The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20140214022328/http://www.scribd.com:80/doc/165357065/%CE%86%CE%9D%CE%98%CE%A1%CE%A9%CE%A0%CE%9F%CE%A3-%CE%97-%CE%96%CE%A9%CE%A3%CE%91-%CE%95%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D-%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%98%CE%95%CE%9F%CE%A5-%CF%80-%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A6%CE%9F%CE%A1%CE%9F%CE%A5-%CE%9D%CE%91%CE%A3%CE%A3%CE%9F%CE%A5
P. 1
ΆΝΘΡΩΠΟΣ-Η ΖΩΣΑ ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ-π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ

ΆΝΘΡΩΠΟΣ-Η ΖΩΣΑ ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ-π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ

Ratings: (0)|Views: 558|Likes:
ΒΟΛΟΣ 2013
ΒΟΛΟΣ 2013

More info:

Published by: ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ on Sep 04, 2013
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd
See More
See less

09/07/2013

pdf

text

original

π.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ

ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Η ΖΩΣΑ ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ…… «Μικρός εἰμί καί μέγας, ταπεινός καί ὑψηλός, θνητός καί ἀθάνατος, ἐπίγειος καί οὐράνιος». (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου).

ΒΟΛΟΣ 2013

1

Στούς ἀγωνιζομένους νά διατηρήσουν τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ καί νά προχωρήσουν εἰς τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν».

2

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

«Πῶς, εἶσαι χῶμα καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Ποιό ἀπό τά συστατικά σου εἶναι ἐκεῖνο πού κινεῖ καί ποιό ἐκεῖνο πού κινεῖται; Πῶς αὐτό τό ὄν (ἐσύ) καί κινεῖ καί κινεῖται; Πῶς ἡ αἴσθηση μένει στόν ἴδιο καί ἔλκει καί τά ἔξω; Πῶς ὁ νοῦς μένει μέσα σου καί συνάμα γεννᾶ λόγο σέ ἄλλο νοῦ; Πῶς τό διανόημα μεταδίδεται μέ τό λόγο»;1 Εἶναι λόγια τοῦ ἀετοῦ τῆς Θεολογίας, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, πού ὁμιλεῖ γιά τόν ἄνθρωπο μέ ἕναν τρόπο γλαφυρό, ἀλλά πολύ διεισδυτικό! Τί εἶναι ἄραγε ὁ ἄνθρωπος; Μήπως εἶναι (μόνο) ἕνα «ζῶον λογικόν», ὅπως ἔλεγε ὁ στωϊκός φιλόσοφος Χρύσιππος (207 π.Χ.), προικισμένο μέ αὐτεπίγνωση, πού σκέπτεται καί ὁμιλεῖ μέ ὀρθότητα καί συνέπεια; Μήπως εἶναι «ζῶον πολιτικόν» κατά τόν Ἀριστοτέλη, δηλαδή ἕνα κοινωνικό ὄν, τό ὁποῖο ὀργανώνει τόν τόπο πού ζεῖ καί ἔχει τήν ἱκανότητα νά ἀναπτύσσει διαπροσωπικές σχέσεις μέσα σέ μιά εὐνομούμενη κοινωνία; Νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ μιά ὕπαρξη τυχαῖα καί ἄνευ σκοποῦ, «πεταμένη» στό ἀχανές σύμπαν, προορισμένη νά ζήσει μόνο κάποια χρόνια ἐδῶ στόν παρόντα κόσμο «καλά», κατά τό ἐπικούρειον δόγμα, «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκωμεν» καί στή συνέχεια νά πορευθεῖ στό μηδέν καί τήν ἀνυπαρξία; Μήπως ἄραγε ὁ ἄνθρωπος συνιστᾶ… «μιά ἀνακατανομή τοῦ τίποτα», ὅπως ἀκούστηκε ἀπό χείλη ἐπιστημονικά στίς ἡμέρες μας (βλ. καθηγητής Δ. Νανόπουλος); Μήπως, τέλος, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἐνέχει ἕνα μέγα βάθος τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά προσμετρηθεῖ μέ τή φυσική/κτιστή γνώση τῶν ἔμβιων ὄντων καί τίς γνωστικές μεθόδους ἔρευνας τοῦ κόσμου αὐτοῦ; Εὐθύς ἐξαρχῆς θά ποῦμε ὅτι ἡ Θεολογία δέν ὁρίζει τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἄλλες ἐπιστήμες (λ.χ. ἡ ψυχολογία, ἡ κοινωνιολογία κ.ἄ.). Ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία, λέει ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὡς ψυχοσωματικό ὄν, ξεχωρίζει ἐξ ὁρισμοῦ ἀπό τά ἄλλα ὄντα, διότι εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, μόνος αὐτός ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα. «Πάντα καλά τά δημιουργήματα, ἀλλά τούτων οὐδέν εἰκών Θεοῦ, μόνος δέ ἄνθρωπος», θά μᾶς πεῖ ὁ Μέγας οἰκουμενικός Διδάσκαλος, Βασίλειος. Εἰκόνα καί ὁμοίωμα τῆς ἀκτίστου φύσεως εἶναι ὁ ἄθρωπος, κατά τήν Πατερική Διδασκαλία, δηλαδή εἰκόνα τῶν ἀκτίστων δυνάμεων καί τελειοτήτων τοῦ Θεοῦ! Αὐτή ἡ κορωνίδα τῆς θείας δημιουργίας, ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ κατά τή Θεολογία μας, τό
1

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος Κ΄, ΕΠΕ, 4, 275, μεταφρ.

3

κτιστό ὁμοίωμα τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν!.. Τό δέ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀναφέρεται στή χαρισματική προοπτική τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», τή χαρισματική δηλαδή θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό ἀκριβῶς, τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μέ προοπτκή τήν ἕνωση μαζί του, ἀποτελεῖ τή βάση καί τό κύριο θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί εἶναι πάνω καί πέρα ἀπό κάθε ὁρισμό! Μᾶς κάνει δέ γνωστό, διά πολλῶν, ἡ Θεολογία, ὅτι ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου πού εἰκονίζει τόν Παντοδύναμο Δημιουργό, εἶναι νά χωρέσει μέσα του τόν εἰκονιζόμενο, τό Ἀρχέτυπό του, τόν ἴδιο τόν Θεό, διότι ὅπως σημειώνει ὁ σοφότατος ἐκκλησιαστικός Πατήρ, ἅγιος Γρηγόριο Νύσσης στό «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου» ἔργο του, «εἰ πλήρωμα μέν ἀγαθῶν τό θεῖον, ἐκεῖνου δέ τοῦτο εἰκών, ἄρ᾿ ἐν τῷ πλήρες εἶναι παντός ἀγαθοῦ, πρός τό ἀρχέτυπον ἡ εἰκών ἔχει τήν ὁμοιότητα»2. Ἡ εἰκόνα, βεβαίως, δόθηκε μέ τό ἐμφύσημα τῆς ζωῆς, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἡ ὁμοίωση σηματοδοτεῖ τήν ἔναρξη τῆς ἐπίγειας πορείας μας. Εἶναι σημαντικό νά κατανοηθεῖ ἐξαρχῆς ὅτι «ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ δηλώνει τήν ἐλεύθερη βούληση, τή λογική, τήν αἴσθηση τῆς ἠθικῆς ὑπευθυνότητας τοῦ ἀνθρώπου, τό καθετί δηλαδή πού μᾶς ξεχωρίζει ἀπό τή ζωική δημιουργία καί μᾶς καθιστά πρόσωπα. Ἡ εἰκόνα ὅμως ὑποσημαίνει καί κάτι περισσότερο ἀπ᾿ αὐτά. Σημαίνει πώς εἴμαστε «γένος» τοῦ Θεοῦ, συγγενεῖς Του. Σημαίνει πώς μεταξύ Αὐτοῦ καί ἠμῶν ὑπάρχει ἕνα σημεῖο ἐπαφῆς καί ὁμοιότητας. Δέν εἶναι ἀγεφύρωτο τό χάσμα μεταξύ Δημιουργοῦ καί δημιουργήματος, ἐπειδή μέ τό νά εἴμαστε δημιουργημένοι κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, μποροῦμε νά γνωρίζουμε τόν Θεό καί νά κοινωνοῦμε μαζί Του. Ἄν μάλιστα κάνουμε σωστή χρήση αὐτῆς τῆς ἱκανότητας γιά κοινωνία μέ τόν Θεό, τότε θά γίνουμε «ὡς» θεοί, θά ἀποκτήσουμε τή θεία ὁμοιότητα».3 Στό ἀνά χεῖρας πόνημα θά γίνει ἀναφορά σ᾿ αὐτό πού Βιβλικά ὀνομάζεται «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν», διά τοῦ ὁποίου φανερώνεται ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Θά ἐξετάσουμε τή θεολογική καί ἀνθρωπολογική σημασία τῶν ὅρων αὐτῶν, πῶς ἑρμηνεύονται μέσα ἀπό τήν πατερική μας Παράδοση καί τί σημαίνουν γιά τήν πνευματική μας ζωή. Θά δοῦμε κατ᾿ ἀρχήν πῶς λειτουργοῦσε τό «κατ᾿ εἰκόνα» προπτωτικά στόν ἐπίγειο Παράδεισο ὅπου ἔζησαν οἱ Γενάρχες μας καί πῶς ἔπειτα ἐξασθένησε μέ τήν Πτώση, κάνοντας λόγο καί γιά τό γεγονός τῆς σκοτίσεως τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, κάνοντας κακή χρῆση τῆς δοτῆς ἐλευθερίας του ἀλλοτριώθηκε ἀπό τόν Θεό «τῇ συμβουλίᾳ τοῦ

2
3

MPG. 44, 184Β. Καλλίστου Ware, Ἐπ. Διοκλείας, «Ἡ Ὀρθόδοξη Εκκλησία», μτφρ. Ἰωσήφ Ροηλίδης, ἔκδ. Ἀκρίτας, Ἀθῆνα 1996, σελ. 346

4

ὄφεως» καί ἔτσι ἀμαύρωσε τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί ἔχασε τήν προοπτική πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ἔπειρα, θά ἔχουμε τήν εὐκαιρία νά μάθουμε ἀπό τήν Ἀποστολική καί Πατερική μας Παράδοση, ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, πού ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ τήν φυσική καί ἀπαράλλακτο εἰκόνα τοῦ Πατρός. Θά δοῦμε τό γεγονός ὅτι ὁ θεοειδής καί θεόπλαστος ἄνθρωπος, εἶναι δημιουργημένος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶναι δηλαδή εἰκόνα τῆς Εἰκόνος Στή συνέχεια θά παρουσιαστεῖ μέ ἁπλά λόγια τό γεγονός τῆς ἀνακαινίσεως τῆς φθειρομένης εἰκόνος διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, θά διδαχθοῦμε ἀπό τό ἀπλανές Διδασκαλεῖο τῶν θεοφόρων Πατέρων μας τό πῶς θά διατηρήσουμε καθαρή τήν «ἐν ἡμῖν» θεία εἰκόνα, καί πῶς θά προχωρήσουμε «ἐν Χάριτι» καί μέ τόν προσωπικό μας ἀγῶνα στήν πραγματοποίηση τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Στό τέλος τοῦ ἀνά χεῖρας πονήματος, ὑπάρχει παράρτημα, ὅπου ἐξετάζεται τό σημαντικό στίς ἡμέρες μας ζήτημα τῶν μεταμοσχεύσεων ζωτικῶν ὀργάνων, θέμα ἀνθρωπολογικό και θεολογικό καί γι᾿ αὐτό ἐπιλέξαμε νά τό διαπραγματευθοῦμε δι᾿ ὁλίγων στό βιβλίο αὐτό, ὅπου καταγράφεται ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, ἔχοντας γνώση τίνος εἴμαστε εἰκόνες καί ὁμοιώματα, συνειδητοποιώντας τήν δοτή μας «θεοείδεια», τήν «ἐντελέχεια» καί τίς ὑψηλές μας «προδιαγραφές», ἀντικρύζοντας τήν αἰώνια προοπτική τῆς ὑπάρξεώς μας, θά τοποθετηθοῦμε ἀναλόγως, ζῶντες «ἐν Πνεύματι» στό προσωρινό «περίγειο ἐνδιαίτημά» μας, τόν πολυστένακτο χώρο τῆς ἐδῶ παροικίας, μέ τήν κατάλληλη ὑποδομή πρός τήν ἐν Χριστῷ ὁλοκλήρωσή μας καί πραγμάτωση τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ»… Εἶναι, πάντως, ἀνάγκη νά γνωρίζουμε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί νά τό ὁμολογοῦμε, κυρίως μέσα σέ μιά ἐποχή ὅπως εἶναι αὐτή πού ζοῦμε, ἐποχή ἀποστασίας καί καταλύσεως τῶν πάντων, ὅπου, μέ φιλοσοφική ἔπαρση καί δῆθεν ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα συντελεῖται μιά συστηματική πολεμική, ἀλλά καί ἕνας ἀσυγχώρητος ὑποβιβασμός τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὥστε δι᾿ αὐτοῦ τοῦ ὑποβιβασμοῦ νά καταρριφθεῖ ἡ πίστη τοῦ θρησκεύοντος ἀνθρώπου στή δημιουργία «ὁρατῶν τε καί ἀοράτων» ἀπό τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό. Ὅλα ἔγιναν…τυχαία, μόνα τους, κατά τίς ματαιολογίες καί ἀλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες τῶν ἐπηρμένων δοκισησόφων τῆς ἐποχῆς μας, τῶν «σοφῶν ἐν ἑαυτοῖς»!.. Στίς ἡμέρες μας, λοιπόν, γινόμαστε θεατές αὐτῆς τῆς ἐπιχειρούμενης ἀπαξίωσης τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὁ λογικός ἄνθρωπος. Ἀπό ἀρκετά χρόνια πρίν, ὡστόσο, ὁ λογικός ἄνθρωπος παρουσιάζεται ἀντιεπιστημονικῶς ἀπό τή γνωστή δαρβινική θεωρία ὡς ἀποτέλεσμα τῆς βιολογικῆς ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν, ὡς καταγόμενος ἀπό τά ζῶα, ἐνῶ, ὅπως γνωρίζουμε, κανένα ἀπό τά δύο Εἴδη δέν κατάγεται ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά καί τά δύο ἀπό τόν Θεό. 5

Ἡ ὑπεροχή καί ἡ διαφορά τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά ζῶα δέν ἔγκειται «στό μυαλό», ἤ στήν εὐφυΐα, ὅπως συνήθως (καί ἐσφαλμένως) διατείνονται πολλοί, ἀλλά στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἔλλογο ὄν, ψυχοσωματικό, «θεοῦται κατά μέθεξιν», ἀποκτᾶ θεϊκά ἰδιώματα, κοινωνεῖ τοῦ οὐρανίου κόσμου, μετέχει τῆς ἁγιοτριαδικῆς ζωῆς, ὑπερβαίνει τήν κτιστότητά του, αἵρεται ὕπερθεν τῶν ὁρίων τῆς πεπερασμένης φύσεώς του, καθίσταται κατά Χάριν ἄναρχος καί ἀτελεύτητος! Αὐτό τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τήν ἄλογη κτίση καί ὄχι ὁ βαθμός εὐφυΐας του! Τό κατ᾿ εἰκόνα εἶναι συνηρμοσμένο μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἶναι ἐντελῶς ξένο στή φύση τῶν ζώων. Ἡ ἄλογη κτίση δέν μετέχει τοῦ Θεοῦ, τά ζῶα δέν μποροῦν νά θεωθοῦν! Ὁ πίθηκος δέν γίνεται θεός κατά Χάριν! Μόνος ὁ θεοειδής ἄνθρωπος ἔχει τό προνόμοιο νά ἐξομοιοῦται μέ τόν Πάνσοφο Δημιουργό τοῦ σύμπαντος κόσμου. Αὐτό ἐξετάζεται Πατερικά καί θεολογικά στή μικρή αὐτή μελέτη. Ὅλοι, πάντως, πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι τό «κατ᾿ εἰκόνα» μᾶς χαρίστηκε ἀπό τόν Θείο Δημιουργό. Τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», πού ὑπάρχει ἐντός μας «ἐν δυνάμει», πρέπει νά τό ἐργαστοῦμε μόνοι μας, μέ τή θεία ἀρρωγή. Κατέχουμε τό ἕνα μέ τή δημιουργία μας∙ ἀποκτοῦμε τό ἄλλο μέ τή θέλησή μας, ὅπως διδάσκει ὁ Μέγας Βασίλειος. Τό πρῶτο, λοιπόν, τό «κατ᾿ εἰκόνα» εἶναι δῶρο, χάρισμα, «ἐκ κατασκευῆς». Τό δεύτερο, τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀπαιτεῖ τήν δυναμική τῆς δικῆς μας κινήσεως, μιᾶς ἀνοδικῆς πορείας, ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, μέχρι νά φθάσουμε στόν τελικό στόχο τῆς πραγματώσεως τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἄν τό κατορθώσουμε, τότε θά εἴμαστε πραγματικά μακάριοι, ἀληθινά ἄνθρωποι, πραγματικές ὑποστάσεις. Αὐτό προϋποθέτει τήν θεία Χάρη καί τή μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στήν ἐν Χριστῷ ἀρετή, τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ὅπως λέγουμε. Ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού μετέρχεται τήν ἀρετή, θά πεῖ ὁ σοφός Διδάσκαλος τῆς Οἰκουμένης, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «Τοῦτο γάρ ἄνθρωπος, ὅταν ἀρετήν μετίῃ»…

Ἔγραφα στό Βόλο, τήν 30η Ἰουνίου 2013, μνήμη τῶν Ἁγίων καί Θεοκηρύκων Ἀποστόλων. π. Νικηφόρος Νάσσος.

6

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ. 1) ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ 2) ΤΟ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΑΜΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Ο ΘΕΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ ΠΛΑΣΕΩΣ 1)Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ. 2) Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ. ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ, ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟ.

7

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ

1) ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ ΟΜΟΙΩΣΙΝ Στό πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τή Γένεση, στό πρῶτο Κεφάλαιο, διαβάζουμε πώς ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ, κατόπιν «συσκέψεως» τῆς τριαδικῆς θεότητος. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν».4 Κατά τήν πατερική διδασκαλία, μέ τόν πληθυντικό ἀριθμό («ποιήσωμεν»), ἐκφράζεται ὁ τριαδικός χαρακτῆρας τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει πώς ἡ Μεγάλη Τριαδική Βουλή θέλησε νά γίνει ὁ ἄνθρωπος μέτοχος χαρισματικά τῆς αἰωνίου καί μακαρίας ζωῆς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα Του! Καί ἐνῶ γιά τήν ὑπόλοιπη κτίση, ὁ Θεός, κατά τόν ἱερό Ψαλτῆρα, «εἶπε καί ἐγεννήθησαν», γιά τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου βλέπουμε νά τονίζεται ἡ προσωπική τοῦ Πλάστου συμμετοχή, ὄχι ἐπειδή ὁ Θεός εἶχε ἀνάγκη βουλῆς καί σκέψεως, ἀλλά γιά νά δείξει ὑπό τό πρόσχημα τῆς συζητήσεως τήν ὑπερβάλλουσα πρός τόν ἄνθρωπο τιμή! 5 Διά τοῦ «κατ᾿εἰκόνα» γνωρίζουμε τόν Θεό, μᾶς λέγουν οἱ πνευματέμφοροι Πατέρες μας. Θέλεις νά γνωρίσεις, τόν Θεό; ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (ΣΤ΄αἰ.). Γνώρισε τόν ἑαυτό σου, τή φύση σου, τήν κατασκευή σου καί ἐκεῖ θά ἀνιχνεύσεις τό ἀποτύπωμα τῆς θείας εἰκόνος, θά δεῖς ὅτι εἶσαι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ! «Εἰ βούλει γνῶναι Θεόν, παραλαβών γνώθι σαυτόν ἐκ τῆς σαυτοῦ φησί, κατασκευῆς, ἐκ τῆς σαυτοῦ συνθέσεως, ἐκ τῶν ἐντός ἑαυτοῦ τήν ταύτης κατασκευήν, καί ὄψῃ σαυτόν κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ τυγχάνοντα». 6 Τί εἶναι, λοιπόν, αὐτό πού σινιστᾶ τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί τί τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» καί ποιά εἶναι τά στοιχεῖα τοῦ θείου εἰκονισμοῦ στόν θνητό ἄνθρωπο; Πρίν δοῦμε κάποιες θέσεις πατερικές περί αὐτοῦ, θά σημειώσουμε περί τῆς εἰκόνος γενικά, ὅτι, ὡς γνωστόν, εἰκόνα εἶναι τό ἀπείκασμα, τό ὁμοίωμα πίσω ἀπό τό ὁποῖο βρίσκεται κρυμμένο κάποιο πρότυπο πού ἐμφανίζεται διά μέσου αὐτῆς τῆς εἰκόνος. Βεβαίως, ὁ Πλάτων καί οἱ
Γεν. Α΄26. Βλ. πρωτ. Θ. Ζήση, Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου κατά τόν ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονλικη 1997, σελ. 67. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Γέν. Ὁμιλ. 8, 2, MPG. 53, 71. 6 Ἀναστασίου Σιναϊτου, Ὁμιλία «Ἐκ τοῦ κατ᾿ εἰκόνα» , MPG. 89, 1145 D.
4

5

8

φιλόσοφοι ἐκλαμβάνουν ὅλα τά ὁρατά ὡς εἰκόνες τῶν ἀοράτων καί τόν αἰσθητό κόσμο ὡς σκιώδη εἰκόνα τοῦ «πραγματικοῦ» κόσμου, πού εἶναι ὁ κόσμος τῶν Ἰδεῶν. Ὅμως, ἐδῶ ὁμιλοῦμε γιά τήν ὀρθόδοξη Θεολογία, ὅπου ἡ εἰκόνα δέν εἶναι ἁπλῶς σκιά, ἀλλά οὐσιώδης ἔνδειξη, φανέρωση τοῦ Θεοῦ, κατά τή διατύπωση τοῦ μεγάλου Δογματολόγου Πατρός, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «πᾶσα εἰκών ἐκφαντορική τοῦ Κυρίου ἐστί καί δεικτική». Δέν ἑννοεῖται βεβαίως ἡ οὐσιώδης ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ διά μέσου τῆς εἰκόνος, ἀλλά ἀναγνωρίζεται ἐπαρκής διά μέσου αὐτῆς παράσταση τῆς θεότητος, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ καθηγητής Π. Χρήστου. Ὁ ἴδιος μεγάλος Πατρολόγος, γράφει ὅτι ἡ διαφορά ἀνάμεσα στόν Πλάτωνα καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τό νόημα τῆς εἰκόνος, καθορίζεται ἀπό τήν μεταξύ τους διαφορά ἀντιλήψεως περί τῆς δημιουργίας. Ὁ Πλάτων δέν δέχεται τήν ἀπό τό μηδέν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλά μόνο τήν διαμόρφωσή του ἀπό προϋπάρχουσα ὕλη, δηλαδή θεωρεῖ τόν Θεό ὡς ἁπλῶς διακοσμητή τοῦ σύμπαντος καί ὄχι Δημιουργό. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅμως, πού εἶναι οἱ ἐκφραστές τῆς Παραδόσεώς μας, κάνουν λόγο γιά τήν ἀπό τό μηδέν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἤ ὀρθότερα «ἐκ τοῦ μή ὄντος», «ἐξ οὐκ ὄντων», ὅπως λέγουν καί τά λειτουργικά μας κείμενα. Ἑπομένως, θεωροῦν τόν Θεό οὐσιωδῶς Δημιουργό τοῦ κόσμου, ὁρατοῦ καί ἀοράτου, καί τήν κτίση ἐτερούσια ἀπό τόν Θεό, ἔκφραση τῆς θείας βουλήσεως καί ἀγάπης καί διδάσκουν ὅτι κάθε δημιούργημα ἐξεικονίζει τή δύναμη καί τή σοφία τοῦ Θείου Δημιουργοῦ. Ἀναφορικά τώρα μέ τό «κατ᾿ εἰκόνα» στόν ἄνθρωπο, ὁ συνοψίσας τήν πρό αὐτοῦ ἁγιοπατερική Παράδοση, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, (8ος αἰ.) διδάσκει ὅτι ἡ λογική καί νοερή ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι αὐτό πού ἀποκαλοῦμε Θεία εἰκόνα, διότι τό «κατ᾿ εἰκόνα» φανερώνει τή νοερή καί αὐτεξούσια φύση, ἑνῶ τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», τήν κατά τό δυνατόν ὁμοίωση στήν ἀρετή: «Τό μέν γάρ κατ᾿ εἰκόνα, τό νοερόν δηλοῖ καί τό αὐτεξούσιον, τό δέ καθ᾿ ὁμοίωσιν τήν τῆς ἀρετῆς κατά τό δυνατόν ὁμοίωσιν»7. Γεγονός, πάντως, εἶναι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς πρόσωπο ἀποτελεῖ ἕνα ἰδιότυπο εἶδος εἰκόνας, ἀποτελεῖ τεχνητή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.8 Ὁ Μέγας Φώτιος θά γράψει σχετικά: «Φυσική οὖν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός εἰκών ὁ Υἱός, τεχνητή δέ τοῦ Υἱοῦ, ὥσπερ καί τοῦ Πατρός, ἡμεῖς». 9 Ὅπως βλέπουμε, ἀπό τό χωρίο αὐτό, «διαφαίνεται ἀπό τή μιά μεριά ἡ κτιστότητα τοῦ ἀνθρώπου ὡς τεχνητῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν ἄλλη ἀποκαλύπτεται τό πρωτότυπο τῆς εἰκόνας αὐτῆς, πού εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός. Ἡ σχέση ὅμως ἀνάμεσα στήν τεχνητή αὐτή εἰκόνα και το πρωτότυπό της ἐκφράζεται πληρέστερα μέσα ἀπό τή βιβλική μαρτυρία,

