήτησης το 1924 επί πρωθυπουργίας Παπαναστασίου, την οποία µαταίωσε ο τελευταίος, και τέλος µια συζήτηση περίπου µισής ώρας µετά την κυπριακή εξέγερση του 1931, µεταξύ Bενιζέλου, Παπαναστασίου και Zαβιτζιάνου (Bουλή των Eλλήνων, Tο Kυπριακό στη Bουλή των Eλλήνων, τ. A', 1915-1956, συλλογή των κειµένων και επιµέλεια Tριαντάφυλλου Γεροζήση. Aθήνα 2 1996, σ. 1-

7). Mια αναδροµή στις διπλωµατικές διαστάσεις και στην προϊστορία του ζητήµατος βλ. σε Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 174 κ.ε.
viii

Paschalis Michael Kitromilides, “The Dialectic of Intolerance: Ideological

Dimensions of Ethnic Conflict”, στο Peter Worsley - Paschalis Kitromilides, Small

States in the Modern World: The Conditions of Survival. Λευκωσία: The New Cyprus
Association 1979· του ίδιου, Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy. Studies in the

Culture and Political Thought of South-Eastern Europe. Aldershot: Hampshire,
Variorum Reprints 1994· Aδαµαντία Πόλλις, “H κοινωνική κατασκευή της εθνοτικότητας και της εθνικότητας: η περίπτωση της Kύπρου”, σ’ αυτό το τεύχος. Bλ. και την εύγλωττη παραδοχή του ίδιου του Aλέξη Kύρου προς τον Mιχαλακόπουλο για την “επιφανειακότητα” της εθνικής κίνησης στην Kύπρο, στο από 3.7.1931 έγγραφό του που αναδηµοσιεύει ο Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 272-73.
ix

Όπως τόν χαρακτηρίζει ακριβώς ο συγγραφέας της εκτενέστερης

µονογραφίας για τη στάση του στο Kυπριακό Zήτηµα: Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 173.
x

Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 183. Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 200-201, 208-

xi

209. Tο επιχείρηµα του συγγραφέα είναι γενικευτικό και κάπως αντιφατικό: “O Bενιζέλος προσπάθησε να κρατήσει το κυπριακό ζήτηµα ανοιχτό τονίζοντας µάλιστα, όποτε µπορούσε, αυτή την εκκρεµότητα. Kάθε άλλο παρά το παραµέριζε. Mόλις όµως διαπίστωνε αντιδράσεις από την βρετανική πλευρά, προσπαθούσε να ικανοποιήσει εν είδει ανταλλάγµατος άλλους στόχους της πολιτικής του για όφελος των γενικότερων ελληνικών συµφερόντων” (ό.π., σ. 228).
xii

Σ’ αυτό το κλίµα κινούνταν, λόγου χάρη, τα σχόλια των εκδοτών της

Eργασίας· βλ. ενδεικτικά τα τ. 95 [24.10.1931], τ. 96 [31.10.1931] και τ. 97
[7.11.1931], που καλούσαν κατόπιν εορτής τους κύπριους σε “Eιρηνική ανυπακοή χωρίς διατάραξιν της τάξεως” (τ. 95 [24.10.1931]).
xiii

Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 202-208. Jοhn A. Petropulos, “The Compulsory Ecxhange of Populations: Greek-

xiv

Turkish Peacemaking, 1922-1930”, Byzantine and Modern Greek Studies 2 [1976], σ. 135-161.

xv

FO 371.15237/3, Eτήσια Aναφορά για την Eλλάδα (1930), 27.1.1931·

Eλευθέριος Bενιζέλος, “H Eλληνοτουρκική εγκάρδιος συνεννόησις”. Eργασία, τ. 93 [10.10.1931].
xvi

FO 371.15237/3, Eτήσια Aναφορά για την Eλλάδα (1930), 27.1.1931· για

την υιοθέτηση “ριζοσπαστικής” τακτικής από τους κύπριους αλυτρωτιστές βλ. την από 8.1.1932 έκθεση του Aλ. Kύρου προς τον A. Mιχαλακόπουλο όπως αναδηµοσιεύεται σε Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 303, καθώς και την αφήγηση του Πικρού στο ίδιο, σ. 252-53.
xvii

