ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΛΑΟΥΣ
Έτσι ή Αθήνα είναι παράδειγµα και σχολείο της Ελλάδας και θαυµάζεται απ’ όλους γιατί όποιος τη γνωρίσει από κοντά τη βρίσκει ανώτερη από τη φήµη της (Β 41). Προχωρεί στην εξύµνηση των αρετών των ανδρών για τούς οποίους γίνεται ή τελετή, οι οποίοι τα παράτησαν όλα, και πλούτη και τρυφή, θεωρώντας χρέος να δώσουν τα πάντα, και τη ζωή τους, για την πατρίδα (Β 42). Και τονίζοντας το «ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος» προτείνει τούς νεκρούς τού πολέµου σαν παράδειγµα προς µίµηση, γιατί πρέπει καθένας να θεωρεί πώς ευτυχία είναι ή λευτεριά και λευτεριά ή παλικαριά και να αδιαφορεί για τούς πολεµικούς κινδύνους «το εὔδαιμον το ἐλεύθερον, το δέ ἐλεύθερον το εὔψυχον κρίναντες, μή περιορᾶσθε τούς πολεμικούς κινδύνους» (Β 43).
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η καταγωγή του Επιτάφιου λόγου
O λόγος αυτός κατάγεται από το παλαιότατο έθιµο τού θρήνου των συγγενών γυναικών στην πρόθεση τού νεκρού που γινόταν στο σπίτι του. Οι θρήνοι αυτοί έµοιαζαν κάπως µε τα νεώτερα µοιρολόγια. Φαίνεται ακολουθούσαν µια καθορισµένη τυπική δοµή και έτσι είχαν κάποια οµοιότητα µε τα κατοπινά χορικά, όπως µπορεί κανείς να συμπεράνει από την οµηρική περιγραφή τού θρήνου τού Έκτορα (Ω, 747).
Μνημειακός γεωμετρικός αμφορέας από το Δίπυλο του Κεραμεικού. Ανάμεσα στις λαβές εικονίζεται η πρόθεσις του νεκρού (760-750 π.Χ.), Αθήνα,-Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Σ’ αυτόν άλλοι άρχιζαν τη θρηνωδία, κι ύστερα έβγαζαν στεναγµούς οι γυναίκες. Kατοπιν ξεσπούσε σε θρήνο η Ανδροµάχη κρατώντας το κεφάλι του Έκτορα. Μετά απ’ αυτην έβγαζαν πάλι στεναγµούς οι γυναίκες. Ύστερα ξεσπούσε σε θρήνο η Εκάβη. Τελευταία θρηνολόγησε η Ελένη µιλώντας µε πολλή τέχνη και κατηγορώντας τον εαυτό της. Σ' αυτόν ακριβώς το θρήνο της Ελένης βρίσκουµε σε εµβρυακή ακόµη µορφή τον κατοπινό επιτάφιο έπαινο. Σύµφωνα µ’ αυτά, ο θρήνος, µε απαραίτητο στοιχείο του τον αίνo, δηλαδή το εγκώµιο τού νεκρού, αποτελούσε µέρος από τις οφειλόµενες τιµές σ’ αυτόν. Ακόµη πιο φανερή περίπτωση επικήδειου αίνου αναφέρει ο Πίνδαρος, όταν λέει για τον Άδραστο ότι θρηνούσε τον Αµφιάραο, που εξαφανίστηκε, όταν τελούσαν τις επικήδειες πυρές των νεκρών, παροµοιάζοντάς τον µε το µάτι τής στρατιάς του:«ποθώ της στρατιάς µου το µάτι, τον άντρα που ήταν και καλός µάντης και άξιος µαχητής» (Πινδ. Ολυµπ. εις Αγησίαν τον Συρακ. στ. Ι5)
Στην Αθήνα για πρώτη φορά ο Επιτάφίος λόγος καθιερώθηκε ως απαραίτητο στοιχείο ενός ευρύτερου θεσµού, του «Πάτριου νόµου», που ονοµαζόταν Επιτάφια ή Ταφαί. Η νεκρώσιµη αυτή τελετή είναι προπάντων γνωστή από την περιγραφή τού Θουκυδίδη (ΙΙ,34) και γινόταν στο τριήµερο, 5 - 7 τού µήνα Πυανεψιώνα (Ι5 Οκτωβρίου- 15 Νοεµβρίου), γιατί πιθανώς συσχετίστηκε µε την εορτή Πυανόψια και Απατούρια προς τιµήν τού Απόλλωνα. Τα Απατούρια (από το:ά(=αµα)+πατορια) ήταν φρατρική δηλ. οικογενειακή µα συγχρόνως θρησκευτική και πολιτική εορτή των απατόρων, δηλ. των οµοπατόρων, των συγγενών.
Η καθιέρωση τού θεσµού του επιταφίου επαίνου.
Θρηνωδοί σε ελληνικό αγγείο της γεωμετρικής εποχής. Μνημειακός γεωμετρικός αμφορέας από το Δίπυλο του Κεραμεικού (760-750 π.Χ.), Αθήνα,-Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Φαίνεται ότι µέρος των τελετών αυτής της εορτής αποτέλεσε αργότερα ο Επιτάφιος λόγος. Η ειδική τελετή που µέρος της ήταν αυτός ο λόγος περιγράφεται αναλυτικά από τον Θουκ. (ΙΙ, 34). Ειδικότερα όσοι έπεφταν στο πεδίο της µάχης το καλοκαίρι, που ήταν η κύρια εποχή των πολεµικών επιχειρήσεων, τούς έθαβαν συνήθως στον τόπο που σκοτώθηκαν σε πολυάνδρια και κατόπιν οι άλλες πόλεις, εκτός τής Αθήνας, µετακόµιζαν τα λείψανα ή τα κόκαλα των νεκρών και τα έθαβαν στους οικογενειακούς των τάφους στο πάτριο έδαφος. Στην Αθήνα όµως καθιερώθηκε µε πάτριο νόµο επίσηµη ταφή, που την οργάνωνε δηλαδή το κράτος, γιατί θεωρήθηκε ότι όσοι σκοτώνονταν στον πόλεµο, σκοτώνονταν για την πόλη κι εποµένως ήταν νεκροί που ανήκαν όχι µόνο στους συγγενείς τους, αλλά στην ολότητα, την πολιτική κοινότητα.
Η πρώτη εισαγωγή και καθιέρωση τού θεσµού, που σύµφωνα µ’ αυτόν «δεῖ τούς ἐκ τῆς πόλεως ἀνῃρημένους δημοσίᾳ ταφῆς ἀξιοῦν», οφείλεται, όπως πληροφορεί ο ∆ιογένης ο Λαέρτιος (Βίος Σόλωνος,55) στο Σόλωνα. Αυτός, εκτός από τις άλλες καθαριστικές για τη ζωή των Αθηναίων διατάξεις του, περιόρισε τις υπερβολικές τιµητικές εκδηλώσεις της πόλης προς τούς αθλητές. Τον περιορισµό αυτό τον επέβαλε µε το αιτιολογικό ότι τέτοιου είδους και τόσες τιµές θα ταίριαζαν µόνο προς τιµήν εκείνων που θυσιάστηκαν για την πόλη και που γι’ αυτό εκείνη πολύ δικαιολογηµένα αναλάµβανε µε δικά της έξοδα και φροντίδα την ανατροφή των παιδιών τους. Αλλά η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνεται και από ιστορικούς λόγους. Γιατί επί Σόλωνος θεσµοθετείται και τυπικά η κατάρρευση τού αριστοκρατικού πολιτεύµατος και εγκαινιάζεται η πορεία προς την πλήρη διαµόρφωση τού δηµοκρατικού πολιτεύµατος που θα ολοκληρωθεί, αφού περάσει ένας αιώνας. Με τη µεταβολή αυτή προβάλλεται και αποβαίνει κύριος ρυθµιστικός παράγοντας τής δηµόσιας ζωής στην Αθήνα ο δήµος. Η προβολή τού δήµου επί Σόλωνος επιφέρει την εµφάνιση και ανάπτυξη της αντίληψης ότι το «κύριο» τού κράτους δηλαδή η κυριαρχική πηγή κάθε εξουσίας, είναι η ενιαία πολιτική κοινότητα που µέσα της συνυπάρχουν όλες οι µερίδες τού αθηναϊκού λαού ανεξάρτητα από την προηγούµενη κοινωνική και οικονοµική κατανοµή. Το προϊόν αυτής της δημιουργικής συνύπαρξης λέγεται Δήµος . Απ’ αυτή τη µεγάλη κοινωνική και πολιτική µεταβολή αρχίζει ο µαρασµός ή η εκτόπιση ή και µεταµόρφωση πολλών παλιών φυλετικών θεσµών και τη θέση τους παίρνουν καινούριοι θεσµοί που κορυφώνονται στο θεσµό που ονοµάστηκε πόλη- κράτος.
Του ζωγράφου από τον Γέλα της Μεγάλης Ελλάδας 5 ος -6 ος αι π.Χ. Πρέπει όµως να προσεχτεί ιδιαίτερα στη φάση αυτών των µετασχηµατισµών ότιµε τη νίκη τού δήµου εναντίον της αριστοκρατίας έρχεται µια ρήξη µε το καθεστώς που δηµιούργησε αυτή διαστρεβλώνοντας προς το συµφέρον της το προηγούµενο φυλετικό καθεστώς. Παράλληλα όµως ο δήµος αναβιώνει πολλές µορφές τού παλιού φυλετικού συστήµατος. Γι’ αυτό έγινε αγαπητό από το λαό. Η ίδια η δηµοκρατική ισοπολιτεία είναι µια µορφή της αναβιωµένης ισοπολιτείας τού γένους. Τέτοια αναβίωση είναι π.χ. η χρήση τού κλήρου σαν τρόπου εκλογής της καινούριας Βουλής των Πεντακοσίων. «Η χρήση τού κλήρου εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό στο καινούριο δημοκρατικό πολίτευµα που εξυπηρετούσε αρχικά στη δηµοκρατία τής πρωτόγονης φυλής. Προορισµός του ήταν να προστατεύσει την ισότητα. Η αρχαία δηµοκρατία ήταν µια αναστροφή στη φυλετική δηµοκρατία σε ανώτερο εξελιγµένο στάδιο» (G. Thomson). Από την πλευρά αυτή ίσως πρέπει να κοιταχτεί και να ερµηνευτεί η µεταβίβαση τής αποκλειστικής φροντίδας τού Γένους για την ταφή των νεκρών στην ευθύνη της πόλης-κράτους, όταν πρόκειται για νεκρούς που η τήρηση τού φυλετικού εθίµου παρουσίαζε πια σοβαρές πρακτικές δυσκολίες, γιατί σκοτώνονταν πολλές φορές µακριά από τις εστίες τους κι έπρεπε να προηγηθεί οµαδικός ενταφιασµός κ.α. Παράλληλα όµως και µέσα στα πλαίσια αυτής της µεταβολής αρχίζει να καλλιεργείται και να εµπεδώνεται µε επίσηµη θεσµοθέτηση η συνείδηση ότι, πέρα από τον οίκο και το γένος, υπάρχει µια ευρύτερη εστία, ένας µεγαλύτερος οίκος, η πόλη, και µέσα στους κόλπους της κυρίως ζουν, ανατρέφονται και εποµένως σ’ αυτην ανήκουν όλοι, ανεξάρτητα από γένος, ως πολίτες. Η έννοια πολίτης γίνεται η κυρίαρχη ιδιότητα κάθε ανθρώπου. Μέσα στην πόλη και κάτω από την επίδραση των θεσµών και τού πολιτεύµατος της «παιδεύονται» οι πολίτες. Μια από τις πιο επιβλητικές εκδηλώσεις της αρετής αυτής - µε αριστοκρατική καταγωγή της επικρατέστερης ερµηνείας της - είναι η ανδρεία στους πολεµικούς κινδύνους της πατρίδας - πόλης και κορωνίδα της η θυσία της ζωής. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η τελετή αυτή εξελίχτηκε σιγά-σιγά από ανοργάνωτο έθιµο σε θεσµό σταθερό και επισηµοποιήθηκε µε κρατική καθιέρωση. Γινόταν κάθε χρόνο σαν πατριωτική τελετή και µνηµόσυνο, είτε η πόλη βρισκόταν σε πόλεµο και εποµένως υπήρχαν νεκροί για ενταφιασµό είτε όχι. Επιτάφιο λόγο εκφωνούσαν βέβαια µόνο εφόσον υπήρχαν νεκροί. Με τον καιρό, αργότερα, θεσπίστηκαν πλάι στις άλλες τιµητικές εκδηλώσεις στην τελετή αυτή και αγώνες γυµνικοί, ιππικοί, µουσικοί κτλ. και κατά τούς ελληνιστικούς χρόνους λαµπαδηδροµίες, οπλοδροµίες εφήβων κ.α.
Χώρος των δηµόσιων ταφών
Μετά τούς περσικούς πολέµους σύµφωνα µε βέβαιες πληροφορίες ορίστηκε ειδική επισηµότατη θέση ταφής, το λεγόµενο δηµόσιο σήµα στον έξω Κεραµεικό µπροστά στο ∆ίπυλο, στο δρόµο που οδηγούσε στην Ακαδήµεια. Τη θέση αυτή ονοµάζει ο Θουκυδίδης κάλλιστο προάστιο. Εκεί, µπορούµε να πούµε, βρισκόταν το επίσηµο µνηµείο των προγόνων και λατρεία των προγόνων κατά κάποιο τρόπο ήταν τα Επιτάφια που γίνονταν µε κρατική µέριµνα κάθε χρόνο. Ήταν, µ’ άλλα λόγια, «ένα είδος δηµοκρατικού πανθέου» ή οίκος αθανασίας τού όλου αθηναϊκού λαού. Εκεί μεταφέρονται από τα µέρη, που είχαν αρχικώς ταφεί, τα λείψανα των ηρώων τού απελευθερωτικού αγώνος πλην των Μαραθωνοµάχων» (Ι. Συκουτρής). Ειδικότερα, για την εξακρίβωση µε βεβαιότητα της θέσης τού Δηµόσιου Σήµατος µεταφέρουµε τα παρακάτω, σύµφωνα µε τα τελευταία ανασκαφικά πορίσµατα: «Μπροστά στο ∆ίπυλο, στον έξω Κεραµεικό γίνονταν κάθε χρόνο οι επίσηµες τελετές προς τιµήν των νεκρών. Εδώ, κι από τις δυο πλευρές τού δρόµου, υπήρχαν δηµόσιοι τάφοι αυτών που σκοτώθηκαν για την πόλη ή µε άλλο τρόπο την ευεργέτησαν. Για τούς τάφους αυτούς κάνουν λόγο αρχαίοι συγγραφείς (βλ. Παυσ. 1 29 κ.ά.). Σώθηκαν επίσης και επιτύµβιες επιγραφές. Έξω από το ∆ίπυλο, δεξιά, συναντούσε κανείς τον τάφο τού Περικλή. Αναφέρονται κι άλλα γνωστά ονόµατα τού 5ου – 4ου αι. και κατοπινής εποχής και αρχαιότερα, ό- πως π.χ. ο τάφος των τυραννοκτόνων Αρµόδιου και Αριστογείτονα και ο τάφος του Κλεισθένη. Το πιο µεγάλο όµως και πιο ονοµαστό µνηµείο ήταν το «δηµόσιο σήµα». Εκεί, σύµφωνα µε τον «πάτριο νόµο», µεταφέρνανε κι απόθεταν, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, τα λείψανα αυτών που σκοτώθηκαν στους πολέµους για την πόλη. Ως τώρα έχει βρεθεί στη Ν∆ παρυφή τού δρόµου τού Κεραµεικού ο τάφος των Λακεδαιµονίων που σκοτώθηκαν το 403 π.Χ. στον Πειραιά, όπου είχαν πάρει µέρος στις εσωτερικές διαµάχες των Αθηναίων (Ο. Ohly - Ανασκαφή τού Κεραµεικού).