Ἔκδοσις…., σ. 150. Βλ. Δ. Τσελεγγίδη, «Εἰκονολογικές μελέτες», ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, Μάκρη Ἀλεξανδρουπόλεως, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 75. 9Βλ. Μ. Φωτίου Ἐπιστολαί, 2, 84, MPG. 99, 1328 Α.
7 8

9

ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ δημιουργοῦ του. Ἡ ἔκφραση «κατ᾿ εἰκόνα» σημαίνει μιμητική ὁμοιότητα πρός τό πρωτότυπο πού εἰκονίζεται».10 Ἄν ἐπιζητήσουμε τοποθέτηση περί τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» στούς παλαιούς Πατέρες, τούς Καππαδόκες, θά συναντήσουμε ποικίλες ἑρμηνείες. Ἔτσι, ὁ μέγας Βασίλειος, συνδέει τό «κατ᾿ εἰκόνα» μέ τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μέ τό αὐτεξούσιο καί τήν προαίρεσή του. Γράφει ὁ φωστήρ τῆς Καισαρείας: «Τό κατ᾿ εἰκόνα φύσει δέδοται ἡμῖν, καί ἀμετάβλητον ἐξ ἀρχῆς καί εἰς τέλος συμπάρεστι, τό δέ καθ᾿ ὁμοίωσιν, ἐκ προαιρέσεως καί οἴκοθεν κατορθοῦμεν ὕστερον». 11 Ἀκριβῶς τό ἴδιο περί αὐτοπροαιρέτου κατορθώσεως τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» σημειώνει καί ὁ αὐτάδελφός του, Γρηγόριος Νύσσης: «τό δέ, ἐκ προαιρέσεως κατορθοῦμεν».12 Ὁ ἱερός Δαμασκηνός θά συμπληρώσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ «κατά μίμησιν Θεοῦ γενόμενος». Ὡστόσο, γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει μιά ποικιλία ὁρισμῶν καί ἑρμηνειῶν περί τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἀπό πλευρᾶς τῶν Πατέρων καί ἑρμηνευτῶν. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν μπορεῖ νά βρεθεῖ στούς ἱερούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς μιά ἀκριβής θά λέγαμε διατύπωση, ἕνας συγκεκριμένος ὁρισμός τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», διότι ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος, καί ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ εἰκόνα Του εἶναι ἀκατάληπτη. Βεβαίως πρέπει νά ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ὅπως ὁ ἀκατάληπτος κατά τή φύση του Θεός γίνεται γνωστός, καταληπτός, μεθεκτός μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές του, κατά ἀνάλογο τρόπο καί τό ἀκατάληπτο «κατ᾿ εἰκόνα» γίνεται γνωστό μέ τή βίωση καί φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν πού ἐμπεριέχει. Ἀκατάληπτη, λοιπόν, ἡ φύση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», ὅπως καί τοῦ πρωτοτύπου! Ὁ προειρημένος, σοφότατος ἱεράρχης, ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου, στό περισπούδαστο ἔργο του «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου», δίνει ἐν προκειμένῳ μιά ἐξήγηση θεολογική. Ἐπειδή, λέγει, ἕνα ἀπό τά παρατηρούμενα στή θεία φύση εἶναι τό ἀκατάληπτο τῆς οὐσίας, εἶναι ἀναγκαῖο καί σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ἡ εἰκόνα νά μιμεῖται τό ἀρχέτυπο. Διότι ἄν ἡ φύση τῆς εἰκόνας ἦταν καταληπτή, καί τό πρωτότυπο ἦταν πάνω ἀπό κάθε κατάληψη, ἡ ἐναντιότητα τῶν ἐξεταζομένων θά φανέρωνε τήν ἀποτυχία τῆς εἰκόνος. Ἐπειδή ὅμως ἡ φύση τοῦ νοῦ μας πού εἶναι φτιαγμένος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Κτίστου διαφεύγει τή γνώση, ἔχει ἀκριβή ὁμοιότητα πρός τό ὑπερκείμενο, διότι μέ τό ἀκατάληπτό του χαρακτηρίζει τήν ἀκατάληπτη φύση. 13
ὅπου π. Δ. Τσελεγγίδη, Εἰκον. μελέτες. Περί τῆς τοῦ ἀνθρώπου κατασκευῆς,1, 20, MPG. 30, 29C1. 12 Εἰς τά τῆς Γραφῆς ρήματα, ποιήσωμεν ἄνθρωπον…1, MPG. 44, 273A. 13 Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου,11: «Οὐκοῦν ἐπειδή ἕν τῶν περί τήν θείαν φύσιν θεωρουμένων ἐστί τό ἀκατάληπτον τῆς οὐσίας, ἀνάγκη πᾶσα καί ἐν τούτῳ τήν εἰκόνα πρός τό ἀρχέτυπον ἔχει τήν μίμησιν. Εἰ γάρ ἡ μέν τῆς εἰκόνος φύσις κατελαμβάνετο, τό
10

11

10

Ὡς ἐκ τούτου, λοιπόν, συναντοῦμε διάφορες ἑρμηνείες στούς Πατέρες περί τῆς «εἰκόνος», οἱ ὁποῖες ὡστόσο δέν ἐξαντλοῦν τόν χαρακτήρα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα». Ἔτσι, λ.χ. «ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μαζί μέ τόν Μ. Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο Νύσσης, ὡς κατ᾿ εἰκόνα ἐκλαμβάνει τό λογικόν ἤ νοερόν»14. Ἄλλοτε, τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἀναφέρεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, στό «νοερόν αὐτοῦ», ἄλλοτε στό «βασιλικόν» ἀξίωμα, τό ἀρχικόν ἐπί τῆς κτίσεως15, τήν ἐλευθερία καί τό αὐτεξούσιον,16 κλπ. Ὀρθά ἑπομένως ἔχει διατυπωθεῖ ὅτι «εἰκών εἶναι ἡ συνθετική καί ὁλοκληρωτική ἐκείνη δύναμις μέ τήν ὁποία ἔχει προικισθῆ ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νά εἶναι αὐτεξούσιος καί κυριαρχικός καί δημιουργικός, ὅπως σ᾿ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο εἶναι ὁ Θεός. Ἄν ὁ Θεός εἶναι ἐλεύθερος στίς ἐνέργειές του, ἐλεύθερος εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος∙ ἄν ὁ Θεός βασιλεύει ἄνω, καί ὁ ἄνθρωπος βασιλεύει κάτω στή γῆ∙ ἄν ὁ Θεός δημιουργῆ, καί ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ, Ἐκεῖνος ἐκ τοῦ μηδενός, αὐτός ἀπό προϋπάρχουσα ὕλη». 17 Ἄλλοτε πάλι τό «κατ᾿ εἰκόνα», ὅπως βλέπουμε στήν πατερική μας Γραμματεία, ἀποδίδεται καί στό σῶμα, στόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀφοῦ καί τό σῶμα «συμμετεῖχεν εἰς τήν εἰκόνα», εἶχε δημιουργηθεῖ «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ Θείου Δημιουργοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐπ᾿ αὐτοῦ, παρατηρεῖ ὅτι «τό συναμφότερον», ὁ ὅλος ἄνθρωπος, μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα, εἶναι καί λέγεται εἰκόνα τοῦ Θεοῦ: «Μή ἄν ψυχήν μόνην, μήτε σῶμα μόνον λέγεσθαι ἄνθρωπον, ἀλλά τό συναμφότερον, ὅν δή καί κατ᾿εἰκόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται»18. Εἶναι δέ, ἀξιοσημείωτος ὁ συνδιασμός πού κάνει ὁ πεφωτισμένος Γρηγόριος, τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Ἁγία Τριάδα, τονίζοντας ὅτι ἡ κορωνίδα τῆς θείας δημιουργίας εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τίς τρεῖς ὑποστάσεις του. Ὁ νοῦς, ὁ λόγος καί τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν μιάν ἑνότητα ἀδιάσπαστη, ἡ ὁποία
δέ πρωτότυπον ὑπέρ κατάληψιν ἦν, ἡ ἐναντιώτης τῶν ἐπιθεωρουμένωντο διημαρτημένον τῆς εἰκόνος διήλεγχεν. Ἐπειδή δέ διαφεύγει τήν γνώσιν ἡ κατά τόν νοῦν τόν ἡμέτερον φύσις, ὅς ἐστί κατ᾿ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος, ἀκριβῆ πρός τό ὑπερκείμενον ἔχει τήν ὁμοιότητα, τῷ καθ᾿ ἑαυτόν ἀγνώστῳ χαρακτηρίζων τήν ἀκατάληπτον φύσιν». MPG. 44, 153 D – 156 B. και 156 B. 14 Βλ. Σ. Τ σι τσ ί γκ ο υ , Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2000, σ. 53. 15 Βλ. ἱεροῦ Χρυσοστόμου Εἰς τήν Γένεσιν: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί ὁμοίωσιν, τοῦτ᾿ ἐστίν, ἵνα ἄρχων ᾗ καί τῶν ὁρωμένων ἁπάντων καί τῶν ἐν αὐτῷ τικτομένων παθῶν∙ ἵνα ἄρχῃ καί μή ἄρχηται». MPG. 202C-203A. 16 Ἐάν ἀφαιρεθεῖ τό αὐτεξούσιο, δέν εἴμαστε εἰκόνες Θεοῦ, παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: « Ἄνελε γάρ ἡμῶν τό αὐτεξούσιον καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσόμεθα οὔτε ψυχή λογική καί νοερά καί τῷ ὄντι φθαρήσεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ὅπερ ἔδει αὐτήν εἶναι». MPG.4, 308 A, Σχόλια εἰς τά τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. 17 Βλ. Π. Χρῆστου, Ἡ θεία Παρουσία, περιοδικό Σύναξη τ. 33, Ἰανουάριος Μάρτιος 1990. 18 «Τίνας ἄν εἴποι λόγους σῶμα κατὰ ψυχῆς», ΜPG 150, 1361C.

11

ἀντιστοιχεῖ στήν ἑνότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή τοῦ Νοῦ Πατρός, τοῦ Λόγου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό, νωρίτερα εἶχε διατυπώσει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας ὅτι «ὥσπερ γάρ νοῦς ὁ Πατήρ, καί Λόγος ὁ Υἱός καί Πνεῦμα τό ἅγιον, εἶς Θεός, οὕτω καί νοῦς καί λόγος καί πνεῦμα , εἶς ἄνθρωπος».19 Καί ἡ ἱερά Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκφράζει αὐτήν τήν ἑνιαία και τριαδική φύση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» στό Μεσονυκτικό τῆς Κυριακῆς, στόν Τριαδικό κανόνα τοῦ πρώτου ἤχου ὡς ἑξῆς: «Ἵνα τοῖς ἀνθρώποις τήν τριλαμπή σου δηλώσῃς θεότητα, πλάσας πρίν τόν ἄνθρωπον κατά τήν σήν εἰκόνα διεμόρφωσας, νοῦν αὐτῷ καί λόγον καί πνεῦμα δούς ὡς φιλάνθρωπος». Μποροῦμε νά προσθέσουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἔχει κοσμηθεῖ μέ τό «κατ᾿ εἰκόνα», τό ὁποῖο εἶναι ἰσχυρότερο σ᾿ αὐτόν ἀπό τό «κατ᾿εἰκόνα» καί αὐτῶν τῶν νοερῶν φύσεων, τῶν Ἁγίων ἀγγέλων, ὅπως ἐξηγεῖ πάλι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς! Καί τοῦτο διότι οἱ ἄγγελοι, ἔχουν μέν τά λεγόμενα εἰκονικά ὑποδείγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλ. νοῦ, λόγο καί πνεῦμα, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἐπιπλέον ἔχει πνεῦμα ζωοποιόν, τό ὁποῖο ζωοποιεῖ τό συνημμένο μέ αὐτό σῶμα, ὅπως τό Ἅγιο Πνεῦμα ζωοποεῖ τόν κόσμο. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη τιμή τοῦ ἀνθρώπου! Ἀποτελεῖ δέ, τόν «μικρόν κόσμον» μέσα στόν μεγάλον, ὅπως διατυπώνεται ἀπό πολλούς Πατέρες, ἀφοῦ συμπεριλαμβάνει καί τό νοερό στοιχεῖο καί τό αἰσθητό. Ὁ προαναφερόμενος Πατήρ, σέ ἕναν θαυμάσιο λόγο του στά Εἰσόδεια τῆς Θεοτόκου, τό ἐπισημαίνει λέγοντας: «Ἄνθρωπος γάρ ὁ μείζων οὗτος ἐν μικρῷ κόσμος, ἡ συνδρομή τοῦ παντός, ἡ ἀνακαιφαλαίωσις τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων».20 Εἶναι εὔλογο ὡστόσο νά κατανοηθεῖ ὅτι τό «κατ᾿ εἰκόνα», τό ὁποῖο κάνει τόν ἄνθρωπο νά ξεχωρίζει ἀπό τήν ἄλογη δημιουργία, ἐντοπίζεται ―χωρίς, βεβαίως, νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν αἵρεση τῶν Ἀνθρωπομορφιτῶν― καί στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτό ἐκφράζεται στόν γνωστό ἐκεῖνο ὕμνο τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας, πού συνέταξε ὁ ἅγιος Ἰω. ὁ Δαμασκηνός: «Θρηνῶ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον καί ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τήν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ φθαρεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μή ἔχουσαν εἶδος». Καί αὐτό, βεβαίως, λέγεται μέ δύο σημασίες: «Πρῶτον, μέ τό ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐνηνθρώπησε, ὄντας τό πρωτότυπο καί ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, καί δεύτερον, μέ τό ὅτι, ὅπως ὁ Θεός ζωοποιεῖ τήν κτίση ὁλόκληρη, ἔτσι καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ζωοποιεῖ τό συνημμένο σῶμα»21.

19 20

Περί εἰκόνων, 3, 20, MPG. 94, 1340D. Καί Ἔκδοσις…, 1, 6-7. Ὁμιλία ΝΓ΄, ΕΠΕ 11, 330-332 21 Βλ. Μητρ. Ναυπάκτου, Ἱ ερ ο θέ ο υ Β λά χ ου , «Μεταξύ δύο αἰώνων», ἐκδ. Πελαγίας, σελ. 172.

12

Ἡ ἀπόδοση τοῦ κατ᾿ εἰκόνα στήν ὅλη ἀνθρώπινη ὕπαρξη στηρίζεται στήν ὑπαρξιακή ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου, στήν ψυχοσωματική ἑνότητά του.22 Ἰδού ὁ λόγος (ἕνας ἀπό τούς πολλούς), γιά τόν ὁποῖο ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο, ἀντιτίθεται σθεναρῶς σέ κάθε μορφή βίας πρός τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου (τό ὁποῖο, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἔχει καί «ἐνσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις») καί κυρίως ἀπορρίπτεται διαρρήδην ἡ ξενόφερτη πρακτικὴ τῆς καύσης τῶν νεκρῶν, ἀφοῦ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου διατηρεῖ τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ καί γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί «εἴ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός»23. Πρέπει ἐν προκειμένῳ νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι τό σῶμα μας δέν εἶναι κτίση μας, ἀλλά εἶναι χρήση μας, καί δέν μᾶς δόθηκε ὥστε «νά τό κάνουμε ὅτι θέλουμε» κατά τή γνωστή φράση τῶν πολλῶν, πού ἐκφράζει μιά νοοτροπία καί μιά στάση ζωῆς, ἀλλά μᾶς δόθηκε γιά νά τό ἁγιάσουμε μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Τά μέλη μας εἶναι μέλη Χριστοῦ καί ὡς τέτοια θά πρέπει νά τά τιμοῦμε καί νά μή μολύνουμε τόν «ναόν τοῦ Θεοῦ»24 μέ τίς διάφορες ἀκαθαρσίες, σαρκικές πτώσεις κλπ. Καί στό σῶμα, λοιπόν, καί στήν ψυχή ἐπισημαίνεται τό κατ᾿ εἰκόνα, στόν ὅλο ἄνθρωπο, «ἐν παντί», ὅπως θά πεῖ χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου: «Ἀλλ᾿ εἶναι μέν πιστεύειν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τό κατ᾿ εἰκόνα, ἐν παντί μάλιστα καί οὐχ ἁπλῶς». 25

3) ΤΟ «ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ» ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΑ Ὅλα ὅσα διατυπώθηκαν μέχρι τώρα περί τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», μᾶς ὁδηγοῦν στήν ἀπαραίτητη θεώρησή του κατά τήν προπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στόν ἐπίγειο Παράδεισο τῆς Ἐδέμ, ὅπως γίνεται λόγος ἀπό τή Γραφή καί τήν Πατερική μας Παράδοση. Ἐκεῖ, μέσα στή δόξα καί μακαριότητα τοῦ ἐπιγείου Παραδείσου, κατά τή λεγομένη «ἀρχέγονο δικαιοσύνη», τό «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ ἀνθρώπου λειτουργοῦσε φυσιολογικά. Οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῆς γῆς ζοῦσαν μιά «κατά φύσιν» ζωή, κατά Θεόν, πνευματική. Ὁ ἀρχέγονος ἄνθρωπος, στό ἐπίγειο ἐνδιαίτημά του, τήν Ἐδέμ, πέραν τῶν ἄλλων θείων δωρεῶν, εἶχε τό προνόμοιο τοῦ νά εἶναι οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ καί Πλάστου, νά εἶναι «ἔμψυχον ἄγαλμα», «ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου», ὄντως «μίμημα τοῦ ἀπαθοῦς»26. Αὐτά ὅλα συνιστοῦν τή
22
23

Βλ. Ν. Ξεξάκη, Ὀρθόδοξος Δογματική, τόμ. Γ΄, σελ. 159. Α’ Κορ. 3, 17. 24 Β΄ Κορ. 6, 16: «Ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστέ Ζώντος». 25 Κατά αἱρέσεων, MPG. 42, 344. Bλ. Ν. Ματσούκα Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, Γ΄ 197. 26 Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Κατηχητικόν Μέγαν , 6, MPG. 45, 28 B.

13

διατήρηση τῆς θείας ἐν ἑαυτῷ εἰκόνος, «κατά τόν τῆς ἀρχῆς λόγον», ὅπως λέγεται. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι σύμφωνα μέ τή δογματική Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τό θεῖο ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ στόν Ἀδάμ, ὁ ἄνθρωπος ἔλαβε εὐθύς ἐξαρχῆς ὡς ὀντολογικό, δικό του γνώρισμα (χαρισματικά βεβαίως), τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ τήν ὁποία καί μόνο μποροῦσε νά κοινωνεῖ ἄμεσα καί προσωπικά μέ τόν ἄκτιστο Δημιουργό του. Παραβιάζοντας ἔπειτα οἱ πρωτόπλαστοι τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τούς ἐδόθη στόν Παράδεισο γιά τήν ἄσκηση τοῦ αὐτεξουσίου τους καί τήν ἑκούσια παραμονή τους στό ἀγαθό, ἔχασαν τήν θεοποιό Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί κατά συνέπειαν ἔχασαν τήν προοπτική τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ἡ Πτώση, γιά τήν ὁποία θά γίνει λόγος στό ἑπόμενο Κεφάλαιο, συμπαρέσυρε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος καί ὁδήγησε στή δουλεία ὅλων τῶν ἀνθρώπων στήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο. Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι στερήθηκαν πλέον στό ἑξῆς τήν δυνατότητα πού εἶχαν νά κοινωνοῦν ἄμεσα καί προσωπικά μέ τόν Θεό διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά ἀναπτύσσονται δυναμικά καί ἀτελεύτητα στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Εἶναι σημαντικό, ἀναφερόμενοι στήν «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργία, τή σύστασή μας, νά σημειωθεῖ ὅτι «ἡ ὀντολογική βάσις τῆς δόξης τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται εἰς τό «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1, 26). Ἡ θεία εἰκών ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἀποτελεῖ τό οὐσιῶδες ἔδαφος καί τήν ἐσωτερικήν αἰτίαν τῆς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ θείας δόξης. Οὕτως ἐμφυσηθείσης ὑπό τοῦ Θεοῦ εἰς τόν ἄνθρωπον «πνοῆς ζωῆς», ἐγένετο οὗτος «εἰς ψυχήν ζῶσαν» καί κατέστη μέτοχος κατ᾿ εὐδοκίαν καί χάριν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ πρωτόπλαστος, ἔχων ἐν ἑαυτῷ τόν θεῖον σπινθῆρα, ἐτοποθετήθη ἐν τῷ Παραδείσῳ ἐπί σκοπῷ ὅπως ἐπικουρούμενος ὑπό τῆς θείας χάριτος ὁμοιάσῃ πρός τόν Θεόν. Ἡ δέ περιγραφή τοῦ Θεοῦ ὡς βαδίζοντος ἐν τῷ Παραδείσῳ καί συνομιλοῦντος μετά τῶν πρωτοπλάστων ἐμφαίνει ἐναργῶς τήν ἄμεσον ἐπαφήν Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί συνεπῶς καί τήν κοινωνίαν κατά χάριν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ὑπό τοῦ ἀνθρώπου». 27 Ὑπάρχουν μέσα ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (κυρίως ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο) περιγραφές τῆς ἐδεμικῆς ζωῆς τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι ζῶντες «ἐν ἁγίᾳ και τρισμακαρίᾳ ζωῇ», εἶχαν καθαρό καί ἀπηρτισμένο τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί βάδιζαν σταδιακῶς πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ὁ προπτωτικός ἄνθρωπος, ἦταν ὄν λογικό, τό ὁποῖο σκεπτόταν καί δροῦσε ἐλεύθερα, μέσα στά ὅρια πού τοῦ εἶχε θέσει ὁ Θεός, ἀφοῦ ἡ ἐλευθερία του ἦταν σχετική καί ὄχι ἀπόλυτη ὅπως εἶναι μόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁ πρῶτος κάτοικος τῆς γῆς κυβερνοῦσε τόν χώρο στόν ὁποῖο ζοῦσε καί διέτριβε, ἐπικοινωνοῦσε μέ τόν Θεό διά τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅπως
27

Βλ. Ν. Μητσοπούλου, Θέματα ὀρθοδόξου Δογματικῆς, Ἀθήνα 1991, σελ. 192.