Aλ. Παπαναστασίου σε Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 22.10.1931. Bλ. τα σώµατα των εν λόγω εφηµερίδων το χειµώνα του 1928· επίσης FO

xviii

371.13652/226, Lorraine προς Chamberlain, 31.12.1928/504.
xix

Ένα χρονικό κι ερµηνεία της εξέγερσης από βρετανική σκοπιά βλ. στο Sir

George Hill, A History of Cyprus. Cambridge: at the University Press 1952, σ. 545 κ.ε.. Mια αφήγηση του πρωτεργάτη της Aλ. Kύρου και στοιχεία για τις κοινωνικές εντάσεις και τη ρητορεία των εξεγερµένων βλ. σε Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 236 κ.ε.. Bλ. επίσης Δαφνής Γρηγόριος, H Eλλάς µεταξύ

δυο πολέµων, τ. B'. Aθήνα: Ίκαρος 1974., σ. 75 κ.ε., όπου όµως δεν αποδίδεται
επακριβώς η θέση του Bενιζέλου.
xx

Πρωία, φ. της 26.10.1931.
Για την Iερά Σύνοδο βλ. Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 31.10.1931.

xxi

xxii

Πρωία, φ. της 26.10.1931.
Kατά τα βρετανικά στοιχεία που παραθέτει ο Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και

xxiii

το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 278-279.
xxiv

FO 371.15235/35, Ramsay προς Marquis of Reading, 3.11.1931/530. Σχετικά

µε τα ενωτικά αιτήµατα των κυπρίων το 1930, βλ. FO 371.14385/1-55· επίσης FO 371.15233/56 κ.ε., ιδίως τις προηγούµενες των γεγονότων εµπιστευτικές αναφορές όπου ο Ramsay τάσσεται υπέρ της Ένωσης (FO 371.15233/106, Ramsay προς Sargent, 29.3.1931/ιδιωτικό κι εµπιστευτικό, και FO 371.15233/117, Ramsay προς Henderson, 13.4.1931/152) καθώς και την καταγραφή της σχετικής συζήτησής του µε τον Bενιζέλο (FO 371.15233/166, Ramsay προς Henderson, 5.6.1931/264). Eπίσης FO 371.15234 (όλος ο τόµος), FO 371.15235/1-201, FO 371.15236 (όλος ο τόµος),

xxv

Eλεύθερον Bήµα, φ. της 24.10.1931 και της 25.10.1931· Πρωΐα, φ. της

24.10.1931.
xxvi

FO 371.15234/158, Ramsay προς Marquis of Reading, 26.10.1931/514.

xxvii

Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 24.10.1931.
O Eθνικός Παµφοιτητικός Σύλλογος Aθηνών, η Eθνική Παµφοιτητική

xxviii

Ένωσις Θεσσαλονικης, η Eθνική Oργάνωσις Eφέδρων Oπλιτών Aθηνών, η Eθνική Ένωσις Eφέδρων Aξιωµατικών και δωδεκανήσιοι· βλ. Πρωΐα, φ. της 24.10.1931.
xxix

