This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?

(Πηγές, διεθνές και κοινοτικό δίκαιο εθνικό δίκαιο - νομολογία - δικαστική προστασία)
Χαρίκλειας Αθανασοπούλου,
Δ.Ν., Δικηγόρου,
Ειδικής Επιστήμονος
στο Συνήγορο του Πολίτη
1. Πηγές - Επίδραση διεθνών περιβαλλοντικών κειμένων (Διακηρύξεις για την
προστασία του περιβάλλοντος)
1α. Διακήρυξη της Στοκχόλμης του 1972
Η Διακήρυξη της Στοκχόλμης έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία περιβαλλοντικών
θεσμών και αποτέλεσε τον πυρήνα ενός ουσιαστικού διεθνούς δικαίου στο τομέα του
περιβάλλοντος.
Η Διακήρυξη της Στοκχόλμης περιλαμβάνει 26 αρχές
Σημαντικές αρχές αποτελούν οι εξής:
1η) γενική υποχρέωση του ανθρώπου να προστατεύει και να βελτιώνει το περιβάλλον
για τις παρούσες και τις μελλοντικές γενεές
8η) η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση υγιούς
περιβάλλοντος
21η) Τα κράτη έχουν το κυρίαρχο δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τους δικούς τους
φυσικούς πόρους και να πράττουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι δραστηριότητες που
ασκούνται στα όρια της δικαιοδοσίας τους να μην προκαλούν ζημία στο περιβάλλον
άλλων κρατών
1β . Διακήρυξη του Ρίο ντε Τζανέιρο του 1992
Νέο πλαίσιο - η περιβαλλοντική παράμετρος λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με την
οικονομική ανάπτυξη (27 αρχές)
1
Σημαντικές αρχές:
4η) καθιέρωση της αειφόρου ανάπτυξης για την προστασία του περιβάλλοντος
7η) καθιέρωση διεθνούς συνεργασίας για τη προστασία του περιβάλλοντος και την
αποκατάσταση του οικοσυστήματος της γης
15η) αρχή της προφύλαξης
16η) αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»
1γ. Παγκόσμια Διάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ του 2002
-
Σταθμό στην σύγχρονη προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης αποτέλεσε η
παγκόσμια Διάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ του έτους 2002, η οποία διεύρυνε
την έννοια της ανάπτυξης πέραν των αρχών που διατυπώθηκαν στις δύο
προηγούμενες διακηρύξεις της Στοκχόλμης και του Ρίο ντε Τζανέιρο.
-
Στη Διάσκεψη αυτή διατυπώθηκε η θέση ότι η μακροχρόνια αποτελεσματική
ανάπτυξη, τόσο για τις αναπτυγμένες, όσο και για τις αναπτυσσόμενες χώρες,
πρέπει να βασίζεται σε τρεις διακριτούς πυλώνες:
-
τη προστασία του περιβάλλοντος,
-
την οικονομική ανάπτυξη και
-
την κοινωνική συνοχή τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Ουσιαστικά προωθείται η αντίληψη ότι η βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να ενσωματωθεί
σε όλες τις πολιτικές τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο1.
Γίνεται λοιπόν ειδική μνεία
-
στη βιώσιμη διαχείριση των δασών,
-
στη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και τη προστασία των
οικοσυστημάτων,
-
στην πολιτική που ακολουθείται στις κλιματικές αλλαγές,
-
στη μείωση της χρήσης και παραγωγής των χημικών ουσιών που είναι
επιβλαβείς για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον και
-
στη διαχείριση των αλιευτικών αποθεμάτων2.
1δ. Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Κανκούν 29/11-10/12.2010
1
2
http://old.mfa.gr/print/greek/foreign_policy_/environmental/bio.html.
http://old.mfa.gr/print/greek/foreign_policy_/environmental/bio.html.
2
Η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα στο Κανκούν του Μεξικού κατέληξε σε
συμφωνία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Οι κυβερνήσεις
συμφώνησαν σε ένα πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση του φαινομένου του
θερμοκηπίου, μεταξύ των οποίων είναι η δημιουργία ενός ετήσιου «πράσινου
ταμείου» ύψους 100 δισ. δολαρίων μέχρι το 2020. Επίσης, οι συμμετέχοντες στη
Διάσκεψη συμφώνησαν πως πρέπει να μειωθεί η μέση παγκόσμια θερμοκρασία κατά
τουλάχιστον 2 βαθμούς Κελσίου. Μολονότι η διεθνής κοινότητα ανέβαλε τις
διαπραγματεύσεις που αφορούν στη διάδοχη συμφωνία του πρωτοκόλλου του Κιότο,
η Greenpeace έκανε λόγο για ενθαρρυντικά μηνύματα, τονίζοντας ότι το αποτέλεσμα
της διάσκεψης ξεπέρασε τις προσδοκίες.
Η επιτυχία της Διάσκεψης βασίζεται στην δέσμευση για μείωση των εκπομπών κατά
25-40% έως το 2020, στην διατήρηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας με αύξηση
τουλάχιστον μέχρι 2ο C., στην δημιουργία κανόνων για την μέτρηση, επαλήθευση και
δημοσιοποίηση των προσπαθειών μείωσης των εκπομπών, στην δημιουργία ενός
παγκόσμιου πράσινου ταμείου, στον περιορισμό της αποδάσωσης και μια σειρά
ανάλογων αποφάσεων.
Οι ΗΠΑ εξακολούθησαν να επιμένουν στην άρνησή τους να ενωθούν με τον
υπόλοιπο βιομηχανικό κόσμο στο Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο προέβλεπε
μέτριες μειώσεις εκπομπών από τα πλουσιότερα έθνη, και του οποίου οι δεσμεύσεις
αποπνέουν το 2012. Όπως ανέφεραν, το Κιότο θα έβλαπτε την οικονομία τους, ενώ
απάλλασσε από τις απαιτούμενες δεσμεύσεις τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως
την Κίνα και την Ινδία.
Αλλά, εκτός από τις ΗΠΑ, και η Ιαπωνία δήλωσε πως δεν επιθυμεί την επέκταση του
Πρωτοκόλλου του Κιότο, δηλαδή περαιτέρω περικοπές εκπομπών που προκαλούν το
φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ ο Καναδάς και η Ρωσία προστέθηκαν στο γκρουπ
των κρατών που τάσσεται κατά της επέκτασής του μετά το 2012, οπότε και εκπνέει η
ισχύς του. Πρόοδος καταγράφεται στο κομμάτι της χρηματοδότησης των φτωχότερων
κρατών, με ένα ποσό της τάξης των 100 δισ. δολαρίων ετησίως έως το 2020, από ένα
«πράσινο ταμείο» που θα χρηματοδοτείται από τα πλουσιότερα έθνη.
1ε. Διεθνείς συμβάσεις
3
Εκτός από τα κείμενα των διεθνών διακηρύξεων, το διεθνές δίκαιο περιβάλλοντος
έχει συμβατική προέλευση, καθώς τα τελευταία τριάντα έτη έχουν συναφθεί πλέον
των 300 διεθνών συμβάσεων σε ειδικότερους τομείς της προστασίας του
περιβάλλοντος. Από τις πιο σημαντικές διεθνείς συμβάσεις μπορούν να θεωρηθούν: η
Σύμβαση Ραμσάρ με την οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά η ανάγκη προστασίας
των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων και υγροβιοτόπων (1971)3, η Σύμβαση της
Ουάσιγκτον (CITES) για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων ειδών άγριας πανίδας
και χλωρίδας (1973)4, η Συνθήκη για τη διασυνοριακή μεταφορά της ρύπανσης της
ατμόσφαιρας σε μεγάλες αποστάσεις της Γενεύης (1979)5, η Σύμβαση των Ηνωμένων
Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του Montego Bay (1982)6, η Σύμβαση για τη
προστασία της στοιβάδας του όζοντος της Βιέννης (1985)7, η Σύμβαση του Ρίο ντε
Τζανέιρο για την προστασία της βιοποικιλότητας (1992)8, η Σύμβαση πλαίσιο για τις
κλιματικές αλλαγές της Νέας Υόρκης (1992)9, η Σύμβαση για την καταπολέμηση της
απερήμωσης στις χώρες εκείνες που αντιμετωπίζουν σοβαρή ξηρασία ή και
απερήμωση ιδιαίτερα στην Αφρική των Παρισίων (1994)10, καθώς και το
Πρωτόκολλο του Κυότο για τις κλιματικές αλλαγές (1997)11 κα.
Οι εν λόγω διεθνείς συμβάσεις επικυρώνονται συνήθως με νόμο και αποτελούν εν
συνεχεία μέρος του εθνικού δικαίου, βάσει διατάξεως του Συντάγματος. Ειδικότερα,
σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος: «Οι γενικά
παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την
επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς,
αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από
κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου». Συνάγεται, ως κε τούτου, ότι το διεθνές δίκαιο
υπερέχει έναντι των κοινών νόμων και συνεπώς οι διεθνείς περιβαλλοντικές
συμβάσεις υπερέχουν έναντι αντίθετης εθνικής νομοθεσίας.
3
Επικυρώθηκε με το ΝΔ 191/1974, (ΦΕΚ Α 350).
Επικυρώθηκε με το Ν. 2055/1992, (ΦΕΚ Α 105).
5
Επικυρώθηκε με τον Ν. 1374/1983, (ΦΕΚ Α 91).
6
Επικυρώθηκε με το Ν.2321/1995, (ΦΕΚ Α 130).
7
Επικυρώθηκε με το Ν.1818/1988, (ΦΕΚ Α 253).
8
Επικυρώθηκε με το Ν. 2204/1994 (ΦΕΚ Α 60).
9
Επικυρώθηκε με το Ν. 2205/1994 (ΦΕΚ Α 60).
10
Επικυρώθηκε με τον Ν.2468/1997 (ΦΕΚ Α 32).
11
Με την υπ’ αριθμ. 2002/358/ΕΚ απόφαση του Συμβουλίου της 25-04-2002 ενεκρίθη από την
Ευρωπαϊκή Κοινότητα το Πρωτόκολλο του Κυότο για τις κλιματικές μεταβολές και την από κοινού
τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων. Το Πρωτόκολλο επικυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις
31.05.2002 και ετέθη σε ισχύ στις 16.02.2005 μετά την επικύρωσή του εκ μέρους της Ρωσίας.
Ενσωματώθηκε δε στο κοινοτικό δίκαιο με τις οδηγίες 2003/87/ΕΚ και 2004/101/ΕΚ.
4
4
1στ. Αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης
Υπόθεση Gabcikovo-Nagymaros
Η υπόθεση Gabcikovo-Nagymaros αφορούσε επίδικη διαφορά μεταξύ Ουγγαρίας και
Σλοβακίας για τη κατασκευή και λειτουργία ενός συστήματος ρύθμισης της στάθμης
των υδάτων στο ποταμό Δούναβη βάσει συμφωνίας του έτους 1977 που δέσμευε τις
δύο χώρες. Σκοπός του έργου ήταν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η βελτίωση
της ναυσιπλοΐας σε ένα τμήμα του Δούναβη και η προστασία των παρόχθιων
περιοχών από πλημμύρες. Το έτος 1989, η Ουγγαρία αποφάσισε να διακόψει το έργο,
κυρίως για λόγους που σχετίζονταν με τις επιβλαβείς οικολογικές συνέπειες του
έργου. Η Σλοβακία, ωστόσο, προχώρησε τις εργασίες που είχε αναλάβει και
επιχείρησε να συνεχίσει το έργο σύμφωνα με μία εναλλακτική λύση που
προβλεπόταν από τη συμφωνία του έτους 1977 και η οποία περιελάμβανε τη
μονομερή εκτροπή των υδάτων του ποταμού και στην επικράτειά της και την
κατασκευή υδατοφράγματος.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση των κρατών να λαμβάνουν υπόψη τις
περιβαλλοντικές αρχές όχι μόνο όταν συνάπτουν μία νέα διεθνή συνθήκη ή όταν
αναπτύσσουν μία νέα δραστηριότητα, αλλά και όταν εφαρμόζουν υφιστάμενες
συμφωνίες και υποχρεώσεις, καθώς και όταν αναπτύσσουν δραστηριότητες που
έχουν ξεκινήσει στο παρελθόν. Στην εν λόγω απόφαση έγινε για πρώτη φορά
αναφορά στην έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, το Δικαστήριο στηρίχθηκε
στην επιχειρηματολογία του περισσότερο στο συμβατικό δίκαιο μεταξύ των δύο
διαδίκων μερών και λιγότερο στις αρχές του δικαίου του περιβάλλοντος.
Υπόθεση Pulp Mills
Η υπόθεση αυτή εισήχθη προς εκδίκαση το έτος 2006 και αφορούσε τη κατασκευή
και λειτουργία δύο βιομηχανικών μονάδων επεξεργασίας χαρτοπολτού στο ποταμό
Ουρουγουάη, θέτοντας περαιτέρω ζητήματα σχετικά με την βιώσιμη ανάπτυξη και τη
σύγκρουση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και προστασίας του περιβάλλοντος. Η
διαφορά αυτή προέκυψε μεταξύ Αργεντινής και Ουρουγουάης.
Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2010. Σε ό,τι αφορά τις
παραβιάσεις ουσιαστικών υποχρεώσεων της διμερούς συμφωνίας, η Αργεντινή
ισχυριζόταν ότι η Ουρουγουάη παραβίασε την υποχρέωση συνεισφοράς στην
καλύτερη δυνατή και ορθολογική χρήση του ποταμού, την υποχρέωση προώθησης
5
μέτρων, προκειμένου να μην αλλοιωθεί η οικολογική ισορροπία και την υποχρέωση
πρόληψης της ρύπανσης και διαφύλαξης του υδάτινου περιβάλλοντος. Η
Ουρουγουάη αντέταξε ότι δεν είχε παραβιάσει καμία υποχρέωση της, καθώς τα έργα
κατασκευής και λειτουργίας των μονάδων επεξεργασίας χαρτοπολτού ήταν καθ’ όλα
σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους και τους κανονισμούς και τις διεθνώς
αναγνωρισμένες προδιαγραφές περί βέλτιστης διαθέσιμης τεχνολογίας.
Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Ουρουγουάη δεν παραβίασε τις ουσιαστικές
υποχρεώσεις της, που απορρέουν από τη συμφωνία του έτους 1975, καθώς και από το
γενικό εθιμικό διεθνές δίκαιο. Τα επιχειρήματα της Αργεντινής θα ήταν πιο ισχυρά
εάν είχε αποδείξει ότι η κατασκευή και λειτουργία των δύο μονάδων επεξεργασίας
χαρτοπολτού θα μόλυνε τα ύδατα του ποταμού και θα προκαλούσε περιβαλλοντική
ζημία στις παρακείμενες περιοχές και στα νόμιμα συμφέροντά της. Το Δικαστήριο
κατέληξε ότι η δήλωσή του περί παραβιάσεως των διαδικαστικών υποχρεώσεων εκ
μέρους της Ουρουγουάης συνιστά το κατάλληλο μέσο επανόρθωσης της
αδικοπραξίας.
2. Βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος
2α. Άρθρα της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)12 και άρθρα της
Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)13 – πρωτογενές
κοινοτικό δίκαιο
άρθρο 3 (πρώην 2 της ΣΕΚ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) παρ. 3:
«Η Ένωση εγκαθιδρύει εσωτερική αγορά. Εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της
Ευρώπης με γνώμονα της ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των
τιμών, τη άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς, με στόχο την πλήρη
απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο, και το υψηλό επίπεδο προστασίας και
βελτίωσης του περιβάλλοντος…»
12
Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) είναι η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που υπεγράφη στο
Μάαστριχτ, στις 07/02/1992 και τέθηκε σε ισχύ την 1 η/11/1993, όπως η Συνθήκη αυτή τροποποιήθηκε
και συμπληρώθηκε μέχρι σήμερα με τη Συνθήκη της Λισαβώνας.
13
Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι η Συνθήκη περί ιδρύσεως της
Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Συνθήκη της Ρώμης), που υπεγράφη στις 25/03/1957 και τέθηκε σε ισχύ από
την 1η/01/1958, όπως η Συνθήκη αυτή τροποποιήθηκε πολλές φορές, συμπληρώθηκε και
μετονομάστηκε από τότε έως σήμερα με διάφορες Συνθήκες, και πρόσφατα με τη Συνθήκη της
Λισαβώνας.
6
άρθρο 3 (πρώην 2 της ΣΕΚ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) παρ. 5:
«…Συμβάλλει στην ειρήνη, την ασφάλεια, την αειφόρο ανάπτυξη του πλανήτη….στην
εξάλειψη της φτώχειας….».
άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) :
Οι συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών – μελών αφορούν τους
εξής κύριους τομείς : …α) την εσωτερική αγορά β) την κοινωνική πολιτική, για τις
πτυχές που καθορίζονται στην παρούσα Συνθήκη…δ) την γεωργία και την αλιεία, με
την εξαίρεση της διατήρησης των βιολογικών πόρων της θάλασσας ε) το περιβάλλον …
στ) την προστασία των καταναλωτών….θ) την ενέργεια..».
άρθρο 6 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) : «Η
Ένωση έχει αρμοδιότητα να αναλαμβάνει δράσεις για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή
να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών. Οι εν λόγω τομείς δράσης είναι, στην
ευρωπαϊκή τους διάσταση: α) η προστασία και η βελτίωση της ανθρώπινης υγείας…στ)
η πολιτική προστασία…».
άρθρο 191-1 της ΣΛΕΕ (πρώην 174-1 της Συνθήκης ΕΚ): Η πολιτική της Κοινότητας
στο τομέα του περιβάλλοντος επιδιώκει τους εξής στόχους:
α) διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος
Ο πρώτος στόχος ως προς την διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του
περιβάλλοντος δεν περιορίζεται καθαρά στο πλαίσιο των ορίων των κρατών-μελών
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης
αλλά
περιλαμβάνει
οποιαδήποτε
προβλήματα
διασυνοριακής τυχόν ζημίας και εκτός των ορίων και συνόρων της Ένωσης.
Σύμφωνα με αυτό το στόχο, η βελτίωση του περιβάλλοντος εισάγει μία νέα δυναμική
αντιμετώπιση που αντιστοιχεί στους νέους σκοπούς της Κοινότητας. Η έννοια του
περιβάλλοντος δεν είναι καθορισμένη, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος και
σταθερός όρος, αλλά διαμορφώνεται σε γενικές γραμμές τόσο στο κοινοτικό επίπεδο
όσο και στα εθνικά επιμέρους δίκαια, με ευρύτερο και ελαστικό περιεχόμενο14.
14
Χ. Αθανασοπούλου, Οικονομική ελευθερία και προστασία του περιβάλλοντος (Σύγχρονες
προοπτικές σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, από την GATT στον ΠΟΕ), εκδόσεις Σάκκουλα
Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2002, σ. 19.
7
β) προστασία της υγείας του ανθρώπου
Ο δεύτερος στόχος, που αφορά την υγεία του ανθρώπου, προσδίδει μία προσωποπαγή
διάσταση της προστασίας του περιβάλλοντος και οδηγεί σε σκέψεις καθιέρωσης του
δικαιώματος προς ένα υγιές περιβάλλον, προς ένα ατομικό δικαίωμα του κάθε πολίτη
για την προστασία της υγείας του και της σωματικής του ακεραιότητας από
επιβλαβείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις και προκλήσεις οικολογικών καταστροφών.
Η προστασία της υγείας του ανθρώπου έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί τα αποτελέσματα
της ποιότητας του περιβάλλοντος αντανακλούν στην υγεία, ενώ παράλληλα,
σχετίζεται άμεσα με την ενεργοποίηση της κοινοτικής πολιτικής στο κοινωνικό πεδίο
(domaine social). Αυτές οι εξαγγελίες είναι ήδη γνωστές από την διακήρυξη της
Στοκχόλμης, η οποία αναγνωρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου με
προϋποθέσεις για μία ικανοποιητική ζωή σε ένα περιβάλλον του οποίου η ποιότητα
επιτρέπει στον άνθρωπο να ζει με αξιοπρέπεια και με ευημερία15.
γ) συνετή και ορθολογική χρήση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων
Ως προς τον τρίτο στόχο της πολιτικής της Κοινότητας, υπάρχει διάκριση της έννοιας
του περιβάλλοντος και αυτής των φυσικών πόρων. Θεωρείται λοιπόν ότι η
ορθολογική αξιοποίηση των φυσικών πόρων συμβάλλει στην προσπάθεια
αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πέρα
από τα όρια της Κοινότητας, με ιδιαίτερη βαρύτητα στην αντιμετώπιση των
οικολογικών καταστροφών. Στο άρθρο 2 της διακήρυξης της Στοκχόλμης
απαριθμούνται ως φυσικοί πόροι ο αέρας, τα ύδατα, η γη, η πανίδα και η χλωρίδα16.
Οι τρεις παραπάνω αρχές, όπως έχουν διατυπωθεί, αποτελούν αντικείμενο της
κοινοτικής δράσης ήδη από το πρώτο πρόγραμμα στο τομέα του περιβάλλοντος από
το 1973. Πρόκειται για αρχές αναγνωρισμένες στα περισσότερα κράτη-μέλη, οι
οποίες αποτελούν επίσης περιεχόμενο πολλών συμφωνιών με διεθνή χαρακτήρα17.
δ) προώθηση σε διεθνές επίπεδο μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή
παγκοσμίων προβλημάτων και ιδίως τη καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ιδιαίτερη σημασία στη συνεργασία με άλλες ενώσεις ή
διεθνείς οργανισμούς για την επίλυση σε διμερές, περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο,
Διακήρυξη της Στοκχόλμης 1972, 1η αρχή.
Διακήρυξη της Στοκχόλμης 1972, αρχή 2.
17
P. Kromarek, Commentaire de l’Acte Unique Européen en matière d’environnement, Revue
Juridique de l’Environnement (RJE) 1988, σ. 78-79.
15
16
8
των μεγάλων περιβαλλοντικών προβλημάτων και καταστροφών. Ως νομική
υπερεθνική οντότητα λαμβάνει μέρος σε διαπραγματεύσεις σε διεθνές επίπεδο για τη
σύνταξη διεθνών συμφωνιών και συμβάσεων που έχουν ως στόχο τη διαφύλαξη και
προστασία της ποιότητας του περιβάλλοντος, καθώς και την αποφυγή οικολογικών
καταστροφών.
άρθρο 191-2 της ΣΛΕΕ (πρώην 174-2 της ΣΕΚ): «Η πολιτική της Ένωση στον τομέα
του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την
ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης». «Στηρίζεται
στις αρχές…»:
της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης,
Η θεμελιώδης αρχή της πρόληψης της βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος θεσπίζεται
χάριν της οικολογικής ισορροπίας και της διατήρησης αυτού και των φυσικών, προς
όφελος όχι μόνο της παρούσας γενεάς αλλά και των επόμενων18.
Κάθε δημόσια πολιτική γενική ή ειδική και κάθε διοικητική ή τεχνική παρέμβαση του
κράτους στο φυσικό αλλά και στο ανθρωπογενές περιβάλλον πρέπει να έχει
ενσωματώσει τα προσήκοντα κριτήρια προστασίας στο φυσικό περιβάλλον, ώστε να
διασφαλίζεται η αρχή της πρόληψης της βλάβης του περιβάλλοντος και η προστασία
που παρέχεται βάσει αυτών των κριτηρίων να είναι πλήρης και αποτελεσματική19.
Η αρχή της προφύλαξης επεκτείνει και διευρύνει την αρχή της πρόληψης και
συμφώνως προς αυτήν τα προστατευτικά μέτρα του περιβάλλοντος πρέπει να
λαμβάνονται και όταν δεν υπάρχει πλήρης επιστημονική βεβαιότητα και απόδειξη για
τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες μίας δραστηριότητας. Αρκεί να υπάρχουν
σοβαρές ενδείξεις για πιθανές περιβαλλοντικές βλάβες20.
της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή,
Όταν τα προληπτικά μέτρα δεν έχουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και επέρχεται
οικολογική ζημία το άρθρο 191-2 (πρώην 174-2) της Συνθήκης της ΕΚ επιτάσσει την
αποκατάσταση της ζημίας κατά προτεραιότητα στην πηγή. Η πρακτική σημασία της
μεθοδολογικής αυτής επιταγής είναι μεγάλη καθώς, όπως είναι γνωστό, η οικολογική
18
ΣτΕ 2760/1994 και 3698/2000.
Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο δικαίου του περιβάλλοντος, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 2003, σ. 48.
20
Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο δικαίου του περιβάλλοντος, ό.π., σ. 49.
19
9
ζημία δεν περιορίζεται σε ορισμένο χώρο, αλλά διαχέεται είτε από τη φύση της
(διασυνοριακή ρύπανση), είτε ηθελημένα (π.χ. μεταφορά αποβλήτων)21.
Η αρχή της επανόρθωσης της περιβαλλοντικής ζημίας στη πηγή εφαρμόζεται ευρέως,
τόσο σε επίπεδο κανονιστικών ρυθμίσεων, όσο και σε νομολογιακό επίπεδο, για την
εξεύρεση λύσης στο ακανθώδες ζήτημα της διαχείρισης και διάθεσης αποβλήτων22.
στη γνωστή αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»,
Ο ρυπαίνων βαρύνεται με τα έξοδα για την υλοποίηση των μέτρων που αποφασίζουν
οι δημόσιες αρχές για να εξασφαλιστεί η διατήρηση του περιβάλλοντος σε αποδεκτή
κατάσταση. Με άλλα λόγια, το κόστος των μέτρων αυτών θα πρέπει να αντανακλάται
στο κόστος των αγαθών και των υπηρεσιών που είναι ρυπογόνες κατά την παραγωγή
ή και την κατανάλωσή τους.
Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» σημαίνει ότι το έννομο αγαθό περιβάλλον δεν
εκτιμάται ως υπέρτερο εκείνου της οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή του συντελεστή
κεφάλαιο. Έτσι, νομίμως επιτρέπεται η προσβολή του περιβάλλοντος αρκεί να
αποτιμάται σε χρήμα. Εξάλλου, τα πρόστιμα σε βάρος των επιχειρήσεων
επιβαρύνουν την τιμή των προϊόντων ή των υπηρεσιών, δηλαδή τελικώς τους
καταναλωτές –πολίτες ως έμμεσος φόρος. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»
συμπληρώνεται από την ύπαρξη κινήτρων μη ρύπανσης ή αντιρρύπανσης.
Άρθρο 11 της ΣΛΕΕ (πρώην 6 της ΣΕΚ)
Η αρχή της ενσωμάτωσης καθιερώνεται στο άρθρο 11 (πρώην άρθρο 6 της ΣΕΚ) της
ΣΛΕΕ, κατά το οποίο: «Οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να
ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων
που αναφέρονται στο άρθρο 3, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος
ανάπτυξη».
Η προστασία του περιβάλλοντος από μία λειτουργία στατική αποκτά μία δυναμική
λειτουργία, παρούσα σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές. Αυτό προκύπτει από το
γεγονός ότι η προστασία του περιβάλλοντος είναι πολυκλαδική (pluridisciplinaire),
συνδεόμενη άμεσα με την οικονομική πολιτική, την δράση στον τομέα των
21
22
Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 2006, σ. 44.
Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, ό.π., σ. 44.
10
μεταφορών και την περιφερειακή πολιτική23. Αυτό συνάγεται εξάλλου και από το
άρθρο 191 παρ. 3 (πρώην 174 παρ. 3) της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο ορίζει ότι κατά την
εκπόνηση της πολιτικής της στο τομέα του περιβάλλοντος η Κοινότητα λαμβάνει
υπόψη ….την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κοινότητας στο σύνολο της
και την ισόρροπη ανάπτυξη των περιοχών της.
2β. Παράγωγο κοινοτικό δίκαιο
Εκτός του πρωτογενούς δικαίου, που αναφέρθηκε ανωτέρω, υπάρχει και το
λεγόμενο παράγωγο δίκαιο, που αποτελείται κυρίως από τις Οδηγίες, τους
Κανονισμούς και τις Αποφάσεις (άρθρο 288 της ΣΛΕΕ (πρώην 249 της ΣΕΚ).