Αθήνα, οδός της Ακαδημίας. Δεξιά η πρόσοψη των τάφων των Λακεδαιμονίων (Φωτογραφία J. Stroszeck
Η προσθήκη τού Επιταφίου λόγου στον πάτριο νόµο. Σύµφωνα µε τη µαρτυρία τού ∆ιόδωρου τού Σικελιώτη (ΧΙ 33,3), που θεωρείται βέβαιη, η προσθήκη αυτή έγινε από τούς χρόνους των περσικών πολέµων. Οπωσδήποτε ανέκαθεν η αρχαιότητα καταλόγιζε στους Αθηναίους την πατρότητα τού θεσµού τού επιτάφιου επαίνου. Σχετικά µ’ αυτό είναι κατηγορηµατικός ο ∆ηµο σθένης : «μόνοι τῶν ἁπάντων ἀνθρώπων ἐπί τοῖς τελευτήσασι δημοσίᾳ ποιοῦσι λόγους ἐπιταφίους, ἐν οἷς κοσμοῦσι τά τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἔργα» (∆ηµ. 20,141). Από τούς λόγους αυτούς οι περισσότεροι αυτοσχεδιάζονταν πρόχειρα τις τελευταίες µέρες και δεν καταγράφονταν ακόµη κι από την εποχή τού πελοποννησιακού πολέµου, που καθιερώθηκε συστηµατικότερα να δηµοσιεύονται ρητορικοί λόγοι. Οι οµιλητές, προσωπικότητες που διακρίνονταν στην ενεργό πολιτική για «σύνεση και αξίωση» αναλάµβαναν µε ανάθεση από τη Βουλή να εκφωνήσουν το λόγο. ∆εν καταγράφανε τούς λόγους αυτούς όπως δεν καταγράφανε και τις άλλες δηµηγορίες πολιτικού περιεχόµενου. Μόνο αν ο πολιτικός, που οριζόταν να µιλήσει, ήθελε να προβάλει τον εαυτό του για τη ρητορική του τέχνη, όπως π.χ. ο ∆ηµοσθένης κα ι Υπερείδης, τότε προχωρούσε σε δηµοσίευση τού λόγου του. Το τυπικό διάγραµµα του επιταφίου λόγου. Με την πολύχρονη παράδοση καθιερώθηκε ένα σταθερό τυπικό διάγραµµα και σύµφωνα µ’ αυτό συντάσσονταν οι ρητορικοί λόγοι αυτού τού είδους. Από σεβασµό προς την παράδοση το τηρούσαν κατά κανόνα µε ευλάβεια. Παρουσιάζονται όµως και κάποιες αποκλίσεις στις λεπτοµέρειες τού διαγράµµατος, µικρές ή µεγάλες, ανάλογα µε το ρήτορα και την περίπτωση. Οι σοβαρότερες αποκλίσεις από το παραδοσιακό τυπικό εµφανίζονται στον Επιτάφιο τού Θουκυδίδη. Στο σύνολό τους όµως, όλοι οι Επιτάφιοι που διασώθηκαν, σπονδυλώνονται πάνω στον ακόλουθο τύπο: 1. Το προοίµιο. Σ’ αυτό ο ρήτορας κάνει λόγο για την καθιέρωση τού εθίµου των Επιτάφιων λόγων και υπογραµµίζει τη δυσκολία που συναντά στην πρόθεσή του να µπορέσει µε την τέχνη του να πλέξει µε λόγια εγκώµιο επάξιο µε τα κατορθώµατα των νεκρών. Αυτό αποτελεί ένα συνηθισµένο ρητορικό «κοινό τόπο», δηλαδή µια πάγια τυπική µέθοδο, για να αποσπάσει ο ρήτορας την ευµένεια των ακροατών. 2. Καταγωγή και πρόγονοι. Αυτό το τµήµα περιλαµβάνει απαραίτητα τα παρακάτω ειδικότερα µέρη: α. Το εγκώµιο της αττικής γης και της αυτοχθονίας των Αθηναίων. Τονίζεται εδώ το γεγονός ότι οι Αθηναίοι είναι γεννήµατα - θρέµµατα τής Αττικής γης. Η γη αυτή είναι µητέρα τους, γιατί σύµφωνα µε τον παλιό και. στέρεα εµπεδωµένο στη συνείδησή τους θρύλο, ξεπετάχτηκαν µέσα από τα σπλάχνα της και δεν αλλοιώθηκε από καµιά µεταγενέστερη επιµειξία η φυλετική τους καθαρότητα. Η ανδρεία εποµένως των νεκρών είναι αποτέλεσµα «ευγένειας» και η υπεράσπιση της πάτριας γης, ως τη θυσία της ζωής, είναι αυτονόητη επιταγή, που µεταδίνεται από γενιά σε γενιά κι έχει την ίδια δύναµη, όπως όταν υπερασπίζεται κανείς τη µητέρα του. β. Το εγκώµιο τού πολιτεύµατος και των νόµων της πόλης. Εδώ προβάλλεται, πλάι στην «ευγένεια» τού προηγούµενου εγκωµίου, ένας ακόµη σπουδαιότερος γενεσιουργός παράγοντας υψηλής αγωγής και πολεµικής αρετής των Αθηναίων, το πολίτευµα και οι νόµοι τους. Και τα δυο, πολίτευµα και νόµοι, εξαίρονται ως συνειδητό περιβάλλον, που δηµιούργησαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι και που παράλληλα µε το φυσικό περιβάλλον, την αττική γη και το καθαρό αίµα τής αυτοχθονίας, συνιστούν ακόµη πιο σηµαντικούς παιδευτικούς παράγοντες γιατί περιλαµβάνουν το πολιτικό, κοινωνικό και οικονοµικό καθεστώς, καθώς και τις πολιτιστικές ιδέες και αξίες. Σ' αυτές οφείλεται σε µεγάλο βαθµό η ανδρεία στους πολεµικούς κινδύνους.
γ. Το εγκώµιο τού πατριωτισµού τών Αθηναίων. Περιγράφεται και εξυµνείται ο πατριωτισµός τους, όπως εκδηλώθηκε µέσα στην ιστορική διαδροµή τού παρελθόντος στα πολεµικά κατορθώµατα των προγόνων. Στο τµήµα αυτό γινόταν µια επισκόπηση των λαµπρών πολεµικών άθλων τού παρελθόντος αρχίζοντας από τούς αρχαιότατους µυθικούς χρόνους και φτάνοντας στα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα. Η επισκόπηση αυτή που δεν έκανε διάκριση ανάµεσα στη µυθολογική παράδοση και τα ιστορικά γεγονότα, τυποποιήθηκε µε τον καιρό έτσι που να επαναλαµβάνεται σ' όλους τούς Επιτάφιους, κατανεµηµένη στερεότυπα στα παρακάτω κατά σειρά µέρη: • • • Η απόκρουση από τον Ερεχθέα τής επιδροµής τού θράκα Εύµολπου. Η απόκρουση και εξόντωση των Αµαζόνων από το Θησέα. Η πολεµική επέµβαση των Αθηναίων εναντίον των Θηβαίων, µετά τον πόλεµο των Επτά επί Θήβας, γιατί, αντίθετα µε τον πανελλήνιο άγραφο νόµο, αρνήθηκαν να παραδώσουν στους νικηµένους Αργείους τού Άδραστου τούς νεκρούς τους, για να τούς θάψουν. Η φιλάνθρωπη και αφιλοκερδής προστασία των Αθηναίων προς τα παιδιά τού Ηρακλή, όταν ζήτησαν άσυλο σ’ αυτούς, γιατί κινδύνευαν να θανατωθούν από τον Ευρυσθέα. Η προστασία αυτή ήταν παράτολµη γιατί µπορούσε να προκαλέσει µεγάλη πολεµική σύγκρουση µε τον Ευρυσθέα. Η µεγάλη προσφορά των Αθηναίων για την ελευθερία των Ελλήνων στους περσικούς πόλεµους που αποτελούσε το καύχηµα της πολεµικής ιστορίας τους. Οι πολεµικοί αγώνες των Αθηναίων στη διάρκεια τής λαµπρής πεντηκονταετίας (478 -43Ι π.Χ.), η ίδρυση της αθηναϊκής ηγεµονίας και η ελευθέρωση των Ελλήνων τής Μ.Ασίας από την υποταγή στους Πέρσες. Ο πελοποννησιακός πόλεµος µε όλες τις εναλλαγές του, ως την τελική συντριβή τής πόλης και την αποκατάσταση τού δηµοκρατικού πολιτεύµατος από το Θρασύβουλο. Οι προκείµενοι νεκροί. Εγκωµιάζεται η αυτοθυσία τους, που υπαγορεύεται κυρίως από την πίστη στην ηρωική παράδοση των αθηναίων πολεµιστών και στα ιδανικά της αθηναϊκής πολιτικής που υλοποιούνται µε τη θυσία για την ελευθερία και τη δόξα ολόκληρης της Ελλάδας.
•
• •
• •
3. Παραίνεση και παραµυθία. Στο τµήµα αυτό ο ρήτορας απευθύνεται πρώτα προς τούς επιζώντες πατέρες και µητέρες των νεκρών, για να τούς παραµυθήσει, δηλ. να τούς παρηγορήσει κυρίως µε την αποκάλυψη της βαθύτερης σκοπιµότητας της θυσίας αυτής, και τέλος στα παιδιά των νεκρών, µε σκοπό την προτροπή, την παρακίνηση, δηλαδή µε σκοπό να τούς υποµνήσει ότι κι αυτά πρέπει, όπως κι οι πατέρες τους, ν’ ακολουθήσουν την προσταγή τού χρέους προς την πατρίδα, όπως κι η πατρίδα υπόσχεται, µε το στόµα τού ρήτορα, ότι αναλαµβάνει να αντικαταστήσει τούς νεκρούς πατέρες δίνοντας προνόµια, χρηµατικά επιδόµατα κ.ά. 4.Επίλογος. Με τον επίλογο γινόταν στερεότυπη πρόσκληση των συγγενών να προσφέρουν στους νεκρούς τις καθιερωµένες προσφορές και να τούς θρηνήσουν.
Ο θρήνος στον Αχιλλέα Η Θέτιδα και οι Νηρηίδες θρηνούν το νεκρό Αχιλλέα. Κορινθιακή υδρία, 570 π.Χ. περίπου.
Από τούς Επιτάφιους λόγους που εκφωνήθηκαν και δηµοσιεύθηκαν στην αρχαιότητα, διασώθηκαν πέντε και ένα απόσπασµα από Επιτάφιο τού Γοργία. Απ’ αυτούς οι δυο µονάχα εκφωνήθηκαν πραγµατικά από το ∆ηµοσθένη και τον Υπερείδη στον Κεραµεικό. Οι υπόλοιποι είναι δηµοσιεύµατα που δίνουν µόνο την εντύπωση ότι εκφωνήθηκαν. Οι πέντε Επιτάφιοι που διασώθηκαν είναι µε χρονολογική σειρά οι παρακάτω: Ι. Ο Επιτάφιος στους πρώτους νεκρούς τού Πελοποννησιακού πολέµου (431 π.Χ.) που ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι εκφωνήθηκε από τον Περικλή. ΙΙ. Απόσπασµα από Επιτάφιο τού Γοργία. Είναι ένα απόσπασµα Επιτάφιου λόγου που διασώθηκε από το Μάξιµο Πλανούδη. Συντάχτηκε από το σοφιστή Γοργία το Λεοντίνο, ως υπόδειγµα σύνταξης λόγων αυτού τού είδους. Σ’ αυτόν ο Γοργίας εκθέτει την ανάγκη να συνεργαστούν οι δυο µεγάλες ελληνικές πόλεις, για να στραφούν εναντίον τού κοινού εχθρού, των Περσών. ΙΙΙ. 0 Επιτάφιος τού Λυσία προς τιµήν των Αθηναίων που σκοτώθηκαν το 392 π.Χ. στον Κορινθιακό πόλεµο κοντά στο Λέχαιο, πολεµώντας εναντίον των Σπαρτιατών. Το λόγο αυτό έγραψε ο Λυσίας µε αµοιβή και είναι πιθανό ότι τον εκφώνησε ο Αρχίνος. IV. Ο εικονικός επιτάφιος του Πλάτωνα που καταχωρίστηκε στο «Μενέξενό» του. Πρόκειται για έργο τού Πλάτωνα που επιδιώκει να µιµηθεί τα στερεότυπα σχήµατα των επιτάφιων λόγων. Υποτίθεται ότι εκφωνήθηκε για τούς νεκρούς των πολεµικών συγκρούσεων που έγιναν πριν από την Ανταλκίδειο Ειρήνη (386 π.Χ.).
Οι Επιτάφιοι που διασώθηκαν
V. Ο επιτάφιος του ∆ηµοσθένη για τούς νεκρούς της µάχης στη Χαιρώνεια. Η γνησιότητα τού κείµενου αυτού αµφισβητήθηκε πολύ, αλλά την υποστήριξε και τελικά την επέβαλε µε την επιχειρηµατολογία του ο έλληνας φιλόλογος Ι. Συκουτρής. VI. Ο επιτάφιος του Υπερείδη. Απαγγέλθηκε το 322 π.Χ. για τούς νεκρούς Αθηναίους που σκοτώθηκαν στο Λαµιακό πόλεµο, εναντίον τού Αντίπατρου της Μακεδονίας.
Μνημειακός κρατήρας από το Δίπυλο του Κεραμεικου. Στην κύρια ζώνη εικονίζεται η εκφορά του νεκρού πάνω σε άμαξα, 740 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Στο πρόβληµα της πατρότητας του Επιταφίου οι γνώµες των φιλολόγων διίστανται.Ορισµένοι υιοθετούν τη γνώµη ότι ο Θουκυδίδης άρχισε να γράφει το έργο του το 421 π.Χ. µε βάση τις σηµειώσεις, που είχε κρατήσει από την αρχή του πολέµου πιστεύοντας ότι η Νικίειος ειρήνη θα έθετε τέρµα στον πόλεµο, αλλά µετά τη συνέχιση του πολέµου καταπιάστηκε και πάλι µε την εκ νέου συγγραφή και την αναθεώρηση της ύλης του, µετά τη σικελική εκστρατεία και κυρίως µετά το 404 π.Χ., όταν έπεσε η Αθηναϊκή δηµοκρατία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι για τον Θουκυδίδη ο Πελοποννησιακός πόλεµος ήταν ενιαίο και αδιαίρετο ιστορικό γεγονός και ως τέτοιο το παρουσιάζει στο έργο του παρακολουθώντας όλες τις φάσεις του από την αρχή, οπότε συμμετείχε και ο ίδιος στα γεγονότα, και στη συνέχεια αποτραβηγµένος στη θρακικά κτήµατά του, από όπου παρακολουθεί τον πόλεµο που διείδε ότι θα ήταν µεγάλος. Με το τέλος του πολέµου επιστρέφοντας στην ηττηµένη πόλη του συνέχισε τη συγγραφή του. Μέσα στο έργο του εντάσσει και τις δηµηγορίες του. Στα θέµατα, που θέτουν γενικά οι δηµηγορίες του Θουκυδίδη, εντάσσεται και ο Επιτάφιος του Περικλή, για τον οποίο όµως έχουν δηµιουργηθεί, λόγω και της βαρύτητάς του, ειδικότερα φιλολογικά προβλήµατα, το σπουδαιότερο από τα οποία είναι η πατρότητά του. Ο Επιτάφιος που έχουµε είναι αυτός που εκφώνησε ο Περικλής και ως ποιο σηµείο προσεγγίζει τα λεχθέντα από το ρήτορα; Μήπως δεν έχει αυτός καµιά σχέση µε όσα είπε ο Περικλής, αλλά είναι ένας ύµνος της Αθήνας και της αθηναϊκής δηµοκρατίας, που έγραψε ο Θουκυδίδης µετά το 404 π.Χ., και εποµένως δεν έχει καµιά σχέση, παρά µόνο εκείνη της αφετηρίας, µε το λόγο που εκφώνησε ο Περικλής το 431 π.Χ. προς τιµή των ολίγων νεκρών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέµου; Οι γνώµες και οι τοποθετήσεις των επιστηµόνων διχάζονται. Σήµερα η θέση της έρευνας πάνω στο πρόβληµα είναι µάλλον συµβιβαστική και κλίνει περισσότερο στην παραδοχή ότι ο λόγος είναι του Περικλή µε όλα τα συναφή φιλολογικά προβλήµατα που δηµιουργεί. Ας δούµε όµως µε συντοµία τις αντικρουόµενες θέσεις. Τα επιχειρήµατα αυτών που θεωρούν τον Επιτάφιο στο σύνολό του ως έργο του Θουκυδίδη είναι: 1) Ο Επιτάφιος δεν έχει παρά ελάχιστη σχέση µε τα ιστορικά γεγονότα που τον πλαισιώνουν. 2) Είναι εγκώµιο της πόλης πιο πολύ παρά των νεκρών. 3) Οι λίγοι νεκροί µαχητές του πρώτου έτους του πολέµου δεν δικαιολογούν ένα τέτοιο εγκώµιο, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά σε κανένα σπουδαίο πολεµικό έργο και µόνο ελάχιστες νύξεις γίνονται για τις πολεµικές διαφορές µε τη Σπάρτη. 4) Ενώ µνεία απλή γίνεται µόνο για την προσφορά των προγόνων, των πατέρων και για την αυτοχθονία, εγκωµιάζονται αντίθετα οι σύγχρονοι µε ιδιαίτερη έµφαση. 5) Στο προοίµιο οι ακροατές χωρίζονται σε ευµενείς και σε µη, κάτι που ασκεί αρνητική επίδραση σ' αυτούς από ψυχολογική άποψη. 6) Οι νεκροί παρουσιάζονται περισσότερο ως ηττηµένοι παρά ως νικητές. 7) Ο Περικλής, ο σύζυγος της Ασπασίας, δεν ήταν δυνατό να συµβουλεύει τις χήρες να περιορισθούν στο γυναικωνίτη. 8) Από τον Επιτάφιο λείπει το εγκώµιο των δηµοσίων κτισµάτων.