Tο δεύτερο κύµα ψηφισµάτων προερχόταν από οργανώσεις των χώρων

που αναφέρθηκαν παραπάνω (Σύλλογος Bορειοηπειρωτών, Δωδεκανησιακή Nεολαία Aθηνών, Oργάνωσις Kυπρίων, Σύλλογος Παναγίου Tάφου, Kοινή Aλυτρώτων και Προσφύγων Eπιτροπεία, Θρακικό Kέντρο, Oµοσπονδία Πολεµιστών Eφέδρων Ξηράς και Θαλάσσης, Σύνδεσµος Eφέδρων Oπλιτών Xωροφυλακής, Σύνδεσµος Eφέδρων Aξιωµατικών Mακεδονίας, Πανεφεδρική Ένωσις Aγωνιστών B. Eλλάδος, Ένωσις Eφέδρων Yπαξιωµατικών Mακεδονίας Θράκης, Σύνδεσµος Aξιωµατικών Θυµάτων Πολέµου, Γενική Συνοµοσπονδία Aναπήρων και Θυµάτων Πολέµου, Oµοσπονδία Eλλήνων Φοιτητών), αλλά και από το Aγροτικό Kόµµα καθώς και από διοικήσεις επαγγελµατικών ενώσεων όπως ήταν η Πανελλήνιος Aστική Ένωσις Kτηµατιών και η Γενική Συνοµοσπονδία Eπαγγελµατιών Eλλάδος. Mαζί τους κινητοποιήθηκε η Eθνική Ένωσις Eλλάς, την οποία θα ξανασυναντήσουµε παρακάτω. Bλ. Πρωία, φ. της 25, της 26, της 28 και της 30.10.1931. Συνδέσµου Eνώσεως.
xxx

Eθνική Ένωσις Eλλάς (Παράρτηµα Kηφισιάς), ψήφισµα της 24.10.1931, σε

Πρωία, φ. της 25.10.1931.
xxxi

Πρωία, φ. της 28.10.1931· Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 28.10.1931. Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 26.10.1931. Πρωία, φ. της 28.10.1931. H εφηµερίδα αυτή, µολονότι τοποθετούνταν

xxxii

xxxiii

στο χώρο της “σοβαρής” δεξιάς και στήριζε το Λαϊκό Kόµµα, κάλυπτε σταθερά κι επιδοκιµαστικά τις δραστηριότητες της EEE.
xxxiv

Tον ίδιο καιρό, λόγου χάρη, η αριστερών τάσεων Φοιτητική Συντροφιά

Θεσσαλονίκης κατηγορούσε την EEE και την EΠE πως σε συνεργασία µε την ασφάλεια κατέσχαν προκηρύξεις, συλλάµβαναν φοιτήτριες κι έδερναν φοιτητές

απειλώντας “Θα σκοτώσουµε όλους τους συντροφιάδες, όλους τους αριστερούς, όλους τους µπολσεβίκους”. Bλ. Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 31.10.1931.
xxxv

Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 8.11.1931. Πρωία, φ. της 2.11.31. Πρωία, φ. της 2 και της 3.11.31.
FO 371.15235/53, Ramsay προς Marquis of Reading, 6.11.1931/539.

xxxvi

xxxvii

xxxviii

xxxix

Tο Eθνικόν Σωµατείον Mακεδονοµάχων “Παύλος Mελάς”, το Eθνικόν

Σώµα των Παλαιών Πολεµιστών, η Ένωσις Tραυµατιών Aναπήρων Πολέµου, η Eθνική Παµφοιτητική Ένωσις, η Hνωµένη Aντικοµµουνιστική Παράταξις, οι Eθνικές Λεγεώνες, οι “οπλίτες χωροφυλακής” και το Bυζαντινόν Ξίφος. Yπήρχαν τέλος οργανώσεις που δυσκολεύονταν να διαλέξουν στρατόπεδο, όπως ο Σύνδεσµος Yπαιθρίων Mικροπωλητών ο οποίος κάλεσε τα µέλη του να συγκεντρωθούν νωρίτερα στα γραφεία του ώστε να πάνε εν σώµατι σ’ ένα από τα δυο µνηµόσυνα: βλ. Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 7.11.1931.
xl

FO 371.15235/173, H. G. Chick (γενικός πρόξενος Θεσσαλονίκης) προς

Ramsay, 11.11.1931/41.
xli

Oι προέδροι του δικηγορικού, του ιατρικού και του φαρµακευτικού

συλλόγου, της οµοσπονδίας επαγγελµατιών και της ένωσης συντακτών, καθώς κι εκπρόσωποι των έφεδρων αξιωµατικών της Mακεδονίας, των έφεδρων υπαξιωµατικών της Mακεδονίας και της Θράκης, της Eθνικής Eνώσεως Eλλάς, της Eθνικής Παµφοιτητικής Eνώσεως, των απόστρατων αξιωµατικών, των ανάπηρων πολέµου και της Λαϊκής Eπιτροπής Aγώνος Kυπρίων. Bλ. Eφηµερίς των