Ειδικότερα :
Οδηγίες : Οι Οδηγίες αποτελούν το κύριο μέσο προώθησης της κοινοτικής
περιβαλλοντικής πολιτικής. Οι Οδηγίες είναι πράξεις που εκδίδονται από τα
κοινοτικά όργανα, οι οποίες απευθύνονται προς τα κράτη μέλη και τα δεσμεύουν
μόνο ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και
των μέσων ενσωμάτωσης στις εθνικές έννομες τάξεις. Πιο συγκεκριμένα, οι Οδηγίες
επιβάλλουν την υποχρέωση να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα μέσα σε
συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δεν έχουν ισχύ άμεσης εφαρμογής στις εθνικές
έννομες τάξεις, ενώ παρέχουν μεγάλα περιθώρια διακριτικής παρέμβασης των
κρατών-μελών να ενσωματώσουν τις διατάξεις των Οδηγιών στο εθνικό δίκαιο σε
χρονικό διάστημα εντός δύο ετών. Τα κράτη μέλη οφείλουν κατά την ενσωμάτωσή
τους να μην αλλοιώσουν το περιεχόμενο των Οδηγιών και να διατηρήσουν την ουσία
της ρύθμισης (effet utile). Σε περίπτωση που δεν γίνει η ενσωμάτωση εντός των δύο
ετών, οι Οδηγίες αποκτούν άμεση ισχύ και δεσμευτικότητα για όλα τα κράτη-μέλη.
(βλ. ενδεικτικά: Οδηγία 92/43/Natura 2000 για τη διατήρηση των φυσικών οικότοπων
της άγριας χλωρίδας και πανίδας με τη θέσπιση κοινού προστατευτικού πλαισίου για
τα φυτά, τα ζώα, πλην πτηνών και για τα φυσικά ενδιαιτήματά τους Οδηγία
79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 περί της διατηρήσεως των άγριων
πτηνών, η οποία τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 81/854/ΕΟΚ, 94/92/ΕΚ και
97/49/ΕΚ).
23
C. London, Droit communautaire de l’environnement, Revue trimestrielle de droit européen 1994,
(2), σ. 295.
11
Κανονισμοί : Οι κανονισμοί έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα
μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Για την άντληση δικαιωμάτων
και υποχρεώσεων στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, δεν απαιτείται κάποια
πράξη ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο. Έτσι, οποιοσδήποτε αντλεί έννομο
συμφέρον, μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις του κανονισμού.
Ωστόσο, κάποιες φορές απαιτούνται επιπρόσθετες ενέργειες των κρατών-μελών,
προκειμένου να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις των Κανονισμών. Οι Κανονισμοί
ρυθμίζουν θέματα που μπορούν να εφαρμοστούν με τρόπο ενιαίο από όλα τα κράτημέλη.
(Βλ. ενδεικτικά: Κανονισμός (ΕΚ) υπ' αριθμ. 2037/2000 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 «για τις ουσίες που
καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος», όπως τροποποιημένος ισχύει. Ο εν λόγω
κανονισμός ενσωματώθηκε και ισχύει με την ΚΥΑ 37411/1829/Ε103 «Καθορισμός
αρμόδιων αρχών, μέτρων και διαδικασιών για την εφαρμογή του και δημοσιεύτηκε
στο (ΦΕΚ Β 1827/11/09/2007).
Αποφάσεις : Οι Αποφάσεις δεν απευθύνονται στο ευρύ κοινό (σε αντίθεση με
τους Κανονισμούς) και έχουν δεσμευτική ισχύ για τους αποδέκτες που ορίζουν (σε
αντίθεση με τις Οδηγίες). Οι Αποφάσεις δεν έχουν γενική ισχύ, αλλά δεσμεύουν μόνο
αυτούς προς τους οποίους απευθύνονται. Οι αποφάσεις απευθύνονται είτε σε
ορισμένα κράτη μέλη, είτε σε πρόσωπα και ρυθμίζουν μια συγκεκριμένη κατάσταση
(π.χ. επιβολή προστίμου με Απόφαση της Επιτροπής).
Μπορούν να απαιτήσουν από συγκεκριμένες υπηρεσίες και άτομα των κρατών-μελών
να προβούν ή να μην προβούν σε ορισμένες ενέργειες και πράξεις, καθώς και να
προσδώσουν δικαιώματα σε συγκεκριμένα άτομα.
(Βλ. ενδεικτικά: Απόφαση 94/904/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1994
για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ΄εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.
4 της Οδηγίας 91/689/ΕΟΚ για τα επικίνδυνα απόβλητα).
3. Εισαγωγή στο εθνικό δίκαιο περιβάλλοντος
Το δικαίωμα στο περιβάλλον αποτελεί ένα δικαίωμα μικτού χαρακτήρα με στοιχεία
συγχρόνως ατομικού, κοινωνικού και πολιτικού δικαιώματος (άρθρο 24 του
12
ισχύοντος Συντάγματος). Ο κάθε πολίτης μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια
δικαστήρια, προκειμένου να εξασφαλίσει την προσήκουσα δικαστική προστασία και
να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάσταση ζημιών στο περιβάλλον και την
αποφυγή περαιτέρω βλαβών στο μέλλον.
Το δικαίωμα στο περιβάλλον διασφαλίζει αφενός την υγεία του ανθρώπου και τη
ποιότητα της ζωής του και αφετέρου προστατεύει τα ίδια τα περιβαλλοντικά στοιχεία
αυτά καθαυτά. Το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελές προστατευόμενο
αγαθό, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας της
χώρας και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη των επόμενων γενεών24.
Το άρθρο 24 παρ. 1 εμπεριέχει και την υποχρέωση του κράτους να μην προσβάλλει
άμεσα ή έμμεσα το περιβάλλον των ατόμων με δραστηριότητες ή αποφάσεις που
λαμβάνει στο πλαίσιο άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Επιπρόσθετα, ενυπάρχει
υποχρέωση για την θέσπιση νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων για την
προστασία
του
περιβάλλοντος,
διαφορετικά
ελλείψει
τέτοιων
ειδικότερων
ρυθμίσεων, η διοίκηση υποχρεούται να εφαρμόσει ευθέως τις διατάξεις του
Συντάγματος25.
3α. Ατομικό δικαίωμα στο περιβάλλον – αρχή της αειφορίας – σύγκρουση με
άλλα ατομικά δικαιώματα
Η συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 καθιέρωσε την αναγνώριση του
ατομικού δικαιώματος στο περιβάλλον και την αναγωγή της αειφορίας σε
συνταγματική αρχή. Η αρχή της αειφορίας συνδέθηκε ρητά με την υποχρέωση του
Κράτους να λαμβάνει προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του
περιβάλλοντος. Σε αυτή την ενισχυμένη προστασία του περιβάλλοντος συνέβαλε
σημαντικά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η νομολογιακή διαμόρφωση
της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η καθιέρωση της αρχής της αειφορίας διατρέχει και την άσκηση άλλων δικαιωμάτων
και αρχών κατοχυρωμένων επίσης με συνταγματικές διατάξεις, όπως τα άρθρα 5 παρ.
1, 17, 22 και 106 παρ. 1 και παρ. 2 που αναφέρονται στην οικονομική ελευθερία, την
προστασία της ιδιοκτησίας, στην εξασφάλιση συνθηκών απασχόλησης για τους
24
Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου περιβάλλοντος, ό.π., σελ. 27-28. Σχετική, επίσης, η ΣτΕ Ολ.
2537/1996.
25
Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου περιβάλλοντος, ό.π, σελ. 29-30.
13
πολίτες και στην οικονομική ανάπτυξη και στους περιορισμούς της οικονομικής
ελευθερίας αντίστοιχα26.
Η γενική οικονομική ελευθερία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Σ, το οποίο
ορίζει ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του
και να συμμετέχει στην …οικονομική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα
δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».
Από το άρθρο αυτό συνάγεται ως αυτονόητο το δικαίωμα κάθε ανθρώπου όχι απλώς
να έχει και να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την προσωπικότητά του «ως
αυτόνομο αυτεξούσιο και αυτοδιάθετο μη περιουσιακό αγαθό», αλλά και να την
αναπτύσσει σε όλους τους τομείς της κρατικά οργανωμένης συμβίωσης 27. Αυτό
σημαίνει ότι ιδρύεται για το κράτος όχι μόνο αρνητική αλλά και θετική υποχρέωση.
Πιο συγκεκριμένα, το κράτος υποχρεούται: α) να μην παρεμποδίζει την ανάπτυξη της
προσωπικότητας, β) να αίρει τα εμπόδια που υφίστανται, γ) να παρέχει τα αναγκαία
μέσα για την ελεύθερη ανάπτυξή της28.
Περαιτέρω, το άρθρο 106, παρ. 2, ορίζει ότι: «η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται
να αναπτύσσεται εις βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς
βλάβη της εθνικής οικονομίας».
Η οικονομική ελευθερία περιορίζεται και από ειδικότερες διατάξεις, όπως τα άρθρα
17 και 18 του Σ29, για τη προστασία της ιδιοκτησίας, καθώς και από το ήδη
αναφερθέν άρθρο 24 του Σ για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού
περιβάλλοντος.
Με την αναθεώρηση του Σ το 2001 και την ένταξη της αειφορίας στο άρθρο 24,
σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, ο συντακτικός νομοθέτης, σταθμίζοντας την
προστασία του περιβάλλοντος, την εθνική οικονομία και την οικονομική ελευθερία
επιτάσσει τον συγκερασμό τους κατά τρόπο που θα διασφαλίσει τη βιώσιμη
ανάπτυξη30. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στην μείωση των δυσμενών για το
26
Κ. Μενουδάκος, Η αναθεώρηση του Συντάγματος και η βιώσιμη ανάπτυξη, εισαγωγικές
παρατηρήσεις, Το άρθρο 24 του Συντάγματος μετά την αναθεώρησή του, πρακτικά ημερίδας, Νόμος
και Φύση, Βιβλιοθήκη περιβαλλοντικού δικαίου–8, εκδόσεις Αντ.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή
2002, σ. 35-36.
27
Α. Μάνεσης, Συνταγματικά δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες, εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη
1982, σελ. 118.
28
Α. Μάνεσης, ό.π., σ. 118.
29
Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Β’, ό.π., σ. 1065 και επόμενες.
30
ΣτΕ 796/2003.
14
περιβάλλον επιπτώσεων και την ορθολογική και με φειδώ εκμετάλλευση των
φυσικών πόρων31.
Ωστόσο, το ατομικό δικαίωμα στο περιβάλλον δεν υπερέχει των άλλων
συνταγματικών δικαιωμάτων. Προς τούτο, η βιώσιμη ανάπτυξη οφείλει να λαμβάνει
υπόψη στο ίδιο μέτρο τις άλλες αρχές και τους συνταγματικούς σκοπούς, όπως την
προστασία της υγείας (άρθρο 21Σ), την οικονομική ανάπτυξη (άρθρο 106 Σ), καθώς
επίσης τους γενικότερους κοινωνικούς σκοπούς
(καταπολέμηση της ανεργίας,
οικιστική ανάπτυξη), που είναι συμβατοί με το κοινωνικό κράτος δικαίου, κατά το
άρθρο 25 παρ. 1 του Σ32.
Συνεπάγεται, ως εκ τούτου, ότι, βάσει και των δεδομένων των κοινοτικών ρυθμίσεων,
η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης πρέπει να ενσωματώνει τους κοινωνικούς
σκοπούς του Συντάγματος, δηλαδή, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, η
οικονομική ανάπτυξη πρέπει να είναι και βιώσιμη33.
3β. Βασικά νομοθετήματα για τη προστασία του περιβάλλοντος
3βα.Ο Ν.1650/1986
Ο Ν.1650/1986 αποτελεί το βασικό νομοθέτημα για την προστασία του
περιβάλλοντος στην ελληνική έννομη τάξη και έχει ως σκοπό την θέσπιση
θεμελιωδών κανόνων και τη καθιέρωση κριτηρίων και μηχανισμών για την
προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας
επίπεδο μέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη
της προσωπικότητάς του (άρθρο 1).
Ειδικότερη αναφορά γίνεται στην προστασία του περιβάλλοντος από έργα και
δραστηριότητες, τα οποία κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα αν απαιτείται
έγκριση περιβαλλοντικών όρων (Κεφάλαιο Β, άρθρα 3 έως 6). Στη συνέχεια, σε ό,τι
αφορά τη προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση περιλαμβάνονται μέτρα
προστασίας της ατμόσφαιρας, των νερών και του εδάφους από τις διάφορες μορφές
31
ΣτΕ 796/2003. Ομοίως, κατά την ΣτΕ Ολ.1569/2005, το δικαστήριο απεφάνθη με οριακή
πλειοψηφία ότι οι διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 2115/1993, οι οποίες επεκτείνουν χρονικά το
μεταβατικό καθεστώς για τη λειτουργία των λατομείων που βρίσκονται εκτός λατομικών περιοχών
αντίκειται στη συνταγματική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Σχετική η ΣτΕ Ολ.705/2006.
32
Π. Μαντζούφας, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης,
υγεία –ιδιωτικότητα -περιβάλλον, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2006, σ. 379.
33
Β. Ανδρουλάκης, Ο προσδιορισμός των κατευθύνσεων της οικονομικής δραστηριότητας, Εφημερίδα
Διοικητικού Δικαίου 1/2007, σ. 101-102.
15
ρύπανσης καθώς και ειδικά μέτρα για την προστασία από το θόρυβο, τη ραδιενέργεια,
τα απόβλητα και τις επικίνδυνες ουσίες (Κεφάλαιο Γ, άρθρα 7-17). Σε ό,τι αφορά την
προστασία της φύσης και του τοπίου, λαμβάνονται μέτρα προστασίας των
ευαίσθητων οικοσυστημάτων, της άγριας χλωρίδας και πανίδας και των βιοτόπων
τους, τα οποία αντιμετωπίζονται ως συστατικά στοιχεία των οικοσυστημάτων που
προστατεύονται (Κεφάλαιο Δ, άρθρα 18-22).
Τέλος, θέματα αστικής ευθύνης, ποινικής ευθύνης34 καθώς και διοικητικών
κυρώσεων προβλέπονται στο τελευταίο κεφάλαιο του νομοθετήματος (Κεφάλαιο Ζ,
άρθρα 28-30).