Η ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ
9) Απουσιάζει από τον Επιτάφιο η µνεία του «θεού», όταν γίνεται αναφορά στην τύχη και στους παράγοντες του ιστορικού γίγνεσθαι. 10) Στο 43,1 βρίσκουν αντίφαση ανάµεσα στο γενναίο φρόνηµα και στην ελπίδα για σωτηρία. Τα επιχειρήµατα αυτών που υιοθετούν την αυθεντικότητα του Επιταφίου είναι τα εξής: 1) Ο λόγος µπορεί να µην είναι αποκλειστικά στη µορφή που µας σώζεται αυτός που εκφώνησε ο Περικλής. Σε σηµαντικό βαθµό όµως βρίσκεται πολύ κοντά σ' όσα είπε ο ρήτορας. Ήταν τούτο δυνατό για τον Θουκυδίδη, που άκουσε µάλλον ο ίδιος το λόγο και έδειξε ενδιαφέρον γι’ αυτόν. 2) Με την αρχή του πολέµου, για τον οποίο, όπως και ο Θουκυδίδης, ο Περικλής µε τη διορατικότητά του προέβλεπε ότι θα ήταν µεγάλος, έπρεπε να τονωθεί το φρόνηµα των Αθηναίων και η πίστη στη νίκη. Γι’ αυτό, τιµώντας έστω και τους λίγους νεκρούς του πολέµου, ο υπεύθυνος πολιτικός άνδρας απευθύνει στους συµπολίτες του τη διακήρυξή του, στις αρχές της οποίας στηρίζει την πίστη του στην πολεµική επικράτηση της πόλης του. Σ’ αυτό οφείλεται και η διαφορά του Επιταφίου από τις άλλες δηµηγορίες. Είναι ένας λόγος επιδεικτικός και όχι συµβουλευτικός. Ως επιτάφιος λόγος δεν έχει άµεση σχέση µε τα ιστορικ ά γεγονότα, στο πλαίσιο των οποίων εντάσσεται, γι’ αυτό και φαίνεται αυτοτελής. 3) Ο Περικλής δικαιολογεί ο ίδιος την απλή αναφορά του στο µυθικό και προγονικό παρελθόν, θέµα εξαντληµένο. Καινοτοµώντας εγκωµιάζει , το έργο της σύγχρονης γενιάς και την πόλη στην παρούσα ιστορική σηµασία της σ' όλους τους τοµείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. 4) Η αναδροµή στην αυτοχθονία των Αθηναίων θα ήταν αψυχολόγητη, τη στιγµή που µαζί µε τους Αθηναίους πολίτες µάχονταν και οι µέτοικοι, τους οποίους εγκωµιάζει και ο Λυσίας (Επίτ. 6l-66). 5) Ο χωρισµός των ακροατών στο προοίµιο σε δύο κατηγορίες έχει και την ψυχολογική του βάση, επειδή πράγµατι ο άνθρωπος δυσπιστεί σ' ό,τι υπερβαίνει τις δυνάµεις του, αλλά στηρίζεται και στα πράγµατα, επειδή υπήρχαν ακροατές, που λόγω φύλου και λόγω ηλικίας δεν είχαν συµµετάσχει στα γεγονότα του πολέµου. 6) Εξαίροντας ο ρήτορας το µεγαλείο της Αθήνας προβάλλει στους ακροατές ως πρότυπα αρετής τους νεκρούς, που θυσιάστηκαν για µια τέτοια πατρίδα. ∆εν ήταν αναγκαία η αναφορά σε σ υγκεκριµένες µάχες, όπως απαιτούν όσοι έχουν αντίθετη άποψη. 7) Στο 43,1 δεν έχουµε αντίφαση ανάµεσα στο γενναίο φρόνηµα και στην ελπίδα για τη σωτηρία, αλλά προσπάθεια του ρήτορα να συνδυάσει τις δύο ψυχικές καταστάσεις την ώρα της µάχης. 8) Όσα λέγει για τις χήρες ο Περικλής απηχούν τις αντιλήψεις της εποχής του και των πιο συντηρητικών, που είχε χρέος να τις σέβεται εκείνη την ώρα ως ηγέτης, ανεξάρτητα από την περίπτωσή του ως συζύγου, που υπαινικτικά φαίνεται να διαμαρτύρεται για τις άδικες επικρίσεις σε βάρος της συζύγου του Ασπασίας. 9) Η παράλειψη της αναφοράς στα δηµόσια κτίσµατα, που µπορεί να οφείλεται και σε έκπτωση κάποιων στίχων, ίσως είναι και σκόπιµη, για να µην προκαλέσει εκείνη την ώρα όσους καταλόγιζαν στο δηµιουργό της Ακρόπολης κατασπατάληση του συµµαχικού χρήµατος και για να µη θεωρηθεί το εγκώµιό του για τα δηµόσια κτίσµατα ως αυτοέπαινος του ρήτορα.
10) Παρά το χαρακτηρισµό που αποδίδεται ήδη από την αρχαιότητα στον Θουκυδίδη ως «ἠρέμα ἄθεον» (Μαρκελλ. 22), ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Περικλής «ἀεί πρός τό βῆμα βαδίζων εὔχετο τοῖς θεοῖς μηδέ ρῆμα μηδέν ἐμπεσεῖν ἄκοντος αὐτοῦ πρός την προκειμένην χρείαν ἀνάρμοστον» (Περ.8, 6). Για τον Θουκυδίδη πάντως ο πόλεµος είναι «ἔργον» ανθρώπων και όχι και των θεών . Η θέση της έρευνας σήµερα είναι ότι ο Επιτάφιος έχει άµεση σχέση µε όσα είπε ο Περικλής το 431 π.Χ. ∆εν έχει σηµασία αν ο Θουκυδίδης τον έγραψε µετά το 404 π.Χ. προσαρµόζοντάς τον στην όλη σύνθεση του έργου του. Όταν λέγει ο ιστορικός στο εισαγωγικό κεφάλαιο (34, 7): «καί διά παντός τοῦ πολέμου, ὁπότε ξυμβαίη αὐτοῖς,ἐχρῶντο τῷ νόμῳ», µπορεί να υπονοεί ότι έγραψε τον Επιτάφιο µετά το τέλος του πολέµου προσαρµόζοντάς τον προς όσα πράγµατι είπε ο Περικλής, αλλά µπορεί να είναι και µια φράση, για να βοηθήσει την ένταξη του λόγου στη θέση του έργου που τον έχουµε. Ο λόγος απηχεί τα συναισθήµατα της εποχής του 431 π.Χ. µε τη δικαιολογηµένη εθνική υπερηφάνεια, που τον διαπερνα και που θαυµάζουµε κι εµείς, όπως προείπε ο ρήτορας: «τοῖς τε νῦν καί τοῖς ἔπειτα θαυμασ θησόμεθα» (41, 4). Εξάλλου ούτε κανείς από τους αρχαίους, που είχαν υπεύθυνη γνώση και γνώµη, όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, αµφισβήτησε την πατρότητα του Επιταφίου.
Ο Περικλής αγορεύων στην Πνύκα, τοιχογραφία στό Maximmileaneum Palace Μονάχου, του Philipp von Foltz (1860)
Η θέση και η σηµασία του Επιταφίου Όσοι δεν δέχονται τον Επιτάφιο ως λόγο του Περικλή τον θεωρούν ως σύνθεση του Θουκυδίδη, που έγραψε αυτός µετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέµου µε σκοπό να εγκωµιάσει την ηττηµένη πόλη του. Στις προθέσεις του ιστορικού αποδίδουν οι µελετητές αυτοί και την ανάγκη, που ένιωσε ο ιστορικός να αποκαταστήσει τη θέση του Περικλή ανάµεσα στους συµπολίτες του µετά το θάνατο του αποκρούοντας τις αµφισβητήσεις του µεγάλου πολιτικού που χάθηκε τόσο πρόωρα. Αν ζούσε ο Περικλής, ίσως η φορά των πραγµάτων θα ήταν διαφορετική. Ποιος µπορούσε να υπολογίσει τους αστάθµητους ιστορικούς παράγοντες, όπως ο λοιµός, που τόσα δεινά προκάλεσε στην πόλη και κλόνισε την ισχύ της; Ο Θουκυδίδης είχε τη δύναµη να υµνήσει τον Περικλή ως ιστορικός παρά τις ιδεολογικές διαφορές των δύο ανδρών. Ο Επιτάφιος, ενταγµένος στην αρχή του πολέµου, είναι κυρίως ύµνος της µεγάλης πόλης στην πιο κορυφαία στιγµή της και της αθάνατης δηµοκρατίας στο ύψιστο σηµείο ανόδου της. Αλλά είναι συγχρόνως και έµµεσος έπαινος του µεγάλου τέκνου της, που ως µεγαλόπνοος και µεγαλεπήβολος
οραµατιστής είχε µε την επιβολή της ισχυρής προσωπικότητάς του τη σύνθεση της υλικής και πνευµατικής ακµής της πατρίδας του σε µια τέλεια αρµονία µε το µέτρο, το ρυθµό και την τάξη. Ο Επιτάφιος είναι ακόµη και µια παραµυθία του ιστορικού προς τους ηττηµένους συµπολίτες του, κι ας τον πίκραναν αυτοί εξορίζοντάς τον. Καταλληλότερο πρόσωπο, για να εκφωνήσει το εγκώµιο της Αθήνας, όταν άρχιζε ο πόλεµος, δεν είχε άλλο ο Θουκυδίδης από τον Περικλή. Έτσι δικαιολογείται η θέση του Επιταφίου στη θέση που βρίσκεται µε αγορητή τον Περικλή. Οι παραπάνω εκτιµήσεις των υποστηρικτών αυτής της απόψεως ξεκινούν από το πρόβληµα, που έθεσε ήδη ο ∆ιονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο οποίος δεν διάκειται γενικά ευµενώς προς τον Θουκυδίδη. Πρώτος αυτός οµιλεί για 10-15 νεκρούς του πρώτου έτους του πολέµου, που πάντως δεν πρέπει να ήταν και πολλοί, αν και προέρχονταν από τις συγκρούσεις στην Αττική, στη Μεθώνη και Ήλιδα, και στην Ποτείδαια. Η θέση της έρευνας σήµερα είναι ότι ο Θουκυδίδης, που επεξεργαζόταν την ιστορία του µετά το 404 π.Χ., χωρίς να προλάβει να την τελειώσει, όπως δείχνει και η ανολοκλήρωτη τελευταία πρόταση του ογδόου βιβλίου του, έδωσε βέβαια στον Επιτάφιο τη θέση που κατέχει, αλλά ο λόγος στηρίζεται σ' αυτόν που πράγµατι εκφώνησε ο Περικλής το 431 π.Χ. Κάποιες προσαρµογές από δοµική, γλωσσική και ιδεολογική άποψη οπωσδήποτε έκαµε ο ιστορικός. Αλλά ότι είναι ζήτηµα «αν και δύο φράσεις ανήκουν στο λόγο που είπε πραγµατικά ο Περικλής το 43Ι π.Χ.», όπως γράφει ο Ι. Κακριδής, σήµερα δεν υιοθετείται. Ασφαλώς ο Επιτάφιος δίνει µια εξιδανικευµένη εικόνα της Αθήνας, Γιατί όµως αυτή να θεωρηθεί οπωσδήποτε ως ανάπλαση για παραµυθητικούς σκοπούς µετά την ήττα, έστω και για διάσωση της µνήµης της πόλης πάνω από το χρόνο, και να µη θεωρηθεί ως αγωνιώδης προσπάθεια του ρήτορα να στήσει µπροστά στα µάτια των ακροατών του, την ώρα που άρχιζε ο πόλεµος, την εικόνα της πόλης του, για την οποία έπεσαν οι πρώτοι νεκροί του πολέµου, και για την οποία αξίζει να υποστούν όποιες θυσίες χρειαστούν τα τέκνα της σ’ ένα πόλεµο, που η διορατικότητα του µεγάλου πολιτικού έβλεπε ότι θα ήταν σκληρός και µακροχρόνιος; Οπωσδήποτε ο Επιτάφιος είναι ο ύµνος της αιώνιας πόλης και στην ακµή του λαµπρού µεγαλείου της και στον απόηχο της τραγικής πτώσης της, Ο Επιτάφιος συγκεντρώνει το θρήνο των ζώντων σ' όλη τη διάρκεια του πολέµου, αλλά και την πίστη τους ότι η πόλη τους άξιζε για όποιες θυσίες στον πόλεµο, που άρχιζε ανάµεσα, σ’ αυτή και στη Σπάρτη µε τους συµµάχους της καθεµιάς, Από τη µια µεριά το φιλελεύθερο πνεύµα, η δηµοκρατική δοµή της πολιτείας µε τα επιτεύγµατά της και από την άλλη η δωρική καταπίεση, η σκληρότητα και η µονοδιάστατη θεώρηση της ζωής. “Ο λόγος είναι κυρίως µια ανάλυση της δηµοκρατίας ως είδους πολιτεύµατος. Η ανάλυση αυτή είναι τοσο διεισδυτική γιατί ο Περικλής στέκεται για λίγο µόνο στα ιστορικά επιτεύγµατα της Αθήνας και στις δηµοκρατικές µεθόδους και θεσµούς που ίσχυαν τότε στην πόλη – αρχή της πλειοψηφίας, ελευθερία του λόγου, ισότητα ευκαιριών, ισότητα απέναντι στο νόµο – και περνά αµάσως σχεδόν στην επίδραση που είχαν αυτές οι αρχές στο πνεύµα του λαού. Έτσι τους ισχυρισµούς του για την αξία της δηµοκρατίας τους βασίζει σ’ αυτό που έχει αναγνωριστεί σαν κύριος ρόλος της, η παιδευτική αξία της για το ανθρώπινο πνεύµα, κι όχι απλώς στην αποτελεσµατικότητά της ως είδος πολιτεύµατος”. (“ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ”, John Finley) Ενσαρκωτής και δηµιουργός αυτού του δηµοκρατικού τρόπου ζωής ο Περικλής ως συνεχιστής του έργου των προγενεστέρων και διερµηνευτής ως ρήτορας των αξιών, που συνέθεταν την ουσία και την υπόσταση της αθηναϊκής πολιτείας, µεγάλος πολιτικός µε στέρεη ηθική υποδοµή και πνευµατική συγκρότηση, και δεινός αγορητής υψώνει στην αιωνιότητα το πρότυπο της πατρίδας του, για την οποία πρέπει να µείνουν όρθιοι οι «επιγιγνόµενοι», και ας τους περιµένουν σκληρές δοκιµασίες. Την ίδια παρηγοριά µε τους πρώτους ακροατές του Περικλή µπορούν να βρουν και οι σύγχρονοι αναγνώστες του Θουκυδίδη και οι µεταγενέστεροι, όταν δοκιµάζεται, δυστυχώς, από τις περιπέτειες οποιουδήποτε πολέµου η ψυχική τους αντοχή. Το πρότυπο της αθηναϊκής πολιτείας ανήκει στον άνθρωπο και στην αιωνιότητα. Είχε και ο Περικλής τους πολιτικούς του αντιπάλους, τους ολιγαρχικούς, είχε τους διαβολείς του έργου του και της οικογενειακής ζωής του, όταν εκφωνούσε τον Επιτάφιο, είχε τους διστακτικούς φιλειρηνικούς να αντιµετωπίσει, όταν ήδη οι Λακεδαιµόνιοι είχαν εισβάλει στην Αττική.
Αλλά αυτά δεν τον εκλόνισαν, γιατί είχε µαζί του την πίστη του στη νίκη και το δηµοκρατικό λαό στο πλευρό του. ∆εν λιποψύχησε ούτε στιγµή. Στεκόταν όρ - θιος, όταν τον βρήκε ο θάνατος από λοιµό. Όταν πεθαίνουν οι µεγάλοι, αφήνουν δυσανα- πλήρωτο κενό. Τα πλήθη είναι ευάλωτα από επιδέξιους και αδίστακτους δηµαγωγούς. Η σικελική εκστρατεία και η καταστροφή των Αθηναίων είναι µετά το λοιµό η αρχή της λύσης του αθηναϊκού δράµατος. Η Αθήνα έπεσε και έµεινε ο Επιτάφιος ύµνος της, όπως τον διέσωσε ο ιστορικός.