14

εἴπαμε και παραπάνω, ἀλλά ἐπικοινωνοῦσε καί μέ τόν ἄνθρωπο πού τοῦ ἐδόθη ἀπό τόν Θεό (τήν Εὔα). Τά δῶρα τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης, ἐπιγραμματικά ἦταν: Α) ἡ δυνατότητα τῆς ἀθανασίας, β) ἡ δυνατότητα τῆς ἀναμαρτησίας, γ) ἡ ἀθωότητα, ἀκακία καί ἀγαθότητα, δ) ἡ ἀπάθεια καί ἡ ἔλειψη κόπου, μόχθου, λύπης, φθορᾶς καί ε) ἡ κατοχή πολλῶν γνώσεων καί ἡ διάκριση καλοῦ καί κακοῦ. 28 Ἐάν ὅλα αὐτά πού ἀποτελοῦν στοιχεῖα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» ὁ προπτωτικός ἄνθρωπος τά εἶχε τιμήσει, θά προχωροῦσε εὔκολα στήν ἐν χάριτι ἐπίτετυξη τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀλλά φεῦ…..τό τραγικό γεγονός τῆς Πτώσεως, ἀνέτρεψε τήν ἐν τῷ Παραδείσῳ φυσιολογική ζωή…

28

Τά χαρακτηριστικά τῆς ἐδεμικῆς ζωῆς, περιγράφονται στό Πρῶτο Κεφάλαιο μιᾶς μελέτης μας με τίτλο: Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί Αἰώνια Κόλαση, ἐκδ. Σαΐτη, Ἀθήνα 2012, ὅπου ὑπάρχουν καί οἱ σχετικές Πατερικές μαρτυρίες, παραπομπές καί χωρία.

15

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΑΜΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ « ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ» ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ.

«Καί ὁ ποτέ δόξαν ἀθανασίας ἠμφιεσμένος, τῆς νεκρώσεως τήν δοράν, ὡς γυμνός, ἐλεεινῶς περιφέρω».29 Ἡ ἱερά Ὑμνολογία, πού πάντοτε ἐμελλῶς ἐκφράζει τήν Θεολογία καί τήν ἀνθρωπολογία, διεκτραγωδεῖ μέ τόν πλέον θλιβερό τρόπο τήν διά τῆς παρακοῆς ἀπώλεια τῆς δόξης τῆς ἀθανασίας, μέ τήν ὁποία εἶχε κοσμηθεῖ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος στή γῆ, ὡς καί τή νέκρωση καί ἀλλοτρίωσή του ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς. Ὅλα τά δοθέντα ἀπό τόν Δημιουργό θεῖα δωρήματα τοῦ ἀνθρώπου, γιά τά ὁποῖα ἔγινε λόγος στά προηγούμενα, τά ἀνέτρεψε τό συνταρακτικό γεγονός τῆς Πτώσεως, τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀνταρσίας, ἀστοχίας καί ἀποτυχίας τοῦ ἀνθρώπου νά φθάσει στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ὁμιλοῦμε περί τῆς κακῆς χρήσης τοῦ αὐτεξουσίου του, τῆς ὕβρεως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τῆς προσπάθειας αὐτοθεώσεως καί ὑπαρξιακῆς αὐτονομήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, τῆς κινήσεως πρός τήν ἑωσφορική «ἰσοθεΐα», μονιστικά, ἐγωϊστικά, λάθρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀδάμ, ὑποχωρώντας στήν ὑποβολή τοῦ «ἀρχεκάκου ὅφεως», τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε παραπλανητικά στούς πρωτοπλάστους τό «ἔσεσθε ὡς θεοί»30, θέλησε νά γίνει μόνος του θεός, ὄχι ὅπως ἦταν προορισμένος νά γίνει, σέ κοινωνία μέ τόν Ἴδιο τόν Θεό ἐν Αὐτῷ καί δι᾿ Αὐτοῦ· ἐπέλεξε τήν αὐτοθέωση καί ὄχι τήν ἐν ὑπακοῇ θέωση. Καί, συνεπῶς, ἀντὶ τῆς πνευματικῆς ἀνυψώσεώς του, ἐξέπεσε, ἀφοῦ «τό χεῖρον καί μή ὄν τοῦ κρείττονος καί ὄντος ἑκών ἀντηλλάξατο» κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή . 31 Βεβαίως, ὁ ἄνθρωπος, διά τῆς πτώσεως, διατηρεῖ τόν οὐσιώδη χαρακτῆρα του καί τή φύση του, δηλαδή δέν ἔπαυσε νά εἶναι ἄνθρωπος ὅπως καί πρίν. Διατηρεῖ τήν εἰκόνα κατ᾿ οὐσίαν, παρόλο πού τήν ἔχει χάσει κατ᾿ ἐνέργειαν! Ἐπομένως, ἐξακολουθεῖ νά δημιουργεῖ, νά ἄρχει κλπ. ἀλλά «ἐνεργεῖ οὕτω κατά τρόπον ἀσυνάρτητον»32. Ἐπίσης, τό αὐτεξούσιό του παρέμεινε, ἀλλά διατηρεῖται ἀνενέργητο.33 Μπορεῖ νά τόν ὁδηγήσει στό ὕψος, ἀλλά καί στόν ἀπότατο βυθό… Ἡ ἁμαρτία ἀνέκοψε τήν πορεία πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀφάνισε ὅπως εἴπαμε ὅλα τά θεῖα δῶρα τῆς λεγομένης «ἀρχεγόνου δικαιοσύνης» καί
29

Ἰδιόμελον Αἶνων Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς, «Οἴμοι ὁ Ἀδάμ», ἦχος πλ. τοῦ α΄. Πρβλ. καί Ἁγίου Ἰω. Χρυσοστόμου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο, οἱ πρωτόπλαστοι «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι». Εἰς τήν Γεν. ὁμιλ. 15, 4. MPG. 53, 123 30 Γεν. 3, 5 31 Περί ἀποριῶν, 7, MPG. 91, 1084 D - 1085 A. 32 Βλ. Π. Χρήστου, Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας κατά τους Καππαδόκας, ἐν Κληρονομίᾳ, 5, Β, 1973, σελ. 358. 33 ὅπου π.

16

ἐξασθένησε τό «κατ᾿ εἰκόνα», μέ τήν ὑποταγή σ᾿ αὐτήν (τήν ἁμαρτία) ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου τῶν ψυχικῶν. Ὁ Μέγας Βασίλειος θά γράψει: «Ἡ ἁμαρτία, τό κάλλος τῆς εἰκόνος ἠχρείωσεν, εἰς τάς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίας τήν ψυχήν καθέλκουσα».34 Ἡ παρακοή τοῦ Ἀδάμ, γιά τήν ὁποία ἀκοῦμε συχνά τήν Ἐκκλησία νά κάνει λόγο ἰδίως μέσα ἀπό τά ὑμνολογικά καί ἄλλα κείμενά της, καί ὁ ἐκ τῆς παρακοῆς σκοτασμός τοῦ νοῦ, εἶχαν ὡς συνέπεια τή μερικὴ ἄρση τῆς Θείας Χάριτος ἀπό τήν ψυχή τοῦ παρήκοου ἀνθρώπου, δηλ. τήν ἀμαύρωση ἤ ζόφωση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί τήν ἀλλοτρίωσή του ἀπό τοῦ Θεοῦ: «Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καί οὐκ ἐφύλαξα», θά πεῖ θρηνητικά ὁ Θεολόγος Γρηγόριος35. Ὁ δέ ἱερός Χρυσόστομος, ὁμιλεῖ περί «ἀκρωτηριασμοῦ» τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» μετά τήν Πτώση μέ ἀποτέλεσμα νά διασπασθεῖ καί ἡ οἰκεία σχέση μεταξύ πρωτοτύπου καί εἰκόνας36. Ὁ ἄνθρωπος «τῆς παρρησίας ἐξέπεσε διά τήν παρακοήν, καί τά τῆς ἀρχῆς ἠκρωτηριάσθη».37 Ὑπάρχουν καί φράσεις σέ τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος πού ψάλλουμε κατά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τά ὁποῖα ἀποτυπώνουν ἀκριβῶς αὐτή τήν πραγματικότητα τῆς ἀμαυρώσεως τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» διά τῆς πτώσεως καί τῆς ἁμαρτίας, ὅπως λ.χ. «Κατέχρωσα τῆς πρίν εἰκόνος τό κάλλος, Σῶτερ τοῖς πάθεσιν…», «Κατέχρωσα τήνεἰκόνα σου, καί παρέφθειρα τήν ἐντολήν σου, ὅλον ἀπημαυρώθη τό κάλλος…» κλπ. Στό Θεοτοκάριο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου γίνεται ἐπίσης ἀναφορά στήν κατάσταση τῆς «μολύνσεως» τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» μέ αὐτά τά πνευματικά καί θρηνητικά λόγια: «Θεία προνοίᾳ γεγονώς εἰς ὕπαρξιν, καί κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, τό νερόν οἴμοι! τῆς ψυχῆς ἐμόλυνα, ταῖς πρός χεῖρον νεύσεσιν…». 38 Καί στή Νεκρώσιμη ἀκολουθία ψάλλουμε ὅτι παρά τά σημεῖα τῆς ἁμαρτίας, στήν ὁποία ὡς πτωτική ἀνθρωπότητα κατρακυλίσαμε, ἐν τούτοις δέν χάσαμε τήν «ἔνδον» εἰκόνα τοῦ Θεοῦ: «Εἰκών εἰμί, τῆς ἀρρήτου δόξης σου, εἰ καί στίγματα φέρω πταισμάτων». Αὐτή τήν πραγματικότητα, ὅτι δηλαδή, παρά τήν πτώση, χάσαμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀλλά δέν χάσαμε τό «κατ᾿ εἰκόνα» τονίζει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Μετά τήν προγονικήν ἐκείνην ἐν τῷ παραδείσῳ διά τοῦ ξύλου παράβασιν…τό καθ᾿ ὁμοίωσιν εἶναι θείαν ἀποβαλόντες, τό κατ᾿ εἰκόνα οὐκ ἀπωλέσαμεν». 39

34

Λόγος ἀσκητικός, 1. MPG. 31, 869. πρβλ. ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου: «Ἀλλ᾿ εἰ ἄρα ἐχυδαίωσε (ὁ ἄνθρωπος) τό κατ᾿ εἰκόνα μολύνας ἑαυτόν ἐν ἀδιαφόροις πράγμασι καί ἀνηκέστοις ἁμαρτίαις». Κατά αἱρέσεων, 70, 3. MPG. 42, 344. 35 Λόγ. ΜΕ’, ΕΠΕ 5, 170. 36 Ιω. Χ ρυ σ ., Απόδειξις, MPG 56, 522. 37 Πρωτοπρ. Θ. Ζήση, Ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου….σελ. 115. 38 Βλ. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Θεοτοκάριον, Σάββατο ἐσπέρας, ἦχ. πλ. Δ΄, Α΄τροπάριον 39 Κεφάλαια φυσικά κλπ. 39, MPG. 150, 1148B.

17

Ὁ δέ σοφός καί διεισδυτικός ἐπίσκοπος Νύσσης, Γρηγόριος, θά σημειώσει τήν πλήρη διαφορετικότητα τοῦ κατ᾿ εἰκόνα τῆς πτώσεως (τοῦ ἐζοφωμένου πλέον), ἀπό ἐκεῖνο, τό ἀρχικό τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἐδόθη ἀπό τόν Δημιουργό. «Ἔτερον μέν τό κατ᾿ εἰκόνα γενόμενον, ἔτερον δέ τό νῦν ἐν ταλαιπωρίᾳ δεικνύμενον».40 Ὁ ἴδιος Πατήρ, σέ ἕνα ἄλλο πολύ ἐκφραστικό χωρίο του μᾶς διατυπώνει τήν τραγική πραγματικότητα τῆς πτώσεως, διά τῆς ὁποίας οἱ ἄνθρωποι καταντήσαμε στήν «ἀπογείωση» τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», τ.ἔ τήν ἔκπτωσή του ἀπό τόν οὐράνιο προορισμό καί τήν ὑψηλή του προοπτική. «Τό κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως ἀπεγειώθη∙ τό βασιλεύειν τεταγμένον, κατεδουλώθη∙ τό εἰς ἀθανασίαν κτισθέν, κατεφθάρη θανάτῳ…Τό ἀδέσποτόν τε καί αὐτεξούσιον, νῦν ὑπό τοιούτων καί τοσούτων κακῶν κυριεύεται».41 Δεῖγμα τῆς πτωτικότητος, οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες» μέ τούς ὁποῖους ἐνέδυσε ὁ Θεός, κατά τή συμβολική καί μεταφορική γλῶσσα τῆς Γραφῆς, τόν ἀποστάτη ἄνθρωπο… «Καί ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ καί τῇ γυναικί αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καί ἐνέδυσεν αὐτούς».42 Τί εἶναι καί πῶς ἑρμηνεύονται οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες»; Ἡ Πατερική μας Γραμματεία ὁμιλεῖ γιά φθαρτότητα καί νεκρότητα, γιά ὑποταγή στήν ὑλικότητα κ.ἄ τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τό περιεχόμενο τῶν «δερματίνων χιτώνων», καί αὐτές οἱ ἑρμηνείες μποροῦν νά ταυτιστοῦν μέ τή γνωστή, περιεκτική διατύπωση τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου: «τό φρόνημα τῆς σαρκός».43 Τό προπτωτικό, θεοειδές καί θεοΰφαντο ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν πτώση, μετατρέπεται σέ «δερματίνους χιτώνες»… Εἶναι ἀλήθεια ὅτι «ἡ παρά τῆς σαρκός ἐπιζήτησις αὐτοτελείας κατέληξεν εἰς τήν πρόσληψιν τῶν «δερματίνων χιτώνων», οἱ ὁποῖοι ὑπό μέν τοῦ Γρηγορίου Νύσσης ταυτίζονται μέ τά ζωωδέστερα μέσα τεκνοποιήσεως, ὑπό δέ τοῦ Μ. Βασιλείου μέ τήν παχυτέρα σάρκα. Ἡ πτῶσις καί ἡ αὐτοτέλεια ἐξέθρεψαν τήν σάρκα, ἀφήρεσαν τήν λεπτότητα καί εὐγένειάν της, τήν κατέστησαν ὑλωδεστέραν. Τά πάθη εἶναι οἱ σύντροφοι αὐτῆς τῆς πλήρως ὑλοποιημένης σαρκός».44 Ὀρθά ἐπίσης ἔχει γραφεῖ, ὅτι τό κεντρικό περιεχόμενο τῶν δερματίνων χιτώνων εἶναι ἡ νεκρότητα καί ἡ μετατροπή τῆς ζωῆς σέ ἐπιβίωση.45 Πράγματι, μέσα στήν πτωτική μας ζωή, μέ τήν κακή διαχείρηση τῆς ἐλευθερίας μας, μετατρέψαμε τό χαρισματικό βίο σέ ἁπλή ἐπιβίωση καί

Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, 16, MPG.44, 181 Α΄. Εἰς τους Μακαρισμούς, 3, MPG. 44, 1228 AB. 42 Γέν. 3, 21. 43 Ρωμ. 5, 5-8. Πρβλ. τοῦ ἰδίου: «κατά σάρκα ζεῖν». Ρωμ. 8, 12-13. καί: «ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου». Ρωμ. 8, 2. 44 Π. Χρήστου, ὅπου π. Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας, σελ. 358. 45 Βλ. Π. Νέλλα, Ζῶον θεούμενον, Β΄ἐκδοση, «Σύναξη», 1981, σελ. 65.
40 41

18

αὐτό συμβαίνει πλέον διαρκῶς καί ἀενάως στήν ἱστορική πορεία μας μέσα στόν μεταπτωτικό αὐτό κόσμο. Τά εἰσρέοντα στήν ἐδῶ παροικία, ἀπαραίτητα πρός διαβίωσιν στοιχεῖα, ὅπως ὁ γάμος, οἱ ἐπιστῆμες, οἱ τέχνες καί τά ἐπαγγέλματα κ.ἄ, συνιστοῦν τήν μετά τήν ἔξοδο ἀπό τόν ἐπίγειο Παράδεισο «ἔνδυση» τῶν δερματίνων χιτώνων, ἀλλά ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νά τά δέχεται ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ, δοθέντα γιά τήν ὀργάνωση τῆς μεταπτωτικῆς του ζωῆς μέσα στήν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» καί ὄχι νά τά αὐτονομεῖ ἐγωκεντρικά! Κάθε αὐτονόμηση συνιστᾶ μεταπατορικό ἁμάρτημα, ἀλλοτρίωση ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς, ἀδυναμία μετοχῆς στό θείο Εἶναι ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ἄρνηση ὑπακοῆς καί ὑποταγῆς στόν Δωρεοδότη Θεό. Αὐτή εἶναι μέ πολύ λίγα λόγια ἡ πτωτικότητά μας, διά τῆς ὁποίας συντελεῖται ἡ «ἀπογείωση» τοῦ «κατ᾿εἰκόνα» καί σηματοδοτεῖται ἡ ἀποτυχία πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ποιος, τώρα, θά μποροῦσε νά ἀποκαταστήσει τήν «τιμήν τῆς εἰκόνος» καί νά λυτρώσει τόν αἰχμάλωτο ἄνθρωπο ἀπό κράτος τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου; Ποιός εἶχε τή δυνατότητα νά στήσει καί πάλι στό θρόνο του ἐκεῖνον τόν ἐκπεσόντα βασιλέα, πού ἔφερε πλέον τά ἴχνη τῆς ἦττας, τῆς ἀδυναμίας γιά ἀνάκαμψη, τῆς ἀμαυρώσεως τῆς εἰκόνος καί τῆς ὑποδουλώσεως στόν ἄρχοντα τοῦ σκότους; Θά τό δοῦμε στό ἑπόμενο Κεφάλαιο.

19

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Ο ΘΕΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

«Αὐτός ὁ Θεός πρῶτον ἐγέννησε τόν μονογενῆ Υἱόν καί Λόγον αὐτοῦ, εἰκόνα αὐτοῦ ζῶσαν, φυσικήν, ἀπαράλλακτον, χαρακτῆρα τῆς αὐτοῦ∙ ἐποίησέ τε τόν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα αὐτοῦ καί καθ᾿ ὁμοίωσιν».46 Στό ἀνωτέρω χωρίο τοῦ φωστῆρος τῆς Δαμασκοῦ, βλέπουμε πρῶτον ὅτι ὁ Θεός ἔχει φυσική καί ἀπαράλλακτη εἰκόνα Του τόν Μονογενῆ Υἱό Του, τόν Ὁποῖο γεννᾶ ἀϊδίως «πρό πάντων τῶν αἰώνων» καί δεύτερον ὅτι ὁ πανάγιος Δημιουργός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατά τήν δική Του εἰκόνα μέ σκοπό νά φθάσει στήν ὁμοίωσή Του. Μέσα στά κείμενα τῶν θεοφόρων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, μπορεῖ κάποιος νά ἀνιχνεύσει τήν διάκριση πού γίνεται μεταξύ τῶν βιβλικῶν ἐκφράσεων «εἰκών Θεοῦ» καί «κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ». Ἄλλο εἶναι τό πρῶτο καί ἄλλο τό δεύτερο. Ἡ φράση «εἰκών τοῦ Θεοῦ», ἀποδίδεται ἀπό τήν Πατερική Γραμματεία ἀποκλειστικά καί μόνο στόν ἐνσαρκωθέντα Υἱό τοῦ Θεοῦ. Ἡ φράση «κατ᾿ εἰκόνα», ἀναφέρεται στόν ἄνθρωπο καί ἀποτελεῖ «τόν εἰδικόν τίτλον ὑπεροχῆς καί ἀξιοπρεπείας τοῦ ὑπό τοῦ Θεοῦ κατ᾿ εἰκόνα Αὐτοῦ δημιουργηθέτος ἀνθρώπου».47 Τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος, στήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του γράφει περί τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ τά ἑξῆς: «Ὅς ἐστίν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τά πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καί ἐπί τῆς γῆς, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαί εἴτε ἐξουσίαι∙ τά πάντα δι᾿ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν ἔκτισται και αὐτός ἐστιν πρό πάντων καί τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκεν, καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας».48 Οἱ παραπάνω στίχοι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγητής Ἰω. Καραβιδόπουλος, διακρίνονται γιά τό λειτουργικό καί ὑμνολογικό τους ὕφος, καί γι᾿ αὐτό καί ἔχουν χαρακτηριστεῖ ἀπό πολλούς ἑρμηνευτές ὡς χριστολογικός ὕμνος, «περιεχόμενον τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἔξαρσις τῆς ἐπί πᾶσης κτίσεως ὑπεροχῆς τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ὑπογράμμισις τῆς κοσμοσωτηρίου αὐτοῦ ἀποστολῆς».49 Αὐτή εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς χριστολογίας τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν! Ὁ μεγάλος δογματολόγος, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, θά ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Χριστός, ὡς εἰκόνα Θεοῦ, δείχνει στούς ἀνθρώπους τόν Πατέρα στό πρόσωπό Του: «Φυσική καί
46
47

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Περί εἰκόνων, 3, 26. MPG. 94, 1345. Ἰω. Καραβιδόπουλου, «Εἰκών Θεοῦ» καί «κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ» παρά τῷ Ἀποστόλῳ Παύλῳ (Διατριβή), Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 48. 48 Κολ. 1, 15. 49 Ἰω. Καραβιδόπουλου, μν. ἔργ., σελ. 49.