Ο Ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος τροποποιήθηκε με το
Ν.3010/2002, προκειμένου να εναρμονιστεί ο Ν.1650/1986 με τις οδηγίες 97/11ΕΕ
και 96/61/ΕΕ σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος από έργα και
δραστηριότητες που επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις σε αυτό.
3ββ. Ο Ν. 3208/2003
Σε ότι αφορά την εθνική νομοθεσία: η δασική νομοθεσία ο Ν. 3208/2003 αφορά τη
προστασία δασικών οικοσυστημάτων, τη κατάρτιση δασολογίου και τα εμπράγματα
δικαιώματα επί δασών
-
άρθρο 2 για τη προστασία του τοπίου και της βιοποικιλότητας
-
άρθρο 3 για την σύνταξη δασικών χαρτών και δασολογίου,
34
Ειδικότερα, το άρθρο 28 του Ν.1650/1986, σχετικά με την ποινική προστασία του περιβάλλοντος,
ορίζει ότι:
«1. Με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος:
α) προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις
διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ` εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων διαταγμάτων και υπουργικών
ή νομαρχιακών αποφάσεων ή
β) ασκεί δραστηριότητα η επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του
νόμου αυτού η των κατ’ εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων διαταγμάτων και υπουργικών ή
νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του
έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον».
«2. Σε περίπτωση τέλεσης των εγκλημάτων της παρ. 1 από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι
ένα έτος».
«3. Ειδικότερα όσον αφορά στα εγκλήματα της παραγράφου 1, αν από το είδος ή την ποσότητα των
ρύπων ή από την έκταση και τη σημασία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δημιουργήθηκε
κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και
χρηματική ποινή. Αν επήλθε βαριά σωματική βλάβη ή θάνατος ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη
έως δέκα έτη. Αν η βαρειά σωματική βλάβη ή ο θάνατος αφορά έμβρυο, επιβάλλεται φυλάκιση
τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή».
«4. Αν η ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος προέρχεται από τη δραστηριότητα
νομικού προσώπου, το δικαστήριο κηρύσσει αστικώς υπεύθυνο εις ολόκληρον για την καταβολή της
χρηματικής ποινής και το νομικό πρόσωπο». (άρθρο 28 του Ν.1650/1986).
16
-
άρθρο 24 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος «Η σύνταξη δασολογίου συνιστά
υποχρέωση του κράτους».
-
Μη συμμόρφωση της διοίκησης με αποφάσεις του ΣτΕ και άρνησή της να
προχωρήσει στη σύνταξη δασολογίου και την κύρωση δασικών χαρτών
3βγ. Διαδικασία κύρωσης δασικών χαρτών
Ν.3818/2010, (ΦΕΚ Α 17/16.02.2010) Προστασία δασών και δασικών εκτάσεων του
Νομού Αττικής
Το άρθρο 5 του νόμου αφορά την επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης δασικών
χαρτών Νομού Αττικής
Ν. 3889/2010 (ΦΕΚ 182 Α/14/10/2010) Ο νόμος αυτός αφορά την επιτάχυνση της
διαδικασίας κύρωσης των δασικών χαρτών και την ανάρτηση των δασικών χαρτών.
Το άρθρο 13 αφορά την κατάρτιση και θεώρηση δασικών χαρτών και το άρθρο 14
την ανάρτηση δασικών χαρτών, ενώ τα άρθρα 15, 16 και 17 προβλέπουν το δικαίωμα
άσκησης αντιρρήσεων, καθώς και τη διαδικασία υποβολής αντιρρήσεων, την
επεξεργασία αντιρρήσεων και τη κύρωση δασικών χαρτών.
3βδ.Ο Ν.2971/2001
Σε ότι αφορά το θαλάσσιο και το παράκτιο περιβάλλον σε εθνικό επίπεδο ισχύει ο
Ν.2971/2001 για «τον αιγιαλό την παραλία και άλλες διατάξεις» περιλαμβάνοντας
στο
-
πρώτο άρθρο περιλαμβάνονται ορισμοί του αιγιαλού, της παραλίας, του
παλαιού αιγιαλού, όχθης, της παρόχθιας ζώνης, της παλαιάς όχθης, του
λιμένα,
-
το άρθρο 2 ρυθμίζει θέματα κυριότητας αιγιαλού, παραλίας, όχθης και
παρόχθιας ζώνης καθώς και τη χρησιμότητα αυτών και
-
το άρθρο 13 το οποίο ρυθμίζει τη παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και
παραλίας
Επίσης ο Ν.3409/2005 «Καταδύσεις αναψυχής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 273/0411-2005. Παραβίαση της οδηγίας 92/43 για την ελλιπή προστασία του θαλασσίου
περιβάλλοντος και την προστασία των κητωδών, ήτοι φαλαινών, δελφινιών και
φωκιών.
-
Απουσία εθνικού πλαισίου χαρακτηρισμού θαλάσσιων προστατευόμενων
περιοχών και δημιουργίας περιοχών απαγόρευσης αλιείας.
17
-
Φαινόμενα παράνομης δόμησης και καταπάτησης του αιγιαλού (ΣτΕ
4222/2005 τα αυθαίρετα κτίσματα και οι κατασκευές που ανεγείρονται εντός
του αιγιαλού ή της παραλίας πρέπει να κατεδαφίζονται υποχρεωτικά).
Σχετικές είναι οι υπ’ αριθμ. 976/2007, 1893/2009 αποφάσεις του ΣτΕ
-
Χαμηλό ποσοστό ένταξης θαλασσίων περιοχών σε κατάλογο ειδικών ζωνών
που θα περιληφθούν στο δίκτυο NATURA.
3βε. Προστασία της βιοποικιλότητας
Ν. 3937/2011 για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 60
Α/31.03.2011)
Στο νόμο
για
τη διατήρηση
της
βιοποικιλότητας
στο
πρώτο
κεφάλαιο
περιλαμβάνονται ο σκοπός και οι στόχοι για την διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Σκοπός των ρυθμίσεων αυτών είναι: «η αειφόρος διαχείριση και αποτελεσματική
διατήρηση της βιοποικιλότητας, ως πολύτιμου, αναντικατάστατου και σπουδαίας
σημασίας εθνικού κεφαλαίου», άρθρο 1 παρ. 1 του σχετικού νόμου.
Οι στόχοι που προωθούνται βάσει του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω νόμου είναι: «α)
Αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς
δικαίου για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, β) Ενσωμάτωση στόχων διατήρησης
της βιοποικιλότητας σε όλα τα επίπεδα σχεδιασμού και στις τομεακές και αναπτυξιακές
πολιτικές της χώρας, γ) Απόκτηση επαρκούς γνώσης για την κατάσταση των ειδών και
οικοσυστημάτων, ως κύριο εργαλείο για την αποτελεσματική διατήρηση και διαχείριση
της βιοποικιλότητας, δ) Αποτελεσματική διατήρηση και διαχείριση των σημαντικών
περιοχών για τη βιοποικιλότητα, μέσα από τη βέλτιστη οργάνωση και λειτουργία του
εθνικού συστήματος προστατευόμενων περιοχών, ε) Επίτευξη ικανοποιητικής
κατάστασης διατήρησης της βιοποικιλότητας, στην οποία περιλαμβάνονται οι
οικότοποι και τα είδη χλωρίδας και πανίδας και άλλων ομάδων οργανισμών, ιδίως
εκείνα
που
χαρακτηρίζονται
ως
σημαντικά,
σπάνια
ή
απειλούμενα,
στ)
Αποτελεσματικοί μηχανισμοί επιτήρησης, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή του
θεσμικού πλαισίου για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, ζ) Προώθηση της σημασίας
της διατήρησης της βιοποικιλότητας και των προστατευόμενων περιοχών γενικότερα
στην κοινωνία».
18
Το κεφάλαιο Β αφορά το εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών και το
κεφάλαιο Γ τη διατήρηση ειδών χλωρίδας και πανίδας, ενώ το κεφάλαιο Δ αφορά τη
διατήρηση των φυσικών οικοσυστημάτων και την πρόληψη της υποβάθμισης.
Με το νέο νόμο για τη βιοποικιλότητα αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 18,
19, 21 του νόμου 1650/1986 και τροποποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 22 και 28
του Ν. 1650/1986.
Κατά το άρθρο 15 του εν λόγω νόμου σχετικά με την ευθύνη για την προστασία της
βιοποικιλότητας ορίζεται ότι: «Το κράτος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την
αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου απειλεί τη δομή των οικοσυστημάτων και αποτρέπει,
μειώνει ή αποκαθιστά την όποια περιβαλλοντική ζημία».
3βστ. Περιβαλλοντική αδειοδότηση Ν.4014/2011 (Περιβαλλοντική αδειοδότηση
έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία
περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου
Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής) (ΦΕΚ Α΄ 209/21.09.2011)
Το πρώτο κεφάλαιο του νόμου αφορά την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και
δραστηριοτήτων
Ειδικότερα το πρώτο άρθρο αφορά τη κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων:
«1. Τα έργα και οι δραστηριότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των οποίων η
κατασκευή ή λειτουργία δύναται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατατάσσονται
σε δύο κατηγορίες (Α και Β) ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον».
«Η πρώτη κατηγορία (Α) περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες τα οποία
ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και για τα οποία
απαιτείται η διεξαγωγή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) προκειμένου
να επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος
σχετικά με το συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα
άρθρα 2, 3 και 4 του παρόντος. Τα έργα και οι δραστηριότητες της κατηγορίας Α
κατατάσσονται: α) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές
επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α1 και β) σε αυτά που
ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την
υποκατηγορία Α2».
19
«Η δεύτερη κατηγορία (Β) περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες τα οποία
χαρακτηρίζονται από τοπικές και μη σημαντικές μόνο επιπτώσεις στο περιβάλλον και
υπόκεινται σε γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που τίθενται για την
προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο
8.
Η κατάταξη των έργων και δραστηριοτήτων γίνεται βάσει των σχετικών κριτηρίων
του Παραρτήματος Ι».
Το άρθρο 2 αφορά τη κοινή διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και
δραστηριοτήτων κατηγορίας Α, στα άρθρα 3 και 4 τα έργα και τις δραστηριότητες
των υποκατηγοριών Α1 και Α2.
Στο άρθρο 7 προβλέπεται η διαδικασία αξιολόγησης οριστικής μελέτης και μελέτης
εφαρμογής έργου ή δραστηριότητας.
Στο
άρθρο
8
προβλέπεται
η
περιβαλλοντική
αδειοδότηση
έργων
και
δραστηριοτήτων κατηγορίας Β.
Το άρθρο 9 αφορά τα υφιστάμενα έργα και δραστηριότητες στερούμενα
περιβαλλοντικών όρων και το άρθρο 10 αφορά τη διαδικασία περιβαλλοντικής
αδειοδότησης για έργα και δραστηριότητες σε περιοχές που έχουν ενταχθεί στο
δίκτυο NATURA.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του παραπάνω νόμου, στο Υπουργείο
Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής συνίσταται Διεύθυνση
Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης υπαγόμενη στη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος,
για τα έργα ή τις δραστηριότητες, τα σχέδια ή τα προγράμματα αρμοδιότητάς του.
Σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις, με το άρθρο 20 του Ν. 4014/2011
αντικαθίσταται το άρθρο 6 του Ν. 1650/1986 και εναρμονίζεται με την οδηγία
2010/1975 περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της
ρύπανσης).
Τέλος, στο άρθρο 21 του νόμου προβλέπεται η επιβολή διοικητικών κυρώσεων και
προστίμων που κυμαίνονται από 500 έως 2.000.000 ευρώ. Το εν λόγω άρθρο ορίζει
ότι: «Σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που προκαλούν οποιαδήποτε ρύπανση ή άλλη
υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος ή των κατ'
εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων διαταγμάτων ή υπουργικών αποφάσεων ή
αποφάσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή της Περιφέρειας, ανεξάρτητα από την
20
αστική ή ποινική ευθύνη, επιβάλλεται ως διοικητική κύρωση πρόστιμο από
πεντακόσια (500) μέχρι δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ».
3βη. Περιβαλλοντική πληροφόρηση
- Κατοχύρωση του δικαιώματος στο περιβάλλον - άρθρο 24 Συντάγματος (Σ)
- άρθρο 10 παρ. 3 Σ: γενικό δικαίωμα πληροφόρησης, «η αρμόδια αρχή υποχρεούται
να απαντά σε αίτηση πληροφοριών εφόσον αυτό προβλέπεται από το νόμο»
Δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα
Άρθρο 16 του Ν. 1599/1986 δικαίωμα πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών
εγγράφων
Άρθρο 5 του Ν. 1943/1991, προθεσμία απάντησης των δημοσίων υπηρεσιών, των
ΟΤΑ και των οργανισμών του δημοσίου τομέα στις αιτήσεις των διοικουμένων
Άρθρο 6 του Ν. 1943/1991, διαφάνεια και δημοσιότητα της διοικητικής δράσης
Άρθρο 5 Ν. 2690/1999, (Κώδικας διοικητικής διαδικασίας)
Δικαίωμα πληροφόρηση
Παθητική πληροφόρηση – δημοσιοποίηση αποφάσεων
Ενεργητική πληροφόρηση – ύστερα από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου
Συνθήκη του Άαρχους 1998
(Κύρωση της Συνθήκης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του
κοινού στη λήψη αποφάσεων και τη πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά
θέματα με τον Ν. 3422/2005 (ΦΕΚ Α 303/13-12-2005)
- Πρόσβαση στη πληροφόρηση
- Στη δημόσια συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων
- Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για τα περιβαλλοντικά θέματα
- Η παλαιότερη οδηγία 90/313/ΕΟΚ, η οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε
από την 2003/4/ΕΚ είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με την ΚΥΑ
77921/1440/1995 και αφορούσε:
-την ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφορίες στο περιβάλλον
- την ελεύθερη διάδοση πληροφοριών
- και τη ρύθμιση προϋποθέσεων παροχής πληροφοριών
21
- ΚΥΑ 37111/2021/2003 (ΦΕΚ Β 1391) για τον καθορισμό του τρόπου ενημέρωσης
και συμμετοχής του κοινού κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των
έργων και δραστηριοτήτων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 1650/1986
όπως αντικαταστάθηκε με τις παρ. 2 και 3 του Ν. 3010/2002
- 2003/4/ΕΚ νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση – ενσωμάτωση στο
ελληνικό δίκαιο ΦΕΚ 327 Β/18.03.2006
Προσβλέπει στην :
- κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες
- διασφάλιση ότι οι περιβαλλοντικές πληροφορίες διατίθενται σταδιακά και
διαδίδονται στο κοινό προκειμένου να επιτυγχάνεται η ευρύτερη δυνατή συστηματική
διάθεση και διάδοση περιβαλλοντικών πληροφοριών
- Εξαιρέσεις για τη δυνατότητα απόρριψης αίτησης για περιβαλλοντική πληροφορία
-
Ενσωμάτωση της οδηγίας 2003/35/ΕΚ για τη συμμετοχή του κοινού στη
διαδικασία λήψης αποφάσεων ΦΕΚ 286 Β/02.03.2007
-
Ν.3448/2006 για τη περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου τομέα και
τη ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης
3γ. Ειδικότερες διατάξεις του ποινικού κώδικα (ΠΔ. 283/1985 – Ποινικός
Κώδικας)
-
Πρόκληση σωματικής βλάβης. Οι σχετικές διατάξεις για την απλή, την
επικίνδυνη και βαριά και τη θανατηφόρα σωματική βλάβη προβλέπονται στα
άρθρα 308-311 ΠΚ), ενώ η σωματική βλάβη από αμέλεια ρυθμίζεται στο
άρθρο 314 ΠΚ.