Ο επίµαχος λόγος που εκφωνήθηκε το χειµώνα του 431/0 έθεσε πολλά ερωτηµατικά στα οποία η σύγχρονη έρευνα προσπάθησε να απαντήσει : 1. Η θεωρία της απολογίας για την περικλεϊκή πολιτική (Periklesapologietheorie). Σύµφωνα µε τη θεωρία αυτή, της οποίας δηµιουργός είναι ο Eduard Schwarz, ο Επιτάφιος - του οποίου συστατικό στοιχείο ήταν από την αρχή ο έπαινος της δηµοκρατίας, προτού ο Γοργίας δώσει µια συγκεκριµένη µορφή στο είδος αυτό του λόγου, αφού η δηµοκρατία, σε αντίθεση µε το θρήνο των λυρικών ποιητών, είχε εισαγάγει το λόγο των πολιτών και είχε εποµένως πάρει από πριν τη δέση της σ’ αυτόν, εντάσσεται όπως και ο τελευταίος λόγος του Περικλή, «σε µια προσπάθεια που κάνει ο Θουκυδίδης και της οποίας ο κύριος, αν όχι ο µοναδικός σκοπός, είναι να προστατεύει τη µνήµη του µεγάλου πολιτικού από τις επιδέσεις, οι οποίες έγιναν µετά το 404. Είναι αυτονόητο ότι οι επιδέσεις ενάντια στην πολιτική του Περικλή σχετικά µε τον πόλεµο µόνο από αθηναϊκή σκοπιά µπορούσαν να αναφύουν και, επειδή ο θουκυδιδικός Περικλής στρέφεται όχι µόνο ενάντια σ’ αυτές, αλλά επίσης ενάντια στην ηθική καταδίκη της ηγεµονικής και βίαιης πολιτικής της Αθήνας, δεν πρέπει ν’ αποφύγουµε το συµπέρασµα ότι αυτήν έπρεπε να την υπερασπιστεί κανείς όχι απέναντι σε δηµόσιες κατηγορίες της σπαρτιατικής ή της συµµαχικής πλευράς, αλλά απέναντι σε πολιτικές απόψεις και κρίσεις, στις οποίες είχαν επιδοθεί, αν όχι πλατείς, τουλάχιστον ηγετικοί και πνευµατικά υψηλοί κύκλοι της ίδιας της Αθήνας ως αποτέλεσµα του ατυχούς πολέµου». Ο Επιτάφιος εποµένως του Περικλή είναι καθαρό δηµιούργηµα του Θουκυδίδη, που τον σύνδεσε µετά το τέλος του πολέµου και δεν έχει καµιά σχέση µε την πραγµατικότητα. Παραλλαγές της θεωρίας αυτής µπορούν να θεωρηθούν και οι απόψεις άλλων ερευνητών, όπως: α. του W. Schadewaldt, ο οποίος δέχεται πως η επεξεργασία των 4 πρώτων βιβλίων από το Θουκυδίδη µετά το 404 έγινε για να δικαιολογηθεί η περικλεϊκή πολιτική, και κατά κύριο λόγο να παραδοθεί στους µεταγενέστερους η πραγµατική και πιστή εικόνα της Αθήνας λαµπρούµενη µάλιστα από τη δόξα. O Schadewaldt πιστεύει πως το έργο του Θουκυδίδη αποτελείται από δύο κύρια τµήµατα: το πρώιµο, που γράφτηκε µετά την Ειρήνη του Νικία (421), και το όψιµο, που συντέθηκε µετά την καταστροφή του 404, οπότε έγινε και µια νέα επεξεργασία (Retraktation) των τεσσάρων πρώτων βιβλίων του πρώιµου τµήµατος, για το σκοπό που είπαµε πιο πάνω.
Τα ερωτηµατικά που θέτει ο λόγος
β. του M. Pohlenz, για τον οποίο ο Επιτάφιος, ο τελευταίος περικλεϊκός λόγος και ο έπαινος στον Περικλή γράφτηκαν µετά το 404, ο Επιτάφιος είναι το άσµα ασµάτων για το περικλεϊκό ιδεώδες, µια έκφραση σεβασµού στην προσωπικότητα του Περικλή και της πολιτικής του, που µπορεί να ήταν ιµπεριαλιστική, έκανε όµως τον αθηναϊκό λαό δυνατό και δραστήριο. Γι' αυτό ο Θουκυδίδης ανέλαβε την υποχρέωση να υπερασπιστεί αυτή την πολιτική απέναντι στις ηθικολόγες φωνές, που καταδίκαζαν την αθηναϊκή ωµότητα. γ. του J. Vogt, ο οποίος καταλογίζει στο Θουκυδίδη ότι αποσιωπά µε την εξιδανίκευση του Περικλή τις ουσιώδεις γραµµές της πολιτικής του, και θεωρεί ότι ο Περικλής στον τελευταίο του λόγο αποδείχνεται ένας ηγέτης που εξαναγκάζει µε δεσποτικό τρόπο το λαό του σε άκρα υποµονή. Τα προβλήµατα και οι δυσκολίες της αθηναϊκής πολιτικής δεν εµφανίστηκαν, για τον Vogt, µετά το θάνατο του Περικλή, αλλά υπήρχαν ήδη και την εποχή της ηγεµονίας του, και ο Θουκυδίδης σκόπιµα τα αποσιωπά. Είναι δυνατό όµως ένας προσεκτικός παρατηρητής να τα συµπεράνει µέσα από το θουκυδιδικό έργο και να µη καταφύγει σε άλλες σύγχρονες πηγές, όπως η κωµωδία. δ. της J. de Romilly, της οποίας το έργο που αναλύει τη φύση και το χαρακτήρα του Αθηναϊκού ιµπεριαλισµού, παραµένει θεµελιώδες για την πολιτική ιστορία της Αθήνας του 5ου αι. Γι’ αυτήν ο Επιτάφιος - που η συνολική ανάλυση του αποτελεί πραγµατικά µέρος µιας θεωρίας πάνω στον ιµπεριαλισµό - γράφτηκε µε µια κατεξοχήν έκφραση συµπάθειας στις ιδέες του Περικλή, τον οποίο ο Θουκυδίδης θαύµαζε εξαιρετικά. Ο Επιτάφιος επίσης έχει απολογητική τάση και µπορεί να ερµηνευτεί ως διπλή υπεράσπιση. Πρώτα απ’ όλα υπερασπίζεται την Αθηναϊκή ηγεµονία και χαρακτηρίζεται από ένα αντισπαρτιατικό πνεύµα που εµπνέει παντού το έργο του Θουκυδίδη. Έτσι ο λόγος είναι µια απάντηση στους φίλους και υπερασπιστές της Σπάρτης, που επιτίθεντο στην ιµπεριαλιστική πολιτική της Αθήνας. Κατά δεύτερο λόγο, υπερασπίζεται τον Περικλή και αποτελεί πάλι µιαν απάντηση σ’ αυτούς τους ίδιους φίλους της Σπάρτης. Για το χρόνο συγγραφής του Επιτάφιου η Romilly θεωρεί πιθανό πως αυτός ως σύνολο γράφτηκε σε µια κατοπινότερη περίοδο, γιατί ο τρόπος που εκφράζονται οι ιδέες, και η παρουσία τους στο έργο του Θουκυδίδη είναι δύσκολο να εξηγηθούν σε µια πρώιµη φάση. Ο Επιτάφιος, όπως είναι διαφορετικός από τους άλλους επιτάφιους καθώς και τους άλλους λόγους του Θουκυδίδη, προορίζεται αποκλειστικά για να δοξάσει την αληθινή φύση του αθηναϊκού πολιτισµού. Και δεν υπάρχει αµφιβολία πως είναι ο Θουκυδίδης που διάλεξε να κάνει αυτήν την λεπτοµερή και υψηλού επιπέδου ανάλυση, πως είναι αυτός που διάλεξε να βάλει αυτόν τον έπαινο στο έργο του. Ποια είναι η λειτουργία αυτής της ανάλυσης; Πραγµατικά ο Θουκυδίδης δεν σκοπεύει να αντιπαραθέσει την Αθήνα µε τη Σπάρτη στην πραγµατική τους ιστορία και ανάπτυξη, αλλά να υπερασπιστεί τη δόξα και τα ιδανικά της Αθήνας απέναντι στη δόξα και τα ιδανικά της Σπάρτης. Είναι εποµένως φυσικό να δεχτούµε, γράφει η Romilly, πως αυτό έγινε τον καιρό που η Αθήνα ήταν περιφρονηµένη, η Σπάρτη στην δόξα της και οι φίλοι της είχαν κάθε λόγο να επιτεθούν στην Αθήνα, δηλ. µετά το 404. Ο λόγος λοιπόν γράφτηκε αυτή την εποχή, οπότε το Αθηναϊκό µεγαλείο ήταν ήδη παρελθόν. 2. Η θεωρία του ιδανικού προτύπου (Modelltheorie). Κύριος εκπρόσωπος της θεωρίας αυτής είναι ο Κ. Gaiser, o οποίος βασίζει τη λειτουργία του Επιτάφιου ως προτύπου στο χωρίο 37,1 (παράδειγµα δε µάλλον αυτοί όντες...). Ο χρόνος συγγραφής του έργου δεν καθορίζεται από τον Gaiser αφού γι’ αυτόν πιο σηµαντική είναι η λειτουργία του παρά ο χρόνος σύνδεσης του. Ο Επιτάφιος περιέχει πολλά ουτοπικά στοιχεία. Οι ασυµφωνίες που παρατηρούνται προς τη συγκεκριµένη ιστορική πραγµατικότητα (δικοµανία των Αθηναίων, συκοφάντες κ.λπ.) µπορούν εύκολα να δικαιολογηθούν από τον εγκωµιαστικό χαρακτήρα του είδους. Σκοπός του λόγου δεν είναι να δώσει το πρότυπο µιας φωτοτυπικής αναπαραγωγής πολιτειακών συστηµάτων, αλλά να κάνει υποδείξεις για τη µεταγενέστερη µορφή του πολιτεύµατος. Ο σκοπός όµως αυτός δεν είναι εύκολο να ανιχνευτεί, αφού το έργο έµεινε ατελείωτο.
Εδώ πρέπει να κατατάξουµε και την άποψη του Ι. Κακριδή, ο οποίος πιστεύει πως ο λόγος δεν είναι αυθεντικός αλλά δηµιούργηµα του Θουκυδίδη, που θέλησε µετά το 404 να αφιερώσει έναν ύµνο στην πατρίδα του. Ο λόγος εποµένως απευθύνεται σε µια γενιά Αθηναίων ταπεινωµένη από τη νίκη, δύσπιστη και φθονερή, η οποία αµφισβητούσε όχι µόνο την ορθότητα της εξωτερικής πολιτικής του Περικλή, αλλά και την ισχύ του αθηναϊκού πολιτισµού, όπως αυτός δηµιουργήθηκε από τους ανθρώπους της προηγούµενης περιόδου. Αυτό άλλωστε φαίνεται, κατά τον Κακριδή, από τη διάκριση που κάνει ο Θουκυδίδης σε ακροατές που γνωρίζουν και γι’ αυτό διάκεινται ευνοϊκά, και σε ακροατές που δε γνωρίζουν και γι’ αυτό είναι φθονεροί. Γιατί ποιος ανάµεσα στους ακροατές του 431/0 δεν ήταν «ξυνειδώς» αυτού του έργου και γι’ αυτό και «εύνους»; Παρόµοιες απόψεις ως προς το σκοπό που υπηρετεί ο Επιτάφιος και ως προς το χρόνο συγγραφής του εκφράζει και ο Ε. Meyer. 3. Η θεωρία της αποµυθοποίησης (Entlarvungstheorie). Ο Hellmut Flashar στη σχετικά πρόσφατη µονογραφία του, στην οποία προσπαθεί να διερευνήσει τη λειτουργία του Επιτάφιου στο έργο του Θουκυδίδη, δέχεται ότι ο Επιτάφιος - όπως επίσης και οι άλλοι µεγάλοι λόγοι - γράφτηκαν µετά το 404. θεωρεί επίσης δυνατό ορισµένες σκέψεις και απόψεις, που εξέφρασε ο Περικλής στον Επιτάφιο του 431/0, να χρησιµοποιήθηκαν - µολονότι αυτό δεν µπορεί ν’ αποδειχτεί µε σιγουριά - από το Θουκυδίδη στον Επιτάφιο που µας παραδίδει, ο λόγος όµως ως σύνολο είναι δηµιούργηµα του ίδιου του ιστορικού. Σ’ όλους τους περικλεϊκούς λόγους, ο Θουκυδίδης αναπαριστάνει µε σαφήνεια την ιδεολογία της εξουσίας του Περικλή, χωρίς να εκφράζει τη γνώµη του γι’ αυτή, επειδή θέλει να κρατήσει αποστάσεις. Όσα αναφέρονται για την αυτάρκεια της Αθήνας σε πόλεµο και ειρήνη, δεν είχαν καµιά ισχύ όταν γραφόταν ο λόγος. Έτσι υπάρχει µια σοβαρή διάσταση ανάµεσα στον Επιτάφιο και στην πραγµατικότητα. Ο Θουκυδίδης γράφοντας µετά το τέλος του πολέµου και βάζοντας τον Περικλή να µιλάει για µια ηγεµονία που δεν υπήρχε πια, αποστασιοποιείται από την περικλεϊκή ιδεολογία και την ειρωνεύεται δηκτικά. Μ’ αυτό τον τρόπο αποµυθοποιεί τη σκληρή ιµπεριαλιστική πολιτική του Περικλή και τη θεωρία της δύναµης και της αυτάρκειας. Ο λοιµός άλλωστε που ακολουθεί - και που αποτελεί τον αντίλογο του Επιτάφιου - απέδειξε πόσο κενές ήταν οι περικλεϊκές διακηρύξεις σχετικά µε τη σωµατική αυτάρκεια (II 51,3 σῶμα τε αὔταρκες ὄν ουδέν διεφάνη) και σχετικά µε τις ηθικές αρχές των Αθηναίων (II 53,1 ἦρξε... ἐπί πλέον ἀνομίας τό νόσημα) που τόσο πολύ προβλήθηκαν στον Επιτάφιο. O Flashar επίσης πιστεύει πως ο λόγος δεν απευθύνεται στην µεταπολεµική γενιά των Αθηναίων αλλά σ' ένα µελλοντικό και όχι Αθηναίο αναγνώστη. Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ Ύστερα από τον οστρακισµό του συντηρητικού Αθηναίου ηγέτη Θουκυδίδη, τού γιου τού Μελησία (πού ήταν απλώς συνώνυµος µε τον µεγάλο ιστορικό) ο Περικλής πρόβαλε σαν ο µόνος αναµφισβήτητος εθνικός ηγέτης τής Αθήνας. Ποτέ δεν θα είχε πια άλλον σοβαρό πολιτικό αντίπαλο. Ό Πλούταρχος στο Βίο του Περικλή µάς δίνει µια εικόνα του. Ό Περικλής δεν γνώριζε παρά µόνο το δρόµο από το σπίτι του ως τα δηµόσια κτίρια... ποτέ δεν πήγαινε σε διασκεδάσεις... βρήκε έναν καινούριο τρόπο να διαχειρίζεται την περιουσία του έτσι, ώστε να είναι ελεύθερος από τις συνηθισµένες απασχολήσεις των µεγάλων γαιοκτηµόνων. Σχετικά µε το θέµα αυτό ο Περικλής πουλούσε χοντρικά, κάθε χρόνο, τα προϊόντα των κτηµάτων του κι έστελνε τον οικονόµο του να αγοράζει την καθηµερινή τροφή για το σπίτι και κρασί, λάδι κ.λ.π. λιανικά από την αγορά. Αναπόφευκτα έχανε χρήµατα µε τον τρόπο αυτό αλλά κέρδιζε χρόνο... Μετέφερε ολόκληρη την οικιακή οικονοµία του σε χρηµατική βάση. Στον Περικλή ανατέθηκε να εκφωνήσει τον Επιτάφιο για τούς νεκρούς τής πρώτης χρονιάς τού Πελοποννησιακού πολέµου. Ο λόγος αυτός αποτελεί το έλλογο εγκώµιο τής Αθήνας, τής δηµοκρατίας και έµµεσα και του ίδιου τού Περικλή (Β 35-46). Ξεκινάει από έναν έπαινο για τη νοµοθεσία πού προνόησε να τιµώνται οι νεκροί τού πολέµου. Εγκωµιάζει τούς προγόνους και τούς πατέρες «γιατί δίπλα σε όσα κληρονόµησαν, απόχτησαν αυτοί οι ίδιοι το µεγαλείο πού έχουµε σήµερα... και το µεγαλύτερο µέρος της δύναµης της πολιτείας µας το προσθέσαµε εµείς, όσοι βρισκόµαστε ακόµη σήµερα στην κατασταλαγµένη ηλικία...» (Β 36).