20

ἀπαράλλακτος εἰκών τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ὁ Υἱός τοῦ Πατρός, ἐν ἑαυτῷ δεικνύς τόν Πατέρα». 50 Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, εἶναι ἡ ζωντανή, φυσική καί ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἡ ὁποία φέρει μέσα της ὁλόκληρη τήν παρουσία του καί ταυτίζεται ἐξ ὁλοκλήρου μέ αὐτόν κατά τήν οὐσία, εἶναι δηλαδή ὁμοούσιος μέ τό πρωτότυπό της.51 Βεβαίως, γνωρίζουμε ὅτι ἐκεῖνο πού διαφοροποιεῖ τόν Υἱό ὡς εἰκόνα ἀπό τόν Πατέρα εἶναι μόνο τό ὑποστατικό ἰδίωμα τοῦ γεννητοῦ, ἀφοῦ ὁ Πατήρ εἶναι ἀγέννητος, ὁ δέ Υἱός γεννητός καί τό Πνεῦμα ἐκπορευτόν (ἐκ τοῦ Πατρός), ὅπως ἀκοῦμε καί στού ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας (βλ. «Ἀνοιξαντάρια» στούς πανηγυρικούς ἐσπερινούς). Ὁ ἀόρατος Θεός, ἀποκαλύπτεται στούς ἀνθρώπους ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὡς εἰκόνα τοῦ Πατρός, ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους τό πρωτότυπο πού εἰκονίζει, ὄχι βεβαίως τήν φύση τοῦ πρωτοτύπου, ἀλλά ὅπως λέγει ὁ Μ. Βασίλειος «δι᾿ εἰκόνος ἡ γνῶσις τοῦ ἀρχετύπου γίνεται», δηλαδή ὁμιλοῦμε περί γνώσεως καί ὄχι περί θέας τοῦ πρωτοτύπου. Ὁ Υἱός ὡς εἰκόνα τοῦ Πατρός, κατά τήν Πατερική Διδασκαλία, δείχνει, ἀποδεικνύει καί μαρτυρεῖ γιά τήν θεότητα τοῦ πρωτοτύπου του. Αὐτό τό βλέπουμε οἱ λειτουργοί καί τό διαβάζουμε στίς εὐχές τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου, πού ἀπευθύνονται πρός τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: «…Ὅς ἐστίν εἰκών τῆς σῆς ἀγαθότητος, σφραγίς ἰσότυπος, ἐν ἑαυτῷ δεικνύς σέ τόν Πατέρα». Ἡ εἰκόνα, ἐδῶ, ἐκφράζει τήν πλήρη ταυτότητα πρός τό πρωτότυπό της, τήν ὁμοουσιότητα τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα. «Θεοῦ δέ εἰκών τό ἀπαράλλακτον δείκνυσιν», θά πεῖ ὁ Χρυσόστομος Ἰωάνης, σέ ὑπομνηματισμό του στήν πρός Κολασσαεῖς ἐπιστολή τοῦ Παύλου.52 Καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, γιά νά τονίσει τό ὁμοούσιο τοῦ Υἱοῦ μέ τόν σανάναρχο Πατέρα, μέσῳ ἀνθρωπίνων εἰκόνων καί παραστάσεων, παρουσιάζει τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό νά λέγει: «Πέφηνά τε καί εἰμί κατ᾿ ἀλήθειαν καί τῆς οὐσίας αὐτοῦ χαρακτήρ ἀπαράλλακτος καί εἰκών ἐμφερής, ὅλην ἐν ἑμαυτῷ τήν τοῦ Θεοῦ ἐγχαράττων φύσιν». 53 Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, βεβαίως, στήν πρός Ἐβραίους ἐπιστολή του54, ἀναφερόμενος στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποίησε πρῶτος τήν ἔκφραση «χαρακτῆρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ», δανειζόμενος τήν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς του, διότι ἡ λέξη «χαρακτῆρας»,πού σημαίνει τό ἀνεξίτηλο χάραγμα, ἔχει ληφθεῖ ἀπό τίς εἰκόνες τῶν ἡγεμόνων πού ἦσαν χαραγμένες πάνω στά νομίσματα.

Περί εἰκόνων, 3, 18. MPG. 94, 1340. Δ. Τσελεγγίδη, μν. ἔργ. σελ. 29 52 Ὀμιλ. Γ΄, MPG. 62, 317. 53 Ὑπόμνημα εἰς Ἰωάν. 14, 9, MPG. 74, 208. ΒΛ. Π. Χρήστου, Τό μυστήριον τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Κυρομάνος, σελ. 191. 54 Ἐβρ. 1, 3: «Ὅς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης και χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ».
50

51

21

Αὐτή τήν πλήρη ὁμοιότητα τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα, ἡ ὁποία ἐκφράζεται ἀπό τόν πρῶτο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπ. Παῦλο μέ τούς ὅρους «εἰκών», «ἀπαύγασμα τῆς δόξης», «χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (δηλωτικά τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ), ἡ θεολογία σαφέστερα θά ἐκφράσει μετά ταῦτα μέ τόν γνωστό ὅρο τῆς Νικαίας: «ὁμοούσιος». Μέ τίς λέξεις «εἰκών», «ἀπαύγασμα», «χαρακτήρ», οἱ ὁποίες ἔχουν μιά θεολογική καί τριαδολογική σημασία - ἀφοῦ ἀναφέρονται σέ ἕνα ἀπό τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος -, σημαίνεται ἡ συγγένεια τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα καί ἡ ὁμοουσιότητα, ὅπως εἴπαμε. Καί ὅπως διδασκόμαστε ἀπό τήν Δογματική Θεολογία μας, Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ταυτίζεται οὐσιωδῶς κατά τήν φύση μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτός ἀποκαλύπτει ὡς ὁμοούσιος τήν θεότητα τοῦ Πατρός, παραμένοντας βεβαίως μία ἰδιαίτερη Ὑπόσταση, πού δέν ταυτίζεται μέ τήν Ὑπόσταση τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος, ἀφοῦ ὑπάρχουν τά ξεχωριστά ἰδιώματα τῆς Ὑποστάσεως κάθε Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλ. τό ἀγέννητον τοῦ Πατρός, τό γεννητόν τοῦ Υἱοῦ καί τό ἐκπορευτόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, λοιπόν, ἀναφερόμενοι στήν ζωντανή καί ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός, πού εἶναι ὁ Μονογενῆς Υἱός Του καί Σωτῆρας μας, θά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι «ὁ ὅρος εἰκών, θεμελιοῖ τήν αἰωνίαν σχέσιν τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Θεόν Πατέρα. Ἐάν δυνάμεθα νά φαντασθῶμεν εἰκόνα τινά, ἐκφράζουσαν πλήρως καί ἰσοτίμως τό πρωτότυπόν της, τοιαύτη ὑπῆρξεν ὁ Χριστός, διότι μεταξύ «εἰκόνος Θεοῦ» καί οὐσίας τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ὑφίσταται πλήρης ταυτότης καί ἰσοτομία».55 Θά μπορούσαμε ἐδῶ νά συμπληρώσουμε, ὅτι στήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας γίνεται λόγος γιά δύο φυσικές εἰκόνες στόν Τριαδικό Θεό, ἤτοι, γιά τόν Υἱό ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Λόγου. Αὐτό βεβαίως λέγεται ἀπό τους Πατέρες γιά νά ὑποδηλωθεῖ ἡ «κατ᾿ οὐσίαν» σχέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τόν Υἱό, χωρίς ποτέ νά γίνεται λόγος γιά αἰτιώδη σχέση μεταξύ τους, διότι αὐτό θά ὁδηγοῦσε στό Filiogue τῶν παπικῶν! Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἑρμηνεύοντας τό γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀποτελεῖ φυσική εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ, λέγει ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους τόν Υἱό. Αὐτό φαίνεται σέ κάθε ὁμολογία τοῦ Θεοῦ ὡς Θεανθρώπου, ἡ ὁποία ὁμολογία γίνεται «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».56 Δέν θά ἀναπτύξουμε ὅμως περαιτέρω τίς θέσεις αὐτές, διότι εἶναι ἐκτός τοῦ θέματός μας, ἀλλά θά προχωρήσουμε στό ἑπόμενο Κεφάλαιο ὅπου θά δοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση τῆς ἀμαυρωθείσης εἰκόνας μας ἔνεκα τῆς Πτώσεως.

55

56

Ἰ. Καραβιδόπουλου, μν. ἔργ. σελ. 52. Δ. Τσελεγγίδη μν. ἔργ. σελ. 33.

22

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ «Καί γάρ διά τόν καινόν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τό ἐξ ἀρχῆς∙ καί νοῦς καί ἐπιθυμία πρός ἐκείνον κατεσκευάσθη∙ καί λογισμόν ἐλάβομεν, ἵνα τόν Χριστόν γινώσκωμεν…Οὐ γάρ ὁ παλαιός τοῦ καινοῦ, ἀλλ᾿ ὁ νέος Ἀδάμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».57 Στό ἀνωτέρω χωρίο τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ θεολόγου τοῦ 14ου αἰ. Νικολάου Καβάσιλα, ὑπογραμμίζεται τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνθρωπολογία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται διά τῶν Πατέρων καί ἱερῶν συγγραφέων, ἔχει χαρακτῆρα χριστολογικό καί χριστοκεντρικό. Στούς Ἁγίους Πατέρες κυριαρχεῖ ἡ θέση ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δημιουργηθεῖ κατ᾿ εἰκόνα ὄχι τοῦ ἀσάρκου Λόγου, ἀλλά τοῦ Λόγου ἐν σαρκί, κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε διά τῆς ἐνανθρωπήσεως Υἱός τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ὁ Ν. Καβάσιλας, ὅπως βλέπουμε, βασιζόμενος στόν Ἀπόστολο Παῦλο, γράφει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει δημιουργηθεῖ ἐξ ἀρχῆς γιά τόν «καινόν ἄνθρωπον», τόν νέο ἄνθρωπο, τόν Χριστό58. Ἔχουμε λάβει, λέγει, τόν λογισμό, νά γνωρίσουμε τόν Χριστό καί τήν ἐπιθυμία νά μᾶς ἐλκύσει Ἐκεῖνος, διότι ὅταν δημιουργηθήκαμε, ὁ Χριστός ἦταν τό ἀρχέτυπο. Δέν ἦταν ὁ παλαιός Ἀδάμ τό πρωτότυπο τοῦ Νέου, ἀλλά ὁ Νέος τοῦ παλαιοῦ.59 (Θά δοῦμε καί παρακάτω τή θέση αὐτή). Συναφειακῶς θά ἐκφραστεῖ καί ὁ σύγχρονος τοῦ Καβάσιλα, ὁ μεγάλος δογματικός Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μας, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Σέ ὁμιλία του «Εἰς τά Ἐπιφάνεια», θά διακηρύξει ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ἦταν ἤδη ἀπό τήν κτίση του σύμμορφος τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε γιά τόν Χριστό, ὥστε νά μπορέσει στόν δεδομένο χρόνο νά περιλάβει το ἀρχέτυπο, ὅπως καί στόν Παράδεισο εἶχε δοθεῖ ἡ ἐντολή γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ἀπό τόν Θεό. Πρίν τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στό γνωστό λόγο του «Κατὰ εἰδώλων», εἶχε γράψει ὅτι ὁ ἄνθρωπος στὸν παράδεισο «θεωρεῖ μὲν ἀεὶ διὰ τῆς αὐτοῦ καθαρότητος τὴν τοῦ Πατρὸς εἰκόνα, τὸν Θεὸν Λόγον, οὗ καὶ κατ᾽ εἰκόνα γέγονεν».60 Ἄν ἀνατρέξουμε καί στόν ὑψινούστατο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, τόν ἐμβαθύνοντα ὅσον ὁλίγοι στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, θά συναντήσουμε τήν ἴδια ἀνθρωπολογική ἀντίληψη, θά λέγαμε δέ, πρωτότυπη καί «προχωρημένη». Ὁ ἅγιος Μάξιμος, «βλέπει στόν
Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, λόγος 6, MPG. 150, 680 Α. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὀνομάζει τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό «τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον», ἀναφερόμενος στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου, πού εἶναι τό μοναδικό γεγονός τῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου ὑποστατικῶς. 59 Πρβλ. Ρωμ. 5, 14. 60 ΒΕΠΕΣ, 30, 32.
57 58

23

Θεάνθρωπο Χριστό τήν διέπουσα ἀρχή καί τό ξεκίνημα, τό μέσον καί τόν ἀνώτατο σκοπό τοῦ ἀνθωπίνου μυστηρίου, τό ὁποῖο συνίσταται στό γεγονός, πώς ὁ Θεός προόρισε τόν ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρωπότητα γιά τήν υἱοθεσία ἀπό Ἐκεῖνον ἐν τῷ Υἱῷ του τῷ ἀγαπητῷ Ἰησοῦ Χριστῷ (Ἐφ. 1, 5), ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά γίνουν σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο νά γίνει Ἐκεῖνος <ὁ πρωτότοκος μεταξύ πολλῶν ἀδελφῶν> (Ρωμ. 8, 29) καί νά εἶναι <τά πάντα ἐν πᾶσι> (Κολ. 1, 18. 3, 11). Αὐτή ἡ υἱοθεσία τοῦ Θεοῦ ἐν Χιστῷ καί τό σύμμορφον τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, ἐκπληρώνεται μέ τόν πιό ὁλοκληρωμένο τρόπο στήν ὑποστατική ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό - Λόγο∙ μ᾿ αὐτήν τήν ὑποστατική ἕνωση ἡ ἀνθρώπινη φύσις θεοποιεῖται καί πληροῦται ἀπό τό πλήρωμα τῆς θεότητος».61 Δηλαδή, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ὁ Ὁποῖος εἶναι τό ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, ὁλοκληρώνει πραγματικά καί νοηματοδοτεῖ μέ θεολογική πληρότητα τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.62 Κατά τόν αὐτόν Πατέρα, τό μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου, περιέχεται πρίν ἀπό ὅλα μέσα στό «μυστήριο τοῦ Χριστοῦ», καί διά μέσου τοῦ «μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ» ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μέ τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὑψηλά, ὄντως, νοήματα∙ ὑπέροχες ἀναλύσεις καί ἐμβαθύνσεις τῶν Πατέρων μας∙ θεῖα και οὐράνια πράγματα∙ μόνο νά τά σκέπτεται κανείς, αἰσθάνεται ἐντός του τήν θεία γλυκύτητα!.. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι ὄν εἰκονικό καί τό πραγματικό εἶναι του δέν προσδιορίζεται ἀπό τό κτιστό στοιχεῖο μέ τό ὁποῖο δημιουργεῖται ἡ εἰκόνα, ἀλλά ἀπό τό ἄκτιστο Ἀρχέτυπό του καί αὐτό εἶναι ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί διά τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ ἔχει πλέον ἐκλαμπρυσμένο τό «κατ᾿ εἰκόνα». Ὁ Θεός Λόγος, ὡς δημιουργική ἀρχή, καλεῖται εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας ἄμεση καί οὐσιαστική ἀναφορά πρός τό πρόσωπο τοῦ συναϊδίου Πατρός καί Θεοῦ, ἀφοῦ εἶναι «ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ». 63 Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκονικό ὄν, δηλαδή εἰκόνα τῆς Εἰκόνος, διατυπώνουν στά κείμενά τους πολλοί ἀπό τούς πρώτους Πατέρες καί ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς (Εἰρηναῖος, Κλήμης Ἀλεξανδρεύς, Μ. Ἀθανάσιος, ΓρηγόριοςΝύσσης κ.ἄ), μέ σκοπό νά προσδιοριστεῖ καί νά κατανοηθεῖ ἡ δομή, ἡ καταγωγή καί ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος γενόμενος «κατ᾿εἰκόνα», ἔλαβε τή δυνατότητα νά φθάσει στό

61
62

Βλ. ἐπισκόπου Ἀθανασίου Γιέβτις, «ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ», ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 73 -74. ὅπου π. σελ. 53. 63 Ἐβρ. 1, 3.

24

«καθ᾿ ὁμοίωσιν» μέσα σέ μιά δυναμική πορεία ἐνεργείας, δηλ. νά ἑνωθεῖ μέ τό Θεῖο Ἀρχέτυπό του, τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός.64 Τονίζεται, λοιπόν, ὄχι ἄστοχα, ὅτι τό Ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλά ὁ σεσαρκωμενος Λόγος, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Ὁ Ν. Καβάσιλας, πού ὁμίλησε γιά τόν «καινόν ἄνθρωπον», τόν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό, μᾶς λέγει ἐπίσης ὅτι ὁ ἄνθρωπος τείνει πρός τόν Χριστό, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τῆς Θεότητός Του ἡ ὁποία εἶναι ὁ σκοπός τοῦ παντός, ἀλλά και ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἄλλης φύσεως πού ὁ Χριστός διαθέτει, δηλαδή τῆς ἀνθρωπίνης. «Ὁ ἄνθρωπος πρός Χριστόν ἴεται, οὐ διά τήν θεότητα μόνον, ἥ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλά καί τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας».65 Δέν ἔχει, βεβαίως, σημασία τό γεγονός ὅτι δέν εἶχε ἐνανθρωπήσει ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὅταν ἐπλάσθη ὁ Ἀδάμ καί ἦταν τότε ἄσαρκος. Ἡ Δογματική τῆς Ἐκκλησίας μας διδάσκει ὅτι ὁ Χριστός, στήν ὑπέρχρονη πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ «πρωτότοκος πᾶσης κτίσεως» κατά τή γνωστή ἀποστολική ρήση, ἀφοῦ «ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τά πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καί ἐπι γῆς» καί «τά πάντα δι᾿ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν ἔκτισται».66 Ἡ «εἰσαγωγή τοῦ πρωτοτόκου εἰς τήν οἰκουμένην», ἀποτελεῖ τήν προαιώνιο βουλή τοῦ Θεοῦ, τό ὕψιστο μυστήριο, «τό ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων καί ἀπό τῶν γεννεῶν». 67 Καί ὅπως θεολογικότατα ἔχει διατυπωθεῖ, «ἐάν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλική κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελύληθεν»68, εἶναι ἀσφαλῶς λογικόν, ὁ Χριστός ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπός ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καί πνευματικῆς δημιουργίας, νά εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τά πράγματα, ἀπό ἀτελεῖ ὁδηγοῦνται εἰς τήν τελειότητα. Ὁ Χριστός, ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι φυσικόν νά ἀποτελεῖ τό τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τήν ἀρχήν ἀλλά καί τό τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας».69 Μέ τίς προϋποθέσεις αὐτές, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω, ὁ ἄνθρωπος πορεύεται διά τῆς χάριτος τοῦ θείου Ἀρχετύπου του πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», πού σύμφωνα μὲ τούς Πατέρες (ἅγιο Μάξιμο Ὁμολογητή κ.ἄ.),
64Εἶναι

θέση γνωστή, ὅτι ὑπάρχει σέ ὅλα τά ἔλλογα ὄντα ἡ σφραγίδα τοῦ Λόγου καταγεγραμμένη, ὅπως τονίζεται στην Πατερική γραμματεία. Εἰδικά ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὁμιλεῖ γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων», τά ἄκτιστα θελήματα ἤ προορισμούς, δίδοντας τήν ἑρμηνεία ὅτι κάθε κτιστό ὄν, ἔχει μέσα του τή θεϊκή τοῦ Λόγου ἐντελέχεια, δηλαδή τήν παρεχομένη ἀπό τόν Λόγο δυνατότητα νά τελειοποιηθεῖ. Περί τῆς σφραγίδος τοῦ Λόγου μέσα στά ἔλλογα ὄντα γράφει καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί τό ἐπαναλαμβάνει ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, χρησιμοποιώντας τή λέξη «Λόγωσις».
65

Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, λόγος 6, MPG. 150, 681 Α. Βλ. Π. Νέλλα, Ἠ θεολογία τοῦ κατ᾿ εἰκόνα, Κληρονομία 2, Β, 1970. 66 Κολασ. 1, 15-17. 67 Κολασ. 1, 26 68 Ν. Καβάσιλα, ὅπου π. 69 Π. Νέλλα, ὅπου π. Ἡ θεολογία τοῦ κατ᾿ εἰκόνα.

25

ταυτίζεται μέ τή χαρισματική του θέωση, ἀφοῦ τό «κατ᾿ εἰκόνα» εἶναι δυνάμει ὁμοίωσις καί τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» εἶναι «ἐνεργείᾳ» εἰκόνα70. Πρός ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων τονίστηκαν περί τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνος τοῦ ἐνσαρκωθέντος Λόγου, θά παραθέσουμε κάποιο πολύ σπουδαῖο κατά τή γνώμη μας χωρίο, ἑνός Ὁσίου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Μελετίου τοῦ Γαλησιώτου (ΙΓ΄αἰ.), συγγραφέως τοῦ περισπουδάστου θεολογικοῦ ἔργου σέ μορφήν ποιήματος (ἀποτελούμενο ἐκ 13.000 στίχων) πού φέρει τόν τίτλο: «Ἀλφαβηταλφάβητος». Ἐκεῖ, στούς συγκεκριμένους στίχους, ἐκφράζεται ἡ πραγματικότητα, ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα Του ἀκόμη καί στό σωματικό ἐπίπεδο, ὅπως δηλαδή θά ἐμφανιζόταν ἀργότερα ὡς Θεάνθρωπος μέσα στήν Ἱστορία Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ μᾶς (παρεκτός τῆς ἁμαρτίας) καί ἔλαβε τή δική μας φύση, γιά νά μᾶς ἐπαναφέρει στό «πρωτόκτιστον κάλλος», τό ὁποῖο διά τῆς ἁμαρτίας ἀπωλέσαμε: «Καί τόν πρωτόπλαστον Ἀδάμ, πρό τοῦ πεσεῖν ὡς εἶχεν, ἐξεικονίσας ἀκριβῶς, ὥσπερ Θεός ὀφθήσῃ»71. Ἑννοεῖται, βεβαίως, ὅτι κατά τήν σύνολη Πατερική Διδασκαλία, τό «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ ἀνθρώπου δέν ταυτίζεται οὔτε μέ τά ἐξωτερικά χαρακτηριστικά τῆς μορφῆς τοῦ Χριστοῦ οὔτε καί μέ τήν θειά Του φύση καθαυτήν, ἀλλά ἀπεικονίζει τά γνωρίσματα τῶν θείων Του ἐνεργειῶν. Κατά τούς ἀρχαίους, βεβαίως, ἀπολογητές (βλ. ἅγιο Εἰρηναῖο Λουγδούνου καί Τερτυλιανό), ὁ Θεός δημιούργησε τον Ἀδάμ, σύμφωνα μέ τό σῶμα πού θά ἐλάμβανε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἐνανθρώπησή Του. Ὁ καθηγητής Ἀν. Θεοδώρου ἐν προκειμένῳ παρατηρεῖ: «Κατά τόν Εἰρηναῖον, ὁ ἱστορικός Χριστός ἦτο τό πρότυπον , τό ὁποῖον εἶχεν ἐν τῷ νῷ ὁ Θεός, ὅταν ἐδημιούργει τον ἄνθρωπον. Ὁ Χριστός, ἦτο ὁ μέλλων νά ἐμφανισθῇ ἐπί τῆς γῆς πλήρης και τέλειος ἄνθρωπος, ὁ δέ Δημιουργός προϊδών αὐτήν, ἔπλασε τόν Ἀδάμ συμφώνως πρός τό μελλοντικόν τοῦτον πρότυπον. Ἑπομένως ὁ Ἀδάμ ἐπλάσθη κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος ἔμελλεν, ὡς Χριστός, νά προσλάβῃ ἐν χρόνῳ τήν ἀνθρωπίνην φύσιν καί νά ἐμφανισθῇ τέλειος ἄνθρωπος ἐπί τῆς γῆς. Διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς του ὁ Σωτήρ, κατέδειξεν ἐναργῶς τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Λόγου, βάσει τῆς ὁποίας ἐπλαστουργήθη ὁ ἄνθρωπος, καί ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλά καί τήν ὁμοίωσιν κατέστησε βεβαίαν, τήν ὁποίαν ἀπώλεσεν ὁ Ἀδάμ διά τῆς παρακοῆς».72 Πράγματι, πρίν τή θεία ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τό «κατ᾿εἰκόνα» δέν εἶχε φανερωθεῖ, ὅπως γράφει παραστατικά ὁ
Στήν προοπτική αὐτή τῆς θεώσεως ὡς δυνάμει ὁμοιώσεως κινεῖται καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «Θεός κεκελευσμένος», δηλαδή ἔχει λάβει τήν ἐντολή νά γίνει μικρός θεός. (Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον). 71 Με λ ε τί ου Γα λ η σιώ τ ο υ, Ἀλφαβηταλφάβητος, «ἐν οἷς καὶ λόγος ἕτερος περὶ τοῦ κατ’ εἰκόνα», ρμε’, ἐκδ. Ἀρχιμ. Θ. Σιμόπουλου, Ἀθῆναι 1978. 72 Βλ. Ἀν Θεοδώρου, Ἱστορία Δογμάτων, τόμ. Α΄, (2), σελ. 167.
70