-
Η διάταξη για την φθορά ξένης ιδιοκτησίας προβλέπει τα σχετικά με την
καταστροφή η βλάβη ξένου πράγματος ολικά ή μερικά κατά τέτοιο τρόπο
ώστε να καθίσταται ανέφικτη η χρήση του (άρθρο 381 ΠΚ)
-
Ειδικότερα πταίσματα προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ιδίως:
- για τις παραβάσεις διατάξεων για τους δρόμους (άρθρο 420 ΠΚ),
- για την παράβαση διατάξεων για τους αιγιαλούς (άρθρο 421 ΠΚ),
22
- για την παράβαση διατάξεων για την καθαριότητα (άρθρο 427 ΠΚ) και
- για τη ρύπανση κατά την οποία: «όποιος ρίχνει σε ανθρώπους ή σε ξένα
σπίτια ή άλλα κτίρια ή σε ξένους περιφραγμένους χώρους ακαθαρσίες ή άλλα
αντικείμενα που μπορούν να προκαλέσουν ενόχληση σε άλλον, τιμωρείται με
πρόστιμο ή με κράτηση» (άρθρο 428 ΠΚ).
-
Ειδικοί ποινικοί νόμοι
-
Το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 743/1977 για τη προστασία του θαλάσσιου
περιβάλλοντος και την ρύθμιση συναφών θεμάτων, το οποίο έχει
ενσωματωθεί στο άρθρο 13 του
Π.Δ. 55/1998 και έχει εμπλουτιστεί
περαιτέρω με την πρόβλεψη ποινικών, διοικητικών και πειθαρχικών
κυρώσεων.
Οι παραβάτες του παρόντος νόμου, της Σύμβασης και των
προεδρικών διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων που εκδίδονται σε
εκτέλεση αυτών τιμωρούνται ποινικά διοικητικά και πειθαρχικά.
-
Ειδικές ποινικές διατάξεις που αποβλέπουν στην προστασία του δάσους
περιέχονται στα άρθρα 68 επόμενα του Ν. 998/1979, στον Ποινικό Κώδικα
και σε ειδικότερους νόμους. Το άρθρο 69 του Ν.998/1979 προβλέπει ποινικές
κυρώσεις για παραβάτες των διατάξεων που αφορούν την αντιμετώπιση
πυρκαγιών, το άρθρο 70 προβλέπει παραβάσεις υποχρεώσεων σχετικών με
αναδασώσεις, το άρθρο 71 αποβλέπει στον ποινικό κολασμό των
καταπατητών δασών και δασικών εκτάσεων.
-
Επίσης, στο Ποινικό Κώδικα προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για όποιον
προξενεί από πρόθεση πυρκαγιά (άρθρο 264 ΠΚ), καθώς επίσης για τον
εμπρησμό δάσους και ποινικές κυρώσεις στη παρ. 2 για τη διακεκριμένη
μορφή εμπρησμού (άρθρο 265 ΠΚ).
4. Δικαστική προστασία στο ελληνικό δίκαιο (ιδιωτικό και δημόσιο) –
Νομολογία
4α. Ιδιωτικό δίκαιο
Οι διατάξεις του αστικού κώδικα (ΑΚ) παρέχουν ένα επαρκές πλέγμα προστασίας
του πολίτη ειδικά σε θέματα προσβολών στο περιβάλλον, τόσο στο πλαίσιο της
προστασίας της προσωπικότητας, όσο και στο πλαίσιο των διατάξεων για τη
23
προστασία της κυριότητας και των κανόνων που διέπουν τις σχέσεις των προσώπων
στο γειτονικό δίκαιο. Τέλος, στο δίκαιο της αποζημίωσης σημαντική θέση κατέχει η
διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης.
4αα.Προσβολή της προσωπικότητας άρθρα 57, 59 ΑΚ
Το ιδιωτικό δίκαιο αναγνωρίζει δικαίωμα πάνω στο περιβάλλον φυσικό και
τεχνητό. Στα προστατευόμενα αγαθά του ζωτικού χώρου του ανθρώπου
περιλαμβάνονται τα σωματικά, όπως η ζωή, η υγεία και η σωματική ακεραιότητα,
καθώς και τα ψυχικά, όπως η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος. Η
προσβολή σωματικών ή ψυχικών αγαθών που νοούνται ως στοιχεία της
προσωπικότητας αποτελεί προσβολή του ζωτικού χώρου, όταν απορρέει από πράξη
που στρέφεται εναντίον ενός στοιχείου του ζωτικού χώρου. Επίσης, η προσβολή του
ζωτικού χώρου είναι δυνατόν να συνίσταται στην παρεμπόδιση της άσκησης του
δικαιώματος χρήσης. Η αποστέρηση χρήσεως των κοινών σε όλους (ατμοσφαιρικός
αέρας, θάλασσα, έδαφος, πλουτοπαραγωγικές πηγές βυθού και εδάφους) και
κοινοχρήστων πραγμάτων (αιγιαλοί όχθες δημόσια ύδατα, δημόσιες οδοί, δημόσιοι
και ιδιωτικοί κοινόχρηστοι κήποι, άλση και δάση) (άρθρα 966 και 967 ΑΚ) συνιστά
προσβολή του δικαιώματος χρήσεως των κοινών και κοινοχρήστων πραγμάτων,
εξουσία που απορρέει από το ευρύτερο δικαίωμα της προσωπικότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσβολή του δικαιώματος χρήσεως των
κοινοχρήστων πραγμάτων με αυθαίρετη κατάληψη οδών, πλατειών, αιγιαλών,
λιμένων κτλ. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι η ηχορύπανση και εν
γένει η εκπομπή θορύβων αποτελούν προσβολή του ζωτικού χώρου και μπορούν να
θεμελιώσουν προσβολή της προσωπικότητας κατά το άρθρο 57 ΑΚ.
Κατά τα σχετικά άρθρα του ΑΚ: Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην
προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην
επαναληφθεί στο μέλλον…. (άρθρο 57 ΑΚ). Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις
διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται (άρθρο 57 ΑΚ). Στη τελευταία
περίπτωση πρέπει να υπάρχει πταίσμα για να στοιχειοθετηθεί η αξίωση αποζημίωσης
κατά το άρθρο 914 ΑΚ.
Το δικαστήριο, με την απόφασή του ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί
και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον
υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση
24
συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε
επιβάλλεται από τις περιστάσεις (άρθρο 59 AK).
Σχετική νομολογία: η παρακώλυση της χρήσης κοινόχρηστης οδού αποτελεί
περίπτωση προσβολής προσωπικότητας (ΑΠ 1637/2000). Ομοίως, η εκπομπή ρύπων
στην ατμόσφαιρα, όπως καπνοί, αναθυμιάσεις και θόρυβοι από ημιυπαίθριο καφέ
μπαρ ισχυρής μουσικής έντασης σε ώρες κοινής ησυχίας συνιστούν προσβολή του
δικαιώματος της προσωπικότητας (ΠρΧαλκίδος 91/2004 – Διαδικασία ασφαλιστικών
μέτρων). Επίσης, σε ότι αφορά το άρθρο 57 ΑΚ, αξίζει να υπογραμμιστεί το ζήτημα
πρόκλησης βλάβης στην υγεία των περιοίκων από την ηλεκτρομαγνητική
ακτινοβολία και την εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας35, ενώ προκύπτει
τεκμήριο υπέρ της υγείας από την επιστημονική αβεβαιότητα ως προς τις επιπτώσεις
των ακτινοβολιών στην ανθρώπινη υγεία. Με απόφαση του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διατάχθηκε η άρση της προσβολής και η παράλειψή της
στο μέλλον, ήτοι η προσωρινή απαγόρευση της λειτουργία κεραίας κινητής
τηλεφωνίας, παρά τη χορήγηση νόμιμης άδειας λειτουργίας που είχε προηγηθεί και η
απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση της παραπάνω διατάξεως36.
Σχετική απόφαση είναι η υπ’ αριθμ. 2449/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Κορίνθου, η οποία αφορά την προσβολή της κοινής χρήσης των περιβαλλοντικών
αγαθών. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, την εν λόγω αγωγή νομιμοποιούνται να
ασκήσουν και νομικά πρόσωπα, στο καταστατικό των οποίων προβλέπεται σχετικός
σκοπός και τα οποία βρίσκονται σε τοπική σχέση με το θιγόμενο περιβαλλοντικό
αγαθό. Εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης και της αρχής της αναλογικότητας.
Σημαντική είναι, επίσης, η υπ’αριθμ. 1158/2010 απόφαση του Μον Πρωτ. Χαλκίδας,
κατά την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται ότι: «η ανίχνευση εξασθενούς χρωμίου στο
πόσιμο νερό, ενόψει των προαναφερομένων, σε συγκέντρωση μέχρι και δύο (2)
μικρογραμμάρια ανά λίτρο (μς/Ιτ) δεν καθιστά μη ασφαλές το προϊόν αυτό (πόσιμο
νερό), δεδομένου ότι η κατανάλωση του ενσωματώνει αμελητέο στατιστικά κίνδυνο
διακινδύνευσης και, με την έννοια αυτή, κίνδυνο ήσσονος σημασίας για τη ζωή και την
35
Απαγορεύεται σε εταιρία παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών η λειτουργία και εγκατάσταση
μηχανημάτων και κεραιών σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας και υποχρεώνονται οι εναγόμενοι να
απομακρύνουν τις εν λόγω εγκαταστάσεις από τα δώματα της επίδικης πολυκατοικίας, ΠοΠρΠειρ
187/2004, ΝοΒ 2004, σελ. 1251.
36
ΜΠρΘεσσαλονίκης 9069/2005, βλ. σχετικά ΜΠρ Πειραιώς 959/2001.
25
υγεία των καταναλωτών πόσιμου νερού». Και στη συνέχεια κατά την εν λόγω
απόφαση: «Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, πιθανολογείται,
συνακόλουθα, ότι υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση προσβολή του δικαιώματος
της προσωπικότητας των φυσικών προσώπων -αιτούντων, αλλά και των φυσικών
προσώπων-μελών των αιτούντων νομικών προσώπων …, η οποία -προσβολήσυνίσταται αφενός μεν στη διακινδύνευση των έννομων αγαθών της ζωής και της
υγείας των προσώπων αυτών, ως επιμέρους εκδήλωσης - έκφανσης ή πλευράς του
ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας, αφετέρου, δε, στην προσβολή του
κοινωνικού αγαθού του φυσικού περιβάλλοντος και του δικαιώματος απόλαυσης των
περιβαλλοντικών αγαθών και της ωφέλειας του ζωτικού χώρου, αφού διαταράσσεται
από τους καθ` ων η αίτηση περιβαλλοντικό στοιχείο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε
αλλοιώνεται ριζικά, μέχρι βαθμού πλήρους κατάργησης, η κοινή ωφέλεια που πηγάζει
από τη κατανάλωση καθαρού, υγιεινού και ασφαλούς, μη ρυπασμένου και μπ
επικίνδυνου για την υγεία, πόσιμου ύδατος».
4αβ.Ευθύνη από αδικοπραξία ( άρθρο 914 ΑΚ επόμενα)
Εκτός του πεδίου των συμβατικών σχέσεων μπορεί να υπάρξει προσβολή ιδιωτικού
έννομου αγαθού και στο πεδίο των αδικοπραξιών. Πρόκειται για την αδικοπρακτική
ευθύνη του άρθρου 914 ΑΚ, το οποίο προβλέπει ότι: «Όποιος ζημιώσει άλλον
παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει».
Σχετική νομολογία: Χαρακτηριστική είναι η υπ’ αριθμ. 900/2003 απόφαση του ΑΠ,
καθότι θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, σύμφωνα με το 914 ΑΚ,
και κρίνεται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως κατά τον χρόνο που αυτή
συντελείται, ενώ επίσης θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση
προσβολής ατομικού συμφέροντος.37.
37
Ειδικότερα, οι διατάξεις του ΓΟΚ, οι οποίες αφορούν το ύψος του κτιρίου, την κάλυψη του
οικοπέδου και την τήρηση των αποστάσεων οικοδομής από τα όρια του οικοπέδου έχουν θεσπιστεί
πέραν του δημοσίου συμφέροντος και για το ατομικό συμφέρον των ιδιοκτητών των παρακείμενων
ακινήτων. Σύμφωνα με την υπόθεση, επετεύχθη η ακύρωση από ιδιοκτήτη ακινήτου οικοδομικής
άδειας παρακείμενου ακινήτου αναδρομικά, ως παράνομης, λόγω μη τήρησης της πλαγίας απόστασης
τοποθέτησης της οικοδομής του με αποτέλεσμα να θίγεται ο επαρκής ηλιασμός, αερισμός και
φωτισμός του όμορου ακινήτου. Η πράξη αυτή είναι υπαίτια και παράνομη, διότι θίγει και το ατομικό
συμφέρον του ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου και ορθώς επιδικάζεται σε αυτόν αποζημίωση για
μείωση της αντικειμενικής αξίας των διαμερισμάτων του ζημιωθέντος, βλ. ΑΠ 900/2003 Α΄ Τμήμα,
26
Αδικοπρακτική ευθύνη για αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας προβλέπεται
και στο Ν.1650/1986.