Κατόπιν εξαίρει το πολίτευµα «που δεν ζηλεύει τούς θεσµούς των άλλων αλλά είµαστε µάλλον εµείς παράδειγµα για πολλούς... Λέγεται µε το όνοµα δηµοκρατία, γιατί δεν κυβερνιέται για το συµφέρον των ολίγων, αλλά για τούς πολλούς πού έχουν όλοι τα ίδια δικαιώµατα... ο καθένας δεν φτάνει σε πολιτικό αξίωµα εξαιτίας της τάξης όπου ανήκει, παρά από την αξιοσύνη του, κι ούτε εξαιτίας της φτώχειας του αποκλείεται από το αξίωµα...» (Β 37). Παραπέρα εξαίρει τις πολιτιστικές χαρές πού παρέχει ή πόλη (Β 38), την ανδρεία των πολιτών και την ανατροφή των νέων, καθώς και το πώς ετοιµάζονται για τον πόλεµο (Β 39). Ιδιαίτερα περιγράφει, πώς οι Αθηναίοι, φιλόκαλοι και φιλοσοφηµένοι, χωρίς να θεωρούν απαραίτητη την πολυτέλεια και χωρίς µαλθακότητα είναι όλοι ενεργοί πολίτες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη ασχολία τους, γιατί θεωρούν σαν άχρηστους τούς πολίτες εκείνους πού δεν έχουν γνώµη για τα κοινά (Β 40). Έτσι ή Αθήνα είναι παράδειγµα και σχολείο της Ελλάδας και θαυµάζεται απ’ όλους γιατί όποιος τη γνωρίσει από κοντά τη βρίσκει ανώτερη από τη φήµη της (Β 41). Προχωρεί στην εξύµνηση των αρετών των ανδρών για τούς οποίους γίνεται ή τελετή, οι όποίοι τα παράτησαν όλα, και πλούτη και τρυφή, θεωρώντας χρέος να δώσουν τα πάντα, και τη ζωή τους, για την πατρίδα (Β 42). Και τονίζοντας το «ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος» προτείνει τούς νεκρούς τού πολέµου σαν παράδειγµα προς µίµηση, γιατί πρέπει καθένας να θεωρεί πώς ευτυχία είναι ή λευτεριά και λευτεριά ή παλικαριά και να αδιαφορεί για τούς πολεµικούς κινδύνους «το εὔδαιμον το ἐλεύθερον, το δέ ἐλεύθερον το εὔψυχον κρίναντες, μή περιορᾶσθε τούς πολεμικούς κινδύνους» (Β 43). Λέει λόγια εµψύχωσης και παρηγοριάς για τούς γονιούς των νεκρών (Β 44). Επίσης για τα παιδιά, τούς νεώτερους και για τις γυναίκες των νεκρών, πού είναι πια χήρες (Β 45). Τονίζει, τέλος, ότι ή πολιτεία θα συντηρήσει τούς γιους των νεκρών όσο να µεγαλώσουν, γιατί όπου βραβεύεται περισσότερο ή αρετή, εκεί «ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσι» (Β 46). Είναι φανερό λοιπόν ότι ο Επιτάφιος είναι ένα περίλαµπρο εγκώµιο προς την Αθήνα, προς τη δηµοκρατία, και, έµµεσα, προς την ίδια την πολιτική του Περικλή. (Ιδιαίτερο κεφάλαιο στο εκτεταµένο δοκίµιο του Ηλία Ηλιού)
“ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥ∆Ι∆Η ”
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ
Κατά την εποχή του Περικλή το αξίωµα του στρατηγού ήταν το πιο σηµαντικό απ' όλα. Σ’ αντίθεση µε τ’ άλλα που, κατά την αντίληψη των Αθηναίων, δεν απαιτούσαν ειδικές γνώσεις και ήταν ανοιχτά σ’ όλους, αφού δίνονταν µε κλήρο, το αξίωµα του στρατηγού ήταν προσιτό µόνο σε µια µερίδα εκλεκτών, που συγκέντρωναν τις ειδικές γνώσεις που απαιτούσε η επιτυχής αντιµετώπιση των αναγκών του πολέµου και δινόταν µε ψήφο.
Oι δέκα στρατηγοί εκλέγονταν κάθε χρόνο στην Εκκλησία του δήµου, η ηµεροµηνία, όµως, δεν ήταν σταθερή, γιατί, σύµφωνα µε τη συνήθεια, η εκλογή δεν µπορούσε να γίνει αν οι οιωνοί δεν κρίνονταν ευνοϊκοί. Φαίνεται πως τις περισσότερες φορές η εκλογή των στρατηγών γινόταν λίγο πριν από την έναρξη ενός πολέµου ή µιας εκστρατείας. Καθώς ένας στρατηγός είχε απεριόριστες δυνατότητες επανεκλογής, το ίδιο άτοµο µπορούσε να κατέχει το αξίωµα επί σειρά ετών, ιδιαίτερα σε εµπόλεµη κατάσταση, οπότε η πολεµική πείρα είχε εξαιρετική σηµασία. Oυσιαστικά, οι δέκα στρατηγοί είχαν ίση δύναµη, αλλά σε ειδικές περιπτώσεις η Εκκλησία του Δήµου µπορούσε να δώσει σ' ένα στρατηγό εξαιρετικές εξουσίες. Σε εποχή πολεµικών επιχειρήσεων, µπορούσε να αναδειχθεί ένας από τους στρατηγούς «στρατηγός αυτοκράτωρ», δηλ. άρχοντας µε απόλυτη εξουσία, πράγµα που τον τοποθετούσε υπεράνω των υπόλοιπων στρατηγών. Όπως είναι γνωστό, ο Περικλής διατήρησε το αξίωµα του στρατηγού για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, από το 444 π.Χ. και σ’ αυτό οφείλει όλη τη φήµη και την αίγλη του. Ήταν λοιπόν φυσικό, όταν το µήνα Εκατοµβαιώνα του 432 π.Χ. άρχισε ένα νέο έτος για τις διάφορες αρχές, το αξίωµα του στρατηγού, µε ενισχυµένες µάλιστα εξουσίες, να δοθεί πάλι στον Περικλή. Ήταν φυσικό, σε µια στιγµή έσχατης ανάγκης να εµπιστευθεί η πόλη την τύχη της στον άνδρα που σ’ όλη τη διάρκεια της διένεξής της µε την αιώνια αντίπαλό της, τη Σπάρτη, ήταν ο σύµβουλός της. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εκφώνησης του Επιτάφιου λόγου απ' τον Περικλή και η δράση του σαν στρατηγού έχουν ως εξής: Από πιο πριν η Αθήνα είχε συνάψει µια αµυντική συµµαχία (ε π ι µ α χ ί α) µε την Κέρκυρα για δυο λόγους: α) γιατί η κατοχή της αποτελούσε εµπόδιο σ’ αυτούς που ήθελαν να πλεύσουν προς την Ιταλία και τη Σικελία απ’ την Ελλάδα, και β) γιατί τo ναυτικό της, που το αποτελούσαν περισσότερα από 100 πλοία, θα µπορούσε να προσφέρει πολύτιµες υπηρεσίες στη Σπάρτη, κατά τον πόλεµο που όλοι πρόβλεπαν πως θα ξεσπάσει. Αν οι Αθηναίοι βοηθούσαν ανοιχτά την Κέρκυρα στον πόλεµό της µε την Κόρινθο, επειδή η συµµαχία ήταν αµυντική, η ενέργεια θα µπορούσε να θεωρηθεί παραβίαση της συνθήκης που η Αθήνα είχε συνάψει το 445 π.Χ. µε τη Σπάρτη και τους συµµάχους της. Έτσι, στην αρχή, µόνο 10 πλοία στάλθηκαν στην Κέρκυρα, αλλά µετά από λίγο και µε συµβουλή, όπως φαίνεται, του ίδιου του Περικλή στάλθηκε ενίσχυση 20 ακόµα πλοίων, που βοήθησαν τους Κερκυραίους να αποφύγουν την ήττα απ’ τους Κορίνθιους στα Σύβοτα (433 π.X.). Το ίδιο έτος η Αθήνα σύναψε συνθήκη µε το Ρήγιο και τους Λεοντίνους. Αντικειµενικός σκοπός της συµµαχίας ήταν να στερήσει τη δυνατότητα απ’ τις Συρακούσες να γίνουν µεγάλη δύναµη στη δύση. Επιδίωξη του Περικλή ήταν να επεκτείνει την κυριαρχία της Αθήνας σ’ αυτά τα µέρη, εξουσιάζοντας απ' τη µια τα Ιόνια νησιά, που βρίσκονται στο δρόµο που οδηγεί σ' αυτά τα µέρη, και ενισχύοντας απ' την άλλη όλες τις πόλεις που είχαν εχθρικές διαθέσεις απέναντι στις Συρακούσες. Για να εκτιµήσει κανείς αυτή την πολιτική του Περικλή, πρέπει να λάβει υπόψη πως οι Συρακούσες σχεδίαζαν να βοηθήσουν τη Σπάρτη να ναυπηγήσει 500 πλοία., ώστε να αντιµετωπίσει την Αθήνα στη θάλασσα. Λίγο µετά τη µάχη στα Σύβοτα, το καλοκαίρι του 432 π.Χ. επαναστατεί κατά των Αθηναίων η Ποτείδαια, που ήταν αποικία των Κορινθίων, αλλά βρισκόταν κάτω απ' την εξουσία των Αθηναίων. Επειδή οι Αθηναίοι υποπτεύονταν την εξέγερσή αυτή, ζήτησαν απ' τους Ποτειδαιάτες να καταστρέψουν τα οχυρωµατικά έργα και να τους δώσουν οµήρους. Οι Ποτειδαιάτες αρνήθηκαν να υπακούσουν και επαναστάτησαν. Οι Αθηναίοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, γιατί, εκτός απ’ την αντίδραση του Περδίκα, του βασιλιά της Μακεδονίας, οι Κορίνθιοι κατόρθωσαν, προτού οι Αθηναίοι φθάσουν στην Ποτείδαια, να στείλουν στην πόλη βοήθεια 10.000 ανδρών. Μια άλλη αφορµή για την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέµου υπήρξε το «ψήφισµα των Μεγαρέων», σύµφωνα µε το οποίο απαγορευόταν στα πλοία των Μεγαρέων να εµπορεύονται σε λιµάνια της Αθηναϊκής αυτοκρατορίας. Η Σπάρτη και η Κόρινθος αντέδρασαν στο ψήφισµα αυτό, εκβιάζοντας µε απειλές εµπορικά κέντρα έξω απ’ την ηγεµονία των Αθηναίων, και πιστεύοντας πως η Αθήνα θα αποδυνάµωνε µέχρι την έκρηξη του πολέµου. Όταν ο πόλεµος αποφασίστηκε στη Σπάρτη, τρεις πρεσβείες στάλθηκαν στην Αθήνα µε προτάσεις που δεν ήταν δυνατό να γίνουν δεκτές, όπως να εξοριστεί ο Περικλής, να σταµατήσει η πολιορκία της
Ποτείδαιας, να ανακληθεί το «Μεγαρικό ψήφισµα» και, ακόµα, να δοθεί ανεξαρτησία στους υπηκόους των Αθηναίων. Όλα αυτά δείχνουν πως η Σπάρτη ανησυχούσε για την αύξηση και το δυνάµωµα της Αθήνας µετά τους Περσικούς πολέµους, και η ανησυχία αυτή, που τη διέκρινε ο Περικλής, ήταν η πραγµατική αιτία του πολέµου. Η πολιτική που ακολουθούσε ο Περικλής απέναντι στη Σπάρτη, ήταν καθαρά αµυντική και στόχος αυτής της πολιτικής ήταν η διατήρηση της αυτοκρατορίας. Την πολιτική αυτή επέβαλλε και η ανισότητα δυνάµεων µεταξύ των αντιπάλων . Σύµφωνα µε τους υπολογισµούς του Περικλή, η Αθήνα είχε τότε στη διάθεσή της µια δύναµη 15.800 ανδρών που θα µπορούσε σε µια κρίσιµη στιγµή να φθάσει µε τη βοήθεια των συµµάχων τους 20.000 άνδρες, ενώ η Πελοπόννησος διέθετε µια δύναµη 60.000 ανδρών περίπου. Η ανισότητα αυτή έκανε τον Περικλή να παίρνει µια στάση σχεδόν αρνητική, να αποφεύγει κάθε σύγκρουση στην ξηρά και στην ουσία να αφήνει την Αττική στο έλεος του εχθρού. Παράλληλα, όµως, ο Περικλής αποσκοπούσε στη ναυπήγηση ισχυρού στόλου, µε τον οποίο θα µπορούσε να κάνει εκστρατείες σε επίκαιρα σηµεία των πελοποννησιακών ακτών, να δηµιουργεί αντιπερισπασµούς, να ενοχλεί τους αντιπάλους, περιµένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για το τελειωτικό χτύπηµα. Πίστευε πως µ’ αυτό τον τρόπο θα µπορούσε να προκαλέσει µεγαλύτερη βλάβη στον εχθρό απ’ ό,τι θα δέχονταν οι ίδιοι οι Αθηναίοι. Οι εκλογές τoυ έτoυς της έκρηξης τoυ πολέµου (431 π.Χ.) είχαν αποφασιστική σηµασία. Ο Περικλής και οι 9 συστρατηγοί του επανεκλέχτηκαν και για το επόµενο έτος. Ήταν κι αυτό µια ένδειξη ότι οι Αθηναίοι είχαν συνείδηση του κακού που πλησίαζε. Όταν οι Πελοποννήσιοι έκαναν την πρώτη τους εισβολή στην Αττική, δυο µοίρες του αθηναϊκού στόλου απέπλευσαν απ’ την Αθήνα. Η πρώτη µοίρα, αποτελούµενη από 100 αθηναϊκά πλοία στα οποία είχαν προστεθεί και 50 κερκυραϊκά, είχε ναύαρχο τον Καρκίνο, ενώ η άλλη, αποτελούµενη από 30 πλοία, είχε ναύαρχο τον Κλεόποµπο. Στόχος των δυο αυτών µοιρών ήταν να δηµιουργήσουν στους Πελοποννησίους αντιπερισπασµό και να τους αποµακρύνουν µ’ αυτό τον τρόπο απ’ την Αττική. Αποφεύγοντας ρήξη µε ανώτερες δυνάµεις, οι στόλοι αυτοί κατάφεραν να κυριεύσουν µικρές παράλιες πόλεις, να νικήσουν µικρές δυνάµεις που έρχονταν να τους απωθήσουν και, το πιο σπουδαίο, κατέλαβαν εύκολα για λογαριασµό της Αθήνας την Κεφαλληνία. Μόνο ο Καρκίνος είχε µια αποτυχία στη Μεθώνη. Όταν οι δυο αυτές µοίρες επέστρεψαν στην Αθήνα, οι ενωµένες αθηναϊκές δυνάµεις εισέβαλαν στη Μεγαρίδα, κάνοντας µια ενέργεια που θα µπορούσε να θεωρηθεί η καλύτερη απάντηση στην εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική. Μέσα στον ενάµιση µήνα που διάρκεσε η εισβολή των Πελοποννησίων στην Αττική, η µισή έκτασή της είχε λεηλατηθεί. Στο τέλος του θέρους τoυ 431 π.Χ., η Κόρινθος έστειλε στόλο από 40 πλοία και 1.500 οπλίτες στην Ακαρνανία και την Κεφαλληνία, αλλά δεν κατάφερε τίποτα σηµαντικό. Όταν η εκστρατεία τελείωσε, παράλληλα µε το τέλος του πρώτου έτους του πολέµου, ο Περικλής ορίστηκε να εκφωνήσει τον Επιτάφιο προς τιµή των Αθηναίων που πρώτοι έπεσαν σ' αυτόν. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του Επιταφίου (34,6) , ο Θουκυδίδης καθορίζει τα κριτήρια µε τα οποία έγινε η επιλογή. Η συνήθεια επέβαλλε να εκφωνεί τον Επιτάφιο λόγο άνδρας ὅς ἄν γνώμῃ τε δοκῇ μή ἀξύνετος εἶναι καί ἀξιώσει προήκῃ. Φαίνεται πως ο Περικλής, κατά την κρίση των συµπολιτών του, συγκέντρωνε τα προσόντα αυτά. Η ∆ΟΜΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ ΛΟΓΩΝ Εξωτερικά όλοι οι Επιτάφιοι λόγοι παρουσιάζουν τόσο µεγάλη οµοιότητα στην κατασκευή και το ύφος τους, ώστε να αποτελέσουν ιδιαίτερο ρητορικό είδος µε αυστηρά και ορισµένα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα. Όλοι οι σωζόµενοι Επιτάφιοι λόγοι ακολουθούν ένα τυπικό διάγραµµα, που φαίνεται να διαµορφώθηκε πολύ πριν απ' τον Περικλή µε τη µακροχρόνια χρήση. Το διάγραµµα αυτό είναι: 1. Προοίµιο. Το προοίµιο µε τους « κ ο ι ν ο ύ ς τ ό π ο υ ς » του προσπαθούσε να προσελκύσει την εύνοια και τη συµπάθεια του ακροατή και τόνιζε γενικά τη δυσκολία που συναντά ο ρήτορας στην προσπάθεια να εξισορροπήσει τα λόγια του µε τα έργα των τιµώµενων νεκρών. 2. Έπαινος των πεσόντων. Το τµήµα αυτό περιλάµπανε:
I. Εγκώµιο της Αττικής γης και προβολή της αυτοχθονίας των Αθηναίων. II. Εγκώµιο του πολιτεύµατος και των νόµων της πόλης. III. Εγκώµιο της φιλοπατρίας των Αθηναίων και του πνεύµατος αυτοθυσίας που τους δια κρίνει, όπως αυτά εκδηλώθηκαν στις περιπέτειες της πόλης τόσο κατά τη µυθική όσο και κατά την ιστορική εποχή, όπως: α) η απόκρουση του Θράκα Εύµολπου από τον Ερεχθέα, β) η εξόντωση των Αµαζόνων από το Θησέα, γ) η προσφορά βοήθειας στις µητέρες των Αργείων που φονεύθηκαν κατά την εκστρατεία των Επτά επί Θήβες, δ) η προστασία των παιδιών του Ηρακλή που καταδιώκονταν από τον Ευρυσθέα, ε) η συµβολή στον αγώνα κατά των Περσών για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων στ) οι πολεµικές επιτυχίες κατά τη διάρκεια της λαµπρής πεντηκοντακονταετίας (478 - 431) και η απελευθέρωση των Ελλήνων της Μ. Ασίας από τους Πέρσες, ζ) ο Πελοποννησιακός πόλεµος µ’ όλες τις εναλλαγές και τις µεταπτώσεις του. 3. Π α ρ α ί ν ε σ η. Η παραίνεση περιλάµπανε προτροπή προς τους επιζώντες να µιµηθούν την αυτοθυσία και τον ηρωισµό των τιµωµένων νεκρών. 4. Π α ρ α µ υ θ ί α. Η παραµυθία αποσκοπούσε να παρηγορήσει τους συγγενείς των νεκρών και παράλληλα να κινήσει την περηφάνεια τους για την προσφορά των παιδιών τους στην πατρίδα. 5. Ε π ί λ ο γ ο ς. Στον επίλογο καλούνταν οι συγγενείς, αφού θρηνήσουν και αποχαιρετίσουν τους νεκρούς, να αποσυρθούν ήσυχα στα σπίτια τους. Οι συγγραφείς Επιτάφιων λόγων ακολουθούσαν γενικά αυτό το παραδοµένο τυπικό διάγραµµα. Αυτό βέβαια δε σηµαίνει πως δεν παρουσιάζονταν ιδιοτυπίες και αποκλίσεις απ’ αυτό. Ανάλογα µε την πνευµατική ωριµότητα του ρήτορα και τον επιδιωκόµενο σκοπό διαµορφωνόταν στις λεπτοµέρειες ο λόγος, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Πάντως οι σοβαρότερες αποκλίσεις παρουσιάζονται στον Επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής.