26

προειρημένος ἀποστολικός Πατήρ, ἡ σημαντική ἐκκλησιαστική μορφή τοῦ Γ΄ μ.Χ. αἰῶνος, Εἰρηναῖος Λουγδούνου. Κατά τήν ἐνανθρώπηση ἀποκαλύπτεται μέ σαφήνεια στόν ἄνθρωπο τό ἀρχέτυπο τῆς ἀληθινῆς φύσεώς του, ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι τό πρότυπό μας, ὅπως μᾶς τό φανέρωσε γενόμενος ἄνθρωπος. Πρίν τήν ἐνανθρώπηση, δέν φαινόταν τό γεγονός τῆς κατ᾿ εἰκόνα πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, καί τήν εἰκόνα ἔδειξε καί τήν ὁμοίωση ἀποκατέστησε. «Τότε δέ τοῦτο ἀληθές ἀπεδείχθη, ὅτε ἄνθρωπος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγένετο, ἑαυτόν τῷ ἀνθρώπῳ καί τόν ἄνθρωπον ἑαυτῷ ἐξομοιώσας, ἵνα διά τῆς πρός τόν Υἱόν ὁμοιώσεως τίμιος ὁ ἄνθρωπος γένηται τῷ Πατρί. Ἐν τοῖς γάρ πρόσθεν χρόνοις (δηλ. πρίν τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ) ἐλέγετο μέν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ γεγονέναι τόν ἄνθρωπον, οὐκ ἐδείκνυτο δέ∙ ἔτι γάρ ἀόρατος ἦν ὁ Λόγος, οὗ κατ᾿ εἰκόνα ὁ ἄνθρωπος ἐγεγόνει∙ διά τοῦτο δέ καί τήν ὁμοίωσιν ραδίως ἀπέβαλεν. Ὁπότε δέ σάρξ ἐγένετο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τά ἀμφότερα ἐπεκύρωσεν∙ καί γάρ καί τήν εἰκόνα ἔδειξεν ἀληθῶς, αὐτός τοῦτο γενόμενος ὅπερ ἦν ἡ εἰκών αὐτοῦ, καί τήν ὁμοίωσιν βεβαίως ἀποκατέστησεν, συνεξομοιώσας τόν ἄνθρωπον τῷ ἀοράτῳ Πατρί διά τοῦ βλεπομένου Λόγου». 73 Ὁ Λόγος, λοιπόν, γενόμενος ἄνθρωπος, διορθώνει τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ, ἀνακαινίζει τό «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ δίδει τήν δυνατότητα τῆς ἐλεύθερης πορείας πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Μέ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος ἐνεργεῖ τήν ἀποκατάσταση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» στήν πρώτη του λαμπρότητα καί εὔκλεια, πραγματώνει δέ τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ὡς Νέος Ἀδάμ, διορθώνοντας τήν πτώση τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ. Αὐτό ἔχει συνέπειες, μᾶλλον ἀκολουθίες, σωτηριολογικές, ἀφοῦ θεώθηκε ἡ φύση μας ἐν Χριστῷ ! Αὐτά διδάσκει ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἀνθρωπολογία καί μέσα σ᾿ αὐτό τό πλαίσιο πρέπει νά κατανοεῖται ἡ σωτηρία μας ἐν Χριστῷ. Βεβαίως, ὅλα ἀρχίζουν μέ τό Βάπτισμα στό ὄνομα τῆς «Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος», διότι κατ᾿ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος «ἐνδύεται τόν Χριστόν» καί κατοικεῖ πλέον στήν ψυχή του ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «τό κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν αὐτῇ ἀνακαινίζουσα» κατά τόν Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, διότι «χωρίς τοῦ βαπτίσματος, οὐκ ἔστι τῆς ἀγαθῆς ἐλπίδος ἐκείνης ἐπιτυχεῖν».74

Ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπό τόν Πανάγιο Δημιουργό μέ σκοπό νά φθάσει στήν τελειότητα διά τῆς θεώσεως, ἀλλά ὅμως, δυστυχῶς, ὅπως προελέχθη, κατόπιν κακῆς χρήσεως τῶν δοθέντων προσόντων του, ἀντί νά ἀνεβεῖ, κατῆλθε, δηλ. ἐξέπεσε. Ἡ ἀνόρθωση καί σωτηρία του ἦρθε διά
73

74

Εἰρηναίου Κατά αἱρέσεων, 5, 16, 2. Ἁγίου Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ὁ βίος Βαρλαάμ καί Ἰωάσαφ, κεφ. Η΄, MPG. 26, 920B.

27

τοῦ ἐνσαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἀποτελεῖ, ὅπως εἴδαμε, τό Ἀρχέτυπό του. Αὐτός, ὁ Κύριος καί Θεός, ἐνεργεῖ τήν μέν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στήν προτέρα θέση διά τοῦ σταυροῦ, τήν δέ τελείωση δι᾿ αὐτῆς τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι γεγονός ὅτι «στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τό κατ᾿ εἰκόνα παίρνει ὅλη τή λαμπρότητα καί τήν δόξα τοῦ πρωτοτύπου, ἀφοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως δέχεται τό πλήρωμα τῆς θείας Χάριτος καί ὅλη τή θεότητα. Ἐξαιτίας τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὁ ἄνθρωπος μετά τήν πτώση, μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας ἀνακτᾶ τίς ὀντολογικές προϋποθέσεις, ὥστε νά μπορεῖ νά μετέχει καί πάλι στήν ἄκτιστη θεία Χάρη». 75 Κρίνεται ἀναγκαῖο ὡστόσο νά ἐπισημανθοῦν ἐδῶ κάποιες θεολογικές ἀλήθειες: «Πρό Χριστοῦ δέν ὑπῆρχε εἰς τόν ἄνθρωπον ἀληθής και πλήρης πνευματική ζωή. Ἀκόμη καί πρό τῆς πτώσεως ἡ πνευματική ζωή δέν ἦτο πλήρης, ἐφ᾿ ὅσον ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβών τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», δέν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθεῖ εἰσέτι ἡ ὑποστατική ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξύ τῶν δύο φύσων, ἀλλ᾿ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως και ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά δέν εἶχε φανερωθεῖ πλήρως ὡς «σάρξ» καί «σῶμα» Χριστοῦ. Τό πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τήν πνοήν του, διά τῆς ὁποίας ὁ γεννάρχης μας Ἀδάμ εἶχεν ἀναδειχθεῖ εἰς «ψυχήν ζῶσαν», ἀλλά δέν εἶχεν ἀκόμη πληρώσει «πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τό ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διά πρώτην φοράν τήν Πεντηκοστήν. Διά τοῦτο, κατά τήν ρητήν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου». 76 Ἑπομένως, πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἔχει καί τήν ἐκκλησιολογική του διάσταση. Μέσα στήν Ἐκκλησία συντελεῖται ἡ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Καί ἡ ἐκκλησιολογική διάσταση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», βιώνεται μέ τήν ἀναφορά του πρός τό πρωτότυπο, τόν Τριαδικό Θεό. Αὐτή ἡ ἀναφορά καί ἡ κοινωνία τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», «γίνεται μέσα στό πλαίσιο τῆς κοινωνίας τῶν πιστῶν καί ἔτσι δέν ἀποτελεῖ αὐτοτελή καί ἀνεξάρτητη ὑπόθεση, ἀλλά κατεξοχήν κοινωνική ἐνέργεια τοῦ ἀνακαινισμένου πιστοῦ».77 Ἄς δοῦμε τί μᾶς συμβουλεύει περί τῆς ἀνακαινίσεως τῆς ἐν ἡμῖν εἰκόνος ὁ ἀετός τῆς Θεολογίας Γρηγόριος: «Καρποφορήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς τό τιμιώτατον Θεῷ κτῆμα και οἰκειότατον, ἀποδῶμεν τῇ εἰκόνι τό κατ᾿ εἰκόνα (Α΄Κορ. 15, 48), γνωρίσωμεν ἡμῖν τό ἀξίωμα, τιμήσωμεν τό

Βλ. Δ. Τσελεγγίδη, Ὀρθόδοξη Θεολογία καί ζωή, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 115. 76 Π. Νέλλα, Ἡ Θεολογία τοῦ κατ᾿ εἰκόνα, ἐν «Κληρονομία», τόμ.2, 2, σελ.. 311 77 Δ. Τσελεγγίδη, Εἰκονολογικές μελέτες, σελ. 88.
75

28

ἀρχέτυπον, γνῶμεν τοῦ μυστηρίου τήν δύναμιν, καί ὑπέρ τίνος Χριστός ἀπέθανεν». 78 Περί τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῆς εἰκόνος ἐν Χριστῷ, ἐκφράζεται καί τό χρυσοστομικό, «χρυσοῦν στόμα» τῆς Ἐκκλησίας, ὁ χαριτώνυμος Ἰωάννης, ὁμιλώντας περί τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ τῆς πτώσεως καί τοῦ νέου τῆς ἀπολυτρώσεως. Μέ τήν παρακοή τῶν πρωτοπλάστων στόν ἐπίγειο Παράδεισο, τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀποτυχία του νά φθάσει στή μέθεξη τῆς θείας ζωῆς, ἀνακόπτεται ἡ πορεία ἀπό τό «κατ᾿ εἰκόνα» στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἀμαυρώνεται ἡ εἰκόνα καί ὁ ἄνθρωπος κατακερματίζεται, ἀσθενεῖ, ἀλλοτριώνεται ὑπαρξιακά, νεκρώνεται καί χάνει τήν δυνατότητα τῆς θεώσεως. Ἐν Χριστῷ ἐπανακτᾶ τήν εἰκόνα καί πορεύεται πρός τήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. «Ὅτι τήν εἰκόνα τήν καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ γενομένην ἔρριψεν ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ διά τῆς παρακοῆς, διά δέ τοῦ νέου Ἀδάμ, πάλιν αὐτήν ἀπέλαβεν».79 Καί ὁ Βασίλειος Σελευκείας, πολύ παραστατικά θά γράψει: «Ὅθεν ὁ Δεσπότης ἀποστέλλει πρός τήν καταφθαρεῖσαν εἰκόνα τόν τῆς εἰκόνος ποιητήν, ἀναμορφῶσαι ταύτην χρώμασιν ἀγαθότητος. Διά τοῦτο μορφήν ἔλαβε δούλου ὁ ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων, ἵνα τούς δούλους τῆς ἁμαρτίας ἐκευθερώσας, εἰς τήν προτἐραν εὐγένειαν ἐπαναγάγῃ, τῇ κατ᾿ αὐτόν εἰκόνι πάλιν συμμορφωθέντας». 80 Κατανοεῖται ἑπομένως ἡ μεγάλη ἡ ἀξία τήν ὁποία ἔλαβε ὁ διφυής καί μεικτός ὡς πρός τή φύση του ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεῖο Δημιουργό Του! Αὐτός ὁ Θεός τόν ἐτίμησε μέ τήν εἰκόνα Του καί μέ τή δυνατότητα τῆς ἐν Χάριτι ὁμοιώσεως μέ Αὐτόν. «Ἰσοτίμους δέ τοῖς ἀγγέλοις τους ἀνθρώπους πεποίηκεν», λέγει χαρακτηριστικά ὁ Ὅσιος Μάξιμος.81 Αὐτό ταυτόχρονα δείχνει καί τό μεγάλο ὕψος τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς ἀνθρωπολογίας! Ὅταν, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἀμαύρωσε τό κατ᾿ εἰκόνα, ἦρθε ὁ Ἴδιος ὁ Θεός καί ἔγινε ἄνθρωπος καί τό ἀπεκατέστησε! Ἔτσι, στόν πηλοβάτη ἄνθρωπος ἐχαρίσθη μεγάλη τιμή. Ἔχει ἀσύγκριτα προνόμοια! Εἶναι ὕπαρξη θεολογική, θεοκεντρική καί Χριστολογική, ἀφοῦ ἔλαβε διά τοῦ θείου ἀρχετύπου του τήν σωτηρία ἀλλά καί τή δυνατότητα ὁμοιώσως μαζί Του. Ἔχει αἰώνιες προοπτικές! Πραγματικά, διά τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, λαμβάνει χώρα ἡ ἀνακαίνιση τῆς φύσεώς μας στό σύνολό της, ὅπως γράφουν τά πατερικά καί ὑμνολογικά μας κείμενα. Πάλι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μεταξύ τῶν ἄλλων Πατέρων καί Διδασκάλων τό ἐκφράζει καθαρά, λέγοντας ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας θεῖος Λόγος, «τήν φύσιν πρός

Λόγος Α΄ Εἰς τό Πάσχα, ΕΠΕ 1, 66. MPG.56, 522-24. 80 MPG. 85, 432 BC. 81 Εἰς τό Πάτερ ἡμῶν, MPG. 90, 878 B.
78 79

29

ἑαυτήν ἀποκαθίστησι».82 Ἑπομένως, μόνο ἐν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος πραγματώνει τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του! Ὀρθῶς ἔχει γραφεῖ ὅτι «μόνο στήν ἕνωση μέ τόν Χριστό ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν πληρότητα τῆς ὕπαρξής του, τήν ἀκεραιότητα καί τήν ὁλοκλήρωση τῆς φύσης του, τό ἀληθινό νόημα τοῦ προορισμοῦ του, - τό πρῶτο καί τό ἔσχατο - τήν τελειότητα τῆς δράσης του καί τῆς ὅλης ζωῆς του. Μόνο ἐν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι ὁ ἑαυτός του, μπορεῖ νά εἶναι πλήρως ἄνθρωπος καί νά πραγματώνει τήν ἀληθινή του φύση σ᾿ ὅλες της τίς διαστάσεις».83 Ἐκτός τοῦ Χριστοῦ (δηλ. τῆς ζωντανῆς σχέσεως μέ τό ἀρχέτυπό του), ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι «ὄντως ἄνθρωπος», κατά μία φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, δηλαδή δέν εἶναι φυσιολογικός, δέν βρίσκεται σέ κατάσταση πλήρους ὑγείας, ὅπως τό διατυπώνει καί ὁ ἄλλος Γρηγόριος, ὁ Παλαμᾶς, λέγοντας ὅτι ἡ πρός τόν Χριστόν ἀφομοίωσις, «ταὐτόν εἰπεῖν ὑγεία ψυχῆς καί τελείωσις». 84 Ὁ κατά τήν εἰκόνα τοῦ ὑποστατικοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ πλασθείς ἄνθρωπος, τότε εἶναι ὑγιής, ὅταν προσπαθεῖ νά ἐπιτυγχάνει κατά τό δυνατόν τήν «λογοποίηση» τῆς κτίσεως καί τοῦ ἑαυτοῦ του, καθώς ἐξεφράζετο ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, δηλ. νά ἐνχριστωθεῖ κατά Χάριν σταδιακῶς. Ὡς εἰκόνα Θεοῦ, ἔχει χρέος νά ἑνώσει τή γῆ μέ τόν οὐρανό…

82
83

Εἰς τό Πάτερ ἡμῶν, MPG. 877 D. Βλ. Jean Claude Larchet, Ἡ θεραπευτική τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, τόμ Α΄, σελ. 40. 84 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Τριάδες, 2, 1, 42.

30

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤ ΕΙΚΟΝΑ ΠΛΑΣΕΩΣ

1) Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής,

ἀναφερόμενος στό «κατ᾿ εἰκόνα» καί στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» θά σημειώσει ὅτι ὁ Θεός, φέρνοντας ἐκ τοῦ μηδενός στήν ὕπαρξη τά λογικά ὄντα, «ἐκοινοποίησε» σ᾿ αὐτά τέσσερα ἰδιώματα: τό ὄν, τό ἀεί ὄν, τήν ἀγαθότητα καί τήν σοφία. Ἀπο αὐτά, τά δύο πρῶτα ἔδωσε στήν οὐσία – φύση καί εἶναι αὐτά πού ἀποτελοῦν τό «κατ᾿ εἰκόνα». Τά δέ ἄλλα δύο, ἄφησε στήν ἐλεύθερη γνώμη καί εἶναι τά κατά χάριν δῶρα τῆς ὁμοιώσεως. Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, λοιπόν, «κατ᾿ εἰκόνα μέν, πᾶσα φύσις λογική ἐστί τοῦ Θεοῦ, καθ᾿ ὁμοίωσιν δέ, μόνον οἱ ἀγαθοί καί σοφοί». Τό πλήρωμα βεβαίως αὐτῆς τῆς εἰκόνος καί γενικά τοῦ προσώπου του, θά τό ἀπολαύσει ὁ ἄνθρωπος στόν μέλλοντα αἰῶνα, ὅταν κατά τά ἀποστολικά λόγια, θά «φορέσει καί τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου Ἀδάμ».85 Ἰδού ἡ μεγάλη ἀξία πού ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι! Τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται ἐκεῖ ὅπου μπορεῖ νά ἑνώσει τήν κτιστή καί τήν ἄκτιστη θεία φύση σέ μιά κατά Χάριν ἕνωση καί τελείωση ἐν Χριστῷ. «Μοῖρα ἐσμέν Θεοῦ», κατά τή διατύπωση τοῦ προειρημένου Ἁγίου Πατρός. Ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν πνευματοκίνητο Μάξιμο, «μοῖρα λέγεται καί ἔστι Θεοῦ, διά τόν αὐτοῦ προόντα ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ». 86 Αὐτό, βεβαίως, δέν νοεῖται κατά τήν Πλατωνική ἀντίληψη καί διδασκαλία! Οὔτε εἶναι πάντοτε ὁ ἄνθρωπος καί ὑπό ὁποιεσδήποτε συνθῆκες «μοῖρα Θεοῦ», ἀλλά ἐφόσον κινεῖται καί ἐνεργεῖ «κατά τόν οἰκεῖον λόγον», στά ὀρθά πλαίσια τῆς δημιουργίας του. Ὅταν κινηθεῖ ἀντίθετα πρός τόν λόγο του, καταρρέει, φθάνει πάλι στό μή ὄν. 87 Αὐτό στρέφει τή σκέψη μας σ᾿ ἐκεῖνο πού δίκαια ἔχει ὀνομαστεῖ «ἀνθρωπολογικός ἀποφατισμός». Δέν κατανοεῖται, ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος μόνο μέσα ἀπό βιολογικά κατηγορήματα, ἀλλά ἀπό τήν ὑψηλή του καταγωγή, τήν θεία συγγένεια καί τήν κατά Θεόν σκοποθεσία του.
85

Α΄Κορ. 3, 18. Βλ. καθηγητοῦ Ἰω. Παναγοπούλου, «Ὀντολογία ἤ θεολογία τοῦ προσώπου», Σύναξη, τ.14, σ. 42. 86 Περί ἀποριῶν, 7, MPG. 91, 1080 A. 87 Βλ. Π. Χρῆστου, Ἄνθρωπος, Ἄναρχος και Ἀτελεύτητος κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὀμολογητή Κληρονομία,12 Β, 1980, σελ. 257. Ἁγίου Μαξίμου Περί ἀποριῶν, 7, MPG. 91,1081 C: «Μοῖρα οὖν ἐσμέν καί λεγόμεθα Θεοῦ, διά τό τούς εἶναι ἡμῶν λόγους ἐν τῷ Θεῷ προϋφεστηκέναι∙ ρεύσαντας δέ ἄνωθεν πάλιν λεγόμεθα, διότι μή καθ᾿ ὅν γεγενήμεθα λόγον τόν ἐν τῷ Θεῷ προόντα κεκινήμεθα».

31

Μέ τήν «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ πλάση του ὁ ἄνθρωπος γίνεται δημιουργός, ὅπως τό θεῖο Ἀρχέτυπο – Πρότυπό του. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας θά μᾶς πεῖ ὅτι «κατά τοῦτο εἰκών ὁ ἄνθρωπος γίνεται τοῦ Θεοῦ, καθ᾿ ὅ εἰς γένεσιν ἀνθρώπου ἄνθρωπος συνεργεῖ». 88 Ἐκτός αὐτοῦ, ὅ ἄνθρωπος εἶναι λογικός, κατά τόν θεῖο Λόγο, τοῦ Ὁποίου ἀποτελεῖ εἰκόνα, ὅπως ἀρκετές φορές εἰπώθηκε, ὄχι ἄσκοπα, στήν ἐργασία αὐτή. Ὁ ἄνθρωπος, ἑπομένως, ἔχει δομή Χριστολογική. Ὁ φωστήρ τῆς Ἀλεξανδρείας, Μέγας Ἀθανάσιος, ὁμιλεῖ γιά τήν «κατ᾿ εἰκόνα» πλάση τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι λογικός διότι ἐδημιουργήθη κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ ὑποστατικός Λόγος τοῦ Πατρός: «Ἔκτισε (ὁ Θεός) τούς ἀνθρώπους, ἀλλά κατά τήν ἑαυτοῦ εἰκόνα ἐποίησεν αὐτούς, μεταδούς αὐτοῖς καί τῆς τοῦ ἰδίου Λόγου δυνάμεως, ἵνα ὥσπερ σκιάς τινάς ἔχοντες τοῦ Λόγου, καί γενόμενοι λογικοί, διαμένειν ἐν μακαριότητι δυνηθῶσιν». 89 Ἐπιπλέον, ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτεξούσιος, εἶναι κυρίαρχος τῆς κτίσεως καί βασιλεύς, εἶναι ταυτόχρονα φύση καί πρόσωπο, καί ἀκριβέστερα, εἶναι πρόσωπο, πού κάνει συγκεκριμένη καί ἀποκαλύπτει την φύση, διότι εἶναι εἰκόνα τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ταυτόχρονα Ἕνας καί Τριαδικός.90 Ἔχει δέ καί ἕναν χριστολογικό σκοπό καί προορισμό, ὁ γενόμενος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Λόγου - Χριστοῦ ἄνθρωπος καί αὐτός ὁ προορισμός εἶναι νά ὑπερβεῖ τά ὅρια τῆς φύσεώς του ἐν Χριστῷ, νά γίνει «κατά χάριν ἄναρχος καί ἀτελεύτητος», κατά τήν ὑπέροχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Ἔχει αὐτή τή δυνατότητα παρά Θεοῦ! Ὁ αὐτός Πατήρ καί Μέγας Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τόν ΣΤ΄ αἰῶνα, σέ ἕνα κείμενό του μᾶς διδάσκει ὅτι τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἐνέχει τήν κλήση τῆς θεώσεώς μας, εἶναι χάρισμα πού προϋποθέτει τήν θεοποίησή μας, ἀφοῦ ἀπό τον Θεό κληθήκαμε νά τόν ὁμοιάσουμε. «Εἰ κατ᾿εἰκόνα Θεοῦ πάντως ἡμεῖς, γενώμεθα ἑαυτῶν καί τοῦ Θεοῦ∙ μᾶλλον δέ, μόνου καί ὅλου Θεοῦ, καί ὅλοι, μηδέν ἐπίγειον ἐν ἡμῖν φέροντες, ἵνα Θεῷ πλησιάσωμεν, καί Θεοί γενώμεθα, ἐκ Θεοῦ τό Θεοί εἶναι λαβόντες».91 Αὐτός εἶναι ὁ ἄνθρωπος! Ὄχι ἁπλῶς ἕνα βιολογικό ὄν, ὅπως τόν θέλει καί τόν ἀντιμετωπίζει ἡ ἐπιστήμη, ἀλλά ἕνα ὄν μέ θεῖο προορισμό. Εἶναι ἕνα ὄν μέ ἀρχή Χριστολογική, δομή Χριστολογική καί σκοπό Χριστολογικό. Κατά τόν Φωστῆρα τῆς Δαμασκοῦ, Ἰωάννη, ἡ κορωνίδα τῆς θείας δημιουργίας, ὁ λογικός ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ σύνδεσμον τῆς ὁρατῆς καί τῆς ἀοράτου φύσεως, εἶναι «ζῶον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί πέρας τοῦ μυστηρίου, τῇ πρός Θεόν νεύσει

Παιδαγωγός 2, 10, MPG. 8, 497 B. Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 3. MPG.25, 101. 90 Π. Νέλλα, Ἡ θεολογία τοῦ κατ᾿ εἰκόνα, Κληρονομία, 2, Β, 1970. 91 Περί ἀρετῆς και κακίας, MPG. 90, 1189C.
88 89