Bαλκανίων, φ. της 1.11.1931· FO 371.15235/53, Ramsay προς Marquis of Reading,
6.11.1931/539. Για τα µνηµόσυνα της 8ης Nοεµβρίου βλ. FO 371.15235/173, H. G. Chick (γενικός πρόξενος Θεσσαλονίκης) προς Ramsay, 11.11.1931/41. Για τα επεισόδια που σηµειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη βλ. την αναφορά του βρετανού προξένου στο FO 371.15234/271 κ.ε. και σε FO 371.15235/35, Ramsay προς Marquis of Reading, 3.11.1931/530.
xlii

Bλ. ενδεικτικά Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 31.10.1931, της 5, 6,

11.11.1931· Πρωΐα, φ. της 31.10.1931, της 5, 6, 11, 20.11.1931.

xliii

Στις σχετικές αναλύσεις του Παπαναστασίου και του Mάλαινου

αναφέροµαι στη διδακτορική διατριβή µου, O Aλέξανδρος Παπαναστασίου και η

εποχή του: αντινοµίες του µεταρρυθµιστικού σοσιαλισµού. Aθήνα 1998, σ. 488 κ.ε..
xliv

Bλ. την ιδρυτική Προκήρυξη της Kεντρικής επί του Kυπριακού Eπιτροπής

στην Πρωία, φ. της 30.10.1931. Mετείχαν επίσης ο τέως πρόεδρος της Δηµοκρατίας Παύλος Kουντουριώτης, ο Θρασύβουλος Πετµεζάς, ο Φίλιππος Δραγούµης, ο Kωνσταντίνος Mαζαράκης Aινιάν, ο Kωστής Παλαµάς, ο Iωάννης Pάλλης, ο Iωάννης Θεοτόκης, ο Tίµος Hλιόπουλος, ο Aλέξανδρος Kορυζής, ο Σπύρος Λοβέρδος και ο Iωάννης Mεταξά.
xlv

H αγόρευσή του λίγο αργότερα, στη σχετική κοινοβουλευτική συζήτηση,

ήταν χαρακτηριστικό δείγµα ανευθυνότητας. Aφού δήλωσε προεισαγωγικά πως "το Kυπριακόν ζήτηµα είναι ζήτηµα εσωτερικόν της Kύπρου και της κυριάρχου δυνάµεως", ώστε να µη θίξει ευθεως τους βρετανούς, και διακρίνοντας πάντοτε στο λόγο του µεταξύ "Eλληνικού" και "Kυπριακού" λαού, προέτρεπε τον τελευταίο να συνεχίσει την εξέγερση: “όταν παρόµοιοι αγώνες εγένοντο εν τη ιστορία οι λαοί υπεβλήθησαν εις τας βαρυτέρας των θυσιών, αίτινες όµως δεν απηρτίζοντο από πλατωνικάς ευχάς και είναι βεβαιωµένον ότι όσον αι θυσίαι ήσαν σοβαρώτεραι τόσον και τα αποτελέσµατα ήσαν ταχύτερα και ευχάριστα” (K. Zαβιτζιάνος,

Eφηµερίς των Συζητήσεων της Bουλής, συνεδρίασις 3η της 19ης Nοεµβρίου 1931).
xlvi

Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 22.10.1931. Πρωία, φ. της 31.10.1931.
Στο µνηµόσυνο αυτό είχαν καλέσει κυπριακές και βορειοηπειρωτικές

xlvii

xlviii

οργανώσεις, ο Eθνικός Παµφοιτητικός Σύλλογος, η Eθνική Ένωσις Eφέδρων Aξιωµατικών “O Yψηλάντης” και η Πανελλήνιος Aστική Ένωσις Kτηµατιών. Bλ.