Έργο του Βίκτορ Λερού (1682–1740) που απεικονίζει τον Περικλή και την Ασπασία να θαυμάζουν το άγαλμα της Αθηνάς στο εργαστήριο του Φειδία
Η δοµή του Επιταφίου του Περικλή. Η διάρθρωση του λόγου αυτού είναι: Ι. α΄ Π ρ ο ο ί µ ι ο
Σ’ oλόκληρο το λόγο, § 35. Ι. β΄ Π ρ ο ο ί µ ι ο που εισάγει στην Πίστη Α’ § 36, 1-3. ΙΙ. Π ρ ό θ ε σ η , § 36, 4 που οδηγεί στην ΙΙI. Π ί σ τ η, § 37 - 45 που περιλαµβάνει : Α΄ Έπαινο της Πολιτείας και των τρόπων, § 37 - 41. Β΄ Έπαινο των νεκρών, § 42. Γ΄ Παραίνεση, § 43 - 45. IV. Ε π ί λ ο γ ο ς, § 46. Η ανάπτυξη του γενικού αυτού διαγράµµατος παρουσιάζεται ως εξής: Ι. α΄ π ρ ο ο ί µ ι ο , § 35. Σ’ ολόκληρη την οµιλία ο Περικλής δεν επιδοκιµάζει το έθιµο της εκφώνησης του Επιτάφιου λόγου, γιατί: 1. Οι πράξεις των νεκρών δε χρειάζονται επαίνους (1). 2. Είναι δύσκολο να ικανοποιήσει κανείς τους ακροατές (2). Πάντως, ο Περικλής θα προσπαθήσει να ανταποκριθεί όσο µπορεί στις απαιτήσεις του εθίµου (3). Ι. β΄ Προοίµιο, § 36,1-3, στην Πίστη Α που περιλαµβάνει: 1. Έπαινο των προγόνων. 2. Έπαινο των πατέρων. 3. Έπαινο των ζώντων, που οδηγεί στον έπαινο της Πολιτείας και των τρόπων, που είναι η Πίστη Α. ΙΙ. Π ρ ό θ ε σ η , § 36, 4 που οδηγεί στην Πίστη. III. Π ί σ τ η , § 37 - 45 που συνίσταται από : Α΄ Έπαινο της Πολιτείας και των τρόπων, § 37 - 41. Β΄ Έπαινο των νεκρών , § 42. Γ΄ Παραίνεση, § 43 - 45, που περιλαµβάνει: α΄) λόγο προτρεπτικό, § 43 και β΄) λόγο παραµυθητικό, § 44 – 45 Α΄ 1. Πολιτεία, § 37 1.'Επαινος της Αθηναϊκής δηµοκρατίας που στηρίζεται πάνω στις αρχές της ισονοµίας, της ισότητας και της αξιοκρατίας. 2. Τρόποι, § 37, 2 - 41, α΄ Προβολή της αρχής της ελευθερίας έκφρασης και δράσης § 37, 2. β΄ Συµβιβασµός ελευθερίας και πειθαρχίας § 37, 3. γ΄ Έξαρση του συνδυασµού του τερπνού και του ωφέλιµου που πετυχαίνει ο αθηναϊκός τρόπος ζωής. δ΄ Συνδυασµός πνευµατικών Και υλικών απολαύσεων§ 38 ε΄ Αντίθεση µεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών , § 39, γιατί: η Αθήνα είναι ανοιχτή σ' όλους, γιατί στηρίζεται όχι στην απάτη και την προπαρασκευή , όπως η Σπάρτη , αλλά στην ευψυχία, § 39 , 1 η ανδρεία των Αθηναίων, που δεν υστερεί έναντι της ανδρείας των Σπαρτιατών , δε στηρίζεται πάνω στην επίπονη και καταπιεστική άσκηση, § 39, 1-4. Στ΄ Οι Αθηναίοι χαίρονται τις µεγαλύτερες χαρές και απολαµ6άνουν τα πιο σηµαντικά προνόµια, § 40, γιατί: α) η πνευµατική καλλιέργεια δε µειώνει τον ανδρισµό τους, § 40, 1. β) συµµετέχουν όλοι στη δηµόσια ζωή και παίρνουν µέρος σε συζητήσεις για θέµατα που αφορούν όλους τους Αθηναίους, § 40, 2. Ο τρόπος αυτός της ζωής έχει ως αποτέλεσµα: α) να ξεχωρίζουν οι Αθηναίοι για τον αληθινό πατριωτισµό τους, που θυσιάζει όλες τις χαρές της ζωής µε πλήρη γνώση της αξίας τους, §40,3.
β) να εξασφαλίζουν πραγµατικούς φίλους µε τη µεγαλοψυχία τους προς τους άλλους, § 40,4. ζ' Ανακεφαλαίωση του επαίνου των τρόπων, § 41. α) η Αθήνα είναι παράδειγµα όλων των Ελλήνων. Οι Αθηναίοι είναι οι πιο ολοκληρωµένοι άνθρωποι στον κόσµο. Μνηµεία σε κάθε ξηρά και θάλασσα βεβαιώνουν την αλήθεια του ισχυρισµού, § 41, 1-4. β) για τέτοια πόλη κάθε άνδρας είναι πρόθυµος να θυσιαστεί, § 41, 5. Β΄ Ι. Νεκροί, § 42. Οι τιµώµενοι νεκροί µε τον ηρωικό τους θάνατο βεβαιώνουν τους ισχυρισµούς του οµιλητή. Αξίζουν όχι θρήνους, αλλά επαίνους για την ηρωική τους θυσία. Γ' Ι. Παραίνεση, § 43 - 45. α' Λόγος προτρεπτικός , § 43. Προτροπή προς τους επιζώντες να µιµηθούν τους νεκρούς, γιατί ο θάνατος του στρατιώτη είναι πάντα ευγενής. β' Λόγος παραµυθητικός , § 44 - 45. 1. Προς τους γονείς των νεκρών α) γενικά, § 44, 1-2. β) αυτούς που µπορούν να ελπίζουν ότι θα αποκτήσουν άλλα παιδιά, § 44, 3. γ) αυτούς που δεν µπορούν να ελπίζουν ότι θα αποκτήσουν άλλα παιδιά, § 44, 4. 2. Προς τα παιδιά και τα αδέλφια των νεκρών, § 45, 1. 3. Προς τις χήρες των νεκρών, § 45,2. IV. Επίλογος § 46. Ο έπαινος έχει αποδοθεί, αλλά οι πράξεις ξεπληρώνονται µε πράξεις, όπως: α) η δηµόσια ταφή, β) η ανατροφή και εκπαίδευση των ορφανών . Με αυτή τη διάρθρωση των ιδεών ο Περικλής κατορθώνει να απεικονίσει µε θαυµαστή εκφραστική δύναµη όλα εκείνα τα ψυχικά και πνευµατικά γνωρίσµατα του Αθηναίου. από τα οποία πήγαζε η ισχύς και το µεγαλείο της πόλης. Πηγή της εργασίας «ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ ΛΟΓΟΙ» - ΕΚΗΒΟΛΟΣ www.ekivolos.gr
Περικλέους Ἐπιτάφιος Λόγος
(Θουκυδίδου, Ἱστοριῶν Β´, § 35 -46)
[35] Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ
Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους ὡς τώρα ἔχουν μιλήσει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ συνηθίζουν νὰ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος στὸν νόμο ποὺ διέπει τὴν ταφὴ τῶν νεκρῶν πρόσθεσε
δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον
τὴν διάταξη αὐτὴ περὶ ἐπιταφίου λόγου, γιατὶ θεωροῦν ὅτι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ἀπονέμεται μιὰ τέτοια τιμὴ
στοὺς νεκροὺς τῶν πολέμων κατὰ τὸν ἐνταφιασμό τους. Σὲ μένα ἐν τούτοις θὰ φαινόταν ὅτι εἶναι προτιμότερο, οἱ τιμὲς ποὺ ἀπονέμονται σὲ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι
εἰπόντι πιστευθῆναι. χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξ υνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ ᾿ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν · τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δό ξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
ἀναδείχθηκαν γενναῖοι με τὰ ἔργα τους, νὰ ἐκδηλώνονται καὶ αὐτὲς μὲ ἔργα μόνο, ὅπως εἶναι π.χ. αὐτές, τὶς ὁποῖες τώρα βλέπετε γύρω ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό τους, ποὺ ἔγινε δημοσίᾳ δαπάνῃ, καὶ ὄχι νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀρετὲς τῶν πολλῶν ἀπὸ τὴν ἱκανότητα ἢ τὴν ἀνικανότητα ἑνὸς ἀνθρώπου, νὰ κανονίζεται δηλαδὴ ἡ περὶ αὐτῶν ἐκτίμηση τῶν ἀκροα τῶν ἀπὸ τὴν εὐφράδεια ἢ μὴ εὐφράδεια τοῦ ρήτορα. Γιατὶ εἶναι δύσκολο πράγμα νὰ μιλήσει κανεὶς ἀντικειμενικὰ (χωρὶς δηλαδὴ νὰ πεῖ οὔτε λιγότερα οὔτε περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι πρέπει) γιὰ κάποιο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι δύσκολο νὰ ἐξακριβωθεῖ καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ ἁπλ ὴ ἰδέα, ὅτι τὰ λεγόμενα ἀπὸ τὸν ρήτορα εἶναι ἀληθινά. Γιατὶ ὁ ἀκροατής, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πράγματα καὶ εἶναι εὐνοϊκὰ διατεθειμένος πρὸς αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔπραξαν, θὰ σχημάτιζε ἴσως τὴν ἰδέα, ὅτι αὐτὰ ἐκτέθηκαν κάπως κατώτερα ἀπὸ ὅ,τι αὐτὸς γνωρίζει καὶ ἐπιθ υμεῖ, ἐνῶ ἀντίθετα, ὅποιος τὰ ἀγνοεῖ, θὰ σκεπτόταν ὅτι μερικὰ ἐκτέθηκαν ἀρκετὰ μεγαλοποιημένα, καὶ αὐτὸ ἀπὸ φθόνο, τὸν ὁποῖο δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀκούει κάτι τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὶς δικές του φυσικὲς δυνάμεις. Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι ἀνέχονται τοὺς ἐπαίνου ς ποὺ λέγονται γιὰ ἄλλους μόνο ἐφόσον κάθε ἀκροατὴς ἔχει τὴ γνώμη, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ πράξει κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκούει. Ἐνῶ γιὰ κάθε τί, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, αἰσθάνεται διὰ μιᾶς φθόνο καὶ δυσπιστία. Ἐφόσον ὅμως οἱ πρόγονοί μας ἔκριναν ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο πρέπει νὰ γίνονται τὰ πράγματα αὐτά, πρέπει κι ἐγὼ νὰ ἀκολουθήσω τὸ ἔθιμο αὐτὸ καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν γνώμη τοῦ καθενός σας ὅσο μπορέσω περισσότερο. Θὰ μιλήσω πρῶτα πρῶτα γιὰ τοὺς προγόνους μας. Διότι εἶναι δίκαιο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πρέπον, σὲ μιὰ τέτοια περίσταση, κατὰ τὴν ὁποία θρηνοῦμε καὶ ἐγκωμιάζουμε τοὺς νεκρούς μας, νὰ τοὺς ἀπονέμεται ἡ τιμὴ αὐτὴ νὰ μνημονεύονται πρῶτοι. Γιατὶ δὲν ὑπῆρξαν οὔτε μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία νὰ ἔπαυσαν νὰ κατοικοῦν τὴν χώρα αὐτή, καὶ χάρις στὴν ἀνδρεία τοὺς διαφύλατταν τὴν ἐλευθερία της ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας καὶ μᾶς τὴν παράδωσαν ἐλεύθερη. Καὶ ἐκεῖνοι λοιπὸν εἶναι ἄξιοι ἐπαίνου ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο οἱ πατέρες μας. Γιατὶ ἐπ ὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κληρονόμησαν, ἀπέκτησαν μὲ πολλοὺς κόπους καὶ κληροδότησαν σὲ μᾶς τοὺς σημερινοὺς ὅλη αὐτὴ τὴν ἐπικράτεια ποὺ κατέχουμε σήμερα. Τὸ δὲ ἔργο τῆς περαιτέρω βελτίωσης, τὸ ἐπιτελέσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ποὺ εἴμαστε συγκεντρωμένοι ἐδῶ, οἱ ὁ ποῖοι βρισκόμαστε ἀκόμη σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἡλικία μας, καὶ ἐμεῖς ἐφοδιάσαμε τὴν πόλη μας μὲ ὅλα τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εἶναι αὐταρκέστατη καὶ γιὰ πόλεμο καὶ γιὰ εἰρήνη. Ἀπὸ ὅλα δὲ αὐτὰ ἐγὼ ὅσα μὲν ἀναφέρονται σὲ πολεμικὰ κατορθώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε ἡ κά θε μιὰ κατάκτηση, ἢ ἀφοροῦν τὴν
[36] Ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον · δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι ᾿ ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶ ν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρή νην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ Ἕλληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος ἐάσω · ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ ᾿ αὐτὰ καὶ μεθ ᾿ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι
αὐτῶν.
ἐνεργητικότητα, μὲ τὴν ὁποία ἀποκρούσαμε, εἴτε ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ εἴτε οἱ πρόγονοί μας, τοὺς ἑκάστοτε ἐπελθόντες ἐναντίον μας Βαρβάρους ἢ Ἕλληνες, ὅλα αὐτά, θὰ τὰ παραλείψω, γιατὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπεραντολογῶ ἐνώπιον ἀνθρώπων , οἱ ὁποῖοι τὰ γνωρίζουν. Ἀλλὰ μὲ ποιὸν τρόπο φθάσαμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς δύναμης ποὺ εἴμαστε σήμερα, καὶ μὲ ποιὰ μορφὴ πολιτεύματος καὶ μὲ ποιὲς συνήθειες ἔγινε μεγάλη ἡ
δύναμή μας, ὅλα αὐτὰ θὰ ἀναπτύξω πρῶτα, καὶ ἔπειτα θὰ προχωρήσω στὸ ἐγκώμιο αὐτῶν ἐδῶ τῶν νεκρῶν, γιατὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάρμοστο νὰ λεχθοῦν αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, καὶ δὲν εἶναι ἀνώφελο νὰ τὰ ἀκούσουν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, ἀστοὶ καὶ ξένοι. [37] Ξρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλο ν αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ ᾿ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία
Ἔχουμε δηλαδὴ πολίτευμα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀντιγράφει τοὺς νόμους ἄλλων, μᾶλλον δὲ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε
κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ ᾿ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ ᾿ αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ ᾿ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι᾿ ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ ᾿ ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ ᾿ ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
ὑπόδειγμα σὲ μερικοὺς παρὰ μιμούμαστε ἄλλους. Καὶ ὀνομάζεται μὲν δημοκρατία, γιατὶ ἡ διοίκηση εἶναι στὰ χέρια τῶν πολλῶν καὶ ὄχι τῶν ὀλίγων, ἔναντι δὲ τῶν νόμων εἶναι ὅλοι ἴσοι στὶς ἰδιωτικές τους διαφορές, ἐνῶ ὡς πρὸς τὴν θέση τους στὸν δημόσιο βίο κάθε ἕνας προτιμᾶται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δημόσια ἀξιώματα ἀνάλογα
μὲ τὴν ἐπίδοση τὴν ὁποία σημειώνει σὲ αὐτά, δηλαδὴ ἡ δημόσιά του σταδιοδρομία ἐξαρτᾶται μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἀτομική του ἀξία καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ τάξη, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται, οὔτε πάλι ἕνας, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν φτωχὸς ἔχει ὅμως τὴν ἱκανότητα νὰ παράσχει κάποια ὑπηρεσία στὴν πατρίδα του, ἐμποδίζεται σὲ αὐτὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἄγνωστος. Ζοῦμε δὲ σὰν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, καὶ σὰν πολίτες στὸν δημόσιο βίο καὶ σὰν ἄτομα στὸν ἰδιωτικό, στὶς ἐπιδιώξεις μας τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν κοιτᾶμε ὁ ἕνας
στὸν ἄλλον μὲ καχυποψία, δὲν θυμώνουμε μὲ τὸν γείτονά μας, ὅταν κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει, οὔτε παίρνουμε μία φυσιογνωμία σκυθρωπή, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ μὴν βλάπτει τὸν ἄλλο, πάντως ὅμως εἶναι δυσάρεστη. Ἐνῶ δὲ στὴν ἰδιωτική μας ζωὴ συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρὶς νὰ ἐνοχλεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, στὴν δημόσιά μας ζωή, σὰν πολίτες, ἀπὸ σεβασμὸ πρὸ πάντων δὲν παραβαίνουμε τοὺς νόμους, ὑπακοῦμε δὲ στοὺς ἑκάστοτε κατέχοντες τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ στοὺς νόμους, πρὸ περισσότερο σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ἔχουν θεσπ ιστεῖ γιὰ ὑποστήριξη τῶν ἀδικούμενων, καὶ σὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ ἄγραφοι, ἡ παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπὴ στοὺς παραβάτες.