32

θεούμενον»92, δηλαδή εἶναι ἕνα ὅν, τό ὁποῖο διατρίβει ἐδῶ στόν παρόντα κόσμο, ἀλλά ἔχει τήν προοπτική τῆς μεταστάσεως σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, καί τό τέλος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ θέωσή του μέ προσανατολισμό τόν Θεό (βλ. θεοκεντρικότητα). Καί θεώνεται, βέβαια, μέ τή μετοχή του στήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, στή Θεία λάμψη, χωρίς νά μεταβαίνει στήν ἀμέθεκτη Θεία οὐσία: «Θεούμενον δέ τῇ μετοχῇ τῆς θείας ἐλλάμψεως καί οὐκ εἰς τήν θείαν μεθιστάμενον οὐσίαν»93. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, καλεῖται, στά ὅρια τῆς παρούσης ζωῆς, νά προσπαθεῖ ἀεννάως νά διατηρεῖ - Χάριτι Θεοῦ - τήν καθαρότητα τῆς θείας ἐν αὐτῷ εἰκόνος, καί νά τήν λαμπρύνει διά τῆς μετανοίας, ὁσάκις αὐτή «ἀμαυροῦται» ἀπό τήν πολυσχιδῆ ἁμαρτία καί τίς ποικίλες πτώσεις του στόν κόσμο αὐτό. Ἔτσι ἐκπληρώνεται ὁ σκοπός τῆς ὑπάρξεώς του ὡς θεοειδοῦς ὄντος καί «ζώου θεουμένου» μέ προορισμό τή μετοχή στήν ἀΐδιο θεία ζωή τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό, γράφει πάλι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλῶς τό ἄθροισμα ψυχῆς καί σώματος, ἀλλά εἶναι «τό ὅλον αὐτοῦ», ἡ ὁλοκλήρωσή του ὡς φύσεως καί προσώπου, ἡ ἐλεύθερη πραγμάτωσή του μέσῳ τῆς κοινωνίας καί τοῦ διαλόγου του μέ τόν Θεό, ἀφοῦ ὅπως κατεδείχθη, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι κάτι τό τετελεσμένο, ἀλλά τό διαρκῶς «ἐν ἐξελίξει» ὄν. Δέν ἔχει μόνο, ἀλλά καί ἀποκτᾶ. Δέν εἶναι μόνο, ἀλλά γίνεται. Στήν προοπτική αὐτή λοιπόν, ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος γιά τό «ἐν τῷ γίγνεσθαι» τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό στό ὁποῖο θά ἐξελιχθεῖ σταδιακά, ἀλλά καί διαλογικά, μέσα σέ μιά πορεία ἁγῶνος πρός τό ἄναντες καί τό αἰώνιο, πρός τήν «ἀτέλεστον τῶν τελείων τελειότητα», διά τῆς μετοχῆς στή δωρεά τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν. Καί αὐτό πραγματοποιεῖται μέσα σέ μιά ἐλεύθερη συνεργασία μέ τόν Θεό, τή λεγομένη θεολογικά «συνεργία», τή συνεργασία τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Πρωτοτύπου καί τῆς κτιστῆς ἐλευθερίας τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ ἐντός τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργών καί ὁ ἄνθρωπος ὁ συνεργών. Καί τό ἀποτέλεσμα, ἡ «ἀναμόρφωση στό πρωτόκτιστον κάλλος» ἐν Χριστῷ. Ὁ θεοκήρυξ Παῦλος, ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ὁμιλεῖ γι᾿ αὐτήν τήν ἀναμόρφωση πού συντελεῖται στήν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ὑπόσταση τοῦ πιστοῦ, ὅταν διατηρεῖται αὐτή ἡ εἰκόνα, τονίζοντας ὄχι μόνο τήν σωτηριολογική ἀλλά καί τήν ἐσχατολογική προοπτική τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί γι᾿ αὐτό γράφει στούς Κορινθίους: «Ἡμεῖς δέ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τήν δόξαν τοῦ Κυρίου κατοπτριζόμενοι τήν αὐτήν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπό δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ὑπό Κυρίου Πνεύματος».94 Ἡ μεταμόρφωση ἀρχίζει στήν παρούσα ζωή καί στή

Ἔκδοσις…, σ. 150. Ὅπ.π., σ. 152 94 Β΄ Κορ. 3, 18.
92 93

33

συνέχεια, στόν μέλλοντα αἰῶνα ὁ ἄνθρωπος γίνεται, πάλι κατά τόν θεορρήμονα Παῦλο, ὅπως εἴδαμε, «σύμμορφος τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ».95 Ἐκεῖ θά πρέπει νά ὁδηγούμαστε σύν Θεῷ! Νά μή λησμονοῦμε ποτέ αὐτό πού μᾶς παρουσιάζουν τά Πατερικά κείμενα, ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι τό ἀκρότατο τῶν νοουμένων, τό κορυφαῖο τῶν ἐπιθυμητῶν, ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς και ὅτι μόνο ὅταν φθάσουμε σ᾿ Αὐτόν, θά βροῦμε τήν πραγματική ἀνάπαυση, ὑπαρξιακῶς, ὀντολογικῶς! Καί ὅπως τιμοῦμε τίς Ἅγιες εἰκόνες τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἁγίων, τίς ὁποίες ἔχουμε καί προσκυνοῦμε στούς οἶκους μας ἤ στούς ναούς, ἔτσι θά πρέπει νά τιμοῦμε καί να διατηροῦμε καθαρή τήν «ἐν ἡμῖν» εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες σέ ἀξία, καθόσον ἀποτελεῖ τή σφραγίδα τοῦ Θεοῦ ἐντός τοῦ εἶναι μας. Τά πάθη καί τά ἁμαρτήματά μας, ἀχρειώνουν, ἀμαυρώνουν, μουντζουρώνουν τήν «ἐν ἡμῖν» θεία εἰκόνα, ἀλλά ἡ μετάνοια, τό πετραχῆλι τοῦ πνευματικοῦ Πατρός, ἡ ἐνσυνείδητη μετοχή στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς», ἡ προσευχή καί ἡ ὅλη πνευματική ζωή μέσα στό μυστηριακό καί χαρισματικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, ἀπεργάζονται τόν ἀνακαινισμόν τῆς εἰκόνος ἐν Χριστῷ. Διαφορετικά, ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀδιαφορεῖ γιά τήν ἀνακαίνισή του, θά ζεῖ μονίμως μέσα στή δυσσωδία τῶν ἁμαρτιῶν, στό σκότος τοῦ νοός καί τῆς ψυχῆς, στή ζόφωση τῆς εἰκόνος ἑντός του, περιπλανόμενος στή μακρά νύκτα καί τό ἔρεβος τῶν παθῶν… Θά λέγαμε δέ ὅτι δέν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπό τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό, διότι δέν μπορεῖ ἔτσι νά πραγματοποιηθεῖ ἡ εἰκόνα τῶν θείων ἐνεργειῶν καί ἰδιοτήτων ἐντός του, ἀλλά οὔτε καί τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» πού τοῦ ἐδόθη ὡς ἔργο πρός ἐκπλήρωση καί ὁλοκληρωση τοῦ προορισμοῦ του! Παράλληλα ὅμως, τό «κατ᾿ εἰκόνα» προϋποθέτει ἄνοιγμα πρός τούς ἄλλους, τήν ὁμοούσια φύση μας, τούς ἀδελφούς μας, τα μέλη τοῦ κοινοῦ σώματος καί γι᾿ αὐτό τό λόγο παρακινούμεθα ἀπό τή Γραφή καί τούς Πατέρες μας, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε οἱ «υἱοί τῆς Βασιλείας», νά τιμοῦμε τόν συνάνθρωπό μας πού ἀποτελεῖ εἰκόνα Θεοῦ, στό πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας μεταξύ μας. Αὐτό ἄς τό προσέξουμε ὅλοι ἰδιαζόντως, σέ μιά κοινωνία ἀπαξιωτική τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπως ἐλέχθη καί στήν ἀρχή. Ἡ ἀδικία, ἡ ἀπαξίωση ἤ ἡ περιφρόνηση, ἤ οἱαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία ἡ ὁποία στρέφεται κατά τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, δέν παραμένει σ᾿ αὐτό, ἀλλά μέ βάση τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Θεό, τοῦ ὁποίου κάθε ἄνθρωπος ὑπάρχει εἰκόνα τεχνητή! «Μετά τόν Θεό, ὅλους πρέπει νά τούς βλέπεις σάν τόν Θεό», λέγει ἕνα πατερικό κείμενο, ὑπογραμμίζοντας τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό πού ὀφείλουμε πρός τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο.

95

Ρωμ. 8, 29.

34

Ὅποιος περιφρονήσει τήν εἰκόνα τοῦ βασιλέως, παρατηρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, προσβάλλει τόν ἴδιο τόν βασιλέα. Τό αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν γινομένη ἁμαρτία κατά τῆς εἰκόνος τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος. «Οἱ γάρ ἄνομοι…ἐξυβρίζουσιν εἰς τό κατ᾿ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος, καί διά τῆς εἰκόνος ἡ ὕβρις ἀναβαίνει ἐπί τόν κτίσαντα. Ὥσπερ γάρ ὁ βασιλικήν εἰκόνα καθυβρίσας, ὡς εἰς αὐτόν ἐξαμαρτήσας τόν βασιλέα κρίνεται∙ οὕτω δηλονότι ὑπόδικος ἐστι τῇ ἁμαρτίᾳ ὁ τόν κατ᾿ εἰκόνα γεγενημένον καθυβρίζων».96

2) Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ

Ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέθηκαν σχετικά μέ τό «κατ᾿ εἰκόνα», ὁδηγοῦν τόν λογικό ἄνθρωπο, νά σκεφθεῖ τήν «θείαν του εὐγένειαν», τό γεγονός ὅτι ἀποτελεῖ εἰκόνα Θεοῦ μέ προοπτική νά φθάσει στήν ὁμοίωσή Του σταδιακά. Τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἐνυπάρχει ἐντός τοῦ ἀνθρώπου «δυνάμει». Μέ τήν προαίρεσή του τώρα ὁ ἄνθρωπος καί μέ τή συνέργεια τῆς Χάριτος97, θά τό ὁδηγήσει σέ «ἐνεργείᾳ». Πρέπει νά κατανοηθεῖ ὅτι τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἀπαιτεῖ μιά συνεχῆ δυναμική πορεία, προσπάθεια, φορά, κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πού δρᾶ καί κινεῖται ἐλεύθερα προς τό ἀρχέτυπο, πρός τόν Θεό. 98 Τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν, δηλώνει, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, «τήν τῆς ἀρετῆς κατά τό δυνατόν ὁμοίωσιν».99 Τί εἶναι ὅμως ἡ ἀρετή; Εἶναι κτῆμα, ἤ κατόρθωμα τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι, ἀλλά εἶναι κτῆμα τοῦ Θεοῦ κατά φύσιν, τό ὁποῖο χαρίζει στόν ἄνθρωπο κατά Χάριν. Ὁ ἄνθρωπος μετέχει στην ἀρετή τοῦ Θεοῦ χαρισματικῶς, ἀλλά αὐτό ἀπαιτεῖ τήν δική του προσπάθεια, τό δικό του ὑπαρξιακό «ἄνοιγμα» πρός τόν Θεό. Γιά νά γίνει αὐτό, θά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά σκέπτεται πνευματικά καί ὄχι κοσμικά! Ὅταν ὅλες οἱ προτεραιότητές μας ἀφοροῦν καί περιστρέφονται στά πράγματα τοῦ νῦν αἰῶνος καί τά πνευματικά βρίσκονται στό περιθώριο τῶν ἐπιλογῶν μας, τότε εἶναι ἀδύνατη ἡ κατάκτηση τῆς ἀρετῆς, ἀνέφικτη ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ!
96 97

Μ. Βασιλείου, Ἑρμηνεία εἰς τόν προφήτην Ἠσαΐαν, 267, MPG. 30, 589AB. «Οὐ γάρ ἡμέτερον ἔργον –τονίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, δίνοντας τό προβάδισμα στόν θεῖο παράγοντα καί ἐξαίροντας δευτερευόντως τήν ἀνθρώπινη προσπάθεια γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» -, οὐδέ δυνάμεως ἀνθρωπίνης ἐστι κατόρθωμα ἡ πρός Θεόν ὁμοίωσις, ἀλλά τοῦτο μέν τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλοδωρεᾶς ἐστιν, εὑθύς ἅμα τῇ πρώτη γεννέσει τῇ φύσει τήν πρός αὐτόν ὁμοιότητα. Τῆς δέ ἀνθρωπίνης σπουδῆς τοῦτον ἄν εἴη, ὅσον ἐκκαθάραι μόνον τόν ἐπιγινόμενον ἀπό κακίας ρύπον αὐτῷ καί τό κεκαλυμμένον τῇ ψυχῇ κάλλος διαφωτίσαι». Περί παρθενίας, κεφ. ΙΒ΄. 98 Ν. Ξεξάκη, Δογματική Γ΄, σελ. 184. 99 Ἔκδοσις, MPG. 94, 920D.

35

Ἀρετή κατά τόν μεγάλο Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, Ἰω. Χρυσόστομο, εἶναι «τό ὑπερορᾶν», ἡ περιφρόνηση τῶν ἐπιγείων πραγμάτων καί γεγονότων τά ὁποῖα καταστρέφουν τή σωτηρία τῆς ψυχῆς καί ἡ βίωση σέ ἐσχατολογική διάσταση τῶν πνευματικῶν γεγονότων πού ὁδηγοῦν στήν κατά Θεόν ζωή.100 «Ἀρετή δέ ἐστι τό πάντων τῶν ἀνθρωπίνων ὑπερορᾶν, τό τά μέλλοντα ἐφ᾿ ἑκάστης ὥρας φαντάζεσθαι, τό πρός μηδέν τῶν πρόντων ἐπτοῆσθαι, ἀλλ᾿ εἰδέναι, ὅτι πάντα τά ἀνθρώπινα σκιά ἐστι και ὄναρ, καί εἴ τι τούτων εὐτελέστερον…πρός δέ τά πνευματικά μόνον ζῆν καί ἐνεργεῖν».101 Τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ταυτίζεται μέ τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἕνωσή του μετά τοῦ Θεοῦ «ἐν πᾶσῃ αἰσθήσει» καί χαρισματικῶς, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας φυσικά. Ὅταν διατηρηθεῖ τό «κατ᾿ εἰκόνα», τότε, «ἐπιζωγραφίζεται» τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἐπάνω σ᾿ αὐτό, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, χρησιμοποιῶντας τό παράδειγμα μιᾶς παλαιᾶς καί ξεθωριασμένης τοιχογραφίας, στήν ὁποία ὁ δημιουργός της - ζωγράφος προσθέτει νέα χρώματα καί τήν ἀνακαινίζει. Τό σχετικό κείμενο τοῦ ἁγίου Διαδόχου, στό ὁποῖο περιγράφεται διά τοῦ παραδείγματος τοῦ ζωγράφου ἡ ἐν Χάριτι προοδευτική τελείωση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὅν γάρ τρόπον οἱ ζωγράφοι πρῶτον μέν ἑν ἑνί χρώματι διαγράφουσι το σχῆμα τοῦ ἀνθρώπου, χροιᾷ δέ τήν χροιάν κατ᾿ ὁλίγον ἐπανθίζοντες, οὕτω τό τοῦ ὁμοιογραφουμένου ἄχρι καί τῶν τριχῶν ἀποσώζουσιν εἶδος∙ οὕτω καί ἡ ἁγία χάρις τοῦ Θεοῦ, πρῶτον μέν διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τό ὅπερ ἦν, ὅτε ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος, ρυθμίζει τό κατ᾿ εἰκόνα. Ὅτε δέ ἡμᾶς ἴδῃ ἐκ πᾶσης προθέσεως ἐπιθυμοῦντας τοῦ κάλλους τῆς ὁμοιώσεως…τότε ἀρετῇ τήν ἀρετήν ἐπανθίζουσα καί ἀπό δόξης εἰς δόξαν τό τῆς ψυχῆς εἶδος ἀναφέρουσα τόν χαρακτῆρα τῆς ὁμοιώσεως αὐτῷ περιποιεῖ. Ὥστε ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ ὁ ἔσω ἡμῶν ἄνθρωπος ἐν τῇ γεύσει τῆς ἀγάπης, πληροῦται δέ ἐν τῇ αὐτῆς τελειότητι».102 Ὁ θεοφόρος καί Ὁμολογητής Μάξιμος, σέ κάποιο σημεῖο τῶν ὑψηλῶν συγγραμμάτων του, ταυτίζοντας σχεδόν τούς ὅρους εἰκόνα καί ὁμοίωση, ὁμιλεῖ γιά τήν «ἀφομοίωση» πρός τόν Θεό, τήν κατά Χάριν θέωση, τήν μακαρία ἐκείνη κατάσταση κατά τήν ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος γίνεται ζωντανή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ: «Ἑτοίμους ὁ λόγος δι᾿ ἐλπίδος καθίστησι τῇ παραδοχῇ τῆς τῶν ἀληθῶν ἀρχετυπίας ψυχωθῆναι, καί γενέσθαι ζώσας εἰκόνας Χριστοῦ καί ταυτόν αὐτῷ μᾶλλον κατά τήν χάριν ἀφομοίωμα».103

100
101

Ν. Ξεξάκη Δογματική, Γ΄, σελ. 175. Εἰς τήν Γέν. ὁμιλ. Θ΄, MPG. 53, 78. 102 Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς, Τά ἐκατό Κεφάλαια, 89 καί 59. 103 Περί διαφόρων ἀποριῶν, MPG. 91, 1253D.

36

Ἡ «πρός Θεόν ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις»104, ἡ ὁποία συνιστᾶ τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, λαμβάνει χώρα μέσα ἀπό τήν ἀγάπη καί ἐκτέλεση τῶν πανσεβάστων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἱερουργίαις καί ἀγαπήσεσι μόνως τελεῖται». Καλεῖται δηλαδή ἄνθρωπος μέσῳ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ νά φθάσει σταδιακῶς στήν ἁγία καί ἐπιβεβλημένη «μεταστοιχείωση», τή μεταμόρφωση τῶν παθῶν (ψυχικῶν δυνάμεων) ὥστε να λειτουργοῦν κατά φύσιν, κάτι πού δέν συμβαίνει ὅταν αὐτός ὑπηρετεῖ τήν ἁμαρτία καί γίνεται δοῦλος αὐτῆς… Μέ τή δουλεία στήν ἁμαρτία, ὁ ἄνθρωπος φθάνει στήν ἀλογία καί χάνεται ἡ προοπτική τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ὁ θεορρῆμων Χρυσόστομος θά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν» δική Του, ὥστε νά ἐξουσιάζει ὄχι μόνο ὅλη τήν ὁρατή φύση, ἀλλά καί τά πάθη πού γεννιοῦνται μέσα στόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Τόν ἔπλασε γιά νά εἶναι ἐλεύθερος καί ὄχι δοῦλος! Ἐάν ὅμως ὁ άνθρωπος - συνεχίζει ὁ θεῖος Πατήρ -, προδίδοντας τήν ἀρχή αὐτή, ἐξουσιάζεται μᾶλλον, παρά ἐξουσιάζει, τότε, λέγει, χάνει καί τήν ὕπαρξή του ὡς ἄνθρωπος, καί μετατοπίζει τόν ἑαυτό του στήν κατηγορία τῶν ἀλόγων.105 Ἐκτίσθης ἄρχοντας ἄνθρωπε, διδάσκει ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἄρχοντας παθῶν καί θηρίων. Νά ἄρχεις στούς λογισμούς σου, γιά νά εἶσαι πραγματικός ἄρχοντας ὅλων! «Ἄρχων τοίνυν ἐκτίσθης, ἄρχων παθῶν, ἄρχων θηρίων, ἄρχων ἑρπετῶν, ἄρχων πτηνῶν…Ἄρχε τῶν ἐν σοί λογισμῶν, ἵνα γένῃ ἄρχων τῶν ὄντων πάντων».106 Αὐτό συντελεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὡς «πηγή ἁγιασμοῦ», δείχνει στόν ἄνθρωπο «τήν εἰκόνα τοῦ ἀοράτου» καί «ἐν τῷ μακαρίῳ τῆς εἰκόνος θεάματι τό ἄρρητον ὄψει τοῦ ἀρχετύπου κάλλους». 107 Ὁ ἄνθρωπος, ὁ μόνος ἀπό τήν αἰσθητή δημιουργία ὡς «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ πλάσμα, ἔχει τό μοναδικό προνόμιο, τήν δεκτικότητα νά δεῖ ὡς συνολική ὕπαρξη τόν Θεό, νά τόν γευθεῖ, νά ζήσει μαζί του, νά μεταμορφωθεῖ καί νά μεταβληθεῖ σέ πλάσμα θείας ὡραιότητος καί θείου κάλλους.108 Ὁ οὐρανοφάντωρ Πατήρ, Μ. Βασίλειος θά γράψει σέ μία ἐπιστολή του ὅτι «ὁ νοῦς ἡμῶν, φωτιζόμενος ὑπό τοῦ Πνεύματος, πρός Υἱόν ἀναβλέπει, καί ἐν Αὐτῷ ὡς ἐν εἰκόνι, θεωρεῖ τόν Πατέρα». 109 Και ὁ ἀδελφός του, Γρηγόριος Νύσσης, θά συστήσει μιά ἀνασκαφή τοῦ ἀνθρώπου ἐντός τοῦ εἶναι του, διότι τότε, λέγει, θά ἀνακαλύψει τόν
Περί Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Α΄, 3, MPG. 3, 376. Σπ. Τσιτσίγκου, Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, σελ. 53. 106 ΒΕΠΕΣ, 70, 143, Ν. Ξεξάκη Δογματική, Γ΄, σελ. 169 107 Μ. Βασιλείου Περί Ἁγίου Πνεύματος, 9, 23. 108 Ν. Ματσούκα, Δογματική Β΄, σελ. 196. 109 Μ. Βασιλείου Ἐπιστολή 226,3.
104