«Οποιοσδήποτε, φυσικό ή νομικό
ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση
πρόσωπο,
προκαλεί
του περιβάλλοντος ευθύνεται σε αποζημίωση,
εκτός αν αποδείξει ότι η ζημιά οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από
υπαίτια ενέργεια τρίτου που ενήργησε δολίως» (άρθρο 29 του Ν. 1650/1986).
4αγ.Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – διατάξεις του κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας
Σε ορισμένες περιπτώσεις, και επειδή η τακτική διαδικασία για την εκδίκαση μίας
υπόθεσης είναι χρονοβόρα, τα δικαστήρια μπορούν να λάβουν απόφαση σε σύντομο
χρονικό διάστημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα δικαίωμα που διακυβεύεται ή να
ρυθμιστεί προσωρινά μία κατάσταση και με αυτό τον τρόπο να αποφευχθούν
βλαβερές και δυσμενείς συνέπειες για φυσικά ή νομικά πρόσωπα και για έννομες
σχέσεις και καταστάσεις που δύσκολα θα μπορούσαν να αποκατασταθούν.
Ειδικότερα, η λήψη τέτοιων μέτρων, σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος ή
προστασίας της υγείας του ανθρώπου, μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για
βλαβερές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον.
«Τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος,
μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση ενός
δικαιώματος ή για τη ρύθμιση μίας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα
ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία» (άρθρο
682 εδάφιο α ΚΠολΔ).
«2. Τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν και κατά τη διάρκεια της δίκης
που αφορά τη κύρια υπόθεση» (άρθρο 682, εδάφιο β ΚΠολΔ).
4β. Δημόσιο Δίκαιο
4βα.Ακυρωτικές διαφορές
Η διαφορά είναι ακυρωτική: α) όταν το δικαστήριο ελέγχει κατά την άσκηση της
δικαιοδοσίας του τη νομιμότητα μίας κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξης ή
την παράλειψη έκδοσης μίας διοικητικής πράξης β) όταν διαπιστώνει την έκδοση της
Επιθεώρηση δικαίου πολυκατοικίας 2004, σελ. 40-43, βλ. ΕφΑθ 2826/2001, Επιθεώρηση δικαίου
πολυκατοικίας 2001, σελ. 235-241.
27
πράξης ή τη συντέλεση της πράξης κατά παράβαση των κανόνων δικαίου που
ρυθμίζουν την έκδοση της πράξης και ακυρώνει δηλαδή εξαφανίζει την πράξη ή
ακυρώνει την παράλειψη.
Στη περίπτωση της ακυρωτικής διαφοράς αίτημα του ενδίκου βοηθήματος είναι
αποκλειστικά και μόνο η ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή
παράλειψης, για δε τη θεμελίωση μπορούν να προβληθούν λόγοι αναφερόμενοι στην
εξωτερική ή εσωτερική νομιμότητα της πράξης. Λόγοι ακυρώσεως που αναφέρονται
στην εξωτερική νομιμότητα είναι η αναρμοδιότητα και η παράβαση ουσιώδους τύπου,
οι λόγοι που αναφέρονται στην εσωτερική νομιμότητα είναι η παράβαση νόμου και η
κατάχρηση εξουσίας.
4ββ. Διοικητικές διαφορές ουσίας
Η διοικητική διαφορά έχει χαρακτήρα διαφοράς ουσίας όταν το δικαστήριο,
ελέγχοντας την νομιμότητα και εξετάζοντας και εκτιμώντας τα πραγματικά
περιστατικά:
α. αναγνωρίζει είτε την ύπαρξη ενός δημοσίου (προβλεπόμενου από κανόνες
διοικητικού δικαίου) δικαιώματος, είτε την έλλειψη ή τα όρια μίας υποχρέωσης
εκείνου που ζητεί τη δικαστική προστασία,
β. διαπιστώνει ότι το δικαίωμα έχει υποστεί μία βλάβη ή γεννήθηκε ή ότι η
υποχρέωση έχει επιβληθεί με παράνομη ενέργεια (νομική ή υλική) ή παράλειψη των
οργάνων του δημοσίου νομικού προσώπου
γ. προσδιορίζει τη έκταση της βλάβης και
δ. καθορίζει την αποκατάσταση της έννομης κατάστασης εκείνου που άσκησε το
ένδικο βοήθημα σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου που τη διέπουν.
Η αποκατάσταση μπορεί να συνίσταται:
- είτε σε ακύρωση ή τροποποίηση της διοικητικής πράξης ή την ακύρωση της
παράλειψης που προκάλεσε την διατάραξη της έννομης κατάστασης και εφόσον
συντρέχει τέτοια περίπτωση στην καταψήφιση των οφειλομένων ποσών αποζημίωσης
ή άλλης παροχής,
- είτε μόνο σε τέτοια καταψήφιση, καθώς και στην αναγνώριση ή αποκατάσταση
δικαιωμάτων ή καταστάσεων που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο, των οποίων το
δικαστήριο έχει την εξουσία να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο.
Στη διοικητική διαφορά ουσίας το αίτημα που υποβάλλεται με το ένδικο βοήθημα
είναι:
28
-
είτε η ακύρωση ή τροποποίηση ατομικής διοικητικής πράξης ή ακύρωση
παράλειψης (με σκοπό την αναγνώριση ή αποκατάσταση δικαιωμάτων ή
καταστάσεων)
-
- είτε η καταδίκη του δημοσίου νομικού προσώπου στην καταβολή ορισμένου
χρηματικού ποσού ή άλλης παροχής
4βγ. Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας
Αίτηση ακυρώσεως
Η αίτηση ακυρώσεως είναι το ένδικο βοήθημα, το οποίο ασκείται με ορισμένες
προϋποθέσεις στο ΣτΕ ή στο διοικητικό δικαστήριο που έχει αποκτήσει ειδική
αρμοδιότητα και με το οποίο επιδιώκεται η παροχή δικαστικής προστασίας με την
εξαφάνιση μίας διοικητικής πράξης, για ορισμένους λόγους που ανάγονται στην
εξωτερική ή εσωτερική νομιμότητά της
Εξ ορισμού, η αίτηση ακυρώσεως εισάγει ακυρωτική διαφορά και χωρεί κατά των
διοικητικών πράξεων και μόνο.
Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως και γενικά των ενδίκων
βοηθημάτων προβλέπονται στο Διάταγμα 18/1989. Ομοίως, οι λόγοι ακυρώσεως των
διοικητικών πράξεων δηλαδή τα νομικά ελαττώματα η διαπίστωση των οποίων
επιφέρει την ακύρωση της πράξης ορίζονται στο άρθρο 95 παρ.1 περ. α του ισχύοντος
Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 48 του διατάγματος 18/1989.
Για να είναι παραδεκτή η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να υπάρχει προσωπικό, άμεσο
και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος (άρθρο 48 του ΠΔ 18/1989 και άρθρο
95 παρ.1 περ. α του Συντάγματος). Η νομολογία του ΣτΕ έχει δεχτεί μία διευρυμένη
έννοια του εννόμου συμφέροντος στα θέματα του περιβάλλοντος και ειδικότερα η
διεύρυνση του κύκλου προσώπων αφορά μη κυβερνητικούς οργανισμούς (ΣτΕ
3478/2000), κατοίκους και δημότες της περιοχής του προβλήματος (ΣτΕ 4766/1995),
κατοίκους γειτονικής περιοχής (ΣτΕ 4576/1977) ακόμα και κατοίκους μίας ευρύτερης
περιοχής για θέματα οικολογικής ισορροπίας και ποιότητας ζωής (ΣτΕ 2281/1992 Ολ.
και 2274/2000 Ολ.).
Σχετική νομολογία : η ακύρωση αποφάσεων για αεροψεκασμούς με το σκεπτικό της
προστασίας της δημόσιας υγείας και της οικολογικής ισορροπίας ώστε να αποφευχθεί
η αδιάκριτη εξόντωση εμβίων όντων (ΣτΕ 3953/1995, 3956/1995 και 2162/1994).
Αίτηση αναστολής εκτελέσεως
29
Σε συνέχεια της υποβολής της αίτησης ακυρώσεως, ο υπουργός ή το αρμόδιο όργανο
το οποίο διοικεί το δημόσιο νομικό πρόσωπο που εξέδωσε τη πράξη μπορούν να
διατάξουν την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. Επίσης, και το
φυσικό ή νομικό πρόσωπο που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως μπορεί, εφόσον δεν
χωρεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μετά την κατάθεση της αίτησης ή της
προσφυγής να ζητήσει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης.
Η αίτηση αναστολής στρέφεται κατά ρητής ατομικής πράξης η οποία δεν έχει ακόμα
εκτελεστεί κατά το σημαντικότερο μέρος της και πρέπει να περιέχει συγκεκριμένους
λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν την αναστολή.
Η αναστολή χορηγείται, όταν η εκτέλεση της πράξης μπορεί με τη δημιουργία μίας
πραγματικής κατάστασης να προκαλέσει:
- ανεπανόρθωτη ή δύσκολα επανορθώσιμη βλάβη, η οποία να είναι άμεση και
συγκεκριμένη να μην στηρίζεται σε δικαίωμα τρίτου
- και να αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή να προκύπτει από τα στοιχεία του
φακέλου.
Σχετική νομολογία: Έχουν γίνει δεκτές αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης για την
προστασία υγροβιότοπου άγριας πτηνοπανίδας που απειλείται με εξαφάνιση από την
κατασκευή γηπέδων γκόλφ (ΕΑ 732/1998) για την διάσωση ευκαλύπτων από την
κατασκευή οδικού κόμβου (ΕΑ 729/2001).
Έγινε δεκτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως Διευθυντού Δασών με την οποία
κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για ανεπανόρθωτη βλάβη του
αιτούντος από την αναδάσωση της περιοχής όπου ευρίσκετο η μόνη δίοδος της
εξοχικής του κατοικίας προς τον αιγιαλό. Η εκτέλεση της προσβαλλομένης πράξεως
ανεστάλη μόνο κατά το μέρος αυτής που η κήρυξη της εκτάσεως ως αναδασωτέας
καταλαμβάνει τον υφιστάμενο διάδρομο (ΕΑ ΣτΕ 750/2009).
4βδ. Ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων
Ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ασκείται το ένδικο βοήθημα της
προσφυγής, η αγωγή αποζημίωσης και ορισμένες ακυρωτικές διαφορές που
υπάγονται στην αρμοδιότητά τους
Ένδικο βοήθημα της προσφυγής - αγωγή αποζημίωσης κατά του δημοσίου των
ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ - άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ)
30
Η προσφυγή είναι το ένδικο βοήθημα το οποίο έχει ως αίτημα την ολική ή μερική
ακύρωση μίας ατομικής διοικητικής πράξης ή παράλειψης ή την τροποποίηση της
προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης (Ν.2717/1999 (Κώδικας διοικητικής
δικονομίας) βλ. επίσης ορισμένες τροποποιήσεις του Κώδικα με το Ν.3659/2008).
Αγωγή ασκείται για τις χρηματικές διαφορές και πρόκειται για αξίωση βάσει των
άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ
α. για αποκατάσταση ζημίας που έχει υποστεί ο ενάγων από παράνομη διοικητική
πράξη ή παράνομη παράλειψη έκδοσης διοικητικής πράξης ή από παράνομη υλική
ενέργεια ή παράλειψη
β. σε αξίωση για αποκατάσταση ζημίας από αντισυμβατική ενέργεια του δημοσίου ή
άλλου νομικού προσώπου που έχει συμβληθεί με διοικητική σύμβαση και
γ. σε αξίωση αποζημίωσης από νόμιμη διοικητική πράξη που εκδόθηκε βάσει
διατάξεων οι οποίες προβλέπουν αποζημίωση.
Κατά το άρθρο 105, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση για τις παράνομες πράξεις ή
παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας
εξουσίας εκτός εάν η παρανομία της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης συνίσταται
στην παράβαση ενός κανόνα από τον οποίο δεν πηγάζει συγκεκριμένο δικαίωμα του
διοικουμένου που ζημιώθηκε επειδή έχει θεσπιστεί αποκλειστικά και μόνο προς χάρη
του δημοσίου συμφέροντος.
Σχετική νομολογία: Ευθύνη του δημοσίου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ συντρέχει σε
περιπτώσεις π.χ. παραλείψεων υλικών ενεργειών, όπως η παράλειψη συντήρησης και
αποκατάστασης των φθορών των οδών και των πεζοδρομίων (ΣτΕ 3069/2004),
λακκούβες οδοστρώματος (Ειδική Έκθεση του Κύκλου Σχέσεων Κράτους – Πολίτη
του Συνηγόρου του Πολίτη για την αστική ευθύνη των ΟΤΑ, «Η περίπτωση υλικών
ζημιών σε οχήματα από ανωμαλίες του οδοστρώματος ή άλλες παρεμφερείς αιτίες»,
Νοέμβριος 2004, in www.synigoros.gr. Βλ. ενδεικτικά, ΣτΕ 740/2001 και ΔιΠρΘεσ
788/2005, Αρμενόπουλος 2006, σελ. 1126).