[38] Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ ᾿ ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πνεῦμα μας ἔχουμε ἐφεύρει πλείστους ὅσους τρόπους νὰ τὸ ἀνακουφίζουμε ἀπὸ τοὺς κόπους, μὲ ἑορταστικοὺς ἀγῶνες καὶ θυσίες, τὶς ὁποῖες ἔχουμε καθιερώσει καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους, καὶ μὲ εὐπρεπῆ ἰδιωτικὰ οἰκήματα, ἡ δὲ εὐχαρίστηση τὴ ν
πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπω ν.
ὁποία καθημερινὰ ἀπολαμβάνουμε ἀπὸ ὅλα αὐτά, διώχνει τὴν μελαγχολία. Λόγω δὲ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων τῆς πόλης μας εἰσάγονται σὲ αὐτὴν προϊόντα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ συμβαίνει νὰ ἀπολαμβάνουμε ἔτσι τὰ προϊόντα τῶν ἄλλων χωρῶν μὲ ὅση οἰκειότητα κα ταναλώνουμε τὰ προϊόντα της Ἀττικῆς (σὰν νὰ εἶναι δηλαδὴ δικά μας). Ὑπερέχουμε δὲ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας καὶ στὴν πολεμικὴ προετοιμασία κατὰ τὰ ἑξῆς: Τὴν πόλη μας π.χ. τὴν παρέχουμε ἀνοιχτή σε ὅλον τὸν κόσμο, καὶ ποτὲ δὲν ἀποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τοὺς ξ ένους ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἀκρόαμα ἢ θέαμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ἂν δὲν τὸ κρατήσουμε μυστικὸ καὶ τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθεῖ, καὶ αὐτὸ γιατὶ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη ὄχι τόσο στὶς πολεμικὲς προετοιμασίες καὶ τὰ στρατηγήματα ὅσο στὴν ἔμφυτη γενναιότητά μας ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἔργα. Στὸ ζήτημα δὲ πάλι τῆς ἀγωγῆς, ἐνῶ ἐκεῖνοι ὑποβάλλονται ἀπὸ τὴν νεαρή τους ἀκόμα ἡλικία σὲ συνεχῆ καὶ ἐπίπονη ἄσκηση, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδιώκουν νὰ γίνουν γενναῖοι, ἐμεῖς ζοῦμε μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ ὅμως εἴμαστε ἐξ ἴσου πρόθυμοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζουν καὶ αὐτοί. Καὶ νὰ ἡ ἀπόδειξη: ἐνῶ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐκστρατεύουν κατὰ τῆς χώρας μας μὲ ὅλους τους τοὺς συμμάχους καὶ ποτὲ μόνοι, ἐμεῖς ἐπερχόμαστε κατὰ τῶν ἄλλων ἐντελῶς μόνοι, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς νικᾶμε χωρὶς καμία δυσκολία τοὺς ἀντιπάλους μας, μολονότι ἐκεῖνοι μὲν μάχονται ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν, ἐμεῖς δὲ εἴμαστε σὲ ξένο ἔδαφος. Καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας δὲν ἀντιμετώπισε μέχρι σήμερα τὶς δυνάμεις μας ἑνωμένες, γιατὶ ἀφ ᾿ ἑνὸς καταβάλλουμε πολλὲς φροντίδες ταυτόχρονα καὶ γιὰ τὸ ναυτικό μας, καὶ ἀφ ᾿ ἑτέρου κατατέμνουμε τὶς δυνάμεις μας τοῦ πεζικοῦ καὶ τὶς στέλνουμε σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς ἐπικράτειάς μας. Ἂν δὲ κάπου μὲ μέρος μόνο τῆς δύναμής μας συμπλακοῦν οἱ ἀντίπαλοί μας, τότε, ἂν μὲν νικήσουν, καυχῶνται ὅτι μᾶς νίκησαν ὅλους, ἂν δὲν νικηθοῦν, διακηρύσσουν ὅτι νικήθηκαν ἀπὸ ὅλους. Καὶ βέβαια, ἂν ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πολλὴ προθυμία τοὺς κινδύνους, μᾶλλον μὲ μιὰ ἀφροντισιὰ καὶ ἄνεση παρὰ μετὰ ἀπὸ
[39] Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ ᾿ ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχ ῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧ σσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ · οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ᾿ ἑαυτούς, μεθ᾿ ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν · ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ ᾿ ἁπάντων ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις.
ἐπίπονη ἄσκηση, καὶ μὲ ἀνδρεία, ἡ ὁποία ὀφείλεται ὄχι τόσο στὴν ἐπιβολὴ τῶν νόμων ὅσο στὴν φυσική μας εὐψυχία, ἔχουμε τὸ πλεονέκτημα ὅτι δὲν καταπονούμεθα προκαταβολικὰ γιὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἀκόμα στὸ μέλλον, καὶ ὅτι, ὅταν φθάσει ἡ ὥρα τῶν δεινῶν αὐτῶν, ἀποδεικνυόμαστε ὅτι δὲν εἴμ αστε λιγότερο τολμηροὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μοχθοῦν ἀδιάκοπα. Δὲν εἶναι δὲ σὲ αὐτὰ μόνο ἀξιοθαύμαστη ἡ πόλη μας ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἀκόμη. [40] Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ ᾿ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας · πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμεθα , καὶ τὸ Γιατὶ εἴμαστε λάτρεις τοῦ ὡραίου, ὅμως χωρὶς σπατάλη χρήματος, καὶ καλλιεργοῦμε τὸ πνεῦμα χωρὶς νὰ χάνουμε τὴν ἀνδρεία μας. Καὶ μεταχειριζόμαστε τὸν
πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι · μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾿ ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι · ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοι δ ᾿ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀ ρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς · οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι ᾿ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν · ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ ᾿ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.
πλοῦτο περισσότερο σὰν μία εὐκαιρία δράσης παρὰ σὰν ἀφορμὴ κομπορρημοσύνης, τὸ νὰ ὁμολογεῖ δὲ κανεὶς τὴν φτώχειά του δὲν εἶναι ντροπή, εἶναι ὅμως αἰσχρότερο τὸ νὰ μὴν προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποφύγει μὲ τὴν ἐργασία. Ἐπὶ πλέον, οἱ ἴδιοι ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε σὲ θέση νὰ φροντίζουμε ταυ τόχρονα γιὰ τὶς ἰδιωτικές μας ὑποθέσεις καὶ γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς πόλης μας, καὶ ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι απασχολημενοι μὲ ἰδιωτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ αὐτοὶ ἀκόμα κατέχουν τὰ πολιτικὰ ζητήματα στὴν ἐντέλεια. Γιατὶ εἴμαστε ὁ μόνος λαὸς ποὺ τὸν μὴ ἀναμειγνυόμενο κ αθόλου στὰ κοινὰ δὲν τὸν θεωροῦμε φιλήσυχο ἀλλὰ ἄχρηστο, καὶ οἱ μόνοι ποὺ ὅποτε δὲν τὰ ἐπινοοῦμε καὶ δὲν τὰ προτείνουμε οἱ ἴδιοι πάντως ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ κρίνουμε σωστὰ τὰ λαμβανόμενα μέτρα, τοὺς δὲ λόγους δὲν τοὺς θεωροῦμε καθόλου ἐμπόδιο τῶν ἔργων, ἀλλ ὰ μᾶλλον θεωροῦμε σὰν ἐμπόδιο τὸ νὰ μὴν ἔχουμε κατατοπισθεῖ προφορικὰ σὲ ὅσα ἔχουμε νὰ κάνουμε, πρὶν καταπιαστοῦμε μὲ αὐτά. Γιατὶ ὑπερέχουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἀκόμη, ὅτι δηλαδὴ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀποφασίζουμε γιὰ ὅσα πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσουμε κ αὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὰ ἐπιχειροῦμε. Ἐνῶ ὡς πρὸς αὐτὸ οἱ ἄλλοι... σὲ αὐτοὺς ἡ μὲν ἀμάθεια τοὺς κάνει νὰ ἀποφασίζουν ἡ δὲ σκέψη τοὺς κάνει νὰ διστάζουν. Πιὸ τολμηροὶ ὅμως ἀπὸ ὅλους εἶναι σωστὸ νὰ θεωροῦνται ὅσοι γνωρίζουν μὲ σαφήνεια ποιὲς εἶναι οἱ συμφορὲς κα ὶ ποιὰ τὰ εὐχάριστα, καὶ ὅμως ἡ γνώση αὐτὴ δὲν τοὺς κάνει νὰ ἀποφεύγουν τοὺς κινδύνους. Ἀλλὰ καὶ στὰ ζητήματα τῆς καλωσύνης διαφέρουμε ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων. Γιατὶ ἐμεῖς τοὺς φίλους τους ἀποκτᾶμε μᾶλλον εὐεργετώντας παρὰ εὐεργετούμενοι ἀπὸ αὐτού ς. Σταθερότερος δὲ φίλος εἶναι ὁ εὐεργετῶν τὸν ἄλλον, γιατὶ εἶναι φυσικὸ νὰ προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖ τὴν ἀνάμνηση τῆς εὐεργεσίας μὲ τὸ νὰ φέρεται πάντοτε καλὰ πρὸς τὸν εὐεργετούμενο. Ἐνῶ ἀντιθέτως αὐτὸς ποὺ ὀφείλει τὴν εὐεργεσία εἶναι ψυχρότερος στὶς σχέσεις του, γιατὶ γνωρίζει, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνταποδώσει τὴν καλωσύνη σὰν πληρωμὴ χρέους καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἄλλου. Καὶ εἴμαστε οἱ μόνοι ποὺ βοηθᾶμε τὸν ἄλλο χωρὶς τὴν ἐλάχιστη ἀνησυχία, καὶ αὐτὸ μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἐμπνέει ἡ ἐλευθερία παρὰ ἀπὸ συμφεροντολογικοὺς ὑπολογισμούς. Ἀνακεφαλαιώνοντας λοιπὸν τὰ παραπάνω τονίζω, ὅτι ἡ ὅλη πόλη εἶναι σχολεῖο τῆς Ἑλλάδας καὶ ὅτι, κατὰ τὴ γνώμη μου, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει τὴ ν ἱκανότητα νὰ προσαρμοστεῖ πρὸς τὶς πλέον διαφορετικὲς μορφὲς δράσεως μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐστροφία καὶ χάρη. Καὶ ὅτι αὐτὰ εἶναι μᾶλλον ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια καὶ ὄχι
[41] Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ ᾿ ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ ᾿ ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ ᾿ ἂν εἴδη καὶ μετὰ χαρίτων μάλιστ ᾿ ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχ ει ὑφ ᾿ οἵων κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ ᾿
ἁπλὴ κομπορρημοσύνη, κατάλληλη γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, τὸ ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς π όλης, τὴν ὁποία ἀποκτήσαμε μὲ τὶς ἱκανότητές μας αὐτές. Γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πόλη ἀπὸ τὶς σημερινὲς ποὺ ὅταν δοκιμάζεται ἀποδεικνύεται ἀνώτερή της φήμης της, καὶ
ἀξίων ἄρχεται. μετὰ μεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ ᾿ ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖν πόλεως οἵδε τε γενναίως δικα ιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.
ἡ μόνη, ἢ ὁποία οὔτε στὸν ἐχθρό, ποὺ τῆς ἐπιτίθεται, δίνει ἀφορμὴ νὰ ἀγανακτήσει μὲ ὅσα παθαίνει ἀπὸ τέτοιους ἀντιπάλους, οὔτε στοὺς ὑπηκόους της δίνει ἀφορμὴ γιὰ παράπονα, γιατὶ τάχα ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἀνάξιους νὰ ἔχουν τὴν ἐξουσία. Ἡ δύναμή μας δὲ αὐτὴ δὲν εἶναι βέβαια χωρὶς ἀποδείξεις, ἀλλὰ ὑπάρχουν μεγαλοπρεπῆ μνημεῖα αὐτῆς, γιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς θαυμάζουν» οἱ σύγχρονοί μας καὶ θὰ μᾶς θαυμάζουν καὶ οἱ μελλοντικὲς γενιές, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ χρειαζόμαστε τοὺς ἐπαίνους οὔτε τοῦ Ὁμήρου οὔτε κανενὸς ἄλλου, τοῦ ὁποίου οἱ στίχοι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστήσουν πρὸς στιγμήν, θὰ ἔλθει ὅμως ἡ πραγματικότητα, ἡ ὁ ποία θὰ ἀποκαλύψει ψεύτικη τὴν ἰδέα ποὺ σχηματίστηκε γιὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ γιατὶ ὁλόκληρη τὴ θάλασσα καὶ τὴν ξηρὰ τὴν ἐξαναγκάσαμε νὰ γίνει προσιτὴ στὴν τόλμη μας, ἱδρύσαμε δὲ παντοῦ αἰώνια μνημεῖα καὶ τῆς φιλίας μας καὶ τῆς ἔχθρας μας. Ὑπὲρ αὐτῆς λοιπὸν τ ῆς πόλης καὶ αὐτοὶ ἐδῶ λοιπὸν πολέμησαν γενναία καὶ βρῆκαν τὸν θάνατο, γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀνεχθοῦν τὴν στέρησή της, καὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀπομένοντες στὴν ζωὴ ὁ καθένας πρέπει νὰ ἔχει τὴν προθυμία νὰ μοχθήσει γι ᾿ αὐτήν. Γι᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸ λόγο μακρηγόρησα γιὰ ὅσα ἀφοροῦν τὴν πόλη, ἀφ ᾿ ἑνὸς μὲν δηλαδὴ γιατὶ ἤθελα νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἐμεῖς δὲν ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀγωνίζονται ὅσοι δὲν ἔχουν κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα σὲ ἴσο βαθμὸ μὲ μᾶς, καὶ ἀφ ᾿ ἑτέρου γιατὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἤθελα νὰ κάνω φανερό με ἀποδείξεις, ὅτι εἶναι δίκαιο τὸ ἐγκώμιο τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους μιλάω τώρα. Καὶ ἔχω ἤδη ἀναφέρει τὰ κυριότερα σημεῖα τούτου τοῦ ἐγκωμίου. Γιατὶ ὅσα εἶπα γιὰ τὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν ἐξυμνήσω, εἶναι στολίδια, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν στόλισαν οἱ ἀρετὲς αὐτῶν ἐδῶ καὶ ἄλλων ὁμοίων με αὐτούς, καὶ πολὺ λίγοι Ἕλληνες ὑπάρχουν, γιὰ τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, ὅ,τι μπορεῖ νὰ λεχθεῖ γι ᾿ αὐτοὺς ἐδῶ, ὅτι δηλαδὴ φήμη τοὺς ἰσοσταθμίζει τὰ ἔργα τους. Ἔχω δὲ τὴ γνώμη, ὅτι θάνατος σὰν αὐτὸν ἐδῶ τῶν προκείμενων νεκρῶν παρέχει τὸ ἀληθινὸ μέτρο τῆς ἀξίας ἑνὸς
[42] Δι᾿ ὃ δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τ ῆς πόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδε μηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ ᾿ οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα · ἃ γὰρ τὴν πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶν τοιῶνδε ἀρετα ὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂν πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων ἰσόρροπος ὥσπερ τῶνδε ὁ λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέ μοι δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τε μηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα ἡ νῦν τῶνδε καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλα χείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι· ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶς μᾶλλον ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν. τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτι ἀπόλαυσιν προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτε πενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴν πλουτήσειεν, ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐ ποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίαν ποθεινοτέραν αὐτῶν λαβόντες καὶ κινδύνων ἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντες ἐβουλήθησαν μετ ᾿ αὐτοῦ τοὺς μὲν τιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν ἐπιτρέψαντες, ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφ ίσιν αὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἢ [τὸ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸ μὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ ᾿ ἔργον τῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι ᾿ ἐλαχίστου καιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢ τοῦ δέους ἀπηλλάγη σαν.