Πρωία, φ. της 31.10.1931.
xlix

Eφηµερίς των Bαλκανίων, φ. της 31.10.1931.

l

Πρωία, φ. της 1.11.1931. Πρωία, φ. της 2.11.1931.
FO 371.15235/53, Ramsay προς Marquis of Reading, 6.11.1931/539.

li

lii

liii

Πρωία, φ. της 3, 4, 6, 7 και 8.11.1931.

liv

Πρωία, φ. της 3 και της 8.11.1931. Πρωία, φ. της 7.11.1931. Πρωία, φ. της 8 και της 10.11.1931. Πρωία, φ. της 10 και της 11.11.1931. Πρωία, φ. της 11.11.1931.

lv

lvi

lvii

lviii

lix

Πρωία, φ. της 11 και της 12.11.1931. Πρωία, φ. της 12.11.1931. Πρωία, φ. της 13.11.1931.
FO 371.15235/59, Ramsay προς John Simon, 7.11.1931/541, µυστικό. Bλ. όσα παραθέτει ο Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα",

lx

lxi

lxii

lxiii

ό.π., σ. 269 κ.ε..
lxiv

Πρόκειται µάλλον για τον Λανίτη, στον οποίο όντως ο Bενιζέλος εξήγησε

στις αρχές Oκτωβρίου “ότι η πολιτική την οποίαν υποστηρίζει είνε ανόητος” (επιστολή Bενιζέλου προς Mιχαλακόπουλο, 23.10.1931, όπως παρατίθεται σε Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 307).
lxv

FO 371.15235/59, Ramsay προς John Simon, 7.11.1931/541, µυστικό. Στην

ίδια συζήτηση ο Bενιζέλος υπενθύµισε στον Pάµσαιη ορισµένα γεγονότα τα οποία φωτίζουν εν µέρει το σκεπτικό της προσεκτικής στάσης του. H Bρετανία, είπε, δεν είχε προσφέρει µόνον το 1915 την Kύπρο στην Eλλάδα, όπως πιστευόταν. Tην ίδια πρόταση του είχε απευθύνει ο Λόυδ Tζωρτζ, εν αγνοία του Γκραίη, στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Δεκέµβριο του 1912 ή Iανουάριο του 1913), ζητώντας ως αντάλλαγµα δικαίωµα να χρησιµοποιεί σε περίπτωση πολέµου τον κόλπο του Aργοστολιού - και ο Bενιζέλος είχε τότε δεχτεί. Eπίσης στα µέσα Φεβρουαρίου του 1930, όταν τόν επισκέφτηκε επιστρέφοντας από την Kύπρο ο αντιπλοίαρχος Kενγουώρθυ, του είπε πως το Eργατικό Kόµµα ήταν πρόθυµο να δώσει την Kύπρο στην Eλλάδα, αλλά οι στρατιωτικοί ειδήµονες διαφωνούσαν για στρατηγικούς λόγους. O Bενιζέλος απάντησε πως ήταν πρόθυµος να παραδώσει στους άγγλους πλήρη εδαφική κυριαρχία στην Aµµόχωστο, ή σε οποιαδήποτε άλλη τοποθεσία θεωρούσαν καταλληλότερη, µε ενδοχώρα για οχυρωµατικά έργα, στρατώνες, αεροδρόµια και ό,τι άλλο ήθελαν να εγκαταστήσουν, εάν εκείνοι έδιναν στην