105

37

ἑαυτόν του οὐσιωδέστερα καί τότε θά ἀντιληφθεῖ ὅτι μέσα του διαγράφεται ἡ θεία εἰκόνα, ἡ σφραγίδα τῆς θεότητος. «Ὁ ἑαυτόν βλέπων, ἐν ἑαυτῷ το ποθούμενον βλέπει∙ καί οὕτω γίνεται μακάριος ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ, ὅτι πρός τήν ἰδίαν καθαρότητα βλέπων, ἐν εἰκόνι καθορᾷ τό ἀρχέτυπον».110 Πόσο σπουδαῖο πρᾶγμα ὄντως εἶναι τό «γνῶθι σαυτόν»! Ὁλόκληρη μελέτη ἔγραψε περί αὐτοῦ ὁ ἐν Αἰγίνῃ Ὅσιος ἐπίσκοπος, ὁ θαυματουργός Νεκτάριος. Ἑπομένως, ὁ πιστός, μέ τόν προσωπικό του πνευματικό ἀγῶνα (τήν αὐτογνωσία, τήν ἐξ αὐτῆς προερχομένη μετάνοια, τόν συνδιασμό ἀσκήσεως καί μετοχῆς στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας) καί μέ τή συνδρομή τῆς θείας, ἀνακαινιστικῆς καί σωστικῆς Χάριτος, «μεταμορφοῦται», καθίσταται «σύμμορφος τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ»111 καί ὁδηγεῖται σταδιακά στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», πού συνεπάγεται τή χαρισματική θέωσή του. Ἡ συμμόρφωση πρός τόν Χριστό, εἶναι ἡ ὁδός πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» καί συντελεῖται μέ τή μίμηση τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀποτελεῖ τό πρότυπο καί τό ὑπόδειγμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Μ. Βασίλειος διδάσκει ὅτι κάθε ἔργο καί λόγος τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι κανόνας εὐσεβείας καί ἀρετῆς γιά τόν ἄνθρωπο. «Πᾶσα πράξις καί πᾶς λόγος τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ίησοῦ Χριστοῦ, κανών ἐστι εὐσεβείας τε καί ἀρετῆς. Διά τοῦτο καί ἐνηνθρώπησεν, ὡς ἐν εἰκόνι διαγράφων ἡμῖν εὐσέβειάν τε καί ἀρετήν, ἵνα κατά δύναμιν ἕκαστος καί ἑκάστη ὁρώντες ζηλώσωμεν τό ἀρχέτυπον. Διά γάρ τοῦτο φορεῖ τό ἡμέτερον σῶμα, ἵνα καί ἡμεῖς αὐτοῦ τήν πολιτείαν, ὡς οἷον τε, μιμησώμεθα».112 Μέ τόν τρόπο αὐτό, γίνεται ὁ ἄνθρωπος «τεχνουργός» τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», κατά την ἔκφραση πάλι τοῦ Μ. Βασιλείου Μᾶς τό ἔδωσε γιά νά τό καλλιεργήσουμε - ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέφτις, ἑρμηνεύοντας τόν Μ. Βασίλειο -, γιά νά μᾶς ἀποδοθεῖ ἡ ἀμοιβή τῆς ἐργασίας μας, ὥστε νά μήν εἴμαστε μόνο οἱ εἰκόνες πού βγῆκαν ἀπό τό χέρι ἑνός ζωγράφου, ἄψυχα ἀντικείμενα, οὔτε τό ἀποτέλεσμα τῆς ὁμοίωσής μας νά πηγαίνει στόν ἔπαινο ἑνός ἄλλου113. Εἶναι βέβαιο γεγονός τελικά, ὅτι οἱ καταβολές τοῦ ἀνθρώπου τόν ὁδηγοῦν πρός τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό. Αὐτή ἡ κοινωνία τῆς θείας φύσεως, μαζί μέ τή μετοχή του στήν ἀϊδιότητα του Θεοῦ, εἶναι ὁ τελικός προορισμός τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως παρουσιάζεται στά ὑψηλότατα κείμενα τοῦ θεοφόρου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. «Εἰς τοῦτο ἡμᾶς ἐποίησεν, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως καί τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότητος μέτοχοι». 114

Εἰς Μακαρισμούς 6, MPG. 44, 1272 B. Ρωμ. 8, 29. 112 M. Bασιλείου, Ἀσκητικαί διατάξεις, 1, MPG. 312, 1325AB 113 ὅπου π. ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ, σελ. 45 - 46. 114 Κεφ. διάφορα, 1, 42, MPF. 90, 1143D.
110 111

38

ΕΠΙΛΟΓΟΣ «Πάντες ἄνθρωποι κατ᾿ εἰκόνα ἐσμέν Θεοῦ∙ τό δέ καθ᾿ ὁμοίωσιν ἐκείνων μόνον ἐστί τῶν διά πολλῆς ἀγάπης τήν ἑαυτῶν ἐλευθερίαν δουλωσάντων τῷ Θεῷ. Ὅτε γάρ οὐκ ἐσμέν ἑαυτῶν, τότε ὅμοιοι ἐσμέν τῷ ἡμᾶς ἑαυτῷ δι᾿ ἀγάπης καταλλάξαντι∙ οὗπερ τις οὐκ ἐπιτεύξεται, εἰ μή πτοεῖσθαι τήν ἑαυτοῦ ψυχήν περί τήν τοῦ βίου εὔκολον δόξαν πείσοι».115 Τό ἀνωτέρω κείμενο, ἐπισφραγίζει ὅσα ἀνεφέρθησαν στή μικρή αὐτή μελέτη μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ», καθώς μᾶς λέγει ὁ προαναφερόμενος, ἁγιώτατος ἐπίσκοπος Φωτικῆς, Διάδοχος (5ος αἰ.). Τό δέ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἐπιτυγχάνουν μόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπό ὑπερβολική ἀγάπη πρός τόν Θεό ὑποδούλωσαν τήν ἐλευθερία τους σ᾿ Αὐτόν! Ὅταν παύσουμε νά ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας, λέγει ὁ ἱερός Πατήρ, τότε γινόμαστε ὅμοιοι μέ τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν ἑαυτόν Του μέ τήν ἀγάπη Του πρός ἐμᾶς (πού ἐκφράστηκε μέ τήν κένωση καί θυσία Του). Τήν πρός Θεόν, ὅμως, ὁμοιότητα, δέν θά κατορθώσει κάποιος, ἐάν προηγουμένως δέν καταστήσει τήν ψυχή του ἀνώτερη ἀπό τό δέλεαρ τῆς κοινῆς ἀνθρωπίνης δόξας, ὥστε νά μήν ἐπηρεάζεται ἀπό αὐτήν. Ἄν λοιπόν, κατά τόν Ὅσιο Διάδοχο, πείσουμε τήν ψυχή, «μή πτοεῖσθαι» ἀπό τήν ἐγκόσμιο φιλοδοξία, τότε ἔχουμε τά τεκμήρια τῆς προσψαύσεως τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Ἄς ἔχουμε πάντοτε τήν αἴσθηση καί τή βαθύτατη πεποίθηση ὅτι «παρά τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀμυδρά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ μέσῳ τῆς ἀληθινῆς του εἰκόνας, πού εἶναι ὁ Χριστός, νά πορευθεῖ πρός τό πρωτότυπό του. Αὐτό γίνεται μέ τήν καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας πού παρεμποδίζει τήν κίνησή του πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἐφικτή μέ τήν ὑπακοή στο θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἄσκηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ πορεία γιά τήν ἠθική τελείωση προϋποθέτει τή γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν ἐμπροϋπόθετη μετοχή στά θεία μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τή βίωση τῆς σταυρικῆς θυσίας καί Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Παράλληλα ὅμως ἀπαιτεῖ καί τήν ἐνεργοποίηση ἀπό μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ὅλων τῶν θείων γνωρισμάτων, καί χαρισμάτων, ὥστε νά μπορέσει να νικήσει ἐν Χριστῷ τη φθορά καί τό θάνατο, νά ὑπερβεῖ τά ὑπαρξιακά ὅρια τῆς πεπτωκυΐας φύσεώς του καί νά μετάσχει χαρισματικά στή θεία ἄκτιστη ζωή τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁμοίωση πρός τόν Θεό σημαίνει προσωπική κοινωνία μαζί του, καί ἀξιοποίηση ὅλων τῶν δωρεῶν τῆς «κατ᾿ εἰκόνα» δημιουργίας. Αὐτήν τήν κοινωνία κάθε προσώπου μέ τόν Θεό, μόνον ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ἀποκαταστήσει καί νά διατηρήσει μέσα στή μυστική ἑνότητα τοῦ
115

Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς, τά Ρ΄ Κεφάλαια, δ΄.

39

Σώματος τοῦ Χριστοῦ πού ἁγιάζεται διηνεκῶς ἀπό τό εὐχαριστιακό δεῖπνο καί τά θεῖα μυστήρια».116 Ἡ Ἐκκλησία, ὡς τό μυστηριακό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καθιστᾶ πλέον σταθερή την ζωντανή κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου με τον Ἄγιο τριαδικό Θεό και ἐμφανίζει τήν χαρισματική ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἕνωση μέ Αὐτόν, ὡς μία ὑπερφυᾶ πραγματικότητα πού καταπλήσσει ἀκόμη καί τούς Ἀγγέλους, τά ἐπουράνια πνεύματα! Ὅλα, λοιπόν, συντελοῦνται ἑντός τῆς Ἐκκλησίας! Καί μή λησμονοῦμε ὅτι μόνο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σώζει, ὄχι μέ αὐτό πού ἔχει, ἀλλά μέ αὐτό πού εἶναι καί εἶναι ἀσφαλῶς «ἰατρεῖον πνευματικόν» κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο καί «κοινωνία θεώσεως» κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Γι᾿ αὐτό, μόνο σ᾿ αὐτήν καί ἐντός αὐτῆς ὑπάρχουν οἱ ζῶντες Ἅγιοι, τά ἱερά λείψανα, πού νικοῦν ἐν Χριστῷ τή φθορά καί τό θάνατο, ἀφοῦ ἐκεῖ, μέ τήν ἀναστολή τῆς διαλύσεως τοῦ κυτταρικοῦ συστήματος παρουσιάζονται ἔκδηλα τά σημεῖα τοῦ θείου ἐλέους καί τά τεκμήρια τῆς θεώσεως καί αὐτοῦ τοῦ σώματος! Μόνο στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συμβαίνουν αὐτά! Αὐτή καί μόνο ἡ Μία Ἁγία Ἐκκλησία ἁγιάζει καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο ἐμπροϋποθέτως ἀπό τό «κατ᾿ εἰκόνα» στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν»! Καμιά ἄλλη Ὁμολογία!...

Εὐτυχίας Γιουλτσῆ, Ἡ Παναγία πρότυπο πνευματικῆς τελειώσεως, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 57.
116

40

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ. ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ, ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟ.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Ἀπό τον Ἰούνιο τοῦ 2013, τίθεται σέ ἰσχύ ὁ ἀπό 16/6/2011 ψηφησθείς νόμος Λοβέρδου, κατά τόν ὁποίο, ὅλοι οἱ πολίτες τῆς χώρας μας, εἶναι δυνάμει δότες ὀργάνων. Καί ὅποιος δέν δηλώσει πρίν τό θάνατό του τήν ἄρνηση τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ζωτικῶν ὀργάνων του, θεωρεῖται δεδομένη ἡ λήψη τους! Ὑπάρχει, βεβαίως, στό τέλος τοῦ πρώτου ἐδαφίου τῆς παραγράφου τοῦ 2 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 3984/2011 καί ἡ φράση: «καί κατόπιν συνένεσης τῆς οἰκογενείας του». Πρός τοῦτο, ἔχει συνταχθεῖ ἀπό κάποιους φορεῖς ἕνα σχέδιο Ὑπευθύνου Δηλώσεως, τὴν ὁποία πολλοί πιστοί μέλοι τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὑπογράψει καὶ ἀποστείλει στὸν Ἐθνικὸ Ὀργανισμὸ Μεταμοσχεύσεων, μέσῳ τοῦ τοπικοῦ «Κ.Ε.Π.», ὅπου δηλώνουν τήν ἀντίθεσή τους στήν ἀφαίρεση τῶν ζωτικῶν ὀργάνων τους, ἐάν εὑρεθοῦν σέ κατάσταση βαρυτάτης ἀσθενείας, ἤ κώματος. Τί συμβαίνει τελικά μέ τίς μεταμοσχεύσεις, γιά τίς ὁποίες κρίθηκε ἀπαραίτητη ἡ πολυσυζητημένη τελευταία «εἰκαζόμενη» συνένεση; Ἄς ἀναφερθοῦμε δι᾿ ὁλίγων, ἐνημερωτικῶς. Μεταξύ τῶν θεμάτων τῆς λεγομένης Βιοηθικῆς, τῆς Ἠθικῆς πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἀρχή καί τό τέλος τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου, οἱ μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων ἔχει ἐξελιχθεῖ σέ ἀκανθωδες πρόβλημα, εὑρισκόμενο στό ἐπίκεντρο συζητήσεων ἐκκλησιαστικῶν καί ἄλλων παραγόντων στίς ἡμέρες μας. Ἔχουν εἰπωθεῖ καί γραφεῖ πολλά καί ἡ βιβλιογραφία περί τοῦ συγκεκριμένου ζητήματος αὐξάνεται συνεχῶς. Στά παρακάτω, θά διατυπωθοῦν συνοπτικά οἱ γενικές ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς ἀνθρωπολογίας, τήν ὁποία ἀχρηστεύει παντελῶς ἡ πρακτική τῶν μεταμοχεύσεων. Στή συνέχεια θά ἀναφέρουμε ἕνα σύγχρονο θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης, προκειμένου νά δοῦμε τήν ἀπάτη τοῦ λεγομένου «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου», περί τοῦ ὁποίου θά γίνει λόγος διεξοδικώτερα στό τρίτο μέρος τοῦ κειμένου αὐτοῦ. 1) Κατά τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία ὅπως διδάσκεται στήν Ἁγία Γραφή καί τήν Πατερική μας Παράδοση, ὁ ἄνθρωπος, δέν εἶναι μόνο σῶμα, ἀλλά εἶναι σῶμα μέ ψυχή ὑποστατική. Ἡ ψυχή εἶναι καί αὐτή δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, κτίζεται ἀρρήτως καί ἀγνώστως ὑπό τοῦ θείου

41

Δημιουργοῦ κατά τή σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου117, εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ θείου «ἐμφυσήματός» στόν ἄνθρωπο, κτιστό ἀποτέλεσμα τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας καί Χάριτος. «Καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς (ὑλικό στοιχεῖο) καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς (πνευματικό στοιχεῖο) καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν (δηλαδή ὕπαρξη)».118 Ὁ Θεός, ὅπως παρήγαγε τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἔτσι χάρισε «διά τοῦ ἐμφυσήματος» τήν ἀσώματη καί λογική ψυχή – ζωτική δύναμη.119 Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται σέ ὅλο τό σῶμα, «διά παντός ἐκκέχυται τοῦ σώματος», κατά τήν Πατερική Διδασκαλία.120 Ὁ Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας, γράφει ἐν προκειμένῳ κάτι πολύ ἐκπληκτικό, ὅτι ὅπως δέν γνωρίζουμε τόν τόπο πού κατοικεῖ ὁ Θεός, ἀλλά πιστεύουμε ὅτι βρίσκεται παντοῦ, ἔτσι δέν γνωρίζουμε καί τόν τόπο πού κατοικεῖ ἡ ψυχή στό σῶμα, ἀλλά γνωρίζουμε ὅτι σέ ὅλο τό σῶμα βρίσκεται ἐγκατεσπαρμένη καί ἐνεργεῖ μέσα σ᾿ αὐτό. «Οὔτε τόν τοῦ Θεοῦ τόπον ἔγνωμεν, ἔνθα κατοικεῖ, ἀλλά μόνον πιστεύομεν ὅτι πάντη ἐστίν, οὔτε τόν τόπον τῆς ψυχῆς ἔνθα οἰκεῖ ἐν σώματι ἐπιστάμεθα, ἀλλά μόνον οἴδαμεν ὅτι ἐν τῷ παντί σώματι ἐστι και ἐνεργεῖ».121 Δέν ἑδρεύει σέ συγκεκριμένο ὄργανο τοῦ σώματος ἡ ψυχή, ἀλλά βρίσκεται σέ ὅλα τά σημεῖα τοῦ σώματος, ζωοποιεῖ δέ καί κινεῖ τά μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὅπως τό διατυπώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Συνέχουσα τό σῶμα ᾧ καί ἐκτίσθη, πανταχοῦ τοῦ σώματος ἐστίν, οὐχ ὡς ἐν τόπῳ οὐδ᾿ ὡς περιεχομένη, ἀλλ᾿ ὡς συνέχουσά τε καί περιέχουσα καί ζωοποιοῦσα τοῦτο». Δέν θά πρέπει, ἑπομένως, νά λέγεται ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου συνέχει τήν ψυχή, ἀλλά τό ἀντίθετο, ὅτι δηλαδή ἡ ψυχή συνέχει τό σῶμα. Στούς Θελόγους καί Νηπτικούς Πατέρες, γίνεται λόγος καί περί τοῦ νοῦ, ὄχι με την ἔννοια πού ἐμεῖς τόν νοοῦμε. Ὁ νοῦς κατά τούς Πατέρες, δέν θεωρεῖται ἡ διάνοια, τό μυαλό ὅπως λέμε ἐμεῖς, ἀλλά κάτι διαφορετικό. Εἶναι ἡ ἀνωτέρα δύναμη τῆς ψυχῆς, ὁ λεγόμενος «ὀφθαλμός» της, τό «καθαρώτατον» μέρος της κατά τή ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Κατά τήν Ὀρθόδοξη θεολογική ἀνθρωπολογία, τό φυσικό πνευματικό κέντρο τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος, ἀλλά ὁ νοῦς μέ τήν πνευματική ἔννοια τοῦ ὅρου, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τήν φυσική καρδιά ὡς ὄργανο. Ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ εἶναι στόν ἐγκέφαλο (διάνοια),
117

«Ἅμα δέ τό σῶμα καί ἡ ψυχή πέπλασται, οὐ τό μέν πρῶτον, τό δέ ὕστερον». Βλ. ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», ἐκδ. Πουρναρᾶ, Εἰσαγωγή, σχόλια, Ν. Ματσούκα, σελ. 150 118 Γεν. 2, 1. 119 Βλ. Σπ. Τσιτσίγκου, Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἀποστολοκῆς Διακονίας, σελ. 45. 120 Βλ. Πρός Διόγνητον ἐπιστολή. 121 MPG. 89, 1146D, Ἐκ τοῦ κατ᾿ εἰκόνα.

42

ἀλλά ἡ οὐσία του εἶναι μέσα στήν καρδιά τή φυσική, ἀπό τήν ὁποία βεβαίως δέν ἐγκλείεται, ἀλλά ὅπως εἴπαμε τήν χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο γιά τή λειτουργία του. Ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ἡ ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ, συντελεῖται ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί ἀνακαλύπτεται τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Καί πρέπει νά ὑπογραμμιστεῖ, ἔστω καί ἐπιγραμματικά, ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο δέν ἑδράζεται στόν ἐγκέφαλο ἀλλά στήν «βαθεῖα καρδία», στό βάθος τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἔχει σχέση μέ τόν ἐγκέφαλο, ὅπως διδάσκουν οἱ Πατέρες μας. Ὁ ἐγκέφαλος, εἶναι ἕνα ὄργανο τοῦ σώματος. Ἡ ἐνέργεια τοῦ νοός πού λέγεται διάνοια εἶναι αὐτή ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της κινεῖ τόν ἐγκέφαλο καί διά τοῦ ἐγκεφάλου κινεῖται τό σῶμα. Ἀντίθετα, τώρα, ἡ Ἐπιστήμη, ἀγνοεῖ ὅτι ἡ ἕδρα τῆς οὐσίας τῆς ψυχῆς καί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς, ἀλλά ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἕδρα τοῦ προσώπου στόν ἄνθρωπο, τό πνευματικό του κέντρο, ἡ οὐσία του, εἶναι στόν ἐγκέφαλο. Καί ἑπομένως, κατά τούς ἐπιστήμονες, ὅταν νεκρωθεῖ ὁ ἐγκέφαλος (ἡ λεγόμενη ἰατρικά «νέκρωση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους»), τελειώνει ὁ ἄνθρωπος. Ὅμως, ἡ πίστη μας διδάσκει ὅτι παρά τή νέκρωση τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔχει ἀναχωρήσει ἀπό τό σῶμα! Ἀλλά αὐτό πῶς νά τό ἀποδεχτεῖ ἡ Ἐπιστήμη, ὅταν δέν δέχεται τήν ψυχή ὡς οὐσία, ὡς φύση, ὡς τή συνεκτική ἐκείνη, ὑποστατική δύναμη στόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία τόν ζωοποεῖ καί τόν συνέχει; Εἶναι, ἑπομένως, διαφορετικές οἱ ἀνθρωπολογικές προϋποθέσεις τῆς Θεολογίας καί τῆς Ἐπιστήμης καί γι᾿ αὐτό ὑπάρχουν καί διαφορετικές τοποθετήσεις. Εἶναι γεγονός, ὅπως προελέχθη, ὅτι ἡ Ἐπιστήμη δέν δέχεται τόν ἄνθρωπο ὡς ὕπαρξη μέ κατ᾿ οὐσίαν ψυχή, δηλαδή μέ ψυχή ὑποστατική. Τόν δέχεται ὡς ὕπαρξη μέ κατ᾿ ἐνέργειαν ψυχή, ὅπως τά ζῶα, στά ὁποῖα ἡ ψυχή πεθαίνει μαζί μέ τό σῶμα τους, ἀφοῦ ἐκεῖ ὁμιλοῦμε γιά θνητή ψυχή καί ὄχι γιά ἀθάνατη (κατά Χάριν), ὅπως εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ὅταν ἡ Ἐπιστήμη θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς ἀποτέλεσμα τῆς βιολογικῆς ἐξελίξεως τῶν Εἰδῶν καί ὄχι ὡς κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένο ὄν, δισύνθετο, ἀποτελούμενο ἀπό ψυχή κατ᾿ οὐσίαν καί σῶμα πού ζωογονεῖται καί συνέχεται ὅπως εἴπαμε ἀπό τήν λογική ψυχή, τότε ἀνάλογη εἶναι καί ἡ θέση της στό ζήτημα τῶν Μεταμοσχεύσεων ὅπου τά ζωτικά ὄργανα τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά θεωρηθοῦν ὡς «ἀνταλλακτικά» πού μποροῦν νά ἀντικατασταθοῦν, ἤ νά μεταμοσχευθοῦν! Ἡ Ἐπιστήμη, λοιπόν, δέν δέχεται ὅτι ὁ νοῦς, εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τό κέντρο τῆς ψυχῆς, ἡ πνευματική καρδία. Οὔτε δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκτός ἀπό τά ὄργανα του σώματός του ἔχει καί ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία ὑπάρχει καί συνεχίζει νά ζεῖ καί μετά τόν βιολογικό θάνατο.