ἀνθρώπου, καὶ ἄλλοτε μὲν εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ τὴν προαναγγέλλει ἄλλοτε δὲ ὁ τελευταῖος ποὺ τὴν ἐπισφραγίζει. Γιατὶ καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη ποὺ ὑστεροῦν κατὰ τὰ ἄλλα, δικαιοῦνται νὰ προβάλλουν γιὰ ὑπεράσπισή τους τὴν ἀνδραγαθία, τὴν ὁποία ἐπέδειξαν κατὰ τοὺς πολέμους, μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρίδας. Γιατὶ ἐξέλειψαν τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ, καὶ μὲ τὶς καλές τους ὑπηρεσίες σὰν ὑπερασπιστὲς τῆς πατρίδας τὴν ὠφέλησαν περισσότερ ο ἀπ ᾿ ὅσο τὴν ἔβλαψαν μὲ τὰ τυχὸν σφάλματά τους στὴν ἰδιωτική τους ζωή. Ἀπὸ
αὐτοὺς ὅμως ἐδῶ κανεὶς δὲν δείχθηκε δειλὸς μπροστὰ στὸν θάνατο ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου του, δὲν προτίμησε δηλαδὴ νὰ συνεχίσει τὴν ἀπόλαυσή του, οὔτε ἀπέφυγε τὸν κίνδυνο ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειάς του, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα δηλαδὴ ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν ἀποφύγει ἐπὶ τέλους κάποτε
καὶ νὰ γίνει πλούσιος. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ πόθησαν τὴν τιμωρία τῶν ἐχθρῶν τους, καὶ συνάμα θεώρησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐνδοξότερος κίνδυνος ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ, καὶ γιὰ τοῦτο προθυμοποιήθηκαν νὰ ριφθοῦν σὲ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς ἐχθρούς τους ἀφ ᾿ ἑνός, καὶ γιὰ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν ἀφ ᾿ ἑτέρου, τὴν μὲν ἀβεβαιότητα δηλαδὴ τῆς ἐπιτυχίας τὴν ἐμπιστεύθηκαν στὴν ἐλπίδα, ὡς πρὸς δὲ τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου ποὺ βρισκόταν μπροστὰ τοὺς κατὰ τὴν μάχη ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ στηριχθοῦν στὸν ἑαυτό τους καὶ μόνο. Καὶ μέσα στὴ μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο νὰ ἀντισταθοῦν καὶ νὰ βροῦν τὸν θάνατο παρὰ νὰ σωθοῦν τρεπόμενοι σὲ φυγή, καὶ γι ᾿ αὐτὸ ἀπέφευγαν τὴν αἰσχρ ὴ φήμη τῆς δειλίας, καὶ ὑπέβαλαν τὰ σώματά τους σὲ ὅλα τὰ δεινά της μάχης, σὲ μιὰ δὲ κρίσιμη στιγμή, ποὺ ἦταν στὰ χέρια τῆς τύχης, στὸ ὕψος τῆς δόξας μᾶλλον παρὰ τοῦ τρόμου, βρῆκαν τὸν θάνατο. [43] Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν , ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ ᾿ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρ ᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, Καὶ αὐτοὶ μὲν ἐδῶ τέτο ιου εἴδους ἄνθρωποι ὑπῆρξαν, ἀντάξιοί της πατρίδας τους. Σεῖς δὲ οἱ ἐπιζῶντες πρέπει νὰ εὔχεσθε, τὸ γενναῖο σας φρόνημα ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς νὰ εἶναι περισσότερο τυχερὸ ἀπὸ αὐτὸ τῶν προηγούμενων νεκρῶν, μὲ κανέναν ὅμως τρόπο νὰ καταδέχεσθε νὰ εἶναι λιγότ ερο τολμηρό, καὶ νὰ μὴν κρίνετε τὴν ἀξία τοῦ φρονήματος αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους τοῦ ρήτορα μόνο, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ τὴν μεγαλοποιήσει ὅσο ἤθελε ἐνώπιόν σας (ἂν καὶ σεῖς τὰ ξέρετε τὸ ἴδιο καλὰ μὲ αὐτόν), ἀναφέροντας ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ὑπάρχουν στὴν ἄμυνα ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ παρατηρεῖτε καθημερινὰ τὴ δύναμη τῆς πόλης, ὅπως αὐτὴ παρουσιάζεται μὲ ἔργα, καὶ νὰ κυριεύεσθε λίγο ἀπὸ ἔρωτα πρὸς αὐτήν, καὶ ὅταν σᾶς φανεῖ ὅτι εἶναι μεγάλη, νὰ συλλογίζεσθε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπέκτησαν ἄνθρωποι τολμηροὶ π οὺ εἶχαν συναίσθηση τοῦ καθήκοντός τους, καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς μάχης εἶχαν πάντοτε μπροστὰ στὰ μάτια τοὺς τὸν φόβο τοῦ ντροπιάσματος, ὅσες φορὲς δὲ ἀποτύγχαναν σὲ κάποια τοὺς προσπάθεια, δὲν νόμιζαν ὅτι γιὰ τὸν
κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ ᾿ ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτ ῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος,
καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ ᾿ ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαι τᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ ᾿ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ ᾿ οἷς ἡ ἐναντία
μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ [ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος.
λόγο αὐτὸ ἔπρεπε νὰ στερήσουν καὶ τὴν πόλη ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες τους, ἀλλὰ συνεισέφεραν ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ὡραιότερη συνεισφορά. Γιατὶ ἐνῶ ὅλοι μαζὶ ἀπὸ κοινοῦ πρόσφεραν στὴν ὑπηρεσία τῆς πατρίδας τὰ σώματά τους, ἀπελάμβαναν ἀτομικὰ κάθε ἕνας, σὰν ἀνταμοιβὴ τρόπον τινά, τὸν ἔπαινο, ὁ ὁποῖος δὲν γερνάει ποτέ, καὶ τὸν πιὸ ἐπίσημο τάφο, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσει ἄνθρωπος, δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν τάφο, στὸν ὁποῖο ἔχουν ἐναποτεθεῖ τὰ λείψανά τους, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν τάφο, στὸν ὁποῖο ἀπομένει μετὰ θάνατον ἡ δόξα τους καὶ
μνημονεύεται αἰωνίως σὲ κάθε παρουσιαζόμενη κάθε φορὰ εὐκαιρία εἴτε λόγου εἴτε ἔργου. Γιατὶ τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τάφος εἶναι ἡ Γῆ ὁλόκληρη, καὶ τὴν ὕπαρξή τους δὲν τὴν φανερώνει μόνο ἡ ἐπιγραφὴ μιᾶς στήλης σὲ κάποιο μέρος τῆς πατρίδας τους, ἀλλὰ καὶ
στὰ ξένα μέρη εἶναι ἐγκατεστημένη μία ἄγραφη ἀνάμνηση αὐ τῶν σκαλισμένη ὄχι σὲ κάποιο ἔργο τέχνης ἀλλὰ μᾶλλον στὶς καρδιὲς ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων. Αὐτοὺς λοιπόν, ἐσεῖς τώρα νὰ τοὺς μιμηθεῖτε, καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι εὐδαιμονία εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἐλευθερία δὲ ἡ τόλμη, μὴν τρομοκρατεῖσθε ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέ μου. Γιατὶ δὲν θὰ ἦταν δικαιότερο νὰ ἀψηφοῦν τὴν ζωὴ τοὺς οἱ δυστυχοῦντες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλπίζουν νὰ ἀπολαύσουν κανέναν καλό, ἀλλὰ οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκεια ἀκόμη τῆς ζωῆς τοὺς διατρέχουν τὸν κίνδυνο νὰ δοῦν τὴν κατάστασή τους ν ὰ μεταβάλλεται στὴν ἀντίθετη, δηλαδὴ τὴν δυστυχία, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἦταν πολὺ σημαντικὴ ἡ διαφορά, ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι πάθαιναν κανένα ἀτύχημα. Γιατὶ προξενεῖ μεγαλύτερο πόνο, σὲ ἕναν βέβαια ποὺ ἔχει κάποια ὑψηλοφροσύνη, ἡ ἐξαθλίωση ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ἐκφυλισμό, παρὰ ὁ θάνατος ποὺ τοῦ ἔρχεται ξαφνικά, χωρὶς κἂν νὰ γίνει αἰσθητός, ἐπάνω στὴν ἀκμὴ τῆς σωματικῆς του δύναμης καὶ ἐπάνω στὶς ἐλπίδες ποὺ τρέφει καὶ ὁ κάθε θνητός. [44] Δι᾿ ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ π αραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ ᾿ εὐτυχές, ὃ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν, ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲ λύπης, καὶ οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε ὁ βίος ὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶ πολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ αὐτοὶ ἠγάλλεσθε · καὶ λύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενος ἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ ᾿ οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθ αι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ οἷόν τε ἴσον τι ἢ δίκαιον βουλεύεσθαι ὃ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ ᾿ αὖ π αρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺν ἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι. Γι᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγο καὶ σᾶς τοὺς γονεῖς τῶν ἡρώων αὐτῶν, ὅσοι εἶσθε παρόντες, δὲν σᾶς κλαίω τὴν στιγμὴ αὐτή, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς παρηγορήσω. Γιατί, ὅπως ὅλοι, γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ ὅτι μεγάλωσαν μέσα σὲ ποικίλες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, καὶ ὅτι εὐτυχισ μένοι μπορεῖ νὰ θεωροῦνται μόνο ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔλαχε ἡ μεγίστη τιμή, εἴτε ἕνας ἔντιμος θάνατος εἶναι αὐτή, ὅπως αὐτῶν ἐδῶ, εἴτε μία ἔντιμη λύπη, ὅπως ἡ δική σας, καὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς τοὺς κανονίστηκαν κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε τὸ τέρμα τῆς εὐτυχίας τους νὰ συμπέσει μὲ τὸ τέρμα τῆς ζωῆς τους. Γνωρίζω βέβαια ὅτι εἶναι
δύσκολο νὰ σᾶς πείσω γι ᾿ αὐτά, μιὰ τέτοια στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ εὐτυχία τῶν ἄλλων θὰ σᾶς κάνει νὰ θυμηθεῖτε πολλὲς φορὲς τὴν εὐτυχία, ποὺ κάποτε αἰσθανθήκατε καὶ σ εῖς. Καὶ λύπη αἰσθάνεται κανεὶς ὄχι γιὰ τὴν ἔλλειψη τῶν ἀγαθῶν ποὺ δὲν δοκίμασε ποτὲ στὴν ζωή του, ἀλλὰ γιὰ τὴν στέρηση ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὶν τοῦ ἀφαιρεθοῦν ἀποτέλεσαν μέρος τῆς ζωῆς του. Ὅσοι δὲ ἀπὸ ἐσᾶς εἶσθε σὲ ἡλικία ποὺ ἐπιτρέπει τὴν τεκνοποιία, πρέπει νὰ ὑποφέρετε τὸν πόνο σας μὲ περισσότερη ὑπομονή, γιατὶ ἐλπίζετε νὰ ἀποκτήσετε καὶ ἄλλα παιδιά. Γιατὶ ὄχι μόνο γιὰ τὸν καθένα σας ἰδιαίτερα ἐκεῖνα ποὺ θὰ γεννηθοῦν θὰ σᾶς κάνουν νὰ λησμονήσετε σιγὰ σιγὰ αὐτὰ ποὺ χάσατε στὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πόλη τὸ κέρδος θὰ εἶναι διπλό, γιατὶ
μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀφ ᾿ ἑνὸς ἀποφεύγεται ἡ ἀπειλούμενη ἐρήμωση ἀπὸ τὴν ἐλάττωση τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἀφ ᾿ ἑτέρου ἐνισχύεται ἡ ἀσφάλειά της. Γιατὶ τίποτε τὸ σωστὸ καὶ δίκαιο δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ σκεφθοῦν καὶ νὰ συμβουλεύσουν τὴ ν πόλη ὅσοι δὲν ἔχουν παιδιὰ νὰ τὰ ἐκθέσουν στὸν κίνδυνο ποὺ ἐκτίθενται τὰ παιδιὰ ὅλων τῶν ἄλλων. Ὅσοι δὲ πάλι
ἔχετε προσπεράσει τὸ ὅριο αὐτὸ τῆς ἡλικίας, πρέπει νὰ θεωρεῖτε κέρδος τὸ ὅτι περάσατε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς σας εὐτυχισμένοι, ἡ δὲ περίοδο ς τῆς λυπημένης ζωῆς σας θὰ εἶναι σύντομη, καὶ νὰ ἀνακουφίζεσθε ἀπὸ τὴν δόξα αὐτῶν ἐδῶ τῶν ἡρωϊκῶς πεσόντων παιδιῶν σας. Γιατὶ τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν γερνάει ποτὲ εἶναι ἡ φιλοδοξία, καὶ ἐκεῖνο ποὺ εὐχαριστεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν γεροντική του ἡλικία, ὅταν εἶνα ι ἄχρηστος πιά, δὲν εἶναι τὸ κέρδος, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ἀλλὰ ἡ ἀπόλαυση τιμῶν. [45] παισὶ δ᾿ αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν καθ ᾿ ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ ᾿ ὀλίγῳ χε ίρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γ ενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ ᾿ ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ. Ὡς πρὸς σᾶς δὲ ἐξ ἄλλου, τοὺς γιοὺς καὶ ἀδελφούς τους, ὅσοι εἶσθε παρόντες, βλέπω ὅτι ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποία θὰ πρέπει νὰ καταβάλλετε, γιὰ νὰ τοὺς μιμεῖσθε, εἶναι τρομακτικὰ δύσκολη. Γιατὶ ὅλοι συνηθίζουν νὰ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ὑπάρχει πλέον, ὁσοδήποτε δὲ ὑπέροχη καὶ ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι εἶναι ἡ ἀρετή σας, μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ θεωρούσατε ὅτι εἶσθε, ὄχι ὅμοιοι, ἀλλὰ κατὰ τί κατώτεροι. Γιατὶ καὶ μεταξὺ τῶν ζώντων ὑπάρχει φθόνος ἀμοιβαῖος ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε ἀντιζήλων, ὅποιος δὲ πεθαίνει καὶ δὲν εἶναι ἐμπόδιο σὲ κανέναν τιμᾶται μὲ μία εὔνοια ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε ἀντίδραση. Ἂν δὲ πρέπει νὰ κάνω λόγο καὶ γιὰ τὴν γυναικεία ἀρετή, σχετικὰ μὲ αὐτὲς ποὺ θὰ ζοῦν ὡς ἑξῆ ς σὰν χῆρες, θὰ συμπεριλάβω ὅλα ὅσα ἔχω νὰ πῶ σὲ μία σύντομη παραίνεση: θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα σας, ἂν δὲν δειχθεῖτε κατώτεροι τοῦ φυσικοῦ σας χαρακτήρα, καὶ μάλιστα ἂν γιὰ τὴν κάθε μιά σας γίνεται ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερος λόγος μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν, εἴτε πρὸ ς ἔπαινον εἴτε πρὸς κατηγορία (εἴτε γιὰ καλὸ εἴτε γιὰ κακό). Ἐκφώνησα λοιπὸν κι ἐγώ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιταγὴ τοῦ νόμου, τὸν ἐπ ιτάφιο, καὶ εἶπα ὅ,τι εἶχα νὰ πῶ κατάλληλο γιὰ τὴν περίσταση, καὶ μὲ ἔργα δὲ αὐτοί, τοὺς ὁποίους θάπτουμε, ἐν μέρει μὲν ἔχουν τιμηθεῖ
[46] Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον
στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα · ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε.
τώρα ἀμέσως, ἐν μέρει δὲ θὰ τιμῶνται στὸ μέλλον, γιατὶ ἡ πόλη θὰ ἀνατρέφει τὰ παιδιὰ τοὺς δημοσία δαπάνη μέχρι ποὺ νὰ γίνο υν ἔφηβοι, ἀπονέμουσα ἔτσι καὶ σὲ αὐτοὺς ἐδῶ καὶ στοὺς ἐπιζῶντες χρήσιμη ἀμοιβή, ἀντὶ στεφάνου τρόπον τινά, γιὰ αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνες τοὺς ὑπὲρ τῆς πατρίδας. Γιατὶ ὅπου τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς εἶναι τὰ πιὸ μεγάλα, ἐκεῖ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ οἱ πιὸ ἐνάρετοι ἄνδρες. Καὶ τώρα νὰ χορτάσει ὁ καθένας θρηνώντας τὸν δικό του καὶ ἔπειτα νὰ ἀποχωρήσει». Μὲ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο τελέστηκε ὁ ἐνταφιασμὸς τῶν πεσόντων κατὰ αὐτὸν τὸν χειμώνα, μὲ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου συνέπεσε καὶ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ π αρόντος πολέμου.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ
Activity (0)
Showing
AllMost RecentLikes