Ομοίως, θεμελιώνεται αστική ευθύνη του Δημοσίου για παράνομες παραλείψεις
υλικών ενεργειών της πολεοδομίας και επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση για
ψυχική οδύνη συγγενών των θυμάτων από τη κατάρρευση του κτηρίου της εταιρίας
«Ρικομέξ» στο σεισμό της 07.09.199938. Στην εν λόγω απόφαση η ευθύνη του
38
ΣτΕ 2692/2009
31
Δημοσίου θεμελιώνεται από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή από παράνομες
παραλείψεις υλικών ενεργειών των οργάνων τους, εφόσον αυτές συνάπτονται με την
οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Όπως προκύπτει, κατά την
έννοια των διατάξεων της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, περί εκτελέσεως
οικοδομικών έργων από οπλισμένο σκυρόδεμα, περί αντισεισμικού κανονισμού, περί
τρόπου και διαδικασίας εκδόσεως οικοδομικών αδειών, περί αυθαιρέτων και περί
επικινδύνων κατασκευών, με τις διατάξεις αυτές, πέραν της προστασίας του γενικού
συμφέροντος, προστατεύονται και ατομικά δικαιώματα και ιδίως το δικαίωμα σε
ανέγερση οικοδομής που πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλούς διαβιώσεως έναντι
κινδύνων από φυσικά ή γεωλογικά φαινόμενα. Με την απόφαση δε έγινε δεκτό ότι
εξαιτίας του προστατευτικού σκοπού των ανωτέρω διατάξεων, η τήρηση των
κανόνων που τίθενται με αυτές δεν εναπόκειται μόνο στη βούληση και την τεχνική
επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, αλλά εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης και των
αρμόδιων πολεοδομικών υπηρεσιών, που στελεχώνονται από προσωπικό που διαθέτει
τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για να ελέγξει την επακριβή τήρησή τους39.
4βε. Δικαστική προστασία μέσω των διατάξεων του ποινικού δικαίου
Διαδικασία (υποβολή μήνυσης ή αυτεπάγγελτη έρευνα)
Τα ποινικά αδικήματα που αφορούν προσβολές στο περιβάλλον διώκοντα κατά
κανόνα αυτεπάγγελτα από το αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
Ο πολίτης μπορεί να καταγγείλει τη διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος ενώπιον των
αρμοδίων αρχών, υποβάλλοντας μήνυση ενώπιον του καθ’ ύλην αρμόδιου
Εισαγγελέα ή των αρμοδίων αστυνομικών ή λιμενικών οργάνων (άρθρο 42 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).
Ο μηνυτής πρέπει να κατονομάσει το δράστη στη μήνυσή του και εάν αυτός δεν έχει
ταυτοποιηθεί να στραφεί κατά αγνώστων και να εκθέσει το γεγονός που προκάλεσε
σοβαρή βλάβη και προσβολή στο περιβάλλον.
Στη συνέχεια, ο Εισαγγελέας στον οποίο έχει υποβληθεί η μήνυση μπορεί: α) εάν η
μήνυση είναι αβάσιμη και δεν στοιχειοθετείται η τέλεση αξιοποίνου πράξεως, να
θέσει την υπόθεση στο αρχείο (άρθρο 43 παρ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας)
διαφορετικά β) να προβεί στην άσκηση της ποινικής δίωξης, έχοντας τη δυνατότητα
39
ΣτΕ 2692/2009.
32
να παραγγείλει προανάκριση ή κυρία ανάκριση ή να εισάγει την υπόθεση με
απευθείας κλήση στο ακροατήριο (άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).
Ποινική προστασία του περιβάλλοντος
Για όποιον προκαλεί με τις πράξεις ή παραλείψεις του ρύπανση ή υποβαθμίζει το
περιβάλλον προβλέπεται ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή κατά το άρθρο 28 του
Ν. 1650/1986. Ειδικότερα, οι ποινές φυλάκισης σε περίπτωση τέλεσης εγκλημάτων
από αμέλεια κυμαίνονται από φυλάκιση τριών μηνών τουλάχιστον έως τη κάθειρξη,
αναλόγως εάν δημιουργήθηκε κίνδυνος σωματικής βλάβης ή βαριάς σωματικής
βλάβης ή ακόμα και θάνατος προσώπου. (Σχετικές είναι οι διατάξεις των άρθρων
308-311 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) για τις σωματικές βλάβες).
Σχετική νομολογία: Παράδειγμα επιβολής ποινής και εκτέλεσης της: η με δόλο
διάθεση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων και λυμάτων στον χείμαρρο Ασωπό
Βοιωτίας, χωρίς προηγούμενη πλήρη επεξεργασία τους, καθ’ υπέρβαση των
ανωτάτων επιτρεπτών ορίων εκπομπής υγρών αποβλήτων. Η ρύπανση αυτή επέφερε
αλλοίωση της φυσικής κατάστασης του θαλασσινού νερού στον Ευβοϊκό Κόλπο και
δυσμενείς επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στη χλωρίδα και πανίδα της
περιοχής, ακαταλληλότητα νερού και δημιουργία ανθυγιεινών καταστάσεων. Οι
κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης που
κυμαίνονταν μεταξύ πέντε έως οκτώ μηνών και χρηματικές ποινές που κυμαίνονταν
μεταξύ 1500 έως 3000 ευρώ (Εφ Αθηνών Ποιν 2391/2008).
Ν. 4042/2012 εναρμόνιση με την οδηγία 2008/99 ΕΚ
Με τα άρθρα 2 έως 9 εναρμονίζεται το εθνικό δίκαιο προς τις διατάξεις της οδηγίας
2008/99 ΕΚ και θεσπίζονται αποτρεπτικές, αποτελεσματικές και αναλογικές
κυρώσεις μέσω του ποινικού δικαίου, για τις περιπτώσεις που προκαλείται ή
ενδέχεται να προκληθεί ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος με σκοπό την
διασφάλιση της αποτελεσματικής ποινικής προστασίας του.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 το οποίο τιτλοφορείται: Αδικήματα
«Τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 1650/ 1986, όπως τροποποιείται με το
άρθρο 7 του παρόντος νόμου:
α) η απόρριψη, εκπομπή ή εισαγωγή ποσότητας υλικών ή ιοντίζουσας ακτινοβολίας
στον αέρα, το έδαφος ή το νερό, που προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει το θάνατο ή
33
σοβαρές σωματικές βλάβες, σε πρόσωπα, ή ουσιαστικές βλάβες, στην ποιότητα του
αέρα, την ποιότητα του εδάφους, την ποιότητα του νερού ή στα ζώα ή τα φυτά
β) η συλλογή, μεταφορά, ανάκτηση ή διάθεση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της
επιχειρησιακής εποπτείας των πράξεων αυτών και της επακόλουθης συντήρησης των
εγκαταστάσεων διάθεσης, και συμπεριλαμβανομένων δράσεων που εκτελούνται από
εμπόρους ή μεσίτες (διαχείριση των αποβλήτων), που προκαλούν ή ενδέχεται να
προκαλέσουν το θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή ουσιαστικές
βλάβες στην ποιότητα του αέρα, στην ποιότητα του εδάφους ή στην ποιότητα του
νερού ή στα ζώα ή τα φυτά
γ) η αποστολή αποβλήτων, οσάκις η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει στο πεδίο
εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 35 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006, για τις
μεταφορές αποβλήτων και διενεργείται σε μη αμελητέα ποσότητα, ανεξάρτητα από το
εάν εκτελείται ως ενιαία μεταφορά ή ως πολλαπλές μεταφορές που φαίνονται
αλληλένδετες
δ) η λειτουργία μονάδας, η οποία εκτελεί επικίνδυνες δραστηριότητες ή στην οποία
αποθηκεύονται ή χρησιμοποιούνται επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα και η
οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει, εκτός της μονάδας, το θάνατο ή σοβαρές
σωματικές βλάβες, σε πρόσωπα ή ουσιαστικές βλάβες στην ποιότητα του αέρα, την
ποιότητα του εδάφους ή την ποιότητα του νερού ή στα ζώα ή τα φυτά
ε) η παραγωγή, η επεξεργασία, η διαχείριση, η χρήση, η κατοχή, η αποθήκευση, η
μεταφορά, η εισαγωγή, η εξαγωγή ή η διάθεση πυρηνικών υλικών ή άλλων
επικίνδυνων ραδιενεργών ουσιών που προκαλούν ή ενδέχεται να προκαλέσουν
θάνατο ή σοβαρή σωματική βλάβη σε πρόσωπα ή ουσιαστική βλάβη στην ποιότητα
του αέρα, την ποιότητα του εδάφους ή την ποιότητα του νερού ή στα ζώα ή τα φυτά
στ) η θανάτωση, ο αφανισμός, η κατοχή ή η σύλληψη προστατευόμενων ειδών της
άγριας χλωρίδας ή πανίδας, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που η συμπεριφορά
αφορά αμελητέα ποσότητα αυτών των ειδών και έχει αμελητέο αντίκτυπο στο
καθεστώς διατήρησης των ειδών
ζ) η εμπορία με προστατευόμενα είδη άγριας πανίδας ή χλωρίδας ή μερών ή
παραγώγων αυτών, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που η συμπεριφορά αφορά
34
αμελητέα ποσότητα των ειδών αυτών και έχει αμελητέο αντίκτυπο στο καθεστώς
διατήρησης των ειδών
η) κάθε συμπεριφορά που προκαλεί την ουσιαστική υποβάθμιση του οικότοπου/
ενδιαιτήματος μέσα σε προστατευόμενη περιοχή
θ) η παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή, διάθεση στην αγορά ή η χρήση ουσιών που
καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος».
4γ.Ισχύς δεδικασμένου
Σε περίπτωση των αποφάσεων του ΣτΕ των Διοικητικών Εφετείων και των
Διοικητικών Πρωτοδικείων επί αιτήσεων ακυρώσεων ή προσφυγών και εφέσεων
αντιστοίχως η παράβαση του δεδικασμένου που πηγάζει από αυτές συνιστά
παράβαση του άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 50 παρ. 4
και 5 του Διατάγματος 18/1989 και με τα οποία το ζήτημα διοικητικής φύσεως που
έχει κριθεί δεσμεύει τα διοικητικά όργανα, τα οποία έχουν υποχρέωση να
συμμορφώνονται προς το περιεχόμενο της απόφασης. Ειδικότερα, η διοίκηση δεν
επιτρέπεται να εκδώσει διοικητική πράξη αντίθετη προς τα ζητήματα που κρίθηκαν
με την απόφαση του ΣτΕ ή των διοικητικών δικαστηρίων και στα οποία εκτείνεται το
δεδικασμένο. Το δεδικασμένο πηγάζει και από την απορριπτική και από την
ακυρωτική απόφαση.
Κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος: «Η διοίκηση έχει υποχρέωση
να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής δημιουργεί ευθύνη για κάθε υπαίτιο όργανο,
όπως νόμος ορίζει»
Συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις (Ν.3068/2002)
«Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα
δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς
τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται
για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των
αποφάσεων»(άρθρο 1, εδάφιο α του Ν.3068/2002).
«Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι
αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που
35
παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές
διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει» (άρθρο 1, εδάφιο β του
Ν.3068/2002).
5. Δικαστική προστασία κατά το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο
Στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, η ερμηνεία, η τήρηση και εφαρμογή του κοινοτικού
δικαίου εξασφαλίζεται από τα δικαστικά όργανα της Κοινότητας, ήτοι το Δικαστήριο
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής ΔΕΚ ή Δικαστήριο) και το Πρωτοδικείο.
Κάθε πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει τη δυνατότητα
πρόσβασης στο Δικαστήριο και στο Πρωτοδικείο και μάλιστα με δύο ένδικα
βοηθήματα: ένα έμμεσο και ένα άμεσο.
Αυτή η δυνατότητα υπάρχει, καταρχάς, όταν μια υπόθεση εκδικάζεται από τα εθνικά
δικαστήρια. Όταν το εθνικό δικαστήριο, που δικάζει την υπόθεση, εξετάζει ένα
νομικό ζήτημα που αφορά το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί, και καμιά φορά οφείλει, να
αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, ζητώντας από το
Δικαστήριο να ερμηνεύσει έναν κανόνα του κοινοτικού δικαίου ή να ελέγξει τη
νομιμότητά του (άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, πρώην 234 της ΣυνθΕΚ).
Ο ευρωπαίος πολίτης μπορεί επίσης να αμφισβητήσει απευθείας, ενώπιον του
Πρωτοδικείου, μια απόφαση κοινοτικού οργάνου. Για να μπορεί να το πράξει αυτό,
πρέπει να είναι ο αποδέκτης της απόφασης, δηλαδή πρέπει η απόφαση να
απευθύνεται σ’ αυτόν ή να τον αφορά άμεσα και ατομικά η εν λόγω πράξη (άρθρο
263 παρ. 4 της ΣΛΕΕ, πρώην 230 εδάφιο 4 ΣυνθΕΚ).
5α.Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώην ΔΕΚ, νυν Δικαστήριο
Ευρωπαϊκής Ένωσης ΔΕΕ)
Η κύρια αποστολή του ΔΕΚ συνίσταται στον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών
πράξεων και στη διασφάλιση, ιδίως μέσω της εξέτασης των προδικαστικών
παραπομπών, της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Το
ΔΕΚ έχει επίσης δικαιοδοσία για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και την
36
επίλυση διαφορών μεταξύ κοινοτικών οργάνων ή μεταξύ των οργάνων αυτών και των
κρατών μελών ή, ακόμα, μεταξύ των κρατών μελών.
Αρμοδιότητες του ΔΕΕ
Για την εκπλήρωση της αποστολής του, το Δικαστήριο διαθέτει συγκεκριμένες
δικαιοδοτικές αρμοδιότητες τις οποίες ασκεί στο πλαίσιο της διαδικασίας της
προδικαστικής παραπομπής και των διαφόρων κατηγοριών προσφυγών.
Η προσφυγή για παράβαση κράτους μέλους
Το Δικαστήριο ελέγχει μέσω της προσφυγής για παράβαση κράτους μέλους την εκ
μέρους των κρατών μελών τήρηση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν από το
κοινοτικό δίκαιο. Κατά τη σχετική διαδικασία, προηγείται της ασκήσεως της
προσφυγής η προκαταρκτική διαδικασία την οποία κινεί η Επιτροπή και στο πλαίσιο
της οποίας παρέχεται στο κράτος μέλος η δυνατότητα να απαντήσει στις αιτιάσεις
που διατυπώνονται εναντίον του. Η αρχική καταγγελία μπορεί να υποβληθεί ενώπιον
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή στα γραφεία της Επιτροπής στα κράτη μέλη από κάθε
πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν θεωρεί ότι υπάρχει παράβαση κοινοτικών
διατάξεων σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τη διερεύνηση της
σχετικής καταγγελίας, η Επιτροπή απευθύνει επιστολή προς το κράτος μέλος,
προκειμένου να διακριβώσει εάν πράγματι υφίσταται παραβίαση των κανόνων του
κοινοτικού δικαίου. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί
υποχρέωση του εκ των Συνθηκών, διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος,
αφού προηγουμένως δώσει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις
παρατηρήσεις του (άρθρο 258 της ΣΛΕΕ πρώην 226 της ΣυνθΕΚ).
Αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που του
τάσσει η Επιτροπή, η τελευταία δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 258 της ΣΛΕΕ πρώην 226 της ΣυνθΕΚ). και στη
συνέχεια να ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή για παράβαση του
κοινοτικού δικαίου.
Την προσφυγή αυτή μπορεί να ασκήσει συνήθως η Επιτροπή, είτε άλλο κράτος
μέλος. Εάν το Δικαστήριο αναγνωρίσει την παράβαση, το κράτος υποχρεούται να
37
συμμορφωθεί και να μην παραβεί πλέον τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες δικαίου.
(άρθρο 259 της ΣΛΕΕ πρώην 227 της ΣυνθΕΚ).
Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα μέτρα που
συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, μπορεί να προσφύγει στο
Δικαστήριο, αφού παράσχει στο κράτος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις
του. Προσδιορίζει δε το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που
οφείλει να καταβάλει το κράτος μέλος και το οποίο η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για
την περίσταση (άρθρο 260-2 της ΣΛΕΕ πρώην 228 της ΣυνθΕΚ).
Το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν
συμμορφώθηκε με την απόφασή του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ’
αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής (άρθρο 260-2 της ΣΛΕΕ πρώην 228 της
ΣυνθΕΚ)
Η προσφυγή ακύρωσης
Με την προσφυγή αυτή, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση μιας πράξης ενός οργάνου
(κανονισμού, οδηγίας, απόφασης). Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις
προσφυγές ακύρωσης που ασκούνται από κράτος μέλος κατά του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και/ή του Συμβουλίου ή από ένα κοινοτικό όργανο κατ’ άλλου. Όλες
οι λοιπές προσφυγές αυτού του είδους, ιδίως δε οι προσφυγές που ασκούνται από
ιδιώτες, εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από το Πρωτοδικείο (άρθρο 263 της ΣΛΕΕ
πρώην 230 ΣυνθΕΚ)
Η προσφυγή για παράλειψη
Η προσφυγή αυτή παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας της αδράνειας
των κοινοτικών οργάνων. Η προσφυγή αυτή, ωστόσο, μπορεί να ασκηθεί μόνον αφού
το όργανο έχει κληθεί να ενεργήσει. Αν διαπιστωθεί ότι η παράλειψη είναι παράνομη,
το ενδιαφερόμενο όργανο οφείλει να συμμορφωθεί, λαμβάνοντας τα ενδεικνυόμενα
μέτρα. Η αρμοδιότητα εκδίκασης των προσφυγών για παράλειψη έχει κατανεμηθεί
μεταξύ του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια που
ισχύουν και για την προσφυγή ακύρωσης (άρθρο 265 της ΣΛΕΕ, πρώην 232
ΣυνθΕΚ).
38
Η αγωγή αποζημίωσης
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται
στο άρθρο 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο» (άρθρο 268 της ΣΛΕΕ, πρώην 235
ΣυνθΕΚ). «Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται,
σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών
μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοι της κατά
την άσκηση των καθηκόντων τους» (άρθρο 340 εδάφιο β της ΣΛΕΕ, πρώην 288,
εδάφιο β ΣυνθΕΚ).
5β.Το Πρωτοδικείο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Το Πρωτοδικείο ιδρύθηκε το 1989 και εκδικάζει όλες οι ευθείες προσφυγές40, με
εξαίρεση τις επιφυλασσόμενες υπέρ του Δικαστηρίου.
Το Πρωτοδικείο εκδικάζει τις προσφυγές που ασκούν τα κράτη μέλη κατά της
Επιτροπής και κατά ορισμένων πράξεων του Συμβουλίου και τις προσφυγές που
ασκούν ενώπιόν του τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά των αποφάσεων ή των
παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων, οι οποίες απευθύνονται σε αυτά ή τα
αφορούν άμεσα και ατομικά. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να προσφύγει
ενώπιον του Πρωτοδικείου: α) αν μια πράξη κοινοτικού οργάνου απευθύνεται σ' αυτό
ή β) αν μια πράξη κοινοτικού οργάνου το αφορά άμεσα και ατομικά.
Αρμοδιότητες του Πρωτοδικείου
Ορισμένες από τις αρμοδιότητες του Πρωτοδικείου (Γενικού Δικαστηρίου) είναι να
εκδικάζει:
τις ευθείες προσφυγές που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά
των πράξεων των κοινοτικών οργάνων ή για παράλειψη των οργάνων αυτών
να ενεργήσουν
τις προσφυγές των κρατών μελών κατά της Επιτροπής
40
Ευθείες προσφυγές ή αγωγές είναι αυτές που ασκούνται ευθέως από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα
στο ΔΕΚ ή στο Πρωτοδικείο και δεν αποτελούν προσφυγές που ασκούν άλλα κράτη μέλη ή άλλα
κοινοτικά όργανα ή όταν πρόκειται για προδικαστικά ερωτήματα τα οποία τίθενται από ένα εθνικό
δικαστήριο προς το ΔΕΚ.
39
τις αγωγές για αποκατάσταση των ζημιών που προξενούνται από τα κοινοτικά
όργανα ή τους υπαλλήλους τους (άρθρο 256 της ΣΛΕΕ, πρώην 225 ΣυνθΕΚ).
7.2.3. Δεδικασμένο και δεσμευτικότητα των αποφάσεων εντός των κρατών
μελών
Το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και πρέπει να εφαρμόζεται με
ομοιόμορφο τρόπο εντός των κρατών μελών. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου και του
Πρωτοδικείου έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα εντός των κρατών μελών. Εάν το
Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση κράτους μέλους με απόφασή
του μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής
(άρθρο 260, παρ. 2 εδ. γ της ΣΛΕΕ, πρώην 228, παρ. 2, εδ. γ ΣυνθΕΚ).
Σχετική νομολογία:
Απόφαση του ΔΕΚ της 27-10-2005, υπόθεση C-166/04,
ελλιπής προστασία της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και η απόφαση του ΔΕΚ
της 16-03-2006, υπόθεση C-518/04, ελλιπής προστασία της οχιάς της Μήλου.
Απόφαση του ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) της 02-10-2010, υπόθεση C-534/09 για τη παραβίαση
της οδηγίας 2008/1/ΕΚ «για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης
(IPPC)» - Αδειοδότηση βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Στην εν λόγω απόφαση το
Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα
αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί ότι οι εθνικές αρχές θα επιτύχουν, με τις άδειες
που χορηγούνται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 της οδηγίας 2008/1/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά
με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (Κωδικοποιημένη έκδοση),
ή με επανεξέταση, οσάκις ενδείκνυται, και εκσυγχρονισμό, οσάκις απαιτείται, των
προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, να λειτουργούν οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις
σύμφωνα με τις προδιαγραφές των άρθρων 3, 7, 9, 10, 13, 14, στοιχεία α΄ και β΄, και
15, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το αργότερο έως τις 30 Οκτωβρίου 2007, υπό
την επιφύλαξη ειδικών κοινοτικών διατάξεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει
από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
40
6. Έννομη προστασία βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)41
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)
Το ΕΔΔΑ συστήθηκε το έτος 1959, με την έναρξη ισχύος του Πρωτοκόλλου αριθ. 11
της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(1950), ως Ενιαίο Δικαστήριο συνεδριάζον διαρκώς, σε αντικατάσταση της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1954). Έδρα του ΕΔΔΑ είναι
το Στρασβούργο.
Αρμοδιότητες του ΕΔΔΑ
Κάθε συμβαλλόμενο κράτος (κρατική προσφυγή) ή κάθε ιδιώτης που θεωρεί ότι
θίγεται από παράβαση της ΕΣΔΑ (ατομική προσφυγή) μπορεί να υποβάλει απευθείας
στο Δικαστήριο προσφυγή ισχυριζόμενος ότι ένα συμβαλλόμενο κράτος προσβάλλει
κάποιο από τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνει η Σύμβαση.
Ειδικότερα, ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος, υπάγονται στη παραβίαση του
δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και του δικαιώματος στη
κατοικία (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ)
Πρόσβαση των πολιτών
Στο Δικαστήριο μπορεί να προσφύγει κάθε φυσικό πρόσωπο, κάθε μη κυβερνητική
οργάνωση ή κάθε ομάδα ιδιωτών που θεωρεί ότι θίγεται επειδή κάποιο από τα Υψηλά
Συμβαλλόμενα Μέρη προσβάλλει δικαιώματα που αναγνωρίζουν η Σύμβαση ή τα
πρωτόκολλα αυτής.
Για να επιληφθεί το Δικαστήριο, πρέπει προηγουμένως να εξαντληθούν τα εσωτερικά
μέσα έννομης προστασίας και να μην έχει παρέλθει εξάμηνη προθεσμία από την
ημερομηνία της οριστικής εσωτερικής αποφάσεως.
Δεδικασμένο δεσμευτικότητα των αποφάσεων για τα κράτη που έχουν
υπογράψει την ΕΣΔΑ
41
Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών
Ελευθεριών κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 ΦΕΚ Α’ 256, όπως ισχύει με τις τροποποιήσεις που επέφερε
το 11ο Πρωτόκολλο, που κυρώθηκε με το Ν. 2400/1996 ΦΕΚ Α’ 96).
41
Τα κράτη μέλη που έχουν υπογράψει και κυρώσει την ΕΣΔΑ του Ανθρώπου
οφείλουν να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ και να καταβάλουν άμεσα
τα ποσά αποζημίωσης, τα οποία έχει επιδικάσει το ΕΔΔΑ σε καταδικαστική απόφαση
εις βάρος του κράτους τούτου με την καταβολή της εν λόγω χρηματικής
αποζημίωσης.
Σχετική νομολογία: η απόφαση Lopez Ostra κατά Ισπανίας της 09/12/1994, σχετικά
με οχλήσεις και θόρυβο προερχόμενους από σταθμό διαχείρισης και μεταφόρτωσης
απορριμμάτων πλησίον της οικίας της προσφεύγουσας και η απόφαση Moreno
Gomez κατά Ισπανίας της 16/02/2005, σχετικά με την πρόκληση ηχορύπανσης σε
περιοίκους από κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ αποτελούν η ατμοσφαιρική ρύπανση, η
δυσοσμία και η εστία μικροβίων με πολλά έντομα που προερχόταν από ένα χώρο
εναπόθεσης απορριμμάτων, ο οποίος, ενώ είχε τεθεί εκτός λειτουργίας, συνέχιζε να
λειτουργεί παράνομα και υποβάθμιζε καθοριστικά την ποιότητα ζωής ενός
κρατουμένου του οποίου το κελί βρισκόταν πλησίον του χώρου αυτού. Το ΕΔΔΑ
απεφάνθη στην απόφαση Bradûse κατά Ρουμανίας της 7ης/04/2009 ότι υπήρξε
παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του κρατουμένου και του ζωτικού του χώρου,
συνδέοντας την προστασία του περιβάλλοντος με την προστασία της προσωπικότητας
και του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή.
Πρόσβαση σε νομικές πληροφορίες μέσω ιστοσελίδων στο διαδίκτυο
www.ypeka.gr
www.et.gr
www.dsalib.gr
www.ste.gr
www.dprotodikeio-ath.gr
www.ministryofjustice.gr
42
www.nomosphysis.org.gr
www.europa.eu.int
www.echr.coe.int
www.curia.europa.eu
www.icj-cij.org
Βασική Βιβλιογραφία
Χ. Αθανασοπούλου, Οικονομική ελευθερία και προστασία του περιβάλλοντος
(Σύγχρονες προοπτικές σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, από την GATT στον
ΠΟΕ), εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2002.
Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα –
Κομοτηνή 2004.
Δαγτόγλου Π., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα
– Κομοτηνή 2004.
Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Β΄, εκδόσεις Αντ. Ν.
Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2005.
Μ. Δεκλερής, Το δίκαιο της βιωσίμου αναπτύξεως, Γενικές αρχές, εκδόσεις Αντ.
Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2000.
Γ. Δελλής, Κοινοτικό δίκαιο περιβάλλοντος, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 1998.
Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2011.
Ευ. Κουτούπα, Δίκαιο του περιβάλλοντος, εκδόσεις Σάκκουλα Θεσσαλονίκη 2007.
Ι. Κυριτσάκη, Το δικαίωμα στο περιβάλλον υπό το πρίσμα του δικαίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010.
Α. Μάνεσης, Συνταγματικά δικαιώματα, Α΄ατομικές ελευθερίες, εκδόσεις
Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1982.
43
Π. Μαντζούφας, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της
διακινδύνευσης, υγεία – ιδιωτικότητα - περιβάλλον, εκδόσεις Σάκκουλα ΑθήναΘεσσαλονίκη 2006.
Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο δικαίου του Περιβάλλοντος, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα Θεσσαλονίκη 2011.
Σκουρής Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή
Κοινότητα, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 2003.
Α. Τάχος, Δίκαιο Προστασίας του Περιβάλλοντος, εκδόσεις Σάκκουλα
Θεσσαλονίκη 1998.
Α. Τάχος, Δίκαιο προστασίας του περιβάλλοντος, εκδόσεις Σάκκουλα ΑθήναΘεσσαλονίκη 2006.
Α. Τάχος, Βασικές διατάξεις προστασίας του περιβάλλοντος, εκδόσεις Σάκκουλα
Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2007.
Νομολογία
Τράπεζα νομικών δεδομένων ΝΟΜΟΣ και ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ
Νομολογία ΔΕΚ στη Συλλογή Νομολογίας του ΔΕΚ και στην ιστοσελίδα CURIA
44
This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?
We've moved you to where you read on your other device.
Get the full title to continue listening from where you left off, or restart the preview.