43

Ἕνας λόγιος Ἁγιορείτης μοναχός, σέ μία περισπούδαστη μελέτη του περί τῶν Μεταμοσχεύσεων, ἐν προκειμένῳ παρατηρεῖ: «Ὑπάρχει μέγα χάσμα, στό ἀνθρωπολογικό ζήτημα, μεταξύ Ἐπιστήμης καί Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐρήμου, ἀκόμη καί ἐάν ἡ φυσική καρδιά ἀφαιρεθῆ ἀπό ἕναν ἄνθρωπο καί ἀντικατασταθῆ μέ μία ἄλλη, ἡ ψυχή συστέλλεται στό ὑπόλοιπο σῶμα καί ἑδράζεται σέ ἄλλο κύριο ζωτικό ὄργανο. Τό ἴδιο συμβαίνει καί ὅταν ὁ ἐγκέφαλος καταστραφῆ καί παύση νά λειτουργῆ, ἐνῶ ἡ καρδιά εἶναι σέ λειτουργία, μέ ὑποστηρικτικά μέσα. Ἡ ψυχή συστέλλεται ἀπό τόν ἐγκέφαλο καί συσπειρώνεται στό ὑπόλοιπο σῶμα. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνας «ἐγκεφαλικά νεκρός», μπορεῖ νά μήν εἶναι βιολογικά νεκρός».122 2) Ἔχει ἔρθει στό φῶς τῆς δημοσιότητας123, μεταξύ ἄλλων ἕνα σύγχρονο θαῦμα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης, σχετικό μέ τό ζήτημα πού ἐξετάζουμε, τό ὁποῖο θαῦμα ἐν συντομίᾳ παρουσιάζουμε. Κάποιος νέος τραυματίσθηκε βαρύτατα σέ αὐτοκινητιστικό δυστήχημα και κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομεῖο ἔγινε ἀπό τους γιατρούς ἡ διαπίστωση ὅτι δεν ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας και ἀνανήψεώς του και ἔτσι προτάθηκε να τοῦ ἀφαιρεθοῦν τα ὄργανα καί νά δοθοῦν ἀλλοῦ, ὥστε νά σωθεῖ ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔπεισαν καί τή μητέρα τοῦ νέου νά τό δεχθεῖ καί νά ὑπογράψει καί τά σχετικά ἔντυπα. Ἡ πιστή, ὅμως, ἐκείνη μητέρα, βλέποντας τό παιδί της να βρίσκεται ἀκόμη στή ζωή, ἔστω καί στήν κατάσταση τοῦ «ἐγκεφαλικά νεκροῦ» κατά τή διάγνωση τῶν γιατρῶν, ἔστρεψε τήν ἐλπίδα της στόν τά πάντα δυνάμενο Κύριο, τόν «ἐνδοξαζόμενον ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ». Κατῆλθε μετά ἀπό λίγο στήν Αἴγινα καί κατευθύνθηκε στό ἱερό προσκύνημα τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας, ὅπου πλῆθος πιστῶν ἀδιακόπως προσέρχεται καί συχνότατα λαμβάνει τή λύση στόν πόνο καί τήν ἀσθένεια παρά τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ μέ τήν πρεσβεία τοῦ Ὁσίου Νεκταρίου. Προσευχήθηκε θερμά μετά δακρύων καί ὁ φιλόστοργος Ἅγιος δέν παρέβλεψε τήν ἱκεσία καί τόν στεναγμό τῆς πονεμένης μάνας καί τό θαῦμα δέν ἄργησε νά πραγματοποιηθεῖ! Τήν ἑπομένη μέρα, ὅπου οἱ γιατροί ἐπρόκειτο νά ἀφαιρέσουν τά ὄργανα τοῦ «ἐγκεφαλικά» ἀλλά ὄχι βιολογικά νεκροῦ ἐκείνου νέου, καταφθάνει στό νοσοκομεῖο ἡ πιστή μητέρα καί ἀφοῦ ἐκφράζει μέ πίστη στούς γιατρούς τήν βεβαιότητα ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος θά θεραπεύσει τό παιδί της, μεταβαίνει μαζί μέ αὐτούς στό δωμάτιο τοῦ ἀσθενοῦς καί τί βλέπουν; Τό σημεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ! Βλέπουν τόν «ξεγραμμένο» (ὅπως λέμε) ἀπό τούς γιατρούς ἀσθενῆ ἐκεῖνο νέο, πού δεν εἶχε
Βλ. Δαμασκηνοῦ μοναχοῦ, Ἁγιορείτου, Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί Μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων, ἐκδ. Μυριόβιβλος, 2007, σελ. 400 123 Βλ. Περιοδικό ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ, ἔτος Ζ΄, Τεῦχος 4, σελ. 551
122

44

προηγουμένως καμία ἐπαφή μέ τό περιβάλλον, νά κάθεται στό κρεβάτι του καί νά τούς χαμογελᾶ! Ὁ Θεός ἔδωσε παράταση ζωῆς στό νέο ἐκεῖνο, τόν ὁποῖο οἱ γιατροί μέ τή διαδικασία τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὀργάνων θά ἔστελναν πρόωρα στήν ἄλλη ζωή… Καί πρέπει νά τονίζεται καί αὐτό τό γεγονός, πού ἀποτελεῖ ἀνθρωποκτονία, ὅτι τά ὄργανα ἀφαιροῦνται ὅταν ὁ ἀσθενῆς εἶναι ἀκόμη ζωντανός (ἄρα τόν σκοτώνουν), ἀφοῦ ὅταν εἶναι νεκρός, τά ὄργανά του πλέον εἶναι ἄχρηστα! Ἀπό ζωντανό δότη ἑπομένως παίρνουν τά ὄργανα! Καί αὐτό τό λένε σήμερα…ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καί σπεύδουν δυστυχῶς νά τό ὑπόστηρίζουν καί κάποιοι ἐκκλησιαστικοί παράγοντες! Δηλαδή, νά ἀφαιρέσουμε μιά ζωή, ὥστε νά συντελέσουμε στήν παράταση μιᾶς ἄλλης ζωῆς! Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι, τῶν ὁποίων τό πολίτευμα «ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» κατά τον Ἀπόστολο, δέν θά πρέπει σέ καμία περίπτωση νά ἐφαρμόζουμε τό ρητό «ὁ σκοπός ἁγιάζει τά μέσα», οὔτε νά μετερχόμαστε τά πάντα, θεμιτά καί ἀθέμιτα, προκειμένου νά ἐπιτύχουμε τήν παράταση αὐτῆς τῆς ἐπιγείου καί φθαρτῆς ζωῆς, ἀλλά νά τήν χρησιμοποιοῦμε ὡς «καιρόν» καί ἀφορμή ἑτοιμασίας γιά τήν μέλλουσα αἰώνια καί ἄφθαρτη ζωή! Ἄλλωστε, «πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν», κατά τόν Μέγα, οὐρανοφάντωρα Βασίλειο124! Σκοπός μας, ὡς Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, θά πρέπει νά εἶναι τό πῶς θά μπορέσουμε ἐν Χριστῷ, νά «ἐμβολίσουμε» τήν παρούσα ζωή μέσα στήν αἰωνιότητα, καί ὄχι τό πῶς θά ἐξασφαλίσουμε τήν μακροχρόνια διαβίωση στήν ἐνταῦθα παροικία, μέ ὅποιο μέσον καί τρόπο… Καί, ναί μέν, θά κάνουμε τό ἀνθρωπίνως δυνατό, τήν ὅποια προσπάθεια μέσῳ τῆς Ἐπιστήμης, τῆς ἰατρικῆς πρός θεραπείαν τῶν νοσούντων, ἀλλά δέν θά φθάνουμε σέ τέτοιες μεθόδους, νά συμφωνήσουμ μέ ὅσους ἀφαιροῦν τά ὄργανα ἀπό ἀσθενεῖς προκαλῶντας τους τόν θάνατο προκειμένου νά χαρίσουν τή ζωή σέ ἄλλους ἀσθενεῖς. Δέν εἶναι δυνατόν, τό καλό τοῦ λήπτη νά γίνεται μέ ζημία τοῦ δότη! Δέν εἶναι οὔτε χριστιανικό, οὔτε ἀνθρώπινο! Δέν τό ἔπραξαν οἱ Πατέρες μας! Τήν ἀγάπη μας, τήν αὐτοθυσία καί τήν προσφορά μας, μποροῦμε κάλλιστα νά τή δείξουμε στίς περιπτώσεις τῆς μεταμοσχεύσεως διπλῶν ὀργάνων (νεφρῶν, ὀφθαλμῶν κλπ.), ὥστε καί ἡ ἀγάπη πρός τόν λήπτη νά ἐκφραστεῖ, ἀλλά καί ἡ ζωή τοῦ δότη (μέ τό ἐναπομείναν μέλος του) νά ἐξασφαλισθεῖ.

3) «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»
124

«Πρός τούς νέους», ΕΠΕ, 7, 318

45

Ὁ Νόμος 3.984/2011, ὁ ὁποῖος ψηφίσθηκε ἀπὸ τὴν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀφορᾶ στὴν «Δωρεὰ καὶ μεταμόσχευση ὀργάνων», στὸ Ἄρθρο 9, ἀποδέχεται ὡς κριτήριο τῆς ἐπελεύσεως τοῦ θανάτου τὴν «νέκρωση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους», δηλαδὴ δέχεται ὡς πραγματικὸ βιολογικὸ θάνατο τὸν λεγόμενο «ἐγκεφαλικὸ θάνατο». Τό ζήτημα τοῦ λεγομένου «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου», εἶναι μιά ἐπινόηση πού ἦρθε τό 1968 ἀπό τήν Ἀμερική125, ἀφοῦ ἕνα χρόνο πρίν στή Νότιο Ἀφρική εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἡ πρώτη μεταμόσχευση καρδιᾶς. Θεωρήθηκε ἴσως προσβολή ὅτι ἕνα τέτοιο ἰατρικό βῆμα ἔλαβε χώρα στήν Ἀφρική. Καί ἔτσι, μετά ἀπό λίγο καιρό, στό Πανεπιστήμιο τοῦ Harvant συνεστήθη εἰδική ἐπιτροπή μέ σκοπό τήν εἰσήγηση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου καί ὅπως ἀκριβῶς ἐγράφη «ὁ κύριος σκοπός μας εἶναι ὁ ὁρισμός τοῦ μή ἀναστρεψίμου κώματος, ὡς ἑνός νέου κριτηρίου θανάτου». Διαλλέγει δηλαδή ἡ ὡς ἄνω ἐπιτροπή ἕνα νέο κριτήριο θανάτου… Πρέπει ὅμως νά ὑπογραμμιστεῖ μέ ἔμφαση ὅτι ὁ «ἐγκεφαλικός θάνατος» δέν ταυτίζεται μέ τόν βιολογικό θάνατο! Ὁ καθηγητής Κ. Καρακατσάνης, στή διοργανωθεῖσα Ἡμερίδα τῆς Μητροπόλεως Γλυφάδος περί τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου», μεταξύ ἄλλων κατάθεσε ὅτι ὑπάρχει καί ἕνα ἄλλο ἀτράνταχτο στοιχεῖο πού χαρακτηρίζεται ἀπό ἰατρούς ὡς «βόμβα» καί αὐτό εἶναι μία κατατεθειμένη ἄποψη τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου Βιοηθικῆς τῶν Η.Π.Α, τό ὁποῖο κάνει εἰσηγήσεις στόν ἑκάστοτε πρόεδρο τῶν Ἠνωμένων Πολιτειῶν γιά ὅλα τά βιοηθικά ζητήματα. Τό Ἐθνικό Συμβούλιο Βιοηθικῆς, λοιπόν, τοῦ ἔτους 2008 ἀναφερόμενο στό ζήτημα τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου, ὅπως ταυτίζεται ἀπό τούς Ἄγγλους μέ τόν θάνατο τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους ἀπεφάνθη ὅτι αὐτή ἡ ταύτιση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου μέ τόν θάνατο τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους θεωρεῖται ὡς ἔννοια «ἐννοιολογικῶς ὕποπτη καί κλινικῶς ἐπικίνδυνη»! Ἰατροί, καθηγηταί, νευροχειρουργοί, μεγάλοι ἐπιστήμονες καταθέτουν τά ἀνωτέρω! Τό ἴδιο αὐτό Ἐθνικό Συμβούλιο, τό 2008, κατέγραψε στήν ἴδια λεγόμενη «λευκή βίβλο», ἀφήρεσε τόν ὅρο «ἐγκεφαλικός θάνατος», ἀντικαθιστώντας τον μέ τόν ὅρο «ὁλική ἀνεπάρκεια τῶν λειτουργιῶν τοῦ ἐγκεφάλου». Ἐπίσης, ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἕνας μεγάλο ἐπιστήμων ἰατρός, διευθυντής καρδιολογικῆς κλινικῆς στό μεγαλύτερο Νοσοκομεῖο τοῦ Cambridge στήν Ἀγγλία, ὅπου γίνονται μεταμοσχεύσεις καρδιᾶς καί
125

Βλ. καθηγητοῦ Κ. Γ. Καρακατσάνη, «Ἐγκεφαλικός θάνατος», Κεφάλαιο «Διολισθήσεις μετά τήν καθιέρωση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου», University Stuntio Press, Θεσσαλονικη, 2000: «Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ θάνατος γινόταν ἐπί αἰῶνες κατανοητός ὡς ἕνα βιολογικό φαινόμενο καί ἡ ἐπέλευσή του διαπιστωνόταν ἀπό τήν ὁριστική παύση τῆς καρδιακῆς καί ἀναπνευστικῆς λειτουργίας. Τό ἔτος, ὅμως, 1968 ἡ ἁρμόδια ἐπιτροπή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Harvard ὅρισε τήν ἔννοια τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» για καθαρῶς κοινωνικούς λόγους (ἐξοικονόμηση κλινῶν καί χρημάτων στίς Μονάδες Ἐντατικῆς Θεραπείας καί ἀπόκτηση ζωτικῶν ὀργάνων γιά μεταμοσχεύσεις)»…

46

πνευμόνων, ὁ D. W. Evans, ἀρνήθηκε νά παράσχει τή συγκατάθεσή του τότε στήν πραγματοποίηση μεταμοσχεύσεων, διότι θεωροῦσε καί διεκήρυττε ὅτι οἱ ἐγκεφαλικῶς νεκροί ἀσθενεῖς δέν εἶναι νεκροί! Θεωροῦσε καί αὐτός τήν ταύτιση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου μέ τόν βιολογικό θάνατο ὡς ἀπάτη! Πιεζόμενος δέ ἐπί τριετίαν ἀπό διαφόρους ἰσχυρούς παράγοντες νά ἀναθεωρήσει τή γνώμη του, ἀναγκάστηκε νά ποαραιτηθεῖ τῶν καθηκόντων του… Τό ἔτος 2009, σέ ἕνα ἀπό τά πλέον ἐπιστημονικά περιοδικά τοῦ κόσμου, τό Nature, ἐγράφη ὅτι «ἔχει ἔλθει ὁ καιρός γιά ἐπανασχεδιασμό τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι ὠθοῦν τούς ἰατρούς σέ μιά μορφή ἀπάτης»! Δηλαδή, οὔτε λίγο οὔτε πολύ τονίζεται ὅτι ἡ πληροφορία πού παρέχεται στούς ἀνθρώπους ἐκ μέρους τῆς ἰατρικῆς κοινότητος, ἀλλά καί ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε κρατούντων περί τοῦ θέματος τῶν μεταμοσχεύσεων, δέν εἶναι ἀξιόπιστη! Ἔτσι, οἱ παραπλανηθέντες ἄνθρωποι, σχηματίζουν τήν ἐντύπωση ὅτι θά βρίσκονται σέ μιά κάρτα δωρεᾶς ὀργάνων μετά θάνατον, νομίζοντας ὅτι αὐτή ἡ δωρεά θά λάβει χώρα σέ μιά κατάσταση πτωματική, ὅταν δέν θά ὑπάρχει καμία λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ τους οὔτε καρδιακή, οὔτε ἀναπνευστική, οὔτε ἡππατική, οὔτε νεφρική, ἐνῶ ἡ πραγματικότητα εἶναι τελείως διαφορετική, ὅπως κατεδείχθη. Αὐτή εἶναι ἡ καλοστημενη παγίδα καί ἡ ἀπάτη, ὅπως φανερώνουν ἐπιστημονικές θεωρήσεις. Ἑπομένως, φαίνεται καθαρά τό διαβλητῶν τῶν μεταμοσχεύσεων… Καί ἄν σέ ὅλα αὐτά προστεθεῖ καί ἡ πληροφορία ὅτι ἔχει γίνει στό παρελθόν συζήτηση στη χώρα μας, ἀλλά καί εἰσήγηση - τήν ἔκανε καθηγητής πανεπιστημιακός τῶν οἰκονομικῶν - γιά ἀγοραπωλησία126 τῶν ἀνθρωπίνων ὀργάνων (!!!), τά ὁποῖα ἔχουν χαρακτηρισθεῖ ὡς…«ἐθνικός πλοῦτος», τότε…μποροῦμε ἀμυδρῶς νά ἀντιληφθοῦμε ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν τά σκοτεινά κέντρα πού κατευθύνουν τίς τύχες τῶν λαῶν… Εὐλόγως, λοιπόν, ὁ καθηγητής Καρακατσάνης διερωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατόν νά συμφωνήσει ἡ Ἐκκλησία στήν ἀλλαγή τῆς ἐννοίας τοῦ θανάτου, ἐνῶ εἶναι σαφέστατο ὅτι αὐτή ἡ ἀλλαγή ἔγινε ὄχι γιά λόγους ἐπιστημονικούς, ἀλλά καθαρῶς χρησιμοθηρικούς, και ὅτι σχετικοποιήθηκε ἡ ἔννοια τοῦ βιολογικοῦ θανάτου; Ὁ ἐν λόγῳ καθηγητής, κατά τήν προειρημένη εἰσήγησή του, παρουσίασε βίντεο, ὁπτικά ντοκουμέντα, στά ὁποῖα ὑπάρχουν φαίνονται ἀσθενεῖς πού θεωροῦνται ἐγκεφαλικά νεκροί, δηλαδή πτώματα ὅπως θέλουν νά τούς παρουσιάζουν οἱ ὑποστηρικτές τῶν μεταμοσχεύσεων, οἱ ὁποῖοι ὅμως «ἐγκεφαλικά νεκροί», κάνουν κινήσεις μέχρι τοῦ σημείου να σηκωθοῦν

Ἤδη ἔχει δημοσιευθεῖ ὅτι δύο βουλευτές τῶν ΑΝ.ΕΛ. ὁ Γ. Δημαρᾶς καί ὁ Γ. Ἀβραμίδης, κατέθεσαν στήν Ἑλληνική Βουλή…τιμοκατάλογο (!!!) ἀνθρωπίνων ὀργάνων! Δηλαδή, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ζητεῖται νά μετατραπεῖ ἡ χώρα μας σέ ἕνα μεγάλο κρεοπωλεῖο! Ἐκεῖ φθάσαμε!
126

47

ὄρθιοι! Πολλά εἶναι τά παραδείγματα ἀνανήψεως ἀνθρώπων ἀπό τήν κατάσταση τοῦ «ἐγκεφαλικά νεκροῦ» (ὅπως τοῦ νέου πού ἀναφέραμε, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τήν θεραπεία ἀπό τόν ἅγιο Νεκτάριο) καί αὐτά ἔχουν καταγραφεῖ, εἰδικῶς μάλιστα παρουσιάζεται ἀπό ἐπιστήμονες ἰατρούς ἡ περίπτωση ἑνός νέου στό ἐξωτερικό, ὁ ὁποῖος συνῆλθε καί ἀνένηψε καί ἔζησε ἄλλα εἴκοσι χρόνια, ὥν προηγουμένως «ἐγκεφαλικά νεκρός»! Ὁ ἰατρός καί καθηγητής τῆς χειρουργικῆς τοῦ Α.Π.Θ., κ. Δ. Τσαντήλας, σέ ἐκδήλωση περί τῶν Μεταμοσχεύσεων πού πραγματοποιήθηκε στή Θεσσαλονίκη στίς 10-3-2013, προσέφερε μία προσωπική μαρτυρία καί ἐμπειρία. Ἀνέφερε, λοιπόν, ὅτι, κατά τήν ἐφημερία του, συνέβη ἕνα θαυμαστό γεγονός. Πρό 15 ἐτῶν, μία κοπέλα, ἐτῶν 19, ἀνένηψε ἐκ τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» καί τώρα χαίρει ἄκρας ὑγείας, μέ τήν οἰκογένεια καί τά παιδιά της, ἀφοῦ λίγο καιρό μετά τήν βαρύτατη ἐξ ἀτυχήματος ἀσθένειά της ἀνάρρωσε, ἐνυμφεύθη καί ζεῖ στήν περιοχή τῆς Ἀριδαίας! Νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ εὐσυνείδητος ἰατρός καί πιστός Χριστιανός, ἐντός τοῦ γραφεῖου του στό Ἰπποκράτειο τῆς Θεσσαλονίκης, συνεργάστηκε μέ τήν μητέρα τῆς ἀσθενούσης καί ἀποφάσισαν νά μήν ὑπογράψουν, οὔτε ἡ μητέρα, οὔτε ἐκεῖνος ὡς εἰδικός, τά σχετικά ἔγγραφα προκειμένου νά ἀρχίσει ἡ Μεταμόσχευση, ὅπως τά εἶχαν προγραμματίσει οἱ ἄλλοι ἰατροί. Ἀλλά περί ἀνθρώπων, οἱ ὁποίοι ἀνένηψαν ἐκ τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» μέ θαυμαστά σημεῖα τῆς Χάριτος, «ἔστι καί ἄλλα πολλά»…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Ἐπειδή ζοῦμε σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία, ὅπως ὀρθά εἰπώθηκε, «ἡ διάκριση ἀνάμεσα στό «ἔξεστι» καί στό «συμφέρει», πού προβλημάτιζε τόν ἀπόστολο Παῦλο, φαίνεται σέ μεγάλο βαθμό νά ἔχει παραμερισθεῖ»127, δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά συσχηματίζεται μέ τόν κόσμο καί νά ἀκολουθεῖ πάντοτε τήν Ἐπιστήμη, ἀρνούμενη τήν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία της, ἡ ὁποία συνδέεται μέ τήν Χριστολογία καί τήν Θεολογία, ἀφοῦ, «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί»128.

127

Βλ. Ἀν. Κεσελόπουλου, καθηγητοῦ Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ, στό βιβλίο τοῦ Β. Φανάρα , δρ. Θεολογίας, Ὑποβοηθούμενη ἀναπαραγωγή, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 12. 128 Α΄ Τιμ, 3, 16.

48

Θά πρέπει νά ἀγωνισθοῦν ὅλοι οἱ Ὀρθοδοξοι ἐναντίον τῆς πολεμικῆς καί τῆς ἀπαξιώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἡ ὁποία συστηματικῶς ἐπιχειρεῖται στίς ἡμέρες μας μέ πολλούς τρόπους καί σέ πολλά ἐπί μέρους πεδία τῆς Βιοηθικῆς καί ἐν προκειμένῳ διά τῶν Μεταμοσχεύσεων. Μπροστά στήν ἀπαξίωση καί κυρίως στήν ἀπανθρωποίηση τοῦ ἀνθρώπου δέν θά πρέπει νά σιωπήσουμε, ὅσο ἔχουμε δύναμη, ἀλλά να ἀντιστασθοῦμε ὁμολογιακῶς «παντί σθένει» μέ ἔργα καί λόγια καί νά ἀντκρύσουμε μέ σεβασμό τό ὕψος καί τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά προστατεύουμε. Καί τοῦτο, διότι γνωρίζουμε τήν ἀξία του ἀπό τή θεία Γραφή καί τήν Παράδοσή μας καί δέν λησμονοῦμε ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού κατά τήν Ἐπιστήμη εἶναι ἕνα «φυσικόν ζῶον», γιά τήν Πίστη μας εἶναι «ζῶον θεούμενον» καί φανερώνει εἰκόνα Θεοῦ μέ την αἰώνια προοπτική της, εἶναι ἕνα ὄν δισύνθετον, κρᾶμα καί μεθόριον μεταξύ δύο κόσμων, «ἀνακεφαλαίωσις τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων»129. Γιὰ περαιτέρω ἐμβάθυνση καὶ προβληματισμὸ περί τοῦ ἀκανθώδους ζητήματος τῶν Μεταμοσχεύσεων ζωτικῆν ὀργάνων, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μελέτη σοβαρῶν ἐπιστημονικῶν βιβλίων καί ἄρθρων, μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀξιόλογη μελέτη τοῦ Ἁγιορείτου Μοναχοῦ π. Δαμασκηνοῦ μέ τίτλο «Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί Μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων», ἐκδ. Μυριόβιβλος, ὅπως ἐπίσης τό βιβλίο τοῦ ἰατροῦ - καθηγητοῦ Κ. Καρακατσάνη, «Ἐγκεφαλικός θάνατος», University Stuntio Press, Θεσσαλονίκη 2000 κ.ἄ.

129

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΝΓ΄, ΕΠΕ, 11, 330-332: «Ἄνθρωπος γάρ, ὁ μείζων οὗτος ἐν μικρῷ κόσμος, ἡ συνδρομή τοῦ παντός, ἡ ἀνακεφαλαίωσις τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων…»

49

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

1) Ἡμερολογιακόν λύχνισμα, Βόλος 1997. 2) Ἡ θεολογία τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς, Βόλος 2006. 3) Τρεῖς γίγαντες τοῦ Πνεύματος, Ἀθῆναι 2007. 4) «Καί ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι», Βόλος 2008. 5) ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ. Ἀναγνωρίσεις Ἁγίων - Ἀμφισβητήσεις, Βόλος 2009. 6) Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ διδασκαλία του, Βόλος 2009. 7) «Σάλπιγξ θεόφθογγος» ( Ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης), Βόλος 2010.
8) «Τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον», Βόλος 2011. 9) Ὁ ἐπίγειος Παράδεισος πού χάθηκε. Βόλος 2012. 10) Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αἰώνια Κόλαση. Ἀθῆναι 2012. 11) ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΤΙΣΤΟΝ ΚΑΛΛΟΣ. Ἀθῆνα 2013. 12) Μελέτες και ἄρθρα.

50

You're Reading a Free Preview

Download
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->