Eλλάδα το υπόλοιπο νησί. O Kενγουώρθυ απάντησε πως έτσι θ’ αποµάκρυναν και το τελευταίο εµπόδιο και πως το µόνο που ήθελε να ξέρει ήταν αν ήταν έτοιµος ο Bενιζέλος ν’ αποδεχτεί την προσφορά, εάν του τήν έκαναν επίσηµα, οπότε ο Bενιζέλος απάντησε “Kάντε την και θα δείτε”. O Bενιζέλος διαπίστωνε πως αυτή η προσφορά είχε ήδη ακυρωθεί και πως “τώρα που χρησιµοποίησαν βία, κάθε ελπίδα για ένωση της Kύπρου µε την Eλλάδα, η οποία ειδάλλως δεν θ’ αργούσε πολύ, έπρεπε να εγκαταλειφθεί για αρκετά χρόνια, ώσπου ο κόσµος να ξεχάσει αυτά τα γεγονότα”. Bλ. FO 371.15235/70, Ramsay προς Sargent, 7.11.1931/προσωπικό και µυστικό. Tο µνηµόνιο που συνέταξε ο Bενιζέλος για την ίδια συνοµιλία βλ. στο Γ. Πικρός, "O Bενιζέλος και το Kυπριακό Zήτηµα", ό.π., σ. 180 κ.ε..
lxvi

FO 371.15235/105, Ramsay προς Simon, 11.11.1931/555 · FO 371.15235/108,

Ramsay προς Simon, 10.11.1931/558 · FO 371.15235/126, Ramsay προς Simon, 13.11.1931/562 · FO 371.15235/132, Ramsay προς Simon, 12.11.1931/563.
lxvii

Eλ. Bενιζέλος, Eφηµερίς των Συζητήσεων της Bουλής, συνεδρίασις 2α της

18ης Nοεµβρίου 1931 · Aλ. Παπαναστασίου, Eφηµερίς των Συζητήσεων της Bουλής, συνεδρίασις 3η της 19ης Nοεµβρίου 1931· Πρωία, φ. της 19.11.31. Bλ. και FO
371.15236/1-9.
lxviii

A.N., “Aι εκδηλώσεις υπέρ της Kύπρου”. Eργασία, τ. 98 [14.11.1931].

lxix

FO 371.15236/25, Ramsay προς Simon, 20.11.1931/573 · FO 371.15236/181,

Ramsay προς Simon, 16.12.1931/612.
lxx

FO 371.15236/184, Ramsay προς Simon, 12.12.1931/606. FO 371.15958/204, Ramsay προς Simon, 4.3.1932/90. Για τη συνέχεια του

lxxi

θέµατος των µητροπολιτικών διαβατηρίων βλ. FO 371.16772/192-206.
lxxii

FO 371.15958/246, Ramsay προς Simon, 8.6.1932/272 · FO 371.15957/78,

Rennie Smith προς Eden, 5.8.1932/προσωπικό.
lxxiii

FO 371.15971/113, Cavendish-Bentinck προς Simon, 28.9.1932/480· FO

371.15957/83, Cavendish-Bentinck προς Simon, 16.9.1932/457.
lxxiv

Charles Roig, La Grammaire politique du Lénine. Lausanne: l’ Age d’

Homme 1980· Mark Mazower, Dark Kontinent: Europe’s Twentieth Century. Harmondsworth: Allen Lane, The Penguin Press.
lxxv

Λέων Mακκάς, “Tο κυπριακόν όνειρον”. Eργασία, τ. 96 [31.10.1931].

lxxvi

Ποιός ήταν λοιπόν αυτός ο περίφηµος Kαζάζης; βλέπε το πρόσφατο έργο

του Γιώργου Kόκκινου, O πολιτικός ανορθολογισµός στην Eλλάδα. Tο έργο και η

σκέψη του Nεοκλή Kαζάζη (1849-1936). Aθήνα: Tροχαλία 1996.
lxxvii

Όσον αφορά το 1913-14 βλ. Σπύρος Mαρκέτος, "H ενσωµάτωση της

σεφαραδικής Θεσσαλονίκης στην Eλλάδα: το πλαίσιο, 1912-1914". Aνακοίνωση στο διήµερο του Iδρύµατος Πολιτισµού και Παιδείας της Σχολής Mωραΐτη "O ελληνικός εβραϊσµός", Aθήνα 3-4 Aπριλίου 1998 (υπό έκδοση). Για το 1919-22 βλ. το Πέµπτο Kεφάλαιο, “H αριστερά και ο πόλεµος”, της διδακτορικής διατριβής µου που ανέφερα παραπάνω.

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...